The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20260226145749/https://www.scribd.com/document/478871206/%CE%9F%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%83%CE%AD%CE%B1%CF%82-%CE%93%CE%BA%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%9A%CE%9B%CE%99%CE%9D%CE%97-%CE%91%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%91%CF%80%CF%8C-%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1-%CE%9A%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1-%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7-2018
0% found this document useful (0 votes)
391 views1,265 pages

Οδυσσέας Γκιλής. ΚΛΙΝΗ. Αποσπάσματα Από Αρχαία Κείμενα-Θεσσαλονίκη 2018

Οδυσσέας Γκιλής. ΚΛΙΝΗ. Αποσπάσματα από αρχαία κείμενα-Θεσσαλονίκη 2018

Uploaded by

odysseas_gilis
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
391 views1,265 pages

Οδυσσέας Γκιλής. ΚΛΙΝΗ. Αποσπάσματα Από Αρχαία Κείμενα-Θεσσαλονίκη 2018

Οδυσσέας Γκιλής. ΚΛΙΝΗ. Αποσπάσματα από αρχαία κείμενα-Θεσσαλονίκη 2018

Uploaded by

odysseas_gilis
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd

1

Οδυσσέας Γκιλης
Επιμέλεια

ΚΛΙΝΗ
Κρεβάτι

Κλίνη, κλινίδιον, Κλιντήρ, κλισία, Σκίμπους,


ασκάντης, στίβας, στρώμνη, ανάκλιντρον,
κράββατος, χάμευνα, χαμεύνια, κοίτη...
2

Θεσσαλονίκη 9/2018
3

Περιεχόμενα

Αποσπάσματα από αρχαία, βυζαντινά και θεολογικά κείμενα. Χρονολογική ταξινόμηση.......4


Αποσπάσματα από αρχαία Ελληνικά, Βυζαντινά και θεολογικά κείμενα...............................95
Κλίνη.....................................................................................................................................95
Κλινίδιον............................................................................................................................1145
Κλιντήρ..............................................................................................................................1147
Κλισία.................................................................................................................................1148
Σκίμπους............................................................................................................................1159
Ασκαντης............................................................................................................................1160
Στίβας.................................................................................................................................1161
Στρώμνη.............................................................................................................................1163
Ανάκλιντρον.......................................................................................................................1178
Κράββατος..........................................................................................................................1179
Χάμευνα,χαμεύνια..............................................................................................................1197
Κοίτη.................................................................................................................................1210
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ...................................................................................................................1251
4

Πύλη.
κλίνη η.

1) α) Κρεβάτι: (Προδρ. I 201)· β) (συνεκδ.) χώρος για ύπνο: (Διγ. Esc.


1196). 2) Φέρετρο: μετά πολυτίμου Κλίνης … ενταφίασαν εκείνον
(Ερμον. Φ 347). Η λ. ως τίτλ. βιβλίου: να κάμω το παρόν βιβλίον, του
οποίου όνομα δίδω να κράζεται «Κλίνη» (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 390).
[αρχ. ουσ. κλίνη. Η λ. και σήμ. λόγ.· βλ. και Andr.]

κλινήρης, επίθ. Κατάκοιτος: έπεσεν εις ασθένειαν και ήτο κλινήρης


(Συναδ. φ. 18v). [μτγν. επίθ. κλινήρης. Βλ. και κλινάρης]

Αποσπάσματα από αρχαία, βυζαντινά και θεολογικά κείμενα.


Χρονολογική ταξινόμηση.

 1. Ομήρου Ιλιάδα. (8 B.C.) Book 19 γρ. 223


 τώ τοι ἐπιτλήτω κραδίη μύθοισιν ἐμοῖσιν.   (220)
αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κόρος ἀνθρώποισιν,
ἧς τε πλείστην μὲν καλάμην χθονὶ χαλκὸς ἔχευεν,
ἀμητὸς δ’ ὀλίγιστος, ἐπὴν Κλίνηςι τάλαντα
Ζεύς, ὅς τ’ ἀνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτυκται.
γαστέρι δ’ οὔ πώς ἐστι νέκυν πενθῆσαι Ἀχαιούς·   (225)
λίην γὰρ πολλοὶ καὶ ἐπήτριμοι ἤματα πάντα
 

 2. Θουκυδίδης ιστορίες. (5 B.C.) Book 2 Ch. 34 se. 3 γρ. 4


 (3) ἐπιφέρει τῷ αὑτοῦ ἕκαστος ἤν τι βούληται· ἐπειδὰν δὲ ἡ
ἐκφορὰ ᾖ, λάρνακας κυπαρισσίνας ἄγουσιν ἅμαξαι, φυλῆς
ἑκάστης μίαν· ἔνεστι δὲ τὰ ὀστᾶ ἧς ἕκαστος ἦν φυλῆς.
μία δὲ Κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν, οἳ ἂν
(4) μὴ εὑρεθῶσιν ἐς ἀναίρεσιν. ξυνεκφέρει δὲ ὁ βουλόμενος
καὶ ἀστῶν καὶ ξένων, καὶ γυναῖκες πάρεισιν αἱ προσήκουσαι
(5) ἐπὶ τὸν τάφον ὀλοφυρόμεναι. τιθέασιν οὖν ἐς τὸ δημόσιον
 

 3. Ευρυπίδης. . Hecuba (5 B.C.) γρ. 1150


5

        θήκας φράσουσα Πριαμιδῶν ἐν Ἰλίῳ


       χρυσοῦ· μόνον δὲ σὺν τέκνοισί μ’ εἰσάγει
       δόμους, ἵν’ ἄλλος μή τις εἰδείη τάδε.
       ἵζω δὲ Κλίνης ἐν μέσῳ κάμψας γόνυ·   (1150)
       πολλαὶ δὲ χεῖρες, αἳ μὲν ἐξ ἀριστερᾶς,
       αἳ δ’ ἔνθεν, ὡς δὴ παρὰ φίλῳ, Τρώων κόραι
       θάκους ἔχουσαι, κερκίδ’ Ἠδωνῆς χερὸς
 

 4. Σοφοκλής Oedipus Coloneus (5 B.C.) γρ. 193


         τὸ μὲν εἴποιμεν, τὸ δ’ ἀκούσαιμεν,   (190)
         καὶ μὴ χρείᾳ πολεμῶμεν.
ΧΟ.         Αὐτοῦ· μηκέτι τοῦδ’ ἀντιπέτρου
         βήματος ἔξω πόδα κλίνῃς.
 
ΟΙ.         Οὕτως;            Ant. .   (193)ΧΟ.                Ἅλις, ὡς
ἀκούεις.   (194) ΟΙ.         

 5.Ηρόδοτος ιστορίες (5 B.C.) Book 1 se. 181 γρ. 15


 πύργους ἔχουσα πεποίηται· μεσοῦντι δέ κου τῆς ἀνα-
βάσιός ἐστι καταγωγή τε καὶ θῶκοι ἀμπαυστήριοι, ἐν τοῖσι
κατίζοντες ἀμπαύονται οἱ ἀναβαίνοντες. Ἐν δὲ τῷ
τελευταίῳ πύργῳ νηὸς ἔπεστι μέγας· ἐν δὲ τῷ νηῷ Κλίνη   (15)
μεγάλη κεῖται εὖ ἐστρωμένη καί οἱ τράπεζα παράκειται
χρυσέη. Ἄγαλμα δὲ οὐκ ἔνι οὐδὲν αὐτόθι ἐνιδρυμένον·
οὐδὲ νύκτα οὐδεὶς ἐναυλίζεται ἀνθρώπων ὅτι μὴ γυνὴ
 

 6.Ηρόδοτος ιστορίες (5 B.C.) Book 1 se. 182 γρ. 3


 ὡς λέγουσι οἱ Χαλδαῖοι, ἐόντες ἱρέες τούτου τοῦ θεοῦ.    (20)
(182) Φασὶ δὲ οἱ αὐτοὶ οὗτοι, ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες, τὸν
θεὸν αὐτὸν φοιτᾶν τε ἐς τὸν νηὸν καὶ ἀμπαύεσθαι ἐπὶ τῆς
Κλίνης, κατά περ ἐν Θήβῃσι τῇσι Αἰγυπτίῃσι κατὰ τὸν
αὐτὸν τρόπον, ὡς λέγουσι οἱ Αἰγύπτιοι (καὶ γὰρ δὴ ἐκεῖθι
κοιμᾶται ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Θηβαιέος γυνή, ἀμφότεραι    (5)
δὲ αὗται λέγονται ἀνδρῶν οὐδαμῶν ἐς ὁμιλίην φοιτᾶν), καὶ
 

 7.Ηρόδοτος ιστορίες (5 B.C.) Book 6 se. 58 γρ. 20


 καὶ οἰμωγῇ διαχρέωνται ἀπλέτῳ, φάμενοι τὸν ὕστατον αἰεὶ
ἀπογενόμενον τῶν βασιλέων, τοῦτον δὴ γενέσθαι ἄριστον.
Ὃς δ’ ἂν ἐν πολέμῳ τῶν βασιλέων ἀποθάνῃ, τούτῳ δὲ
εἴδωλον σκευάσαντες ἐν κλίνῃ εὖ ἐστρωμένῃ ἐκφέρουσι.    (20)
6

Ἐπεὰν δὲ θάψωσι, ἀγορὴ δέκα ἡμερέων οὐκ ἵσταταί σφι


οὐδ’ ἀρχαιρεσίη συνίζει, ἀλλὰ πενθέουσι ταύτας τὰς
(59) ἡμέρας. Συμφέρονται δὲ ἄλλο τόδε τοῖσι Πέρσῃσι· ἐπεὰν
 

 8.Ηρόδοτος ιστορίες (5 B.C.) Book 6 se. 136 γρ. 8


 φρονος, ὃς θανάτου ὑπαγαγὼν ὑπὸ τὸν δῆμον Μιλτιάδην   (5)
ἐδίωκε τῆς Ἀθηναίων ἀπάτης εἵνεκεν. Μιλτιάδης δὲ αὐτὸς
μὲν παρεὼν οὐκ ἀπελογέετο (ἦν γὰρ ἀδύνατος ὥστε σηπο-
μένου τοῦ μηροῦ), προκειμένου δὲ αὐτοῦ ἐν κλίνῃ ὑπεραπε-
λογέοντο οἱ φίλοι, τῆς μάχης τε τῆς ἐν Μαραθῶνι γενο-
μένης πολλὰ ἐπιμεμνημένοι καὶ τὴν Λήμνου αἵρεσιν, ὡς    (10)
ἑλὼν Λῆμνόν τε καὶ τεισάμενος τοὺς Πελασγοὺς παρέδωκε
 

 9.Ηρόδοτος ιστορίες (5 B.C.) Book 6 se. 139 γρ. 9


 Ἀθηναίοισι δίκας διδόναι ταύτας τὰς ἂν αὐτοὶ Ἀθηναῖοι
δικάσωσι. Ἦλθόν τε δὴ ἐς τὰς Ἀθήνας οἱ Πελασγοὶ καὶ
δίκας ἐπαγγέλλοντο βουλόμενοι διδόναι παντὸς τοῦ ἀδική-
ματος. Ἀθηναῖοι δὲ ἐν τῷ πρυτανηίῳ Κλίνην στρώσαντες
ὡς εἶχον κάλλιστα καὶ τράπεζαν ἐπιπλέην ἀγαθῶν πάντων   (10)
παραθέντες ἐκέλευον τοὺς Πελασγοὺς τὴν χώρην σφίσι
παραδιδόναι οὕτω ἔχουσαν. Οἱ δὲ Πελασγοὶ ὑπολαβόντες
 

 10.Ηρόδοτος ιστορίες (5 B.C.) Book 9 se. 16 γρ. 7


 δρος κληθῆναι καὶ αὐτὸς ὑπὸ Ἀτταγίνου ἐπὶ τὸ δεῖπνον
τοῦτο, κληθῆναι δὲ καὶ Θηβαίων ἄνδρας πεντήκοντα, καί    (5)
σφεων οὐ χωρὶς ἑκατέρους κλῖναι, ἀλλὰ Πέρσην τε καὶ
Θηβαῖον ἐν κλίνῃ ἑκάστῃ. Ὡς δὲ ἀπὸ δείπνου ἦσαν, δια-
πινόντων τὸν Πέρσην τὸν ὁμόκλινον Ἑλλάδα γλῶσσαν
ἱέντα εἰρέσθαι αὐτὸν ὁκοδαπός ἐστι, αὐτὸς δὲ ὑποκρίνασθαι
ὡς εἴη Ὀρχομένιος. Τὸν δὲ εἰπεῖν· «Ἐπεὶ νῦν ὁμοτρά-    (10)
 

 11. Ισοκράτης Aegineticus (orat. 19) (5-4 B.C.) Se. 24 γρ. 9


 την τὴν νόσον ἐξ ἧσπερ ἀπέθανεν, οὕτως αὐτὸν ἐθερά-
πευσα ὡς οὐκ οἶδ’ ὅστις πώποθ’ ἕτερος ἕτερον, τὸν μὲν
πλεῖστον τοῦ χρόνου πονήρως μὲν ἔχοντα, περιιέναι δ’ ἔτι
δυνάμενον, ἓξ μῆνας δὲ συνεχῶς ἐν τῇ κλίνῃ κείμενον.
(25) Καὶ τούτων τῶν ταλαιπωριῶν οὐδεὶς τῶν συγγενῶν
μετασχεῖν ἠξίωσεν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπισκεψόμενος ἀφίκετο πλὴν
7

τῆς μητρὸς καὶ τῆς ἀδελφῆς αἳ πλέον θάτερον ἐποίησαν·


 

 12. Ισοκράτης Aegineticus (orat. 19) (5-4 B.C.) Se. 26 γρ. 6


 τὴν νόσον διέκειτο, ὥστ’ οὐκ ἐκείνων ἄξιον θαυμάζειν εἰ
μὴ παρέμενον, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ὅπως ἐγὼ τοιαύτην νόσον
θεραπεύων ἀνταρκεῖν ἠδυνάμην· ὃς ἔμπυος μὲν ἦν πολὺν    (5)
χρόνον, ἐκ δὲ τῆς Κλίνης οὐκ ἠδύνατο κινεῖσθαι, (27) τοι-
αῦτα δ’ ἔπασχεν ὥσθ’ ἡμᾶς μηδεμίαν ἡμέραν ἀδακρύτους
διαγαγεῖν, ἀλλὰ θρηνοῦντες διετελοῦμεν καὶ τοὺς πόνους
τοὺς ἀλλήλων καὶ τὴν φυγὴν καὶ τὴν ἐρημίαν τὴν ἡμετέραν
 

 13. Αριστοφάνης . Lysistrata (5-4 B.C.) γρ. 575


         ἐκ τῶν ἐρίων τῶν ἡμετέρων ἐπολιτεύεσθ’ ἂν ἅπαντα.
 ΠΡ.         Πῶς δή; Φέρ’ ἴδω.
 ΛΥ.                            Πρῶτον μὲν χρῆν, ὥσπερ πόκον, ἐν
βαλανείῳ    (574)
        ἐκπλύναντας τὴν οἰσπώτην ἐκ τῆς πόλεως, ἐπὶ Κλίνης   (575)
        ἐκραβδίζειν τοὺς μοχθηροὺς καὶ τοὺς τριβόλους ἀπολέξαι,
        καὶ τούς γε συνισταμένους τούτους καὶ τοὺς πιλοῦντας
ἑαυτοὺς
        ἐπὶ ταῖς ἀρχαῖσι διαξῆναι καὶ τὰς κεφαλὰς ἀποτῖλαι·
 

 14. Αριστοφάνης . Lysistrata (5-4 B.C.) γρ. 732


        ΛΥ.                                            Ποίων σέων;    (730)
                Οὐκ εἶ πάλιν;
       ΓΥ. Αʹ                               Ἀλλ’ ἥξω ταχέως νὴ τὼ θεὼ   (731)
                ὅσον διαπετάσασ’ ἐπὶ τῆς Κλίνης μόνον.
       ΛΥ.                 Μὴ διαπετάννυ, μηδ’ ἀπέλθῃς μηδαμῇ.
       ΓΥ. Αʹ                 Ἀλλ’ ἐῶ ’πολέσθαι τἄρι’;
       ΛΥ.                                          Ἢν τούτου δέῃ.    (734)
 

 15. Αριστοφάνης . Ecclesiazusae {0019.010} (5-4 B.C.) γρ. 418


        ἢν γὰρ παρέχωσι τοῖς δεομένοις οἱ κναφῆς    (415)
       χλαίνας, ἐπειδὰν πρῶτον ἥλιος τραπῇ,
       πλευρῖτις ἡμῶν οὐδέν’ ἂν λάβοι ποτέ.
       ὅσοις δὲ Κλίνη μή ’στι μηδὲ στρώματα,
       ἰέναι καθευδήσοντας ἀπονενιμμένους
       ἐς τῶν σκυλοδεψῶν· ἢν δ’ ἀποκλῄῃ τῇ θύρᾳ   (420)
8

       χειμῶνος ὄντος, τρεῖς σισύρας ὀφειλέτω.”


 

 16. Αριστοφάνης . Ecclesiazusae (5-4 B.C.) γρ. 909


   γρ. α        ἐκπέσοι σου τὸ τρῆμα
       τό τ’ ἐπίκλιντρον ἀποβάλοις
       βουλομένη σποδεῖσθαι.
       κἀπὶ τῆς Κλίνης ὄφιν προσελκύσαιο
       βουλομένη φιλῆσαι.    (910)
 Νεις.        αἰαῖ, τί ποτε πείσομαι;
       οὐχ ἥκει μοὐταῖρος
 

 17. Αριστοφάνης . Plutus (5-4 B.C.) γρ. 527


        Ὥστ’ αὐτὸς ἀροῦν ἐπαναγκασθεὶς καὶ σκάπτειν τἄλλα τε
μοχθεῖν    (525)
       ὀδυνηρότερον τρίψεις βίοτον πολὺ τοῦ νῦν.
 ΧΡ.                                                 Ἐς κεφαλὴν σοί.    (526)
 ΠΕ.        Ἔτι δ’ οὐχ ἕξεις οὔτ’ ἐν κλίνῃ καταδαρθεῖν, —οὐ γὰρ
ἔσονται, —
       οὔτ’ ἐν δάπισιν, —τίς γὰρ ὑφαίνειν ἐθελήσει χρυσίου ὄντος;

       Οὔτε μύροισιν μυρίσαι στακτοῖς ὁπόταν νύμφην ἀγάγησθον,
       οὔθ’ ἱματίων βαπτῶν δαπάναις κοσμῆσαι ποικιλομόρφων.
(530)
 

 18. Αριστοφάνης . Plutus (5-4 B.C.) γρ. 540


        Φθειρῶν τ’ ἀριθμὸν καὶ κωνώπων καὶ ψυλλῶν οὐδὲ λέγω σοι
       ὑπὸ τοῦ πλήθους, αἳ βομβοῦσαι περὶ τὴν κεφαλὴν ἀνιῶσιν,
       ἐπεγείρουσαι καὶ φράζουσαι· «Πεινήσεις· ἀλλ’ ἐπανίστω.»
       Πρὸς δέ γε τούτοις ἀνθ’ ἱματίου μὲν ἔχειν ῥάκος· ἀντὶ δὲ
Κλίνης   (540)       στιβάδα σχοίνων κόρεων μεστήν, ἣ τοὺς
εὕδοντας ἐγείρει·        καὶ φορμὸν ἔχειν ἀντὶ τάπητος σαπρόν· ἀντὶ
δὲ προσκεφαλαίου       λίθον εὐμεγέθη πρὸς τῇ κεφαλῇ· σιτεῖσθαι
δ’ ἀντὶ μὲν ἄρτων ...
Greek (Liddell-Scott)

στῐβάς: -άδος, ἡ, (στίβω) Στρωμνή, ὑπόστρωμα ἐξ ἀχύρων, βούρλων ἢ φύλλων (πρβλ.


στίπτη φυλλάς, Σοφ. Φιλ. 33), ἢ χύδην ἐξηπλωμένων (ἴδε Εὐαγγ. κ. Μᾶρκ. ια΄, 8, ἔνθα ἡ
ὀρθὴ γραφὴ εἶναι στιβὰς ἀντὶ τοῦ κοινοῦ στοιβάς), ἤ κατεσκευασμένων εἰς στρῶμα
ἐρραμμένον, Εὐρ. Ἑλ. 798· χαμαιπετὴς ὁ αὐτ. ἐν Τρῳ. 507· χὰ στ. ἐσσεῖται πεπυκασμένα ..
9

κνύζᾳ τ᾿ ἀσφοδέλῳ τε Θεόκρ. 7. 67, πρβλ. 13. 34. 2) στρῶμα, Ἡρόδ. 4. 71, Ἀριστοφ. Πλ.
663· μάλιστα ἐν χρήσει παρὰ τοῖς στρατιώταις, Εὔπολ. ἐν «Ταξιάρχοις» 4 (ἔνθα ἴδε
Meineke), Ἀριστοφ. Εἰρήν. 348, Ξεν. Ἑλλ. 7. 1, 16· σχοίνων Ἀριστ. Πλ. 541· ἐπὶ στιβάδων
σμίλακι καὶ μυρρίναις ἐστρωμένων Πλάτ. Πολ. 372Β. 3) καθόλου, στρωμνὴ, κοίτη, κλίνη,
Θεοπόμπ. Ἱστ. 190. 4) ἡ φωλεὰ μυῶν, «ποντικοφωληά», Ἄρατ. 1139· ἐπὶ ἰχθύων, Ἀριστ. π.
τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 30, 4, Ἡσύχ.


 

 19. Ξενοφών Cyropaedia (5-4 B.C.) Book 8 Ch. 2 se. 5 γρ. 6


 ἄλλαι τέχναι διαφερόντως ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν ἐξειρ-
γασμέναι εἰσί, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὰ παρὰ βασιλεῖ
σῖτα πολὺ διαφερόντως ἐκπεπόνηται. ἐν μὲν γὰρ ταῖς    (5)
μικραῖς πόλεσιν οἱ αὐτοὶ ποιοῦσι Κλίνην, θύραν, ἄροτρον,
τράπεζαν, πολλάκις δ’ ὁ αὐτὸς οὗτος καὶ οἰκοδομεῖ, καὶ ἀγαπᾷ
ἢν καὶ οὕτως ἱκανοὺς αὐτὸν τρέφειν ἐργοδότας λαμβάνῃ·
ἀδύνατον οὖν πολλὰ τεχνώμενον ἄνθρωπον πάντα καλῶς
 

 20. Ξενοφών Cyropaedia {0032.007} (5-4 B.C.) Book 8 Ch. 2 se.


6 γρ. 3
 ταῦτα. ἀνάγκη οὖν τὸν ἐν βραχυτάτῳ διατρίβοντα ἔργῳ
(6) τοῦτον καὶ ἄριστα δὴ ἠναγκάσθαι τοῦτο ποιεῖν. τὸ αὐτὸ
δὲ τοῦτο πέπονθε καὶ τὰ ἀμφὶ τὴν δίαιταν. ᾧ μὲν γὰρ
ὁ αὐτὸς Κλίνην στρώννυσι, τράπεζαν κοσμεῖ, μάττει, ὄψα
ἄλλοτε ἀλλοῖα ποιεῖ, ἀνάγκη οἶμαι τούτῳ, ὡς ἂν ἕκαστον
προχωρῇ, οὕτως ἔχειν· ὅπου δὲ ἱκανὸν ἔργον ἑνὶ ἕψειν κρέα,   (5)
ἄλλῳ ὀπτᾶν, ἄλλῳ δὲ ἰχθὺν ἕψειν, ἄλλῳ ὀπτᾶν, ἄλλῳ ἄρ-
 

 21. Πλάτων Phaedo {0059.004} (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 60 se.


b γρ. 2
 οἴκαδε.”
  Καὶ ἐκείνην μὲν ἀπῆγόν τινες τῶν τοῦ Κρίτωνος βοῶσάν
(b) τε καὶ κοπτομένην· ὁ δὲ Σωκράτης ἀνακαθιζόμενος εἰς τὴν
Κλίνην συνέκαμψέ τε τὸ σκέλος καὶ ἐξέτριψε τῇ χειρί, καὶ
τρίβων ἅμα, Ὡς ἄτοπον, ἔφη, ὦ ἄνδρες, ἔοικέ τι εἶναι
τοῦτο ὃ καλοῦσιν οἱ ἄνθρωποι ἡδύ· ὡς θαυμασίως πέφυκε
πρὸς τὸ δοκοῦν ἐναντίον εἶναι, τὸ λυπηρόν, τὸ ἅμα μὲν   (5)
 
10

 22. Πλάτων Phaedo {0059.004} (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 89 se.


b γρ. 1
 έπεσθαί τε καὶ συσκοπεῖν τὸν λόγον.
  ΕΧ. Πῶς δή;
  ΦΑΙΔ. Ἐγὼ ἐρῶ. ἔτυχον γὰρ ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ καθή-
(b) μενος παρὰ τὴν Κλίνην ἐπὶ χαμαιζήλου τινός, ὁ δὲ ἐπὶ πολὺ
ὑψηλοτέρου ἢ ἐγώ. καταψήσας οὖν μου τὴν κεφαλὴν καὶ
συμπιέσας τὰς ἐπὶ τῷ αὐχένι τρίχας—εἰώθει γάρ, ὁπότε
τύχοι, παίζειν μου εἰς τὰς τρίχας—Αὔριον δή, ἔφη, ἴσως, ὦ
 

 23. Πλάτων Symposium {0059.011} (5-4 B.C.) Stephanus σελ.


217 se. d γρ. 6
 αἰσχυνόμενος ἀφῆκα αὐτόν· αὖθις δ’ ἐπιβουλεύσας, ἐπειδὴ
ἐδεδειπνήκεμεν διελεγόμην ἀεὶ πόρρω τῶν νυκτῶν, καὶ ἐπειδὴ
ἐβούλετο ἀπιέναι, σκηπτόμενος ὅτι ὀψὲ εἴη, προσηνάγκασα    (5)
αὐτὸν μένειν. ἀνεπαύετο οὖν ἐν τῇ ἐχομένῃ ἐμοῦ κλίνῃ, ἐν
ᾗπερ ἐδείπνει, καὶ οὐδεὶς ἐν τῷ οἰκήματι ἄλλος καθηῦδεν ἢ
(e) ἡμεῖς. μέχρι μὲν οὖν δὴ δεῦρο τοῦ λόγου καλῶς ἂν ἔχοι
καὶ πρὸς ὁντινοῦν λέγειν· τὸ δ’ ἐντεῦθεν οὐκ ἄν μου ἠκούσατε
 

 24. Πλάτων Protagoras (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 317 se. e γρ. 2
 καὶ τῶν κλινῶν κατεσκευάζομεν παρὰ τῷ Ἱππίᾳ—ἐκεῖ γὰρ
προϋπῆρχε τὰ βάθρα—ἐν δὲ τούτῳ Καλλίας τε καὶ Ἀλκι-   (10)
(e) βιάδης ἡκέτην ἄγοντε τὸν Πρόδικον, ἀναστήσαντες ἐκ τῆς
Κλίνης, καὶ τοὺς μετὰ τοῦ Προδίκου.
  Ἐπεὶ δὲ πάντες συνεκαθεζόμεθα, ὁ Πρωταγόρας, Νῦν δὴ
ἄν, ἔφη, λέγοις, ὦ Σώκρατες, ἐπειδὴ καὶ οἵδε πάρεισιν, περὶ
ὧν ὀλίγον πρότερον μνείαν ἐποιοῦ πρὸς ἐμὲ ὑπὲρ τοῦ   (5)
 

 25. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 596 se. b γρ. 4
 (b) ’θέλεις, πολλαί πού εἰσι κλῖναι καὶ τράπεζαι.
  Πῶς δ’ οὔ;
  Ἀλλὰ ἰδέαι γέ που περὶ ταῦτα τὰ σκεύη δύο, μία μὲν
Κλίνης, μία δὲ τραπέζης.
  Ναί.    (5)
  Οὐκοῦν καὶ εἰώθαμεν λέγειν ὅτι ὁ δημιουργὸς ἑκατέρου
τοῦ σκεύους πρὸς τὴν ἰδέαν βλέπων οὕτω ποιεῖ ὁ μὲν τὰς
 
11

 26. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 596 se. e γρ.
10
 γάρ;
  Πῶς γὰρ οὔ;
  Ἀλλὰ φήσεις οὐκ ἀληθῆ οἶμαι αὐτὸν ποιεῖν ἃ ποιεῖ.
καίτοι τρόπῳ γέ τινι καὶ ὁ ζωγράφος Κλίνην ποιεῖ· ἢ οὔ;   (10)
  Ναί, ἔφη, φαινομένην γε καὶ οὗτος.

597.

(a)   Τί δὲ ὁ κλινοποιός; οὐκ ἄρτι μέντοι ἔλεγες ὅτι οὐ τὸ


εἶδος ποιεῖ, ὃ δή φαμεν εἶναι ὃ ἔστι Κλίνη, ἀλλὰ Κλίνην τινά;
 

 27. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 597 se. a γρ. 2
 καίτοι τρόπῳ γέ τινι καὶ ὁ ζωγράφος Κλίνην ποιεῖ· ἢ οὔ;   (10)
  Ναί, ἔφη, φαινομένην γε καὶ οὗτος.

597.(a)   Τί δὲ ὁ κλινοποιός; οὐκ ἄρτι μέντοι ἔλεγες ὅτι οὐ τὸ


εἶδος ποιεῖ, ὃ δή φαμεν εἶναι ὃ ἔστι Κλίνη, ἀλλὰ Κλίνην τινά;
  Ἔλεγον γάρ.
  Οὐκοῦν εἰ μὴ ὃ ἔστιν ποιεῖ, οὐκ ἂν τὸ ὂν ποιοῖ, ἀλλά τι
τοιοῦτον οἷον τὸ ὄν, ὂν δὲ οὔ· τελέως δὲ εἶναι ὂν τὸ τοῦ    (5)
 

 29. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 597 se. c γρ. 2
 τρισὶν εἴδεσι κλινῶν.
  Ναὶ τρεῖς.   (15)
(c)   Ὁ μὲν δὴ θεός, εἴτε οὐκ ἐβούλετο, εἴτε τις ἀνάγκη ἐπῆν
μὴ πλέον ἢ μίαν ἐν τῇ φύσει ἀπεργάσασθαι αὐτὸν Κλίνην,
οὕτως ἐποίησεν μίαν μόνον αὐτὴν ἐκείνην ὃ ἔστιν Κλίνη·
δύο δὲ τοιαῦται ἢ πλείους οὔτε ἐφυτεύθησαν ὑπὸ τοῦ θεοῦ
οὔτε μὴ φυῶσιν.    (5)
 


 

 31. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 597 se. c γρ. 9
   Πῶς δή; ἔφη.
  Ὅτι, ἦν δ’ ἐγώ, εἰ δύο μόνας ποιήσειεν, πάλιν ἂν μία
ἀναφανείη ἧς ἐκεῖναι ἂν αὖ ἀμφότεραι τὸ εἶδος ἔχοιεν, καὶ
εἴη ἂν ὃ ἔστιν Κλίνη ἐκείνη ἀλλ’ οὐχ αἱ δύο.
12

  Ὀρθῶς, ἔφη.    (10)


(d)   Ταῦτα δὴ οἶμαι εἰδὼς ὁ θεός, βουλόμενος εἶναι ὄντως
Κλίνης ποιητὴς ὄντως οὔσης, ἀλλὰ μὴ Κλίνης τινὸς μηδὲ
 

 33. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 597 se. d γρ. 2
 εἴη ἂν ὃ ἔστιν Κλίνη ἐκείνη ἀλλ’ οὐχ αἱ δύο.
  Ὀρθῶς, ἔφη.    (10)
(d)   Ταῦτα δὴ οἶμαι εἰδὼς ὁ θεός, βουλόμενος εἶναι ὄντως
Κλίνης ποιητὴς ὄντως οὔσης, ἀλλὰ μὴ Κλίνης τινὸς μηδὲ
κλινοποιός τις, μίαν φύσει αὐτὴν ἔφυσεν.
  Ἔοικεν.
  Βούλει οὖν τοῦτον μὲν φυτουργὸν τούτου προσαγορεύωμεν,   (5)
 

 34. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 597 se. d γρ. 9
 ἤ τι τοιοῦτον;
  Δίκαιον γοῦν, ἔφη, ἐπειδήπερ φύσει γε καὶ τοῦτο καὶ
τἆλλα πάντα πεποίηκεν.  Τί δὲ τὸν τέκτονα; ἆρ’ οὐ δημιουργὸν
Κλίνης;   Ναί.    (10  Ἦ καὶ τὸν ζωγράφον δημιουργὸν καὶ ποιητὴν
τοῦ τοιούτου;   Οὐδαμῶς.
 

 35. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 597 se. d γρ.
13
   Ναί.    (10)
  Ἦ καὶ τὸν ζωγράφον δημιουργὸν καὶ ποιητὴν τοῦ τοιούτου;
  Οὐδαμῶς.
  Ἀλλὰ τί αὐτὸν Κλίνης φήσεις εἶναι;
(e)   Τοῦτο, ἦ δ’ ὅς, ἔμοιγε δοκεῖ μετριώτατ’ ἂν προσαγορεύ-
εσθαι, μιμητὴς οὗ ἐκεῖνοι δημιουργοί.
  Εἶεν, ἦν δ’ ἐγώ· τὸν τοῦ τρίτου ἄρα γεννήματος ἀπὸ τῆς
 

 36. Πλάτων Respublica (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 598 se. a γρ. 7
   Τὰ τῶν δημιουργῶν, ἔφη.
  Ἆρα οἷα ἔστιν ἢ οἷα φαίνεται; τοῦτο γὰρ ἔτι διόρισον.    (5)
  Πῶς λέγεις; ἔφη.
  Ὧδε· Κλίνη, ἐάντε ἐκ πλαγίου αὐτὴν θεᾷ ἐάντε καταντικρὺ
ἢ ὁπῃοῦν, μή τι διαφέρει αὐτὴ ἑαυτῆς, ἢ διαφέρει μὲν οὐδέν,
φαίνεται δὲ ἀλλοία; καὶ τἆλλα ὡσαύτως;
  Οὕτως, ἔφη· φαίνεται, διαφέρει δ’ οὐδέν.   (10)
 
13

 37. Πλάτων Leges {0059.034} (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 947 se. b
γρ. 7
 καὶ θήκας διαφόρους εἶναι τῶν ἄλλων πολιτῶν· λευκὴν μὲν
τὴν στολὴν ἔχειν πᾶσαν, θρήνων δὲ καὶ ὀδυρμῶν χωρὶς    (5)
γίγνεσθαι, κορῶν δὲ χορὸν πεντεκαίδεκα καὶ ἀρρένων ἕτερον
περιισταμένους τῇ κλίνῃ ἑκατέρους οἷον ὕμνον πεποιημένον
(c) ἔπαινον εἰς τοὺς ἱερέας ἐν μέρει ἑκατέρους ᾄδειν, εὐδαιμονί-
ζοντας ᾠδῇ διὰ πάσης τῆς ἡμέρας· ἕωθεν δ’ εἰς τὴν θήκην
φέρειν αὐτὴν μὲν τὴν Κλίνην ἑκατὸν τῶν νέων τῶν ἐν τοῖς
 

 39. Πλάτων Leges {0059.034} (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 947 se. c
γρ. 8
 όψωνται, πρώτους δὲ προϊέναι τοὺς ἠιθέους τὴν πολεμικὴν    (5)
σκευὴν ἐνδεδυκότας ἑκάστους, σὺν τοῖς ἵπποισι μὲν ἱππέας,
σὺν δὲ ὅπλοις ὁπλίτας, καὶ τοὺς ἄλλους ὡσαύτως, παῖδας δὲ
περὶ αὐτὴν τὴν Κλίνην ἔμπροσθεν τὸ πάτριον μέλος ἐφυμνεῖν,
(d) καὶ κόρας ἑπομένας ἐξόπισθεν ὅσαι τ’ ἂν γυναῖκες τῆς παιδο-
ποιήσεως ἀπηλλαγμέναι τυγχάνωσιν, μετὰ δὲ ταῦτα ἱερέας
τε καὶ ἱερείας ὡς καθαρεύοντι τῷ τάφῳ ἕπεσθαι, ἐὰν ἄρα
 

 40. Λυσίας De caede Eratosthenis {0540.001} (5-4 B.C.) Se. 25


γρ. 1
 ρας καὶ ὑπὸ τῆς ἀνθρώπου παρεσκευασμένης. ὤσαντες δὲ
τὴν θύραν τοῦ δωματίου οἱ μὲν πρῶτοι εἰσιόντες ἔτι    (5)
εἴδομεν αὐτὸν κατακείμενον παρὰ τῇ γυναικί, οἱ δ’ ὕστε-
(25) ρον ἐν τῇ κλίνῃ γυμνὸν ἑστηκότα. ἐγὼ δ’, ὦ ἄνδρες,
πατάξας καταβάλλω αὐτόν, καὶ τὼ χεῖρε περιαγαγὼν εἰς
τοὔπισθεν καὶ δήσας ἠρώτων διὰ τί ὑβρίζει εἰς τὴν
οἰκίαν τὴν ἐμὴν εἰσιών. κἀκεῖνος ἀδικεῖν μὲν ὡμολόγει,
 

 41. Λυσίας Περὶ τραύματος ἐκ προνοίας ὑπὲρ οὗ καὶ πρὸς ὃν


ἄδηλον {0540.004} (5-4 B.C.) Se. 9 γρ. 4
 (9) βουλομένη ὑπ’ ἀμφοτέρων ἐρᾶσθαι. καὶ ἐγὼ μὲν καὶ ἐξ
ἀρχῆς εὐκόλως εἶχον καὶ νῦν ἔτι ἔχω· ὁ δ’ εἰς τοῦτο βα-
ρυδαιμονίας ἥκει, ὥστε οὐκ αἰσχύνεται τραῦμά τε ὀνομά-
ζων τὰ ὑπώπια καὶ ἐν κλίνῃ περιφερόμενος καὶ δεινῶς
προσποιούμενος διακεῖσθαι ἕνεκα πόρνης ἀνθρώπου, ἣν   (5)
ἔξεστιν αὐτῷ ἀναμφισβητήτως ἔχειν ἐμοὶ ἀποδόντι τἀργύ-
(10) ριον. καὶ φησὶ μὲν δεινῶς ἐπιβουλευθῆναι καὶ πρὸς ἅπαν-
 
14

 42.Αριστοτέλης Ethica Nicomachea {0086.010} (4 B.C.) Bekker


σελ. 1133b γρ. 23
 γενέσθαι, πρὸς δὲ τὴν χρείαν ἐνδέχεται ἱκανῶς. ἓν δή τι δεῖ   (20)
εἶναι, τοῦτο δ’ ἐξ ὑποθέσεως· διὸ νόμισμα καλεῖται· τοῦτο
γὰρ πάντα ποιεῖ σύμμετρα· μετρεῖται γὰρ πάντα νομί-
σματι. οἰκία α, μναῖ δέκα β, Κλίνη γ. τὸ α τοῦ β ἥμισυ,
εἰ πέντε μνῶν ἀξία ἡ οἰκία, ἢ ἴσον· ἡ δὲ Κλίνη δέκατον
μέρος, τὸ γ τοῦ β· δῆλον τοίνυν πόσαι κλῖναι ἴσον   (25)
οἰκίᾳ, ὅτι πέντε. ὅτι δ’ οὕτως ἡ ἀλλαγὴ ἦν πρὶν τὸ νόμισμα
 

 43.Αριστοτέλης Ethica Nicomachea {0086.010} (4 B.C.) Bekker


σελ. 1133b γρ. 24
 εἶναι, τοῦτο δ’ ἐξ ὑποθέσεως· διὸ νόμισμα καλεῖται· τοῦτο
γὰρ πάντα ποιεῖ σύμμετρα· μετρεῖται γὰρ πάντα νομί-
σματι. οἰκία α, μναῖ δέκα β, Κλίνη γ. τὸ α τοῦ β ἥμισυ,
εἰ πέντε μνῶν ἀξία ἡ οἰκία, ἢ ἴσον· ἡ δὲ Κλίνη δέκατον
μέρος, τὸ γ τοῦ β· δῆλον τοίνυν πόσαι κλῖναι ἴσον   (25)
οἰκίᾳ, ὅτι πέντε. ὅτι δ’ οὕτως ἡ ἀλλαγὴ ἦν πρὶν τὸ νόμισμα
εἶναι, δῆλον· διαφέρει γὰρ οὐδὲν ἢ κλῖναι πέντε ἀντὶ οἰκίας,
 

 44.Αριστοτέλης De generatione animalium {0086.012} (4 B.C.)


Bekker σελ. 724a γρ. 24
 λαχῶς γίγνεται ἄλλο ἐξ ἄλλου—ἕτερον γὰρ τρόπον ὡς ἐξ
ἡμέρας φαμὲν νὺξ γίγνεται καὶ ἐκ παιδὸς ἀνήρ, ὅτι τόδε
μετὰ τόδε· ἄλλον δὲ τρόπον ὡς ἐκ χαλκοῦ ἀνδριὰς καὶ
ἐκ ξύλου Κλίνη καὶ τἆλλα ὅσα ὡς ἐξ ὕλης γίγνεσθαι τὰ
γιγνόμενα λέγομεν, ἔκ τινος ἐνυπάρχοντος καὶ σχηματι-   (25)
σθέντος τὸ ὅλον ἐστίν. ἕτερον δὲ τρόπον ὡς ἐκ μουσικοῦ ἄμου-
σος καὶ ὡς ἐξ ὑγιοῦς κάμνων καὶ ὅλως ὡς τὸ ἐναντίον ἐκ
 

 45.Αριστοτέλης De generatione animalium {0086.012} (4 B.C.)


Bekker σελ. 729b γρ. 17
 τῆς κινήσεως. ὥστε ἂν ληφθῇ τὰ ἄκρα ἑκατέρων, ᾗ τὸ μὲν
ποιητικὸν καὶ κινοῦν τὸ δὲ παθητικὸν καὶ κινούμενον, οὐκ ἔστιν
(15)
ἐκ τούτων τὸ γιγνόμενον ἕν, ἀλλ’ ἢ οὕτως ὡς ἐκ τοῦ τέκτονος
καὶ ξύλου ἡ Κλίνη ἢ ὡς ἐκ τοῦ κηροῦ καὶ τοῦ εἴδους ἡ σφαῖ-
ρα. δῆλον ἄρα ὅτι οὔτ’ ἀνάγκη ἀπιέναι τι ἀπὸ τοῦ ἄρρενος,
οὔτ’ εἴ τι ἀπέρχεται διὰ τοῦτο ἐκ τούτου ὡς ἐνυπάρχοντος τὸ
15

γεννώμενόν ἐστιν ἀλλ’ ὡς ἐκ κινήσαντος καὶ τοῦ εἴδους, ὡς    (20)


 

 46.Αριστοτέλης De generatione et corruptione {0086.013} (4


B.C.) Bekker σελ. 335b γρ. 33
 ὕλης τὸ πάσχειν ἐστὶ καὶ τὸ κινεῖσθαι, τὸ δὲ κινεῖν καὶ   (30)
ποιεῖν ἑτέρας δυνάμεως. Δῆλον δὲ καὶ ἐπὶ τῶν τέχνῃ καὶ
ἐπὶ τῶν φύσει γινομένων· οὐ γὰρ αὐτὸ ποιεῖ τὸ ὕδωρ ζῷον
ἐξ αὑτοῦ, οὐδὲ τὸ ξύλον Κλίνην, ἀλλ’ ἡ τέχνη. Ὥστε καὶ οὗτοι
διὰ τοῦτο λέγουσιν οὐκ ὀρθῶς, καὶ ὅτι παραλείπουσι τὴν κυριω-
τέραν αἰτίαν· ἐξαιροῦσι γὰρ τὸ τί ἦν εἶναι καὶ τὴν μορφήν.    (35)
(336a) Ἔτι δὲ καὶ τὰς δυνάμεις ἀποδιδόασι τοῖς σώμασι, δι’ ἃς
 

 47.Αριστοτέλης Metaphysica {0086.025} (4 B.C.) Bekker σελ.


984a γρ. 24
 διὰ τί τοῦτο συμβαίνει καὶ τί τὸ αἴτιον; οὐ γὰρ δὴ τό γε
ὑποκείμενον αὐτὸ ποιεῖ μεταβάλλειν ἑαυτό· λέγω δ’ οἷον
οὔτε τὸ ξύλον οὔτε ὁ χαλκὸς αἴτιος τοῦ μεταβάλλειν ἑκάτε-
ρον αὐτῶν, οὐδὲ ποιεῖ τὸ μὲν ξύλον Κλίνην ὁ δὲ χαλκὸς ἀν-
δριάντα, ἀλλ’ ἕτερόν τι τῆς μεταβολῆς αἴτιον. τὸ δὲ τοῦτο    (25)
ζητεῖν ἐστὶ τὸ τὴν ἑτέραν ἀρχὴν ζητεῖν, ὡς ἂν ἡμεῖς φαίη-
μεν, ὅθεν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως. οἱ μὲν οὖν πάμπαν ἐξ ἀρ-
 

 48.Αριστοτέλης Metaphysica {0086.025} (4 B.C.) Bekker σελ.


998b γρ. 2
 τούτων στοιχεῖά φησιν εἶναι ἐξ ὧν ἐστὶ τὰ ὄντα ἐνυπαρχόν-
των, ἀλλ’ οὐχ ὡς γένη λέγει ταῦτα τῶν ὄντων. πρὸς δὲ
(998b) τούτοις καὶ τῶν ἄλλων εἴ τις ἐθέλει τὴν φύσιν ἀθρεῖν, οἷον
Κλίνην ἐξ ὧν μορίων συνέστηκε καὶ πῶς συγκειμένων, τότε
γνωρίζει τὴν φύσιν αὐτῆς. —ἐκ μὲν οὖν τούτων τῶν λόγων οὐκ
ἂν εἴησαν αἱ ἀρχαὶ τὰ γένη τῶν ὄντων· εἰ δ’ ἕκαστον μὲν
γνωρίζομεν διὰ τῶν ὁρισμῶν, ἀρχαὶ δὲ τὰ γένη τῶν ὁρισμῶν    (5)
 

 49.Αριστοτέλης Metaphysica {0086.025} (4 B.C.) Bekker σελ.


1041a γρ. 29
 οὕτω κατ’ ἄλλου ἐστὶ τὸ ζητούμενον. καὶ διὰ τί ταδί, οἷον
πλίνθοι καὶ λίθοι, οἰκία ἐστίν; φανερὸν τοίνυν ὅτι ζητεῖ τὸ
αἴτιον· τοῦτο δ’ ἐστὶ τὸ τί ἦν εἶναι, ὡς εἰπεῖν λογικῶς, ὃ
ἐπ’ ἐνίων μέν ἐστι τίνος ἕνεκα, οἷον ἴσως ἐπ’ οἰκίας ἢ κλί-
νης, ἐπ’ ἐνίων δὲ τί ἐκίνησε πρῶτον· αἴτιον γὰρ καὶ τοῦτο.    (30)
16

ἀλλὰ τὸ μὲν τοιοῦτον αἴτιον ἐπὶ τοῦ γίγνεσθαι ζητεῖται καὶ


φθείρεσθαι, θάτερον δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ εἶναι. λανθάνει δὲ μά-
λιστα τὸ ζητούμενον ἐν τοῖς μὴ κατ’ ἀλλήλων λεγομένοις,
 

 50.Αριστοτέλης Metaphysica {0086.025} (4 B.C.) Bekker σελ.


1044a γρ. 27
 ἐκ τοῦδε, ἢ ὅτι πρὸ ὁδοῦ ἔσται ἢ ὅτι ἀναλυθέντος εἰς τὴν
ἀρχήν. ἐνδέχεται δὲ μιᾶς τῆς ὕλης οὔσης ἕτερα γίγνεσθαι    (25)
διὰ τὴν κινοῦσαν αἰτίαν, οἷον ἐκ ξύλου καὶ κιβωτὸς καὶ
Κλίνη. ἐνίων δ’ ἑτέρα ἡ ὕλη ἐξ ἀνάγκης ἑτέρων ὄντων,
οἷον πρίων οὐκ ἂν γένοιτο ἐκ ξύλου, οὐδ’ ἐπὶ τῇ κινούσῃ αἰτίᾳ
τοῦτο· οὐ γὰρ ποιήσει πρίονα ἐξ ἐρίου ἢ ξύλου. εἰ δ’ ἄρα
τὸ αὐτὸ ἐνδέχεται ἐξ ἄλλης ὕλης ποιῆσαι, δῆλον ὅτι ἡ    (30)
 

 51.Αριστοτέλης Physica {0086.031} (4 B.C.) Bekker σελ. 191a


γρ. 9
 τινα ἄλλον οὐκ ἀναγκαῖον· ἱκανὸν γὰρ ἔσται τὸ ἕτερον τῶν
ἐναντίων ποιεῖν τῇ ἀπουσίᾳ καὶ παρουσίᾳ τὴν μεταβολήν. ἡ
δὲ ὑποκειμένη φύσις ἐπιστητὴ κατ’ ἀναλογίαν. ὡς γὰρ πρὸς
ἀνδριάντα χαλκὸς ἢ πρὸς Κλίνην ξύλον ἢ πρὸς τῶν ἄλλων
τι τῶν ἐχόντων μορφὴν [ἡ ὕλη καὶ] τὸ ἄμορφον ἔχει πρὶν   (10)
λαβεῖν τὴν μορφήν, οὕτως αὕτη πρὸς οὐσίαν ἔχει καὶ τὸ
τόδε τι καὶ τὸ ὄν. μία μὲν οὖν ἀρχὴ αὕτη, οὐχ οὕτω μία
 

 52.Αριστοτέλης Physica {0086.031} (4 B.C.) Bekker σελ. 192b


γρ. 16
 μὴ φύσει συνεστῶτα. τούτων μὲν γὰρ ἕκαστον ἐν ἑαυτῷ
ἀρχὴν ἔχει κινήσεως καὶ στάσεως, τὰ μὲν κατὰ τόπον,
τὰ δὲ κατ’ αὔξησιν καὶ φθίσιν, τὰ δὲ κατ’ ἀλλοίωσιν·   (15)
Κλίνη δὲ καὶ ἱμάτιον, καὶ εἴ τι τοιοῦτον ἄλλο γένος
ἐστίν, ᾗ μὲν τετύχηκε τῆς κατηγορίας ἑκάστης καὶ
καθ’ ὅσον ἐστὶν ἀπὸ τέχνης, οὐδεμίαν ὁρμὴν ἔχει μετα-
βολῆς ἔμφυτον, ᾗ δὲ συμβέβηκεν αὐτοῖς εἶναι λιθίνοις ἢ
 

 53.Αριστοτέλης Physica {0086.031} (4 B.C.) Bekker σελ. 193a


γρ. 11
 των εἶναι τὸν λόγον, νοεῖν δὲ μηδέν.
                                  δοκεῖ δ’ ἡ φύσις καὶ ἡ   (9)
οὐσία τῶν φύσει ὄντων ἐνίοις εἶναι τὸ πρῶτον ἐνυπάρχον ἑκά-
17

(10)
στῳ, ἀρρύθμιστον ὂν καθ’ ἑαυτό, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον,
ἀνδριάντος δ’ ὁ χαλκός. σημεῖον δέ φησιν Ἀντιφῶν ὅτι, εἴ
τις κατορύξειε Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστε
ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ ἂν γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τὸ
 

 54.Αριστοτέλης Physica {0086.031} (4 B.C.) Bekker σελ. 193a


γρ. 13
 οὐσία τῶν φύσει ὄντων ἐνίοις εἶναι τὸ πρῶτον ἐνυπάρχον ἑκά-
(10)
στῳ, ἀρρύθμιστον ὂν καθ’ ἑαυτό, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον,
ἀνδριάντος δ’ ὁ χαλκός. σημεῖον δέ φησιν Ἀντιφῶν ὅτι, εἴ
τις κατορύξειε Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστε
ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ ἂν γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τὸ
μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρχον, τὴν κατὰ νόμον διάθεσιν    (15)
καὶ τὴν τέχνην, τὴν δ’ οὐσίαν οὖσαν ἐκείνην ἣ καὶ διαμένει
 

 55.Αριστοτέλης Physica (4 B.C.) Bekker σελ. 193a γρ. 14


 στῳ, ἀρρύθμιστον ὂν καθ’ ἑαυτό, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον,
ἀνδριάντος δ’ ὁ χαλκός. σημεῖον δέ φησιν Ἀντιφῶν ὅτι, εἴ
τις κατορύξειε Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστε
ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ ἂν γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τὸ
μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρχον, τὴν κατὰ νόμον διάθεσιν    (15)
καὶ τὴν τέχνην, τὴν δ’ οὐσίαν οὖσαν ἐκείνην ἣ καὶ διαμένει
ταῦτα πάσχουσα συνεχῶς. εἰ δὲ καὶ τούτων ἕκαστον πρὸς ἕτε-
 

 56.Αριστοτέλης Physica {0086.031} (4 B.C.) Bekker σελ. 193a


γρ. 34
 καὶ τὸ εἶδος τὸ κατὰ τὸν λόγον. ὥσπερ γὰρ τέχνη λέγεται
τὸ κατὰ τέχνην καὶ τὸ τεχνικόν, οὕτω καὶ φύσις τὸ κατὰ
φύσιν [λέγεται] καὶ τὸ φυσικόν, οὔτε δὲ ἐκεῖ πω φαῖμεν ἂν
ἔχειν κατὰ τὴν τέχνην οὐδέν, εἰ δυνάμει μόνον ἐστὶ Κλίνη, μή
πω δ’ ἔχει τὸ εἶδος τῆς Κλίνης, οὐδ’ εἶναι τέχνην, οὔτ’ ἐν   (35)
τοῖς φύσει συνισταμένοις· τὸ γὰρ δυνάμει σὰρξ ἢ ὀστοῦν οὔτ’
(193b) ἔχει πω τὴν ἑαυτοῦ φύσιν, πρὶν ἂν λάβῃ τὸ εἶδος τὸ κατὰ
 

 58.Αριστοτέλης Physica {0086.031} (4 B.C.) Bekker σελ. 193b


γρ. 9
18

 οὐκ ἔστιν, φύσει δέ, οἷον ἄνθρωπος.) καὶ μᾶλλον αὕτη φύσις
τῆς ὕλης· ἕκαστον γὰρ τότε λέγεται ὅταν ἐντελεχείᾳ ᾖ,
μᾶλλον ἢ ὅταν δυνάμει. ἔτι γίγνεται ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου,
ἀλλ’ οὐ Κλίνη ἐκ Κλίνης· διὸ καί φασιν οὐ τὸ σχῆμα εἶναι
τὴν φύσιν ἀλλὰ τὸ ξύλον, ὅτι γένοιτ’ ἄν, εἰ βλαστάνοι, οὐ    (10)
Κλίνη ἀλλὰ ξύλον. εἰ δ’ ἄρα τοῦτο φύσις, καὶ ἡ μορφὴ
φύσις· γίγνεται γὰρ ἐξ ἀνθρώπου ἄνθρωπος. ἔτι δ’ ἡ φύσις
 

 60.Αριστοτέλης Physica {0086.031} (4 B.C.) Bekker σελ. 193b


γρ. 11
 μᾶλλον ἢ ὅταν δυνάμει. ἔτι γίγνεται ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου,
ἀλλ’ οὐ Κλίνη ἐκ Κλίνης· διὸ καί φασιν οὐ τὸ σχῆμα εἶναι
τὴν φύσιν ἀλλὰ τὸ ξύλον, ὅτι γένοιτ’ ἄν, εἰ βλαστάνοι, οὐ    (10)
Κλίνη ἀλλὰ ξύλον. εἰ δ’ ἄρα τοῦτο φύσις, καὶ ἡ μορφὴ
φύσις· γίγνεται γὰρ ἐξ ἀνθρώπου ἄνθρωπος. ἔτι δ’ ἡ φύσις
ἡ λεγομένη ὡς γένεσις ὁδός ἐστιν εἰς φύσιν. οὐ γὰρ ὥσπερ
ἡ ἰάτρευσις λέγεται οὐκ εἰς ἰατρικὴν ὁδὸς ἀλλ’ εἰς ὑγίειαν·
 

 61.Αριστοτέλης Physica {0086.031} (4 B.C.) Bekker σελ. 245b


γρ. 11
 λήψεσι καὶ ἀποβολαῖς ἀλλοίωσιν ὑπάρχειν· ἐν οὐδετέροις δ’
ἔστιν. τὸ μὲν γὰρ σχηματιζόμενον καὶ ῥυθμιζόμενον ὅταν ἐπι-
τελεσθῇ, οὐ λέγομεν ἐκεῖνο ἐξ οὗ ἐστιν, οἷον τὸν ἀνδριάντα
χαλ-   (10)
κὸν ἢ τὴν πυραμίδα κηρὸν ἢ τὴν Κλίνην ξύλον, ἀλλὰ παρω-
νυμιάζοντες τὸ μὲν χαλκοῦν, τὸ δὲ κήρινον, τὸ δὲ ξύλινον. τὸ
δὲ πεπονθὸς καὶ ἠλλοιωμένον προσαγορεύομεν· ὑγρὸν γὰρ
καὶ θερμὸν καὶ σκληρὸν τὸν χαλκὸν λέγομεν καὶ τὸν κηρόν
 

 62.Αριστοτέλης Politica {0086.035} (4 B.C.) Bekker σελ. 1254a


γρ. 4
 (1254a) ὑπηρετῶν οὔτε τοῖς δεσπόταις δούλων. τὰ μὲν οὖν
λεγόμενα
ὄργανα ποιητικὰ ὄργανά ἐστι, τὸ δὲ κτῆμα πρακτικόν· ἀπὸ
μὲν γὰρ τῆς κερκίδος ἕτερόν τι γίνεται παρὰ τὴν χρῆσιν
αὐτῆς, ἀπὸ δὲ τῆς ἐσθῆτος καὶ τῆς Κλίνης ἡ χρῆσις μό-
νον. ἔτι δ’ ἐπεὶ διαφέρει ἡ ποίησις εἴδει καὶ ἡ πρᾶξις,    (5)
καὶ δέονται ἀμφότεραι ὀργάνων, ἀνάγκη καὶ ταῦτα τὴν
αὐτὴν ἔχειν διαφοράν. ὁ δὲ βίος πρᾶξις, οὐ ποίησις, ἐστιν·
 
19

 63.Αριστοτέλης Problemata {0086.036} (4 B.C.) Bekker σελ.


895b γρ. 34
 ἀνὴρ παμφάγον καὶ τῷ θυμῷ ζῶν· ἀλλ’ ἀσθενέστερα.
ὥσπερ οὖν καὶ ἐπὶ τῶν τῆς τέχνης ἔργων, οὕτως ἔχει καὶ ἐπὶ
τῶν τῆς φύσεως ἔργων. καὶ γὰρ ἐπὶ τούτων πάντ’ ἐστὶ φαύ-
λως εἰργασμένα, καὶ πλείω τὰ φαῦλα, Κλίνη καὶ ἱμάτιον
καὶ ἄλλ’ ὁτιοῦν. καὶ ὃ μέν ἐστι καλόν, λαβεῖν ἔστιν ἅπαν   (35)
καὶ φαῦλον, ὃ δὲ φαῦλον, οὐ πᾶν καὶ καλόν, οἷον εἴ τις
ἐπὶ τῶν ἀρχαίων γραφέων καὶ ἀνδριαντοποιῶν σκοπεῖ τὰ
 

 64.Αριστοτέλης Sophistici elenchi {0086.040} (4 B.C.) Bekker


σελ. 174a γρ. 4
 (174a) εἰς τὸ ο καὶ τὸ ν τελευτᾷ, ταῦτα μόνα σκεύους ἔχει κλῆ-
σιν, οἷον ξύλον, σχοινίον· τὰ δὲ μὴ οὕτως ἄρρενος ἢ θήλεος,
ὧν ἔνια φέρομεν ἐπὶ τὰ σκεύη, οἷον ἀσκὸς μὲν ἄρρεν τοὔνο-
μα, Κλίνη δὲ θῆλυ. διόπερ καὶ ἐπὶ τῶν τοιούτων ὡσαύτως
τὸ “ἔστι” καὶ τὸ “εἶναι” διοίσει. καὶ τρόπον τινὰ ὅμοιός ἐστιν ὁ
(5)
σολοικισμὸς τοῖς “παρὰ τὸ τὰ μὴ ὅμοια ὁμοίως” λεγομένοις
ἐλέγχοις. ὥσπερ γὰρ ἐκείνοις ἐπὶ τῶν πραγμάτων, τούτοις
 

 65. EPICURUS Phil. Epistularum fragmenta {0537.004} (4-3


B.C.) Fragment 117 γρ. 2
 διὰ τὰ ἐξακολουθοῦντα αὐταῖς δυσχερῆ.
(117) PORPH. ad Marc. 29 293 8 N2 (207 Us.):   (l)
κρεῖσσον δέ σοι θαρρεῖν ἐπὶ στιβάδος κατακειμένῳ ἢ ταράττεσθαι
(1)
χρυσῆν ἔχοντι Κλίνην καὶ πολυτελῆ τράπεζαν.
(118) PHILOD. πρὸς τοὺς ... fr. 13 SBORDONE:    (l)
[                  οἴ]δαμ[εν]    (1)
εἶναι πισ[τ]ὸ[ν] Κράτη[τ]ος
 

 66. VITAE AESOPI Narr. Fict. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae


Pierponti Morgan) (recensio 3) {1765.001} (Μ. Χ. 1) Se. 72 γρ. 8
 εἶπεν “σὺ τοῦ σοῦ βίου εἰσδίδου λόγους· ἤδη γὰρ ἡμῖν ἡμίκενός
ἐστιν ἡ θάλασσα.”    (5)
ὁ σχολαστικὸς εἶπεν “Αἴσωπε, ἐμὸς ἔσῃ δοῦλος, οὐκέτι Ξάνθου.”
Αἴσωπος· “παράδος
μᾶλλον τὸν βίον σου τῷ δεσπότῃ μου, καὶ μὴ φλυάρει.” καὶ ταῦτα
εἰπὼν ἐκέλευσεν
20

προσφέρεσθαι Κλίνην καὶ παρὰ τὸν αἰγιαλὸν στρωννύεσθαι, καὶ


παρέθηκε τράπεζαν
καὶ ἐκπόματά τινα. συνέδραμέν τε τὸ πλῆθος ἅπαν καὶ κατῆλθεν ὁ
Ξάνθος καὶ ἀνέπε-
σεν. καὶ ὁ Αἴσωπος παρειστήκει αὐτῷ καὶ τῶν σκύφων
ἐμπληρώσας ἐκ τῆς θαλάσσης   (10)
ἐπέδωκε τῷ δεσπότῃ. ὁ σχολαστικός· “πολλά μοι κακά, ἀληθῶς
ἐκπίνει τὴν θάλασ-
 

 67. Αρποκρατίων . Lexicon in decem oratores Atticos {1389.001}


(Μ. Χ. 1/2?) Alphabetic letter lambda lemma 31 γρ. 5
 τὰς ὑπὸ Λυκίου κατεσκευασμένας φιάλας, τοῦ Μύρωνος υἱοῦ,
οὕτως
εἰρῆσθαι. ἀγνοεῖν δὲ ἔοικεν ὁ γραμματικὸς ὅτι τὸν τοιοῦτον
σχημα-
τισμὸν ἀπὸ κυρίων ὀνομάτων οὐκ ἄν τις εὕροι γινόμενον, μᾶλλον
δὲ
ἀπὸ πόλεων καὶ ἐθνῶν· “Κλίνη Μιλησιουργής” Κριτίας φησὶν ἐν
τῇ   (5)
Λακεδαιμονίων πολιτείᾳ. μήποτ’ οὖν γραπτέον καὶ παρ’ Ἡροδότῳ
ἐν
τῇ ζʹ, ἀντὶ τοῦ προβόλους δύο Λυκοεργέας, Λυκιεργέας, ἵνα ὥσπερ
παρὰ τῷ Δημοσθένει οὕτως ὀνομάζηται τὰ ἐν Λυκίᾳ εἰργασμένα.
 

 68. Αρποκρατίων . Lexicon in decem oratores Atticos {1389.001}


(Μ. Χ. 1/2?) Alphabetic letter pi lemma 21 γρ. 5
 ρίων, ἐν ᾧ ἐδίκαζον οἱ ἕνδεκα· Ἀντιφῶν ἐν τῷ πρὸς Νικοκλέα περὶ
ὅρων. μνημονεύουσι δ’ αὐτοῦ ἄλλοι τε τῶν κωμικῶν καὶ Τιμοκλῆς
ἐν
Ὀρεσταυτοκλείδῃ. ἐκαλεῖτο δέ τις ἐν τοῖς νυμφικοῖς δωματίοις καὶ
Κλίνη παράβυστος, ἧς μέμνηται Ὑπερείδης ἐν τῷ κατὰ
Πατροκλέ-   (5)
ους. λέγεσθαι δ’ ἔοικε ταῦτα κατὰ μεταφορὰν ἀπὸ τῶν ἐν τοῖς φορ-
τίοις παραβυσμάτων, τουτέστι παραπληρωμάτων.
(22)   Παραπεπτωκώς: ἀντὶ τοῦ ὑποπεπτωκώς Δημοσθένης ἐν τῷ
κατὰ
 

 69. MAXIMUS Soph. Dialexeis {0563.001} (Μ. Χ. 2) Lecture 4


Ch. 9 se. e γρ. 3
21

 Ἐπίκουρε, βουλεύεται; τίς κυβερνήτης; τίς στρατηγός;


(e) τίς νομοθέτης; τίς γεωργός; τίς οἰκονόμος; Ἀλλ’ οὐδὲ
ὁ Σαρδανάπαλλος ἀπράγμων ἦν, ἀλλ’ ἐντὸς θυρῶν
κατακεκλεισμένος, ἐπὶ σφυρηλάτου Κλίνης κείμενος ἐν
γυναικῶν χορῷ, ἐβουλεύετο ὅμως, πῶς σωθῇ Νῖνος,
καὶ πῶς Ἀσσύριοι εὐδαιμονῶσιν· σοὶ δὲ ἡ Διὸς ἡδονὴ   (5)
(f) καὶ τῆς Σαρδαναπάλλου ἐκείνου ἀργοτέρα; Ὢ μύθων
 

 70. Publius Aelius PHLEGON Paradox. De mirabilibus


{0585.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 1 se. 10 γρ. 5
 νομένης καὶ τῆς ὥρας οὔσης, καθ’ ἣν ἡ Φιλίννιον εἰώθει παρα-
γίνεσθαι πρὸς αὐτόν, οἱ μὲν προσετήρουν εἰδῆσαι θέλοντες
τὴν ἄφιξιν, ἡ δὲ ἧκεν. εἰσελθούσης δὲ κατὰ τὸν εἰθισμένον
καιρὸν καὶ καθεζομένης ἐπὶ τὴν Κλίνην, οὐδὲν προσποιηθεὶς    (5)
ὁ Μαχάτης, ἐξετάσαι δὲ τὸ πρᾶγμα βουλόμενος, τὸ πλέον
οὐ πιστεύων, εἰ νεκρᾷ πλησιάζοι, οὕτως ἐπιμελῶς παραγιγνο-
μένης κατὰ τὸν αὐτὸν καιρόν, ἔτι δὲ δειπνούσης μετ’ αὐτοῦ
 

 71. Publius Aelius PHLEGON Paradox. De mirabilibus


{0585.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 1 se. 12 γρ. 3
 μοσύνην, ἐγὼ δὲ ἄπειμι πάλιν εἰς τὸν διατεταγμένον τόπον·
οὐ γὰρ ἄνευ θείας βουλήσεως ἦλθον εἰς ταῦτα.» (12) τοσαῦτα
εἰποῦσα παραχρῆμα ἐγένετο νεκρά, ἐξετέτατό τε ἐπὶ τῆς
Κλίνης ἐμφανὲς τὸ σῶμα. τῆς δὲ μητρὸς περιχυθείσης καὶ
τοῦ πατρὸς περὶ αὐτὴν καὶ θορύβου πολλοῦ καὶ θρήνου κατὰ
τὴν οἰκίαν γενομένου διὰ τὸ πάθος, ὡς ἀνηκέστου γεγονότος   (5)
συμπτώματος ἅμα τε ἀπίστου θεάματος, ταχέως ἐγένετο
 

 72. Publius Aelius PHLEGON Paradox. De mirabilibus


{0585.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 1 se. 14 γρ. 4
 σμὸς διαδεδομένης τοιαύτης φήμης. (14) ὄρθρου δὲ βαθέος
πλῆρες ἦν τὸ θέατρον. ῥηθέντων δὲ πάντων [τῶν] κατὰ
μέρος ἔδοξεν πρῶτον εἰσελθεῖν ἐπὶ τὸν τάφον ἡμᾶς καὶ ἀνοίξαντας
εἰδῆσαι, πότερον εἴη τὸ σῶμα ἐπὶ τῆς Κλίνης ἢ κενὸν τὸν
τόπον εὑρήσομεν· οὐδὲ γὰρ ἑξάμηνος ἐπεγεγόνει τῷ θανάτῳ    (5)
τῆς ἀνθρώπου. (15) ἀνοιχθείσης δὲ ὑφ’ ἡμῶν τῆς καμάρας,
εἰς ἣν πάντες οἱ οἰκεῖοι μεταλλάξαντες ἐτίθεντο, ἐπὶ μὲν
 
22

 73. JOSEPHUS ET ASENETH Hagiogr., Narr. Fict. et Pseudepigr.


Confessio et precatio Aseneth {1451.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 2 se. 14
γρ. 1
 θυρίδες τρεῖς τῷ μεγάλῳ θαλάμῳ τῆς Ἀσενὲθ ὅπου ἐτρέφετο ἡ
παρθενία
αὐτῆς. (13) Καὶ ἦν ἡ μία θυρὶς ἀποβλέπουσα ἐπὶ τὴν αὐλὴν πρὸς
ἀνατολάς, καὶ ἡ δευτέρα ἦν ἐπιβλέπουσα πρὸς βορρᾶν πρὸς τὸ
ἄμφοδον,
καὶ ἡ τρίτη πρὸς μεσημβρίαν. (14) Καὶ Κλίνη χρυσῆ ἵστατο ἐν τῷ
θαλάμῳ ἀποβλέπουσα πρὸς ἀνατολάς· (15) καὶ ἦν ἡ Κλίνη
ἐστρωμένη
πορφύραν χρυσοϋφῆ ἐξ ὑακίνθου καὶ βύσσου καθυφασμένη·
(16) ἐν
ταύτῃ τῇ κλίνῃ ἐκάθευδεν Ἀσενὲθ μόνη, καὶ οὔτε ἀνὴρ οὔτε γυνὴ
 

 74. JOSEPHUS ET ASENETH Hagiogr., Narr. Fict. et Pseudepigr.


Confessio et precatio Aseneth {1451.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 2 se. 15
γρ. 1
 αὐτῆς. (13) Καὶ ἦν ἡ μία θυρὶς ἀποβλέπουσα ἐπὶ τὴν αὐλὴν πρὸς
ἀνατολάς, καὶ ἡ δευτέρα ἦν ἐπιβλέπουσα πρὸς βορρᾶν πρὸς τὸ
ἄμφοδον,
καὶ ἡ τρίτη πρὸς μεσημβρίαν. (14) Καὶ Κλίνη χρυσῆ ἵστατο ἐν τῷ
θαλάμῳ ἀποβλέπουσα πρὸς ἀνατολάς· (15) καὶ ἦν ἡ Κλίνη
ἐστρωμένη
πορφύραν χρυσοϋφῆ ἐξ ὑακίνθου καὶ βύσσου καθυφασμένη·
(16) ἐν
ταύτῃ τῇ κλίνῃ ἐκάθευδεν Ἀσενὲθ μόνη, καὶ οὔτε ἀνὴρ οὔτε γυνὴ
οὐδέποτε ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτῆς πλὴν τῆς Ἀσενὲθ μόνης. (17) Καὶ ἦν
 

 75. JOSEPHUS ET ASENETH Hagiogr., Narr. Fict. et Pseudepigr.


Confessio et precatio Aseneth {1451.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 2 se. 16
γρ. 2
 καὶ ἡ τρίτη πρὸς μεσημβρίαν. (14) Καὶ Κλίνη χρυσῆ ἵστατο ἐν τῷ
θαλάμῳ ἀποβλέπουσα πρὸς ἀνατολάς· (15) καὶ ἦν ἡ Κλίνη
ἐστρωμένη
πορφύραν χρυσοϋφῆ ἐξ ὑακίνθου καὶ βύσσου καθυφασμένη·
(16) ἐν
ταύτῃ τῇ κλίνῃ ἐκάθευδεν Ἀσενὲθ μόνη, καὶ οὔτε ἀνὴρ οὔτε γυνὴ
οὐδέποτε ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτῆς πλὴν τῆς Ἀσενὲθ μόνης. (17) Καὶ ἦν
αὐλὴ μεγάλη παρακειμένη τῇ οἰκίᾳ κυκλόθεν, καὶ τεῖχος κύκλῳ
23

τῆς αὐλῆς παρακείμενον ὑψηλὸν σφόδρα λίθοις μεγάλοις ⸢τε-


 

 76. JOSEPHUS ET ASENETH Hagiogr., Narr. Fict. et Pseudepigr.


Confessio et precatio Aseneth {1451.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 9 se. 1
γρ. 3
           ἣν ἑτοίμασας τοῖς ἐκλεκτοῖς σου.9.(1)   Καὶ ἐχάρη Ἀσενὲθ
ἐπὶ τῇ εὐλογίᾳ τοῦ Ἰωσὴφ χαρὰν μεγάλην
σφόδρα καὶ ἔσπευσε καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὑπερῷον αὐτῆς καὶ πέπτω-
κεν ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐτῆς ἀσθενοῦσα, διότι ἦν αὐτῇ χαρὰ καὶ λύπη

καὶ φόβος πολὺς καὶ ἱδρὼς συνεχὴς περιεχύθη αὐτήν, ὡς ἤκουσε


τὰ ῥήματα ταῦτα παρὰ Ἰωσήφ, ὃς ἐλάλησεν αὐτῇ ἐν τῷ ὀνόματι
τοῦ    (5)θεοῦ τοῦ ὑψίστου.
 

 77. JOSEPHUS ET ASENETH Hagiogr., Narr. Fict. et Pseudepigr.


Confessio et precatio Aseneth {1451.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 10 se. 8
γρ. 3
 τῆς Ἀσενὲθ καὶ εἶπεν· ἵνα τί σὺ σκυθρωπάζεις, δέσποινά μου;
καὶ τί ἐστι τὸ ἐνοχλοῦν σοι; ἄνοιξον ἡμῖν καὶ ὀψόμεθά σε. (8) Καὶ
εἶπεν αὐταῖς Ἀσενὲθ ἔσωθεν κεκλεισμένη· τῆς κεφαλῆς μού
ἐστι πόνος πολὺς καὶ ἡσυχάζω ἐν τῇ κλίνῃ μου καὶ ἀνοῖξαι νῦν
οὐκ
ἰσχύω ὑμῖν, διότι ἠσθένηκα ἀπὸ πάντων τῶν μελῶν μου, ἀλλὰ
πορεύθητε
ἑκάστη ὑμῶν εἰς τὸν θάλαμον αὐτῆς. (9) Καὶ ἀνέστη Ἀσενὲθ καὶ
ἤνοιξε
τὴν θύραν ἡσύχως καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὸν θάλαμον αὐτῆς τὸν
δεύτερον,
 

 78. JOSEPHUS ET ASENETH Hagiogr., Narr. Fict. et Pseudepigr.


Confessio et precatio Aseneth {1451.001} (Μ. Χ. 2) Ch. 15 se. 14
γρ. 2
 αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· (13) Εὐλογητὸς κύριος ὁ θεός, ὁ
ἐξαποστείλας
σε τοῦ ῥύσασθαί με ἐκ τοῦ σκότους καὶ ἀναγαγεῖν με εἰς τὸ φῶς,
καὶ
εὐλογημένον τὸ ὄνομα αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα. (14) Λαλήσω δή,
κύριε,
εἰ εὗρον χάριν ἐνώπιόν σου, κάθισον μικρὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης καὶ
θήσω
24

τράπεζαν καὶ ἄρτον καὶ φάγεσαι, καὶ οἴσω σοι οἶνον καλόν, οὗ ἡ
πνοὴ
ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ πίεσαι καὶ ἀπελεύσῃ τὴν ὁδόν σου.

 79. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 1 Ch. 1


se. 14 γρ. 3
 οἴνῳ καὶ μύροις. ἥδιον ταύτην τὴν ἡμέραν ἤγαγον οἱ Συρακόσιοι
(14) τῆς τῶν ἐπινικίων. ἡ δὲ παρθένος οὐδὲν εἰδυῖα τούτων ἔρριπτο
ἐπὶ
τῆς κοίτης ἐγκεκαλυμμένη, κλαίουσα καὶ σιωπῶσα. προσελθοῦσα
δὲ ἡ τροφὸς τῇ κλίνῃ “τέκνον” εἶπε, “διανίστασο, πάρεστι γὰρ
ἡ εὐκταιοτάτη πᾶσιν ἡμῖν ἡμέρα· ἡ πόλις σε νυμφαγωγεῖ.”
      Τῆς δ’ αὐτοῦ λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ·   (5)
οὐ γὰρ ᾔδει, τίνι γ̣α̣⸢μεῖτ⸣α̣ι̣. ἄφωνος εὐθὺς ἦν καὶ σκότος αὐτῆς
 

 80. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 1 Ch. 4


se. 11 γρ. 3
 τῆς χειρὸς εἰσήγαγε. ταῦτα θεασάμενος Χαιρέας οὐκέτι κατέσχεν
(11) ἀλλὰ εἰσέδραμεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ τὸν μοιχὸν ἀναιρήσων. ὁ μὲν
οὖν
παρὰ τὴν αὔλειον θύραν ὑποστὰς εὐθὺς ἐξῆλθεν, ἡ δὲ Καλλιρόη
ἐκάθητο ἐπὶ τῆς Κλίνης ζητοῦσα Χαιρέαν καὶ μηδὲ λύχνον ἅψασα
διὰ τὴν λύπην· ψόφου δὲ ποδῶν γενομένου πρώτη τοῦ ἀνδρὸς
ᾔσθετο
(12) τὴν ἀναπνοὴν καὶ χαίρουσα αὐτῷ προσέδραμεν. ὁ δὲ φωνὴν
μὲν οὐκ
ἔσχεν ὥστε λοιδορήσασθαι, κρατούμενος δὲ ὑπὸ τῆς ὀργῆς
ἐλάκτισε
 

 81. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 1 Ch. 6


se. 2 γρ. 4
 (2) άσαι βασιλικήν.” ἔπεισεν οὗτος ὁ λόγος· ἐνέβαλε γὰρ
φιλοτιμίαν
καὶ φροντίδα. τίς ἂν οὖν ἀπαγγεῖλαι δύναιτο κατ’ ἀξίαν τὴν ἐκκο-
μιδὴν ἐκείνην; κατέκειτο μὲν Καλλιρόη νυμφικὴν ἐσθῆτα
περικειμένη
καὶ ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης μείζων τε καὶ κρείττων, ὥστε πάντες
(3) εἴκαζον αὐτὴν Ἀριάδνῃ καθευδούσῃ. προῄεσαν δὲ τῆς Κλίνης
πρῶτοι μὲν οἱ Συρακοσίων ἱππεῖς αὐτοῖς ἵπποις κεκοσμημένοι·
25

μετὰ
τούτους ὁπλῖται φέροντες σημεῖα τῶν Ἑρμοκράτους τροπαίων·
εἶτα
 

 82. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 1 Ch. 6


se. 3 γρ. 1
 καὶ φροντίδα. τίς ἂν οὖν ἀπαγγεῖλαι δύναιτο κατ’ ἀξίαν τὴν ἐκκο-
μιδὴν ἐκείνην; κατέκειτο μὲν Καλλιρόη νυμφικὴν ἐσθῆτα
περικειμένη
καὶ ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης μείζων τε καὶ κρείττων, ὥστε πάντες
(3) εἴκαζον αὐτὴν Ἀριάδνῃ καθευδούσῃ. προῄεσαν δὲ τῆς Κλίνης
πρῶτοι μὲν οἱ Συρακοσίων ἱππεῖς αὐτοῖς ἵπποις κεκοσμημένοι·
μετὰ
τούτους ὁπλῖται φέροντες σημεῖα τῶν Ἑρμοκράτους τροπαίων·
εἶτα
ἡ βουλὴ καὶ ἐν μέσῳ ὁ δῆμος, πάντες Ἑρμοκράτην
δορυφοροῦντες.
 

 83. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 1 Ch. 6


se. 5 γρ. 2
 πολλὰ ἐκ τῶν λαφύρων)· συγγενῶν τε δωρεαὶ καὶ φίλων. τελευ-
ταῖος ἐπηκολούθησεν ὁ Χαιρέου πλοῦτος· ἐπεθύμει γάρ, εἰ
δυνατὸν
(5) ἦν, πᾶσαν τὴν οὐσίαν συγκαταφλέξαι τῇ γυναικί. ἔφερον δὲ τὴν
Κλίνην οἱ Συρακοσίων ἔφηβοι, καὶ ἐπηκολούθει τὸ πλῆθος.
τούτων
δὲ θρηνούντων μάλιστα Χαιρέας ἠκούετο. ἦν δὲ τάφος μεγα-
λοπρεπὴς Ἑρμοκράτους πλησίον τῆς θαλάσσης, ὥστε καὶ τοῖς πόρ-

ρωθεν πλέουσι περίβλεπτος εἶναι· τοῦτον ὥσπερ θησαυρὸν


ἐπλήρωσεν    (5)
 

 84. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 2 Ch. 8


se. 6 γρ. 2
 τρίτου δὲ μηνὸς ἀρχομένου, προέκοπτεν ἡ γαστήρ· ἐν δὲ τῷ
λουτρῷ
συνῆκεν ἡ Πλαγγών, ὡς ἂν ἤδη πεῖραν ἔχουσα τῶν
γυναικείων.   (5)
(6) εὐθὺς μὲν οὖν ἐσίγησε διὰ τὸ πλῆθος τῶν θεραπαινίδων· περὶ
δὲ
26

τὴν ἑσπέραν σχολῆς γενομένης, παρακαθίσασα ἐπὶ τῆς Κλίνης


“ἴσθι” φησίν, “ὦ τέκνον, ὅτι ἐγκύμων ὑπάρχεις.” ἀνέκλαυσεν ἡ
Καλλιρόη καὶ ὀλολύζουσα καὶ τίλλουσα τὴν κεφαλὴν “ἔτι καὶ
τοῦτό μου” φησὶ “ταῖς συμφοραῖς, ὦ Τύχη, προστέθεικας, ἵνα καὶ
(5)
 

 85. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 3 Ch. 7


se. 5 γρ. 5
 φησὶν “ἄνθρωπος, ἐμὸς ἀνὴρ ἐκ παρθενίας, οὐδὲ ἐν τοῖς ὀνείροις
εὐτυχής· εἶδον γὰρ αὐτὸν δεδεμένον. ἀλλὰ σὺ μέν, ἄθλιε, τέθνηκας

ζητῶν ἐμὲ (δηλοῖ γὰρ θάνατόν σου τὰ δεσμά), ἐγὼ δὲ ζῶ καὶ


τρυφῶ,
κατάκειμαι δὲ ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης μετὰ ἀνδρὸς ἑτέρου. πλὴν
οὐκ    (5)
(6) εἰς μακρὰν ἀφίξομαι πρὸς σέ. εἰ καὶ ζῶντες ἀλλήλων οὐκ
ἀπηλαύ-
σαμεν, ἀποθανόντες ἀλλήλους ἕξομεν.” τούτων τῶν λόγων
ἀκούσας
ὁ Διονύσιος ποικίλας ἐλάμβανε γνώμας· ἥπτετο μὲν γὰρ αὐτοῦ
 

 86. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 4 Ch. 1


se. 4 γρ. 3
 ἀρχαῖος Ἑλλήνων, ὥστε καὶ τοὺς ἀφανεῖς τάφοις κοσμεῖν.”
(4)   Ἔπεισε ταχέως, τὸ γὰρ πρὸς ἡδονὴν εἶχεν ἡ συμβουλία.
φροντίδος οὖν ἐμπεσούσης ἐλώφησεν ἡ λύπη, καὶ διαναστᾶσα τῆς
Κλίνης κατεσκόπει χωρίον, ἐν ᾧ ποιήσει τὸν τάφον. ἤρεσε δὲ αὐτῇ

πλησίον τοῦ νεὼ τῆς Ἀφροδίτης, ὥστε καὶ τοὺς αὐτόθι ἔχειν
ἔρωτος
(5) ὑπόμνημα. Διονύσιος δὲ ἐφθόνησε Χαιρέᾳ τῆς γειτνιάσεως καὶ
τὸν
τόπον τοῦτον ἐφύλαττεν ἑαυτῷ. θέλων οὖν ἅμα καὶ τριβὴν ἐγγε-
 

 87. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 4 Ch. 1


se. 11 γρ. 2
 διατυπωθέν· καλλίστην δὲ οὖσαν τὴν εἰκόνα προσέβλεψεν οὐδεὶς
Καλλιρόης παρούσης, ἀλλ’ ἐκείνη μόνη τοὺς ἁπάντων
ἐδημαγώγησεν
(11) ὀφθαλμούς. πῶς ἄν τις διηγήσηται κατ’ ἀξίαν τὰ τελευταῖα
27

τῆς πομπῆς;
ἐπεὶ γὰρ ἐγένοντο τοῦ τάφου πλησίον, οἱ μὲν κομίζοντες τὴν
Κλίνην
ἔθηκαν, ἀναβᾶσα δὲ ἐπ’ αὐτὴν ἡ Καλλιρόη Χαιρέᾳ περιεχύθη καὶ
καταφιλοῦσα τὴν εἰκόνα “σὺ μὲν ἔθαψας ἐμὲ πρῶτος ἐν Συρακού-
(12) σαις, ἐγὼ δὲ ἐν Μιλήτῳ πάλιν σέ. μὴ γὰρ μεγάλα μόνον, ἀλλὰ
 

 88. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 5 Ch. 9


se. 1 γρ. 3
 καταμείνας ἕωθεν εἰς Καρίαν ἐξώρμησε λαμπρότερος ἢ πρόσθεν.

5.9.

(1)   Τὴν δὲ Καλλιρόην εὐνοῦχοι παραλαβόντες ἤγαγον πρὸς τὴν


βασιλίδα, μηδὲν αὐτῇ προειπόντες· ὅταν γὰρ πέμψῃ βασιλεύς, οὐκ
ἀπαγγέλλεται. θεασαμένη δὲ αἰφνίδιον ἡ Στάτειρα τῆς Κλίνης
ἀνέθορε δόξασα Ἀφροδίτην ἐφεστάναι, καὶ γὰρ ἐξαιρέτως ἐτίμα
τὴν
(2) θεόν· ἡ δὲ προσεκύνησεν. ὁ δὲ εὐνοῦχος νοήσας τὴν ἔκπληξιν
αὐτῆς “Καλλιρόη” φησὶν “αὕτη ἐστί· πέπομφε δὲ αὐτὴν βασιλεύς,
 

 89. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 8 Ch. 1


se. 14 γρ. 1
 ἡμέραν πολλὰ πράττων· τότε δὲ Πολυχάρμῳ πάντα ἐπιτρέψας,
αὐτὸς οὐδὲ νύκτα περιμείνας εἰσῆλθεν εἰς τὸν θάλαμον τὸν
βασιλικόν·
καθ’ ἑκάστην γὰρ πόλιν οἶκος ἐξαίρετος ἀποδέδεικται τῷ μεγάλῳ
(14) βασιλεῖ. Κλίνη μὲν ἔκειτο χρυσήλατος, στρωμνὴ δὲ Τυρία
πορφυρᾶ,
ὕφασμα Βαβυλώνιον. τίς ἂν φράσῃ τὴν νύκτα ἐκείνην πόσων
διηγημάτων μεστή, πόσων δὲ δακρύων ὁμοῦ καὶ φιλημάτων;
πρώτη
μὲν ἤρξατο Καλλιρόη διηγεῖσθαι, πῶς ἀνέζησεν ἐν τῷ τάφῳ, πῶς
 

 90. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 8 Ch. 2


se. 3 γρ. 2
 οὐ θέλων· ἐπεὶ δὲ ὁ ἄνθρωπος κατήπειγε, παρανοίξας τοῦ θαλάμου
τὴν θύραν ἐμήνυσε τὴν σπουδήν. ὡς δὲ στρατηγὸς ἀγαθὸς Χαιρέας
(3) “κάλει” φησί· “πόλεμος γὰρ ἀναβολὴν οὐ περιμένει.” εἰσαχθεὶς
δὲ ὁ Αἰγύπτιος, ἔτι σκότους ὄντος, τῇ κλίνῃ παραστὰς “ἴσθι” φησὶν
28

“ὅτι βασιλεὺς ὁ Περσῶν ἀνῄρηκε τὸν Αἰγύπτιον καὶ τὴν στρατιὰν


τὴν μὲν εἰς Αἴγυπτον πέπομφε καταστησομένην τὰ ἐκεῖ, τὴν δὲ
λοιπὴν ἄγει πᾶσαν ἐνθάδε καὶ ὅσον οὔπω πάρεστι· πεπυσμένος
γὰρ   (5)
 

 91. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 8 Ch. 6


se. 7 γρ. 5
 γονεῖς οὐδὲ προῄεσαν ἐκ τῆς οἰκίας, Ἑρμοκράτης δὲ ἐπολιτεύετο
μέν,
ἀλλὰ πενθῶν, καὶ τότε εἱστήκει μέν, λανθάνων δέ. πάντων δὲ
ἀπορούντων καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκτετακότων αἰφνίδιον εἱλκύσθη
τὰ
παραπετάσματα, καὶ ὤφθη Καλλιρόη μὲν ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης
(5)
ἀνακειμένη, Τυρίαν ἀμπεχομένη πορφύραν, Χαιρέας δὲ αὐτῇ
παρα-
(8) καθήμενος, σχῆμα ἔχων στρατηγοῦ. οὔτε βροντή ποτε οὕτως
ἐξέπληξε
τὰς ἀκοὰς οὔτε ἀστραπὴ τὰς ὄψεις τῶν ἰδόντων, οὔτε θησαυρὸν
εὑρών
 

 92. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 8 Ch. 6


se. 12 γρ. 4
 (12) ἔφη “τὸν πλοῦτον τοῦ μεγάλου βασιλέως.” καὶ εὐθὺς
ἐκέλευσεν
ἐκκομίζεσθαι ἄργυρόν τε καὶ χρυσὸν ἀναρίθμητον, εἶτα ἐλέφαντα
καὶ
ἤλεκτρον καὶ ἐσθῆτα καὶ πᾶσαν ὕλης τέχνης τε πολυτέλειαν
ἐπέδειξε
Συρακοσίοις καὶ Κλίνην καὶ τράπεζαν τοῦ μεγάλου βασιλέως,
ὥστε
ἐνεπλήσθη πᾶσα ἡ πόλις, οὐχ ὡς πρότερον ἐκ τοῦ πολέμου
τοῦ   (5)
Σικελικοῦ πενίας Ἀττικῆς, ἀλλά, τὸ καινότατον, ἐν εἰρήνῃ
λαφύρων
Μηδικῶν.
 

 93. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (Μ. Χ. 2-3) Book 1


se. 23 γρ. 32
29

 ἵνα μὴ τοὺς ἄλλους ἐκταράξῃ. θηρῶνται δὲ καὶ


ἀπὸ χειρός, ἐάν τις τὰς ἀκάνθας, ἃς ἐγείρουσιν ἐς   (30)
τὸ ἑαυτοῖς ἀμύνειν, ἐς τὸ κάτω μέρος ἀπό γε τῆς
κεφαλῆς ἡσυχῆ κατάγων εἶτα κλίνῃ καὶ πιέσας τῶν
πετρῶν ἐκσπάσῃ, ἐς ἃς ἑαυτοὺς ὑπὲρ τοῦ λαθεῖν
ὠθοῦσιν.
(24)   Ὁ ἔχις περιπλακεὶς τῇ θηλείᾳ μίγνυται· ἣ δὲ
 

 94. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (Μ. Χ. 2-3) Book 6


se. 63 γρ. 9
 θηρίου τὸ μέγεθος· τὸ γάρ τοι ζῷον τοῦτο, ὤκιστα
μεγέθει μὲν μέγιστον ἴδοις ἂν αὐτό, ὄψει δὲ φοβε-
ρώτατον. καθεύδοντα οὖν σὺν τῷ παιδὶ ἐπί γε τῆς
Κλίνης τῆς αὐτῆς ἀράμενοι ὡς ὅτι πορρωτάτω κομί-
ζουσι, καὶ ὃ μὲν ὑπανέστη ὁ παῖς, ὃ δὲ ἔμεινεν ὁ   (10)
δράκων. ὡς δὲ ὕλης ἐλάβετο καὶ τῶν ἐκεῖ φαρμά-
κων τῶν συμφυῶν, διέτριβεν ἐνταῦθα ταῖς τῶν δρα-
 

 95. Ωριγένης In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (Μ. Χ. 2-


3) Homily 20 se. 6 γρ. 36
 γματεύεται ὁ θεὸς ὁρῶν ὅτι ὁ κλαίων· ἐπὶ τοῖς ἰδίοις ἁμαρτήμασιν,

θρηνῶν ἐπὶ τοῖς ἰδίοις παρανομήμασιν ἤδη εἰς συναίσθησιν
ἐλήλυθε
τῶν ἰδίων κακῶν. ὡς εἴθε ἕκαστος ἡμῶν καθ’ ἕκαστον
ἁμάρτημα   (35)
ἔλεγε· «λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί
μου
τὴν Στρωμνήν μου βρέξω». ὡς εἴθε ἕκαστος ἡμῶν ἔλεγεν ἐπὶ τοῖς
ἰδίοις ἁμαρτήμασι κλαίων· «ἐγενήθη μοι τὰ δάκρυα ἄρτος ἡμέρας
καὶ
νυκτός». ἐάν μου ὁ λόγος πικρότερος ἐνταῦθα ᾖ, πικρότερος δὲ διὰ

 96. Ωριγένης Expositio in Proverbia (fragmenta e catenis)


{2042.075} (Μ. Χ. 2-3) Τόμ. 17 σελ. 181 γρ. 43
 γοητεῦσαι, οὐ περὶ τὴν οἰκείαν φύσιν, ἀλλὰ περὶ τὴν   (40)
τῶν ἀκουόντων ἀφροσύνην· κατὰ δὲ διάνοιαν ἡ κα-
κία ζητεῖ τὸ πρόσωπον ἡμῶν καταισχῦναι, διὰ τῶν
κειριῶν καὶ τῆς Κλίνης, καὶ τῶν ἀμφιτάπων, καὶ τοῦ
30

κρόκου, καὶ τοῦ κινναμώμου· ἅπερ κακὰ καὶ διάφορα


πάθη σημαίνει ἡδονῶν παρὰ τοῖς ἐφευρεταῖς τῶν   (45)
κακῶν γινόμενα.
 

 97. Ωριγένης Scholia in Canticum canticorum {2042.076} (Μ. Χ.


2-3) Τόμ. 17 σελ. 260 γρ. 33
 (260)   Νῦν ἔοικε πρότερον ἐνεωρακέναι τρανώτερον τῷ    (30)
τοῦ νυμφίου κάλλει ἡ νύμφη· καὶ διὰ τῶν περιστε-
ρῶν αὐτῆς ὀφθαλμῶν αἰσθέσθαι τῆς ἐν τῷ κάλλει τοῦ
λόγου καὶ ὑπεροχῆς· τάχα δὲ καὶ Κλίνην κοινὴν ἑαυ-
τῆς καὶ τοῦ νυμφίου τὸ σῶμα αἰνίττεται, ἐν ᾧ ἔτι
οὖσα ἡ ψυχὴ ἀξιοῦται τῆς τοῦ λόγου κοινωνίας· λέγει   (35)
οὖν Παῦλος, Τὰ σώματα ἡμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστι· διὰ
 

 98. Ωριγένης Scholia in Lucam (fragmenta e cod. Venet. 28)


{2042.078} (Μ. Χ. 2-3) Τόμ. 17 σελ. 333 γρ. 49n
 ἁπλότητα, ἥτις ἐν τῷ ὁλολέπρῳ θεωρεῖται.    (45)

ΚΕΦ. Ηʹ.   

Στίχ. ιϛʹ. Οὐδεὶς λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν   (48n)


  σκεύει, ἢ ὑποκάτω Κλίνης τίθησιν, ἀλλ’ ἐπὶ    (49n)
  λυχνίας, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ   (50n)
  φῶς.    (51n)
Στίχ. ιζʹ. Οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν, ὃ οὐ φανερὸν    (52n)
 

 99. Ωριγένης Scholia in Lucam (fragmenta e cod. Venet. 28)


{2042.078} (Μ. Χ. 2-3) Τόμ. 17 σελ. 336 γρ. 17
 σθωσαν ὑπὸ τοῦ πιστοῦ καὶ φρονίμου οἰκέτου οἱ σύν-
δουλοι· βλεπέτωσαν δὲ τὰς αὐγὰς τοῦ λύχνου ἐπι-    (15)
κειμένου τῇ λυχνίᾳ, ἤγουν τῇ Ἐκκλησίᾳ πάντων.
Ἀλλ’ οὐδὲ ὑπὸ τὴν Κλίνην τιθέασι τὸν λύχνον,
ἔνθα τις ἀναπαύεται, οὐδὲ ἄλλου τινὸς σκεύους ὑπο-
κάτω. Τοῦτο γὰρ ὁ ποιῶν οὐ προνοεῖται τοῖς εἰσπο-
ρευομένοις εἰς τὴν οἰκίαν· οἷς δεῖ τιθέναι τὸν λύχνον   (20)
 

 100. Ωριγένης Scholia in Lucam (fragmenta e cod. Venet. 28)


{2042.078} (Μ. Χ. 2-3) Τόμ. 17 σελ. 349 γρ. 32n
31

 (349) Στίχ. νηʹ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Αἱ ἀλώπεκες   (29n)


  φωλεοὺς ἔχουσι, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ   (30n)
  ἔχουσι κατασκηνώσεις· ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώ-   (31n)
  που οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.    (32n)
  Εἰ μὲν οὖν ἕτοιμος εἶ αὐτὸς ὁμοίως ἐμοὶ οὐκ ἔχον-   (33)
τι ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, αἱρήσῃ διὰ τὴν ἐμὴν δι-
δασκαλίαν τὸ ἀκατάστατον ἐνταῦθα ἐλπίδι τῆς τῶν

Prev | Next

 101. GREGORIUS NYSSENUS Theol. De iis qui baptismum


differunt {2017.060} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 46 σελ. 417 γρ. 57
 προθεσμίαις ἡλικιῶν οὐχ ὁρίζεται, οὐδὲ φοβεῖται τοὺς
ἐν ἀκμῇ, κατὰ δὲ γερόντων μόνον ἔχει τὸ κράτος.    (55)
Καὶ τούτου μάθε τὴν καθημερινὴν πεῖραν διδάσκα-
λον. Ὁρᾷς γὰρ τὴν Κλίνην τῆς ἐκφορᾶς, ὅπως ἀνω-
(420) μάλως, καὶ ὡς ἔτυχε, πᾶσαν ἡλικίαν ἐξάγει, σήμε-
ρον τὸν πρεσβύτην, αὔριον τὸ ἀνθοῦν καὶ χαρίεν μει-
ράκιον, μετ’ ὀλίγον τὸν αὐξανόμενον τοῦ ἰούλου, πά-
 

 102. GREGORIUS NYSSENUS Theol. In sanctum Ephraim


{2017.068} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 46 σελ. 848 γρ. 1
 έθετο, ἄξιον τίμημα δοῦναι μᾶλλον τοῖς δεομένοις κατὰ
νοῦν ὁσιώτερον κρίνας. Ὃς αὐτίκα πληγεὶς ὑπὸ δαί-
μονος πονηροῦ, τῆς ἀνηκοΐας ἐτρύγα τὰ πικρότατα
(848) δράγματα, ἑαυτὸν πρὸ τῆς Κλίνης τοῦ ὁσίου σπαράτ-
των, καὶ τὸν ἀφρὸν ἐκ τοῦ στόματος ἀναβράσσων.
Ὁ δὲ συμπαθέστατος τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος λέγει τῷ
πεπονθότι· Ἐπειδὴ, ὦ ἄνθρωπε, τί σοι παράλογον
 

 103. GREGORIUS NYSSENUS Theol. Apologia in hexaemeron


{2017.078} (Μ. Χ. 4) Σελ. 89 γρ. 24
 πρὸς τὰς τῶν κρημνῶν διαστάσεις ἐκφαραγγούμενα,
ἵνα τὸ ὕδωρ ἐγκρατηθῇ ταῖς κοιλότησι. Τί οὖν ἐροῦ-
σιν, ὅταν ἡ ἐγκύκλιος τοῦ πόλου περιφορὰ πρὸς τὰ
κάτω κλίνῃ τὸ νῦν ὑπερκείμενον, ἄρα μὴ πώματά
τινα τοῖς κύκλοις ἐπινοήσωσιν, ὡς ἂν μὴ ἐκκρεμὲς   (25)
τὸ ὕδωρ γενόμενον, τῶν κοιλωμάτων ἐκρέοι; Ἀλλά
φησι δαπανητικὸν μὲν εἶναι τὸ πῦρ, χρείαν δὲ ἔχειν
 
32

 104. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Quaestiones evangelicae ad


Stephanum {2018.028} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 22 σελ. 916 γρ. 21
 τοστῷ τριακοστῷ πρώτῳ ψαλμῷ· «Μνήσθητι, Κύριε,
τοῦ Δαβὶδ καὶ πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ· ὡς ὤμοσε
τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ Ἰακώβ. Εἰ εἰσελεύσομαι    (20)
εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης
στρωμνῆς μου, εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου
καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν, ἕως οὗ εὕρω τό-
πον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.»
 

 105. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Quaestiones evangelicae ad


Stephanum {2018.028} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 22 σελ. 916 γρ. 26
 καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν, ἕως οὗ εὕρω τό-
πον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.»
  δʹ. Οὕτως δὲ αὐτῷ εὐξαμένῳ καὶ διαβεβαιωσαμένῳ,    (25)
ὅτι μὴ πρότερον ἀναβήσεται ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς
αὐτοῦ, ὅτι τε οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ,
καὶ ἔτι οὐ δώσει τοῖς βλεφάροις αὑτοῦ νυσταγμὸν,
ἕως οὗ εὕρῃ τὸν μέλλοντα τοῦ Κυρίου τόπον, δείκνυ-
 

 106. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 120 γρ. 53
   Ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων    (50)
σου, ἐν δὲ τῷ ᾅδῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι; Ἐκο-
πίασα ἐν στεναγμῷ μου, λούσω καθ’ ἑκάστην
νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρω-
μνήν μου βρέξω. Σοφὸς ὢν ὁ Δαυῒδ οὐκ ἠγνόει τὴν
παροῦσαν ζωὴν θεραπείας εἶναι καιρὸν, μεθ’ ὃν οὐ    (55)
δεὶς κατορθοῖ· καὶ πάντα πράττει θεραπευθῆναι βου-
 

 107. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 121 γρ. 4
 (121) λόμενος, πρὶν ὑπὸ τοῦ κοινοῦ καταληφθῆναι. Διό
φησιν· Ἀντὶ μιᾶς νυκτὸς καθ’ ἣν ἥμαρτον, πάσας
ἐξομολογοῦμαι τὰς νύκτας, ἀποπλῦναι πειρώμενος
ἐμαυτὸν καὶ τὴν ἐφ’ ἣν ἥμαρτον Κλίνην δάκρυσι με-
τανοίας. Οἶδα γὰρ δὲ κἂν τύχῃ τῆς ἀφέσεως ἐπαγ-    (5)
γέλληται, δακρύων πέρας οὐχ ἕξειν. Τὸ δὲ, Τίς ἐξ-
ομολογήσεταί σοι; ἀντὶ τοῦ, οὐδείς, κεῖται· νῦν
 
33

 108. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 361 γρ. 9
 διαφυλάξαι αὐτὸν καὶ ζωώσαι αὐτὸν, καὶ μακα-
ρίσαι αὐτὸν ἐν τῇ γῇ, καὶ μὴ παραδῷ αὐτὸν εἰς
ψυχὴν ἐχθρῶν αὐτοῦ. Κύριος βοηθήσαι αὐτῷ ἐπὶ
Κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ, ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ
ἔστρεψας ἐν τῇ ἀῤῥωστίᾳ αὐτοῦ. Προιὼν ἑξῆς ὁ   (10)
λόγος ἐπιφέρει· Καὶ γὰρ ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης
μου, ἐφ’ ὃν ἤλπισα, ὁ ἐσθίων ἄρτους μου,
 

 109. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 445 γρ. 23
 δὲ τὸν υἱὸν μετὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Οὐρίου. Ἀλλὰ καὶ ἐν   (20)
τῷ ϛʹ τῆς αὐτῆς ἕνεκα πράξεως ἀπεκλάετο λέγων·
Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ’ ἑκά-
στην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν
Στρωμνήν μου βρέξω. Καὶ ὁ ζʹ δέ· Ὑπὲρ τῶν λό-
γων Χουσὶ υἱοῦ Ἰεμινεὶ λελεγμένος, τῶν αὐτῶν   (25)
εἴη ἂν χρόνων.
 

 110. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 768 γρ. 36
 μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με.» Μίαν τε οἱ ἀμ-
φότεροι ὑπόθεσιν περιεῖχον. Ὁ μὲν γὰρ ἕκτος προϊὼν
ἐπιλέγει· «Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου· λούσω    (35)
καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου· ἐν δάκρυσί
μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω·» ὁ δὲ λζʹ τὰ ὅμοια
διδάσκει λέγων· «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου
ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου· ὅτι αἱ ἀνομίαι
 

 111. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 1076 γρ. 9
 ριε, τοῦ Δαυῒδ, καὶ πάσης τῆς πραΰτητος αὐτοῦ·
ὡς ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ Ἰακώβ· Εἰ
εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβή-
σομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου· εἰ δώσω ὕπνον
τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυ-   (10)
σταγμὸν, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα
τῷ Θεῷ Ἰακώβ.
 
34

 112. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 1077 γρ. 4
 (1077) κοδομῆσαι, ἐνταῦθά τε τὴν κιβωτὸν ἱδρῦσαι τοῦ Θεοῦ.
Καὶ περὶ τούτου ὤμοσε Δαυῒδ τῷ Κυρίῳ, καὶ ηὔξατο
τῷ Θεῷ Ἰακὼβ λέγων· Εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκή-
νωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρω-
μνῆς μου, εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ    (5)
τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν, ἕως οὗ εὕρω τό-
πον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.
 

 113. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Fragmenta in Lucam {2018.037}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 24 σελ. 585 γρ. 32
 σασθαι προσκαίρου ζωῆς, σὺν ταύτῃ καὶ τὴν αἰώνιον
ζωὴν ἀπολέσειαν, τῇ ἀποστασίᾳ ἑαυτοὺς παρα-    (30)
δόντες.

Ταύτῃ τῇ νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ Κλίνης μιᾶς, κ. τ. λ.

  Σφόδρα δὲ θαυμαστῶς τὸν τῆς ἀποστασίας καιρὸν


καὶ τὴν στέρησιν τοῦ νοεροῦ λογικοῦ φωτὸς νύκτα
ὠνόμασε· νυκτὸς γὰρ καὶ σκότους χείρων ἡ τότε τῶν    (35)
 

 114. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Fragmenta in Lucam {2018.037}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 24 σελ. 585 γρ. 38
 ὠνόμασε· νυκτὸς γὰρ καὶ σκότους χείρων ἡ τότε τῶν    (35)
ἀνθρώπων ἔσται κατάστασις διὰ τὴν ἐπικρατήσασαν
αὐτῶν ἄνοιάν τε καὶ πλάνην. Διό φησι· Λέγω ὑμῖν·
Δύο ἔσονται ἐπὶ Κλίνης καὶ δύο ἐπὶ μυλῶνος, εἷς
παραλαμβανόμενος ὡς ἀλλότριος τῆς ὀργῆς, καὶ
εἷς ἀφιέμενος, ὥστε τῇ ὀργῇ παραδοθησόμενος,   (40)
ὁ θησαυρίσας ἑαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς· δι’
 

 115. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Fragmenta in Lucam {2018.037}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 24 σελ. 588 γρ. 2
 Καὶ ἐπὶ τῶν ὑφ’ ἑνὶ μυλῶνι ἀληθουσῶν, ὁ αὐτὸς λόγος
ἔσται. Ἀληθούσας δὲ ὠνόμασε τὰς τὸν εὐτελῆ καὶ    (55)
(588) πενιχρὸν καὶ ἔσχατον ἐν ἀνθρώποις διαντλούσας βίον·
ἐπὶ Κλίνης δὲ τοὺς τὸν ἐλεύθερον καὶ ἄνετον βίον μετ-
ερχομένους. Τοῦτο δὲ παραστήσει ἡ Μωϋσέως γραφὴ
35

ἐν ᾗ φησιν ὁ λόγος ἥξειν τὴν ὀργὴν ἀπὸ πρωτοτόκου


Φαραὼ, καὶ ἕως τῆς ἀληθούσης καὶ πεσσούσης ἐν   (5)
 

 116. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Fragmenta in Lucam {2018.037}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 24 σελ. 588 γρ. 9
 τῷ μυλῶνι. Τὰ γὰρ ἄκρα τῶν κατ’ ἀνθρώπους βίων,
τοῦ τε ἐνδόξου τοῦ ἀπεῤῥιμμένου καὶ ἐσχάτου, διὰ
τούτων ὁ λόγος παρέστησεν· οὕτως οὖν καὶ ἐνταῦθα
δύο ἐπὶ Κλίνης μιᾶς εἰσήγαγε, τοὺς τὴν ἐλευθέραν
ζωὴν μετιόντας αἰνιξάμενος· ὁ εἷς παραληφθήσεται,    (10)
ὁ ἄξιος τῆς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἐκλογῆς· ὁ δὲ ἕτερος ἀφε-
θήσεται, δηλονότι ὁ τῆς ὀργῆς οἰκεῖος· ὡσαύτως δύο
 

 117. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Fragmenta in Lucam {2018.037}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 24 σελ. 588 γρ. 26
 ἄρχοντας τοῦ αἰῶνος τούτου αἰνιξάμενος, τοὺς τότε
διώκοντας τοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ· ὧν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συν-
αχθέντων, ἐκεῖ καὶ παρ’ αὐτοῖς συναχθήσεται ὁ    (25)
ἀνάξιος τῆς παραλήψεως. Ἦν δ’ οὗτος τῶν ἐπὶ κλί-
νης καθευδόντων ὁ ἕτερος· ἢ τῶν ἀληθουσῶν ἡ μία·
οἳ καὶ παραδοθήσονται τοῖς ἐπισυναχθεῖσι κατ’ αὐτῶν
ἀετοῖς. Ἀετοὺς δὲ καὶ τοὺς τῆς Ἱερουσαλὴμ πολιορ-
κητὰς ὁ προφητικὸς λόγος ὠνόμασεν· ὡς ὅτε περὶ τοῦ    (30)
 

 118. Επιφάνιος. Homilia in divini corporis sepulturam [Sp.]


{2021.013} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 43 σελ. 445 γρ. 53
 ἐπὶ ξένα. Δός μοι τοῦτον τὸν Ναζωραῖον ξένον   (50)
[οὗ τὸν τόκον καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. Δός
μοι τοῦτον τὸν ἑκούσιον ξένον], τὸν μὴ ἔχοντα ὧδε
ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,
(448) τὸν ὡς ξένον ἐπὶ ξένης ἄοικον, ἐπὶ φάτνης τεχθέντα.
Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐξ αὐτῆς τῆς φάτνης
ὡς ξένον ἐξ Ἡρώδου φυγόντα. Δός μοι τοῦτον τὸν
 

 119. Επιφάνιος. Homilia in divini corporis sepulturam [Sp.]


{2021.013} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 43 σελ. 449 γρ. 2
 ...ἀνοίξαντος στόμα; ἆρα δὲ καὶ χεῖρας περιστέλ-    (55)
λεις τοῦ ἐκτείναντος τὰς ξηρανθείσας χεῖρας; ἢ καὶ
(449) τοὺς πόδας νεκροπρεπῶς καταδεσμεῖς τοῦ τὸ βαδίζειν
36

δόντος τοῖς ἀκινήτοις ποσίν; ἆρα καὶ ἐπὶ Κλίνης αἴ-


ρεις τὸν τῷ παραλύτῳ κελεύσαντα· Ἆρον σοῦ τὸν
κράβατον, καὶ περιπάτει; ἆρα δὲ καὶ μύρα κενοῖς
τῷ οὐρανίῳ μύρῳ τὰ ἑαυτοῦ κενώσαντι...
 

 120. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Funebris oratio in patrem (orat.


18) {2022.031} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 35 σελ. 1021 γρ. 13
 αὐτῷ μὲν γινωσκόμενα, τοῖς παροῦσι δὲ οὐχ ὁρώμε-    (10)
να. Εἶτα ἐπειπὼν τὰ τῆς εὐχαριστίας ῥήματα
οὕτως, ὡς σύνηθες, καὶ τὸν λαὸν κατευλογήσας, πά-
λιν τῆς Κλίνης γίνεται, τροφῆς τε μικρόν τι προσέ-
μενος, καὶ ὕπνου μεταλαβὼν, ἀνακαλεῖται τὸ
πνεῦμα· καὶ ταῖς κατὰ μικρὸν προσθήκαις τῆς   (15)
ὑγείας συναυξηθείσης, ἡ καινὴ παρῆν ἡμέ-
 

 121. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In sancta lumina (orat. 39)


{2022.047} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 36 σελ. 356 γρ. 6
 σατο, καὶ πολύ γε τῶν ἄλλων αἰδεσιμώτερον, ὅσῳ
δευτέροις ῥύποις οὐ μολύνεται. Οἶδα καὶ πέμπτον
ἔτι, τὸ τῶν δακρύων· ἀλλ’ ἐπιπονώτερον, ὡς ὁ   (5)
λούων καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην αὐτοῦ καὶ τὴν
στρωμνὴν τοῖς δάκρυσιν, ᾧ τῆς κακίας προσώζε-
σαν καὶ οἱ μώλωπες· ὃς πενθῶν καὶ σκυθρω-
πάζων πορεύεται, καὶ ὃς μιμεῖται τὴν ἐπιστρο-
 

 122. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In sanctum baptisma (orat. 40)


{2022.048} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 36 σελ. 405 γρ. 32
 αἱμοῤῥοήσῃς, καὶ οὐκ ἰσχύσῃς λαβέσθαι Χριστοῦ,
ἵνα κλέψῃς τὴν σωτηρίαν. Οὐ γὰρ πολλάκις φιλεῖ    (30)
Χριστὸς κλεπτόμενος, καὶ εἰ λίαν ἐστὶ φιλάνθρωπος.
Χθὲς ἐπὶ Κλίνης ἔῤῥιψο παρειμένος καὶ λελυμένος,
καὶ οὐκ εἶχες ἄνθρωπον, ἵνα, ὅταν ταραχθῇ τὸ
ὕδωρ, βάλλῃ σε εἰς τὴν κολυμβήθραν· σήμερον
εὗρες ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν καὶ Θεὸν, μᾶλλον δὲ,   (35)
 

 123. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Carmina dogmatica {2022.059}


(Μ. Χ. 4) Column 489 γρ. 2
 Τὸ τρίτον αὖ Πέτρου ἑκυρῆς φλόγα ἔσβεσε χειρί.
  Τέτρατον, οἶδμα μέγα εὔνασε καὶ ἀνέμους.
37

(489) Δαίμονας ἧκε σύεσσι τὸ πέμπτον, ἐν Γεργεσσηνοῖς.


  Ἕκτον, ἑὴν Κλίνην ᾖρε βαρὺς μέλεσιν.
Ἕβδομον, ἁψαμένης πηγὴν σχέθεν αἱμοροούσης.
  Ἄρχοντος θυγάτηρ ὄγδοον εὗρε φάος.
Ἔννατον αὖ, τυφλοῖσι πόρεν φάος. Ἐκ δ’ ἐλαθέντος   (5)
 

 124. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Carmina de se ipso {2022.061}


(Μ. Χ. 4) Σελ. 1390 γρ. 10
 Λάζαρος ἐν νεκύεσσιν ἐγὼ νέος, ἀλλὰ βόησον,
  Ἔγρεο, καὶ ζήτω σοῖσι λόγοισι νέκυς.
Λυσιμελὴς νέος εἰμὶ ὁ λέκτριος, ἀλλὰ βόησον,
  Πήγνυσο, καὶ Κλίνην βήσομαι ὕψι φέρων.    (10)
Σῶν κλέπτω θυσάνων παλάμαις ἄκος, ἀλλὰ ῥέεθρον
  Αἵματος ἴσχε τάχος σαρξὶ μαραινομέναις.
Σοὶ δ’ ὑποκάμπτομ’ ἔγωγε, τεὸν λάχος, ὡς Χαναναία,
 

 125. Αθανάσιος θεολόγος Apologia ad Constantium imperatorem


{2035.011} (Μ. Χ. 4) Se. 12 γρ. 7
 ἐπιβουλή· ἐπειδὴ δὲ παρὰ σοὶ τετολμήκασι κατειπεῖν,
τίνα ἀπὸ σοῦ ἐπικαλέσομαι; —τὸν Πατέρα τοῦ λέγοντος,    (5)
«Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια», ἵνα σου τὴν καρδίαν εἰς εὐμένειαν
κλίνῃ.
  Δέσποτα παντοκράτορ, βασιλεῦ τῶν αἰώνων, ὁ Πατὴρ
τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὺ διὰ τοῦ σοῦ Λόγου
τὴν βασιλείαν ταύτην τῷ σῷ θεράποντι Κωνσταντίῳ   (10)
 

 126. Αθανάσιος θεολόγος Expositiones in Psalmos {2035.061}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 27 σελ. 77 γρ. 15
   Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου. Ἀκούσωμεν
οἵαν ὁ βασιλεὺς μετάνοιαν ἐπεδείξατο. Οὐχ ἁπλῶς
ἔκαμεν, ἀλλ’ ἐκοπίασε στενάζων· οὐχ ἁπλῶς ἐδάκρυ-
σεν, ἀλλὰ τὴν Κλίνην ἔλουσε, καὶ καθ’ ἑκάστην νύκτα.   (15)
Καὶ οὐ τὸ παρελθὸν σκοπεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐπαγγέλλεται
τοῖς πρὸς τὸ μέλλον διὰ πάσης τῆς ζωῆς· καὶ ὃν οἱ
πολλοὶ ποιοῦνται αἰνέσεως [ἀνέσεως] καιρὸν, τοῦτον
 

 127. Αθανάσιος θεολόγος Expositiones in Psalmos {2035.061}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 27 σελ. 77 γρ. 20
38

 τοῖς πρὸς τὸ μέλλον διὰ πάσης τῆς ζωῆς· καὶ ὃν οἱ


πολλοὶ ποιοῦνται αἰνέσεως [ἀνέσεως] καιρὸν, τοῦτον
ἐκεῖνος ἐξομολογήσεως. Λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα
τὴν Κλίνην μου. Ἀντὶ μιᾶς, φησὶ, νυκτὸς, καθ’   (20)
ἣν τὴν ἁμαρτίαν ἐποίησα, πολλὰς διετέλεσα νύκτας
δάκρυσι βρέχων τὴν Στρωμνήν μου.
  Ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου. Ὀφθαλ-
 

 128. Αθανάσιος θεολόγος Expositiones in Psalmos {2035.061}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 27 σελ. 528 γρ. 7
 δυνατῶν καὶ βασιλέων, οἳ ἐπὶ ῥώμῃ καὶ δυναστείᾳ καὶ
μεγέθει σώματος ἐσεμνύνοντο, ἐῤῥύσατο αὐτούς. Ὢγ    (5)
πηχῶν ἔχων ἐννέα τὸ μῆκος, καὶ πέντε τὸ πλάτος,
καὶ σιδηρᾶν εἶχε τὴν Κλίνην.
  Τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν Ἀμοῤῥαίων. Οὐχ ἁπλῶς   (9)
δὲ τοὺς ἄλλους παραλείπων βασιλέας τούτων διαφε-    (10)
ρόντως ἐμνήσθη, ἀλλὰ τὸν λαὸν τῆς θεοδότου νίκης
 

 129. Αθανάσιος θεολόγος Synopsis scripturae sacrae [Sp.]


{2035.071} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 396 γρ. 45
 ράζει, καὶ ἡ παραβολὴ λέγεται τοῦ εἰς Ἱεριχὼ κατα-
βαίνοντος. Μάρθα ἐγκαλεῖ ὑπὲρ τῆς ἀδελφῆς. Διδά-
σκει εὔχεσθαι τοὺς μαθητὰς, καὶ λέγει τὴν παραβο-
λὴν τοῦ αἰτοῦντος ἄρτους τὸν φίλον τὸν ἐν τῇ κλίνῃ   (45)
ὄντα. Θεραπεύει τὸν κωφὸν τὸν δαιμονιζόμενον. Τότε
λέγουσιν, ὅτι «Ἐν Βεελζεβοὺλ θεραπεύει.» Εἶτα
λέγει· «Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα, πορεύε-
 

 130. Αθανάσιος θεολόγος Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 749 γρ. 46
 ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
  Τὴν ἐν Θεῷ τελείωσιν διδάσκουσα ἡ θεία Γραφὴ,
καὶ δηλοῦσα, ὠνόμασεν αὐτὴν ὕπνον, καὶ κοίτην, καὶ    (45)
Κλίνην, καὶ θάνατον. Ὕπνον μὲν, ὡς ὅταν λέγει ὁ
Δαβίδ· «Ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ
ὑπνώσω·» ἤτοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ καταντήσω· σχολάσω εἰς
αὐτὸ τὸ ζῇν ἐν Θεῷ, κατὰ τὸν εἰπόντα ἅγιον Ἀπόστο-
 
39

 131. Αθανάσιος θεολόγος Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 752 γρ. 1
 φθάσας εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ   (55)
πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀναπέπαυται ἐν Θεῷ,
ὥσπερ κοίτην ἡγούμενος τὴν ἐν Θεῷ τελείωσιν. Πό-
(752) δας καὶ τῆς κοίτης τὰς ἀρετὰς λέγει· Κλίνην δὲ, ὡς
ὅταν φησὶ Σολομών· «Ἑξήκοντα δυνατοὶ κυκλοῦσιν
αὐτήν.» Ὅταν γὰρ εἰς τὸ τέλειον ἔλθῃ ὁ ἐνάρετος, πε-
ρικυκλοῦσι καὶ περιστοιχοῦσιν αὐτὸν οἱ δυνατοὶ,
 

 132. Αθανάσιος θεολόγος Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 752 γρ. 12
 «Θεὸν ἑωράκαμεν,» ἐν φαντασίᾳ Θεοῦ γενομένου.
Θάνατον δὲ πάλιν εἴρηκεν αὐτὴν ὁ Δαβὶδ εἰπών·   (10)
«Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐ-
τοῦ.» Εἶδες πῶς καὶ ὕπνον, καὶ κοίτην, καὶ Κλίνην,
καὶ θάνατον αὐτὴν ἔδειξεν ἡ θεία Γραφή. Θάνατον
δὲ ταύτην εἴρηκεν, ὅτι ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ
τῆς ἁμαρτίας. Ὥσπερ γὰρ τὸν τεθνεῶτα οὐκ ἔστιν   (15)
 

 133. Αθανάσιος θεολόγος Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 760 γρ. 32
 Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπερ καὶ αὐτὸς ἐβαπτίσατο. Τοῦτο
δὲ ὅλον πνευματικόν· τοῦτο καὶ ἡμεῖς βαπτιζόμεθα.   (30)
Ἕκτον τὸ διὰ δακρύων, ὄντως ἐπίπονον, ὡς ὁ λούων
καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην αὐτοῦ, καὶ μετανοῶν
καὶ θρηνῶν ἐφ’ οἷς ἥμαρτεν. Ἕβδομον βάπτισμα τὸ
διὰ μαρτυρίου καὶ αἵματος, ὅπερ καὶ αὐτὸς ὁ Χριστὸς
ἐβαπτίσατο, καὶ πολύ γε τῶν ἄλλων αἰδεσιμώτερον,    (35)
 

 134. Αθανάσιος θεολόγος Epistulae ad Castorem [Sp.]


{2035.085} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 852 γρ. 11
 ρονται· καὶ πάλιν τὰς χεῖρας διαπετάσαντες, ἐκτε-
νέστερον καὶ ἐπιτεταμένως τὰς ἱκεσίας ἀποπληροῦ-
σιν, οὐδενὸς γόνυ κλίνοντος, ἢ ἐκ τῆς γονυκλισίας   (10)
ἀνισταμένου, ἕως ἂν ὁ ποιῶν αὐτοῖς τὴν εὐχὴν, κλίνῃ
πρῶτος, ἢ ἀναστῇ πρῶτος. Καθὰ τοίνυν εἴρηται, ὅτε
τὰς προειρημένας συνάξεις ἐπιτελέσαι συνέρχονται,
σιωπὴ τοσαύτη παρέχεται ὑπὸ πάντων, ὡς νομισθῆ-
 
40

 135. Αθανάσιος θεολόγος Sermo de descriptione deiparae [Sp.]


{2035.088} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 945 γρ. 38
 ἀπολιμπανόμενος ἐν μέρει ἀπεριγράπτως περιγραφό-    (35)
μενος. Ὢ τῶν παραδόξων πραγμάτων! Ἡ Ἐλισάβετ
ἐν οἰκίσκῳ φαιδρῷ ἀπεκύησε, καὶ ἡ Παρθένος ἐν τῷ
μικρῷ σπηλαίῳ ἐγέννησεν· Ἰωάννης ἐπὶ Κλίνης,
καὶ ὁ Κύριος ἐν φάτνῃ. Οὐχ ἁπλῶς ἡ τοῦ Κυρίου ἐκ
Παρθένου γέννησις· οὐχ ἁπλῶς τὸ τοῖς σπαργάνοις   (40)
αὐτὸν κατειληθῆναι· οὐχ ἁπλῶς τὸ μαζὸν ἑλκῦσαι·
 

 136. Αθανάσιος θεολόγος Homilia in occursum domini [Sp.]


{2035.090} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 993 γρ. 37
 καὶ πλάκα, καὶ τράπεζαν· καὶ Ἀαρὼν ῥάβδον ἀνίκμως
βλαστήσασαν· «σοῦ αὐτῆς,» ὦ πανάφθορε καὶ παν-   (35)
άμωμε, ἣν Δαυῒδ μὲν κιβωτὸν καλεῖ ἁγιάσματος,
Σολομὼν δὲ Κλίνην χρυσῆν, καὶ θρόνον, καὶ κοιλάδα
κρίνων· ἀρετῶν, οἶμαι, τῶν θείων, καὶ παράδεισον
θεοφύτευτον. Καὶ «σοῦ» δὲ «αὐτῆς τὴν ψυχὴν διε-
λεύσεται ῥομφαία· σοῦ» τῆς ἐκλελεγμένης καὶ πρὸ    (40)
 

 137. BASILIUS Caesariensis Theol. Homiliae super Psalmos


{2040.018} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 29 σελ. 273 γρ. 19
 καὶ τόσου, καὶ ἀπηλλασσόμην τοῦ τόκου. Ταῦτα αὐ-
τοῦ καὶ νύκτωρ ἐγκαθέζεται τῇ καρδίᾳ, καὶ μεθ’
ἡμέραν τὰς ἐννοίας κατείληφεν. Ἐὰν τὴν θύραν πα-
τάξῃς, ὁ χρεώστης ὑπὸ τὴν Κλίνην. Σφοδρῶς εἰσ-
έδραμέ τις· τοῦ δὲ ἐπάταξεν ἡ καρδία. Ὑλακτεῖ   (20)
ὁ κύων; ὁ δὲ ἱδρῶτι περιῤῥεῖται, καὶ ἀγωνίᾳ συν-
έχεται, καὶ περισκοπεῖ πόθεν φύγῃ. Ὅταν ἡ προ-
 

 138. BASILIUS Caesariensis Theol. Regulae morales {2040.051}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 31 σελ. 728 γρ. 31
 αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι· Κύριε, Κύριε, ἄν-
οιξον ἡμῖν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· Λέγω ὑμῖν,
οὐκ οἶδα ὑμᾶς. ΛΟΥΚΑΣ. Λέγω ὑμῖν· ταύτῃ τῇ   (30)
νυκτὶ δύο ἔσονται ἐπὶ Κλίνης μιᾶς· εἷς παραλη-
φθήσεται, καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται. Δύο ἀλήθου-
σαι ἐπὶ τὸ αὐτό· μία παραληφθήσεται, καὶ ἡ
ἑτέρα ἀφεθήσεται. Καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν
 
41

 139. BASILIUS Caesariensis Theol. Regulae morales {2040.051}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 31 σελ. 733 γρ. 2
 ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσι τὰ καλὰ
ἔργα ὑμῶν, καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν
(733) ἐν τοῖς οὐρανοῖς. ΛΟΥΚΑΣ. Οὐδεὶς δὲ, λύχνον
ἅψας, κρύπτει αὐτὸν σκεύει, ἢ ὑποκάτω Κλίνης
τίθησιν, ἀλλ’ ἐπὶ λυχνίας ἐπιτίθησιν, ἵνα οἱ
εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ φῶς. ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠ.
Ἵνα ἦτε εἰλικρινεῖς, καὶ ἀπρόσκοποι εἰς ἡμέραν    (5)
 

 140. Pseudo-MACARIUS Scr. Eccl. Apophthegmata {2109.011}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 34 σελ. 245 γρ. 4
 (245) νησεν ὁ γέρων τὸν νεκρὸν λέγων· ὁ δεῖνα, ποῦ
ἔθηκας τὴν ἀλλοτρίαν παραθήκην; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς
εἶπεν· εἰς τὸν οἶκόν μου κέκρυπται ὑπὸ τὸν πόδα τῆς
Κλίνης. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ γέρων· κοιμῶ πάλιν ἕως
τῆς ἡμέρας τῆς ἀναστάσεως. ἰδόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ,    (5)
ἀπὸ τοῦ φόβου ἔπεσον εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ. καὶ εἶ-
πεν αὐτοῖς ὁ γέρων· οὐ δι’ ἐμὲ γέγονε τοῦτο· οὐδὲν
 

 141. EVAGRIUS Scr. Eccl. De vitiis quae opposita sunt virtutibus


(sub nomine Nili Ancyrani) {4110.021} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 79 σελ.
1141 γρ. 31
 Πορνεία, λαιμαργίας κύημα, προμαλακτὴρ καρδίας,
πυρώσεως κάμινος, νυμφαγωγὸς εἰδώλων, ἀσυγγε-
νὴς πρᾶξις, σκιαζομένη μορφὴ, φανταζομένη συμ-    (30)
πλοκὴ, ἐνυπνίων Κλίνη, ἀναίσθητος συνουσία, ὀφθαλ-
μῶν δόλος, βλέμματος ἀναίδεια, εὐχῆς ἐντροπὴ,
καρδίας αἰσχύνη, ἀγνωσίας ὁδηγός. Σωφροσύνη,
ἀληθείας στολὴ, ἀσελγείας πέλυξ, ὀφθαλμῶν ἡνίοχος,
 

 142. EVAGRIUS Scr. Eccl. De malignis cogitationibus (sub


nomine Nili Ancyrani) {4110.022} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 79 σελ. 1217
γρ. 24
 ᾧ, κατ’ οἰκονομίαν, τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας ἀπαν-
τῆσαν, καὶ εἰς ἕνα τῶν συφεῶν ἀποκλεῖσαν τοῦτον,
παιδεύει αὐτὸν μηκέτι πρὸ τῆς τελείας ὑγείας κατα-
λιμπάνειν τὴν Κλίνην, μηδὲ τοὺς ἀτάκτους τῶν ἀῤ-
ῥώστων μιμεῖσθαι, οἵτινες, ἔτι λείψανα τῆς ἀσθενείας    (25)
ἐν ἑαυτοῖς περιφέροντες, ὁδοῖς ἑαυτοὺς, καὶ λουτροῖς
42

ἀκαίροις ἐπιδιδόασι, καὶ τοῖς ἐξ ὑποστροφῆς νοσή-


 

 143. SYNESIUS Phil. Epistulae {2006.001} (Μ. Χ. 4-5) Epistle 98


γρ. 17
 ἐπέθηκα τῷ ἀδελφῷ πρὸς αὐτὸν γράμματα. ἐρρω-
μένως καὶ εὐδαιμονῶν διατελοίης, φιλοσοφίας ἔχων   (15)
φροντίδα, ὅση προσήκει τῷ μετὰ θείων ἐρώτων ἡμ-
μένῳ ταύτης. ἀπὸ τῆς Κλίνης σοι γέγραφα, μόλις
ἀνεχόμενος εἰς διασκευὴν τῶν γραμμάτων. εὖξαι τὰ
ἄριστα ἡμῖν, ἅπερ ἂν ὁ θεὸς ἄριστα δοκιμάσῃ. ἐὰν
ἀνασφήλω, ἐπὶ τὴν Ἀλεξάνδρειαν εὐθὺς ἵεμαι.    (20)
 

 144. SOCRATES Scholasticus Hist. Ιστορία εκκλησιαστική.


{2057.001} (Μ. Χ. 4-5) Book 5 Ch. 11 γρ. 18
 φθῆναι κελεύουσα. Ὡς δὲ ὁ λαὸς ἀντεῖχεν, ὑπερβαλλόντως ἀγα-
(15)
πῶν τὸν Ἀμβρόσιον, καὶ τοῖς ἕλκειν ἐπὶ τὴν ἐξορίαν σπουδάζουσιν
ἀνθίστατο, ἐν τοσούτῳ ἀγγέλλεται, ὅτι Γρατιανὸς δόλῳ τοῦ τυράν-
νου Μαξίμου ἀνῄρητο. Ἐν φορείῳ γὰρ Κλίνην μιμουμένῳ καὶ ὑπὸ

ἡμιόνων φερομένῳ κατακρυφθεὶς ὁ τοῦ Μαξίμου στρατηγὸς


Ἀνδρα-
γάθιος, προλέγειν τοῖς δορυφόροις κελεύσας, ὡς εἴη τοῦ βασιλέως
(20)
Γρατιανοῦ γαμετὴ, ὑπαντᾷ τῷ βασιλεῖ πρὸ Λουγδούνου τῆς ἐν
 

 145. SOCRATES Scholasticus Hist. Ιστορία εκκλησιαστική.


{2057.001} (Μ. Χ. 4-5) Book 7 Ch. 4 γρ. 6
   Ἓν μὲν οὖν τοῦτο χρηστὸν ἐπὶ τῶν Ἀττικοῦ χρόνων τῇ ἐκκλη-
σίᾳ ὑπῆρξεν· οὔτε δὲ θαυμάτων ἢ ἰαμάτων ἡ τῶν χρόνων τούτων
κατάστασις ἄμοιρος ἦν. Ἰουδαῖος γάρ τις παραλυτικὸς ὢν ἐκ   (5)
πολλῶν ἐτῶν ἐπὶ Κλίνης κατέκειτο, καὶ πάσης ἰατρικῆς εἰς
αὐτὸν γυμνασθείσης, καὶ πάσης Ἰουδαϊκῆς εὐχῆς οὐδὲν ἐπ’ αὐτῷ
δυνηθείσης, τέλος προστρέχει τῷ Χριστιανικῷ βαπτίσματι, τούτῳ
μόνῳ ἀληθινῷ ἰατρῷ χρήσασθαι πιστεύσας. Τοῦτο καταφανὲς
 

 146. SOCRATES Scholasticus Hist. Ιστορία εκκλησιαστική.


{2057.001} (Μ. Χ. 4-5) Book 7 Ch. 4 γρ. 11
43

 δυνηθείσης, τέλος προστρέχει τῷ Χριστιανικῷ βαπτίσματι, τούτῳ


μόνῳ ἀληθινῷ ἰατρῷ χρήσασθαι πιστεύσας. Τοῦτο καταφανὲς
τῷ ἐπισκόπῳ Ἀττικῷ ταχέως ἐγίνετο· κατηχήσας οὖν αὐτὸν, καὶ
(10)
τὴν εἰς Χριστὸν ἐλπίδα εὐαγγελισάμενος, κομισθῆναι σὺν τῇ κλίνῃ

κελεύει ἐπὶ τὸ φωτιστήριον. Ὁ δὲ παραλυτικὸς Ἰουδαῖος εἰλι-


κρινεῖ πίστει τὸ βάπτισμα δεξάμενος, ἀπὸ τῆς κολυμβήθρας τοῦ
βαπτιστηρίου ἀναληφθεὶς, εὐθὺς ἀπήλλακτο τοῦ νοσήματος, καὶ
 

 147. SOCRATES Scholasticus Hist. Ιστορία εκκλησιαστική.


{2057.001} (Μ. Χ. 4-5) Book 7 Ch. 46 γρ. 25
 δεικνύναι ὃν βούλει αἱρούμεθα.’ ‘Οὐκοῦν,’ ἔφη ὁ Παῦλος,
‘ἔγγραφόν
μοι τὴν ὁμολογίαν ταύτην ἐπίδοτε, ὅτι τοῦτον αἱρεῖσθε, ὃν ἂν ἐγὼ
αὐτὸς ψηφισαίμην.’ Τῶν δὲ τοῦτο ποιησάντων καὶ ὑπογραψάντων,
αὐτὸς ἀνακαθίσας τῆς Κλίνης καὶ λαθὼν τοὺς παρόντας
ἐνέγραψεν    (25)
ὄνομα Μαρκιανοῦ· ὃς ἐν μὲν τῇ τῶν πρεσβυτέρων τάξει ἐτέτακτο,
καὶ ὑπ’ αὐτῷ τὸν ἀσκητικὸν ἐπαιδεύετο βίον, ἀπεδήμει δὲ τηνι-
καῦτα. Εἶτα σφραγίσας αὐτὸς, καὶ τοὺς πρώτους τοῦ πρεσβυτερίου
 

 148.Ιωάννης Χρυσόστομος Ad Stagirium a daemone vexatum


(lib. 1-3) {2062.006} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 47 σελ. 468 γρ. 9
 μένης υἱὸς, ὅτι ὁ τῶν ἄλλων ἁπάντων βελτίων, ὅτι
ὁ μάλιστα ἀγαπώμενος, ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ τῆς ἡλικίας
ἄνθει, ὅτι παρ’ αὐτοῦ πεμφθεὶς, ὅτι μηδὲ ἐπὶ τῆς
οἰκίας, μηδὲ ἐπὶ τῆς Κλίνης, μηδὲ παρεστῶτος τοῦ
πατρὸς, μηδὲ εἰπών τι καὶ ἀκούσας, ὅτι μὴ τῷ κοι-    (10)
νῷ πάντων θανάτῳ, ὅτι ζῶν ὑπὸ τῆς τῶν θηρίων
ὠμότητος ἐσπαράττετο, ὅτι μηδὲ τὰ λείψανα συν-
 

 149.Ιωάννης Χρυσόστομος Ad Stagirium a daemone vexatum


(lib. 1-3) {2062.006} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 47 σελ. 490 γρ. 22
 νην τῶν χειρῶν. Πόσων οὖν δαιμόνων χαλεπώτερα τὰ
ἐκείνου κακά! Εἰ γὰρ καὶ μηδὲν αὐτῷ ἠνώχλει τούτων,   (20)
τί οὐκ ἂν ἔπαθεν ἐννοῶν τὸν χρόνον τὸν μακρὸν, ὃν ἐπὶ
τῆς Κλίνης κατάκειται, τὴν δαπάνην τὴν πολλὴν καὶ
εἰς ἐσχάτην αὐτὸν ἐμβαλοῦσαν πενίαν, τῶν φίλων τὴν
καταφρόνησιν, τῶν θεραπευσόντων τὴν ἐρημίαν, τὸ
44

μηδὲ εἰ στήσεταί ποτε τὰ δεινὰ ταῦτα εἰδέναι, ὅπερ    (25)


 

 150.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 805
γρ. 41
 ἐρωτᾷς εἰ βούλομαι γενέσθαι ὑγιής; ταῖς ἐμαῖς ἦλ-
θες ἐπιγελάσαι συμφοραῖς, καὶ ἀλλότρια κωμῳδῆσαι
κακά; Ἴστε γὰρ ὡς μικρόψυχοι οἱ ἄῤῥωστοί εἰσιν,    (40)
εἰ καὶ ἐνιαυτὸν μόνον ἐπὶ Κλίνης κατακλιθεῖεν· ὅπου
δὲ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη τὸ νόσημα παρετάθη, πῶς
οὐκ εἰκὸς ἅπασαν ἀνηλῶσθαι φιλοσοφίαν ἐν μακρῷ τῷ
χρόνῳ δαπανηθεῖσαν;
 

 151.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 806
γρ. 41
 ἐν χωνευτηρίῳ τῇ συμφορᾷ δοκιμαζομένη, τήν τε
ἰατρείαν μετὰ πλείονος ἀπελάμβανε δόξης. Οὐ γὰρ
ἄγγελος, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ τῶν ἀγγέλων ἐθεράπευεν αὐτὸν    (40)
Δεσπότης. Τίνος δὲ ἕνεκεν καὶ τὴν Κλίνην αὐτῷ ἐκέ-
λευσε λαβεῖν; Ἑνὸς μὲν μάλιστα καὶ πρώτου, ἵνα
ἀπαλλάξῃ λοιπὸν τοὺς Ἰουδαίους τῆς τοῦ νόμου παρα-
τηρήσεως. Τοῦ γὰρ ἡλίου φαίνοντος, οὐκέτι τῷ λύχνῳ
 

 152.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 806
γρ. 55
 κρίσιν τῶν θαυμάτων ἐκακούργουν, καὶ τῇ δόξῃ τῶν
γιγνομένων ἐπηρεάζειν ἐπεχείρουν, ὥσπερ τι τρό-
παιον καὶ ἔλεγχον ἀναμφισβήτητον τῆς ὑγιείας, τὴν
φορὰν τῆς Κλίνης ἐκέλευεν ἐπιδείκνυσθαι, ἵνα μὴ,   (55)
ὅπερ ἐπὶ τοῦ τυφλοῦ ἔλεγον, τοῦτο καὶ ἐπὶ τούτου λέ-
γωσι. Τί δὲ ἔλεγον ἐπὶ ἐκείνου; Οὗτός ἐστιν, οὐκ
ἔστιν οὗτος, αὐτός ἐστιν. Ἵνα μὴ οὖν καὶ ἐπὶ τούτου
 

 153.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 806
γρ. 59
45

 ὅπερ ἐπὶ τοῦ τυφλοῦ ἔλεγον, τοῦτο καὶ ἐπὶ τούτου λέ-
γωσι. Τί δὲ ἔλεγον ἐπὶ ἐκείνου; Οὗτός ἐστιν, οὐκ
ἔστιν οὗτος, αὐτός ἐστιν. Ἵνα μὴ οὖν καὶ ἐπὶ τούτου
λέγωσι τὰ τοιαῦτα, ἡ Κλίνη κατήγορος αὐτῶν τῆς
ἀναισχυντίας γίνεται, ἐφ’ ὕψει φερομένη. Ἔστι τι    (60)
(807) καὶ τρίτον εἰπεῖν, τῶν εἰρημένων οὐκ ἔλαττον. Ἵνα
γὰρ μάθῃς, ὅτι οὐκ ἀνθρωπίνη τέχνη, ἀλλὰ θεία
 

 154.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 807
γρ. 4
 (807) καὶ τρίτον εἰπεῖν, τῶν εἰρημένων οὐκ ἔλαττον. Ἵνα
γὰρ μάθῃς, ὅτι οὐκ ἀνθρωπίνη τέχνη, ἀλλὰ θεία
δύναμις τὸ πᾶν εἰργάσατο, ἐκέλευσεν αὐτῷ φέρειν
τὴν Κλίνην, τῆς ἀληθοῦς καὶ εἰλικρινοῦς ὑγιείας με-
γίστην παρέχων ἀπόδειξιν καὶ σαφῆ, ἵνα μή τις   (5)
τῶν βλασφήμων ἐκείνων λέγῃ, ὅτι συνυποκρινόμενος
ὁ παραλυτικὸς καὶ τῷ Χριστῷ χαριζόμενος, ἐσχημα-
 

 155.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 807
γρ. 47
 καὶ ἀνωρθοῦτο; Ἀλλ’ οὐκ ἂν ἔχοιεν τὸ πῶς εἰπεῖν.
Οὐκοῦν θαύμαζε τὸ γεγενημένον μόνον, μὴ περιερ-    (45)
γάζου τὸν τρόπον. Ἐπειδὴ τοίνυν ἐποίησε τὸ προσ-
ταχθὲν, καὶ τὴν Κλίνην ἔλαβεν, ἰδόντες αὐτὸν οἱ Ἰου-
δαῖοι, λέγουσι· Σάββατόν ἐστι, καὶ οὐκ ἔξεστί σοι
ἆραι τὸν κράββατον ἐν σαββάτῳ. Δέον προσκυνῆσαι
τὸν ἐργασάμενον, δέον θαυμάσαι τὸ γεγενημένον, οἱ δὲ    (50)
 

 156.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 808
γρ. 21
 βλέπουσιν, ὅθεν δὲ ἔστι λαβὴν εὑρεῖν μόνον. Οὕτω
καὶ οὗτοι, τοῦ θεραπευθέντος ἀμφότερα ὁμολογήσαν-
τος, καὶ ὅτι ἐθεράπευσε, καὶ ὅτι ἐκέλευσεν ἆραι τὴν   (20)
Κλίνην, τὸ μὲν ἀπέκρυψαν, τὸ δὲ εἶπον· ἀπέκρυψαν
μὲν τὸ θαῦμα, προβάλλονται δὲ τὴν τοῦ σαββάτου
παράλυσιν, Οὐ γὰρ εἶπον· Ποῦ ἔστιν ὁ ποιήσας σε
46

ὑγιῆ; ἀλλὰ σιγήσαντες ἐκεῖνο, εἶπον, Ποῦ ἔστιν ὁ


 

 168.Ιωάννης Χρυσόστομος De Lazaro (homiliae 1-7) (Μ. Χ. 4-


5) Τόμ. 48 σελ. 973 γρ. 54
 γυρᾶς ὦμεν κατακείμενοι, οὐ μόνον οὐδεμίαν ἡδονὴν
καρπωσόμεθα, ἀλλὰ καὶ ἀθυμίαν ὑπομενοῦμεν. Ὅταν
γὰρ ἐννοήσῃς, ὅτι ἐν κρυμῷ ἐσχάτῳ, ἐν νυκτὶ μέσῃ,
σοῦ καθεύδοντος ἐπὶ Κλίνης, ὁ πένης ἐπὶ στιβάδος ἔῤ-
ῥιπται ἐν τοῖς τῶν βαλανείων προπυλαίοις, καλάμην   (55)
περιβεβλημένος, τρέμων, πηγνύμενος τῷ κρύει,
ἀγχόμενος τῷ λιμῷ· κἂν ἁπάντων μᾶλλον λίθινος ᾖς,
 

 169.Ιωάννης Χρυσόστομος De Lazaro (homiliae 1-7) (Μ. Χ. 4-


5) Τόμ. 48 σελ. 974 γρ. 2
 ἀπολαύειν ἀφείς. Οὐδεὶς στρατευόμενος, φησὶν, ἐμ-    (60)
πλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις. Στρατιώτης εἶ
(974) πνευματικός· στρατιώτης δὲ τοιοῦτος οὐ καθεύδει
ἐπὶ Κλίνης ἐλεφαντίνης, ἀλλὰ ἐπὶ ἐδάφους· οὐ χρίεται
μύροις· τῶν γὰρ ἡταιρηκότων καὶ διεφθαρμένων ἡ
τοιαύτη σπουδὴ, τῶν ἐπὶ τῆς σκηνῆς, τῶν ἐν ἀμελείᾳ
ζώντων· σὲ δὲ οὐχὶ μύρων, ἀλλ’ ἀρετῆς ἀποπνεῖν    (5)
 
 186.Ιωάννης Χρυσόστομος In ascensionem domini nostri Jesu
Christi {2062.036} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 50 σελ. 450 γρ. 53

 τας ᾐνίξατο. Καὶ βουλόμενος δεῖξαι ὅτι καὶ ἀπὸ   (50)


πενήτων σώζονται καὶ ἀπόλλυνται, εἶπεν, ὅτι καὶ
τῶν ἐν τῷ μύλωνι μία παραλαμβάνεται, καὶ μία
ἀφίεται· καὶ τῶν ἐν τῇ κλίνῃ εἷς παραλαμβάνεται,
καὶ εἷς ἀφίεται· δηλῶν ὅτι οἱ μὲν ἁμαρτωλοὶ ἀφίεν-
ται ἐνταῦθα καὶ μένουσι τὴν τιμωρίαν· οἱ δὲ δίκαιοι   (55)
ἁρπάζονται εἰς τὰς νεφέλας. Καθάπερ γὰρ βασιλέως
 

 187.Ιωάννης Χρυσόστομος De sancta Pelagia virgine et martyre


{2062.043} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 50 σελ. 582 γρ. 19
 ναι τὸ σῶμα τὴν ψυχὴν, ὡς ἀρκούντως ἀγωνισαμένην
δεξάμενος, καὶ τὸ πᾶν πληρώσασαν. Οὐ γὰρ τῆς φύ-
σεως τοῦ πτώματος ὁ θάνατος ἦν, ἀλλὰ τῆς τοῦ Θεοῦ
47

προσταγῆς. Ἔκειτο δὴ τὸ σῶμα λοιπὸν οὐκ ἐπὶ Κλίνης,


ἀλλ’ ἐπὶ ἐδάφους· ἀλλ’ οὐκ ἦν ἄτιμον ἐπὶ ἐδάφους κεί-    (20)
μενον, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἔδαφος ἦν τίμιον, ἐπειδὴ σῶμα
τοσαύτῃ δόξῃ ἠμφιεσμένον ἐδέξατο. Δι’ αὐτὸ μὲν οὖν
 

 202.Ιωάννης Χρυσόστομος In illud: Salutate Priscillam et


Aquilam (sermones 1-2) {2062.069} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 51 σελ. 202
γρ. 54
 Ἡρώδου; πόσοι δυνάσται; τίς παρῆλθεν εἰς μέσον;
τίς ἐπετίμησε τῷ τυράννῳ; τίς ἤμυνεν ἀδικουμένοις
τοῖς τοῦ Θεοῦ νόμοις; Τῶν μὲν εὐπόρων οὐδείς· ὁ
δὲ πένης καὶ πτωχὸς, ὁ μὴ Κλίνην, μήτε τράπεζαν,
μήτε στέγην ἔχων, ὁ τῆς ἐρήμου πολίτης Ἰωάννης,    (55)
οὗτος μόνος καὶ πρῶτος μετὰ παῤῥησίας ἁπάσης
τὸν τύραννον ἤλεγχε, καὶ τοὺς μοιχαλίους ἐξεκά-
 

 203.Ιωάννης Χρυσόστομος In dictum Pauli: Nolo vos ignorare


{2062.073} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 51 σελ. 250 γρ. 10
 δυμάτων, καὶ ἐπὶ τῶν ὑποδημάτων, καὶ ἐπὶ τῶν ἄλ-
λων ἁπάντων, δι’ αὐτῶν τῶν ἔργων ἦν ἰδεῖν τὰ τῶν
ἀποστόλων παραγγέλματα ἐκτελούμενα. Οὐδὲ γὰρ
οἰκίαν εἶχον, οὐ τράπεζαν, οὐ Κλίνην, οὐχ ἱμάτιον   (10)
δεύτερον, οὐχ ὑποδήματα, τοῦ Θεοῦ οὕτως οἰκονομή-
σαντος. Ὅρα πόση τῆς Παλαιᾶς πρὸς τὴν Καινὴν
συγγένεια. Ὥσπερ γὰρ τοὺς ἀποστόλους ἐσχημάτιζεν
 

 204.Ιωάννης Χρυσόστομος Non esse desperandum {2062.083}


(Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 51 σελ. 370 γρ. 34

 σὶν, ὃς ἕξει φίλον, καὶ ἐλθὼν εἴπῃ αὐτῷ· Ἑταῖρε,


χρῆσόν μοι τρεῖς ἄρτους· κἀκεῖνος ἀποκριθεὶς
ἐρεῖ αὐτῷ· Ἡ θύρα κέκλεισται, τὰ παιδία ἐπὶ τῆς
Κλίνης ἐστί· μή μοι κόπους πάρεχε. Λέγω γὰρ
ὑμῖν, εἰ καὶ διὰ τὸ εἶναι φίλον αὐτοῦ μὴ δώσει    (35)
αὐτῷ, διὰ δὲ τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ δώσει αὐτῷ
ὅσων ἂν χρῄζῃ.
  
48

 226.Ιωάννης Χρυσόστομος Comparatio regis et monachi [Dub.]


{2062.116} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 47 σελ. 389 γρ. 48
 ὀρνίθων, ἀγγέλοις συμβιοτεύοντα, Θεῷ συλλαλοῦντα, τῶν    (45)
οὐρανίων ἀγαθῶν ἀπολαύοντα· τὸν δὲ πολλοῖς ἔθνεσιν
ἐφεστηκότα καὶ δήμοις καὶ στρατοπέδοις, καὶ πολλῆς μὲν
γῆς, πολλῆς δὲ ἄρχοντα θαλάττης, ἐπὶ τῆς Κλίνης ἀνατε-
ταμένον καὶ ῥέγχοντα. Καὶ ἐκεῖνος μὲν γὰρ τοσούτοις
τρέφεται σιτίοις, ὅσα οὐκ ἂν ἀπαιτήσειε τὸν μοναχὸν   (50)
ὕπνον βαθύν· τὸν δὲ ἡ τρυφὴ κατακοιμίζει καὶ ὁ πότος
 

 227.Ιωάννης Χρυσόστομος Comparatio regis et monachi [Dub.]


{2062.116} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 47 σελ. 389 γρ. 52

 ταμένον καὶ ῥέγχοντα. Καὶ ἐκεῖνος μὲν γὰρ τοσούτοις


τρέφεται σιτίοις, ὅσα οὐκ ἂν ἀπαιτήσειε τὸν μοναχὸν   (50)
ὕπνον βαθύν· τὸν δὲ ἡ τρυφὴ κατακοιμίζει καὶ ὁ πότος
μέχρις ἡμέρας αὐτῆς ἐν τῇ κλίνῃ κατέχων. Ἔστι τοίνυν
τῷ μὲν μοναχῷ καὶ ἀμπεχόνη καὶ τράπεζα μετρία, καὶ σύσ-
σιτοι τῆς αὐτῆς ἀρετῆς ἀθληταί· τὸν βασιλέα δὲ λίθοις τε
(390) ἀνάγκη καὶ χρυσῷ καλλωπίζεσθαι, τράπεζάν τε παρατί-
  

 250.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 57 σελ. 181 γρ. 26
 ὅτι οὐδενὸς ἡμῖν τῶν ἔξωθεν δεῖ, ἐὰν ἀρετὴν ἀσκήσω-
μεν. Διὰ τοῦτο οὐδὲ οἰκίαν ἐκλέγεται· Ὁ γὰρ
Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, φησὶν, οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κε-    (25)
φαλὴν κλίνῃ· καὶ Ἡρώδου ἐπιβουλεύοντος φεύγει,
καὶ ἐν φάτνῃ τεχθεὶς ἀνακλίνεται, καὶ ἐν καταλύ-
ματι μένει, καὶ μητέρα εὐτελῆ λαμβάνει· διδάσκων
ἡμᾶς μηδὲν τῶν τοιούτων αἰσχρὸν εἶναι νομίζειν,
 

 251.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 57 σελ. 188 γρ. 35
 ἄρτον ἔφαγεν, ἀλλ’ ἦν ἐσχεδιασμένη αὐτῷ ἡ τράπεζα,
καὶ εὐκολωτέρα τῆς τραπέζης ἡ περιβολὴ, καὶ
ἀπραγμονεστέρα τῆς περιβολῆς ἡ οἴκησις. Οὔτε γὰρ
στέγης, οὔτε Κλίνης, οὐ τραπέζης, οὔτε ἄλλου   (35)
τινὸς τούτων ἐδεήθη, ἀλλ’ ἀγγελικόν τινα βίον ἐν τῇ
σαρκὶ ταύτῃ ἐπεδείκνυτο. Διὰ τοῦτο καὶ τρίχινον
49

ἱμάτιον αὐτῷ ἦν, ἵνα διὰ τοῦ σχήματος παιδεύσῃ


 

 271.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 58 σελ. 750 γρ. 26
   δʹ. Ἀλλ’ ὢ τῶν ἀνοήτων ἀνθρώπων, οἳ καὶ καταρῶν-
ται τοῖς πένησι, καί φασι καταισχύνεσθαι καὶ οἰκίας
καὶ βίον ὑπὸ πενίας· πάντα φύροντες! Τί γάρ   (25)
ἐστιν αἰσχύνη οἰκίας; εἰπέ μοι. Οὐκ ἔχει Κλίνην ἐξ
ἐλέφαντος, οὐδὲ ἀργυρᾶ σκεύη, ἀλλ’ ἐξ ὀστρά-
κου πάντα καὶ ξύλων. Τοῦτο μὲν οὖν μεγίστη
δόξα οἰκίας καὶ περιφάνεια. Τὸ γὰρ τῶν βιωτικῶν
 

 272.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 58 σελ. 751 γρ. 4
 (751) Οὕτω καὶ ὁ Κορνήλιος ἐκόσμει τὴν οἰκίαν εὐχαῖς καὶ
ἐλεημοσύναις· διὸ καὶ μέχρι σήμερον ὑπὲρ αὐτὰ λάμπει
τὰ βασίλεια. Καὶ γὰρ οἰκίας εὐτέλεια, οὐ σκεύη κείμενα
ἁπλῶς, οὐδὲ Κλίνη ἠμελημένη, οὐδὲ τοῖχοι καπνοῦ γέ-
μοντες, ἀλλ’ ἡ τῶν ἐνοικούντων κακία. Καὶ δείκνυσιν ὁ    (5)
Χριστός· εἰς μὲν γὰρ τὴν τοιαύτην, ἂν ᾖ ἐνάρετος ὁ
κατοικῶν, οὐκ ἐπαισχύνεται εἰσελθεῖν· εἰς δὲ ἐκείνην,
 

 273.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 95 γρ. 44
 ἔλεγεν· Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι· καὶ πάλιν· Ἵνα
δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας, λέγει τῷ παρα-
λυτικῷ· Ἐγερθεὶς ἆρον τὴν Κλίνην σου, καὶ ὕπ-
αγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Ὁρᾷς πῶς ἡ χάρις γίνεται δι’    (45)
αὐτοῦ; Σκόπει δὲ καὶ τὴν ἀλήθειαν. Τὴν μὲν οὖν χά-
ριν, καὶ ταῦτα καὶ τὰ κατὰ τὸν λῃστὴν, καὶ ἡ τοῦ
 

 292.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ad Romanos (homiliae


1-32) {2062.155} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 492 γρ. 20
 τὴν σήν. Ἀλλ’ αἱ μὲν κλῖναι ἀργύρῳ πάντοθέν εἰσι περι-
βεβλημέναι, τὰ δὲ σώματα τῶν ἁγίων καὶ τῆς ἀναγκαίας
ἀπεστέρηται σκέπης· καὶ πάντων σοι γέγονεν ἀτιμότε-
50

ρος ὁ Χριστὸς, καὶ οἰκετῶν καὶ ἡμιόνων καὶ Κλίνης καὶ    (20)
θρόνου καὶ ὑποποδίου. Τὰ γὰρ ἔτι τούτων ἀτιμότερα
σκεύη παρίημι καταλιμπάνων ὑμῖν εἰδέναι. Εἰ δὲ φρίτ-
τεις ταῦτα ἀκούων, ἀπόστηθι πράσσων, καὶ οὐδέν σε
 

 308.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ad Ephesios (homiliae


1-24) {2062.159} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 62 σελ. 90 γρ. 30
 κύνησιν· εἰς διακονίαν, εἰς ὑπηρεσίαν, εἰς τὸ δου-
λεύειν ἐμοὶ, οὐκ εἰς τὸ κρατεῖν ἐμοῦ· ἐκεῖνο δι’ ἐμὲ
γέγονεν, οὐκ ἐγὼ δι’ αὐτό. Εἰ προσκυνεῖς τὸ πῦρ, τί
αὐτὸς μὲν ἐπὶ τῆς Κλίνης κατάκεισαι, μαγείρῳ δὲ   (30)
κελεύεις παρεστάναι σου τῷ θεῷ; Αὐτὸς ἀνάδεξαι τὴν
μαγειρικὴν, καὶ ἀρτοκόπος γενοῦ, εἰ βούλει, καὶ χαλ-
κεύς.
 

 309.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ad Ephesios (homiliae


1-24) {2062.159} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 62 σελ. 98 γρ. 59
 ἀδίκει. Οὐ δύνασαι νηστεῦσαι; κἂν μὴ εἰς τρυφὴν
σεαυτὸν ἐξαγάγῃς. Οὐ δύνασαι ἐπὶ στιβάδος κατακλι-
θῆναι; μή μοι κλίνας ἀργυρενδέτους κατασκεύαζε,
ἀλλὰ κέχρησο κλίνῃ καὶ στρώμασι μὴ πρὸς ἐπίδειξιν
πεποιημένοις, ἀλλὰ πρὸς ἀνάπαυσιν, μηδὲ ἐλεφαντί-   (60)
νας κλίνας· σύστειλον σαυτόν. Τί μυρίων ἀγωγίμων
πληροῖς τὴν ὁλκάδα; Ἂν ᾖς εὐσταλὴς, οὐδὲν δείσεις,
 

 310.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ad Philippenses


(homiliae 1-15) {2062.160} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 62 σελ. 195 γρ. 13
 δυσφοροῦντας δακρύομεν, οὐχ ὅτι κακόν τι ἔχουσιν,    (10)
ἀλλ’ ὅτι μὴ ἔχοντες, ἔχειν νομίζουσιν. Εἰπὲ γάρ μοι,
εἴ τις πυρετοῦ ἀπηλλαγμένος, ἀλύει καὶ περιστρέ-
φεται, ὑγιαίνων ἐπὶ τῆς Κλίνης κείμενος, ἆρα τῶν
πυρεττόντων μᾶλλον οὐχὶ δακρύων ἄξιος ὁ τοιοῦτος,
οὐκ ἐπειδὴ πυρέττει, οὐδὲ γὰρ πυρέττει, ἀλλ’ ἐπειδὴ   (15)
μηδὲν ἔχων δεινὸν, ἔχειν τι νομίζει; Καὶ σὺ δακρύων
 

 331.Ιωάννης Χρυσόστομος In illud: Pater meus usque modo


operatur {2062.178} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 63 σελ. 514 γρ. 46
51

 βάτῳ ἔργα ἐποίει· Διὰ τοῦτο, φησὶν, ἐδίωκον αὐτὸν


οἱ Ἰουδαῖοι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ. Ποῖα δὴ
ταῦτα; Ὅτι τὸν παραλυτικὸν ἔσφιγξε, καὶ ἐκέλευσε    (45)
αὐτῷ τὴν Κλίνην λαβεῖν καὶ ἀπελθεῖν εἰς τὸν οἶκον. Διὸ
καὶ ἐρωτῶντες αὐτὸν ἔλεγον, τίς εἴη ὁ ἐπιτάξας αὐτῷ
ταῦτα ποιεῖν ἐν σαββάτῳ· ὁ δὲ ἔφη, Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ,
ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἆρον τὴν Κλίνην σου καὶ ὕπαγε...
 

 332.Ιωάννης Χρυσόστομος In illud: Pater meus usque modo


operatur {2062.178} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 63 σελ. 514 γρ. 49

 αὐτῷ τὴν Κλίνην λαβεῖν καὶ ἀπελθεῖν εἰς τὸν οἶκον. Διὸ
καὶ ἐρωτῶντες αὐτὸν ἔλεγον, τίς εἴη ὁ ἐπιτάξας αὐτῷ
ταῦτα ποιεῖν ἐν σαββάτῳ· ὁ δὲ ἔφη, Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ,
ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἆρον τὴν Κλίνην σου καὶ ὕπαγε
εἰς τὸν οἶκόν σου. Πρὸς ταῦτα δυσχεραίνοντες, ἐδίωκον    (50)
αὐτὸν, ὅτι ταῦτα ἐπέταξεν ἐν σαββάτῳ, ὅπερ ἐδόκει νό-
μου παράβασις καὶ λύσις.
  

 349.Ιωάννης Χρυσόστομος In natalem Christi diem [Dub.]


{2062.214} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 56 σελ. 392 γρ. 27

 λοχὸν παρθένου τῶν χρειῶν ἔρημον, ὅλα πτωχείας


ἐχόμενα, ὅλα πενίας γέμοντα. Εἶδες πλοῦτον ἐν πενίᾳ   (25)
πολλῇ; πῶς πλούσιος ὢν δι’ ἡμᾶς ἐπτώχευσε; πῶς
οὔτε Κλίνην, οὔτε στρωμνὴν εἶχεν, ἀλλ’ ἐπὶ ξηρᾶς
ἔῤῥιπτο φάτνης; Ὦ πενία πλούτου πηγή! ὦ πλοῦτε
ἄμετρε, πενίας πρόσχημα φέρων! Ἐν φάτνῃ κεῖται,
καὶ τὴν οἰκουμένην σαλεύει· ἐν σπαργάνοις ἐμπλέ-    (30)
  

 378.Ιωάννης Χρυσόστομος Eclogae i-xlviii ex diversis homiliis


[Sp.] {2062.338} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 63 σελ. 742 γρ. 35
 ὑπὲρ ἁμαρτημάτων ὧν ἐσμεν ὑπεύθυνοι. Βούλεσθε
μαθεῖν ὅσον κατόρθωμα τὸ τῶν οἰκείων μεμνῆσθαι
ἁμαρτημάτων; ἐπὶ τῆς τῶν χρημάτων δαπάνης εὐ-
θέως ἀναστάντες ἀπὸ τῆς Κλίνης, πρὶν εἰς ἀγορὰν   (35)
ἐμβαλεῖν, ἢ μεταχειρίσαι τι τῶν ἰδιωτικῶν ἢ δημο-
σίων πραγμάτων, τὸν οἰκέτην καλέσαντες ἀπαιτοῦμεν
τὸν λόγον τῶν δαπανηθέντων, ἵνα ἴδωμεν, τί μὲν κα-
 
52

 391.Ιωάννης Χρυσόστομος Ad eos qui magni aestimant opes


[Sp.] {2062.364} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 64 σελ. 457 γρ. 10

 ὠθοῦντα πρὸς ἔξοδον, τρέπει μὲν στένων τὴν κεφα-


λὴν ἐφ’ ἑκάτερα, περιφέρει δὲ τὸ βλέμμα σὺν δάκρυ-
σιν. Οὐδαμόθεν δὲ τῆς βίας βοήθεια· οὐκ οἰκέται, τὴν
Κλίνην περιεστῶτες, ἑλκόμενον σώζουσιν, οὐ τὰ τῶν    (10)
φίλων κολακεύει τὸν θάνατον δάκρυα, οὐ χρυσὸς τὴν
πρὸς τὸν κριτὴν κωλύει παράστασιν. Ἀδωροδόκητος
γὰρ ὁ θάνατος δήμιος, καὶ δεξιὰν οὐκ ἔχων τῷ χρυσῷ
 

 392. Θεοδώρετος Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80 σελ. 572 γρ. 35
 τοῦ δόρατος ῥύμην εἰς οἰκίαν ἀνεχώρησεν· γνοῦσα
δὲ τοῦ πατρὸς ἡ Μελχὼλ τὰς ἐπιβουλὰς, τούτῳ μὲν
συνεβούλευσεν ἀποδράσαι· καὶ δὴ καὶ καθῆκεν αὐ-
τὸν διὰ τῆς φωταγωγοῦ· αὐτοῦ δὲ τὴν Κλίνην εἰς   (35)
ἀῤῥωστοῦντος ἐσχημάτισε τύπον, ἱματίων μὲν
πλῆθος ἐπιβαλοῦσα, στρογγύλωμα δὲ τριχῶν ὑπο-
θεῖσα τοῖς ἱματίοις, ὥστε μιμεῖσθαι τὴν κεφαλήν.
 

 393. Θεοδώρετος Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80 σελ. 600 γρ. 27
 βουέ;

  Δηλοῖ καὶ τοῦτο τὴν τῆς ὀδύνης ὑπερβολήν. Καθ-   (25)


άπερ γὰρ οἱ μόριόν τι τοῦ σώματος κακῶς διακεί-
μενοι, ἢ τοῖς τοίχοις, ἢ τῇ κλίνῃ προσαράσσουσι τὰς
χεῖρας, διὰ τὰς τῆς ἀλγηδόνος ἀκίδας· οὕτως ὁ θεῖος
ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὑπὸ τῆς πολλῆς ἀθυμίας φλεγό-
μενος, τοῖς ἀψύχοις ὄρεσιν ἐπηράσατο.   (30)
 

 394. Θεοδώρετος Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80 σελ. 753 γρ. 46
 δέδωκε τὴν ὑπόσχεσιν ὑπερβαίνουσαν τῆς φύσεως
τὴν ἀσθένειαν. Τῇ πείρᾳ μέντοι μαθοῦσα τοῦ προ-
φήτου τὴν δύναμιν, καὶ τελευτῆσαν τὸ παιδίον ἤλπι-    (45)
σεν ἀναστήσεσθαι. Ἐν τῇ κλίνῃ γὰρ τοῦτο τοῦ προ-
φήτου νεκρὸν κατακλίνασα, καὶ τὴν θύραν ἀποκλεί-
53

σασα, βαδίζουσα πρὸς τὸν προφήτην ἀφίκετο,


(756) οὐδὲ τῷ ἀνδρὶ τὴν αἰτίαν τῆς ἀποδημίας μηνύσασα.
 

 395. Θεοδώρετος Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80 σελ. 844 γρ. 24
 ὡς ὁ ἱστοριογράφος ἔφη· «Καὶ μετὰ Ἰωὰς ἐποίησε
κρίματα, καὶ ἐπέθεντο τῷ Ἰωὰς οἱ παῖδες αὐτοῦ
ἐν αἵμασιν υἱῶν Ἰωδαὲ τοῦ ἱερέως, καὶ ἐθανάτωσαν
αὐτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐτοῦ, καὶ ἀπέθανε, καὶ ἔθαψαν
αὐτὸν ἐν πόλει Δαβὶδ, καὶ οὐκ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν τῷ    (25)
τάφῳ τῶν βασιλέων.» Ἀληθὴς ἄρα ὁ λόγος ὁ
πρὸς τὸν Νῶε ῥηθεὶς, «Ὁ ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου,
 

 396. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 905 γρ. 8
 Θεοῦ τὴν ἀγαθότητα, τὰ δὲ παρ’ ἡμῶν μὴ προστεθῇ,   (5)
οὐδὲν ὄφελος ἡμῖν.
  ζʹ. «Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ’
ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν
Στρωμνήν μου βρέξω.» Οἶδα μὲν μεγάλα καὶ χαλε-
πὰ πλημμελήσας, ἀλλ’ ὅμως δακρύων διηνεκῶς    (10)
διατελῶ, καὶ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ τετολμημένα θρηνῶν.
 

 397. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 905 γρ. 13
 πὰ πλημμελήσας, ἀλλ’ ὅμως δακρύων διηνεκῶς    (10)
διατελῶ, καὶ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ τετολμημένα θρηνῶν.
Καὶ μέντοι καὶ τὴν μιανθεῖσαν ὑπὸ τῆς παρανομίας
Κλίνην ἀεὶ δάκρυσιν ἀπολούσω, ἐκκαθῆραι ταύτην
διὰ τούτων πειρώμενος· κἂν τύχω δὲ τῆς ἀφέσεως,
οὐ παύσομαι τοῦτο ποιῶν. Τοῦτο γὰρ σημαίνει,   (15)
«Λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, καὶ
 

 398. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 905 γρ. 16
 Κλίνην ἀεὶ δάκρυσιν ἀπολούσω, ἐκκαθῆραι ταύτην
διὰ τούτων πειρώμενος· κἂν τύχω δὲ τῆς ἀφέσεως,
οὐ παύσομαι τοῦτο ποιῶν. Τοῦτο γὰρ σημαίνει,   (15)
«Λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, καὶ
54

βρέξω.»
  ηʹ. «Ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου.»
Αὐτό μου τὸ ὀπτικὸν τῆς διανοίας τετάρακται διὰ τὴν
 

 399. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1161 γρ. 43
 γμὸν ἡγήσατο εἶναι ἶσα Θεῷ· ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσεν    (40)
μορφὴν δούλου λαβών.» Καὶ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων
δεσπόζων, οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, καὶ
γεννηθεὶς ἐκ Παρθένου, διὰ σπάνιν Κλίνης ἐπὶ
φάτνης ἐτέθη. Μακαρίζει τοίνυν ὁ προφητικὸς λό-  
γος τὸν ταύτην συνιέναι τὴν πτωχείαν δυνάμενον,    (45)
καὶ εἰς δύναμιν ἀνυμνῆσαι προθυμούμενον τὸν ταύτην
 

 400. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1164 γρ. 18
 Καὶ ἐπειδὴ τὸν φθαρτὸν ἔχοντα σῶμα εἰκὸς καὶ   (15)
νόσῳ περιπεσεῖν, ὑπισχνεῖται καὶ τὴν ταύτης
ἀπαλλαγήν.
  δʹ. «Κύριος βοηθήσει αὐτῷ ἐπὶ Κλίνης ὀδύνης
αὐτοῦ· ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ
ἀῤῥωστίᾳ αὐτοῦ.» Πάσης αὐτὸν, φησὶν, ἀπαλλά-    (20)
ξει τῆς ἀῤῥωστίας, καὶ εἰς ὑγίειαν τὴν νόσον
 

 401. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1304 γρ. 18
 ποιεῖ τῷ ὁμοζύγῳ, καὶ διά τινος αὐτὸν ἀποδρά-    (15)
ναι παρασκευάζει φωταγωγοῦ. Τὰ κενοτάφια δὲ
λαβοῦσα (οὕτω γὰρ ἡ ἱστορία διδάσκει) σχηματίζει
τὴν Κλίνην, καὶ ἀῤῥωστοῦντος εἰκόνα διὰ τῶν ἱμα-
τίων διατυποῖ· καὶ δείκνυσι πόῤῥωθεν τοῖς φρου-
ρῆσαι προστεταγμένοις, ὑπό τινος τὸν Δαβὶδ ἐν-   (20)
οχλεῖσθαι νοσήματος λέγουσα. Ταῦτα μὲν νύκτωρ ἐγέ-
 

 402. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1760 γρ. 47
 ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν·» νῦν δέ· «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς
ἔχουσι, καὶ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· ὁ δὲ    (45)
υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν
55

κλίνῃ.»
  ιηʹ. «Καὶ ἠγάπησε κατάραν, καὶ ἥξει αὐτῷ, καὶ
οὐκ ἠθέλησεν εὐλογίαν, καὶ μακρυνθήσεται ἀπ’ αὐ-
(1761) τοῦ.» Ἐνταῦθα σαφῶς τὸ εὐκτικὸν μεταβέβληκε
 

 403. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1868 γρ. 2
 κατὰ τὸν τοῦ γλυκέως ὕπνου καιρὸν, ἀλλὰ καὶ παρὰ
τὸν ὄρθρον, τῶν θείων νόμων ἐπεποίητο μελέτην.
(1868) Ἡμεῖς δὲ πενίᾳ συζῶντες, καὶ πάσης φροντίδος
ἀπηλλαγμένοι, ἐπὶ τῆς Κλίνης διανυκτερεύομεν κα-
λινδούμενοι, καὶ οὐδὲ ἀρχομένης ἡμέρας τῷ δο-
τῆρι τῶν ἀγαθῶν τὸν ὕμνον προσφέρομεν.
  ρμθʹ. «Τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ    (5)
 

 404. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1904 γρ. 38
 τὴν τοῦ φρονήματος αὐτοῦ μετριότητα.   (35)
  βʹ—εʹ. «Ὡς ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ
Ἰακώβ. Εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ
ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου. Εἰ δώσω
ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, καὶ τοῖς βλεφάροις μου  
νυσταγμόν. Καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου ἕως   (40)
οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.»
 

 405. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1925 γρ. 8
 διαφερόντως ἐμνήσθη, ἀλλὰ τὸν λαὸν τῆς θεοσδότου    (5)
νίκης ἀναμιμνήσκων· ἐπὶ ῥώμῃ γὰρ οὗτοι, καὶ δυ-
ναστείᾳ, καὶ μεγέθει σώματος ἐσεμνύνοντο. Ὁ δὲ
Ὢγ καὶ κλίνῃ ἐκέχρητο σιδηρᾷ, διὰ τὸ τοῦ σώματος
μέγεθος ἐννέα μὲν πήχεις τὸ μῆκος, πέντε δὲ τὸ εὖ-  
ρος ἐχούσῃ.     (10)
  καʹ, κβʹ. «Καὶ δόντι τὴν γῆν κληρονομίαν, ὅτι
 

 406. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1993 γρ. 23
 σονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὑτῶν.» Καὶ οἱ τὸ δίκαιον    (20)
τιμῶντες, ἐν εὐκλείᾳ γενήσονται, πολλῆς ἀπολαύον-
56

τες ἀναπαύλης. Κοίτην γὰρ τὴν ἀνάπαυλαν ἐκά-


λεσεν· ἀναπαύλης γὰρ ἡ Κλίνη σημαντική.
  ζʹ. «Αἱ ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν.»
Διηνεκῶς δὲ τὰς θείας εὐεργεσίας κηρύττουσι, τὸν    (25)
τούτων αἴτιον ἀνυμνοῦντες.
 

 407. Θεοδώρετος Explanatio in Canticum canticorum (Μ. Χ. 4-


5) Τόμ. 81 σελ. 84 γρ. 41
 ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ.»
Ἀποκρίνεται πάλιν ἡ νύμφη, καί φησιν·
  ιεʹ, ιϛʹ. Ἰδοὺ εἶ καλὸς, ἀδελφιδοῦς μου, καί γε   (40)
ὡραῖος πρὸς Κλίνην ἡμῶν σύσκιον. Δοκοὶ
οἴκων ἡμῶν κέδροι, φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.
Μέχρι μὲν οὖν τοῦ παρόντος τὴν εὐοσμίαν αὐτοῦ
διετέλει θαυμάζουσα· νῦν δὲ αὐτοῦ καὶ τὴν ὥραν
 

 408. Θεοδώρετος Explanatio in Canticum canticorum (Μ. Χ. 4-


5) Τόμ. 81 σελ. 84 γρ. 48
 ἐκπλήττεται, φωτισθεῖσα τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ πνευ-   (45)
ματικοὺς αὐτοὺς κτησαμένη, ὡς καὶ περιστερᾶς ὀνο-
μασθῆναι· διό φησιν, ὅτι «Καλὸς καὶ ὡραῖος ὁ ἀδελ-
φιδοῦς μου.» Κλίνην δὲ, ὡς οἶμαι, τὴν θείαν καλεῖ
Γραφήν· ἐν ᾗ ὅ τε νυμφίος καὶ ἡ νύμφη διανα-
παυομένη κοινωνοῦσιν ἀλλήλοις κατὰ τὴν πνευμα-   (50)
τικὴν κοινωνίαν. Καὶ ὁ μὲν δίδωσι τοῦ λόγου τὰ
 

 427.Κύριλλος Αλεξανδρινός . De adoratione et cultu in spiritu et


veritate {4090.096} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 68 σελ. 884 γρ. 52
 προσέτι τοῖς ἐξ Ἰσραὴλ πάντη τε καὶ πάντως ἔσε-
σθαι περιφανεῖς, καὶ ἀπόβλεπτον ἔφη λαχεῖν τὴν   (50)
δόξαν. «Οὐδεὶς γὰρ λύχνον ἅψας, εἰς τὸ κρυπτὸν
τίθησιν, ἀλλ’ οὐδὲ ὑπὸ Κλίνην,» φησὶν, «ἤγουν ὑπὸ μό-
διον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ἵνα πάντες οἱ εἰσπορευό-
μενοι, τὸ φῶς βλέπωσιν·» ἀληθὲς γὰρ ὅτι εἰρημένον,
τὸ ἐν δόξῃ φημὶ τῇ περιφανεῖ καὶ τεθαυμασμένῃ,    (55)
 

 428.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Glaphyra in Pentateuchum


{4090.097} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 69 σελ. 328 γρ. 3
57

 νασσῆ καὶ τὸν Ἐφραῒμ, ἦλθε πρὸς Ἰακώβ. Ἀπηγ-      (55)


(328) γέλη δὲ τῷ Ἰακὼβ, λέγοντες· Ἰδοὺ ὁ υἱός σου Ἰωσὴφ
ἔρχεται πρὸς σέ· καὶ ἐνισχύσας Ἰσραὴλ ἐκάθισεν
ἐπὶ τὴν Κλίνην. Καὶ εἶπεν Ἰακὼβ τῷ Ἰωσήφ· Ὁ Θεός
μου ὤφθη μοι ἐν Λουζᾷ ἐν γῇ Χαναὰν, καὶ εὐλόγησέ
με, καὶ εἶπέ μοι· Ἰδοὺ ἐγὼ αὐξήσω σε καὶ πληθυνῶ    (5)
σε, καὶ ποιήσω σε εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν, καὶ δώσω
 

 429.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Expositio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5)


Τόμ. 69 σελ. 745 γρ. 41
 [Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου.
  Τὸ Ἐκοπίασα φησὶν ἀντὶ τοῦ Κοπιάσω. Ἔσται δὲ
τοῦτο σαφὲς διά γε τῶν ἐφεξῆς κειμένων. Οὐ γὰρ   (40)
Ἔλουσα τὴν Κλίνην μου, φησὶν, ἀλλ’ οὐδὲ Ἔβρεξα
τὴν Στρωμνήν μου, ἀλλ’ ἐπ’ ἀμφοῖν τὸ Λούσω, καὶ
Βρέξω φησίν. Ὑπισχνεῖται γὰρ ἔσεσθαί τις φιλο-
πονώτατος, καὶ τὸν ἀνειμένον καὶ ἄφετον οὐκ ἀγα-
 

 430.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Expositio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5)


Τόμ. 69 σελ. 800 γρ. 39
 Μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον.
  (C f. 23 b) Ὕπνον τὴν ῥᾳθυμίαν ὠνόμασεν, ἐν
ᾗ ταῖς τοῦ βίου φαντασίαις ῥεμβόμεθα, ἀργοὶ δὲ
ἐπὶ Κλίνης τῆς ἡδονῆς ἀναπεσόντες κείμεθα. Ὥστε
τοίνυν μὴ τῷ ὕπνῳ τῆς ῥᾳθυμίας τὸν χαλεπὸν ἀκο-   (40)
λουθῆσαι θάνατον, φωτισθῆναι τοὺς ὀφθαλμοὺς, τουτ-
έστι τὰ τῆς ψυχῆς αἰσθήσεις, προσεύχεται, ἵνα
 

 431.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Expositio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5)


Τόμ. 69 σελ. 1221 γρ. 19
   (B f. 275 b, H f. 598) Τὸ σκήνωμα παρὰ τῇ θεο-
πνεύστῳ Γραφῇ οὐ πάντως τὸ σῶμα δηλοῖ, ἀλλ’ ἢ
πόλιν, ἢ χώραν, ἢ οἶκον. Πιστώσεται δὲ τοῦτο λέ-
γων ὁ μακάριος Δαβίδ· «Εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης
στρωμνῆς μου· εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου,   (20)
καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν, καὶ ἀνάπαυσιν
τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ,
 
58

 432.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarius in Isaiam prophetam


{4090.103} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 70 σελ. 680 γρ. 38
 οὐδὲν ἡγεῖσθαι τοὺς ἐπ’ αὐτοῦ δὴ τούτῳ καὶ ἱδρῶτας   (35)
καὶ πόνους οὕτως ἐζήτει τὸ Χριστοῦ μυστήριον ἀνα-
μαθεῖν. Καὶ ὁ θεσπέσιος Δαβὶδ ψάλλων τε καὶ λέγων·
«Εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου, εἰ δώσω
ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, καὶ τοῖς βλεφάροις μου
νυσταγμὸν, καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου ἕως   (40)
οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.
 

 433.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


{4090.108} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 552 γρ. 15
 ἑνωθέντος αὐτῷ ἁγίου σώματος, εἰργάζετο τὰς θεο-
σημείας· προσκυνεῖται δὲ καὶ παρὰ τῆς κτίσεως ὡς
Θεός. Καὶ γοῦν εἰσῆλθε μὲν εἰς τὴν οἰκίαν Πέτρου,
ἐπειδὴ γύναιον ἐπὶ Κλίνης ἔῤῥιπτο, λάβρῳ πυρετῷ    (15)
δαπανώμενον· καίτοι δυνάμενος εἰπεῖν ὡς Θεός·
Ἀπόθου τὴν νόσον, ἀνάστηθι, τοῦτο μὲν οὐ πεποίη-
κεν· ἐνεργὸν δὲ πρὸς θεραπείαν ἀποφαίνων τὴν ἑαυ-
 

 434.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


{4090.108} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 564 γρ. 43
 τὸ δύνασθαι ποιεῖν ἰάσεις, ποτὲ δὲ οὔ. Ἰησοῦς δὲ,   (40)
ὡς Θεὸς, καὶ δύναμις ὢν τοῦ Πατρὸς, ἀεὶ πάντας
ἐθεράπευσεν.
  Καὶ ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ Κλίνης ἄνθρω-
πον ὃς ἦν παραλελυμένος, κ.τ.λ.
  (D f. 19) Εἶτα οὐκ εὐαριθμήτου πλήθους τῶν    (45)
Γραμματέων, φησὶν, καὶ Φαρισαίων συνειλεγμένου,
 

 435.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


{4090.108} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 564 γρ. 47
 πον ὃς ἦν παραλελυμένος, κ.τ.λ.
  (D f. 19) Εἶτα οὐκ εὐαριθμήτου πλήθους τῶν    (45)
Γραμματέων, φησὶν, καὶ Φαρισαίων συνειλεγμένου,
ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ Κλίνης ἄνθρωπον, ὃς ἦν
παράλυτος· καὶ μὴ δυνηθέντες διὰ τῆς θύρας εἰσελ-
θεῖν, ἀνεκόμισαν ἐπὶ τὸ δῶμα, ὡς ξένῳ καὶ καινῷ
ἐπιχειρῆσαι πράγματι· ἀνασπάσαντες γὰρ τὸν κέρα-   (50)
 
59

 436.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


{4090.108} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 565 γρ. 7
 δι’ ἄλλων πίστιν θεραπεύεσθαι· ἢ καὶ αὐτὸν τὸν
παράλυτον πιστεύσαντα ἰάσατο. Εἴποι δ’ ἄν τις ὕπ-     (5)
αιθρον εἶναι τὸν τόπον, εἰς ὃν διὰ τῶν κεράμων κατ-
εβίβασαν τὴν Κλίνην τοῦ παραλύτου, μηδὲν παντελῶς
τῆς στέγης ἀνατρέψαντες. Εἰπὼν δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ
Σωτήρ· «Ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου,»
κοινῶς τῇ ἀνθρωπότητι τοῦτο λέγει· ἔμελλον γὰρ οἱ   (10)
 

 437.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


{4090.108} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 565 γρ. 25
 λεγμένης, γένεσθαί τι τῶν ὅτι μάλιστα θεοπρεπε-  
στάτων εἰς ὄνησιν αὐτῶν, μικρὰ γὰρ ἐφρόνουν περὶ
αὐτοῦ, ᾠκονομήθη τι πάλιν τῶν τεθαυμασμένων·
ἔῤῥιπτο μὲν γὰρ ἐπὶ Κλίνης παράλυτος ἀνὴρ, ἀνιάτῳ   (25)
νόσῳ κεκρατημένος· ἐπειδὴ ἀσθενοῦσα πρὸς τὸ
συμβὰν ἡ τῶν ἰατρῶν ἠλέγχετο τέχνη, πρὸς τὸν
ἄνωθεν καὶ ἐξ οὐρανῶν ἰατρὸν παρὰ τῶν οἰκείων
 

 438.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


{4090.108} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 664 γρ. 3
 ὀνειδίζων μᾶλλον, ἀλλ’ ἐπανορθῶν· διὰ τοῦτό φησιν·    (25)
(664) «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ
οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ
ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.» Καὶ ἡ μὲν ἁπλουστέ-
ρα διάνοια αὕτη. Ἔοικε δὲ κατὰ τὴν βαθυτέραν ἔν-
νοιαν ἀλώπεκας καὶ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ τὰς παν-    (5)
ούργους καὶ δολερὰς τῶν δαιμόνων ἀγέλας ἀποκαλεῖν·
 

 439.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


{4090.108} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 845 γρ. 34
 παραυτίκα τῆς σαρκὸς διαφυγόντες θάνατον, οὗτοι
φονευταὶ τῆς ἑαυτῶν γεγόνασι ψυχῆς· κατοιχήσονται
γὰρ εἰς ᾅδου, τῆς κακανδρίας ὑφέξονται δίκας.
  Ταύτῃ τῇ νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ Κλίνης μιᾶς·
ὁ εἷς παραληφθήσεται, καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσε-    (35)
ται.
  (A f. 235 b, B f. 166 b, C f. 144 b, D f. 58 b)
 
60

 440.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


{4090.108} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 845 γρ. 41
 Νύκτα γε μὴν ὀνομάζει τὸν τῆς κρίσεως καιρὸν, διά
τοι, καθάπερ ἡγοῦμαι, τὸ ἀσυμφανὲς καὶ ἀπροσδό-
κητον τῆς αὐτοῦ παρουσίας. Διὰ δὲ τῶν δύο τῶν ἐπὶ    (40)
Κλίνης ὄντων μιᾶς, ἔοικεν ὑπαινίττεσθαι τοὺς ἐν
ἀναπαύσει καὶ πλούτῳ, καὶ ἰσομοιροῦντας ἀλλήλοις,
κατά γε, φημὶ, τὸ ἐν εὐπαθείαις εἶναι κοσμικαῖς·
Κλίνη γὰρ, ἀναπαύσεως σύμβολον. Ἀλλ’ εἶς ἐξ αὐτῶν,
 

 442. HERMIAS Phil. In Platonis Phaedrum scholia {2317.001}


(Μ. Χ. 5) Σελ. 33 γρ. 9
 οὖν περὶ κοιλοτέραν μέλλων ἐνεργεῖν ἀκρόασιν λόγων, διὰ τοῦτο
κατακεί-
μενος ἀκούει, συνεξομοιῶν καὶ τὸ φαινόμενον σχῆμα τοῖς λόγοις·
ὡς
καὶ ἐν Φαίδωνι· «ὁ δὲ Σωκράτης ἀνακαθιζόμενος ἐκ τῆς
Κλίνης,» ὅτε ἔμελλε τοὺς περὶ τοῦ φιλοσόφου λόγους διατιθέναι.
  κϛʹ Περὶ μὲν τῶν ἐμῶν 230e   (10)
  Ἐνταῦθα καιρὸς πάλιν τῆς διαιρέσεως τῆς περὶ τοῦ ἔρωτος· οἳ
μὲν
γὰρ ὑπέλαβον ἁπλῶς φαῦλον τὸ ἐρᾶν, ὡς Ἐπίκουρος ὁρισάμενος
αὐτὸν
 

 443. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1572 γρ. 31
 νύμφη, μόνον ὁρῶντα Θεόν· ὀφθαλμοὶ δὲ καὶ οἱ ἄκα-
κοι καὶ ὀξυδερκεῖς τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι.
  ιεʹ, ιϛʹ. Ἰδοὺ εἶ καλὸς, ἀδελφός μου, καί γε    (30)
ὡραῖος· Κλίνη ἡμῶν σύσκιος· δοκοὶ ἡμῶν κέ-  
δροι· φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.  
  Φίλωνος. Ἤγουν καλὸς ἐν νόμῳ, ὡραῖος ἐν
προφήταις, ὡραῖος ἐν ἀποστόλοις, καλὸς ἐν ἀγαθοῖς
 

 444. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1573 γρ. 3
 ἡμῶν σύσκιος· τουτέστιν, ἔγνων σου, ἤτοι γνώσεται   
(1573) ἡ ἀνθρωπεία φύσις σύσκιον τῇ οἰκονομίᾳ γενόμενον·
ἦλθες γὰρ σὺ, φησὶν, ὁ καλὸς ἀδελφιδὸς, ὡραῖος πρὸς
τῇ κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος γενόμενος· ὡραῖος, ἀλλ’ ὡς
61

χωροῦμεν δέξασθαι· καὶ γὰρ ἡ πρὸς τὴν ἀνθρωπό-


τητα ἐπανάπαυσίς σου, συνεσκίασε τῇ σαρκὶ τὴν    (5)
θεότητα· ἐπεὶ τίς ἂν ὑπέστησε τὴν ἐμφάνειαν;
 

 445. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1573 γρ. 7
 χωροῦμεν δέξασθαι· καὶ γὰρ ἡ πρὸς τὴν ἀνθρωπό-
τητα ἐπανάπαυσίς σου, συνεσκίασε τῇ σαρκὶ τὴν    (5)
θεότητα· ἐπεὶ τίς ἂν ὑπέστησε τὴν ἐμφάνειαν;
Κλίνην δὲ ὀνομάζει, ὡς νύμφη, τῇ τροπικῇ σημα-
σίᾳ τῇ πρὸς τὸ Θεῖον ἀνάκρασιν, καὶ κοινωνίαν ἀν-
θρωπίνης οὐσίας ἑρμηνεύουσα· ταύτην δὲ οὐκ ἂν
ἄλλως ἦν δυνατὸν γενέσθαι, εἰ μὴ διὰ τοῦ συσκίου    (10)
 

 459. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1628 γρ. 17
 πουσι τὸν Θεὸν ἐκ τῆς ἐνεργείας, κυρίως τῇ προσ-
ηγορίᾳ ταύτῃ κατονομάζονται. Ἴδιον δὲ τοῦ τοιούτου,   (15)
τὸ μηδενὶ τῶν αἰσθητηρίων πρὸς ἁμαρτίαν βλέπειν·
τούτου χάριν μία Κλίνη λέγεται γίνεσθαι τοῦ βασι-
λέως πᾶν τὸ σωζόμενον· δώδεκα γὰρ τῶν τοῦ Ἰσ-
ραὴλ φυλῶν ὄντων, ἑνὸς μὲν ἀφ’ ἑκάστου μέρους
λαμβανομένου τοῦ τῶν ἀριστερῶν πληρώματος· εἰς    (20)
 

 460. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1628 γρ. 24
 πᾶν τε δὲ ὁπλίτας κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν αἰσθήσεων,
τοῦ ἑνὸς τούτου μεριζομένου, αἱ δώδεκα φυλαὶ τοῦ
Ἰσραὴλ ποιοῦσιν ἑξήκοντα· οἵ τινες μία παράταξις,
καὶ στρατὸς εἷς· καὶ μία Κλίνη, τουτέστιν Ἐκκλησία
μία, καὶ λαὸς, καὶ Νύμφη μία οἱ πάντες γενήσονται,   (25)
ὑφ’ ἑνὶ ταξιάρχῃ καὶ ἐκκλησιαστῇ καὶ Νυμφίῳ πρὸς
ἑνὸς σώματος κοινωνίαν προσαρμοζόμενοι, διὰ τῶν
 

 461. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1628 γρ. 34
 Τοσοῦτοι τοίνυν οἱ τὴν θείαν ἐν ταῖς αἰσθήσεσιν ἐν-
δυσάμενοι πανοπλίαν, κυκλοῦντες τοῦ βασιλέως τὴν
ἰδίαν δηλονότι καρδίαν, ἐν ᾗ ἀναπαύεται ὁ Νυμφίος·
62

διὰ γὰρ τῆς Κλίνης τὴν ἀνάπαυσιν δηλοῖ, ἣν ὁπλῖται φυλάττουσιν


ἐν ἀπαθείᾳ καὶ καθαρότητι· ὡς ἐκθαμ-
βεῖν τοὺς ἐν σκότῳ καὶ νυξὶν ἐπηρεάζοντας δαίμονας· Κλίνη δὲ
ἄλλως ἐπίγνωσις Θεοῦ, δι’ ἧς ἐπανα-    (35)
παύεται τοῖς πρὸς αὐτὸν ἐγγίζουσι.
  Νείλου. Κλίνην εἴρηκε τὸ Κυριακὸν σῶμα·
 

 462. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1628 γρ. 35
 δυσάμενοι πανοπλίαν, κυκλοῦντες τοῦ βασιλέως τὴν
ἰδίαν δηλονότι καρδίαν, ἐν ᾗ ἀναπαύεται ὁ Νυμφίος·
διὰ γὰρ τῆς Κλίνης τὴν ἀνάπαυσιν δηλοῖ, ἣν ὁπλῖται φυλάττουσιν
ἐν ἀπαθείᾳ καὶ καθαρότητι· ὡς ἐκθαμ-
βεῖν τοὺς ἐν σκότῳ καὶ νυξὶν ἐπηρεάζοντας δαίμονας· Κλίνη δὲ
ἄλλως ἐπίγνωσις Θεοῦ, δι’ ἧς ἐπανα-    (35)
παύεται τοῖς πρὸς αὐτὸν ἐγγίζουσι.
  Νείλου. Κλίνην εἴρηκε τὸ Κυριακὸν σῶμα·
ἑξήκοντα δὲ δυνατοὺς, εἴτε τις τὰς ἁγίας ἐρεῖ δυνά-
 

 463. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1628 γρ. 37
 διὰ γὰρ τῆς Κλίνης τὴν ἀνάπαυσιν δηλοῖ, ἣν ὁπλῖται φυλάττουσιν
ἐν ἀπαθείᾳ καὶ καθαρότητι· ὡς ἐκθαμ-
βεῖν τοὺς ἐν σκότῳ καὶ νυξὶν ἐπηρεάζοντας δαίμονας· Κλίνη δὲ
ἄλλως ἐπίγνωσις Θεοῦ, δι’ ἧς ἐπανα-    (35)
παύεται τοῖς πρὸς αὐτὸν ἐγγίζουσι.
  Νείλου. Κλίνην εἴρηκε τὸ Κυριακὸν σῶμα·
ἑξήκοντα δὲ δυνατοὺς, εἴτε τις τὰς ἁγίας ἐρεῖ δυνά-
μεις κύκλῳ τοῦ Κυριακοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὸ,
«Προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ·» καὶ, «τοῖς ἀγ-    (40)
 

 464. Προκόπιος εκκλ. συγγραφέας . Catena in Canticum


canticorum } (Μ. Χ. 5-6) Σελ. 1629 γρ. 2
 ὡς δυνατῶν δυνατώτεροι· τάχα δὲ καὶ οἱ νῦν προ-
ασπίζοντες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ λόγῳ καὶ πράξεσιν
(1629) ὑπερμαχοῦντες τοῦ σώματος Χριστοῦ, κύκλῳ εἰσὶ
τῆς Κλίνης τοῦ Σαλομών· διὰ μὲν τοῦ ἀνθίστασθαι
τῷ λόγῳ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐν τῇ χειρὶ κατέχοντες ῥομ-
φαίαν· διὰ δὲ τοῦ σωφρόνως καὶ ἐγκρατῶς βιοῦν,
63

ἐπὶ μηροῦ τὴν ῥομφαίαν φοροῦντες διὰ τοὺς νυκτερι-    (5)


 

  

 469. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 95 σελ. 1189
γρ. 3
 τὸν, καὶ τοὺς πεντήκοντα αὐτοῦ. Εἶπεν Ἠλιού·
(1189) Τάδε λέγει Κύριος· Ἀνθ’ ὧν ἐξαπέστειλας ἀγγέλους
ζητῆσαι ἐν τῷ Βαὰλ μυῖαν θεὸν προσόχθισμα Ἀκκα-
ρὼν, οὐχ οὕτως· ἡ Κλίνη ἐφ’ ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ
καταβήσει ἀπ’ αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ.»
  «Ἤνοιξεν Ἰὼβ τὸ στόμα αὐτοῦ, καὶ κατηράσατο    (5)
τὴν ἡμέραν αὐτοῦ λέγων, Ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἐν
 

 470. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 95 σελ. 1228
γρ. 23
 τὴν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένην πεῦσιν.    (20)
  «Κατάγει Μελχὼλ τὸν Δαβὶδ διὰ τῆς θυρίδος, καὶ
ἔφυγεν, καὶ σώζεται. Καὶ ἔλαβε Μελχὼλ τὰ κενο-
τάφια, καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τὴν Κλίνην, καὶ ἧπαρ αἰγῶν,
καὶ στρογγύλωμα τριχῶν, καὶ ἔθηκε πρὸς κεφαλῆς
αὐτοῦ, καὶ ἐκάλυψεν αὐτὰ ἱματίῳ· καὶ ἀπέστειλε    (25)
Σαοὺλ ἀγγέλους λαβεῖν τὸν Δαβίδ· καὶ εἶπε Μελχὼλ
 

 471. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 95 σελ. 1245
γρ. 48
   Μεγάλην εἰς γνῶσιν ῥοπὴν ἀπερίσπαστος παρέχει    (45)
προαίρεσις.
  Ζῇν ἄμεινον ἐπὶ στιβάδος κατακείμενον, καὶ θαῤ-
ῥεῖν, ἢ ταράττεσθαι χρυσῆν ἔχοντα Κλίνην.
  Βίος ἡσύχιος χρημάτων πολλῶν περιφανέστε-
ρος.   (50)
  Ὁ σοφὸς ἠρεμίαν, καὶ ἀπραγμοσύνην, καὶ σχολὴν
 
64

 472. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 95 σελ. 1320
γρ. 38
 εῖπεν αὐτῷ· Θυσία εἰρηνική μοί ἐστι, σήμερον ἀπο-    (35)
δίδωμι τὰς εὐχάς μου. Ἕνεκα τούτου ἐξῆλθον εἰς
συνάντησίν σοι, ποθοῦσα τὸ πρόσωπόν σου εὕρηκά
σε· κειρίαις τέτακα τὴν Κλίνην μου, ἀμφιτάποις δὲ
ἔστρωκα τοῖς ἀπ’ Αἰγύπτου· διέῤῥαγκα τὴν κοίτην
μου κρόκῳ, τὸν δὲ οἶκόν μου κινναμώμῳ. Ἐλθὲ,   (40)
καὶ ἀπολαύσωμεν φιλίας ἕως ὄρθρου. Δεῦρο καὶ
 

 473. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 95 σελ. 1360
γρ. 51
 ἔτρεφεν αὐτούς.»
  «Εἶπεν ἡ γυνὴ πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς· Ἰδοὺ δια-
πορεύεται ἐφ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ· ποιήσωμεν    (50)
αὐτῷ ὑπερῷον, καὶ θῶμεν αὐτῷ ἐκεῖ Κλίνην, καὶ
τράπεζαν, καὶ λυχνίαν.»
  «Ἀντιλαμβανόμενος δικαίου, οὗτος ἀνατελεῖ.»
  «Ὡς εἴ τις πηγὴν φράσσοι, καὶ ὕδατος διέξοδον
 

 474. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 20 γρ.
42
 ἁψαμένη μου.»
  «Ἡ κοιλία μου ἐξέζεσεν, καὶ οὐ σιωπήσομαι.»   (40)
  «Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ’ ἑκά-
στην νύκτα τὴν Κλίνην μου.»
  «Ἕως πότε, Κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος;» καὶ
τὰ λοιπά.
  «Περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου,» καὶ τὰ λοιπά.    (45)
 

 475. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 120
γρ. 32
65

 καρδίαν, ὁ ἐν βασιλικῇ στολῇ ἀκρίβειαν μοναζόντων


ἐπιδειξάμενος· (ἔλαμπε γὰρ, οὐκ ἀπὸ μαργαριτῶν,    (30)
ἀλλ’ ἀπὸ δακρύων· Λούσω γὰρ, φησὶ, καθ’ ἑκά-
στην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν
Στρωμνήν μου βρέξω·) οὗτος τοίνυν ὁ τοιοῦτος καὶ
τηλικοῦτος ἀνὴρ, ὁ τὴν πνευματικὴν χάριν ἐπισπα-
σάμενος, ὁ τῆς ἁψίδος τῶν οὐρανῶν ἁψάμενος, ὁ τῆς    (35)
 

 476. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 124
γρ. 23
 ραπεύει; Ὥσπερ γὰρ οἱ ἰατροὶ, ὅτε νοσοῦσι, χρῄ-   (20)
ζουσιν ἑτέρων ἰατρῶν· καὶ γὰρ ἡ ἀῤῥωστία τὴν
τέχνην λυμαίνεται· οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα προφήτης
ἐκεῖνος, προφήτης οὗτος. Ἀλλ’ ἐκεῖνος οὐκ ἐν κλίνῃ
κείμενος, ἀλλ’ ἐν κακίᾳ διαγινόμενος. Λέγουσιν
αὐτῷ· Νάθαν ὁ προφήτης ἔξω. Λέγει, Εἰσελθέτω.    (25)
Εἰσῆλθεν οὖν ὁ προφήτης, ὁρῶν αὐτὸν καθεζόμενον
 

 477. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 128
γρ. 13
 ἀλλὰ μετάγνωθι. Ἐμοίχευσας; [ἀλλ’ ἐξομολόγησαι.   (10)
Πέπτωκας;] ἀλλὰ ἀνάστηθι. Ἐτραυμάτισας; ἀλλὰ
θεραπεύθητι. Καὶ ἕως ὅτε ἐμπνεῖς, ἐὰν ἁμαρτάνῃς ἐν
ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, ἐπ’ αὐτῆς τῆς Κλίνης ἐφ’ ἧς κατά-
κεισαι ψυχοῤῥαγῶν, μέλλων ἐξιέναι τοῦ θεάτρου
τούτου, τότε μετανόησον τοῦ καιροῦ. Ἡ στενοχωρία   (15)
οὐ θλίβει τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν. Μή μοι λέγε,
 

 478. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 132
γρ. 53
 ἐν τῇ οἰκίᾳ βιβλίον, καὶ γράφεις τὸν λόγον τὸν   (50)
καθημερινόν; ἀλλ’ ἔχε ἐν τῷ συνειδότι βιβλίον, καὶ
γράφε τὰ ἁμαρτήματα τὰ καθημερινά. Οἷόν τι λέγω·
ὅταν ἀναπέσῃς ἐν τῇ κλίνῃ, καὶ μηδείς σοι διενο-
66

χλῇ, πρὶν ἢ εἰσελθεῖν σοι τὸν ὕπνον ἄγε τὸ βιβλίον


εἰς τὸ μέσον, καὶ ἀναλόγισαι τὰ ἁμαρτήματα,   (55)
λέγων ἐν ἑαυτῷ· Ἆρα μὴ ἡμάρτηκα σήμερον; μὴ
 

 479. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 133
γρ. 10
 ψυχῇ, Ἀνηλώσαμεν τὴν ἡμέραν σήμερον, ὦ ψυχή.
Τί ἀγαθὸν εἰργασάμεθα, ἢ τί πονηρὸν ἐπράξαμεν;
καὶ μνήσθητι τῆς γεέννης, ἵνα τῷ ἀγαθῷ προσθῇς,
καὶ τὸ πονηρὸν ἀνέλῃς. Ἐὰν ᾖς ἐν τῇ κλίνῃ, [καὶ]   (10)
μνησθῇς σου τὰ ἁμαρτήματα, δάκρυσον, καὶ δύνασαι
αὐτὰ ἐν τῇ κλίνῃ ἐξαλεῖψαι. Παρακάλεσον τὸν
Θεὸν, καὶ οὕτως παράπεμψον τὴν ψυχὴν τῷ ὕπνῳ.
 

 480. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 133
γρ. 12
 καὶ μνήσθητι τῆς γεέννης, ἵνα τῷ ἀγαθῷ προσθῇς,
καὶ τὸ πονηρὸν ἀνέλῃς. Ἐὰν ᾖς ἐν τῇ κλίνῃ, [καὶ]   (10)
μνησθῇς σου τὰ ἁμαρτήματα, δάκρυσον, καὶ δύνασαι
αὐτὰ ἐν τῇ κλίνῃ ἐξαλεῖψαι. Παρακάλεσον τὸν
Θεὸν, καὶ οὕτως παράπεμψον τὴν ψυχὴν τῷ ὕπνῳ.
  Ἡ πρόφασις τῶν ἁμαρτωλῶν αὕτη· Ἁμαρτωλός
εἰμι, φησὶν, καὶ οὐ δύναμαι ἀπαντῆσαι. Ἐπειδὴ    (15)
 

 481. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 137
γρ. 40
 ἀναπνοὴν τυγχάνῃ, καὶ οἱονεὶ πρὸς ἑσπέραν ὥραν
ἐστὶ, μὴ φοβείσθω. Μόνον μετανοείτω μετὰ κλαυθ-
μοῦ. Μίμησαι Ἐζεκίαν τὸν βασιλέα, ὃς ἀῤῥωστίᾳ
ὑποπεσὼν κατέκειτο ἐπὶ Κλίνης· ἀκούσας δὲ Ἡσαΐου    (40)
λέγοντος πρὸς αὐτὸν, Τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου·
μέλλεις γὰρ τελευτᾷν, καὶ οὐ ζήσεις, στραφεὶς
δὲ πρὸς τὸν τοῖχον, δάκρυσι μετανοίας τὴν Κλίνην
 
67

 482. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 137
γρ. 43
 ὑποπεσὼν κατέκειτο ἐπὶ Κλίνης· ἀκούσας δὲ Ἡσαΐου    (40)
λέγοντος πρὸς αὐτὸν, Τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου·
μέλλεις γὰρ τελευτᾷν, καὶ οὐ ζήσεις, στραφεὶς
δὲ πρὸς τὸν τοῖχον, δάκρυσι μετανοίας τὴν Κλίνην
ἐδρόσιζεν, καὶ πέντε καὶ δέκα ἐτῶν ζωῆς χρόνον
παραχρῆμα ἔλαβεν.   (45)
  Μηδεὶς ἀπογινωσκέτω τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας. Τε-
 

 483. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 240
γρ. 29
 ἀνέστη Ἠλιοῦ, καὶ κατέβη μετ’ αὐτῶν· καὶ εἶπεν
Ἠλιοῦ· Τάδε λέγει Κύριος· ἀνθ’ ὧν ἐξαπέστειλας
ἀγγέλους ζητῶν ἐν τῷ Βαὰλ μυῖαν θεὸν Ἀκκαρὼν,
οὐχ οὕτως. Ἡ Κλίνη ἐφ’ ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ κατα-
βήσῃ ἀπ’ αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ. Καὶ ἀπέθανε    (30)
κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησε διὰ Ἠλιοῦ.»
  «Εἶπεν Ἑλισσαιὲ πρὸς τὸν βασιλέα Ἰσραήλ· Τί
 

 484. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 252
γρ. 26
   «Οὗ οὐκ ἔστι γυνὴ στενάξει πλανώμενος.»
  «Ἀνθρώπῳ πόρνῳ πᾶς ἄρτος ἡδύς· οὐ μὴ κο-
πιάσῃ, ἕως ἂν τελευτήσῃ. Ἄνθρωπος παραβαίνων   (25)
ἀπὸ τῆς Κλίνης αὐτοῦ, λέγων ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ,
Τίς με ὁρᾷ; σκότος κύκλῳ μου, καὶ οἱ τοῖχοί με
καλύπτουσι, καὶ οὐδείς με ὁρᾷ· τί εὐλαβοῦμαι;
Τῶν ἁμαρτιῶν μου οὐ μὴ μνησθῇ ὁ Ὕψιστος. Καὶ
 

 485. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones


secundum alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant)
(fragmenta e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 288
γρ. 34
68

 λήτων; ἀλλὰ πόδας ἔχεις, οἰκεῖον ὄχημα, καὶ συμ-


φυὲς σεαυτοῦ. Τί οὖν μακαρίζεις τοὺς τῶν ἀνδρῶν
βαλάντιον κεκτημένους, καὶ ἀλλοτρίων ποδῶν εἰς τὴν
μετάβασιν ἐπιδεομένους; οὐ καθεύδεις ἐπὶ Κλίνης
ἐλεφαντίνης· ἀλλ’ ἔχεις τὴν πολλῶν ἐλεφαντίνων    (35)
τιμιωτέραν, καὶ γλυκεῖαν ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἀνάπαυσιν,
καὶ ταχὺν ὕπνον, καὶ μερίμνης ἀπηλλαγμένον. Οὐ
 

 490.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 572 γρ. 35
 ὑπὸ τῶν (ἀνοσίων ἐκείνων καὶ) ἀσεβῶν, μετὰ πολ-
λῶν ποινῶν καὶ μαστίγων, τελευταῖον ἐπενόησαν
πονηρὰν ἐπίνοιαν εἰς φθορὰν τῆς σωφροσύνης τοῦ
δικαίου (τοιάνδε)· Κλίνην γὰρ ἔν τινι κήπῳ στρώ-   (35)
σαντες καὶ τὸν ἅγιον ἐν αὐτῇ δεσμήσαντες ἐπαφῆ-
καν αὐτῷ γύναιον ἄσεμνον, ὡς ἂν (ἐκ τῆς τοῦ
τόπου ἡδύτητος καὶ μονότητος) ἐκ τοῦ μὴ δύνασθαι
 

 491.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 845 γρ. 22
 μετὰ τὴν ἐνθένδε μεταχώρησιν, καὶ ὁ θεομύστης
Χρυσόστομος διεξιῶν περὶ τῶν κεκοιμημένων οὕτως·   (20)
«Ταῦτα καὶ τὰ τούτων ἀποῤῥητότερα προθεω-
ροῦντες οἱ τελευτῶντες, οἱ μὲν ἐν τῇ κλίνῃ ταράσ-
σονται φυγεῖν βουλόμενοι, μὴ δυνάμενοι δὲ, οἱ δὲ
τοὺς ὀδόντας βρύχουσι καὶ ἄλλοι τὰς σιαγόνας κό-
πτουσι καὶ ἕτεροι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐλεεινῶς περιστρέ-   (25)
 

 492.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 857 γρ. 49
 ψυχὴν ἁμαρτήματα; πῶς κάτωθεν τὴν καρδίαν
ἀνακινεῖ; Ὅθεν δείματα πολλά ἐστιν ἀκούειν τότε
διηγουμένη καὶ ὄψεις φοβερὰς, ὧν οὐδὲ τὴν θεω-
ρίαν λοιπὸν φέροντες οἱ ἀπιόντες, καὶ τὴν Κλίνην
(860) αὐτὴν μετὰ πολλῆς τῆς ῥύμης τινάσσουσι καὶ φο-
βερὸν ἐνορῶσι τοῖς παροῦσιν, τῆς ψυχῆς ἔνδον
ἑαυτῆς ὠθούσης καὶ μὴ θελούσης ἀποῤῥαγῆναι τοῦ
 
69

 493.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 1069 γρ. 3
 ἀπῆλθεν ἐν τῷ κοιτῶνι, οὗ τὴν χεῖρα φιλήσας Βασί-    (40)
(1069) λειος ἐξῆλθεν· ἔνδοθεν δὲ τοῦ κοιτῶνος ἦν Βασιλισκια-
νὸς τῇ κελεύσει τοῦ βασιλέως καὶ Ῥεντάκιος
ὑπνώσας ἐν τῇ κλίνῃ πρὸς φυλακὴν αὐτοῦ. Ἰγνά-
τιος δὲ κοιτωνίτης, ἀπελθὼν τοῦ κλεῖσαι τὴν θύραν
τοῦ κοιτῶνος, εὗρε διεστραμμένην καὶ ἀπογνοὺς    (5)
ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς τρίχας αὐτοῦ.
 

 494.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 1069 γρ. 6
 ὑπνώσας ἐν τῇ κλίνῃ πρὸς φυλακὴν αὐτοῦ. Ἰγνά-
τιος δὲ κοιτωνίτης, ἀπελθὼν τοῦ κλεῖσαι τὴν θύραν
τοῦ κοιτῶνος, εὗρε διεστραμμένην καὶ ἀπογνοὺς    (5)
ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς τρίχας αὐτοῦ.
Τοῦ δὲ βασιλέως ἀπὸ (τοῦ) οἴνου ὕπνῳ θανάτου
παραπλησίῳ κοιμωμένου, ἀθρόως ἐλθὼν Βασί-
λειος μετὰ καὶ ἑτέρων τὰς θύρας ἀνέῳξεν· καὶ
 

 495.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 1069 γρ. 12
 λειος μετὰ καὶ ἑτέρων τὰς θύρας ἀνέῳξεν· καὶ
ἔμφοβος ἐξελθὼν Ἰγνάτιος ἀντέπιπτε Βασιλείῳ    (10)
τοῦ μὴ εἰσελθεῖν. (Πέτρος δὲ ὁ Βούλγαρος, διὰ τῆς
τοῦ Βασιλείου μασχάλης διελθὼν πρὸς τὴν Κλίνην
τοῦ βασιλέως, ἐκρατεῖτο παρὰ Ἰγνατίου ἀντι-
πίπτοντος αὐτῷ)· ἔξυπνος ἐγένετο ὁ βασιλεύς. Ἰω-
άννης δὲ ὁ Χάλδος παρευθὺ μετὰ τοῦ ξίφους δοὺς   (15)
 

 496.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 1069 γρ. 29
 «Εἰ καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐκόψαμεν, ἀλλὰ ζῶντα
αὐτὸν εἰάσαμεν, καὶ (ἐὰν ζῇ, τί ἀπολογησόμεθα;»
Καὶ χαριζόμενος Βασιλείῳ) ὑποστρέψας (εὗρε
Μιχαὴλ χεῖρας μὲν μὴ ἔχοντα, ἐπὶ τῆς Κλίνης δὲ κείμενον
ἐλεεινολογούμενον κατὰ Βασιλείου. Ὁ δὲ
τὸ ξίφος γυμνὸν ἀνηλεῶς ἔπηξε κατὰ τῆς καρδίας τοῦ βασιλέως,
διασχίσας τὰ ἔγκατα αὐτοῦ (καὶ στρα-    (30)
φεὶς ἐνεκαυχᾶτο πρὸς Βασίλειον ὡς ἀνδραγάθημα μέγα
70

πεποιηκώς.)
(35) Κλύδωνος δὲ ὄντος ἐν τῇ θαλάσσῃ, συνα-
 

 497. Νικήτας Αμνιανός Vita Philareti Misericordis {3359.001}


(Μ. Χ. 9) Σελ. 151 γρ. 34
 αὐτοῦ μηδενὶ εἰπεῖν τὸ λαληθέν. Ἀπελθὼν δὲ ἐν τῷ οἴκῳ αὐ-
τοῦ καὶ διαδοὺς πάντα τὰ καταλειφθέντα αὐτῷ πτωχοῖς, τά τε
ἱμάτια αὐτοῦ καὶ εἴ τι ἂν εἶχεν, ἤρξατο τὸ σῶμα αὐτοῦ ἀλγεῖν
καὶ καταπεσὼν ἐπὶ τῆς Κλίνης, ἠσθένη.
(153)     Ὅτε δὲ ἐπληρώθησαν ἡμέραι ἐννέα, τῇ δεκάτῃ ἡμέρᾳ
ἐκέλευσε
συναχθῆναι πᾶσαν τὴν συγγένειαν αὐτοῦ. Συναχθέντων δὲ αὐτῶν,
ἀνήγγειλεν αὐτοῖς λέγων· «Γινώσκετε, τέκνα μου, ὅτι ἐκάλεσέν
 

 498. Νικήτας Αμνιανός Vita Philareti Misericordis {3359.001}


(Μ. Χ. 9) Σελ. 157 γρ. 12
 καὶ τοῖς ξένοις καὶ μὴ συγγενειάζουσιν αὐτοὺς θρῆνον μέγαν κό-
ψασθαι ἐπ’ αὐτοῖς διὰ τοῦ τὰ τοιαῦτα ἄνθη ἄφνω
μαρανθῆναι.   (10)
    Εἶτα κρατήσας τὸν τρίτον καὶ πνευματικὸν αὐτοῦ υἱὸν τὸν Νική-
ταν καὶ ἄρας αὐτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης, κατεφίλησεν αὐτὸν καὶ ἔκλαυ-
σαν ἀμφότεροι, ὅ τε γέρων καὶ τὸ παιδίον· καὶ ὑψώσας αὐτὸ ταῖς
ἰδίαις χερσὶ πρὸς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ εἶπεν· «Δέσποτα κύριε, εἰς
χεῖράς σου παρατίθημι τὸ παιδίον τοῦτο, ὃ ἐγὼ καὶ ζῶν
ἐπεπόθησα..
 

 499. Νικήτας Αμνιανός Vita Philareti Misericordis {3359.001}


(Μ. Χ. 9) Σελ. 161 γρ. 22
 γὰρ αὐτὸν πάνυ—, ἀκολουθοῦντος δὲ αὐτοῦ ἐν τῷ ἐξοδίῳ δαιμο-
νιζομένου, τῶν συγγενῶν αὐτοῦ παρακρατούντων αὐτὸν διὰ
τὸ   (20)
λαβεῖν αὐτὸν ῥόγαν, κλαίων ἅμα καὶ ὑλάττων, ἀναπηδήσας ἄφνω
κατέσχε τὴν Κλίνην καὶ ἅμα τοῦ κρατῆσαι αὐτήν, παραχρῆμα
ἐξῆλθε
τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξ αὐτοῦ καὶ γέγονεν ὑγιὴς τῇ τοῦ θεοῦ χά-
ριτι· καὶ κρατήσας τὸν πόδα τῆς Κλίνης, ἐβάσταζε τὸν αὐτὸν γέ-
ροντα ἕως τοῦ μνημείου. Καὶ θεασάμενοι πάντες τὸ γεγονός,
ἐδό-   (25)
 
71

 500. Νικήτας Αμνιανός Vita Philareti Misericordis {3359.001}


(Μ. Χ. 9) Σελ. 161 γρ. 24
 λαβεῖν αὐτὸν ῥόγαν, κλαίων ἅμα καὶ ὑλάττων, ἀναπηδήσας ἄφνω
κατέσχε τὴν Κλίνην καὶ ἅμα τοῦ κρατῆσαι αὐτήν, παραχρῆμα
ἐξῆλθε
τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξ αὐτοῦ καὶ γέγονεν ὑγιὴς τῇ τοῦ θεοῦ χά-
ριτι· καὶ κρατήσας τὸν πόδα τῆς Κλίνης, ἐβάσταζε τὸν αὐτὸν γέ-
ροντα ἕως τοῦ μνημείου. Καὶ θεασάμενοι πάντες τὸ γεγονός,
ἐδό-   (25)
ξασαν τὸν θεόν. Φθασάντων δὲ ἐν τῷ τάφῳ ψαλμῳδίαις τε καὶ
ὕμνοις
τιμήσαντες, κατέθεντο τὸ ἅγιον αὐτοῦ σῶμα ἐν τῷ λάρνακι [ὃν

 501. Νικήτας Αμνιανός Vita Philareti Misericordis {3359.001}


(Μ. Χ. 9) Σελ. 161 γρ. 31
 ὠνήσατο ἐν τῇ μονῇ τῆς Κρίσεως, μηνὶ δεκεμβρίῳ δευτέρᾳ].
    Ὁ δὲ τούτου ἔγγων καὶ πνευματικὸς υἱὸς Νικήτας, ὁ λαβὼν τὰς
πολλὰς εὐλογίας παρὰ τοῦ πάππου αὐτοῦ, μικρὸς τῇ ἡλικίᾳ
ὑπάρ-   (30)
χων, ὡς ἐτῶν ἑπτά, εἰς τὴν τρίτην ἡμέραν καθεύδων ἐπὶ τῆς
Κλίνης
αὐτοῦ, ἐγένετο ἐν ἐκστάσει καὶ ἡρπάγη εἰς τὸν ἐκεῖθεν κόσμον καὶ
εἶδε τάς τε κολάσεις καὶ τὸν ποταμὸν τὸν πύρινον βαθὺν πάνυ
(163) κοχλάζοντα, ὥστε μὴ ὑπομένειν τὸν βρυγμὸν αὐτοῦ
ἀνθρωπίνη
 

 502. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 6
   θλίβειν καὶ βιάζεται.
Κλιμακτῆρας: οὓς ἔνιοι βασμοὺς λέγουσι τῶν κλι-
  μάκων.   (5)
Κλίνη ἀμφικέφαλος: ἡ ἔχουσα ἑκατέρωθεν ἀνάκλιντρον.
Κλινίς: Κλίνη βραχεῖα· οἷον ἥ τε παράβυστος καὶ
  ἡ ἐπὶ τῶι ζεύγει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς νύμφης
 

 503. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 8
   μάκων.   (5)
Κλίνη ἀμφικέφαλος: ἡ ἔχουσα ἑκατέρωθεν ἀνά-
  κλιντρον.
Κλινίς: Κλίνη βραχεῖα· οἷον ἥ τε παράβυστος καὶ
72

  ἡ ἐπὶ τῶι ζεύγει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς νύμφης


  τιθεμένηι.   (10)
Κλιντήρ: εἶδος φορείου· ἔστιν δὲ καὶ κλινοκαθέδριον.
 

 504. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 16
 Κλισιάδες: αἱ μεγάλαι θύραι τῆς αὐλῆς· δι’ ὧν
  ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
  κεκλεῖσθαι κατὰ τὸ πλεῖστον.    (15)
Κλινοπετῆ: τὸν κλινήρη λέγουσιν.
Κλισιάδες: θύραι δίπτυχαι ἢ σκηναὶ, καὶ κλισία, ἡ
  σκηνή.
Κλίσις: ἡ πρόσκλισις· παραγγελία εἰς κρίσιν· οὕτω
 

 505. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


lambda Σελ. 234 γρ. 23
   οὕτως εἰρῆσθαι· ἔοικε δὲ ἀγνοεῖν ὁ γραμματικὸς,    (20)
  ὅτι τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν ἀπὸ κυρίων ὀνομά-
  των οὐκ ἄν τις εὕροι γινόμενον· μᾶλλον δὲ ἀπὸ πό-
  λεων καὶ ἐθνῶν· ὡς Κλίνη Μηλιουργὴς καὶ τὰ
  ὅμοια· μήποτε οὖν γραπτέον καὶ παρ’ Ἡροδότωι
  ἐν τῆι ηʹ, ἀντὶ τοῦ προβόλους δύο Λυκοεργέας, Λυ-    (25)
(235)   κιοεργέας· ἵνα, ὥσπερ παρὰ τῶι Δημοσθένει, οὕ-
 

 506. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter nu


Σελ. 296 γρ. 8
   οἱ πρῶτοι τοῦτο φήσαντες· καὶ ἔστι τὸ ὠχρὸν πε-   (5)
  ρίττωμα τοῦ σπέρματος· ὅτι δὲ τὸ ὠχρὸν νεοττὸν
  ἔλεγον, μαρτυρεῖ καὶ Χρύσιππος ἐν τῶι περὶ χρησ-
  μῶν· ὄναρ γάρ τινα φασὶν θεασάμενον ἐκ τῆς κλί-
  νης αὐτοῦ κρέμασθαι ὠὰ, προσαναθέσθαι ὀνειρο-
  κρίτηι· τὸν δὲ εἰπεῖν, ὀρύττων θησαυρὸν εὑρήσεις    (10)
  κατὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον· εὑρόντα δὲ σταμνίον, ἐν ὧι
  ἀργύριον ἦν καὶ χρυσίον, ἐνεγκεῖν τί τοῦ ἀργυρίου
 

 507. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter pi


Σελ. 380 γρ. 27
 Παράβυστον: παρακεκρυμμένον· λάθραι γινόμενον.
Παράβυστον: οὕτως ἐκαλεῖτο τί τῶν παρὰ Ἀθη-   (25)
73

  ναίοις δικαστηρίων· ἐν ὧι ἐδίκαζον οἱ ιαʹ· ἐκαλεῖτο


  δέ τις ἐν τοῖς νυμφικοῖς δωματίοις καὶ Κλίνη παρά-
(381)   βυστος· ἧς μέμνηται καὶ Ὑπερίδης ἐν τῶι κατὰ
  Πατροκλέους· λέγεσθαι δ’ ἔοικε ταῦτα κατὰ μετα-
  φορὰν ἀπὸ τῶν ἐν τοῖς φορτίοις παραβυσμάτων,
 

 508. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter tau


Σελ. 589 γρ. 8
   τῆς Κωπαΐδος.   (5)
Τιμαγόρας: οὗτος πρεσβευτὴς πεμφθεὶς πρὸς βασι-
  λέα ὑπὸ Ἀθηναίων, οὐ μόνον χρυσίον ἔλαβεν παρ’
  αὐτοῦ καὶ ἀργύριον· ἀλλὰ καὶ Κλίνην πολυτελῆ,  
  καὶ στρωτὰς θεράποντας, καὶ βοῦς πʹ, καὶ κατέβη
  ἐπὶ θάλασσαν ἐν φορείωι κομιζόμενος· καὶ τοῖς   (10)
  κομίσασι παρὰ βασιλέως ἐδόθη μισθὸς τάλαντα
 

 509. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter phi


Σελ. 645 γρ. 2
   ἡμέρας Ὀβολοὺς φέρων· καὶ ὁ μισθοφόρος ἀπὸ
  τούτου.
(645) Φερεσβίους: ζωοποιούς.
Φερέτρωι: τῆι τῶν νεκρῶν Κλίνηι.
Φέριστον: κράτιστον· ἐξοχώτατον· ἢ ἀγαθόν.
Φέρνη: ἀμοιβή.
Φέρνην: τὴν προῖκα· καὶ Αἰσχίνης ὁ ῥήτωρ καὶ Μέ-     (5)
 

 510. Συμεών Λογοθέτης Χρονικόν (sub nomine Leonis


Grammatici vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A
+ B operis sub titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (Μ.
Χ. 10) Σελ. 250 γρ. 21
 ὡς ἔθος αὐτῷ συγχαιρούσης, ἀναστὰς Μιχαὴλ χειροκρατού-
μενος παρὰ Βασιλείου ἀπῆλθεν ἐν τῷ κοιτῶνι· οὗ τὴν χεῖρα
φιλήσας ἐξῆλθεν Βασίλειος. ἔνδοθεν δὲ τοῦ κοιτῶνος ἦν
Βα-   (20)
σιλισκιανός, τῇ κελεύσει τοῦ βασιλέως ὑπνώσας ἐν τῇ κλίνῃ
Ῥεντακίου πρὸς φυλακὴν αὐτοῦ. Ἰγνάτιος δὲ κοιτωνίτης
ἀπελθὼν τοῦ κλεῖσαι τὴν θύραν τοῦ κοιτῶνος εὗρε διεστραμ-
(251) μένην, καὶ ἀπογνοὺς ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς
τρί-
 
74

 511. Συμεών Λογοθέτης Χρονικόν (sub nomine Leonis


Grammatici vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A
+ B operis sub titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (Μ.
Χ. 10) Σελ. 251 γρ. 1
 σιλισκιανός, τῇ κελεύσει τοῦ βασιλέως ὑπνώσας ἐν τῇ κλίνῃ
Ῥεντακίου πρὸς φυλακὴν αὐτοῦ. Ἰγνάτιος δὲ κοιτωνίτης
ἀπελθὼν τοῦ κλεῖσαι τὴν θύραν τοῦ κοιτῶνος εὗρε διεστραμ-
(251) μένην, καὶ ἀπογνοὺς ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς
τρί-
χας αὐτοῦ. τοῦ δὲ βασιλέως ὕπνον θανάτῳ παραπλήσιον
κοιμωμένου ἀθρόως ἐλθὼν Βασίλειος μετὰ καὶ ἑτέρων τὰς
θύρας ἀνέῳξεν· καὶ ἔμφοβος ἐξελθὼν Ἰγνάτιος ἀντέπιπτεν
 

 512. Συμεών Λογοθέτης Χρονικόν (sub nomine Leonis


Grammatici vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A
+ B operis sub titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (Μ.
Χ. 10) Σελ. 251 γρ. 6
 κοιμωμένου ἀθρόως ἐλθὼν Βασίλειος μετὰ καὶ ἑτέρων τὰς
θύρας ἀνέῳξεν· καὶ ἔμφοβος ἐξελθὼν Ἰγνάτιος ἀντέπιπτεν
Βασιλείῳ μὴ εἰσελθεῖν. Πέτρος δὲ ὁ Βούλγαρος διὰ τῆς τοῦ    (5)
Βασιλείου μασχάλης διελθὼν πρὸς τὴν Κλίνην τοῦ βασιλέως
ἐκρατήθη παρὰ Ἰγνατίου, καὶ ἀντιπίπτοντος αὐτῷ ἔξυπνος
ἐγένετο ὁ βασιλεύς. Ἰωάννης δὲ ὁ Χάλδος παρευθὺ μετὰ
τοῦ ξίφους δοὺς αὐτῷ ἀπέκοψεν τὰς χεῖρας αὐτοῦ, Ἰακωβί-
 

 513. Συμεών Λογοθέτης Χρονικόν (sub nomine Leonis


Grammatici vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A
+ B operis sub titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (Μ.
Χ. 10) Σελ. 251 γρ. 18
 καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐκόψαμεν, ζῶντα αὐτὸν εἰάσαμεν· καὶ    (15)
ἐὰν ζῇ, τί ἀπολογησόμεθα; καὶ χαριζόμενος Βασιλείῳ ὁ Χάλ-
δος ὑποστρέψας εὗρε Μιχαὴλ χεῖρας μὲν μὴ ἔχοντα, ἐπὶ
τῆς Κλίνης δὲ κείμενον ἐλεεινολογούμενον κατὰ Βασιλείου. ὁ
δὲ τὸ ξίφος γυμνὸν ἀνηλεῶς ἔπηξεν κατὰ τῆς καρδίας τοῦ
βασιλέως, διασχίσας τὰ ἔγκατα αὐτοῦ, καὶ στραφεὶς ἐνεκαυ-    (20)
χᾶτο πρὸς Βασίλειον ὡς ἀνδραγάθημα πεποιηκώς. κλύδωνος
 

 514. BASILIUS MINIMUS Scr. Eccl. Commentarium in


Nazianzeni orationes {9028.001} (Μ. Χ. 10) Σελ. 22 γρ. 31
75

 μὴ διασωθῶσιν». [Β]
    εἴπερ τίς ἐστιν ἄλλου θερμότερος. ἄλλου ἀντὶ τοῦ ἐμοῦ. εἴ
γέ τίς ἐστι, φησί, ἐμοῦ θερμότερος, ἀλλ’ οὐκ ἔστιν. τὸ γὰρ «εἰ»
ἀντὶ   (30)
τοῦ «οὐ»· «εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου», ἀντὶ τοῦ
οὐκ ἀναβήσομαι. [Β]    ὧν μεταξύ. ἔοικε τὸν παρόντ λόγον μετὰ τὸ
ἐπανελθεῖν ἀπὸΚωνσταντινουπόλεως ἐκδεδωκέναι· ἀληθῆ δὲ ὁ
λόγος τῶν τῆς
 

 515. Μιχαήλ Ψελλός De omnifaria doctrina (Μ. Χ. 11) Se. 65 γρ.


8
 δόξα ἐμοὶ οὐκ ἀρέσκει, ἔστι γὰρ καὶ Ἑλληνικὴ καὶ ἀδιανόητος,
κἂν   (5)
εἰ μυρίοι Πλάτωνες καὶ Ἀριστοτέλεις τοῦτο πεφλυαρήκασι. τὸ δ’
οὖν
λεγόμενον παρ’ αὐτῶν τοιοῦτον ἐστί. βασιλίδι ἀπεικάζουσι τὴν
ψυχὴν
καὶ τὸ σῶμα κλίνῃ βασιλικῇ· οὐκ εὐθὺς οὖν τιθέασι ταύτην ἐν τῷ
σώματι, ἀλλ’ ὑποτιθέασιν αὐτῇ τάπητας ἁλουργοὺς καὶ
πορφυρόβαπτα
εἵματα, καὶ ἐπὶ τούτοις αὐτὴν ἀνακλίνουσι· τὰ δὲ εἰσὶν αἱ
φανταστικαὶ   (10)
δυνάμεις, αἱ δοξαστικαί, ἡ ἁρμονία τοῦ σώματος, καὶ ἕτερα ἅττα,
ἐφ’
 

 516. Μιχαήλ Ψελλός De omnifaria doctrina (Μ. Χ. 11) Se. 87 γρ.


3
 τὴν ψυχρότητα, τὸ ἐσχάτως τούτοις ὑπολειφθὲν ἡ ὕλη ἐστί.

(87) Περὶ αἰτιῶν.   
  Αἰτίας ὁ μὲν Ἀριστοτέλης τέσσαρας δογματίζει, ὁ δὲ Πλάτων
ἕξ.   (2)
ἔστι δὲ αἰτία πρώτη μὲν ἡ ποιητική· ὥσπερ τῆς Κλίνης πρῶτον
αἴτιον
ὁ κλινοποιός, ὡς ποιητὴς ταύτης. ὑλικὸν δὲ αἴτιον τῆς Κλίνης τὸ
ξύλον·
ἄνευ γὰρ ὕλης οὐκ ἂν γένοιτο Κλίνη. εἰδικὸν δὲ τὸ σχῆμα ταύτης
καὶ   (5)
ἡ ἰδέα. τελικὸν δὲ ἡ ἐν ταύτῃ τῶν ἀνθρώπων ἀνάπαυσις· διὰ
ταύτην
 
76

 517. Μιχαήλ Ψελλός De omnifaria doctrina (Μ. Χ. 11) Se. 87 γρ.


4
 (87) Περὶ αἰτιῶν.   

  Αἰτίας ὁ μὲν Ἀριστοτέλης τέσσαρας δογματίζει, ὁ δὲ Πλάτων


ἕξ.   (2)
ἔστι δὲ αἰτία πρώτη μὲν ἡ ποιητική· ὥσπερ τῆς Κλίνης πρῶτον
αἴτιον
ὁ κλινοποιός, ὡς ποιητὴς ταύτης. ὑλικὸν δὲ αἴτιον τῆς Κλίνης τὸ
ξύλον·
ἄνευ γὰρ ὕλης οὐκ ἂν γένοιτο Κλίνη. εἰδικὸν δὲ τὸ σχῆμα ταύτης
καὶ   (5)
ἡ ἰδέα. τελικὸν δὲ ἡ ἐν ταύτῃ τῶν ἀνθρώπων ἀνάπαυσις· διὰ
ταύτην
γὰρ τὴν αἰτίαν τὴν Κλίνην ἐξεργαζόμεθα. ὁ μὲν οὖν Ἀριστοτέλης
τὰς
 

 518. Μιχαήλ Ψελλός De omnifaria doctrina (Μ. Χ. 11) Se. 87 γρ.


5
   Αἰτίας ὁ μὲν Ἀριστοτέλης τέσσαρας δογματίζει, ὁ δὲ Πλάτων
ἕξ.   (2)
ἔστι δὲ αἰτία πρώτη μὲν ἡ ποιητική· ὥσπερ τῆς Κλίνης πρῶτον
αἴτιον
ὁ κλινοποιός, ὡς ποιητὴς ταύτης. ὑλικὸν δὲ αἴτιον τῆς Κλίνης τὸ
ξύλον·
ἄνευ γὰρ ὕλης οὐκ ἂν γένοιτο Κλίνη. εἰδικὸν δὲ τὸ σχῆμα ταύτης
καὶ   (5)
ἡ ἰδέα. τελικὸν δὲ ἡ ἐν ταύτῃ τῶν ἀνθρώπων ἀνάπαυσις· διὰ
ταύτην
γὰρ τὴν αἰτίαν τὴν Κλίνην ἐξεργαζόμεθα. ὁ μὲν οὖν Ἀριστοτέλης
τὰς
τέσσαρας ταύτας αἰτίας οἶδεν. ὁ δὲ Πλάτων ἑτέρας δύο
προστίθησι,
 

 519. Μιχαήλ Ψελλός De omnifaria doctrina (Μ. Χ. 11) Se. 87 γρ.


7
 ὁ κλινοποιός, ὡς ποιητὴς ταύτης. ὑλικὸν δὲ αἴτιον τῆς Κλίνης τὸ
ξύλον·
ἄνευ γὰρ ὕλης οὐκ ἂν γένοιτο Κλίνη. εἰδικὸν δὲ τὸ σχῆμα ταύτης
καὶ   (5)
77

ἡ ἰδέα. τελικὸν δὲ ἡ ἐν ταύτῃ τῶν ἀνθρώπων ἀνάπαυσις· διὰ


ταύτην
γὰρ τὴν αἰτίαν τὴν Κλίνην ἐξεργαζόμεθα. ὁ μὲν οὖν Ἀριστοτέλης
τὰς
τέσσαρας ταύτας αἰτίας οἶδεν. ὁ δὲ Πλάτων ἑτέρας δύο
προστίθησι,
τὴν ὀργανικήν, οἶον τὸν πρίονα ἢ τὸ τέρετρον, δι’ ὦν τὴν Κλίνην
ποιοῦμεν, καὶ τὸ παραδειγματικόν· τοῦτο δὲ διττόν ἐστιν, ἢ γὰρ
ἔξωθεν   (10)
 

 520. Μιχαήλ Ψελλός De omnifaria doctrina (Μ. Χ. 11) Se. 87 γρ.


9
 ἡ ἰδέα. τελικὸν δὲ ἡ ἐν ταύτῃ τῶν ἀνθρώπων ἀνάπαυσις· διὰ
ταύτην
γὰρ τὴν αἰτίαν τὴν Κλίνην ἐξεργαζόμεθα. ὁ μὲν οὖν Ἀριστοτέλης
τὰς
τέσσαρας ταύτας αἰτίας οἶδεν. ὁ δὲ Πλάτων ἑτέρας δύο
προστίθησι,
τὴν ὀργανικήν, οἶον τὸν πρίονα ἢ τὸ τέρετρον, δι’ ὦν τὴν Κλίνην
ποιοῦμεν, καὶ τὸ παραδειγματικόν· τοῦτο δὲ διττόν ἐστιν, ἢ γὰρ
ἔξωθεν   (10)
ἔκκειται, καὶ πρὸς ἐκεῖνο πᾶς τεχνίτης ποιεῖ τὸ τεχνιτευόμενον, ἢ
ἐν
τῇ διανοίᾳ λαμβάνει τὴν ἀνατύπωσιν.
 

 521. Μιχαήλ Ψελλός Encomium in patriarchem Constantinum


Leichudem {2702.042} (Μ. Χ. 11) Σελ. 414 γρ. 31
 δὲ τὸν καιρὸν καθ’ ὃν τέως ἀναβιώσεται καὶ τὸ μεγαλουργούμενον
ἐπ’ αὐτῷ ἀληθεύσειεν· εἶτα δὴ καὶ κρεῖττον σύμβολον τῆς ὑγείας
ζητεῖ· ἀπόρρητοι τοιγαροῦν ἦχοι καὶ μύρα εἰκόνων ἱερῶν
προχεό-   (30)
μενα τὴν ζωὴν τούτῳ προαγορεύουσι· καὶ θᾶττον τῆς Κλίνης ἀνί-
(415) σταται ᾗ προσήλωται, καὶ ἀποδίδωσι θεῷ τὰς εὐχὰς ἃς προσ-
ηύξατο, ἄλλας τε καὶ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ νεὼ, ἣν φιλοτίμως
κατασκευάσας θεῖον ἐπ’ αὐτῇ πεποίηκε φροντιστήριον, περὶ οὗ δή
 

 522. Μιχαήλ Ψελλός Encomium in patriarchem Constantinum


Leichudem {2702.042} (Μ. Χ. 11) Σελ. 415 γρ. 22
 καί που δὴ καὶ ᾠήθη, ὅτι μὴ αὐτίκα πεισθεὶς ταῖς τοῦ πατρὸς
ἐντολαῖς, κολάζοιτο διὰ ταῦτα παρὰ θεοῦ, ἐδόξασέ τε οὕτως
78

καὶ   (20)
ἐπαγγειλάμενος μὴ ἂν τῷ πατρικῷ βουλήματι ἀντειπεῖν, εἰ τῆς
Κλίνης ἐξανασταίη, αὐτίκα τοῦ βεβουλημένου τετυχηκὼς, νεών τε
τῇ Θεοτόκῳ ἐδείματο καὶ φιλοσοφίας ἐν αὐτῷ κατεσκευάκει λαμ-
πρὸν οἰκητήριον. Ἄλλοι μὲν οὖν ἐπαινείτωσαν τὸ τοῦ ναοῦ σχῆμα
καὶ τὴν ἐν πᾶσιν εὐαρμοστίαν καὶ εὐρυθμίαν, τήν τε τῶν
κιόνων   (25)
 

 523. Μιχαήλ Ψελλός Epitaphius encomiasticus in patriarchem


Michaelem Cerullarium {2702.045} (Μ. Χ. 11) Σελ. 357 γρ. 21
 πως ἐγεγόνει τὰ πρὸς αὐτὴν, καὶ οὐκ ἦν προσκειμένη ο[ὐδὲ] θνή-
σκοντι τῷ αὐτοκράτορι. Ἀλλ’ ὅ γε πατὴρ, καίτοι πολλὰ μνησι-
κακεῖν ἔχων τῷ ἀπελθόντι, ἀφίκετο τῷ νεκρῶ μὴ
μετακληθεὶς,   (20)
καὶ οὐχ ὡς ἀψύχου, οὐδ’ ὡς ἐπὶ Κλίνης κειμένου καταπεφρονήκει,
ἀλλὰ σὺν αἰδοῖ προσῄει, ὥσπερ ἀπὸ μετεώρου τοῦ βήματος ἀρχαι-
ρεσιάζοντι, καὶ τὼ χεῖρε συστείλας καὶ ἀσπασάμενος, πολλὰ τῶν
ὀφθαλμῶν κατέσπεισε δάκρυα, μικροῦ δεῖν ἀπολογούμενος ὑπὲρ
ὧν
 

 524. CHRISTOPHORUS Mytilenaeus Poeta Carmina varia


{3019.002} (Μ. Χ. 11) Poem 8 γρ. 26
 θρῆνον δ’ ἐς μέγαν ὦρσε δάμαρτα ἄνακτος, ἄνασσαν.
αὐτίκα δ’ ἀμφὶ θύρας βασιλείων ᾤχετο ἥδε,
κλεῖε δὲ ἀσφαλέως καὶ ἀφῄρει κλεῖδας ἁπάσας.   (25)
ἡ μὲν ἄρ’ ὧδε ἔρεξεν· ἄναξ δὲ Κλίνην περὶ λαμπράν
κεῖτο μέγας μεγαλωστὶ λελασμένος ἧς ἔχε δόξης.
λαοὶ δ’ ἠγερέθοντο, Κλίνη δὲ νεκροῖο ἐπῆρτο·
προύπεμπον δὲ ἄνακτα κατὰ πόλιν οἵπερ ἄριστοι·
 

 525. CHRISTOPHORUS Mytilenaeus Poeta Carmina varia


{3019.002} (Μ. Χ. 11) Poem 8 γρ. 28
 κλεῖε δὲ ἀσφαλέως καὶ ἀφῄρει κλεῖδας ἁπάσας.   (25)
ἡ μὲν ἄρ’ ὧδε ἔρεξεν· ἄναξ δὲ Κλίνην περὶ λαμπράν
κεῖτο μέγας μεγαλωστὶ λελασμένος ἧς ἔχε δόξης.
λαοὶ δ’ ἠγερέθοντο, Κλίνη δὲ νεκροῖο ἐπῆρτο·
προύπεμπον δὲ ἄνακτα κατὰ πόλιν οἵπερ ἄριστοι·
αὐτὰρ ἐπεί ῥ’ ἵκανόν γε Περιβλέπτου ἐνὶ νηῷ,   (30)
ἐνθάδε ταρχύσαντο νέκυν βασιλῆος ἀγαυοῦ,
 
79

 526. CHRISTOPHORUS Mytilenaeus Poeta Carmina varia


{3019.002} (Μ. Χ. 11) Poem 75 γρ. 3-4
 (75) Εἰς τὴν ἀδελφὴν Ἀναστασώ, τελευτήσασαν καὶ   
ἔτι προκειμένην· ἀνακρεόντεια.   

Ῥοδοεικέλην γυναῖκα   θάνατος μέλας κατέσχεν,   (1-2)


ἐπὶ τῆς Κλίνης δὲ κεῖται   ἀποτμηθὲν ἔρνος οἷα,   (3-4)
ἀρετῆς δ’ ἄσυλον ὅρμον   περικειμένη καθεύδει,   (5-6)
ἀνακειμένη δὲ λάμπει,   νενεκρωμένη περ οὖσα.   (7-8)
    νεφέλαι ὀμβροτόκοι, δάκρυα χεῖτε,   (9)
 

 527. Μιχαήλ Ατταλιάτης {3079.001} (Μ. Χ. 11) Σελ. 212 γρ. 2


 δήμων καθ’ ἑκάστην ἐγίνετο, ὡς καὶ τοὺς νεκροὺς αὐτῶν σωρη-
δὸν ἔν τε τοῖς λεγομένοις ἐμβόλοις καὶ τοῖς ὑπαίθροις ἀνα-
(212) κεῖσθαι, καὶ φοράδην κομίζεσθαι πολλάκις ἐν μιᾷ καὶ τῇ
αὐτῇ κλίνῃ πέντε καὶ ἓξ νεκροὺς ἀτημελήτους, καὶ πανταχό-
θεν ἐπιρρέειν τὰ σκυθρωπά, καὶ πάσης κατηφείας πληροῦ-
σθαι τὴν βασιλεύουσαν. τῶν δὲ καθημερινῶν καὶ παρανό-
μων κριμάτων οὐδεμία τις ἀναστολὴ τοῖς κρατοῦσιν ἐγίνετο·   (5)
 

 528. VITA ET MIRACULA NICONIS Hagiogr. Vita et miracula


(e cod. Kutlumus. 210) {5081.002} (Μ. Χ. 11-17) Σελ. 200 γρ. 20
 ξας τοῦ ἁγιάσματος τῶν ἁγίων Θεοφανείων, δὸς πιεῖν τῇ
καμνούσῃ, καὶ
πάντως ὄψει τὴν δόξαν τοῦ θεοῦ». Κατὰ γοῦν τὸ τούτου ἐπίταγμα
οἴκαδε
ὁ ἱερεὺς παραγενόμενος καὶ τῇ ἰδίᾳ μητρὶ τοῦτο προσάγων, ἐν ᾧ τὸ
τμῆμα τοῦ ῥακίου ἐδεύετο, ἀνέθορε τῆς Κλίνης εὐθέως ἡ μικροῦ
καὶ ἐγ-   (20)
γὺς οὖσα τῶν τοῦ ᾍδου πυλῶν, καὶ δορκάδος δίκην ἐφήλατο,
τελείας
εὐμοιρήσασα τῆς ὑγείας. Τῷ δὲ τοιούτῳ θαύματι ἐμπλησθεὶς
ἡδονῆς
τὴν ψυχὴν ὁ ἱερεύς, ἅμα τῇ μητρὶ χάριτας θεῷ ὡμολόγουν καὶ τῷ
τού-
 

 529. VITA ET MIRACULA NICONIS Hagiogr. Vita et miracula


(e cod. Kutlumus. 210) {5081.002} (Μ. Χ. 11-17) Σελ. 208 γρ. 14
80

 χετο, ἀνενδοιάστως ἤδη τῆς νόσου τὸν θάνατον ἀπειλούσης, τῷ


θείῳ
μύρῳ ὅπερ ὁ Ἀπόκαυκος ἐπεφέρετο τὸν οὕτω μικροῦ τὰ ἔσχατα
πνέοντα
περιχρίσας, πίστει ἀδιστάκτῳ καὶ μόνῃ τὸ θαρρεῖν κεκτημένος,
περὶ
μέσας νύκτας ἄφνω τῆς Κλίνης ἐκπηδήσας ὁ Γρηγόριος· τοῦτο
γὰρ ἦν
ὄνομα τῷ κάμνοντι· καὶ τοῖς οἰκείοις βαδίζων ποσὶν ὁ πρὸ μικροῦ
ἄφω-   (15)
νος καὶ ἀγαθῶν ἐλπίδων εἰς ἅπαν ἔρημος, λαμυρωτέρᾳ γλώττῃ καὶ
πομ-
πικῇ—τοιοῦτον γὰρ ἡ περιχάρεια—τὴν ἰδίαν ἐκάλει σύζυγον ἐξ
ὀνόματος.
 

 530. VITA ET MIRACULA NICONIS Hagiogr. Vita et miracula


(e cod. Kutlumus. 210) {5081.002} (Μ. Χ. 11-17) Σελ. 235 γρ. 36
 Οὐ πλείω δὲ ἢ μιᾶς ὥρας διάστημα, καὶ ὁ θερμὸς τῶν
ἐπικαλουμένων
ἐπίκουρος, ἡ ταχεινὴ βοήθεια, ὁ μὴ μόνον τοῖς ἐγγύς, ἀλλὰ καὶ τοῖς
πόρρω φαιδρὰς καὶ τηλαυγεῖς τῶν θαυμάτων ἐπαφιεὶς τὰς ἀκτῖνας
ἧκεν   (35)
ἐπιτελῶν τὰ ἴδια. Ἐν εἴδει γὰρ καὶ συνήθει σχήματι ἐπιστὰς τῇ
κλίνῃ
(236) τοῦ πάσχοντος κατὰ τὸ αἰσθητὸν ἅμα καὶ ὁρώμενον—ὢ
θείας προμηθείας,
ὢ θεοῦ κριμάτων ὑπερφυῶν—οὐ μόνον τὸν κυκεῶνα τοῦ πάθους
ἐκοίμησε
καὶ σωφρονοῦντα διόλου καὶ ὑγιαίνοντα τοῦτον ἀπέδειξεν, ἀλλὰ
καὶ τῶν
 

 531. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 1 Ch. 8 se. 2


γρ. 4
 ῥοῦν ἀκάθεκτον ἔχουσα. (2) Ἀλλ’ ὁ μὲν οὕτως ὀνειδίζων
ἐβόα καὶ διηρευνᾶτο καὶ ἀνέτρεπε πάντα καὶ κιβώτια καὶ
σκίμποδας καὶ σκεύη καὶ αὐτὴν δὴ τὴν τοὐμοῦ πατρὸς
Κλίνην, μή πως ὁ στρατηγὸς ἔν τινι τούτων κέκρυπτο. Καὶ
θαμὰ πρός τε τὸν μοναχὸν οὕτω καλούμενον Ἰωαννίκιον    (5)
ἐνέβλεπε· καὶ γὰρ διὰ σπουδῆς ἐπεποίητο ἡ μήτηρ ἐν
ἁπάσαις ταῖς αὐτοῦ ἐκστρατείαις ὁμόσκηνον ἔχειν τῶν...
81


 Σκίμπους λέγε, ἀλλὰ μὴ κράββατος· μιαρὸν γάρ. (Φρύνιχος ο
Αράβιος, Ἐκλογὴ ἀττικῶν ῥημάτων καὶ ὀνομάτων, 41)

 532. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 8 Ch. 8 se. 1


γρ. 5
 Κωνσταντινουπόλει διατρίβων σπουδαίως ἐξῄει καὶ ἐπὶ
δυσὶ νυχθημέροις καταλαμβάνει τὴν Φιλιππούπολιν.
Ὑπνώττοντος δὲ τοῦ βασιλέως εἴσω τῆς βασιλικῆς σκηνῆς
ἀψοφητὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν ἑτέραν Κλίνην τοῦ ἀδελφοῦ καὶ    (5)
βασιλέως κατακλιθεὶς καὶ αὐτὸς ὕπνωττε τοὺς κατευνά-
ζοντας τὸν αὐτοκράτορα διὰ τῆς χειρὸς ἡσυχάζειν ἐπιτά-
ξας. Ὡς γοῦν ὁ βασιλεὺς τοῦ ὕπνου ἀνέθορε καὶ τὸν
 

 533. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 13 Ch. 1 se. 7


γρ. 6
 μόνου δὲ τῷ τότε τυχόντος τοῦ τε Ῥωμανοῦ τοῦ ἐκ Μανι-
χαίων καὶ Βασιλείου ἐκτομίου τοῦ Ψύλλου καὶ Θεοδώρου
τοῦ ἀδελφοῦ Ἀαρών, εὑρέθη αὖθις φάμουσον ὑπερριμμένον   (5)
τῇ τοῦ βασιλέως κλίνῃ πολλὴν τὴν κατὰ τῆς βασιλίδος
περιέχον καταδρομήν, ὅτου χάριν συνέπεται τῷ βασιλεῖ
καὶ μὴ τάχιον πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπαναστρέφοι. Τοῦτο
γὰρ ἦν αὐτοῖς τὸ σκοπούμενον, ἄδειαν πᾶσαν ἐσχηκέναι.
 

 534. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 13 Ch. 9 se. 4


γρ. 14
 συμφωνιῶν γεγονέναι μοι ἢ ὅλως εἰς κρίσιν ἀγαγέσθαι με,
ἀλλ’ ἐλεύθερον ἄδειαν σχόντα κατὰ τὸ ἐμοὶ βουλητὸν εἰπεῖν
ὁπόσα καὶ βούλομαι. Πρὸς δὲ τούτοις καὶ τὸν βασιλέα τῆς
ἐμῆς κρατῆσαι χειρὸς καὶ πρὸς τῇ κεφαλῇ τῆς Κλίνης
αὐτοῦ παραστῆσαί με, καὶ μετὰ δύο χλαμύδων τὴν εἴσοδον    (15)
ποιησάμενον μηδ’ ὅλως εἰς προσκύνησιν κάμψαι γόνυ ἢ
τράχηλον τῷ αὐτοκράτορι.» (5) Τούτων ἀκούσαντες οἱ
 

 535. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 15 Ch. 1 se. 1


γρ. 20
 στράγγα καὶ οὐκ ἀθρόον διὰ τὸ πόρρω που τὰς σφῶν εἶναι
πατρίδας· ἡ δέ γε ὀδύνη ἀπεῖργε τοῦτον οὐ τοῦ προκει-
μένου μόνον ἅψασθαι σκοποῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ βαδίζειν
ἁπλῶς. Καὶ κλινήρης ὢν ἤχθετο οὐ τοσοῦτον διὰ τὴν τῶν    (20)
82

ποδῶν περιωδυνίαν ὁπόσον διὰ τὴν ἀναβολὴν τοῦ κατὰ τῶν


βαρβάρων ἔργου. Οὐκ ἐλάνθανε ταῦτα τὸν βάρβαρον
Κλιτζιασθλάν· ἔνθεν τοι καὶ ἀμεριμνήσας τὸ παρὸν τὴν
 

 536. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 15 Ch. 1 se. 2


γρ. 15
 πρόφασις ἡ τῶν ποδῶν ἀλγηδών. Πρόσωπα γὰρ ἰατρῶν τε
καὶ τῶν περὶ τὸν αὐτοκράτορα διαπονουμένων ὑπεκρίνοντο
καὶ αὐτὸν δῆτα τὸν βασιλέα εἰς τὸ μέσον παράγοντες καὶ
ἀναθέμενοι ἐπὶ Κλίνης προσπαίζειν ᾤοντο. Καὶ ἐπὶ ταύταις   (15)
ταῖς παιδιαῖς γέλως τοῖς βαρβάροις ἐπῆρτο πολύς. (3) Οὐ
μὴν ἐλάνθανε ταῦτα τὸν αὐτοκράτορα, κἀντεῦθεν ἠρεθί-
ζετο πρὸς τὴν κατ’ αὐτῶν μάχην μᾶλλον παφλάζων τὰ
 

 537. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 15 Ch. 11 se. 8


γρ. 8
 λαμβάνων μήτ’ ἄλλου τινὸς τῶν εἰς σωτηρίαν ἀποβλεπόν-    (5)
των. Πολλάκις γοῦν ἐγώ, μᾶλλον συνεχῶς καὶ τὴν μητέρα
τεθέαμαι διανυκτερεύουσάν τε τῷ βασιλεῖ καὶ κατόπιν τού-
του ἐπὶ τῆς Κλίνης καὶ ὑπανέχουσαν τοῦτον ταῖς χερσὶ
καὶ παραμυθουμένην τρόπον τινὰ τὴν ἀναπνοήν. Ἐχεῖτο
μέντοι αὐτῆς τῶν ὀμμάτων τὸ δάκρυον καὶ ὑπὲρ τὰ Νειλῷα    (10)
ῥεύματα. Ὁπόσην τε τὴν περὶ αὐτὸν δι’ ὅλης ἡμέρας τε
 

 538. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 15 Ch. 11 se.


16 γρ. 14
 σταλάγματος παρὰ τῆς φιλτάτης ἐμῆς ἀδελφῆς Μαρίας
τὰ αὐτὰ περὶ τῶν αὐτῶν ἐπέσκηπτε τῇ βασιλίδι. Καὶ
πάλιν εἰς τρίτην λειποθυμίαν ἐνέπιπτεν .... καὶ
μετάστασις ἔδοξε τῇ βασιλικῇ κλίνῃ ...... τῶν ἀμφὶ
τὸ σῶμα ἐκείνου πονούντων καὶ με.... καὶ μετεστή-    (15)
σαμεν τὸν αὐτοκράτορα κλινοπετῆ ⟦εἴς τι⟧ μέρος ἕτερον
τοῦ πεντορόφου οἰκήματος, εἴ πού γε ⟦ἔχ⟧οι ἐλευθεριώτε-
 

 539. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 1 se. 12 γρ. 8
 τοῦ δωματίου, καὶ Σωσθένης μοι “χαίροις” εἰπὼν σὺν   (5)
τῇ Πανθίᾳ ᾤχετο. Ἐγὼ δὲ καὶ Κρατισθένης ἀνεκε-
κλίμεθα περὶ κλίνας ὅτι λαμπρῶς ἐσταλμένας καὶ μαλακῶς.
83

Ὑπέθηκε τὸ σκεῦος περὶ τὸν σκίμποδα Κλίνης ἐμῆς ἡ


τοῦτο κατέχουσα· ἡ ἑτέρα τὸ ὕδωρ ἐπέβαλεν· ἡ δὲ
παρθένος Ὑσμίνη ὀκλάσασα τὼ πόδε καὶ λαβομένη μου   (10)
τῶν ποδῶν ἐκπλύνει τῷ ὕδατι (καὶ τοῦτο γὰρ τοῖς κήρυξιν
 

 540. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 1 se. 14 γρ. 18
 καὶ μᾶλλον τὴν σὴν ἐπιτίμησιν, ἥτις με παιδεύει σιγᾶν.    (15)
Τέταρτον ἐπίνομεν Σωτῆρι Διί, καὶ πάλιν Ὑσμίνη τὸν
ἐμὸν ἐπέθλιβε δάκτυλον. Ταῦτα τὰ τῆς τραπέζης· τὰ
δὲ τῆς Κλίνης ὁποῖα; Νίπτει μου τοὺς πόδας, περιπλέκεται,
θλίβει τοὺς δακτύλους, φιλεῖ καὶ φιλοῦσα κλέπτει τὸ
φίλημα καὶ τέλος ἀμύττει μου τὸ πέλμα τοῦ ποδός·   (20)
ὅθεν, ὡς ἤκουσας, ἀνεκάγχασα.” Καὶ ὁ Κρατισθένης
 

 541. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 3 se. 2 γρ. 8
 ἄσθμα, καὶ πρὸς τὸν Κρατισθένην ἔλεγον “ὦ Κρατίσθενες,   (5)
ὦ Κρατίσθενες.” Ὁ δ’ ἀνεπήδησε τῆς στρωμνῆς, ἐγὼ δὲ
πάλιν εἶπον “ὠλώλειν, Κρατίσθενες.” Ὁ δ’ ἀσανδάλῳ ποδὶ
πρὸς τὴν ἐμὴν ἐπεπήδησε Κλίνην καὶ τῆς δεξιᾶς με χειρὸς
πράως λαβόμενος “τί πάσχεις, ὁ καλὸς Ὑσμινίας” φησίν·
ἐγὼ δ’ ἐσίγων. Ὁ δέ μοι δακρύσας πάλιν φησὶ “τί   (10)
πάσχεις, Ὑσμινία; Ὑσμινία, σιγᾷς;” ἐγὼ δ’ “ὠλώλειν”
 

 542. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 3 se. 5 γρ. 30
 ὀνείροις ἐσκεύασε. Καὶ ἡμεῖς περὶ τὸ δωμάτιον, καὶ Σω-
σθένης καὶ Πανθία συνήθως ἡμῶν ἀπηλλάττοντο· ἐγὼ
δὲ καὶ Κρατισθένης ἀνακεκλίμεθα. Καὶ δὴ τὴν Ὑσμίνην
περὶ τὴν Κλίνην ὁρῶ τὴν ἐμήν, ἣν μηδὲν αἰδεσθεὶς ὅλαις   (30)
ἐφέλκομαι ταῖς χερσί, καὶ τῇ κλίνῃ παρακαθίζω· Ἔρως
γὰρ ἀναιδείας πατήρ. Ἡ δ’ αἰδεῖται μὲν ὡς παρθένος
καὶ τὴν μὴ πειθομένην τὰ πρῶτα καθυποκρίνεται, νικᾶται
 

 543. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 3 se. 5 γρ. 31
 σθένης καὶ Πανθία συνήθως ἡμῶν ἀπηλλάττοντο· ἐγὼ
δὲ καὶ Κρατισθένης ἀνακεκλίμεθα. Καὶ δὴ τὴν Ὑσμίνην
84

περὶ τὴν Κλίνην ὁρῶ τὴν ἐμήν, ἣν μηδὲν αἰδεσθεὶς ὅλαις   (30)


ἐφέλκομαι ταῖς χερσί, καὶ τῇ κλίνῃ παρακαθίζω· Ἔρως
γὰρ ἀναιδείας πατήρ. Ἡ δ’ αἰδεῖται μὲν ὡς παρθένος
καὶ τὴν μὴ πειθομένην τὰ πρῶτα καθυποκρίνεται, νικᾶται
δ’ ὅμως ὡς παρθένος ἀνδρός, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐμῆς ταύτης
 

 544. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 4 se. 4 γρ. 1
 μέλιτος γεύομαι· σὸς γάρ με Σωσθένης πατὴρ εἰς Εὐρυ-
κώμιδα συνεφέλκεται. Ἡ δ’ “ἀλλὰ κἀμὲ” φησί. Καὶ τὴν   (20)
χεῖρ’ ἀφαρπάξασα μακρὰν ἀπεπήδησεν.
(4)     Ἐγὼ δ’ ὡς ἐν ὑποπτέρῳ ποδὶ περὶ τὴν Κλίνην γε-
νόμενος ὑπεκρινόμην ὑπνοῦν· ψόφος γὰρ ὡς ἐκ ποδὸς ἡμᾶς
συνετάραξεν. Ἧκεν οὖν ὁ Κρατισθένης τῆς συνηρεφοῦς
ἀναστὰς μυρρίνης εἰς ἣν ὑπεκάθητο, καὶ τὸν πόδα μου
 

 545. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 4 se. 19 γρ. 3
 γέροντα τίθησιν.
(19)     Οὕτω τοίνυν καταφιλοσοφήσαντες τὴν γραφὴν περὶ
τὸ δωμάτιον ἀνεχωροῦμεν· ὕπνου γὰρ ἐκάλει καιρός. Καὶ
ὁ μὲν Κρατισθένης περὶ τὴν Κλίνην ἐγένετο, ἐγὼ δ’ ἐνε-
καρτέρουν τῷ κήπῳ, τὴν Ὑσμίνην ἐθέλων ἰδεῖν, καὶ
ὅλους πρὸς τὴν πύλην εἶχον τοὺς ὀφθαλμούς· νοῦς γὰρ   (5)
ἔρωτι τρωθεὶς ὅλον καθ’ αὑτὸν ἀναπλάττει τὸν ἔρωτα
 

 546. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 4 se. 19 γρ. 10
 καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς μετάγει περὶ τὸ πλάσμα καὶ ὅλον
ὁρᾶν δοκεῖ τὸ πλαττόμενον· οὕτω πῦρ ἔρωτος πεσὸν εἰς
ψυχὴν καὶ τὰς φύσεις αὐτὰς μεταπλάττει καὶ μεθαρμό-
ζεται. Καὶ ὁ Κρατισθένης τῆς Κλίνης ἀναστὰς μεθεῖλκέ   (10)
με περὶ τὸ δωμάτιον “νὺξ δ’ ἤδη τελέθει” λέγων, “ἀγαθὸν
καὶ νυκτὶ πιθέσθαι.”
(20)     Ἐγὼ δὲ πρὸς αὐτὸν “νῦν τὰς γραφὰς ὅλας ἀνεμε-
 

 547. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 4 se. 21 γρ. 2
85

 “νικῶ σε” λέγων “Κρατίσθενες·” ὁ δ’ “ἔστω, νενίκηκας·


γενώμεθα περὶ τὸ δωμάτιον.”   (30)
(21)     Καὶ γεγονότες ἀνακεκλίμεθα. Καί τις ψόφος περὶ
τὸν κῆπον γενόμενος τῆς Κλίνης μ’ ἀνέσπασε· καὶ περὶ
τὸ φρέαρ τὴν Ὑσμίνην ὁρῶ, πρὸς ἣν κατεπέτασα, καὶ
τοῦ ποδὸς ἐμνήσθην τοῦ Ἔρωτος ὅτι μὴ κατ’ ἄνθρωπον
ἦν ἀλλ’ ὅλον πτερόν· καὶ τὸν ζωγράφον τῆς γραφῆς   (5)
 

 548. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 4 se. 24 γρ. 8
 ἱερὸν πέδιλον, τὸν σεμνὸν χιτῶνα καὶ τὰ Διάσια· τὸν   (5)
Σωσθένην ἐφοβούμην, τὴν Πανθίαν καὶ ὅλην Αὐλίκωμιν,
καὶ μᾶλλον ἐμαυτοῦ τὴν Ὑσμίνην ἠλέουν ἐξ ἔρωτος. Ὁ
δὲ καλὸς Κρατισθένης τῆς Κλίνης ἐξαναστὰς καὶ περὶ τὸν
κῆπον γενόμενος καὶ μήτε τὴν Ὑσμίνην ἰδὼν μήτε τινὸς
περὶ τὴν οἰκίαν ἀκούσας φωνῆς (ἦν γὰρ πάνθ’ ὁρῶν τὰ   (10)
γινόμενα) πρός μ’ ἧκε λέγων “μηδέν σοι τοῦ πλάσματος.”
 

 549. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 5 se. 3 γρ. 2
 περὶ τὴν τράπεζαν ὀρχουμένους καὶ παίζοντας ὅσα παίζου-   (5)
σιν ἔρωτες.
(3)     Ὁ δέ μοι πλάττει τὸν κῆπον παλαμναιότατος ὄνειρος,
καὶ τὴν Ὑσμίνην εἰσάγει κἀμὲ τῆς Κλίνης ἀνίστησι, περὶ
τὴν κόρην ἐξάγει, καθυπουργεῖ μοι τὸν ἔρωτα. Κἀγὼ
τὴν παρθένον ἐφέλκομαι τὰ πρῶτα μὴ θέλουσαν, συνέχω,
θλίβω, δάκνω, φιλῶ, περιπλέκομαι, καί τι δρᾶν ἐθέλων   (5)
 

 550. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 5 se. 14 γρ. 1
 μόνοις ἀπεσπώμην ποσί· τὴν γάρ μοι ψυχὴν καὶ τὸν   (15)
ὀφθαλμὸν καὶ τὸν νοῦν ὡς παρακαταθήκην ἀφῆκα τῇ
κόρῃ καὶ οἷον ἐχέγγυον.
(14)     Καὶ περὶ τὴν Κλίνην γενόμενος μυρίοις κατετυραν-
νούμην τοῖς λογισμοῖς, τὴν ψυχὴν ἐπολιορκούμην καὶ τῶν
ὀφθαλμῶν ἡρπαζόμην τὸν ὕπνον ὡς λάφυρον. Τὴν Αὐλί-
κωμιν τῆς φιλοξενίας ἐθαύμαζον, ἣ καὶ μέχρι ποδῶν
 
86

 551. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 5 se. 15 γρ. 8
 τὰ πρόσφορα λειτουργήσοντες· Ὑσμίνη δὲ μόνη περὶ τὸ   (5)
δωμάτιον καταλέλειπται, ὅτι μηδὲ προσῆκον παρθένοις
ἀνδρῶν ἐναντίον χωρεῖν. Ἐγὼ δ’ (οὐδὲ γὰρ ἠγνόησα τὸ
γινόμενον) περὶ τὴν Κλίνην ἐγενόμην τῆς κόρης εὐθὺς καὶ
κοιμωμένην αὐτὴν κατεφίλησα, ἡ δ’ ἐκπλαγεῖσα τῷ πα-
ραδόξῳ τοῦ πράγματος τῆς στρωμνῆς ἀνεπήδησε “βαβαὶ   (10)
τοῦ θαύματος” λέγουσα. Κἀγὼ συνέσχον εἰπὼν “μὴ δέδιθι,
 

 552. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 5 se. 20 γρ. 14
 καὶ δοῦλος τῶν σῶν χαρίτων εἰς τὴν ἐμὴν ταύτην Εὐρύ-
κωμιν ἀνθυπέστρεψα.” Καὶ δὴ τῆς ἡμέρας διαγελώσης
καταφιλήσας τὴν κόρην ἐξῆλθον τοῦ δωματίου καὶ περὶ
τὴν ἐμὴν ἐγενόμην Κλίνην ὡς ἐν ὑποπτέρῳ ποδὶ καὶ τοῖς
ὕπνοις ἐσπεισάμην εὐθύς, ὡς εἰ περὶ τὴν Κλίνην εὗρον   (15)
αὐτούς. 6.(1)     Ὁ μὲν οὖν ἐμὸς πατὴρ Θεμιστεὺς σὺν Σωσθένει
 

 553. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 5 se. 20 γρ. 15
 κωμιν ἀνθυπέστρεψα.” Καὶ δὴ τῆς ἡμέρας διαγελώσης
καταφιλήσας τὴν κόρην ἐξῆλθον τοῦ δωματίου καὶ περὶ
τὴν ἐμὴν ἐγενόμην Κλίνην ὡς ἐν ὑποπτέρῳ ποδὶ καὶ τοῖς
ὕπνοις ἐσπεισάμην εὐθύς, ὡς εἰ περὶ τὴν Κλίνην εὗρον   (15)
αὐτούς. 6.(1)     Ὁ μὲν οὖν ἐμὸς πατὴρ Θεμιστεὺς σὺν Σωσθένει
καὶ μητράσιν ἡμῶν ἐπανῆκον ἐκ τοῦ βωμοῦ Ξενίῳ Διὶ
 

 554. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 1 γρ. 4
 (1)     Ὁ μὲν οὖν ἐμὸς πατὴρ Θεμιστεὺς σὺν Σωσθένει
καὶ μητράσιν ἡμῶν ἐπανῆκον ἐκ τοῦ βωμοῦ Ξενίῳ Διὶ
τὰ πρόσφορα θύσαντες· καί μοι Διάντεια μήτηρ περὶ
τὴν Κλίνην γενομένη τὴν ἐμὴν ἐξυπνίζει με λέγουσα
“τέκνον Ὑσμινία, καιρὸς ἀρίστου, σὺ δ’ οὐκέτι τὸν ὕπνον   (5)
ἀπώσῃ τῶν ὀφθαλμῶν; ἀνάστηθι καὶ περὶ τὸ δεῖπνον
γενώμεθα· ὁ σὸς γὰρ πατὴρ ἀνακέκλιται σὺν Σωσθένει
 
87

 555. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 5 γρ. 2
 μεθα· ἡ γὰρ δὴ νὺξ καὶ πάλιν ἡμᾶς συγκαλεῖται περὶ
τὸν βωμὸν καὶ τὰ θύματα.”   (10)
(5)     Οὕτως οὖν κατελύετο τὸ συμπόσιον, κἀγὼ τῇ συ-
νήθει μοι κλίνῃ συνήθως ἀνακλιθεὶς ὅλους εὐθὺς ἡρπα-
ζόμην παρὰ τῶν ὕπνων τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἤμην ὑπνῶν,
τῷ παραδόξῳ τὴν ψυχὴν καταθορυβηθεὶς τοῦ ἀκούσματος
καὶ ὅλον τῇ θλίψει τὸν νοῦν καταβαπτισθείς. Πάλιν οὖν   (5)
 

 556. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 5 γρ. 8
 καὶ ὅλον τῇ θλίψει τὸν νοῦν καταβαπτισθείς. Πάλιν οὖν   (5)
ὁ συνήθης τῶν θυμάτων καιρός, καὶ πάλιν Θεμιστεύς μοι
πατὴρ καὶ μήτηρ Διάντεια σὺν Σωσθένει καὶ Πανθίᾳ περὶ
τὸν βωμὸν διανυκτερεύουσι· καὶ πάλιν ἐγὼ Κλίνης ἀναστὰς
τῆς ἐμῆς περὶ τὴν Κλίνην ἥκω τῆς κόρης, ἣν ὁ καλὸς
Σωσθένης εἰς τὴν Αὐλίκωμιν ἐνυμφεύσατο, καὶ πάλιν τὴν   (10)
κόρην φιλῶ. Ἡ δ’ ὅλην τὴν στρωμνὴν καταβρέχει τοῖς
 

 557. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 5 γρ. 9
 ὁ συνήθης τῶν θυμάτων καιρός, καὶ πάλιν Θεμιστεύς μοι
πατὴρ καὶ μήτηρ Διάντεια σὺν Σωσθένει καὶ Πανθίᾳ περὶ
τὸν βωμὸν διανυκτερεύουσι· καὶ πάλιν ἐγὼ Κλίνης ἀναστὰς
τῆς ἐμῆς περὶ τὴν Κλίνην ἥκω τῆς κόρης, ἣν ὁ καλὸς
Σωσθένης εἰς τὴν Αὐλίκωμιν ἐνυμφεύσατο, καὶ πάλιν τὴν   (10)
κόρην φιλῶ. Ἡ δ’ ὅλην τὴν στρωμνὴν καταβρέχει τοῖς
δάκρυσιν· ἐγὼ δὲ πάλιν φιλῶ λέγων “Ὑσμίνη, τί πά-
 

 558. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 9 γρ. 9
 κατ’ οἴκους πολυτελῆ καὶ τροφὴ καὶ πόσις καὶ ἔνδυμα.” Ἡ
δ’ ὡς εἰς παστάδα μετακεκλημένη βασιλικήν, ὑπολαβοῦσά
φησιν “ἔχεις με τὴν σὴν Ὑσμίνην καὶ μετακόμιζε· σὺν σοὶ
θανοῦμαι·” Καὶ τῆς Κλίνης ἀναστᾶσα συνείπετο, ἢ μᾶλλον
ἐφείλκετό με προτρέχουσα, ἐγὼ δ’ “ἀλλ’ οὐκέτι” φημὶ   (10)
“διακεκόσμηται τὰ τοῦ πράγματος,” ἡ δ’ ἀλλ’ οὐκ
ἤθελεν ἀποσπασθῆναί μου τῶν χειρῶν. Μόλις οὖν ὅλους
 
88

 559. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 9 γρ. 14
 “διακεκόσμηται τὰ τοῦ πράγματος,” ἡ δ’ ἀλλ’ οὐκ
ἤθελεν ἀποσπασθῆναί μου τῶν χειρῶν. Μόλις οὖν ὅλους
θεοὺς αὐτοὺς διαμαρτυράμενος τῶν τῆς Ὑσμίνης ἀπε-
σπάσθην χειρῶν καὶ περὶ τὴν ἐμὴν ἐγενόμην Κλίνην, τὸ
πρᾶγμα διασκοπῶν. Ἐπεὶ δ’ ὑπνοῦν οὐ συνεχωρούμην   (15)
τοῖς πράγμασιν, ἀναστὰς τῆς Κλίνης καὶ λαμπρῶς δια-
κοσμησάμενος εἰς ἱερὸν ἀφικόμην Ξενίου Διός, ὅπου καὶ
 

 560. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 9 γρ. 16
 θεοὺς αὐτοὺς διαμαρτυράμενος τῶν τῆς Ὑσμίνης ἀπε-
σπάσθην χειρῶν καὶ περὶ τὴν ἐμὴν ἐγενόμην Κλίνην, τὸ
πρᾶγμα διασκοπῶν. Ἐπεὶ δ’ ὑπνοῦν οὐ συνεχωρούμην   (15)
τοῖς πράγμασιν, ἀναστὰς τῆς Κλίνης καὶ λαμπρῶς δια-
κοσμησάμενος εἰς ἱερὸν ἀφικόμην Ξενίου Διός, ὅπου καὶ
Θεμιστεύς μοι πατὴρ καὶ μήτηρ Διάντεια καὶ Σωσθένης
καὶ Πανθία προσανεῖχον τοῖς θύμασι.
 

 561. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 12 γρ. 15
 ματισάμενος τῶν τοῦ Κρατισθένους μεθειλκυσάμην χειρῶν
τὸ ποτήριον, καὶ τἆλλ’ ὁπόσα συμπίνοντες ἐρωτικῶς κατε-
παίζομεν· τὴν τῶν πατέρων καὶ μητέρων ἡμῶν πρὸς τὸν
βωμὸν ἐπὶ θύμασιν ἀναχώρησιν, καὶ τὰ περὶ τὴν Κλίνην   (15)
τῆς κόρης ἡμέτερα παίγνια, καὶ τὰς συνθήκας ὅσας ἐρωτι-
κῶς συνεθέμεθα, τὴν ἐπὶ τῷ δευτέρῳ δείπνῳ τοῦ Σω-
σθένους γλῶσσαν ὡς θύσοι τοὺς γάμους τῇ θυγατρί, ὡς
 

 562. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 12 γρ. 24
 ῥήματος ἔκπληξιν, καὶ τἆλλ’ ὁπόσα περὶ τὴν τράπεζαν,
τὴν ἐπὶ δευτέροις τούτοις θύμασι τοῦ Σωσθένους καὶ
τῆς Πανθίας πρὸς τὸν βωμὸν ἐπαγρύπνησιν, τὴν μόνωσιν
τῆς παρθένου, τὰ περὶ τὴν Κλίνην ταύτης ἡμέτερα δάκρυα
καὶ τέλος τὰς συνθήκας, ἃς συνεθέμεθα θεοὺς αὐτοὺς
διαμαρ-   (25)
τυράμενοι.
89

(13)     Καὶ ὁ Κρατισθένης “αἰσιώτατόν σοι τὸν οἰωνὸν προ-


 

 563. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 6 se. 17 γρ. 2
 καὶ ἡμᾶς περὶ τὸν λιμένα καὶ τὴν ναῦν συγκαλέσα-
σθαι.”(17)     Ὁ μὲν οὖν Κρατισθένης ἐξῆλθε τοῦ δωματίου, ἐγὼ
δ’ ὅλος ἐπὶ τὴν Κλίνην ἀνακλιθεὶς ὅλας εἶχον λογισμῶν
θαλάσσας ἐπικλυζούσας μου τὴν ψυχήν, καὶ ὡς ναῦς ἐν
σάλῳ κατεκυματούμην καὶ κλύδωνι· ἠνιώμην, ἔχαιρον,
ἐδειλίων, ἐθάρρουν, ὅλος ἤμην ἡδονῆς καὶ φόβου μεστός·   (5)
 

 564. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 7 se. 5 γρ. 7
 φημί· τὴν γὰρ ἀκοὴν ὅλην εἶχον ἀπῃωρημένην τῆς τοῦ
Κρατισθένους φωνῆς· καὶ ὀφθαλμοὶ μέν μοι καὶ χεῖρες   (5)
πρὸς τὴν παρθένον, ὁ δέ γε νοῦς πρὸς αὐτόν. Καὶ σὺν
τῇ παρθένῳ τῆς Κλίνης ἀνέστημεν ἐξ αἰδοῦς καὶ χαρᾶς·
καὶ περὶ τὴν πύλην γενόμενοι “χαίροις” τῷ Κρατισθένει
φαμέν· ὁ δ’ “οὐχ ἕδρας” φησὶ “καιρός· περὶ τὸν λιμένα
γενώμεθα, τῆς νεὼς ἐπιβῶμεν, ἀποβῶμεν τῆς Εὐρυκώ-   (10)
 

 565. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 7 se. 7 γρ. 5
 ἐπλέομεν· ὁ γὰρ δὴ τὰ πρῶτα γλυκὺς Ποσειδῶν ὅλος
ἀπὸ πρύμνης ἐξέπνευσε καὶ τὸ ἱστίον κατακυρτώσας καὶ
πτερώσας τὴν ναῦν μεθ’ ἡδονῆς ἡμᾶς μετεκόμιζεν. Ἐγὼ
δ’ εἶχον Κλίνην τὴν ναῦν καὶ στρωμνὴν τῆς παρθένου τὰ   (5)
γόνατα καὶ ὅλος ἀνακλιθεὶς οὕτως ἡδέως ὕπνωττον ὡς
οὐδέποτε, νὴ τὸν Ἔρωτα· ἡ δέ μοι παρθένος κατεπι-
θεῖσα τὸ στόμα καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς χείλεσιν
 

 566. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 7 se. 7 γρ. 10
 οὐδέποτε, νὴ τὸν Ἔρωτα· ἡ δέ μοι παρθένος κατεπι-
θεῖσα τὸ στόμα καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς χείλεσιν
ἀψοφητὶ κατεφίλει με, καὶ ἦν ἡ ναῦς παρ’ ἡμῖν καὶ παστὰς
καὶ Κλίνη καὶ στρωμνὴ καὶ δωμάτιον. Οὕτως Ἔρως εἰς   (10)
ψυχὴν ἐμπεσὼν καὶ ὅλην καταδουλώσας αὐτὴν τῶν μὲν
ἄλλων πάντων πείθει καταφρονεῖν, ὅλην δὲ πρὸς ἑαυτὸν
90

μεθαρμόζεται.
 

 567. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 9 se. 4 γρ. 19
 ἔργα τὰ δούλων ὑπέχω καὶ ὅλος δοῦλός εἰμι· καὶ εἰ
μὴ κατελύετο τὸ συμπόσιον, τάχ’ ἂν ὅλος ἐρράγην αὐτός.
Ἀλλ’ ὁ κήρυξ ἀναστὰς τῆς τραπέζης ἐπὶ τὸ δωμάτιον
γέγονε, καὶ περὶ Κλίνην λαμπρὰν μαλακῶς ἀνακέκλιται,
οἵαν κἀμοί ποτε Σωσθένης ὑπέστρωσεν.   (20)
(5)     Ἡ τοῦ Σωστράτου θυγάτηρ κατὰ τὴν ἐμὴν Ὑσμί-
νην ἧκε τοὺς πόδας ἐκπλῦναι τοῦ κήρυκος, καὶ τρεῖς
 

 568. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 9 se. 11 γρ. 8
 ψυχήν μου κατεμερίζοντο, καὶ πάλιν ἀναπτύξας τὸ   (5)
γράμμα κατὰ Λάκαιναν κύνα καὶ νοῦν καὶ λέξιν ἀνώρυτ-
τον καὶ ὅλον κατιχνηλάτουν τὸ ἐπιστόλιον. Ὁ μὲν οὖν
δὴ κήρυξ καὶ δεσπότης ἐμὸς ἀνακεκλιμένος κλίνῃ λαμπρᾷ
καὶ μαλακῶς ἐσταλμένῃ καὶ ὅλος ὢν κατὰ κήρυκα καὶ
μέχρι Κλίνης αὐτῆς τοῖς ὕπνοις ἐσπείσατο· ἐγὼ δὲ σὺν   (10)
ὁμοδούλοις κατὰ δοῦλον ἀνακλιθεὶς κατὰ γῆν, τοῖς λογι-
 

 569. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 9 se. 11 γρ. 10
 τον καὶ ὅλον κατιχνηλάτουν τὸ ἐπιστόλιον. Ὁ μὲν οὖν
δὴ κήρυξ καὶ δεσπότης ἐμὸς ἀνακεκλιμένος κλίνῃ λαμπρᾷ
καὶ μαλακῶς ἐσταλμένῃ καὶ ὅλος ὢν κατὰ κήρυκα καὶ
μέχρι Κλίνης αὐτῆς τοῖς ὕπνοις ἐσπείσατο· ἐγὼ δὲ σὺν   (10)
ὁμοδούλοις κατὰ δοῦλον ἀνακλιθεὶς κατὰ γῆν, τοῖς λογι-
σμοῖς οὐ συνεχωρούμην ὑπνοῦν, καὶ ἦν μοι τὰ τῆς νυκτὸς
ἡμέρα πρὸς ὕπνον καὶ γρήγορσιν.
 

 570. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 9 se. 14 γρ. 5
 ἄφωνος γεγονὼς κατὰ γῆν ἐλεεινῶς ἐπεπτώκειν· αἱ δὲ
περὶ τὴν Ῥοδόπην περιχυθεῖσαί με καὶ ὅλον συσχοῦσαί
με καὶ περὶ τὸ δωμάτιον ἀγαγοῦσαί με περὶ τὴν τοῦ
δεσπότου Κλίνην τοῦ κήρυκος ἀνακλίνουσι· καὶ ἡ Ῥοδόπη   (5)
τῇ κλίνῃ παρακαθίσασα ἥπτετό μου χειρῶν, ἀπεμάσσετο
91

τοὺς ἱδρῶτας, ἐδάκρυεν, ὅλον ἐκοινοῦτό μοι τὸ δυστύ-


χημα, τὴν ψυχὴν ἀνεκτᾶτό μου τὰς ῥῖνας μυρίζουσα,
 

 571. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 9 se. 14 γρ. 6
 περὶ τὴν Ῥοδόπην περιχυθεῖσαί με καὶ ὅλον συσχοῦσαί
με καὶ περὶ τὸ δωμάτιον ἀγαγοῦσαί με περὶ τὴν τοῦ
δεσπότου Κλίνην τοῦ κήρυκος ἀνακλίνουσι· καὶ ἡ Ῥοδόπη   (5)
τῇ κλίνῃ παρακαθίσασα ἥπτετό μου χειρῶν, ἀπεμάσσετο
τοὺς ἱδρῶτας, ἐδάκρυεν, ὅλον ἐκοινοῦτό μοι τὸ δυστύ-
χημα, τὴν ψυχὴν ἀνεκτᾶτό μου τὰς ῥῖνας μυρίζουσα,
ὑγράν μοι χεῖρα κατεπετίθει τῷ στέρνῳ καί μοι τὸ
 

 572. Ευστάθιος Μακρεμπολίτης Hysmine et Hysminias (Μ. Χ.


12) Book 9 se. 15 γρ. 17
 τοῦδε τἀνδρὸς ἐπανήκουσι τοῦ βωμοῦ.” Ἡ μὲν οὖν
Ῥοδόπη περὶ τὸν κῆπον ἐγένετο, τῆς ὡς ἐμῆς ἀδελφῆς   (15)
Ὑσμίνης καὶ δούλης αὐτῆς ἑπομένης δουλοπρεπῶς. Ἐκ
δὲ τῆς Κλίνης ἐγὼ κατὰ γῆν καὶ κατὰ λίθους, ὡς εἰκός,
κατακέκλιμαι.
(16)     Ἧκεν ὁ δεσπότης, ἀνέστην ἐγώ· καὶ ὁ μὲν τὰ τῶν
δεσποτῶν, ἐγὼ δὲ τὰ τῶν δούλων ὑπέχω. Τράπεζα
 

 573. Κωνσταντίνος Μανασσής Compendium chronicum (Μ. Χ.


12) γρ. 3313
 οὐ γὰρ προῄει συνεχῶς ἀπὸ τῶν βασιλείων,    (3310)
ὡς εἶναι τοῖς ἐθέλουσιν αὐτῷ προσομιλῆσαι
καὶ φιλαδίκων κατειπεῖν ἀνθρώπων ἁρπακτήρων,
ἀλλ’ εἶχε τοῦτον νοσερὸν ἡ Κλίνη καὶ τὸ δῶμα
ὥσπερ τι δένδρον εὐγενὲς βρῖθον καρποῖς ὡραίοις
καὶ πᾶσι προϊσχόμενον πλουσίαν τὴν ὀπώραν,   (3315)
χειμῶνι δὲ καὶ κρυερῷ πηγνύμενον ἀέρι
 

 574. Κωνσταντίνος Μανασσής Compendium chronicum (Μ. Χ.


12) γρ. 5226
 οὐκ ἄργυρον οὐδὲ χρυσὸν οἰκόθεν ἐπηγμένος,
εἰς μόνας δὲ τὰς ἑαυτοῦ παλάμας ἀποβλέπων,
καὶ ταύτας φέρων ἀφορμὴν τοῦ πολυστόνου βίου.    (5225)
ὕπνωττεν οὖν ἐπί τινος λιθοπλινθίνης Κλίνης
92

ἀγχιθυρούσης τῷ ναῷ τοῦ θείου Διομήδους.


ἀλλ’ ἐπὶ τούτοις ὄνειρος λευκόπτερος ἐπέπτη·
τὸν νεωκόρον τὸν ἐκεῖ τάχιον ἀφυπνίζει
 

 575. Κωνσταντίνος Μανασσής Compendium chronicum (Μ. Χ.


12) γρ. 5231
 ἀλλ’ ἐπὶ τούτοις ὄνειρος λευκόπτερος ἐπέπτη·
τὸν νεωκόρον τὸν ἐκεῖ τάχιον ἀφυπνίζει
προτρέπει τε συναγαγεῖν ἔνδον τὸν βασιλέα.   (5230)
ἀποπηδᾷ τῆς ἑαυτοῦ Κλίνης ὁ νεωκόρος,
ἐπὶ τὸ προτεμένισμα συντόμως βηματίζει,
καταδαρθάνοντα λιτῶς Βασίλειον εὑρίσκει,
χαμεύνην, ἀνιπτόποδα, λυπρόν, ῥακιοφόρον·
 

 576. Κωνσταντίνος Μανασσής Compendium chronicum (Μ. Χ.


12) γρ. 5634
 ὃν τῶν σχολῶν δομέστικον εἴποιεν ἂν Ῥωμαῖοι,
τομίαν δὲ Βασίλειον, ἕνα τῶν ἀποκόπων,
φυέντα τῷ Λακαπηνῷ σκοτίων ἐκ σπερμάτων
παράκοιτον καὶ φύλακα τῆς βασιλείου Κλίνης.
ἐπεὶ δ’ ὁ Βάρδας ἔσβεστο τὴν πρὸς τὰς μάχας θέρμην   (5635)
καὶ τὴν ὀξύρροπον ὁρμὴν (ἔψυχε γὰρ τὸ γῆρας),
εἰς Νικηφόρον τὸν Φωκᾶν τὴν στραταρχίαν τρέπει,
 

 577. Κωνσταντίνος Μανασσής Compendium chronicum (Μ. Χ.


12) γρ. 5936
 εἵλετο μᾶλλον νέκταρος γλυκαζουσῶν ψεκάδων.
ἐντεῦθεν τρυφερόπεπλον περιβολὴν ἐστύγει
καὶ τράπεζαν ἁβρόσιτον φλεγμαίνουσαν τοῖς ὄψοις    (5935)
καὶ Κλίνην πορφυρόστρωτον καὶ μαργαροφορίας,
ἀσπίδων δὲ δουπήματα καὶ πάταγον ἁρμάτων
ὑπὲρ ὀργάνων ἴυγγας θελξιμελῶν ἡγεῖτο.
ἐντεῦθεν περισφύρια καὶ σιδηραῖ κνημῖδες
 

 578. NEOPHYTUS INCLUSUS Scr. Eccl. Testamentum sive


Τυπικὴ Διαθήκη {3085.003} (Μ. Χ. 12-13) Se. 23,pinax γρ. 9
     κε. Ϛ Πε(ρὶ) παιζόντων μοναχῶν, καὶ ὅτι καὶ ὁ σωματικὸς κόπος
ὠφέλιμος.
    κε. Ζ Πε(ρὶ) ἁμαρτήσαντος ἀδελφοῦ.
93

    κε. Η Πε(ρὶ) δουλείας δεινῆς.


    κε. Θ Πε(ρὶ) λουτροῦ καὶ Κλίνης.
    κε. Ι Πε(ρὶ) τοῦ μὴ ἔχειν ἀργύριον ἰδικῶς μηδὲ βρώματα ἐν τοῖς
κελ-   (10)
λίοις.
    κε. ΙΑ Πε(ρὶ) λαθροφαγίας, καὶ ὅτι δεῖ τὰ κελλία τῶν ἀδελφῶν
περισκο-
 

 579. NEOPHYTUS INCLUSUS Scr. Eccl. Testamentum sive


Τυπικὴ Διαθήκη {3085.003} (Μ. Χ. 12-13) Se. 23,9 γρ. 1t
 τίας ἡμᾶς αὐτοὺς σὺν θ(ε)ῷ διατηρεῖν, καὶ τὸν εὐεργέτην ἡμῶν
κ(ύριο)ν ἀξιο-
χρέως εὐχαριστεῖν καὶ δοξάζειν, ὅπως ἔτι πλεῖον ἐπισπασώμεθα
τὴν θείαν κηδε-
μονίαν.   (5)

(23,9) κανὼν Θ Περὶ λουτροῦ καὶ Κλίνης.   

    Μοναχὸν τῆς ἐγκλείστρας, καὶ μάλιστα νέον, λούεσθαι καὶ πῦρ


πυρὶ συνάπτειν   (1)
οὐ χρή, εἰ μή που δι’ ἀρρωστίαν ἢ γήρους ἀδυναμίαν· οὐδὲ ἐπὶ
κραββάτου, ἀλλ’
ἐν χαραδρίῳ καθεύδειν ὀφείλει, καθὼς καὶ ἄγγελος θ(εο)ῦ τῷ θείῳ
διεκελεύσατο
 

 580. NEOPHYTUS INCLUSUS Scr. Eccl. Testamentum sive


Τυπικὴ Διαθήκη {3085.003} (Μ. Χ. 12-13) Se. 23,post,pinax γρ.
9
     Ϛ Παίζειν μοναχοῖς φαῦλον, καὶ καλὸν κόπος.
    Ζ Ὁ πληγεὶς ἁμαρτίᾳ θρηνεῖν ὀφείλει.
    Η Ἁμαρτίᾳ δουλοῦσθαι μοναχοῖς ξένον.
    Θ Λούματος δὲ καὶ Κλίνης ἀποχῆς χρεία.
    Ι Μὴ σφετερίζειν ἀργύριον ἢ βρῶμα.   (10)
    ΙΑ Λάθρᾳ μὴ τρώγειν, καὶ τὰς κέλλας μαστεύειν.
    ΙΒ Εὐχαριστεῖν χρή, οὐ γογγύζειν ἐν βρώσει.
 

 581. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 2550
94

 εὑρὼν ὑπνοῦντα κατὰ λιτοῦ δαπέδου,


πύλην ὑπῆλθε τοῦ νεὼ καὶ τὸν δόμον,
δόξας ὄναρ φάντασμα μάταιον πέλειν.
καὶ πάλιν εἶχε τὸν νεωκόρον Κλίνη,   (2550)
καὶ πάλιν ὄψις ταὐτά οἱ παρηγγύα·
καὶ πάλιν ἐξέδραμε τῆς πύλης τάχος,
καὶ Βασίλειον εὗρεν ὑπνοῦντα μόνον.
 

 582. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 3686
 σὺν φιλοτίμοις δωρεαῖς ὑποστρέφει.
ὁ δ’ αὐτοκράτωρ πρὸς πόλιν Κωνσταντίνου
αὖθις ἐπανέζευξε σὺν εὐθυμίᾳ·   (3685)
ἔνθα νοσῶν ἔκειτο λοιπὸν ἐν κλίνῃ
σφοδρῶς ἐπιρρεύσαντος ἐκ καχεξίας
βάθροις ποδῶν ῥεύματος ὑλωδεστέρου,
παρ’ οὗ δαμασθεὶς ἐσχάτως τὸ σαρκίον
 

 583. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 4670
 ἔπασχε κακῶς βαρβάροις τοῖς ἐξ Ἄγαρ·
ὃ γνοὺς Μανουὴλ εὐσταλῶς μάλ’ αὐτίκα,
ὡς εἶχεν, ἐξώρμησεν εὐθὺ φρουρίου,
ἀνακτορικὴν οὐ Κλίνην, οὐ στοιβάδα,   (4670)
ἀλλ’ οὐδὲ βασίλειον αὐλαίαν φέρων
ἐν τῷ προφθάσαι τειχομαχοῦντος θέλειν.
οὐκοῦν ἰαύων ἀΰπνους καὶ τὰς νύκτας
 

 584. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 4679
 σφοδρῶς ἐλαύνων τὸν προκείμενον δρόμον.
ὅπου δ’ ἐχρῆν γε διαναπαῦσαι δέμας,
ἦν καθέδρα τοὔδαφος αὐτῷ καὶ κλίσις,
πάλιν φορυτὸς ὑπεβέβλητο Κλίνη.
καταρραγέντος ὑετοῦ ποτ’ οὖν λάβρου   (4680)
ἐν ᾧπερ ὑπνοῦν ηὐτρέπιστο χωρίῳ,
ταῖς σταγόσιν ἄνωθεν ὠχλεῖτο σφόδρα
 
95

 585. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 4683
 καταρραγέντος ὑετοῦ ποτ’ οὖν λάβρου   (4680)
ἐν ᾧπερ ὑπνοῦν ηὐτρέπιστο χωρίῳ,
ταῖς σταγόσιν ἄνωθεν ὠχλεῖτο σφόδρα
καὶ κατιόντι ῥεύματι κάτω Κλίνης.
ὁ δ’ ὑπερήσθη συμβεβηκότι πλέον
ἢ βασιλικῶν στρωμάτων οἱ κειμένων   (4685)
ἀνακλιθεὶς ὕπνωττεν ἔξω φροντίδων.
 

 586. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 8876
   Οὕτω συνηνέχθη μὲν ὑπάρξαι τάδε·
ὁ δ’ αὐτοκράτωρ ἧκεν εἰς Νικαέων
μηνὸς περί που τέρμα Φεβρουαρίου,   (8875)
ἐπὶ Κλίνης δὲ καθίσας καθ’ ἑσπέραν
παρεῖχεν ἀνάπαυσιν αὑτοῦ σαρκίῳ·
μετὰ βραχὺ δ’ εὕρητο πρηνὴς ἐν κλίνῃ,
ἐξαπίνης ἄναυδος, οὐκ ἐπαΐων.
 

 587. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 8878
 μηνὸς περί που τέρμα Φεβρουαρίου,   (8875)
ἐπὶ Κλίνης δὲ καθίσας καθ’ ἑσπέραν
παρεῖχεν ἀνάπαυσιν αὑτοῦ σαρκίῳ·
μετὰ βραχὺ δ’ εὕρητο πρηνὴς ἐν κλίνῃ,
ἐξαπίνης ἄναυδος, οὐκ ἐπαΐων.
ταῦτ’ ἄρα συνέδραμον Ἀσκληπιάδαι,   (8880)
ἕκαστος συμφέροντες ἄκος τῆς νόσου,
 

 588. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 8899
 ἐπιπολάζων τοῖς τόποις ἦν Νυμφαίου,
κατὰ διαστήματα πάσχων τοῦ χρόνου·
ἐν παλατίῳ διάγων γὰρ ἔσθ’ ὅτε
ἐπὶ Κλίνης ἄναυδος ἦν ἐρριμμένος·
ἐνίοτ’ αὖθις ἱππότης δεδειγμένος   (8900)
ἐκινδύνευεν ἐκπεσεῖν ἐφεστρίδος,
εἰ μὴ παριππεύοντες ἀντεῖχον νέοι·
 
96

 589. EPHRAEM Aeniensis Hist. et Poeta Chronicon imperatorum


Romanorum {3170.001} (Μ. Χ. 13-14) γρ. 9247
 ταύτην διαζεύξαντες ἀνδρὸς ἀνόμωςεἰς φυλακὴν πέμπουσι τῷ
στεφηφόρῳ.   (9245)  Μετὰ δὲ ταῦτα χαλεπωτάτῃ νόσῳ
περιπεσὼν ἔκειτο κρατάρχης κλίνῃ·ἡ δ’ ἦν ἀνιάτρευτος
Ἀσκληπιάδαιςκαὶ σφῶν τέχναις ἄκαμπτος οὐδ’ εἴκουσά πως
τοίνυν ἀπογνοὺς καὶ διαγνοὺς ὡς δέον,   (9250)
 

 590. ANONYMI MEDICI Med. Διάγνωσις περὶ τῶν ὀξέων καὶ


χρονίων νοσημάτων {0721.026} (Varia) Se. 7 γρ. 40
 ἐλαιοβρεχέσιν ἐρίοις. ταῦτα δὲ ὑποβαλέσθω καὶ ῥάχει
ὑπαληλειμμένῃΣικυωνίῳ. διασφιγκτέον δὲ καὶ τὰ ἄκρα. κατὰ δὲ
τοὺς παροξυσμοὺς πειθηνίως διακρατείσθω ταῦτα μετ’ αὐτοῦ καὶ
τοῦ θώρακος καὶ τὰ ἰνίακαταλαμβάνεσθαι πρὸς τῇ κλίνῃ.
ἐγκειμένων δὲ τῶν παροξυσμῶν   (40)κατ’ ἀρχὰς ἐλαιοβρεχέσιν
ἐρίοις πυριαστέον προσεπιβάλλονταςἄνωθεν τὰς διὰ κέγχρου

Αποσπάσματα από αρχαία Ελληνικά, Βυζαντινά και θεολογικά κείμενα

Κλίνη

Θουκυδίδης ιστορίες , 2 vols.”, Ed. Jones, H.S., Powell, J.E.


Oxford: Clarendon Press, 1:1942 (1st edn. rev.); 2:1942 (2nd edn. rev.),
Repr. 1:1970; 2:[Link] 2, Ch. 34, se. 3, γρ. 4

 Ἐν δὲ τῷ αὐτῷ χειμῶνι Ἀθηναῖοι τῷ πατρίῳ νόμῳ χρώ-


μενοι δημοσίᾳ ταφὰς ἐποιήσαντο τῶν ἐν τῷδε τῷ πολέμῳ
πρώτων ἀποθανόντων τρόπῳ τοιῷδε. τὰ μὲν ὀστᾶ προτί-  
θενται τῶν ἀπογενομένων πρότριτα σκηνὴν ποιήσαντες, καὶ
ἐπιφέρει τῷ αὑτοῦ ἕκαστος ἤν τι βούληται· ἐπειδὰν δὲ ἡ
ἐκφορὰ ᾖ, λάρνακας κυπαρισσίνας ἄγουσιν ἅμαξαι, φυλῆς
ἑκάστης μίαν· ἔνεστι δὲ τὰ ὀστᾶ ἧς ἕκαστος ἦν φυλῆς.
μία δὲ Κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν, οἳ ἂν
μὴ εὑρεθῶσιν ἐς ἀναίρεσιν. ξυνεκφέρει δὲ ὁ βουλόμενος
καὶ ἀστῶν καὶ ξένων, καὶ γυναῖκες πάρεισιν αἱ προσήκουσαι
ἐπὶ τὸν τάφον ὀλοφυρόμεναι. τιθέασιν οὖν ἐς τὸ δημόσιον
σῆμα, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ καλλίστου προαστείου τῆς πόλεως,
καὶ αἰεὶ ἐν αὐτῷ θάπτουσι τοὺς ἐκ τῶν πολέμων, πλήν γε
97

τοὺς ἐν Μαραθῶνι· ἐκείνων δὲ διαπρεπῆ τὴν ἀρετὴν κρίναντες


αὐτοῦ καὶ τὸν τάφον ἐποίησαν. ἐπειδὰν δὲ κρύψωσι γῇ,
ἀνὴρ ᾑρημένος ὑπὸ τῆς πόλεως, ὃς ἂν γνώμῃ τε δοκῇ μὴ
ἀξύνετος εἶναι καὶ ἀξιώσει προήκῃ, λέγει ἐπ' αὐτοῖς ἔπαινον
τὸν πρέποντα· μετὰ δὲ τοῦτο ἀπέρχονται. ὧδε μὲν θάπτουσιν·

Διογένης Λαέρτιος βίοι φιλοσόφων Book 5, se. 73, γρ. 7

πάλαι ὄντι ἀφίημι τὰ λύτρα καὶ δίδωμι πέντε μνᾶς καὶ ἱμάτιον καὶ
χιτῶνα, ἵνα πολλὰ πεπονηκὼς μετ' ἐμοῦ βίον εὐσχήμονα ἔχῃ.
Κρίτωνι δὲ Χαλκηδονίῳ, καὶ τούτῳ τὰ λύτρα ἀφίημι καὶ δίδωμι
τέτταρας μνᾶς. καὶ τὸν Μίκρον ἀφίημι ἐλεύθερον· καὶ θρεψάτω
Λύκων αὐτὸν καὶ παιδευσάτω ἀπὸ τοῦ νῦν χρόνου ἓξ ἔτη. καὶ
Χάρητα ἀφίημι ἐλεύθερον· καὶ θρεψάτω Λύκων αὐτόν. καὶ δύο
μνᾶς αὐτῷ δίδωμι καὶ τὰ ἐμὰ βιβλία τὰ ἀνεγνωσμένα· τὰ δ'
ἀνέκδοτα Καλλίνῳ ὅπως ἐπιμελῶς αὐτὰ ἐκδῷ. δίδωμι δὲ καὶ  
Σύρῳ ἐλευθέρῳ ὄντι τέτταρας μνᾶς καὶ τὴν Μηνοδώραν δίδωμι·
καὶ εἴ τί μοι ὀφείλει, ἀφίημι αὐτῷ. καὶ Ἱλαρᾷ πέντε μνᾶς καὶ
ἀμφίταπον καὶ περίστρωμα καὶ δύο προσκεφάλαια καὶ Κλίνην ἣν
ἂν βούληται. ἀφίημι δ' ἐλεύθερον καὶ τὴν τοῦ Μίκρου μητέρα καὶ
Νοήμονα καὶ Δίωνα καὶ Θέωνα καὶ Εὐφράνορα καὶ Ἑρμείαν. καὶ
Ἀγάθωνα δύο ἔτη παραμείναντα ἀφεῖσθαι ἐλεύθερον· καὶ τοὺς
φορεαφόρους Ὠφελίωνα καὶ Ποσειδώνιον τέτταρα ἔτη παρα-
μείναντας. δίδωμι δὲ καὶ Δημητρίῳ καὶ Κρίτωνι καὶ Σύρῳ
Κλίνην ἑκάστῳ καὶ στρώματα τῶν καταλειπομένων ἃ ἂν φαίνηται
Λύκωνι καλῶς ἔχειν. ταῦτ' ἔστω αὐτοῖς ἀποδείξασιν ὀρθῶς ἐφ'
ὧν ἕκαστοι τεταγμένοι εἰσί. περὶ δὲ τῆς ταφῆς ἐάν τ' αὐτοῦ
βούληται Λύκων θάπτειν ἐάν τ' ἐν οἴκῳ, οὕτω ποιείτω. πέπει-
σμαι γὰρ αὐτὸν οὐδὲν ἧττον ἐμοῦ συνορᾶν τὸ εὔσχημον.

Διογένης Λαέρτιος βίοι φιλοσόφων Book 5, se. 74, γρ. 2

μνᾶς αὐτῷ δίδωμι καὶ τὰ ἐμὰ βιβλία τὰ ἀνεγνωσμένα· τὰ δ'


ἀνέκδοτα Καλλίνῳ ὅπως ἐπιμελῶς αὐτὰ ἐκδῷ. δίδωμι δὲ καὶ  
Σύρῳ ἐλευθέρῳ ὄντι τέτταρας μνᾶς καὶ τὴν Μηνοδώραν δίδωμι·
καὶ εἴ τί μοι ὀφείλει, ἀφίημι αὐτῷ. καὶ Ἱλαρᾷ πέντε μνᾶς καὶ
ἀμφίταπον καὶ περίστρωμα καὶ δύο προσκεφάλαια καὶ Κλίνην ἣν
ἂν βούληται. ἀφίημι δ' ἐλεύθερον καὶ τὴν τοῦ Μίκρου μητέρα καὶ
Νοήμονα καὶ Δίωνα καὶ Θέωνα καὶ Εὐφράνορα καὶ Ἑρμείαν. καὶ
Ἀγάθωνα δύο ἔτη παραμείναντα ἀφεῖσθαι ἐλεύθερον· καὶ τοὺς
98

φορεαφόρους Ὠφελίωνα καὶ Ποσειδώνιον τέτταρα ἔτη παρα-


μείναντας. δίδωμι δὲ καὶ Δημητρίῳ καὶ Κρίτωνι καὶ Σύρῳ
Κλίνην ἑκάστῳ καὶ στρώματα τῶν καταλειπομένων ἃ ἂν φαίνηται
Λύκωνι καλῶς ἔχειν. ταῦτ' ἔστω αὐτοῖς ἀποδείξασιν ὀρθῶς ἐφ'
ὧν ἕκαστοι τεταγμένοι εἰσί. περὶ δὲ τῆς ταφῆς ἐάν τ' αὐτοῦ
βούληται Λύκων θάπτειν ἐάν τ' ἐν οἴκῳ, οὕτω ποιείτω. πέπει-
σμαι γὰρ αὐτὸν οὐδὲν ἧττον ἐμοῦ συνορᾶν τὸ εὔσχημον. ταῦτα δὲ
πάντα οἰκονομήσαντι κυρία ἔστω ἡ δόσις τῶν ἐνταῦθα. μάρτυρες
Καλλῖνος Ἑρμιονεύς, Ἀρίστων Κεῖος, Εὐφρόνιος Παιανιεύς.”
 Οὕτω μέντοι αὐτῷ συνετῶς τὰ πάντα πράττοντι τά τε περὶ
παιδείαν καὶ πάντας λόγους, οὐδὲν ἧττον καὶ τὰ τῶν διαθηκῶν
τρόπον τινὰ καὶ σφόδρα ἐπιμελῶς τε καὶ οἰκονομικῶς ἴσχει·
ὥστε κἀνταῦθα ζηλωτέος.  

Διογένης Λαέρτιος βίοι φιλοσόφων Book 5, se. 89, γρ. 11

 Ἔστι δ' αὐτῷ καὶ μεσότης τις ὁμιλητικὴ φιλοσόφων τε καὶ


στρατηγικῶν καὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν πρὸς ἀλλήλους διαλεγομένων.
ἀλλὰ καὶ γεωμετρικά ἐστιν αὐτοῦ καὶ διαλεκτικά. ἄλλως τ' ἐν
ἅπασι ποικίλος τε καὶ διηρμένος τὴν λέξιν ἐστὶ καὶ ψυχαγωγεῖν
ἱκανῶς δυνάμενος.
 Δοκεῖ δὲ καὶ τὴν πατρίδα τυραννουμένην ἐλευθερῶσαι, τὸν
μόναρχον κτείνας, ὥς φησι Δημήτριος ὁ Μάγνης ἐν Ὁμωνύμοις
(FHG IV. 382). ὃς καὶ τοιόνδε ἱστορεῖ περὶ αὐτοῦ· “θρέψαι
αὐτὸν δράκοντα ἐκ νέου καὶ αὐξηθέντα, ἐπειδὴ τελευτᾶν ἔμελλε,
κελεῦσαί τινι τῶν πιστῶν αὑτοῦ τὸ σῶμα κατακρύψαι, τὸν δὲ
δράκοντα ἐπὶ τῆς Κλίνης θεῖναι, ἵνα δόξειεν εἰς θεοὺς μετα-  
βεβηκέναι. ἐγένετο δὲ πάντα. καὶ μεταξὺ παραπεμπόντων τὸν
Ἡρακλείδην τῶν πολιτῶν καὶ εὐφημούντων, ὁ δράκων ἀκούσας
τῆς ἐπιβοῆς ἐξέδυ τῶν ἱματίων καὶ διετάραξε τοὺς πλείστους.
ὕστερον μέντοι ἐξεκαλύφθη πάντα καὶ ὤφθη Ἡρακλείδης οὐχ
οἷος ἐδόκει, ἀλλ' οἷος ἦν.”
 Καὶ ἔστιν ἡμῶν εἰς αὐτὸν οὕτως ἔχον (A. Pal. VII. 114)·
   ἤθελες ἀνθρώποισι λιπεῖν φάτιν, Ἡρακλείδη,
    ὥς ῥα θανὼν ἐγένου ζωὸς ἅπασι δράκων.
   ἀλλὰ διεψεύσθης, σεσοφισμένε· δὴ γὰρ ὁ μὲν θὴρ
    ἦε δράκων, σὺ δὲ θήρ, οὐ σοφὸς ὤν, ἑάλως.

Ευρυπίδης. ., Hecuba (0006: 040)“Euripidis fabulae, vol. 1”, Ed.


Diggle, J.
Oxford: Clarendon Press, [Link] 1150

 γνόντες δ' Ἀχαιοὶ ζῶντα Πριαμιδῶν τινα


99

 Φρυγῶν ἐς αἶαν αὖθις ἄρειαν στόλον,


 κἄπειτα Θρήικης πεδία τρίβοιεν τάδε
 λεηλατοῦντες, γείτοσιν δ' εἴη κακὸν
 Τρώων, ἐν ὧιπερ νῦν, ἄναξ, ἐκάμνομεν.
 Ἑκάβη δὲ παιδὸς γνοῦσα θανάσιμον μόρον
 λόγωι με τοιῶιδ' ἤγαγ', ὡς κεκρυμμένας
 θήκας φράσουσα Πριαμιδῶν ἐν Ἰλίωι
 χρυσοῦ· μόνον δὲ σὺν τέκνοισί μ' εἰσάγει
 δόμους, ἵν' ἄλλος μή τις εἰδείη τάδε.
 ἵζω δὲ Κλίνης ἐν μέσωι κάμψας γόνυ·  
 πολλαὶ δέ, χειρὸς αἱ μὲν ἐξ ἀριστερᾶς,
 αἱ δ' ἔνθεν, ὡς δὴ παρὰ φίλωι Τρώων κόραι
 θάκους ἔχουσαι κερκίδ' Ἠδωνῆς χερὸς
 ἤινουν, ὑπ' αὐγὰς τούσδε λεύσσουσαι πέπλους·
 ἄλλαι δὲ κάμακε Θρηικίω θεώμεναι
 γυμνόν μ' ἔθηκαν διπτύχου στολίσματος.
 ὅσαι δὲ τοκάδες ἦσαν, ἐκπαγλούμεναι
 τέκν' ἐν χεροῖν ἔπαλλον, ὡς πρόσω πατρὸς
 γένοιντο, διαδοχαῖσ' ἀμείβουσαι χερῶν.

Πλούταρχος Romulus (0007: 002)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 1.1,


4th edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 5, se. 2, γρ. 6

 Ἑτέραν δὲ τιμῶσι Λαρεντίαν ἐξ αἰτίας τοιαύτης.


ὁ νεωκόρος τοῦ Ἡρακλέους ἀλύων ὡς ἔοικεν ὑπὸ σχολῆς,  
προὔθετο πρὸς τὸν θεὸν διακυβεύειν, ὑπειπὼν ὅτι νική-
σας μὲν αὐτὸς ἕξει τι παρὰ τοῦ θεοῦ χρηστόν, ἡττη-
θεὶς δὲ τῷ θεῷ τράπεζαν ἄφθονον παρέξει καὶ γυναῖκα
καλὴν συναναπαυσομένην. ἐπὶ τούτοις τὰς μὲν ὑπὲρ τοῦ
θεοῦ θείς, τὰς δ' ὑπὲρ αὑτοῦ ψήφους, ἀνεφάνη νικώμε-
νος. εὐσυνθετεῖν δὲ βουλόμενος καὶ δικαιῶν ἐμμένειν τοῖς
ὁρισθεῖσι, δεῖπνόν τε τῷ θεῷ παρεσκεύασε, καὶ τὴν Λα-
ρεντίαν οὖσαν ὡραίαν, οὔπω δ' ἐμφανῶς ἑταιροῦσαν
μισθωσάμενος, εἱστίασεν ἐν τῷ ἱερῷ Κλίνην ὑποστορέσας,
καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον συνεῖρξεν, ὡς δὴ τοῦ θεοῦ ἕξοντος
αὐτήν. καὶ μέντοι καὶ τὸν θεὸν ἐντυχεῖν λέγεται τῇ γυ-
ναικί, καὶ κελεῦσαι βαδίζειν ἕωθεν ἐπὶ τὴν ἀγορὰν καὶ
τὸν ἀπαντήσαντα πρῶτον ἀσπασαμένην ποιεῖσθαι φίλον.
ἀπήντησεν οὖν αὐτῇ τῶν πολιτῶν ἀνὴρ ἡλικίᾳ τε προή-
κων καὶ συνειλοχὼς οὐσίαν ἱκανήν, ἄπαις δὲ καὶ βεβιω-
κὼς ἄνευ γυναικός, ὄνομα Ταρρούτιος. οὗτος ἔγνω τὴν
100

Λαρεντίαν καὶ ἠγάπησε, καὶ τελευτῶν ἀπέλιπε κληρο-


νόμον ἐπὶ πολλοῖς καὶ καλοῖς κτήμασιν, ὧν ἐκείνη τὰ
πλεῖστα τῷ δήμῳ κατὰ διαθήκας ἔδωκε.

Πλούταρχος Romulus Ch. 28, se. 7, γρ. 2

μένων δὲ τῶν παίδων διωκόμενον, εἰς κιβωτὸν καταφυ-


γεῖν μεγάλην καὶ τὸ πῶμα κατακλείσαντα συνέχειν
ἐντός, ὥστ' ἀποσπάσαι μὴ δύνασθαι πολλοὺς ὁμοῦ βια-
ζομένους· κατασχίσαντας δὲ τὴν κιβωτόν, οὔτε ζῶντα
τὸν ἄνθρωπον εὑρεῖν οὔτε νεκρόν. ἐκπλαγέντας οὖν ἀπο-
στεῖλαι θεοπρόπους εἰς Δελφούς, οἷς τὴν Πυθίαν εἰπεῖν
      
   Ἔσχατος ἡρώων Κλεομήδης Ἀστυπαλαιεύς.
      
λέγεται δὲ καὶ τὸν Ἀλκμήνης ἐκκομιζομένης νεκρὸν ἄδη-
λον γενέσθαι, λίθον δὲ φανῆναι κείμενον ἐπὶ τῆς Κλίνης,
καὶ ὅλως πολλὰ τοιαῦτα μυθολογοῦσι, παρὰ τὸ εἰκὸς
ἐκθειάζοντες τὰ θνητὰ τῆς φύσεως ἅμα τοῖς θείοις. ἀπο-
γνῶναι μὲν οὖν παντάπασι τὴν θειότητα τῆς ἀρετῆς
ἀνόσιον καὶ ἀγεννές, οὐρανῷ δὲ μειγνύειν γῆν ἀβέλτερον.
φατέον οὖν, ἐχομένοις τῆς ἀσφαλείας, κατὰ Πίνδαρον
(fr. 131b Sn.), ὡς
      

Πλούταρχος Lycurgus (0007: 004)“Plutarch's lives, vol. 1”, Ed. Perrin,


B.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1914, Repr. [Link]. 13,
se. 4, γρ. 7

ἐργαλείων. ὅπερ γὰρ ὕστερον Ἐπαμεινώνδαν εἰ-


πεῖν λέγουσιν ἐπὶ τῆς ἑαυτοῦ τραπέζης, ὡς τὸ
τοιοῦτον ἄριστον οὐ χωρεῖ προδοσίαν, τοῦτο πρῶ-
τος ἐνόησε Λυκοῦργος, ὡς οἰκία τοιαύτη τρυφὴν
οὐ χωρεῖ καὶ πολυτέλειαν, οὐδ' ἔστιν οὐδεὶς οὕτως
ἀπειρόκαλος καὶ ἀνόητος ὥστε εἰς οἰκίαν ἀφελῆ
καὶ δημοτικὴν εἰσφέρειν κλίνας ἀργυρόποδας καὶ
Στρωμνὰς ἁλουργεῖς καὶ χρυσᾶς κύλικας καὶ τὴν
τούτοις ἑπομένην πολυτέλειαν, ἀλλ' ἀνάγκη συν-
αρμόζεσθαι καὶ συνεξομοιοῦν τῇ μὲν οἰκίᾳ τὴν
Κλίνην, τῇ δὲ κλίνῃ τὴν ἐσθῆτα, ταύτῃ δὲ τὴν
ἄλλην χορηγίαν καὶ κατασκευήν. ἐκ δὲ ταύτης
101

τῆς συνηθείας φασὶ καὶ Λεωτυχίδην τὸν πρεσβύ-


τερον ἐν Κορίνθῳ δειπνοῦντα, καὶ θεασάμενον τῆς
στέγης τοῦ οἴκου τὴν κατασκευὴν πολυτελῆ καὶ
φατνωματικήν, ἐρωτῆσαι τὸν ξένον εἰ τετράγωνα
παρ' αὐτοῖς τὰ ξύλα φύεται.

Πλούταρχος Lycurgus Ch. 15, se. 4, γρ. 1

 Ἐγάμουν δὲ δι' ἁρπαγῆς, οὐ μικρὰς οὐδὲ


ἀώρους πρὸς γάμον, ἀλλὰ καὶ ἀκμαζούσας καὶ
πεπείρους. τὴν δὲ ἁρπασθεῖσαν ἡ νυμφεύτρια
καλουμένη παραλαβοῦσα, τὴν μὲν κεφαλὴν ἐν
χρῷ περιέκειρεν, ἱματίῳ δὲ ἀνδρείῳ καὶ ὑποδήμα-
σιν ἐνσκευάσασα κατέκλινεν ἐπὶ στιβάδα μόνην
ἄνευ φωτός. ὁ δὲ νυμφίος οὐ μεθύων οὐδὲ θρυ-
πτόμενος, ἀλλὰ νήφων, ὥσπερ ἀεί, δεδειπνηκὼς ἐν
τοῖς φιδιτίοις, παρεισελθὼν ἔλυε τὴν ζώνην καὶ  
μετήνεγκεν ἀράμενος ἐπὶ τὴν Κλίνην. συνδιατρί-
ψας δὲ χρόνον οὐ πολὺν ἀπῄει κοσμίως οὗπερ
εἰώθει τὸ πρότερον, καθευδήσων μετὰ τῶν ἄλλων
νέων. καὶ τὸ λοιπὸν οὕτως ἔπραττε, τοῖς μὲν
ἡλικιώταις συνδιημερεύων καὶ συναναπαυόμενος,
πρὸς δὲ τὴν νύμφην κρύφα μετ' εὐλαβείας φοιτῶν,
αἰσχυνόμενος καὶ δεδοικὼς μή τις αἴσθοιτο τῶν
ἔνδον, ἅμα καὶ τῆς νύμφης ἐπιτεχνωμένης καὶ
συνευπορούσης ὅπως ἂν ἐν καιρῷ καὶ λανθάνοντες
ἀλλήλοις συμπορεύοιντο. καὶ τοῦτο ἔπραττον οὐκ
ὀλίγον χρόνον,

Πλούταρχος Numa (0007: 005)“Plutarch's lives, vol. 1”, Ed. Perrin, B.


Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1914, Repr. [Link]. 10,
se. 5, γρ. 3

μένων ὑπὸ τὸ φορεῖον ἀποθνήσκει. κόλασις δὲ


τῶν μὲν ἄλλων ἁμαρτημάτων πληγαὶ ταῖς παρ-
θένοις, τοῦ μεγίστου Ποντίφικος κολάζοντος ἔστιν
ὅτε καὶ γυμνὴν τὴν πλημμελήσασαν, ὀθόνης ἐν
παλινσκίῳ παρατεινομένης· ἡ δὲ τὴν παρθενίαν
καταισχύνασα ζῶσα κατορύττεται παρὰ τὴν
Κολλίνην λεγομένην πύλην· ἐν ᾗ τις ἔστιν ἐντὸς
τῆς πόλεως ὀφρὺς γεώδης παρατείνουσα πόρρω·
102

καλεῖται δὲ χῶμα διαλέκτῳ τῇ Λατίνων. ἐνταῦθα


κατασκευάζεται κατάγειος οἶκος οὐ μέγας, ἔχων
ἄνωθεν κατάβασιν. κεῖται δὲ ἐν αὐτῷ Κλίνη τε
ὑπεστρωμένη καὶ λύχνος καιόμενος, ἀπαρχαί τε
τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων βραχεῖαί τινες, οἷον
ἄρτος, ὕδωρ ἐν ἀγγείῳ, γάλα, ἔλαιον, ὥσπερ
ἀφοσιουμένων τὸ μὴ λιμῷ διαφθείρειν σῶμα ταῖς
μεγίσταις καθιερωμένον ἁγιστείαις. αὐτὴν δὲ  
τὴν κολαζομένην εἰς φορεῖον ἐνθέμενοι καὶ κατα-
στεγάσαντες ἔξωθεν καὶ καταλαβόντες ἱμᾶσιν, ὡς
μηδὲ φωνὴν ἐξάκουστον γενέσθαι, κομίζουσι δι'
ἀγορᾶς. ἐξίστανται δὲ πάντες σιωπῇ καὶ παρα-
πέμπουσιν ἄφθογγοι μετά τινος δεινῆς κατηφείας·

Πλούταρχος Timoleon (0007: 018)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 2.1,


2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 39, se. 4, γρ. 1

 Ἐν τοιαύτῃ δὲ γηροτροφούμενος τιμῇ μετ' εὐνοίας ὥσπερ πατὴρ


κοινός, ἐκ μικρᾶς προφάσεως τῷ χρόνῳ συνεφαψαμένης ἐτελεύτησεν.
ἡμε-
ρῶν δὲ δοθεισῶν, τοῖς μὲν Συρακοσίοις εἰς τὸ παρασκευάσαι τὰ περὶ τὴν
ταφήν, τοῖς δὲ περιοίκοις καὶ ξένοις εἰς τὸ συνελθεῖν, τά τ' ἄλλα λαμπρᾶς
χορηγίας ἔτυχε, καὶ τὸ λέχος οἱ ψήφῳ τῶν νεανίσκων προκριθέντες
ἔφερον
κεκοσμημένον διὰ τῶν Διονυσίου τυραννείων τότε κατεσκαμμένων.
προὔ-
πεμπον δὲ πολλαὶ μυριάδες ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ὧν ὄψις μὲν ἦν ἑορτῇ
πρέπουσα, πάντων ἐστεφανωμένων καὶ καθαρὰς ἐσθῆτας φορούντων,
φωναὶ δὲ καὶ δάκρυα, συγκεκραμένα τῷ μακαρισμῷ τοῦ τεθνηκότος, οὐ
τιμῆς ἀφοσίωσιν οὐδὲ λειτουργίαν ἐκ προβουλεύματος, ἀλλὰ πόθον
δίκαιον
ἐπεδείκνυντο καὶ χάριν ἀληθινῆς εὐνοίας. τέλος δὲ τῆς Κλίνης ἐπὶ τὴν
πυρὰν τεθείσης, Δημήτριος, ὃς ἦν μεγαλοφωνότατος τῶν τότε κηρύκων,
γεγραμμένον ἀνεῖπε κήρυγμα τοιοῦτον· “ὁ δῆμος τῶν Συρακοσίων Τιμο-
λέοντα Τιμοδήμου Κορίνθιον [τόνδε] θάπτει μὲν ἀπὸ διακοσίων μνῶν,
ἐτίμησε δ' εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον ἀγῶσι μουσικοῖς ἱππικοῖς γυμνικοῖς,
ὅτι τοὺς τυράννους καταλύσας, καὶ τοὺς βαρβάρους καταπολεμήσας, καὶ

τὰς μεγίστας τῶν ἀναστάτων πόλεων ἀνοικίσας, ἀπέδωκε τοὺς νόμους


τοῖς Σικελιώταις.” ἐποιήσαντο δὲ τὴν ταφὴν τοῦ σώματος ἐν ἀγορᾷ, καὶ
στοὰς ὕστερον περιβαλόντες καὶ παλαίστρας ἐνοικοδομήσαντες,
γυμνάσιον
103

τοῖς νέοις ἀνῆκαν καὶ Τιμολεόντειον προσηγόρευσαν. αὐτοὶ δὲ χρώμενοι


πολιτείᾳ καὶ νόμοις οὓς ἐκεῖνος κατέστησεν, ἐπὶ πολὺν χρόνον

Πλούταρχος Pelopidas (0007: 021)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 2.2,


2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 30, se. 10, γρ. 2

οὕτω μὲν οὐκ ἐνετρύφησε, δῶρα δὲ λαμπρότατα καὶ μέ-


γιστα τῶν νομιζομένων ἐξέπεμψε καὶ τὰς ἀξιώσεις ἐπ-
εκύρωσεν, αὐτονόμους μὲν εἶναι τοὺς Ἕλληνας, οἰκεῖσθαι
δὲ Μεσσήνην, Θηβαίους δὲ πατρικοὺς φίλους νομίζεσθαι
βασιλέως. ταύτας ἔχων τὰς ἀποκρίσεις, τῶν δὲ δώρων
οὐδὲν ὅ τι μὴ χάριτος ἦν σύμβολον καὶ φιλοφροσύνης
δεξάμενος, ἀνέζευξεν· ὃ καὶ μάλιστα τοὺς ἄλλους πρές-
βεις διέβαλε. Τιμαγόραν γοῦν Ἀθηναῖοι κρίναντες ἀπ-
έκτειναν, εἰ μὲν ἐπὶ τῷ πλήθει τῶν δωρεῶν, ὀρθῶς καὶ
δικαίως· οὐ γὰρ μόνον χρυσίον οὐδ' ἀργύριον ἔλαβεν,  
ἀλλὰ καὶ Κλίνην πολυτελῆ καὶ στρώτας θεράποντας, ὡς
τῶν Ἑλλήνων οὐκ ἐπισταμένων, ἔτι δὲ βοῦς ὀγδοήκοντα
καὶ βουκόλους, ὡς δὴ πρὸς ἀρρωστίαν τινὰ γάλακτος
βοείου δεόμενος. τέλος δὲ κατέβαινεν ἐπὶ θάλασσαν ἐν
φορείῳ κομιζόμενος, καὶ τέσσαρα τάλαντα τοῖς κομίζουσι
μισθὸς ἐδόθη παρὰ βασιλέως. ἀλλ' ἔοικεν οὐχ ἡ δωρο-
δοκία μάλιστα παροξῦναι τοὺς Ἀθηναίους· Ἐπικράτους
γοῦν ποτε τοῦ σακεσφόρου, μήτ' ἀρνουμένου δῶρα δέξα-
σθαι παρὰ βασιλέως, ψήφισμά τε γράψειν φάσκοντος ἀντὶ
τῶν ἐννέα ἀρχόντων χειροτονεῖσθαι κατ' ἐνιαυτὸν ἐννέα
πρέσβεις πρὸς βασιλέα τῶν δημοτικῶν καὶ πενήτων, ὅπως

Πλούταρχος Pelopidas Ch. 35, se. 11, γρ. 1

ἀναπαύεσθαι μεθ' ἡσυχίας ἐκεῖνον· αὐτὴ δὲ τὴν κλίμακα,


φοβουμένη μὴ κτύπον παράσχῃ τῶν νεανίσκων ἀναβαι-
νόντων, ἐρίοις κατεστόρεσεν· εἶθ' οὕτως ἀναγαγοῦσα τοὺς
ἀδελφοὺς ξιφήρεις καὶ στήσασα πρὸ τῶν θυρῶν, εἰσῆλθεν  
αὐτή, καὶ καθελοῦσα τὸ ξίφος ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς κρεμά-
μενον, σημεῖον εἶναι τοῦ κατέχεσθαι τὸν ἄνδρα καὶ καθεύ-
δειν, ἔδειξεν. ἐκπεπληγμένων δὲ τῶν νεανίσκων καὶ
κατοκνούντων, κακίζουσα καὶ διομνυμένη μετ' ὀργῆς,
αὐτὴ τὸν Ἀλέξανδρον ἐξεγείρασα μηνύσειν τὴν πρᾶξιν,
αἰσχυνθέντας αὐτοὺς ἅμα καὶ φοβηθέντας εἰσήγαγε καὶ
περιέστησε τῇ κλίνῃ, προσφέρουσα τὸν λύχνον. τῶν δ' ὁ
104

μὲν τοὺς πόδας κατεῖχε πιέσας, ὁ δὲ τὴν κεφαλὴν λαβό-


μενος τῶν τριχῶν ἀνέκλασεν, ὁ δὲ τρίτος τῷ ξίφει τύπτων
αὐτὸν διεχρήσατο, τῷ μὲν τάχει τῆς τελευτῆς πρᾳότερον
ἴσως ἢ προσῆκον ἦν ἀποθανόντα, τῷ δὲ μόνον ἢ πρῶτον
τυράννων ὑπὸ γυναικὸς ἰδίας ἀπολέσθαι, καὶ τῇ μετὰ
θάνατον αἰκίᾳ τοῦ σώματος, ῥιφέντος καὶ πατηθέντος ὑπὸ
τῶν Φεραίων,

Πλούταρχος Pyrrhus (0007: 030)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 3.1,


2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 5, se. 13, γρ. 1

συνέστησεν, ὡς δὴ μεθέξοντα τῆς πράξεως αὐτοῖς·


ἐβούλετο γὰρ ἐν πλείοσιν ὁ Πύρρος τὸν ἔλεγχον γενέσθαι
τοῦ ἀδικήματος. οὕτω δὲ τοῦ Γέλωνος ἐξαπατωμένου,
συνεξαπατώμενος ὁ Νεοπτόλεμος καὶ τὴν ἐπιβουλὴν ὁδῷ
βαδίζειν οἰόμενος, οὐ κατεῖχεν, ἀλλ' ὑπὸ χαρᾶς ἐξέφερε
πρὸς τοὺς φίλους. καί ποτε κωμάσας παρὰ τὴν ἀδελφὴν
Καδμείαν, ἐχρῆτο λαλιᾷ περὶ τούτων, οὐδένα συνακούειν
οἰόμενος· οὐδεὶς γὰρ ἦν πλησίον ἄλλος ἢ Φαιναρέτη, γυνὴ
Σάμωνος τοῦ τὰ ποίμνια καὶ τὰ βουκόλια τῷ Νεοπτολέμῳ
διοικοῦντος, αὕτη δ' ἀπεστραμμένη πρὸς τοῖχον ἐπὶ
Κλίνης τινὸς ἐδόκει καθεύδειν. συνήκοος δὲ πάντων  
γενομένη καὶ λαθοῦσα, μεθ' ἡμέραν ἧκε πρὸς Ἀντιγόνην
τὴν Πύρρου γυναῖκα καὶ πάντα κατεῖπεν ὅσα τοῦ Νεοπτο-
λέμου πρὸς τὴν ἀδελφὴν ἤκουσε λέγοντος. πυθόμενος δ' ὁ
Πύρρος ἐκεῖ μὲν ἡσυχίαν ἦγεν, ἐν δὲ θυσίᾳ καλέσας ἐπὶ
δεῖπνον τὸν Νεοπτόλεμον ἀπέκτεινεν, αἰσθόμενος τῶν
Ἠπειρωτῶν τοὺς κρατίστους προσέχοντας αὑτῷ καὶ
παρακελευομένους ἀπαλλαγῆναι τοῦ Νεοπτολέμου, καὶ μὴ
μερίδα μικρὰν ἔχοντα βασιλείας ἀγαπᾶν, ἀλλὰ τῇ φύσει
χρήσασθαι μειζόνων πραγμάτων ἀντιλαμβανόμενον, καί
τινος ὑποψίας ἅμα προσγενομένης τὸν Νεοπτόλεμον

Πλούταρχος Pyrrhus Ch. 11, se. 4, γρ. 3

συνῆλθε καὶ φρουρὰν ἐν τῇ πόλει κατέλιπε.


 Ταῦτα πρὸς τὸν Πύρρον οἱ βασιλεῖς γράφοντες, ἅμα
καὶ δι' ἑαυτῶν ἔτι μέλλοντα καὶ παρασκευαζόμενον τὸν
Δημήτριον ἐκίνουν. Πτολεμαῖος μὲν γὰρ ἐπιπλεύσας
μεγάλῳ στόλῳ τὰς Ἑλληνίδας ἀφίστη πόλεις, Λυσίμαχος
δὲ τὴν ἄνω Μακεδονίαν ἐκ Θρᾴκης ἐμβαλὼν ἐπόρθει.
Πύρρος δὲ τούτοις ἅμα συνεξαναστὰς ἐπὶ Βέροιαν ἤλαυνε,
105

προσδοκῶν, ὅπερ συνέβη, Δημήτριον ὑπαντιάζοντα Λυσι-


μάχῳ τὴν κάτω χώραν ἀπολείψειν ἔρημον. ἐκείνης δὲ τῆς
νυκτὸς ἔδοξε κατὰ τοὺς ὕπνους ὑπ' Ἀλεξάνδρου καλεῖσθαι
τοῦ μεγάλου, καὶ παραγενόμενος κλινήρη μὲν αὐτὸν ἰδεῖν,
λόγων δὲ χρηστῶν τυχεῖν καὶ φιλοφροσύνης, ἐπαγ-
γελλομένου προθύμως βοηθήσειν. αὐτοῦ δὲ τολμήσαντος
εἰπεῖν “καὶ πῶς ἂν ὦ βασιλεῦ νοσῶν δυνατὸς εἴης ἐμοὶ
βοηθεῖν;” “αὐτῷ” φάναι “τῷ ὀνόματι”, καὶ περιβάντα
Νισαῖον ἵππον ἡγεῖσθαι. ταύτην ἰδὼν τὴν ὄψιν ἐπερ-
ρώσθη, τάχει δὲ χρησάμενος καὶ διαδραμὼν τὰ μεταξύ,
καταλαμβάνει τὴν Βέροιαν, καὶ τὸ πλεῖστον αὐτόθι τῆς
στρατιᾶς ἱδρύσας, τὰ λοιπὰ προσήγετο διὰ τῶν στρα-
τηγῶν. ὁ δὲ Δημήτριος ἐπεὶ ταῦτ' ἤκουσε καὶ πονηρὸν

Πλούταρχος Cimon (0007: 035)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 1.1, 4th


edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 6, se. 4, γρ. 6

μενος. προσετίθεντο γὰρ οἱ πλεῖστοι τῶν συμμάχων


ἐκείνῳ τε καὶ Ἀριστείδῃ, τὴν χαλεπότητα καὶ ὑπεροψίαν
τοῦ Παυσανίου μὴ φέροντες. οἱ δὲ καὶ τούτους ἅμα
προσήγοντο, καὶ τοῖς ἐφόροις πέμποντες ἔφραζον, ὡς
ἀδοξούσης τῆς Σπάρτης καὶ ταραττομένης τῆς Ἑλλάδος
ἀνακαλεῖν τὸν Παυσανίαν. λέγεται δέ, παρθένον τινὰ
Βυζαντίαν ἐπιφανῶν γονέων ὄνομα Κλεονίκην ἐπ' αἰ-
σχύνῃ τοῦ Παυσανίου μεταπεμπομένου, τοὺς μὲν γονεῖς
ὑπ' ἀνάγκης καὶ φόβου προέσθαι τὴν παῖδα, τὴν δὲ τῶν
πρὸ τοῦ δωματίου δεηθεῖσαν ἀνελέσθαι τὸ φῶς, διὰ σκό-
τους καὶ σιωπῆς τῇ κλίνῃ προσιοῦσαν ἤδη τοῦ Παυσα-
νίου καθεύδοντος ἐμπεσεῖν καὶ ἀνατρέψαι τὸ λυχνίον ἄκου-
σαν· τὸν δ' ὑπὸ τοῦ ψόφου ταραχθέντα καὶ σπασάμε-
νον τὸ παρακείμενον ἐγχειρίδιον, ὥς τινος ἐπ' αὐτὸν ἐχ-
θροῦ βαδίζοντος, πατάξαι καὶ καταβαλεῖν τὴν παρθέ-
νον, ἐκ δὲ τῆς πληγῆς ἀποθανοῦσαν αὐτὴν οὐκ ἐᾶν τὸν
Παυσανίαν ἡσυχάζειν, ἀλλὰ νύκτωρ εἴδωλον αὐτῷ φοι-
τῶσαν εἰς τὸν ὕπνον ὀργῇ λέγειν τόδε τὸ ἡρῷον·
 στεῖχε δίκης ἆσσον· μάλα τοι κακὸν ἀνδράσιν ὕβρις.
ἐφ' ᾧ καὶ μάλιστα χαλεπῶς ἐνεγκόντες οἱ σύμμαχοι
μετὰ τοῦ Κίμωνος ἐξεπολιόρκησαν αὐτόν. ὁ δ' ἐκπεσὼν

Πλούταρχος Agesilaus (0007: 044)“Plutarch's lives, vol. 5”, Ed. Perrin,


B.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1917, Repr. [Link]. 12,
106

se. 2, γρ. 4

μένου καὶ φανέντος ἐνεκαρτέρησε μὴ φιληθῆναι.  


 Μετὰ ταῦτα Φαρνάβαζος εἰς λόγους
αὐτῷ συνελθεῖν ἠθέλησε, καὶ συνῆγεν ἀμφοτέρους
ὢν ξένος ὁ Κυζικηνὸς Ἀπολλοφάνης. πρότερος
δὲ μετὰ τῶν φίλων ὁ Ἀγησίλαος ἐλθὼν εἰς τὸ
χωρίον, ὑπὸ σκιᾷ τινι πόας οὔσης βαθείας κατα-
βαλὼν ἑαυτόν, ἐνταῦθα περιέμενε τὸν Φαρνά-
βαζον. ὁ δὲ ὡς ἐπῆλθεν, ὑποβεβλημένων αὐτῷ
κωδίων τε μαλακῶν καὶ ποικίλων δαπίδων, αἰδε-
σθεὶς τὸν Ἀγησίλαον οὕτω κατακείμενον κατε-
Κλίνη καὶ αὐτός, ὡς ἔτυχεν, ἐπὶ τῆς πόας χαμᾶζε,
καίπερ ἐσθῆτα θαυμαστὴν λεπτότητι καὶ βαφαῖς
ἐνδεδυκώς. ἀσπασάμενοι δὲ ἀλλήλους ὁ μὲν
Φαρνάβαζος οὐκ ἠπόρει λόγων δικαίων, ἅτε δὴ
πολλὰ καὶ μεγάλα Λακεδαιμονίοις χρήσιμος
γεγονὼς ἐν τῷ πρὸς Ἀθηναίους πολέμῳ, νῦν δὲ
πορθούμενος ὑπ' αὐτῶν· ὁ δὲ Ἀγησίλαος, ὁρῶν
τοὺς σὺν αὐτῷ Σπαρτιάτας ὑπ' αἰσχύνης κύπτον-
τας εἰς τὴν γῆν καὶ διαποροῦντας (ἀδικούμενον
γὰρ ἑώρων τὸν Φαρνάβαζον), “Ἡμεῖς,” εἶπεν,
“ὦ Φαρνάβαζε, καὶ φίλοι ὄντες πρότερον

Πλούταρχος Pompeius (0007: 045)“Plutarch's lives, vol. 5”, Ed. Perrin,


B.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1917, Repr. [Link]. 36,
se. 7, γρ. 2

τοῦτο ἔλεγεν εἶναι θαυμαστόν, ἀλλ' ὅτι μὴ λίθοις


βάλλει τοὺς ἀπαντῶντας ὑφ' ἡδονῆς μαινόμενος.
ταύτης μὲν ἦν καὶ γενεᾶς καὶ αἵματος ἡ Στρατο-  
νίκη. τῷ δὲ Πομπηΐῳ καὶ τὸ χωρίον παρε-
δίδου τοῦτο καὶ δῶρα πολλὰ προσήνεγκεν, ὧν
ἐκεῖνος ὅσα κόσμον ἱεροῖς καὶ λαμπρότητα τῷ
θριάμβῳ παρέξειν ἐφαίνετο λαβὼν μόνα, τὰ
λοιπὰ τὴν Στρατονίκην ἐκέλευε κεκτῆσθαι χαί-
ρουσαν. ὁμοίως δὲ καὶ τοῦ βασιλέως τῶν Ἰβήρων
Κλίνην τε καὶ τράπεζαν καὶ θρόνον, ἅπαντα
χρυσᾶ, πέμψαντος αὐτῷ καὶ δεηθέντος λαβεῖν,
καὶ ταῦτα τοῖς ταμίαις παρέδωκεν εἰς τὸ δη-
μόσιον.
107

 Ἐν δὲ τῷ Καινῷ φρουρίῳ καὶ γράμ-


μασιν ἀπορρήτοις ὁ Πομπήϊος ἐνέτυχε τοῦ Μιθρι-
δάτου, καὶ διῆλθεν οὐκ ἀηδῶς αὐτὰ πολλὴν
ἔχοντα τοῦ ἤθους κατανόησιν. ὑπομνήματα γὰρ
ἦν, ἐξ ὧν ἐφωράθη φαρμάκοις ἄλλους τε πολλοὺς
καὶ τὸν υἱὸν Ἀριαράθην ἀνῃρηκὼς καὶ τὸν
Σαρδιανὸν Ἀλκαῖον, ὅτι παρευδοκίμησεν αὐτὸν

Πλούταρχος Alexander (0007: 047)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 2.2,


2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 9, se. 10, γρ. 3

ἠγάγετο παρθένον, ἐρασθεὶς παρ' ἡλικίαν τῆς κόρης.


θεῖος γὰρ ὢν αὐτῆς ὁ Ἄτταλος, ἐν τῷ πότῳ μεθύων
παρεκάλει τοὺς Μακεδόνας αἰτεῖσθαι παρὰ θεῶν γνήσιον
ἐκ Φιλίππου καὶ Κλεοπάτρας γενέσθαι διάδοχον τῆς
βασιλείας. ἐπὶ τούτῳ παροξυνθεὶς ὁ Ἀλέξανδρος καὶ
εἰπών· “ἡμεῖς δέ σοι κακὴ κεφαλὴ νόθοι δοκοῦμεν;”
ἔβαλε σκύφον ἐπ' αὐτόν. ὁ δὲ Φίλιππος ἐπ' ἐκεῖνον
ἐξανέστη σπασάμενος τὸ ξίφος, εὐτυχίᾳ δ' ἑκατέρου διὰ
τὸν θυμὸν καὶ τὸν οἶνον ἔπεσε σφαλείς. ὁ δ' Ἀλέξανδρος
ἐφυβρίζων “οὗτος μέντοι” εἶπεν “ἄνδρες εἰς Ἀσίαν ἐξ
Εὐρώπης παρεσκευάζετο διαβαίνειν, ὃς ἐπὶ Κλίνην ἀπὸ  
Κλίνης διαβαίνων ἀνατέτραπται.” μετὰ ταύτην τὴν παροι-
νίαν ἀναλαβὼν τὴν Ὀλυμπιάδα καὶ καταστήσας εἰς
Ἤπειρον, αὐτὸς ἐν Ἰλλυριοῖς διέτριβεν. ἐν τούτῳ δὲ
Δημάρατος ὁ Κορίνθιος, ξένος ὢν τῆς οἰκίας καὶ παρρη-
σίας μετέχων, ἀφίκετο πρὸς Φίλιππον. μετὰ δὲ τὰς
πρώτας δεξιώσεις καὶ φιλοφροσύνας ἐπερωτῶντος τοῦ
Φιλίππου, πῶς ἔχουσιν ὁμονοίας πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἕλ-
ληνες, “πάνυ γοῦν” ἔφη “σοι προσήκει Φίλιππε κήδεσθαι
τῆς Ἑλλάδος, ὃς τὸν οἶκον τὸν σεαυτοῦ στάσεως τοσαύτης
καὶ κακῶν ἐμπέπληκας.”

Πλούταρχος Alexander Ch. 9, se. 11, γρ. 1

θεῖος γὰρ ὢν αὐτῆς ὁ Ἄτταλος, ἐν τῷ πότῳ μεθύων


παρεκάλει τοὺς Μακεδόνας αἰτεῖσθαι παρὰ θεῶν γνήσιον
ἐκ Φιλίππου καὶ Κλεοπάτρας γενέσθαι διάδοχον τῆς
108

βασιλείας. ἐπὶ τούτῳ παροξυνθεὶς ὁ Ἀλέξανδρος καὶ


εἰπών· “ἡμεῖς δέ σοι κακὴ κεφαλὴ νόθοι δοκοῦμεν;”
ἔβαλε σκύφον ἐπ' αὐτόν. ὁ δὲ Φίλιππος ἐπ' ἐκεῖνον
ἐξανέστη σπασάμενος τὸ ξίφος, εὐτυχίᾳ δ' ἑκατέρου διὰ
τὸν θυμὸν καὶ τὸν οἶνον ἔπεσε σφαλείς. ὁ δ' Ἀλέξανδρος
ἐφυβρίζων “οὗτος μέντοι” εἶπεν “ἄνδρες εἰς Ἀσίαν ἐξ
Εὐρώπης παρεσκευάζετο διαβαίνειν, ὃς ἐπὶ Κλίνην ἀπὸ  
Κλίνης διαβαίνων ἀνατέτραπται.” μετὰ ταύτην τὴν παροι-
νίαν ἀναλαβὼν τὴν Ὀλυμπιάδα καὶ καταστήσας εἰς
Ἤπειρον, αὐτὸς ἐν Ἰλλυριοῖς διέτριβεν. ἐν τούτῳ δὲ
Δημάρατος ὁ Κορίνθιος, ξένος ὢν τῆς οἰκίας καὶ παρρη-
σίας μετέχων, ἀφίκετο πρὸς Φίλιππον. μετὰ δὲ τὰς
πρώτας δεξιώσεις καὶ φιλοφροσύνας ἐπερωτῶντος τοῦ
Φιλίππου, πῶς ἔχουσιν ὁμονοίας πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἕλ-
ληνες, “πάνυ γοῦν” ἔφη “σοι προσήκει Φίλιππε κήδεσθαι
τῆς Ἑλλάδος, ὃς τὸν οἶκον τὸν σεαυτοῦ στάσεως τοσαύτης
καὶ κακῶν ἐμπέπληκας.” οὕτω δὴ συμφρονήσας ὁ Φίλιπ-
πος ἔπεμψε καὶ κατήγαγε πείσας διὰ τοῦ Δημαράτου

Πλούταρχος Alexander Ch. 19, se. 8, γρ. 4

μετὰ τῶν ἑταίρων ὁ Φίλιππος, τὸ φάρμακον ἐν κύλικι


κομίζων, ἐκείνῳ μὲν ἐπέδωκε τὴν ἐπιστολήν, αὐτὸς δὲ
τὸ φάρμακον ἐδέξατο προθύμως καὶ ἀνυπόπτως, ὥστε
θαυμαστὴν καὶ θεατρικὴν τὴν ὄψιν εἶναι, τοῦ μὲν ἀνα-
γινώσκοντος, τοῦ δὲ πίνοντος, εἶθ' ἅμα πρὸς ἀλλήλους
ἀποβλεπόντων οὐχ ὁμοίως, ἀλλὰ τοῦ μὲν Ἀλεξάνδρου
φαιδρῷ τῷ προσώπῳ καὶ διακεχυμένῳ τὴν πρὸς τὸν
Φίλιππον εὐμένειαν καὶ πίστιν ἀποφαίνοντος, ἐκείνου δὲ
πρὸς τὴν διαβολὴν ἐξισταμένου, καὶ ποτὲ μὲν θεοκλυ-
τοῦντος καὶ πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀνατείνοντος τὰς χεῖρας,
ποτὲ δὲ τῇ κλίνῃ περιπίπτοντος καὶ παρακαλοῦντος τὸν
Ἀλέξανδρον εὐθυμεῖν καὶ προσέχειν αὐτῷ. τὸ γὰρ φάρ-
μακον ἐν ἀρχῇ κρατῆσαν τοῦ σώματος οἷον ἀπέωσε καὶ
κατέδυσεν εἰς βάθος τὴν δύναμιν, ὥστε καὶ φωνὴν ἐπι-
λιπεῖν καὶ τὰ περὶ τὴν αἴσθησιν ἀσαφῆ καὶ μικρὰ κομιδῇ  
γενέσθαι, λιποθυμίας ἐπιπεσούσης. οὐ μὴν ἀλλὰ ταχέως
ἀναληφθεὶς ὑπὸ τοῦ Φιλίππου καὶ ῥαΐσας, αὑτὸν ἐπέδειξε
τοῖς Μακεδόσιν· οὐ γὰρ ἐπαύοντο πρὶν ἰδεῖν τὸν Ἀλέξαν-
δρον ἀθυμοῦντες.
109

Πλούταρχος Alexander Ch. 32, se. 2, γρ. 3

γὰρ ὅπλων οὐδὲ σωμάτων ἀπορίᾳ παύσεσθαι πολεμοῦντα


Δαρεῖον ἀπὸ τηλικαύτης δυνάμεως καὶ χώρας τοσαύτης,
ἀλλ' ὅταν ἀφῇ τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐλπίδα, δι' ἐμφανοῦς
ἥττης κατὰ κράτος ἐξελεγχθείς.
 Ἀπελθόντων δὲ τούτων, κατακλιθεὶς ὑπὸ σκηνὴν
λέγεται τὸ λοιπὸν μέρος τῆς νυκτὸς ὕπνῳ βαθεῖ κρατη-
θῆναι παρὰ τὸ εἰωθός, ὥστε θαυμάζειν ἐπελθόντος
ὄρθρου τοὺς ἡγεμόνας, καὶ παρ' αὑτῶν ἐξενεγκεῖν παράγ-
γελμα πρῶτον ἀριστοποιεῖσθαι τοὺς στρατιώτας· ἔπειτα
τοῦ καιροῦ κατεπείγοντος, εἰσελθόντα Παρμενίωνα καὶ
παραστάντα τῇ κλίνῃ δὶς ἢ τρὶς αὐτοῦ φθέγξασθαι τοὔ-
νομα, καὶ διεγερθέντος οὕτως ἐρωτᾶν, ὅ τι δὴ πεπονθὼς
ὕπνον καθεύδοι νενικηκότος, οὐχὶ μέλλοντος ἀγωνιεῖσθαι
τὸν μέγιστον τῶν ἀγώνων. τὸν δ' οὖν Ἀλέξανδρον εἰπεῖν
διαμειδιάσαντα· “τί γάρ; οὐκ ἤδη σοι νενικηκέναι δοκοῦ-
μεν, ἀπηλλαγμένοι τοῦ πλανᾶσθαι καὶ διώκειν ἐν πολλῇ
καὶ κατεφθαρμένῃ φυγομαχοῦντα χώρᾳ Δαρεῖον;” οὐ μό-
νον δὲ πρὸ τῆς μάχης, ἀλλὰ καὶ παρ' αὐτὸν τὸν κίνδυνον
ἐπεδείξατο μέγαν καὶ συνεστηκότα τῷ λογίζεσθαι καὶ
θαρρεῖν ἑαυτόν.

Πλούταρχος Alexander Ch. 55, se. 4, γρ. 2

ὁ Καλλισθένης προσκυνῆσαι, ψεύσαιτο τὴν ὁμολογίαν·


ἔπειτα Λυσίμαχοι καὶ Ἅγνωνες ἐπεφύοντο, φάσκοντες
περιϊέναι τὸν σοφιστὴν ὡς ἐπὶ καταλύσει τυραννίδος μέγα
φρονοῦντα, καὶ συντρέχειν πρὸς αὐτὸν τὰ μειράκια καὶ  
περιέπειν, ὡς μόνον ἐλεύθερον ἐν τοσαύταις μυριάσι. διὸ
καὶ τῶν περὶ Ἑρμόλαον ἐπιβουλευσάντων τῷ Ἀλεξάνδρῳ
καὶ φανερῶν γενομένων, ἔδοξαν ἀληθέσιν ὅμοια κατηγο-
ρεῖν οἱ διαβάλλοντες, ὡς τῷ μὲν προβαλόντι, πῶς ἂν
ἐνδοξότατος γένοιτ' ἄνθρωπος, εἶπεν “ἂν ἀποκτείνῃ τὸν
ἐνδοξότατον,” τὸν δ' Ἑρμόλαον ἐπὶ τὴν πρᾶξιν παρ-
οξύνων ἐκέλευε μὴ δεδιέναι τὴν χρυσῆν Κλίνην, ἀλλὰ
μνημονεύειν ὅτι καὶ νοσοῦντι καὶ τιτρωσκομένῳ πρόσεισιν
ἀνθρώπῳ. καίτοι τῶν περὶ Ἑρμόλαον οὐδεὶς οὐδὲ διὰ τῆς
ἐσχάτης ἀνάγκης τοῦ Καλλισθένους κατεῖπεν. ἀλλὰ καὶ
Ἀλέξανδρος αὐτὸς εὐθὺς Κρατερῷ γράφων καὶ Ἀττάλῳ
καὶ Ἀλκέτᾳ φησὶ τοὺς παῖδας βασανιζομένους ὁμολογεῖν,
110

ὡς αὐτοὶ ταῦτα πράξειαν, ἄλλος δ' οὐδεὶς συνειδείη. ὕστε-


ρον δὲ γράφων πρὸς Ἀντίπατρον καὶ τὸν Καλλισθένην
συνεπαιτιασάμενος, “οἱ μὲν παῖδες” φησὶν “ὑπὸ τῶν
Μακεδόνων κατελεύσθησαν, τὸν δὲ σοφιστὴν ἐγὼ κολάσω
καὶ τοὺς ἐκπέμψαντας αὐτὸν καὶ τοὺς ὑποδεχομένους ταῖς

Πλούταρχος Alexander Ch. 76, se. 8, γρ. 4

ἐρήμων ἡγεμονίας τάξεων, ὅπως καταστήσωσι δοκι-


μάσαντες. ἑβδόμῃ σφόδρα πυρέττων, ἔθυσεν ἐξαρθεὶς πρὸς
τὰ ἱερά· τῶν δ' ἡγεμόνων ἐκέλευε τοὺς μεγίστους δια-
τρίβειν ἐν τῇ αὐλῇ, ταξιάρχους δὲ καὶ πεντακοσιάρχους ἔξω
νυκτερεύειν. εἰς δὲ τὰ πέραν βασίλεια διακομισθείς, τῇ
ἕκτῃ μικρὸν ὕπνωσεν, ὁ δὲ πυρετὸς οὐκ ἀνῆκεν· ἐπελθόντων
δὲ τῶν ἡγεμόνων ἦν ἄφωνος, ὁμοίως δὲ καὶ τὴν πέμπτην.
διὸ καὶ τοῖς Μακεδόσιν ἔδοξε τεθνάναι, καὶ κατεβόων
ἐλθόντες ἐπὶ τὰς θύρας, καὶ διηπειλοῦντο τοῖς ἑταίροις,
ἕως ἐβιάσαντο, καὶ τῶν θυρῶν αὐτοῖς ἀνοιχθεισῶν, ἐν
τοῖς χιτῶσι καθ' ἕνα πάντες παρὰ τὴν Κλίνην παρεξῆλθον.
ταύτης δὲ τῆς ἡμέρας οἱ περὶ Πύθωνα καὶ Σέλευκον εἰς  
τὸ Σεραπεῖον ἀποσταλέντες, ἠρώτων εἰ κομίσωσιν ἐκεῖ
τὸν Ἀλέξανδρον, ὁ δὲ θεὸς κατὰ χώραν ἐᾶν ἀνεῖλε. τῇ δὲ
τρίτῃ φθίνοντος πρὸς δείλην ἀπέθανε.
 Τούτων τὰ πλεῖστα κατὰ λέξιν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν
οὕτως γέγραπται.

Πλούταρχος Caesar (0007: 048)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 2.2,


2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 69, se. 10, γρ. 3

τοιόνδε. μέλλων τὸν στρατὸν ἐξ Ἀβύδου διαβιβάζειν εἰς


τὴν ἑτέραν ἤπειρον, ἀνεπαύετο νυκτὸς ὥσπερ εἰώθει
κατὰ σκηνήν, οὐ καθεύδων, ἀλλὰ φροντίζων περὶ τοῦ
μέλλοντος· λέγεται γὰρ οὗτος ἁνὴρ ἥκιστα δὴ τῶν στρατη-
γῶν ὑπνώδης γενέσθαι καὶ πλεῖστον ἑαυτῷ χρόνον
ἐγρηγορότι χρῆσθαι πεφυκώς· ψόφου δέ τινος αἰσθέ-
σθαι περὶ τὴν θύραν ἔδοξε, καὶ πρὸς τὸ τοῦ λύχνου φῶς
ἤδη καταφερομένου σκεψάμενος, ὄψιν εἶδε φοβερὰν
ἀνδρὸς ἐκφύλου τὸ μέγεθος καὶ χαλεποῦ τὸ εἶδος. ἐκ-
πλαγεὶς δὲ τὸ πρῶτον, ὡς ἑώρα μήτε πράττοντά τι μήτε
φθεγγόμενον, ἀλλ' ἑστῶτα σιγῇ παρὰ τὴν Κλίνην, ἠρώτα
[ὅς]τίς ἐστιν. ἀποκρίνεται δ' αὐτῷ τὸ φάσμα· “ὁ σὸς ὦ
111

Βροῦτε δαίμων κακός· ὄψει δέ με περὶ Φιλίππους.”


τότε μὲν οὖν ὁ Βροῦτος εὐθαρσῶς “ὄψομαι” εἶπε, καὶ
τὸ δαιμόνιον εὐθὺς ἐκποδὼν ἀπῄει. τῷ δ' ἱκνουμένῳ
χρόνῳ περὶ τοὺς Φιλίππους ἀντιταχθεὶς Ἀντωνίῳ καὶ
Καίσαρι, τῇ μὲν πρώτῃ μάχῃ κρατήσας τὸ καθ' ἑαυτὸν  
ἐτρέψατο, καὶ διεξήλασε πορθῶν τὸ Καίσαρος στρατό-
πεδον· τὴν δὲ δευτέραν αὐτῷ μάχεσθαι μέλλοντι φοιτᾷ
τὸ αὐτὸ φάσμα τῆς νυκτὸς αὖθις, οὐχ ὥστε τι προσειπεῖν,
ἀλλὰ συνεὶς ὁ Βροῦτος τὸ πεπρωμένον, ἔρριψε φέρων

Πλούταρχος Cato Minor (0007: 050)“Plutarchi vitae parallelae, vol.


2.1, 2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 70, se. 8, γρ.
3

κατέχειν τὴν θάλασσαν. τοῦτ' ἀκούσας ὁ Κάτων ἐστέναξεν οἴκτῳ τῶν


πλεόντων, καὶ πάλιν ἔπεμψε τὸν Βούταν ἐπὶ θάλασσαν, εἴ τις ἄρα παλιν-
δρομήσας δέοιτό τινος τῶν ἀναγκαίων, ἀπαγγελοῦντα πρὸς αὐτόν· ἤδη
δ' ὄρνιθες ᾖδον, καὶ μικρὸν αὖθις κατηνέχθη πρὸς ὕπνον. ἐπανελθόντος
δὲ τοῦ Βούτα καὶ φράσαντος πολλὴν ἡσυχίαν περὶ τοὺς λιμένας εἶναι,
προσέταξεν αὐτῷ τὴν θύραν κλεῖσαι καὶ καθῆκεν ἑαυτὸν εἰς τὸ
κλινίδιον,
ὡς τὸ λοιπὸν ἔτι τῆς νυκτὸς ἀναπαυσόμενος.
 Ἐξελθόντος δὲ τοῦ Βούτα, σπασάμενος τὸ ξίφος ἔωσε μὲν ὑπὸ τὸ στῆ-
θος, τῇ δὲ χειρὶ κουφότερον διὰ τὴν φλεγμονὴν χρησάμενος, οὐκ εὐθὺς
ἀπήλλαξεν ἑαυτόν, ἀλλὰ δυσθανατῶν ἐξέπεσε τῆς Κλίνης, καὶ ψόφον
ἐποίησε καταβαλὼν ἀβάκιόν τι τῶν γεωμετρικῶν παρακείμενον, ὥστε
τοὺς θεράποντας αἰσθομένους ἀναβοῆσαι καὶ τὸν υἱὸν αὐτίκα καὶ τοὺς
φίλους ἐπεισελθεῖν. ἰδόντες δὲ πεφυρμένον αἵματι καὶ τῶν ἐντέρων τὰ
πολλὰ προπεπτωκότα, ζῶντα δ' αὐτὸν ἔτι καὶ βλέποντα, δεινῶς μὲν ἅπαν-
τες ἔσχον, ὁ δ' ἰατρὸς προσελθὼν ἐπειρᾶτο, τῶν ἐντέρων ἀτρώτων διαμει-
νάντων, ταῦτά τε καθιστάναι καὶ τὸ τραῦμα διαρράπτειν. ὡς οὖν ἀνήνεγ-
κεν ὁ Κάτων καὶ συνεφρόνησε, τὸν μὲν ἰατρὸν ἀπεώσατο, ταῖς χερσὶ δὲ
τὰ ἔντερα σπαράξας καὶ τὸ τραῦμ' ἐπαναρρήξας, ἀπέθανεν.

Πλούταρχος Tiberius et Gaius Gracchus (0007: 052)“Plutarchi vitae


parallelae, vol. 3.1, 2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link].
1, se. 4, γρ. 2

 Ἡμεῖς δὲ τὴν πρώτην ἱστορίαν ἀποδεδωκότες, ἔχο-


μεν οὐκ ἐλάττονα πάθη τούτων ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ συζυγίᾳ
θεωρῆσαι, τὸν Τιβερίου καὶ Γαΐου βίον ἀντιπαραβάλ-
112

λοντες. οὗτοι Τιβερίου Γράγχου παῖδες ἦσαν, ᾧ τιμητῇ


τε Ῥωμαίων γενομένῳ καὶ δὶς ὑπατεύσαντι καὶ θριάμ-
βους δύο καταγαγόντι λαμπρότερον ἦν τὸ ἀπὸ τῆς ἀρε-
τῆς ἀξίωμα. διὸ καὶ τὴν Σκιπίωνος τοῦ καταπολεμήσαν-
τος Ἀννίβαν θυγατέρα Κορνηλίαν, οὐκ ὢν φίλος, ἀλλὰ
καὶ διάφορος τῷ ἀνδρὶ γεγονώς, λαβεῖν ἠξιώθη μετὰ τὴν
ἐκείνου τελευτήν. λέγεται δέ ποτε συλλαβεῖν αὐτὸν ἐπὶ
τῆς Κλίνης ζεῦγος δρακόντων, τοὺς δὲ μάντεις σκεψα-
μένους τὸ τέρας, ἄμφω μὲν οὐκ ἐᾶν ἀνελεῖν οὐδ' ἀφεῖ-
ναι, περὶ δ' ἑκατέρου διαιρεῖν, ὡς ὁ μὲν ἄρρην τῷ Τιβε-
ρίῳ φέροι θάνατον ἀναιρεθείς, ἡ δὲ θήλεια τῇ Κορνη-
λίᾳ. τὸν οὖν Τιβέριον, καὶ φιλοῦντα τὴν γυναῖκα, καὶ
μᾶλλον αὐτῷ προσήκειν ὄντι πρεσβυτέρῳ τελευτᾶν ἡγού-
μενον ἔτι νέας οὔσης ἐκείνης, τὸν μὲν ἄρρενα κτεῖναι
τῶν δρακόντων, ἀφεῖναι δὲ τὴν θήλειαν· εἶθ' ὕστερον
οὐ πολλῷ χρόνῳ τελευτῆσαι, δεκαδύο παῖδας ἐκ τῆς Κορ-
νηλίας αὐτῷ γεγονότας καταλιπόντα. Κορνηλία δ' ἀνα-
λαβοῦσα τοὺς παῖδας καὶ τὸν οἶκον, οὕτω σώφρονα καὶ

Πλούταρχος Tiberius et Gaius Gracchus Ch. 35, se. 1, γρ. 4

ὁ Ἀντύλλιος ἐκεῖ, μεγάλοις γραφείοις κεντούμενος, ἐπ'


αὐτὸ τοῦτο πεποιῆσθαι λεγομένοις. καὶ τὸ μὲν πλῆθος
διεταράχθη πρὸς τὸν φόνον, ἐναντία δὲ τοὺς ἡγεμόνας ἔσχε
διάθεσις. ὁ μὲν γὰρ Γάιος ἤχθετο καὶ κακῶς ἔλεγε τοὺς
περὶ αὑτόν, ὡς αἰτίαν δεομένοις πάλαι καθ' ἑαυτῶν τοῖς
ἐχθροῖς δεδωκότας, ὁ δ' Ὀπίμιος ὥσπερ ἐνδόσιμον λαβὼν
ἐπῆρτο, καὶ παρώξυνε τὸν δῆμον ἐπὶ τὴν ἄμυναν.
 Καὶ τότε μὲν ὄμβρου γενομένου διελύθησαν·
ἅμα δ' ἡμέρᾳ τὴν μὲν βουλὴν ὁ ὕπατος συναγαγὼν ἔν-
δον ἐχρημάτιζεν, ἕτεροι δὲ τὸ τοῦ Ἀντυλλίου σῶμα
γυμνὸν ἐπὶ Κλίνης προθέμενοι, δι' ἀγορᾶς παρὰ τὸ βου-
λευτήριον ἐπίτηδες παρεκόμιζον, οἰμωγῇ χρώμενοι καὶ
θρήνῳ, γιγνώσκοντος μὲν τοῦ Ὀπιμίου τὰ πραττόμενα,
προσποιουμένου δὲ θαυμάζειν, ὥστε καὶ τοὺς βουλευ-
τὰς προελθεῖν. κατατεθείσης δὲ τῆς Κλίνης εἰς μέσον,
οἱ μὲν ἐσχετλίαζον ὡς ἐπὶ δεινῷ καὶ μεγάλῳ πάθει, τοῖς  
δὲ πολλοῖς ἐπῄει μισεῖν καὶ προβάλλεσθαι τοὺς ὀλιγαρ-
χικούς, ὡς Τιβέριον μὲν Γράγχον ἐν Καπετωλίῳ φονεύ-
σαντες αὐτοὶ δήμαρχον ὄντα καὶ τὸν νεκρὸν προσεξ-
έβαλον, ὁ δ' ὑπηρέτης Ἀντύλλιος, οὐ δίκαια μὲν ἴσως
πεπονθώς, τὴν δὲ πλείστην αἰτίαν εἰς τὸ παθεῖν αὑτῷ
113

Πλούταρχος Tiberius et Gaius Gracchus Ch. 35, se. 2, γρ. 1

περὶ αὑτόν, ὡς αἰτίαν δεομένοις πάλαι καθ' ἑαυτῶν τοῖς


ἐχθροῖς δεδωκότας, ὁ δ' Ὀπίμιος ὥσπερ ἐνδόσιμον λαβὼν
ἐπῆρτο, καὶ παρώξυνε τὸν δῆμον ἐπὶ τὴν ἄμυναν.
 Καὶ τότε μὲν ὄμβρου γενομένου διελύθησαν·
ἅμα δ' ἡμέρᾳ τὴν μὲν βουλὴν ὁ ὕπατος συναγαγὼν ἔν-
δον ἐχρημάτιζεν, ἕτεροι δὲ τὸ τοῦ Ἀντυλλίου σῶμα
γυμνὸν ἐπὶ Κλίνης προθέμενοι, δι' ἀγορᾶς παρὰ τὸ βου-
λευτήριον ἐπίτηδες παρεκόμιζον, οἰμωγῇ χρώμενοι καὶ
θρήνῳ, γιγνώσκοντος μὲν τοῦ Ὀπιμίου τὰ πραττόμενα,
προσποιουμένου δὲ θαυμάζειν, ὥστε καὶ τοὺς βουλευ-
τὰς προελθεῖν. κατατεθείσης δὲ τῆς Κλίνης εἰς μέσον,
οἱ μὲν ἐσχετλίαζον ὡς ἐπὶ δεινῷ καὶ μεγάλῳ πάθει, τοῖς  
δὲ πολλοῖς ἐπῄει μισεῖν καὶ προβάλλεσθαι τοὺς ὀλιγαρ-
χικούς, ὡς Τιβέριον μὲν Γράγχον ἐν Καπετωλίῳ φονεύ-
σαντες αὐτοὶ δήμαρχον ὄντα καὶ τὸν νεκρὸν προσεξ-
έβαλον, ὁ δ' ὑπηρέτης Ἀντύλλιος, οὐ δίκαια μὲν ἴσως
πεπονθώς, τὴν δὲ πλείστην αἰτίαν εἰς τὸ παθεῖν αὑτῷ
παρασχών, ἐν ἀγορᾷ πρόκειται, καὶ περιέστηκεν ἡ Ῥω-
μαίων βουλή, θρηνοῦσα καὶ συνεκκομίζουσα μισθωτὸν
ἄνθρωπον ἐπὶ τῷ τὸν ἔτι λειπόμενον ἀνελεῖν τῶν τοῦ
δήμου κηδομένων.

Πλούταρχος Antonius (0007: 058)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 3.1,


2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 85, se. 6, γρ. 3

κατασεσημασμένην ἀπέστειλε πρὸς Καίσαρα, καὶ τοὺς


ἄλλους ἐκποδὼν ποιησαμένη πλὴν τῶν δυεῖν ἐκείνων
γυναικῶν, τὰς θύρας ἔκλεισε. Καῖσαρ δὲ λύσας τὴν δέλ-
τον, ὡς ἐνέτυχε λιταῖς καὶ ὀλοφυρμοῖς δεομένης αὐτὴν
σὺν Ἀντωνίῳ θάψαι, ταχὺ συνῆκε τὸ πεπραγμένον. καὶ
πρῶτον μὲν αὐτὸς ὥρμησε βοηθεῖν, ἔπειτα τοὺς σκεψο-
μένους κατὰ τάχος ἔπεμψεν. ἐγεγόνει δ' ὀξὺ τὸ πάθος.
δρόμῳ γὰρ ἐλθόντες, καὶ τοὺς μὲν φυλάττοντας οὐδὲν
ᾐσθημένους καταλαβόντες, τὰς δὲ θύρας ἀνοίξαντες, εὗ-
ρον αὐτὴν τεθνηκυῖαν ἐν χρυσῇ κατακειμένην κλίνῃ κε-
κοσμημένην βασιλικῶς. τῶν δὲ γυναικῶν ἡ μὲν Εἰρὰς
λεγομένη πρὸς τοῖς ποσὶν ἀπέθνῃσκεν, ἡ δὲ Χάρμιον
ἤδη σφαλλομένη καὶ καρηβαροῦσα κατεκόσμει τὸ διάδη-
114

μα τὸ περὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς. εἰπόντος δέ τινος ὀργῇ·


“καλὰ ταῦτα Χάρμιον;” “κάλλιστα μὲν οὖν” ἔφη “καὶ
πρέποντα τῇ τοσούτων ἀπογόνῳ βασιλέων.” πλέον δ' οὐ-
δὲν εἶπεν, ἀλλ' αὐτοῦ παρὰ τὴν Κλίνην ἔπεσε.
 Λέγεται δὲ τὴν ἀσπίδα κομισθῆναι σὺν τοῖς σύκοις
ἐκείνοις καὶ τοῖς θρίοις ἄνωθεν ἐπικαλυφθεῖσαν· οὕτω γὰρ
τὴν Κλεοπάτραν κελεῦσαι, μηδ' αὐτῆς ἐπισταμένης τῷ

Πλούταρχος Antonius Ch. 85, se. 8, γρ. 3

μένους κατὰ τάχος ἔπεμψεν. ἐγεγόνει δ' ὀξὺ τὸ πάθος.


δρόμῳ γὰρ ἐλθόντες, καὶ τοὺς μὲν φυλάττοντας οὐδὲν
ᾐσθημένους καταλαβόντες, τὰς δὲ θύρας ἀνοίξαντες, εὗ-
ρον αὐτὴν τεθνηκυῖαν ἐν χρυσῇ κατακειμένην κλίνῃ κε-
κοσμημένην βασιλικῶς. τῶν δὲ γυναικῶν ἡ μὲν Εἰρὰς
λεγομένη πρὸς τοῖς ποσὶν ἀπέθνῃσκεν, ἡ δὲ Χάρμιον
ἤδη σφαλλομένη καὶ καρηβαροῦσα κατεκόσμει τὸ διάδη-
μα τὸ περὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς. εἰπόντος δέ τινος ὀργῇ·
“καλὰ ταῦτα Χάρμιον;” “κάλλιστα μὲν οὖν” ἔφη “καὶ
πρέποντα τῇ τοσούτων ἀπογόνῳ βασιλέων.” πλέον δ' οὐ-
δὲν εἶπεν, ἀλλ' αὐτοῦ παρὰ τὴν Κλίνην ἔπεσε.
 Λέγεται δὲ τὴν ἀσπίδα κομισθῆναι σὺν τοῖς σύκοις
ἐκείνοις καὶ τοῖς θρίοις ἄνωθεν ἐπικαλυφθεῖσαν· οὕτω γὰρ
τὴν Κλεοπάτραν κελεῦσαι, μηδ' αὐτῆς ἐπισταμένης τῷ
σώματι προσπεσεῖν τὸ θηρίον· ὡς δ' ἀφαιροῦσα τῶν
σύκων εἶδεν, εἰπεῖν· “ἐνταῦθ' ἦν ἄρα τοῦτο”. καὶ τὸν
βραχίονα παρασχεῖν τῷ δήγματι γυμνώσασαν. οἱ δὲ τη-
ρεῖσθαι μὲν ἐν ὑδρίᾳ τὴν ἀσπίδα καθειργμένην φάσκου-
σιν, ἠλακάτῃ δέ τινι χρυσῇ τῆς Κλεοπάτρας ἐκκαλου-
μένης αὐτὴν καὶ διαγριαινούσης, ὁρμήσασαν ἐμφῦναι τῷ
βραχίονι.

Πλούταρχος Brutus (0007: 061)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 2.1,


2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 34, se. 8, γρ. 4

μενος τὰς θύρας εἰσῆλθε, μετὰ πλάσματος φωνῆς ἔπη περαίνων οἷς τὸν
Νέστορα χρώμενον Ὅμηρος πεποίηκεν (Il. 1, 259)·
      
      ἀλλὰ πίθεσθ'· ἄμφω δὲ νεωτέρω ἐστὸν ἐμεῖο,
      
καὶ τὰ ἑξῆς. ἐφ' οἷς ὁ μὲν Κάσσιος ἐγέλασεν, ὁ δὲ Βροῦτος ἐξέβαλεν
αὐτόν,
115

ἁπλόκυνα καὶ ψευδόκυνα προσαγορεύων. οὐ μὴν ἀλλὰ τότε τοῦτο τῆς


πρὸς  
ἀλλήλους διαφορᾶς ποιησάμενοι πέρας, εὐθὺς διελύθησαν. καὶ Κασσίου
δεῖπνον παρέχοντος ἐκάλει τοὺς φίλους Βροῦτος. ἤδη δὲ κατακειμένων,
Φαώνιος ἧκε λελουμένος· μαρτυρομένου δὲ Βρούτου μὴ κεκλημένον
αὐτὸν ἥκειν καὶ κελεύοντος ἀπάγειν ἐπὶ τὴν ἀνωτάτω Κλίνην, βίᾳ παρ-
ελθὼν εἰς τὴν μέσην κατεκλίθη, καὶ παιδιὰν ὁ πότος ἔσχεν οὐκ ἄχαριν
οὐδ' ἀφιλόσοφον.  Τῇ δ' ὑστεραίᾳ Βροῦτος ἄνδρα Ῥωμαῖον
ἐστρατηγηκότα καὶ
πεπιστευμένον ὑπ' αὐτοῦ, Λεύκιον Ὁκέλλαν, Σαρδιανῶν κατηγορούντων
ἐπὶ κλοπαῖς, δημοσίᾳ καταγνοὺς ἠτίμωσε. καὶ τὸ πρᾶγμα Κάσσιον οὐ
μετρίως ἐλύπησεν· αὐτὸς γὰρ ὀλίγαις ἡμέραις ἔμπροσθεν ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς
ἐλεγχθέντας ἀδικήμασι δύο φίλους ἰδίᾳ νουθετήσας, φανερῶς ἀφῆκε,
καὶ διετέλει χρώμενος. ὅθεν ᾐτιᾶτο τὸν Βροῦτον ὡς ἄγαν ὄντα νόμιμον
καὶ
δίκαιον ἐν καιρῷ πολιτείας δεομένῳ καὶ φιλανθρωπίας. ὁ δὲ τῶν εἰδῶν
τῶν Μαρτίων ἐκέλευεν αὐτὸν μνημονεύειν ἐκείνων, ἐν αἷς

Πλούταρχος Aratus (0007: 063)“Plutarchi vitae parallelae, vol. 3.1,


2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 26, se. 2, γρ. 4

διεξελθεῖν περὶ τῆς Ἀριστίππου διαίτης, ἣν ἡ ζηλοτυπου-


μένη τυραννὶς αὐτῷ καὶ ὁ τῆς μακαρίας καὶ περιβοήτου
μοναρχίας ὄγκος περιέθηκεν.
 Ἐκεῖνος γὰρ Ἀντίγονον μὲν ἔχων σύμμαχον, τρέφων
δὲ πολλοὺς ἕνεκα τῆς τοῦ σώματος ἀσφαλείας, οὐδένα δ'
ἐν τῇ πόλει ζῶντα τῶν ἐχθρῶν ὑπολελοιπώς, τοὺς μὲν
δορυφόρους καὶ φύλακας ἔξω παρεμβάλλειν ἐκέλευεν ἐν
τῷ περιστύλῳ, τοὺς δ' οἰκέτας ὁπότε δειπνήσαι τάχιστα
πάντας ἐξελαύνων, καὶ τὴν μέταυλον ἀποκλείων, μετὰ τῆς
ἐρωμένης αὐτὸς εἰς οἴκημα κατεδύετο μικρὸν ὑπερῷον,
θύρᾳ καταρρακτῇ κλειόμενον· ἧς ὑπεράνω τὴν Κλίνην
ἐπιτιθεὶς ἐκάθευδεν, ὡς εἰκὸς καθεύδειν τὸν οὕτως ἔχοντα,
ταραχωδῶς καὶ περιφόβως. τὸ δὲ κλιμάκιον ἡ τῆς ἐρω-
μένης μήτηρ ὑφαιροῦσα κατέκλειεν εἰς ἕτερον οἴκημα, καὶ
πάλιν ἅμ' ἡμέρᾳ προσετίθει καὶ κατεκάλει τὸν θαυμαστὸν
τύραννον, ὥσπερ ἑρπετὸν ἐκ φωλεοῦ κατερχόμενον. ὁ δ'
οὐχ ὅπλοις κατὰ βίαν, νόμῳ δ' ὑπ' ἀρετῆς ἀκατάπαυστον
ἀρχὴν περιπεποιημένος, ἐν ἱματίῳ καὶ χλαμυδίῳ τῷ
τυχόντι, τῶν πώποτε τυράννων κοινὸς ἀποδεδειγμένος
ἐχθρός, ἄχρι τῆς τήμερον ἡμέρας γένος εὐδοκιμώτατον
ἀπολέλοιπεν ἐν τοῖς Ἕλλησιν
116

Πλούταρχος Aratus Ch. 34, se. 6, γρ. 3

βασιλεὺς ἐκ Μακεδονίας ναῦν ἔπεμψεν, ἐφ' ἧς κομι-


σθήσεται πρὸς αὐτὸν ὁ Ἄρατος δεδεμένος. πᾶσαν δ'
Ἀθηναῖοι κουφότητα κολακείας τῆς πρὸς Μακεδόνας
ὑπερβάλλοντες, ἐστεφανηφόρησαν ὅτε πρῶτον ἠγγέλθη
τεθνηκώς. διὸ καὶ πρὸς ὀργὴν εὐθὺς ἐκστρατεύσας ἐπ'
αὐτούς, ἄχρι τῆς Ἀκαδημείας προῆλθεν· εἶτα πεισθεὶς
οὐδὲν ἠδίκησεν. οἱ δ' Ἀθηναῖοι συμφρονήσαντες αὐτοῦ
τὴν ἀρετήν, ἐπεὶ Δημητρίου τελευτήσαντος ὥρμησαν ἐπὶ
τὴν ἐλευθερίαν, ἐκεῖνον ἐκάλουν. ὁ δέ, καίπερ ἑτέρου μὲν  
ἄρχοντος τότε τῶν Ἀχαιῶν, αὐτὸς δὲ δι' ἀρρωστίαν τινὰ
μακρὰν κλινήρης ὑπάρχων, ὅμως ἐν φορείῳ κομιζόμενος
ὑπήντησε τῇ πόλει πρὸς τὴν χρείαν, καὶ τὸν ἐπὶ τῆς
φρουρᾶς Διογένη συνέπεισεν ἀποδοῦναι τόν τε Πειραιᾶ
καὶ τὴν Μουνυχίαν καὶ τὴν Σαλαμῖνα καὶ τὸ Σούνιον τοῖς
Ἀθηναίοις ἐπὶ πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν ταλάντοις, ὧν
αὐτὸς ὁ Ἄρατος εἴκοσι τῇ πόλει συνεβάλετο. προσεχώρησαν
δ' εὐθὺς Αἰγινῆται καὶ Ἑρμιονεῖς τοῖς Ἀχαιοῖς, ἥ τε
πλείστη τῆς Ἀρκαδίας αὐτοῖς συνετέλει. καὶ Μακεδόνων
μὲν ἀσχόλων ὄντων διά τινας προσοίκους καὶ ὁμόρους
πολέμους, Αἰτωλῶν δὲ συμμαχούντων, ἐπίδοσιν μεγάλην
ἡ τῶν Ἀχαιῶν ἐλάμβανε δύναμις.

Πλούταρχος Artaxerxes (0007: 064)“Plutarchi vitae parallelae, vol.


3.1, 2nd edn.”, Ed. Ziegler, [Link]: Teubner, [Link]. 22, se. 10, γρ.
1

 Ἀνέβη δὲ πρὸς τὸν βασιλέα καὶ Ἰσμηνίας ὁ Θηβαῖος


καὶ Πελοπίδας, ἤδη τὴν ἐν Λεύκτροις μάχην νενικηκώς.
ἀλλ' οὗτος μὲν οὐδὲν αἰσχρὸν ἐποίησεν· Ἰσμηνίας δὲ
προσκυνῆσαι κελευόμενος ἐξέβαλε πρὸ αὑτοῦ χαμᾶζε τὸν
δακτύλιον, εἶτα κύψας ἀνείλετο καὶ παρέσχε δόξαν
προσκυνοῦντος. Τιμαγόρᾳ δὲ τῷ Ἀθηναίῳ, διὰ Βηλού-
ριδος τοῦ γραμματέως εἰσπέμψαντι γραμματίδιον ἀπόρ-
ρητον, ἡσθεὶς μυρίους τε δαρεικοὺς ἔδωκε, καὶ γάλακτος
βοείου δεομένῳ δι' ἀσθένειαν ὀγδοήκοντα βοῦς ἀμέλγεσθαι
παρηκολούθουν· ἔτι δὲ Κλίνην καὶ στρώματα καὶ τοὺς  
στρωννύντας ἔπεμψεν, ὡς οὐ μεμαθηκότων Ἑλλήνων
ὑποστρωννύναι, καὶ φορεῖς τοὺς κομίζοντας αὐτὸν μέχρι
θαλάσσης μαλακῶς ἔχοντα. παρόντι δὲ δεῖπνον ἐπέμπετο
117

λαμπρότατον, ὥστε καὶ τὸν ἀδελφὸν τοῦ βασιλέως


Ὀστάνην “ὦ Τιμαγόρα” φάναι “μέμνησο ταύτης τῆς
τραπέζης· οὐ γὰρ ἐπὶ μικροῖς οὕτω σοι κεκοσμημένη
παράκειται.” τοῦτο δ' ἦν ὀνειδισμὸς εἰς προδοσίαν μᾶλλον
ἢ χάριτος ὑπόμνησις. Τιμαγόρου μὲν οὖν διὰ τὴν δωροδο-
κίαν Ἀθηναῖοι θάνατον κατέγνωσαν.

Πλούταρχος Artaxerxes Ch. 26, se. 7, γρ. 1

ἔτος γεγονότα, καὶ τὴν καλουμένην κίταριν ὀρθὴν φέρειν


ἔδωκε. νόμου δ' ὄντος ἐν Πέρσαις δωρεὰν αἰτεῖν τὸν
ἀναδειχθέντα, καὶ διδόναι τὸν ἀναδείξαντα πᾶν τὸ αἰτη-
θὲν ἄνπερ ᾖ δυνατόν, ᾔτησεν Ἀσπασίαν ὁ Δαρεῖος τὴν
μάλιστα σπουδασθεῖσαν ὑπὸ Κύρου, τότε δὲ τῷ βασιλεῖ
παλλακευομένην. ἦν δὲ Φωκαῒς τὸ γένος ἀπ' Ἰωνίας, ἐλευ-
θέρων γονέων καὶ τεθραμμένη κοσμίως. ἐπεὶ δὲ Κύρου
δειπνοῦντος εἰσήχθη μεθ' ἑτέρων γυναικῶν, αἱ μὲν ἄλλαι
παρακαθεζόμεναι, προσπαίζοντος αὐτοῦ καὶ ἁπτομένου
καὶ σκώπτοντος, οὐκ ἀηδῶς ἐνεδέχοντο τὰς φιλοφροσύ-
νας, ἐκείνη δὲ παρὰ τὴν Κλίνην εἱστήκει σιωπῇ, καὶ
Κύρου καλοῦντος οὐχ ὑπήκουε· βουλομένων δὲ προς-
άγειν τῶν κατευναστῶν “οἰμώξεται μέντοι τούτων” εἶ-
πεν “ὃς ἂν ἐμοὶ προσαγάγῃ τὰς χεῖρας.” ἔδοξεν οὖν
ἄχαρις τοῖς παροῦσιν εἶναι καὶ ἄγροικος. ὁ δὲ Κῦρος
ἡσθεὶς ἐγέλασε καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἀγαγόντα τὰς γυ-
ναῖκας “ἆρ' ἤδη συνορᾷς ὅτι μοι μόνην ταύτην ἐλευ-
θέραν καὶ ἀδιάφθορον ἥκεις κομίζων;” ἐκ δὲ τούτου
προσεῖχεν ἀρξάμενος αὐτῇ, καὶ μάλιστα πασῶν ἔστερξε
καὶ σοφὴν προσηγόρευσεν. ἑάλω δὲ Κύρου πεσόντος
ἐν τῇ μάχῃ καὶ διαρπαζομένου τοῦ στρατοπέδου.

Πλούταρχος Artaxerxes Ch. 29, se. 3, γρ. 3

τιος”, ἡ τῆς Ἀσπασίας ἀφαίρεσις.  


 Ἐπέδωκεν οὖν ἑαυτὸν τῷ Τιριβάζῳ· καὶ πολ-
λῶν ἤδη συνισταμένων, εὐνοῦχος ἐδήλωσε τῷ βασιλεῖ
τὴν ἐπιβουλὴν καὶ τὸν τρόπον, εἰδὼς ἀκριβῶς ὅτι νυκτὸς
ἐγνώκασιν ἐν τῷ θαλάμῳ κατακείμενον ἀναιρεῖν αὐτὸν
ἐπεισελθόντες. ἀκούσαντι δὲ τῷ Ἀρτοξέρξῃ καὶ τὸ
παριδεῖν κίνδυνον τηλικοῦτον ἀμελήσαντα τῆς διαβολῆς
δεινὸν ἐδόκει, καὶ τὸ πιστεῦσαι μηδενὸς ἐλέγχου γενομένου
δεινότερον. οὕτως οὖν ἐποίει· τὸν μὲν εὐνοῦχον ἐκείνοις
118

ἐκέλευσε παρεῖναι καὶ παρακολουθεῖν, αὐτὸς δὲ τοῦ


θαλάμου τὸν ὄπισθεν τῆς Κλίνης τοῖχον ἐκκόψας καὶ
θυρώσας, κατεκάλυψεν αὐλαίᾳ τὰς θύρας. ἐνστάσης δὲ
τῆς ὥρας καὶ φράσαντος τοῦ εὐνούχου τὸν καιρόν, ἐπὶ
τῆς Κλίνης ὑπέμεινε καὶ οὐκ ἐξανέστη πρότερον ἢ τῶν
ἐπ' αὐτὸν ἐρχομένων τὰ πρόσωπα κατιδεῖν καὶ γνωρίσαι
σαφῶς ἕκαστον. ὡς δ' εἶδεν ἐσπασμένους τὰ ἐγχειρίδια
καὶ προσφερομένους, ταχὺ τὴν αὐλαίαν ὑπολαβὼν ἀν-
εχώρησεν εἰς τὸ ἐντὸς οἴκημα, καὶ τὰς θύρας ἐπήρραξε
κράζων. ὀφθέντες δ' οὖν οἱ σφαγεῖς ὑπ' αὐτοῦ, πράξαντες
δὲ μηθέν, ἀπεχώρουν φυγῇ διὰ θυρῶν, καὶ τοὺς περὶ τὸν
Τιρίβαζον ἐκέλευον ἀποχωρεῖν ὡς φανεροὺς γεγονότας.

Πλούταρχος Artaxerxes Ch. 29, se. 4, γρ. 3

τὴν ἐπιβουλὴν καὶ τὸν τρόπον, εἰδὼς ἀκριβῶς ὅτι νυκτὸς


ἐγνώκασιν ἐν τῷ θαλάμῳ κατακείμενον ἀναιρεῖν αὐτὸν
ἐπεισελθόντες. ἀκούσαντι δὲ τῷ Ἀρτοξέρξῃ καὶ τὸ
παριδεῖν κίνδυνον τηλικοῦτον ἀμελήσαντα τῆς διαβολῆς
δεινὸν ἐδόκει, καὶ τὸ πιστεῦσαι μηδενὸς ἐλέγχου γενομένου
δεινότερον. οὕτως οὖν ἐποίει· τὸν μὲν εὐνοῦχον ἐκείνοις
ἐκέλευσε παρεῖναι καὶ παρακολουθεῖν, αὐτὸς δὲ τοῦ
θαλάμου τὸν ὄπισθεν τῆς Κλίνης τοῖχον ἐκκόψας καὶ
θυρώσας, κατεκάλυψεν αὐλαίᾳ τὰς θύρας. ἐνστάσης δὲ
τῆς ὥρας καὶ φράσαντος τοῦ εὐνούχου τὸν καιρόν, ἐπὶ
τῆς Κλίνης ὑπέμεινε καὶ οὐκ ἐξανέστη πρότερον ἢ τῶν
ἐπ' αὐτὸν ἐρχομένων τὰ πρόσωπα κατιδεῖν καὶ γνωρίσαι
σαφῶς ἕκαστον. ὡς δ' εἶδεν ἐσπασμένους τὰ ἐγχειρίδια
καὶ προσφερομένους, ταχὺ τὴν αὐλαίαν ὑπολαβὼν ἀν-
εχώρησεν εἰς τὸ ἐντὸς οἴκημα, καὶ τὰς θύρας ἐπήρραξε
κράζων. ὀφθέντες δ' οὖν οἱ σφαγεῖς ὑπ' αὐτοῦ, πράξαντες
δὲ μηθέν, ἀπεχώρουν φυγῇ διὰ θυρῶν, καὶ τοὺς περὶ τὸν
Τιρίβαζον ἐκέλευον ἀποχωρεῖν ὡς φανεροὺς γεγονότας.
οἱ μὲν οὖν ἄλλοι διαλυθέντες ἔφυγον· ὁ δὲ Τιρίβαζος
συλλαμβανόμενος πολλοὺς ἀπέκτεινε τῶν βασιλέως δορυ-
φόρων, καὶ μόγις ἀκοντίῳ πληγεὶς πόρρωθεν ἔπεσε. τῷ

Πλούταρχος Otho (0007: 066)“Plutarch's lives, vol. 11”, Ed. Perrin, B.


Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1926, Repr. [Link]. 3, se.
7, γρ. 1

βούμενος γὰρ ὑπὲρ τῶν ἀνδρῶν αὐτὸς ἦν φοβερὸς


ἐκείνοις, καὶ πρὸς αὑτὸν ἀνηρτημένους ἑώρα ταῖς
119

ὄψεσιν ἀναύδους καὶ περιδεεῖς, ἐνίους καὶ μετὰ


γυναικῶν ἥκοντας ἐπὶ τὸ δεῖπνον. ἅμα δὲ τοὺς
ἐπάρχους ἀπέστελλε τοῖς στρατιώταις διαλέγε-
σθαι καὶ πραΰνειν κελεύσας, ἅμα δὲ τοὺς κεκλη-
μένους ἄνδρας ἀναστήσας καθ' ἑτέρας θύρας
ἀφῆκε· καὶ μικρὸν ἔφθησαν ὑπεκφυγόντες, διὰ
τῶν μισθοφόρων ὠθουμένων εἰς τὸν ἀνδρῶνα καὶ
πυνθανομένων τί γεγόνασιν οἱ Καίσαρος πολέ-
μιοι. τότε μὲν οὖν ὀρθὸς ἀπὸ τῆς Κλίνης πολλὰ
παρηγορήσας καὶ δεηθεὶς καὶ μηδὲ δακρύων φει-
σάμενος μόλις ἀπέπεμψεν αὐτούς· τῇ δ' ὑστεραίᾳ
δωρησάμενος ἅπαντας κατ' ἄνδρα χιλίαις καὶ δια-
κοσίαις καὶ πεντήκοντα δραχμαῖς εἰσῆλθεν εἰς τὸ
στρατόπεδον, καὶ τὸ μὲν πλῆθος ἐπῄνεσεν, ὡς
πρὸς αὐτὸν εὔνουν καὶ πρόθυμον, ὀλίγους δέ τινας
οὐκ ἐπ' ἀγαθῷ φήσας ὑποικουρεῖν, διαβάλλοντας
αὐτοῦ τὴν μετριότητα καὶ τὴν ἐκείνων εὐστά-
θειαν, ἠξίου συναγανακτεῖν καὶ συγκολάζειν.
ἐπαινούντων δὲ πάντων καὶ κελευόντων,

Πλούταρχος De tuenda sanitate praecepta (122b–137e) (0007: 077)


“Plutarch's moralia, vol. 2”, Ed. Babbitt, [Link], Mass.: Harvard
University Press, 1928, Repr. [Link] σελ. 128, se. B, γρ. 8

     
πολὺ δ' αἴσχιον ἀπεψίαν καὶ βαρύτητα καὶ
πλησμονὴν σώματος εἰς βαλανεῖον ἑλκομένου
καθάπερ εἰς θάλατταν σαθροῦ πλοίου καὶ μὴ
στέγοντος. ὥσπερ γὰρ ἀμέλει πλέοντες ἔνιοι
χειμῶνος ὄντος αἰδοῦνται διατρίβειν ἐπ' ἀκτῆς,
εἶτ' ἀναχθέντες αἴσχιστα διάκεινται βοῶντες καὶ
ναυτιῶντες, οὕτως ἐν ὑποψίᾳ καὶ προπαθείᾳ
σώματος ἀγεννὲς ἡγούμενοι μίαν ἡμέραν ἐν κλίνῃ
διάγειν καὶ μὴ παραθέσθαι τράπεζαν, αἴσχιστα
πολλὰς ἡμέρας κεῖνται καθαιρόμενοι καὶ κατα-
πλαττόμενοι καὶ θωπεύοντες ἰατροὺς καὶ θερα-
πεύοντες, οἶνον αἰτοῦντες ἢ ψυχρὸν ὕδωρ, ἄτοπα
καὶ ἀγεννῆ πολλὰ ποιεῖν καὶ φθέγγεσθαι διὰ τὸν
πόνον καὶ τὸν φόβον ὑπομένοντες.
 Καὶ μὴν τούς γε διὰ τὰς ἡδονὰς μὴ κρατοῦντας
120

ἑαυτῶν ἀλλ' ἐγκλίνοντας ἢ φερομένους ὑπὸ τῶν


ἐπιθυμιῶν καλῶς ἔχει διδάσκειν καὶ ἀναμιμνῄσκειν
ὅτι πλεῖστον ἐκ τοῦ σώματος αἱ ἡδοναὶ λαμβάνουσι·

Πλούταρχος De tuenda sanitate praecepta (122b-137e) Stephanus σελ.


129, se. E, γρ. 2

παρεμπτώσεις καὶ κοινότητας λαλοῦντα καὶ παρ-


επιδεικνύμενον ἰατρικῶν ὀνομάτων καὶ γραμμάτων
ἐμπειρίαν, ἀλλὰ ταυτὶ τὰ φαῦλα καὶ κοινὰ μὴ
παρέργως ἀκούοντα, πλῆθος ἡλίωσιν κόπον ἀγρυ-
πνίαν, μάλιστα δὲ δίαιταν ᾗ χρώμενος ἐπύρεξεν.
εἶθ' ὥσπερ ὁ Πλάτων ἐπὶ τοῖς ἀλλοτρίοις ἁμαρτή-
μασιν εἰώθει λέγειν ἀπιών “μή που ἄρα καὶ ἐγὼ
τοιοῦτος;” οὕτω τὰ περὶ αὑτὸν ἐν τοῖς πλησίον
εὖ τίθεσθαι, καὶ φυλάττεσθαι καὶ μνημοννεύειν ὅπως  
οὐ περιπεσεῖται τοῖς αὐτοῖς οὐδ' αὐτὸς εἰς τὴν
Κλίνην καταπεσὼν ὑμνήσει ποθῶν τὴν πολυτίμητον
ὑγίειαν, ἀλλ' ἑτέρου πάσχοντος ἐνσημανεῖται πρὸς
ἑαυτὸν ὡς ἄξιον πολλοῦ τὸ ὑγιαίνειν καὶ δεῖ τοῦτο
διατηρεῖν αὑτῷ προσέχοντα καὶ φειδόμενον. οὐ
χεῖρον δὲ καὶ τὴν ἑαυτῶν παρεπισκοπεῖν δίαιταν·
ἂν γὰρ ἐν πόσεσι καὶ προσφοραῖς ἤ τισι πόνοις
καὶ ἀταξίαις ἑτέραις τυγχάνωμεν γεγονότες, τὸ δὲ
σῶμα μηδεμίαν ὑποψίαν παρέχῃ μηδὲ προαίσθη-
σιν, ὅμως αὑτοὺς δεῖ φυλάττεσθαι καὶ προκατα-
λαμβάνειν ἐκ μὲν ἀφροδισίων καὶ κόπων ὄντας
ἀναπαύσει καὶ ἡσυχίᾳ, μετὰ δ' οἴνωσιν καὶ

Πλούταρχος Conjugalia praecepta (138a–146a) (0007: 078)“Plutarch's


moralia, vol. 2”, Ed. Babbitt, [Link], Mass.: Harvard University
Press, 1928, Repr. [Link] σελ. 143, se. E, γρ. 7

καὶ ὁ ποιητὴς διδάσκει, τὴν Ἥραν ποιῶν λέγουσαν       


       καί σφ' ἄκριτα νείκεα λύσω
   εἰς εὐνὴν ἀνέσασα ὁμωθῆναι φιλότητι.       
 Ἀεὶ μὲν δεῖ καὶ πανταχοῦ φεύγειν τὸ προς-
κρούειν τῷ ἀνδρὶ τὴν γυναῖκα καὶ τῇ γυναικὶ τὸν
ἄνδρα, μάλιστα δὲ φυλάττεσθαι τοῦτο ποιεῖν ἐν
τῷ συναναπαύεσθαι καὶ συγκαθεύδειν. ἡ μὲν
γὰρ ὠδίνουσα καὶ δυσφοροῦσα πρὸς τοὺς κατα-
κλίνοντας αὐτὴν ἔλεγε, “πῶς δ' ἂν ἡ Κλίνη ταῦτα
121

θεραπεύσειεν οἷς ἐπὶ τῆς Κλίνης περιέπεσον;”


ἃς δ' ἡ Κλίνη γεννᾷ διαφορὰς καὶ λοιδορίας καὶ
ὀργάς, οὐ ῥᾴδιόν ἐστιν ἐν ἄλλῳ τόπῳ καὶ χρόνῳ
διαλυθῆναι.
 Ἡ Ἑρμιόνη δοκεῖ τι λέγειν ἀληθὲς λέγουσα       
  κακῶν γυναικῶν εἴσοδοί μ' ἀπώλεσαν.       
τοῦτο δ' οὐχ ἁπλῶς γιγνόμενόν ἐστιν, ἀλλ' ὅταν
αἱ πρὸς τοὺς ἄνδρας διαφοραὶ καὶ ζηλοτυπίαι

Πλούταρχος Conjugalia praecepta (138a-146a) Stephanus σελ. 143, se.


E, γρ. 8

      
       καί σφ' ἄκριτα νείκεα λύσω    εἰς εὐνὴν ἀνέσασα ὁμωθῆναι φιλότητι.

        Ἀεὶ μὲν δεῖ καὶ πανταχοῦ φεύγειν τὸ προς-


κρούειν τῷ ἀνδρὶ τὴν γυναῖκα καὶ τῇ γυναικὶ τὸν
ἄνδρα, μάλιστα δὲ φυλάττεσθαι τοῦτο ποιεῖν ἐν
τῷ συναναπαύεσθαι καὶ συγκαθεύδειν. ἡ μὲν
γὰρ ὠδίνουσα καὶ δυσφοροῦσα πρὸς τοὺς κατα-
κλίνοντας αὐτὴν ἔλεγε, “πῶς δ' ἂν ἡ Κλίνη ταῦτα
θεραπεύσειεν οἷς ἐπὶ τῆς Κλίνης περιέπεσον;”
ἃς δ' ἡ Κλίνη γεννᾷ διαφορὰς καὶ λοιδορίας καὶ
ὀργάς, οὐ ῥᾴδιόν ἐστιν ἐν ἄλλῳ τόπῳ καὶ χρόνῳ
διαλυθῆναι.

Πλούταρχος Conjugalia praecepta (138a-146a) Stephanus σελ. 143, se.


E, γρ. 9

       καί σφ' ἄκριτα νείκεα λύσω


   εἰς εὐνὴν ἀνέσασα ὁμωθῆναι φιλότητι.       
 Ἀεὶ μὲν δεῖ καὶ πανταχοῦ φεύγειν τὸ προς-
κρούειν τῷ ἀνδρὶ τὴν γυναῖκα καὶ τῇ γυναικὶ τὸν
ἄνδρα, μάλιστα δὲ φυλάττεσθαι τοῦτο ποιεῖν ἐν
τῷ συναναπαύεσθαι καὶ συγκαθεύδειν. ἡ μὲν
γὰρ ὠδίνουσα καὶ δυσφοροῦσα πρὸς τοὺς κατα-
κλίνοντας αὐτὴν ἔλεγε, “πῶς δ' ἂν ἡ Κλίνη ταῦτα
θεραπεύσειεν οἷς ἐπὶ τῆς Κλίνης περιέπεσον;”
ἃς δ' ἡ Κλίνη γεννᾷ διαφορὰς καὶ λοιδορίας καὶ
ὀργάς, οὐ ῥᾴδιόν ἐστιν ἐν ἄλλῳ τόπῳ καὶ χρόνῳ
122

διαλυθῆναι.
 Ἡ Ἑρμιόνη δοκεῖ τι λέγειν ἀληθὲς λέγουσα       
  κακῶν γυναικῶν εἴσοδοί μ' ἀπώλεσαν.       
τοῦτο δ' οὐχ ἁπλῶς γιγνόμενόν ἐστιν, ἀλλ' ὅταν
αἱ πρὸς τοὺς ἄνδρας διαφοραὶ καὶ ζηλοτυπίαι
ταῖς τοιαύταις γυναιξὶ μὴ τὰς θύρας μόνον ἀλλὰ
καὶ τὰς ἀκοὰς ἀνοίγωσι.

Πλούταρχος Septem sapientium convivium (146b–164d) (0007:


079)“Plutarch's moralia, vol. 2”, Ed. Babbitt, [Link], Mass.:
Harvard University Press, 1928, Repr. [Link] σελ. 159, se. F,
γρ. 5

ζῆλος εὐθὺς ἀκολουθεῖ καὶ συνοικίζεται τῇ χρείᾳ


τῶν ἀναγκαίων.
 “Ἀλλ' οἴεται δεῖν τροφὴν εἶναι Κλεόδωρος, ὅπως
τράπεζαι καὶ κρατῆρες ὦσι καὶ Δήμητρι καὶ
Κόρῃ θυσίαι. ἕτερος δέ τις ἀξιούτω μάχας εἶναι
καὶ πόλεμον, ἵνα καὶ τείχη καὶ νεωσοίκους καὶ
ὁπλοθήκας ἔχωμεν καὶ θύωμεν ἑκατομφόνια, καθ-
άπερ φασὶ νόμον εἶναι Μεσσηνίοις. ἄλλον δὲ πρὸς  
τὴν ὑγίειαν οἶμαι χαλεπαίνειν· δεινὸν γὰρ εἰ μηδε-
νὸς νοσοῦντος οὐ στρωμνῆς ἔτι μαλακῆς ὄφελος οὐ
Κλίνης, οὐκ Ἀσκληπιῷ θύσομεν οὐκ ἀποτροπαίοις,
ἰατρικὴ δὲ μετ' ὀργάνων καὶ φαρμάκων ἀποκείσε-
ται τοσούτων ἀκλεὴς καὶ ἀπόθεστος. ἢ τί ταῦτ'
ἐκείνων διαφέρει; καὶ γὰρ ἡ τροφὴ λιμοῦ φάρμακον
προσάγεται, καὶ θεραπεύειν ἑαυτοὺς λέγονται
πάντες οἱ τρεφόμενοι δίαιταν, οὐχ ὡς ἡδύ τι
καὶ κεχαρισμένον ἀλλ' ὡς ἀναγκαῖον τοῦτο τῇ
φύσει πράττοντες. ἐπεὶ λύπας γε πλείονας ἔστιν
ἀπὸ τῆς τροφῆς τῶν ἡδονῶν γιγνομένας κατ-
αριθμῆσαι, μᾶλλον δ' ἡ μὲν ἡδονὴ καὶ

Πλούταρχος Septem sapientium convivium (146b-164d) Stephanus σελ.


160, se. D, γρ. 5

αὑτὴν ὁρῶσα καὶ τὴν ἀλήθειαν, οὐδενὸς περι-


σπῶντος οὐδ' ἀπάγοντος.”
123

 Τὰ μὲν οὖν ῥηθέντα περὶ τροφῆς, ὦ Νίκαρχε,


ταῦτ' ἦν.
 Ἔτι δὲ τοῦ Σόλωνος λέγοντος εἰσῆλθε
Γόργος ὁ Περιάνδρου ἀδελφός· ἐτύγχανε γὰρ εἰς
Ταίναρον ἀπεσταλμένος ἔκ τινων χρησμῶν, τῷ
Ποσειδῶνι θυσίαν καὶ θεωρίαν ἀπάγων. ἀσπασα-
μένων δ' αὐτὸν ἡμῶν καὶ τοῦ Περιάνδρου προσαγα-
γομένου καὶ φιλήσαντος καθίσας παρ' αὐτὸν ἐπὶ
τῆς Κλίνης ἀπήγγειλεν ἅττα δὴ πρὸς μόνον ἐκεῖνον,
ὁ δ' ἠκροᾶτο, πολλὰ πάσχοντι πρὸς τὸν λόγον
ὅμοιος ὤν. τὰ μὲν γὰρ ἀχθόμενος τὰ δ' ἀγανακ-
τῶν ἐφαίνετο, πολλάκις δ' ἀπιστῶν, εἶτα θαυμάζων·  
τέλος δὲ γελάσας πρὸς ἡμᾶς “βούλομαι μέν,”
ἔφη, “πρὸς τὸ παρὸν φράσαι τὸ προσηγγελμένον·
ὀκνῶ δ' ἀκούσας Θαλέω ποτ' εἰπόντος ὅτι δεῖ
τὰ μὲν εἰκότα λέγειν, τὰ δ' ἀμήχανα σιωπᾶν.”
 Ὑπολαβὼν οὖν ὁ Βίας “ἀλλὰ καὶ τοῦτ',” ἔφη,
“Θαλέω τὸ σοφόν ἐστιν, ὅτι δεῖ τοῖς μὲν ἐχθροῖς
καὶ περὶ τῶν πιστῶν ἀπιστεῖν, τοῖς δὲ φίλοις καὶ

Πλούταρχος Regum et imperatorum apophthegmata [Sp.?] (172b–


208a) (0007: 081)“Plutarchi moralia, vol. 2.1”, Ed. Nachstädt,
[Link]: Teubner, 1935, Repr. [Link] σελ. 179, se. E, γρ. 2

κατορθοῦντος, οὐκ ἔχαιρεν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς συντρεφο-


μένους ἔλεγε παῖδας ‘ἐμοὶ δὲ ὁ πατὴρ οὐδὲν ἀπολείψει.’
τῶν δὲ παίδων λεγόντων ὅτι ‘ταῦτα σοὶ κτᾶται’, ‘τί δ'
ὄφελος’ εἶπεν ‘ἐὰν ἔχω μὲν πολλὰ πράξω δὲ μηδέν;’
 Ἐλαφρὸς δ' ὢν καὶ ποδώκης [καὶ] παρακαλούμενος
ὑπὸ τοῦ πατρὸς Ὀλυμπίασιν δραμεῖν στάδιον, ‘εἴγε’
ἔφη ‘βασιλεῖς ἕξειν ἔμελλον ἀνταγωνιστάς.’
 Ἀχθείσης δὲ παιδίσκης πρὸς αὐτὸν ὡς συναναπαυ-
σομένης περὶ ἑσπέραν βαθεῖαν ἠρώτησεν ‘ὅ τι τηνι-
καῦτα;’ τῆς δὲ εἰπούσης ‘περιέμενον γὰρ τὸν ἄνδρα
κατακλινῆναι,’ πικρῶς ἐπετίμησε τοῖς παισὶν ὡς μι-
κροῦ δι' αὐτοὺς μοιχὸς γενόμενος.
 Ἐπιθυμιῶντι δὲ τοῖς θεοῖς ἀφειδῶς αὐτῷ καὶ πολ-
λάκις ἐπιδραττομένῳ τοῦ λιβανωτοῦ παρὼν Λεωνίδης  
ὁ παιδαγωγός ‘οὕτως’ εἶπεν ‘ὦ παῖ, δαψιλῶς ἐπιθυμιά-
σεις, ὅταν τῆς λιβανωτοφόρου κρατήσῃς.’ ὡς οὖν ἐκρά-
τησεν, ἔπεμψεν ἐπιστολὴν πρὸς αὐτὸν· ‘ἀπέσταλκά σοι
τάλαντα λιβανωτοῦ καὶ κασίας, ἵνα μηκέτι μικρολογῇ
πρὸς τοὺς θεούς, εἰδὼς ὅτι καὶ τῆς ἀρωματοφόρου κρα-
124

τοῦμεν.’

Πλούταρχος De garrulitate (502b–515a) (0007: 101)“Plutarchi


moralia, vol. 3”, Ed. Pohlenz, [Link]: Teubner, 1929, Repr.
[Link] σελ. 513, se. F, γρ. 3

λαλίστερον (Men. fr. 164), ἀναρριπίζουσα πολλάκις ἑαυτὴν


καὶ πρόσφατον ποιοῦσα τοῖς διηγήμασιν. ὅθεν ὀλισθηροὶ
πρὸς τοὺς τοιούτους τῶν λόγων εἰσὶν ἐκ πάσης προφάσεως·
οὐ γὰρ μόνον ‘ὅπου τις ἀλγεῖ, κεῖθι καὶ τὴν χεῖρ' ἔχει,’
ἀλλὰ καὶ τὸ ἡδόμενον ἕλκει τὴν φωνὴν ἐφ' ἑαυτὸ καὶ
περιάγει τὴν γλῶτταν ἐπερείδειν ἀεὶ τῇ μνήμῃ βουλό-
μενον. οὕτω καὶ τοῖς ἐρωτικοῖς ἡ πλείστη διατριβὴ περὶ
λόγους μνήμην τινὰ τῶν ἐρωμένων ἀναδιδόντας· οἵ γε κἂν
μὴ πρὸς ἀνθρώπους, πρὸς ἄψυχα περὶ αὐτῶν διαλέγονται·
      
         ’ὦ φιλτάτη Κλίνη’
      
καὶ
      
   ’Βακχὶς θεόν σ' ἐνόμισεν, εὔδαιμον λύχνε·
   καὶ τῶν θεῶν μέγιστος, εἰ ταύτῃ δοκεῖς’
              (Com. adesp. 151. 2).
      
ἔστι μὲν οὖν ἀτεχνῶς ἡ λευκὴ στάθμη πρὸς τοὺς λόγους
ὁ ἀδόλεσχος, | οὐ μὴν ἀλλ' ὁ μᾶλλον ἑτέρων ἑτέροις
προσπεπονθὼς ὀφείλει τούτους φυλάττεσθαι καὶ ἀνέχειν

Πλούταρχος De genio Socratis (575a–598f) (0007: 109)“Plutarchi


moralia, vol. 3”, Ed. Sieveking, [Link]: Teubner, 1929, Repr.
[Link] σελ. 578, se. C, γρ. 8

ἱερουργίας, ὧν τὰ σημεῖα συγχέουσι καὶ ἀφανίζουσιν,


ὑπὸ σκότος ἀπέρχονται χωρισθέντες. ἐγὼ δέ τ.... μέν,
ὦ Φειδόλαε, .... καλῶς ἐξευρήσειν αὐτοὺς νομίζω· φεύ-
γουσι γὰρ οἱ πλεῖστοι τῶν ἱππαρχηκότων νομίμως, μᾶλλον
δὲ πάντες πλὴν Γοργίδου καὶ Πλάτωνος, ὧν οὐδ' ἂν ἐπι-
χειρήσειαν ἐκπυνθάνεσθαι δεδιότες τοὺς ἄνδρας· οἱ δὲ νῦν
ἄρχοντες ἐν τῇ Καδμείᾳ τὸ δόρυ καὶ τὴν σφραγῖδα παρα-
λαμβάνουσιν οὔτ' εἰδότες οὐδὲν οὔτε ....’
125

 Ταῦτα τοῦ Θεοκρίτου λέγοντος ὁ Λεοντίδης ἐξῄει


μετὰ τῶν φίλων, ἡμεῖς δ' εἰσελθόντες ἠσπαζόμεθα τὸν
Σιμμίαν ἐπὶ τῆς Κλίνης καθεζόμενον οὐ κατατετευχότα
τῆς δεήσεως, οἶμαι, μάλα σύννουν καὶ διαλελυπημένον·
ἀποβλέψας δὲ πρὸς ἅπαντας ἡμᾶς ‘ὦ Ἡράκλεις,’ εἶπεν
’ἀγρίων καὶ βαρβάρων ἠθῶν· εἶτ' οὐχ ὑπέρευ Θαλῆς ὁ
παλαιὸς ἀπὸ ξένης ἐλθὼν διὰ χρόνου τῶν φίλων ἐρωτών-
των ὅ τι καινότατον ἱστορήκοι ‘τύραννον’ ἔφη ‘γέροντα.’
καὶ γὰρ ᾧ μηδὲν ἰδίᾳ συμβέβηκεν ἀδικεῖσθαι, τὸ βάρος
αὐτὸ καὶ τὴν σκληρότητα τῆς ὁμιλίας δυσχεραίνων
ἐχθρός ἐστι τῶν ἀνόμων καὶ ἀνυπευθύνων δυναστειῶν.
ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἴσως θεῷ μελήσει· τὸν δὲ ξένον ἴστε τὸν
ἀφιγμένον, ὦ Καφισία, πρὸς ὑμᾶς ὅστις ἐστίν;’ ‘οὐκ οἶδ',’

Πλούταρχος De genio Socratis (575a-598f) Stephanus σελ. 597, se. B,


γρ. 2

στεφάνων καὶ τῆς ἐσθῆτος ὄψις παραλογιζομένη τὴν ἐπι-


δημίαν ἡμῶν σιγὴν ἐποίησεν· ἐπεὶ δὲ πρῶτος ὁ Μέλων
ὥρμησε διὰ μέσου τὴν χεῖρα τῇ λαβῇ τοῦ ξίφους ἐπι-
βεβληκώς, Καβίριχος ὁ κυαμευτὸς ἄρχων τοῦ βραχίονος
αὐτὸν παραπορευόμενον ἀντισπάσας ἀνεβόησεν ‘οὐ Μέλων
οὗτος, ὦ Φυλλίδα;’ τούτου μὲν οὖν ἐξέκρουσε τὴν ἐπι-
βο[υ]λὴν ἅμα τὸ ξίφος ἀνέλκων, διανιστάμενον δὲ χαλεπῶς
τὸν Ἀρχίαν ἐπιδραμὼν οὐκ ἀνῆκε παίων ἕως ἀπέκτεινε.
τὸν δὲ Φίλιππον ἔτρωσε μὲν Χάρων παρὰ τὸν τράχηλον,  
ἀμυνόμενον δὲ τοῖς παρακειμένοις ἐκπώμασιν ὁ Λυσί-
θεος ἀπὸ τῆς Κλίνης χαμαὶ καταβαλὼν ἀνεῖλε. τὸν δὲ
Καβίριχον ἡμεῖς κατεπραΰνομεν ἀξιοῦντες μὴ τοῖς τυ-
ράννοις βοηθεῖν ἀλλὰ τὴν πατρίδα συνελευθεροῦν ἱερὸν
ὄντα καὶ τοῖς θεοῖς καθωσιωμένον ὑπὲρ αὐτῆς· ὡς δὲ καὶ
διὰ τὸν οἶνον οὐκ ἦν εὐπαρακόμιστος τῷ λογισμῷ πρὸς
τὸ συμφέρον ἀλλὰ μετέωρος καὶ τεταραγμένος ἀνίστατο
καὶ τὸ δόρυ προεβάλλετο κατ' αἰχμήν, ὅπερ ἐξ ἔθους ἀεὶ
φοροῦσιν οἱ παρ' ἡμῖν ἄρχοντες, ἐγὼ μὲν ἐκ μέσου δια-
λαβὼν τὸ δόρυ καὶ μετεωρίσας ὑπὲρ κεφαλῆς ἐβόων ἀφεῖ-
ναι καὶ σῴζειν ἑαυτόν, εἰ δὲ μή, πεπλήξεσθαι· Θεόπομ-
πος δὲ παραστὰς ἐκ δεξιῶν καὶ τῷ ξίφει πατάξας αὐτόν

Πλούταρχος Quaestiones convivales (612c–748d) (0007:


126

112)“Plutarchi moralia, vol. 4”, Ed. Hubert, [Link]: Teubner, 1938,


Repr. [Link] σελ. 615, se. B, γρ. 11

διανεμομένων, οὓς ὁ θεὸς ὡς ἐλευθερῶν ἡμᾶς ἐπιτίθησιν,


οὐ καλὸν δ' οὐδὲ συμποτικόν. ἐπεί τοι καὶ τὰ σκόλιά
φασιν οὐ γένος ᾀσμάτων εἶναι πεποιημένων ἀσαφῶς, ἀλλ'
ὅτι πρῶτον μὲν ᾖδον ᾠδὴν τοῦ θεοῦ κοινῶς ἅπαντες μιᾷ
φωνῇ παιανίζοντες, δεύτερον δ' ἐφεξῆς ἑκάστῳ μυρσίνης
παραδιδομένης, ἣν αἴσακον οἶμαι διὰ τὸ ᾄδειν τὸν δεξά-
μενον ἐκάλουν, ἐπὶ δὲ τούτῳ λύρας περιφερομένης ὁ μὲν
πεπαιδευμένος ἐλάμβανε καὶ ᾖδεν ἁρμοζόμενος, τῶν δ'
ἀμούσων οὐ προσιεμένων σκολιὸν ὠνομάσθη τὸ μὴ
κοινὸν αὐτοῦ μηδὲ ῥᾴδιον. ἄλλοι δέ φασι τὴν μυρσίνην οὐ
καθεξῆς βαδίζειν, ἀλλὰ καθ' ἕκαστον ἀπὸ Κλίνης ἐπὶ
Κλίνην διαφέρεσθαι· τὸν γὰρ πρῶτον ᾄσαντα τῷ πρώτῳ
τῆς δευτέρας Κλίνης ἀποστέλλειν, ἐκεῖνον δὲ τῷ πρώτῳ
τῆς τρίτης, εἶτα τὸν δεύτερον ὁμοίως τῷ δευτέρῳ, καὶ
τὸ ποικίλον καὶ πολυκαμπὲς ὡς ἔοικε τῆς περιόδου σκο-
λιὸν ὠνομάσθη.’  
          

Πλούταρχος Quaestiones convivales (612c-748d) Stephanus σελ. 619,


se. B, γρ. 5

 Διὰ τί τῶν τόπων ὁ καλούμενος ὑπατικὸς ἔσχε τιμήν

 Ἐκ τούτου περὶ τῶν τόπων ἐνέπεσε ζήτησις. ἄλλοι


γὰρ ἄλλοις ἔντιμοι, Πέρσαις μὲν ὁ μεσαίτατος ἐφ' οὗ
κατακλίνεται βασιλεύς, Ἕλλησι δ' ὁ πρῶτος, Ῥωμαίοις δ'  
ὁ τῆς μέσης Κλίνης τελευταῖος ὃν ὑπατικὸν προσαγο-
ρεύουσιν, τῶν δὲ περὶ τὸν Πόντον Ἑλλήνων ἐνίοις, ὥσπερ
Ἡρακλεώταις, ἔμπαλιν ὁ τῆς μέσης πρῶτος. ἀλλὰ περὶ
τοῦ γ' ὑπατικοῦ λεγομένου μάλιστα διηποροῦμεν. οὗτος
γὰρ ἐπρώτευε τῇ τιμῇ καθ' ἡμᾶς, καὶ τὴν αἰτίαν οὔθ' ὡς
ὁ πρῶτος οὔθ' ὡς ὁ μέσος εἶχεν νενομισμένην ἔτι, καὶ
τῶν συμβεβηκότων αὐτῷ τὰ μὲν οὐκ ἦν ἴδια τούτου μόνου
τὰ δ' οὐδεμιᾶς ἄξια σπουδῆς ἐφαίνετο. πλὴν τρία γε τῶν
λεχθέντων ἐκίνει, πρῶτον μὲν ὅτι τοὺς βασιλεῖς κατα-
λύσαντες οἱ ὕπατοι καὶ πρὸς τὸ δημοτικώτερον ἅπαντα
μετακοσμήσαντες ἐκ τῆς μέσης καὶ βασιλικῆς χώρας
127

Πλούταρχος Quaestiones convivales (612c-748d) Stephanus σελ. 619,


sect E, γρ. 9

Ἀρχίας ὁ Θηβαίων πολέμαρχος, ὥστε, γραμμάτων ἢ


λόγων αὐτῷ μεταξὺ δειπνοῦντι φροντίδος ἀξίων προσπε-
σόντων, ἐπιφθεγξάμενος ‘εἰς ἕω τὰ σπουδαῖα’ τὴν μὲν
ἐπιστολὴν παρῶσαι λαβεῖν δὲ τὴν θηρίκλειον, ‘ἀλλὰ μάλ'
ἐμμεμαὼς’ (Υ 468) καὶ περιεσκεμμένος ἐν τοῖς τοιούτοις
καιροῖς. οὐ γὰρ μόνον ‘ὠδῖνα τίκτει νὺξ κυβερνήτῃ  
σοφῷ’ κατὰ τὸν Αἰσχύλον (Suppl. 770), ἀλλὰ καὶ
πότου πᾶσα καὶ ἀνέσεως ὥρα στρατηγῷ καὶ ἄρχοντι
φροντίδος ἄξιόν ἐστιν. ἵνα τοίνυν ἀκοῦσαί θ' ἃ δεῖ καὶ
προστάξαι καὶ ὑπογράψαι δύνηται, τοῦτον ἐξαίρετον ἔχει
τὸν τόπον· ἐν ᾧ τῆς δευτέρας Κλίνης τῇ τρίτῃ συναπτούσης,
ἡ γωνία διάλειμμα ποιοῦσα τῇ καμπῇ δίδωσιν καὶ γραμ-
ματεῖ καὶ ὑπηρέτῃ καὶ φύλακι σώματος καὶ ἀγγέλῳ τῶν
ἀπὸ στρατοπέδου προσελθεῖν διαλεχθῆναι πυθέσθαι, μήτε
τινὸς ἐνοχλοῦντος αὐτῷ μήτε τινὸς ἐνοχλουμένου τῶν
συμποτῶν, ἀλλὰ καὶ χεῖρα καὶ φωνὴν ὑπερδέξιον ἔχοντι
καὶ ἀκώλυτον. |
      

Πλούταρχος Quaestiones convivales (612c-748d) Stephanus σελ. 714,


se. E, γρ. 3

εικῶς οἱ θορυβώδεις ἐκεῖνοι κατακεκοιμῆσθαι λόγοι, καὶ


ὅπως ἔτι μᾶλλον αὐτῶν ἀμνηστία γένοιτο, ζήτησιν ἑτέραν
ἐπάγων Νικόστρατος ἔφη πρότερον οὐ πάνυ μέλειν
αὐτῷ Περσικοῦ τοῦ πράγματος εἶναι δοκοῦντος· ἐπεὶ
δὲ νῦν Ἑλληνικὸν ὂν πεφώραται, δεῖσθαι λόγου βοη-
θοῦντος αὐτῷ πρὸς τὴν αὐτόθεν φαινομένην ἀτοπίαν. ‘ὅ
τε γὰρ λογισμὸς ὥσπερ ὀφθαλμὸς ἐν ὑγρῷ σάλον ἔχοντι
δυσκίνητον ἡμῖν καὶ δύσεργόν ἐστι, τά τε πάθη παντα-
χόθεν ὥσπερ ἑρπετὰ πρὸς ἥλιον σαλευόμενα πρὸς τὸν
οἶνον καὶ ἀναδυόμενα τὴν γνώμην ἐπισφαλῆ ποιεῖ καὶ
ἀκατάστατον. ὅθεν ὥσπερ ἡ Κλίνη τοῖς πίνουσι τῆς  
καθέδρας ἀμείνων, ὅτι τὸ σῶμα κατέχει καὶ ἀπολύει
κινήσεως ἁπάσης, οὕτως ἔχειν ἀτρέμα τὴν ψυχὴν ἄριστον·
εἰ δὲ μή, δοτέον, ὥσπερ παισὶν ἀτρεμεῖν μὴ δυναμένοις,
οὐ δόρυ καὶ ξίφος, ἀλλὰ πλαταγὴν καὶ σφαῖραν, ὥσπερ
128

ὁ θεὸς τὸν νάρθηκα τοῖς μεθύουσιν ἐνεχείρισε κωφότατον


βέλος καὶ μαλακώτατον ἀμυντήριον, ὅπως, ἐπεὶ τάχιστα
παίουσιν, ἥκιστα βλάπτωσιν· δεῖ γὰρ γελοῖα τὰ σφάλματα
τοῖς μεθύουσι ποιεῖν, οὐκ οἰκτρὰ καὶ τραγικὰ καὶ μεγά-
λας ἀποτεύξεις ἔχοντα. καὶ μήν, ὅπερ ἐστὶ μέγιστον
ἐν ταῖς περὶ τῶν μεγίστων σκέψεσι, τὸν [μὲν] ἐνδεᾶ νοῦ

Πλούταρχος An seni respublica gerenda sit (783b–797f) (0007: 117)


“Plutarch's moralia, vol. 10”, Ed. Fowler, [Link], Mass.:
Harvard University Press, 1936, Repr. [Link] σελ. 788, se. B,
γρ. 1

καταφρονήσαντες ἐπιτίθενται.
 Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ λεχθὲν ὑπ' Ἐπαμεινώνδα
τοῦ μεγάλου πρὸς τοὺς Θηβαίους, ὅτε χειμῶνος
ὄντος οἱ Ἀρκάδες παρεκάλουν αὐτοὺς ἐν ταῖς οἰκίαις
διαιτᾶσθαι παρελθόντας εἰς τὴν πόλιν· οὐ γὰρ
εἴασεν, ἀλλὰ “νῦν μέν,” ἔφη, “θαυμάζουσιν ὑμᾶς
καὶ θεῶνται πρὸς τὰ ὅπλα γυμναζομένους καὶ
παλαίοντας· ἂν δὲ πρὸς τῷ πυρὶ καθημένους ὁρῶσι
τὸν κύαμον κάπτοντας, οὐδὲν αὑτῶν ἡγήσονται
διαφέρειν.” οὕτω δὴ σεμνόν ἐστι θέαμα πρεσβύτης
λέγων τι καὶ πράττων καὶ τιμώμενος, ὁ δ' ἐν κλίνῃ
διημερεύων ἢ καθήμενος ἐν γωνίᾳ στοᾶς φλυαρῶν
καὶ ἀπομυττόμενος εὐκαταφρόνητος. τοῦτο δ'
ἀμέλει καὶ Ὅμηρος διδάσκει τοὺς ὀρθῶς ἀκούοντας·
ὁ μὲν γὰρ Νέστωρ στρατευόμενος ἐν Τροίᾳ σεμνὸς
ἦν καὶ πολυτίμητος, ὁ δὲ Πηλεὺς καὶ ὁ Λαέρτης
οἰκουροῦντες ἀπερρίφησαν καὶ κατεφρονήθησαν.
οὐδὲ γὰρ ἡ τοῦ φρονεῖν ἕξις ὁμοίως παραμένει τοῖς
μεθεῖσιν αὑτούς, ἀλλ' ὑπ' ἀργίας ἐξανιεμένη καὶ
ἀναλυομένη κατὰ μικρὸν ἀεί τινα ποθεῖ φροντίδος
μελέτην, τὸ λογιστικὸν καὶ πρακτικὸν ἐγειρούσης

Πλούταρχος An seni respublica gerenda sit (783b-797f) Stephanus σελ.


797, se. C, γρ. 10

κακῷ ἰᾶσθαι, δηλῶν τῆς ἐξ Ἄργους ἐπαιτίου


ἀναχωρήσεως τὴν παροῦσαν ἄκαιρον προθυμίαν
ἀνάληψιν βουλομένην εἶναι, ὡς ὁ Θουκυδίδης φησίν·
129

ὁ δ' Ἆγις ἀκούσας ἐπείσθη καὶ ἀνεχώρησε. Μενε-


κράτει δὲ καὶ δίφρος ἔκειτο καθ' ἡμέραν παρὰ ταῖς
θύραις τοῦ ἀρχείου, καὶ πολλάκις ἀνιστάμενοι πρὸς
αὐτὸν οἱ Ἔφοροι διεπυνθάνοντο καὶ συνεβουλεύοντο
περὶ τῶν μεγίστων. ἐδόκει γὰρ ἔμφρων ἀνὴρ εἶναι
καὶ συνετὸς ἱστορεῖσθαι· διὸ καὶ παντάπασιν ἤδη
τὴν τοῦ σώματος ἐξημαυρωμένος δύναμιν καὶ τὰ
πολλὰ κλινήρης διημερεύων, μεταπεμπομένων εἰς
ἀγορὰν τῶν Ἐφόρων, ὥρμησε μὲν ἐξαναστὰς  
βαδίζειν, μόλις δὲ καὶ χαλεπῶς προερχόμενος, εἶτα
παιδαρίοις ἐντυχὼν καθ' ὁδόν, ἠρώτησεν, εἴ τι
γινώσκουσιν ἀναγκαιότερον ὂν τοῦ πείθεσθαι δε-
σπότῃ· τῶν δὲ φησάντων “τὸ μὴ δύνασθαι,” τοῦτο
τῆς ὑπουργίας λογισάμενος πέρας ἀνέστρεψεν
οἴκαδε. δεῖ γὰρ μὴ προαπολείπειν τὴν προθυμίαν
τῆς δυνάμεως, ἐγκαταλειφθεῖσαν δὲ μὴ βιάζεσθαι.
καὶ μὴν Γαΐῳ Λαιλίῳ Σκιπίων ἐχρῆτο συμβούλῳ
στρατηγῶν ἀεὶ καὶ πολιτευόμενος, ὥστε καὶ λέγειν

Πλούταρχος Vitae decem oratorum [Sp.] (832b–852e) (0007: 121)


“Plutarchi moralia, vol. 5.2.1”, Ed. Mau, [Link]: Teubner, 1971.
Stephanus σελ. 844, se. E, γρ. 1

κατηγόρησεν ἀδελφοῦ τῆς μητρὸς ὄντος, δέκα τάλαντα


τίμημα ἑκάστῃ τῶν δικῶν ἐπιγραψάμενος· καὶ εἷλεν αὐτούς·
τῆς δὲ καταδίκης οὐδὲν ἐπράξατο, τοὺς μὲν ἀφεὶς ἀργυ-
ρίου τοὺς δὲ καὶ χάριτος. Ἀριστοφῶντος δ' ἤδη τὴν προ-
στασίαν διὰ γῆρας καταλιπόντος καὶ χορηγὸς ἐγένετο.
Μειδίαν δὲ τὸν Ἀναγυράσιον πλήξαντα αὐτὸν ἐν τῷ
θεάτρῳ χορηγοῦντα εἰς κρίσιν καταστήσας, λαβὼν τρις-
χιλίας ἀφῆκε τῆς δίκης. λέγουσι δ' αὐτὸν ἔτι νέον ὄντα
εἰς σπήλαιον ἀπιέναι κἀκεῖ φιλολογεῖν τὸ ἥμισυ τῆς
κεφαλῆς ἐξυρημένον, ἵνα μὴ προέρχοιτο· καὶ ἐπὶ στενῆς
Κλίνης κοιμᾶσθαι, ἵνα διὰ ταχέων ἀνίστηται· τό τε ῥῶ μὴ  
δυνάμενον λέγειν ἐκπονῆσαι, καὶ τὸν ὦμον ἐν τῷ μελε-
τᾶν κινοῦντα ἀπρεπῶς καταπαῦσαι, παραρτήσαντα ὀβε-
λίσκον ἢ ὥς τινες ξιφίδιον ἐκ τῆς ὀροφῆς, ἵνα φοβούμενος
ἠρεμοίη. προβαίνοντα δὴ κατὰ τὴν τῶν λόγων ἰσχὺν
ἔσοπτρον ἰσομέγεθες αὑτῷ κατασκευάσαι καὶ πρὸς τοῦτο
ἀφορῶντα μελετᾶν, ἵν' ἐπανορθώσηται τὰ ἐλλείποντα· καὶ
κατιόντα ἐπὶ τὸ Φαληρικὸν πρὸς τὰς τῶν κυμάτων ἐμβο-
λὰς τὰς σκέψεις ποιεῖσθαι, ἵν', εἴ ποτε θορυβοίη ὁ δῆμος,
130

μὴ ἐκσταίη· τοῦ δὲ πνεύματος αὐτῷ ἐνδέοντος Νεοπτο-


λέμῳ τῷ ὑποκριτῇ μυρίας δοῦναι,

Πλούταρχος De esu carnium ii (996d–999b) (0007: 132)“Plutarchi


moralia, vol. 6.1”, Ed. Hubert, [Link]: Teubner, 1954, Repr.
[Link] σελ. 997, se. D, γρ. 6

αἰσχροῖς ἀκροάσεις ἄμουσοι, μέλεσι καὶ ἀκούσμασιν


ἀναισχύντοις θέατρα ἔκφυλα, θεάμασιν ἀνημέροις ἀπά-
θεια πρὸς ἀνθρώπους καὶ ὠμότης. διὰ τοῦτο διέταττεν
ὁ θεῖος Λυκοῦργος ἐν ταῖς τρισὶ ῥήτραις τὸ ἀπὸ πρίονος
καὶ πελέκεως γίγνεσθαι τὰ θυρώματα τῶν οἰκιῶν καὶ
τὰς ἐρέψεις, ἄλλο δ' ὄργανον μηδὲν προσφέρεσθαι, οὐ
πολεμῶν δήπου τερέτροις καὶ σκεπάρνοις καὶ ὅσα λεπ-
τουργεῖν πέφυκεν ἀλλ' εἰδὼς ὅτι διὰ τοιούτων ἔργων οὐκ
εἰσοίσεις κλινίδιον ἐπίχρυσον οὐδὲ τολμήσεις εἰς οἰκίαν
λιτὴν ἀργυρᾶς εἰσενεγκεῖν τραπέζας καὶ δάπιδας ἁλουρ-
γοὺς καὶ λίθους πολυτελεῖς· ἀλλ' ἕπεται οἰκίᾳ καὶ κλίνῃ
καὶ τραπέζῃ καὶ κύλικι τοιαύτῃ δεῖπνον ἀφελὲς καὶ ἄρι-
στον δημοτικόν, ἀρχῇ δὲ μοχθηρᾶς διαίτης (Semon. fr. 5)
      

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (0008: 001)“Athenaei Naucratitae


deipnosophistarum libri xv, 3 vols.”, Ed. Kaibel, [Link]: Teubner, 1–
2:1887; 3:1890, Repr. 1–2:1965; 3:[Link] 2, Kaibel par.. 31, γρ. 8

στρωμάτων τὰ μὲν κατώτερα λῖτα εἶναι φάσκει (α 130)


ἤτοι λευκὰ καὶ μὴ βεβαμμένα ἢ πεποικιλμένα, τὰ δὲ
περιστρώματα (κ 352) ‘ῥήγεα καλά, πορφύρεα.’  
  πρῶτοι δὲ Πέρσαι, ὥς φησιν Ἡρακλείδης
(FHG II 97), καὶ τοὺς λεγομένους στρώτας ἐφεῦρον,
ἵνα κόσμον ἔχῃ ἡ στρῶσις καὶ εὐάφειαν. τὸν οὖν
[Κρῆτα] Τιμαγόραν ἢ τὸν ἐκ Γόρτυνος, ὥς φησι Φαι-
νίας ὁ περιπατητικός (FHG II 296), Ἔντιμον, ὃς ζήλῳ
Θεμιστοκλέους ἀνέβη ὡς βασιλέα, τιμῶν Ἀρταξέρξης
σκηνήν τε ἔδωκεν αὐτῷ διαφέρουσαν τὸ κάλλος καὶ
τὸ μέγεθος καὶ Κλίνην ἀργυρόποδα, ἔπεμψε δὲ καὶ
στρώματα πολυτελῆ καὶ τὸν ὑποστρώσοντα, φάσκων
οὐκ ἐπίστασθαι τοὺς Ἕλληνας ὑποστρωννύειν. καὶ
ἐπὶ τὸ συγγενικὸν ἄριστον ἐκαλεῖτο ὁ Κρὴς οὗτος, τὸν
βασιλέα ψυχαγωγήσας· ὅπερ οὐδενὶ πρότερον τῶν Ἑλ-
131

λήνων ἐγένετο, ἀλλ' οὐδ' ὕστερον. αὕτη γὰρ ἡ τιμὴ


τοῖς συγγενέσι διεφυλάττετο. Τιμαγόρᾳ μὲν γὰρ τῷ
Ἀθηναίῳ τῷ προσκυνήσαντι βασιλέα καὶ μάλιστα τιμη-
θέντι τοῦτο οὐχ ὑπῆρξε· τῶν δὲ παρατιθεμένων βα-
σιλεῖ τούτῳ τινὰ ἀπὸ τῆς τραπέζης ἀπέστελλε. Ἀνταλ-
κίδᾳ δὲ τῷ Λάκωνι τὸν αὑτοῦ στέφανον εἰς μύρον

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 2, Kaibel par.. 31, γρ. 23

λήνων ἐγένετο, ἀλλ' οὐδ' ὕστερον. αὕτη γὰρ ἡ τιμὴ


τοῖς συγγενέσι διεφυλάττετο. Τιμαγόρᾳ μὲν γὰρ τῷ
Ἀθηναίῳ τῷ προσκυνήσαντι βασιλέα καὶ μάλιστα τιμη-
θέντι τοῦτο οὐχ ὑπῆρξε· τῶν δὲ παρατιθεμένων βα-
σιλεῖ τούτῳ τινὰ ἀπὸ τῆς τραπέζης ἀπέστελλε. Ἀνταλ-
κίδᾳ δὲ τῷ Λάκωνι τὸν αὑτοῦ στέφανον εἰς μύρον
βάψας ἔπεμψε. τῷ δ' Ἐντίμῳ τοιαῦτα πολλὰ ἐποίει
καὶ ἐπὶ τὸ συγγενικὸν ἄριστον ἐκάλει. ἐφ' ᾧ οἱ Πέρ-
σαι χαλεπῶς ἔφερον ὡς τῆς τε τιμῆς δημευομένης καὶ
στρατείας ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα πάλιν ἐσομένης. ἔπεμψε δὲ
καὶ Κλίνην αὐτῷ ἀργυρόποδα καὶ στρωμνὴν καὶ σκηνὴν
οὐρανοφόρον ἀνθινὴν καὶ θρόνον ἀργυροῦν καὶ ἐπί-
χρυσον σκιάδειον καὶ φιάλας λιθοκολλήτους χρυσᾶς
εἴκοσι, ἀργυρᾶς δὲ μεγάλας ἑκατὸν καὶ κρατῆρας ἀρ-
γυροῦς καὶ παιδίσκας ἑκατὸν καὶ παῖδας ἑκατὸν χρυ-  
σοῦς τε ἑξακισχιλίους χωρὶς τῶν εἰς τὰ ἐπιτήδεια καθ'
ἡμέραν διδομένων.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 2, Kaibel par.. 44, γρ. 9

νεια· ‘ὅπου δὲ γίνεται τὰ κάρυα τὰ Σινωπικά, ταῦτα


δένδρα ἐκάλουν ἄμωτα.’
         ΕΡΕΒΙΝΘΟΙ. Κρώβυλος (IV 569 M)·
  χλωρὸν ἐρέβινθόν τινα
  ἐκοττάβιζον κενὸν ὅλως. τράγημα δέ
  ἐστιν πιθήκου τοῦτο δήπου δυστυχοῦς.
Ὅμηρος (Ν 589)·
  θρώσκουσιν κύαμοι μελανόχροες ἢ ἐρέβινθοι.
Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος ἐν παρῳδίαις (p. 189 W)·
  πὰρ πυρὶ χρὴ τοιαῦτα λέγειν χειμῶνος ἐν ὥρῃ
  ἐν κλίνῃ μαλακῇ κατακείμενον, ἔμπλεον ὄντα,
  πίνοντα γλυκὺν οἶνον, ὑποτρώγοντ' ἐρεβίνθους·  
  ’τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν, πόσα τοι ἔτη ἐστί, φέριστε;
132

  πηλίκος ἦσθ' ὅθ' ὁ Μῆδος ἀφίκετο;’


Σαπφώ (fr. 36 B49)·
  χρύσειοι ἐρέβινθοι ἐπ' ἀιόνων ἐφύοντο.
Θεόφραστος δ' ἐν φυτικοῖς (8, 5, 1) τῶν ἐρεβίνθων
τινὰς καλεῖ κριούς. καὶ Σώφιλος (II 447 K)·
  ὁ πατὴρ ὁ ταύτης πολὺ μέγιστός ἐστι
  κριὸς ἐρέβινθος.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 3, Kaibel par.. 76, γρ. 19

ϛʹ Ἐπικλήσεων τὸν ὀβελίαν φησὶν ἄρτον Διόνυσον


εὑρεῖν ἐν ταῖς στρατείαις.
        ΕΤΝΙΤΑΣ ἄρτος ὁ προσαγορευόμενος λεκιθίτας, ὥς
φησιν Εὐκράτης. πανὸς ἄρτος· Μεσσάπιοι. καὶ τὴν
πλησμονὴν πανίαν καὶ πάνια τὰ πλήσμια· Βλαῖσος
ἐν Μεσοτρίβᾳ καὶ Δεινόλοχος ἐν Τηλέφῳ (p. 305 L)
Ῥίνθων τε ἐν Ἀμφιτρύωνι. καὶ Ῥωμαῖοι δὲ πᾶνα
τὸν ἄρτον καλοῦσι.
        ΝΑΣΤΟΣ ἄρτος ζυμίτης καλεῖται μέγας, ὥς φησι
Πολέμαρχος καὶ Ἀρτεμίδωρος, Ἡρακλέων δὲ πλα-
κοῦντος εἶδος. Νικόστρατος δ' ἐν Κλίνῃ (II 223 K)·
  ναστὸς τὸ μέγεθος τηλικοῦτος, δέσποτα,
  λευκός· τὸ πάχος γὰρ ὑπερέκυπτε τοῦ κανοῦ.
  ὀσμὴ δέ, τουπίβλημ' ἐπεὶ περιῃρέθη,  
  ἄνω 'βάδιζε καὶ μέλιτι μεμιγμένη
  ἀτμίς τις εἰς τὰς ῥῖνας· ἔτι γὰρ θερμὸς ἦν.
8ΚΝΗΣΤΟΣ ἄρτος ποιὸς παρὰ Ἴωσι, Ἀρτεμίδωρος ὁ
Ἐφέσιός φησιν ἐν Ἰωνικοῖς ὑπομνήμασι.
        ΘΡΟΝΟΣ ἄρτου ὄνομα. Νεάνθης ὁ Κυζικηνὸς
ἐν βʹ Ἑλληνικῶν γράφων οὕτως (FHG III 2)· ‘ὁ δὲ

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 4, Kaibel par.. 4, γρ. 13

μός τις καὶ ζωρότερος πότος, οἴνων ὄντων ἡμῖν Θασίων


καὶ Μενδαίων καὶ Λεσβίων, χρυσίδων πάνυ μεγάλων
ἑκάστῳ προσενεχθεισῶν. καὶ μετὰ τὸν πότον ὑελοῦς
πίναξ δίπηχύς που τὴν διάμετρον ἐν θήκῃ κατακεί-
μενος ἀργυρᾷ πλήρης ἰχθύων ὀπτῶν πάντα γένη συν-
ηθροισμένων, ἅπασί τε προσεδόθη καὶ ἀργυροῦν ἀρτο-
φόρον ἄρτων Καππαδοκίων, ὧν τὰ μὲν ἐφάγομεν, τὰ
δὲ τοῖς θεράπουσιν ἐπεδώκαμεν. καὶ νιψάμενοι τὰς
χεῖρας ἐστεφανούμεθα καὶ πάλιν στλεγγίδας ἐλάβομεν
133

χρυσᾶς, διπλασίους τῶν πρότερον, καὶ ἄλλο διλήκυθον


μύρου. ἡσυχίας δὲ γενομένης ἐξαλλόμενος τῆς Κλίνης
ὁ Πρωτέας αἰτεῖ σκύφον χοαῖον καὶ πληρώσας οἴνου
Θασίου ὀλίγον τι ἐπιρράνας ὕδατος ἐξέπιεν ἐπειπών·
  ὁ πλεῖστα πίνων πλεῖστα κεὐφρανθήσεται.
καὶ ὁ Κάρανος ἔφη· ‘ἐπεὶ πρῶτος ἔπιες, ἔχε πρῶτος
καὶ τὸν σκύφον δῶρον· τοῦτο δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις ὅσοι
ἂν πίωσιν ἔσται γέρας.’ ἐφ' οἷς λεχθεῖσιν ‘οἱ δ' ἐννέα
πάντες ἀνέσταν’ (Η 161) ἁρπάζοντες κἄλλος ἄλλον φθά-
νοντες. εἷς δὲ τῶν συνδειπνούντων ἡμῖν ἄθλιος οὐ
δυνάμενος πιεῖν ἀνακαθίσας ἔκλαιεν ἄσκυφος γενό-
μενος, καὶ ὁ Κάρανος αὐτῷ χαρίζεται κενὸν τὸ ἔκπωμα.  

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 4, Kaibel par.. 20, γρ. 12

ὕστερον καταλύσαντες οἱ Λάκωνες ἐξώκειλαν εἰς τρυ-


φήν. Φύλαρχος γοῦν ἐν τῇ εʹ καὶ κʹ τῶν ἱστοριῶν
τάδε γράφει περὶ αὐτῶν (FHG I 346)· ‘Λακεδαιμόνιοι  
εἰς μὲν τὰ φιδίτια οὐκ ἤρχοντο κατὰ τὸ πάτριον ἔθος·
ὅτε δὲ καὶ παραγένοιντο, μικρὰ συμπεριενεχθεῖσι νό-
μου χάριν παρεσκευάζετο καὶ πάλιν αὐτοῖς στρωμναί
τε τοῖς μεγέθεσιν οὕτως ἐξησκημέναι πολυτελῶς καὶ
τῇ ποικιλίᾳ διαφόρως ὥστε τῶν ξένων ἐνίους τῶν
παραληφθέντων ὀκνεῖν τὸν ἀγκῶνα ἐπὶ τὰ προσκε-
φάλαια ἐρείδειν. οἱ δὲ πρότερον ἐπὶ τοῦ κλιντηρίου
ψιλοῦ διακαρτεροῦντες [τῆς Κλίνης] παρ' ὅλην τὴν
συνουσίαν, ὅτε τὸν ἀγκῶνα ἅπαξ ἐρείσειαν .... εἰς
δὲ τὴν προειρημένην τρυφὴν ἦλθον ποτηρίων τ' ἐκ-
θέσεις πολλῶν καὶ βρωμάτων παντοδαπῶς πεποιημέ-
νων παραθέσεις, ἔτι δὲ μύρων ἐξηλλαγμένων, ὡς δ'
αὕτως οἴνων καὶ τραγημάτων. καὶ τούτων ἦρξαν οἱ
μικρὸν πρὸ Κλεομένους βασιλεύσαντες Ἄρευς καὶ
Ἀκρότατος αὐλικὴν ἐξουσίαν ζηλώσαντες· οὓς τοσοῦ-
τον αὖθις ὑπερῆράν τινες τῶν ἰδιωτῶν τῶν ἐν Σπάρτῃ
γενομένων κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον τῇ πολυτελείᾳ τῇ

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 4, Kaibel par.. 26, γρ. 22

καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκείνους ὁρᾷ διὰ τοῦ παρακαλύμματος


τοῦ ἐπὶ τῇ θύρᾳ, ἐκεῖνοι δ' αὐτὸν οὐχ ὁρῶσιν. ἐνίοτε
μέντοι ἐπειδὰν ἑορτὴ ᾖ, ἐν ἑνὶ οἰκήματι ἅπαντες δειπνοῦ-
134

σιν, ἐν ᾧ καὶ ὁ βασιλεύς, ἐν τῷ μεγάλῳ [οἴκῳ]. ὅταν


δὲ βασιλεὺς πότον ποιῆται, ποιεῖται δὲ πολλάκις, συμ-
πόται αὐτῷ εἰσιν ὡς μάλιστα δώδεκα. καὶ ὅταν δει-
πνήσωσιν, ὅ τε βασιλεὺς αὐτὸς καθ' ἑαυτὸν καὶ οἱ
σύνδειπνοι, καλεῖ τοὺς συμπότας τούτους τις τῶν εὐ-
νούχων. καὶ ὅταν εἰσέλθωσι συμπίνουσιν μετ' αὐτοῦ,
οὐ τὸν αὐτὸν οἶνον κἀκεῖνοι, καὶ οἳ μὲν χαμαὶ καθή-
μενοι, ὃ δ' ἐπὶ Κλίνης χρυσόποδος κατακείμενος· καὶ
ὑπερμεθυσθέντες ἀπέρχονται. τὰ δὲ πλεῖστα ὁ βασι-
λεὺς μόνος ἀριστᾷ καὶ δειπνεῖ. ἐνίοτε δὲ καὶ ἡ γυνὴ
αὐτῷ συνδειπνεῖ καὶ τῶν υἱῶν ἔνιοι. καὶ παρὰ τὸ
δεῖπνον ᾄδουσί τε καὶ ψάλλουσιν αἱ παλλακαὶ αὐτῷ,
καὶ μία μὲν ἐξάρχει, αἱ δὲ ἄλλαι ἁθρόως ᾄδουσι. τὸ
δὲ δεῖπνον, φησί, τὸ βασιλέως καλούμενον ἀκούσαντι
μὲν δόξει μεγαλοπρεπὲς εἶναι, ἐξεταζόμενον δὲ φανεῖ-
ται οἰκονομικῶς καὶ ἀκριβῶς συντεταγμένον καὶ τοῖς
ἄλλοις Πέρσαις τοῖς ἐν δυναστείᾳ οὖσι κατὰ τὸν αὐτὸν
τρόπον. ἐστὶ μὲν γὰρ τῷ βασιλεῖ χίλια ἱερεῖα τῆς

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 4, Kaibel par.. 29, γρ. 18

γασμένα ταῖς τέχναις· ἦσαν δέ, φησί, καὶ οἱ τοῖχοι


ἁλουργέσι καὶ διαχρύσοις ἐμπεπετασμένοι ὕφεσι. καὶ  
δώδεκα τρίκλινα διαστρώσασα ἐκάλεσε τὸν Ἀντώνιον
μεθ' ὧν ἐβούλετο ἡ Κλεοπάτρα. τοῦ δὲ τῇ πολυτελείᾳ
τῆς ὄψεως ἐκπλαγέντος ὑπομειδιάσασα ταῦτ' ἔφη πάντα
δωρεῖσθαι αὐτῷ καὶ εἰς αὔριον παρεκάλει συνδειπνῆ-
σαι πάλιν ἥκοντα μετὰ τῶν φίλων καὶ τῶν ἡγεμόνων·
ὅτε καὶ πολλῷ κρεῖττον διακοσμήσασα τὸ συμπόσιον
ἐποίησε φανῆναι τὰ πρῶτα μικρά, καὶ πάλιν καὶ ταῦτα
ἐδωρήσατο. τῶν δ' ἡγεμόνων ἐφ' ᾗ ἕκαστος κατέκειτο
κλίνῃ καὶ τὰ κυλικεῖα καθὼς ταῖς στρωμναῖς ἐμεμέ-
ριστο, ἑκάστῳ φέρειν ἐπέτρεψε. καὶ κατὰ τὴν ἄφοδον
τοῖς μὲν ἐν ἀξιώμασι φορεῖα σὺν τοῖς κομίζουσι, τοῖς
πλείοσι δὲ καταργύροις σκευαῖς κεκοσμημένους ἵππους,
πᾶσι δὲ λαμπτηροφόρους παῖδας Αἰθίοπας παρέστησε.
τῇ δὲ τετάρτῃ τῶν ἡμερῶν ταλαντιαίους εἰς ῥόδα μι-
σθοὺς διέδωκε, καὶ κατεστρώθη ἐπὶ πηχυαῖα βάθη τὰ
ἐδάφη τῶν ἀνδρώνων ἐμπεπετασμένων δικτύων τοῖς
ἕλιξιν.’ ἱστορεῖ δὲ καὶ αὐτὸν τὸν Ἀντώνιον ἐν Ἀθή-
135

ναις μετὰ ταῦτα διατρίψαντα περίοπτον ὑπὲρ τὸ θέα-


τρον κατασκευάσαντα σχεδίαν χλωρᾷ πεπυκασμένην

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 4, Kaibel par.. 38, γρ. 3

ποτὲ τῆς θοίνης ἀφυστερήσαντά τινα τῶν βαρβάρων


ποιητὴν ἀφικέσθαι καὶ συναντήσαντα μετὰ ᾠδῆς ὑμνεῖν
αὐτοῦ τὴν ὑπεροχήν, ἑαυτὸν δ' ἀποθρηνεῖν ὅτι ὑστέ-
ρηκε, τὸν δὲ τερφθέντα θυλάκιον αἰτῆσαι χρυσίου καὶ
ῥῖψαι αὐτῷ παρατρέχοντι. ἀνελόμενον δ' ἐκεῖνον πά-
λιν ὑμνεῖν λέγοντα διότι τὰ ἴχνη τῆς γῆς ἐφ' ἧς ἁρ-
ματηλατεῖ χρυσὸν καὶ εὐεργεσίας ἀνθρώποις φέρει.
ταῦτα μὲν οὖν ἐν τῇ τρίτῃ καὶ εἰκοστῇ ἱστόρησεν.
 ἐν δὲ τῇ πέμπτῃ περὶ Πάρθων διηγούμενός φη-
σιν (ib. 254)· ‘ὁ δὲ καλούμενος φίλος τραπέζης μὲν οὐ
κοινωνεῖ, χαμαὶ δ' ὑποκαθήμενος ἐφ' ὑψηλῆς Κλίνης
κατακειμένῳ τῷ βασιλεῖ τὸ παραβληθὲν ὑπ' αὐτοῦ
κυνιστὶ σιτεῖται καὶ πολλάκις διὰ τὴν τυχοῦσαν αἰ-  
τίαν ἀποσπασθεὶς τοῦ χαμαιπετοῦς δείπνου ῥάβδοις
καὶ ἱμᾶσιν ἀστραγαλωτοῖς μαστιγοῦται καὶ γενόμενος
αἱμόφυρτος τὸν τιμωρησάμενον ὡς εὐεργέτην ἐπὶ τὸ
ἔδαφος πρηνὴς προσπεσὼν προσκυνεῖ.’ ἐν δὲ τῇ ιϛʹ
περὶ Σελεύκου διηγούμενος τοῦ βασιλέως, ὡς εἰς Μη-
δίαν ἀνελθὼν καὶ πολεμῶν Ἀρσάκει ᾐχμαλωτίσθη ὑπὸ
τοῦ βαρβάρου καὶ ὡς πολὺν χρόνον παρὰ τῷ Ἀρσά-
κει διέτριψεν ἀγόμενος βασιλικῶς, γράφει καὶ ταῦτα

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 4, Kaibel par.. 38, γρ. 15

κυνιστὶ σιτεῖται καὶ πολλάκις διὰ τὴν τυχοῦσαν αἰ-  


τίαν ἀποσπασθεὶς τοῦ χαμαιπετοῦς δείπνου ῥάβδοις
καὶ ἱμᾶσιν ἀστραγαλωτοῖς μαστιγοῦται καὶ γενόμενος
αἱμόφυρτος τὸν τιμωρησάμενον ὡς εὐεργέτην ἐπὶ τὸ
ἔδαφος πρηνὴς προσπεσὼν προσκυνεῖ.’ ἐν δὲ τῇ ιϛʹ
περὶ Σελεύκου διηγούμενος τοῦ βασιλέως, ὡς εἰς Μη-
δίαν ἀνελθὼν καὶ πολεμῶν Ἀρσάκει ᾐχμαλωτίσθη ὑπὸ
τοῦ βαρβάρου καὶ ὡς πολὺν χρόνον παρὰ τῷ Ἀρσά-
κει διέτριψεν ἀγόμενος βασιλικῶς, γράφει καὶ ταῦτα
(ib. 258)· ‘παρὰ Πάρθοις ἐν τοῖς δείπνοις ὁ βασιλεὺς
τήν τε Κλίνην ἐφ' ἧς μόνος κατέκειτο μετεωροτέραν
136

τῶν ἄλλων καὶ κεχωρισμένην εἶχε καὶ τὴν τράπεζαν


μόνῳ καθάπερ ἥρωι πλήρη βαρβαρικῶν θοιναμάτων
παρακειμένην.’ ἱστορῶν δὲ καὶ περὶ Ἡρακλέωνος τοῦ
Βεροιαίου, ὃς ὑπὸ τοῦ Γρυποῦ καλουμένου Ἀντιόχου
τοῦ βασιλέως προαχθεὶς μικροῦ δεῖν τῆς βασιλείας
ἐξέβαλε τὸν εὐεργέτην, γράφει ἐν τῇ λδʹ τῶν ἱστο-
ριῶν τάδε (ib. 264)· ‘ἐποιεῖτό τε τῶν στρατιωτῶν τὰς
κατακλίσεις ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐν ὑπαίθρῳ ἀνὰ χιλίους
δειπνίζων. τὸ δὲ δεῖπνον ἦν ἄρτος μέγας καὶ κρέας,
τὸ δὲ ποτὸν κεκραμένος οἶνος οἷος δήποτε ὕδατι ψυ

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές


Book 5, Kaibel par.. 26, γρ. 28

ὀροφῆς ἀετοὶ κατὰ πρόσωπον ἦσαν ἀλλήλων χρυσοῖ,


πεντεκαιδεκαπήχεις τὸ μέγεθος. ἔκειντο δὲ κλῖναι
χρυσαῖ σφιγγόποδες ἐν ταῖς δυσὶ πλευραῖς ἑκατόν· ἡ
γὰρ κατὰ πρόσωπον ἁψὶς ἀφεῖτ' ἀναπεπταμένη. ταύ-
ταις δ' ἀμφίταποι ἁλουργεῖς ὑπέστρωντο τῆς πρώτης
ἐρέας, καὶ περιστρώματα ποικίλα διαπρεπῆ ταῖς τέχναις
ἐπῆν. ψιλαὶ δὲ Περσικαὶ τὴν ἀνὰ μέσον τῶν ποδῶν
χώραν ἐκάλυπτον, ἀκριβῆ τὴν εὐγραμμίαν τῶν ἐνυ-
φασμένων ἔχουσαι ζῳδίων. παρετέθησαν δὲ καὶ τρί-
ποδες τοῖς κατακειμένοις χρυσοῖ διακόσιοι τὸν ἀριθμόν,
ὥστ' εἶναι δύο κατὰ Κλίνην, ἐπ' ἀργυρῶν διέδρων.
ἐκ δὲ τῶν ὄπισθεν πρὸς τὴν ἀπόνιψιν ἑκατὸν ἀργυραῖ
λεκάναι καὶ καταχύσεις ἴσαι παρέκειντο. ἐπεπήγει δὲ  
τοῦ συμποσίου καταντικρὺ καὶ ἑτέρα Κλίνη πρὸς τὴν
τῶν κυλίκων καὶ ποτηρίων τῶν τε λοιπῶν τῶν πρὸς
τὴν χρῆσιν ἀνηκόντων [καὶ] κατασκευασμάτων ἔκθεσιν·
ἃ δὴ πάντα χρυσᾶ τε ἦν καὶ διάλιθα, θαυμαστὰ ταῖς
τέχναις. τούτων δὲ τὴν μὲν κατὰ μέρος κατασκευὴν
καὶ τὰ γένη μακρὸν ἐπεφαίνετό μοι δηλοῦν· τὸ δὲ τοῦ
σταθμοῦ πλῆθος εἰς μύρια τάλαντα ἀργυρίου τὴν σύμ-
πασαν εἶχε κατασκευήν.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 5, Kaibel par.. 26, γρ. 31


137

γὰρ κατὰ πρόσωπον ἁψὶς ἀφεῖτ' ἀναπεπταμένη. ταύ-


ταις δ' ἀμφίταποι ἁλουργεῖς ὑπέστρωντο τῆς πρώτης
ἐρέας, καὶ περιστρώματα ποικίλα διαπρεπῆ ταῖς τέχναις
ἐπῆν. ψιλαὶ δὲ Περσικαὶ τὴν ἀνὰ μέσον τῶν ποδῶν
χώραν ἐκάλυπτον, ἀκριβῆ τὴν εὐγραμμίαν τῶν ἐνυ-
φασμένων ἔχουσαι ζῳδίων. παρετέθησαν δὲ καὶ τρί-
ποδες τοῖς κατακειμένοις χρυσοῖ διακόσιοι τὸν ἀριθμόν,
ὥστ' εἶναι δύο κατὰ Κλίνην, ἐπ' ἀργυρῶν διέδρων.
ἐκ δὲ τῶν ὄπισθεν πρὸς τὴν ἀπόνιψιν ἑκατὸν ἀργυραῖ
λεκάναι καὶ καταχύσεις ἴσαι παρέκειντο. ἐπεπήγει δὲ  
τοῦ συμποσίου καταντικρὺ καὶ ἑτέρα Κλίνη πρὸς τὴν
τῶν κυλίκων καὶ ποτηρίων τῶν τε λοιπῶν τῶν πρὸς
τὴν χρῆσιν ἀνηκόντων [καὶ] κατασκευασμάτων ἔκθεσιν·
ἃ δὴ πάντα χρυσᾶ τε ἦν καὶ διάλιθα, θαυμαστὰ ταῖς
τέχναις. τούτων δὲ τὴν μὲν κατὰ μέρος κατασκευὴν
καὶ τὰ γένη μακρὸν ἐπεφαίνετό μοι δηλοῦν· τὸ δὲ τοῦ
σταθμοῦ πλῆθος εἰς μύρια τάλαντα ἀργυρίου τὴν σύμ-
πασαν εἶχε κατασκευήν.
         ἡμεῖς δὲ ἐπειδὴ τὰ κατὰ
τὴν σκηνὴν διεληλύθαμεν, ποιησόμεθα καὶ τὴν τῆς
πομπῆς ἐξήγησιν. ἤγετο γὰρ διὰ τοῦ κατὰ τὴν πόλιν

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές


Book 6, Kaibel par.. 36, γρ. 12
παρασιτεῖν καὶ αὐτὸς οὐκ ἀγλαφύρως τάδε φησίν
(II 420 K)·
  βούλομαι δεῖξαι σαφῶς
  ὡς σεμνόν ἐστι τοῦτο καὶ νενομισμένον
  καὶ τῶν θεῶν εὕρημα· τὰς δ' ἄλλας τέχνας
  οὐδεὶς θεῶν κατέδειξεν, ἀλλ' ἄνδρες σοφοί·
  τὸ γὰρ παρασιτεῖν εὗρεν ὁ Ζεὺς ὁ φίλιος,
  ὁ τῶν θεῶν μέγιστος ὁμολογουμένως.
  οὗτος γὰρ εἰς τὰς οἰκίας εἰσέρχεται
  οὐχὶ διακρίνας τὴν πενιχρὰν ἢ πλουσίαν.
  οὗ δ' ἂν καλῶς ἐστρωμένην Κλίνην ἴδῃ,
  παρακειμένην τε τὴν τράπεζαν πάνθ' ἃ δεῖ
  ἔχουσαν, ἤδη συγκατακλιθεὶς κοσμίως
  ἀριστίσας ἑαυτόν, ἐντραγών, πιών,
  ἀπέρχετ' οἴκαδ' οὐ καταβαλὼν συμβολάς.
  κἀγὼ ποῶ νῦν τοῦτ'· ἐπὰν κλίνας ἴδω
  ἐστρωμένας καὶ τὰς τραπέζας εὐτρεπεῖς
  καὶ τὴν θύραν ἀνεῳγμένην, εἰσέρχομαι
138

  ἐνθάδε σιωπῇ καὶ ποιήσας εὐσταλῆ


  ἐμαυτόν, ὥστε μὴ ἐνοχλεῖν τὸν συμπότην,
  πάντων ἀπολαύσας τῶν παρατεθέντων, πιών,

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 6, Kaibel par.. 67, γρ. 15

γραφήν, ἕνα γεγονότα τῶν Ἀλεξάνδρου κολάκων.


διηγεῖται δὲ οὕτως, τὴν κολακείαν ταπεινὰ ποιεῖν τὰ
ἤθη τῶν κολάκων καταφρονητικῶν ὄντων τῶν περὶ
αὐτούς. σημεῖον δὲ τὸ πᾶν ὑπομένειν εἰδότας οἷα
τολμῶσι. τὰ δὲ τῶν κολακευομένων ἐμφυσωμένων τῇ  
κολακείᾳ, χαύνους καὶ κενοὺς ποιοῦντα, πάντων ἐν
ὑπεροχῇ παρ' αὐτοῖς ὑπολαμβάνεσθαι κατασκευάζεσθαι.
ἑξῆς τε διηγούμενος περί τινος μειρακίου Παφίου μὲν
τὸ γένος, βασιλέως δὲ τὴν τύχην ‘τοῦτο, φησί, τὸ
μειράκιον (οὐ λέγων αὐτοῦ τοὔνομα) κατέκειτο δι'
ὑπερβάλλουσαν τρυφὴν ἐπὶ ἀργυρόποδος Κλίνης ὑπε-
στρωμένης Σαρδιανῇ ψιλοτάπιδι τῶν πάνυ πολυτελῶν.
ἐπεβέβλητο δ' αὐτῷ πορφυροῦν ἀμφίταπον ἀμοργίνῳ
καλύμματι περιειλημμένον. προσκεφάλαια δ' εἶχε τρία
μὲν ὑπὸ τῇ κεφαλῇ βύσσινα παραλουργῆ, δι' ὧν
ἠμύνετο τὸ καῦμα, δύο δ' ὑπὸ τοῖς ποσὶ ὑσγινοβαφῆ
τῶν Δωρικῶν καλουμένων· ἐφ' ὧν κατέκειτο ἐν
λευκῇ χλανίδι.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 6, Kaibel par.. 70, γρ. 4

ἐκεῖ κυρίας τε καὶ βασιλίδας ὃν τρόπον ταῖς ὁμιλίαις


διέθεσαν οὐδὲ λέγειν καλόν, πλὴν ὅτι μαγευόμεναι
καὶ μαγεύουσαι ταυροπόλοι καὶ τριοδίτιδες αὗται πρὸς
ἀλήθειαν ἐγένοντο, πλήρεις πάντων ἀποκαθαρμάτων.
τοσούτων ἔοικε καὶ τοιούτων ἡ κολακεία κακῶν αἰτία
γενέσθαι τοῖς διὰ τὸ κολακεύεσθαι προσδεξαμένοις
αὐτήν.’
         προελθὼν δὲ πάλιν ὁ Κλέαρχος καὶ τάδε
φησίν· ‘ἀλλ' ἤδη τῇ τούτων χρείᾳ μέμψαιτ' ἄν τις
τὸ μειράκιον, ὥσπερ εἶπον. οἱ μὲν γὰρ παῖδες μικρὸν
ἄπωθεν τῆς Κλίνης ἐν χιτωνίσκοις ἕστασαν· τριῶν δ'
ὄντων ἀνδρῶν, δι' οὓς δὴ νῦν ὁ πᾶς λόγος ἐνέστηκε,
139

καὶ τούτων ὄντων ἐπωνύμων παρ' ἡμῖν ὁ μὲν εἷς ἐπὶ


τῆς Κλίνης πρὸς ποδῶν καθῆστο τοὺς τοῦ μειρακίου
πόδας ἐπὶ τοῖς αὑτοῦ γόνασι λεπτῷ λῃδίῳ συνημφια-
κώς· ὃ δὲ ἐπόει δήπου καὶ μὴ λέγοντος οὐκ ἄδηλον·
καλεῖται δ' οὗτος ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Παράβυστος διὰ
τὸ καὶ τῶν μὴ παραδεχομένων ὅμως τεχνικώτατα
κολακεύων παρεμπίπτειν ἐς τὰς ὁμιλίας. ἅτερος δ' ἦν
ἐπί τινος δίφρου κειμένου παρ' αὐτὴν τὴν Κλίνην καὶ
τοῦ νεανίσκου τὴν χεῖρα παρεικότος ἐκκρεμάμενος

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 6, Kaibel par.. 70, γρ. 7

ἀλήθειαν ἐγένοντο, πλήρεις πάντων ἀποκαθαρμάτων.


τοσούτων ἔοικε καὶ τοιούτων ἡ κολακεία κακῶν αἰτία
γενέσθαι τοῖς διὰ τὸ κολακεύεσθαι προσδεξαμένοις
αὐτήν.’
         προελθὼν δὲ πάλιν ὁ Κλέαρχος καὶ τάδε
φησίν· ‘ἀλλ' ἤδη τῇ τούτων χρείᾳ μέμψαιτ' ἄν τις
τὸ μειράκιον, ὥσπερ εἶπον. οἱ μὲν γὰρ παῖδες μικρὸν
ἄπωθεν τῆς Κλίνης ἐν χιτωνίσκοις ἕστασαν· τριῶν δ'
ὄντων ἀνδρῶν, δι' οὓς δὴ νῦν ὁ πᾶς λόγος ἐνέστηκε,
καὶ τούτων ὄντων ἐπωνύμων παρ' ἡμῖν ὁ μὲν εἷς ἐπὶ
τῆς Κλίνης πρὸς ποδῶν καθῆστο τοὺς τοῦ μειρακίου
πόδας ἐπὶ τοῖς αὑτοῦ γόνασι λεπτῷ λῃδίῳ συνημφια-
κώς· ὃ δὲ ἐπόει δήπου καὶ μὴ λέγοντος οὐκ ἄδηλον·
καλεῖται δ' οὗτος ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Παράβυστος διὰ
τὸ καὶ τῶν μὴ παραδεχομένων ὅμως τεχνικώτατα
κολακεύων παρεμπίπτειν ἐς τὰς ὁμιλίας. ἅτερος δ' ἦν
ἐπί τινος δίφρου κειμένου παρ' αὐτὴν τὴν Κλίνην καὶ
τοῦ νεανίσκου τὴν χεῖρα παρεικότος ἐκκρεμάμενος
ταύτης καὶ προσπεπτωκὼς κατέψηχέ τε καὶ τῶν δακτύ-
λων ἕκαστον ἐν μέρει διαλαμβάνων εἷλκέ τε καὶ ἐξέτει-
νεν· ὥστε τὸν πρῶτον αὐτὸν ἐπονομάσαντα Σικύαν  

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 6, Kaibel par.. 70, γρ. 13

τὸ μειράκιον, ὥσπερ εἶπον. οἱ μὲν γὰρ παῖδες μικρὸν


ἄπωθεν τῆς Κλίνης ἐν χιτωνίσκοις ἕστασαν· τριῶν δ'
ὄντων ἀνδρῶν, δι' οὓς δὴ νῦν ὁ πᾶς λόγος ἐνέστηκε,
καὶ τούτων ὄντων ἐπωνύμων παρ' ἡμῖν ὁ μὲν εἷς ἐπὶ
140

τῆς Κλίνης πρὸς ποδῶν καθῆστο τοὺς τοῦ μειρακίου


πόδας ἐπὶ τοῖς αὑτοῦ γόνασι λεπτῷ λῃδίῳ συνημφια-
κώς· ὃ δὲ ἐπόει δήπου καὶ μὴ λέγοντος οὐκ ἄδηλον·
καλεῖται δ' οὗτος ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Παράβυστος διὰ
τὸ καὶ τῶν μὴ παραδεχομένων ὅμως τεχνικώτατα
κολακεύων παρεμπίπτειν ἐς τὰς ὁμιλίας. ἅτερος δ' ἦν
ἐπί τινος δίφρου κειμένου παρ' αὐτὴν τὴν Κλίνην καὶ
τοῦ νεανίσκου τὴν χεῖρα παρεικότος ἐκκρεμάμενος
ταύτης καὶ προσπεπτωκὼς κατέψηχέ τε καὶ τῶν δακτύ-
λων ἕκαστον ἐν μέρει διαλαμβάνων εἷλκέ τε καὶ ἐξέτει-
νεν· ὥστε τὸν πρῶτον αὐτὸν ἐπονομάσαντα Σικύαν  
εὐστόχως εἰρηκέναι δοκεῖν. ὁ δὲ τρίτος ὁ Θὴρ ὁ γεν-
ναιότατος, ὅσπερ ἦν τῆς ὑπηρεσίας πρωταγωνιστής,
προσεστηκὼς αὐτῷ κατὰ κεφαλὴν μετεῖχε τῶν βυσσίνων
προσκεφαλαίων ἀποκεκλιμένος εἰς αὐτὰ πάνυ φιλικῶς·
καὶ τῇ μὲν ἀριστερᾷ τὸ τοῦ μειρακίου τριχωμάτιον
ἐπικοσμῶν, τῇ δεξιᾷ δὲ Φωκαικὸν ψῆγμά τι διακινῶν

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 7, Kaibel par.. 34, γρ. 14

ἀπολλύναι, ἐγὼ δὲ τοὺς νοσοῦντας σῴζειν καὶ τοὺς εὐρώ-


στους ἀνόσους οἳ ἂν ἐμοὶ πείθωνται παρέχειν μέχρι γήρως
ζῶντας. τοιγαροῦν σὲ μὲν Μακεδόνες δορυφοροῦσιν,
ἐμὲ δὲ καὶ οἱ μέλλοντες ἔσεσθαι. Ζεὺς γὰρ ἐγὼ αὐτοῖς
βίον παρέχω.’ πρὸς ὃν ὡς μελαγχολῶντα ἐπέστελλεν ὁ
Φίλιππος· ‘Φίλιππος Μενεκράτει ὑγιαίνειν.’ παρα-
πλησίως δὲ ἐπέστελλε καὶ Ἀρχιδάμῳ τῷ Λακεδαιμονίων
βασιλεῖ καὶ τοῖς ἄλλοις ὅσοις ἔγραφεν, οὐκ ἀπεχόμενος
τοῦ Διός. καλέσας δ' αὐτόν ποτε ἐπὶ δεῖπνον ὁ Φί-
λιππος μετὰ τῶν ἰδίων θεῶν συγκατέκλινε πάντας ἐπὶ
τῆς μέσης Κλίνης ὑψηλότατα καὶ ἱεροπρεπέστατα κε-
κοσμημένης καὶ τράπεζαν παραθείς, ἐφ' ἧς βωμὸς
ἔκειτο καὶ τῶν ἀπὸ γῆς παντοδαπῶν ἀπαρχαί. καὶ
ὁπότε τοῖς ἄλλοις παρεφέρετο τὰ ἐδώδιμα, τοῖς ἀμφὶ
Μενεκράτην ἐθυμίων καὶ ἔσπενδον οἱ παῖδες. καὶ τέλος
ὁ καινὸς Ζεὺς μετὰ τῶν ὑπηκόων γελώμενος θεῶν ἔφυγεν  
ἐκ τοῦ συμποσίου, ὡς Ἡγήσανδρος ἱστορεῖ (FHG IV 414)·
μνημονεύει δὲ τοῦ Μενεκράτους καὶ Ἄλεξις ἐν Μίνῳ
(II 346 K).
141

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 10, Kaibel par.. 4, γρ. 33

  πρόσθεν Πισαίου, ξεῖνε, θυηπολίου·


  ὃν γὰρ ἐπόμπευσεν βοῦν ἄζυγον, εἰς κρέα τόνδε
  κόψας πάντα κατ' οὖν μοῦνος ἐδαίσατό νιν.
Ἀστυάναξ δ' ὁ Μιλήσιος τρὶς Ὀλύμπια νικήσας κατὰ
τὸ ἑξῆς παγκράτιον, κληθείς ποτε ἐπὶ δεῖπνον ὑπὸ
Ἀριοβαρζάνου τοῦ Πέρσου καὶ ἀφικόμενος ὑπέσχετο
φαγεῖν πάντα τὰ πᾶσι παρασκευασθέντα καὶ κατέφαγε.
τοῦ Πέρσου δ' αὐτὸν ἀξιώσαντος, ὡς ὁ Θεόδωρος
ἱστορεῖ (FHG IV 513), ἄξιόν τι ποιῆσαι τῶν κατὰ τὴν
ἰσχὺν φακὸν τῆς Κλίνης περίχαλκον ὄντα κλάσας ἐξέ-
τεινε μαλάξας. τελευτήσαντος δ' αὐτοῦ καὶ κατακαυ-
θέντος οὐκ ἐχώρησε μία ὑδρία τὰ ὀστέα, μόλις δὲ
δύο. καὶ τὰ τοῖς ἐννέα ἀνδράσι παρεσκευασμένα
παρὰ τῷ Ἀριοβαρζάνῃ εἰς τὸ δεῖπνον μόνον κατα-
φαγεῖν.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 10, Kaibel par.. 15, γρ. 15

αὑτόν· κἆτ' ἔδει καὶ τοὺς λοιποὺς παρεῖναι δεδειπνη-


κότας. ἦν γὰρ τὸ τοῦ Μενεδήμου τοιοῦτον ἄριστον.
μετὰ δὲ ταῦτα εἰσεκάλουν τοὺς παραγινομένους· ὧν,
ὡς ἔοικεν, ὅτε προτερήσειαν ἔνιοι τῆς ὥρας, ἀνακάμ-
πτοντες παρὰ τὰς θύρας ἀνεπυνθάνοντο τῶν ἐξιόντων
παίδων τί τὸ παρακείμενον εἴη καὶ πῶς ἔχοι τῆς τοῦ
χρόνου συμμετρίας τὸ ἄριστον. ὅτε μὲν οὖν ἀκούσειαν
λάχανον ἢ τάριχος, ἀνεχώρουν, ὅτε δ' ὅτι κρεᾴδιον,
εἰσῄεσαν εἰς τὸν ἐπὶ τοῦτο παρεσκευασμένον οἶκον.
ἦν δὲ τοῦ μὲν θέρους ἡτοιμασμένη ψίαθος ἐφ' ἑκάστης
Κλίνης, τοῦ δὲ χειμῶνος κώδιον· προσκεφάλαιον δὲ
αὐτὸν φέρειν ἕκαστον ἔδει. τὸ δὲ περιαγόμενον πο-
τήριον οὐ μεῖζον ἦν κοτυλιαίου, τράγημα δὲ θέρμος
μὲν ἢ κύαμος συνεχῶς, ποτὲ δὲ καὶ τῶν ὡρίων εἰσε-
φέρετό τι, τοῦ μὲν θέρους ἄπιος ἢ ῥόα, τοῦ δ' ἔαρος
ὦχροι, κατὰ δὲ τὴν χειμερινὴν ὥραν ἰσχάδες. μαρ-
τυρεῖ δὲ καὶ περὶ τούτων Λυκόφρων ὁ Χαλκιδεὺς
γράψας σατύρους Μενέδημον, ἐν οἷς φησιν ὁ Σιληνὸς
πρὸς τοὺς σατύρους (p. 636 N)·
142

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 10, Kaibel par.. 46, γρ. 28

καὶ τὸν τρόπον ἀκόλαστος καὶ βωμολόχους εἶχε περὶ


αὑτὸν συχνοὺς καὶ τῶν περὶ τὴν μουσικὴν ὄντων καὶ
τῶν τὰ γέλοια λεγόντων. πιὼν δὲ τὴν νύκτα πᾶσαν  
καὶ μεθυσθεὶς πολὺ καὶ πατάξας ἀφεὶς ἅπαντας τοὺς
ἄλλους ἀπαλλάττεσθαι ἤδη πρὸς ἡμέραν ἐκώμαζεν ὡς
τοὺς πρέσβεις τοὺς τῶν Ἀθηναίων.’ Καρύστιος δὲ
ἐν τοῖς ἱστορικοῖς ὑπομνήμασιν (FHG IV 357) ‘ὅτε,
φησί, μεθύειν προῃρεῖτο Φίλιππος, τοῦτ' ἔλεγε ‘χρὴ
πίνειν· Ἀντίπατρος γὰρ ἱκανός ἐστι νήφων.’ κυβεύον-
τος δέ ποτε αὐτοῦ καί τινος ἀγγείλαντος ὡς Ἀντίπατρος
πάρεστι, διαπορήσας ὦσεν ὑπὸ τὴν Κλίνην τὸν ἄβακα.’
 φιλοπότας δὲ καὶ μεθύσους καταλέγει Θεό-
πομπος Διονύσιον τὸν νεώτερον, Σικελίας τύραννον,
ὃν καὶ τὰς ὄψεις ὑπὸ τοῦ οἴνου διαφθαρῆναι. Ἀρι-
στοτέλης δ' ἐν τῇ Συρακοσίων Πολιτείᾳ (p. 528 R)
καὶ συνεχῶς φησιν αὐτὸν ἔσθ' ὅτε ἐπὶ ἡμέρας ἐνενή-
κοντα μεθύειν· διὸ καὶ ἀμβλυωπότερον γενέσθαι τὰς
ὄψεις. Θεόφραστος δέ φησι καὶ τοὺς ἑταίρους αὐτοῦ
κολακεύοντας τὴν τυραννίδα προσποιεῖσθαι μὴ βλέπειν
καὶ ὑπ' αὐτοῦ τοῦ Διονυσίου χειραγωγεῖσθαι καὶ μήτε
τὰ παρατιθέμενα τῶν ἐδεσμάτων μήτε τὰς κύλικας

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 11, Kaibel par.. 72, γρ. 22

φησὶ κατεσκευασμένας. ἦν δὲ οὗτος τὸ γένος Βοιώ-


τιος ἐξ Ἐλευθερῶν, υἱὸς Μύρωνος τοῦ ἀνδριαντοποιοῦ,
ὡς Πολέμων φησὶν ἐν αʹ περὶ Ἀκροπόλεως (fr. 2 Pr).
ἀγνοεῖ δ' ὁ γραμματικὸς ὅτι τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν
ἀπὸ κυρίων ὀνομάτων οὐκ ἄν τις εὕροι γινόμενον,
ἀλλ' ἀπὸ πόλεων ἢ ἐθνῶν. Ἀριστοφάνης τε γὰρ ἐν
Εἰρήνῃ φησί (143)·  
  τὸ δὲ πλοῖον ἔσται Ναξιουργὴς κάνθαρος.
Κριτίας τε ἐν τῇ Λακεδαιμονίων Πολιτείᾳ (FHG II 69)·
’Κλίνη Μιλησιουργὴς καὶ δίφρος Μιλησιουργής, Κλίνη
Χιουργὴς καὶ τράπεζα Ῥηνιοεργής.’ Ἡρόδοτός τε ἐν
τῇ ἑβδόμῃ φησί (c. 76)· ‘προβόλους δύο Λυκοεργέας.’
μήποτ' οὖν καὶ παρὰ τῷ Ἡροδότῳ ὡς καὶ παρὰ τῷ
Δημοσθένει γραπτέον Λυκιοεργέας, ἵν' ἀκούηται τὰ
143

ἐν Λυκίᾳ εἰργασμένα.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 11, Kaibel par.. 100, γρ. 11

         λάγυνον δὲ μέτρου λέγουσιν εἶναι ὄνομα  


παρὰ τοῖς Ἕλλησιν, ὡς χοὸς καὶ κοτύλης. [χωρεῖν δ'
αὐτὸ κοτύλας Ἀττικὰς δώδεκα.] καὶ ἐν Πάτραις δέ
φασι τοῦτ' εἶναι τὸ μέτρον τὴν λάγυνον. ἀρσενικῶς
δὲ εἴρηκε τὸν λάγυνον Νικόστρατος μὲν ἐν Ἑκάτῃ
(II 223 K)·
   τῶν κατεσταμνισμένων
   ἡμῖν λαγύνων πηλίκοι τινές; {Β.} τρίχους.
καὶ πάλιν·
   τὸν μεστὸν ἡμῖν φέρε λάγυνον.
καὶ ἐν τῇ ἐπιγραφομένῃ Κλίνῃ (ib. 224)·
   καὶ δυσχερὴς λάγυνος οὗτος πλησίον
   ὄξους.
Δίφιλος ἐν Ἀνασῳζομένοις (ib. 544)·
  λάγυνον ἔχω κενόν, ὦ γραῦ, θύλακον δὲ μεστόν.
Λυγκεὺς δ' ὁ Σάμιος ἐν τῇ πρὸς Διαγόραν Ἐπιστολῇ
γράφει· ‘καθ' ὃν χρόνον ἐπεδήμησας ἐν Σάμῳ, Δια-
γόρα, πολλάκις οἶδά σε παραγινόμενον εἰς τοὺς παρ'
ἐμοὶ πότους, ἐν οἷς λάγυνος κατ' ἄνδρα κείμενος οἰνο-
χοεῖτο, πρὸς ἡδονὴν διδοὺς ἑκάστῳ ποτήριον.’ Ἀρι-
στοτέλης δ' ἐν τῇ Θετταλῶν Πολιτείᾳ (fr. 452 R)

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 12, Kaibel par.. 9, γρ. 19

τρυφὴ καὶ τοὺς ταῖς λόγχαις καθωπλισμένους ἀγύρτας


ἀποφαίνειν. καὶ προελθὼν δὲ γράφει· ‘τοῖς γοῦν πο-  
ρίσασί τι αὐτῷ ἡδὺ βρῶμα διδοὺς ἆθλα τοῦ πορισθέν-
τος οὐχ ἑτέραις ἡδύνων ταῦτα τιμαῖς παρετίθει, πολὺ
δὲ μᾶλλον αὐτὸς ἀπολαύειν αὐτῶν, νοῦν οὐκ ἔχων·
τοῦτο μὲν γάρ ἐστιν ὁ λεγόμενος, οἶμαι, [καὶ] Διὸς
ἅμα καὶ βασιλέως ἐγκέφαλος.’ Χάρης δ' ὁ Μιτυλη-
ναῖος ἐν τῇ πέμπτῃ τῶν περὶ Ἀλέξανδρον Ἱστοριῶν
(scr. h. Al. M. p. 117) ‘εἰς τοῦτο, φησίν, ἧκον τρυφῆς οἱ
τῶν Περσῶν βασιλεῖς ὥστε ἔχεσθαι τῆς βασιλικῆς κλί-
νης ὑπὲρ κεφαλῆς οἴκημά τι πεντάκλινον, ἐν ᾧ χρυσίου
πεντακισχίλια διὰ παντὸς ἔκειτο τάλαντα, καὶ τοῦτο
144

ἐκαλεῖτο προσκεφάλαιον βασιλικόν. καὶ πρὸς ποδῶν


ἕτερον οἴκημα τρίκλινον, οὗ τάλαντα τρισχίλια ἔκειτο
ἀργυρίου, καὶ προσηγορεύετο βασιλικὸν ὑποπόδιον. ἦν
δ' ἐν τῷ κοιτῶνι καὶ λιθοκόλλητος ἄμπελος χρυσῆ
ὑπὲρ τῆς Κλίνης (τὴν δ' ἄμπελον ταύτην Ἀμύντας
φησὶν ἐν τοῖς Σταθμοῖς (p. 136 M) καὶ βότρυας ἔχειν ἐκ
τῶν πολυτελεστάτων ψήφων συντεθειμένους) οὐ μακράν
τε ταύτης ἀνακεῖσθαι κρατῆρα χρυσοῦν Θεοδώρου τοῦ
Σαμίου ποίημα. Ἀγαθοκλῆς δ' ἐν τρίτῳ περὶ Κυζίκου

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 12, Kaibel par.. 9, γρ. 25

ἅμα καὶ βασιλέως ἐγκέφαλος.’ Χάρης δ' ὁ Μιτυλη-


ναῖος ἐν τῇ πέμπτῃ τῶν περὶ Ἀλέξανδρον Ἱστοριῶν
(scr. h. Al. M. p. 117) ‘εἰς τοῦτο, φησίν, ἧκον τρυφῆς οἱ
τῶν Περσῶν βασιλεῖς ὥστε ἔχεσθαι τῆς βασιλικῆς κλί-
νης ὑπὲρ κεφαλῆς οἴκημά τι πεντάκλινον, ἐν ᾧ χρυσίου
πεντακισχίλια διὰ παντὸς ἔκειτο τάλαντα, καὶ τοῦτο
ἐκαλεῖτο προσκεφάλαιον βασιλικόν. καὶ πρὸς ποδῶν
ἕτερον οἴκημα τρίκλινον, οὗ τάλαντα τρισχίλια ἔκειτο
ἀργυρίου, καὶ προσηγορεύετο βασιλικὸν ὑποπόδιον. ἦν
δ' ἐν τῷ κοιτῶνι καὶ λιθοκόλλητος ἄμπελος χρυσῆ
ὑπὲρ τῆς Κλίνης (τὴν δ' ἄμπελον ταύτην Ἀμύντας
φησὶν ἐν τοῖς Σταθμοῖς (p. 136 M) καὶ βότρυας ἔχειν ἐκ
τῶν πολυτελεστάτων ψήφων συντεθειμένους) οὐ μακράν
τε ταύτης ἀνακεῖσθαι κρατῆρα χρυσοῦν Θεοδώρου τοῦ
Σαμίου ποίημα. Ἀγαθοκλῆς δ' ἐν τρίτῳ περὶ Κυζίκου
(FHG IV 289) ἐν Πέρσαις φησὶν εἶναι καὶ τὸ χρυσοῦν
καλούμενον ὕδωρ. εἶναι δὲ τοῦτο λιβάδας ἑβδομήκοντα,
καὶ μηδένα πίνειν ἀπ' αὐτοῦ ἢ μόνον βασιλέα καὶ τὸν
πρεσβύτατον αὐτοῦ τῶν παίδων· τῶν δ' ἄλλων ἐάν
τις πίῃ, θάνατος ἡ ζημία.
         Ξενοφῶν δὲ ἐν ὀγδόῳ

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 12, Kaibel par.. 46, γρ. 6

μάσαι καὶ Διονύσῳ Χοοπότῃ θυσιάσαντα καὶ τὴν Χοῶν


ἑορτὴν αὐτόθι καταδεῖξαι. Κλέαρχος δὲ ἐν πρώτῳ
περὶ Φιλίας (FHG II 313) τὸν Θεμιστοκλέα φησὶ τρίκλι-
νον οἰκοδομησάμενον περικαλλέστατον ἀγαπᾶν ἂν
ἔφησεν, εἰ τοῦτον φίλων πληρώσειεν.  
145

 Χαμαιλέων δ' ὁ Ποντικὸς ἐν τῷ περὶ Ἀνα-


κρέοντος (fr. 11 Koep) προθεὶς τὸ
   ξανθῇ δ' Εὐρυπύλῃ μέλει
  ὁ περιφόρητος Ἀρτέμων,
τὴν προσηγορίαν ταύτην λαβεῖν τὸν ΑΡΤΕΜΩΝΑ διὰ τὸ
τρυφερῶς βιοῦντα περιφέρεσθαι ἐπὶ Κλίνης. καὶ γὰρ
Ἀνακρέων αὐτὸν ἐκ πενίας εἰς τρυφὴν ὁρμῆσαί φη-
σιν ἐν τούτοις (fr. 21 B49)·
  πρὶν μὲν ἔχων βερβέριον καλύμματ' ἐσφηκωμένα
  καὶ ξυλίνους ἀστραγάλους ἐν ὠσὶ καὶ ψιλὸν περὶ
  πλευρῇσι ..... βοός,
  νεόπλυτον εἴλυμα κακῆς ἀσπίδος, ἀρτοπώλισιν
  κἀθελοπόρνοισιν ὁμιλέων ὁ πονηρὸς Ἀρτέμων,
  κίβδηλον εὑρίσκων βίον,
  πολλὰ μὲν ἐν δουρὶ τιθεὶς αὐχένα, πολλὰ δ' ἐν τροχῷ,
  πολλὰ δὲ νῶτα σκυτίνῃ μάστιγι θωμιχθείς, κόμην

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 12, Kaibel par.. 54, γρ. 5

ὁπλοφυλάκων ὑπερπεπαικὼς πᾶσαν κολακείαν κοινω-


σάμενος τῷ Ἀλεξάνδρῳ ἐκέλευσε τὸν κήρυκα ἀνειπεῖν
ὅτι ‘Γόργος ὁ ὁπλοφύλαξ Ἀλέξανδρον Ἄμμωνος υἱὸν
στεφανοῖ χρυσοῖς τρισχιλίοις, καὶ ὅταν Ἀθήνας πολιορκῇ,
μυρίαις πανοπλίαις καὶ τοῖς ἴσοις καταπέλταις καὶ
πᾶσι τοῖς ἄλλοις βέλεσιν εἰς τὸν πόλεμον ἱκανοῖς.
 Χάρης δ' ἐν τῇ δεκάτῃ τῶν περὶ Ἀλέξανδρον Ἱστο-
ριῶν (scr. Al. M. p. 118) ‘ὅτε, φησίν, εἷλε Δαρεῖον, γάμους
συνετέλεσεν ἑαυτοῦ τε καὶ τῶν ἄλλων φίλων, ἐνενήκοντα
καὶ δύο θαλάμους κατασκευασάμενος ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ.
ἦν δὲ ὁ οἶκος ἑκατοντάκλινος, ἐν ᾧ ἑκάστη ἦν Κλίνη κεκο-
σμημένη στολῇ γαμικῇ εἴκοσι μνῶν ἀργυρᾶ· ἡ δὲ αὐτοῦ
χρυσόπους ἦν. συμπαρέλαβεν δὲ εἰς τὸ συμπόσιον καὶ
τοὺς ἰδιοξένους ἅπαντας καὶ κατέκλινεν ἀντιπροσώπους
ἑαυτῷ τε καὶ τοῖς ἄλλοις νυμφίοις, τὴν δὲ λοιπὴν  
δύναμιν πεζήν τε καὶ ναυτικὴν καὶ τὰς πρεσβείας καὶ
τοὺς παρεπιδημοῦντας ἐν τῇ αὐλῇ. κατεσκεύαστο δὲ
ὁ οἶκος πολυτελῶς καὶ μεγαλοπρεπῶς ἱματίοις τε καὶ
ὀθονίοις πολυτελέσιν, ὑπὸ δὲ ταῦτα πορφυροῖς καὶ
φοινικοῖς χρυσουφέσιν. τοῦ δὲ μένειν τὴν σκηνὴν
ὑπέκειντο κίονες εἰκοσαπήχεις περίχρυσοι καὶ διάλιθοι
146

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 12, Kaibel par.. 55, γρ. 3

ἔκτοτε οἱ πρότερον καλούμενοι Διονυσοκόλακες Ἀλε-


ξανδροκόλακες ἐκλήθησαν διὰ τὰς τῶν δώρων ὑπερ-
βολάς, ἐφ' οἷς καὶ ἥσθη ὁ Ἀλέξανδρος. ὑπεκρίθησαν
δὲ τραγῳδοὶ μὲν Θεσσαλὸς καὶ Ἀθηνόδωρος καὶ Ἀρι-
στόκριτος, κωμῳδοὶ δὲ Λύκων καὶ Φορμίων καὶ Ἀρί-
στων. παρῆν δὲ καὶ Φασίμηλος ὁ ψάλτης. οἱ δὲ πεμ-
φθέντες, φησί, στέφανοι ὑπὸ τῶν πρεσβευτῶν καὶ τῶν
λοιπῶν ταλάντων ἦσαν μυρίων πεντακισχιλίων.’
         Πο-
λύκλειτος δ' ὁ Λαρισαῖος ἐν τῇ ὀγδόῃ τῶν Ἱστοριῶν
(scr. Al. M. p. 132) καὶ ἐπὶ χρυσῆς Κλίνης κοιμᾶσθαί
φησι τὸν Ἀλέξανδρον καὶ αὐλητρίδας αὐτῷ καὶ αὐλη-
τὰς αἰεὶ ἕπεσθαι ἐπὶ τὸ στρατόπεδον καὶ πίνειν ἄχρι
τῆς ἕω. Κλέαρχος δ' ἐν τοῖς περὶ Βίων (FHG II 309)
περὶ Δαρείου λέγων τοῦ καθαιρεθέντος ὑπὸ τοῦ Ἀλεξ-
άνδρου φησίν· ‘ὁ Περσῶν βασιλεὺς ἀθλοθετῶν τοῖς
τὰς ἡδονὰς αὐτῷ πορίζουσιν ὑπὸ πάντων τῶν ἡδέων
ἡττωμένην ἀπέδειξε τὴν βασιλείαν καὶ καταγωνιζόμενος
ἑαυτὸν οὐκ ᾔσθετο πρότερον ἢ τὸ σκῆπτρον ἕτεροι
λαβόντες ἀνεκηρύχθησαν.’ Φύλαρχος δ' ἐν τῇ τρίτῃ
καὶ εἰκοστῇ τῶν Ἱστοριῶν (FHG I 345)

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 12, Kaibel par.. 80, γρ. 9

φησιν (fr. 121 B49) ἰδεῖν ‘ἄνθε' ἀμέργουσαν παῖδ' ἄγαν


ἁπαλάν.’‘
 οὕτω δ' ἐξήρτηντο τῶν ἡδυπαθειῶν οἱ τότε
ὡς καὶ Καλλιπύγου Ἀφροδίτης ἱερὸν ἱδρύσασθαι ἀπὸ
τοιαύτης αἰτίας. ἀνδρὶ ἀγροίκῳ ἐγένοντο δύο καλαὶ
θυγατέρες· αὗται φιλονικήσασαί ποτε πρὸς ἑαυτὰς
προελθοῦσαι ἐπὶ τὴν λεωφόρον διεκρίνοντο ποτέρα εἴη
καλλιπυγοτέρα. καί ποτε παρίοντος νεανίσκου πατέρα
πρεσβύτην ἔχοντος ἐπέδειξαν ἑαυτὰς καὶ τούτῳ· καὶ
ὃς θεασάμενος ἔκρινε τὴν πρεσβυτέραν· ἧς καὶ εἰς
ἔρωτα ἐμπεσὼν ἐλθὼν εἰς ἄστυ κλινήρης γίνεται καὶ
διηγεῖται τὰ γεγενημένα τῷ ἀδελφῷ ἑαυτοῦ ὄντι νεω-
τέρῳ. ὃ δὲ καὶ αὐτὸς ἐλθὼν εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ
θεασάμενος τὰς παῖδας ἐρᾷ καὶ αὐτὸς τῆς ἑτέρας. ὁ δ'
οὖν πατὴρ ἐπεὶ παρακαλῶν αὐτοὺς ἐνδοξοτέρους λαβεῖν
γάμους οὐκ ἔπειθεν, ἄγεται ἐκ τοῦ ἀγροῦ τὰς παῖδας
147

αὐτοῖς, πείσας ἐκείνων τὸν πατέρα, καὶ ζεύγνυσι τοῖς


υἱοῖς. αὗται οὖν ὑπὸ τῶν πολιτῶν καλλίπυγοι ἐκα-
λοῦντο, ὡς καὶ ὁ Μεγαλοπολίτης Κερκιδᾶς ἐν τοῖς
Ἰάμβοις ἱστορεῖ λέγων (PL II 513, fr. 1 B49)·
  ἦν καλλιπύγων ζεῦγος ἐν Συρακούσαις.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 13, Kaibel par.. 5, γρ. 35


καὶ οὐ νόθοι βασιλεῖς γεννηθήσονται.’ καὶ ὁ Ἀλέξαν-
δρος ἀκούσας ἔβαλεν ᾗ μετὰ χεῖρας εἶχεν κύλικι τὸν
Ἄτταλον, ἔπειτα κἀκεῖνος αὐτὸν τῷ ποτηρίῳ. καὶ μετὰ
ταῦτα Ὀλυμπιὰς μὲν εἰς Μολοττοὺς ἔφυγεν, Ἀλέξαν-
δρος δ' εἰς Ἰλλυριούς. καὶ ἡ Κλεοπάτρα δ' ἐγέννησε
τῷ Φιλίππῳ θυγατέρα τὴν κληθεῖσαν Εὐρώπην.’ φι-
λογύνης δ' ἦν καὶ Εὐριπίδης ὁ ποιητής. Ἱερώνυμος
γοῦν ἐν Ἱστορικοῖς Ὑπομνήμασίν φησιν οὕτως (fr. 6 Hi)·
’εἰπόντος Σοφοκλεῖ τινος ὅτι μισογύνης ἐστὶν Εὐριπί-
δης, ἔν γε ταῖς τραγῳδίαις, ἔφη ὁ Σοφοκλῆς· ἐπεὶ ἔν
γε τῇ κλίνῃ φιλογύνης.’
 αἱ δὲ γαμεταὶ ἡμῶν γυναῖκες οὔκ εἰσι τοιαῦται
οἵας Εὔβουλός φησιν ἐν Στεφανοπώλισιν (II 198 K)·  
  μὰ Δί' οὐχὶ περιπεπλασμέναι ψιμυθίοις
  οὐδ' ὥσπερ ὑμεῖς συκαμίνῳ τὰς γνάθους
  κεχριμέναι. κἂν ἐξίητε τοῦ θέρους,
  ἀπὸ τῶν μὲν ὀφθαλμῶν ὑδρορρόαι δύο
  ῥέουσι μέλανος,

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 13, Kaibel par.. 48, γρ. 4

τος, προπιοῦσα ποτήριον αὐτῷ ἡ Γνάθαινα ‘λαβέ, ἔφη-


σεν, ὑπερήφανε.’ καὶ ὃς ‘ἐγὼ ὑπερήφανος;’ ‘τίς δὲ
μᾶλλον’, εἶπεν ἡ Γνάθαινα, ‘ὃς οὐδὲ καλούμενος ἔρχῃ;’
Νικὼ δὲ ἡ Αἲξ ἐπικαλουμένη, φησὶν ὁ Λυγκεύς, πα-
ρασίτου τινὸς ἀπαντήσαντος λεπτοῦ ἐξ ἀρρωστίας, ‘ὡς
ἰσχνός’ ἔφη. ‘τί γὰρ οἴει με ἐν τρισὶν ἡμέραις κατα-
βεβρωκέναι;’ ‘ἤτοι τὴν λήκυθον, ἔφη, ἢ τὰ ὑποδήματα.’
 Μετάνειρα δὲ ἡ ἑταίρα, Δημοκλέους τοῦ παρασίτου
Λαγυνίωνος ἐπίκλην καταπεσόντος ἔν τινι κονιάματι,
’καὶ γὰρ σύ, φησί, σαυτὸν ἔδωκας οὗ ψῆφοι εἰσίν.’
διαπηδῶντος δ' αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πλησίον Κλίνην ‘πρόσεχε,
φησί, μὴ ἀνατραπῇς.’ τοῦτο ἱστορεῖ Ἡγήσανδρος  
(FHG IV 419). Ἀριστόδημος δ' ἐν δευτέρῳ Γελοίων
Ἀπομνημονευμάτων ‘Γνάθαιναν, φησί, δύο ἐμισθώσαντο,
148

στρατιώτης καὶ μαστιγίας· ἀναγωγότερον οὖν τοῦ στρα-


τιώτου λάκκον αὐτὴν εἰπόντος ‘πῶς; ἔφησεν· ἢ ὅτι
δύο ποταμοὶ ἐμβάλλετέ μοι, Λύκος καὶ Ἐλεύθερος;’
ἐπὶ δὲ τὴν θυγατέρα τῆς Γναθαίνης πτωχῶν ἐραστῶν
κωμαζόντων καὶ ἀπειλούντων κατασκάψειν τὴν οἰκίαν·
ἐνηνοχέναι γὰρ δικέλλας καὶ ἄμας, ‘εἰ ταῦτ' εἴχεθ'
ὑμεῖς,’ εἶπεν ἡ Γνάθαινα, ‘ἐνέχυρα θέντες τὸ μίσθωμα

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές Book 15, Kaibel par.. 7, γρ. 31

δῆλον ἐκ τοῦ καὶ οἰκήματα ἐπιτήδεια τῇ παιδιᾷ κατα-


σκευάζεσθαι, ὡς ἱστορεῖ Δικαίαρχος ἐν τῷ περὶ
Ἀλκαίου (FHG II 246). οὐκ ἀπεικότως οὖν οὐδ' ὁ Καλλί-
μαχος Σικελὴν τὴν λάταγα προσηγόρευσεν. μνημονεύει
τῶν λατάγων καὶ τῶν κοττάβων καὶ ὁ Χαλκοῦς καλούμε-
νος Διονύσιος ἐν τοῖς Ἐλεγείοις διὰ τούτων (fr. 3 B)·
  κότταβον ἐνθάδε σοι τρίτον ἑστάναι οἱ δυσέρωτες
  ἡμεῖς προστίθεμεν γυμνασίῳ Βρομίου
  κώρυκον. οἱ δὲ παρόντες ἐνείρετε χεῖρας ἅπαντες
  ἐς σφαίρας κυλίκων· καὶ πρὶν ἐκεῖνον ἰδεῖν,
  ὄμματι βηματίσαισθε τὸν αἰθέρα τὸν κατὰ Κλίνην,
  εἰς ὅσον αἱ λάταγες χωρίον ἐκτέταται.
 ἐπὶ τούτοις ὁ Οὐλπιανὸς ᾔτει πιεῖν μεγάλῃ κύλικι,
ἐπιλέγων ἐκ τῶν αὐτῶν ἐλεγείων καὶ τόδε (fr. 4)·  
  ’ὕμνους οἰνοχοεῖν ἐπιδέξια σοί τε καὶ ἡμῖν
  τόνδε τὸν ἀρχαῖον τηλεδαπόν τε φίλον
  εἰρεσίῃ γλώσσης ἀποπέμψομεν εἰς μέγαν αἶνον
  τοῦδ' ἐπὶ συμποσίου· δεξιότης δὲ λόγου
Φαίακος Μουσῶν ἐρέτας ἐπὶ σέλματα πέμπει.
κατὰ γὰρ τὸν νεώτερον Κρατῖνον, ὃς ἐν Ὀμφάλῃ
φησίν (II 290 K)·

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) “Athenaei dipnosophistarum


ep., vols. 2.1–2.2”, Ed. Peppink, [Link]: Brill, 2.1:1937; 2.2:1939.
Τόμ. 2,1, σελ. 33, γρ. 17

σκληροπέκται καὶ θαυματουργοὶ γυναῖκες εἰς ξίφη κυβιστῶσαι καὶ πῦρ


ἐκ
τοῦ στόματος ἐκριπίζουσαι γυμναί. ἐπεὶ δὲ καὶ τούτων ἀπηλλάγημεν,
θερ-
149

μός τις καὶ ζωρότερος πότος ἐκλαμβάνει πάλιν ἡμᾶς, οἴνων ὄντων ἡμῖν
Θασίων καὶ Μενδαίων καὶ Λεσβίων, χρυσίδων πάνυ μεγάλων ἑκάστῳ
προ-
σενεχθεισῶν. καὶ μετὰ τὸν πότον ὑελοῦς πίναξ δίπηχύς που τὴν
διάμετρον
ἐν θήκῃ κατακείμενος ἀργυρᾷ πλήρης ἰχθύων ὀπτῶν παντὰ γένη
συνηθροις-
μένων, ἅπασί τε προσεδόθη καὶ ἀργυροῦν ἀρτοφόρον ἄρτων
Καππαδοκίων,
ὧν τὰ μὲν ἐφάγομεν, τὰ δὲ τοῖς θεράπουσιν ἐπιδεδώκαμεν. καὶ νιψάμενοι
τὰς χεῖρας ἐστεφανούμεθα καὶ πάλιν στλεγγίδας ἐλάβομεν χρυσᾶς,
διπλασίους
τῶν πρότερον, καὶ ἄλλο διλήκυθον μύρου. ἡσυχίας δὲ γενομένης ἐξαλλό-
μενος τῆς Κλίνης Πρωτέας αἰτεῖ σκύφον χοαῖον καὶ πλήσας οἴνου
Θασίου
ὀλίγον ἐπιρράνας ὕδατος ἐξέπιεν εἰπών· ὁ πλεῖστα πίνων πλεῖστα
κεὐφραν-
θήσεται. καὶ ὁ Κάρανος ἔφη· ἐπεὶ πρῶτος ἔπιες, ἔχε πρῶτος καὶ τὸν
σκύφον δῶρον· τοῦτο δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις ὅσοι ἂν πίωσιν ἔσται γέρας. οἱ
δ' ἐννέα πάντες ἀνέσταν ἁρπάζοντες κἄλλος ἄλλος φθάνοντες. εἷς δ'
ἄθλιος
οὐ δυνάμενος πιεῖν ἀνακαθίσας ἔκλαιεν ἄσκυφος γενόμενος, καὶ ὁ
Κάρανος
αὐτῷ χαρίζεται κενὸν τὸ ἔκπωμα.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 41, γρ. 4

ἐκτένειαν. Δημήτριος δ' ὁ Σκήψιος τὴν τῶν Καρνίων παρὰ


Λακεδαιμονίοις
ἑορτὴν μίμημά φησιν εἶναι στρατιωτικῆς ἀγωγῆς. τόπους μὲν γὰρ εἶναι
ἐννέα τῷ ἀριθμῷ, σκιάδες δὲ οὗτοι καλοῦνται, σκηναῖς ἔχοντές τι παρα-
πλήσιον· καὶ ἐννέα καθ' ἕκαστον ἄνδρες δειπνοῦσι πάντα τε ἀπὸ
προστάγματος
κηρύσσεται καὶ γίνεται ἡ ἑορτὴ ἐφ' ἡμέρας ἐννέα. τὴν δὲ τῆς διαίτης
σκληρότητα ὕστερον οἱ Λάκωνες καταλύσαντες ἐξώκειλαν εἰς τρυφήν,
οὔτε
θέλοντες ἥκειν εἰς τὰ φειδίτια κατὰ τὸ πάτριον ἔθος, καὶ εἰ ἔλθοιεν ἐν  
στρωμναῖς πολυτελῶς ἠσκημέναις ἀνακείμενοι οὕτως τῇ ποικιλίᾳ
διαφόρως
ὡς τῶν ξένων ἐνίους τῶν παραληφθέντων ὀκνεῖν τὸν ἀγκῶνα ἐπὶ τὰ
προσκε-
150

φάλαια ἐρείδειν. οἱ δὲ πρότερον ἐπὶ τοῦ κλιντηρίου ψιλοῦ διεκαρτέρουν


τῆς
Κλίνης παρ' ὅλην τὴν συνουσίαν, ὅτε τὸν ἀγκῶνα ἅπαξ ἐρείσειαν. ἦρξαν
δὲ
τῆς τοιαύτης βλακείας οἱ μικρὸν πρὸ Κλεομένους βασιλεύσαντες Ἄρευς
καὶ Ἀκρότατος αὐλικὴν ἐξουσίαν ζηλώσαντες· οὓς τοσοῦτον αὖθις
ὑπερῆράν
τινες τῶν ἰδιωτῶν τῇ πολυτελείᾳ, ὡς δοκεῖν τὸν Ἄρεα καὶ Ἀκρότατον
εὐτελείᾳ πάντας ὑπερβεβηκέναι τοὺς ἀφελεστάτους τῶν πρότερον.
Κλεομένης
δὲ πολὺ διενέγκας τῷ συνιδεῖν πράγματα καίτοι νέος ὢν ἀφελὴς τὴν
δίαιταν
γέγονε. πρεσβειῶν οὖν πολλῶν πρὸς αὐτὸν ἀφικομένων οὐδέποτε πλεῖον
πεντακλίνου διεστρώννυτο· ὅτε δὲ μὴ παρείη πρεσβεία, τρίκλινον. καὶ
πρό-
σταγμα οὐκ ἐγίνετο τίς κατακλιθήσεται πρῶτος, ἀλλ' ὁ πρεσβύτερος
ἡγεῖτο
ἐπὶ τὰς κλίνας, εἰ μή τιν' αὐτὸς προσκαλέσαιτο. κατελαμβάνετο ἐπὶ τὸ
πολὺ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ κατακείμενος ἢ μετά τινος τῶν ἡλικιωτῶν.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 43, γρ. 18

καὶ τὸ δεῖπνον ἐκ παλαίου τεταγμένον ἐστίν. Ἡρακλείδης δ' ὁ Κυμαῖός


φησιν· οἱ θεραπεύοντες τοὺς Περσῶν βασιλεῖς δειπνοῦντας λελουμένοι
δια-
κονοῦσιν ἐσθῆτας λευκὰς ἔχοντες. τῶν δὲ συνδείπνων αὐτοῦ οἳ μὲν ἔξω
δειπνοῦσιν, οὓς καὶ ὁρᾶν ἔξεστι τῷ βουλομένῳ, οἳ δὲ εἴσω μετὰ
βασιλέως.
καὶ οὗτοι δὲ οὐ συνδειπνοῦσιν αὐτῷ, ἀλλ' ἔστιν οἰκήματα δύο καταντικρὺ

ἀλλήλων, ἐν ᾧ ὁ βασιλεὺς τὸ ἄριστον ποιεῖται καὶ ἐν ᾧ οἱ σύνδειπνοι·


καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκείνους ὁρᾷ διὰ τοῦ παρακαλύμματος τοῦ ἐπὶ θύρᾳ,
ἐκεῖνοι
δ' αὐτὸν οὐχ ὁρῶσιν. ποτὲ δὲ ἐν ἑορταῖς ἐν τῷ μεγάλῳ οἴκῳ πάντες συν-
δειπνοῦσι τῷ βασιλεῖ, ὅταν δὲ πότον ποίῃ, ποιεῖται δὲ πολλάκις, συμ-
πόται αὐτῷ εἰσιν ὡς μάλιστα δώδεκα πρὸς τῶν εὐνούχων καλούμενοι.
καὶ
οἳ μὲν κάθηνται χαμαί, ὃ δ' ἐπὶ Κλίνης χρυσόποδος κατάκειται. καὶ ὑπερ-
μεθυσθέντες ἀπέρχονται. τὰ δὲ πλεῖστα ὁ βασιλεὺς μόνος ἀριστᾷ καὶ
δειπνεῖ. ἐνίοτε δὲ καὶ ἡ γυνὴ αὐτῷ συνδειπνεῖ καὶ τῶν υἱῶν ἔνιοι. καὶ
παρὰ τὸ δεῖπνον ᾄδουσι καὶ ψάλλουσιν αἱ παλλακαὶ αὐτῷ καὶ μία μὲν
ἐξάρχει, αἱ δὲ ἄλλαι ἁθρόως ᾄδουσι. τὸ δὲ δεῖπνον αὐτῷ οἰκονομικῶς καὶ
151

ἀκριβῶς συντέτακται, εἰ καὶ ἀκούσαντι μεγαλοπρεπὲς εἶναι δόξει. ἔστι


μὲν γὰρ βασιλεῖ χίλια ἱερεῖα τῆς ἡμέρας κατακοπτόμενα· τούτων δ' εἰσὶ
καὶ ἵπποι καὶ κάμηλοι καὶ βόες καὶ ὄνοι καὶ ἔλαφοι καὶ τὰ πλεῖστα
πρόβατα. πολλοὶ δὲ καὶ ὄρνιθες ἀναλίσκονται καὶ στρουθοὶ Ἀράβιοι, ἔστι

δὲ τὸ ζῷον μέγα, καὶ χῆνες καὶ ἀλεκτρύονες. καὶ μέτρια μὲν τοῖς
συνδείπνοις
παρατίθεται, ἃ καὶ ἀποφέρεται ἕκαστος. τὰ δὲ πλεῖστα τοῖς δορυφόροις

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 44, γρ. 29

 Σωκράτης δὲ ἀναγράφων τὸ Κλεοπάτρας συμπόσιον τῆς τελευταίας Αἰ-


γύπτου βασιλευσάσης, γημαμένης δ' Ἀντωνίῳ τῷ Ῥωμαίων βασιλεῖ ἐν
Κιλικίᾳ, φησίν· ἀπαντήσασα Ἀντωνίῳ ἐν Κιλικίᾳ παρεσκεύασεν αὐτῷ
βασιλικὸν συμπόσιον, ἐν ᾧ πάντα χρύσεα καὶ λιθοκόλλητα περιττῶς
ἐξειρ-
γασμένα ταῖς τέχναις· ἦσαν δὲ καὶ οἱ τοῖχοι ἁλουργέσι καὶ διαχρύσοις
ἐμπεπετασμένοι ὕφεσι. καὶ δώδεκα τρίκλινα διαστρώσασα ἐκάλεσε τὸν
Ἀντώνιον μεθ' ὧν ἐβούλετο ἡ Κλεοπάτρα. τοῦ δὲ τῇ πολυτελείᾳ τῆς
ὄψεως
ἐκπλαγέντος ὑπομειδιάσασα ταῦτ' ἔφη πάντα δωρεῖσθαι αὐτῷ καὶ εἰς
αὔριον παρεκάλει συνδειπνῆσαι μετὰ τῶν φίλων καὶ τῶν ἡγεμόνων· καὶ
πολλῷ κρεῖττον διακοσμήσασα τὸ συμπόσιον, καὶ ταῦτα ἐδωρήσατο. τῶν

δ' ἡγεμόνων ἐφ' ᾗ ἕκαστος κατέκειτο κλίνῃ καὶ τὰ κυλίκια καθὼς ταῖς
στρωμναῖς ἐμεμέριστο, ἑκάστῳ φέρειν ἐπέτρεψε. καὶ κατὰ τὴν ἄφοδον
τοῖς
ἐν ἀξιώμασι φορεῖα σῦν τοῖς κομίζουσι, τοῖς πλείοσι δὲ καὶ καταργύροις
σκευαῖς κεκοσμημένους ἵππους, πᾶσι δὲ λαμπροφόρους παῖδας Αἰθίοπας
παρέστησε. μετὰ ταῦτα δὲ ἐν Ἀθήναις διατρίψας Ἀντώνιος περίοπτον
ὑπὲρ
τὸ θέατρον κατασκευάσας σχεδίαν χλωρᾷ πεπυκασμένην ὕλῃ, ὡς ἐπὶ τῶν

Βακχικῶν ἄντρων γίνεται, ταύτης τύμπανα καὶ νεβρίδας καὶ παντοδαπὰ


ἀθύρματα Διονυσιακὰ ἐξαρτήσας μετὰ τῶν φίλων ἐξ ἑωθινοῦ κατακλινό-
μενος ἐμεθύσκετο, συνηθροισμένων ἐπὶ τὴν θεὰν τῶν Πανελλήνων.
μετέβαινε
δ' ἐνίοτε καὶ ἐπὶ τὴν ἀκρόπολιν ἀπὸ τῶν τεγῶν λαμπάσι δᾳδουχουμένης  
πάσης τῆς Ἀθηναίων πόλεως. καὶ ἔκτοτε ἐκέλευσεν ἑαυτὸν Διόνυσον ἀνα
152

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 47, γρ. 27

φράγμα τε ποιεῖν δωδεκαστάδιον τετράγωνον, ἐν ᾧ πληροῦν ληνοὺς


πολυτε-
λοῦς πώματος, παρασκευάζειν τε τοσοῦτον βρωμάτων πλῆθος ὡς ἐφ'
ἡμέρας πλείους ἐξεῖναι τοῖς βουλομένοις εἰσερχομένοις τῶν παρασκευα-
σθέντων ἀπολαβεῖν. ἀφορίσαντος δ' αὐτοῦ προθεσμίαν τινα τῆς θοίνης
ἀφυστερήσαντά τινα τῶν βαρβάρων ποιητὴν ἀφικέσθαι καὶ
συναντήσαντα
μετὰ ᾠδῆς ὑμνεῖν αὐτοῦ τὴν ὑπεροχήν, ἑαυτὸν δ' ἀποθρηνεῖν ὅτι
ὑστέρηκεν,
τὸν δὲ τερφθέντα θυλάκιον αἰτῆσαι χρυσίου καὶ ῥῖψαι αὐτῷ
παρατρέχοντι.
ἀνελόμενον δ' ἐκεῖνον πάλιν ὑμνῆσαι λέγοντα διότι τὰ ἴχνη τῆς γῆς ἐφ'
ἧς ἁρματηλατεῖ χρυσὸν καὶ εὐεργεσίας ἀνθρώποις φέρει. ὁ δὲ καλού-
μενος φίλος τραπέζης μὲν οὐ κοινωνεῖ, χαμαὶ δ' ὑποκαθήμενος ἐφ'
ὑψηλῆς
Κλίνης κατακειμένῳ τῷ βασιλεῖ τὸ παραβληθὲν κυνιστὶ σιτεῖται καὶ
πολλάκις διὰ τὴν τυχοῦσαν ἀποσπασθεὶς τοῦ χαμαιπετοῦς δείπνου
ῥάβδοις
καὶ ἱμᾶσιν ἀστραγαλωτοῖς μαστιγοῦται καὶ γενόμενος αἱμόφυτρος τὸν
τιμωρησάμενον ὡς εὐεργέτην ἐπὶ τὸ ἔδαφος πεσὼν προσκυνεῖ. ὅτι
Σέλευκος
ὁ βασιλεὺς εἰς Μηδίαν ἀνελθὼν καὶ πολεμῶν Ἀρσάκει ᾐχμαλωτίσθη ὑπὸ
τοῦ βαρβάρου καὶ πολὺν χρόνον παρὰ τῷ Ἀρσάκει διέτριβεν ἀγόμενος
βασιλικῶς. ὅτι παρὰ Πάρθαις ὁ βασιλεὺς τήν τε Κλίνην ἐφ' ἧς μόνος
κατέκειτο μετεωροτέραν τῶν ἄλλων καὶ κεχωρισμένην εἶχε καὶ τὴν τρά-
πεζαν μόνῳ καθάπερ ἥρωι πλήρη βαρβαρικῶν θοινημάτων
παρακειμένην.
Ἡρακλέων δὲ ὁ Βερροαῖος, ὃς ὑπὸ τοῦ Γρυποῦ Ἀντιόχου τοῦ βασιλέως
ἐπαρθεὶς μικροῦ τῆς βασιλείας ἐξέβαλε τὸν εὐεργέτην,

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 47, γρ. 33

τὸν δὲ τερφθέντα θυλάκιον αἰτῆσαι χρυσίου καὶ ῥῖψαι αὐτῷ


παρατρέχοντι.
ἀνελόμενον δ' ἐκεῖνον πάλιν ὑμνῆσαι λέγοντα διότι τὰ ἴχνη τῆς γῆς ἐφ'
ἧς ἁρματηλατεῖ χρυσὸν καὶ εὐεργεσίας ἀνθρώποις φέρει. ὁ δὲ καλού-
μενος φίλος τραπέζης μὲν οὐ κοινωνεῖ, χαμαὶ δ' ὑποκαθήμενος ἐφ'
ὑψηλῆς
Κλίνης κατακειμένῳ τῷ βασιλεῖ τὸ παραβληθὲν κυνιστὶ σιτεῖται καὶ
πολλάκις διὰ τὴν τυχοῦσαν ἀποσπασθεὶς τοῦ χαμαιπετοῦς δείπνου
153

ῥάβδοις
καὶ ἱμᾶσιν ἀστραγαλωτοῖς μαστιγοῦται καὶ γενόμενος αἱμόφυτρος τὸν
τιμωρησάμενον ὡς εὐεργέτην ἐπὶ τὸ ἔδαφος πεσὼν προσκυνεῖ. ὅτι
Σέλευκος
ὁ βασιλεὺς εἰς Μηδίαν ἀνελθὼν καὶ πολεμῶν Ἀρσάκει ᾐχμαλωτίσθη ὑπὸ
τοῦ βαρβάρου καὶ πολὺν χρόνον παρὰ τῷ Ἀρσάκει διέτριβεν ἀγόμενος
βασιλικῶς. ὅτι παρὰ Πάρθαις ὁ βασιλεὺς τήν τε Κλίνην ἐφ' ἧς μόνος
κατέκειτο μετεωροτέραν τῶν ἄλλων καὶ κεχωρισμένην εἶχε καὶ τὴν τρά-
πεζαν μόνῳ καθάπερ ἥρωι πλήρη βαρβαρικῶν θοινημάτων
παρακειμένην.
Ἡρακλέων δὲ ὁ Βερροαῖος, ὃς ὑπὸ τοῦ Γρυποῦ Ἀντιόχου τοῦ βασιλέως
ἐπαρθεὶς μικροῦ τῆς βασιλείας ἐξέβαλε τὸν εὐεργέτην, ἐποιεῖτο τῶν
στρα-
τιωτῶν τὰς κατακλίσεις ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐν ὑπαίθρῳ ἀνὰ χιλίους
δειπνίζων.  
τὸ δὲ δεῖπνον ἦν ἄρτος μέγας καὶ κρέας, τὸ δὲ ποτὸν κεκράμενος οἶνος
οἷος δήποτε ὕδατι ψυχρῷ. διηκόνουν δὲ ἄνδρες μαχαιροφόροι καὶ σιωπὴ
ἦν
εὔτακτος. ἐν δὲ τῇ Ῥωμαίων πόλει, ὅταν εὐωχῶνται ἐν τῷ τοῦ
Ἡρακλέους
ἱερῷ, δειπνίζοντος τοῦ κατὰ καιρὸν θριαμβεύοντος, καὶ ἡ παρασκευὴ τῆς
εὐωχίας Ἡρακλεωτική ἐστιν. οἰνοχοεῖται μὲν γὰρ οἰνόμελι, τὰ δὲ βρώ

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 92, γρ. 35

ἐξελθεῖν φρέαρ, ἄγχειν, φονεύειν, μαρτυρεῖν, ὅσ' ἂν τύχῃ τις εἰπών, ταῦτ'
ἀπροσκέπτως ποιεῖν ἅπαντα. καὶ καλοῦσι μ' οἱ νεώτεροι διὰ ταῦτα πάντα
σκηπτόν. ἀγνοεῖς ἐν ταῖς ἀραῖς ὅ τι ἔστιν, εἴ τις μὴ φράσει ἢ ὀρθῶς
ὁδὸν ἢ πῦρ ἐναύσει ἢ διαφθείρῃ ὕδωρ, ἢ δειπνεῖν μέλλοντα κωλύσει
τινά, ὁ παρὰ Διφίλῳ φησὶ παράσιτος. Εὔβουλος δέ φησιν· ὁ πρῶτος
εὑρὼν τἀλλότρια δειπνεῖν ἀνὴρ δημοτικὸς ἦν τις, ὡς ἔοικε, τοὺς τρόπους.

ὅστις δ' ἐπὶ δεῖπνον ἢ φίλον τιν' ἢ ξένον καλέσας ἔπειτα συμβολὰς ἐπρά-
ξατο, φυγὰς γένοιτο μηδὲν οἴκοθεν λαβών. Διόδωρος δὲ ὁ Σινωπεύς
φησι·
τὸ παρασιτεῖν εὗρεν ὁ Ζεὺς ὁ φίλιος, ὁ τῶν θεῶν μέγιστος
ὁμολογουμένως.
οὗτος γὰρ εἰς τὰς οἰκίας εἰσέρχεται οὐχὶ διακρίνας τὴν πενιχρὰν ἢ
πλουσίαν.
οὗ δ' ἂν καλῶς ἐστρωμένην Κλίνην ἴδῃ, παρακειμένην τε τράπεζαν πάνθ'

ἃ δεῖ ἔχουσαν, ἤδη κατακλιθεὶς κοσμίως ἀριστίσας ἑαυτόν, ἐντραγών,


154

ἐμπιὼν ἀπέρχετ' οἰκάδε οὐ καταβαλὼν συμβολάς. κἀγὼ ποιῶ νῦν τοῦθ'


ὥσπερ ὁ Ζεὺς ὁ φίλιος. εἶτ' ἐπάγει· ἐπειδὰν τῶν εὐπόρων τις προσερύγοι  

ῥαφανῖδας καὶ σαπρὸν σίλουρον καταφαγών, ἴα καὶ ῥόδα οἱ παράσιτοι


ἔφασαν αὐτὸν ἠριστηκέναι. ἐπειδὰν δ' ἀποπάρδοι μετά τινος
κατακείμενος,
τούτῳ προσάγων τὴν ῥῖνα δεῖτ' αὐτῷ φράσαι· πόθεν τὸ θυμίαμα τοῦτο
λαμβάνεις; διὰ τοὺς τοιούτους τοὺς ἀσελγῶς χρωμένους τὸ τίμιον καὶ τὸ
καλὸν αἰσχρόν ἐστι νυνί. ὅτι παράσιτοι ἐπ' ὀνόματος ἐγένοντο
Τιθύμαλλος.
Δρόμων οὖν φησι· τὸν Τιθύμαλλον ἀεὶ ἐρυθρότερον κόκκου περιπατοῦντ'

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 102, γρ. 13

Ἄλεξις οὖν φησι· κολάκων δὲ βίος μικρὸν χρόνον ἀνθεῖ· οὐδεὶς γὰρ
χαίρει
πολιοκροτάφῳ παρασίτῳ. Κλέαρχος δέ φησι· κόλαξ μὲν οὐδεὶς ἀρκεῖ
πρὸς
φιλίαν. καταναλίσκει γὰρ ὁ χρόνος τὸ τοῦ προσποιήματος αὐτῶν ψεῦδος.

ὁ δ' ἐραστὴς κόλαξ ἐστὶ φιλίας δι' ὥραν ἢ κάλλος. Κλέαρχος δὲ ὁ Σολεύς
φησι τὴν κολακείαν ταπεινὰ ποιεῖν τὰ ἤθη τῶν κολάκων καταφρονητικῶν

ὄντων τῶν περὶ αὐτούς, σημεῖον δὲ τὸ πᾶν ὑπομένειν εἰδότες οἷα


τολμῶσι.
τὰ δὲ τῶν κολακευομένων ἐμφυσομένων τῇ κολακείᾳ, χαύνους καὶ
κενοὺς
ποιοῦντα, πάντων ἐν ὑπεροχῇ παρ' αὐτοῖς ὑπολαμβάνεσθαι κατασκευ-
άζεσθαι. Ὁ αὐτὸς Κλέαρχος διηγεῖται περί τινος μειρακίου Παφίου τὸ
γένος, βασιλέως τὴν τύχην. τοῦτο, φάσκων τὸ μειράκιον, οὐ λέγων αὐτοῦ

τοὔνομα, κατέκειτο δι' ὑπερβάλλουσαν τρυφὴν ἐπὶ ἀργυρόποδος Κλίνης


ὑπεστρωμένης Σαρδιανῇ ψιλοτάπιδι τῶν πάνυ πολυτελῶν. ἐπεβέβλητο δ'
αὐτῷ
πορφυροῦν ἀμφίταπον ἀμοργίνῳ καλύμματι περιειλημμένον.
προσκεφάλαια
δὲ εἶχε τρία μὲν ὑπὸ τῇ κεφαλῇ βύσσινα παραλουργῆ, δι' ὧν ἠμύνετο τὸ
κάλυμμα, δύο δ' ὑπὸ τοῖς ποσὶν ὑσγινοβαφῆ Δωρικά. παραδεδεγμένοι
δ' εἰσὶ πάντες οἱ κατὰ Κύπρον μόναρχοι τὸ τῶν εὐγενῶν κολάκων γένος
ὡς χρήσιμον. καὶ τούτων οἷον Ἀρεοπαγιτῶν τινων οὔτε τὸ πλῆθος οὔτε
τὰς ὄψεις ἔξω τῶν ἐπιφανεστάτων οἶδεν οὐδείς. διῃρημένων δὲ διχῇ τῶν
ἐν τῇ Σαλαμῖνι κολάκων κατὰ συγγένειαν, ἀφ' ὧν εἰσιν οἱ κατὰ τὴν
ἄλλην Κύπρον κόλακες, τοὺς μὲν Γεργίνους, τοὺς δὲ Προμαλάγγους
155

προς-
αγορεύουσι· ὧν οἱ μὲν Γεργῖνοι συγγινόμενοι τοῖς κατὰ τὴν πόλιν ἔν τε

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 103, γρ. 17

γίνεσθαι καὶ τὴν κατάβασιν ταῖς ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν ὀχουμέναις. εἰς τοῦτο
τρυφῆς, ἵνα μὴ ἀθλιότητος εἴπω, προηγάγοντο τεχνώμεναι τὰς
ἀφρονεστά-
τας. τοιγαροῦν ἐκ τῶν λίαν μαλακῶν ὑπὸ τῆς τέχνης μεταβιβασθεῖσαι
σκληρῶς ἐβίωσαν ἐπὶ γήρως, αἳ δὲ κατῆραν εἰς Μακεδονίαν ἐκπεσοῦσαι
τῆς
ἐξουσίας καὶ τὰς τῶν ἐκεῖ κυρίας καὶ βασιλίδας ὃν τρόπον ταῖς ὁμιλίαις
διέθεσαν οὐδὲ λέγειν καλόν, πλὴν ὅτι μαγευόμεναι καὶ μαγεύουσαι
ταυρο-
πόλοι καὶ τρίοδοί τινες αὗται πρὸς ἀλήθειαν ἐγένοντο, πλήρεις πάντων
ἀποκαθαρμάτων.
 Ὅτι περὶ τοῦ Παφίου μειρακίου καὶ τάδε προστίθησι Κλέαρχος· παῖδες
μικρὸν ἄποθεν τῆς Κλίνης ἐν χιτωνίσκοις ἕστασαν· τριῶν δ' ὄντων
ἀνδρῶν,
δι' οὓς δὴ νῦν ὁ πᾶς λόγος ἐνέστηκε, καὶ τούτων ὄντων ἐπωνύμων παρ'
ἡμῖν ὁ μὲν εἷς ἐπὶ τῆς Κλίνης πρὸς ποδῶν καθῆστο τοὺς τοῦ μειρακίου
πόδας ἐπὶ τοῖς γόνασιν ἑαυτοῦ λεπτῷ λῃδίῳ συνημφιακώς· ὃ δὲ ἐπόει
δήπου
καὶ μὴ λέγοντος οὐκ ἄδηλον· καλεῖται δ' οὗτος ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Παρά-
βυστος διὰ τὸ καὶ τῶν μὴ παραδεχομένων ὅμως τεχνικώτατα κολακεύων
παρεμπίπτειν εἰς τὰς ὁμιλίας. ἁτέρος δ' ἦν ἐπί τινος δίφρου κειμένου παρ'
αὐτὴν τὴν Κλίνην καὶ τοῦ νεανίσκου τὴν χεῖρα παρεικότος
ἐκκρεμάμενος
ταύτης καὶ προσπεπτωκὼς κατέψηχέ τε καὶ τῶν δακτύλων ἕκαστον ἐν
μέρει διαλαμβάνων εἷλκέ τε καὶ ἐξέτεινεν· ὥστε τὸν πρῶτον αὐτὸν
ἐπονο-
μάσαντα Σικύαν εὐστοχῶς εἰρηκέναι δοκεῖν. ὁ δὲ τρίτος ὁ Θὴρ ὁ
γενναιότατος,

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 103, γρ. 19

τας. τοιγαροῦν ἐκ τῶν λίαν μαλακῶν ὑπὸ τῆς τέχνης μεταβιβασθεῖσαι


σκληρῶς ἐβίωσαν ἐπὶ γήρως, αἳ δὲ κατῆραν εἰς Μακεδονίαν ἐκπεσοῦσαι
τῆς
ἐξουσίας καὶ τὰς τῶν ἐκεῖ κυρίας καὶ βασιλίδας ὃν τρόπον ταῖς ὁμιλίαις
διέθεσαν οὐδὲ λέγειν καλόν, πλὴν ὅτι μαγευόμεναι καὶ μαγεύουσαι
156

ταυρο-
πόλοι καὶ τρίοδοί τινες αὗται πρὸς ἀλήθειαν ἐγένοντο, πλήρεις πάντων
ἀποκαθαρμάτων.
 Ὅτι περὶ τοῦ Παφίου μειρακίου καὶ τάδε προστίθησι Κλέαρχος· παῖδες
μικρὸν ἄποθεν τῆς Κλίνης ἐν χιτωνίσκοις ἕστασαν· τριῶν δ' ὄντων
ἀνδρῶν,
δι' οὓς δὴ νῦν ὁ πᾶς λόγος ἐνέστηκε, καὶ τούτων ὄντων ἐπωνύμων παρ'
ἡμῖν ὁ μὲν εἷς ἐπὶ τῆς Κλίνης πρὸς ποδῶν καθῆστο τοὺς τοῦ μειρακίου
πόδας ἐπὶ τοῖς γόνασιν ἑαυτοῦ λεπτῷ λῃδίῳ συνημφιακώς· ὃ δὲ ἐπόει
δήπου
καὶ μὴ λέγοντος οὐκ ἄδηλον· καλεῖται δ' οὗτος ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Παρά-
βυστος διὰ τὸ καὶ τῶν μὴ παραδεχομένων ὅμως τεχνικώτατα κολακεύων
παρεμπίπτειν εἰς τὰς ὁμιλίας. ἁτέρος δ' ἦν ἐπί τινος δίφρου κειμένου παρ'
αὐτὴν τὴν Κλίνην καὶ τοῦ νεανίσκου τὴν χεῖρα παρεικότος
ἐκκρεμάμενος
ταύτης καὶ προσπεπτωκὼς κατέψηχέ τε καὶ τῶν δακτύλων ἕκαστον ἐν
μέρει διαλαμβάνων εἷλκέ τε καὶ ἐξέτεινεν· ὥστε τὸν πρῶτον αὐτὸν
ἐπονο-
μάσαντα Σικύαν εὐστοχῶς εἰρηκέναι δοκεῖν. ὁ δὲ τρίτος ὁ Θὴρ ὁ
γενναιότατος,
ὅσπερ ἦν τῆς ὑπηρεσίας πρωταγωνιστής, προσεστηκὼς αὐτῷ κατὰ
κεφαλὴν
μετεῖχε τῶν βυσσίνων προσκεφαλαίων ἀποκεκλιμένος εἰς αὐτὰ

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 103, γρ. 24

πόλοι καὶ τρίοδοί τινες αὗται πρὸς ἀλήθειαν ἐγένοντο, πλήρεις πάντων
ἀποκαθαρμάτων.
 Ὅτι περὶ τοῦ Παφίου μειρακίου καὶ τάδε προστίθησι Κλέαρχος· παῖδες
μικρὸν ἄποθεν τῆς Κλίνης ἐν χιτωνίσκοις ἕστασαν· τριῶν δ' ὄντων
ἀνδρῶν,
δι' οὓς δὴ νῦν ὁ πᾶς λόγος ἐνέστηκε, καὶ τούτων ὄντων ἐπωνύμων παρ'
ἡμῖν ὁ μὲν εἷς ἐπὶ τῆς Κλίνης πρὸς ποδῶν καθῆστο τοὺς τοῦ μειρακίου
πόδας ἐπὶ τοῖς γόνασιν ἑαυτοῦ λεπτῷ λῃδίῳ συνημφιακώς· ὃ δὲ ἐπόει
δήπου
καὶ μὴ λέγοντος οὐκ ἄδηλον· καλεῖται δ' οὗτος ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Παρά-
βυστος διὰ τὸ καὶ τῶν μὴ παραδεχομένων ὅμως τεχνικώτατα κολακεύων
παρεμπίπτειν εἰς τὰς ὁμιλίας. ἁτέρος δ' ἦν ἐπί τινος δίφρου κειμένου παρ'
αὐτὴν τὴν Κλίνην καὶ τοῦ νεανίσκου τὴν χεῖρα παρεικότος
ἐκκρεμάμενος
ταύτης καὶ προσπεπτωκὼς κατέψηχέ τε καὶ τῶν δακτύλων ἕκαστον ἐν
μέρει διαλαμβάνων εἷλκέ τε καὶ ἐξέτεινεν· ὥστε τὸν πρῶτον αὐτὸν
157

ἐπονο-
μάσαντα Σικύαν εὐστοχῶς εἰρηκέναι δοκεῖν. ὁ δὲ τρίτος ὁ Θὴρ ὁ
γενναιότατος,
ὅσπερ ἦν τῆς ὑπηρεσίας πρωταγωνιστής, προσεστηκὼς αὐτῷ κατὰ
κεφαλὴν
μετεῖχε τῶν βυσσίνων προσκεφαλαίων ἀποκεκλιμένος εἰς αὐτὰ πάνυ
φιλι-
κῶς· καὶ τῇ μὲν ἀριστερᾷ τὸ τοῦ μειρακίου τριχωμάτιον ἐπικοσμῶν, τῇ
δεξιᾷ δὲ Φωκαικὸν ψῆγμά τε διακινῶν ὡς αἰωρῶν ἡδὺς ἦν, ἀλλ' οὐκ ἀπο-
σοβῶν. διό μοι δοκεῖ ἂν αὐτῷ δαίμων τις ἐλευθέριος νεμεσήσας ἐφεῖναι
τῷ
μειρακίῳ μυῖαν, οὐκ ἄλλην ἢ κείνην, ὡς καὶ τὴν Ἀθηνᾶν φησιν Ὅμηρος
ἐνεῖναι τῷ Μενελάῳ τὸ θάρσος· οὕτως ἦν ἐρρωμένη καὶ ἄφοβος τὴν
ψυχήν.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,1, σελ. 126, γρ. 37

καὶ ἐπιστέλλων Φιλίππῳ τῷ βασιλεῖ οὕτως ἔγραψεν· Μενεκράτης


Ζεὺς Φιλίππῳ χαίρειν. σὺ μὲν Μακεδονίας βασιλεύεις, ἐγὼ δὲ ἰατρικῆς,
καὶ σὺ μὲν ὑγιαίνοντας δύνασαι, ὅταν βουληθῇς, ἀπολλύναι, ἐγὼ δὲ τοὺς
νοσοῦντας σῴζειν, καὶ τοὺς εὐρώστους ἀνόσους, οἳ ἂν ἐμοὶ πείθωνται,
παρ-
έχειν μέχρι γήρως ζῶντας. τοιγαροῦν σὲ μὲν Μακεδόνες δορυφοροῦσιν,
ἐμὲ δὲ καὶ οἱ μέλλοντες ἔσεσθαι. Ζεὺς γὰρ ἐγὼ αὐτοῖς βίον παρέχω. πρὸς
ὃν ὡς μελαγχολῶντα ἐπέστειλεν ὁ Φίλιππος· Μενεκράτει ὑγιαίνειν.
παραπλησίως δὲ ἐπέστελλε καὶ Ἀρχιδάμῳ τῷ Λακεδαιμονίων βασιλεῖ καὶ

τοῖς ἄλλοις ὅσοις ἔγραφε, οὐκ ἀπεχόμενος τοῦ Διός. καλέσας δὲ αὐτόν
ποτε ἐπὶ δεῖπνον ὁ Φίλιππος μετὰ τῶν ἰδίων θεῶν συγκατέκλινε πάντας
ἐπὶ τῆς μέσης Κλίνης ὑψηλότατα καὶ ἱεροπρεπέστατα κεκοσμημένης καὶ
τράπεζαν παραθείς, ἐφ' ἧς βωμὸς ἔκειτο καὶ τῶν ἐπὶ γῆς πάντων ἀπαρχαί.

καὶ ὁπότε τοῖς ἄλλοις παρεφέρετο τὰ ἐδώδιμα, τοῖς ἀμφὶ Μενεκράτην


ἐθυμίων καὶ ἔσπενδον οἱ παῖδες. καὶ τέλος, ὁ καινὸς Ζεὺς μετὰ τῶν
ὑπηκόων γελώμενος θεῶν ἔφυγεν ἐκ τοῦ συμποσίου.
 Πύθερμος δὲ ἱστορεῖ, ὅτι Θεμίσων ὁ Κύπριος, τὰ Ἀντιόχου τοῦ βασιλέως

παιδικὰ, οὐ μόνον ἐν ταῖς πανηγύρεσιν ἀνεκηρύττετο· Θεμίσων


Μακεδών,
Ἀντιόχου βασιλέως Ἡρακλῆς, ἀλλ' ἔθυον αὐτῷ πάντες οἱ ἐγχώριοι
ἐπιλέγοντες· Ἡρακλεῖ Θεμίσωνι, καὶ παρῆν αὐτὸς ὁπότε τις τῶν ἐνδόξων
θύοι καὶ ἀνέκειτο στρωμνὴν καθ' αὑτὸν ἔχων ἠμφιεσμένος λεοντῆν·
158

ἐφόρει
δὲ καὶ τόξα Σκυθικὰ καὶ ῥόπαλον ἐκράτει.  

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 24, γρ. 33

Μῃόνιον βοῦν· πάτρη γὰρ βρώμην οὐκ ἂν ἐπέσχε Θάσος. Μίλων δ' ὁ
Κροτωνιάτης ἤσθιε μνᾶς κρεῶν εἴκοσι καὶ τοσαύτας ἄρτων οἴνου τε τρεῖς

χοᾶς ἔπινεν. ἐν δ' Ὀλυμπίᾳ ταῦρον ἀναθέμενος τοῖς ὤμοις τετραέτη καὶ
τοῦτον περιενέγκας τὸ στάδιον μετὰ ταῦτα δαιτρεύσας μόνος αὐτὸν κατέ-
φαγεν ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, περὶ οὗ ὁ Δωριεύς φησιν· ὃν ἐπόμπευσε βοῦν εἰς
κρέα τόνδε κόψας πάντα κατ' οὖν μοῦνος ἐδαίσατό νιν. καὶ Τίτορμος
δὲ ὁ Αἰτωλὸς διηριστήσατο αὐτῷ βοῦν. Ἀστυδάμας δ' ὁ Μιλήσιος τρὶς
Ὀλύμπια νικήσας παγκράτιον, κληθείς ποτε ἐπὶ δεῖπνον ὑπὸ
Ἀριοβαρζάνου
καὶ ἀφικόμενος ὑπέσχετο φαγεῖν πάντα τὰ πᾶσιν, ἦσαν δὲ ἐννέα ὥς τινες,

παρασκευασθέντα καὶ κατέφαγε. τοῦ Πέρσου δ' αὐτὸν ἀξιώσαντος ἄξιόν


τι
ποιῆσαι κατὰ τὴν ἰσχὺν φακὸν τῆς Κλίνης περίχαλκον ὄντα κλάσας  
ἐξέτεινε μαλάξας. τελευτήσαντος δ' αὐτοῦ καὶ κατακαυθέντος οὐκ
ἐχώρησε
μία ὑδρία τὰ ὀστέα, μόλις δὲ δύο. πάντες δὲ κοινῶς οἱ ἀθλοῦντες
μετὰ τῶν γυμνασμάτων καὶ ἐσθίειν πολλὰ διδάσκονται. φησὶ γοῦν Εὐρι-
πίδης· κακῶν γε ὄντων μυρίων καθ' Ἑλλάδα, οὐδὲν κάκιόν ἐστιν
ἀθλητῶν
γένους· οἳ πρῶτα μὲν ζῆν οὔτε μανθάνουσιν εὖ οὔτ' ἂν δύναιντο· πῶς
γάρ,
ὅστις ἔστ' ἀνὴρ γνάθου τε δοῦλος νηδύος θ' ἡσσημένος, κτήσαιτ' ἂν
ὄλβον εἰς
ὑπερβολὴν πατρός; οὐδ' αὖ πένεσθαι καὶ ξυνηρετμεῖν τύχαις οἷοί τ'· ἔθη
γὰρ οὐκ ἐθισθέντες καλὰ σκληρῶς διαλλάσσουσιν εἰς τἀμήχανα. λαμπροὶ

δ' ἐν ἅβῃ καὶ πόλεως ἀγάλματα φοιτῶσ'· ὅταν δὲ προσπέσῃ γῆρας πικρόν,

τρίβωνες ἐκβαλόντες οἴχονται κρόκας. ἐμεμψάμην δὲ καὶ τὸν Ἑλλήνων

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 28, γρ. 12

μήτε σὺ θλιβόμενος κακοπαθῇς. Ἀντίγονος δὲ τὴν τοῦ παρὰ Μενεδήμῳ


τῷ φιλοσόφῳ συμποσίου διάταξιν διηγούμενός φησιν ὅτι ἠρίστα μὲν δεύ-
159

τερος ἢ τρίτος καθ' αὑτὸν καὶ ἔδει καὶ τοὺς λοιποὺς παρεῖναι
δεδειπνηκότας.
ἦν γὰρ τὸ τοῦ Μενεδήμου τοιοῦτον ἄριστον. μετὰ ταῦτα εἰσεκάλουν τοὺς

παραγενομένους· ὧν ὅτε προτερήσειαν ἔνιοι τῆς ὥρας, ἀνακάμπτοντες


παρὰ
τὰς θύρας ἐπυνθάνοντο τῶν ἐξιόντων παίδων, τί τὸ παρακείμενον εἴη καὶ
πῶς ἔχει τῆς τοῦ χρόνου συμμετρίας τὸ ἄριστον. ὅτε μὲν οὖν ἀκούσειαν
λάχανον ἢ τάριχος, ἀνεχώρουν, ὅτε δ' ὅτι κρεᾴδιον, ἐσῄεσαν εἰς τὸν ἐπὶ
τοῦτο παρεσκευασμένον οἶκον. ἦν δὲ τοῦ μὲν θέρους ἡτοιμασμένη
ψίαθος
ἐφ' ἑκάστης Κλίνης, τοῦ δὲ χειμῶνος κώδιον· προσκεφάλαιον δὲ αὐτὸν
φέρειν ἕκαστον ἔδει. τὸ δὲ περιαγόμενον ποτήριον οὐ μεῖζον κοτυλιαίου,
τράγημα δὲ θέρμος μὲν ἢ κύαμος συνεχῶς, ποτὲ δὲ καὶ τῶν ὡρίων εἰσε-
φέρετό τι, τοῦ μὲν θέρους ἄπιος ἢ ῥόα, τοῦ δὲ ἔαρος ὦχροι, κατὰ δὲ τὴν
χειμερινὴν ὥραν ἰσχάδες. παρὰ γοῦν Λυκόφρονι τῷ Χαλκιδεῖ σάτυρος
πρὸς
τοὺς σιληνούς φησιν· παῖδες κρατίστου παιδὸς ἐξωλέστατοι, ἐγὼ μὲν
ὑμῖν,
ὡς ὁρᾶτε, στρηνιῶ· δεῖπνον γὰρ οὔτ' ἐν Καρίᾳ, μὰ τοὺς θεούς, οὔτ' ἐν
Ῥόδῳ τοιοῦτον οὔτ' ἐν Λυδίᾳ κατέχω δεδειπνηκώς. Ἄπολλον, ὡς καλόν.
ἀλλὰ κυλίκιον ὑδαρὲς ὁ παῖς περιῆγε τοῦ πεντωβόλου, ἀτρέμα
παρεξεστηκός·
ὅ τ' ἀλιτήριος Μενέδημος ἐξεχόρευε. ἑξῆς δὲ ζητήσεις, φησίν, ἦσαν
παρὰ πότον· τράγημα γὰρ ὁ σωφρονιστὴς πᾶσιν ἐν μέσῳ λόγος. πολλάκις

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 31, γρ. 13

παρὰ Ἀθηναίοις εὐτελής. Εὔπολις· οὓς δ' οὐκ ἂν εἵλεσθ' οὐδ' ἂν οἰνόπτας
πρὸ τοῦ, νυνὶ στρατηγούς. ὦ πόλις, πόλις, ὡς εὐτυχὴς εἶ μᾶλλον ἢ καλῶς
φρο-
νεῖς. οἱ δὲ οἰνόπται ἐφεώρων τὰ ἐν τοῖς δείπνοις, εἰ κατ' ἴσον πίνουσιν οἱ
συνιόντες.
ἦσαν δὲ τρεῖς οἰνόπται, οἳ καὶ παρεῖχον τοῖς δειπνοῦσι λύχνους καὶ
θρυαλλίδας.
ἐκάλουν δέ τινες τούτους καὶ ὀφθαλμούς. παρὰ δὲ Ἐφεσίοις οἱ
οἰνοχοοῦντες
ἠίθεοι τῇ τοῦ Ποσειδῶνος ἑορτῇ ταῦροι ἐκαλοῦντο. Ἑλλησπόντιοι δ'
ἐπεγχύτην
ὀνομάζουσι τὸν οἰνοχόον καὶ τὴν κρεανομίαν κρεωδαισίαν. τινὲς δὲ
Ἁρμονίαν
τε καὶ Ἑρμῆν οἰνοχοοῦντας τοῖς δαίμοσι παριστοροῦσι. οἱ δὲ παλαιοὶ
τοὺς
160

πρὸς ὑπηρεσίαις ταύταις κήρυκας ἐκάλουν. καὶ ζήτει τὸν Ὅμηρον.


Κλείδημος
δὲ τοὺς μαγείρους κήρυκάς φησι καλεῖσθαι. καὶ Ἥβην δὲ οἰνοχόον
πλάττουσί
τινες, ἴσως διὰ τὸ ἡβητήρια, φησί, καλεῖσθαι τὰ συμπόσια. ὅτι τῆς
Κλίνης τῆς
οἰνοχόου Πτολεμαίου τοῦ Φιλαδέλφου ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἀνδριάντες
ἵστανται
κατὰ πολλὰ μέρη τῆς πόλεως μονιχίτωνες, ῥυτὸν κρατοῦντες ἐν ταῖς
χερσίν.
φησί που Ἄμφις· ὁ παῖς σοβείτω τοῖς ποτηρίοις συχνούς. καί· πίμπλα
σὺ μὲν ἐμοί, σοὶ δ' ἐγὼ δώσω πιεῖν. ἀμυγδαλῆ μὲν παιζέτω παρ'
ἀμυγδαλῆν.
ὅτι Ἡσίοδος παραινεῖ τρὶς ὕδατος προχέειν, τὸ δὲ τέτρατον ἱέμεν οἴνου.
Ἄλεξις δέ πού φησιν· ἐγχέωμεν ἕνα καὶ τέτταρας. ὑδαρῆ λέγεις· ὅμως
δὲ ταύτην ἐκπιὼν λέγε τι καὶ διατριβήν γε τῷ πότῳ ποιῶμεν. Διοκλῆς δέ
φησι· κεκραμένον πίνειν τὸν οἶνον δεῖ μετὰ τέττερα καὶ δύο. ἡ δ' οὖν
κρᾶσις
αὕτη παρὰ τὸ ἔθος οὖσα ἐπέμνησε τάχα καὶ τὴν θρυλλουμένην
παροιμίαν·
ἢ πέντε πίνειν ἢ τρί' ἢ μὴ τέσσαρα. ἢ γὰρ δύο πρὸς πέντε πίνειν φασὶ

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 36, γρ. 30

Φίλιππος ἦν τὰ μὲν φύσει μανικὸς καὶ προπετὴς ἐπὶ τῶν κινδύνων, τὰ


δὲ διὰ μέθην· ἦν γὰρ πολυπότης καὶ πολλάκις μεθύων ἐξεβοήθει. ὅτι
Φίλιππος φιλοπότης ὢν καὶ τὸν τρόπον ἀκόλαστος καὶ βωμολόχος εἶχε
περὶ αὐτὸν συχνοὺς καὶ τῶν περὶ μουσικὴν ὄντων, ὡς τόν τε κιθαρῳδὸν
Ἀριστόνικον καὶ τὸν αὐλητὴν Δωρίωνα, καὶ τῶν τὰ γέλοια λεγόντων.
πιὼν
δέ ποτε τὴν νύκτα πᾶσαν καὶ μεθυσθεὶς πολλὰ καὶ παίξας ἀφεὶς ἅπαντας
τοὺς ἄλλους ἀπαλλάττεσθαι ἤδη πρὸς ἡμέραν ἐκώμαζεν ὡς τοὺς
πρέσβεις
τῶν Ἀθηναίων. ὅτε δέ, φησὶ Καρύστιος, μεθύειν προῃρεῖτο, ἔλεγε· χρὴ
πίνειν· Ἀντίπατρος γὰρ ἱκανός ἐστι νήφων. κυβεύοντος δέ ποτε αὐτοῦ
καί τινος ἀγγείλαντος ὡς Ἀντίπατρος πάρεστι, διαπορήσας ὦσεν ὑπὸ τὴν
Κλίνην τὸν ἄβακα. φιλοπότης δὲ ἦν, ὥς φησι Θεόπομπος, καὶ Διονύσιος
ὁ νεώτερος, Σικελίας τύραννος, ὃς καὶ τὰς ὄψεις ὑπὸ τοῦ οἴνου διεφθάρη.

Ἀριστοτέλης δέ φησιν αὐτὸν ἔσθ' ὅτε συνεχῶς ἐπὶ ἡμέρας ἐνενήκοντα


μεθύειν· διὸ καὶ ἀμβλυωπότερον γενέσθαι τὰς ὄψεις. Θεόφραστος δέ
φησι
161

τοὺς ἑταίρους αὐτοῦ κολακεύοντας τὴν τυραννίδα προσποιεῖσθαι μὴ


βλέπειν
καὶ ὑπ' αὐτοῦ τοῦ Διονυσίου χειραγωγεῖσθαι καὶ μήτε τὰ παρατιθέμενα
τῶν ἐδεσμάτων μήτε τὰς κύλικας ὁρᾶν· διὸ κληθῆναι Διονυσιοκόλακας.
ἔπινε δὲ πλεῖστον καὶ Νυσαῖος καὶ Ἀπολλοκράτης οἱ Διονυσίου τοῦ προ-
τέρου υἱοί. φησὶ γοῦν Θεόπομπος·

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 48, γρ. 33

ἐν Ἰουλίδι τὸν Διονύσῳ θυόμενον βοῦν παίεσθαι πελέκει. πλησίον δὲ τῆς


ἑορτῆς οὔσης εἰς χαλκεῖον δοθῆναι τὸν πέλεκυν· τὸν Σιμωνίδην οὖν νέον
ὄντα βαδίσαι πρὸς τὸν χαλκέα κομιούμενον αὐτόν. ἰδόντα δὲ καὶ τὸν
τεχνίτην κοιμώμενον καὶ τὸν ἀσκὸν καὶ τὸν καρκίνον εἰκῇ κείμενον καὶ
ἐπαλλήλως ἔχοντα τὰ ἔμπροσθεν, οὕτως ἐλθόντα εἰπεῖν πρὸς τοὺς
συνήθεις
τὸ πρόβλημα. τὸν μὲν γὰρ ἐρίφου πατέρα ἀσκὸν εἶναι, σχέτλιον δὲ ἰχθὺν
τὸν
καρκίνον, νυκτὸς δὲ παῖδα τὸν ὕπνον, βουφόνον δὲ Διονύσου θεράποντα
τὸν πέ-
λεκυν. τὸ δὲ ἐπίγραμμα αὐτοῦ τό· τὸν οὐκ ἐθέλοντα φέρειν τέττιγος
ἄεθλον τῷ
Πανοπηιάδῃ δώσειν μέγα δεῖπνον Ἐπείῳ τοιοῦτόν ἐστιν· ἐν Καρθέᾳ
διατρίβων
μακρὰν τῆς θαλάσσης ἐδίδασκε τοὺς χορούς. ὑδρεύοντες οὖν αὐτός τε
καὶ
οἱ ἄλλοι ἐκ τῆς κάτω Κλίνης, ἀνακομίζοντος αὐτοῖς τὸ ὕδωρ ὄνου, ὃν
ἐκάλουν
Ἐπειὸν διὰ τὸ κἀκεῖνον ἀναγεγράφθαι ὑδροφορεῖν τοῖς Ἀτρείδαις, ὡς
Στησίχορος· ᾤκτειρε δ' αὐτὸν ὕδωρ ἀεὶ φορέοντα Διὸς κούρα
βασιλεῦσιν.
ὑπαρχόντων οὖν τούτων ταχθῆναί φασι τῷ μὴ παραγενομένῳ τῶν
χορευτῶν
εἰς τὴν ὡρισμένην ὥραν παρέχειν τῷ ὄνῳ χοίνικα κριθῶν. τοῦτ' οὖν κἀν
τῷ ποιήματι λέγεσθαι, καὶ εἶναι τὸν μὲν οὐ φέροντα τὸ τοῦ τέττιγος  
ἄεθλον τὸν οὐκ ἐθέλοντα ᾄδειν, Πανοπηιάδην δὲ τὸν ὄνον, μέγα δὲ
δεῖπνον
τὴν χοίνικα τῶν κριθῶν. ἔστι γρῖφος καὶ παρὰ Θεόγνιδι· ἤδη γάρ με
κέκληκε
θαλάσσιος οἴκαδε νεκρός, τεθνηκὼς ζῳῷ φθεγγόμενος στόματι. σημαίνει
γὰρ κόχλον. τοιοῦτόν ἐστι καὶ τὸ ῥήματα λέγειν ἀνθρώπων ὀνόμασιν
ὅμοια,
οἷον· λαβὼν ἀριστόνικον ἐν μάχῃ κράτος.
162

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 60, γρ. 21

Δόλοπας οὕτω καλεῖν τὴν κύλικα. Ἕρμιππος· ἂν ἐγὼ πάθω τι τήνδε


τὴν λεπαστὴν ἐκπιών, τῷ Διονύσῳ πάντα τἀμαυτοῦ δίδωμι χρήματα.
 λοιβάσιον ᾧ τὸ ἔλαιον ἐπισπένδουσι τοῖς ἱεροῖς, σπονδεῖον δὲ ᾧ τὸν
οἶνον.
 λέσβιον ποτηρίου εἶδος καὶ λουτήριον.
 λυκιουργεῖς. φιάλαι ἀπὸ Λύκωνος τοῦ κατεσκευασμένου, ὡς καὶ
Κονώνιοι
αἱ ὑπὸ Κόνωνος ποιηθεῖσαι.
 Δίδυμος δὲ τὰς ὑπὸ Λυκίου. ἦν δὲ οὗτος Βοιώτιος ἀνδριαντοποιός.
ἀγνοεῖ
δ' ὁ γραμματικὸς οὗτος Δίδυμος ὅτι τὸν τοιοῦτον μετασχηματισμὸν ἀπὸ
τῶν τοιούτων ὀνομάτων οὐκ ἄν τις εὕροι γινόμενον, ἀλλ' ἀπὸ πόλεων καὶ

ἐθνῶν. Ἀριστοφάνης Εἰρήνῃ· τὸ δὲ πλοῖον ἔσται Ναξιουργὴς κάνθαρος.


Κριτίας· Κλίνη Μολοσσιουργὴς καὶ Κλίνη Χιουργής.
 μέλη θηλυκῶς ποτήριόν τι.
 μετάνιπτρον ἡ μετὰ τὸ νίπτρον ἐπὰν ἀπονίψωνται διδομένη κύλιξ.
ἔνιοι δὲ τὴν μετὰ τὸ νίψασθαι πόσιν.
 μαστός. παρὰ Παφίοις τὸ ποτήριον· καὶ ἡ μασθαλὶς δὲ κύλιξ τις.
 νεστορίς. περὶ τῆς ἰδέας τοῦ Νέστορος ποτηρίου φησὶν ὁ ποιητής· πὰρ δὲ

δέπας περικαλλές, ὃ οἴκοθεν ἦγ' ὁ γεραιός, χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον·


οὔατα δ' αὐτοῦ τέσσαρ' ἔσαν, δοιαὶ δὲ πελειάδες ἀμφὶς ἕκαστον χρύσειαι
νεμέθοντο· δύο δ' ὑπὸ πυθμένες ἦσαν. ἄλλος μὲν μογέων ἀποκινήσασκε
τραπέζης πλεῖον ἐόν· Νέστωρ δ' ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν. ἐν τούτοις
ζητεῖται
τί τὸ χρυσείοις ἥλοις πεπαρμένον, εἶτα τί τὸ οὔατα δ' αὐτοῦ τέσσαρα.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 75, γρ. 34

ἀριθμόν, ἀριστίνδην ἐκλεγόμενοι ἐκ τῶν μυρίων Περσῶν τῶν Ἀθανάτων


καλουμένων. καὶ διῄει διὰ τῆς τούτων αὐλῆς πεζὸς ὑποτιθεμένων
ψιλοταπίδων
Σαρδιανῶν, ἐφ' ὧν οὐδεὶς ἄλλος ἐπέβαινεν ἢ βασιλεύς. ὅτε δὲ εἰς τὴν
ἐσχάτην αὐλὴν ἔλθοι, ἀνέβαινεν ἐπὶ ἅρμα, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐφ' ἵππον·
πεζὸς δὲ οὐδέποτε ἑωράθη ἔξω τῶν βασιλείων. εἰ δὲ ἐπὶ θήραν ἐξίοι, καὶ
αἱ παλλακίδες αὐτῷ συνεξῄεσαν. ὁ δὲ θρόνος ἐφ' ᾧ ἐχρημάτιζε
καθήμενος
χρυσοῦς ἦν, ὃν περιειστήκεσαν τέσσαρες κιονίσκοι λιθοκόλλητοι χρυσοῖ,
ἐφ'
163

ὧν διετέτατο ἱμάτιον ποικίλον πορφυροῦν. Κλέαρχος δέ φησι τοῖς


πορίσασί
τι τῷ βασιλεῖ ἡδὺ βρῶμα δίδοσθαι ἆθλον τοῦ πορισθέντος. Χάρης δὲ ὁ
Μιτυληναῖός φησιν· εἰς τοῦθ' ἧκον τρυφῆς οἱ τῶν Περσῶν βασιλεῖς ὥστε
ἔχεσθαι τῆς βασιλικῆς Κλίνης ὑπὲρ κεφαλῆς οἴκημά τι πεντάκλινον, ἐν ᾧ

χρυσίου πεντακισχίλια διὰ παντὸς ἔκειντο τάλαντα, καὶ τοῦτο ἐκαλεῖτο


προσκεφάλαιον βασιλικόν, καὶ πρὸ ποδῶν ἕτερον οἴκημα τρίκλινον, οὗ
τάλαντα
τρισχίλια ἔκειντο ἀργυρίου, καὶ προσηγορεύετο βασιλικὸν ὑποπόδιον. ἦν
δ' ἐν τῷ κοιτῶνι καὶ λιθοκόλλητος ἄμπελος χρυσῆ ὑπὲρ τῆς Κλίνης, ἥν  
φασιν καὶ βότρυας ἔχειν ἐκ τῶν πολυτελεστάτων ψήφων συντεθειμένους,

οὐ μακράν τε ταύτης ἀνακεῖσθαι κρατῆρα χρυσοῦν Θεοδώρου Σαμίου


ποίημα.
Ἀγαθοκλῆς οὖν δέ φησιν εἶναι παρὰ Πέρσαις καὶ χρυσοῦν καλούμενον
ὕδωρ. εἶναι δὲ τοῦτο λιβάδας ἑβδομήκοντα, καὶ μηδένα πίνειν ἀπ' αὐτοῦ
βασιλέα καὶ τὸν πρεσβύτατον αὐτοῦ τῶν παίδων· τῶν δ' ἄλλων ἐάν τις
πίῃ, θάνατος ἡ ζημία. ἐν δὲ ὀγδόῳ Παιδείας Ξενοφῶν πολλὴν αὐτῷ ὑπο

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 75, γρ. 38

πεζὸς δὲ οὐδέποτε ἑωράθη ἔξω τῶν βασιλείων. εἰ δὲ ἐπὶ θήραν ἐξίοι, καὶ
αἱ παλλακίδες αὐτῷ συνεξῄεσαν. ὁ δὲ θρόνος ἐφ' ᾧ ἐχρημάτιζε
καθήμενος
χρυσοῦς ἦν, ὃν περιειστήκεσαν τέσσαρες κιονίσκοι λιθοκόλλητοι χρυσοῖ,
ἐφ'
ὧν διετέτατο ἱμάτιον ποικίλον πορφυροῦν. Κλέαρχος δέ φησι τοῖς
πορίσασί
τι τῷ βασιλεῖ ἡδὺ βρῶμα δίδοσθαι ἆθλον τοῦ πορισθέντος. Χάρης δὲ ὁ
Μιτυληναῖός φησιν· εἰς τοῦθ' ἧκον τρυφῆς οἱ τῶν Περσῶν βασιλεῖς ὥστε
ἔχεσθαι τῆς βασιλικῆς Κλίνης ὑπὲρ κεφαλῆς οἴκημά τι πεντάκλινον, ἐν ᾧ

χρυσίου πεντακισχίλια διὰ παντὸς ἔκειντο τάλαντα, καὶ τοῦτο ἐκαλεῖτο


προσκεφάλαιον βασιλικόν, καὶ πρὸ ποδῶν ἕτερον οἴκημα τρίκλινον, οὗ
τάλαντα
τρισχίλια ἔκειντο ἀργυρίου, καὶ προσηγορεύετο βασιλικὸν ὑποπόδιον. ἦν
δ' ἐν τῷ κοιτῶνι καὶ λιθοκόλλητος ἄμπελος χρυσῆ ὑπὲρ τῆς Κλίνης, ἥν  
φασιν καὶ βότρυας ἔχειν ἐκ τῶν πολυτελεστάτων ψήφων συντεθειμένους,

οὐ μακράν τε ταύτης ἀνακεῖσθαι κρατῆρα χρυσοῦν Θεοδώρου Σαμίου


ποίημα.
164

Ἀγαθοκλῆς οὖν δέ φησιν εἶναι παρὰ Πέρσαις καὶ χρυσοῦν καλούμενον


ὕδωρ. εἶναι δὲ τοῦτο λιβάδας ἑβδομήκοντα, καὶ μηδένα πίνειν ἀπ' αὐτοῦ
βασιλέα καὶ τὸν πρεσβύτατον αὐτοῦ τῶν παίδων· τῶν δ' ἄλλων ἐάν τις
πίῃ, θάνατος ἡ ζημία. ἐν δὲ ὀγδόῳ Παιδείας Ξενοφῶν πολλὴν αὐτῷ ὑπο-
γράφει ἁβρότητα καὶ ζήτει τὸ βιβλίον.
 Ξάνθος ὁ Λυδὸς ἱστορεῖ Λυδοὺς εἰς τοσοῦτον τρυφῆς ἐλάσαι ὡς
πρώτους
γυναῖκας εὐνουχίσαι, πρώτου Ἀνδραμύτου τοῦ Λυδῶν βασιλέως γυ-
ναῖκας εὐνουχίσαντος ἐφ' ᾧ χρῆσθαι αὐταῖς ἀντὶ ἀνδρῶν εὐνούχων.
Κλέαρχος

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 90, γρ. 7

δὲ καὶ τὴν τοῦ Ἑρμοῦ τά τε πέδιλα καὶ τὸν πέτασον ἐπὶ τῇ κεφαλῇ
καὶ τὸ κηρύκειον ἐν τῇ χειρί, πολλάκις δὲ καὶ λεοντῆν καὶ ῥόπαλον ὡς
Ἡρακλῆς. τί οὖν θαυμαστόν, εἰ καὶ Κόμοδος ὁ αὐτοκράτωρ ἐπὶ τῶν
ὀχημάτων
παρακείμενον εἶχε τὸ Ἡράκλειον ῥόπαλον ὑπεστρωμένης αὐτῷ λεοντῆς
καὶ  
Ἡρακλῆς καλεῖσθαι ἤθελεν, Ἀλεξάνδρου τοῦ Ἀριστοτελικοῦ τοσούτοις
αὐτὸν
ἀφομοιοῦντος θεοῖς, ἀτὰρ καὶ τῇ Ἀρτέμιδι; ἔρρανε δὲ Ἀλέξανδρος καὶ
μύρῳ
σπουδαίῳ καὶ οἴνῳ εὐώδει τὸ δάκρυον. ἐθυμιᾶτο δὲ αὐτῷ σμύρνα καὶ
τἆλλα
θυμιάματα· εὐφημία δὲ καὶ σιγὴ κατεῖχε πάντας ὑπὸ δέους τοὺς
παρόντας.
ἀφόρητος γὰρ ἦν καὶ φονικός· ἐδόκει γὰρ εἶναι μελαγχολικός. ὅτε δ' εἷλε
Δαρεῖον, γάμους συνετέλεσεν ἑαυτοῦ τε καὶ ἄλλων φίλων ἐνενήκοντα ἐν
οἴκῳ ἑκατοντακλίνῳ. ἦν δ' ἑκάστη Κλίνη κεκοσμημένη στολῇ γαμικῇ
εἴκοσι
μνῶν ἀργυρᾶ· ἡ δὲ αὐτοῦ χρυσόπους ἦν. συμπαρέλαβεν δὲ εἰς τὸ
συμπόσιον
καὶ τοὺς ἰδιοξένους ἅπαντας καὶ κατέκλινεν ἀντιπροσώπους ἑαυτῷ καὶ
τοῖς
ἄλλοις νυμφίοις τήν τε πεζὴν καὶ ναυτικὴν δύναμιν καὶ τὰς πρεσβείας
καὶ τοὺς παρεπιδημοῦντας ἐν τῇ αὐλῇ. κατεσκεύαστο δὲ ὁ οἶκος μεγαλο-
πρεπῶς καὶ πολυτελῶς ἱματίοις καὶ ὀθονίοις πολυτελέσι καὶ πορφυροῖς
καὶ
φοινικοῖς χρυσουφέσιν. τοῦ δὲ μένειν τὴν σκηνὴν ὑπέκειντο κίονες
εἰκοσα-
πήχεις περίχρυσοι καὶ διάλιθοι καὶ διάργυροι. περιεβέβληντο δὲ ἐν τῷ
περιβόλῳ πολυτελεῖς αὐλαῖαι ζῳωτοὶ καὶ διάχρυσοι, κανόνας ἔχουσαι
165

περι-
χρύσους καὶ περιαργύρους. τῆς δ' αὐλῆς ἦν τὸ περίμετρον στάδιοι
τέσσαρες.

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 90, γρ. 25

περιβόλῳ πολυτελεῖς αὐλαῖαι ζῳωτοὶ καὶ διάχρυσοι, κανόνας ἔχουσαι


περι-
χρύσους καὶ περιαργύρους. τῆς δ' αὐλῆς ἦν τὸ περίμετρον στάδιοι
τέσσαρες.
ἐπὶ πέντε δὲ ἡμέρας ἐπετελέσθησαν οἱ γάμοι, καὶ ἐλειτούργησαν πάνυ
πολλοὶ καὶ βαρβάρων καὶ Ἑλλήνων, καὶ οἱ ἀπὸ τῆς Ἰνδικῆς θαυματοποιοὶ

ἦσαν διαπρέποντες καὶ ψιλοκιθαρισταὶ καὶ αὐλῳδοὶ καὶ ποιηταὶ τραγικοί


τε καὶ κωμικοί, ὧν ἐκτίθεται ὁ ῥήτωρ οὗτος Ἀθήναιος καὶ τὰ ὀνόματα.
παρῆλθον δὲ καὶ οἱ πρότερον μὲν καλούμενοι Διονυσιοκόλακες, τότε δὲ
Ἀλεξανδροκόλακες διὰ τὰς τῶν δώρων ὑπερβολάς, ἐφ' οἷς καὶ ἥσθη Ἀλέ-
ξανδρος. οἱ δὲ πεμφθέντες στέφανοι τηνικαῦτα ὑπὸ τῶν πρεσβευτῶν καὶ
τῶν λοιπῶν ταλάντων ἦσαν μυρίων πεντακισχιλίων. ἄλλοι δέ φασι καὶ
ἐπὶ χρυσῆς Κλίνης κοιμᾶσθαι τὸν Ἀλέξανδρον καὶ αὐλητρίδας καὶ
αὐλητὰς
αὐτῷ ἀεὶ ἕπεσθαι καὶ πίνειν ἄχρι τῆς ἕω. δειπνεῖν δὲ καὶ πρὸς σάλπιγγα
ὥστε πᾶν εἰδέναι τὸ στρατόπεδον. τούτου καὶ οἱ ἑταῖροι ὑπερβαλλούσῃ
τροφῇ ἐχρήσαντο. ὧν εἷς ὢν ὁ Ἅγνων χρυσοῦς ἥλους ἐν ταῖς κρηπῖσι καὶ
τοῖς ὑποδήμασιν ἐφόρει. Κλεῖτος δὲ χρηματίζων ἐπὶ πορφυρῶν ἱματίων
διαπεριπατῶν τοῖς ἐντυγχάνουσι διελέγετο. Περδίκκᾳ δὲ καὶ Κρατερῷ
φιλογυμναστοῦσιν ἠκολούθουν διφθέραι σταδιαῖαι τοῖς μεγέθεσιν, ὑφ'
αἷς
καταλαμβάνοντες τόπον ἐν ταῖς καταστροπεδείαις ἐγυμνάζοντο·
ἠκολούθει
δὲ αὐτοῖς καὶ ὑποζύγια πολλὰ κόνιν κομίζοντα πρὸς τὴν ἐν παλαίστραις
χρείαν. Λεοννάτῳ δὲ καὶ Μενελάῳ φιλοκυνήγοις οὖσιν αὐλαῖαι σταδίων
ἑκατὸν ἠκολούθουν, αἷς περιιστάντες τὰς θήρας ἐκυνήγουν. τὰς δὲ
χρυσᾶς

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 101, γρ. 30

ἐπὶ πάσαις δὲ Κλεοπάτραν τὴν Ἀττάλου ἀδελφιδῆν ἐπεισάγων τῇ


Ὀλυμπιάδι
πάντα τὸν ἑαυτοῦ βίον συνέχεεν. εὐθέως γὰρ ἐν αὐτοῖς τοῖς γάμοις ὁ μὲν
166

Ἄτταλος· νῦν μέντοι, ἔφη, γνήσιοι καὶ οὐ νόθοι βασιλεῖς γεννήσονται.


καὶ
Ἀλέξανδρος ἀκούσας ἔβαλεν ᾗ μετὰ χεῖρας εἶχε κύλικι τὸν Ἄτταλον,
ἔπειτα κἀκεῖνος αὐτὸν τῷ ποτηρίῳ. καὶ μετὰ ταῦτα Ὀλυμπιὰς μὲν εἰς
Μολοττοὺς φεύγει, Ἀλέξανδρος δὲ εἰς Ἰλλυριούς. εἰς τοὺς πολέμους
μέντοι
γε οὐκ ἐπήγετο γυναῖκας ὁ Φίλιππος, ὥσπερ Δαρεῖος ὁ ὑπ' Ἀλεξάνδρου
καταλυθείς, ὃς περὶ τῶν ὅλων πολεμῶν τριακοσίας ἑξήκοντα περιήγετο
παλλακάς.
 ὅτι εἰπόντος Σοφοκλεῖ τινος ὅτι μισογύνης ἐστὶν Εὐριπίδης· ἐν γε ταῖς
τραγῳδίαις, ἔφη Σοφοκλῆς· ἐπεὶ ἔν γε τῇ κλίνῃ φιλογύνης. φησὶν
Εὔβουλος
περί τινων γυναικῶν· οὐ περιπεπλασμέναι ψιμμυθίῳ οὐδ' ὥσπερ ὑμεῖς
συκαμίνῳ τὰς γνάθους κεχρισμέναι. κἂν ἐξίητε τοῦ θέρους, ἀπὸ μὲν τῶν
ὀφθαλμῶν ὑδροῤῥόαι δύο ῥέουσι μέλανος, ἐκ δὲ τῶν γνάθων ἰδρὼς ἐπὶ
τὸν
τράχηλον ἄλοκα μιλτώδη ποιεῖ, ἐπὶ τῷ προσώπῳ δ' αἱ τρίχες φορού-
μεναι εἴξασι πολιαῖς, ἀνάπλεῳ ψιμμυθίου. Ἀναξίλας δὲ καὶ αὐτός φησιν·
ὅστις ἀνθρώπων ἑταίραν ἠγάπησεν, οὐ γένος ἂν δύναιτο παρανομώτατον
φράσαι· τί γὰρ ἢ δράκαιν' ἄμικτος ἢ Χίμαιρα πυρπνόος ἢ Χάρυβδις ἢ
τρίκρανος Σκύλλα, ποντία κύων, Σφίγξ, Ὕδρα, λέαιν', ἔχιδνα, πτηνά θ'  
Ἁρπυιῶν γένη, εἰς ὑπερβολὴν ἀφῖκται τοῦ καταπτύστου γένους; ἔστι δὲ
σκοπεῖν ἀπ' ἀρχῆς πρῶτον μὲν τὴν Πλαγγόνα, ἥτις ὥσπερ ἡ ἔχιδνα πυρ

Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές (ep.) Τόμ. 2,2, σελ. 114, γρ. 26

βαλλομένων εἰς βολβοφακῆν καὶ τῆς παιδίσκης εἰς τὸν κόλπον ἐμβαλ-
λομένης τῶν φακῶν, ἡ Γνάθαινα ἔφη· κολποφακῆν διανοεῖται ποιεῖν.
πρὸς
δὲ ἀδολέσχην διηγούμενον ὅτι παραγέγονεν ἀφ' Ἑλλησπόντου· πῶς οὖν,
φησίν, εἰς τὴν πρώτην πόλιν οὐχ ἧκες τῶν ἐκεῖ; τοῦ δ' εἰπόντος· εἰς ποίαν;

εἰς Σίγειον, εἶπεν. εἰσελθόντος δέ τινος ὡς αὐτὴν καὶ ἰδόντος ἐπί τινος ἀγ-
γείου ᾠὰ καὶ εἰπόντος· ὠμὰ ταῦτα, Γνάθαινα, ἢ ἑφθά; ἐγχάλκεα, ἔφη,
παιδίον. Χαιρεφῶντος δ' ἀκλήτου ἐπὶ δεῖπνον ἐλθόντος, προπιοῦσα
ποτήριον
αὐτῷ· λαβέ, ἔφησεν, ὑπερήφανε. καὶ ὅς· ἐγὼ ὑπερήφανος; τίς δὲ μᾶλλον,
εἶπεν ἡ Γνάθαινα, ὃς οὐδὲ καλούμενος ἔρχῃ. ταῦτα ὁ Λυγκεύς.
 Μετάνειρα δὲ ἡ ἑταίρα Δημοκλέους τοῦ παρασίτου Λαγυνίωνος ἐπίκλην

διαπηδῶντος ἐπὶ τὴν πλησίον Κλίνην ἔφη· πρόσεχε, μὴ ἀνατραπῇς·


φησὶν
167

Ἡγήσανδρος. Ἀριστόδημος δέ φησι· Γνάθαιναν δύο ἐμισθώσαντο,


στρατιώτης
καὶ μαστιγίας. ἀναγωγότερον οὖν τοῦ στρατιώτου λάκκον αὐτὴν
εἰπόντος·
πῶς; ἔφη, ἢ ὅτι δύο ποταμὼ ἐμβάλλετόν μοι, ὁ Λύκος καὶ ὁ Μα-
στιγίας; ἐπὶ δὲ τὴν τῆς Γναθαίνης θυγατέρα πτωχῶν ἐραστῶν
κωμαζόντων
καὶ ἀπειλούντων κατασκάψειν τὴν οἰκίαν, ἐνηνοχέναι γὰρ δικέλλας ἄμας·

εἰ ταῦτ' εἴχεθ' ὑμεῖς, εἶπεν ἡ Γνάθαινα, ἐνέχυρα ἂν θέντες τὸ μίσθωμα


ἀπεστείλατε. ἐμμελὴς δ' ἦν πάνυ ἡ Γνάθαινα καὶ οὐκ ἀνάστειος φθέ-
γξασθαι· ἣ καὶ νόμον συσσιτικὸν συνέγραψε κατὰ ζῆλον τῶν ταῦτα
συντα-
ξαμένων φιλοσόφων. Καλλίστιον δὲ τὴν Πτωχελένην μαστιγίας
ἐμισθώσατο.
θέρους δὲ ὄντος ἐπεὶ γυμνὸς κατέκειτο, τοὺς τύπους τῶν πληγῶν ἰδοῦσα·

Isocrates Orat., Aegineticus (orat. 19) (0010: 006)“Isocrate. Discours,


vol. 1”, Ed. Mathieu, G., Brémond, É.Paris: Les Belles Lettres, 1929,
Repr. [Link]. 24, γρ. 9

σάμενος ἐν Τροιζῆνι τοιαύταις ἐχρησάμην συμφοραῖς, ὧν


οὐδέποτ' ἂν ἐπιλαθέσθαι δυνηθείην.
 Καὶ μὴν οὐδὲ τοῦθ' ἕξουσιν εἰπεῖν ὡς εὖ μὲν πράτ-
τοντος Θρασυλόχου πάντα ταῦθ' ὑπέμενον, δυστυχήσαντα
δ' αὐτὸν ἀπέλιπον· ἐν αὐτοῖς γὰρ τούτοις ἔτι σαφέστερον
καὶ μᾶλλον ἐπεδειξάμην τὴν εὔνοιαν ἣν εἶχον εἰς ἐκεῖνον.
Ἐπειδὴ γὰρ εἰς Αἴγιναν κατοικισάμενος ἠσθένησεν ταύ-
την τὴν νόσον ἐξ ἧσπερ ἀπέθανεν, οὕτως αὐτὸν ἐθερά-
πευσα ὡς οὐκ οἶδ' ὅστις πώποθ' ἕτερος ἕτερον, τὸν μὲν
πλεῖστον τοῦ χρόνου πονήρως μὲν ἔχοντα, περιιέναι δ' ἔτι
δυνάμενον, ἓξ μῆνας δὲ συνεχῶς ἐν τῇ κλίνῃ κείμενον.  
Καὶ τούτων τῶν ταλαιπωριῶν οὐδεὶς τῶν συγγενῶν
μετασχεῖν ἠξίωσεν, ἀλλ' οὐδ' ἐπισκεψόμενος ἀφίκετο πλὴν
τῆς μητρὸς καὶ τῆς ἀδελφῆς αἳ πλέον θάτερον ἐποίησαν·
ἀσθενοῦσαι γὰρ ἦλθον ἐκ Τροιζῆνος ὥστ' αὐταὶ θεραπείας
ἐδέοντο. Ἀλλ' ὅμως ἐγὼ, τοιούτων τῶν ἄλλων περὶ αὐτὸν
γεγενημένων, οὐκ ἀπεῖπον οὐδ' ἀπέστην ἀλλ' ἐνοσήλευον
μετὰ παιδὸς ἑνός·
168

Isocrates Orat., Aegineticus (orat. 19) Se. 26, γρ. 6

τῆς μητρὸς καὶ τῆς ἀδελφῆς αἳ πλέον θάτερον ἐποίησαν·


ἀσθενοῦσαι γὰρ ἦλθον ἐκ Τροιζῆνος ὥστ' αὐταὶ θεραπείας
ἐδέοντο. Ἀλλ' ὅμως ἐγὼ, τοιούτων τῶν ἄλλων περὶ αὐτὸν
γεγενημένων, οὐκ ἀπεῖπον οὐδ' ἀπέστην ἀλλ' ἐνοσήλευον
μετὰ παιδὸς ἑνός·
         οὐδὲ γὰρ τῶν οἰκετῶν οὐδεὶς ὑπέ-
μενεν. Καὶ γὰρ φύσει χαλεπὸς ὢν ἔτι δυσκολώτερον διὰ
τὴν νόσον διέκειτο, ὥστ' οὐκ ἐκείνων ἄξιον θαυμάζειν εἰ
μὴ παρέμενον, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ὅπως ἐγὼ τοιαύτην νόσον
θεραπεύων ἀνταρκεῖν ἠδυνάμην· ὃς ἔμπυος μὲν ἦν πολὺν
χρόνον, ἐκ δὲ τῆς Κλίνης οὐκ ἠδύνατο κινεῖσθαι,
         τοι-
αῦτα δ' ἔπασχεν ὥσθ' ἡμᾶς μηδεμίαν ἡμέραν ἀδακρύτους
διαγαγεῖν, ἀλλὰ θρηνοῦντες διετελοῦμεν καὶ τοὺς πόνους
τοὺς ἀλλήλων καὶ τὴν φυγὴν καὶ τὴν ἐρημίαν τὴν ἡμετέραν
αὐτῶν. Καὶ ταῦτ' οὐδένα χρόνον διέλειπεν· οὐδὲ γὰρ
ἀπελθεῖν οἷόν τ' ἦν ἢ δοκεῖν ἀμελεῖν, ὅ μοι πολὺ δεινότε-
ρον ἦν τῶν κακῶν τῶν παρόντων.

Σοφοκλής , Oedipus Coloneus (0011: 007)“Sophocle, vol. 3”, Ed. Dain,


A., Mazon, [Link]: Les Belles Lettres, 1960, Repr. 1967 (1st edn.
rev.).Line 193

{ΧΟ.} Τόλμα ξεῖνος ἐπὶ ξένης,


ὦ τλάμων, ὅ τι καὶ πόλις
τέτροφεν ἄφιλον ἀποστυγεῖν
καὶ τὸ φίλον σέβεσθαι.
      
{ΟΙ.} Ἄγε νυν σύ με, παῖ,
ἵν' ἂν εὐσεβίας ἐπιβαίνοντες  
τὸ μὲν εἴποιμεν, τὸ δ' ἀκούσαιμεν,
καὶ μὴ χρείᾳ πολεμῶμεν.
{ΧΟ.} Αὐτοῦ· μηκέτι τοῦδ' ἀντιπέτρου
βήματος ἔξω πόδα κλίνῃς.
      

Homerus Epic., Ilias (0012: 001)“Homeri Ilias, vols. 2–3”, Ed. Allen,
T.W.
Oxford: Clarendon Press, [Link] 19, γρ. 223
169

μύρονται· τό μοι οὔ τι μετὰ φρεσὶ ταῦτα μέμηλεν,


ἀλλὰ φόνος τε καὶ αἷμα καὶ ἀργαλέος στόνος ἀνδρῶν.
 Τὸν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
ὦ Ἀχιλεῦ Πηλῆος υἱὲ μέγα φέρτατ' Ἀχαιῶν,
κρείσσων εἰς ἐμέθεν καὶ φέρτερος οὐκ ὀλίγον περ
ἔγχει, ἐγὼ δέ κε σεῖο νοήματί γε προβαλοίμην
πολλόν, ἐπεὶ πρότερος γενόμην καὶ πλείονα οἶδα.
τώ τοι ἐπιτλήτω κραδίη μύθοισιν ἐμοῖσιν.
αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κόρος ἀνθρώποισιν,
ἧς τε πλείστην μὲν καλάμην χθονὶ χαλκὸς ἔχευεν,
ἄμητος δ' ὀλίγιστος, ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα
Ζεύς, ὅς τ' ἀνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτυκται.
γαστέρι δ' οὔ πως ἔστι νέκυν πενθῆσαι Ἀχαιούς·  
λίην γὰρ πολλοὶ καὶ ἐπήτριμοι ἤματα πάντα
πίπτουσιν· πότε κέν τις ἀναπνεύσειε πόνοιο;
ἀλλὰ χρὴ τὸν μὲν καταθάπτειν ὅς κε θάνῃσι
νηλέα θυμὸν ἔχοντας ἐπ' ἤματι δακρύσαντας·
ὅσσοι δ' ἂν πολέμοιο περὶ στυγεροῖο λίπωνται
μεμνῆσθαι πόσιος καὶ ἐδητύος, ὄφρ' ἔτι μᾶλλον
ἀνδράσι δυσμενέεσσι μαχώμεθα νωλεμὲς αἰεὶ
ἑσσάμενοι χροῒ χαλκὸν ἀτειρέα. μηδέ τις ἄλλην

Demosthenes Orat., Adversus Androtionem (0014: 022)“Demosthenis


orationes, vol. 2.1”, Ed. Butcher, [Link]: Clarendon Press, 1907,
Repr. [Link] 53, γρ. 5

πάντες ἂν εἴποιτε. τότε τοίνυν, ὡς ἔστιν ἀκούειν, οὐδεὶς


ἔστιν ὅστις ἀπεστερεῖτο τοῦ σωθῆναι, ὅστις ἑαυτὸν οἴκοι
κρύψειεν, ἀλλὰ τοῦτο κατηγοροῦμεν τῶν τριάκοντα, ὅτι τοὺς
ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἀδίκως ἀπῆγον. οὗτος τοίνυν τοσαύτην
ὑπερβολὴν ἐποιήσατ' ἐκείνων τῆς αὑτοῦ βδελυρίας ὥστ' ἐν
δημοκρατίᾳ πολιτευόμενος τὴν ἰδίαν οἰκίαν ἑκάστῳ δεσμω-
τήριον καθίστη, τοὺς ἕνδεκ' ἄγων ἐπὶ τὰς οἰκίας. καίτοι,
ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τί οἴεσθ' ὁπότ' ἄνθρωπος πένης ἢ καὶ
πλούσιος, πολλὰ δ' ἀνηλωκὼς καί τιν' ἴσως τρόπον εἰκότως
οὐκ εὐπορῶν ἀργυρίου, ἢ τέγος ὡς τοὺς γείτονας ὑπερβαίνοι,
ἢ ὑποδύοιθ' ὑπὸ Κλίνην ὑπὲρ τοῦ μὴ τὸ σῶμ' ἁλοὺς εἰς τὸ
δεσμωτήριον ἕλκεσθαι, ἢ ἄλλ' ἀσχημονοίη ἃ δούλων, οὐκ
ἐλευθέρων ἐστὶν ἔργα, καὶ ταῦθ' ὑπὸ τῆς αὑτοῦ γυναικὸς
ὁρῷτο ποιῶν, ἣν ὡς ἐλεύθερος ἠγγυήσατο καὶ τῆς πόλεως
πολίτης, ὁ δὲ τούτων αἴτιος Ἀνδροτίων εἴη, ὃν οὐδ' ὑπὲρ
170

αὑτοῦ δίκην λαμβάνειν ἐᾷ τὰ πεπραγμένα καὶ βεβιωμένα,


μή τί γ' ὑπὲρ τῆς πόλεως; καίτοι εἴ τις ἔροιτ' αὐτόν, τὰς
εἰσφορὰς πότερον τὰ κτήματ' ἢ τὰ σώματ' ὀφείλει, τὰ
κτήματα φήσειεν ἄν, εἴπερ ἀληθῆ λέγειν βούλοιτο· ἀπὸ
γὰρ τούτων εἰσφέρομεν. τίνος οὖν εἵνεκ' ἀφεὶς τὸ τὰ χωρία
δημεύειν καὶ τὰς οἰκίας καὶ ταῦτ' ἀπογράφειν, ἔδεις καὶ

Herodianus Hist., Ab excessu divi Marci (0015: 001“Herodiani ab


excessu divi Marci libri octo”, Ed. Stavenhagen, [Link]: Teubner,
1922, Repr. 1967.
Book 4, Ch. 2, se. 2, γρ. 5

φρουράς τε ἐπιστήσαντες ἰδίᾳ ἑκάτερος, οὐδὲ συνιόντες


εἰ μὴ πρὸς ὀλίγον, ὅσον δημοσίᾳ, εἴ ποτε, ὀφθῆναι.
ἐπετέλεσαν δὲ πρὸ ἁπάντων τὴν ἐς τὸν πατέρα τιμήν.
 ἔθος γάρ ἐστι Ῥωμαίοις ἐκθειάζειν βασιλέων τοὺς ἐπὶ
παισὶ [ἢ] διαδόχοις τελευτήσαντας· τήν τε τοιαύτην τι-
μὴν ἀποθέωσιν καλοῦσι. μεμιγμένον δέ τι πένθος ἑορτῇ
καὶ θρησκείᾳ κατὰ πᾶσαν τὴν πόλιν δείκνυται. τὸ μὲν
γὰρ σῶμα τοῦ τελευτήσαντος πολυτελεῖ κηδείᾳ κατα-
θάπτουσιν ἀνθρώπων νόμῳ· κηροῦ δὲ πλασάμενοι εἰκόνα
πάντα ὁμοίαν τῷ τετελευτηκότι ἐπὶ μεγίστης ἐλεφαντίνης
Κλίνης, ἐς ὕψος ἀρθείσης, προτιθέασιν ἐν τῇ τῶν βασι-
λείων εἰσόδῳ, χρυσοϋφεῖς Στρωμνὰς ὑποστρωννύντες. ἡ
δ' εἰκὼν ἐκείνη ἐν σχήματι νοσοῦντος πρόκειται ὠχριῶσα.
τῆς δὲ Κλίνης ἑκατέρωθεν καθέζονται ἐπὶ πλεῖστον τῆς
ἡμέρας ἐν μὲν τῷ λαιῷ μέρει πᾶσα ἡ σύγκλητος, μελαί-
ναις ἐφεστίσι χρώμενοι, ἐν δὲ τῷ δεξιῷ γυναῖκες πᾶσαι  
ὅσαις ἀνδρῶν ἢ πατέρων ἀξίωμα τιμῆς ἐνδόξου μεταδί-
δωσιν. οὔτε δὲ χρυσοφοροῦσά τις αὐτῶν ὁρᾶται οὔτε
περιδεραίοις κοσμουμένη, ἀλλὰ λιτὰς ἐσθῆτας λευκὰς
ἀμφιεννύμεναι σχῆμα παρέχουσι λυπουμένων. ἑπτὰ μὲν
οὖν ἡμερῶν τὰ εἰρημένα ἐπιτελεῖται· ἰατροί τε εἰσιόντες

Herodianus Hist., Ab excessu divi Marci Book 4, Ch. 2, se. 3, γρ. 1

 ἔθος γάρ ἐστι Ῥωμαίοις ἐκθειάζειν βασιλέων τοὺς ἐπὶ


παισὶ [ἢ] διαδόχοις τελευτήσαντας· τήν τε τοιαύτην τι-
μὴν ἀποθέωσιν καλοῦσι. μεμιγμένον δέ τι πένθος ἑορτῇ
καὶ θρησκείᾳ κατὰ πᾶσαν τὴν πόλιν δείκνυται. τὸ μὲν
γὰρ σῶμα τοῦ τελευτήσαντος πολυτελεῖ κηδείᾳ κατα-
θάπτουσιν ἀνθρώπων νόμῳ· κηροῦ δὲ πλασάμενοι εἰκόνα
171

πάντα ὁμοίαν τῷ τετελευτηκότι ἐπὶ μεγίστης ἐλεφαντίνης


Κλίνης, ἐς ὕψος ἀρθείσης, προτιθέασιν ἐν τῇ τῶν βασι-
λείων εἰσόδῳ, χρυσοϋφεῖς Στρωμνὰς ὑποστρωννύντες. ἡ
δ' εἰκὼν ἐκείνη ἐν σχήματι νοσοῦντος πρόκειται ὠχριῶσα.
τῆς δὲ Κλίνης ἑκατέρωθεν καθέζονται ἐπὶ πλεῖστον τῆς
ἡμέρας ἐν μὲν τῷ λαιῷ μέρει πᾶσα ἡ σύγκλητος, μελαί-
ναις ἐφεστίσι χρώμενοι, ἐν δὲ τῷ δεξιῷ γυναῖκες πᾶσαι  
ὅσαις ἀνδρῶν ἢ πατέρων ἀξίωμα τιμῆς ἐνδόξου μεταδί-
δωσιν. οὔτε δὲ χρυσοφοροῦσά τις αὐτῶν ὁρᾶται οὔτε
περιδεραίοις κοσμουμένη, ἀλλὰ λιτὰς ἐσθῆτας λευκὰς
ἀμφιεννύμεναι σχῆμα παρέχουσι λυπουμένων. ἑπτὰ μὲν
οὖν ἡμερῶν τὰ εἰρημένα ἐπιτελεῖται· ἰατροί τε εἰσιόντες
ἑκάστοτε προσίασι τῇ κλίνῃ, καὶ δῆθεν ἐπισκεψάμενοι
τὸν νοσοῦντα χαλεπώτερον ἔχειν ἀπαγγέλλουσιν ἑκάστοτε.
ἐπὰν δὲ δόξῃ τετελευτηκέναι, τὴν μὲν Κλίνην ἀράμενοι

Herodianus Hist., Ab excessu divi Marci Book 4, Ch. 2, se. 4, γρ. 3

λείων εἰσόδῳ, χρυσοϋφεῖς Στρωμνὰς ὑποστρωννύντες. ἡ


δ' εἰκὼν ἐκείνη ἐν σχήματι νοσοῦντος πρόκειται ὠχριῶσα.
τῆς δὲ Κλίνης ἑκατέρωθεν καθέζονται ἐπὶ πλεῖστον τῆς
ἡμέρας ἐν μὲν τῷ λαιῷ μέρει πᾶσα ἡ σύγκλητος, μελαί-
ναις ἐφεστίσι χρώμενοι, ἐν δὲ τῷ δεξιῷ γυναῖκες πᾶσαι  
ὅσαις ἀνδρῶν ἢ πατέρων ἀξίωμα τιμῆς ἐνδόξου μεταδί-
δωσιν. οὔτε δὲ χρυσοφοροῦσά τις αὐτῶν ὁρᾶται οὔτε
περιδεραίοις κοσμουμένη, ἀλλὰ λιτὰς ἐσθῆτας λευκὰς
ἀμφιεννύμεναι σχῆμα παρέχουσι λυπουμένων. ἑπτὰ μὲν
οὖν ἡμερῶν τὰ εἰρημένα ἐπιτελεῖται· ἰατροί τε εἰσιόντες
ἑκάστοτε προσίασι τῇ κλίνῃ, καὶ δῆθεν ἐπισκεψάμενοι
τὸν νοσοῦντα χαλεπώτερον ἔχειν ἀπαγγέλλουσιν ἑκάστοτε.
ἐπὰν δὲ δόξῃ τετελευτηκέναι, τὴν μὲν Κλίνην ἀράμενοι
τοῦ τε ἱππικοῦ τάγματος εὐγενέστατοι καὶ τῆς συγκλή-
του ἐπίλεκτοι νεανίαι κατακομίζουσι διὰ τῆς ἱερᾶς ὁδοῦ,
ἔς τε τὴν ἀρχαίαν ἀγορὰν προτιθέασιν, ἔνθα οἱ Ῥωμαίων
ἄρχοντες τὰς ἀρχὰς ἀπόμνυνται. ἑκατέρωθεν δὲ βάθρα
τινὰ σύγκειται ἐν κλίμακος σχήματι, καὶ ἐπὶ μὲν θα-
τέρου μέρους τῶν εὐγενεστάτων καὶ εὐπατριδῶν χορὸς
ἕστηκε παίδων, ἐν δὲ τῷ ἀντικειμένῳ γυναικῶν τῶν ἐν
ἀξιώσει εἶναι δοκουσῶν· ᾄδουσι δὲ ἑκάτεροι ὕμνους τε

Herodianus Hist., Ab excessu divi Marci Book 4, Ch. 2, se. 4, γρ. 5


172

τῆς δὲ Κλίνης ἑκατέρωθεν καθέζονται ἐπὶ πλεῖστον τῆς


ἡμέρας ἐν μὲν τῷ λαιῷ μέρει πᾶσα ἡ σύγκλητος, μελαί-
ναις ἐφεστίσι χρώμενοι, ἐν δὲ τῷ δεξιῷ γυναῖκες πᾶσαι  
ὅσαις ἀνδρῶν ἢ πατέρων ἀξίωμα τιμῆς ἐνδόξου μεταδί-
δωσιν. οὔτε δὲ χρυσοφοροῦσά τις αὐτῶν ὁρᾶται οὔτε
περιδεραίοις κοσμουμένη, ἀλλὰ λιτὰς ἐσθῆτας λευκὰς
ἀμφιεννύμεναι σχῆμα παρέχουσι λυπουμένων. ἑπτὰ μὲν
οὖν ἡμερῶν τὰ εἰρημένα ἐπιτελεῖται· ἰατροί τε εἰσιόντες
ἑκάστοτε προσίασι τῇ κλίνῃ, καὶ δῆθεν ἐπισκεψάμενοι
τὸν νοσοῦντα χαλεπώτερον ἔχειν ἀπαγγέλλουσιν ἑκάστοτε.
ἐπὰν δὲ δόξῃ τετελευτηκέναι, τὴν μὲν Κλίνην ἀράμενοι
τοῦ τε ἱππικοῦ τάγματος εὐγενέστατοι καὶ τῆς συγκλή-
του ἐπίλεκτοι νεανίαι κατακομίζουσι διὰ τῆς ἱερᾶς ὁδοῦ,
ἔς τε τὴν ἀρχαίαν ἀγορὰν προτιθέασιν, ἔνθα οἱ Ῥωμαίων
ἄρχοντες τὰς ἀρχὰς ἀπόμνυνται. ἑκατέρωθεν δὲ βάθρα
τινὰ σύγκειται ἐν κλίμακος σχήματι, καὶ ἐπὶ μὲν θα-
τέρου μέρους τῶν εὐγενεστάτων καὶ εὐπατριδῶν χορὸς
ἕστηκε παίδων, ἐν δὲ τῷ ἀντικειμένῳ γυναικῶν τῶν ἐν
ἀξιώσει εἶναι δοκουσῶν· ᾄδουσι δὲ ἑκάτεροι ὕμνους τε
καὶ παιᾶνας ἐς τὸν τετελευτηκότα, σεμνῷ μέλει καὶ θρη-
νώδει ἐρρυθμισμένους.

Herodianus Hist., Ab excessu divi Marci Book 4, Ch. 2, se. 6, γρ. 2

τοῦ τε ἱππικοῦ τάγματος εὐγενέστατοι καὶ τῆς συγκλή-


του ἐπίλεκτοι νεανίαι κατακομίζουσι διὰ τῆς ἱερᾶς ὁδοῦ,
ἔς τε τὴν ἀρχαίαν ἀγορὰν προτιθέασιν, ἔνθα οἱ Ῥωμαίων
ἄρχοντες τὰς ἀρχὰς ἀπόμνυνται. ἑκατέρωθεν δὲ βάθρα
τινὰ σύγκειται ἐν κλίμακος σχήματι, καὶ ἐπὶ μὲν θα-
τέρου μέρους τῶν εὐγενεστάτων καὶ εὐπατριδῶν χορὸς
ἕστηκε παίδων, ἐν δὲ τῷ ἀντικειμένῳ γυναικῶν τῶν ἐν
ἀξιώσει εἶναι δοκουσῶν· ᾄδουσι δὲ ἑκάτεροι ὕμνους τε
καὶ παιᾶνας ἐς τὸν τετελευτηκότα, σεμνῷ μέλει καὶ θρη-
νώδει ἐρρυθμισμένους. μετὰ δὲ τοῦτο βαστάσαντες τὴν
Κλίνην φέρουσιν ἔξω τῆς πόλεως ἐς τὸ καλούμενον Ἄρεως
πεδίον, ἔνθα κατεσκεύασται ἐν τῷ πλατυτάτῳ τοῦ πεδίου
τόπῳ τετράγωνόν τι [καὶ] ἰσόπλευρον, ἄλλης μὲν ὕλης
οὐδεμιᾶς μετέχον, ἐκ μόνης δὲ συμπήξεως ξύλων μεγί-
στων ἐς σχῆμα οἰκήματος. πᾶν δὲ ἐκεῖνο ἔνδοθεν μὲν
φρυγάνων πεπλήρωται, ἔξωθεν δὲ χρυσοϋφέσι στρωμναῖς
ἐλεφαντίνοις τε ἀγάλμασι γραφαῖς τε ποικίλαις κεκόσμη-
ται. ἐπ' ἐκείνῳ δὲ ἕτερον, σχήματι μὲν καὶ κόσμῳ παρα-
173

πλήσιον, μικρότερον δ' ἐπίκειται, πυλίδας ἔχον καὶ


θύρας ἀνεῳγυίας. τρίτον τε καὶ τέταρτον, ἀεὶ τοῦ ὑπο-  
κειμένου μεῖον, ἐς τελευταῖον βραχύτατον περατοῦται.

Herodianus Hist., Ab excessu divi Marci Book 4, Ch. 2, se. 8, γρ. 5

ἐλεφαντίνοις τε ἀγάλμασι γραφαῖς τε ποικίλαις κεκόσμη-


ται. ἐπ' ἐκείνῳ δὲ ἕτερον, σχήματι μὲν καὶ κόσμῳ παρα-
πλήσιον, μικρότερον δ' ἐπίκειται, πυλίδας ἔχον καὶ
θύρας ἀνεῳγυίας. τρίτον τε καὶ τέταρτον, ἀεὶ τοῦ ὑπο-  
κειμένου μεῖον, ἐς τελευταῖον βραχύτατον περατοῦται.
ἀπεικάσαι τις ἂν τὸ σχῆμα τοῦ κατασκευάσματος φρυ-
κτωρίοις, ἃ τοῖς λιμέσιν ἐπικείμενα νύκτωρ διὰ τοῦ
πυρὸς ἐς ἀσφαλεῖς καταγωγὰς τὰς ναῦς χειραγωγεῖ· φά-
ρους τε αὐτὰ οἱ πολλοὶ καλοῦσιν. ἐς δὴ τὸ οἴκημα τὸ
δεύτερον ἀνακομίσαντες τὴν Κλίνην τιθέασιν, ἀρώματά
τε καὶ θυμιάματα πάντα ὅσα γῆ φέρει, εἴ τέ τινες καρ-
ποὶ ἢ πόαι χυμοί τε συμβαλλόμενοι πρὸς εὐωδίαν, ἀνα-
κομίζονται καὶ σωρηδὸν χέονται· οὔτε γὰρ ἔθνος οὔτε
πόλις τις οὔτε τῶν ἐν ἀξιώσει ἢ τιμῇ ἔστιν ὃς μὴ δῶρα
ταῦτα ὕστατα πέμπει φιλοτίμως ἐς τιμὴν τοῦ βασιλέως.
ἐπὰν δὲ μέγιστον χῶμα ἀρθῇ τῶν ἀρωμάτων πᾶς τε ὁ
τόπος πληρωθῇ, ἱππασία περὶ τὸ κατασκεύασμα ἐκεῖνο
γίνεται, πᾶν τε τὸ ἱππικὸν τάγμα περιθεῖ κύκλῳ μετά
τινος εὐταξίας καὶ ἀνακυκλώσεως πυρριχίῳ δρόμῳ καὶ
ῥυθμῷ. ἅρματά τε περιέρχεται ὁμοίᾳ εὐταξίᾳ, φέροντα

Herodotus Hist., Historiae (0016: 001)“Hérodote. Histoires, 9 vols.”,


Ed. Legrand, Ph.–[Link]: Les Belles Lettres, 1:1932; 2;1930; 3:1939; 4
(3rd edn.): 1960; 5:1946; 6:1948; 7:1951; 8:1953; 9:1954, Repr. 1:1970;
2:1963; 3:1967; 5:1968; 6:1963; 7:1963; 8:1964; 9:[Link] 1, se. 181,
γρ. 15

βόλῳ τε μεγάλῳ [τε] καὶ ἰσχυρῷ, ἐν δὲ τῷ ἑτέρῳ Διὸς


Βήλου ἱρὸν χαλκόπυλον, καὶ ἐς ἐμὲ ἔτι τοῦτο ἐόν, δύο
σταδίων πάντῃ, ἐὸν τετράγωνον. Ἐν μέσῳ δὲ τοῦ ἱροῦ
πύργος στερεὸς οἰκοδόμηται, σταδίου καὶ τὸ μῆκος καὶ τὸ
εὖρος, καὶ ἐπὶ τούτῳ τῷ πύργῳ ἄλλος πύργος ἐπιβέβηκε,
καὶ ἕτερος μάλα ἐπὶ τούτῳ, μέχρις οὗ ὀκτὼ πύργων.
Ἀνάβασις δὲ ἐς αὐτοὺς ἔξωθεν κύκλῳ περὶ πάντας τοὺς
πύργους ἔχουσα πεποίηται· μεσοῦντι δέ κου τῆς ἀνα-
174

βάσιός ἐστι καταγωγή τε καὶ θῶκοι ἀμπαυστήριοι, ἐν τοῖσι


κατίζοντες ἀμπαύονται οἱ ἀναβαίνοντες. Ἐν δὲ τῷ
τελευταίῳ πύργῳ νηὸς ἔπεστι μέγας· ἐν δὲ τῷ νηῷ Κλίνη
μεγάλη κεῖται εὖ ἐστρωμένη καί οἱ τράπεζα παράκειται
χρυσέη. Ἄγαλμα δὲ οὐκ ἔνι οὐδὲν αὐτόθι ἐνιδρυμένον·
οὐδὲ νύκτα οὐδεὶς ἐναυλίζεται ἀνθρώπων ὅτι μὴ γυνὴ
μούνη τῶν ἐπιχωρίων, τὴν ἂν ὁ θεὸς ἕληται ἐκ πασέων,
ὡς λέγουσι οἱ Χαλδαῖοι, ἐόντες ἱρέες τούτου τοῦ θεοῦ.
Φασὶ δὲ οἱ αὐτοὶ οὗτοι, ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες, τὸν
θεὸν αὐτὸν φοιτᾶν τε ἐς τὸν νηὸν καὶ ἀμπαύεσθαι ἐπὶ τῆς
Κλίνης, κατά περ ἐν Θήβῃσι τῇσι Αἰγυπτίῃσι κατὰ τὸν
αὐτὸν τρόπον, ὡς λέγουσι οἱ Αἰγύπτιοι (καὶ γὰρ δὴ ἐκεῖθι
κοιμᾶται ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Θηβαιέος γυνή, ἀμφότεραι

Herodotus Hist., Historiae Book 1, se. 182, γρ. 3

βάσιός ἐστι καταγωγή τε καὶ θῶκοι ἀμπαυστήριοι, ἐν τοῖσι


κατίζοντες ἀμπαύονται οἱ ἀναβαίνοντες. Ἐν δὲ τῷ
τελευταίῳ πύργῳ νηὸς ἔπεστι μέγας· ἐν δὲ τῷ νηῷ Κλίνη
μεγάλη κεῖται εὖ ἐστρωμένη καί οἱ τράπεζα παράκειται
χρυσέη. Ἄγαλμα δὲ οὐκ ἔνι οὐδὲν αὐτόθι ἐνιδρυμένον·
οὐδὲ νύκτα οὐδεὶς ἐναυλίζεται ἀνθρώπων ὅτι μὴ γυνὴ
μούνη τῶν ἐπιχωρίων, τὴν ἂν ὁ θεὸς ἕληται ἐκ πασέων,
ὡς λέγουσι οἱ Χαλδαῖοι, ἐόντες ἱρέες τούτου τοῦ θεοῦ.
Φασὶ δὲ οἱ αὐτοὶ οὗτοι, ἐμοὶ μὲν οὐ πιστὰ λέγοντες, τὸν
θεὸν αὐτὸν φοιτᾶν τε ἐς τὸν νηὸν καὶ ἀμπαύεσθαι ἐπὶ τῆς
Κλίνης, κατά περ ἐν Θήβῃσι τῇσι Αἰγυπτίῃσι κατὰ τὸν
αὐτὸν τρόπον, ὡς λέγουσι οἱ Αἰγύπτιοι (καὶ γὰρ δὴ ἐκεῖθι
κοιμᾶται ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Θηβαιέος γυνή, ἀμφότεραι
δὲ αὗται λέγονται ἀνδρῶν οὐδαμῶν ἐς ὁμιλίην φοιτᾶν), καὶ
κατά περ ἐν Πατάροισι τῆς Λυκίης ἡ πρόμαντις τοῦ θεοῦ,
ἐπεὰν γένηται· οὐ γὰρ ὦν αἰεί ἐστι χρηστήριον αὐτόθι·
ἐπεὰν δὲ γένηται, τότε ὦν συγκατακληίεται τὰς νύκτας
ἔσω ἐν τῷ νηῷ. Ἔστι δὲ τοῦ ἐν Βαβυλῶνι ἱροῦ καὶ ἄλλος
κάτω νηός, ἔνθα ἄγαλμα μέγα τοῦ Διὸς ἔνι κατήμενον
χρύσεον, καί οἱ τράπεζα μεγάλη παράκειται χρυσέη, καὶ τὸ  
βάθρον οἱ καὶ ὁ θρόνος χρύσεός ἐστι· καὶ, ὡς ἔλεγον οἱ

Herodotus Hist., Historiae Book 5, se. 16, γρ. 18

τοῖσι ἰκρίοισι τὸ μέν κου ἀρχαῖον ἔστησαν κοινῇ πάντες οἱ


πολιῆται, μετὰ δὲ νόμῳ χρεώμενοι ἱστᾶσι τοιῷδε· κομίζοντες
175

ἐξ ὄρεος τῷ οὔνομά ἐστι Ὄρβηλος κατὰ γυναῖκα ἑκάστην


ὁ γαμέων τρεῖς σταυροὺς ὑπίστησι· ἄγεται δὲ ἕκαστος
συχνὰς γυναῖκας. Οἰκέουσι δὲ τοιοῦτον τρόπον, κρατέων  
ἕκαστος ἐπὶ τῶν ἰκρίων καλύβης τε ἐν τῇ διαιτᾶται καὶ
θύρης καταρρακτῆς διὰ τῶν ἰκρίων κάτω φερούσης ἐς τὴν
λίμνην. Τὰ δὲ νήπια παιδία δέουσι τοῦ ποδὸς σπάρτῳ, μὴ
κατακυλισθῇ δειμαίνοντες. Τοῖσι δὲ ἵπποισι καὶ τοῖσι
ὑποζυγίοισι παρέχουσι χόρτον ἰχθῦς· τῶν δὲ πλῆθός ἐστι
τοσοῦτο ὥστε, ὅταν τὴν θύρην τὴν καταρρακτὴν ἀνακλίνῃ,
κατιεῖ σχοινίῳ σπυρίδα κεινὴν ἐς τὴν λίμνην καὶ οὐ πολλόν
τινα χρόνον ἐπισχὼν ἀνασπᾷ πλήρεα ἰχθύων. Τῶν δὲ
ἰχθύων ἐστὶ γένεα δύο, τοὺς καλέουσι πάπρακάς τε καὶ
τίλωνας.
 Παιόνων μὲν δὴ οἱ χειρωθέντες ἤγοντο ἐς τὴν Ἀσίην,
Μεγάβαζος δὲ ὡς ἐχειρώσατο τοὺς Παίονας, πέμπει ἀγγέ-
λους ἐς Μακεδονίην ἄνδρας ἑπτὰ Πέρσας, οἳ μετ' αὐτὸν
ἐκεῖνον ἦσαν δοκιμώτατοι ἐν τῷ στρατοπέδῳ. Ἐπέμποντο
δὲ οὗτοι παρὰ Ἀμύντην αἰτήσοντες γῆν τε καὶ ὕδωρ Δαρείῳ
βασιλέϊ. Ἔστι δὲ ἐκ τῆς Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα

Herodotus Hist., Historiae Book 6, se. 58, γρ. 20

τῶν γὰρ ὦν βαρβάρων οἱ πλέονες τῷ αὐτῷ νόμῳ χρέ-


ωνται κατὰ τοὺς θανάτους τῶν βασιλέων. Ἐπεὰν γὰρ ἀπο-
θάνῃ βασιλεὺς Λακεδαιμονίων, ἐκ πάσης δεῖ Λακεδαίμονος,
χωρὶς Σπαρτιητέων, ἀριθμῷ τῶν περιοίκων ἀναγκαστοὺς
ἐς τὸ κῆδος ἰέναι· τούτων ὦν καὶ τῶν εἱλωτέων καὶ αὐτῶν
Σπαρτιητέων ἐπεὰν συλλεχθέωσι ἐς τὠυτὸ πολλαὶ χιλιάδες,
σύμμιγα τῇσι γυναιξὶ κόπτονταί τε τὰ μέτωπα προθύμως
καὶ οἰμωγῇ διαχρέωνται ἀπλέτῳ, φάμενοι τὸν ὕστατον αἰεὶ  
ἀπογενόμενον τῶν βασιλέων, τοῦτον δὴ γενέσθαι ἄριστον.
Ὃς δ' ἂν ἐν πολέμῳ τῶν βασιλέων ἀποθάνῃ, τούτῳ δὲ
εἴδωλον σκευάσαντες ἐν κλίνῃ εὖ ἐστρωμένῃ ἐκφέρουσι.
Ἐπεὰν δὲ θάψωσι, ἀγορὴ δέκα ἡμερέων οὐκ ἵσταταί σφι
οὐδ' ἀρχαιρεσίη συνίζει, ἀλλὰ πενθέουσι ταύτας τὰς
ἡμέρας. Συμφέρονται δὲ ἄλλο τόδε τοῖσι Πέρσῃσι· ἐπεὰν
ἀποθανόντος τοῦ βασιλέος ἄλλος ἐνίστηται βασιλεύς,
οὗτος ὁ ἐσιὼν ἐλευθεροῖ ὅστις τι Σπαρτιητέων τῷ βασιλέϊ
ἢ τῷ δημοσίῳ ὤφειλε· ἐν δ' αὖ Πέρσῃσι ὁ κατιστάμενος
βασιλεὺς τὸν προοφειλόμενον φόρον μετιεῖ τῇσι πόλισι
176

πάσῃσι.

Herodotus Hist., Historiae Book 6, se. 136, γρ. 8

πατρίδος ἅλωσιν καὶ τὰ ἐς ἔρσενα γόνον ἄρρητα ἱρὰ


ἐκφήνασαν Μιλτιάδῃ. Ἡ δὲ Πυθίη οὐκ ἔα, φᾶσα οὐ Τιμοῦν
εἶναι τὴν αἰτίην τούτων, ἀλλὰ (δεῖν γὰρ Μιλτιάδην τελευτᾶν
μὴ εὖ), φανῆναί οἱ τῶν κακῶν κατηγεμόνα. Παρίοισι μὲν δὴ
ταῦτα ἡ Πυθίη ἔχρησε.
 Ἀθηναῖοι δὲ Μιλτιάδην ἐκ Πάρου ἀπονοστήσαντα εἶχον
ἐν στόμασι, οἵ τε ἄλλοι καὶ μάλιστα Ξάνθιππος ὁ Ἀρί-
φρονος, ὃς θανάτου ὑπαγαγὼν ὑπὸ τὸν δῆμον Μιλτιάδην
ἐδίωκε τῆς Ἀθηναίων ἀπάτης εἵνεκεν. Μιλτιάδης δὲ αὐτὸς
μὲν παρεὼν οὐκ ἀπελογέετο (ἦν γὰρ ἀδύνατος ὥστε σηπο-
μένου τοῦ μηροῦ), προκειμένου δὲ αὐτοῦ ἐν κλίνῃ ὑπεραπε-
λογέοντο οἱ φίλοι, τῆς μάχης τε τῆς ἐν Μαραθῶνι γενο-
μένης πολλὰ ἐπιμεμνημένοι καὶ τὴν Λήμνου αἵρεσιν, ὡς
ἑλὼν Λῆμνόν τε καὶ τεισάμενος τοὺς Πελασγοὺς παρέδωκε
Ἀθηναίοισι. Προσγενομένου δὲ τοῦ δήμου αὐτῷ κατὰ τὴν
ἀπόλυσιν τοῦ θανάτου, ζημιώσαντος δὲ κατὰ τὴν ἀδικίην
πεντήκοντα ταλάντοισι, Μιλτιάδης μὲν μετὰ ταῦτα σφα-
κελίσαντός τε τοῦ μηροῦ καὶ σαπέντος τελευτᾷ, τὰ δὲ
πεντήκοντα τάλαντα ἐξέτεισε ὁ παῖς αὐτοῦ Κίμων.

Herodotus Hist., Historiae Book 6, se. 139, γρ. 9

νενόμισται ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα τὰ σχέτλια ἔργα πάντα Λήμνια


καλέεσθαι.  
 Ἀποκτείνασι δὲ τοῖσι Πελασγοῖσι τοὺς σφετέρους παῖ-
δάς τε καὶ γυναῖκας οὔτε γῆ καρπὸν ἔφερε οὔτε γυναῖκές
τε καὶ ποῖμναι ὁμοίως ἔτικτον καὶ πρὸ τοῦ. Πιεζόμενοι δὲ
λιμῷ καὶ ἀπαιδίῃ ἐς Δελφοὺς ἔπεμπον λύσιν τινὰ αἰτησό-
μενοι τῶν παρεόντων κακῶν· ἡ δὲ Πυθίη σφέας ἐκέλευε
Ἀθηναίοισι δίκας διδόναι ταύτας τὰς ἂν αὐτοὶ Ἀθηναῖοι
δικάσωσι. Ἦλθόν τε δὴ ἐς τὰς Ἀθήνας οἱ Πελασγοὶ καὶ
δίκας ἐπαγγέλλοντο βουλόμενοι διδόναι παντὸς τοῦ ἀδική-
ματος. Ἀθηναῖοι δὲ ἐν τῷ πρυτανηίῳ Κλίνην στρώσαντες
ὡς εἶχον κάλλιστα καὶ τράπεζαν ἐπιπλέην ἀγαθῶν πάντων
παραθέντες ἐκέλευον τοὺς Πελασγοὺς τὴν χώρην σφίσι
παραδιδόναι οὕτω ἔχουσαν. Οἱ δὲ Πελασγοὶ ὑπολαβόντες
εἶπαν· «Ἐπεὰν βορέῃ ἀνέμῳ αὐτημερὸν ἐξανύσῃ νηῦς ἐκ
τῆς ὑμετέρης ἐς τὴν ἡμετέρην, τότε παραδώσομεν», ἐπι-
177

στάμενοι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον γενέσθαι· ἡ γὰρ Ἀττικὴ


πρὸς νότον κεῖται πολλὸν τῆς Λήμνου.

Herodotus Hist., Historiae Book 9, se. 16, γρ. 7

 Ἐχόντων δὲ τὸν πόνον τοῦτον τῶν βαρβάρων, Ἀττα-


γῖνος ὁ Φρύνωνος ἀνὴρ Θηβαῖος παρασκευασάμενος μεγά-  
λως ἐκάλεε ἐπὶ ξείνια αὐτόν τε Μαρδόνιον καὶ πεντήκοντα
Περσέων τοὺς λογιμωτάτους, κληθέντες δὲ οὗτοι εἵποντο·
ἦν δὲ τὸ δεῖπνον ποιεύμενον ἐν Θήβῃσι. Τάδε δὲ ἤδη τὰ
ἐπίλοιπα ἤκουον Θερσάνδρου ἀνδρὸς μὲν Ὀρχομενίου,
λογίμου δὲ ἐς τὰ πρῶτα ἐν Ὀρχομενῷ. Ἔφη δὲ ὁ Θέρσαν-
δρος κληθῆναι καὶ αὐτὸς ὑπὸ Ἀτταγίνου ἐπὶ τὸ δεῖπνον
τοῦτο, κληθῆναι δὲ καὶ Θηβαίων ἄνδρας πεντήκοντα, καί
σφεων οὐ χωρὶς ἑκατέρους κλῖναι, ἀλλὰ Πέρσην τε καὶ
Θηβαῖον ἐν κλίνῃ ἑκάστῃ. Ὡς δὲ ἀπὸ δείπνου ἦσαν, δια-
πινόντων τὸν Πέρσην τὸν ὁμόκλινον Ἑλλάδα γλῶσσαν
ἱέντα εἰρέσθαι αὐτὸν ὁκοδαπός ἐστι, αὐτὸς δὲ ὑποκρίνασθαι
ὡς εἴη Ὀρχομένιος. Τὸν δὲ εἰπεῖν· «Ἐπεὶ νῦν ὁμοτρά-
πεζός τέ μοι καὶ ὁμόσπονδος ἐγένεο, μνημόσυνά τοι
γνώμης τῆς ἐμῆς καταλιπέσθαι θέλω, ἵνα καὶ προειδὼς
αὐτὸς περὶ σεωυτοῦ βουλεύεσθαι ἔχῃς τὰ συμφέροντα.
Ὁρᾷς τούτους τοὺς δαινυμένους Πέρσας καὶ τὸν στρατὸν
τὸν ἐλίπομεν ἐπὶ τῷ ποταμῷ στρατοπεδευόμενον;

Isaeus Orat., De Philoctemone (0017: 006)“Isée. Discours, 2nd edn.”,


Ed. Roussel, [Link]: Les Belles Lettres, 1960.
Se. 35, γρ. 5

ὅσοι ἦσαν αὐτῷ.         Σύμπαντα δὲ πλείονος ἢ τριῶν τα-


λάντων, ἃ ἐπράθη διὰ ταχέων πάνυ τελευτήσαντος Φιλο-
κτήμονος. Καὶ ταῦθ' ὅτι ἀληθῆ λέγω, καθ' ἕκαστον ὑμῖν τῶν
εἰρημένων πρῶτον καλῶ τοὺς μάρτυρας.
          

Μάρτυρες

 Ταῦτα μὲν δὴ τοῦτον τὸν τρόπον εἶχε· περὶ δὲ τῶν  


ὑπολοίπων εὐθὺς ἐπεβούλευον καὶ πάντων δεινότατον
πρᾶγμα κατεσκεύασαν, ᾧ ἄξιόν ἐστι προσέχειν τὸν νοῦν.
178

Ὁρῶντες γὰρ τὸν Εὐκτήμονα κομιδῇ ἀπειρηκότα ὑπὸ γήρως


καὶ οὐδ' ἐκ τῆς Κλίνης ἀνίστασθαι δυνάμενον, ἐσκόπουν
ὅπως καὶ τελευτήσαντος ἐκείνου δι' αὑτῶν ἔσοιτο ἡ οὐσία.
Καὶ τί ποιοῦσιν; Ἀπογράφουσι τὼ παῖδε τούτω πρὸς
τὸν ἄρχοντα ὡς εἰσποιήτω τοῖς τοῦ Εὐκτήμονος ὑέσι τοῖς
τετελευτηκόσιν, ἐπιγράψαντες σφᾶς αὐτοὺς ἐπιτρόπους,
καὶ μισθοῦν ἐκέλευον τὸν ἄρχοντα τοὺς οἴκους ὡς ὀρφανῶν
ὄντων, ὅπως ἐπὶ τοῖς τούτων ὀνόμασι τὰ μὲν μισθωθείη
τῆς οὐσίας, τὰ δὲ ἀποτιμήματα κατασταθείη καὶ ὅροι ‖ τε-
θεῖεν ζῶντος ἔτι τοῦ Εὐκτήμονος, μισθωταὶ δὲ αὐτοὶ γενό-
μενοι τὰς προσόδους λαμβάνοιεν.

Philo Judaeus Phil., De somniis (lib. i–ii) (0018: 019)“Philonis


Alexandrini opera quae supersunt, vol. 3”, Ed. Wendland, [Link]:
Reimer, 1898, Repr. 1962.
Book 1, se. 125, γρ. 2

τοιοῦτος οὐδεὶς γνώριμος τοῦ ἱεροῦ λόγου, ἀλλ' οἱ πρὸς ἀλήθειαν


ἄνδρες, σωφροσύνης καὶ κοσμιότητος καὶ αἰδοῦς ἐρασταί, ἐγκράτειαν,
ὀλιγοδεΐαν, καρτερίαν ὥσπερ κρηπῖδάς τινας ὅλου τοῦ βίου καταβεβλη-
μένοι, ψυχῆς ἀσφαλεῖς ὑποδρόμους, οἷς ἀκινδύνως καὶ βεβαίως
ἐνορμιεῖται,
χρημάτων καὶ ἡδονῆς καὶ δόξης κρείττους, σιτίων καὶ ποτῶν καὶ αὐτὸ
μόνον τῶν ἀναγκαίων, ἐφ' ὅσον μὴ νεωτερίζειν ἄρχεται λιμός, ὑπερόπται,

πεῖναν δέχεσθαι καὶ δίψαν θάλπος τε καὶ κρύος καὶ ὅσα ἄλλα δυσκαρ-
τέρητα ὑπὲρ ἀρετῆς κτήσεως ἑτοιμότατοι, ζηλωταὶ τῶν εὐποριστοτά-
των, ὡς μηδ' ἐπ' εὐτελεῖ χλαίνῃ ποτὲ δυσωπηθῆναι, τοὐναντίον δὲ τὰς
πολυτελεῖς ὄνειδος καὶ μεγάλην τοῦ βίου ζημίαν νομίσαι. τούτοις πολυ-  
τελὴς μέν ἐστι Κλίνη μαλακὸν ἔδαφος, στρωμνὴ δὲ θάμνοι, πόαι,
βοτάναι, φύλλων πολλὴ χύσις, τὰ δὲ πρὸς κεφαλῆς λίθοι τινὲς ἢ
βραχεῖς γεώλοφοι τοῦ ἰσοπέδου | μικρὸν ἀνέχοντες. τὸν βίον τοῦτον
οἱ μὲν τρυφῶντες σκληροδίαιτον καλοῦσιν, οἱ δὲ πρὸς καλοκἀγαθίαν
ζῶντες ἥδιστον ὀνομάζουσιν· ἀνδράσι γὰρ οὐ λεγομένοις ἀλλ' οὖσιν
ὄντως
ἐφαρμόζει. οὐχ ὁρᾷς, ὅτι καὶ νῦν βασιλικαῖς ὕλαις καὶ παρασκευαῖς
περιουσιάζοντα τὸν ἀθλητὴν τῶν καλῶν ἐπιτηδευμάτων εἰσάγει χαμευ-
νοῦντα καὶ λίθῳ προσκεφαλαίῳ χρώμενον καὶ μικρὸν ὕστερον ἐν ταῖς
εὐχαῖς ἄρτον καὶ ἱμάτιον, τὸν φύσεως πλοῦτον, αἰτούμενον (Gen. 28, 20),
179

ἐπειδὴ τὸν ἐν ταῖς κεναῖς δόξαις ἐχλεύαζεν ἀεὶ καὶ τοὺς θαυμαστικῶς

Philo Judaeus Phil., De somniis (lib. i-ii) Book 2, se. 57, γρ. 1

στάτων τὰς φύσεις ἀνθρώπων ἐπιτρεχόντων βλαπτώμεθα. τί οὖν τὰ μὲν


ἐδάφη καὶ τοὺς τοίχους πολυτελέσι λίθοις διακοσμοῦμεν; τί δὲ Ἀσίαν καὶ

Λιβύην καὶ πᾶσαν Εὐρώπην καὶ τὰς νήσους ἐπερχόμεθα, κίονας ἀριστίν-
δην ἐπιλελεγμένους καὶ ἐπιστυλίδας ἐρευνῶντες; τί δὲ περὶ Δωρίους καὶ
Ἰωνικὰς καὶ Κορινθιακὰς γλυφὰς καὶ ὅσα οἱ ἐντρυφῶντες τοῖς καθεστῶσι

νόμοις προσεξεῦρον σπουδάζομέν τε καὶ φιλοτιμούμεθα, κιονόκρανα


κος-
μοῦντες; τί δὲ χρυσορόφους ἀνδρῶνας καὶ γυναικωνίτιδας κατασκευά-
ζομεν; ἆρ' οὐ διὰ τὴν κενὴν δόξαν; καὶ μὴν πρός γε ὕπνον μαλακὸν
μὲν ἔδαφος αὔταρκες ἦν – ἐπεὶ καὶ μέχρι νῦν τοὺς Γυμνοσοφιστὰς παρ'
Ἰνδοῖς χαμευνεῖν ἐκ παλαιῶν ἐθῶν κατέχει λόγος – , εἰ δὲ μή, στιβὰς
γοῦν ἐκ λίθων λογάδων ἢ ξύλων εὐτελῶν πεποιημένη Κλίνη. ἀλλὰ γὰρ
ἐλεφαντόποδες τὰ ἐνήλατα καὶ κλιντῆρες ὀστράκοις πολυτελέσι καὶ
ποικί-
λαις χελώναις ἐνδεδεμέναις μετὰ πολλῶν πόνων καὶ δαπανημάτων ἐν  
πολλῷ χρόνῳ κατασκευάζονται, τινὲς δὲ ὁλοάργυροι καὶ ὁλόχρυσοι καὶ
λιθοκόλλητοι στρωμναί, ἀνθηροποικίλοις καὶ χρυσοπάστοις ὡς πρὸς ἐπί-
δειξιν καὶ πομπήν, οὐ τὴν καθ' ἡμέραν χρῆσιν, διακεκοσμημέναι, ὧν
δημιουργὸς ἡ κενὴ δόξα. τί δὲ τοῦ ἀπὸ τῆς ἐλαίας ἐκθλιβομένου καρ-
ποῦ πλέον ἔδει ζητεῖν πρὸς ἀλείμματα; καὶ γὰρ λεαίνει καὶ κάματον
σώματος λύει καὶ εὐσαρκίαν ἐμποιεῖ, κἂν εἴ τι κεχαλασμένον εἴη, σφίγγει

πυκνότητι καὶ οὐδενὸς ἧττον ἑτέρου ῥώμην καὶ εὐτονίαν ἐντίθησιν. ἀλλὰ
γὰρ ἐπετειχίσθη τοῖς ὠφελοῦσι τὰ ἡδέα τῆς κενῆς δόξης ἀλείμματα, εἰς

Philo Judaeus Phil., De Abrahamo (0018: 020)“Philonis Alexandrini


opera quae supersunt, vol. 4”, Ed. Cohn, [Link]: Reimer, 1902, Repr.
[Link]. 63, γρ. 2

ἀκοῆς τῆς ἀπίστου καὶ ἀβεβαίου καταλαμβάνει. θεώμενος γάρ τις τὴν
ἐν τῇ φύσει τάξιν καὶ τὴν παντὸς λόγου κρείττονα πολιτείαν, ᾗ χρῆται
ὁ κόσμος, ἀναδιδάσκεται, φθεγγομένου μηδενός, εὔνομον καὶ εἰρηνικὸν
βίον ἐπιτηδεύειν εἰς τὴν τῶν καλῶν ἐξομοίωσιν ἀποβλέποντα. ἐναργές-
ταται δὲ τῆς εὐσεβείας ἀποδείξεις εἰσίν, ἃς περιέχουσιν αἱ ἱεραὶ γραφαί·
πρώτην δὲ λεκτέον, ἣ καὶ πρώτη τέτακται. λογίῳ πληχθεὶς περὶ
180

τοῦ πατρίδα καὶ συγγένειαν καὶ πατρῷον οἶκον καταλιπεῖν καὶ


μεταναστῆναι,
καθάπερ ἀπὸ τῆς ξένης εἰς τὴν οἰκείαν ἐπανιὼν ἀλλ' οὐκ ἀπὸ τῆς οἰκείας
εἰς τὴν ξένην μέλλων ἀπαίρειν, ἐπέσπευδε συντείνων, νομίζων ἰσότιμον
εἶναι
τῷ τελειῶσαι τὸ ταχέως τὸ προσταχθὲν ἀνύσαι. καίτοι τίνα ἕτερον εἰκὸς
οὕτως ἀκλινῆ καὶ ἄτρεπτον γενέσθαι, ὡς μὴ φίλτροις ὑπαχθῆναι καὶ
ὑπεν-
δοῦναι συγγενῶν καὶ πατρίδος, ὧν ὁ πόθος ἑκάστῳ τρόπον τινὰ συγγεγέ-
νηται καὶ συνηύξηται καὶ μᾶλλον ἢ οὐχ ἧττον τῶν ἡνωμένων μερῶν
συμπέ-
φυκε; μάρτυρες δὲ οἱ νομοθέται τὴν δευτερεύουσαν θανάτου τιμωρίαν
κατὰ
τῶν ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ἑαλωκότων ὁρίσαντες φυγήν, οὐ δευτερεύουσαν,
ὥς γ' ἐμοὶ δοκεῖ, παρ' ἀληθείᾳ δικαζούσῃ, πολὺ δὲ ἀργαλεωτέραν, εἴ γε
πέρας μὲν κακοπραγιῶν ὁ θάνατος, ἀρχὴ δ', οὐ πέρας, ἡ φυγὴ καινοτέρων

συμφορῶν, ἀνθ' ἑνὸς τοῦ χωρὶς ἀλγηδόνων μυρίους ἐπάγουσα θανάτους


τοὺς σὺν αἰσθήσει. | κατ' ἐμπορίαν ἔνιοι πόθῳ χρηματισμοῦ πλέοντες ἢ
κατὰ πρεσβείαν ἢ κατὰ θέαν τῶν ἐπὶ τῆς ἀλλοδαπῆς δι' ἔρωτα παιδείας,
ὁλκοὺς ἔχοντες δυνάμεις τῆς ἔξω μονῆς οἱ μὲν τὰς ἐπικερδείας, οἱ δὲ τὸ
τὴν  

Philo Judaeus Phil., De specialibus legibus (lib. i–iv) (0018: 024)


“Philonis Alexandrini opera quae supersunt, vol. 5”, Ed. Cohn, L.
Berlin: Reimer, 1906, Repr. [Link] 1, se. 191, γρ. 3

τέσσαρες καὶ δέκα, ἄρνες δὲ δυοῖν δεόντων ἑκατόν, ἅπαντα ζῷα ὁλό-
καυτα. προστέτακται δὲ καὶ τὴν ὀγδόην ἱερὰν νομίζειν, περὶ ἧς ἀκριβω-
τέον, ὅταν σύμπας ὁ περὶ τῶν ἑορτῶν ἐξετάζηται λόγος, ἐν ᾗ προς-
άγεται ὅσα καὶ ἐν ταῖς ἱερομηνίαις.
 Αἱ μὲν οὖν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἢ κυριώτερον εἰπεῖν ὑπὲρ παντὸς
ἀνθρώπων γένους κοιναὶ καὶ ὁλόκαυτοι θυσίαι κατ' ἐμὴν δύναμιν
εἴρηνται.
ταῖς δ' ὁλοκαύτοις καθ' ἑκάστην ἡμέραν ἑορτῆς παρέπεται χίμαρος, ὃς
καλεῖται μὲν περὶ ἁμαρτίας, καταθύεται δὲ εἰς ἁμαρτημάτων ἄφεσιν,
οὗ τὰ κρέα τοῖς ἱερεῦσιν εἰς ἐδωδὴν ἀπονέμεται. τίς οὖν αἰτία; ἢ
ὅτι ἑορτὴ καιρός ἐστιν εὐφροσύνης, ἡ δ' ἀψευδὴς καὶ πρὸς ἀλήθειαν
εὐφροσύνη φρόνησίς ἐστιν ἐνιδρυμένη ψυχῇ βεβαίως, φρόνησιν δ'
ἀκλινῆ
181

λαβεῖν οὐκ ἔνεστιν ἄνευ θεραπείας ἁμαρτημάτων καὶ παθῶν ἐκτομῆς;


ἄτοπον γὰρ ἕκαστον μὲν τῶν ὁλοκαυτουμένων ἀσινὲς καὶ ἀβλαβὲς ἀνευ-
ρισκόμενον καθιεροῦσθαι, τὴν δὲ τοῦ θύοντος διάνοιαν μὴ οὐ
κεκαθάρθαι
πάντα τρόπον καὶ πεφαιδρύνθαι λουτροῖς καὶ περιρραντηρίοις
χρησαμένην,
ἅπερ ὁ τῆς φύσεως ὀρθὸς λόγος δι' ὑγιαινόντων καὶ ἀδιαφθόρων ὤτων
ψυχαῖς φιλοθέοις ἐπαντλεῖ. πρὸς δὲ τούτῳ κἀκεῖνο δεόντως ἂν λέγοιτο·
αἱ ἑορτώδεις ἀνέσεις αὗται καὶ ἐκεχειρίαι μυρίας ἤδη πολλάκις ἁμαρτη-
μάτων ὁδοὺς ἀνέτεμον· ἄκρατος γὰρ καὶ αἱ μετ' οἰνοφλυγίας ὀψοφαγίαι
τὰς γαστρὸς ἀκορέστους ἐπιθυμίας ἐγείρουσαι προσαναφλέγουσι καὶ τὰς

Philo Judaeus Phil., De specialibus legibus (lib. i-iv) Book 3, se. 106,
γρ. 4

ἀβούλητοι πολλάκις, ἐν οἷς ἀνδροφονεῖ τις οὐκ ἐπὶ τοῦτ' ἐλθὼν ἢ παρε-
σκευασμένος, ἀλλ' ἐξαπιναίως ἁρπασθεὶς ὑπ' ὀργῆς, ἀνηκέστου καὶ ἐπι-
βούλου πάθους, ὃ καὶ τὸν ἔχοντα καὶ τὸν καθ' οὗ γίνεται τὰ μέγιστα
βλάπτει. προελθὼν γὰρ ἔστιν ὅτε εἰς ἀγορὰν ἕνεκα πραγματείας
ἐπειγούσης,  
ἐντυχών τινι προπετεστέρῳ κακηγορεῖν ἢ τύπτειν ἐπιχειροῦντι ἢ καὶ
αὐτὸς ἄρξας τῆς πρὸς ἐκεῖνον διαφορᾶς, συμπλοκῆς γενομένης, ὑπὲρ
τοῦ διαζευχθῆναι καὶ θᾶττον ἐκφυγεῖν ἢ πὺξ ἔπαισε τῇ χειρὶ ἢ
λίθον ἀράμενος ἔρριψε· καιρίως δὲ τῆς πληγῆς ἐνεχθείσης, εἰ μὲν εὐθὺς
θνῄσκοι, καὶ ὁ παίσας θνῃσκέτω τὰ ἴσα οἷς διέθηκε παθών· ἐὰν δὲ
παραχρῆμα μὲν ἐκ τῆς πληγῆς μὴ τελευτήσῃ, νόσῳ δὲ χρήσηται καὶ
κλινήρης γενόμενος ἐπιμελείας τυχὼν τῆς προσηκούσης αὖθις ἐξαναστῇ
καὶ προέλθῃ, κἂν μὴ ποσὶν ἀρτίοις πως δύνηται βαδίζειν ἀλλ' ὑπερει-
δόντων τινῶν ἢ καὶ βακτηρίᾳ σκηριπτόμενος, διττὰς ὁ παίσας ἐκτινέτω
ζημίας, τὴν μὲν εἰς ἀργίας ἐπανόρθωσιν, τὴν δ' ἀντὶ τῶν ἰατρείων.
καταθεὶς δ' ἀπηλλάχθω τῆς ἐπὶ τῷ θανάτῳ τιμωρίας, κἂν ὕστερον ὁ
τὴν πληγὴν λαβὼν τελευτήσῃ· τάχα γὰρ οὐκ ἀπὸ τῆς πληγῆς, ἐπειδὴ
ῥᾴων γενόμενος εἰς περίπατον προῆλθεν, ἀλλὰ καθ' ἑτέρας αἰτίας, αἳ
καὶ τοὺς ὑγιεινοτάτους τὰ σώματα πολλάκις ἐξαίφνης ἐπιθέμεναι διέ-
φθειραν. ἐὰν δὲ συμπλακεὶς γυναικί τις ἐγκύῳ πληγὴν ἐμφορήσῃ κατὰ
τὴν γαστέρα, ἡ δὲ ἀμβλώσῃ, ἐὰν μὲν ἄπλαστον καὶ ἀδιατύπωτον τὸ
ἀμβλωθὲν τύχῃ, ζημιούσθω, καὶ διὰ τὴν ὕβριν καὶ ὅτι ἐμποδὼν ἐγένετο

Philo Judaeus Phil., Quaestiones in Genesim (fragmenta) (0018: 034)


“Quaestiones in Genesim et in Exodum. Fragmenta Graeca”, Ed. Petit, F.
182

Paris: Cerf, 1978; Les oeuvres de Philon d'Alexandrie [Link] 1,


fragment 55c, γρ. 3

Διττὰ γάρ, ὡς πολλάκις ἔφην, ἐστὶ τὰ ἀνωτάτω  


κεφάλαια· τὸ μὲν «οὐχ ὡς ἄνθρωπος ὁ θεός», τὸ δὲ «ὡς
ἄνθρωπος παιδεύσει τὸν υἱὸν, οὕτως κύριος ὁ θεὸς παιδεύσει
σε». Τὸ μὲν οὖν πρότερον ἐξουσίας ἐστί, τὸ δὲ δεύτερον
παιδείας καὶ εἰσαγωγῆς ‖ ἵνα καὶ τὸ ἑκούσιον παρεισέλθῃ.
Τὸ γὰρ «μήποτε» οὐκ ἔστιν ἐπαμφοτερισμὸς τοῦ
θεοῦ ἀλλ' ἀναφορὰ πρὸς ἄνθρωπον, τὸν ἐπαμφοτεριστὴν
τῇ φύσει, καὶ μήνυμα τοῦ περὶ ἐκεῖνον πάθους.
Ὅταν γὰρ προσπέσῃ τινὸς φαντασία, τρία εὐθὺς
ἐπιγίνεται· ἀφορμὴ ἐκ τοῦ φανέντος, ὁρμὴ πρὸς τὸ φανέν,
τρίτον ἐνδοιασμὸς ἀμφικλινής, ἀντισπωμένης τῆς ψυχῆς
εἴθ' αἱρετέον εἴτε μή· πρὸς δὴ τοῦτο τὸ τρίτον τὸ «μήποτε»
ἀναφέρεται.

Αριστοφάνης ., Equites (0019: 002)“Aristophane, vol. 1”, Ed. Coulon,


V., van Daele, [Link]: Les Belles Lettres, 1923, Repr. 1967 (1st edn.
corr.).Line 98

Πῶς δ' ἂν μεθύων χρηστόν τι βουλεύσαιτ' ἀνήρ;


{ΟΙ. Αʹ} Ἄληθες, οὗτος; κρουνοχυτροληραῖος εἶ.
Οἶνον σὺ τολμᾷς εἰς ἐπίνοιαν λοιδορεῖν;
Οἴνου γὰρ εὕροις ἄν τι πρακτικώτερον;
Ὁρᾷς, ὅταν πίνωσιν ἄνθρωποι, τότε
πλουτοῦσι, διαπράττουσι, νικῶσιν δίκας,
εὐδαιμονοῦσιν, ὠφελοῦσι τοὺς φίλους.
Ἀλλ' ἐξένεγκέ μοι ταχέως οἴνου χοᾶ,
τὸν νοῦν ἵν' ἄρδω καὶ λέγω τι δεξιόν.
{ΟΙ. Βʹ} Οἴμοι, τί ποθ' ἡμᾶς ἐργάσει τῷ σῷ ποτῷ;
{ΟΙ. Αʹ} Ἀγάθ'· ἀλλ' ἔνεγκ'· ἐγὼ δὲ κατακλινήσομαι.
Ἢν γὰρ μεθυσθῶ, πάντα ταυτὶ καταπάσω
βουλευματίων καὶ γνωμιδίων καὶ νοιδίων.
{ΟΙ. Βʹ} Ὡς εὐτυχῶς ὅτι οὐκ ἐλήφθην ἔνδοθεν
κλέπτων τὸν οἶνον.
{ΟΙ. Αʹ} Εἰπέ μοι, Παφλαγών τί δρᾷ;
{ΟΙ. Βʹ} Ἐπίπαστα λείξας δημιόπραθ' ὁ βάσκανος
ῥέγκει μεθύων ἐν ταῖσι βύρσαις ὕπτιος.
{ΟΙ. Αʹ} Ἴθι νυν, ἄκρατον ἐγκάναξόν μοι πολὺν
σπονδήν.
183

Αριστοφάνης ., Vespae (0019: 004)“Aristophanes. Wasps”, Ed.


MacDowell, D.M.
Oxford: Clarendon Press, [Link] 1211

{Βδ.} ἀπολεῖς με. ποίας χάρακας; ἀλλ' ὡς ἢ κάπρον


ἐδιώκαθές ποτ' ἢ λαγών, ἢ λαμπάδα
ἔδραμες, ἀνευρὼν ὅ τι νεανικώτατον.
{Φι.} ἐγᾦδα τοίνυν τό γε νεανικώτατον·  
ὅτε τὸν δρομέα Φάυλλον ὢν βούπαις ἔτι
εἷλον διώκων λοιδορίας ψήφοιν δυοῖν.
{Βδ.} παῦ'· ἀλλὰ δευρὶ κατακλινεὶς προσμάνθανε
ξυμποτικὸς εἶναι καὶ ξυνουσιαστικός.
{Φι.} πῶς οὖν κατακλινῶ; φράζ' ἁνύσας.
{Βδ.} εὐσχημόνως.
{Φι.} ὡδὶ κελεύεις κατακλινῆναι;
{Βδ.} μηδαμῶς.
{Φι.} πῶς δαί;
{Βδ.} τὰ γόνατ' ἔκτεινε, καὶ γυμναστικῶς
ὑγρὸν χύτλασον σεαυτὸν ἐν τοῖς στρώμασιν.
ἔπειτ' ἐπαίνεσόν τι τῶν χαλκωμάτων,
ὀροφὴν θέασαι, κρεκάδι' αὐλῆς θαύμασον.
ὕδωρ κατὰ χειρός· τὰς τραπέζας εἰσφέρειν·
δειπνοῦμεν· ἀπονενίμμεθ'· ἤδη σπένδομεν.
{Φι.} πρὸς τῶν θεῶν, ἐνύπνιον ἑστιώμεθα;
{Βδ.} αὑλητρὶς ἐνεφύσησεν· οἱ δὲ συμπόται

Αριστοφάνης ., Lysistrata (0019: 007)“Aristophane, vol. 3”, Ed.


Coulon, V., van Daele, [Link]: Les Belles Lettres, 1928, Repr. 1967 (1st
edn. corr.).Line 575

{ΛΥ.} Ὥσπερ κλωστῆρ', ὅταν ἡμῖν ᾖ τεταραγμένος, ὧδε λαβοῦσαι,


ὑπενεγκοῦσαι τοῖσιν ἀτράκτοις τὸ μὲν ἐνταυθοῖ, τὸ δ' ἐκεῖσε,
οὕτως καὶ τὸν πόλεμον τοῦτον διαλύσομεν, ἤν τις ἐάσῃ,
διενεγκοῦσαι διὰ πρεσβειῶν τὸ μὲν ἐνταυθοῖ, τὸ δ' ἐκεῖσε.
{ΠΡ.} Ἐξ ἐρίων δὴ καὶ κλωστήρων καὶ ἀτράκτων πράγματα δεινὰ
παύσειν οἴεσθ'; Ὡς ἀνόητοι.
{ΛΥ.} Κἂν ὑμῖν γ' εἴ τις ἐνῆν νοῦς,
ἐκ τῶν ἐρίων τῶν ἡμετέρων ἐπολιτεύεσθ' ἂν ἅπαντα.
{ΠΡ.} Πῶς δή; Φέρ' ἴδω.
{ΛΥ.} Πρῶτον μὲν χρῆν, ὥσπερ πόκον, ἐν βαλανείῳ
ἐκπλύναντας τὴν οἰσπώτην ἐκ τῆς πόλεως, ἐπὶ Κλίνης
184

ἐκραβδίζειν τοὺς μοχθηροὺς καὶ τοὺς τριβόλους ἀπολέξαι,


καὶ τούς γε συνισταμένους τούτους καὶ τοὺς πιλοῦντας ἑαυτοὺς
ἐπὶ ταῖς ἀρχαῖσι διαξῆναι καὶ τὰς κεφαλὰς ἀποτῖλαι·
εἶτα ξαίνειν εἰς καλαθίσκον κοινὴν εὔνοιαν ἅπαντας
καταμειγνύντας· τούς τε μετοίκους κεἴ τις ξένος ᾖ φίλος ὑμῖν,
κεἴ τις ὀφείλῃ τῷ δημοσίῳ, καὶ τούτους ἐγκαταμεῖξαι·  
καὶ νὴ Δία τάς γε πόλεις, ὁπόσαι τῆς γῆς τῆσδ' εἰσὶν ἄποικοι,
διαγιγνώσκειν ὅτι ταῦθ' ἡμῖν ὥσπερ τὰ κατάγματα κεῖται
χωρὶς ἕκαστον· κᾆτ' ἀπὸ τούτων πάντων τὸ κάταγμα λαβόντας
δεῦρο ξυνάγειν καὶ ξυναθροίζειν εἰς ἕν, κἄπειτα ποῆσαι

Αριστοφάνης ., Lysistrata Line 732

Πάσας τε προφάσεις ὥστ' ἀπελθεῖν οἴκαδε


ἕλκουσιν. Ἡδὶ γοῦν τις αὐτῶν ἔρχεται.
Αὕτη σύ, ποῖ θεῖς;
{ΓΥΝΗ Αʹ}
Οἴκαδ' ἐλθεῖν βούλομαι.
Οἴκοι γάρ ἐστιν ἔριά μοι Μιλήσια
ὑπὸ τῶν σέων κατακοπτόμενα.
{ΛΥ.} Ποίων σέων;
Οὐκ εἶ πάλιν;
{ΓΥ. Αʹ} Ἀλλ' ἥξω ταχέως νὴ τὼ θεὼ
ὅσον διαπετάσασ' ἐπὶ τῆς Κλίνης μόνον.
{ΛΥ.} Μὴ διαπετάννυ, μηδ' ἀπέλθῃς μηδαμῇ.
{ΓΥ. Αʹ} Ἀλλ' ἐῶ 'πολέσθαι τἄρι';
{ΛΥ.} Ἢν τούτου δέῃ.

Αριστοφάνης ., Lysistrata Line 904

ὑπὸ τῶν ἀλεκτρυόνων;


{ΜΥ.} Ἔμοιγε νὴ Δία.
{ΚΙ.} Τὰ τῆς Ἀφροδίτης ἱέρ' ἀνοργίαστά σοι
χρόνον τοσοῦτόν ἐστιν. Οὐ βαδιεῖ πάλιν;
{ΜΥ.} Μὰ Δί' οὐκ ἔγωγ', ἢν μὴ διαλλαχθῆτέ γε
καὶ τοῦ πολέμου παύσησθε.
{ΚΙ.} Τοιγάρ, ἢν δοκῇ,
ποήσομεν καὶ ταῦτα.
{ΜΥ.} Τοιγάρ, ἢν δοκῇ,
κἄγωγ' ἄπειμ' ἐκεῖσε· νῦν δ' ἀπομώμοκα.
{ΚΙ.} Σὺ δ' ἀλλὰ καταΚλίνηθι μετ' ἐμοῦ διὰ χρόνου.
185

{ΜΥ.} Οὐ δῆτα· καίτοι σ' οὐκ ἐρῶ γ' ὡς οὐ φιλῶ.


{ΚΙ.} Φιλεῖς; Τί οὖν οὐ κατεΚλίνης, ὦ Μύρριον;
{ΜΥ.} Ὦ καταγέλαστ', ἐναντίον τοῦ παιδίου;
{ΚΙ.} Μὰ Δί' ἀλλὰ τοῦτό γ' οἴκαδ', ὦ Μανῆ, φέρε.
Ἰδοὺ τὸ μέν σοι παιδίον καὶ δὴ 'κποδών·
σὺ δ' οὐ κατακλινεῖ;
{ΜΥ.} Ποῦ γὰρ ἄν τις καί, τάλαν,
δράσειε τοῦθ';
{ΚΙ.} Ὅπου; τὸ τοῦ Πανὸς καλόν.
{ΜΥ.} Καὶ πῶς ἔθ' ἁγνὴ δῆτ' ἂν ἔλθοιμ' εἰς πόλιν;  

Αριστοφάνης ., Ecclesiazusae (0019: 010)“Aristophanes.


Ecclesiazusae”, Ed. Ussher, [Link]: Clarendon Press, [Link] 418
{Χρ.} μετὰ τοῦτον Εὐαίων ὁ δεξιώτατος
παρῆλθε γυμνός, ὡς ἐδόκει τοῖς πλείοσιν –  
αὐτός γε μέντοὔφασκεν ἱμάτιον ἔχειν –  
κἄπειτ' ἔλεξε δημοτικωτάτους λόγους·
“ὁρᾶτε μέν με δεόμενον σωτηρίας
τετραστατήρου καὐτόν· ἀλλ' ὅμως ἐρῶ
ὡς τὴν πόλιν καὶ τοὺς πολίτας σώσετε.
ἢν γὰρ παρέχωσι τοῖς δεομένοις οἱ κναφῆς
χλαίνας, ἐπειδὰν πρῶτον ἥλιος τραπῇ,
πλευρῖτις ἡμῶν οὐδέν' ἂν λάβοι ποτέ.
ὅσοις δὲ Κλίνη μή 'στι μηδὲ στρώματα,
ἰέναι καθευδήσοντας ἀπονενιμμένους
ἐς τῶν σκυλοδεψῶν· ἢν δ' ἀποκλῄῃ τῇ θύρᾳ
χειμῶνος ὄντος, τρεῖς σισύρας ὀφειλέτω.”
{Βλ.} νὴ τὸν Διόνυσον χρηστά γ'. εἰ δ' ἐκεῖνά γε
προσέθηκεν, οὐδεὶς ἀντεχειροτόνησεν ἄν,
τοὺς ἀλφιταμοιβοὺς τοῖς ἀπόροις τρεῖς χοίνικας
δεῖπνον παρέχειν ἅπασιν ἢ κλάειν μακρά,
ἵνα τοῦτ' ἀπέλαυσαν Ναυσικύδους τἀγαθόν.
{Χρ.} μετὰ τοῦτο τοίνυν εὐπρεπὴς νεανίας  
λευκός τις ἀνεπήδησ' ὅμοιος Νικίᾳ

Αριστοφάνης ., Ecclesiazusae Line 909

ἀλλ' ἐφ' ἕτερον ἂν πέτοιτο.


186

{Νεις9.} μὴ φθόνει ταῖσιν νέαισι·


τὸ τρυφερὸν γὰρ ἐμπέφυκε
τοῖς ἁπαλοῖσι μηροῖς,
κἀπὶ τοῖς μήλοις ἐπαν-
θεῖ· σὺ δ', ὦ γραῦ, παραλέλεξαι κἀντέτριψαι
τῷ θανάτῳ μέλημα.
{ γρ. α9} ἐκπέσοι σου τὸ τρῆμα
τό τ' ἐπίκλιντρον ἀποβάλοις
βουλομένη σποδεῖσθαι.
κἀπὶ τῆς Κλίνης ὄφιν προσελκύσαιο
βουλομένη φιλῆσαι.
{Νεις9.} αἰαῖ, τί ποτε πείσομαι;
οὐχ ἥκει μοὐταῖρος
μόνη δ' αὐτοῦ λείπομ'·

Αριστοφάνης ., Plutus (0019: 011)“Aristophane, vol. 5”, Ed. Coulon,


V., van Daele, [Link]: Les Belles Lettres, 1930, Repr. 1963 (1st edn.
corr.).Line 527

{ΠΕ.} Τίς δ' ἔσται πρῶτον ὁ πωλῶν,


ὅταν ἀργύριον κἀκεῖνος ἔχῃ;
{ΧΡ.} Κερδαίνειν βουλόμενός τις
ἔμπορος ἥκων ἐκ Θετταλίας παρ' ἀπλήστων ἀνδραποδιστῶν.
{ΠΕ.} Ἀλλ' οὐδ' ἔσται πρῶτον ἁπάντων οὐδεὶς οὐδ' ἀνδραποδιστὴς
κατὰ τὸν λόγον ὃν σὺ λέγεις δήπου. Τίς γὰρ πλουτῶν ἐθελήσει  
κινδυνεύων περὶ τῆς ψυχῆς τῆς αὑτοῦ τοῦτο ποῆσαι;
Ὥστ' αὐτὸς ἀροῦν ἐπαναγκασθεὶς καὶ σκάπτειν τἄλλα τε μοχθεῖν
ὀδυνηρότερον τρίψεις βίοτον πολὺ τοῦ νῦν.
{ΧΡ.} Ἐς κεφαλὴν σοί.
{ΠΕ.} Ἔτι δ' οὐχ ἕξεις οὔτ' ἐν κλίνῃ καταδαρθεῖν,  – οὐ γὰρ ἔσονται,  –  
οὔτ' ἐν δάπισιν,  – τίς γὰρ ὑφαίνειν ἐθελήσει χρυσίου ὄντος;  –  
Οὔτε μύροισιν μυρίσαι στακτοῖς ὁπόταν νύμφην ἀγάγησθον,
οὔθ' ἱματίων βαπτῶν δαπάναις κοσμῆσαι ποικιλομόρφων.
Καίτοι τί πλέον πλουτεῖν ἐστιν τούτων πάντων ἀποροῦντα;
Παρ' ἐμοῦ δ' ἐστὶν ταῦτ' εὔπορα πάνθ' ὑμῖν ὧν δεῖσθον· ἐγὼ γὰρ
τὸν χειροτέχνην ὥσπερ δέσποιν' ἐπαναγκάζουσα κάθημαι
διὰ τὴν χρείαν καὶ τὴν πενίαν ζητεῖν ὁπόθεν βίον ἕξει.
{ΧΡ.} Σὺ γὰρ ἂν πορίσαι τί δύναι' ἀγαθὸν πλὴν φῴδων ἐκ βαλανείου
καὶ παιδαρίων ὑποπεινώντων καὶ γραϊδίων κολοσυρτόν;
Φθειρῶν τ' ἀριθμὸν καὶ κωνώπων καὶ ψυλλῶν οὐδὲ λέγω σοι
187

Αριστοφάνης ., Plutus Line 540

οὔθ' ἱματίων βαπτῶν δαπάναις κοσμῆσαι ποικιλομόρφων.


Καίτοι τί πλέον πλουτεῖν ἐστιν τούτων πάντων ἀποροῦντα;
Παρ' ἐμοῦ δ' ἐστὶν ταῦτ' εὔπορα πάνθ' ὑμῖν ὧν δεῖσθον· ἐγὼ γὰρ
τὸν χειροτέχνην ὥσπερ δέσποιν' ἐπαναγκάζουσα κάθημαι
διὰ τὴν χρείαν καὶ τὴν πενίαν ζητεῖν ὁπόθεν βίον ἕξει.
{ΧΡ.} Σὺ γὰρ ἂν πορίσαι τί δύναι' ἀγαθὸν πλὴν φῴδων ἐκ βαλανείου
καὶ παιδαρίων ὑποπεινώντων καὶ γραϊδίων κολοσυρτόν;
Φθειρῶν τ' ἀριθμὸν καὶ κωνώπων καὶ ψυλλῶν οὐδὲ λέγω σοι
ὑπὸ τοῦ πλήθους, αἳ βομβοῦσαι περὶ τὴν κεφαλὴν ἀνιῶσιν,
ἐπεγείρουσαι καὶ φράζουσαι· «Πεινήσεις· ἀλλ' ἐπανίστω.»
Πρὸς δέ γε τούτοις ἀνθ' ἱματίου μὲν ἔχειν ῥάκος· ἀντὶ δὲ Κλίνης
στιβάδα σχοίνων κόρεων μεστήν, ἣ τοὺς εὕδοντας ἐγείρει·
καὶ φορμὸν ἔχειν ἀντὶ τάπητος σαπρόν· ἀντὶ δὲ προσκεφαλαίου
λίθον εὐμεγέθη πρὸς τῇ κεφαλῇ· σιτεῖσθαι δ' ἀντὶ μὲν ἄρτων
μαλάχης πτόρθους, ἀντὶ δὲ μάζης φυλλεῖ' ἰσχνῶν ῥαφανίδων,
ἀντὶ δὲ θράνου στάμνου κεφαλὴν κατεαγότος, ἀντὶ δὲ μάκτρας
πιθάκνης πλευρὰν ἐρρωγυῖαν καὶ ταύτην· ἆρά γε πολλῶν  
ἀγαθῶν πᾶσιν τοῖς ἀνθρώποις ἀποφαίνω σ' αἴτιον οὖσαν;
{ΠΕ.} Σὺ μὲν οὐ τὸν ἐμὸν βίον εἴρηκας, τὸν τῶν πτωχῶν δ' ἐπεκρούσω.
{ΧΡ.} Οὔκουν δήπου τῆς πτωχείας πενίαν φαμὲν εἶναι ἀδελφήν;

Oppianus Epic., Halieutica (0023: 001)“Oppian, Colluthus,


Tryphiodorus”, Ed. Mair, [Link], Mass.: Harvard University
Press, 1928, Repr. 1963.
Book 5, γρ. 229

κῦμα θοὸν κάμπτουσι, περιστρέφεται δὲ κελαινὴ


ἑλκομένη δίνῃσι παλιρροίβδοισι Χάρυβδις,
ὣς τότε κητείοισιν ὑπ' ἄσθμασι χῶρος ἁπάντῃ
ξαινόμενος βέμβικας ἑλίσσεται Ἀμφιτρίτης.
ἔνθα τις ἰχθυβόλων γλαφυρὸν σκάφος ὠκὺς ἐρέσσων
ἐς χέρσον κατάγοιτο καὶ ἀκταίης ἀπὸ πέτρης
ὁρμιὴν ἅψαιτο καὶ αὐτίκα νοστήσειε,
πρυμναίοις ἅτε νῆα κατοχμάσσας ὑπὸ δεσμοῖς.
τὸν δ' ὅτε παιφάσσοντα λάβῃ κόρος, ἐκ δ' ὀδυνάων
θὴρ ὀλοὸς μεθύῃ, καμάτῳ δέ οἱ ἄγριον ἦτορ
Κλίνηται, ῥέψῃ δὲ μόρου στυγεροῖο τάλαντα,
ἀσκὸς μὲν πρώτιστος ἀνέδραμε πείρατα νίκης
ἀγγέλλων, μέγα δ' ἦτορ ἐν ἀγρευτῆρσιν ἄειρεν.
οἷον δ' ἀλγινόεντος ἀνερχόμενον πολέμοιο
188

κήρυκ' ἀργυφέοισιν ἐν εἵμασιν ἠδὲ προσώπῳ


φαιδρῷ καγχαλόωντες ἑοὶ μεθέπουσιν ἑταῖροι,
αἴσιον ἀγγελίην ποτιδεγμένοι αὐτίκ' ἀκοῦσαι,
ὣς οἱ καγχαλόωσιν ἐσαθρήσαντες ἔνερθε
ῥινὸν ἀνερχομένην εὐάγγελον· αὐτίκα δ' ἄλλοι  
ἀσκοὶ ἐπαντέλλουσι καὶ ἀνδύνουσι θαλάσσης,
βριθὺ πέλωρ σύροντες· ὁ δ' ἕλκεται οὐλόμενος θὴρ

Andocides Orat., De mysteriis (0027: 001)“Andocide. Discours”, Ed.


Dalmeyda, G.
Paris: Les Belles Lettres, 1930, Repr. [Link]. 61, γρ. 8

ρήσασθαι ἐκεῖνον, ὃς ἡμᾶς μὲν ἀπώλλυεν ἀδίκως, τὴν δὲ


πόλιν ἐξηπάτα, ταῦτα δὲ ποιῶν μέγιστος εὐεργέτης ἐδόκει
εἶναι καὶ χρήματα ἐλάμβανε.          Διὰ ταῦτα εἶπον τῇ
βουλῇ ὅτι εἰδείην τοὺς ποιήσαντας, καὶ ἐξήλεγξα τὰ γενό-
μενα, ὅτι εἰσηγήσατο μὲν πινόντων ἡμῶν ταύτην τὴν
βουλὴν [γενέσθαι] Εὐφίλητος, ἀντεῖπον δὲ ἐγώ, καὶ τότε
μὲν οὐ γένοιτο δι' ἐμέ, ὕστερον δ' ἐγὼ μὲν ἐν Κυνοσάργει  
ἐπὶ πωλίον ὅ μοι ἦν ἀναβὰς ἔπεσον καὶ τὴν κλεῖν συνε-
τρίβην καὶ τὴν κεφαλὴν κατεάγην, φερόμενός τε ἐπὶ
Κλίνης ἀπεκομίσθην οἴκαδε·
         αἰσθόμενος δ' Εὐφί-
λητος ὡς ἔχοιμι, λέγει πρὸς αὐτοὺς ὅτι πέπεισμαι ταῦτα
συμποιεῖν καὶ ὡμολόγηκα αὐτῷ μεθέξειν τοῦ ἔργου καὶ
περικόψειν τὸν Ἑρμῆν τὸν παρὰ τὸ Φορβαντεῖον. Ταῦτα
δ' ἔλεγεν ἐξαπατῶν ἐκείνους· καὶ διὰ ταῦτα ὁ Ἑρμῆς ὃν
ὁρᾶτε πάντες, ὁ παρὰ τὴν πατρῴαν οἰκίαν τὴν ἡμετέραν,
ὃν ἡ Αἰγῂς ἀνέθηκεν, οὐ περιεκόπη μόνος τῶν Ἑρμῶν
τῶν Ἀθήνησιν, ὡς ἐμοῦ τοῦτο ποιήσοντος, ὡς ἔφη πρὸς
αὐτοὺς Εὐφίλητος.

Andocides Orat., De mysteriis Se. 64, γρ. 6

ὅτι «γεγένηται, ὦ Ἀνδοκίδη, καὶ πέπρακται ἡμῖν ταῦτα.


Σὺ μέντοι εἰ μὲν ἀξιοῖς ἡσυχίαν ἔχειν καὶ σιωπᾶν, ἔξεις
ἡμᾶς ἐπιτηδείους ὥσπερ καὶ πρότερον· εἰ δὲ μή, χαλε-
πώτεροί σοι ἡμεῖς ἐχθροὶ ἐσόμεθα ἢ ἄλλοι τινὲς δι' ἡμᾶς
φίλοι.»
         Εἶπον αὐτοῖς ὅτι νομίζοιμι μὲν διὰ τὸ
πρᾶγμα Εὐφίλητον πονηρὸν εἶναι, ἐκείνοις δὲ οὐκ ἐμὲ
δεινὸν εἶναι, ὅτι οἶδα, ἀλλὰ μᾶλλον αὐτὸ τὸ ἔργον πολλῷ,
189

ὅτι πεποίηται. Ὡς οὖν ἦν ταῦτ' ἀληθῆ, τόν τε παῖδα τὸν


ἐμὸν παρέδωκα βασανίσαι, ὅτι ἔκαμνον καὶ οὐδ' ἀνιστάμην
ἐκ τῆς Κλίνης, καὶ τὰς θεραπαίνας ἔλαβον οἱ πρυτάνεις,
ὅθεν ὁρμώμενοι ταῦτ' ἐποίουν ἐκεῖνοι.
         Ἐξελέγχοντες
δὲ τὸ πρᾶγμα ἥ τε βουλὴ καὶ οἱ ζητηταί, ἐπειδὴ ἦν ᾗ ἐγὼ
ἔλεγον καὶ ὡμολογεῖτο πανταχόθεν, τότε δὴ καλοῦσι τὸν
Διοκλείδην· καὶ οὐ πολλῶν λόγων ἐδέησεν, ἀλλ' εὐθὺς
ὡμολόγει ψεύδεσθαι, καὶ ἐδεῖτο σῴζεσθαι φράσας τοὺς  
πείσαντας αὐτὸν λέγειν ταῦτα· εἶναι δὲ Ἀλκιβιάδην τὸν
Φηγούσιον καὶ Ἀμίαντον τὸν ἐξ Αἰγίνης.

Dinarchus Orat., Fragmenta (0029: 007)“Dinarchi orationes cum


fragmentis”, Ed. Conomis, [Link]: Teubner, [Link] 9,
fragment 3, γρ. 4

Αἰσχίνῃ κατὰ Δεινίου· βουλοίμην ἄν, ὦ ἄνδρες.


 Harpocr. s. v. ἐκμαρτυρία· διαφέρει τῆς μαρτυρίας,  
ὅτι ἡ μὲν μαρτυρία τῶν παρόντων ἐστίν, ἡ δ' ἐκμαρτυ-
ρία τῶν ἀπόντων, σαφέστατα δὲ περὶ τούτων διδάσκουσι
Δημοσθένης τε ἐν τῷ Κατὰ Στεφάνου (46, 7) καὶ Δεί-
ναρχος ἐν τῷ Ὑπὲρ Αἰσχίνου κατὰ Δεινίου. cf. et. Din.
LXVI – LXVII, 3 et 4.
 Harpocr. s. v. κλιμάζῃ· Δείναρχος ἐν τῷ ἐπιγραφο-
μένῳ Συνηγορία Αἰσχίνῃ κατὰ Δεινίου· ὅταν οὖν ἀπο-
λογούμενος κλιμάζῃ καὶ παράγῃ τοὺς νόμους
ἀντὶ τοῦ παρακλίνῃ καὶ παρατρέπῃ· μήποτε δὲ δεῖ γρά-
φειν βλιμάζῃ, ἵν' ᾖ οἷον θλίβῃ καὶ βιάζηται. cf. [Link].2.
Suda κ 1804 κλιμακίζειν· μέμνηται Δείναρχος ἐν τῇ
Ὑπὲρ Αἰσχίνου εἰσηγορίᾳ (sic), λέγων· οὗτος κλιμακί-
ζει τοὺς νόμους. ἔστιν δὲ οἷον παράγει καὶ διαστρέφει,
ἴσως ἀπὸ τῆς κλίμακος εἰρημένου τοῦ ὀνόματος, ἥτις
οὖσα ὄργανον βασανιστικὸν διαστρέφει τὰ σώματα τῶν
βασανιζομένων ...
 Harpocr. s. v. παραφρυκτωρεῖν· Δείναρχος ἐν τ⌈ῇ⌉
Κατὰ Δεινίου ἐνδείξει. τὸ τοῖς φρυκτοῖς παρὰ τὸ προσῆκον
χρῆσθαι, τουτέστιν ἐπὶ συμφέροντι μὲν τῶν πολεμίων, ἐπὶ

Hyperides Orat., Fragmenta (0030: 007)“Hyperidis orationes sex”, Ed.


Jensen, C.
Leipzig: Teubner, 1917, Repr. [Link] 144, γρ. 2
190

τηγορῶν Πατροκλέους 8μητρυιὸν κέκληκε. Poll. III, 27.


        Νάννιον· Ὑπ. ἐν τῷ κατὰ Πατρ., εἰ γνήσιος.
Harp.
        Νεμεάς· Νεμεάδος αὐλητρίδος μνημονεύει Ὑπ. ἐν
τῷ κατὰ Πατρ., εἰ γνήσιος. Harp.  – καὶ Νεμεάδος δὲ
τῆς αὐλητρίδος Ὑπ. μνημονεύει ἐν τῷ κατὰ Πατροκλέους.
Ath. XIII p. 587 C.
        πάνδημος Ἀφροδίτη· Ὑπ. ἐν τῷ κατὰ Πατρ., εἰ
γνήσιος. Harp.
 ἐκαλεῖτο δέ τις ἐν τοῖς νυμφικοῖς δωματίοις καὶ
8Κλίνη παράβυστος, ἧς μέμνηται Ὑπ. ἐν τῷ κατὰ Πατρ.
Harp. Phot. Suid. s. v. παράβυστ.  – καὶ δὴ καὶ Κλίνη  
τις ὠνομάζετο γαμική, καὶ ἑτέρα 8παράβυστος, ἣ καὶ αὐτὴ
στρώννυται ἐν τῷ δωματίῳ 8ὑπὲρ τοῦ τὴν παῖδα μὴ ἀθυ-
μῆσαι, ὡς Ὑπ. ἔφη. Poll. III, 43.

Hyperides Orat., Fragmenta Fragment 144, γρ. 3

        Νάννιον· Ὑπ. ἐν τῷ κατὰ Πατρ., εἰ γνήσιος.


Harp.
        Νεμεάς· Νεμεάδος αὐλητρίδος μνημονεύει Ὑπ. ἐν
τῷ κατὰ Πατρ., εἰ γνήσιος. Harp.  – καὶ Νεμεάδος δὲ
τῆς αὐλητρίδος Ὑπ. μνημονεύει ἐν τῷ κατὰ Πατροκλέους.
Ath. XIII p. 587 C.
        πάνδημος Ἀφροδίτη· Ὑπ. ἐν τῷ κατὰ Πατρ., εἰ
γνήσιος. Harp.
 ἐκαλεῖτο δέ τις ἐν τοῖς νυμφικοῖς δωματίοις καὶ
Κλίνη παράβυστος, ἧς μέμνηται Ὑπ. ἐν τῷ κατὰ Πατρ.
Harp. Phot. Suid. s. v. παράβυστ.  – καὶ δὴ καὶ Κλίνη  
τις ὠνομάζετο γαμική, καὶ ἑτέρα 8παράβυστος, ἣ καὶ αὐτὴ
στρώννυται ἐν τῷ δωματίῳ 8ὑπὲρ τοῦ τὴν παῖδα μὴ ἀθυ-
μῆσαι, ὡς Ὑπ. ἔφη. Poll. III, 43.

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Matthaeum (0031: 001)


“The Greek New Testament, 2nd edn.”, Ed. Aland, K., Black, M., Martini,
C.M., Metzger, B.M., Wikgren, [Link]: Württemberg Bible Society,
1968.
Ch. 8, se. 20, γρ. 3
191

προφήτου λέγοντος,  Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβεν   καὶ τὰς


νόσους ἐβάστασεν.
      
 Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὄχλον περὶ αὐτὸν ἐκέλευσεν
ἀπελθεῖν εἰς τὸ πέραν.
         καὶ προσελθὼν εἷς γραμματεὺς
εἶπεν αὐτῷ, Διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ.
καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς
ἔχουσιν καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ  
υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.
ἕτερος δὲ τῶν μαθητῶν [αὐτοῦ] εἶπεν αὐτῷ, Κύριε,
ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου.
ὁ δὲ Ἰησοῦς λέγει αὐτῷ, Ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες
τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς.
      

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Matthaeum Ch. 9, se. 2, γρ. 2

οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν


ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων.
         καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς ὑπάντησιν τῷ Ἰησοῦ, καὶ
ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων
αὐτῶν.       
 Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν
ἰδίαν πόλιν.
         καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν
ἐπὶ Κλίνης βεβλημένον. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν
αὐτῶν εἶπεν τῷ παραλυτικῷ, Θάρσει, τέκνον· ἀφίενταί
σου αἱ ἁμαρτίαι.
         καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπαν  
ἐν ἑαυτοῖς, Οὗτος βλασφημεῖ.
         καὶ εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς τὰς
ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν, Ἱνατί ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς
καρδίαις ὑμῶν;
         τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν,
Ἀφίενταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, Ἔγειρε καὶ περιπάτει;
ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Matthaeum Ch. 9, se. 6, γρ. 3


192

σου αἱ ἁμαρτίαι.          καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπαν  


ἐν ἑαυτοῖς, Οὗτος βλασφημεῖ.          καὶ εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς τὰς
ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν, Ἱνατί ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς
καρδίαις ὑμῶν;          τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν,
Ἀφίενταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, Ἔγειρε καὶ περιπάτει;
ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ
τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ,
Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν Κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν
σου.          καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.
         ἰδόν-τες δὲ οἱ ὄχλοι ἐφοβήθησαν καὶ ἐδόξασαν τὸν θεὸν τὸν
δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Marcum (0031: 002)


“The Greek New Testament, 2nd edn.”, Ed. Aland, K., Black, M., Martini,
C.M., Metzger, B.M., Wikgren, [Link]: Württemberg Bible Society,
1968.
Ch. 4, se. 21, γρ. 2

         καὶ αἱ μέριμναι τοῦ αἰῶνος καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ


πλούτου καὶ αἱ περὶ τὰ λοιπὰ ἐπιθυμίαι εἰσπορευόμεναι
συμπνίγουσιν τὸν λόγον, καὶ ἄκαρπος γίνεται.
         καὶ
ἐκεῖνοί εἰσιν οἱ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρέντες, οἵτινες
ἀκούουσιν τὸν λόγον καὶ παραδέχονται καὶ καρποφοροῦσιν
ἓν τριάκοντα καὶ ἓν ἑξήκοντα καὶ ἓν ἑκατόν.
      
 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς, Μήτι ἔρχεται ὁ λύχνος ἵνα ὑπὸ
τὸν μόδιον τεθῇ ἢ ὑπὸ τὴν Κλίνην; οὐχ ἵνα ἐπὶ τὴν
λυχνίαν τεθῇ;
         οὐ γάρ ἐστιν κρυπτὸν ἐὰν μὴ ἵνα
φανερωθῇ, οὐδὲ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ' ἵνα ἔλθῃ εἰς
φανερόν.
         εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς, Βλέπετε τί ἀκούετε. ἐν ᾧ μέτρῳ
μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν καὶ προστεθήσεται ὑμῖν.
ὃς γὰρ ἔχει, δοθήσεται αὐτῷ· καὶ ὃς οὐκ ἔχει, καὶ ὃ
ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ.  

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Marcum Ch. 7, se. 30, γρ. 2

αὐτῇ, Ἄφες πρῶτον χορτασθῆναι τὰ τέκνα, οὐ γάρ ἐστιν


193

καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ τοῖς κυναρίοις


βαλεῖν.
         ἡ δὲ ἀπεκρίθη καὶ λέγει αὐτῷ, Κύριε, καὶ
τὰ κυνάρια ὑποκάτω τῆς τραπέζης ἐσθίουσιν ἀπὸ τῶν
ψιχίων τῶν παιδίων.
         καὶ εἶπεν αὐτῇ, Διὰ τοῦτον τὸν
λόγον ὕπαγε, ἐξελήλυθεν ἐκ τῆς θυγατρός σου τὸ δαι-
μόνιον.
         καὶ ἀπελθοῦσα εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς εὗρεν τὸ
παιδίον βεβλημένον ἐπὶ τὴν Κλίνην καὶ τὸ δαιμόνιον
ἐξεληλυθός.
      
 Καὶ πάλιν ἐξελθὼν ἐκ τῶν ὁρίων Τύρου ἦλθεν διὰ
Σιδῶνος εἰς τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας ἀνὰ μέσον τῶν
ὁρίων Δεκαπόλεως.

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Lucam (0031: 003)


“The Greek New Testament, 2nd edn.”, Ed. Aland, K., Black, M., Martini,
C.M., Metzger, B.M., Wikgren, A.
Stuttgart: Württemberg Bible Society, 1968.
Ch. 5, se. 18, γρ. 2

αὐτῶν·
         αὐτὸς δὲ ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ἐρήμοις καὶ
προσευχόμενος.
      
 Καὶ ἐγένετο ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν καὶ αὐτὸς ἦν δι-
δάσκων, καὶ ἦσαν καθήμενοι Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδάσκα-
λοι οἳ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς Γαλιλαίας
καὶ Ἰουδαίας καὶ Ἰερουσαλήμ· καὶ δύναμις κυρίου ἦν
εἰς τὸ ἰᾶσθαι αὐτόν.
         καὶ ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ
Κλίνης ἄνθρωπον ὃς ἦν παραλελυμένος, καὶ ἐζήτουν αὐτὸν
εἰσενεγκεῖν καὶ θεῖναι [αὐτὸν] ἐνώπιον αὐτοῦ.
         καὶ
μὴ εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν διὰ τὸν ὄχλον
ἀναβάντες ἐπὶ τὸ δῶμα διὰ τῶν κεράμων καθῆκαν αὐτὸν
σὺν τῷ κλινιδίῳ εἰς τὸ μέσον ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ.  
καὶ ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν, Ἄνθρωπε, ἀφέ-
ωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.
         καὶ ἤρξαντο διαλογίζεσθαι
194

οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι λέγοντες, Τίς ἐστιν


οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἁμαρτίας

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Lucam Ch. 8, se. 16, γρ. 2


πρὸς καιρὸν πιστεύουσιν καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφί-
στανται.
         τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ
ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν
τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσιν.
τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ
καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσιν καὶ
καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.
      
 Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει ἢ
ὑποκάτω Κλίνης τίθησιν, ἀλλ' ἐπὶ λυχνίας τίθησιν, ἵνα
οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσιν τὸ φῶς.
         οὐ γάρ ἐστιν
κρυπτὸν ὃ οὐ φανερὸν γενήσεται, οὐδὲ ἀπόκρυφον ὃ
οὐ μὴ γνωσθῇ καὶ εἰς φανερὸν ἔλθῃ.
         βλέπετε οὖν
πῶς ἀκούετε· ὃς ἂν γὰρ ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ, καὶ ὃς
ἂν μὴ ἔχῃ, καὶ ὃ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ.  
 Παρεγένετο δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ
αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον.
ἀπηγγέλη δὲ αὐτῷ,

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Lucam Ch. 9, se. 58, γρ. 4

δὲ ἐπετίμησεν αὐτοῖς.
         καὶ ἐπορεύθησαν εἰς ἑτέραν
κώμην.
      
 Καὶ πορευομένων αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ εἶπέν τις πρὸς
αὐτόν, Ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ.
         καὶ εἶπεν  
αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσιν καὶ τὰ
πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.
         Εἶπεν
δὲ πρὸς ἕτερον, Ἀκολούθει μοι. ὁ δὲ εἶπεν, [Κύριε,]
ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτον θάψαι τὸν πατέρα
μου.
         εἶπεν δὲ αὐτῷ, Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι
195

τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς, σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν


βασιλείαν τοῦ θεοῦ.
         Εἶπεν δὲ καὶ ἕτερος, Ἀκολουθήσω
σοι, κύριε· πρῶτον δὲ ἐπίτρεψόν μοι ἀποτάξασθαι τοῖς
εἰς τὸν οἶκόν μου.

Καινή Διαθήκη Evangelium secundum Lucam


Ch. 17, se. 34, γρ. 2

αὐτὰ ἔσται ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται.


ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ
σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι αὐτά, καὶ
ὁ ἐν ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω.
         μνη-
μονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ.
         ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν
ψυχὴν αὐτοῦ περιποιήσασθαι ἀπολέσει αὐτήν, ὃς δ' ἂν  
ἀπολέσῃ ζῳογονήσει αὐτήν.
         λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ
νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ Κλίνης μιᾶς, ὁ εἷς παραλημφθήσεται
καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται·
         ἔσονται δύο ἀλήθουσαι ἐπὶ
τὸ αὐτό, ἡ μία παραλημφθήσεται ἡ δὲ ἑτέρα ἀφεθή-
σεται.

Καινή ΔιαθήκηApocalypsis Joannis (0031: 027)“The Greek New


Testament, 2nd edn.”, Ed. Aland, K., Black, M., Martini, C.M., Metzger,
B.M., Wikgren, A.
Stuttgart: Württemberg Bible Society, [Link]. 2, se. 22, γρ. 1

         Οἶδά σου τὰ ἔργα καὶ τὴν ἀγάπην καὶ


τὴν πίστιν καὶ τὴν διακονίαν καὶ τὴν ὑπομονήν σου,
καὶ τὰ ἔργα σου τὰ ἔσχατα πλείονα τῶν πρώτων.
         ἀλλὰ
ἔχω κατὰ σοῦ ὅτι ἀφεῖς τὴν γυναῖκα Ἰεζάβελ, ἡ λέγουσα
ἑαυτὴν προφῆτιν, καὶ διδάσκει καὶ πλανᾷ τοὺς ἐμοὺς
δούλους πορνεῦσαι καὶ φαγεῖν εἰδωλόθυτα.
         καὶ ἔδωκα
αὐτῇ χρόνον ἵνα μετανοήσῃ, καὶ οὐ θέλει μετανοῆσαι ἐκ  
τῆς πορνείας αὐτῆς.
         ἰδοὺ βάλλω αὐτὴν εἰς Κλίνην,
196

καὶ τοὺς μοιχεύοντας μετ' αὐτῆς εἰς θλῖψιν μεγάλην,


ἐὰν μὴ μετανοήσωσιν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῆς·
         καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς ἀποκτενῶ ἐν θανάτῳ· καὶ γνώσονται πᾶσαι
αἱ ἐκκλησίαι ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ ἐραυνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας,
καὶ δώσω ὑμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα ὑμῶν.

Ξενοφών Cyropaedia (0032: 007)“Xenophontis opera omnia, vol. 4”,


Ed. Marchant, [Link]: Clarendon Press, 1910, Repr. [Link] 8,
Ch. 2, se. 5, γρ. 6

νῦν γὰρ ἔτι οἷς ἂν ὁρῶσι πεμπόμενα ἀπὸ τῆς βασιλέως τρα-  
πέζης, τούτους πάντες μᾶλλον θεραπεύουσι, νομίζοντες αὐ-
τοὺς ἐντίμους εἶναι καὶ ἱκανοὺς διαπράττειν, ἤν τι δέωνται.
ἔτι δὲ καὶ οὐ τούτων μόνον ἕνεκα τῶν εἰρημένων εὐφραίνει
τὰ πεμπόμενα παρὰ βασιλέως, ἀλλὰ τῷ ὄντι καὶ ἡδονῇ
πολὺ διαφέρει τὰ ἀπὸ τῆς βασιλέως τραπέζης. καὶ τοῦτο
μέντοι οὕτως ἔχειν οὐδέν τι θαυμαστόν· ὥσπερ γὰρ καὶ αἱ
ἄλλαι τέχναι διαφερόντως ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν ἐξειρ-
γασμέναι εἰσί, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὰ παρὰ βασιλεῖ
σῖτα πολὺ διαφερόντως ἐκπεπόνηται. ἐν μὲν γὰρ ταῖς
μικραῖς πόλεσιν οἱ αὐτοὶ ποιοῦσι Κλίνην, θύραν, ἄροτρον, τράπεζαν,
πολλάκις δ' ὁ αὐτὸς οὗτος καὶ οἰκοδομεῖ, καὶ ἀγαπᾷ ἢν καὶ οὕτως ἱκανοὺς
αὐτὸν τρέφειν ἐργοδότας λαμβάνῃ· ἀδύνατον οὖν πολλὰ τεχνώμενον
ἄνθρωπον πάντα καλῶς ποιεῖν. ἐν δὲ ταῖς μεγάλαις πόλεσι διὰ τὸ πολλοὺς
ἑκάστου

Ξενοφών Cyropaedia Book 8, Ch. 2, se. 6, γρ. 3

ποιεῖν. ἐν δὲ ταῖς μεγάλαις πόλεσι διὰ τὸ πολλοὺς ἑκάστου


δεῖσθαι ἀρκεῖ καὶ μία ἑκάστῳ τέχνη εἰς τὸ τρέφεσθαι· πολ-
λάκις δὲ οὐδ' ὅλη μία· ἀλλ' ὑποδήματα ποιεῖ ὁ μὲν ἀνδρεῖα,
ὁ δὲ γυναικεῖα· ἔστι δὲ ἔνθα καὶ ὑποδήματα ὁ μὲν νευρορ-
ραφῶν μόνον τρέφεται, ὁ δὲ σχίζων, ὁ δὲ χιτῶνας μόνον
συντέμνων, ὁ δέ γε τούτων οὐδὲν ποιῶν ἀλλὰ συντιθεὶς
ταῦτα. ἀνάγκη οὖν τὸν ἐν βραχυτάτῳ διατρίβοντα ἔργῳ
τοῦτον καὶ ἄριστα δὴ ἠναγκάσθαι τοῦτο ποιεῖν. τὸ αὐτὸ
δὲ τοῦτο πέπονθε καὶ τὰ ἀμφὶ τὴν δίαιταν. ᾧ μὲν γὰρ
ὁ αὐτὸς Κλίνην στρώννυσι, τράπεζαν κοσμεῖ, μάττει, ὄψα
ἄλλοτε ἀλλοῖα ποιεῖ, ἀνάγκη οἶμαι τούτῳ, ὡς ἂν ἕκαστον
προχωρῇ, οὕτως ἔχειν· ὅπου δὲ ἱκανὸν ἔργον ἑνὶ ἕψειν κρέα,
ἄλλῳ ὀπτᾶν, ἄλλῳ δὲ ἰχθὺν ἕψειν, ἄλλῳ ὀπτᾶν, ἄλλῳ ἄρ-  
τους ποιεῖν, καὶ μηδὲ τούτους παντοδαπούς, ἀλλ' ἀρκεῖ ἂν
197

ἓν εἶδος εὐδοκιμοῦν παρέχῃ, ἀνάγκη οἶμαι καὶ ταῦτα οὕτω


ποιούμενα πολὺ διαφερόντως ἐξειργάσθαι ἕκαστον.
 Τῇ μὲν δὴ τῶν σίτων θεραπείᾳ τοιαῦτα ποιῶν πολὺ
ὑπερεβάλλετο πάντας· ὡς δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις πᾶσι θερα-
πεύων πολὺ ἐκράτει, τοῦτο νῦν διηγήσομαι· πολὺ γὰρ διε-
νεγκὼν ἀνθρώπων τῷ πλείστας προσόδους λαμβάνειν πολὺ

Γαληνός ιατρός De constitutione artis medicae ad Patrophilum (0057:


006)
“Claudii Galeni opera omnia, vol. 1”, Ed. Kühn, [Link]: Knobloch,
1821, Repr. 1964.Τόμ. 1, σελ. 297, γρ. 13

τηταί τι σπλάγχνον, ἔνεστι γνωρίζειν αὐτὰ διά τινων συμ-


πτωμάτων, ἃ μέσα πώς ἐστι τῶν τε τοῖς ὑγιαίνουσι ὑπαρ-
χόντων καὶ τῶν τοῖς νοσοῦσι συμβαινόντων. τὰ μὲν γὰρ
τοῖς ὑγιαίνουσιν ὑπάρχοντα κατὰ φύσιν ἅπαντά ἐστι καὶ
ἄμεμπτα· τὰ δὲ τοῖς νοσοῦσι συμβαίνοντα παρὰ φύσιν τε
καὶ μεμπτά· τὰ δὲ μεταξὺ τούτων ἐκ μὲν τοῦ γένους ἐστὶ
τῶν ταῖς νόσοις συμβαινόντων, οὕτω δὲ σμικρὰ τοῖς μεγέ-
θεσι καὶ ἀσθενῆ ταῖς δυνάμεσι, ὡς μηδέπω κωλύεσθαι
πρὸς αὐτῶν τὰς συνήθεις ἑκάστῳ πράξεις. εἴτε γὰρ ὀδύνη
κεφαλῆς ἢ ἄλλου τινὸς εἴη μέρους οὕτω σμικρά τις,
ὡς μήπω τὸν ἄνθρωπον ἀναγκάζεσθαι κλινήρη γε-
νέσθαι, ἀλλὰ καὶ εἴτε βάρος, ἤτοι καθ' ὑποχόνδριον, ἢ
κεφαλὴν, ἢ ἄλλο τι μέρος, ἢ σπλάγχνον, οὐδὲ τοῦθ' ἱκα-
νὸν ἀποστῆσαι τῶν συνήθων. ἔτι δὲ δὴ μᾶλλον ὄγκος τοῦ
σώματος, ἢ ἰσχνότης, ἢ ἄχροια, καὶ ὁ πρὸς τὰς κινήσεις
ὄκνος, ἢ ὑπνώδης διάθεσις, ἢ ἀγρυπνία τῶν κατὰ τὰς τοῦ  
βίου πράξεις ἐνεργειῶν ἀπάγειν οὐχ ἱκανὰ, καὶ πολὺ δὴ
μᾶλλον ἀνορεξία τις, ἢ ὄρεξις ἐπιτεταμένη σιτίων· ἄμφω
γὰρ γίγνεται τοῦ σώματος οὐκ ἀκριβῶς ὑγιαίνοντος, ὥσπερ
γε καὶ ἀδίψους παρὰ λόγον, ἢ διψώδεις, ἢ δακνομένους τὸν
στόμαχον, ἢ τὴν κοιλίαν, ἢ κοπώδεις ἑαυτοὺς αἰσθάνεσθαι.

Γαληνός ιατρός De usu partium (0057: 017)“Galeni de usu partium


libri xvii”, Ed. Helmreich, [Link]: Teubner, 1:1907; 2:1909, Repr.
1968.Kühn τόμ. 3, σελ. 236, γρ. 17

βῶς οἷς ὑποτέτακται; Κόροιβος ἂν ὄντως εἴη τις ὁ


πρὸς τῷ μὴ θαυμάζειν τὰ τοιαῦτα τῆς φύσεως ἔργα
καὶ μέμφεσθαι τολμῶν. ὥρα δὴ καὶ σοὶ τοῖσδε τοῖς
198

γράμμασιν ὁμιλοῦντι σκοπεῖσθαι, ποτέρου μεθέξεις


χοροῦ, πότερον τοῦ περὶ Πλάτωνά τε καὶ Ἱπποκράτην
καὶ τοὺς ἄλλους ἄνδρας, οἳ τὰ τῆς φύσεως ἔργα θαυ-
μάζουσιν, ἢ τοῦ τῶν μεμφομένων, ὅτι μὴ διὰ τῶν
ποδῶν ἐποίησεν ἐκρεῖν τὰ περιττώματα. διετέθρυπτο
γὰρ ὑπὸ τρυφῆς εἰς τοσοῦτον ὁ ταῦτα πρός με τολ-
μήσας εἰπεῖν, ὥστε δεινὸν εἶναι νομίζειν ἀνίστασθαι
τῆς Κλίνης ἀποπατήσοντα· βέλτιον γὰρ ἂν οὕτω κατε-
σκευάσθαι τὸν ἄνθρωπον, εἰ μόνον τὸν πόδα προτεί-
νων ἐξέκρινε δι' αὐτοῦ τὰ περιττώματα. ‖ τί δὴ τὸν
τοιοῦτον οἴει πάσχειν ἢ δρᾶν κατὰ μόνας ἢ πῶς
ἐξυβρίζειν εἰς πάντας τοῦ σώματος τοὺς πόρους ἢ
πῶς λελωβῆσθαί τε καὶ διεφθάρθαι τὰ κάλλιστα τῆς
ψυχῆς, ἀνάπηρον μὲν αὐτὴν καὶ τυφλὴν παντάπασι
τὴν θείαν ἀπεργασάμενον δύναμιν, ᾗ μόνῃ πέφυκεν  
ἄνθρωπος ἀλήθειαν θεάσασθαι, μεγάλην δὲ καὶ ἰσχυ-
ρὰν καὶ ἄπληστον ἡδονῶν παρὰ νόμον καὶ τυραννοῦ-
σαν ἀδίκως τὴν χειρίστην καὶ θηριωδεστάτην ἔχοντα

Γαληνός ιατρός De semine libri ii (0057: 021)“Claudii Galeni opera


omnia, vol. 4”, Ed. Kühn, [Link]: Knobloch, 1822, Repr. 1964.Τόμ.
4, σελ. 519, γρ. 8

στῶντα· καὶ γὰρ καὶ οὗτος μεταβάλλει, καὶ μόριον οὐδέν


ἐστι τῶν συνισταμένων ὄγκων. αὕτη μὲν ἡ ῥῆσις ἀμφοτέ-
ρους διεξελέγχει μὴ γινώσκοντας τὴν Ἀριστοτέλους δόξαν,  
ὅσοι τε νομίζουσιν ἐκκρίνεσθαι διὰ παντὸς ἔξω τὴν γονὴν,
ὅσοι τε μόριον οὐ γίνεσθαι τοῦ κυουμένου· τοὺς δὲ δευτέ-
ρους αὐτῶν ἰδίᾳ καὶ ἡ κατὰ τὸ πρῶτον ἐφεξῆς τῇ προγε-
γραμμένῃ, καθ' ἣν ἄρχεται τόνδε τὸν τρόπον· Ἀλλὰ συμ-
βαίνει, ὥσπερ εὔλογον, ἐπειδὴ τὸ μὲν ἄῤῥεν παρέχεται τὸ
εἶδος καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς κινήσεως, τὸ δὲ θῆλυ τὸ σῶμα
καὶ τὴν ὕλην. ἐν γὰρ τοῖς ἑξῆς ἅπασιν ἐπιδείκνυσιν, ὅτι,
ὥσπερ ἐκ μὲν τοῦ ξύλου καὶ τοῦ τέκτονος ἡ Κλίνη γίνεται,
τοῦ κηροῦ δὲ καὶ τοῦ εἴδους ἡ σφαῖρα τὸν αὐτὸν τρόπον
ἔκ τε τοῦ καταμηνίου καὶ τῆς παρὰ τοῦ ἄῤῥενος κινητι-
κῆς ἀρχῆς συνίσταται τὸ κύημα. διόπερ φησὶν, οὐδ'
ἀποκρίνειν ἔνια τῶν ζώων γονὴν, ἀλλὰ μεταδιδόναι μόνον
τῷ θήλει θερμότητος ψυχικῆς, καὶ εἶναι τοιαῦτα τῶν
ἐντόμων ἔνια, καθιέντος μὲν εἰς τὸ ἄῤῥεν τοῦ θήλεος
τὸ ἄρθρον, ἐπὶ πλείονα δὲ χρόνον ὁμιλοῦντος αὐτῷ
199

καὶ λαμβάνοντος ἐν τῇ συμπλοκῇ σῶμα μὲν οὐδὲν, μόνην


δὲ τὴν δύναμιν τὴν μορφοῦσαν καὶ εἰδοποιοῦσαν τὴν
μορφήν.  

Γαληνός ιατρός De placitis Hippocratis et Platonis (0057: 032)


“Galen. On the doctrines of Hippocrates and Plato”, Ed. De Lacy, P.
Berlin: Akademie–Verlag, 1978; Corpus medicorum Graecorum, vol.
[Link], pts. 1–[Link] 9, Ch. 8, se. 21, γρ. 6

     εἰ δ' ἐκ τοῦ μὴ βλέπειν αὐτὸν οὐδ'


εἶναι φήσομεν, οὐ φυλάξομεν ἔτι τὴν ὁμοιότητα τῆς πρὸς
τὰς τέχνας κρίσεως, ἐφ' ὧν οὐκ ἐν τῷ θεᾶσθαι τὸν συμ-
πήξαντα τὴν ναῦν ἢ τὸν σκίμποδα τὴν κρίσιν τῆς τέχνης
ἐποιούμεθα παραλιπόντες σκοπεῖσθαι τὴν χρείαν ἑκάστου τῶν
μορίων, ἀλλ' ἐν τούτῳ τὸ κῦρος αὐτῆς ἐθέμεθα. γελοῖον
γὰρ εἴ τις ἐν τῷ θεάσασθαι τὸν κατασκευάζοντα τούτων τι
τεχνίτην εἶναι νομίζοι, καὶ εἰ ἔνια τῶν μερῶν εὑρίσκοι κακῶς
κατεσκευασμένα·      γελοῖον δὲ κἂν ἄριστα κατεσκευασμένης τῆς
νεὼς ἢ τῆς οἰκίας ἢ τῆς Κλίνης, ἀγνώστου δ' ὄντος τοῦ
κατασκευάσαντος, νομίζειν ἄνευ τῆς τέχνης γεγονέναι τὰ
τοιαῦτα ἢ κατὰ τύχην, διακρινόντων ἁπάντων τὸ τὴν μὲν σπα-
νιάκις ἁμαρτάνειν τοῦ σκοποῦ, τὴν δ' ἐπιτυγχάνειν ὀλιγάκις,
ἀχρείαν δὲ καὶ μὴ τεχνικὴν ἡγεῖσθαι τὴν τῆς τοῦ σώματος
ἡμῶν κατασκευῆς αἰτίαν εἶναι φυλάττοντα τὴν ὁμοιότητα
τῆς κρίσεως ἐπὶ τῶν ὁρατῶν τεχνιτῶν πρὸς τοὺς μὴ

Γαληνός ιατρός De placitis Hippocratis et Platonis Book 9, Ch. 9, se.


27, γρ. 12

λέγων, κομψευόμενος ὡς οἵ γε στρόμβοι ὅλοι ἑστᾶσί τε ἅμα


καὶ κινοῦνται, ὅταν ἐν τῷ αὐτῷ πήξαντες τὸ κέντρον
περιφέρωνται, ἢ καὶ ἄλλο τι κύκλῳ περιιὸν ἐν τῇ αὐτοῦ
ἕδρᾳ τοῦτο δρᾷ, οὐκ ἂν ἀποδεχοίμεθα, ὡς οὐ κατὰ ταὐτὰ
αὐτῶν τὰ τοιαῦτα μενόντων τε καὶ φερομένων,
ἀλλὰ φαῖμεν ἂν ἔχειν αὐτὰ εὐθύ τε καὶ περιφερὲς ἐν
ἑαυτοῖς καὶ κατὰ μὲν τὸ εὐθὺ ἑστάναι, οὐδαμῇ γὰρ ἀπο-
κλίνειν, κατὰ δὲ τὸ περιφερὲς κύκλῳ κινεῖσθαι·  
        καὶ ὅταν δὲ τὴν
εὐθυωρίαν ἢ εἰς δεξιὰ ἢ εἰς ἀριστερὰ ἢ εἰς τὸ πρόσθεν ἢ εἰς
τὸ ὄπισθεν ἐκκλίνῃ ἅμα περιφερόμενον, τότε οὐδαμῇ ἑστά-
ναι.” ταῦτα προειπὼν ὁ Πλάτων σαφέστατα συνάπτων
200

αὐτοῖς ἐφεξῆς φησιν, “οὐδὲν ἄρα ἡμᾶς τῶν τοιούτων λεγό-


μενον ἐκπλήξει οὐδὲ μᾶλλόν τι πείσει ὥς ποτέ [τοι] τι ἂν τὸ
αὐτὸ ὂν ἅμα κατὰ τὸ αὐτὸ πρὸς τὸ αὐτὸ τἀναντία πάθοι
ἢ καὶ εἴη ἢ καὶ ποιήσειεν.”  
     ἐν τούτοις διορίζει τὰς ἐν τοῖς
εἰρημένοις πράγμασιν ὁμοιότητας, ἐπιδεικνὺς ὅπως ἐνδέχεταί
τινα τῶν μὴ καθορώντων ἀκριβῶς αὐτὰς οἴεσθαι τὸν εἰρη-
μένον ὑπ' αὐτοῦ καθόλου λόγον οὐκ εἶναι διὰ παντὸς οὐδ'
ἐπὶ πάντων ἀληθῆ, δύνασθαι γὰρ τἀναντία κατὰ

Γαληνός ιατρός Thrasybulus sive utrum medicinae sit an


gymnasticae hygieine (0057: 033)“Claudii Galeni Pergameni scripta
minora, vol. 3”, Ed. Marquardt, J., Müller, I., Helmreich, [Link]:
Teubner, 1893, Repr. 1967.Kühn τόμ. 5, σελ. 837, γρ. 16

εσθαι. ξίφεσι μὲν οὖν καὶ θηρίοις καὶ κρημνοῖς καὶ


βρόχοις οὐκ ἐξ ἀνάγκης περιπίπτει τὸ σῶμα, ἀλλὰ τῷ
περιέχοντι ἀέρι κατὰ διττὸν τρόπον ἐξ ἀνάγκης ὁμιλεῖ
καὶ πάντη περικεχυμένῳ καὶ διὰ τῆς εἰσπνοῆς ἑλκο-
μένῳ. καὶ μὲν δὴ καὶ ὕπνος καὶ ἐγρήγορσις ἡσυχία
τε καὶ κίνησις ἐκ τῶν τοιούτων ἐστίν· ἀνάγκη γὰρ ἢ
ὑπνοῦν ἢ ἐγρηγορέναι ἢ ἡσυχάζειν ἢ κινεῖσθαι, ὥσπερ
οὖν καὶ λιμώττειν ἢ ἐσθίειν καὶ διψῆν ἢ πίνειν ἤ τινα
μεταξὺ τούτων ἔχειν κατάστασιν. αἱ δὲ τῆς κοίτης
διαφοραὶ καὶ τῶν ἱματίων οὐκ ἀναγκαῖαι πᾶσαι· Κλίνη
γὰρ ἐλεφαντόπους οὐδὲν οὔτ' ὠφελεῖ τὴν ὑγίειαν οὔτε
βλάπτει, κατὰ ταὐτὰ δὲ καὶ Σκίμπους εὐτε‖λὴς ἢ ἱμα-
τίοις εὐτελέσιν ἢ πολυτελέσιν ἢ τοῖς σκεύεσιν ὑαλίνοις
ἢ χρυσοῖς ἢ ἀργυροῖς ἢ ξυλίνοις χρῆσθαι καὶ παῖδας
ἔχειν εὐμόρφους ἢ αἰσχροὺς τοὺς ὑπηρετουμένους ἢ
μηδ' ὅλως ἔχειν ἀλλ' ἑαυτῷ διακονεῖσθαι. ταῦτα μὲν
γὰρ οὐδὲν οὔτ' ὠφελεῖν οὔτε βλάπτειν ἡμᾶς πέφυκεν  
οὔτε καθ' ἑαυτὰ καὶ πρώτως οὔτε κατὰ συμβεβηκός.
ἀὴρ δὲ θερμὸς ἢ ψυχρὸς ἐδέσματά τε καὶ πόματα καὶ
ἠρεμία καὶ κίνησις ἐγρήγορσίς τε καὶ ὕπνος ἐξ ἀνάγ

Γαληνός ιατρός Adversus eos qui de typis scripserunt vel de


circuitibus (0057: 049)“Claudii Galeni opera omnia, vol. 7”, Ed. Kühn,
[Link]: Knobloch, 1824, Repr. 1965.Τόμ. 7, σελ. 482, γρ. 7

νουσι τὰς περιόδους ἀδύνατον προγνῶναι τὸν ἐσόμενον


παροξυσμόν. αὐτίκα γοῦν τῷ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέ-
201

ραν γενομένῳ δυνατόν ἐστι καὶ ἀμφημεριῷ καὶ τριταίνῳ καὶ


τεταρταίῳ καὶ πεμπταίῳ καὶ πᾶσι τοῖς ἐφεξῆς ὑπάρχειν. ἐὰν  
οὖν γενηθῇ κατὰ τὴν δευτέραν ἡμέραν παροξυσμὸς, ἄν τε
καὶ μὴ, περὶ τῆς τρίτης ἡμέρας ἐλπίζειν οὐδὲν ἕξουσιν οἱ
τὰς μακρὰς περιόδους εἰσηγούμενοι. καὶ τοίνυν ὑποκείσθω
μετὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, μήτ' ἐν τῇ δευτέρᾳ, μήτ' ἐν τῇ
τρίτῃ, μήτ' ἐν τῇ τετάρτῃ γεγονέναι παροξυσμόν. οἱ μὲν τὰς
τρεῖς μόνας εἰδότες περιόδους ἀνιστᾶσί τε τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ
τῆς Κλίνης, καὶ τῶν συνήθων ἔχεσθαι κελεύουσιν, ἀπηλλάχθαι
νομίζοντες ἁπάσης ὑποψίας· οἱ δὲ καὶ τὰς ἑξῆς, ὅσαι πολυή-
μεροι, γίγνεσθαι φάσκοντες, ὁμοίως ὑποπτεύειν τὴν εʹ ἡμέ-
ραν εἰσὶ δίκαιοι, καθάπερ καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἔμπροσθεν·
οὕτω δὲ καὶ τὴν στʹ καὶ τὴν ζʹ καὶ τὰς ἄλλας τὰς ἑφεξῆς
ὑποπτεύουσιν. εἰ δὲ καὶ γένοιτό τις καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν
ἡμερῶν παροξυσμὸς, ἄδηλον εἴτε κατ' ἀμφημερινοῦ σχῆμα
πρὸς τὸν ἐν τῇ πρώτῃ γεγονότα τὴν ἀναλογίαν ἐφύλαξεν, εἴτ'
ἐστὶν ἑτέρας ἀρχὴ περιόδου. κατὰ ταὐτὰ δ' εἰ καὶ κατὰ τὴν
τρίτην ἐπὶ τῇ δευτέρᾳ γενηθείη. τῷ γὰρ ἀγνοοῦντι διαγι-
νώσκειν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, εἴτε ἀμφημερινός ἐστιν,

Γαληνός ιατρός De tremore, palpitatione, convulsione et rigore liber


(0057: 051)
“Claudii Galeni opera omnia, vol. 7”, Ed. Kühn, [Link]: Knobloch,
1824, Repr. 1965.Τόμ. 7, σελ. 591, γρ. 11

γοῦν τῆς ψυχῆς τῆς κινούσης τε καὶ ὀρθούσης τὸ σῶμα, ῥᾳ-


δίως ὄψει κείμενον ἐπὶ τῆς γῆς τὸ πρότερον ὂν ὀρθῶς. ᾧ δῆ-
λον ὅτι καὶ ὁπόταν ὀρθὸν ᾖ, οὐκ ἦν ἀκίνητον, ἀλλ' εἶχέ τι
κουφίζον τε καὶ βαστάζον καὶ ἐξαῖρον αὐτό. ἐγὼ μὲν οὖν
οὐδὲ τὸν κατακείμενον ἄνθρωπον, εἰ τὴν μὲν κεφαλὴν ὑψηλο-
τέραν ἔχοι, τοὺς δὲ πόδας ταπεινοτέρους, οὐδὲ τοῦτον ἀκί-
νητον εἶναί φημι παντάπασιν. ὑπέῤῥει γὰρ ἂν ῥᾳδίως ἐπὶ
πόδας ἀπὸ τῶν ὑψηλοτέρων εἰς τὸ κάταντες ῥέπων, εἰ μή που
κινήσῃ τὴν ῥοπὴν ταύτην ἀντισηκοῦσαν. ταῦτ' ἆρα καὶ ὁ
Ἱπποκράτης ἔλεγεν· εἰ δὲ καὶ προπετὴς γένοιτο, καὶ καταῤ-
ῥέοι ἀπὸ τῆς Κλίνης ἐπὶ πόδας, δεινότερόν ἐστι. τὸ γὰρ ἐπὶ
τοὺς πόδας ὑποῤῥεῖν κατακείμενον ἀῤῥωστούσης ἐσχάτως δυ-
νάμεως βεβαιότατόν ἐστι γνώρισμα. ἑστάναι μὲν γὰρ ἢ καθέ-
ζεσθαι ἢ ἀνίστασθαι μὴ δύνασθαι δεινὸν μὲν, ἀλλ' ἧττον
δεινὸν, ἀπολήγουσι γὰρ πρὸς ταῦτα πολλοὶ τῶν νοσούντων,
202

Γαληνός ιατρός De locis affectis libri vi (0057: 057)“Claudii Galeni


opera omnia, vol. 8”, Ed. Kühn, [Link]: Knobloch, 1824, Repr.
1965.Τόμ. 8, σελ. 201, γρ. 2

γλίσχρον ἀθρόως πληροῦντα τὰς κυριωτέρας τῶν κατὰ τὸν


ἐγκέφαλον κοιλιῶν, οὐ κατὰ δυσκρασίαν ὅλης τῆς οὐσίας αὐ-
τοῦ γίνεσθαι, καθάπερ ὅ τε λήθαργος καὶ ἡ φρενῖτις, αἵ τε
μανίαι καὶ αἱ μελαγχολίαι καὶ αἱ μωρώσεις, ἀπώλειαί τε
τῆς μνήμης, ἀμυδρότης τε τῶν αἰσθήσεων, καὶ τῶν κινήσεων
ἐκλύσεις. ἐπὶ δ' οὖν ἁπάντων τῶν τοιούτων παθῶν, ὁποῖόν
ἐστι καὶ τὸ τῆς ἀποπληξίας, τὸ μέγεθος τοῦ κινδύνου τεκμαί-
ρου τῷ μεγέθει τῆς κατὰ τὴν ἀναπνοὴν βλάβης. ὥσπερ γὰρ
ἐπὶ τῶν κοιμωμένων ἡ ἀναπνοὴ γίνεται, καίτοι μηδεμίαν  
ἄλλην ἐνέργειαν ἐνεργούντων τῶν προαιρετικῶν, ἀλλ' ὑπτίων
ἐπὶ τῆς Κλίνης ἀκινήτων ἀνακειμένων, οὕτως κᾀν τοῖς καρώ-
δεσι πάθεσιν ἅπασι μήτ' αἰσθανομένου μήτε κινουμένου τοῦ
σώματος, ὅμως ἡ ἀναπνοὴ μόνη διασώζεται, τῶν κινούντων
τὸν θώρακα μυῶν ἔργον οὖσα· τούτου γὰρ ἐπιστήμην ἔχομεν
βεβαίαν ἀποδεικτικῷ νόμῳ γεγονυῖαν, ὥσπέρ γε καὶ ὅτι τοῖς
μυσὶν ἅπασιν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως ἀπὸ τῶν ἐμφυομένων αὐ-
τοῖς γίνεται νεύρων· ἡ δὲ ἀνατομὴ σαφῶς ἡμᾶς ἐδίδαξεν,
ἁπάντων τῶν νεύρων εἶναι τὴν πρώτην ἀρχὴν τὸν ἐγκέφαλον.
οὐχ ἁπλῶς δ' εἶπον ἀρχὴν, ἀλλὰ πρώτην τῷ λόγῳ προσέ-
θηκα, διὰ τὸν νωτιαῖον· ὁρᾶται μὲν γὰρ ἐκφυόμενα τούτου
νεῦρα πάμπολλα, τὴν χορηγίαν δ' ὧν ἔχει δυνάμεων,

Γαληνός ιατρός De locis affectis libri vi Τόμ. 8, σελ. 226, γρ. 3

νων συμπτώματα γίνεται πολλάκις ἐγκεφάλου πάσχοντος ἔν


τισι φρενιτίδων εἴτε εἴδεσιν εἴτε διαφοραῖς ἐθέλοις ὀνομά-
ζειν. εἰσὶν μὲν γὰρ αὐτῆς ἁπλαῖ μὲν δύο, σύνθετος δὲ ἐξ
ἀμφοῖν ἡ τρίτη. τινὲς μὲν γὰρ τῶν φρενιτικῶν, οὐδὲν ὅλως
σφαλλόμενοι περὶ τὰς αἰσθητικὰς διαγνώσεις τῶν ὁρατῶν, οὐ
κατὰ φύσιν ἔχουσι ταῖς διανοητικαῖς κρίσεσιν· ἔνιοι δ' ἔμπα-
λιν ἐν μὲν ταῖς διανοήσεσιν οὐδὲν σφάλλονται, παρατυπω-
τικῶς δὲ κινοῦνται κατὰ τὰς αἰσθήσεις, ἄλλοις δέ τισιν κατ'  
ἄμφω βεβλάφθαι συμβέβηκεν. ὁ δὲ τρόπος ἑκατέρας τῆς
βλάβης τοιόσδ' ἐστίν. καταλειφθείς τις ἐπὶ τῆς οἰκίας ἐν
Ῥώμῃ μεθ' ἑνὸς ἐριουργοῦ παιδὸς, ἀναστὰς ἀπὸ τῆς Κλίνης
ἧκεν ἐπὶ τῆς θυρίδος, δι' ἧς οἷόν τ' ἦν ὁρᾶσθαί τε αὐτὸν καὶ
ὁρᾷν τοὺς παριόντας. εἶτα τῶν ὑαλίνων σκευῶν ἕκαστον ἐπι-
δεικνὺς αὐτοῖς, εἰ κελεύοιεν αὐτὸ βάλλειν, ἐπυνθάνετο. τῶν
203

δὲ μετὰ γέλωτος ἀξιούντων τε βαλεῖν καὶ κροτούντων


ταῖς χερσὶν, ὁ μὲν ἔβαλεν ἐφεξῆς ἅπαντα προχειριζόμενος, οἱ
δὲ γελῶντες ἐκεκράγεισαν. ὕστερον δέ ποτε πυθόμενος αὐτῶν,
εἰ καὶ τὸν ἐριουργὸν κελεύοιεν βληθῆναι, κελευσάντων αὐτῶν,
ὁ μὲν ἔβαλεν, οἱ δὲ ἐπεὶ καταφερόμενον ἐξ ὕψους ἐθεάσαντο,

Γαληνός ιατρός De locis affectis libri vi Τόμ. 8, σελ. 226, γρ. 15

ὁρᾷν τοὺς παριόντας. εἶτα τῶν ὑαλίνων σκευῶν ἕκαστον ἐπι-


δεικνὺς αὐτοῖς, εἰ κελεύοιεν αὐτὸ βάλλειν, ἐπυνθάνετο. τῶν
δὲ μετὰ γέλωτος ἀξιούντων τε βαλεῖν καὶ κροτούντων
ταῖς χερσὶν, ὁ μὲν ἔβαλεν ἐφεξῆς ἅπαντα προχειριζόμενος, οἱ
δὲ γελῶντες ἐκεκράγεισαν. ὕστερον δέ ποτε πυθόμενος αὐτῶν,
εἰ καὶ τὸν ἐριουργὸν κελεύοιεν βληθῆναι, κελευσάντων αὐτῶν,
ὁ μὲν ἔβαλεν, οἱ δὲ ἐπεὶ καταφερόμενον ἐξ ὕψους ἐθεάσαντο,
γελῶντες μὲν ἐπαύσαντο, πεσόντα δὲ προσδραμόντες ἀνεί-
λοντο συντριβέντα. τὸ δ' ἐναντίον οὐ μόνον ἐπ' ἄλλων,
ἀλλὰ καὶ ἐμαυτῷ συμβὰν οἶδα μειρακίῳ τὴν ἡλικίαν ὄντι.
πυρέττων γὰρ ἐν θέρει πυρετῷ διακαεῖ, τῆς τε Κλίνης ἐξέχειν
τινα κάρφη, κατὰ τὴν χρόαν ὀρφνώδη, καὶ τῶν ἱματίων
ὁμοίας κροκύδας ἐνόμιζον· εἶτ' ἀφαιρεῖν μὲν αὐτὰς ἐπεχείρουν,
οὐδενὸς δὲ ὑπὸ τῶν δακτύλων ἀναφερομένου, συνεχέστερόν τε  
καὶ σφοδρότερον ἐπεχείρουν οὕτω πράττων. ἑταίρων δὲ
δυοῖν παρόντων ἀκούσας ἀλλήλοιν λεγόντων, ὡς οὗτος ἤδη
κροκυδίζει τε καὶ καρφολογεῖ, συνῆκα μὲν ὡς αὐτὸ τοῦτο πε-
πόνθοιμι τὸ λεγόμενον ὑπ' αὐτῶν, ἀκριβῶς δὲ παρακολου-
θῶν ἐμαυτῷ μὴ παραπαίοντι κατὰ τὴν λογιστικὴν δύναμιν,
ὀρθῶς, ἔφην, λέγετε, καὶ βοηθεῖτέ μοι, μὴ φρενιτίσω. τρα-
πομένων δ' αὐτῶν ἐπὶ τὰς προσηκούσας

Γαληνός ιατρός De diebus decretoriis libri iii (0057: 065)


“Claudii Galeni opera omnia, vol. 9”, Ed. Kühn, [Link]: Knobloch,
1825, Repr. 1965.Τόμ. 9, σελ. 804, γρ. 10

ἐν ταῖς τῶν νοσημάτων λύσεσιν ἡ τῆς ιδʹ ἡμέρας παρείχετο  


φύσις, ἐχρῆν, εἴ γε καὶ χωρὶς ἱδρώτων πολλῶν καὶ χρηστῶν
ἀπήντησε, πιστὴν ὑπάρχειν αὐτήν. ὅπως δ' ἐστὶ ληρώδης ὁ
λόγος, ἐγὼ μὲν οὐδ' ἐπιδεικνύναι τὴν ἀρχὴν ἠβουλήθην, ἀλλ'
ἕκαστον τῶν εἰς ἰατροὺς φοιτώντων εἰς τοσοῦτον προπεπαι-
δεῦσθαι πρὶν φοιτᾷν, ὡς τὰ γοῦν οὕτω πρόδηλα σοφίσματα
διαγινώσκειν δύνασθαι. ταχὺ γὰρ ὁ τοιοῦτος λῆρος ἀνατρέπει
πᾶν βοήθημα, μήτε φλεβοτομίαν ποτὲ βοηθεῖν ἀποφαίνων·
εἴπερ γὰρ ἐβοήθει, τί δή ποτ' οὖν οὐκ εὐθέως εἰς βαλανεῖον
204

ἀπολύομεν τοὺς φλεβοτομηθέντας ἀδεῶς τε διαιτᾶσθαι κε-


λεύομεν, ἀλλ' ἐπὶ τῆς Κλίνης συνέχομεν καὶ λεπτῶς
διαιτῶμεν; ἀλλὰ μηδὲ κατάπλασμα· καὶ γὰρ ἂν καὶ τοῦτο
καὶ τοὺς ἐμπιπλαμένους τε καὶ λουομένους καὶ μεθυσκομένους
ὠφελεῖ· ἀλλὰ μηδὲ κλυστῆρα μηδ' ἄλλο τῶν πάντων οὐδέν·
ὅμοιος γὰρ ὁ λῆρος. ἀλλ' ἐπειδὴ τέχνην οὕτω θαυμαστὴν
καὶ μεγάλην ἀντὶ τῶν Ἀσκληπιαδῶν τῶν πάλαι νῦν ἐριουρ-
γοί τε καὶ τελῶναι μετέρχονται, χρὴ δή που καὶ ἡμᾶς ἐπαμύ-
νειν αὐτῇ προπηλακιζομένῃ καὶ λέγειν ὡς εἴτε αἴτιον, εἴτε
σημεῖον ὁτιοῦν, εἰ μὲν ἓν ἑνὸς ἢ ποιητικὸν, ἢ δηλωτικὸν  
εἶναι λέγοιτο, δείξαι τις ἀσθενοῦν αὐτὸ περὶ τὴν ἐπαγγελίαν
καὶ δεόμενον ἀεὶ παρουσίας ἑτέρου, καλῶς ἐξελέγχει τὴν δόξαν·

Γαληνός ιατρός De methodo medendi libri xiv (0057: 066)“Claudii


Galeni opera omnia, vol. 10”, Ed. Kühn, [Link]: Knobloch, 1825,
Repr. 1965.Τόμ. 10, σελ. 263, γρ. 15

θῶν ἰάσει. κατατρίβει γοῦν ἐν ἀναφωνήσεσιν, αἰώραις τε


καὶ τοῖς τοιούτοις ὥσπερ καχεξίαν, ἀλλ' οὐ κακοχυμίαν θε-
ραπεύων. καὶ τί θαυμαστὸν, εἰ μήτε γνωρίζειν ὁμολογοῦσιν
ἄρτι συνιστάμενον ἕλκος κακόηθες, ἀναμένουσί τε χρόνιον
αὐτὸ γενέσθαι καὶ πολλάκις μὲν ἐπουλωθῆναι, πολλάκις δ'
ἀναλυθῆναι πρὸ τοῦ γνῶναι τί ποιητέον ἐστὶν, ὅπου καὶ
τοὺς ὁπωσοῦν πυρέξαντας ὑπερβάλλειν ἀξιοῦσι τὸν διὰ
τρίτης ἡμέρας ἤτοι γενησόμενον ἢ μὴ γενησόμενον παρο-
ξυσμόν· οὕτως ἀκριβῶς ἄρα τὴν περὶ κρίσεων ἐκμεμαθήκασι
θεωρίαν, ἢ τῆς μελλούσης ἀκμῆς τοῦ νοσήματος ὑπάρχουσι
προγνωστικοί. τί δὴ συμβαίνει πολλάκις; ἐπὶ τῆς Κλίνης
κατασήπεσθαι τοὺς ἀνθρώπους ὑπ' αὐτῶν, ἀπηλλάχθαι δυ-
ναμένους εὐθὺς ἐν τῇ δευτέρᾳ τῶν ἡμερῶν. οὐχ ἅπαξ γὰρ
ἡμεῖς, ἢ δὶς, ἢ τρὶς, ἀλλὰ μυριάκις αὐτοί τε πολλοὺς τῶν  
πυρεξάντων ἐλουσάμεθα, ἅμα τῷ παύσασθαι τὸν πρῶτον
παροξυσμόν· τούς τε διδασκάλους ἡμῶν ἐθεασάμεθα ταὐτὸ
τοῦτο ποιοῦντας· ἀδεῶς τε τοῦ λοιποῦ διαιτᾶσθαι συνεχω-
ρήσαμεν, ὡς οὐκ ἂν ἔτι πυρέξοντας, οὓς ὁ σοφώτατος Θεσσα-
λὸς, ὁ τὴν πρώτην διάτριτον ἐξευρὼν, ἐταρίχευσεν ἂν
ὅλαις, οἶμαι, τρισὶ λιμοκτονήσας ἡμέραις· εἶθ' οὕτως ἔθρε-
ψεν ἂν, οἶμαι, δηλαδὴ μετρίως τεταρταίους. εἶτα κατ' ὀλίγον

Γαληνός ιατρός De methodo medendi libri xiv Τόμ. 10, σελ. 541, γρ.
19
205

ὑστεραίαν ἕωθεν τρέφειν. ἀπαλλαγέντων οὖν αὐτῶν ἐν


ἱδρῶτι ῥεόμενος ὁ νεανίσκος, ὡς ἐνετετύλικτο τοῖς ἱματίοις,
καταδραμὼν εἰς τὸ βαλανεῖον, ἐλούσατο τὸ τρίτον, ὁμοίως
τε διῃτήθη. κᾄπειτα κατὰ τὴν ὑστεραίαν, πρὶν ἀφικέσθαι
τοὺς ἰατροὺς, προῆλθε τῆς οἰκίας ἐπίτηδες, ὅπως μὴ καταλά-
βοιεν αὐτόν. οἳ δ' ἄρα μικρὸν ὕστερον ἥκοντες καὶ
μαθόντες αὐτὸν προεληλυθέναι καθ' ἑαυτοὺς ἐθαύμαζον, ὅ
τι ποτ' εἴη τὸ προελθεῖν ἀναγκάσαν ἠσιτηκότα δυοῖν ἡμέραιν
τὸν ἄνθρωπον. εἰ μὲν οὖν ἓν τοῦτο μόνον ὑπὸ τῶν τοιούτων
ἰατρῶν οἱ κάμνοντες ἠδικοῦντο, τὸ μέχρι πλειόνων ἡμερῶν
ἐπὶ τῆς Κλίνης κατέχεσθαι, δυνάμενοι καὶ χωρὶς ἀσιτίας ἀκαί-  
ρου πολὺ θᾶττον ἐπὶ τὰς συνήθεις ἀφικνεῖσθαι πράξεις,
ἦν μὲν ἂν δήπου καὶ οὕτω δεινὸν τὸ γιγνόμενον, ἀλλ' ἧττον
μακρῷ τῶν καταλαμβανόντων αὐτούς. ἐπειδὴ δὲ χαλεπωτά-
τοις ἁλίσκονται πυρετοῖς αἱ εἰρημέναι φύσεις, ὅταν οὕτω
διαιτηθῶσιν, οὐδὲν ἀποδεῖν μοι δοκοῦσι δημίων οἱ τὰ τοι-
αῦτα διαπραττόμενοι τῶν ἰατρῶν. οὐ γὰρ ὥσπερ οἱ ὑγροὶ
καὶ εὔχυμοι κατὰ τοὺς ἐφημέρους πυρετοὺς ἀναγκασθέντες
ὑπερβάλλειν τὴν δαιμονίαν διάτριτον ἓν τοῦτο ἀδικοῦνται
μόνον, τὸ κατατρίβεσθαι μάτην, οὕτω καὶ αἱ προειρημέναι

Γαληνός ιατρός De compositione medicamentorum secundum locos


libri x (0057: 076)“Claudii Galeni opera omnia, vols. 12–13”, Ed. Kühn,
[Link]: Knobloch, 12:1826; 13:1827, Repr. 1965.Τόμ. 13, σελ.
168, γρ. 2

δέχεται μεθοδεύοντας, ταῦτα ἀλλάσσοντας ἀπαλλάττειν· εἰ δὲ


ἀσυνήθων βρωμάτων, παραιτουμένους ταῦτα· εἰ δὲ διὰ πλῆ-
θος, συστέλλοντας τὰ σιτία καὶ καθόλου ἐξ οὗ ἂν
ὑπονοήσωμεν γίνεσθαι, τοῦτο παραιτουμένους. εἰ δὲ πάντα
τὰ εἰρημένα εὐτακτοίη, παρ' αὐτὸν δὲ τὸν στόμαχον τὰ κατὰ
τὰς πέψεις παραποδίζοιτο, ἀλείμμασι καὶ γυμνασίοις ἀνα-
φωνήσεσί τε καὶ τοῖς τοιούτοις ὁμοίοις γινομένοις τὸν στό-
μαχον ῥωστέον. τοῖς δὲ ὀξυρεγμιώδεσι κοριάνου ὡς κοχλι-
άριον δίδου πρὸ ἑτέρου τῶν σιτίων τρώγειν καὶ ἐπιῤῥοφεῖν  
ἄκρατον. γενομένης δὲ ἀπεψίας μετρίας ποτὲ καὶ εὐκατα-
φρονήτου πλείονα χρόνον ἐπὶ τῆς Κλίνης ἠρεμητέον. εἰ δὲ
μὴ τὰ πράγματα ἐπιτρέποι, ἐφ' ὅσον ἐνδέχεται, πᾶσαν διά-
τασιν καὶ κόπον, ἔτι τε καῦμα καὶ ψῦχος καὶ θυμὸν ἐκφευ-
κτέον. ὀψιαίτερον δὲ τῆς συνήθους ὥρας ἐν ζεστῷ λουστέον.
ἔν τε τῷ προβαλανείῳ χλιαρὸν ὕδωρ πιόντες ἀπερευγέτω-
σαν πάντα τὰ εἰς τὸν στόμαχον συναθροισθέντα φλέγματα,
206

ὀλιγοσιτίᾳ τε καὶ ὀλιγοποσίᾳ τῇ πρώτῃ χρήσθωσαν εἰ δ'


εὔτονος ἡ φθορὰ τῶν σιτίων γένοιτο, δάκνοιντό τε τὸν στό-
μαχον καὶ ἐρεύγοιντο αὐτὰ, ἔτι τε ναυτοῖεν, χλιαρῷ ποτί-
σας ἀνάγκαζε ἐξερᾷν, μέχρι πᾶν τὸ διέφθορον καθαρισθῇ,
εἶτα ἐμβρέξας τὴν κεφαλὴν λιπαροῖς ὀθονίοις παρὰ πυρὶ

Γαληνός ιατρός De praenotione ad Posthumum (Epigenem) (0057:


083)
“Claudii Galeni opera omnia, vol. 14”, Ed. Kühn, [Link]:
Knobloch, 1827, Repr. 1965.Τόμ. 14, σελ. 636, γρ. 12

καὶ τῇ ποσότητι σύμμετρα εἶναι, τὴν μητέρα τοῦ παιδὸς


ὑποσχομένην ἀκριβῶς αὐτὸν φυλάξαι ἐπέστησε φύλακα παρα-
καθημένην τε δι' ὅλης τῆς ἡμέρας, ἀποκωλύουσάν τε τοὺς
εἰς τὸν οἶκον ἐκεῖνον εἰσιόντας, κατὰ τὸν οἶκον αὐτοῦ κοι-
μωμένου, ἀποκεκλεισμένον ἔνδοθεν ἀκριβῶς ἀπ' αὐτῆς. ἐπεὶ
δὲ τέτρασιν ἡμέραις οὕτω φυλαττόμενος ἐθερμάνθη διὰ
τῆς νυκτὸς, ὁ Βοηθὸς ἀναρτήσας με καὶ παραλαβὼν ἦγεν
εἰς τὴν οἰκίαν ἐπὶ τὸν παῖδα, συνηκολούθησαν δ' αὐτῷ καὶ
οἱ κατὰ τὴν ὁδὸν ἀπαντῶντες, ἐν οἷς ἦσθα καὶ σύ. κατέ-
λαβον δὲ ἐκ μὲν τοῦ κοιτῶνος ἅμα τῇ μητρὶ προεληλυθότα
τὸν παῖδα πρὸς ἕτερον οἴκημα, ἐν ᾧ καὶ Κλίνη, καθ' ἧς ἡ
μήτηρ τοῦ παιδὸς ἐκαθέζετο· Σκίμπους δέ τις ἔζευκτο μι-
κρὸν τῶν μέσων αὐτοῦ κατωτέρω, καθ' οὗ τὸν παῖδα κατα-
κλίνασα παρεφύλαττεν, ὡς μηδεὶς αὐτῷ προσέρχοιτο. κα-
θέδρα δὲ ἦν μία τοῦ σκίμποδος, οἷα σύμμετρον ἐφ' ἑαυτῇ
ἐπ' αὐχένι ἔχουσι. κατάντικρυς δὲ τοῦ σκίμποδος πρὸς τοῖς
ἄνω πέρασι τῆς Κλίνης ἐφεξῆς ἀλλήλων ἔκειντο δύο βάθραι,  
καθ' ὧν ὁ Βοηθὸς ἡμᾶς καθίσας αὐτὸς, τῇ γυναικὶ παρα-
καθεσθεὶς, ἤγαγον Γαληνὸν, ἔφη, τοῦτον ὅπως ἀκού-
σῃ παρὰ σοῦ περὶ τῆς ἀκριβοῦς φυλακῆς ἐν ταύταις ταῖς
ἡμέραις γεγενημένης τοῦ παιδὸς, ὡς οὐδὲν ἐν τῇ διαίτῃ

Γαληνός ιατρός De praenotione ad Posthumum (Epigenem) Τόμ. 14,


σελ. 636, γρ. 18

τῆς νυκτὸς, ὁ Βοηθὸς ἀναρτήσας με καὶ παραλαβὼν ἦγεν


εἰς τὴν οἰκίαν ἐπὶ τὸν παῖδα, συνηκολούθησαν δ' αὐτῷ καὶ
οἱ κατὰ τὴν ὁδὸν ἀπαντῶντες, ἐν οἷς ἦσθα καὶ σύ. κατέ-
λαβον δὲ ἐκ μὲν τοῦ κοιτῶνος ἅμα τῇ μητρὶ προεληλυθότα
τὸν παῖδα πρὸς ἕτερον οἴκημα, ἐν ᾧ καὶ Κλίνη, καθ' ἧς ἡ
μήτηρ τοῦ παιδὸς ἐκαθέζετο· Σκίμπους δέ τις ἔζευκτο μι-
207

κρὸν τῶν μέσων αὐτοῦ κατωτέρω, καθ' οὗ τὸν παῖδα κατα-


κλίνασα παρεφύλαττεν, ὡς μηδεὶς αὐτῷ προσέρχοιτο. κα-
θέδρα δὲ ἦν μία τοῦ σκίμποδος, οἷα σύμμετρον ἐφ' ἑαυτῇ
ἐπ' αὐχένι ἔχουσι. κατάντικρυς δὲ τοῦ σκίμποδος πρὸς τοῖς
ἄνω πέρασι τῆς Κλίνης ἐφεξῆς ἀλλήλων ἔκειντο δύο βάθραι,  
καθ' ὧν ὁ Βοηθὸς ἡμᾶς καθίσας αὐτὸς, τῇ γυναικὶ παρα-
καθεσθεὶς, ἤγαγον Γαληνὸν, ἔφη, τοῦτον ὅπως ἀκού-
σῃ παρὰ σοῦ περὶ τῆς ἀκριβοῦς φυλακῆς ἐν ταύταις ταῖς
ἡμέραις γεγενημένης τοῦ παιδὸς, ὡς οὐδὲν ἐν τῇ διαίτῃ
πλημμελοῖτο· θεασάμενός τε πότερον ὄντως ἐπύρεξε διὰ τῆς
νυκτὸς, ἢ σὺ φάσκουσά μοι θερμότερον αὐτὸν γεγονέναι
παρελογίσθης ὑπὸ δειλίας, ὡς οἰηθῆναι πυρετὸν εἶναι τὴν
θερμότητα δι' ἄλλην ἴσως αἰτίαν γενομένην· ἵνα μὲν ὅπως
διάγει σαφῶς ἡμῖν δηλώσειεν, ἅμα δὲ καὶ τὰ τῆς διαίτης
αὐτῷ πάντα σε διδάξειεν.

Γαληνός ιατρός De praenotione ad Posthumum (Epigenem) Τόμ. 14,


σελ. 638, γρ. 16

μαρτυρήσειν, οἶσθα ὅπως γελάσας ἐγὼ προσέχειν τε καὶ


ἀκούειν ὑμᾶς ἐκέλευσα τὸ τοῦ μάντεως θέσπισμα τοιόνδε τι
φήσας εἶναι· τῷ Κυρίλλῳ τούτῳ κατὰ τὸν οἶκον τοῦτον ἀπο-
κέκρυπταί τι τῶν ἐδωδίμων, ὅπως ὅταν εἰς τὸ βαλανεῖον ἡ
μήτηρ αὐτοῦ πορευομένη κλείσῃ τὸν οἶκον, εἶτα ὑπὲρ
ἀσφαλείας εἰς γλωττόκομον ἐμβάλλουσα τὴν κλεῖν καταση-
μήνηται, τοῦτο γὰρ ἀκούω ποιεῖν αὐτὴν ἑκάστοτε, κατακε-
κρυμμένον ἀνελόμενος ὁ υἱὸς αὐτῆς οὕτως προσενέγκηται.
ταῦτ' ἀκούσας Βοηθὸς εὐθέως ἐξορμήσας πρὸς τὸν παῖδα
συναρπάζει τε καὶ μετακομίσας ἐπὶ τὴν Κλίνην, ἀναστορε-
θῆναι τὸν σκίμποδα κελεύσας, ἐπειρᾶτο τὸ κατακεκρυμμένον
ὡς αὐτίκα φανησόμενον. ἐπειδὴ τά τ' ἐπιβλήματα πάντα
καὶ τὸ ὑπεστορεσμένον αὐτοῖς ἀνετινάχθη, τὸ γνάφαλον ἑξῆς  
ἀνετίναξεν. εἶτα τὴν καθέδραν ἐπάρας ἐπεσκοπεῖτο μή τι
κατακεκρυμμένον ὑπ' αὐτῇ φανείη. ὡς δ' οὐδὲν οὐδ' οὕτως
ἐφάνη, μετακομίσας ἀπὸ τῆς Κλίνης τὸ παιδίον ἐπὶ τὸν
σκίμποδα τὴν Κλίνην ὅλην ἀναστορέσας, ἐκέλευσεν αὖθις
στρώννυσθαι. γελάσας τε, τί, φησὶν, ὁ μάντις λέγει; θαυμά-
σας δ' ἐγὼ διότι μηδὲν εὗρεν ἐφ' ὧν ᾤετο κατακεκρυμμένον,
ὃ μόνον ἀζήτητον, ὡς οὐδενὸς ὑποπτεύοντος ἐν αὐτῷ

Γαληνός ιατρός De praenotione ad Posthumum (Epigenem)


Τόμ. 14, σελ. 639, γρ. 3
208

μήνηται, τοῦτο γὰρ ἀκούω ποιεῖν αὐτὴν ἑκάστοτε, κατακε-


κρυμμένον ἀνελόμενος ὁ υἱὸς αὐτῆς οὕτως προσενέγκηται.
ταῦτ' ἀκούσας Βοηθὸς εὐθέως ἐξορμήσας πρὸς τὸν παῖδα
συναρπάζει τε καὶ μετακομίσας ἐπὶ τὴν Κλίνην, ἀναστορε-
θῆναι τὸν σκίμποδα κελεύσας, ἐπειρᾶτο τὸ κατακεκρυμμένον
ὡς αὐτίκα φανησόμενον. ἐπειδὴ τά τ' ἐπιβλήματα πάντα
καὶ τὸ ὑπεστορεσμένον αὐτοῖς ἀνετινάχθη, τὸ γνάφαλον ἑξῆς  
ἀνετίναξεν. εἶτα τὴν καθέδραν ἐπάρας ἐπεσκοπεῖτο μή τι
κατακεκρυμμένον ὑπ' αὐτῇ φανείη. ὡς δ' οὐδὲν οὐδ' οὕτως
ἐφάνη, μετακομίσας ἀπὸ τῆς Κλίνης τὸ παιδίον ἐπὶ τὸν
σκίμποδα τὴν Κλίνην ὅλην ἀναστορέσας, ἐκέλευσεν αὖθις
στρώννυσθαι. γελάσας τε, τί, φησὶν, ὁ μάντις λέγει; θαυμά-
σας δ' ἐγὼ διότι μηδὲν εὗρεν ἐφ' ὧν ᾤετο κατακεκρυμμένον,
ὃ μόνον ἀζήτητον, ὡς οὐδενὸς ὑποπτεύοντος ἐν αὐτῷ περιέ-
χεσθαι τὸ ζητούμενον ἐπάρας ἀνέσειον· ἦν δὲ τοῦτο παν-
τελῶς σμικρὸν τῆς μητρὸς αὐτοῦ ταραντινίδος ἐπικείμενον
τῇ καθέδρᾳ, σεισθέντος δ' αὐτοῦ μέρος ἄρτου τὸ περιεχό-
μενον ὑπ' αὐτοῦ κατὰ γῆς ἔπεσε καὶ ὑμεῖς πάντες ἀνακε-
κράγατε μέγιστον ἅμα τῷ Βοηθῷ γελῶντες καὶ τὴν μαντι-
κὴν ἐπαινοῦντες. ὁ δ' οὖν Βοηθὸς ὑπὲρ πάντας γελῶν ἐθαύ

Γαληνός ιατρός De praenotione ad Posthumum (Epigenem) Τόμ. 14,


σελ. 639, γρ. 4

κρυμμένον ἀνελόμενος ὁ υἱὸς αὐτῆς οὕτως προσενέγκηται.


ταῦτ' ἀκούσας Βοηθὸς εὐθέως ἐξορμήσας πρὸς τὸν παῖδα
συναρπάζει τε καὶ μετακομίσας ἐπὶ τὴν Κλίνην, ἀναστορε-
θῆναι τὸν σκίμποδα κελεύσας, ἐπειρᾶτο τὸ κατακεκρυμμένον
ὡς αὐτίκα φανησόμενον. ἐπειδὴ τά τ' ἐπιβλήματα πάντα
καὶ τὸ ὑπεστορεσμένον αὐτοῖς ἀνετινάχθη, τὸ γνάφαλον ἑξῆς  
ἀνετίναξεν. εἶτα τὴν καθέδραν ἐπάρας ἐπεσκοπεῖτο μή τι
κατακεκρυμμένον ὑπ' αὐτῇ φανείη. ὡς δ' οὐδὲν οὐδ' οὕτως
ἐφάνη, μετακομίσας ἀπὸ τῆς Κλίνης τὸ παιδίον ἐπὶ τὸν
σκίμποδα τὴν Κλίνην ὅλην ἀναστορέσας, ἐκέλευσεν αὖθις
στρώννυσθαι. γελάσας τε, τί, φησὶν, ὁ μάντις λέγει; θαυμά-
σας δ' ἐγὼ διότι μηδὲν εὗρεν ἐφ' ὧν ᾤετο κατακεκρυμμένον,
ὃ μόνον ἀζήτητον, ὡς οὐδενὸς ὑποπτεύοντος ἐν αὐτῷ περιέ-
χεσθαι τὸ ζητούμενον ἐπάρας ἀνέσειον· ἦν δὲ τοῦτο παν-
τελῶς σμικρὸν τῆς μητρὸς αὐτοῦ ταραντινίδος ἐπικείμενον
209

τῇ καθέδρᾳ, σεισθέντος δ' αὐτοῦ μέρος ἄρτου τὸ περιεχό-


μενον ὑπ' αὐτοῦ κατὰ γῆς ἔπεσε καὶ ὑμεῖς πάντες ἀνακε-
κράγατε μέγιστον ἅμα τῷ Βοηθῷ γελῶντες καὶ τὴν μαντι-
κὴν ἐπαινοῦντες. ὁ δ' οὖν Βοηθὸς ὑπὲρ πάντας γελῶν ἐθαύ-
μαζε πῶς ὁ σφυγμὸς, εἰ καὶ τὸ κατακεκρυμμένον

Γαληνός ιατρός De praenotione ad Posthumum (Epigenem) Τόμ. 14,


σελ. 666, γρ. 15

προγεγενημένη δίαιτα τοῦ νοσήματος ἀντεδείκνυτο, πάντα


δ' ἀλλήλοις ὡμολόγει τὴν φλεβοτομίαν ἐνδεικνύμενα, συνε-
βούλευσαν οἱ ἰατροὶ τέμνειν τὴν φλέβα, προσηκόντως φρο-
νοῦντες. ἐγὼ δὲ περινοήσας ἀκριβῶς ἅπαντα τὰ φαινόμενα,
τὰ πρὸς Ἱπποκράτους εἰρημένα τῶν αἱμοῤῥαγήσειν μελλόν-
των σημεῖα, καλῶς μὲν ἔφην αὐτοὺς ὁρίζειν τὴν ἀφαίρεσιν
τοῦ αἵματος, ἔρχεσθαι δὲ ἐπὶ τοῦτο καὶ τὴν φύσιν ἐπει-
γομένην ἀποκρῖναι τὸ βαρῦνον αὐτήν· καὶ τοῦτο αὐ-
τίκα μάλα γενήσεσθαι, κᾂν ἡμεῖς μὴ ποιῶμεν. οἱ μὲν
οὖν ἰατροὶ ταῦτ' ἀκούσαντες ἐθαύμαζον δῆθεν. ἐξαναστάν-
τος δ' ἐπὶ τῆς Κλίνης τοῦ νοσοῦντος, ὡς ἀναπηδῆσαι θέ-
λοντος, ἐρωτηθέντος δὲ, τίνος ἕνεκεν ἀνεπήδησε μηδενὸς
φοβεροῦ παρόντος, φάντος δὲ τὸν ἐρυθρὸν ὄφιν ἐξέρποντα  
τῆς ὀροφῆς θεασάμενον αὐτὸν δεῖσθαι, μή πως ἀποσφαλεὶς
ἐπ' αὐτὸν κατενεχθείη, καὶ διὰ τοῦτο φυγεῖν τὸν τόπον, ἐν
ᾧ κατέκειτο. τοῖς μέντοι οὐδέν τι συντελεῖν ἐδόκει τοῦτο
πρὸς τὴν μέλλουσαν αἱμοῤῥαγίαν. ἐμοὶ δὲ τά τ' ἄλλα δια-
σκεψαμένῳ πάντα καὶ τὸ κατὰ τὸ δεξιὸν μέρος τῆς ῥινὸς
ἄχρι τοῦ μήλου θεασαμένῳ τὴν τέως ἀμυδρὰν ἐρυθρότητα
πολὺ δή τι νῦν ἐμφανέστερον γενομένην, ἐπίδοξον ὅσον
οὔπω κατὰ τὸν δεξιὸν μυκτῆρα τὸ τῆς αἱμοῤῥαγίας ἔσεσθαι

Γαληνός ιατρός In Hippocratis de victu acutorum commentaria iv


(0057: 087)
“Galeni in Hippocratis de victu acutorum commentaria iv”, Ed.
Helmreich, G.
Leipzig: Teubner, 1914; Corpus medicorum Graecorum, vol. 5.9.1.Kühn
τόμ. 15, σελ. 826, γρ. 2

ἔχειν· ἔχουσα τοίνυν καὶ αὕτη κακοῦ τινος ἑτέρου γένεσιν ἐνδείκνυται.
εἰ δὲ καὶ μέλανα διαχωρήσειε, θάνατον ἔσεσθαι δηλοῖ.
 μέμνησο δὴ τούτου παραλιπὼν τὰ πολλὰ τῶν εἰρημένων. εἰ γὰρ
210

τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν ἡ τρίτη τὸν ἀνάλογον ἤνεγκε παροξυσμόν, νεώ-


τερον μέν, εἰ καὶ ἡ τετάρτη παρώξυνεν· εἰ δὲ καὶ μέλανα διεχώρησεν,
ὀλέθριόν ἐστι τὸ σημεῖον· ἐὰν δὲ πάλιν ὅμοια τοῖς ὑγιαίνουσιν ἀνὰ
πάσας τὰς ἡμέρας διαχωρῇ, σωτηρίαν ἔλπιζε τοῦ κάμνοντος ἔσεσθαι.
      
 Ὁκόταν δὲ μὴ ὑπακούῃ τῇ βαλάνῳ,
ἐνῇ δὲ τοῦ πνεύματος | εὐφορίη, διαναστὰς ἐπὶ τὸν θρόνον
ἢ αὐτοῦ ἐν τῇ κλίνῃ, ἢν ἀψυχίη ἐγγένηται, ταῦτα δὲ ὁκόταν
προσῇ τῷ κάμνοντι ἢ τῇ καμνούσῃ κατ' ἀρχάς, παραφροσύνην
προσδέχου ἐσομένην.
      

Γαληνός ιατρός In Hippocratis librum primum epidemiarum


commentarii iii (0057: 089)“Galeni in Hippocratis epidemiarum librum
i commentaria iii”, Ed. Wenkebach, [Link]: Teubner, 1934; Corpus
medicorum Graecorum, vol. 5.10.1.
Kühn τόμ. 17a, σελ. 53, γρ. 7

δους ἀναφέρονται πρὸς τὴν κεφαλήν, εἶτ' ἀποτιθεμένης αὐτοὺς τῆς


φύσεως εἰς τοὺς ἐπὶ τοῖς ὠσὶν ἀδένας αἱ καλούμεναι γίνονται παρω-
τίδες. οὔτ' οὖν τοιαύτη τιςἦν περιουσία χυμῶν εἰς τὴν νῦν
γενομένην κατάστασιν, ὡς αὐτὰς ἐλθεῖν πρὸς ἐκπύησιν, καὶ φθά-
σαντα διεφορήθη τὰ συστάντα | παρὰ τοῖς ὠσὶν οἰδήματα διὰ τὸ
πνευματῶδες τῆς οὐσίας. εὔδηλον οὖν ὅτι τὰ μὲν καυσώδη κατὰ τὴν
ἀρχὴν τοῦ ἦρος ἐγένετο τῶν βορείων ἀνέμων πνευσάντων, αἱ δ'
εἰρημέναι παρωτίδες ἐν τῷ λοιπῷ χρόνῳ παντί. μετριώταται δ' ἦσαν
εἰκότως δι' ἃς εἶπον αἰτίας, ὥστε καὶ ὀρθοστάδην ὑπ' αὐτῶν ἐν-
οχλεῖσθαι τοὺς ἀνθρώπους, ὅπερ ἐστὶ φέρειν αὐτὰς ἀλύπως περιερχο-
μένους καὶ πράσσοντας τὰ συνήθη καὶ μὴ καταναγκαζομένους κλινήρεις
γίνεσθαι, καθάπερ ἐν τοῖς σφοδροτέροις νοσήμασιν. τότε γὰρ οἱ κάμνον-
τες οὐδ' ἐπύρεσσον ἀξιολόγως, ἀλλ' εἰ καὶ πού τις ἐξ αὐτῶν ἐγένετο
θερμότερος, ἐπὶ βραχὺ τοῦτ' ἔπασχε διὰ τὴν τοῦ πλεονάσαντος, ὡς
εἴρηται, χυμοῦ φύσιν, ἀερώδους τὸ πλέον ὄντος καὶ ψυχροῦ.

Γαληνός ιατρός In Hippocratis librum primum epidemiarum


commentarii iii
Kühn τόμ. 17a, σελ. 58, γρ. 13

      
 Κατὰ πάντων ὧν εἶπεν ἐπιπεφώνηκε τοῦτο. προειρήκει δὲ βῆχάς
τε καὶ φωνὰς βραγχώδεις καὶ ἀποστάσεις εἰς ὄρχιν καί τισιν αὐτῶν
211

καὶ πυρετούς. ταῦτ' οὖν φησι τὰ συμπτώματα τοῖς πλείστοις τῶν


καμνόντων ἐπιπόνως συμβῆναι, τουτέστιν οὐκ εὐφόρως οὐδ' ὥστε
ῥᾳδίως ἀνέχεσθαι περιιόντας ὀρθοστάδην, ἀλλὰ τοὺς πλείστους αὐτῶν
γενέσθαι κλινήρεις, ὡς ἂν ἀεὶ καὶ μᾶλλον ἐν χρόνῳ προιόντι τῶν ἠθροι-
σμένων περιττωμάτων δριμυτέρων τε καὶ κακοηθεστέρων γενομένων.
αἱ γάρ τοι νότιοι καταστάσεις χρονίζου|σαι σηπεδόνας ἐργάζονται, καὶ
μάλισθ' ὅταν ὦσιν ὑγραί. τῆς δὲ νῦν καταστάσεως οὐ γενομένης ὑγρᾶς
μέχρι πλείστου μὲν οὐδὲν ἀνιαρὸν ἔπασχεν τὰ σώματα, τῷ χρόνῳ δ'  
εἰς τὸ πάσχειν ἀφίκετο, καὶ τοιαῦτα συνέβη τισὶν αὐτῶν ὕστερον, οἷα
κατ' ἀρχὰς εὐθέως πᾶσιν ἂν ἦν, εἰ ἡ νότιος κατάστασις ὑγρὰ ἐγένετο.
      

Γαληνός ιατρός In Hippocratis librum primum epidemiarum


commentarii iii
Kühn τόμ. 17a, σελ. 60, γρ. 9

τοῖς κάμνουσι γινομένων ἔξω καθεστηκέναι τοὺς Θασίους ἢ τῶν καθ'


ὅλην τὴν ἰατρικὴν τοὺς τὰ προειρημένα | πάσχοντας τῶν καμνόν-
των. καθ' ἑκατέραν δὲ τήν τε γραφὴν καὶ τὴν διάνοιαν φαίνεται τὸ
μετρίως ἐνοχληθῆναι τοὺς ἀνθρώπους ἐν τῷ χρόνῳ τοῦ ἦρος, ὡς ἂν
τῆς τὰς νόσους ἐργαζομένης αἰτίας οὐδέπω τι κακόηθες ἐχούσης, ὃ
προιόντος ἔσχε τοῦ χρόνου.
      
 Πρωὶ δὲ τοῦ θέρεος ἀρξάμενοι καὶ διὰ θέρεος καὶ [τοῦ] κατὰ τὸν
χειμῶνα πολλοὶ τῶν ἤδη πολὺν χρόνον ὑποφθειρομένων φθινωδῶς
κατεκλί-νησαν, ἐπεὶ καὶ τοῖσιν ἐνδοιαστῶς ἔχουσι πολλοῖσιν ἐβε-βαίωσε
τότε.
      

Γαληνός ιατρός In Hippocratis librum vi epidemiarum commentarii


vi (0057: 091)“Galeni in Hippocratis sextum librum epidemiarum
commentaria i–vi”, Ed. Wenkebach, [Link]: Teubner, 1940; Corpus
medicorum Graecorum, vol. [Link].
Kühn τόμ. 17a, σελ. 894, γρ. 3

τὸ δεξιὸν ἢ τὸ ἀριστερὸν καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὸν τράχηλον καὶ τὰ


σκέλεα ὀλίγον ἐπικεκαμμένα ἔχοντα.” πρόσσχες δὲ ἐνταῦθα τῷ τὰς
χεῖρας καὶ τὸν τράχηλον καὶ τὰ σκέλεα ὀλίγον ἐπικεκαμμένα ἔχοντι.
τὸ γὰρ ἤτοι μηδ' ὅλως ἢ πλέον τοῦ προσήκοντος ἐπικεκάμφθαι μοχθη-
ρὸν ἑκάτερον, ὅτι μὴ κατὰ φύσιν. αὐτὸς γοῦν εἶπεν· “οὕτως γὰρ καὶ
212

οἱ πλεῖστοι τῶν ὑγιαινόντων κατακλίνονται.” διὰ τοῦτο δ' ἐφεξῆς  


ἐρεῖ· “ὕπτιον δὲ κεῖσθαι καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὰ σκέλεα ἐκτεταμένα ἔχοντα
ἧσσον ἀγαθόν.” ἐδείχθη δέ σοι δυνάμεως ἀρρωστίαν ἡ τοιαύτη κατά-
κλισις ἐνδείκνυσθαι καὶ ταύτης ἔτι | μᾶλλον ἡ ἐφεξῆς εἰρημένη κατὰ
τήνδε τὴν λέξιν· “εἰ δὲ καὶ προπετὴς γίνοιτο καὶ καταρρέοι ἀπὸ τῆς
Κλίνης ἐπὶ τοὺς πόδας, δεινότερόν ἐστιν.” ταύτας οὖν τὰς κατακλίσεις
ἐν τῇ νῦν προκειμένῃ ῥήσει διὰ τῆσδε τῆς λέξεως ἐδήλωσε καὶ αὐτὸς
διαλελυμένος, εἴ γε τὸ τὰς χεῖρας καὶ τὰ σκέλη ὀλίγον ἐπικεκαμ-
μένα ἔχειν ἐπαινεῖται, τὸ περαιτέρω τοῦδε μείζονα κατάκλασιν
ἐμφαίνει τῶν ἄρθρων, οὕτως γὰρ αὐτὴν ὠνόμασεν. ἐν δὲ τῷ
Προγνωστικῷ κατὰ τήνδε τὴν λέξιν· “θανατῶδες δὲ τὸ κεχηνότα καθ-
εύδειν καὶ τὰ σκέλεα ὑπτίου κειμένου συγκεκαμμένα εἶναι ἰσχυρῶς
καὶ διαπεπλεγμένα”, ὅπερ σημαίνει τὸ διεστῶτα μέχρι πλείονος. εἴτε
δὲ συγκεκαμμένα εἴτε διαπεπλεγμένα γράφοιτο, καθ' ἑκάτερον ἐμ-
φαίνεται κεκλάσθαι τὰ ἄρθρα. καὶ διὰ τοῦτ' ἄμεινόν ἐστι γράφειν

Γαληνός ιατρός Adversus ea quae a Juliano in Hippocratis


aphorismos enuntiata sunt libellus (0057: 094)“Galeni adversus Lycum
et adversus Iulianum libelli”, Ed. Wenkebach, [Link]: Akademie–
Verlag, 1951; Corpus medicorum Graecorum, vol. 5.10.3.Kühn τόμ.
18a, σελ. 291, γρ. 16

σθαι πρῶτον μὲν τὸ κατὰ τὴν ἀρχὴν εἰρημένον ὡς ἐχρῆν μὴ πάντα


τῆς μελαίνης χολῆς ἄγειν. μελαγχολῶντας γὰρ ἡμᾶς δηλονότι λέγει
τοὺς ἐπαινοῦντας Ἱπποκράτην. ἀλλ' οὗτός γε ὁ χαριεντισμὸς ἑτέ-
ροις μᾶλλον ἔπρεπεν, ὅσοι δογματίζουσιν ὑπὸ μελαίνης χολῆς ἐνο-  
χλεῖσθαι τοὺς μελαγχολῶντας. Ἰουλιανὸς δὲ ὁμοιότατός ἐστι τῷ κατὰ
τὸν Αἰσώπου λόγον ὄνῳ, ὃς θεασάμενος ἓν τῶν Μελιταίων κυνίδιον
ἀριστῶντι τῷ δεσπότῃ συγκατακείμενον ἁλλόμενόν τε περὶ αὐτὸν καὶ
σκιρτῶν καὶ σεῖον τὴν οὐρὰν καί τι καὶ φώνημα τερπνὸν
ὑποφθεγγόμενον,
ἐφ' οἷς ἥδοντό τε καὶ κατεφίλουν αὐτὸ πάντες οἱ σύνδειπνοι, μηδὲν
μελλή-
σας, ἀλλ' εὐθὺς ἀναπηδήσας ἐπὶ τὴν Κλίνην ὠγκᾶτό τε καὶ κατ' αὐτὴν
ἥλλετο σείων τὴν οὐράν. ἀλλὰ τούτῳ γε παραπλήσιος ὢν | Ἰουλιανὸς
ἐπισκώπτει χαριεντιζόμενος εἰς μελαγχολίαν ἡμᾶς, ἣν αὐτός [ὥς] φησιν
ὑπὸ μελαίνης γίγνεσθαι χολῆς. κατάλιπε τοίνυν ἡμᾶς ἐπί σοι λέγειν τὴν
μέλαιναν, ὡς οὐδὲ τῶν παιδαρίων τῶν ἰατρικῶν ἀμείνων ὑπάρχων τὴν
τέχνην ἐπιτιμᾷς Ἱπποκράτει. τίς ταύτης μείζων μελαγχολία; τίς
ἀπαιδευσία φανερωτέρα; τίς τόλμα προπετεστέρα; καθ' ἡμῶν, Ἰου-
λιανέ, χαριεντίζῃ τοιαῦτα καὶ συνάπτεις αὐτὰ λόγοις ἀμαθέσιν, ὡς ἂν
μηδὲ παῖδα λαθεῖν αὐτῶν τὴν ἀτοπίαν. Ἱπποκράτους γὰρ εἰρηκότος
213

οὔθ' ἡλικίαν οὔθ' ὥραν ἔτους οὔθ' ὅλως οὐδένα καιρὸν εὑρεθῆναι
δύνασθαι,
καθ' ὃν ἀπόλλυταί τις ἐκ τοῦ σώματος ἡμῶν χυμὸς ὃν αὐτὸς ἀεί φησιν

Γαληνός ιατρός In Hippocratis prognosticum commentaria iii (0057:


099)
“Galeni in Hippocratis prognosticum commentaria iii”, Ed. Heeg,
[Link]: Teubner, 1915; Corpus medicorum Graecorum, vol.
5.9.2.Kühn τόμ. 18b, σελ. 58, γρ. 12

      
 Ἡ τοιαύτη κατάκλισις οὐκ ἔστιν ὅλως ἀγαθή, διόπερ οὐδ' ἧσσον
ἀγαθόν. ᾗ γὰρ μηδ' ὅλως ὑπάρχει τὸ ἀγαθὴν εἶναι, πῶς ἂν αὕτη λέ-
γοιτο προσηκόντως ἧσσον ἀγαθὴ εἶναι; δηλοῖ δὲ καὶ αὐτός, ὡς οὐδ'
ὅλως ἐστὶν ἀγαθή, λέγων ἐφεξῆς “εἰ δὲ καὶ προπετὴς γίνοιτο καὶ  
καταρρέοι ἀπὸ τῆς Κλίνης ἐπὶ τοὺς πόδας, δεινότερόν ἐστι τοῦτο
ἐκείνου.” ὥσπερ γὰρ καὶ τῆς προειρημένης κατακλίσεως δεινῆς οὔσης,
οὕτως περὶ αὐ|τῆς ἔφη “δεινότερόν ἐστιν.” ἐμοὶ δὲ δοκεῖ τὴν κατάκλι-
σιν ταύτην ἐν τοῖς οὐδετέροις τίθεσθαι σημείοις, ἅπερ οὐδὲ πρὸς ὑγείαν
ἀξιόλογον ἕξει δύναμιν οὐδὲ πρὸς θάνατον, ἀλλ' ἤτοι μέσα τελέως
ἐστὶν ἢ μικρά τις αὐτοῖς ἐστι ῥοπὴ πρὸς τὸ ἕτερον, ὥστε τοὺς ἀμελέ-
στερον ὑπὲρ αὐτῶν ἑρμηνεύοντας ἀμφοτέροις αὐτὰ παραβάλλειν δύνα-
σθαι, ὅπερ καὶ νῦν ἐποίησεν ὁ Ἱπποκράτης, ‘ἧττον μὲν ἀγαθὸν εἶναι’
εἰπὼν ‘τῆς προειρημένης τὴν τοιαύτην κατάκλισιν, μοχθηροτέραν δ'
αὐτῆς τὴν ἐφεξῆς λεγομένην’, ἀναμιμνῄσκων καὶ νῦν τοῦ διορίζεσθαι
κατὰ πάντα τὰ τοιαῦτα, μή τι συνήθης ἐστὶν ὑπτία κατάκλισις τῷ

Γαληνός ιατρός In Hippocratis prognosticum commentaria iii Kühn τόμ.


18b, σελ. 60, γρ. 4

κάμνοντι. εἰ γὰρ καὶ τοῦτ' εἴη καὶ μὴ πάνυ τι φροντίζοι τοῦ εἰσιόντος
ἰατροῦ, τότ' ἂν οὐδ' ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν ὀρθῶς
ὑπολαμβάνοιτο κατακλίσεων, ἀλλ' ἐκ τῶν ἀγαθῶν μᾶλλον. εἰ δὲ μηδ' ἐν
τούτῳ τῷ σχήματι κατακλίνοιτο συνήθως αἰδώ τε πολλὴν ἔχοι πρὸς
τὸν ἰατρόν, οὐκ ἀγαθὸν τὸ σημεῖον, ἔτι δὲ μᾶλλον, εἰ καὶ φύσει τῶν
αἰδημονεστέρων εἴη. διὰ ταῦτ' οὖν ἅπαντα τὴν τοιαύτην κατάκλισιν |
ἐν μὲν τῷ μέσῳ θετέον ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν, ὅσον ἐφ' ἑαυτῇ, μετα-
πίπτειν δὲ εἰς ἑτέραν ἐφ' ἑκατέρᾳ κατὰ τὴν φύσιν τοῦ κάμνοντος.
      
 Εἰ δὲ καὶ προπετὴς γίνοιτο καὶ καταρ-
ρέοι ἀπὸ τῆς Κλίνης ἐπὶ τοὺς πόδας, δεινότερόν ἐστι τοῦτο
ἐκείνου.
214

      
 Ὥσπερ ἡ ἐπὶ τὰς πλευρὰς κατάκλισις ἔχεταί τινος ἐνεργείας, οὕτως
καὶ ἡ ἀνάρροπος ὑπτία, καθ' ὃν τρόπον ἅπαντες ἐπικλινόμεθα. διὸ κἂν
ἐπὶ τῆς ἑτέρας τῶν πλευρῶν κατακλίνῃς νεκρὸν σῶμα, περιτραπήσεται
πάντως ἤτοι πρὸς τὸ πρηνὲς ἢ τὸ ὕπτιον σχῆμα, καθάπερ εἰ καὶ ἀνάρ-  
ροπον αὐτὸ σχηματίσαις· ἐπὶ πόδας γὰρ οὕτω κατενεχθήσεται. εἰκότως
οὖν ἔφη μοχθηρὸν εἶναι τὸ σημεῖον τοῦτο, νέκρωσίν τινα τῆς διοικούσης
τὸ σῶμα δυνάμεως ἐνδεικνύμενον. |
      

Γαληνός ιατρός In Hippocratis prognosticum commentaria iii Kühn τόμ.


18b, σελ. 60, γρ. 8

αἰδημονεστέρων εἴη. διὰ ταῦτ' οὖν ἅπαντα τὴν τοιαύτην κατάκλισιν |


ἐν μὲν τῷ μέσῳ θετέον ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν, ὅσον ἐφ' ἑαυτῇ, μετα-
πίπτειν δὲ εἰς ἑτέραν ἐφ' ἑκατέρᾳ κατὰ τὴν φύσιν τοῦ κάμνοντος.
      
 Εἰ δὲ καὶ προπετὴς γίνοιτο καὶ καταρ-
ρέοι ἀπὸ τῆς Κλίνης ἐπὶ τοὺς πόδας, δεινότερόν ἐστι τοῦτο
ἐκείνου.
      
 

Γαληνός ιατρός In Hippocratis librum de fracturis commentarii iii


Τόμ. 18b, σελ. 483, γρ. 14

  Εἴπερ ἐγέγραπτο πρὸς τἀναντία, τί ἀσαφὲς ἂν ἦν, ὥσπερ


κατὰ τὴν διάνοιαν τὸ λεγόμενον, οὕτω καὶ κατὰ τὴν λέξιν.
ἐπεὶ δὲ τἀναντία γέγραπται, ἢ λείπειν νομιστέον ἐξ ἀρχῆς
ὑπὸ τοῦ βιβλιογράφου παραλελειμμένην τὴν εἰς τὸ πρόσθεν
ἢ αὐτὸν Ἱπποκράτην κατὰ προαίρεσιν, ὡς ἰσοδυνάμως, ἢ
κεχρῆσθαι τῇ φωνῇ τἀναντία ἢ οἷον ἐπίῤῥημα εἰρηκέναι
τἀναντία, ὡς εἰ καὶ ἐναντίως ἔλεγε.
Τοῦτο δ' ἢν βούλῃ ἀντὶ τῶν πλημνέων δοκίδα ὑποτείνας
 ὑπὸ τὴν Κλίνην μερίην, ἔπειτα πρὸς τῆς δοκίδος, ἔνθεν
 καὶ ἔνθεν τὴν κεφαλὴν στηρίζων καὶ ἀνακλῶν τὰ ξύλα
 κατατείνειν τοὺς ἱμᾶντας.
  Δύο πλῆμναι πρόσθεν αὐτῷ καὶ δύο μοχλοὶ τὴν ἀντί-
τασιν ἐργάζονται, μίαν ἣν ὑποκάτω τοῦ κατατεινομένου σκέ-
λους, ἑτέραν δὲ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς. ἐπεὶ δὲ, ὥσπερ ἔφην,
ἀσκεῖν ἡμᾶς ἀξιοῖ τὴν εὐπορίαν τῶν ἰαμάτων, ἑτέραν ἐπί-
νοιαν ἑαυτοῦ διδάσκων γυμνάζει σε πρὸς τὴν τῶν ὁμοίων εὕ-
215

ρεσιν. εἰ γὰρ αἱ πλῆμναι μὴ παρεῖεν, ὑποτείνας ξύλον μα-


κρὸν κατὰ τὸ μῆκος τῆς Κλίνης, ἐφ' ἧς ὁ θεραπευόμενος
Γαληνός ιατρός In Hippocratis librum de fracturis commentarii iii
Τόμ. 18b, σελ. 484, γρ. 7

 ὑπὸ τὴν Κλίνην μερίην, ἔπειτα πρὸς τῆς δοκίδος, ἔνθεν


 καὶ ἔνθεν τὴν κεφαλὴν στηρίζων καὶ ἀνακλῶν τὰ ξύλα
 κατατείνειν τοὺς ἱμᾶντας.  Δύο πλῆμναι πρόσθεν αὐτῷ καὶ δύο μοχλοὶ
τὴν ἀντί-τασιν ἐργάζονται, μίαν ἣν ὑποκάτω τοῦ κατατεινομένου σκέ-
λους, ἑτέραν δὲ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς. ἐπεὶ δὲ, ὥσπερ ἔφην,
ἀσκεῖν ἡμᾶς ἀξιοῖ τὴν εὐπορίαν τῶν ἰαμάτων, ἑτέραν ἐπί-
νοιαν ἑαυτοῦ διδάσκων γυμνάζει σε πρὸς τὴν τῶν ὁμοίων εὕ-
ρεσιν. εἰ γὰρ αἱ πλῆμναι μὴ παρεῖεν, ὑποτείνας ξύλον μα-
κρὸν κατὰ τὸ μῆκος τῆς Κλίνης, ἐφ' ἧς ὁ θεραπευόμενος
κατάκειται τὰ μὲν ἄλλα ταῦτα τοῖς ἔμπροσθεν πράξεις πε-
ριβάλλων τοὺς ἱμᾶντας ὁμοίως οἷς ἐδίδαξε τὸ ποῖα τοῦ σώ-
ματος ἐξαρτήσεις τε καὶ διὰ τῶν ξύλων, δι' ὧν αὐτοὺς
μοχλεύσεις, ἀντὶ δὲ τῶν πλημνῶν ἔτι χρήσῃ τοῖς τοῦ μα-
κροῦ ξύλου πέρασιν, ἃς κεφαλὰς ὀνομάζουσι τὴν ἀντέρεισιν
τῶν μοχλευόντων ξύλων πρὸς ἐκεῖνα ποιούμενος
ὑπερέχοντα τῆς Κλίνης σύμμετρον ἑκατέρωθεν, ἔκ τε τῶν
πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ τῶν πρὸς τοῖς ποσὶ μερῶν. δοκίδα
δὲ τὸ ὑποτεινόμενον κατὰ τὸ μῆκος τῇ κλίνῃ ξύλον ὠνόμα-
σεν, εἰ καὶ μικρὰν εἶπε δοκόν.

Γαληνός ιατρός Linguarum seu dictionum exoletarum Hippocratis


explicatio (0057: 106)“Claudii Galeni opera omnia, vol. 19”, Ed. Kühn,
C.G.
Leipzig: Knobloch, 1830, Repr. 1965.Τόμ. 19, σελ. 112, γρ. 6

 ζώου. κίθαρον: θώρακα.


κίων: τὸ ἐκ τῶν θηριδίων ἄθροισμα τῶν τὸν σῖτον διαβι-
 βρωσκόντων, ὧν ἕκαστον κίων ὀνομάζεται· ἐπὶ τελευτῆς
 τοῦ δευτέρου τῶν γυναικείων τοὔνομα.  
κλήϊθρον: ὁ περὶ τὴν κατάποσιν τόπος ὑπὸ τοῖς παρισθ-
 μίοις.
κλιμακείου: τοῦ πλαγίου ἐν τοῖς κλίμαξι ξύλου· ἔνιοι δὲ
 κλιμακίου γράφουσι χωρὶς τοῦ εʹ καὶ ἡ διὰ τοῦ κλιμα-
 κίου ἑτέρη τις τοιαύτη.
κλισμὸν: Κλίνην, ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν γυναικείων.
κνημαίου: τοῦ τῆς κνήμης.
216

κνήματα: ξύσματα· καὶ κνῆσαι τὸ ξύσαι.


κνῆστρον: ὅπερ καὶ κνέωρον.
κνήστρῳ: τῷ τυροκνηστεῖ· ἔστι δὲ μαχαίριόν τι ᾧ ξύεται
 ὁ τυρός.

Πλάτων. Phaedo (0059: 004)“Platonis opera, vol. 1”, Ed. Burnet, J.


Oxford: Clarendon Press, 1900, Repr. [Link] σελ. 60, se. b, γρ.
2

κατελαμβάνομεν τὸν μὲν Σωκράτη ἄρτι λελυμένον, τὴν δὲ


Ξανθίππην – γιγνώσκεις γάρ – ἔχουσάν τε τὸ παιδίον αὐτοῦ
καὶ παρακαθημένην. ὡς οὖν εἶδεν ἡμᾶς ἡ Ξανθίππη, ἀνηυ-
φήμησέ τε καὶ τοιαῦτ' ἄττα εἶπεν, οἷα δὴ εἰώθασιν αἱ
γυναῖκες, ὅτι “Ὦ Σώκρατες, ὕστατον δή σε προσεροῦσι νῦν
οἱ ἐπιτήδειοι καὶ σὺ τούτους.” καὶ ὁ Σωκράτης βλέψας εἰς
τὸν Κρίτωνα, “Ὦ Κρίτων,” ἔφη, “ἀπαγέτω τις αὐτὴν
οἴκαδε.”
 Καὶ ἐκείνην μὲν ἀπῆγόν τινες τῶν τοῦ Κρίτωνος βοῶσάν
τε καὶ κοπτομένην· ὁ δὲ Σωκράτης ἀνακαθιζόμενος εἰς τὴν  
Κλίνην συνέκαμψέ τε τὸ σκέλος καὶ ἐξέτριψε τῇ χειρί, καὶ
τρίβων ἅμα, Ὡς ἄτοπον, ἔφη, ὦ ἄνδρες, ἔοικέ τι εἶναι
τοῦτο ὃ καλοῦσιν οἱ ἄνθρωποι ἡδύ· ὡς θαυμασίως πέφυκε
πρὸς τὸ δοκοῦν ἐναντίον εἶναι, τὸ λυπηρόν, τὸ ἅμα μὲν
αὐτὼ μὴ 'θέλειν παραγίγνεσθαι τῷ ἀνθρώπῳ, ἐὰν δέ τις
διώκῃ τὸ ἕτερον καὶ λαμβάνῃ, σχεδόν τι ἀναγκάζεσθαι ἀεὶ
λαμβάνειν καὶ τὸ ἕτερον, ὥσπερ ἐκ μιᾶς κορυφῆς ἡμμένω
δύ' ὄντε. καί μοι δοκεῖ, ἔφη, εἰ ἐνενόησεν αὐτὰ Αἴσωπος,
μῦθον ἂν συνθεῖναι ὡς ὁ θεὸς βουλόμενος αὐτὰ διαλλάξαι
πολεμοῦντα, ἐπειδὴ οὐκ ἐδύνατο,

Πλάτων. Phaedo Stephanus σελ. 89, se. b, γρ. 1

Σωκράτη οὐ πώποτε μᾶλλον ἠγάσθην ἢ τότε παραγενόμενος.


τὸ μὲν οὖν ἔχειν ὅτι λέγοι ἐκεῖνος ἴσως οὐδὲν ἄτοπον· ἀλλὰ
ἔγωγε μάλιστα ἐθαύμασα αὐτοῦ πρῶτον μὲν τοῦτο, ὡς ἡδέως
καὶ εὐμενῶς καὶ ἀγαμένως τῶν νεανίσκων τὸν λόγον ἀπ-
εδέξατο, ἔπειτα ἡμῶν ὡς ὀξέως ᾔσθετο ὃ 'πεπόνθεμεν ὑπὸ
τῶν λόγων, ἔπειτα ὡς εὖ ἡμᾶς ἰάσατο καὶ ὥσπερ πεφευγότας
καὶ ἡττημένους ἀνεκαλέσατο καὶ προύτρεψεν πρὸς τὸ παρ-
έπεσθαί τε καὶ συσκοπεῖν τὸν λόγον.
217

 {ΕΧ.} Πῶς δή;


 {ΦΑΙΔ.} Ἐγὼ ἐρῶ. ἔτυχον γὰρ ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ καθή-
μενος παρὰ τὴν Κλίνην ἐπὶ χαμαιζήλου τινός, ὁ δὲ ἐπὶ πολὺ
ὑψηλοτέρου ἢ ἐγώ. καταψήσας οὖν μου τὴν κεφαλὴν καὶ
συμπιέσας τὰς ἐπὶ τῷ αὐχένι τρίχας – εἰώθει γάρ, ὁπότε
τύχοι, παίζειν μου εἰς τὰς τρίχας – Αὔριον δή, ἔφη, ἴσως, ὦ
Φαίδων, τὰς καλὰς ταύτας κόμας ἀποκερῇ.
 Ἔοικεν, ἦν δ' ἐγώ, ὦ Σώκρατες.

Πλάτων. Symposium Stephanus σελ. 217, se. d, γρ. 6

μοι πλέον ἦν. ἐπειδὴ δὲ οὐδαμῇ ταύτῃ ἥνυτον, ἔδοξέ μοι


ἐπιθετέον εἶναι τῷ ἀνδρὶ κατὰ τὸ καρτερὸν καὶ οὐκ ἀνετέον,
ἐπειδήπερ ἐνεκεχειρήκη, ἀλλὰ ἰστέον ἤδη τί ἐστι τὸ πρᾶγμα.
προκαλοῦμαι δὴ αὐτὸν πρὸς τὸ συνδειπνεῖν, ἀτεχνῶς ὥσπερ
ἐραστὴς παιδικοῖς ἐπιβουλεύων. καί μοι οὐδὲ τοῦτο ταχὺ
ὑπήκουσεν, ὅμως δ' οὖν χρόνῳ ἐπείσθη. ἐπειδὴ δὲ ἀφίκετο
τὸ πρῶτον, δειπνήσας ἀπιέναι ἐβούλετο. καὶ τότε μὲν
αἰσχυνόμενος ἀφῆκα αὐτόν· αὖθις δ' ἐπιβουλεύσας, ἐπειδὴ
ἐδεδειπνήκεμεν διελεγόμην ἀεὶ πόρρω τῶν νυκτῶν, καὶ ἐπειδὴ  
ἐβούλετο ἀπιέναι, σκηπτόμενος ὅτι ὀψὲ εἴη, προσηνάγκασα
αὐτὸν μένειν. ἀνεπαύετο οὖν ἐν τῇ ἐχομένῃ ἐμοῦ κλίνῃ, ἐν
ᾗπερ ἐδείπνει, καὶ οὐδεὶς ἐν τῷ οἰκήματι ἄλλος καθηῦδεν ἢ
ἡμεῖς. μέχρι μὲν οὖν δὴ δεῦρο τοῦ λόγου καλῶς ἂν ἔχοι
καὶ πρὸς ὁντινοῦν λέγειν· τὸ δ' ἐντεῦθεν οὐκ ἄν μου ἠκούσατε
λέγοντος, εἰ μὴ πρῶτον μέν, τὸ λεγόμενον, οἶνος ἄνευ τε
παίδων καὶ μετὰ παίδων ἦν ἀληθής, ἔπειτα ἀφανίσαι Σω-
κράτους ἔργον ὑπερήφανον εἰς ἔπαινον ἐλθόντα ἄδικόν μοι
φαίνεται. ἔτι δὲ τὸ τοῦ δηχθέντος ὑπὸ τοῦ ἔχεως πάθος
κἄμ' ἔχει. φασὶ γάρ πού τινα τοῦτο παθόντα οὐκ ἐθέλειν
λέγειν οἷον ἦν πλὴν τοῖς δεδηγμένοις, ὡς μόνοις γνωσομένοις
τε καὶ συγγνωσομένοις εἰ πᾶν ἐτόλμα δρᾶν τε καὶ λέγειν

Πλάτων. Protagoras (0059: 022)“Platonis opera, vol. 3”, Ed. Burnet, J.


Oxford: Clarendon Press, 1903, Repr. [Link] σελ. 317, se. e,
γρ. 2

δικον καὶ Ἱππίαν ἐκαλέσαμεν καὶ τοὺς μετ' αὐτῶν, ἵνα


ἐπακούσωσιν ἡμῶν;
 Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη ὁ Πρωταγόρας.
 Βούλεσθε οὖν, ὁ Καλλίας ἔφη, συνέδριον κατασκευάσωμεν,
218

ἵνα καθεζόμενοι διαλέγησθε;


 Ἐδόκει χρῆναι· ἅσμενοι δὲ πάντες ἡμεῖς, ὡς ἀκουσόμενοι
ἀνδρῶν σοφῶν, καὶ αὐτοί τε ἀντιλαβόμενοι τῶν βάθρων
καὶ τῶν κλινῶν κατεσκευάζομεν παρὰ τῷ Ἱππίᾳ – ἐκεῖ γὰρ  
προϋπῆρχε τὰ βάθρα – ἐν δὲ τούτῳ Καλλίας τε καὶ Ἀλκι-
βιάδης ἡκέτην ἄγοντε τὸν Πρόδικον, ἀναστήσαντες ἐκ τῆς
Κλίνης, καὶ τοὺς μετὰ τοῦ Προδίκου.
 Ἐπεὶ δὲ πάντες συνεκαθεζόμεθα, ὁ Πρωταγόρας, Νῦν δὴ
ἄν, ἔφη, λέγοις, ὦ Σώκρατες, ἐπειδὴ καὶ οἵδε πάρεισιν, περὶ
ὧν ὀλίγον πρότερον μνείαν ἐποιοῦ πρὸς ἐμὲ ὑπὲρ τοῦ
νεανίσκου.
 Καὶ ἐγὼ εἶπον ὅτι Ἡ αὐτή μοι ἀρχή ἐστιν, ὦ Πρωταγόρα,
ἥπερ ἄρτι, περὶ ὧν ἀφικόμην. Ἱπποκράτης γὰρ ὅδε τυγχάνει
ἐν ἐπιθυμίᾳ ὢν τῆς σῆς συνουσίας· ὅτι οὖν αὐτῷ ἀποβήσεται,
ἐάν σοι συνῇ, ἡδέως ἄν φησι πυθέσθαι. τοσοῦτος ὅ γε
ἡμέτερος λόγος.

Πλάτων. Respublica Stephanus σελ. 596, se. b, γρ. 4

αὐτὸς ὅρα.
 Βούλει οὖν ἐνθένδε ἀρξώμεθα ἐπισκοποῦντες, ἐκ τῆς
εἰωθυίας μεθόδου; εἶδος γάρ πού τι ἓν ἕκαστον εἰώθαμεν
τίθεσθαι περὶ ἕκαστα τὰ πολλά, οἷς ταὐτὸν ὄνομα ἐπιφέρομεν.
ἢ οὐ μανθάνεις;
 Μανθάνω.
 Θῶμεν δὴ καὶ νῦν ὅτι βούλει τῶν πολλῶν. οἷον, εἰ
'θέλεις, πολλαί πού εἰσι κλῖναι καὶ τράπεζαι.
 Πῶς δ' οὔ;
 Ἀλλὰ ἰδέαι γέ που περὶ ταῦτα τὰ σκεύη δύο, μία μὲν
Κλίνης, μία δὲ τραπέζης.
 Ναί.
 Οὐκοῦν καὶ εἰώθαμεν λέγειν ὅτι ὁ δημιουργὸς ἑκατέρου
τοῦ σκεύους πρὸς τὴν ἰδέαν βλέπων οὕτω ποιεῖ ὁ μὲν τὰς
κλίνας, ὁ δὲ τὰς τραπέζας, αἷς ἡμεῖς χρώμεθα, καὶ τἆλλα
κατὰ ταὐτά; οὐ γάρ που τήν γε ἰδέαν αὐτὴν δημιουργεῖ
οὐδεὶς τῶν δημιουργῶν· πῶς γάρ;

Πλάτων. Respublica Stephanus σελ. 596, se. e, γρ. 10

γούμενος, τάχιστα δέ που, εἰ 'θέλεις λαβὼν κάτοπτρον


219

περιφέρειν πανταχῇ· ταχὺ μὲν ἥλιον ποιήσεις καὶ τὰ ἐν τῷ


οὐρανῷ, ταχὺ δὲ γῆν, ταχὺ δὲ σαυτόν τε καὶ τἆλλα ζῷα καὶ
σκεύη καὶ φυτὰ καὶ πάντα ὅσα νυνδὴ ἐλέγετο.
 Ναί, ἔφη, φαινόμενα, οὐ μέντοι ὄντα γέ που τῇ ἀληθείᾳ.
 Καλῶς, ἦν δ' ἐγώ, καὶ εἰς δέον ἔρχῃ τῷ λόγῳ. τῶν
τοιούτων γὰρ οἶμαι δημιουργῶν καὶ ὁ ζωγράφος ἐστίν. ἦ
γάρ;
 Πῶς γὰρ οὔ;
 Ἀλλὰ φήσεις οὐκ ἀληθῆ οἶμαι αὐτὸν ποιεῖν ἃ ποιεῖ.
καίτοι τρόπῳ γέ τινι καὶ ὁ ζωγράφος Κλίνην ποιεῖ· ἢ οὔ;
 Ναί, ἔφη, φαινομένην γε καὶ οὗτος.
 Τί δὲ ὁ κλινοποιός; οὐκ ἄρτι μέντοι ἔλεγες ὅτι οὐ τὸ
εἶδος ποιεῖ, ὃ δή φαμεν εἶναι ὃ ἔστι Κλίνη, ἀλλὰ Κλίνην τινά;
 Ἔλεγον γάρ.
 Οὐκοῦν εἰ μὴ ὃ ἔστιν ποιεῖ, οὐκ ἂν τὸ ὂν ποιοῖ, ἀλλά τι
τοιοῦτον οἷον τὸ ὄν, ὂν δὲ οὔ· τελέως δὲ εἶναι ὂν τὸ τοῦ
κλινουργοῦ ἔργον ἢ ἄλλου τινὸς χειροτέχνου εἴ τις φαίη,
κινδυνεύει οὐκ ἂν ἀληθῆ λέγειν;  
 

Πλάτων. Respublica Stephanus σελ. 597, se. a, γρ. 2

σκεύη καὶ φυτὰ καὶ πάντα ὅσα νυνδὴ ἐλέγετο.


 Ναί, ἔφη, φαινόμενα, οὐ μέντοι ὄντα γέ που τῇ ἀληθείᾳ.
 Καλῶς, ἦν δ' ἐγώ, καὶ εἰς δέον ἔρχῃ τῷ λόγῳ. τῶν
τοιούτων γὰρ οἶμαι δημιουργῶν καὶ ὁ ζωγράφος ἐστίν. ἦ
γάρ;
 Πῶς γὰρ οὔ;
 Ἀλλὰ φήσεις οὐκ ἀληθῆ οἶμαι αὐτὸν ποιεῖν ἃ ποιεῖ.
καίτοι τρόπῳ γέ τινι καὶ ὁ ζωγράφος Κλίνην ποιεῖ· ἢ οὔ;
 Ναί, ἔφη, φαινομένην γε καὶ οὗτος.
 Τί δὲ ὁ κλινοποιός; οὐκ ἄρτι μέντοι ἔλεγες ὅτι οὐ τὸ
εἶδος ποιεῖ, ὃ δή φαμεν εἶναι ὃ ἔστι Κλίνη, ἀλλὰ Κλίνην τινά;
 Ἔλεγον γάρ.
 Οὐκοῦν εἰ μὴ ὃ ἔστιν ποιεῖ, οὐκ ἂν τὸ ὂν ποιοῖ, ἀλλά τι
τοιοῦτον οἷον τὸ ὄν, ὂν δὲ οὔ· τελέως δὲ εἶναι ὂν τὸ τοῦ
κλινουργοῦ ἔργον ἢ ἄλλου τινὸς χειροτέχνου εἴ τις φαίη,
κινδυνεύει οὐκ ἂν ἀληθῆ λέγειν;  
 Οὔκουν, ἔφη, ὥς γ' ἂν δόξειεν τοῖς περὶ τοὺς τοιούσδε
λόγους διατρίβουσιν.
 Μηδὲν ἄρα θαυμάζωμεν εἰ καὶ τοῦτο ἀμυδρόν τι τυγχάνει
ὂν πρὸς ἀλήθειαν.
220

Πλάτων. Respublica Stephanus σελ. 597, se. c, γρ. 2

σασθαι. ἢ τίν' ἄλλον;


 Οὐδένα, οἶμαι.
 Μία δέ γε ἣν ὁ τέκτων.
 Ναί, ἔφη.
 Μία δὲ ἣν ὁ ζωγράφος. ἦ γάρ;
 Ἔστω.
 Ζωγράφος δή, κλινοποιός, θεός, τρεῖς οὗτοι ἐπιστάται
τρισὶν εἴδεσι κλινῶν.
 Ναὶ τρεῖς.
 Ὁ μὲν δὴ θεός, εἴτε οὐκ ἐβούλετο, εἴτε τις ἀνάγκη ἐπῆν
μὴ πλέον ἢ μίαν ἐν τῇ φύσει ἀπεργάσασθαι αὐτὸν Κλίνην,
οὕτως ἐποίησεν μίαν μόνον αὐτὴν ἐκείνην ὃ ἔστιν Κλίνη·
δύο δὲ τοιαῦται ἢ πλείους οὔτε ἐφυτεύθησαν ὑπὸ τοῦ θεοῦ
οὔτε μὴ φυῶσιν.
 Πῶς δή; ἔφη.
 Ὅτι, ἦν δ' ἐγώ, εἰ δύο μόνας ποιήσειεν, πάλιν ἂν μία
ἀναφανείη ἧς ἐκεῖναι ἂν αὖ ἀμφότεραι τὸ εἶδος ἔχοιεν, καὶ
εἴη ἂν ὃ ἔστιν Κλίνη ἐκείνη ἀλλ' οὐχ αἱ δύο.
 Ὀρθῶς, ἔφη.
 Ταῦτα δὴ οἶμαι εἰδὼς ὁ θεός, βουλόμενος εἶναι ὄντως
Κλίνης ποιητὴς ὄντως οὔσης, ἀλλὰ μὴ Κλίνης τινὸς μηδὲ

Πλάτων. Respublica Stephanus σελ. 597, se. c, γρ. 3

 Οὐδένα, οἶμαι.
 Μία δέ γε ἣν ὁ τέκτων.
 Ναί, ἔφη.
 Μία δὲ ἣν ὁ ζωγράφος. ἦ γάρ;
 Ἔστω.
 Ζωγράφος δή, κλινοποιός, θεός, τρεῖς οὗτοι ἐπιστάται
τρισὶν εἴδεσι κλινῶν.
 Ναὶ τρεῖς.
 Ὁ μὲν δὴ θεός, εἴτε οὐκ ἐβούλετο, εἴτε τις ἀνάγκη ἐπῆν
μὴ πλέον ἢ μίαν ἐν τῇ φύσει ἀπεργάσασθαι αὐτὸν Κλίνην,
οὕτως ἐποίησεν μίαν μόνον αὐτὴν ἐκείνην ὃ ἔστιν Κλίνη·
δύο δὲ τοιαῦται ἢ πλείους οὔτε ἐφυτεύθησαν ὑπὸ τοῦ θεοῦ
οὔτε μὴ φυῶσιν.
 Πῶς δή; ἔφη.
221

 Ὅτι, ἦν δ' ἐγώ, εἰ δύο μόνας ποιήσειεν, πάλιν ἂν μία


ἀναφανείη ἧς ἐκεῖναι ἂν αὖ ἀμφότεραι τὸ εἶδος ἔχοιεν, καὶ
εἴη ἂν ὃ ἔστιν Κλίνη ἐκείνη ἀλλ' οὐχ αἱ δύο.
 Ὀρθῶς, ἔφη.
 Ταῦτα δὴ οἶμαι εἰδὼς ὁ θεός, βουλόμενος εἶναι ὄντως
Κλίνης ποιητὴς ὄντως οὔσης, ἀλλὰ μὴ Κλίνης τινὸς μηδὲ
κλινοποιός τις, μίαν φύσει αὐτὴν ἔφυσεν.  

Πλάτων. Respublica Stephanus σελ. 597, se. c, γρ. 9

τρισὶν εἴδεσι κλινῶν.


 Ναὶ τρεῖς.
 Ὁ μὲν δὴ θεός, εἴτε οὐκ ἐβούλετο, εἴτε τις ἀνάγκη ἐπῆν
μὴ πλέον ἢ μίαν ἐν τῇ φύσει ἀπεργάσασθαι αὐτὸν Κλίνην,
οὕτως ἐποίησεν μίαν μόνον αὐτὴν ἐκείνην ὃ ἔστιν Κλίνη·
δύο δὲ τοιαῦται ἢ πλείους οὔτε ἐφυτεύθησαν ὑπὸ τοῦ θεοῦ
οὔτε μὴ φυῶσιν.
 Πῶς δή; ἔφη.
 Ὅτι, ἦν δ' ἐγώ, εἰ δύο μόνας ποιήσειεν, πάλιν ἂν μία
ἀναφανείη ἧς ἐκεῖναι ἂν αὖ ἀμφότεραι τὸ εἶδος ἔχοιεν, καὶ
εἴη ἂν ὃ ἔστιν Κλίνη ἐκείνη ἀλλ' οὐχ αἱ δύο.
 Ὀρθῶς, ἔφη.
 Ταῦτα δὴ οἶμαι εἰδὼς ὁ θεός, βουλόμενος εἶναι ὄντως
Κλίνης ποιητὴς ὄντως οὔσης, ἀλλὰ μὴ Κλίνης τινὸς μηδὲ
κλινοποιός τις, μίαν φύσει αὐτὴν ἔφυσεν.  
 Ἔοικεν.
 Βούλει οὖν τοῦτον μὲν φυτουργὸν τούτου προσαγορεύωμεν,
ἤ τι τοιοῦτον;
 Δίκαιον γοῦν, ἔφη, ἐπειδήπερ φύσει γε καὶ τοῦτο καὶ
τἆλλα πάντα πεποίηκεν.
 Τί δὲ τὸν τέκτονα; ἆρ' οὐ δημιουργὸν Κλίνης;

Πλάτων. Respublica Stephanus σελ. 598, se. a, γρ. 7

τρίτος τις ἀπὸ βασιλέως καὶ τῆς ἀληθείας πεφυκώς, καὶ


πάντες οἱ ἄλλοι μιμηταί.
 Κινδυνεύει.
 Τὸν μὲν δὴ μιμητὴν ὡμολογήκαμεν. εἰπὲ δέ μοι περὶ
τοῦ ζωγράφου τόδε· πότερα ἐκεῖνο αὐτὸ τὸ ἐν τῇ φύσει
ἕκαστον δοκεῖ σοι ἐπιχειρεῖν μιμεῖσθαι ἢ τὰ τῶν δημιουργῶν
222

ἔργα;
 Τὰ τῶν δημιουργῶν, ἔφη.
 Ἆρα οἷα ἔστιν ἢ οἷα φαίνεται; τοῦτο γὰρ ἔτι διόρισον.
 Πῶς λέγεις; ἔφη.
 Ὧδε· Κλίνη, ἐάντε ἐκ πλαγίου αὐτὴν θεᾷ ἐάντε καταντικρὺ
ἢ ὁπῃοῦν, μή τι διαφέρει αὐτὴ ἑαυτῆς, ἢ διαφέρει μὲν οὐδέν,
φαίνεται δὲ ἀλλοία; καὶ τἆλλα ὡσαύτως;
 Οὕτως, ἔφη· φαίνεται, διαφέρει δ' οὐδέν.
 Τοῦτο δὴ αὐτὸ σκόπει· πρὸς πότερον ἡ γραφικὴ πεποίηται
περὶ ἕκαστον; πότερα πρὸς τὸ ὄν, ὡς ἔχει, μιμήσασθαι, ἢ  
πρὸς τὸ φαινόμενον, ὡς φαίνεται, φαντάσματος ἢ ἀληθείας
οὖσα μίμησις;

Πλάτων. Leges Stephanus σελ. 947, se. c, γρ. 3

κατ' ἐνιαυτὸν τὸν πρῶτον κριθέντα τῶν γενομένων ἐκείνῳ τῷ


ἐνιαυτῷ τῶν ἱερέων, καὶ τοὔνομα ἀναγράφειν τούτου κατ'
ἐνιαυτόν, ὅπως ἂν γίγνηται μέτρον ἀριθμοῦ τοῦ χρόνου, ἕως
ἂν ἡ πόλις οἰκῆται. τελευτήσασι δὲ προθέσεις καὶ ἐκφορὰς
καὶ θήκας διαφόρους εἶναι τῶν ἄλλων πολιτῶν· λευκὴν μὲν
τὴν στολὴν ἔχειν πᾶσαν, θρήνων δὲ καὶ ὀδυρμῶν χωρὶς  
γίγνεσθαι, κορῶν δὲ χορὸν πεντεκαίδεκα καὶ ἀρρένων ἕτερον
περιισταμένους τῇ κλίνῃ ἑκατέρους οἷον ὕμνον πεποιημένον
ἔπαινον εἰς τοὺς ἱερέας ἐν μέρει ἑκατέρους ᾄδειν, εὐδαιμονί-
ζοντας ᾠδῇ διὰ πάσης τῆς ἡμέρας· ἕωθεν δ' εἰς τὴν θήκην
φέρειν αὐτὴν μὲν τὴν Κλίνην ἑκατὸν τῶν νέων τῶν ἐν τοῖς
γυμνασίοις, οὓς ἂν οἱ προσήκοντες τοῦ τελευτήσαντος ἐπι-
όψωνται, πρώτους δὲ προϊέναι τοὺς ἠιθέους τὴν πολεμικὴν
σκευὴν ἐνδεδυκότας ἑκάστους, σὺν τοῖς ἵπποισι μὲν ἱππέας,
σὺν δὲ ὅπλοις ὁπλίτας, καὶ τοὺς ἄλλους ὡσαύτως, παῖδας δὲ
περὶ αὐτὴν τὴν Κλίνην ἔμπροσθεν τὸ πάτριον μέλος ἐφυμνεῖν,
καὶ κόρας ἑπομένας ἐξόπισθεν ὅσαι τ' ἂν γυναῖκες τῆς παιδο-
ποιήσεως ἀπηλλαγμέναι τυγχάνωσιν, μετὰ δὲ ταῦτα ἱερέας
τε καὶ ἱερείας ὡς καθαρεύοντι τῷ τάφῳ ἕπεσθαι, ἐὰν ἄρα
καὶ τῶν ἄλλων εἴργωνται τάφων, ἐὰν καὶ τὸ τῆς Πυθίας
οὕτω τε καὶ ταύτῃ σύμψηφον ᾖ.

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1–20) (0060: 001)


“Diodori bibliotheca historica, 5 vols., 3rd edn.”, Ed. Vogel, F., Fischer,
223

K.T. (post I. Bekker & L. Dindorf)Leipzig: Teubner, 1:1888; 2:1890;


3:1893; 4–5:1906, Repr. [Link] 2, Ch. 54, se. 6, γρ. 9

μένα· πρὸς δὲ τούτοις θρεμμάτων παντοδαπῶν


πλήθει, καὶ μάλιστα βοῶν καὶ προβάτων τῶν τὰς
μεγάλας καὶ παχείας ἐχόντων οὐράς. πλεῖστα δὲ  
καὶ διαφορώτατα γένη καμήλων τρέφει, τῶν τε
ψιλῶν καὶ δασέων καὶ διπλοῦν ἀνατετακότων τὸ
κατὰ τὴν ῥάχιν κύρτωμα καὶ διὰ τοῦτο διτύλων
ὀνομαζομένων, ὧν αἱ μὲν γάλα παρεχόμεναι καὶ
κρεοφαγούμεναι πολλὴν παρέχονται τοῖς ἐγχωρίοις
δαψίλειαν, αἱ δὲ πρὸς νωτοφορίαν ἠσκημέναι πυρῶν
μὲν ἀνὰ δέκα μεδίμνους νωτοφοροῦσιν, ἀνθρώπους
δὲ κατακειμένους ἐπὶ Κλίνης πέντε βαστάζουσιν· αἱ
δὲ ἀνάκωλοι καὶ λαγαραὶ ταῖς συστάσεσι δρομάδες
εἰσί, καὶ διατείνουσι πλεῖστον ὁδοῦ μῆκος, καὶ
μάλιστα πρὸς τὰς διὰ τῆς ἀνύδρου καὶ ἐρήμου συν-
τελουμένας ὁδοιπορίας. αἱ δ' αὐταὶ καὶ κατὰ τοὺς
πολέμους εἰς τὰς μάχας ἔχουσαι τοξότας ἄγονται
δύο ἀντικαθημένους ἀλλήλοις ἀντινώτους· τούτων
δὲ ὁ μὲν τοὺς κατὰ πρόσωπον ἀπαντῶντας, ὁ δὲ
τοὺς ἐπιδιώκοντας ἀμύνεται. περὶ μὲν οὖν τῆς
Ἀραβίας καὶ τῶν ἐν αὐτῇ φυομένων εἰ καὶ πεπλεο-
νάκαμεν, ἀλλ' οὖν πολλὰ τοῖς φιλαναγνωστοῦσι

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 4, Ch. 39,
se. 2, γρ. 6

τῶν ἄλλων ὡς θεὸν ἐτίμησαν θυσίαις τὸν Ἡρακλέα,  


καὶ τοῖς ἄλλοις ἀνθρώποις παράδειγμα τὴν ἑαυτῶν
εἰς τὸν θεὸν εὐσέβειαν ἀποδείξαντες προετρέψαντο
τὸ μὲν πρῶτον ἅπαντας Ἕλληνας, μετὰ δὲ ταῦτα
καὶ τοὺς κατὰ τὴν οἰκουμένην ἀνθρώπους ἅπαντας
ὡς θεὸν τιμᾶν τὸν Ἡρακλέα. προσθετέον δ' ἡμῖν
τοῖς εἰρημένοις ὅτι μετὰ τὴν ἀποθέωσιν αὐτοῦ Ζεὺς
Ἥραν μὲν ἔπεισεν υἱοποιήσασθαι τὸν Ἡρακλέα καὶ
τὸ λοιπὸν εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον μητρὸς εὔνοιαν
παρέχεσθαι, τὴν δὲ τέκνωσιν γενέσθαι φασὶ τοι-
αύτην· τὴν Ἥραν ἀναβᾶσαν ἐπὶ Κλίνην καὶ τὸν
Ἡρακλέα προσλαβομένην πρὸς τὸ σῶμα διὰ τῶν
ἐνδυμάτων ἀφεῖναι πρὸς τὴν γῆν, μιμουμένην τὴν
ἀληθινὴν γένεσιν· ὅπερ μέχρι τοῦ νῦν ποιεῖν τοὺς
224

βαρβάρους ὅταν θετὸν υἱὸν ποιεῖσθαι βούλωνται.


τὴν δ' Ἥραν μετὰ τὴν τέκνωσιν μυθολογοῦσι συν-
οικίσαι τὴν Ἥβην τῷ Ἡρακλεῖ, περὶ ἧς καὶ τὸν
ποιητὴν τεθεικέναι κατὰ τὴν Νεκυίαν
 εἴδωλον, αὐτὸς δὲ μετ' ἀθανάτοισι θεοῖσι
 τέρπεται ἐν θαλίαις καὶ ἔχει καλλίσφυρον Ἥβην.
τὸν δ' οὖν Ἡρακλέα λέγουσι καταλεγόμενον ὑπὸ τοῦ

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 4, Ch. 59,
se. 5, γρ. 7

γὰρ εἰώθει τοὺς παριόντας ἀναγκάζειν ἀπονίπτειν


ἑαυτὸν ἐπί τινος ἀποκρήμνου τόπου, λακτίσματι δ'
ἄφνω τύπτων περιεκύλιε κατὰ τῶν κρημνῶν εἰς
θάλατταν κατὰ τὴν ὀνομαζομένην Χελώνην. ἀνεῖλε
δὲ καὶ περὶ τὴν Ἐλευσῖνα Κερκυόνα τὸν διαπα-
λαίοντα τοῖς παριοῦσι καὶ τὸν ἡττηθέντα διαφθεί-
ροντα. μετὰ δὲ ταῦτα τὸν ὀνομαζόμενον Προκρούστην ἀπέκτεινε, τὸν
οἰκοῦντα ἐν τῷ λεγομένῳ Κορυδαλλῷ τῆς Ἀττικῆς· οὗτος δὲ τοὺς
παριόντας
ὁδοιπόρους ἠνάγκαζεν ἐπί τινος Κλίνης ἀναπίπτειν,
καὶ τῶν μὲν μακροτέρων τὰ ὑπερέχοντα μέρη τοῦ
σώματος ἀπέκοπτε, τῶν δ' ἐλαττόνων τοὺς πόδας
προέκρουεν, ἀφ' οὗπερ Προκρούστης ὠνομάσθη.
κατορθώσας δὲ τὰ προειρημένα κατήντησεν εἰς τὰς
Ἀθήνας, καὶ τὸν Αἰγέα διὰ τῶν συμβόλων ἀνεγνώ-
ρισε. μετὰ δὲ ταῦτα τὸν ἐν Μαραθῶνι ταῦρον, ὃν
Ἡρακλῆς τελῶν ἆθλον ἐκ Κρήτης ἀπήγαγεν εἰς
Πελοπόννησον, συμπλακεὶς καὶ κρατήσας τοῦ ζῴου
ἀπήγαγεν εἰς τὰς Ἀθήνας· τοῦτον δ' Αἰγεὺς παρα-
λαβὼν ἔθυσεν Ἀπόλλωνι.

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 5, Ch. 46,
se. 6, γρ. 4

τε καὶ ἀργύρου καὶ χαλκοῦ καὶ καττιτέρου καὶ σι-


δήρου· καὶ τούτων οὐδὲν ἔστιν ἐξενεγκεῖν ἐκ τῆς
νήσου, τοῖς δ' ἱερεῦσιν οὐδ' ἐξελθεῖν τὸ παράπαν
ἐκ τῆς καθιερωμένης χώρας· τὸν δ' ἐξελθόντα ἐξου-
σίαν ἔχει ὁ περιτυχὼν ἀποκτεῖναι. ἀναθήματα δὲ
χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ πολλὰ καὶ μεγάλα τοῖς θεοῖς
225

ἀνάκειται, σεσωρευκότος τοῦ χρόνου τὸ πλῆθος


τῶν καθιερωμένων ἀναθημάτων. τά τε θυρώματα
τοῦ ναοῦ θαυμαστὰς ἔχει τὰς κατασκευὰς ἐξ ἀρ-
γύρου καὶ χρυσοῦ καὶ ἐλέφαντος, ἔτι δὲ θύας δε-
δημιουργημένας. ἡ δὲ Κλίνη τοῦ θεοῦ τὸ μὲν μῆ-
κος ὑπάρχει πηχῶν ἕξ, τὸ δὲ πλάτος τεττάρων,
χρυσῆ δ' ὅλη καὶ τῇ κατὰ μέρος ἐργασίᾳ φιλοτέχ-
νως κατεσκευασμένη. παραπλήσιος δὲ καὶ ἡ τρά-
πεζα τοῦ θεοῦ καὶ τῷ μεγέθει καὶ τῇ λοιπῇ πολυ-
τελείᾳ παράκειται πλησίον τῆς Κλίνης. κατὰ μέσην  
δὲ τὴν Κλίνην ἕστηκε στήλη χρυσῆ μεγάλη, γράμ-
ματα ἔχουσα τὰ παρ' Αἰγυπτίοις ἱερὰ καλούμενα,
δι' ὧν ἦσαν αἱ πράξεις Οὐρανοῦ τε καὶ Διὸς ἀνα-
γεγραμμέναι, καὶ μετὰ ταύτας αἱ Ἀρτέμιδος καὶ
Ἀπόλλωνος ὑφ' Ἑρμοῦ προσαναγεγραμμέναι.

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 8, Ch. 32,
se. 2, γρ. 4

ὁμιλῶν ἄμεμπτος ἦν καὶ ἔνδοξος ἐπὶ σοφίᾳ. [Exc.


de virt. et vit. p. 233 V., 551 W.]
  Ὅτι οἱ Λοκροὶ ἔπεμψαν εἰς Σπάρτην περὶ συμ-
μαχίας δεόμενοι. οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι τὸ μέγεθος
τῆς Κροτωνιατῶν δυνάμεως ἀκούοντες, ὥσπερ ἀφο-
σιούμενοι καὶ μόνως ἂν οὕτω σωθέντων Λοκρῶν,
ἀπεκρίθησαν αὐτοῖς συμμάχους διδόναι τοὺς Τυν-
δαρίδας. οἱ δὲ πρέσβεις εἴτε προνοίᾳ θεοῦ εἴτε τὸ
ῥηθὲν οἰωνισάμενοι προσεδέξαντο τὴν βοήθειαν παρ'
αὐτῶν καὶ καλλιερήσαντες ἔστρωσαν τοῖς Διοσκό-
ροις Κλίνην ἐπὶ τῆς νηὸς καὶ ἀπέπλευσαν ἐπὶ τὴν
πατρίδα.

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20) Book 17, Ch.
77, se. 7, γρ. 2

ἦν καὶ ὁ Δαρείου ἀδελφὸς Ὀξάθρης. εἶτα τό τε Περ-


σικὸν διάδημα περιέθετο καὶ τὸν διάλευκον ἐνεδύσατο  
χιτῶνα καὶ τὴν Περσικὴν ζώνην καὶ τἄλλα πλὴν τῶν
ἀναξυρίδων καὶ τοῦ κάνδυος. διέδωκε δὲ καὶ τοῖς
ἑταίροις περιπορφύρους στολὰς καὶ τοῖς ἵπποις Περ-
226

σικὰς σκευὰς περιέθηκε. πρὸς δὲ τούτοις τὰς παλ-


λακίδας ὁμοίως τῷ Δαρείῳ περιήγετο, τὸν μὲν
ἀριθμὸν οὔσας οὐκ ἐλάττους πλήθει τῶν κατὰ τὸν ἐνι-
αυτὸν ἡμερῶν, κάλλει δὲ διαπρεπεῖς ὡς ἂν ἐξ ἁπασῶν
τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν γυναικῶν ἐπιλελεγμένας. αὗται
δὲ ἑκάστης νυκτὸς περιῄεσαν τὴν Κλίνην τοῦ βασιλέως,
ἵνα τὴν ἐκλογὴν αὐτὸς ποιήσηται τῆς μελλούσης αὐτῷ
συνεῖναι. τούτοις μὲν οὖν τοῖς ἐθισμοῖς Ἀλέξανδρος
σπανίως ἐχρῆτο, τοῖς δὲ προϋπάρχουσι κατὰ τὸ
πλεῖστον ἐνδιέτριβε, φοβούμενος τὸ προσκόπτειν τοῖς
Μακεδόσιν. ὅμως δὲ πολλῶν αὐτῷ μεμψιμοιρούντων
τούτους μὲν ταῖς δωρεαῖς ἐθεράπευεν, αὐτὸς δὲ πυ-
θόμενος τὸν Ἀρείας σατράπην Σατιβαρζάνην ἀνῃρηκέναι
μὲν τοὺς καταλελειμμένους ὑπ' αὐτοῦ στρατιώτας,
συμφρονεῖν δὲ Βήσσῳ καὶ κεκρικέναι μετ' αὐτοῦ
διαπολεμεῖν Μακεδόσιν ἐστράτευσεν ἐπ' αὐτόν.

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 1-20)


Book 20, Ch. 71, se. 3, γρ. 2

τούτοις ἀγανακτούντων καὶ συντρεχόντων αἰτιασάμενος


τοὺς Αἰγεσταίους ἐπιβουλεύειν αὐτῷ δειναῖς περιέβαλε
συμφοραῖς τὴν πόλιν· τοὺς μὲν γὰρ ἀπορωτάτους προ-
αγαγὼν ἐκτὸς τῆς πόλεως παρὰ τὸν Σκάμανδρον ποτα-
μὸν ἀπέσφαξεν, τοὺς δὲ δοκοῦντας οὐσίαν κεκτῆσθαι
μείζονα βασανίζων ἠνάγκαζε λέγειν ὁπόσα ἔχων τις
τυγχάνει χρήματα καὶ τοὺς μὲν αὐτῶν ἐτρόχιζε, τοὺς
δὲ εἰς τοὺς καταπέλτας ἐνδεσμεύων κατετόξευεν, ἐνίοις
δ' ἀστραγάλους προστιθεὶς βιαιότερον δειναῖς ἀλγηδόσι
περιέβαλλεν. ἐξεῦρε δὲ καὶ ἑτέραν τιμωρίαν ἐμφερῆ
τῷ Φαλάριδος ταύρῳ· κατεσκεύασε γὰρ Κλίνην χαλκῆν
ἀνθρωπίνου σώματος τύπον ἔχουσαν καὶ καθ' ἕκαστον  
μέρος κλεισὶ διειλημμένην, εἰς ταύτην δ' ἐναρμόζων
τοὺς βασανιζομένους ὑπέκαιε ζῶντας, τούτῳ διαφερού-
σης τῆς κατασκευῆς ταύτης παρὰ τὸν ταῦρον, τῷ καὶ
θεωρεῖσθαι τοὺς ἐν ταῖς ἀνάγκαις ἀπολλυμένους. τῶν
δὲ γυναικῶν τῶν εὐπόρων τινῶν μὲν καρκίνοις σιδη-
ροῖς τὰ σφυρὰ πιέζων συνέτεινε, τινῶν δὲ τοὺς τιτ-
θοὺς ἀπέτεμνεν, ταῖς δ' ἐγκύοις πλίνθους ἐπὶ τὴν
ὀσφῦν ἐπιτιθεὶς τὸ ἔμβρυον ἀπὸ τοῦ βάρους ἐξέθλιβεν.
τούτῳ δὲ τῷ τρόπῳ τὰ χρήματα πάντα τοῦ τυράννου
227

Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica (lib. 21–40) (0060: 003)


“Diodorus of Sicily, vols. 11–12”, Ed. Walton, [Link], Mass.:
Harvard University Press, 11:1957; 12:1967, Repr. 11:[Link] 31, Ch.
8, se. 12, γρ. 8

τάλαντα δισχίλια διακόσια, ἐκπωμάτων πλῆθος,


ἀγαλμάτων καὶ ἀνδριάντων ποικίλων ἅμαξαι πεντα-  
κόσιαι, ἀσπίδες τε χρυσαῖ καὶ πίνακες ἀναθεματι-
κοὶ πάμπολλοι. τῇ τρίτῃ προηγοῦντο λευκαὶ βόες
εὐπρεπεῖς ἑκατὸν εἴκοσι, χρυσοῦ τάλαντα ἐν φορή-
μασι διακοσίοις εἴκοσι, φιάλη δέκα ταλάντων χρυ-
σοῦ διάλιθος, χρυσωμάτων παντοῖαι κατασκευαὶ
ταλάντων δέκα, ἐλεφάντων ὀδόντες δισχίλιοι τρι-
πήχεις, ἅρμα ἐλεφάντινον ἐκ χρυσοῦ καὶ λίθων,
ἵππος φαλάροις διαλίθοις καὶ τῇ λοιπῇ κατασκευῇ
διαχρύσῳ πολεμικῶς κεκοσμημένος, Κλίνη χρυσῆ
στρωμναῖς πολυανθέσι κατεστρωμένη, φορεῖον χρυ-
σοῦν περιπεπετασμένον πορφύραν, ἐφ' οἷς Περσεὺς
ὁ δυστυχὴς βασιλεὺς Μακεδόνων ἅμα δυσὶν υἱοῖς
καὶ θυγατρὶ μιᾷ καὶ τοῖς ἡγεμόσι διακοσίοις πεντή-
κοντα, στέφανοι τετρακόσιοι δοθέντες ἐκ τῶν
πόλεων καὶ τῶν βασιλέων, καὶ ἐπὶ πᾶσιν Αἰμίλιος
ἐφ' ἅρματος ἐλεφαντίνου καταπληκτικοῦ.

Pseudo-Λουκιανός Asinus (0061: 001)“Lucian, vol. 8”, Ed. Macleod,


M.D.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, [Link]. 3, γρ. 4

ὁρᾷς, ὦ Λούκιε, ὡς ἔστι μικρὸν μέν, ἀλλὰ εὔγνωμον


τὸν οἰκοῦντα ἐνεγκεῖν· ποιήσεις δὲ αὐτὸ σὺ
μεγάλην οἰκίαν ἀνεξικάκως οἰκήσας. καὶ καλεῖ
τὴν παιδίσκην, Ὦ Παλαίστρα, δὸς τὸν ἕτερον
κοιτῶνα καὶ θὲς λαβοῦσα εἴ τι κομίζει σκεῦος,
εἶτα πέμπε αὐτὸν εἰς βαλανεῖον· οὐχὶ μετρίαν γὰρ
ἐλήλυθεν ὁδόν.
         ταῦτα εἰπόντος τὸ παιδισκάριον
ἡ Παλαίστρα ἄγει με καὶ δείκνυσί μοι κάλλιστον
οἰκημάτιον· καί, Σὺ μέν, ἔφη, ἐπὶ ταύτης τῆς
Κλίνης κοιμήσῃ, τῷ δὲ παιδί σου σκιμπόδιον αὐτοῦ
228

παραθήσω καὶ προσκεφάλαιον ἐπιθήσω. ταῦτα


εἰπούσης ἡμεῖς ἀπῄειμεν λουσόμενοι δόντες αὐτῇ
κριθιδίων τιμὴν εἰς τὸν ἵππον· ἡ δὲ πάντα
ἔφερεν λαβοῦσα εἴσω καὶ κατέθηκεν. ἡμεῖς δὲ  
λουσάμενοι ἀναστρέψαντες εἴσω εὐθὺς παρήλθομεν,
καὶ ὁ Ἵππαρχός με δεξιωσάμενος ἐκέλευεν συνανα-
κλίνεσθαι μετ' αὐτοῦ. τὸ δὲ δεῖπνον οὐ σφόδρα
λιτόν· ὁ δὲ οἶνος ἡδὺς καὶ παλαιὸς ἦν. ἐπεὶ δὲ
ἐδεδειπνήκειμεν, πότος ἦν καὶ λόγος οἷος ἐπὶ
δείπνου ξένου, καὶ οὕτω τὴν ἑσπέραν ἐκείνην πότῳ

Pseudo-Λουκιανός Asinus Se. 7, γρ. 6

 ἡ δὲ μέγα καὶ ἥδιστον ἐκ τούτου ἀνακαγχάσασα


ἐμὴ τὸ λοιπὸν ἦν, καὶ συνέκειτο ἡμῖν ὅπως,
ἐπειδὰν κατακοιμίσῃ τοὺς δεσπότας, ἔλθῃ εἴσω
παρ' ἐμὲ καὶ καθευδήσῃ.
         κἀπειδὴ ἀφίκετό ποτε
ὁ Ἵππαρχος, λουσάμενοι ἐδειπνοῦμεν καὶ πότος
ἦν συχνὸς ἡμῶν ὁμιλούντων· εἶτα τοῦ ὕπνου
καταψευσάμενος ἀνίσταμαι καὶ ἔργῳ ἀπῄειν ἔνθα
ᾤκουν. πάντα δὲ τὰ ἔνδον εὖ παρεσκεύαστο·
τῷ μὲν παιδὶ ἔξω ὑπέστρωτο, τράπεζα δὲ τῇ κλίνῃ
παρειστήκει ποτήριον ἔχουσα· καὶ οἶνος αὐτοῦ
παρέκειτο καὶ ὕδωρ ἕτοιμον καὶ ψυχρὸν καὶ
θερμόν. πᾶσα δὲ ἦν αὕτη τῆς Παλαίστρας παρα-
σκευή. τῶν δὲ στρωμάτων ῥόδα πολλὰ κατε-
πέπαστο, τὰ μὲν οὕτω γυμνὰ καθ' αὑτά, τὰ δὲ
λελυμένα, τὰ δὲ στεφάνοις συμπεπλεγμένα. κἀγὼ
τὸ συμπόσιον εὑρὼν ἕτοιμον ἔμενον τὸν συμπότην.
ἡ δὲ ἐπειδὴ κατέκλινε τὴν δέσποιναν, σπουδῇ
παρ' ἐμὲ ἧκε, καὶ ἦν εὐφροσύνη τὸν οἶνον ἡμῶν
καὶ τὰ φιλήματα προπινόντων ἀλλήλοις.

Pseudo-Λουκιανός Asinus Se. 48, γρ. 8

οἶνον οὗτος ὁ ὄνος, ἤν τις αὐτῷ ἐγκερασάμενος


ἐπιδῷ· καὶ ὁ δεσπότης ἐκέλευσεν κἀγὼ τὸ προσενεχ-
θὲν ἔπιον.
 ὁ δὲ οἷον εἰκὸς ὁρῶν ἐμὲ κτῆμα παράδοξον τὴν
μὲν τιμὴν τὴν ἐμὴν κελεύει τῶν διοικητῶν τινι
229

καταβαλεῖν τῷ ἐμὲ ὠνησαμένῳ καὶ ἄλλο τοσοῦτον,


ἐμὲ δὲ παρέδωκεν ἀπελευθέρῳ τῶν αὑτοῦ τινι
νεανίσκῳ καὶ εἶπε κατηχεῖν ὅσα ποιῶν μάλιστα
ψυχαγωγεῖν αὐτὸν δυναίμην. τῷ δέ γε ῥᾴδια ἦν
πάντα· ὑπήκουον γὰρ εὐθὺ εἰς ἅπαντα διδασκόμενος.
καὶ πρῶτον μὲν κατακλίνεσθαί με ἐπὶ Κλίνης ὥσπερ
ἄνθρωπον ἐπ' ἀγκῶνος ἐποίησεν, εἶτα καὶ προσπα-
λαίειν αὐτῷ καὶ μὴν καὶ ὀρχεῖσθαι ἐπὶ τοὺς δύο
ἐπανιστάμενον ὀρθὸν καὶ κατανεύειν καὶ ἀνανεύειν
πρὸς τὰς φωνὰς καὶ πάνθ' ὅσα ἐδυνάμην μὲν καὶ  
δίχα τοῦ μανθάνειν ποιεῖν· καὶ τὸ πρᾶγμα περιβό-
ητον ἦν, ὄνος ὁ τοῦ δεσπότου, οἰνοπότης, παλαίων,
ὄνος ὀρχούμενος. τὸ δὲ μέγιστον ὅτι πρὸς τὰς
φωνὰς ἀνένευον ἐν καιρῷ καὶ κατένευον· καὶ
πιεῖν δὲ ὁπότε θελήσαιμι, ᾔτουν τοῖς ὀφθαλμοῖς
τὸν οἰνοχόον κινήσας. καὶ οἱ μὲν ἐθαύμαζον

Pseudo-Λουκιανός Asinus Se. 53, γρ. 4

ἐπεθύμησεν, καὶ κελεύει πρὸς μηδένα ἔξω τοῦτο


εἰπεῖν, Ἵνα, ἔφη, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς θέας παραγάγωμεν
τοῦτον ἐς τὸ θέατρον σύν τινι τῶν καταδεδικασμένων
γυναικῶν, κἀν πάντων ὀφθαλμοῖς ἐπὶ τὴν γυναῖκα
ἀναβήσεται. καί τινα τῶν γυναικῶν, ἥτις κατεκέ-
κριτο θηρίοις ἀποθανεῖν, ἄγουσιν ἔνδον παρ' ἐμὲ καὶ
προσιέναι τε ἐκέλευον καὶ ψαύειν ἐμοῦ.
 εἶτα τὸ τελευταῖον τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐνστά-
σης, ἐν ᾗ τὰς φιλοτιμίας ἦγεν ὁ ἐμὸς δεσπότης,
εἰσάγειν ἔγνωσάν με εἰς τὸ θέατρον. καὶ εἰσῄειν
οὕτω· Κλίνη ἦν μεγάλη, ἀπὸ χελώνης Ἰνδικῆς
πεποιημένη, χρυσῷ ἐσφηνωμένη, ἐπὶ ταύτης με
ἀνακλίνουσιν κἀκεῖ μοι τὴν γυναῖκα παρακατέ-
κλιναν. εἶτα οὕτως ἡμᾶς ἐπέθηκαν ἐπί τινος μηχα-
νήματος καὶ εἴσω εἰς τὸ θέατρον παρενέγκαντες  
κατέθηκαν ἐν τῷ μέσῳ, καὶ οἱ ἄνθρωποι μέγα
ἀνεβόησαν καὶ κρότος πάσης χειρὸς ἐξήλατο
ἐπ' ἐμοί, καὶ τράπεζα ἡμῖν παρέκειτο καὶ πολλὰ
ἐσκευασμένα ἐπ' αὐτῇ ἔκειτο ὅσα τρυφῶντες ἄνθρω-
ποι ἐν δείπνῳ ἔχουσιν. καὶ παῖδες ἡμῖν παρειστή-
κεισαν οἰνοχόοι καλοὶ τὸν οἶνον ἡμῖν χρυσίῳ διακονού
230

Pseudo-Λουκιανός Ocypus (0061: 005)“Lucian, vol. 8”, Ed. Macleod,


M.D.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, [Link] 107

{ΤΡΟΦΕΥΣ} Ἔα, ἔα.


Σῶτερ, τί ποιεῖς; μὴ τύχοις σωτηρίας.
τολμᾷς σιδηρόσπαρτον ἐπιβαλεῖν πόνον;
μηδὲν κατειδὼς προσφέρεις κακὸν ποσίν.
ψευδεῖς γὰρ ἔκλυες ὧν ἀκήκοας λόγων.
οὐ γὰρ πάλαισιν ἢ δρόμοισιν, ὡς λέγει,
ἀσκῶν ἐπλήγη. τοῦτο γοῦν ἄκουέ μου.
ἦλθεν μὲν οὖν τὸ πρῶτον ὑγιὴς ἐν δόμοις,
φαγὼν δὲ πολλὰ καὶ πιὼν ὁ δυστυχὴς
Κλίνης ὕπερθε καταπεσὼν ὑπνοῖ μόνος·
ἔπειτα νυκτὸς διυπνίσας ἐκραύγασεν
ὡς δαίμονι πληγείς, καὶ πάντα φόβον λαβών.
ἔλεξε δ', Οἴμοι, πόθεν ἔχω κακὴν τύχην;
δαίμων τάχα κρατῶν τις ἐξωθεῖ ποδός.
πρὸς ταῦτα νυκτὸς ἀνακαθήμενος μόνος
ὁποῖα κῆϋξ ἐξεθρήνει τὸν πόδα.
ἐπεὶ δ' ἀλέκτωρ ἡμέραν ἐσάλπισεν,
οὗτος προσῆλθε χεῖρα θεὶς ἐμοὶ πικρὰν
θρηνῶν πυρέσσων εἶπέ μοι βάσιν νοσεῖν.  
ἃ πρὶν δὲ σοὶ κατεῖπε, πάντ' ἐψεύσατο,

Pseudo-Λουκιανός Cynicus (0061: 006)“Lucian, vol. 8”, Ed. Macleod,


M.D.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, [Link]. 9, γρ. 7

μάχητά ἐστι καὶ ἐπιβουλεύετε ἀλλήλοις διὰ ταῦτα


καὶ φίλοις φίλοι καὶ πατράσι παῖδες καὶ γυναῖκες
ἀνδράσιν. οὕτως οἶμαι καὶ τὴν Ἐριφύλην διὰ τὸν
χρυσὸν προδοῦναι τὸν ἄνδρα.
 καὶ ταῦτα μέντοι πάντα γίνεται, τῶν τε ποικίλων
ἱματίων οὐδέν τι μᾶλλον θάλπειν δυναμένων, τῶν δὲ
χρυσορόφων οἰκιῶν οὐδέν τι μᾶλλον σκεπουσῶν, τῶν
δὲ ἐκπωμάτων τῶν ἀργυρῶν οὐκ ὠφελούντων τὸν
πότον οὐδὲ τῶν χρυσῶν, οὐδ' αὖ τῶν ἐλεφαντίνων
κλινῶν τὸν ὕπνον ἡδίω παρεχομένων, ἀλλ' ὄψει
πολλάκις ἐπὶ τῆς ἐλεφαντίνης Κλίνης καὶ τῶν
231

πολυτελῶν στρωμάτων τοὺς εὐδαίμονας ὕπνου


λαχεῖν οὐ δυναμένους. ὅτι μὲν γὰρ αἱ παντοδαπαὶ  
περὶ τὰ βρώματα πραγματεῖαι τρέφουσι μὲν οὐδὲν
μᾶλλον, λυμαίνονται δὲ τὰ σώματα καὶ τοῖς σώμασι
νόσους ἐμποιοῦσι, τί δεῖ λέγειν;

Pseudo-Λουκιανός Cynicus Se. 10, γρ. 8

μᾶλλον, λυμαίνονται δὲ τὰ σώματα καὶ τοῖς σώμασι


νόσους ἐμποιοῦσι, τί δεῖ λέγειν;
         τί δὲ καὶ λέγειν,
ὅσα τῶν ἀφροδισίων ἕνεκα πράγματα ποιοῦσί τε καὶ
πάσχουσιν οἱ ἄνθρωποι; καίτοι ῥᾴδιον θεραπεύειν
ταύτην τὴν ἐπιθυμίαν, εἰ μή τις ἐθέλοι τρυφᾶν. καὶ
οὐδ' εἰς ταύτην ἡ μανία καὶ διαφθορὰ φαίνεται τοῖς
ἀνθρώποις ἀρκεῖν, ἀλλ' ἤδη καὶ τῶν ὄντων τὴν
χρῆσιν ἀναστρέφουσιν ἑκάστῳ χρώμενοι πρὸς ὃ μὴ
πέφυκεν, ὥσπερ εἴ τις ἀνθ' ἁμάξης ἐθέλοι τῇ κλίνῃ
καθάπερ ἁμάξῃ χρήσασθαι.

Λουκιανός Macrobii (0062: 011)“Lucian, vol. 1”, Ed. Harmon, A.M.


Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1913, Repr. [Link]. 25,
γρ. 7

τοῦ βίου παρανοίας κρινόμενος ἀνέγνω τοῖς δικας-


ταῖς Οἰδίπουν τὸν ἐπὶ Κολωνῷ, ἐπιδεικνύμενος διὰ
τοῦ δράματος ὅπως τὸν νοῦν ὑγιαίνει, ὡς τοὺς
δικαστὰς τὸν μὲν ὑπερθαυμάσαι, καταψηφίσασθαι
δὲ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ μανίαν. Κρατῖνος δὲ ὁ τῆς
κωμῳδίας ποιητὴς ἑπτὰ πρὸς τοῖς ἐνενήκοντα
ἔτεσιν ἐβίωσε, καὶ πρὸς τῷ τέλει τοῦ βίου διδάξας
τὴν Πυτίνην καὶ νικήσας μετ' οὐ πολὺ ἐτελεύτα.
καὶ Φιλήμων δὲ ὁ κωμικός, ὁμοίως τῷ Κρατίνῳ
ἑπτὰ καὶ ἐνενήκοντα ἔτη βιούς, κατέκειτο μὲν ἐπὶ
Κλίνης ἠρεμῶν, θεασάμενος δὲ ὄνον τὰ παρεσκευα-
σμένα αὐτῷ σῦκα κατεσθίοντα ὥρμησε μὲν εἰς
γέλωτα, καλέσας δὲ τὸν οἰκέτην καὶ σὺν πολλῷ
καὶ ἀθρόῳ γέλωτι εἰπὼν προσδοῦναι τῷ ὄνῳ
ἀκράτου ῥοφεῖν ἀποπνιγεὶς ὑπὸ τοῦ γέλωτος
ἀπέθανεν. καὶ Ἐπίχαρμος δὲ ὁ τῆς κωμῳδίας
ποιητὴς καὶ αὐτὸς ἐνενήκοντα καὶ ἑπτὰ ἔτη
232

λέγεται βιῶναι. Ἀνακρέων δὲ ὁ τῶν μελῶν


ποιητὴς ἔζησεν ἔτη πέντε καὶ ὀγδοήκοντα, καὶ
Στησίχορος δὲ ὁ μελοποιὸς ταὐτά, Σιμωνίδης δὲ
ὁ Κεῖος ὑπὲρ τὰ ἐνενήκοντα.

Λουκιανός Symposium (0062: 015)“Luciani opera, vol. 1”, Ed.


Macleod, M.D.
Oxford: Clarendon Press, [Link]. 47, γρ. 15

...μὲν τῆς ῥινός, τῇ δὲ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἐπειλημμένος, βοῶν ἀπ-


όλλυσθαι ὑπ' ἀλγηδόνων, ὥστε καὶ τὸν Ἕρμωνα καίπερ ἐν κακοῖς
ὄντα – δύο γὰρ ὀδόντας ἐξεκέκοπτο – ἀντιμαρτύρεσθαι λέγοντα,
Μέμνησο μέντοι, ὦ Ζηνόθεμι, ὡς οὐκ ἀδιάφορον ἡγῇ τὸν πόνον.
καὶ ὁ νυμφίος δὲ ἀκεσαμένου τὸ τραῦμα τοῦ Διονίκου ἀπήγετο ἐς
τὴν οἰκίαν ταινίαις κατειλημένος τὴν κεφαλήν, ἐπὶ τὸ ζεῦγος
ἀνατεθεὶς ἐφ' οὗ τὴν νύμφην ἀπάξειν ἔμελλε, πικροὺς ἄθλιος τοὺς
γάμους ἑορτάσας· καὶ τῶν ἄλλων δὲ ὁ Διόνικος ἐπεμελεῖτο δὴ τὰ
δυνατά, καὶ καθευδήσοντες ἀπήγοντο ἐμοῦντες οἱ πολλοὶ ἐν ταῖς
ὁδοῖς. ὁ μέντοι Ἀλκιδάμας αὐτοῦ ἔμεινεν· οὐ γὰρ ἠδυνήθησαν
ἐκβαλεῖν τὸν ἄνδρα, ἐπεὶ ἅπαξ καταβαλὼν ἑαυτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης
πλαγίως ἐκάθευδε.

Ετυμολογία καθεύδω αρχαία ελληνική καθεύδω Ρήμα καθεύδω, χωρίς


άλλους χρόνους κοιμάμαι, δεν ενεργοποιούμαι ενώ θα έπρεπε...

Λουκιανός Cataplus (0062: 016)“Lucian, vol. 2”, Ed. Harmon, A.M.


Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1915, Repr. [Link]. 27,
γρ. 10

ἄλλα πάντα, τὰς μοιχείας καὶ τὰς τῶν ἐφήβων


ὕβρεις καὶ τὰς διαφθορὰς τῶν παρθένων, ταῦτα
πάντα Κυνίσκος μου κατεψεύσατο.
{ΚΥΝΙΣΚΟΣ}
 Οὐκοῦν καὶ τούτων, ὦ Ῥαδάμανθυ, παρέξω σοι
μάρτυρας.
{ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ}
 Τίνας τούτους λέγεις;
{ΚΥΝΙΣΚΟΣ}
233

 Προσκάλει μοι, ὦ Ἑρμῆ, τὸν λύχνον αὐτοῦ καὶ


τὴν Κλίνην· μαρτυρήσουσι γὰρ αὐτοὶ παρελθόν-
τες, οἷα πράττοντι συνηπίσταντο αὐτῷ.
{ΕΡΜΗΣ}
 Ἡ Κλίνη καὶ ὁ Λύχνος ὁ Μεγαπένθους παρές-
των. εὖ γε ἐποίησαν ὑπακούσαντες.
{ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ}
 Εἴπατε οὖν ὑμεῖς ἃ σύνιστε Μεγαπένθει τούτῳ·
προτέρα δὲ σὺ ἡ Κλίνη λέγε.
{ΚΛΙΝΗ}
 Πάντα ἀληθῆ κατηγόρησε Κυνίσκος. ἐγὼ μέντοι
ταῦτα εἰπεῖν, ὦ δέσποτα Ῥαδάμανθυ, αἰσχύνομαι·

Λουκιανός Cataplus Se. 27, γρ. 12

{ΚΥΝΙΣΚΟΣ}
 Οὐκοῦν καὶ τούτων, ὦ Ῥαδάμανθυ, παρέξω σοι
μάρτυρας.
{ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ}
 Τίνας τούτους λέγεις;
{ΚΥΝΙΣΚΟΣ}
 Προσκάλει μοι, ὦ Ἑρμῆ, τὸν λύχνον αὐτοῦ καὶ
τὴν Κλίνην· μαρτυρήσουσι γὰρ αὐτοὶ παρελθόν-
τες, οἷα πράττοντι συνηπίσταντο αὐτῷ.
{ΕΡΜΗΣ}
 Ἡ Κλίνη καὶ ὁ Λύχνος ὁ Μεγαπένθους παρές-
των. εὖ γε ἐποίησαν ὑπακούσαντες.
{ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ}
 Εἴπατε οὖν ὑμεῖς ἃ σύνιστε Μεγαπένθει τούτῳ·
προτέρα δὲ σὺ ἡ Κλίνη λέγε.
{ΚΛΙΝΗ}
 Πάντα ἀληθῆ κατηγόρησε Κυνίσκος. ἐγὼ μέντοι
ταῦτα εἰπεῖν, ὦ δέσποτα Ῥαδάμανθυ, αἰσχύνομαι·
τοιαῦτα ἦν ἃ ἐπ' ἐμοῦ διεπράττετο.

Λουκιανός Gallus (0062: 019)“Lucian, vol. 2”, Ed. Harmon, A.M.


Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1915, Repr. [Link]. 29,
γρ. 18

καὶ λογιζόμενον; {ΜΙΚΥΛΛΟΣ}


234

 Ὁρῶ νὴ Δία πρὸς ἀμαυράν γε καὶ διψῶσαν


τὴν θρυαλλίδα, καὶ ὠχρὸς δὲ ἐστὶν οὐκ οἶδ' ὅθεν,
ἀλεκτρυών, καὶ κατέσκληκεν ὅλος ἐκτετηκώς, ὑπὸ
φροντίδων δηλαδή· οὐ γὰρ νοσεῖν ἄλλως ἐλέγετο.
{ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ}
 Ἄκουσον ἅ φησιν· εἴσῃ γὰρ ὅθεν οὕτως ἔχει.
{ΣΙΜΩΝ}
 Οὐκοῦν τάλαντα μὲν ἑβδομήκοντα ἐκεῖνα πάνυ
ἀσφαλῶς ὑπὸ τῇ κλίνῃ κατορώρυκται καὶ οὐδεὶς
ἄλλος οἶδε, τὰ δὲ ἑκκαίδεκα εἶδεν, οἶμαι, Σωσύλος
ὁ ἱπποκόμος ὑπὸ τῇ φάτνῃ κατακρύπτοντά με·
ὅλος γοῦν περὶ τὸν ἱππῶνά ἐστιν, οὐ πάνυ
ἐπιμελὴς ἄλλως οὐδὲ φιλόπονος ὤν. εἰκὸς δὲ
ἡρπάσθαι πολλῷ πλείω τούτων, ἢ πόθεν γὰρ
ὁ Τίβειος τάριχος αὑτῷ οὕτω μέγα ὠψωνηκέναι
χθὲς ἐλέγετο ἢ τῇ γυναικὶ ἐλλόβιον ἐωνῆσθαι
πέντε δραχμῶν ὅλων; τἀμὰ οὗτοι σπαθῶσι τοῦ
κακοδαίμονος. ἀλλ' οὐδὲ τὰ ἐκπώματα ἐν ἀσφα-
λεῖ μοι ἀπόκειται τοσαῦτα ὄντα·

Λουκιανός Charon sive contemplantes (0062: 023)“Lucian, vol. 2”, Ed.


Harmon, [Link], Mass.: Harvard University Press, 1915, Repr.
[Link]. 9, γρ. 13

πάλαι Μήδων ἐχόντων νῦν Περσῶν ἤδη ἐποίησεν


εἶναι· καὶ Ἀσσυρίων δ' ἔναγχος οὗτος ἐκράτησε
καὶ Βαβυλῶνα παρεστήσατο καὶ νῦν ἐλασείοντι
ἐπὶ Λυδίαν ἔοικεν, ὡς καθελὼν τὸν Κροῖσον ἄρχοι
ἁπάντων.
{ΧΑΡΩΝ}
 Ὁ Κροῖσος δὲ ποῦ ποτε κἀκεῖνός ἐστιν;
{ΕΡΜΗΣ}
 Ἐκεῖσε ἀπόβλεψον ἐς τὴν μεγάλην ἀκρόπολιν,
τὴν τὸ τριπλοῦν τεῖχος· Σάρδεις ἐκεῖναι, καὶ τὸν
Κροῖσον αὐτὸν ὁρᾷς ἤδη ἐπὶ Κλίνης χρυσῆς
καθήμενον, Σόλωνι τῷ Ἀθηναίῳ διαλεγόμενον.
βούλει ἀκούσωμεν αὐτῶν ὅ τι καὶ λέγουσι;
{ΧΑΡΩΝ}
 Πάνυ μὲν οὖν.
{ΚΡΟΙΣΟΣ}
 Ὦ ξένε Ἀθηναῖε, εἶδες γάρ μου τὸν πλοῦτον
καὶ τοὺς θησαυροὺς καὶ ὅσος ἄσημος χρυσός
235

ἐστιν ἡμῖν καὶ τὴν ἄλλην πολυτέλειαν, εἰπέ


μοι, τίνα ἡγῇ τῶν ἁπάντων ἀνθρώπων εὐδαι-
μονέστατον εἶναι.

Λουκιανός Charon sive contemplantes Se. 14, γρ. 20

τῆς εὐδαιμονίας ἐν ἀκαρεῖ τοῦ χρόνου· καὶ ταῦτα


γὰρ τῆς Κλωθοῦς ἐπήκουσα.
{ΧΑΡΩΝ}
 Ἄγαμαι Κλωθοῦς γεννικῆς· καῖε αὐτούς, ὦ
βελτίστη, καὶ τὰς κεφαλὰς ἀπότεμνε καὶ ἀνα-
σκολόπιζε, ὡς εἰδῶσιν ἄνθρωποι ὄντες· ἐν το-
σούτῳ δὲ ἐπαιρέσθων ὡς ἂν ἀφ' ὑψηλοτέρου
ἀλγεινότερον καταπεσούμενοι. ἐγὼ δὲ γελάσομαι
τότε γνωρίσας αὐτῶν ἕκαστον γυμνὸν ἐν τῷ
σκαφιδίῳ μήτε τὴν πορφυρίδα μήτε τιάραν ἢ
Κλίνην χρυσῆν κομίζοντας.  
{ΕΡΜΗΣ}
 Καὶ τὰ μὲν τούτων ὧδε ἕξει. τὴν δὲ πληθὺν
ὁρᾷς, ὦ Χάρων, τοὺς πλέοντας αὐτῶν, τοὺς πολε-
μοῦντας, τοὺς δικαζομένους, τοὺς γεωργοῦντας,
τοὺς δανείζοντας, τοὺς προσαιτοῦντας;

Λουκιανός Philopseudes sive incredulus (0062: 031)“Lucian, vol. 3”,


Ed. Harmon, [Link], Mass.: Harvard University Press, 1921,
Repr. [Link]. 6, γρ. 25

ἄλλοις ὑποφητεῦσαι δυνάμενον. ὁρᾷς οἵους ἄν-


δρας σοί φημι, πανσόφους καὶ παναρέτους, ὅ τι
περ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἐξ ἑκάστης προαιρέσεως,
αἰδεσίμους ἅπαντας καὶ μονονουχὶ φοβεροὺς τὴν
πρόσοψιν; ἔτι καὶ ὁ ἰατρὸς Ἀντίγονος παρῆν,
κατὰ χρείαν, οἶμαι, τῆς νόσου ἐπικληθείς. καὶ
ῥᾷον ἐδόκει ἤδη ἔχειν ὁ Εὐκράτης καὶ τὸ νόσημα
τῶν συντρόφων ἦν· τὸ ῥεῦμα γὰρ εἰς τοὺς πόδας
αὖθις αὐτῷ κατεληλύθει.  
 Καθέζεσθαι οὖν με παρ' αὐτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης
ὁ Εὐκράτης ἐκέλευεν, ἠρέμα ἐγκλίνας τῇ φωνῇ εἰς
τὸ ἀσθενικὸν ὁπότε εἶδέ με, καίτοι βοῶντος
236

αὐτοῦ καὶ διατεινομένου τι μεταξὺ εἰσιὼν ἐπή-


κουον. κἀγὼ μάλα πεφυλαγμένως, μὴ ψαύσαιμι
τοῖν ποδοῖν αὐτοῦ, ἀπολογησάμενος τὰ συνήθη
ταῦτα, ὡς ἀγνοήσαιμι νοσοῦντα καὶ ὡς ἐπεὶ
ἔμαθον δρομαῖος ἔλθοιμι, ἐκαθεζόμην πλησίον.
 Οἱ μὲν δὴ ἐτύγχανον οἶμαι περὶ τοῦ νοσή-
ματος τὰ μὲν ἤδη πολλὰ προειρηκότες, τὰ δὲ καὶ
τότε διεξιόντες, ἔτι δὲ καὶ θεραπείας τινὰς

Λουκιανός Philopseudes sive incredulus Se. 27, γρ. 4

 “Τί θαυμαστόν;” εἶπεν ὁ Ἀντίγονος· “ἐγὼ


γὰρ οἶδά τινα μετὰ εἰκοστὴν ἡμέραν ἧς ἐτάφη
ἀναστάντα, θεραπεύσας καὶ πρὸ τοῦ θανάτου καὶ
ἐπεὶ ἀνέστη τὸν ἄνθρωπον.” “Καὶ πῶς,” ἦν δ'
ἐγώ, “ἐν εἴκοσιν ἡμέραις οὔτ' ἐμύδησεν τὸ σῶμα
οὔτε ἄλλως ὑπὸ λιμοῦ διεφθάρη; εἰ μή τινα
Ἐπιμενίδην σύ γε ἐθεράπευες.”
 Ἅμα ταῦτα λεγόντων ἡμῶν ἐπεισῆλθον οἱ τοῦ
Εὐκράτους υἱοὶ ἐκ τῆς παλαίστρας, ὁ μὲν ἤδη ἐξ
ἐφήβων, ὁ δὲ ἕτερος ἀμφὶ τὰ πεντεκαίδεκα ἔτη,
καὶ ἀσπασάμενοι ἡμᾶς ἐκαθέζοντο ἐπὶ τῆς Κλίνης
παρὰ τῷ πατρί· ἐμοὶ δὲ εἰσεκομίσθη θρόνος. καὶ
ὁ Εὐκράτης ὥσπερ ἀναμνησθεὶς πρὸς τὴν ὄψιν
τῶν υἱέων, “Οὕτως ὀναίμην,” ἔφη, “τούτων”  –  
ἐπιβαλὼν αὐτοῖν τὴν χεῖρα – ”ἀληθῆ, ὦ Τυχιάδη,
πρός σε ἐρῶ. τὴν μακαρῖτίν μου γυναῖκα τὴν
τούτων μητέρα πάντες ἴσασιν ὅπως ἠγάπησα,
ἐδήλωσα δὲ οἷς περὶ αὐτὴν ἔπραξα οὐ ζῶσαν
μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπεὶ ἀπέθανεν, τόν τε κόσμον
ἅπαντα συγκατακαύσας καὶ τὴν ἐσθῆτα ᾗ ζῶσα
ἔχαιρεν. ἑβδόμῃ δὲ μετὰ τὴν τελευτὴν ἡμέρᾳ

Λουκιανός Philopseudes sive incredulus


Se. 27, γρ. 15

παρὰ τῷ πατρί· ἐμοὶ δὲ εἰσεκομίσθη θρόνος. καὶ


ὁ Εὐκράτης ὥσπερ ἀναμνησθεὶς πρὸς τὴν ὄψιν
τῶν υἱέων, “Οὕτως ὀναίμην,” ἔφη, “τούτων”  –  
ἐπιβαλὼν αὐτοῖν τὴν χεῖρα – ”ἀληθῆ, ὦ Τυχιάδη,
πρός σε ἐρῶ. τὴν μακαρῖτίν μου γυναῖκα τὴν
237

τούτων μητέρα πάντες ἴσασιν ὅπως ἠγάπησα,


ἐδήλωσα δὲ οἷς περὶ αὐτὴν ἔπραξα οὐ ζῶσαν
μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπεὶ ἀπέθανεν, τόν τε κόσμον
ἅπαντα συγκατακαύσας καὶ τὴν ἐσθῆτα ᾗ ζῶσα
ἔχαιρεν. ἑβδόμῃ δὲ μετὰ τὴν τελευτὴν ἡμέρᾳ
ἐγὼ μὲν ἐνταῦθα ἐπὶ τῆς Κλίνης ὥσπερ νῦν ἐκείμην
παραμυθούμενος τὸ πένθος· ἀνεγίγνωσκον γὰρ τὸ
περὶ ψυχῆς τοῦ Πλάτωνος βιβλίον ἐφ' ἡσυχίας·
ἐπεισέρχεται δὲ μεταξὺ ἡ Δημαινέτη αὐτὴ ἐκείνη
καὶ καθίζεται πλησίον ὥσπερ νῦν Εὐκρατίδης
οὑτοσί,” δείξας τὸν νεώτερον τῶν υἱέων· ὁ δὲ
αὐτίκα ἔφριξε μάλα παιδικῶς, καὶ πάλαι ἤδη
ὠχρὸς ὢν πρὸς τὴν διήγησιν. “Ἐγὼ δέ,” ἦ δ'
ὃς ὁ Εὐκράτης, “ὡς εἶδον, περιπλακεὶς αὐτῇ  
ἐδάκρυον ἀνακωκύσας· ἡ δὲ οὐκ εἴα βοᾶν,

Λουκιανός Philopseudes sive incredulus Se. 27, γρ. 30

οὑτοσί,” δείξας τὸν νεώτερον τῶν υἱέων· ὁ δὲ


αὐτίκα ἔφριξε μάλα παιδικῶς, καὶ πάλαι ἤδη
ὠχρὸς ὢν πρὸς τὴν διήγησιν. “Ἐγὼ δέ,” ἦ δ'
ὃς ὁ Εὐκράτης, “ὡς εἶδον, περιπλακεὶς αὐτῇ  
ἐδάκρυον ἀνακωκύσας· ἡ δὲ οὐκ εἴα βοᾶν, ἀλλ'
ᾐτιᾶτό με ὅτι τὰ ἄλλα πάντα χαρισάμενος αὐτῇ
θάτερον τοῖν σανδάλοιν χρυσοῖν ὄντοιν οὐ κατα-
καύσαιμι, εἶναι δὲ αὐτὸ ἔφασκεν ὑπὸ τῇ κιβωτῷ
παραπεσόν. καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς οὐχ εὑρόντες
θάτερον μόνον ἐκαύσαμεν. ἔτι δὲ ἡμῶν διαλεγο-
μένων κατάρατόν τι κυνίδιον ὑπὸ τῇ κλίνῃ ὂν
Μελιταῖον ὑλάκτησεν, ἡ δὲ ἠφανίσθη πρὸς τὴν
ὑλακήν. τὸ μέντοι σανδάλιον εὑρέθη ὑπὸ τῇ
κιβωτῷ καὶ κατεκαύθη ὕστερον.
 “Ἔτι ἀπιστεῖν τούτοις, ὦ Τυχιάδη, ἄξιον ἐναρ-
γέσιν οὖσιν καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἑκάστην φαινο-
μένοις;” “Μὰ Δί',” ἦν δ' ἐγώ· “ἐπεὶ σανδάλῳ
γε χρυσῷ εἰς τὰς πυγὰς ὥσπερ τὰ παιδία παίε-
σθαι ἄξιοι ἂν εἶεν οἱ ἀπιστοῦντες καὶ οὕτως

Λουκιανός De mercede conductis potentium familiaribus (0062: 033)


“Lucian, vol. 3”, Ed. Harmon, [Link], Mass.: Harvard
University Press, 1921, Repr. [Link]. 17, γρ. 24
238

καλος ἄνθρωπος καὶ λιμοῦ πλέως, οὐδ' ὄναρ


λευκοῦ ποτε ἄρτου ἐμφορηθείς, οὔτι γε Νομα-
δικοῦ ἢ Φασιανοῦ ὄρνιθος, ὧν μόλις τὰ ὀστᾶ
ἡμῖν καταλέλοιπεν.” τρίτος ἄλλος, “Ὦ μά-
ταιοι,” φησίν, “πέντε οὐδ' ὅλων ἡμερῶν ὄψεσθε
αὐτὸν ἐνταῦθά που ἐν ἡμῖν τὰ ὅμοια ποτνιώμενον·
νῦν μὲν γὰρ ὥσπερ τὰ καινὰ τῶν ὑποδημάτων ἐν
τιμῇ τινι καὶ ἐπιμελείᾳ ἐστίν, ἐπειδὰν δὲ πατηθῇ
πολλάκις καὶ ὑπὸ τοῦ πηλοῦ ἀναπλασθῇ, ὑπὸ
τῇ κλίνῃ ἀθλίως ἐρρίψεται κόρεων ὥσπερ ἡμεῖς
ἀνάπλεως.”
 Ἐκεῖνοι μὲν οὖν τοιαῦτα πολλὰ περὶ σοῦ στρέ-  
φουσι, καί που ἤδη καὶ πρὸς διαβολάς τινες
αὐτῶν παρασκευάζονται. τὸ δ' οὖν συμπόσιον
ὅλον ἐκεῖνο σόν ἐστιν καὶ περὶ σοῦ οἱ πλεῖστοι
τῶν λόγων. σὺ δ' ὑπ' ἀηθείας πλέον τοῦ ἱκανοῦ
ἐμπιὼν οἴνου λεπτοῦ καὶ δριμέος, πάλαι τῆς
γαστρὸς ἐπειγούσης, πονηρῶς ἔχεις, καὶ οὔτε
προεξαναστῆναί σοι καλὸν οὔτε μένειν ἀσφαλές.
ἀποτεινομένου τοίνυν τοῦ πότου καὶ λόγων ἐπὶ

Λουκιανός Alexander (0062: 038)“Lucian, vol. 4”, Ed. Harmon, A.M.


Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1925, Repr. [Link]. 15,
γρ. 8
οὐκ ἐκ Κορωνίδος μὰ Δί' οὐδέ γε κορώνης, ἀλλ'
ἐκ χηνὸς γεγεννημένον. ὁ δὲ λεὼς ἅπας ἠκολούθει,
πάντες ἔνθεοι καὶ μεμηνότες ὑπὸ τῶν ἐλπίδων.  
 Ἡμέρας μὲν οὖν τινας οἴκοι ἔμεινεν ἐλπίζων
ὅπερ ἦν, ὑπὸ τῆς φήμης αὐτίκα μάλα παμπόλλους
τῶν Παφλαγόνων συνδραμεῖσθαι. ἐπεὶ δὲ
ὑπερεπέπληστο ἀνθρώπων ἡ πόλις, ἁπάντων
τοὺς ἐγκεφάλους καὶ τὰς καρδίας προεξῃρημένων
οὐδὲν ἐοικότων σιτοφάγοις ἀνδράσιν, ἀλλὰ μόνῃ
τῇ μορφῇ μὴ οὐχὶ πρόβατα εἶναι διαφερόντων, ἐν
οἰκίσκῳ τινὶ ἐπὶ Κλίνης καθεζόμενος μάλα
θεοπρεπῶς ἐσταλμένος ἐλάμβανεν εἰς τὸν κόλπον
τὸν Πελλαῖον ἐκεῖνον Ἀσκληπιόν, μέγιστόν τε
καὶ κάλλιστον, ὡς ἔφην, ὄντα, καὶ ὅλον τῷ
αὑτοῦ τραχήλῳ περιειλήσας καὶ τὴν οὐρὰν ἔξω
ἀφείς – πολὺς δὲ ἦν – ἐν τῷ προκολπίῳ προ-
κεχύσθαι αὐτοῦ καὶ χαμαὶ τὸ μέρος ἐπισύρεσθαι,
239

μόνην τὴν κεφαλὴν ὑπὸ μάλης ἔχων καὶ ἀπο-


κρύπτων, ἀνεχομένου πάντα ἐκείνου, προὔφαινεν

Λουκιανός Toxaris vel amicitia (0062: 044)“Lucian, vol. 5”, Ed.


Harmon, A.M.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1936, Repr. [Link]. 28,
γρ. 12

γενναίου τινὸς φίλου δεομένῃ. οἰκέτης γὰρ αὐτοῦ,


Σύρος καὶ τοὔνομα καὶ τὴν πατρίδα, ἱεροσύλοις τισὶ
κοινωνήσας συνεισῆλθέν τε αὐτοῖς εἰς τὸ Ἀνουβίδειον  
καὶ ἀποσυλήσαντες τὸν θεὸν χρυσᾶς τε φιάλας
δύο καὶ κηρύκιον, χρυσοῦν καὶ τοῦτο, καὶ
κυνοκεφάλους ἀργυροῦς καὶ ἄλλα τοιαῦτα, κατέ-
θεντο πάντα παρὰ τῷ Σύρῳ· εἶτ' ἐμπεσόντες –  
ἑάλωσαν γάρ τι ἀπεμπολῶντες – ἅπαντα εὐθὺς
ἔλεγον στρεβλούμενοι ἐπὶ τοῦ τροχοῦ, καὶ ἀγό-
μενοι ἧκον ἐπὶ τὴν οἰκίαν τοῦ Ἀντιφίλου, καὶ τὰ
φώρια ἐξέφερον ὑπὸ κλίνῃ τινὶ ἐν σκοτεινῷ κείμενα.
ὅ τε οὖν Σύρος ἐδέδετο εὐθὺς καὶ ὁ δεσπότης
αὐτοῦ Ἀντίφιλος, οὗτος μὲν καὶ μεταξὺ ἀκροώ-
μενος τοῦ διδασκάλου ἀνασπασθείς. ἐβοήθει δὲ
οὐδείς, ἀλλὰ καὶ οἱ τέως ἑταῖροι ἀπεστρέφοντο ὡς
τὸ Ἀνουβίδειον σεσυληκότα καὶ ἀσέβημα αὐτῶν
ἡγοῦντο εἶναι εἰ συνέπιόν ποτε ἢ συνειστιάθησαν
αὐτῷ. καὶ οἱ λοιποὶ δὲ τῶν οἰκετῶν, δύο ὄντες,
ἅπαντα ἐκ τῆς οἰκίας συσκευασάμενοι ᾤχοντο
φεύγοντες.

Λουκιανός Herodotus (0062: 056)“Lucian, vol. 6”, Ed. Kilburn, K.


Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1959, Repr. [Link]. 5, γρ.
6

συγγράψαντα τὸν Ῥωξάνης καὶ Ἀλεξάνδρου γάμον


εἰς Ὀλυμπίαν καὶ αὐτὸν ἀγαγόντα τὴν εἰκόνα
ἐπιδείξασθαι, ὥστε Προξενίδαν Ἑλλανοδίκην τότε
ὄντα ἡσθέντα τῇ τέχνῃ γαμβρὸν ποιήσασθαι τὸν
Ἀετίωνα;
 Καὶ τί τὸ θαῦμα ἐνῆν τῇ γραφῇ αὐτοῦ, ἤρετό
τις, ὡς τὸν Ἑλλανοδίκην δι' αὐτὸ οὐκ ἐπιχωρίῳ
τῷ Ἀετίωνι συνάψασθαι τῆς θυγατρὸς τὸν γάμον;
ἔστιν ἡ εἰκὼν ἐν Ἰταλίᾳ, κἀγὼ εἶδον ὥστε καὶ σοὶ
240

ἂν εἰπεῖν ἔχοιμι. θάλαμός ἐστι περικαλλὴς καὶ


Κλίνη νυμφική, καὶ ἡ Ῥωξάνη κάθηται πάγκαλόν
τι χρῆμα παρθένου ἐς γῆν ὁρῶσα, αἰδουμένη
ἑστῶτα τὸν Ἀλέξανδρον. Ἔρωτες δέ τινες μει-
διῶντες· ὁ μὲν κατόπιν ἐφεστὼς ἀπάγει τῆς
κεφαλῆς τὴν καλύπτραν καὶ δείκνυσι τῷ νυμφίῳ
τὴν Ῥωξάνην, ὁ δέ τις μάλα δουλικῶς ἀφαιρεῖ τὸ
σανδάλιον ἐκ τοῦ ποδὸς ὡς κατακλίνοιτο ἤδη,
ἄλλος τῆς χλανίδος τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐπειλημμένος,
Ἔρως καὶ οὗτος, ἕλκει αὐτὸν πρὸς τὴν Ῥωξάνην
πάνυ βιαίως ἐπισπώμενος. ὁ βασιλεὺς δὲ αὐτὸς
μὲν στέφανόν τινα ὀρέγει τῇ παιδί, πάροχος δὲ
Λουκιανός Navigium (0062: 065)“Lucian, vol. 6”, Ed. Kilburn, K.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1959, Repr. [Link]. 20,
γρ. 2

τὸν μισθὸν ἀντὶ τῆς ᾠδῆς καὶ νεκρόν τι ἄλλο


παιδίον ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἐπὶ δελφῖνος ὁμοίως
προσκομισθῆναι, τὸν δὲ Ἀδειμάντου οἰκέτην τὸν
νεώνητον ἀπορήσειν δελφῖνος ἐρωτικοῦ;
{ΑΔΕΙΜΑΝΤΟΣ}
 Καὶ σὺ γάρ, Τιμόλαε, μιμῇ Λυκῖνον καὶ ἐπιμετ-
ρεῖς τῶν σκωμμάτων, καὶ ταῦτα εἰσηγητὴς αὐτὸς
γενόμενος;  
{ΤΙΜΟΛΑΟΣ}
 Ἄμεινον γὰρ ἦν πιθανώτερον αὐτὸ ποιεῖν καί
τινα θησαυρὸν ὑπὸ τῇ κλίνῃ ἀνευρεῖν, ὡς μὴ
πράγματα ἔχοις ἐκ τοῦ πλοίου μετατιθεὶς χρυσίον
ἐς τὸ ἄστυ.
{ΑΔΕΙΜΑΝΤΟΣ}
 Εὖ λέγεις, καὶ ἀνορωρύχθω θησαυρὸς ὑπὸ τὸν
Ἑρμῆν τὸν λίθινον, ὅς ἐστιν ἡμῖν ἐν τῇ αὐλῇ,
μέδιμνοι χίλιοι ἐπισήμου χρυσίου. εὐθὺς οὖν κατὰ
τὸν Ἡσίοδον οἶκος τὸ πρῶτον, ὡς ἂν ἐπισημότατα
οἰκοίην, καὶ τὰ περὶ τὸ ἄστυ πάντα ὠνησάμην
ἤδη πλὴν ὅσα θύμον καὶ λίθοι, καὶ ἐν Ἐλευσῖνι
ὅσα ἐπὶ θαλάττῃ καὶ περὶ τὸν Ἰσθμὸν ὀλίγα τῶν

Λουκιανός Dialogi meretricii (0062: 069)“Lucian, vol. 7”, Ed. Macleod,


M.D.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, [Link] 12, se. 3,
γρ. 25
241

ἀνοίγειν· ἐγὼ δέ, οὐ γὰρ ἔφερον μὴ οὐχὶ συνεῖναι


αὐτῇ, τὸν Δρόμωνα ἐκέλευσα παρακύψαντα παρὰ
τὸν θριγκὸν τῆς αὐλῆς, ᾗ ταπεινότατον ἦν, ἀναδέ-
ξασθαί με ἐπὶ τὸν νῶτον· ῥᾷον γὰρ οὕτως ἀναβή-
σεσθαι ἔμελλον. τί ἂν μακρὰ λέγοιμι; ὑπερέβην,
ἧκον, τὴν αὔλειον εὗρον ἀποκεκλεισμένην ἐπιμελῶς·
μέσαι γὰρ νύκτες ἦσαν. οὐκ ἔκοψα δ' οὖν, ἀλλ'
ἐπάρας ἠρέμα τὴν θύραν, ἤδη δὲ καὶ ἄλλοτ' ἐπε-
ποιήκειν αὐτό, παραγαγὼν τὸν στροφέα παρεις-
ῆλθον ἀψοφητί. ἐκάθευδον δὲ πάντες, εἶτα ἐπαφώ-
μενος τοῦ τοίχου ἐφίσταμαι τῇ κλίνῃ.
{ΙΟΕΣΣΑ}
 Τί ἐρεῖς, ὦ Δάματερ; ἀγωνιῶ γάρ.
{ΛΥΣΙΑΣ}
 Ἐπειδὴ δὲ οὐχ ἑώρων τὸ ἆσθμα ἕν, τὸ μὲν
πρῶτον ᾤμην τὴν Λυδὴν αὐτῇ συγκαθεύδειν· τὸ
δ' οὐκ ἦν, ὦ Πυθιάς, ἀλλ' ἐφαψάμενος εὗρον
ἀγένειόν τινα πάνυ ἁπαλόν, ἐν χρῷ κεκαρμένον,
μύρων καὶ αὐτὸν ἀποπνέοντα. τοῦτο ἰδὼν εἰ μὲν
καὶ ξίφος ἔχων ἦλθον, οὐκ ἂν ὤκνησα, εὖ ἴστε.
τί γελᾶτε, ὦ Πυθιάς; γέλωτος ἄξια δοκῶ σοι

Agatharchides Geogr., De mari Erythraeo (excerpta) (0067: 001)


“Geographi Graeci minores, vol. 1”, Ed. Müller, [Link]: Didot, 1855,
Repr. 1965.
Se. 55, γρ. 16

πλησίον τοῦ στελέχους πρὸς τὴν γῆν ἐλαφρῶς ὑπερεί-


δεσθαι, τὴν δὲ πλευρὰν τὸ πᾶν σῶμα ἐκδεχομένην
ὀχεῖσθαι πρὸς τῇ φύσει τοῦ ξύλου, καὶ τοῦτον τὸν τρό-
πον τῆς καταφορᾶς τυγχάνειν οὐκ εἰλικρινοῦς, ἀλλὰ
παρεψευσμένης, διὰ τὸ προσκεῖσθαι τοῖς βαθέσιν ὕπνοις  
ἀγωνίαν ἰσχυρὰν, φθορᾶς ὑποκειμένης παραχρῆμα τῷ
σφαλέντι διὰ τὴν ἔκλυσιν τὴν φυσικήν. Οἱ οὖν ἀπὸ τῆς
τούτων θήρας τὸν βίον ποιούμενοι, τοὺς δρυμοὺς περι-
πλανώμενοι καὶ τὴν τοῦ θηρίου κοίτην ἐπισημηνάμε-
νοι, ἐκ τῶν ὄπισθεν τοῦ δένδρου τόπων πρίουσιν, ἕως
ἂν μήτε κλίνῃ τὸ πᾶν μήτε ἰσχύον ἄγαν (καὶ ἰσχυρὸν)
ἀπολείποιτο, μένῃ δὲ ἑστηκὸς ἐπὶ βραχείας ῥοπῆς. Τὸ
δὲ ζῷον ἀπὸ τῆς νομῆς ἐπὶ τὸν συνήθη τῆς κοίτης τό-
πον ἀνακλινόμενον αἰφνίδιόν τε πίπτει, τοῦ ξύλου κλα-
σθέντος, καὶ πρόκειται τοῖς θηράσασι δεῖπνον ἕτοιμον·
τὰς γὰρ ὀπισθίας κόψαντες οὗτοι σάρκας, καὶ ποιή-
242

σαντες ἔξαιμον τὸ ζῷον, εἶτα νεκρὸν, πρὸς τὴν ἑαυτοῦ


χρείαν ἕκαστος τὰ μέλη διαιροῦσιν.
 Ὅτι τούτους τοὺς κυνηγοὺς Πτολεμαῖος ὁ Αἰγύ-
πτου βασιλεὺς ἀποσχέσθαι τοῦ φόνου τῶν ἐλεφάντων
παραινῶν, ἵν' ἔχοι αὐτὸς ζῶντας, καὶ πολλὰ καὶ θαυ

Φλάβιος Αρριανός. Alexandri anabasis (0074: 001)


“Flavii Arriani quae exstant omnia, vol. 1”, Ed. Roos, A.G., Wirth, G.
Leipzig: Teubner, 1967 (1st edn. corr.).Book 6, Ch. 13, se. 2, γρ. 7

στίων τε ἐπὶ τῆς στρατιᾶς ἦν καὶ Νέαρχος τὸ ναυτικὸν


αὐτῷ εἶχεν), ὡς [δὲ] ἐπέλαζεν ἡ ναῦς ἤδη τῷ στρατο-
πέδῳ τὸν βασιλέα φέρουσα, κελεύει δὴ ἀφελεῖν τὴν
σκηνὴν ἀπὸ τῆς πρύμνης, ὡς καταφανὴς εἶναι πᾶσιν.
οἱ δὲ ἔτι ἠπίστουν, ὡς νεκροῦ δῆθεν κομιζομένου
Ἀλεξάνδρου, πρίν γε δὴ προσχούσης τῆς νεὼς τῇ ὄχθῃ
ὁ μὲν τὴν χεῖρα ἀνέτεινεν ἐς τὸ πλῆθος· οἱ δὲ ἀν-
εβόησαν, ἐς τὸν οὐρανὸν ἀνασχόντες τὰς χεῖρας, οἱ δὲ
πρὸς αὐτὸν Ἀλέξανδρον· πολλοῖς δὲ καὶ δάκρυα ἐπὶ  
τῷ ἀνελπίστῳ προεχύθη ἀκούσια. καὶ οἱ μὲν τῶν
ὑπασπιστῶν Κλίνην προσέφερον αὐτῷ ἐκκομιζομένῳ ἐκ
τῆς νεώς, ὁ δὲ τὸν ἵππον προσαγαγεῖν ἐκέλευσεν. ὡς
δὲ ἐπιβὰς τοῦ ἵππου ὤφθη αὖθις, κρότῳ δὴ πολλῷ
ἐπεκτύπησεν ἡ στρατιὰ πᾶσα, ἐπήχησαν δὲ αἵ τε ὄχθαι
καὶ αἱ πλησίον αὐτῶν νάπαι. προσάγων δὲ ἤδη τῇ
σκηνῇ καταβαίνει ἀπὸ τοῦ ἵππου, ὥστε καὶ βαδίζων
ὀφθῆναι. οἱ δὲ ἐπέλαζον ἄλλος ἄλλοθεν, οἱ μὲν χειρῶν,
οἱ δὲ γονάτων, οἱ δὲ τῆς ἐσθῆτος αὐτῆς ἁπτόμενοι,
οἱ δὲ καὶ ἰδεῖν ἐγγύθεν καί τι καὶ ἐπευφημήσαντες
ἀπελθεῖν· οἱ δὲ ταινίαις ἔβαλλον, οἱ δὲ ἄνθεσιν, ὅσα
ἐν τῷ τότε ἡ Ἰνδῶν γῆ παρεῖχε.

Φλάβιος Αρριανός. Alexandri anabasis Book 6, Ch. 29, se. 5, γρ. 7

Ἀριστόβουλος. εἶναι γὰρ ἐν Πασαργάδαις ἐν τῷ παρα-


δείσῳ τῷ βασιλικῷ Κύρου ἐκείνου τάφον καὶ περὶ
αὐτὸν ἄλσος πεφυτεῦσθαι δένδρων παντοίων καὶ ὕδατι
εἶναι κατάρρυτον καὶ πόαν βαθεῖαν πεφυκέναι ἐν τῷ
λειμῶνι, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν τάφον τὰ κάτω λίθου τετρα-
πέδου ἐς τετράγωνον σχῆμα πεποιῆσθαι, ἄνωθεν δὲ
οἴκημα ἐπεῖναι λίθινον ἐστεγασμένον, θυρίδα ἔχον
φέρουσαν ἔσω στενήν, ὡς μόλις ἂν εἶναι ἑνὶ ἀνδρὶ
243

οὐ μεγάλῳ πολλὰ κακοπαθοῦντι παρελθεῖν. ἐν δὲ τῷ


οἰκήματι πύελον χρυσῆν κεῖσθαι, ἵνα τὸ σῶμα τοῦ
Κύρου ἐτέθαπτο, καὶ Κλίνην παρὰ τῇ πυέλῳ· πόδας
δὲ εἶναι τῇ κλίνῃ χρυσοῦς σφυρηλάτους καὶ τάπητα
ἐπίβλημα τῶν Βαβυλωνίων καὶ καυνάκας πορφυροῦς
ὑποστρώματα. ἐπεῖναι δὲ καὶ κάνδυς καὶ ἄλλους χιτῶνας
τῆς Βαβυλωνίου ἐργασίας. καὶ ἀναξυρίδες Μηδικαὶ καὶ
στολαὶ ὑακινθινοβαφεῖς λέγει ὅτι ἔκειντο, αἱ δὲ πορ-
φύρας αἱ δὲ ἄλλης καὶ ἄλλης χρόας, καὶ στρεπτοὶ καὶ
ἀκινάκαι καὶ ἐνώτια χρυσοῦ τε καὶ λίθων κολλητά, καὶ
τράπεζα ἔκειτο. ἐν μέσῳ δὲ τῆς Κλίνης ἡ πύελος
ἔκειτο ἡ τὸ σῶμα τὸ Κύρου ἔχουσα. εἶναι δὲ ἐντὸς
τοῦ περιβόλου πρὸς τῇ ἀναβάσει τῇ ἐπὶ τὸν τάφον

Φλάβιος Αρριανός. Alexandri anabasis Book 6, Ch. 29, se. 5, γρ. 8

δείσῳ τῷ βασιλικῷ Κύρου ἐκείνου τάφον καὶ περὶ


αὐτὸν ἄλσος πεφυτεῦσθαι δένδρων παντοίων καὶ ὕδατι
εἶναι κατάρρυτον καὶ πόαν βαθεῖαν πεφυκέναι ἐν τῷ
λειμῶνι, καὶ αὐτὸν δὲ τὸν τάφον τὰ κάτω λίθου τετρα-
πέδου ἐς τετράγωνον σχῆμα πεποιῆσθαι, ἄνωθεν δὲ
οἴκημα ἐπεῖναι λίθινον ἐστεγασμένον, θυρίδα ἔχον
φέρουσαν ἔσω στενήν, ὡς μόλις ἂν εἶναι ἑνὶ ἀνδρὶ
οὐ μεγάλῳ πολλὰ κακοπαθοῦντι παρελθεῖν. ἐν δὲ τῷ
οἰκήματι πύελον χρυσῆν κεῖσθαι, ἵνα τὸ σῶμα τοῦ
Κύρου ἐτέθαπτο, καὶ Κλίνην παρὰ τῇ πυέλῳ· πόδας
δὲ εἶναι τῇ κλίνῃ χρυσοῦς σφυρηλάτους καὶ τάπητα
ἐπίβλημα τῶν Βαβυλωνίων καὶ καυνάκας πορφυροῦς
ὑποστρώματα. ἐπεῖναι δὲ καὶ κάνδυς καὶ ἄλλους χιτῶνας
τῆς Βαβυλωνίου ἐργασίας. καὶ ἀναξυρίδες Μηδικαὶ καὶ
στολαὶ ὑακινθινοβαφεῖς λέγει ὅτι ἔκειντο, αἱ δὲ πορ-
φύρας αἱ δὲ ἄλλης καὶ ἄλλης χρόας, καὶ στρεπτοὶ καὶ
ἀκινάκαι καὶ ἐνώτια χρυσοῦ τε καὶ λίθων κολλητά, καὶ
τράπεζα ἔκειτο. ἐν μέσῳ δὲ τῆς Κλίνης ἡ πύελος
ἔκειτο ἡ τὸ σῶμα τὸ Κύρου ἔχουσα. εἶναι δὲ ἐντὸς
τοῦ περιβόλου πρὸς τῇ ἀναβάσει τῇ ἐπὶ τὸν τάφον
φερούσῃ οἴκημα σμικρὸν τοῖς Μάγοις πεποιημένον, οἳ

Φλάβιος Αρριανός. Alexandri anabasis Book 6, Ch. 29, se. 6, γρ. 6

οὐ μεγάλῳ πολλὰ κακοπαθοῦντι παρελθεῖν. ἐν δὲ τῷ


οἰκήματι πύελον χρυσῆν κεῖσθαι, ἵνα τὸ σῶμα τοῦ
Κύρου ἐτέθαπτο, καὶ Κλίνην παρὰ τῇ πυέλῳ· πόδας
244

δὲ εἶναι τῇ κλίνῃ χρυσοῦς σφυρηλάτους καὶ τάπητα


ἐπίβλημα τῶν Βαβυλωνίων καὶ καυνάκας πορφυροῦς
ὑποστρώματα. ἐπεῖναι δὲ καὶ κάνδυς καὶ ἄλλους χιτῶνας
τῆς Βαβυλωνίου ἐργασίας. καὶ ἀναξυρίδες Μηδικαὶ καὶ
στολαὶ ὑακινθινοβαφεῖς λέγει ὅτι ἔκειντο, αἱ δὲ πορ-
φύρας αἱ δὲ ἄλλης καὶ ἄλλης χρόας, καὶ στρεπτοὶ καὶ
ἀκινάκαι καὶ ἐνώτια χρυσοῦ τε καὶ λίθων κολλητά, καὶ
τράπεζα ἔκειτο. ἐν μέσῳ δὲ τῆς Κλίνης ἡ πύελος
ἔκειτο ἡ τὸ σῶμα τὸ Κύρου ἔχουσα. εἶναι δὲ ἐντὸς
τοῦ περιβόλου πρὸς τῇ ἀναβάσει τῇ ἐπὶ τὸν τάφον
φερούσῃ οἴκημα σμικρὸν τοῖς Μάγοις πεποιημένον, οἳ
δὴ ἐφύλασσον τὸν Κύρου τάφον ἔτι ἀπὸ Καμβύσου  
τοῦ Κύρου, παῖς παρὰ πατρὸς ἐκδεχόμενος τὴν φυλα-
κήν. καὶ τούτοις πρόβατόν τε ἐς ἡμέραν ἐδίδοτο ἐκ
βασιλέως καὶ ἀλεύρων τε καὶ οἴνου τεταγμένα καὶ
ἵππος κατὰ μῆνα ἐς θυσίαν τῷ Κύρῳ. ἐπεγέγραπτο δὲ ὁ
τάφος Περσικοῖς γράμμασι· καὶ ἐδήλου Περσιστὶ τάδε·
ὦ ἄνθρωπε, ἐγὼ Κῦρός εἰμι ὁ Καμβύσου ὁ τὴν

Φλάβιος Αρριανός. Alexandri anabasis Book 6, Ch. 29, se. 9, γρ. 4

κήν. καὶ τούτοις πρόβατόν τε ἐς ἡμέραν ἐδίδοτο ἐκ


βασιλέως καὶ ἀλεύρων τε καὶ οἴνου τεταγμένα καὶ
ἵππος κατὰ μῆνα ἐς θυσίαν τῷ Κύρῳ. ἐπεγέγραπτο δὲ ὁ
τάφος Περσικοῖς γράμμασι· καὶ ἐδήλου Περσιστὶ τάδε·
ὦ ἄνθρωπε, ἐγὼ Κῦρός εἰμι ὁ Καμβύσου ὁ τὴν
ἀρχὴν Πέρσαις καταστησάμενος καὶ τῆς Ἀσίας
βασιλεύσας. μὴ οὖν φθονήσῃς μοι τοῦ μνήματος.
 Ἀλέξανδρος δὲ (ἐπιμελὲς γὰρ ἦν αὐτῷ, ὁπότε ἕλοι
Πέρσας, παριέναι ἐς τοῦ Κύρου τὸν τάφον) τὰ μὲν
ἄλλα καταλαμβάνει ἐκπεφορημένα πλὴν τῆς πυέλου καὶ
τῆς Κλίνης· οἱ δὲ καὶ τὸ σῶμα τοῦ Κύρου ἐλωβήσαντο
ἀφελόντες τὸ πῶμα τῆς πυέλου καὶ τὸν νεκρὸν ἐξ-
έβαλον· αὐτὴν δὲ τὴν πύελον ἐπειρῶντο εὔογκόν σφισι
ποιήσασθαι καὶ ταύτῃ εὔφορον τὰ μὲν παρακόπτοντες,
τὰ δὲ ξυνθλῶντες αὐτῆς. ὡς δὲ οὐ προὐχώρει
αὐτοῖς τοῦτο τὸ ἔργον, οὕτω δὴ ἐάσαντες τὴν πύελον
ἀπῆλθον. καὶ λέγει Ἀριστόβουλος αὐτὸς ταχθῆναι
πρὸς Ἀλεξάνδρου κοσμῆσαι ἐξ ὑπαρχῆς τῷ Κύρῳ τὸν
τάφον. καὶ τοῦ μὲν σώματος ὅσαπερ ἔτι σῶα ἦν
καταθεῖναι ἐς τὴν πύελον καὶ τὸ πῶμα ἐπιθεῖναι, ὅσα
δὲ λελώβητο αὐτῆς κατορθῶσαι· καὶ τὴν Κλίνην
245

Φλάβιος Αρριανός. Alexandri anabasis Book 6, Ch. 29, se. 10, γρ. 5

τῆς Κλίνης· οἱ δὲ καὶ τὸ σῶμα τοῦ Κύρου ἐλωβήσαντο


ἀφελόντες τὸ πῶμα τῆς πυέλου καὶ τὸν νεκρὸν ἐξ-
έβαλον· αὐτὴν δὲ τὴν πύελον ἐπειρῶντο εὔογκόν σφισι
ποιήσασθαι καὶ ταύτῃ εὔφορον τὰ μὲν παρακόπτοντες,
τὰ δὲ ξυνθλῶντες αὐτῆς. ὡς δὲ οὐ προὐχώρει
αὐτοῖς τοῦτο τὸ ἔργον, οὕτω δὴ ἐάσαντες τὴν πύελον
ἀπῆλθον. καὶ λέγει Ἀριστόβουλος αὐτὸς ταχθῆναι
πρὸς Ἀλεξάνδρου κοσμῆσαι ἐξ ὑπαρχῆς τῷ Κύρῳ τὸν
τάφον. καὶ τοῦ μὲν σώματος ὅσαπερ ἔτι σῶα ἦν
καταθεῖναι ἐς τὴν πύελον καὶ τὸ πῶμα ἐπιθεῖναι, ὅσα
δὲ λελώβητο αὐτῆς κατορθῶσαι· καὶ τὴν Κλίνην
ἐντεῖναι ταινίαις καὶ τἆλλα ὅσα ἐς κόσμον ἔκειτο κατὰ
ἀριθμόν τε καὶ τοῖς πάλαι ὅμοια ἀποθεῖναι καὶ τὴν
θυρίδα δὲ ἀφανίσαι τὰ μὲν αὐτῆς λίθῳ ἐνοικοδομήσαντα,  
τὰ δὲ πηλῷ ἐμπλάσαντα, καὶ ἐπιβαλεῖν τῷ πηλῷ τὸ
σημεῖον τὸ βασιλικόν. Ἀλέξανδρος δὲ ξυλλαβὼν τοὺς
Μάγους τοὺς φύλακας τοῦ τάφου ἐστρέβλωσεν, ὡς κατ-
ειπεῖν τοὺς δράσαντας, οἱ δὲ οὐδὲν οὔτε σφῶν οὔτε ἄλλου
κατεῖπον στρεβλούμενοι, οὐδὲ ἄλλῃ πῃ ἐξηλέγχοντο ξυν-
ειδότες τῷ ἔργῳ· καὶ ἐπὶ τῷδε ἀφείθησαν ἐξ Ἀλεξάνδρου.
 Ἔνθεν δὲ ἐς τὰ βασίλεια ᾔει τὰ Περσῶν, ἃ δὴ

Φλάβιος Αρριανός. Alexandri anabasis Book 7, Ch. 3, se. 3, γρ. 4

ἀπαλλαγέντα, εἰ μή τις ταύτῃ ὑπεικάθοι, οὕτω δὴ


ὅπῃ ἐπήγγελλεν αὐτός, κελεῦσαι νησθῆναι αὐτῷ πυράν,
καὶ ταύτης ἐπιμεληθῆναι Πτολεμαῖον τὸν Λάγου τὸν
σωματοφύλακα. οἱ δὲ καὶ πομπήν τινα προπομπεῦσαι
αὐτοῦ λέγουσιν ἵππους τε καὶ ἄνδρας, τοὺς μὲν
ὡπλισμένους, τοὺς δὲ θυμιάματα παντοῖα τῇ πυρᾷ
ἐπιφέροντας· οἱ δὲ καὶ ἐκπώματα χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ
καὶ ἐσθῆτα βασιλικὴν λέγουσιν ὅτι ἔφερον. αὐτῷ δὲ
παρασκευασθῆναι μὲν ἵππον, ὅτι βαδίσαι ἀδυνάτως  
εἶχεν ὑπὸ τῆς νόσου· οὐ μὴν δυνηθῆναί γε οὐδὲ τοῦ
ἵππου ἐπιβῆναι, ἀλλὰ ἐπὶ Κλίνης γὰρ κομισθῆναι
φερόμενον, ἐστεφανωμένον τε τῷ Ἰνδῶν νόμῳ καὶ
ᾄδοντα τῇ Ἰνδῶν γλώσσῃ. οἱ δὲ Ἰνδοὶ λέγουσιν ὅτι
ὕμνοι θεῶν ἦσαν καὶ αὐτῶν ἔπαινοι. καὶ τὸν μὲν
246

ἵππον τοῦτον ὅτου ἐπιβήσεσθαι ἔμελλε, βασιλικὸν ὄντα


τῶν Νησαίων, πρὶν ἀναβῆναι ἐπὶ τὴν πυρὰν Λυσι-
μάχῳ χαρίσασθαι, τῶν τινι θεραπευόντων αὐτὸν ἐπὶ
σοφίᾳ· τῶν δὲ δὴ ἐκπωμάτων ἢ στρωμάτων ὅσα
ἐμβληθῆναι εἰς τὴν πυρὰν κόσμον αὐτῷ τετάχει Ἀλέξ-
ανδρος, ἄλλα ἄλλοις δοῦναι τῶν ἀμφ' αὑτόν. οὕτω
δὴ ἐπιβάντα τῇ πυρᾷ κατακλιθῆναι μὲν ἐν κόσμῳ,

Φλάβιος Αρριανός. Alexandri anabasis Book 7, Ch. 25, se. 2, γρ. 1

ἀπαλλάττεσθαι ἐθέλειν ἐπὶ κοιτῶνα εἰσὶν οἳ ἀν-


έγραψαν· Μήδιον δὲ αὐτῷ ἐντυχόντα, τῶν ἑταίρων ἐν
τῷ τότε τὸν πιθανώτατον, δεηθῆναι κωμάσαι παρὰ
οἷ· γενέσθαι γὰρ ἂν ἡδὺν τὸν κῶμον.
 Καὶ αἱ βασίλειοι ἐφημερίδες ὧδε ἔχουσιν· πίνειν
παρὰ Μηδίῳ αὐτὸν κωμάσαντα· ἔπειτα ἐξαναστάντα
καὶ λουσάμενον καθεύδειν τε καὶ αὖθις δειπνεῖν παρὰ
Μηδίῳ καὶ αὖθις πίνειν πόρρω τῶν νυκτῶν· ἀπαλ-
λαχθέντα δὲ τοῦ πότου λούσασθαι· καὶ λουσάμενον
ὀλίγον τι ἐμφαγεῖν καὶ καθεύδειν αὐτοῦ, ὅτι ἤδη
ἐπύρεσσεν. ἐκκομισθέντα δὲ ἐπὶ Κλίνης πρὸς τὰ ἱερὰ
θῦσαι ὡς νόμος ἐφ' ἑκάστῃ ἡμέρᾳ, καὶ τὰ ἱερὰ ἐπι-
θέντα κατακεῖσθαι ἐν τῷ ἀνδρῶνι ἔστε ἐπὶ κνέφας.
ἐν τούτῳ δὲ τοῖς ἡγεμόσι παραγγέλλειν ὑπὲρ τῆς
πορείας καὶ τοῦ πλοῦ, τοὺς μὲν ὡς πεζῇ ἰόντας παρα-
σκευάζεσθαι ἐς τετάρτην ἡμέραν, τοὺς δὲ ἅμα οἷ
πλέοντας ὡς εἰς πέμπτην πλευσουμένους. ἐκεῖθεν δὲ
κατακομισθῆναι ἐπὶ τῆς Κλίνης ὡς ἐπὶ τὸν ποταμόν,
καὶ πλοίου ἐπιβάντα διαπλεῦσαι πέραν τοῦ ποταμοῦ  
ἐς τὸν παράδεισον, κἀκεῖ αὖθις λουσάμενον ἀνα-
παύεσθαι. ἐς δὲ τὴν ὑστεραίαν λούσασθαί τε

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae (0081:


001)
“Dionysii Halicarnasei antiquitatum Romanarum quae supersunt, 4
vols.”, Ed. Jacoby, [Link]: Teubner, 1:1885; 2:1888; 3:1891; 4:1905,
Repr. 1967.
Book 2, Ch. 67, se. 4, γρ. 2
247

παρὰ τῇ θεῷ μέχρι θανάτου, τότε δὲ εἰς τὸν τῆς


ἐκλιπούσης ἀριθμὸν ἑτέρα πάλιν ὑπὸ τῶν ἱεροφαν-
τῶν ἀποδείκνυται. τιμαὶ δὲ αὐταῖς ἀποδέδονται παρὰ
τῆς πόλεως πολλαὶ καὶ καλαί, δι' ἃς οὔτε παίδων
αὐταῖς ἐστι πόθος οὔτε γάμων, τιμωρίαι τε ἐπὶ τοῖς
ἁμαρτανομένοις κεῖνται μεγάλαι, ὧν ἐξετασταί τε
καὶ κολασταὶ κατὰ νόμον εἰσὶν οἱ ἱεροφάνται, τὰς
μὲν ἄλλο τι τῶν ἐλαττόνων ἁμαρτανούσας ῥάβδοις
μαστιγοῦντες, τὰς δὲ φθαρείσας αἰσχίστῳ τε καὶ
ἐλεεινοτάτῳ παραδιδόντες θανάτῳ. ζῶσαι γὰρ ἔτι
πομπεύουσιν ἐπὶ Κλίνης φερόμεναι τὴν ἀποδεδειγμέ-
νην τοῖς νεκροῖς ἐκφοράν, ἀνακλαιομένων αὐτὰς καὶ
προπεμπόντων φίλων τε καὶ συγγενῶν, κομισθεῖσαι
δὲ μέχρι τῆς Κολλίνης πύλης, ἐντὸς τείχους εἰς σηκὸν
ὑπὸ γῆς κατεσκευασμένον ἅμα τοῖς ἐνταφίοις κόσμοις
τίθενται καὶ οὔτ' ἐπιστήματος οὔτ' ἐναγισμῶν οὔτ'
ἄλλου τῶν νομίμων οὐδενὸς τυγχάνουσι. πολλὰ μὲν
οὖν καὶ ἄλλα δοκεῖ μηνύματα εἶναι τῆς οὐχ ὁσίως
ὑπηρετούσης τοῖς ἱεροῖς, μάλιστα δὲ ἡ σβέσις τοῦ
πυρός, ἣν ὑπὲρ ἅπαντα τὰ δεινὰ Ῥωμαῖοι δεδοίκασιν
ἀφανισμοῦ τῆς πόλεως σημεῖον ὑπολαμβάνοντες,

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae


Book 4, Ch. 65, se. 1, γρ. 1

γυναῖκα καλλίστην οὖσαν τῶν ἐν Ῥώμῃ γυναικῶν καὶ


σωφρονεστάτην ἐπεχείρησεν ὁ Σέξτος διαφθεῖραι, πα-
λαίτερον μὲν ἔτι εἰργόμενος, ὁπότε κατάγοιτο παρὰ τῷ
συγγενεῖ, τότε δὲ καιρὸν ἁρμόττοντα οἰόμενος ἔχειν.
ὡς δὲ μετὰ τὸ δεῖπνον ἀπῆλθε κοιμησόμενος ἐπισχὼν
τῆς νυκτὸς πολὺ μέρος, ἐπειδὴ καθεύδειν ἅπαντας
ἐνόμιζεν, ἀναστὰς ἧκεν ἐπὶ τὸ δωμάτιον, ἐν ᾧ τὴν
Λουκρητίαν ᾔδει καθεύδουσαν, καὶ λαθὼν τοὺς παρὰ
ταῖς θύραις τοῦ δωματίου κοιμωμένους εἰσέρχεται
ξίφος ἔχων.
 Ἐπιστὰς δὲ τῇ κλίνῃ διεγερθείσης ἅμα τῷ
συνεῖναι τὸν ψόφον τῆς γυναικὸς καὶ πυνθανομένης,
ὅστις εἴη, φράσας τοὔνομα σιωπᾶν ἐκέλευε καὶ μένειν
ἐν τῷ δωματίῳ σφάξειν αὐτὴν ἀπειλήσας, ἐὰν ἐπιχει-
ρήσῃ φεύγειν ἢ βοᾶν. τούτῳ καταπληξάμενος τῷ τρόπῳ
τὴν ἄνθρωπον αἱρέσεις αὐτῇ δύο προὔτεινεν, ὧν πο-
248

τέραν αὐτὴ προῃρεῖτο λαβεῖν ἠξίου, θάνατον μετ'  


αἰσχύνης ἢ βίον μετ' εὐδαιμονίας.

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae


Book 4, Ch. 76, se. 3, γρ. 5

λας· τοῦτο μεθερμηνευόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα γλῶτ-


ταν τοὔνομα συμβούλους ἢ προβούλους δύναται δη-
λοῦν, κωνσίλια γὰρ οἱ Ῥωμαῖοι τὰς συμβουλὰς καλοῦσιν·
ὕπατοι δ' ὑφ' Ἑλλήνων ἀνὰ χρόνον ὠνομάσθησαν ἐπὶ
τοῦ μεγέθους τῆς ἐξουσίας, ὅτι πάντων τ' ἄρχουσι
καὶ τὴν ἀνωτάτω χώραν ἔχουσι. τὸ γὰρ ὑπερέχον καὶ
ἄκρον ὕπατον ἐκάλουν οἱ παλαιοί. ταῦτα βουλευσά-
μενοί τε καὶ καταστησάμενοι καὶ τοὺς θεοὺς εὐχαῖς  
λιτανεύσαντες συλλαβέσθαι σφίσιν ὁσίων καὶ δικαίων
ἔργων ἐφιεμένοις ἐξῄεσαν εἰς τὴν ἀγοράν. ἠκολούθουν
δ' αὐτοῖς οἱ θεράποντες ἐπὶ Κλίνης μέλασιν ἀμφίοις
ἐστρωμένης κομίζοντες ἀθεράπευτόν τε καὶ πεφυρμένην
αἵματι τὴν νεκράν· ἣν πρὸ τοῦ βουλευτηρίου τεθῆναι
κελεύσαντες ὑψηλὴν καὶ περιφανῆ συνεκάλουν τὸν δῆ-
μον εἰς ἐκκλησίαν. ὄχλου δὲ συναχθέντος οὐ μόνον
τοῦ κατ' ἀγορὰν τότ' ὄντος, ἀλλὰ καὶ τοῦ κατὰ τὴν
πόλιν ὅλην· διεξῄεσαν γὰρ οἱ κήρυκες διὰ τῶν στε-
νωπῶν τὸν δῆμον εἰς τὴν ἀγορὰν καλοῦντες· ἀναβὰς
ὁ Βροῦτος, ἔνθα τοῖς συνάγουσι τὰς ἐκκλησίας δημη-
γορεῖν ἔθος ἦν, καὶ τοὺς πατρικίους παραστησάμενος
ἔλεξε τοιάδε.

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae


Book 7, Ch. 72, se. 12, γρ. 2

ὅσα τούτοις ὅμοια. οὗτοι κατέσκωπτόν τε καὶ κατε-


μιμοῦντο τὰς σπουδαίας κινήσεις ἐπὶ τὰ γελοιότερα
μεταφέροντες. δηλοῦσι δὲ καὶ αἱ τῶν θριάμβων εἴσοδοι
παλαιὰν καὶ ἐπιχώριον οὖσαν Ῥωμαίοις τὴν κέρτομον
καὶ σατυρικὴν παιδιάν. ἐφεῖται γὰρ τοῖς κατάγουσι
τὰς νίκας ἰαμβίζειν τε καὶ κατασκώπτειν τοὺς ἐπιφανε-
στάτους ἄνδρας αὐτοῖς στρατηλάταις, ὡς Ἀθήνησι τοῖς
πομπευταῖς τοῖς ἐπὶ τῶν ἁμαξῶν πρότερον ἅμα [τοῖς]
σκώμμασι παροχουμένοις, νῦν δὲ ποιήματ' ᾄδουσιν
249

αὐτοσχέδια. εἶδον δὲ καὶ ἐν ἀνδρῶν ἐπισήμων ταφαῖς


ἅμα ταῖς ἄλλαις πομπαῖς προηγουμένους τῆς Κλίνης
τοὺς σατυριστῶν χοροὺς κινουμένους τὴν σίκιννιν ὄρ-
χησιν, μάλιστα δ' ἐν τοῖς τῶν εὐδαιμόνων κήδεσιν.
ὅτι δ' οὔτε Λιγύων οὔτ' Ὀμβρικῶν οὔτ' ἄλλων τινῶν
βαρβάρων τῶν ἐν Ἰταλίᾳ κατοικούντων εὕρημα ἡ σατυ-
ρικὴ παιδιὰ καὶ ὄρχησις ἦν, ἀλλ' Ἑλλήνων, δέδοικα,
μὴ καὶ ὀχληρὸς εἶναί τισι δόξω, λόγοις πλείοσι πιστοῦ-
σθαι ὁμολογούμενον πρᾶγμα βουλόμενος.

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae


Book 8, Ch. 59, se. 3, γρ. 3

φόνον ἐπόθουν λαβεῖν ὡς ἀνόμου ἔργου καὶ ἀσυμφόρου


ταῖς πόλεσιν ἄρξαντας, ἄνευ δίκης ἐν χειρῶν νόμῳ
τινὰ ἀποκτεῖναι καὶ ταῦθ' ἡγεμόνα. μάλιστα δ' ἠγανά-
κτουν οἱ ταῖς στρατείαις αὐτοῦ παραγενόμενοι, καὶ
ἐπειδὴ ζῶντι αὐτῷ οὐχ ἱκανοὶ ἐγένοντο κωλυταὶ τῆς
συμφορᾶς, τὰς μετὰ τὸν θάνατον ὀφειλομένας ἔγνωσαν
ἀποδιδόναι χάριτας, συμφέροντες εἰς τὴν ἀγοράν, ὅσων
ἔδει τοῖς ἀγαθοῖς ἀνδράσιν εἰς τὴν ἀναγκαίαν τιμήν.
ἐπειδὴ δὲ πάντ' εὐτρέπιστο, θέντες ἐπὶ στρωμνῆς ἐκ-
πρεπεστάτῳ ἠσκημένης κόσμῳ τὴν αὐτοκρατορικὴν
ἔχοντα ἐσθῆτα, καὶ πρὸ τῆς Κλίνης αὐτοῦ φέρεσθαι
κελεύσαντες λάφυρά τε καὶ σκῦλα καὶ στεφάνους καὶ
μνήμας ὧν εἷλε πόλεων, ἤραντο τὴν Κλίνην οἱ λαμ-
πρότατοι τῶν νέων ἐν τοῖς κατὰ πολέμους ἔργοις· καὶ
κομίσαντες εἰς τὸ προάστειον, ὃ μάλιστα ἦν ἐπιφανές,
ἔθεσαν ἐπὶ τὴν παρεσκευασμένην πυράν, συμπροπεμ-
πούσης τὸ σῶμα τῆς πόλεως ὅλης μετ' οἰμωγῆς τε καὶ
δακρύων. ἔπειτα κατασφάξαντές τ' αὐτῷ πολλὰ βο-
σκήματα καὶ τῶν ἄλλων ἀπαρξάμενοι πάντων, ὅσων
ἄνθρωποι βασιλεῦσιν ἢ στρατιᾶς ἡγεμόσιν ἐπὶ πυραῖς
ἀπάρχονται, παρέμειναν οἱ μάλιστα τὸν ἄνδρα

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae


Book 8, Ch. 59, se. 3, γρ. 5

τινὰ ἀποκτεῖναι καὶ ταῦθ' ἡγεμόνα. μάλιστα δ' ἠγανά-


κτουν οἱ ταῖς στρατείαις αὐτοῦ παραγενόμενοι, καὶ
ἐπειδὴ ζῶντι αὐτῷ οὐχ ἱκανοὶ ἐγένοντο κωλυταὶ τῆς
συμφορᾶς, τὰς μετὰ τὸν θάνατον ὀφειλομένας ἔγνωσαν
250

ἀποδιδόναι χάριτας, συμφέροντες εἰς τὴν ἀγοράν, ὅσων


ἔδει τοῖς ἀγαθοῖς ἀνδράσιν εἰς τὴν ἀναγκαίαν τιμήν.
ἐπειδὴ δὲ πάντ' εὐτρέπιστο, θέντες ἐπὶ στρωμνῆς ἐκ-
πρεπεστάτῳ ἠσκημένης κόσμῳ τὴν αὐτοκρατορικὴν
ἔχοντα ἐσθῆτα, καὶ πρὸ τῆς Κλίνης αὐτοῦ φέρεσθαι
κελεύσαντες λάφυρά τε καὶ σκῦλα καὶ στεφάνους καὶ
μνήμας ὧν εἷλε πόλεων, ἤραντο τὴν Κλίνην οἱ λαμ-
πρότατοι τῶν νέων ἐν τοῖς κατὰ πολέμους ἔργοις· καὶ
κομίσαντες εἰς τὸ προάστειον, ὃ μάλιστα ἦν ἐπιφανές,
ἔθεσαν ἐπὶ τὴν παρεσκευασμένην πυράν, συμπροπεμ-
πούσης τὸ σῶμα τῆς πόλεως ὅλης μετ' οἰμωγῆς τε καὶ
δακρύων. ἔπειτα κατασφάξαντές τ' αὐτῷ πολλὰ βο-
σκήματα καὶ τῶν ἄλλων ἀπαρξάμενοι πάντων, ὅσων
ἄνθρωποι βασιλεῦσιν ἢ στρατιᾶς ἡγεμόσιν

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Antiquitates Romanae


Book 11, Ch. 39, se. 5, γρ. 5

αὐτῶν ἀκροώμενοι, διὰ πολλὰς προφάσεις, ἀλλ', εἰ


γένοιτο ἰσχυρὰ τὰ τῶν ἐναντίων, ἄσμενοι χωρήσειν ἐπ'
ἐκείνους. ἐρημούμενον δὴ θεωρῶν ἑαυτὸν ὁ Ἄππιος
ἠναγκάσθη μεταγνῶναι καὶ ἀπελθεῖν ἐκ τῆς ἀγορᾶς,
ὃ καὶ μάλιστ' ὤνησεν αὐτόν. ἐπιβαλλόμενος γὰρ ὑπὸ
τοῦ δημοτικοῦ πλήθους καλὰς ἔτισεν ἂν αὐτῷ τὰς
δίκας. μετὰ τοῦτ' ἐξουσίας ὅσης ἐβούλοντο τυχόντες
οἱ περὶ τὸν Οὐαλέριον ἐνεφοροῦντο τῶν κατ' ὀλιγαρ-
χίας λόγων καὶ τοὺς ἔτι ἐνδοιάζοντας ἐξεδημαγώγουν.
ἔτι δὲ μᾶλλον ἐξηλλοτρίωσαν τὸν πολιτικὸν ὄχλον οἱ
τῆς κόρης συγγενεῖς Κλίνην τε κομίσαντες εἰς τὴν
ἀγορὰν καὶ τὸν ἄλλον κόσμον τὸν ἐπιτάφιον οἷον
ἐδύναντο πολυτελέστατον παρασκευάσαντες, καὶ τὴν
ἐκφορὰν τοῦ σώματος διὰ τῶν ἐπιφανεστάτων τῆς
πόλεως ποιησάμενοι στενωπῶν, ὅθεν ὑπὸ πλείστων
ὀφθήσεσθαι ἔμελλον. ἐξεπήδων γὰρ ἐκ τῶν οἰκιῶν
γυναῖκές τε καὶ παρθένοι τὸ πάθος ἀποδυρόμεναι, αἱ
μὲν ἄνθη καὶ στεφάνους βάλλουσαι κατὰ τῆς Κλίνης,
αἱ δὲ τελαμῶνας ἢ μίτρας, αἱ δὲ ἀθύρματα [κόμης]  
παρθενικά, καί που τινὲς καὶ πλοκάμων ἀποκειράμεναι
βοστρύχους.

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., De Demosthenis dictione


251

(0081: 006)
“Dionysii Halicarnasei quae exstant, vol. 5”, Ed. Usener, H.,
Radermacher, L.
Leipzig: Teubner, 1899, Repr. 1965.
Se. 11, γρ. 51

μένων οὐθὲν εἶπεν. ἔλεγε δ' ὡς αὐτὸς μὲν δειπνῶν


τύχοι, οὗτος δὲ μεθύων ἔλθοι, ἐκκόψας δὲ τὴν θύραν
καὶ εἰσελθὼν κακῶς λέγοι αὐτὸν καὶ τὸν Ἀντίμαχον
καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν. Ἀντίμαχος δὲ ὠργίζετο μὲν
αὐτοῖς ὡς μεγάλα ἡμαρτηκόσιν, ὅμως δὲ μάρτυρας πα-
ρακαλέσας ἠρώτα αὐτόν, πῶς εἰσέλθοι. ὃ δὲ κελεύ-
σαντος Τίσιδος καὶ τῶν οἰκείων ἔφασκε. συμβουλευόν-
των δὲ τῶν εἰσελθόντων ὡς τάχιστα λῦσαι καὶ τὰ
γεγενημένα δεινὰ νομιζόντων εἶναι ἀπέδοσαν αὐτὸν
τοῖς ἀδελφοῖς. οὐ δυναμένου δὲ βαδίζειν, ἐκόμισαν  
αὐτὸν εἰς τὸ Δεῖγμα ἐν κλίνῃ καὶ ἐπέδειξαν πολλοῖς
μὲν Ἀθηναίων πολλοῖς δὲ καὶ τῶν ἄλλων ξένων οὕτως
διακείμενον, ὥστε τοὺς ἰδόντας μὴ μόνον τοῖς ποιή-
σασιν ὀργίζεσθαι ἀλλὰ καὶ τῆς πόλεως κατηγορεῖν, ὅτι
οὐ δημοσίᾳ οὐδὲ παραχρῆμα τοὺς τὰ τοιαῦτα ἐξαμαρ-
τάνοντας τιμωρεῖται.’

Dionysius Halicarnassensis Hist., Rhet., Ars rhetorica [Sp.] (0081:


016)
“Dionysii Halicarnasei quae exstant, vol. 6”, Ed. Usener, H.,
Radermacher, L.
Leipzig: Teubner, 1929, Repr. [Link]. 9, se. 16, γρ. 23

  κρείσσων εἰς ἐμέθεν καὶ φέρτερος οὐκ ὀλίγον περ


  ἔγχει· ἐγὼ δέ κε σεῖο νοήματί γε προβαλοίμην
  πολλόν, ἐπεὶ πρότερος γενόμην καὶ πλείονα οἶδα.
ἤδη τὰ προοίμια τῆς ἐπιτιμήσεως, ὥςπερ καὶ τὸ
  μὴ δ' οὕτως ἀγαθός περ ἐών, θεοείκελ' Ἀχιλλεῦ,
  κλέπτε νόῳ, ἐπεὶ οὐ παρελεύσεαι οὐδέ με πείσεις.
εἶτα εἰπὼν τῆς γνώμης τὴν ἀρχὴν ἐπάγει
  τῶ τοι ἐπιτλήτω κραδίη μύθοισιν ἐμοῖσιν.
  αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κόρος ἀνθρώποισιν,
  ἧς τε πλείστην μὲν καλάμην χθονὶ χαλκὸς ἔχευεν,
  ἄμητος δ' ὀλίγιστος, ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα
  Ζεύς, ὅς τ' ἀνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτυκται.
καὶ ἡ εἰκὼν πέρας τῆς συμβουλῆς. εἰδέναι οὖν χρὴ
252

ὅτι αὕτη ἡ εἰκὼν σοφία ἐστὶ τοῦ Ὀδυσσέως τοῦ Ὁμήρου.


ἐπιτίμησις γάρ ἐστι πικρὰ πρὸς τὸν Ἀχιλλέα καὶ δι'
ἀπορρήτων λυπηρὰ παραίνεσις. διὰ τοῦτο καὶ τὸ
προοίμιον αὐτῷ μακρόν ἐστι·

Dionysius Geogr., Per Bosporum navigatio (0083: 003)


“Dionysii Byzantii anaplus Bospori una cum scholiis x saeculi, 2nd edn.”,
Ed. Güngerich, [Link]: Weidmann, [Link]. 25, γρ. 3

Βύζας ἀνὴρ ἶσα θεῷ τετιμημένος, ἀφ' οὗ τὸ Βυζάντιον. Σημύστρα


γε μὴν ἐκινδύνευσε παρ' ὀλίγον πόλις εἶναι· ἐν ταύτῃ γὰρ κατέ-
θεντο τῆς πόλεως τὴν κτίσιν οἱ τῆς ἀποικίας ἡγεμόνες. λαμπομένων
δὲ τῶν ἱερῶν κόραξ ἁρπάσας ἐκ μέσης τῆς φλογὸς ἔνια τῶν μηρίων  
καὶ εἰς ὕψος ἀρθεὶς ἐπὶ τὴν Βοσπόριον ἄκραν ἐφέρετο· τοῦτο πρὸς
Ἀπόλλωνος εἴκασαν τὸ τέρας οἱ λόγιοι τῶν Ἑλλήνων· φράζει δ'
αὐτοῖς βουκόλος ἀνήρ, ἀπὸ σκοπῆς θεασάμενος, ὅποι κατέθετο τῶν
ἱερείων τὴν ἁρπαγήν· οἱ δ' εἵποντο τῷ σημείῳ.
Κατόπιν δὲ τῆς Σημύστρας, μικρὸν ὑπὲρ τὰς τῶν ποταμῶν
ἐκβολὰς ἀρχὴ τῆς ἐπὶ θάτερα τοῦ Κέρως περιαγωγῆς, Δρέπανον
ἐπίκαμπτος ἄκρα. μεθ' ἣν λόφος ὀξύς, ἀθρόως κατακλινὴς ἐπὶ τὴν
θάλασσαν· ὠνόμασται δὲ Βουκόλος, εὐχαρίστου μνήμης τὸν μηνυτὴν
ἀξιωσάντων· ἔνθεν ἰδεῖν δοκεῖ τὸν κτίστην ὄρνιν. μετὰ δὲ Βουκόλον
Μάνδραι καὶ Δρῦς· αἱ μὲν παρὰ τὸ ἡσύχιον τοῦ χωρίου καὶ σκε-
πανόν – θαλάττῃ γὰρ ἀπηνέμῳ προσκλύζεται – , Δρῦς δ' ἀπ'
ἄλσους· τοῦτο δὲ τέμενος Ἀπόλλωνος.
Κάμψαντι δὲ τὴν ἄκραν ἐπιμήκης κόλπος, Αὐλεὼν ὄνομα·
μεθ' ὃν γέφυρα, Φιλίππου τοῦ Μακεδόνος ἔργον ἀπ' ἀμφο-
τέρας τῆς ἠπείρου ζεῦγμα διατείναντος· καταβάλλει δ' εἰς τὸν βυθὸν
ἕρματα λίθων καὶ χῶμα παμμέγεθες ἐκ πολυχειρίας, ὡς ἔχοι γεφυ-  
ρωθέντος αὐτῷ τοῦ Κέρατος κατὰ γῆν ἀφθόνοις χρῆσθαι

Dionysius Geogr., Per Bosporum navigatio Se. 52, γρ. 2

τῷ Γέροντι· καὶ δημοσίᾳ τετίμηται.


Γείτων δ' αὐτῷ Παράβολος, ἀπὸ τῆς ἀνωμαλίᾳ τοῦ πελάγους
κινδυνευομένης ἄγρας· εἰς γὰρ ἀκάλυπτον καὶ γυμνὴν κατιὼν τὴν
ῥαχίαν τῆς θαλάσσης, ὁ ῥοῦς παραβόλους ὡς ἀληθῶς καὶ τῷ παρὰ  
μικρὸν ἀποτυγχανομένας δίδωσι τὰς θήρας τῶν ἰχθύων. ἔνθεν
Κάλαμος καὶ Βυθίας· ὁ μὲν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν καλάμων, ὁ
253

δὲ Βυθίας, κείμενος ἐν σκέπῃ τῶν ἀκρωτηρίων, ἀπὸ τοῦ βυθοῦ


κατὰ παρατροπὴν ὠνόμασται. δάφνη δ' ἐν αὐτῷ, Μηδείας τῆς
Αἰήτου φυτόν, ὡς λόγος. τούτῳ παράλληλος λόφος ὕπτιος, ἠρέμα
κατακλινὴς ἐπὶ θάλατταν καὶ Μητρὸς Θεῶν ἱερόν· ἀπὸ δὲ τῶν
ἐποικησάντων αὐτῷ Βάκα (?) τοὔνομα.
Μεθ' ὃν ἄκρα προτενής, πολὺν ἐγκολπιζομένη λιμένα καὶ παχεῖ
τῷ προπίπτοντι κρημνῷ τὰς βορείους τῆς θαλάττης πληγὰς ἀμυνο-
μένη· καθ' ὃ μὲν γὰρ εἰς ἀμέτρητον ἐμβεβληκυῖα τὸν βυθὸν πρὸς
τὴν δύσιν ὑποστρέφει, μεγέθει τε διαρκῆ καὶ πνευμάτων σκεπανὸν
παρέχει τὸν ὅρμον· τῷ δὲ προέχοντι πολλὴν καὶ θρασεῖαν ἐκδέχεται
τοῦ ῥεύματος τὴν βίαν ὁμοίαν δράκοντος. ποτὲ μὲν γὰρ οἷα παλιν-
σπάστου κυκεὼν πελάγους εἱλεῖται κατ' αὐτήν, ποτὲ δὲ ῥόθιον εἰς
τὸ κάταντες ὠθεῖ τὴν θάλασσαν· καὶ πολλὰς εἶδον ναῦς μεστάς,
οὐριοδρομούσας τοῖς ἱστίοις, ὑποφερομένας εἰς τοὐπίσω μαχομένου  

Αριστοτέλης Ethica Nicomachea (0086: 010)


“Aristotelis ethica Nicomachea”, Ed. Bywater, [Link]: Clarendon
Press, 1894, Repr. [Link] σελ. 1133b, γρ. 23

δύναται· ὅμως δὲ βούλεται μένειν μᾶλλον. διὸ δεῖ πάντα


τετιμῆσθαι· οὕτω γὰρ ἀεὶ ἔσται ἀλλαγή, εἰ δὲ τοῦτο, κοινω-
νία. τὸ δὴ νόμισμα ὥσπερ μέτρον σύμμετρα ποιῆσαν ἰσά-
ζει· οὔτε γὰρ ἂν μὴ οὔσης ἀλλαγῆς κοινωνία ἦν, οὔτ' ἀλλαγὴ
ἰσότητος μὴ οὔσης, οὔτ' ἰσότης μὴ οὔσης συμμετρίας. τῇ μὲν
οὖν ἀληθείᾳ ἀδύνατον τὰ τοσοῦτον διαφέροντα σύμμετρα
γενέσθαι, πρὸς δὲ τὴν χρείαν ἐνδέχεται ἱκανῶς. ἓν δή τι δεῖ
εἶναι, τοῦτο δ' ἐξ ὑποθέσεως· διὸ νόμισμα καλεῖται· τοῦτο  
γὰρ πάντα ποιεῖ σύμμετρα· μετρεῖται γὰρ πάντα νομί-
σματι. οἰκία α, μναῖ δέκα β, Κλίνη γ. τὸ α τοῦ β ἥμισυ,
εἰ πέντε μνῶν ἀξία ἡ οἰκία, ἢ ἴσον· ἡ δὲ Κλίνη δέκατον
μέρος, τὸ γ τοῦ β· δῆλον τοίνυν πόσαι κλῖναι ἴσον
οἰκίᾳ, ὅτι πέντε. ὅτι δ' οὕτως ἡ ἀλλαγὴ ἦν πρὶν τὸ νόμισμα
εἶναι, δῆλον· διαφέρει γὰρ οὐδὲν ἢ κλῖναι πέντε ἀντὶ οἰκίας,
ἢ ὅσου αἱ πέντε κλῖναι.
 Τί μὲν οὖν τὸ ἄδικον καὶ τί τὸ δίκαιόν ἐστιν, εἴρηται.
διωρισμένων δὲ τούτων δῆλον ὅτι ἡ δικαιοπραγία μέσον ἐστὶ
τοῦ ἀδικεῖν καὶ ἀδικεῖσθαι· τὸ μὲν γὰρ πλέον ἔχειν τὸ δ'
ἔλαττόν ἐστιν. ἡ δὲ δικαιοσύνη μεσότης τίς ἐστιν, οὐ τὸν
αὐτὸν δὲ τρόπον ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς,

Αριστοτέλης Ethica Nicomachea


254

Bekker σελ. 1133b, γρ. 24

τετιμῆσθαι· οὕτω γὰρ ἀεὶ ἔσται ἀλλαγή, εἰ δὲ τοῦτο, κοινω-


νία. τὸ δὴ νόμισμα ὥσπερ μέτρον σύμμετρα ποιῆσαν ἰσά-
ζει· οὔτε γὰρ ἂν μὴ οὔσης ἀλλαγῆς κοινωνία ἦν, οὔτ' ἀλλαγὴ
ἰσότητος μὴ οὔσης, οὔτ' ἰσότης μὴ οὔσης συμμετρίας. τῇ μὲν
οὖν ἀληθείᾳ ἀδύνατον τὰ τοσοῦτον διαφέροντα σύμμετρα
γενέσθαι, πρὸς δὲ τὴν χρείαν ἐνδέχεται ἱκανῶς. ἓν δή τι δεῖ
εἶναι, τοῦτο δ' ἐξ ὑποθέσεως· διὸ νόμισμα καλεῖται· τοῦτο  
γὰρ πάντα ποιεῖ σύμμετρα· μετρεῖται γὰρ πάντα νομί-
σματι. οἰκία α, μναῖ δέκα β, Κλίνη γ. τὸ α τοῦ β ἥμισυ,
εἰ πέντε μνῶν ἀξία ἡ οἰκία, ἢ ἴσον· ἡ δὲ Κλίνη δέκατον
μέρος, τὸ γ τοῦ β· δῆλον τοίνυν πόσαι κλῖναι ἴσον
οἰκίᾳ, ὅτι πέντε. ὅτι δ' οὕτως ἡ ἀλλαγὴ ἦν πρὶν τὸ νόμισμα
εἶναι, δῆλον· διαφέρει γὰρ οὐδὲν ἢ κλῖναι πέντε ἀντὶ οἰκίας,
ἢ ὅσου αἱ πέντε κλῖναι.
 Τί μὲν οὖν τὸ ἄδικον καὶ τί τὸ δίκαιόν ἐστιν, εἴρηται.
διωρισμένων δὲ τούτων δῆλον ὅτι ἡ δικαιοπραγία μέσον ἐστὶ
τοῦ ἀδικεῖν καὶ ἀδικεῖσθαι· τὸ μὲν γὰρ πλέον ἔχειν τὸ δ'
ἔλαττόν ἐστιν. ἡ δὲ δικαιοσύνη μεσότης τίς ἐστιν, οὐ τὸν
αὐτὸν δὲ τρόπον ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς, ἀλλ' ὅτι μέσου ἐστίν·
ἡ δ' ἀδικία τῶν ἄκρων. καὶ ἡ μὲν δικαιοσύνη ἐστὶ

Αριστοτέλης De generatione animalium (0086: 012)


“Aristotelis de generatione animalium”, Ed. Drossaart Lulofs,
[Link]: Clarendon Press, 1965, Repr. [Link] σελ. 724a, γρ.
24

 Ἀρχὴ δὲ καὶ ταύτης τῆς σκέψεως καὶ τῶν ἑπομένων


πρῶτον λαβεῖν περὶ σπέρματος τί ἐστιν· οὕτω γὰρ καὶ περὶ
τῶν ἔργων αὐτοῦ καὶ τῶν περὶ αὐτὸ συμβαινόντων ἔσται
μᾶλλον εὐθεώρητον. βούλεται δὲ τοιοῦτον τὴν φύσιν εἶναι τὸ
σπέρμα ἐξ οὗ τὰ κατὰ φύσιν συνιστάμενα γίγνεται πρώτου,
οὐ τῷ ἐξ ἐκείνου τι εἶναι τὸ ποιοῦν οἷον τοῦ ἀνθρώπου· γίγνε-
ται γὰρ ἐκ τούτου ὅτι τοῦτό ἐστι τὸ σπέρμα. ἐπεὶ δὲ πολ-
λαχῶς γίγνεται ἄλλο ἐξ ἄλλου – ἕτερον γὰρ τρόπον ὡς ἐξ
ἡμέρας φαμὲν νὺξ γίγνεται καὶ ἐκ παιδὸς ἀνήρ, ὅτι τόδε
μετὰ τόδε· ἄλλον δὲ τρόπον ὡς ἐκ χαλκοῦ ἀνδριὰς καὶ
ἐκ ξύλου Κλίνη καὶ τἆλλα ὅσα ὡς ἐξ ὕλης γίγνεσθαι τὰ
γιγνόμενα λέγομεν, ἔκ τινος ἐνυπάρχοντος καὶ σχηματι-
σθέντος τὸ ὅλον ἐστίν. ἕτερον δὲ τρόπον ὡς ἐκ μουσικοῦ ἄμου-
σος καὶ ὡς ἐξ ὑγιοῦς κάμνων καὶ ὅλως ὡς τὸ ἐναντίον ἐκ
τοῦ ἐναντίου. ἔτι δὲ παρὰ ταῦτα ὡς Ἐπίχαρμος ποιεῖ τὴν
255

ἐποικοδόμησιν, ἐκ τῆς διαβολῆς ἡ λοιδορία, ἐκ δὲ ταύτης


ἡ μάχη· ταῦτα δὲ πάντα ἔκ τινος ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως.
τῶν δὲ τοιούτων ἐνίων μὲν ἐν αὐτοῖς ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεώς  
ἐστιν οἷον καὶ ἐν τοῖς νῦν εἰρημένοις (μέρος γάρ τι ἡ δια-
βολὴ τῆς πάσης ταραχῆς ἐστιν), ἐνίων δ' ἔξω οἷον αἱ
τέχναι τῶν δημιουργουμένων καὶ ὁ λύχνος τῆς καιομένης

Αριστοτέλης De generatione animalium Bekker σελ. 729b, γρ. 17

μενον καὶ λαμβάνον τὴν μορφὴν τὸ τοῦ ἐν τῇ θήλει πε-


ριττώματος λοιπόν. κατά τε δὴ τὸν λόγον οὕτω φαίνεται
καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων. καθόλου τε γὰρ ἐπισκοποῦσιν οὐ φαίνεται
γιγνόμενον ἓν ἐκ τοῦ παθητικοῦ καὶ τοῦ ποιοῦντος ὡς ἐνυπάρ-
χοντος ἐν τῷ γιγνομένῳ τοῦ ποιοῦντος, οὐδ' ὅλως δὴ ἐκ τοῦ κι-
νουμένου καὶ κινοῦντος. ἀλλὰ μὴν τό γε θῆλυ ᾗ θῆλυ πα-
θητικόν, τὸ δ' ἄρρεν ᾗ ἄρρεν ποιητικὸν καὶ ὅθεν ἡ ἀρχὴ
τῆς κινήσεως. ὥστε ἂν ληφθῇ τὰ ἄκρα ἑκατέρων, ᾗ τὸ μὲν
ποιητικὸν καὶ κινοῦν τὸ δὲ παθητικὸν καὶ κινούμενον, οὐκ ἔστιν
ἐκ τούτων τὸ γιγνόμενον ἕν, ἀλλ' ἢ οὕτως ὡς ἐκ τοῦ τέκτονος
καὶ ξύλου ἡ Κλίνη ἢ ὡς ἐκ τοῦ κηροῦ καὶ τοῦ εἴδους ἡ σφαῖ-
ρα. δῆλον ἄρα ὅτι οὔτ' ἀνάγκη ἀπιέναι τι ἀπὸ τοῦ ἄρρενος,
οὔτ' εἴ τι ἀπέρχεται διὰ τοῦτο ἐκ τούτου ὡς ἐνυπάρχοντος τὸ
γεννώμενόν ἐστιν ἀλλ' ὡς ἐκ κινήσαντος καὶ τοῦ εἴδους, ὡς
καὶ ἀπὸ τῆς ἰατρικῆς ὁ ὑγιασθείς. συμβαίνει δ' ὁμολογού-
μενα τῷ λόγῳ καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων. διὰ τοῦτο γὰρ ἔνια τῶν
ἀρρένων καὶ συνδυαζομένων τοῖς θήλεσιν οὐδὲ μόριον οὐθὲν
φαίνεται προϊέμενα εἰς τὸ θῆλυ ἀλλὰ τοὐναντίον τὸ θῆλυ
εἰς τὸ ἄρρεν, οἷον συμβαίνει ἐν ἐνίοις τῶν ἐντόμων. ὃ γὰρ τοῖς
προϊεμένοις ἀπεργάζεται τὸ σπέρμα ἐν τῷ θήλει, τούτοις ἡ
ἐν τῷ ζῴῳ αὐτῷ θερμότης καὶ δύναμις ἀπεργάζεται,

Αριστοτέλης De generatione et corruptione (0086: 013)“Aristote. De


la génération et de la corruption”, Ed. Mugler, C.
Paris: Les Belles Lettres, [Link] σελ. 335b, γρ. 33

πραττομένων. Εἰ δὲ τὴν ὕλην τις φήσειε γεννᾶν διὰ


τὴν κίνησιν, φυσικώτερον μὲν ἂν λέγοι τῶν οὕτω λεγόντων·  
τὸ γὰρ ἀλλοιοῦν καὶ τὸ μετασχηματίζον αἰτιώτερόν τε τοῦ
γεννᾶν, καὶ ἐν ἅπασιν εἰώθαμεν τοῦτο λέγειν τὸ ποιοῦν, ὁμοίως
ἔν τε τοῖς φύσει καὶ ἐν τοῖς ἀπὸ τέχνης, ὃ ἂν ᾖ κινητικόν.
 Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ οὗτοι οὐκ ὀρθῶς λέγουσιν· τῆς μὲν γὰρ
256

ὕλης τὸ πάσχειν ἐστὶ καὶ τὸ κινεῖσθαι, τὸ δὲ κινεῖν καὶ


ποιεῖν ἑτέρας δυνάμεως. Δῆλον δὲ καὶ ἐπὶ τῶν τέχνῃ καὶ
ἐπὶ τῶν φύσει γινομένων· οὐ γὰρ αὐτὸ ποιεῖ τὸ ὕδωρ ζῷον
ἐξ αὑτοῦ, οὐδὲ τὸ ξύλον Κλίνην, ἀλλ' ἡ τέχνη. Ὥστε καὶ οὗτοι
διὰ τοῦτο λέγουσιν οὐκ ὀρθῶς, καὶ ὅτι παραλείπουσι τὴν κυριω-
τέραν αἰτίαν· ἐξαιροῦσι γὰρ τὸ τί ἦν εἶναι καὶ τὴν μορφήν.
Ἔτι δὲ καὶ τὰς δυνάμεις ἀποδιδόασι τοῖς σώμασι, δι' ἃς
γεννῶσι, λίαν ὀργανικῶς, ἀφαιροῦντες τὴν κατὰ τὸ εἶδος
αἰτίαν. Ἐπειδὴ γὰρ πέφυκεν, ὥς φασι, τὸ μὲν θερμὸν
διακρίνειν τὸ δὲ ψυχρὸν συνιστάναι, καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον
τὸ μὲν ποιεῖν τὸ δὲ πάσχειν, ἐκ τούτων λέγουσι καὶ
διὰ τούτων ἅπαντα τἆλλα γίνεσθαι καὶ φθείρεσθαι· φαίνεται
δὲ καὶ τὸ πῦρ αὐτὸ κινούμενον καὶ πάσχον. Ἔτι δὲ
παραπλήσιον ποιοῦσιν ὥσπερ εἴ τις τῷ πρίονι καὶ ἑκάστῳ

Αριστοτέλης Historia animalium (0086: 014)“Aristote. Histoire des


animaux, vols. 1–3”, Ed. Louis, [Link]: Les Belles Lettres, 1:1964;
2:1968; 3:[Link] σελ. 610a, γρ. 23

           Πολέμιοι δὲ καὶ ὁ λέων καὶ ὁ


θὼς ἀλλήλοις· ὠμοφάγοι γὰρ ὄντες ἀπὸ τῶν αὐτῶν ζῶσιν.
Μάχονται δὲ καὶ ἐλέφαντες σφοδρῶς πρὸς ἀλλήλους, καὶ
τύπτουσι τοῖς ὀδοῦσι σφᾶς αὐτούς· ὁ δ' ἡττηθεὶς δουλοῦται
ἰσχυρῶς, καὶ οὐχ ὑπομένει τὴν τοῦ νικήσαντος φωνήν. Δια-
φέρουσι δὲ καὶ τῇ ἀνδρείᾳ ἀλλήλων οἱ ἐλέφαντες θαυμαστὸν
ὅσον. Χρῶνται δ' οἱ Ἰνδοὶ πολεμιστηρίοις, καθάπερ τοῖς ἄρ-
ρεσι, καὶ ταῖς θηλείαις· εἰσὶ μέντοι καὶ ἐλάττονες αἱ θή-
λειαι καὶ ἀψυχότεραι πολύ. Τοὺς δὲ τοίχους καταβάλλει ὁ
ἐλέφας τοὺς ὀδόντας τοὺς μεγάλους προσβάλλων· τοὺς δὲ
φοίνικας τῷ μετώπῳ, ἕως ἂν κατακλίνῃ, ἔπειτα τοῖς πο-  
σὶν ἐπιβαίνων κατατείνει ἐπὶ τῆς γῆς. Ἔστι δὲ καὶ ἡ θήρα
τῶν ἐλεφάντων τοιάδε· ἀναβάντες ἐπί τινας τῶν τιθασσῶν
καὶ ἀνδρείων διώκουσι, καὶ ὅταν καταλάβωσι, τύπτειν
προστάττουσι τούτοις, ἕως ἂν ἐκλύσωσιν· τότε δ' ὁ ἐλεφαν-
τιστὴς ἐπιπηδήσας κατευθύνει τῷ δρεπάνῳ. Ταχέως δὲ μετὰ
ταῦτα τιθασσεύεταί τε καὶ πειθαρχεῖ. Ἐπιβεβηκότος μὲν οὖν
τοῦ ἐλεφαντιστοῦ ἅπαντες πραεῖς εἰσιν, ὅταν δ' ἀποβῇ, οἱ μὲν
οἱ δ' οὔ· ἀλλὰ τῶν ἐξαγριουμένων τὰ ἐμπρόσθια σκέλη δες-
257

μεύουσι σειραῖς, ἵν' ἡσυχάζωσιν. Ἔστι δ' ἡ θήρα καὶ μεγά-


λων ἤδη ὄντων καὶ πώλων.  

Αριστοτέλης Mechanica (0086: 023)“Aristotelis opera, vol. 2”, Ed.


Bekker, I.
Berlin: Reimer, 1831, Repr. [Link] σελ. 856b, γρ. 11

ἓξ ποδῶν καὶ μικρῷ μείζω πλευράν, τὴν δὲ τριῶν; καὶ


διὰ τί ἐντείνουσιν οὐ κατὰ διάμετρον; ἢ τὸ μὲν μέγεθος τη-
λικαύτας, ὅπως τοῖς σώμασιν ὦσι σύμμετροι; γίνονται
γὰρ οὕτω διπλασιόπλευροι, τετραπήχεις μὲν τὸ μῆκος, δι-
πήχεις δὲ τὸ πλάτος. ἐντείνουσι δὲ οὐ κατὰ διάμετρον ἀλλ'
ἀπ' ἐναντίας, ὅπως τά τε ξύλα ἧττον διασπᾶται· τάχιστα
γὰρ σχίζεται κατὰ φύσιν διαιρούμενα ταύτῃ, καὶ ἑλκό-
μενα πονεῖ μάλιστα. ἔτι ἐπειδὴ δεῖ βάρος δύνασθαι τὰ
σπαρτία φέρειν, οὕτως ἧττον πονέσει λοξοῖς τοῖς σπαρτίοις
ἐπιτιθεμένου τοῦ βάρους ἢ πλαγίοις. ἔτι δὲ ἔλαττον οὕτω
σπαρτίον ἀναλίσκεται. ἔστω γὰρ Κλίνη ἡ ΑΖΗΙ, καὶ δί-
χα διῃρήσθω ἡ ΖΗ κατὰ τὸ Β. ἴσα δὴ τρυπήματά ἐστιν
ἐν τῇ ΖΒ καὶ ἐν τῇ ΖΑ. καὶ γὰρ αἱ πλευραὶ ἴσαι εἰσίν·
ἡ γὰρ ὅλη ΖΗ διπλασία ἐστίν. ἐντείνουσι δ' ὡς γέγραπται,
ἀπὸ τοῦ Α ἐπὶ τὸ Β, εἶτα οὗ τὸ Γ, εἶτα οὗ τὸ Δ, εἶτα οὗ
τὸ Θ, εἶτα οὗ τὸ Ε. καὶ οὕτως ἀεί, ἕως ἂν εἰς γωνίαν
καταστρέψωσιν ἄλλην· δύο γὰρ ἔχουσι γωνίαι τὰς ἀρχὰς
τοῦ σπαρτίου. ἴσα δέ ἐστι τὰ σπαρτία κατὰ τὰς κάμψεις,
τό τε ΑΒ καὶ ΒΓ τῷ ΓΔ καὶ ΔΘ. καὶ τὰ ἄλλα δὲ
τὰ τοιαῦτά ἐστιν, ὅτι οὕτως ἔχει ἡ αὐτὴ ἀπόδειξις. ἡ μὲν
γὰρ ΑΒ τῇ ΕΘ ἴση· ἴσαι γάρ εἰσιν αἱ πλευραὶ τοῦ ΒΗΚ

Αριστοτέλης Mechanica Bekker σελ. 856b, γρ. 32

Α χωρίου, καὶ τὰ τρυπήματα ἴσα διέστηκεν. ἡ δὲ ΒΗ ἴση


τῇ ΚΑ· ἡ γὰρ Β γωνία ἴση τῇ Η. ἐν ἴσοις γὰρ ἡ μὲν
ἐκτός, ἡ δὲ ἐντός· καὶ ἡ μὲν Β ἐστὶν ἡμίσεια ὀρθῆς· ἡ
γὰρ ΖΒ ἴση τῇ ΖΑ· καὶ γωνία δὲ ἡ κατὰ τὸ Ζ ὀρθή. ἡ
δὲ Β γωνία ἴση τῇ κατὰ τὸ Η· ἡ γὰρ κατὰ τὸ Ζ ὀρθή,
ἐπειδὴ διπλασιόπλευρον τὸ ἑτερόμηκες καὶ πρὸς μέσον κέ-
κλασται. ὥστε ἡ ΑΓ τῇ ΕΗ ἴση. ταύτῃ δὲ ἡ ΚΘ· παράλ-
ληλος γάρ. ὥστε ἡ ΒΓ ἴση τῇ ΚΘ. ἡ δὲ ΓΕ τῇ ΔΘ.
ὁμοίως δὲ καὶ αἱ ἄλλαι δείκνυνται ὅτι ἴσαι εἰσὶν αἱ κατὰ
τὰς κάμψεις δύο ταῖς δυσίν. ὥστε δῆλον ὅτι τὰ τηλικαῦτα
σπαρτία ὅσον τὸ ΑΒ, τέσσαρα τοσαῦτ' ἔνεστιν ἐν τῇ κλίνῃ·
258

ὅσον δ' ἐστὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐν τῇ ΖΗ πλευρᾷ τρυπημάτων,


καὶ ἐν τῷ ἡμίσει τῷ ΖΒ τὰ ἡμίση. ὥστε ἐν τῇ ἡμισείᾳ
κλίνῃ τηλικαῦτα μεγέθη σπαρτίων ἐστὶν ὅσον τῷ ΒΑ ἔνεστι,
τοσαῦτα δὲ τὸ πλῆθος ὅσαπερ ἐν τῷ ΒΗ τρυπήματα.
ταῦτα δὲ οὐδὲν διαφέρει λέγειν ἢ ὅσα ἐν τῇ ΑΖ καὶ ΒΖ
τὰ συνάμφω. εἰ δὲ κατὰ διάμετρον ἐνταθῇ τὰ σπαρτία,
ὡς ἐν τῇ ΑΒΓΔ κλίνῃ ἔχει, τὰ ἡμίσεά εἰσιν οὐ τοσαῦτα  
ὅσα αἱ πλευραὶ ἀμφοῖν, αἱ ΑΖ ΖΗ· τὰ ἴσα δέ, ὅσα
ἐν τῷ ΖΒΖΑ τρυπήματα ἔνεστιν. μείζονες δέ εἰσιν αἱ ΑΖ
ΒΖ δύο οὖσαι τῆς ΑΒ. ὥστε καὶ τὸ σπαρτίον

Αριστοτέλης Mechanica Bekker σελ. 856b, γρ. 35

γὰρ ΖΒ ἴση τῇ ΖΑ· καὶ γωνία δὲ ἡ κατὰ τὸ Ζ ὀρθή. ἡ


δὲ Β γωνία ἴση τῇ κατὰ τὸ Η· ἡ γὰρ κατὰ τὸ Ζ ὀρθή,
ἐπειδὴ διπλασιόπλευρον τὸ ἑτερόμηκες καὶ πρὸς μέσον κέ-
κλασται. ὥστε ἡ ΑΓ τῇ ΕΗ ἴση. ταύτῃ δὲ ἡ ΚΘ· παράλ-
ληλος γάρ. ὥστε ἡ ΒΓ ἴση τῇ ΚΘ. ἡ δὲ ΓΕ τῇ ΔΘ.
ὁμοίως δὲ καὶ αἱ ἄλλαι δείκνυνται ὅτι ἴσαι εἰσὶν αἱ κατὰ
τὰς κάμψεις δύο ταῖς δυσίν. ὥστε δῆλον ὅτι τὰ τηλικαῦτα
σπαρτία ὅσον τὸ ΑΒ, τέσσαρα τοσαῦτ' ἔνεστιν ἐν τῇ κλίνῃ·
ὅσον δ' ἐστὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐν τῇ ΖΗ πλευρᾷ τρυπημάτων,
καὶ ἐν τῷ ἡμίσει τῷ ΖΒ τὰ ἡμίση. ὥστε ἐν τῇ ἡμισείᾳ
κλίνῃ τηλικαῦτα μεγέθη σπαρτίων ἐστὶν ὅσον τῷ ΒΑ ἔνεστι,
τοσαῦτα δὲ τὸ πλῆθος ὅσαπερ ἐν τῷ ΒΗ τρυπήματα.
ταῦτα δὲ οὐδὲν διαφέρει λέγειν ἢ ὅσα ἐν τῇ ΑΖ καὶ ΒΖ
τὰ συνάμφω. εἰ δὲ κατὰ διάμετρον ἐνταθῇ τὰ σπαρτία,
ὡς ἐν τῇ ΑΒΓΔ κλίνῃ ἔχει, τὰ ἡμίσεά εἰσιν οὐ τοσαῦτα  
ὅσα αἱ πλευραὶ ἀμφοῖν, αἱ ΑΖ ΖΗ· τὰ ἴσα δέ, ὅσα
ἐν τῷ ΖΒΖΑ τρυπήματα ἔνεστιν. μείζονες δέ εἰσιν αἱ ΑΖ
ΒΖ δύο οὖσαι τῆς ΑΒ. ὥστε καὶ τὸ σπαρτίον μεῖζον το-
σούτῳ ὅσον αἱ πλευραὶ ἄμφω μείζους εἰσὶ τῆς διαμέτρου.
 Διὰ τί χαλεπώτερον τὰ μακρὰ ξύλα ἀπ' ἄκρου
φέρειν ἐπὶ τῷ ὤμῳ ἢ κατὰ τὸ μέσον, ἴσου τοῦ βάρους ὄντος;

Αριστοτέλης Mechanica Bekker σελ. 856b, γρ. 39

ληλος γάρ. ὥστε ἡ ΒΓ ἴση τῇ ΚΘ. ἡ δὲ ΓΕ τῇ ΔΘ.


ὁμοίως δὲ καὶ αἱ ἄλλαι δείκνυνται ὅτι ἴσαι εἰσὶν αἱ κατὰ
τὰς κάμψεις δύο ταῖς δυσίν. ὥστε δῆλον ὅτι τὰ τηλικαῦτα
σπαρτία ὅσον τὸ ΑΒ, τέσσαρα τοσαῦτ' ἔνεστιν ἐν τῇ κλίνῃ·
ὅσον δ' ἐστὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐν τῇ ΖΗ πλευρᾷ τρυπημάτων,
259

καὶ ἐν τῷ ἡμίσει τῷ ΖΒ τὰ ἡμίση. ὥστε ἐν τῇ ἡμισείᾳ


κλίνῃ τηλικαῦτα μεγέθη σπαρτίων ἐστὶν ὅσον τῷ ΒΑ ἔνεστι,
τοσαῦτα δὲ τὸ πλῆθος ὅσαπερ ἐν τῷ ΒΗ τρυπήματα.
ταῦτα δὲ οὐδὲν διαφέρει λέγειν ἢ ὅσα ἐν τῇ ΑΖ καὶ ΒΖ
τὰ συνάμφω. εἰ δὲ κατὰ διάμετρον ἐνταθῇ τὰ σπαρτία,
ὡς ἐν τῇ ΑΒΓΔ κλίνῃ ἔχει, τὰ ἡμίσεά εἰσιν οὐ τοσαῦτα  
ὅσα αἱ πλευραὶ ἀμφοῖν, αἱ ΑΖ ΖΗ· τὰ ἴσα δέ, ὅσα
ἐν τῷ ΖΒΖΑ τρυπήματα ἔνεστιν. μείζονες δέ εἰσιν αἱ ΑΖ
ΒΖ δύο οὖσαι τῆς ΑΒ. ὥστε καὶ τὸ σπαρτίον μεῖζον το-
σούτῳ ὅσον αἱ πλευραὶ ἄμφω μείζους εἰσὶ τῆς διαμέτρου.
 Διὰ τί χαλεπώτερον τὰ μακρὰ ξύλα ἀπ' ἄκρου
φέρειν ἐπὶ τῷ ὤμῳ ἢ κατὰ τὸ μέσον, ἴσου τοῦ βάρους ὄντος;
πότερον ὅτι σαλευομένου τοῦ ξύλου τὸ ἄκρον κωλύει φέ-
ρειν, μᾶλλον ἀντισπῶν τῇ σαλεύσει τὴν φοράν; ἢ κἂν
μηθὲν κάμπτηται μηδ' ἔχῃ πολὺ μῆκος, ὅμως χαλεπώ-
τερον φέρειν ἀπ' ἄκρου;

Αριστοτέλης Metaphysica (0086: 025)“Aristotle's metaphysics, 2 vols.”,


Ed. Ross, [Link]: Clarendon Press, 1924, Repr. 1970 [of 1953 corr.
edn.].Bekker σελ. 984a, γρ. 24

τὰ ὁμοιομερῆ καθάπερ ὕδωρ ἢ πῦρ οὕτω γίγνεσθαι καὶ


ἀπόλλυσθαί φησι, συγκρίσει καὶ διακρίσει μόνον, ἄλλως δ'
οὔτε γίγνεσθαι οὔτ' ἀπόλλυσθαι ἀλλὰ διαμένειν ἀΐδια.  – ἐκ
μὲν οὖν τούτων μόνην τις αἰτίαν νομίσειεν ἂν τὴν ἐν ὕλης
εἴδει λεγομένην· προϊόντων δ' οὕτως, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὡδο-
ποίησεν αὐτοῖς καὶ συνηνάγκασε ζητεῖν· εἰ γὰρ ὅτι μάλιστα
πᾶσα γένεσις καὶ φθορὰ ἔκ τινος ἑνὸς ἢ καὶ πλειόνων ἐστίν,
διὰ τί τοῦτο συμβαίνει καὶ τί τὸ αἴτιον; οὐ γὰρ δὴ τό γε
ὑποκείμενον αὐτὸ ποιεῖ μεταβάλλειν ἑαυτό· λέγω δ' οἷον
οὔτε τὸ ξύλον οὔτε ὁ χαλκὸς αἴτιος τοῦ μεταβάλλειν ἑκάτε-
ρον αὐτῶν, οὐδὲ ποιεῖ τὸ μὲν ξύλον Κλίνην ὁ δὲ χαλκὸς ἀν-
δριάντα, ἀλλ' ἕτερόν τι τῆς μεταβολῆς αἴτιον. τὸ δὲ τοῦτο
ζητεῖν ἐστὶ τὸ τὴν ἑτέραν ἀρχὴν ζητεῖν, ὡς ἂν ἡμεῖς φαίη-  
μεν, ὅθεν ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως. οἱ μὲν οὖν πάμπαν ἐξ ἀρ-
χῆς ἁψάμενοι τῆς μεθόδου τῆς τοιαύτης καὶ ἓν φάσκοντες
εἶναι τὸ ὑποκείμενον οὐθὲν ἐδυσχέραναν ἑαυτοῖς, ἀλλ' ἔνιοί
γε τῶν ἓν λεγόντων, ὥσπερ ἡττηθέντες ὑπὸ ταύτης τῆς ζη-
τήσεως, τὸ ἓν ἀκίνητόν φασιν εἶναι καὶ τὴν φύσιν ὅλην οὐ
μόνον κατὰ γένεσιν καὶ φθοράν (τοῦτο μὲν γὰρ ἀρχαῖόν τε
καὶ πάντες ὡμολόγησαν) ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἄλλην μετα-
βολὴν πᾶσαν· καὶ τοῦτο αὐτῶν ἴδιόν ἐστιν.
260

Αριστοτέλης Metaphysica Bekker σελ. 998b, γρ. 2

ἀρχαὶ δοκοῦσιν εἶναι ταῦτ' ἐξ ὧν σύγκεινται αἱ φωναὶ


πρώτων, ἀλλ' οὐ τὸ κοινὸν ἡ φωνή· καὶ τῶν διαγραμμάτων
ταῦτα στοιχεῖα λέγομεν ὧν αἱ ἀποδείξεις ἐνυπάρχουσιν
ἐν ταῖς τῶν ἄλλων ἀποδείξεσιν ἢ πάντων ἢ τῶν πλείστων,
ἔτι δὲ τῶν σωμάτων καὶ οἱ πλείω λέγοντες εἶναι στοιχεῖα
καὶ οἱ ἕν, ἐξ ὧν σύγκειται καὶ ἐξ ὧν συνέστηκεν ἀρχὰς λέ-
γουσιν εἶναι, οἷον Ἐμπεδοκλῆς πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ τὰ μετὰ
τούτων στοιχεῖά φησιν εἶναι ἐξ ὧν ἐστὶ τὰ ὄντα ἐνυπαρχόν-
των, ἀλλ' οὐχ ὡς γένη λέγει ταῦτα τῶν ὄντων. πρὸς δὲ
τούτοις καὶ τῶν ἄλλων εἴ τις ἐθέλει τὴν φύσιν ἀθρεῖν, οἷον
Κλίνην ἐξ ὧν μορίων συνέστηκε καὶ πῶς συγκειμένων, τότε
γνωρίζει τὴν φύσιν αὐτῆς.  – ἐκ μὲν οὖν τούτων τῶν λόγων οὐκ
ἂν εἴησαν αἱ ἀρχαὶ τὰ γένη τῶν ὄντων· εἰ δ' ἕκαστον μὲν
γνωρίζομεν διὰ τῶν ὁρισμῶν, ἀρχαὶ δὲ τὰ γένη τῶν ὁρισμῶν
εἰσίν, ἀνάγκη καὶ τῶν ὁριστῶν ἀρχὰς εἶναι τὰ γένη. κἂν
εἰ ἔστι τὴν τῶν ὄντων λαβεῖν ἐπιστήμην τὸ τῶν εἰδῶν λαβεῖν
καθ' ἃ λέγονται τὰ ὄντα, τῶν γε εἰδῶν ἀρχαὶ τὰ γένη εἰσίν.
φαίνονται δέ τινες καὶ τῶν λεγόντων στοιχεῖα τῶν ὄντων τὸ
ἓν ἢ τὸ ὂν ἢ τὸ μέγα καὶ μικρὸν ὡς γένεσιν αὐτοῖς χρῆ-
σθαι.  – ἀλλὰ μὴν οὐδὲ ἀμφοτέρως γε οἷόν τε λέγειν τὰς

Αριστοτέλης Metaphysica Bekker σελ. 1041a, γρ. 30

κοινόν γε κατὰ πάντων καὶ σύντομον)· ζητήσειε δ' ἄν τις


διὰ τί ἅνθρωπός ἐστι ζῷον τοιονδί. τοῦτο μὲν τοίνυν
δῆλον, ὅτι οὐ ζητεῖ διὰ τί ὅς ἐστιν ἄνθρωπος ἄνθρωπός ἐστιν·
τὶ ἄρα κατά τινος ζητεῖ διὰ τί ὑπάρχει (ὅτι δ' ὑπάρχει,  
δεῖ δῆλον εἶναι· εἰ γὰρ μὴ οὕτως, οὐδὲν ζητεῖ), οἷον διὰ τί
βροντᾷ; διὰ τί ψόφος γίγνεται ἐν τοῖς νέφεσιν; ἄλλο γὰρ
οὕτω κατ' ἄλλου ἐστὶ τὸ ζητούμενον. καὶ διὰ τί ταδί, οἷον
πλίνθοι καὶ λίθοι, οἰκία ἐστίν; φανερὸν τοίνυν ὅτι ζητεῖ τὸ
αἴτιον· τοῦτο δ' ἐστὶ τὸ τί ἦν εἶναι, ὡς εἰπεῖν λογικῶς, ὃ
ἐπ' ἐνίων μέν ἐστι τίνος ἕνεκα, οἷον ἴσως ἐπ' οἰκίας ἢ κλί-
νης, ἐπ' ἐνίων δὲ τί ἐκίνησε πρῶτον· αἴτιον γὰρ καὶ τοῦτο.
ἀλλὰ τὸ μὲν τοιοῦτον αἴτιον ἐπὶ τοῦ γίγνεσθαι ζητεῖται καὶ
φθείρεσθαι, θάτερον δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ εἶναι. λανθάνει δὲ μά-
λιστα τὸ ζητούμενον ἐν τοῖς μὴ κατ' ἀλλήλων λεγομένοις,
οἷον ἄνθρωπος τί ἐστι ζητεῖται διὰ τὸ ἁπλῶς λέγεσθαι
ἀλλὰ μὴ διορίζειν ὅτι τάδε τόδε. ἀλλὰ δεῖ διαρθρώ-
σαντας ζητεῖν· εἰ δὲ μή, κοινὸν τοῦ μηθὲν ζητεῖν καὶ τοῦ
261

ζητεῖν τι γίγνεται. ἐπεὶ δὲ δεῖ ἔχειν τε καὶ ὑπάρχειν τὸ


εἶναι, δῆλον δὴ ὅτι τὴν ὕλην ζητεῖ διὰ τί τί ἐστιν· οἷον
οἰκία ταδὶ διὰ τί; ὅτι ὑπάρχει ὃ ἦν οἰκίᾳ εἶναι. καὶ ἄν-
θρωπος τοδί, ἢ τὸ σῶμα τοῦτο τοδὶ ἔχον.

Αριστοτέλης Metaphysica Bekker σελ. 1044a, γρ. 27

καὶ ἡ αὐτὴ ὕλη ὡς ἀρχὴ τοῖς γιγνομένοις, ὅμως ἔστι τις


οἰκεία ἑκάστου, οἷον φλέγματος [ἐστι πρώτη ὕλη] τὰ γλυκέα
ἢ λιπαρά, χολῆς δὲ τὰ πικρὰ ἢ ἄλλ' ἄττα· ἴσως δὲ
ταῦτα ἐκ τοῦ αὐτοῦ. γίγνονται δὲ πλείους ὗλαι τοῦ αὐτοῦ
ὅταν θατέρου ἡ ἑτέρα ᾖ, οἷον φλέγμα ἐκ λιπαροῦ καὶ γλυ-
κέος εἰ τὸ λιπαρὸν ἐκ τοῦ γλυκέος, ἐκ δὲ χολῆς τῷ ἀνα-
λύεσθαι εἰς τὴν πρώτην ὕλην τὴν χολήν. διχῶς γὰρ τόδ'
ἐκ τοῦδε, ἢ ὅτι πρὸ ὁδοῦ ἔσται ἢ ὅτι ἀναλυθέντος εἰς τὴν
ἀρχήν. ἐνδέχεται δὲ μιᾶς τῆς ὕλης οὔσης ἕτερα γίγνεσθαι
διὰ τὴν κινοῦσαν αἰτίαν, οἷον ἐκ ξύλου καὶ κιβωτὸς καὶ
Κλίνη. ἐνίων δ' ἑτέρα ἡ ὕλη ἐξ ἀνάγκης ἑτέρων ὄντων,
οἷον πρίων οὐκ ἂν γένοιτο ἐκ ξύλου, οὐδ' ἐπὶ τῇ κινούσῃ αἰτίᾳ
τοῦτο· οὐ γὰρ ποιήσει πρίονα ἐξ ἐρίου ἢ ξύλου. εἰ δ' ἄρα
τὸ αὐτὸ ἐνδέχεται ἐξ ἄλλης ὕλης ποιῆσαι, δῆλον ὅτι ἡ
τέχνη καὶ ἡ ἀρχὴ ἡ ὡς κινοῦσα ἡ αὐτή· εἰ γὰρ καὶ ἡ ὕλη
ἑτέρα καὶ τὸ κινοῦν, καὶ τὸ γεγονός.  – ὅταν δή τις ζητῇ
τὸ αἴτιον, ἐπεὶ πλεοναχῶς τὰ αἴτια λέγεται, πάσας δεῖ
λέγειν τὰς ἐνδεχομένας αἰτίας. οἷον ἀνθρώπου τίς αἰτία ὡς
ὕλη; ἆρα τὰ καταμήνια; τί δ' ὡς κινοῦν; ἆρα τὸ σπέρμα;
τί δ' ὡς τὸ εἶδος; τὸ τί ἦν εἶναι. τί δ' ὡς οὗ ἕνεκα; τὸ
τέλος. ἴσως δὲ ταῦτα ἄμφω τὸ αὐτό. δεῖ δὲ τὰ ἐγγύ

Αριστοτέλης De mundo (0086: 028)“Aristotelis qui fertur libellus de


mundo”, Ed. Lorimer, [Link]: Les Belles Lettres, [Link] σελ.
400b, γρ. 28

ἀπολογησόμενος, ὁ δὲ εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀποθανούμενος.


Γίνονται δὲ καὶ δημοθοινίαι νόμιμοι καὶ πανηγύρεις ἐνιαύ-  
σιοι θεῶν τε θυσίαι καὶ ἡρώων θεραπεῖαι καὶ χοαὶ κεκμη-
κότων· ἄλλα δὲ ἄλλως ἐνεργούμενα κατὰ μίαν πρόσταξιν ἢ
νόμιμον ἐξουσίαν σώζει τὸ τοῦ ποιήσαντος ὄντως ὅτι
      
    »πόλις δ' ὁμοῦ μὲν θυμιαμάτων γέμει,
    ὁμοῦ δὲ παιάνων τε καὶ στεναγμάτων,»
      
οὕτως ὑποληπτέον καὶ ἐπὶ τῆς μείζονος πόλεως, λέγω
262

δὲ | τοῦ κόσμου· νόμος γὰρ ἡμῖν ἰσοκλινὴς ὁ θεός, οὐ|δε-


μίαν ἐπιδεχόμενος διόρθωσιν ἢ μετάθεσιν, κρείττων δέ,
οἶμαι, καὶ βεβαιότερος τῶν ἐν ταῖς κύρβεσιν ἀναγεγραμ-
μένων. Ἡγουμένου δὲ ἀκινήτως αὐτοῦ καὶ ἐμμελῶς ὁ σύμ-
πας οἰκονομεῖται διάκοσμος οὐρανοῦ καὶ γῆς, μεμερισμένος  
κατὰ τὰς φύσεις πάσας διὰ τῶν οἰκείων σπερμάτων εἴς τε
φυτὰ καὶ ζῷα κατὰ γένη τε καὶ εἴδη· καὶ γὰρ ἄμ-
πελοι καὶ φοίνικες καὶ περσέαι

Αριστοτέλης De partibus animalium (0086: 030)“Aristote. Les parties


des animaux”, Ed. Louis, [Link]: Les Belles Lettres, [Link] σελ.
640b, γρ. 23

ἐν τῷ σώματι ῥέοντος μὲν τοῦ ὕδατος κοιλίαν γενέσθαι καὶ


πᾶσαν ὑποδοχὴν τῆς τε τροφῆς καὶ τοῦ περιττώματος, τοῦ
δὲ πνεύματος διαπορευθέντος τοὺς μυκτῆρας ἀναρραγῆναι. Ὁ
δ' ἀὴρ καὶ τὸ ὕδωρ ὕλη τῶν σωμάτων ἐστίν· ἐκ τῶν τοιού-
των γὰρ σωμάτων συνιστᾶσι τὴν φύσιν πάντες. Εἰ δ' ἔστιν ὁ
ἄνθρωπος καὶ τὰ ζῷα φύσει καὶ τὰ μόρια αὐτῶν, λεκτέον
ἂν περὶ σαρκὸς εἴη καὶ ὀστοῦ καὶ αἵματος καὶ τῶν ὁμοιομε-
ρῶν ἁπάντων. Ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἀνομοιομερῶν, οἷον προς-
ώπου, χειρός, ποδός, ᾗ τε τοιοῦτον ἕκαστόν ἐστιν αὐτῶν καὶ
κατὰ ποίαν δύναμιν. Οὐ γὰρ ἱκανὸν τὸ ἐκ τίνων ἐστίν, οἷον
πυρὸς ἢ γῆς, ὥσπερ κἂν εἰ περὶ Κλίνης ἐλέγομεν ἤ τινος
ἄλλου τῶν τοιούτων, ἐπειρώμεθα μᾶλλον ἂν διορίζειν τὸ εἶ-  
δος αὐτῆς ἢ τὴν ὕλην, οἷον τὸν χαλκὸν ἢ τὸ ξύλον· εἰ δὲ
μή, τήν γε τοῦ συνόλου· Κλίνη γὰρ τόδε ἐν τῷδε ἢ τόδε τοι-
όνδε, ὥστε κἂν περὶ τοῦ σχήματος εἴη λεκτέον, καὶ ποῖον
τὴν ἰδέαν. Ἡ γὰρ κατὰ τὴν μορφὴν φύσις κυριωτέρα τῆς
ὑλικῆς φύσεως. Εἰ μὲν οὖν τῷ σχήματι καὶ τῷ χρώματι
ἕκαστόν ἐστι τῶν τε ζῴων καὶ τῶν μορίων, ὀρθῶς ἂν Δημό-
κριτος λέγοι· φαίνεται γὰρ οὕτως ὑπολαβεῖν. Φησὶ γοῦν
παντὶ δῆλον εἶναι οἷόν τι τὴν μορφήν ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, ὡς
ὄντος αὐτοῦ τῷ τε σχήματι καὶ τῷ χρώματι γνωρίμου.

Αριστοτέλης De partibus animalium Bekker σελ. 640b, γρ. 26

δ' ἀὴρ καὶ τὸ ὕδωρ ὕλη τῶν σωμάτων ἐστίν· ἐκ τῶν τοιού-
των γὰρ σωμάτων συνιστᾶσι τὴν φύσιν πάντες. Εἰ δ' ἔστιν ὁ
ἄνθρωπος καὶ τὰ ζῷα φύσει καὶ τὰ μόρια αὐτῶν, λεκτέον
ἂν περὶ σαρκὸς εἴη καὶ ὀστοῦ καὶ αἵματος καὶ τῶν ὁμοιομε-
ρῶν ἁπάντων. Ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἀνομοιομερῶν, οἷον προς-
ώπου, χειρός, ποδός, ᾗ τε τοιοῦτον ἕκαστόν ἐστιν αὐτῶν καὶ
263

κατὰ ποίαν δύναμιν. Οὐ γὰρ ἱκανὸν τὸ ἐκ τίνων ἐστίν, οἷον


πυρὸς ἢ γῆς, ὥσπερ κἂν εἰ περὶ Κλίνης ἐλέγομεν ἤ τινος
ἄλλου τῶν τοιούτων, ἐπειρώμεθα μᾶλλον ἂν διορίζειν τὸ εἶ-  
δος αὐτῆς ἢ τὴν ὕλην, οἷον τὸν χαλκὸν ἢ τὸ ξύλον· εἰ δὲ
μή, τήν γε τοῦ συνόλου· Κλίνη γὰρ τόδε ἐν τῷδε ἢ τόδε τοι-
όνδε, ὥστε κἂν περὶ τοῦ σχήματος εἴη λεκτέον, καὶ ποῖον
τὴν ἰδέαν. Ἡ γὰρ κατὰ τὴν μορφὴν φύσις κυριωτέρα τῆς
ὑλικῆς φύσεως. Εἰ μὲν οὖν τῷ σχήματι καὶ τῷ χρώματι
ἕκαστόν ἐστι τῶν τε ζῴων καὶ τῶν μορίων, ὀρθῶς ἂν Δημό-
κριτος λέγοι· φαίνεται γὰρ οὕτως ὑπολαβεῖν. Φησὶ γοῦν
παντὶ δῆλον εἶναι οἷόν τι τὴν μορφήν ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, ὡς
ὄντος αὐτοῦ τῷ τε σχήματι καὶ τῷ χρώματι γνωρίμου. Καί-
τοι καὶ ὁ τεθνεὼς ἔχει τὴν αὐτὴν τοῦ σχήματος μορφήν,
ἀλλ' ὅμως οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος. Ἔτι δ' ἀδύνατον εἶναι χεῖρα
ὁπωσοῦν διακειμένην, οἷον χαλκῆν ἢ ξυλίνην,

Αριστοτέλης De partibus animalium Bekker σελ. 641a, γρ. 17

τοῦ σχήματος λέγουσιν· ὑπό τινων γὰρ ἐδημιουργήθησαν δυ-


νάμεων. Ἀλλ' ἴσως ὁ μὲν τέκτων ἐρεῖ πέλεκυν ἢ τρύπανον,
ὁ δ' ἀέρα καὶ γῆν, πλὴν βέλτιον ὁ τέκτων· οὐ γὰρ ἱκανὸν
ἔσται αὐτῷ τὸ τοσοῦτον εἰπεῖν, ὅτι ἐμπεσόντος τοῦ ὀργάνου
τὸ μὲν κοῖλον ἐγένετο τὸ δὲ ἐπίπεδον, ἀλλὰ διότι τὴν πλη-
γὴν ἐποιήσατο τοιαύτην, καὶ τίνος ἕνεκα, ἐρεῖ τὴν αἰτίαν,
ὅπως τοιόνδε ἢ τοιόνδε ποτὲ τὴν μορφὴν γένηται.  
                         Δῆλον
τοίνυν ὅτι οὐκ ὀρθῶς λέγουσι, καὶ ὅτι λεκτέον ὡς τοιοῦτον τὸ
ζῷον, καὶ περὶ ἐκείνου, καὶ τί καὶ ποῖόν τι, καὶ τῶν μο-
ρίων ἕκαστον, ὥσπερ καὶ περὶ τοῦ εἴδους τῆς Κλίνης. Εἰ δὴ
τοῦτό ἐστι ψυχὴ ἢ ψυχῆς μέρος ἢ μὴ ἄνευ ψυχῆς (ἀπ-
ελθούσης γοῦν οὐκέτι ζῷόν ἐστιν, οὐδὲ τῶν μορίων οὐδὲν τὸ αὐτὸ
λείπεται, πλὴν τῷ σχήματι μόνον, καθάπερ τὰ μυθευό-
μενα λιθοῦσθαι), εἰ δὴ ταῦτα οὕτως, τοῦ φυσικοῦ περὶ ψυ-
χῆς ἂν εἴη λέγειν καὶ εἰδέναι, καὶ εἰ μὴ πάσης, κατ'
αὐτὸ τοῦτο καθ' ὃ τοιοῦτο τὸ ζῷον, καὶ τί ἐστιν ἡ ψυχή,
ἢ αὐτὸ τοῦτο τὸ μόριον, καὶ περὶ τῶν συμβεβηκότων κατὰ
τὴν τοιαύτην αὐτῆς οὐσίαν, ἄλλως τε καὶ τῆς φύσεως δι-
χῶς λεγομένης καὶ οὔσης τῆς μὲν ὡς ὕλης τῆς δ' ὡς
οὐσίας. Καὶ ἔστιν αὕτη καὶ ὡς ἡ κινοῦσα καὶ ὡς τὸ τέλος.

Αριστοτέλης De partibus animalium Bekker σελ. 641a, γρ. 31


264

μενα λιθοῦσθαι), εἰ δὴ ταῦτα οὕτως, τοῦ φυσικοῦ περὶ ψυ-


χῆς ἂν εἴη λέγειν καὶ εἰδέναι, καὶ εἰ μὴ πάσης, κατ'
αὐτὸ τοῦτο καθ' ὃ τοιοῦτο τὸ ζῷον, καὶ τί ἐστιν ἡ ψυχή,
ἢ αὐτὸ τοῦτο τὸ μόριον, καὶ περὶ τῶν συμβεβηκότων κατὰ
τὴν τοιαύτην αὐτῆς οὐσίαν, ἄλλως τε καὶ τῆς φύσεως δι-
χῶς λεγομένης καὶ οὔσης τῆς μὲν ὡς ὕλης τῆς δ' ὡς
οὐσίας. Καὶ ἔστιν αὕτη καὶ ὡς ἡ κινοῦσα καὶ ὡς τὸ τέλος.
Τοιοῦτον δὲ τοῦ ζῴου ἤτοι πᾶσα ἡ ψυχὴ ἢ μέρος τι αὐτῆς.
Ὥστε καὶ οὕτως ἂν λεκτέον εἴη τῷ περὶ φύσεως θεωρητικῷ
περὶ ψυχῆς μᾶλλον ἢ περὶ τῆς ὕλης, ὅσῳ μᾶλλον ἡ
ὕλη δι' ἐκείνην φύσις ἐστὶν ἤ περ ἀνάπαλιν. Καὶ γὰρ Κλίνη καὶ
τρίπους τὸ ξύλον ἐστίν, ὅτι δυνάμει ταῦτά ἐστιν. Ἀπορήσειε
δ' ἄν τις εἰς τὸ νῦν λεχθὲν ἐπιβλέψας, πότερον περὶ πά-
σης ψυχῆς τῆς φυσικῆς ἐστι τὸ εἰπεῖν ἢ περί τινος. Εἰ
γὰρ περὶ πάσης, οὐδεμία λείπεται παρὰ τὴν φυσικὴν
ἐπιστήμην φιλοσοφία. Ὁ γὰρ νοῦς τῶν νοητῶν. Ὥστε περὶ
πάντων ἡ φυσικὴ γνῶσις ἂν εἴη· τῆς γὰρ αὐτῆς περὶ νοῦ
καὶ τοῦ νοητοῦ θεωρῆσαι, εἴπερ πρὸς ἄλληλα, καὶ ἡ αὐτὴ
θεωρία τῶν πρὸς ἄλληλα πάντων, καθάπερ καὶ περὶ αἰ-
σθήσεως καὶ τῶν αἰσθητῶν. Ἢ οὐκ ἔστι πᾶσα ἡ ψυχὴ κινή-  
σεως ἀρχή, οὐδὲ τὰ μόρια ἅπαντα, ἀλλ' αὐξήσεως μὲν

Αριστοτέλης Physica (0086: 031)“Aristotelis physica”, Ed. Ross, W.D.


Oxford: Clarendon Press, 1950, Repr. 1966 (1st edn. corr.).Bekker σελ.
191a, γρ. 9

ἀλλὰ δύο ὡς εἰπεῖν τῷ ἀριθμῷ, οὔτ' αὖ παντελῶς δύο διὰ


τὸ ἕτερον ὑπάρχειν τὸ εἶναι αὐτοῖς, ἀλλὰ τρεῖς· ἕτερον γὰρ
τὸ ἀνθρώπῳ καὶ τὸ ἀμούσῳ εἶναι, καὶ τὸ ἀσχηματίστῳ
καὶ χαλκῷ.
      πόσαι μὲν οὖν αἱ ἀρχαὶ τῶν περὶ γένεσιν φυ-
σικῶν, καὶ πῶς ποσαί, εἴρηται· καὶ δῆλόν ἐστιν ὅτι δεῖ ὑπο-
κεῖσθαί τι τοῖς ἐναντίοις καὶ τἀναντία δύο εἶναι. τρόπον δέ
τινα ἄλλον οὐκ ἀναγκαῖον· ἱκανὸν γὰρ ἔσται τὸ ἕτερον τῶν  
ἐναντίων ποιεῖν τῇ ἀπουσίᾳ καὶ παρουσίᾳ τὴν μεταβολήν. ἡ
δὲ ὑποκειμένη φύσις ἐπιστητὴ κατ' ἀναλογίαν. ὡς γὰρ πρὸς
ἀνδριάντα χαλκὸς ἢ πρὸς Κλίνην ξύλον ἢ πρὸς τῶν ἄλλων
τι τῶν ἐχόντων μορφὴν [ἡ ὕλη καὶ] τὸ ἄμορφον ἔχει πρὶν
λαβεῖν τὴν μορφήν, οὕτως αὕτη πρὸς οὐσίαν ἔχει καὶ τὸ
τόδε τι καὶ τὸ ὄν. μία μὲν οὖν ἀρχὴ αὕτη, οὐχ οὕτω μία
οὖσα οὐδὲ οὕτως ὂν ὡς τὸ τόδε τι, μία δὲ ἧς ὁ λόγος, ἔτι
265

δὲ τὸ ἐναντίον τούτῳ, ἡ στέρησις. ταῦτα δὲ πῶς δύο καὶ πῶς


πλείω, εἴρηται ἐν τοῖς ἄνω. πρῶτον μὲν οὖν ἐλέχθη ὅτι ἀρ-
χαὶ τἀναντία μόνον, ὕστερον δ' ὅτι ἀνάγκη καὶ ἄλλο τι
ὑποκεῖσθαι καὶ εἶναι τρία· ἐκ δὲ τῶν νῦν φανερὸν τίς ἡ
διαφορὰ τῶν ἐναντίων, καὶ πῶς ἔχουσιν αἱ ἀρχαὶ πρὸς
ἀλλήλας, καὶ τί τὸ ὑποκείμενον. πότερον δὲ οὐσία τὸ εἶδος

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 192b, γρ. 16

  Β.

 Τῶν ὄντων τὰ μέν ἐστι φύσει, τὰ δὲ δι' ἄλλας αἰ-


τίας, φύσει μὲν τά τε ζῷα καὶ τὰ μέρη αὐτῶν καὶ τὰ  
φυτὰ καὶ τὰ ἁπλᾶ τῶν σωμάτων, οἷον γῆ καὶ πῦρ καὶ
ἀὴρ καὶ ὕδωρ (ταῦτα γὰρ εἶναι καὶ τὰ τοιαῦτα φύσει
φαμέν), πάντα δὲ ταῦτα φαίνεται διαφέροντα πρὸς τὰ
μὴ φύσει συνεστῶτα. τούτων μὲν γὰρ ἕκαστον ἐν ἑαυτῷ
ἀρχὴν ἔχει κινήσεως καὶ στάσεως, τὰ μὲν κατὰ τόπον,
τὰ δὲ κατ' αὔξησιν καὶ φθίσιν, τὰ δὲ κατ' ἀλλοίωσιν·
Κλίνη δὲ καὶ ἱμάτιον, καὶ εἴ τι τοιοῦτον ἄλλο γένος
ἐστίν, ᾗ μὲν τετύχηκε τῆς κατηγορίας ἑκάστης καὶ
καθ' ὅσον ἐστὶν ἀπὸ τέχνης, οὐδεμίαν ὁρμὴν ἔχει μετα-
βολῆς ἔμφυτον, ᾗ δὲ συμβέβηκεν αὐτοῖς εἶναι λιθίνοις ἢ
γηΐνοις ἢ μικτοῖς ἐκ τούτων, ἔχει, καὶ κατὰ τοσοῦτον, ὡς
οὔσης τῆς φύσεως ἀρχῆς τινὸς καὶ αἰτίας τοῦ κινεῖσθαι καὶ
ἠρεμεῖν ἐν ᾧ ὑπάρχει πρώτως καθ' αὑτὸ καὶ μὴ κατὰ
συμβεβηκός (λέγω δὲ τὸ μὴ κατὰ συμβεβηκός, ὅτι γέ-
νοιτ' ἂν αὐτὸς αὑτῷ τις αἴτιος ὑγιείας ὢν ἰατρός· ἀλλ'
ὅμως οὐ καθὸ ὑγιάζεται τὴν ἰατρικὴν ἔχει, ἀλλὰ συμβέ-
βηκεν τὸν αὐτὸν ἰατρὸν εἶναι καὶ ὑγιαζόμενον· διὸ καὶ χωρί

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 193a, γρ. 11

οὖν ἐστιν ἡ φύσις, εἴρηται, καὶ τί τὸ φύσει καὶ κατὰ φύσιν.


ὡς δ' ἔστιν ἡ φύσις, πειρᾶσθαι δεικνύναι γελοῖον· φανερὸν
γὰρ ὅτι τοιαῦτα τῶν ὄντων ἐστὶν πολλά. τὸ δὲ δεικνύναι τὰ
φανερὰ διὰ τῶν ἀφανῶν οὐ δυναμένου κρίνειν ἐστὶ τὸ δι' αὑτὸ
καὶ μὴ δι' αὑτὸ γνώριμον (ὅτι δ' ἐνδέχεται τοῦτο πάσχειν, οὐκ
ἄδηλον· συλλογίσαιτο γὰρ ἄν τις ἐκ γενετῆς ὢν τυφλὸς
περὶ χρωμάτων), ὥστε ἀνάγκη τοῖς τοιούτοις περὶ τῶν ὀνομά-
των εἶναι τὸν λόγον, νοεῖν δὲ μηδέν.
                 δοκεῖ δ' ἡ φύσις καὶ ἡ
οὐσία τῶν φύσει ὄντων ἐνίοις εἶναι τὸ πρῶτον ἐνυπάρχον ἑκά-
266

στῳ, ἀρρύθμιστον ὂν καθ' ἑαυτό, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον,


ἀνδριάντος δ' ὁ χαλκός. σημεῖον δέ φησιν Ἀντιφῶν ὅτι, εἴ
τις κατορύξειε Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστε
ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ ἂν γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τὸ
μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρχον, τὴν κατὰ νόμον διάθεσιν
καὶ τὴν τέχνην, τὴν δ' οὐσίαν οὖσαν ἐκείνην ἣ καὶ διαμένει
ταῦτα πάσχουσα συνεχῶς. εἰ δὲ καὶ τούτων ἕκαστον πρὸς ἕτε-
ρόν τι ταὐτὸ τοῦτο πέπονθεν (οἷον ὁ μὲν χαλκὸς καὶ ὁ χρυσὸς
πρὸς ὕδωρ, τὰ δ' ὀστᾶ καὶ ξύλα πρὸς γῆν, ὁμοίως δὲ καὶ
τῶν ἄλλων ὁτιοῦν), ἐκεῖνο τὴν φύσιν εἶναι καὶ τὴν οὐσίαν αὐ-
τῶν. διόπερ οἱ μὲν πῦρ, οἱ δὲ γῆν, οἱ δ' ἀέρα φασίν, οἱ δὲ

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 193a, γρ. 13

γὰρ ὅτι τοιαῦτα τῶν ὄντων ἐστὶν πολλά. τὸ δὲ δεικνύναι τὰ


φανερὰ διὰ τῶν ἀφανῶν οὐ δυναμένου κρίνειν ἐστὶ τὸ δι' αὑτὸ
καὶ μὴ δι' αὑτὸ γνώριμον (ὅτι δ' ἐνδέχεται τοῦτο πάσχειν, οὐκ
ἄδηλον· συλλογίσαιτο γὰρ ἄν τις ἐκ γενετῆς ὢν τυφλὸς
περὶ χρωμάτων), ὥστε ἀνάγκη τοῖς τοιούτοις περὶ τῶν ὀνομά-
των εἶναι τὸν λόγον, νοεῖν δὲ μηδέν.
                 δοκεῖ δ' ἡ φύσις καὶ ἡ
οὐσία τῶν φύσει ὄντων ἐνίοις εἶναι τὸ πρῶτον ἐνυπάρχον ἑκά-
στῳ, ἀρρύθμιστον ὂν καθ' ἑαυτό, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον,
ἀνδριάντος δ' ὁ χαλκός. σημεῖον δέ φησιν Ἀντιφῶν ὅτι, εἴ
τις κατορύξειε Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστε
ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ ἂν γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τὸ
μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρχον, τὴν κατὰ νόμον διάθεσιν
καὶ τὴν τέχνην, τὴν δ' οὐσίαν οὖσαν ἐκείνην ἣ καὶ διαμένει
ταῦτα πάσχουσα συνεχῶς. εἰ δὲ καὶ τούτων ἕκαστον πρὸς ἕτε-
ρόν τι ταὐτὸ τοῦτο πέπονθεν (οἷον ὁ μὲν χαλκὸς καὶ ὁ χρυσὸς
πρὸς ὕδωρ, τὰ δ' ὀστᾶ καὶ ξύλα πρὸς γῆν, ὁμοίως δὲ καὶ
τῶν ἄλλων ὁτιοῦν), ἐκεῖνο τὴν φύσιν εἶναι καὶ τὴν οὐσίαν αὐ-
τῶν. διόπερ οἱ μὲν πῦρ, οἱ δὲ γῆν, οἱ δ' ἀέρα φασίν, οἱ δὲ
ὕδωρ, οἱ δ' ἔνια τούτων, οἱ δὲ πάντα ταῦτα τὴν φύσιν εἶ-
ναι τὴν τῶν ὄντων. ὃ γάρ τις αὐτῶν ὑπέλαβε τοιοῦτον, εἴτε

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 193a, γρ. 14

φανερὰ διὰ τῶν ἀφανῶν οὐ δυναμένου κρίνειν ἐστὶ τὸ δι' αὑτὸ


καὶ μὴ δι' αὑτὸ γνώριμον (ὅτι δ' ἐνδέχεται τοῦτο πάσχειν, οὐκ
267

ἄδηλον· συλλογίσαιτο γὰρ ἄν τις ἐκ γενετῆς ὢν τυφλὸς


περὶ χρωμάτων), ὥστε ἀνάγκη τοῖς τοιούτοις περὶ τῶν ὀνομά-
των εἶναι τὸν λόγον, νοεῖν δὲ μηδέν.
                 δοκεῖ δ' ἡ φύσις καὶ ἡ
οὐσία τῶν φύσει ὄντων ἐνίοις εἶναι τὸ πρῶτον ἐνυπάρχον ἑκά-
στῳ, ἀρρύθμιστον ὂν καθ' ἑαυτό, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον,
ἀνδριάντος δ' ὁ χαλκός. σημεῖον δέ φησιν Ἀντιφῶν ὅτι, εἴ
τις κατορύξειε Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστε
ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ ἂν γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τὸ
μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρχον, τὴν κατὰ νόμον διάθεσιν
καὶ τὴν τέχνην, τὴν δ' οὐσίαν οὖσαν ἐκείνην ἣ καὶ διαμένει
ταῦτα πάσχουσα συνεχῶς. εἰ δὲ καὶ τούτων ἕκαστον πρὸς ἕτε-
ρόν τι ταὐτὸ τοῦτο πέπονθεν (οἷον ὁ μὲν χαλκὸς καὶ ὁ χρυσὸς
πρὸς ὕδωρ, τὰ δ' ὀστᾶ καὶ ξύλα πρὸς γῆν, ὁμοίως δὲ καὶ
τῶν ἄλλων ὁτιοῦν), ἐκεῖνο τὴν φύσιν εἶναι καὶ τὴν οὐσίαν αὐ-
τῶν. διόπερ οἱ μὲν πῦρ, οἱ δὲ γῆν, οἱ δ' ἀέρα φασίν, οἱ δὲ
ὕδωρ, οἱ δ' ἔνια τούτων, οἱ δὲ πάντα ταῦτα τὴν φύσιν εἶ-
ναι τὴν τῶν ὄντων. ὃ γάρ τις αὐτῶν ὑπέλαβε τοιοῦτον, εἴτε
ἓν εἴτε πλείω, τοῦτο καὶ τοσαῦτά φησιν εἶναι τὴν ἅπασαν

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 193a, γρ. 34

οὐσίαν, τὰ δὲ ἄλλα πάντα πάθη τούτων καὶ ἕξεις καὶ δια-


θέσεις, καὶ τούτων μὲν ὁτιοῦν ἀΐδιον (οὐ γὰρ εἶναι μετα-
βολὴν αὐτοῖς ἐξ αὑτῶν), τὰ δ' ἄλλα γίγνεσθαι καὶ φθεί-
ρεσθαι ἀπειράκις.
       ἕνα μὲν οὖν τρόπον οὕτως ἡ φύσις λέγεται,  
ἡ πρώτη ἑκάστῳ ὑποκειμένη ὕλη τῶν ἐχόντων ἐν αὑτοῖς ἀρ-
χὴν κινήσεως καὶ μεταβολῆς, ἄλλον δὲ τρόπον ἡ μορφὴ
καὶ τὸ εἶδος τὸ κατὰ τὸν λόγον. ὥσπερ γὰρ τέχνη λέγεται
τὸ κατὰ τέχνην καὶ τὸ τεχνικόν, οὕτω καὶ φύσις τὸ κατὰ
φύσιν [λέγεται] καὶ τὸ φυσικόν, οὔτε δὲ ἐκεῖ πω φαῖμεν ἂν
ἔχειν κατὰ τὴν τέχνην οὐδέν, εἰ δυνάμει μόνον ἐστὶ Κλίνη, μή
πω δ' ἔχει τὸ εἶδος τῆς Κλίνης, οὐδ' εἶναι τέχνην, οὔτ' ἐν
τοῖς φύσει συνισταμένοις· τὸ γὰρ δυνάμει σὰρξ ἢ ὀστοῦν οὔτ'
ἔχει πω τὴν ἑαυτοῦ φύσιν, πρὶν ἂν λάβῃ τὸ εἶδος τὸ κατὰ
τὸν λόγον, ᾧ ὁριζόμενοι λέγομεν τί ἐστι σὰρξ ἢ ὀστοῦν, οὔτε
φύσει ἐστίν. ὥστε ἄλλον τρόπον ἡ φύσις ἂν εἴη τῶν ἐχόντων
ἐν αὑτοῖς κινήσεως ἀρχὴν ἡ μορφὴ καὶ τὸ εἶδος, οὐ χωρι-
στὸν ὂν ἀλλ' ἢ κατὰ τὸν λόγον. (τὸ δ' ἐκ τούτων φύσις μὲν
οὐκ ἔστιν, φύσει δέ, οἷον ἄνθρωπος.) καὶ μᾶλλον αὕτη φύσις
τῆς ὕλης· ἕκαστον γὰρ τότε λέγεται ὅταν ἐντελεχείᾳ ᾖ,
μᾶλλον ἢ ὅταν δυνάμει. ἔτι γίγνεται ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου,
268

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 193a, γρ. 35

θέσεις, καὶ τούτων μὲν ὁτιοῦν ἀΐδιον (οὐ γὰρ εἶναι μετα-
βολὴν αὐτοῖς ἐξ αὑτῶν), τὰ δ' ἄλλα γίγνεσθαι καὶ φθεί-
ρεσθαι ἀπειράκις.
       ἕνα μὲν οὖν τρόπον οὕτως ἡ φύσις λέγεται,  
ἡ πρώτη ἑκάστῳ ὑποκειμένη ὕλη τῶν ἐχόντων ἐν αὑτοῖς ἀρ-
χὴν κινήσεως καὶ μεταβολῆς, ἄλλον δὲ τρόπον ἡ μορφὴ
καὶ τὸ εἶδος τὸ κατὰ τὸν λόγον. ὥσπερ γὰρ τέχνη λέγεται
τὸ κατὰ τέχνην καὶ τὸ τεχνικόν, οὕτω καὶ φύσις τὸ κατὰ
φύσιν [λέγεται] καὶ τὸ φυσικόν, οὔτε δὲ ἐκεῖ πω φαῖμεν ἂν
ἔχειν κατὰ τὴν τέχνην οὐδέν, εἰ δυνάμει μόνον ἐστὶ Κλίνη, μή
πω δ' ἔχει τὸ εἶδος τῆς Κλίνης, οὐδ' εἶναι τέχνην, οὔτ' ἐν
τοῖς φύσει συνισταμένοις· τὸ γὰρ δυνάμει σὰρξ ἢ ὀστοῦν οὔτ'
ἔχει πω τὴν ἑαυτοῦ φύσιν, πρὶν ἂν λάβῃ τὸ εἶδος τὸ κατὰ
τὸν λόγον, ᾧ ὁριζόμενοι λέγομεν τί ἐστι σὰρξ ἢ ὀστοῦν, οὔτε
φύσει ἐστίν. ὥστε ἄλλον τρόπον ἡ φύσις ἂν εἴη τῶν ἐχόντων
ἐν αὑτοῖς κινήσεως ἀρχὴν ἡ μορφὴ καὶ τὸ εἶδος, οὐ χωρι-
στὸν ὂν ἀλλ' ἢ κατὰ τὸν λόγον. (τὸ δ' ἐκ τούτων φύσις μὲν
οὐκ ἔστιν, φύσει δέ, οἷον ἄνθρωπος.) καὶ μᾶλλον αὕτη φύσις
τῆς ὕλης· ἕκαστον γὰρ τότε λέγεται ὅταν ἐντελεχείᾳ ᾖ,
μᾶλλον ἢ ὅταν δυνάμει. ἔτι γίγνεται ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου,
ἀλλ' οὐ Κλίνη ἐκ Κλίνης· διὸ καί φασιν οὐ τὸ σχῆμα εἶναι

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 193b, γρ. 9

πω δ' ἔχει τὸ εἶδος τῆς Κλίνης, οὐδ' εἶναι τέχνην, οὔτ' ἐν


τοῖς φύσει συνισταμένοις· τὸ γὰρ δυνάμει σὰρξ ἢ ὀστοῦν οὔτ'
ἔχει πω τὴν ἑαυτοῦ φύσιν, πρὶν ἂν λάβῃ τὸ εἶδος τὸ κατὰ
τὸν λόγον, ᾧ ὁριζόμενοι λέγομεν τί ἐστι σὰρξ ἢ ὀστοῦν, οὔτε
φύσει ἐστίν. ὥστε ἄλλον τρόπον ἡ φύσις ἂν εἴη τῶν ἐχόντων
ἐν αὑτοῖς κινήσεως ἀρχὴν ἡ μορφὴ καὶ τὸ εἶδος, οὐ χωρι-
στὸν ὂν ἀλλ' ἢ κατὰ τὸν λόγον. (τὸ δ' ἐκ τούτων φύσις μὲν
οὐκ ἔστιν, φύσει δέ, οἷον ἄνθρωπος.) καὶ μᾶλλον αὕτη φύσις
τῆς ὕλης· ἕκαστον γὰρ τότε λέγεται ὅταν ἐντελεχείᾳ ᾖ,
μᾶλλον ἢ ὅταν δυνάμει. ἔτι γίγνεται ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου,
ἀλλ' οὐ Κλίνη ἐκ Κλίνης· διὸ καί φασιν οὐ τὸ σχῆμα εἶναι
τὴν φύσιν ἀλλὰ τὸ ξύλον, ὅτι γένοιτ' ἄν, εἰ βλαστάνοι, οὐ
Κλίνη ἀλλὰ ξύλον. εἰ δ' ἄρα τοῦτο φύσις, καὶ ἡ μορφὴ
φύσις· γίγνεται γὰρ ἐξ ἀνθρώπου ἄνθρωπος. ἔτι δ' ἡ φύσις
269

ἡ λεγομένη ὡς γένεσις ὁδός ἐστιν εἰς φύσιν. οὐ γὰρ ὥσπερ


ἡ ἰάτρευσις λέγεται οὐκ εἰς ἰατρικὴν ὁδὸς ἀλλ' εἰς ὑγίειαν·
ἀνάγκη μὲν γὰρ ἀπὸ ἰατρικῆς οὐκ εἰς ἰατρικὴν εἶναι τὴν ἰά-
τρευσιν, οὐχ οὕτω δ' ἡ φύσις ἔχει πρὸς τὴν φύσιν, ἀλλὰ τὸ
φυόμενον ἐκ τινὸς εἰς τὶ ἔρχεται ᾗ φύεται. τί οὖν φύε-
ται; οὐχὶ ἐξ οὗ, ἀλλ' εἰς ὅ.

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 193b, γρ. 11

ἔχει πω τὴν ἑαυτοῦ φύσιν, πρὶν ἂν λάβῃ τὸ εἶδος τὸ κατὰ


τὸν λόγον, ᾧ ὁριζόμενοι λέγομεν τί ἐστι σὰρξ ἢ ὀστοῦν, οὔτε
φύσει ἐστίν. ὥστε ἄλλον τρόπον ἡ φύσις ἂν εἴη τῶν ἐχόντων
ἐν αὑτοῖς κινήσεως ἀρχὴν ἡ μορφὴ καὶ τὸ εἶδος, οὐ χωρι-
στὸν ὂν ἀλλ' ἢ κατὰ τὸν λόγον. (τὸ δ' ἐκ τούτων φύσις μὲν
οὐκ ἔστιν, φύσει δέ, οἷον ἄνθρωπος.) καὶ μᾶλλον αὕτη φύσις
τῆς ὕλης· ἕκαστον γὰρ τότε λέγεται ὅταν ἐντελεχείᾳ ᾖ,
μᾶλλον ἢ ὅταν δυνάμει. ἔτι γίγνεται ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου,
ἀλλ' οὐ Κλίνη ἐκ Κλίνης· διὸ καί φασιν οὐ τὸ σχῆμα εἶναι
τὴν φύσιν ἀλλὰ τὸ ξύλον, ὅτι γένοιτ' ἄν, εἰ βλαστάνοι, οὐ
Κλίνη ἀλλὰ ξύλον. εἰ δ' ἄρα τοῦτο φύσις, καὶ ἡ μορφὴ
φύσις· γίγνεται γὰρ ἐξ ἀνθρώπου ἄνθρωπος. ἔτι δ' ἡ φύσις
ἡ λεγομένη ὡς γένεσις ὁδός ἐστιν εἰς φύσιν. οὐ γὰρ ὥσπερ
ἡ ἰάτρευσις λέγεται οὐκ εἰς ἰατρικὴν ὁδὸς ἀλλ' εἰς ὑγίειαν·
ἀνάγκη μὲν γὰρ ἀπὸ ἰατρικῆς οὐκ εἰς ἰατρικὴν εἶναι τὴν ἰά-
τρευσιν, οὐχ οὕτω δ' ἡ φύσις ἔχει πρὸς τὴν φύσιν, ἀλλὰ τὸ
φυόμενον ἐκ τινὸς εἰς τὶ ἔρχεται ᾗ φύεται. τί οὖν φύε-
ται; οὐχὶ ἐξ οὗ, ἀλλ' εἰς ὅ. ἡ ἄρα μορφὴ φύσις. ἡ δὲ
μορφὴ καὶ ἡ φύσις διχῶς λέγεται· καὶ γὰρ ἡ στέρησις εἶ-
δός πώς ἐστιν.

Αριστοτέλης Physica Bekker σελ. 245b, γρ. 11

τοῦ κινοῦντος πρώτου καὶ ἐσχάτου πρὸς τὸ κινούμενον οὐδέν


ἐστιν ἀνὰ μέσον.
 Ὅτι δὲ τὸ ἀλλοιούμενον ἅπαν ἀλλοιοῦται ὑπὸ τῶν αἰ-
σθητῶν, καὶ ἐν μόνοις ὑπάρχει τούτοις ἀλλοίωσις ὅσα καθ'
αὑτὰ λέγεται πάσχειν ὑπὸ τῶν αἰσθητῶν, ἐκ τῶνδε θεωρη-
τέον. τῶν γὰρ ἄλλων μάλιστ' ἄν τις ὑπολάβοι ἔν τε τοῖς σχή-
μασι καὶ ταῖς μορφαῖς καὶ ἐν ταῖς ἕξεσι καὶ ταῖς τούτων
λήψεσι καὶ ἀποβολαῖς ἀλλοίωσιν ὑπάρχειν· ἐν οὐδετέροις δ'
ἔστιν. τὸ μὲν γὰρ σχηματιζόμενον καὶ ῥυθμιζόμενον ὅταν ἐπι-
τελεσθῇ, οὐ λέγομεν ἐκεῖνο ἐξ οὗ ἐστιν, οἷον τὸν ἀνδριάντα χαλ-
270

κὸν ἢ τὴν πυραμίδα κηρὸν ἢ τὴν Κλίνην ξύλον, ἀλλὰ παρω-


νυμιάζοντες τὸ μὲν χαλκοῦν, τὸ δὲ κήρινον, τὸ δὲ ξύλινον. τὸ
δὲ πεπονθὸς καὶ ἠλλοιωμένον προσαγορεύομεν· ὑγρὸν γὰρ
καὶ θερμὸν καὶ σκληρὸν τὸν χαλκὸν λέγομεν καὶ τὸν κηρόν
(καὶ οὐ μόνον οὕτως, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑγρὸν καὶ τὸ θερμὸν
χαλκὸν λέγομεν), ὁμωνύμως τῷ πάθει προσαγορεύοντες τὴν
ὕλην. ὥστ' εἰ κατὰ μὲν τὸ σχῆμα καὶ τὴν μορφὴν οὐ λέγεται  
τὸ γεγονὸς ἐν ᾧ ἐστι τὸ σχῆμα, κατὰ δὲ τὰ πάθη καὶ τὰς
ἀλλοιώσεις λέγεται, φανερὸν ὅτι οὐκ ἂν εἶεν αἱ γενέσεις
ἀλλοιώσεις. ἔτι δὲ καὶ εἰπεῖν οὕτως ἄτοπον ἂν δόξειεν,
ἠλλοιῶσθαι τὸν ἄνθρωπον ἢ τὴν οἰκίαν ἢ ἄλλο ὁτιοῦν

Αριστοτέλης Politica (0086: 035)“Aristotelis politica”, Ed. Ross, W.D.


Oxford: Clarendon Press, 1957, Repr. [Link] σελ. 1254a, γρ. 4

ὀργάνων ἐστί, καὶ ὁ δοῦλος κτῆμά τι ἔμψυχον, καὶ ὥσπερ


ὄργανον πρὸ ὀργάνων πᾶς ὑπηρέτης. εἰ γὰρ ἠδύνατο
ἕκαστον τῶν ὀργάνων κελευσθὲν ἢ προαισθανόμενον ἀπο-
τελεῖν τὸ αὑτοῦ ἔργον, καὶ ὥσπερ τὰ Δαιδάλου φασὶν ἢ τοὺς
τοῦ Ἡφαίστου τρίποδας, οὕς φησιν ὁ ποιητὴς αὐτομάτους θεῖον
δύεσθαι ἀγῶνα, οὕτως αἱ κερκίδες ἐκέρκιζον αὐταὶ καὶ τὰ
πλῆκτρα ἐκιθάριζεν, οὐδὲν ἂν ἔδει οὔτε τοῖς ἀρχιτέκτοσιν
ὑπηρετῶν οὔτε τοῖς δεσπόταις δούλων. τὰ μὲν οὖν λεγόμενα
ὄργανα ποιητικὰ ὄργανά ἐστι, τὸ δὲ κτῆμα πρακτικόν· ἀπὸ
μὲν γὰρ τῆς κερκίδος ἕτερόν τι γίνεται παρὰ τὴν χρῆσιν
αὐτῆς, ἀπὸ δὲ τῆς ἐσθῆτος καὶ τῆς Κλίνης ἡ χρῆσις μό-
νον. ἔτι δ' ἐπεὶ διαφέρει ἡ ποίησις εἴδει καὶ ἡ πρᾶξις,
καὶ δέονται ἀμφότεραι ὀργάνων, ἀνάγκη καὶ ταῦτα τὴν
αὐτὴν ἔχειν διαφοράν. ὁ δὲ βίος πρᾶξις, οὐ ποίησις, ἐστιν·
διὸ καὶ ὁ δοῦλος ὑπηρέτης τῶν πρὸς τὴν πρᾶξιν. τὸ δὲ
κτῆμα λέγεται ὥσπερ καὶ τὸ μόριον. τό τε γὰρ μόριον οὐ
μόνον ἄλλου ἐστὶ μόριον, ἀλλὰ καὶ ὅλως ἄλλου· ὁμοίως δὲ
καὶ τὸ κτῆμα. διὸ ὁ μὲν δεσπότης τοῦ δούλου δεσπότης μό-
νον, ἐκείνου δ' οὐκ ἔστιν· ὁ δὲ δοῦλος οὐ μόνον δεσπότου δοῦ-
λός ἐστιν, ἀλλὰ καὶ ὅλως ἐκείνου.

Αριστοτέλης Politica Bekker σελ. 1307a, γρ. 21

αἱ πολλαὶ τῶν καλουμένων ἀριστοκρατιῶν. διαφέρουσι γὰρ


τῶν ὀνομαζομένων πολιτειῶν αἱ ἀριστοκρατίαι τούτῳ, καὶ
διὰ τοῦτ' εἰσὶν αἱ μὲν ἧττον αἱ δὲ μᾶλλον μόνιμοι αὐτῶν·
τὰς γὰρ ἀποκλινούσας μᾶλλον πρὸς τὴν ὀλιγαρχίαν ἀρι-
271

στοκρατίας καλοῦσιν, τὰς δὲ πρὸς τὸ πλῆθος πολιτείας· δι-


όπερ ἀσφαλέστεραι αἱ τοιαῦται τῶν ἑτέρων εἰσίν· κρεῖττόν
τε γὰρ τὸ πλεῖον, καὶ μᾶλλον ἀγαπῶσιν ἴσον ἔχοντες,
οἱ δ' ἐν ταῖς εὐπορίαις, ἂν ἡ πολιτεία διδῷ τὴν ὑπεροχήν,
ὑβρίζειν ζητοῦσι καὶ πλεονεκτεῖν. ὅλως δ' ἐφ' ὁπότερον ἂν
ἐγκλίνῃ ἡ πολιτεία, ἐπὶ ταῦτα μεθίσταται ἑκατέρων τὸ
σφέτερον αὐξανόντων, οἷον ἡ μὲν πολιτεία εἰς δῆμον, ἀρι-
στοκρατία δ' εἰς ὀλιγαρχίαν· ἢ εἰς τἀναντία, οἷον ἡ μὲν
ἀριστοκρατία εἰς δῆμον (ὡς ἀδικούμενοι γὰρ περισπῶσιν εἰς
τοὐναντίον οἱ ἀπορώτεροι), αἱ δὲ πολιτεῖαι εἰς ὀλιγαρχίαν
(μόνον γὰρ μόνιμον τὸ κατ' ἀξίαν ἴσον καὶ τὸ ἔχειν τὰ
αὑτῶν)· συνέβη δὲ τὸ εἰρημένον ἐν Θουρίοις. διὰ μὲν γὰρ
τὸ ἀπὸ πλείονος τιμήματος εἶναι τὰς ἀρχὰς εἰς ἔλαττον
μετέβη καὶ εἰς ἀρχεῖα πλείω, διὰ δὲ τὸ τὴν χώραν ὅλην
τοὺς γνωρίμους συγκτήσασθαι παρὰ τὸν νόμον (ἡ γὰρ πολι-
τεία ὀλιγαρχικωτέρα ἦν, ὥστε ἐδύναντο πλεονεκτεῖν) ὁ [δὲ]

Αριστοτέλης Problemata (0086: 036)“Aristotelis opera, vol. 2”, Ed.


Bekker, I.
Berlin: Reimer, 1831, Repr. [Link] σελ. 895b, γρ. 34

ἄγρια, ὅσα δὲ ἄγρια, οὐ πάντως ἥμερα; καὶ γὰρ ἄνθρωποί


που φαίνονται ἄγριοι ὄντες καὶ κύνες ἐν Ἰνδοῖς καὶ ἵπποι
ἄλλοθι, ἀλλ' οὐ λέοντες ἥμεροι οὐδὲ παρδάλεις οὐδ' ἔχεις οὐδ'
ἄλλα πολλά. ἢ ὅτι ῥᾷον τὸ φαῦλον καὶ γενέσθαι ἐξ ἀρχῆς
καὶ μεταβαλεῖν εἰς αὐτό; ἡ γὰρ φύσις οὐχ ἡ πρώτη ἀλλ' ἡ
ἐν τέλει ἐργώδης τυχεῖν εὐθύς. διὸ πάντα καὶ τὰ ἥμερα
ἄγρια γίνονται τὸ πρῶτον μᾶλλον ἢ ἥμερα, οἷον παιδίον ἢ
ἀνὴρ παμφάγον καὶ τῷ θυμῷ ζῶν· ἀλλ' ἀσθενέστερα.
ὥσπερ οὖν καὶ ἐπὶ τῶν τῆς τέχνης ἔργων, οὕτως ἔχει καὶ ἐπὶ
τῶν τῆς φύσεως ἔργων. καὶ γὰρ ἐπὶ τούτων πάντ' ἐστὶ φαύ-
λως εἰργασμένα, καὶ πλείω τὰ φαῦλα, Κλίνη καὶ ἱμάτιον
καὶ ἄλλ' ὁτιοῦν. καὶ ὃ μέν ἐστι καλόν, λαβεῖν ἔστιν ἅπαν
καὶ φαῦλον, ὃ δὲ φαῦλον, οὐ πᾶν καὶ καλόν, οἷον εἴ τις
ἐπὶ τῶν ἀρχαίων γραφέων καὶ ἀνδριαντοποιῶν σκοπεῖ τὰ
ἔργα· οὐ γὰρ ἦν πώποτε οὐδαμῇ γραφὴ σπουδαία οὐδὲ ἀνδριάς,
φαῦλα δὲ ἦν. ὁμοίως δὲ καὶ ἡ φύσις φαῦλα μὲν πάντα  
ποιεῖ, καὶ πλείους καὶ πλείω, σπουδαῖα δ' ἐλάττω, καὶ οὐ
πάντα δύναται. τὸ δὲ ἥμερον βέλτιον, τὸ δὲ ἄγριον φαῦ-
λον. φύσει δὲ οὐ τῇ ἐξ ἀρχῆς, ἀλλ' ἐφ' ἣν οἶμαι ῥᾷον,
ποιεῖ σπουδαῖα καὶ ἥμερα. τὰ δὲ ἐναντία ἢ οὐδέποτε ἢ μόλις,
καὶ ἔν τισι τόποις καὶ ἐν χρόνοις,
272

Αριστοτέλης Sophistici elenchi (0086: 040)“Aristotelis topica et


sophistici elenchi”, Ed. Ross, [Link]: Clarendon Press, 1958, Repr.
1970 (1st edn. corr.).Bekker σελ. 174a, γρ. 4

τον”· ὁμοίως δὲ καὶ ἄλλην πτῶσιν ἀντ' ἄλλης. ὁ δὲ παραλογι-


σμὸς γίνεται διὰ τὸ κοινὸν εἶναι τὸ “τοῦτο” πλειόνων πτώ-
σεων· τὸ γὰρ “τοῦτο” σημαίνει ὁτὲ μὲν “οὗτος” ὁτὲ δὲ “τοῦτον”.
δεῖ δ' ἐναλλὰξ σημαίνειν μετὰ μὲν τοῦ “ἔστι” τὸ “οὗτος”, μετὰ δὲ
τοῦ “εἶναι” τὸ “τοῦτον”, οἷον “ἔστι Κορίσκος”, “εἶναι Κορί-
σκον”. καὶ ἐπὶ τῶν θήλεων ὀνομάτων ὡσαύτως, καὶ ἐπὶ τῶν λεγο-
μένων μὲν σκευῶν, ἐχόντων δὲ θηλείας ἢ ἄρρενος κλῆσιν. ὅσα γὰρ
εἰς τὸ ο καὶ τὸ ν τελευτᾷ, ταῦτα μόνα σκεύους ἔχει κλῆ-
σιν, οἷον ξύλον, σχοινίον· τὰ δὲ μὴ οὕτως ἄρρενος ἢ θήλεος,
ὧν ἔνια φέρομεν ἐπὶ τὰ σκεύη, οἷον ἀσκὸς μὲν ἄρρεν τοὔνο-
μα, Κλίνη δὲ θῆλυ. διόπερ καὶ ἐπὶ τῶν τοιούτων ὡσαύτως
τὸ “ἔστι” καὶ τὸ “εἶναι” διοίσει. καὶ τρόπον τινὰ ὅμοιός ἐστιν ὁ  
σολοικισμὸς τοῖς “παρὰ τὸ τὰ μὴ ὅμοια ὁμοίως” λεγομένοις
ἐλέγχοις. ὥσπερ γὰρ ἐκείνοις ἐπὶ τῶν πραγμάτων, τούτοις
ἐπὶ τῶν ὀνομάτων συμπίπτει σολοικίζειν· ἄνθρωπος γὰρ καὶ
λευκὸν καὶ πρᾶγμα καὶ ὄνομά ἐστιν.

Αριστοτέλης Physicorum libri octavi textus alter (post 267b26) (0086:


054)
“Aristotelis physica”, Ed. Ross, [Link]: Clarendon Press, 1950,
Repr. 1966 (1st edn. corr.).Bekker σελ. 245b, γρ. 27

λήψεσιν [ἀλλοίωσιν ὑπάρχειν.] δοκεῖ [γὰρ] ὑπάρχειν τὸ τῆς


ἀλλοιώσεως,
         οὐκ ἔστιν δὲ οὐδ' ἐν τούτοις, ἀλλὰ γίγνεται [τὸ
σχῆμα] ἀλλοιουμένων τινῶν
         ταῦτα (πυκνουμένης γὰρ ἢ
μανουμένης ἢ θερμαινομένης ἢ ψυχομένης τῆς
         ὕλης), ἀλ-
λοίωσις δὲ οὐκ ἔστιν. ἐξ οὗ μὲν γὰρ ἡ μορφὴ τοῦ ἀνδριάντος,
οὐ λέ-
        γομεν τὴν μορφήν, οὐδ' ἐξ οὗ τὸ σχῆμα τῆς πυραμίδος
ἢ τῆς Κλίνης, ἀλλὰ
         παρωνυμιάζοντες τὸ μὲν χαλκοῦν τὸ δὲ
κήρινον τὸ δὲ ξύλινον· τὸ δ' ἀλ-
273

        λοιούμενον λέγομεν· τὸν


γὰρ χαλκὸν ὑγρὸν εἶναι λέγομεν ἢ θερμὸν ἢ σκλη-

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., De prosodia


catholica
Part+τόμ. 3,1, σελ. 333, γρ. 8

στής. οἱ δὲ ἀπὸ Μύτωνος τοῦ Ποσειδῶνος καὶ Μυτιλήνης· ὅθεν Μυ-


τωνίδα καλεῖ τὴν Λέσβον Καλλίμαχος ἐν τῷ τετάρτῳ, Παρθένιος δὲ
Μυτωνίδας τὰς Λεσβικάς φησιν. λέγεται δὲ καὶ Μυτιλήνη. καὶ τὸ  
Πακτυήνη καὶ Δινδυμήνη ἡ Ῥέα ἀπὸ Δινδύμων ὀρῶν τῆς Τρωά-
δος. καὶ Πορδοσελήνη νῆσος περὶ τὴν Λέσβον πόλιν ὁμώνυμον
ἔχουσα. τινὲς δὲ ἐκκλίνοντες τὸ δύσφημον τοῦ ὀνόματος Ποροσελή-
νην ἐκάλεσαν. καὶ Ἀμφισσήνη χώρα τῆς μικρᾶς Ἀρμενίας, ὡς Στρά-
βων ιαʹ (p. 528). τὸ δὲ Παταληνή νῆσος Ἰνδική ὀξύνεται, τινὲς δὲ
καὶ βαρυτόνως Παταλήνην ὡς Πριήνην ἀναγινώσκουσιν.
 Τὰ εἰς νη δισύλλαβα μονογενῆ τῷ ι παραληγόμενα ἢ τῇ ει διφθόγγῳ
βαρύνεται, Κλίνη, δίνη ἡ συστροφή, Βίνη ἡ πόλις, πείνη, λέγεται
δὲ καὶ πεῖνα, ῥίνη ὁ ἰχθῦς, τὸ δὲ ὄργανον ὀξύνεται.
 Τὰ εἰς νη ὑπερδισύλλαβα μονογενῆ παραληγόμενα τῷ ι βαρύνεται,
εἰλαπίνη, μυρσίνη, θριδακίνη, ἀξίνη, ὑσμίνη, σατίνη· ἔστι δὲ
εἶδος ἅρματος. μυρσίνη καὶ Μυρρίνη διὰ δύο ρρ, δωτίνη, πυ-
τίνη, Αἰητίνη, ἰατρίνη, ἡρωΐνη, Ὠκεανίνη, Μολυβδίνη πόλις
Μαστιηνῶν. Ἑκαταῖος Εὐρώπῃ. Μαντίνη ἡ Μαντίνεια, κηρυκίνη,
ὀρφίνη, Ἀρικίνη, Ἐρυκίνη, Ἀδρηστίνη, Εὐηνίνη, Μενεκίνη
πόλις Οἰνωτρῶν ἐν μεσογείᾳ. Ἑκαταῖος Εὐρώπῃ, μελίνη κέγχρος,
χοιρίνη ἡ δικαστικὴ ψῆφος, Καρίνη ἡ πόλις, Ὑρμίνη πόλις τῆς Ἤλι-
δος «ὅσσον ἐφ' Ὑρμίνη καὶ Μύρσινος ἐσχατόωσα» (Β 616). Εὐκολίνη,

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., De prosodia


catholica
Part+τόμ. 3,1, σελ. 357, γρ. 8

ρίον, παρὰ δὲ Ὁμήρῳ συστέλλει τὸ ι καὶ προπαροξύνεται οἷον «περὶ


δὲ κλίσιον θέε πάντῃ» (Od. ω 208). τὸ δὲ φρούριον προπαροξύνεται
οὐ γὰρ ὑποκοριστικόν. ὡσαύτως καὶ τὸ ἴχνιον προπαροξυντέον ὁμο-  
τόνως τῷ ἀράχνιον· οὐ γάρ ἐστιν ὑποκοριστικόν, ἀλλ' ἀπὸ ῥήματος
ἐσχημάτισται.
 Τὰ διὰ τοῦ διον ἀπὸ παραγωγῆς ἔχοντα τὸ δ προπαροξύνεται,
μύδιον, βοτρύδιον, ἰχθύδιον, σικύδιον, ὀφρύδιον, πιτύδιον,
274

ὀσφύδιον. Βοιωτίδιον ἐκ Βοιώτιος. Ἀριστοφάνης Ἀχαρνεῦσιν (v. 872)


»ὦ χαῖρε κολλικοφάγε Βοιωτίδιον. κῴδιον, βοΐδιον, βιβλίδιον,
ὀΐδιον καὶ ἐν συναιρέσει οἴδιον, ζῴδιον, στῴδιον, καλώδιον,
φυσείδιον, λεξείδιον, γῄδιον, κλινήδιον, πορνήδιον. τὸ δὲ
παιδίον, κλειδίον, δᾳδίον τὸ δ οὐκ ἔχει ἐκ παραγωγῆς. τὸ δὲ
δορκάδιον, ἀσπίδιον. Μένανδρος «ἀσπίδιον ἐπριάμην τι καὶ μαχαί-
ριον» καὶ κροκύδιον ὑπερτρισύλλαβα προπαροξύνεται.
 Τὰ διὰ τοῦ ιον τρισύλλαβα ἔχοντα πρὸ τοῦ ι ρ ἢ λ, μὴ ὄντα ὑπο-
κοριστικὰ μηδὲ ἔχοντα τὸ η ἐν τῇ προπαραληγούσῃ, προπαροξύνεται,
ἴκριον τὸ σανίδωμα, ἴτριον, ὄσπριον, ἔριον, μείλιον τὸ δῶρον,
τρύβλιον, λείριον τὸ ἄνθος, ῥάκτριον. ὄβριον τὸ τῶν λεόντων ἢ
τῶν λύκων σκυλάκιον. φράτριον τόπος, ἐν ᾧ οἱ τῆς αὐτῆς φρατρίας
συνάγονται· τὸ δὲ θηρίον ἔχει τὸ η καὶ ὑποκοριστικόν ἐστιν. ἔτι τὸ
βιβλίον καὶ σμιλίον.

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ παθῶν


(0087: 009)
“Grammatici Graeci, vol. 3.2”, Ed. Lentz, [Link]: Teubner, 1870,
Repr. 1965.
Part+τόμ. 3,2, σελ. 252, γρ. 31

νος· ὤφειλε δὲ ἄργμενος· φυλάξαν δὲ τὸ χ δοκεῖ Ἰωνικὸν εἶναι, καθὸ


καὶ τὸ ἔργμα ἔρχμα φασίν· ἐνεστῶτος οὖν εἰσιν αἱ τοιαῦται μετοχαὶ
συγκοπὴν παθοῦσαι ὡς τὸ λεγόμενος λέγμενος, ὀρόμενος ὄρμενος, δε-
χόμενος δέγμενος· τινὲς δὲ λέγουσι παρακείμενον εἶναι.
 E. M. 631, 43: «ὄρμενον ἐξαίφνης» Ἰλιάδος Φ (14)· ἀπὸ τοῦ
ὄρω τὸ διεγείρω ὄρσω ὦρκα ὦρμαι ὠρμένος καὶ κατὰ συστολὴν καὶ ἀνά-
δοσιν τοῦ τόνου ὄρμενος ἢ ἀπὸ τοῦ ὀρόμενος ὄρμενος κατὰ συγκοπήν.
 E. M. 470, 29: ἴκμενον: ἵκω ἱκόμενον καὶ συγκοπῇ ἴκμενον·
σημαίνει δὲ τὸν πορευτικὸν ἢ ὑγρὸν παρὰ τὴν ἰκμάδα.
 E. M. 663, 54: Περίηρς: ἐκ τοῦ περιήρης ἆρον τὸ η Περίηρς·
ταύτῃ ἐάν σοι προτεθῇ παρ' Ἀλκμᾶνι, ὅτι κλῖνον αὐτό, μὴ κλίνῃς· οὐ
γὰρ ἀκολουθεῖ ἡ κατάληξις, εἰ γένοιτο περιήρους, πρὸς τὴν Περίηρς
εὐθεῖαν. περὶ παθῶν.  
 E. M. 601, 20: νένωται κατὰ κρᾶσιν ἀπὸ τοῦ νενόηται ἢ ἀπὸ
τοῦ νόω·  – τὸ δὲ νένοται ἢ κατὰ συγκοπὴν τοῦ η ἀπὸ τοῦ νενόηται,
ὅθεν καὶ νενοέαται Ἰωνικῶς γίνεται, ἢ ἀπὸ τοῦ νένωται κατὰ συστο-
λὴν ἢ καὶ νένοται ὡς πέποται.  – ἔστι γὰρ νῶ ῥῆμα τρίτης συζυγίας
ὡς παρὰ Σοφοκλεῖ οἷον «Ἑλένης γάμῳ νένωται» (fr. 184 Nauck) καὶ
παρὰ Ἀνακρέοντι ἡ μετοχὴ «ὁ δ' ὑψηλὰ νενωμένος» (fr. 10 Bergk)
καὶ ὁ Ἄθλιος ἐν τοῖς Σαμίων ὥροις «Ἀλλὰ λέξασθαι νένωται». καὶ
πάλιν ὡς χρυσόονται χρυσοῦνται οὕτω καὶ νόονται νοῦνται.
275

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ


ὀρθογραφίας (0087: 011)“Grammatici Graeci, vol. 3.2”, Ed. Lentz,
[Link]: Teubner, 1870, Repr. [Link]+τόμ. 3,2, σελ. 511, γρ. 17

 Ἐρινεός πόλις Δωριέων ὑπὸ τὸν Παρνασσόν. λέγεται καὶ Ἐρινειός.


 ἐρινός: τὸ ρι διὰ τοῦ ι.
 ἐρίπιον, ἐρίπνη.
 ἔριφος: ι.
 Ἕρκειος Ζεύς.
 Ἑρμείας: διὰ τῆς ει διφθόγγου. ἀπὸ γὰρ τοῦ Ἑρμέας γέγονε
κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι.
 ἑρμηνεία: ει.
 ἑρμίς: ι. σημαίνει δὲ τοῦ κραββάτου τὸν πόδα, ἐπειδὴ ἀγάλματα
Ἑρμοῦ ὡς ἐφόρου ὕπνου καὶ ὀνείρων ἐκεῖ ἔγλυφον ἢ παρὰ τὸ ἐνείρε-
σθαι καὶ ἐμπλέκεσθαι ἐν τῇ κλίνῃ. καὶ διὰ τὸ δικατάληκτον διὰ τοῦ ι
γράφεται οἷον ἀκτίς ἀκτίν, οὕτως ἑρμίς ἑρμίν.
 ἐρσήεις: διὰ τῆς ει διφθόγγου. ἀνεφάνη γὰρ τὸ ε ἐν τῇ ἐρσήεν-
τος γενικῇ.

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ


ὀρθογραφίας
Part+τόμ. 3,2, σελ. 531, γρ. 30

 καυστειρός ἀπὸ τοῦ η ἐτράπη εἰς ει.


 κεγχρῄς κέρκνος ἱέραξ.
 κεδῶ κεδάζω λέγεται καὶ μετὰ τοῦ σῖγμα καὶ χωρὶς τοῦ σῖγμα.
 κέδροπα τὰ ὄσπρια καὶ κέρδοπα.
 κίκυνα.
 κειμήλιον: διὰ τῆς ει διφθόγγου τὸ πρῶτον ὥσπερ παρὰ θήσω
μέλλοντα γίνεται θεμέλιον, οὕτω καὶ παρὰ τὸν κείσω μέλλοντα
κειμήλιον.
 Κεῖος ὁ πολίτης τῆς Κέω. παρὰ γὰρ τὸ Κέω γέγονε Κέϊος καὶ
κατὰ κρᾶσιν τοῦ ε καὶ ι εἰς τὴν ει δίφθογγον Κεῖος.
 Κειριάδαι δῆμος τῆς Ἱπποθοωντίδος φυλῆς.
 κειρία: σημαίνει δὲ τὸ σχοινίον τὸ δεσμεῦον τὴν Κλίνην. διὰ τῆς
ει διφθόγγου γράφεται. ἢ γὰρ παρὰ τὸ κείρω γέγονε παρὰ τὸ εἰς  
λεπτὰ κείρεσθαι αὐτὰς ἢ παρὰ τὸ κέρας τὸ σημαῖνον τὰς τρίχας γέγονε
κερία καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι κειρία.
 κεῖρις ὄρνεον. ἱέραξ. οἱ δὲ ἀλκυόνα.
276

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ


ὀρθογραφίας
Part+τόμ. 3,2, σελ. 535, γρ. 34

τῇ Ἀρκαδίᾳ διὰ τοῦ ι γράφεται.


παρὰ γὰρ τὸ κλύω γέγονε Κλυτόριον καὶ κατὰ τροπὴν τοῦ υ εἰς ι Κλι-
τόριον ὥσπερ Ἀφροδύτη Ἀφροδίτη. ἰστέον δὲ ὅτι τὸ κλιτόριον σημαί-
νει καὶ τὸ αἰδοῖον τῆς γυναικός, ὅθεν καὶ κλιτοριάζειν λέγουσι τὸ
αἰσχρῶς ἅπτεσθαι.
 κλῳός ἔχει τὸ ι. ἀπὸ γὰρ τοῦ κλοιός.
 κλοῖστρον κλῷστρον.

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ


ὀρθογραφίας
Part+τόμ. 3,2, σελ. 556, γρ. 8

 νῆς τὸ ἔνης, ὅπερ ἐστὶν εἰς τρίτην. Δωριεῖς δὲ νᾶς λέγουσιν.  


 Νησαῖον πεδίον, ἀφ' οὗ παρὰ Μήδοις οἱ Νησαῖοι ἵπποι.
 νίζε σημαίνει τὸ νίπτε. οἱ Αἰολεῖς τὰ εἰς πτω ῥήματα εἰς δύο σσ
μεταβάλλουσι νίπτω νίσσω, Ταραντίνων δὲ φωνῇ γίνεται νίζω. παρὰ
τὸ νίζω γίνεται νίτρον ὡς μάσσω μάκτρον καὶ πλήσσω πλῆκτρον.
 νίκη: παρὰ τὴν ἑνί δοτικὴν καὶ εἴκω τὸ ὑποχωρῶ γίνεται ἑνιείκη
καὶ κατὰ ἀποβολὴν τῶν δύο εε καὶ κράσει τῶν δύο ιι γίνεται νίκη
οἱονεὶ ἡ ἑνὶ ὑποχωροῦσα, ὡς καὶ ὁ ποιητὴς δηλοῖ λέγων «ἑτεραλκέα
νίκην» τὴν ἑτεροκλινῆ. τινὲς δὲ σχηματίζουσιν οὕτως. παρὰ τὸ νη
στερητικὸν καὶ τὸ εἴκω τὸ ὑποχωρῶ οἱονεὶ ὁ μηδενὶ ὑποχωρῶν. κακῶς
δὲ λέγουσιν. ἀντίκειται γὰρ αὐτῷ ἡ γραφή.
 νίκλον: τὸ λίκνον.
 νίρνος φθείρ. Ἀχαιοί. ἢ νίρμος.
 Νίσιβις πόλις ἐν τῇ Περαίᾳ τῇ πρὸς τῷ Τίγρητι ποταμῷ. Φίλων
ἐν Φοινικικαῖς Νάσιβίς φησι διὰ τοῦ α. σημαίνει δέ, ὥς φησι Φίλων,
νάσιβις τὰς στήλας. Στράβων δὲ ἑκκαιδεκάτῃ διὰ τοῦ ι (p. 747).
 νιφάς νιφετός διὰ τοῦ ι. εἰσὶ γὰρ ὀνόματα κτλ.
 Νιφάτης ὄρος Ἀρμενίας· ἔοικε δὲ παρὰ τὸ νείφειν, ἀλλ' ὀνο-
ματικῶς διὰ τοῦ ι γράφεται.

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ


κλίσεως ὀνομάτων (0087: 013)“Grammatici Graeci, vol. 3.2”, Ed.
Lentz, [Link]: Teubner, 1870, Repr. [Link]+τόμ. 3,2, σελ. 671,
γρ. 33

γενικῆς κανόνι τῷ λέγοντι, ὅτι πᾶσα γενικὴ διὰ τοῦ ντ κλινομένη ἀπο-
277

βολῇ τῆς τος ποιεῖ τὴν κλητικήν, εἰ μὴ διφθόγγῳ παραλήγοιτο, οἷον


Αἴαντος Αἶαν, Δρύαντος Δρύαν, Ξενοφῶντος Ξενοφῶν, Κάλχαντος
Κάλχαν· οὕτως οὖν καὶ Θόαντος Θόαν, καὶ μέλαντος μέλαν, καὶ τάλαν-
τος τάλαν· τὸ γὰρ τάλανος καὶ μέλανος ἀποβολῇ τοῦ τ γέγονε. δεῖ
προσθεῖναι «χωρὶς τῶν μετοχῶν καὶ τῶν οὐδετέρων». τῶν μετοχῶν,
διὰ τὸ τυφθείς δαρείς νυγείς, ταῦτα γὰρ τὴν αὐτὴν ἔχει ὀρθὴν καὶ κλη-
τικήν, καὶ οὐ ποιεῖ τὴν κλητικὴν ἀποβολῇ τοῦ ς· τῶν δὲ μετοχικῶν
διὰ τὸ ὀδούς τοῦ ὀδόντος· καὶ τοῦτο γὰρ τὴν αὐτὴν ἔχει ὀρθὴν καὶ
κλητικήν. αἱ γὰρ μετοχαὶ καὶ τὰ μετοχικὰ ὅταν περιττοσυλλάβως κλί-
νηται, τὰς αὐτὰς ἔχει ὀρθὰς καὶ κλητικὰς οἷον ὁ τύψας τοῦ τύψαντος
ὦ τύψας, ὁ γράψας τοῦ γράψαντος ὦ γράψας, ὁ ἱμάς τοῦ ἱμάντος ὦ
ἱμάς, ὁ ἀνδριάς τοῦ ἀνδριάντος ὦ ἀνδριάς. «χωρὶς δὲ τῶν οὐδετέ-
ρων» πρόσκειται διὰ τὸ οὖς. ἐὰν γὰρ ὅλως λάβωμεν αὐτοῦ τὴν κλη-
τικήν, τὴν αὐτὴν ἔχει ὀρθὴν καὶ κλητικὴν τῷ λόγῳ τῶν οὐδετέρων.
τὰ γὰρ οὐδέτερα τὴν αὐτὴν ἔχει καὶ κλητικὴν καὶ ὀρθήν, οἷον τὸ βῆμα
ὦ βῆμα, τὸ τεῖχος ὦ τεῖχος. ἔτι δεῖ προσθεῖναι «καὶ χωρὶς τοῦ πούς»,  
τὴν αὐτὴν γὰρ ἔχει ὀρθὴν καὶ κλητικήν, οἷον ὁ πούς ὦ πούς, καὶ οὐ
ποιεῖ αὐτὴν ἀποβολῇ τοῦ ς. «καὶ χωρὶς τοῦ εἷς», τοῦ γὰρ εἷς οὐκ
ἔστι κατὰ ἀποβολὴν τοῦ ς ἡ κλητική, ἀλλ' οὐδ' ὅλως ἔχει τοῦτο κλητικήν.

μηδεὶς δὲ οἰέσθω τὸ ἕν τὸ οὐδέτερον ὡς ἀπὸ τῆς ὦ ἕν κλητικῆς

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ κλίσεως


ὀνομάτων
Part+τόμ. 3,2, σελ. 689, γρ. 24

τηλαύγης τηλαύγους καὶ Παγκράτης Παγκράτους, οὕτως οὖν ἀγκυλο-


χειλής ἀγκυλοχειλοῦς ἀγκυλοχείλης ἀγκυλοχείλους ὤφειλεν εἶναι, ἀλλὰ
ἀγκυλοχείλης ἀγκυλοχείλου φαμέν, ὥστε ἄρα οὐκ ἐγένετο οὕτως, ἀλλ'
ὡς ἀνωτέρω εἰρήκαμεν, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ χεῖλος ἀγκυλόχειλος ἀγκυ-
λοχείλης ἀγκυλοχείλου.
 Choer. 55, 29: τὰ ἀπὸ τῶν εἰς υς εἰς ης γινόμενα εἰς ους ἔχει
τὴν γενικὴν οἷον βαρύς ἀβαρής ἀβαροῦς· βριθύς (ὁ ἰσχυρός) ἐμβριθής
ἐμβριθοῦς· πῆχυς διπήχης διπήχους, τριπήχης τριπήχους, ὠκύς (ὁ
ταχύς) ποδώκης ποδώκους, ἡδύς πολυηδής πολυηδοῦς.
 Choer. 146, 1: περὶ τῆς κλητικῆς τῶν εἰς ης ἔστι καθολικώτερον
εἰπεῖν οὕτως· τὰ εἰς ης, ἐὰν μὲν περιττοσυλλάβως Κλίνηται, εἰς σύμ-
φωνον ἔχει τὴν κλητικήν, τουτέστιν εἰς ς ἢ εἰς ν, ἐὰν δὲ ἰσοσυλλάβως
Κλίνηται, εἰς φωνῆεν ἔχει τὴν κλητικήν, τουτέστιν ἢ εἰς η ἢ εἰς α.
καὶ λοιπὸν συνάγονται πέντε κλητικαὶ ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων στοι-
χείων. τὰ γὰρ εἰς ης λήγοντα, ἐὰν μὲν διὰ καθαροῦ τοῦ τος Κλίνηται,
τὴν αὐτὴν ἔχει ὀρθὴν καὶ κλητικὴν οἷον Λάχης Λάχητος ὦ Λάχης, λέ-
278

βης λέβητος ὦ λέβης, πένης πένητος ὦ πένης. ἐὰν δὲ εἰς ους ἔχῃ
τὴν γενικήν, εἰς ες ποιεῖ τὴν κλητικὴν οἷον Δημοσθένης Δημοσθένους
ὦ Δημόσθενες, Ἀριστοφάνης Ἀριστοφάνους ὦ Ἀριστόφανες. καὶ ἰδοὺ
εὑρίσκονται κλητικαὶ διάφοροι εἰς ς καταλήγουσαι. ἐὰν δὲ διὰ τοῦ ντ
Κλίνηται, εἰς ν ἔχει τὴν κλητικὴν οἷον φθογγῆς φθογγῆντος ὦ φθογ

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ


ῥημάτων (0087: 021)“Grammatici Graeci, vol. 3.2”, Ed. Lentz,
[Link]: Teubner, 1870, Repr. 1965.
Part+τόμ. 3,2, σελ. 803, γρ. 1

 Ep. Cr. I 267, 18: λίγξε (Δ 125) τοῦτο δηλοῖ μίμησιν ἤχου, ὃν
ἀφιεμένου τοῦ βέλους ἀποτελεῖ ἡ νευρά. τὰ δὲ κατὰ μίμησιν φωνῆς
λεγόμενα εἰς ἰδιότητα γέγονε· καὶ τοίνυν τὸ λίγξε, εἰ καὶ ἀορίστου αʹ
χαρακτῆρα ἔχει, ἀλλ' οὖν τὸ θέμα αὐτοῦ μὴ ζητήσεις, ὅθεν τὸν
Νίκανδρόν τινες ἐμέμψαντο ἐν τῷ λέγειν «ἐπιλίζοντας ὀϊστούς». τοῦ
γὰρ λίγξε τὸ θέμα θελήσας εἰπεῖν ἔφθειρε τὴν τοῦ ἤχου μίμησιν· οὐ
γὰρ ἀπὸ θέματος τὰ τοιαῦτα κέκλιται, ἀλλ' ἀπὸ τῶν φωνῶν μόνων
αὐτῶν ἡ ὀνοματοποιΐα γέγονε· καὶ τὸ «σίζ' ὀφθαλμός» (ι 394)·
καιόμενος γὰρ ὁ τοῦ Κύκλωπος ὀφθαλμὸς ποιὰν ἀπετέλεσε φωνήν.
τοῦ οὖν σίζω χαρακτῆρα ἔχοντος ἐνεστῶτος χρόνου μὴ ζήτει μηδένα  
χρόνον ἕτερον μηδὲ ἔγκλισιν ἑτέραν μηδὲ ὡς τὸ ἵζω κλίνῃς τὸ σίζω,
ἵνα μὴ καὶ τὸ σημαινόμενον διαφθείρῃς. πάλιν ἔστι τὸ «κύματα πα-
φλάζοντα» (Ν 798). μὴ οὖν ὥσπερ τὸ θαυμάζω κλίνῃς παφλάσω
ἢ πεπάφλακα, ἀφαιρήσεις γὰρ τὴν λέξιν τῆς ἐμφάσεως, τῆς τοῦ ἤχου
μιμήσεως. πάλιν ἔστι παρὰ τῷ ποιητῇ «κρίκε δὲ ζυγόν» (Π 470) μιμη-
τικῶς εἰρημένον, ἐφ' οὗ τινες οὐ προσεσχηκότες τῇ μιμήσει τῆς φωνῆς
ἠπόρησαν, ὡς Ἡρωδιανός φησι, πῶς ἀπὸ θέματος τοῦ κρίζω ὢν ὁ δεύ-
τερος ἀόριστος οὔτε διὰ τοῦ γ ἐστὶν οὔτε διὰ τοῦ δ ὡς τὸ φράζω
ἔφραδον καὶ στίζω ἔστιγον, ἀλλὰ διὰ τοῦ κ· ὅτι δέ ἐστι τὸ κρίζω θέμα,
δῆλον ἐκ τῶν κινημάτων· ὁ γὰρ ποιητής φησιν «αἱ κεκριγυῖαι» (ω 9)
καὶ ῥηματικὸν ὄνομα κριγή ὡς παρ' Ἱππώνακτι «κριγὴ δὲ νεκρῶν

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Περὶ


ῥημάτων
Part+τόμ. 3,2, σελ. 803, γρ. 3

λεγόμενα εἰς ἰδιότητα γέγονε· καὶ τοίνυν τὸ λίγξε, εἰ καὶ ἀορίστου αʹ


χαρακτῆρα ἔχει, ἀλλ' οὖν τὸ θέμα αὐτοῦ μὴ ζητήσεις, ὅθεν τὸν
Νίκανδρόν τινες ἐμέμψαντο ἐν τῷ λέγειν «ἐπιλίζοντας ὀϊστούς». τοῦ
279

γὰρ λίγξε τὸ θέμα θελήσας εἰπεῖν ἔφθειρε τὴν τοῦ ἤχου μίμησιν· οὐ
γὰρ ἀπὸ θέματος τὰ τοιαῦτα κέκλιται, ἀλλ' ἀπὸ τῶν φωνῶν μόνων
αὐτῶν ἡ ὀνοματοποιΐα γέγονε· καὶ τὸ «σίζ' ὀφθαλμός» (ι 394)·
καιόμενος γὰρ ὁ τοῦ Κύκλωπος ὀφθαλμὸς ποιὰν ἀπετέλεσε φωνήν.
τοῦ οὖν σίζω χαρακτῆρα ἔχοντος ἐνεστῶτος χρόνου μὴ ζήτει μηδένα  
χρόνον ἕτερον μηδὲ ἔγκλισιν ἑτέραν μηδὲ ὡς τὸ ἵζω κλίνῃς τὸ σίζω,
ἵνα μὴ καὶ τὸ σημαινόμενον διαφθείρῃς. πάλιν ἔστι τὸ «κύματα πα-
φλάζοντα» (Ν 798). μὴ οὖν ὥσπερ τὸ θαυμάζω κλίνῃς παφλάσω
ἢ πεπάφλακα, ἀφαιρήσεις γὰρ τὴν λέξιν τῆς ἐμφάσεως, τῆς τοῦ ἤχου
μιμήσεως. πάλιν ἔστι παρὰ τῷ ποιητῇ «κρίκε δὲ ζυγόν» (Π 470) μιμη-
τικῶς εἰρημένον, ἐφ' οὗ τινες οὐ προσεσχηκότες τῇ μιμήσει τῆς φωνῆς
ἠπόρησαν, ὡς Ἡρωδιανός φησι, πῶς ἀπὸ θέματος τοῦ κρίζω ὢν ὁ δεύ-
τερος ἀόριστος οὔτε διὰ τοῦ γ ἐστὶν οὔτε διὰ τοῦ δ ὡς τὸ φράζω
ἔφραδον καὶ στίζω ἔστιγον, ἀλλὰ διὰ τοῦ κ· ὅτι δέ ἐστι τὸ κρίζω θέμα,
δῆλον ἐκ τῶν κινημάτων· ὁ γὰρ ποιητής φησιν «αἱ κεκριγυῖαι» (ω 9)
καὶ ῥηματικὸν ὄνομα κριγή ὡς παρ' Ἱππώνακτι «κριγὴ δὲ νεκρῶν ἄγ-
γελός τε καὶ κῆρυξ». σχηματίζει δὲ τὸ κρίζω Ἡρωδιανὸς οὕτως· ἔστι
μονοσύλλαβον κρῶ, ἀφ' οὗ τὸ κράζω ἕτερον ῥῆμα καὶ κρώζω· ἀπὸ δὲ

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones


(= Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570) (0087:
036)“Herodiani partitiones”, Ed. Boissonade, [Link], 1819, Repr.
1963.Σελ. 66, γρ. 11

κὴρ, ἡ ψυχὴ καὶ ἡ θανατηφόρος μοῖρα· κῆτος, τὸ μέγα


τῆς θαλάσσης ζῶον, ὅθεν κητώδης, ὁ ἰχθὺς ὁ μέγας· κηώ-
δης, ὁ μεμυρισμένος οἶκος· κῆχος, ἀντὶ τοῦ πρὸ μικροῦ· καὶ
κῆνσος, τὸ νόμισμα.
 Δίφθογγα δὲ ταῦτα· κεῖμαι· κείμενος· κειμήλιον, τὸ
ἀποτεθὲν χρῆμα· κειμηλιοῦμαι, τὸ ἀποτίθημι· κειρία, ὁ
δεσμός· κείρω, τὸ κόπτω· κεῖθεν, κεῖθι, καὶ κεῖσε, ἀντὶ
τοῦ ἐκεῖ, κατὰ ἀφαίρεσιν Ἰωνικήν· Κεῖος ἀνὴρ, ὁ ἀπὸ τῆς
Κέω· καὶ κεινὸς, ὁ μάταιος, κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ἰῶτα.
 Τὰ ἀπὸ τῆς κλι συλλαβῆς ἀρχόμενα διὰ τοῦ ι γρά-
φεται· οἷον· κλίνω· κλίνομαι· Κλίνη, τὸ κραββάτιον·
κλινίδιον, ἡ μικρὰ Κλίνη· κλινοπετὴς, ὁ ἐν τῇ κλίνῃ κείμε-  
νος· κλινήρης, τὸ αὐτό· κλίμαξ, ἡ σκάλα, καὶ κλίνεται
κλίμακος· κλιμακηδὸν, ἀντὶ τοῦ δίκην κλίμακος· κλισία,
ἡ σκηνή· κλισμὸς, ἡ καθέδρα· κλίτος, τὸ μέρος κλιτὺς, ἡ
ἐξοχὴ τοῦ ὄρους, καὶ κλίνεται κλιτύος· κλίβανος, ἡ κάμι-
νος· καὶ τὰ λοιπά.
 Πλὴν τοῦ κληδὼν, ἡ φήμη καὶ ἡ μαντεία, καὶ κλίνεται
280

κληδόνος· κληδονισμὸς, τὸ αὐτό· Κληδόνιος, κύριον· κλή-


μαξ, ἡ ἄμπελος, καὶ κλίνεται κλήματος· κλῆμα, τὸ τῆς
ἀμπέλου· Κλήμης, κύριον, καὶ κλίνεται Κλήμεντος·

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (=


Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570) Σελ. 66, γρ. 12

τῆς θαλάσσης ζῶον, ὅθεν κητώδης, ὁ ἰχθὺς ὁ μέγας· κηώ-


δης, ὁ μεμυρισμένος οἶκος· κῆχος, ἀντὶ τοῦ πρὸ μικροῦ· καὶ
κῆνσος, τὸ νόμισμα.
 Δίφθογγα δὲ ταῦτα· κεῖμαι· κείμενος· κειμήλιον, τὸ
ἀποτεθὲν χρῆμα· κειμηλιοῦμαι, τὸ ἀποτίθημι· κειρία, ὁ
δεσμός· κείρω, τὸ κόπτω· κεῖθεν, κεῖθι, καὶ κεῖσε, ἀντὶ
τοῦ ἐκεῖ, κατὰ ἀφαίρεσιν Ἰωνικήν· Κεῖος ἀνὴρ, ὁ ἀπὸ τῆς
Κέω· καὶ κεινὸς, ὁ μάταιος, κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ἰῶτα.
 Τὰ ἀπὸ τῆς κλι συλλαβῆς ἀρχόμενα διὰ τοῦ ι γρά-
φεται· οἷον· κλίνω· κλίνομαι· Κλίνη, τὸ κραββάτιον·
κλινίδιον, ἡ μικρὰ Κλίνη· κλινοπετὴς, ὁ ἐν τῇ κλίνῃ κείμενος· κλινήρης,
τὸ αὐτό· κλίμαξ, ἡ σκάλα, καὶ κλίνεται
κλίμακος· κλιμακηδὸν, ἀντὶ τοῦ δίκην κλίμακος· κλισία,
ἡ σκηνή· κλισμὸς, ἡ καθέδρα· κλίτος, τὸ μέρος κλιτὺς, ἡ
ἐξοχὴ τοῦ ὄρους, καὶ κλίνεται κλιτύος· κλίβανος, ἡ κάμι-
νος· καὶ τὰ λοιπά.
 Πλὴν τοῦ κληδὼν, ἡ φήμη καὶ ἡ μαντεία, καὶ κλίνεται
κληδόνος· κληδονισμὸς, τὸ αὐτό· Κληδόνιος, κύριον· κλή-
μαξ, ἡ ἄμπελος, καὶ κλίνεται κλήματος· κλῆμα, τὸ τῆς
ἀμπέλου· Κλήμης, κύριον, καὶ κλίνεται Κλήμεντος·
κλῆρος· κληρουχία· καὶ κληρονομία, τὸ αὐτό· κληρονομῶ,

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (=


Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570) Σελ. 67, γρ. 1

δης, ὁ μεμυρισμένος οἶκος· κῆχος, ἀντὶ τοῦ πρὸ μικροῦ· καὶ


κῆνσος, τὸ νόμισμα.
 Δίφθογγα δὲ ταῦτα· κεῖμαι· κείμενος· κειμήλιον, τὸ
ἀποτεθὲν χρῆμα· κειμηλιοῦμαι, τὸ ἀποτίθημι· κειρία, ὁ
δεσμός· κείρω, τὸ κόπτω· κεῖθεν, κεῖθι, καὶ κεῖσε, ἀντὶ
τοῦ ἐκεῖ, κατὰ ἀφαίρεσιν Ἰωνικήν· Κεῖος ἀνὴρ, ὁ ἀπὸ τῆς
Κέω· καὶ κεινὸς, ὁ μάταιος, κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ἰῶτα.
 Τὰ ἀπὸ τῆς κλι συλλαβῆς ἀρχόμενα διὰ τοῦ ι γρά-
φεται· οἷον· κλίνω· κλίνομαι· Κλίνη, τὸ κραββάτιον·
281

κλινίδιον, ἡ μικρὰ Κλίνη· κλινοπετὴς, ὁ ἐν τῇ κλίνῃ κείμε-  


νος· κλινήρης, τὸ αὐτό· κλίμαξ, ἡ σκάλα, καὶ κλίνεται
κλίμακος· κλιμακηδὸν, ἀντὶ τοῦ δίκην κλίμακος· κλισία,
ἡ σκηνή· κλισμὸς, ἡ καθέδρα· κλίτος, τὸ μέρος κλιτὺς, ἡ
ἐξοχὴ τοῦ ὄρους, καὶ κλίνεται κλιτύος· κλίβανος, ἡ κάμι-
νος· καὶ τὰ λοιπά.
 Πλὴν τοῦ κληδὼν, ἡ φήμη καὶ ἡ μαντεία, καὶ κλίνεται
κληδόνος· κληδονισμὸς, τὸ αὐτό· Κληδόνιος, κύριον· κλή-
μαξ, ἡ ἄμπελος, καὶ κλίνεται κλήματος· κλῆμα, τὸ τῆς
ἀμπέλου· Κλήμης, κύριον, καὶ κλίνεται Κλήμεντος·
κλῆρος· κληρουχία· καὶ κληρονομία, τὸ αὐτό· κληρονομῶ,
ῥῆμα· κλητώριον, ἡ τράπεζα· κληΐζω, τὸ δοξάζω·

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Partitiones (=


Ἐπιμερισμοί) [Sp.?] (e codd. Paris. 2543 + 2570) Σελ. 77, γρ. 5

 Τὰ ἀπὸ τῆς λι συλλαβῆς ἀρχόμενα διὰ τοῦ ἰῶτα


γράφεται· οἷον· λίθος· λιθοξόος· λιθουργός· λιμὸς, ἡ πεῖνα·
λιμαγχονῶ· λιμαγχόνη· λιτὴ, ἡ παράκλησις· λιτάζο-
μαι, τὸ παρακαλῶ· λίμνη· λιμνάζω· λῖνος, τὸ λινάριον,
καὶ τὸ δίκτυον· λινοῦν ἱμάτιον· Λίβανος, ὄρος, καὶ ἄρωμα·
λιβανωτόν· Λιβάνιος· λιβὰς, ὁ σταλαγμὸς, καὶ κλίνεται  
λιβάδος· λιβάδιον, ὁ μικρὸς σταλαγμός· λίβος, οὐδέτερον,
ὁ σταλαγμός· Λιβύη, ἡ χώρα· λιγὺς, ὁ ὀξύς· λιγαίνω, τὸ
ὑμνῶ· λιγνὺς, ἡ λιπώδης ἀναθυμίασις· Λικίνιος, κύριον·
λικμῶμαι· λικμητήρ· λίκνον, τὸ πτύον, καὶ τῶν βρεφῶν ἡ
Κλίνη· λιλαίω, τὸ ἐπιθυμῶ· λιμὴν, λιμένος· λιμβεύω·
λιμβεία· λιπαρῶ, τὸ παρακαλῶ· λίπτω, τὸ ἐπιθυμῶ·
λισσὸν, τὸ ὁμαλόν· λιτὸν, τὸ εὐτελές· λιτότης, ἡ εὐτέ-
λεια· λίχνος, ὁ λαίμαργος· λιχνεία, ἡ λαιμαργία· λιχα-
νὸς, ὁ δάκτυλος ὁ μετὰ τὸν μέγαν· λὶψ, ἄνεμος, καὶ
κλίνεται λιβός· λιάζω, τὸ ἐκφεύγω· λιαρὸς, τὸ χλιαρόν·
καὶ τὰ λοιπά.
 Πλὴν τοῦ λῃστής· λῃστεύω· λῃστεία· ληνὸς, ἐν ᾗ τοὺς
βότρυας ἐκθλίβουσι· ληνοβάτης· ληνοβατῶ, ῥῆμα· λήθω,
τὸ λανθάνω· λήθαργος, ὁ ἀναίσθητος· λήγω, τὸ παύω·
λῆξις, ἡ παῦσις· λήϊον, τὸ χωράφιον· ληΐζομαι, τὸ
282

Aelius Herodianus et Pseudo-Herodianus Gramm., Rhet., Fragmentum


grammaticum quod incipit a vocibus ζητοῦμεν καὶ τὴν τοῦ Ἄρης
[Sp.] (e cod. Barocc. 76) (0087: 054)
“Anecdota Graeca e codd. manuscriptis bibliothecarum Oxoniensium,
vol. 3”, Ed. Cramer, J.A.
Oxford: Oxford University Press, 1836, Repr. 1963.
Σελ. 239, γρ. 20

καὶ “δαιτὸς εἰσῆς.” Τὸ γοῦν σταῖς σπάνιον, ἐκ τοῦ στέας


στάς· καὶ μετὰ τοῦ ι σταῖς, τὸ ἤδη πῖος· καὶ στέας, στέ-
ατος.
 Τὰ γὰρ τοῦ ας οὐδέτερα διὰ τοῦ τ κλίνεται· κέρας κέρατος·
πέρας πέρατος· εἶτα γενομένου στὰς καὶ σταῖς διὰ τοῦ τ
παλὶν κλιθήσεται· τὰ γὰρ τῆς μετοχῆς τοῦ στάντος παρεσχη-
ματισμένα οὐδέτερα, οὐδέποτε ἰδίᾳ κλίσει κέχρηται, ἀλλὰ τῇ
τοῦ ἀρσενικοῦ.  – ἔνθεν ἄν τις σοι προτείνειν οὐδέτερον παρε-
σχηματισμένον τὴν κλίσιν τοῦ ἀρσενικοῦ ἐπιζήτησον· καὶ τοῦτο
μάλιστα εὔχρηστον ἐπὶ τῶν ἀμφιβόλων· λέγει τὶς σοὶ κλῖνον
τὸ πλεῖον· μὴ προπετῶς κλίνῃς· ἀλλ' ἐξέτασον ποῖον τὸ παρα-
κείμενον· τὸ πλεῖος ἢ τὸ πλείων· δεῖ γὰρ πρῶτον τὸ ἀρσε-
νικὸν κλιθῇ καὶ τὸ οὐδέτερον καὶ θηλυκόν· δῆλον ὅτι εἰ μὲν
ἀπὸ τοῦ πλεῖος, πλείου, καὶ πλεῖον· εἰ δ' ἀπὸ τοῦ πλείων
πλείονος, καὶ τὸ πλεῖον τοῦ πλείονος ἔσται· οὕτως δὴ ἐπὶ
πάντων μεμνῆσθαι τῶν ἀμφοτερῶν πρὸς τὸ πλανητεύειν ἕτε-
ρον, ἢ πρὸς τὸ μὴ πλανηθῆναι· ὁμοίως καὶ ἐπὶ μετοχῶν τὰ
οὐδέτερα τὴν τῶν ἀρσενικῶν κλίσιν δέχονται· τὸ μέντοι πὰν
ἐπὶ μόνου τοῦ θεοῦ Πανὸς λέγεται καὶ κλίνεται, ἐπὶ δὲ τοῦ οὐδε-
τέρου παντός· ἐπεὶ καὶ πᾶς, παντός· ἐπεὶ ἐάν σοι προτείνῃ τις
τὸ πᾶς κλίναι· πύθου, εἰ μὲν τὸ κοινόν· εἰ δὲ παρ' Αἰολεῦσι;  

Theophrastus Phil., Fragmenta (0093: 010)


“Theophrasti Eresii opera, quae supersunt, omnia”, Ed. Wimmer, F.
Paris: Didot, 1866, Repr. 1964.
Fragment 6, se. 55, γρ. 4

τελοῦσι τὸ σημεῖον. Καὶ βοῦς ἐπὶ τὸ ἀριστερὸν


283

ἰσχίον κατακλινόμενος εὐδίαν σημαίνει· καὶ κύων


ὡσαύτως· ἐπὶ δεξιὸν δὲ χειμῶνα. Τέττιγες πολλοὶ
γινόμενοι νοσῶδες τὸ ἔτος σημαίνουσι. Λύχνος χει-
μῶνος καιόμενος ἡσυχαῖος εὐδίαν σημαίνει. Καὶ ἐὰν
ἐπ' ἄκρῳ οἷον κέγχρους ἔχῃ λαμπράς· καὶ ἐὰν ἐν κύ-
κλῳ τὴν μύξαν περιγράφῃ λαμπρὰ γραμμή.
Ὁ τῆς σχίνου καρπὸς σημαίνει τοὺς ἀρότους· ἔχει δὲ
τρία μέρη καὶ ἔστιν ὁ πρῶτος τοῦ πρώτου ἀρότου ση-
μεῖον, ὁ δεύτερος τοῦ δευτέρου, ὁ τρίτος τοῦ τρίτου·
καὶ ὡς ἂν τούτων κλίνῃ κάλλιστα καὶ γένηται ἁδρό-
τατος οὕτως ἕξει καὶ ὁ κατὰ τοῦτον ἄροτος.
Λέγεται δὲ καὶ τοιάδε σημεῖα ὅλων τε τῶν ἐνιαυτῶν
γίνεσθαι καὶ τῶν μορίων· Ἐὰν ἀρχομένου τοῦ χει-
μῶνος ζόφος ᾖ καὶ καύματα γίνηται καὶ ταῦτα ἄνευ
ὕδατος ὑπ' ἀνέμων διαλυθῇ, πρὸς τὸ ἔαρ σημαίνει
χάλαζαν ἐσομένην. Καὶ ἐὰν μετὰ τὴν ἐαρινὴν ἰση-
μερίαν ὁμίχλαι πίπτωσι, πνεύματα καὶ ἀνέμους ση-
μαίνουσιν εἰς ἕβδομον μῆνα ἀμφοτέρων ἀριθμουμέ-
νων. Ὅσαι μὲν ἅμα μηνοειδεῖ τῇ σελήνῃ πίπτουσιν,
αὗται μὲν πνεύματα σημαίνουσιν εἰς ἐκεῖνον τὸν χρό

Theophrastus Phil., De causis plantarum (lib. 2–6) (0093: 014)


“Theophrasti Eresii opera, quae supersunt, omnia”, Ed. Wimmer, F.
Paris: Didot, 1866, Repr. 1964.
Book 2, Ch. 9, se. 11, γρ. 6

ἀσθενέστερα τὰ ἐρινὰ καὶ πλείων ὑγρότης γίνεται δι'  


ἣν ἐκπνευματουμένην ἡ ἀποβολή· καὶ τῇ ἄμμῳ πάτ-
τειν ἀποξηραίνειν βουλομένους δι' ὃ καὶ τὸν κονιορτὸν
ὠφελεῖν· ἐξαιρεῖν γὰρ τὸ ὑγρὸν ὃ τῆς ἀποβολῆς αἴ-
τιον.
         Εἰ μὲν οὖν μηθὲν ἀντιλέγει δῆλον ὡς ἐν
ἐκείνῳ τὸ αἴτιον. Εἰ δὲ ἐναντιοῦται συμβαίνοι ἂν
ἐκείνως μὲν ἀπὸ τῶν ἐντὸς εἶναι τὴν ἀρχὴν καὶ εἴ τι
προσεπιγίνεται τῶν ἐκτὸς, οὕτως δ' ἀπὸ τῆς ἔξωθεν
ὑγρότητος ὑφ' ἧς μάλιστ' ἂν ἀποπίπτοι τὰ ὀρθὰ πε-
φυκότα καὶ μὴ κατακλινῆ καθάπερ οἱ κύτινοι· πι-
θανὸν δὲ καὶ ἐξ αὐτῶν τινας αἰτίας εἶναι τῆς ἀποβολῆς
284

ὥσπερ νοσησάντων πλὴν ἡ μὲν νόσος ἴσως κοινὴ


πάντων τῶν καρπῶν.
         Τοῦ δὲ συμμύειν ὅταν
εἰσδύωσιν οἱ ψῆνες ἀνάγκη τινὰ λέγειν αἰτίαν· ἐπεὶ τό
γ' ἐκβόσκεσθαι τὴν ὑγρότητα τὴν ἐνυπάρχουσαν οἰ-
κείαν οὖσαν ἀληθὲς, δι' ὅπερ πρὸς τὴν ἐπιμονὴν χρή-
σιμον, τὰ μέντοι σῦκα χείρω ποιεῖ· κενωθέντα γὰρ τὰ
ἐριναστὰ μᾶλλον ἐπισπᾶται καὶ πλείω τὸν ὀπόν· ὅθεν
ἔνιοί γ' οὐδ' ἐρινάζουσιν ἀλλὰ καὶ πωλοῦντες κηρύτ

Theophrastus Phil., De causis plantarum (lib. 2-6)


Book 3, Ch. 22, se. 1, γρ. 5

δίδοται μέγεθος. Μάλιστα δ' ἐν ταῖς ἀγαθαῖς χώραις·


τὰ γὰρ νότια καὶ ὅταν εὐδία ταχὺ ἀναδιδόασι καὶ
ποιοῦσι λοχαίαν καὶ καρπὸν ἐρυσιβώδη. Τὰ δὲ πυκ-
νόσπορα πρότερον ἀποχεῖται τῶν μανοσπόρων ὅτι τὰ
μὲν ῥιζοῦται καὶ εἰς τὰ κάτω σχίζεται διὰ τὸ ἔχειν
τόπον τὰ δ' εὐθὺς εἰς τὸ ἄνω τρέχει.
 Χρὴ δὲ καὶ τὰ οἰκεῖα σπέρματα πρὸς εὐφο-
ρίαν καὶ τὰ νοσήματα τὰ συμβαίνοντα λαμβάνειν οἷον
ἐρυσίβας· ἐπεὶ ἐν τοῖς κοίλοις καὶ ἀπνόοις γίνεται. (Τὰ
ἐρυσιβούμενα, ἐν δὲ τοῖς εὐπνόοις) τὰ μὴ ἐρυσιβού-
μενα· τοιαῦτα δὲ τὰ ἐπικλινῆ τῷ στάχυϊ καὶ μὴ ὀρθά.
Διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὸ ἐπικύπτειν συμφέρει τὸν στάχυν
ὅπως ἀπορρέῃ καὶ μὴ ἐμμένῃ τὸ ὕδωρ καὶ ἡ δρόσος.
Ἐπικλίνουσι δὲ οἱ μακροὶ στάχυες μᾶλλον οἱ δὲ πλατεῖς
καὶ βραχεῖς ὀρθότεροι δι' ὃ καὶ ἐρυσιβοῦνται ταῦτα
διυγραινόμενα. Καὶ ὧν ὁ στάχυς ἀπήρτηται πολὺ
τῶν φύλλων· ἐν γὰρ τοῖς φύλλοις ἐμμένει μᾶλλον ἡ
ὑγρότης ὥστε πλησίον μὲν ὄντος εὐθὺς ἅπτεται πόρρω
δὲ οὐχ ὁμοίως.
         Δι' ὃ καὶ ἡ μὲν ἀχιλληῒς κριθὴ
καὶ λευκὴ καὶ μέλαινα ἐρυσιβώδης, ὀρθοὶ γὰρ οἱ στά
285

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae Aphthonii rhetoris (0096:


006)
“Corpus fabularum Aesopicarum, vol. 1.2, 2nd edn.”, Ed. Hausrath,
A., Hunger, H.
Leipzig: Teubner, 1959.
Fable 12, γρ. 4

ΒΟΥΛΕΥΕΙΝ ΑΔΥΝΑΤΑ

 ἡ μήτηρ πρὸς τὸν καρκίνον· “τί δὴ λοξή, ἥν, ὦ παῖ, βα-


δίζεις ὁδόν, ὀρθὴν ἰέναι προσῆκον;” ὁ δὲ πρὸς αὐτήν· “ἡ-
γοῦ τῆς ὁδοῦ, ὦ μῆτερ, καὶ πρὸς αὐτὴν βαθίζειν πειράσο-
μαι.” τῆς δὲ βαδίζειν ἀπορούσης ὀρθῶς κατήγορος ὁ παῖς
τῆς παρανοίας ἐγένετο.
 ῥᾷον παραινεῖν, ἃ πονεῖν ὑπῆρξεν ἀδύνατον.

ΜΥΘΟΣ Ο ΤΩΝ ΑΛΕΚΤΡΥΟΝΩΝ ΜΕΤΡΙΑΖΕΙΝ


ΠΑΡΑΙΝΩΝ ΕΝ ΤΟΙΣ ΕΥΤΥΧΗΜΑΣΙ

 ἀλεκτρυόνες συμπεσόντες ἀλλήλοις ὡς νόμος εἶχεν ἐμά-


χοντο. καὶ ὁ μὲν νικηθεὶς κλίνῃ ὑποδὺς ἀπεκρύπτετο, ὁ δὲ
νενικηκὼς ἐπὶ στέγους ἀρθεὶς ἀνέκραγε μέγιστον τὴν νίκην
κατάδηλον ἐξ ᾠδῆς ἐργαζόμενος. καὶ καταπτὰς ἀετὸς τοῦ-
τον ἁρπάζει λαβών.
 νίκης ἀσφάλεια μετριότης φρονήματος.  

ΜΥΘΟΣ Ο ΤΟΥ ΙΠΠΟΥ ΠΑΡΑΙΝΩΝ ΣΚΟΠΕΙΝ ΤΑ


ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ

 ἵππον ἐλύπει τὸ γῆρας καὶ μυλῶνα ἀντὶ μάχης ἐλάμβα-


νεν. ὡς δὲ ἀλήθειν ἀντὶ τοῦ πολεμεῖν ἠναγκάζετο, τὴν
παροῦσαν ἐδάκρυε τύχην, τῆς δὲ πρώτης ἐμέμνητο· “ἐμοί,”
λέγων, “ὦ μυλωρέ, στρατεύεσθαι μὲν ὑπῆρχε πρότερον,
286

Aesopus et Aesopica Scr. Fab., Fabulae (dodecasyllabi) (0096: 015)


“Aesopi fabulae”, Ed. Chambry, E.
Paris: Les Belles Lettres, 1:1925; 2:1926.
Fable 197aliter, γρ. 5

Καὶ δὴ ἔφασκον τῇ λεαίνῃ βοῶντες·


»Εἰπὲ δὲ καὶ σὺ τὸ πόσους παῖδας τίκτεις.»
Ἡ δὲ γελῶσα πρὸς αὐτοὺς ταῦτα λέγει·
»Σκύμνον μὲν ἕνα, ἀλλὰ γενναῖον πάνυ.»
Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι κρείσσων εἷς ῥώμῃ σώματος καὶ
ἀνδρείᾳ καὶ φρονήσει ἢ πολλοὶ δειλοὶ καὶ ἄφρονες.  
Λέων μὴ δυνάμενος αὑτῷ ἐκ γήρως
ἀρκέσαι τροφὴν πορίζεσθαι ἰδίαν,
εὗρε δι' ἐπινοίας πρᾶξιν ἀρίστην,
καί τι σπήλαιον εὑρὼν εἰσῄει τοῦτο·
νοσεῖν δὲ προσεποιεῖτο πεσὼν [τῇ] κλίνῃ.
Τούτου δ' ἐπισκέψεως τὰ ζῷα χάριν
ἅπαντα προσέρρεον ὡς βασιλεῖ γε.
Αὐτὸς δὲ κατήσθιεν ὡς αἱμοβόρος.
Εἰσῆλθεν οὖν ὑστάτη ἀλώπηξ τούτων,
θυρᾶς γοῦν ἔξω σταθεῖσα [τῆς] τοῦ σπηλαίου.
»Εὖ σοι, βασιλεῦ, ἔφη· πῶς ἔχεις, γίγα;»
»Κακῶς» εἰπόντος, ἠρώτα τὴν αἰτίαν
δι' ἣν ἔξω ἱστᾶσα οὐκ ἔρχῃ ἔσω.
Τὸν δ' ἀπαμειβομένη ἀλώπηξ ἔφη·
»Μέδων, οἱ ἐρχόμενοι, εἶπέ μοι ποῦ γε·

Strabo Geogr., Geographica


Book 11, Ch. 11, se. 8, γρ. 29

παίδων ἠσκημέναι, ἡ δ' ἄριστα ἡνιοχοῦσα συνοικεῖ ᾧ


βούλεται· τινὰς δ' ἐπιτηδεύειν φασὶν ὅπως ὡς μακρο-
κεφαλώτατοι φανοῦνται καὶ προπεπτωκότες τοῖς με-
τώποις ὥσθ' ὑπερκύπτειν τῶν γενείων. Ταπύρων δ'
ἔστι καὶ τὸ τοὺς μὲν ἄνδρας μελανειμονεῖν καὶ μακρο-  
κομεῖν, τὰς δὲ γυναῖκας λευχειμονεῖν καὶ βραχυκο-
287

μεῖν. καὶ ὁ ἀνδρειότατος κριθεὶς γαμεῖ ἣν βούλεται.


Κάσπιοι δὲ τοὺς ὑπὲρ ἑβδομήκοντα ἔτη λιμοκτονήσαν-
τες εἰς τὴν ἐρημίαν ἐκτιθέασιν, ἄπωθεν δὲ σκοπεύον-
τες ἐὰν μὲν ὑπ' ὀρνίθων κατασπωμένους ἀπὸ τῆς κλί-
νης ἴδωσιν, εὐδαιμονίζουσιν, ἐὰν δὲ ὑπὸ θηρίων ἢ κυ-
νῶν, ἧττον, ἐὰν δ' ὑπὸ μηδενός, κακοδαιμονίζουσι.
 Ἐπεὶ δὲ τὰ βόρεια μέρη τῆς Ἀσίας ποιεῖ ὁ Ταῦρος,
ἃ δὴ καὶ ἐντὸς τοῦ Ταύρου καλοῦσιν, εἰπεῖν προειλό-
μεθα πρῶτον [περὶ τούτων]· τούτων δ' ἐστὶ καὶ τὰ ἐν
τοῖς ὄρεσιν αὐτοῖς ἢ ὅλα ἢ τὰ πλεῖστα. ὅσα μὲν [οὖν]
τῶν Κασπίων πυλῶν ἑωθινώτερά ἐστιν, ἁπλουστέραν
ἔχει τὴν περιήγησιν διὰ τὴν ἀγριότητα, οὐ πολύ τε ἂν
διαφέροι τοῦδε ἢ τοῦδε τοῦ κλίματος συγκαταλεχθέν-
τα· τὰ δ' ἑσπέρια πάντα δίδωσιν εὐπορίαν τοῦ λέγειν

Strabo Geogr., Geographica Book 15, Ch. 1, se. 68, γρ. 14

πυρὸς ὁμολογοῦσι· τὸν δὲ τρόπον οὐ τὸν αὐτόν φα-


σιν οὐδὲ κατὰ τὰς αὐτὰς αἰτίας, ἀλλ' οἱ μὲν οὕτως εἰ-
ρήκασι· συνακολουθῆσαι γὰρ ὡς ἐγκωμιαστὴν τοῦ
βασιλέως ἔξω τῶν τῆς Ἰνδικῆς ὅρων παρὰ τὸ κοινὸν
ἔθος τῶν ἐκεῖ φιλοσόφων· ἐκείνους γὰρ τοῖς αὐτόθι
συνεῖναι βασιλεῦσιν ὑφηγουμένους τὰ περὶ τοὺς θεούς,
ὡς τοὺς μάγους τοῖς Πέρσαις. ἐν Πασαργάδαις δὲ νο-
σήσαντα, τότε πρῶτον αὐτῷ νόσου γενομένης, ἐξαγα-
γεῖν ἑαυτόν, ἄγοντα ἔτος ἑβδομηκοστὸν καὶ τρίτον,  
μὴ προσέχοντα ταῖς τοῦ βασιλέως δεήσεσι· γενομένης
δὲ πυρᾶς καὶ τεθείσης ἐπ' αὐτῆς χρυσῆς Κλίνης, κατα-
κλιθέντα εἰς αὐτήν, ἐγκαλυψάμενον ἐμπρησθῆναι·
οἱ δὲ ξύλινον οἶκον γενέσθαι, φυλλάδος δ' ἐμπλησθέν-
τος καὶ ἐπὶ τῆς στέγης πυρᾶς γενομένης ἐγκλεισθέντα,
ὥσπερ ἐκέλευσε, μετὰ τὴν πομπὴν μεθ' ἧς ἧκε, ῥίψαντα
ἑαυτὸν ὡς ἂν δοκὸν συνεμπρησθῆναι τῷ οἴκῳ. Με-
γασθένης δ' ἐν τοῖς μὲν φιλοσόφοις οὐκ εἶναι δόγμα
φησὶν ἑαυτοὺς ἐξάγειν· τοὺς δὲ ποιοῦντας τοῦτο νε-
ανικοὺς κρίνεσθαι, τοὺς μὲν σκληροὺς τῇ φύσει φερο-
μένους ἐπὶ πληγὴν ἢ κρημνόν, τοὺς δ' ἀπόνους ἐπὶ
βυθόν, τοὺς δὲ πολυπόνους ἀπαγχομένους, τοὺς δὲ
288

Strabo Geogr., Geographica


Book 15, Ch. 3, se. 7, γρ. 8

δὲ ὁ Ἀλέξανδρος τὰ ἐν Περσεπόλει βασίλεια τιμωρῶν


τοῖς Ἕλλησιν, ὅτι κἀκείνων ἱερὰ καὶ πόλεις οἱ Πέρσαι
πυρὶ καὶ σιδήρῳ διεπόρθησαν.
 Εἶτ' εἰς Πασαργάδας ἧκε· καὶ τοῦτο δ' ἦν βασί-
λειον ἀρχαῖον. ἐνταῦθα δὲ καὶ τὸν Κύρου τάφον εἶδεν
ἐν παραδείσῳ, πύργον οὐ μέγαν, τῷ δάσει τῶν δένδρων
ἐναποκεκρυμμένον, κάτω μὲν στερεὸν ἄνω δὲ στέγην
ἔχοντα καὶ σηκὸν στενὴν τελέως ἔχοντα τὴν εἴσοδον,
δι' ἧς παρελθεῖν εἴσω φησὶν Ἀριστόβουλος κελεύσαν-
τος τοῦ βασιλέως καὶ κοσμῆσαι τὸν τάφον· ἰδεῖν δὲ
Κλίνην τε χρυσῆν καὶ τράπεζαν σὺν ἐκπώμασι καὶ
πύελον χρυσῆν καὶ ἐσθῆτα πολλὴν κόσμον τε λιθοκόλ-
λητον· κατὰ μὲν οὖν τὴν πρώτην ἐπιδημίαν ταῦτ'
ἰδεῖν, ὕστερον δὲ συληθῆναι, καὶ τὰ μὲν ἄλλα ἐκκομι-
σθῆναι τὴν δὲ Κλίνην θραυσθῆναι μόνον καὶ τὴν
πύελον, μεταθέντων τὸν νεκρόν, δι' οὗ δῆλον γενέσθαι
διότι προνομευτῶν ἔργον ἦν, οὐχὶ τοῦ σατράπου, κα-
ταλιπόντων ἃ μὴ δυνατὸν ἦν ῥᾳδίως ἐκκομίσαι· συμ-
βῆναι δὲ ταῦτα, καίπερ φυλακῆς περικειμένης Μάγων,  
σίτισιν λαμβανόντων καθ' ἡμέραν πρόβατον, διὰ μη-
νὸς δ' ἵππον. ἀλλ' ὁ ἐκτοπισμὸς τῆς Ἀλεξάνδρου στρα

Strabo Geogr., Geographica


Book 15, Ch. 3, se. 7, γρ. 12

λειον ἀρχαῖον. ἐνταῦθα δὲ καὶ τὸν Κύρου τάφον εἶδεν


ἐν παραδείσῳ, πύργον οὐ μέγαν, τῷ δάσει τῶν δένδρων
ἐναποκεκρυμμένον, κάτω μὲν στερεὸν ἄνω δὲ στέγην
ἔχοντα καὶ σηκὸν στενὴν τελέως ἔχοντα τὴν εἴσοδον,
δι' ἧς παρελθεῖν εἴσω φησὶν Ἀριστόβουλος κελεύσαν-
τος τοῦ βασιλέως καὶ κοσμῆσαι τὸν τάφον· ἰδεῖν δὲ
Κλίνην τε χρυσῆν καὶ τράπεζαν σὺν ἐκπώμασι καὶ
πύελον χρυσῆν καὶ ἐσθῆτα πολλὴν κόσμον τε λιθοκόλ-
289

λητον· κατὰ μὲν οὖν τὴν πρώτην ἐπιδημίαν ταῦτ'


ἰδεῖν, ὕστερον δὲ συληθῆναι, καὶ τὰ μὲν ἄλλα ἐκκομι-
σθῆναι τὴν δὲ Κλίνην θραυσθῆναι μόνον καὶ τὴν
πύελον, μεταθέντων τὸν νεκρόν, δι' οὗ δῆλον γενέσθαι
διότι προνομευτῶν ἔργον ἦν, οὐχὶ τοῦ σατράπου, κα-
ταλιπόντων ἃ μὴ δυνατὸν ἦν ῥᾳδίως ἐκκομίσαι· συμ-
βῆναι δὲ ταῦτα, καίπερ φυλακῆς περικειμένης Μάγων,  
σίτισιν λαμβανόντων καθ' ἡμέραν πρόβατον, διὰ μη-
νὸς δ' ἵππον. ἀλλ' ὁ ἐκτοπισμὸς τῆς Ἀλεξάνδρου στρα-
τιᾶς εἰς Βάκτρα καὶ Ἰνδοὺς πολλά τε ἄλλα νεωτερισθῆ-
ναι παρεσκεύασε, καὶ δὴ καὶ τοῦθ' ἓν τῶν νεωτερι-
σθέντων ὑπῆρξεν. οὕτω μὲν οὖν Ἀριστόβουλος εἴρηκε,
καὶ τὸ ἐπίγραμμα δὲ ἀπομνημονεύει τοῦτο “ὦ ἄν

Strabo Geogr., Geographica


Book 16, Ch. 4, se. 10, γρ. 23

ποιούμενοι τοιαύτην· ἀπὸ τῶν δένδρων ἰδόντες ἀγέ-


λην διὰ τοῦ δρυμοῦ φερομένην τῇ μὲν οὐκ ἐπιτίθενται,
τοὺς δ' ἀποπλανηθέντας ἐκ τῶν ὄπισθεν λάθρᾳ προς-
ιόντες νευροκοποῦσι· τινὲς δὲ καὶ τοξεύμασιν ἀναι-
ροῦσιν αὐτοὺς χολῇ βεβαμμένοις ὄφεων· ἡ δὲ τοξεία
διὰ τριῶν ἀνδρῶν συντελεῖται, τῶν μὲν κατεχόντων
τὸ τόξον καὶ προβεβηκότων τοῖς ποσί, τοῦ δ' ἕλκοντος
τὴν νευράν· ἄλλοι δὲ σημειωσάμενοι τὰ δένδρα οἷς
εἰώθασι προσαναπαύεσθαι, προσιόντες ἐκ θατέρου
μέρους τὸ στέλεχος ὑποκόπτουσιν· ἐπὰν οὖν προσιὸν
τὸ θηρίον ἀποκλίνῃ πρὸς αὐτό, πεσόντος τοῦ δένδρου
πίπτει καὶ αὐτό, ἀναστῆναι δὲ μὴ δυναμένου διὰ τὸ τὰ
σκέλη διηνεκὲς ὀστοῦν ἔχειν καὶ ἀκαμπές, καταπηδή-
σαντες ἀπὸ τῶν δένδρων ἀνατέμνουσιν αὐτό· τοὺς δὲ
κυνηγοὺς οἱ νομάδες ἀκαθάρτους καλοῦσιν.
 Ὑπέρκειται δὲ τούτων ἔθνος οὐ μέγα στρουθο-
φάγων, παρ' οἷς ὄρνεις εἰσὶ μέγεθος ἐλάφων ἔχοντες,
πέτασθαι μὲν οὐ δυνάμενοι, θέοντες δὲ ὀξέως καθάπερ
οἱ στρουθοκάμηλοι· θηρεύουσι δ' αὐτοὺς οἱ μὲν τόξοις,
οἱ δὲ ταῖς δοραῖς τῶν στρουθῶν σκεπασθέντες τὴν μὲν
δεξιὰν καλύπτουσι τῷ τραχηλιμαίῳ μέρει καὶ κινοῦσιν
290

Asclepiades Epigr., Epigrammata (0137: 001); AG 5.7, 64, 85, 145,


150, 153, 158, 161–162, 164, 167, 169, 181, 185, 189, 194, 202–203,
207, 209–210; 6.308; 7.11, 145, 217, 284, 500; 9.63–64, 752; 12.36, 46,
50, 75, 77, 105, 135, 153, 161–163, 166; 13.23; 16.68, 120.
Book 5, epigram 181, γρ. 12

 καὶ πέντε στεφάνους τῶν ῥοδίνων.  – ”Τί, τὸ ...”  – Πάξ.


οὐ φὴς κέρματ' ἔχειν; διολώλαμεν. οὐ τροχιεῖ τις
 τὸν Λαπίθην; λῃστήν, οὐ θεράποντ' ἔχομεν.
οὐκ ἀδικεῖς;  – ”Οὐδέν.”  – Φέρε τὸν λόγον· ἐλθὲ λαβοῦσα,
 Φρύνη, τὰς ψήφους. ὢ μεγάλου κινάδους·
πέντ' οἶνος δραχμῶν, ἀλλᾶς δύο ...
 ὦτα, λαγώς, σκόμβροι, σησαμίδες, σχάδονες.
αὔριον αὐτὰ καλῶς λογιούμεθα. νῦν δὲ πρὸς Αἴσχραν
 τὴν μυρόπωλιν ἰὼν πέντε λάβ' ἀργυρέας·
εἰπὲ δὲ σημεῖον, Βάκχων ὅτι πέντ' ἐφίλησεν
 ἑξῆς, ὧν Κλίνη μάρτυς ἐπεγράφετο.

ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ

Εἰς ἀγορὰν βαδίσας, Δημήτριε, τρεῖς παρ' Ἀμύντου


 γλαυκίσκους αἴτει καὶ δέκα φυκίδια
καὶ κυφὰς καρῖδας (ἀριθμήσει δέ σοι αὐτός)
 εἴκοσι καὶ τέτορας δεῦρο λαβὼν ἄπιθι.
καὶ παρὰ Θαυβορίου ῥοδίνους ἓξ πρόσλαβε πλοχμοὺς
 καὶ Τρυφέραν ταχέως ἐν παρόδῳ κάλεσον.

ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ

Νὺξ μακρὴ καὶ χεῖμα, μέσην δ' ἐπὶ Πλειάδα δύνει,


 κἀγὼ πὰρ προθύροις νίσσομαι ὑόμενος,
291

Dionysius Chalcus Eleg., Fragmenta (0246: 001)


“Iambi et elegi Graeci, vol. 2”, Ed. West, M.L.
Oxford: Clarendon Press, 1972.
Fragment 3, γρ. 5

κότταβον ἐνθάδε σοι τρίτον ἑστάναι οἱ δυσέρωτες


  ἡμεῖς προστίθεμεν γυμνασίωι Βρομίου
κώρυκον. οἱ δὲ παρόντες ἐνείρετε χεῖρας ἅπαντες
  ἐς σφαίρας κυλίκων· καὶ πρὶν ἐκεῖνον ἰδεῖν,
ὄμματι βηματίσασθε τὸν αἰθέρα τὸν κατὰ Κλίνην,
  εἰς ὅσον αἱ λάταγες χωρίον ἐκτατέαι.
ὕμνους οἰνοχοεῖν ἐπιδέξια σοί τε καὶ ἡμῖν·
  τόν τε σὸν ἀρχαῖον τηλεδαπόν τε φίλον  
εἰρεσίηι γλώσσης ἀποπέμψομεν εἰς μέγαν αἶνον
  τοῦδ' ἐπὶ συμποσίου· δεξιότης τε λόγου
Φαίακος Μουσῶν ἐρέτας ἐπὶ σέλματα πέμπει.
  ἀγγελίας ἀγαθῆς δεῦρ' ἴτε πευσόμενοι,
καὶ κυλίκων ἔριδας διαλύσατε, καὶ κατάθεσθε
  τὴν ξύνεσιν παρ' ἐμοί, καὶ τάδε μανθάνετε
   δέχου τήνδε προπινομένην

Xenophanes Poet. Phil., Fragmenta (Silli et De natura) (0267: 002)


“Anthologia lyrica Graeca, fasc. 1, 3rd edn.”, Ed. Diehl, E.
Leipzig: Teubner, 1949.
Fragment 18, γρ. 2

ἵπποι μέν θ' ἵπποισι, βόες δέ τε βουσὶν ὁμοίας


καί κε θεῶν ἰδέας ἔγραφον καὶ σώματ' ἐποίουν
τοιαῦθ', οἷόν περ καὐτοὶ δέμας εἶχον ἕκαστοι.  
Αἰθίοπές τε θεοὺς σφετέρους σιμοὺς μέλανάς τε
Θρῆικές τε γλαυκοὺς καὶ πυρρούς φασι πέλεσθαι.
ἑστᾶσιν δ' ἐλάτης βάκχοι πυκινὸν περὶ δῶμα.
οὔ τοι ἀπ' ἀρχῆς πάντα θεοὶ θνητοῖσ' ὑπέδειξαν,
ἀλλὰ χρόνωι ζητοῦντες ἐφευρίσκουσιν ἄμεινον.
καί κ' ἐπιθυμήσειε νέος νῆς ἀμφιπόλοιο.
πὰρ πυρὶ χρὴ τοιαῦτα λέγειν χειμῶνος ἐν ὥρηι
ἐν Κλίνηι μαλακῆι κατακείμενον, ἔμπλεον ὄντα,  
292

πίνοντα γλυκὺν οἶνον, ὑποτρώγοντ' ἐρεβίνθους·


’τίς πόθεν εἷς ἀνδρῶν; πόσα τοι ἔτε' ἐστί, φέριστε;
πηλίκος ἦσθ', ὅθ' ὁ Μῆδος ἀφίκετο;’

ΕΠΗ
ΠΕΡΙ ΦΥΣΙΟΣ

εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος,


οὔ τι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος οὐδὲ νόημα.
οὖλος ὁρᾶι, οὖλος δὲ νοεῖ, οὖλος δέ τ' ἀκούει.
ἀλλ' ἀπάνευθε πόνοιο νόου φρενὶ πάντα κραδαίνει.
αἰεὶ δ' ἐν ταὐτῶι μίμνει κινεύμενος οὐδέν,

Xenophanes Poet. Phil., Fragmenta (0267: 006)


“Die Fragmente der Vorsokratiker, vol. 1, 6th edn.”, Ed. Diels, H.,
Kranz, W.
Berlin: Weidmann, 1951, Repr. 1966.
Fragment 22, γρ. 4

 SCHOL. ARISTOPH. Pac. 697 ὁ Σιμωνίδης διεβέβλητο ἐπὶ φιλαρ-


γυρίαι .... χαριέντως δὲ πάνυ τῶι αὐτῶι λόγωι διέσυρε [β τοῦ ἰαμβοποιοῦ]
καὶ
μέμνηται ὅτι σμικρολόγος ἦν. ὅθεν Ξενοφάνης κίμβικα αὐτὸν
προσαγορεύει.
Vgl. 21 A 22.
 SCHOL. HOM. OXYRH. 1087, 40 (OX. Pap. VIII p. 103) τὸ Ἔρυκος
παρὰ Ξενοφάνει ἐν ε Σίλλων.

ΠΑΡΩΙΔΙΑΙ

 ATHEN. Epit. II p. 54 E Ξ. ὁ Κολοφώνιος ἐν


Παρωιδίαις·
 πὰρ πυρὶ χρὴ τοιαῦτα λέγειν χειμῶνος ἐν ὥρηι
 ἐν Κλίνηι μαλακῆι κατακείμενον, ἔμπλεον ὄντα,
 πίνοντα γλυκὺν οἶνον, ὑποτρώγοντ' ἐρεβίνθους·
 ’τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν, πόσα τοι ἔτε' ἐστί, φέριστε;
 πηλίκος ἦσθ', ὅθ' ὁ Μῆδος ἀφίκετο;’  
293

ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ

 CLEM. Strom. V 109 (II 399, 16 St.) Ξ. ὁ Κολ. διδάσκων


ὅτι εἷς καὶ ἀσώματος ὁ θεὸς ἐπιφέρει [vgl. A 30]·
 εἷς θεός, ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος,
 οὔτι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος οὐδὲ νόημα.
 SEXT. adv. math. IX 144 [21 A 1 I 113, 26].
 οὖλος ὁρᾶι, οὖλος δὲ νοεῖ, οὖλος δέ τ' ἀκούει.

Aelius Aristides Rhet., Διόνυσος (0284: 004)


“Aristides, vol. 1”, Ed. Dindorf, W.
Leipzig: Reimer, 1829, Repr. 1964.
Jebb σελ. 30, γρ. 29

ται· καὶ μὴν ἔμπυρός γε ἅμα Ἀθηνᾷ καὶ Ἡφαίστῳ γε-


νόμενος. κήρυκες δὲ καὶ Εὐμολπίδαι πάρεδρον Ἐλευσινίαις
αὐτὸν ἐστήσαντο, καρπῶν ἔφορον καὶ τροφῆς ἀνθρώποις.  
ὃ δὲ τούτῳ πρέπειν μοι δοκεῖ προσθεῖναι, μόνος γὰρ τῶν
ἱερῶν φασμάτων ἐξεφοίτησεν ἐν τῷ κινδύνῳ τῷ Μηδικῷ.
οὕτω τοῖς ὅλοις φιλάνθρωπος ὢν ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας ῥέπει.
Νύμφαις τοίνυν ἀνακραθεὶς πολλὰ δὴ καὶ παντοῖα ἐχό-
ρευσέ τε καὶ χορεύει κατ' ἀνθρώπους, ἀκριβέστερον Εὐρυ-
κλέους τἄνδοθεν καταλαμβάνων, καὶ ποιεῖ χορευτὴν κἂν
ἄμουσος ᾖ τὸ πρίν. ὁ δὲ σκιρτᾷ τε καὶ παίζει καὶ μελῳ-
δεῖν ἐθέλει, καὶ ταῦτα μέντοι ἀπὸ Κλίνης καὶ σκίμποδος.
οὕτως πᾶν δρᾶν ὁ θεὸς πεφυκώς ἐστιν. ὁ δὲ θαυμαστὸς  
ἀνθρώπων τύραννος Ἔρως ἐκ Διονύσου πηγῶν ἀρυσάμε-
νος γῆν ἅπασαν ἐπέρχεται προηγητῇ Διονύσῳ χρώμενος,
οὐδ' αὐτῷ θᾶκοι τούτου χωρὶς οὐδ' ἔργα οὐδ' εὐναί.
νυκτὸς τοίνυν καὶ ἡμέρας πέρατα ἐπισκοπεῖ, τὴν μὲν ἡμέ-
ραν αὐτὸς δᾳδοῦχός τε καὶ ἡγεμὼν τῆς ὄψεως γιγνόμενος,
τὴν δὲ νύκτα ἑτέροις παριείς· ἀργῶν δ' ὅμως οὐδ' οὕτως,
ἀεὶ δ' ἐν φορᾷ καὶ κινήσει τὸν αἰῶνα διεξέρχεται. πρεσβύ-
τατος δὲ ὢν θεῶν αὐτὸς καὶ νεώτατός ἐστι, τῆς δ' ἀεὶ
παρούσης ὥρας καὶ μοίρας φίλος. καί μοι χαίρειν ἤδη
294

Aelius Aristides Rhet., Ἱεροὶ λόγοι αʹ (0284: 023)


“Aristides, vol. 1”, Ed. Dindorf, W.
Leipzig: Reimer, 1829, Repr. 1964.
Jebb σελ. 286, γρ. 1

γενέσθαι καὶ κατὰ σπουδὴν ἐμεῖν καὶ ἅμα ἐνθυμεῖσθαι,


τί δὲ εἰ μὴ ἀκριβῶς ἐξεμέσαιμι; ἔπειτα φάναι τινὰ ὅτι
καὶ ἐν ἄλλῳ τῳ τῶν σύκων ἐνείη τοῦ φαρμάκου· ἔτι οὖν
μειζόνως ἀπορεῖν καὶ ἀσχάλλειν ὅτι οὐ θᾶττον ἤκουσα.
τούτων ὀφθέντων ὑπενόησα μὲν ἀσιτίαν δηλοῦσθαι, εἰ δὲ
μὴ, ἀλλ' ᾑρούμην γε. ἐδεόμην δὲ τοῦ θεοῦ σημῆναι σα-
φέστερον ὁπότερα λέγοι, ἀσιτίαν ἢ ἔμετον. ἐπικατέδαρθόν
τε δὴ καὶ ἔδοξα εἶναι πρὸς τῷ ἱερῷ τῷ ἐν Περγάμῳ, καὶ
ἤδη τε μέσην ἡμέραν ἐξήκειν, ἀσιτίας οὔσης μοι, καὶ Θεό-
δοτον ἐπελθεῖν μετὰ δή τινων φίλων, εἰσελθόντα δὲ πα-
ρακαθέζεσθαί μοι ἐπὶ τῆς Κλίνης οὑτωσὶ κατακειμένῳ.
φάναι οὖν πρὸς αὐτὸν ὅτι ἀσιτοίην· τὸν δὲ ἐνδείξασθαι
ὅτι εἰδείη, καὶ εἰπεῖν ὅτι ἐγώ τοι ἀνέμενον μετὰ πάντα
ταῦτα ἃ οὗτοι ποιοῦσι, φλεβοτομίᾳ χρῆσθαι· τὸ γὰρ ἄλ-
γημα τοῦ νεφροῦ ἐστι καὶ ἡ ἀσιτία δὲ, ἔφη, νόθος τις
ἔξοδός ἐστι τοῦ πυρὸς διὰ τοῦ στήθους διεξιοῦσα. καὶ
ἅμα ταῦτα αὐτοῦ λέγοντος ἐκ τοῦ πρόσθε δύο σπινθῆρες
ὤφθησαν. κἀγὼ ἔβλεψα πρὸς τὸν Θεόδοτον θαυμάσας,
καὶ σύμβολον ἐποιησάμην τοῦ λόγου, καὶ ἠρόμην αὐτὸν
ὅ τι εἴη ταῦτα. ὁ δὲ ἔφη ἀπὸ τοῦ πυρὸς τούτου, δείξας
τί μοι παρακείμενον. ἀφυπνιζόμην τε δὴ καὶ εὗρον ἐκείνην

Aelius Aristides Rhet., Ἱεροὶ λόγοι αʹ


Jebb σελ. 287, γρ. 37

φαρμάκων ἠνειχόμην. ὁ δ' αὖ θεὸς διὰ τέλους ἀντεῖχε,


κελεύων φέρειν τὸ παρόν· πάντως γὰρ αὐτὸ ὑπὲρ σωτη-
ρίας εἶναι, εἶναι γὰρ τοῦ ῥύματος τούτου τὰς πηγὰς
ἄνω, τοὺς δὲ κηπουροὺς τούτους οὐκ εἰδέναι τοὺς ὀχετοὺς
ᾗ χρὴ τρέπειν. συνέβαινε δὴ θαυμαστά. ἐγένοντο γὰρ
295

μῆνες τέτταρες μάλιστα τῆς διατριβῆς ταύτης. ἐν δὲ τού-


τοις κεφαλὴ μὲν οὕτω κούφη καὶ τὰ ἄνω τῆς κοιλίας, ὡς
ἂν μάλιστά τις εὔξαιτο· ἔτι δὲ οἷον πανήγυρις ἦν κατὰ
τὴν οἰκίαν. οἱ γὰρ φίλοι τὰ πρῶτα τῶν τότε Ἑλλήνων
ὄντες ἀπήντων ἀεὶ καὶ συνῆσάν μοι κατὰ τοὺς λόγους
αὐτόθεν ἐκ Κλίνης τοὺς ἀγῶνας ποιουμένῳ.
 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ παράδοξα ἐπετάχθημεν· ὧν
δὲ ἀπομνημονεύω, δρόμος τέ ἐστιν ὃν ἔδει δραμεῖν ἀνυ-
πόδητον χειμῶνος ὥρᾳ· καὶ πάλιν ἱππασία πραγμάτων
ἀπορώτατον. καί τι καὶ τοσοῦτον μέμνημαι· τοῦ γὰρ
λιμένος κυμαίνοντος ἐξ ἀνέμου λιβὸς καὶ τῶν πλοίων τα-
ραττομένων, ἔδει διαπλεύσαντα εἰς τὸ ἀντιπέρας μέλιτος
καὶ δρυὸς βαλάνων φαγόντα ἐμέσαι, καὶ γίγνεται δὴ κά-
θαρσις ἐντελής. πάντα δὲ ταῦτα ἐν ἀκμῇ τῆς φλεγμονῆς  
οὔσης ἐπράττετο καὶ δὴ πρὸς αὐτὸν ἀναχωρούσης τὸν
ὀμφαλόν. τέλος δὲ ὁ σωτὴρ σημαίνει τῆς αὐτῆς νυκτὸς

Aelius Aristides Rhet., Ἱεροὶ λόγοι βʹ (0284: 024)


“Aristides, vol. 1”, Ed. Dindorf, W.
Leipzig: Reimer, 1829, Repr. 1964.
Jebb σελ. 299, γρ. 33

ἐμαυτοῦ προνοούμενος, ἔπειτα ἐπέτεινέ τε ἡ νόσος καὶ


κατελήφθην ὑπὸ δεινοῦ πυρὸς χολῆς παντοίας, ἣ συνεχῶς
νύκτα καὶ ἡμέραν ἠνώχλει, καὶ τῆς τροφῆς ἀπεκεκλείμην
καὶ ἡ δύναμις κατελέλυτο. καὶ οἱ ἰατροὶ ἀφίσταντο καὶ
τελευτῶντες ἀπέγνωσαν παντάπασι, καὶ διηγγέλθη ὡς
οἰχησομένου αὐτίκα. τὸ μέντοι τοῦ Ὁμήρου κἀν τούτοις
εἶπες ἂν, τὸ Νόος γε μὲν ἔμπεδος ἦεν. οὕτω παρηκολού-
θουν ἐμαυτῷ, ὥσπερ ἂν ἄλλῳ τινὶ, καὶ ᾐσθανόμην ὑπο-
λείποντος ἀεὶ τοῦ σώματος, ἕως εἰς τοὔσχατον ἦλθον.
τοιούτων δὲ ὄντων ἔτυχον μὲν εἰς τὸ εἴσω τετραμμένος
τῆς Κλίνης, ἔδοξα δὲ ὡς ὄναρ· αὐτὸ δὲ ἦν ἄρα ἡ λύσις·
ἔδοξα δὲ καὶ δὴ ἐπὶ τέλει τοῦ δράματος εἶναι, καὶ τοὺς
ἐμβάτας ἀποτίθεσθαι, καὶ τὰς κρηπῖδας μεταλήψεσθαι
τοῦ πατρός. κἀν τούτοις ὄντα στρέφει μὲ ὁ σωτὴρ Ἀσκλη-
πιὸς τὴν εἰς τὸ ἔξω στροφὴν ἐξαίφνης. ἔπειτα οὐ πολὺ
ὕστερον ἡ Ἀθηνᾶ φαίνεται τήν τε αἰγίδα ἔχουσα καὶ τὸ  
296

κάλλος καὶ τὸ μέγεθος καὶ σύμπαν δὴ σχῆμα οἵα περ


ἡ Ἀθήνησιν ἡ Φειδίου. ἀπῶζε δὲ καὶ τῆς αἰγίδος ὅτι
ἥδιστον, καὶ ἦν κηρῷ τινι προσφερὴς, θαυμαστὴ καὶ
αὕτη τὸ κάλλος καὶ τὸ μέγεθος. ἐφαίνετο μὲν δὴ μόνῳ
στᾶσα καταντικρὺ καὶ ὅθεν αὐτὴν ὡς κάλλιστα ἔμελλεν

Aelius Aristides Rhet., Ἱεροὶ λόγοι γʹ (0284: 025)


“Aristides, vol. 1”, Ed. Dindorf, W.
Leipzig: Reimer, 1829, Repr. 1964.
Jebb σελ. 311, γρ. 13

ἑτέραν δὲ ἔξοδον ἐξῆλθον εἰς τὰ ὕδατα ἐν ἀκμῇ θέρους,


καὶ προείρητο ἐπανήκειν εὐθέως λουσάμενον, κιννάμωμον  
κόψαντα καὶ πάσαντα τὸν τράχηλον κύκλῳ. τούτους αὖ
σταδίους τετταράκοντα καὶ διακοσίους τὸ συναμφότερον
ἤνυσα, πνίγους ὄντος θαυμαστοῦ, καὶ ῥᾷον ἤνεγκα τὸ
δίψος ἤ τις ἂν ἐκ βαλανείου βαδίζων οἴκαδε. αὖθις αὖ
πέμπει με προστάξας πιεῖν ψυχρὸν, καὶ ἔπιον τὸ σύμπαν.
καὶ ταῦτα μὲν εἰς τοσοῦτον τὸ νῦν εἶναι. τὰ δ' ἐν Λεβέδῳ
συμβάντα, ἐπέμφθην μὲν ἀπὸ κατακλίσεως, ἣν ἐν Σω-
τήρων ἐγκατεκεκλίμην, αὐτοῦ καὶ τοῦτο ἐπιτάξαντος,
οὕτως ἀπειρηκὼς ὥστ' οὐδ' ἐπὶ τῆς Κλίνης οἴκοι εἶχον
ἀνταρκεῖν. καὶ ἦν δὴ ὁ ἰατρὸς Σάτυρος ἐν Περγάμῳ
κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον σοφιστὴς, ὡς ἐλέγετο, οὐ τῶν
ἀγεννῶν. οὗτος ἐμοὶ προσελθὼν κατακειμένῳ καὶ τοῦ τε
θώρακος καὶ τῶν ὑποχονδρίων ἁψάμενος, ἐπειδὴ προϊόν-
τος τοῦ λόγου τὰς καθάρσεις τοῦ αἵματος ἤκουσεν ὅσαι
γεγόνασί μοι, τὸ μὲν αἷμα ἐπισχεῖν ἐκέλευε καὶ μὴ κατα-
λύειν τὸ σῶμα· ἐγὼ δέ σοι, ἔφη, δώσω τι κατάπλασμα
πάνυ κοῦφον καὶ ἁπλοῦν, ὃ συνθεῖναι ἐπὶ τοῦ στομάχου
καὶ τῶν ὑποχονδρίων, καὶ εἴσει δὴ ὁπόσον τι ὀνήσει.
ταῦτα συνεβούλευε, κἀγὼ τὸ μὲν τοῦ αἵματος οὐκ ἔφην

Aelius Aristides Rhet., Ἱεροὶ λόγοι δʹ (0284: 026)


297

“Aristides, vol. 1”, Ed. Dindorf, W.


Leipzig: Reimer, 1829, Repr. 1964.
Jebb σελ. 325, γρ. 19

καὶ τοὺς λόγους ὄντας περὶ τῆς ἡγεμονίας. καὶ μικρὸν


ἐπισχὼν ἠγωνιζόμην, καὶ τά τε δὴ τῆς ἄλλης δυνάμεως ἦν
οἷα θεοῦ παρασκευάζοντος, καὶ ἔδοξεν ὁ τοῦ ἐνιαυτοῦ
χρόνος οὐ σιωπῆς, ἀλλ' ἀσκήσεως εἶναι.
 Ἀρχὴ μὲν οὖν αὕτη τῆς μελέτης τῶν λόγων ἡμῖν ἐγέ-
νετο, καὶ οὕτως ἐπανήλθομεν. ἐγίγνετο δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ
εἰς ταυτὸν φέροντα, καὶ τὸ δὴ μάλιστα ἐπιρρῶσαν τοιόνδε
ἦν. Ῥώσανδρος ἦν τῶν φιλοσοφούντων καὶ ἄλλως περὶ τὴν
τοῦ θεοῦ θεραπείαν ἐπιμελής· οὗτος ἐδόκει μοι παρ'
ἀνδρὸς φιλοσόφου τῶν ἐπιφανῶν ἀρτίως διηγγελμένου
παρὼν ἑστάναι πρόσθεν τῆς Κλίνης, οἷον ἔνθεός τε καὶ
σφόδρα ἐσπουδακώς· ἔπειτα λέγειν περὶ τῶν λόγων τῶν
ἐμῶν εἰς ὅσον προβεβηκότες εἶεν, μνησθῆναι μὲν δὴ Πλά-
τωνος καὶ Δημοσθένους, ἐφ' οἷσπερ ἐμνήσθη ἑκατέρου·
ἀκροτελεύτιον δ' ἐπιθεῖναι, παρῆλθες ἡμῖν τῷ ἀξιώματι
τὸν Δημοσθένη, ὡς μηδ' αὐτοῖς ἄρα τοῖς φιλοσόφοις
εἶναι ὑπερφρονῆσαι. τοῦτο τὸ ῥῆμα πᾶσαν ἐμοὶ τὴν ὕστε-
ρον φιλοτιμίαν ἐξῆψε, τοῦτ' ἐποίησε πᾶν ὅ τι ποιοίην
περὶ λόγους ἔλαττον εἶναι τοῦ δέοντος νομίζειν. καὶ μέντοι
καὶ ὕπαρ αὐτὸς ἐπεσφραγίσατο ὁ θεός. μετὰ γὰρ τὴν
νύκτα ἐκείνην, ἣ τὸν ὄρθρον ἦγεν, εὐθὺς μελέτην ἐποιού

Aelius Aristides Rhet., Ἱεροὶ λόγοι δʹ


Jebb σελ. 335, γρ. 2

καὶ τῶν ὄντων λόγους. καὶ ὃς ἀκολουθεῖν με ἐκέλευε προς-


έχοντα τὸν νοῦν. ἐκ τούτου δὲ ὁ μὲν ἡγεῖτο, ἐγὼ δ' εἱπό-
μην. καὶ προσελθὼν μικρὸν ἀνασχὼν τὴν χεῖρα δείκνυσί μοι
τόπον τινὰ τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἅμα δεικνὺς ἔφη, οὗτος δή
σοί ἐστιν ὃν καλεῖ Πλάτων τοῦ παντὸς ψυχήν. ἀναβλέπω τε
δὴ καὶ ὁρῶ Ἀσκληπιὸν τὸν ἐν Περγάμῳ ἐνιδρυμένον ἐν τῷ
οὐρανῷ, καὶ ἅμα τε ἀφυπνιζόμην ἐπὶ τούτοις καὶ τὴν ὥραν
αἰσθάνομαι ταύτην ἐκείνην οὖσαν ἐν ᾗ ἐδόκουν ταῦτα ὁρᾶν.
ἔτι τοίνυν ἑτέρων τοιῶνδε μέμνημαι. τοῦτο μὲν αὐτὸν Πλά-
298

τωνα ὁρᾶν ἐδόκουν ἑστῶτα ἐν τῷ δωματίῳ τῷ ἐμῷ


ἀπαντικρὺ τῆς τε Κλίνης κἀμοῦ· ὁ δ' ἔτυχε μεταχειριζό-
μενος τὴν ἐπιστολὴν τὴν πρὸς Διονύσιον, καὶ μάλα μεστὸς
ὢν θυμοῦ προσβλέψας δέ μοι, ποῖός τις, ἔφη, σοὶ φαί-
νομαι εἰς ἐπιστολάς; μὴ φαυλότερος τοῦ Κέλερος; τὸν
γραμματέα δὴ λέγων τὸν βασιλικόν. κἀγὼ, εὐφήμει, ἔφην,
τὸ καὶ μεμνῆσθαί σε τοιοῦτον ὄντα ὅστις εἶ. καὶ οὐ πολὺ
ὕστερον ὁ μὲν ἠφάνιστο, ἐγὼ δὲ συννοίᾳ εἰχόμην. παρὼν
δέ τις εἶπεν, οὗτος μέντοι ὁ διαλεγόμενός σοι ὡς Πλάτων
ἀρτίως ὁ σὸς Ἑρμῆς ἐστι· λέγων δὴ τὸν εἰληχότα τὴν
γένεσιν τὴν ἐμήν. Πλάτωνι δ', ἔφη, εἴκαστο.
 Τοῦτο μὲν δὴ ἐν Σμύρνῃ γίγνεταί μοι τὸ ὄναρ,

Aelius Aristides Rhet., Ἱεροὶ λόγοι δʹ


Jebb σελ. 336, γρ. 26

τοῦ διατριβήν. ᾗ δὲ ἡμέρᾳ δέξεσθαι τὰ γράμματα ἔμελλε


– τουτὶ γὰρ ὕστερον ἔγνωμεν ἐκ τῶν ἀπαγγελθέντων,
ἦν δὲ καὶ εὐθὺς ἐκ λογισμοῦ τῶν ἡμερῶν τεκμαίρεσθαι –  
ταύτῃ μοι ἐδόκει ὁ ἱερεὺς ὁ τοῦ Ἀσκληπιοῦ οὗτος ὁ ἔτι
νῦν ὢν καὶ ὁ τούτου πάππος, ἐφ' οὗ τὰ πολλὰ καὶ
μεγάλα ὡς ἐπυνθανόμεθα ἐχειρούργησεν ὁ θεὸς καὶ ἔστι
δὴ ἐνδοξότατος τῶν μέχρι τούτου, οὗτοί μοι ἐδόκουν
παρελθεῖν εἰς τὴν τοῦ Κοδράτου καταγωγὴν καὶ συνεῖναι
μάλα ἐγγύθεν, ὁ μὲν οὑτωσὶ παρακαθήμενος, ὁ δὲ ἐπ'
αὐτῆς καθεζόμενος ἄνω τῆς Κλίνης ὁ πρεσβύτερος. συνί-
στασαν οὖν με τῷ Κοδράτῳ πάνυ σπουδῇ, ἄλλους τε
λόγους φιλανθρώπους λέγοντες καὶ ὡς ἐπὶ τοῖς λόγοις ὁ
πρεσβύτερος γίγνεται τοῖς ἐμοῖς δὴ καὶ οὓς ἔδει καὶ αὐτοὺς
πρὸς τὸν Κοδρᾶτον ἐπαινεθῆναι. περὶ δὲ λόγων ἔφη ἐν-
σημηνάμενός τέ πως τῇ φωνῇ καὶ διαλιπὼν ἐξεπίτηδες ὡς
μάλιστα ἔμελλεν ἐκεῖνον προσάξειν τῷ μέλλοντι λεχθήσε-
σθαι· ἔτι δ' αὐτοῦ μέλλοντος ἐρεῖν τὴν ὑπερβολὴν, ὑπο-
λαβὼν ὁ Κοδρᾶτος, ἀλλ' ἦ τὸ τῆς παροιμίας, ἔφη, ἐρεῖς,
ἢ τοιαύτην χρὴ γαμεῖν ἢ μὴ γαμεῖν;
 Τοιαῦτ' ἄττα ἑκατέρωθεν ἐλέγετο. μετὰ δὲ ταῦτα
299

Aelius Aristides Rhet., Ἱεροὶ λόγοι εʹ (0284: 027)


“Aristides, vol. 1”, Ed. Dindorf, W.
Leipzig: Reimer, 1829, Repr. 1964.
Jebb σελ. 347, γρ. 4

μελήσειν· καὶ τέλος εἶπεν, οὐ μὴ ἡμῶν καταφρονήσωσι.


γίγνεται δὲ ἐπὶ τοῦ δικαστηρίου καὶ καλέσας τὴν δίκην
καὶ λόγων οὐ πολλῶν ῥηθέντων ἠγανάκτησέ τε τοῖς γενο-
μένοις καί τινα καὶ τῶν μετασχόντων τῆς ἐπιδρομῆς εἰς
τὴν εἱρκτὴν ἐνέβαλε, καὶ τὸ χωρίον ἡμῖν ψηφίζεται, καὶ
εἰσῄειμεν εἰς αὐτὸ ὑπὸ γραμμάτων· ὁπλῖται δὲ καὶ σφεν-
δονῆται καὶ πάντα ἐκεῖνα ὑπεχώρει τῷ θεῷ.  
Θέρους ὥρᾳ πονήρως εἶχεν ὁ στόμαχος καὶ δίψος ἦν
νύκτα καὶ ἡμέραν καὶ ἱδρὼς ἀμύθητος καὶ λύσις τοῦ
σώματος, καὶ μόλις ἂν δύο καὶ τρεῖς εἷλκον ἀπὸ τῆς κλί-
νης ἀναστῆναι δεόμενον· καὶ ὁ θεὸς σημαίνει ἔξοδον ἐν
Σμύρνῃ ὄντι τὸν χρόνον τοῦτον, καὶ ἔδει ἐξιέναι αὐτίκα.
καὶ ἐξῄειν μὲν τὴν ἐπὶ Περγάμου· ἐν ὅσῳ δὲ ὀχήματα
ἐπορίζετο καὶ δὴ μεσημβρία τε προσῄει καὶ καῦμα ᾔρετο
λαμπρόν. ἔδοξεν οὖν ἡμῖν ἐν τῷ προαστείῳ διατρίψαντας
αὐτὴν τὴν ἀκμὴν οὕτως περαίνειν. ἡ δ' ὁρμὴ ἦν ὡς εἰς
Μύριναν καὶ τὰ σκευοφόρα ἐπὶ τούτῳ προῄει. οἷα δὲ
πνίγους ὄντος καὶ ἅμα ὑφ' ἡδονῆς τοῦ χωρίου καὶ προσέτι
ἀσχολιῶν τινῶν προείμεθα τῆς ὥρας συχνὸν, ὥστε γιγνό-
μεθα ἐπὶ τῷ καταγωγίῳ τῷ πρὸ τοῦ Ἑρμοῦ περὶ αὐτὴν

Aelius Aristides Rhet., Λευκτρικὸς εʹ (ὑπὲρ μηδετέροις βοηθεῖν)


Jebb σελ. 476, γρ. 14

νέφους ὑπελθόντος οὐδὲν τῶν πρὸς ἡμᾶς καθορῶσιν. ἀλλ'


εἰ νῦν φοβούμεθα αὐτοὺς ἂν μὴ ἀδικῶμεν, πῶς οὐ πολὺ
μᾶλλον φοβησόμεθα εἰκότως μὴ τοῖς ἑτέροις προσθεμένων
ἡμῶν ἅτεροι κρατήσωσι; νῦν μὲν γὰρ οὐδὲν δέος ἐκ τῶν
περιγενομένων, ἐάν τι νεωτερίζωσι. κεκομμένοι γὰρ καὶ τε-
ταλαιπωρηκότες τάχα δὴ τὴν Καδμείαν νίκην νενικηκότες  
αἰσθήσονται, πρὸς ἡμᾶς ἀκεραίους καὶ καθαροὺς ἐὰν
ἀγωνίζωνται. εἰ δὲ τοῖς ἑτέροις προσθείμεθα, τοῦτο μὲν,
300

ἂν κρατῆσαι συμβῇ τῶν πραγμάτων, καὶ τῶν κακῶν οὐκ


ἔλαττον εἶναι δεῖ μετεσχηκότας, ὥστε ἐὰν ὕστερον ἀγνωμο-
νῶσιν, ἐξ ἴσου γιγνόμεθα αὐτοῖς, τοῦτο δὲ, ἂν κλίνῃ τὰ
πράγματα, δῆλός ἐσθ' ὁ κίνδυνος. νῦν μὲν οὖν οἱ νική-
σαντες αὐτῶν ἡμῖν νικῶσιν, ἐκείνως δὲ δι' ἡμῶν, ἂν οὕ-
τως τύχῃ, κρατήσουσιν οἱ ἕτεροι. εἶτ' οὐδ' ἄλλως ὅμοια
τοῖς τούτων τὰ ἡμέτερα. Λακεδαιμόνιοι γὰρ ἐσχατιὰν
Πελοποννήσου κατοικοῦντες ἐν σκέπῃ πολλῇ τοῦ πολέμου
καὶ τῶν πραγμάτων εἰσί· Θηβαῖοί τε ὑπὲρ Κιθαιρῶνα
ἀπελήλανται· ἡ δὲ ἡμετέρα πόλις ἐν πόρῳ τοῦ πολέμου
καὶ οὐδεμία οὐδετέροις ἐπὶ τοὺς ἑτέρους ἔξοδος ἔσται, πρὶν
εἰς τὴν ἡμετέραν ἐμβαλεῖν, ταύτην δὴ τὴν πρόχειρον αὖ
φθείρεσθαι. ὅλως δὲ οὐχ ὁρῶ περὶ ὅτου πολεμήσομεν, εἰ

Aelius Aristides Rhet., Αἰγύπτιος (0284: 048)


“Aristides, vol. 2”, Ed. Dindorf, W.
Leipzig: Reimer, 1829, Repr. 1964.
Jebb σελ. 339, γρ. 30

ταν, προσῄει πολλάκις ἡμῖν καὶ ἐχρώμεθα ὥσπερ εἰκὸς


οἰκείως αὐτῷ. καί ποτε οὑτωσὶ περιεπατοῦμεν περὶ δείλην
ὀψίαν ἐν τῷ μεγάλῳ δρόμῳ τῷ κατὰ τὰς στοὰς καὶ ἦσαν
ἐτησίαι λαμπροί· ἀπεβλέψαμεν οὖν εἰς τὰ νέφη, καί τις
ἔφη τῶν παρόντων, ταῦτα δὴ τὰ τοῦ Νείλου πνεύματα·
οὕτω γάρ πως ὠνόμασε. καὶ ὃς ἐγέλασεν. ἐρομένου δέ μου
ὅ τι αὐτῷ τοῦτο βούλοιτο, Οὐκ οἶσθα, ἔφη, ὅτι ἐγὼ τρία
ἑξῆς ἔτη κατετρίβην ἐπ' ἄκροις Αἰγύπτου; Οἶδα, ἔφην,
ἀλλὰ τί τοῦτο; Ὅτι ἐγὼ ἐν τοσούτῳ χρόνῳ τριφθέντι μοι
πανταχῆ σκοπῶν οὐκ ἠδυνήθην ἰδεῖν νέφος αὐτόθι τοῦ
θέρους, ἀλλὰ ἑστηκότα ἀκλινῆ τὸν ἀέρα ὥσπερ τὰ γε-
γραμμένα. καίτοι νομίζω, ἔφη, ὁρᾶν τά γε ἐγχωροῦντα,
ἀλλ' ἐγὼ οὐκ εἶδον νέφος, ἃ ὑμεῖς, ἔφη, οἴεσθε ἐνθένδε
ἐλαυνόμενα ἄνω καταρρηγνύντα πληροῦν τὸν Νεῖλον. τοῦτο
δὴ καὶ τότε ἀκούσας ἐθαύμασα καὶ ἥσθην, καὶ σοὶ νῦν
ἀπομνημονεύσας ἐξήγγειλα, ὅπως εἰδείης πόρρω τοῦ ἀλη-
θοῦς ὄντας καὶ τοὺς τούτῳ τῷ λόγῳ καταχρωμένους τε  
καὶ πεπιστευκότας καὶ ὅλως ἐπίστῃ τὸ τοῦ Νείλου πρᾶγμα
ὅτι κινδυνεύει μόνος ποταμῶν οὐδέποτε ὁ αὐτὸς εἶναι,
301

ἀλλ' ἐν αὔξῃ καὶ φθίσει ῥέων ὁμαλῶς, εἰ δὲ βούλει ἀνω-


μάλως διατελεῖ, ταῖς ἡμέραις τε καὶ νυξὶ τὰ μάλιστά

Acta Alexandrinorum, Acta Alexandrinorum (0300: 001)


“Acta Alexandrinorum”, Ed. Musurillo, H.
Leipzig: Teubner, 1961.
Ch. 2, column or fragment col2, γρ. 32

         
scissa, ac sex fere desunt lineae   
[       ἀνέρχεται]
οὖν ὁ Φλάκκ[ος εἰς τὸ Σ]αραπεῖον κε-
λεύσας ἐν κρυπ̣[τῷ ἑτοιμ]ά̣ζεσθαι τὸ χρῆμα.
ἀνέρχεται δὲ κ̣[αὶ] ὁ Ἰσίδωρος σὺν τῇ Ἀ-
φροδισίᾳ κα[ὶ] τῷ Διονυσίῳ ἐντὸς δὲ  
τοῦ νεὼ ε[ἰ]σ̣ελθόντες {δ̣ε} ὁ Ἰσίδωρος
καὶ ὁ Διονύσιος προσεκύνησαν. καὶ
τότε ἔριψεν ἑαυτὸν [ὁ γ]ερ̣αιός, γονυ-
κλινὴς δ' ἐχ̣[ό]μεν̣[ο]σ̣ [τ]ο̣ῦ̣ Δ[ι]ονυσίου
λέγων, ἰδού, δ[έ]σπ̣[οτ]α̣ Διονύσιε, ἀν-
τικρὺ τοῦ Σ̣α̣[ρά]π̣ι̣ο̣[ς] ὁ γεραιός· μὴ βι-
άζου πρὸς τὸ[ν] Φλ[ά]κκον, ἀλλὰ σ̣ὺν̣
τοῖς γέρουσιν [κα]θί̣[ζ]ανε̣. ἦ σοῦ πορευ-
θέντος η̣..ε.ατ̣ρ̣..φ̣.μεν; μετα-
νόησον, τέ̣κ[νον] Δ̣[ι]ονύσιε. ὁ δὲ ἀντεῖ-
πεν· εὐθετίς[ω· ἀλλ' ἐμ]ὲ̣ δεύτε̣[ρ]ο̣ν̣ μὴ
βούλει ἀρνής[ασθαι τὸ]ν Φλάκκον. εἰ
δεῖ τ̣ῇ νέᾳ ς[ελήνῃ ς]ὺν αὐτῷ εἶναι,
εἶμ̣[ι] ἐ̣λ̣ε̣[υθ]ε[ρίως. ἐ]πῆλθεν ὁ Φλάκ

Acta Joannis, Acta Joannis (0317: 001)


“Acta apostolorum apocrypha, vol. 2.1”, Ed. Bonnet, M.
Leipzig: Mendelssohn, 1898, Repr. 1972.
302

Se. 21, γρ. 2

την Κλεοπάτραν ὁρῶ κειμένην. οὐκ ὄψεταί με ἥλιος περιπολῶν


σοῦ μηκέτι προσομιλοῦντος. φθάσω σε Κλεοπάτρα ἀπολύων
ἑαυτὸν τοῦ βίου. ἀφειδήσω τῆς σωτηρίας μου ἔτι νεάνιδος
οὔσης. ἀπολογήσομαι τῇ δίκῃ ὡς δικαίως μοι ὑποδράσαντος
ἐξὸν δικασθῆναι πρὸ αὐτὴν ὡς ἀδίκως δικάζουσαν. τιμωρή-
σομαι αὐτὴν εἴδωλον βίου παραγενόμενος. ἐρῶ πρὸς αὐτήν·
Σύ μου τὸ φῶς ἐβιάσω Κλεοπάτραν ἀφαρπάσασα· σύ με νε-
κρὸν ἐποίησας γενέσθαι τοῦτό μοι παρασχομένη· σύ με τὴν
πρόνοιαν ἐβιάσω ἐνυβρίσαι ἐκκόψασά μου τὴν παρρησίαν.
 Καὶ ἔτι πλείονα λέγων ὁ Λυκομήδης πρὸς τὴν Κλεο-
πάτραν προσελθὼν τῇ κλίνῃ ἀναβοῶν ἐθρήνει. ὁ δὲ Ἰωάν-
νης ἀπέσπασεν αὐτὸν εἰπών· Μετάστηθι τῶν θρήνων τού-
των καὶ τῶν ἀναρμόστων σου ῥημάτων. οὐ προσήκει ἀπει-
σθῆναι τῷ θεωμένῳ σοι. ἵστη γὰρ ἀπολαμβάνων τὴν αὐτοῦ
σύμβιον. σὺν ἡμῖν τοίνυν στὰς τοῖς διὰ ταύτην ἐληλυθόσιν
ἔπευξαι τῷ θεῷ ὃν εἶδες φανεροῦντά σε δι' ὀνειράτων. τί
οὖν ἐστιν ὦ Λυκόμηδες; διυπνίσθητι καὶ αὐτὸς καὶ ἄνοιξόν
σου τὴν ψυχήν. ἀπόβαλε τὸν πολὺν ὕπνον ἀπὸ σοῦ. δεήθητι
τοῦ κυρίου, παρακάλεσον αὐτὸν ὑπὲρ τῆς συμβίου σου καὶ
ἀναστήσῃ. Ὁ δὲ πεσὼν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐθρήνει ὁλοψυχῶν.
ὁ οὖν Ἰωάννης ἔφη μετὰ δακρύων· Ὢ καινῆς προδοσίας ὁρά

Critias Eleg., Phil., Trag., Fragmenta (0319: 004)


“Die Fragmente der Vorsokratiker, vol. 2, 6th edn.”, Ed. Diels, H.,
Kranz, W.
Berlin: Weidmann, 1952, Repr. 1966.
Fragment 35, γρ. 2

χειρα τῶν σκευῶν καὶ ἀναγκαῖα ταῦτα, κλιντῆρες καὶ δίφροι καὶ
τράπεζαι, βέλτιστα παρ' αὐτοῖς ἐδημιουργεῖτο, καὶ κώθων ὁ
Λακωνικὸς εὐδοκίμει μάλιστα πρὸς τὰς στρατείας, ὥς φησι Κ.· τὰ
γὰρ ἀναγκαίως πινόμενα τῶν ὑδάτων καὶ δυσωποῦντα τὴν ὄψιν
ἀπεκρύπτετο τῆι χρόαι, καὶ τοῦ θολεροῦ προσκόπτοντος ἐντὸς καὶ
προσισχομένου τοῖς ἄμβωσι καθαρώτερον ἐπλησίαζε τῶι στόματι
τὸ πινόμενον. Poll. VI 97 κώθων Λακωνικόν [ἔκπωμα]·
τοῦ δὲ κώθωνος αἱ ἑκατέρωθεν πλευραὶ ὥσπερ καὶ τῆς χύτρας ἄμ-
303

βωνες καλοῦνται.
 ATHEN. XI 486 E Κ. τε ἐν τῆι Λακεδαι-
μονίων Πολιτείαι· ‘Κλίνη Μιλησιουργὴς καὶ δίφρος Μιλη-
σιουργής, Κλίνη Χιουργὴς καὶ τράπεζα Ῥηνειοεργής.
HARPOCR. Λυκιουργεῖς· ἀγνοεῖν δὲ
ἔοικεν ὁ γραμματικὸς ὅτι τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν ἀπὸ κυρίων
ὀνομάτων οὐκ ἄν τις εὕροι γινόμενον, μᾶλλον δὲ ἀπὸ πόλεων καὶ
ἐθνῶν· ‘Κλίνη Μιλησιουργής’ Κ. φησὶν ἐν τῆι Λακεδαιμονίων
πολιτείαι.
 EUSTATH. Zu θ 376 p. 1601, 25
καὶ ἦν ἔθος παλαιὸν οὕτω παίζειν καὶ ἐπεχωρίαζε,
φασί, Λακεδαιμονίοις ἀγὼν τὰ σφαιρομάχια ... σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι
ὀρχήσεως εἶδος ἦν καὶ ἡ τοιαύτη διὰ σφαίρας παιδιά, ὡς δηλοῖ καὶ  

Critias Eleg., Phil., Trag., Fragmenta


Fragment 35, γρ. 3

τράπεζαι, βέλτιστα παρ' αὐτοῖς ἐδημιουργεῖτο, καὶ κώθων ὁ


Λακωνικὸς εὐδοκίμει μάλιστα πρὸς τὰς στρατείας, ὥς φησι Κ.· τὰ
γὰρ ἀναγκαίως πινόμενα τῶν ὑδάτων καὶ δυσωποῦντα τὴν ὄψιν
ἀπεκρύπτετο τῆι χρόαι, καὶ τοῦ θολεροῦ προσκόπτοντος ἐντὸς καὶ
προσισχομένου τοῖς ἄμβωσι καθαρώτερον ἐπλησίαζε τῶι στόματι
τὸ πινόμενον. Poll. VI 97 κώθων Λακωνικόν [ἔκπωμα]·
τοῦ δὲ κώθωνος αἱ ἑκατέρωθεν πλευραὶ ὥσπερ καὶ τῆς χύτρας ἄμ-
βωνες καλοῦνται.
 ATHEN. XI 486 E Κ. τε ἐν τῆι Λακεδαι-
μονίων Πολιτείαι· ‘Κλίνη Μιλησιουργὴς καὶ δίφρος Μιλη-
σιουργής, Κλίνη Χιουργὴς καὶ τράπεζα Ῥηνειοεργής.
HARPOCR. Λυκιουργεῖς· ἀγνοεῖν δὲ
ἔοικεν ὁ γραμματικὸς ὅτι τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν ἀπὸ κυρίων
ὀνομάτων οὐκ ἄν τις εὕροι γινόμενον, μᾶλλον δὲ ἀπὸ πόλεων καὶ
ἐθνῶν· ‘Κλίνη Μιλησιουργής’ Κ. φησὶν ἐν τῆι Λακεδαιμονίων
πολιτείαι.
 EUSTATH. Zu θ 376 p. 1601, 25
καὶ ἦν ἔθος παλαιὸν οὕτω παίζειν καὶ ἐπεχωρίαζε,
φασί, Λακεδαιμονίοις ἀγὼν τὰ σφαιρομάχια ... σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι
ὀρχήσεως εἶδος ἦν καὶ ἡ τοιαύτη διὰ σφαίρας παιδιά, ὡς δηλοῖ καὶ  
ὁ οὕτω γράψας· θερμαϋστρὶς ὄρχησις διὰ ποδῶν σύντονος. φησὶ
304

Critias Eleg., Phil., Trag., Fragmenta


Fragment 35, γρ. 7

προσισχομένου τοῖς ἄμβωσι καθαρώτερον ἐπλησίαζε τῶι στόματι


τὸ πινόμενον. Poll. VI 97 κώθων Λακωνικόν [ἔκπωμα]·
τοῦ δὲ κώθωνος αἱ ἑκατέρωθεν πλευραὶ ὥσπερ καὶ τῆς χύτρας ἄμ-
βωνες καλοῦνται.
 ATHEN. XI 486 E Κ. τε ἐν τῆι Λακεδαι-
μονίων Πολιτείαι· ‘Κλίνη Μιλησιουργὴς καὶ δίφρος Μιλη-
σιουργής, Κλίνη Χιουργὴς καὶ τράπεζα Ῥηνειοεργής.
HARPOCR. Λυκιουργεῖς· ἀγνοεῖν δὲ
ἔοικεν ὁ γραμματικὸς ὅτι τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν ἀπὸ κυρίων
ὀνομάτων οὐκ ἄν τις εὕροι γινόμενον, μᾶλλον δὲ ἀπὸ πόλεων καὶ
ἐθνῶν· ‘Κλίνη Μιλησιουργής’ Κ. φησὶν ἐν τῆι Λακεδαιμονίων
πολιτείαι.
 EUSTATH. Zu θ 376 p. 1601, 25
καὶ ἦν ἔθος παλαιὸν οὕτω παίζειν καὶ ἐπεχωρίαζε,
φασί, Λακεδαιμονίοις ἀγὼν τὰ σφαιρομάχια ... σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι
ὀρχήσεως εἶδος ἦν καὶ ἡ τοιαύτη διὰ σφαίρας παιδιά, ὡς δηλοῖ καὶ  
ὁ οὕτω γράψας· θερμαϋστρὶς ὄρχησις διὰ ποδῶν σύντονος. φησὶ
γοῦν Κ. οὕτω· ‘ἀναπηδήσαντες εἰς ὕψος πρὸ τοῦ κατενε-
χθῆναι ἐπὶ γῆν παραλλαγὰς πολλὰς τοῖς ποσὶν ἐποίουν,
ὃ δὴ θερμαϋστρίζειν ἔλεγον.’
 LIBAN. Or. 25, 63 (II 567 Förster) οἱ Λακεδαιμόνιοι

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (0385: 001)


“Cassii Dionis Cocceiani historiarum Romanarum quae supersunt, 3
vols.”, Ed. Boissevain, U.P.
Berlin: Weidmann, 1:1895; 2:1898; 3:1901, Repr. 1955.
Book 50, Ch. 5, se. 3, γρ. 1

σαν· ἅπερ που λόγῳ μὲν πρὸς τὴν Κλεοπάτραν, ἔργῳ δὲ καὶ πρὸς
τὸν Ἀντώνιον ἔτεινεν· οὕτω γάρ που αὐτὸν ἐδεδούλωτο ὥστε καὶ
γυμνασιαρχῆσαι τοῖς Ἀλεξανδρεῦσι πεῖσαι, βασιλίς τε αὐτὴ καὶ
δέσποινα ὑπ' ἐκείνου καλεῖσθαι, στρατιώτας τε Ῥωμαίους ἐν τῷ
305

δορυφορικῷ ἔχειν, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς πάντας σφᾶς ταῖς ἀσπίσιν


ἐπιγράφειν. ἔς τε τὴν ἀγορὰν μετ' αὐτοῦ ἐσεφοίτα, καὶ τὰς πανη-
γύρεις οἱ συνδιετίθει, τάς τε δίκας συνεξήταζε, καὶ συνίππευε καὶ  
ἐν ταῖς πόλεσιν, ἢ καὶ ἐκείνη μὲν ἐν δίφρῳ τινὶ ἐφέρετο, ὁ δὲ
Ἀντώνιος αὐτοποδὶ αὐτῇ μετὰ τῶν εὐνούχων ἠκολούθει. καὶ τό τε
στρατήγιον βασίλειον ὠνόμαζε, καὶ ἀκινάκην ἔστιν ὅτε παρεζώννυτο,
ἐσθῆτί τε ἔξω τῶν πατρίων ἐχρῆτο, καὶ ἐπὶ Κλίνης ἐπιχρύσου δί-
φρου τε ὁμοίου καὶ ἐν τῷ κοινῷ ἑωρᾶτο. συνεγράφετό τε αὐτῇ
καὶ συνεπλάττετο, αὐτὸς μὲν Ὄσιρις καὶ Διόνυσος ἐκείνη δὲ Σελήνη
τε καὶ Ἶσις λέγοντες εἶναι. ἐξ οὗπερ καὶ τὰ μάλιστα ἔκφρων ὑπ'
αὐτῆς ἐκ μαγγανείας τινὸς γεγονέναι ἔδοξεν. οὐ γὰρ ὅτι ἐκεῖνον
ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους τούς τι παρ' αὐτῷ δυναμένους οὕτω καὶ
ἐγοήτευσε καὶ κατέδησεν ὥστ' αὐτὴν καὶ τῶν Ῥωμαίων ἄρξειν ἐλπί-
σαι, τήν τε εὐχὴν τὴν μεγίστην, ὁπότε τι ὀμνύοι, ποιεῖσθαι τὸ ἐν
τῷ Καπιτωλίῳ δικάσαι.
 τῇ μὲν οὖν Κλεοπάτρᾳ διὰ ταῦτα τὸν πόλεμον ἐψηφίσαντο,
τῷ δ' Ἀντωνίῳ οὐδὲν δῆθεν τοιοῦτον ἐπήγγειλαν, εὖ γε εἰδότες ὅτι

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία.


Book 51, Ch. 12, se. 1, γρ. 1

καὶ πρᾶξαι ἐχρῆν. καὶ οὕτως ἐκεῖνοι συμμίξαντες τῇ Κλεοπάτρᾳ


καὶ μέτριά τινα διαλεχθέντες, ἔπειτ' ἐξαίφνης συνήρπασαν αὐτὴν
πρίν τι ὁμολογηθῆναι. κἀκ τούτου ἐκποδὼν πάντα ἀφ' ὧν ἀπο-
θανεῖν ἐδύνατο ποιησάμενοι, ἡμέρας μέν τινας κατὰ χώραν αὐτῇ
τὸ τοῦ Ἀντωνίου σῶμα ταριχευούσῃ διατρῖψαι ἐπέτρεψαν, ἔπειτα
δὲ ἐς τὰ βασίλεια αὐτὴν ἤγαγον, μήτε τῆς ἀκολουθίας τι μήτε
τῆς θεραπείας τῆς συνήθους οἱ παραλύσαντες, ὅπως ἔτι καὶ μᾶλ-
λον ἐλπίσῃ τε ὅσα ἐβούλετο καὶ μηδὲν κακὸν ἑαυτὴν δράσῃ. ἀμέ-
λει καὶ ὀφθῆναι καὶ διαλεχθῆναί τι τῷ Καίσαρι ἐθελήσασα ἐπέ-  
τυχε· καὶ ἵνα γε ἐπὶ πλεῖον ἀπατηθῇ, αὐτὸς ἀφίξεσθαι πρὸς αὐτὴν
ὑπέσχετο. οἶκόν τε οὖν ἐκπρεπῆ καὶ Κλίνην πολυτελῆ παρασκευά-
σασα, καὶ προσέτι καὶ ἑαυτὴν ἠμελημένως πως κοσμήσασα (καὶ
γὰρ ἐν τῷ πενθίμῳ σχήματι δεινῶς ἐνέπρεπεν) ἐκαθέζετο ἐπὶ τῆς
Κλίνης, πολλὰς μὲν εἰκόνας τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ παντοδαπὰς
παραθεμένη, πάσας δὲ τὰς ἐπιστολὰς τὰς παρ' ἐκείνου οἱ πεμ-
φθείσας ἐς τὸν κόλπον λαβοῦσα. καὶ μετὰ τοῦτο ἐσελθόντος τοῦ
Καίσαρος ἀνεπήδησέ τε ἐρρυθμισμένη, καὶ ἔφη “χαῖρε ὦ δέσποτα·
306

σοὶ μὲν γὰρ τοῦτο θεὸς ἔδωκεν, ἐμὲ δὲ ἀφείλετο. ἀλλ' ὁρᾷς μέν
που καὶ αὐτὸς τὸν πατέρα σου τοιοῦτον οἷος πολλάκις πρὸς ἐμὲ
ἐσῆλθεν, ἀκούεις δὲ ὅπως τά τε ἄλλα ἐτίμησέ με καὶ δὴ καὶ βα-
σιλίδα τῶν Αἰγυπτίων ἐποίησεν. ἵνα δ' οὖν τι καὶ αὐτοῦ ἐκείνου

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία.


Book 51, Ch. 12, se. 1, γρ. 4

θανεῖν ἐδύνατο ποιησάμενοι, ἡμέρας μέν τινας κατὰ χώραν αὐτῇ


τὸ τοῦ Ἀντωνίου σῶμα ταριχευούσῃ διατρῖψαι ἐπέτρεψαν, ἔπειτα
δὲ ἐς τὰ βασίλεια αὐτὴν ἤγαγον, μήτε τῆς ἀκολουθίας τι μήτε
τῆς θεραπείας τῆς συνήθους οἱ παραλύσαντες, ὅπως ἔτι καὶ μᾶλ-
λον ἐλπίσῃ τε ὅσα ἐβούλετο καὶ μηδὲν κακὸν ἑαυτὴν δράσῃ. ἀμέ-
λει καὶ ὀφθῆναι καὶ διαλεχθῆναί τι τῷ Καίσαρι ἐθελήσασα ἐπέ-  
τυχε· καὶ ἵνα γε ἐπὶ πλεῖον ἀπατηθῇ, αὐτὸς ἀφίξεσθαι πρὸς αὐτὴν
ὑπέσχετο. οἶκόν τε οὖν ἐκπρεπῆ καὶ Κλίνην πολυτελῆ παρασκευά-
σασα, καὶ προσέτι καὶ ἑαυτὴν ἠμελημένως πως κοσμήσασα (καὶ
γὰρ ἐν τῷ πενθίμῳ σχήματι δεινῶς ἐνέπρεπεν) ἐκαθέζετο ἐπὶ τῆς
Κλίνης, πολλὰς μὲν εἰκόνας τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ παντοδαπὰς
παραθεμένη, πάσας δὲ τὰς ἐπιστολὰς τὰς παρ' ἐκείνου οἱ πεμ-
φθείσας ἐς τὸν κόλπον λαβοῦσα. καὶ μετὰ τοῦτο ἐσελθόντος τοῦ
Καίσαρος ἀνεπήδησέ τε ἐρρυθμισμένη, καὶ ἔφη “χαῖρε ὦ δέσποτα·
σοὶ μὲν γὰρ τοῦτο θεὸς ἔδωκεν, ἐμὲ δὲ ἀφείλετο. ἀλλ' ὁρᾷς μέν
που καὶ αὐτὸς τὸν πατέρα σου τοιοῦτον οἷος πολλάκις πρὸς ἐμὲ
ἐσῆλθεν, ἀκούεις δὲ ὅπως τά τε ἄλλα ἐτίμησέ με καὶ δὴ καὶ βα-
σιλίδα τῶν Αἰγυπτίων ἐποίησεν. ἵνα δ' οὖν τι καὶ αὐτοῦ ἐκείνου
περὶ ἐμοῦ πύθῃ, λάβε καὶ ἀνάγνωθι τὰ γράμματα ἅ μοι αὐτο-
χειρίᾳ ἐπέστειλε.” ταῦτά τε ἅμα ἔλεγε, καὶ πολλὰ καὶ ἐρωτικὰ
αὐτοῦ ῥήματα ἀνεγίγνωσκε. καὶ τοτὲ μὲν ἔκλαε καὶ τὰς ἐπιστο

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία.


Book 51, Ch. 21, se. 8, γρ. 1

βους τὸν [τε] Ῥῆνον ἐπὶ πολέμῳ διαβάντας ἀπεώσατο· καὶ διὰ
307

ταῦτα ἤγαγε μὲν καὶ ἐκεῖνος τὰ νικητήρια, καίτοι τοῦ τε πατρὸς


αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Σύλλου θανατωθέντος, καὶ αὐτὸς ἄρξαι ποτὲ μετὰ
τῶν ἄλλων τῶν ὁμοίων οἱ κωλυθείς, ἤγαγε δὲ καὶ ὁ Καῖσαρ, ἐπειδὴ
ἡ ἀναφορὰ τῆς νίκης τῇ αὐτοκράτορι αὐτοῦ ἀρχῇ προσήκουσα
ἦν. ἐν μὲν οὖν τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ ταῦτα διεωρτάσθη, ἐν δὲ τῇ
δευτέρᾳ ἡ πρὸς τῷ Ἀκτίῳ ναυκρατία, κἀν τῇ τρίτῃ ἡ τῆς Αἰ-
γύπτου καταστροφή. ἐπιφανεῖς μὲν δὴ καὶ αἱ ἄλλαι πομπαὶ διὰ
τὰ ἀπ' αὐτῆς λάφυρα ἐγένοντο (τοσαῦτα γὰρ ἠθροίσθη ὥστε πά-
σαις ἐπαρκέσαι), πολυτελεστάτη δ' οὖν καὶ ἀξιοπρεπεστάτη αὕτη
ἡ Αἰγυπτία. τά τε γὰρ ἄλλα καὶ ἡ Κλεοπάτρα ἐπὶ Κλίνης ἐν
τῷ τοῦ θανάτου μιμήματι παρεκομίσθη, ὥστε τρόπον τινὰ καὶ
ἐκείνην μετά τε τῶν ἄλλων αἰχμαλώτων καὶ μετὰ τοῦ Ἀλεξάν-
δρου τοῦ καὶ Ἡλίου, τῆς τε Κλεοπάτρας τῆς καὶ Σελήνης, τῶν
τέκνων, ὡς πομπεῖον ὀφθῆναι. μετὰ δὲ δὴ τοῦτο ὁ Καῖσαρ
ἐφ' ἅπασιν αὐτοῖς ἐσελάσας τὰ μὲν ἄλλα κατὰ τὸ νομιζόμενον
ἔπραξε, τὸν δὲ δὴ συνύπατον τούς τε λοιποὺς ἄρχοντας περιεῖδε
παρὰ τὸ καθεστηκὸς ἐπισπομένους οἱ μετὰ τῶν λοιπῶν βουλευ-
τῶν τῶν συννενικηκότων· εἰώθεσαν γὰρ οἱ μὲν ἡγεῖσθαι οἱ δὲ
ἐφέπεσθαι.

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία.


Book 56, Ch. 34, se. 1, γρ. 2

φωσιν, ἵνα πολὺ τὸ διάφορον αὐτοῖς πρὸς τοὺς ὑπηκόους ᾖ. τά τε κοινὰ


πᾶσι τοῖς δυναμένοις καὶ εἰδέναι καὶ πράττειν ἐπιτρέπειν, καὶ ἐς μηδένα
ἕνα ἀναρτᾶν αὐτὰ παρῄνεσέ σφισιν, ὅπως μήτε τυραννίδος τις ἐπιθυ-  
μήσῃ, μήτ' αὖ πταίσαντος ἐκείνου τὸ δημόσιον σφαλῇ. γνώμην τε
αὐτοῖς ἔδωκε τοῖς τε παροῦσιν ἀρκεσθῆναι καὶ μηδαμῶς ἐπὶ πλεῖον τὴν
ἀρχὴν ἐπαυξῆσαι ἐθελῆσαι· δυσφύλακτόν τε γὰρ αὐτὴν ἔσεσθαι, καὶ
κινδυνεύσειν ἐκ τούτου καὶ τὰ ὄντα ἀπολέσαι ἔφη. τοῦτο γὰρ καὶ
αὐτὸς ὄντως ἀεί ποτε οὐ λόγῳ μόνον ἀλλὰ καὶ ἔργῳ ἐτήρησε· παρὸν
γοῦν αὐτῷ πολλὰ ἐκ τοῦ βαρβαρικοῦ προσκτήσασθαι οὐκ ἠθέλησε.
 ταῦτα μὲν αἱ ἐντολαὶ εἶχον, μετὰ δὲ τοῦτο ἡ ἐκφορὰ αὐτοῦ ἐγένετο.
Κλίνη ἦν ἔκ τε ἐλέφαντος καὶ χρυσοῦ πεποιημένη καὶ στρώμασιν
ἁλουργοῖς
διαχρύσοις κεκοσμημένη· καὶ ἐν αὐτῇ τὸ μὲν σῶμα κάτω που ἐν θήκῃ
συνεκέκρυπτο, [εἰκὼν δὲ δή τις αὐτοῦ κηρίνη ἐν ἐπινικίῳ στολῇ ἐξεφαί-
νετο.] καὶ αὕτη μὲν ἐκ τοῦ παλατίου πρὸς τῶν ἐς νέωτα ἀρχόντων,
ἑτέρα δὲ ἐκ τοῦ βουλευτηρίου χρυσῆ, καὶ ἑτέρα αὖ ἐφ' ἅρματος
πομπικοῦ ἤγετο. καὶ μετὰ ταύτας αἵ τε τῶν προπατόρων αὐτοῦ
καὶ αἱ τῶν ἄλλων συγγενῶν τῶν τεθνηκότων, πλὴν τῆς τοῦ Καί-
σαρος ὅτι ἐς τοὺς ἥρωας ἐσεγέγραπτο, αἵ τε τῶν ἄλλων Ῥωμαίων
τῶν καὶ καθ' ὁτιοῦν πρωτευσάντων, ἀπ' αὐτοῦ τοῦ Ῥωμύλου ἀρξά-
308

μεναι, ἐφέροντο. καί τις καὶ τοῦ Πομπηίου τοῦ μεγάλου εἰκὼν
ὤφθη, τά τε ἔθνη πάνθ' ὅσα προσεκτήσατο, ἐπιχωρίως σφίσιν

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία.


Book 56, Ch. 34, se. 4, γρ. 2

νετο.] καὶ αὕτη μὲν ἐκ τοῦ παλατίου πρὸς τῶν ἐς νέωτα ἀρχόντων,
ἑτέρα δὲ ἐκ τοῦ βουλευτηρίου χρυσῆ, καὶ ἑτέρα αὖ ἐφ' ἅρματος
πομπικοῦ ἤγετο. καὶ μετὰ ταύτας αἵ τε τῶν προπατόρων αὐτοῦ
καὶ αἱ τῶν ἄλλων συγγενῶν τῶν τεθνηκότων, πλὴν τῆς τοῦ Καί-
σαρος ὅτι ἐς τοὺς ἥρωας ἐσεγέγραπτο, αἵ τε τῶν ἄλλων Ῥωμαίων
τῶν καὶ καθ' ὁτιοῦν πρωτευσάντων, ἀπ' αὐτοῦ τοῦ Ῥωμύλου ἀρξά-
μεναι, ἐφέροντο. καί τις καὶ τοῦ Πομπηίου τοῦ μεγάλου εἰκὼν
ὤφθη, τά τε ἔθνη πάνθ' ὅσα προσεκτήσατο, ἐπιχωρίως σφίσιν
ὡς ἕκαστα ἀπῃκασμένα ἐπέμφθη. κἀκ τούτου καὶ τὰ ἄλλα αὐτοῖς,
ὅσα ἐν τοῖς ἄνω λόγοις εἴρηται, ἐφέσπετο. προτεθείσης δὲ τῆς
Κλίνης ἐπὶ τοῦ δημηγορικοῦ βήματος, ἀπὸ μὲν ἐκείνου ὁ Δροῦσός
τι ἀνέγνω, ἀπὸ δὲ τῶν ἑτέρων ἐμβόλων τῶν Ἰουλιείων ὁ Τιβέριος
δημόσιον δή τινα κατὰ δόγμα λόγον ἐπ' αὐτῷ τοιόνδε ἐπελέξατο·
 “ὅσα μὲν ἰδίᾳ καὶ παρὰ τῶν συγγενῶν ἐπὶ τῷ θείῳ ἐκείνῳ
Αὐγούστῳ λεχθῆναι ἔδει, Δροῦσος εἴρηκεν· ἐπειδὴ δὲ καὶ δημοσίας
τρόπον τινὰ φωνῆς ἡ γερουσία καλῶς ποιοῦσα ἠξίωσεν αὐτόν, οἶδα
μὲν προσήκοντα ἐμαυτῷ τὸν λόγον τόνδε ἐπιτραπείς (τίς γὰρ ἂν
δικαιότερον ἐμοῦ τοῦ καὶ παιδὸς αὐτοῦ καὶ διαδόχου τὸν ἐπ' αὐτῷ  
ἔπαινον ἐνεχειρίσθη;) οὐ μέντοι καὶ θαρρεῖν ἔχω ὡς οὐ πολὺ κατα-
δεέστερος καὶ τῆς ὑμετέρας περὶ αὐτοῦ βουλήσεως καὶ τῆς ἐκείνου
ἀξιώσεως ὤν. ἀλλ' εἰ μὲν ἐν ἀλλοτρίοις τισὶ λέξειν ἔμελλον, σφόδρα

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία.


Book 56, Ch. 42, se. 1, γρ. 1

ρησιάσασθαι ἐπιτρέψαι, καὶ τοὺς μὲν ἀληθιζομένους τινὰ ἐπαινέσαι,


τοὺς δὲ κολακεύοντας μισῆσαι, καὶ πολλὰ μὲν καὶ ἐκ τῶν οἰκείων
πολλοῖς χαρίσασθαι, πάντα δὲ τὰ καταλειφθέντα αὐτῷ ὑπό τινων
309

παῖδας ἐχόντων αὐτοῖς ἐκείνοις ἀποδοῦναι, ποίᾳ ἂν ἐπιλησμοσύνῃ


φθαρείη; τοιγαροῦν διὰ ταῦτα εἰκότως καὶ προστάτην αὐτὸν καὶ
πατέρα δημόσιον ἐποιήσασθε, καὶ ἄλλοις τε πολλοῖς καὶ ὑπατείαις  
πλείσταις ἐπεγαυρώσατε, καὶ τὸ τελευταῖον καὶ ἥρωα ἀπεδείξατε
καὶ ἀθάνατον ἀπεφήνατε. οὔκουν οὐδὲ πενθεῖν αὐτὸν ἡμῖν πρέπει,
ἀλλὰ τὸ μὲν σῶμα αὐτοῦ τῇ φύσει ἤδη ἀποδοῦναι, τὴν δὲ ψυχὴν
ὡς καὶ θεοῦ ἀεὶ ἀγάλλειν.”
 Τιβέριος μὲν ταῦτα ἀνέγνω, μετὰ δὲ τοῦτο τήν τε Κλίνην οἱ
αὐτοὶ οἵπερ καὶ πρότερον ἀράμενοι διὰ τῶν ἐπινικίων πυλῶν κατὰ
τὰ τῇ βουλῇ δόξαντα διεκόμισαν, παρῆν δὲ καὶ συνεξέφερεν αὐτὸν
ἥ τε γερουσία καὶ ἡ ἱππάς, αἵ τε γυναῖκες αὐτῶν καὶ τὸ δορυφορι-
κόν, οἵ τε λοιποὶ πάντες ὡς εἰπεῖν οἱ ἐν τῇ πόλει τότε ὄντες. ἐπεὶ
δὲ ἐς τὴν πυρὰν τὴν ἐν τῷ Ἀρείῳ πεδίῳ ἐνετέθη, πρῶτοι μὲν οἱ
ἱερῆς πάντες περιῆλθον αὐτήν, ἔπειτα δὲ οἵ τε ἱππῆς, οἵ τε ἐκ τοῦ
τέλους καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ τὸ ὁπλιτικὸν τὸ φρουρικὸν περιέδραμον,
πάντα τὰ νικητήρια, ὅσα τινὲς αὐτῶν ἐπ' ἀριστείᾳ ποτὲ παρ' αὐτοῦ
εἰλήφεσαν, ἐπιβάλλοντες αὐτῇ. κἀκ τούτου δᾷδας ἑκατόνταρχοι,
ὥς που τῇ βουλῇ ἐδόκει, λαβόντες ὑφῆψαν αὐτήν· καὶ ἡ μὲν

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία.


Book 57, Ch. 21, se. 5, γρ. 2

ᾔσχυνον καὶ στάσεις ἤγειρον. ἄλλους μὲν δὴ οὖν καὶ πολλούς γε τῶν
τελευτώντων καὶ ἀνδριᾶσι καὶ δημοσίαις ταφαῖς ἐτίμα, τὸν δὲ δὴ Σεϊανὸν

ζῶντα ἐν τῷ θεάτρῳ χαλκοῦν ἔστησε. κἀκ τούτου πολλαὶ μὲν ὑπὸ


πολλῶν εἰκόνες αὐτοῦ ἐποιήθησαν, πολλοὶ δὲ καὶ ἔπαινοι καὶ παρὰ τῷ
δήμῳ καὶ παρὰ τῇ βουλῇ ἐγίγνοντο, ἔς τε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ οἵ τε ἄλλοι
οἱ ἐλλόγιμοι καὶ οἱ ὕπατοι αὐτοὶ ὑπὸ τὸν ὄρθρον συνεχῶς ἐφοίτων, καὶ
τά τε ἴδια αὐτῷ πάντα, ὅσα τινὲς ἀξιώσειν παρὰ τοῦ Τιβερίου ἔμελλον,
καὶ τὰ κοινά, ὑπὲρ ὧν χρηματισθῆναι ἔδει, ἐπεκοίνουν. καὶ συνελόντι
εἰπεῖν οὐδὲν ἔτι χωρὶς αὐτοῦ τῶν τοιούτων ἐπράττετο.
 κατὰ δὲ τὸν χρόνον τοῦτον καὶ στοὰ μεγίστη ἐν τῇ Ῥώμῃ, ἐπειδὴ
ἑτεροκλινὴς ἐγένετο, θαυμαστὸν δή τινα τρόπον ὠρθώθη. ἀρχιτέκτων
γάρ τις, οὗ τὸ ὄνομα οὐδεὶς οἶδε (τῇ γὰρ θαυματοποιίᾳ αὐτοῦ φθονή-
σας ὁ Τιβέριος οὐκ ἐπέτρεψεν αὐτὸ ἐς τὰ ὑπομνήματα ἐσγραφῆναι),
οὗτος οὖν ὅστις ποτὲ ὠνομάζετο, τούς τε θεμελίους αὐτῆς πέριξ κρα-
τύνας ὥστε μὴ συγκινηθῆναι, καὶ τὸ λοιπὸν πᾶν πόκοις τε καὶ ἱματίοις
310

παχέσι περιλαβών, σχοίνοις τε πανταχόθεν αὐτὴν διέδησε, καὶ ἐς τὴν


ἀρχαίαν ἕδραν ἀνθρώποις τε πολλοῖς καὶ μηχανήμασιν ὀνευσάμενος
ἐπαν-
ήγαγε. τότε μὲν οὖν ὁ Τιβέριος καὶ ἐθαύμασεν αὐτὸν καὶ ἐζηλοτύπησε,
καὶ διὰ μὲν ἐκεῖνο χρήμασιν ἐτίμησε, διὰ δὲ τοῦτο ἐκ τῆς πόλεως ἐξή-
λασε· μετὰ δὲ ταῦτα προσελθόντος οἱ αὐτοῦ καὶ ἱκετείαν ποιουμένου,
κἀν τούτῳ ποτήριόν τι ὑαλοῦν καταβαλόντος τε ἐξεπίτηδες καὶ θλασθέν

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία.


Book 58, Ch. 5, se. 5, γρ. 2

τοῦσι, κἂν ἄρα καὶ ἐκλειφθῇ τι αὐτῶν, οὐκ ἐγκαλοῦσί σφισιν, ἅτε καὶ
ἑαυτοῖς συνειδότες ὅτι μὴ καταφρονοῦνται· οἱ δὲ ἐπακτῷ καλλωπίσματι
χρώμενοι πάντα ἰσχυρῶς τὰ τοιαῦτα, ὡς καὶ ἐς τὴν τοῦ ἀξιώματός
σφων πλήρωσιν ἀναγκαῖα, ἐπιζητοῦσι, κἂν μὴ τύχωσιν αὐτῶν, ἄχθονταί
τε ὡς διαβαλλόμενοι καὶ ὀργίζονται ὡς ὑβριζόμενοι. καὶ διὰ τοῦτο
μᾶλλον περὶ τοὺς τοιούτους ἢ περὶ αὐτοὺς ὡς εἰπεῖν τοὺς αὐτοκράτορας
σπουδάζουσιν, ὅτι τοῖς μέν, κἂν πλημμεληθῇ τι, ἀρετὴν τὸ συγγνῶναί  
τῳ φέρει, τοῖς δὲ τοῦτο μὲν τὴν ἀσθένειάν σφων ἐλέγχειν δοκεῖ, τὸ δὲ
ἐπεξελθεῖν καὶ τιμωρήσασθαι βεβαίωσιν τοῦ μέγα δύνασθαι ἔχειν νομί-
ζεται. ἐν δέ τινι νουμηνίᾳ πάντων συνιόντων ἐς τὴν οἰκίαν τοῦ Σεϊ-
ανοῦ ἥ τε Κλίνη ἡ ἐν τῷ δωματίῳ, ἐν ᾧ ἠσπάζετο, κειμένη πᾶσα ὑπὸ
τοῦ ὄχλου τῶν ἱζησάντων συνετρίβη, καὶ προϊόντος αὐτοῦ ἐκ τῆς οἰκίας
γαλῆ διὰ μέσων σφων διῇξεν. ἐπειδή τε καὶ ἐν τῷ Καπιτωλίῳ θύσας
ἐς τὴν ἀγορὰν κατῄει, οἱ οἰκέται αὐτοῦ οἱ δορυφόροι διά τε τῆς ὁδοῦ
τῆς ἐς τὸ δεσμωτήριον ἀγούσης ἐξετράποντο, μὴ δυνηθέντες αὐτῷ ὑπὸ
τοῦ ὄχλου ἐπακολουθῆσαι, καὶ κατὰ τῶν ἀναβασμῶν καθ' ὧν οἱ δικαι-
ούμενοι ἐρριπτοῦντο κατιόντες ὤλισθον καὶ κατέπεσον. οἰωνιζομένου τε
μετὰ τοῦτο αὐτοῦ τῶν μὲν αἰσίων ὀρνίθων ἐπεφάνη οὐδείς, κόρακες δὲ
δὴ πολλοὶ περιιπτάμενοι καὶ περικρώξαντες αὐτὸν ἀπέπταντο ἀθρόοι
πρὸς τὸ οἴκημα καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκαθέζοντο.

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. Book 59, Ch. 9, se. 3, γρ. 1

 τῷ δ' ἑξῆς ἔτει ὕπατοι Μᾶρκος τε Ἰουλιανὸς καὶ Πούπλιος


311

Νώνιος ἐκ τῶν προαποδεδειγμένων ἐγένοντο. καὶ οἱ ὅρκοι περὶ μὲν


τῶν ὑπὸ τοῦ Τιβερίου πραχθέντων οὐκ ἐπήχθησαν, καὶ διὰ τοῦτο
οὐδὲ νῦν γίγνονται (οὐ γὰρ ἔστιν ὅστις αὐτὸν ἐν τοῖς αὐταρχήσασιν  
ἐς τὴν τῆς οἰκείας νόμισιν καταλέγει)· περὶ δὲ δὴ τοῦ Αὐγούστου
τοῦ τε Γαΐου τά τε ἄλλα ὥσπερ εἴθιστο, καὶ ὅτι καὶ σφῶν αὐτῶν
καὶ τῶν τέκνων καὶ ἐκεῖνον καὶ τὰς ἀδελφὰς αὐτοῦ προτιμήσουσιν,
ὤμοσαν, [καὶ] τάς τε εὐχὰς ὑπὲρ πάντων αὐτῶν ὁμοίως ἐποιήσαντο.
ἐν δ' οὖν τῇ νουμηνίᾳ αὐτῇ Μαχάων τις δοῦλος ἐπί τε τὴν Κλίνην
τοῦ Διὸς τοῦ Καπιτωλίου ἐπανέβη, κἀντεῦθεν πολλὰ καὶ δεινὰ
ἀπομαντευσάμενος κυνίδιόν τέ τι ὃ ἐσενηνόχει ἀπέκτεινε καὶ ἑαυτὸν
ἔσφαξε. Γάιος δὲ καλὰ μὲν ἐπαίνου τε ἄξια τάδε ἔπραξε. τούς
τε λογισμοὺς τῶν δημοσίων χρημάτων, μὴ ἐκτεθειμένους ἐν τῷ
χρόνῳ ᾧ ὁ Τιβέριος ἐξεδήμησε, πάντας κατὰ τὸν Αὔγουστον
προέγραψε· καὶ ἔμπρησίν τινα μετὰ τῶν στρατιωτῶν κατασβέσας
ἐπήρκεσε τοῖς ζημιωθεῖσι. τοῦ τε τέλους τοῦ τῶν ἱππέων ὀλιγαν-
δροῦντος, τοὺς πρώτους ἐξ ἁπάσης καὶ τῆς ἔξω ἀρχῆς τοῖς τε γένεσι
καὶ ταῖς περιουσίαις μεταπεμψάμενος κατελέξατο, καί τισιν αὐτῶν
καὶ τῇ ἐσθῆτι τῇ βουλευτικῇ, καὶ πρὶν ἄρξαι τινὰ ἀρχὴν δι' ἧς

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. Book 67, Ch. 15, se. 3, γρ. 4

ξιφηφορεῖν, καὶ Σιγηρὸς ἐν τῇ προκοιτίᾳ καὶ αὐτὸς ὤν, Ἔντελλός


τε ὁ τὰ τῆς ἀρχῆς βιβλία διέπων μετὰ Στεφάνου ἀπελευθέρου.
καὶ αὐτὸ οὔτε ἡ Δομιτία ἡ γυνὴ αὐτοῦ οὔτε δὲ ὁ Νωρβανὸς ὁ
ἔπαρχος οὐδ' ὁ συνάρχων Πετρώνιος Σεκοῦνδος ἠγνόησαν, ὥς γε
καὶ λέγονται· ἥ τε γὰρ Δομιτία ἀεί ποτε ὑπ' αὐτοῦ ἐμισεῖτο καὶ
διὰ τοῦτ' ἐφοβεῖτο μὴ καὶ ἀποθάνῃ, καὶ οἱ ἄλλοι οὐκέτ' αὐτὸν
ἐφίλουν, οἱ μὲν ὅτι ἐνεκαλοῦντό τινα, οἱ δ' ὅτι προσεδέχοντο.
ἤκουσα δὲ ἔγωγε καὶ ἐκεῖνο, ὅτι πάντας ἅμα αὐτοὺς ὁ Δομιτιανὸς
ὑποπτεύσας ἀποκτεῖναι ἠθέλησε, καί σφων τὰ ὀνόματα ἐς σανί-
διον φιλύρινον δίθυρον ἐσγράψας ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον ἐν τῇ
κλίνῃ ἐν ᾗ ἀνεπαύετο ὑπέθηκε, καὶ αὐτὸ παιδίον τι τῶν γυμνῶν
τῶν ψιθύρων καθεύδοντος αὐτοῦ μεθ' ἡμέραν ἀφελόμενον εἶχεν,
οὐκ εἰδὸς ὅ τι φέροι, προστυχοῦσα δὲ αὐτῷ ἡ Δομιτία τά τε γε-
γραμμένα ἀνέγνω καὶ ἐμήνυσε καὶ ἐκείνοις, κἀκ τούτου καὶ ἄλλως  
διανοούμενοι συνετάχυναν τὴν ἐπιβουλήν. οὐ μέντοι πρότερον
ἐπεχείρησαν ἔργῳ πρὶν τὸν διαδεξόμενον τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ βε-
βαιώσασθαι. διελέξαντο μὲν δὴ καὶ ἄλλοις τισί, μηδενὸς δὲ ἐκεί-
νων δεξαμένου (πάντες γὰρ αὐτοὺς ὡς διαπειρωμένους σφῶν ἐφο-
βήθησαν) ἐπὶ τὸν Νέρουαν ἦλθον,

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. Book 74, Ch. 4, se. 2, γρ. 4


312

ὕπαρ δὲ ἐς [τε] τὸν βασιλικὸν δίφρον ἔφηβος ὢν ἔτι ἀγνοίᾳ ἐνιδρύθη.


 τὴν μὲν οὖν ἡγεμονίαν μετὰ τῶν ἄλλων καὶ ταῦτα αὐτῷ προ-
εδήλωσε· καταστὰς δὲ ἐς αὐτὴν ἡρῷον τῷ Περτίνακι κατεσκεύασε,
τό τε ὄνομα αὐτοῦ ἐπί τε ταῖς εὐχαῖς ἁπάσαις καὶ ἐπὶ τοῖς ὅρκοις
ἅπασι προσέταξεν ἐπιλέγεσθαι, καὶ χρυσῆν εἰκόνα αὐτοῦ ἐφ' ἅρ-
ματος ἐλεφάντων ἐς τὸν ἱππόδρομον ἐσάγεσθαι, καὶ ἐς τὰ λοιπὰ
ἐκέλευσε θέατρα θρόνους [τε] τρεῖς καταχρύσους αὐτῷ ἐσκομί-
ζεσθαι. ἡ δὲ δὴ ταφὴ καίτοι πάλαι τεθνηκότος αὐτοῦ τοιάδε ἐγέ-
νετο. ἐν τῇ ἀγορᾷ τῇ Ῥωμαίᾳ βῆμα ξύλινον ἐν χρῷ τοῦ λιθίνου
κατεσκευάσθη, καὶ ἐπ' αὐτοῦ οἴκημα ἄτοιχον περίστυλον, ἔκ τε
ἐλέφαντος καὶ χρυσοῦ πεποικιλμένον, ἐτέθη, καὶ ἐν αὐτῷ Κλίνη
ὁμοία, κεφαλὰς πέριξ θηρίων χερσαίων τε καὶ θαλασσίων ἔχουσα,
ἐκομίσθη στρώμασι πορφυροῖς καὶ διαχρύσοις κεκοσμημένη, καὶ ἐς
αὐτὴν εἴδωλόν τι τοῦ Περτίνακος κήρινον, σκευῇ ἐπινικίῳ εὐθετη-
μένον, ἀνετέθη, καὶ αὐτοῦ τὰς μυίας παῖς εὐπρεπής, ὡς δῆθεν κα-
θεύδοντος, πτεροῖς ταῶνος ἀπεσόβει. προκειμένου δ' αὐτοῦ ὅ τε
Σεουῆρος καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ αἵ τε γυναῖκες ἡμῶν προσῄειμεν
πενθικῶς ἐσταλμένοι· καὶ ἐκεῖναι μὲν ἐν ταῖς στοαῖς, ἡμεῖς δὲ ὑπαί-
θριοι ἐκαθεζόμεθα. κἀκ τούτου πρῶτον μὲν ἀνδριάντες πάντων
τῶν ἐπιφανῶν Ῥωμαίων τῶν ἀρχαίων, ἔπειτα χοροὶ παίδων καὶ  
ἀνδρῶν θρηνώδη τινὰ ὕμνον ἐς τὸν Περτίνακα ᾄδοντες παρῆλθον·

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. Book 74, Ch. 5, se. 2, γρ. 2

τι ἔργον ἢ ἐξεύρημα ἢ καὶ ἐπιτήδευμα λαμπρὸν ἐπέπρακτο, καὶ


μετ' αὐτοὺς οἵ τε ἱππεῖς καὶ οἱ πεζοὶ ὡπλισμένοι οἵ τε ἀθληταὶ
ἵπποι καὶ τὰ ἐντάφια, ὅσα ὅ τε αὐτοκράτωρ καὶ ἡμεῖς αἵ τε γυ-
ναῖκες ἡμῶν καὶ οἱ ἱππεῖς οἱ ἐλλόγιμοι οἵ τε δῆμοι καὶ τὰ ἐν τῇ
πόλει συστήματα ἐπέμψαμεν· καὶ αὐτοῖς βωμὸς περίχρυσος, ἐλέ-
φαντί τε καὶ λίθοις Ἰνδικοῖς ἠσκημένος, ἠκολούθει. ὡς δὲ παρ-
εξῆλθε ταῦτα, ἀνέβη ὁ Σεουῆρος ἐπὶ τὸ βῆμα τὸ τῶν ἐμβόλων, καὶ
ἀνέγνω ἐγκώμιον τοῦ Περτίνακος. ἡμεῖς δὲ πολλὰ μὲν καὶ διὰ μέ-
σου τῶν λόγων αὐτοῦ ἐπεβοῶμεν, τὰ μὲν ἐπαινοῦντες τὰ δὲ καὶ
θρηνοῦντες τὸν Περτίνακα, πλεῖστα δὲ ἐπειδὴ ἐπαύσατο. καὶ τέλος,
μελλούσης τῆς Κλίνης κινηθήσεσθαι, πάντες ἅμα ὠλοφυράμεθα καὶ
πάντες ἐπεδακρύσαμεν. κατεκόμισαν δὲ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος οἵ
τε ἀρχιερεῖς καὶ αἱ ἀρχαὶ αἵ τε ἐνεστῶσαι καὶ αἱ ἐς νέωτα ἀποδε-
δειγμέναι, καὶ ἱππεῦσί τισι φέρειν ἔδοσαν. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι πρὸ
τῆς Κλίνης προῄειμεν, καί τινες ἐκόπτοντο ἑτέρων πένθιμόν τι ὑπαυ-
λούντων· ὁ δ' αὐτοκράτωρ ἐφ' ἅπασιν εἵπετο, καὶ οὕτως ἐς τὸ
Ἄρειον πεδίον ἀφικόμεθα. ἐπεσκεύαστο δὲ ἐν αὐτῷ πυρὰ πυργοει-
δὴς τρίβολος, ἐλέφαντι καὶ χρυσῷ μετὰ ἀνδριάντων τινῶν κεκοσμη-
313

μένη, καὶ ἐπ' αὐτῆς τῆς ἄκρας ἅρμα ἐπίχρυσον, ὅπερ ὁ Περτίναξ
ἤλαυνεν. ἐς οὖν ταύτην τὰ ἐντάφια ἐνεβλήθη καὶ ἡ Κλίνη ἐνετέθη,
καὶ μετὰ τοῦτο τὸ εἴδωλον ὅ τε Σεουῆρος καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ Περ

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (versio 1 in volumine 1) (0385: 002)


“Cassii Dionis Cocceiani historiarum Romanarum quae supersunt, vol.
1”, Ed. Boissevain, [Link]: Weidmann, 1895, Repr. 1955.Σελ. 21,
γρ. 24

δὲ Ἄττος αὐτοῦ που οἰωνισάμενος παραυτίκα “καὶ πάνυ γε” εἶπεν “ὦ


βασιλεῦ, ὃ διανοῇ ἔσται ἐπιτελές.” “οὐκοῦν” ἔθη “τὴν ἀκόνην ταύτην
λαβὼν τῷ ξυρῷ τούτῳ διάτεμε· τοῦτο γὰρ γενέσθαι διανενόημαι.” ὁ δὲ
ἔλαβέ τε αὐτὴν εὐθὺς καὶ διέκοψε. θαυμάσας δὲ ὁ Ταρκύνιος ἄλλας τε
τιμὰς ἐκείνῳ παρέσχε καὶ χαλκῆς εἰκόνος ἠξίωσε, καὶ οὐδὲν ἔτι τῆς πο-
λιτείας ἠλλοίωσε, πρὸς πάντα τε συμβούλῳ τῷ Ἄττῳ ἐκέχρητο.
 Μαχεσάμενος δὲ Λατίνοις ἀποστατήσασιν, ἔπειτα καὶ Σαβίνοις ἐς
τὴν Ῥωμαΐδα ἐμβαλοῦσι, συμμαχουμένοις καὶ ὑπὸ Τυρσηνῶν, ἁπάντων
ἐκράτησε. τῶν δὲ τῆς Ἑστίας ἱερειῶν, ἃς παρθενεύειν διὰ βίου νενό-
μισται, φωράσας τινὰ συμφθαρεῖσαν ἀνδρί, ὑπόγεών τινα κατασκευάσας
ὑποδρομὴν προμήκη, Κλίνην τε θεὶς ἐν αὐτῇ καὶ λύχνον καὶ τράπεζαν
σιτίων ὑπόπλεων, ἐκεῖ τὴν φθαρεῖσαν προπεμπομένην ἐκόμισε, καὶ ζῶ-
σαν εἰσαγαγὼν ἐγκατῳκοδόμησε. καὶ οὕτω τὰς τὴν παρθενίαν μὴ τη-
ρησάσας τῶν ἱερειῶν ἐξ ἐκείνου τιμωρεῖσθαι κεκράτηκεν· οἱ δὲ ταύτας
αἰσχύνοντες εἰς ξύλον τὸν αὐχένα δίκρουν ἐμβάλλονται ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ
μετὰ τοῦτο γυμνοὶ αἰκιζόμενοι ἀποψύχουσιν.  

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.) (0385: 010)


“Cassii Dionis Cocceiani historiarum Romanarum quae supersunt, vol.
3”, Ed. Boissevain, [Link]: Weidmann, 1901, Repr. 1955.
Dindorf-Stephanus σελ. 77, γρ. 12

ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ.

 Μετὰ δὲ τὴν ναυμαχίαν ὁ Ἀντώνιος φυγὼν μετὰ τῆς Κλεοπάτρας


εἰς Αἴγυπτον, ὡς ὁ Καῖσάρ τε ἐπανῆλθε καὶ ὑπὸ τῶν φίλων ὑπό τε
τῶν συμμάχων ἐγκατελείφθη, ἔσφαξεν ἑαυτόν, ἔν τε τοῖς κόλποις
τῆς Κλεοπάτρας ἀπέθανε. τοῦ δὲ Καίσαρος ἔχοντος ἤδη τὴν Ἀλε-
ξάνδρειαν, αὐτήν τε τὴν Κλεοπάτραν ἐν φυλακῇ ἀδέσμῳ καὶ ἐν τοῖς
314

βασιλείοις τηροῦντος, ἱκέτευεν αὐτὸν ἐκείνη εἰς ὄψιν αὐτῇ ἐλθεῖν,


ὥς τι πρὸς αὐτὸν βουλομένη διαλεχθῆναι. τοῦ δὲ κατανεύσαντος,
ἠμελημένως πως κοσμήσασα ἑαυτήν, καὶ γὰρ ἐν τῷ πενθίμῳ σχήματι
δεινῶς ἐνέπρεπεν, ἐκαθέζετο ἐπὶ τῆς Κλίνης, πολλὰς μὲν εἰκόνας τοῦ
πατρὸς αὐτῷ, φημὶ δὴ τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος, καὶ παντοδαπὰς παρα-
θεμένη, πάσας δὲ τὰς ἐπιστολὰς τὰς παρ' ἐκείνου πεμφθείσας αὐτῇ  
ἐς τὸν κόλπον λαβοῦσα. καὶ μετὰ τοῦτο εἰσελθόντος τοῦ Καίσαρος
ἀνεπήδησέ τε ἠρυθριασμένη, καὶ ἔφη “χαῖρε, ὦ δέσποτα· σοὶ μὲν γὰρ
τοῦτο θεὸς ἔδωκεν, ἐμὲ δὲ ἀφείλετο. ἀλλ' ὁρᾷς μέν που καὶ αὐτὸς
τὸν πατέρα σου τοῦτον οἷος πολλάκις πρὸς ἐμὲ ἐσῆλθεν, ἀκούεις δὲ
ὅπως τά τε ἄλλα ἐτίμησέ με καὶ δὴ καὶ βασιλίδα τῶν Αἰγυπτίων
ἐποίησεν. ἵνα δ' οὖν τι καὶ αὐτοῦ ἐκείνου περὶ ἐμοῦ πύθῃ, λάβε
καὶ ἀνάγνωθι τὰ γράμματα ἅ μοι αὐτοχειρίᾳ ἐπέστειλε”.

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.) Dindorf-Stephanus


σελ. 78, γρ. 17

ἐν τούτῳ καὶ σύ μοι ζῇς”, εἶτα αὖθις “εἴθε σου προετεθνήκειν”,


καὶ μάλα αὖθις “ἀλλὰ καὶ τοῦτον ἔχουσα σὲ ἔχω”. ὁ οὖν Καῖσαρ
συνίει μὲν αὐτῆς, οὐ μέντοι καὶ προσεποιεῖτο, ἀλλ' εἰς γῆν τοὺς
ὀφθαλμοὺς ἐρείσας τοῦτο μόνον εἶπεν “θάρσει, ὦ γύναι, καὶ θυμὸν
ἔχε ἀγαθόν· οὐδὲν γὰρ κακὸν πείσῃ”. καὶ ὁ μὲν Καῖσαρ ἐπιθυμῶν
αὐτὴν εἰς τὴν Ῥώμην ἀγαγεῖν, ἵνα θριαμβεύων αἰχμάλωτον δείξῃ
Ῥωμαίοις τὴν περίπυστον Κλεοπάτραν, ἐλπίδας τε αὐτῇ ἐνίει χρη-
στάς, ἐν ἐπιμελείᾳ τε ἐποιεῖτο καὶ τῆς θεραπείας οὐδὲν ἀφῃρεῖτο. ἡ
δέ, ἅτε μὴ ἄκακος οὖσα γυνή, ἀλλὰ δραστηρία καὶ συνετή, τοῦτό
τε ὑπετόπησε καὶ τὴν ἐσθῆτα τὴν περικαλλεστάτην ἐνδῦσα καὶ ἑαυτὴν
εὐπρεπέστατα εὐθετήσασα, ἀνατεθεῖσά τε ἐπὶ τῆς Κλίνης, ἀπέθανεν,
ἀσπίδος αὐτῇ ἐν ὑδρίᾳ εἰσκομισθείσης· οἱ δέ, ὅτι βελόνῃ, ᾗ τὰς
τρίχας ἀνεῖρεν, ἰὸν ἔχοντι ὠκύμορον, τὸν βραχίονα κεντήσασα. ἀκού-
σας δὲ ὁ Καῖσαρ τὴν τελευτὴν αὐτῆς ἐξεπλάγη, καὶ τό τε σῶμα αὐ-
τῆς εἶδε, καὶ φάρμακα αὐτῷ καὶ ψύλλους, εἴ πως ἀνασφήλειε, προς-
ήνεγκεν. οἱ δὲ δὴ ψύλλοι οὗτοι ἄνδρες μέν εἰσι, γυνὴ γὰρ οὐ γί-
νεται ψύλλα, δύνανται δὲ πάντα τε ἰὸν παντὸς ἑρπετοῦ παραχρῆμα,
πρὶν θνήσκειν τινά, ἐκμυζᾶν, καὶ αὐτοὶ μηδὲν ὑπὸ μηδενὸς αὐτῶν
δηχθέντες βλάπτεσθαι.

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.) Dindorf-Stephanus


σελ. 121, γρ. 27
315

ρον αὐτοῖς πρὸς τοὺς ὑπηκόους ᾖ. τά τε κοινὰ πᾶσι τοῖς δυναμέ-


νοις καὶ εἰδέναι καὶ πράττειν ἐπιτρέπειν, καὶ ἐς μηδένα ἀναρτᾶν
αὐτὰ παρῄνεσέ σφισιν, ὅπως μήτε τυραννίδος τις ἐπιθυμήσῃ, μήτ'
αὖ πταίσαντος ἐκείνου τὸ δημόσιον σφαλῇ. γνώμην τε αὐτοῖς ἔδωκε
τοῖς τε παροῦσιν ἀρκεσθῆναι καὶ μηδαμῶς ἐπὶ πλεῖον τὴν ἀρχὴν
ἐπαυξῆσαι ἐθελῆσαι· δυσφύλακτόν τε γὰρ αὐτὴν ἔσεσθαι καὶ κινδυ-
νεύσειν ἐκ τούτου καὶ τὰ ὄντα ἀπολέσαι ἔφη. τοῦτο γὰρ καὶ αὐτὸς
ὄντως ἀεί ποτε οὐ λόγῳ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ ἐτήρησε· παρὸν
γοῦν αὐτῷ πολλὰ ἐκ τοῦ βαρβαρικοῦ προσκτήσασθαι οὐκ ἠθέλησε.
ταῦτα μὲν αἱ ἐντολαὶ εἶχον, μετὰ δὲ τοῦτο ἡ ἐκφορὰ αὐτοῦ ἐγένετο.
Κλίνη ἦν ἔκ τε ἐλέφαντος καὶ χρυσοῦ πεποιημένη καὶ στρώμασιν  
ἁλουργοῖς διαχρύσοις κεκοσμημένη· καὶ ἐν αὐτῇ τὸ μὲν σῶμα κάτω
που ἐν θήκῃ συνεκέκρυπτο, εἰκὼν δὲ δή τις αὐτοῦ κηρίνη ἐν ἐπινι-
κίῳ στολῇ ἐξεφαίνετο, καὶ αὕτη μὲν ἐκ τοῦ παλατίου πρὸς τῶν
ἐς νέωτα ἀρχόντων, ἑτέρα δὲ ἐκ τοῦ βουλευτηρίου χρυσῆ, καὶ ἑτέρα
αὖ ἐφ' ἅρματος πομπικοῦ ἤγετο. καὶ μετὰ ταύτας αἵ τε τῶν προ-
πατόρων αὐτοῦ καὶ αἱ τῶν ἄλλων συγγενῶν τῶν τεθνηκότων, πλὴν
τῆς τοῦ Καίσαρος ὅτι ἐς τοὺς ἥρωας ἐσεγέγραπτο, αἵ τε τῶν ἄλλων
Ῥωμαίων τῶν καθ' ὁτιοῦν πρωτευσάντων, ἀπ' αὐτοῦ τοῦ Ῥωμύλου
ἀρξάμεναι, ἐφέροντο. καί τις καὶ τοῦ Πομπηίου τοῦ Μεγάλου εἰκὼν

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.)


Dindorf-Stephanus σελ. 122, γρ. 10

που ἐν θήκῃ συνεκέκρυπτο, εἰκὼν δὲ δή τις αὐτοῦ κηρίνη ἐν ἐπινι-


κίῳ στολῇ ἐξεφαίνετο, καὶ αὕτη μὲν ἐκ τοῦ παλατίου πρὸς τῶν
ἐς νέωτα ἀρχόντων, ἑτέρα δὲ ἐκ τοῦ βουλευτηρίου χρυσῆ, καὶ ἑτέρα
αὖ ἐφ' ἅρματος πομπικοῦ ἤγετο. καὶ μετὰ ταύτας αἵ τε τῶν προ-
πατόρων αὐτοῦ καὶ αἱ τῶν ἄλλων συγγενῶν τῶν τεθνηκότων, πλὴν
τῆς τοῦ Καίσαρος ὅτι ἐς τοὺς ἥρωας ἐσεγέγραπτο, αἵ τε τῶν ἄλλων
Ῥωμαίων τῶν καθ' ὁτιοῦν πρωτευσάντων, ἀπ' αὐτοῦ τοῦ Ῥωμύλου
ἀρξάμεναι, ἐφέροντο. καί τις καὶ τοῦ Πομπηίου τοῦ Μεγάλου εἰκὼν
ὤφθη, τά τε ἔθνη πάνθ' ὅσα προσεκτήσατο, ἐπιχωρίως σφίσιν ὡς
ἕκαστα ἀπεικασμένα ἐπέμφθη. προτεθείσης δὲ τῆς Κλίνης ἐπὶ τοῦ
δημηγορικοῦ βήματος, ἀπὸ μὲν ἐκείνου ὁ Δροῦσός τι ἀνέγνω, ἀπὸ
δὲ τῶν ἑτέρων ἐμβόλων τῶν Ἰουλείων ὁ Τιβέριος δημόσιον δή τινα
κατὰ δόγμα λόγον ἐπ' αὐτῷ ἐπελέξατο. μετὰ δὲ τοῦτο τήν τε κλί-
νην οἱ αὐτοὶ οἵπερ καὶ πρότερον ἀράμενοι διὰ τῶν ἐπινικίων
πυλῶν κατὰ τὰ τῇ βουλῇ δόξαντα διεκόμισαν. παρῆν δὲ καὶ συνεξ-
έφερεν αὐτὸν ἥ τε γερουσία καὶ ἡ ἱππάς, αἵ τε γυναῖκες αὐτῶν καὶ
316

τὸ δορυφορικόν, οἵ τε λοιποὶ πάντες ὡς εἰπεῖν οἱ ἐν τῇ πόλει τότε


ὄντες. ἐπεὶ δὲ εἰς τὴν πυρὰν τὴν ἐν τῷ Ἀρείῳ πεδίῳ ἀνετέθη,
πρῶτον μὲν οἱ ἱερεῖς πάντες περιῆλθον αὐτήν, ἔπειτα δὲ οἵ τε ἱπ-

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.)


Dindorf-Stephanus σελ. 122, γρ. 15

πατόρων αὐτοῦ καὶ αἱ τῶν ἄλλων συγγενῶν τῶν τεθνηκότων, πλὴν


τῆς τοῦ Καίσαρος ὅτι ἐς τοὺς ἥρωας ἐσεγέγραπτο, αἵ τε τῶν ἄλλων
Ῥωμαίων τῶν καθ' ὁτιοῦν πρωτευσάντων, ἀπ' αὐτοῦ τοῦ Ῥωμύλου
ἀρξάμεναι, ἐφέροντο. καί τις καὶ τοῦ Πομπηίου τοῦ Μεγάλου εἰκὼν
ὤφθη, τά τε ἔθνη πάνθ' ὅσα προσεκτήσατο, ἐπιχωρίως σφίσιν ὡς
ἕκαστα ἀπεικασμένα ἐπέμφθη. προτεθείσης δὲ τῆς Κλίνης ἐπὶ τοῦ
δημηγορικοῦ βήματος, ἀπὸ μὲν ἐκείνου ὁ Δροῦσός τι ἀνέγνω, ἀπὸ
δὲ τῶν ἑτέρων ἐμβόλων τῶν Ἰουλείων ὁ Τιβέριος δημόσιον δή τινα
κατὰ δόγμα λόγον ἐπ' αὐτῷ ἐπελέξατο. μετὰ δὲ τοῦτο τήν τε κλί-
νην οἱ αὐτοὶ οἵπερ καὶ πρότερον ἀράμενοι διὰ τῶν ἐπινικίων
πυλῶν κατὰ τὰ τῇ βουλῇ δόξαντα διεκόμισαν. παρῆν δὲ καὶ συνεξ-
έφερεν αὐτὸν ἥ τε γερουσία καὶ ἡ ἱππάς, αἵ τε γυναῖκες αὐτῶν καὶ
τὸ δορυφορικόν, οἵ τε λοιποὶ πάντες ὡς εἰπεῖν οἱ ἐν τῇ πόλει τότε
ὄντες. ἐπεὶ δὲ εἰς τὴν πυρὰν τὴν ἐν τῷ Ἀρείῳ πεδίῳ ἀνετέθη,
πρῶτον μὲν οἱ ἱερεῖς πάντες περιῆλθον αὐτήν, ἔπειτα δὲ οἵ τε ἱπ-
πεῖς, οἵ τε ἐκ τοῦ τέλους καὶ οἱ ἄλλοι, καὶ τὸ ὁπλιτικὸν τὸ φρου-
ρικὸν περιέδραμον, πάντα τὰ νικητήρια ὅσα τινὲς αὐτῶν ἐπ' ἀρι-
στείᾳ ποτὲ παρ' αὐτοῦ εἰλήφεσαν, ἐπιβάλλοντες αὐτῷ. κἀκ τούτου
δᾷδας ἑκατόνταρχοι λαβόντες, ὑφῆψαν αὐτήν· καὶ ἡ μὲν ἀνηλίσκετο,
ἀετὸς δέ τις ἐξ αὐτῆς ἀφεθεὶς ἀνίπτατο ὡς καὶ δὴ τὴν ψυχὴν

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.)


Dindorf-Stephanus σελ. 139, γρ. 2

σεις ἤγειρον. ἄλλους μὲν δὴ οὖν καὶ πολλούς γε τῶν τελευτώντων


καὶ ἀνδριᾶσι καὶ δημοσίαις ταφαῖς ἐτίμα, τὸν δὲ δὴ Σιανὸν ζῶντα
ἐν τῷ θεάτρῳ χαλκοῦν ἔστησε. κἀκ τούτου πολλαὶ μὲν ὑπὸ πολ-
λῶν εἰκόνες αὐτοῦ ἐποιήθησαν, πολλοὶ δὲ καὶ ἔπαινοι καὶ παρὰ τῷ
δήμῳ καὶ παρὰ τῇ βουλῇ ἐγίγνοντο, ἔς τε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ οἵ τε
ἄλλοι οἱ ἐλλόγιμοι καὶ οἱ ὕπατοι αὐτοὶ ὑπὸ τὸν ὄρθρον συνεχῶς
ἐφοίτων, καὶ τά τε ἴδια αὐτῷ πάντα, ὅσα τινὲς ἀξιώσειν παρὰ τοῦ
Τιβερίου ἔμελλον, καὶ τὰ κοινά, ὑπὲρ ὧν χρηματισθῆναι ἔδει, ἐπε-
κοίνουν. καὶ συνελόντι εἰπεῖν οὐδὲν ἔτι χωρὶς αὐτοῦ τῶν τοιού-
των ἐπράττετο. κατὰ δὲ τὸν χρόνον τοῦτον καὶ στοὰ μεγίστη ἐν τῇ
317

Ῥώμῃ, ἐπειδὴ ἑτεροκλινὴς ἐγένετο, θαυμαστὸν δή τινα τρόπον ὠρ-


θώθη. ἀρχιτέκτων τις, οὗ τὸ ὄνομα οὐδεὶς οἶδε (τῇ γὰρ θαυματο-
ποιίᾳ αὐτοῦ φθονήσας ὁ Τιβέριος οὐκ ἐπέτρεψεν αὐτὸ ἐς τὰ ὑπο-
μνήματα ἐσγραφῆναι) οὗτος οὖν ὅστις ποτὲ ὠνομάζετο, τούς τε
θεμελίους αὐτῆς πέριξ κρατύνας ὥστε μὴ συγκινηθῆναι, καὶ τὸ λοι-
πὸν πᾶν πόκοις τε καὶ ἱματίοις παχέσι περιλαβών, σχοίνοις τε
πανταχόθεν αὐτὴν διέδησε καὶ ἐς τὴν ἀρχαίαν ἕδραν ἀνθρώποις τε
πολλοῖς καὶ μηχανήμασιν ὀνευσάμενος ἐπανήγαγε. τότε μὲν οὖν ὁ Τι-
βέριος καὶ ἐθαύμασεν αὐτὸν καὶ ἐζηλοτύπησε, καὶ διὰ μὲν ἐκεῖνο
χρήμασιν ἐτίμησε, διὰ δὲ τοῦτο ἐκ τῆς πόλεως ἐξήλασε· μετὰ δὲ ταῦτα    

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.) Dindorf-Stephanus


σελ. 147, γρ. 22

ἑαυτοῖς συνειδότες ὅτι μὴ καταφρονοῦνται· οἱ δὲ ἐπακτῷ καλλωπί-


σματι χρώμενοι πάντα ἰσχυρῶς τὰ τοιαῦτα, ὡς καὶ εἰς τὴν τοῦ ἀξιώ-
ματός σφων πλήρωσιν ἀναγκαῖα, ἐπιζητοῦσι, κἂν μὴ τύχωσιν αὐτῶν,
ἄχθονταί τε ὡς διαβαλλόμενοι καὶ ὀργίζονται ὡς ὑβριζόμενοι. καὶ
διὰ τοῦτο μᾶλλον περὶ τοὺς τοιούτους ἢ περὶ αὐτοὺς ὡς εἰπεῖν τοὺς
αὐτοκράτορας σπουδάζουσιν, ὅτι τοῖς μέν, κἂν πλημμεληθῇ τι, ἀρε-
τὴν τὸ συγγνῶναί τῳ φέρει· τοῖς δὲ τοῦτο μὲν τὴν ἀσθένειάν σφων
ἐλέγχειν δοκεῖ, τὸ δὲ ἐπεξελθεῖν καὶ τιμωρήσασθαι βεβαίωσιν τοῦ
μέγα δύνασθαι ἔχειν νομίζεται. ἐν δέ τινι νουμηνίᾳ πάντων συνιόν-
των εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σιανοῦ ἥ τε Κλίνη ἡ ἐν τῷ δωματίῳ, ἐν ᾧ
ἠσπάζετο, κειμένη πᾶσα ὑπὸ τοῦ ὄχλου τῶν ἱζησάντων συνετρίβη,
καὶ προϊόντος αὐτοῦ ἐκ τῆς οἰκίας γαλῆ διὰ μέσων σφων διῇξεν.
ἐπειδή τε καὶ ἐν τῷ Καπιτωλίῳ θύσας ἐς τὴν ἀγορὰν κατῄει, οἱ οἰ-
κέται αὐτοῦ οἱ δορυφόροι διά τε τῆς ὁδοῦ τῆς ἐς τὸ δεσμωτήριον
ἀγούσης ἐξετράποντο, μὴ δυνηθέντες αὐτῷ ὑπὸ τοῦ ὄχλου ἐπακολου-
θῆσαι, καὶ κατὰ τῶν ἀναβασμῶν καθ' ὧν οἱ δικαιούμενοι ἐρρι-
πτοῦντο κατιόντες ὤλισθον καὶ κατέπεσον. οἰωνιζομένου τε μετὰ
τοῦτο αὐτοῦ τῶν μὲν αἰσίων ὀρνίθων ἐπεφάνη οὐδείς, κόρακες δὲ
δὴ πολλοὶ περιιπτάμενοι καὶ περικρώξαντες αὐτὸν ἀπέπταντο ἀθρόοι
πρὸς τὸ οἴκημα καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐκαθέζοντο.

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.)


Dindorf-Stephanus σελ. 159, γρ. 20

γὰρ Τιβέριος οὕτως αὐτὸν ἐτίμησεν ὥστε μήτε ἔκκλητόν ποτε ἀπ'
αὐτοῦ δικάσασθαι ἐθελῆσαι, ἀλλ' ἐκείνῳ πάντα αὖθις τὰ τοιαῦτα
ἐγχειρίσαι. ὁ δὲ δὴ Γάιος τά τε ἄλλα προεπηλάκιζε, καὶ χρυσοῦν
αὐτὸν πρόβατον ὠνόμαζεν, τήν τε θυγατέρα αὐτοῦ ἐκβαλὼν ἔγημε
318

Κορνηλίαν Ὀρεστίναν, ἣν ἥρπασεν ἐν αὐτοῖς τοῖς γάμοις οὓς τῷ


ἐγγεγυημένῳ αὐτὴν Γαΐῳ Καλπουρνίῳ Πίσωνι συνεώρταζε. πρὶν δὲ
δύο μῆνας ἐξελθεῖν, ἀμφοτέρους σφᾶς ὡς καὶ συγγινομένους ἀλλή-
λοις ἐξώρισε· καὶ τῷ γε Πίσωνι δέκα δούλους ἐπάγεσθαι ἐπι-
τρέψας, εἶτ' ἐπειδὴ πλείονας ᾐτήσατο, ἐφῆκεν ὅσοις ἂν ἐθελήσῃ
χρήσασθαι, εἰπὼν ὅτι καὶ στρατιῶται τοσοῦτοι συνέσονται. ἔν τινι
δὲ νουμηνίᾳ Μαχάων τις δοῦλος ἐπί τε τὴν Κλίνην τοῦ Διὸς τοῦ
Καπιτωλίου ἐπανέβη, κἀντεῦθεν πολλὰ καὶ δεινὰ ἀπομαντευσάμενος
κυνίδιόν τέ τι ὃ ἐσενηνόχει ἀπέκτεινε καὶ ἑαυτὸν ἔσφαξεν. τῆς τε τοῦ
αἵματος θέας ἀπλήστως ἔχων ὁ Γάιος πλείστους ὅσους ὁπλομαχεῖν
ἐποίει. καὶ γὰρ καὶ καθ' ἕνα καὶ ἀθρόους, ὥσπερ ἐν παρατάξει τινί,
συνέβαλλέ σφας, ὥστε καὶ τῶν ἱππέων ποτὲ ἓξ καὶ εἴκοσιν ἐν μιᾷ
ἡμέρᾳ σφαγῆναι. ὑπὸ δὲ δὴ τῆς αὐτῆς ὠμότητος ἐπιλιπόντων ποτὲ
τῶν τοῖς θηρίοις ἐκ καταδίκης διδομένων, ἐκέλευσεν

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.)


Dindorf-Stephanus σελ. S224, γρ. 21

θένιός τε ὁ πρόκοιτος αὐτοῦ, καίπερ οὕτω τιμώμενος παρ' αὐτοῦ


ὡς καὶ ξιφηφορεῖν, καὶ Σιγηρὸς ἐν τῇ προκοιτίᾳ καὶ αὐτὸς ὤν, Ἔν-
τελλός τε ὁ τὰ τῆς ἀρχῆς βιβλία διέπων μετὰ Στεφάνου ἀπελευθέρου.
καὶ αὐτὸ οὔτε ἡ Δομιτία ἡ γυνὴ αὐτοῦ οὔτε δὲ ὁ Νωρβανὸς ὁ ἔπαρ-
χος οὐδ' ὁ σύναρχος Πετρώνιος Σεκοῦνδος ἠγνόησαν, ὥς γε καὶ λέ-
γονται· ἥ τε γὰρ Δομιτία ἀεί ποτε ὑπ' αὐτοῦ ἐμισεῖτο καὶ διὰ τοῦτ'
ἐφοβεῖτο μὴ καὶ ἀποθάνῃ, καὶ οἱ ἄλλοι οὐκέτ' αὐτὸν ἐφίλουν, οἱ μὲν
ὅτι ἐνεκαλοῦντό τινα, οἱ δ' ὅτι προσεδέχοντο. ἤκουσα δὲ ἔγωγε καὶ
ἐκεῖνο, ὅτι πάντας ἅμα αὐτοὺς ὁ Δομιτιανὸς ὑποπτεύσας ἀποκτεῖναι
ἠθέλησε, καί σφων τὰ ὀνόματα ἐς σανίδιον φιλύρινον δίθυρον ἐς-
γράψας ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον ἐν τῇ κλίνῃ ἐν ᾗ ἀνεπαύετο ὑπέθηκε,
καὶ αὐτὸ παιδίον τι τῶν γυμνῶν τῶν ψιθύρων καθεύδοντος αὐτοῦ
μεθ' ἡμέραν ἀφελόμενον εἶχεν, οὐκ εἰδὸς ὅ τι φέροι, προστυχοῦσα
δὲ αὐτῷ ἡ Δομιτία τά τε γεγραμμένα ἀνέγνω καὶ ἐμήνυσε καὶ ἐκεί-
νοις, κἀκ τούτου καὶ ἄλλως διανοούμενοι συνετάχυναν τὴν ἐπιβου-
λήν. οὐ μέντοι πρότερον ἐπεχείρησαν ἔργῳ πρὶν τὸν διαδεξόμενον
τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ βεβαιώσασθαι. διελέξαντο μὲν δὴ καὶ ἄλλοις τισίν,
μηδενὸς δὲ ἐκείνων δεξαμένου (πάντες γὰρ αὐτοὺς ὡς διαπειρω-
μένους σφῶν ἐφοβήθησαν) ἐπὶ τὸν Νερούαν ἦλθον, ἐπειδὴ καὶ εὐ-
γενέστατος καὶ ἐπιεικέστατος ἦν, καὶ προσέτι καὶ ἐκινδύνευσε δια-
βληθεὶς ὑπ' ἀστρολόγων, ἐξ οὗπερ ῥᾷον ἔπεισαν αὐτὸν ἀναδέξασθαι

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.)


Dindorf-Stephanus σελ. S296, γρ. 14
319

ἧκον ἀνδρῶν ἄλλων, οἷς τι ἔργον ἢ ἐξεύρημα ἢ καὶ ἐπιτήδευμα


λαμπρὸν ἐπέπρακτο, καὶ μετ' αὐτοὺς οἵ τε ἱππεῖς καὶ οἱ πεζοὶ
ὡπλισμένοι οἵ τε ἀθληταὶ ἵπποι καὶ τὰ ἐντάφια, ὅσα ὅ τε αὐτοκρά-
τωρ καὶ ἡμεῖς αἵ τε γυναῖκες ἡμῶν καὶ οἱ ἱππεῖς οἱ ἐλλόγιμοι οἵ τε
δῆμοι καὶ τὰ ἐν τῇ πόλει συστήματα ἐπέμψαμεν· καὶ αὐτοῖς βωμὸς
περίχρυσος, ἐλέφαντί τε καὶ λίθοις Ἰνδικοῖς ἠσκημένος, ἠκολούθει.
ὡς δὲ παρεξῆλθε ταῦτα, ἀνέβη ὁ Σευῆρος ἐπὶ τὸ βῆμα τὸ τῶν
ἐμβόλων, καὶ ἀνέγνω ἐγκώμιον τοῦ Περτίνακος. ἡμεῖς δὲ πολλὰ
μὲν καὶ διὰ μέσου τῶν λόγων αὐτοῦ ἐπεβοῶμεν, τὰ μὲν ἐπαινοῦντες
τὰ δὲ καὶ θρηνοῦντες τὸν Περτίνακα, πλεῖστα δὲ ἐπειδὴ ἐπαύσατο.
καὶ τέλος, μελλούσης τῆς Κλίνης κινηθήσεσθαι, πάντες ἅμα ὠλοφυρά-
μεθα καὶ πάντες ἐπεδακρύσαμεν. κατεκόμισαν δὲ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ
βήματος οἵ τε ἀρχιερεῖς καὶ αἱ ἀρχαὶ αἵ τε ἐνεστῶσαι καὶ αἱ ἐς νέωτα
ἀποδεδειγμέναι, καὶ ἱππεῦσί τισι φέρειν ἔδοσαν. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι
πρὸ τῆς Κλίνης προῄειμεν, καί τινες ἐκόπτοντο ἑτέρων πένθιμόν τι  
ὑπαυλούντων· ὁ δ' αὐτοκράτωρ ἐφ' ἅπασιν εἵπετο, καὶ οὕτως ἐς τὸ
Ἄρειον πεδίον ἀφικόμεθα. ἐπεσκεύαστο δὲ ἐν αὐτῷ πυρὰ πυργοει-
δὴς τρίβολος, ἐλέφαντι καὶ χρυσῷ μετὰ ἀνδριάντων τινῶν κεκοσμη-
μένη, καὶ ἐπ' αὐτῆς τῆς ἄκρας ἅρμα ἐπίχρυσον, ὅπερ ὁ Περτίναξ
ἤλαυνεν. ἐς οὖν ταύτην τὰ ἐντάφια ἐνεβλήθη καὶ ἡ Κλίνη ἐνετέθη,
καὶ μετὰ τοῦτο τὸ εἴδωλον ὅ τε Σευῆρος καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.)


Dindorf-Stephanus σελ. S296, γρ. 18

δῆμοι καὶ τὰ ἐν τῇ πόλει συστήματα ἐπέμψαμεν· καὶ αὐτοῖς βωμὸς


περίχρυσος, ἐλέφαντί τε καὶ λίθοις Ἰνδικοῖς ἠσκημένος, ἠκολούθει.
ὡς δὲ παρεξῆλθε ταῦτα, ἀνέβη ὁ Σευῆρος ἐπὶ τὸ βῆμα τὸ τῶν
ἐμβόλων, καὶ ἀνέγνω ἐγκώμιον τοῦ Περτίνακος. ἡμεῖς δὲ πολλὰ
μὲν καὶ διὰ μέσου τῶν λόγων αὐτοῦ ἐπεβοῶμεν, τὰ μὲν ἐπαινοῦντες
τὰ δὲ καὶ θρηνοῦντες τὸν Περτίνακα, πλεῖστα δὲ ἐπειδὴ ἐπαύσατο.
καὶ τέλος, μελλούσης τῆς Κλίνης κινηθήσεσθαι, πάντες ἅμα ὠλοφυρά-
μεθα καὶ πάντες ἐπεδακρύσαμεν. κατεκόμισαν δὲ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ
βήματος οἵ τε ἀρχιερεῖς καὶ αἱ ἀρχαὶ αἵ τε ἐνεστῶσαι καὶ αἱ ἐς νέωτα
ἀποδεδειγμέναι, καὶ ἱππεῦσί τισι φέρειν ἔδοσαν. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι
πρὸ τῆς Κλίνης προῄειμεν, καί τινες ἐκόπτοντο ἑτέρων πένθιμόν τι  
ὑπαυλούντων· ὁ δ' αὐτοκράτωρ ἐφ' ἅπασιν εἵπετο, καὶ οὕτως ἐς τὸ
Ἄρειον πεδίον ἀφικόμεθα. ἐπεσκεύαστο δὲ ἐν αὐτῷ πυρὰ πυργοει-
δὴς τρίβολος, ἐλέφαντι καὶ χρυσῷ μετὰ ἀνδριάντων τινῶν κεκοσμη-
μένη, καὶ ἐπ' αὐτῆς τῆς ἄκρας ἅρμα ἐπίχρυσον, ὅπερ ὁ Περτίναξ
ἤλαυνεν. ἐς οὖν ταύτην τὰ ἐντάφια ἐνεβλήθη καὶ ἡ Κλίνη ἐνετέθη,
320

καὶ μετὰ τοῦτο τὸ εἴδωλον ὅ τε Σευῆρος καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ Περ-


τίνακος ἐφίλησαν. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ βῆμα ἀνέβη, ἡμεῖς δὲ ἡ βουλὴ
πλὴν τῶν ἀρχόντων ἐπὶ ἰκρία, ὅπως ἀσφαλῶς τε ἅμα καὶ ἐπιτη-
δείως τὰ γινόμενα θεωρήσωμεν. οἱ δὲ ἄρχοντες καὶ ἡ ἱππὰς τὸ
τέλος προσφόρως σφίσιν ἐσκευασμένοι, οἵ τε ἱππεῖς οἱ στρατιῶται

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Xiphilini ep.)


Dindorf-Stephanus σελ. S296, γρ. 23

τὰ δὲ καὶ θρηνοῦντες τὸν Περτίνακα, πλεῖστα δὲ ἐπειδὴ ἐπαύσατο.


καὶ τέλος, μελλούσης τῆς Κλίνης κινηθήσεσθαι, πάντες ἅμα ὠλοφυρά-
μεθα καὶ πάντες ἐπεδακρύσαμεν. κατεκόμισαν δὲ αὐτὴν ἀπὸ τοῦ
βήματος οἵ τε ἀρχιερεῖς καὶ αἱ ἀρχαὶ αἵ τε ἐνεστῶσαι καὶ αἱ ἐς νέωτα
ἀποδεδειγμέναι, καὶ ἱππεῦσί τισι φέρειν ἔδοσαν. οἱ μὲν οὖν ἄλλοι
πρὸ τῆς Κλίνης προῄειμεν, καί τινες ἐκόπτοντο ἑτέρων πένθιμόν τι  
ὑπαυλούντων· ὁ δ' αὐτοκράτωρ ἐφ' ἅπασιν εἵπετο, καὶ οὕτως ἐς τὸ
Ἄρειον πεδίον ἀφικόμεθα. ἐπεσκεύαστο δὲ ἐν αὐτῷ πυρὰ πυργοει-
δὴς τρίβολος, ἐλέφαντι καὶ χρυσῷ μετὰ ἀνδριάντων τινῶν κεκοσμη-
μένη, καὶ ἐπ' αὐτῆς τῆς ἄκρας ἅρμα ἐπίχρυσον, ὅπερ ὁ Περτίναξ
ἤλαυνεν. ἐς οὖν ταύτην τὰ ἐντάφια ἐνεβλήθη καὶ ἡ Κλίνη ἐνετέθη,
καὶ μετὰ τοῦτο τὸ εἴδωλον ὅ τε Σευῆρος καὶ οἱ συγγενεῖς τοῦ Περ-
τίνακος ἐφίλησαν. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ βῆμα ἀνέβη, ἡμεῖς δὲ ἡ βουλὴ
πλὴν τῶν ἀρχόντων ἐπὶ ἰκρία, ὅπως ἀσφαλῶς τε ἅμα καὶ ἐπιτη-
δείως τὰ γινόμενα θεωρήσωμεν. οἱ δὲ ἄρχοντες καὶ ἡ ἱππὰς τὸ
τέλος προσφόρως σφίσιν ἐσκευασμένοι, οἵ τε ἱππεῖς οἱ στρατιῶται
καὶ οἱ πεζοὶ περὶ τὴν πυρὰν πολιτικάς τε ἅμα καὶ ποιητικὰς διεξό-
δους διελίττοντες διεξῆλθον· εἶθ' οὕτως οἱ ὕπατοι πῦρ ἐς αὐτὴν
ἐνέβαλον. γενομένου δὲ τούτου ἀετός τις ἐξ αὐτῆς ἀνέπτατο. καὶ
ὁ μὲν Περτίναξ οὕτως ἠθανατίσθη, ὁ δὲ Σευῆρος ἐξεστράτευσε κατὰ
τοῦ Νίγρου. οὗτος δὲ Ἰταλὸς μὲν ἦν, ἐξ ἱππέων, οὔτε δὲ ἐς τὸ

Δίων Κάσσιος. Ρωμαϊκή ιστορία. (Joannis Antiocheni excerpta e Dione


derivata) (0385: 013)“Cassii Dionis Cocceiani historiarum Romanarum
quae supersunt, vol. 3”, Ed. Boissevain, [Link]: Weidmann, 1901,
Repr. 1955.Σελ. 756, γρ. 27

ναῖκα γένους ἐπιφανοῦς· ἧς ἐρασθεὶς ὁ Νέρων πρῶτον μὲν αὐτὴν


πρὸς βίαν τοῦ ἀνδρὸς Ποπλίου ἀπήγαγεν· ἔπειτα σὺν ταῖς παλλα-
κίσιν τάττειν οὐκ ἀνασχόμενος, ἀλλὰ γαμετὴν ποιήσασθαι διεγνωκώς,
τὴν μὲν Ἀγριππῖναν ἀφαιρεῖται τιμήν, Αὐγούσταν δὲ τὴν Σαβίναν
ἀποδείκνυσιν· ὡς ἐκ τούτου ἀνόσιόν τι καὶ μιαρώτατον ἔργον τὴν
321

μητέρα αὐτοῦ μελετῆσαι. ὥσπερ γὰρ τὸν θεῖον αὐτῆς τὸν Κλαύδιον
εἰς ἔρωτα φαρμακείαις εἰσήγαγεν, οὕτω καὶ τὸν ἑαυτοῦ παῖδα πρὸς
τὴν τοιαύτην δυσσέβειαν παρέτρεψεν. ἀλλ' ὅμως καὶ μετὰ τὰς τοι-
αύτας πράξεις διαβληθεῖσάν οἱ πρὸς τῆς Σαβίνης, Ἀνικήτῳ τινὶ τῶν
σωματοφυλάκων πρὸς διαφθορὰν ἐξέδοτο. οὗ γενομένου, ἔγνω τε
ἐκείνη καὶ ἀνεπήδησεν ἐκ τῆς Κλίνης, τήν τε ἐσθῆτα περιερρήξατο,
καὶ τὴν γαστέρα γυμνώσασα, “παῖε” ἔφη “ταύτην, Ἀνίκητε, ὅτι Νέρωνα
ἔτεκεν.” καὶ τὰς περιττὰς μιαρίας προεγράψαμεν ἐκ τῆς ἱστορίας
Δίωνος, περί τε τῆς μητροκτονίας καὶ τοῦ Σπόρου τοῦ ἐρωμένου
καὶ τῶν λοιπῶν. Exc. Val. 26 p. 809 sq. 813 sq. (n. 90 M.).
Acta Petri, Martyrium Petri (0389: 001)“Les actes de Pierre”, Ed.
Vouaux, [Link]: Letouzey & Ané, [Link]. 34, γρ. 5

οὖν καὶ ὑποπέμψας ὅπου ἀπήρχοντο, μανθάνει ὅτι πρὸς τὸν


Πέτρον. Ἔλεγεν οὖν αὐταῖς ἐλθούσαις· Μὴ κοινωνεῖν ἐμοὶ ὁ
Χριστιανὸς ἐκεῖνος ἐδίδαξεν ὑμᾶς· γινώσκετε ὅτι καὶ ὑμᾶς ἀπολέσω
κἀκεῖνον ζῶντα καύσω. Αὐταὶ μὲν οὖν ὑπέμειναν πάντα τὰ κακὰ
παθεῖν ὑπὸ τοῦ Ἀγρίππα, μόνον ἵνα μηκέτι οἰστρηλατῶνται,
ἐνδυναμούμεναι τῷ κράτει τοῦ Ἰησοῦ.
 Μία δέ τις γυνὴ καὶ μάλιστα εὐμορφοτάτη, γαμετὴ  
Ἀλβίνου τοῦ Καίσαρος φίλου, Ξαντίππη ὀνόματι, ἅμα ταῖς
λοιπαῖς ματρώναις καὶ αὐτὴ συνήρχετο πρὸς τὸν Πέτρον καὶ
αὐτὴ τοῦ Ἀλβίνου ἀπέστη. Ἐκεῖνος οὖν μαινόμενος καὶ ἐρῶν
τῆς Ξανθίππης καὶ θαυμάζων ὅτι οὐδὲ ἐπ' αὐτῆς τῆς Κλίνης
καθεύδει ἅμα αὐτῷ, ὡς θηρίον ἠγριαίνετο, βουλόμενος τὸν Πέτρον
διαχειρίσασθαι· ἔγνω γὰρ αὐτὸν παραίτιον γεγονότα τοῦ χωρισμοῦ
τῆς κοίτης. Πολλαὶ δὲ καὶ ἄλλαι γυναῖκες τοῦ λόγου τῆς ἁγνείας
ἐρασθεῖσαι τῶν ἀνδρῶν ἐχωρίζοντο, καὶ ἄνδρες τῶν ἰδίων γυναι-
κῶν τὰς κοίτας ἐχώριζον διὰ τὸ σεμνῶς καὶ ἁγνῶς θέλειν αὐτοὺς  
θεοσεβεῖν. Θορύβου οὖν μεγίστου ὄντος ἐν τῇ Ῥώμῃ καὶ τοῦ
Ἀλβίνου δηλώσαντος τὰ κατ' αὐτὸν τῷ Ἀγρίππᾳ λέγοντος
αὐτῷ· Ἢ σύ με ἐκδίκησον ἀπὸ τοῦ χωρίσαντος τὴν γυναῖκά μου
Πέτρου, ἢ ἐγὼ ἐμαυτὸν ἐκδικήσω, καὶ ὁ Ἀγρίππας ταὐτὰ

Comica Adespota (CAF), Fragmenta incertorum poetarum (0408:


001)“Comicorum Atticorum fragmenta, vol. 3”, Ed. Kock, T.
Leipzig: Teubner, [Link] 151-152, γρ. 1

τὰ περιδέραια ταῦτα καὶ θεάματα


τὰ κορασιώδη παραβαλεῖν οὐκ ἄξιον.
γνώμη γὰρ οὐδέν ἐστιν, ἡ τύχη δὲ πᾶν,
ἧς ἡδὺς ὁ τυχὼν ἔστι καὶ νομίζεται.
322

οὐδὲν καλύπτει νὺξ κακῶς εἰργασμένον·


ὅ τι δ' ἂν ποιῇς, ἀεὶ νόμιζ' ὁρᾶν τινα.  
ἕτερον δὲ συκῆ καὶ δάφνη καὶ μυρρίνη,
ἐφ' οἷς φρονοῦσιν οἱ τρισάθλιοι μέγα.
ὅ τι μόνον ἡμῖν προῖκ' ἔδωκαν οἱ θεοί,
τὸν ὕπνον, τί τοῦτο πολυτελὲς σαυτῷ ποιεῖς;
ὦ φιλτάτη Κλίνη.
Βακχὶς θεόν σ' ἐνόμισεν, εὔδαιμον λύχνε·
καὶ τῶν θεῶν μέγιστος, εἰ ταύτῃ δοκεῖς.
τὰ δ' Ἴσθμι' ἀποδοίμην ἂν ἡδέως ὅσου
ὁ τῶν σελίνων στέφανός ἐστιν ὤνιος.  
ἀμορφότατος τὴν ὄψιν εἰμὶ γὰρ Φόβος,
πάντων ἐλάχιστον τοῦ καλοῦ μετέχων θεός.
ὅστις ἐπὶ δεῖπνον ὀψὲ κληθεὶς ἔρχεται,
ἢ χωλός ἐστιν ἢ οὐ δίδωσι συμβολάς.
ἀλλ' εἴθε μήτε πρότερον ηὐξάμην τάλας
μήτ' ἔσχον ἐπινεύουσαν εὐθὺς τὴν τύχην.

Cratinus Comic., Fragmenta (0434: 001)“Comicorum Atticorum


fragmenta, vol. 1”, Ed. Kock, [Link]: Teubner, [Link] 47, γρ.
1

στολὴν δὲ δὴ τίν' εἶχε; τοῦτό μοι φράσον.


{Β.} θύρσον, κροκωτόν, ποικίλον, καρχήσιον.
οὐκ ἀλλὰ βόλιτα χλωρὰ κᾠσπωτὴν πατεῖν.
ἐν σαργανίσιν ἄξω ταρίχους Ποντικούς.  
νακότιλτος ὡσπερεὶ κωδάριον ἐφαινόμην.
παραστάδας καὶ πρόθυρα βούλει ποικίλα.
ὁ δ' ἠλίθιος ὥσπερ πρόβατον βῆ βῆ λέγων βαδίζει.
τῶν βδελλολαρύγγων ἀνεπαγγέλτων αὐτῷ φοιτήσας ἐπὶ δεῖπνον.  
οὐ γάρ τοι σύγε πρῶτος ἄκλητος φοιτᾷς ἐπὶ δεῖπνον ἄνηστις;
χηνοβοσκοί, βουκόλοι
Κλίνην τὴν παράπυξον
ἡ γελγόπωλις

ΔΡΑΠΕΤΙΔΕΣ

 
τὸν Κερκυόνα θ' ἕωθεν ἀποπατοῦντ' ἐπὶ
τοῖς λαχάνοις εὑρὼν ἀπέπνιξα.
δέχεσθε φιάλας τάσδε βαλανειομφάλους.
οὗτος, καθεύδεις; {Β.} οὐκ ἀναστήσεις βοῶν.  
323

οἱ δὲ πυππάζουσι περιτρέχοντες, ὁ δ' ὄνος ὕεται.

Diodorus Comic., Fragmenta (0444: 001)


“Comicorum Atticorum fragmenta, vol. 2”, Ed. Kock, T.
Leipzig: Teubner, [Link] 2, γρ. 9

ταῦτα σκόπει πρὸς σαυτόν.

ΕΠΙΚΛΗΡΟΣ

    βούλομαι δεῖξαι σαφῶς


ὡς σεμνόν ἐστι τοῦτο καὶ νενομισμένον
καὶ τῶν θεῶν εὕρημα, τὰς δ' ἄλλας τέχνας
οὐδεὶς θεῶν κατέδειξεν, ἀλλ' ἄνδρες σοφοί.
τὸ γὰρ παρασιτεῖν εὗρεν ὁ Ζεὺς ὁ φίλιος,
ὁ τῶν θεῶν μέγιστος ὁμολογουμένως.
οὗτος γὰρ εἰς τὰς οἰκίας εἰσέρχεται
οὐχὶ διακρίνας τὴν πενιχρὰν ἢ πλουσίαν,
οὗ δ' ἂν καλῶς ἐστρωμένην Κλίνην ἴδῃ
παρακειμένην τε τὴν τράπεζαν πάνθ' ἃ δεῖ
ἔχουσαν, ἤδη συγκατακλιθεὶς κοσμίως
ἀριστίσας ἑαυτόν, ἐντραγών, πιών,
ἀπέρχετ' οἴκαδ' οὐ καταβαλὼν συμβολάς.
κἀγὼ ποιῶ νῦν τοῦτ'· ἐπὰν κλίνας ἴδω
ἐστρωμένας καὶ τὰς τραπέζας εὐτρεπεῖς
καὶ τὴν θύραν ἀνεῳγμένην, εἰσέρχομαι
ἐνθάδε σιωπῇ, καὶ ποιήσας εὐσταλῆ  
ἐμαυτόν, ὥστε μὴ 'νοχλεῖν τὸν συμπότην,
πάντων ἀπολαύσας τῶν παρατεθέντων, πιών,

Diodorus Comic., Fragmenta (0444: 002)


“Fragmenta comicorum Graecorum, vol. 3”, Ed. Meineke, A.
Berlin: Reimer, 1840, Repr. [Link] Epi, fragment 1, γρ. 9

ΕΠΙΚΛΗΡΟΣ.

    Βούλομαι δεῖξαι σαφῶς


ὡς σεμνόν ἐστι τοῦτο καὶ νενομισμένον
καὶ τῶν θεῶν εὕρημα, τὰς δ' ἄλλας τέχνας
324

οὐδεὶς θεῶν κατέδειξεν, ἀλλ' ἄνδρες σοφοί.


τὸ γὰρ παρασιτεῖν εὗρεν ὁ Ζεὺς ὁ φίλιος,  
ὁ τῶν θεῶν μέγιστος ὁμολογουμένως.
οὗτος γὰρ εἰς τὰς οἰκίας εἰσέρχεται
οὐχὶ διακρίνας τὴν πενιχρὰν ἢ πλουσίαν,
οὗ δ' ἂν καλῶς ἐστρωμένην Κλίνην ἴδῃ
παρακειμένην τε τὴν τράπεζαν πάνθ' ἃ δεῖ
ἔχουσαν, ἤδη συγκατακλιθεὶς κοσμίως
ἀριστίσας ἑαυτόν, ἐντραγών, πιών,
ἀπέρχετ' οἴκαδ' οὐ καταβαλὼν συμβολάς.

Dionysius Comic., Fragmenta (0445: 001)


“Comicorum Atticorum fragmenta, vol. 2”, Ed. Kock, T.
Leipzig: Teubner, [Link] 3, γρ. 10

ΟΜΩΝΥΜΟΙ

ἄγε δὴ Δρόμων, νῦν εἴ τι κομψὸν ἢ σοφὸν


ἢ γλαφυρὸν οἶσθα τῶν σεαυτοῦ πραγμάτων,
φανερὸν ποίησον τοῦτο τῷ διδασκάλῳ.
νῦν τὴν ἀπόδειξιν τῆς τέχνης αἰτῶ σ' ἐγώ.
εἰς πολεμίαν ἄγω σε· θαρρῶν κατάτρεχε·
ἀριθμῷ διδόασι τὰ κρέα καὶ τηροῦσί σε.
τακερὰ ποιήσας ταῦτα καὶ ζέσας σφόδρα,  
τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, ὡς λέγω σοι, σύγχεον.
ἰχθὺς ἁδρὸς πάρεστι· τἀντός ἐστι σά.
κἂν τέμαχος ἐκκλίνῃς τι, καὶ τοῦτ' ἐστὶ σόν,
ἕως ἂν ἔνδον ὦμεν· ὅταν ἔξω δ', ἐμόν.
ἐξαιρέσεις καὶ τἄλλα τἀκόλουθ' ὅσα
οὔτ' ἀριθμὸν οὔτ' ἔλεγχον ἐφ' ἑαυτῶν ἔχει,
περικόμματος δὲ τάξιν ἢ θέσιν φέρει,
εἰς αὔριον σὲ κἀμὲ ταῦτ' εὐφρανάτω.
λαφυροπώλῃ παντάπασι μεταδίδου,
τὴν πάροδον ἵν' ἔχῃς τῶν θυρῶν εὐνουστέραν.
τί δεῖ λέγειν με πολλὰ πρὸς συνειδότα;
ἐμὸς εἶ μαθητής, σὸς δ' ἐγὼ διδάσκαλος.
μέμνησο τῶνδε καὶ βάδιζε δεῦρ' ἅμα.
325

Diphilus Comic., Fragmenta (0447: 001)


“Comicorum Atticorum fragmenta, vol. 2”, Ed. Kock, T.
Leipzig: Teubner, [Link] 55, γρ. 1

ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ

καὶ προσέτι τοίνυν ἐσχάραν, Κλίνην, κάδον,


στρώματα, σίγυνον, ἀσκοπήραν, θύλακον,
ὥστ' οὐ στρατιώτην ἄν τις ἀλλὰ καὶ κύκλον
ἐκ τῆς ἀγορᾶς ὀρθὸν βαδίζειν ὑπολάβοι.
τοσοῦτός ἐσθ' ὁ ῥῶπος ὃν σὺ περιφέρεις.

Diphilus Comic., Fragmenta (0447: 002)


“Fragmenta comicorum Graecorum, vol. 4”, Ed. Meineke, A.
Berlin: Reimer, 1841, Repr. [Link] Mai, fragment 1, γρ. 1

ΛΗΜΝΙΑΙ.

Οὗτοι δεδειπνήκασιν· ὁ δὲ τάλας ἐγώ


κεστρεὺς ἂν εἴην ἕνεκα νηστείας ἄκρας.

ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ.

Καὶ προσέτι τοίνυν ἐσχάραν, Κλίνην, κάδον,


στρώματα, σίγυνον, ἀσκοπήραν, θύλακον,
ὥστ' οὐ στρατιώτην ἄν τις ἀλλὰ καὶ κύκλον
ἐκ τῆς ἀγορᾶς ὀρθὸν βαδίζειν ὑπολάβοι.
τοσοῦτός ἐσθ' ὁ ῥῶπος ὃν σὺ περιφέρεις.  

Nicostratus Comic., Fragmenta (0484: 001)


“Comicorum Atticorum fragmenta, vol. 2”, Ed. Kock, T.

ΚΛΙΝΗ

...τὸ μέγεθος τηλικοῦτος, δέσποτα,


λευκός· τὸ πάχος γὰρ ὑπερέκυπτε τοῦ κανοῦ.
ὀσμὴ δέ, τοὐπίβλημ' ἐπεὶ περιῃρέθη,
ἄνω 'βάδιζε καὶ μέλιτι μεμιγμένη
ἀτμίς τις εἰς τὰς ῥῖνας· ἔτι γὰρ θερμὸς ἦν.  
326

καὶ δυσχερὴς λάγυνος οὗτος πλησίον


ὄξους.

Nicostratus Comic., Fragmenta (0484: 002)


“Fragmenta comicorum Graecorum, vol. 3”, Ed. Meineke, A.
Berlin: Reimer, 1840, Repr. 1970.
Play Kli, fragment tit, γρ. 1

ΚΛΙΝΗ.

Ναστὸς τὸ μέγεθος τηλικοῦτος, δέσποτα,


λευκός· τὸ πάχος γὰρ ὑπερέκυπτε τοῦ κανοῦ.
ὀσμὴ δέ, τοὐπίβλημ' ἐπεὶ περιῃρέθη,
ἐβάδιζ' ἄνω καὶ μέλιτι μεμιγμένη
ἀτμίς τις εἰς τὰς ῥῖνας· ἔτι γὰρ θερμὸς ἦν.
Καὶ δυσχερὴς λάγυνος οὗτος πλησίον
ὄξους.

Philiscus Comic., Fragmenta (0491: 001)


“Comicorum Atticorum fragmenta, vol. 2”, Ed. Kock, T.
Leipzig: Teubner, [Link] 1, γρ. 2

ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΙ

εἰς τὸ μεταπεῖσαι ῥᾳδίως ἃ βούλεται


πιθανοὺς ἔχειν εἴωθεν ἡ Κλίνη λόγους.

ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΙ.

Εἰς τὸ μεταπεῖσαι ῥᾳδίως ἃ βούλεται


πιθανοὺς ἔχειν εἴωθεν ἡ Κλίνη λόγους.  

Philiscus Comic., Fragmenta (0491: 002)


“Fragmenta comicorum Graecorum, vol. 3”, Ed. Meineke, A.
327

Berlin: Reimer, 1840, Repr. [Link] Phi, fragment 1, γρ. 2

πιθανοὺς ἔχειν εἴωθεν ἡ Κλίνη λόγους.

Εἰς τὸ μεταπεῖσαι ῥᾳδίως ἃ βούλεται


πιθανοὺς ἔχειν εἴωθεν ἡ Κλίνη λόγους.  

Plato Comic., Fragmenta (0497: 001)


“Comicorum Atticorum fragmenta, vol. 1”, Ed. Kock, T.
Leipzig: Teubner, [Link] 34, γρ. 1

ἥδιστ' ἔχουσι, κοὐδὲν ἀφ' ὑὸς γίγνεται


πλὴν ὑστριχὶς καὶ πηλὸς ἡμῖν καὶ βοή.  
     ἐξιόντι μοι
ἁλιεὺς ἀπήντησεν φέρων μοι κεστρέας.
{Β.} ἰχθῦς ἀσίτους καὶ πονηροὺς ...
    εὖ γέ σοι γένοιθ', ὅτι
ἔσωσας ἐκ τῶν σῖγμα τῶν Εὐριπίδου.
τὸν μαινόμενον, τὸν Κρῆτα, τὸν μόγις Ἀττικόν.  
καὶ τὰς ὀφρῦς σχάσασθε καὶ τὰς ὄμφακας.
ὁπόθεν ἔσοιτο μᾶζα καὶ παροψίδες.
ἔπειτα Κλίνην ἀμφίκολλον πυξίνην
     κατηδέσθημεν ἂν
καὶ κατεκόπημεν εὐθύς.
     ἐμφέρεσθε δὲ
τὰ ῥάμματα.  
ὡς μέγα μέντοι πάνυ τὴν Αἴτνην ὄρος εἶναί φασι τεκμαίρου,
ἔνθα τρέφεσθαι τὰς κανθαρίδας τῶν ἀνθρώπων λόγος ἐστὶν
οὐδὲν ἐλάττους.
ὁ δὲ τὸν ἐγκέφαλόν τις ἐξαύσας καταπίνει.
ἀστραβεύειν
τὰς ἐγκεντρίδας

Plato Comic., Fragmenta (0497: 002)


“Fragmenta comicorum Graecorum, vol. 2.2”, Ed. Meineke, A.
Berlin: Reimer, 1840, Repr. [Link] Heor, fragment 10, γρ. 1

ἁλιεὺς ἀπήντησεν φέρων μοι κεστρέας,


ἰχθῦς ἀσίτους καὶ τοὺς πονηροὺς ἦγέ μοι.
Ὁπόθεν ἔσοιτο μᾶζα καὶ παροψίδες.  
Καὶ τὰς ὀφρῦς σχάσασθε καὶ τὰς ὄμφακας.
Τὸν μαινόμενον, τὸν Κρῆτα, τὸν μόγις Ἀττικόν.
328

   Εὖ γέ σοι γένοιθ', ἡμᾶς ὅτι


ἔσωσας ἐκ τῶν σῖγμα τῶν Εὐριπίδου.  
     Κατηδέσθημεν ἂν
καὶ κατεκόπημεν εὐθύς.
Ὁ δὲ τὸν ἐγκέφαλόν τις ἐξαύσας καταπίνει.  
Ἔπειτα Κλίνην ἀμφίκολλον πυξίνην.
     Ἐμφέρεσθε δέ
τὰ ῥάμματα.  

ΕΥΡΩΠΗ.

Γυνὴ καθεύδουσ' ἐστὶν ἀργόν. {Β.} μανθάνω.


{Α.} Ἐγρηγορυίας δ' εἰσὶν αἱ παροψίδες
αὗται μόνον κρείττους πολὺ χρῆμ' εἰς ἡδονὴν
ηταλλαβεῖν. οὐ γάρ τινες παροψίδες
εἴσ' ἀντιβολῶ σε;
Ἁλιευόμενός ποτ' αὐτὸν εἶδον ἀνδράχμη
μετὰ πρημνάδων, κἄπειτ' ἀφῆκεν ὅτι ἦν βόαξ.  

Παυσανίας περιηγητής. Graeciae descriptio (0525: 001)


“Pausaniae Graeciae descriptio, 3 vols.”, Ed. Spiro, F.
Leipzig: Teubner, 1903, Repr. 1:[Link] 2, Ch. 17, se. 3, γρ. 11

στεφάνους πλέκουσιν. ἀρχιτέκτονα μὲν δὴ γενέσθαι


τοῦ ναοῦ λέγουσιν Εὐπόλεμον Ἀργεῖον· ὁπόσα δὲ
ὑπὲρ τοὺς κίονάς ἐστιν εἰργασμένα, τὰ μὲν ἐς τὴν
Διὸς γένεσιν καὶ θεῶν καὶ γιγάντων μάχην ἔχει, τὰ
δὲ ἐς τὸν πρὸς Τροίαν πόλεμον καὶ Ἰλίου τὴν ἅλωσιν.
ἀνδριάντες τε ἑστήκασι πρὸ τῆς ἐσόδου καὶ γυναικῶν,
αἳ γεγόνασιν ἱέρειαι τῆς Ἥρας, καὶ ἡρώων ἄλλων τε
καὶ Ὀρέστου· τὸν γὰρ ἐπίγραμμα ἔχοντα, ὡς εἴη βασι-
λεὺς Αὔγουστος, Ὀρέστην εἶναι λέγουσιν. ἐν δὲ τῷ
προνάῳ τῇ μὲν Χάριτες ἀγάλματά ἐστιν ἀρχαῖα, ἐν
δεξιᾷ δὲ Κλίνη τῆς Ἥρας καὶ ἀνάθημα ἀσπὶς ἣν Μενέ-
λαός ποτε ἀφείλετο Εὔφορβον ἐν Ἰλίῳ. τὸ δὲ ἄγαλμα
τῆς Ἥρας ἐπὶ θρόνου κάθηται μεγέθει μέγα, χρυσοῦ
μὲν καὶ ἐλέφαντος, Πολυκλείτου δὲ ἔργον· ἔπεστι
δέ οἱ στέφανος Χάριτας ἔχων καὶ Ὥρας ἐπειργασμένας,
καὶ τῶν χειρῶν τῇ μὲν καρπὸν φέρει ῥοιᾶς, τῇ δὲ
σκῆπτρον. τὰ μὲν οὖν ἐς τὴν ῥοιὰν – ἀπορρητότερος
329

γάρ ἐστιν ὁ λόγος – ἀφείσθω μοι· κόκκυγα δὲ ἐπὶ


τῷ σκήπτρῳ καθῆσθαί φασι λέγοντες τὸν Δία, ὅτε
ἤρα παρθένου τῆς Ἥρας, ἐς τοῦτον τὸν ὄρνιθα ἀλλα-
γῆναι, τὴν δὲ ἅτε παίγνιον θηρᾶσαι. τοῦτον τὸν

Παυσανίας περιηγητής. Graeciae descriptio Book 5, Ch. 19, se. 7, γρ.


4

καί οἱ τῶν χειρῶν εἰσιν ἐπικαμπεῖς οἱ ὄνυχες· ἐπί-


γραμμα δὲ ἐπ' αὐτῇ εἶναί φησι Κῆρα, ὡς τὸν μὲν ὑπὸ
τοῦ πεπρωμένου τὸν Πολυνείκην ἀπαχθέντα, Ἐτεοκλεῖ
δὲ γενομένης καὶ σὺν τῷ δικαίῳ τῆς τελευτῆς. Διό-
νυσος δὲ ἐν ἄντρῳ κατακείμενος, γένεια ἔχων καὶ ἔκ-
πωμα χρυσοῦν, ἐνδεδυκώς ἐστι ποδήρη χιτῶνα· δένδρα
δὲ ἄμπελοι περὶ αὐτὸν καὶ μηλέαι τέ εἰσι καὶ ῥόαι.
 ἡ δὲ ἀνωτάτω χώρα – πέντε γὰρ ἀριθμόν εἰσι –  
παρέχεται μὲν ἐπίγραμμα οὐδέν, λείπεται δὲ εἰκάζειν  
ἐς τὰ ἐπειργασμένα. εἰσὶν οὖν ἐν σπηλαίῳ γυνὴ καθ-
εύδουσα σὺν ἀνδρὶ ἐπὶ κλίνῃ, καὶ σφᾶς Ὀδυσσέα
εἶναι καὶ Κίρκην ἐδοξάζομεν ἀριθμῷ τε τῶν θεραπαι-
νῶν, αἵ εἰσι πρὸ τοῦ σπηλαίου, καὶ τοῖς ποιουμένοις
ὑπ' αὐτῶν· τέσσαρές τε γάρ εἰσιν αἱ γυναῖκες καὶ ἐρ-
γάζονται τὰ ἔργα, ἃ ἐν τοῖς ἔπεσιν Ὅμηρος εἴρηκε.
Κένταυρος δὲ οὐ τοὺς πάντας ἵππου πόδας, τοὺς δὲ
ἔμπροσθεν αὐτῶν ἔχων ἀνδρός ἐστιν. ἑξῆς καὶ ἵππων
συνωρίδες καὶ γυναῖκες ἐπὶ τῶν συνωρίδων εἰσὶν ἑστῶ-
σαι· πτερὰ δὲ τοῖς ἵπποις χρυσᾶ ἐστι, καὶ ἀνὴρ δίδω-
σιν ὅπλα μιᾷ τῶν γυναικῶν. ταῦτα ἐς τὴν Πατρόκλου
τελευτὴν ἔχειν τεκμαίρονται· Νηρηίδας τε γὰρ ἐπὶ τῶν

Παυσανίας περιηγητής. Graeciae descriptio Book 5, Ch. 20, se. 1, γρ.


1

μίζουσιν εἶναι τὴν Ἀλκίνου καὶ τὴν θεράπαιναν, ἐλαυ-


νούσας ἐπὶ τοὺς πλυνούς. τοξεύοντα δὲ ἄνδρα Κεν-
ταύρους, τοὺς δὲ καὶ ἀπεκτονότα ἐξ αὐτῶν, δῆλα Ἡρα-
κλέα τε τὸν τοξεύοντα καὶ Ἡρακλέους εἶναι τὸ ἔργον.
 τὸν μὲν δὴ τὴν λάρνακα [κατ]εἰργασμένον ὅστις ἦν,
οὐδαμῶς ἡμῖν δυνατὰ ἦν συμβαλέσθαι· τὰ ἐπιγράμματα  
δὲ τὰ ἐπ' αὐτῆς τάχα μέν που καὶ ἄλλος τις ἂν εἴη
πεποιηκώς, τῆς δὲ ὑπονοίας τὸ πολὺ ἐς Εὔμηλον τὸν
330

Κορίνθιον εἶχεν ἡμῖν, ἄλλων τε ἕνεκα καὶ τοῦ προς-


οδίου μάλιστα ὃ ἐποίησεν ἐς Δῆλον.
 ἔστι δὲ ἐνταῦθα καὶ ἄλλα ἀναθήματα, Κλίνη τε
μέγεθος οὐ μεγάλη, τὰ πολλὰ ἐλέφαντι κεκοσμημένη,
καὶ ὁ Ἰφίτου δίσκος καὶ τράπεζα ἐφ' ἧς προτίθενται
τοῖς νικῶσιν οἱ στέφανοι. τὴν μὲν δὴ Ἱπποδαμείας
λέγουσιν εἶναι παίγνιον· ὁ δὲ τοῦ Ἰφίτου δίσκος τὴν
ἐκεχειρίαν, ἣν ἐπὶ τοῖς Ὀλυμπίοις ἐπαγγέλλουσιν Ἠλεῖοι,
ταύτην οὐκ ἐς εὐθὺ ἔχει γεγραμμένην, ἀλλὰ ἐς κύκλου
σχῆμα περίεισιν ἐπὶ τῷ δίσκῳ τὰ γράμματα. ἡ τράπεζα
δὲ ἐλέφαντος μὲν πεποίηται καὶ χρυσοῦ, Κωλώτου
δέ ἐστιν ἔργον· εἶναι δέ φασιν ἐξ Ἡρακλείας τὸν Κω-
λώτην, οἱ δὲ πολυπραγμονήσαντες σπουδῇ τὰ ἐς τοὺς

Παυσανίας περιηγητής. Graeciae descriptio Book 8, Ch. 47, se. 2, γρ.


6

Ἐγκελάδῳ ἵππων τὸ ἅρμα· Ἀλέαν μέντοι καλεῖσθαι


καὶ ταύτην ἔς τε Ἕλληνας τοὺς ἄλλους καὶ ἐς αὐτοὺς
Πελοποννησίους ἐκνενίκηκε. τῷ δὲ ἀγάλματι τῆς Ἀθη-
νᾶς τῇ μὲν Ἀσκληπιός, τῇ δὲ Ὑγείᾳ παρεστῶσά ἐστι
λίθου τοῦ Πεντελησίου, Σκόπα δὲ ἔργα Παρίου.
ἀναθήματα δὲ ἐν τῷ ναῷ τὰ ἀξιολογώτατα, ἔστι μὲν
τὸ δέρμα ὑὸς τοῦ Καλυδωνίου, διεσήπετο δὲ ὑπὸ τοῦ
χρόνου καὶ ἐς ἅπαν ἦν τριχῶν ἤδη ψιλόν· εἰσὶ δὲ αἱ
πέδαι κρεμάμεναι, πλὴν ὅσας ἠφάνισεν αὐτῶν ἰός, ἅς
γε ἔχοντες Λακεδαιμονίων οἱ αἰχμάλωτοι τὸ πεδίον
Τεγεάταις ἔσκαπτον· Κλίνη τε ἱερὰ τῆς Ἀθηνᾶς καὶ  
Αὔγης εἰκὼν γραφῇ μεμιμημένη Μαρπήσσης τε ἐπί-
κλησιν Χοίρας, γυναικὸς Τεγεάτιδος, ἀνάκειται τὸ ὅπλον.
ταύτης μὲν δὴ ποιησόμεθα καὶ ὕστερον μνήμην· ἱερᾶται
δὲ τῇ Ἀθηνᾷ παῖς χρόνον οὐκ οἶδα ὅσον τινά, πρὶν
δὲ ἡβάσκειν καὶ οὐ πρόσω, τὴν ἱερωσύνην. τῇ θεῷ
δὲ ποιηθῆναι τὸν βωμὸν ὑπὸ Μελάμποδος τοῦ Ἀμυθά-
ονος λέγουσιν· εἰργασμέναι δὲ ἐπὶ τῷ βωμῷ Ῥέα μὲν
καὶ Οἰνόη νύμφη παῖδα ἔτι νήπιον Δία ἔχουσιν, ἑκατέ-
ρωθεν δέ εἰσι τέσσαρες ἀριθμόν, Γλαύκη καὶ Νέδα

Παυσανίας περιηγητής. Graeciae descriptio Book 10, Ch. 26, se. 2, γρ.
2
331

δίκη. Κλυμένην μὲν οὖν Στησίχορος ἐν Ἰλίου πέρ-


σιδι κατηρίθμηκεν ἐν ταῖς αἰχμαλώτοις· ὡσαύτως δὲ
καὶ Ἀριστομάχην ἐποίησεν ἐν Νόστοις θυγατέρα μὲν
Πριάμου, Κριτολάου δὲ γυναῖκα εἶναι τοῦ Ἱκετάονος·
Ξενοδίκης δὲ μνημονεύσαντα οὐκ οἶδα οὔτε ποιητὴν
οὔτε ὅσοι λόγων συνθέται. ἐπὶ δὲ τῇ Κρεούσῃ λέ-
γουσιν ὡς ἡ θεῶν μήτηρ καὶ Ἀφροδίτη δουλείας ἀπὸ
Ἑλλήνων αὐτὴν ἐρρύσαντο, εἶναι γὰρ δὴ καὶ Αἰνείου
τὴν Κρέουσαν γυναῖκα· Λέσχεως δὲ καὶ ἔπη τὰ Κύπρια
διδόασιν Εὐρυδίκην γυναῖκα Αἰνείᾳ. γεγραμμέναι δὲ
ἐπὶ Κλίνης ὑπὲρ ταύτας Δηινόμη τε καὶ Μητιόχη καὶ
Πεῖσίς ἐστι καὶ Κλεοδίκη· τούτων ἐν Ἰλιάδι καλου-
μένῃ μικρᾷ μόνης ἐστὶ τὸ ὄνομα τῆς Δηινόμης, τῶν
δ' ἄλλων ἐμοὶ δοκεῖν συνέθηκε τὰ ὀνόματα ὁ Πολύ-
γνωτος. γέγραπται δὲ καὶ Ἐπειὸς γυμνὸς καταβάλλων
ἐς ἔδαφος τῶν Τρώων τὸ τεῖχος· ἀνέχει δὲ ὑπὲρ αὐτὸ
κεφαλὴ τοῦ ἵππου μόνη τοῦ δουρείου. Πολυποίτης
δὲ ὁ Πειρίθου δεδεμένος τὴν κεφαλὴν ταινίᾳ καὶ
παρ' αὐτὸν Ἀκάμας ἐστὶν ὁ Θησέως ἐπικείμενος τῇ  
κεφαλῇ κράνος· λόφος δὲ ἐπὶ τῷ κράνει πεποίηται. καὶ
Ὀδυσσεύς τέ ἐστι καὶ ἐνδέδυκε θώρακα Ὀδυσσεύς.

Παυσανίας περιηγητής. Graeciae descriptio


Book 10, Ch. 32, se. 12, γρ. 8

παρὰ τῶν Τιθορέων ῥέων τὴν πόλιν ποτόν σφισι


γίνεται καταβαίνουσί τε ἐπὶ τὴν ὄχθην καὶ ἀρυομένοις
τὸ ὕδωρ· ὄνομα δέ ἐστιν αὐτῷ Καχάλης.
 σταδίοις δὲ ἀπωτέρω Τιθορέας ἑβδομήκοντα ναός
ἐστιν Ἀσκληπιοῦ, καλεῖται δὲ Ἀρχαγέτας· τιμὰς δὲ
παρὰ αὐτῶν ἔχει Τιθορέων καὶ ἐπ' ἴσης παρὰ Φωκέων
τῶν ἄλλων. ἐντὸς μὲν δὴ τοῦ περιβόλου τοῖς τε ἱκέ-
ταις καὶ ὅσοι τοῦ θεοῦ δοῦλοι, τούτοις μὲν ἐνταῦθά
εἰσι καὶ οἰκήσεις· ἐν μέσῳ δὲ ὅ τε ναὸς καὶ ἄγαλμα
λίθου πεποιημένον, γένεια ἔχον μέγεθος καὶ ὑπὲρ δύο
πόδας· Κλίνη δὲ ἐν δεξιᾷ κεῖται τοῦ ἀγάλματος, θύειν
δὲ αὐτῷ τὰ πάντα ὁμοίως νομίζουσι πλὴν αἰγῶν.
 τοῦ δὲ Ἀσκληπιοῦ περὶ τεσσαράκοντα ἀπέχει στα-
δίους περίβολος καὶ ἄδυτον ἱερὸν Ἴσιδος, ἁγιώτατον
ὁπόσα Ἕλληνες θεῷ τῇ Αἰγυπτίᾳ πεποίηνται· οὔτε γὰρ
περιοικεῖν ἐνταῦθα οἱ Τιθορεεῖς νομίζουσιν οὔτε ἔσο-
δος ἐς τὸ ἄδυτον ἄλλοις γε ἢ ἐκείνοις ἐστὶν οὓς ἂν
332

αὐτὴ προτιμήσασα ἡ Ἶσις καλέσῃ σφᾶς δι' ἐνυπνίων.


τὸ δὲ αὐτὸ καὶ ἐν ταῖς ὑπὲρ Μαιάνδρου πόλεσι θεοὶ
ποιοῦσιν οἱ καταχθόνιοι· οὓς γὰρ ἂν ἐς τὰ ἄδυτα
ἐσιέναι θελήσωσιν, ἀποστέλλουσιν αὐτοῖς ὀνειράτων

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. (0526: 001)


“Flavii Iosephi opera, vols. 1–4”, Ed. Niese, B.
Berlin: Weidmann, 1:1887; [Link] 3:1892; 4:1890, Repr. 1955.
Book 4, Ch. 98, γρ. 4

τοῖς Ἑβραίοις εἰς μάχην ἐλθεῖν περιέσεσθαί τε νομίζων καὶ τῆς


ἀρετῆς αὐτῶν διάπειραν βουλόμενος λαβεῖν· διαμαρτὼν δὲ τῆς
ἐλπίδος αὐτός τε ἀποθνήσκει κατὰ τὴν μάχην καὶ σύμπας ὁ στρα-
τὸς αὐτοῦ διαφθείρεται. Μωυσῆς δὲ τὸν ποταμὸν Ἰόβακον περαι-
ωσάμενος διεξῄει τῆς Ὤγου βασιλείας τάς τε πόλεις καταστρεφό-
μενος καὶ κτείνων πάντας τοὺς ἐνοικοῦντας, οἳ καὶ πλούτῳ διέφερον
πάντων τῶν ἐκείνῃ ἠπειρωτῶν δι' ἀρετὴν γῆς καὶ πλῆθος χρη-
μάτων. Ὤγης δὲ μέγεθός τε καὶ κάλλος ἦν οἷος ὀλίγοι σφόδρα,
ἦν δὲ καὶ κατὰ χεῖρα γενναῖος ἀνήρ, ὡς ἴσα τὰ τῶν ἔργων εἶναι
τοῖς τοῦ μεγέθους καὶ τῆς εὐπρεπείας πλεονεκτήμασι. τὴν δ' ἰσχὺν  
αὐτοῦ καὶ τὸ μέγεθος ἐτεκμηριώσαντο Κλίνην αὐτοῦ λαβόντες ἐν
Ῥαβαθᾶ πόλει τῶν βασιλείων τῆς Ἀμμανίτιδος, τῇ μὲν κατασκευῇ
σιδηρέαν, τεσσάρων δὲ πηχῶν τὸ εὖρος, μήκει δὲ τοῦ διπλασίονος
ἑνὶ πήχει μείζονα. τούτου τοίνυν πταίσαντος οὐκ εἰς τὸ παρὸν
μόνον τοῖς Ἑβραίοις ἐπέδωκε τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ
μέλλον ἀγαθῶν αὐτοῖς αἴτιος ἀποθανὼν ὑπῆρξε· καὶ γὰρ πόλεις
ἑξήκοντα λαμπρῶς πάνυ τετειχισμένας ὑποτελεῖς ἐκείνῳ παρέλαβον
καὶ λείαν πολλὴν ἰδίᾳ τε καὶ δημοσίᾳ πάντες εὐπόρησαν.
 Μωυσῆς μὲν οὖν στρατοπεδεύει καὶ ἀγαγὼν τὴν

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 6, Ch. 217, γρ. 2

ἕω φυλάττεσθαι μὴ καὶ λάθῃ παντελῶς ἀφανὴς γενόμενος, ἵνα


παραγενόμενος εἰς τὸ δικαστήριον καὶ κρίσει παραδοὺς ἀποκτείνῃ.
Μελχὰ δὲ ἡ γυνὴ Δαυίδου θυγάτηρ δὲ τοῦ βασιλέως τὴν τοῦ πατρὸς
μαθοῦσα διάνοιαν τῷ ἀνδρὶ παρίσταται δειλὰς ἔχουσα τὰς περὶ
αὐτοῦ ἐλπίδας καὶ περὶ τῆς ἰδίας ψυχῆς ἀγωνιῶσα· οὐδὲ γὰρ αὑτὴν
ζῆν ὑπομενεῖν ἐκείνου στερηθεῖσαν. καί “μή σε, φησίν, ὁ ἥλιος
ἐνταυθοῖ καταλάβῃ· οὐ γὰρ ἔτ' ὄψεταί σε. φεῦγε δ' ἕως τοῦτό
σοι δύναται παρασχεῖν ἡ παροῦσα νύξ· καὶ ποιήσει δέ σοι ταύτην
ὁ θεὸς μακροτέραν· ἴσθι γὰρ σαυτὸν ἂν εὑρεθῇς ὑπὸ τοῦ πατρὸς
333

ἀπολούμενον.” καὶ καθιμήσασα διὰ θυρίδος αὐτὸν ἐξέσωσεν· ἔπειτα


σκευάσασα τὴν Κλίνην ὡς ἐπὶ νοσοῦντι καὶ ὑποθεῖσα τοῖς ἐπιβο-
λαίοις ἧπαρ αἰγός, ἅμ' ἡμέρᾳ τοῦ πατρὸς ὡς αὐτὴν πέμψαντος ἐπὶ
τὸν Δαυίδην ὠχλῆσθαι διὰ τῆς νυκτὸς εἶπε τοῖς παροῦσιν ἐπιδεί-
ξασα τὴν Κλίνην κατακεκαλυμμένην καὶ τῷ πηδήματι τοῦ ἥπατος
σαλεύοντι τὴν ἐπιβολὴν πιστωσαμένη τὸ κατακείμενον τὸν Δαυίδην  
ἀσθμαίνειν. ἀπαγγειλάντων δὲ τῶν πεμφθέντων, ὅτι γένοιτο διὰ
τῆς νυκτὸς ἀσθενέστερος, ἐκέλευσεν οὕτως ἔχοντα κομισθῆναι· βού-
λεσθαι γὰρ αὐτὸν ἀνελεῖν. ἐλθόντες δὲ καὶ ἀνακαλύψαντες τὴν
Κλίνην καὶ τὸ σόφισμα τῆς γυναικὸς εὑρόντες ἀπήγγειλαν τῷ βασι-
λεῖ. μεμφομένου δὲ τοῦ πατρὸς αὐτήν, ὅτι σώσειε μὲν τὸν ἐχθρὸν
αὐτοῦ κατασοφίσαιτο δ' αὐτόν, ἀπολογίαν σκήπτεται πιθανήν·

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 7, Ch. 40, γρ. 5

 Δαυίδης δ' ἀκούσας ἀνῃρημένον τὸν Ἀβεννῆρον ἤλγησε μὲν


τὴν ψυχήν, ἐμαρτύρατο δὲ πάντας ἀνατείνων εἰς τὸν θεὸν τὴν
δεξιὰν καὶ βοῶν, ὡς οὔτε κοινωνὸς εἴη τῆς Ἀβεννήρου σφαγῆς,
οὔτε κατ' ἐντολὴν καὶ βούλησιν ἰδίαν ἀποθάνοι. ἀρὰς δὲ κατὰ
τοῦ πεφονευκότος αὐτὸν δεινὰς ἐτίθετο καὶ τὸν οἶκον ὅλον αὐτοῦ
καὶ τοὺς συμπράξαντας ὑπευθύνους ἐποιεῖτο ταῖς ὑπὲρ τοῦ τετε-
λευτηκότος ποιναῖς· ἔμελε γὰρ αὐτῷ μὴ δόξαι παρὰ τὰς πίστεις
καὶ τοὺς ὅρκους οὓς ἔδωκεν Ἀβεννήρῳ τοῦτο εἰργάσθαι. προσέταξε
μέντοι γε παντὶ τῷ λαῷ κλαίειν καὶ πενθεῖν τὸν ἄνδρα καὶ τοῖς
νομιζομένοις τιμᾶν αὐτοῦ τὸ σῶμα περιρρηξαμένῳ μὲν τὰς ἐσθῆ-
τας ἐνδύντι δὲ σάκκους, ταῦτα δὲ ποιεῖν προάγοντας τὴν Κλίνην.
αὐτὸς δ' ἐφείπετο μετὰ τῶν γεγηρακότων καὶ τῶν ἐν ἡγεμονίαις
ὄντων κοπτόμενός τε καὶ τοῖς δακρύοις ἐνδεικνύμενος τό τε εὔνουν
τὸ πρὸς [τὸν] ζῶντα καὶ τὴν ἐπὶ τεθνηκότι λύπην, καὶ ὅτι μὴ κατὰ
τὴν αὐτοῦ γνώμην ἀνῄρηται. θάψας δ' αὐτὸν ἐν Γιβρῶνι μεγαλο-
πρεπῶς καὶ ἐπιταφίους τε συγγραψάμενος θρήνους αὐτὸς ἐπὶ τοῦ
τάφου στὰς πρῶτος ἀνεκλαύσατο καὶ παρέδωκε τοῖς ἄλλοις. οὕτως
δ' αὐτὸν ὁ Ἀβεννήρου συνέσχε θάνατος, ὡς μηδὲ τροφὴν ἀναγκαζόν-
των αὐτὸν τῶν ἑταίρων λαβεῖν, ἀλλ' ὤμοσε γεύσεσθαι μηδενὸς
Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 7, Ch. 166, γρ. 1

ται ταῦτα πάσχων Ἰωνάθῃ τινὶ συγγενεῖ καὶ φίλῳ· συνετὸς δ' ἦν
οὗτος ἐν τοῖς μάλιστα καὶ τὴν διάνοιαν ὀξύς. ὁρῶν οὖν καθ' ἑκάστην
πρωίαν τὸν Ἀμνῶνα μὴ κατὰ φύσιν ἔχοντα τῷ σώματι προσελθὼν
ἠρώτα φράσαι τὴν αἰτίαν αὐτῷ, εἰκάζειν μέντοι γε οὕτως ἔλεγεν ἐξ
ἐρωτικῆς αὐτὸν ἔχειν ἐπιθυμίας. τοῦ δὲ Ἀμνῶνος ὁμολογήσαντος τὸ
334

πάθος ὅτι τῆς ἀδελφῆς ἐρᾷ τυγχανούσης ὁμοπατρίας, ὁδὸν αὐτῷ καὶ
μηχανὴν εἰς τὸ περιγενέσθαι τῶν εὐκταίων ὑπέθετο· νόσον γὰρ ὑπο-
κρίνασθαι παρῄνεσεν, ἐλθόντα δὲ πρὸς αὐτὸν τὸν πατέρα πέμψαι
τὴν ἀδελφὴν αὐτῷ διακονησομένην ἐκέλευσε παρακαλέσαι· ῥᾴω γὰρ
ἔσεσθαι καὶ ταχέως ἀπαλλαγήσεσθαι τῆς νόσου τούτου γενομένου.
πεσὼν οὖν ὁ Ἀμνὼν ἐπὶ τὴν Κλίνην νοσεῖν προσεποιήσατο κατὰ
τὰς Ἰωνάθου ὑποθήκας. παραγενομένου δὲ τοῦ πατρὸς καὶ σκε-
πτομένου πῶς ἔχοι, τὴν ἀδελφὴν ἐδεῖτο πέμψαι πρὸς αὐτόν· ὁ δ'
εὐθὺς ἐκέλευσεν ἀχθῆναι. ἡκούσῃ δὲ προσέταξεν ἄρτους αὐτῷ
ποιῆσαι τηγανιστοὺς αὐτουργῷ γενομένῃ· προσοίσεσθαι γὰρ ἥδιον
ἐκ τῶν ἐκείνης χειρῶν. ἡ δ' ἐμβλέποντος τἀδελφοῦ φυράσασα
τὸ ἄλευρον καὶ πλάσασα κολλυρίδας καὶ τηγανίσασα προσήνεγκεν
αὐτῷ· ὁ δὲ τότε μὲν οὐκ ἐγεύσατο, προσέταξε δὲ τοῖς οἰκέταις  
παραιτήσασθαι πάντας πρὸ τοῦ δωματίου· βούλεσθαι γὰρ ἀναπαύ-
σασθαι θορύβου καὶ ταραχῆς ἀπηλλαγμένος. ὡς δὲ τὸ κελευσθὲν
ἐγένετο, τὴν ἀδελφὴν ἠξίωσεν εἰς τὸν ἐνδοτέρω τὸ δεῖπνον οἶκον

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 8, Ch. 236, γρ. 3

τῆς χειρὸς τὸ κατὰ φύσιν ἀπολαβούσης χαίρων ἐπ' αὐτῇ τὸν προ-
φήτην παρεκάλει δειπνῆσαι παρ' αὐτῷ. Ἰάδων δέ φησιν οὐχ ὑπο-
μένειν εἰσελθεῖν πρὸς αὐτὸν οὐδὲ γεύσασθαι ἄρτου καὶ ὕδατος ἐν
ταύτῃ τῇ πόλει· τοῦτο γὰρ αὐτῷ τὸν θεὸν ἀπειρηκέναι καὶ τὴν
ὁδὸν ἣν ἦλθεν ὅπως μὴ δι' αὐτῆς ποιήσηται τὴν ἐπιστροφήν, ἀλλὰ
δι' ἄλλης ἔφασκεν· τοῦτον μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς ἐθαύμαζεν τῆς ἐγ-
κρατείας, αὐτὸς δ' ἦν ἐν φόβῳ μεταβολὴν αὐτοῦ τῶν πραγμάτων
ἐκ τῶν προειρημένων οὐκ ἀγαθὴν ὑπονοῶν.
 Ἦν δέ τις ἐν τῇ πόλει πρεσβύτης πονηρὸς ψευδοπρο-
φήτης, ὃν εἶχεν ἐν τιμῇ Ἱεροβόαμος ἀπατώμενος ὑπ' αὐτοῦ τὰ
πρὸς ἡδονὴν λέγοντος. οὗτος τότε μὲν κλινήρης ἦν διὰ τὴν ἀπὸ
τοῦ γήρως ἀσθένειαν, τῶν δὲ παίδων αὐτῷ δηλωσάντων τὰ περὶ
τοῦ παρόντος ἐξ Ἱεροσολύμων προφήτου καὶ τῶν σημείων τῶν γε-
νομένων, καὶ ὡς παρεθεῖσαν αὐτῷ τὴν δεξιὰν Ἱεροβόαμος εὐξαμένου  
πάλιν ἐκείνου ζῶσαν ἀπολάβοι, δείσας μὴ παρευδοκιμήσειεν αὐτὸν
ὁ ξένος παρὰ τῷ βασιλεῖ καὶ πλείονος ἀπολαύοι τιμῆς προσέταξε
τοῖς παισὶν εὐθὺς ἐπιστρώσασι τὸν ὄνον ἕτοιμον πρὸς ἔξοδον αὐτῷ
παρασκευάσαι. τῶν δὲ σπευσάντων ὃ προσετάγησαν ἐπιβὰς ἐδίωξε
τὸν προφήτην καὶ καταλαβὼν ἀναπαυόμενον ὑπὸ δένδρῳ δασεῖ καὶ
σκιὰν ἔχοντι δρυὸς εὐμεγέθους ἠσπάσατο πρῶτον,

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 8, Ch. 326, γρ. 4


335

Ἀχάβου γενομένην ἀνομβρίαν, κατὰ γὰρ τοῦτον καὶ Ἰθώβαλος ἐβα-


σίλευε Τυρίων, ὁ Μένανδρος ἀναγέγραφεν.
 Ἡ δὲ γυνὴ περὶ ἧς πρὸ τούτων εἴπομεν, ἡ τὸν προφήτην
διατρέφουσα, τοῦ παιδὸς αὐτῇ καταπεσόντος εἰς νόσον, ὡς καὶ τὴν
ψυχὴν ἀφεῖναι καὶ δόξαι νεκρόν, ἀνακλαιομένη καὶ ταῖς τε χερσὶν
αὑτὴν αἰκιζομένη καὶ φωνὰς οἵας ὑπηγόρευε τὸ πάθος ἀφιεῖσα
κατῃτιᾶτο τῆς παρ' αὐτῇ παρουσίας τὸν προφήτην ὡς ἐλέγξαντα
τὰς ἁμαρτίας αὐτῆς καὶ διὰ τοῦτο τοῦ παιδὸς τετελευτηκότος. ὁ
δὲ παρεκελεύετο θαρρεῖν καὶ παραδοῦναι τὸν υἱὸν αὐτῷ· ζῶντα
γὰρ αὐτὸν ἀποδώσειν. παραδούσης οὖν βαστάσας εἰς τὸ δωμάτιον,
ἐν ᾧ διέτριβεν αὐτός, καὶ καταθεὶς ἐπὶ τῆς Κλίνης ἀνεβόησε πρὸς
τὸν θεὸν οὐ καλῶς ἀμείψασθαι τὴν ὑποδεξαμένην καὶ θρέψασαν
τὸν υἱὸν αὐτῆς ἀφαιρησόμενον, ἐδεῖτό τε τὴν ψυχὴν εἰσπέμψαι
πάλιν τῷ παιδὶ καὶ παρασχεῖν αὐτῷ τὸν βίον. τοῦ δὲ θεοῦ κατοι-
κτείραντος μὲν τὴν μητέρα, βουληθέντος δὲ καὶ τῷ προφήτῃ χαρί-
σασθαι τὸ μὴ δόξαι πρὸς αὐτὴν ἐπὶ κακῷ παρεῖναι, παρὰ πᾶσαν
τὴν προσδοκίαν ἀνεβίωσεν. ἡ δ' εὐχαρίστει τῷ προφήτῃ καὶ τότε
σαφῶς ἔλεγε μεμαθηκέναι, ὅτι τὸ θεῖον αὐτῷ διαλέγεται.

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 8, Ch. 360, γρ. 2

σαί τε κελεύουσα καὶ ποιησαμένους ἐκκλησίαν προκαθίσαι μὲν αὐτῶν


Νάβωθον, εἶναι γὰρ αὐτὸν γένους ἐπιφανοῦς, παρασκευασαμένους
δὲ τρεῖς τολμηρούς τινας τοὺς καταμαρτυρήσοντας αὐτοῦ, ὡς τὸν
θεόν τε εἴη βλασφημήσας καὶ τὸν βασιλέα, καταλεῦσαι καὶ τούτῳ
διαχρήσασθαι τῷ τρόπῳ. καὶ Νάβωθος μέν, ὡς ἔγραψεν ἡ βασί-
λισσα, οὕτως καταμαρτυρηθεὶς βλασφημῆσαι τὸν θεόν τε καὶ Ἄχα-
βον βαλλόμενος ὑπὸ τοῦ πλήθους ἀπέθανεν, ἀκούσασα δὲ ταῦτα
Ἰεζάβηλα εἴσεισι πρὸς τὸν βασιλέα καὶ κληρονομεῖν τὸν Ναβώθου
ἀμπελῶνα προῖκα ἐκέλευσεν. ὁ δὲ Ἄχαβος ἥσθη τοῖς γεγενημένοις
καὶ ἀναπηδήσας ἀπὸ τῆς Κλίνης ὀψόμενος ἧκε τὸν ἀμπελῶνα τὸν
Ναβώθου. ἀγανακτήσας δ' ὁ θεὸς πέμπει τὸν προφήτην Ἠλίαν
εἰς τὸ Ναβώθου χωρίον Ἀχάβῳ συμβαλοῦντα καὶ περὶ τῶν πε-
πραγμένων ἐρησόμενον, ὅτι κτείνας τὸν ἀληθῆ δεσπότην τοῦ χωρίου
κληρονομήσειεν αὐτὸς ἀδίκως. ὡς δ' ἧκε πρὸς αὐτὸν εἰπόντος τοῦ
βασιλέως, ὅ τι βούλεται χρήσασθαι αὐτῷ, αἰσχρὸν γὰρ ὄντα ἐπὶ
ἁμαρτήματι ληφθῆναι ὑπ' αὐτοῦ, κατ' ἐκεῖνον ἔφη τὸν τόπον, ἐν
ᾧ τὸν Ναβώθου νεκρὸν ὑπὸ κυνῶν δαπανηθῆναι συνέβη, τό τε
αὐτοῦ καὶ τὸ τῆς γυναικὸς χυθήσεσθαι αἷμα καὶ πᾶν αὐτοῦ τὸ
γένος ἀπολεῖσθαι τοιαῦτα ἀσεβῆσαι τετολμηκότος καὶ παρὰ τοὺς
πατρίους νόμους πολίτην ἀδίκως ἀνῃρηκότος. Ἀχάβῳ δὲ λύπη τῶν
336

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 11, Ch. 265, γρ. 5

καὶ πρὸς ἀπώλειαν ἔλεγεν μετὰ τοῦ ἔθνους ἐκδεδόσθαι, διὸ καὶ
ποιεῖσθαι περὶ τούτων τοὺς λόγους· οὐ γὰρ ἂν ἠνωχληκέναι αὐτῷ,
εἰ πρὸς δουλείαν πικρὰν ἐκέλευσεν αὐτοὺς ἀπεμποληθῆναι· μέτριον
γὰρ τοῦτο τὸ κακόν· παρεκάλει τε τούτων ἀπαλλαγῆναι. ἐρωτή-
σαντος δὲ τοῦ βασιλέως, ὑπὸ τίνος εἴη ταῦτα γεγενημένα, κατη-
γόρει τὸ λοιπὸν ἤδη φανερῶς τοῦ Ἀμάνου καὶ τοῦτον ὄντα πονη-
ρὸν ἐπ' αὐτοὺς κατεσκευακέναι τὴν ἐπιβουλὴν ἤλεγχεν. ταραχθέντος
δὲ πρὸς τοῦτο τοῦ βασιλέως καὶ ἀναπηδήσαντος εἰς τοὺς κήπους
ἐκ τοῦ συμποσίου, τῆς Ἐσθήρας ὁ Ἀμάνης ἤρξατο δεῖσθαι καὶ
παρακαλεῖν συγγνῶναι τῶν ἡμαρτημένων· συνῆκε γὰρ αὐτὸς ἐν
κακοῖς ὤν· ἐπί τε τῆς Κλίνης αὐτοῦ πεσόντος καὶ τὴν βασίλις-
σαν παρακαλοῦντος ἐπεισελθὼν ὁ βασιλεὺς καὶ πρὸς τὴν ὄψιν
μᾶλλον παροξυνθεὶς εἶπεν, “ὦ κάκιστε πάντων, καὶ βιάζεσθαί μου
τὴν γυναῖκα ἐπιχειρεῖς;” Ἀμάνου δὲ πρὸς τοῦτο καταπλαγέντος
καὶ μηδὲν ἔτι φθέγξασθαι δυνηθέντος, καὶ Σαβουζάνης ὁ εὐνοῦχος
παρελθὼν κατηγόρει τοῦ Ἀμάνου, ὡς εὕροι σταυρὸν ἐπὶ τῆς οἰκίας  
αὐτοῦ παρεσκευασμένον ἐπὶ Μαρδοχαῖον τοῦτο γὰρ αὐτῷ πυνθα-
νομένῳ τὸν οἰκέτην εἰπεῖν, ὅτε καλέσων αὐτὸν ἐπὶ τὸ δεῖπνον
ἔλθοι πρὸς αὐτόν. εἶναι δὲ τὸν σταυρὸν ἔλεγεν ἑξήκοντα πήχεων
τὸ ὕψος. ὁ δὲ βασιλεὺς ἀκούσας οὐκ ἄλλῃ τιμωρίᾳ περιβάλλειν
ἔκρινεν τὸν Ἀμάνην ἢ τῇ κατὰ Μαρδοχαίου νενοημένῃ, καὶ κελεύει

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 17, Ch. 197, γρ. 2

παροκωχῆς Ἀρχελάῳ τῷ παιδὶ αὐτοῦ, ὃν βασιλέα καθίσταιτο. εἶτα


μέντοι Πτολεμαῖος τὸν σημαντῆρα τοῦ βασιλέως πεπιστευμένος
τὰς διαθήκας ἀνέλεγεν, αἳ λήψεσθαι κύρωσιν οὐκ ἄλλως ἔμελλον
ἢ Καίσαρος ἐντυχόντος αὐταῖς. βοὴ οὖν εὐθὺς ἦν ἐκτιμώντων  
Ἀρχέλαον βασιλέα, καὶ οἱ στρατιῶται κατὰ στίφη τε αὐτοὶ καὶ οἱ
ἡγεμόνες εὔνοιάν τε ὑπισχνοῦνται καὶ προθυμίαν τὴν αὐτῶν καὶ
συλλήπτορα τὸν θεὸν παρεκάλουν.
 Ἐντεῦθεν δὲ τάφον ἡτοίμαζον τῷ βασιλεῖ μελῆσαν Ἀρχε-
λάῳ πολυτελεστάτην γενέσθαι τὴν ἐκκομιδὴν τοῦ πατρὸς καὶ πάντα
τὸν κόσμον προκομίσαντος εἰς ὃ συμπομπεύσειε τῷ νεκρῷ. ἐφέρετο
δὲ ἐπὶ Κλίνης χρυσέας λίθοις πολυτελέσιν καὶ ποικίλοις διαπεπας-
μένης, Στρωμνή τε ἦν ἁλουργὴς καὶ ἠμπέσχετο πορφυρίσιν ὁ νεκρὸς
διαδήματι ἠσκημένος ὑπερκειμένου στεφάνου χρυσέου σκῆπτρόν τε
337

τῇ δεξιᾷ παρακείμενον. περί τε τὴν Κλίνην οἵ τε υἱεῖς καὶ τὸ


πλῆθος ἦν τῶν συγγενῶν, ἐπὶ δὲ τούτοις τὸ στρατιωτικὸν κατὰ
οἰκεῖα ἔθνη ἢ προσηγορίας διέκειντο αὐτοῖς νεμηθέντες, πρῶτοι
μὲν οἱ δορυφόροι, μετὰ δὲ τὸ Θρᾴκιον, ἐπὶ δὲ τούτοις ὁπόσοι Γερ-
μανῶν, καὶ τὸ Γαλατικὸν μετ' αὐτούς, ἐν τῷ κόσμῳ πάντες τῷ
πολεμιστηρίῳ. τούτων δὲ κατόπιν ἤδη πᾶς ὁ στρατὸς ὥσπερ ἐς
πόλεμον ἐξοδεύοντες [ὥσπερ] ὑπὸ λοχαγῶν ἀγόμενοι καὶ τοῖς τα-
ξιαρχοῦσιν αὐτῶν. τούτοις ἐπετετάχατο πεντακόσιοι τῶν οἰκετῶν

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 19, Ch. 237, γρ. 3

πρὸς αὐτόν. εἴ τε τῆς ἀρχῆς ὀρέγοιτο, παρὰ τῆς βουλῆς δέχεσθαι  


διδομένην· αἰσιώτερον γὰρ καὶ εὐδαιμονέστερον χρῆσθαι τὸν μὴ
μετὰ ὕβρεως ἀλλ' εὐνοίᾳ τῶν διδόντων παραλαμβάνοντα.
 Κλαύδιος δέ, ἠπίστατο γὰρ μεθ' οἵας αὐθαδείας ἀπο-
σταλεῖεν, καὶ πρὸς τὸ παρὸν γνώμῃ τῇ αὐτῶν ἐπὶ τὸ μετριώτερον
τρεπόμενος, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῷ περὶ αὐτοὺς φόβῳ διαναστὰς ἅμα
μὲν θάρσει τῶν στρατιωτῶν ἅμα δὲ Ἀγρίππου τοῦ βασιλέως
κελεύοντος μὴ προέσθαι τῶν χειρῶν τηλικαύτην ἀρχὴν ἥκουσαν
αὐτόματον. πράξας μὲν καὶ περὶ Γάιον οἷον εἰκὸς ἄνδρα ὑπ' αὐτοῦ
διὰ τιμῆς ἠγμένον, καὶ γὰρ τὸν νεκρὸν περιέσπεν τοῦ Γαΐου καὶ
ἀναθέμενος ἐπὶ Κλίνης καὶ περιστείλας ἐκ τῶν ἐνδεχομένων εἰς
τοὺς σωματοφύλακας ὑπεχώρει, ζῆν μὲν τὸν Γάιον ἀπαγγέλλων
κακοπαθοῦντί γε ὑπὸ τραυμάτων ἰατροὺς μετέσεσθαι λέγων· πυ-
θόμενος δὲ τοῦ Κλαυδίου τὴν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ἁρπαγὴν ὠθεῖτο
πρὸς αὐτὸν καὶ καταλαβὼν τεταραγμένον καὶ οἷόν τε ἐκχωρεῖν τῇ
συγκλήτῳ ἀνήγειρεν ἀντιλαμβάνεσθαι κελεύων τῆς ἡγεμονίας. ταῦτα
δὲ πρὸς τὸν Κλαύδιον εἰπὼν προσεχώρει πρὸς αὐτόν, καὶ μετα-
καλούσης αὐτὸν τῆς βουλῆς χρισάμενος μύροις τὴν κεφαλὴν ὡς
ἀπὸ συνουσίας γινομένης ἀναλύσεως αὐτῷ παρῆν καὶ ἤρετο τοὺς
βουλευτάς, τί πέπραχε Κλαύδιος. τῶν δὲ τὰ ὄντα φαμένων καὶ
προσανερομένων, ἥντινα γνώμην ἔχοι περὶ τοῖς ὅλοις, τελευτᾶν μὲν

Φλάβιος Ιώσηφος. Ιουδαϊκή αρχαιολογία. Book 20, Ch. 67, γρ. 2

μος ταύτην αὐτὸς γράφει τῷ Ἀρταβάνῃ, τέθραπτο γὰρ ὑπ' αὐτοῦ


καὶ φύσει δ' ἦν καλὸς καὶ ἀγαθός, παρακαλῶν αὐτῷ πιστεύσαντα
παραγενέσθαι τὴν ἀρχὴν ἀποληψόμενον τὴν αὐτοῦ. καὶ ὁ Ἀρτα-
βάνης πιστεύσας παρῆν. ὑπαντᾷ δ' αὐτῷ ὁ Κίνναμος καὶ προς-
κυνήσας βασιλέα τε προσαγορεύσας περιτίθησιν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ
338

τὸ διάδημα ἀφελὼν τῆς ἑαυτοῦ.


 Καὶ Ἀρταβάνης οὕτω διὰ Ἰζάτου πάλιν εἰς τὴν ἀρχὴν
καθίσταται πρότερον αὐτῆς ἐκπεσὼν διὰ τοὺς μεγιστᾶνας. οὐκ
ἐγένετο μὴν ἀμνήμων τῶν εἰς αὐτὸν εὐεργεσιῶν, ἀλλ' ἀντιδωρεῖται
τὸν Ἰζάτην ταῖς μεγίσταις τιμαῖς παρ' αὐτοῖς· τήν τε γὰρ τιάραν
ὀρθὴν ἐπέτρεψεν αὐτῷ φορεῖν καὶ ἐπὶ Κλίνης χρυσῆς καθεύδειν,
ἅπερ μόνων ἐστὶ γέρα καὶ σημεῖα τῶν Πάρθων βασιλέων. ἔδωκεν
δὲ καὶ χώραν πολλὴν αὐτῷ κἀγαθὴν τοῦ τῶν Ἀρμενίων βασιλέως
ἀποτεμόμενος, Νίσιβις δέ ἐστιν ὄνομα τῇ γῇ, καὶ ἐν αὐτῇ πρό-
τερον Μακεδόνες ἐκτίσαντο πόλιν Ἀντιόχειαν, ἣν Ἐπιμυγδονίαν
προσηγόρευσαν. ταύταις μὲν δὴ ταῖς τιμαῖς ὁ Ἰζάτης ὑπὸ τοῦ
τῶν Πάρθων βασιλέως ἐτιμήθη.
 

Φλάβιος Ιώσηφος. Josephi vita (0526: 002)“Flavii Iosephi opera, vol.


4”, Ed. Niese, [Link]: Weidmann, 1890, Repr. [Link]. 323, γρ. 3

ἐξάπτειν πόλεμον οὐκ ἐνόμιζον εὐσεβὲς εἶναι, βουλόμενος δ' αὐτοὺς


ἀποσπάσαι τῶν Τιβεριέων, μυρίους ὁπλίτας τοὺς ἀρίστους ἐπι-  
λέξας εἰς τρεῖς μοίρας διεῖλον, καὶ τούτους μὲν ἀφανῶς ἐν δώμαις
προσέταξα λοχῶντας περιμένειν, χιλίους δ' εἰς ἑτέραν κώμην ὀρεινὴν
μὲν ὁμοίως, ἀπέχουσαν δὲ τῆς Τιβεριάδος τέσσαρας σταδίους, εἰς-
ήγαγον κελεύσας ἐκείνους ἐπειδὰν λάβωσιν σημεῖον εὐθὺς κατα-
βαίνειν· αὐτὸς δὲ τῆς κώμης προελθὼν ἐν προύπτῳ καθεζόμην.
οἱ δὲ Τιβεριεῖς ὁρῶντες ἐξέτρεχον συνεχῶς καὶ πολλὰ κατεκερτό-
μουν· τοσαύτη γοῦν ἀφροσύνη κατέσχεν αὐτούς, ὥστε ποιήσαντες
εὐτρεπῆ Κλίνην προύθεσαν καὶ περὶ αὐτὴν ἱστάμενοι ὠδύροντό με
μετὰ παιδιᾶς καὶ γέλωτος. διετιθέμην δ' ἐγὼ τὴν ψυχὴν ἡδέως
τὴν ἄνοιαν αὐτῶν ἐπιβλέπων.
 Βουλόμενος δὲ δι' ἐνέδρας λαβεῖν τὸν Σίμωνα καὶ σὺν
αὐτῷ Ἰώζαρον, πέμψας πρὸς αὐτοὺς παρεκάλουν ὀλίγον τῆς πό-
λεως πόρρω μετὰ φίλων πολλῶν τῶν παραφυλαξόντων αὐτοὺς
ἐλθεῖν· βούλεσθαι γὰρ ἔφην καταβὰς σπείσασθαι πρὸς αὐτοὺς
καὶ διανείμασθαι τὴν προστασίαν τῆς Γαλιλαίας. Σίμων μὲν
οὖν διὰ νεότητα καὶ πρὸς ἐλπίδα κέρδους ἀπατηθεὶς οὐκ ὤκνη-
σεν ἐλθεῖν, ὁ δ' Ἰώζαρος ἐνέδραν ὑποπτεύσας ἔμεινεν.

Φλάβιος Ιώσηφος. De bello Judaico libri vii (0526: 004)


“Flavii Iosephi opera, vol. 6”, Ed. Niese, [Link]: Weidmann, 1895,
Repr. [Link] 1, se. 671, γρ. 3

... τούτῳ δὲ τόν τε δακτύλιον τὸν ἑαυτοῦ Καί-


σαρι φέρειν ἐνετέλλετο καὶ τὰς διοικήσεις τῆς βασιλείας σεσημας-
339

μένας· κύριον γὰρ ἁπάντων ὧν διατάξειεν καὶ βεβαιωτὴν τῶν


διαθηκῶν εἶναι Καίσαρα· τά γε μὴν λοιπὰ κατὰ τὰς προτέρας
διαθήκας φυλάττειν.
 Βοὴ δ' εὐθὺς ἐγένετο τῶν Ἀρχελάῳ συνηδομένων, καὶ κατὰ
στῖφος οἱ στρατιῶται μετὰ τοῦ πλήθους προσιόντες ὑπισχνοῦντο
μὲν τὴν ἑαυτῶν εὔνοιαν, συνηύχοντο δὲ καὶ τὴν παρὰ τοῦ θεοῦ,
καὶ μετὰ ταῦτα πρὸς ταφὴν ἐτρέποντο τοῦ βασιλέως. παρέλιπεν
δ' οὐδὲν Ἀρχέλαος εἰς πολυτέλειαν, ἀλλὰ πάντα τὸν βασιλικὸν
κόσμον προήνεγκεν συμπομπεύσοντα τῷ νεκρῷ· Κλίνη μὲν γὰρ
ὁλόχρυσος ἦν διάλιθος, στρωμνὴ δὲ ἁλουργὶς ποικίλη, τὸ σῶμα
δ' ἐπ' αὐτῆς πορφύρᾳ κεκαλυμμένον, καὶ διάδημα μὲν ἐπέκειτο
τῇ κεφαλῇ, στέφανος δ' ὑπὲρ αὐτοῦ χρυσοῦς, τὸ δὲ σκῆπτρον παρὰ
τὴν δεξιάν. καὶ περὶ τὴν Κλίνην οἵ τε υἱεῖς καὶ τὸ πλῆθος τῶν
συγγενῶν, ἐφ' οἷς οἱ δορυφόροι καὶ τὸ Θρᾴκιον στῖφος Γερμανοί
τε καὶ Γαλάται διεσκευασμένοι πάντες ὡς εἰς πόλεμον. προῆγεν
δ' ἡ λοιπὴ δύναμις ὡπλισμένη τοῖς ἡγεμόσιν καὶ ταξιάρχοις ἀκο-
λουθοῦντες ἐν κόσμῳ, πεντακόσιοι δὲ ἐπ' αὐτοῖς τῶν οἰκετῶν
καὶ ἀπελευθέρων ἀρωματοφόροι. σταδίους δ' ἐκομίσθη τὸ σῶμα  
ἑβδομήκοντα εἰς Ἡρώδειον, ὅπου κατὰ τὰς ἐντολὰς ἐτάφη. καὶ τὰ

Φλάβιος Ιώσηφος. De bello Judaico libri vii Book 2, se. 617, γρ. 3

χρήσασθαι τοῖς ἐν Τιβεριάδι θερμοῖς ὕδασιν. ὁ δέ, οὔπω γὰρ


ὑπώπτευεν τὸν ἐπίβουλον, γράφει τοῖς κατὰ τὴν πόλιν ὑπάρχοις
ξενίαν τε καὶ τὰ ἐπιτήδεια Ἰωάννῃ παρασχεῖν. ὧν ἀπολαύσας μετὰ
δύο ἡμέρας ἐφ' ὃ παρῆν διεπράττετο, καὶ τοὺς μὲν ἀπάταις τοὺς
δὲ χρήμασι διαφθείρων ἀνέπειθεν ἀποστῆναι Ἰωσήπου. καὶ γνοὺς
ταῦτα Σίλας ὁ φυλάσσειν τὴν πόλιν ὑπὸ Ἰωσήπου καθεσταμένος
γράφει τὰ περὶ τὴν ἐπιβουλὴν αὐτῷ κατὰ τάχος. ὁ δὲ Ἰώσηπος
ὡς ἔλαβεν τὴν ἐπιστολήν, νυκτὸς ὁδεύσας συντόνως ἑωθινὸς παρῆν
πρὸς τὴν Τιβεριάδα. καὶ τὸ μὲν ἄλλο πλῆθος αὐτῷ ὑπήντα,
Ἰωάννης δὲ καίτοι τὴν παρουσίαν ὑποπτεύσας ἐπ' αὐτὸν ὅμως
πέμψας τινὰ τῶν γνωρίμων ὑπεκρίνατο τὴν ἀσθένειαν καὶ κλινήρης
ὢν ὑστερῆσαι τῆς θεραπείας ἔλεγεν. ὡς δὲ εἰς τὸ στάδιον τοὺς
Τιβεριεῖς ἀθροίσας ὁ Ἰώσηπος ἐπειρᾶτο διαλέγεσθαι περὶ τῶν
ἐπεσταλμένων, ὑποπέμψας ὁπλίτας προσέταξεν αὐτὸν ἀνελεῖν.
τούτους τὰ ξίφη γυμνοῦντας ὁ δῆμος προϊδὼν ἀνεβόησεν· πρὸς δὲ  
τὴν κραυγὴν ὁ Ἰώσηπος ἐπιστραφεὶς καὶ θεασάμενος ἐπὶ τῆς σφα-
γῆς ἤδη τὸν σίδηρον ἀπεπήδησεν εἰς τὸν αἰγιαλόν· εἱστήκει δὲ
δημηγορῶν ἐπὶ βουνοῦ τινος ἑξαπήχους τὸ ὕψος· καὶ παρορμοῦντος
340

ἐπιπηδήσας σκάφους σὺν δυσὶν σωματοφύλαξιν εἰς μέσην τὴν λίμνην


ἀνέφυγεν.

Septuaginta, Genesis (0527: 001)“Septuaginta, vol. 1, 9th edn.”, Ed.


Rahlfs, [Link]: Württembergische Bibelanstalt, 1935, Repr. 1971.
Ch. 48, se. 2, γρ. 3

καὶ ἀρεῖς με ἐξ Αἰγύπτου καὶ θάψεις με ἐν τῷ τάφῳ αὐτῶν. ὁ δὲ


εἶπεν Ἐγὼ ποιήσω κατὰ τὸ ῥῆμά σου.
         εἶπεν δέ Ὄμοσόν μοι.
καὶ ὤμοσεν αὐτῷ. καὶ προσεκύνησεν Ισραηλ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς
ῥάβδου αὐτοῦ.
 Ἐγένετο δὲ μετὰ τὰ ῥήματα ταῦτα καὶ ἀπηγγέλη τῷ Ιωσηφ
ὅτι Ὁ πατήρ σου ἐνοχλεῖται. καὶ ἀναλαβὼν τοὺς δύο υἱοὺς αὐ-
τοῦ, τὸν Μανασση καὶ τὸν Εφραιμ, ἦλθεν πρὸς Ιακωβ.
         ἀπηγγέλη
δὲ τῷ Ιακωβ λέγοντες Ἰδοὺ ὁ υἱός σου Ιωσηφ ἔρχεται πρὸς σέ.
καὶ ἐνισχύσας Ισραηλ ἐκάθισεν ἐπὶ τὴν Κλίνην.
         καὶ εἶπεν Ιακωβ
τῷ Ιωσηφ Ὁ θεός μου ὤφθη μοι ἐν Λουζα ἐν γῇ Χανααν καὶ
εὐλόγησέν με
         καὶ εἶπέν μοι Ἰδοὺ ἐγὼ αὐξανῶ σε καὶ πληθυνῶ
σε καὶ ποιήσω σε εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν καὶ δώσω σοι τὴν γῆν
ταύτην καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σὲ εἰς κατάσχεσιν αἰώνιον.
νῦν οὖν οἱ δύο υἱοί σου οἱ γενόμενοί σοι ἐν Αἰγύπτῳ πρὸ τοῦ
με ἐλθεῖν πρὸς σὲ εἰς Αἴγυπτον ἐμοί εἰσιν, Εφραιμ καὶ Μανασση
ὡς Ρουβην καὶ Συμεων ἔσονταί μοι·

Septuaginta, Genesis Ch. 49, se. 33, γρ. 2

         ἐν τῷ σπη-
λαίῳ τῷ διπλῷ τῷ ἀπέναντι Μαμβρη ἐν τῇ γῇ Χανααν, ὃ ἐκτήσατο
Αβρααμ τὸ σπήλαιον παρὰ Εφρων τοῦ Χετταίου ἐν κτήσει μνη-
μείου·
         ἐκεῖ ἔθαψαν Αβρααμ καὶ Σαρραν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, ἐκεῖ
ἔθαψαν Ισαακ καὶ Ρεβεκκαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖ ἔθαψα
Λειαν
         ἐν κτήσει τοῦ ἀγροῦ καὶ τοῦ σπηλαίου τοῦ ὄντος ἐν αὐτῷ
παρὰ τῶν υἱῶν Χετ.
         καὶ κατέπαυσεν Ιακωβ ἐπιτάσσων τοῖς
υἱοῖς αὐτοῦ καὶ ἐξάρας τοὺς πόδας αὐτοῦ ἐπὶ τὴν Κλίνην ἐξέλιπεν
341

καὶ προσετέθη πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.


 Καὶ ἐπιπεσὼν Ιωσηφ ἐπὶ τὸ πρόσωπον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ
ἔκλαυσεν ἐπ' αὐτὸν καὶ ἐφίλησεν αὐτόν.
         καὶ προσέταξεν Ιωσηφ
τοῖς παισὶν αὐτοῦ τοῖς ἐνταφιασταῖς ἐνταφιάσαι τὸν πατέρα αὐ-
τοῦ, καὶ ἐνεταφίασαν οἱ ἐνταφιασταὶ τὸν Ισραηλ.

Septuaginta, Regnorum i (Samuelis i in textu Masoretico)


Ch. 19, se. 13, γρ. 2

τὸν τοῖχον, καὶ Δαυιδ ἀνεχώρησεν καὶ διεσώθη.


         καὶ ἐγενήθη ἐν
τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ ἀπέστειλεν Σαουλ ἀγγέλους εἰς οἶκον Δαυιδ  
φυλάξαι αὐτὸν τοῦ θανατῶσαι αὐτὸν πρωί. καὶ ἀπήγγειλεν τῷ
Δαυιδ Μελχολ ἡ γυνὴ αὐτοῦ λέγουσα Ἐὰν μὴ σὺ σώσῃς τὴν ψυ-
χὴν σαυτοῦ τὴν νύκτα ταύτην, αὔριον θανατωθήσῃ.
         καὶ κατάγει
ἡ Μελχολ τὸν Δαυιδ διὰ τῆς θυρίδος, καὶ ἀπῆλθεν καὶ ἔφυγεν καὶ
σῴζεται.
         καὶ ἔλαβεν ἡ Μελχολ τὰ κενοτάφια καὶ ἔθετο ἐπὶ τὴν
Κλίνην καὶ ἧπαρ τῶν αἰγῶν ἔθετο πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ ἐκά-
λυψεν αὐτὰ ἱματίῳ.
         καὶ ἀπέστειλεν Σαουλ ἀγγέλους λαβεῖν τὸν
Δαυιδ, καὶ λέγουσιν ἐνοχλεῖσθαι αὐτόν.
         καὶ ἀποστέλλει ἐπὶ τὸν
Δαυιδ λέγων Ἀγάγετε αὐτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης πρός με τοῦ θανατῶ-
σαι αὐτόν.
         καὶ ἔρχονται οἱ ἄγγελοι, καὶ ἰδοὺ τὰ κενοτάφια ἐπὶ
τῆς Κλίνης, καὶ ἧπαρ τῶν αἰγῶν πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ.

Septuaginta, Regnorum i (Samuelis i in textu Masoretico)


Ch. 19, se. 15, γρ. 2

χὴν σαυτοῦ τὴν νύκτα ταύτην, αὔριον θανατωθήσῃ.


         καὶ κατάγει
ἡ Μελχολ τὸν Δαυιδ διὰ τῆς θυρίδος, καὶ ἀπῆλθεν καὶ ἔφυγεν καὶ
σῴζεται.
         καὶ ἔλαβεν ἡ Μελχολ τὰ κενοτάφια καὶ ἔθετο ἐπὶ τὴν
Κλίνην καὶ ἧπαρ τῶν αἰγῶν ἔθετο πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ ἐκά-
λυψεν αὐτὰ ἱματίῳ.
         καὶ ἀπέστειλεν Σαουλ ἀγγέλους λαβεῖν τὸν
342

Δαυιδ, καὶ λέγουσιν ἐνοχλεῖσθαι αὐτόν.


         καὶ ἀποστέλλει ἐπὶ τὸν
Δαυιδ λέγων Ἀγάγετε αὐτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης πρός με τοῦ θανατῶ-
σαι αὐτόν.
         καὶ ἔρχονται οἱ ἄγγελοι, καὶ ἰδοὺ τὰ κενοτάφια ἐπὶ
τῆς Κλίνης, καὶ ἧπαρ τῶν αἰγῶν πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ.
         καὶ εἶπεν
Σαουλ τῇ Μελχολ Ἵνα τί οὕτως παρελογίσω με καὶ ἐξαπέστειλας
τὸν ἐχθρόν μου καὶ διεσώθη; καὶ εἶπεν Μελχολ τῷ Σαουλ Αὐτὸς
εἶπεν Ἐξαπόστειλόν με· εἰ δὲ μή, θανατώσω σε.
 

Septuaginta, Judith Ch. 13, se. 7, γρ. 2

ἐκ προσώπου, καὶ οὐδεὶς κατελείφθη ἐν τῷ κοιτῶνι ἀπὸ μικροῦ


ἕως μεγάλου· καὶ στᾶσα Ιουδιθ παρὰ τὴν Κλίνην αὐτοῦ εἶπεν ἐν
τῇ καρδίᾳ αὐτῆς Κύριε ὁ θεὸς πάσης δυνάμεως, ἐπίβλεψον ἐν τῇ
ὥρᾳ ταύτῃ ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μου εἰς ὕψωμα Ιερουσαλημ·
ὅτι νῦν καιρὸς ἀντιλαβέσθαι τῆς κληρονομίας σου καὶ ποιῆσαι τὸ
ἐπιτήδευμά μου εἰς θραῦσμα ἐχθρῶν, οἳ ἐπανέστησαν ἡμῖν.
         καὶ
προσελθοῦσα τῷ κανόνι τῆς Κλίνης, ὃς ἦν πρὸς κεφαλῆς Ολοφέρ-
νου, καθεῖλεν τὸν ἀκινάκην αὐτοῦ ἀπ' αὐτοῦ
         καὶ ἐγγίσασα τῆς
Κλίνης ἐδράξατο τῆς κόμης τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ εἶπεν Κραταί-
ωσόν με, κύριε ὁ θεὸς Ισραηλ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
         καὶ ἐπάταξεν
εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ δὶς ἐν τῇ ἰσχύι αὐτῆς καὶ ἀφεῖλεν τὴν
κεφαλὴν αὐτοῦ ἀπ' αὐτοῦ.
         καὶ ἀπεκύλισε τὸ σῶμα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς
στρωμνῆς καὶ ἀφεῖλε τὸ κωνώπιον ἀπὸ τῶν στύλων· καὶ μετ' ὀλί-
γον ἐξῆλθεν καὶ παρέδωκεν τῇ ἅβρᾳ αὐτῆς τὴν κεφαλὴν Ολοφέρ-
νου,
         καὶ ἐνέβαλεν αὐτὴν εἰς τὴν πήραν τῶν βρωμάτων αὐτῆς.  
καὶ ἐξῆλθον αἱ δύο ἅμα κατὰ τὸν ἐθισμὸν αὐτῶν ἐπὶ τὴν προσευ

Septuaginta, Ecclesiasticus sive Siracides (Sapientia Jesu filii Sirach)


Ch. 6, se. 33, γρ. 2

καὶ στραφήσεταί σοι εἰς εὐφροσύνην·


343

καὶ ἔσονταί σοι αἱ πέδαι εἰς σκέπην ἰσχύος


καὶ οἱ κλοιοὶ αὐτῆς εἰς στολὴν δόξης.
κόσμος γὰρ χρύσεός ἐστιν ἐπ' αὐτῆς,
καὶ οἱ δεσμοὶ αὐτῆς κλῶσμα ὑακίνθινον·
στολὴν δόξης ἐνδύσῃ αὐτὴν
καὶ στέφανον ἀγαλλιάματος περιθήσεις σεαυτῷ.
 Ἐὰν θέλῃς, τέκνον, παιδευθήσῃ,
καὶ ἐὰν ἐπιδῷς τὴν ψυχήν σου, πανοῦργος ἔσῃ·
ἐὰν ἀγαπήσῃς ἀκούειν, ἐκδέξῃ,
καὶ ἐὰν κλίνῃς τὸ οὖς σου, σοφὸς ἔσῃ.
ἐν πλήθει πρεσβυτέρων στῆθι·
καὶ τίς σοφός; αὐτῷ προσκολλήθητι.  
πᾶσαν διήγησιν θείαν θέλε ἀκροᾶσθαι,
καὶ παροιμίαι συνέσεως μὴ ἐκφευγέτωσάν σε.
ἐὰν ἴδῃς συνετόν, ὄρθριζε πρὸς αὐτόν,
καὶ βαθμοὺς θυρῶν αὐτοῦ ἐκτριβέτω ὁ πούς σου.
διανοοῦ ἐν τοῖς προστάγμασιν κυρίου
καὶ ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ μελέτα διὰ παντός·
αὐτὸς στηριεῖ τὴν καρδίαν σου,
καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς σοφίας δοθήσεταί σοι.

Γαληνός ιατρός De remediis parabilibus libri iii (0530: 029)


“Claudii Galeni opera omnia, vol. 14”, Ed. Kühn, C.G.
Leipzig: Knobloch, 1827, Repr. 1965.Τόμ. 14, σελ. 445, γρ. 7

δοθεὶς λύει. χρώμεθα δὲ καὶ σκίλλῃ ὀπτῇ καὶ μετὰ ταρί-


χου ἐν αὐτῇ καὶ ἀνακαθαίρονται ἰσχυρῶς. καὶ πράσοις δὲ
μετὰ ἄρτου. εἶτα ὅταν δόξωσιν ἀνακεκάρθαι ἐπιμελῶς καὶ
εἰ ἀσθενέστεροι ὦσιν, ἀνατρέφομεν αὐτοὺς κρέασι καὶ τοῖς  
ὁμοίοις, τῇ αὐτῇ δ' ἀγωγῇ χρώμεθα καὶ ἐπὶ τῶν συῤῥαγέν-
των ἀποστημάτων ἐν τοῖς πρὸς κάθαρσιν. καὶ ἰχθὺς δὲ ἡ
βοτάνη μετὰ ἀξουγγίου ἀνάλου διδομένη τρώγειν τοὺς ἀνα-
φορικοὺς καὶ βήσσοντας ποιεῖ καλῶς.
 [Πρὸς τὴν αἵματος πτύσιν ἢ ἀναγωγήν.] Ποιεῖ καὶ
γῆ σφραγὶς καὶ οἱ τροχίσκοι ἐκ τοῦ ἠλέκτρου καὶ τροχίσκοι
ἐκ κοραλλίου καὶ ἡ θηριακὴ ἐν κλίνῃ διδομένη.
 Κεφ. ιδʹ. [αʹ. Πρὸς πλευριτικούς.] Φλοιοῦ ῥίζης
δίδου πίνειν. κυμίνου ἐπὶ τὰ ὄψα ἐπίπασον ὕδατι καὶ δὸς
πιεῖν. ἄλλο. πηγάνου κλωνία εʹ. δίδου λειάνας καθ' ἡμέραν.
ἢ στοιχάδος βοτάνης τρισὶ δακτύλοις δίδου. τριφύλλου σπέρμα
πότιζε. πάνακος ῥίζαν πότιζε. χαμαιπίτυν ὁμοίως.
 [βʹ. Πρὸς πλευρίτιδα.] Εἰ μὲν οὖν ἄχρι κλειδὸς ἡ
ὀδύνη διατείνῃ, φλεβοτομητέον αὐτούς. εἰ δὲ εἰς ὑποχόν-
344

δριον κάτω, καθαρτέον καὶ κλυσμοῖς δριμέσι χρηστέον. καὶ


εἰ μὲν μέτριον ᾖ τὸ ἄλγημα, μετὰ τὸ κλύσμα δοτέον αὐτοῖς
μελίκρατον καὶ τὸν πτισάνης ἢ τοῦ χόνδρου χυλόν·

Γαληνός ιατρός De remediis parabilibus libri iii Τόμ. 14, σελ. 499, γρ.
9

Περδικιάδα βοτάνην μετὰ ψιχίων λειώσας, προβρέξας τὰ


ψίχια ὀξυκράτῳ χρῶ.  
 [Ὀξυδερκικόν.] Μαράθρου ξύλον τρίψας καλῶς μετὰ
μέλιτος πωλίου νεαροῦ ἀκάπνω χρῶ ἐπιχρίων.
 [Περὶ τῶν ἐν βλεφάροις κριθῶν.] Ἀκακίαν σὺν
οἴνῳ χρῖε.
 [Πρὸς ῥευματισμοὺς τῶν ὀφθαλμῶν.] Ἐπὶ δὲ τῶν
ῥευματιζομένων τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐν ἀρχῇ μὲν ἁρμόζει ὀλι-
γοσιτία καὶ ὑδροποσία καὶ ἀποχὴ συνουσίας καὶ ἡ κοιλία
ὑποσυρέσθω καὶ πολλῷ ψυχρῷ πρῶτον καὶ ὀλίγου μιγνυμέ-
νου ὄξους συνεχῶς τὸ πρόσωπον νιπτέσθω καὶ ἐν τῇ κλίνῃ
ὀσφραινέσθω, κονιορτοῦ τε καὶ καπνοῦ καὶ τὴν ἀφ' ἡλίου
καὶ λύχνου αὐγὴν ἀποφευγέτω· ἔπειτα ῥόδα χλωρὰ ἢ ξηρὰ
βρέξας ἐν γλυκεῖ λείανε καὶ μίξας ὠοῦ λεκίθῳ κατάπλαττε
ἢ κριθίνου ἀλεύρου σὺν γλυκεῖ ἑψηθέντος· ἐὰν δὲ ἡ ὀδύνη
μεγίστη ᾖ, πρόσμιξον καὶ ὑοσκύαμον.
 [Κατάπλασμα εἰς ῥευματιζομένην κεφαλήν.] Τοῦτο
τὸ μίγμα οὐκ ἐᾷ κεφαλὴν ῥευματισθῆναι οὔτε ὀφθαλμὸν
ἀδικηθῆναι ποτέ. κιμωλίας, νίτρου, βρυωνίας ῥίζης ξηρᾶς, σι-  
κύου ἀγρίου ῥίζης, κυάμου ἀλεύρου ἀνὰ γο. βʹ. λειοτριβήσας ὁμοῦ
καὶ ἑνώσας εἰς γλοιοῦ πάχος χρῶ ἐν βαλανείῳ ὡς κάλλιστον.

Γαληνός ιατρός De remediis parabilibus libri iii


Τόμ. 14, σελ. 571, γρ. 9

γο. 𐅶ʹʹ. εἰ δὲ βούλει πρὸς πόμα αὐτὸ ποιῆσαι, διὰ τὴν


ἡδύτητα πρόσμιξον καὶ μέλιτος ξέστας δύο, ἢ γʹ.  
 [Ἀποφλεγματισμὸς ἀνασπῶν ἐκ τοῦ στομάχου φλέγμα
ἐσθιόμενος· ἀπὸ δὲ τῆς κεφαλῆς, ἀναγαργαριζόμενος.] Ὀρι-
345

γάνου, κόμμεως, ὑσσώπου, σαμψύχου, γλήχωνος, θύμου,


ταῦτα ἕψει μετὰ γλυκέος γο. γʹ. ἕως οὗ γένηται αʹ. καὶ δί-
δου ἀναγαργαρίζεσθαι. ἐκτινάσσει γὰρ καὶ τὰ ἐν τῷ πνεύ-
μονι ἐσθιόμενος. ποιεῖ δὲ τοῦτο ἐπὶ ἡμέρας, πεπείρα-
ται γάρ.
 [Πρὸς δυσουριῶντας καὶ μὴ δυναμένους οὐρῆσαι.] Κό-
ριδας ἀπὸ Κλίνης λειώσας κατάχριε τὸν οὐρητήρα καὶ εὐ-
θέως οὐρήσει. τοῦτο δὲ καὶ παιδίοις μὴ δυναμέ-
νοις οὐρῆσαι ποιεῖ.
 [Πρὸς λιθιῶντας καὶ διουρητικὸν δόκιμον.] Δαφνί-
δων καὶ πεπέρεως ἴσα κόψας καὶ σήσας μετὰ ὑδρομέλιτος
μέτρον αʹ. δίδου. ἑκάστῳ δὲ τὸ ὑδρομέλι θερμόν.
 [Ἄλλο θρύπτον λίθους καὶ παρασκευάζον οὐρεῖν ἄν-
δρας καὶ γυναῖκας.] Δάφνης φλοιὸν ἀναζέσας ὕδατι συμ-
φύρα καὶ δίδου ἐκ τούτου ῥοφᾷν. ἐνεργεῖ γὰρ λίαν.
 [Πρὸς αἷμα οὐροῦντας.] Ζιγγιβέρεως 𐅻 βʹ. κράμ-  
βης σπέρμα 𐅻 δʹ. μήκωνος 𐅻 αʹ. χυλὸν ἀναλαβὼν ποίει

Γαληνός ιατρός De optima secta ad Thrasybulum liber (0530: 043)


“Claudii Galeni opera omnia, vol. 1”, Ed. Kühn, C.G.
Leipzig: Knobloch, 1821, Repr. 1964.Τόμ. 1, σελ. 123, γρ. 9

ὡς φαινόμενα πρὸς εὕρεσιν τῶν συμφερόντων λαμβάνεται


καὶ πάντα ἔσται χρήσιμα, ἢ οὔ. τὸ μὲν οὖν πάντα λέγειν  
χρήσιμα εἶναι, ἀπίθανον. εἰ δὲ μὴ πάντα ἐστὶ χρήσιμα,
ἀνάγκη τοῦ φαίνεσθαι πλέον τι τὰ χρήσιμα ἔχειν, ὅπερ οὐκ
αἰσθήσεώς ἐστι καταλαμβάνειν, ἀλλὰ λόγου. τῷ δὲ λόγῳ τὰ
κεκρυμμένα καταλαμβάνεται, χρήσιμος ἄρα λόγος, καὶ τὰ κε-
κρυμμένα. εἰ γὰρ τὰ φαινόμενα, ᾗ φαινόμενά ἐστι, μὴ διαφέ-
ρει ἀλλήλων δηλονότι, ἢ ὁμοίως ἅπαντα πρὸς τήρησιν, ὃ καὶ
ἐφ' ἑαυτοῖς, χρησιμεύει, ὥστε καὶ ἐπὶ τοῖς ἐλαχίστοις, τοῖς τε
παρεληλυθόσι καὶ τοῖς ἐνεστῶσιν εἴη ἂν, εἰ τοῦτο ἀδύνατον.
πῶς γὰρ ἂν ἐπὶ τῇ στρωμνῇ, καὶ τῇ κλίνῃ, ἐφ' ᾗ κα-
τεκλίθη ὁ νοσῶν, καὶ τοῖς ὁμοίοις, τήρησίς τις; φανερὸν
οὖν, ὡς οὐκ ἐπὶ τοῖς φαινομένοις, ὡς φαινόμενά ἐστιν, ἡ
τήρησις γίγνεται. ὁμοίως γὰρ ἂν ἐπὶ πᾶσιν ἐγίνετο,
ἀλλ' ἐφ' ἑτέρῳ τινὶ, ὃ οὐ φαίνεται. εἰ δὲ τοῦτο, χρήσιμα
ἂν εἴη τὰ κεκρυμμένα. ἀλλὰ καὶ πόθεν, φασὶ, καταλαμ-
βάνεται, ὅτι ἐπὶ μὲν τοῖσδέ τισι τοῖς φαινομένοις δυνατόν
ἐστι τηρεῖν, ἐπὶ δὲ τοῖσδ' οὐκ ἔτι; οὐ ῥᾴδιον γὰρ τοῦτο ἀπ'
αὐτῶν τῶν φαινομένων, καθ' ὅσον φαίνεται, ἐστὶν εἰδέναι.
346

πάντες γὰρ ἂν ἐγίνωσκον καὶ οἱ ἰδιῶται, ἐφ' οἷς φαινομένοις  


χρὴ τὴν τήρησιν ποιεῖσθαι, καὶ οὐδὲν διέφερεν ὑμῶν ἡ ἐμ

Achilles Tatius Scr. Erot., Leucippe et Clitophon (0532: 001)


“Achilles Tatius. Leucippe and Clitophon”, Ed. Vilborg, E.
Stockholm: Almqvist & Wiksell, [Link] 2, Ch. 23, se. 6, γρ. 2

εἴσω τοῦ θαλάμου τῆς παιδός, γίνεταί τι τοιοῦτον περὶ τὴν τῆς κόρης
μητέρα· ἔτυχεν ὄνειρος αὐτὴν ταράξας.
         ἐδόκει τινὰ λῃστὴν μάχαι-
ραν ἔχοντα γυμνὴν ἄγειν ἁρπασάμενον αὐτῆς τὴν θυγατέρα καὶ
καταθέμενον ὑπτίαν, μέσην ἀνατεμεῖν τῇ μαχαίρᾳ τὴν γαστέρα, κάτω-
θεν ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς αἰδοῦς. ταραχθεῖσα οὖν ὑπὸ δείματος, ὡς
εἶχεν ἀναπηδᾷ καὶ ἐπὶ τὸν τῆς θυγατρὸς θάλαμον τρέχει (ἐγγὺς γὰρ
ἦν), ἄρτι μου κατακλιθέντος.
         ἐγὼ μὲν δὴ τὸν ψόφον ἀκούσας
ἀνοιγομένων τῶν θυρῶν, εὐθὺς ἀνεπήδησα· ἡ δὲ ἐπὶ τὴν Κλίνην
παρῆν. συνεὶς οὖν τὸ κακὸν ἐξάλλομαι καὶ διὰ τῶν θυρῶν ἵεμαι
δρόμῳ, καὶ ὁ Σάτυρος ὑποδέχεται τρέμοντα καὶ τεταραγμένον. εἶτα
ἐφεύγομεν διὰ τοῦ σκότους καὶ ἐπὶ τὸ δωμάτιον ἑαυτῶν ἤλθομεν.
 Ἡ δὲ πρῶτον μὲν ὑπὸ ἰλίγγου κατέπεσεν, εἶτα ἀνενεγκοῦσα
τὴν Κλειὼ κατὰ κόρρης ὡς εἶχε ῥαπίζει καὶ ἐπιλαβομένη τῶν τριχῶν
ἅμα πρὸς τὴν θυγατέρα ἀνῴμωξεν, “Ἀπώλεσάς μου,” λέγουσα,
“Λευκίππη, τὰς ἐλπίδας.
         οἴμοι, Σώστρατε· σὺ μὲν ἐν Βυζαντίῳ
πολεμεῖς ὑπὲρ ἀλλοτρίων γάμων, ἐν Τύρῳ δὲ καταπεπολέμησαι καὶ
τῆς θυγατρός σού τις τοὺς γάμους σεσύληκεν. οἴμοι δειλαία, τοιού

Achilles Tatius Scr. Erot., Leucippe et Clitophon


Book 5, Ch. 3, se. 8, γρ. 1

Θρᾲξ ὁ Τηρεὺς ἐνύφαντο Φιλομήλᾳ παλαίων πάλην Ἀφροδίσιον.


ἐσπάρακτο τὰς κόμας ἡ γυνή, τὸ ζῶσμα ἐλέλυτο, τὸν χιτῶνα
κατέρρηκτο, ἡμίγυμνος τὸ στέρνον ἦν, τὴν δεξιὰν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς
ἤρειδε τοῦ Τηρέως, τῇ λαιᾷ τὰ διερρωγότα τοῦ χιτῶνος ἐπὶ τοὺς
μαζοὺς ἔκλειεν. ἐν ἀγκάλαις εἶχε τὴν Φιλομήλαν ὁ Τηρεύς, ἕλκων
πρὸς ἑαυτὸν ὡς ἐνῆν τὸ σῶμα καὶ σφίγγων ἐν χρῷ τὴν συμπλοκήν.
347

ὧδε μὲν τὴν τοῦ πέπλου γραφὴν ὕφηνεν ὁ ζωγράφος. τὸ δὲ λοιπὸν


τῆς εἰκόνος, αἱ γυναῖκες ἐν κανῷ τὰ λείψανα τοῦ δείπνου τῷ Τηρεῖ
δεικνύουσι, κεφαλὴν παιδίου καὶ χεῖρας· γελῶσι δὲ ἅμα καὶ φοβοῦν-
ται.
         ἀναπηδῶν ἐκ τῆς Κλίνης ὁ Τηρεὺς ἐγέγραπτο, καὶ ἕλκων τὸ
ξίφος ἐπὶ τὰς γυναῖκας τὸ σκέλος ἤρειδεν ἐπὶ τὴν τράπεζαν· ἡ δὲ
οὔτε ἕστηκεν οὔτε πέπτωκεν, ἀλλ' ἐδείκνυε γραφὴν μέλλοντος πτώ-
ματος.
 Λέγει οὖν ὁ Μενέλαος· “Ἐμοὶ δοκεῖ τὴν εἰς Φάρον ὁδὸν
ἐπισχεῖν. ὁρᾷς γὰρ οὐκ ἀγαθὰ δύο σύμβολα, τό τε τοῦ ὄρνιθος καθ'
ἡμῶν πτερὸν καὶ τῆς εἰκόνος τὴν ἀπειλήν. λέγουσι δὲ οἱ τῶν συμ-
βόλων ἐξηγηταὶ σκοπεῖν τοὺς μύθους τῶν εἰκόνων, ἂν ἐξιοῦσιν ἐπὶ
πρᾶξιν ἡμῖν συντύχωσι, καὶ ἐξομοιοῦν τὸ ἀποβησόμενον τῷ τῆς
ἱστορίας λόγῳ.
         ὁρᾷς οὖν ὅσων γέμει κακῶν ἡ γραφή· ἔρωτος

Callisthenes Hist., Testimonia (0534: 001)


“FGrH #124”.
Τόμ. -Jacobyʹ-T 2b,124,T, fragment 7, γρ. 60

 (55) τοιαύτης ὑπογενομένης ἀλλοτριότητος πρῶτον μὲν Ἡφαιστίων


ἐπιστεύετο λέγων ὅτι συνθέμενος πρὸς αὐτὸν ὁ Καλλισθένης
προσκυνῆσαι
ψεύσαιτο τὴν ὁμολογίαν· ἔπειτα Λυσίμαχοι καὶ Ἅγνωνες ἐπεφύοντο  
φάσκοντες περιιέναι τὸν σοφιστὴν ὡς ἐπὶ καταλύσει τυραννίδος μέγα
φρονοῦντα, καὶ συντρέχειν πρὸς αὐτὸν τὰ μειράκια καὶ περιέπειν ὡς
μόνον ἐλεύθερον ἐν τοσαύταις μυριάσι. διὸ καὶ τῶν περὶ Ἑρμόλαον ἐπι-
βουλευσάντων τῶι Ἀλεξάνδρωι καὶ φανερῶν γενομένων ἔδοξαν
ἀληθέσιν
ὅμοια κατηγορεῖν οἱ διαβάλλοντες, ὡς τῶι μὲν προβαλόντι πῶς ἂν
ἐνδοξό-
τατος γένοιτο ἄνθρωπος εἶπεν ‘ἂν ἀποκτείνηι τὸν ἐνδοξότατον’, τὸν δὲ
Ἑρμόλαον ἐπὶ τὴν πρᾶξιν παροξύνων ἐκέλευε μὴ δεδιέναι τὴν χρυσῆν
Κλίνην, ἀλλὰ μνημονεύειν ὅτι καὶ νοσοῦντι καὶ τιτρωσκομένωι
πρόσεισιν
ἀνθρώπωι. καίτοι τῶν περὶ Ἑρμόλαον οὐδεὶς οὐδὲ διὰ τῆς ἐσχάτης
ἀνάγκης τοῦ Καλλισθένους κατεῖπεν. ἀλλὰ καὶ Ἀλέξανδρος αὐτὸς εὐθὺς
Κρατερῶι γράφων καὶ Ἀττάλωι καὶ Ἀλκέται φησὶ τοὺς παῖδας βασανιζο-
348

μένους ὁμολογεῖν ὡς αὐτοὶ ταῦτα πράξειαν, ἄλλος δὲ οὐδεὶς συνειδείη.


ὕστερον δὲ γράφων πρὸς Ἀντίπατρον καὶ τὸν Καλλισθένην
συνεπαιτιασά-
μενος ‘οἱ μὲν παῖδες’ φησίν ‘ὑπὸ τῶν Μακεδόνων κατελεύσθησαν, τὸν δὲ

σοφιστὴν ἐγὼ κολάσω καὶ τοὺς ἐκπέμψαντας αὐτὸν καὶ τοὺς ὑποδεχο-
μένους ταῖς πόλεσι τοὺς ἐμοὶ ἐπιβουλεύοντας’, ἄντικρυς ἔν γε τούτοις
ἀποκαλυπτόμενος πρὸς Ἀριστοτέλην (folgt T 2) ....

Epicurus Phil., Epistularum fragmenta (0537: 016)


“Epicuro. Opere, 2nd edn.”, Ed. Arrighetti, G.
Turin: Einaudi, 1973.
Fragment 126, γρ. 2

IOANN STOB. III XVII 33 H.

βρυάζω τῷ κατὰ τὸ σωμάτιον ἡδεῖ, ὕδατι καὶ ἄρτῳ χρώμενος,


καὶ προσπτύω ταῖς ἐκ πολυτελείας ἡδοναῖς οὐ δι' αὐτάς, ἀλλὰ
διὰ τὰ ἐξακολουθοῦντα αὐταῖς δυσχερῆ.

SENECA ep. 20 9

magnificentior, mihi crede, sermo tuus in grabato


videbitur et in panno. non enim dicentur tantum
illa sed probabuntur.  

PORPH. ad Marc. 29 32 21 p.

κρεῖσσον δέ σοι θαρρεῖν ἐπὶ στιβάδος κατακειμένῳ ἢ ταράττε-


σθαι χρυσῆν ἔχοντι Κλίνην καὶ πολυτελῆ τράπεζαν.

PHILOD. πρὸς τούς fr. l3 SBORDONE:

[                  οἴ]δαμ[εν]
349

εἶναι πις[τ]ὸ[ν] Κράτη[τ]ος


[καὶ Ἀρ]ιστίππου τὰς πε-
[ρί τινων το]ῦ Πλάτωνος
[διατριβ]ά[ς], καὶ Ἀριστοτέ-
[λους τ'] ἀναλυτικὰ καὶ
[τὰ περὶ] φύσεως ὅσαπερ
ἐ[κλέγ]ομεν.  

SENECA ep. 79 15

Λυσίας , De caede Eratosthenis (0540: 001)


“Lisia. I discorsi”, Ed. Albini, U.
Florence: Sansoni, 1955.
Se. 25, γρ. 1

καὶ ἡ θεράπαινα ἐπεγείρασά με εὐθὺς φράζει ὅτι ἔνδον


ἐστί. κἀγὼ εἰπὼν ἐκείνῃ ἐπιμελεῖσθαι τῆς θύρας, κατα-
βὰς σιωπῇ ἐξέρχομαι, καὶ ἀφικνοῦμαι ὡς τὸν καὶ τόν,
καὶ τοὺς μὲν οὐκ ἔνδον κατέλαβον, τοὺς δὲ οὐδ' ἐπι-
δημοῦντας ηὗρον. παραλαβὼν δ' ὡς οἷόν τε ἦν πλείστους
ἐκ τῶν παρόντων ἐβάδιζον. καὶ δᾷδας λαβόντες ἐκ τοῦ
ἐγγύτατα καπηλείου εἰσερχόμεθα, ἀνεῳγμένης τῆς θύ-
ρας καὶ ὑπὸ τῆς ἀνθρώπου παρεσκευασμένης. ὤσαντες δὲ
τὴν θύραν τοῦ δωματίου οἱ μὲν πρῶτοι εἰσιόντες ἔτι
εἴδομεν αὐτὸν κατακείμενον παρὰ τῇ γυναικί, οἱ δ' ὕστε-
ρον ἐν τῇ κλίνῃ γυμνὸν ἑστηκότα. ἐγὼ δ', ὦ ἄνδρες,
πατάξας καταβάλλω αὐτόν, καὶ τὼ χεῖρε περιαγαγὼν εἰς
τοὔπισθεν καὶ δήσας ἠρώτων διὰ τί ὑβρίζει εἰς τὴν
οἰκίαν τὴν ἐμὴν εἰσιών. κἀκεῖνος ἀδικεῖν μὲν ὡμολόγει,
ἠντεβόλει δὲ καὶ ἱκέτευε μὴ ἀποκτεῖναι ἀλλ' ἀργύριον
πράξασθαι. ἐγὼ δ' εἶπον ὅτι «οὐκ ἐγώ σε ἀποκτενῶ,
ἀλλ' ὁ τῆς πόλεως νόμος, ὃν σὺ παραβαίνων περὶ ἐλάτ-
τονος τῶν ἡδονῶν ἐποιήσω, καὶ μᾶλλον εἵλου τοιοῦτον
ἁμάρτημα ἐξαμαρτάνειν εἰς τὴν γυναῖκα τὴν ἐμὴν καὶ εἰς
τοὺς παῖδας τοὺς ἐμοὺς ἢ τοῖς νόμοις πείθεσθαι καὶ
κόσμιος εἶναι». οὕτως, ὦ ἄνδρες, ἐκεῖνος τούτων ἔτυχεν
350

Λυσίας , Περὶ τραύματος ἐκ προνοίας ὑπὲρ οὗ καὶ πρὸς ὃν ἄδηλον


(0540: 004)
“Lisia. I discorsi”, Ed. Albini, U.
Florence: Sansoni, 1955.
Se. 9, γρ. 4

πῶς ταῦτ' ἐστὶ πρόνοια; ἐγὼ μὲν γὰρ οἶμαι οὐδαμῶς. Ἀλ-
λ' οὗτος ἐναντίως τοῖς ἄλλοις δύσερώς ἐστι, καὶ ἀμφό-
τερα βούλεται, τό τε ἀργύριον μὴ ἀποδοῦναι καὶ τὴν ἄν-
θρωπον ἔχειν. εἶτα ὑπὸ τῆς ἀνθρώπου παρωξυμμένος ὀξύ-
χειρ λίαν καὶ πάροινός ἐστιν, ἀνάγκη δὲ ἀμύνασθαι. ἡ δὲ
τοτὲ μὲν ἐμὲ περὶ πολλοῦ τοτὲ δὲ τοῦτόν φησι ποιεῖσθαι,
βουλομένη ὑπ' ἀμφοτέρων ἐρᾶσθαι. καὶ ἐγὼ μὲν καὶ ἐξ
ἀρχῆς εὐκόλως εἶχον καὶ νῦν ἔτι ἔχω· ὁ δ' εἰς τοῦτο βα-
ρυδαιμονίας ἥκει, ὥστε οὐκ αἰσχύνεται τραῦμά τε ὀνομά-
ζων τὰ ὑπώπια καὶ ἐν κλίνῃ περιφερόμενος καὶ δεινῶς
προσποιούμενος διακεῖσθαι ἕνεκα πόρνης ἀνθρώπου, ἣν
ἔξεστιν αὐτῷ ἀναμφισβητήτως ἔχειν ἐμοὶ ἀποδόντι τἀργύ-
ριον. καὶ φησὶ μὲν δεινῶς ἐπιβουλευθῆναι καὶ πρὸς ἅπαν-
θ' ἡμῖν ἀμφισβητεῖ, ἐξὸν δ' ἐκ τῆς ἀνθρώπου βασανι-
σθείσης τὸν ἔλεγχον ποιήσασθαι οὐκ ἠθέλησεν· ἣ πρῶ-
τον μὲν τοῦτ' ἂν κατεῖπεν, πότερα κοινὴ ἡμῖν ἦν ἢ ἰδία
τούτου, καὶ πότερα τὸ ἥμισυ τοῦ ἀργυρίου ἐγὼ συνεβαλό-
μην ἢ οὗτος ἅπαν ἔδωκε, καὶ εἰ διηλλαγμένοι ἢ ἔτι ἐχθροὶ  
ἦμεν, ἔτι δὲ εἰ μεταπεμφθέντες ἤλθομεν ἢ οὐδενὸς καλέ-
σαντος, καὶ εἰ οὗτος ἦρχε χειρῶν ἀδίκων ἢ ἐγὼ πρότερος

Λυσίας , Fragmenta (0540: 035)


“Lisia. I discorsi”, Ed. Albini, U.
Florence: Sansoni, 1955.
Oration 6,1, se. 6, γρ. 5

τῶν μὲν γεγενημένων οὐδὲν εἶπεν, ἔλεγε δ' ὡς αὐτὸς μὲν


δειπνῶν τύχοι, οὗτος δὲ μεθύων ἔλθοι, ἐκκόψας δὲ τὴν
351

θύραν καὶ εἰσελθὼν κακῶς λέγοι αὐτὸν καὶ τὸν Ἀντί-


μαχον καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν. Ἀντίμαχος δὲ ὠργίζετο
μὲν αὐτοῖς ὡς μεγάλα ἡμαρτηκόσιν, ὅμως δὲ μάρτυρας
παρακαλέσας ἠρώτα αὐτὸν πῶς εἰσέλθοι· ὁ δὲ κελεύσαντος
Τείσιδος καὶ τῶν οἰκείων ἔφασκε. συμβουλευόντων δὲ τῶν
εἰσελθόντων ὡς τάχιστα λῦσαι καὶ τὰ γεγενημένα δεινὰ
νομιζόντων εἶναι ἀπέδοσαν αὐτὸν τοῖς ἀδελφοῖς. οὐ δυ-
ναμένου δὲ βαδίζειν ἐκόμισαν αὐτὸν εἰς τὸ δεῖγμα ἐν
κλίνῃ, καὶ ἐπέδειξαν πολλοῖς μὲν Ἀθηναίων, πολλοῖς δὲ
καὶ τῶν ἄλλων ξένων οὕτως διακείμενον ὥστε τοὺς ἰδόντας
μὴ μόνον τοῖς ποιήσασιν ὀργίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ τῆς πόλεως
κατηγορεῖν ὅτι οὐ δημοσίᾳ οὐδὲ παραχρῆμα τοὺς τὰ τοιαῦτα
ἐξαμαρτάνοντας τιμωρεῖται.
 Ἐπιτήδειός μοί ἐστιν Ἄρχιππος οὑτοσί, ὦ δικα-
σταί.

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ ΠΑΙΔΑΣ

 Οὐχ ἱκανόν, ὦ ἄνδρες δικασταί, τοῖς ἐπιτρόποις ὅσα


πράγματα διὰ τὴν ἐπιτροπείαν ἔχουσιν, ἀλλὰ καὶ διασῴ-
ζοντες τὰς τῶν φίλων οὐσίας συκοφαντοῦνται ὑπὸ τῶν

Λυσίας , Fragmenta (0540: 036)


“Lysiae orationes (editio maior), 2nd edn.”, Ed. Thalheim, T.
Leipzig: Teubner, 1913.
Σελ. 360, γρ. 23

μεταπεμψάμενος τῶν μὲν γεγενημένων οὐδὲν εἶπεν,


ἔλεγε δ' ὡς αὐτὸς μὲν δειπνῶν τύχοι, οὗτος δὲ μεθύων
ἔλθοι, ἐκκόψας δὲ τὴν θύραν καὶ εἰσελθὼν κακῶς λέγοι
αὐτὸν καὶ τὸν Ἀντίμαχον καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν. Ἀντί-
μαχος δὲ ὠργίζετο μὲν αὐτοῖς ὡς μεγάλα ἡμαρτηκόσιν,
ὅμως δὲ μάρτυρας παρακαλέσας ἠρώτα αὐτὸν πῶς εἰς-
έλθοι· ὁ δὲ κελεύσαντος Τείσιδος καὶ τῶν οἰκείων
ἔφασκε. συμβουλευόντων δὲ τῶν εἰσελθόντων ὡς τά-
χιστα λῦσαι καὶ τὰ γεγενημένα δεινὰ νομιζόντων εἶναι
ἀπέδοσαν αὐτὸν τοῖς ἀδελφοῖς. οὐ δυναμένου δὲ βαδί-
ζειν ἐκόμισαν αὐτὸν εἰς τὸ Δεῖγμα ἐν κλίνῃ, καὶ ἐπέ-
352

δειξαν πολλοῖς μὲν Ἀθηναίων, πολλοῖς δὲ καὶ τῶν ἄλ-


λων ξένων οὕτως διακείμενον ὥστε τοὺς ἰδόντας μὴ
μόνον τοῖς ποιήσασιν ὀργίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ τῆς πόλεως  
κατηγορεῖν ὅτι οὐ δημοσίᾳ οὐδὲ παραχρῆμα τοὺς τὰ
τοιαῦτα ἐξαμαρτάνοντας τιμωρεῖται. Dionys. Hal. de De-
mosth. 11. VI p. 983 R et Ioann. Sicel. cod. barocc. 175
fol. 83.
 Ἐπιτήδειός μοί ἐστιν Ἄρχιππος οὑτοσί, ὦ δικα-
σταί. Anonymus Seguerii (not. des manuscr. de la bibl.
XIV 2 p. 34).

Menander Comic., Samia (0541: 029)


“Menandri reliquiae selectae”, Ed. Sandbach, F.H.
Oxford: Clarendon Press, 1972.
Line 225

πληγ]ήν τιν' ἀνυπέρβλητον ἐ̣ξ[αίφνης λαβών.  


ἦ̣ 'στ[ὶ] πιθανόν; σκέψασθε πότερο[ν εὖ φρονῶ
ἢ μαίνομ', οὐδέν τ' εἰς ἀκρίβειαν [τότε
λαβὼν ἐπάγομαι μέγ' ἀτύχημα [
ὡς γὰρ τάχιστ' εἰσῆλθον, ὑπερεσπουδακὼς
τὰ τοῦ γάμου πράττειν, φράσας τὸ πρᾶγμ' ἁπλῶς
τοῖς ἔνδον ἐκέλευσ' εὐτρεπίζειν πάνθ' ἃ δεῖ,
καθαρὰ ποεῖν, πέττειν, ἐνάρχεσθαι κανοῦν.
ἐγίνετ' ἀμέλει πάνθ' ἑτοίμως, τὸ δὲ τάχος
τῶν πραττομένων ταραχήν τιν' αὐτοῖς ἐνεπόει,
ὅπερ εἰκός. ἐπὶ Κλίνης μὲν ἔρριπτ' ἐκποδὼν
τὸ παιδίον κεκραγός· αἳ δ' ἐβόων ἅμα
“ἄλευρ', ὕδωρ, ἔλαιον ἀπόδος, ἄνθρακας.”
καὐτὸς διδοὺς τούτων τι καὶ συλλαμβάνων
εἰς τὸ ταμιεῖον ἔτυχον εἰσελθών, ὅθεν
πλείω προαιρῶν καὶ σκοπούμενος [
οὐκ εὐθὺς ἐξῆλθον. καθ' ὃν δ' ἦν χρόνον ἐγὼ
ἐνταῦθα, κατέβαιν' ἀφ' ὑπερώιου τις γυνὴ
ἄνωθεν εἰς τοὔμπροσθε τοῦ ταμιειδίου
οἴκημα· τυγχάνει γὰρ ἱστεών τις ὤν,
ὥσθ' ἥ τ' ἀνάβασίς ἐστι διὰ τούτου τό τε
353

Julius Pollux Gramm., Onomasticon (0542: 001)


“Pollucis onomasticon, 2 vols.”, Ed. Bethe, E.
Leipzig: Teubner, 9.1:1900; 9.2:1931, Repr. 1967; Lexicographi Graeci
9.1–9.2.
Book 1, se. 41, γρ. 2

τι εἰπεῖν. ἔνορκον, ἐνώμοτον. ἄνορκον, ἀνώμοτον. ἐπιορκῆσαι θεούς,


εὐορκῆσαι φρικώδεις ὅρκους καὶ θεὸν δύσμηνιν καὶ βαρύμηνιν καὶ δυς-
όργητον.
 Καὶ περὶ μὲν θεῶν ἀρκείτω τοσαῦτα· βασιλέα δὲ ἐπαινῶν λέγε
πατήρ, ἤπιος, πρᾷος, ἥμερος, προνοητικός, ἐπιεικής, φιλάνθρωπος, με-
γαλόφρων, ἐλευθέριος, χρημάτων κρείττων, ἔξω παθῶν, ἑαυτοῦ κρατῶν,
ἄρχων ἡδονῶν, λογισμῷ χρώμενος, ὀξύς, ἀγχίνους, περιεσκεμμένος,
εὔβουλος, δίκαιος, σώφρων, θεῶν ἐπιμελὴς ἀνθρώπων κηδεμών, στά-
σιμος, βέβαιος, ἀνεξαπάτητος, μεγαλογνώμων, ἰσχυρογνώμων, ἐνεργός,
τελεσιουργός, φροντιστὴς τῶν ἀρχομένων, σωτήρ, πρόχειρος εἰς εὐεργε-
σίαν βραδὺς εἰς τιμωρίαν, ἀσφαλής, ἀπλανής, ἀκλινής, ἀκριβέστερος
πρὸς τὸ δίκαιον ζυγοῦ, εὐπρόσιτος, εὐπρόσοδος, εὐπροσήγορος,
εὐέντευκτος, μειλίχιος, προσηνής, ἐπιμελὴς τῶν ὑπηκόων, φιλοστρατιώ-
της, πολεμικὸς μὲν οὐ φιλοπόλεμος δέ, εἰρηνικός, εἰρηνοποιός, εἰρη-
νοφύλαξ, παιδευτικός, ἀρχικός, νομοθετικός, εὖ ποιεῖν πεφυκώς, θεο-
ειδής. πολλὰ δέ ἐστιν ἃ λόγῳ τις ἂν εἴποι καὶ οὐκ ὀνόματι. ψέγων  
δ' ἐρεῖς τυραννικός, ὠμός, θηριώδης, βίαιος, πλεονέκτης, φιλοχρήματος
καὶ τὸ τοῦ Πλάτωνος(?) ἐρασιχρήματος, ἅρπαξ καὶ τὸ τοῦ Ὁμήρου
(A 231) δημοβόρος, ὑπερόπτης, ὑπερήφανος, δυσπρόσιτος,
δυσπρόσοδος,
δυσπροσήγορος, δυσέντευκτος, δυσόργητος, δύσθυμος, ἔμπληκτος, ταρα-
χώδης, ἡδονῶν ἥττων, ἀκρατής, ἀκράτωρ, ἀλόγιστος, μισάνθρωπος,

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 3, se. 43, γρ. 7

διακορεῦσαι λέγουσιν, ὡς Ἀριστοφάνης (Thesm 480)


 οὗτός με διεκόρευσεν οὖσαν ἑπτέτιν.
354

καὶ διαπαρθενεύεται δ' Ἡρόδοτος (IV 168) εἴρηκεν, διαπεπαρθενευ-


μένη καὶ διαπεπαρθενευκότα, τὸ μὲν πρότερον Διοκλῆς (I frg 16 Ko)
τὸ δὲ δεύτερον Ἄλεξις (II frg 314 Ko) οἱ κωμικοί. Ἀριστοφάνης
δὲ Γλαύκῳ (II frg 75 Ko) ‘καλύψας κύματος τριβωνίῳ διεπαρθέ-
νευσα.’ καλοῦνται δὲ καὶ δᾷδες νυμφικαὶ καὶ στέφανος καὶ στολή.
καὶ λουτρά τις κομίζουσα λουτροφόρος, Ἀθήνησι μὲν ἐκ τῆς Καλ-
λιρρόης εἶτ' αὖθις Ἐννεακρούνου κληθείσης, ἀλλαχόθι δ' ὅθεν ἂν καὶ
τύχῃ· ἐκαλεῖτο δὲ ταῦτα καὶ νυμφικὰ λουτρά. καὶ δὴ καὶ  
Κλίνη τις ὠνομάζετο ἡ μὲν γαμική, ἡ δὲ παράβυστος, ἣ καὶ
αὐτὴ στρώννυται ἐν τῷ δωματίῳ ὑπὲρ τοῦ τὴν παῖδα μὴ ἀθυμῆσαι,
ὡς Ὑπερείδης (frg 144 Bl) ἔφη. Ὅμηρος (α 226) μέντοι οὐ τὸ
ἔργον μόνον ἀλλὰ καὶ τὴν ἑστίασιν καλεῖ γάμον·
 εἰλαπίν' ἠὲ γάμος, ἐπεὶ οὐκ ἔρανος τάδε γ' ἐστίν.
ὁ δὲ γάμος καλοῖτ' ἂν καὶ συνδυασμός, καὶ σύνοδος ἀνδρὸς καὶ γυ-
ναικός, καὶ συνοίκησις, καὶ σύνερξις, καὶ κοινωνία ἐπὶ παίδων
σπορᾷ. καὶ γαμέτης μὲν ὁ γήμας καὶ ἀνὴρ καὶ νυμφίος καὶ ὁ
συνοικῶν καὶ ὁ πρὸς γάμον ἠγμένος, ἡ δὲ νύμφη γαμετὴ καὶ γυνὴ
καὶ συνοικοῦσα καὶ γεγαμημένη. γῆμαι δ' ἐπὶ τοῦ ἀνδρὸς λέγεται,

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 3, se. 106, γρ. 2

καὶ τὸν πονούμενον ᾠκτίζοντο.’ τὰ δὲ πράγματα κάματος, ἀρ-


ρωστία, νόσος νόσημα, ἀσθένεια, μαλακία. καὶ τὰ ἐπιρρήματα κα-
ματηρῶς, ἀρρώστως, νοσηρῶς, ἐπινόσως, νοσωδέστερον – τὸ γὰρ
νοσωδῶς ἔχει τινὰ πρὸς τὴν ἀκοὴν δυσχέρειαν – νοσηρότερον, ὅθεν
καὶ νοσηρὸν χωρίον καὶ νοσῶδες χωρίον· τὸ γὰρ νοσακερὸν ἐσχά-
τως κωμικόν (III p. 588. 1089 Ko). ἀσθενῶς, μαλακῶς μαλακώ-
τερον. ἔστι δὲ καὶ λόγῳ εἰπεῖν· φαύλως μοι διάκειται τὸ σῶμα,
καὶ ἐπιπόνως ἔχω τοῦ σώματος, ἐνδεέστερον διάκειμαι τὸ σωμάτιον,
ἐνδίδωσί μοι τὸ σῶμα ὑπ' ἀρρωστίας. καὶ μὴν ὀνομάτων ἄν τις
ἐκ τούτων εὐπορήσειεν, νοσώδης, ἐπίνοσος, ἄρρωστος, ἀσθενής.
ἕτερα δ' εἰς ταὐτὸν φέροντα Κλινοπετής, κλινήρης, κατακλινής· ἀπὸ
δὲ τούτων οὔτε πρᾶγμα οὔτ' ἐπίρρημα οὔτε ῥῆμα οὔτε μετοχὴν
ἔστιν εὑρεῖν. εἴη δ' ἂν τούτοις προσῆκον καὶ ἐπιθανάτως ἔχειν,
καὶ ὡς Ἡρόδοτος (IX 72) ἐδυσθανάτει, οὗ τὸ ἐναντίον εὐθανάτως
Κρατῖνος (I frg 413 Ko) λέγει. τὸ δὲ λιποψυχεῖν παρὰ Θουκυ-
δίδῃ (IV 21. 1) ὠνόμασται. τοὺς μέντοι κεκμηκότας τοὺς ἀποθα-
355

νόντας ὁ αὐτὸς (III 59. 2) εἴρηκεν. πρὸς θάνατον ἔρρεπε, σφα-


λερῶς εἶχεν, ἐπικινδύνως εἶχεν, ἐπὶ βραχείας ἦν τῆς ῥοπῆς, ἐπ'  
ὀλίγης ἐλπίδος, ἀπέγνωστο. συντάττοιτο δ' ἄν τις τούτοις καὶ
τὸ ἐπανῆλθε τὸ νόσημα, ὑπετροπίασε τὸ νόσημα, ὑπέστρεψεν,
ἀνθυπέστρεψεν, ὑπανετροπίασεν. τὸ δ' ἐναντίον ὑγιαίνειν, ἐρ

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 7, se. 159, γρ. 5

 ἐλεφαντοκώπους ξιφομαχαίρας καὶ δόρη·  


ἔνιοι γὰρ οὕτως εἰρῆσθαι τὰ δόρατα φασίν. βέλους δ' αἱ ἀκίδες
ὄγκοι καὶ πώγωνες καλοῦνται. στεφάνη δὲ εἶδος ἂν εἴη περικεφα-
λαίας, ὥσπερ καὶ κέρως. τὰ δὲ πολλὰ τούτων ἐν τοῖς περὶ τῶν
στρατιωτικῶν, ἐν οἷς καὶ τὰ συνώνυμα τούτων καὶ τὰ μέρη τῶν ὅπλων
ὑποδεδηλώκαμεν, ἤδη προείρηται.
 ἴωμεν δὴ πάλιν ἐπὶ τὰς εἰρηνικωτέρας τῶν τεχνῶν. ἐξωμιδο-
ποιός ἐξωμιδοποιία ἐξωμίς χλαμυδουργία χλαμυδοποιία χλαμυ-
δουργός. χλανιδοποιία χλανιδουργία χλανιδουργός, χλανίδες
χλανίσκια, χλανιδοποιός κλινοποιική κλινοποιός κλινοποιικός,
κλινοπήγιον, Κλίνη κλινίδιον Κλιντήριον, κλινήρης Κλινοπετής, κατα-
κλιθῆναι· Κλίνην δὲ παράπυξον Κρατῖνος εἶπεν ἐν Διονυσαλεξάνδρῳ
(I p 26. 47 Ko). καὶ κιβωτὸς καὶ κιβωτοποιός, ὡς Δείναρχος
(p 340. 19 Tur), κιβωτός κιβώτιον, τάχα δ' ἂν καὶ ῥίσκος, κίστη,
κοίτη κοιτών κοιτίς. ὁ δ' αὐτὸς Δείναρχος (ll) καὶ βυρσοποιὸν
εἴρηκε καὶ κωθωνοποιόν. σοροποιός, σοροπηγός σοροπήγιον, σορός·
καλοῖτο δ' ἂν αὕτη καὶ πύελος καὶ κιβωτὸς καὶ ληνός. σχοινιοσυμ-
βολεύς, σχοινιοστρόφος καὶ ἱμονιοστρόφος, σχοινίον, σχοῖνος ὁλό-
σχοινος, παρασχοίνισμα· τὸ δὲ σχοινίον καὶ κάλως καὶ καλῴδιον.
κοσκινοποιός, κόσκινον, ἱστιορράφος, ἱστίον, πλησίστιος. κεραμεύς,

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 7, se. 159, γρ. 6

ἔνιοι γὰρ οὕτως εἰρῆσθαι τὰ δόρατα φασίν. βέλους δ' αἱ ἀκίδες


356

ὄγκοι καὶ πώγωνες καλοῦνται. στεφάνη δὲ εἶδος ἂν εἴη περικεφα-


λαίας, ὥσπερ καὶ κέρως. τὰ δὲ πολλὰ τούτων ἐν τοῖς περὶ τῶν
στρατιωτικῶν, ἐν οἷς καὶ τὰ συνώνυμα τούτων καὶ τὰ μέρη τῶν ὅπλων
ὑποδεδηλώκαμεν, ἤδη προείρηται.
 ἴωμεν δὴ πάλιν ἐπὶ τὰς εἰρηνικωτέρας τῶν τεχνῶν. ἐξωμιδο-
ποιός ἐξωμιδοποιία ἐξωμίς χλαμυδουργία χλαμυδοποιία χλαμυ-
δουργός. χλανιδοποιία χλανιδουργία χλανιδουργός, χλανίδες
χλανίσκια, χλανιδοποιός κλινοποιική κλινοποιός κλινοποιικός,
κλινοπήγιον, Κλίνη κλινίδιον Κλιντήριον, κλινήρης Κλινοπετής, κατα-
κλιθῆναι· Κλίνην δὲ παράπυξον Κρατῖνος εἶπεν ἐν Διονυσαλεξάνδρῳ
(I p 26. 47 Ko). καὶ κιβωτὸς καὶ κιβωτοποιός, ὡς Δείναρχος
(p 340. 19 Tur), κιβωτός κιβώτιον, τάχα δ' ἂν καὶ ῥίσκος, κίστη,
κοίτη κοιτών κοιτίς. ὁ δ' αὐτὸς Δείναρχος (ll) καὶ βυρσοποιὸν
εἴρηκε καὶ κωθωνοποιόν. σοροποιός, σοροπηγός σοροπήγιον, σορός·
καλοῖτο δ' ἂν αὕτη καὶ πύελος καὶ κιβωτὸς καὶ ληνός. σχοινιοσυμ-
βολεύς, σχοινιοστρόφος καὶ ἱμονιοστρόφος, σχοινίον, σχοῖνος ὁλό-
σχοινος, παρασχοίνισμα· τὸ δὲ σχοινίον καὶ κάλως καὶ καλῴδιον.
κοσκινοποιός, κόσκινον, ἱστιορράφος, ἱστίον, πλησίστιος. κεραμεύς,
κεράμιον, κεραμεία ἡ τέχνη καὶ κεραμευτική, κέραμος. καὶ κεραμίδες,

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 10, se. 32, γρ. 6

τονία τοπεῖα ἀξόνια. τῷ δὲ προσδεῖ καὶ ἁρπάγης καὶ κρεάγρας καὶ


λύκου· οὕτω γὰρ ἐκάλουν τὰ σκεύη οἷς τοὺς ἐκπεσόντας τῶν κάδων
ἐκ τῶν φρεάτων ἀνέσπων· ὅτι γὰρ καὶ κρεάγραν καλοῦσι τὴν ἁρ-
πάγην, δηλοῖ ἐν Ἐκκλησιαζούσαις (1037) Ἀριστοφάνης λέγων
  τί δῆτα κρεάγρας τοῖς κάδοις ὠνοίμεθ' ἄν;
 Πρὸ μὲν οὖν τοῦ κοιτῶνος ἐπὶ ταῖς θύραις παραπετασμάτων
σοι δεῖ, εἴτε ἁπλοῦν εἴη τὸ παραπέτασμα λευκὸν ἐξ ὀθόνης, εἴτε καὶ
τρίχαπτόν τι βαπτόν, εἴτε πολύχρουν, ἐφ' οὖ Ἀριστοφάνης ἂν εἴποι
(fg 611)
  τὸ παραπέτασμα τὸ Κύπριον τὸ ποικίλον.
ἐν δὲ τῷ κοιτῶνι δεῖ μὲν εἶναι καὶ Κλίνην τινὰ ἢ κλινίδιον ὡς ἐν
Λυσιστράτῃ (916) Ἀριστοφάνης, ἢ κλινάριον ὡς ἐν Δαιταλεῦσιν
(fg 239), ἢ κλινίδα ὡς ἐν Ὀδυσσεῦσι Κρατῖνος (I p 56. 137). ἐπὶ
δὲ τῶν κλινῶν ἀκουστέον, ὅταν φῇ
  οἱ δ' ἀλυσκάζουσιν ἐπὶ ταῖς κλινίσιν·
οὐ μέντοι ἀγνοῶ ὅτι κλινὶς ἐκαλεῖτο τὸ ἐπὶ τῆς ἁμάξης καταστορνύ-
μενον, ὅταν μετίωσι τὰς νύμφας, ἐφ' οὗ κάθηται ἡ νύμφη μεταξὺ
τοῦ παρόχου τε καὶ τοῦ νυμφίου. καλεῖται δὲ τὸ κλινίδιον καὶ κλιν-
357

τήριον, ὡς ἐν Διονύσῳ ναυαγῷ Ἀριστοφάνης ἔφη (fg 266)  


  τί ὦ πονηρέ μ' ἐξορίζεις ὥσπερ
  Κλιντήριον;

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 10, se. 34, γρ. 1

Λυσιστράτῃ (916) Ἀριστοφάνης, ἢ κλινάριον ὡς ἐν Δαιταλεῦσιν


(fg 239), ἢ κλινίδα ὡς ἐν Ὀδυσσεῦσι Κρατῖνος (I p 56. 137). ἐπὶ
δὲ τῶν κλινῶν ἀκουστέον, ὅταν φῇ
  οἱ δ' ἀλυσκάζουσιν ἐπὶ ταῖς κλινίσιν·
οὐ μέντοι ἀγνοῶ ὅτι κλινὶς ἐκαλεῖτο τὸ ἐπὶ τῆς ἁμάξης καταστορνύ-
μενον, ὅταν μετίωσι τὰς νύμφας, ἐφ' οὗ κάθηται ἡ νύμφη μεταξὺ
τοῦ παρόχου τε καὶ τοῦ νυμφίου. καλεῖται δὲ τὸ κλινίδιον καὶ κλιν-
τήριον, ὡς ἐν Διονύσῳ ναυαγῷ Ἀριστοφάνης ἔφη (fg 266)  
  τί ὦ πονηρέ μ' ἐξορίζεις ὥσπερ
  Κλιντήριον;
μέρη δὲ Κλίνης ἐνήλατον καὶ ἐπίκλιντρον, ὑπὸ Ἀριστοφάνους εἰρη-
μένον. Σοφοκλῆς δ' ἐν Ἰχνευταῖς σατύροις (fg 293) ἔφη ‘ἐνήλατα
τρίγομφα διάτορος ἐρείδεται.’ εἴδη δὲ Κλίνης ἀργυρόπους, παρά-
πυξος, ὡς ἐν τῷ Διονυσαλεξάνδρῳ Κρατίνου (I p 26. 47 Ko) ‘κλί-
νην τε παράπυξον,’ καὶ ἀμφίκολλος· οὕτω γὰρ τὴν κατακεκολλη-
μένην ὠνόμασεν ἐν ταῖς Ἑορταῖς Πλάτων (I p 609. 34 Ko)
  ἔπειτα Κλίνην ἀμφίκολλον πυξίνην.
σὺ δὲ κἂν ἐλεφαντίνην εἴποις καὶ χελώνης καὶ σφενδάμνου καὶ
σφενδαμνίνην· Ἀριστοφάνης γὰρ ἐν Ἀχαρνεῦσιν (181) εἴρηκε σφεν-
δάμνινοι. ἀλλὰ καὶ Σκίμπους τῶν ἔνδον σκευῶν, ὃς καὶ ἀσκάν-
της ἐστὶν εἰρημένος καὶ σκιμπόδιον. ἐν δὲ τῇ Κρίτωνος Μεσσηνίᾳ

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 10, se. 34, γρ. 3

δὲ τῶν κλινῶν ἀκουστέον, ὅταν φῇ


  οἱ δ' ἀλυσκάζουσιν ἐπὶ ταῖς κλινίσιν·
358

οὐ μέντοι ἀγνοῶ ὅτι κλινὶς ἐκαλεῖτο τὸ ἐπὶ τῆς ἁμάξης καταστορνύ-


μενον, ὅταν μετίωσι τὰς νύμφας, ἐφ' οὗ κάθηται ἡ νύμφη μεταξὺ
τοῦ παρόχου τε καὶ τοῦ νυμφίου. καλεῖται δὲ τὸ κλινίδιον καὶ κλιν-
τήριον, ὡς ἐν Διονύσῳ ναυαγῷ Ἀριστοφάνης ἔφη (fg 266)  
  τί ὦ πονηρέ μ' ἐξορίζεις ὥσπερ
  Κλιντήριον;
μέρη δὲ Κλίνης ἐνήλατον καὶ ἐπίκλιντρον, ὑπὸ Ἀριστοφάνους εἰρη-
μένον. Σοφοκλῆς δ' ἐν Ἰχνευταῖς σατύροις (fg 293) ἔφη ‘ἐνήλατα
τρίγομφα διάτορος ἐρείδεται.’ εἴδη δὲ Κλίνης ἀργυρόπους, παρά-
πυξος, ὡς ἐν τῷ Διονυσαλεξάνδρῳ Κρατίνου (I p 26. 47 Ko) ‘κλί-
νην τε παράπυξον,’ καὶ ἀμφίκολλος· οὕτω γὰρ τὴν κατακεκολλη-
μένην ὠνόμασεν ἐν ταῖς Ἑορταῖς Πλάτων (I p 609. 34 Ko)
  ἔπειτα Κλίνην ἀμφίκολλον πυξίνην.
σὺ δὲ κἂν ἐλεφαντίνην εἴποις καὶ χελώνης καὶ σφενδάμνου καὶ
σφενδαμνίνην· Ἀριστοφάνης γὰρ ἐν Ἀχαρνεῦσιν (181) εἴρηκε σφεν-
δάμνινοι. ἀλλὰ καὶ Σκίμπους τῶν ἔνδον σκευῶν, ὃς καὶ ἀσκάν-
της ἐστὶν εἰρημένος καὶ σκιμπόδιον. ἐν δὲ τῇ Κρίτωνος Μεσσηνίᾳ
(III p 354. 2 Ko) καὶ τῷ Ῥίνθωνος Τηλέφῳ (Com Gr Fg p 181. 11
Kaibel) καὶ κράββατον εἰρῆσθαι λέγουσιν· ἐγὼ δ' οὐκ ἐντετύχηκα τοῖς

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 10, se. 34, γρ. 5

οὐ μέντοι ἀγνοῶ ὅτι κλινὶς ἐκαλεῖτο τὸ ἐπὶ τῆς ἁμάξης καταστορνύ-


μενον, ὅταν μετίωσι τὰς νύμφας, ἐφ' οὗ κάθηται ἡ νύμφη μεταξὺ
τοῦ παρόχου τε καὶ τοῦ νυμφίου. καλεῖται δὲ τὸ κλινίδιον καὶ κλιν-
τήριον, ὡς ἐν Διονύσῳ ναυαγῷ Ἀριστοφάνης ἔφη (fg 266)  
  τί ὦ πονηρέ μ' ἐξορίζεις ὥσπερ
  Κλιντήριον;
μέρη δὲ Κλίνης ἐνήλατον καὶ ἐπίκλιντρον, ὑπὸ Ἀριστοφάνους εἰρη-
μένον. Σοφοκλῆς δ' ἐν Ἰχνευταῖς σατύροις (fg 293) ἔφη ‘ἐνήλατα
τρίγομφα διάτορος ἐρείδεται.’ εἴδη δὲ Κλίνης ἀργυρόπους, παρά-
πυξος, ὡς ἐν τῷ Διονυσαλεξάνδρῳ Κρατίνου (I p 26. 47 Ko) ‘κλί-
νην τε παράπυξον,’ καὶ ἀμφίκολλος· οὕτω γὰρ τὴν κατακεκολλη-
μένην ὠνόμασεν ἐν ταῖς Ἑορταῖς Πλάτων (I p 609. 34 Ko)
  ἔπειτα Κλίνην ἀμφίκολλον πυξίνην.
σὺ δὲ κἂν ἐλεφαντίνην εἴποις καὶ χελώνης καὶ σφενδάμνου καὶ
σφενδαμνίνην· Ἀριστοφάνης γὰρ ἐν Ἀχαρνεῦσιν (181) εἴρηκε σφεν-
359

δάμνινοι. ἀλλὰ καὶ Σκίμπους τῶν ἔνδον σκευῶν, ὃς καὶ ἀσκάν-


της ἐστὶν εἰρημένος καὶ σκιμπόδιον. ἐν δὲ τῇ Κρίτωνος Μεσσηνίᾳ
(III p 354. 2 Ko) καὶ τῷ Ῥίνθωνος Τηλέφῳ (Com Gr Fg p 181. 11
Kaibel) καὶ κράββατον εἰρῆσθαι λέγουσιν· ἐγὼ δ' οὐκ ἐντετύχηκα τοῖς
δράμασιν. τῶν γὰρ ἀδοξοτέρων ἡ χαμεύνη καὶ τὸ χαμεύνιον· ἐν
γοῦν τῷ σατυρικῷ Σκίρωνι Εὐριπίδης φησὶ (fg 676)

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 10, se. 34, γρ. 7

τοῦ παρόχου τε καὶ τοῦ νυμφίου. καλεῖται δὲ τὸ κλινίδιον καὶ κλιν-


τήριον, ὡς ἐν Διονύσῳ ναυαγῷ Ἀριστοφάνης ἔφη (fg 266)  
  τί ὦ πονηρέ μ' ἐξορίζεις ὥσπερ
  Κλιντήριον;
μέρη δὲ Κλίνης ἐνήλατον καὶ ἐπίκλιντρον, ὑπὸ Ἀριστοφάνους εἰρη-
μένον. Σοφοκλῆς δ' ἐν Ἰχνευταῖς σατύροις (fg 293) ἔφη ‘ἐνήλατα
τρίγομφα διάτορος ἐρείδεται.’ εἴδη δὲ Κλίνης ἀργυρόπους, παρά-
πυξος, ὡς ἐν τῷ Διονυσαλεξάνδρῳ Κρατίνου (I p 26. 47 Ko) ‘κλί-
νην τε παράπυξον,’ καὶ ἀμφίκολλος· οὕτω γὰρ τὴν κατακεκολλη-
μένην ὠνόμασεν ἐν ταῖς Ἑορταῖς Πλάτων (I p 609. 34 Ko)
  ἔπειτα Κλίνην ἀμφίκολλον πυξίνην.
σὺ δὲ κἂν ἐλεφαντίνην εἴποις καὶ χελώνης καὶ σφενδάμνου καὶ
σφενδαμνίνην· Ἀριστοφάνης γὰρ ἐν Ἀχαρνεῦσιν (181) εἴρηκε σφεν-
δάμνινοι. ἀλλὰ καὶ Σκίμπους τῶν ἔνδον σκευῶν, ὃς καὶ ἀσκάν-
της ἐστὶν εἰρημένος καὶ σκιμπόδιον. ἐν δὲ τῇ Κρίτωνος Μεσσηνίᾳ
(III p 354. 2 Ko) καὶ τῷ Ῥίνθωνος Τηλέφῳ (Com Gr Fg p 181. 11
Kaibel) καὶ κράββατον εἰρῆσθαι λέγουσιν· ἐγὼ δ' οὐκ ἐντετύχηκα τοῖς
δράμασιν. τῶν γὰρ ἀδοξοτέρων ἡ χαμεύνη καὶ τὸ χαμεύνιον· ἐν
γοῦν τῷ σατυρικῷ Σκίρωνι Εὐριπίδης φησὶ (fg 676)
  σχεδὸν χαμεύνῃ σύμμετρος Κορινθίας
  παιδός, κνεφάλλου δ' οὐχ ὑπερτείνεις πόδα.

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 10, se. 36, γρ. 2
360

σφενδαμνίνην· Ἀριστοφάνης γὰρ ἐν Ἀχαρνεῦσιν (181) εἴρηκε σφεν-


δάμνινοι. ἀλλὰ καὶ Σκίμπους τῶν ἔνδον σκευῶν, ὃς καὶ ἀσκάν-
της ἐστὶν εἰρημένος καὶ σκιμπόδιον. ἐν δὲ τῇ Κρίτωνος Μεσσηνίᾳ
(III p 354. 2 Ko) καὶ τῷ Ῥίνθωνος Τηλέφῳ (Com Gr Fg p 181. 11
Kaibel) καὶ κράββατον εἰρῆσθαι λέγουσιν· ἐγὼ δ' οὐκ ἐντετύχηκα τοῖς
δράμασιν. τῶν γὰρ ἀδοξοτέρων ἡ χαμεύνη καὶ τὸ χαμεύνιον· ἐν
γοῦν τῷ σατυρικῷ Σκίρωνι Εὐριπίδης φησὶ (fg 676)
  σχεδὸν χαμεύνῃ σύμμετρος Κορινθίας
  παιδός, κνεφάλλου δ' οὐχ ὑπερτείνεις πόδα.
ἐν δὲ τοῖς Δημιοπράτοις πέπραται Ἀλκιβιάδου χαμεύνη παρά-
κολλος καὶ Κλίνη ἀμφικνέφαλλος. καὶ μὴν τό γε τῇ κλίνῃ ἢ τῷ
σκίμποδι ἐντεταμένον ὡς φέρειν τὰ τυλεῖα, σπάρτα σπαρτία, τόνος,
κειρία, τάχα δὲ καὶ σχοῖνος καὶ σχοινία καὶ κάλοι· ὧν ἐπὶ τὰ ἄλλα
κοινῇ κειρία ἔστιν ἐν Ὄρνισιν Ἀριστοφάνους (815), παραδηλοῦντος
αὐτοῦ καὶ τὰ σπάρτα, ὅταν φῇ
 Σπάρτην δ' ἐγὼ θείμην ἂν ὄνομα τἠμῇ πόλει;
 οὐδ' ἂν χαμεύνῃ πάνυ γε κειρίαν ἔχων.  
ὁ δὲ τόνος ἐν τῇ Λυσιστράτῃ (923). καὶ Θουκυδίδης (IV 48. 3) μέν
φησιν ‘ἐκ κλινῶν τοῖς σπάρτοις ἀπαγχόμενοι,’ Φιλιππίδης δ' ἐν
Λακιάδαις (III p 305. 12 Ko)
  κράτιστόν ἐστι τοῦτον ἐκτεμεῖν, γύναι,

Julius Pollux Gramm., Onomasticon


Book 10, se. 38, γρ. 1

κοινῇ κειρία ἔστιν ἐν Ὄρνισιν Ἀριστοφάνους (815), παραδηλοῦντος


αὐτοῦ καὶ τὰ σπάρτα, ὅταν φῇ
 Σπάρτην δ' ἐγὼ θείμην ἂν ὄνομα τἠμῇ πόλει;
 οὐδ' ἂν χαμεύνῃ πάνυ γε κειρίαν ἔχων.  
ὁ δὲ τόνος ἐν τῇ Λυσιστράτῃ (923). καὶ Θουκυδίδης (IV 48. 3) μέν
φησιν ‘ἐκ κλινῶν τοῖς σπάρτοις ἀπαγχόμενοι,’ Φιλιππίδης δ' ἐν
Λακιάδαις (III p 305. 12 Ko)
  κράτιστόν ἐστι τοῦτον ἐκτεμεῖν, γύναι,
  τὸν δίφρον, ἄχρηστα παντελῶς οὕτως ἔχει τὰ σπάρτα,
  ἕτερον δὲ καινὸν ἐμβαλεῖν αὐτῷ τόνον.
 ἑπέσθω δὲ τῇ κλίνῃ τυλεῖα, κνέφαλλα, δάπιδες, τάπητες ἀμφι-
τάπητες· Δίφιλος γοῦν φησὶν ἐν Κιθαρῳδῷ (II p 558. 51 Ko)
361

   ἐξανίσταμαι
  τὸν ἀμφιτάπητα συστορέσας,
καὶ Ἀλκιβιάδου δὲ ἀμφιτάπης τις πέπραται. Ὁμήρου (O 309) δὲ
τὴν αἰγίδα ἀμφιδάσειαν εἰπόντος, ἔστι καὶ τὴν ἀμφίμιτον στρωμνὴν
ἀμφιδάσειαν καλεῖν. πρὸς δὲ τούτοις ἑπέσθω προσκεφάλαια πτι-
λωτά, προσκεφάλαια ὑπαρχένια. εἴποις δ' ἂν οἶμαι καὶ χνοῦν καὶ
μνοῦν ἐπὶ τῶν μαλακῶν, Ἀριστοφάνους εἰπόντος ἐν μὲν Βαβυλω-
νίοις (fg 76) ‘ἔχεις ἄχυρα καὶ χνοῦν,’ ἐν δὲ Δαναΐσι (fg 258) ‘τῶν
χειρῶν ἔργα μνοῦς ἐστιν.’ τὰ μὲν οὖν τυλεῖα καὶ τὰ κνέφαλλα οὐ

Polybius Hist., Historiae (0543: 001)


“Polybii historiae, vols. 1–4”, Ed. Büttner–Wobst, T.
Leipzig: Teubner, 1:1905; 2:1889; 3:1893; 4:1904, Repr. 1:1962; 2–
3:1965; 4:1967.
Book 31, Ch. 13, se. 7, γρ. 3

ἡμέρας πρὸς τοὺς ναυτικοὺς συνεγγιζούσης, ἔδει γενέ-


 σθαι παρά τινι τῶν φίλων ὑποδοχὴν πρὸς τὴν  
ἔξοδον. παρὰ γὰρ αὐτῷ ποιεῖν τὸ δεῖπνον οὐχ οἷόν
τ' ἦν· εἴθιστο γὰρ ἐπιμελῶς καλεῖν ἅπαντας τοὺς περὶ
αὐτὸν ὄντας. οἱ δὲ συνειδότες τὴν πρᾶξιν ἔμελλον ἐξ
οἴκου δειπνήσαντες ἐπὶ τὸ πλοῖον ἥξειν, ἔχοντες
ἕνα παῖδα μεθ' ἑαυτῶν ἕκαστος· τοὺς γὰρ λοιποὺς
ἀπεστάλκεισαν εἰς Ἀναγνείας, κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν
αὐτοὶ παρεψόμενοι. τὸν δὲ Πολύβιον συνέβαινεν
κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἠσθενηκότα μένειν κατὰ
Κλίνην, εἰδέναι δὲ πάντα τὰ πραττόμενα, τοῦ Μενύλ-
λου συνεχῶς αὐτῷ μεταδιδόντος αἰεὶ περὶ τῶν ὑπο-
πιπτόντων. διόπερ ἀγωνιάσας ὁ προειρημένος μὴ τῆς
συνηθείας ἑλκυσθείσης, ἅτε τοῦ Δημητρίου συμποτικοῦ
φυσικῶς καὶ νεωτέρου τελέως ὑπάρχοντος, ἀπόρημά τι
γένηται περὶ τὴν ἔξοδον διὰ τὴν μέθην, γράψας βραχὺ
πιττάκιον καὶ σφραγισάμενος πέμπει παρ' αὑτοῦ παῖδα
συσκοτάζοντος ἄρτι τοῦ θεοῦ, συντάξας ἐκκαλεσάμενον
τὸν οἰνοχόον τοῦ Δημητρίου δοῦναι τὸ πιττάκιον,
μηδὲν εἰπόντα τίς ἢ παρὰ τίνος, καὶ κελεύειν ἀπο-
διδόναι τῷ Δημητρίῳ παραχρῆμα διαναγνῶναι. γενο
362

Sextus Empiricus Phil., Pyrrhoniae hypotyposes (0544: 001)


“Sexti Empirici opera, vol. 1”, Ed. Mutschmann, H.
Leipzig: Teubner, 1912.
Book 2, se. 144, γρ. 6

ὑπὸ τῆς δυνάμεως τῶν λημμάτων, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι


λέγεται ἀπόδειξις λόγος δι' ὁμολογουμένων λημμάτων κατὰ
συναγωγὴν ἐπιφορὰν ἐκκαλύπτων ἄδηλον. διὰ τούτων μὲν
οὖν σαφηνίζειν εἰώθασι τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποδείξεως.

ιγʹ εἰ ἔστιν ἀπόδειξις.

 Ὅτι δὲ ἀνύπαρκτός ἐστιν ἡ ἀπόδειξις, ἀπ' αὐτῶν


ὧν λέγουσιν ἐπιλογίζεσθαι δυνατόν, ἕκαστον τῶν περι-
εχομένων ἐν τῇ ἐννοίᾳ διατρέποντα. οἷον γοῦν ὁ λόγος
σύγκειται ἐξ ἀξιωμάτων, τὰ δὲ σύνθετα πράγματα οὐ
δύναται ὑπάρχειν, ἐὰν μὴ τὰ ἐξ ὧν συνέστηκεν ἀλλήλοις
συνυπάρχῃ, ὡς πρόδηλον ἀπὸ Κλίνης καὶ τῶν παραπλη-
σίων, τὰ δὲ μέρη τοῦ λόγου ἀλλήλοις οὐ συνυπάρχει. ὅτε
γὰρ λέγομεν τὸ πρῶτον λῆμμα, οὐδέπω ὑπάρχει οὔτε τὸ
ἕτερον λῆμμα οὔτε ἡ ἐπιφορά· ὅτε δὲ τὸ δεύτερόν φαμεν,
τὸ μὲν πρότερον λῆμμα οὐκέτι ὑπάρχει, ἡ δὲ ἐπιφορὰ
οὐδέπω ἔστιν· ὅτε δὲ τὴν ἐπιφορὰν προφερόμεθα, τὰ λήμ-
ματα αὐτῆς οὐκέτι ὑφέστηκεν. οὐ συνυπάρχει ἄρα ἀλλή-
λοις τὰ μέρη τοῦ λόγου· ὅθεν οὐδὲ ὁ λόγος ὑπάρχειν δόξει.
χωρὶς δὲ τούτων ὁ συνακτικὸς λόγος ἀκατάληπτός ἐστιν·
εἰ γὰρ οὗτος κρίνεται ἀπὸ τῆς τοῦ συνημμένου ἀκολου-
θίας, ἡ δὲ κατὰ τὸ συνημμένον ἀκολουθία ἀνεπικρίτως

Sextus Empiricus Phil., Adversus mathematicos (0544: 002)


“Sexti Empirici opera, vols. 2 & 3 (2nd edn.)”, Ed. Mutschmann, H.,
Mau, J.
Leipzig: Teubner, 2:1914; 3:1961.
Book 1, se. 152, γρ. 1

ἦν τὰ μὲν ἀρρενικὰ τὰ δὲ θηλυκά, ὤφειλον αἱ ἀρρενικαὶ


363

φύσεις ἀεί ποτε ἀρρενικοῖς ὀνόμασι προσαγορεύεσθαι καὶ


αἱ θηλυκαὶ θηλυκοῖς καὶ αἱ μήτε ἀρρενικαὶ φύσεις μήτε
[αἱ] θηλυκαὶ οὐδετέρως. οὐχὶ δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀρ-
ρενικὰς φύσεις θηλυκῶς καλοῦμεν καὶ τὰς θηλυκὰς ἀρρε-
νικῶς καὶ τὰς οὔτε ἀρρενικὰς οὔτε θηλυκὰς ἤτοι ἀρρενι-
κῶς ἢ θηλυκῶς, οὐχὶ δὲ οὐδετέρως· οἷον κόραξ μὲν λέγε-
ται ἀετός κώνωψ κάνθαρος σκορπίος μῦς ἀρρενικῶς καὶ
ἐπὶ τοῦ θήλεος, καὶ πάλιν χελιδών χελώνη κορώνη ἀκρίς
μυγαλῆ ἐμπίς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρρενος τὴν φύσιν θηλυκῶς·
ὡσαύτως δὲ Κλίνη θηλυκῶς ἐπὶ τῆς μήτε ἄρρενος μήτε
θηλείας τὴν φύσιν, καὶ στῦλος ἀρρενικῶς ἐπὶ τοῦ οὐδε-
τέρου. τοίνυν εἰ φύσει οὐδέν ἐστιν ἀρρενικὸν ἢ θηλυκὸν
ὄνομα, ζητῶ πῶς ὁ γραμματικὸς ἐπιλήψεται τοῦ διαστρό-
φως λέγοντος ὁ χελιδών καὶ ἡ ἀετός. ἤτοι γὰρ ὡς φύσει
τοῦ ὀνόματος τῆς χελιδόνος θηλυκοῦ ὄντος, ἐκείνου δὲ
ἀρρενικὸν αὐτὸ τῷ ἄρθρῳ βιαζομένου γενέσθαι, ἢ ὡς τῆς
κοινῆς συνηθείας θηλυκὸν αὐτὸ θεματισάσης ἀλλ' οὐκ
ἀρρενικόν. ἀλλ' εἰ μὲν ὡς φύσει θηλυκοῦ καθεστῶτος,
ἐπεὶ οὐδὲν φύσει θηλυκόν ἐστι καθὼς παρεστήσαμεν,
ἀδιάφορον τὸ ὅσον ἐπὶ τούτῳ ἐάν τε οὕτως ἐάν τε ἐκείνως

Κλαύδιος Αιλιανός. , De natura animalium (0545: 001)


“Claudii Aeliani de natura animalium libri xvii, varia historia, epistolae,
fragmenta, vol. 1”, Ed. Hercher, R.
Leipzig: Teubner, 1864, Repr. 1971.
Book 1, se. 23, γρ. 32

ρημένοι, ἄλφιτα αἰγείῳ ζωμῷ διαβραχέντα. ἑλκόμε-


νοι δὲ οἱ σαργοὶ ὡς ὑπό τινος ἴυγγος τῆς ὀσμῆς τῆς
προειρημένης προσίασι, καὶ σιτοῦνται μὲν τῶν ἀλ-
φίτων, κηλοῦνται δὲ ὑπὸ τῆς δορᾶς. αἱρεῖ δὲ αὐ-
τῶν πολλοὺς ἀγκίστρῳ σκληρῷ καὶ ὁρμιᾷ λίνου
λευκοῦ· ἐξῆπται δὲ οὐχὶ καλάμου, ἀλλὰ ῥάβδου
κρανείας· δεῖ γὰρ τὸν ἐμπεσόντα ἀνασπάσαι ῥᾷστα,
ἵνα μὴ τοὺς ἄλλους ἐκταράξῃ. θηρῶνται δὲ καὶ
ἀπὸ χειρός, ἐάν τις τὰς ἀκάνθας, ἃς ἐγείρουσιν ἐς
τὸ ἑαυτοῖς ἀμύνειν, ἐς τὸ κάτω μέρος ἀπό γε τῆς
κεφαλῆς ἡσυχῆ κατάγων εἶτα κλίνῃ καὶ πιέσας τῶν
364

πετρῶν ἐκσπάσῃ, ἐς ἃς ἑαυτοὺς ὑπὲρ τοῦ λαθεῖν


ὠθοῦσιν.
 Ὁ ἔχις περιπλακεὶς τῇ θηλείᾳ μίγνυται· ἣ δὲ
ἀνέχεται τοῦ νυμφίου καὶ λυπεῖ οὐδὲ ἕν. ὅταν δὲ πρὸς
τῷ τέλει τῶν ἀφροδισίων ὦσι, πονηρὰν ὑπὲρ τῆς
ὁμιλίας τὴν φιλοφροσύνην ἐκτίνει ἡ νύμφη τῷ γα-
μέτῃ· ἐμφῦσα γὰρ αὐτοῦ τῷ τραχήλῳ, διακόπτει αὐ-
τὸν αὐτῇ κεφαλῇ· καὶ ὃ μὲν τέθνηκεν, ἣ δὲ ἔγκαρ-
πον ἔχει τὴν μῖξιν καὶ κύει. τίκτει δὲ οὐκ ᾠά, ἀλλὰ

Κλαύδιος Αιλιανός. , De natura animalium


Book 3, se. 37, γρ. 11

 Ἐν Σερίφῳ βάτραχοι, τὸ παράπαν οὐκ ἂν αὐτῶν


ἀκούσειας φθεγγομένων· εἰ δὲ αὐτοὺς κομίσειας ἀλ-
λαχόθι, διάτορόν τε καὶ τραχύτατον ἠχοῦσιν. ἐν
Πιέρῳ δὲ τῆς Θετταλίας λίμνη ἐστίν, οὐκ ἀέναος,
ἀλλὰ χειμῶνος ἐκ τῶν συρρεόντων ἐς αὐτὴν ὑδάτων
τίκτεται. οὐκοῦν ἐὰν ἐμβάλῃ τις βατράχους ἐς αὐ-
τήν, σιωπῶσιν, ἀλλαχοῦ φθεγγόμενοι. ὑπὲρ δὲ τῶν
Σεριφίων βατράχων κομπάζουσι Σερίφιοι ἐλθεῖν ἐκ
τοῦ κατὰ τῆς Γοργόνος ἄθλου τὸν Περσέα πολλὴν
περιελθόντα γῆν, καὶ οἷα εἰκὸς καμόντα ἀναπαύσα-
σθαι τῆς λίμνης πλησίον καὶ κατακλινῆναι ὕπνου
δεόμενον. τοὺς δὲ βατράχους βοᾶν καὶ ἐρεσχελεῖν
τὸν ἥρωα καὶ τὸν ὕπνον αὐτῷ διακόπτειν· τὸν Περ-
σέα δὲ εὔξασθαι τῷ πατρὶ τοὺς βατράχους κατασι-
γάσαι. τὸν δὲ ὑπακοῦσαι καὶ χαριζόμενον τῷ υἱεῖ
τῶν ἐκεῖθι βατράχων αἰώνιον σιγὴν καταψηφίσα-
σθαι. λέγει δὲ Θεόφραστος ἐκβάλλων τὸν μῦθον καὶ
Σεριφίους τῆς ἀλαζονείας παραλύων τὴν τοῦ ὕδα-
τος ψυχρότητα αἰτίαν εἶναι τῆς ἀφωνίας τῶν προει-
ρημένων.
 Ἐν τοῖς ὑγροῖς χωρίοις καὶ ἔνθα νοτιώτατος ὁ
365

Κλαύδιος Αιλιανός. , De natura animalium


Book 4, se. 31, γρ. 18

γλῶτταν βραχεῖαν· χολὴν δὲ αὐτὸν ἔχειν οὐ κατὰ τὸ


ἧπαρ ἀλλὰ πρὸς τῷ ἐντέρῳ φασί. κύειν δὲ πυνθά-
νομαι δύο ἐτῶν τὸν ἐλέφαντα. οἳ δὲ οὐ τοσοῦτον
χρόνον, ἀλλὰ ὀκτωκαίδεκα μηνῶν ὁμολογοῦσιν. ἀπο-
τίκτει δὲ ἰσήλικα τὸ μέγεθος μόσχῳ ἐνιαυσίῳ, σπᾷ
δὲ τῆς θηλῆς τῷ στόματι. ἐνθουσιῶν δὲ ἐς μίξιν
οἴστρῳ τε φλεγόμενος ἐμπίπτει τοίχῳ καὶ ἀνατρέπει,
καὶ φοίνικας κλίνει, τὸ μέτωπον προσαράττων κατὰ
τοὺς κριούς. πίνει δὲ ὕδωρ οὐ διειδὲς οὐδὲ καθα-  
ρόν, ἀλλ' ὅταν ὑποθολώσῃ τε καὶ ὑποταράξῃ. καθ-
εύδει γε μὴν ὀρθοστάδην· κατακλινῆναι γὰρ καὶ
ἐξαναστῆναι ἐργῶδες αὐτῷ. ἀκμὴ δὲ ἐλέφαντι ἑξή-
κοντα ἔτη. κρυμῷ δὲ ὁμιλεῖν ἥκιστός ἐστι. διατείνει
δὲ τὸν βίον καὶ ἐς διπλῆν ἑκατοντάδα.
 Προβατεῖαι δὲ Ἰνδῶν ὁποῖαι μαθεῖν ἄξιον. τὰς
αἶγας καὶ τὰς οἶς ὄνων τῶν μεγίστων μείζονας ἀκούω
καὶ ἀποκύειν τέτταρα ἑκάστην· μείω γε μὴν τῶν
τριῶν οὔτ' αἲξ Ἰνδικὴ οὔτ' ἂν οἶς ποτε τέκοι. καὶ
τοῖς μὲν προβάτοις αἱ οὐραὶ πρὸς τὸν πόδα τέτανται,
αἱ δὲ αἶγες μηκίστας ἔχουσιν, ὥστ' ἐπιψαύειν γῆς
ὀλίγου. τῶν μὲν οὖν οἰῶν τῶν τίκτειν ἀγαθῶν ἀπο

Κλαύδιος Αιλιανός. , De natura animalium


Book 6, se. 63, γρ. 9

καὶ ὑπὸ τοῦ δέους καὶ ὑπὸ τῆς ὑλακῆς ἐκβαλὼν τὸν
ὕπνον καίτοι βαθύτατον ὄντα.
 Δράκων νήπιος νηπίῳ παιδί, τὸ γένος Ἀρκάδι,
κἀκεῖνος ἐπιχώριος γίνεται σύντροφος. οὐκοῦν συναν-
ιόντε τὴν ἡλικίαν ὁ παῖς ἦν μειράκιον καὶ ὁ σύν-
τροφος ὑπέρμεγας ἤδη ἦν. καὶ ἀλλήλους μὲν ἐφί-
λουν, οἱ δὲ τῷ μειρακίῳ προσήκοντες ὠρρώδουν τοῦ
θηρίου τὸ μέγεθος· τὸ γάρ τοι ζῷον τοῦτο, ὤκιστα
μεγέθει μὲν μέγιστον ἴδοις ἂν αὐτό, ὄψει δὲ φοβε-
366

ρώτατον. καθεύδοντα οὖν σὺν τῷ παιδὶ ἐπί γε τῆς


Κλίνης τῆς αὐτῆς ἀράμενοι ὡς ὅτι πορρωτάτω κομί-
ζουσι, καὶ ὃ μὲν ὑπανέστη ὁ παῖς, ὃ δὲ ἔμεινεν ὁ
δράκων. ὡς δὲ ὕλης ἐλάβετο καὶ τῶν ἐκεῖ φαρμά-
κων τῶν συμφυῶν, διέτριβεν ἐνταῦθα ταῖς τῶν δρα-
κόντων τροφαῖς ἡδόμενος καὶ τὴν ἐρημίαν πρὸ τῶν
ἀστικῶν διατριβῶν καὶ τῶν ἐν τοῖς δωματίοις προαι-
ρούμενος ἐκεῖνος. διέρπων δὲ ὁ χρόνος τὸν μὲν
ἀπέφηνε νεανίαν, τὸν δὲ εἰργάσατο δράκοντα ἤδη
τέλειον. καί ποτε δι' ἐρημίας ἰὼν ὁ Ἀρκὰς ὁ τοῦ
ζῴου τοῦ προειρημένου ἐραστὴς καὶ ἐρώμενος λῃσταῖς
περιτυγχάνει, καὶ παιόμενος ξίφει οἷα εἰκὸς ἐβόα,

Κλαύδιος Αιλιανός. , De natura animalium


Book 7, se. 12, γρ. 5

 τεύχων ὡς ἑτέρῳ τις ἑῷ κακὸν ἥπατι τεύχει.


καὶ ταῦτα μὲν οὐκ οἶδε τὰ ἄλογα, ἄνθρωποι δὲ εἰ-
δότες οὐ φυλάττονται. καὶ τί δεῖ γλώττης καὶ λό-
γων καὶ διδασκάλων καὶ πληγῶν, ὦ Κῦρε καὶ Πο-
λύκρατες; τοὺς δὲ ἄλλους ἐῶ· τί γάρ μοι κωφοῖς
καὶ ἀνοήτοις συμβουλεύειν τὰ λυσιτελέστατα;
 Μέγα φρονείτωσαν αἱ Παιονίδες γυναῖκες καὶ
τὸ φρύαγμα αἰρέτωσαν δρῶσαι τὰ ὑμνούμενα. ἔστι
δὲ τοιαῦτα. τῇ μὲν κεφαλῇ φέρουσιν ὑδρίαν μεστὴν
ὕδατος, καὶ τὸν αὐχένα ἀνέστησαν, ὥστε αὐταῖς βα-
διζούσαις ἄτρεπτόν τε καὶ ἀκλινῆ διαμένειν τὴν
ὑδρίαν· ἐξαρτήσασαι δὲ τοῦ κόλπου θηλάζουσι τὰ
βρέφη, καὶ ἐς τὸν βραχίονα τὸν ῥυτῆρα ἐνάψασαι τὸν
τοῦ γήμαντος ἵππον ἐς ἀρδείαν ἄγουσι, καὶ ταῖς χερσὶ
νῶσι λίνον. ταῦτά τοι καὶ Δαρεῖος ἐθαύμασεν, ὅτε
Παίονες νεανίαι τὴν ἑαυτῶν ἀδελφὴν οὕτω σκευά-
σαντες, δικάζοντος αὐτοῦ, παρήγαγον αὐτήν, ἵνα ἐς
ἔρωτα ἐμπεσὼν τῆς οὕτως ἀθρόας αὐτουργίας ἕλῃ
Παίονας. ἀλλὰ ἡ φύσις πόσῳ Παιονίδων σοβαρωτέρα.
κύων θηράσασα (λαγὼς δὲ ἦν τὸ ἄγρευμα αὐτῇ, καὶ
367

Κλαύδιος Αιλιανός. , Varia historia (0545: 002)


“Claudii Aeliani de natura animalium libri xvii, varia historia, epistolae,
fragmenta, vol. 2”, Ed. Hercher, R.
Leipzig: Teubner, 1866, Repr. 1971.
Book 8, se. 7, γρ. 5

σιν. οἱ δὲ ἐν τῇ Ἀσίᾳ ὡς λόγος ἐχρῶντο αὐτοῖς


μᾶλλον. ἔνθεν τοι καὶ τολμῶσι λέγειν μηδὲ τὸν Ὀρ-
φέα σοφὸν γεγονέναι, Θρᾷκα ὄντα, ἀλλ' ἄλλως τοὺς
μύθους αὐτοῦ καταψεύσασθαι. ταῦτα Ἀνδροτίων
λέγει, εἴ τῳ πιστὸς ὑπὲρ τῆς ἀγραμματίας καὶ ἀπαι-
δευσίας Θρᾳκῶν τεκμηριῶσαι.
 Ἀλέξανδρος ὅτε Δαρεῖον εἷλε, γάμους εἱστία καὶ
ἑαυτοῦ καὶ τῶν φίλων. ἐνενήκοντα δὲ ἦσαν οἱ γα-
μοῦντες καὶ ἰσάριθμοι τούτοις οἱ θάλαμοι. ἦν δὲ ὁ
ἀνδρὼν ὁ ὑποδεχόμενος καὶ ἑστιῶν αὐτοὺς ἑκατοντά-
κλινος· καὶ ἑκάστη Κλίνη ἀργυρόπους ἦν, ἡ δὲ αὐτοῦ
χρυσόπους, καὶ κεκόσμηντο πᾶσαι ἁλουργοῖς καὶ
ποικίλοις ἱματίοις ὑφῆς βαρβαρικῆς μέγα τιμίας. συμ-
παρέλαβε δὲ ἐς τὸ συμπόσιον καὶ τοὺς ἰδιοξένους, καὶ
κατέκλινεν ἀντιπροσώπους ἑαυτῷ. ἐν δὲ τῇ αὐλῇ
εἱστιῶντο αἵ τε ἄλλαι δυνάμεις, αἱ πεζαὶ καὶ αἱ ναυ-
τικαὶ καὶ οἱ ἱππεῖς καὶ αἱ πρεσβεῖαι δὲ καὶ οἱ παρε-
πιδημοῦντες Ἕλληνες. καὶ ἐγένετο τὰ δεῖπνα πρὸς
σάλπιγγα, τὸ μὲν συγκλητικὸν μέλος ᾀδούσης, ὅτε
αὐτοὺς ἐχρῆν παριέναι ἐπὶ τὴν δαῖτα, τὸ δὲ ἀνακλη-  
τικόν, ὅτε ἐσήμαινεν ἀπαλλάττεσθαι. πέντε δὲ ἡμέρας

Κλαύδιος Αιλιανός. , Varia historia


Book 12, se. 51, γρ. 10

νατος εἰπεῖν, ὡς Λακεδαιμόνιος.


 Μενεκράτης ὁ ἰατρὸς ἐς τοσοῦτον προῆλθε τύφου,
ὥστε ἑαυτὸν ὀνομάζειν Δία. ἐπέστειλε δέ ποτε ἐπι-
στολὴν Φιλίππῳ τῷ Μακεδόνων βασιλεῖ τοιαύτην.
368

’Φιλίππῳ Μενεκράτης ὁ Ζεὺς εὖ πράττειν.’ ἀντέ-


γραψε δὲ καὶ ὁ Φίλιππος ‘Φίλιππος Μενεκράτει ὑγι-
αίνειν. συμβουλεύω σοι προσάγειν σεαυτὸν ἐπὶ τοὺς
κατὰ Ἀντίκυραν τόπους.’ ᾐνίττετο δὲ ἄρα διὰ τού-
των ὅτι παραφρονεῖ ὁ ἀνήρ.
 Εἱστία ποτὲ μεγαλοπρεπῶς ὁ Φίλιππος, καὶ δὴ
καὶ τοῦτον ἐπὶ θοίνην ἐκάλεσε, καὶ ἰδίᾳ Κλίνην αὐτῷ
ἐκέλευσε παρεσκευάσθαι, καὶ κατακλιθέντι θυμια-
τήριον παρέθηκε, καὶ ἐθυμιᾶτο αὐτῷ· οἱ δὲ λοιποὶ
εἱστιῶντο, καὶ ἦν μεγαλοπρεπὲς τὸ δεῖπνον. ὁ τοί-
νυν Μενεκράτης τὰ μὲν πρῶτα ἐνεκαρτέρει, καὶ ἔχαιρε
τῇ τιμῇ· ἐπεὶ δὲ κατὰ μικρὸν ὁ λιμὸς περιῆλθεν αὐ-
τόν, καὶ ἠλέγχετο ὅτι ἦν ἄνθρωπος, καὶ ταῦτα εὐήθης,
ἐξαναστὰς ἀπιὼν ᾤχετο, καὶ ἔλεγεν ὑβρίσθαι, ἐμ-
μελῶς πάνυ τοῦ Φιλίππου τὴν ἄνοιαν αὐτοῦ ἐκκαλύ-
ψαντος.

Κλαύδιος Αιλιανός. , Fragmenta (0545: 004)


“Claudii Aeliani de natura animalium libri xvii, varia historia, epistolae,
fragmenta, vol. 2”, Ed. Hercher, R.
Leipzig: Teubner, 1866, Repr. 1971.
Fragment 25, γρ. 2

 κατά τινα χρησμὸν βουληθεὶς ἱλεώσασθαι τὸν τῷ


οἴκῳ αὐτοῦ γεγενημένον ἐνστάτην δαίμονα.

De Caligula.

 οὕτως ἐκαλεῖτο Γάιος ὁ βασιλεὺς Ῥωμαίων, ἐπειδὴ


ἐκ μικρᾶς ἡλικίας τὰ πολλὰ ἐν τῷ στρατοπέδῳ ἐτρέ-  
φετο καὶ τοῖς στρατιωτικοῖς ἐχρῆτο ὑποδήμασιν. ἐκ
τῶν καλίγων οὖν Καλιγόλαν αὐτὸν ὠνόμασαν. ἢ
Καλιγόλας ὁ Γάιος, διὰ τὸ ἐν στρατοπέδῳ γεννηθῆναι,
ὥς φησιν Αἰλιανὸς ἐν τῷ περὶ Θείων Ἐναργειῶν.
 ὅτι τὴν δίκην φασὶν οἱ παλαιοὶ εὐθεῖάν τε εἶναι
καὶ ἀκλινῆ καὶ ἄτρεπτον. καὶ τοῦτο ᾄδουσι μὲν
πλεῖστοι, ἤδη δὲ καὶ ἀνάγκη· φύσιν γὰρ δήπου τὸ
δίκαιον τοιαύτην εἴληχεν. Ἡσίοδος δὲ αὐτὴν λέγει
369

καὶ παρθένον ἀδιάφθορον τῇ τε ἄλλῃ καὶ μέντοι καὶ


ὑπ' εὐνῆς ἀφροδισίου, αἰνιττόμενος ὅτι μὴ χρὴ δο-
λοῦν τὸ δίκαιον, μήτε ἄλλως πεισθέντα μήτε λέχει
παρατραπέντα. φησὶ δὲ καὶ μετιέναι αὐτὴν τιμω-
ρουμένην τούτους, οἷσπερ οὖν ὕβρις
  μέμηλε κακὴ καὶ σχέτλια ἔργα.
τοῖς γε μὴν ἐκείνην σέβουσι τήν τε γῆν τὰ οἰκεῖα
βρύειν φησὶν ἀγαθὰ καὶ τὴν θάλατταν χορηγεῖν ὅσα

Κλαύδιος Αιλιανός. , Fragmenta


Fragment 39, γρ. 4

 φυλάττεσθαί τε ἔτι μνημεῖον τῆς τιμωρίας τῆς


ἐκείνου, καθάπερ οὖν κακοῦ διαδοχήν· ὅσοι γὰρ τῆς
αὐτῆς σπορᾶς γεγόνασι, κάτω τὸν πόδα τὸν δεξιὸν
ἔχουσι διῳδηκότα καὶ βάδισιν ἀσθενῆ τε καὶ νωθῆ.
 ὃ δὲ ὑπερβαίνων τὸν οὐδὸν τῆς αὐλῆς ἔπταισε
βιαιότερον, καὶ πρὸς γῆν κατηνέχθη.

De Epicuro eiusque discipulis.

 οὗτος τὸ θεῖον παρ' οὐδὲν ἐτίθετο. ἀδελφοὶ δὲ


ἦσαν τρεῖς, οἳ μυρίοις ἀρρωστήμασι περιπλακέντες
ἀπέθανον οἴκτιστα. ὅ γε μὴν Ἐπίκουρος ἔτι νέος
ὢν αὐτὸς οὐ ῥᾳδίως ἀπὸ τῆς Κλίνης οἷός τε ἦν κατι-
έναι, ἀμβλυώττων τε καὶ πρὸς τὴν τοῦ ἡλίου αἴγλην
δειλὸς ὤν, καὶ τῷ φαιδροτάτῳ τε καὶ ἐναργεστάτῳ
τῶν θεῶν ἀπεχθανόμενος· καὶ μέντοι καὶ τὴν τοῦ
πυρὸς αὐγὴν ἀπεστρέφετο, αἷμά τε αὐτῷ διὰ τῶν
πόρων ἀπεκρίνετο τῶν κάτω. τοσαύτη δὲ ἄρα ἡ σύν-
τηξις ἡ τοῦ σώματος ἦν αὐτῷ, ὡς ἀδυνατεῖν καὶ τὴν
τῶν ἱματίων φέρειν ἐπιβολήν. καὶ Μητρόδωρος δὲ
καὶ Πολύαινος, ἄμφω τὼ ἑταίρω αὐτοῦ, κάκιστα ἀν-
θρώπων ἀπέθανον, καὶ μέντοι καὶ τῆς ἀθεΐας ἠνέγ-  
καντο μισθὸν οὐδαμὰ οὐδαμῆ μεμπτόν. οὕτω δὲ ἄρα
370

Κλαύδιος Αιλιανός. , Fragmenta


Fragment 99, γρ. 8

εἶναι, οἱονεὶ θεράποντα καὶ οἰκέτην περιπολοῦντα


τῷ νεῷ τὸν ὄρνιν, ὁ Ἀσπένδιος ἐκεῖνος.

Aesculapius Theopompo comico medetur.

 ὅτι Ἀσκληπιὸς καὶ τῶν ἐν παιδείᾳ ἦν προμηθής.


φθόῃ γοῦν Θεόπομπον τὸν Ἀθηναῖον ῥινώμενόν τε
καὶ λειβόμενον ἰάσατο, καὶ κωμῳδίας αὖθις διδάσκειν
ἐπῆρεν, ὁλόκληρόν τε καὶ σῶν καὶ ἀρτεμῆ ἐργασά-
μενος. καὶ δείκνυται καὶ νῦν ὑπὸ λίθῳ Θεοπόμπου
(πατρόθεν ὁμολογοῦντος αὐτὸν τοῦ ἐπιγράμματος,
Τισαμενοῦ γὰρ ἦν υἱός) εἴδωλον Παρίας λίθου. καὶ
ἔστι τὸ ἴνδαλμα τοῦ πάθους μάλα ἐναργές. Κλίνη καὶ
αὐτὴ λίθου. ἐπ' αὐτῆς κεῖται νοσοῦν τὸ ἐκείνου
φάσμα χειρουργίᾳ φιλοτέχνῳ· παρέστηκε δὲ ὁ θεὸς
καὶ ὀρέγει οἱ τὴν παιώνιον χεῖρα, καὶ παῖς νεαρὸς
ὑπομειδιῶν καὶ οὗτος. τί δὲ ἄρα νοεῖ ὁ παῖς; ἐγὼ
συνίημι τοῦ φιλοπαίστην ποιητὴν ὑποδηλοῦν· γελᾷ
γὰρ καὶ τῆς κωμῳδίας τὸ ἴδιον διὰ συμβόλων αἰνίτ-
τεται. εἰ δὲ ἄλλος νοεῖ ἑτέρως, κρατείτω τῆς ἑαυτοῦ
γνώμης, ἐμὲ δὲ μὴ ἐνοχλείτω.
 ὁ Ἀσκληπιὸς Παύσωνα καὶ Ἶρον κἂν ἄλλον τινὰ
τῶν ἀπόρων ἰάσαιτο. ὀφθαλμὼ γάρ τις ἐνόσει. εἶτα

Appianus Hist., Mithridatica (0551: 014)


“Appiani historia Romana, vol. 1”, Ed. Viereck, P., Roos, A.G., Gabba,
E.
Leipzig: Teubner, 1939, Repr. 1962 (1st edn. corr.).
Se. 191, γρ. 6

καὶ χρεῶν ἀποκοπὰς αὐτοῖς ἐκήρυσσε καὶ τοὺς ἐν ἑκάστῃ


μετοίκους πολίτας αὐτῶν ἐποίει καὶ τοὺς θεράποντας
371

ἐλευθέρους, ἐλπίσας (ὅπερ δὴ καὶ συνηνέχθη) τοὺς κατά-


χρεως καὶ μετοίκους καὶ θεράποντας, ἡγουμένους ἐν
τῇ Μιθριδάτου ἀρχῇ βεβαίως τὰ δοθέντα αὑτοῖς ἕξειν,
εὔνους αὑτῷ γενήσεσθαι. Μυννίων δὲ καὶ Φιλότιμος οἱ
Σμυρναῖοι καὶ Κλεισθένης καὶ Ἀσκληπιόδοτος οἱ Λέσβιοι,
βασιλεῖ γνώριμοι πάντες, ὁ δὲ Ἀσκληπιόδοτος αὐτὸν καὶ
ξεναγήσας ποτέ, ἐπιβουλὴν ἐπὶ τὸν Μιθριδάτην συνετί-
θεσαν· ἧς αὐτὸς ὁ Ἀσκληπιόδοτος μηνυτὴς ἐγένετο καὶ
ἐς πίστιν ὑπὸ κλίνῃ τινὶ παρεσκεύασεν ἀκοῦσαι τοῦ
Μυννίωνος. ἁλούσης δὲ τῆς ἐπιβουλῆς οἳ μὲν αἰκισθέντες
ἐκολάσθησαν, ὑποψία δ' ἐς τὰ ὅμοια πολλοὺς κατεῖχεν.
ὡς δὴ καὶ Περγαμηνῶν τὰ αὐτὰ βουλεύοντες ὀγδοήκοντα
ἄνδρες ἑάλωσαν καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσιν ἕτεροι, ζητητὰς
ὁ Μιθριδάτης πανταχοῦ περιέπεμπεν, οἳ τοὺς ἐχθροὺς
ἐνδεικνύντων ἑκάστων ἔκτειναν ἀμφὶ τοὺς χιλίους καὶ
ἑξακοσίους ἄνδρας. ὧν οἱ κατηγορήσαντες οὐ πολὺ ὕστε-  
ρον οἳ μὲν ὑπὸ Σύλλα ληφθέντες διεφθάρησαν, οἳ δὲ
προανεῖλον ἑαυτούς, οἳ δ' εἰς τὸν Πόντον αὐτῷ Μιθριδάτῃ
συνέφευγον.

Appianus Hist., Mithridatica


Se. 570, γρ. 1

τις ἐχθρὸν τηλικοῦτον ἑλὼν τοσάδε ὁμοῦ καὶ μέγιστα


ἔθνη προσειλήφει καὶ τὴν Ῥωμαίων ἀρχὴν ἐπὶ τὸν Εὐφρά-
την ὡρίκει. ὃ δὲ ἐθριάμβευσεν ἐπὶ λαμπροτάτης καὶ ἧς
οὔτις πρὸ τοῦ δόξης, ἔτη ἔχων πέντε καὶ τριάκοντα, δύο
ἐφεξῆς ἡμέραις, ἐπὶ πολλοῖς ἔθνεσιν ἀπό τε τοῦ Πόντου
καὶ Ἀρμενίας καὶ Καππαδοκίας καὶ Κιλικίας καὶ Συρίας
ὅλης καὶ Ἀλβανῶν καὶ Ἡνιόχων καὶ Ἀχαιῶν τῶν ἐν Σκύ-  
θαις καὶ Ἰβηρίας τῆς ἑῴας. καὶ παρῆγεν ἐς μὲν τοὺς λιμέ-
νας ἑπτακοσίας ναῦς ἐντελεῖς, ἐς δὲ τὴν πομπὴν τοῦ θριάμ-
βου ζεύγη καὶ φορεῖα χρυσοφόρα καὶ ἕτερα κόσμου ποι-
κίλου καὶ τὴν Δαρείου τοῦ Ὑστάσπου Κλίνην καὶ τὸν τοῦ
Εὐπάτορος αὐτοῦ θρόνον καὶ σκῆπτρον αὐτοῦ καὶ εἰκόνα
ὀκτάπηχυν ἀπὸ στερεοῦ χρυσίου παρῆγε καὶ ἐπισήμου
ἀργυρίου μυριάδας ἑπτακισχιλίας καὶ πεντακοσίας καὶ
δέκα, ἁμάξας δὲ ὅπλων ἀπείρους τὸ πλῆθος καὶ νεῶν ἔμ-
372

βολα καὶ πλῆθος αἰχμαλώτων τε καὶ λῃστῶν, οὐδένα δε-


δεμένον, ἀλλ' ἐς τὰ πάτρια ἐσταλμένους. αὐτοῦ δὲ τοῦ
Πομπηίου προῆγον, ὅσοι τῶν πεπολεμημένων βασιλέων
ἡγεμόνες ἢ παῖδες ἢ στρατηγοὶ ἦσαν, οἳ μὲν αἰχμάλωτοι
ὄντες, οἳ δὲ ἐς ὁμηρείαν δεδομένοι, τριακόσιοι μάλιστα καὶ

Appianus Hist., Bellum civile (0551: 017)


“Appian's Roman history, vols. 3–4 (ed. H. White)”, Ed. Viereck, P.
Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1913, Repr. 3:1964;
4:1961.
Book 1, Ch. 6, se. 45, γρ. 5

δὲ πλησίον τῆς ἐσκευασμένης ἐνέδρας γενόμενος  


ἀνέδραμεν ἔς τινα λόφον ὡς κατοψόμενος τοὺς
πολεμίους καὶ σημεῖον αὐτοῖς ἐπῇρεν. οἱ δὲ
ἐκφανέντες αὐτόν τε Καιπίωνα καὶ πολλοὺς σὺν
αὐτῷ κατέκοψαν· καὶ τὸ λοιπὸν τῆς στρατιᾶς
Καιπίωνος ἡ σύγκλητος Μαρίῳ προσέζευξεν.
 Σέξστος δὲ Καῖσαρ μετὰ τρισμυρίων πεζῶν
καὶ ἱππέων πεντακισχιλίων διεξιών τινα φάραγγα
καὶ κρημνούς, ἄφνω προσπεσόντος αὐτῷ Μαρίου
Ἐγνατίου, ἐς τὴν φάραγγα περιωσθεὶς ἔφυγεν
ἐπὶ Κλίνης διὰ νόσον ἐπί τινα ποταμόν, οὗ μία
γέφυρα ἦν· καὶ ἐνταῦθα τὸ πλέον τῆς στρατιᾶς
ἀπολέσας καὶ τῶν ὑπολοίπων τὰ ὅπλα, μόλις ἐς
Τεανὸν καταφυγὼν ὥπλιζεν, οὓς ἔτι εἶχεν, ὡς
ἐδύνατο. ἑτέρου δὲ πλήθους αὐτῷ κατὰ σπουδὴν
ἐπελθόντος, ἐπὶ Ἀχέρρας ἔτι πολιορκουμένας ὑπὸ
τοῦ Παπίου μετῄει.
 Καὶ οἵδε μὲν ἀλλήλαις ἀντιστρατοπεδεύοντες
οὐκ ἐπεχείρουν οὐδέτερος οὐδετέρῳ διὰ φόβον·
Μάρσους δὲ Κορνήλιος Σύλλας καὶ Γάιος
Μάριος ἐπιθεμένους σφίσι συντόνως ἐδίωκον,
373

Appianus Hist., Bellum civile


Book 1, Ch. 6, se. 48, γρ. 14

ὅταν αὑτὸν ἴδωσι πόρρωθεν ἐπιόντα, ἐκδραμεῖν


ἐπὶ τοὺς περικαθημένους, ὡς τὸν ἀγῶνα τοῖς
ἐχθροῖς ἑκατέρωθεν γενέσθαι· ἀλλὰ Ἀσκλαῖοι
μὲν ἀπώκνησαν, ὁ δὲ Οὐιδακίλιος καὶ ὣς ἐς
τὴν πόλιν διὰ μέσων τῶν πολεμίων ἐσδραμὼν
μεθ' ὅσων ἐδυνήθη, ὠνείδισε μὲν αὐτοῖς τὴν
ἀτολμίαν καὶ δυσπείθειαν, οὐκ ἐλπίζων δ' ἔτι
τὴν πόλιν περιέσεσθαι, τοὺς μὲν ἐχθρούς, οἳ τέως  
αὐτῷ διεφέροντο καὶ τότε διὰ φθόνον τὸ πλῆθος
ἐς ἃ παρήγγελλεν ἀπέτρεψαν, ἔκτεινε πάντας· ἐν
δὲ ἱερῷ πυρὰν νήσας καὶ Κλίνην ἐπιθεὶς ἐπὶ τῇ
πυρᾷ, παρευωχήθη σὺν τοῖς φίλοις καὶ προϊόντος
τοῦ πότου φάρμακόν τε προσηνέγκατο καὶ κατα-
κλίνας αὑτὸν ἐπὶ τῆς πυρᾶς ἐκέλευσε τοῖς φίλοις
ἅψαι τὸ πῦρ. καὶ Οὐιδακίλιος μὲν ὧδε φιλοτι-
μηθεὶς πρὸ τῆς πατρίδος ἀποθανεῖν κατελύθη,
Σέξστος δὲ Καῖσαρ ἐξήκοντος αὐτῷ τοῦ χρόνου
τῆς ἀρχῆς ἀνθύπατος ὑπὸ τῆς βουλῆς αἱρεθεὶς
ἐπέδραμεν ἀνδράσι δισμυρίοις μεταστρατοπεδεύ-
ουσί ποι καὶ ἔκτεινεν αὐτῶν ἐς ὀκτακισχιλίους
ὅπλα τε πολὺ πλειόνων ἔλαβε. χρονίου δ' αὐτῷ

Appianus Hist., Bellum civile


Book 1, Ch. 12, se. 105, γρ. 25

μὲν ἔτη βιώσας, εὐτυχέστατος δ' ἀνδρῶν ἔς τε τὸ


τέλος αὐτὸ καὶ ἐς τἆλλα πάντα, ὥσπερ καὶ
ὠνομάζετο, γενέσθαι δοκῶν, εἰ δή τις εὐτυχίαν
ἡγοῖτο τυχεῖν ὅσων ἂν ἐθέλῃ. γίνεται δ' εὐθὺς ἐν
ἄστει στάσις ἐπ' αὐτῷ, τῶν μὲν ἄγειν ἀξιούντων
τὸ σῶμα διὰ τῆς Ἰταλίας ἐπὶ πομπῇ καὶ ἐς τὴν
Ῥώμην ἐν ἀγορᾷ προτιθέναι καὶ ταφῆς δημοσίας
ἀξιοῦν, Λεπίδου δὲ καὶ τῶν ἀμφὶ Λέπιδον ἐνιστα-
μένων. ἐξενίκα δ' ὁ Κάτλος καὶ οἱ Σύλλειοι, καὶ
ἐφέρετο ὁ νέκυς ὁ τοῦ Σύλλα διὰ τῆς Ἰταλίας ἐς
374

τὸ ἄστυ ἐπὶ Κλίνης χρυσηλάτου καὶ κόσμου


βασιλικοῦ, σαλπιγκταί τε πολλοὶ καὶ ἱππέες καὶ
ἄλλος ὅμιλος ἐκ ποδὸς ὡπλισμένος εἵπετο. οἵ τε
ὑποστρατευσάμενοι αὐτῷ πανταχόθεν ἐπὶ τὴν
παραπομπὴν ὡπλισμένοι συνέθεον καί, ὡς ἕκαστος
ἀφικνοῖτο, εὐθὺς ἐς κόσμον καθίσταντο· ἄλλο τε
πλῆθος, ὅσον ἐπ' οὐδενὶ ἔργῳ, συνέτρεχεν. ἡγεῖτο
δ' αὐτοῦ σημεῖα καὶ πελέκεις, ὅσοις περιὼν ἔτι
καὶ ἄρχων ἐκοσμεῖτο.
 Ὡς δ' ἐπὶ τὸ ἄστυ ἠνέχθη, ἐσεφέρετο
μετὰ πομπῆς ἐνταῦθα δὴ μάλιστα ὑπερόγκου.

Appianus Hist., Bellum civile


Book 2, Ch. 14, se. 98, γρ. 22

ἄρχουσιν ἐπιδοὺς περὶ ἑσπέραν ἀμφὶ λουτρὰ καὶ


δεῖπνον ἦν καθεζόμενός τε ἐγεύετο, ὥσπερ εἴθιστο,
ἐξ οὗ Πομπήιος ἀνῄρητο· οὐδέν τε τῶν συνήθων  
ἐναλλάσσων οὐδ' ἐλάσσω προσφερόμενος ἢ πλείω,
συνελεσχήνευε τοῖς παροῦσι περὶ τῶν ἐκπεπλευ-
κότων καὶ ἠρώτα περὶ τοῦ πνεύματος, εἰ κατὰ
πρύμνην ἔσοιτο αὐτοῖς, καὶ τοῦ διαστήματος, εἰ
φθάσουσι πόρρω γενέσθαι, πρὶν ἐς ἕω Καίσαρα
ἐπελθεῖν. οὐ μὴν οὐδ' ἐς ὕπνον ἀπιὼν ἐνήλλαξέ
τι τῶν συνήθων, πλὴν ὅτι υἱὸν ἠσπάσατο φιλο-
φρονέστερον. τὸ δὲ ξιφίδιον τῇ κλίνῃ τὸ σύνηθες
οὐχ εὑρὼν παρακείμενον ἐξεβόησεν, ὅτι προδιδοῖτο
ὑπὸ τῶν οἰκείων τοῖς πολεμίοις· τίνι γὰρ ἔφη
χρήσεσθαι προσιόντων, ἂν νυκτὸς ἐπίωσι; τῶν
δὲ αὐτὸν παρακαλούντων μηδὲν ἐφ' ἑαυτὸν βου-
λεύειν, ἀλλ' ἀναπαύεσθαι χωρὶς ξιφιδίου, ἀξιο-
πιστότερον ἔτι εἶπεν· “οὐ γὰρ ἔστι μοι θέλοντι
καὶ δι' ἐσθῆτος ἐμαυτὸν ἀποπνῖξαι καὶ ἐς τὰ
τείχη τὴν κεφαλὴν ἀπαράξαι καὶ ἐς τράχηλον
κυβιστῆσαι καὶ τὸ πνεῦμα κατασχόντα ἐκτρῖψαι;”
πολλά τε ὅμοια εἰπὼν παρήγαγεν αὐτοὺς παρα
375

Artemidorus Onir., Onirocriticon (0553: 001)


“Artemidori Daldiani onirocriticon libri v”, Ed. Pack, R.A.
Leipzig: Teubner, 1963.
Book 1, Ch. 74, γρ. 18

ὁλόκληρα ἢ ἐκ κατεαγότων ὑγιᾶ, τὴν μὲν ἐπὶ τὸ κρεῖττον


μεταβολὴν πρὸς ἀγαθὸν τιθεμένους, τὴν δὲ ἐπὶ τὸ χεῖρον
πρὸς κακόν. ὁ δ' αὐτὸς καὶ περὶ τῶν ἄλλων σκευῶν ἔστω
λόγος. λυχνία δὲ γυναῖκα σημαίνει, λύχνος δὲ τὸν τῆς
οἰκίας ἄρχοντα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἰδόντος ἢ διὰ τὸ ἐπι-
βλέπειν τὰ ἔνδον ἢ διὰ τὸ εὐαπόσβεστον, καὶ ἔρωτα διὰ τὸ
ἀναλάμπειν, τρίπους δὲ καὶ ἑστία τὸν βίον καὶ τὴν ὅλην
κατάστασιν καὶ τὴν γυναῖκα τοῦ ἰδόντος. ὅ τι ἂν οὖν
πάθῃ ὁ τρίπους ἢ ἡ ἑστία, εἰς ταῦτα τὴν βλάβην ἀνα-
κτέον. τράπεζα δὲ τρίποδος οὐδὲν διαφέρει οὐδὲ ἄλλο τι
σκεῦος, ᾧ τις ἐπιδειπνεῖ. τύλη δὲ καὶ Κλίνη καὶ πάντα τὰ
πρὸς κοίτην τὴν γυναῖκα τοῦ ἰδόντος σημαίνει καὶ τὸν
ὅλον βίον. τὸ δ' αὐτὸ καὶ Σκίμπους. τούτων δὲ οἱ μὲν πόδες
οἰκέτας σημαίνουσι, τῶν δὲ ἐνηλάτων τὸ μὲν ἔξω ἰδίως  
τὴν γυναῖκα, τὸ δὲ ἔσω τὸν ἄνδρα, τὸ δὲ πρὸς τῇ κεφαλῇ
τέκνα ἀρσενικά, τὸ δὲ πρὸς τοῖς ποσὶ θηλυκὰ τέκνα. κατὰ
ταὐτὰ δὲ τοῖς ἐνηλάτοις καὶ οἱ τοῖχοι τῶν κλινῶν διαλαμ-
βανέσθωσαν. ξέσται δὲ τοὺς θεράποντας, ἀμφορεῖς δὲ
τοὺς ὑπηρέτας, τραπεζοφόροι δὲ τοὺς οἰκονόμους, τὰ
δὲ σιτοδόχα σκεύη τοὺς κατὰ τὸν οἶκον ταμίας σημαίνει,
ὁμοίως δὲ καὶ τὸ ταμεῖον. ἀγκῶνες δὲ καὶ πάντα τὰ προς

Artemidorus Onir., Onirocriticon


Book 2, Ch. 9, γρ. 107

οὗ εἰκὸς θάνατον ἐπακολουθεῖν τῷ κεκεραυνωμένῳ, τότε


μικρότερα τὰ ἀποτελέσματα γίνεται. καὶ οὕτω χρὴ ποι-
εῖσθαι τὰς κρίσεις ὡσπερεὶ βλαπτομένων μερῶν καὶ οὐχὶ
παντὸς τοῦ σώματος. περὶ ὧν ἀκριβῶς καὶ ἀνενδεῶς ἐν
τῷ περὶ σώματος λόγῳ [κατὰ μέρος] ἐν τῷ πρώτῳ βιβλίῳ  
376

διῄρηκα. ἔτι κἀκεῖνο. οὔτε πλέοντα οὔτε ἐν τῇ κοίτῃ κατα-


κείμενον οὔτε ἐπὶ γῆς ὕπτιον ἢ πρηνῆ ὑπὸ κεραυνοῦ
καταφλέγεσθαι συμφέρει, ὑπολείπεται δὲ μόνον ἀγαθὸν
εἶναι τὸ ὀρθὸν ἑστῶτα ἢ ἐπὶ θρόνου καθεζόμενον ἢ ἐπ'
ἄλλου τινὸς τοιούτου κεραυνοῦσθαι. οἶδα δέ τινα, ὃς ἔδοξε
τῆς Κλίνης τὸ ἔξω ἐνήλατον ὑπὸ κεραυνοῦ διεφθάρθαι, καὶ
ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀπέθανεν.
 Πῦρ δὲ τὸ χρήσει ὀλίγον μὲν καὶ καθαρὸν ἰδεῖν ἡ Φη-
μονόη λέγει ἀγαθὸν εἶναι, πολὺ δὲ καὶ ἄμετρον πονηρόν.
ἔστιν οὖν ἄριστον τὸ ἐφ' ἑστίας πῦρ λαμπρὸν καὶ καθαρὸν
ὁρώμενον. πολλὴν γὰρ εὐπορίαν σημαίνει· ἄνευ γὰρ τοῦ
τροφὰς παρασκευάζεσθαι οὐκ ἔστιν ἐφ' ἑστίας πῦρ ἰδεῖν.
σβεννύμενον δὲ τοῦτο ἀπορίαν σημαίνει, καὶ εἴ τις κατὰ τὸν
οἶκον νοσοίη, θάνατον αὐτῷ προαγγέλλει. ἀγαθὸν δὲ καὶ
λαμπάδα δοκεῖν ἔχειν καιομένην νυκτός, μάλιστα δὲ νέοις·
ὡς γὰρ ἐπὶ τὸ πολὺ ἔρωτας οὐκ ἀηδεῖς σημαίνει καὶ

Artemidorus Onir., Onirocriticon


Book 2, Ch. 68, γρ. 74

πολλὴν γὰρ κακοδαιμονίαν τῷ ἰδόντι προαγορεύει. ὅπως


δ' ἂν πέτηται νοσῶν ἄνθρωπος, τεθνήξεται· φασὶ γὰρ
τὰς ψυχὰς ἀπαλλαγείσας τῶν σωμάτων εἰς τὸν οὐρανὸν
ἀνιέναι τάχει χρωμένας ὑπερβάλλοντι καὶ ὡς εἰπεῖν
πτηνῶν ὁμοίας. οἱ δὲ τὰς ἐπιδιφρίους ἐργαζόμενοι τέχνας
παύσονται τῆς ἐργασίας, ἵνα εὐκίνητοι γένωνται καὶ μὴ
μείνωσιν ἐφ' ἕδρας διὰ τὴν πτῆσιν. καὶ οἱ δεδεμένοι
λύονται· εὔλυτος γὰρ ὁ ἱπτάμενος καὶ ποσὶ καὶ χερσί.
πολλοὶ δὲ καὶ ἐτυφλώθησαν· ἐοίκασι γὰρ οἱ τυφλοὶ τοῖς
ἱπταμένοις διὰ τὸ ἀεὶ φοβεῖσθαι καταπεσεῖν. ἐπὶ δίφρου
δὲ ἢ βάθρου ἢ Κλίνης ἢ ἄλλου τινὸς τοιούτου καθεζόμε-
νον ἵπτασθαι μεγάλην νόσον νοσῆσαι ἢ παραλυθῆναι
σημαίνει ἢ τοῖς σκέλεσιν οὐκέτι χρῆσθαι ἀλλ' ἐπὶ δίφρου
βασταγῆναι διὰ τὸ μὴ δύνασθαι τῆς γῆς ἐπιβαίνειν. ἀπο-
δημεῖν δὲ βουλομένῳ τὸ ὄναρ τοῦτο οὐκέτι πονηρὸν γίνε-  
ται· μετὰ γὰρ ὅλου τοῦ οἴκου καὶ τῆς ἐνθήκης τῆς ἰδίας
ἀποδημήσει ἢ καὶ ὀχήματι φερόμενος.
 Τῶν δὲ ἀξιοπίστων λεγομένων, οἷς λέγουσί τι [κατ'
377

ὄναρ] πιστεύειν χρὴ καὶ πείθεσθαι, φημὶ πρώτους εἶναι


θεούς· ἀλλότριον γὰρ θεοῦ τὸ ψεύδεσθαι. ἔπειτα ἱερεῖς·

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe (0554: 001)


“Charitonis Aphrodisiensis de Chaerea et Callirhoe amatoriarum
narrationum libri octo”, Ed. Blake, W.E.
Oxford: Clarendon Press, 1938.
Book 1, Ch. 1, se. 14, γρ. 3

ἐκκ̣λ̣η̣σ̣ί̣α̣ν̣ ἐκείνην, ἧς ὁ Ἔρως ἦν δημαγωγός; ἀνὴρ δὲ φιλόπατρις


Ἑρμοκράτης ἀντειπεῖν οὐκ ἠδυνήθη τῇ πόλει δεομένῃ. κατανεύ-
σαντος δὲ αὐτοῦ πᾶς ὁ δῆμος ἐξεπήδησε τοῦ θεάτρου, καὶ οἱ μὲν
νέοι ἀπῄεσαν ἐπὶ Χαιρέαν, ἡ βουλὴ δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες ἠκολούθουν
Ἑρμοκράτει· παρῆσαν δὲ καὶ αἱ γυναῖκες αἱ Συρακοσίων ἐπὶ τὴν
οἰκίαν νυμφαγωγοῦσαι. ὑμέναιος ᾔδετο κατὰ πᾶσαν τὴν πόλιν·
μεσταὶ δὲ αἱ ῥῦμαι στεφάνων, λαμπάδων· ἐρραίνετο τὰ πρόθυρα
οἴνῳ καὶ μύροις. ἥδιον ταύτην τὴν ἡμέραν ἤγαγον οἱ Συρακόσιοι
τῆς τῶν ἐπινικίων. ἡ δὲ παρθένος οὐδὲν εἰδυῖα τούτων ἔρριπτο ἐπὶ
τῆς κοίτης ἐγκεκαλυμμένη, κλαίουσα καὶ σιωπῶσα. προσελθοῦσα
δὲ ἡ τροφὸς τῇ κλίνῃ “τέκνον” εἶπε, “διανίστασο, πάρεστι γὰρ
ἡ εὐκταιοτάτη πᾶσιν ἡμῖν ἡμέρα· ἡ πόλις σε νυμφαγωγεῖ.”
   Τῆς δ' αὐτοῦ λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ·
οὐ γὰρ ᾔδει, τίνι γ̣α̣⌈μεῖτ⌉α̣ι̣. ἄφωνος εὐθὺς ἦν καὶ σκότος αὐτῆς
τῶν ὀφθαλμῶν κατεχύθη καὶ ὀλίγου δεῖν ἐξέπνευσεν· ἐδόκει δὲ
τοῦτο τοῖς ὁρῶσιν αἰδώς. ἐπεὶ δὲ ταχέως ἐκόσμησαν αὐτὴν αἱ
θεραπαινίδες, τὸ πλῆθος ἐπὶ τῶν θυρῶν ἀπέλιπον· οἱ δὲ γονεῖς τὸν
νυμφίον εἰσήγαγον πρὸς τὴν παρθένον. ὁ μὲν οὖν Χαιρέας προς-
δραμὼν αὐτὴν κατεφίλει, Καλλιρόη δὲ γνωρίσασα τὸν ἐρώμενον,
ὥσπερ τι λύχνου φῶς ἤδη σβεννύμενον ἐπιχυθέντος ἐλαίου πάλιν
ἀνέλαμψε καὶ μείζων ἐγένετο καὶ κρείττων. ἐπεὶ δὲ προῆλθεν εἰς

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe


Book 1, Ch. 4, se. 11, γρ. 3
378

Καλλιρόης διαφθείρας ἐνέβαλεν εἰς τὸν στενωπόν, ὑποκρινόμενος


μὲν τὸν λαθραίοις ἔργοις ἐπιχειρεῖν προαιρούμενον, πάντα δὲ μηχανώ-
μενος ἵνα μὴ λάθοι. κόμην εἶχε λιπαρὰν καὶ βοστρύχους μύρων
ἀποπνέοντας, ὀφθαλμοὺς ὑπογεγραμμένους, ἱμάτιον μαλακόν, ὑπόδημα
λεπτόν· δακτύλιοι βαρεῖς ὑπέστιλβον. εἶτα πολὺ περιβλεψάμενος
τῇ θύρᾳ προσῆλθε, κρούσας δὲ ἐλαφρῶς τὸ εἰωθὸς ἔδωκε σημεῖον.
ἡ δὲ θεράπαινα καὶ αὐτὴ περίφοβος ἠρέμα παρανοίξασα καὶ λαβομένη
τῆς χειρὸς εἰσήγαγε. ταῦτα θεασάμενος Χαιρέας οὐκέτι κατέσχεν
ἀλλὰ εἰσέδραμεν ἐπ' αὐτοφώρῳ τὸν μοιχὸν ἀναιρήσων. ὁ μὲν οὖν
παρὰ τὴν αὔλειον θύραν ὑποστὰς εὐθὺς ἐξῆλθεν, ἡ δὲ Καλλιρόη
ἐκάθητο ἐπὶ τῆς Κλίνης ζητοῦσα Χαιρέαν καὶ μηδὲ λύχνον ἅψασα
διὰ τὴν λύπην· ψόφου δὲ ποδῶν γενομένου πρώτη τοῦ ἀνδρὸς ᾔσθετο
τὴν ἀναπνοὴν καὶ χαίρουσα αὐτῷ προσέδραμεν. ὁ δὲ φωνὴν μὲν οὐκ  
ἔσχεν ὥστε λοιδορήσασθαι, κρατούμενος δὲ ὑπὸ τῆς ὀργῆς ἐλάκτισε
προσιοῦσαν. εὐστόχως οὖν ὁ ποὺς κατὰ τοῦ διαφράγματος ἐνεχθεὶς
ἐπέσχε τῆς παιδὸς τὴν ἀναπνοήν, ἐρριμμένην δὲ αὐτὴν αἱ θερα-
παινίδες βαστάσασαι κατέκλιναν ἐπὶ τὴν κοίτην.
 Καλλιρόη μὲν οὖν ἄφωνος καὶ ἄπνους ἐπέκειτο νεκρᾶς εἰκόνα πᾶσι
παρέχουσα, Φήμη δὲ ἄγγελος τοῦ πάθους καθ' ὅλην τὴν πόλιν διέτρε-
χεν, οἰμωγὴν ἐγείρουσα διὰ τῶν στενωπῶν ἄχρι τῆς θαλάττης· καὶ
πανταχόθεν ὁ θρῆνος ἠκούετο, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐῴκει πόλεως ἁλώσει.

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe


Book 1, Ch. 6, se. 2, γρ. 4

θάψωμεν Καλλιρόην ἔτι καλήν.”


 Οἱ μὲν οὖν δικασταὶ τὴν ἀπολύουσαν ψῆφον ἔθεσαν, Χαιρέας δὲ
οὐκ ἀπέλυεν ἑαυτόν, ἀλλὰ ἐπεθύμει θανάτου καὶ πάσας ὁδοὺς ἐμηχα-
νᾶτο τῆς τελευτῆς. Πολύχαρμος δὲ ὁρῶν ἄλλως ἀδύνατον ἑαυτῷ τὴν
σωτηρίαν “προδότα” φησὶ “τῆς νεκρᾶς, οὐδὲ θάψαι Καλλιρόην
περιμένεις; ἀλλοτρίαις χερσὶ τὸ σῶμα πιστεύεις; καιρός ἐστί σοι
νῦν ἐνταφίων ἐπιμελεῖσθαι πολυτελείας καὶ τὴν ἐκκομιδὴν κατασκευ-
άσαι βασιλικήν.” ἔπεισεν οὗτος ὁ λόγος· ἐνέβαλε γὰρ φιλοτιμίαν
καὶ φροντίδα. τίς ἂν οὖν ἀπαγγεῖλαι δύναιτο κατ' ἀξίαν τὴν ἐκκο-
μιδὴν ἐκείνην; κατέκειτο μὲν Καλλιρόη νυμφικὴν ἐσθῆτα περικειμένη
καὶ ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης μείζων τε καὶ κρείττων, ὥστε πάντες
εἴκαζον αὐτὴν Ἀριάδνῃ καθευδούσῃ. προῄεσαν δὲ τῆς Κλίνης
πρῶτοι μὲν οἱ Συρακοσίων ἱππεῖς αὐτοῖς ἵπποις κεκοσμημένοι· μετὰ
379

τούτους ὁπλῖται φέροντες σημεῖα τῶν Ἑρμοκράτους τροπαίων· εἶτα


ἡ βουλὴ καὶ ἐν μέσῳ ὁ δῆμος, πάντες Ἑρμοκράτην δορυφοροῦντες.
ἐφέρετο δὲ καὶ Ἀρίστων ἔτι νοσῶν, θυγατέρα καὶ κυρίαν Καλλιρόην
ἀποκαλῶν. ἐπὶ τούτοις αἱ γυναῖκες τῶν πολιτῶν μελανείμονες· εἶτα
πλοῦτος ἐνταφίων βασιλικός· πρῶτος μὲν ὁ τῆς φερνῆς χρυσός τε
καὶ ἄργυρος· ἐσθήτων κάλλος καὶ κόσμος (συνέπεμψε δὲ Ἑρμοκράτης
πολλὰ ἐκ τῶν λαφύρων)· συγγενῶν τε δωρεαὶ καὶ φίλων. τελευ-
ταῖος ἐπηκολούθησεν ὁ Χαιρέου πλοῦτος· ἐπεθύμει γάρ, εἰ δυνατὸν

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 1, Ch. 6, se. 3, γρ. 1

 Οἱ μὲν οὖν δικασταὶ τὴν ἀπολύουσαν ψῆφον ἔθεσαν, Χαιρέας δὲ


οὐκ ἀπέλυεν ἑαυτόν, ἀλλὰ ἐπεθύμει θανάτου καὶ πάσας ὁδοὺς ἐμηχα-
νᾶτο τῆς τελευτῆς. Πολύχαρμος δὲ ὁρῶν ἄλλως ἀδύνατον ἑαυτῷ τὴν
σωτηρίαν “προδότα” φησὶ “τῆς νεκρᾶς, οὐδὲ θάψαι Καλλιρόην
περιμένεις; ἀλλοτρίαις χερσὶ τὸ σῶμα πιστεύεις; καιρός ἐστί σοι
νῦν ἐνταφίων ἐπιμελεῖσθαι πολυτελείας καὶ τὴν ἐκκομιδὴν κατασκευ-
άσαι βασιλικήν.” ἔπεισεν οὗτος ὁ λόγος· ἐνέβαλε γὰρ φιλοτιμίαν
καὶ φροντίδα. τίς ἂν οὖν ἀπαγγεῖλαι δύναιτο κατ' ἀξίαν τὴν ἐκκο-
μιδὴν ἐκείνην; κατέκειτο μὲν Καλλιρόη νυμφικὴν ἐσθῆτα περικειμένη
καὶ ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης μείζων τε καὶ κρείττων, ὥστε πάντες
εἴκαζον αὐτὴν Ἀριάδνῃ καθευδούσῃ. προῄεσαν δὲ τῆς Κλίνης
πρῶτοι μὲν οἱ Συρακοσίων ἱππεῖς αὐτοῖς ἵπποις κεκοσμημένοι· μετὰ
τούτους ὁπλῖται φέροντες σημεῖα τῶν Ἑρμοκράτους τροπαίων· εἶτα
ἡ βουλὴ καὶ ἐν μέσῳ ὁ δῆμος, πάντες Ἑρμοκράτην δορυφοροῦντες.
ἐφέρετο δὲ καὶ Ἀρίστων ἔτι νοσῶν, θυγατέρα καὶ κυρίαν Καλλιρόην
ἀποκαλῶν. ἐπὶ τούτοις αἱ γυναῖκες τῶν πολιτῶν μελανείμονες· εἶτα
πλοῦτος ἐνταφίων βασιλικός· πρῶτος μὲν ὁ τῆς φερνῆς χρυσός τε
καὶ ἄργυρος· ἐσθήτων κάλλος καὶ κόσμος (συνέπεμψε δὲ Ἑρμοκράτης
πολλὰ ἐκ τῶν λαφύρων)· συγγενῶν τε δωρεαὶ καὶ φίλων. τελευ-
ταῖος ἐπηκολούθησεν ὁ Χαιρέου πλοῦτος· ἐπεθύμει γάρ, εἰ δυνατὸν
ἦν, πᾶσαν τὴν οὐσίαν συγκαταφλέξαι τῇ γυναικί. ἔφερον δὲ τὴν

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 1, Ch. 6, se. 5, γρ. 2

πρῶτοι μὲν οἱ Συρακοσίων ἱππεῖς αὐτοῖς ἵπποις κεκοσμημένοι· μετὰ


τούτους ὁπλῖται φέροντες σημεῖα τῶν Ἑρμοκράτους τροπαίων· εἶτα
ἡ βουλὴ καὶ ἐν μέσῳ ὁ δῆμος, πάντες Ἑρμοκράτην δορυφοροῦντες.
ἐφέρετο δὲ καὶ Ἀρίστων ἔτι νοσῶν, θυγατέρα καὶ κυρίαν Καλλιρόην
ἀποκαλῶν. ἐπὶ τούτοις αἱ γυναῖκες τῶν πολιτῶν μελανείμονες· εἶτα
πλοῦτος ἐνταφίων βασιλικός· πρῶτος μὲν ὁ τῆς φερνῆς χρυσός τε
380

καὶ ἄργυρος· ἐσθήτων κάλλος καὶ κόσμος (συνέπεμψε δὲ Ἑρμοκράτης


πολλὰ ἐκ τῶν λαφύρων)· συγγενῶν τε δωρεαὶ καὶ φίλων. τελευ-
ταῖος ἐπηκολούθησεν ὁ Χαιρέου πλοῦτος· ἐπεθύμει γάρ, εἰ δυνατὸν
ἦν, πᾶσαν τὴν οὐσίαν συγκαταφλέξαι τῇ γυναικί. ἔφερον δὲ τὴν
Κλίνην οἱ Συρακοσίων ἔφηβοι, καὶ ἐπηκολούθει τὸ πλῆθος. τούτων
δὲ θρηνούντων μάλιστα Χαιρέας ἠκούετο. ἦν δὲ τάφος μεγα-
λοπρεπὴς Ἑρμοκράτους πλησίον τῆς θαλάσσης, ὥστε καὶ τοῖς πόρ-
ρωθεν πλέουσι περίβλεπτος εἶναι· τοῦτον ὥσπερ θησαυρὸν ἐπλήρωσεν  
ἡ τῶν ἐνταφίων πολυτέλεια. τὸ δὲ δοκοῦν εἰς τιμὴν τῆς νεκρᾶς
γεγονέναι μειζόνων πραγμάτων ἐκίνησεν ἀρχήν.
 Θήρων γάρ τις ἦν, πανοῦργος ἄνθρωπος, ἐξ ἀδικίας πλέων τὴν
θάλασσαν καὶ λῃστὰς ἔχων ὑφορμοῦντας τοῖς λιμέσιν ὀνόματι πορ-
θμείου, πειρατήριον συγκροτῶν. οὗτος τῇ ἐκκομιδῇ παρατυχὼν ἐπω-
φθάλμισε τῷ χρυσῷ καὶ νύκτωρ κατακλινεὶς οὐκ ἐκοιμᾶτο λέγων πρὸς
ἑαυτὸν “ἀλλὰ ἐγὼ κινδυνεύω μαχόμενος τῇ θαλάσσῃ καὶ τοὺς

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 2, Ch. 8, se. 6, γρ. 2

μᾶλλον δὲ ἄπιστον κατώρθωκεν· ἄξιον δὲ ἀκοῦσαι τὸν τρόπον.


 Ἐπεβούλευσεν ἡ Τύχη τῇ σωφροσύνῃ τῆς γυναικός· ἐρωτικὴν γὰρ
ποιησόμενοι τὴν πρώτην σύνοδον τοῦ γάμου Χαιρέας καὶ Καλλιρόη,
παραπλησίαν ἔσχον ὁρμὴν πρὸς τὴν ἀπόλαυσιν ἀλλήλων, ἰσόρροπος
δὲ ἐπιθυμία τὴν συνουσίαν ἐποίησεν οὐκ ἀργήν. ὀλίγον οὖν πρὸ
τοῦ πτώματος ἡ γυνὴ συνέλαβεν. ἀλλὰ διὰ τοὺς κινδύνους καὶ τὴν
ταλαιπωρίαν τὴν ὕστερον οὐ ταχέως συνῆκεν ἐγκύμων γενομένη·
τρίτου δὲ μηνὸς ἀρχομένου, προέκοπτεν ἡ γαστήρ· ἐν δὲ τῷ λουτρῷ
συνῆκεν ἡ Πλαγγών, ὡς ἂν ἤδη πεῖραν ἔχουσα τῶν γυναικείων.
εὐθὺς μὲν οὖν ἐσίγησε διὰ τὸ πλῆθος τῶν θεραπαινίδων· περὶ δὲ
τὴν ἑσπέραν σχολῆς γενομένης, παρακαθίσασα ἐπὶ τῆς Κλίνης
“ἴσθι” φησίν, “ὦ τέκνον, ὅτι ἐγκύμων ὑπάρχεις.” ἀνέκλαυσεν ἡ
Καλλιρόη καὶ ὀλολύζουσα καὶ τίλλουσα τὴν κεφαλὴν “ἔτι καὶ
τοῦτό μου” φησὶ “ταῖς συμφοραῖς, ὦ Τύχη, προστέθεικας, ἵνα καὶ
τέκω δοῦλον.” τύπτουσα δὲ τὴν γαστέρα εἶπεν “ἄθλιον πρὸ τοῦ
γεννηθῆναι γέγονας ἐν τάφῳ, καὶ χερσὶ λῃστῶν παρεδόθης. εἰς
ποῖον παρέρχῃ βίον; ἐπὶ ποίαις ἐλπίσι μέλλω σε κυοφορεῖν,
ὀρφανὲ καὶ ἄπολι καὶ δοῦλε; πρὸ τῆς γενέσεως πειράθητι θανά-  
του.” κατέσχε δὲ αὐτῆς τὰς χεῖρας ἡ Πλαγγών, ἐπαγγειλαμένη
τῆς ὑστεραίας εὐκολωτέραν αὐτῇ ἔκτρωσιν παρασκευάσειν.
 Γενομένη δὲ καθ' ἑαυτὴν ἑκατέρα τῶν γυναικῶν ἰδίους

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 3, Ch. 7, se. 5, γρ. 5

ἐκεῖ δὲ πέδας σύροντες παχείας εἰργάζοντο τὰ Μιθριδάτου.


381

 Καλλιρόῃ δὲ ὄναρ ἐπέστη Χαιρέας δεδεμένος καὶ θέλων αὐτῇ


προσελθεῖν, ἀλλὰ μὴ δυνάμενος· ἀνεκώκυσε δὴ μέγα καὶ διωλύγιον
ἐν τοῖς ὕπνοις “Χαιρέα, δεῦρο.” τότε πρῶτον Διονύσιος ἤκουσε
τὸ ὄνομα Χαιρέου καὶ τῆς γυναικὸς συνταραχθείσης ἐπύθετο “τίς,
ὃν ἐκάλεις;” προύδωκε δὲ αὐτὴν τὰ δάκρυα καὶ τὴν λύπην οὐκ
ἐδυνήθη κατασχεῖν, ἀλλ' ἔδωκε παρρησίαν τῷ πάθει. “δυστυχὴς”
φησὶν “ἄνθρωπος, ἐμὸς ἀνὴρ ἐκ παρθενίας, οὐδὲ ἐν τοῖς ὀνείροις
εὐτυχής· εἶδον γὰρ αὐτὸν δεδεμένον. ἀλλὰ σὺ μέν, ἄθλιε, τέθνηκας
ζητῶν ἐμὲ (δηλοῖ γὰρ θάνατόν σου τὰ δεσμά), ἐγὼ δὲ ζῶ καὶ τρυφῶ,
κατάκειμαι δὲ ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης μετὰ ἀνδρὸς ἑτέρου. πλὴν οὐκ
εἰς μακρὰν ἀφίξομαι πρὸς σέ. εἰ καὶ ζῶντες ἀλλήλων οὐκ ἀπηλαύ-
σαμεν, ἀποθανόντες ἀλλήλους ἕξομεν.” τούτων τῶν λόγων ἀκούσας
ὁ Διονύσιος ποικίλας ἐλάμβανε γνώμας· ἥπτετο μὲν γὰρ αὐτοῦ
ζηλοτυπία διότι καὶ νεκρὸν ἐφίλει Χαιρέαν, ἥπτετο δὲ καὶ φόβος μὴ
ἑαυτὴν ἀποκτείνῃ· ἐθάρρει δὲ ὅμως ὅτι ὁ πρῶτος ἀνὴρ ἐδόκει τεθνη-
κέναι τῇ γυναικί· μὴ γὰρ ἀπολείψειν αὐτὴν Διονύσιον, οὐκ ὄντος
ἔτι Χαιρέου. παρεμυθεῖτο τοίνυν ὡς δυνατὸν μάλιστα τὴν γυναῖκα
καὶ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας παρεφύλαττε, μὴ ἄρα τι δεινὸν ἑαυτὴν
ἐργάσηται. περιέσπασε δὲ τὸ πένθος ἐλπὶς τοῦ τάχα ζῆν ἐκεῖνον
καὶ ψευδόνειρον αὐτὴν γεγονέναι· τὸ δὲ πλεῖον ἡ γαστήρ· ἑβδόμῳ

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 4, Ch. 1, se. 4, γρ. 3

αὐτὴν ἀπογνῶναι. θέλων οὖν ἐνδείξασθαι στοργὴν καὶ μεγαλοψυ-


χίαν ἔφη πρὸς αὐτὴν “ἀνάστηθι, ὦ γύναι, καὶ τάφον κατασκεύασον
τῷ ταλαιπώρῳ. τί τὰ μὲν ἀδύνατα σπεύδεις, ἀμελεῖς δὲ τῶν ἀναγ-
καίων; νόμιζε ἐφεστηκότα σοι λέγειν αὐτὸν
   ’θάπτε με, ὅττι τάχιστα πύλας Ἀΐδαο περήσω.’
καὶ γὰρ εἰ μὴ τὸ σῶμα εὕρηται τοῦ δυστυχοῦς, ἀλλὰ νόμος οὗτος
ἀρχαῖος Ἑλλήνων, ὥστε καὶ τοὺς ἀφανεῖς τάφοις κοσμεῖν.”
 Ἔπεισε ταχέως, τὸ γὰρ πρὸς ἡδονὴν εἶχεν ἡ συμβουλία.
φροντίδος οὖν ἐμπεσούσης ἐλώφησεν ἡ λύπη, καὶ διαναστᾶσα τῆς
Κλίνης κατεσκόπει χωρίον, ἐν ᾧ ποιήσει τὸν τάφον. ἤρεσε δὲ αὐτῇ
πλησίον τοῦ νεὼ τῆς Ἀφροδίτης, ὥστε καὶ τοὺς αὐτόθι ἔχειν ἔρωτος
ὑπόμνημα. Διονύσιος δὲ ἐφθόνησε Χαιρέᾳ τῆς γειτνιάσεως καὶ τὸν
τόπον τοῦτον ἐφύλαττεν ἑαυτῷ. θέλων οὖν ἅμα καὶ τριβὴν ἐγγε-
νέσθαι τῇ φροντίδι “βαδίζωμεν, ὦ γύναι” φησίν, “εἰς ἄστυ, κἀκεῖ
πρὸ τῆς πόλεως ὑψηλὸν καὶ ἀρίδηλον κατασκευάσωμεν τάφον,
   ὥς κεν τηλεφανὴς ἐκ ποντόφιν ἀνδράσιν εἴη.
καλοὶ δὲ Μιλησίων εἰσὶ λιμένες, εἰς οὓς καθορμίζονται καὶ Συρακό-
σιοι πολλάκις. οὔκουν οὐδὲ παρὰ τοῖς πολίταις ἀκλεᾶ τὴν φιλοτι-
μίαν ἕξεις.”
382

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 4, Ch. 1, se. 11, γρ. 2

τὴν Λευκώλενον καὶ Καλλίσφυρον ἐφαίνετο τὰς Ὁμήρου. οὐδεὶς


μὲν οὖν οὐδὲ τῶν ἄλλων τὴν μαρμαρυγὴν ὑπήνεγκε τοῦ κάλλους, ἀλλ'
οἱ μὲν ἀπεστράφησαν, ὡς ἀκτῖνος ἡλιακῆς ἐμπεσούσης, οἱ δὲ καὶ
προσεκύνησαν. ἔπαθόν τι καὶ παῖδες. Μιθριδάτης δέ, ὁ Καρίας
ὕπαρχος, ἀχανὴς κατέπεσεν, ὥσπερ τις ἐξ ἀπροσδοκήτου σφενδόνῃ
βληθείς, καὶ μόλις αὐτὸν οἱ θεραπευτῆρες ὑποβαστάζοντες ἔφερον.
ἐπόμπευε δ' εἴδωλον Χαιρέου πρὸς τὴν ἐν τῷ δακτυλίῳ σφραγῖδα
διατυπωθέν· καλλίστην δὲ οὖσαν τὴν εἰκόνα προσέβλεψεν οὐδεὶς
Καλλιρόης παρούσης, ἀλλ' ἐκείνη μόνη τοὺς ἁπάντων ἐδημαγώγησεν
ὀφθαλμούς. πῶς ἄν τις διηγήσηται κατ' ἀξίαν τὰ τελευταῖα τῆς πομπῆς;
ἐπεὶ γὰρ ἐγένοντο τοῦ τάφου πλησίον, οἱ μὲν κομίζοντες τὴν Κλίνην
ἔθηκαν, ἀναβᾶσα δὲ ἐπ' αὐτὴν ἡ Καλλιρόη Χαιρέᾳ περιεχύθη καὶ
καταφιλοῦσα τὴν εἰκόνα “σὺ μὲν ἔθαψας ἐμὲ πρῶτος ἐν Συρακού-
σαις, ἐγὼ δὲ ἐν Μιλήτῳ πάλιν σέ. μὴ γὰρ μεγάλα μόνον, ἀλλὰ
καὶ παράδοξα δυστυχοῦμεν· ἀλλήλους ἐθάψαμεν. οὐκ ἔχει δ' ἡμῶν
οὐδέτερος οὐδὲ τὸν νεκρόν. Τύχη βάσκανε, καὶ ἀποθανοῦσιν ἡμῖν
ἐφθόνησας κοινὴν γῆν ἐπιθέσθαι καὶ φυγάδας ἡμῶν ἐποίησας καὶ
τοὺς νεκρούς.” θρῆνον ἐξέρρηξε τὸ πλῆθος καὶ πάντες οὐχ ὅτι
τέθνηκε Χαιρέαν ἠλέουν, ἀλλ' ὅτι τοιαύτης γυναικὸς ἀφῄρητο.
 Καλλιρόη μὲν οὖν ἐν Μιλήτῳ Χαιρέαν ἔθαπτε,

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 5, Ch. 9, se. 1, γρ. 3

αὐτοὺς “οὐκ ἐπείγω” φησὶν “ὑμᾶς, ἀλλὰ συγχωρῶ παρασκευασα-


μένους ὑμᾶς ἐπὶ τὴν δίκην ἥκειν. δίδωμι δὲ πέντε ἡμερῶν διάστημα·
ἐν δὲ τῷ μεταξὺ Καλλιρόης ἐπιμελήσεται Στάτειρα ἡ ἐμὴ γυνή· οὐ
γάρ ἐστι δίκαιον μέλλουσαν αὐτὴν κρίνεσθαι περὶ ἀνδρός, μετὰ
ἀνδρὸς ἥκειν ἐπὶ τὴν κρίσιν.”
 Ἐξῄεσαν οὖν τοῦ δικαστηρίου οἱ μὲν ἄλλοι πάντες σκυθρωποί,
μόνος δὲ Μιθριδάτης γεγηθώς. λαβὼν δὲ τὰ δῶρα καὶ τὴν νύκτα
καταμείνας ἕωθεν εἰς Καρίαν ἐξώρμησε λαμπρότερος ἢ πρόσθεν.
 Τὴν δὲ Καλλιρόην εὐνοῦχοι παραλαβόντες ἤγαγον πρὸς τὴν
βασιλίδα, μηδὲν αὐτῇ προειπόντες· ὅταν γὰρ πέμψῃ βασιλεύς, οὐκ
ἀπαγγέλλεται. θεασαμένη δὲ αἰφνίδιον ἡ Στάτειρα τῆς Κλίνης
ἀνέθορε δόξασα Ἀφροδίτην ἐφεστάναι, καὶ γὰρ ἐξαιρέτως ἐτίμα τὴν
θεόν· ἡ δὲ προσεκύνησεν. ὁ δὲ εὐνοῦχος νοήσας τὴν ἔκπληξιν
αὐτῆς “Καλλιρόη” φησὶν “αὕτη ἐστί· πέπομφε δὲ αὐτὴν βασιλεύς,
ἵνα παρὰ σοὶ φυλάττηται μέχρι τῆς δίκης.” ἀσμένη τοῦτο ἤκουσεν  
383

ἡ Στάτειρα καὶ πᾶσαν ἀφεῖσα γυναικείαν φιλονεικίαν εὐνουστέρα τῇ


Καλλιρόῃ διὰ τὴν τιμὴν ἐγένετο· ἠγάλλετο γὰρ τῇ παρακαταθήκῃ.
λαβομένη δὲ τῆς χειρὸς αὐτῆς “θάρρει” φησίν, “ὦ γύναι, καὶ
παῦσαι δακρύουσα· χρηστός ἐστι βασιλεύς. ἕξεις ἄνδρα ὃν θέλεις·
ἐντιμότερον μετὰ τὴν κρίσιν γαμηθήσῃ. βάδιζε δὲ καὶ ἀναπαύου
νῦν, κέκμηκας γάρ, ὡς ὁρῶ, καὶ ἔτι τὴν ψυχὴν ἔχεις τεταραγμένην.”

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 8, Ch. 1, se. 14, γρ. 1

εἴληφε τὸν εὐμορφότατον ἄνδρα.” Καλλιρόης δὲ φανείσης οὐδεὶς


ἔτι Χαιρέαν ἐπῄνεσεν, ἀλλ' εἰς ἐκείνην πάντες ἀφεώρων, ὡς μόνην
οὖσαν. ἐβάδιζε δὲ σοβαρά, Χαιρέου καὶ Πολυχάρμου μέσην αὐτὴν
δορυφορούντων. ἄνθη καὶ στεφάνους ἐπέβαλλον αὐτοῖς, καὶ οἶνος
καὶ μύρα πρὸ τῶν ποδῶν ἐχεῖτο, καὶ πολέμου καὶ εἰρήνης ἦν ὁμοῦ
τὰ ἥδιστα, ἐπινίκια καὶ γάμοι.
 Χαιρέας δὲ εἴθιστο μὲν ἐν τριήρει καθεύδειν καὶ νυκτὸς καὶ μεθ'
ἡμέραν πολλὰ πράττων· τότε δὲ Πολυχάρμῳ πάντα ἐπιτρέψας,
αὐτὸς οὐδὲ νύκτα περιμείνας εἰσῆλθεν εἰς τὸν θάλαμον τὸν βασιλικόν·
καθ' ἑκάστην γὰρ πόλιν οἶκος ἐξαίρετος ἀποδέδεικται τῷ μεγάλῳ
βασιλεῖ. Κλίνη μὲν ἔκειτο χρυσήλατος, στρωμνὴ δὲ Τυρία πορφυρᾶ,
ὕφασμα Βαβυλώνιον. τίς ἂν φράσῃ τὴν νύκτα ἐκείνην πόσων
διηγημάτων μεστή, πόσων δὲ δακρύων ὁμοῦ καὶ φιλημάτων; πρώτη
μὲν ἤρξατο Καλλιρόη διηγεῖσθαι, πῶς ἀνέζησεν ἐν τῷ τάφῳ, πῶς
ὑπὸ Θήρωνος ἐξήχθη, πῶς ἔπλευσε, πῶς ἐπράθη. μέχρι τούτων
Χαιρέας ἀκούων ἔκλαεν· ἐπεὶ δὲ ἧκεν εἰς Μίλητον τῷ λόγῳ, Καλ-
λιρόη μὲν ἐσιώπησεν αἰδουμένη, Χαιρέας δὲ τῆς ἐμφύτου ζηλοτυπίας
ἀνεμνήσθη, παρηγόρησε δὲ αὐτὸν τὸ περὶ τοῦ τέκνου διήγημα. πρὶν
δὲ πάντα ἀκοῦσαι, “λέγε μοι” φησὶ “πῶς εἰς Ἄραδον ἦλθες καὶ  
ποῦ Διονύσιον καταλέλοιπας καὶ τί σοι πέπρακται πρὸς βασιλέα.”
ἡ δ' εὐθὺς ἀπώμνυτο μὴ ἑωρακέναι Διονύσιον μετὰ τὴν δίκην·

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 8, Ch. 2, se. 3, γρ. 2

δακρύων καὶ διηγημάτων, περιπλακέντες ἀλλήλοις


    ἀσπάσιοι λέκτροιο παλαιοῦ θεσμὸν ἵκοντο.
 Ἔτι δὲ νυκτὸς κατέπλευσέ τις Αἰγύπτιος οὐ τῶν ἀφανῶν, ἐκβὰς
δὲ τοῦ κέλητος μετὰ σπουδῆς ἐπυνθάνετο ποῦ Χαιρέας ἐστίν. ἀχθεὶς
οὖν πρὸς Πολύχαρμον ἑτέρῳ μὲν οὐδενὶ ἔφη τὸ ἀπόρρητον δύνασθαι
εἰπεῖν, ἐπείγειν δὲ τὴν χρείαν ὑπὲρ ἧς ἀφῖκται. καὶ ἐπὶ πολὺ μὲν
ἀνεβάλλετο Πολύχαρμος τὴν πρὸς Χαιρέαν εἴσοδον, ἐνοχλεῖν ἀκαίρως
οὐ θέλων· ἐπεὶ δὲ ὁ ἄνθρωπος κατήπειγε, παρανοίξας τοῦ θαλάμου
384

τὴν θύραν ἐμήνυσε τὴν σπουδήν. ὡς δὲ στρατηγὸς ἀγαθὸς Χαιρέας


“κάλει” φησί· “πόλεμος γὰρ ἀναβολὴν οὐ περιμένει.” εἰσαχθεὶς
δὲ ὁ Αἰγύπτιος, ἔτι σκότους ὄντος, τῇ κλίνῃ παραστὰς “ἴσθι” φησὶν
“ὅτι βασιλεὺς ὁ Περσῶν ἀνῄρηκε τὸν Αἰγύπτιον καὶ τὴν στρατιὰν
τὴν μὲν εἰς Αἴγυπτον πέπομφε καταστησομένην τὰ ἐκεῖ, τὴν δὲ
λοιπὴν ἄγει πᾶσαν ἐνθάδε καὶ ὅσον οὔπω πάρεστι· πεπυσμένος γὰρ
Ἄραδον ἑαλωκέναι λυπεῖται μὲν καὶ περὶ τοῦ πλούτου παντὸς ὃν
ἐνθάδε καταλέλοιπεν, ἀγωνιᾷ δὲ μάλιστα περὶ τῆς Στατείρας τῆς
γυναικός.”

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 8, Ch. 6, se. 7, γρ. 5

μίσθη, πᾶς ὁ λιμὴν ἀνθρώπων ἐνεπλήσθη· φύσει μὲν γὰρ ὄχλος


ἐστὶ περίεργόν τι χρῆμα, τότε δὲ καὶ πλείονας εἶχον αἰτίας τῆς
συνδρομῆς. βλέποντες δὲ εἰς τὴν σκηνὴν ἔνδον ἐνόμιζον οὐκ ἀν-
θρώπους ἀλλὰ φόρτον εἶναι πολυτελῆ, καὶ ἄλλος ἄλλο τι ἐμαν-
τεύετο, πάντα δὲ μᾶλλον ἢ τὸ ἀληθὲς εἴκαζον· καὶ γὰρ ἦν ἄπιστον
ὡς ἀληθῶς, ἤδη πεπεισμένων αὐτῶν ὅτι Χαιρέας τέθνηκε, ζῶντα
δόξαι καταπλεῖν καὶ μετὰ τοσαύτης πολυτελείας. οἱ μὲν οὖν Χαιρέου
γονεῖς οὐδὲ προῄεσαν ἐκ τῆς οἰκίας, Ἑρμοκράτης δὲ ἐπολιτεύετο μέν,
ἀλλὰ πενθῶν, καὶ τότε εἱστήκει μέν, λανθάνων δέ. πάντων δὲ
ἀπορούντων καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκτετακότων αἰφνίδιον εἱλκύσθη τὰ
παραπετάσματα, καὶ ὤφθη Καλλιρόη μὲν ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης
ἀνακειμένη, Τυρίαν ἀμπεχομένη πορφύραν, Χαιρέας δὲ αὐτῇ παρα-
καθήμενος, σχῆμα ἔχων στρατηγοῦ. οὔτε βροντή ποτε οὕτως ἐξέπληξε
τὰς ἀκοὰς οὔτε ἀστραπὴ τὰς ὄψεις τῶν ἰδόντων, οὔτε θησαυρὸν εὑρών
τις χρυσίου τοσοῦτον ἐξεβόησεν, ὡς τότε τὸ πλῆθος, ἀπροσδοκήτως
ἰδὸν θέαμα λόγου κρεῖττον. Ἑρμοκράτης δὲ ἀνεπήδησεν ἐπὶ τὴν  
σκηνὴν καὶ περιπτυξάμενος τὴν θυγατέρα εἶπε “ζῇς, τέκνον, ἢ καὶ
τοῦτο πεπλάνημαι;” “ζῶ, πάτερ, νῦν ἀληθῶς, ὅτι σε ζῶντα τεθέα-
μαι.” δάκρυα πᾶσιν ἐχεῖτο μετὰ χαρᾶς.

Χαρίτων , De Chaerea et Callirhoe Book 8, Ch. 6, se. 12, γρ. 4

καὶ συνευχαὶ πυκναὶ παρ' ἀμφοτέρων πρὸς ἀλλήλους. ἧκε δὲ μεταξὺ


φερόμενος καὶ ὁ Χαιρέου πατήρ, λιποψυχῶν ἐκ τῆς παραδόξου
χαρᾶς. ἐπεκυλίοντο δὲ ἀλλήλοις συνέφηβοι καὶ συγγυμνασταί,
Χαιρέαν ἀσπάσασθαι θέλοντες, Καλλιρόην δὲ αἱ γυναῖκες. ἔδοξε δὲ
ἔτι καὶ αὐταῖς Καλλιρόην καλλίω γεγονέναι, ὥστε ἀληθῶς εἶπες
ἂν αὐτὴν ὁρᾶν τὴν Ἀφροδίτην ἀναδυομένην ἐκ τῆς θαλάσσης.
προσελθὼν δὲ Χαιρέας τῷ Ἑρμοκράτει καὶ τῷ πατρὶ “παραλάβετε”  
385

ἔφη “τὸν πλοῦτον τοῦ μεγάλου βασιλέως.” καὶ εὐθὺς ἐκέλευσεν


ἐκκομίζεσθαι ἄργυρόν τε καὶ χρυσὸν ἀναρίθμητον, εἶτα ἐλέφαντα καὶ
ἤλεκτρον καὶ ἐσθῆτα καὶ πᾶσαν ὕλης τέχνης τε πολυτέλειαν ἐπέδειξε
Συρακοσίοις καὶ Κλίνην καὶ τράπεζαν τοῦ μεγάλου βασιλέως, ὥστε
ἐνεπλήσθη πᾶσα ἡ πόλις, οὐχ ὡς πρότερον ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ
Σικελικοῦ πενίας Ἀττικῆς, ἀλλά, τὸ καινότατον, ἐν εἰρήνῃ λαφύρων
Μηδικῶν.

Κλήμης Αλεξανδρινός. Paedagogus (0555: 002)


“Clément d'Alexandrie. Le pédagogue, 3 vols.”, Ed. Marrou, H.–I., Harl,
M., Mondésert, C., Matray, [Link]: Cerf, 1:1960; 2:1965; 3:1970;
Sources chrétiennes 70, 108, [Link] 2, Ch. 2, subCh. 30, se. 3, γρ. 7

Θάσιός τε γὰρ ὁ εὐώδης καὶ ὁ εὔπνους Λέσβιος καὶ


Κρής τις γλυκὺς καὶ Συρακούσσιος ἡδὺς καὶ Μενδήσιός τις Αἰγύπτιος
καὶ ὁ νησιώτης Νάξιος καὶ ἀνθοσμίας τις ἄλλος τῆς Ἰταλῶν γῆς,
πολλὰ ταῦτα ὀνόματα· σώφρονι συμπότῃ οἶνος εἷς, ἑνὸς γεώργιον
θεοῦ. Τί γὰρ οὐκ ἀπόχρη ὁ ἐπιχώριος ἀποπληρῶσαι τὴν ἐπιθυμίαν;
Εἰ μή τι καὶ τὸ ὕδωρ ἐποίσονται, ὡς οἱ βασιλεῖς οἱ ἀνόητοι [Χόασπις
ποταμὸς οὕτω λεγόμενος τῆς Ἰνδικῆς, οὗ κάλλιστον ὕδωρ εἰς πόσιν]
τὸ Χοάσπειον, καθάπερ καὶ τοὺς φίλους, οὕτω δὲ καὶ τὸ ὕδωρ
ἐπαγόμενοι. Ταλανίζει τοὺς πλουσίους εἰς τρυφὴν κἀνταῦθα τὸ ἅγιον
πνεῦμα διὰ τοῦ Ἀμὼς ἐκφωνῆσαν· «Οἱ πίνοντες τὸν διυλισμένον
οἶνον καὶ ἐπὶ Κλίνης ἐλεφαντίνης», φησί, «κατακείμενοι», καὶ ὅσα
τούτοις ἀκόλουθα ἐν ὀνείδους ἐπήγαγεν μέρει.
      
 Προνοητέον δὲ μάλιστα τῆς εὐσχημοσύνης – καὶ τὴν Ἀθηνᾶν
φησιν ὁ μῦθος, ἥτις ποτὲ ἦν, προμηθουμένην αὑτῆς τῶν αὐλῶν
ἀπορρῖψαι τὸ ἐπιτερπὲς διὰ τὸ ἀπρεπὲς τῆς ὄψεως – , ὡς ἀδιαστρόφῳ  
τῷ προσώπῳ πιεῖν, μὴ ἄδην σπάσαντας μηδὲ πρὸ πόσεως τοὺς
ὀφθαλμοὺς ἀσχημονεῖν ἀναγκάζοντας, ἀμυστὶ ἕλκοντας ὑπὸ ἀκρασίας,
μηδὲ περιχεῖν τὸ γένειον ἢ τὴν ἐσθῆτα καταβρέχειν, ἀθρόου τοῦ
ποτοῦ ἐπεισχεομένου, μονονουχὶ ἐμπλύνοντας ἐναποκλυζόμενον
ταῖς φιάλαις τὸ πρόσωπον τὸ αὑτῶν. Καὶ γὰρ ὁ κελαρυσμὸς ῥαγδαίου
386

Κλήμης Αλεξανδρινός. Paedagogus


Book 2, Ch. 3, subCh. 37, se. 3, γρ. 5

τοὺς τοῦ ὁμοίου θεωρητικούς; ὧν μέτρον ἡ χρεία, μὴ ἡ πολυτέλεια


γινέσθω. Τί γάρ; εἰπέ μοι· τὸ μαχαίριον τὸ ἐπιτραπέζιον, ἢν μὴ
ἀργυρόηλον ᾖ ἢ ἐξ ἐλέφαντος πεποιημένον τὴν λαβήν, οὐ τέμνει;
Ἢ ἐπὶ τὴν μοῖραν τοῦ κρέως Ἰνδικὸν σίδηρον χαλκευτέον, καθάπερ
συμμαχικόν τι παρακαλοῦντας; Τί δέ; Εἰ κεραμεοῦν εἴη τὸ χερνίβιον,
οὐ δέξεται τὸ ἀπόνιμμα τῆς χειρός; οὐδὲ ὁ ποδονιπτὴρ τὸ ἀπόνιμμα
τοῦ ποδός; Ἀναξιοπαθήσει δὲ ἄρα καὶ ἡ τράπεζα ἡ ἐξ ἐλέφαντος  
τοὺς πόδας ἐσκευασμένη ὀβολιαῖον ἄρτον βαστάσασα, οὐδὲ μὴν
ὁ λύχνος διακονήσει τὸ φῶς, ὅτι κεραμέως, οὐ χρυσοχόου ἔργον
ἐστίν. Ἐγὼ δέ φημι καὶ τοῦ σκίμποδος οὐδὲν κακίω παρεχομένου
κατάκλισιν τῆς ἐλεφαντίνης Κλίνης, τῆς δὲ σισύρας ἱκανωτάτης
οὔσης ὑπεστρῶσθαι, ὥστε μὴ δεῖσθαι πορφυρίδων ἢ φοινικίδων,
κατεγνῶσθαι ὅμως τῆς εὐτελείας δι' ἀβελτερίαν ἀρχεκάκου τρυφῆς.
 Τίς ἡ τοσαύτη πλάνη, τίς ἡ δοξοκαλία, ὁρᾶτε. Ὁ κύριος τρυβλίῳ
ἐπωψᾶτο εὐτελεῖ καὶ κατέκλινεν τοὺς μαθητὰς ἐπὶ τῆς πόας χαμαὶ
καὶ τοὺς πόδας ἔνιπτεν αὐτῶν σαβάνῳ περιζωσάμενος, ὁ ἄτυφος
θεὸς καὶ κύριος τῶν ὅλων, οὐκ ἀργυροῦν δὴ ποδονιπτῆρα περιφέρων
ἀπ' οὐρανοῦ. Καὶ τὴν Σαμαρῖτιν ᾔτει πιεῖν σκεύει κεραμεῷ τοῦ
φρέατος ἀνιμῶσαν, οὐκ ἐπιζητῶν τὸ βασιλικὸν χρυσίον, σβεννύναι
δὲ τὸ δίψος εὐκόλως διδάσκων· σκοπὸν γὰρ τὴν χρείαν ἐτίθετο,
οὐ τὴν ἀπειραγαθίαν. Ἤσθιεν δὲ καὶ ἔπινεν παρὰ τὰς εὐωχίας,

Κλήμης Αλεξανδρινός. Paedagogus Book 2, Ch. 9, subCh. 78, se. 2,


γρ. 2

ζουσιν. Ἔτι γε μὴν οἱ ἀργυρόποδες σκίμποδες πολλῆς ἀλαζονείας


εἰσὶν κατήγοροι, καὶ ὁ ἐν τοῖς κλινιδίοις «ἐλέφας ἀπολελοιπότος
ψυχὴν σώματος οὐκ εὐαγὲς» ἁγίοις ἀνθρώποις ἀναπαύσεως
τέχνασμα βλακικόν.
 Οὐ σπουδαστέον ἄρα περὶ αὐτά. Οὐ γὰρ ἀπείρηται τοῖς κεκτη-
μένοις ἡ χρῆσις, ἀλλ' ἡ περὶ αὐτὰ ἐπιτήδευσις κεκώλυται· οὐ γὰρ
ἐν τούτοις τὸ εὔδαιμον. Πάλιν τε αὖ κενοδοξίας ἐστὶ κυνικῆς καθάπερ
τὸν Διομήδη ἐπιτηδεύειν εὕδειν,
     ὑπὸ δ' ἔστρωται ῥινὸν βοὸς ἀγραύλοιο,
πλὴν εἰ μὴ ἄρα ἡ περίστασις ἀναγκάζοι. Ὁ δὲ Ὀδυσσεὺς τῆς νυμφι-
δίου Κλίνης τὸ σκάζον λίθῳ ἐπανωρθοῦτο. Τοσαύτη τις εὐτέλεια
καὶ αὐτουργία οὐ παρὰ τοῖς ἰδιώταις μόνον, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς
ἡγουμένοις τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων ἠσκεῖτο. Καὶ τί μοι τούτων
387

λόγος; Ὁ Ἰακὼβ ἐκάθευδεν χαμαὶ καὶ λίθος αὐτῷ προσκεφάλαιον


ἦν· τότε καὶ τὴν ὄψιν τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον ἰδεῖν κατηξίωται. Ἡμῖν
δὲ χρηστέον ἀκολούθως τῷ λόγῳ ἀφελεῖ τῇ εὐνῇ καὶ λιτῇ σύμμετρον
ἐχούσῃ τὸ παρηγοροῦν, εἰ θέρος εἴη, τὸ σκέπον, εἰ κρύος εἴη, τὸ
θάλπον. Ἡ Κλίνη δὲ ἀπερίεργος ἔστω καὶ λείους ἐχέτω τοὺς πόδας·
αἱ γὰρ περίεργοι τορνεύσεις τῶν ἑρπηστικῶν ἔσθ' ὅτε γίγνονται
τρίβοι ζῴων, περὶ τὰς ἐντομὰς τῆς τέχνης περιελισσομένων αὐτῶν
καὶ μὴ ἀπολισθανόντων. Μάλιστα δὲ τῆς κοίτης τὸ μαλθακὸν

Κλήμης Αλεξανδρινός. Paedagogus


Book 2, Ch. 10, subCh. 99, se. 3, γρ. 4

     Μοιχεῖαι παρὰ σοί τε καὶ ἀνδρῶν μῖξις ἄθεσμος


     θηλυγενὴς ἄδικός τε, κακὴ πόλι, πάντ' ἀκάθαρτε·
ἔμπαλιν δὲ ἄγαται τοὺς σώφρονας·
     οὔτε ἐπ' ἀλλοτρίᾳ κοίτῃ πόθον αἰσχρὸν ἔχοντας
     οὐδὲ ἐπ' ἄρρενος ὕβριν ἀπεχθέα τε στυγερήν τε
ὁρμωμένους, ὅτι παρὰ φύσιν· ταύτας ἡγοῦνται οἱ πολλοὶ τρυφάς,
τὰς ἑαυτῶν ἁμαρτίας, οἱ δὲ τούτων ἐπιεικέστεροι γνωρίζουσι μὲν
οὔσας αὐτὰς ἁμαρτίας, ἡττῶνται δὲ τῶν ἡδονῶν. Καὶ τὸ σκότος
αὐτοῖς ἐστι προκάλυμμα τῶν παθῶν· μοιχεύει γὰρ τὸν ἑαυτοῦ
γάμον ὁ ἑταιριζόμενος αὐτόν, καὶ οὐκ ἀκούει τοῦ παιδαγωγοῦ
βοῶντος· «Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀναβαίνων ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐτοῦ, ὁ
λέγων ἐν τῇ ψυχῇ· Τίς με ὁρᾷ; Σκότος κύκλῳ μου, καὶ οἱ τοῖχοι
σκέπη μου, καὶ οὐδεὶς βλέπει τὰς ἁμαρτίας μου· τί εὐλαβοῦμαι;
Μὴ μνησθήσεται ὁ ὕψιστος.» Ταλάντατος μὲν οὗτος, ὀφθαλμοὺς
ἀνθρώπων δεδιὼς μόνους, λήσειν δὲ τὸν θεὸν ὑπονοῶν. «Οὐ γὰρ
γινώσκει», φησὶν ἡ γραφή, «ὅτι ὀφθαλμοὶ κυρίου ὑψίστου μυριο-
πλασίως ἡλίου φωτεινότεροί εἰσιν, οἳ ἐπιβλέπουσι πάσας ὁδοὺς
ἀνθρώπων καὶ κατανοοῦσιν εἰς ἀπόκρυφα μέρη.» Ταύτῃ τε πάλιν
ὁ παιδαγωγὸς αὐτοῖς ἀπειλεῖ διὰ Ἡσαΐου λέγων·

Κλήμης Αλεξανδρινός. Paedagogus Book 3, Ch. 11, subCh. 70, se. 3,


γρ. 3

τοῦτο, «εἰ σκανδαλίζει σε ὁ ὀφθαλμός σου, ἔκκοψον αὐ-


τόν» λέγων, ἐκ βάθρων ἀνασπῶν τὴν ἐπιθυμίαν· κλαδαραὶ
δὲ ὄψεις καὶ τὸ ἐνιλλώπτειν, ὃ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν βλεφα-
ρίζειν ἐστίν, οὐδὲν ἀλλ' ἢ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν μοιχεύειν
ἐστὶν ἀκροβολιζομένης τῆς ἐπιθυμίας δι' αὐτῶν. Πρὸ
388

γὰρ τοῦ παντὸς σώματος διαφθείρονται οἱ ὀφθαλμοί.


»Θεωρῶν δὲ καλὰ ὀφθαλμὸς εὐφραίνει καρδίαν», του-
τέστι καλῶς μαθὼν θεωρεῖν εὐφραίνει, «ἐννεύων δὲ
ὀφθαλμὸν μετὰ δόλου συνάγει ἀνδράσι λύπας.» Τοιοῦτόν
που τὸν θηλυδρίαν Σαρδανάπαλλον, τῶν Ἀσσυρίων τὸν
βασιλέα, ἐπὶ κλίνῃ ἀναβάδην ἑζόμενον εἰσάγουσι πορφύραν
ξαίνοντα καὶ τὰ λευκὰ τῶν ὀφθαλμῶν ἐπαναβάλλοντα.
Αἱ ταῦτα ἐπιτηδεύουσαι γυναῖκες ἰδίαις ὄψεσι προαγω-
γεύουσιν αὑτάς· «Λύχνος γὰρ τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλ-  
μός», φησὶν ἡ γραφή, δι' οὗ καταφαίνεται τὰ ἔνδον
φωτὶ τῷ φαινομένῳ καταυγαζόμενα. «Πορνεία δὲ γυναικὸς
ἐν μετεωρισμῷ ὀφθαλμῶν.»

Κλήμης Αλεξανδρινός. Stromata (0555: 004)“Clemens Alexandrinus,


vols. 2, 3rd edn. and 3, 2nd edn.”, Ed. Stählin, O., Früchtel, L., Treu,
[Link]: Akademie–Verlag, 2:1960; 3:1970; Die griechischen
christlichen Schriftsteller 52(15), [Link] 1, Ch. 3, se. 23, subse. 2, γρ.
2

γαργαλίζοντες οὐκ ἀνδρικῶς, ἐμοὶ δοκεῖν, τὰς ἀκοὰς τῶν κνήσασθαι


γλιχομένων, ποταμὸς ἀτεχνῶς ῥημάτων, νοῦ δὲ σταλαγμός. ἀμέλει
καὶ καθάπερ τῶν παλαιῶν ὑποδημάτων τὰ μὲν ἄλλα αὐτοῖς ἀσθενεῖ
καὶ διαρρεῖ, μόνη δὲ ἡ γλῶσσα ὑπολείπεται. παγκάλως ὁ Ἀθηναῖος
ἀποτείνεται καὶ γράφει Σόλων·
  εἰς γὰρ γλῶσσαν ὁρᾶτε καὶ εἰς ἔπη αἱμύλου ἀνδρός·
  ὑμῶν δὲ εἷς μὲν ἕκαστος ἀλώπεκος ἴχνεσι βαίνει,
  σύμπασιν δὲ ὑμῖν χαῦνος ἔνεστι νόος.
τοῦτό που αἰνίσσεται ἡ σωτήριος ἐκείνη φωνή· «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς
ἔχουσιν, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ·»
μόνῳ γάρ, οἶμαι, τῷ πιστεύοντι, διακεκριμένῳ τέλεον τῶν ἄλλων
τῶν πρὸς τῆς γραφῆς θηρίων εἰρημένων, ἐπαναπαύεται τὸ κεφάλαιον
τῶν ὄντων, ὁ χρηστὸς καὶ ἥμερος λόγος, «ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς
ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν· κύριος γὰρ μόνος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς
τῶν σοφῶν, ὅτι εἰσὶ μάταιοι,» σοφοὺς δή που τοὺς σοφιστὰς τοὺς
περὶ τὰς λέξεις καὶ τὰς τέχνας περιττοὺς καλούσης τῆς γραφῆς.
ὅθεν οἱ Ἕλληνες καὶ αὐτοὶ τοὺς περὶ ὁτιοῦν πολυπράγμονας σοφοὺς
ἅμα καὶ σοφιστὰς παρωνύμως κεκλήκασι.

Κλήμης Αλεξανδρινός. Stromata Book 1, Ch. 16, se. 76, subse. 7, γρ. 2
389

δὲ Νωρικὸν καλοῦνται) κατειργάσαντο χαλκὸν καὶ σίδηρον ἐκάθηραν


πρῶτοι. Ἄμυκός τε ὁ Βεβρύκων βασιλεὺς ἱμάντας πυκτικοὺς πρῶτος
εὗρεν. περί τε μουσικὴν Ὄλυμπος ὁ Μυσὸς τὴν Λύδιον ἁρμονίαν
ἐφιλοτέχνησεν· οἵ τε Τρωγλοδύται καλούμενοι σαμβύκην εὗρον, ὄρ-
γανον μουσικόν. φασὶ δὲ καὶ τὴν πλαγίαν σύριγγα Σάτυρον εὑρεῖν
τὸν Φρύγα· τρίχορδον δὲ ὁμοίως καὶ τὴν διάτονον ἁρμονίαν Ἄγνιν  
τὸν καὶ αὐτὸν Φρύγα· κρούματα δὲ Ὄλυμπον ὁμοίως τὸν Φρύγα,
καθάπερ Φρύγιον ἁρμονίαν καὶ μιξοφρύγιον καὶ μιξολύδιον Μαρσύαν,
τῆς αὐτῆς ὄντα τοῖς προειρημένοις χώρας, καὶ τὴν Δώριον Θάμυριν
ἐπινοῆσαι τὸν Θρᾷκα. Πέρσας τε πρώτους ἀκηκόαμεν ἀπήνην καὶ
Κλίνην καὶ ὑποπόδιον ἐργάσασθαι τούς τε Σιδονίους τρίκροτον
ναῦν κατασκευάσαι. Σικελοί τε οἱ πρὸς τῇ Ἰταλίᾳ πρῶτοι φόρμιγγα
εὗρον οὐ πολὺ τῆς κιθάρας λειπομένην καὶ κρόταλα ἐπενόησαν. ἐπί
τεΣεμιράμεως βασιλέως Αἰγυπτίων τὰ βύσσινα ἱμάτια εὑρῆσθαι
ἱστοροῦσιν. καὶ πρώτην ἐπιστολὰς συντάξαι Ἄτοσσαν τὴν Περσῶν
βασιλεύσασάν φησιν Ἑλλάνικος. Σκάμων μὲν οὖν ὁ Μιτυληναῖος καὶ
Θεόφραστος ὁ Ἐρέσιος Κύδιππός τε ὁ Μαντινεύς, ἔτι τε Ἀντιφάνης
καὶ Ἀριστόδημος καὶ Ἀριστοτέλης, πρὸς τούτοις δὲ Φιλοστέφανος,
ἀλλὰ καὶ Στράτων ὁ Περιπατητικὸς ἐν τοῖς Περὶ εὑρημάτων ταῦτα
ἱστόρησαν. παρεθέμην δὲ αὐτῶν ὀλίγα εἰς σύστασιν τῆς παρὰ βαρ-
βάροις εὑρετικῆς καὶ βιωφελοῦς φύσεως,

Κλήμης Αλεξανδρινός. Stromata Book 2, Ch. 5, se. 24, subse. 5, γρ. 3

γὰρ ἄτοπον, τοὺς μὲν Πυθαγόρου τοῦ Σαμίου ζηλωτὰς τῶν ζητου-
μένων τὰς ἀποδείξεις παραιτουμένους τὸ «αὐτὸς ἔφα» πίστιν ἡγεῖ-
σθαι καὶ ταύτῃ ἀρκεῖσθαι μόνῃ τῇ φωνῇ πρὸς τὴν βεβαίωσιν ὧν
ἀκηκόασι, «τοὺς δὲ τῆς ἀληθείας φιλοθεάμονας», ἀπιστεῖν ἐπιχειροῦντας

ἀξιοπίστῳ διδασκάλῳ, τῷ μόνῳ σωτῆρι θεῷ, βασάνους τῶν λεγο-


μένων ἀπαιτεῖν παρ' αὐτοῦ. ὃ δὲ «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω»
λέγει. καὶ τίς οὗτος; Ἐπίχαρμος εἰπάτω·
  νοῦς ὁρῇ καὶ νοῦς ἀκούει, τἄλλα κωφὰ καὶ τυφλά.
»ἀπίστους» εἶναί τινας ἐπιστύφων Ἡράκλειτός φησιν, «ἀκοῦσαι οὐκ
ἐπιστάμενοι οὐδ' εἰπεῖν,» ὠφεληθεὶς δήπουθεν παρὰ Σολομῶντος,
»ἐὰν ἀγαπήσῃς ἀκούειν, ἐκδέξῃ, καὶ ἐὰν κλίνῃς τὸ οὖς σου, σοφὸς ἔσῃ.»
 »Κύριε, τίς ἐπίστευσεν τῇ ἀκοῇ ἡμῶν;» Ἡσαΐας φησίν. «ἡ
μὲν γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος θεοῦ,» φησὶν ὁ
ἀπόστολος. «πῶς οὖν ἐπικαλέσονται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ
πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος;
πῶς δὲ κηρύξωσιν, ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσι; καθὼς γέγραπται·
390

Επίκτητος. Dissertationes ab Arriano digestae


Book 4, Ch. 4, se. 33, γρ. 5

πολλοὺς ἐπιστάτας, πολλοὺς θεατάς. { – } Ἀλλ' ἐγὼ ἤθε-


λον ἐφ' ἡσυχίας διάγειν. { – } Οἴμωζε τοίνυν καὶ στένε,
ὥσπερ ἄξιος εἶ. τίς γὰρ ἄλλη μείζων ταύτης ζημία τῷ
ἀπαιδεύτῳ καὶ ἀπειθοῦντι τοῖς θείοις διατάγμασιν ἢ τὸ
λυπεῖσθαι, τὸ πενθεῖν, τὸ φθονεῖν, ἁπλῶς τὸ ἀτυχεῖν
καὶ δυστυχεῖν; τούτων οὐ θέλεις ἀπαλλάξαι σεαυτόν;
 Καὶ πῶς ἀπαλλάξω; { – } Οὐ πολλάκις ἤκουσας, ὅτι
ὄρεξιν ἆραί σε δεῖ παντελῶς, τὴν ἔκκλισιν ἐπὶ
μόνα τρέψαι τὰ προαιρετικά, ἀφεῖναί σε δεῖ πάντα,
τὸ σῶμα, τὴν κτῆσιν, τὴν φήμην, τὰ βιβλία, θόρυβον,
ἀρχάς, ἀναρχίαν; ὅπου γὰρ ἂν κλίνῃς, ἐδούλευσας,  
ὑπετάγης, κωλυτὸς ἐγένου, ἀναγκαστός, ὅλος ἐπ' ἄλλοις.
ἀλλὰ τὸ Κλεάνθους πρόχειρον

Επίκτητος. Gnomologium Epicteteum (e Stobaei libris 3–4) (0557:


005)“Epicteti dissertationes ab Arriano digestae”, Ed. Schenkl, H.
Leipzig: Teubner, 1916, Repr. [Link] 13, γρ. 2

πλουτοῦντα σωφρονεῖν ἢ σωφρονοῦντα πλουτεῖν.


 Ὥσπερ, εἰ ἐν νηὶ ἐσπάρης ἢ ἐτέχθης, οὐκ ἂν ἔσπευ-
δες αὐτῆς κυβερνήτης ὑπάρχειν, ........ οὔτε γὰρ ἐκεῖ σοι φύσει
ἡ ναῦς συνέσται οὔτε ἐνταῦθα ὁ πλοῦτος, ἀλλὰ πάντῃ ὁ λόγος.
ὅπερ οὖν σοι φυσικὸν καὶ συγγενές, ὁ λόγος, τοῦτο καὶ οἰκεῖον
ἡγησάμενος τούτου ἐπιμελοῦ.
 Ἐν Πέρσαις μὲν γεννηθεὶς οὐκ ἂν ἔσπευδες οἰ-
κεῖν τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ' αὐτόθι διάγων εὐτυχεῖν· ἐν πενίᾳ δὲ
γεννηθείς, τί σπεύδεις πλουτεῖν, ἀλλ' οὐκ αὐτόθι μένων εὐτυχεῖν;
 Ὥσπερ ἐπὶ σμικροῦ σκίμποδος θλιβόμενον ὑγιαί-
νειν ἄμεινον ἢ ἐπὶ πλατείας Κλίνης κυλινδούμενον νοσεῖν, οὕτω
καὶ ἐν μικρᾷ περιουσίᾳ βέλτιον συστελλόμενον εὐθυμεῖν ἢ ἐν
μεγάλῃ τυγχάνοντα δυσθυμεῖν.  
 Οὐ πενία λύπην ἐργάζεται, ἀλλὰ ἐπιθυμία· οὐδὲ
πλοῦτος φόβου ἀπαλλάττει, ἀλλὰ λογισμός. κτησάμενος τοιγαροῦν
τὸν λογισμὸν οὔτε πλούτου ἐπιθυμήσεις οὔτε πενίαν μέμψῃ.
 Οὔτε ἵππος ἐπὶ φάτνῃ καὶ φαλάροις καὶ τάπησιν
οὔτε ὄρνις ἐπὶ βρώμῃ καὶ καλιᾷ ὑψοῦται καὶ γαυριᾷ, ἀλλ' ἄμφω
391

ἐπὶ ὠκύτητι, ὁ μὲν ποδῶν, ὁ δὲ πτερῶν. καὶ σὺ τοιγαροῦν μὴ


ἐπὶ τροφῇ καὶ σκέπῃ καὶ ἁπλῶς τῇ ἔξωθεν περιουσίᾳ μέγα
ὀγκύλλου, ἀλλ' ἐπὶ χρηστότητι καὶ εὐποιίᾳ.

Longus Scr. Erot., Daphnis et Chloe Book 4, Ch. 32, se. 2, γρ. 4

         Ὤμοσεν ἄν τις καὶ ἄνευ τῶν γνωρισμάτων ὅτι


τοιαύτης κόρης οὐκ ἦν Δρύας πατήρ. Ὅμως μέντοι παρῆν
καὶ αὐτὸς καὶ συνειστιᾶτο μετὰ τῆς Νάπης, συμπότας
ἔχων ἐπὶ Κλίνης ἰδίας τὸν Λάμωνα καὶ τὴν Μυρτάλην.
Πάλιν οὖν ταῖς ἑξῆς ἡμέραις ἐθύετο ἱερεῖα καὶ κρατῆ-
ρες ἵσταντο καὶ ἀνετίθει καὶ Χλόη τὰ ἑαυτῆς, τὴν σύριγγα,
τὴν πήραν, τὸ δέρμα, τοὺς γαυλούς· ἐκέρασε δὲ καὶ τὴν
πηγὴν οἴνῳ τὴν ἐν τῷ ἄντρῳ, ὅτι καὶ ἐτράφη παρ' αὐτῇ,
καὶ ἐλούσατο πολλάκις ἐν αὐτῇ·
         ἐστεφάνωσε καὶ τὸν
τάφον τῆς ὄϊος, δείξαντος Δρύαντος, καὶ ἐσύρισέ τι καὶ
αὐτὴ τῇ ποίμνῃ, καὶ συρίσασα ταῖς θεαῖς ηὔξατο τοὺς
ἐκθέντας εὑρεῖν ἀξίους τῶν Δάφνιδος γάμων.
      

Marcus Aurelius Antoninus Imperator Phil., Τὰ εἰς ἑαυτόν (0562: 001)


“The meditations of the emperor Marcus Aurelius, vol. 1”, Ed.
Farquharson, [Link]: Clarendon Press, 1944, Repr. 1968.
Book 10, Ch. 13, se. 1, γρ. 4

συνορᾷς, εὐμενῶς, ἀμεταστρεπτὶ ταύτῃ χωρεῖν· ἐὰν δὲ μὴ συνορᾷς,


ἐπέχειν καὶ συμβούλοις τοῖς ἀρίστοις χρῆσθαι· ἐὰν δὲ ἕτερά τινα
πρὸς ταῦτα ἀντιβαίνῃ, προιέναι κατὰ τὰς παρούσας ἀφορμὰς
λελογισμένως, ἐχόμενον τοῦ φαινομένου δικαίου; ἄριστον γὰρ κατα-
τυγχάνειν τούτου, ἐπεί τοι ἥ γε ἀπόπτωσις ἀπὸ τούτου ἐστίν.
σχολαῖόν τι καὶ ἅμα εὐκίνητόν ἐστι καὶ φαιδρὸν ἅμα καὶ συνεστηκὸς
ὁ τῷ λόγῳ κατὰ πᾶν ἑπόμενος.
 Πυνθάνεσθαι ἑαυτοῦ εὐθὺς ἐξ ὕπνου γενόμενον· μήτι διοίσει σοι,
ἐὰν ὑπὸ ἄλλου ψέγηται τὰ δίκαια καὶ καλῶς ἔχοντα; οὐ διοίσει.
μήτι ἐπιλέλησαι ὅτι οὗτοι οἱ ἐν τοῖς περὶ ἄλλων ἐπαίνοις καὶ
ψόγοις φρυαττόμενοι τοιοῦτοι μὲν ἐπὶ τῆς Κλίνης εἰσί, τοιοῦτοι δὲ
ἐπὶ τῆς τραπέζης, οἷα δὲ ποιοῦσιν, οἷα δὲ φεύγουσιν, οἷα δὲ διώκου-
σιν, οἷα δὲ κλέπτουσιν, οἷα δὲ ἁρπάζουσιν, οὐ χερσὶ καὶ ποσίν,
ἀλλὰ τῷ τιμιωτάτῳ ἑαυτῶν μέρει, ᾧ γίνεται, ὅταν θέλῃ, πίστις,
392

αἰδώς, ἀλήθεια, νόμος, ἀγαθὸς δαίμων;

Maximus Soph., Dialexeis (0563: 001)“Maximi Tyrii philosophumena”,


Ed. Hobein, [Link]: Teubner, [Link] 4, Ch. 9, se. e, γρ. 3

γας βασιλεύς, περὶ δὲ τῆς Ἑλλάδος ὁ Ἀθηναίων δῆμος·


βουλεύεται καὶ περὶ νεὼς κυβερνήτης, καὶ περὶ στρατο-
πέδου στρατηγός, καὶ περὶ πόλεως νομοθέτης· καὶ ἵνα
σωθῇ ναῦς, καὶ στρατόπεδον, καὶ γῆ, καὶ οἶκος, πρά-
γματα μὲν ὁ κυβερνήτης ἔχει, πράγματα δὲ ἔχει ὁ
στρατηγός, πράγματα δὲ ὁ νομοθέτης· ὑπὲρ δὲ οὐρανοῦ
καὶ γῆς καὶ θαλάττης καὶ τῶν ἄλλων μερῶν, τίς, ὦ
Ἐπίκουρε, βουλεύεται; τίς κυβερνήτης; τίς στρατηγός;
τίς νομοθέτης; τίς γεωργός; τίς οἰκονόμος; Ἀλλ' οὐδὲ
ὁ Σαρδανάπαλλος ἀπράγμων ἦν, ἀλλ' ἐντὸς θυρῶν
κατακεκλεισμένος, ἐπὶ σφυρηλάτου Κλίνης κείμενος ἐν
γυναικῶν χορῷ, ἐβουλεύετο ὅμως, πῶς σωθῇ Νῖνος,
καὶ πῶς Ἀσσύριοι εὐδαιμονῶσιν· σοὶ δὲ ἡ Διὸς ἡδονὴ
καὶ τῆς Σαρδαναπάλλου ἐκείνου ἀργοτέρα; Ὢ μύθων
ἀπίστων, καὶ μηδεμιᾷ ποιητικῇ ἁρμονίᾳ πρεπόντων.  

Σωράνος ιατρόςGynaeciorum libri iv (0565: 001)


“Sorani Gynaeciorum libri iv, de signis fracturarum, de fasciis, vita
Hippocratis secundum Soranum”, Ed. Ilberg, [Link]: Teubner, 1927;
Corpus medicorum Graecorum, vol. [Link] 1, Ch. 46, se. 3, γρ. 3

καὶ διὰ φόβον καὶ διὰ λύπην καὶ χαρὰν αἰφνίδιον καὶ καθόλου δια-
νοίας ἰσχυρὰν ταραχὴν καὶ γυ|μνασίαν σφοδρὰν καὶ βιαίους κατοχὰς
πνεύματος, βῆχας, πταρμούς, πληγάς, πτώματα, καὶ μᾶλλον τὰ ἐπὶ
τῶν ἰσχίων, βάρους ἄρσεις, πηδήματα, σκληρὰς καθέδρας, φαρμακείας,
δριμέων καὶ πταρμικῶν προσφοράν, ἔνδειαν, ἀπεψίαν, μέθην, ἔμετον,  
κοιλιολυσίαν, ῥύσιν αἵματος διὰ ῥινῶν καὶ αἱμορροΐδος ἢ ἄλλου τόπου
καὶ χαλασμὸν διά τινος τῶν θερμαίνειν δυναμένων καὶ διὰ πυρετὸν
δὲ σφοδρὸν καὶ ῥῖγος καὶ σπασμὸν καὶ τὸ κοινότερον πᾶν τὸ βιαίαν
κίνησιν ἐπάγον, δι' ὧν ἔκτρωσις ἀποτελεῖται. τούτων οὖν τὰ ἐπὶ τῆς
ἡμετέρας ἐξουσίας ὑπάρχοντα πεφυλάχθαι προσῆκεν, καὶ δι' ἠρεμίας
κλινήρη τὴν συνειληφυῖαν τηρεῖν πρὸς μίαν ἢ δευτέραν ἡμέραν,
ἀπεριέργως χρωμένην ἀλείμματι χάριν τοῦ καὶ ὄρεξιν ἀνακύψαι καὶ
τὴν δοθεῖσαν τροφὴν ἐξοικειωθῆναι, παραιτεῖσθαι δὲ καὶ τὴν τοῦ ἐπι-
γαστρίου τρίψιν, ἵνα μὴ διὰ τῆς τοπικῆς συγκινήσεως ἀποσπασθῇ τὸ
κολλώμενον σπέρμα, συναλείφειν δὲ αὐτὴν ἐλαίῳ νεοτριβεῖ καὶ ὀμφακί-
ζοντι καὶ τροφὴν σιτώδη διδόναι καὶ ὀλιγωτέραν. τὸ λουτρὸν δὲ
393

παραπέμπειν, εἰ δυνατόν, ἕως ἑπτὰ ἡμερῶν· ὑποπῖπτον γὰρ τῇ τοῦ


ὅλου σώματος ἀραιώσει καὶ τὴν τρυφερίαν τοῦ σπέρματος συνεκλύσει,
χωρὶς εἰ μὴ νομίζοι τις, ὅτι τὰ μὲν μήπω βεβαίως κεκολλημένα τραύ-
ματα προσδιίστησιν τὸ βαλανεῖον καὶ τὰ πυκνότατα τῶν ἀθλητῶν
ἀνίησιν σώματα, τὸ σπέρμα δὲ οὐκ ἂν ἐκτήξειεν τρυφερὰν ἔτι καὶ

Σωράνος ιατρόςGynaeciorum libri iv Book 2, Ch. 3, se. 5, γρ. 4

ἔχοντα καὶ τύλον, ἵνα ἐν ταῖς ἐμβρυουλκίαις περιτιθέντες βρόχους ἢ


σπάρτα κυκλοτερῶς τοῖς βραχίοσιν ἢ ἄλλοις μέρεσιν τοῦ ἐμβρύου
καὶ τὰς ἀρχὰς ἀποδήσαντες πρὸς τὸν τύλον διὰ τῆς περιαγωγῆς
τὴν ὁλκὴν ποιήσωνται, μὴ συνιέντες τὸ κοινόν, ὅτι τὴν ἐμβρυουλκίαν
ἐπὶ κατακειμένης δεῖ γίνεσθαι τῆς δυστοκούσης. δεῖ | δὴ τοιοῦτον
εἶναι δίφρον οἷον εἰρήκαμεν, ἢ καθέδραν ἔμπροσθεν ἢ καὶ ὄπισθεν
ἐκτετμημένην.ἐκ κοιλοῦ δὲ γενομένης ἡ γεγονεῖσα ἔτι ἐξόπισθεν
προστίθεταί τι ὡς συνήθως τοῖς δέρμασιν κατερραμμένης. κλίνας δὲ
δύο, τὴν μὲν τρυφερῶς ἐστρωμένην πρὸς [τὸ] τὴν μετὰ τὸ τεκεῖν
ἀνάπαυλαν, τὴν δὲ σκληρὰν πρὸς τὴν ἐν ταῖς ἀποτέξεσιν κατάκλισιν,
ὥστε μὴ κατὰ τετρυμένης Κλίνης πρὸς τὸ εἶκον ἐνδιδόναι τὴν ὀσφύν
κατακλιτέον δὲ αὐτὴν ἐν ὑπτίῳ τῷ σχήματι, συνηγμένων μὲν
τῶν ποδῶν, διεστώτων δὲ τῶν μηρῶν, προϋποκειμένου δὲ τοῖς ἰσχίοις
τινός, ὥστε κατωφερὲς γενέσθαι τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον.
      

Σωράνος ιατρόςGynaeciorum libri iv Book 2, Ch. 37, se. 6, γρ. 3

γάλα τῷ τρεφομένῳ παρεχέτω· διατμίζεται γὰρ τὸ περισσὸν καὶ λύεται


τὸ παχυμερὲς ἐκ τῆς τοιαύτης προδιακινήσεως. μικρὸν δ' ἐν ταῖς ἀγκά-
λαις αὐτὸ προδιακατέχουσα μετὰ τὸ συμμέτρου μετασχεῖν γάλακτος
κοιμιζέτω καθ' οἵας ὑπεδείξαμεν κοίτης, προκύπτον δὲ καὶ ἐγκλῖνον
καθεδρίῳ. πάν|τοτε δὲ ἄνωθέν τι περιβαλλέσθω σκέπης ἕνεκεν ἢ τοὺς
ὀφθαλμοὺς αὐτοὺς ἐπικαλυπτέτω διά τινος, οὐ μόνον τῇ τρυφερίᾳ
πρὸς πᾶν τὸ παρεμπεσεῖν δυνάμενον εὐαδικήτους ὑπάρχοντας, ἀλλὰ
καὶ ὑπὸ τοῦ πλείονος φωτὸς καὶ τῆς ἀηδεστέρας αὐγῆς εἰωθότας ἀπο-
στραβοῦσθαι. μὴ συγκοιμάσθω δὲ τὸ βρέφος αὐτῇ, καὶ μάλιστα ἐν
ἀρχαῖς, ἵνα μὴ ἀπροόπτως ἐπικυλισθεῖσα περιθλάσεως ἢ πνιγμοῦ γένηται
παραιτία. διὸ καὶ παρακείσθωσαν αἱ βαυκάλαι τῇ κλίνῃ, κἂν ἔγγιον
ἔτι σπουδάζῃ τὸ βρέφος ἔχειν, ἡ σκάφη κατὰ τῆς Κλίνης ἐπιτιθέσθω.  
 παραινετέον δὲ τῇ τροφῷ καὶ ὥστε μὴ δι' ὅλης τῆς
ἡμέρας ἢ νυκτὸς διδόναι τὸ γάλα· διὰ γὰρ τὴν ἀμετρίαν νόσοις ἁλί-
σκεται, πρὶν ἐξοικονομῆσαι τὸ πρῶτον ἕτερον λαμβάνον καὶ οὕτως
διαφθεῖρον τὸ πρῶτον, καὶ μάλιστα νυκτός. πλεονάκις μὲν οὖν παρ-
394

έχειν τὸν μαστὸν παρ' ὅσον τὴν αὐτάρκη τροφὴν οὐ δύναται λαμβά-
νειν· καὶ γὰρ τὸ γάλα φύσει πλήσμιον, ὥστε κόρον ἐμποιῆσαι τῷ
νηπίῳ, πρὶν ἢ αὔταρκες αὐτῷ πρὸς τὴν διάθρεψιν παρατεθῆναι, καὶ
αὐτὸ δὲ τὸ βρέφος, κάμνον διὰ τὴν ἀτονίαν τοῦ ἐπισπᾶσθαι ἄχρι
πλείονος τὴν θηλήν, ἀφίσταται πρὸ τοῦ λαβεῖν τὸ αὔταρκες.

Σωράνος ιατρόςGynaeciorum libri iv Book 3, Ch. 41, se. 1, γρ. 2

δακτύλων ἐπερείσεσιν οὔτε ἀγκίστρων κατεπάρσεσιν οὔτε μοτῶν δια-


σφηνώσεσιν οὔτε βρόχων περισφίγξεσιν οὔτε διαρραφαῖς χρῆσθαι δυνα-
τόν ἐστιν. οὐκ ἀπὸ τῆς ὑστέρας δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ γυναι-
κείου κόλπου φέρεται τὸ αἷμα, καί τινες σημειούμενοι τὸν τόπον τὸ
μὲν ἀπὸ τοῦ αἰδοίου φασὶν λεπτὸν καὶ ξανθὸν καὶ θερμὸν φέρεσθαι
[τὸ αἷμα], τὸ δὲ ἀπὸ τῆς ὑστέρας παχύτερον καὶ μελανώτερον καὶ
ψυχρότερον. ἀσφαλέστερον δὲ διορίσαι τὸ πεπονθὸς μέρος ἐνέσται
διοπτρισμὸν παραλαμβάνοντας.
 τῆς ἐπιμελείας μέντοι χάριν συμφέρει κατάκλισις ἐν οἰκήματι
μικροτέρῳ καὶ σκοτεινῷ καὶ μετρίως ἀναψύχοντι κατὰ Κλίνης στερεᾶς,
ἀκινήτου, μετεωρότερα τὰ πρὸς τοὺς πόδας ἐχούσης, ἠρεμία τε καὶ τὸ
ἐφ' ἑνὸς μένειν σχήματος (προκλητικὴ γὰρ ῥύσεως πᾶσα κίνησις) συν-
αγωγή τε τῶν μηρῶν καὶ διαπλοκή (μιμητικὸν γὰρ χαρακτῆρός ἐστι
τὸ σχῆμα)· καὶ σπόγγων πλατέων καθαρῶν τρυφερῶν, ἐν ψυχρῷ |
ὕδατι βραχέντων ἢ ὀξυκράτῳ ἢ ὄξει κατ' ἰδίαν ἐπιθέσεις κατὰ τοῦ
αἰδοίου καὶ τοῦ ἐφηβαίου καὶ τῆς ὀσφύος καὶ τῶν ἰσχίων, ὕστερον δὲ
καὶ κατὰ στήθους, νεαροποιουμένων καὶ συνεχέστερον· καὶ τῶν ἄκρων
προστυπὴς διακράτησις καὶ διάσφιγξις (τὸ γὰρ ἐκ τῆς θλίψεως πύκνωμα
μέχρι τοῦ πάσχοντος διαφέρεται μέρους)· καὶ ἢ εἰς ψυχρὸν ὕδωρ
κάθεσις τοῦ προσώπου ἢ περισφογγισμὸς

Σωράνος ιατρόςGynaeciorum libri iv Book 4, Ch. 7, se. 5, γρ. 3

ᾠῶν τῷ λευκῷ· οὕτω γὰρ παρηγορεῖται εἰς ἄνεσιν μὲν τὸ θλῖβον,


νοτίζεται δὲ εἰς ὄλισθον τὸ δυσοδοῦν. μετὰ δὲ ταῦτα καὶ καταπλάς-
σειν λινοσπέρμῳ ἢ τήλει δι' ἐλαίου καὶ ὑδρομέλιτος τὸ ἐφήβαιον, ἐπι-
γάστριον, ὀσφύν, ἐγκαθίζειν τε λιπαρῶς ἢ πυριᾶν διὰ σπόγγων ῥάκεσιν
συντόμως ἀφαρπαζομένης τῆς ὑγρασίας. ταῖς δὲ ἐν ὀδύνῃ | καὶ κύστεις
ἐπιβάλλειν ἐλαίου θερμοῦ πλήρεις ἢ μαρσίπους ὠμὴν λύσιν θερμὴν
ἔχοντας· εἰ δὲ μή, καὶ διὰ φορείου κινεῖν ἐν ἀέρι συμμέτρως θερμῷ
μετεωροτέραν τὴν κεφαλὴν ποιήσαντες τῆς καμνούσης, λεληθυῖα γὰρ
κίνησις ὑπομιμνῄσκει τὴν ἔκκρισιν. ἔνιοι δὲ καὶ κατασεισμοὺς εὐτόνους
παρέλαβον. οἱ μὲν γὰρ μετεωρίσαντες τοὺς περὶ τὴν κεφαλὴν τῆς
Κλίνης πόδας, τὴν δὲ κάμνουσαν διὰ κηρίας ἐν τοῖς ἐνηλάτοις τῷ  
θώρακι προσκαταλαβόντες προσέταξαν ὑπηρέτῃ τὰ πρὸς τοῖς ποσὶ τῆς
395

Κλίνης μέρη διὰ χειρῶν ἐπαίρειν τε καὶ ἀφιέναι κατὰ τοῦ ἐδάφους,
οἱ δὲ τὸ κλιμάκιον ἐδοκίμαζον, οἱ δὲ περιπατεῖν ἠνάγκαζον, οἱ δὲ
κλίμακας ἀναβαίνειν καὶ καταβαίνειν, οἱ δὲ κατόπιν στάντα τινὰ τῆς
τικτούσης καὶ ὑποβαλόντα ταῖς μασχάλαις τὰς χεῖρας ἐξᾶραι [ἢ] καὶ
εὐτόνως κατασεῖσαι. πάντας δὲ τοὺς τοιούτους κατασεισμοὺς ἀπο-
δοκιμαστέον, πληττομένη γὰρ ἡ μήτρα ῥήξεις καὶ συμπαθείας ἐπιφέρει.
χρηστέον δὲ τοῖς ἔμπροσθεν ὑποδειχθεῖσιν καὶ τὴν μὲν ὠδίνουσαν ἐπι-
θαρρεῖν παραινετέον ὡς ἐν ἀκινδύνῳ τυγχάνουσαν, τὴν δὲ ἄπειρον
ὠδίνων διδακτέον ἐντόνως μάλιστα τὸ πνεῦμα κατέχειν καὶ πρὸς τὴν

Σωράνος ιατρόςGynaeciorum libri iv Book 4, Ch. 9, se. 2, γρ. 1

    Περὶ ἐμβρυουλκίας καὶ ἐμβρυοτομίας.

 Εἰ δὲ μὴ ἐπακούοι πρὸς τὴν διὰ τῶν χειρῶν ἐφολκὴν


διὰ μέγεθος ἢ νέκρωσιν ἢ καθ' οἱονδηποτοῦν τρόπον σφήνωσιν, ἐπὶ
τοὺς εὐτονωτέρους τρόπους δεῖ μετελθεῖν, τὸν τῆς ἐμβρυουλκίας καὶ
τῆς ἐμβρυοτομίας· καὶ γὰρ εἰ τὸ κυηθὲν διαφθείρει, τὴν κυοφοροῦσαν
τηρεῖν ἀναγκαῖον. διόπερ τὸν μὲν ὑποκείμενον δεῖ προλέγειν κίν-
δυνον πυρετῶν ἐπιγινομένων καὶ νευρικῆς συμπαθείας, ἔσθ' ὅπου δὲ
καὶ φλεγμονῆς ὑπερβαλλούσης, καὶ γάγγραιναν μάλιστα ὑποφαίνειν
ὀλίγας ἐλπίδας ἔχειν (ἐφ' ἧς ἔκλυσις, περιίδρωσις, | περίψυξις, σφυγμῶν
ὑπόδυσις, πυρετὸς ὀξύς, παρακοπή τε καὶ σπασμός)· μὴ ἀφίστασθαι δὲ
ὅμως βοηθείας. δεῖ τοίνυν ἐπὶ Κλίνης πᾶσαν σχηματίζειν καταφερῶς
ἀντιβατικώτερον ἐστρωμένης ὡς μὴ πρὸς τὸ εἶκον ἐνδιδόναι τὴν ὀσφύν,
διεστώτων δὲ τῶν μηρῶν καὶ συνηγμένων πρὸς τὸ ἐπιγάστριον τῶν
ποδῶν ἐπὶ τοῦ ἐνηλάτου στηρίζειν. εἶτα ἑκατέρωθεν δι' ὑπηρετῶν τὸ
σῶμα κατέχειν [ἢ γυναῖκες ἔμπειροι καὶ ἰσχυραὶ ἑκατέρωθεν]· εἰ δὲ μὴ
παρείησαν, διὰ κηρίας τῷ κλινιδίῳ τὸν θώρακα προσκαταλαμβάνειν,
ὥστε μὴ πρὸς τοὺς ἐπισπασμοὺς τοῦ ἐμβρύου συνεπακολουθοῦν τὸ
σῶμα τῆς καμνούσης τὸν τῆς ὁλκῆς τόνον ὑπεκλῦσαι. καθίζειν δὲ
αὐτὸν ἄντικρυς ὀλίγον ταπεινότερον πρὸς τὸ τὰς χεῖρας ἐπ' ἴσης τοῖς
ποσὶν τῆς καμνούσης ὑπάρχειν, καὶ παραστελλομένων τῶν πτερυγω-
μάτων ἑκατέρωθεν δι' ὑπηρετῶν πάλιν τὴν εὐώνυμον χεῖρα (διὰ τὸ

Σωράνος ιατρόςGynaeciorum libri iv Book 4, Ch. 10, se. 2, γρ. 7

καὶ οἱ ὑπὸ πλευρὰν τόποι, μασχάλαι δὲ οὐδαμῶς (ἐν γὰρ ταῖς διολ-
καῖς ἐπιδιισταμένων τῶν βραχιόνων εἰς σφήνωσιν ἡ τοῦ ἐμβρύου πλατύ-
νεται περιοχή), ἀλλ' οὐδὲ οἱ ἀκουστικοὶ πόροι (δυσπαράδεκτοι διὰ σκο-
396

λιότητα καὶ στενοὶ λίαν)· τῶν δὲ ἐπὶ πόδας τὰ ὑπὲρ τῆς ἥβης ὀστέα
καὶ μεσοπλεύρια καὶ κατακλεῖδες. ὅταν δὲ τῶν εἰρημένων μηδεὶς
εὑρίσκηται τόπος, εἰς κατάπαρσιν ἑτοιμάζεται σπάθῃ διαίρεσις. θερμῷ
δὲ ἐλαίῳ προκεχλιασμένον τὸν ἐμβρυουλκὸν τῇ δεξιᾷ χειρὶ κατέχειν,
τὴν καμπὴν δὲ αὐτοῦ τοῖς δακτύλοις κρύψαντα τῇ εὐωνύμῳ χειρὶ
πρᾴως συνεισφέρειν καὶ καταπείρειν εἴς τινα τόπον ἄχρι κενεμβατή-
σεως ὧν εἰρήκαμεν. καταπείρειν δὲ καὶ ἀντίθετον τούτῳ δεύτερον,
ὅπως ἰσόρροπος καὶ μὴ ἑτεροκλινὴς ὁ ἐπισπασμὸς ἐπιτελῆται καὶ διὰ
τοῦτο τοῦ μέρους παρεγκλίνοντος σφήνωσιν ὑπομένῃ τὸ ἔμβρυον. εἶτα
διδόναι τοὺς ἐμβρυουλκοὺς ἐμπείρῳ τινὶ κατέχειν καὶ παραινεῖν, ὅπως
πειθηνίως δι' αὐτῶν ἐφέλκηται τὸ ἔμβρυον μήτε σπαράττων ἐν τοῖς
ἐπισπασμοῖς μήτε πάλιν ἀνιείς (ἀνατρέχει γὰρ τὸ προκύψαν ἀνεθέν),
ἀλλ', ὅταν δέῃ τὴν ἐφολκὴν ἐπισχεῖν, ἐν τῇ προϋπαρχούσῃ τάσει
φυλάσσων τοὺς ἐμβρυουλκούς, μήτε μόνον ἐπ' εὐθείας ἐπισπώμενος,
ἀλλὰ | καὶ εἰς τὰ πλάγια παρεγκλίνων, ὃν τρόπον ἐν ταῖς κομιδαῖς
γίνεται τῶν ὀδόντων·

Σωράνος ιατρόςGynaeciorum libri iv Book 4, Ch. 37, se. 3, γρ. 1

 ἁρμόσει τοίνυν προσφάτου μὲν οὔσης τῆς προπτώσεως,


ἐναίμου δὲ τῆς ὑστέρας βλεπομένης καὶ ἀφλεγμάντου, προπερικλύ-
σαντα μὲν τὸ σπλάγχνον ὕδατι ψυχρῷ ἢ [ὄξει] ὀξυκράτῳ τοῖς δακτύ-
λοις ἐγχειρεῖν τῇ τῆς μήτρας καταστολῇ, καὶ γὰρ ὑπακούει κατ' ἀρχὰς
ῥᾳδίως πρὸς τὸν καταρτισμόν. εἰ δὲ μὴ ὑπακούοι, διὰ σπόγγου περι-
φεροῦς προστεθέντος ἐνδιατάσσειν μετεωριζομένων τῶν μηρῶν ὑπό
τινων δεξιῶς ὑπηρετεῖν δυναμένων. μετὰ δὲ τὴν καταστολὴν ἐκπλη-
ροῦν τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον ἐνθέσει σπογγιᾶς ὀξυκράτῳ βεβρεγμένης
ἢ ἐρίου καὶ τῇ ἐπιδέσει συλλαμβάνοντα συνάγειν τοὺς μηροὺς καὶ
περιπλέκειν ἐκτεταμένους· μετεωρίζειν δὲ τὰ περὶ τὴν ὀσφὺν ὑποθέσει
προσκεφαλαίου ἢ τὰ περὶ τοὺς πόδας τῆς Κλίνης μετέωρα ποιεῖν. καὶ
συστέλλειν ἄχρι διατρίτου καὶ τότε δι|δόναι τροφὴν ὀλίγην ἁπλῆν,
εἶτα παρὰ μίαν· στερεοποιηθείσης δὲ τῆς καταστολῆς μετὰ προσοχῆς
ἀναλαμβάνειν εἰ τὰ τῆς ἡλικίας συλλαμβάνοιτο. ἐπὶ γὰρ τῶν
πρεσβυτέρων καταστέλλεται μὲν ἡ μήτρα, προπίπτει δὲ πάλιν εὐχερῶς.
 εἰ μὲν οὖν σκύβαλα ἐν τῷ ἀπευθυσμένῳ παρακέοιτο, διὰ
κλυστῆρος αὐτὰ κομιστέον ἁπλοῦ. ὡσαύτως δὲ καὶ εἰ ἐν κύστει περίτ-
τωμα εἴη, διὰ καθετῆρος αὐτὸ κομιστέον. συμβαίνει γὰρ ἐπὶ τὸ
πλεῖστον ἐγκατέχεσθαι ταῦτα τῷ μέσην τὴν ὑστέραν τεταγμένην ἀπευ-
θυσμένου καὶ κύστεως παραποδίζειν τε ἐν ταῖς προπτώσεσι ταῖς φυσι-
καῖς ἐκκρίσεσι θλίβουσαν καὶ στενοχωροῦσαν τοὺς τόπους καὶ

Nicolaus Hist., Fragmenta (0577: 003)“FHG 3”, Ed. Müller, K.


397

Paris: Didot, 1841–[Link] 6, γρ. 19

τῶν ἀπολαύσεων τῶν τοιούτων ἥττους· ἐπαινετής τε


αὐταρκείας ἀεὶ καὶ ἁπλότητος (3), καίτοι γ' ἐν οἷς δεῖ  
λαμπρύνεσθαι μεγαλοπρεπὴς, οὐ γλίσχρος, ἦν, ὡς μὴ
δόξαν ἀνελευθερίας λάβοι. Πρός γε μὴν πόνους καὶ
καρτερίαν, εἴ ποτε δέοι, πάντων ἀοκνότατος, οὐκ ἐν
νεότητι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν γήρᾳ, καὶ ὅπη κίνδυνος
καταλάβοι ἐκ πολεμίων ἢ λῃστῶν, ἢ διὰ νόσον, ἢ χει-
μῶνα κατὰ θάλατταν, ἢ ἄλλως πως, οὕτω δὴ σφόδρα
εὔψυχος ἦν, ὥστε καὶ τοῖς ἄλλοις ἀεὶ θαρρεῖν παρεῖχεν,
ὁπόσοι κοινωνοὶ ἦσαν αὐτῷ τοῦ κινδύνου. Πρός γε μὴν
τὸ δίκαιον ἀκλινὴς οὕτω καὶ ἀθώπευτος, ὥστε καὶ
ἀπειλὰς ἐνεγκεῖν τινῶν ἡγεμόνων ποτὲ δικάζων ὑπὲρ
τοῦ μὴ τοῦτο παραβῆναι. Πολλοὶ (4) γὰρ αὐτὸν ᾑροῦντο
καὶ δικαστὴν καὶ διαιτητὴν, φανερᾶς εἰς πάντας αὐτοῦ
τῆς δικαιοσύνης γενομένης, ἔν τε συμβολαίοις καὶ (5)
ταῖς πρὸς τοὺς ἰδιώτας κοινωνίαις οὐδεὶς πώποτε
αὐτὸν ἐμέμψατο, οὐδ' εἴ τις πονηρὸς εἴη, διὰ τὴν
ἐπιείκειαν· οὐδὲ γὰρ μαρτύρων ἔδει πρὸς αὐτὸν ἢ συμ-
βολαίων, ἀλλ' ὅ τι ἂν ὁμολογήσειε (6), βέβαιον ἦν.
Κοσμιότητα δὲ (7) καὶ σωφροσύνην οὐδεὶς αὐχήσει
πλείω κατὰ τὸ ἦθος, ἔν τε ἀγοραῖς καὶ ὁδοῖς

Nicolaus Hist., Fragmenta Fragment 49, γρ. 13

ἀρχὴν, καὶ ὁμοῦ ἐβασίλευον ἀμφότεροι στέργοντες ἀλ-


λήλους καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ πλήθους στεργόμενοι. Καί πως
ἡ τοῦ Καδύος (1) γυνὴ, Δαμοννὼ (2) λεγομένη, ὑπό
τινος ἀνεψιοῦ τοῦ ἀνδρὸς, Σπέρμου (3) ὄνομα, μοιχευ-
θεῖσα, σὺν ἐκείνῳ θάνατον ἐβουλεύετο τῷ ἀνδρί· δοῦσα
δὲ αὐτῷ φάρμακον ἔκτεινε μὲν οὔ, εἰς νόσον δ' ἐνέβαλεν.
Θεραπευθεὶς δ' ὑπὸ ἰατροῦ ὁ Καδὺς ῥᾷον ἔσχεν. Ἐκ
τούτου τὸν ἰατρὸν ἀνελεῖν βουλομένη ἡ γυνὴ, φάρμακα
μὲν αὐτῷ οὐκ ἔκρινε διδόναι διὰ τὴν τέχνην, βόθρον δ' ἐν
τῇ οἰκίᾳ ὀρύξασα καὶ ἐπιπολῆς αὐτὸν ἄδηλον ποιή-
σασα (4), Κλίνην καθύπερθεν ἔστρωσεν καὶ ἄλλας (5)
ἐφεξῆς. Καλέσασα δ' αὐτὸν ἐπὶ δεῖπνον, ἐλθόντα κατέ-
κλινεν ἵναπερ ὁ βόθρος ἦν. Οἰχομένου δὲ κάτω, ἐπαμη-
σαμένη τὴν γῆν ἄδηλον ἐποίησεν.
 Μετ' οὐ πολὺ δὲ καὶ ὁ Καδὺς ἀπέθανεν· αὐτὴ δὲ σὺν
τῷ μοιχῷ πρῶτον μὲν ἐξελαύνει τὸν ἐκείνου ἀδελφὸν
398

Ἄρδυν, πολλοὺς Λυδῶν χρήμασι θεραπεύσασα (6), ἔπει-


τα συνῴκησεν αὐτῷ καὶ βασιλέα ἀπέδειξεν.

Orphica, Lithica kerygmata (0579: 012)“Les lapidaires grecs”, Ed.


Halleux, R., Schamp, [Link]: Les Belles Lettres, [Link]. 11, γρ. 12

τὴν φύσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν καθ' ἑκάστην ὁρᾶν ἔστιν


ἕλκουσαν διὰ τοῦ ἀέρος τὸν σίδηρον πρὸς ἑαυτὴν ὥσπερ
ἐρῶσαν αὐτοῦ καὶ τοῦτον πρὸς ἑαυτὴν ἁρπάζουσαν.  
Ταύτην φασὶ διακριτικὴν ἔχειν δύναμιν τῆς τε καθα-
ρευούσης γυναικὸς ἀπ' ἀλλοτρίου ἀνδρὸς καὶ τῆς μοι-
χευομένης. Εἰ γάρ τις αὐτὴν λαθραίως ὑπὸ τὰ στρώματα
θείη, ἡ μὲν καθαρά τε καὶ φίλανδρος εἰς ὕπνον κατε-
νεχθεῖσα φυσικῇ τινι δυνάμει τῆς λίθου τάς τε χεῖρας
ἁπλοῖ πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ περιφύεται. Ἡ δὲ πόθοις
ῥυπαροῖς καὶ ἀλλοτρίοις κατεχομένη ἀφυπνώσασα τῆς
Κλίνης ἀπαράσσεται καὶ καταπίπτει. Ἀλλὰ καὶ δύο
ταύτην ἀδελφῶν φορούντων πάσης ἔριδος αὐτοὺς ἀπαλ-
λάττει καὶ φιλονεικίας, καὶ ὁμόνοιαν ἐμποιεῖ. Καὶ
πρὸς τὸ θέλξαι δὲ καὶ πεῖσαι λαὸν ἐπιτηδειοτάτη βαστα-
ζομένη ἢ καὶ φορουμένη κατὰ τοῦ στήθους. Καὶ ἄλλας
πλείστας ἔχει δυνάμεις. Ἔστι δὲ καὶ πρὸς ἀγωγὴν
γυναικῶν χρήσιμος καὶ πρὸς συστάσεις λαμπρῶν ἀνδρῶν,
πρὸς δὲ τὰς ἐμπορίας πάσας κερδέμπορος. Ἐὰν γυνὴ
αὐτὴν φορῇ, ἐρασθήσεται αὐτῆς ὃν ἂν βουληθῇ.

Philochorus Hist., Fragmenta (0583: 002)“FGrH #328”.


Τόμ. -Jacobyʹ-F 3b,328,F, fragment 187, γρ. 3

(5, 8 p. 542 b 5), Δημαγόρας δὲ ὁ Σάμιος (VI) ἑπτά, Φιλόχορος δὲ


ἐννέα. τὸν δὲ ἐπ' αὐταῖς μῦθον Ἡγήσανδρος ἐν τοῖς Περὶ ὑπομνημάτων
(IV)
λέγει οὕτως· «Ἀλκυονέως τοῦ γίγαντος θυγατέρες ἦσαν αὗται· Χθονία,
Ἄνθη,
Μεθώνη, Ἀλκίππα, Παλλήνη, Δρυμώ, Ἀστερίη, αἳ μετὰ τὴν τοῦ πατρὸς
τελευτὴν ἀπὸ Καναστραίου, ὅ ἐστιν ἄκρον τῆς Παλλήνης, ἔρριψαν αὑτὰς
εἰς
τὴν θάλασσαν· Ἀμφιτρίτη δ' αὐτὰς ὄρνιθας ἐποίησε, καὶ ἀπὸ τοῦ πατρὸς
ἀλκυόνες ἐκλήθησαν. αἱ δὲ νήνεμοι καὶ γαλήνην ἔχουσαι ἡμέραι
ἀλκυονίδες
καλοῦνται».
399

 POLLUX 10, 71: Φιλόχορος δὲ ἐν τῆι Ἀτθίδι παρὰ


τοῖς παλαιοῖς φησὶ τὸν ἀμφορέα καλεῖσθαι κάδον καὶ τὸ ἡμιαμ-
φόριον ἡμικάδιον· Ἐπίχαρμος μέντοι ἐν ΦιλοΚλίνηι (F 133 Kaibel) δια-
κρίνειν ἔοικε κάδον καὶ ἀμφορέα, εἰπὼν «οὔτ' ἐν κάδωι δηλοίμην οὔτ' ἐν
ἀμφορεῖ».
 SCHOL. EURIP. Hippol. 73: σοὶ τόνδε πλεκτὸν στέφανον ἐξ
ἀκηράτου λειμῶνος] διαβεβόηται τοῦτο τὸ ζήτημα· καὶ οἱ μὲν ὑπέλαβον
τὸν
Ἱππόλυτον στέφειν τὴν Ἄρτεμιν ἀνθίνωι στεφάνωι, οἱ δὲ ⟦(a) Φιλόχορος
τὴν ἐν Ἄγραις Ἄρτεμιν τῶι μελιλώτωι στέφεσθαί φησιν⟧
ἐφ' ἑαυτοῦ τὸν Ἱππόλυτον ταῦτα λέγειν ὅτι ἐμαυτόν σοι ἀνατίθημι, ὦ θεά,

στέφανον .... ἄλλοι δὲ μηδὲν αἰνίττεσθαι τὸν ποιητήν φασιν, ἀλλὰ κυρίως

λέγειν, καὶ τῶι ὄντι στέφανον φέρειν τὸν Ἱππόλυτον ...

Πούπλιος Αίλιος. De mirabilibus (0585: 001)


“Paradoxographorum Graecorum reliquiae”, Ed. Giannini, A.
Milan: Istituto Editoriale Italiano, [Link]. 1, se. 10, γρ. 5

         θεωρῶν δὲ ὁ ξένος τὸ γινόμενον καὶ πάντας ὄντας


ὑπερπαθεῖς καὶ θρηνοῦντας, ὡσανεὶ νῦν μέλλοντας κατορύτ-
τειν τὴν ἄνθρωπον, συνεχεῖτο καὶ παρεκάλει δεόμενος παύσα-
σθαι, ἐπαγγελλόμενος, ἐὰν παραγένηται, δείξειν αὐτήν. ἡ δὲ
πεισθεῖσα καὶ ἐντειλαμένη αὐτῷ φροντίσαι μὴ παρέργως
τῶν ἐπηγγελμένων ἀπελύθη πρὸς αὑτήν.
         νυκτὸς δὲ ἐπιγε-  
νομένης καὶ τῆς ὥρας οὔσης, καθ' ἣν ἡ Φιλίννιον εἰώθει παρα-
γίνεσθαι πρὸς αὐτόν, οἱ μὲν προσετήρουν εἰδῆσαι θέλοντες
τὴν ἄφιξιν, ἡ δὲ ἧκεν. εἰσελθούσης δὲ κατὰ τὸν εἰθισμένον
καιρὸν καὶ καθεζομένης ἐπὶ τὴν Κλίνην, οὐδὲν προσποιηθεὶς
ὁ Μαχάτης, ἐξετάσαι δὲ τὸ πρᾶγμα βουλόμενος, τὸ πλέον
οὐ πιστεύων, εἰ νεκρᾷ πλησιάζοι, οὕτως ἐπιμελῶς παραγιγνο-
μένης κατὰ τὸν αὐτὸν καιρόν, ἔτι δὲ δειπνούσης μετ' αὐτοῦ
καὶ συμπινούσης, ἀπίστως εἶχεν οἷς ἐκεῖνοι προήγγειλαν,
ᾤετο δὴ νεκρορύκτας τινὰς διωρυχέναι τὸν τάφον καὶ πεπρακέ-
ναι τὰ ἱμάτια καὶ τὰ χρυσία τῷ πατρὶ τῆς ἀνθρώπου. βουλό-
μενος οὖν τὴν ἀκρίβειαν εἰδῆσαι πέμπει τοὺς παῖδας λάθρᾳ
καλοῦντας αὐτούς.

Πούπλιος Αίλιος. De mirabilibus Ch. 1, se. 12, γρ. 3


400

νων τὸ μὲν πρῶτον ἀφώνων τε καὶ ἐκπλαγῶν διὰ τὸ παράδοξον


τῆς ὄψεως, ὕστερον δὲ ἀναβοησάντων μέγα καὶ περιπεσόντων
τῇ θυγατρί, τότε ἡ Φιλίννιον τοσαῦτ' εἶπεν αὐτοῖς· «ὦ μῆτερ
καὶ πάτερ, ὡς ἀδίκως ἐφθονήσατέ μοι μετὰ τοῦ ξένου ἐπὶ
τρεῖς ἡμέρας γενέσθαι ἐν τῇ πατρῴᾳ οἰκίᾳ λυποῦσαν οὐδένα.
τοιγαροῦν ὑμεῖς μὲν πενθήσετε ἐξ ἀρχῆς διὰ τὴν πολυπραγ-
μοσύνην, ἐγὼ δὲ ἄπειμι πάλιν εἰς τὸν διατεταγμένον τόπον·
οὐ γὰρ ἄνευ θείας βουλήσεως ἦλθον εἰς ταῦτα.»
         τοσαῦτα
εἰποῦσα παραχρῆμα ἐγένετο νεκρά, ἐξετέτατό τε ἐπὶ τῆς
Κλίνης ἐμφανὲς τὸ σῶμα. τῆς δὲ μητρὸς περιχυθείσης καὶ
τοῦ πατρὸς περὶ αὐτὴν καὶ θορύβου πολλοῦ καὶ θρήνου κατὰ
τὴν οἰκίαν γενομένου διὰ τὸ πάθος, ὡς ἀνηκέστου γεγονότος
συμπτώματος ἅμα τε ἀπίστου θεάματος, ταχέως ἐγένετο
διὰ πόλεως τὸ πρᾶγμα περιβόητον καί μοι προσηγγέλθη.
τὴν μὲν οὖν νύκτα ἐκείνην διακατέσχον ἐγὼ τοὺς ὄχλους  
ἀθροιζομένους ἐπὶ τὴν οἰκίαν, εὐλαβηθεὶς μή τις εἴη νεωτερι-
σμὸς διαδεδομένης τοιαύτης φήμης.

Πούπλιος Αίλιος. De mirabilibus Ch. 1, se. 14, γρ. 4

τοῦ πατρὸς περὶ αὐτὴν καὶ θορύβου πολλοῦ καὶ θρήνου κατὰ
τὴν οἰκίαν γενομένου διὰ τὸ πάθος, ὡς ἀνηκέστου γεγονότος
συμπτώματος ἅμα τε ἀπίστου θεάματος, ταχέως ἐγένετο
διὰ πόλεως τὸ πρᾶγμα περιβόητον καί μοι προσηγγέλθη.
τὴν μὲν οὖν νύκτα ἐκείνην διακατέσχον ἐγὼ τοὺς ὄχλους  
ἀθροιζομένους ἐπὶ τὴν οἰκίαν, εὐλαβηθεὶς μή τις εἴη νεωτερι-
σμὸς διαδεδομένης τοιαύτης φήμης.
         ὄρθρου δὲ βαθέος
πλῆρες ἦν τὸ θέατρον. ῥηθέντων δὲ πάντων [τῶν] κατὰ
μέρος ἔδοξεν πρῶτον εἰσελθεῖν ἐπὶ τὸν τάφον ἡμᾶς καὶ ἀνοίξαντας
εἰδῆσαι, πότερον εἴη τὸ σῶμα ἐπὶ τῆς Κλίνης ἢ κενὸν τὸν
τόπον εὑρήσομεν· οὐδὲ γὰρ ἑξάμηνος ἐπεγεγόνει τῷ θανάτῳ
τῆς ἀνθρώπου.
         ἀνοιχθείσης δὲ ὑφ' ἡμῶν τῆς καμάρας,
εἰς ἣν πάντες οἱ οἰκεῖοι μεταλλάξαντες ἐτίθεντο, ἐπὶ μὲν
τῶν ἄλλων κλινῶν ἐφάνη τὰ σώματα κείμενα, τῶν δὲ παλαί-
τερον τετελευτηκότων τὰ ὀστᾶ, ἐπὶ μόνης δὲ ἧς ἡ Φιλίννιον
ἐτέθη καὶ συνέβη ταφῆναι εὕρομεν ἐπικείμενον τὸν δακτύλιον
τὸν σιδηροῦν, ὃς ἦν τοῦ ξένου, καὶ τὸ χρυσόκλυστον ποτήριον,
401

ἅπερ ἔλαβε παρὰ τοῦ Μαχάτου τῇ πρώτῃ τῶν ἡμερῶν.


θαυμάσαντες δὲ καὶ ἐκπλαγέντες εὐθέως παρεγενόμεθα

Πούπλιος Αίλιος. Fragmenta (0585: 003)“FGrH #257”.


Τόμ. -Jacobyʹ-F 2b,257,F, fragment 36, γρ. 46

...ἑαυτῆς τά τε ἐνδύματα καὶ τὸ ἱμάτιον ἀπό τε τῆς κεφαλῆς ῥίψασα


τὸν κεκρύφαλον πεσοῦσά τε εἰς τὴν γῆν καὶ περιχυθεῖσα τοῖς
γνωρίσμασιν,
ἐξ ἀρχῆς ἐποίει τὸ πένθος. θεωρῶν δὲ ὁ ξένος τὸ γινόμενον καὶ πάντας
ὄντας ὑπερπαθεῖς καὶ θρηνοῦντας ὡσανεὶ νῦν μέλλοντας κατορύττειν τὴν

ἄνθρωπον, συνεχεῖτο καὶ παρεκάλει δεόμενος παύσασθαι,


ἐπαγγελλόμενος
ἐὰν παραγένηται δείξειν αὐτήν. ἡ δὲ πεισθεῖσα καὶ ἐντειλαμένη αὐτῶι
φροντίσαι μὴ παρέργως τῶν ἐπηγγελμένων ἀπελύθη πρὸς αὑτήν. (6)
νυκτὸς
δὲ ἐπιγενομένης καὶ τῆς ὥρας οὔσης καθ' ἣν ἡ Φιλίννιον εἰώθει παρα-
γίνεσθαι πρὸς αὐτόν, οἱ μὲν προσετήρουν εἰδῆσαι θέλοντες τὴν ἄφιξιν, ἡ
δὲ ἧκεν. εἰσελθούσης δὲ κατὰ τὸν εἰθισμένον καιρὸν καὶ καθεζομένης
ἐπὶ τὴν Κλίνην, οὐδὲν προσποιηθεὶς ὁ Μαχάτης, ἐξετάσαι δὲ τὸ πρᾶγμα
βουλόμενος, τὸ πλέον οὐ πιστεύων, εἰ νεκρᾶι πλησιάζοι, οὕτως ἐπιμελῶς
παραγιγνομένης κατὰ τὸν αὐτὸν καιρόν, ἔτι δὲ δειπνούσης μετ' αὐτοῦ καὶ

συμπινούσης, ἀπίστως εἶχεν οἷς ἐκεῖνοι προήγγειλαν, ὤιετο δὲ


νεκρορύκτας
τινὰς διωρυχέναι τὸν τάφον καὶ πεπρακέναι τὰ ἱμάτια καὶ τὰ χρυσία τῶι
πατρὶ τῆς ἀνθρώπου. βουλόμενος οὖν τὴν ἀκρίβειαν εἰδῆσαι πέμπει
τοὺς παῖδας λάθραι καλοῦντας αὐτούς. (7) ταχέως δὲ παραγενομένων
τοῦ τε Δημοστράτου καὶ τῆς Χαριτοῦς ἰδόντων τε αὐτὴν καὶ γενομένων
τὸ μὲν πρῶτον ἀφώνων τε καὶ ἐκπλαγῶν διὰ τὸ παράδοξον τῆς ὄψεως,
ὕστερον δὲ ἀναβοησάντων μέγα καὶ περιπεσόντων τῆι θυγατρί, τότε ἡ
Φιλίννιον τοσαῦτ' εἶπεν αὐτοῖς· ‘ὦ μῆτερ καὶ πάτερ, ὡς ἀδίκως

Πούπλιος Αίλιος. Fragmenta Τόμ. -Jacobyʹ-F 2b,257,F, fragment 36, γρ.


61

πατρὶ τῆς ἀνθρώπου. βουλόμενος οὖν τὴν ἀκρίβειαν εἰδῆσαι πέμπει


τοὺς παῖδας λάθραι καλοῦντας αὐτούς. (7) ταχέως δὲ παραγενομένων
τοῦ τε Δημοστράτου καὶ τῆς Χαριτοῦς ἰδόντων τε αὐτὴν καὶ γενομένων
τὸ μὲν πρῶτον ἀφώνων τε καὶ ἐκπλαγῶν διὰ τὸ παράδοξον τῆς ὄψεως,
402

ὕστερον δὲ ἀναβοησάντων μέγα καὶ περιπεσόντων τῆι θυγατρί, τότε ἡ


Φιλίννιον τοσαῦτ' εἶπεν αὐτοῖς· ‘ὦ μῆτερ καὶ πάτερ, ὡς ἀδίκως ἐφθονή-
σατέ μοι μετὰ τοῦ ξένου ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας γενέσθαι ἐν τῆι πατρώιαι
οἰκίαι λυποῦσαν οὐδένα. τοιγαροῦν ὑμεῖς μὲν πενθήσετε ἐξ ἀρχῆς διὰ
τὴν πολυπραγμοσύνην, ἐγὼ δὲ ἄπειμι πάλιν εἰς τὸν διατεταγμένον τόπον·
οὐ γὰρ ἄνευ θείας βουλήσεως ἦλθον εἰς ταῦτα’. (8) τοσαῦτα εἰποῦσα
παρὰ χρῆμα ἐγένετο νεκρά, ἐξετέτατό τε ἐπὶ τῆς Κλίνης ἐμφανὲς τὸ
σῶμα. τῆς δὲ μητρὸς περιχυθείσης καὶ τοῦ πατρὸς περὶ αὐτὴν καὶ
θορύβου πολλοῦ καὶ θρήνου κατὰ τὴν οἰκίαν γενομένου διὰ τὸ πάθος,
ὡς ἀνηκέστου γεγονότος συμπτώματος ἅμα τε ἀπίστου θεάματος, ταχέως

ἐγένετο διὰ πόλεως τὸ πρᾶγμα περιβόητον καί μοι προσηγγέλθη. (9) τὴν
μὲν οὖν νύκτα ἐκείνην διακατέσχον ἐγὼ τοὺς ὄχλους ἀθροιζομένους ἐπὶ
τὴν οἰκίαν, εὐλαβηθεὶς μήτις εἴη νεωτερισμὸς διαδεδομένης τοιαύτης
φήμης.
ὄρθρου δὲ βαθέος πλῆρες ἦν τὸ θέατρον. ῥηθέντων δὲ πάντων τῶν
κατὰ μέρος ἔδοξεν πρῶτον εἰσελθεῖν ἐπὶ τὸν τάφον ἡμᾶς καὶ ἀνοίξαντας
εἰδῆσαι, πότερον εἴη τὸ σῶμα ἐπὶ τῆς Κλίνης ἢ κενὸν τὸν τόπον εὑρή-
σομεν· οὐδὲ γὰρ ἑξάμηνος ἐπεγεγόνει τῶι θανάτωι τῆς ἀνθρώπου.

Πούπλιος Αίλιος. Fragmenta Τόμ. -Jacobyʹ-F 2b,257,F, fragment 36, γρ.


70

οὐ γὰρ ἄνευ θείας βουλήσεως ἦλθον εἰς ταῦτα’. (8) τοσαῦτα εἰποῦσα
παρὰ χρῆμα ἐγένετο νεκρά, ἐξετέτατό τε ἐπὶ τῆς Κλίνης ἐμφανὲς τὸ
σῶμα. τῆς δὲ μητρὸς περιχυθείσης καὶ τοῦ πατρὸς περὶ αὐτὴν καὶ
θορύβου πολλοῦ καὶ θρήνου κατὰ τὴν οἰκίαν γενομένου διὰ τὸ πάθος,
ὡς ἀνηκέστου γεγονότος συμπτώματος ἅμα τε ἀπίστου θεάματος, ταχέως

ἐγένετο διὰ πόλεως τὸ πρᾶγμα περιβόητον καί μοι προσηγγέλθη. (9) τὴν
μὲν οὖν νύκτα ἐκείνην διακατέσχον ἐγὼ τοὺς ὄχλους ἀθροιζομένους ἐπὶ
τὴν οἰκίαν, εὐλαβηθεὶς μήτις εἴη νεωτερισμὸς διαδεδομένης τοιαύτης
φήμης.
ὄρθρου δὲ βαθέος πλῆρες ἦν τὸ θέατρον. ῥηθέντων δὲ πάντων τῶν
κατὰ μέρος ἔδοξεν πρῶτον εἰσελθεῖν ἐπὶ τὸν τάφον ἡμᾶς καὶ ἀνοίξαντας
εἰδῆσαι, πότερον εἴη τὸ σῶμα ἐπὶ τῆς Κλίνης ἢ κενὸν τὸν τόπον εὑρή-
σομεν· οὐδὲ γὰρ ἑξάμηνος ἐπεγεγόνει τῶι θανάτωι τῆς ἀνθρώπου.
ἀνοιχθείσης δὲ ὑφ' ἡμῶν τῆς καμάρας, εἰς ἣν πάντες οἱ οἰκεῖοι μεταλ-
λάσσοντες ἐτίθεντο, ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων κλινῶν ἐφάνη τὰ σώματα
κείμενα,
τῶν δὲ παλαίτερον τετελευτηκότων τὰ ὁστᾶ, ἐπὶ μόνης δὲ ἧς ἡ Φιλίννιον
ἐτέθη καὶ συνέβη ταφῆναι εὕρομεν ἐπικείμενον τὸν δακτύλιον τὸν
403

σιδηροῦν, ὃς ἦν τοῦ ξένου, καὶ τὸ χρυσόκλυστον ποτήριον, ὅπερ ἔλαβε


παρὰ τοῦ Μαχάτου τῆι πρώτηι τῶν ἡμερῶν. (10) θαυμάσαντες δὲ καὶ
ἐκπλαγέντες εὐθέως παρεγενόμεθα πρὸς τὸν Δημόστρατον εἰς τὸν
ξενῶνα ὀψόμενοι τὴν νεκράν,

Rhetorica Anonyma, Περὶ τῶν τεσσάρων μερῶν τοῦ τελείου λόγου (e


cod. Paris. gr. 2918) (0598: 013)“Rhetores Graeci, vol. 3”, Ed. Walz, C.
Stuttgart: Cotta, 1834, Repr. 1968.Τόμ. 3, σελ. 579, γρ. 26

τῷ προτεθειμένῳ· τὸ τοιοῦτον πρέπον φασὶν οἱ παλαιοὶ


τεχνικοὶ ἤτοι φράσιν καὶ λέξιν ἐπιπρέπουσαν τῷ ὑποκει-
μένῳ· ἐὰν γὰρ περὶ λειμῶνος ὁ λόγος, ἀνθηρῶς ἀπαγ-
γείλῃς καὶ λειοτέρως, οἷον τὰ πέταλα τῶν δένδρων τῷ
ζεφύρῳ τρυφᾷ, καὶ ὑποψιθυρίζουσιν ἠρέμα διακινούμε-
να· οἱ ὄρνις ἐπορχοῦνται ταῖς κλάδοις, καὶ χορὸν ἐστή-
σαντο μουσικὸν, ᾄδουσι καὶ οἱ τέττιγες καὶ συνηχοῦσιν
ὁμοῦ καὶ δένδρα καὶ ὄρνις καὶ τέττιγες καὶ ἁρμονία μία
τούτοις ὑπὸ φθόγγου πολυμμιγοῦς. καὶ ὁ διηχὴς
ἀὴρ ἐκεῖθεν πρᾴως ὑποβομβεῖ καὶ πληροῖ τὴν ἀκοὴν μου-
σικῆς· ἡ πόα ὑπέστρωται μαλακὴ καὶ χλοάζουσα, Κλίνη
τις σχέδιος· δυσώπησις ἁφῆς, βλεφάρων τρυφὴ, ὕδωρ
διὰ μέσων ἧκον τῶν φυτῶν κελαρύζει καὶ διψᾷν ὑπο-
μιμνήσκει τὸν βλέποντα ἢ τὸν ἀκούοντα. Ἐὰν περὶ πο-
λέμου ὁ λόγος, τότε ἡ ἁδροτέρα λέξις εὔχρηστος διὰ τὰς
ἐκεῖσε τραχύτητας, καὶ τὴν τῶν δρωμένων ἀνωμαλίαν,  
οἷόν ἐστι τὸ σύῤῥηξις, τῶν ἐφίππων κατάῤῥαξις, δοῦπος
ἀκόντων καὶ πάταγος, βόμβος, κόναβος, σμαραγὴ, ὀϊστῶν
κλαγγὴ, γῆς καναχὴ, ἵππων χρεμετισμοὶ καὶ φρυάγματα
καὶ ἐμβοαὶ μαχητῶν καὶ ἀντεμβοαὶ καὶ σαλπισμοὶ καὶ
ἀλαλαγμοὶ, καὶ βυκάνης ἦχος βροντόεις καὶ χωστρίδες

Rhetorica Anonyma, Problemata rhetorica in status (0598: 018)


“Rhetores Graeci, vol. 8”, Ed. Walz, [Link]: Cotta, 1835, Repr.
1968.Τόμ. 8, σελ. 412, γρ. 18

ηται τοῦ ἐγκλήματος, καὶ ἔλαβεν· ἀριστεύσας ὁ


αὐτὸς πάλιν ᾔτησεν εἰς ἀναίρεσιν ἐχθρὸν πένητα. ὁ δὲ
πένης ἀκούσας κατέφυγεν ἐπὶ τὸν ἀνδριάντα· καὶ ὁ
πλούσιος βιάζεται ἀποσπᾶσαι αὐτόν· καὶ ἡ πόλις ἀν-
τιλέγει.
 61. Ἐν μακρᾷ πολιορκίᾳ συμβουλεύων ὁ στρατηγὸς,
404

ἵνα ἐξέλθωσι καὶ πολεμήσωσιν, οὐκ ἔπειθε· λαθὼν κα-


θεῖλε μέρος τι τοῦ τείχους· καὶ ἐξελθόντες ἐνίκησαν, καὶ
κρίνεται ὁ στρατηγὸς ὡς προδότης.
 62. Πλούσιος εἰσελθὼν εἰς οἰκίαν πένητος εὗρεν ὑπὸ
τῆς Κλίνης τοῦ πένητος τὸ ἑαυτοῦ ἱμάτιον· καὶ ὡς
κλέπτην πρὸς αὐτὸν δικάζεται· ὁ δὲ πένης ὡς μοιχὸν τὸν
πλούσιον κατέχει.

Comica Adespota (FCG), Fragmenta comicorum anonymorum (0602:


001)“Fragmenta comicorum Graecorum, vol. 4”, Ed. Meineke, A.
Berlin: Reimer, 1841, Repr. [Link] FCA, fragment 293, γρ. 1

ὁ θάνατος αὐτὸς σοῦ γέγονεν εὐνούστερος.


Τὰ πανοῦργα ταῦτ' ὀψάρια χὐποτρίμματα.
Ὅ τι προῖκα μόνον ἔδωκαν ἡμῖν οἱ θεοί,
τὸν ὕπνον, τί τοῦτο πολυτελὲς σαυτῷ ποιεῖς;
Ἔα μ' ἀπολέσθαι· τοῦτο γάρ μοι συμφέρει.  
Τί τἀλλότριον, ἄνθρωπε βασκανώτατε,
κακὸν ὀξυδορκεῖς, τὸ δ' ἴδιον παραβλέπεις;
Ὁ δ' οὔτ' ἄγαν ὀπτοῖσιν οὔθ' ἑφθοῖς ἄγαν,
οὔθ' ἧττον οὔτε μᾶλλον οὔτε διὰ μέσου
ἠρτυμένοισι χαίρων ὥστ' ἐπαινέσαι.
Ὦ φιλτάτη Κλίνη.
Βακχὶς θεόν σ' ἐνόμισεν, εὐδαῖμον λύχνε·
καὶ τῶν θεῶν μέγιστος, εἰ ταύτῃ δοκεῖς.  
Τὸ φάρμακόν σου τὴν νόσον μείζω ποιεῖ.
Στρωμνὰς ἁλουργοὺς καὶ τραπέζας πολυτελεῖς.
Σκληράν, ἄκαρπον καὶ φυτεύεσθαι κακήν.  
Τὰ δ' Ἴσθμι' ἀποδοίμην ἂν ἡδέως ὅσου
ὁ τῶν σελίνων στέφανός ἐστιν ὤνιος.
Οἰκειότητα δ' ἐμβλέπων ὠλίσθανον,
ἀγένειος ἁπαλὸς καὶ νεανίας καλός.

Δίων Χρυσόστομος. Orationes (0612: 001)


“Dionis Prusaensis quem vocant Chrysostomum quae exstant omnia,
vols. 1–2, 2nd edn.”, Ed. von Arnim, [Link]: Weidmann, 1:1893;
2:1896, Repr. [Link] 62, se. 6, γρ. 2

 ἐπεὶ Σαρδανάπαλλος ἐκεῖνος ὁ θρυλούμενος εἶχε μὲν Νίνον,


εἶχε δὲ Βαβυλῶνα, τὰς μεγίστας τῶν πρότερον γεγενημένων πόλεων,
ὑπήκουε δὲ αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη τὰ νεμόμενα τὴν ἑτέραν ἤπειρον
405

μέχρι τῶν ἀοικήτων τῆς γῆς λεγομένων· βασιλείας δὲ οὐδὲν ἦν


αὐτῷ προσῆκον, οὐ μᾶλλον ἢ τῶν σηπομένων τινὶ νεκρῶν. βου-
λεύεσθαι μὲν γὰρ ἢ δικάζειν ἢ στρατηγεῖν οὔτε ἐβούλετο οὔτε
ἐδύνατο. ἐν δὲ τοῖς βασιλείοις ἀποδιδράσκων εἰς τὴν γυναικω-
νῖτιν καθῆστο ἐπὶ χρυσηλάτου Κλίνης ἀναβάδην ὑπὸ ἁλουργέσι
παστοῖς, ὥσπερ ὁ θρηνούμενος ὑπὸ τῶν γυναικῶν Ἄδωνις, ὀξύ-
τερον φθεγγόμενος εὐνούχων, τὸν μὲν τράχηλον ἀποκλίνων, ὑπὸ
δὲ ἀργίας καὶ σκιᾶς λευκὸς καὶ τρέμων, τὸ σῶμα πελιδνός, τοὺς
δὲ ὀφθαλμοὺς ἀναστρέφων, ὥσπερ ἐξ ἀγχόνης· ὃν οὐκ ἦν διαγνῶναι
τῶν παλλακῶν. καίτοι χρόνον τινὰ κατέσχεν, ὡς ἐδόκει, τὴν ἀρχὴν
εἰκῇ φερομένην, ὥσπερ ναῦν δίχα κυβερνήτου πολλάκις ἀλωμένην
ὁρῶμεν μηδενὸς κατέχοντος ἐν τῷ πελάγει κατὰ τύχην, εὐδίας
ἐπεχούσης· ἔπειτα ὀλίγος κλύδων ἐπαρθεὶς καὶ ῥᾳδίως ἓν κῦμα
ἐπέκλυσεν. καὶ δὴ καὶ ἅρμα ἰδεῖν ἔστιν οὐδενὸς ἡνιοχοῦντος ἐν
ἀγῶνι ῥεμβόμενον, ὃ νίκης μὲν οὐκ ἄν ποτε τύχοι, ταράττει δὲ καὶ

Demetrius Rhet., De elocutione (0613: 001)


“Demetrii Phalerei qui dicitur de elocutione libellus”, Ed. Radermacher,
[Link]: Teubner, 1901, Repr. [Link]. 289, γρ. 4

γὰρ ὁ Φαίδων τοὺς παρόντας Σωκράτῃ, καὶ καταλέξας ἕκαστον,


ἐπανερωτηθείς, εἰ καὶ Ἀρίστιππος καὶ Κλεόμβροτος παρῆσαν, οὔ,
φησίν, ἐν Αἰγίνῃ γὰρ ἦσαν· πάντα γὰρ τὰ προειρημένα ἐμφαί-
νεται τῷ ἐν Αἰγίνῃ ἦσαν· καὶ πολὺ δεινότερος ὁ λόγος δοκεῖ  
τοῦ πράγματος αὐτοῦ ἐμφαίνοντος τὸ δεινόν, οὐχὶ τοῦ λέγοντος.
τοὺς μὲν οὖν ἀμφὶ τὸν Ἀρίστιππον καὶ λοιδορῆσαι ἴσως ἀκινδύνου
ὄντος ἐν σχήματι ὁ Πλάτων ἐλοιδόρησεν.
 Πολλάκις δὲ ἢ πρὸς τύραννον ἢ ἄλλως βίαιόν τινα διαλεγό-
μενοι καὶ ὀνειδίσαι ὁρμῶντες χρῄζομεν ἐξ ἀνάγκης σχήματος λόγου,
ὡς Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς πρὸς Κρατερὸν τὸν Μακεδόνα ἐπὶ χρυσῆς
Κλίνης καθεζόμενον μετέωρον, καὶ ἐν πορφυρᾷ χλανίδι, καὶ ὑπερη-
φάνως ἀποδεχόμενον τὰς πρεσβείας τῶν Ἑλλήνων, σχηματίσας εἶπεν
ὀνειδιστικῶς, ὅτι ὑπεδεξάμεθά ποτε πρεσβεύοντας ἡμεῖς
τούσδε καὶ Κρατερὸν τοῦτον· ἐν γὰρ τῷ δεικτικῷ τῷ τοῦτον
ἐμφαίνεται ἡ ὑπερηφανία τοῦ Κρατεροῦ πᾶσα ὠνειδισμένη ἐν
σχήματι.

Polyaenus Rhet., Strategemata (0616: 001)“Polyaeni strategematon


libri viii”, Ed. Woelfflin, E., Melber, [Link]: Teubner, 1887, Repr.
[Link] 7, Ch. 14, se. 1, γρ. 5
406

ΟΡΟΝΤΗΣ.

 Βασιλεὺς Ἀρταξέρξης Ὀρόντῃ προσέταξε ‘Τηρίβαζον


Κύπρου σατράπην ἄγε μοι δεδεμένον’. Ὀρόντης, ἐδε-
δοίκει γὰρ Τηρίβαζον, λόχῳ τὸν ἄνδρα εἷλεν. ὁ δὲ
λόχος· ἦν οἶκος, ἐν ᾧ βόθρος βαθύς. ἄνω τοῦ βόθρου
Κλίνην ἔθηκεν οὐκ ἐντεταμένην, ἀλλὰ στρώμασι ποικί-
λοις κεκοσμημένην. καλεῖ Τηρίβαζον ὡς διαλεξόμενος
περὶ ἀπορρήτων. Τηρίβαζος εἰσέρχεται καὶ καθιζάνει
καὶ διὰ τῆς Κλίνης εἰς τὸν βόθρον καταφέρεται καὶ
συλληφθεὶς ἀναπέμπεται βασιλεῖ δεδεμένος.  
 Ὀρόντης ἀποστὰς ἐπολέμει τοῖς βασιλέως στρατη-
γοῖς καὶ καταφυγὼν ἐπὶ λόφον τοῦ Τμώλου χαράκωμα
περιεβάλετο. τῶν πολεμίων ἀντιστρατοπεδευσάντων
παρήγγειλε τοῖς στρατιώταις ὀχυροῦν μάλιστα δὴ τὸ
χαράκωμα καὶ τὰς ἐφοδείας καὶ τὰς φυλακὰς συγκρο-
τοῦντας ὁρᾶσθαι τοῖς πολεμίοις. αὐτὸς δὲ νύκτωρ

Polyaenus Rhet., Excerpta Polyaeni (0616: 002)


“Polyaeni strategematon libri viii”, Ed. Woelfflin, E., Melber, J.
Leipzig: Teubner, 1887, Repr. [Link] 51, se. 1, γρ. 3

Ἅλωσις ἑνὸς ἀνδρός.

 Ὅτι Ἀρταξέρξης προσέταξεν Ὀρόντῃ ἀγαγεῖν Τηρίβαζον


σατράπην Κύπρου δεδεμένον. ὁ δὲ ὑποκάτω μὴ ἐντετα-
μένης Κλίνης λάκκον ὀρύξας, καλέσας Τηρίβαζον διαλεξόμενος
ἀπόρρητα καὶ οὕτως εἰς τὸν βόθρον βαλὼν ἔδησε καὶ ἤγαγε
πρὸς Ἀρταξέρξην.
 Ὅτι ὁ αὐτὸς βουλόμενος στρατηγὸν αὑτοῦ ἀνυπόπτως
ἀποκτεῖναι ποιήσας δύο ἐπιστολὰς, τὴν μὲν μίαν πρὸς αὐτὸν
περιέχουσαν, ὡς τὴν πᾶσαν φροντίδα τοῦ πολέμου αὐτῷ
ἀνατίθεται, ἑτέραν δὲ πρός τινα τῶν οἰκείων αὐτοῦ παρ-
αγγείλας δεδεμένον αὐτὸν ἢ καὶ ἀποκτείναντα ἀποπέμψαι
407

Cratetis Epistulae, Epistulae (0623: 001)“Epistolographi Graeci”, Ed.


Hercher, [Link]: Didot, 1873, Repr. [Link] 18, se. 1, γρ. 8

Τοῖς νεανίσκοις.

 Ἐθίζεσθε ψυχρῷ λούεσθαι καὶ πίνειν ὕδωρ καὶ


ἐσθίειν μὴ ἀνιδρωτὶ καὶ ἀμπέχεσθαι τρίβωνα καὶ κα-
τατρίβεσθαι ἐπὶ γῆς, καὶ οὐδέποτε ὑμῖν κλεισθήσεται
τὰ βαλανεῖα, αἱ δ' ἄμπελοι καὶ τὰ πρόβατα ἀφορήσει
καὶ τὰ ὀψοπώλια καὶ κλινοπώλια πενητεύσει ὥσπερ
τοῖς μεμαθηκόσι θερμῷ μὲν λούεσθαι, πίνειν δ' οἶνον
καὶ ἐσθίειν μὴ πονήσαντας καὶ ἀμπέχεσθαι ἁλουργῆ
καὶ ἀναπαύεσθαι ἐπὶ Κλίνης.

Πατροκλεῖ.

 Μὴ λέγε τὸν Ὀδυσσέα πατέρα τῆς κυνικῆς τὸν


πάντων μαλακώτατον ἑταίρων καὶ τὴν ἡδονὴν ὑπὲρ
πάντα πρεσβεύοντα, ὅτι ποτὲ τὰ τοῦ κυνὸς ἐνεδύσατο·
οὐ γὰρ ἡ στολὴ ποιεῖ κύνα, ἀλλ' ὁ κύων στολήν, ὅπερ
οὐκ ἦν Ὀδυσσεύς, ἡττώμενος μὲν ἀεὶ ὕπνου, ἡττώ-
μενος δὲ ἐδωδῆς, ἐπαινῶν δὲ τὸν ἡδὺν βίον, πράττων
δὲ οὐδὲν οὐδέποτε ἄνευ θεοῦ καὶ τύχης, αἰτῶν δὲ  
πάντας καὶ τοὺς ταπεινούς, λαμβάνων δ' ὁπόσ' ἄν
τις χαρίσαιτο. λέγε δὲ Διογένη τὸν μὴ ἅπαξ κυνι

Demetrius Hist., Phil., Fragmenta (0624: 001)


“Demetrios von Phaleron”, Ed. Wehrli, F.
Basel: Schwabe, 1968; Die Schule des Aristoteles, vol. 4, 2nd edn..
Fragment 183, γρ. 5

...ι φάσεις ἔθη[κεν ...]. τους· ὃ δὲ Λύσι[ν γεγρα]φέναι Δη[μή]τ[ριος ὁ


Φαλη]ρε[ὺς] ἐν τοῖς πε[ρὶ τῆς ῥη]τορικῆς ς[υ]γ[γράμμασίν φη]σιν ? εἰ καὶ
κα...
 Schol. Tzetzes Chil. V 209 (Cramer Anecd. Graeca Oxo-
niens. III p. 365): Ἀραβίας. τὸ Ἄραψ γράφε μεθ' ἑνὸς μηδὲ διπλοῦ τοῦ ῥῶ

μοι· Τζέτζης ὁ τοῦτο λέγων σοι· μὴ πείθου τοῖς βαναύσοις. καὶ Φαληρεὺς
Δη-
μήτριος Ῥητορικῆς φῆ γράφειν.  
408

 Demetrius De elocutione 289 (cf. Gregorius Corinth. in


Hermogenis Περὶ μεθόδου δεινότητος VIII 71 Walz VII p. 1180):
πολλάκις
δὲ ἢ πρὸς τύραννον ἢ ἄλλως βίαιόν τινα διαλεγόμενοι καὶ ὀνειδίσαι
ὁρμῶντες
χρῄζομεν ἐξ ἀνάγκης σχήματος λόγου, ὡς Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς πρὸς
Κρατερὸν
τὸν Μακεδόνα ἐπὶ χρυσῆς Κλίνης καθεζόμενον μετέωρον, καὶ ἐν
πορφυρᾷ χλανίδι
καὶ ὑπερηφάνως ἀποδεχόμενον τὰς πρεσβείας τῶν Ἑλλήνων, σχηματίσας
εἶπεν
ὀνειδιστικῶς ὅτι: ὑπεδεξάμεθά ποτε πρεσβεύοντας ἡμεῖς τούσδε καὶ
Κρατερὸν
τοῦτον. ἐν γὰρ τῷ δεικτικῷ τῷ τοῦτον ἐμφαίνεται ἡ ὑπερηφανία τοῦ
Κρατεροῦ
πᾶσα ὠνειδισμένη ἐν σχήματι.
   Anonymus Segu. 125 p. 23, 19 (Caecilius Calact. ed.
Ofenloch fr. 20; Rhet. Graeci ed. Spengel I p. 442): Ἀλέξανδρος δὲ ὁ τοῦ
Νουμηνίου καὶ Νεοκλῆς οὐ μίαν ἀποδεδώκασιν αὐτῇ (sc. τῇ διηγήσει)
τάξιν, ἀλλὰ  
ἄλλοτε ἄλλην. ἐνίοτε καὶ πρό γε τοῦ προοιμίου, ὁπόταν ὁ δικαστὴς
προηρεθιςμένος ᾖ καὶ σπεύδῃ πρὸς τὸ μαθεῖν τὸ πρᾶγμα· ἔστι δὲ ὅτε ἐν
ταῖς πίστεσι

Ιπποκράτης ιατρός. Prognosticon (0627: 003)“Oeuvres complètes


d'Hippocrate, vol. 2”, Ed. Littré, É.
Paris: Baillière, 1840, Repr. [Link]. 3, γρ. 8

ἢ χεῖλος, ἢ ῥὶς, μετά τινος τῶν ἄλλων σημείων, εἰδέναι χρὴ


ἐγγὺς ἐόντα θανάτου· θανατῶδες δὲ καὶ χείλεα ἀπολυόμενα,
καὶ κρεμάμενα, καὶ ψυχρὰ, καὶ ἔκλευκα γιγνόμενα.
 Κεκλιμένον δὲ χρὴ καταλαμβάνεσθαι τὸν νοσέοντα ὑπὸ τοῦ
ἰητροῦ ἐπὶ τὸ πλευρὸν τὸ δεξιὸν, ἢ τὸ ἀριστερὸν, καὶ τὰς χεῖρας
καὶ τὸν τράχηλον καὶ τὰ σκέλεα ὀλίγον ἐπικεκαμμένα ἔχοντα,
καὶ τὸ ξύμπαν σῶμα ὑγρὸν κείμενον· οὕτω γὰρ καὶ οἱ πλεῖστοι
τῶν ὑγιαινόντων κατακλίνονται· ἄρισται δέ εἰσι τῶν κατακλισίων
αἱ ὅμοιαι τῇσι τῶν ὑγιαινόντων. Ὕπτιον δὲ κέεσθαι καὶ τὰς
χεῖρας καὶ τὸν τράχηλον καὶ τὰ σκέλεα ἐκτεταμένα ἔχοντα, ἧσσον
ἀγαθόν. Εἰ δὲ καὶ προπετὴς γένοιτο, καὶ καταῤῥέοι ἐπὶ τῆς Κλίνης
ἐπὶ τοὺς πόδας, δεινότερόν ἐστιν. Εἰ δὲ καὶ γυμνοὺς τοὺς πόδας
εὑρίσκοιτο ἔχων, μὴ θερμοὺς κάρτα ἐόντας, καὶ τὰς χεῖρας, καὶ  
τὸν τράχηλον, καὶ τὰ σκέλεα ἀνωμάλως διεῤῥιμμένα καὶ γυμνὰ,
409

κακόν· ἀλυσμὸν γὰρ σημαίνει. Θανατῶδες δὲ καὶ τὸ κεχηνότα


καθεύδειν αἰεὶ, καὶ τὰ σκέλεα ὑπτίου κειμένου ξυγκεκαμμένα
εἶναι ἰσχυρῶς, καὶ διαπεπλιγμένα. Ἐπὶ γαστέρα δὲ κέεσθαι
ᾧ μὴ ξύνηθές ἐστι καὶ ὑγιαίνοντι οὕτω κοιμᾶσθαι, παραφρο-
σύνην τινὰ σημαίνει, ἢ ὀδύνην τῶν ἀμφὶ τὴν κοιλίην τόπων.
Ἀνακαθίζειν δὲ βούλεσθαι τὸν νοσέοντα, τῆς νούσου ἀκμαζούσης,
πονηρὸν μὲν ἐν πᾶσι τοῖσιν ὀξέσι νουσήμασι,

Ιπποκράτης ιατρός. De diaeta acutorum [Sp.] (0627: 005)


“Oeuvres complètes d'Hippocrate, vol. 2”, Ed. Littré, É.
Paris: Baillière, 1840, Repr. [Link]. 9, γρ. 31

χρῶμα, καὶ εἰ καθαρὸν, ὁκοῖα ὑγιαίνοντος ἂν εἴη δια-


χωρήματα, καὶ ὁ πυρετὸς ἐς τὴν τρίτην ἐπιπαροξυνόμενος·  
κατιδὼν δὲ εὖ μάλα τοὺς τοιούσδε ἐν ταύτῃσι τῇσι νούσοισι
τριταίους, πρὸς ταύτην ἤδη καὶ τὰ ἄλλα συνορῇν· καὶ
ἢν ἡ τετάρτη τῇ τρίτῃ ἡμέρῃ ὅμοιον ἔχῃ τι τῶν
αὐτῶν τουτέων, κινδυνώδης ὁ κάμνων γίγνεται. Τὰ δὲ ση-
μεῖα· ἡ μὲν μέλαινα διαχώρησις θάνατον σημαίνει, ἡ δὲ
ὁμοίη τῷ ὑγιαίνοντι ὁκόταν πάσας τὰς ἡμέρας
φαίνηται, σωτήριον· ὁκόταν δὲ μὴ ὑπακούῃ τῇ βαλάνῳ,
ἐνῇ δὲ τοῦ πνεύματος εὐφορίη, διαναστὰς ἐπὶ τὸν
θρόνον ἢ αὐτοῦ ἐν τῇ κλίνῃ, ἢν ἀψυχίη ἐγγένηται, ταῦτα
ὁκόταν προσῇ τῷ κάμνοντι ἢ τῇ καμνούσῃ κατ' ἀρχὰς,
παραφροσύνην οἴου ἐσομένην. Προσέχειν δὲ χρὴ καὶ τῇσι  
χερσίν· ἢν γὰρ τρομεραὶ ἔωσι, προσδέχου τῷ τοιῷδε
ἀπόσταξιν αἵματος ἐκ ῥινῶν ἐσομένην· ὁρῇν δὲ χρὴ καὶ
τοὺς μυκτῆρας· ἢν ὁμοίως τὸ πνεῦμα δι' ἀμφοτέρων
ἕλκηται, καὶ ἢν πουλὺ φέρηται ἐκ τῶν μυκτήρων, φι-
λέει γίγνεσθαι σπασμός· ἢν δὲ σπασμὸς γένηται τῷ
τοιῷδε, θάνατος προσδόκιμος, καὶ καλῶς ἔχει προλέγειν.
 Ἢν δὲ ἐν πυρετῷ χειμερινῷ ἡ γλῶσσα τρηχείη
γένηται καὶ ἀψυχίαι ἐνέωσι, φιλέει τῷ τοιῷδε καὶ ἐπάνεσις

Ιπποκράτης ιατρός. De morbis popularibus (= Epidemiae) (0627:


006)“Oeuvres complètes d'Hippocrate, vols. 2–3, 5”, Ed. Littré, É.
Paris: Baillière, 2:1840; 3:1841; 5:1846, Repr. 2:1961; 3:1961; 5:1962.
Book 3, Ch. 3, se. 17(2), γρ. 5

ἀπὸ τῆς πρώτης ὑγρὴ χολώδεσιν, ὑγροῖσι πουλλοῖσιν ἦν, ἢ


ξυνισταμένη ἐν ζέουσι καὶ ἀπέπτοισιν· οὖρα διὰ τέλεος κακά·
410

κωματώδης τὰ πλεῖστα· μετὰ πόνων ἄγρυπνος· ἀπόσιτος ξυν-


εχέως. Καῦσος. ϡΠΦΑΥΡΚΘ.
      
    

Ἄῤῥωστος δεύτερος.

      
 Ἐν Θάσῳ τὴν κατακειμένην παρὰ τὸ ψυχρὸν ὕδωρ, ἐκ  
τοῦ τόκου, θυγατέρα τεκοῦσαν καὶ καθάρσιος μὴ γινομέ-
νης, πυρετὸς ὀξὺς, φρικώδης, τριταίην ἔλαβεν. Ἐκ χρόνου δὲ
πολλοῦ πρὸ τοῦ τόκου πυρετώδης ἦν, κατακλινὴς, ἀπόσιτος. Μετὰ
δὲ τὸ γενόμενον ῥῖγος ξυνεχέες, ὀξέες, φρικώδεες οἱ πυρετοί.
Ὀγδόῃ, πολλὰ παρέκρουσε, καὶ τὰς ἐχομένας, καὶ ταχὺ πάλιν
κατενόει· κοιλίη ταραχώδης, πουλλοῖσι, λεπτοῖσιν, ὑδατοχόλοι-
σιν· ἄδιψος. Ἑνδεκάτῃ, κατενόει· κωματώδης δὲ ἦν· οὖρα
πουλλὰ, λεπτὰ καὶ μέλανα· ἄγρυπνος. Εἰκοστῇ, σμικρὰ πε-
ριέψυξε, καὶ ταχὺ πάλιν ἀνεθερμάνθη· σμικρὰ παρέλεγεν· ἄγρυ-
πνος· τὰ κατὰ κοιλίην, ἐπὶ τῶν αὐτέων· οὖρα ὑδατώδεα,
πουλλά. Εἰκοστῇ ἑβδόμῃ, ἄπυρος· κοιλίη ξυνέστη· οὐ πολλῷ
δὲ χρόνῳ ὕστερον ἰσχίου δεξιοῦ ὀδύνη ἰσχυρὴ χρόνον πουλύν·
πυρετοὶ πάλιν παρείποντο· οὖρα ὑδατώδεα. Τεσσαρακοστῇ,

Ιπποκράτης ιατρός. De morbis popularibus (= Epidemiae)


Book 5, Ch. 1, se. 10, γρ. 3

 Ἀθήνῃσιν, ἄνθρωπος ξυσμῷ εἴχετο πᾶν τὸ σῶμα, μάλιστα


δὲ τοὺς ὄρχιας καὶ τὸ μέτωπον, εἴχετο δὲ πάνυ σφόδρα, καὶ τὸ δέρμα
παχὺ ἦν καθ' ἅπαν τὸ σῶμα, καὶ οἷόν περ λέπρη τὴν πρόσοψιν·
καὶ οὐκ ἂν ἀπέλαβες οὐδαμόθεν τοῦ δέρματος ὑπὸ τῆς παχύτητος·
τοῦτον οὐδεὶς ἠδύνατο ὠφελῆσαι· διελθὼν δὲ ἐς Μῆλον, ᾗ τὰ
θερμὰ λοετρὰ, τοῦ μὲν κνησμοῦ ἐπαύσατο καὶ τῆς παχυδερμίης·
ὑδρωπιήσας δὲ ἔθανεν.  
 Ἀθήνῃσιν, ἄνδρα χολέρη ἔλαβεν, ἤμει τε καὶ κάτω διῄει, καὶ
ὠδυνᾶτο, καὶ στῆναι οὐκ ἠδύνατο οὔτε ὁ ἔμετος, οὔτε ἡ ὑποχώρησις,
καὶ ἥ τε φωνὴ ὑπολελοίπει, καὶ κινέεσθαι ἐκ τῆς Κλίνης οὐκ ἠδύ-
νατο, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἀχλυώδεες καὶ ἔγκοιλοι ἦσαν, καὶ σπασμοὶ
εἶχον ἐκ τῆς κοιλίης· ἀπὸ τοῦ ἐντέρου ὁμοίως, λύγξ· ἡ δ' ὑποχώ-
ρησις πολλῷ πλείων ἦν τοῦ ἐμέτου. Οὗτος ἔπιεν ἐλλέβορον ἐπὶ φα-
κῶν χυλῷ, καὶ ἐπέπιε φακῶν χυλὸν ἕτερον ὅσον ἠδύνατο, καὶ ἔπειτα
ἐπήμεσε, καὶ προσηναγκάσθη, καὶ ἔστη αὐτῷ ἄμφω· ψυχρὸς δὲ ἐγέ-
411

νετο· ἐλούετο δὲ μέχρι τῶν αἰδοίων κάτω πάνυ πολλῷ, ἕως καὶ τὰ ἄνω
διεθερμάνθη, καὶ ἐβίω· τῇ δ' ὑστεραίῃ ἄλφιτα ἔπιε λεπτὰ ἐφ' ὕδατι.

Ιπποκράτης ιατρός. De morbis popularibus (= Epidemiae)


Book 7, Ch. 1, se. 6, γρ. 5

τοῖσι περιπλευμονικοῖσιν, ὠχρόλευκος· ἀπ' ἀρχῆς καὶ διὰ παντὸς


κεφαλαλγίη· τράχηλος διὰ παντὸς ἀκίνητος· ξυμπεριάγειν τῇ κεφαλῇ
ἐδεῖτο· καὶ τὸ κατὰ ῥάχιν ἐκ τραχήλου, ἰθὺ καὶ ἄκαμπτον· καὶ κλί-
σιες, ὁποῖαι εἴρηνται, καὶ οὐκ αἰεὶ ὕπτιος· τὸ δὲ πῦον εἴδει ὀῤῥῶδες,
λευκὸν, πουλὺ, ἔργον ὑποσπογγίσαι, ὀδμὴ ὑπερβεβλημένη· κατὰ τὸν
τελευταῖον χρόνον, ποδῶν ἅψιος οὐ πάνυ καταισθανόμενος.
 Τῇ Ἁρπαλίδεω ἀδελφῇ περὶ τέταρτον μῆνα ἢ πέμπτον κυούσῃ,
οἰδήματα περὶ τοὺς πόδας ὑδατώδεα ἐγένετο, καὶ τὰ κύκλα τῶν
ὀφθαλμῶν ἐπῴδει, καὶ ἅπαν τὸ χρῶμα μετέωρον, οἷον τοῖσι φλε-
γματίῃσιν· βὴξ ξηρή· ὀρθοπνοίη δὲ καὶ ἆσθμα τοιοῦτον καὶ πνιγμοὶ
ἔστιν ὅτε ὑπὸ τοῦ πνεύματος, ὥστε καθημένη διετέλει κατὰ Κλίνην,
κατακεῖσθαι δὲ οὐχ οἵη τε ἦν, ἀλλ' εἴ τις καὶ ὕπνου δόξα γένοιτο,
καθημένη ἦν· ἄπυρος δὲ ἐπιεικῶς· καὶ τὸ κύημα ἐπὶ πλεῖστον
χρόνον ἀκίνητον ἦν, ὡς διεφθαρμένον, καὶ μετέπιπτεν. Παρηκολού-
θησε δὲ τὸ ἆσθμα σχεδὸν δύο μῆνας. Κυάμοισι δὲ χρωμένη μελι-  
χροῖσι καὶ μέλιτος ἐκλείξει, καὶ τοῦ αἰθιοπικοῦ κυμίνου πιοῦσα ἐν
οἴνῳ, ἐῤῥήϊσεν· μετὰ ταῦτα δὲ ἀνῆγε βήσσουσα πολλὰ, πέπονα,
φλεγματώδεα, λευκὰ, καὶ τὸ πνεῦμα ἔληξεν· ἔτεκε δὲ γόνον θῆλυν.
 Τῇ Πολυκράτεος, θέρεος, περὶ τὸ ἄστρον, πυρετός· πνεῦμα
τὸ ἑωθινὸν, ἧσσον, ἀπὸ μέσου ἡμέρης μᾶλλον τὸ πνεῦμα, πυκνότερον
μικρῷ· βὴξ, καὶ ἀπόχρεμψις εὐθὺς ἀπ' ἀρχῆς ὁμοίη πυώδεσιν·

Ιπποκράτης ιατρός. De morbis popularibus (= Epidemiae)


Book 7, Ch. 1, se. 25, γρ. 25

ταίῃ καὶ πεμπταίῃ ὀλίγον χρόνον· δίψα οὐκ ἐνῆν, πτυσμὸς δὲ ἦν· ὑπο-
χόνδριον δεξιὸν σφόδρα ἐπῇρτο περὶ τὴν πέμπτην, μετὰ δὲ μαλθα-  
κώτερον· ὑποχώρησις τριταίῃ ἀπὸ βαλάνου κόπρου ὀλίγης, πέμπτῃ
πάλιν ὑγρὸν ὀλίγον· κοιλίη δὲ λαπαρή· οὖρα στρυφνὰ, ὀποειδέα·
ὄμματα ὡς κοπιώσης, χαλεπῶς ἀνέβλεπε καὶ περιέφερεν. Πέμπτῃ,
ἐς νύκτα χαλεπῶς, καὶ λῆρος εἵπετο. Ἕκτῃ, πάλιν τὴν αὐτὴν ὥρην
περὶ πλήθουσαν ἀγορὴν, ἱδρὼς πουλὺς κατεχεῖτο, ἀπὸ μετώπου
ἤρχετο ἐς ὅλον τὸ σῶμα πουλὺν χρόνον· ἐμφρόνως διετίθετο τὰ ἑαυ-
τῆς· πρὸς μέσον δὲ ἡμέρης, σφόδρα ἐλήρει, καὶ τὰ τῆς καταψύξιος
ὅμοια, βαρύτερα δὲ τὰ κατὰ τὸν χρῶτα πάντα· πρὸς δὲ τὴν ἑσπέρην,
412

ἡ κνήμη αὐτῆς ἐκ τῆς Κλίνης κατεῤῥύη, καὶ τῷ παιδὶ παραλόγως


ἠπείλησέ τε καὶ πάλιν ἐσιώπησε, καὶ ἐς ἡσυχίην μετέβαλεν·
περὶ δὲ τὸν πρῶτον ὕπνον, δίψα πουλλὴ, καὶ μανίη, καὶ ἀνε-
κάθιζε, καὶ τοῖσι παροῦσιν ἐλοιδορεῖτο, καὶ πάλιν ἀπεσιώπησε καὶ ἐν
ἡσυχίῃ ἦν· καὶ ἐδόκει τὴν ἐπίλοιπον νύκτα κεκωματίσθαι· τοὺς δὲ
ὀφθαλμοὺς οὐ ξυνῆγεν. Ἐπὶ δ' ἡμέρην ὑπεκρίνετο τὰ πλεῖστα νεύμα-
σιν, ἀτρεμίζουσα τὸ σῶμα, καὶ κατανοοῦσα ἐπιεικῶς· πάλιν δὲ ἱδρὼς
τὴν αὐτὴν ὥρην· ὁμοίως οἱ ὀφθαλμοὶ κατηφέες, ἐς τὸ κάτω βλέφαρον
μᾶλλον ἐγκείμενοι, ἀτενίζοντες, κεκαρωμένοι, τὰ λευκὰ τῶν ὀφθαλ-
μῶν ὠχρὰ καὶ νεκρώδεα, καὶ τὸ πᾶν χρῶμα ὠχρὸν καὶ μελα-
νέον· τῇ χειρὶ τὰ πουλλὰ πρὸς τοῖχον ἢ πρὸς ἱμάτιον· οἱ ψόφοι δὲ

Ιπποκράτης ιατρός. De articulis Se. 78, γρ. 13

εἴη ὑγιέας ποιέειν, τὸν ἀοχλότατον χρὴ αἱρέεσθαι· καὶ γὰρ


ἀνδραγαθικώτερον τοῦτο καὶ τεχνικώτερον, ὅστις μὴ ἐπιθυμέει
δημοειδέος κιβδηλίης. Περὶ οὗ οὖν ὁ λόγος ἐστὶ, τοιαίδε ἄν
τινες κατοικίδιοι κατατάσιες εἶεν τοῦ σώματος, ὥστε ἐκ τῶν πα-
ρεόντων τὸ εὔπορον εὑρίσκειν· τοῦτο μὲν, εἰ τὰ δεσμὰ τὰ ἱμάν-
τινα μὴ παρείη τὰ μαλθακὰ καὶ προσηνέα, ἀλλ' ἢ σιδήρεα, ἢ
ὅπλα, ἢ σχοινία, ταινίῃσι χρὴ ἢ ἐκρήγμασι τρυχίων ἐρι-
νεῶν περιελίσσειν ταύτῃ μάλιστα, ᾗ μέλλει τὰ δεσμὰ καθέξειν,
καὶ ἔτι ἐπὶ πλέον· ἔπειτα οὕτω δεῖν τοῖσι δεσμοῖσιν· τοῦτο δὲ,
ἐπὶ Κλίνης χρὴ, ἥτις ἰσχυροτάτη καὶ μεγίστη τῶν παρεουσέων,
κατατετάσθαι καλῶς τὸν ἄνθρωπον· τῆς δὲ Κλίνης τοὺς πόδας, ἢ
τοὺς πρὸς κεφαλῆς, ἢ τοὺς πρὸς ποδῶν, ἐρηρεῖσθαι πρὸς τὸν οὐδὸν,
εἴ τε ἔξωθεν ξυμφέρει, εἴτε ἔσωθεν· παρὰ δὲ τοὺς ἑτέρους πόδας
παρεμβεβλῆσθαι ξύλον τετράγωνον, πλάγιον, διῆκον ἀπὸ τοῦ
ποδὸς πρὸς τὸν πόδα, καὶ, ἢν μὲν λεπτὸν ἔῃ τὸ ξύλον, προσδεδέσθω
πρὸς τοὺς πόδας τῆς Κλίνης, ἢν δὲ παχὺ ἔῃ, μηδέν· ἔπειτα τὰς
ἀρχὰς χρὴ τῶν δεσμῶν, καὶ τῶν πρὸς τῆς κεφαλῆς, καὶ τῶν πρὸς  
τῶν ποδῶν, προσδῆσαι ἑκατέρας πρὸς ὕπερον, ἢ πρὸς ἄλλο τι
τοιοῦτον ξύλον· ὁ δὲ δεσμὸς ἐχέτω ἰθυωρίην κατὰ τὸ σῶμα,
ἢ καὶ ὀλίγον ἀνωτέρω, ξυμμέτρως δὲ ἐκτετάσθω πρὸς τὰ
ὕπερα, ὡς, ὀρθὰ ἑστεῶτα, τὸ μὲν παρὰ τὸν οὐδὸν ἐρείδηται,

Ιπποκράτης ιατρός. De articulis Se. 78, γρ. 26

παρεμβεβλῆσθαι ξύλον τετράγωνον, πλάγιον, διῆκον ἀπὸ τοῦ


413

ποδὸς πρὸς τὸν πόδα, καὶ, ἢν μὲν λεπτὸν ἔῃ τὸ ξύλον, προσδεδέσθω


πρὸς τοὺς πόδας τῆς Κλίνης, ἢν δὲ παχὺ ἔῃ, μηδέν· ἔπειτα τὰς
ἀρχὰς χρὴ τῶν δεσμῶν, καὶ τῶν πρὸς τῆς κεφαλῆς, καὶ τῶν πρὸς  
τῶν ποδῶν, προσδῆσαι ἑκατέρας πρὸς ὕπερον, ἢ πρὸς ἄλλο τι
τοιοῦτον ξύλον· ὁ δὲ δεσμὸς ἐχέτω ἰθυωρίην κατὰ τὸ σῶμα,
ἢ καὶ ὀλίγον ἀνωτέρω, ξυμμέτρως δὲ ἐκτετάσθω πρὸς τὰ
ὕπερα, ὡς, ὀρθὰ ἑστεῶτα, τὸ μὲν παρὰ τὸν οὐδὸν ἐρείδηται, τὸ δὲ
παρὰ τὸ ξύλον τὸ παραβεβλημένον· κἄπειτα οὕτω τὰ ὕπερα ἀνα-
κλῶντα χρὴ τὴν κατάτασιν ποιέειν. Ἀρκέει δὲ καὶ κλίμαξ
ἰσχυροὺς ἔχουσα τοὺς κλιμακτῆρας, ὑποτεταμένη ὑπὸ τὴν Κλίνην,
ἀντὶ τοῦ οὐδοῦ τε καὶ τοῦ ξύλου τοῦ παρατεταμένου, ὡς τὰ ὕπερα,
πρὸς τῶν κλιμακτήρων τοὺς ἁρμόζοντας ἔνθεν καὶ ἔνθεν προσερη-
ρεισμένα, ἀνακλώμενα, οὕτω τὴν κατάτασιν ποιέηται τῶν δε-
σμῶν. Ἐμβάλλεται δὲ μηροῦ ἄρθρον καὶ τόνδε τὸν τρόπον, ἢν ἐς
τὸ ἔσω ὠλισθήκῃ καὶ ἐς τὸ ἔμπροσθεν· κλίμακα χρὴ κατορύ-
ξαντα, ἐπικαθίσαι τὸν ἄνθρωπον, ἔπειτα τὸ μὲν ὑγιὲς σκέλος
ἡσύχως κατατείναντα προσδῆσαι, ὅκου ἂν ἁρμόσῃ, ἐκ δὲ τοῦ σινα-
ροῦ ἐς κεράμιον ὕδωρ ἐγχέαντα ἐκκρεμάσαι ἢ ἐς σφυρίδα
λίθους ἐμβαλόντα. Ἕτερος τρόπος ἐμβολῆς· ἢν ἐς τὸ ἔσω  
ὠλισθήκῃ, στρωτῆρα χρὴ διαδῆσαι μεταξὺ δύο στύλων, ὕψος

Ιπποκράτης ιατρός. Vectiarius (0627: 011)“Oeuvres complètes


d'Hippocrate, vol. 4”, Ed. Littré, É.Paris: Baillière, 1844, Repr. 1962.
Se. 38, γρ. 31

μὲν ἄνω ἐπὶ πόδας, τὰ δὲ κάτω τἀναντία· κατανάγκασις δὲ σὺν


κατατάσει, ἢ ἕδρῃ, ἢ ποδὶ, ἢ σανίδι. Τὰ δ' ἔνθα ἢ ἔνθα, εἴ τι, ἡ κα-
τάτασις, καὶ ἔτι τὰ σχήματα ἐν τῇ διαίτῃ. Τὰ ἄρμενα πάντα εἶναι
πλατέα, προσηνέα, ἰσχυρά· εἰ δὲ μὴ, δεῖ ῥάκεσι προκατειλίχθαι·
ἐσκευάσθαι πρὶν ἢ ἐν τῇσιν ἀνάγκῃσι, πάντα συμμεμετρημένως
τὰ μήκεα, καὶ ὕψεα, καὶ εὔρεα. Διάτασις οἷον μηροῦ, τὸ παρὰ
σφυρὸν δεδέσθαι, καὶ ἄνω τοῦ γούνατος, ταῦτα μὲν ἐς τὸ αὐτὸ τεί-
νοντα· παρὰ δ' ἰξύϊ, καὶ περὶ μασχάλας, καὶ κατὰ περίνεον, καὶ
μηρὸν, τὰ μεταξὺ, τῆς ἀρχῆς τὸ μὲν ἐπὶ τὸ στῆθος, τὸ δ' ἐπὶ νῶτον
τείνοντα, ταῦτα δ' ἐς τὸ αὐτὸ ἅπαντα τείνοντα, προσδεθέντα ἢ πρὸς
ὑπεροειδέα, ἢ πρὸς ὄνον. Ἐπὶ μὲν οὖν Κλίνης ποιέοντι, τοῦτο μὲν
τῶν ποδῶν πρὸς οὐδὸν χρὴ ἐρεῖσαι, πρὸς δὲ τὸ ἕτερον, ξύλον  
ἰσχυρὸν πλάγιον παραβεβλῆσθαι, τὰ δὲ ὕπερθεν ὑπεροειδέα πρὸς ταῦτα
ἀντιστηρίζοντα διατείνειν, ἢ πλήμνας κατορύξαντα, ἢ κλίμακα δια-
θέντα, ἀμφωτέρωθεν ὠθέειν. Τὸ δὲ κοινὸν, σανὶς ἑξάπηχυς, εὖρος
δίπηχυς, πάχος σπιθαμῆς, ἔχουσα ὄνους δύο ταπεινοὺς ἔνθεν καὶ ἔνθεν,
ἔχουσα δὲ καὶ κατὰ μέσον στυλίσκους ξυμμέτρους, ἐξ ὧν ὡς κλι-
414

μακτὴρ ἥρμοσται ἐς τὴν ὑπόστασιν τῷ ξύλῳ, ὥσπερ τῷ κατ' ὦμον·


καταγλύφους δὲ, ὥσπερ ληνοὺς, λείας ἔχειν, τετραδακτύλους εὖρος
καὶ βάθος, καὶ διαλιπεῖν τοσοῦτον, ὅσον αὐτῇ τῇ μοχλεύσει ἐς διόρ

Ιπποκράτης ιατρός. De affectionibus interioribus (0627: 032)


“Oeuvres complètes d'Hippocrate, vol. 7”, Ed. Littré, É.
Paris: Baillière, 1851, Repr. [Link]. 36, γρ. 15

τὸ σῶμα καὶ ὑπόσκληρον, καὶ αἱ φλέβες διὰ τοῦ σώματος τέτανται


ὠχραί· μέζονες δὲ καὶ παχύτεραι ἢ πρόσθεν εἰσί· τέτανταί τε ὑπο-
μελάντεραι καὶ ἄλλαι φλέβες, καὶ ἢν τάμνῃ τίς τινα αὐτῶν, ῥεύ-
σεται τὸ αἷμα ὠχρὸν, ἢν ὠχραὶ ἔωσιν αἱ φλέβες· ἢν δὲ μέλαιναι
ἔωσι, μέλαν τὸ αἷμα ῥεύσεται. Καὶ τὸ ἱμάτιον πρὸς τῷ σώματι
προσκείμενον οὐκ ἀνέχεται ὑπὸ τοῦ κνησμοῦ. Οὗτος πρόθυμός ἐστι  
πρὸς τὸ πορεύεσθαι καὶ φοιτῇν, ἀλλ' ὑπὸ τῆς ἀσθενείης αὐτοῦ τὰ
σκέλεα ὑποφέρεται, καὶ διψῇ σφόδρα. Αὕτη ἡ νοῦσος οὔπω ἧσσον
τῆς προτέρης θανασίμη· προέρχεται δὲ πλείω χρόνον, ἢν μὴ ἐν τῇσιν
ἑπτὰ ἡμέρῃσιν ὑγιὴς γένηται· ἢν δὲ ἡ νοῦσος ἀπομηκύνηται καὶ γέ-
νηται ὄγδοος ἢ ἔννατος, συμπίπτει ἐς Κλίνην, καὶ ἡ νοῦσος καὶ ἡ
ἀλγηδὼν πιέζει μᾶλλον, καὶ ἀνίστασθαι οὐ δύναται, καὶ οἱ πολλοὶ
ἐν τούτῳ τῷ χρόνῳ παραχρῆμα φθείρονται. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως
ἔχῃ, κατ' ἀρχὰς μὲν τῆς νούσου ἢν παραγένηται, ὁκόταν ἤδη αἱ
ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσιν, ἐλλέβορον πῖσαι, τὴν δὲ κάτω κοιλίην
χυλῷ ὑποκαθῆραι, ὡς ἐν τῷ πρόσθεν, καὶ τἄλλα τὰ αὐτὰ διδόναι
φάρμακα. Διδόναι δὲ καὶ κανθαρίδας, ἄνευ πτερῶν καὶ κεφαλῆς,
τέσσαρας τρίβων καὶ διεὶς οἴνῳ λευκῷ ἡμικοτυλίῳ, ἤδη δὲ καὶ μέλι
παραχέαι ὀλίγον, εἶτα οὕτω διδόναι πιεῖν· τοῦτο πινέτω δὶς ἢ τρὶς
τῆς ἡμέρης.

Ιπποκράτης ιατρός. De mulierum affectibus i-iii Se. 68, γρ. 17

καὶ πτάρνυσθαι, καὶ τὸ στόμα πιέζειν, ὅκως ὁ πταρμὸς ὅτι μάλιστα


ἐνεργήσει. Χρῆσθαι δὲ καὶ σεισμοῖσι· σείοις δ' ἂν ὧδε· Κλίνην λαβεῖν
ὑψηλὴν ῥωμαλέην καὶ ὑποστορέσαντα ἀνακλίνειν τὴν γυναῖκα  
ὑπτίην, τὰ δὲ στήθεα καὶ τὰς μασχάλας καὶ τὰς χεῖρας προσκατα-
λαμβάνειν ταινίῃ ἢ ἱμάντι πλατεῖ μαλθακῷ πρὸς τὴν Κλίνην καὶ
ζωννύειν, καὶ τὰ σκέλεα ξυγκάμψαι καὶ κατέχειν τοῖν σφυροῖν·
ὅταν δὲ εὐτρεπίσῃς, φρυγάνων φάκελον μαλθακῶν ἤ τι τῷδε ἐοικὸς
εὐτρεπίζειν ὅσον τὴν Κλίνην οὐ περιόψεται ἐπὶ τὴν γῆν ῥιπτευμέ-
νην, ὥστε ψαῦσαι τοῖσι πρὸς κεφαλὴν ποσὶ τῆς γῆς· καὶ κελεύειν
αὐτὴν λαβέσθαι τῇσι χερσὶ τῆς Κλίνης, καὶ μετέωρον πρὸς κεφαλὴν
τὴν Κλίνην ἔχειν, ὡς κατάῤῥοπος ᾖ ἐπὶ πόδας, φυλασσόμενος ὅκως
μὴ προπετὴς ἔσται ἡ ἄνθρωπος· ὅταν δὲ ταῦτα ἐνεργῆται καὶ με-
415

τάρσιος ᾖ ἡ Κλίνη, ἐκ τῶν ὄπισθεν ὑποθεῖναι τὰ φρύγανα, κατορ-


θοῦσθαι δὲ ὡς μάλιστα, ὅκως οἱ πόδες μὴ ψαύσουσι τῆς γῆς, ῥι-
πτεομένης τῆς Κλίνης, καὶ τῶν φρυγάνων ἔσωθεν ἔσονται, αἴρειν δὲ
ἐξ ἑκατέρου τοῦ ποδὸς ἄνδρα τῇδε καὶ τῇδε, ὡς κατ' ἰθὺ πεσεῖται ἡ
Κλίνη ὁμαλῶς καὶ ἴσως καὶ μὴ σπασμὸς ᾖ· σείειν δὲ ἅμα τῇ ὠδῖνι
μάλιστα· καὶ ἢν μὲν ἀπαλλάσσηται, αὐτίκα πεπαῦσθαι, εἰ δὲ μὴ,
διαλαβόντα σείειν, καὶ αἰωρέειν ἐπὶ τῆς Κλίνης φερομένην. Ταῦτα
μὲν οὖν οὕτω ποιέεται, ἢν ὀρθά τε καὶ κατὰ φύσιν ἀπαλλάσσηται.

Ιπποκράτης ιατρός. De exsectione foetus (0627: 039)“Oeuvres


complètes d'Hippocrate, vol. 8”, Ed. Littré, É.Paris: Baillière, 1853, Repr.
[Link]. 4, γρ. 7

 Ἔνιαι δὲ καὶ τὰ λόχια πρὸ τοῦ ἐμβρύου ἀφιᾶσιν, ὥστε ἀνα-


γκαῖον τὴν ὠδῖνα ξηρὰν εἶναι καὶ ἐπίπονον· ὅσαι δὲ τὰ λόχια μὴ
προκαθαίρονται, ῥᾷον ἀπαλλάττουσιν ἐν τῷ τόκῳ.
 Ἀνασείειν δὲ δεῖ ὧδε· σίνδονα ὑποστορέσαντα, ἀνακλῖναι
τὴν γυναῖκα, καὶ ἑτέρην ἐπιβαλεῖν ὅκως ἂν τὸ αἰδοῖον κεκρυμμέ-
νον ᾖ, καὶ περικαλύψαι περὶ ἑκάτερον τὸ σκέλος τὴν σίνδονα καὶ
περὶ ἑκάτερον τὸ γυῖον· γυναῖκας δὲ δύο λαβέσθαι τοῦ σκέλεος ἑκα-  
τέρου, καὶ τῆς χειρὸς ἑκατέρης ἑτέρας γυναῖκας δύο· ἔπειτα δια-
σείειν λαβούσας ἐγκρατέως, μὴ ἔλασσον ἢ δεκάκις· ἔπειτα δὲ ἐς
Κλίνην ἀνακλῖναι τὴν γυναῖκα ἐπὶ κεφαλήν· τὰ δὲ σκέλεα ἄνω ἔχειν,
καὶ τὰς γυναῖκας πάσας λαβέσθαι τοῖν σκελέοιν, ἀφείσας δὲ τὰς
χεῖρας· ἔπειτα σείειν πολλάκις ποιεῖν τὰς γυναῖκας ἐπὶ τοὺς ὤμους,
ἀναβολὰς ἐπὶ τὴν Κλίνην, ὅκως ἐς τὴν εὐρυχωρίην ἐπανασεισθὲν τὸ
ἔμβρυον στραφῇ καὶ δύνηται ἐπὶ φύσιν ἰέναι. Καὶ ἢν ἔχῃ δίκτα-
μνον κρητικὸν, μεταπῖσαι δός· εἰ δὲ μὴ, κάστορος ἐνεψῆσαι τῷ
οἴνῳ χίῳ.
 

Ιπποκράτης ιατρός. De exsectione foetus Se. 4, γρ. 10

προκαθαίρονται, ῥᾷον ἀπαλλάττουσιν ἐν τῷ τόκῳ.


 Ἀνασείειν δὲ δεῖ ὧδε· σίνδονα ὑποστορέσαντα, ἀνακλῖναι
τὴν γυναῖκα, καὶ ἑτέρην ἐπιβαλεῖν ὅκως ἂν τὸ αἰδοῖον κεκρυμμέ-
νον ᾖ, καὶ περικαλύψαι περὶ ἑκάτερον τὸ σκέλος τὴν σίνδονα καὶ
περὶ ἑκάτερον τὸ γυῖον· γυναῖκας δὲ δύο λαβέσθαι τοῦ σκέλεος ἑκα-  
τέρου, καὶ τῆς χειρὸς ἑκατέρης ἑτέρας γυναῖκας δύο· ἔπειτα δια-
σείειν λαβούσας ἐγκρατέως, μὴ ἔλασσον ἢ δεκάκις· ἔπειτα δὲ ἐς
Κλίνην ἀνακλῖναι τὴν γυναῖκα ἐπὶ κεφαλήν· τὰ δὲ σκέλεα ἄνω ἔχειν,
καὶ τὰς γυναῖκας πάσας λαβέσθαι τοῖν σκελέοιν, ἀφείσας δὲ τὰς
χεῖρας· ἔπειτα σείειν πολλάκις ποιεῖν τὰς γυναῖκας ἐπὶ τοὺς ὤμους,
416

ἀναβολὰς ἐπὶ τὴν Κλίνην, ὅκως ἐς τὴν εὐρυχωρίην ἐπανασεισθὲν τὸ


ἔμβρυον στραφῇ καὶ δύνηται ἐπὶ φύσιν ἰέναι. Καὶ ἢν ἔχῃ δίκτα-
μνον κρητικὸν, μεταπῖσαι δός· εἰ δὲ μὴ, κάστορος ἐνεψῆσαι τῷ
οἴνῳ χίῳ.
 Ἢν δὲ αἱ ὑστέραι ἔξω χωρέωσι, ἤν τε ἐκ πόνου, ἤν τε ἐκ
τόκου, ἢν μὲν οὖν παραλάβῃς νεωστὶ παθούσας, ἄξιον ἐπιχειρεῖν·
εἰ δὲ μὴ, ἐῇν. Ποιέειν δὲ χρὴ ὧδε· ἐπιταμὼν τὸν ὑμένα τῆς ὑστέ-
ρης κατὰ φύσιν καὶ κατὰ πλάγιον, τρῖψαι ὀθονίῳ ὡς φλεγμαίνῃ,
κᾆτα ἀλείψας φώκης ἐλαίῳ ἢ πίσσῃ, καταπλάσας ἅμα κυτίνοισι,
καὶ μαλθακοὺς σπόγγους οἴνῳ ῥήνας, προσθεὶς, ἀναδῆσαι ἐκ τῶν  
ὤμων· καὶ ἀνακείσθω ὡς ἀνωτάτω τὰ σκέλεα ἔχουσα, ἐσθιέτω δὲ

Gaius Musonius Rufus Phil., Dissertationum a Lucio digestarum


reliquiae (0628: 001)“Musonius Rufus “The Roman Socrates””, Ed.
Lutz, [Link] Haven: Yale University Press, [Link] 20, γρ. 11

 Καὶ μὴν συνῳδὰ καὶ συγγενῆ τῇ περὶ τὰς οἰκίας πολυτελείᾳ καὶ
τὰ τῶν σκευῶν τῶν κατ' οἰκίαν φαίνεται ὄντα, κλῖναι καὶ τράπεζαι
καὶ στρώματα καὶ ἐκπώματα καὶ εἴ τι τοιοῦτον, πάντως τὴν χρείαν
ὑπερβεβηκότα καὶ προσωτέρω τῶν ἀναγκαίων ἐληλυθότα· κλῖναι
μὲν ἐλεφάντιναι καὶ ἀργυραῖ ἢ νὴ Δία χρυσαῖ, τράπεζαι δὲ
παραπλησίας ὕλης, στρωμναὶ δὲ ἁλουργεῖς καὶ ἄλλων χρωμάτων
δυσπορίστων, ἐκπώματα δὲ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου πεποιημένα, τὰ
δὲ λίθων ἢ λιθοειδῶν τινων ἁμιλλωμένων τῇ πολυτελείᾳ τοῖς
ἀργυροῖς καὶ χρυσοῖς. καὶ σπουδάζεται ταῦτα πάντα, τοῦ μὲν
σκίμποδος οὐδὲν κακίω παρεχομένου κατάκλισιν ἡμῖν τῆς ἀργυρᾶς
ἢ τῆς ἐλεφαντίνης Κλίνης, τῆς δὲ σισύρας ἱκανωτάτης οὔσης
ὑπεστρῶσθαι ὥστε μὴ δεῖσθαι πορφυρίδος ἢ φοινικίδος· ἐσθίειν δ'
ὑπάρχοντος ἡμῖν ἀβλαβῶς ἀπὸ τραπέζης ξυλίνης ὡς μὴ ποθεῖν
μηδαμῶς τὴν ἀργυρᾶν, καὶ πίνειν γε νὴ Δία ἐκ κεραμεῶν ποτηρίων
παρόν, ἃ τό τε δῖψος σβεννύειν παραπλησίως πέφυκε τοῖς χρυσοῖς,
καὶ τὸν ἐγχεόμενον αὐτοῖς οἶνον οὐ λυμαίνεται, ὀσμὴν δέ γε ἡδίω
τῶν χρυσῶν παρέχεται καὶ τῶν ἀργυρῶν. καθόλου δ' ἀρετὴ καὶ
κακία σκευῶν κριθείη ἂν ὀρθῶς ἐκ τριῶν τούτων, τῆς τε κτήσεως
καὶ τῆς χρήσεως καὶ τῆς τηρήσεως. ὅσα μὲν γὰρ ἢ κτήσασθαι
δύσκολά ἐστιν ἢ χρήσασθαι μὴ ἐπιτήδεια ἢ φυλάξαι μὴ ῥᾴδια,
ταῦτα χείρω· ἃ δὲ καὶ κτώμεθα μὴ χαλεπῶς καὶ χρώμενοι εὐκόλως

Φλάβιος Φιλόστρατος. Vita Apollonii (0638: 001)


“Flavii Philostrati opera, vol. 1”, Ed. Kayser, [Link]: Teubner,
1870, Repr. [Link]. 4, se. 45, γρ. 3
417

σθε αὐτὸν ἄξιον τοῦ ᾄδειν, ἐγὼ δὲ ἄξιον τοῦ σιω-


πᾶν.” ἐκπλαγεὶς οὖν ὁ Τιγελλῖνος “ἄπιθι” ἔφη
“καταστήσας ἐγγυητὰς τοῦ σώματος”. ὁ δὲ Ἀπολ-
λώνιος “καὶ τίς” εἶπεν “ἐγγυήσεται σῶμα, ὃ μηδεὶς
δήσει;” ἔδοξε τῷ Τιγελλίνῳ ταῦτα δαιμόνιά τε εἶναι
καὶ πρόσω ἀνθρώπου, καὶ ὥσπερ θεομαχεῖν φυλατ-
τόμενος, “χώρει”, ἔφη “οἷ βούλει, σὺ γὰρ κρείττων
ἢ ὑπ' ἐμοῦ ἄρχεσθαι.”
 Κἀκεῖνο Ἀπολλωνίου θαῦμα· κόρη ἐν ὥρᾳ γά-
μου τεθνάναι ἐδόκει καὶ ὁ νυμφίος ἠκολούθει τῇ
κλίνῃ βοῶν ὁπόσα ἐπ' ἀτελεῖ γάμῳ, ξυνωλοφύρετο
δὲ καὶ ἡ Ῥώμη, καὶ γὰρ ἐτύγχανεν οἰκίας ἡ κόρη
τελούσης ἐς ὑπάτους. παρατυχὼν οὖν ὁ Ἀπολλώνιος
τῷ πάθει “κατάθεσθε” ἔφη “τὴν Κλίνην, ἐγὼ γὰρ
ὑμᾶς τῶν ἐπὶ τῇ κόρῃ δακρύων παύσω.” καὶ ἅμα  
ἤρετο, ὅ τι ὄνομα αὐτῇ εἴη. οἱ μὲν δὴ πολλοὶ ᾤοντο
λόγον ἀγορεύσειν αὐτόν, οἷοι τῶν λόγων οἱ ἐπική-
δειοί τε καὶ τὰς ὀλοφύρσεις ἐγείροντες, ὁ δὲ οὐδὲν
ἀλλ' ἢ προσαψάμενος αὐτῆς καί τι ἀφανῶς ἐπειπὼν
ἀφύπνισε τὴν κόρην τοῦ δοκοῦντος θανάτου, καὶ
φωνήν τε ἡ παῖς ἀφῆκεν ἐπανῆλθέ τε ἐς τὴν οἰκίαν

Φλάβιος Φιλόστρατος. Vita Apollonii Ch. 4, se. 45, γρ. 6

λώνιος “καὶ τίς” εἶπεν “ἐγγυήσεται σῶμα, ὃ μηδεὶς


δήσει;” ἔδοξε τῷ Τιγελλίνῳ ταῦτα δαιμόνιά τε εἶναι
καὶ πρόσω ἀνθρώπου, καὶ ὥσπερ θεομαχεῖν φυλατ-
τόμενος, “χώρει”, ἔφη “οἷ βούλει, σὺ γὰρ κρείττων
ἢ ὑπ' ἐμοῦ ἄρχεσθαι.”
 Κἀκεῖνο Ἀπολλωνίου θαῦμα· κόρη ἐν ὥρᾳ γά-
μου τεθνάναι ἐδόκει καὶ ὁ νυμφίος ἠκολούθει τῇ
κλίνῃ βοῶν ὁπόσα ἐπ' ἀτελεῖ γάμῳ, ξυνωλοφύρετο
δὲ καὶ ἡ Ῥώμη, καὶ γὰρ ἐτύγχανεν οἰκίας ἡ κόρη
τελούσης ἐς ὑπάτους. παρατυχὼν οὖν ὁ Ἀπολλώνιος
τῷ πάθει “κατάθεσθε” ἔφη “τὴν Κλίνην, ἐγὼ γὰρ
ὑμᾶς τῶν ἐπὶ τῇ κόρῃ δακρύων παύσω.” καὶ ἅμα  
ἤρετο, ὅ τι ὄνομα αὐτῇ εἴη. οἱ μὲν δὴ πολλοὶ ᾤοντο
λόγον ἀγορεύσειν αὐτόν, οἷοι τῶν λόγων οἱ ἐπική-
δειοί τε καὶ τὰς ὀλοφύρσεις ἐγείροντες, ὁ δὲ οὐδὲν
ἀλλ' ἢ προσαψάμενος αὐτῆς καί τι ἀφανῶς ἐπειπὼν
ἀφύπνισε τὴν κόρην τοῦ δοκοῦντος θανάτου, καὶ
418

φωνήν τε ἡ παῖς ἀφῆκεν ἐπανῆλθέ τε ἐς τὴν οἰκίαν


τοῦ πατρός, ὥσπερ ἡ Ἄλκηστις ὑπὸ τοῦ Ἡρακλέους
ἀναβιωθεῖσα. δωρουμένων δὲ αὐτῷ τῶν ξυγγενῶν
τῆς κόρης μυριάδας δεκαπέντε φερνὴν ἔφη

Φλάβιος Φιλόστρατος. Vita Apollonii Ch. 7, se. 30, γρ. 2

οὔπω ἀπολογησόμενον, ἀλλ' ἰδεῖν τέ σε, ὅστις ὢν


τυγχάνεις, βούλεται καὶ ξυγγενέσθαι μόνῳ.” “τί
οὖν” εἶπεν “ὑπὲρ τούτων ἐμοὶ διαλέγῃ;” “οὐ γὰρ
σὺ” ἔφη “Ἀπολλώνιος;” “νὴ Δί',” εἶπεν “ὁ Τυα-
νεύς γε.” “πρὸς τίνα οὖν” ἔφη “ταῦτα εἴπω;”
“πρὸς τοὺς ἄξοντάς με,” εἶπε “χρὴ γάρ που ὡς ἐκ
δεσμωτηρίου φοιτᾶν.” “προστέτακται” ἔφη “προ-  
τέροις γε ἐκείνοις ταῦτα, κἀγὼ δὲ ἀφίξομαι τοῦ
καιροῦ, νυνὶ δὲ παραγγελῶν ἦλθον, ταυτὶ γὰρ
μάλα ἑσπέρας προστέτακται.” ὁ μὲν δὴ ἀπῆλθεν, ὁ
δ' Ἀπολλώνιος ἀναπαύσας ἑαυτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης
“ὕπνου” ἔφη “δέομαι, Δάμι, χαλεπὴ γάρ μοι ἡ νὺξ
γέγονεν ἀναμνησθῆναι βουλομένῳ ὧν Φραώτου ποτὲ
ἤκουσα.” “καὶ μὴν ἐγρηγορέναι τε” εἶπεν “ἐχρῆν
μᾶλλον καὶ ξυντάττειν ἑαυτὸν ἐς τὸ παρηγγελμένον
μέγα οὕτως ὄν.” “καὶ πῶς ἂν ξυνταττοίμην” ἔφη
“μηδέ, τί ἐρήσεται, εἰδώς;” “αὐτοσχεδιάσεις οὖν”
εἶπεν “ὑπὲρ τοῦ βίου;” “νὴ Δί',” ἔφη “ὦ Δάμι,
αὐτοσχεδίῳ γὰρ αὐτῷ χρῶμαι. ἀλλ' ὅ γε ἀνεμνή-
σθην τοῦ Φραώτου βούλομαι διελθεῖν πρὸς σέ, χρη-
στὸν γὰρ ἐς τὰ παρόντα καὶ σοὶ δόξει· τοὺς λέοντας,

Φλάβιος Φιλόστρατος. Vita Apollonii Ch. 8, se. 13, γρ. 32

εἰ καὶ χαλεπωτέροις τούτων ἐντύχοιμι, οὐδὲν ἂν δεί-


σαιμι ὑπὸ τούτῳ καὶ κινδυνεύων. ἀλλ' ἐπειδὴ πλη-
σίον ἑσπέρα, βαδίζωμεν ἐς τὴν καταγωγὴν ἐπιμέ-
λειαν ποιησόμενοι τοῦ ἀνδρός.” καὶ ὁ Ἁπολλώνιος
“ὕπνου” ἔφη “δέομαι μόνου, τὰ δ' ἄλλα ἐν ἴσῳ
τίθεμαι λόγῳ, κἂν παρῇ τι αὐτῶν, κἂν ἀπῇ.” μετὰ
ταῦτα εὐξάμενος Ἀπόλλωνι καὶ ἔτι τῷ Ἡλίῳ παρῆλ-
θεν ἐς τὴν οἰκίαν, ἣν ᾤκει ὁ Δημήτριος, καὶ τὼ
419

πόδε ἀπονιψάμενος παρακελευσάμενός τε τοῖς ἀμφὶ


τὸν Δάμιν δειπνεῖν, ἐπειδὴ ἄσιτοι αὐτῷ ἐφαίνοντο,
ἔρριψεν ἐς τὴν Κλίνην ἑαυτὸν καὶ ἐφυμνήσας τῷ
ὕπνῳ τὸ Ὁμήρου ἔπος ἐκάθευδεν, ὡς οὐκ ἐπ' ἀξίοις
φροντίσαι τοῖς παροῦσιν.
 Περὶ δὲ ὄρθρον ἐρομένου αὐτὸν τοῦ Δημητρίου,
ποῖ τῆς γῆς τρέψοιτο, καὶ κτυπεῖσθαι δοκοῦντος τὰ  
ὦτα ὑπὸ ἐννοίας ἱππέων, οὓς ᾤετο ἐπικεῖσθαι ἤδη
τῷ Ἀπολλωνίῳ διὰ τὴν ὀργὴν τοῦ τυράννου “διώξε-
ται μέν,” ἔφη “με οὐδὲ αὐτός, οὐδὲ ἕτερος, ἐμοὶ δὲ
ἐς τὴν Ἑλλάδα ὁ πλοῦς ἔσται.” “σφαλερός γε,”
εἶπε “τὸ γὰρ χωρίον φανερώτατον· ὃν δὲ μηδ' ἂν
ἐν τῷ ἀφανεῖ διαφύγοις, πῶς ἂν ἐν τῷ φανερῷ

Φλάβιος Φιλόστρατος. Vitae sophistarum (0638: 003)


“Flavii Philostrati opera, vol. 2”, Ed. Kayser, C.L.
Leipzig: Teubner, 1871, Repr. [Link]. 1, Olearius σελ. 485, γρ. 23

Βυζάντιον Δημοσθένους μὲν πολλὰ πρὸς Ἀθηναίους


εἰπόντος, Λέοντος δὲ ὀλίγα πρὸς αὐτὸν Φίλιππον.
καὶ πρεσβεύων δὲ παρ' Ἀθηναίους οὗτος ὁ Λέων
ἐστασίαζε μὲν πολὺν ἤδη χρόνον ἡ πόλις καὶ παρὰ
τὰ ἤθη ἐπολιτεύετο, παρελθὼν δ' ἐς τὴν ἐκκλησίαν
προσέβαλεν αὐτοῖς ἀθρόον γέλωτα ἐπὶ τῷ εἴδει,
ἐπειδὴ πίων ἐφαίνετο καὶ περιττὸς τὴν γαστέρα,  
ταραχθεὶς δὲ οὐδὲν ὑπὸ τοῦ γέλωτος “τί”, ἔφη “ὦ
Ἀθηναῖοι, γελᾶτε; ἢ ὅτι παχὺς ἐγὼ καὶ τοσοῦτος;
ἔστι μοι καὶ γυνὴ πολλῷ παχυτέρα, καὶ ὁμονοοῦντας
μὲν ἡμᾶς χωρεῖ ἡ Κλίνη, διαφερομένους δὲ οὐδὲ ἡ
οἰκία”, καὶ ἐς ἓν ἦλθεν ὁ τῶν Ἀθηναίων δῆμος
ἁρμοσθεὶς ὑπὸ τοῦ Λέοντος σοφῶς ἐπισχεδιάσαντος
τῷ καιρῷ.
 γʹ. Δίας δὲ ὁ Ἐφέσιος τὸ μὲν πεῖσμα τῆς ἑαυτοῦ
φιλοσοφίας ἐξ Ἀκαδημίας ἐβέβλητο, σοφιστὴς δὲ
ἐνομίσθη διὰ τόδε· τὸν Φίλιππον ὁρῶν χαλεπὸν
ὄντα τοῖς Ἕλλησιν ἐπὶ τὴν Ἀσίαν στρατεύειν ἔπεισε,
καὶ πρὸς τοὺς Ἕλληνας διεξῆλθε λέγων, ὡς δέον
ἀκολουθεῖν στρατεύοντι, καλὸν γὰρ εἶναι καὶ τὸ
ἔξω δουλεύειν ἐπὶ τῷ οἴκοι ἐλευθεροῦσθαι.

Xenophon Scr. Erot., Ephesiaca (0641: 001)


420

“Xénophon d'Éphèse. Les Éphésiaques ou le roman d'Habrocomès et


d'Anthia”, Ed. Dalmeyda, [Link]: Les Belles Lettres, 1926, Repr. 1962.
Book 1, Ch. 8, se. 2, γρ. 2

      
 Ὡς οὖν ἐφέστηκεν ὁ τῶν γάμων καιρός, καὶ
παννυχίδες ἤγοντο καὶ ἱερεῖα πολλὰ ἐθύετο τῇ θεῷ. Καὶ
ἐπειδὴ ταῦτα ἐκτετέλεστο, ἡκούσης τῆς νυκτὸς (βραδύνειν
δὲ πάντα ἐδόκει Ἁβροκόμῃ καὶ Ἀνθίᾳ) ἦγον τὴν κόρην εἰς
τὸν θάλαμον μετὰ λαμπάδων, τὸν ὑμέναιον ᾄδοντες, ἐπευ-
φημοῦντες, καὶ εἰσαγαγόντες κατέκλινον.
         Ἦν δὲ
αὐτοῖς ὁ θάλαμος οὕτως πεποιημένος· Κλίνη χρυσῆ  
στρώμασιν ἔστρωτο πορφυροῖς καὶ ἐπὶ τῆς Κλίνης Βαβυ-
λωνία ἐπεποίκιλτο σκηνή· παίζοντες Ἔρωτες, οἱ μὲν
Ἀφροδίτην θεραπεύοντες (ἦν δὲ καὶ Ἀφροδίτης εἰκών), οἱ
δὲ ἱππεύοντες ἀναβάται στρουθοῖς, οἱ δὲ στεφάνους πλέ-
κοντες, οἱ δὲ ἄνθη φέροντες·

Xenophon Scr. Erot., Ephesiaca Book 3, Ch. 7, se. 4, γρ. 3

νύμφη Περιλάου γενομένη, εἰς οἷόν σε θάλαμον τὸν τάφον


ἄξομεν;
         εὐδαίμων ἄρα ὅστις ποτε Ἁβροκόμης ἦν·
μακάριος ἐκεῖνος ὡς ἀληθῶς, τηλικαῦτα παρ' ἐρωμένης
λαβὼν δῶρα».
 Ὁ μὲν τοιαῦτα ἐθρήνει, περιβεβλήκει δὲ ἅπασαν καὶ
ἠσπάζετο χεῖράς τε καὶ πόδας «νύμφη» λέγων «ἀθλία,
γύναι δυστυχεστέρα».
         Ἐκόσμει δὲ αὐτὴν πολλὴν
ἐσθῆτα ἐνδύων, πολὺν δὲ περιθεὶς χρυσόν· καὶ οὐκέτι
φέρων τὴν θέαν, ἡμέρας γενομένης ἐνθέμενος κλίνῃ τὴν
Ἀνθίαν (ἡ δὲ ἔκειτο ἀναισθητοῦσα) ἦγεν εἰς τοὺς πλησίον
τῆς πόλεως τάφους· κἀνταῦθα κατέθετο ἔν τινι οἰκήματι,
πολλὰ μὲν ἐπισφάξας ἱερεῖα, πολλὴν δὲ ἐσθῆτα καὶ κόσμον
ἄλλον ἐπικαύσας.
      
 Ὁ μὲν ἐκτελέσας τὰ νομιζόμενα ὑπὸ τῶν οἰ-
κείων εἰς τὴν πόλιν ἀνήγετο· καταλειφθεῖσα δὲ ἐν τῷ
τάφῳ ἡ Ἀνθία ἑαυτῆς γενομένη καὶ συνεῖσα ὅτι μὴ τὸ
φάρμακον θανάσιμον ἦν, στενάξασα καὶ δακρύσασα «ὢ
ψευσάμενόν με [τὸ] φάρμακον» φησίν, «ὢ κωλῦσαν ὁδεῦ
421

Pseudo-Justinus Martyr, Confutatio dogmatum quorundam


Aristotelicorum (0646: 008)“Corpus apologetarum Christianorum
saeculi secundi, vol. 4, 3rd edn.”, Ed. Otto, J.C.T.
Jena: Mauke, 1880, Repr. [Link] σελ. 116, se. A, γρ. 3

γʹ. Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου.

 Πόσαι μὲν οὖν αἱ ἀρχαὶ τῶν περὶ γένεσιν φυσικῶν, καὶ


πῶς, εἴρηται· καὶ δῆλόν ἐστιν ὅτι δεῖ ὑποκεῖσθαί τι τοῖς
ἐναντίοις καὶ τὰ ἐναντία δύο εἶναι. Τρόπον δέ τινα ἄλλον
οὐκ ἀναγκαῖον· ἱκανὸν γὰρ τὸ ἕτερον τῶν ἐναντίων ποιεῖν
τῇ παρουσίᾳ καὶ ἀπουσίᾳ τὴν μεταβολήν. Ἡ δὲ ὑποκειμένη
φύσις ἐπιστητὴ κατὰ ἀναλογίαν. Ὡς γὰρ πρὸς ἀνδριάντα
χαλκὸς ἢ πρὸς Κλίνην ξύλον ἢ πρὸς τῶν ἄλλων τι τῶν ἐχόντων
μορφὴν ἡ ὕλη καὶ τὸ ἄμορφον ἔχει πρὶν λαβεῖν τὴν μορφήν,
οὕτως αὕτη πρὸς οὐσίαν ἔχει καὶ τὸ τόδε τι καὶ τὸ ὄν. Μία
μὲν οὖν ἀρχὴ αὕτη, οὐχ οὕτω μία οὖσα οὐδὲ ἓν ὡς τὸ
τόδε τι, μία δὲ ᾗ ὁ λόγος, ἔτι δὲ τὸ ἐναντίον τούτῳ ἡ στέ-  
ρησις. Πότερον δὲ οὐσία τὸ εἶδος ἢ τὸ ὑποκείμενον, οὔπω
δῆλον.
 Εἰ τὸ εἶδος τῇ παρουσίᾳ αὑτοῦ εἰδοποιεῖ τὴν ὕλην καὶ
τῇ ἀπουσίᾳ αὑτοῦ ποιεῖ ἀνείδεον, εἰσὶ δὲ ἀρχαὶ δύο, τό τε εἶ-
δος καὶ τὸ ἀνείδεον, ποιεῖ δὲ αὐτὰ ταῦτα καὶ ἡ στέρησις τῇ
παρουσίᾳ αὑτῆς καὶ τῇ ἀπουσίᾳ, ἔσονται ἄρα αἱ ἀρχαὶ ὑπ'

Pseudo-Justinus Martyr, Quaestiones gentilium ad Christianos (0646:


011)“Corpus apologetarum Christianorum saeculi secundi, vol. 5, 3rd
edn.”, Ed. Otto, [Link]: Mauke, 1881, Repr. [Link] σελ. 214,
se. C, γρ. 2

ὄντος ἐν τοῖς στοιχείοις, ὥσπερ πάλαι κτιζομένου, οὕτως καὶ


νῦν ἀνακτιζομένου;
 λαʹ. Εἰ οὐκ ἠδύνατο ὁ θεὸς ἐξ ἀρχῆς ἀφθάρτους ποιεῖν
τοὺς ἀνθρώπους, δῆλον ὅτι οὐδὲ νῦν δύναται. Εἰ δὲ καὶ ἐξ
ἀρχῆς ἔσχε δύναμιν τοῦ ποιῆσαι ἡμᾶς ἀφθάρτους καὶ οὐκ
ἀπέβαλε ταύτην, πῶς οὐκ ἔστιν ἄλογον τὸ ὡς ἐπ' ἀδυνάτῳ
πράγματι ἀπιστεῖν θεῷ, ἐπαγγειλαμένῳ καθ' ὁμοίωσιν τοῦ
ἐγερθέντος ἐκ τῶν νεκρῶν ὑπ' αὐτοῦ εἰς ἄφθαρτον ζωὴν
422

ἀφθάρτους ποιεῖν καὶ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους;


 λβʹ. Δυνάμει τὸ ζῶον ἐν τῷ σπέρματι τῇ φύσει, δυνάμει
ἡ Κλίνη ἐν τῷ ξύλῳ τῇ τέχνῃ, δυνάμει οἱ ἀνιστάμενοι ἐν τοῖς
στοιχείοις τῷ θεῷ. Ἀλλ' εἰ τοῦτο, πῶς οὐκ ἔστιν ἄτοπον τὸ
πιστεύειν μὲν τῇ φύσει τὰ φυσικά, καὶ τῇ τέχνῃ τὰ τεχνητά,
ἀπιστεῖν δὲ θεῷ τὰ θεῖα;
 λγʹ. Τῇ θείᾳ αὐθεντίᾳ οὐδέν ἐστιν ἀπειθές. Εἰ ἡ θά-
λασσα καὶ ἡ γῆ τῷ θείῳ προστάγματι πάλαι δέδωκεν ἃ οὐκ
ἔλαβε, πῶς οὐ νῦν μᾶλλον δώσει ἃ ἔλαβε, προστάξαντος τοῦ
θεοῦ;
 λδʹ. Εἰ, ὥσπερ ἡ φύσις ἐκ τοῦ φθαρέντος σπέρματος οὐ
δύναται ποιεῖν τὸ ζῶον καὶ ἡ τέχνη ἐκ τοῦ φθαρέντος ξύλου
οὐ δύναται ποιεῖν τὴν Κλίνην, οὕτως οὐδὲ ὁ θεὸς δύναται ἐκ

Antoninus Liberalis Myth., Metamorphoseon synagoge (0651: 001)


“Antoninus Liberalis. Metamorphoseon synagoge”, Ed. Cazzaniga, I.
Milan: Istituto Editoriale Cisalpino, [Link]. 41, se. 7, γρ. 2

ἡ Πρόκρις δεξαμένη ἀφίκετο εἰς Θορικὸν τῆς Ἀττικῆς,


ὅπου ᾤκει ὁ Κέφαλος, καὶ σὺν αὐτῷ ἐκυνηγέτει ἐξαλλάξασα
τὴν ἐσθῆτα καὶ τὴν κουρὰν τῆς κεφαλῆς εἰς ἄνδρα καὶ οὐ-
δεὶς αὐτὴν ἰδὼν ἐγνώρισεν. Κέφαλος δέ, ἰδὼν ὅτι αὐτῷ μὲν
οὐδὲν ἐπετύγχανε τῶν πρὸς τὴν θήραν, ἅπαντα δὲ συνέφερε
πρὸς τὴν Πρόκριν, ἐπεθύμησεν αὐτὸς τὸν ἄκοντα τοῦτον
λαβεῖν. καὶ Πρόκρις μὲν τὸν κύνα προσυπέσχετο δώσειν,
εἰ αὐτῷ τῆς ὥρας ἐθελήσαι τῆς ἑαυτοῦ χαρίσασθαι.
         ὁ δὲ
Κέφαλος παραδέχεται τὸν λόγον καὶ ὅτε κατεΚλίνηςαν,
ἐξέφηνεν ἑαυτὴν ἡ Πρόκρις καὶ ὠνείδισε τὸν Κέφαλον, ᾗ
αὐτὸς πολὺ αἴσχιον ἐξαμάρτοι. καὶ τὸν μὲν κύνα καὶ τὸν
ἄκοντα λαμβάνει Κέφαλος· Ἀμφιτρύων δὲ χρῄζων τοῦ κυνὸς
ἐξίκετο παρὰ τὸν Κέφαλον, εἴγε ἐθελήσειεν ἅμα αὐτῷ ἐπὶ
τὴν ἀλώπεκα βῆναι σὺν τῷ κυνί, καὶ ὑπέσχετο τῆς λείας
Ἀμφιτρύων ἀποίσειν τῷ Κεφάλῳ τὴν μοῖραν, ἣν ἂν ἐκ τῶν
Τηλεβοῶν λάβῃ.

Διοσκουρίδης Πεδάνιος ιατρός. De materia medica (0656: 001)


“Pedanii Dioscuridis Anazarbei de materia medica libri quinque, 3
vols.”, Ed. Wellmann, [Link]: Weidmann, 1:1907; 2:1906; 3:1914,
423

Repr. [Link] 2, Ch. 34, se. 1, γρ. 1

 γάρος δὲ πᾶς ὁ ἐκ τῶν ταριχευτικῶν ἰχθύων καὶ κρεῶν


καταντλούμενος νομὰς ἐφιστᾷ καὶ κυνόδηκτα ἰᾶται. ἐνίεται δὲ
καὶ ἐπὶ δυσεντερικῶν καὶ ἰσχιαδικῶν, ἐφ' ὧν μὲν ἵνα τὰ εἱλ-
κωμένα ἐπισπάσῃ, ἐφ' ὧν δὲ ἵνα τὰ ἀνέλκωτα ἐρεθίσῃ.
 ζωμὸς δὲ ὁ ἐκ τῶν νεαρῶν ἰχθύων κοιλίας ὑπαγωγός,
ποτὲ μὲν καθ' ἑαυτὸν πινόμενος, ποτὲ δὲ μετ' οἴνου. ἰδίως
δὲ σκευάζεται πρὸς ταῦτα ὁ ἀπὸ τῶν φυκίδων καὶ σκορπίων
καὶ ἰουλίδων καὶ περκίδων καὶ τῶν ἄλλων πετραίων ἁπαλῶν καὶ
ἀβρώμων λιτῶς μεθ' ὕδατος καὶ ἁλὸς καὶ ἐλαίου καὶ ἀνήθου.
 κόρεις οἱ ἀπὸ Κλίνης ἐντιθέμενοι βρώμασι κυάμων
τὸν ἀριθμὸν ἑπτὰ καὶ καταπινόμενοι πρὸ τῆς ἐπισημασίας  
ὠφελοῦσι τοὺς τεταρταίζοντας, καὶ ἀσπιδοδήκτους δὲ δίχα τῶν
κυάμων καταποθέντες, ὑστερικῶς τε πνιγομένας ἀνακαλοῦνται
ὀσφραινόμενοι. σὺν ὄξει δὲ ποθέντες βδέλλας ἐξάγουσι, δυσου-
ρίαν τε παύουσιν ἐντιθέμενοι τῷ οὐρητικῷ πόρῳ λεῖοι.
 ὄνοι οἱ ὑπὸ τὰς ὑδρίας – ζῷα δ' ἐστὶ πολύποδα,
σφαιρούμενα κατὰ τὰς ἐπαφὰς τῶν χειρῶν – ποθέντες σὺν
οἴνῳ βοηθοῦσι δυσουρίᾳ καὶ ἰκτέρῳ, διαχρισθέντες δὲ μετὰ
μέλιτος συναγχικοῖς βοηθοῦσι, καὶ πρὸς ὠταλγίαν δὲ λεῖοι σὺν
ῥοδίνῳ θερμανθέντες ἐν κελύφει ῥόας καὶ ἐνσταγέντες ἁρμό

Διοσκουρίδης Πεδάνιος ιατρός. De materia medica


Book 3, Ch. 95, se. 1, γρ. 4

 πολύκνημον· θαμνίον ἐστὶ φρυγανῶδες, ἔχον φύλλα


ὀριγάνῳ ἐμφερῆ, τὸν δὲ καυλὸν πολυγόνατον ὥσπερ γλήχων·
οὐκ ἔχει μέντοι σκιάδιον, μικρὰ δὲ ἐπ' ἄκρῳ κορύμβια δριμύ τι
μετ' εὐωδίας ἀποπνέοντα.  
 ποιεῖ δὲ καταπλασσόμενον χλωρὸν ἢ ξηρὸν μεθ' ὕδατος
πρὸς τραύματα κολλῶν· δεῖ δὲ πεμπταῖον λύειν· πίνεται καὶ
πρὸς στραγγουρίας καὶ ῥήγματα σὺν οἴνῳ.
 κλινοπόδιον· οἱ δὲ κλεόνικον, οἱ δὲ ὠκιμοειδές, οἱ
δὲ Ζωπύριον καλοῦσι. θαμνίον ἐστὶ καὶ τοῦτο φρυγανῶδες,
δισπίθαμον, φυόμενον ἐν πέτραις, ἔχον φύλλα ἑρπύλλῳ παρα-
πλήσια καὶ ἄνθη ὅμοια Κλίνης ποσὶν ἐκ διαστημάτων, ἐμφερῆ
πρασίῳ.
 πίνεται δὲ ἡ πόα καὶ τὸ ἀφέψημα αὐτῆς πρὸς θηρίων
δήγματα καὶ σπάσματα καὶ ῥήγματα καὶ στραγγουρίας· ἄγει καὶ
ἔμμηνα καὶ ἔμβρυα, καὶ ἀκροχορδόνας ἀποβάλλει ἐφ' ἱκανὰς
ἡμέρας πινόμενον, κοιλίαν τε ἵστησιν ἐπὶ τρίτον ἑψόμενον καὶ
424

πινόμενον ἀπυρέτοις ἐν οἴνῳ, πυρέττουσι δὲ δι' ὕδατος.


 λεοντοπέταλον· οἱ δὲ λεοντοπόδιον, οἱ δὲ παρδά-
λιον, οἱ δὲ θορύβηθρον, οἱ δὲ λεύκηθρον καλοῦσι. καυλὸν  
ἀνίησιν ὅσον σπιθαμῆς, ἔχοντα μασχάλας πλείστας,

Διοσκουρίδης Πεδάνιος ιατρός. Euporista vel De simplicibus


medicinis (0656: 002)“Pedanii Dioscuridis Anazarbei de materia medica
libri quinque, vol. 3”, Ed. Wellmann, [Link]: Weidmann, 1914, Repr.
[Link] 2, Ch. 20, se. 1, γρ. 6

μενον· ποιεῖ καὶ σίλφιον κηρῷ περιπλασθὲν λευκῷ καὶ κατα-


ποθέν· ἐπιρροφείτωσαν δὲ ὕδωρ θερμὸν ἢ οἶνον· ἡλιοτροπίου
τοῦ μεγάλου κόκκοι γʹ σὺν οἴνῳ, ὀνοβρυχὶς σὺν οἴνῳ, πεντα-
φύλλου φύλλα γʹ μετ' οἴνου ἢ ὑδρομέλιτος ποτιζόμενα, πέπερι
λεῖον μετὰ ὕδατος πινόμενον.
 τεταρταικοὺς δὲ ὠφελοῦσιν ἀρνογλώσσου ῥίζαι δʹ
λεῖαι ἐν οἴνῳ πινόμεναι· ἱερᾶς βοτάνης τὸ τέταρτον γόνυ
ἀπὸ τῆς γῆς ἀφαιρεθὲν καὶ τριβὲν λεῖον σὺν οἴνῳ καὶ δοθέν·
ἀσφάλτου 𐅻 αʹ μετὰ καστορίου ὀβολοῦ, γλυκυρρίζης 𐅻 βʹ μεθ'
ὕδατος κοʹ αʹ· ἡλιοτροπίου τοῦ μεγάλου κόκκοι δʹ σὺν οἴνῳ,
κόρεις οἱ ἐκ τῆς Κλίνης δʹ ἐντεθέντες εἰς τὰ τῶν κυάμων βρώ-
ματα καὶ καταποθέντες· πενταφύλλου φύλλα δʹ μεθ' ὑδρομέ-
λιτος ἢ οἴνου, ὑπερικοῦ τοῦ κόρεως λεγομένου τὸ σπέρμα μετ'
οἴνου. ἱστορεῖται δὲ καὶ οὖρον ὠφελεῖν τὸ ἴδιον πινομένων
κυʹ δʹ προεμημεκόσιν· δεῖ δὲ φυλάσσειν αὐτὸ ἐν σταμνίῳ. τὸ
αὐτὸ δὲ ποιεῖ καὶ παιδὸς οὖρον ἀφθόρου μέχρι πέντε πόσεων.
τεταρταῖον δὲ παύει πρὸ τῆς ἐπισημασίας ὀξυπόρου χρῖσις
καθ' ὅλον τὸ σῶμα, καὶ μετὰ τοῦτο πόσις τοῦ αὐτοῦ φαρμά-
κου, ἢ λιβανωτίδος ῥίζης 𐅻 αʹ ἐν οἴνου ἡμικοτυλίῳ μικρῷ
πρότερον τῆς λήμψεως· καὶ συμπεριβάλλων ἄφες ἡσυχάσαι, καὶ
οὐ μὴ ῥιγώσῃ· προαναλείφεσθαι δὲ δεῖ λίπει, καὶ ἱδρώσει

Διοσκουρίδης Πεδάνιος ιατρός. Euporista vel De simplicibus medicinis


Book 2, Ch. 113, se. 5, γρ. 6

ἢ ὕδατος, κάλαμος ἀρωματίτης μετὰ ἀγρώστεως ῥίζης ἢ σελίνου


σπέρματος ἑψηθεὶς ἐν ὕδατι, κεδρίδες πινόμεναι μετὰ πεπέ-
ρεως καὶ οἴνου, κινάμωμον σὺν οἴνῳ, κουραλλίου 𐅻 αʹ, κλινοπο-
δίου ἀπόζεμα ἐν ὕδατι, κυπαρίσσου τῶν φύλλων ὁ χυλὸς πινό-
μενος σὺν οἴνῳ, λεύκης τοῦ δένδρου ὁ φλοιὸς σὺν οἴνῳ, ἐξωνύχου
425

τοῦ καὶ λιθοσπέρμου καρπὸς πινόμενος ὁμοίως· αἱματίτης


λίθος ἐν οἴνῳ, μαράθου ἀφέψημα σὺν ὕδατι, μυριόφυλλον
πινόμενον ὁμοίως, πτελέας ῥίζα σὺν γλυκεῖ, ὀνοβρυχὶς ἐν οἴνῳ,
οἰνάνθης ἡ πόα καὶ ἡ ῥίζα, ὄνοι οἱ ὑπὸ ταῖς ὑδρίαις λεῖοι
πινόμενοι, ὄρνιθος ἀπόπατος σὺν οἴνῳ. εἰς δὲ τὸν οὐρητικὸν
πόρον ὑποτίθενται πρὸς ἐξουρισμὸν κόρεις οἱ ἀπὸ Κλίνης
λεῖοι.
 καταπλάσσεται δὲ πρὸς δυσουρίαν ὀρόβινον σὺν
ὄξει καὶ ἐπιδεῖται· ὁμοίως δὲ οὖρα ἄγει μῆον λεῖον κατα-
πλασθὲν κατὰ τοῦ ἐφηβαίου.
 ὑποθυμιώμενα δὲ οὖρα ἄγει βδέλλιον, Ἀρτεμισία,  
ἀκρίδες, τρίχες ἐλάφου· περιεστολισμένος δὲ ἔστω κύκλῳ,
ἵνα ἀδιάπνευστος ᾖ· περίχριε καὶ τὸν δακτύλιον ἀμαρακίνῳ
μύρῳ.

Ηλιόδωρος. Aethiopica (0658: 001)


“Héliodore. Les Éthiopiques (Théagène et Chariclée), 3 vols., 2nd edn.”,
Ed. Rattenbury, R.M., Lumb, T.W., Maillon, [Link]: Les Belles Lettres,
[Link] 1, Ch. 12, se. 3, γρ. 10

         Ἐκ δὲ τῆς εὐνῆς ὁ πατήρ, ὦ θεοί, περιτραπεὶς προσπίπτει μου τοῖς


γόνασι καὶ «ὦ τέκνον, ἐπίσχες μικρόν» ἔλεγεν· «οἴκ-
τειρον τὸν γεννήσαντα, φεῖσαι πολιῶν αἵ σε ἀνέθρεψαν·
ὕβρισα μέν σε, ἀλλ' οὐ μέχρι θανάτου τιμωρητέος. Μὴ
γίνου τῆς ὀργῆς ὅλος μηδὲ φόνῳ πατρῴῳ χεῖρας μιά-
νῃς τὰς σάς.» Ὁ μὲν ταῦτα καὶ ἕτερα πρὸς τούτοις
ἐλεεινῶς ἱκέτευεν· ἐγὼ δέ, ὥσπερ τυφῶνι βληθείς, αὖος
ἀπόπληκτος εἱστήκειν· τὴν Θίσβην περιέβλεπον οὐκ οἶδ'
ὅπως ἑαυτὴν ὑποστείλασαν· τὴν Κλίνην καὶ τὸν θάλαμον
ἐν κύκλῳ περιεσκόπουν, εἰπεῖν τι διαπορῶν, πρᾶξαι ἀμη-
χανῶν.
         Ἐκπίπτει μου καὶ τὸ ξίφος τῶν χειρῶν,
καὶ τὸ μὲν ἡ Δημαινέτη προσδραμοῦσα σπουδαίως ἀνήρ-
πασεν· ὁ δὲ πατὴρ ἐν τῷ ἀκινδύνῳ γεγονὼς ἐπιβάλλει
τέ μοι τὰς χεῖρας καὶ δεσμεῖν ἐκέλευε, πολλὰ τῆς Δη-
μαινέτης παροξυνούσης καὶ «οὐ ταῦτα ἦν ἃ προηγό-  
ρευον» βοώσης «ὡς φυλάττεσθαι προσήκει τὸ μειράκιον,
ὡς ἐπιβουλεύσει' ἂν καιροῦ λαβόμενον; ἑώρων τὸ βλέμμα,
συνίην τῆς διανοίας.»
426

Ηλιόδωρος. Aethiopica Book 1, Ch. 17, se. 3, γρ. 7

Ἀφροδίτης μυούμενον. Τῆς δὲ πεισθείσης ἐπανελθοῦσα


παραλαμβάνει τὴν Δημαινέτην καὶ εἰσαγαγοῦσα κατακλί-
νει τε καὶ τὸν λύχνον ἀφαιρεῖ τοῦ μὴ γνωρισθῆναι αὐτὴν
παρὰ σοῦ δῆθεν τοῦ ἐν Αἰγίνῃ διάγοντος.
         Καὶ σιω-
πῶσαν πληροῦν τὴν ἐπιθυμίαν παρεγγυήσασα «ἐγὼ δὲ
ἐπὶ τὸν νεανίαν ἄπειμι» φησὶ «καὶ ἥξω σοι φέρουσα.
πίνει δὲ ἐνταῦθα ἐν γειτόνων.» Καὶ ὑπεξελθοῦσα τὸν
Ἀρίστιππον ἔνθα προείρητο καταλαμβάνει, καὶ δεσμεῖν
ἐπιστάντα τὸν μοιχὸν ἤπειγεν· ὁ δὲ εἵπετο καὶ ἐπιστὰς εἰς-
τρέχει τε εἰς τὸ δωμάτιον καὶ τὴν Κλίνην πρὸς μικρὰν τῆς
σεληναίας αὐγὴν χαλεπῶς ἀνευρὼν «ἔχω σε» εἶπεν «ὦ
θεοῖς ἐχθρά.»
         Καὶ ἡ Θίσβη παραχρῆμα ταῦτα λέ-
γοντος τάς τε θύρας ὡς ὅτι πλεῖστον ἐψόφησε καὶ «ὢ
τῆς ἀτοπίας, διαδέδρακεν ἡμᾶς ὁ μοιχός» ἀνεβόησε, καὶ
»ὅρα, δέσποτα, μὴ καὶ τὰ δεύτερα σφαλῇς.» Ὁ δὲ «θάρ-
σει» ἔφη· «τὴν ἀλιτήριον καὶ ἣν μάλιστα ἐβουλόμην
ἔχω.» Καὶ συλλαβόμενος ἦγεν ὡς ἐπὶ τὴν πόλιν.

Ηλιόδωρος. Aethiopica Book 6, Ch. 8, se. 6, γρ. 4

         Καὶ οὐ τῶν ἐπ' ἐκείνοις ἡμῖν μέμψις, ὦ τύχη


καὶ δαίμονες, ἀλλὰ καὶ πράττοιεν κατὰ γνώμην, τῶν δὲ
καθ' ἡμᾶς ὅτι μὴ τούτοις ἡμῖν ἐξ ἴσου κέχρησθε. Οὕτω τὸ
δρᾶμα τὸ περὶ ἡμᾶς εἰς ἄπειρον ἐμηκύνατε καὶ πᾶσαν
λοιπὸν σκηνὴν ὑπερφθέγγεται. Ἀλλὰ τί ταῦτα ἀωρὶ θεη-
λατοῦμαι; τελείσθω καὶ τὰ ἑξῆς ὅπη τοῖς θεοῖς φίλον.
Ἀλλ' ὦ Θεάγενες, ὦ μόνη μοι γλυκεῖα φροντίς, εἰ μὲν
τέθνηκας καὶ τοῦτο πεισθείην ὃ μήποτε γνοίην, τότε μέν
σοι συνεῖναι οὐχ ὑπερθήσομαι· τὸ παρὸν δέ σοι τάσδε ἐπι-  
φέρω χοάς», καὶ ἅμα ἔτιλλε τὰς τρίχας καὶ ἐπὶ Κλίνην
ἐπέβαλλε, «καὶ τάσδε ἀποχέω τὰς σπονδὰς ἐκ τῶν σοι
φίλων ὀφθαλμῶν», καὶ αὐτίκα διάβροχος ἦν ἡ στρωμνὴ τοῖς
δάκρυσιν. «Εἰ δέ μοι περισῴζῃ καλῶς γε ποιῶν, δεῦρο καὶ
συνανάπαυσαι φίλος, ὄναρ γοῦν ὀφθείς· φείδου δὲ καὶ τότε,
ὦ 'γαθέ, καὶ φύλαττε νομίμῳ γάμῳ τὴν σὴν παρθένον· ἰδού
σε καὶ περιπτύσσομαι, παρεῖναι καὶ ὁρᾶν ὑποτιθεμένη.»
      
 Καὶ ἅμα λέγουσα ῥίπτει κατὰ τῆς Κλίνης ἐπὶ
427

πρόσωπον ἑαυτὴν ἀθρόον καὶ περιχυθεῖσα περιέβαλλε


λύζουσά τε καὶ βρύχιον ἀναστένουσα, ἕως αὐτὴν ὑπὸ τῆς

Ηλιόδωρος. Aethiopica Book 6, Ch. 9, se. 1, γρ. 1

τέθνηκας καὶ τοῦτο πεισθείην ὃ μήποτε γνοίην, τότε μέν


σοι συνεῖναι οὐχ ὑπερθήσομαι· τὸ παρὸν δέ σοι τάσδε ἐπι-  
φέρω χοάς», καὶ ἅμα ἔτιλλε τὰς τρίχας καὶ ἐπὶ Κλίνην
ἐπέβαλλε, «καὶ τάσδε ἀποχέω τὰς σπονδὰς ἐκ τῶν σοι
φίλων ὀφθαλμῶν», καὶ αὐτίκα διάβροχος ἦν ἡ στρωμνὴ τοῖς
δάκρυσιν. «Εἰ δέ μοι περισῴζῃ καλῶς γε ποιῶν, δεῦρο καὶ
συνανάπαυσαι φίλος, ὄναρ γοῦν ὀφθείς· φείδου δὲ καὶ τότε,
ὦ 'γαθέ, καὶ φύλαττε νομίμῳ γάμῳ τὴν σὴν παρθένον· ἰδού
σε καὶ περιπτύσσομαι, παρεῖναι καὶ ὁρᾶν ὑποτιθεμένη.»
      
 Καὶ ἅμα λέγουσα ῥίπτει κατὰ τῆς Κλίνης ἐπὶ
πρόσωπον ἑαυτὴν ἀθρόον καὶ περιχυθεῖσα περιέβαλλε
λύζουσά τε καὶ βρύχιον ἀναστένουσα, ἕως αὐτὴν ὑπὸ τῆς
ἄγαν λύπης ἀχλύς τε καὶ ἴλιγγος ὑποδραμὼν καὶ τὸ νοερὸν
τῆς ψυχῆς ζοφώσας πρὸς ὕπνον ἔλαθεν ὑποφέρων καὶ εἰς
ἡμέραν ἤδη λαμπρὰν κατέχων, ὥστε καὶ ὁ Καλάσιρις θαυ-
μάζων καὶ παρά γε τὸ εἰωθὸς οὐχ ὁρωμένην ἐπιζητῶν ἐπὶ
τὸν θάλαμον ἀφικόμενος ἔπαιέ τε σφοδρότερον τὰς θύρας
καὶ ὀνομαστὶ συνεχῶς Χαρίκλειαν ἀνακαλῶν ἀφύπνιζεν.
Ἡ δὲ πρὸς τὸ αἰφνίδιον τῆς κλήσεως διεταράχθη τε καὶ
ὡς κατελήφθη σχήματος ἐπὶ τὰς θύρας ὁρμήσασα τόν τε

Ηλιόδωρος. Aethiopica Book 6, Ch. 9, se. 2, γρ. 7

ἡμέραν ἤδη λαμπρὰν κατέχων, ὥστε καὶ ὁ Καλάσιρις θαυ-


μάζων καὶ παρά γε τὸ εἰωθὸς οὐχ ὁρωμένην ἐπιζητῶν ἐπὶ
τὸν θάλαμον ἀφικόμενος ἔπαιέ τε σφοδρότερον τὰς θύρας
καὶ ὀνομαστὶ συνεχῶς Χαρίκλειαν ἀνακαλῶν ἀφύπνιζεν.
Ἡ δὲ πρὸς τὸ αἰφνίδιον τῆς κλήσεως διεταράχθη τε καὶ
ὡς κατελήφθη σχήματος ἐπὶ τὰς θύρας ὁρμήσασα τόν τε
μοχλὸν παρήνεγκε καὶ πρὸς εἴσοδον τῷ πρεσβύτῃ διέστελ-
λεν. Ὁ δὲ ὡς εἶδε τῆς τε κόμης τὸ ἄτακτον καὶ τὸν χιτῶνα
κατερρωγότα περὶ τοῖς στήθεσι καὶ ὄμμα ἔτι κυμαῖνον καὶ
τὸ πρὸ τῶν ὕπνων ἐμμανὲς ἐπισημαῖνον, συνίησι μὲν τὴν  
αἰτίαν ἀγαγὼν δὲ αὖθις ἐπὶ τὴν Κλίνην καὶ καθίσας ἐφες-
τρίδα τε ἐπέβαλλε καὶ πρὸς τὸ εὔσχημον περιστείλας,
»Τί ταῦτα» ἔφη «Χαρίκλεια; τί λίαν οὕτω καὶ ἄμετρα
428

δυσφορεῖς; τί δὲ οὕτως ἐκφρόνως ἥττων γίνῃ τῶν προς-


πιπτόντων; οὐδέ σε γνωρίζω τὸ παρόν, ἀεὶ γενναίαν καὶ
σώφρονα τύχας ἐνεγκεῖν τὸ πρόσθεν ἐγνωκώς. Οὐ παύσῃ
τῆς ἄγαν ταύτης ἀνοίας; οὐκ ἐννοήσεις ἄνθρωπος οὖσα,
πρᾶγμα ἀστάθμητον καὶ ὀξείας ῥοπὰς ἐφ' ἑκάτερα λαμβά-
νον; τί σαυτὴν προαναιρεῖς βελτιόνων ἴσως ἐλπίδων; φεῖ-
σαι καὶ ἡμῶν, ὦ τέκνον, φεῖσαι, εἰ μή γε σαυτῆς, ἀλλὰ γοῦν
Θεαγένους, ᾧ βίος ὁ σὺν σοὶ μόνος αἱρετὸς καὶ ἐπὶ σοὶ

Ηλιόδωρος. Aethiopica Book 7, Ch. 9, se. 2, γρ. 3

τοῦ νεὼ μέρος τι καταλαβὼν ὃ δὴ τοῖς προφητεύουσιν


ἀποκεκλήρωτο τούς τε παῖδας ἔχων ἅμα καὶ τοὺς περὶ τὸν
Θεαγένην ἐγκατέμεινεν· οἱ λοιποὶ δὲ εἰς οἴκησιν ἕκαστος
τὴν ἑαυτῶν ἀπεχώρουν· ἀπεχώρει δὲ καὶ ἡ Ἀρσάκη μόλις
μὲν καὶ πολλάκις ἀναστρέφουσα καὶ πλείονι θεραπείᾳ
δῆθεν τῇ περὶ τὴν θεὸν ἐναλύουσα πλὴν ἀλλ' ἀπεχώρει γε
ὀψέ ποτε καὶ θαμὰ πρὸς τὸν Θεαγένην ἕως ἐξῆν ἐπιστρέ-
φουσα.
         Ἐπεὶ δ' οὖν εἰς τὴν βασίλειον αὐλὴν ἦλθε,
διαμπὰξ ἐπὶ τὸν θάλαμον ἵεται καὶ καταβαλοῦσα ἑαυτὴν
ἐπὶ τῆς Κλίνης ὡς εἶχε σχήματος ἔκειτο ἄναυδος, γύναιον
καὶ ἄλλως πρὸς ἄσεμνον ἡδονὴν ἐπίφορον τότε δὲ πλέον
ὑπὸ θέας ἀμάχου τῆς Θεαγένους καὶ τὰς πώποτε εἰς πεῖ-
ραν ἐλθούσας ὄψεις ὑπερπαιούσης ἀνακαόμενον.
         Παν-
νύχιος γοῦν ἔκειτο, πυκνὰ μὲν πρὸς ἑκατέραν πλευρὰν τὸ
σῶμα διαστρέφουσα πυκνὰ δὲ καὶ βύθιον ἐπιστένουσα καὶ  
νῦν μὲν ὀρθουμένη νῦν δὲ ὀκλάζουσα ἐπὶ τῆς στρωμνῆς
καὶ τῆς ἐσθῆτος ἑαυτὴν κατὰ μέρος ἀπογυμνοῦσα καὶ αὖθις
ἀθρόον ἐπὶ τὴν εὐνὴν καταφέρουσα καί ποτε καὶ παιδίσκην

Apollonius Med., In Hippocratis de articulis commentarius (0660:


001)“Apollonios von Kition. Kommentar zu Hippokrates über das
Einrenken der Gelenke”, Ed. Kollesch, J., Kudlien, [Link]: Akademie–
Verlag, 1965; Corpus medicorum Graecorum, vol. [Link]. 14, γρ. 4

πον κελεύειν χαλαρὴν τὴν γνάθον συμπαράγειν καὶ συνδι-


δόναι ὡς μάλιστα, ἔπειτα ἐξαπίνης σπάσαι εἰς τοὐπίσω καὶ
ἀναλήψει γενείου τρισὶν ὁμοῦ σχήμασιν προσέχοντα τὸν
νοῦν. δεῖ μὲν γὰρ παράγε[νε]σθαι ἐκ τῆς διαστροφῆς εἰς τὴν
429

φύσιν ἑπόμενον τούτοις καὶ συμβάλλειν τὰς γνάθους καὶ μὴ  


χάσκειν. ἐμβολὴ μὲν οὖν αὕτη, καὶ οὐκ ἂν γένοιτο ἀπ' ἄλλων
σχημάτων. καὶ οὕτως πάλιν·
ἀσφα|λέστερον δὲ χειρουργεῖν ἐστιν ὕπτιον κατακλί-
νοντα τὸν ἄνθρωπον, ἐρείσαντα τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ
σκυτίνου ὑποκεφαλαίου ὡς πληρεστάτου, ἵνα ὡς ἥκιστα ὑπο-
κλίνῃ. προσκατέχειν χρὴ δέ τινα τὴν κεφαλὴν τοῦ ἰωμένου.
ἢν δὲ ἀμφότεραι αἱ γνάθοι ἐξαρθρήσωσιν, ἡ μὲν ἴησις ἡ αὐτή.
συμβάλλειν δὲ ἧσσον ἔτι οὗτοι τὸ στόμα δύνανται. καὶ προ-
πετέστεραι δὲ γένυες τούτοις, ἀστραβεῖς δέ. ταῦτα ἀναγκαῖον
ἦν καταχωρίσαι χάριν τοῦ μηδέν σε τῶν περὶ ἄρθρων λεγομένων διαλα-
θεῖν.
      

Praecepta Salubria, Praecepta salubria (0663: 001)


“Poetae bucolici et didactici”, Ed. Bussemaker, U.C.
Paris: Didot, [Link] t6

        ΥΓΙΕΙΝΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΑ.

Ὑγιεινὰ παραγγέλματα σύντομα Ἀσκληπιάδους


ταῦτα] Καὶ Διοσκορίδους μεταδίδοσθαι τὴν γραφὴν
           [ἐξορκισάντων
 Ἀταμιεύτως καὶ σὺν ἀφθόνῳ τρόπῳ·
 Ὁ γὰρ φυλάξας καὶ κλινήρης ὢν δραμεῖ,
 Καὶ ῥικνὸς ἐνδύσαιτο τῆς ἀκμῆς μέλη.

Praecepta Salubria, Praecepta salubria Line 81

Πλὴν ἀσίτῳ φάρυγγι καὶ πρὸ τῆς μέθης.


Σπέρμα λειανθὲν τῆς θριδακίνης μέλαν
Ψυχρῷ νάματι συγκερασθὲν εἰς πόμα
Τὸ πρωϊνόν τε καὶ τὸ πρὸς τὴν ἑσπέραν
Συνουσίαν παύει τε καὶ γονὴν ψύχει.
Φθόγγον φάρυγγος οἶδεν ἀπολαμπρύνειν
Δειπνούμενον σκόροδον, ὡς αὐτὸς θέλεις,
Εἴτ' ὠμὸν ἴσως, εἴτ' ἐπ' ἀνθράκων ζέσας.
Καὶ κιννάμωμον λαμπρόφωνον εὑρέθη.
Ψύλλας διώκει καὶ σὺν αὐταῖς τὰς κόρεις
430

Ὑποστορεσθὲν τῇ κορειτρόφῳ κλίνῃ


Ἀβρότονόν τε καὶ μάλιστ' ἀψίνθιον,
Ζωμός τε φύλλων τῆς συκῆς τῆς ἀγρίας
Ἀποφλεγέντων ἐν χύτρᾳ κατ' ἀνθράκων
Ψύλλας διώκει καταχυθεὶς ἐν δόμῳ.
Μυοκτόνος γένοιο ταχὺς, ἂν θέλῃς,  
Ξύσματα λεπτὰ σιδήρου συμφυράσας
Ζύμῃ τε καὶ στέατι πρὸς μίαν κρᾶσιν,
Πλάττων τε κολλούριον κωνάρων τύπον,
Τίθου τράπεζαν τοῖς μυσὶ καὶ κτιννύεις.
Ὑδράργυρος τοὺς φθεῖρας ὀξὺ κτιννύει,

Erasistratus Med., Testimonia et fragmenta (0690: 001)


“Erasistrati fragmenta”, Ed. Garofalo, [Link]: Giardini, 1988.
Fragment 27C, γρ. 5

Iulianus Misopogon 374 p. 28 Prato – Micalella

 ἐνθάδε μέγας ἆθλος ἰατρῷ προυτέθη τῷ Σαμίῳ τὴν νόσον, ἥτις ποτέ
ἐστιν,
ἐξευρεῖν. ὁ δὲ ὑπονοήσας ἐκ τῶν Ὁμήρου, τίνες ποτέ εἰσιν αἱ γυιοκόροι
μελεδῶναι, καὶ
ὅτι πολλάκις οὐκ ἀσθένεια σώματος, ἀλλ' ἀρρωστία ψυχῆς αἰτία γίνεται
τηκεδόνος τῷ
σώματι, καὶ τὸ μειράκιον ὁρῶν ὑπό τε ἡλικίας καὶ συνηθείας οὐκ
ἀναφρόδιτον, ὁδὸν
ἐτράπετο τοιαύτην ἐπὶ τὴν τοῦ νοσήματος θήραν. καθίζει πλησίον τῆς
Κλίνης ἀφορῶν
εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ μειρακίου, παριέναι κελεύσας καλούς τε καὶ καλὰς
ἀπὸ τῆς
βασιλίδος ἀρξάμενος. ἡ δὲ ὡς ἦλθε, ἐπισκεψομένη δῆθεν αὐτόν, αὐτίκα
ἐδίδου τὰ
συνθήματα τοῦ πάθους ὁ νεανίας, ἆσθμα τῶν θλιβομένων ἠφίει, ἐπέχειν
γὰρ αὐτὸ
κινούμενον καίπερ σφόδρα ἐθέλων οὐκ οἷός τε ἦν, καὶ ταραχὴ ἦν τοῦ
πνεύματος καὶ πολὺ  
περὶ τὸ πρόσωπον ἐρύθημα. ταῦτα ὁρῶν ὁ ἰατρὸς προσάγει τῷ στέρνῳ
τὴν χεῖρα, καὶ
ἐπήδα δεινῶς ἡ καρδία καὶ ἔξω ἵετο. τοιαῦτα ἅττα ἔπασχεν ἐκείνης
παρούσης· ἐπεὶ δὲ
ἀπῆλθεν, ἐπιόντων ἄλλων, ἀτρέμας εἶχε καὶ ἦν ὅμοιος τοῖς οὐδὲν
πάσχουσι συνιδὼν δὲ
431

τὸ πάθος ὁ Ἐρασίστρατος φράζει πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ ὃς ὑπὸ τοῦ


φιλόπαις εἶναι
Ammonius Gramm., De adfinium vocabulorum differentia (= Περὶ
ὁμοίων καὶ διαφόρων λέξεων) (fort. ep. operis sub auctore Herennio
Philone) (0708: 001)“Ammonii qui dicitur liber de adfinium vocabulorum
differentia”, Ed. Nickau, [Link]: Teubner, 1966.
Lexical entry 79, γρ. 2

 ἄρνες καὶ ἀρνειοὶ διαφέρουσιν. ἄρνες μὲν γὰρ λέγονται


οἱ νεογνοί·
 ’ὡς δὲ λύκοι ἄρνεσσιν ἐπέχραον’ (Π 352),  
ἀρνειοὶ δὲ οἱ προήκοντες τῇ ἡλικίᾳ·
 ’ἀρνειῷ μιν ἔγωγε ἐΐσκω πηγεσιμάλλῳ
 ὅς τ' ὀΐων μέγα πῶϋ ...’ (Γ 197 sq.).
 ἄρρωστος καὶ ἀρρωστῶν διαφέρει. ἄρρωστος μὲν
γὰρ ὁ νοσῶν· ἀρρωστῶν δέ ἐστιν ὁ ἀδυνατῶν ἐπιτελεῖν τὰ
κατὰ τὰς ὀρέξεις, ὡς Ἀριστοφάνης φησίν (p. 232sq. Nauck).
 ἀρρωστεῖν τοῦ νοσεῖν διαφέρει. ἀρρωστεῖ μὲν γὰρ ὁ
καχεκτῶν τῷ σώματι, νοσεῖ δὲ ὁ κλινήρης.
 ἀρρωδεῖν καὶ ὀρρωδεῖν διαφέρει. τὸ μὲν γὰρ διὰ τοῦ
ο σημαίνει τὸ εὐλαβεῖσθαι· οὕτως γὰρ ἐξηγοῦνται τὴν λέξιν·
ὄρρος δὲ λέγεται ὁ περὶ τοὺς γλουτοὺς τόπος ὅν τινες ταῦρον
λέγουσιν· ὅθεν καὶ τῶν ὀρνέων ὁ τόπος οὗτος ὀρροπύγ⌊ι⌋ον
καλεῖται, οὐχ, ὥς τινες ἀγνοοῦντες, ὀρθοπύγιον. ἐτύμως
δ' εἴρηται, ὅρος ὢν τῆς πυγῆς καὶ οἱονεὶ ὁροπύγιον. οἱ δ'
εὐλαβούμενοι περί τινος ἀνασπᾶν εἰώθασι τὸ αἰδοῖον, πολλά-
κις δὲ καὶ τὰ ἄλογα τῶν ζώων ὑποστέλλειν εἰώθασι τὴν οὐρὰν  
ὅταν εὐλαβῆται. εὐλόγως οὖν ἐκ τοῦ παρακολουθοῦντος τὸ
ὀρρωδεῖν εἴρηται ἐπὶ τοῦ εὐλαβεῖσθαι.

Ammonius Gramm., De adfinium vocabulorum differentia (= Περὶ


ὁμοίων καὶ διαφόρων λέξεων) (fort. ep. operis sub aucto
Lexical entry 216, γρ. 2

 ἠγέρθη καὶ ἀνέστη διαφέρει. ἠγέρθη μέν, λεκτέον,


ἀπὸ ὕπνου, ἀνέστη δὲ ἀπὸ Κλίνης.  
 ἦθος μέν ἐστιν ἀρχὴ ἐπιτηδεύματος, τρόπος δ' ἐπί-
στασις πράξεων κατὰ κρίσιν καὶ ἀναστροφήν.
 ἤλπισαν καὶ ἐπήλπισαν διαφέρει. ἤλπισαν μὲν γὰρ
αὐτοί τινες, ἐλπίδας ἔχοντες περί τινος· ἐπήλπισαν δέ, ἕτεροι
ἑτέρους εἰς ἐλπίδα ἤγαγον.
432

 ἡμέρα ἠοῦς διαφέρει. ἡμέρα μὲν γάρ ἐστι τὸ κατά-


στημα μόνον ἀσώματον, ἣν Ἡσίοδος (theog. 124) Νυκτὸς
γενεαλογεῖ
 ’Νυκτὸς δ' αὖτ' Αἰθήρ τε καὶ Ἡμέρη ἐξεγένοντο’.
ἠὼς δὲ τὸ συναμφότερον, ἣν πάλιν Ἡσίοδος (theog. 371sq.

Ammonius Gramm., De adfinium vocabulorum differentia (= Περὶ


ὁμοίων καὶ διαφόρων λέξεων) (fort. ep. operis sub aucto
Lexical entry 297, γρ. 1

 λαβεῖν καὶ δέξασθαι διαφέρει. λαβεῖν μὲν γάρ ἐστι


τὸ κείμενόν τι ἀνελέσθαι, δέξασθαι δὲ τὸ ἐκ χειρὸς διδόμενον.
 λέπας καὶ λεπὰς διαφέρει. λέπας μὲν γάρ ἐστι βαρυ-
τόνως ὄρους ἀπόσπασμα, λεπὰς δὲ ὀξυτόνως ἐν ταῖς πέτραις
γινόμενόν τι μικρὸν ὄστρεον.
 λέμβος καὶ λέμφος διαφέρει. λέμβος μὲν γάρ ἐστι
πλοιαρίου τινὸς εἶδος, λέμφοι δὲ παρὰ Ἀττικοῖς οἱ κορυζώ-
δεις ἐλέγοντο καὶ μυξώδεις. Μένανδρος (fr. 427 Koerte2)
Ὑποβολιμαίοις
 ’γέρων ἀμέμικτ' ἄθλιος λέμφος’.
 λέχος καὶ εὐνὴ διαφέρει. λέχος μὲν γάρ ἐστιν ἡ Κλίνη,
εὐνὴ δὲ ἡ ἐπὶ ταύτης Στρωμνή. φησὶ γοῦν Πηνελόπη
(ψ 179sq.)
 ’ἔνθα οἱ ἐκθεῖσαι πυκνὸν λέχος ἐμβάλετ' εὐνήν,
 δέμνια καὶ χλαίνας’.  
 λείαν καὶ λίαν διαφέρει. λεία μὲν γὰρ διὰ διφθόγγου
σημαίνει τὴν ἀπελασί⌊α⌋ν τῶν τετραπόδων·
 ’ληΐδα δ' ἐκ πεδίου συνελάσαμεν’ (Λ 677).
διὰ δὲ τοῦ ι γραφόμενον ἐπίρρημα δηλοῖ ἐπιτάσεως, ἐάν τε
ἐκτείνηται ἐάν τε συστέλληται· ⌊ὡς παρὰ Ἀνακρέοντι (P.M.G.
430 Σελ. = fr. 83 D.2)

Paulus Med., Epitomae medicae libri septem (0715: 001)


“Paulus Aegineta, 2 vols.”, Ed. Heiberg, [Link]: Teubner, 9.1:1921;
9.2:1924; Corpus medicorum Graecorum, vols. 9.1 & [Link] 2, Ch. 3,
se. 1, γρ. 12

ὀφθαλμοὶ κοῖλοι καὶ τὰ λοιπὰ τὰ ὑφ' Ἱπποκράτους εἰρημένα, μὴ ἐξ


ἀγρυπνίας ἢ κενώσεως ἢ ἀσιτίας τούτων συμβεβηκότων, καὶ τὸ τὴν
433

αὐγὴν φεύγειν ἢ δακρύειν μὴ ἔκ τινος ἔξωθεν αἰτίας μηδὲ μὴν τῶν


ὀφθαλμῶν ἴδιον ἐχόντων πάθος, καὶ τὸ τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν ἐλάτ-
τονα φαίνεσθαι ἢ καὶ τὰ λευκὰ αὐτῶν ἐρυθρὰ ἢ πελιδνὰ ἢ μέλανα ἢ
καὶ λήμας ἐν αὐτοῖς, καὶ τὸ ἐν τοῖς ὕπνοις τὰ λευκὰ τῶν ὀφθαλμῶν
φαίνεσθαι μὴ συμβαλλομένων τῶν βλεφάρων, ἐκτὸς εἰ μὴ πολλή τις
ἐγένετο κένωσις ἢ δι' ἔθους αὐτοῖς εἴη τὸ σύμπτωμα· καὶ τὸ τοὺς  
ὀδόντας δὲ πρίζειν ἢ παραφρονεῖν ἢ κροκυδίζειν ἢ καρφολογεῖν οὐ
σωτήριον. προσεκτέον δὲ καὶ τῇ κατακλίσει· τὸ γὰρ ὕπτιον κεῖσθαι καὶ
οἷον παρειμένον ἢ καὶ καταρρεῖν ἀπὸ τῆς Κλίνης ἐπὶ πόδας ἐσχάτης
ἀσθενείας τεκμήριον. ἔτι δὲ χεῖρον τὸ ψυχρὸν ἀποπνεῖν ἀπό τε τῶν
ῥινῶν καὶ τοῦ στόματος, καὶ ἡ τῶν σφυγμῶν ἀμυδρότης καὶ πυκνότης
καὶ τὸ ἐκλιμπάνειν αὐτοὺς καὶ τὸ συγκοπτικῶς ἱδροῦν τῶν ὀλεθρίων
ἐστίν. ἐὰν οὖν ἢ πάντα τὰ εἰρημένα σημεῖα ἢ τὰ πλείονα τούτων
φανείη ἢ καὶ ἥττονα μέν, ἰσχυρὰ δέ, μηδενὸς παρόντος τῶν τῆς σω-
τηρίας σημείων, ὁ θάνατος ἀπαραίτητος. εὔπνοια δὲ καὶ εὐσφυξία καὶ
τὸ ἐρρῶσθαι τὴν διάνοιαν καὶ εὖ ἔχειν πρὸς τὰς προσφορὰς καὶ τὸ
πρόσωπον καὶ ἡ κατάκλισις ὅμοια τοῖς τῶν ὑγιαινόντων ἀγαθὰ καὶ
περιεστικά ἐστι, καὶ καθόλου τὰ μὲν ἐναντιώτατα τοῖς κατὰ φύσιν
ὀλέθρια, τὰ δὲ ὅμοια σωτήρια. περὶ δὲ τῆς ἀπὸ τῶν διαχωρημάτων

Paulus Med., Epitomae medicae libri septem Book 3, Ch. 14, se. 3, γρ.
11
     

Θεραπεία μανίας.

 Καὶ τοὺς μαινομένους παραπλησίως τοῖς μελαγχολῶσι θεραπεύ-


σομεν· ἰδίως δὲ τῇ κεφαλῇ τούτων ῥόδινόν τε καὶ ὀξυρόδινον προσοίσο-
μεν, καὶ διὰ τῆς πικρᾶς ἀντιδότου καθάρωμεν προφλεβοτομήσαντες
αὐτοὺς καὶ βδέλλαις κατὰ τῆς κεφαλῆς χρησώμεθα. μάλιστα δὲ αὐτοὺς
ὠφελεῖ ἱππομαράθρου ῥίζα καὶ τὸ σπέρμα πινόμενον ἐν ὕδατι καὶ
βρυωνίας ῥίζης 𐅻 α μεθ' ὕδατος καθ' ἡμέραν. εἰ δὲ μὴ πείθοιντο τὰ
καθαρτικὰ φάρμακα πίνειν οἱ παραφρονοῦντες, καταμικτέον αὐτὰ λελη-
θότως ὁτὲ μὲν τοῖς ἐδέσμασιν αὐτῶν, οἷον βουκελλίοις ἢ ἰσχάσιν ἢ
φοίνιξιν, ὁτὲ δὲ τοῖς πόμασιν. πρὸ δέ γε πάντων ἢ συνδεσμείσθωσαν
ἐν τῇ κλίνῃ διὰ τὸ μὴ κακόν τι δρᾶν αὑτούς τε καὶ τοὺς προστυγχά-
νοντας ἢ αἰωρείσθωσαν ἐν κλινιδίῳ ἔνδοθεν γυργάθου τινὸς ἐξ ὕψους
ἀπηρτημένῳ.
      
     
434

Περὶ ἐφιάλτου.

 Τὸν ἐφιάλτην οἱ μὲν ἀπὸ ἀνδρὸς ὠνομάσθαι λέγουσιν ἢ ἀπὸ τοῦ


φαντασιοῦσθαι τοὺς ἐν αὐτῷ γινομένους ὡς ἐφαλλομένου τινός· Θεμί-
σων δὲ διὰ τοῦ δεκάτου τῶν ἐπιστολικῶν πνιγαλίωνα προσωνόμασεν,  
ἴσως ἀπὸ τοῦ πνίγειν. συνίσταται δὲ περὶ τοὺς κραιπαλῶντας καὶ συνεχῶς

ἀπεπτοῦντας· τοῖς δὲ ἐν αὐτῷ γενομένοις παρακολουθεῖ δυσκινησία καὶ


ναρκώδης συναίσθησις, παρὰ τοὺς ὕπνους πνιγμοῦ φαντασία καὶ κατά
Aëtius Med., Iatricorum liber iii (0718: 003)“Aëtii Amideni libri
medicinales i–iv”, Ed. Olivieri, [Link]: Teubner, 1935; Corpus
medicorum Graecorum, vol. [Link]. 6, γρ. 10

ἢ ἀτμῶν εἰς τὸ σῶμα γένηται.


 Περὶ αἰώρας. Τὰ μὲν ἄλλα γυμνάσια ἐπὶ τῇ τοῦ σώματος κινήσει
κεῖται, ἡ δὲ αἰώρα συμμιγής ἐστιν ἔκ τε κινήσεως καὶ σχέσεως, τῶν
μὲν πλείστων μερῶν τοῦ σώματος ἀτρεμεῖν δοκούντων, παντὸς δὲ
ὑπὸ τῆς φορᾶς κινουμένου· ἐντεῦθεν ὠφελιμώτατόν τε καὶ προς-
ηνέστατον γυμνάσιον ἡ αἰώρα, οὔτε κόπον ἐμποιοῦσα τοῖς σώμασι,
κινοῦσά τε αὐτὰ σχεδὸν παραπλησίως τοῖς μεγάλοις γυμνασίοις. δύνα-
ται δὲ αἰώρα πᾶσα ῥιπίζειν τε καὶ ἐπεγείρειν τὸ ἔμφυτον θερμὸν
σκορπίζειν τε πλῆθος ὕλης καὶ τονοῦν τὴν ἕξιν καὶ ἐπεγείρειν τὰ
νεναρκηκότα τῶν ἐνεργημάτων. διαφοραὶ δὲ αἰώρας πλεῖσται μέν,
ἰδίως δὲ αὗται· ἡ μὲν ἐπὶ Κλίνης ἢ κρεμαμένης ἢ ὑπόβαθρα ἐχούσης
κατὰ τοὺς γωνιαίους πόδας, ἡ δὲ ἐν φορείῳ (διπλῆ δὲ καὶ ἥδε, ἤτοι
καθεζομένων τῶν αἰωρουμένων ἢ κατακειμένων) ἢ ἐπὶ ζεύγους ἢ ἐν  
πλοίῳ. θετέον δὲ ἐν αἰώρας μέρει καὶ τὴν ἱππασίαν. τῇ μὲν οὖν ἐπὶ
Κλίνης αἰώρᾳ χρηστέον ἐπὶ πυρεσσόντων ἢ χρονίαν νόσον νοσούντων,
ἐν ᾗ συντακέντα τὰ σώματα οὐ μάλα ὀρθοῦσθαι δύναται, ἐπί τε τῶν
ἀπὸ πυρεκτικῆς κακοπαθείας ἄρτι ἀρχομένων ἀναλαμβάνειν, καὶ ἐπὶ
τῶν ἐλλεβοριζομένων. χρηστέον δὲ αὐτῇ καὶ ἐπὶ τῶν φρενιτικῶν.
ἠρέμα γὰρ καταπραύνει τὴν ταραχὴν τοῦ πνεύματος καὶ εἰς ὕπνον
προσκαλεῖται. χρηστέον δὲ κἀπὶ τῶν ληθαργικῶν καὶ ἐπὶ ἀνορέκτων·
ἐν φορείῳ δὲ κατακειμένους αἰωροῦμεν ληθαργικῷ πυρετῷ συνεχο

Aëtius Med., Iatricorum liber iii Ch. 6, γρ. 14

ὑπὸ τῆς φορᾶς κινουμένου· ἐντεῦθεν ὠφελιμώτατόν τε καὶ προς-


ηνέστατον γυμνάσιον ἡ αἰώρα, οὔτε κόπον ἐμποιοῦσα τοῖς σώμασι,
κινοῦσά τε αὐτὰ σχεδὸν παραπλησίως τοῖς μεγάλοις γυμνασίοις. δύνα-
ται δὲ αἰώρα πᾶσα ῥιπίζειν τε καὶ ἐπεγείρειν τὸ ἔμφυτον θερμὸν
435

σκορπίζειν τε πλῆθος ὕλης καὶ τονοῦν τὴν ἕξιν καὶ ἐπεγείρειν τὰ


νεναρκηκότα τῶν ἐνεργημάτων. διαφοραὶ δὲ αἰώρας πλεῖσται μέν,
ἰδίως δὲ αὗται· ἡ μὲν ἐπὶ Κλίνης ἢ κρεμαμένης ἢ ὑπόβαθρα ἐχούσης
κατὰ τοὺς γωνιαίους πόδας, ἡ δὲ ἐν φορείῳ (διπλῆ δὲ καὶ ἥδε, ἤτοι
καθεζομένων τῶν αἰωρουμένων ἢ κατακειμένων) ἢ ἐπὶ ζεύγους ἢ ἐν  
πλοίῳ. θετέον δὲ ἐν αἰώρας μέρει καὶ τὴν ἱππασίαν. τῇ μὲν οὖν ἐπὶ
Κλίνης αἰώρᾳ χρηστέον ἐπὶ πυρεσσόντων ἢ χρονίαν νόσον νοσούντων,
ἐν ᾗ συντακέντα τὰ σώματα οὐ μάλα ὀρθοῦσθαι δύναται, ἐπί τε τῶν
ἀπὸ πυρεκτικῆς κακοπαθείας ἄρτι ἀρχομένων ἀναλαμβάνειν, καὶ ἐπὶ
τῶν ἐλλεβοριζομένων. χρηστέον δὲ αὐτῇ καὶ ἐπὶ τῶν φρενιτικῶν.
ἠρέμα γὰρ καταπραύνει τὴν ταραχὴν τοῦ πνεύματος καὶ εἰς ὕπνον
προσκαλεῖται. χρηστέον δὲ κἀπὶ τῶν ληθαργικῶν καὶ ἐπὶ ἀνορέκτων·
ἐν φορείῳ δὲ κατακειμένους αἰωροῦμεν ληθαργικῷ πυρετῷ συνεχο-
μένους καὶ ἡμιτριταικῷ καὶ ἀμφημερινῷ, ὑδερικοὺς ἀποπλήκτους παρέ-
τους νεφριτικοὺς ποδαγρικούς· καθεζομένους δὲ ἐν φορείῳ αἰωροῦμεν
τοὺς ἐν ἀνέσει εἰλικρινεῖ τῶν πυρετῶν γενομένους. ἡ δὲ ἐπὶ ζεύγους
αἰώρα μοχλευτικόν τι ἔχει καὶ κινητικὸν τῶν χρονιωτάτων νοσημάτων.

Aëtius Med., Iatricorum liber iii Ch. 133, γρ. 7

σήθοντες λεπτοτάτῳ κοσκίνῳ καὶ τὸ λεπτότατον ἀφαιροῦντες, δίδομεν


αὐτοῖς τὸ ἁδρότερον μετὰ χόνδρου ἄλικος ἢ μάζης ἀλφίτων· τὸ δὲ
λεπτὸν κόπτομεν καὶ σήθομεν ἀκριβῶς, κἄπειτα σὺν μέλιτι κατέφθῳ
στερεωτάτῳ ἀναπλάττοντες, εἰς καταπότια διδόαμεν.
 Τίνα δεῖ προπαρασκευάζειν ἐπὶ τῆς δόσεως. προπαρασκευαζέσθω  
δὲ αὐτοῖς πρὸς τὴν βοήθειαν τῶν σπαραγμῶν τε καὶ λειποθυμιῶν καὶ
σπασμῶν τάδε· ὕδωρ θερμὸν καὶ ψυχρὸν ἀφέψημα ὑσσώπου μέλι πή-
γανον γλήχων ὄξος μῆλα ἄρτος θερμὸς οἶνος ὀρνίθιον ἡψημένον ἔλαιον
κοινὸν καὶ σικυώνιον ἅλες χαλβάνη καστόριον ἀπόβρεγμα ἐλλεβόρου
ἔλαιον κύπρινον ἢ ἴρινον ἢ ναρκίσσινον πτερὰ πταρμικὰ σικύαι διά-
φοροι φορεῖον Κλίνη στρωμνὴν ἁπαλὴν ἔχουσα κλυστήρ.
 Πῶς ἐπιμελητέον αὐτῶν μετὰ τὴν πόσιν. Εἰ μὲν εὐκόλως καθαί-
ροιντο μετὰ τὸ πιεῖν τὸ φάρμακον, δώσομεν αὐτοῖς ψυχρὸν ὕδωρ
καταρροφεῖν ἢ διακλύζεσθαι, ἔπειτα ὀσφράναντές τινι τῶν τονωτικῶν,
κελεύσομεν καθῆσθαι ἢ κατακλίνεσθαι καὶ ἐν ἡσυχίᾳ μένειν μέχρις
ὡρῶν β, πρὸς τὸ μὴ ταχύτερον τοῦ δέοντος ἐξεμεθείη τὸ φάρμακον·
μετὰ δὲ ταῦτα κελεύσομεν κινεῖσθαι. ἀντίληψις δὲ αὐτοῖς θέρμης πρῶ-
τον περὶ τὸν στόμαχον καὶ τὴν κατάποσιν γίγνεται, ἔπειτα σίελον
αὐτοῖς εἰς τὸ στόμα πολὺ συνδοθήσεται, εἶτα μέρος τῆς τροφῆς καὶ
τοῦ φαρμάκου μετὰ φλέγματος ἐμοῦσιν, ἔπειτα φλέγμα καὶ χολὴν καὶ
τοῦ φαρμάκου, εἶτα καθαρὰν χολήν. πολλάκις δὲ καὶ ἡ γαστὴρ ὑπέρ
436

Aëtius Med., Iatricorum liber v Ch. 94, γρ. 24

δεύτερον κομιζέσθω· εἶτα ἔλαιον γλυκύτατον χλιαρὸν περιχέοντες τῷ


σώματι, εἰς τὸν τρίτον οἶκον εἰσφερέσθω καὶ ἐμβιβαζέσθω τῇ δεξαμενῇ.
ἔστω δὲ καὶ ὁ ἀὴρ τοῦ βαλανείου εὔκρατος καὶ ὑγρὸς κατασκευαζέσθω,
ἐπιρραινομένων τῶν τοίχων ὕδατι θερμῷ· ἐν αὐτῷ δὲ τῷ τῆς κολυμ-
βήθρας ὕδατι εὐκράτῳ δαψιλῶς ἡσυχαζέτω, μετρίως ὀχούμενος ἐπὶ
τῆς σινδόνος, οὐδεμιᾶς ἐπαντλήσεως τῷ σώματι γιγνομένης οὐδὲ κατὰ
τῆς κεφαλῆς καταχύσεως. ἀνασπασθεὶς δὲ ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν
βασταζόντων
τὴν σινδόνα τεττάρων νεανίσκων, εἰς τὸ ψυχρὸν ὕδωρ ἀθρόως βαπτι-
ζέσθω, μηδ' ἐπὶ βραχὺ χρονίζων ἐν αὐτῷ. εὐθὺς δὲ ἕτερος ἑτοίμην
ἔχων ἄλλην σινδόνα κατ' αὐτὸν ἐπιβαλλέτω, κἄπειτα ἄλλος ὁμοίως.
ἐπιβληθεὶς δὲ τῇ κλίνῃ ἀποματτέσθω μαλακοῖς ὀθονίοις πραότατα. μετὰ
δὲ ταῦτα ἐπαλείψαντάς τε καὶ περιθέντας τὰ ἱμάτια κομίζειν διὰ τῆς
Κλίνης εἰς τὸν οἶκον. ἔστω δὲ καὶ ὁ οἶκος πλησίον τοῦ βαλανείου. τοὺς
μὲν οὖν ἤδη μαραινομένους, ὡς εἴρηται, λουστέον. ὅσοι δὲ ἐν τοῖς ἑκ-
τικοῖς εἰσι πυρετοῖς οὐδέπω μαραινόμενοι, τούτους οἷόν τέ ἐστι χωρὶς
σινδόνος λούειν, εἰσφέρειν μέντοι καὶ τούτους εἰς τὸν οἶκον, ἤτοι γε
ἐπὶ Κλίνης ἢ φορείου τινός, εἶτα περιχέειν αὐτοῖς τὸ ἔλαιον, ὡς εἴρη-
ται, κἄπειτα ἑαυτοῖς βαδίζοντας ἐπὶ τὸ θερμὸν ὕδωρ ἀκτέον, ὅπως
ἐν ἐκείνῳ χρονίζοιεν, εἶτα ἐπὶ τὸ ψυχρὸν ἄγειν μὴ χρονίζοντας παν-
τάπασιν ἐν αὐτῷ· εἶτα ἐκμάξαντας καὶ ἐπαλείψαντας ἀγαγεῖν εἰς τὸν
οἶκον. περὶ μὲν οὖν λουτρῶν αὐτάρκης ὁ λόγος,

Aëtius Med., Iatricorum liber v Ch. 94, γρ. 26

ἔστω δὲ καὶ ὁ ἀὴρ τοῦ βαλανείου εὔκρατος καὶ ὑγρὸς κατασκευαζέσθω,


ἐπιρραινομένων τῶν τοίχων ὕδατι θερμῷ· ἐν αὐτῷ δὲ τῷ τῆς κολυμ-
βήθρας ὕδατι εὐκράτῳ δαψιλῶς ἡσυχαζέτω, μετρίως ὀχούμενος ἐπὶ
τῆς σινδόνος, οὐδεμιᾶς ἐπαντλήσεως τῷ σώματι γιγνομένης οὐδὲ κατὰ
τῆς κεφαλῆς καταχύσεως. ἀνασπασθεὶς δὲ ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν
βασταζόντων
τὴν σινδόνα τεττάρων νεανίσκων, εἰς τὸ ψυχρὸν ὕδωρ ἀθρόως βαπτι-
ζέσθω, μηδ' ἐπὶ βραχὺ χρονίζων ἐν αὐτῷ. εὐθὺς δὲ ἕτερος ἑτοίμην
ἔχων ἄλλην σινδόνα κατ' αὐτὸν ἐπιβαλλέτω, κἄπειτα ἄλλος ὁμοίως.
ἐπιβληθεὶς δὲ τῇ κλίνῃ ἀποματτέσθω μαλακοῖς ὀθονίοις πραότατα. μετὰ
δὲ ταῦτα ἐπαλείψαντάς τε καὶ περιθέντας τὰ ἱμάτια κομίζειν διὰ τῆς
Κλίνης εἰς τὸν οἶκον. ἔστω δὲ καὶ ὁ οἶκος πλησίον τοῦ βαλανείου. τοὺς
μὲν οὖν ἤδη μαραινομένους, ὡς εἴρηται, λουστέον. ὅσοι δὲ ἐν τοῖς ἑκ-
437

τικοῖς εἰσι πυρετοῖς οὐδέπω μαραινόμενοι, τούτους οἷόν τέ ἐστι χωρὶς


σινδόνος λούειν, εἰσφέρειν μέντοι καὶ τούτους εἰς τὸν οἶκον, ἤτοι γε
ἐπὶ Κλίνης ἢ φορείου τινός, εἶτα περιχέειν αὐτοῖς τὸ ἔλαιον, ὡς εἴρη-
ται, κἄπειτα ἑαυτοῖς βαδίζοντας ἐπὶ τὸ θερμὸν ὕδωρ ἀκτέον, ὅπως
ἐν ἐκείνῳ χρονίζοιεν, εἶτα ἐπὶ τὸ ψυχρὸν ἄγειν μὴ χρονίζοντας παν-
τάπασιν ἐν αὐτῷ· εἶτα ἐκμάξαντας καὶ ἐπαλείψαντας ἀγαγεῖν εἰς τὸν
οἶκον. περὶ μὲν οὖν λουτρῶν αὐτάρκης ὁ λόγος, ὑπόλοιπον δέ ἐστι περὶ  
δυνάμεως τροφῶν εἰπεῖν. ὅτι μὲν οὖν ὑγρὰς καὶ ψυχρὰς εἶναι προς-
ήκει τροφὰς τὰς μελλούσας ὀνήσειν τοὺς ἑκτικοὺς πυρετοὺς, εὔδηλον

Aëtius Med., Iatricorum liber v Ch. 94, γρ. 30

τῆς κεφαλῆς καταχύσεως. ἀνασπασθεὶς δὲ ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν


βασταζόντων
τὴν σινδόνα τεττάρων νεανίσκων, εἰς τὸ ψυχρὸν ὕδωρ ἀθρόως βαπτι-
ζέσθω, μηδ' ἐπὶ βραχὺ χρονίζων ἐν αὐτῷ. εὐθὺς δὲ ἕτερος ἑτοίμην
ἔχων ἄλλην σινδόνα κατ' αὐτὸν ἐπιβαλλέτω, κἄπειτα ἄλλος ὁμοίως.
ἐπιβληθεὶς δὲ τῇ κλίνῃ ἀποματτέσθω μαλακοῖς ὀθονίοις πραότατα. μετὰ
δὲ ταῦτα ἐπαλείψαντάς τε καὶ περιθέντας τὰ ἱμάτια κομίζειν διὰ τῆς
Κλίνης εἰς τὸν οἶκον. ἔστω δὲ καὶ ὁ οἶκος πλησίον τοῦ βαλανείου. τοὺς
μὲν οὖν ἤδη μαραινομένους, ὡς εἴρηται, λουστέον. ὅσοι δὲ ἐν τοῖς ἑκ-
τικοῖς εἰσι πυρετοῖς οὐδέπω μαραινόμενοι, τούτους οἷόν τέ ἐστι χωρὶς
σινδόνος λούειν, εἰσφέρειν μέντοι καὶ τούτους εἰς τὸν οἶκον, ἤτοι γε
ἐπὶ Κλίνης ἢ φορείου τινός, εἶτα περιχέειν αὐτοῖς τὸ ἔλαιον, ὡς εἴρη-
ται, κἄπειτα ἑαυτοῖς βαδίζοντας ἐπὶ τὸ θερμὸν ὕδωρ ἀκτέον, ὅπως
ἐν ἐκείνῳ χρονίζοιεν, εἶτα ἐπὶ τὸ ψυχρὸν ἄγειν μὴ χρονίζοντας παν-
τάπασιν ἐν αὐτῷ· εἶτα ἐκμάξαντας καὶ ἐπαλείψαντας ἀγαγεῖν εἰς τὸν
οἶκον. περὶ μὲν οὖν λουτρῶν αὐτάρκης ὁ λόγος, ὑπόλοιπον δέ ἐστι περὶ  
δυνάμεως τροφῶν εἰπεῖν. ὅτι μὲν οὖν ὑγρὰς καὶ ψυχρὰς εἶναι προς-
ήκει τροφὰς τὰς μελλούσας ὀνήσειν τοὺς ἑκτικοὺς πυρετοὺς, εὔδηλον
παντί. τοιαῦται δέ εἰσιν· ὅ τε τῆς πτισσάνης χυλὸς ψυχρὸς λαμβανόμενος
ὅ τε τοῦ ἄλικος χόνδρος ὁμοίως πτισσάνῃ σκευασθείς. ἐπιτήδειος δὲ τοῖς
ὧδε κάμνουσι καὶ ὁ βραχεὶς ἄρτος ἐν ὕδατι ψυχρῷ. μηδενὸς δὲ αὐτῶν

Aretaeus Med., De curatione acutorum morborum libri duo (0719:


003)“Aretaeus, 2nd edn.”, Ed. Hude, [Link]: Akademie–Verlag, 1958;
Corpus medicorum Graecorum, vol. [Link] 1, Ch. 1, se. 2, γρ. 1

ωὐτὴ ἣ καὶ ἀμφὶ τῶν παθέων, καὶ τελευτὴ ἡ ωὐτή.


 Θεραπεία φρενιτικῶν. Κατακεκλίσθαι χρὴ τὸν νοσέοντα ἐν οἴκῳ
εὐμέτρῳ, εὐκρήτῳ, χειμῶνος μὲν ἐν ἀλέῃ, θέρεος δὲ ἐν ψύχεϊ νοτερῷ·
438

ἔαρος δὲ καὶ φθινοπώρου πρὸς τὰς ὥρας τεκμαίρεσθαι. ἔπειτα ἡσυχίην


ἄγειν κελεύειν καὶ αὐτὸν τὸν νοσέοντα καὶ τοὺς ἐπὶ τῆς οἰκίης ἅπαντας·
ὀξυήκοοι γὰρ ἠδὲ ψόφου καθαπτόμενοι φρενιτικοί· ἀτὰρ ὑπὸ τῶνδε
μαίνονται. τοῖχοι λεῖοι, ὁμαλοί, μηδ' ὑπερίσχοντες, μηδὲ ἄχναις μηδὲ
γραφῇσι εὔκοσμοι· ἐρεθιστικὸν γὰρ τοιχογραφίη. καὶ γὰρ πρὸ τῶν
ὀφθαλμῶν ἀμφαιρέουσί τινα ψευδέα ἰνδάλματα, καὶ τὰ μὴ ἐξίσχοντα
ἀμφαφόωσι ὡς ὑπερίσχοντα, καὶ πᾶσα πρόφασις ἀναιτίη πρόκλησις χει-
ρῶν φορῆς. Κλίνης μῆκος καὶ πλάτος ξύμμετρον, ὡς μήτε βληστρίζεσθαι

ἐν τῇ πλατείῃ μήτε ἀπὸ τῆς στεινῆς ἐκπίπτειν κοίτης. ἐν ψιλοῖσι


τοῖσι στρώμασι, ὡς μὴ κροκυδίζειν ὑπόμνησις ἔοι· ἀτὰρ ἠδὲ ἐν μαλθα-
κοῖσι· ἀστεργὴς γὰρ τοῖσι νεύροισι ἡ σκληρὴ κοίτη. οὐχ ἥκιστα δὲ τῶν
ἄλλων τοῖσι φρενιτικοῖσι τὰ νεῦρα πονέει· μάλα γάρ τοι σπῶνται φρε-  
νιτικοί. εἴσοδοι τῶν φιλτάτων· μῦθοι καὶ λαλιὴ μὴ θυμοδακεῖς· πάντα
γὰρ εὐθυμέεσθαι χρή, μάλιστα τοῖσι ἐς ὀργὴν ἡ παραφορή. κατάκλισις
ἢ ἐν ζόφῳ ἢ ἐν φωτὶ πρὸς τὸ νόσημα τεκμαρτέη. ἢν γὰρ πρὸς τὴν
αὐγὴν ἀγριαίνωσι καὶ ὁρέωσι τὰ μὴ ὄντα καὶ τὰ μὴ ὑπεόντα φαντά-
ζωνται ἢ ἀνθ' ἑτέρων ἕτερα γιγνώσκωσι, ἢ ξένα ἰνδάλματα προβάλ-
λωνται καὶ τὸ ξύνολον τὴν αὐγὴν ἢ τὰ ἐν αὐγῇ δεδίττωνται, ζόφον

Aretaeus Med., De curatione acutorum morborum libri duo


Book 2, Ch. 2, se. 2, γρ. 3

 Θεραπεία αἵματος ἀναγωγῆς. Πᾶσαι δὲ ἐξ ἀναγωγῆς αἵμα-


τος οὐκ εὐήθεες, οὐ τοῦ τρόπου μοῦνον, ἢν ἐκ ῥήξιος ἢ διαβρώσιος,
ἀλλὰ κἢν ἀραίωσις φέρῃ· οὐδ' ἢν ἀπὸ θώρηκος ἢ πνεύμονος ἢ στο-
μάχου ἢ ἥπατος τῶν κινδυνωδέων, ἀλλὰ κἢν ἀπὸ κεφαλῆς, ἡ ἀσινε-
στέρη. αἵματος γὰρ ἡ φορή. αἷμα δὲ πάντων τροφή, πάντων δὲ θέρμη,
πάντων δὲ χροιή. καὶ φοβερὸν μὲν ἰδεῖν διὰ στόματος ὁκωσοῦν ῥέον·
κακὸν δέ, ἤν γε ἀπὸ σπλάγχνου καιρίου· κάκιον δέ, ἢν ἐκ ῥήξιος καὶ  
διαβρώσιος. χρὴ ὦν τὸν ἰητρὸν τοῦ πάθεος ξυνεπείγειν μᾶλλον ἀρή-
γοντα. καὶ πρῶτον μὲν ψυχρότερον αἱρέεσθαι ἠέρα ἐς ἀναπνοήν, ση-
κὸν ἐπίπεδον, Κλίνην ἑδραίην, ὅκως μηδὲν σείηται· ἐρεθιστικὸν γὰρ αἱ
σείσιες. κοίτη δὲ στερεή, μὴ κάρτα εἴκουσα μηδὲ βαθείη, ἄθερμος· ὄρ-
θιον δὲ τὸ σχῆμα· ἡσυχίη λαλιῆς ἠδὲ ἀκουσμάτων· ψυχῆς ἀταραξίη,
εὐθυμίη. πάγχυ δὲ τοῖσι τοιουτέοισι ξυνομαρτέει δυσελπιστίη· τίς γὰρ
ἐμέων αἷμα θάνατον οὐκ ὀρρωδέει; ἢν ὦν πολύαιμοι καὶ ἐπίφλεβοι
ἔωσι, ἐπὶ πάσῃ ἰδέῃ ἀναγωγῆς τάμνειν φλέβα· ἤν τε γὰρ ἐκ ῥήξιος
ἢ διαβρώσιος, εὐάρμοστος φλεβοτομίη, ἤν τε ἐπ' ἀραιώσει, δέος μὴ
ἀπορρήξῃ τὸ πλῆθος. τάμνειν δὲ τὴν ἐπ' ἀγκῶνι κοίλην· εὔροόν τε
γὰρ τὸ αἷμα τῆσδε καὶ κατασχάζεσθαι ῥηϊδίη καὶ ἐς πλεῦνας ἡμέρας
439

ῥέειν ἀσινέως εὔστομος. ἐπὶ πᾶσι δὲ πάντων ὡς ἔπος εἰπεῖν τῶν και-
ρίων σπλάγχνων ὁδὸς ἥδε αἵματος. ἡ δὲ ἀνωτέρη τῆσδε, καὶ ἥδε, ἀπο

Anonymi Medici Med., De urinis in febribus (0721: 016)


“Physici et medici Graeci minores, vol. 2”, Ed. Ideler, J.L.
Berlin: Reimer, 1842, Repr. 1963.Τόμ. 2, σελ. 323, γρ. 8

ΠΕΡΙ ΟΥΡΩΝ ΕΝ ΠΥΡΕΤΟΙΣ.

 Ἐὰν ἴδῃς τὸ οὖρον ἐρυθρὸν καὶ παχὺ εἰς τὴν πρώ-


την ἡμέραν τοῦ νοσήματος ἢ εἰς τὴν δευτέραν μέχρι τῆς
τρίτης, ὑπάρχοι νέος καὶ σῶμα ἔμπλεον ἔχων, καὶ αἱ
φλέβαι τοῦ βραχίονος ὡσαύτως καὶ ἔτρωγε καὶ ἔπινεν
ἀκορέστως, ὅτε εἰς τὴν ὑγίαν αὐτοῦ διῆγε, καὶ ἔχει δύνα-
μιν, τουτέστι περιπατεῖν καὶ καθεύδειν, καὶ οὐ κατάκειται
ἐν κλίνῃ βεβαρωμένος ἢ καταχθονισμένος. καὶ ἡ ὥρα τοῦ
ἔτους ἔαρ, τέμνε τὴν φλέβαν αὐτοῦ ἀδεῶς. εἰ δὲ καὶ πυ-
ρετὸν συνεχῆ ἔχει, φημὶ ἄσπονδον νύκτα καὶ ἡμέραν περις-
ωτέρος ἡ ῥεῦσις τοῦ αἵματος αὐτοῦ γενέσθω. τροφὴ δὲ
αὐτῷ ἔστω πᾶσα ψυχρὰ καὶ ὑγρὰ δίαιτα ὥσπερ χρυσολά-
χανα καὶ μαλάχη καὶ ἀγγούρια καὶ κυτράγγουρα καὶ ῥόας
καὶ τὰ ὅμοια καὶ πιέτω ζουλάβιν ἢ σάχαρ μετὰ ψιλλίου
πεπλυμένου μεχρισότου γένηται γλιῶδες καὶ γλίσχρον, ποι-
οῦντες οὐδὲ τὸν κανόνα τοῦτον τῆς θεραπείας καὶ παύσει
ὁ πυρετὸς ἢ εἰς τὴν τετάρτην ἡμέραν ἐὰν ἱδρὼς γένηται
ἢ αἱμορραγία ἐκ τῶν ῥινῶν ἢ κοιλίας ῥεῦσις.

Anonymi Medici Med., Διάγνωσις περὶ τῶν ὀξέων καὶ χρονίων


νοσημάτων (0721: 026)“”Aus Themisons Werk über die acuten und
chronischen Krankheiten””, Ed. Fuchs, R., 1903; Rheinisches Museum
[Link]. 7, γρ. 40

δὲ πάντας ἤτοι περὶ τὴν πρώτην ἢ δευτέραν ἡμέραν μετὰ ἐ-


παφαιρέσεως. τοὺς δὲ μὴ πρὸς φλεβοτομίαν ἐπιτηδείους δρι-
μεῖ κλυστῆρι κενωτέον. ἐγκρινέσθωσαν δὲ ἐπ' αὐτοὺς καὶ συ-
στολῇ μέχρι πρώτου διατρίτου. σκεπαζέσθω τὰ περὶ τὸν τράχηλον
ἐλαιοβρεχέσιν ἐρίοις. ταῦτα δὲ ὑποβαλέσθω καὶ ῥάχει ὑπαλη-
             λειμμένῃ
Σικυωνίῳ. διασφιγκτέον δὲ καὶ τὰ ἄκρα. κατὰ δὲ τοὺς παρο-
            ξυσμοὺς πει-
440

θηνίως διακρατείσθω ταῦτα μετ' αὐτοῦ καὶ τοῦ θώρακος καὶ


             τὰ ἰνία
καταλαμβάνεσθαι πρὸς τῇ κλίνῃ. ἐγκειμένων δὲ τῶν παροξυσμῶν
κατ' ἀρχὰς ἐλαιοβρεχέσιν ἐρίοις πυριαστέον προσεπιβάλλοντας
ἄνωθεν τὰς διὰ κέγχρου ἢ ἁλῶν πυρίας. μεταξὺ δὲ καὶ καταπλα-
στέον ταῖς ὠμαῖς λύσεσι καὶ φυλακτέον θερμάς. τὰς δὲ συνερεί-
σεις τῶν σιαγόνων τοῖς διὰ κύστεως θερμάσμασι χαλαστέον.
παρέστω δὲ καὶ καστόριον ἐν τοῖς συναλείμμασι ἐκ παντός.

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1–16, 24–25, 43–50)


(0722: 001)“Oribasii collectionum medicarum reliquiae, vols. 1–4”, Ed.
Raeder, [Link]: Teubner, 6.1.1:1928; 6.1.2:1929; 6.2.1:1931;
6.2.2:1933; Corpus medicorum Graecorum, vols. 6.1.1–[Link] 6, Ch.
23, se. 3, γρ. 3

γυμνασίων. δύναται δ' αἰώρα πᾶσα ἐπεγείρειν τὸ ἔμφυτον θερμὸν


σκορπίζειν τε πλῆθος ὕλης τονοῦν τε τὴν ἕξιν καὶ ἐπεγείρειν τὰ νε-
ναρκωμένα τῶν ἐνεργημάτων· πρὸς δὲ καὶ νωθρότητος διαλυτικὴ καὶ
ταράχου τοῦ περὶ σῶμα κατασταλτικὴ ὕπνου τε τοῖς ἠγρυπνηκόσι
παρασκευαστική, καὶ ἐκ τῶν ἐναντίων ἐπιστροφῆς τε καὶ ἐγρηγόρσεως
τοῖς νωθροῖς καὶ διαλελυμένοις· τὸν μὲν γὰρ ὕπνον ἐπάγει τῷ δια-
φορεῖν τά τε ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ στομάχου περισσώματα, τού-
των μάλιστα τῶν μερῶν ἀγρυπνίας ὄντων ποιητικῶν· τὴν δ' ἐγρή-
γορσιν ἐργάζεται ἐπιστρέφουσα καὶ ἐπιρρωννύουσα τὸν τόνον. διαφοραὶ

δ' αἰώρας ἄνευ τῶν κοινῶν, ἃς εἰρήκαμεν ἐν τῷ Περὶ τοῦ περιπάτου


λόγῳ, ἴδιοι αἵδε, ἥ τε ἐπὶ Κλίνης (διπλῆ δ' αὕτη, ἢ κρεμαμένης τῆς
Κλίνης ἢ ὑπόβαθρα ἐχούσης κατὰ τοὺς διαγωνίους πόδας), ἡ ἐν φο-
ρείῳ (διπλῆ δὲ καὶ ἥδε, ἤτοι καθεζομένων τῶν αἰωρουμένων ἢ κατα-
κειμένων), ἡ ἐπὶ ζεύγους, ἡ ἐπὶ νηός, καὶ τῆς ἐπὶ νηὸς δ' ἡ μέν τις
οὐριοδρομούσης, ἡ δ' ἐρεσσομένης. θετέον δ' ἐν αἰώρας μέρει καὶ
ἱππασίαν, εἰ καί τινες περὶ αὐτὴν ἰδίᾳ διαλέγονται. τῇ μὲν οὖν ἐπὶ
Κλίνης αἰώρᾳ χρηστέον ἐπί τε πυρεσσόντων ἢ τῶν ἀρρωστίαν χρονίαν
ἀρρωστούντων ἐπί τε ἐλλεβοριζομένων, ἔν τε ἀναλήψει χρήσιμος ἐπὶ
τῶν ἀτονούντων ἔτι καὶ τοῖς ἀγρυπνοῦσι, τοῖς ὀκνηρῶς διακειμένοις,
τοῖς ἐπιτεταμένοις κυνωδῶς τὰς ὀρέξεις, παύουσα τὴν ἐπίτασιν, τοῖς
βραδέως διοικοῦσι τὰς τροφάς, τοῖς πρὸς τἄλλα γυμνάσια ἀδυνάτως

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 7, Ch. 26, se. 153, γρ. 2
441

τὸ παράπαν, οἱ δὲ πλείω τοῦ καιροῦ ἐκαθάρθησαν καὶ ἐπιπόνως, πρὸς


ἃ δεῖ πεπορίσθαι βοηθείας τινάς. ἡ μὲν οὖν δίαιτα, ἣν διαιτᾶσθαι
προσήκει πρὸ τοῦ φαρμάκου, εἴρηται, καὶ οἵ γε πολλοὶ διαιτηθέντες
οὕτως οὐδενὸς ἐδεήθησαν ἄλλου. πιόντι δὲ φάρμακον εἰ μὲν ἔμετοι
προσίσταιντο, οἷα καὶ ἐπὶ τοῖς τυχοῦσι γίνεται διά τε ἀηδίαν καὶ
ὑποψίαν καὶ ξενισμὸν καὶ μαλακίαν στομάχου, τοῦτο μὲν σέλινον ἀπο-
βάπτοντα εἰς ὄξος μασήσασθαι, τοῦτο δ' ἐλαίαν λευκὴν ἁλμάδα, τοῦτο
δ' ἁλῶν χόνδρον ἐνθεῖναι τῷ στόματι, μάλιστα εἰ πικρὸν εἴη τὸ φάρ-
μακον· ταῦτα γὰρ κωλύει τοὺς ἐμέτους, καὶ προσέτι κορίαννον ὀσφραι-
νόμενον καὶ γλήχων καὶ καλαμίνθη. κάλλιον δὲ καὶ ἀναπαῦσαι βραχὺ
ἐν τῇ κλίνῃ θάλποντα τὴν γαστέρα καὶ ἄκρους τοὺς πόδας, ὡς τό γε
εὐθὺς περιπατεῖν πολλοῖς ἐμέτους καὶ καρδιωγμοὺς καὶ ἰλίγγους παρ-
έσχεν. ὅταν δ' ἐγκρατεῖς σφῶν αὐτῶν γένωνται, τότε ἤδη πρὸς τὸν
περίπατον ἄγειν κελεύοντα ὑποκινεῖν ἡσυχῇ· τοῦτο γὰρ μᾶλλον ἐρεθίζει
ἢ εἰ ὀξέως τις βαδίζοι· χωρὶς γοῦν τοῦ κοπώδους πολλάκις καὶ τέλεον
διεκώλυσε καθαρθῆναι πολύς τε καὶ ὀξὺς περίπατος. ἡκούσης δὲ τῆς
καθάρσεως, κατακλίναντα ἡσυχάζειν ἐγρηγορικῶς· μᾶλλον γὰρ συν-
δίδωσιν. τηνικαῦτα δὲ καὶ ἐπιρροφεῖν κατ' ὀλίγον μεταξὺ θερμοῦ
ὕδατος· καὶ γὰρ τοὺς δηγμοὺς ἀποπαύει καὶ τὰς ἐκκρίσεις παρορμᾷ  
μὴ καθαιρομένων δέ, μελικράτου τε ἐπιρροφεῖν καὶ νίτρου τετηκότος
ἐν ὕδατι·

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 9, Ch. 14, se. 1, γρ. 1

Περὶ στρωμνῆς· ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου.

 Αἱ ἐπὶ Κλίνης κατακλίσεις ἀμείνους εἰσὶ τῶν ἐπὶ στιβάδος· αἱ δ'
ἐπὶ στιβάδων βελτίους τῶν ἐπὶ γῆς· ἀπηνέστεραι μὲν γὰρ τῶν ἐπὶ
Κλίνης αὗται, αἱ δ' ἐπὶ τῆς γῆς πρὸς τῇ ἀπηνείᾳ καὶ ἀτμίδος τῆς
ἀνιούσης κάτωθεν ἐμπιπλᾶσι τὸ σῶμα. πάλιν τῶν ἐπὶ Κλίνης αἱ μὲν
ἐπὶ ταπεινοὺς ἐχούσης τοὺς πόδας συμπληρωτικαί, σύνεγγυς ἔχουσαι
τὴν γῆθεν ἀναθυμίασιν· αἱ δ' ἐφ' ὑψηλόποδος φόβου σφόδρα ποιητικαὶ
καὶ δόκησιν τοῦ κρεμᾶσθαι παρέχουσαι· βελτίους δ' αἱ μέσον ἔχουσαι
τὸ ὕψος. ἄθετοι δὲ καὶ αἱ μικραὶ τῶν κλινῶν· ἄσης γὰρ ἐμποιητικαί,
καὶ αἱ ὑπερμεγέθεις τοῦ μὴ ἀτρεμεῖν, ἀλλὰ πλανᾶσθαι τῷ νοσοῦντι,
καὶ τῷ τόπον ἀμείβειν ἐκ τόπου κόπου παραίτιοι καθιστάμεναι.
καὶ αἱ κραδαινόμεναι δ' ἢ ὁπωσοῦν κινούμεναι τῶν ἑδραίων χείρους.
442

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 11, Ch. kappa, se. 19, γρ. 2

ὁ μὲν λευκὸς λευκὸν φέρει καρπόν, ὁ δὲ μέλας μέλανα ἢ κροκίζοντα,


ὃν δὴ καὶ οἱ ἰδιῶται Διονύσιον καλοῦσιν, ὁ δ' ἕλιξ ἄκαρπός τέ ἐστι
καὶ λεπτὰ ἔχει τὰ κλήματα καὶ τὰ φύλλα μικρά, γωνιοειδῆ, ἐρυθρά.
 Κληματὶς φύεται ἐπὶ γῆς ἐν εὐγείοις, κλήματα δ' ἔχει μικρά,
ὡς ὁλοσχοίνου τὸ πάχος, πέταλον δὲ μικρόν, δάφνῃ ἐμφερὲς τῷ τε
σχήματι καὶ τῇ χρόᾳ, μικρότερον δὲ πολλῷ.
 Κληματὶς ἑτέρα κλῆμα ἀνίησιν ὑπέρυθρον, λυγῶδες, φύλλον
δριμὺ λίαν γευομένῳ καὶ ἑλκωτικόν. περιελίττεται δὲ τοῖς δένδρεσιν
ὡς σμίλαξ.
 Κλινοπόδιον θαμνίον ἐστὶ φρυγανῶδες, δισπίθαμον, φυόμενον
ἐν πέτραις, ἔχον φύλλα ἑρπύλλῳ παραπλήσια καὶ ἄνθη ὅμοια Κλίνης
ποσὶν ἐκ διαστημάτων, ἐμφερῆ πρασίῳ.
 Κλύμενον καυλὸν ἀνίησι τετράγωνον, ὅμοιον τῷ τοῦ κυάμου,
φύλλα δὲ πρὸς τὰ τοῦ ἀρνογλώσσου, θυλάκια δ' ἐπὶ τοῦ καυλοῦ εἰς
ἄλληλα νεύοντα, ἐοικότα ἴριδι ἢ πολύποδος πλεκτάναις. ἄριστον δὲ
τὸ ὀρεινόν.

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 49, Ch. 2, se. 2, γρ. 3

ἀθλητικῶν σωμάτων, πάντα τε ὅσα θεραπευτὰ ὀλισθήματα μὴ δύναν-


ται οἱ μεθοδικοὶ τρόποι καταρτίσαι, ταῦτα διὰ τῶν ὀργανικῶν κα-
ταρτίζεται.

Περὶ διαφορᾶς τῶν ὀργάνων.

 Τῶν ἰατρικῶν ὀργάνων διαφοραί εἰσιν ὁλοσχερεῖς καὶ ὡσανεὶ


γενικαί, κατὰ μὲν τοὺς ἄλλους ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀριθμῷ τρεῖς,
εἴπερ τὰ μὲν αὐτῶν ἐστι τόνια, ἃ δὲ στάσιμα, ἄλλα δὲ μηχανήματα·
κατὰ δ' ἡμᾶς ἐστιν αὐτῶν τὰ μὲν τόνια, τὰ δὲ μηχανήματα, ἃ δὲ
στάσιμα, ἃ δ' ἐφέδρανα. τόνια μὲν οὖν ἐστιν ὅσα μικρὰ καὶ εὐσταλῆ
ὄντα ταῖς κατασκευαῖς τάσιν μόνον ἐπαγγέλλεται, δεῖται δέ τινων
ἐπεισάκτων, ἵνα ἐνεργήσῃ, ὡς βάθρου, Κλίνης, κλίμακος, καθ' αὑτὰ
443

ἐνεργῆσαι μὴ δυνάμενα. διὰ δὲ τοῦτο καὶ πρόσδετα ἔτι τε ἐπίπεδα


καλεῖται. ὅταν ἐν ἀγρῷ ἢ ἐρήμῳ τινὶ τόπῳ καταρτίζωμεν καὶ μήτε
βάθρον ἔχωμεν μήτε Κλίνην μήτε κλίμακα, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους κατα-
πήξαντες πρὸς αὐτὸ ἀσφαλιζόμεθα τὸ τόνιον. μηχανήματα δ' ἐστὶν
ὄργανα ὅσα μείζονα ὄντα τῶν τονίων, μικρότερα δὲ τῶν ἄλλων
ὀργάνων, οὐ μόνον τάσιν, ἀλλὰ καὶ μοχλείαν ἐπαγγέλλεται, προηγου-  
μένως ἐπί τινων μελῶν κατεσκευασμένα. στάσιμα δ' ὄργανά ἐστιν ὅσα
εἰς ὕψος ἀνατεταμένας ἔχοντα τὰς κατασκευὰς οὐ μόνον τάσεις, ἀλλὰ
καὶ μοχλείας ἐπαγγέλλεται. ἐφέδρανα δ' ἐστὶν ὄργανα ὅσα κεκλιμένας

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 49, Ch. 2, se. 4, γρ. 2

Περὶ διαφορᾶς τῶν ὀργάνων.

 Τῶν ἰατρικῶν ὀργάνων διαφοραί εἰσιν ὁλοσχερεῖς καὶ ὡσανεὶ


γενικαί, κατὰ μὲν τοὺς ἄλλους ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀριθμῷ τρεῖς,
εἴπερ τὰ μὲν αὐτῶν ἐστι τόνια, ἃ δὲ στάσιμα, ἄλλα δὲ μηχανήματα·
κατὰ δ' ἡμᾶς ἐστιν αὐτῶν τὰ μὲν τόνια, τὰ δὲ μηχανήματα, ἃ δὲ
στάσιμα, ἃ δ' ἐφέδρανα. τόνια μὲν οὖν ἐστιν ὅσα μικρὰ καὶ εὐσταλῆ
ὄντα ταῖς κατασκευαῖς τάσιν μόνον ἐπαγγέλλεται, δεῖται δέ τινων
ἐπεισάκτων, ἵνα ἐνεργήσῃ, ὡς βάθρου, Κλίνης, κλίμακος, καθ' αὑτὰ
ἐνεργῆσαι μὴ δυνάμενα. διὰ δὲ τοῦτο καὶ πρόσδετα ἔτι τε ἐπίπεδα
καλεῖται. ὅταν ἐν ἀγρῷ ἢ ἐρήμῳ τινὶ τόπῳ καταρτίζωμεν καὶ μήτε
βάθρον ἔχωμεν μήτε Κλίνην μήτε κλίμακα, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους κατα-
πήξαντες πρὸς αὐτὸ ἀσφαλιζόμεθα τὸ τόνιον. μηχανήματα δ' ἐστὶν
ὄργανα ὅσα μείζονα ὄντα τῶν τονίων, μικρότερα δὲ τῶν ἄλλων
ὀργάνων, οὐ μόνον τάσιν, ἀλλὰ καὶ μοχλείαν ἐπαγγέλλεται, προηγου-  
μένως ἐπί τινων μελῶν κατεσκευασμένα. στάσιμα δ' ὄργανά ἐστιν ὅσα
εἰς ὕψος ἀνατεταμένας ἔχοντα τὰς κατασκευὰς οὐ μόνον τάσεις, ἀλλὰ
καὶ μοχλείας ἐπαγγέλλεται. ἐφέδρανα δ' ἐστὶν ὄργανα ὅσα κεκλιμένας
ἔχοντα τὰς κατασκευὰς περιέχει ἐν αὑτοῖς τοὺς τατικοὺς καὶ μοχλευ-
τικοὺς τρόπους, ὥστε ἐπικαθημένους αὐτοῖς τοὺς πάσχοντας κα-
ταρτίζεσθαι. εἰσὶ δέ τινες αὐτῶν εἰδικαὶ παραλλαγαὶ κατασκευῶν.

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 49, Ch. 9, se. 1, γρ. 2

ἔτι παλαιστιαῖα ὑπὲρ τὸ διάπηγμα καταλιπών, τὸν δ' ἄξονα ἔταξα ἐν


444

μέσῳ τῷ τῶν διαπηγμάτων λεγομένῳ φωτί. καὶ βάθρον δέ τι τῶν


σχολικῶν κατὰ τὸ ἓν πέρας τῆς σανίδος ἐξέκοψα τετραγώνοις ὑπο-
μήκεσιν ἐκκοπεῦσιν, ἵνα τὰ δεδηλωμένα τῶν πλευρῶν πέρατα ἐναρ-
μόζηται εἰς τὰς ἐκκοπάς· αὐτὰ δὲ τὰ πλευρὰ κατὰ τὰ πέρατα ἔτρησα
ἐκ τῶν πλαγίων εἰς τὰ πλάγια διανταίοις τρήμασιν, ἵνα ἐντιθεμένη
περόνη εἰς τὰ τρήματα συνάγῃ τὸ πλινθίον. αὕτη τοῦ ὀργάνου
κατασκευή· ἑξῆς δ' ἐπὶ τὴν κίνησιν αὐτοῦ πάρειμι.

Περὶ κινήσεως τονίων.

 Ἐπεὶ τὰ τόνια ὄργανά ἐστιν ἐλλιπῆ καθ' ἑαυτὰ ἐνεργῆσαι μὴ


δυνάμενα, ἀλλὰ προσδεῖται ἑτέρῳ, ὡς κλίμακι, κλίνῃ, βάθρῳ, ὅ τε
καταρτισμὸς μηδενὸς τούτων παρόντος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους γίνεται εἰς
τὴν γῆν, καλῶς ἔχειν μοι δοκεῖ, ὡς ἐν σχολικῇ παραδόσει, πρὸς τὴν
παροῦσαν διδασκαλίαν ἐπὶ κλίμακος παρεσκευασμένης τὴν τοῦ ὀργάνου
κίνησιν δηλῶσαι. ἡτοιμάσθω κλίμαξ μία τῶν κοινῶν, μὴ ἐκείνη ἡ
πλατεῖα μὲν καὶ λοξὰ τῇ θέσει ἔχουσα κλιμάκια (τὰ γὰρ τοιαῦτα
τῶν κλιμακίων πρὸς τὸν καταρτισμόν ἐστιν ἀνεπιτήδεια), ἀλλ' ἔστω
κλίμαξ ἰσοπαχὴς ἔχουσα τετράγωνα τὰ κλιμάκια. χάριν δὲ τοῦ τὰ
σώματα μὴ παρατρίβεσθαι ὑπὸ τῶν γωνιῶν ἔστωσαν αἱ γωνίαι αὐ-
τῶν ἀπολελειωμέναι καὶ εἰς τὸν στρογγύλον τρόπον ἐξεσμέναι· ὅταν
δὲ μὴ ᾖ τοιαῦτα τὰ κλιμάκια τῆς κλίμακος, ἐρίοις περιειλήσθω εὐα

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 49, Ch. 9, se. 9, γρ. 1

σμὸν ἐκεῖνο ὃ ἔφην. μετὰ τὴν τῆς χειρὸς ὑπέρθεσιν καὶ κατάτασιν
κρεμασθήτω ὁ πάσχων ἀφεστὼς τοῦ ἐδάφους ὡς διπαλαιστιαῖον μέ-  
τρον. τὸ δὲ σφηνοειδὲς μὴ ἀδιαφόρως, ἀλλὰ παρατετηρημένως τῷ
κλιμακίῳ ἀσφαλῶς προστιθέσθω, ὥστε τὸ μὲν ἀμβοειδὲς αὐτοῦ μέρος
σχηματίζεσθαι πρὸς τὸν βραχίονα, τὸ δὲ περίκυρτον αὐτοῦ πρὸς τὰς
πλευράς. ἀπὸ δὲ διαστήματος τοῦ σφηνοειδοῦς εἰς τὰ κάτω ὡς μετὰ
δύο ἢ τρία κλιμάκια τὸ ὄργανον ἀσφαλιζέσθω πρὸς τὴν κλίμακα διὰ
τῶν προσόντων αὐτῷ κρίκων καὶ κάλων ἢ καιριῶν ἢ ἄλλων τινῶν
διεκβαλλομένων· προσδείσθωσαν δὲ τῇ κλίμακι καὶ αὐτῇ ἀσφαλῶς κα-
ταπεπηγυίᾳ εἰς τὸ ἔδαφος εἰς τὸ ἀκινητοῦσαν ἐν ταῖς κατατάσεσιν
ἑδραίαν καὶ ἀκλινῆ μένειν. τρόχιλοι δὲ τέσσαρες μονόξυλοι ἢ δίξυλοι
σπουδαιότεροι ἔστωσαν, δύο μὲν ἄνω ἐκ τοῦ ἄνω κλιμακίου ἀνηρτη-
μένοι νεύοντες κάτω, δύο δὲ κάτω τῷ κάτω κλιμακίῳ προσδεδεμένοι
445

νεύοντες ἄνω. γενομένης δ' οὕτω τῆς σκευῆς, φέρειν πρὸς καταρτι-
σμὸν τὸ σφηνοειδές, ἐρίῳ δὲ μαλακῷ λεπτῷ σκέπειν· ἐπεὶ γάρ ἐστιν
ἀπηνὲς τὸ ξύλον, τὸ ἔριον περιτιθέμενον αὐτῷ ὡς μάλαγμα παρα-
λαμβάνεται. καὶ δι' ἑτέραν δ' αἰτίαν τοῦτο γίνεται· ἰδίως γὰρ ἱδρῶτες
ἐπιγίνονται ἐν τῇ μασχάλῃ πολυθέρμῃ οὔσῃ, καὶ μᾶλλον διὰ τὴν τοῦ
καταρτιζομένου δειλίαν καὶ πόνον. τούτους τοὺς ἱδρῶτας ἀναρπάζει
τὸ περιειλούμενον τῷ σφηνοειδεῖ ἔριον. καὶ αὐτὴ δ' ἡ κλίμαξ ἤτοι
ὑπὸ τῶν παρόντων ἀσφαλῶς διακρατείσθω,

Ορειβάσιος ιατρός. Collectiones medicae (lib. 1-16, 24-25, 43-50)


Book 49, Ch. 13, se. 1, γρ. 4

Πῶς κεκλιμένον τὸν πάσχοντα δεῖ καταρτίζειν.

 Κλίνειν δεῖ τὴν κλίμακα καὶ τότε τοῖς σκέλεσιν αὐτῆς ἑκατέ-
ρωθεν ὑπὸ τὰ πέρατα λίθους ἢ ξύλα ὑποτιθέναι, ἵνα μετεωρισθῇ ἀπὸ
τοῦ ἐδάφους, σινδόνα δὲ τοῖς κλιμακτῆρσιν ἐπιτιθέναι ὁμαλισμοῦ
χάριν· οὕτω γὰρ ἢ κλίνῃ ἀναλογήσει ἢ βάθρῳ πρὸς τὴν ἐν τῷ
καταρτισμῷ κατάκλισιν τοῦ πάσχοντος. τὸ δὲ τόνιον ἀσφαλιζέσθω
πρὸς τὴν κλίμακα πρὸς τοῖς κάτω πέρασι τῶν σκελῶν, καὶ πάλιν οἱ
τρόχιλοι, καθὼς εἴρηται, προσδεδέσθωσαν, δύο μὲν ἄνω, δύο δὲ κάτω.
τῆς δὲ κλίμακος πρὸς τὸν κεκλιμένου καταρτισμὸν αἱρετώτερόν ἐστι
βάθρον μᾶλλον πᾶν τὸ κατὰ τὸ πέρας τῆς σανίδος τετραγώνοις ἐκ-
κοπαῖς ἐκκεκομμένον πρὸς ἀσφαλῆ τὴν εἰς αὐτὸ τοῦ τονίου ἔνθεσιν.
ἡ μὲν παρασκευὴ ἡμῖν τίς εἶναι ὀφείλει, δεδήλωται· τούτους δὲ πά-
λιν ἐκθήσομαι τοὺς τοῦ ὤμου καταρτισμούς. δεῖ δὴ τοίνυν ἐπὶ τῶν
τοῦ ὤμου ἐξαρθρημάτων κεκλιμένον σχηματίζειν τὸν κάμνοντα, ἤτοι
ἐπὶ τῆς κλίμακος ἢ ἐπὶ τοῦ βάθρου, τοῦ τονίου πλησίον τῶν πο

Ορειβάσιος ιατρός. Eclogae medicamentorum (0722: 003)


“Oribasii collectionum medicarum reliquae, vol. 4”, Ed. Raeder, J.
Leipzig: Teubner, 1933; Corpus medicorum Graecorum, vol. 6.2.2.
Ch. 84, se. 2, γρ. 5

τὴν ἀνάθλιψιν παραιτησόμεθα· μείζονος γάρ ἐστι φλεγμονῆς αἰτία·


φλεβοτομήσομεν δὲ καὶ συστελοῦμεν ἄχρι τῆς πρώτης διατρίτου ἐμβρέ-
χοντες τὰ περὶ τὸν ὄσχεον κατὰ μὲν τὰς ἀρχὰς οἰσυπηροῖς ἐρίοις δι'
οἰνελαίου, ὕστερον δὲ καταπλάσσοντες καὶ κατασχάζοντες κατὰ κύκλον
446

τὰ περιοιδοῦντα τῶν μερῶν· ἀμεληθέντα γὰρ κατὰ νέκρωσιν ἀναιρεῖ


πολλάκις. παρακμῆς δὲ γενομένης κηρωταῖς χρηστέον καὶ τῇ Μνασέου
ἀνιεμένῃ, ἐπιδέσει δὲ χρησόμεθα ἐπὶ πλείους ἡμέρας.  – Ἀνακόλ-
λημα ἐντέρων. Σιδίων 𐅻 ι, κηκῖδος ὀμφακίτιδος 𐅻 ε. ἑψήσας ἐν
οἴνῳ αὐστηρῷ κυάθους τρεῖς λειάνας τε ἐπιτίθει προαναθλίψας τὸ ἔν-
τερον καὶ προκαταντλήσας ὕδατι ψυχρῷ, εἰ μὴ χειμὼν εἴη παγετώδης,
ἐπίλυε δὲ δι' ἡμερῶν ι, μένοντος ἐπὶ Κλίνης τοῦ θεραπευομένου ἐφ'
ἡμέρας λ καὶ πίνοντος κυπαρίσσου ἀφέψημα μετ' οἴνου. τὸ δὲ φάρ-
μακον ἐπὶ παίδων ποιεῖ. ἐν ἄλλῳ ἀντιγράφῳ πότιζε, φησί, σφαιρίων
κυπαρίσσου τριώβολον ἐν κράματι.  – Ἄλλο ἀνακόλλημα ἐντέ-
ρων. Κηροῦ, πιτυΐνης, πίσσης, ἀσφάλτου, θείου ἀπύρου ἴσα. προανα-
θλίψας ἐπιτίθει καὶ ἐπάνω πτύγμα καὶ ἐπίδεσμον.  – Ἄλλο. Κηροῦ
𐅻 η, ταυροκόλλης 𐅻 ϛ, ἀλόης 𐅻 ε, τερεβινθίνης 𐅻 γ, ἀσφάλτου 𐅻 γ,
μάννης τριώβολον χειμῶνος καὶ μυρσίνου κοχλιάριον. τερεβινθίνης
𐆄 α 𐅶, κηροῦ, λιβάνου, σμύρνης, ἰχθυοκόλλης, κοχλιῶν ὀστράκων, μαρ-
μάρου ἀνὰ 𐆄 α. τὴν ἰχθυοκόλλαν ὄξει πρόβρεχε ἐφ' ἡμέρας γ καὶ λεά-
νας καὶ ἑψήσας καὶ πάλιν λειῶν ἀνάλαβε αὐτῇ τὰ λοιπά.  –

Ορειβάσιος ιατρός. Synopsis ad Eustathium filium (0722: 004)


“Oribasii synopsis ad Eustathium et libri ad Eunapium”, Ed. Raeder, J.
Leipzig: Teubner, 1926, Repr. 1964; Corpus medicorum Graecorum, vol.
[Link] 1, Ch. 17, se. 30, γρ. 1

τοῖς ἰκτερικοῖς καταπότια ποιοῦσιν ἁρμόζοντα. πλῆθος δὲ τούτου 𐅵 δ


ἀρκοῦσιν. ἡ δὲ σκαμμωνία οὐδενὸς μὲν τῶν ἐλατηρίων λείπεται οὔτε
εἰς ὀξύτητα οὔτε εἰς ἰσχύν· καρδιαλγὴς δὲ καὶ δύσοσμος καὶ ἀτερπὴς
καὶ ἄγαν διψώδης· ὅθεν οὐ πονηρῶς ἔνιοι ἀλόῃ μίσγοντες προσφέ-
ρουσιν· οἱ δὲ θύμου κόμῃ καὶ ἁλσίν· οἱ δὲ καῖ τοῖς εὐώδεσι σπέρμασιν.
ἄγει δὲ φλέγμα καὶ χολὴν ἰσχυρῶς ἄκρατον ὅσον 𐅵 α. τῷ δὲ πλεῖον
πιόντι τοῦ φαρμάκου, εἰ μὲν ἔμετοι προσίσταιντο, τοῦτο μὲν σέλινον
ἀποβάπτοντα εἰς ὄξος μασήσασθαι, τοῦτο δ' ἐλαίαν λευκὴν ἁλμάδα,
τοῦτο δ' ἁλῶν χόνδρον ἐνθεῖναι τῷ στόματι· ταῦτα γὰρ κωλύει τοὺς
ἐμέτους, καὶ προσέτι κορίανον ὀσφραινόμενον καὶ γλήχων καὶ καλα-
μίνθη. κάλλιον δὲ καὶ ἀναπαύειν βραχὺ ἐν τῇ κλίνῃ θάλποντα τὴν
γαστέρα καὶ ἄκρους τοὺς πόδας, ὡς τό γε εὐθὺς περιπατεῖν πολλοῖς
ἐμέτους καὶ καρδιωγμοὺς καὶ ἰλίγγους παρέσχεν. ὅταν δ' ἐν τῇ κατα-
στάσει σφῶν αὐτῶν γένωνται, τότε ἤδη πρὸς τὸν περίπατον ἄγειν
κελεύοντα ὑποκινεῖν ἡσυχῇ· τοῦτο γὰρ μᾶλλον ἐρεθίζει ἢ εἰ ὀξέως
βαδίζοι. ληγούσης δὲ τῆς καθάρσεως, κατακλίναντα ἡσυχάζειν ἐγρηγο-
ρικῶς· μᾶλλον γὰρ συνδίδωσιν. τηνικαῦτα δὲ καὶ ἐπιρροφεῖν κατ' ὀλί-
γον μεταξὺ θερμοῦ ὕδατος· καὶ γὰρ τοὺς δηγμοὺς ἀποπλύνει καὶ τὰς
ἐκκρίσεις παρορμᾷ. μὴ καθαιρομένων δέ, μελικράτου τε
447

Ορειβάσιος ιατρός. Synopsis ad Eustathium filium


Book 9, Ch. 55, se. 1, γρ. 4

Περὶ προπτώσεως ὑστέρας.

 Καταστέλλειν δὲ δεῖ τὴν προπεσοῦσαν ὑστέραν πρότερον κλύσμασι


χρησάμενον πρὸς τὴν κομιδὴν τῶν σκυβάλων· ὡσαύτως δὲ καὶ εἰ ἐν
κύστει περίττωμα συνειλεγμένον εἴη, καὶ τοῦτο διὰ καθετῆρος
ἐκληπτέον·
εἶτα σχηματίζειν τὴν πάσχουσαν ἐπὶ Κλίνης ὑπτίαν ἀνάρροπον συν-
ηγμένας ἔχουσαν τὰς ἰγνύας καὶ ἐν διαστάσει τὰ σκέλη, ἔπειτα λαβεῖν
σύστρεμμα ἐρίου ἁπαλοῦ καὶ σχήματι καὶ πάχει ἀνάλογον τῷ κόλπῳ
τῷ γυναικείῳ περιβάλλειν τε λεπτῷ ὀθονίῳ καὶ καταβάπτειν εἰς χύλι-
σμα ὑποκιστίδος ἢ ἀκακίας οἴνῳ διειμένον προστιθέναι τε τῇ ὑστέρᾳ
καὶ δίχα βίας ἀναβιβάζειν πᾶν τὸ προπεπτωκός, ἄχρις οὗ ὁ ὄγκος
ὅλος ἐν τῷ κόλπῳ γένηται, καὶ σκεπάζειν ἔξωθεν σπόγγῳ τὸ ἦτρον
ἀποτεθλιμμένῳ ἐξ ὀξυκράτου κατακλίνειν τε τὴν ἄνθρωπον ἐκτεταμένα
καὶ συνηρμοσμένα ἔχουσαν ἀλλήλοις τὰ σκέλη ἢ τὸ ἕτερον κατὰ τοῦ
ἑτέρου κείμενον. μετὰ δὲ τοῦτο σικύας παραληπτέον μετὰ φλογὸς
πλείονος ἄνω πρὸς ὀμφαλὸν καθ' ἑκατέραν λαγόνα.

Stephanus Med., Phil., Scholia in Hippocratis prognosticon (0724:


002)“Commentary on Hippocrates' Prognosticon”, Ed. Duffy, J.M.,
1975; Diss. SUNY [Link]. 1, se. 8, γρ. 53

ἐκτεταμένα τὰ νεῦρα ἢ τοὺς μύας, ἀλλ' ἐν ἀνέσει τυγχάνοντας.


 Οὕτως σημειωσάμενος τὴν κατὰ φύσιν κατάκλισιν τρέπεται καὶ
ἐπὶ τὴν σημείωσιν τῆς παρὰ φύσιν κατακλίσεως, καὶ λέγει ἑπτὰ
σχήματα. καὶ πρῶτον σχῆμα λέγει τοιοῦτον, ὅτι ἐὰν ὕπτιος κεῖ-
ται ὁ ἄρρωστος ἐκτεταμένας ἔχων τὰς χεῖρας καὶ τὰ σκέλη, κα-
κόν ἐστι· δηλοῖ γὰρ ἀκράτειαν καὶ ἀσθένειαν τῆς στηριζούσης
καὶ κρατυνούσης τὸ σῶμα συνεκτικῆς δυνάμεως καὶ βλάβην τοῦ
λογισμοῦ, εἰ μήτι ὅτι διὰ κακότητα ἢ τῦφον ἢ ὑπερηφάνειαν τυ-
ραννικῶς φερόμενος καὶ μηδ' ὅλως προσποιούμενος τὴν παρουσίαν
τοῦ ἰατροῦ.
 Δεύτερον δὲ τὸ προπετῶς καταρρεῖν ἀπὸ τῆς Κλίνης τὸν ἄρ-
ρωστον ἐπὶ πόδας. κακόν ἐστι καὶ τοῦτο σημεῖον· δηλοῖ γὰρ καὶ  
ἐνταῦθα ἀκράτειαν καὶ ἀσθένειαν τῆς κρατυνούσης καὶ στηριζού-
σης τὸ σῶμα συνεκτικῆς δυνάμεως, καὶ ὑπ' αὐτῆς μηδ' ὅλως κατ-
έχεσθαι, ἀλλὰ τῷ οἰκείῳ βάρει τῷ φυσικῷ ἐπὶ πόδας ἀντικαταρ-
448

ρεῖν, ὅπερ μέγιστον κακὸν σημεῖόν ἐστι.


 Τρίτον σχῆμα τῆς παρὰ φύσιν κατακλίσεώς ἐστι τὸ ἀπογυμ-
νοῦν τοὺς πόδας καὶ ἀσκεπάστους ἔχειν καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὸν
τράχηλον καὶ περιερριμμένους καὶ ἐκλελυμένους καὶ περιφερο-
μένους τῇδε κἀκεῖσε. καὶ τοῦτο κακόν ἐστι τὸ σημεῖον ἐν ὀξεῖ
νοσήματι· δηλοῖ γὰρ ἀλυσμόν, τουτέστι δυσφορίαν ἄκραν ἐν τῷ

Stephanus Med., Phil., Scholia in Hippocratis prognosticon


Ch. 1, se. 8, γρ. 94

ἄγαν συγκεκαμμένα, τουτέστι τοὺς μηροὺς καὶ τὰ γόνατα ἐναλλὰξ


παραπεπλεγμένα ἔχει καὶ ἐπὶ γαστέρα συγκεκαμμένα, κακόν ἐστι
καὶ τοῦτο σημεῖον, διὰ τὸ μὴ πάντῃ οὕτως εἰθίσθαι ἀνακεκλίς-
θαι τοὺς ἀνθρώπους ἐν τῷ ὑγιαίνειν· δηλοῖ γὰρ ἢ παραφροσύνην
ἢ μεγίστην ὀδύνην τῶν περὶ τὴν γαστέρα χωρίων, φυσικῶς τοῦτο
ποιοῦντες· συγκάμπτοντες γὰρ ἐπὶ τὴν γαστέρα τοὺς μηροὺς καὶ
τὰ γόνατα τῇ προσψαύσει τοῦ ὁμοίου σώματος παρηγοροῦνται. οὕ-
τως γὰρ καὶ ἡμεῖς ποιοῦμεν στροφούμενοι ἢ ὀδυνώμενοι πρός τι
μόριον τὰς χεῖρας ἐπιτιθέμενοι, καὶ προσψαύοντες παρηγορούμε-
θα τῷ ὀδυνωμένῳ μορίῳ.
 Ἕκτον δὲ τὸ ἐπὶ γαστέρα κεῖσθαι ἐν τῇ κλίνῃ· δηλοῖ γὰρ
μεγάλην διάθεσιν τῶν περὶ τὴν γαστέρα χωρίων, ἐὰν μὴ οὕτως
εἴθιστο κοιμᾶσθαι, καὶ μάλιστα εἰς τὰς πέψεις, διὰ τὸ συνερ-
γεῖσθαι πρὸς τὴν πέψιν. εἰ δὲ μὴ ὦσιν εἰθισμένοι οὕτως καθεύ-
δειν, κάκιστόν ἐστι· δηλοῖ γὰρ οὐ μόνον μεγίστην ὀδύνην τῶν
περὶ τὴν γαστέρα χωρίων, ἀλλὰ καὶ παραφροσύνην.  
 Ἕβδομον δέ ἐστι τὸ ἄφνω ἀνακαθέζεσθαι καὶ ἐξανίστασθαι
καὶ ζητεῖν ἀπὸ τόπου ἐπὶ τόπον μετελθεῖν· κάκιστον σημεῖον ἐν
ὀξεῖ πυρετῷ, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν περιπνευμονικῶν. ἡ γὰρ περι-
πνευμονία φλεγμονή ἐστι τοῦ πνεύμονος· ἐν οὖν τῇ τοιαύτῃ
φλεγμονῇ δηλονότι καὶ πυρετὸς διακαὴς σύνεστιν·

      

Stephanus Med., Phil., Scholia in Hippocratis de fracturis (0724: 004)


“Palladius. Kommentar zu Hippokrates ‘De fracturis’ und seine
Parallelversion unter dem Namen des Stephanus von Alexandria”, Ed.
Irmer, [Link]: Buske, 1977; Hamburger philologische Studien 45.
Σελ. 69, γρ. 5
449

τάσεως καὶ ἀντιτάσεως, εἰ μὴ παρείησαν ἄνθρωποι ταύτην


ὑπηρετῆσαι τῷ ἰατρῷ. καθισάτω τοίνυν φησὶν ὁ πάσχων καὶ
μέσον αὐτοῦ τῶν σκελῶν πηχθήτω ξύλον εἰς τὴν γῆν καθέτου
δίκην, ἵνα μὴ τεινόμενος ὁ πάσχων ἐπὶ τὰ πρόσω χωρῇ. εἶ-
τα ξύλα πλήμην ἐμβληθήτωσαν εἰς τὴν γῆν πρὸς ἄλληλα
βλέποντα (πλήμη δὲ τὸ τετρυπημένον ξύλον ἐστί). μέσον  
δὲ τούτων ἐμβληθήτω ὕπερος πλήμην καὶ αὐτός (ὕπερος
δέ ἐστι τὸ τοῦ τροχοῦ κανόνιον). καὶ ἐν ἐκείνῳ τὸ τοῦ
ποδὸς ἄκρον δεθήτω. καὶ διὰ ξύλου ἐπιμήκους ὁ ὕπερος
στρεφόμενος ἕλκει τὸν πόδα καὶ ἡ τάσις καὶ τὸ ἕτερον
γίνεται. καὶ ἄλλως· κειμένου τοῦ πάσχοντος ἐπὶ Κλίνης
βάρος τι ἐπὶ τοῦ ποδὸς αὐτοῦ δεθήτω καὶ κρεμασθήτω κάτω-
θεν ὑπὸ τὴν Κλίνην· καὶ μὴ μέχρι ἐδάφους ἐγγισάτω
ἀλλά τινος ὑπὸ βοηθήματος κατὰ μικρὸν καταβαινέτω. καὶ
οὕτως ἡ τάσις καὶ τὸ ἕτερον γίνεται. καὶ ἄλλως· πρὸ τοῦ
ἀρρώστου τιθείς, ὅπερ κωλύσει αὐτὸν πρόσω βαίνειν, ἐπ'
ὀνίσκῳ δῆσον τὸν πόδα (ὀνίσκος δὲ τὸ τοῦ τροχοῦ ἐστι
ξύλον, ᾧ καὶ εἰς τὰ φρέατα χρῶνται)· καὶ τὸν ὀνίσκον
σοῦ στρέφοντος ἡ τάσις καὶ ἡ ἀντίτασις ἔσται.
ὅτε οὖν, φησιν, κατ' εὐθείας ἔλθει τὰ ὀστᾶ, τηνικαῦτα
ἔμβαλε αὐτά.

Palladius Med., Commentarii in Hippocratis librum sextum de


morbis popularibus (0726: 001)“Scholia in Hippocratem et Galenum,
vol. 2”, Ed. Dietz, F.R.Königsberg: Borntraeger, 1834, Repr. 1966.
Τόμ. 2, σελ. 193, γρ. 4

κένωσιν. καίπερ καὶ ἐπὶ ἄλλου πολλῶν ἰατρῶν θελόντων


ψύξαι, ὁ μὲν διὰ πτισάνης, ὁ δὲ διὰ θριδακίνης, ὁ δὲ δι' ὕδα-
τος ἔψυξεν. καὶ δοκοῦσι μὲν εἶναι ταῦτα διάφορα τῷ ὀνόματι,
ἐν δὲ τῷ πράγματι συνᾴδουσι· πάντα γὰρ ἔψυξαν.
      
ιʹ. Καὶ ὅκου κλίνειν, δεῖ διώσασθαι. τούτους ἀτολμέον-  
 τας δεῖ διώσασθαι καὶ ἀνεγείρειν κατανεναρκωμένους,
 εἰς ἃ ὑστεροῦσιν.  –  
      
 Τὰ πολλὰ τῶν βιβλίων κλίνειν ἔχουσιν· ἔνθα κλίνει
ὁ χυμὸς, ἐκεῖ κένωσον. τὸ δὲ ἀληθὲς, Κλίνην ἔχει. πολ-
λάκις γάρ τινες ἀπὸ νόσου εἰσὶν ὑγιέες, φοβοῦνται δὲ
ἀναστῆναι ἀπὸ τῆς Κλίνης, χαίροντες αὐτῇ. τούτους δεῖ
διώκειν καὶ ἀνεγείρειν, μήπως καταναρκωθῶσι καὶ ψυ-
χθῶσι τὸ σῶμα. ἔγειραι οὖν αὐτὸν, καὶ ἐκεῖνα πρόστασσε
450

τὰ ἔργα, ἃ φεύγει, εἰ γράφει, τὸ γράφειν, εἰ ἀναγινώσκει,


τὸ ἀναγινώσκειν.

Palladius Med., Commentarii in Hippocratis librum sextum de morbis


popularibus Τόμ. 2, σελ. 193, γρ. 6

τος ἔψυξεν. καὶ δοκοῦσι μὲν εἶναι ταῦτα διάφορα τῷ ὀνόματι,


ἐν δὲ τῷ πράγματι συνᾴδουσι· πάντα γὰρ ἔψυξαν.
      
ιʹ. Καὶ ὅκου κλίνειν, δεῖ διώσασθαι. τούτους ἀτολμέον-  
 τας δεῖ διώσασθαι καὶ ἀνεγείρειν κατανεναρκωμένους,
 εἰς ἃ ὑστεροῦσιν.  –  
      
 Τὰ πολλὰ τῶν βιβλίων κλίνειν ἔχουσιν· ἔνθα κλίνει
ὁ χυμὸς, ἐκεῖ κένωσον. τὸ δὲ ἀληθὲς, Κλίνην ἔχει. πολ-
λάκις γάρ τινες ἀπὸ νόσου εἰσὶν ὑγιέες, φοβοῦνται δὲ
ἀναστῆναι ἀπὸ τῆς Κλίνης, χαίροντες αὐτῇ. τούτους δεῖ
διώκειν καὶ ἀνεγείρειν, μήπως καταναρκωθῶσι καὶ ψυ-
χθῶσι τὸ σῶμα. ἔγειραι οὖν αὐτὸν, καὶ ἐκεῖνα πρόστασσε
τὰ ἔργα, ἃ φεύγει, εἰ γράφει, τὸ γράφειν, εἰ ἀναγινώσκει,
τὸ ἀναγινώσκειν.
      

Palladius Med., Scholia in Hippocratis de fracturis (0726: 004)


“Palladius. Kommentar zu Hippokrates ‘De fracturis’ und seine
Parallelversion unter dem Namen des Stephanus von Alexandria”, Ed.
Irmer, [Link]: Buske, 1977; Hamburger philologische Studien 45.
Σελ. 68, γρ. 4

διαλεχθῶμεν. ποικίλη ἐστὶν ἐπὶ τῶν τοιούτων ἡ τάσις καὶ


ἡ ἀντίτασις· δεῖ γάρ, φησιν, ἐὰν μὴ ἔχεις τοὺς ἀρκοῦν-
τας ἀνθρώπους εἰς τὸ τεῖναι καὶ ἀντιτεῖναι, καθίσαι τὸν
ἄνθρωπον καὶ μέσον τῶν σκελῶν αὐτοῦ βαλεῖν εἰς τὴν γῆν
ὄρθιον ξύλον, ἵνα μὴ τεινόμενος ὁ πάσχων ἐπὶ τὰ πρόσω
χωρῇ. διὰ τὴν αὐτὴν δὲ αἰτίαν δεῖ ξύλον βάλλειν ἢ πλή-
μην εἰς τὴν γῆν ἐπὶ τὰ ἀντὶς αὐτοῦ. εἶτα ἐκεῖ βάλλειν  
ὕπερον. εἶτα δῆσαι τὸν ἄκρον πόδα εἰς τὸ ὕπερον καὶ οὕ-
τως ἀνακλᾶν τὸ ὕπερον, ἵνα γένηται ἡ τάσις καὶ ἡ ἀντί-
τασις. εἰ δὲ μὴ βούλει οὕτω ποιῆσαι, δεῖ σε τὸν ἄρρω-
στον ἀνακλῖναι· εἶτα βάλλειν ὑπὸ τὴν Κλίνην δοκίδα ἔχου-
σαν καὶ ἄνω καὶ κάτω τρήματα· εἶτα δήσας τὸν ἄρρωστον
451

ἀπό τε τῆς ἰγνύης καὶ τοῦ ἄκρου ποδὸς ποίει τὴν τάσιν
καὶ ἀντίτασιν. εἰ δὲ μὴ τοῦτο βούλει, ὀνίσκῳ χρῆσαι.
ὀνίσκος δέ ἐστιν ξύλον, εἰς ὃ τροχός ἐστιν, ᾧτινι καὶ
εἰς τὰ φρέατα κέχρηνται. δήσας οὖν ἄλλῃ μὲν τὸν ἄρρω-
στον ᾗ δὲ τὸν ὀνίσκον τὸν ἄκρον πόδα ἕλκε καὶ οὕτω
ποίει τὴν τάσιν καὶ ἀντίτασιν. καὶ ὁπηνίκα ἴδῃς, ὅτι
κατ' εὐθὺ ἦλθον τὰ ἄρθρα, τότε ἔμβαλε αὐτά.

Alexander Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria (0732: 004)


“Alexandri Aphrodisiensis in Aristotelis metaphysica commentaria”, Ed.
Hayduck, [Link]: Reimer, 1891; Commentaria in Aristotelem Graeca
1.Σελ. 58, γρ. 16

δυάδα ὡς ὕλην ἀρχὴν τιθέμενοι πολλῶν αὐτὴν ποιοῦσι γεννητικήν· αὕτη


γὰρ αὐτοῖς ἡ αὐτὴ λαμβανομένη τοῦ πλήθους καὶ τῶν ἀρτίων ἀριθμῶν
πάντων γεννητική, τοὺς μὲν συντιθεῖσά τε καὶ οὕτως γεννῶσα, τοὺς δὲ δι-
αιροῦσα δίχα· ἡ δὲ κατὰ τὸ εἶδος αὐτοῖς ἀρχὴ ἑνοποιός ἐστι τῷ ἕν τι
εἶναι πᾶν τὸ εἶδος πεπερασμένον τε καὶ ὡρισμένον κατὰ τὸ εἶναι. καὶ
γὰρ τῶν ἀριθμῶν ἕκαστος ἕν τι· ἑνοποιὸν μὲν γάρ τι τὸ ἓν αὐτό, διχο-
ποιὸς δὲ ἡ ἀόριστος δυάς. οὐ μὴν οὕτως ἐπὶ τῶν γινομένων ἔχει, ἃ
ἐκείνοις ὡμοίωται καὶ πρὸς ἐκεῖνα τὸ εἶναι ἔχει, ἀλλ' ἔμπαλιν· ἡ μὲν γὰρ
ὕλη ἡ μία κατ' ἀριθμὸν ἑνός τινος εἴδους ἐστὶ δεκτική τε καὶ γεννητική·
οὐ
γὰρ οἷόν τε ἐπὶ τῇ αὐτῇ ὕλῃ κατὰ τὸν ἀριθμὸν ἅμα εἴδη πλείω εἶναι,
ὡς εἶναι τὸ αὐτὸ ξύλον καὶ Κλίνην καὶ τράπεζαν καὶ βάθρον, ἀλλ' ἡ μία
ὕλη ἕν τι εἶδος ἐνεργείᾳ μόνον ἔχει. τὸ μέντοι εἶδος ἓν ὂν τῷ ἀριθμῷ
πλείονα εἴδη ποιεῖ· ἡ γὰρ τέχνη εἶδός τι ἓν οὖσα καὶ ὁ τεχνίτης τις εἷς
ὢν κατ' ἀριθμὸν πλειόνων ἐστὶ καὶ διαφερόντων ποιητικός· ἡ γοῦν τεκτο-
νικὴ καὶ ὁ ἔχων αὐτὴν καὶ Κλίνην ποιεῖ καὶ βάθρον καὶ τράπεζαν, ὁ αὐ-
τὸς καὶ εἷς ὢν κατὰ ἀριθμόν. ὁμοίως δὲ ἔχει τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρρενος
καὶ θήλεος, ὧν τὸ μὲν θῆλυ ὕλην παρέχον τῷ γινομένῳ ὑπὸ μιᾶς
πληροῦται ὀχείας, τὸ δὲ ἄρρεν πολλὰ θήλεα πληροῖ.

Alexander Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria Σελ. 80, γρ. 4

παρὰ τὰ καθ' ἕκαστα, ταῦτά εἰσιν ἰδέαι· ἔστι γὰρ παρὰ τὰ καθ' ἕκαστα
τὰ κοινά, ὧν φαμεν καὶ τὰς ἐπιστήμας εἶναι. ἔτι τε τὸ καὶ τῶν ὑπὸ
τὰς τέχνας ἰδέας εἶναι· καὶ γὰρ πᾶσα τέχνη πρὸς ἕν τι ἀναφέρει τὰ γι-
452

γνόμενα ὑπ' αὐτῆς, καὶ ὧν εἰσιν αἱ τέχναι, ταῦτα ἔστι, καὶ ἄλλων τινῶν
παρὰ τὰ καθ' ἕκαστά εἰσιν αἱ τέχναι. καὶ ὁ ὕστερος δέ, πρὸς τῷ μηδὲ
οὗτος δεικνύναι τὸ εἶναι ἰδέας, καὶ ὧν οὐ βούλονται ἰδέας εἶναι
κατασκευά-
ζειν ἰδέας δόξει. εἰ γὰρ διότι ἡ ἰατρικὴ μή ἐστι τῆσδε τῆς ὑγιείας ἐπι-  
στήμη ἀλλ' ἁπλῶς ὑγιείας, ἔστιν αὐτό τις ὑγίεια, ἔσται καὶ ἐπὶ τῶν τεχνῶν

ἑκάστης. οὐ γὰρ τοῦ καθ' ἕκαστα οὐδὲ τοῦδέ ἐστιν, ἀλλ' ἁπλῶς ἐκείνου
περὶ ὅ ἐστιν, οἷον ἡ τεκτονικὴ ἁπλῶς βάθρου ἀλλ' οὐ τοῦδε, καὶ ἁπλῶς
Κλίνης ἀλλ' οὐ τῆσδε· ὁμοίως καὶ ἡ ἀνδριαντοποιητικὴ καὶ ἡ γραφικὴ
καὶ
ἡ οἰκοδομικὴ δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἑκάστη τεχνῶν ἔχει πρὸς τὰ ὑφ' ἑαυτήν.
ἔσται ἄρα καὶ τῶν ὑπὸ τὰς τέχνας ἑκάστου ἰδέα, ὅπερ οὐ βούλονται.

Alexander Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria Σελ. 202, γρ.


27

χρήσιμα ἐνυπάρχοντα ἐν πᾶσι. καὶ ἐν αὐτοῖς δὲ τούτοις τὰ πρῶτα τῶν


δευτέρων στοιχεῖα, ὅτι ταῖς τούτων ἀποδείξεσι πρὸς τὰ δεύτερα χρώ-
μεθα. παρατίθεται δὲ καὶ τῶν φυσικῶν τοὺς ἢ πλείω τὰ πρῶτα σώματα
ὑποθεμένους ἢ ἕν, καὶ δείκνυσιν ὅτι καὶ οὗτοι, ἃς ἀρχὰς τῶν ὄντων ἔλε-
γον, ἐνυπάρχειν ταύτας τοῖς ἄλλοις ᾤοντο καὶ ἐξ αὐτῶν ἐκεῖνα εἶναι.
Ἐμπε-
δοκλῆς τε γὰρ τὰ τέσσαρα σώματα στοιχεῖα τῶν ὄντων ὑποθέμενος οὐχ
ὡς γένη αὐτὰ ἔλεγεν ἀρχάς, ἀλλ' ὡς ἐνυπάρχοντα τοῖς ἐξ αὐτῶν τὴν
γένεσιν ἔχουσιν· ὁμοίως καὶ τῶν ἄλλων φυσικῶν ἕκαστος τῶν σωματικὴν

τὴν ἀρχὴν ὑποθεμένων. πρὸς τούτοις δείκνυσιν ὅτι τὸ ὡς ἐνυπάρχον καὶ


στοιχεῖον καὶ οὐχὶ τὸ γένος ἐστὶν ἀρχὴ καὶ ἀπὸ τῶν τεχνητῶν· καὶ γὰρ
Κλίνης καὶ ἑκάστου τῶν τοιούτων τοῖς βουλομένοις τίς ἡ φύσις ἑκάστου
αὐτῶν ἰδεῖν, ἡ γνῶσις ἐξ ὧν συνέστηκε μορίων γίγνεται. ἀρχαὶ γὰρ
ἑκάστου αὐτῶν τὰ ἐξ ὧν συνέστηκεν· ἐκ μὲν γὰρ τοῦ γνωρίσαι τὰς ἀρχὰς
γνώριμον καὶ τὸ ἐκ τῶν ἀρχῶν γίγνεται, τούτων δὲ ἕκαστον γνωρίζεται
ὅταν τὰ ἐξ ὧν σύγκειται καὶ ὁ τρόπος τῆς συνθέσεως φανερὸς γένηται,
ὥστε καὶ αἱ τούτων ἀρχαί. ἐπιχειρήσας δὲ καὶ δείξας τῇ ἐπαγωγῇ τὰ
ἐνυπάρχοντα ἀρχὰς ὄντα, οὐ τὰ κοινὰ καὶ τὰ γένη, ἑξῆς ὅτι δόξει
εὔλογον εἶναι τὰ γένη λέγειν πάλιν ἀρχὰς ἐπιχειρεῖ.  

Alexander Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria Σελ. 357, γρ.


19
τὸ εἰς γένεσιν εἰς φύσιν ἄγεσθαι. τὴν τοιαύτην φύσιν ὡρίσατο ἐν τῇ
Φυσικῇ ἀκροάσει. συνήθως μὲν οὖν ἐπὶ τῶν φυτῶν τὸ φύεσθαι
453

κατηγορεῖ-
ται, καὶ ἐπὶ τῶν ζῴων δὲ λέγεται· γένεσις γὰρ πᾶσα ἡ εἰς τὸ τέλειον
εἶδος πρόοδος. τὸ δὲ οἷον ἐπεκτείνοντες τὸ υ τὸ ἐν τῇ φύσει λέγει τῇ
κατὰ τοῦτο τὸ σημαινόμενον. τὴν δὲ ὡς τὸ ὑποκείμενον καὶ τὴν ὕλην·
φύσις γὰρ καὶ ἡ ὕλη, ἐξ ἧς πρώτης ἐνυπαρχούσης τῷ γινομένῳ ἡ γένεσις·
οὐ γὰρ οὕτως ἐκ τῆς ὕλης τὰ γινόμενα γίνεται ὡς ἐκ τῆς στερήσεως ἢ ἐκ
τῶν
ἐναντίων γίνεσθαι λέγεται· οὐ γὰρ ἐξ ἐνυπαρχόντων ἐκείνων. τὸ δὲ
πρῶτον
τῷ ἐνυπάρχον προσκείμενον τὴν πρώτην ὕλην δηλοῖ, οὐ τὴν ἑκάστου
προσεχῆ. τὴν δὲ ὕλην φύσιν εἶπεν ἀποδειχθῆναι Ἀντιφῶν, ὡς εἴρηκεν ἐν
τῷ Α τῆς Φυσικῆς, διὰ τοῦ τὴν Κλίνην, εἰ καταχωσθεῖσα δύναμιν λάβοι
τοῦ βλαστῆσαι, ξύλον ἐξ αὐτῆς ἀναβλαστῆσαι, ὅπερ ἦν τὸ ὑποκείμενον,
ἀλλ' οὐ τὴν Κλίνην, ὃ ἦν τὸ εἶδος. φύεται δὲ εἶπεν ἀντὶ τοῦ γίνεται.
λέγεται πάλιν φύσις καὶ τὸ φυσικὸν εἶδος· τούτου γὰρ δηλωτικὸν τὸ ὅθεν
ἡ κίνησις ἡ πρώτη ἐν ἑκάστῳ τῶν φύσει ὄντων ἐν αὐτῷ ᾗ αὐτὸ
ὑπάρχει. εἴη δ' ἂν τὸ εἰρημένον σαφές, εἰ εἴη προσκείμενον τὸ ἥτις·
κατὰ γὰρ τὸ εἶδος ἑκάστῳ ἡ τῆς κατὰ φύσιν κινήσεως ἀρχὴ τῶν φύσει
συνεστώτων, καὶ αἴτιον τοῦτο τῆς κατὰ φύσιν ἑκάστῳ τῶν φυσικῶν σω-
μάτων κινήσεως, εἴ γε κατὰ τὸ εἶδός ἐστιν ἥ τε γῆ γῆ καὶ τὸ πῦρ πῦρ
καὶ ὁ ἄνθρωπος ἄνθρωπος, ὁμοίως καὶ τῶν ἄλλων ζῴων ἕκαστον, εἶδος

Alexander Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria


Σελ. 357, γρ. 21

ται, καὶ ἐπὶ τῶν ζῴων δὲ λέγεται· γένεσις γὰρ πᾶσα ἡ εἰς τὸ τέλειον
εἶδος πρόοδος. τὸ δὲ οἷον ἐπεκτείνοντες τὸ υ τὸ ἐν τῇ φύσει λέγει τῇ
κατὰ τοῦτο τὸ σημαινόμενον. τὴν δὲ ὡς τὸ ὑποκείμενον καὶ τὴν ὕλην·
φύσις γὰρ καὶ ἡ ὕλη, ἐξ ἧς πρώτης ἐνυπαρχούσης τῷ γινομένῳ ἡ γένεσις·
οὐ γὰρ οὕτως ἐκ τῆς ὕλης τὰ γινόμενα γίνεται ὡς ἐκ τῆς στερήσεως ἢ ἐκ
τῶν
ἐναντίων γίνεσθαι λέγεται· οὐ γὰρ ἐξ ἐνυπαρχόντων ἐκείνων. τὸ δὲ
πρῶτον
τῷ ἐνυπάρχον προσκείμενον τὴν πρώτην ὕλην δηλοῖ, οὐ τὴν ἑκάστου
προσεχῆ. τὴν δὲ ὕλην φύσιν εἶπεν ἀποδειχθῆναι Ἀντιφῶν, ὡς εἴρηκεν ἐν
τῷ Α τῆς Φυσικῆς, διὰ τοῦ τὴν Κλίνην, εἰ καταχωσθεῖσα δύναμιν λάβοι
τοῦ βλαστῆσαι, ξύλον ἐξ αὐτῆς ἀναβλαστῆσαι, ὅπερ ἦν τὸ ὑποκείμενον,
ἀλλ' οὐ τὴν Κλίνην, ὃ ἦν τὸ εἶδος. φύεται δὲ εἶπεν ἀντὶ τοῦ γίνεται.
λέγεται πάλιν φύσις καὶ τὸ φυσικὸν εἶδος· τούτου γὰρ δηλωτικὸν τὸ ὅθεν
ἡ κίνησις ἡ πρώτη ἐν ἑκάστῳ τῶν φύσει ὄντων ἐν αὐτῷ ᾗ αὐτὸ
ὑπάρχει. εἴη δ' ἂν τὸ εἰρημένον σαφές, εἰ εἴη προσκείμενον τὸ ἥτις·
κατὰ γὰρ τὸ εἶδος ἑκάστῳ ἡ τῆς κατὰ φύσιν κινήσεως ἀρχὴ τῶν φύσει
συνεστώτων, καὶ αἴτιον τοῦτο τῆς κατὰ φύσιν ἑκάστῳ τῶν φυσικῶν σω-
454

μάτων κινήσεως, εἴ γε κατὰ τὸ εἶδός ἐστιν ἥ τε γῆ γῆ καὶ τὸ πῦρ πῦρ


καὶ ὁ ἄνθρωπος ἄνθρωπος, ὁμοίως καὶ τῶν ἄλλων ζῴων ἕκαστον, εἶδος

Alexander Phil., De fato (0732: 014)“Alexandri Aphrodisiensis praeter


commentaria scripta minora”, Ed. Bruns, [Link]: Reimer, 1892;
Commentaria in Aristotelem Graeca, suppl. 2.2.Σελ. 169, γρ. 11

γὰρ ἐπὶ τέλους τινὸς τῷ τῆς εἱμαρμένης ὀνόματι χρώμεθα καθ'


εἱμαρμένην αὐτὸ λέγοντες γεγονέναι. διὸ ἐν τοῖς ἕνεκά του γινομένοις
ἀναγκαῖον τιθέναι τὴν εἱμαρμένην· καὶ ἐπεὶ τῶν ἕνεκά του γινομένων τὰ
μὲν γίνεται κατὰ λόγον, τὰ δὲ κατὰ φύσιν, ἢ ἐν ἀμφοτέροις αὐτοῖς τὴν
εἱμαρμένην ἀναγκαῖον
εἶναι τίθεσθαι, ὡς πάντα τὰ γιγνόμενα καθ' εἱμαρμένην γίνεσθαι λέγειν,
ἢ ἐν θατέρῳ. ἀλλὰ τὰ μὲν κατὰ λόγον γινόμενα τούτῳ δοκεῖ γίνεσθαι
κατὰ
λόγον τῷ τὸν ποιοῦντα αὐτὰ καὶ τοῦ μὴ ποιεῖν ἔχειν ἐξουσίαν. τά τε γὰρ
ὑπὸ τῶν τεχνιτῶν γινόμενα κατὰ τέχνην οὐκ ἐξ ἀνάγκης ὑπ' αὐτῶν γίνε-
σθαι δοκεῖ (οὕτως γοῦν ἕκαστον ποιοῦσιν αὐτῶν ὡς καὶ τοῦ μὴ ποιεῖν
αὐτὰ τὴν ἴσην ἔχοντες ἐξουσίαν· ἔτι τε πῶς οὐκ ἄτοπον τὴν οἰκίαν καὶ
τὴν
Κλίνην καθ' εἱμαρμένην λέγειν γεγονέναι ἢ τὴν λύραν ἡρμόσθαι καθ' εἱ-
μαρμένην;), ἀλλὰ μὴν καὶ ὧν προαίρεσις κυρία (ταῦτα δ' ἐστὶν ὅσα κατ'
ἀρετήν τε καὶ κακίαν πράττεται) καὶ ταῦτα ἐφ' ἡμῖν εἶναι δοκεῖ. εἰ ἐφ'
ἡμῖν δὲ ταῦτα, ὧν καὶ τοῦ πραχθῆναι καὶ τοῦ μὴ πραχθῆναι ἡμεῖς εἶναι
δοκοῦμεν κύριοι, τούτων δὲ οὐχ οἷόν τε λέγειν αἰτίαν τὴν εἱμαρμένην

Hippiatrica, Hippiatrica Berolinensia (0738: 001)


“Corpus hippiatricorum Graecorum, vol. 1”, Ed. Oder, E., Hoppe, K.
Leipzig: Teubner, 1924, Repr. [Link]. 8, se. 11, γρ. 7

την ἢ τὴν τετάρτην ἐκ τοῦ κατὰ τὰ ἀριστερὰ μέρους ὡσεὶ


κοτύλας τρεῖς. ἀφελεῖν δὲ καὶ | ἀπὸ τῶν ἐμπροσθίων σκελῶν
ἀπὸ τοῦ ἔσω μέρους ἐπάνω τοῦ γόνατος καὶ ἐᾶσαι ῥυῆναι
ὅσον κοτύλας τρεῖς.
         καὶ μὴ χορτάζειν ταύτης τῆς ἡμέρας
κριθὰς μηδὲ ἄχυρα, ἀλλὰ πόαν ἁπαλὴν κατατέμνειν καὶ ἐν ὕδατι
τέγγειν. πινέτω δὲ τούτου τοῦ ὕδατος μὴ πλέον χοῆς πρὸς
τὸ μὴ ῥιγοῦν. καὶ τῇ ὑστεραίᾳ κριθῶν μετεχέτω μὴ πλέον
δύο χοινίκων, τῆς δὲ πόας πλέον διδόσθω, καὶ τοῦ ποτοῦ χοὴ  
ἐφ' ἑκάτερον, τῇ δὲ τρίτῃ ἡμίολα πάντα, ταῖς δὲ λοιπαῖς ἡμέ-
ραις ὅσον εἰώθει. ἐὰν δὲ εἰς τὰ ὀπίσθια τὸ ἀρρώστημα κλίνῃ,
σχάσας ἀπὸ ἀμφοτέρων τῶν σκελῶν ὑποκάτω τοῦ βουβῶνος,
455

ἄφελε ὅσον κοτύλας ἕξ. ἡ δὲ θεραπεία αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν προ-
τέρων γέγραπται.

ἄλλο εἰς τὸ αὐτό.

 Ὑοσκυάμου, εἰ μὲν ἐν θέρει, ὅταν ἔχῃ φύλλα χλωρά, λα-


βὼν ὡς δέκα ἢ ιεʹ φύλλα καὶ τρίψας καλῶς εἰς ἴγδιν μετὰ
οἴνου Ἰταλικοῦ, τὸ ἥμισυ | ἐγχυμάτισον, καὶ εὐθέως αὐτὸν
διακίνησον, καὶ παραχρῆμα ἰαθήσεται.

Alexander Med., Therapeutica (0744: 003)“Alexander von Tralles,


vols. 1–2”, Ed. Puschmann, [Link]: Braumüller, 1:1878; 2:1879, Repr.
1963.Τόμ. 1, σελ. 519, γρ. 19

εἶναι, ὥστε διὰ τῆς εὐκρασίας ἀνακιρνᾶσθαι τὸ ψυχικὸν πνεῦμα καὶ


ἀναχαλᾶσθαι. ἔστω δὲ μᾶλλον φωτεινὸν ἢ σκοτεινὸν, ὥστε διὰ τῆς
αἰσθήσεως εἰς συναίσθησιν ἔρχεσθαι τῶν συνήθων τὸν κάμνοντα. διὸ
καὶ φίλοι τινὲς οἱ πάνυ συνήθεις παραμενέτωσαν αὐτῷ, ὡς καὶ
αἰδεσθήσεται πρᾴως ἐγκαλοῦντας, ἐφ' οἷς πράττει. μήτε δ' οἰκέτης
ἢ συγγενὴς εἰσιέτω, πρὸς ὃν ἔσχε ποτὲ λύπην ἢ ὀργήν· ἐρε-
θιστικὸν γάρ ἐστι τοῦτο καὶ κινητικὸν καὶ τοῦ πάνυ ταράττεσθαι φανερὸν

αἴτιον γίνεται. μήτε δ' αὐτὸ εἰσιέτω τὸ τῶν φίλων πλῆθος· οἱ γὰρ
πολλοὶ θορύβου μόνον αἴτιοι αὐτῷ γίνονται καὶ προσέτι καὶ τὸν ἀέρα
παχύνουσιν ἐκπνέοντες ὑγρὰ πνεύματα. φυλαττέσθωσαν δὲ μὴ κινεῖσθαι
βιαίως, ἀλλὰ πρᾴως, ὥστε μὴ [δι' ἀσθένειαν] διασείεσθαι τὴν Κλίνην·
παροξυντικὸν γὰρ εἴπερ ἄλλο καὶ τοῦτο καὶ τοῦ ὕπνου ἐμποδιστικόν. δια-
κρατείτωσαν δὲ τὰ μέλη ἅπαντα οἱ παρόντες ἀβιάστως καὶ

Alexander Med., Therapeutica Τόμ. 2, σελ. 317, γρ. 9

πάντα ταῦτα κόψας ἐπιμελῶς ἔχε κατ' ἰδίαν. καὶ βαλὼν εἰς τὸ ὄξος
τὴν σκίλλαν ἔασον ἐμβραχῆναι ἡμέρας ἑπτὰ, ἔπειτα λαβὼν τὴν σκίλλαν
ῥῖπτε. τὰ ἄλλα δὲ πάντα τὰ κοπέντα συλλειώσας ἰσχυρῶς καὶ βαλὼν εἰς
τὸ ὄξος ἔασον ἄλλας ἡμέρας ζʹ, ἔπειτα δι' ὀθονίου πυκνοῦ ἐκθλίψας χρῶ
καὶ πρὸς τὴν εἰρημένην διάθεσιν. λοιπὸν καὶ ῥαφανῖδας ἐμβάπτειν εἰς
αὐτὸ
προσήκει καὶ ἔμετον ποιεῖν. καὶ τὸ μελίκρατον δὲ καὶ τὸ ζέμα τοῦ ναρδο-
στάχυος καὶ τοῦ πηγάνου πινόμενον ὠφελεῖ καὶ ἄρτος εἰς κονδῖτον
456

ἐσθιόμενος·
πάντα γὰρ ἐποίησα ταῦτα καὶ ἐπὶ μεγάλου λυγμοῦ τοσοῦτον, ὡς ὑπονοεῖν

ἐκτὸς Κλίνης ἐξάλλεσθαι τὸν κάμνοντα. ἐχρώμην δὲ καὶ κατὰ τοῦ


στομάχου πρὸς τούτοις ἔξωθεν καστορίῳ καὶ στύρακι καὶ μαστίχῃ
συνεψῶν
ἐλαίῳ καὶ πυριῶν αὐτοῦ τὸν στόμαχον σφόδρα· ἐκίνουν δὲ ἐν τῷ ἕψεσθαι
τὸ
ἔλαιον πηγάνῳ. τὸ δὲ καστόριον καὶ πινόμενον καὶ ὀσφραινόμενον ἐπὶ
τούτων
καλῶς ποιεῖ καὶ νάρδος Κελτικὴ καὶ ἄσαρον καὶ ναρδόσταχυ καὶ ἄνισον
καὶ
κύμινον καὶ λιβυστικόν. εἰ δὲ δακνώδη καὶ διεφθαρμένα εἴη τὰ
περιττώματα,
δῆλον ὅτι τοῖς ἐπικιρνῶσι καὶ ἅμα ἀπορρίπτειν τὸ δακνῶδες δυναμένοις
ἀναγκαῖον κεχρῆσθαι. τὸν δ' οἶνον ἐπὶ τούτων ἀνακουφίζειν δεῖ καὶ

Ιπποκράτης ιατρός. Ἑρμηνεία περὶ ἐνεργῶν λίθων (0751: 005)


“Les lapidaires de l'antiquité et du Moyen Age, vol. 2.1”, Ed. Ruelle, C.É.
Paris: Leroux, [Link] entry 36, γρ. 2

ποιεῖ, καὶ ἐν ἀμπέλῳ καὶ δένδρῳ ἀκάρπῳ ῥωννύμενος εὐφορίαν καὶ


εὐκαρπίαν ποιεῖ.
 Λίθος ἴασπις ἐνσπαρεὶς ταῖς ἀρούραις σὺν τῷ σπόρῳ πολλὴν εὐκαρπίαν  

ποιεῖ, καὶ θυμιώμενος δαίμονας ἐξ ἀνθρώπου διώκει, καὶ εὐρωστίαν ποιεῖ


τοῦ
σώματος.
 Λίθος ὁ λυχνίτης βασταζόμενος ἀπὸ κινδύνου πολλοῦ ῥύεται τὸν
βαστάζοντα.
 Λίθος ὀψιανὸς παρατριβόμενος τῇ ὄψει ἀρίστος διατηρεῖ αὐτὴν·
ὀφθαλμοὺς
καὶ τὸ πρόσωπον εὐειδὲς ποιεῖ καὶ χαλεπὰ τὰ πάθη ἰᾶται ἐπιπασσόμενος.
 Λίθος ὁ χρυσόθριξ φορούμενος εὐπρεπεῖς καὶ σεμνοὺς τοὺς
φοροῦντας ποιεῖ καὶ πᾶσιν ἡδεῖς καὶ τιμῆς ἀξίους.
 Λίθος μαγνίτης ὁ καὶ μαγνῆτις λέγεται· οὗτος ἐνέργειαν ἔχει διὰ τοῦ
ἀέρος ἕλκειν τὸν σίδηρον πρὸς αὑτόν· εἰ γάρ τις αὐτὸν λάθρα ὑπὸ τὴν
Κλίνην θήσει,
εἰ μέν ἐστιν γυνὴ καθαρὰ καὶ ῥυπαρίας ἀμέτοχος, εἰς ὕπνον τρέπεται καὶ
τὰς χεῖρας
ἁπλοῖ πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ περιφύεται. Εἰ δὲ πόθοις ῥυπαροῖς καὶ
ἀλλοτρίοις κατεχο-
457

μένη, ἀφυπνώσασα καταπίπτει τῆς Κλίνης. Ἀλλὰ καὶ δύο ταύτην


ἀδελφῶν φορούν-
των πάσης ἔριδος αὐτοὺς ἀπαλλάττει καὶ φιλονεικίας, καὶ ὁμόνοιαν
ἐμποιεῖ. Φερομένη
δὲ καὶ κατὰ τοῦ στήθους μετὰ μεμυκότος καρποῦ παιονίας ἐπιτηδειοτάτη
ἐστὶν
πρὸς τὸ θέλξαι καὶ πεῖσαι λαόν.
 Λίθος ὁ σιδηρίτης τριβόμενος καὶ ἐπιπασσόμενος ἑρπετῶν δήγματα
ὀνίνησι.
Φασὶ δέ τινες ὅτι ὁ φορῶν αὐτὸν κἂν πάντα τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ θηρία κατ'
αὐτοῦ
κινήσουσιν, ἀβλαβὴς μένει. Φασὶν δὲ καὶ ὅτι πινόμενος οὗτος μαντικὸν
τὸν
ἄνθρωπον ἐργάζεται· περιδεσμούμενος δὲ στεῖραν γυναῖκα παιδοτόκον
ποιεῖ.

Ιπποκράτης ιατρός. Ἑρμηνεία περὶ ἐνεργῶν λίθων Lexical 36, γρ. 5

 Λίθος ὁ λυχνίτης βασταζόμενος ἀπὸ κινδύνου πολλοῦ ῥύεται τὸν


βαστάζοντα.
 Λίθος ὀψιανὸς παρατριβόμενος τῇ ὄψει ἀρίστος διατηρεῖ αὐτὴν·
ὀφθαλμοὺς
καὶ τὸ πρόσωπον εὐειδὲς ποιεῖ καὶ χαλεπὰ τὰ πάθη ἰᾶται ἐπιπασσόμενος.
 Λίθος ὁ χρυσόθριξ φορούμενος εὐπρεπεῖς καὶ σεμνοὺς τοὺς
φοροῦντας ποιεῖ καὶ πᾶσιν ἡδεῖς καὶ τιμῆς ἀξίους.
 Λίθος μαγνίτης ὁ καὶ μαγνῆτις λέγεται· οὗτος ἐνέργειαν ἔχει διὰ τοῦ
ἀέρος ἕλκειν τὸν σίδηρον πρὸς αὑτόν· εἰ γάρ τις αὐτὸν λάθρα ὑπὸ τὴν
Κλίνην θήσει,
εἰ μέν ἐστιν γυνὴ καθαρὰ καὶ ῥυπαρίας ἀμέτοχος, εἰς ὕπνον τρέπεται καὶ
τὰς χεῖρας
ἁπλοῖ πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ περιφύεται. Εἰ δὲ πόθοις ῥυπαροῖς καὶ
ἀλλοτρίοις κατεχο-
μένη, ἀφυπνώσασα καταπίπτει τῆς Κλίνης. Ἀλλὰ καὶ δύο ταύτην
ἀδελφῶν φορούν-
των πάσης ἔριδος αὐτοὺς ἀπαλλάττει καὶ φιλονεικίας, καὶ ὁμόνοιαν
ἐμποιεῖ. Φερομένη
δὲ καὶ κατὰ τοῦ στήθους μετὰ μεμυκότος καρποῦ παιονίας ἐπιτηδειοτάτη
ἐστὶν
πρὸς τὸ θέλξαι καὶ πεῖσαι λαόν.
 Λίθος ὁ σιδηρίτης τριβόμενος καὶ ἐπιπασσόμενος ἑρπετῶν δήγματα
ὀνίνησι.
Φασὶ δέ τινες ὅτι ὁ φορῶν αὐτὸν κἂν πάντα τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ θηρία κατ'
458

αὐτοῦ
κινήσουσιν, ἀβλαβὴς μένει. Φασὶν δὲ καὶ ὅτι πινόμενος οὗτος μαντικὸν
τὸν
ἄνθρωπον ἐργάζεται· περιδεσμούμενος δὲ στεῖραν γυναῖκα παιδοτόκον
ποιεῖ.

Ποσειδωνιος. Fragmenta (1052: 001)“Posidonios. Die Fragmente, vol.


1”, Ed. Theiler, [Link]: De Gruyter, [Link] 114, γρ. 3

ηὔξησε· μέχρι γὰρ τῆς Ἰνδικῆς διατείνας τῆς ὑπὸ τὸν Πῶρον γενομένης
χώρας ἐκυρίευσεν ἀκινδύνως. εἰς τηλικοῦτο δὲ μέγεθος προαχθεὶς βασι-
λείας οὐκ ἐζήλωσε τρυφὴν οὐδὲ ὑπερηφανίαν, ἅπερ ταῖς πλείσταις δυνα-
στείαις ἀκολουθεῖν εἴωθεν, ἀλλ' ἐπιείκειαν μὲν πρὸς τοὺς ὑποτεταγμέ-
νους, ἀνδρείαν δὲ πρὸς τοὺς ἀντιταττομένους. καθόλου δὲ πολλῶν ἐθνῶν
ἐγκρατὴς γενόμενος τὰ παρ' ἑκάστοις ἄριστα τῶν νομίμων κατέδειξε
τοῖς Πάρθοις. (F 112. 113 Const. Exc. 2(1), 300)
Athenaeus IV 152f – 153a
Ἐν δὲ τῇ πέμπτῃ περὶ Πάρθων διηγούμενός φησιν· «ὁ δὲ καλούμενος
φίλος τραπέζης μὲν οὐ κοινωνεῖ, χαμαὶ δ' ὑποκαθήμενος ἐφ' ὑψηλῆς
Κλίνης κατακειμένῳ τῷ βασιλεῖ τὸ παραβληθὲν ὑπ' αὐτοῦ κυνιστὶ
σιτεῖται,
καὶ πολλάκις διὰ τὴν τυχοῦσαν αἰτίαν ἀποσπασθεὶς τοῦ χαμαιπετοῦς
δείπνου ῥάβδοις καὶ ἱμᾶσιν ἀστραγαλωτοῖς μαστιγοῦται καὶ γενόμενος
αἱμόφυρτος τὸν τιμωρησάμενον ὡς εὐεργέτην ἐπὶ τὸ ἔδαφος πρηνὴς
προ[ς]πεσὼν προσκυνεῖ.»

Ποσειδωνιος. Fragmenta Fragment 154, γρ. 4

ὀρεινὴν καταφυγόντας ἀποτρίψασθαι τῇ δυσχωρίᾳ τὸν ἀπὸ τῶν ἱππέων


κίνδυνον, ὁ Ἀντίοχος οὐδενὶ τρόπῳ προσεδέχετο τοὺς λόγους, ἀποφαινό-
μενος αἰσχρὸν εἶναι τοὺς νενικηκότας δεδιέναι τὰς τῶν προηττημένων
τόλμας. παρακαλέσας οὖν τοὺς μεθ' ἑαυτοῦ πρὸς τὸν κίνδυνον, ἀνεδέχετο

τὴν τῶν βαρβάρων ἔφοδον εὐρώστως.


  (F 152. 153 Const. Exc. 4,387 – 388)
Athenaeus IV 153 ab
Ἐν δὲ τῇ ιϛ περὶ Σελεύκου διηγούμενος τοῦ βασιλέως ὡς εἰς Μηδίαν
ἀνελθὼν καὶ πολεμῶν Ἀρσάκει ᾐχμαλωτίσθη ὑπὸ τοῦ βαρβάρου καὶ
ὡς πολὺν χρόνον παρὰ τῷ Ἀρσάκει διέτριψεν ἀγόμενος βασιλικῶς,
459

γράφει
καὶ ταῦτα· «παρὰ Πάρθοις ἐν τοῖς δείπνοις ὁ βασιλεὺς τήν τε Κλίνην
ἐφ' ἧς μόνος κατέκειτο μετεωροτέραν τῶν ἄλλων καὶ κεχωρισμένην εἶχε
καὶ τὴν τράπεζαν μόνῳ καθάπερ ἥρωι πλήρη βαρβαρικῶν θοιναμάτων
παρακειμένην.»
Athenaeus X 439de
Φιλοπότης δ' ἦν καὶ ὁ ὁμώνυμος αὐτῷ Ἀντίοχος, ὁ ἐν Μηδίᾳ πρὸς
Ἀρσάκην

Ποσειδωνιος. Fragmenta (1052: 003)“FGrH #87”.


Τόμ. -Jacobyʹ-F 2a,87,F, fragment 5, γρ. 4

 ATHEN. VI 61 p. 252 E: Ποσειδώνιος δ' ὁ Ἀπαμεύς, ὕστε-


ρον δὲ Ῥόδιος χρηματίσας, ἐν τῆι τετάρτηι τῶν Ἱστοριῶν Ἱέρακά φησι
τὸν Ἀντιοχέα πρότερον λυσιωιδοῖς ὑπαυλοῦντα ὕστερον γενέσθαι
κόλακα
δεινὸν Πτολεμαίου τοῦ ἑβδόμου βασιλέως τοῦ καὶ Εὐεργέτου
ἐπικληθέντος
καὶ τὰ μέγιστα δυνηθέντα παρ' αὐτῶι, καθάπερ καὶ παρὰ τῶι Φιλο-
μήτορι, ὕστερον ὑπ' αὐτοῦ διαφθαρῆναι.
 ATHEN. IV 38 p. 152 F – 153 A: ἐν δὲ τῆι πέμπτηι περὶ
Πάρθων διηγούμενός φησιν· «ὁ δὲ καλούμενος φίλος τραπέζης
μὲν οὐ κοινωνεῖ, χαμαὶ δ' ὑποκαθήμενος ἐφ' ὑψηλῆς
Κλίνης κατακειμένωι τῶι βασιλεῖ τὸ παραβληθὲν ὑπ'
αὐτοῦ κυνιστὶ σιτεῖται, καὶ πολλάκις διὰ τὴν τυχοῦσαν
αἰτίαν ἀποσπασθεὶς τοῦ χαμαιπετοῦς δείπνου ῥάβδοις
καὶ ἱμᾶσιν ἀστραγαλωτοῖς μαστιγοῦται καὶ γενόμενος
αἱμόφυρτος τὸν τιμωρησάμενον ὡς εὐεργέτην ἐπὶ τὸ
ἔδαφος πρηνὴς προσπεσὼν προσκυνεῖ.»
 ATHEN. XII 73 p. 549 DE: τοιοῦτος ἐγεγόνει καὶ Πτολε-
μαῖος ὁ ἕβδομος Αἰγύπτου βασιλεύσας, ὁ αὑτὸν μὲν Εὐεργέτην
ἀνακηρύττων,
ὑπὸ δὲ Ἀλεξανδρέων Κακεργέτης ὀνομαζόμενος. Ποσειδώνιος γοῦν ὁ

Ποσειδωνιος. Fragmenta Τόμ. -Jacobyʹ-F 2a,87,F, fragment 12, γρ. 5

  – X 53 p. 439 D E: φιλοπότης δ' ἦν καὶ ὁ ὁμώνυμος


αὐτῶι Ἀντίοχος, ὁ ἐν Μηδίαι πρὸς Ἀρσάκην πολεμήσας, ὡς ἱστορεῖ
460

Ποσειδώνιος ὁ Ἀπαμεὺς ἐν τῆι ἑκκαιδεκάτηι τῶν Ἱστοριῶν. ἀναιρεθέντος

γοῦν αὐτοῦ τὸν Ἀρσάκην θάπτοντα αὐτὸν λέγειν· «ἔσφηλέν σε, Ἀν-
τίοχε, θάρσος καὶ μέθη· ἤλπιζες γὰρ ἐν μεγάλοις ποτη-
ρίοις τὴν Ἀρσάκου βασιλείαν ἐκπιεῖν.»
  – IV 38 p. 153 AB: ἐν δὲ τῆι ιϛ περὶ Σελεύκου διηγού-
μενοςτοῦ βασιλέως ὡς εἰς Μηδίαν ἀνελθὼν καὶ πολεμῶν Ἀρσάκει ἠι-
χμαλωτίσθη ὑπὸ τοῦ βαρβάρου καὶ ὡς πολὺν χρόνον παρὰ τῶι Ἀρσάκει
διέτριψεν ἀγόμενος βασιλικῶς, γράφει καὶ ταῦτα· «παρὰ Πάρθοις ἐν
τοῖς δείπνοις ὁ βασιλεὺς τήν τε Κλίνην ἐφ' ἧς μόνος
κατέκειτο μετεωροτέραν τῶν ἄλλων καὶ κεχωρισμένην
εἶχε καὶ τὴν τράπεζαν μόνωι καθάπερ ἥρωι πλήρη βαρ-
βαρικῶν θοιναμάτων παρακειμένην.»
  – XI 15 p. 466 BC: Ποσειδώνιος δ' ἐν ιϛ τῶν Ἱστοριῶν
Λυσίμαχόν φησι τὸν Βαβυλώνιον, καλέσαντα ἐπὶ δεῖπνον Ἵμερον τὸν
τυραννήσαντα οὐ μόνον Βαβυλωνίων ἀλλὰ καὶ Σελευκέων μετὰ
τριακοσίων,  
μετὰ τὸ τὰς τραπέζας ἀρθῆναι τετράμνουν ἑκάστωι τῶν τριακοσίων ἔκ-
πωμα δοῦναι ἀργυροῦν καὶ σπονδοποιησάμενον προπιεῖν ἅμα πᾶσιν· καὶ
ἀποφέρεσθαι ἔδωκε τὰ ποτήρια.

Lycon Phil., Fragmenta (1138: 001)“Lykon und Ariston von Keos”, Ed.
Wehrli, [Link]: Schwabe, 1968; Die Schule des Aristoteles, vol. 6, 2nd
edn..Fragment 15, γρ. 38

ἀνήκει πρὸς τιμὴν καὶ τούτων φανῶμεν μὴ ἀμνήμονες ὄντες. περὶ δὲ τῶν
θε-ραπευόντων ἐμαυτὸν οὕτως ἐξάγω· Δημητρίῳ μὲν ἐλευθέρῳ πάλαι
ὄντι ἀφίημι τὰ λύτρα καὶ δίδωμι πέντε μνᾶς καὶ ἱμάτιον καὶ χιτῶνα, ἵνα
πολλὰ πεπονηκὼς μετ' ἐμοῦ βίον εὐσχήμονα ἔχῃ. Κρίτωνι δὲ
Χαλκηδονίῳ καὶ τούτῳ τὰ λύτρα ἀφίημι καὶ δίδωμι τέτταρας μνᾶς. καὶ
τὸν Μίκρον ἀφίημι ἐλεύθερον, καὶ θρε-ψάτω Λύκων αὐτὸν καὶ
παιδευσάτω ἀπὸ τοῦ νῦν χρόνου ἓξ ἔτη. καὶ Χάρητα ἀφίημι ἐλεύθερον·
καὶ θρεψάτω Λύκων αὐτόν· καὶ δύο μνᾶς αὐτῷ δίδωμι καὶ
τὰ ἐμὰ βιβλία τὰ ἀνεγνωσμένα· τὰ δ' ἀνέκδοτα Καλλίνῳ ὅπως ἐπιμελῶς
αὐτὰ
ἐκδῷ. δίδωμι δὲ καὶ Σύρῳ ἐλευθέρῳ ὄντι τέτταρας μνᾶς καὶ τὴν
Μηνοδώραν
δίδωμι· καὶ εἴ τί μοι ὀφείλει, ἀφίημι αὐτῷ. καὶ Ἱλαρᾷ πέντε μνᾶς καὶ
ἀμφίτα-
πον καὶ δύο προσκεφάλαια καὶ περίστρωμα καὶ Κλίνην ἣν ἂν βούληται.
461

ἀφίημι
δ' ἐλευθέραν καὶ τὴν τοῦ Μίκρου μητέρα καὶ Νοήμονα καὶ Δίωνα· καὶ
Θέωνα
καὶ Εὐφράνορα καὶ Ἑρμείαν· καὶ Ἀγάθωνα δύο ἔτη παραμείναντα
ἀφεῖσθαι
ἐλεύθερον· καὶ τοὺς φορεαφόρους Ὠφελίωνα καὶ Ποσειδώνιον τέτταρα
ἔτη
παραμείναντας. δίδωμι δὲ καὶ Δημητρίῳ καὶ Κρίτωνι καὶ Σύρῳ Κλίνην
ἑκάστῳ
καὶ στρώματα τῶν καταλειπομένων ἃ ἂν φαίνηται Λύκωνι καλῶς ἔχειν.
ταῦτα
ἔστω αὐτοῖς ἀποδείξασιν ὀρθῶς ἐφ' ὧν ἕκαστοι τεταγμένοι εἰσί. περὶ δὲ
τῆς
ταφῆς ἐάν τε αὐτοῦ βούληται Λύκων θάπτειν, ἐάν τε ἐν οἴκῳ, οὕτω
ποιείτω.

Antiphon Soph., Fragmenta (1147: 001)“Antiphon. Discours”, Ed.


Gernet, [Link]: Les Belles Lettres, 1923, Repr. [Link] 2, γρ. 3

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

 Διὰ τοῦτο οὐδενὸς δεῖται, οὐδὲ προσδέχεται οὐδενός


τι, ἀλλ' ἄπειρος καὶ ἀδέητος (Suidas, I, p. 94, cf. Harpocr.,
s. u. ἀδέητος).
 Καὶ ἡ σηπεδὼν τοῦ ξύλου ἔμβιος γένοιτο (Harpocr.,
s. u. ἔμβιος).  – ...(φησιν Ἀντιφῶν ὅτι) εἴ τις κατορύξειε
Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστ' ἀνεῖναι βλαστόν,
οὐκ ἂν γενέσθαι Κλίνην, ἀλλὰ ξύλον (Arist., Phys., II,
193 a).
 Πᾶσι γὰρ ἀνθρώποις ἡ γνώμη τοῦ σώματος ἡγεῖται
καὶ εἰς ὑγιείαν καὶ νόσον καὶ εἰς τὰ ἄλλα πάντα (Galenus,
XVIII, 2).
 ... Δικα[ιο]σύνη πάντα τὰ τῆς πό[λεω]ς νόμιμα ἐν
ᾗ ἂν πολι[τεύ]ηταί τις μὴ [παρ]αβαίνειν· χρῷτ' ἂν οὖν
ἄνθρωπος μάλιστα ἑαυτῷ ξυμφ[ε]ρόντως δικαιοσύνῃ εἰ
μετὰ μὲν μαρτύρων τ[ο]ὺς νόμους μεγά[λο]υς ἄγοι·
μονούμενος δὲ μαρτύρων, τὰ τῆς φύσεως·
462

Antiphon Soph., Fragmenta (1147: 003)“Die Fragmente der


Vorsokratiker, vol. 2, 6th edn.”, Ed. Diels, H., Kranz, W.
Berlin: Weidmann, 1952, Repr. [Link] 15, γρ. 5

ἐφαρμόσειν τοῦ τελευταίου τριγώνου τὴν πλευρὰν εὐθεῖαν οὖσαν τῆι


περιφερείαι. τοῦτο δὲ ἦν τοῦ τὴν ἐπ' ἄπειρον τομὴν ἀναιροῦντος, ἣν
ὑπόθεσιν ὁ γεωμέτρης λαμβάνει.    HARPOCR. διάθεσις: ... καὶ γὰρ τὸ
ῥῆμα δια-
θέσθαι λέγουσιν ἐπὶ τοῦ διοικῆσαι. Ἀ. Ἀληθείας α· γυμνωθεῖσα
δὲ ἀφορμῆς πολλὰ ἂν καὶ καλὰ κακῶς διαθεῖτο.
  – ἔμβιος: Ἀ. Ἀληθείας α· ‘καὶ ἡ σηπε-
δὼν ... ἔμβιος γένοιτο’ ἀντὶ τοῦ ‘ἐν τῶι ζῆν’, τουτέστι ‘ζήσειε
καὶ μὴ ξηρανθείη μηδ' ἀποθάνοι’. ARISTOT. Phys. B 1. 193a 9 δοκεῖ
δ' ἡ φύσις καὶ ἡ οὐσία τῶν φύσει ὄντων ἐνίοις εἶναι τὸ πρῶτον ἐνυ-
πάρχον ἑκάστωι ἀρρύθμιστον καθ' ἑαυτό, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον,
ἀνδριάντος δ' ὁ χαλκός. σημεῖον δέ φησιν Ἀ. ὅτι εἴ τις κατορύξειε
Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστε ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ
ἂν γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τὸ μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρ-
χον, τὴν κατὰ νόμον διάθεσιν καὶ τὴν τέχνην, τὴν δ' οὐσίαν οὖσαν
ἐκείνην ἣ καὶ διαμένει ταῦτα πάσχουσα συνεχῶς.
 εἴ τις κατορύξειε Κλίνην καὶ ἡ σηπεδὼν τοῦ ξύλου
ἔμβιος γένοιτο, οὐκ ἂν γένοιτο Κλίνη, ἀλλὰ ξύλον.
 AN. BEKK. Lex. VI p. 470, 25 ἀφήκοντος:
Ἀ. ἀντὶ τοῦ διήκοντος.

Antiphon Soph., Fragmenta Fragment 15, γρ. 7

ἄπειρον τομὴν ἀναιροῦντος, ἣν ὑπόθεσιν ὁ γεωμέτρης λαμβάνει.  


 HARPOCR. διάθεσις: ... καὶ γὰρ τὸ ῥῆμα δια-
θέσθαι λέγουσιν ἐπὶ τοῦ διοικῆσαι. Ἀ. Ἀληθείας α· γυμνωθεῖσα
δὲ ἀφορμῆς πολλὰ ἂν καὶ καλὰ κακῶς διαθεῖτο.
  – ἔμβιος: Ἀ. Ἀληθείας α· ‘καὶ ἡ σηπε-
δὼν ... ἔμβιος γένοιτο’ ἀντὶ τοῦ ‘ἐν τῶι ζῆν’, τουτέστι ‘ζήσειε
καὶ μὴ ξηρανθείη μηδ' ἀποθάνοι’. ARISTOT. Phys. B 1. 193a 9 δοκεῖ
δ' ἡ φύσις καὶ ἡ οὐσία τῶν φύσει ὄντων ἐνίοις εἶναι τὸ πρῶτον ἐνυ-
πάρχον ἑκάστωι ἀρρύθμιστον καθ' ἑαυτό, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον,
ἀνδριάντος δ' ὁ χαλκός. σημεῖον δέ φησιν Ἀ. ὅτι εἴ τις κατορύξειε
Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν ὥστε ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ
ἂν γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τὸ μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρ-
χον, τὴν κατὰ νόμον διάθεσιν καὶ τὴν τέχνην, τὴν δ' οὐσίαν οὖσαν
ἐκείνην ἣ καὶ διαμένει ταῦτα πάσχουσα συνεχῶς.
 εἴ τις κατορύξειε Κλίνην καὶ ἡ σηπεδὼν τοῦ ξύλου
463

ἔμβιος γένοιτο, οὐκ ἂν γένοιτο Κλίνη, ἀλλὰ ξύλον.


 AN. BEKK. Lex. VI p. 470, 25 ἀφήκοντος:
Ἀ. ἀντὶ τοῦ διήκοντος.
  –   – p. 472, 14 Ἀφροδίτης: ἀντὶ τοῦ

Apollonius Soph., Lexicon Homericum (1168: 001)


“Apollonii Sophistae lexicon Homericum”, Ed. Bekker, I.
Berlin: Reimer, 1833, Repr. 1967.Σελ. 77, γρ. 5

 ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων.”


ἕρματα τὰ ἐρείσματα· “ὑψοῦ ἐπὶ ψαμάθοις, ὑπὸ δ' ἕρματα
 μακρὰ τάνυσσαν.” ἐπὶ δὲ τῶν ἐνωτίων “ἐν δ' ἄρα ἕρματα
 ἧκεν ἐϋτρήτοισι λοβοῖσι” καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ “ἕρματα δ' Ἐρυδά-
 μαντι δύο θεράποντες ἔνεικαν.” ἐπὶ δὲ τοῦ “μελενάων ἕρμ'
 ὀδυνάων” ὁ μὲν Ἀρίσταρχος ἀθετεῖ τὸν στίχον (γελοῖον γάρ  
 φησιν ἔρεισμα τῶν ὀδυνῶν λέγεσθαι· ἔπαινον γὰρ οὐκ ἔχει τοῦ δυ-
 ναμένου ὀδυνῆσαι), ὁ δὲ Σιδώνιος βοηθῶν τῷ λεγομένῳ ἀκούει
 τὸ ἐρεῖδον πρὸς τὰς ὀδύνας.
ἑρμῖν' ἀπὸ τοῦ ἐρείδεσθαι· “ἑρμῖν' ἀσκήσας, τέτρηνε δὲ πάντα
 τερέτρῳ.” σημαίνει δὲ καὶ πόδα Κλίνης. ὁ δὲ Ἀρίσταρχός φησιν
 “ἑρμῖνας ἐκάλουν τοὺς πόδας τῶν κλινῶν, οὗτοι δὲ ἦσαν σφη-
 νοειδεῖς τῇ κατασκευῇ.” τῶν ἅπαξ εἰρημένων.
ἔρνεϊ δένδρῳ θάλλοντι· “ὁ δ' ἀνέδραμεν ἔρνεϊ ἶσος.”

Aristonicus Gramm., De signis Odysseae (1194: 001)


“Aristonici περὶ σημείων Ὠδυσσείας reliquiae emendatiores”, Ed.
Carnuth, [Link]: Hirzel, [Link] of Odyssey 8, verse in book 277,
γρ. of scholion 2

 ) ἅπαξ εἴρηται ἥλιος· ἠέλιος γὰρ ἀεί φησιν Ἰακῶς, τὸ


η εἰς ηε. H.
 βῆ ῥ' ἴμεν ἐς χαλκεῶνα.
 ) [ἡ διπλῆ ὅτι] οὐκ οἶδεν ὁ ποιητὴς τὸν Ἥφαιστον ἐργα-
ζόμενον ἢ ἐν Λιπάρᾳ τῆς Σικελίας τῶν Αἰολίδων νήσων, ἢ
ἐν Λήμνῳ, ἀλλ' ἐν Ὀλύμπῳ· καὶ γὰρ καὶ τὴν ἀσπιδοποιΐαν
ἐκεῖ λέγει γεγενῆσθαι. Q.
 cf. Σ 369. L. Ar. 185.
 ἀμφὶ δ' ἄρ' ἑρμῖσιν.
 ) τοῖς κλινοποδίοις· ἑρμὶς ὁ τῆς Κλίνης ποῦς BQV. Sic
Ar. cf. Apoll. l. h. 77, 5: ὁ δὲ Ἀρίσταρχός φησιν, ἑρμῖνας
ἐκάλουν τοὺς πόδας τῶν κλινῶν, οὗτοι δὲ ἦσαν σφηνοειδεῖς
464

τῇ κατασκευῇ· τῶν ἅπαξ εἰρημένων.

Aristonicus Gramm., De signis Odysseae


Book of Odyssey 23, verse in book 198, γρ. of scholion 4

298). H. cf. ad Κ 298. F. Ar. 20. Eust. 1993, 10.


 ἐν πυρὸς αὐγῇ.
 ) ἐν τῷ πεφωτισμένῳ τόπῳ καὶ πεφλογισμένῳ ἀπὸ τοῦ
πυρός V. cf. ad Ι 206. σ 44.
 ποτιδέγμενος εἴ τί μιν εἴποι.  
 Fuit diple ὅτι ἡ πρὸς ἐλλείπει, ἵν' ἦ εἴ τι προσείποι cf.
F. Ar. ad P 237 ubi corr. ψ 191 in ψ 91.
 ἑρμῖν' ἀσκήσας.
 ) ὁ Ἀρίσταρχός φησιν, ἑρμῖνας ἐκάλουν τοὺς πόδας τῶν
κλίνων, οὗτοι δὲ ἦσαν σφηνοειδεῖς τῇ κατασκευῇ· τῶν ἅπαξ
εἰρημένων. Apoll. 77, 5. HQV habent: Κλίνης ποδάριον· ἕρμα γάρ ἐστι
τῆς Κλίνης. L. Ar. 152.  οἱ νῶϊν ἀγάσαντο.
 ) [ἡ διπλῆ ὅτι τὸ ἀγάσαντο νῦν ἀντὶ τοῦ] ἐφθόνησαν Q.
L. Ar. 147. ψ 64.

Aristonicus Gramm., De signis Odysseae Book of Odyssey 23, verse in


book 198, γρ. of scholion 5

 ) ἐν τῷ πεφωτισμένῳ τόπῳ καὶ πεφλογισμένῳ ἀπὸ τοῦ


πυρός V. cf. ad Ι 206. σ 44.
 ποτιδέγμενος εἴ τί μιν εἴποι.  
 Fuit diple ὅτι ἡ πρὸς ἐλλείπει, ἵν' ἦ εἴ τι προσείποι cf.
F. Ar. ad P 237 ubi corr. ψ 191 in ψ 91.
 ἑρμῖν' ἀσκήσας.
 ) ὁ Ἀρίσταρχός φησιν, ἑρμῖνας ἐκάλουν τοὺς πόδας τῶν
κλίνων, οὗτοι δὲ ἦσαν σφηνοειδεῖς τῇ κατασκευῇ· τῶν ἅπαξ
εἰρημένων. Apoll. 77, 5. HQV habent: Κλίνης ποδάριον· ἕρμα
γάρ ἐστι τῆς Κλίνης. L. Ar. 152.
 οἱ νῶϊν ἀγάσαντο.
 ) [ἡ διπλῆ ὅτι τὸ ἀγάσαντο νῦν ἀντὶ τοῦ] ἐφθόνησαν Q.
L. Ar. 147. ψ 64.
 οὐδέ κεν Ἀργείη Ἑλένη, Διὸς ἐκγεγαυῖα,
 ἀνδρὶ παρ' ἀλλοδάπῳ ἐμίγη φιλότητι καὶ εὐνῇ,
 εἰ ᾔδη, ὅ μιν αὖτις ἀρήιοι υἷες Ἀχαιῶν
 ἀξέμεναι οἶκονδε φίλην ἐς πατρίδ' ἔμελλον.
465

 τὴν δ' ἦ τοι ῥέξαι θεὸς ὤρορεν ἔργον ἀεικές.


 τὴν δ' ἄτην οὐ πρόσθεν ἑῷ ἐγκάτθετο θυμῷ,

Callixenus Hist., Fragmenta (1240: 003)


“FHG 3”, Ed. Müller, [Link]: Didot, 1841–1870.
Fragment 2, γρ. 70

δὲ τὸν ὑψηλότατον τόπον τῆς ὀροφῆς ἀετοὶ κατὰ πρόσω-


πον ἦσαν ἀλλήλων χρυσοῖ, πεντεκαιδεκαπήχεις τὸ μέ-
γεθος. Ἔκειντο δὲ κλῖναι σφιγγόποδες ἐν ταῖς δυσὶ
πλευραῖς ἑκατόν· ἡ γὰρ κατὰ πρόσωπον ὄψις ἀφεῖτ' ἀνα-
πεπταμένη. Ταύταις δ' ἀμφίταποι ἁλουργεῖς ὑπέστρων-
το τῆς πρώτης ἐρέας, καὶ περιστρώματα ποικίλα, δια-
πρεπῆ ταῖς τέχναις, ἐπῆν. Ψιλαὶ δὲ Περσικαὶ τὴν
ἀνὰ μέσον τῶν ποδῶν χώραν ἐκάλυπτον, ἀκριβῆ τὴν
εὐγραμμίαν τῶν ἐνυφασμένων ἔχουσαι ζῳδίων. Παρε-
τέθησαν δὲ καὶ τρίποδες τοῖς κατακειμένοις χρυσοῖ, δια-
κόσιοι τὸν ἀριθμὸν, ὥστ' εἶναι δύο κατὰ Κλίνην, ἐπ'
ἀργυρῶν διέδρων. Ἐκ δὲ τῶν ὄπισθεν πρὸς τὴν ἄποψιν
ἑκατὸν ἀργυραῖ λεκάναι, καὶ καταχύσεις ἴσαι, παρέ-
κειντο. Ἐπεπήγει δὲ τοῦ συμποσίου καταντικρὺ καὶ
ἑτέρα Κλίνη πρὸς τὴν τῶν κυλικείων καὶ ποτηρίων τῶν
τε λοιπῶν τῶν πρὸς τὴν χρῆσιν ἀνηκόντων κατασκευ-
ασμάτων ἔκθεσιν· ἃ δὴ πάντα χρυσᾶ τε ἦν καὶ διάλιθα,
θαυμαστὰ ταῖς τέχναις. Τούτων δὲ τὴν μὲν κατὰ μέρος
κατασκευὴν καὶ τὰ γένη μακρὸν ἐπεφαίνετό μοι δηλοῦν·
τὸ δὲ τοῦ σταθμοῦ πλῆθος εἰς μύρια τάλαντ' ἀργυρίου
τὴν σύμπασαν εἶχε κατασκευήν.

Callixenus Hist., Fragmenta Fragment 2, γρ. 74

πεπταμένη. Ταύταις δ' ἀμφίταποι ἁλουργεῖς ὑπέστρων-


το τῆς πρώτης ἐρέας, καὶ περιστρώματα ποικίλα, δια-
πρεπῆ ταῖς τέχναις, ἐπῆν. Ψιλαὶ δὲ Περσικαὶ τὴν
ἀνὰ μέσον τῶν ποδῶν χώραν ἐκάλυπτον, ἀκριβῆ τὴν
εὐγραμμίαν τῶν ἐνυφασμένων ἔχουσαι ζῳδίων. Παρε-
τέθησαν δὲ καὶ τρίποδες τοῖς κατακειμένοις χρυσοῖ, δια-
κόσιοι τὸν ἀριθμὸν, ὥστ' εἶναι δύο κατὰ Κλίνην, ἐπ'
ἀργυρῶν διέδρων. Ἐκ δὲ τῶν ὄπισθεν πρὸς τὴν ἄποψιν
ἑκατὸν ἀργυραῖ λεκάναι, καὶ καταχύσεις ἴσαι, παρέ-
κειντο. Ἐπεπήγει δὲ τοῦ συμποσίου καταντικρὺ καὶ
466

ἑτέρα Κλίνη πρὸς τὴν τῶν κυλικείων καὶ ποτηρίων τῶν


τε λοιπῶν τῶν πρὸς τὴν χρῆσιν ἀνηκόντων κατασκευ-
ασμάτων ἔκθεσιν· ἃ δὴ πάντα χρυσᾶ τε ἦν καὶ διάλιθα,
θαυμαστὰ ταῖς τέχναις. Τούτων δὲ τὴν μὲν κατὰ μέρος
κατασκευὴν καὶ τὰ γένη μακρὸν ἐπεφαίνετό μοι δηλοῦν·
τὸ δὲ τοῦ σταθμοῦ πλῆθος εἰς μύρια τάλαντ' ἀργυρίου
τὴν σύμπασαν εἶχε κατασκευήν.
 »Ἡμεῖς δὲ, ἐπειδὴ τὰ κατὰ τὴν σκηνὴν διεληλύ-
θαμεν, ποιησόμεθα καὶ τῆς πομπῆς ἐξήγησιν· ἤγετο
γὰρ διὰ τοῦ κατὰ τὴν πόλιν σταδίου. Πρώτη δ' ἐβάδι-
ζεν Ἑωσφόρου· καὶ γὰρ ἀρχὴν εἶχεν ἡ πομπὴ, καθ' ὃν

Carystius Hist., Fragmenta (1245: 001)“FHG 4”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link] 3, γρ. 6

 Idem X: Καρύστιος δὲ ἐν τοῖς Ἱστο-


ρικοῖς ὑπομνήμασιν, «Ὅτε (φησὶ) μεθύειν προῃρεῖτο
Φίλιππος, τοῦτ' ἔλεγε, Χρὴ πίνειν, Ἀντίπατρος γὰρ
ἱκανός ἐστι νήφων. Κυβεύοντος δέ ποτε αὐτοῦ, καί τι-
νος ἀγγείλαντος ὡς Ἀντίπατρος πάρεστι, διαπορήσας
ὦσεν ὑπὸ τὴν Κλίνην τὸν ἄβακα.»
 Idem X: Εἰς τοσοῦτον δὲ Ἀλέξανδρος
ἐμέθυεν, ὥς φησι Καρύστιος ὁ Περγαμηνὸς ἐν Ἱστορι-
κοῖς ὑπομνήμασιν, ὡς καὶ ἐπὶ ὄνων ἅρματος κωμάζειν.
Ἐποίουν δὲ τοῦτο, φησὶ, καὶ οἱ τῶν Περσῶν βασιλεῖς.
 Idem XIII: Καρύστιος ἐν Ἱστορικοῖς
ὑπομνήμασι, «Χάρωνι, φησὶ, τῷ Χαλκιδεῖ παῖς καλὸς
ἦν, καὶ εἶχεν εὖ πρὸς αὐτόν. Ὡς δ' Ἀλέξανδρος παρὰ
Κρατέρῳ αὐτὸν ἐπῄνεσε γενομένου πότου, ὁ Κράτερος
ἐκέλευσε τὸν παῖδα καταφιλῆσαι τὸν Ἀλέξανδρον· καὶ
ὃς, Μηδαμῶς, εἶπεν, οὐ γὰρ οὕτως ἐμὲ εὐφρανεῖ,

Chamaeleon Phil., Fragmenta (1251: 001)“Phainias von Eresos.


Chamaileon. Praxiphanes”, Ed. Wehrli, [Link]: Schwabe, 1957; Die
Schule des Aristoteles, vol. 9, 2nd edn..Fragment 36, γρ. 6

 Athenaeus 611 a: εἰκότως οὖν πολλαὶ τῶν πόλεων καὶ μάλιστα ἡ


Λακεδαιμονίων, ὡς Χαμαιλέων φησὶν ἐν τῷ περὶ Σιμωνίδου, οὐ
προσίενται
οὔτε φιλοσοφίαν οὔτε ῥητορικὴν διὰ τὰς ἐν τοῖς λόγοις ὑμῶν φιλοτιμίας
καὶ
ἔριδας καὶ τοὺς ἀκαίρους ἐλέγχους.  
467

 Athenaeus 533 e: Χαμαιλέων δ' ὁ Ποντικὸς ἐν τῷ περὶ Ἀνακρέον-


τος προθεὶς τὸ
   ξανθῇ δ' Εὐρυπύλῃ μέλει
   ὁ περιφόρητος Ἀρτέμων (fr. 16 D),
τὴν προσηγορίαν ταύτην λαβεῖν τὸν Ἀρτέμωνα διὰ τὸ τρυφερῶς βιοῦντα
περι-
φέρεσθαι ἐπὶ Κλίνης. καὶ γὰρ Ἀνακρέων αὐτὸν ἐκ πενίας εἰς τρυφὴν
ὁρμῆσαί
φησιν ἐν τούτοις·
   πρὶν μὲν ἔχων βερβέριον, καλύμματ' ἐσφηκωμένα
   κτλ. (fr. 54 D).
 Apostolius Cent. III 60 ἀπώλεσας τὸν οἶνον ἐπιχέας ὕδωρ:
αὕτη γέγονεν ἐκ τοῦ Ἀριστίου Κύκλωπος, ὥς φησι Χαμαιλέων ἐν τῷ περὶ
Σατύ-
ρων. καὶ Πολύφημος οὕτω φησὶ πρὸς Ὀδυσσέα ἐν Κύκλωπος δράματι
λεγομένῳ
(fr. N2 p. 727). λέγεται ἐπὶ τῶν τοῖς καλοῖς τὰ χείρω ἐπιμιγνύντων.
 Suda A 3668 ἀπώλεσας τὸν οἶνον ἐπιχέας ὕδωρ: ἐπὶ τῶν τὰ
καλῶς πρότερον γενόμενα ὕστερον μικροῦ τινος ἕνεκεν κακοῦ
ἀνατρεπόντων.

Chrysippus Phil., Fragmenta logica et physica (1264: 001)


“Stoicorum veterum fragmenta, vol. 2”, Ed. von Arnim, J.
Leipzig: Teubner, 1903, Repr. [Link] 1202, γρ. 3

itaque Simonidem redisse, perisse ceteros, qui tum navigassent.


 Cicero de divin. II 65, 134. Defert ad coniectorem quidam,
somniasse se, ovum pendere ex fascea lecti sui cubicularis. Est hoc in
Chrysippi libro somnium. Respondet coniector, thesaurum defossum
esse sub lecto. Fodit, invenit auri aliquantum idque circumdatum ar-
gento. Misit coniectori quantulum visum est de argento. Tum ille
“nihilne, inquit, de vitello?.” id enim ei ex ovo videbatur aurum
declarasse,
reliquum argentum.
 Photius lexicon s. v. νεοττός·  –  – ὅτι δὲ τὸ ὠχρὸν νεοτ-
τὸν ἔλεγον, μαρτυρεῖ καὶ Χρύσιππος ἐν τῷ περὶ χρησμῶν· “ὄναρ
γάρ τινα φασὶν θεασάμενον ἐκ τῆς Κλίνης αὐτοῦ κρέμασθαι ὠὰ προς-
αναθέσθαι ὀνειροκρίτῃ, τὸν δὲ εἰπεῖν. ὀρύττων θησαυρὸν εὑρήσεις
κατὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον· εὑρόντα δὲ σταμνίον, ἐν ᾧ ἀργύριον ἦν καὶ
χρυσίον, ἐνεγκεῖν τι τοῦ ἀργυρίου τῷ μάντει· τὸν δὲ μάντιν εἰπεῖν·
τοῦ δὲ νεοττοῦ οὐδέν μοι δίδως;”
468

Chrysippus Phil., Fragmenta moralia (1264: 002)


“Stoicorum veterum fragmenta, vol. 3”, Ed. von Arnim, J.
Leipzig: Teubner, 1903, Repr. [Link] 639, γρ. 4

ἄλλων τὰ πρὸς ἡδονὴν προσδέχεσθαι. καὶ ἄλλον δὲ εἶναι αὐστηρόν,


παρα-
πλησίως λεγόμενον τῷ αὐστηρῷ οἴνῳ, ᾧ πρὸς μὲν φαρμακοποιΐαν
χρῶνται,
πρὸς δὲ πρόποσιν οὐ πάνυ.
 Stobaeus ecl. II 114, 22 W. Αὐστηρόν τε λέγεσθαι τὸν σπου-
δαῖον καθ' ὅσον οὔτε προσφέρει τινὶ οὔτε προσίεται τὸν πρὸς χάριν
λόγον.
Κυνιεῖν τε τὸν σοφὸν λέγουσιν, ἶσον ὂν τῷ ἐπιμένειν τῷ κυνισμῷ, οὐ
μὴν σοφὸν ὄντα ἐνάρξεσθαι τοῦ κυνισμοῦ.
 Clemens Al. Strom. VII 7 p. 858 Pott. αὐστηρὸς οὗτος ἡμῖν,
αὐστηρὸς οὐκ εἰς τὸ ἀδιάφθορον μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἀπείραστον.
οὐδαμῇ
γὰρ ἐνδόσιμον οὐδὲ ἁλώσιμον ἡδονῇ τε καὶ λύπῃ τὴν ψυχὴν παρίστησιν·
δικαστής, ἐὰν ὁ λόγος καλῇ, ἀκλινὴς γενόμενος, μηδ' ὁτιοῦν τοῖς πάθεσι
χα-
ριζόμενος, ἀμεταστάτῳ ποδὶ ᾗ πέφυκε [τὸ] δίκαιον πορεύεσθαι βαδίζων.
 p. 859. τὸ ἀναπόβλητον τῆς ἀρετῆς.
 Stobaeus eclog. II 7 p. 95, 24 W. Φασὶ μηδὲ συγγνώμην
ἔχειν μηδενὶ τὸν νοῦν ἔχοντα· τοῦ γὰρ αὐτοῦ συγγνώμην τε ἔχειν καὶ
νομίζειν τὸν ἡμαρτηκότα μὴ παρ' αὑτὸν ἡμαρτηκέναι, πάντων
ἁμαρτανόντων παρὰ τὴν ἰδίαν κακίαν· διὸ καὶ δεόντως λέγεσθαι τὸ μηδὲ
συγγνώμην ἔχειν τοῖς ἁμαρτάνουσιν.

Clearchus Phil., Fragmenta (1270: 001)“Klearchos”, Ed. Wehrli, F.


Basel: Schwabe, 1969; Die Schule des Aristoteles, vol. 3, 2nd edn..
Fragment 19, γρ. 11

 Athenaeus VI 255 c: Κλέαρχος δ' ὁ Σολεὺς ἐν τῷ ἐπιγραφο-


μένῳ Γεργιθίῳ καὶ πόθεν ἡ ἀρχὴ τοῦ ὀνόματος τῶν κολάκων παρῆλθεν
διη-  
γεῖται [καὶ] αὐτὸν τὸν Γεργίθιον ὑποτιθέμενος, ἀφ' οὗ τὸ βιβλίον ἔχει τὴν
ἐπι-
γραφήν, ἕνα γεγονότα τῶν Ἀλεξάνδρου κολάκων. διηγεῖται δὲ οὕτως, τὴν

κολακείαν ταπεινὰ ποιεῖν τὰ ἤθη τῶν κολάκων καταφρονητικῶν ὄντων


τῶν περὶ
469

αὐτούς. σημεῖον δὲ τὸ πᾶν ὑπομένειν εἰδότας οἷα τολμῶσι. τὰ δὲ τῶν


κολακευο-
μένων ἐμφυσωμένων τῇ κολακείᾳ χαῦνα καὶ κενὰ ποιοῦσαν αὐτήν, πάντα
ἐν
ὑπεροχῇ παρ' αὐτοῖς ὑπολαμβάνεσθαι κατασκευάζεσθαι. ἑξῆς τε
διηγούμενος
περί τινος μειρακίου Παφίου μὲν τὸ γένος, βασιλέως δὲ τὴν τύχην, τοῦτο,
φησί,
τὸ μειράκιον (οὐ λέγων αὐτοῦ τοὔνομα) κατέκειτο δι' ὑπερβάλλουσαν
τρυφὴν
ἐπὶ ἀργυρόποδος Κλίνης ὑπεστρωμένης Σαρδιανῇ ψιλοτάπιδι τῶν πάνυ
πολυτε-
λῶν. ἐπεβέβλητο δ' αὐτῷ πορφυροῦν ἀμφίταπον Ἀμοργίνῳ καλύμματι
περιει-
λημμένον. προσκεφάλαια δ' εἶχε τρία μὲν ὑπὸ τῇ κεφαλῇ βύσσινα
παραλουργῆ,
δι' ὧν ἠμύνετο τὸ καῦμα, δύο δ' ὑπὸ τοῖς ποσὶ ὑσγινοβαφῆ τῶν Δωρικῶν
κα-
λουμένων. ἐφ' ὧν κατέκειτο ἐν λευκῇ χλανίδι.
 παραδεδεγμένοι δ' εἰσὶ πάντες οἱ κατὰ τὴν Κύπρον μόναρχοι τὸ τῶν
εὐγε-
νῶν κολάκων γένος ὡς χρήσιμον· πάνυ γὰρ τὸ κτῆμα τυραννικόν ἐστι.
καὶ
τούτων οἷον Ἀρεοπαγιτῶν τινων οὔτε τὸ πλῆθος οὔτε τὰς ὄψεις ἔξω τῶν
ἐπι-
φανεστάτων οἶδεν οὐδείς. διῃρημένων δὲ διχῇ κατὰ συγγένειαν τῶν ἐν τῇ

Σαλαμῖνι κολάκων, ἀφ' ὧν εἰσιν οἱ κατὰ τὴν ἄλλην Κύπρον κόλακες,

Clearchus Phil., Fragmenta Fragment 19, γρ. 55

λίαν μαλακῶν ὑπὸ τῆς τύχης μεταβιβασθεῖσαι σκληρῶς ἐβίωσαν ἐπὶ


γήρως, αἱ
δέ, τῶν παρ' ἡμῖν ταῦτα διαδεξαμένων, ἐκπεσοῦσαι τῆς ἐξουσίας
κατῆραν εἰς
Μακεδονίαν, καὶ τὰς τῶν ἐκεῖ κυρίας τε καὶ βασιλίδας ὃν τρόπον ταῖς
ὁμιλίαις
διέθεσαν οὐδὲ λέγειν καλόν, πλὴν ὅτι μαγευόμεναι καὶ μαγεύουσαι
ταυροπόλοι
καὶ τριοδίτιδες αὗται πρὸς ἀλήθειαν ἐγένοντο, πλήρεις πάντων
ἀποκαθαρμάτων.
τοσούτων ἔοικε καὶ τοιούτων ἡ κολακεία κακῶν αἰτία γενέσθαι τοῖς διὰ
τὸ
470

κολακεύεσθαι προσδεξαμένοις αὐτήν.


 προελθὼν δὲ πάλιν ὁ Κλέαρχος καὶ τάδε φησίν: ἀλλ' ἤδη τῇ τούτων
χρείᾳ
μέμψαιτ' ἄν τις τὸ μειράκιον, ὥσπερ εἶπον. οἱ μὲν γὰρ παῖδες μικρὸν
ἄπωθεν
τῆς Κλίνης ἐν χιτωνίσκοις ἕστασαν. τριῶν δ' ὄντων ἀνδρῶν, δι' οὓς δὴ
νῦν ὁ
πᾶς λόγος ἐνέστηκε, καὶ τούτων ὄντων ἐπωνύμων παρ' ἡμῖν, ὁ μὲν εἷς ἐπὶ
τῆς
Κλίνης πρὸς ποδῶν καθῆστο τοὺς τοῦ μειρακίου πόδας ἐπὶ τοῖς αὑτοῦ
γόνασι
λεπτῷ λῃδίῳ συνημφιακώς. ὃ δὲ ἐποίει δήπου καὶ μὴ λέγοντος οὐκ
ἄδηλον.
καλεῖται δ' οὗτος ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Παράβυστος διὰ τὸ καὶ τῶν μὴ
παραδεχο-
μένων ὅμως τεχνικώτατα κολακεύων παρεμπίπτειν ἐς τὰς ὁμιλίας. ἅτερος
δ' ἦν
ἐπί τινος δίφρου κειμένου παρ' αὐτὴν τὴν Κλίνην καὶ τοῦ νεανίσκου τὴν
χεῖρα
παρεικότος ἐκκρεμάμενος ταύτης καὶ προσπεπτωκὼς κατέψηχέ τε καὶ
τῶν δακ-
τύλων ἕκαστον ἐν μέρει διαλαμβάνων εἷλκέ τε καὶ ἐξέτεινεν. ὥστε τὸν
πρῶτον
αὐτὸν ἐπονομάσαντα Σικύαν εὐστόχως εἰρηκέναι δοκεῖν. ὁ δὲ τρίτος ὁ

Clearchus Phil., Fragmenta Fragment 19, γρ. 57

Μακεδονίαν, καὶ τὰς τῶν ἐκεῖ κυρίας τε καὶ βασιλίδας ὃν τρόπον ταῖς
ὁμιλίαις
διέθεσαν οὐδὲ λέγειν καλόν, πλὴν ὅτι μαγευόμεναι καὶ μαγεύουσαι
ταυροπόλοι
καὶ τριοδίτιδες αὗται πρὸς ἀλήθειαν ἐγένοντο, πλήρεις πάντων
ἀποκαθαρμάτων.
τοσούτων ἔοικε καὶ τοιούτων ἡ κολακεία κακῶν αἰτία γενέσθαι τοῖς διὰ
τὸ
κολακεύεσθαι προσδεξαμένοις αὐτήν.
 προελθὼν δὲ πάλιν ὁ Κλέαρχος καὶ τάδε φησίν: ἀλλ' ἤδη τῇ τούτων
χρείᾳ
μέμψαιτ' ἄν τις τὸ μειράκιον, ὥσπερ εἶπον. οἱ μὲν γὰρ παῖδες μικρὸν
ἄπωθεν
τῆς Κλίνης ἐν χιτωνίσκοις ἕστασαν. τριῶν δ' ὄντων ἀνδρῶν, δι' οὓς δὴ
νῦν ὁ
πᾶς λόγος ἐνέστηκε, καὶ τούτων ὄντων ἐπωνύμων παρ' ἡμῖν, ὁ μὲν εἷς ἐπὶ
471

τῆς
Κλίνης πρὸς ποδῶν καθῆστο τοὺς τοῦ μειρακίου πόδας ἐπὶ τοῖς αὑτοῦ
γόνασι
λεπτῷ λῃδίῳ συνημφιακώς. ὃ δὲ ἐποίει δήπου καὶ μὴ λέγοντος οὐκ
ἄδηλον.
καλεῖται δ' οὗτος ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων Παράβυστος διὰ τὸ καὶ τῶν μὴ
παραδεχο-
μένων ὅμως τεχνικώτατα κολακεύων παρεμπίπτειν ἐς τὰς ὁμιλίας. ἅτερος
δ' ἦν
ἐπί τινος δίφρου κειμένου παρ' αὐτὴν τὴν Κλίνην καὶ τοῦ νεανίσκου τὴν
χεῖρα
παρεικότος ἐκκρεμάμενος ταύτης καὶ προσπεπτωκὼς κατέψηχέ τε καὶ
τῶν δακ-
τύλων ἕκαστον ἐν μέρει διαλαμβάνων εἷλκέ τε καὶ ἐξέτεινεν. ὥστε τὸν
πρῶτον
αὐτὸν ἐπονομάσαντα Σικύαν εὐστόχως εἰρηκέναι δοκεῖν. ὁ δὲ τρίτος ὁ

Clearchus Phil., Fragmenta Fragment 76b, γρ. 8

 Apostolius Cent. XII 7 Νεοττοῦ οὐδέν μοι δίδως: ἐπὶ τῶν


ἀμεταδότων, νεοττὸς γὰρ λέγεται ἡ τοῦ ᾠοῦ λέκιθος καὶ τὸ πυρρόν. οὕτω

Μένανδρος καὶ Κλέαρχος.


 Suda s. v. νεοττός (cf. Hesych. s. v. νεοττίον; Photius s. v.
νεοττός): ἡ τοῦ ᾠοῦ λέκιθος καὶ τὸ πυρρόν. Μένανδρος Ἀνδρίᾳ (fr. 42
K): καὶ
τεττάρων ᾠῶν μετὰ τοῦτο, φιλτάτη, τὸ νεοττίον. Κλέαρχος ἐν τῷ
περὶοἴνων
συγγράμματί φησιν: ὃ διαδίδοται ἀρχὴ ὑπὸ τὸν ὑμένα λευκόν· ἐν τούτῳ
γὰρ τὸ
σπέρμα καὶ οὐκ ἐν τῷ καλουμένῳ νεοττῷ. διεψεύσθησαν γὰρ οἱ πρῶτοι
τοῦτο
φήσαντες· καί ἐστι τὸ ὠχρὸν περίττωμα τοῦ σπέρματος. ὅτι δὲ τὸ ὠχρὸν
νεοττὸν ἔλεγον, μαρτυρεῖ καὶ Χρύσιππος ἐν τῶ περὶ Χρησμῶν. ὄναρ γάρ
τινά
φησι θεασάμενον ἐκ τῆς Κλίνης αὐτοῦ κρέμασθαι ᾠά, προσαναθέσθαι
ὀνειρο-
κρίτῃ. τὸν δὲ εἰπεῖν: ὀρύττων θησαυρὸν εὑρήσεις κατὰ τὸν τόπον
ἐκεῖνον. εὑ-
ρόντα δὲ σταμνίον ἐν ᾧ ἀργύριον ἦν καὶ χρυσίον, ἐνεγκεῖν τι τοῦ
ἀργυρίου
τῷ μάντει. τὸν δὲ μάντιν εἰπεῖν: τοῦ δὲ νεοττοῦ οὐδέν μοι δίδως; καὶ
472

Δίφιλος
κέχρηται τῇ λέξει (fr. 121 K): ᾠῶν δ' ἐν αὐτῇ διέτρεχεν νεοττία.
 Zenobius Cent. VI 29 Ὑπὲρ τὰ Καλλικράτους (cf. Sudam et Paus.
Att. s. v. Ὑ. τ. Κ.): Κλέαρχός φησιν ὅτι Καλλικράτης τις ἐγένετο ἐν
Καρύστῳ

Κλήμης Ρωμανός. Homiliae [Sp.]


Homily 5, Ch. 2, se. 3, γρ. 2

...σχεδὸν οἱ πάντες ἠξίουν πρότερον διαλεχθῆναί με αὐτοῖς,


εἶθ' οὕτως κἀκεῖνον ἐπισκέψασθαι δύνασθαι αὐτόν. μιᾶς οὖν πάντων
γνώ-μης γενομένης λέγειν ἠρξάμην·
 Ἐχθὲς ἐντεῦθεν ἀπαλλαγείς, ὦ φίλοι, ὁμολογῶ ὅτι πάνυ φροντίζων
ὑπὲρ τῆς πρὸς Ἀππίωνα μελλούσης ἔσεσθαι ζητήσεως ὕπνου τυχεῖν οὐκ
ἐδυ-
νάμην. ἀγρυπνοῦντος δέ μου εἰσέδραμεν τὰ ἐν Ῥώμῃ πρὸς αὐτόν μοι
μεμηχανημένα. ἦν δὲ τοιαῦτα. ἐκ παιδὸς ἐγὼ Κλήμης ἀληθείας ἐρῶν καὶ
ζητῶν τὰ ψυχῇ διαφέροντα καὶ εἰς ἀνασκευὰς καὶ κατασκευὰς δαπανῶν
τοὺς
χρόνους καὶ μηθὲν τέλειον εὑρεῖν δυνάμενος, ὑπὸ τῆς ἀνίας ἐξώκειλα εἰς
νόσον. καὶ δὴ ἐμοῦ κατακειμένου ὁ Ἀππίων ἐπιδημεῖ τῇ Ῥώμῃ, πατρι-
κὸς ὤν μοι φίλος, καὶ ἐπιξενοῦται ἐμοὶ καὶ κλινήρη μαθὼν πρὸς ἐμὲ
εἰσέρχεται ὡς ἰατρικῆς οὐκ ἀμύητος καὶ πυνθάνεται τῆς κατακλίσεως
τὴν αἰτίαν. ἐγὼ δὲ τὸν ἄνδρα οὐκ ἀγνοῶν πάνυ Ἰουδαίους δι' ἀπεχ-
θείας ἔχοντα, ὡς καὶ πολλὰ βιβλία κατ' αὐτῶν συγγεγραφέναι, καὶ
αὐτὸν Σίμωνα νῦν οὐ διὰ φιλομάθειαν αὐτὸν εἰς φιλίαν προσέμενον,
ἀλλ' ἐπειδὴ Σαμαρέα αὐτὸν οἶδεν μισοιουδαῖόν τε ὄντα καὶ κατὰ Ἰου-
δαίων προεληλυθότα, διὰ τοῦτο αὐτὸν προσῳκειώσατο, ἵνα δύναιτο
κατὰ Ἰουδαίων τι παρ' αὐτοῦ μανθάνειν. ταῦτα ἐγὼ προειδὼς περὶ
τοῦ Ἀππίωνος, ἅμα τῷ πυθέσθαι αὐτὸν τὴν αἰτίαν τῆς νόσου προσποιη-
τῶς ἀπεκρινάμην, ὅτι τὰ νέων πάσχω καὶ ἀλγῶ τὴν ψυχήν. ὁ δὲ πρὸς
ταῦτα ἔφη· Τέκνον, ὡς πατρὶ θαρσήσας λέγε, τίς σου τῆς ψυχῆς ἡ νόσος;

Κλήμης Ρωμανός. Homiliae [Sp.]


Homily 12, Ch. 23, se. 6, γρ. 1

σας περίδακρυς γενόμενος καὶ καταπεσούσῃ τῇ τεκούσῃ προσπεσὼν


κατεφί-
λουν. καὶ γὰρ ἅμα τῷ ῥηθῆναί μοι τοῦτο ἀμαυρῶς πως τὸ εἶδος
ἀνεκαλού-
473

μην. πολλοὶ μὲν οὖν ὄχλοι συνέτρεχον ἱστορῆσαι τὴν προσαιτήτριαν


γυναῖκα,
λέγοντες ἀλλήλοις ὅτι αὐτὴν ἐπέγνω ὁ υἱός, ἀνὴρ ἀξιόλογος.
βουλομένοις
οὖν ἡμῖν ἐξαυτῆς σὺν τῇ μητρὶ τῆς νήσου ἐκβαίνειν ἡ μήτηρ ἔφη· Τέκνον

μοι ποθεινόν, εὔλογόν ἐστιν ἀποτάξασθαι τῇ ὑποδεξαμένῃ με γυναικί,


ἥτις
πενιχρὰ οὖσα καὶ ὅλη παρειμένη ἐπὶ τῆς οἰκίας ἔρριπται. ὁ δὲ Πέτρος
ἀκούσας ἐθαύμασεν καὶ πάντες οἱ περιεστῶτες ὄχλοι τῆς γυναικὸς
τὸ ἀγαθὸν φρόνημα. καὶ εὐθέως ἐκέλευσεν ὁ Πέτρος τισὶν πορευθῆναι
καὶ τὴν γυναῖκα ἐπὶ Κλίνης κομίσαι. καὶ ὁμῶς ἐνεχθείσης καὶ τεθείσης
τῆς Κλίνης, πάντων τῶν ὄχλων ἀκουόντων ἔφη ὁ Πέτρος· Εἰ ἀλη-
θείας κῆρυξ ἐγὼ τυγχάνω, εἰς τὴν τῶν παρεστώτων πίστιν, ἵνα γνῶσιν
ὅτι εἷς ἐστιν θεὸς ὁ τὸν κόσμον ποιήσας, ἐξαυτῆς ἐγερθήτω ὑγιής. καὶ
ἅμα τῷ εἰπεῖν Πέτρον ταῦτα ἡ γυνὴ ἠγέρθη ὑγιασθεῖσα καὶ τῷ Πέτρῳ
προσέπεσεν καὶ τὴν συνήθη φίλην καταφιλήσασα ἐπυνθάνετο τί εἴη
τοῦτο. ἡ δὲ ὅλον αὐτῇ τὸ πρᾶγμα τοῦ ἀναγνωρισμοῦ συντόμως διηγή-  
σατο καὶ οἱ ἀκούσαντες κατεπλάγησαν. τότε καὶ ἡ μήτηρ τὴν ξενοδόχον
θεραπευθεῖσαν ἱστορήσασα παρεκάλει καὶ αὐτὴ ἰάσεως τυχεῖν. ὁ δὲ
ἐπιθεὶς τὴν χεῖρα καὶ αὐτὴν ἐθεράπευσεν. καὶ εἶθ' οὕτως ὁ Πέ-
τρος περὶ θεοῦ καὶ τῆς αὐτῷ διαφερούσης θρησκείας ὁμιλήσας, προσθεὶς

Κλήμης Ρωμανός. Homiliae [Sp.] Homily 12, Ch. 23, se. 6, γρ. 2

λουν. καὶ γὰρ ἅμα τῷ ῥηθῆναί μοι τοῦτο ἀμαυρῶς πως τὸ εἶδος
ἀνεκαλού-
μην. πολλοὶ μὲν οὖν ὄχλοι συνέτρεχον ἱστορῆσαι τὴν προσαιτήτριαν
γυναῖκα,
λέγοντες ἀλλήλοις ὅτι αὐτὴν ἐπέγνω ὁ υἱός, ἀνὴρ ἀξιόλογος.
βουλομένοις
οὖν ἡμῖν ἐξαυτῆς σὺν τῇ μητρὶ τῆς νήσου ἐκβαίνειν ἡ μήτηρ ἔφη· Τέκνον

μοι ποθεινόν, εὔλογόν ἐστιν ἀποτάξασθαι τῇ ὑποδεξαμένῃ με γυναικί,


ἥτις
πενιχρὰ οὖσα καὶ ὅλη παρειμένη ἐπὶ τῆς οἰκίας ἔρριπται. ὁ δὲ Πέτρος
ἀκούσας ἐθαύμασεν καὶ πάντες οἱ περιεστῶτες ὄχλοι τῆς γυναικὸς
τὸ ἀγαθὸν φρόνημα. καὶ εὐθέως ἐκέλευσεν ὁ Πέτρος τισὶν πορευθῆναι
καὶ τὴν γυναῖκα ἐπὶ Κλίνης κομίσαι. καὶ ὁμῶς ἐνεχθείσης καὶ τεθείσης
τῆς Κλίνης, πάντων τῶν ὄχλων ἀκουόντων ἔφη ὁ Πέτρος· Εἰ ἀλη-
474

θείας κῆρυξ ἐγὼ τυγχάνω, εἰς τὴν τῶν παρεστώτων πίστιν, ἵνα γνῶσιν
ὅτι εἷς ἐστιν θεὸς ὁ τὸν κόσμον ποιήσας, ἐξαυτῆς ἐγερθήτω ὑγιής. καὶ
ἅμα τῷ εἰπεῖν Πέτρον ταῦτα ἡ γυνὴ ἠγέρθη ὑγιασθεῖσα καὶ τῷ Πέτρῳ
προσέπεσεν καὶ τὴν συνήθη φίλην καταφιλήσασα ἐπυνθάνετο τί εἴη
τοῦτο. ἡ δὲ ὅλον αὐτῇ τὸ πρᾶγμα τοῦ ἀναγνωρισμοῦ συντόμως διηγή-  
σατο καὶ οἱ ἀκούσαντες κατεπλάγησαν. τότε καὶ ἡ μήτηρ τὴν ξενοδόχον
θεραπευθεῖσαν ἱστορήσασα παρεκάλει καὶ αὐτὴ ἰάσεως τυχεῖν. ὁ δὲ
ἐπιθεὶς τὴν χεῖρα καὶ αὐτὴν ἐθεράπευσεν. καὶ εἶθ' οὕτως ὁ Πέ-
τρος περὶ θεοῦ καὶ τῆς αὐτῷ διαφερούσης θρησκείας ὁμιλήσας, προσθεὶς
ἐπὶ τέλει ὅτι· Εἴ τις βούλεται ταῦτα ἀκριβῶς μαθεῖν, εἰς Ἀντιόχειαν,

Κλήμης Ρωμανός. Homiliae [Sp.] Homily 20, Ch. 20, se. 5, γρ. 3

Πέτρου ὑποτιθεμένου· Οἶδα, ἔφη ὁ πατήρ, ὅτι βούλει· διὸ μὴ κάμνε.


ἐμοὶ γὰρ οὐχ ἧττον μελήσει ἐκεῖσε ἐλθόντι διαλεχθῆναι ἃ χρὴ περὶ σοῦ
διαλέγεσθαι. καὶ ὁ Πέτρος πάλιν ὑπετίθετο· Ὅταν οὖν νοήσῃς τὴν πόλιν  

μεταβαλομένην τοῦ μίσους, ἐπιθυμοῦσαν δὲ ἰδεῖν ἡμᾶς, πέμψας δήλωσόν

μοι, καὶ αὐτόθι ἐπικαταληψόμεθά σε. γενόμενος δὲ ἐκεῖ αὐθήμερον τὴν


ἀλλοτρίαν σου μορφὴν ἀπελάσας τὴν σὴν τοῖς σοῖς καὶ πᾶσι τοῖς ἄλλοις
ἀπλανῶς φαίνεσθαι ποιήσω. ταῦτα εἰπὼν συνεῖναι αὐτῷ τοὺς υἱούς,
ἀδελ-
φοὺς δὲ ἐμούς, ἐποίησε καὶ Ματτιδίαν τὴν μητέρα ἡμῶν καὶ τῶν γνησιω-
τέρων τινὰς συναπέρχεσθαι ἐκέλευσεν. ἡ δὲ μήτηρ συναπελθεῖν αὐτῷ
ὀκνη-
ρῶς εἶχεν· Μοιχὰς γὰρ εἶναι δοκῶ τῇ Σίμωνος συνοῦσα μορφῇ. εἰ δ' ἄρα
συναπέρχεσθαι αὐτῷ ἀναγκασθήσομαι, ἀδύνατον ἐπὶ τῆς αὐτῆς Κλίνης
συγκατακλιθήσεσθαι. οὐκ οἶδα δέ, εἰ καὶ συναπελθεῖν αὐτῷ πεισθήσομαι.

ὀκνοῦσαν δὲ αὐτὴν ἀπελθεῖν ὁ Ἀννουβίων προέτρεψεν αὐτὴν εἰπών· Πεί-


σθητι ἐμοί τε καὶ Πέτρῳ καὶ αὐτῇ δὲ τῇ φωνῇ ὅτι ⌊Φαῦστός⌋ ἐστιν ὁ σὸς
σύμβιος, ὃν οὐκ ἔλαττόν σου ἀγαπῶ. καὶ αὐτὸς αὐτῷ συμ⌊πορεύσομαι⌋.
ταῦτα τοῦ Ἀννουβίωνος εἰπόντος ἡ μήτηρ συνελθεῖν ὑπέσχετο. ὁ δὲ
Πέτρος ⌊ἔφη· Ἁρμο⌋διώτατα ὁ θεὸς τὰ πράγματα ἡμῶν οἰκονομεῖ.
ἔχομεν γὰρ μεθ' ἡμῶν Ἀννουβίων⌊α τὸν ἀστρολ⌋όγον. οὗτος γὰρ
ἡμῖν ἐπιδημήσασι τῇ Ἀντιοχείᾳ περὶ γενέσεως τοῦ λοιποῦ ὡς φίλος γνη-
σιώτερον διαλεχθήσεται.

Κλήμης Ρωμανός. Pseudo–Clementina (ep. altera auctore Symeone


Metaphrasta) [Sp.] (1271: 011)“Clementinorum epitomae duae, 2nd
475

edn.”, Ed. Dressel, [Link]: Hinrichs, [Link]. 91, γρ. 12

τήν σε τεκοῦσαν ἀποσειόμενος; ἐγὼ δὲ τοῦτο ἀκούσας, περίδακρυς


γενόμενος
καὶ καταπεσούσῃ τῇ τεκούσῃ προσπεσὼν κατεφίλουν. καὶ γὰρ ἅμα τῷ
ῥη-
θῆναί μοι τοῦτο ἀμυδρῶς πως τὸ εἶδος ἀνεκαλούμην. πολλοὶ μὲν οὖν
ὄχλοι
συνέτρεχον ἱστορῆσαι τὸ θαῦμα, καὶ πᾶσιν αὐτοῖς διὰ στόματος ἦν, ὅπως

ἀνὴρ οὕτως ἀξιόλογος τὴν προσαῖτιν γυναῖκα μητέρα ἑαυτοῦ


ἀνεγνώρισεν.
βουλομένοις οὖν ἡμῖν σὺν τῇ μητρὶ τῆς νήσου ἐκβαίνειν ἡ μήτηρ ὦ
τέκνον
μου ποθεινὸν, εἶπεν, εὔλογόν ἐστι συντάξασθαι καὶ τῇ ὑποδεξαμένῃ με
γυναικὶ, ἥτις πενιχρὰ οὖσα καὶ ὅλη παρειμένη ἐπὶ τῆς οἰκίας ἔῤῥιπται. καὶ

Πέτρος ἀκούσας ἐθαύμασεν, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ περιεστῶτες ὄχλοι τὸ
τῆς γυναικὸς ἀγαθὸν φρόνημα, καὶ εὐθέως ἐκέλευσέ τισι πορευθῆναι καὶ
τὴν γυναῖκα ἐπὶ Κλίνης κομίσαι. ἧς ἐνεχθείσης τεθῆναι μὲν ἐπιτάττει τὴν

Κλίνην· αὐτὸς δὲ ὑπὸ ταῖς πάντων ἀκοαῖς εἰ ἀληθείας κήρυξ ἐγὼ, ἔφη,
ἐγερθήτω ἐξαυτῆς ὑγιὴς εἰς τὴν τῶν παρεστώτων πίστιν, ἵνα γνῶσιν, ὅτι
εἷς
ἐστι θεὸς ὁ τὸν κόσμον ποιήσας. ὁ μὲν οὖν ταῦτα εἶπε· καὶ ἡ γυνὴ εὐθὺς
ὑγιὴς ἀναστᾶσα τῆς Κλίνης τῷ Πέτρῳ προσέπεσεν. εἶτα καὶ τὴν συνήθη
καὶ φίλην καταφιλήσασα ἐπυνθάνετο, τί εἴη τοῦτο. ἡ δὲ ὅλον αὐτῇ τὸ

Κλήμης Ρωμανός. Pseudo-Clementina (ep. altera auctore Symeone


Metaphrasta) [Sp.] Se. 91, γρ. 13

καὶ καταπεσούσῃ τῇ τεκούσῃ προσπεσὼν κατεφίλουν. καὶ γὰρ ἅμα τῷ


ῥη-
θῆναί μοι τοῦτο ἀμυδρῶς πως τὸ εἶδος ἀνεκαλούμην. πολλοὶ μὲν οὖν
ὄχλοι
συνέτρεχον ἱστορῆσαι τὸ θαῦμα, καὶ πᾶσιν αὐτοῖς διὰ στόματος ἦν, ὅπως

ἀνὴρ οὕτως ἀξιόλογος τὴν προσαῖτιν γυναῖκα μητέρα ἑαυτοῦ


ἀνεγνώρισεν.
βουλομένοις οὖν ἡμῖν σὺν τῇ μητρὶ τῆς νήσου ἐκβαίνειν ἡ μήτηρ ὦ
τέκνον
μου ποθεινὸν, εἶπεν, εὔλογόν ἐστι συντάξασθαι καὶ τῇ ὑποδεξαμένῃ με
476

γυναικὶ, ἥτις πενιχρὰ οὖσα καὶ ὅλη παρειμένη ἐπὶ τῆς οἰκίας ἔῤῥιπται. καὶ

Πέτρος ἀκούσας ἐθαύμασεν, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ περιεστῶτες ὄχλοι τὸ
τῆς γυναικὸς ἀγαθὸν φρόνημα, καὶ εὐθέως ἐκέλευσέ τισι πορευθῆναι καὶ
τὴν γυναῖκα ἐπὶ Κλίνης κομίσαι. ἧς ἐνεχθείσης τεθῆναι μὲν ἐπιτάττει τὴν

Κλίνην· αὐτὸς δὲ ὑπὸ ταῖς πάντων ἀκοαῖς εἰ ἀληθείας κήρυξ ἐγὼ, ἔφη,
ἐγερθήτω ἐξαυτῆς ὑγιὴς εἰς τὴν τῶν παρεστώτων πίστιν, ἵνα γνῶσιν, ὅτι
εἷς
ἐστι θεὸς ὁ τὸν κόσμον ποιήσας. ὁ μὲν οὖν ταῦτα εἶπε· καὶ ἡ γυνὴ εὐθὺς
ὑγιὴς ἀναστᾶσα τῆς Κλίνης τῷ Πέτρῳ προσέπεσεν. εἶτα καὶ τὴν συνήθη
καὶ φίλην καταφιλήσασα ἐπυνθάνετο, τί εἴη τοῦτο. ἡ δὲ ὅλον αὐτῇ τὸ
πρᾶ-
γμα τοῦ ἀναγνωρισμοῦ διηγήσατο, καὶ οἱ ἀκούσαντες κατεπλάγησαν.
τότε ἡ
μήτηρ τὴν ξενοδόχον ἰαθεῖσαν παραδόξως ἰδοῦσα παρεκάλει καὶ αὐτὴ
θε-
ραπείας τυχεῖν. ὁ Πέτρος δὲ τὴν χεῖρα ἐπιθεὶς καὶ αὐτὴν ἐθεράπευσεν.
 Εἶτα περὶ εὐσεβείας διαλεχθεὶς ἐπὶ τῷ τέλει δὲ καὶ προσθεὶς,
ὡς εἴ τις βούλεται ταῦτα μαθεῖν ἀκριβῶς, εἰς Ἀντιόχειαν ἀφικόμενος,

Eudemus Phil., Fragmenta (1357: 001)“Eudemos von Rhodos”, Ed.


Wehrli, [Link]: Schwabe, 1969; Die Schule des Aristoteles, vol. 8, 2nd
edn..Fragment 50, γρ. 12

18 Diels: καὶ ὅτι τὰ ζῷα καὶ τὰ φυτὰ οὐ καθὸ ζῷα καὶ φυτὰ παρέλαβεν ἐν
τούτοις
ὁ Ἀριστοτέλης ὡς φύσει ὄντα, ἀλλὰ καθὸ καὶ αὐτὰ φυσικά, δηλοῖ καὶ
Εὔδημος ἐν
τῷ πρώτῳ τῶν φυσικῶν τάδε γράφων· «ἐπεὶ δὲ λέγομεν πολλὰ φύσει
εἶναι· καὶ
γὰρ ἵππον καὶ ἄνθρωπον καὶ πᾶν ζῷον καὶ τὰ τούτων μόρια, ἔτι δὲ ἐλαίαν
καὶ πᾶν
φυτὸν καὶ τὰ μόρια αὐτῶν καὶ πόαν καὶ ὅλως τὰ φυόμενα, ἔτι δὲ γῆν καὶ
πῦρ καὶ
πολλὰ τῶν ἀψύχων, τί πᾶσι τούτοις ὑπάρχει; ἡ μὲν γὰρ αἴσθησις ἴδιός
ἐστι τῶν
ζῴων καὶ πολλὰ ἕτερα, ἡ δὲ αὔξησις τῶν ζωτικῶν, κινεῖται δὲ πάντα ὡς
εἰπεῖν, καὶ
γὰρ ξύλον καὶ χαλκὸς καὶ πῦρ καὶ ὅλως πᾶν σῶμα, οὐχ ὁμοίως δὲ πάσας
τὰς κινή-
σεις, οἷον ὁ λίθος καὶ πάντα ὅσα βάρος ἔχει ἄνω μὲν καὶ εἰς τὸ πλάγιον
ὑφ' ἑτέρου,
477

κάτω δὲ ὑφ' ἑαυτοῦ· τὸ δὲ πῦρ κάτω μὲν ὑφ' ἑτέρου, ἄνω δὲ καθ' αὑτό.
καὶ τὸ
μὲν ξύλον καθ' αὑτὸ κινεῖται κάτω, ἡ δὲ Κλίνη ᾗ ξυλίνη, οὐχ ᾗ Κλίνη·
πτερίνη γὰρ
γενομένη οὐκ οἰσθήσεται κάτω.»  
  –  –   –  – Phys. II 2 (p. 193b 22) p. 284, 33 Diels: ἡ δὲ ὕλη καὶ τὸ
εἶδος ἀρχαὶ τῆς κατὰ φύσιν ἀποδιδομένης ἐνεργείας εἰσὶν ὡς
στοιχειώδεις. καὶ
λέγει ὁ Εὔδημος ὅτι ἐπιδέχεται καὶ ταῦτα τὸν λόγον τὸν τῆς φύσεως·
ἀρχὴ γὰρ δοκεῖ κινήσεως εἶναι καὶ ἡ ὕλη καὶ τὸ οὗ ἕνεκα.

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio α sive Recensio vetusta (1386:


001)“Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. vol. 1”, Ed. Kroll, [Link]:
Weidmann, [Link] 1, Ch. 10, se. 3, γρ. 1

ἐκ θεοῦ γεννήσασα παῖδα Φιλίππου πατρὸς ἀναγορεύσῃς αὐτόν· πάντα


γὰρ τὰ περὶ σοῦ δι' ὀνείρων ἐθεασάμην. διὸ ἀνέγκλητος εἶ· πάντα γὰρ
δυνάμενοι οἱ βασιλεῖς πρὸς τοὺς θεοὺς οὐδὲν δυνάμεθα.’ Οὕτως ἐπειπὼν
εὔθυμον τὴν Ὀλυμπιάδα ἀπεκατέστησεν.
 Ἐν τοσούτῳ δὲ ἐν τοῖς βασιλείοις κρύφα διάγων ὁ Νεκτανεβὼς
ἤκουσε Φιλίππου λέγοντος τῇ Ὀλυμπιάδι· ‘Ἐπλάνησάς με γύναι· οὐ γὰρ
ἐκ θεοῦ σύλληψιν ἔχεις, ἀλλ' ὑπὸ ἀνθρωπίνης φύσεως.’ Ποτὲ δὲ εὐωχου-
μένων αὐτῶν ἀλλάξας ἑαυτὸν διὰ τῆς μαγείας εἰς δράκοντα πολὺ μείζονα

τοῦ πρώτου ἦλθε διὰ μέσου τοῦ τρικλίνου καὶ ἐσύριζεν ἐξακουστὸν καὶ
φοβερὸν σύρισμα, ὥστε φόβον τινὰ καὶ ταραχὴν τοῖς κατακειμένοις
ἐμβάλλεσθαι. ἡ δὲ τὸν ἴδιον ἐραστὴν ἰδοῦσα Ὀλυμπιὰς ἀνακαθίσασα τῆς
Κλίνης προέτεινε τὴν δεξιάν· ὁ δὲ ἐξεγείρας ἑαυτὸν ἐπέθηκεν ἑαυτοῦ τὸ
γένειον εἰς τὴν χεῖρα, τὸ δὲ ὅλον σῶμα πρὸς τὸν κόλπον ... προβαλὼν τὴν

δίχηλον γλῶτταν κατεφίλησεν αὐτήν, τεκμήριον στοργῆς καὶ φιλίας πρὸς


τοὺς θεωμένους καὶ αὐτὸν τὸν Φίλιππον ἐπιδεικνύμενος· καὶ ταῦτα
πράξας  
πρὸς ἔνδειξιν ἀφανὴς ἐγένετο. τοῦτο ὁ Φίλιππος θεασάμενός φησι·
’Τοῦτον τὸν δράκοντα εἶδον, ὅτε τὸν πόλεμον πρὸς τοὺς ἀντιδίκους
συνέκρουον, συρμῷ τὸ πλῆθος αὐτῶν ἀναποδίζειν ποιοῦντα.’ Ἐμακάριζε
μὲν οὖν ἐπὶ τούτῳ λοιπὸν ἑαυτὸν ὁ Φίλιππος, θεοῦ σπορᾶς μέλλων κα-
λεῖσθαι πατήρ.
 Μετ' ὀλίγας δὲ παντελῶς ἡμέρας ἔν τινι συμφύτῳ τόπῳ τῶν

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio α sive Recensio vetusta


478

Book 1, Ch. 46a, se. 2, γρ. 2

ἀνθρωπίνῳ κατεβράχη τὰ πρωτοπαγῆ Κάδμεια θεμέλια καὶ πολλῶν


Θηβαίων
σώματα στεινὸς ἐπετήρει χῶρος, ἔχαιρέ τε Κιθαιρὼν ἐπὶ θρήνοις οἰκείοις
καὶ πόνοις ἐπιτερπόμενος· κατέπιπτε γὰρ οἰκία πᾶσα καὶ πυρὶ
κατεφλέγετο
πᾶσα Θηβαίων πόλις. χεὶρ δὲ Μακεδονικὴ οὐκ ἔκαμε τὸν πολυσφαγῆ
σίδηρον αἱματώσασα· ἀβοήθητοι δὲ Θηβαῖοι φρενοβλαβεῖς ὑπὸ
Ἀλέξάνδρου
διώλοντο.
 καὶ τότε Ἰσμηνίας τις Θηβαῖος, τῆς αὐλομελῳδίας ἐμπειρος ἄνθρωπος
καὶ σοφὸς τῇ γνώμῃ τυγχάνων, ὁρῶν τὰς Θήβας καταρριφείσας καὶ κατα-
σκαπτομένας καὶ πᾶσαν ἡλικίαν ἀναιρουμένην, στενάξας ὑπὲρ τῆς
πατρίδος
διὰ τῆς τῶν αὐλῶν ἐμπειρίας ἀριστεύειν ἄρχεται. ἐνενοήθη γὰρ τοὺς
αὐλοὺς βαστάξας παρὰ τοὺς πόδας τοῦ βασιλέως γονυκλινὴς γενέσθαι.
καὶ
οἰκτρὸν καὶ καταδεὲς καὶ ἐλεημονικὸν μέλος ἀναμέλψαι, ὅπως διὰ τῆς
τῶν αὐλῶν δεήσεως καὶ διὰ τῆς τοιαύτης μελῳδίας καὶ μουσικοῖς θρήνοις

μελῳδῶν δυνηθείη εἰς ἔλεος καταγαγεῖν τὸν Ἀλέξανδρον. ἔκρινεν δὲ


πρῶτον  
δεητικοὺς τῷ δυνάστῃ προσενέγκασθαι λόγους, καὶ τὴν χεῖρα προτείνας
μετὰ πολλῶν δακρύων ἄρχεται λέγειν οὕτως·
 Ἀλέξανδρε, νῦν πείρᾳ μαθόντες τὸ σὸν ἰσόθεον κράτος σεβόμεθα·
ἐπίσχες τὰς ἀνικήτους χεῖρας ἀπὸ Θηβαίων ἐπιδοξότατοι θεοὶ καὶ
προγονικῆς μίξεως ἀρχέγονον βλάστημα. Διός τε καὶ Σεμέλης
πυριλοχευτὸς
Διόνυσος ἐν Θήβαις ἐτέχθη,

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio α sive Recensio vetusta


Book 2, Ch. 14, se. 11, γρ. 7

οῦσθαι – καὶ γὰρ αὐτὸς Ἀλέξανδρος .....’ .... τῆς δεξιᾶς χειρὸς εἰσήνεγκεν

ἔνδον τῶν βασιλείων· ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ἔσχεν ἐν καρδίᾳ τὸ σημεῖον ὡς  


ἤδη κρατήσει τὸν τύραννον νικῶν. ὁ δὲ εἰσελθὼν εἰς τὰ μέλαθρα Δαρείου

καὶ ἐπὶ τὸ δεῖπνον εὐθέως ἐκηρύχθη.


 Πρῶτος δὲ ἀνακλιντὴρ ἦν ὁ Δαρείου· δεύτερος δὲ ἀδελφὸς ἦν Ὀξυάθρης
479

Δαρείου· τρίτος δὲ Ὦχος σατράπης Ὀξυδράκων [Δαρείου]· εἶτα πάλιν


Ἀδουλίτης ὁ ἐπὶ Σούσης καὶ Φραόρτης· μετ' αὐτὸν Μιθριδάτης ἕκτος
κατεκλίθη καὶ Τιριδάτης ὁ τοξοτῶν πρῶτος, ἔτι τε Κανδαύλης ὁ
νυκτίχροος
ἔκειτοΜένωπος, εἶτ' ἀνέκειτο Αἰθιόπων ἄναξ καὶ Πολυάρης ἔγγιστα
ἡγεμὼν
μέγας·Ὀρνίφατος Ὁδιώνης Καρτερόφωτος Σοβαρίτης Δελεάλκιδες . τοῖς
δὲ ἀντικρὺς αὐτὸς μόνος ἀνέκειτο ἐπὶ μιᾶς Κλίνης ὁ πάντα ἄριστος [ὁ]
Μακεδών.
 Καὶ οἱ μὲν Πέρσαι ἀπεθαύμαζον τὴν τοῦ σώματος σμικρότητα, ἀλλ'
ἠγνόουν, ὅτι ἐν μικρῷ ἀγγείῳ ἔκχυμα τύχης οὐρανίου ἐστίν. οἱ μὲν οὖν
πινεγχύται πυκνότερον ἐν τοῖς σκύφοις διηκόνουν· μεσάσαντος δὲ τοῦ
πότου
ἐπινοεῖ τι ὁ Ἀλέξανδρος. οὓς γὰρ ἐλάμβανε σκύφους ἔσωθεν ἔκρυβεν· οἱ
δὲ πινεγχύται βλέποντες ἐνεφάνιζον Δαρείῳ. ὁ δὲ Δαρεῖος ἐπαναστὰς τοῦ

κλιντῆρος εἶπεν· ‘Ὦ γενναῖε, πρὸς τί ταῦτα ἐγκολπίζεις;’ καὶ ὁ


Ἀλέξανδρος εἶπεν· ‘

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio α sive Recensio vetusta


Book 2, Ch. 21, se. 2, γρ. 1

  καὶ τὴν γυναῖκα ὡς σύναιμον οἴκτειρον.


  καὶ τὴν θυγατέρα Ῥωξάνην δίδωμί σοι,
  ἵν' εἴ τι καὶ ἐν φθιτοῖσι λείπεται γνώμης,
  οἱ δύο γονῆες ἐπὶ τέκνοισι καυχῶνται,
  σοὶ μὲν Φίλιππος, Ῥωξάνῃ δὲ Δαρεῖος.
 τοσαῦτα λέξας ὁ βασιλεὺς Δαρεῖος ἔλειψε τὸ πνεῦμα ἐν χερσὶν
Ἀλεξάνδρου.
 Ὁ δὲ Ἀλέξανδρος τὸ τούτου σῶμα βασιλικῶς θάψαι καὶ ἐγχωρίως ἐκ-
έλευσε καὶ τοὺς πρώτους Μακεδόνας καὶ Πέρσας ἐνόπλους προάγειν
αὐτοῦ·
αὐτὸς δὲ ὑποθεὶς τὸν ὦμον μετὰ τῶν Περσῶν ἐβάσταξε τὴν τοῦ Δαρείου
Κλίνην. οἱ δὲ Πέρσαι οὐ τοσοῦτον ἐδάκρυον τὸν Δαρεῖον, ὅσον
συνεπάθουν
καὶ ὑπερηγάπων τὸν Ἀλέξανδρον. καὶ ὁ μὲν Ἀλέξανδρος ἀποθέμενος
αὐτὸν
εἰς τάφον βασιλικὸν καὶ βουθυτήσας ἀγῶνά τε ἐπιτάφιον ἄξας νόμον τε
καὶ πρόσταγμα ἔθετο Πέρσαις τοιοῦτον·
 ’Βασιλεὺς Ἀλέξανδρος ἐκ βασιλέως θεοῦ Ἄμμωνος καὶ Ὀλυμπιάδος
βασιλίδος τοῖς κατὰ τὴν Περσίδα πᾶσαν ἔν τε χώραις καὶ πόλεσι λέγει.
480

εὐκταῖον μὲν ἦν τοσαύτας μυριάδας μὴ κακῶς ἀπολέσθαι· εἰ δὲ ὁ δαίμων


ἠθέλησέ με κατὰ Περσῶν νικηφόρον ... καὶγὰρ θεοῖς πᾶσιν. γινώσκετε
οὖν με καθεστακέναι σατράπας εἰς ὑμᾶς, οἷς χρὴ ὑπηκόους εἶναι ὡς ἐπὶ
Δαρείου, ἵνα μηδὲ εἰδῆτε ἕτερον βασιλέα εἰ μὴ Ἀλέξανδρον νεώτερον.
προσχρήσασθαι δὲ τοῖς ἰδίοις νόμοις ὑμᾶς οὐ κωλύω ταῖς τε ἑορταῖς καὶ

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio α sive Recensio vetusta


Book 3, Ch. 32, se. 5, γρ. 6

τελευτήσῃ Ἀλέξανδρος, ἀπαλλαγῆναι πάντως. τὸν δὲ ἄνδρα τῆς τροφοῦ


ἀπέστειλεν ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ θάλατταν πρὸς τὸν πατέρα, διὰ σημείων
γράψας ὡς ἐχούσης τῆς πράξεως τέλος.
 Ὁ δὲ Ἀλέξανδρος νυκτὸς γεναμένης πάντας ἐκέλευσεν ἐκ τοῦ οἴκου
μετελθεῖν καὶ τὰ παιδισκάρια ἅμα τὰ ἄνηβα τὰ παρεστηκότα, ἐν οἷς καὶ
Καμβοβάφην καὶ Ῥωξάνην τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐξέπεμψεν. ἦν δὲ ἐκ τοῦ
οἴκου θύρα τις φέρουσα ἐπὶ τὸν ποταμὸν τὸν καλούμενον Εὐφράτην, ὃς
διὰ μέσης τῆς Βαβυλῶνος διαρρεῖ. ταύτην ἐκέλευσεν ἀνοῖξαι καὶ μηδένα
προσεδρεύειν παρ' αὐτῇ, ὃν τρόπον εἰώθεισαν φυλάττειν.
ἀναχωρησάντων
δὲ πάντων καὶ τῆς ὥρας μεσονυκτίου γενομένης ἐξαναστὰς ὁ
Ἀλέξανδρος
ἐκ τῆς Κλίνης ἀπέσβεσε τὸν λύχνον καὶ τῆς θύρας ἐξελθὼν τετραποδιστὶ
ἐπορεύετο πρὸς τὸν ποταμὸν [γενόμενος]. προσελθὼν δὲ πλησίον περιε-
βλέψατο καὶ εἶδε τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα Ῥωξάνην προστρέχουσαν αὐτῷ, ἣ
ὑπονοήσασα ἐν τῇ μεταστάσει τῇ αὑτῆς καὶ πάντων, ὡς διενοεῖτο
ἐγχειρεῖν τι ἄξιον τῆς ἑαυτοῦ τόλμης, ἐπηκολούθει τῇ κρυφαίᾳ ἐξόδῳ
αὐτοῦ
ἐν τῷ σκότῳ καὶ τῷ στεναγμῷ τοῦ Ἀλεξάνδρου, σπανίως μὲν
ἀναφωνοῦντος,
ὁδηγοῦντος δὲ τῷ στεναγμῷ τὴν Ῥωξάνην τὴν [δὲ] ἐπακολουθήσασαν.
ὡς δὲ ἡσύχασεν, ἥδε αὐτὸν περιλαβοῦσα εἶπεν .... ὦ Ῥωξάνη, μικρὰ
εἴη σεαυτὴν χάρις τὴν ἐμὴν δόξαν ἀφαιρεῖσθαι· πλὴν ὅπως ταῦτα  
μηδεὶς ἀκούσῃ.’ Πάλιν δὲ ὑπ' αὐτῆς κατεχόμενος λάθρᾳ ἀπῆλθεν εἰς
τὸν οἶκον.

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio α sive Recensio vetusta


Book 3, Ch. 32, se. 13, γρ. 2

δίκκαν διάδοχον εἶναι τῶν πραγμάτων διὰ τὸ πολὺ πρότερον παρ' Ἀλεξ-
481

άνδρῳ πάντων κατὰ ἀνδρείαν καὶ φρόνησιν ἡγῆσθαι, ὁρκίζει αὐτὸν τὸν
αὐτὸν ὅρκον ἐν μέρει.
 Ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ἐκείνην τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἐπιγιγνομένην νύκτα
γενόμενος πρὸς τὸ γράφειν ἐκέλευσε πρὸς αὑτὸν καλεῖν τὸν Περδίκκαν
καὶ
Ὀλκίαν καὶ Πτολεμαῖον καὶ Λυσίμαχον. οὗτοι μὲν εἰσῆλθον, καὶ
ἐξαίφνης
ἐκ τῶν Μακεδόνων πάντων ἐγένετο βοὴ καὶ συνδρομὴ πρὸς τὴν αὐλὴν
Ἀλεξάνδρου, φαμένων ἀνελεῖν τοὺς σωματοφύλακας, εἰ μὴ δείξωσιν
αὐτοῖς
τὸν βασιλέα. τοῦ δὲ Ἀλεξάνδρου πυθομένου, τίς ὁ θόρυβος, προσελθὼν
ὁ Περδίκκας ἐδίδαξεν αὐτὸν τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν Μακεδόνων.
προσέταξεν
οὖν τὴν Κλίνην ἀναρθῆναι εἰς ἕνα τόπον τοιοῦτον, ὥστε τὴν δύναμιν
παραπορευομένην ὁρᾶν, εἰσάγειν δὲ αὐτοὺςκαὶ στρατηγίας μονοχίτωνας  

καὶ δι' ἑτέρας θύρας ἐξαγαγεῖν, ὅπως μή τι οὖν νεωτερίσωσιν. παραγγεί-


λαντος δὲ τοῦ Περδίκκα τοῖς Μακεδόσι τὰ προσταχθέντα ὑπὸ τοῦ
βασιλέως
εἰσεπορεύοντο οἱ Μακεδόνες, διεξιόντες καὶ παραθαρσύνοντες αὐτόν,
καὶ οὐκ
ἦν ὃς οὐκ ἐδάκρυεν ἐπὶ τῷ γεγονότι συμπτώματι περὶ τὸν τηλικοῦτον
βασιλέα.
Πευκόλαος δέ τις ἐξ αὐτῶν, ἀνὴρ τῷ μὲν εἴδει οὐκ ἀπρεπής, ἰδιώτης δὲ
καὶ οὐδεμιᾶς τάξεως ὑφηγούμενος, πλησίον στὰς τοῦ Ἀλεξάνδρου εἶπεν·
’Ἐπ' ἀγαθῷ μὲν [σου] Ἀλέξανδρε Φίλιππος τῆς Μακεδονίας ἦρξεν, ἐπ'
ἀγαθῷ δὲ καὶ σύ.’ Μεταλαβὼν τὴν φωνὴν Μακεδονιστὶ εἶπεν δακρύων·
’Σὺ ἡμᾶς ἐὰν ἀπολείψῃς, ἀπόλωλε Μακεδονία· σοῦ τελευτῶντος καλόν

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio γ (lib. 3) Se. 28, γρ. 39

περικεκαλυμμένος· τὸ δὲ σθένος καὶ τὴν ὁλκὴν τοῦ σώματος


αὐτοῦ ἐβλέπομεν. ἦν δὲ ἐν μέσῳ τοῦ ἱεροῦ ἅλυσις χρυσῆ
ὡσεὶ λιτρῶν ἑκατὸν στατήρων καὶ στέφανος χρυσοῦς κρεμά-
μενος διαυγής· ἀντὶ δὲ πυρὸς ἦν λίθος τίμιος φῶς ἐμφαίνων
ἐν ὅλῳ τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. ἦν δὲ καὶ ὀρτυγοτροφεῖον χρυσοῦν
κρεμάμενον ἐκ τῆς ὀροφῆς, ἐν ᾧ ἦν ὄρνεον θηλυκὸν περι-
στερά, καὶ ὥσπερ ἀνθρωπίνῃ φωνῇ ἐβόησέ μοι καί φησιν·
“Ἀλέξανδρε, παῦσαι λοιπὸν θεῷ ἀντιτασσόμενος, καὶ
ὑπόστρεφε εἰς τὰ ἴδια μέλαθρα καὶ μὴ προπετεύου ἀναβαίνειν
εἰς οὐρανίους ὁδούς.” βουλομένου δέ μου καθελεῖν αὐτὴν
καὶ τὴν κρεμαμένην κανδήλαν, εἴδομεν τὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης
482

κείμενον ὡς δοκεῖν αὐτὸν ἀναστῆναι. ἔφησαν δὲ οἱ φίλοι


μου· “παῦσαι, βασιλεῦ· ἱερὸν γάρ ἐστιν.” ἐξελθὼν δὲ
εἰς τὸν περίβολον εἶδον ἐκεῖ κειμένους κρατῆρας χρυσοτορ-
νεύτους δύο χωροῦντας ἀνὰ μετρητὰς ἑξήκοντα, οὓς καὶ
ἐξεμετρήσαμεν ἐν τῷ δείπνῳ. ἐκέλευσα δὲ παρεμβολὴν ἐκεῖ  
γενέσθαι καὶ εὐωχηθῆναι. ἦν δὲ ἐκεῖ ποτήρια ἐπίσημα πάσης
εὐπρεπείας ἄξια ἐκ λίθων τετορνευμένα. ἐν δὲ τῷ κατακλι-
θῆναι ἡμᾶς τε καὶ τὰ στρατεύματα πρὸς εὐωχίαν ἐπὶ δεῖπνον
ἐξαίφνης ὥσπερ βροντὴ βίαια αὐλῶν καὶ κυμβάλων πλῆθος
καὶ συρίγγων καὶ σαλπίγγων καὶ τυμπάνων καὶ κιθάρας

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio ε Ch. 44, se. 5, γρ. 8

συνείη καὶ τοῦδε τοῦ φωτὸς ἀπολάβοι ὁ ἄθλιος;  – λοιπὸν ἄφνω  


Μακεδόνας ἔλαβε θρῆνος, μέλος, καὶ οὐαί. ἐν τούτοις πᾶσιν ἡ
νὺξ ἐτελέσθη.
 Τῇ ἐπιούσῃ δὲ Ἀλέξανδρος ἐπὶ τὸ χεῖρον προέκοπτε.
καὶ ἀναστὰς τῆς Κλίνης ἔρχεται ἐπὶ τὸν ἐπὶ ποταμὸν ἱδρυμένον
ἡλιακὸν, καὶ βουλὴ αὐτῷ ἦν κάτωθεν ἀκοντίσαι. Ῥωξάνη δὲ
ἡ τούτου γυνὴ τούτου παρακαθεζομένη τοῦ ποιῆσαι ἐκώλυσεν.
ὡς καὶ κατασχοῦσα σὺν τῇ μητρὶ ἐν τῇ κλίνῃ ἀνέκλινεν, καὶ
δὴ τοῦ πλήθους ἐπισυναγέντος καὶ θρήνοις ἐπικοπτομένου, ὁ
Βουκέφαλος ἵππος δρομαῖος μέσον εἰσῆλθε πάντων. καὶ τῇ
Κλίνη ἐπιστὰς ἤρξατο τοῖς δάκρυσιν καταλούειν {τὴν Κλίνην}.
κοπετὸς δὲ γέγονε μέγας Περσῶν ὁμοῦ καὶ Μακεδόνων ἐπὶ τῇ
τοῦ ἵππου δακρύσει.
      

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio λ (lib. 3) (1386: 007)


“Die Rezension λ des Pseudo–Kallisthenes”, Ed. van Thiel, H.
Bonn: Habelt, 1959.Σελ. 37, γρ. 6

τον αὐτῷ τὸ ὁμοίωμα, ὡς ἐκεῖνο αὐτὸν εἶναι Ἀλέξανδρον θρή-


  νους ἐπίδειξιν ἔχοντα. θάψαντες δὲ αὐτὸν διῆλθεν
   ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν χώραν, καθὼς διετάξατο
        τοῖς πᾶσιν ἔτι ζῶν
        ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.  
Τούτου δὲ γενομένου ὑπέστρεψεν Ἀλέξανδρος καὶ ἤρξατο τῆς
ὁδοῦ τῆς φερούσης εἰς τὴν Πρασιακὴν πόλιν, ἥτις δοκεῖ
εἶναι μητρόπολις τῆς Ἰνδικῆς χώρας. φθάσαντες οὖν ἐν
τῇ χώρᾳ εὗρον ἐκεῖ παλάτιον τερπνότατον· καὶ εἰσῆλθεν ὁ
Ἀλέξανδρος μετὰ καὶ ἑτέρων τριῶν ἀρχόντων. εἶδεν οὖν ἐκεῖ
483

ἄνθρωπον κείμενον ἐν κλίνῃ χρυσῇ, καὶ ταύτην κεκοσμημένην


σινδόσι χρυσοϋφάντοις. ἦν δὲ τὸ μὲν σῶμα αὐτοῦ μέγιστον
πάνυ καὶ ὡραῖον σφόδρα, τὸν δὲ πώγωνα καὶ τὴν τρίχαν ἔχων
λευκήν, ἐπεριβέβλητο δὲ στολὴν λευκὴν βαμβίκινον. τοῦτον
ἰδὼν Ἀλέξανδρος προσεκύνησεν αὐτόν· ὁμοίως καὶ ὁ γέρων
ἀντησπάσατο αὐτόν.

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio Byzantina poetica (cod.


Marcianus 408) Line 340

Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ἔφησε ταύτῃ «χαίροις.»


Εἶτα φησὶ, «βασίλισσα, τί μοι προσαπαγγέλλεις;»
Ἡ δέ, «προφῆτα,» προσφωνεῖ, «θεὸς ὃν σὺ προέφης,
ἦλθε καὶ συνεμίγη μοι μεθ' ἡδονῆς τῆς πλείστης·
ποίησον οὖν τοῖς ἔμπροσθεν αὐτὸν συνέρχεσθαί μοι.»
Ἔφησεν ὁ Νεκτεναβώ, «ἐγὼ Θεοῦ προφήτης,
ὦ βασιλίς, ἀπέσταλμαι· ἐπεὶ δὲ βούλῃ τοῦτον
ὁρᾶν καὶ σοὶ συμμίγνυσθαι, παράσχου μοι τὸν τόπον
τὸν τῆς σῆς Κλίνης ἔγγιστα μονώτατον τυγχάνειν·
ἐγὼ δ' αὐτὸς καθαρισμὸν ποιῶν τῷ σῷ κοιτῶνι,
ἀνεμποδίστως ὁ Θεὸς ἔρχεται πρὸς σὴν Κλίνην,
αὐτὴν σὴν θέλησιν πληρῶν καὶ σὴν ἐπιθυμίαν.»
Ἡ δὲ προσέφησεν αὐτῷ τῷ πλάνῳ πλανηθεῖσα,
»ποίει, προφῆτα, τὸ δοκοῦν σοι καὶ τὸ βουλητέον,
λάβε τὰς κλεῖς κοιτῶνός μου, μεῖνον αὐτὸς ἐγγύς μου.
Ὁ δὲ λαβὼν καὶ μαγικῇ τέχνῃ κατασκευάζων,
ὥστε λανθάνειν τὴν αὐτὴν τὰς τούτου κακουργίας,
καὶ τίς ὁ συμμιγνύμενος αὐτῇ τὸ καθ' ἑσπέραν,  
εἰσήρχετο πλανῶν αὐτήν, φέρων Ἄμμωνος σχῆμα,
καὶ ταύτῃ κατεμίγετο πλείστῃ τῇ γοητείᾳ.
Ὀλυμπιὰς δ' ἐνόμιζεν, καθὼς ὁ πλάνος ἔφη,

Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ. Recensio Byzantina poetica (cod.


Marcianus 408) Line 962

Καὶ ἦν ἰδεῖν μάχην ἐκεῖ Λαπίθων καὶ Κενταύρων


ἐγγινομένην γάμοις τε τοῖς ἐπὶ Πειριθόου.
Οἱ μὲν γὰρ ἔφευγον ταχὺ κλιτῆρα προσαφέντες,
τραπέζας πάλιν δ' ἕτεροι καθήρπασαν ὡς ὅπλα,
ἄλλοι δ' εἰς τόπους σκοτεινοὺς τῷ φόβῳ προσεχώρουν,
484

ὥστε κ' αὐτὸν προσθεωρεῖν μέγιστον Ὀδυσσέα


τὸν δυνατῶς φονεύσαντα μνηστῆρας Πηνελόπης.
Τὴν ἀδελφὴν Λυσίου δέ, νύμφην τὴν Κλεοπάτραν
φυγάδ' ἀπεκατέστησεν ἀτίμως πολλῷ τάχει.
Τὸν δὲ πατέρα Φίλιππον λαβόντες δορυφόροι
πρός τε τὴν Κλίνην τὴν αὑτοῦ κατακλίνουσι τοῦτον,
κακῶς ἐσχάτως πνέοντα τῇ τῶν σκελῶν συνθλάσει.
Εἰσάγει δ' οὖν Ἀλέξανδρος ἐν βασιλείοις δόμοις
Ὀλυμπιάδα τὴν αὑτοῦ μητέρα τιμῇ πλείστῃ,
αὐτῆς τῶν γάμων ἔκδικος οὗτος γεγενημένος.
 Μετά τινας ἡμέρας δὲ πάλιν πρὸς τὸν πατέρα
ἐπανελθὼν Ἀλέξανδρος, καθίσας προσεφώνει,
»οὔπω πατέρα σε καλῶ, Φίλιππε μᾶλλον, χαίροις·
καὶ γὰρ οὐ βούλει σὺ πατὴρ ἐμὸς περικεκλῆσθαι·
ἦλθον λοιπὸν οὐχ ὡς υἱός, ἀλλ' ὡς μεσίτης πάντων
τῶν γενομένων παρὰ σοῦ κακίστως καὶ πραχθέντων

Ηγήσανδρος ιστορικός. Fragmenta (1392: 001)“FHG 4”, Ed. Müller,


K.
Paris: Didot, 1841–[Link] 5, γρ. 21

βουληθῇς, ἀπολλύναι, ἐγὼ δὲ τοὺς νοσοῦντας σώζειν,


καὶ τοὺς εὐρώστους ἀνόσους, οἳ ἂν ἐμοὶ πείθωνται, πα-
ρέχειν μέχρι γήρως ζῶντας. Τοιγαροῦν σὲ μὲν Μακε-
δόνες δορυφοροῦσιν, ἐμὲ δὲ καὶ οἱ μέλλοντες ἔσεσθαι (?).
Ζεὺς γὰρ ἐγὼ αὐτοῖς βίον παρέχω.» Πρὸς ὃν ὡς με-
λαγχολῶντα ἐπέστελλεν ὁ Φίλιππος· «Φίλιππος Με-
νεκράτει ὑγιαίνειν.» Παραπλησίως δ' ἐπέστελλε καὶ
Ἀρχιδάμῳ, τῷ Λακεδαιμονίων βασιλεῖ, καὶ τοῖς ἄλλοις
ὅσοις ἔγραφεν, οὐκ ἀπεχόμενος τοῦ Διός. Καλέσας
δ' αὐτόν ποτε ἐπὶ δεῖπνον ὁ Φίλιππος μετὰ τῶν ἰδίων
θεῶν, συγκατέκλινε πάντας ἐπὶ τῆς μέσης Κλίνης, ὑψη-
λότατα καὶ ἱεροπρεπέστατα κεκοσμημένης, καὶ τρά-
πεζαν παραθεὶς, ἐφ' ἧς βωμὸς ἔκειτο καὶ τῶν ἀπὸ γῆς
πάντων ἀπαρχαί. Καὶ ὁπότε τοῖς ἄλλοις παρεφέρετο τὰ
ἐδώδιμα, τοῖς ἀμφὶ Μενεκράτην ἐθυμίων καὶ ἔσπενδον
οἱ παῖδες. Καὶ τέλος ὁ καινὸς Ζεὺς, μετὰ τῶν ὑπηκόων
γελώμενος θέων, ἔφυγεν ἐκ τοῦ συμποσίου, ὡς Ἡγή-
σανδρος ἱστορεῖ.
 Idem VI: Περὶ δὲ Νικησίου τοῦ Ἀλε-
ξάνδρου κόλακος Ἡγήσανδρος τάδε
ἱστορεῖ· «Ἀλεξάνδρου δάκνεσθαι φήσαντος ὑπὸ μυιῶν
485

Ηγήσανδρος ιστορικός. Fragmenta Fragment 28, γρ. 5

βίου (Sophocles), ὥς φησιν Ἡγήσανδρος, Ἀρχίππην


ἠγάπησε τὴν ἑταίραν, καὶ τοῦ βίου κληρονόμον κατέλι-
πεν. Ὅτε δὲ γηραιῷ ὄντι τῷ Σοφοκλεῖ συνῆν ἡ Ἀρ-
χίππη, ὁ πρότερος αὐτῆς ἐραστὴς Σμικρίνης, ἐρωτώ-  
μενος ὑπό τινος, τί πράττει Ἀρχίππη, χαριέντως ἔφη·
»Ὥσπερ αἱ γλαῦκες ἐπὶ τάφων κάθηται.»
 Idem XIII: Μετάνειρα δὲ ἡ ἑταίρα,
Δημοκλέους τοῦ παρασίτου, Λαγυνίωνος ἐπίκλην, κα-
ταπεσόντος ἔν τινι κονιάματι, «Καὶ γὰρ σὺ, φησὶ,
σαυτὸν ἔδωκας, οὗ ψῆφοι εἰσίν.» Διαπηδῶντος δ' αὐτοῦ
ἐπὶ τὴν πλησίον Κλίνην, «Πρόσεχε, φησὶ, μὴ ἀνατρα-
πῇς.» Τοῦτο ἱστορεῖ Ἡγήσανδρος.
 Idem III: Ὅτι δ' ἔθος τῷ ἐπίπλῳ περι-
καλύπτεσθαι τὰ ἡπάτια, Ἡγήσανδρος ὁ Δελφὸς ἐν
Ὑπομνήμασί φησι Μετάνειραν τὴν ἑταίραν, ὡς ἐν τοῖς
κεκαλυμμένοις ἡπατίοις αὐτὴ πνευμόνιον ἔλαβε, καὶ ὡς
περιελοῦσα τὸ στέαρ εἶδεν, ἀνέκραγεν·
 Ἀπόλωλα, πέπλων μ' ὤλεσαν περιπτυχαί.
 Hesychius: Ἀποφάρσις, ἡ ἑταίρα, ὡς Ἡγήσαν-δρος.

Heraclides Hist., Fragmenta (1406: 003)“FHG 2”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link] t1-9, γρ. 22

πνοι. Καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκείνους ὁρᾷ διὰ τοῦ παρακαλύμ-


ματος τοῦ ἐπὶ τῇ θύρᾳ· ἐκεῖνοι δ' αὐτὸν οὐχ ὁρῶσιν. Ἐνί-
οτε μέντοι, ἐπειδὰν ἑορτὴ ᾖ, ἐν ἑνὶ οἰκήματι ἅπαντες
δειπνοῦσιν, ἐν ᾧ καὶ ὁ βασιλεὺς, ἐν τῷ μεγάλῳ οἴκῳ.
Ὅταν δὲ ὁ βασιλεὺς πότον ποιῆται, (ποιεῖ δὲ πολλάκις,)
συμπόται αὐτῷ εἰσιν ὡς μάλιστα δώδεκα. Καὶ ὅταν
δειπνήσωσιν ὅ τε βασιλεὺς αὐτὸς καθ' αὑτὸν καὶ οἱ σύν-
δειπνοι, καλεῖ τοὺς συμπότας τούτους τις τῶν εὐνούχων.
Καὶ ὅταν εἰσέλθωσι, συμπίνουσι μετ' αὐτοῦ, οὐ τὸν
αὐτὸν οἶνον κἀκεῖνοι· καὶ οἱ μὲν χαμαὶ καθήμενοι,
ὁ δ' ἐπὶ Κλίνης χρυσόποδος κατακείμενος· καὶ ὑπερμεθυ-
σθέντες ἀπέρχονται. Τὰ δὲ πλεῖστα ὁ βασιλεὺς μόνος
486

ἀριστᾷ καὶ δειπνεῖ. Ἐνίοτε δὲ καὶ ἡ γυνὴ αὐτῷ συν-


δειπνεῖ, καὶ τῶν υἱῶν ἔνιοι. Καὶ παρὰ τὸ δεῖπνον ᾄδουσί
τε καὶ ψάλλουσιν αἱ παλλακαὶ αὐτῷ· καὶ μία μὲν ἐξάρ-
χει, αἱ δ' ἄλλαι ἀθρόως ᾄδουσι. Τὸ δὲ δεῖπνον, φησὶ,
τοῦ βασιλέως καλούμενον ἀκούσαντι μὲν δόξει μεγαλο-
πρεπὲς εἶναι, ἐξεταζόμενον δὲ φανεῖται οἰκονομικῶς καὶ
ἀκριβῶς συντεταγμένον, καὶ τοῖς ἄλλοις Πέρσαις τοῖς
ἐν δυναστείᾳ οὖσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.

Heraclitus Phil., Allegoriae (= Quaestiones Homericae) (1414: 001)


“Héraclite. Allégories d'Homère”, Ed. Buffière, F.
Paris: Les Belles Lettres, [Link]. 5, se. 15, γρ. 2

ποιηταῖς καὶ συγγραφεῦσιν ἠλληγορημένων· ἀπόχρη


δ' ὀλίγαις εἰκόσι τὴν ὅλην τοῦ πράγματος τεκμη-
ριώσασθαι φύσιν.
         Ἀλλ' οὐδ' αὐτὸς Ὅμηρος ἀμφιβόλοις
ἔσθ' ὅτε καὶ ζητουμέναις ἔτι ταῖς ἀλληγορίαις εὑρίσκεται
χρώμενος·
         ἐναργῆ τὸν τρόπον ἡμῖν τῆς ἑρμηνείας
παραδέδωκε τοῦτον, ἐν οἷς Ὀδυσσεὺς τὰ πολέμου καὶ
μάχης κακὰ διεξιὼν φησίν·
  Ἧς τε πλείστην μὲν καλάμην χθονὶ χαλκὸς ἔχευεν,
  ἀμητὸς δ' ὀλίγιστος, ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα
  Ζεύς.
Τὸ μὲν γὰρ λεγόμενόν ἐστι γεωργία, τὸ δὲ νοούμενον
μάχη· πλὴν ὅμως δι' ἐναντίων ἀλλήλοις πραγμάτων
τὸ δηλούμενον ἐπείπομεν.
 Ὁπότ' οὖν συνήθης μὲν ἅπασι τοῖς ἄλλοις ὁ τῆς
ἀλληγορίας τρόπος, ἠγνόηται δὲ οὐδὲ παρ' Ὁμήρῳ, τί
παθόντες, ὅσα φαύλως ἔχειν δοκεῖ περὶ θεῶν, οὐ διὰ
τοιαύτης ἀπολογίας θεραπεύσομεν;

(H)eren(n)ius Philo Gramm., Hist., De diversis verborum


significationibus (= Περὶ διαφόρους σημασίας) (ep. operis Herennii
Philonis) (e cod. [Link]. gr. 1238) (1416: 001)
“Herennius Philo. De diversis verborum significationibus”, Ed. Palmieri,
[Link]: d'Auria, [Link] letter kappa, entry 111, γρ. 2
487

ἐστι τὸ ὄρος καὶ τὸ δένδρον, λιβανωτὸς δὲ τὸ ἀπὸ τοῦ δένδρου


δάκρυον θυμιώμενον. Εὐριπίδης (Bacch. 144) συγχεῖ ἐναντίως
ὡς ἐπὶ τοῦ θυμιᾶν τὸ λίβανον· καὶ Σοφοκλῆς ἐν Τηρεῖ (fr.
595a Radt)· καὶ Σαπφὼ (fr. 44, 30 L. – P. = 44, 30 Voigt) ε̣)ν̣
δευτέρῳ λίβανον τὸ λιβανωτὸν λέγει.
λῆμμα μέν ἐστι διὰ βʹ μμ τὸ κέρδος, λῆμα δὲ δι'
ἑνὸς μ ἡ ἀνδρεία.  
λαχεῖν καὶ κληρώσασθαι διαφέρει. λαγχάνει μὲν
γὰρ εἷς ἀπὸ πάντων, κληροῦνται δὲ πάντες.
λέχος καὶ εὐνὴ διαφέρει. λέχος μὲν γάρ ἐστιν ἡ κλί-
νη, εὐνὴ δὲ ἡ ἐπ' αὐτῆς Στρωμνή. φησὶ γοῦν Πηνελόπη (Hom.
Od. xxiii 179 sq.)
   ’ἐμβάλετ' εὐνήν,
  δέμνια καὶ χλαίνας’.
ἐξηγεῖται δὲ (ibid. 180) τὴν εὐνήν, ὅ ἐστι δέμνια καὶ χλαῖναι.  
λυχνίον καὶ λυχνοῦχος διαφέρει. λυχνίον μὲν γάρ
ἐστιν ἡ λυχνία, ὥς φησιν Ἀντιφάνης ἐν Ἀφ[ροδίτῃ] (fr.
55, 2 K.), λυχνοῦχος δὲ ὁ φανός. Μένανδρος (fr. 291 Keo. – Th.2)
ἐν Νομοθέτῃ

(H)eren(n)ius Philo Gramm., Hist., De diversis verborum


significationibus (= Περὶ διαφόρους σημασίας κατ' ἀλφάβητον) (ep.
operis Herennii Philonis) (e codd. Paris suppl. gr. 1270 + Leid. Voss.
Misc. 14 + Bodl. d'Orville B 131 + Vat. regin. 131 + Laur. 42) (1416:
007)“”’Eranius’ Philo, De differentia significationis””, Ed. Palmieri, V.,
1981; Revue d'histoire des textes [Link] letter lambda, entry 76,
γρ. 1

Ἀρχὴ τοῦ Κ

κύριος καὶ δεσπότης διαφέρει. κύριος μὲν γὰρ τῆς γυναικὸς ὁ ἀνὴρ καὶ
τῶν υἱῶν ὁ πατήρ, δεσπότης δὲ ὁ ἀργυρωνήτων.
κωφὸς καὶ ἐννεὸς ὁ αὐτὸς παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ἐλέγετο, ἤγουν ὁ μὴ
φθεγγόμενος, ὡς Ὅμηρος (Ξ 16)
  »κύματι κωφῷ»
ἦ ἀψόφῳ. καὶ ἡ Πυθία
  »καὶ κωφοῦ ξυνίημι καὶ οὐ λαλέοντος ἀκούω»

Ἀρχὴ τοῦ Λ
488

λῆμμα μὲν διὰ δύο μμ τὸ κέρδος, λῆμα δὲ δι' ἑνὸς μ ἡ ἀνδρεία.


λέχος καὶ εὐνὴ διαφέρει. λέχος μὲν γάρ ἐστιν ἡ Κλίνη, εὐνὴ δὲ ἡ ἐπ'
αὐτῆς Στρωμνή.
λαβεῖν καὶ δέξασθαι διαφέρει. λαβεῖν μὲν γάρ ἐστι τὸ ἀνελέσθαι μηδε-
νὸς διδόντος, δέξασθαι δὲ τὸ παρά τινος προτεινόμενον.

Hermas Scr. Eccl., Pastor (1419: 001)


“Die apostolischen Väter I. Der Hirt des Hermas”, Ed. Whittaker, M.
Berlin: Akademie–Verlag, 1967; Die griechischen christlichen
Schriftsteller 48, 2nd edn..Ch. 25, se. 1, γρ. 1

στενοχωρίαν, καὶ καθαρισθήσεσθε καὶ χρήσιμοι ἔσεσθε εἰς τὴν οἰκοδο-


μὴν τοῦ πύργου. τὸ δὲ λευκὸν μέρος ὁ αἰὼν ὁ ἐπερχόμενός ἐστιν, ἐν
ᾧ κατοικήσουσιν οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ θεοῦ· ὅτι ἄσπιλοι καὶ καθαροὶ ἔσονται
οἱ
ἐκλελεγμένοι ὑπὸ τοῦ θεοῦ εἰς ζωὴν αἰώνιον. σὺ οὖν μὴ διαλίπῃς λαλῶν
εἰς τὰ ὦτα τῶν ἁγίων. ἔχετε καὶ τὸν τύπον τῆς θλίψεως τῆς ἐρχομένης με-

γάλης. ἐὰν δὲ ὑμεῖς θελήσητε, οὐδὲν ἔσται. μνημονεύετε τὰ


προγεγραμμένα.
ταῦτα εἴπασα ἀπῆλθεν καὶ οὐκ εἶδον ποίῳ τόπῳ ἀπῆλθεν· νέφος γὰρ ἐγέ-
νετο· κἀγὼ ἐπεστράφην εἰς τὰ ὀπίσω φοβηθείς, δοκῶν ὅτι τὸ θηρίον
ἔρχεται.

Ἀποκάλυψις εʹ

 Προσευξαμένου μου ἐν τῷ οἴκῳ καὶ καθίσαντος εἰς τὴν Κλίνην


εἰσῆλθεν
ἀνήρ τις ἔνδοξος τῇ ὄψει, σχήματι ποιμενικῷ, περικείμενος δέρμα αἴγειον

λευκόν, καὶ πήραν ἔχων ἐπὶ τὸν ὦμον καὶ ῥάβδον εἰς τὴν χεῖρα. καὶ
ἠσπά-
σατό με, κἀγὼ ἀντησπασάμην αὐτόν. καὶ εὐθὺς παρεκάθισέν μοι καὶ
λέγει μοι· Ἀπεστάλην ἀπὸ τοῦ σεμνοτάτου ἀγγέλου, ἵνα μετὰ σοῦ οἰκήσω

τὰς λοιπὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου. ἔδοξα ἐγὼ ὅτι πάρεστιν ἐκπειράζων
με, καὶ λέγω αὐτῷ· Σὺ γὰρ τίς εἶ; ἐγὼ γάρ, φημί, γινώσκω ᾧ παρεδόθην.
λέγει μοι· Οὐκ ἐπιγινώσκεις με; Οὔ, φημί. Ἐγώ, φησίν, εἰμὶ ὁ ποιμὴν ᾧ
παρεδόθης. ἔτι λαλοῦντος αὐτοῦ ἠλλοιώθη ἡ ἰδέα αὐτοῦ, καὶ ἐπέγνων
αὐτόν, ὅτι ἐκεῖνος ἦν, ᾧ παρεδόθην, καὶ εὐθὺς συνεχύθην, καὶ φόβος με
489

Ιεροκλής. Fragmenta ethica (ap. Stobaeum) (1429: 002)


“Hierokles. Ethische Elementarlehre (Papyrus 9780)”, Ed. von Arnim, J.
Berlin: Weidmann, 1906; Berliner Klassikertexte 4.Σελ. 58, γρ. 29

καὶ τοῖς γονεῦσιν νενευκόσιν ἤδη πρὸς τὴν ἄφοδον ἐν τοῖς μάλιστα κεχα-
ρισμέναι καὶ προσφιλεῖς εἰσιν αἱ τῶν τέκνων προσεδρίαι. καὶ μέντοι κἂν
εἴ
τί που γένοιντο παραμαρτάνοντες (ὁποῖα δὴ πολλὰ φιλεῖ γενέσθαι περὶ
τοὺς
πλείονας καὶ ἰδιωτικώτερον ἠγμένους), ἐπανορθωτέον μέν, ἀλλ' οὐ μετ'
ἐπι-
πλήξεως μὰ Δία, καθάπερ ἔθος πρὸς τοὺς ἐλάττονας ἢ ἴσους ποιεῖν, ἀλλ'
ὡς μετὰ παρακλήσεως, καὶ οὐχ ὡς δι' ἀμαθίαν ἁμαρτάνοντας, ἀλλ' ὡς
παρο-
ρῶντας τῷ μὴ ἐφεστακέναι, πάντως δ' ἂν ἰδόντας εἴπερ ἐπέστησαν.
ἀνιαραὶ
γὰρ τοῖς τηλίκοις καὶ μάλιστα αἱ ἐκτενῶς νουθετήσεις, ἀναγκαία δὲ μετὰ
παρα-
κλήσεως καί τινος φιλοτεχνίας ἴασις τῶν παρορωμένων. φέρει δ' ἐπὶ τὴν
εὐθυμίαν αὐτοῖς καὶ τὸ τῶν θητικωτέρων εἶναι δοκούντων ὑπηρετημάτων

ἅπτεσθαί ποτε τοὺς παῖδας, ὥστε καὶ πόδας ὑπονίψαι καὶ Κλίνην
στορέσαι
καὶ παραστῆναι διακονουμένους. εὐφραίνοιντο γὰρ οὐκ ὀλίγως παρὰ τῶν
φιλ-
τάτων χειρῶν τὰς ἀναγκαίας ὑπηρεσίας λαμβάνοντες καὶ διακόνοις
χρώμενοι
τοῖς σφετέροις ἔργοις. μάλιστα δ' ἂν εἴη γονεῦσι κεχαρισμένον καὶ τὸ
φαί-
νεσθαι τιμῶντας τοὺς παῖδας, οὓς ἂν ἐκεῖνοι στέργωσιν καὶ περὶ πολλοῦ  

ποιῶνται. διὸ συγγενεῖς αὐτῶν στερκτέον καὶ ἐπιμελείας ἀξιωτέον,


φίλους
θ' ὡσαύτως καὶ δῆτα καὶ ἑκάστους τοὺς ἐκείνοις κεχαρισμένους. ἀφ' ἧς

Ιεροκλής. Fragmenta ethica (ap. Stobaeum) Σελ. 63, γρ. 24

ὑπὲρ τῆς ἑαυτῶν ἀῤῥενότητος καὶ σωφροσύνης ἅπτεσθαι τοιοῦδέ τινος.


εἰ
μέντοι διὰ τοιοῦδε βίου πεποιήκοι τις [ἂν] ἑαυτὸν πάσης ὑπονοίας
490

ἀτόπου κα-
θαρεύοντα, τί κωλύσει καὶ κατὰ ταῦτα τῇ γυναικὶ κοινωνῆσαι τὸν ἄνδρα;
τῶν
μὲν γὰρ ἄλλων κατοικιδίων ἔργων μὴ καὶ τὸ πλέον ἀνδράσι προσήκειν
ἡγη-
τέον ἤπερ γυναιξίν. ἔστι γὰρ καματωδέστερα καὶ ῥώμης δεόμενα
σωματικῆς,
οἷον ἀλέσαι καὶ σταῖς μάξαι διασχίσαι τε ξύλα καὶ ὕδωρ ἀνιμῆσαι καὶ
σκεύη
μεταθεῖναι καὶ διατινάξαι στρώματα καὶ πᾶν τὸ τούτοις παραπλήσιον.
καὶ τὰ
μὲν ὑπὲρ ἀνδρῶν ἀποχρῴη ἄν· ἐπιμετρῆσαι δέ τι καὶ τὴν γυναῖκα πρέπον,

ὥστε μὴ τῆς ταλασίας κοινωνεῖν μόνον ταῖς θεραπαίναις, ἀλλὰ καὶ τῶν
ἄλ-
λων ἔργων τῶν ἐπανδροτέρων. καὶ γὰρ σιτοπονίας ἅψασθαι κατὰ τὴν
ἐλευ-
θέραν εἶναί μοι δοκεῖ καὶ ὕδωρ ἀνιμῆσαι καὶ πῦρ ἀνακαῦσαι καὶ Κλίνην
κατα-
στρῶσαι καὶ πᾶν τὸ τούτοις ἐοικός. πολὺ δ' ἂν ἀνδρὶ φαίνοιτο καλλίων
τῷ γε
ἑαυτῆς, καὶ μάλιστα νεᾶνις οὖσα καὶ μηδέπω τετρυμένη κυοφορίαις, εἰ
καὶ
τρύγης ἀμπέλων αὐτουργοῦσα συμμετάσχοι καὶ συλλογῆς ἐλαῶν, εἰ δὲ
παρ-
είκοι, καὶ σπόρου καὶ ἀρόσεως καὶ παραδόσεως ἐργαλείων τοῖς
σκάπτουσιν ἢ φυτεύουσι.

Hieronymus Phil., Fragmenta (1430: 001)


“Hieronymos von Rhodos. Kritolaos und seine Schüler”, Ed. Wehrli, F.
Basel: Schwabe, 1969; Die Schule des Aristoteles, vol. 10, 2nd edn..
Fragment 36, γρ. 4

ἀκολασίαν καταφρονηθῆναι. καὶ ὁ Σοφοκλῆς ἀκούσας ἐποίησεν εἰς


αὐτὸν τὸ τοι-
οῦτον ἐπίγραμμα, χρησάμενος τῷ περὶ τοῦ Ἡλίου καὶ Βορέου λόγῳ, καί
τι πρὸς
μοιχείαν αὐτοῦ παραινιττόμενος·
 Ἥλιος ἦν, οὐ παῖς, Εὐριπίδη, ὅς με χλιαίνων
  γυμνὸν ἐποίησεν· σοὶ δὲ φιλοῦνθ' ἑτέραν
 Βορρᾶς ὡμίλησε. σὺ δ' οὐ σοφός, ὃς τὸν Ἔρωτα
  ἀλλοτρίαν σπείρων λωποδύτην ἀπάγεις (Sophocles fr. 3 D).
491

  – XIII 557e: φιλογύνης δ' ἦν καὶ Εὐριπίδης ὁ ποιητής. Ἱερώνυμος


γοῦν ἐν ἱστορικοῖς ὑπομνήμασίν φησιν οὕτως· «εἰπόντος Σοφοκλεῖ τινος
ὅτι  
μισογύνης ἐστὶν Εὐριπίδης· ἔν γε ταῖς τραγῳδίαις, ἔφη ὁ Σοφοκλῆς, ἐπεὶ
ἐν [γε]
τῇ κλίνῃ φιλογύνης».
 Plutarchus Agesilaus XIII: τἆλλα μὲν γὰρ ἦν ἀκριβὴς καὶ νόμιμος
(sc. Ἀγησίλαος), ἐν δὲ τοῖς φιλικοῖς πρόφασιν ἐνόμιζεν εἶναι τὸ λίαν
δίκαιον.
φέρεται γοῦν ἐπιστόλιον αὐτοῦ πρὸς Ἱδριέα τὸν Κᾶρα τοιοῦτο· «Νικίας εἰ
μὲν μὴ
ἀδικεῖ, ἄφες· εἰ δὲ ἀδικεῖ, ἁμὶν ἄφες, πάντως δ' ἄφες». ἐν μὲν οὖν τοῖς
πλείστοις
τοιοῦτος ὑπὲρ τῶν φίλων ὁ Ἀγησίλαος· ἔστι δ' ὅπου πρὸς τὸ συμφέρον
ἐχρῆτο
τῷ καιρῷ μᾶλλον, ὡς ἐδήλωσεν ἀναζυγῆς αὐτῷ θορυβωδεστέρας
γενομένης,
ἀσθενοῦντα καταλιπὼν τὸν ἐρώμενον. ἐκείνου γὰρ δεομένου καὶ
καλοῦντος αὐτὸν
ἀπιόντα, μεταστραφεὶς εἶπεν, ὡς χαλεπὸν ἐλεεῖν ἅμα καὶ φρονεῖν. τουτὶ
μὲν οὖν
Ἱερώνυμος ὁ φιλόσοφος ἱστόρηκεν.

Ιάμβλιχος. Babyloniaca (1441: 001)


“Iamblichi Babyloniacorum reliquiae”, Ed. Habrich, E.
Leipzig: Teubner, [Link] 97, γρ. 2

Suda II 383,26 s.v. Ἐπιστολή


 ὁ δὲ τῷ ἱερεῖ ἐπιστολὰς λέγει καθεύδοντι.  
codd. Laurentianus 57,12 et Vaticanus 1354
 πάντας μὲν ἀνθρώπους ἐξίστησιν ἔρως, εὐνούχους δὲ
ποιεῖ φονικωτέρους ὥσπερ οἶνος Σκύθας· φονᾷ γὰρ Σκύ-
θης μὲν πιών, εὐνοῦχος δὲ ἐρῶν.
Suda IV 517,12 s.v. Τελαμών
 περιβαλὼν δὲ περὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοὺς τελαμῶνας
προσέδησε τῇ κλίνῃ.
Suda I 85,3; II 676,9 [Link]. Ἀκόλαστος; Ἰταμός
 ἡ δὲ νῦν μὲν ἐγέλα ἰταμόν τε καὶ ἀκόλαστον γέλωτα,
νῦν δὲ ἐφθέγγετο ῥήματα αὐθάδη.
Suda I 332,2 s.v. Ἀπραγμόνως
 “εἶτα ἐάσατε οὕτως ἀπραγμόνως ἀποθανεῖν.”
Suda IV 94,14 s.v. Περιδινοῦντες
492

Irenaeus Theol., Adversus haereses (libri 1–2) (1447: 001)


“Sancti Irenaei episcopi Lugdunensis libri quinque adversus haereses,
vol. 1”, Ed. Harvey, [Link]: Cambridge University Press, 1857.
Book 1, Ch. 1, se. 16, γρ. 32

σταυρῷ. Καὶ ἐν μὲν τῷ εἰπεῖν· Ὁ Θεός μου, [ὁ Θεός μου,]


εἰς τί ἐγκατέλιπές με; μεμηνυκέναι αὐτὸν, ὅτι ἀπελείφθη ἀπὸ
τοῦ φωτὸς ἡ Σοφία, καὶ ἐκωλύθη ὑπὸ τοῦ Ὅρου τῆς εἰς
τοὔμπροσθεν ὁρμῆς· τὴν δὲ λύπην αὐτῆς, ἐν τῷ εἰπεῖν· Περί-
λυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου [del. ἕ. θ.]· τὸν δὲ
φόβον, ἐν τῷ εἰπεῖν· Πάτερ, εἰ δυνατὸν, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ
τὸ ποτήριον· καὶ τὴν ἀπορίαν δὲ ὡσαύτως, ἐν τῷ εἰρηκέναι·
Καὶ τί εἴπω, οὐκ οἶδα. Τρία δὲ γένη ἀνθρώπων οὕτως
δεδειχέναι διδάσκουσιν αὐτόν· τὸ μὲν ὑλικὸν, ἐν τῷ εἰπεῖν  
τῷ ἐρωτήσαντι, Ἀκολουθήσω σοι; Οὐκ ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώ-
που ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι [κλίνῃ]· τὸ δὲ ψυχικὸν, ἐν
τῷ εἰρηκέναι τῷ εἰπόντι, Ἀκολουθήσω σοι, ἐπίτρεψον δέ μοι
πρῶτον ἀποτάξασθαι τοῖς ἐν τῷ οἴκῳ μου· Οὐδεὶς ἐπ' ἄρο-
τρον τὴν χεῖρα ἐπιβαλὼν, καὶ εἰς τὰ ὀπίσω βλέπων, εὔθετός
ἐστιν ἐν τῇ βασιλείᾳ [εἰς τὴν β.] τῶν οὐρανῶν. Τοῦτον γὰρ
λέγουσι τὸν μέσον εἶναι. Κᾀκεῖνον δὲ ὡσαύτως τὸν τὰ πλεῖστα
μέρη τῆς δικαιοσύνης ὁμολογήσαντα πεποιηκέναι, ἔπειτα μὴ
θελήσαντα ἀκολουθῆσαι, ἀλλὰ ὑπὸ πλούτου ἡττηθέντα, πρὸς
τὸ μὴ τέλειον γενέσθαι, καὶ τοῦτον τοῦ ψυχικοῦ γένους
γεγονέναι θέλουσι. Τὸ δὲ πνευματικὸν, ἐν τῷ εἰπεῖν· Ἄφες
τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ πορευθεὶς

Josephus Et Aseneth, Confessio et precatio Aseneth (1451: 001)


“Joseph et Aséneth”, Ed. Philonenko, [Link]: Brill, 1968.
Ch. 2, se. 14, γρ. 1

         Καὶ ἦσαν


θυρίδες τρεῖς τῷ μεγάλῳ θαλάμῳ τῆς Ἀσενὲθ ὅπου ἐτρέφετο ἡ παρθενία
αὐτῆς.
         Καὶ ἦν ἡ μία θυρὶς ἀποβλέπουσα ἐπὶ τὴν αὐλὴν πρὸς
ἀνατολάς, καὶ ἡ δευτέρα ἦν ἐπιβλέπουσα πρὸς βορρᾶν πρὸς τὸ ἄμφοδον,

καὶ ἡ τρίτη πρὸς μεσημβρίαν.


493

         Καὶ Κλίνη χρυσῆ ἵστατο ἐν τῷ


θαλάμῳ ἀποβλέπουσα πρὸς ἀνατολάς·
         καὶ ἦν ἡ Κλίνη ἐστρωμένη
πορφύραν χρυσοϋφῆ ἐξ ὑακίνθου καὶ βύσσου καθυφασμένη·
         ἐν
ταύτῃ τῇ κλίνῃ ἐκάθευδεν Ἀσενὲθ μόνη, καὶ οὔτε ἀνὴρ οὔτε γυνὴ
οὐδέποτε ἐκάθισεν ἐπ' αὐτῆς πλὴν τῆς Ἀσενὲθ μόνης.
         Καὶ ἦν
αὐλὴ μεγάλη παρακειμένη τῇ οἰκίᾳ κυκλόθεν, καὶ τεῖχος κύκλῳ
τῆς αὐλῆς παρακείμενον ὑψηλὸν σφόδρα λίθοις μεγάλοις ⌈τε-
τραγώνοις⌉ ᾠκοδομημένον.

Josephus Et Aseneth, Confessio et precatio Aseneth


Ch. 2, se. 15, γρ. 1

σὺν τῇ Ἀσενέθ, καὶ ἦσαν καλαὶ σφόδρα ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ


καὶ ἀνὴρ οὐδέποτε ὡμίλει αὐταῖς ἢ παίδιον ἄρρεν.
         Καὶ ἦσαν
θυρίδες τρεῖς τῷ μεγάλῳ θαλάμῳ τῆς Ἀσενὲθ ὅπου ἐτρέφετο ἡ παρθενία
αὐτῆς.
         Καὶ ἦν ἡ μία θυρὶς ἀποβλέπουσα ἐπὶ τὴν αὐλὴν πρὸς
ἀνατολάς, καὶ ἡ δευτέρα ἦν ἐπιβλέπουσα πρὸς βορρᾶν πρὸς τὸ ἄμφοδον,

καὶ ἡ τρίτη πρὸς μεσημβρίαν.


         Καὶ Κλίνη χρυσῆ ἵστατο ἐν τῷ
θαλάμῳ ἀποβλέπουσα πρὸς ἀνατολάς·
         καὶ ἦν ἡ Κλίνη ἐστρωμένη
πορφύραν χρυσοϋφῆ ἐξ ὑακίνθου καὶ βύσσου καθυφασμένη·
         ἐν
ταύτῃ τῇ κλίνῃ ἐκάθευδεν Ἀσενὲθ μόνη, καὶ οὔτε ἀνὴρ οὔτε γυνὴ
οὐδέποτε ἐκάθισεν ἐπ' αὐτῆς πλὴν τῆς Ἀσενὲθ μόνης.
         Καὶ ἦν
αὐλὴ μεγάλη παρακειμένη τῇ οἰκίᾳ κυκλόθεν, καὶ τεῖχος κύκλῳ
τῆς αὐλῆς παρακείμενον ὑψηλὸν σφόδρα λίθοις μεγάλοις ⌈τε-
τραγώνοις⌉ ᾠκοδομημένον.

Josephus Et Aseneth, Confessio et precatio Aseneth Ch. 2, se. 16, γρ. 2

θυρίδες τρεῖς τῷ μεγάλῳ θαλάμῳ τῆς Ἀσενὲθ ὅπου ἐτρέφετο ἡ παρθενία


αὐτῆς.
         Καὶ ἦν ἡ μία θυρὶς ἀποβλέπουσα ἐπὶ τὴν αὐλὴν πρὸς
494

ἀνατολάς, καὶ ἡ δευτέρα ἦν ἐπιβλέπουσα πρὸς βορρᾶν πρὸς τὸ ἄμφοδον,

καὶ ἡ τρίτη πρὸς μεσημβρίαν.


         Καὶ Κλίνη χρυσῆ ἵστατο ἐν τῷ
θαλάμῳ ἀποβλέπουσα πρὸς ἀνατολάς·
         καὶ ἦν ἡ Κλίνη ἐστρωμένη
πορφύραν χρυσοϋφῆ ἐξ ὑακίνθου καὶ βύσσου καθυφασμένη·
         ἐν
ταύτῃ τῇ κλίνῃ ἐκάθευδεν Ἀσενὲθ μόνη, καὶ οὔτε ἀνὴρ οὔτε γυνὴ
οὐδέποτε ἐκάθισεν ἐπ' αὐτῆς πλὴν τῆς Ἀσενὲθ μόνης.
         Καὶ ἦν
αὐλὴ μεγάλη παρακειμένη τῇ οἰκίᾳ κυκλόθεν, καὶ τεῖχος κύκλῳ
τῆς αὐλῆς παρακείμενον ὑψηλὸν σφόδρα λίθοις μεγάλοις ⌈τε-
τραγώνοις⌉ ᾠκοδομημένον.
         Καὶ πυλῶνες ἦσαν τῇ αὐλῇ
τέσσαρες σεσιδηρωμένοι, καὶ τούτους ἐφύλασσον [ἀνὰ] δέκα ὀκτὼ
ἄνδρες δυνατοὶ νεανίσκοι ἔνοπλοι.

Josephus Et Aseneth, Confessio et precatio Aseneth Ch. 9, se. 1, γρ. 3

     ⌈καὶ ἀνάπλασον αὐτὴν τῇ χειρί σου [τῇ κρυφαίᾳ]


     καὶ ἀναζωοποίησον τῇ ζωῇ σου
     καὶ φαγέτω ἄρτον ζωῆς σου⌉
     καὶ πιέτω ποτήριον εὐλογίας σου,
     ἣν ἐξελέξω πρὶν γεννηθῆναι,
     καὶ εἰσελθάτω εἰς τὴν κατάπαυσίν σου,
     ἣν ἑτοίμασας τοῖς ἐκλεκτοῖς σου.
      
 Καὶ ἐχάρη Ἀσενὲθ ἐπὶ τῇ εὐλογίᾳ τοῦ Ἰωσὴφ χαρὰν μεγάλην
σφόδρα καὶ ἔσπευσε καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὑπερῷον αὐτῆς καὶ πέπτω-
κεν ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐτῆς ἀσθενοῦσα, διότι ἦν αὐτῇ χαρὰ καὶ λύπη  
καὶ φόβος πολὺς καὶ ἱδρὼς συνεχὴς περιεχύθη αὐτήν, ὡς ἤκουσε
τὰ ῥήματα ταῦτα παρὰ Ἰωσήφ, ὃς ἐλάλησεν αὐτῇ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ
θεοῦ τοῦ ὑψίστου.
         Καὶ ἔκλαυσε κλαυθμῷ μεγάλῳ καὶ πικρῷ καὶ
μετενόει ἀπὸ τῶν θεῶν αὐτῆς, ὧν ἐσέβετο, καὶ περιέμενε τοῦ γενέσθαι
ἑσπέραν.
         Καὶ ἔφαγεν Ἰωσὴφ καὶ ἔπιεν καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ·
ζεύξατε τοὺς ἵππους τῷ ἅρματι, ἔλεγε γὰρ ἀπελεύσομαι καὶ κυκλώσω
πᾶσαν τὴν πόλιν καὶ τὴν γῆν.
495

Josephus Et Aseneth, Confessio et precatio Aseneth


Ch. 10, se. 8, γρ. 3

         Καὶ ἤκουσεν ἡ παρθένος ἣν ἠγάπα Ἀσενὲθ παρὰ


πάσας τὰς παρθένους τὸν στεναγμὸν τῆς κυρίας αὐτῆς ⌈καὶ
ἤγειρε τὰς λοιπὰς παρθένους⌉ καὶ ἦλθε καὶ εὗρε τὴν θύραν
κεκλεισμένην.
         Καὶ ἠκροάσατο τοῦ στεναγμοῦ καὶ τοῦ κλαυθμοῦ
τῆς Ἀσενὲθ καὶ εἶπεν· ἵνα τί σὺ σκυθρωπάζεις, δέσποινά μου;
καὶ τί ἐστι τὸ ἐνοχλοῦν σοι; ἄνοιξον ἡμῖν καὶ ὀψόμεθά σε.
         Καὶ
εἶπεν αὐταῖς Ἀσενὲθ ἔσωθεν κεκλεισμένη· τῆς κεφαλῆς μού
ἐστι πόνος πολὺς καὶ ἡσυχάζω ἐν τῇ κλίνῃ μου καὶ ἀνοῖξαι νῦν οὐκ
ἰσχύω ὑμῖν, διότι ἠσθένηκα ἀπὸ πάντων τῶν μελῶν μου, ἀλλὰ πορεύθητε

ἑκάστη ὑμῶν εἰς τὸν θάλαμον αὐτῆς.


         Καὶ ἀνέστη Ἀσενὲθ καὶ ἤνοιξε
τὴν θύραν ἡσύχως καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὸν θάλαμον αὐτῆς τὸν δεύτερον,
ὅπου ἦσαν αἱ θῆκαι τοῦ κόσμου αὐτῆς, καὶ ἤνοιξε τὸ κιβώτιον αὐτῆς
καὶ ἐξήνεγκε χιτῶνα μελανὸν ⌈καὶ ζοφώδη⌉.
         Καὶ οὗτος ἦν ὁ
χιτὼν τοῦ πένθους αὐτῆς ὃν ἐνεδύσατο [καὶ ἐπένθησεν] ὅτε ἀπέθανεν
ὁ ἀδελφὸς αὐτῆς ὁ πρωτότοκος.
         Καὶ ἐξεδύσατο Ἀσενὲθ τὴν στολὴν

Josephus Et Aseneth, Confessio et precatio Aseneth Ch. 15, se. 14, γρ.
2

εἰς συνάντησιν αὐτοῦ.


         Ἰδοὺ γὰρ παραγίνεται πρὸς σὲ σήμερον
καὶ ὄψεταί σε καὶ χαρήσεται.
         Καὶ ὡς ἐτέλεσεν ὁ ἄνθρωπος
λαλῶν τῇ Ἀσενέθ, ἐχάρη χαρὰν μεγάλην καὶ ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας
αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ·
         Εὐλογητὸς κύριος ὁ θεός, ὁ ἐξαποστείλας
σε τοῦ ῥύσασθαί με ἐκ τοῦ σκότους καὶ ἀναγαγεῖν με εἰς τὸ φῶς, καὶ
εὐλογημένον τὸ ὄνομα αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα.
         Λαλήσω δή, κύριε,
εἰ εὗρον χάριν ἐνώπιόν σου, κάθισον μικρὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης καὶ θήσω
τράπεζαν καὶ ἄρτον καὶ φάγεσαι, καὶ οἴσω σοι οἶνον καλόν, οὗ ἡ πνοὴ
496

ἕως τοῦ οὐρανοῦ, καὶ πίεσαι καὶ ἀπελεύσῃ τὴν ὁδόν σου.  
 Καὶ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄνθρωπος· φέρε δή μοι καὶ κηρίον μέλιτος.
         Καὶ
εἶπεν Ἀσενέθ· ἀποστείλω, ⌈κύριε⌉, εἰς τὸν ἀγρὸν τῆς κληρονομίας
μου καὶ οἴσω σοι κηρίον μέλιτος.

Κυρανίδης. (1482: 001)


“Die Kyraniden”, Ed. Kaimakis, D.
Meisenheim am Glan: Hain, 1976.
Book 1, se. 17, γρ. 22

αὐτὸν ἕως σύστασιν σχῇ.


 Χολὴν δὲ τῆς νυκτερίδος μετὰ χυλοῦ τῆς βοτάνης καὶ μέλιτος ἐὰν
χρίσῃς τοὺς ὀφθαλμούς, ὀξυωπίαν μὲν παρέξεις, ὑπόχυσιν δὲ ἀπαλλάξεις.

 Γλύφεται οὖν ἡ νυκτερὶς ἐπὶ τὸν λίθον καὶ παρὰ τοὺς πόδας αὐ-
τῆς ἡ ῥαφίς, ὑπὸ δὲ τὸν λίθον ῥίζιον τῆς βοτάνης. τοῦτο φορούμενον
δαίμονας ἀποδιώκει. ἐὰν δὲ θῇς αὐτὸ πρὸς κεφαλήν τινος λάθρα, οὐ
κοιμηθήσεται. ὁμοίως καὶ τῆς νυκτερίδος τὴν κεφαλὴν ἐὰν κόψῃς ζώ-
σης καὶ ἐνδύσῃς μελανῷ δέρματι καὶ περιάψῃς λαιῷ βραχίονί τινος,
οὐδόλως κοιμηθήσεται ἕως ἂν ἄρῃς αὐτὸ ἐξ αὐτοῦ. ἀλλὰ καὶ τὰς τρί-
χας, ἃς ἔχει περὶ τὸν τράχηλον ἡ νυκτερὶς ἐὰν περιάψῃς ἱματίῳ ἢ
κλίνῃ, οὐδόλως κοιμηθήσεται ὁ φορῶν ἢ ὁ ἀνακείμενος ἐν κλίνῃ ἄν-
θρωπος.  

Στοιχεῖον ςʹ. σατύριος βοτάνη, στρουθοκάμηλος πτηνόν, σάλπη


ἰχθύς, σάπφειρος λίθος.

 Σατύριός ἐστι βοτάνη ὡς ἀκανθώδης, καὶ ὅλος ὁ καυλὸς ἀναβαίνων


ἀπὸ τῆς γῆς ἔχει μῆκος παλαιστὰς βʹ, μεστὸς δὲ σπέρματος· τῇ χρόᾳ
ἐστὶν ὡς κνήκου, ὠχρότερον μέσον τοῦ σπέρματος.
 Στρουθοκάμηλος πτηνόν ἐστιν ὑπὸ πάντων γινωσκόμενον.
 Σάλπη ἰχθὺς θαλάσσιος, εὐανθής, γνωστός, ἐδώδιμος.

Κυρανίδης. Book 2, se. 20, γρ. 6

Περὶ κυνὸς μικροῦ.

 Κύων ἐστὶ ὃ παρ' ἡμῖν κυνάριον λέγεται, μικρός, νεογέννητος,


497

ἔτι θηλάζων. ἐὰν συνευνᾶται ἀρρώστῳ διηνεκῶς, πολὺν χρόνον ἔχοντι


ἐν τῇ ἀρρωστίᾳ, καὶ συνκοιτάζῃ αὐτῷ ἐπὶ τὸ στῆθος (ἢ γυναι-
κός, ἢ ἀνδρός, ἢ παιδίου) καὶ διόλου συνανάκειται αὐτῷ ἐν τῇ κλί-
νῃ, ὁ μὲν κύων ἀποθνήσκει, ὁ δὲ ἄρρωστος τῆς χρονίας νόσου ἀπαλ-
λάσσεται.
 Σπλῆνα δὲ κυνὸς θερμὸν ἐπιθεὶς σπληνικῷ ἐν τῷ σπληνί, ἰαθήσε-
ται. ἡ δὲ κόπρος ξηρὰ λεία ἐν ποτῷ δοθεῖσα ἰκτερικοὺς καὶ δυσεν-
τερικοὺς θεραπεύει. μετὰ μέλιτος δὲ ἐγχριομένη τῷ λαιμῷ καὶ τῷ
σώματι συναγχικοὺς ἄκρως ἰᾶται. λαθραίως δὲ ποιεῖ πάντα μὴ ὁμολο-
γῶν τῷ πάσχοντι. πινομένη δὲ ὑδρωπικοὺς ἄκρως ἰᾶται.
 Λεία δὲ ἡ κόπρος συγχριομένη σὺν ὄξει ὑδροκοίλους καὶ φλεγμονὰς
μορίων ἰᾶται. καεῖσα δὲ εἰς ὄστρακον καὶ λειωθεῖσα σὺν ῥοδίνῳ ῥα-
γάδας τὰς ἐν ἕδρᾳ ἰᾶται, καὶ θυμοὺς καὶ ἐξωχάδας ἐκριζοῖ. σὺν τε-
ρεβινθίνῃ δὲ ἐπιτεθεῖσα κονδυλώματα καὶ ἐξωχάδας ἰᾶται.

Κυρανίδης. Book 2, se. 21, γρ. 11

Περὶ κυνός.

 Κύων ζῷόν ἐστι πᾶσι γνωστόν, ταχύτατον, πονηρὸν καὶ φρόνιμον,


καὶ μάλιστα ὁ θηρατικός. οὗτος ὅταν ὀστοφαγήσῃ, γίνεται ἡ κόπρος
αὐτοῦ θεραπευτικὴ συναγχικοῖς. ξηρὰ δὲ λεία μετὰ σχιστοῦ ἀρσενι-
κοῦ καὶ γάλακτος πινομένη δυσεντερικοὺς ἰᾶται ἔλκη τε παλαιὰ τοῖς
πρὸς ταῦτα μιγνυμένη φαρμάκοις, οἷον κηρῷ, μυρσίνῃ, ἐλαίῳ καὶ τε-
ρεβινθίνῃ. σὺν δὲ μέλιτι ἀναληφθεῖσα καὶ χριομένη συναγχικοὺς θε-
ραπεύει καὶ φλεγμονὰς παρισθμίων. τοῖς δὲ λυσσοδήκτοις καὶ λυσσι-
ῶσιν ἄκρως βοηθεῖ.
 Ἡ πυτία δὲ τοῦ ἀρτιγεννήτου κυνὸς βοηθεῖ λυσσοδήκτοις· ὁμοίως
καὶ τὸ γάλα κυνὸς θηλαζούσης ἐν κλίνῃ πινόμενον ὅσον κερατίων δέ-
κα καὶ ἐπὶ ἡμέρας ζʹ, κωλυομένου τοῦ πάσχοντος, ποιεῖ ἀΰπνους δια-
τελεῖν. χλιαρὸν δὲ τὸ γάλα ἐνσταζόμενον τοῖς ὠσὶ δυσηκοΐαν θεραπεύ-
ει. ὁ δὲ σπλὴν τοῦ κυνὸς σπληνικῷ ἐπιτεθεὶς ἴασιν ἐπάγει. ἐάν τε
τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἢ τὴν γλῶτταν κρατῇς ἐν τῇ εὐωνύμῳ χειρὶ ἐντετυ-
λιγμένην ἐν ῥάκει, πάντες οἱ κύνες φιμωθήσονται καὶ φεύξονται ἀπὸ
σοῦ.  

Κυρανίδης. Book 3, se. 37, γρ. 6


498

Περὶ περιστερᾶς.

 Περιστερά, πτηνόν ἐστι πᾶσι γνωστόν. καὶ δένδρον ἐστὶν ἐν τῇ


Ἰνδίᾳ λεγόμενον περιδέξιον, οὗ ὁ καρπὸς γλυκὺς καὶ χρηστός, ὥστε
τὰς περιστερὰς τερπομένας ἐν αὐτῷ αὐλίζεσθαι καὶ κατασκηνοῦν. τοῦ-
το τὸ δένδρον ὄφις δέδοικεν, ὥστε καὶ τὴν σκιὰν αὐτοῦ φεύγειν. ἐὰν
ἡ σκιὰ τοῦ δένδρου πρὸς ἀνατολὰς κλίνῃ, φεύγει ὁ ὄφις ἐπὶ δυσμάς·
ἐὰν δὲ ἐπὶ δυσμὰς ἔλθῃ ἡ σκιὰ τοῦ δένδρου, ὁ ὄφις τρέχει πρὸς ἀνα-
τολάς. καὶ διὰ τοῦ δένδρου τὴν δύναμιν οὐκ ἰσχύει ἄψασθαι τῶν περι-
στερῶν. οὐκ οἷδα δὲ ἐὰν ἀποπλανηθῇ τις ἐκ τοῦ δένδρου. καὶ οὕτως
αὐτὴν ἐμφυσήσας ἐπισπᾶται καὶ ἐσθίει. ἐὰν δὲ ὅλαι ὁμοῦ πέτωνται,
οὔτε ὄφις, οὔτε ὀξύπτερος τολμᾷ αὐτῶν ἅψασθαι. τοῦ οὖν δένδρου τὰ
φύλλα ἢ ὁ φλοῦς θυμιώμενος, πᾶν κακὸν ἀποδιώκει.
 Πτίλον δὲ περιστερᾶς ἔχον αἷμα θερμὸν καὶ ἐνσταζόμενον τὰς ἐκ
πληγῆς ῥήξεις τῶν ὀφθαλμῶν ἑνοῖ καὶ ἰᾶται. ἡ δὲ ἄφοδος σὺν
κριθίνῳ καὶ ἰρίνῳ ἀλεύρῳ καὶ ἰξῷ καὶ στέατι ὑείῳ ἐπιτεθεῖσα γαγγραί-
νας περιχαράσσει, καὶ χοιράδας ῥήγνυσιν.  

Martyrium Et Ascensio Isaiae, Fragmenta (1483: 001)


“Fragmenta pseudepigraphorum quae supersunt Graeca”, Ed. Denis, A.–
[Link]: Brill, 1970; Pseudepigrapha veteris testamenti Graece 3.
Ch. 1, se. 5, γρ. 4

         Καὶ ἐκέλευσεν τεθῆναι αὐτῷ δίφρον· οὐκ


ἐκάθισεν δὲ ἐπὶ τὸν δίφρον, ἀλλ'
ἐπὶ τὴν Κλίνην τοῦ βασιλέως.
Τότε ἐπιλαβόμενος Ἐζεκίας ὁ
βασιλεὺς Μανασσὴν τὸν υἱὸν
αὐτοῦ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν
μακάριον Ἡσαΐαν τὸν προφήτην,
ἵνα ἐπιθήσῃ τὰς χεῖρας αὐτοῦ
ἐπ' αὐτὸν καὶ εὐλογήσῃ αὐτόν.
ὡς δὲ εἶδεν ὁ μέγας προφήτης
Ἡσαΐας τὸν Μανασσήν, ἐγέλασεν
ἐπ' αὐτῷ καὶ εἶπεν τῷ Ἐζεκίᾳ·

Martyrium Et Ascensio Isaiae, Fragmenta Ch. 2, se. 14, γρ. 5

καὶ αὐτὸς δὲ ὑβρ(ίς)θη ὑπὸ


499

Ἀχαὰβ καὶ ἐβλήθη Μιχαίας εἰς


φυλακήν. ⌈καὶ ἦν⌉ μ(ε)τὰ Σεδεκίου
τοῦ ψευδοπροφήτο(υ) ὄντος. ἦσαν
μετὰ Ὀχοζείου υἱοῦ Ἀλὰ(μ) ἐν
Σεμμωμα .....
         καὶ Ἠλείας
(ὁ προφή)της ἐκ Θες(βῶν) ...
καὶ τὴν Σαμαρίαν, καὶ αὐτὸς
ἐπροφήτευεν περὶ Ὀχοζείου ὅτι
ἐν κλίνῃ ἀρρωστίας ἀποθανεῖται
καὶ ἡ Σαμαρία εἰς χεῖρας Ἀλνα-
σὰρ παραδοθήσεται ἀνθ' ὧν
ἐφόνευεν τοὺς προφήτας τοῦ
Θ(εο)ῦ.

Oracula Chaldaica, Oracula (fragmenta) (olim sub auctore Juliano


Theurgo) (1550: 001)“Oracles chaldaïques”, Ed. des Places, É.
Paris: Les Belles Lettres, [Link] 1, γρ. 2

        

ΧΑΛΔΑΙΚΑ ΛΟΓΙΑ

Ἔστιν γάρ τι νοητόν, ὃ χρή σε νοεῖν νόου ἄνθει·


ἢν γὰρ ἐπεγκλίνῃς σὸν νοῦν κἀκεῖνο νοήσῃς
ὥς τι νοῶν, οὐ κεῖνο νοήσεις· ἔστι γὰρ ἀλκῆς
ἀμφιφαοῦς δύναμις νοεραῖς στράπτουσα τομαῖσιν.
Οὐ δὴ χρὴ σφοδρότητι νοεῖν τὸ νοητὸν ἐκεῖνο
ἀλλὰ νόου ταναοῦ ταναῇ φλογὶ πάντα μετρούσῃ
πλὴν τὸ νοητὸν ἐκεῖνο· χρεὼ δὴ τοῦτο νοῆσαι
οὐκ ἀτενῶς, ἀλλ' ἁγνὸν ἀπόστροφον ὄμμα φέροντα
σῆς ψυχῆς τεῖναι κενεὸν νόον εἰς τὸ νοητόν,
ὄφρα μάθῃς τὸ νοητόν, ἐπεὶ νόου ἔξω ὑπάρχει.

Oracula Sibyllina, Oracula (1551: 001)“Die Oracula Sibyllina”, Ed.


Geffcken, [Link]: Hinrichs, 1902; Die griechischen christlichen
Schriftsteller [Link]. 13, γρ. 89
500

καὶ τότε δ' αὖ μεγάθυμος ἑῷ σὺν παιδὶ κραταιῷ


καππέσεται δολίως διὰ πρεσβύτερον βασιλῆα.
 τὸν μέτα δ' αὖτ' ἄρξει κρατερᾶς Ῥώμης ἐριθήλου
ἄλλος ἄναξ μεγάθυμος ἐπιστάμενος πολεμίζειν,
Δακῶν ἐξαναδύς, τριηκοσίων ἀριθμοῖο·  
ἔσσεται ἐκ τετράδος κεραίης, πολλοὺς δ' ἀπολέσσει,
καὶ τότε δὴ μάλα πάντας ἀδελφειούς τε φίλους τε
ἐξολέσει βασιλεύς, καὶ ἀποφθιμένων βασιλήων·
αὐτίκα δ' αὖ πιστῶν τε λεηλασίαι τε φόνοι τε
ἔσσοντ' ἐξαπίνης [γε] διὰ πρότερον βασιλῆα.
ἔνθ' ὁπόταν δολόμητις ἀνὴρ ἐπὶ Κλίνης ἔλθῃ,
λῃστὴς ἐκ Συρίης προφανείς, Ῥωμαῖος ἄδηλος,
καὶ πελάσει δολίως ἐς Καππαδόκων γένος ἀνδρῶν
καὶ πολιορκήσας πέσεται πολέμου ἀκόρητος,
δὴ τότε σοι, Τύανα καὶ Μάζακα, ἔσσεθ' ἅλωσις·
λατρεύσεις, τούτῳ δὲ ὑπὸ ζυγὸν αὐχένα θήσεις·
καὶ Συρίη κλαύσειεν ἀπολλυμένων ἀνθρώπων
οὐδὲ Σεληναίη τότε ῥύσεται ἱερὸν ἄστυ.
ἡνίκ' ἂν ἐκ Συρίης φθάμενος περιφυξανασέλγην
Ῥωμαίους προφυγὼν διὰ [δ'] Εὐφρήταο ῥοάων,
οὐκέτι Ῥωμαίοις ἐναλίγκιος, ἀλλ' ἀγερώχοις

Pausanias Attic., Ἀττικῶν ὀνομάτων συναγωγή (1569: 001)


“Untersuchungen zu den attizistischen Lexika”, Ed. Erbse, H.
Berlin: Akademie–Verlag, 1950; Abhandlungen der deutschen Akademie
der Wissenschaften zu Berlin, Philosoph.–hist. Kl..Alphabetic letter nu,
entry 1, γρ. 8

τρύγῃ γλεύκει τε καὶ σύκοις. μορύξαι γὰρ τὸ μολῦναι. Ὅμηρος γοῦν τὸ


μεμολυμμένος μεμορυχ-
μένος φησίν (ν 435). εὐήθειαν δὲ τούτου καταγνωσθῆναι, παρόσον ἔξω
τοῦ νεὼ ἐν ὑπαίθρῳ αὐτοῦ
τὸ ἄγαλμα καθίδρυται παρὰ τῇ εἰσόδῳ. τάττεται δὲ ἐπὶ τῶν εὔηθές τι
διαπραττομένων.
 νεοττός· ἡ τοῦ ᾠοῦ λέκιθος καὶ τὸ πυρρόν. Μένανδρος Ἀνδρίᾳ (fr. 37
Kö.)·
  ’καὶ τεττάρων ᾠῶν μετὰ τοῦτο, φίλταται,
  δότε τὸν νεοττόν’.
Κλέαρχος ἐν τῷ Περὶ θινῶν συγγράμματί φησιν (cf. fr. 76b We.)· ‘ὠχρόν,
ὃ διαδίδοται ἀρχὴ
ὑπὸ τὸν ὑμένα λευκὸν ὄν· ἐν τούτῳ γὰρ τὸ σπέρμα καὶ οὐκ ἐν τῷ
καλουμένῳ νεοττῷ· διεψεύς-  
501

θησαν γὰρ οἱ πρῶτοι τοῦτο φήσαντες. καὶ ἔστι τὸ ὠχρὸν περίττωμα τοῦ
σπέρματος’. ὅτι δὲ τὸ
ὠχρὸν νεοττὸν ἔλεγον, μαρτυρεῖ καὶ Χρύσιππος ἐν τῷ Περὶ χρησμῶν (St.
V. Fr. 1202, cf. 1201).
ὄναρ γάρ τινά φησι θεασάμενον ἐκ τῆς Κλίνης αὐτοῦ κρέμασθαι ᾠὰ
προσαναθέσθαι ὀνειροκρίτη.
τὸν δὲ εἰπεῖν· ‘ὀρύττων θησαυρὸν εὑρήσεις κατὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον’.
εὑρόντα δὲ σταμνίον, ἐν ᾧ ἀρ-
γύριον ἦν καὶ χρυσίον, ἐνεγκεῖν τι τοῦ ἀργυρίου τῷ μάντει. τὸν δὲ μάντιν
εἰπεῖν· ‘τοῦ δὲ νεοττοῦ
οὐδέν μοι δίδως;’ καὶ Δίφιλος κέχρηται τῇ λέξει (IV 427 M. = fr. 121 K.)·

  ’ᾠῶν δ' ἐν αὐτῇ διέπρεπεν νεόττια’.


 νοῦς οὐκ ἔνι Κενταύροισι· παροιμία ἐπὶ τῶν ἀδυνάτων καὶ ἀνοήτων
ταττομένη.
 νυκτάλωψ· ὁ νύκτωρ ἀλαὸς τοὺς ὦπας. καὶ νυκταλωπιῶν· ὁ νυστάζων.
 νύμφαι· σκώληκες οἱ ἐν τοῖς τῶν μελισσῶν κυττάροις, ὅταν ἤδη
πτεροποιεῖν ἄρ-
ξωνται. οἱ δ' ἁπλῶς τοὺς πτερωτοὺς μύρμηκας, Σάμιοι. καὶ τὸ ἀνὰ μέσον
τῶν γυναικείων αἰδοίων
νύμφην καλοῦσι. καὶ τῶν ῥόδων αἱ κάλυκες αἱ μεμυκυῖαι νύμφαι· καὶ αἱ
νεόγαμοι κόραι [νύμφαι].

Pausanias Attic., Ἀττικῶν ὀνομάτων συναγωγή Alphabetic letter pi,


entry 11, γρ. 1

 πάντα ὀκτώ· οἱ μὲν Στησίχορόν φασιν ἐν Κατάνῃ ταφῆναι πολυτελῶς


πρὸς ταῖς
ἀπ' αὐτοῦ Στησιχορείοις λεγομέναις πύλαις [καὶ] τοῦ μνημείου ἔχοντος
ὀκτὼ κίονας καὶ ὀκτὼ
βαθμοὺς καὶ ὀκτὼ γωνίας. οἱ δὲ ὅτι Ἀλήτης κατὰ χρησμὸν τοὺς
Κορινθίους συνοικίζων ὀκτὼ
φυλὰς ἐποίησε τοὺς πολίτας καὶ ὀκτὼ μέρη τὴν πόλιν.
 παρὰ κωφὸν ἀποπέρδειν· παροιμία ἐπὶ ἀναισθήτων.
 παραλοῦμαι· παροιμιακῶς. εἰώθε[ι]σαν γὰρ πρότερον ἐν τοῖς βαλανείοις
οἱ πλού-
σιοι παραλούειν τοὺς πένητας. Ἀριστοφάνης Ἀναγύρῳ (II 965 M. = fr. 55
K.)·
  ’ἀλλὰ πάντας χρὴ παραλοῦσθαι καὶ ⏑ τοὺς σπόγγους ἐᾶν’,
συνεισιέναι τοῖς πλουσίοις ὥστε μηδὲ σπόγγους φέρειν, ἀλλὰ τοῖς
ἐκείνων χρῆσθαι.
502

 παραμπυκίζεται· παραπλέκεται τὰς τρίχας.


 πάραντα· πλάγια, ἑτεροκλινῆ.
 πάροχος· ὁ παροχούμενος ἐκ τρίτων τῷ νυμφίῳ καὶ τῇ νύμφῃ ἐπὶ τῆς
ἁμάξης·
καὶ παροχήσομαι· πάροχος ἔσομαι.
 πάτος· ὁδός, καὶ ἐκ πάτου· ἐκ ποδῶν.
 πέλανοι· πέμματα ἐκ παιπάλης, τουτέστιν ἀλεύρου λεπτοτέρου, εἰς
θυσίαν ἐπιτή-
δεια, ὡς αὐτός φησιν (Plat. lgg. 782c)· ‘θύματα οὐκ ἦν τοῖς θεοῖσι ζῷα,
πέλανοι δὲ καὶ καρποὶ  
μέλιτι δεδευμένοι’. Διονύσιος Θρᾷξ (cf. RE. V 1, 979)· ‘θεοῖς ἀπαρχαί
τινες’. λέγεται δὲ πέλανος
καὶ ὁ περὶ τῷ στόματι πεπηγὼς ἀφρὸς καὶ τὸ περιπεπηγὸς καὶ
ἐξηραμμένον ὀπῶδες δάκρυον

Phaenias Phil., Fragmenta (1578: 001)“Phainias von Eresos.


Chamaileon. Praxiphanes”, Ed. Wehrli, [Link]: Schwabe, 1969; Die
Schule des Aristoteles, vol. 9, 2nd edn..Fragment 27, γρ. 6

“τίνα δ', εἶπεν ὁ Ἀρτάβανος, Ἑλλήνων ἀφῖχθαι φῶμεν; οὐ γὰρ ἰδιώτῃ τὴν
γνώ-
μην ἔοικας.” καὶ ὁ Θεμιστοκλῆς· “τοῦτ' οὐκ ἄν, ἔφη, πύθοιτό τις,
Ἀρτάβανε,
πρότερος βασιλέως.” οὕτω μὲν ὁ Φανίας φησίν. ὁ δ' Ἐρατοσθένης ἐν τοῖς
περὶ
πλούτου προσιστόρησε διὰ γυναικὸς Ἐρετρικῆς ἣν ὁ χιλίαρχος εἶχε τῷ
Θεμιστο-
κλεῖ τὴν πρὸς αὐτὸν ἔντευξιν γενέσθαι καὶ σύστασιν.
 Athenaeus 48 c: πρῶτοι δὲ Πέρσαι, ὥς φησιν Ἡρακλείδης (Müller
F H G II p. 97 fr. 5), καὶ τοὺς λεγομένους στρώτας ἐφεῦρον, ἵνα κόσμον
ἔχῃ
ἡ στρῶσις καὶ εὐάφειαν. τὸν οὖν [Κρῆτα] Τιμαγόραν ἢ τὸν ἐκ Γόρτυνος,
ὥς φησι
Φαινίας ὁ Περιπατητικός, Ἔντιμον, ὃς ζήλῳ Θεμιστοκλέους ἀνέβη ὡς
βασιλέα,
τιμῶν Ἀρταξέρξης σκηνήν τε ἔδωκεν αὐτῷ διαφέρουσαν τὸ κάλλος καὶ
τὸ μέγε-
θος καὶ Κλίνην ἀργυρόποδα, ἔπεμψε δὲ καὶ στρώματα πολυτελῆ καὶ τὸν
ὑποστρώ-
σοντα, φάσκων οὐκ ἐπίστασθαι τοὺς Ἕλληνας ὑποστρωννύειν. καὶ ἐπὶ τὸ
συγ-
γενικὸν ἄριστον ἐκαλεῖτο ὁ Κρὴς οὗτος, τὸν βασιλέα ψυχαγωγήσας· ὅπερ
503

οὐδενὶ
πρότερον τῶν Ἑλλήνων ἐγένετο, ἀλλ' οὐδ' ὕστερον. αὕτη γὰρ ἡ τιμὴ τοῖς
συγγενέ-
σι διεφυλάττετο. Τιμαγόρᾳ μὲν γὰρ τῷ Ἀθηναίῳ τῷ προσκυνήσαντι
βασιλέα καὶ
μάλιστα τιμηθέντι τοῦτο οὐχ ὑπῆρξε· τῶν δὲ παρατιθεμένων βασιλεῖ
τούτῳ τινὰ
ἀπὸ τῆς τραπέζης ἀπέστελλε. Ἀνταλκίδᾳ δὲ τῷ Λάκωνι τὸν αὑτοῦ
στέφανον εἰς
μύρον βάψας ἔπεμψε. τῷ δ' Ἐντίμῳ τοιαῦτα πολλὰ ἐποίει καὶ ἐπὶ τὸ
συγγενικὸν
ἄριστον ἐκάλει. ἐφ' ᾧ οἱ Πέρσαι χαλεπῶς ἔφερον ὡς τῆς τε τιμῆς
δημευομένης
καὶ στρατείας ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα πάλιν ἐσομένης. ἔπεμψε δὲ καὶ Κλίνην
αὐτῷ
ἀργυρόποδα καὶ στρωμνὴν καὶ σκηνὴν οὐρανοφόρον ἀνθινὴν καὶ
θρόνον

Phaenias Phil., Fragmenta Fragment 27, γρ. 15

τιμῶν Ἀρταξέρξης σκηνήν τε ἔδωκεν αὐτῷ διαφέρουσαν τὸ κάλλος καὶ


τὸ μέγε-
θος καὶ Κλίνην ἀργυρόποδα, ἔπεμψε δὲ καὶ στρώματα πολυτελῆ καὶ τὸν
ὑποστρώ-
σοντα, φάσκων οὐκ ἐπίστασθαι τοὺς Ἕλληνας ὑποστρωννύειν. καὶ ἐπὶ τὸ
συγ-
γενικὸν ἄριστον ἐκαλεῖτο ὁ Κρὴς οὗτος, τὸν βασιλέα ψυχαγωγήσας· ὅπερ
οὐδενὶ
πρότερον τῶν Ἑλλήνων ἐγένετο, ἀλλ' οὐδ' ὕστερον. αὕτη γὰρ ἡ τιμὴ τοῖς
συγγενέ-
σι διεφυλάττετο. Τιμαγόρᾳ μὲν γὰρ τῷ Ἀθηναίῳ τῷ προσκυνήσαντι
βασιλέα καὶ
μάλιστα τιμηθέντι τοῦτο οὐχ ὑπῆρξε· τῶν δὲ παρατιθεμένων βασιλεῖ
τούτῳ τινὰ
ἀπὸ τῆς τραπέζης ἀπέστελλε. Ἀνταλκίδᾳ δὲ τῷ Λάκωνι τὸν αὑτοῦ
στέφανον εἰς
μύρον βάψας ἔπεμψε. τῷ δ' Ἐντίμῳ τοιαῦτα πολλὰ ἐποίει καὶ ἐπὶ τὸ
συγγενικὸν
ἄριστον ἐκάλει. ἐφ' ᾧ οἱ Πέρσαι χαλεπῶς ἔφερον ὡς τῆς τε τιμῆς
δημευομένης
καὶ στρατείας ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα πάλιν ἐσομένης. ἔπεμψε δὲ καὶ Κλίνην
αὐτῷ
ἀργυρόποδα καὶ στρωμνὴν καὶ σκηνὴν οὐρανοφόρον ἀνθινὴν καὶ
504

θρόνον ἀργυ-
ροῦν καὶ ἐπίχρυσον σκιάδειον καὶ φιάλας λιθοκολλήτους χρυσᾶς εἴκοσι,
ἀργυρᾶς
δὲ μεγάλας ἑκατὸν καὶ κρατῆρας ἀργυροῦς καὶ παιδίσκας ἑκατὸν καὶ
παῖδας ἑκατὸν
χρυσοῦς τε ἑξακισχιλίους χωρίς, τῶν εἰς τὰ ἐπιτήδεια καθ' ἡμέραν
διδομένων.
 Plutarchus Themistocles XXIX: πόλεις δ' αὐτῷ (sc. Θεμιστοκλεῖ)
τρεῖς μὲν οἱ πλεῖστοι δοθῆναι λέγουσιν εἰς ἄρτον καὶ οἶνον καὶ ὄψον,
Μαγνησίαν  
καὶ Λάμψακον καὶ Μυοῦντα· δύο δ' ἄλλας προστίθησιν ὁ Κυζικηνὸς
Νεάνθης (F
Gr Hist 84 F 17 a) καὶ Φανίας, Περκώτην καὶ Παλαίσκηψιν εἰς
στρωμνὴν καὶ
ἀμπεχόνην.

Pherecydes Hist., Fragmenta (1584: 003)“FHG 1”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link] 75, γρ. 19

... εἰς τὴν ὀφρὺν ἀφικνεῖται ἐπὶ τὰς βοῦς.


Οἱ δὲ φύλακες ἐνταῦθα καὶ οἱ βουκόλοι κλέπτοντα
αὐτὸν λαμβάνουσι καὶ παραδιδόασιν Ἰφίκλῳ, καὶ δε-
θεὶς ἐφυλάσσετο, παρεζευγμένων αὐτῷ θεραπόντων
δύο, ἀνδρὸς καὶ γυναικός. Καὶ ὁ μὲν ἀνὴρ αὐτὸν ἐπιει-
κῶς ἐθεράπευεν, ἡ δὲ γυνὴ φαυλότερον. Ἐπεὶ δὲ ὁ
ἐνιαυτὸς ὀλίγον πρὸς τὸ τελειωθῆναι περιῄει, Μελάμ-
πους ἀκούει ὕπερθέν τινων σκωλήκων διαλεγομένων,
ὅτι καταβεβρώκοιεν τὴν δοκόν. Καὶ τοῦτο ἀκούσας
καλεῖ τοὺς διακόνους, καὶ κελεύει αὐτὸν ἐκφέρειν, τῆς
Κλίνης λαμβανομένους τὴν μὲν γυναῖκα πρὸς ποδῶν,
τὸν δὲ ἄνδρα πρὸς κεφαλῆς. Οἱ δὲ αὐτὸν ἀναλαβόντες
ἐκφέρουσιν. Ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ ἡ δοκὸς κατακλᾶται
καὶ ἐπιπίπτει τῇ γυναικὶ, καὶ κτείνει αὐτήν. Ὁ δὲ
ἀνὴρ ἐξαγγέλλει τῷ Φυλάκῳ, ὁ δὲ Φύλακος Ἰφίκλῳ
τὰ γενόμενα. Οἱ δὲ ἐλθόντες παρὰ τὸν Μελάμποδα,
ἐρωτῶσι αὐτὸν, τίς ἐστιν. Ὁ δὲ ἔφη μάντις εἶναι. Οἱ
δὲ αὐτῷ τὰς βοῦς ὑπισχνοῦνται δώσειν, ἐὰν μηχανήν
τινα εὕρῃ παίδων γενέσεως Ἰφίκλῳ, καὶ πιστοῦνται
ταῦτα. Ὁ δὲ Μελάμπους βοῦν ἱερεύσας τῷ Διῒ, διαι-
ρεῖ μοῖρας πᾶσι τοῖς ὄρνισιν.
505

Philostratus Major Soph., Imagines (1600: 001)


“Philostrati maioris imagines”, Ed. Benndorf, O., Schenkl, K.
Leipzig: Teubner, [Link] 2, Ch. 10, se. 3, γρ. 6

λελάκτισται, τὰ δὲ συντέτριπται, τὰ δὲ ἀπ' αὐτῶν


κεῖται. καὶ κύλικες δὲ ἐκ χειρῶν πίπτουσι πλήρεις
αἱ πολλαὶ λύθρου, καὶ ἀλκὴ τῶν ἀποθνῃσκόντων
οὐδεμία· μεθύουσι γάρ.
         τὰ δὲ τῶν κειμένων
σχήματα ὁ μὲν ἐκτέτμηται τὴν φάρυγγα σίτου τι ἢ
ποτοῦ ἕλκουσαν, ὁ δ' ἀποκέκοπται τὴν κεφαλὴν ἐς τὸν
κρατῆρα κύπτων, ὁ δὲ ἀπήρακται τὴν χεῖρα φέρουσαν
ἔκπωμα, ὁ δὲ ἐφέλκεται τὴν τράπεζαν ἐκπεσὼν τῆς
Κλίνης, ὁ δ' εἰς ὤμους καὶ κεφαλὴν κεῖται, ποιητὴς
ἂν φαίη κύμβαχος, ὁ δ' ἀπιστεῖ τῷ θανάτῳ, ὁ
δὲ οὐκ ἔρρωται φυγεῖν οἷον πέδης ἐμβεβλημένης  
αὐτῷ τῆς μέθης· ὠχρὸς δὲ οὐδεὶς τῶν κειμένων,
ἐπειδὴ τοὺς ἐν οἴνῳ ἀποθνῄσκοντας οὐκ εὐθὺς ἀπο-
λείπει τὸ ἄνθος.

Phrynichus Attic., Eclogae (1608: 002)“Die Ekloge des Phrynichos”,


Ed. Fischer, [Link]: De Gruyter, 1974; Sammlung griechischer und
lateinischer Grammatiker [Link] entry 149, γρ. 1

 Κλ{αδ}ᾶν ἀμπέλους φαθί, ἀλλὰ μὴ κλαδεύειν.


 Πολίτης λέγε, μὴ συμπολίτης.
 Τύλην, εἰ καὶ εὕροις που, σὺ κνέφαλον λέγε.
 Τὸ ῥάπισμα οὐκ ἐν χρήσει· χρῶ οὖν τῷ καθαρῷ· τὸ γὰρ
τὴν γνάθον πλατείᾳ τῇ χειρὶ πλῆξαι ἐπὶ κόρρης πατάξαι Ἀθηναῖοί
φασιν.
 Παροψὶς τὸ ὄψον, οὐχὶ δὲ τὸ ἀγγεῖον· τοῦτο δὲ τρύβλιον
ἢ λεκάριον καλοῦσιν.
 Κροῦσαι τὴν θύραν· ἴσως μέν που παραβεβίασται ἡ
χρῆσις, ἄμεινον δὲ τὸ κόπτειν τὴν θύραν.
 Ἐνήλατα Κλίνης ἢ σκίμποδος οὐ χρὴ λέγειν τὸν ἀττι-
κίζοντα, ἀλλὰ κραστήρια.
 Κλίβανος οὐκ ἐρεῖς, ἀλλὰ κρίβανος διὰ τοῦ ρ {διὰ τὸ δο-
κεῖν πρώτην τροφὴν τῶν ἀνθρώπων κριθὰς εἶναι}.
 Κυνίδιον λέγε. Θεόπομπος δὲ ὁ κωμῳδὸς ἅπαξ που (fr.
90 K.) κυνάριον εἶπεν.
506

Phrynichus Attic., Eclogae Lexical entry 187, γρ. 3

ἕτερον δὲ ἀνατιθέναι τὸ φορτίον.


 Σταθερὸς ἄνθρωπος· οὕτως οὐ χρῶνται οἱ ἀρχαῖοι,
ἀλλὰ σταθερὰ μὲν μεσημβρία λέγουσι (Plat. Phaedr. 242 a) καὶ στα-  
θερὰ γαλήνη, σταθερὸς δὲ ἄνθρωπος οὐδαμῶς, ἀλλ' ἐμβριθής. οὐ καλῶς
οὖν Φαβωρῖνος (fr. 139 Bar.) “σταθερὸς ἄνθρωπος” εἶπεν.
 Ἀναπεσεῖν· οὐ καλῶς ἐπὶ τοῦ ἀνακλιθῆναι τάττεται,
ἐὰν δ' ἐπὶ τοῦ τὴν ψυχὴν ἀδημονῆσαι, καλῶς, οἷον “ἀνέπεσεν ἄνθρω-
πος” ἀντὶ τοῦ “τὴν ψυχὴν ἠθύμησεν”.
 Ἀνάκειται· καὶ τοῦτο ἄλλο μὲν παρ' αὐτοῖς σημαίνει,
ἀντ' ἄλλου δὲ ὑπὸ τῶν πολλῶν τίθεται. ἀνάκειται μὲν γὰρ ἀνδριὰς καὶ
ἀναθήματα καλῶς ἐρεῖς, ἀνάκειται δ' ἐπὶ τῆς Κλίνης οὐκέτι, ἀλλὰ κεῖται.
 Ἀντιβάλλειν· καὶ τοῦθ' ἕτερον σημαίνει καὶ ἑτέρως ὑπὸ
τῶν πολλῶν λέγεται. σημαίνει γὰρ τοιοῦτόν τι ὁποῖον τὸ ἀντιτιθέναι·
λέγεται δὲ νῦν ἀντὶ τοῦ ἀνταναγνῶναι.
 Σκορπίζεται· Ἑκαταῖος (1 F 366 Jac.) μὲν τοῦτο λέ-
γει Ἴων ὤν, οἱ δὲ Ἀττικοὶ σκεδάννυταί φασιν.
 Κατασχάσαι· ἰατροὶ μὲν τούτῳ χρώμενοι ἔχουσιν ἀπο-
λογίαν ὡς ὄντος παρὰ τοῖς ἀρχαίοις τοῦ ἔσχων καὶ ἔσχαζον {καὶ ἐκέν-
τουν}· ἀλλὰ κατανύξαι ἡμεῖς λέγομεν.
 Ἀρχαιϊκὸν λέγε ἐν δυοῖν ι ὡς Ἀλκαιϊκὸν καὶ τροχαιϊκόν.

Phrynichus Attic., Eclogae (familia T) (1608: 004)


“Die Ekloge des Phrynichos”, Ed. Fischer, E.
Berlin: De Gruyter, 1974; Sammlung griechischer und lateinischer
Grammatiker [Link] entry 187, γρ. 1

Σφυρήτατον, καὶ ὁλόσφυρον, οὐχ ὁλοσφύρατον.


Ὀπωρώνης λέγε, οὐχὶ ὀπωροπώλης.
Ἐξαμβλῶσαι, οὐκ ἐκτρῶσαι.
Ὅτι τὸ ἀναθέσθαι δύο σημαίνει· τὸ μεταγινώσκειν ἐφ' οἷς εἴρηκεν,
οἷον “ἀνατίθεμαι εἰς αὖθις τὸ πρᾶγμα”, καὶ ἀνατιθέναι τὸ φορτίον.
Σταθερὰ μεσημβρία, καὶ σταθερὰ γαλήνη· ἐμβριθὴς δὲ ἄνθρωπος.
Ἀναπεσεῖν· οὐ καλῶς ἐπὶ τοῦ ἀνακλιθῆναι τάττεται· ἐὰν δὲ ἐπὶ
τοῦ τὴν ψυχὴν ἀδημονῆσαι, καλῶς· ἀνέπεσεν ἄνθρωπος ἤγουν
τὴν ψυχὴν ἠθύμησεν.
Ἀνάκειται ἀνδριὰς καλῶς ἐρεῖς· ἀνάκειται δὲ ἐπὶ Κλίνης οὐκέτι,
ἀλλὰ κεῖται.
Σκεδάννυται, οὐ σκορπίζεται.
Ἐνθήκη ἄτοπον, παρενθήκη δέ.
507

Ἐξυπνισθῆναι πάρες· ἀφυπνισθῆναι δέ.


Ἀρτοποιός καὶ ἀρτοπόπος.
Βασίλεσσα· οὐδεὶς εἶπε τῶν ἀρχαίων, ἀλλὰ βασίλεια καὶ βασιλίς.  
Σικχαίνομαι· τῷ ὄντι ναυτίας ἄξιον τοὔνομα· ἀλλ' ἐρεῖς βδελύτ-
τομαι.

Phylarchus Hist., Fragmenta (1609: 002)“FGrH #81”.


Τόμ. -Jacobyʹ-F 2a,81,F, fragment 44, γρ. 10

  – IV 20 – 21 p. 141 F – 142 F: Φύλαρχος γοῦν ἐν τῆι [ι]ε


καὶ κ τῶν Ἱστοριῶν τάδε γράφει περὶ αὐτῶν· «Λακεδαιμόνιοι εἰς
μὲν τὰ φιδίτια οὐκ ἤρχοντο κατὰ τὸ πάτριον ἔθος· ὅτε
δὲ καὶ παραγένοιντο, μικρὰ συμπεριενεχθεῖσι νόμου
χάριν παρεσκευάζετο καὶ πάλιν αὐτοῖς στρωμναί τε τοῖς
μεγέθεσιν οὕτως ἐξησκημέναι πολυτελῶς καὶ τῆι ποικι-
λίαι διαφόρως ὥστε τῶν ξένων ἐνίους τῶν παραληφθέν-
των ὀκνεῖν τὸν ἀγκῶνα ἐπὶ τὰ προσκεφάλαια ἐρείδειν.
οἱ δὲ πρότερον ἐπὶ τοῦ κλιντηρίου ψιλοῦ διακαρτεροῦν-
τες [τῆς Κλίνης] παρ' ὅλην τὴν συνουσίαν, ὅτε τὸν ἀγ-
κῶνα ἅπαξ ἐρείσειαν, εἰς δὲ τὴν προειρημένην τρυ-
φὴν ἦλθον ποτηρίων τ' ἐκθέσεις πολλῶν καὶ βρωμάτων
παντοδαπῶς πεποιημένων παραθέσεις, ἔτι δὲ μύρων  
ἐξηλλαγμένων, ὡς δ' αὕτως οἴνων καὶ τραγημάτων. καὶ
τούτων ἦρξαν οἱ μικρὸν πρὸ Κλεομένους βασιλεύσαντες
Ἄρευς καὶ Ἀκρότατος αὐλικὴν ἐξουσίαν ζηλώσαντες· οὓς
τοσοῦτον [αὖθις] ὑπερῆράν τινες τῶν ἰδιωτῶν τῶν ἐν
Σπάρτηι γενομένων κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον τῆι πολυτε-
λείαι τῆι καθ' αὑτούς, ὥστε δοκεῖν τὸν Ἄρεα καὶ τὸν
Ἀκρότατον εὐτελείαι πάντας ὑπερβεβληκέναι τοὺς

Ptolemaeus Gramm., De differentia vocabulorum (= Περὶ διαφορᾶς


λέξεων κατὰ στοιχεῖον) [Sp.] (e cod. Ambros. E 26 sup.) (1643: 004)
“”Ptolemaeus, De differentia vocabulorum””, Ed. Palmieri, V., 1981–
1982; Annali della Facoltà di Lettere e Filosofia dell'Università di
Napoli [Link] letter lambda, entry 90, γρ. 1

λειπόμενον.
λύμη καὶ λήμη καὶ λοιμικὴ διαφέρει. ἡ μὲν γὰρ λύ-
μη φθορά τίς ἐστιν ἐπὶ ψυχῆς διαβαίνουσα. ἡ δὲ ἑτέρα λήμη ἡ διὰ τοῦ η
λευκόν τί ἐστιν ἔνυγρον, ὃ καλεῖται τζίμβλα, κατὰ τὸν ὀφθαλμὸν
508

συνιστάμε-
νον· γίνεται δὲ παρὰ τὸ λάω τὸ βλέπω καὶ τοῦ μὴ ἀπαγορευτικοῦ· καὶ γὰρ

κωλύει τὸ λάειν, ἤγουν βλέπειν. ἡ δὲ λοιμικὴ νόσος τίς ἐστι φθαρτικὴ


σώματος.
λοιδορία ὕβρεως διαφέρει. ἡ μὲν γὰρ γλώσσης ἐστὶ μόνον
ἀτιμία, ἡ δὲ ὕβρις καὶ τὴν διὰ τῶν ἔργων ἐπ' αἰσχύνῃ τῶν ὑβριζομένων
ἐπίνοιαν ἔχει.
λέχος καὶ εὐνὴ διαφέρει. λέχος μὲν γάρ ἐστιν ἡ Κλίνη,
εὐνὴ δὲ ἡ ἐπὶ ταύτης Στρωμνή.  
λεία καὶ λήϊα διαφέρει. λεία μὲν διὰ τῆς ει διφθόγγου
σημαίνει τὴν ἀπελασίαν τῶν τετραπόδων· λήϊα δὲ τὰ σιτοφόρα πεδία.
λογογράφος λογοποιοῦ διαφέρει. λογογράφος μὲν
γάρ ἐστιν ὁ τοὺς δικανικοὺς λόγους γράφων, λογοποιὸς δὲ ὁ λόγους τινὰς
καὶ μύθους συντιθείς.

Socrates Hist., Fragmenta (1679: 002)“FHG 3”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link] 1, γρ. 18

περιττῶς ἐξειργασμένα ταῖς τέχναις· ἦσαν δὲ, φησὶ,


καὶ οἱ τοῖχοι ἁλουργέσι καὶ διαχρύσοις ἐμπεπετασμένοι
ὕφεσι. Καὶ δώδεκα τρίκλινα διαστρώσασα, ἐκάλεσε τὸν
Ἀντώνιον, μεθ' ὧν ἐβούλετο, ἡ Κλεοπάτρα. Τοῦ δὲ
τῇ πολυτελείᾳ τῆς ὄψεως ἐκπλαγέντος, ὑπομειδιάσασα,
ταῦτ' ἔφη πάντα δωρεῖσθαι αὐτῷ, καὶ εἰς αὔριον πα-
ρεκάλει συνδειπνῆσαι πάλιν, ἥκοντα μετὰ τῶν φίλων
καὶ τῶν ἡγεμόνων· ὅτε καὶ πολλῷ κρεῖττον διακοσμή-
σασα τὸ συμπόσιον, ἐποίησε φανῆναι τὰ πρῶτα μικρὰ,
καὶ πάλιν καὶ ταῦτα ἐδωρήσατο. Τῶν δ' ἡγεμόνων
ἐφ' ᾗ ἕκαστος κατέκειτο κλίνῃ, καὶ τὰ κυλικεῖα, καθὼς
ταῖς στρωμναῖς ἐμεμέριστο, ἑκάστῳ φέρειν ἐπέτρεψε.
Καὶ κατὰ τὴν ἄφοδον τοῖς μὲν ἐν ἀξιώμασι φορεῖα σὺν
τοῖς κομίζουσι, τοῖς πλείοσι δὲ καταργύροις σκευαῖς κε-
κοσμημένους ἵππους, πᾶσι δὲ λαμπτηροφόρους παῖδας
Αἰθίοπας παρέστησε.

Testamentum Abrahae, Testamentum Abrahae (recensio A) (olim


partim sub auctore Hesychio Hierosolymitano) (1701: 001)
“The testament of Abraham”, Ed. James, [Link]: Cambridge
University Press, 1892; Texts and Studies [Link]. 5, γρ. 5
509

σου πάντα τὰ ἐπὶ τῆς τραπέζης· καὶ συνευφράνθητι μετ'


αὐτοῦ ἐν πᾶσιν· μόνον τὰ τοῦ ὁράματος διακρινεῖς καλῶς
ὅπως ἂν γνώσεται Ἁβραὰμ τὴν τοῦ Θανάτου δρεπάνην,
καὶ τὸ τοῦ βίου ἄδηλον πέρας, καὶ ἵνα ποιήσῃ διάταξιν
περὶ πάντων τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ, ὅτι ηὐλόγησα αὐτὸν
ὑπὲρ ἄμμον θαλάσσης, καὶ ὡς τοὺς ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ.
 τότε ὁ ἀρχιστράτηγος κατῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ
Ἁβραὰμ καὶ ἐκαθέσθη μετ' αὐτοῦ ἐν τῇ τραπέζῃ, Ἰσαὰκ
δὲ ὑπηρέτει αὐτοῖς· τελεσθέντος δὲ τοῦ δείπνου ἐποίησεν
Ἁβραὰμ τὴν κατὰ ἔθος εὐχὴν, καὶ ὁ ἀρχάγγελος ηὔχετο
μετ' αὐτοῦ, καὶ ἀνεπαύσαντο ἕκαστος εἰς τὴν Κλίνην  
αὐτοῦ. εἶπεν δὲ Ἰσαὰκ πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πάτερ,
ἤθελα κἀγὼ ἀναπαῆναι μεθ' ὑμῶν ἐν τῷ τρικλίνῳ τούτῳ,
ἵνα ἀκούσω κἀγὼ τὰ διαλεγόμενα ὑμῶν· ἀγαπῶ γὰρ
ἀκούειν τὴν διαφορὰν τῆς ὁμιλίας τοῦ παναρέτου ἀνδρὸς
τούτου. εἶπεν δὲ Ἁβραάμ· Οὐχὶ, τέκνον, ἀλλὰ ἔπελθε ἐν
τῷ σῷ τρικλίνῳ καὶ ἀναπαῦσαι ἐν τῇ κλίνῃ σου, ἵνα μὴ
γινώμεθα ἐπιβαρεῖς τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ. τότε Ἰσαὰκ
λαβὼν τὴν εὐχὴν παρ' αὐτῶν, καὶ εὐλογήσας, ἀπῆλθεν ἐν
τῷ ἰδίῳ τρικλίνῳ καὶ ἀνέπεσεν ἐπὶ τὴν Κλίνην αὐτοῦ· ἔρ-
ριψεν δὲ ὁ θεὸς τὴν μνήμην τοῦ θανάτου εἰς τὴν καρδίαν

Testamentum Abrahae, Testamentum Abrahae (recensio A) (olim


partim sub auctore Hesychio Hierosolymitano) Se. 5, γρ. 11

 τότε ὁ ἀρχιστράτηγος κατῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ


Ἁβραὰμ καὶ ἐκαθέσθη μετ' αὐτοῦ ἐν τῇ τραπέζῃ, Ἰσαὰκ
δὲ ὑπηρέτει αὐτοῖς· τελεσθέντος δὲ τοῦ δείπνου ἐποίησεν
Ἁβραὰμ τὴν κατὰ ἔθος εὐχὴν, καὶ ὁ ἀρχάγγελος ηὔχετο
μετ' αὐτοῦ, καὶ ἀνεπαύσαντο ἕκαστος εἰς τὴν Κλίνην  
αὐτοῦ. εἶπεν δὲ Ἰσαὰκ πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πάτερ,
ἤθελα κἀγὼ ἀναπαῆναι μεθ' ὑμῶν ἐν τῷ τρικλίνῳ τούτῳ,
ἵνα ἀκούσω κἀγὼ τὰ διαλεγόμενα ὑμῶν· ἀγαπῶ γὰρ
ἀκούειν τὴν διαφορὰν τῆς ὁμιλίας τοῦ παναρέτου ἀνδρὸς
τούτου. εἶπεν δὲ Ἁβραάμ· Οὐχὶ, τέκνον, ἀλλὰ ἔπελθε ἐν
τῷ σῷ τρικλίνῳ καὶ ἀναπαῦσαι ἐν τῇ κλίνῃ σου, ἵνα μὴ
γινώμεθα ἐπιβαρεῖς τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ. τότε Ἰσαὰκ
λαβὼν τὴν εὐχὴν παρ' αὐτῶν, καὶ εὐλογήσας, ἀπῆλθεν ἐν
τῷ ἰδίῳ τρικλίνῳ καὶ ἀνέπεσεν ἐπὶ τὴν Κλίνην αὐτοῦ· ἔρ-
ριψεν δὲ ὁ θεὸς τὴν μνήμην τοῦ θανάτου εἰς τὴν καρδίαν
τοῦ Ἰσαὰκ ὡς ἐν ὀνείροις· καὶ περὶ ὥραν τρίτην τῆς
νυκτὸς διυπνισθεὶς Ἰσαὰκ ἀνέστη ἀπὸ τῆς Κλίνης αὐτοῦ
510

καὶ ἦλθεν δρομαίως ἕως τοῦ τρικλίνου ἔνθα ὁ πατὴρ αὐτοῦ


ἦν κοιμώμενος μετὰ τοῦ ἀρχαγγέλου. φθάσας οὖν Ἰσαὰκ
πρὸς τὴν θύραν ἔκραζεν λέγων· Πάτερ Ἁβραὰμ, ἀναστὰς
ἄνοιξόν μοι ταχέως, ὅπως εἰσέλθω καὶ κρεμασθῶ ἐν τῷ

Testamentum Jobi, Testamentum Jobi (1702: 001)


“Testamentum Jobi”, Ed. Brock, [Link]: Brill, 1967;
Pseudepigrapha veteris testamenti Graece [Link]. 3, se. 4, γρ. 1

θάλασσαν καὶ ἡμᾶς αὐτούς; ἄρα πῶς γνώσομαι;


 Καὶ ἐν τῇ νυκτὶ κοιμωμένου μου ἦλθέν μοι μεγάλη
φωνὴ ἐν μείζονι φωτὶ λέγουσα Ιωβαβ Ιωβαβ.
         καὶ εἶπον
Ἰδοὺ ἐγώ. καὶ εἶπεν Ἀνάστηθι καὶ ὑποδείξω σοι τίς ἐστιν
οὗτος ὃν γνῶναι θέλεις·
         οὗτος οὗ τὰ ὁλοκαυτώματα προσφέ-
ρουσιν καὶ σπένδουσιν οὐκ ἔστιν θεός, ἀλλὰ αὕτη ἐστὶν ἡ
δύναμις τοῦ διαβόλου, ἐν ᾧ ἀπατηθήσεται ἡ ἀνθρωπίνη
φύσις.
         καὶ ἐγὼ ἀκούσας κατέπεσα ἐπὶ τὴν Κλίνην μου
προσκυνῶν καὶ λέγων

Testamentum Jobi, Testamentum Jobi Ch. 51, se. 3, γρ. 2

ἀφισταμένη ἀπὸ τῶν κοσμικῶν· λελάληκεν γὰρ ἐν τῇ


διαλέκτῳ τῶν Χερουβιμ δοξολογοῦσα τὸν δεσπότην τῶν
ἀρετῶν ἐνδειξαμένη τὴν δόξαν αὐτῶν·
         καὶ ὁ βουλόμενος
λοιπὸν ἴχνος ἡμέρας καταλαβεῖν τῆς πατρικῆς δόξης εὑρήσει
ἀναγεγραμμένα ἐν ταῖς εὐχαῖς τῆς Ἀμαλθείας κέρας.
 Μετὰ δὲ τὸ παύσασθαι τὰς τρεῖς ὑμνολογούσας,
ἐπικειμένου τοῦ Κυρίου καὶ ἐμοῦ Νηρείου ἀδελφοῦ ὄντος
τοῦ Ιωβ, ἐπικειμένου δὲ καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος,
         ἐκαθεζόμην
πλησίον τοῦ Ιωβ ἐπὶ τῆς Κλίνης μου· ἤκουσα ἐγὼ τὰ μεγαλεῖα
μιᾶς ὑποσημειουμένης τῇ μιᾷ·
         καὶ ἀνεγραψάμην τὸ βιβλίον  
ὅλον πλείστων σημειώσεων τῶν ὕμνων παρὰ τῶν τριῶν
θυγατέρων τοῦ ἀδελφοῦ μου, σωτήριον ταῦτα εἶναι, ὅτι
ταῦτά ἐστιν τὰ μεγαλεῖα τοῦ θεοῦ.
 Καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ποιουμένου τοῦ Ιωβ νοσεῖν
ἐπὶ τῆς Κλίνης, ἄνευ πόνου μέντοι καὶ ὀδύνης, ἐπεὶ μηκέτι
511

πόνος ἴσχυεν ἅπτεσθαι αὐτοῦ διὰ τὸ σημεῖον τῆς περιζώσεως


ἧς περιεζώσατο·

Μύθοι Αισώπου. Vita G (e cod. 397 Bibliothecae Pierponti Morgan)


(recensio 3) (1765: 001)“Aesopica, vol. 1”, Ed. Perry, B.E.
Urbana: University of Illinois Press, [Link]. 72, γρ. 8

ἐκπίω. ἀδύνατον δέ ἐστιν τῶν καθόλου ὄντων εἰς τὸν κόσμον ποταμῶν τὰ
στόματα
κλεῖσαι· ἀδύνατον δέ ἐστιν καὶ ἐμὲ τὴν θάλασσαν ἐκπιεῖν.’ οὕτως τὸ
ἀδύνατον τῷ
ἀδυνάτῳ συμβληθὲν διάλυσιν τῶν συνθηκῶν ποιήσει.”
         Ξάνθος ἐκπλαγεὶς
αὐτοῦ τὸ [ν νοῦν ἔσχεν] εὐεπινόητον καὶ περιχαρὴς γενάμενος
περιέμενεν. ὁ δὲ τὴν
συνθήκην θεὶς παρεγένετο μετὰ τῶν τῆς πόλεως πρωτευόντων πρὸ τοῦ
πυλῶνος καὶ
καλέσας τὸν Ξάνθον ἔφη “τὴν συνθήκην ἐκβίβασον ἢ τὸν βίον σου
παράδος.” Αἴσωπος
εἶπεν “σὺ τοῦ σοῦ βίου εἰσδίδου λόγους· ἤδη γὰρ ἡμῖν ἡμίκενός ἐστιν ἡ
θάλασσα.”
ὁ σχολαστικὸς εἶπεν “Αἴσωπε, ἐμὸς ἔσῃ δοῦλος, οὐκέτι Ξάνθου.”
Αἴσωπος· “παράδος
μᾶλλον τὸν βίον σου τῷ δεσπότῃ μου, καὶ μὴ φλυάρει.” καὶ ταῦτα εἰπὼν
ἐκέλευσεν
προσφέρεσθαι Κλίνην καὶ παρὰ τὸν αἰγιαλὸν στρωννύεσθαι, καὶ
παρέθηκε τράπεζαν
καὶ ἐκπόματά τινα. συνέδραμέν τε τὸ πλῆθος ἅπαν καὶ κατῆλθεν ὁ
Ξάνθος καὶ ἀνέπε-
σεν. καὶ ὁ Αἴσωπος παρειστήκει αὐτῷ καὶ τῶν σκύφων ἐμπληρώσας ἐκ
τῆς θαλάσσης
ἐπέδωκε τῷ δεσπότῃ. ὁ σχολαστικός· “πολλά μοι κακά, ἀληθῶς ἐκπίνει
τὴν θάλας-
σαν;” [ἄλλος πρὸσομόλογον].
         μέλλων δὲ προστιθέναι ὁ Ξάνθος τὸ πόμα
πρὸς τὸ στόμα λέγει “ὁ συνθηκοφύλαξ ἐλθέ.” ἥοκεν. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ
Ξάνθος
“πῶς ἔθηκα τὴν συνθήκην;” ὁ σχολαστικός· “τὴν θάλασσαν ἐκπιεῖν σε.”
ὁ Ξάνθος·
“μή τι ἕτερον;” ὁ συνθηκοφύλαξ· “οὔ.” Ξάνθος τῷ δήμῳ λέγει “ἄνδρες
πολῖται,
512

Μύθοι Αισώπου. Vita W (vita Aesopi Westermanniana) (recensio 2)


(1765: 002)“Aesopica, vol. 1”, Ed. Perry, [Link]: University of
Illinois Press, [Link]. 72, γρ. 5

εἰπὲ δημοσίᾳ πρὸς τὸν συνθηκοφύλακα ‘πῶς τεθείκαμεν τὰς συνθήκας;’


καὶ ἐρεῖ
σοι ‘ἵνα τὴν θάλασσαν ἐκπίῃς.’ εἰπὲ οὖν ‘μή τι πλέον;’ ἐρεῖ ‘οὔ.’ καὶ
τοῦτο μαρτυρά-
μενος λέγε ‘ἄνδρες πολῖται, πολλοί εἰσι ποταμοὶ χείμαρροι καὶ ἀένναοι
οἵτινες
τῇ θαλάσσῃ ἐπιχέονται· συνεθέμην οὖν μόνην τὴν θάλασσαν ἐκπιεῖν,
οὐχὶ δὲ καὶ
τοὺς ἐπιρρέοντας ποταμούς· ἄπελθε οὖν καὶ ἐπίστρεψον τὰ εἰσερχόμενα
ὕδατα,
κἀγὼ τὴν θάλασσαν ἐκπίω.’ καὶ οὕτως τὸ ἀδύνατον τῷ ἀδυνάτῳ
λυθήσεται.”
ὁ δὲ Ξάνθος ἐπιγνοὺς περιχαρὴς ἐγένετο. ὁ δὲ τὴν συνθήκην θεὶς ἅμα
τοῖς ἐντιμοτέροις
τῆς πόλεως ἐξεδέχετο πρὸ τοῦ πυλῶνος, προελθόντος δὲ τοῦ Ξάνθου
ἐζήτει ἐκβιβας-
θῆναι τὴν συνθήκην. Αἴσωπος εἶπε “σὺ μὲν δίδου τὸν σὸν βίον τῷ
δεσπότῃ μου,
αὐτῷ γὰρ ἤδη ἡμίκενος γέγονεν ἡ θάλασσα.” ὁ σχολαστικὸς ἔφη “ἐμὸς
εἶ, Αἴσωπε,
οὐκέτι Ξάνθου.” ὁ δὲ Ξάνθος ἐκέλευσε Κλίνην πρὸς τῷ αἰγιαλῷ
στρωθῆναι καὶ τράπεζαν
τεθῆναι, τὸ δὲ πλῆθος τῆς πόλεως συνέδραμεν ἰδεῖν. τοῦ δὲ Ξάνθου
ἀναπεσόντος,
δραμὼν Αἴσωπος καὶ σκύφον λαβὼν καὶ πλήσας ἐκ τῆς θαλάσσης
ἐπέδωκε τῷ Ξάνθῳ. ὁ δὲ λαβὼν λέγει τῷ συνθηκοφύλακι “εἰπὲ δημοσίᾳ,
πῶς τεθείκαμεν τὰς συνθή-κας;” ὁ δὲ λέγει “ἵνα τὴν θάλασσαν ἐκπίῃς.” ὁ
Ξάνθος· “μή τι ἕτερον;” ὁ δέ·

Μύθοι Αισώπου. Vita W (vita Aesopi Westermanniana) (recensio 2)


Se. 77a, γρ. 4

τὴν δὲ μίαν ἰδὼν ἔφη “οὐκ εἶπάς μοι, κατάρατε, ὅτι δικόρωνον εἱστήκει
πρὸ τοῦ
πυλῶνος;” Αἴσωπος ἔφη “ναί, ἀλλ' ἡ μία ἔπτη.” ὁ δὲ Ξάνθος φησί “ἔθος
σοι τοῦ
513

χλευάζειν με,” καὶ ἐκέλευσεν αὐτὸν ἐκδυθέντα τύπτεσθαι. τυπτομένου δὲ


αὐτοῦ
ἐλθών τις ἐπὶ μέγα δεῖπνον ἐκάλει τὸν Ξάνθον. ὁ δὲ Αἴσωπος ἔφη “οἴμοι
ὁ τάλας,  
ἐγὼ ἰδὼν δικόρωνον ἐμαστιγώθην, σὺ δὲ μονοκόρωνον ἰδὼν ἐπὶ τρυφὴν
πορεύῃ· οὐκοῦν
μάτην οἰωνοσκοπία καὶ ὀρνεοσκοπία.” ὁ δὲ Ξάνθος θαυμάσας αὐτοῦ τὸν
λόγον “μη-
κέτι,” φησί, “τυπτέσθω.”
 Μεθ' ἡμέρας δέ τινας προσκαλεσάμενος ὁ Ξάνθος τὸν Αἴσωπον
ἔφη πρὸς αὐτόν “ποίησον ἡμῖν ἄριστον καλόν· σχολαστικοὺς γὰρ
κέκληκα.” ὁ δὲ
Αἴσωπος τὰ πρὸς τὴν ἑστίασιν αὐτῶν εὐτρεπίσας, καὶ τῆς κυρίας αὐτοῦ
ἐπὶ τῆς
Κλίνης ἀνακειμένης, ἔφη πρὸς αὐτὴν ὁ Αἴσωπος “πρόσεχε τῇ τραπέζῃ,
κυρία μου,
μή πως ἐλθοῦσα ἡ κύνα καταφάγῃ τι τῶν ἐδεσμάτων.” ἡ δὲ ἔφη πρὸς
αὐτόν “ἄπελθε
μηδὲν περὶ τούτων φροντίζων· ἐμοῦ γὰρ καὶ ὁ κῶλος ὀφθαλμοὺς ἔχει.”
τοῦ δὲ Αἰσώπου
εἰς ἑτέραν χρείαν ἀσχολουμένου καὶ πάλιν ἐπὶ τῆς τραπέζης ἐλθόντος,
εὗρε τὴν
κυρίαν αὐτοῦ κοιμωμένην καὶ τὰ ὄπισθεν αὐτῆς ἐπὶ τῆς τραπέζης
ὑπάρχοντα. ὁ δὲ
φοβηθεὶς μή πως ἡ κύνα ἀνελθοῦσα ἀχρειώσῃ τὴν τράπεζαν,
ἀναμνησθεὶς τῆς κυρίας
αὐτοῦ εἰπούσης ὅτι “ἐμοῦ καὶ ὁ κῶλος ὀφθαλμοὺς ἔχει,” ἀνακομβώσας
αὐτῆς τοὺς
χιτῶνας καὶ τὰ ὄπισθεν αὐτῆς γυμνώσας εἴασεν αὐτὴν κεῖσθαι οὕτως. τοῦ
δὲ Ξάνθου
σὺν τοῖς σχολαστικοῖς ἐλθόντος ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ ἄριστον. ἰδόντες οὖν
αὐτὴν γεγυμ-
νωμένην καὶ ὑπνώττουσαν, αἰσχυνθέντες ἀπέστρεψαν τὰς ὄψεις αὐτῶν.

Ninus, Ninus (fragmenta A–B) (P. Berol. 6926) (1804: 001)


“Griechische Roman–Papyri und verwandte Texte”, Ed. Zimmermann, F.
Heidelberg: Bilabel, [Link] B, γρ. 10

[κ]εία ‘Περὶ σπουδαίων, ἔφ̣[η ...]  


[.........  – ]οὐ γὰρ ἀπελείφθη
[κἀκείνη τ]ῆ̣ς μητρὸς ἐν το-
514

[σούτωι – ἠκ]ο̣λούθησεν ἀκα-


[τάπαυστος] καὶ περιερρηγμέ-
[νος καὶ οὐδ]αμῶς I(+εροπρεπής·
[ἔκλαυσε δ]ὲ δακρύων καὶ κο-
[πτόμενος ἐ]κ τοῦ σχήματος
[παντελῶς] εἱρχθεὶς ἅτε με-
[μηνώς. ἀνα]πηδήσασαν δὲ αὐ-
[τὴν τῆς κλί]νης καὶ βουλομέ-
[νην ὀνειδίς]αι ταῦτα πιέσας
[ἐμπαθῶς ταῖς χ]ερσὶν ὁ Νίνος·  
[’Ἀλλ', ἔφη, παρῆν τι]ς εἰπών σοί με
[φθορέα παρ]θένων; ἔστω.’ Κἆι-
[τα μειδιώσης τ]ῆς μητρὸς καὶ ἡ
[γυνὴ κατηφής·] ‘Οὕτως ἀγομέ-
[νην, ἔφη, ἔχεις κ]αὶ τάχα που κἀγὼ
[δηλώσω σαφῶ]ς• οὐ δὴ βούλομαι
[τὰ πάντα ἡμ]ῶ̣ν μᾶλλον ἢ πρό-
[τερον κινδ]υ̣νεύεσθαι •‘ ‘Οὐδ' αὐ

Vitae Homeri, Vita septima (Eustathii vita, Od. 1713.17) (1805: 007)
“Homeri opera, vol. 5”, Ed. Allen, [Link]: Clarendon Press, 1912,
Repr. [Link] 8

καὶ αὐτοῦ ἐπὶ τῷ τάφῳ ἐπιγέγραπται ἐπίγραμμα τοῦτο·


 ἐνθάδε τὴν ἱερὴν κεφαλὴν κατὰ γαῖα καλύπτει
 ἀνδρῶν ἡρώων κοσμήτορα θεῖον Ὅμηρον.  
 Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Πάφιος ἱστορεῖ τὸν Ὅμηρον υἱὸν
Αἰγυπτίων Δμασαγόρου καὶ Αἴθρας· τροφὸν δὲ αὐτοῦ
προφῆτίν τινα θυγατέρα Ὤρου ἱερέως Ἴσιδος, ἧς ἐκ τῶν
μαστῶν μέλι ῥεῦσαί ποτε εἰς τὸ στόμα τοῦ παιδίου. καὶ τὸ
βρέφος ἐν νυκτὶ φωνὰς ἐννέα προέσθαι· χελιδόνος, ταῶνος,
περιστερᾶς, κορώνης, πέρδικος, πορφυρίωνος, ψαρός, ἀηδόνος
καὶ κοττύφου. εὑρεθῆναί τε τὸ παιδίον μετὰ περιστερῶν ἐννέα
παῖζον ἐπὶ τῆς Κλίνης, εὐωχουμένην δὲ παρὰ τοῖς τοῦ παιδὸς
τὴν Σίβυλλαν ἐμμανῆ γεγονυῖαν ἔπη σχεδιάσαι, ὧν ἀρχὴ
  Δμασαγόρα πολύνικε,
ἐν οἷς καὶ μεγακλεῆ καὶ στεφανίτην αὐτὸν προσειπεῖν, καὶ
ναὸν κτίσαι κελεῦσαι ἐννέα Πιερίδων· ἐδήλου δὲ τὰς
515

μούσας. τὸν δὲ καὶ τοῦτο ποιῆσαι καὶ τῷ παιδὶ ἀνδρωθέντι


ἐξειπεῖν τὸ πρᾶγμα. καὶ τὸν ποιητὴν οὕτω σεμνῦναι τὰ  
ζῷα οἷς βρέφος ὢν συνέπαιζε, καὶ ποιῆσαι αὐτὰ τῷ Διὶ τὴν
ἀμβροσίαν κομίζοντα.  

Plotinus Phil., Enneades Ennead 5, Ch. 9, se. 3, γρ. 13

εἶναί τινα τοιαύτην. Ἴσως μὲν οὖν γελοῖον ζητεῖν, εἰ


νοῦς ἐστιν ἐν τοῖς οὖσι· τάχα δ' ἄν τινες καὶ περὶ τούτου
διαμφισβητοῖεν. Μᾶλλον δέ, εἰ τοιοῦτος, οἷόν φαμεν, καὶ
εἰ χωριστός τις, καὶ εἰ οὗτος τὰ ὄντα καὶ ἡ τῶν εἰδῶν
φύσις ἐνταῦθα, περὶ οὗ καὶ τὰ νῦν εἰπεῖν πρόκειται.
Ὁρῶμεν δὴ τὰ λεγόμενα εἶναι πάντα σύνθετα καὶ ἁπλοῦν
αὐτῶν οὐδὲ ἕν, ἅ τε τέχνη ἐργάζεται ἕκαστα, ἅ τε συν-
έστηκε φύσει. Τά τε γὰρ τεχνητὰ ἔχει χαλκὸν ἢ ξύλον ἢ
λίθον καὶ παρὰ τούτων οὔπω τετέλεσται, πρὶν ἂν ἡ τέχνη
ἑκάστη ἡ μὲν ἀνδριάντα, ἡ δὲ Κλίνην, ἡ δὲ οἰκίαν ἐργά-  
σηται εἴδους τοῦ παρ' αὑτῇ ἐνθέσει. Καὶ μὴν καὶ τὰ φύσει
συνεστῶτα τὰ μὲν πολυσύνθετα αὐτῶν καὶ συγκρίματα
καλούμενα ἀναλύσεις εἰς τὸ ἐπὶ πᾶσι τοῖς συγκριθεῖσιν
εἶδος· οἷον ἄνθρωπον εἰς ψυχὴν καὶ σῶμα, καὶ τὸ σῶμα
εἰς τὰ τέσσαρα. Ἕκαστον δὲ τούτων σύνθετον εὑρὼν ἐξ
ὕλης καὶ τοῦ μορφοῦντος – ὕλη γὰρ παρ' αὑτῆς ἡ τῶν
στοιχείων ἄμορφος – ζητήσεις τὸ εἶδος ὅθεν τῇ ὕλῃ. Ζητή-
σεις δ' αὖ καὶ τὴν ψυχὴν πότερα τῶν ἁπλῶν ἤδη, ἢ ἔνι τι
ἐν αὐτῇ τὸ μὲν ὡς ὕλη, τὸ δὲ εἶδος, ὁ νοῦς ὁ ἐν αὐτῇ, ὁ
μὲν ὡς ἡ ἐπὶ τῷ χαλκῷ μορφή, ὁ δὲ οἷος ὁ τὴν μορφὴν

Plotinus Phil., Enneades Ennead 5, Ch. 9, se. 5, γρ. 41

τῷ πράγματι καὶ τὸ ἐμαυτὸν ἐδιζησάμην ὡς ἓν


τῶν ὄντων· καὶ αἱ ἀναμνήσεις δέ· οὐδὲν γὰρ ἔξω τῶν ὄν-
των οὐδ' ἐν τόπῳ, μένει δὲ ἀεὶ ἐν αὐτοῖς μεταβολὴν οὐδὲ  
φθορὰν δεχόμενα· διὸ καὶ ὄντως ὄντα. Ἢ γιγνόμενα καὶ
ἀπολλύμενα ἐπακτῷ χρήσεται τῷ ὄντι, καὶ οὐκέτ' ἐκεῖνα
ἀλλ' ἐκεῖνο τὸ ὂν ἔσται. Τὰ μὲν δὴ αἰσθητὰ μεθέξει ἐστὶν
ἃ λέγεται τῆς ὑποκειμένης φύσεως μορφὴν ἰσχούσης ἄλλο-
θεν· οἷον χαλκὸς παρὰ ἀνδριαντοποιικῆς καὶ ξύλον παρὰ
τεκτονικῆς διὰ εἰδώλου τῆς τέχνης εἰς αὐτὰ ἰούσης, τῆς
516

δὲ τέχνης αὐτῆς ἔξω ὕλης ἐν ταυτότητι μενούσης καὶ


τὸν ἀληθῆ ἀνδριάντα καὶ Κλίνην ἐχούσης. Οὕτω δὴ καὶ
ἐπὶ τῶν σωμάτων· καὶ τόδε πᾶν ἰνδαλμάτων μετέχον
ἕτερα αὐτῶν δείκνυσι τὰ ὄντα, ἄτρεπτα μὲν ὄντα ἐκεῖνα,
αὐτὰ δὲ τρεπόμενα, ἱδρυμένα τε ἐφ' ἑαυτῶν, οὐ τόπου
δεόμενα· οὐ γὰρ μεγέθη· νοερὰν δὲ καὶ αὐτάρκη ἑαυτοῖς
ὑπόστασιν ἔχοντα. Σωμάτων γὰρ φύσις σῴζεσθαι παρ'
ἄλλου θέλει, νοῦς δὲ ἀνέχων θαυμαστῇ φύσει τὰ παρ'
αὑτῶν πίπτοντα, ὅπου ἱδρυθῇ αὐτὸς οὐ ζητεῖ.
 Νοῦς μὲν δὴ ἔστω τὰ ὄντα, καὶ πάντα ἐν αὑτῷ οὐχ
ὡς ἐν τόπῳ ἔχων, ἀλλ' ὡς αὑτὸν ἔχων καὶ ἓν ὢν αὐτοῖς.
Πάντα δὲ ὁμοῦ ἐκεῖ καὶ οὐδὲν ἧττον διακεκριμένα.

Plotinus Phil., Enneades Ennead 6, Ch. 1, se. 23, γρ. 10

κον». Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων ἅλις.


 Περὶ δὲ τοῦ ἔχειν, εἰ τὸ ἔχειν πολλαχῶς, διὰ τί οὐ
πάντες οἱ τρόποι τοῦ ἔχειν εἰς ταύτην τὴν κατηγορίαν
ἀναχθήσονται; Ὥστε καὶ τὸ ποσόν, ὅτι ἔχει μέγεθος, καὶ
τὸ ποιόν, ὅτι ἔχει χρῶμα, καὶ ὁ πατὴρ καὶ τὰ τοιαῦτα, ὅτι
ἔχει υἱόν, καὶ ὁ υἱὸς, ὅτι ἔχει πατέρα, καὶ ὅλως κτήματα.
Εἰ δὲ τὰ μὲν ἄλλα ἐν ἐκείναις, ὅπλα δὲ καὶ ὑποδήματα καὶ
τὰ περὶ τὸ σῶμα, πρῶτον μὲν ζητήσειεν ἄν τις, διὰ τί, καὶ
διὰ τί ἔχων μὲν αὐτὰ μίαν ἄλλην κατηγορίαν ποιεῖ, καίων
δὲ ἢ τέμνων ἢ κατορύττων ἢ ἀποβάλλων οὐκ ἄλλην ἢ ἄλλας;
Εἰ δ' ὅτι περίκειται, κἂν ἱμάτιον κέηται ἐπὶ Κλίνης, ἄλλη
κατηγορία ἔσται, κἂν κεκαλυμμένος ᾖ τις. Εἰ δὲ κατὰ τὴν
κάθεξιν αὐτὴν καὶ τὴν ἕξιν, δηλονότι καὶ τὰ ἄλλα πάντα  
αὖ τὰ κατὰ τὸ ἔχειν λεγόμενα καὶ εἰς ἕξιν [αὐτά], ὅπου
ποτὲ ἡ ἕξις, ἀνακτέον· οὐ γὰρ διοίσει κατὰ τὸ ἐχόμενον.
Εἰ μέντοι ποιότητα ἔχειν οὐ δεῖ λέγειν, ὅτι ἤδη ποιότης
εἴρηται, οὐδὲ ποσότητα ἔχειν, ὅτι ποσότης, οὐδὲ μέρη
ἔχειν, ὅτι οὐσία εἴρηται, διὰ τί δὲ ὅπλα ἔχειν εἰρημένης
οὐσίας, ἐν ᾗ ταῦτα; Οὐσία γὰρ ὑπόδημα καὶ ὅπλα.
ὅλως ἁπλοῦν καὶ μιᾶς κατηγορίας «ὅδε ὅπλα ἔχει»; τοῦτο
γὰρ σημαίνει τὸ ὡπλίσθαι.

Θεμίστιος. Εἰς Κωνστάντιον τὸν αὐτοκράτορα, ὅτι μάλιστα


φιλόσοφος ὁ βασιλεύς, ἢ χαριστήριος (2001: 002)
“Themistii orationes quae supersunt, vol. 1”, Ed. Schenkl, H., Downey,
[Link]: Teubner, [Link] σελ. 30, se. a, γρ. 1
517

τῆς τοῦ ζωγράφου σοφίας, ὃς ἵνα φύγῃ ἀπειροκαλίαν τε


καὶ φιλαυτίαν, ἀλλοτρίῳ ὀνόματι εἰς τὴν γραφὴν κατεχρή-
σατο.  
 Μὴ οὖν ὑμεῖς ἐξαπατᾶσθε μηδὲ ὁρῶντες πόρρωθεν καὶ
ἀκούοντες ἔπαινον φιλοσόφου καὶ βασιλέως, ἄλλον τινὰ
οἴεσθε τὸν φιλόσοφον ἢ τὸν βασιλέα. ἀλλ' ὥσπερ εἴ τις
ὀξύτατα αὐτὸς θέων καὶ ὑπὲρ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους
μακρὸν ἐποιεῖτο τάχους ἐγκώμιον, ἐπιδεικνύς τε καὶ ἐξ-
ηγούμενος ὁπόσα παρέχεται ὠκύτης ποδῶν ἀγαθὰ τῷ βίῳ
τῷ ἀνθρωπίνῳ, φυγεῖν τε ὃ ἄν τις ἐκκλίνῃ, ἑλεῖν τε οὗ
ἄν τις ἐφίοιτο, καὶ ὁδὸν ὡς ῥᾷστα ἀνύειν, καὶ θηρεύειν
ἵππων μὴ προσδεόμενον, καὶ ταῦτα ἔλεγεν ἀποβλέπων
εἴς τινα ἄλλον ἄνθρωπον δῆθεν μόλις βαδίζοντα σὺν βακ-
τηρίᾳ, δῆλος, οἶμαι, οὗτος ἦν ὁ ἀνὴρ τὴν ἑαυτοῦ ἐξυμνῶν
ποδώκειαν δι' ἀλλοτρίου παραπετάσματος. οὕτω δὴ βα-
σιλεὺς ὁ τῷ ὄντι καὶ οὐ ψευδώνυμος αὐτὸς τὴν ἑαυτοῦ
ψυχὴν ἐνδείκνυσθαι ἐπιθυμήσας φιλοσοφίαν τῷ λόγῳ ἐτυ-
πώσατο.

Θεμίστιος. Analyticorum posteriorum paraphrasis (2001:


038)“Themistii analyticorum posteriorum paraphrasis”, Ed. Wallies,
[Link]: Reimer, 1900; Commentaria in Aristotelem Graeca 5.1.Τόμ.
5,1, σελ. 53, γρ. 17

τῆς φυσικῆς ἑκάστου κατασκευῆς, ἡ δὲ βίαιος ἀλλαχόθεν καὶ παρὰ τὴν


ὁρμὴν καὶ τὴν φύσιν. ποιεῖ μὲν οὖν καὶ ἡ φύσις ἅπαντα ὡς ἔπος εἰπεῖν
ἕνεκά του, ποιεῖ δὲ καὶ ἡ διάνοια· τέλους γὰρ χάριν καὶ ἀγαθοῦ ἢ ὄντος
ἢ φαινομένου. ἀπὸ τύχης δὲ οὐδὲν ἕνεκά του γίνεται, εἰ καὶ γίνεται ἐν
τοῖς ἕνεκά του· γίνεται γὰρ τηνικαῦτα, ἡνίκα ἂν ἕτερον ἀπαντήσῃ τοῖς
γινο-
μένοις ἑτέρου χάριν· ὤρυττε γάρ τις φρέαρ ὕδατος ἕνεκεν, οὐ χρυσίου,
καὶ
προῆλθε λουσόμενος, οὐχ ἵνα ἀπολάβῃ τὸ ἀργύριον. συμβαίνει μέντοι
πολλὰ καὶ τῶν ἀπὸ τέχνης γινομένων ἢ διανοίας καὶ ἀπὸ τύχης καὶ ταὐτο-
μάτου· ὑγιάναι γὰρ ἄν τις ψυχροῦ πιὼν οὐχ ἕνεκεν ὑγείας ἀλλὰ δι'
ἡδονήν,
καὶ σωθείη ἂν τὸ σκάφος ἐξωσθὲν ὑπὸ τοῦ πνεύματος εἰς φιλάνθρωπον
χωρίον. ἀλλ' οὐκ οἰκία γε ἀπὸ τύχης ἂν γένοιτο οὐδὲ Κλίνη, οὐδὲ πᾶσαι
αἱ τέχναι ὁμοίως ἐπικοινωνοῦσι τῇ τύχῃ, ἀλλ' αἱ μὲν ἧττον αἱ δὲ μᾶλλον,
μάλιστα δὲ αἱ στοχαστικαί.
 Ταῦτα μὲν οὖν ἴσως πλείω τῶν ἱκανῶν ὡς πρὸς τὴν παροῦσαν
518

ὑπόθεσιν. ἀεὶ δὲ ἡ κατ' εἶδος καὶ τὸ τί ἦν εἶναι αἰτία συντρέχει κατὰ


τὸν χρόνον τοῖς πρὸς αὐτῆς ἢ οὖσιν ἢ γινομένοις, ἣν ἔφαμεν ἐπὶ πολλῶν
καὶ μέσον ὅρον λαμβάνεσθαι τοῦ συλλογισμοῦ, καὶ ἔστι τὸ τοιοῦτον

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis (2001: 039)


“Themistii in Aristotelis physica paraphrasis”, Ed. Schenkl, [Link]:
Reimer, 1900; Commentaria in Aristotelem Graeca 5.2.Τόμ. 5,2, σελ.
29, γρ. 14

ἐναντία τὴν στέρησιν καὶ τὸ εἶδος· μετὰ ταῦτα γὰρ ὅπως ἀλλήλοις ἀντί-
κειται ἐπιδείξω), ἔστι δὲ ὡς οὐ τὰ ἐναντία· πάσχειν γὰρ αὐτὰ ὑπ' ἀλλή-
λων ἀδύνατον. ἀλλὰ καὶ τοῦτο διεσωσάμεθα ὑποτιθέντες τὴν ὕλην
αὐτοῖς.
πόσαι μὲν οὖν εἰσὶν ἀρχαὶ τῶν περὶ γένεσιν φυσικῶν καὶ ὅπως πόσαι,
προείρηται καὶ δῆλον ὅτι δεῖ τοῖς ἐναντίοις ὑποκεῖσθαί τι καὶ τὰ ἐναντία
δύο εἶναι, τρόπον δέ τινα ἄλλον οὐκ ἀναγκαῖον· ἱκανὸν γάρ ἐστιν τὸ
ἕτερον
τῶν ἐναντίων ποιεῖν τῇ ἀπουσίᾳ καὶ παρουσίᾳ τὴν μεταβολήν, ὥστε τὸ
εἶδος τὴν χώραν ἀποπληροῖ καὶ τῆς στερήσεως· ἡ γὰρ στέρησις οὐ φύσις
τις καὶ εἶδός ἐστιν, ἀλλ' ἀπουσία τοῦ εἴδους.
 Ἡ δὲ ὑποκειμένη φύσις ἐπιστητὴ κατὰ ἀναλογίαν· ὡς γὰρ πρὸς ἀν-
δριάντα χαλκὸς ἢ πρὸς Κλίνην ξύλον, οὕτως αὕτη πρὸς τὴν οὐσίαν τὴν
σύνθετον ἔχει καὶ ἁπλῶς πρὸς ἅπαν τὸ ὄν· ὑποκειμένη γὰρ τῇ οὐσίᾳ δη-
λονότι καὶ τοῖς ταύτῃ συμβεβηκόσιν ὑπόκειται. πότερον δὲ οὐσία τὸ
εἶδος
ἢ τὸ ὑποκείμενον, οὔπω δῆλον· οὔπω δὲ δῆλον καὶ ὅπως τὸ εἶδος ἀρχή·
καὶ πότερον ἄφθαρτον ἅπαν ἤ τι καὶ φθαρτόν· καὶ εἰ μὲν ἅπαν ἄφθαρτον,
πῶς οὐκ ἀίδιον ἅπαν, εἰ δὲ οὐχ ἅπαν ἄφθαρτον, πῶς ἅπαν ἀρχή. ταῦτα
δὲ ἅπαντα ἀνακείσθω νῦν· ἴσως γὰρ οὐδὲ φυσικῷ πρέπων ὁ λόγος, ἀλλὰ
ἡ περὶ τῶν ἀιδίων θεωρία τοῦ ὑπὲρ τοῦτον.

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis


Τόμ. 5,2, σελ. 35, γρ. 5

ΘΕΜΙΣΤΙΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ Β ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΚΡΟΑΣΕΩΣ.

 Ἄλλην τοίνυν ἀρχὴν ποιησάμενοι τῆς παρούσης θεωρίας οἰκειο-


τέραν πειραθῶμεν ἀποδοῦναι, τί ποτέ ἐστι τοῦτο ὃ καλοῦμεν φύσιν. ἔστι
δὴ τῶν ὄντων τὰ μὲν διὰ φύσιν, τὰ δὲ δι' ἄλλας αἰτίας· δι' ἄλλας μὲν
αἰτίας οἷον Κλίνη βάθρον στρατηγία θησαυροῦ εὕρεσις (τούτων γὰρ τὰ
μὲν διὰ τέχνην ἐστί, τὰ δὲ διὰ τύχην, τὰ δὲ διὰ προαίρεσιν), διὰ φύσιν
δέ ἐστι τά τε ζῷα καὶ τὰ μέρη τούτων· τῶν γὰρ φύσει καὶ τὰ μέρη
519

φύσει καὶ οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῶν τεχνητῶν, οἰκία μὲν διὰ τέχνην, λίθοι δὲ
οὐκέτι. καὶ τὰ φυτὰ διὰ φύσιν, ἔτι δὲ καὶ τὰ ἁπλᾶ τῶν σωμάτων, γῆ,
πῦρ, ὕδωρ, ἀήρ. εἰ δὲ λάβοιμεν, τίνι διαφέρει τὰ φύσει τῶν μὴ φύσει,
τοῦτ' ἂν εἴη φύσις. διαφέρει δὲ τῷ τὰ μὲν φαίνεσθαι ἐν αὐτοῖς ἀρχὴν
ἔχοντα καὶ αἰτίαν κινήσεώς τε καὶ στάσεως· φανερώτατα μὲν τὰ ζῷα·
καὶ γὰρ κινεῖται τόπον ἐκ τόπου καὶ αὔξεται καὶ φθίνει καὶ ἀλλοιοῦται ἐκ
τῆς ἐν αὐτοῖς αἰτίας· τὰ φυτὰ δὲ τὰς μὲν ἄλλας ἔχει κινήσεις, τῆς δὲ
μεταβατικῆς κατὰ τόπον ἀφῄρηται, ὥσπερ γε καὶ τὰ ἁπλᾶ τῶν σωμάτων

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis


Τόμ. 5,2, σελ. 35, γρ. 18

φύσει καὶ οὐχ ὥσπερ ἐπὶ τῶν τεχνητῶν, οἰκία μὲν διὰ τέχνην, λίθοι δὲ
οὐκέτι. καὶ τὰ φυτὰ διὰ φύσιν, ἔτι δὲ καὶ τὰ ἁπλᾶ τῶν σωμάτων, γῆ,
πῦρ, ὕδωρ, ἀήρ. εἰ δὲ λάβοιμεν, τίνι διαφέρει τὰ φύσει τῶν μὴ φύσει,
τοῦτ' ἂν εἴη φύσις. διαφέρει δὲ τῷ τὰ μὲν φαίνεσθαι ἐν αὐτοῖς ἀρχὴν
ἔχοντα καὶ αἰτίαν κινήσεώς τε καὶ στάσεως· φανερώτατα μὲν τὰ ζῷα·
καὶ γὰρ κινεῖται τόπον ἐκ τόπου καὶ αὔξεται καὶ φθίνει καὶ ἀλλοιοῦται ἐκ
τῆς ἐν αὐτοῖς αἰτίας· τὰ φυτὰ δὲ τὰς μὲν ἄλλας ἔχει κινήσεις, τῆς δὲ
μεταβατικῆς κατὰ τόπον ἀφῄρηται, ὥσπερ γε καὶ τὰ ἁπλᾶ τῶν σωμάτων
μόνην ἐξ αὐτῶν ἔχει τὴν κατὰ τόπον. οὐ μόνον δὲ κινεῖται, ἀλλὰ καὶ
ἵσταται διὰ τῆς ἐν αὐτοῖς αἰτίας τὰ φυσικὰ σύμπαντα σώματα ἐκτὸς τοῦ
θείου· τοῦτο γὰρ κινήσεως ἀρχὴν ἔχει μόνον ἐν ἑαυτῷ, Κλίνη δὲ καὶ
ἱμάτιον καὶ εἴ τι τοιοῦτον ἄλλο γένος ἐστίν, καθ' ὅσον μὲν Κλίνη λέγεται
καὶ ἱμάτιον, οὐδεμίαν ἀρχὴν ἔχει μεταβολῆς ἔμφυτον· ἠρεμεῖ γὰρ ἀεὶ τὸ
εἶδος τὸ ἐκ τῆς τέχνης ἐπιτεθέν, καθ' ὅσον δὲ συμβέβηκεν αὐτοῖς λιθίνοις
ἢ γηΐνοις εἶναι ἢ μικτοῖς ἐκ πλειόνων στοιχείων, κατὰ τοῦτο ἂν καὶ κάτω

φέροιτο ἀφεθέντα καὶ εἰς σηπεδόνα ἂν μεταβάλλοι, ὥστε εἴη ἂν ἡ φύσις


ἀρχὴ καὶ αἰτία τοῦ κινεῖσθαι καὶ ἠρεμεῖν ἐν οἷς ἐστίν. ἆρα οὖν φυσικὸν
σῶμα ὁ ἀνδριὰς (φέροιτο γὰρ ἂν κάτω) καὶ ἔχει τὴν αἰτίαν ἐν ἑαυτῷ τῆς
κινήσεως; ἢ οὐκ ἐν ἑαυτῷ πρώτῳ καθὸ λέγεται ἀνδριάς, ἀλλ' ἐν τῷ
χαλκῷ; ἀλλ' ἡ ναῦς ἣν ὁ κυβερνήτης κινεῖ, πῶς οὐ ταύτην τὴν κίνησιν

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis


Τόμ. 5,2, σελ. 38, γρ. 2

τῶν ἐπὶ μέρους καὶ τινὸς ὕλη τις ἀμόρφωτος μὲν πρὸς ἕτερον, οὐ μὴν
ἁπλῶς, ὡς οἰκίας πλίνθοι, πλίνθων δὲ γῆ καὶ ὕδωρ, φυτοῦ δὲ τὰ στοιχεῖα·
ἡ δὲ ἀνωτάτω καὶ ἁπλῶς ἀνείδεος οὖσα. ἄλλον δὲ τρόπον ἡ μορφὴ καὶ
520

τὸ εἶδος καὶ ἡ κατὰ τὸν λόγον οὐσία. τρίτη δὲ ἡ κατὰ τὴν γένεσιν λεγο-
μένη καλεῖται φύσις, αὕτη δέ ἐστιν ἡ ἐπὶ τὸ εἶδος καὶ τὴν μορφὴν κίνη-
σις καὶ ὁδός. ἄλλη δὲ ἡ ταύτης αἰτία τῆς κινήσεως ἐνυπάρχουσα ἑκάστῳ
τῶν φύσει ὄντων, ἥτις δὴ καὶ μάλιστα φύσις λέγεται. λέγεται δὲ καὶ
πᾶσα οὐσία φύσις ὁπωσδήποτε συνεστῶσα, εἴτε ἁπλῆ εἴτε σύνθετος. περὶ

μὲν οὖν τῶν ἄλλων ἔνθα ἂν παρῇ λέξωμεν, νῦν δὲ περὶ τῆς ὕλης καὶ τοῦ  

εἴδους ἐπισκεπτέον, τί μᾶλλον ἂν νοοῖτο φύσις. ἐνίοις μὲν γὰρ ἡ ὕλη


φύσις
μᾶλλον δοκεῖ, οἷον Κλίνης φύσις τὸ ξύλον, ἀνδριάντος δὲ ὁ χαλκός. κατὰ

δὲ τὴν αὐτὴν αἰτίαν καὶ ὕδατος φύσις τὸ πρῶτον αὐτῷ ὑποκείμενον


ἀμορ-
φώτατόν τε καὶ ἀσχημάτιστον· σημεῖον δέ φησιν Ἀντιφῶν, ὅτι εἴ τις
κατο-
ρύξειε Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδών, ὥστε ἀφεῖναι βλαστόν, οὐκ
ἂν
γενέσθαι Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ὡς τοῦτο μὲν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρχον
αὐτῷ, τὴν κατὰ ῥυθμὸν διάθεσιν· ῥυθμὸν γὰρ καλεῖ τὴν μορφήν, τὴν δὲ
οὐσίαν ἐκείνην οὖσαν, ἣ διαμένει ταῦτα πάσχουσα συνεχῶς. εἰ δὲ καὶ
ἄλλο τι πρὸς τὸ ξύλον λόγον ἔχει, ὥσπερ τὸ ξύλον πρὸς τὴν Κλίνην,
οἱονεὶ ὥσπερ αὐτὸ ὑπόκειται τῇ κλίνῃ, οὕτως ὕδωρ ἢ γῆ ἢ τῶν ἄλλων
ὁτιοῦν ὑπόκειται τῷ ξύλῳ, ἐκεῖνα τὴν φύσιν εἶναι τοῦ ξύλου ὥσπερ
τὸ ξύλον τῆς Κλίνης. διὰ τοῦτο ὅσοι μὲν πῦρ ἐνόμισαν τὴν ὕλην τῶν

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis


Τόμ. 5,2, σελ. 61, γρ. 24

σπέρματα τῶν καρπῶν τὰ μὲν ξύλοις τὰ δὲ χιτῶσιν ἐνδύουσα, εἰ μὴ


πολλὴν εἶχε πρόνοιαν τοῦ μὴ διαλείπειν τὴν γένεσιν τὴν ἐξ ἀλλήλων,
ὥστε δῆλον ἐξ ἁπάντων τῶν εἰρημένων, ὅτι ἡ φύσις ἕνεκά του ποιεῖ.
διττὴ δὲ αὕτη, ἡ μὲν ὡς ὕλη, ἡ δὲ ὡς μορφὴ καὶ τέλος· αὕτη ἕνεκεν ἄρα
τοῦ εἴδους· κυριωτέρα γὰρ αἰτία τὸ εἶδος καὶ ὁ λόγος καὶ ἡ μορφή, οἱ δὲ
παλαιοὶ τὴν ὕλην ἐσέμνυναν περιττῶς· μόνην γὰρ ᾔδεισαν. καὶ φαίη τις
ἂν ‘ἀλλ' εἰ τὸ ἕνεκά του διώκει πάντως ἡ φύσις, πῶς οὐκ ἀεὶ κατορθοῖ;’
πῶς δὲ οὐκ ἀεὶ κατορθοῖ τὸ ἕνεκά του ἡ τέχνη; ἀλλὰ καὶ τὸ φάρμακον
ἔβλαψε πολλά-
κις τοῦ σώματος δι' ἀσθένειαν οὐκ ἐνεγκόντος καὶ ὁ κλινόπους κατεάγη
συμπηγνύμενος· ἀλλ' ὅμως ἐδόθη τὸ φάρμακον, ἵνα ὠφελήσῃ, καὶ ὁ κλι-
521

νόπους ἐξείργασται διὰ τὴν Κλίνην, ὥστε ἢ καὶ τῆς τέχνης ἀφαιρετέον τὸ

ἕνεκά του ἢ καὶ τῇ φύσει συγχωρητέον· ἀμφότερα γὰρ ἐπὶ τὸ πλεῖστον


μὲν κατορθοῦσιν, ἐν οἷς καὶ μάλιστα φανερὸν τὸ οὗ ἕνεκα, ἐπ' ἔλαττον δὲ

ἁμαρτάνουσιν, ἀλλ' ὅμως ἐμφαίνεται καὶ ἐν τούτοις, ὅτι ἐστοχάζοντο μέν

τινος ἀγαθοῦ, διήμαρτον δὲ ἄκουσαι τοῦ τυχεῖν διὰ τὴν τῆς ὕλης ἀσθέ-
νειαν. καὶ γὰρ ὅταν διαμαρτάνωσιν, οὐκ ἐκτοπίζεταί που μακράν, οὐδὲ
πόρρω τοῦ προκειμένου τὸ σφάλμα. οὐδέποτε γοῦν ἐξ ἀνδρὸς πλάτανος
ἐτέχθη, ἀλλὰ μάλιστα μὲν ἀνήρ· εἰ δὲ μή, γυνή· εἰ δὲ μή, ζῷον· εἰ δὲ  
μή, σάρξ. καὶ ἡ κέγχρος ἢ συκῆν ἐποίησεν ἢ ἐρινεόν, οὐ δρῦν οὐδὲ
ὄχνην· ἥ τε ἐλαία πάλιν ἐλαίαν ἢ κότινον· καὶ οὐ πλάτανον ἢ πίτυν.
τοιαῦτα καὶ τὰ Ἐμπεδοκλέους ‘βουγενῆ’ καὶ ‘ἀνδρόπρῳρα’ ἐπὶ τῆς τῶν
ζῴων

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis


Τόμ. 5,2, σελ. 63, γρ. 11

ἕνεκά του· οὐδὲ γὰρ ὁ τέκτων βουλεύεται, πότερον δεῖ πρίειν πρότερον ἢ
ἀποξέειν, οὐδὲ ὁ γραμματιστής, πῶς αὐτὸν δεῖ γράφειν α β, οὐδὲ ὅταν
γράφῃ Κλέωνα ἐπισκοπεῖται, τί πρότερον ἢ δεύτερον τῶν στοιχείων αὐτῷ

γραπτέον· ὁ οἰκοδόμος ὡσαύτως οὐ βουλεύεται, πότερον τοὺς θεμελίους


πρώτους ἢ τοὺς τοίχους ἢ τὴν ὀροφὴν ἐξεργαστέον, ὁ ὑφάντης, ὁ
λαοξόος·
ἀλλ' ὥρισται καὶ τῶν ἔργων ἕκαστον καὶ ἡ τάξις ἡ φέρουσα ἐπὶ τὸ προ-
κείμενον τέλος καὶ τὴν ὁδὸν ἕκαστος τῶν δημιουργῶν ὁδεύει τὴν
τεταγμέ-
νην. ὁμοίως δὲ καὶ ἡ φύσις· παράδειγμα γάρ ἐστι τῆς τέχνης. ἡ διαφορὰ
δὲ ἐν τῷ τὴν μὲν ἔξω, τὴν δὲ ἔνδον εἶναι τοῦ ἔργου, ἐπεὶ θῶμεν ἐν
τοῖς ξύλοις εἶναι τὴν τεκτονικήν, καὶ οὐκ ἂν ἕτερον τρόπον ἐργάσαιτο
τὴν
Κλίνην, ἀλλὰ καθάπερ νῦν ἔξω οὖσα. ὥστε εἰ νῦν ἔχει τὸ ἕνεκά του, καὶ
τότε ἂν εἶχεν ὁμοίως, ἡνίκα ἂν ὡς φύσις εἰργάζετο. μάλιστα δὲ ἔοικεν ἡ
τέχνη τῇ φύσει, ὅταν αὐτός τις ἑαυτὸν ἰατρεύῃ. ἀλλ' εἴρηται ἡ διαφορά.
τοῦτο μὲν οὖν ἐκ τούτων ἄν τις ἱκανῶς πεισθείη.
 Μετὰ δὲ ταῦτα σκεπτέον, πῶς ἐν τοῖς φύσει τὸ ἀναγκαῖον καὶ
πότερον τὰ φύσει γινόμενα ἁπλῶς ἐξ ἀνάγκης γίνεται, ὡς τὸ τέλος ἁπλῶς
ἕπεσθαι τοῖς πρὸ αὐτοῦ γενομένοις, ἢ ὡς ἐνόμιζον οἱ φυσικοί, ἐν ταῖς τῆς
ὕλης κινήσεσιν ἕπεσθαι τὰ γιγνόμενα ἐξ ἀνάγκης οἰόμενοι. ἔστι μέν πως
τὸ ἀναγκαῖον ἐν τοῖς φυσικοῖς, οὐχ οὕτως δὲ ὡς ἐκεῖνοι λέγουσιν.
522

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis Τόμ. 5,2, σελ. 92, γρ. 25

ὡς ἀγὼν καὶ ἡμέρα καὶ χρόνος καὶ φλόξ, οὕτως οἷς τὸ εἶναι ἐν τῷ δύνα-
σθαι, ταῦτα ἀπολέσαντα τὸ δύνασθαι συναπόλλυσιν εὐθὺς καὶ τὸ εἶναι.
ἀλλ' εἴ τις ἄρα καὶ τὴν τοιαύτην δύναμιν τοῦ ἀπείρου ζητεῖ, ἣ πρὸς τὴν
ἐνέργειαν λέγεται, καὶ αὐτὴν αὐτῷ δεικτέον ἐπὶ τῆς τομῆς τῶν μεγεθῶν·
ὅτε γὰρ μήπω διαιρεῖται, τότε ἐστὶν οὕτως ἄπειρα τῇ διαιρέσει, ὡς καὶ
ὁ χαλκὸς ἀνδριάς. ἔλθοι γὰρ ἂν εἰς τὸ κατ' ἐνέργειαν εἰς ἄπειρα διαι-
ρεῖσθαι, πλὴν διαφέρει. τοῦτο μὲν γὰρ ἀδύνατον καὶ ἑαυτὸ ἀνατρέπει. εἰ
γὰρ μὴ διῄρηται, οὐκ εἰς ἄπειρα πάντως· πῶς γὰρ ἂν ἔληξεν ἡ τομή; τὸ
δὲ διαιρεῖσθαι εἰς ἄπειρα οὐδὲν κωλύει ἀεὶ δυναμένου τέμνεσθαι τοῦ
λειπο-
μένου. μηδεὶς οὖν ἀθρόαν ζητείτω τὴν ἐντελέχειαν τοῦ ἀπείρου, ὥσπερ
οἰκίας ἢ Κλίνης, ἀλλ' ὥσπερ τὸν ἀγῶνά φαμεν ἐνεργείᾳ παρεῖναι καὶ τὴν
ἡμέραν καὶ ὅλως τὸν χρόνον οὔτε τῶν Ὀλυμπίων ἀθρόων δυναμένων  
φαίνεσθαι οὔτε ἡμέρας οὔτε ὅλως χρόνου, ἀλλ' ὅτι γίνεταί τι αὐτῶν ἀπὸ
μέρους· οὕτω δὴ καὶ τὴν εἰς ἄπειρα διαίρεσιν, οὐχ ὡς ἀθρόαν οὐδ' ὡς
ἅμα δυναμένην γίνεσθαί ποτε, ἀλλὰ καὶ ὅτι γίνεται ἀπὸ μέρους, ἀεί τινος
ὑπολειπομένου πάντως μεγέθους. τὸ μὲν οὖν εἶναι ὅμοιον τῷ τε χρόνῳ
καὶ τῇ εἰς ἄπειρα διαιρέσει (ἀμφοτέροις γὰρ ἐν τῷ γίνεσθαι καὶ ἐκ μέρους

εἶναι καὶ μὴ ἀθρόοις, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄπειρον ἐν ἀμφοτέροις ὁμοίως· τὸ γὰρ


ἄλλο καὶ ἄλλο ἀεὶ τὸ λαμβανόμενον εἶναι καὶ τοῦτό γε πεπερασμένον),

Θεμίστιος. In Aristotelis physica paraphrasis Τόμ. 5,2, σελ. 205, γρ. 17

ὀσφραντῷ καὶ οὐδὲν μεταξύ. ὁμοίως δὲ οὐδὲ αὐξανομένου καὶ


αὐξάνοντός
ἐστι μεταξύ. αὐξάνει γὰρ προσγινομένου τινὸς καὶ ἑνουμένου καὶ πάλιν
φθίνει ἀπόντος ἀεὶ τοῦ φθίνοντος. καθ' ὅσα μὲν τὸ ἄψυχον ἀλλοιοῦται,
κατὰ πάντα καὶ τὸ ἔμψυχον· οὐ μὴν τὸ ἀνάπαλιν. αἱ γὰρ αἰσθήσεις αἱ
κατ' ἐνέργειαν ἴδιαι τῶν ἐμψύχων ἀλλοιώσεις εἰσίν.
 Ὅτι δὲ τὸ ἀλλοιούμενον ἀλλοιοῦται ὑπὸ τῶν αἰσθητῶν καὶ ἐν
ἄλλοις οὐ γίνεται ἀλλοίωσις, ὧδε ἄν τις καταμάθοι σαφῶς. μάλιστα γὰρ
τῶν λοιπῶν ἐν σχήμασιν καὶ μορφαῖς καὶ ἕξεσιν καὶ ταῖς τούτων
ἀφαιρέσε-
σιν καὶ μεταβολαῖς ἀλλοιώσεις ἂν γίνεσθαί τις ὑπολάβοι, οὐκ ἀληθὲς δέ·
τὸ μὲν γὰρ σχηματισθὲν οὐκέτι καλοῦμεν τῷ ὀνόματι τῆς ὑποκειμένης
οὐσίας οἷον τὸν ἀνδριάντα χαλκὸν ἢ τὴν Κλίνην ξύλον, ἀλλὰ
παρωνυμιά-
ζοντες τὸν μὲν χαλκοῦν, τὴν δὲ ξυλίνην, τὸ δὲ ἠλλοιωμένον ἔτι καλοῦμεν
523

ὁμοίως· θερμὸν γὰρ τὸν χαλκὸν καὶ ψυχρόν, καὶ τὸ ξύλον ὑγρὸν ἢ σκλη-
ρὸν ὡς ἐνταῦθα μὲν ὑπομένοντος ἀκριβῶς πρότερόν τε καὶ νῦν τοῦ τὸ
πάθος ἀναδεξαμένου τὸ ὑπὸ τῆς ἀλλοιώσεως ἐγγενόμενον, ἐπὶ δὲ τῶν
σχημάτων σχηματιζομένων οὐκέτι μενούσης παντελῶς ἐν ταυτότητι τῆς
ὑποκειμένης οὐσίας· ἐγγὺς γὰρ γενέσεώς εἰσιν αἱ τοιαῦται μεταβολαί·

Θεμίστιος. In Aristotelis libros de anima paraphrasis (2001: 040)


“Themistii in libros Aristotelis de anima paraphrasis”, Ed. Heinze, R.
Berlin: Reimer, 1899; Commentaria in Aristotelem Graeca 5.3.
Τόμ. 5,3, σελ. 39, γρ. 26

οἰκείαν μορφήν, ἐφ' ἣν ἐσπουδάκει. ταύτην οὖν τὴν μορφὴν καὶ τὸ εἶδος
εἴ τις ἐντελέχειαν ὀνομάζοι, οὐ δικαίως ἂν συκοφαντοῖτο ὡς πάνυ ξένῳ
τῷ
ὀνόματι κεχρημένος. εἰ γὰρ τὰ προειρημένα ἀληθῆ, καὶ ἡ τελείωσις
ἑκάστῳ παρὰ τοῦ εἴδους καὶ τὸ ἐντελῶς ἔχειν παρὰ τῆς μορφῆς, σημαίνοι

ἂν οὐδὲν ἄλλο ἡ ἐντελέχεια ἢ τὴν ἕξιν τῆς τελειότητος. ἀλλὰ διχῶς γε


ἡ ἐντελέχεια ἐφ' ἑκάστου, ἡ μὲν ὡς ἐπιστήμη, ἡ δὲ ὡς τὸ θεωρεῖν, καὶ
ἔστι τὸ μὲν ὡς ἕξις, τὸ δὲ ὡς ἔργον τῆς ἕξεως. ταῦτ' οὖν ἀναμνήσαντες
τοὺς ἀκροωμένους προαγάγωμεν εἰς τὸ ἐφεξῆς.
 Οὐσίαι τοίνυν μάλιστα δοκοῦσιν εἶναι τὰ σώματα, καὶ τούτων τὰ
φυσικά, οἷον γῆ πῦρ ὕδωρ ἀήρ, καὶ ὅσα ἐκ τούτων ἡ φύσις ἀπεργάζεται·
ταῦτα γὰρ τῶν ἄλλων ἀρχαί· Κλίνη δὲ καὶ πρίων καὶ ἱμάτιον καὶ ὅλως
τὰ τεχνικὰ συμβεβηκότος χώραν ἔχει πρὸς τὰ τῆς φύσεως. ἐπισυμβαίνει
γὰρ τὸ μὲν ξύλοις, τὸ δὲ σιδήρῳ, τὸ δὲ ἐρίοις, καὶ πᾶν σῶμα τεχνικὸν
ἐν ὑποκειμένῳ τῷ φυσικῷ θεωρεῖται. τὰ μὲν οὖν τεχνικὰ ἀφείσθω· τῶν
δὲ φυσικῶν σωμάτων τὰ μὲν ἔχει ζωήν, τὰ δὲ οὐκ ἔχει. ζωὴν δὲ λέγο-
μεν τὴν δι' ἑαυτοῦ τροφήν τε καὶ αὔξησιν. δῆλον τοίνυν, ὅτι πᾶν σῶμα
φυσικὸν μετέχον ζωῆς οὐσία, οὐσία δ' οὕτως ὡς συνθετή, συνθετὴ δὲ ἐξ
ὕλης καὶ εἴδους. ἐπεὶ τοίνυν οὐχ ἁπλῶς σῶμα τὸ ζωὴν ἔχον, ἀλλὰ σῶμα
τοιονδὶ καὶ ἔστιν ἐν αὐτῷ τὸ μὲν σῶμα ὥσπερ ὑποκείμενόν τι καὶ ὕλη,
τὸ δὲ τοιονδὶ ἡ μορφὴ καὶ τὸ εἶδος·

Θεμίστιος. In Aristotelis libros de anima paraphrasis Τόμ. 5,3, σελ. 41,


γρ. 28

πάντως καὶ ἡ ἕξις, καὶ μάλιστα ἐν τοῖς φυσικοῖς, ἃ γίνεται οὐκ ἔξωθέν
τινος ἐπιστατοῦντος οὐδὲ διδάσκοντος· ὅπου δὲ ἡ ἕξις, οὐ πάντως καὶ ἡ
ἐνέργεια, ὥστε ὁ πρώτην ἐντελέχειαν ὁριζόμενος τὴν ψυχὴν ἁπάσας τὰς
δυνάμεις περιλαμβάνει. ἐν γὰρ τοῖς ὕπνοις τῶν μὲν ἡ ἕξις ἐστὶ μόνη,
τῆς θρεπτικῆς δὲ μετὰ τῆς ἕξεως ἡ ἐνέργεια.
524

 Τί μὲν οὖν ἐστὶν ἡ ψυχὴ κατὰ τὸ γένος, εἴρηται· οὐσία γὰρ ἡ κατὰ
τὸν λόγον καὶ ἐντελέχεια ἡ πρώτη. τίνος δὲ αὕτη, λοιπὸν ἀποδοῦναι. ὅτι
μὲν δὴ σώματος, δῆλον· ὁποίου δέ, σαφέστερον ἐφεξῆς διοριστέον.
φαίνεται
δὴ τῶν σωμάτων τὰ μὲν εἶναι φυσικά, τὰ δ' οὔ, λέγω δὲ φυσικὰ μὲν ὅσα
ἔχει καθ' ἑαυτὰ κινήσεως ἀρχήν, οἷον γῆ καὶ ὕδωρ καὶ φυτὰ καὶ ζῶα,
οὐ φυσικὰ δὲ ὅσα μὴ ἔχει, οἷον Κλίνη καὶ ναῦς καὶ ἱμάτιον. καὶ ταῦτα
διώρισται σαφῶς καὶ ἡμῖν καὶ πρώτῳ Ἀριστοτέλει ἐν τοῖς περὶ τῶν
ἀρχῶν τῆς ὅλης φύσεως. τῶν δὲ φυσικῶν τὰ μὲν ἔχει ζωήν, τὰ δὲ οὐκ
ἔχει. τίνα δὲ λέγομεν τὴν ζωήν, ἔφθημεν εἰπόντες, ὅτι τὴν δι' ἑαυτοῦ
τροφήν τε καὶ αὔξησιν. ταῦτα δὲ ἦν τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά· τὰ γὰρ λεγό-
μενα στοιχεῖα φυσικὰ μέν, ὅτι κινήσεως ἀρχὴν ἔχει, οὐ ζῶντα δέ, ὅτι μὴ
τρέφεται δι' ἑαυτῶν· ἡ γὰρ τῶν λίθων αὔξησις ὁμώνυμος, ὅτι προσθήκη,
ἢ εἴπερ καὶ οἱ λίθοι διόλου αὔξονται, εἴη ἂν καὶ ἐν τούτοις εἶδος ζωῆς,
ἀλλὰ λίαν γε ἀμυδρᾶς· ἐπεὶ καὶ γεννᾶν τινὲς λίθοι λέγονται, ὡς Κλέαρχός

φησιν. ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τούτων ἢ ὁμώνυμος ἡ γένεσις ἢ ἄλλον τρόπον·

Φλαβιος Κλαύδιος. Εἰς τοὺς ἀπαιδεύτους κύνας (2003:


009)“L'empereur Julien. Oeuvres complètes, vol. 2.1”, Ed. Rochefort,
[Link]: Les Belles Lettres, [Link]. 20, γρ. 12

ὃν οἱ πάντες Ἕλληνες τότε ἐθαύμασαν μετὰ Σωκράτη


καὶ Πυθαγόραν ἐπὶ Πλάτωνος καὶ Ἀριστοτέλους, οὗ
γέγονεν ἀκροατὴς ὁ τοῦ σωφρονεστάτου καὶ συνετωτάτου
Ζήνωνος καθηγεμών, οὓς οὐκ εἰκὸς ἦν ἅπαντας ἀπατη-
θῆναι περὶ ἀνδρὸς οὕτω φαύλου ὁποῖον σὺ διακωμῳδεῖς, ὦ
βέλτιστε, ἴσως ἄν τι πλέον ἐσκόπησας περὶ αὐτοῦ καὶ
πορρωτέρω προῆλθες τῆς ἐμπειρίας τἀνδρός. Τίνα γὰρ οὐκ
ἐξέπληξε τῶν Ἑλλήνων ἡ Διογένους καρτερία, βασιλικῆς
οὐκ ἔξω μεγαλοψυχίας οὖσα, καὶ φιλοπονία; Ἐκάθευδεν
ἁνὴρ ἐπὶ στιβάδος ἐν τῷ πίθῳ βέλτιον ἢ Μέγας Βασιλεὺς
ὑπὸ τοῖς ἐπιχρύσοις ὀρόφοις ἐν τῇ μαλθακῇ κλίνῃ, ἤσθιε
τὴν μάζαν ἥδιον ἢ σὺ νῦν τὰς σικελικὰς ἐσθίεις τραπέζας,  
ἐλούετο θερμῷ τὸ σῶμα πρὸς ἀέρα ξηραίνων ἀντὶ τῶν
ὀθονίων, οἷς ἀπομάττῃ, φιλοσοφώτατε. Πάνυ σοι προσήκει
κωμῳδεῖν ἐκεῖνον, ὅτι κατειργάσω τὸν Ξέρξην, ὡς ὁ
Θεμιστοκλῆς, ἢ τὸν Δαρεῖον, ὡς ὁ Μακεδὼν Ἀλέξανδρος.
Εἰ σμικρὰ τὰς βίβλους ἀνελίττων ἐμελέτας, ὥσπερ ἡμεῖς
οἱ πολιτικοὶ καὶ πολυπράγμονες, ἔγνως ἂν ὅπως
Ἀλέξανδρος ἀγασθῆναι λέγεται τὴν Διογένους μεγα-
λοψυχίαν· ἀλλ' οὐκ ἔστι σοι τούτων οὐθέν,
525

Φλαβιος Κλαύδιος. Συμπόσιον ἢ Κρόνια sive Caesares (2003:


010)“L'empereur Julien. Oeuvres complètes, vol. 2.2”, Ed. Lacombrade,
[Link]: Les Belles Lettres, [Link]. 2, γρ. 30

στιλπνοτέρα, χρυσίου δὲ λευκοτέρα. Τοῦτο εἴτε ἤλεκτρον


χρὴ καλεῖν εἴτε ἄλλο τι λέγειν οὐ σφόδρα εἶχέ μοι
γνωρίμως ὁ Ἑρμῆς φράσαι. Χρυσοθρόνω δὲ παρ' ἑκά-
τερον ἐκαθιζέτην ἥ τε μήτηρ καὶ ἡ θυγάτηρ, Ἥρα μὲν
παρὰ τὸν Δία, Ῥέα δὲ παρὰ τὸν Κρόνον. Τὸ δὲ τῶν θεῶν
κάλλος οὐδὲ ἐκεῖνος ἐπεξῄει τῷ λόγῳ, μεῖζον εἶναι λέγων
αὐτὸ καὶ νῷ θεατόν, ἀκοῇ δὲ καὶ ῥήμασιν οὔτε προοισθῆναι  
ῥᾴδιον οὔτε παραδεχθῆναι δυνατόν. Οὐχ οὕτω τις ἔσται
καὶ φανεῖται μεγαλόφωνος, ὥστε τὸ μέγεθος ἐκεῖνο φράσαι
τοῦ κάλλους, ὁπόσον ἐπιπρέπει τῇ τῶν θεῶν ὄψει. Παρες-
κεύαστο δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις θεοῖς ἑκάστῳ θρόνος ἢ Κλίνη
κατὰ πρεσβείαν. Ἤριζε δὲ οὐθείς, ἀλλ' ὅπερ Ὅμηρος
ὀρθῶς ποιῶν ἔφη, δοκεῖν μοι παρὰ τῶν Μουσῶν αὐτῶν
ἀκηκοώς, ἔχειν ἕκαστον τῶν θεῶν θρόνον, ἐφ' οὗ πάντως
αὐτῷ θέμις καθῆσθαι στερεῶς καὶ ἀμετακινήτως· ἐπεὶ καὶ
πρὸς τὴν παρουσίαν τοῦ πατρὸς ἐξανιστάμενοι ταράττου-
σιν οὐδαμῶς τὰς καθέδρας οὐδὲ μεταβαίνουσιν οὐδὲ ὑφαρ-
πάζουσιν ἀλλήλων, γνωρίζει δὲ ἕκαστος τὸ προσῆκον αὑτῷ.
 Πάντων οὖν κύκλῳ τῶν θεῶν καθημένων, ὁ Σειληνός,
ἐρωτικῶς ἔχειν μοι δοκῶν τοῦ Διονύσου καλοῦ καὶ νέου
καὶ τῷ πατρὶ τῷ Διὶ παραπλησίου, πλησίον αὐτοῦ,

Φλαβιος Κλαύδιος. Misopogon (sc. Ἀντιοχικὸς ἢ Μισοπώγων) (2003:


012)“L'empereur Julien. Oeuvres complètes, vol. 2.2”, Ed. Lacombrade,
[Link]: Les Belles Lettres, [Link]. 17, γρ. 20

Ἐῴκει δὲ οἶμαι τὸ κατ' αὐτὸν αἰνίγματι, σαφῆ μὲν οὐκ


ἐχούσης αἰτίαν τῆς νόσου, μᾶλλον δὲ οὐδὲ αὐτῆς, ἥτις
ποτέ ἐστι, φαινομένης, ἐναργοῦς δὲ οὔσης τῆς περὶ τὸ
μειράκιον ἀσθενείας. Ἐνθάδε μέγας ἆθλος ἰατρῷ προὐτέθη  
τῷ Σαμίῳ τὴν νόσον, ἥτις ποτέ ἐστιν, ἐξευρεῖν. Ὁ δὲ
ὑπονοήσας ἐκ τῶν Ὁμήρου τίνες ποτέ εἰσιν αἱ γυιοκόροι
μελεδώναι, καὶ ὅτι πολλάκις οὐκ ἀσθένεια σώματος, ἀλλ'
ἀρρωστία ψυχῆς αἰτία γίγνεται τηκεδόνος τῷ σώματι, καὶ
τὸ μειράκιον ὁρῶν ὑπό τε ἡλικίας καὶ συνηθείας οὐκ ἀνα-
526

φρόδιτον, ὁδὸν ἐτράπετο τοιαύτην ἐπὶ τὴν τοῦ νοσήματος


θήραν. Καθίζει πλησίον τῆς Κλίνης ἀφορῶν εἰς τὸ πρόσω-
πον τοῦ μειρακίου, παριέναι κελεύσας καλούς τε καὶ
καλάς, ἀπὸ τῆς βασιλίδος ἀρξάμενος. Ἡ δὲ ὡς ἦλθεν,
ἐπισκεψομένη δῆθεν αὐτόν, αὐτίκα ἐδίδου τὰ συνθήματα
τοῦ πάθους ὁ νεανίας, ἆσθμα τῶν θλιβομένων ἠφίει,
ἐπέχειν γὰρ αὐτὸ κινούμενον καίπερ σφόδρα ἐθέλων οὐχ
οἷός τε ἦν, καὶ ταραχὴ ἦν τοῦ πνεύματος καὶ πολὺ περὶ τὸ
πρόσωπον ἐρύθημα. Ταῦτα ὁρῶν ὁ ἰατρὸς προσάγει τῷ
στέρνῳ τὴν χεῖρα, καὶ ἐπήδα δεινῶς ἡ καρδία καὶ ἔξω
ἵετο. Τοιαῦτα ἄττα ἔπασχεν ἐκείνης παρούσης·

Φλαβιος Κλαύδιος. Epistulae (2003: 013)


“L'empereur Julien. Oeuvres complètes, vol. 1.2, 2nd edn.”, Ed. Bidez, J.
Paris: Les Belles Lettres, [Link] 136b, γρ. 34

 Οὐκοῦν ἡσυχία μὲν ὁ θάνατός ἐστιν, ἡσυχίᾳ δὲ ἡ νὺξ


ἁρμόττει. Διόπερ οἶμαι πρέπειν ἐν αὐτῇ τὰ περὶ τὰς ταφὰς
πραγματεύεσθαι τῶν τελευτησάντων, ἐπεὶ τό γε ἐν ἡμέρᾳ
πράττειν τι τοιοῦτο πολλῶν ἕνεκα παραιτητέον. Ἄλλος ἐπ'
ἄλλῃ πράξει στρέφεται κατὰ τὴν πόλιν, καὶ μεστὰ πάντα
ἐστὶ τῶν μὲν εἰς δικαστήρια πορευομένων, τῶν δὲ εἰς ἀγο-
ρὰν καὶ ἐξ ἀγορᾶς, τῶν δὲ ἐπὶ ταῖς τέχναις προσκαθημέ-
νων, τῶν δὲ ἐπὶ τὰ ἱερὰ φοιτώντων, ὅπως τὰς ἀγαθὰς
ἐλπίδας παρὰ τῶν θεῶν βεβαιώσοιντο. Εἶτα οὐκ οἶδα οἵτι-
νες ἀναθέντες ἐν κλίνῃ νεκρὸν διὰ μέσων ὠθοῦνται τῶν
ταῦτα σπουδαζόντων, καὶ τὸ πρᾶγμά ἐστι πάντα τρόπον
οὐκ ἀνεκτόν· ἀναπίμπλανται γὰρ οἱ προστυχόντες πολλάκις
ἀηδίας, οἱ μὲν οἰόμενοι πονηρὸν τὸ οἰώνισμα, τοῖς δὲ εἰς
ἱερὰ βαδίζουσιν οὐ θέμις προσελθεῖν ἐστι πρὶν ἀπολούσα-
σθαι. Τοῖς γὰρ αἰτίοις τοῦ ζῆν θεοῖς καὶ μάλιστα πάντων
ἀλλοτριώτατα πρὸς φθορὰν διακειμένοις οὐ θέμις προσελ-
θεῖν ἀπὸ τοιαύτης ὄψεως. Καὶ οὔπω τὰ μείζω κατηγόρηκα
τοῦ γιγνομένου. Τίνα δὲ ταῦτά ἐστιν; Ἱεροὶ περίβολοι καὶ
θεῶν ναοὶ ἀνεῴγασι, καὶ πολλάκις θύει τις ἔνδον καὶ σπέν-
δει καὶ εὔχεται· οἱ δὲ παρέρχονται παρ' αὐτὸ τὸ ἱερὸν

Συνέσιος. Epistulae (2006: 001)


“Epistolographi Graeci”, Ed. Hercher, R.
Paris: Didot, 1873, Repr. [Link] 98, γρ. 17
527

καὶ ἐποίησας εἶναι σούς, παρ' ὅσον τῶν χαμαὶ ἐρχο-


μένων ὄντες οὐκ ἐπιγινώσκομεν τὴν ἀξίαν, διπλῇ
τιμώμενοι, καὶ τῷ μεγέθει τῶν γραφομένων καὶ τῇ
σπουδῇ τῶν γενομένων. τῷ δεσπότῃ μου τῷ κόμητι
γέγραφα μὲν ἤδη πολλάκις· ἐπεὶ δὲ ἐν ταῖς διὰ τοῦ
παιδὸς ἐπιστολαῖς αἰτιᾷ μὴ γεγραφότα πρὸς αὐτόν,
ἐπέθηκα τῷ ἀδελφῷ πρὸς αὐτὸν γράμματα. ἐρρω-
μένως καὶ εὐδαιμονῶν διατελοίης, φιλοσοφίας ἔχων
φροντίδα, ὅση προσήκει τῷ μετὰ θείων ἐρώτων ἡμ-
μένῳ ταύτης. ἀπὸ τῆς Κλίνης σοι γέγραφα, μόλις
ἀνεχόμενος εἰς διασκευὴν τῶν γραμμάτων. εὖξαι τὰ
ἄριστα ἡμῖν, ἅπερ ἂν ὁ θεὸς ἄριστα δοκιμάσῃ. ἐὰν
ἀνασφήλω, ἐπὶ τὴν Ἀλεξάνδρειαν εὐθὺς ἵεμαι.

Συνέσιος. De insomniis (2006: 005)


“Synesii Cyrenensis opuscula”, Ed. Terzaghi, N.
Rome: Polygraphica, [Link]. 11, γρ. 12

λέγειν ἐπιβαλλόμενοι, ὡς ἂν μὴ ἀτιμάζοιεν αὐτήν, ἀλλ' ἐπι-


τηδεύοιεν οἱ ἄνθρωποι χρείαν τῷ βίῳ παρέχουσαν, ἐπὶ  
τούτῳ τὴν φανταστικὴν φύσιν περιειργάσμεθα. ἐκ δὲ τοῦ
λόγου τὸ μὲν ἐνθάδε χρειῶδες ἔλαττον ἀναπέφηνεν. καρ-
πὸς δὲ ἀμείνων ὑγιοῦς πνεύματος ἀναγωγὴ ψυχῆς, ἱερὸν
ὄντως κέρδος· ὥστε καὶ μελέτη τις εὐσεβείας ἐστὶ πειρᾶσθαι
μαντικὸν ἡμῖν αὐτὸ εἶναι. καί τινες ἤδη διὰ τὸ τοιοῦτο
λιχνείᾳ δελεασθέντες προγνώσεως, τράπεζάν τε ἀπὸ φλεγ-
μαινούσης ἱερὰν καὶ ἄτυφον προὔθεντο, καὶ κοίτην ἠσπά-
σαντο καθαρὰν καὶ ἀμόλυντον. ὁ γὰρ ὅσα τῷ Πυθοῖ τρί-
ποδι τῇ κλίνῃ χρησάμενος, πολλοῦ δεῖ μάρτυρας ἀκολασίας
τὰς ἐν αὐτῇ νύκτας ποιήσασθαι· ὁ δὲ καὶ προσεκύνησε
θεὸν καὶ προσηύξατο. γίνεται δὲ πολὺ τὸ κατὰ μικρὸν
συντιθέμενον, καὶ τὸ δι' ἄλλο γινόμενον εἰς μεῖζον ἀπετε-
λεύτησεν, ἐρασθῆναι θεοῦ προιόντας, καὶ συναφθῆναί ποτε
τοὺς οὐκ ἐπὶ τοῦτο τὰ πρῶτα ὁρμήσαντας. οὔκουν ἄξιον
ἀμελεῖν μαντικῆς, ὁδοιπορούσης ἐπὶ τὰ θεῖα, καὶ παρυφι-
στάμενον ἐχούσης τῶν ἐν ἀνθρώπου δυνάμει τὸ τιμιώτατον.
οὐδὲ γὰρ διὰ τοῦτο ἐλάττων ἡ τῇδε χρεία τῆς συνημμένης
ψυχῆς τῷ θεῷ, ὅτι τῆς ἐπαφῆς τῶν κρειττόνων ἠξίωται·
οὔτε γὰρ ἀνεπίστρεπτός ἐστι τοῦ ζῴου, καὶ ἐκ περιωπῆς
528

Γρηγόριος Νύσσης. De beneficentia (vulgo De pauperibus amandis i)


(2017: 010)“Gregorii Nysseni opera, vol. 9.1”, Ed. van Heck, [Link]:
Brill, 1967.Τόμ. 9, σελ. 97, γρ. 4

θύραις ἑκάστου. καὶ ὁ ξένος καὶ μετανάστης οὐ λείπει καὶ τὴν


ζητοῦσαν χεῖρα πανταχοῦ τεταμένην ἔστιν ἰδεῖν. τούτοις
οἶκος μὲν ὁ ὕπαιθρος ἀήρ, καταγώγια δὲ στοαὶ καὶ ἄμφοδα
καὶ τὰ τῆς ἀγορᾶς ἐρημότερα. κατὰ δὲ τοὺς νυκτικόρακας
καὶ τὰς γλαῦκας ταῖς ὀπαῖς ἐμφωλεύουσιν. ἐσθὴς αὐτοῖς
τὰ περικεκεντημένα ῥάκια· γεωργία τῶν ἐλεούντων ἡ γνώμη·  
τροφή, ἥτις ἂν ἐκ τοῦ προστυχόντος ἐμπέσῃ· ποτὸν ὡς τοῖς
ἀλόγοις αἱ κρῆναι· ποτήριον τῶν χειρῶν ἡ κοιλότης· ταμιεῖον
ὁ κόλπος καὶ οὗτος ἂν μὴ διερρυηκὼς ᾖ, ἀλλὰ στέγων τὰ
ἐμβαλλόμενα· τράπεζα ἡ τῶν γονάτων συνέρεισις· Κλίνη
τὸ ἔδαφος· λουτρὸν ποταμὸς ἢ λίμνη, ὃ ὁ θεὸς κοινὸν πᾶσι
καὶ ἀκατάσκευον ἔδωκεν. ἀλητικὸς αὐτοῖς ὁ βίος καὶ ἄγριος,
οὐ τοιοῦτος ὢν ἐξ ἀρχῆς, ἀλλ' ἐκ τῆς συμφορᾶς καὶ τῆς
ἀνάγκης γενόμενος.
 Τούτοις ὁ νηστευτὴς ἐπάρκεσον. περὶ τοὺς ἀτυχοῦντας
τῶν ἀδελφῶν γενοῦ φιλότιμος. ὃ τῆς σῆς ὑφεῖλες γαστρός,
τῷ πεινῶντι πρόσθες. γενέσθω ὁ τοῦ θεοῦ φόβος δίκαιος
ἐπανισωτής. θεράπευσον ἐγκρατείᾳ σώφρονι δύο πάθη ἐναντία
ἀλλήλοις, τὸν σὸν κόρον καὶ τοῦ ἀδελφοῦ τὸν λιμόν. οὕτως
γὰρ ποιοῦσι καὶ οἱ ἰατροί· τοὺς μὲν κενοῦσι, τοὺς δὲ πληροῦσι,

Γρηγόριος Νύσσης. De beneficentia (vulgo De pauperibus amandis i)


Τόμ. 9, σελ. 97, γρ. 19

 Τούτοις ὁ νηστευτὴς ἐπάρκεσον. περὶ τοὺς ἀτυχοῦντας


τῶν ἀδελφῶν γενοῦ φιλότιμος. ὃ τῆς σῆς ὑφεῖλες γαστρός,
τῷ πεινῶντι πρόσθες. γενέσθω ὁ τοῦ θεοῦ φόβος δίκαιος
ἐπανισωτής. θεράπευσον ἐγκρατείᾳ σώφρονι δύο πάθη ἐναντία
ἀλλήλοις, τὸν σὸν κόρον καὶ τοῦ ἀδελφοῦ τὸν λιμόν. οὕτως
γὰρ ποιοῦσι καὶ οἱ ἰατροί· τοὺς μὲν κενοῦσι, τοὺς δὲ πληροῦσι,
ἵνα τῇ προσθήκῃ καὶ ὑφαιρέσει ἡ περὶ ἕκαστον οἰκονομηθῇ
ὑγίεια. πείσθητε καλῇ παραινέσει· ἀνοιξάτω ὁ λόγος τῶν
εὐπόρων τὰς θύρας· εἰσαγαγέτω ἡ συμβουλὴ τὸν πένητα
πρὸς τὸν ἔχοντα· μὴ διάλεξις πλουτισάτω τοὺς στένοντας·
δότω αὐτοῖς καὶ οἰκίαν καὶ Κλίνην καὶ τράπεζαν ὁ τοῦ θεοῦ
529

λόγος ὁ προαιώνιος διὰ λόγου οἰκετικοῦ· γεώργησον τὰ πρὸς


τὴν χρείαν τοῖς σοῖς κτήμασιν.
 Πρὸς τούτοις ἄλλοι πτωχοὶ πολλοὶ ἀσθενοῦντες καὶ
κατακείμενοι. ἕκαστος περιεργαζέσθω τοὺς γείτονας. μὴ
ἀφῇς παρ' ἄλλου θεραπευθῆναι τὸν ἐγγύς σου· μὴ λάβῃ
ἄλλος τὸν θησαυρὸν τὸν σοὶ παρακείμενον· περίπτυξαι τὸν
κακούμενον ὡς χρυσόν· ἐναγκάλισαι τὸν κεκακωμένον ὡς σὴν
ὑγίειαν, ὡς σωτηρίαν γυναικός, τέκνων, οἰκετῶν καὶ πάσης  
τῆς οἰκίας. ὁ πένης καὶ ἄρρωστος διπλοῦς ἐστι πτωχός· οἱ
μὲν γὰρ ὑγιαίνοντες ἄποροι καὶ θύραν ἐκ θύρας ἀμείβουσι

Γρηγόριος Νύσσης. In illud: Quatenus uni ex his fecistis mihi fecistis


(vulgo De pauperibus amandis ii) (2017: 011)“Gregorii Nysseni opera,
vol. 9.1”, Ed. van Heck, [Link]: Brill, 1967.Τόμ. 9, σελ. 116, γρ. 7

φέρεις ἀπόφασιν· μετέχεις δὲ καὶ σὺ τῆς φύσεως παραπλησίως


τοῖς πᾶσιν. οὐκοῦν ὡς ὑπὲρ κοινοῦ τοῦ πράγματος ὁ λόγος
ἔστω.
 Διὰ τί τοίνυν οὐδείς σε τῶν φαινομένων οἶκτος εἰσέρχεται;  
ὁρᾷς ἀνθρώπους νομάδας ὡσπερεὶ τὰ βοσκήματα πρὸς τὴν
τῆς τροφῆς χρείαν ἐσκεδασμένους· ῥάκια περικεκεντημένα,
τοῦτο ἡ ἐσθής· βακτηρία ἐν ταῖς χερσί, τοῦτο τὸ ὅπλον, τοῦτο
τὸ ὄχημα· οὐδὲ αὐτὴ δακτύλοις κατεχομένη, ἀλλά τισιν ὀχάνοις
πρὸς τὰς παλάμας συνδεδεμένη· πήρα ῥωγαλέα, καὶ ἄρτου
τρύφος, εὐρῶτι καὶ σηπεδόνι διεφθαρμένον· ἡ ἑστία, ὁ οἶκος,
ἡ στιβάς, ἡ Κλίνη, τὸ ταμιεῖον, ἡ τράπεζα, πᾶσα ἡ τοῦ βίου
παρασκευὴ ἡ πήρα ἐστίν. εἶτα οὐ λογίζῃ τίς ὁ ἐν τούτοις ὤν;
ὅτι ἄνθρωπος, ὁ κατ' εἰκόνα θεοῦ γεγονώς, ὁ κυριεύειν τῆς
γῆς τεταγμένος, ὁ ὑποχείριον τὴν τῶν ἀλόγων ὑπηρεσίαν
ἔχων. οὗτος εἰς τοῦτο συμφορᾶς καὶ μεταβολῆς προῆλθεν,
ὥστε ἀμφίβολον τὸ φαινόμενον εἶναι, οὔτε ἀνθρώπου καθαρῶς
οὔτε τινὸς ἄλλου τῶν ζῴων ἐναργῆ φέρων ἐφ' ἑαυτοῦ τὰ
γνωρίσματα· ἐὰν πρὸς ἄνθρωπον εἰκάσῃς, ἀρνεῖται τὴν
ἀμορφίαν ὁ χαρακτὴρ ὁ ἀνθρώπινος· ἐὰν πρὸς τὰ ἄλογα
τρέψῃς τὴν εἰκασίαν, οὐδὲ ἐκεῖνα τὴν ὁμοιότητα τοῦ φαινομέ-
νου προσίεται. μόνοι τοιοῦτοι πρὸς μόνους ἑαυτοὺς βλέποντες

Γρηγόριος Νύσσης. In sanctum pascha (vulgo In Christi


resurrectionem oratio iii) (2017: 015)“Gregorii Nysseni opera, vol. 9.1”,
Ed. Gebhardt, [Link]: Brill, 1967.Τόμ. 9, σελ. 257, γρ. 12
530

ἄπορον ἢ ἀμήχανον. ἔχεις πολλὰ τῆς πίστεως ἐνέχυρα


ἀναγκαστικῶς σε συνελαύνοντα πρὸς τὸ συντίθεσθαι τοῖς
παρ' ἡμῶν λεγομένοις· πρῶτον μὲν πᾶσαν τὴν ποικίλην
καὶ πολυσύνθετον κτίσιν βοῶσαν παντὸς κηρύγματος εὐση-
μότερον, ὅτι ὁ μέγας καὶ σοφὸς τεχνίτης ὁ πάντα τὰ βλεπό-
μενα τεχνησάμενος· πρὸς δὲ ταύτην προμηθὴς ὢν ὁ θεὸς
καὶ τὰ τῶν ἀπίστων ψυχάρια πόρρωθεν καθορῶν ἔργῳ τὴν
τῶν νεκρῶν ἔγερσιν ἐβεβαίωσεν πολλὰ σώματα τῶν τετελευ-
τηκότων ψυχώσας. διὰ τοῦτο Λάζαρος τετραήμερος νεκρὸς
τῆς θήκης ἐξήλατο καὶ τῆς χήρας ὁ μονογενὴς ἀπεδόθη
τῇ μητρὶ ἐκ τῆς Κλίνης καὶ τῆς ἐκφορᾶς πρὸς τοὺς ζῶντας
ἀναλυθεὶς καὶ ἄλλοι μυρίοι, οὓς ἀπαριθμεῖσθαι νῦν ὀχληρόν.
τί λέγω περὶ τοῦ θεοῦ καὶ σωτῆρος, ὁπότε, ἵνα ἐπὶ πλέον
δυσωπηθῶσιν οἱ ἀμφιβάλλοντες, καὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ τοῖς
ἀποστόλοις τὴν τοῦ ἐγείρειν νεκροὺς ἐχαρίσατο δύναμιν;
ἔστιν οὖν ἡ ἀπόδειξις ἐναργής, καὶ διὰ τί οἱ φιλόνεικοι πράγ-
ματα ἡμῖν παρέχετε ὡς ἀναποδείκτων λόγων ἐξηγηταῖς;
ὡς εἷς ἠγέρθη, οὕτω καὶ δέκα, ὡς οἱ δέκα καὶ τριακόσιοι,
ὡς τριακόσιοι καὶ οἱ πολλοί· ὁ γὰρ ἑνὸς ἀνδριάντος τε-
χνίτης ἔσται ῥᾳδίως καὶ μυρίων δημιουργός. οὐκ εἴδετε
τοὺς μηχανικούς, ὅπως τῶν μεγάλων καὶ ἐξαισίων οἰκοδο

Γρηγόριος Νύσσης. In Canticum canticorum (homiliae 15)


Τόμ. 6, σελ. 107, γρ. 9

τῶν νομιζόντων εἶναι τὸ εἶναι ἔχει. σὺ δὲ ἀληθῶς εἶ καλός,  


οὐ καλὸς μόνον ἀλλ' αὐτὴ τοῦ καλοῦ ἡ οὐσία, ἀεὶ τοιοῦτος
ὑπάρχων, πάντοτε ὢν ὅπερ εἶ, οὔτε κατὰ καιρὸν ἀνθῶν
οὔτε ἐπὶ καιροῦ πάλιν ἀποβάλλων τὸ ἄνθος, ἀλλὰ τῇ ἀϊδιότητι
τῆς ζωῆς συμπαρατείνων τὴν ὥραν· ᾧ ὄνομα ἡ φιλανθρωπία
ἐγένετο. ὅτι ἄρα ἐξ Ἰούδα ἀνέτειλας ἡμῖν, ἀδελφὸς δὲ ὁ
Ἰουδαίων λαὸς τοῦ ἐξ ἐθνῶν σοι προσιόντος, καλῶς διὰ τὴν
ἐν σαρκὶ γεγενημένην τῆς θεότητός σου φανέρωσιν ἀδελφιδὸς
τῆς ποθούσης κατωνομάσθης.
 Εἶτα ἐπήγαγε Πρὸς κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος. τουτέστιν ἔγνω
σε ἤτοι γνώσεται ἡ ἀνθρωπίνη φύσις σύσκιον τῇ οἰκονομίᾳ
γενόμενον· ἦλθες γάρ φησι σὺ ὁ καλὸς ἀδελφιδός, ὁ ὡραῖος,  
πρὸς τῇ κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος γενόμενος. εἰ γὰρ μὴ συνεσκίασας
αὐτὸς σεαυτὸν τὴν ἄκρατον τῆς θεότητος ἀκτῖνα συγκαλύψας
τῇ τοῦ δούλου μορφῇ, τίς ἂν ὑπέστη σου τὴν ἐμφάνειαν;
οὐδεὶς γὰρ ὄψεται πρόσωπον κυρίου καὶ ζήσεται. ἦλθες
531

τοίνυν ὁ ὡραῖος, ἀλλ' ὡς χωροῦμεν δέξασθαι τοιοῦτος


γενόμενος· ἦλθες τὰς τῆς θεότητος ἀκτῖνας τῇ περιβολῇ
συσκιάσας τοῦ σώματος. πῶς γὰρ ἂν ἐχώρησε θνητὴ καὶ
ἐπίκηρος φύσις τῇ ἀκηράτῳ καὶ ἀπροσίτῳ συζυγίᾳ συναρ

Γρηγόριος Νύσσης. In Canticum canticorum (homiliae 15)


Τόμ. 6, σελ. 108, γρ. 1

ὑπάρχων, πάντοτε ὢν ὅπερ εἶ, οὔτε κατὰ καιρὸν ἀνθῶν


οὔτε ἐπὶ καιροῦ πάλιν ἀποβάλλων τὸ ἄνθος, ἀλλὰ τῇ ἀϊδιότητι
τῆς ζωῆς συμπαρατείνων τὴν ὥραν· ᾧ ὄνομα ἡ φιλανθρωπία
ἐγένετο. ὅτι ἄρα ἐξ Ἰούδα ἀνέτειλας ἡμῖν, ἀδελφὸς δὲ ὁ
Ἰουδαίων λαὸς τοῦ ἐξ ἐθνῶν σοι προσιόντος, καλῶς διὰ τὴν
ἐν σαρκὶ γεγενημένην τῆς θεότητός σου φανέρωσιν ἀδελφιδὸς
τῆς ποθούσης κατωνομάσθης.
 Εἶτα ἐπήγαγε Πρὸς κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος. τουτέστιν ἔγνω
σε ἤτοι γνώσεται ἡ ἀνθρωπίνη φύσις σύσκιον τῇ οἰκονομίᾳ
γενόμενον· ἦλθες γάρ φησι σὺ ὁ καλὸς ἀδελφιδός, ὁ ὡραῖος,  
πρὸς τῇ κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος γενόμενος. εἰ γὰρ μὴ συνεσκίασας
αὐτὸς σεαυτὸν τὴν ἄκρατον τῆς θεότητος ἀκτῖνα συγκαλύψας
τῇ τοῦ δούλου μορφῇ, τίς ἂν ὑπέστη σου τὴν ἐμφάνειαν;
οὐδεὶς γὰρ ὄψεται πρόσωπον κυρίου καὶ ζήσεται. ἦλθες
τοίνυν ὁ ὡραῖος, ἀλλ' ὡς χωροῦμεν δέξασθαι τοιοῦτος
γενόμενος· ἦλθες τὰς τῆς θεότητος ἀκτῖνας τῇ περιβολῇ
συσκιάσας τοῦ σώματος. πῶς γὰρ ἂν ἐχώρησε θνητὴ καὶ
ἐπίκηρος φύσις τῇ ἀκηράτῳ καὶ ἀπροσίτῳ συζυγίᾳ συναρ-
μοσθῆναι, εἰ μὴ τοῖς ἐν σκότῳ ζῶσιν ἡμῖν ἡ σκιὰ τοῦ σώματος
πρὸς τὸ φῶς ἐμεσίτευσεν; Κλίνην δὲ ὀνομάζει ἡ νύμφη
τῇ τροπικῇ σημασίᾳ τὴν πρὸς τὸ θεῖον ἀνάκρασιν τῆς

Γρηγόριος Νύσσης. In Canticum canticorum (homiliae 15)


Τόμ. 6, σελ. 108, γρ. 10

γενόμενον· ἦλθες γάρ φησι σὺ ὁ καλὸς ἀδελφιδός, ὁ ὡραῖος,  


πρὸς τῇ κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος γενόμενος. εἰ γὰρ μὴ συνεσκίασας
αὐτὸς σεαυτὸν τὴν ἄκρατον τῆς θεότητος ἀκτῖνα συγκαλύψας
τῇ τοῦ δούλου μορφῇ, τίς ἂν ὑπέστη σου τὴν ἐμφάνειαν;
οὐδεὶς γὰρ ὄψεται πρόσωπον κυρίου καὶ ζήσεται. ἦλθες
τοίνυν ὁ ὡραῖος, ἀλλ' ὡς χωροῦμεν δέξασθαι τοιοῦτος
γενόμενος· ἦλθες τὰς τῆς θεότητος ἀκτῖνας τῇ περιβολῇ
συσκιάσας τοῦ σώματος. πῶς γὰρ ἂν ἐχώρησε θνητὴ καὶ
ἐπίκηρος φύσις τῇ ἀκηράτῳ καὶ ἀπροσίτῳ συζυγίᾳ συναρ-
532

μοσθῆναι, εἰ μὴ τοῖς ἐν σκότῳ ζῶσιν ἡμῖν ἡ σκιὰ τοῦ σώματος


πρὸς τὸ φῶς ἐμεσίτευσεν; Κλίνην δὲ ὀνομάζει ἡ νύμφη
τῇ τροπικῇ σημασίᾳ τὴν πρὸς τὸ θεῖον ἀνάκρασιν τῆς
ἀνθρωπίνης φύσεως ἑρμηνεύουσα, ὡς καὶ ὁ μέγας ἀπόστολος
ἁρμόζεται τῷ Χριστῷ τὴν παρθένον, ἡμᾶς, καὶ νυμφοστολεῖ
[τὴν ψυχὴν] καὶ τὴν προσκόλλησιν τῶν δύο εἰς ἑνὸς σώματος
κοινωνίαν τὸ μέγα μυστήριον εἶναι λέγει τῆς τοῦ Χριστοῦ
πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ἑνώσεως· εἰπὼν γὰρ ὅτι Ἔσονται οἱ
δύο εἰς σάρκα μίαν ἐπήγαγεν ὅτι Τὸ μυστήριον τοῦτο
μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
διὰ τοῦτο τοίνυν τὸ μυστήριον Κλίνην ἡ παρθένος ψυχὴ τὴν  
πρὸς τὸ θεῖον κοινωνίαν ὠνόμασεν. ταύτην δὲ οὐκ ἄλλως

Γρηγόριος Νύσσης. In Canticum canticorum (homiliae 15)


Τόμ. 6, σελ. 192, γρ. 14

ὕλην τοῦ θείου ἔρωτος γίνεσθαι· τοῦ γὰρ ἀνδρώδους θυμοῦ


τὸν τῆς ἡδονῆς λόχον καταπτοήσαντός τε καὶ φυγαδεύσαντος
οὕτω τὸ καθαρὸν τῆς ψυχῆς ἀναφαίνεται κάλλος μηδενὶ πάθει
σωματικῆς ἐπιθυμίας καταρρυπούμενον. οὐκοῦν ἀναγκαίως ἡ
νυμφικὴ τοῦ βασιλέως Κλίνη τοῖς ὁπλίταις ἐν κύκλῳ διαλαμ-
βάνεται, ὧν ἡ τοῦ πολεμεῖν ἐμπειρία καὶ τὸ πρόχειρον
ἔχειν ἐπὶ τοῦ μηροῦ τὴν ῥομφαίαν θάμβος καὶ ἔκπληξιν
ἐμποιεῖ τοῖς σκοτεινοῖς λογισμοῖς τοῖς ἐν νυξί τε καὶ
σκοτομήνῃ τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ λοχῶσί τε καὶ τοξεύουσιν.
ὅτι γὰρ ἀναιρετικὴ τῶν ῥυπαρῶν ἡδονῶν ἐστιν ἡ τῶν
περιεστοιχισμένων τὴν Κλίνην ἐξόπλισις, δῆλον ἂν γένοιτο
διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ λόγου ὅς φησιν ὅτι Πάντες δεδιδαγμέ-
νοι πόλεμον, ἀνὴρ ῥομφαία αὐτοῦ ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ·
ἀληθῶς γὰρ εἰδότων ἐστίν, ὅπως ἀντιστρατεύεσθαι χρὴ τῇ
σαρκί τε καὶ τῷ αἵματι, τὸ τὴν ῥομφαίαν τῷ μηρῷ ἔχειν
ἐφηρμοσμένην. νοεῖ δὲ πάντως ὁ τῶν γραφικῶν αἰνιγμάτων  
οὐκ ἄπειρος ἔκ τε τῆς τοῦ μηροῦ μνήμης τὸ σημαινόμενον
καὶ ὅτι ῥομφαία ὁ λόγος ἐστίν. ὁ τοίνυν τὸ φοβερὸν ὅπλον,
λέγω δὲ τὴν τῆς σωφροσύνης ῥομφαίαν, διεζωσμένος οὗτός
ἐστι τῇ ἀφθάρτῳ κλίνῃ ἐράσμιος, εἷς τῶν δυνατῶν Ἰσραὴλ
καὶ τοῦ καταλόγου τῶν ἑξήκοντα ἄξιος.

Γρηγόριος Νύσσης. In Canticum canticorum (homiliae 15)


Τόμ. 6, σελ. 193, γρ. 4

ὅτι γὰρ ἀναιρετικὴ τῶν ῥυπαρῶν ἡδονῶν ἐστιν ἡ τῶν


533

περιεστοιχισμένων τὴν Κλίνην ἐξόπλισις, δῆλον ἂν γένοιτο


διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ λόγου ὅς φησιν ὅτι Πάντες δεδιδαγμέ-
νοι πόλεμον, ἀνὴρ ῥομφαία αὐτοῦ ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ·
ἀληθῶς γὰρ εἰδότων ἐστίν, ὅπως ἀντιστρατεύεσθαι χρὴ τῇ
σαρκί τε καὶ τῷ αἵματι, τὸ τὴν ῥομφαίαν τῷ μηρῷ ἔχειν
ἐφηρμοσμένην. νοεῖ δὲ πάντως ὁ τῶν γραφικῶν αἰνιγμάτων  
οὐκ ἄπειρος ἔκ τε τῆς τοῦ μηροῦ μνήμης τὸ σημαινόμενον
καὶ ὅτι ῥομφαία ὁ λόγος ἐστίν. ὁ τοίνυν τὸ φοβερὸν ὅπλον,
λέγω δὲ τὴν τῆς σωφροσύνης ῥομφαίαν, διεζωσμένος οὗτός
ἐστι τῇ ἀφθάρτῳ κλίνῃ ἐράσμιος, εἷς τῶν δυνατῶν Ἰσραὴλ
καὶ τοῦ καταλόγου τῶν ἑξήκοντα ἄξιος. τὸν δὲ ἀριθμὸν
τοῦτον ἔχειν μέν τινα μυστικὸν λόγον οὐκ ἀμφιβάλλομεν,
ἀλλὰ μόνοις ἐκείνοις δῆλον, οἷς ἀποκαλύπτει τὰ κεκρυμμένα
μυστήρια ἡ τοῦ πνεύματος χάρις, ἡμεῖς δὲ καλῶς ἔχειν
φαμὲν τῶν προχείρων τοῦ λόγου νοημάτων ἐμφορηθέντας,
καθὼς ἐπὶ τοῦ πάσχα νομοθετεῖ Μωϋσῆς τῶν προφαινομένων
σαρκῶν ἐμφαγόντας ἀπολυπραγμόνητον ἐᾶσαι τὸ τοῖς
ὀστέοις τῆς ἀσαφείας ἐγκεκρυμμένον. εἰ δέ τίς ἐστιν ἐπιθυμη-
τὴς τῶν κρυφίων μυελῶν τοῦ λόγου, ζητείτω παρὰ τοῦ τὰ
κεκρυμμένα τοῖς ἀξίοις ἀποκαλύπτοντος. ὡς δ' ἂν μὴ δοκοίημεν

Γρηγόριος Νύσσης. In Canticum canticorum (homiliae 15)


Τόμ. 6, σελ. 195, γρ. 6

πέτρας καὶ τῆς μαχαίρας τὸ σημαινόμενον), εἰκὸς ἦν βεβαιω-


θείσης ἐν αὐτοῖς τῆς νομίμου τε καὶ ἐναρέτου ζωῆς μηδένα
τῶν λίθων τῶν ἐπ' ὀνόματι τῶν Ἰσραηλιτικῶν φυλῶν
παραληφθέντων εὑρεθῆναι ἀπόβλητον. ἐπεὶ δὲ χρὴ πάντοτε
τῶν ἀγαθῶν τὰς ἐπαυξήσεις ἐπιζητεῖν, ὅτε προῆλθεν ὁ  
χρόνος, καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ἰσραὴλ μείζων ἐγένετο· οὕτω
γάρ φησιν ἐν τοῖς προκειμένοις ἡμῖν ῥητοῖς ὁ λόγος ὅτι ἀπὸ
δυνατῶν Ἰσραὴλ τότε οὐκέτι εἷς ἀπὸ φυλῆς λίθος ἢ μία ῥάβδος
λαμβάνεται, ἀλλὰ πέντε ἀντὶ ῥάβδων ἢ λίθων ἀφ' ἑκάστης
φυλῆς ἄνδρες πολεμισταί, δεδιδαγμένοι πόλεμον, αἴροντες
ῥομφαίαν, ἀπὸ δυνατῶν Ἰσραὴλ τὴν θείαν Κλίνην περιστοιχί-
ζονται, ὧν διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἀπόβλητος γίνεται, διότι πάσης
φυλῆς ἀπαρχὴ οἱ πέντε γίνονται, ὧν ὁ ἀριθμὸς δωδεκάκις
κεφαλαιούμενος τὸ πλήρωμα ποιεῖ τῶν ἑξήκοντα. χρὴ
τοίνυν πέντε ἀφ' ἑκάστης φυλῆς φοβεροὺς ὁπλομάχους
φύλακας τῆς τοῦ βασιλέως Κλίνης γενέσθαι, ὡς, εἴ γε
λείποι τῷ ἀριθμῷ τῶν πέντε, ἀπαράδεκτον εἶναι καὶ τὸ
λειπόμενον.
534

 Ἆρ' ἐστι λοιπὸν κατατολμῆσαι τοῦ ἐνθυμήματος, πῶς


ἀφ' ἑκάστης φυλῆς οἱ πέντε ὁπλίζονται, ἵνα τῆς βασιλικῆς
Κλίνης φύλακες γένωνται, πῶς ἕκαστος τῶν πέντε τούτων

Γρηγόριος Νύσσης. In Canticum canticorum (homiliae 15)


Τόμ. 6, σελ. 198, γρ. 14

μεθα, ὅς φησι πρὸς τὸν ἀναιδῶς ἐν νυκτὶ θυροκρουστοῦντα


ὅτι Ἤδη ἡ θύρα κέκλεισται καὶ τὰ παιδία μετ' ἐμοῦ ἐπὶ τῆς
κοίτης ἐστίν. καλῶς δὲ τοὺς διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης
τὸ ἀπαθὲς ἑαυτοῖς κατορθώσαντας παιδία κατονομάζει
ὁ λόγος δόγμα διὰ τούτων ἡμῖν ὑφηγούμενος, ὅτι τὸ ἐξ
ἐπιμελείας προσγινόμενον ἡμῖν ἀγαθὸν οὐκ ἄλλο τί ἐστι
παρὰ τὸ ἐξ ἀρχῆς ἐναποτεθὲν τῇ φύσει· ὅ τε γὰρ τῷ μηρῷ
τὴν ῥομφαίαν διαζωσάμενος διὰ προσοχῆς τοῦ κατ' ἀρετὴν βίου
τὸ πάθος ἀπεσκευάσατο τό τε νήπιον τῇ ἡλικίᾳ ἀναισθήτως
ἔχει τοῦ τοιούτου πάθους· οὐ γὰρ χωρεῖ τὸ πάθος ἡ νηπιότης.
οὐκοῦν ταὐτόν ἐστιν ὁπλίτας τε περὶ τὴν Κλίνην εἶναι μαθεῖν
καὶ νήπια ἐπὶ τῆς κοίτης ἀναπαυόμενα· μία γὰρ ἐπ' ἀμφο-
τέρων ἡ ἀπάθεια τῶν τε μὴ παραδεξαμένων καὶ τῶν ἀπωσα-
μένων τὸ πάθος· οἱ μὲν γὰρ οὔπω ἔγνωσαν, οἱ δὲ πρὸς τὴν
τοιαύτην κατάστασιν ἑαυτοὺς ἐπανήγαγον στραφέντες καὶ
παιδία τῇ ἀπαθείᾳ γενόμενοι, ὡς μακάριον τὸ ἐν τούτοις  
εὑρεθῆναι ἢ παιδίον ἢ ὁπλίτην ἢ ἀληθινὸν Ἰσραηλίτην
γενόμενον, ὡς μὲν Ἰσραηλίτην ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ τὸν θεὸν
ὁρῶντα, ὡς δὲ ὁπλίτην ἐν ἀπαθείᾳ καὶ καθαρότητι τὴν
τοῦ βασιλέως Κλίνην, τουτέστιν τὴν ἑαυτοῦ καρδίαν φυλάσσον-
τα, ὡς δὲ παιδίον ἐπὶ τῆς μακαρίας κοίτης ἀναπαυόμενον ἐν

Γρηγόριος Νύσσης. Vita sanctae Macrinae Se. 35, γρ. 14

ἔξω τοῦ τοιούτου γενήσομαι κατακρίματος, ἐν τοῖς τῶν


γονέων σώμασι βλέπων τὴν κοινὴν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως
ἀσχημοσύνην, διαπεπτωκότων ὡς εἰκὸς καὶ λελυμένων καὶ
εἰς εἰδεχθῆ καὶ δυσάντητον ἀμορφίαν μεταβληθέντων;
Ταῦτα δέ μοι λογιζομένῳ καὶ τῆς τοῦ Νῶε κατὰ τοῦ παιδὸς
ἀγανακτήσεως ἐπιτεινούσης τὸν φόβον συμβουλεύει τὸ
535

πρακτέον ἡ ἱστορία τοῦ Νῶε. Ἐπεκαλύφθη γὰρ σινδόνι


καθαρᾷ πρὶν ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν γενέσθαι τὰ σώματα τῇ
τοῦ πώματος ἐπάρσει καθ' ἑκάτερον ἄκρον τῆς σινδόνος
ἀντεισιούσης· καὶ οὕτως ὑποκρυφθέντων τῇ σινδόνι τῶν
σωμάτων ἀράμενοι τῆς Κλίνης τὸ ἱερὸν ἐκεῖνο σῶμα
ἐγώ τε καὶ ὁ μνημονευθεὶς τῶν τόπων ἐπίσκοπος τῇ μητρὶ
παρακατεκλίναμεν κοινὴν ἀμφοτέραις πληροῦντες εὐχήν·  
τοῦτο γὰρ παρὰ πᾶσαν τὴν ζωὴν συμφώνως ἀμφότεραι
τὸν θεὸν ᾐτοῦντο, ἀνακραθῆναι μετὰ τὸν θάνατον ἀλλήλοις
τὰ σώματα καὶ τὴν κατὰ τὸν βίον ἐν τῇ ζωῇ κοινωνίαν
μηδὲ ἐπὶ τῷ θανάτῳ διαζευχθῆναι.
 Ἐπεὶ δὲ πάντα ἡμῖν τὰ ἐν τῇ κηδείᾳ νενομισμένα
πεπλήρωτο καὶ ἔδει τῆς ἐπανόδου γενέσθαι, ἐπιπεσὼν
τῷ τάφῳ καὶ τὴν κόνιν ἀσπασάμενος εἰχόμην πάλιν τῆς
ὁδοῦ κατηφής τε καὶ δεδακρυμένος,

Γρηγόριος Νύσσης. De vita Mosis (2017: 042)


“Grégoire de Nysse. La vie de Moïse, 3rd edn.”, Ed. Daniélou, J.
Paris: Cerf, 1968; Sources chrétiennes 1 [Link]. 2, se. 70, γρ. 9

         Ὅταν γὰρ ἴδῃς τὸν ῥυπαρόν τε καὶ ἀκόλαστον βίον ἐκ τοῦ ἀληθῶς
πηλοῦ τε καὶ βορβόρου τικτόμενον καὶ τῇ πρὸς τὸ ἄλογον μιμήσει
κατὰ τὸ εἶδος τῆς ζωῆς ἐν οὐθετέρᾳ φύσει ἀκριβῶς μένοντα
καὶ ἄνθρωπον μὲν κατὰ τὴν φύσιν ὄντα, κτῆνος δὲ διὰ τὸ
πάθος γινόμενον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀμφίβιον ἐκεῖνο καὶ
ἐπαμφοτερίζον τῆς ζωῆς εἶδος ἐπιδεικνύντα, εὑρήσεις καὶ
ἐπὶ τούτου τὰ τῆς τοιαύτης νόσου γνωρίσματα, οὐκ ἐπὶ τῆς
Κλίνης μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς τραπέζης καὶ ἐν τοῖς ταμιείοις
καὶ κατὰ πᾶσιν τὴν οἴκησιν.
         Ἐπισημαίνεται γὰρ διὰ
πάντων ὁ τοιοῦτος τὴν ἀσωτίαν, ὥστε πάντας ῥᾳδίως
ἐπιγνῶναι διὰ τῶν κατὰ τὸν οἶκον σπουδαζομένων τὸν
βίον τοῦ τε ἀκολάστου καὶ τοῦ καθαρεύοντος, ὅταν ἐν
τούτῳ μὲν ἐπὶ τῶν τοῦ τοίχου κονιαμάτων δείκνυται παρὰ
τῆς τέχνης διὰ εἰδώλων τινῶν τὰ τῆς ἐμπαθοῦς ἡδονῆς
ὑπεκκαύματα, δι' ὧν ὑπομιμνῄσκεται τῆς νόσου ἡ φύσις,
διὰ τῆς ὄψεως ἐκ τῆς ἀτιμίας τῶν θεαμάτων ἐπὶ τὴν ψυχὴν
ἐπεισχεομένου τοῦ πάθους, ἐπὶ δὲ τοῦ σωφρονοῦντος φυλακὴν
536

Γρηγόριος Νύσσης. De virginitate (2017: 043)


“Grégoire de Nysse. Traité de la virginité”, Ed. Aubineau, M.
Paris: Cerf, 1966; Sources chrétiennes [Link]. 18, se. 2, γρ. 6

ὅλος ὁ βίος τούτῳ συμβαίνοι τῷ κατορθώματι, ἐπιμολύ-


νοιτο δὲ τῇ λοιπῇ τῆς ψυχῆς ἀταξίᾳ, τοῦτο ἐκεῖνό ἐστι
»τὸ ἐνώτιον τὸ ἐν τῇ ῥινὶ τῆς ὑὸς» ἢ ὁ μαργαρίτης ὁ ἐν τοῖς
ποσὶ τῶν χοίρων καταπατούμενος. Ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων
τοσαῦτα.
 Εἰ δέ τις παρ' οὐδὲν ποιεῖται τὸ μὴ συνηρμόσθαι
τινὶ διὰ τῶν καταλλήλων τὸν βίον, τὰ ἐν τῷ οἴκῳ ἑαυτοῦ
θεασάμενος παιδευθήτω περὶ τοῦ δόγματος. Δοκεῖ γάρ μοι,
καθάπερ ἐπὶ τῆς ἰδίας οἰκήσεως ὁ τοῦ οἴκου δεσπότης οὐ
καταδέξεται ἀπρεπῆ καὶ ἀσχήμονα τὰ ἐν τῇ οἰκίᾳ βλέπειν,
ἢ Κλίνην ἀνατετραμμένην ἢ πλήρη κόπρου τὴν τράπεζαν
ἢ τὰ μὲν τίμια τῶν σκευῶν ἐν ῥυπαροῖς τισι τόποις ἀπερ-
ριμμένα, ὅσα δὲ πρὸς τὰς ἀτιμοτέρας ὑπηρεσίας ἐστίν, ἐν
ὀφθαλμοῖς προκείμενα τῶν εἰσιόντων, ἀλλὰ πάντα εὐσχη-
μόνως καὶ κατὰ τάξιν τὴν πρέπουσαν διαθεὶς καὶ ἑκάστῳ τὴν
ἁρμόζουσαν ἀποδοὺς χώραν, θαρρῶν δέχεται τοὺς ἐπι-  
ξενουμένους, ὡς οὐδεμίαν αἰσχύνην ὀφλήσων εἰ φανερὸν
γένοιτο ὅπως αὐτῷ τὰ κατὰ τὴν οἰκίαν ἔχει· οὕτως οἶμαι
χρῆναι καὶ τὸν τοῦ σκηνώματος ἡμῶν οἰκοδεσπότην καὶ
οἰκονόμον, τὸν νοῦν λέγω, πάντα τὰ ἐν ἡμῖν εὖ διατίθεσθαι
ἑκάστῃ τε τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων, ἃς ἀντὶ ὀργάνων

Ευσέβιος. Ιστορία εκκλησιαστική.


“Eusèbe de Césarée. Histoire ecclésiastique, 3 vols.”, Ed. Bardy, G.
Paris: Cerf, 1:1952; 2:1955; 3:1958, Repr. 3:1967; Sources chrétiennes
31, 41, [Link] 6, Ch. 43, se. 14, γρ. 5

 καὶ αὖθις μεθ' ἕτερα τούτοις προστίθησιν ταῦτα·


 »φέρε δή, ἑξῆς εἴπωμεν τίσιν ἔργοις ἢ τίσιν πολιτείαις
τεθαρρηκὼς ἀντεποιήθη τῆς ἐπισκοπῆς. ἆρά γε διὰ τὸ ἐξ  
ἀρχῆς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἀνεστράφθαι καὶ πολλοὺς ἀγῶνας
ὑπὲρ αὐτῆς ἠγωνίσθαι καὶ ἐν κινδύνοις πολλοῖς τε καὶ
μεγάλοις ἕνεκα τῆς θεοσεβείας γεγονέναι; ἀλλ' οὐκ ἔστιν·
ᾧ γε ἀφορμὴ τοῦ πιστεῦσαι γέγονεν ὁ σατανᾶς,
φοιτήσας εἰς αὐτὸν καὶ οἰκήσας ἐν αὐτῷ χρόνον ἱκανόν·
ὃς βοηθούμενος ὑπὸ τῶν ἐπορκιστῶν νόσῳ περιπεσὼν
χαλεπῇ καὶ ἀποθανεῖσθαι ὅσον οὐδέπω νομιζόμενος, ἐν
αὐτῇ τῇ κλίνῃ, οὗ ἔκειτο, περιχυθεὶς ἔλαβεν, εἴ γε χρὴ
537

λέγειν τὸν τοιοῦτον εἰληφέναι.


         οὐ μὴν οὐδὲ τῶν
λοιπῶν ἔτυχεν, διαφυγὼν τὴν νόσον, ὧν χρὴ μεταλαμβάνειν
κατὰ τὸν τῆς ἐκκλησίας κανόνα, τοῦ τε σφραγισθῆναι ὑπὸ
τοῦ ἐπισκόπου· τούτων δὲ μὴ τυχών, πῶς ἂν τοῦ ἁγίου
πνεύματος ἔτυχεν;»
 καὶ πάλιν μετὰ βραχέα φησίν·
 »ὁ διὰ δειλίαν καὶ φιλοζωΐαν ἐν τῷ καιρῷ τῆς διώξεως
πρεσβύτερον εἶναι ἑαυτὸν ἀρνησάμενος. ἀξιούμενος γὰρ καὶ
παρακαλούμενος ὑπὸ τῶν διακόνων, ἵν' ἐξελθὼν τοῦ

Ευσέβιος. Ιστορία εκκλησιαστική.


Book 6, Ch. 43, se. 17, γρ. 6

ἀδελφοῖς καὶ ἐπικουρίας δεομένοις βοηθεῖν, τοσοῦτον


ἀπέσχεν τοῦ πειθαρχῆσαι παρακαλοῦσι τοῖς διακόνοις, ὡς
καὶ χαλεπαίνοντα ἀπιέναι καὶ ἀπαλλάττεσθαι· μὴ γὰρ ἔτι
βούλεσθαι πρεσβύτερος εἶναι ἔφη, ἑτέρας γὰρ εἶναι φιλοσοφίας
ἐραστής».
 ὑπερβὰς δ' ὀλίγα, τούτοις πάλιν ἐπιφέρει λέγων·
 »καταλιπὼν γὰρ ὁ λαμπρὸς οὗτος τὴν ἐκκλησίαν τοῦ
θεοῦ, ἐν ᾗ πιστεύσας κατηξιώθη τοῦ πρεσβυτερίου κατὰ  
χάριν τοῦ ἐπισκόπου τοῦ ἐπιθέντος αὐτῷ χεῖρα εἰς πρεσβυ-
τερίου κλῆρον, ὃς διακωλυόμενος ὑπὸ παντὸς τοῦ κλήρου,
ἀλλὰ καὶ λαϊκῶν πολλῶν, ἐπεὶ μὴ ἐξὸν ἦν τὸν ἐν κλίνῃ διὰ
νόσον περιχυθέντα, ὥσπερ καὶ οὗτος, εἰς κλῆρόν τινα
γενέσθαι, ἠξίωσεν συγχωρηθῆναι αὐτῷ τοῦτον μόνον
χειροτονῆσαι».
 

Ευσέβιος. Demonstratio evangelica (2018: 005)


“Eusebius Werke, Band 6: Die Demonstratio evangelica”, Ed. Heikel,
[Link]: Hinrichs, 1913; Die griechischen christlichen Schriftsteller
[Link] 4, Ch. 16, se. 27, γρ. 3

τὸν Χριστὸν ἀναγορεύων, «λύχνον» φησὶν ἡτοιμακέναι αὐτῷ,


τὸν προφητικὸν ὡς εἰκὸς λόγον τὸν προωδευκότα τοῦ Χριστοῦ,
ὃς μόνος ἡλιακοῦ φωτὸς δίκην τοῖς πᾶσιν καθ' ὅλης τῆς
οἰκουμένης ἀνθρώποις ἀνατέταλκεν.
         καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Δαβὶδ
λύχνος τῷ Χριστῷ προητοίμαστο, ὡς παραθέσει ἡλίου καὶ τελείου  
φωτὸς λύχνου τάξιν ἐπέχων. «ἐκεῖ δέ», φησίν, «ἐξανατελῶ κέρας»,
538

τὸν τόπον δηλῶν, ἔνθα σημαίνει τὸν Χριστὸν γεννηθήσεσθαι.


         εὐ-
ξαμένῳ γὰρ τῷ Δαβὶδ τὸν τόπον τῷ πνεύματι προθεωρῆσαι τῆς
γενέσεως τοῦ Χριστοῦ, φήσαντί τε «εἰ εἰσελεύσομαι ἐπὶ Κλίνης στρω-
μνῆς μου, εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις
μου· νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τό-
πον· τῷ κυρίῳ, σκήνωμα τῷ θεῷ Ἰακὼβ» ἀποκαλύπτει τὸ θεῖον
πνεῦμα τὸν ἐν Βηθλεὲμ τόπον.
         διὸ ἐπιφέρει λέγων· «ἰδοὺ ἠκού-
σαμεν αὐτὴν ἐν Ἐφραθά (αὕτη δέ ἐστιν ἡ Βηθλεέμ), εὕρομεν αὐτὴν
ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ· εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ,
προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ». εἰκότως
οὖν μετὰ τὴν τούτων φανέρωσιν ἐπιλέγει· «ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας
τῷ Δαβίδ, ἡτοίμασα λύχνον τῷ χριστῷ μου»,

Ευσέβιος. Demonstratio evangelica Book 7, Ch. 2, se. 28, γρ. 3

ἄν τις μετὰ τὴν Ἀσσυρίων εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἐπιδημίαν, καθ' ἣν εἷλον
τὸ Ἰουδαίων ἔθνος, τοσαύτας ἐπαναστάσεις κατ' αὐτῶν γεγονέναι,
ὅσαι δηλοῦνται διὰ τῶν ἑπτὰ ποιμένων καὶ διὰ τῶν ὀκτὼ δηγμά-
των (ταῦτα δὲ δύνασθαι εἰδέναι τοὺς τὰ Ἀσσυρίων ἱστορηκότας), ὧν
ἐπὶ τέλει τὸν ἐκ τῆς Βηθλεὲμ προφητευόμενον γεγονέναι, μετὰ τοὺς
ἑπτὰ δηλαδὴ ποιμένας καὶ τὰ ὀκτὼ δήγματα, τοῖς Ἀσσυρίοις συμ-
βάντα ἐν ὑστέροις χρόνοις τῆς εἰς τὴν Ἰουδαίαν αὐτῶν ἐφόδου.
ταῦτα δὲ πλείστης ἐρεύνης δεόμενα οὐ νῦν πολυπραγμονεῖν καιρός.
 εʹ. Ἀπὸ Ψαλμοῦ ρλαʹ. «Μνήσθητι, κύριε, τοῦ Δαβὶδ καὶ πά-
σης τῆς πραΰτητος αὐτοῦ· ὡς ὤμοσεν τῷ κυρίῳ, ηὔξατο τῷ θεῷ Ἰα-
κώβ, εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης
στρωμνῆς μου, εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφά-
ροις μου νυσταγμόν, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ κυρίῳ, σκήνωμα τῷ θεῷ
Ἰακώβ. ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν ἐν Ἐφραθά, εὕρομεν αὐτὴν ἐν τοῖς
πεδίοις τοῦ δρυμοῦ· εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ, προς-
κυνήσωμεν εἰς τὸν τόπον οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ»,

Ευσέβιος. Demonstratio evangelica Book 7, Ch. 2, se. 32, γρ. 8

τὸν προκηρυττόμενον θεὸν προελεύσεσθαι σημαίνουσα. τοῦτο δ' οὖν


αὐτὸ καὶ ὁ Δαβὶδ πρότερον μὲν ἀγνοῶν εὔχεται παρὰ τοῦ θεοῦ
539

μαθεῖν, εἶτ' εὐξάμενος παιδεύεται.


         ἐπειδὴ γὰρ τετύχηκε χρησμοῦ  
τοῦ πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ψαλμῷ φήσαντος «ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου
θήσομαι ἐπὶ τὸν θρόνον σου», καὶ αὖθις «ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας τῷ
Δαβίδ, ἡτοίμασα λύχνον τῷ χριστῷ μου», εἰκότως προσπίπτει τῷ θεῷ,
καὶ προσπεσὼν ἐπ' ἐδάφους ποτνιᾶται, ἐπὶ πλέον δὲ τῇ προσευχῇ
προσκαρτερῶν ὄμνυσιν τῷ θεῷ, μὴ πρότερον εἰσελεύσεσθαι «εἰς σκή-
νωμα οἴκου» αὐτοῦ, μηδὲ δώσειν «τοῖς ὀφθαλμοῖς» αὐτοῦ «ὕπνον» καὶ
»τοῖς βλεφάροις» αὐτοῦ «νυσταγμόν», μηδὲ ἀναβήσεσθαι «ἐπὶ Κλίνης
στρωμνῆς» αὐτοῦ, κεῖσθαι δὲ χαμαὶ προσκυνοῦντα καὶ ποτνιώμενον,
ἔστ' ἂν εὕρῃ «τόπον τῷ κυρίῳ, καὶ σκήνωμα τῷ θεῷ Ἰακώβ», τοῦτ'
ἔστιν ἕως ἂν μάθῃ, τοῦ κυρίου φανερώσαντος αὐτῷ, τὴν γένεσιν
τοῦ Χριστοῦ.

Ευσέβιος. Demonstratio evangelica Book 9, Ch. 7, se. 18, γρ. 4

οὐδὲ ἐκ τῶν ἑξῆς ἐπιφερομένων.


         ἐπεὶ γὰρ «σύ, κύριε, τὸν ὕψιστον
ἔθου καταφυγήν σου», διὰ τοῦτο «οὐ προσελεύσεται πρὸς σὲ κακά,
καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ τῷ σκηνώματί σου». «μάστιγας» δὲ τὰς ἀπὸ
δαιμόνων ἐνεργείας καὶ ἐν τοῖς εὐαγγελίοις ὀνομαζομένας ἂν εὕροις,
ἃς οὐδὲ πλησιάζειν τολμᾶν τῷ σκηνώματι τοῦ Χριστοῦ, τουτέστιν
τῷ σώματι αὐτοῦ, δυνατὰς εἶναί φησιν.
         πῶς γάρ, ὅτε λόγῳ μόνον
αὐτὰς ἐξ ἀνθρώπων ἤλαυνεν; περὶ τούτου δὲ τοῦ σκηνώματος καὶ
ὁ Δαβίδ ποτε ὤμοσεν τῷ κυρίῳ καὶ ηὔξατο τῷ θεῷ Ἰακώβ, λέγων·
»εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου, εἰ δώσω ὕπνον τοῖς
ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν
τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ κυρίῳ, σκήνωμα τῷ
θεῷ Ἰακώβ».
         καὶ τούτου γε ἕνεκα τοῦ σκηνώματος ἐλέγετο τὸ
»οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ», καὶ τὸ «αὐτὸς ῥύσεταί σε ἐκ
παγίδος θηρευτῶν, καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους», καὶ τὸ «οὐ προσε-
λεύσεται πρὸς σὲ κακά, καὶ μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ τῷ σκηνώματί σου»,
καὶ ὅσα ἀνθρωπινώτερα περὶ αὐτοῦ λέλεκται, ὡς καὶ τὸ «τοῖς ἀγγέ-
λοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε», καὶ τὸ «ἐπὶ χει-
ρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου».

Ευσέβιος. Demonstratio evangelica Book 9, Ch. 13, se. 2, γρ. 3

καὶ τοῖς ἀνέμοις ἐπιτιμήσας καὶ τῷ κλύδωνι, τὰ σύμβολα τῶν ἀπορ-


540

ρητοτέρων ἐπιτελεῖ.
 Ἀπὸ τοῦ Ἡσαΐου. «Ἰσχύσατε, χεῖρες ἀνειμέναι καὶ γόνατα
παραλελυμένα· παρακαλέσατε, οἱ ὀλιγόψυχοι τῇ διανοίᾳ· ἰσχύσατε, μὴ
φοβεῖσθε· ἰδοὺ ὁ θεὸς ἡμῶν κρίσιν ἀνταποδίδωσιν καὶ ἀνταποδώσει,
αὐτὸς ἥξει καὶ σώσει ἡμᾶς. τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν,
καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται, τότε ἁλεῖται ὡς ἔλαφος ὁ χωλός, καὶ
τρανὴ ἔσται γλῶσσα μογιλάλων.»
 Καὶ τούτων ἔχεις ἐν τοῖς εὐαγγελίοις τὰ ἀποτελέσματα, τοῦτο
μὲν ὁπηνίκα τῷ σωτῆρι καὶ κυρίῳ ἡμῶν προσέφερον «παραλυτικὸν
ἐπὶ Κλίνης βεβλημένον», ὃν καὶ ὑγιῆ λόγῳ κατεστήσατο, τοῦτο δὲ ὅτε
μυρίοι τυφλοὶ καὶ δαιμονιῶντες, ἔτι μὴν διαφόροις νόσοις καὶ μαλα-
κίαις καταπονούμενοι, πρὸς τῆς αὐτοῦ σωτηρίου δυνάμεως τῶν πα-
θῶν ἀπηλλάττοντο·
         οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ δι' ὧν εἰσέτι νῦν καθ' ὅλης
τῆς οἰκουμένης μυρία πλήθη, πολυτρόποις κακίας εἴδεσιν δεδεμένα
ἀγνωσίας τε τοῦ ἐπὶ πάντων θεοῦ τὰς ψυχὰς πεπληρωμένα, θαυμα-
σίως καὶ ὑπὲρ πάντα λόγον τοῖς τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ φαρμάκοις  
ἰᾶται καὶ θεραπεύει. πλὴν ὅτι καὶ θεὸς ἐν τούτοις ἀνηγόρευται,
κατὰ καιρὸν ὡς ἂν τοιαῦτα ἐνεργῶν, ἤδη πρότερον ἡμῖν ἐν ταῖς
περὶ τῆς θεότητος αὐτοῦ μαρτυρίαις ἀποδέδεικται.

Ευσέβιος. Demonstratio evangelica Book 10, Ch. 1, se. 1, γρ. 4

παραστήσεται, τῶν πρὸ τοῦ πάθους αὐτοῦ μέσον ὄντων, ὁμοῦ τε


ἄμφω, τά τε κατὰ τὸν θεὸν καὶ τὰ κατὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτοῦ, περιει-
ληφότων.
         τούτων χρησίμως ἡμῖν προτετηρημένων, ἤδη καὶ τῶν
λογίων αὐτῶν ἐφαψώμεθα περὶ τῆς Ἰούδα τοῦ προδότου καὶ τῶν
σὺν αὐτῷ κατὰ τοῦ Χριστοῦ γενομένης συσκευῆς περί τε τῶν ἀμφὶ
τὸν καιρὸν τοῦ πάθους αὐτοῦ συμβεβηκότων.
 Ἀπὸ ψαλμοῦ μʹ. «Μακάριος ὁ συνιὼν ἐπὶ πτωχὸν καὶ πέ-
νητα, ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ ῥύσεται αὐτὸν ὁ κύριος. κύριος διαφυλάξει
αὐτόν, καὶ ζήσαι αὐτόν, καὶ μακαρίσαι αὐτὸν ἐν τῇ γῇ, καὶ μὴ παραδῷ
αὐτὸν εἰς χεῖρας ἐχθρῶν αὐτοῦ. κύριος βοηθήσει αὐτῷ ἐπὶ Κλίνης
ὀδύνης αὐτοῦ, ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ ἀρρωστίᾳ
αὐτοῦ. ἐγὼ εἶπα, κύριε, ἐλέησόν με· ἴασαι ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν
σοι. οἱ ἐχθροί μου εἶπαν κακά μοι, πότε ἀποθανεῖται καὶ ἀπολεῖται
τὸ ὄνομα αὐτοῦ; καὶ εἰ εἰσεπορεύετο τοῦ ἰδεῖν, μάτην ἐλάλει· ἡ καρ-
δία αὐτοῦ συνήγαγεν ἀνομίαν ἑαυτῷ, ἐξεπορεύετο ἔξω καὶ ἐλάλει ἐπὶ
τὸ αὐτὸ κατ' ἐμοῦ.
541

Ευσέβιος. Σχόλια στους Ψαλμούς Τόμ. 23, σελ. 768, γρ. 36

καὶ ὁ λζʹ ἐπιγεγραμμένος καὶ αὐτὸς «εἰς ἀνάμνη-


σιν.» Ἀλλ' ἐκεῖνος μὲν οὐκ εἰς τὸ τέλος ἀνέπεμ-
πεν, ἀλλ' ἦν «ψαλμὸς τῷ Δαυῒδ εἰς ἀνάμνησιν·»
Οὗτος δὲ «εἰς τὸ τέλος» ἐπιγράφει. Ὁ μὲν οὖν λζʹ,
οὐ μελλόντων ἦν προαγορευτικὸς, ἀλλὰ παρῳχηκότων
πραγμάτων ὑπομνηστικός· διὸ τὴν αὐτὴν ἀρχὴν εἶχε
τῷ ϛʹ λέγων· «Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με,
μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με.» Μίαν τε οἱ ἀμ-
φότεροι ὑπόθεσιν περιεῖχον. Ὁ μὲν γὰρ ἕκτος προϊὼν
ἐπιλέγει· «Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου· λούσω
καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου· ἐν δάκρυσί
μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω·» ὁ δὲ λζʹ τὰ ὅμοια
διδάσκει λέγων· «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου
ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου· ὅτι αἱ ἀνομίαι
μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου ὡσεὶ φορτίον
βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ' ἐμέ. Προσώζεσαν καὶ ἐσά-
πησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφρο-
σύνης μου.» Ταῦτα δὲ καὶ τὰ τοιαῦτα ἐπὶ τὴν
μνήμην τοῦ πραχθέντος αὐτῷ πλημμελήματος ἀνέ-
φερε. Διόπερ «εἰς ἀνάμνησιν» ἐπέγραφεν, ἐπα-
ναλαμβάνων τὰ παρελθόντα διὰ τῆς συνεχοῦς

Ευσέβιος. Fragmenta in Lucam (2018: 037); MPG 24.


Τόμ. 24, σελ. 585, γρ. 32

Ταύτῃ τῇ νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ Κλίνης μιᾶς, κ. τ. λ.

 Σφόδρα δὲ θαυμαστῶς τὸν τῆς ἀποστασίας καιρὸν


καὶ τὴν στέρησιν τοῦ νοεροῦ λογικοῦ φωτὸς νύκτα
ὠνόμασε· νυκτὸς γὰρ καὶ σκότους χείρων ἡ τότε τῶν
ἀνθρώπων ἔσται κατάστασις διὰ τὴν ἐπικρατήσασαν
αὐτῶν ἄνοιάν τε καὶ πλάνην. Διό φησι· Λέγω ὑμῖν·
Δύο ἔσονται ἐπὶ Κλίνης καὶ δύο ἐπὶ μυλῶνος, εἷς
παραλαμβανόμενος ὡς ἀλλότριος τῆς ὀργῆς, καὶ
εἷς ἀφιέμενος, ὥστε τῇ ὀργῇ παραδοθησόμενος,
ὁ θησαυρίσας ἑαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς· δι'
ὧν παρίστησι τὸν χωρισμὸν τῶν ἁγίων καὶ θεοφιλῶν
542

Ευσέβιος. Fragmenta in Lucam Τόμ. 24, σελ. 585, γρ. 38

μένους, μήποτε, βουληθέντες τῆς ἑαυτῶν περιποιή-


σασθαι προσκαίρου ζωῆς, σὺν ταύτῃ καὶ τὴν αἰώνιον
ζωὴν ἀπολέσειαν, τῇ ἀποστασίᾳ ἑαυτοὺς παραδόντες.

Ταύτῃ τῇ νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ Κλίνης μιᾶς, κ. τ. λ.

 Σφόδρα δὲ θαυμαστῶς τὸν τῆς ἀποστασίας καιρὸν


καὶ τὴν στέρησιν τοῦ νοεροῦ λογικοῦ φωτὸς νύκτα
ὠνόμασε· νυκτὸς γὰρ καὶ σκότους χείρων ἡ τότε τῶν
ἀνθρώπων ἔσται κατάστασις διὰ τὴν ἐπικρατήσασαν
αὐτῶν ἄνοιάν τε καὶ πλάνην. Διό φησι· Λέγω ὑμῖν·
Δύο ἔσονται ἐπὶ Κλίνης καὶ δύο ἐπὶ μυλῶνος, εἷς
παραλαμβανόμενος ὡς ἀλλότριος τῆς ὀργῆς, καὶ
εἷς ἀφιέμενος, ὥστε τῇ ὀργῇ παραδοθησόμενος,
ὁ θησαυρίσας ἑαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς· δι'
ὧν παρίστησι τὸν χωρισμὸν τῶν ἁγίων καὶ θεοφιλῶν
ψυχῶν τὸν ἀπὸ τῶν ἀσεβῶν. Ἵνα γὰρ μὴ ἀδιακρίτως
ἐπελθοῦσα ἡ ὀργὴ καὶ τῶν δικαίων παραλήψεται,
προλαβὼν ὁ Θεὸς ὥσπερ τὸν Λὼτ προεξήγαγε τῆς
Σοδόμων καταστροφῆς. Τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ πρὸ
τῆς συντελείας, πρὶν ἐπελθεῖν τὴν κατὰ τῶν ἀσεβῶν

Ευσέβιος. Fragmenta in Lucam Τόμ. 24, σελ. 588, γρ. 2

τῆς συντελείας, πρὶν ἐπελθεῖν τὴν κατὰ τῶν ἀσεβῶν


ὀργὴν, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶσιν οἱ δίκαιοι,
χωρισμὸς ἔσται τῶν θεοφιλῶν ψυχῶν, ἀγγέλων αὐτὰς
διαχωριζόντων καὶ παραληψομένων· ὥστε ἐν μιᾷ στρω-
μνῇ δυοῖν κατακειμένων ἕνα μὲν τὸν τοῦ Θεοῦ ἄξιον
παραλαμβάνεσθαι, τὸν δὲ ἕτερον καταλείπεσθαι, ὡς
ἄξιον τῆς τότε καταληψομένης τοὺς ἀσεβεῖς ὀργῆς.
Καὶ ἐπὶ τῶν ὑφ' ἑνὶ μυλῶνι ἀληθουσῶν, ὁ αὐτὸς λόγος
ἔσται. Ἀληθούσας δὲ ὠνόμασε τὰς τὸν εὐτελῆ καὶ  
πενιχρὸν καὶ ἔσχατον ἐν ἀνθρώποις διαντλούσας βίον·
ἐπὶ Κλίνης δὲ τοὺς τὸν ἐλεύθερον καὶ ἄνετον βίον μετ-
ερχομένους. Τοῦτο δὲ παραστήσει ἡ Μωϋσέως γραφὴ
ἐν ᾗ φησιν ὁ λόγος ἥξειν τὴν ὀργὴν ἀπὸ πρωτοτόκου
543

Φαραὼ, καὶ ἕως τῆς ἀληθούσης καὶ πεσσούσης ἐν


τῷ μυλῶνι. Τὰ γὰρ ἄκρα τῶν κατ' ἀνθρώπους βίων,
τοῦ τε ἐνδόξου τοῦ ἀπεῤῥιμμένου καὶ ἐσχάτου, διὰ
τούτων ὁ λόγος παρέστησεν· οὕτως οὖν καὶ ἐνταῦθα
δύο ἐπὶ Κλίνης μιᾶς εἰσήγαγε, τοὺς τὴν ἐλευθέραν
ζωὴν μετιόντας αἰνιξάμενος· ὁ εἷς παραληφθήσεται,
ὁ ἄξιος τῆς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἐκλογῆς· ὁ δὲ ἕτερος ἀφε-
θήσεται, δηλονότι ὁ τῆς ὀργῆς οἰκεῖος·

Theodosius Gramm., Περὶ γραμματικῆς [Sp.] (fort. auctore Theodoro


Prodromo) (2020: 003)“Theodosii Alexandrini grammatica”, Ed.
Göttling, [Link]: Libraria Dykiana, 1822.Σελ. 70, γρ. 19

γράφονται, οἷον εὔγειος, ἐπίγειος, πρόσγειος, ἔγγειος


ὁ ἐν τῇ γῇ. Ἔγγιον δὲ τὸ πλησίον Ι.
 Τὰ εἰς νος ὀξύτονα παρώνυμα μὲν ὄντα διὰ τοῦ
βραχέος Ι ἐκφέρονται, οἷον πεδινός, ἀδινός, πυκινός,
ταχινός, ἀληθινός.
 Τὰ διὰ τοῦ υχω διὰ τοῦ Υ ψιλοῦ γράφονται,
οἷον ψύχω, τρύχω, σμύχω, βρύχω, ὃ σημαίνει τὸ
σφίγγω τοὺς ὀδόντας, πλὴν τοῦ οἴχω καὶ στοίχω.
 Τὰ εἰς ιδιον ὑποκοριστικὰ ἀπὸ τῶν εἰς Α ἢ εἰς
Η θηλυκῶν γινόμενα διὰ τοῦ Ι γράφονται οἷον μοῖρα
μοιρίδιον ἑταῖρα ἑταιρίδιον, Κλίνη κλινίδιον, πόρνη
πορνίδιον. Ὁμοίως καὶ τὰ γινόμενα ἀπὸ τῶν εἰς
ος οὐδετέρων, οἷον ξίφος ξιφίδιον. Οὕτω καὶ νῆσος
νησίδιον. Ὅσα δὲ γίνονται ἀπὸ τῶν εἰς ΙΣ θηλυκῶν
διὰ τοῦ εως ποιοῦνται τὴν γενικὴν τὴν ΕΙ δίφθογγον
ἔχουσιν ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης, οἷον θνῆσις θνή-
σεως θνησείδιον, δάμαλις δαμάλεως δαμαλείδιον,
κτῆσις κτήσεως κτησείδιον, τάξις τάξεως ταξείδιον,
λέξις λέξεως λεξείδιον.
 Τὰ διὰ τοῦ ιον ὑποκοριστικὰ εἴτε παροξύτονα
εἴτε προπαροξύτονα, διὰ τοῦ Ι γράφονται, οἷον βι

Theodosius Gramm., Περὶ γραμματικῆς [Sp.] (fort. auctore Theodoro


Prodromo) Σελ. 91, γρ. 10

καὶ ὡς Λάχης Λάχητος οὕτως καὶ πένης πένητος καὶ  


λέβης λέβητος καὶ Κράτης Κράτητος. Καὶ ἐπὶ τῶν
544

ἄλλων ὡσαύτως. Διὰ ταύτην οὖν τὴν αἰτίαν, φιλο-


λογωτάτη μοι καὶ βασιλικωτάτη ψυχή, καὶ ὁ τεχνικὸς
ἐξ ἑκάστου χαρακτῆρος ὀνομάτων ἓν καὶ μόνον ἐπιλε-
ξάμενος ὄνομα διὰ τούτου καὶ περὶ τῶν ὁμοίων διδά-
σκει. Καὶ ἐπειδήπερ οἱ χαρακτῆρες τῶν ἀρσενικῶν
ὀνομάτων οὐ πλείους εἰσὶ τῶν τριάκοντα πέντε, τριά-
κοντα πέντε μόνους κανόνας προστίθησιν. Κανόνας
δὲ αὐτοὺς ἐκάλεσε μεταφορικῶς ἀπὸ τῶν ξυλουργῶν·
ὥσπερ γὰρ οὗτοι ὁπηνίκα Κλίνην ἢ θρόνον ἢ τράπε-
ζαν ποιεῖν μέλλουσιν, ἔχουσι κανόνιόν τι ξύλον ὀρ-
θότατον καὶ ἀστραβέστατον, πρὸς ὅπερ τὰ στρεβλὰ
τῶν ξύλων καὶ τὰ λοξὰ παρεντιθέντες ἀπευθύνουσι
καὶ ὀρθὰ ποιοῦσι· κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὁ τε-
χνικὸς ἓν ἕκαστον τῶν τριάκοντα πέντε τούτων ὀνο-
μάτων ἀντὶ κανόνων ἡμῖν παραδίδωσιν, ἵνα πρὸς αὐτὰ
καὶ τὰ λοιπὰ τῶν ὀνομάτων ἐξακριβῶμεν καὶ ἀπευθύ-
νωμεν, ὡς φέρε εἰπεῖν· ὁποῖον ἄν σοι προσπέσῃ
ἀρσενικὸν ὄνομα, λῆγον εἰς ος μικρόν, οἷον τὸ Θεό-
δωρος, Γεώργιος, καὶ θέλῃς ἀκριβεστάτην αὐτοῦ τὴν

Theodosius Gramm., Περὶ γραμματικῆς [Sp.] (fort. auctore Theodoro


Prodromo) Σελ. 107, γρ. 25

ταύτης ἡ γενικὴ τῶν πληθυντικῶν καὶ περατοῦται εἰς


ΩΝ. Ἡ δὲ δοτικὴ τῶν πληθυντικῶν ποτὲ μὲν ἀπὸ
τῆς εὐθείας τῶν ἑνικῶν γίνεται, ποτὲ δὲ ἀπὸ τῆς δο-
τικῆς· ὅθεν δ' ἂν γένηται τελευταῖον αὐτῆς ἐστι τὸ
Ι. Ἡ δὲ αἰτιατικὴ τῶν πληθυντικῶν ἀπὸ τῆς αἰτια-
τικῆς τῶν ἑνικῶν κανονίζεται καὶ εἰς ΑΣ βραχὺ τε-
λευτᾷ, ἡ δὲ κλητικὴ καὶ αὐτὴ τῇ αὐτῆς εὐθείᾳ
ἐστὶν ὁμόφωνος· ἀλλὰ τοιαύτη μὲν ἡ περιττοσύλλαβος
κλίσις· καὶ ταύτῃ ἀκολουθοῦσα ὀρθῶς ἂν καὶ μετὰ
ἀσφαλείας ἅπαν περιττοσυλλάβως κλινόμενον ὄνομα
κλίνῃς· περὶ δὲ τῶν ἰσοσυλλάβως κλινομένων ἤδη
λέγομεν.  

Επιφάνιος. Ancoratus (2021: 001)


“Epiphanius, Band 1: Ancoratus und Panarion”, Ed. Holl, K.
Leipzig: Hinrichs, 1915; Die griechischen christlichen Schriftsteller 25.
Ch. 100, se. 5, γρ. 1

εὐαγγελίῳ γεγραμμένα. καὶ οὐκ εἶπεν, ἀνέστη μέρος τῶν σωμάτων


545

τῶν ἁγίων, ἀλλὰ σώματα τῶν ἁγίων· καί «ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς»,


οὐκ ἄλλοι ὄντες παρὰ τοὺς τετελευτηκότας, ἀλλ' ἐπιγινωσκόμενοι
παρὰ τῶν ἰδίων, ὅτι οὐ πρὸ χρόνων ἦσαν τετελευτηκότες. καὶ ἄλλοις
δεῖξαι δὲ βουλόμενος ὁ κύριος ἡμῶν τὸ θαῦμα, τὰ δὴ δυσχερῆ ἐκεῖνα
εὐχερῆ δεικνὺς ἐπετέλει. καὶ ὅτε μὲν ἔρχεται πρὸς τὴν προσφάτως
τελευτήσασαν κόρην, τὴν θυγατέρα τοῦ ἀρχισυναγώγου, ἐπειδὴ αὐτῇ
τῇ ὥρᾳ τετελεύτηκε, κατηξίωσεν αὐτῇ εἰπεῖν· «ἀνάστηθι ἡ παῖς»·
τῷ δὴ ἀνάστηθι ἰσχυροποιῶν τὸ ἤδη λελυμένον, ἐπειδὴ ἔτι ἐν τῇ
κλίνῃ ἦν. τὸν δὲ υἱὸν τῆς χήρας τῆς ἐν τῇ Ναΐν, ἐπειδὴ ἤδη ἐν τῇ
σορῷ ἐξεφέρετο, εὐχερέστερον ἤγειρεν· «ἥψατο γὰρ τῆς σοροῦ» καὶ
οὐκ εἶπέ τι τῷ παιδί, ἀλλὰ μόνον ἥψατο τῆς σοροῦ καὶ ἀνέστη.
τὸ δὲ ἔτι βαθύτατον καὶ παρ' ἐλπίδα ἀνθρώπων πολλῷ μακρότερον,
ὅτε ἦλθεν ἐπὶ τὸν τετραήμερον Λάζαρον, οὐδὲ εἶπεν ἀνάστηθι, οὐδὲ
ἥψατο τῇ χειρὶ τοῦ μνήματος, ἀλλ' οὕτως ἐν ἑτοίμῳ καλεῖ ἐν τῇ
ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω». πολὺ δὲ εὐχερέστερόν ἐστι καὶ
ἑτοιμότερον τό «δεῦρο ἔξω» παρὰ τὸ ἅψασθαι, τὸ δὲ ἅψασθαι πάλιν
εὐχερέστερόν ἐστι πολὺ τοῦ καλέσαι «ἡ παῖς ἀνάστηθι». ὧδε δὲ
πάντα ποιεῖ ὁ ἅγιος τοῦ θεοῦ Λόγος, ἵνα ἡμῖν τὴν ἐλπίδα ὑποδείξῃ
τῆς ἀναστάσεως.

Επιφάνιος. Panarion (= Adversus haereses) (2021: 002)


“Epiphanius, Bände 1–3: Ancoratus und Panarion”, Ed. Holl, K.
Leipzig: Hinrichs, 1:1915; 2:1922; 3:1933; Die griechischen christlichen
Schriftsteller 25, 31, 37.Τόμ. 1, σελ. 423, γρ. 24

τὸ πρόσωπον αὐτῆς, Μωσέα πεποιηκέναι φανερόν, κάλυμμα θέμενον ἐπὶ


τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. καὶ τὰ πάθη δὲ αὐτῆς ἃ ἔπαθεν , ἐπισεσημειῶ-
σθαι τὸν κύριον φάσκουσιν, καὶ ἐν μὲν τῷ εἰπεῖν ἐν τῷ σταυρῷ «ὁ θεός
μου, εἰς τί ἐγκατέλιπές με» μεμηνυκέναι αὐτὸν ὅτι ἀπελείφθη ἀπὸ τοῦ
φωτὸς ἡ Σοφία καὶ ἐκωλύθη ὑπὸ τοῦ Ὅρου τῆς εἰς τοὔμπροσθεν ὁρμῆς,
τὴν δὲ λύπην αὐτῆς ἐν τῷ εἰπεῖν «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου», τὸν δὲ
φόβον ἐν τῷ εἰπεῖν «πάτερ, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον»

καὶ τὴν ἀπορίαν δὲ ὡσαύτως ἐν τῷ εἰρηκέναι «καὶ τί εἴπω οὐκ οἶδα».


 Τρία δὲ γένη ἀνθρώπων οὕτως δεδειχέναι διδάσκουσιν αὐτόν· τὸ μὲν
ὑλικὸν ἐν τῷ ἀποκριθῆναι τῷ λέγοντι· ἀκολουθήσω σοι «οὐκ ἔχει ὁ
υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ»· τὸ δὲ ψυχικὸν ἐν τῷ εἰρη-  
κέναι τῷ εἰπόντι· ἀκολουθήσω σοι, ἐπίτρεψον δέ μοι πρῶτον
ἀποτάξασθαι
τοῖς οἰκείοις «οὐδεὶς ἐπ' ἄροτρον τὴν χεῖρα ἐπιβαλὼν καὶ εἰς τὰ ὀπίσω
βλέπων εὔθετός ἐστιν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (τοῦτον γὰρ λέγουσι
τῶν μέσων εἶναι· κἀκεῖνον δὲ ὡσαύτως τὸν τὰ πλεῖστα μέρη τῆς δικαιο-
546

σύνης ὁμολογήσαντα πεποιηκέναι, ἔπειτα μὴ θελήσαντα ἀκολουθῆσαι,


ἀλλὰ ὑπὸ πλούτου ἡττηθέντα πρὸς τὸ μὴ τέλειον γενέσθαι, καὶ τοῦτον

Επιφάνιος. Panarion (= Adversus haereses) Τόμ. 1, σελ. 431, γρ. 5

  οἴκτρ' ὀλοφυρόμενοι, ὡς εἰ θανατόνδε κιόντα.


  Ἑρμείας δ' ἀπέπεμπεν ἰδὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη·   ᾔδεε γὰρ κατὰ θυμὸν
ἀδελφεὸν ὡς ἐπονεῖτο. τίς οὐκ ἂν τῶν ἀπανούργων συναρπαγείη ὑπὸ τῶν
ἐπῶν τούτων καὶ νομί-σειεν οὕτως αὐτὰ Ὅμηρον ἐπὶ ταύτης τῆς
ὑποθέσεως πεποιηκέναι; ὁ δ'
ἔμπειρος τῆς Ὁμηρικῆς ὑποθέσεως ἐπιγνώσεται μὲν τὰ ἔπη, τὴν δὲ  
ὑπόθεσιν οὐκ ἐπιγνώσεται, εἰδὼς ὅτι τὸ μέν τι αὐτῶν ἐστι περὶ Ὀδυσσέως

εἰρημένον, τὸ δὲ περὶ αὐτοῦ τοῦ Ἡρακλέος, τὸ δὲ περὶ τοῦ Πριάμου, τὸ


δὲ περὶ Μενελάου καὶ Ἀγαμέμνονος· ἄρας δὲ αὐτὰ καὶ ἓν ἕκαστον ἀπο-
δοὺς τῇ ἰδίᾳ βίβλῳ ἐκποδὼν ποιήσει τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν. οὕτω
δὲ καὶ ὁ τὸν κανόνα τῆς ἀληθείας ἀκλινῆ ἐν ἑαυτῷ κατέχων, ὃν διὰ τοῦ
βαπτίσματος εἴληφεν, τὰ μὲν ἐκ τῶν γραφῶν ὀνόματα καὶ τὰς λέξεις καὶ
τὰς παραβολὰς ἐπιγνώσεται, τὴν δὲ βλάσφημον ὑπόθεσιν ταύτην οὐκ ἐπι-
γνώσεται. καὶ γὰρ εἰ τὰς ψηφῖδας γνωρίσει, ἀλλὰ τὴν ἀλώπεκα ἀντὶ τῆς
βασιλικῆς εἰκόνος οὐ παραδέξεται· ἓν ἕκαστον δὲ τῶν εἰρημένων
ἀποδοὺς
τῇ ἰδίᾳ τάξει καὶ προσαρμόσας τῷ τῆς ἀληθείας σωματίῳ γυμνώσει καὶ
ἀνυπόστατον ἐπιδείξει τὸ πλάσμα αὐτῶν.
 30. 8Ἐπειδὴ δὲ τῇ σκηνῇ ταύτῃ λείπει ἡ ἀπολύτρωσις, ἵνα τις τὸν
μῖμον αὐτῶν περαιώσας τὸν ἀνασκευάζοντα λόγον ἐπενέγκῃ, καλῶς
ἔχειν

Επιφάνιος. Panarion (= Adversus haereses) Τόμ. 3, σελ. 160, γρ. 30

προελθεῖν κατὰ τὰς νύκτας ἐπειχθέντος ἐπὶ τὸ τὰς χρείας παρασκευα-


σθῆναι, διέρχεται μέχρι τοῦ ἀφεδρῶνος καὶ ἔνδον ἐν τοῖς ἀβάτοις καθε-
ζόμενος εὑρέθη λακήσας καὶ ἔκπνους γεγονώς. ὃς δὲ οὕτω κατείληπται
ἐν τῷ δυσώδει τόπῳ ἀποδοὺς αὐτοῦ τὰ τέλη, καθάπερ καὶ ἐξήμεσεν
ἀκάθαρτον κακοπιστίαν.
 11. Ὡς οὖν ταῦτα ἐτελέσθη, ὁ βασιλεὺς μέριμναν συνενεγκάμενος
τῇ ἐκκλησίᾳ, διὰ τὸ ἤδη πολλάκις πολλοὺς εἰς ἀλλήλους διαφέρεσθαί
τε καὶ σχίσματα πολλὰ εἶναι, συνεκρότησεν οἰκουμενικὴν σύνοδον ὧν
καὶ τὰ ὀνόματα εἰς ἔτι δεῦρο σῴζεται τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ ἐπισκό-
πων· καὶ ἀναθεματίζουσι τὴν Ἀρείου πίστιν ἐν τῇ Νικαέων πόλει καὶ
ὁμολογοῦσι τὴν τῶν πατέρων ὀρθόδοξον πίστιν καὶ ἀκλινῆ [καὶ] ἀπὸ
547

τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν παραδοθεῖσαν. ὑπογραψάντων δὲ τῶν


ἐπισκόπων εἰς ταύτην καὶ ἀναθεματισάντων τὴν Ἀρειομανίτιδα αἵρεσιν,
οὕτω γεγένηται. ἅμα δὲ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ κανόνας τινὰς ἔθηκαν ἐν τῇ  
συνόδῳ ἐκκλησιαστικούς· ὁμοῦ δὲ καὶ περὶ τοῦ πάσχα ὥρισαν μίαν
ἕνωσιν
καὶ ὁμόνοιαν κατὰ τὴν ἁγίαν θεοῦ πανάρετον ἡμέραν γίνεσθαι, ἐπειδὴ
διαφόρως παρά τισιν ἐφυλάττετο· οἱ μὲν γὰρ προελάμβανον, οἱ δὲ ἐμέ-
σαζον, οἱ δὲ μετέπειτα ἐπετέλουν. καὶ ἁπλῶς πολλὴ στάσις ἦν κατ'
ἐκεῖνο καιροῦ. τούτων δὲ ὁ θεὸς τὸ κατόρθωμα διὰ τοῦ μακαρίτου
Κωνσταντίνου ἐβράβευσεν εἰρήνης χάριν.

Επιφάνιος. Panarion (= Adversus haereses) Τόμ. 3, σελ. 472, γρ. 23

ἐπιγνῶναι τὸ αὐτῶν σκεῦος εἰς παιδοποιίαν, ὡς καὶ οἱ παλαιοὶ πατέρες


ἡμῶν τούτῳ τῷ εἴδει κέχρηνται· ὡς καί που εὑρήκαμεν λέγουσαν τὴν
γραφήν «Ῥεβέκκα δὲ ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα». τὸ «δὲ ἐξ ἑνός» εἰπὼν
σεμ-
νότερον μὲν διηγήσατο, ἔδειξε δὲ τὴν σύλληψιν δικαίαν οὖσαν· μετὰ
γὰρ τὸ ἐσχηκέναι τέκνα δείκνυσι μηκέτι τῇ γυναικὶ αὐτὸν συναφθέντα.
 Ἀλλ' ἐπειδήπερ ῥᾴδιον καὶ εὐχερές ἐστιν ἐπὶ τὰ φαῦλα μᾶλλον
τρέπεσθαι τὴν διάνοιαν ἤπερ ἐπὶ τὰ ἀναγκαῖα, ὀλισθηροῦ ὄντος τοῦ
ἡμετέρου ἀνθρωπίνου λογισμοῦ, καὶ οὐ τάχιον εὐθύνοντος αὐτοῦ τὴν
ὁρμὴν ἐπὶ τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν τοῦ κυρίου, ἀλλὰ κλίνοντος πῆ μὲν ἐπὶ
τὰ δεξιά, πῆ δὲ ἐπὶ τὰ ἀριστερὰ καὶ βαρέως πληροῦντος τὸ παρὰ τῷ
Σαλομῶντι εἰρημένον «μὴ κλίνῃς ἐπὶ τὰ δεξιά, μηδὲ ἐπὶ τὰ ἀριστερά»,
πάλιν ἄλλως ἡμῖν στρεφομένης τῆς κακίας περὶ τοὺς αὐτοὺς λογισμοὺς
καὶ ὠθούσης ἡμῶν τὸ σῶφρον ἐφ' ἑτέρας πάλιν ὁδοὺς βαδίζειν, ἀσφαλι-
σώμεθα οὖν μή πως τὸ περισσοτέρως ἐγκωμιάσαι τὴν παρθένον
γένηταί τινι εἰς ἄλλο πρόσκομμα φαντασίας.
 23. 8Οἱ μὲν γὰρ εἰς τὸν υἱὸν βλασφημοῦντες, καθάπερ μοι ἄνω
προδεδήλωται, φύσει ἀπαλλοτριοῦν αὐτὸν τῆς τοῦ πατρὸς θεότητος
ἐφιλοτιμήσαντο· ἄλλοι δὲ πάλιν ἑτέρως φρονήσαντες, ὡς δῆθεν τιμῆσαι
περισσοτέρως προαχθέντες, τὸν αὐτὸν εἶναι πατέρα εἶπον καὶ τὸν
αὐτὸν υἱὸν καὶ τὸ αὐτὸ ἅγιον πνεῦμα· ἔστι δὲ τοῖς μέρεσιν ἀμφοτέροις
ἀνίατος ἡ πληγή. οὕτω περὶ τῆς ἁγίας ταύτης καὶ μακαρίτιδος ἀει

Επιφάνιος. Homilia in divini corporis sepulturam [Sp.] (2021: 013);


MPG 43.Τόμ. 43, σελ. 445, γρ. 53

τὸν ξένον. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον· αὐτὸς γὰρ καὶ
548

μόνος ὑπάρχει ξένος. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτι-


νος τὴν χώραν ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. Δός μοι τοῦτον
τὸν ξένον, οὗτινος τὸν πατέρα ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι.
Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὸν τόπον καὶ τὸν
τόκον, καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. Δός μοι
τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ξένην ζωὴν καὶ βίον ζήσαντα
ἐπὶ ξένα. Δός μοι τοῦτον τὸν Ναζωραῖον ξένον
[οὗ τὸν τόκον καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. Δός
μοι τοῦτον τὸν ἑκούσιον ξένον], τὸν μὴ ἔχοντα ὧδε
ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον,  
τὸν ὡς ξένον ἐπὶ ξένης ἄοικον, ἐπὶ φάτνης τεχθέντα.
Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐξ αὐτῆς τῆς φάτνης
ὡς ξένον ἐξ Ἡρώδου φυγόντα. Δός μοι τοῦτον τὸν
ξένον, τὸν ἐξ αὐτῶν τῶν σπαργάνων ἐν Αἰγύπτῳ
ξενωθέντα, οὐ πόλιν ἔχοντα, οὐ κώμην, οὐκ οἶκον, οὐ
μονὴν, οὐ συγγενῆ· ἐπ' ἀλλοδαπῆς δὲ χώρας τυγχά-
νει οὗτος ὁ ξένος. Δός μοι, ὦ ἡγεμὼν, τοῦτον τὸν
ἐπὶ ξύλου γυμνόν· σκεπάσω τὸν τῆς ἐμῆς φύσεως
σκεπάσαντα γύμνωσιν. Δός μοι τοῦτον τὸν νεκρὸν
ὁμοῦ καὶ Θεόν· σκεπάσω τὸν τὰς ἐμὰς ἀνομίας καλύ

Επιφάνιος. Homilia in divini corporis sepulturam [Sp.]


Τόμ. 43, σελ. 449, γρ. 2

φρίττεις ἐνατενίζων, ἀνακαλύπτων φύσιν σαρκὸς


Θεοῦ, τοῦ ὑπὲρ φύσιν; Ἆρα γὰρ, ἆρα, εἰπέ μοι, ὦ
Ἰωσὴφ, καὶ πρὸς ἀνατολὰς καταθάπτεις νεκρὸν, τὴν
ἀνατολὴν τῶν ἀνατολῶν; ἆρα δὲ καὶ τοῖς σοῖς δακτύ-
λοις νεκροπρεπῶς Ἰησοῦ κατακλείεις τὰ ὄμματα
τοῦ τῷ ἀχράντῳ δακτύλῳ τοῦ τυφλοῦ ἀνοίξαντος
ὄμμα; ἆρα δὲ καὶ τὸ στόμα περικλείεις τοῦ τὸ μογι-
λάλου ἀνοίξαντος στόμα; ἆρα δὲ καὶ χεῖρας περιστέλ-
λεις τοῦ ἐκτείναντος τὰς ξηρανθείσας χεῖρας; ἢ καὶ  
τοὺς πόδας νεκροπρεπῶς καταδεσμεῖς τοῦ τὸ βαδίζειν
δόντος τοῖς ἀκινήτοις ποσίν; ἆρα καὶ ἐπὶ Κλίνης αἴ-
ρεις τὸν τῷ παραλύτῳ κελεύσαντα· Ἆρον σοῦ τὸν
κράβατον, καὶ περιπάτει; ἆρα δὲ καὶ μύρα κενοῖς
τῷ οὐρανίῳ μύρῳ τὰ ἑαυτοῦ κενώσαντι, καὶ κό-
σμον ἁγιάσαντι; ἆρα καὶ τὴν θεόσωμον ἔτι αἱμοῤῥοοῦ-
σαν ἐκείνην Ἰησοῦ ἐκμάξαι τολμᾷς πλευρὰν, τοῦ τὴν
αἱμοῤῥοοῦσαν ἰασαμένου Θεοῦ; ἆρα δὲ καὶ ὕδατι κατα-
549

πλύνεις σῶμα Θεοῦ, τοῦ πάντας ἐκπλύναντος, καὶ τὴν


κάθαρσιν δόντος; Ποίας δὲ ἆρα καὶ λαμπάδας ὑπ-
ανάψεις τῷ φωτὶ τῷ ἀληθινῷ, τῷ φωτίσαντι πάντα
ἄνθρωπον; ποίας δὲ καὶ ᾄσεις ἐπιταφίους ᾠδὰς τῷ

Επιφάνιος. Liturgia praesanctificatorum (2021: 031)

Εὐχὴ τῆς εἰσόδου.

 Θ (Ι) Ἑσπέρας καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίας αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ


δεόμεθά σου, δέσποτα τῶν ἁπάντων, κατεύθυνον τὴν προσευχὴν ἡμῶν
ὡς
θυμίαμα ἐνώπιόν σου καὶ μὴ ἐκκλίνῃς τὰς καρδίας ἡμῶν εἰς λόγους
πονη-  
ρίας. ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἐκ πάντων τῶν θηρευόντων τὰς ψυχὰς ἡμῶν, ὅτι
πρὸς σέ, κύριε, κύριε, οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν καὶ ἐπὶ σοὶ ἠλπίσαμεν. Μὴ
καται-
σχύνῃς ἡμᾶς, ὁ Θεὸς ἡμῶν.
 Ἐκφώνως· Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ (καὶ προσκύνησις τῷ
Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ).
 [Λ, Μ. Εἶτα· Κύριε ἐκέκραζα. Τὰ στιχηρά].
 Λ Ὁ δὲ ἱερεὺς εἰσοδεύων λέγει·
 Κ, Λ, Μ Σοφία· ὀρθοί. Λ, Μ Φῶς ἱλαρὸν [Ι Μετὰ τὴν εἴσοδον τὸ
Φῶς ἱλαρόν].

Γρηγόριος Ναζιανζηνός ., Epistulae (2022: 001)


“Saint Grégoire de Nazianze. Lettres, 2 vols.”, Ed. Gallay, P.
Paris: Les Belles Lettres, 1:1964; 2:[Link] 44, se. 5, γρ. 4

λέγειν, ὅσης εὐθυμίας καὶ ἡδονῆς ψυχὰς ὀρθοδόξων


ἐνέπλησας, καὶ ὅσων ἀπόγνωσιν ἔλυσας;
 Ἀλλ' ἡ μήτηρ ἡμῶν Ἐκκλησία, τὴν Καισαρέων λέγω,
νῦν ὄντως ἀποδύεται τὰ ἐνδύματα τῆς χηρεύσεως
ἐπὶ τῇ σῇ θέᾳ καὶ στολὴν εὐφροσύνης ἀναλαμβάνει καὶ
λαμπρυνθήσεται μᾶλλον, ἐπειδὰν ποιμένος τύχῃ ἑαυτῆς
τε καὶ τῶν προειληφότων καὶ τῶν ὑμετέρων χειρῶν ἀξίου.
 Τὰ γὰρ ἡμέτερα καὶ αὐτὸς ὁρᾷς οἷα καὶ ὅσον ἐθαυμα-
τούργησεν ὁ σὸς ζῆλος καὶ ἰδρὼς καὶ ἡ κατὰ Θεὸν παρ-
550

ρησία· γῆρας ἀνακαινίζεται καὶ ἀρρωστία νικᾶται καὶ


πηδῶσιν οἱ ἐπὶ Κλίνης καὶ ἀσθενοῦντες περιζωννύον-
ται δύναμιν. Τούτοις εἰκάζω καὶ τὰ ἡμέτερα κατὰ νοῦν
ἐκβήσεσθαι.
         Τὸν μὲν οὖν πατέρα ἔχεις καὶ ἀνθ'
ἑαυτοῦ καὶ ἀνθ' ἡμῶν, τέλος παντὶ τῷ βίῳ καὶ τῇ σεμνῇ
πολιᾷ καλὸν ἐπιθήσοντα, τὸν νῦν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας
ἀγῶνα. Καὶ δεξόμεθα τοῦτον, εὖ οἶδα, εὐχαῖς ὑμετέραις
ἐρρωμενέστερόν τε καὶ νεανικώτερον, αἷς δεῖ πάντα
πιστεύειν θαρροῦντα· εἰ δὲ κἀν τῇ φροντίδι καταλύσειεν,
οὐ ζημία τοιαύτης καὶ ἐπὶ τοιούτοις τυχεῖν τελευτῆς.
Ἐμοὶ δέ, παρακαλῶ, συγγνώμην ἔχετε, εἰ,

Γρηγόριος Ναζιανζηνός ., Epistulae Epistle 140, se. 3, γρ. 4

τὰ ἀμφότερα· ὁ καὶ μισθὸν εὐσεβείας λαβών, τὸ κατὰ νοῦν


χωρεῖν σοι τὰ πράγματα καὶ μόνῳ τυγχάνειν ἁλωτὰ τὰ
μὴ τοῖς ἄλλοις ἁλώσιμα.
         Σύνεσις γάρ σοι καὶ
ἀνδρεία τὴν ἀρχὴν ἄγουσιν, ἡ μὲν εὑρίσκουσα τὸ πρακτέον,
ἡ δὲ ῥᾳδίως ἐπιτελοῦσα τὸ εὑρεθέν. Καὶ τὸ μέγιστον, ἡ
τῆς χειρὸς καθαρότης, ᾗ πάντα εὐθύνεται.
         Ποῦ σοι
χρυσὸς ὁ ἄδικος; οὐδ' ἐγένετο, πρῶτον ἐξορίαν κατακρι-
θείς, ὡς ἀφανὴς τύραννος. Ποῦ δὲ ἀπέχθεια; κατακέκριται.
Ποῦ δὲ χάρις; ἐνταῦθά τι κλίνῃ (κατηγορήσω γάρ σου
μικρόν), ἀλλὰ Θεοῦ φιλανθρωπίαν μιμούμενος, ἣν καὶ
νῦν αἰτεῖ δι' ἡμῶν Αὐρήλιος, ὁ σὸς στρατιώτης,
         ὃν ἄφρονα φυγάδα καλῶ καὶ ἱκέτην σώφρονα, ὅτι ὑπὸ τὰς
ἡμετέρας ἑαυτὸν τέθεικε χεῖρας, καὶ διὰ τῶν ἡμετέρων
τὰς σάς, ὥσπερ τινὰ εἰκόνα βασιλικήν, τὴν πολιὰν ἡμῶν
προβαλλόμενος καὶ τὴν ἱερωσύνην, ἣν αἰδεῖσθαι πολλάκις
καθωμολόγησας.

Γρηγόριος Ναζιανζηνός ., De vita sua (2022: 004)


“Gregor von Nazianz. De vita sua”, Ed. Jungck, C.
Heidelberg: Winter, [Link] 1448

τοὺς δ' εὖ παθεῖν χρῄζοντας ὡς εἰκὸς πάλιν,


τοῖς μὲν ἀφῆκα τὸν φόβον, τοὺς δ' ὠφέλουν,
ἄλλους κατ' ἄλλην χρείαν, ὡς ἦν μοι σθένος.
551

ἓν δ' ἐξ ἁπάντων δείγματος λέξω χάριν.


 Ἔνδον ποθ' ἡσύχαζον ἐξ ἀρρωστίας –  
ἦρκτο γάρ, ἦρκτο συνδραμοῦσα τοῖς πόνοις.
ταῦτ' ἐτρυφῶμεν, ὡς δοκεῖ τοῖς βασκάνοις.
οὕτω δ' ἔχοντος ἀθρόως δήμου τινές
ἐπεισίασι, σὺν δὲ τοῖς νεανίας,
ὠχρός, κομήτης, πενθικῶς ἐσταλμένος.
ἐμοῦ δ' ἐπιστρέψαντος ἐκ Κλίνης πόδας
οὕτω τι μικρόν, οἷα τὰ πτοουμένων,
οἱ μὲν θεῷ τε καὶ βασιλεῖ, ἃς ἦν φίλον,
φωνὰς ἀφέντες εὐχαρίστους ἀφθόνως
ὡς τὴν παροῦσαν ἡμέραν δεδωκόσιν
ἡμᾶς τ' ἐπαινέσαντες ἔστιν οἷς λόγοις
ἀπῆλθον. ὃς δὲ τοῖς ἐμοῖς ἄφνω ποσίν
προσφύς, ἱκέτης ἄφωνος, ἔκπληκτός τις ἦν.
ἐμοῦ δέ, “τίς τε καὶ πόθεν, χρῄζεις δ' ὅτου;”
λέγοντος, οὐδὲν πλεῖον ἢ μείζους βοαί.

Γρηγόριος Ναζιανζηνός ., Funebris oratio in laudem Basilii Magni


Caesareae in Cappadocia episcopi (orat. 43) (2022: 006)
“Grégoire de Nazianze. Discours funèbres en l'honneur de son frère
Césaire et de Basile de Césarée”, Ed. Boulenger, F.
Paris: Picard, [Link]. 52, se. 2, γρ. 6

πεστάτη· δηλώσει δὲ καὶ ταύτην ὁ λόγος.


 Εἰς γὰρ τὸ ἱερὸν εἰσελθὼν μετὰ πάσης τῆς περὶ
αὐτὸν δορυφορίας· ἦν δὲ ἡμέρα τῶν Ἐπιφανίων καὶ ἀθροί-  
σιμος· καὶ τοῦ λαοῦ μέρος γενόμενος, οὕτως ἀφοσιοῦται
τὴν ἕνωσιν· ἄξιον δὲ μηδὲ τοῦτο παραδραμεῖν.
         Ἐπειδὴ
γὰρ ἔνδον ἐγένετο καὶ τὴν ἀκοὴν προσβαλούσῃ τῇ ψαλμῳδίᾳ
κατεβροντήθη τοῦ τε λαοῦ τὸ πέλαγος εἶδε καὶ πᾶσαν τὴν
εὐκοσμίαν, ὅση τε περὶ τὸ βῆμα καὶ ὅση πλησίον, ἀγγελικὴν
μᾶλλον ἢ ἀνθρωπίνην· τὸν μὲν τοῦ λαοῦ προτεταγμένον
ὄρθιον, οἷον τὸν Σαμουὴλ ὁ λόγος γράφει, ἀκλινῆ καὶ τὸ
σῶμα καὶ τὴν ὄψιν καὶ τὴν διάνοιαν, ὥσπερ οὐδενὸς καινοῦ
γεγονότος, ἀλλ' ἐστηλωμένον, ἵν' οὕτως εἴπω, Θεῷ καὶ τῷ
βήματι· τοὺς δὲ περὶ αὐτὸν ἑστηκότας ἐν φόβῳ τινὶ καὶ
σεβάσματι· ἐπειδὴ ταῦτα εἶδε, καὶ πρὸς οὐδὲν παράδειγμα
ἠδύνατο θεωρεῖν τὰ ὁρώμενα, ἔπαθέ τι ἀνθρώπινον, σκότου
καὶ δίνης πληροῦται τὴν ὄψιν καὶ τὴν ψυχὴν ἐκ τοῦ θάμ-
552

βους. Καὶ τοῦτο ἦν τοῖς πολλοῖς ἄδηλον ἔτι.

Γρηγόριος Ναζιανζηνός ., Funebris oratio in patrem (orat. 18) (2022:


031); MPG 35.Τόμ. 35, σελ. 1021, γρ. 13

Μωϋσέα καὶ τὰς παρειμένας χεῖρας εἰς εὐχὴν


σχηματίσας, συντελεῖ προθύμως ἢ προτελεῖ τοῦ
λαοῦ τὰ μυστήρια, ῥήμασι μὲν ὀλίγοις καὶ ὅσοις ἔσθε-
νεν, διανοίᾳ δὲ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, καὶ λίαν τελεωτάτῃ
(ὢ τοῦ θαύματος!), ἄνευ βήματος ἐπὶ βήματος, ἄνευ
θυσιαστηρίου θύτης, ἱερεὺς πόῤῥω τῶν τελουμένων·
καὶ ταῦτα παρῆν αὐτῷ παρὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
αὐτῷ μὲν γινωσκόμενα, τοῖς παροῦσι δὲ οὐχ ὁρώμε-
να. Εἶτα ἐπειπὼν τὰ τῆς εὐχαριστίας ῥήματα
οὕτως, ὡς σύνηθες, καὶ τὸν λαὸν κατευλογήσας, πά-
λιν τῆς Κλίνης γίνεται, τροφῆς τε μικρόν τι προσέ-
μενος, καὶ ὕπνου μεταλαβὼν, ἀνακαλεῖται τὸ
πνεῦμα· καὶ ταῖς κατὰ μικρὸν προσθήκαις τῆς
ὑγείας συναυξηθείσης, ἡ καινὴ παρῆν ἡμέ-
ρα τῆς ἑορτῆς (ἣν οὕτως ὀνομάζομεν πρώτην Κυρια-
κὴν, μετὰ τὴν ἀναστάσιμον ταύτην ἔχοντες)· καὶ τὸ
ἱερὸν καταλαβὼν σὺν παντὶ τῷ τῆς Ἐκκλησίας πλη-
ρώματι ἐγκαινίζει τὴν σωτηρίαν, καὶ θύει τὰ χαρι-
στήρια. Καί μοί τι τοῦτο τὸ ἔργον τοῦ περὶ τὸν

Sopater Rhet., Scholia ad Hermogenis status seu artem rhetoricam


(2031: 002)“Rhetores Graeci, vol. 5”, Ed. Walz, C.
Stuttgart: Cotta, 1833, Repr. 1968.Τόμ. 5, σελ. 140, γρ. 31

ἔχων καὶ αἰχμάλωτον παλλακίδα, καὶ ἀντεγκαλοῦσιν ἀλ-


λήλαις, ἐνταῦθα γὰρ ἡ μὲν τῶν προσώπων διαφορὰ τὴν
κρίσιν ἐπιδέχεται, πρᾶγμα δὲ παρ' οὐδετέρας τῶν κρινο-
μένων πέπρακται, διὸ ἀτελὴς ἀπὸ πραγμάτων ἐστί· δι-
πλοῦ δὲ στοχασμοῖ τέλειον παράδειγμα· ἤρα τις μειρα-
κίου καὶ ἀπετύγχανεν καὶ τὸ μειράκιον ἑταίρᾳ ἐχρῆτο,
ἀνθ' ἑταίρας δὲ στρατιώτῃ· ὁ στρατιώτης παρευδοκι-
μούμενον ἔφη οὐ χρήσειν τὸ μειράκιον· μετὰ ταῦτα ηὕ-
ρηται ἀνῃρημένον τὸ μειράκιον· οἱ στρατηγοὶ ζητοῦντες
ἀμφοτέρων οἰκίας εὗρον τὸν μὲν ἐραστὴν εἰκόνα τοῦ παι-
δὸς ἔχοντα ἐπὶ τῆς Κλίνης καὶ κλαίοντα, τὸν δὲ στρατι-  
553

ώτην καθεύδοντα καὶ ξίφος αὐτῷ παρακείμενον, καὶ ἀν-


τεγκαλοῦσιν ἀλλήλοις. ἔστι δὲ καὶ ἕτερον εἶδος τῶν δι-
πλῶν, ὃ παρά τισι μὲν ηὕρηται τῶν τεχνικῶν, Ἑρμογένει
δὲ οὐκ εἴρηται, ὃ καλοῦσί τινες διπλοῦν μονομερὲς, ἐν ᾧ
δύο πράγματά ἐστι καὶ πρόσωπα κρινόμενα, ἐν δὲ τῷ
ἑτέρῳ οὐδὲ τὸ κατηγοροῦν αὐτό· παράδειγμα, Αἰσχίνης
καὶ Δημοσθένης ἐπανήκοντες ἐκ τῆς Φιλίππου πρεσβείας
πεφωράκασιν ἀλλήλους, ὁ μὲν χρυσίον κατορύττοντα, ὁ
δὲ παραπρεσβείας ἀπολογίαν γράφοντα, καὶ Ὑπερίδης
ἀμφοτέρων κατηγορεῖ· ἐνταῦθα γὰρ ἐνήλλακται

Πορφύριος. Vita Plotini (2034: 001)“Plotini opera, vol. 1”, Ed. Henry,
P., Schwyzer, H.–[Link]: Brill, [Link]. 2, γρ. 27

ἀπὸ στόματος πάντας προσαγορεύειν ἔθος ἔχειν, τῆς μὲν


πόλεως ἀπαλλάττεται, εἰς δὲ τὴν Καμπανίαν ἐλθὼν εἰς
Ζήθου χωρίον ἑταίρου παλαιοῦ αὐτῷ γεγονότος καὶ
τεθνηκότος κατάγεται. Τὰ δ' ἀναγκαῖα αὐτῷ ἔκ τε τῶν τοῦ
Ζήθου ἐτελεῖτο καὶ ἐκ Μητουρνῶν ἐκομίζετο ἐκ τῶν  
Καστρικίου· ἐν Μητούρναις γὰρ ὁ Καστρίκιος τὰς κτήσεις
εἶχε. Μέλλων δὲ τελευτᾶν, ὡς ὁ Εὐστόχιος ἡμῖν διηγεῖτο,
ἐπειδὴ ἐν Ποτιόλοις κατοικῶν ὁ Εὐστόχιος βραδέως πρὸς
αὐτὸν ἀφίκετο, εἰπὼν ὅτι σὲ ἔτι περιμένω καὶ φήσας
πειρᾶσθαι τὸν ἐν ὑμῖν θεὸν ἀνάγειν πρὸς τὸ ἐν τῷ παντὶ
θεῖον, δράκοντος ὑπὸ τὴν Κλίνην διελθόντος ἐν ᾗ κατέκειτο
καὶ εἰς ὀπὴν ἐν τῷ τοίχῳ ὑπάρχουσαν ὑποδεδυκότος
ἀφῆκε τὸ πνεῦμα ἔτη γεγονώς, ὡς ὁ Εὐστόχιος ἔλεγεν,
ἕξ τε καὶ ἑξήκοντα, τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς Κλαυ-
δίου βασιλείας πληρουμένου. Τελευτῶντι δὲ αὐτῷ ἐγὼ μὲν
ὁ Πορφύριος ἐτύγχανον ἐν Λιλυβαίῳ διατρίβων, Ἀμέλιος
δὲ ἐν Ἀπαμείᾳ τῆς Συρίας, Καστρίκιος δὲ ἐν τῇ Ῥώμῃ·
μόνος δὲ παρῆν ὁ Εὐστόχιος. Ἀναψηφίζουσι δὲ ἡμῖν ἀπὸ
τοῦ δευτέρου ἔτους τῆς Κλαυδίου βασιλείας εἰς τοὐπίσω
ἔτη ἕξ τε καὶ ἑξήκοντα ὁ χρόνος αὐτῷ τῆς γενέσεως εἰς
τὸ τρισκαιδέκατον ἔτος τῆς Σεβήρου βασιλείας πίπτει.

Πορφύριος. Ad Marcellam (2034: 005)


“Porphyrios. Πρὸς Μαρκέλλαν”, Ed. Pötscher, W.
Leiden: Brill, [Link]. 29, γρ. 9

τὴν αὐτάρκειαν καὶ σεμνὸν τὸ μηδενὸς δεῖσθαι λαμβάνονται. διὸ καὶ


554

μελετᾶν παρακελεύονται οὐχ ὅπως τι ποριστέον ἀναγκαῖον, ἀλλ' ὅπως


μᾶλλον θαρρήσομεν μὴ πορισθέντος. μηδὲ αἰτιώμεθα τὴν σάρκα ὡς
τῶν μεγάλων κακῶν αἰτίαν μηδ' εἰς τὰ πράγματα τρέπωμεν τὰς
δυσφορίας,
ἐν δὲ τῇ ψυχῇ τὰς τούτων αἰτίας μᾶλλον ζητῶμεν καὶ ἀπορρήξαντες
πᾶσαν
ματαίαν τῶν ἐφημέρων ὄρεξιν καὶ ἐλπίδα ὅλοι γενώμεθα ἑαυτῶν. ἢ γὰρ
διὰ φόβον τις κακοδαιμονεῖ ἢ δι' ἀόριστον καὶ κενὴν ἐπιθυμίαν. ἅ τις
χαλινῶν δύναται τὸν μακάριον ἑαυτῷ περιποιεῖσθαι λογισμόν. ἐφ'
ὅσον δ' ἂν ἀμηχανῇς, λήθῃ τῆς φύσεως ἀμηχανεῖς· σαυτῇ γὰρ ἀορίστους
φόβους καὶ ἐπιθυμίας προσβάλλεις· κρεῖσσον δέ σοι θαρρεῖν ἐπὶ
στιβάδος
κατακειμένῃ ἢ ταράττεσθαι χρυσῆν ἐχούσῃ Κλίνην καὶ πολυτελῆ
τράπεζαν.
ἐξ ἐργασίας θρηνώδους οὐσίας μὲν πλῆθος σωρεύεται, βίος δὲ
ταλαίπωρος
συνίσταται. ἀφυσιολόγητον μηδὲν ἡγοῦ βοώσης τῆς σαρκὸς βοᾶν τὴν
ψυχήν· σαρκὸς δὲ φωνὴ μὴ πεινῆν, μὴ διψῆν, μὴ ῥιγοῦν. καὶ ταῦτα  
τὴν ψυχὴν χαλεπὸν μὲν κωλῦσαι, ἐπισφαλὲς δὲ παρακοῦσαι τῆς
παραγγει-
λάσης φύσεως αὐτῇ διὰ τῆς προσφυοῦς αὐτῇ αὐταρκείας καθ' ἡμέραν.
καὶ τὰ παρὰ τῆς τύχης μικρότερα διδάσκει νομίζειν, καὶ εὐτυχοῦντας
μὲν γινώσκειν ἀτυχεῖν, δυστυχοῦντας δὲ μὴ παρὰ μέγα τίθεσθαι τὸ
εὐτυχεῖν· καὶ δέχεσθαι μὲν ἀθορύβως τὰ παρὰ τῆς τύχης ἀγαθά, παρατε-
τάχθαι δὲ πρὸς τὰ παρ' αὐτῆς δοκοῦντα εἶναι κακά· ὡς ἐφήμερον μὲν
πᾶν τὸ τῶν πολλῶν ἀγαθόν ἐστι, σοφία δὲ καὶ ἐπιστήμη οὐδαμῶς τύχης

Πορφύριος. In Aristotelis categorias expositio per interrogationem et


responsionem (2034: 007)“Porphyrii isagoge et in Aristotelis categorias
commentarium”, Ed. Busse, [Link]: Reimer, 1887; Commentaria in
Aristotelem Graeca 4.1.Τόμ. 4,1, σελ. 67, γρ. 13

 {Ἐ.} Σαφῶς οὖν ἡμῖν εἰπέ, τί βούλει λέγειν.


 {Ἀ.} Φημὶ τοίνυν κατὰ μεταφοράν ἐστιν, ὅταν μέν τι πρᾶγμα ἔχῃ ἴδιον
ὄνομα, ἄλλως δὲ καταχρήσηταί τις ἐπ' αὐτοῦ ἄλλῳ ὀνόματι μεταφέρων
καὶ τούτῳ χρώμενος ὡς κειμένῳ ἐπ' αὐτοῦ· ἐνταῦθα οὐκ ἂν εἴη ὁμωνυμία

τις· ὅταν δὲ μὴ ἔχῃ ἄλλο ἀλλὰ τοῦτο, τότε γίνεται ὁμωνυμία. οἷον
ὀρῶν τὰ κάτω μέρη καλεῖται ὑπώρεια·
   ἀλλ' ἔθ' ὑπωρείας ἔναιον πολυπιδάκου Ἴδης.
ταύτας τὰς ὑπωρείας ὄνομα οὔσας τῶν κάτω μερῶν τοῦ ὄρους οἱ ποιηταὶ
πολλάκις προσεῖπον πόδας·
555

   πάντες δ' ἐσείοντο πόδες πολυπιδάκου Ἴδης.


ἔστι δὲ καὶ Κλίνης τὰ βαστάζοντα τὸ ὅλον κοῖτος πόδες καλούμενα,
ἀλλὰ
καὶ τραπέζης πόδες καὶ νηός·
    αἰεὶ γὰρ πόδα νηὸς ἐνώμων.
ἐπὶ τούτων πόδα μὲν νηὸς καὶ πόδας Ἴδης οὐκ ἂν εἴποι τις ὁμωνύμως
εἰρῆσθαι· ἔχει γὰρ ἡ μὲν ναῦς προσαγορευόμενον τὸ εὐθῦνον τὴν ναῦν
ἰδίως πηδάλιον. ἀλλ' οὐδὲ τοῦ ὄρους τὰ κάτω πόδας ἂν εἴποιμι ὁμωνύμως

λέγεσθαι· ἔχει γὰρ ὄνομα ὑπωρείας. ἐπὶ δὲ τῆς τραπέζης καὶ τῆς Κλίνης
οὐκ ἔτι ἂν εἴποιμι μεταφορὰν ἀλλ' ὁμωνυμίαν· τοῦτο γὰρ ὄνομα ἔχει τῆς
Κλίνης τὸ βαστάζον τὸ ὅλον κοῖτος καὶ τῆς τραπέζης κατὰ ἀναλογίαν
τῶν
τοῦ ζῴου ποδῶν. οὗ χάριν ὧν ὄνομα μόνον κοινὸν δεῖν εἴρηται εἶναι ἐπὶ
τῶν ὁμωνύμων, ὄνομα δὲ ἐπὶ Κλίνης καὶ τραπέζης οἱ πόδες τὰ τοιάδε
μέρη,

Πορφύριος. In Aristotelis categorias expositio per interrogationem et


responsionem Τόμ. 4,1, σελ. 67, γρ. 19

   ἀλλ' ἔθ' ὑπωρείας ἔναιον πολυπιδάκου Ἴδης.


ταύτας τὰς ὑπωρείας ὄνομα οὔσας τῶν κάτω μερῶν τοῦ ὄρους οἱ ποιηταὶ
πολλάκις προσεῖπον πόδας·
   πάντες δ' ἐσείοντο πόδες πολυπιδάκου Ἴδης.
ἔστι δὲ καὶ Κλίνης τὰ βαστάζοντα τὸ ὅλον κοῖτος πόδες καλούμενα,
ἀλλὰ
καὶ τραπέζης πόδες καὶ νηός·
    αἰεὶ γὰρ πόδα νηὸς ἐνώμων.
ἐπὶ τούτων πόδα μὲν νηὸς καὶ πόδας Ἴδης οὐκ ἂν εἴποι τις ὁμωνύμως
εἰρῆσθαι· ἔχει γὰρ ἡ μὲν ναῦς προσαγορευόμενον τὸ εὐθῦνον τὴν ναῦν
ἰδίως πηδάλιον. ἀλλ' οὐδὲ τοῦ ὄρους τὰ κάτω πόδας ἂν εἴποιμι ὁμωνύμως

λέγεσθαι· ἔχει γὰρ ὄνομα ὑπωρείας. ἐπὶ δὲ τῆς τραπέζης καὶ τῆς Κλίνης
οὐκ ἔτι ἂν εἴποιμι μεταφορὰν ἀλλ' ὁμωνυμίαν· τοῦτο γὰρ ὄνομα ἔχει τῆς
Κλίνης τὸ βαστάζον τὸ ὅλον κοῖτος καὶ τῆς τραπέζης κατὰ ἀναλογίαν
τῶν
τοῦ ζῴου ποδῶν. οὗ χάριν ὧν ὄνομα μόνον κοινὸν δεῖν εἴρηται εἶναι ἐπὶ
τῶν ὁμωνύμων, ὄνομα δὲ ἐπὶ Κλίνης καὶ τραπέζης οἱ πόδες τὰ τοιάδε
μέρη,
ἐπὶ δὲ ὄρους καὶ νηὸς ὀνόματα μὲν ὑπώρεια καὶ πηδάλιον, ἄλλως δὲ με-
τενήνεκται ἡ τῶν ποδῶν προσηγορία ἐπ' αὐτῶν· κατὰ μεταφορὰν ἂν εἴη
ταῦτα λεγόμενα, ὁμωνύμως δὲ οὔ. οὐδὲ γὰρ καθ' ὁμοίωσιν εἴποις ἂν εἶναι
556

ὁμώνυμα· ποίαν γὰρ ἔχειν ὁμοιότητα πρὸς ζῴου πόδας ὑπώρειαν; ἀλλὰ
μετενηνεγμένως λέγεται ἡ ὑπώρεια πούς, ὁμωνύμως δὲ οὐ λέγεται, εἰ μή
τι τῷ ὅρῳ προσέχοι τῶν ὁμωνύμων,

Πορφύριος. In Aristotelis categorias expositio per interrogationem et


responsionem Τόμ. 4,1, σελ. 67, γρ. 21

πολλάκις προσεῖπον πόδας·


   πάντες δ' ἐσείοντο πόδες πολυπιδάκου Ἴδης.
ἔστι δὲ καὶ Κλίνης τὰ βαστάζοντα τὸ ὅλον κοῖτος πόδες καλούμενα,
ἀλλὰ
καὶ τραπέζης πόδες καὶ νηός·
    αἰεὶ γὰρ πόδα νηὸς ἐνώμων.
ἐπὶ τούτων πόδα μὲν νηὸς καὶ πόδας Ἴδης οὐκ ἂν εἴποι τις ὁμωνύμως
εἰρῆσθαι· ἔχει γὰρ ἡ μὲν ναῦς προσαγορευόμενον τὸ εὐθῦνον τὴν ναῦν
ἰδίως πηδάλιον. ἀλλ' οὐδὲ τοῦ ὄρους τὰ κάτω πόδας ἂν εἴποιμι ὁμωνύμως

λέγεσθαι· ἔχει γὰρ ὄνομα ὑπωρείας. ἐπὶ δὲ τῆς τραπέζης καὶ τῆς Κλίνης
οὐκ ἔτι ἂν εἴποιμι μεταφορὰν ἀλλ' ὁμωνυμίαν· τοῦτο γὰρ ὄνομα ἔχει τῆς
Κλίνης τὸ βαστάζον τὸ ὅλον κοῖτος καὶ τῆς τραπέζης κατὰ ἀναλογίαν
τῶν
τοῦ ζῴου ποδῶν. οὗ χάριν ὧν ὄνομα μόνον κοινὸν δεῖν εἴρηται εἶναι ἐπὶ
τῶν ὁμωνύμων, ὄνομα δὲ ἐπὶ Κλίνης καὶ τραπέζης οἱ πόδες τὰ τοιάδε
μέρη,
ἐπὶ δὲ ὄρους καὶ νηὸς ὀνόματα μὲν ὑπώρεια καὶ πηδάλιον, ἄλλως δὲ με-
τενήνεκται ἡ τῶν ποδῶν προσηγορία ἐπ' αὐτῶν· κατὰ μεταφορὰν ἂν εἴη
ταῦτα λεγόμενα, ὁμωνύμως δὲ οὔ. οὐδὲ γὰρ καθ' ὁμοίωσιν εἴποις ἂν εἶναι

ὁμώνυμα· ποίαν γὰρ ἔχειν ὁμοιότητα πρὸς ζῴου πόδας ὑπώρειαν; ἀλλὰ
μετενηνεγμένως λέγεται ἡ ὑπώρεια πούς, ὁμωνύμως δὲ οὐ λέγεται, εἰ μή
τι τῷ ὅρῳ προσέχοι τῶν ὁμωνύμων, ὅτι ἥ τε ὑπώρεια λέγεται ποὺς καὶ
ἀνθρώπου πούς, καὶ τὸ μὲν ὄνομα κοινὸν τὸ τοῦ ποδός, ὁ δὲ λόγος ἕτε-
ρος, κοινῶς τοῦ ὀνόματος καὶ ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς ταττομένου.

Πορφύριος. In Aristotelis categorias expositio per interrogationem et


responsionem Τόμ. 4,1, σελ. 67, γρ. 23

ἔστι δὲ καὶ Κλίνης τὰ βαστάζοντα τὸ ὅλον κοῖτος πόδες καλούμενα,


ἀλλὰ καὶ τραπέζης πόδες καὶ νηός·
    αἰεὶ γὰρ πόδα νηὸς ἐνώμων. ἐπὶ τούτων πόδα μὲν νηὸς καὶ πόδας Ἴδης
557

οὐκ ἂν εἴποι τις ὁμωνύμως εἰρῆσθαι· ἔχει γὰρ ἡ μὲν ναῦς


προσαγορευόμενον τὸ εὐθῦνον τὴν ναῦν
ἰδίως πηδάλιον. ἀλλ' οὐδὲ τοῦ ὄρους τὰ κάτω πόδας ἂν εἴποιμι ὁμωνύμως

λέγεσθαι· ἔχει γὰρ ὄνομα ὑπωρείας. ἐπὶ δὲ τῆς τραπέζης καὶ τῆς Κλίνης
οὐκ ἔτι ἂν εἴποιμι μεταφορὰν ἀλλ' ὁμωνυμίαν· τοῦτο γὰρ ὄνομα ἔχει τῆς
Κλίνης τὸ βαστάζον τὸ ὅλον κοῖτος καὶ τῆς τραπέζης κατὰ ἀναλογίαν
τῶν
τοῦ ζῴου ποδῶν. οὗ χάριν ὧν ὄνομα μόνον κοινὸν δεῖν εἴρηται εἶναι ἐπὶ
τῶν ὁμωνύμων, ὄνομα δὲ ἐπὶ Κλίνης καὶ τραπέζης οἱ πόδες τὰ τοιάδε
μέρη,
ἐπὶ δὲ ὄρους καὶ νηὸς ὀνόματα μὲν ὑπώρεια καὶ πηδάλιον, ἄλλως δὲ με-
τενήνεκται ἡ τῶν ποδῶν προσηγορία ἐπ' αὐτῶν· κατὰ μεταφορὰν ἂν εἴη
ταῦτα λεγόμενα, ὁμωνύμως δὲ οὔ. οὐδὲ γὰρ καθ' ὁμοίωσιν εἴποις ἂν εἶναι

ὁμώνυμα· ποίαν γὰρ ἔχειν ὁμοιότητα πρὸς ζῴου πόδας ὑπώρειαν; ἀλλὰ
μετενηνεγμένως λέγεται ἡ ὑπώρεια πούς, ὁμωνύμως δὲ οὐ λέγεται, εἰ μή
τι τῷ ὅρῳ προσέχοι τῶν ὁμωνύμων, ὅτι ἥ τε ὑπώρεια λέγεται ποὺς καὶ
ἀνθρώπου πούς, καὶ τὸ μὲν ὄνομα κοινὸν τὸ τοῦ ποδός, ὁ δὲ λόγος ἕτε-
ρος, κοινῶς τοῦ ὀνόματος καὶ ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς ταττομένου. διὸ ἐπὶ τού-
του ζητῆσαι ἄξιον.  
 {Ἐ.} Ἀλλὰ πῶς μὲν ὡρίσατο ὁ Ἀριστοτέλης καὶ τίνες οἱ τρόποι τῶν

Πορφύριος. Quaestionum Homericarum ad Iliadem pertinentium


reliquiae (2034: 014)“Porphyrii quaestionum Homericarum ad Iliadem
pertinentium reliquiae, fasc. 1 & 2”, Ed. Schrader, H.
Leipzig: Teubner, 1:1880; 2:1882.
Iliad book 19, se. 221sqq, γρ. 5

τες γὰρ περὶ ὧν ἂν φοβῶνται μὴ ἄλλως ἀποβῇ, πολὺ τῷ ἀσφαλεῖ


προέχειν πειρῶνται· διὸ καὶ ἡ Ἥρα, ἅτε οὐ περὶ μικρῶν ἀγωνιζομένη,
καὶ τὸν Δία εἰδυῖα ὅτι αἰσθόμενος τὸν Ἡρακλέα δουλεύοντα ὑπεραγα-
νακτήσει, τῇ ἰσχυροτάτῃ ἀνάγκῃ κατέλαβεν αὐτόν. οὕτως Ἀριστοτέ-
λης (fr. 157 edit. Acad. Bor.).
 Σ 100.
 ζητοῦσι τίνα νοῦν ἔχει τὰ ἔπη ταῦτα ᾐνιγμένα ὑπὸ τοῦ
Ὀδυσσέως·
 αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κόρος ἀνθρώποισιν,
 ἧστε πλείστην μὲν καλάμην χθονὶ χαλκὸς ἔχευεν,
 ἄμητος δ' ὀλίγιστος, ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα
 Ζεύς, ὅστ' ἀνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτυκται
(v. 221 sqq); ἐπεὶ ἡ ἄμητος λέξις σημαίνει καὶ τὸν χρόνον ἐν ᾧ ἀμῶσι,
τουτέστι τὸν θερισμόν, σημαίνει δὲ καὶ τὸν ἀμώμενον καρπόν, καθ'
558

ἑκάτερα τῶν δύο σημαινομένων ἐκδεξάμενοι πειραθῶμεν τῶν δύο σαφῆ


ποιῆσαι τὴν διάνοιαν. ἔσται τοίνυν ἐκ τοῦ σημαινομένου δῆλον, ὡς
καλάμη μὲν λέγεται τὸ τῶν ἀποθνησκόντων πλῆθος, ἄμητος δὲ καὶ
καρπὸς οἱ σωζόμενοι. φησὶν οὖν, ταχέως κόρον γίνεσθαι ἐκείνης τῆς
μάχης, ἐν ᾗ πολὺς μὲν ὁ πίπτων, ὀλίγοι δὲ οἱ σωζόμενοι, ἐξ οὗ δη-
λοῦσθαι, ὅτι τῆς σφοδροτάτης μάχης ταχὺς ὁ κόρος, καὶ μάλιστα ὅταν
τύχῃ τις διὰ λιμὸν ἠσθενηκώς· ἐν ᾧ δ' ἂν οὖν πολέμῳ, κλίναντος τοῦ

Πορφύριος. Quaestionum Homericarum ad Odysseam pertinentium


reliquiae (2034: 016)“Porphyrii quaestionum Homericarum ad
Odysseam pertinentium reliquiae”, Ed. Schrader, H.
Leipzig: Teubner, [Link] book 8, se. 278, γρ. 1

τοιαῦτά γε ῥέζοι (α 47). ὅλως δὲ Ὅμηρος οὐδὲ οἶδεν Ἥφαιστον


Ἀφροδίτῃ συνοικεῖν, Χάριτι δὲ αὐτὸν συμβιοῦντα, Δημόδοκος δὲ τῇ
ἰδίᾳ μυθοποιίᾳ ἕπεται.
 .... ἐπιτιμᾷ δὲ αὐτοῖς (v. 326 sqq.) ὁ Ζωίλος, ἄτοπον εἶναι
λέγων γελᾶν μὲν ἀκολάστως τοὺς θεοὺς .. ἐπὶ τοῖς τοιούτοις, τὸν δ'
Ἑρμῆν εὔχεσθαι, ἐναντίον τοῦ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων θεῶν ὁρώντων
δεδέσθαι σὺν τῇ Ἀφροδίτῃ. οὐκ εἰσὶ δὲ οἱ ποιητικοὶ θεοὶ φιλόσοφοι,
ἄλλως τε καὶ παίζοντες. ἀλλὰ καὶ τὸ κάλλος ἠθέλησε δηλῶσαι τῆς
Ἀφροδίτης, ὡς καὶ ἐν Ἰλιάδι ἐπαινοῦντες οἱ δημογέροντες (Γ 146 sqq.).
 ad l. 8 sqq.
 ἑρμῖσι, τοῖς κλινόποσι, τοῖς ποσὶ τῆς Κλίνης, παρὰ τὸ
ἐνείρεσθαι [ἢ ἐπεὶ τετράγωνοι, παραπλήσιοι τοῖς Ἑρμαῖς].  
 H (f. 47b9)=Ξ 216, paucissimis quibusdam verbis mutatis.
 quae schol. H f. 47b9 (=Vd f. 19b9, Mb9 f. 94b9) Hellanicum
afferens de Sintibus habet, e Paralipomenon libro excerpta esse
videntur, cf. Herm. XIV, p. 249.
 τί γὰρ δέονται χρημάτων οἱ θεοί, ἵνα καὶ οὗτος τὰ ἔεδνα
ἀπαιτῇ· τὸ ὅλον οὖν κατὰ τοὺς ἀνθρωπίνους λόγους ἔγκειται.
 ... ζητεῖ δὲ ὁ Ἀπολλόδωρος, διὰ τί τῶν ἄλλων
θεῶν οὐδεὶςἦν, οὔτε Δεῖμος οὔτε Φόβος, ἀλλ' οὐδὲ Ζεὺς οὐδὲ Ἥρα.
ῥητέον δὲ ὅτι Ἥρα μὲν καὶ Διώνη σὺν ταῖς ἄλλαις θεαῖς .....

Πορφύριος. Contra Christianos (fragmenta) (2034: 023)


“Porphyrius. Gegen die Christen”, Ed. von Harnack, A.
Berlin: Reimer, 1916; Abhandlungen der königlich preussischen
Akademie der Wissenschaften, Philosoph.–hist. Kl. [Link] 32, γρ. 9
559

μενος καὶ τὸ ζῆν κατ' αὐτὸν λέγων ἐπαινετόν. ὥσπερ δὲ ἐκ συνηθείας


ταύτην
ἀναλαβὼν τὴν ἀπαίδευτον γνώμην τὰς οἰκείας πανταχοῦ ψήφους
καταβέβληκεν.  
 Makar. III, 35: Ἀμέλει τὴν βρῶσιν τῶν ἱεροθύτων ἀπαγορεύων πάλιν
ἀδια-
φορεῖν περὶ τούτων διδάσκει, λέγων μὴ δεῖν πολυπραγμονεῖν μηδ'
ἐξετάζειν, ἀλλ'
ἐσθίειν κἂν ἱερόθυτα ᾖ, μόνον ἐάν τις μὴ προείπῃ· .... ἐν οἷς ἱστόρηται
λέγων· Ἃ
θύουσι, δαιμονίοις θύουσιν· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμο-
νίων γίνεσθαι. ταῦτα λέγων καὶ γράφων πάλιν ἀδιαφόρως περὶ τῆς
βρώσεως γρά-
φει λέγων· Οἴδαμεν ὅτι οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ καὶ οὐδεὶς θεὸς εἰ μὴ
εἷς, καὶ μετ' ὀλίγα· Βρῶμα ὑμᾶς οὐ παραστήσει τῷ θεῷ, οὔτε ἐὰν φάγω-
μεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν οὐ φάγωμεν ὑστερούμεθα, εἶτα μετὰ τοσαύ-
την τερθρείας ἀδολεσχίαν ὥσπερ ἐν κλίνῃ κείμενος ἀπεμηρυκήσατο φάς·
Πᾶν τὸ
ἐν μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνεί-
δησιν· τοῦ κυρίου γὰρ ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς· ὦ σκηνῆς παίγνιον
πρὸς μηδενὸς εὑρεθέν, ὦ φωνῆς ἀλλόκοτον ῥῆμα καὶ ἀσύμφωνον. ὦ
λόγος αὐτὸς
ἑαυτὸν τῇ μαχαίρᾳ χειρούμενος. ὦ καινοτέρα τοξεία κατὰ τοῦ βάλλοντος
ἐρχομένη καὶ πίπτουσα.

Αθανάσιος θεολόγος. Contra gentes (2035: 001)


“Athanasius. Contra gentes and de incarnatione”, Ed. Thomson, R.W.
Oxford: Clarendon Press, [Link]. 33, γρ. 22

ἀποθνήσκει τὸ σῶμα. εἰ μὲν οὖν καὶ αὕτη ὑπὸ τοῦ σώματος ἐκινεῖτο,
ἀκόλουθον ἦν, ἀναχωροῦντος τοῦ κινοῦντος, ἀποθνήσκειν αὐτήν· εἰ
δὲ ἡ ψυχὴ κινεῖ καὶ τὸ σῶμα, ἀνάγκη μᾶλλον αὐτὴν ἑαυτὴν κινεῖν.
ἑαυτῇ δὲ κινουμένη, ἐξ ἀνάγκης καὶ μετὰ τὸν τοῦ σώματος θάνατον
ζῇ. ἡ γὰρ κίνησις τῆς ψυχῆς οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ ἡ ζωὴ αὐτῆς·
ὥσπερ ἀμέλει καὶ τὸ σῶμα τότε ζῇν λέγομεν ὅτε κινεῖται, καὶ τότε
θάνατον αὐτοῦ εἶναι ὅτε τῆς κινήσεως παύεται. τοῦτο δὲ καὶ ἀπὸ
τῆς ἐν σώματι καθάπαξ ἐνεργείας αὐτῆς φανερώτερον ἄν τις ἴδοι. εἰ
γὰρ καὶ ὅτε τῷ σώματι ἐπιβέβηκε καὶ συνδέδεται τούτῳ, οὐ κατὰ
τὴν τοῦ σώματος σμικρότητα συστέλλεται καὶ συμμετρεῖται, ἀλλὰ
πολλάκις, ἐπὶ Κλίνης τούτου κειμένου καὶ μὴ κινουμένου, ἀλλ' ὡς ἐν
θανάτῳ κοιμωμένου, αὕτη κατὰ τὴν ἑαυτῆς δύναμιν γρηγορεῖ, καὶ
ὑπερεκβαίνει τὴν τοῦ σώματος φύσιν· καὶ ὥσπερ ἀποδημοῦσα
560

τούτου, μένουσα ἐν τῷ σώματι, τὰ ὑπὲρ γῆν φαντάζεται καὶ θεωρεῖ,


πολλάκις δὲ καὶ τοῖς ἔξω τῶν γηΐνων σωμάτων ἁγίοις καὶ ἀγγέλοις
συναντᾷ, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀφικνεῖται τῇ τοῦ νοῦ θαρροῦσα καθαρό-
τητι· πῶς οὐχὶ μᾶλλον καὶ πολλῷ πλέον, ἀπολυθεῖσα τοῦ σώματος
ὅτε ὁ συνδήσας αὐτὴν βούλεται Θεός, φανερωτέραν ἕξει τὴν τῆς
ἀθανασίας γνῶσιν; εἰ γὰρ καὶ συνδεθεῖσα σώματι τὴν ἐκτὸς τοῦ
σώματος ζωὴν ἔζη, πολλῷ πλέον καὶ μετὰ θάνατον τοῦ σώματος  
ζήσεται, καὶ οὐ παύσεται τοῦ ζῇν διὰ τὸν οὕτως αὐτὴν ποιήσαντα

Αθανάσιος θεολόγος. De incarnatione verbi (2035: 002)


“Sur l'incarnation du verbe”, Ed. Kannengiesser, C.
Paris: Cerf, 1973; Sources chrétiennes [Link]. 16, se. 1, γρ. 4

ἄνθρωπος ἐφάνη, καὶ ἀπέθανε, καὶ ἀνέστη, ἀμβλύνας καὶ


ἐπισκιάσας τὰ τῶν πώποτε γενομένων ἀνθρώπων διὰ τῶν
ἰδίων ἔργων, ἵνα ὅπου δ' ἂν ὦσι προληφθέντες οἱ ἄνθρωποι,
ἐκεῖθεν αὐτοὺς ἀναγάγῃ, καὶ διδάξῃ τὸν ἀληθινὸν ἑαυτοῦ
Πατέρα, καθάπερ καὶ αὐτός φησιν· «Ἦλθον σῶσαι
καὶ εὑρεῖν τὸ ἀπολωλός.»
 Ἅπαξ γὰρ εἰς αἰσθητὰ πεσούσης τῆς διανοίας  
τῶν ἀνθρώπων, ὑπέβαλεν ἑαυτὸν διὰ σώματος φανῆναι ὁ
Λόγος, ἵνα μετενέγκῃ εἰς ἑαυτὸν ὡς ἄνθρωπον τοὺς ἀνθρώπους,
καὶ τὰς αἰσθήσεις αὐτῶν εἰς ἑαυτὸν ἀποκλίνῃ, καὶ λοιπὸν
ἐκείνους ὡς ἄνθρωπον αὐτὸν ὁρῶντας, δι' ὧν ἐργάζεται ἔρ-
γων, πείσῃ μὴ εἶναι ἑαυτὸν ἄνθρωπον μόνον, ἀλλὰ καὶ Θεὸν
καὶ Θεοῦ ἀληθινοῦ Λόγον καὶ Σοφίαν.
         Τοῦτο δὲ καὶ ὁ
Παῦλος βουλόμενος σημᾶναί φησιν· «Ἐν ἀγάπῃ ἐρριζω-
μένοι καὶ τεθεμελιωμένοι, ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι
σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ ὕψος καὶ
βάθος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην
τοῦ Χριστοῦ· ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ.»
Πανταχοῦ γὰρ τοῦ Λόγου ἑαυτὸν ἁπλώσαντος, καὶ ἄνω

Αθανάσιος θεολόγος. De incarnatione verbi Ch. 21, se. 5, γρ. 2

δὴ πάλιν εἰ μὴ ἡ τοιαύτη ἀντίθεσίς ἐστιν ἀνθρωπίνη· τὸ δὲ


ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος γενόμενον, θεῖον ἀληθῶς καὶ ἄξιον τῆς
αὐτοῦ θεότητος διὰ πολλά· πρῶτον μέν, ὅτι ὁ συμβαίνων
561

τοῖς ἀνθρώποις θάνατος κατὰ ἀσθένειαν τῆς αὐτῶν φύσεως


αὐτοῖς παραγίνεται· οὐ δυνάμενοι γὰρ ἐπὶ πολὺ διαμένειν,
τῷ χρόνῳ διαλύονται. Διὰ τοῦτο γὰρ καὶ νόσοι τούτοις
συμβαίνουσι, καὶ ἐξασθενήσαντες ἀποθνῄσκουσιν. Ὁ δὲ
Κύριος οὐκ ἀσθενής, ἀλλὰ Θεοῦ Δύναμις, καὶ Θεοῦ Λόγος
ἐστί, καὶ Αὐτοζωή.
         Εἰ μὲν οὖν ἦν ἰδίᾳ που, καὶ κατὰ τὴν
συνήθειαν τῶν ἀνθρώπων ἀποθέμενος τὸ σῶμα ἐν κλίνῃ,
ἐνομίσθη ἂν καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν τῆς φύσεως ἀσθένειαν τοῦτο
παθών, καὶ μηδὲν ἔχων πλέον τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ἐπειδὴ  
δὲ καὶ Ζωὴ ἦν, καὶ Θεοῦ Λόγος, καὶ ἔδει τὸν ὑπὲρ πάντων
γενέσθαι θάνατον, διὰ τοῦτο ὡς μὲν Ζωὴ καὶ Δύναμις ὢν
συνίσχυεν ἐν αὐτῷ τὸ σῶμα·
         ὡς δὲ ὀφείλοντος γενέσθαι
τοῦ θανάτου, οὐχ ἑαυτῷ, ἀλλὰ παρ' ἑτέρων ἐλάμβανε τὴν
πρόφασιν τοῦ τελειῶσαι τὴν θυσίαν· ἐπεὶ μηδὲ νοσεῖν ἔδει
τὸν Κύριον, τὸν τῶν ἄλλων τὰς νόσους θεραπεύοντα· ἀλλ'
οὐδὲ ἐξασθενῆσαι ἔδει πάλιν τὸ σῶμα, ἐν ᾧ καὶ τὰς τῶν

Αθανάσιος θεολόγος. De incarnatione verbi Ch. 37, se. 1, γρ. 4

γέγονεν ὑπὲρ τῆς πάντων σωτηρίας; Ἢ τίς ἐτραυ-


ματίσθη καὶ ἀνῃρέθη ὑπὲρ τῆς πάντων ὑγείας; Τίς δὲ
τῶν δικαίων ἢ τῶν βασιλέων κατῆλθεν εἰς Αἴγυπτον,
καὶ τῇ τούτου καθόδῳ τὰ τῶν Αἰγυπτίων εἴδωλα πέπαυται;
Ἀβραὰμ μὲν γὰρ κατῆλθε, καὶ πάλιν ἡ εἰδωλολατρία κατὰ
πάντων. Μωϋσῆς ἐκεῖ γεγέννηται, καὶ οὐδὲν ἧττον ἦν ἐκεῖ
ἡ τῶν πεπλανημένων θρησκεία.
 Τίς δὲ τῶν ἐν τῇ γραφῇ μαρτυρουμένων διωρύχθη
τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας, ἢ ὅλως ἐπὶ ξύλου κεκρέμασται,
καὶ σταυρῷ τετελείωται ὑπὲρ τῆς πάντων σωτηρίας;
Ἀβραὰμ μὲν γὰρ ἐπὶ Κλίνης ἐκλείπων ἀπέθανεν· Ἰσαὰκ δὲ
καὶ Ἰακὼβ καὶ αὐτοὶ ἐξάραντες τοὺς πόδας ἐπὶ Κλίνης
ἀπέθανον. Μωϋσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐν τῷ ὄρει, Δαβὶδ ἐν τῷ οἴκῳ
τετελεύτηκεν, οὐδεμίαν ἐπιβουλὴν ὑπὸ τῶν λαῶν παθών.
Εἰ δὲ καὶ ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ Σαούλ, ἀλλὰ ἀβλαβὴς
ἐσῴζετο. Ἡσαΐας ἐπρίσθη μέν, ἀλλ' οὐκ ἐπὶ ξύλου κε-
κρέμασται· Ἱερεμίας ὑβρίσθη, ἀλλ' οὐ κατακριθεὶς ἀπέθανεν·
Ἰεζεκιὴλ ἔπασχεν, ἀλλ' οὐχ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὰ
ἐσόμενα κατὰ τοῦ λαοῦ σημαίνων.
562

Αθανάσιος θεολόγος. De incarnatione verbi Ch. 37, se. 1, γρ. 5

ματίσθη καὶ ἀνῃρέθη ὑπὲρ τῆς πάντων ὑγείας; Τίς δὲ


τῶν δικαίων ἢ τῶν βασιλέων κατῆλθεν εἰς Αἴγυπτον,
καὶ τῇ τούτου καθόδῳ τὰ τῶν Αἰγυπτίων εἴδωλα πέπαυται;
Ἀβραὰμ μὲν γὰρ κατῆλθε, καὶ πάλιν ἡ εἰδωλολατρία κατὰ
πάντων. Μωϋσῆς ἐκεῖ γεγέννηται, καὶ οὐδὲν ἧττον ἦν ἐκεῖ
ἡ τῶν πεπλανημένων θρησκεία.
 Τίς δὲ τῶν ἐν τῇ γραφῇ μαρτυρουμένων διωρύχθη
τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας, ἢ ὅλως ἐπὶ ξύλου κεκρέμασται,
καὶ σταυρῷ τετελείωται ὑπὲρ τῆς πάντων σωτηρίας;
Ἀβραὰμ μὲν γὰρ ἐπὶ Κλίνης ἐκλείπων ἀπέθανεν· Ἰσαὰκ δὲ
καὶ Ἰακὼβ καὶ αὐτοὶ ἐξάραντες τοὺς πόδας ἐπὶ Κλίνης
ἀπέθανον. Μωϋσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐν τῷ ὄρει, Δαβὶδ ἐν τῷ οἴκῳ
τετελεύτηκεν, οὐδεμίαν ἐπιβουλὴν ὑπὸ τῶν λαῶν παθών.
Εἰ δὲ καὶ ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ Σαούλ, ἀλλὰ ἀβλαβὴς
ἐσῴζετο. Ἡσαΐας ἐπρίσθη μέν, ἀλλ' οὐκ ἐπὶ ξύλου κε-
κρέμασται· Ἱερεμίας ὑβρίσθη, ἀλλ' οὐ κατακριθεὶς ἀπέθανεν·
Ἰεζεκιὴλ ἔπασχεν, ἀλλ' οὐχ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὰ
ἐσόμενα κατὰ τοῦ λαοῦ σημαίνων.
         Ἔπειτα οὗτοι,  
καὶ πάσχοντες, ἄνθρωποι ἦσαν, ὁποῖοι καὶ πάντες κατὰ
τὴν τῆς φύσεως ὁμοιότητα·

Αθανάσιος θεολόγος. Apologia ad Constantium imperatorem (2035:


011)“Athanase d'Alexandrie. Apologie à l'empereur Constance. Apologie
pour sa fuite”, Ed. Szymusiak, J.–[Link]: Cerf, 1958; Sources
chrétiennes [Link]. 12, γρ. 7

«Ἐλεημοσύνη καὶ ἀλήθεια φυλακὴ βασιλεῖ, καὶ περικυκλώ-


σει ἐν δικαιοσύνῃ τὸν θρόνον αὐτοῦ». Ταύτην προβαλὼν
Ζοροβάβελ ὁ σοφὸς νενίκηκε· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἐφώνησε·
»Μεγάλη ἡ ἀλήθεια καὶ ὑπερισχύει».
 Εἰ μὲν οὖν παρ' ἄλλοις ἤμην διαβληθείς, τὴν σὴν
εὐσέβειαν ἐπεκαλούμην ὡς ὁ Ἀπόστολος ἐπεκαλέσατο
τότε τὸν Καίσαρα καὶ πέπαυται τῶν ἐχθρῶν ἡ κατ' αὐτοῦ
ἐπιβουλή· ἐπειδὴ δὲ παρὰ σοὶ τετολμήκασι κατειπεῖν,
τίνα ἀπὸ σοῦ ἐπικαλέσομαι;  – τὸν Πατέρα τοῦ λέγοντος,
»Ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια», ἵνα σου τὴν καρδίαν εἰς εὐμένειαν
κλίνῃ.
 Δέσποτα παντοκράτορ, βασιλεῦ τῶν αἰώνων, ὁ Πατὴρ
563

τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὺ διὰ τοῦ σοῦ Λόγου


τὴν βασιλείαν ταύτην τῷ σῷ θεράποντι Κωνσταντίῳ
δέδωκας· σὺ λάμψον εἰς τὴν καρδίαν αὐτοῦ, ἵνα, γνοὺς
τὴν καθ' ἡμῶν συκοφαντίαν, εὐμενῶς μὲν αὐτὸς δέξηται
τὴν ἀπολογίαν, πάντας δὲ ποιήσῃ γνῶναι ὅτι αἱ ἀκοαὶ
αὐτοῦ ἠσφαλίσθησαν ἐν ἀληθείᾳ, καὶ κατὰ τὸ γεγραμμένον·
»Μόνα βασιλεῖ δεκτὰ χείλη δίκαιά ἐστιν». Οὕτω γὰρ
καὶ κατορθοῦσθαι τὸν θρόνον τῆς βασιλείας διὰ Σολομῶντος
λεχθῆναι πεποίηκας.  

Αθανάσιος θεολόγος. Sermo major de fide [Sp.] (2035: 023)


“”Der s.g. sermo maior de fide des Athanasius””, Ed. Schwartz, E., 1925;
Sitzungsberichte der bayerischen Akademie der Wissenschaften,
Philosoph.–philol. und hist. Kl. [Link] 60, γρ. 51

ἤδη λελυμένος, ὃ οὐκ ἐγένετο ἀπ' ἀρχῆς κτίσεως, τῆς θεότητος


σημεῖον. ὅταν ἀπὸ τῆς ὁδοιπορίας ὑπὲρ ἡμῶν κεκοπιακὼς
ἐπὶ τῆς πηγῆς καθέζηται, τοῦ σώματος τὸ κοπιᾶν· ὅταν λέγηι
δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι,
κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς, ἔργον τῆς θεότητος τὸ καὶ ἀπὸ
σωματικῶν νόσων καὶ κόπων καὶ τῶν κατὰ ψυχὴν κινδύνων
ἰᾶσθαι. ὅταν βαπτίζηται ὑπὸ Ἰωάννου ὃς ἁμαρτίαν οὐκ
ἐποίησεν οὐδὲ ηὑρέθη δόλος ἐν τῶι στόματι αὐτοῦ, τοῦ
σώματος ὑπὲρ ἡμῶν ἐξιλασμός· ὅταν κελεύηι τοὺς ἀποστόλους
βαπτίζειν πάντα τὰ ἔθνη εἰς ὄνομα πατρὸς καὶ υἱοῦ καὶ ἁγίου
πνεύματος, τῆι θείαι δυνάμει αὐτοῦ ἁρμόζει. ὅταν Κλίνηι τὰ  
γόνατα καὶ ὡς ἄνθρωπος προσεύχηται, τοῦ σώματος ὑπὲρ ἡμῶν
ἐξομολόγησις· ὅταν ἐν τῶι ὄρει μεταμορφουμένου αὐτοῦ τὴν
δόξαν μὴ δυνάμενοι φέρειν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης
τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γόνατα κλίνωσιν ἐπὶ τὴν γῆν, τῆς δόξης τῆς
θεότητος τοῦ λόγου ἰσχύς. ὅταν στερεοποιῆι τοὺς ἀποστόλους
λέγων μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα,
τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι, τῆς θεότητος ἡ
ἄδηλος καὶ ἰσχυρὰ παράκλησις· ὅταν παραιτῆται τὸ ἀποθανεῖν,
τοῦ σώματος ἡ δειλία. πρὸ γὰρ τοῦ παραβῆναι τὸν Ἀδὰμ
οὔτε λύπη οὔτε δειλία οὐ κόπος οὐ λιμὸς οὐ θάνατος ἦν:  –  

Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos (2035: 061); MPG 27.


Τόμ. 27, σελ. 77, γρ. 15
564

Σῶσόν με ἕνεκεν τοῦ ἐλέους σου. Πᾶν γὰρ τὸ τῆς


σωτηρίας ἡμῶν τῷ ἐλέῳ ἀναθετέον τοῦ Θεοῦ.
 Ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων
σου. Ἐπειδὴ μακρός μοι γέγονε, φησὶν, ὁ τῆς μετα-
νοίας καιρὸς, δέδοικα μὴ φθάσῃ τὸν παρὰ σοῦ ἔλεον
ὁ θάνατος, ἐν ᾧ τὰ τῆς ἐξομολογήσεως οὐκ ἔστι. Τού-
του χάριν ἐπιταχύναι τὸν ἔλεον αἰτῶ.
 Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου. Ἀκούσωμεν
οἵαν ὁ βασιλεὺς μετάνοιαν ἐπεδείξατο. Οὐχ ἁπλῶς
ἔκαμεν, ἀλλ' ἐκοπίασε στενάζων· οὐχ ἁπλῶς ἐδάκρυ-
σεν, ἀλλὰ τὴν Κλίνην ἔλουσε, καὶ καθ' ἑκάστην νύκτα.
Καὶ οὐ τὸ παρελθὸν σκοπεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐπαγγέλλεται
τοῖς πρὸς τὸ μέλλον διὰ πάσης τῆς ζωῆς· καὶ ὃν οἱ
πολλοὶ ποιοῦνται αἰνέσεως [ἀνέσεως] καιρὸν, τοῦτον
ἐκεῖνος ἐξομολογήσεως. Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα
τὴν Κλίνην μου. Ἀντὶ μιᾶς, φησὶ, νυκτὸς, καθ'
ἣν τὴν ἁμαρτίαν ἐποίησα, πολλὰς διετέλεσα νύκτας
δάκρυσι βρέχων τὴν Στρωμνήν μου.
 Ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου. Ὀφθαλ-
μὸν δὲ τὸν νοῦν λέγει, ἐπειδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς
ἐστιν ὁ νοῦς. Ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς

Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos Τόμ. 27, σελ. 77, γρ. 20

ὁ θάνατος, ἐν ᾧ τὰ τῆς ἐξομολογήσεως οὐκ ἔστι. Τού-


του χάριν ἐπιταχύναι τὸν ἔλεον αἰτῶ.
 Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου. Ἀκούσωμεν
οἵαν ὁ βασιλεὺς μετάνοιαν ἐπεδείξατο. Οὐχ ἁπλῶς
ἔκαμεν, ἀλλ' ἐκοπίασε στενάζων· οὐχ ἁπλῶς ἐδάκρυ-
σεν, ἀλλὰ τὴν Κλίνην ἔλουσε, καὶ καθ' ἑκάστην νύκτα.
Καὶ οὐ τὸ παρελθὸν σκοπεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐπαγγέλλεται
τοῖς πρὸς τὸ μέλλον διὰ πάσης τῆς ζωῆς· καὶ ὃν οἱ
πολλοὶ ποιοῦνται αἰνέσεως [ἀνέσεως] καιρὸν, τοῦτον
ἐκεῖνος ἐξομολογήσεως. Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα
τὴν Κλίνην μου. Ἀντὶ μιᾶς, φησὶ, νυκτὸς, καθ'
ἣν τὴν ἁμαρτίαν ἐποίησα, πολλὰς διετέλεσα νύκτας
δάκρυσι βρέχων τὴν Στρωμνήν μου.
 Ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου. Ὀφθαλ-
μὸν δὲ τὸν νοῦν λέγει, ἐπειδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς
ἐστιν ὁ νοῦς. Ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς
μου. Ἐνταῦθα τὸν χρόνον δηλοῖ τῆς κακοπαθείας.
565

Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos Τόμ. 27, σελ. 528, γρ. 7

ματα διαιρεθεῖσαν τὴν θάλασσαν, ἑκάστῃ φυλῇ μίαν


ἀποδοῦναι ὁδόν.
 Τῷ διαγαγόντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ.
Οὐκ ἔλαττον τῆς θαλάσσης τῆς ἐρήμου τὸ θαῦμα.  
Πολλὰ γὰρ τὰ θάνατον ἀπειλοῦντα, λιμὸς, αὐχμὸς,
δίψα, πλῆθος θηρίων, ἁπάντων ἐπιτηδείων ἡ ἐρη-
μία. Οἱ δὲ μηδενὸς φοβοῦντος ἐβάδιζον. Ἐκ δὲ δύο
δυνατῶν καὶ βασιλέων, οἳ ἐπὶ ῥώμῃ καὶ δυναστείᾳ καὶ
μεγέθει σώματος ἐσεμνύνοντο, ἐῤῥύσατο αὐτούς. Ὢγ
πηχῶν ἔχων ἐννέα τὸ μῆκος, καὶ πέντε τὸ πλάτος,
καὶ σιδηρᾶν εἶχε τὴν Κλίνην.
 Τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν Ἀμοῤῥαίων. Οὐχ ἁπλῶς
δὲ τοὺς ἄλλους παραλείπων βασιλέας τούτων διαφε-
ρόντως ἐμνήσθη, ἀλλὰ τὸν λαὸν τῆς θεοδότου νίκης
ἀναμιμνήσκων. Ἐπὶ ῥώμῃ γὰρ οὗτοι καὶ δυναστείᾳ
καὶ μεγέθει σώματος ἐσεμνύνοντο.
 Ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ
Κύριος. Πλέον ἁρμόσει ὁ λόγος ὁ λέγων, Ὅτι ἐν τῇ
ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν ὁ Κύριος, τοῖς
τῆς νοητῆς δουλείας ἀπαλλαγεῖσιν, ἤτοι, τῆς αἰσθη-τῆς.

Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos Τόμ. 27, σελ. 537, γρ.


26

ζει, ἅτε λεπτὰ ὄντα, καὶ τῷ μόνῳ ἀνατιθέμενα τῷ


Θεῷ. Ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή.
Τὰς πράξεις τὰς διὰ τῶν χειρῶν δηλουμένας θυσίᾳ
παρεικάζει, ἅτε παχύτερα ὄντα παρὰ τὰς τῆς δια-
νοίας αἱρέσεις. Τὸ δὲ ἑσπερινήν φησιν, ὅτι χρὴ μέχρι
τέλους πράξεις ἐπιτηδεύειν ἀγαθάς.
 Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου, καὶ θύ-
ραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου. Ἐπειδὴ μέγα
οἶδε τὸ κατορθοῦν τῆς γλώσσης τὴν φυλακὴν, τὸν Θεὸν
αἰτεῖ ταύτης τὴν ἐγκράτειαν αὐτῷ χαρίσασθαι.
 Μὴ ἐκκλίνῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πο-
νηρίας. Τουτέστι μὴ συγχωρήσῃς παρατραπῆναι εἰς
τὸ ἐναντίον τὴν ἅπαξ καλῶς κατασκευασθεῖσάν μου
διάνοιαν· ἵνα μὴ νοῶ, φησὶν, ἐννοίας παρανομίας.
 Παιδεύσει με δίκαιος ἐν ἐλέει, καὶ ἐλέγξει με.
566

Πᾶσαν μὲν παιδείαν δεξαίμην τοῦ δικαίου, τὴν εὐλο-


γίαν δὲ καὶ τὴν κολακείαν τοῦ ἁμαρτωλοῦ μὴ λά-
βοιμι, δι' ἧς ὥσπερ ἔλαιον τὴν κεφαλήν μου κατα-
χρίουσιν.

Αθανάσιος θεολόγος. Synopsis scripturae sacrae [Sp.] (2035: 071);


MPG 28.Τόμ. 28, σελ. 396, γρ. 45

Τότε λέγει· «Ὁ ἀκούων ὑμῶν, ἐμοῦ ἀκούει.» Εἶτά


φησιν· «Ἐθεώρουν τὸν Σατανᾶν πεσόντα, ὡς ἀστρα-
πήν·» καὶ δίδωσι τοῖς μαθηταῖς ἐξουσίαν κατ' αὐτοῦ,
καὶ παραινεῖ μὴ χαίρειν ἐν τούτῳ. Εἶτα ἐξομολογεῖ-
ται τῷ Πατρὶ, καί φησι τοῖς μαθηταῖς· «Μακάριοι
οἱ ὀφθαλμοὶ, οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε. Πολλοὶ γὰρ προ-
φῆται ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε.» Ὁ νομικὸς πει-
ράζει, καὶ ἡ παραβολὴ λέγεται τοῦ εἰς Ἱεριχὼ κατα-
βαίνοντος. Μάρθα ἐγκαλεῖ ὑπὲρ τῆς ἀδελφῆς. Διδά-
σκει εὔχεσθαι τοὺς μαθητὰς, καὶ λέγει τὴν παραβο-
λὴν τοῦ αἰτοῦντος ἄρτους τὸν φίλον τὸν ἐν τῇ κλίνῃ
ὄντα. Θεραπεύει τὸν κωφὸν τὸν δαιμονιζόμενον. Τότε
λέγουσιν, ὅτι «Ἐν Βεελζεβοὺλ θεραπεύει.» Εἶτα
λέγει· «Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα, πορεύε-
ται δι' ἀνύδρων τόπων.» Εἶτα γυνή τίς φησι· «Μα-
καρία ἡ κοιλία,» καὶ τὰ ἑξῆς. Κατακριθήσεσθαι
προλέγει τοὺς τότε ὑπὸ Νινευῒ, καί φησι· «Οὐδεὶς,
λύχνον ἅψας, ὑπὸ τὸν μόδιον τίθησιν.» Εἰσῆλθεν ἀρι-
στῆσαι πρὸς Φαρισαῖον. Ὁ δὲ ἐγκαλεῖ, ὅτι οὐκ ἐβα-
πτίσατο. Τότε λέγει πρὸς αὐτόν· «Ὑμεῖς τὸ ἔξωθεν
τοῦ ποτηρίου καθαρίζετε.»

Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.] (2035:


080); MPG 28.Τόμ. 28, σελ. 749, γρ. 46

συνεγράψατο.
 Ἐρώτ. πθʹ. Τί λέγει· «Καυχήσονται ὅσιοι ἐν δό-
ξῃ, καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν;»
 Ἀπόκ. Ὁσίους λέγει τοὺς πνευματικοὺς καὶ
ἁγίους ἀνθρώπους, οἵτινες καυχῶνται μετὰ θάνατον
ἐπὶ ταῖς κοίταις αὐτῶν. Κοῖται δέ εἰσιν αἱ μοναὶ τῶν
ἁγίων, ἃς εὑρίσκουσι μετὰ θάνατον, καὶ ἀγάλλονται
ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
567

 Τὴν ἐν Θεῷ τελείωσιν διδάσκουσα ἡ θεία Γραφὴ,


καὶ δηλοῦσα, ὠνόμασεν αὐτὴν ὕπνον, καὶ κοίτην, καὶ
Κλίνην, καὶ θάνατον. Ὕπνον μὲν, ὡς ὅταν λέγει ὁ
Δαβίδ· «Ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ
ὑπνώσω·» ἤτοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ καταντήσω· σχολάσω εἰς
αὐτὸ τὸ ζῇν ἐν Θεῷ, κατὰ τὸν εἰπόντα ἅγιον Ἀπόστο-
λον· «Ζῶ δὲ οὐκ ἔτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ ὁ Χριστός·»
κοίτην δὲ, ὡς ὅταν λέγει· «Καυχήσονται ὅσιοι ἐν
δόξῃ, καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν.»
Ὥσπερ γὰρ ὁ ἐν τῇ κοίτῃ πεσὼν ἀναπέπαυται καὶ
ὑπνοῖ ἡδέως· οὕτως καὶ ὁ τελειωθεὶς ἐν Θεῷ, καὶ
φθάσας εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ
πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀναπέπαυται ἐν Θεῷ,

Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


Τόμ. 28, σελ. 752, γρ. 1

ὑπνώσω·» ἤτοι ἐπὶ τὸ αὐτὸ καταντήσω· σχολάσω εἰς


αὐτὸ τὸ ζῇν ἐν Θεῷ, κατὰ τὸν εἰπόντα ἅγιον Ἀπόστο-
λον· «Ζῶ δὲ οὐκ ἔτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ ὁ Χριστός·»
κοίτην δὲ, ὡς ὅταν λέγει· «Καυχήσονται ὅσιοι ἐν
δόξῃ, καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν.»
Ὥσπερ γὰρ ὁ ἐν τῇ κοίτῃ πεσὼν ἀναπέπαυται καὶ
ὑπνοῖ ἡδέως· οὕτως καὶ ὁ τελειωθεὶς ἐν Θεῷ, καὶ
φθάσας εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ
πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀναπέπαυται ἐν Θεῷ,
ὥσπερ κοίτην ἡγούμενος τὴν ἐν Θεῷ τελείωσιν. Πό-  
δας καὶ τῆς κοίτης τὰς ἀρετὰς λέγει· Κλίνην δὲ, ὡς
ὅταν φησὶ Σολομών· «Ἑξήκοντα δυνατοὶ κυκλοῦσιν
αὐτήν.» Ὅταν γὰρ εἰς τὸ τέλειον ἔλθῃ ὁ ἐνάρετος, πε-
ρικυκλοῦσι καὶ περιστοιχοῦσιν αὐτὸν οἱ δυνατοὶ,
ἤτοι οἱ ἄγγελοι, κατὰ τὸν εἰπόντα· «Προεωρώμην τὸν
Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντὸς, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου
ἐστὶν, ἵνα μὴ σαλευθῶ.» Φίλον δὲ τῇ θείᾳ Γραφῇ
καλεῖν καὶ τὸν ἄγγελον Κύριον, ὡς ἐπὶ τοῦ Μανωὲ,
»Θεὸν ἑωράκαμεν,» ἐν φαντασίᾳ Θεοῦ γενομένου.
Θάνατον δὲ πάλιν εἴρηκεν αὐτὴν ὁ Δαβὶδ εἰπών·
»Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐ

Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


Τόμ. 28, σελ. 752, γρ. 12
568

ὅταν φησὶ Σολομών· «Ἑξήκοντα δυνατοὶ κυκλοῦσιν


αὐτήν.» Ὅταν γὰρ εἰς τὸ τέλειον ἔλθῃ ὁ ἐνάρετος, πε-
ρικυκλοῦσι καὶ περιστοιχοῦσιν αὐτὸν οἱ δυνατοὶ,
ἤτοι οἱ ἄγγελοι, κατὰ τὸν εἰπόντα· «Προεωρώμην τὸν
Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντὸς, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου
ἐστὶν, ἵνα μὴ σαλευθῶ.» Φίλον δὲ τῇ θείᾳ Γραφῇ
καλεῖν καὶ τὸν ἄγγελον Κύριον, ὡς ἐπὶ τοῦ Μανωὲ,
»Θεὸν ἑωράκαμεν,» ἐν φαντασίᾳ Θεοῦ γενομένου.
Θάνατον δὲ πάλιν εἴρηκεν αὐτὴν ὁ Δαβὶδ εἰπών·
»Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐ-
τοῦ.» Εἶδες πῶς καὶ ὕπνον, καὶ κοίτην, καὶ Κλίνην,
καὶ θάνατον αὐτὴν ἔδειξεν ἡ θεία Γραφή. Θάνατον
δὲ ταύτην εἴρηκεν, ὅτι ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ
τῆς ἁμαρτίας. Ὥσπερ γὰρ τὸν τεθνεῶτα οὐκ ἔστιν
ἐπιστρέψαι ἐν βίῳ καὶ ἁμαρτῆσαι οὐκ ἔτι· οὕτως
οὐδὲ τὸν οὕτω καταξιωθέντα οὐκ ἔστιν εἰς τὰ ὀπίσω
στραφῆναι, ἀλλὰ λέγει μετὰ τοῦ Δαβίδ· «Κύριος
φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι;»
μετὰ δὲ τοῦ Παύλου· «Ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, ἐάν τε
ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν·» καὶ πάλιν· «Ζῶ
δὲ οὐκ ἔτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός.

Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


Τόμ. 28, σελ. 760, γρ. 32

ὁρῶσιν αὐτοὺς οἱ Αἰγύπτιοι. Καὶ τοῦτό ἐστι τὸ δεύτε-


ρον βάπτισμα. Τρίτον δὲ τὸ νομικὸν, ὅπερ εἶχον οἱ
Ἑβραῖοι. Πᾶς γὰρ ἀκάθαρτος ἐλούετο ὕδατι, ἐπλύ-
νετο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ οὕτως εἰσήρχετο εἰς τὴν
παρεμβολήν. Τέταρτον βάπτισμα τὸ τοῦ Ἰωάννου,
εἰσαγωγικὸν μὲν, οὔπω δὲ ὅλον πνευματικὸν, ἀλλ' εἰς
μετάνοιαν μόνον. Πέμπτον τὸ διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπερ καὶ αὐτὸς ἐβαπτίσατο. Τοῦτο
δὲ ὅλον πνευματικόν· τοῦτο καὶ ἡμεῖς βαπτιζόμεθα.
Ἕκτον τὸ διὰ δακρύων, ὄντως ἐπίπονον, ὡς ὁ λούων
καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην αὐτοῦ, καὶ μετανοῶν
καὶ θρηνῶν ἐφ' οἷς ἥμαρτεν. Ἕβδομον βάπτισμα τὸ
διὰ μαρτυρίου καὶ αἵματος, ὅπερ καὶ αὐτὸς ὁ Χριστὸς
ἐβαπτίσατο, καὶ πολύ γε τῶν ἄλλων αἰδεσιμώτερον,
ὅσῳ δευτέροις ῥύποις οὐ μολύνεται. Ὄγδοον τὸ τε-
λευταῖον οὐ σωτήριον, ἀλλὰ καυστικὸν, καὶ κολάζον
ἀτελεύτητα καὶ αἰωνίως τοὺς ἁμαρτωλούς.
569

 Ἐρώτ. ρβʹ. Τί λέγει· «Σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν


Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύναται;»

Αθανάσιος θεολόγος. Epistulae ad Castorem [Sp.] (2035: 085); MPG


28.Τόμ. 28, σελ. 852, γρ. 11

τελοῦσι. Συναγομένων γὰρ αὐτῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ


τὸν καιρὸν τῆς συνάξεως, ἡνίκα τελειωθῇ ὁ ψαλμὸς,
οὐ παραχρῆμα πρὸς γονυκλισίαν ὁρμῶσιν, ἀλλὰ πρὶν
ἢ τὰ γόνατα κάμψαι, πρὸς ὀλίγον ἱστάμενοι, καὶ τὰς
χεῖρας ἐκτεταμένας ἔχοντες, εὔχονται· καὶ μετὰ
ταῦτα χαμαὶ προσπίπτοντες, καὶ πρὸς ὀλίγον πάλιν
ἐν τῇ γονυκλισίᾳ εὐχόμενοι πάντες, ἐν τῷ ἅμα ἐγεί-
ρονται· καὶ πάλιν τὰς χεῖρας διαπετάσαντες, ἐκτε-
νέστερον καὶ ἐπιτεταμένως τὰς ἱκεσίας ἀποπληροῦ-
σιν, οὐδενὸς γόνυ κλίνοντος, ἢ ἐκ τῆς γονυκλισίας
ἀνισταμένου, ἕως ἂν ὁ ποιῶν αὐτοῖς τὴν εὐχὴν, κλίνῃ
πρῶτος, ἢ ἀναστῇ πρῶτος. Καθὰ τοίνυν εἴρηται, ὅτε
τὰς προειρημένας συνάξεις ἐπιτελέσαι συνέρχονται,
σιωπὴ τοσαύτη παρέχεται ὑπὸ πάντων, ὡς νομισθῆ-
ναι μηδένα ἄνθρωπον ἐν τῇ τοσαύτῃ τῶν ἀδελφῶν
ἀναριθμήτῳ πληθύϊ παρεῖναι, ἐξαιρέτως ἐν τῷ καιρῷ
τῶν προσευχῶν, ὅτε οὔτε πτύσμα προσέρχεται, οὔτε
βὴξ ἠχεῖται, οὐκ ἀκηδία, οὐ νυσταγμὸς, οὐ χάσμα,
οὐ στεναγμοὶ μετ' ἤχου ἀναπέμπονται. Τὸν γὰρ ἐν
χαυνότητι διανοίας μετὰ κραυγῆς τὰς εὐχὰς ἐπιτε-
λοῦντα, δισσῶς ἁμαρτάνειν λέγουσι

Αθανάσιος θεολόγος. Sermo de descriptione deiparae [Sp.] (2035:


088); MPG 28.Τόμ. 28, σελ. 945, γρ. 38

ἄνω θεϊκὸς θρόνος, καὶ κάτω ἀγροικικὸν σπήλαιον· ἄνω


ὁ πατρῷος καὶ ἀκατάληπτος κόλπος, καὶ κάτω ἀλογο-
τροφεῖον μικρὸν, καὶ φάτνιον. Τίς μὴ θαυμάσῃ με-
γάλα ἄνω πράγματα, καὶ μικρὰ κάτω σπάργανα; Ὁ
λύων ἐδέδετο· ὁ τρέφων ἐτρέφετο· ὁ ἀκατάληπτος παι-
δίον ἐφαίνετο· ὁ πηγὰς ἀπολύων μαζὸν ἐδανείζετο·
ὁ πάντα φέρων, ἀνερμηνεύτως ἐφέρετο· ὁ μηδαμοῦ
ἀπολιμπανόμενος ἐν μέρει ἀπεριγράπτως περιγραφό-
μενος. Ὢ τῶν παραδόξων πραγμάτων! Ἡ Ἐλισάβετ
570

ἐν οἰκίσκῳ φαιδρῷ ἀπεκύησε, καὶ ἡ Παρθένος ἐν τῷ


μικρῷ σπηλαίῳ ἐγέννησεν· Ἰωάννης ἐπὶ Κλίνης,
καὶ ὁ Κύριος ἐν φάτνῃ. Οὐχ ἁπλῶς ἡ τοῦ Κυρίου ἐκ
Παρθένου γέννησις· οὐχ ἁπλῶς τὸ τοῖς σπαργάνοις
αὐτὸν κατειληθῆναι· οὐχ ἁπλῶς τὸ μαζὸν ἑλκῦσαι·
οὐχ ἁπλῶς τὸ ἐν φάτνῃ ἀνακλιθῆναι· οὐχ ἁπλῶς
τὸ τῇ τοῦ Αὐγούστου ἀπογραφῇ προσκληθῆναι· πάντα
διὰ τὶ, καὶ πρὸς τὶ, καὶ αἰνιγματώδη. Ἐκ Παρθένου
τίκτεται, ἵνα τὸν ἐκ Παρθένου γῆς χοοπλαστηθέντα
πρωτόπλαστον Ἀδὰμ διορθώσηται. Σπαργάνοις κατ-
είληται, ἵνα τὰς σειρὰς τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐκλύσῃ,
δεσμὰ δεσμοῖς λύων, κατὰ τὸ φάσκον ῥητόν· «Σειραῖς

Αθανάσιος θεολόγος. Homilia in occursum domini [Sp.] (2035: 090);


MPG 28.Τόμ. 28, σελ. 993, γρ. 37

ἅγιον, ἐπιφοιτῶν τε καὶ περιιπτάμενόν σε, σχούσης


ἀριδηλότατα· «σοῦ αὐτῆς,» ἣν μάγοι μετὰ τοῦ ἀστέ-
ρος δι' ἀστέρος ὁδηγηθέντες προσεκύνησαν, καὶ
ποιμένες μετὰ ἀγγέλων τῷ θείῳ βρέφει συνεμακάρι-
σαν, καὶ συνύμνησαν· «σοῦ αὐτῆς,» ἣν Ἰακὼβ φοι-
τῶσαν ὡς οὐρανοὺς ἑώρακε κλίμακα· καὶ Μωϋσῆς ὁ
θεόπτης βάτον πυράφλεκτον, καὶ λυχνίαν, καὶ στάμνον,
καὶ πλάκα, καὶ τράπεζαν· καὶ Ἀαρὼν ῥάβδον ἀνίκμως
βλαστήσασαν· «σοῦ αὐτῆς,» ὦ πανάφθορε καὶ παν-
άμωμε, ἣν Δαυῒδ μὲν κιβωτὸν καλεῖ ἁγιάσματος,
Σολομὼν δὲ Κλίνην χρυσῆν, καὶ θρόνον, καὶ κοιλάδα
κρίνων· ἀρετῶν, οἶμαι, τῶν θείων, καὶ παράδεισον
θεοφύτευτον. Καὶ «σοῦ» δὲ «αὐτῆς τὴν ψυχὴν διε-
λεύσεται ῥομφαία· σοῦ» τῆς ἐκλελεγμένης καὶ πρὸ
γεννήσεως, τῆς προωρισμένης ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ
ἀπὸ τῶν γενεῶν· «σοῦ αὐτῆς,» ἣν ὁ Πατὴρ ἐξελέ-
ξατο, καὶ ὁ Υἱὸς ἐνεσκήνωσε, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
θεοπρεπῶς ἐπεσκίασε· καὶ πᾶσα ἡ κτίσις Θεοῦ Μη-
τέρα καὶ Θεοτόκον κηρύττει κυριώτατά τε καὶ ἀλη-
θέστατα. «Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται
ῥομφαία.»  
571

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 3, Ch. 1, se. 34, γρ. 2

εἶναι τὸ ἰσχυρὸν καὶ βέβαιον, τὰ δ' ἄλλα λῆρον.


 Πυθαγόρου γνῶμαι.
 Ἀνανεούσθω σοι ὁ περὶ τῶν ἀγαθῶν λόγος καθ'
ἡμέραν μᾶλλον ἢ τὰ σιτία.  
 Ἄγρυπνος ἔσο κατὰ νοῦν· συγγενὴς γὰρ τοῦ ἀληθι-
νοῦ θανάτου ὁ περὶ τοῦτον ὕπνος.
 Ἃ μὴ δεῖ ποιεῖν, μηδὲ ὑπονοοῦ ποιεῖν.
 Ζητεῖν δεῖ καὶ ἄνδρα καὶ τέκνα καὶ φίλους τοὺς
μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ βίου παραμένοντας.  
 Ζῆν κρεῖττόν ἐστιν ἐπὶ στιβάδος κατακείμενον καὶ
θαῤῥεῖν ἢ ταράττεσθαι χρυσῆν ἔχοντα Κλίνην.
 Ἰσχύειν τῇ ψυχῇ αἱροῦ μᾶλλον ἢ τῷ σώματι.
 Πέπεισο μὴ εἶναι σὸν κτῆμα, ὅπερ μὴ ἐντὸς δια-
νοίας ἔχεις.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 3, Ch. 1, se. 137, γρ.


3

σοι φύσει ἡ ναῦς συνέστη οὔτε ἐνταῦθα ὁ πλοῦτος, ἀλλὰ


πάντῃ ὁ λόγος. ὅπερ οὖν σοι φυσικὸν καὶ συγγενές, ὁ
λόγος, τοῦτο καὶ οἰκεῖον ἡγησάμενος τούτου ἐπιμελοῦ.
(fr. 23 l. c. p. 73)
 Ἐν Πέρσαις μὲν γεννηθεὶς οὐκ ἂν ἔσπευδες οἰκεῖν
τὴν Ἑλλάδα ἀλλ' αὐτόθι διάγων εὐτυχεῖν· ἐν πενίᾳ δὲ
γεννηθείς, τί σπεύδεις πλουτεῖν, ἀλλ' οὐκ αὐτόθι μένων
εὐτυχεῖν;
(fr. 24)
 Ὥσπερ ἐπὶ σμικροῦ σκίμποδος θλιβόμενον ὑγιαίνειν
ἄμεινον ἢ ἐπὶ πλατείας Κλίνης κυλινδούμενον νοσεῖν· οὕτω  
καὶ ἐν μικρᾷ περιουσίᾳ βέλτιον συστελλόμενον εὐθυμεῖν
ἢ ἐν μεγάλῃ τυγχάνοντα δυσθυμεῖν.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 3, Ch. 6, se. 18, γρ. 2

ἐκκαίει.
 Σωκράτης ἔφη τοὺς μοιχοὺς ὅμοιόν τι ποιεῖν τοῖς
572

μὴ βουλομένοις ἐκ τῶν ἀπορρεουσῶν πίνειν, ἀλλ' ἐκ τοῦ


ὕδατος τοῦ ἐν τῷ βάθει χείρονος ὑπάρχοντος.
 Ἐκ τῶν Σερήνου.
 Διογένης κατεγέλα τῶν τὰ μὲν ταμιεῖα κατασημαι-
νομένων μοχλοῖς καὶ κλεισὶ καὶ σημάντροις, τὸ δὲ σῶμα
τὸ αὑτῶν πολλαῖς θυρίσι καὶ θύραις ἀνοιγόντων διά τε
στόματος καὶ αἰδοίων καὶ ὤτων καὶ ὀφθαλμῶν.  
 Περὶ Εὐριπίδου τις ἔλεγεν ὅτι μισογύνης εἴη· καὶ ὁ
Σοφοκλῆς ‘ἀλλ' οὐκ ἔν γε τῇ κλίνῃ’ ἔφη.
 Χαλεπὸν ἔλεγεν εἶναι ὁ Πλάτων εὑρεῖν τοῖς μὲν ἀκο-
λάστοις ἀγαθὴν ἡδονὴν τοῖς δὲ νοσοῦσιν ὑγιεινήν.
 Ζήνωνος.
 Ὁ Ζήνων ᾐτιᾶτο τοὺς πλείστους λέγων ἐξὸν ἀπὸ
τῶν πόνων τὰς ἡδονὰς φέρειν ἀπὸ τῶν μαγειρείων
λαμβάνοντας.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 4, Ch. 22g, se. 177,


γρ. 4

 Ὀφθαλμιῶν ἄνθρωπος ἰσχυρῶς, κακὰ


πάμπολλα πάσχων, ἓν ἀγαθὸν πάσχει μόνον,
ὅτι οὐχ ὁρᾷ γυναῖκα τοῦτον τὸν χρόνον.
 Εὐριπίδου Ἱππολύτῳ (fr. 429 N.2).  
 ΧΟΡ. Ἀντὶ πυρὸς γὰρ ἄλλο πῦρ
μεῖζον ἐβλάστομεν γυναῖ-
κες πολὺ δυσμαχώτερον.
 Φιλίσκου Φιλαργύρων (fr. 1 Com.
II p. 443 K.).
 Εἰς τὸ μεταπεῖσαι ῥᾳδίως ἃ βούλεται
πιθανοὺς ἔχειν εἴωθεν ἡ Κλίνη λόγους.
 Σοφοκλέους (fr. 857 N.2).
 Κατ' ὀρφανὸν γὰρ οἶκον ἀνδρόφρων γυνή.
 Μενάνδρου (fr. 804 K.).
 Ὅπου γυναῖκές εἰσι, πάντ' ἐκεῖ κακά.
 Εὐριπίδου Ἱππολύτῳ (fr. 440 N.2).
 Θησεῦ, παραινῶ σοὶ τὸ λῷστον, εἰ φρονεῖς,
γυναικὶ πείθου μηδὲ τἀληθῆ κλύων.
 Ὑποβολιμαίου (Men. fr. 488 K.).
 Πολλῶν κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλατταν θηρίων
ὄντων κάκιστόν ἐστι θηρίον γυνή.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 4, Ch. 25, se. 53, γρ.
573

87

πολλὰ φιλεῖ γενέσθαι περὶ τοὺς πλείονας καὶ ἰδιωτικώτε-


ρον ἠγμένους), ἐπανορθωτέον μέν, ἀλλ' οὐ μετ' ἐπιπλήξεως
μὰ Δία, καθάπερ ἔθος πρὸς τοὺς ἐλάττονας ἢ ἴσους ποιεῖν,
ἀλλ' ὡς μετὰ παρακλήσεως, καὶ οὐχ ὡς δι' ἀμαθίαν ἁμαρ-
τάνοντας, ἀλλ' ὡς παρορῶντας τῷ μὴ ἐφεστακέναι, πάντως
δ' ἂν ἰδόντας εἴπερ ἐπέστησαν. ἀνιαραὶ γὰρ τοῖς τηλίκοις
καὶ μάλιστα αἱ ἐκτενῶς νουθετήσεις, ἀναγκαία δὲ μετὰ
παρακλήσεως καί τινος φιλοτεχνίας ἴασις τῶν παρορω-
μένων. φέρει δὲ ἐπὶ τὴν εὐθυμίαν αὐτοῖς καὶ τὸ τῶν
θητικωτέρων εἶναι δοκούντων ὑπηρετημάτων ἅπτεσθαί  
ποτε τοὺς παῖδας, ὥστε καὶ πόδας ὑπονίψαι καὶ Κλίνην
στορέσαι καὶ παραστῆναι διακονουμένους. εὐφραίνονται
γὰρ οὐκ ὀλίγως παρὰ τῶν φιλτάτων χειρῶν τὰς ἀναγκαίας
ὑπηρεσίας λαμβάνοντες καὶ διακόνοις χρώμενοι τοῖς σφε-
τέροις ἐκγόνοις. μάλιστα δ' ἂν εἴη γονεῦσι κεχαρισμένον
καὶ τὸ φαίνεσθαι τιμῶντας τοὺς παῖδας, οὓς ἂν ἐκεῖνοι
στέργωσιν καὶ περὶ πολλοῦ ποιῶνται. διὸ συγγενεῖς αὐ-
τῶν στερκτέον καὶ ἐπιμελείας ἀξιωτέον, φίλους θ' ὡσαύ-
τως καὶ δῆτα καὶ ἑκάστους τοὺς ἐκείνοις κεχαρισμένους.
ἀφ' ἧς ἀφορμῆς εὕρεσις ἡμῖν ὑπογράφεται καὶ ἑτέρων
πλειόνων καθηκόντων οὐ σμικρῶν οὐδὲ τῶν τυχόντων.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 4, Ch. 28, se. 20, γρ.
13

λείᾳ καὶ τὰ τῶν σκευῶν τῶν κατ' οἰκίαν φαίνεται ὄντα,


κλῖναι καὶ τράπεζαι καὶ στρώματα καὶ ἐκπώματα καὶ εἴ
τι τοιοῦτον, πάντως τὴν χρείαν ὑπερβεβηκότα καὶ προσω-
τέρω τῶν ἀναγκαίων ἐληλυθότα· κλῖναι μὲν ἐλεφάντιναι
καὶ ἀργυραῖ ἢ νὴ Δία χρυσαῖ, τράπεζαι δὲ παραπλησίας
ὕλης, στρωμναὶ δὲ ἁλουργεῖς καὶ ἄλλων χρωμάτων δυς-
πορίστων, ἐκπώματα δὲ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου πεποιημένα,  
τὰ δὲ λίθων ἢ λιθοειδῶν τινων ἁμιλλωμένων τῇ πολυ-
τελείᾳ τοῖς ἀργυροῖς καὶ χρυσοῖς. καὶ σπουδάζεται ταῦτα
πάντα, τοῦ μὲν σκίμποδος οὐδὲν κακίω παρεχομένου κα-
τάκλισιν ἡμῖν τῆς ἀργυρᾶς ἢ τῆς ἐλεφαντίνης Κλίνης, τῆς δὲ
σισύρας ἱκανωτάτης οὔσης ὑπεστρῶσθαι ὥστε μὴ δεῖσθαι
πορφυρίδος ἢ φοινικίδος· ἐσθίειν δ' ὑπάρχοντος ἡμῖν
ἀβλαβῶς ἀπὸ τραπέζης ξυλίνης ὡς μὴ ποθεῖν μηδαμῶς
τὴν ἀργυρᾶν, καὶ πίνειν γε νὴ Δία ἐκ κεραμεῶν ποτη-
574

ρίων παρόν, ἃ τό τε δῖψος σβεννύειν παραπλησίως πέ-


φυκε τοῖς χρυσοῖς, καὶ τὸν ἐγχεόμενον αὐτοῖς οἶνον οὐ
λυμαίνεται, ὀσμὴν δέ γε ἡδίω τῶν χρυσῶν παρέχεται καὶ
τῶν ἀργυρῶν. καθόλου δ' ἀρετὴ καὶ κακία σκευῶν κριθείη ἂν
ὀρθῶς ἐκ τριῶν τούτων, τῆς τε κτήσεως καὶ τῆς χρήσεως καὶ

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 4, Ch. 28, se. 21, γρ.
48

γων μὴ καὶ τὸ πλέον ἀνδράσι προσήκειν ἡγητέον ἤπερ


γυναιξίν; ἔστι γὰρ καματωδέστερα καὶ ῥώμης δεόμενα
σωματικῆς, οἷον ἀλέσαι καὶ σταῖς μάξαι διασχίσαι τε
ξύλα καὶ ὕδωρ ἀνιμῆσαι καὶ σκεύη μεταθεῖναι καὶ δια-  
τινάξαι στρώματα καὶ πᾶν τὸ τούτοις παραπλήσιον. καὶ
τὰ μὲν ὑπὲρ ἀνδρῶν ἀποχρῴη ἄν· ἐπιμετρῆσαι δέ τι καὶ
τὴν γυναῖκα πρέπον, ὥστε μὴ τῆς ταλασίας κοινωνεῖν
μόνον ταῖς θεραπαίναις, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἔργων τῶν
ἐπανδροτέρων. καὶ γὰρ σιτοπονίας ἅψασθαι κατὰ τὴν
ἐλευθέραν εἶναί μοι δοκεῖ καὶ ὕδωρ ἀνιμῆσαι καὶ πῦρ
ἀνακαῦσαι καὶ Κλίνην καταστρῶσαι καὶ πᾶν τὸ τούτοις
ἐοικός. πολὺ δ' ἂν ἀνδρὶ φαίνοιτο καλλίων τῷ γε ἑαυτῆς,
καὶ μάλιστα νεᾶνις οὖσα καὶ μηδέπω τετρυμένη κυοφο-
ρίαις, εἰ καὶ τρύγης ἀμπέλων αὐτουργοῦσα συμμετάσχοι
καὶ συλλογῆς ἐλαιῶν, εἰ δὲ παρείκοι, καὶ σπόρου καὶ ἀρό-
σεως καὶ παραδόσεως ἐργαλείων τοῖς σκάπτουσιν ἢ φυ-
τεύουσιν. τοῦτον γὰρ τὸν τρόπον ἕνεκα τῶν ἔργων οἶκος
προστατούμενος ὑπ' ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς ἄριστ' ἄν μοι
δοκεῖ κατά γε ταῦτα διεξάγεσθαι.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 4, Ch. 31d, se. 108,


γρ. 2

 Τὰς οὐσίας γὰρ μᾶλλον ἢ τὰς ἁρπαγὰς


τιμᾶν δίκαιον· οὔτε γὰρ πλοῦτος ποτὲ
βέβαιος ἄδικος ...
 Μενάνδρου (fr. 666 K.).
 Κρεῖττον ὀλίγ' ἐστὶ χρήματ' ἀνυπόπτως ἔχειν,
ἢ πολλὰ φανερῶςἃ δὲ μετ' ὀνείδους λαβεῖν.
 Σωκράτους.
 Ὁ μὲν οἶνος συμμεταβάλλει τοῖς ἀγγείοις, ὁ δὲ πλοῦ-
575

τος τοῖς τῶν κεκτημένων τρόποις.


 Τοῦ αὐτοῦ.  
 Οὔτε τὸν ἄρρωστον ἡ χρυσῆ ὠφελεῖ Κλίνη οὔτε τὸν
ἀνόητον ἡ ἐπίσημος εὐτυχία.
 Ἰσοκράτους Νικοκλῆς ἢ Κύπριοι (50).
 Τοὺς χρηματισμοὺς τοὺς παρὰ τὸ δίκαιον γιγνομένους
ἡγεῖσθαι μὴ πλοῦτον ἀλλὰ κίνδυνον ποιήσειν. μὴ τὸ μὲν
λαβεῖν κέρδος εἶναι νομίζετε, τὸ δὲ ἀναλῶσαι ζημίαν· οὐδέ-
τερον γὰρ τούτων ἀεὶ τὴν αὐτὴν ἔχει δύναμιν, ἀλλ' ὁπό-
τερον ἂν ἐν καιρῷ καὶ μετ' ἀρετῆς γίγνηται, τοῦτ' ὠφελεῖ
τοὺς ποιοῦντας.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 4, Ch. 40, se. 19a, γρ.
2

εἰπεῖν ἀδύνατον, αἰσχρὸν γάρ, καὶ τὸ σιωπῆσαι χαλε-


πώτερον· πῶς γὰρ ἂν δύναιτό τις ἄνευ λόγου δηλῶσαι
τὰ πεπραγμένα;
 Ἀντιφῶντος (fr. 54 Diels2).
 Ὅτῳ γὰρ ὁ θεὸς μὴ παντελῶς βούλεται ἀγαθὰ διδό-
ναι ἀνδρί, χρημάτων πλοῦτον παρασχών, τοῦ καλῶς φρο-
νεῖν δὲ πένητα ποιήσας, τὸ ἕτερον ἀφελόμενος ἀμφο-
τέρων ἀπεστέρησεν.
 Ἐκ τῶν Ἀριστωνύμου Τομαρίων.
 Οὔτε τὸν ἀρρωστοῦντα ἡ χρυσόπους ὠφελεῖ Κλίνη
οὔτε τὸν ἀνόητον ἡ ἐπίσημος εὐτυχία.
 Δημοκρίτου (fr. 287 Diels2).  
 Ἀπορίη ξυνὴ τῆς ἑκάστου χαλεπωτέρη· οὐ γὰρ ὑπο-
λείπεται ἐλπὶς ἐπικουρίης.
(Eiusd. fr. 288 Diels2)
 Νόσος οἴκου καὶ βίου γίνεται ὅκως περ καὶ σκήνεος.
 Γαΐου ὑπὲρ Παύλου παιδὸς ἰδίου ἐν μανίᾳ ἀνῃρη-
μένου.

Ιωάννης Στοβαίος ανθολόγος. Ανθολόγιον. Book 4, Ch. 52b, se. 28, γρ.
5

οὐκ οἶδα πῆ τις τρέψεται· τὸ γὰρ θανεῖν


κακῶν μέγιστον φάρμακον νομίζεται.
 Σοφοκλέους Φιλοκτήτου (fr. 636 N.2).
 Ἄλλ' ἔσθ' ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρὸς νόσων.  
576

 Μενάνδρου Δὶς ἐξαπατῶντος (fr. 125 K.).


 Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν, ἀποθνῄσκει νέος.
 Λεωνίδα (p. 41 Geffcken).
 Εὔθυμος ὢν ἔρεσσε τὴν ἐπ' Ἄιδος
ἀταρπὸν ἕρπων· οὐ γάρ ἐστι δύσβατος
οὐδὲ σκαληνὸς οὐδ' ἐνίπλεος πλάνης,
ἰθεῖα δ' ᾗ μάλιστα καὶ κατακλινὴς
ἅπασα κἠκ μεμυκότων ὁδεύεται.
 Εὐριπίδου Φιλοκτήτου (fr. 791 N.2).
 ΧΟΡ. Ἅλις, ὦ βιοτά· πέραινε,
πρίν τινα συντυχίαν
ἢ κτεάτεσσιν ἐμοῖς ἢ σώματι τῷδε γενέσθαι.
 Θεόγνιδος (425 ss.).  
  Ἀρχὴν μὲν μὴ φῦναι ἐπιχθονίοισιν ἄριστον,
  μηδ' ἐσιδεῖν αὐγὰς ὀξέος ἠελίου,
  φύντα δ' ὅπως ὤκιστα πύλας Ἀίδαο περῆσαι
  καὶ κεῖσθαι πολλὴν γῆν ἀπαμησάμενον.

Acta Thomae, Acta Thomae (2038: 001)“Acta apostolorum apocrypha,


vol. 2.2”, Ed. Bonnet, [Link]: Mendelssohn, 1903, Repr. [Link]. 11,
γρ. 10

 Ὁ δὲ βασιλεὺς ἠξίου τοὺς παρανύμφους ἐξέρχεσθαι


ἀπὸ τοῦ νυμφῶνος. πάντων δὲ ἐξελθόντων καὶ τῶν θυρῶν
κλεισθεισῶν ὁ νυμφίος τὸ καταπέτασμα τοῦ νυμφῶνος ἐπῆρεν,  
ἵνα τὴν νύμφην πρὸς ἑαυτὸν ἀγάγῃ. καὶ εἶδεν τὸν κύριον
Ἰησοῦν τὴν ἀπεικασίαν Ἰούδα Θωμᾶ ἔχοντα καὶ ὁμιλοῦντα τῇ
νύμφῃ, τοῦ πρὸ βραχέως εὐλογήσαντος αὐτοὺς καὶ ἐξελθόντος
ἀπ' αὐτῶν, τοῦ ἀποστόλου, καί φησιν αὐτῷ· Οὐχὶ πρὸ πάντων
ἐξῆλθες; πῶς νῦν εὑρέθης ὧδε; Ὁ δὲ κύριος εἶπεν αὐτῷ·
Ἐγὼ οὐκ εἰμὶ Ἰούδας ὁ καὶ Θωμᾶς, ἀδελφὸς δὲ αὐτοῦ εἰμι.
Καὶ ἐκαθέσθη ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Κλίνης, ἐκέλευσεν δὲ καὶ αὐτοῖς
καθεσθῆναι ἐπὶ τοῖς δίφροις, καὶ ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν·
 Μνημονεύετε τέκνα μου ὧν ὁ ἀδελφός μου ἐλάλησεν
ὑμῖν καὶ τίνι ὑμᾶς παρέθετο· καὶ τοῦτο γνῶτε, ὅτι ἐὰν ἀπαλ-  
λαγῆτε τῆς ῥυπαρᾶς κοινωνίας ταύτης, γίνεσθε ναοὶ ἅγιοι,
καθαροί, ἀπαλλαγέντες πλήξεων καὶ ὀδυνῶν φανερῶν τε καὶ
ἀφανῶν, καὶ φροντίδας οὐ περιθήσεσθε βίου καὶ τέκνων, ὧν
τὸ τέλος ἀπώλεια ὑπάρχει. ἐὰν δὲ καὶ κτήσησθε παῖδας
πολλούς, διὰ τούτους γίνεσθε ἅρπαγες καὶ πλεονέκται, ὀρφα-
νοὺς δέροντες καὶ χήρας πλεονεκτοῦντες, καὶ ταῦτα ποιοῦντες
ὑποβάλλετε ἑαυτοὺς εἰς τιμωρίας κακίστας.
577

Acta Thomae, Acta Thomae Se. 23, γρ. 8

ἀδελφόν μου, ἵνα ἀγοράσω παρ' αὐτοῦ τὸ παλάτιον τοῦτο·


οὐ γὰρ οἶδεν ὁ ἀδελφός μου ὁποῖόν ἐστιν, καὶ πιπράσκει
μοι αὐτό.
 Τότε οἱ ἄγγελοι ἀφῆκαν τὴν ψυχὴν τοῦ Γάδ· καὶ ἐν
τῷ ἐνδύειν αὐτοὺς αὐτὸν τὴν ἐντάφιον στολὴν ἐπεισῆλθεν
αὐτῷ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· καὶ ἔλεγεν τοῖς περὶ αὐτὸν ἑστῶσιν·
Καλέσατέ μοι τὸν ἀδελφόν μου, ἵνα αἰτήσωμαι παρ' αὐτοῦ
μίαν αἴτησιν. Εὐθέως οὖν εὐηγγελίσαντο τῷ βασιλεῖ αὐτῶν  
λέγοντες ὅτι Ὁ ἀδελφός σου ἀνέζησεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἐκπη-
δήσας σὺν πλήθει πολλῷ ἤρχετο πρὸς τὸν ἴδιον ἀδελφόν, καὶ
εἰσελθὼν ἔστη πρὸς τὴν Κλίνην αὐτοῦ ὥσπερ ἔκπληκτος, μὴ
δυνάμενος λαλῆσαι αὐτῷ. εἶπεν δὲ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ· Οἶδα καὶ
πέπεισμαι ἀδελφὲ ὅτι εἴ τις ᾔτησέν σε τὸ ἥμισυ τῆς βασιλείας
σου, δέδωκας ἂν ὑπὲρ ἐμοῦ· διὸ ἀξιῶ σε παρασχεῖν μοι χάριτα
μίαν ἣν αἰτοῦμαί σε ἵνα πωλήσῃς μοι ὃ αἰτοῦμαι παρὰ σοῦ.
Ὁ δὲ βασιλεὺς ἀποκριθεὶς εἶπεν· Καὶ τί ἐστιν ὃ αἰτεῖς με πωλῆ-
σαί σοι; Ὃ δὲ ἔφη· Ὅρκῳ με πεῖσον ὅτι μοι παρέχεις. Καὶ ὤμο-
σεν αὐτῷ ὁ βασιλεὺς ὅτι Ἓν τῶν ὑπαρχόντων μοι εἴ τι ἐὰν αἰτήσῃ  
δίδωμί σοι. Καὶ λέγει αὐτῷ· Τὸ παλάτιον ἐκεῖνο τὸ ἐν τοῖς
οὐρανοῖς ἔχεις πώλησόν μοι. Καὶ ὁ βασιλεὺς εἶπεν· Ἐμοὶ
παλάτιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς πόθεν ὑπάρχει; Ὃ δὲ ἔφη· Ἐκεῖνο

Βασίλειος θεολόγος Epistulae (2040: 004)


“Saint Basile. Lettres, 3 vols.”, Ed. Courtonne, Y.
Paris: Les Belles Lettres, 1:1957; 2:1961; 3:1966.
Epistle 30, se. 1, γρ. 12

τοῦ παρόντος κατεσχέθην, καὶ πάνυ ὡρμημένος πρὸς τὴν


σὴν θεοσέβειαν, ἱστορίας ἂν μῆκος ἀπέραντον ἐκπληρώ-
σαιμι. Νόσους μὲν ἐπαλλήλους καὶ χειμῶνος ἐπάχθειαν
καὶ πραγμάτων συνοχὴν παρίημι λέγειν, γνώριμα ὄντα καὶ
ἤδη προδεδηλωμένα τῇ τελειότητί σου. Νῦν δὲ καὶ ἣν
μόνην εἶχον τοῦ βίου παραμυθίαν τὴν μητέρα, καὶ ταύτην
ἀφῃρέθην ὑπὸ τῶν ἁμαρτιῶν. Καὶ μὴ καταγελάσῃς μου ὡς
ἐν τούτῳ τῆς ἡλικίας ὀρφανίαν ὀδυρομένου, ἀλλὰ σύγ-
γνωθί μοι ψυχῆς χωρισμὸν ἀνεκτῶς μὴ φέροντι, ἧς οὐδὲν
ἀντάξιον ἐν τοῖς λειπομένοις ὁρῶ. Πάλιν οὖν μοι ὑπές-
578

τρεψε τὰ ἀρρωστήματα καὶ πάλιν ἐπὶ Κλίνης κατάκειμαι,


ἐπὶ μικρᾶς παντελῶς τῆς δυνάμεως σαλεύων καὶ μόνον
οὐχὶ ἐφ' ἑκάστης ὥρας τὸ ἀναγκαῖον πέρας τῆς ζωῆς
ἐκδεχόμενος. Αἱ δὲ Ἐκκλησίαι σχεδόν τι παραπλησίως
τῷ σώματί μου διάκεινται, ἀγαθῆς μὲν ἐλπίδος οὐδεμιᾶς
ὑποφαινομένης, ἀεὶ δὲ πρὸς τὸ χεῖρον τῶν πραγμάτων
ὑπορρεόντων. Τέως δὲ ἡ Νεοκαισάρεια καὶ ἡ Ἄγκυρα
ἔδοξαν ἔχειν διαδόχους τῶν ἀπελθόντων, καὶ μέχρι τοῦ
νῦν ἡσυχάζουσιν. Ἀλλ' οὐδὲ ἡμῖν οἱ ἐπιβουλεύοντες
ποιῆσαί τι τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς πικρίας ἄξιον μέχρι τοῦ
παρόντος συνεχωρήθησαν. Καὶ τούτου τὴν αἰτίαν ταῖς

Βασίλειος θεολόγος Epistulae Epistle 84, se. 2, γρ. 29

θεῖν. Ἐπεῖδε μὲν γὰρ υἱοῦ τελευτὴν ἄωρον, εἶδε δὲ οἶκον


ἔρημον διαδόχων, ὄψεται δὲ νῦν, ἐὰν μή τι αὐτὸς ἄξιον
τῆς σεαυτοῦ φιλανθρωπίας διανοηθῇς, τὴν παραμυθίαν τῆς
ἀπαιδίας ταύτην ἀφορμὴν αὐτῷ μυρίων γενησομένην
κακῶν. Οὐ γὰρ δή που τὸ παιδίον εἰς βουλευτὰς συντελέσει  
ἢ ἐκλέξει τὰς εἰσφορὰς ἢ στρατιώταις χορηγήσει τὸ
σιτηρέσιον, ἀλλ' ἀνάγκη πάλιν τοῦ ἀθλίου γέροντος τὴν
πολιὰν καταισχύνεσθαι. Δὸς οὖν χάριν καὶ τοῖς νόμοις
ἀκόλουθον καὶ τῇ φύσει συμβαίνουσαν, τῷ μὲν προστάξας
μέχρι τῆς τῶν ἀνδρῶν ἡλικίας συγχωρηθῆναι, τὸν δὲ ἐπὶ
τῆς Κλίνης ἀναμένειν τὸν θάνατον· πραγμάτων δὲ συν-
έχειαν καὶ τὸ τῆς ἀνάγκης ἀπαραίτητον ἄλλοι προβαλλές-
θωσαν. Οὐ γὰρ δὴ τοῦ σοῦ τρόπου ἢ κακῶς πράττοντας
περιιδεῖν ἢ νόμων ὀλιγωρῆσαι ἢ φίλοις μὴ εἶξαι καθικε-
τεύουσι, κἂν τὰ ἐξ ἀνθρώπων σε περιεστήκει πράγματα.

Βασίλειος θεολόγος Epistulae Epistle 138, se. 1, γρ. 6

ΕΥΣΕΒΙῼ ΕΠΙΣΚΟΠῼ ΣΑΜΟΣΑΤΩΝ

 Τίνα με οἴει ψυχὴν ἐσχηκέναι, ὅτε τὴν ἐπιστολὴν


ἐδεξάμην τῆς θεοσεβείας σου; Εἰ μὲν γὰρ πρὸς τὴν ἐν
τῷ γράμματι ἀπεῖδον διάθεσιν, εὐθὺς ὥρμων πέτεσθαι τὴν
εὐθὺ Σύρων· εἰ δὲ πρὸς τὴν ἀρρωστίαν τοῦ σώματος, ὑφ' ἧς
579

πεπεδημένος ἐκείμην, ᾐσθανόμην οὐχὶ τοῦ πέτεσθαι μόνον,


ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς Κλίνης στρέφεσθαι ἐνδεῶς ἔχων.
Πεντηκοστὴν γὰρ ταύτην ἡμέραν ἦγον ἐν τῇ ἀρρωστίᾳ, καθ'
ἣν ἐπέστη ἡμῖν ὁ ἀγαπητὸς καὶ σπουδαιότατος ἀδελφὸς
ἡμῶν συνδιάκονος Ἐλπίδιος, πολλὰ μὲν τῷ πυρετῷ δαπα-
νηθείς, ὃς ἀπορίᾳ τῆς τρεφούσης αὐτὸν ὕλης τῇ ξηρᾷ
ταύτῃ σαρκὶ οἷον θρυαλλίδι κεκαυμένῃ περιειλούμενος
μαρασμώδη καὶ χρονίαν ἐπήγαγεν ἀρρωστίαν· τὰ δὲ ἐφεξῆς
ἡ ἀρχαία πληγή μου, τὸ ἧπαρ τοῦτο διαδεξάμενον, ἀπέκλεισε  
μέν με σιτίων, ἀπεδίωξε δὲ τῶν ὀμμάτων τὸν ὕπνον, ἐν
μεθορίοις δὲ κατέσχε ζωῆς καὶ θανάτου τοσοῦτον ζῆν ἐπι-
τρέπον ὅσον τῶν ἀπ' αὐτοῦ δυσχερῶν ἐπαισθάνεσθαι.

Βασίλειος θεολόγος Epistulae Epistle 139, se. 3, γρ. 6

Ταῦτά ἐστι τὰ σεμνολογήματα τῶν ἁγίων.


Μακάριος ὁ καταξιωθεὶς τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ παθημάτων.
Μακαριώτερος δὲ ὁ πλεονάσας ἐν τοῖς παθήμασι, διότι
οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν
δόξαν ἀποκαλύπτεσθαι εἰς ἡμᾶς.
 Εἰ μὲν οὖν ἦν δυνατὸν αὐτῷ μοι παραγενέσθαι, οὐδὲν
ἂν προετίμησα τῆς συντυχίας ὑμῶν, ὥστε καὶ ἰδεῖν τοὺς
ἀθλητὰς τοῦ Χριστοῦ καὶ περιπτύξασθαι καὶ κοινωνῆσαι
τῶν προσευχῶν καὶ τῶν πνευματικῶν ἐν ὑμῖν χαρισμάτων.
Ἐπειδὴ δὲ τὸ σῶμά μοι λοιπὸν ὑπὸ χρονίας νόσου κατ-
ανάλωται, ὡς μηδὲ ἀπὸ τῆς Κλίνης δύνασθαι μεταβαίνειν,
καὶ οἱ ἐφεδρεύοντες ἡμῖν πολλοί, ὡς λύκοι ἅρπαγες, ἐπι-
τηροῦντες καιρὸν πότε δυνηθῶσι διαρπάσαι τὰ πρόβατα
τοῦ Χριστοῦ, ἀναγκαίως ἐπὶ τὴν διὰ τοῦ γράμματος
ἐπίσκεψιν ἦλθον παρακαλῶν προηγουμένως μὲν ἐκτενεῖς
τὰς ὑπὲρ ἐμοῦ ποιεῖσθαι ὑμᾶς δεήσεις, ἵνα καταξιωθῶ
τὰς γοῦν λειπομένας ἡμέρας ἢ ὥρας δουλεῦσαι τῷ Κυρίῳ
κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας, ἔπειτα καὶ συγγνώμην
ἔχειν μου τῇ ἀπολείψει καὶ τῇ βραδυτῆτι ταύτῃ τῶν
γραμμάτων. Μόλις γὰρ ηὐπορήσαμεν ἀνθρώπου τοῦ δυνα-
μένου ἐξυπηρετήσασθαι ἡμῶν τῇ ἐπιθυμίᾳ.

Βασίλειος θεολόγος Enarratio in prophetam Isaiam [Dub.] (2040:


009)“San Basilio. Commento al profeta Isaia, 2 vols.”, Ed. Trevisan, P.
Turin: Società Editrice Internazionale, [Link]. 3, se. 122, γρ. 28
580

νησι καὶ ἐκ τούτου τὰ πρόσωπα αὐτῶν καταισχύνοντες.  –  


Ἐπεὶ δέ εἰσί τινες πτωχοὶ μακαριζόμενοι, οἱ διὰ τὴν θεοσέ-  
βειαν πάντων καταφρονήσαντες καὶ (ἐπ' ἐλπίδι τοῦ κατὰ
Θεὸν πλούτου) τῆς κοσμικῆς περιουσίας ὑπεριδόντες,  – οἱ
κακῶς προεστῶτες τοῦ λαοῦ, ἀντὶ τοῦ μακαρίζειν τοὺς οὕ-
τω πτωχεύοντας, διαβάλλοντες καὶ ἐξουθενοῦντες καὶ τὴν
ἐπαινετὴν αὐτῶν ταπεινοφροσύνην ἐξευτελίζοντες, εἰκότως
ἐγκαλοῦνται, μάλιστα ἐὰν πρεσβύτεροι ὦσιν, ἢ ἄρχοντες,
ὡς τὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων πτωχῶν καταισχύνοντες. Ὁποῖ-
ος ἦν πτωχὸς Ἰωάννης, μὴ οἶκον ἔχων, μὴ οἰκέτην, μὴ
βοῦν ἀροτῆρα, μὴ γήδιον, μὴ Κλίνην, μὴ τράπεζαν, μὴ
ἄρτον. Ὁποῖος Ἡλίας. Ὁποῖος τῶν Ἁγίων ἕκαστος, οἳ
περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι,
θλιβόμενοι, κακουχούμενοι.

Βασίλειος θεολόγος Homiliae super Psalmos (2040: 018); MPG 29.


Τόμ. 29, σελ. 273, γρ. 19

Ὁ μέντοι ὀφείλων καὶ πένης ἐστὶ καὶ πολυμέριμνος· ἄϋπνος νύκτωρ, ἄϋ-
πνος μεθ' ἡμέραν, σύννους πάντα τὸν χρόνον· νῦν
μὲν τὴν ἑαυτοῦ οὐσίαν ἀποτιμώμενος, νῦν δὲ τὰς οἰ-
κίας τὰς πολυτελεῖς, τοὺς ἀγροὺς τῶν πλουσίων, τὰς
ἐσθῆτας τῶν ἐντυγχανόντων, τὰ σκεύη τῶν ἑστιών-
των. Εἰ ταῦτα ἐμὰ ἦν, φησὶν, ἀπεδιδόμην τόσου
καὶ τόσου, καὶ ἀπηλλασσόμην τοῦ τόκου. Ταῦτα αὐ-
τοῦ καὶ νύκτωρ ἐγκαθέζεται τῇ καρδίᾳ, καὶ μεθ'
ἡμέραν τὰς ἐννοίας κατείληφεν. Ἐὰν τὴν θύραν πα-
τάξῃς, ὁ χρεώστης ὑπὸ τὴν Κλίνην. Σφοδρῶς εἰς-
έδραμέ τις· τοῦ δὲ ἐπάταξεν ἡ καρδία. Ὑλακτεῖ
ὁ κύων; ὁ δὲ ἱδρῶτι περιῤῥεῖται, καὶ ἀγωνίᾳ συν-
έχεται, καὶ περισκοπεῖ πόθεν φύγῃ. Ὅταν ἡ προ-
θεσμία προσάγῃ, μεριμνᾷ τί ψεύσεται· ποίαν πλα-
σάμενος πρόφασιν τὸν δανειστὴν διακρούσεται. Μὴ
μόνον λαμβάνοντα σεαυτὸν ἐννόει, ἀλλὰ καὶ ἀπαιτού-
μενον. Τί πολυτόκῳ θηρίῳ σεαυτὸν παραζευ-
γνύεις; Τοὺς λαγωούς φασι καὶ τίκτειν ὁμοῦ καὶ τρέ-
φειν καὶ ἐπικυΐσκεσθαι.

Βασίλειος θεολόγος De jejunio (homilia 1) (2040: 020); MPG 31.


Τόμ. 31, σελ. 177, γρ. 34
581

ἐρύθημα ἀναιδὲς ἐξανθοῦν, ἀλλ' ὠχρότητι σώφρονι


κεκοσμημένον· ὀφθαλμὸς πραῢς, κατεσταλμένον βά-
δισμα, πρόσωπον σύννουν, ἀκολάστῳ γέλωτι μὴ καθ-
υβριζόμενον, συμμετρία λόγου, καθαρότης καρδίας.
Μνήσθητι τῶν ἀπ' αἰῶνος ἁγίων, Ὧν οὐκ ἦν ἄξιος
ὁ κόσμος, οἳ περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις
δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχού-
μενοι· ἐκείνων μίμησαι τὴν ἀναστροφὴν, εἴπερ ἐπι-
ζητεῖς αὐτῶν τὴν μερίδα. Τί τὸν Λάζαρον ἐνανέπαυσε
τοῖς κόλποις τοῦ Ἀβραάμ; Οὐχὶ νηστεία; Ἰωάν-
νου δὲ ὁ βίος μία νηστεία ἦν· ὃς οὐ Κλίνην εἶχεν, οὐ
τράπεζαν, οὐ γῆν ἀροσίμην, οὐκ ἀροτῆρα βοῦν,
οὐ σῖτον, οὐ σιτοποιὸν, οὐκ ἄλλο τι τῶν κατὰ τὸν
βίον. Διὰ τοῦτο Μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν οὐκ
ἀνέστη Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Παῦλον μετὰ
τῶν ἄλλων καὶ ἡ νηστεία, ἣν ἐν τοῖς ὑπὲρ τῶν θλί-
ψεων καυχήμασιν ἀπηριθμήσατο, εἰς τὸν τρίτον οὐ-
ρανὸν ἀνήγαγε.

Βασίλειος θεολόγος Homilia dicta tempore famis et siccitatis (2040:


024); MPG 31.Τόμ. 31, σελ. 328, γρ. 2

ζωὴν τὴν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Εἰ μὴ θελήσῃς τὰ πάντα


δοῦναι τῇ κρείττονι, μέρισον γοῦν ἐξ ἴσης τῇ τε ἀκο-
λάστῳ παιδὶ καὶ τῇ σώφρονι. Μὴ τὴν ἐνταῦθα διαγω-
γὴν ὑπέρπλουτον δείξῃς, γυμνὴν δὲ τὴν ἄλλην καὶ
ῥακίοις ἠμφιεσμένην, ἡνίκα ἂν δέῃ σε τῷ Χρι-
στῷ παραστῆναι, καὶ εἰς ὄψιν ἐλθεῖν τοῦ κριτοῦ,
νύμφης ἔχουσαν σχῆμα, καὶ κλῆσιν τὴν κατ' ἀρετὴν
ζωήν. Μὴ τοίνυν ἄμορφον καὶ ἄκοσμον παρα-  
στήσῃς τῷ νυμφίῳ τὴν νύμφην, ἵνα μὴ θεασάμενος
ἀποκλίνῃ τὸ πρόσωπον, καὶ ἰδὼν μισήσῃ, καὶ τὴν
συνάφειαν ἀπαρνήσηται. Ἀλλὰ στείλας αὐτὴν τῷ
προσήκοντι κόσμῳ, τήρησον εὔμορφον τῇ προθεσμίᾳ
τῶν γάμων· ἵνα καὶ αὐτὴ μετὰ τῶν φρονίμων παρ-
θένων ἀνάψῃ τὴν λαμπάδα, ἔχουσα τὸ πῦρ τῆς
γνώσεως ἄσβεστον, καὶ μὴ λείπουσα τῶν κατορθω-
μάτων τὸ ἔλαιον· ἵν' ἔργοις ἡ θεοφορουμένη προφη-
τεία βεβαιωθῇ, ἐφαρμόσῃ δὲ καὶ τῇ σῇ ψυχῇ τὸ
λεχθέν· Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν
582

ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλ-


μένη. Ἄκουσον

Ωριγένης , Fragmenta in Lucam (in catenis) (2042: 017)


“Origenes Werke, vol. 9, 2nd edn.”, Ed. Rauer, M.
Berlin: Akademie–Verlag, 1959; Die griechischen christlichen
Schriftsteller 49 (35).Fragment 120, γρ. 2

κεφαλήν, τοῦτ' ἔστιν ἡ μὴ ἁπτομένη τῶν τελεωτέρων καὶ ὑψηλοτέρων,


ἀλλὰ τῶν ἄκρων καὶ τελευταίων.  
Τίνα διαφορὰν ἔχει ταῦτα expl. ῥήσεις τε σοφῶν καὶ αἰνίγματα.
Ὁμοίωμα καὶ παραβολὴ τὴν διαφοράν expl. τὸ οὖν πρὸς τοὺς μαθητὰς
λεγόμενον ὁμοίωσις λέγοιτ' ἄν, ὡς τὸ περὶ τοῦ θησαυροῦ· παραβολὴ δὲ
τὰ
πρὸς τοὺς ὄχλους, ὡς ὁ τοῦ σπόρου λόγος.
Καθ' ἑτέραν δὲ ἐκδοχὴν εἴη ἂν expl. θελήμασι τοῖς αὐτοῦ.  
Οἵ γε μὴ περὶ μαργαριτῶν expl. τὴν γνῶσιν τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτι σαγήνη ἐστὶν ἡ ἐκ τῶν παλαιῶν expl. τὴν κάμινον τοῦ πυρός.
Οὐ περὶ αἰσθητοῦ λύχνου, ἀλλὰ νοητοῦ ταῦτα λέγεται· οὐκ ἂν γὰρ
τοῦτον
»ἅψας» τις καλύψαι «σκεύει ἢ ὑποκάτω Κλίνης» θείη, «ἀλλ' ἐπὶ» τῆς ἐν
αὐτῷ «λυχνίας». εἴη δ' ἂν σκεύη μὲν οἰκίας αἱ τῆς ψυχῆς δυνάμεις· Κλίνη

δὲ τὸ σῶμα· «εἰσπορευόμενοι» δὲ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ μεταδιδόντος· λυχνία


δὲ
τὸ ἡγεμονικὸν τόπος οὖσα τοῦ λόγου ἤγουν τὸ στόμα ἡνίκα τις αὐτὸ

Ωριγένης , Fragmenta in Lucam (in catenis) Fragment 120, γρ. 3

Τίνα διαφορὰν ἔχει ταῦτα expl. ῥήσεις τε σοφῶν καὶ αἰνίγματα.


Ὁμοίωμα καὶ παραβολὴ τὴν διαφοράν expl. τὸ οὖν πρὸς τοὺς μαθητὰς
λεγόμενον ὁμοίωσις λέγοιτ' ἄν, ὡς τὸ περὶ τοῦ θησαυροῦ· παραβολὴ δὲ
τὰ πρὸς τοὺς ὄχλους, ὡς ὁ τοῦ σπόρου λόγος.
Καθ' ἑτέραν δὲ ἐκδοχὴν εἴη ἂν expl. θελήμασι τοῖς αὐτοῦ.  
Οἵ γε μὴ περὶ μαργαριτῶν expl. τὴν γνῶσιν τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτι σαγήνη ἐστὶν ἡ ἐκ τῶν παλαιῶν expl. τὴν κάμινον τοῦ πυρός.
Οὐ περὶ αἰσθητοῦ λύχνου, ἀλλὰ νοητοῦ ταῦτα λέγεται· οὐκ ἂν γὰρ
τοῦτον
»ἅψας» τις καλύψαι «σκεύει ἢ ὑποκάτω Κλίνης» θείη, «ἀλλ' ἐπὶ» τῆς ἐν
αὐτῷ «λυχνίας». εἴη δ' ἂν σκεύη μὲν οἰκίας αἱ τῆς ψυχῆς δυνάμεις· Κλίνη
583

δὲ τὸ σῶμα· «εἰσπορευόμενοι» δὲ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ μεταδιδόντος· λυχνία


δὲ
τὸ ἡγεμονικὸν τόπος οὖσα τοῦ λόγου ἤγουν τὸ στόμα ἡνίκα τις αὐτὸ
ἀνοίξει
λόγῳ θεοῦ – καθ' ἑκάτερον γὰρ ὄψονται «τὸ φῶς» οἱ πρὸς θεὸν τὴν εἴς-
οδον ποιησάμενοι ἄνθρωποι – »φῶς» δὲ ἣν ἐφώτισεν ἑαυτῷ γνῶσιν.
Ὅ γε μὴν βουλόμενος τὸν λύχνον ἐφαρμόζειν τοῖς τελειωτάτοις τῶν
τοῦ Ἰησοῦ μαθητῶν δυσωπήσει ἡμᾶς ἀπὸ τῶν περὶ Ἰωάννου εἰρημένων,
ὅτι «ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων»· ἀλλὰ καὶ «ὁ λύχνος
τοῦ
σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμὸς» ἀναφερόμενος ἐπὶ τὸν ἐν ἑκάστῳ νοῦν. ἀλλὰ

καὶ τό· «ἔστωσαν ὑμῶν οἱ λύχνοι καιόμενοι» πρὸς πάντας εἴρηται τοὺς
μαθητὰς τοῦ Ἰησοῦ. οὐ δεῖ τοίνυν τὸν ἅψαντα λύχνον ἐν ψυχῇ λογικὸν

Ωριγένης , Fragmenta in Lucam (in catenis) Fragment 121c, γρ. 1

ὅτι «ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων»· ἀλλὰ καὶ «ὁ λύχνος


τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμὸς» ἀναφερόμενος ἐπὶ τὸν ἐν ἑκάστῳ νοῦν.
ἀλλὰ καὶ τό· «ἔστωσαν ὑμῶν οἱ λύχνοι καιόμενοι» πρὸς πάντας εἴρηται
τοὺς μαθητὰς τοῦ Ἰησοῦ. οὐ δεῖ τοίνυν τὸν ἅψαντα λύχνον ἐν ψυχῇ
λογικὸν κρύ-πτειν αὐτόν, ἀλλ' ἐπιτιθέναι λυχνίᾳ, ἧς σύμβολον Μωϋσῆς
«ἀπέθετο ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου».
μοδίῳ μὲν γὰρ σιτομετρείσθωσαν ὑπὸ τοῦ «πιστοῦ [καὶ] φρονίμου
οἰκονόμου» οἱ σύνδουλοι, βλεπέτωσαν δὲ τὰς αὐγὰς τοῦ λύχνου ἐπικει-
μένου τῇ λυχνίᾳ καὶ εἰς φανερὸν διὰ λόγου προσαγομένου «οἱ ἐν τῇ οἰκίᾳ

πάντες», τοῦτ' ἔστιν οἱ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ.


ἀλλ' οὐδὲ «ὑπὸ τὴν Κλίνην» τιθέασι τὸν λύχνον, ἔνθα τις ἀναπαύεται,
οὐδὲ ἄλλου τινος «σκεύους ὑποκάτω»· τοῦτο γὰρ ὁ ποιῶν οὐ προνοεῖται
τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὴν οἰκίαν, οἷς δεῖ τίθεσθαι τὸν λύχνον.  
οἱ τῷ «ἀληθινῷ φωτὶ» καὶ λόγῳ τῷ λαμπρῷ καὶ ταῖς ἀκτῖσι τῆς σοφίας
ἀνάπτοντες τὸν ἐν αὐτοῖς νοῦν, φύσιν ἔχοντα, καθ' ἣν κατεσκεύασεν
αὐτὸν ὁ Δημιουργός,

Ωριγένης , In Jeremiam (homiliae 12–20) (2042: 021)


“Origenes Werke, vol. 3”, Ed. Klostermann, [Link]: Hinrichs, 1901;
Die griechischen christlichen Schriftsteller [Link] 20, se. 6, γρ. 36

μακαριζόμενον γέλωτα. ὅτε δὲ οὐ τοῦτο ἀνύει, [οὐ] φοβοῦμαι μὴ


τοιαῦτα λέγῃ· «οὐαὶ οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε».
584

 Πρὸς τί δέ μοι τοῦτο εἴρηται, ἢ βουλομένῳ ὑπαινίξασθαι ὅτι


λέγει, «πικρῷ λόγῳ μου γελάσομαι», καὶ παραστῆσαι γέλωτα κλαυθμοῦ,
καὶ κλαυθμὸν ἐκεῖνον ὃν κλαύσονται οἱ ἐνταῦθα γελῶντες, τάχα τοῦ
θεοῦ πραγματευομένου ἐγγεννῆσαι αὐτοῖς κλαυθμόν; «ἐκεῖ» γὰρ
»ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». καὶ τοῦτο πρα-
γματεύεται ὁ θεὸς ὁρῶν ὅτι ὁ κλαίων· ἐπὶ τοῖς ἰδίοις ἁμαρτήμασιν, ὁ
θρηνῶν ἐπὶ τοῖς ἰδίοις παρανομήμασιν ἤδη εἰς συναίσθησιν ἐλήλυθε
τῶν ἰδίων κακῶν. ὡς εἴθε ἕκαστος ἡμῶν καθ' ἕκαστον ἁμάρτημα
ἔλεγε· «λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου
τὴν Στρωμνήν μου βρέξω». ὡς εἴθε ἕκαστος ἡμῶν ἔλεγεν ἐπὶ τοῖς
ἰδίοις ἁμαρτήμασι κλαίων· «ἐγενήθη μοι τὰ δάκρυα ἄρτος ἡμέρας καὶ
νυκτός». ἐάν μου ὁ λόγος πικρότερος ἐνταῦθα ᾖ, πικρότερος δὲ διὰ
τὸ θλίβεσθαί με δι' αὐτὸν, ἀηδίζονται οἱ ἀκούοντες. οἱ ἐλεγχόμενοι,
ὅταν βαρῶνται τὸν λέγοντα, οἶδα ὅτι ἐπὶ τῷ πικρῷ λόγῳ μου τὸ
τέλος ἐστὶ γελᾶν, γελᾶν δὲ τὸν τῶν μακαριζομένων γέλωτα. καὶ
τοῦτο τάχα εἰδὼς ὁ προφήτης ἔλεγεν· «ὅτι πικρῷ λόγῳ μου γελά-
σομαι»· ἤδη «πικρῷ λόγῳ», ἀλλ' οὐκ ἤδη γελῶ, ἀλλὰ «πικρῷ λόγῳ
μου γελάσομαι».

Ωριγένης , Libri x in Canticum canticorum (fragmenta) (2042: 026)


“Origenes Werke, vol. 8”, Ed. Baehrens, W.A.
Leipzig: Teubner, 1925; Die griechischen christlichen Schriftsteller 33.
Σελ. 175, γρ. 23

περ ἐξ αὐτοῦ «τὸ κατὰ σάρκα ἦν ὁ Χριστός», «υἱὸν» κέκληκεν


«ἀδελφοῦ»  
τὸν νυμφίον. Τοῦ δὲ Ἀκύλα ἐκδεδωκότος «πατράδελφον» λεκτέον
πατέρα εἶναι τῆς ἐξ ἐθνῶν ἐκκλησίας τὸν πάλαι λαόν, ἐπεὶ ἐκ τοῦ
παρ' ἐκείνοις νόμου καὶ τῶν προφητῶν ἡ ἐν Θεῷ γένεσις καὶ ἡ ἐξ
ἡμῶν εἰς εὐσέβειαν ὑπῆρξε προαγωγή. Τούτου τοίνυν οὕτως ἀπο-
δεδομένου τῆς νύμφης «πατρὸς ἀδελφὸς» ὁ σωτὴρ ὁμοίως ἐκείνοις
»ὑπὸ νόμον γενόμενος».  
 Νῦν ἔοικε πρό-
τερον ἐνεωρακέναι τρανότερον τῷ τοῦ νυμφίου κάλλει ἡ νύμφη καὶ
διὰ τῶν «περιστερῶν» αὐτῆς «ὀφθαλμῶν» αἴσθεσθαι τῆς ἐν τῷ κάλλει  
τοῦ λόγου ὑπεροχῆς. Τάχα δὲ «Κλίνην» κοινὴν ἑαυτῆς καὶ τοῦ νυμ-
φίου τὸ σῶμα αἰνίττεται, ἐν ᾧ ἔτι οὖσα ἡ ψυχὴ ἀξιοῦται τῆς τοῦ
λόγου κοινωνίας. Λέγει γοῦν Παῦλος· «τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χρι-
στοῦ ἐστι». Διὰ γὰρ τοῦ «ὑμῶν» τῆς νύμφης εἶναι λέγει τὸ σῶμα,
διὰ δὲ τοῦ «μέλη Χριστοῦ» τοῦ νυμφίου. «Σύσκιον» δέ φησι τὸν νυμ-
φίον διὰ τὴν πυκνότητα τῶν ἐν τῷ λόγῳ καὶ τῇ σοφίᾳ θεωρημάτων.
(Ἐὰν δὲ ᾖ ἡ κοινὴ νύμφη ἀμφοῖν εὐθαλής, οὐδὲν θαυμαστὸν θείας
585

δυνάμεως ἡγουμένης καὶ ἐπὶ τὸ σῶμα πᾶσαν τὴν διὰ τοῦ σώματος
πρᾶξιν ἀγαθὴν δηλοῦσθαι.)  

Ωριγένης , Commentariorum series in evangelium Matthaei (Mt.


22.34–27.63) (2042: 028)“Origenes Werke, vol. 11”, Ed. Klostermann, E.
Leipzig: Teubner, 1933; Die griechischen christlichen Schriftsteller 38.2.
Σελ. 132, γρ. 27

δύναται δὲ σημαίνεσθαι καὶ τὰ δύο ἐπὶ μιᾶς ὕλης σώματα,


ὧν τὸ μὲν τοῦ δικαίου ὁ ἕτερός ἐστι
τῶν ἐπὶ τῆς μιᾶς Κλίνης ὁ παραλαμ-
βανόμενος, τὸ δὲ τοῦ ἀδίκου ὁ ἕτερος
καὶ ἀφιέμενος. καὶ τὸ μὲν σῶμα ὡς
ἀσθενὲς ἐπὶ Κλίνης ἐστὶν κἂν παρα-
λαμβάνηται, ἡ δὲ ψυχὴ διὰ πολλῶν,
ὧν Kl ἀνέχεται ἐν τῷ βίῳ, ἀλήθει
ἐν τῷ μυλῶνι τοῦ κόσμου.  
τού-
των οὖν τῶν ἑξῆς οὐχ ὡς περὶ τῆς
καθολικῆς, ὡς δὲ περὶ τῆς ἑκάστου
συντελείας μάλιστα ἐκληπτέον τὸν
Ωριγένης , Commentariorum series in evangelium Matthaei (Mt. 22.34-
27.63) Σελ. 132, γρ. 30

ἐν τῷ βαρεῖ μυλῶνι τοῦ κόσμου


ψυχῶν ἔνθα ἡ μὲν καλὴ καὶ ἀγαθὴ
παραλαμβάνεται, ἡ δὲ φαύλη ὡς
ἀναξία ἀφίεται.
δύναται δὲ σημαίνε-
σθαι καὶ τὰ δύο ἐπὶ μιᾶς ὕλης σώματα,
ὧν τὸ μὲν τοῦ δικαίου ὁ ἕτερός ἐστι
τῶν ἐπὶ τῆς μιᾶς Κλίνης ὁ παραλαμ-
βανόμενος, τὸ δὲ τοῦ ἀδίκου ὁ ἕτερος
καὶ ἀφιέμενος. καὶ τὸ μὲν σῶμα ὡς
ἀσθενὲς ἐπὶ Κλίνης ἐστὶν κἂν παρα-
λαμβάνηται, ἡ δὲ ψυχὴ διὰ πολλῶν,
ὧν Kl ἀνέχεται ἐν τῷ βίῳ, ἀλήθει
ἐν τῷ μυλῶνι τοῦ κόσμου.  
τού-
586

των οὖν τῶν ἑξῆς οὐχ ὡς περὶ τῆς


καθολικῆς, ὡς δὲ περὶ τῆς ἑκάστου
συντελείας μάλιστα ἐκληπτέον τὸν
λόγον.

Ωριγένης , Commentarium in evangelium Matthaei (lib. 12–17)


(2042: 030)“Origenes Werke, vol. 10.1–10.2”, Ed. Klostermann, E.
Leipzig: Teubner, 10.1:1935; 10.2:1937; Die griechischen christlichen
Schriftsteller 40.1–[Link] 16, Ch. 26, γρ. 33

καὶ ἐπεὶ κατέλιπεν ἐκεῖνα τὰ Ἱεροσό-


λυμα καὶ ἔξω γέγονε τῆς πόλεως,
διὰ τοῦτο πέπτωκε καὶ «λίθος ἐπὶ
λίθον» ἤρξατο μὴ μένειν
ἀλλὰ καὶ καθαιρεῖσθαι ἕως πάντα
καταλυθῇ.
ἦλθε δ' εἰς Βηθανίαν, τὸν τῆς  
ΥΠΑΚΟΗΣ ΟΙΚΟΝ, τὴν ἐκκλη-
σίαν, ἔνθα καὶ ηὐλίσθη καὶ ἀνε-
παύσατο, ἐπεὶ μὴ εἶχεν ἐν Ἱεροσο-
λύμοις «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ», ἅτε
τοιούτων ἀρχιερέων καὶ γραμμα-
τέων
ὄντων ἐν αὐτοῖς. ὅτε δὲ ἀνεπαύσατο
ἐν τῇ Βηθανίᾳ, τῷ τῆς ΥΠΑΚΟΗΣ
ΟΙΚΩΙ, μετὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ συστῆναι
τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἀναπαύσασθαι
τὸν Χριστὸν ἐν αὐτῇ, τότε ἐπανάγει
εἰς τὴν πόλιν ἣν καταλέλοιπε
καὶ ἧς ἔξω γέγονε,

Ωριγένης , Fragmenta in Psalmos 1–150 [Dub.] (2042: 044)


“Analecta sacra spicilegio Solesmensi parata, vols. 2 and 3”, Ed. Pitra,
J.B.2:Paris; 3:Venice: 2:Tusculum; 3:St. Lazarus Monastery, 2:1884;
3:1883, Repr. [Link] 6, verse 7, γρ. 2

ἐλεγχθῆναι, καὶ μὴ παιδευθῆναι ἐν ὀργῇ


αὐτοῦ, καὶ ἐλεηθῆναι, ἀσθενὴς ὢν, καὶ ἰα-
θῆναι ἀπὸ τῆς ταραχῆς τῶν ὀστέων καὶ
τῆς ψυχῆς αὐτοῦ.  – Σύμμαχος· ἐν χόλῳ,
587

ἐν ἀνυπερθεσίᾳ.
 Ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ
μνημονεύων σου.  
 Πᾶς ὁ μνημονεύων τῆς ζωῆς, τῆς εἰπού-
σης· Ἐγώ εἰμι ἡ ζωὴ, οὐκ ἔστιν ἐν θανάτῳ.
 Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν
Κλίνην μου.
 Προτρεπτικὸν πρὸς τὸ δακρύειν ἐν νυκτὶ
προσευχομένου.
 Αἰσχυνθείησαν καὶ ταραχθείησαν
σφόδρα πάντες οἱ ἐχθροί μου.
 Δαιμόνων τὸ διὰ παντὸς τὴν ἀνομίαν
ἐργάζεσθαι, ἀνθρώπων τὸ μὴ διὰ παντὸς,
ἀγγέλων τὸ μηδὲ διὰ παντὸς, μήτε μὴ διὰ
παντὸς, ὅπερ ἐστὶν οὐδέποτε.  – Ἀπὸ μοχ-
θηρῶν διαβουλιῶν ἀποπεσεῖν, οὐ κακὸν τῷ
ἀποπίπτοντι, οὐκ ἐρχομένῳ ἐπὶ τὸ μοχθη

Salaminius Hermias Sozomenus Scr. Eccl., Ιστορία εκκλησιαστική.


Book 6, Ch. 29, se. 10, γρ. 1

μωνα ἱερώμενον θεάσασθαι παρὰ τὴν ἱερὰν τράπεζαν θεῖον ἄγγελον


ἑστῶτα καὶ τῶν μοναχῶν τοὺς παρόντας ἐγγράφειν βίβλῳ τινί, τοὺς δὲ
ἀπόντας ἀπαλείφειν· Ἰωάννῃ δὲ τοσαύτην ὁ θεὸς ἐδωρήσατο δύναμιν
κατὰ παθῶν καὶ νοσημάτων, ὡς πολλοὺς ἰάσασθαι ποδαλγοὺς καὶ τὰ
ἄρθρα δια-λελυμένους.
 Ἐν τούτῳ δὲ καὶ Βενιαμὶμ γηραλέος εὖ μάλα λαμπρῶς ἀνὰ τὴν Σκῆτιν
ἐφιλοσόφει, δῶρον ἔχων παρὰ θεοῦ δίχα φαρμάκων ἐπαφῇ μόνῃ χειρὸς ἢ
ἐλαίῳ,
ᾧ ἐπηύχετο, πάσης ἀπαλλάσσειν νόσου τοὺς κάμνοντας. τὸν δὴ τοιοῦτον
λόγος
ὑδέρῳ περιπεσόντα τοσοῦτον οἰδῆσαι τὸ σῶμα, ὡς μὴ δυνηθῆναι διὰ τῶν

θυρῶν τοῦ οἰκήματος ἐν ᾧ διῆγεν ἐκκομισθῆναι, εἰ μὴ σὺν ταῖς θύραις


καὶ
τὰς παραστάδας καθεῖλον. ἐν δὲ τῷ νοσεῖν, ἐν κλίνῃ κεῖσθαι μὴ
δυνάμενος,
ἀμφὶ τοὺς ὀκτὼ μῆνας ἐπὶ δίφρου πλατυτάτου ἐκαθέζετο, συνήθως τοὺς
κάμνοντας ἰώμενος, αὐτὸς μηδὲν δυσφορῶν ὅτι μὴ τῆς ἐχούσης αὐτὸν
νόσου
ἀπήλλαττε· μᾶλλον μὲν οὖν καὶ τοὺς ὁρῶντας παρεμυθεῖτο καὶ ἐλιπάρει
τὸν
θεὸν ἱκετεύειν ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ ψυχῆς· σώματος δὲ αὐτῷ μηδὲν μέλειν·
588

Eunapius Hist., Soph., Vitae sophistarum (2050: 001)


“Eunapii vitae sophistarum”, Ed. Giangrande, [Link]: Polygraphica,
[Link] 7, Ch. 3, se. 12, γρ. 6

θρησιν τῆς ψυχῆς ἀνεγείραντες καὶ συστησάμενοι, σημείοις


ἐγχρίμπτουσιν ἀπηνέσι καὶ ἀγρίοις (ἐκεῖνοι ᾔδεσαν τὰ φαν-
θέντα σημεῖα). ὁ μὲν οὖν Χρυσάνθιος εὐθὺς καταπλαγεὶς καὶ
πρὸς τὴν ὄψιν ὑποπτήξας, τὴν γλῶσσαν ἐνδακών, “οὐ
μενετέον” εἶπεν “ἐμοὶ μόνον ἐνταῦθα, ὦ Μάξιμε φίλτατε,
ἀλλὰ καὶ φωλευτέον·” ὁ δὲ ἀναστήσας ἑαυτόν “ἀλλ' ἐπι-
λελῆσθαί μοι δοκεῖς,” εἶπεν “ὦ Χρυσάνθιε, τῆς παιδείας
ἣν ἐπαιδεύθημεν, ὡς τῶν ἄκρων γέ ἐστιν Ἑλλήνων καὶ
ταῦτα πεπαιδευμένων μὴ πάντως εἴκειν τοῖς πρώτως ἀπαν-
τήσασιν, ἀλλ' ἐκβιάζεσθαι τὴν τοῦ θείου φύσιν ἄχρις ἂν
ἐπικλίνῃ πρὸς τὸν θεραπεύοντα.” Χρυσανθίου δὲ ὑπολα-
βόντος, “ἴσως σὺ ταῦτα πράττειν εἶ δεινὸς καὶ τολμηρός,
ἐγὼ δὲ τούτοις οὐκ ἂν μαχεσαίμην τοῖς σημείοις” καὶ μετὰ
τοὺς λόγους ἀποχωρήσαντος, ὁ μὲν Μάξιμος ἐπέμεινεν ἅπαντα
πράττων, ἔστε ἔτυχεν ὧν ἐβούλετο καὶ κατεπεθύμει· ὁ δὲ  
Χρυσάνθιος ἀκινητότερος ἐπέμενεν ἀνδριάντος, τοὺς ἐξ ἀρχῆς
πεπηγότας παρ' ἑαυτῷ λογισμοὺς μηδὲ κινῆσαι διανοούμε-
νος. πάντες οὖν ἄνθρωποι παρὰ τὸν Μάξιμον ἤδη συνετρό-
χαζον κατὰ τὴν Ἀσίαν, ὅσοι τε ἦσαν ἐν ἀρχαῖς καὶ
Eunapius Hist., Soph., Vitae sophistarum Book 10, Ch. 6, se. 4, γρ. 3

ρικὸν ἐπετέτραπτο), καὶ φιλοθύτης ὢν καὶ διαφερόντως


Ἕλλην (καί τοί γε ἡ κοινὴ κίνησις πρὸς ἑτέρας ἔφερε ῥοπάς),
ἐξὸν αὐτῷ πρὸς τὰ καίρια τῆς ἀρχῆς ἐλθεῖν, καὶ διοικεῖν
ἕκαστα πρὸς ὃ βούλοιτο, ὁ δέ, χρυσῆς τινὸς αὐτὸν μανίας
ὑπολαβούσης ἰδεῖν τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὰ τῶν λόγων εἴδωλα
διὰ τῆς παιδεύσεως ἐπὶ τὴν αἴσθησιν, μεθ' οὕτως ἀριπρε-
ποῦς ἀξιώματος φερόμενος, συλλαβεῖν, καὶ τὸ νοούμενον ἐκ
τῶν ἀρχαίων ἰνδαλμάτων φάντασμα ἐπὶ τὴν ὄψιν σπάσαι,
πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἔσπευσε. καὶ πρόβλημά γέ τι τοῖς σοφι-
σταῖς προπέμψας (ἐτεθήπεσαν δὲ αὐτὸν ἡ Ἑλλάς, τό τε
φρόνημα ἀκούοντες καὶ τὴν παιδείαν, καὶ ὅτι ἀκλινὴς ἦν
καὶ ἀδωροδόκητος), ἐκέλευεν ἅπαντας τὸ αὐτὸ μελετᾶν
πρόβλημα. οἱ δὲ τοῦτο αὐτὸ ἐπιτηδεύοντες καὶ κατὰ τὴν
ἑκάστην ἡμέραν ἀλλήλοις ἐπιβουλεύοντες, ὅμως (ἀνάγκη
γὰρ ἐκέλευεν) συνεκρίθησαν, καὶ περὶ τῆς καλουμένης στά-
σεως τοῦ προβλήματος πολλοὺς ἐν ἀλλήλοις λόγους ἀντε-
589

πιχειρήσαντες (οὐκ ἔγνω τούτου τοῦ πράγματος γελοιότε-


ρον ὁ συγγραφεύς), διεκρίθησαν ἀπ' ἀλλήλων ἕκαστος, διὰ
φιλοτιμίαν ἕκαστος ἐπαινῶν τὴν ἰδίαν δόξαν καὶ πρὸς τὰ
μειράκια φιλοτιμούμενος. ὡς δὲ βαρύτερος ἦν τῆς Περσικῆς
ἐκείνης καὶ πολυυμνήτου στρατιᾶς ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα κατιὼν

Socrates Scholasticus Hist., Ιστορία εκκλησιαστική. Book 5, Ch. 11, γρ.


18

Ἐν δὲ τῇ Ἰταλίᾳ κομιδῆ νέου τυγχάνοντος Οὐαλεντινιανοῦ, τὴν


τῶν πραγμάτων εἶχε φροντίδα Πρόβος ἀπὸ ὑπάτων τὴν ὑπάρχων
τότε χειρίζων ἀρχήν. Ἰουστίνα δὲ ἡ τοῦ βασιλέως Οὐαλεντινιανοῦ
μήτηρ, τὰ Ἀρειανῶν φρονοῦσα, ζῶντος μὲν τοῦ ἀνδρὸς, οὐδὲν εἶχε
βλάπτειν τοὺς φρονοῦντας τὸ ‘ὁμοούσιον·’ ἐπειδὴ δὲ κομιδῆ νέος
ἦν ὁ υἱὸς, καταλαμβάνουσα τὴν Μεδιολάνων ταραχὰς μεγίστας  
κατὰ τοῦ ἐπισκόπου Ἀμβροσίου ἐκίνησεν, εἰς ἐξορίαν αὐτὸν πεμ-
φθῆναι κελεύουσα. Ὡς δὲ ὁ λαὸς ἀντεῖχεν, ὑπερβαλλόντως ἀγα-
πῶν τὸν Ἀμβρόσιον, καὶ τοῖς ἕλκειν ἐπὶ τὴν ἐξορίαν σπουδάζουσιν
ἀνθίστατο, ἐν τοσούτῳ ἀγγέλλεται, ὅτι Γρατιανὸς δόλῳ τοῦ τυράν-
νου Μαξίμου ἀνῄρητο. Ἐν φορείῳ γὰρ Κλίνην μιμουμένῳ καὶ ὑπὸ
ἡμιόνων φερομένῳ κατακρυφθεὶς ὁ τοῦ Μαξίμου στρατηγὸς Ἀνδρα-
γάθιος, προλέγειν τοῖς δορυφόροις κελεύσας, ὡς εἴη τοῦ βασιλέως
Γρατιανοῦ γαμετὴ, ὑπαντᾷ τῷ βασιλεῖ πρὸ Λουγδούνου τῆς ἐν
Γαλλίᾳ πόλεως ποταμὸν διαβαίνοντι. Ὁ δὲ πιστεύσας τὴν γαμε-
τὴν εἶναι, τὸν δόλον οὐκ ἐφυλάξατο· ἀλλ' ὥσπερ τυφλὸς εἰς ὄρυγμα,
τοῦ πολεμίου εἰς τὰς χεῖρας ἐνέπεσεν· ἐκπηδήσας γὰρ ἐκ τοῦ φερέ-
τρου Ἀνδραγάθιος τὸν Γρατιανὸν διεχειρίσατο.

Socrates Scholasticus Hist., Ιστορία εκκλησιαστική. Book 7, Ch. 4, γρ.


6

ἀποβὰν τῇ ἐκκλησίᾳ, τὸν μὲν Θεοδόσιον λόγῳ παρεμυθήσατο,


πείσας ἀνεξικάκως τὸν ἡσύχιον βίον ἀσπάζεσθαι, προκρίνειν τε
τὰ κοινὰ τῶν ἰδίων διδάξας. Γράφει τε τῷ Ἀγαπητῷ, ἔχεσθαι
τῆς ἐπισκοπῆς μηδὲν ἐκ τῆς Θεοδοσίου λύπης ἀνιαρὸν ὑφορώ-
μενον.

Περὶ τοῦ ἰαθέντος ἐν τῷ θείῳ βαπτίσματι Ἰουδαίου παραλυτικοῦ ὑπὸ


Ἀττικοῦ τοῦ ἐπισκόπου.
590

 Ἓν μὲν οὖν τοῦτο χρηστὸν ἐπὶ τῶν Ἀττικοῦ χρόνων τῇ ἐκκλη-
σίᾳ ὑπῆρξεν· οὔτε δὲ θαυμάτων ἢ ἰαμάτων ἡ τῶν χρόνων τούτων
κατάστασις ἄμοιρος ἦν. Ἰουδαῖος γάρ τις παραλυτικὸς ὢν ἐκ
πολλῶν ἐτῶν ἐπὶ Κλίνης κατέκειτο, καὶ πάσης ἰατρικῆς εἰς
αὐτὸν γυμνασθείσης, καὶ πάσης Ἰουδαϊκῆς εὐχῆς οὐδὲν ἐπ' αὐτῷ
δυνηθείσης, τέλος προστρέχει τῷ Χριστιανικῷ βαπτίσματι, τούτῳ
μόνῳ ἀληθινῷ ἰατρῷ χρήσασθαι πιστεύσας. Τοῦτο καταφανὲς
τῷ ἐπισκόπῳ Ἀττικῷ ταχέως ἐγίνετο· κατηχήσας οὖν αὐτὸν, καὶ
τὴν εἰς Χριστὸν ἐλπίδα εὐαγγελισάμενος, κομισθῆναι σὺν τῇ κλίνῃ
κελεύει ἐπὶ τὸ φωτιστήριον. Ὁ δὲ παραλυτικὸς Ἰουδαῖος εἰλι-
κρινεῖ πίστει τὸ βάπτισμα δεξάμενος, ἀπὸ τῆς κολυμβήθρας τοῦ
βαπτιστηρίου ἀναληφθεὶς, εὐθὺς ἀπήλλακτο τοῦ νοσήματος, καὶ
τοῦ λοιποῦ ἐν τοῖς ὑγιαίνουσιν ἦν. Ταύτην τὴν θεραπείαν ἡ τοῦ
Χριστοῦ δύναμις καὶ ἐπὶ τοῖς ἡμετέροις καιροῖς δεῖξαι τοῖς ἀνθρώ

Socrates Scholasticus Hist., Ιστορία εκκλησιαστική.


Book 7, Ch. 4, γρ. 11

Περὶ τοῦ ἰαθέντος ἐν τῷ θείῳ βαπτίσματι Ἰουδαίου παραλυτικοῦ ὑπὸ


Ἀττικοῦ τοῦ ἐπισκόπου.

 Ἓν μὲν οὖν τοῦτο χρηστὸν ἐπὶ τῶν Ἀττικοῦ χρόνων τῇ ἐκκλη-
σίᾳ ὑπῆρξεν· οὔτε δὲ θαυμάτων ἢ ἰαμάτων ἡ τῶν χρόνων τούτων
κατάστασις ἄμοιρος ἦν. Ἰουδαῖος γάρ τις παραλυτικὸς ὢν ἐκ
πολλῶν ἐτῶν ἐπὶ Κλίνης κατέκειτο, καὶ πάσης ἰατρικῆς εἰς
αὐτὸν γυμνασθείσης, καὶ πάσης Ἰουδαϊκῆς εὐχῆς οὐδὲν ἐπ' αὐτῷ
δυνηθείσης, τέλος προστρέχει τῷ Χριστιανικῷ βαπτίσματι, τούτῳ
μόνῳ ἀληθινῷ ἰατρῷ χρήσασθαι πιστεύσας. Τοῦτο καταφανὲς
τῷ ἐπισκόπῳ Ἀττικῷ ταχέως ἐγίνετο· κατηχήσας οὖν αὐτὸν, καὶ
τὴν εἰς Χριστὸν ἐλπίδα εὐαγγελισάμενος, κομισθῆναι σὺν τῇ κλίνῃ
κελεύει ἐπὶ τὸ φωτιστήριον. Ὁ δὲ παραλυτικὸς Ἰουδαῖος εἰλι-
κρινεῖ πίστει τὸ βάπτισμα δεξάμενος, ἀπὸ τῆς κολυμβήθρας τοῦ
βαπτιστηρίου ἀναληφθεὶς, εὐθὺς ἀπήλλακτο τοῦ νοσήματος, καὶ
τοῦ λοιποῦ ἐν τοῖς ὑγιαίνουσιν ἦν. Ταύτην τὴν θεραπείαν ἡ τοῦ
Χριστοῦ δύναμις καὶ ἐπὶ τοῖς ἡμετέροις καιροῖς δεῖξαι τοῖς ἀνθρώ-
ποις ἠθέλησε· δι' ἣν Ἕλληνες μὲν πολλοὶ πιστεύσαντες ἐβαπτί-
σθησαν· Ἰουδαίους δὲ, καίπερ ‘σημεῖα ζητοῦντας,’ οὐδὲ τὰ γινόμενα
σημεῖα προσηγάγετο. Τοιαῦτα μὲν οὖν παρὰ τοῦ Χριστοῦ τοῖς
ἀνθρώποις ὑπῆρχε χρηστά.  
591

Ὅπως Σαββάτιος ὁ ἐξ Ἰουδαίων, Ναυατιανῶν πρεσβύτερος, ἀπέστη


τῶν

Socrates Scholasticus Hist., Ιστορία εκκλησιαστική. Book 7, Ch. 46, γρ.


25

ἤδη λεκτέον· μέλλων τελευτᾷν, πάντας τοὺς τῶν ὑπ' αὐτὸν ἐκκλη-
σιῶν ἱερωμένους μεταπεμψάμενος, ‘Φροντίσατε,’ ἔφη, ‘ἀναδεῖξαί
τινα ἐπίσκοπον, ἕως ἔτι ἐν πνέουσιν εἰμί· ἵνα μὴ μετὰ ταῦτα
ταραχὴν αἱ ἐκκλησίαι ὑμῶν ὑπομείνωσι.’ Τῶν δὲ λεγόντων, ‘μὴ
αὐτοῖς τὴν περὶ τούτου ψῆφον ἐπιτρέπειν, ἄλλος γὰρ ἄλλο κριτή-
ριον ἔχοντες οὐδαμῶς τὸν αὐτὸν ὀνομάσαιμεν, ἀλλ' αὐτόν σε ἀνα-
δεικνύναι ὃν βούλει αἱρούμεθα.’ ‘Οὐκοῦν,’ ἔφη ὁ Παῦλος, ‘ἔγγραφόν
μοι τὴν ὁμολογίαν ταύτην ἐπίδοτε, ὅτι τοῦτον αἱρεῖσθε, ὃν ἂν ἐγὼ
αὐτὸς ψηφισαίμην.’ Τῶν δὲ τοῦτο ποιησάντων καὶ ὑπογραψάντων,
αὐτὸς ἀνακαθίσας τῆς Κλίνης καὶ λαθὼν τοὺς παρόντας ἐνέγραψεν
ὄνομα Μαρκιανοῦ· ὃς ἐν μὲν τῇ τῶν πρεσβυτέρων τάξει ἐτέτακτο,
καὶ ὑπ' αὐτῷ τὸν ἀσκητικὸν ἐπαιδεύετο βίον, ἀπεδήμει δὲ τηνι-
καῦτα. Εἶτα σφραγίσας αὐτὸς, καὶ τοὺς πρώτους τοῦ πρεσβυτερίου
ἐπισφραγίσαι ποιήσας, παρέθετο τοῦτο τὸ βιβλίον Μάρκῳ, ὅστις  
ἐν Σκυθίᾳ Ναυατιανῶν ἐπίσκοπος ἦν, τότε δὲ ἐπεδήμει τῇ πόλει·
καὶ τάδε ἔφη πρὸς αὐτόν· ‘Εἰ μὲν θέλει Θεὸς ἔτι με περιεῖναι εἰς
τόνδε τὸν βίον, τήνδε μοι παρακαταθήκην φυλάξας ἀπόδος· εἰ δέ
με δοκεῖ αὐτῷ μεταστῆσαι, ἐν τούτῳ εὑρήσεις τὸν ὑπ' ἐμοῦ μετ'
ἐμὲ ψηφισθέντα ἐπίσκοπον.’ Ταῦτα εἰπὼν ἐτελεύτησε.

Philostorgius Scr. Eccl., Ιστορία εκκλησιαστική. (fragmenta ap.


Photium) (2058: 001)“Philostorgius. Kirchengeschichte, 3rd edn.”, Ed.
Winkelmann, F. (post J. Bidez)Berlin: Akademie–Verlag, 1981; Die
griechischen christlichen [Link] 11, fragment 2, γρ. 21

ὅμως ἡ νίκη τὸν τύραννον μυσαχθεῖσα τὴν ἔννομον βασιλείαν συν-


διεκόσμει. συλλαμβάνεται τοίνυν ὁ τύραννος καὶ 8τῆς κεφαλῆς ἀπο-
τέμνεται. ὁ μέντοι Ἀρβαγάστης τῆς σωτηρίας ἀπογνούς, 8ἐπιπεσὼν
ἀναιρεῖ ἑαυτὸν 8τῷ ξίφει. μετὰ δὲ ταῦτα παραγεγονὼς ὁ βασιλεὺς ἐν
Μεδιολάνῳ μεταπέμπεται τὸν ἑαυτοῦ παῖδα Ὀνώριον καὶ τὴν Ἑσπέραν
ἐγχειρίζει πᾶσαν. 8μετὰ δὲ τὴν κατὰ τοῦ τυράννου 8νίκην τῇ τοῦ ὑδέρου
νόσῳ κρατηθεὶς τελευτᾷ τὸν βίον, βασιλεύσας δέκα καὶ ἓξ ἔτη, ἐν ὅλοις  
δὴ βασιλεύων εἰς ὑψηλοὺς τοῦ βίου καταλήξας τέρμονας· «ἐπί τε γὰρ
νίκαις λαμπραῖς καὶ μοναρχήσας Ῥωμαίων καὶ δυοῖν βασιλέων πατέρα
ἑαυτὸν ἐπιδὼν καὶ τούτοις ἀστασίαστον παραπέμψας τὴν βασιλείαν,
κἀπὶ τῆς ἑαυτοῦ Κλίνης εὐδαιμονέστατα προλείπει τὸν βίον, τοῦ θερ-
592

μοῦ μοι δοκῶ κατὰ τῶν εἰδώλων ζήλου τοῦτο γέρας ἐξενεγκών.»
 Ταῦτα λέγων ὁ δυσσεβὴς περὶ τοῦ εὐσεβεστάτου Θεοδοσίου, οὐκ
αἰσχύνεται κωμῳδεῖν αὐτὸν ἐπ' ἀκρασίᾳ βίου καὶ 8τρυφῆς ἀμετρίᾳ, δι'
ἣν αὐτὸν ἁλῶναι γράφει καὶ τῷ τοῦ ὑδέρου νοσήματι.
 Ὅτι Ἀρκαδίῳ μὲν ἐπ' Ἀνατολῆς Ῥουφῖνος παρεδυνάστευεν,

Philostorgius Scr. Eccl., Ιστορία εκκλησιαστική. (fragmenta e passione


Artemii) (2058: 003)“Philostorgius. Kirchengeschichte, 3rd edn.”, Ed.
Winkelmann, F. (post J. Bidez)Berlin: Akademie–Verlag, 1981; Die
griechischen christlichen [Link] 6, fragment 6a – 7a, γρ. 12

ζόμενα ἐπ' αὐτῷ τελέσασα, λάρνακι τοῦτον ἐνέθεσαν τοῖς εἰωθόσιν εἰς
τὸ διαρκέσαι σκευάσαντες τὸν νεκρόν. καὶ εἰς ἁρμάμαξαν ἐνθέμενοι,
ἐκό-μιζον ἐπὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν σὺν τοῖς οἰκείοις ἕκαστος ὅπλοις
αὐτῷ
ἐφεπόμενοι καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν κόσμον ὅνπερ καὶ ζῶντος ὑπὸ τοῖς
ἡγεμόσι τεταγμένοι ἐτύγχανον. [§ 21] οὗτοι μὲν δὴ τὴν Κωνσταντινού-
πολιν εἶχον ἄγοντες τὸν νεκρόν· καὶ ὁ Ἰουλιανὸς συνωμάρτησεν ἐκ
τῶν Ἰλλυριῶν ἀφικόμενος καὶ ἤδη βεβαίως ἔχων τὴν πᾶσαν βασιλείαν,
οὐδενὸς αὐτῷ μετὰ τὸν Κωνσταντίου θάνατον ἐναντιωθῆναι τολ-
μήσαντος. 8κομιζομένου δὲ 8τοῦ νεκροῦ ἐπὶ 8τὸν νεὼν τῶν ἀποστόλων,
ἵναπερ αὐτὸν καταθήσειν 8πλησίον τοῦ πατρὸς ἔμελλον, αὐτὸς ἡγεῖτο
τῆς Κλίνης, 8τὸ διάδημα τῆς κεφαλῆς περιελών. ἐπεὶ δὲ ἔθαψαν  
αὐτόν, ἐπὶ τὰ βασίλεια ἤδη ἀπαλλαττόμενος, τό τε διάδημα ἐπέθετο
αὖθις καὶ τῶν πραγμάτων ἐγκρατὴς ἦν, μόνος ἤδη τὴν ὅλην τῶν
Ῥωμαίων βασιλείαν ὑποζωσάμενος. ἐπεὶ οὖν ὁ Κωνστάντιος ἐκ ποδῶν
ἦν, εἰς τοὺς ὑπολειπομένους καὶ μάλιστα τῷ φθόνῳ τὴν αἰτίαν παρα-
σχομένους τῆς ἀναιρέσεως Γάλλου ἀνέψυχε τὸ ζέον τῆς ὀργῆς. καὶ
αὐτίκα Εὐσέβιον μὲν τὸν πραιπόσιτον τῆς κεφαλῆς ἀφαιρεῖται, διότι
τὴν ἀρχήν τε ἐφαίνετο ἐκ τῶν ἑαυτοῦ διαβολῶν τὸν ἅπαντα τῷ
Γάλλῳ φόνον συγκερασάμενος·

Asterius Scr. Eccl., Homiliae 1–14 (2060: 001)


“Asterius of Amasea. Homilies i–xiv”, Ed. Datema, C.
Leiden: Brill, [Link] 1, Ch. 4, se. 1, γρ. 5

βαδίζουσι δὲ παρεπόμενα, οὐκ ἀναχωροῦντα μέχρι πολλοῦ.


         Ἐκεῖ λέοντες καὶ παρδάλεις, ἄρκτοι καὶ ταῦροι καὶ κύνες· ὕλαι καὶ
πέτραι, καὶ ἄνδρες θηροκτόνοι καὶ πᾶσα ἡ τῆς γραφικῆς ἐπιτήδευσις
μιμουμένη τὴν φύσιν. Ἔδει γὰρ μὴ τοὺς τοίχους αὐτῶν μόνον, ὡς ἔοικεν,
593

καὶ τὰς οἰκίας κοσμεῖσθαι, ἀλλ' ἤδη καὶ τοὺς χιτῶνας καὶ τὰ ἐπ' ἐκείνοις
ἱμάτια.
 Ὅσοι δὲ καὶ ὅσαι τῶν πλουτούντων εὐλαβέστεροι, ἀναλεξάμενοι  
τὴν εὐαγγελικὴν ἱστορίαν τοῖς ὑφανταῖς παρέδωκαν· αὐτὸν λέγω τὸν
Χριστὸν ἡμῶν μετὰ τῶν μαθητῶν ἁπάντων, καὶ τῶν θαυμασίων ἕκαστον
ὡς ἡ διήγησις ἔχει. Ὄψει τὸν γάμον τῆς Γαλιλαίας καὶ τὰς ὑδρίας· τὸν
παραλυτικὸν τὴν Κλίνην ἐπὶ τῶν ὤμων φέροντα· τὸν τυφλὸν τῷ πηλῷ
θεραπευόμενον· τὴν αἱμορροοῦσαν τοῦ κρασπέδου λαμβανομένην· τὴν
ἁμαρτωλὸν τοῖς ποσὶν τοῦ Ἰησοῦ προσπίπτουσαν· τὸν Λάζαρον ἐκ
τοῦ τάφου πρὸς τὴν ζωὴν ὑποστρέφοντα.

Asterius Scr. Eccl., Homiliae 1-14 Homily 1, Ch. 7, se. 4, γρ. 3

Ἐπεθύμει καὶ τῶν ψιχίων τῆς τραπέζης καὶ οὐδὲ τούτων ἐτύγχανεν·
ἀλλ' ὁ μὲν τῇ πλησμονῇ διερρήγνυτο, ὁ δὲ ὑπὸ τῆς ἐνδείας ἐτήκετο.
Καλὸν οὖν ἦν καὶ δίκαιον τὴν Χαναναίαν ἐκείνην τὴν Φοίνισσαν
διδάσκαλον ἐπιστῆσαι τῷ μισανθρώπῳ πλουσίῳ, λέγουσαν ἐκεῖνα τὰ
γεγραμμένα ὅτι Ὦ ἀλάστορ καὶ ὑπερήφανε, καὶ τὰ κυνάρια
ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης
τῶν κυρίων αὐτῶν· σὺ δὲ τὸν ἀδελφόν σου, τὸν ὁμόφυλον, ταύτης
τῆς δωρεᾶς οὐκ ἠξίωσας;
         Ἀλλ' οἱ μὲν κύνες ἐπιμελῶς ἐτρέφοντο,
κατ' ἰδίαν οἱ φύλακες, χωρὶς οἱ θηρευτικοί· καὶ στέγης ἠξιοῦντο καὶ
Κλίνης καὶ θεραπευτὰς εἶχον ἀποκεκληρωμένους κατὰ σπουδήν, ἔρριπτο

δὲ χαμαὶ ἡ τοῦ Θεοῦ εἰκὼν ἀμελουμένη καὶ πατουμένη, ἣν ἰδίᾳ χειρὶ ὁ  


τῶν ὅλων ἀριστοτέχνης καὶ δημιουργὸς διεπλάσατο, εἰ τῷ Μωϋσῆς
ἀξιόπιστος τεκμηριῶσαι τῶν ἀνθρώπων τὴν γένεσιν.
 Εἰ μὲν οὖν ἐτελεύτησεν μέχρι τούτου τὸ τοῦ Λαζάρου διήγημα
καὶ οὕτως εἶχε τῶν πραγμάτων ἡ φύσις, ὡς τῇ ἀνωμαλίᾳ τοῦ βίου τούτου
τὴν ζωὴν ἡμῶν περιγράφεσθαι, μεγάλας ἂν ἀφῆκα σχετλιάζων φωνάς,
ἐφ' οἷς οἱ κτισθέντες ὁμοτίμως οὕτως ἀνίσως μετὰ τῶν ὁμοφύλων
διάγομεν.
         Ἐπειδὴ δὲ καλὰ τὰ λειπόμενα πρὸς ἀκρόασιν, ἐν τοῖς
παρελθοῦσι στενάξας, ὁ πένης, ἐν τοῖς ἀκολούθοις εὐθύμησον μαθὼν

Asterius Sophista Scr. Eccl., Commentarii in Psalmos (homiliae 31)


(2061: 001)“Asterii sophistae commentariorum in Psalmos quae
supersunt”, Ed. Richard, [Link]: Bro̸gger, 1956; Symbolae Osloenses,
fasc. suppl. [Link] 5, se. 5, γρ. 3
594

σωφροσύνῃ θάνατος. Διὰ τοῦτο γὰρ αὐτὴν καὶ ἀμνάδα εἶπεν


ἡ γραφή, ὅτι ἄσπιλον καὶ ἄμωμον τὸ σῶμα τῷ ἀνδρὶ ἐφύλαττεν.
Ἔλεγε γὰρ Νάθαν ὁ προφήτης ἐν τῇ παραβολῇ· Ἦλθε δὲ
ὁδοιπόρος πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν πλούσιον, καὶ ἐφείσατο,
καὶ ἔλαβε τὴν ἀμνάδα τοῦ ἀνδρὸς τοῦ πένητος καὶ
ἔσφαξεν, ἀμνάδα τὴν ὕπανδρον διὰ τὴν ἀμίαντον κοίτην καλῶν
– Τίμιος γὰρ ὁ γάμος καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος – σφαγὴν δὲ τὴν
μοιχείαν λέγων, ἐπειδὴ σφαγὴ καὶ φόνος ἡ ὕβρις τῇ σώφρονι.
Ἀλλ' ἐπειδὴ διὰ νηστείας ὁ Δαυὶδ τὴν μοιχείαν ἀπέπλυνε καὶ  
δάκρυσι τοὺς σπίλους τῶν αἱμάτων ἀπεσπίλωσε καὶ καθ' ἑκάστην
νύκτα τὴν Κλίνην ἐν δάκρυσιν ἔλουεν, ἐπειδὴ ἀκαίρως γυναῖκα
λουομένην ἐθεώρησε, διὰ τοῦτο εἰς τὸ τέλος ἐν ὕμνοις. Εἰς
τὴν ἀρχὴν ἐν ψόγοις, εἰς τὸ τέλος ἐν ὕμνοις· εἰς τὴν ἀρχὴν
ὀφθαλμὸς ἐπιθυμίαν βλύζων, εἰς τὸ τέλος ὀφθαλμὸς πηγὰς
δακρύων προχέων. Εἰς τὸ τέλος ἐν ὕμνοις. Ψαλμὸς δὲ τῷ
Δαυὶδ ἡ πρᾶξις τῆς μετανοίας, ὁ καρπὸς τῆς σωτηρίας. Καὶ
ἐπειδὴ ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ἐκεῖ ἐπερίσσευσεν ἡ
δικαιοσύνη, διὰ τοῦτο ἔλεγεν· Ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰς-
ήκουσέ μου ὁ θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου. Ἐπειδὴ γὰρ τὴν
ἁμαρτίαν ὡς τυραννίδα ἔρριψα, τὴν δὲ δικαιοσύνην ὡς βασιλείαν
ἐφόρεσα, εἰσήκουσεν ὁ θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου.

Asterius Sophista Scr. Eccl., Commentarii in Psalmos (homiliae 31)


Homily 12, se. 21, γρ. 6

ἕως λογισμῶν καὶ ἐνθυμήσεων ἐσκίρτα ὁ τάραχος, ἀλλὰ γὰρ καὶ


αὐτὴν τὴν ψυχὴν ταράξας τῇ πράξει ἐβύθισε. Καὶ ἡ ψυχή μου
ἐταράχθη σφόδρα· ἡ ψυχή μου, ἡ τὴν προφητείαν δεξαμένη·
ἡ ψυχή μου, ἡ τῶν ψαλμῶν πηγή· ἡ ψυχή μου, ἡ ἀποθήκη
τῶν μυστηρίων τοῦ θεοῦ. Ὅπου εἰρήνη ἐθαλαμεύετο, ἐκεῖ ὁ πό-
λεμος τῆς ἁμαρτίας κατ' ἐμοῦ ὠρχήσατο. Καὶ σύ, κύριε,
ἕως πότε; Οὐκ ἐβράδυνα πρὸς μετάνοιαν· μὴ βραδύνῃς πρὸς τὴν
ἐμὴν πρόνοιαν. Εἶπας· Ἐὰν ἀποστραφεὶς στενάξῃς, τότε
σωθήσῃ. Ἐπεὶ οὖν ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, ἕως
πότε; Καὶ οὐ μόνον στενάζω, ἀλλὰ καὶ κλαίω καὶ δακρύω καὶ
δάκρυσι τὴν Κλίνην σπιλῶ, λέγων· Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα
τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου
βρέξω. Ἕως πότε; Τὸ δὲ Ἕως πότε; οὐκ ἔλεγεν ἀποδυσπε-
τῶν, ἀλλὰ τὸ πέρας τῶν πειρασμῶν καὶ τὸ τέλος τῶν θλίψεων
μαθεῖν ἐκδεχόμενος. Οὐδὲ γὰρ περὶ τοῦ ἀφεθῆναι αὐτῷ τὴν ἁμαρ-
τίαν τὸ Ἕως πότε; ἔλεγεν. Ὁ γὰρ ἀκούσας· Καὶ κύριος ἀφῆκε
595

τὸ ἁμάρτημά σου, οὐκ ἂν ὡς ἀπιστῶν εἶπεν· Ἕως πότε;


Καὶ ὁ εἰρηκώς· Εἶπα· Ἐξαγορεύσω κατ' ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν
μου τῷ κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας
μου, οὐκ ἂν τὸ Ἕως πότε; περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν ἔλεγεν.  
Ἀλλ' ἐπειδὴ τὴν μὲν τῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσιν ἔλαβεν, ἐπὶ πολλοὺς

Asterius Sophista Scr. Eccl., Commentarii in Psalmos (homiliae 31)


Homily 12, se. 21, γρ. 7

αὐτὴν τὴν ψυχὴν ταράξας τῇ πράξει ἐβύθισε. Καὶ ἡ ψυχή μου


ἐταράχθη σφόδρα· ἡ ψυχή μου, ἡ τὴν προφητείαν δεξαμένη·
ἡ ψυχή μου, ἡ τῶν ψαλμῶν πηγή· ἡ ψυχή μου, ἡ ἀποθήκη
τῶν μυστηρίων τοῦ θεοῦ. Ὅπου εἰρήνη ἐθαλαμεύετο, ἐκεῖ ὁ πό-
λεμος τῆς ἁμαρτίας κατ' ἐμοῦ ὠρχήσατο. Καὶ σύ, κύριε,
ἕως πότε; Οὐκ ἐβράδυνα πρὸς μετάνοιαν· μὴ βραδύνῃς πρὸς τὴν
ἐμὴν πρόνοιαν. Εἶπας· Ἐὰν ἀποστραφεὶς στενάξῃς, τότε
σωθήσῃ. Ἐπεὶ οὖν ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, ἕως
πότε; Καὶ οὐ μόνον στενάζω, ἀλλὰ καὶ κλαίω καὶ δακρύω καὶ
δάκρυσι τὴν Κλίνην σπιλῶ, λέγων· Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα
τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου
βρέξω. Ἕως πότε; Τὸ δὲ Ἕως πότε; οὐκ ἔλεγεν ἀποδυσπε-
τῶν, ἀλλὰ τὸ πέρας τῶν πειρασμῶν καὶ τὸ τέλος τῶν θλίψεων
μαθεῖν ἐκδεχόμενος. Οὐδὲ γὰρ περὶ τοῦ ἀφεθῆναι αὐτῷ τὴν ἁμαρ-
τίαν τὸ Ἕως πότε; ἔλεγεν. Ὁ γὰρ ἀκούσας· Καὶ κύριος ἀφῆκε
τὸ ἁμάρτημά σου, οὐκ ἂν ὡς ἀπιστῶν εἶπεν· Ἕως πότε;
Καὶ ὁ εἰρηκώς· Εἶπα· Ἐξαγορεύσω κατ' ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν
μου τῷ κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας
μου, οὐκ ἂν τὸ Ἕως πότε; περὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν ἔλεγεν.  
Ἀλλ' ἐπειδὴ τὴν μὲν τῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσιν ἔλαβεν, ἐπὶ πολλοὺς
δὲ χρόνους θλίψεσι καὶ πειρασμοῖς ἐπάλαιε, καὶ χειρουργηθεὶς τὴν

Asterius Sophista Scr. Eccl., Commentarii in Psalmos (homiliae 31)


Homily 20, se. 16, γρ. 11

μαθηταὶ ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον. Ἐπεὶ οὖν αἱ ἡμερι-


ναὶ ὧραι νυκτεριναὶ ἐν τῷ πάθει γεγόνασιν, ὅτε καὶ αὐτὴ ἡ ἡμέρα
τὴν εἰκόνα τῶν ἀποστόλων ἐν αὐτῇ γράφουσα εἰς σκότος μετε-
βάλλετο – Ἀπὸ γὰρ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐφ' ὅλην
τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης – διὰ ταῦτα ὁ χορὸς τῶν ἀποστό-
λων, ἀποθανόντος Χριστοῦ καὶ ἐκλείποντος τοῦ μόνου ὁσίου ἐπὶ
γῆς, ἐπειδὴ ἔμαθε λέγειν· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς,
596

ἐβόα· Σῶσόν με, κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος, ἀντὶ τοῦ


ἐξέπνευσε. Τὸ γὰρ ἐκπνεῦσαι ἐκλιπεῖν λέγεται· Καὶ ἐκλιπὼν
Ἰσαὰκ ἀπέθανεν. Ἐξάρας Ἰακὼβ τοὺς πόδας ἐπὶ τὴν
Κλίνην ἐξέλιπεν. Ὅτι δὲ ἐξέπνευσεν ὁ κύριος· Κράξας, φησίν,
ὁ Ἰησοὺς φωνῇ μεγάλῃ ἐξέπνευσεν. Ὅτι δὲ καὶ ὅσιος· Οὐ
δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν· ὅσιος, ἄκακος,
ἀμίαντος. Ἐπεὶ οὖν ἐν τῷ πάθει ὁ κόσμος ὡς πλοῖον ἐχει-
μάζετο, ὅτε ἡ γῆ ὡς θάλασσα ἐταράττετο, ὅτε αἱ πέτραι ὡς
κύματα ἐλογίζοντο, ὅτε τὸ σκότος ὡς γνόφος κατήρχετο, ὅτε ἐπὶ τὸν
ἱστὸν τὸν σταυρὸν ὁ κυβερνήτης ἐκρέματο, ὅτε τὸ καταπέτασμα
ὡς ἄρμενον περιεσχίζετο, τότε ὁ ἀποστολικὸς χορὸς τοῦ κυβερνήτου
χηρεύσας καὶ χειμαζόμενος ἀνεβόα· Σῶσόν με, κύριε, ὅτι
ἐκλέλοιπεν ὅσιος. Οὗτος ἐν ἄλλοις τὸν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τῆς
τοιαύτης θαλάσσης χειμῶνα ἐδήλου λέγων· Σῶσόν με, κύριε,

Ιωάννης Χρυσόστομος. Ad Stagirium a daemone vexatum (lib. 1-3) Vol


47, pg 468, ln 9

λύτροποι διὰ τούτου κατεσκευάζοντο συμφοραί· οἱ   


γὰρ ἀδελφοὶ τὸν χιτωνίσκον τὸν ἐκείνου βάψαντες
αἵματι καὶ ἐπιδείξαντες τῷ πατρὶ, ποικίλον αὐτῷ
τὸ πένθος εἰργάσαντο. Οὐ γὰρ τὴν τελευτὴν ἐπένθει
μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον τῆς τελευτῆς, καὶ πολλὰ
ἦν τὰ συγχέοντα αὐτοῦ τὴν ψυχήν· ὅτι ὁ τῆς φιλου-
μένης υἱὸς, ὅτι ὁ τῶν ἄλλων ἁπάντων βελτίων, ὅτι
ὁ μάλιστα ἀγαπώμενος, ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ τῆς ἡλικίας
ἄνθει, ὅτι παρ' αὐτοῦ πεμφθεὶς, ὅτι μηδὲ ἐπὶ τῆς
οἰκίας, μηδὲ ἐπὶ τῆς Κλίνης, μηδὲ παρεστῶτος τοῦ
πατρὸς, μηδὲ εἰπών τι καὶ ἀκούσας, ὅτι μὴ τῷ κοι-
νῷ πάντων θανάτῳ, ὅτι ζῶν ὑπὸ τῆς τῶν θηρίων
ὠμότητος ἐσπαράττετο, ὅτι μηδὲ τὰ λείψανα συν-
αγαγεῖν εὕρισκε καὶ παραδοῦναι τῇ γῇ, ὅτι οὐδὲ ἐν
νεότητι ταῦτα ὑπέμεινεν, ὅτε ἐνεγκεῖν δυνατὸν ἦν,
ἀλλ' ἐν ἐσχάτῳ γήρᾳ. Καὶ ἦν θέαμα πάντων ἐλεεινό-
τερον ἰδεῖν, πολιὰν αἰσχυνομένην κόνει, καὶ στῆθος
γηραλέον διαῤῥηγνυμένου τοῦ χιτῶνος γυμνούμενον,
καὶ θρήνους παρακλήσεως μείζονας·

Ιωάννης Χρυσόστομος. Ad Stagirium a daemone vexatum (lib. 1-3)


Vol 47, pg 490, ln 22
597

πάντες αὐτὸν ἐγκατέλιπον καὶ τῶν πολλὰ πρότερον


εὐεργετηθέντων παρ' αὐτοῦ. Εἰ δέ τις καὶ εἰσέλθοι
ποτὲ, εὐθέως ἀπεπήδησε· τοσαύτης δυσωδίας τὸ δω-
μάτιον ἐμπέπλησται, τῷ μηδένα τὸν ἐπιμελούμενον
εἶναι. Μία γὰρ αὐτῷ παιδίσκη παρακάθηται μόνη
τοσαῦτα διακονοῦσα, ὅσα εἰκὸς δύνασθαι γυναῖκά τε
οὖσαν, καὶ μόνην, καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας διατρεφομέ-
νην τῶν χειρῶν. Πόσων οὖν δαιμόνων χαλεπώτερα τὰ
ἐκείνου κακά! Εἰ γὰρ καὶ μηδὲν αὐτῷ ἠνώχλει τούτων,
τί οὐκ ἂν ἔπαθεν ἐννοῶν τὸν χρόνον τὸν μακρὸν, ὃν ἐπὶ
τῆς Κλίνης κατάκειται, τὴν δαπάνην τὴν πολλὴν καὶ
εἰς ἐσχάτην αὐτὸν ἐμβαλοῦσαν πενίαν, τῶν φίλων τὴν
καταφρόνησιν, τῶν θεραπευσόντων τὴν ἐρημίαν, τὸ
μηδὲ εἰ στήσεταί ποτε τὰ δεινὰ ταῦτα εἰδέναι, ὅπερ
ἀεὶ σὺ πενθεῖς, μᾶλλον δὲ τὸ πεπεῖσθαι ἀκριβῶς, ὅτι
οὐδὲ στήσεταί ποτε, ζῶντος αὐτοῦ καὶ ἐμπνέοντος
ἔτι; Ἡ γὰρ ἐπίτασις τοῦ νοσήματος καὶ τὸ καθ'
ἑκάστην ἡμέραν ἐπὶ τὸ χεῖρον αὐτῷ προβαίνειν τὸ
δεινὸν, τοῦτό φησιν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. Contra eos qui subintroductas habent virgines


Sect 9, ln 66

ναι τοὺς συνοικοῦντας· ὅπερ ἐπὶ τῆς παρθένου οὐκ ἔνι.


Πρῶτον μὲν γὰρ ἄν τε λούσασθαι δέῃ, ἄν τε κάμνῃ τὸ
σῶμα, οὔτε ὁ ἀδελφὸς αὐτῇ πρὸς ταῦτα διακονήσεται, κἂν
σφόδρα ἕληται ἀσχημονεῖν, οὔτε αὐτὴ αὑτῇ ἀρκέσαι δυνή-
σεται· ἂν δὲ ἀδελφοὶ οἱ συνοικοῦντες ὦσιν, ἀντιδώσουσιν
ἀλλήλοις τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Πάλιν ὅταν καθεύδειν
δέῃ, παρθένου μὲν ἔνδον καθημένης, καὶ κλίνας εἶναι δύο
χρὴ, καὶ στρώματα διπλᾶ καὶ ἐπιβλήματα, ἢν δὲ εὖ
φρονῶσι, καὶ οἰκήματα· ἀδελφῶν δὲ ὄντων, πάλιν τὰ τῆς
χρείας συστέλλεται, ἅτε οἰκειοτέρας οὔσης. Καὶ γὰρ οἶκος  
εἷς, καὶ προσκεφάλαιον ἓν, καὶ Κλίνη μία, καὶ ἐπιβλήματα
ἀμφοτέροις ἀρκέσει τὰ αὐτά· καὶ ὅλως εἴ τις ἅπασαν
ἐπεξίοι τὴν διακονίαν, ἐνταῦθα μὲν πολλὴν τὴν εὐκολίαν
εὑρήσει, ἐκεῖ δὲ τὴν δυσκολίαν. Καὶ παρίημι τὴν ἀσχη-
μοσύνην τῆς οἰκίας· οἷον γάρ ἐστιν ἀνελθόντα εἰς ἀνδρὸς
μονάζοντος οἰκίαν ὁρᾶν ὑποδήματα γυναικεῖα κρεμάμενα,
καὶ διαζώματα, καὶ κεφαλόδεσμα, καὶ καλαθίσκους, καὶ
ἠλακάτην, καὶ κερκίδας, καὶ κτένας, καὶ ἱστοπόδην, καὶ τὰ
598

ἄλλα ἅπερ οὐκ ἔνι κατὰ μέρος λέγειν ἅπαντα. Ἢν δὲ καὶ


ἐπὶ τῆς εὐπόρου ταῦτα ἐξετάζῃς, πλείων ὁ γέλως.
Ιωάννης Χρυσόστομος. Quod regulares feminae viris cohabitare non
debeant (2062: 008)“Saint Jean Chrysostome. Les cohabitations
suspectes”, Ed. Dumortier, [Link]: Les Belles Lettres, [Link] 1, ln 54

εἰσωθεῖν ἑαυτὰς βιάζονται, καθάπερ ἁμιλλώμεναι πρὸς


ἐκείνας καὶ φιλονεικοῦσαι τὰ πρωτεῖα εἰς αἰσχύνης
δόξαν λαβεῖν. Πόθεν γὰρ, εἰπέ μοι, λοιπὸν δυνησό-
μεθα τὴν τοιαύτην παρθένον τῆς τάξεως ἐξελέσθαι τῆς
ἐκείνων καὶ τῆς κοινωνίας, ὅταν καὶ αὐτὴ τὸ αὐτὸ ποιῇ
ἐκείναις νέων ἐξάπτεσθαι καρδίας, ὅταν ἀνεπτερωμένη ᾖ
καὶ ἄσωτος, ὅταν τὰ αὐτὰ φάρμακα τρίβῃ, καὶ τὰ αὐτὰ
κεραννύῃ ποτήρια, καὶ τὸ αὐτὸ κατασκευάζῃ κώνειον;
Ἀλλ' οὐ λέγει, «Δεῦρο καὶ ἐγκυλισθῶμεν ἔρωτι», οὐδὲ
»Ἔρρανα τὴν κοίτην μου κρόκῳ, καὶ τὴν Κλίνην μου
κινναμώμῳ.» Εἴθε τὴν Κλίνην καὶ τὴν κοίτην, καὶ μὴ τὰ
ἱμάτια καὶ τὸ σῶμα. Ἐκεῖναι μὲν γὰρ οἴκοι τὸ δέλεαρ
κατακρύπτουσι, σὺ δὲ πανταχοῦ περιφέρεις τὴν παγίδα,
καὶ ἀναπετάσασα τῆς ἡδονῆς τὰ πτερὰ περιάγεις ἐπὶ τῆς
ἀγορᾶς. Ἀλλ' οὐ διελέχθης, οὐδὲ εἶπες ἐκεῖνα τὰ πορνικὰ
ῥήματα, «Δεῦρο καὶ ἐγκυλισθῶμεν ἔρωτι.» Οὐκ εἶπες τῇ
γλώττῃ, ἀλλ' εἶπες τῷ σχήματι· οὐκ ἐφθέγξω τῷ στό-
ματι, ἀλλ' ἐφθέγξω τῷ βαδίσματι· οὐκ ἐκάλεσας τῇ
φωνῇ, ἀλλ' ἐκάλεσας φωνῆς λαμπρότερον διὰ τῶν
ὀφθαλμῶν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. De Lazaro (homiliae 1–7) (2062: 023); MPG


[Link] 48, pg 972, ln 57

ποιμνίων, καὶ μοσχάρια ἐκ βουκολίων γαλαθηνὰ,


οἱ πίνοντες τὸν διυλισμένον οἶνον, καὶ τὰ πρῶτα
μύρα χριόμενοι. Ἔλαβες τὸ σάββατον, ἵνα τῆς πονη-
ρίας ἀπαλλάξῃς τὴν ψυχήν· σὺ δὲ αὐτὴν κατεργάζῃ
πλέον. Τί γὰρ ἂν γένοιτο τῆς βλακείας ταύτης χεῖ-
ρον, ἢ τὸ ἐπὶ κλινῶν ἐλεφαντίνων καθεύδειν; Αἱ ἄλ-
λαι ἁμαρτίαι κἂν μικράν τινα ἡδονὴν ἔχωσιν, οἷον ἡ
μέθη, ἡ πλεονεξία καὶ ἀσωτία· τὸ δὲ ἐπὶ κλινῶν ἐλε-
φαντίνων καθευδῆσαι, ποίαν ἡδονὴν ἔχει; ποίαν
παραμυθίαν; Μὴ γὰρ ἡδίω καὶ γλυκύτερον ἡμῖν τὸν
ὕπνον ἐργάζεται τῆς Κλίνης τὸ κάλλος; Φορτικώτα-
τον μᾶλλον μὲν οὖν καὶ ἐπαχθέστατον τοῦτο, ἐὰν νοῦν  
599

ἔχωμεν. Ὅταν γὰρ ἐννοήσῃς ὅτι, σοῦ καθεύδοντος


ἐπὶ Κλίνης ἐλεφαντίνης, ἕτερος οὐδ' ἄρτου μετὰ
ἀδείας ἀπολαύειν ἔχει, οὐ καταγνώσεταί σου τὸ
συνειδὸς, καὶ ἐπαναστήσεται κατηγοροῦν τῆς ἀνωμα-
λίας ταύτης; Εἰ δὲ τὸ ἐπὶ ἐλεφαντίνων κλινῶν καθ-
εύδειν ἔγκλημα, ὅταν καὶ ἀργύρῳ περιβεβλημέναι
πάντοθεν ὦσι, ποίαν ἕξομεν ἀπολογίαν; Βούλει κάλ-
λος Κλίνης ἰδεῖν; Ἐγώ σοι δείκνυμι νῦν, οὐκ ἰδιωτι-
κῆς, οὐδὲ στρατιωτικῆς, ἀλλὰ βασιλικῆς Κλίνης εὐ

Ιωάννης Χρυσόστομος. Ad populum Antiochenum (homiliae 1–21)


(2062: 024); MPG [Link] 49, pg 19, ln 13

ἐχρῆν Στρατηγὸς ἦν ἄριστος· πόλεμος αὐτῷ συγκεκρό-


τητο, φησὶν, οὐχὶ πρὸς τοὺς ἀπίστους μόνον, ἀλλὰ καὶ
πρὸς τοὺς δαίμονας, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν διάβολον· μετὰ
πολλῆς τῆς σφοδρότητος οἱ πολέμιοι πάντες ἐπέκειντο, δια-
σπῶντες τὸ στρατόπεδον, καὶ αἰχμαλωτίζοντες· οὗτος
δ' ἠδύνατο μυρίους ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν ἐπαναγαγεῖν, καὶ
ἠσθένει. Εἰ γὰρ καὶ μηδεμία, φησὶν, ἑτέρα βλάβη τοῖς
πράγμασιν ἀπὸ τῆς ἀῤῥωστίας ἐγίνετο, τοῦτο μόνον
ἱκανὸν ἦν τοὺς πιστοὺς ὀκνηροτέρους καὶ ῥᾳθυμοτέρους
ποιῆσαι. Εἰ γὰρ στρατιῶται τὸν στρατηγὸν τὸν ἑαυτῶν
ὁρῶντες τῇ κλίνῃ προσδεδεμένον, ὀκνηρότεροι γίνονται
καὶ πρὸς τὴν μάχην ῥᾳθυμότεροι· πολλῷ μᾶλλον εἰκὸς
ἦν, καὶ τοὺς πιστοὺς τότε τὸν διδάσκαλον ὁρῶντας τὸν
τοσαῦτα σημεῖα ἐργασάμενον συνεχῶς ἀῤῥωστοῦντα, καὶ
τὸ σῶμα κάμνοντα, ἀνθρώπινόν τι παθεῖν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. Ad populum Antiochenum (homiliae 1-21)


Vol 49, pg 44, ln 55

τος ἡδίω ποιούσης ἐκεῖνα τὰ νάματα. Ἔμαθες πῶς καὶ


ποτὸν ἡδὺ ποιεῖν εἴωθεν ἡ τῶν διψώντων διάθεσις; Πολ-
λοὶ γοῦν πολλάκις πένητες κάμνοντες, καὶ ταλαιπωρη-
θέντες, καὶ τῷ δίψει καταφλεγέντες, μετὰ τῆς εἰρημέ-
νης ἡδονῆς τῶν τοιούτων μετέσχον ναμάτων· οἱ δὲ πλου-
τοῦντες οἶνον ἡδὺν, καὶ ἀνθοσμίαν, καὶ πᾶσαν ἀρετὴν
ἔχοντα τὴν ἐν οἴνῳ λαβόντες, οὐκ ᾔσθοντο τῆς αὐτῆς
εὐφροσύνης.
 ηʹ. Τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ ὕπνου γινόμενον ἴδοι τις ἄν. Οὐ
600

γὰρ ἁπαλὴ στρωμνὴ, οὐδὲ ἀργυρένδετος Κλίνη, οὐδὲ


ἡσυχία κατὰ τὸ δωμάτιον γινομένη, οὐδὲ ἄλλο τῶν τοιού-
των οὐδὲν τὸν ὕπνον γλυκὺν καὶ προσηνῆ ποιεῖν εἴωθεν,
ὡς τὸ πονεῖσθαι καὶ κάμνειν καὶ δεομένους ὕπνου σφό-
δρα καὶ νυστάζοντας κατακλίνεσθαι· καὶ τοῦτο αὐτὸ
μαρτυρεῖ μὲν καὶ ἡ τῶν πραγμάτων πεῖρα, μαρτυρεῖ δὲ
καὶ πρὸ τῆς τῶν πραγμάτων πείρας καὶ ἡ τῶν Γραφῶν
ἀπόφασις. Ὁ γὰρ τῇ τρυφῇ συναναστραφεὶς Σολομὼν αὐ-
τὸ τοῦτο δηλῶσαι βουλόμενος ἔλεγεν· Ἡδὺς ὕπνος τῷ δού-
λῳ, ἄν τε ὀλίγον ἄν τε πολὺ φάγῃ. Τίνος ἕνεκεν προς-
έθηκεν, Ἄν τε ὀλίγον, ἄν τε πολὺ φάγῃ;

Ιωάννης Χρυσόστομος. De sanctis Bernice et Prosdoce (2062: 048);


MPG [Link] 50, pg 635, ln 17

γυναικείῳ σώματι ἀνδρῶν ἐπεδείξαντο φρόνημα,


μᾶλλον δὲ οὐκ ἀνδρῶν ἐπεδείξαντο φρόνημα μόνον,
ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ὑπερέβησαν τὴν φύσιν, καὶ πρὸς τὰς
ἀσωμάτους δυνάμεις τὴν ἅμιλλαν ἔθεντο· αὗται τοί-
νυν αἱ γυναῖκες ἀφεῖσαι πόλιν καὶ οἰκίαν καὶ συγγε-
νεῖς πρὸς τὴν ἀλλοτρίαν μετετάξαντο. Ὅταν γὰρ,
φησὶν, ὁ Χριστὸς ἀτιμάζηται, μηδὲν ἡμῖν ἔστω τίμιον
μηδὲ ἀναγκαῖον· διὰ τοῦτο πάντα ἀφεῖσαι ἐξῆλθον.
Καὶ καθάπερ οἰκίας ἐν μέσῃ νυκτὶ πυρπολουμένης,
οἱ καθεύδοντες ἔνδον, ἐπειδὰν αἴσθωνται τοῦ θορύ-
βου, ταχέως ἐξαλλόμενοι τῆς Κλίνης ἐκπηδῶσι τῶν
προθύρων τῆς οἰκίας, οὐδὲν τῶν ἔνδον λαβόντες· ἓν
γὰρ μόνον σπουδάζουσιν, ὅπως τὸ σῶμα τὸ ἑαυτῶν
προεξαρπάσωσι τῆς φλογὸς, καὶ τὸν τοῦ πυρὸς
φθάσωσι δρόμον μετὰ πολλῆς ἐπιόντα τῆς ταχύτητος·
οὕτω δὴ καὶ αὗται ἐποίησαν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. Non esse ad gratiam concionandum (2062:


051); MPG [Link] 50, pg 660, ln 2

γὰρ ὄφελος ἐκ τῆς ἀγνοίας τῶν ἀνθρώπων, τοῦ κριτοῦ


πάντα εἰδότος; τί δὲ βλάβος ἐκ τοῦ εἰδέναι τούτους
τὰ πεπλημμελημένα, ὅταν ἐκεῖνος ἀπολῦσαι βούλη-
ται τῆς δίκης; Κἂν πάντες δικάζωσιν, ὁ δὲ δικαστὴς
ἀποψηφίσηται, οὐδείς μοι λόγος τῆς ἐκείνων ψήφου·
κἂν ἅπαντες ἐπαινέσωσι καὶ θαυμάσωσιν, ἐκεῖνος δέ
με καταδικάζῃ, οὐδέν μοι πάλιν ὄφελος τῆς ἐκείνων
601

κρίσεως. Πανταχοῦ γὰρ πρὸς ἐκεῖνον ὁρᾷν χρὴ, καὶ


ταὐτὸ ποιεῖν ἐπὶ τῶν ἁμαρτημάτων, ὅπερ ποιοῦμεν   
ἐπὶ τῆς τῶν χρημάτων δαπάνης. Εὐθέως
ἀναστάντες ἀπὸ τῆς Κλίνης, πρὶν εἰς ἀγορὰν ἐμβα-
λεῖν, ἢ μεταχειρίσαι τι τῶν ἰδιωτικῶν ἢ δημοσίων
πραγμάτων, τὸν οἰκέτην καλέσαντες ἀπαιτοῦμεν
λόγον τῶν δαπανηθέντων, ἵν' εἰδῶμεν τί μὲν κακῶς,
τί δὲ εἰς δέον ἀνήλωται, πόσον δὲ ὑπολέλειπται· κἂν
εἰδῶμεν ὀλίγον ὂν τὸ ὑπολελειμμένον, παντὶ τρόπῳ
προσόδων ἀφορμὰς ἐπινοοῦμεν, ἵνα μὴ λάθωμεν δια-
φθαρέντες λιμῷ. Τοῦτο τοίνυν καὶ ἐπὶ τῶν πράξεων
τῶν ἡμετέρων ποιῶμεν. Τὸ συνειδὸς τὸ ἡμέτερον κα-
λέσαντες ποιήσωμεν αὐτῷ λόγον τῶν ῥημάτων, τῶν
πραγμάτων, τῶν ἐνθυμήσεων· ἐξετάσωμεν, τί μὲν

Ιωάννης Χρυσόστομος. In illud: Salutate Priscillam et Aquilam


(sermones 1-2) Vol 51, pg 202, ln 54

ἐπείγεται ζωήν. Κἂν αὐτὴν ἐπιδοῦναι δέῃ τὴν ψυχὴν,


καὶ τὸ αἷμα εἰσενεγκεῖν, οὐ παραιτήσεται. Ἐντεῦθεν ὁ
τοιοῦτος καὶ τυράννων, καὶ βασιλέων, καὶ δήμων, καὶ
πάντων ἐστὶ δυνατώτερός τε καὶ εὐπορώτερος. Καὶ ἵνα
μάθῃς ὅτι οὐ κολακεία τὸ λεγόμενον, ἀλλ' ἀληθῶς, οἱ
μηδὲν κεκτημένοι, οὗτοι μάλιστα πάντων ἐλευθεροστο-
μεῖν δύναιντ' ἂν, πόσοι πλούσιοι κατὰ τὸν καιρὸν ἦσαν
Ἡρώδου; πόσοι δυνάσται; τίς παρῆλθεν εἰς μέσον;
τίς ἐπετίμησε τῷ τυράννῳ; τίς ἤμυνεν ἀδικουμένοις
τοῖς τοῦ Θεοῦ νόμοις; Τῶν μὲν εὐπόρων οὐδείς· ὁ
δὲ πένης καὶ πτωχὸς, ὁ μὴ Κλίνην, μήτε τράπεζαν,
μήτε στέγην ἔχων, ὁ τῆς ἐρήμου πολίτης Ἰωάννης,
οὗτος μόνος καὶ πρῶτος μετὰ παῤῥησίας ἁπάσης
τὸν τύραννον ἤλεγχε, καὶ τοὺς μοιχαλίους ἐξεκά-
λυπτε γάμους, καὶ παρόντων ἁπάντων καὶ ἀκουόν-
των, τὴν καταδικάζουσαν αὐτὸν ἐξέφερε ψῆφον.

Ιωάννης Χρυσόστομος. In dictum Pauli: Nolo vos ignorare (2062:


073); MPG [Link] 51, pg 250, ln 10

ἐκεῖνοι τὸν ὄμβρον, ἐν ἡμέρᾳ σαββάτου οὐδὲν τοιοῦτον   


ἐγίνετο, τοῦ Θεοῦ ταῦτα ἀμφότερα αὐτοὺς διδάσκον-
τος, ὅτι ἐν ταῖς προτέραις ἡμέραις αὐτὸς ἐνήργει τὸν
θαυμαστὸν τοῦτον καὶ παράδοξον ὑετὸν, καὶ ὅτι κατὰ
602

τὴν ἡμέραν ἐκείνην διὰ τοῦτο ἐπεῖχεν, ἵνα καὶ ἄκον-


τες παιδεύωνται τοῦ σαββάτου τὴν ἡμέραν ἀργεῖν.
Οὐκ ἐπὶ τῆς τροφῆς δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἐν-
δυμάτων, καὶ ἐπὶ τῶν ὑποδημάτων, καὶ ἐπὶ τῶν ἄλ-
λων ἁπάντων, δι' αὐτῶν τῶν ἔργων ἦν ἰδεῖν τὰ τῶν
ἀποστόλων παραγγέλματα ἐκτελούμενα. Οὐδὲ γὰρ
οἰκίαν εἶχον, οὐ τράπεζαν, οὐ Κλίνην, οὐχ ἱμάτιον
δεύτερον, οὐχ ὑποδήματα, τοῦ Θεοῦ οὕτως οἰκονομή-
σαντος. Ὅρα πόση τῆς Παλαιᾶς πρὸς τὴν Καινὴν
συγγένεια. Ὥσπερ γὰρ τοὺς ἀποστόλους ἐσχημάτιζεν
ὁ Χριστὸς ὕστερον τῶν ἀναγκαίων ἕνεκεν, οὕτω πως
κἀκείνοις ὁ τῆς πολιτείας ἐῤῥυθμίζετο τρόπος, καὶ
ἡ κτίσις ἅπασα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνων παρε-
σκευάζετο. Καὶ τίνος ἕνεκεν ταῦτα ἐγένετο, φησί;
Ἔμελλεν αὐτοὺς εἰς ἕνα συγκλείειν τῆς οἰκουμένης
τόπον, καὶ κελεύειν ἐκεῖ διηνεκῶς αὐτὸν θεραπεύειν,

Ιωάννης Χρυσόστομος. Non esse desperandum (2062: 083); MPG 51.


Vol 51, pg 370, ln 34

άρχῃς, βλέπε πρὸς τὸν τελώνην τὸν μὴ ἀποτυχόντα,


τὸν τοσαῦτα ἁμαρτήματα ἀπονιψάμενον. Βούλει μα-
θεῖν ὅσον ἐστὶν εὐχή; Οὐκ ἀνύει τοσοῦτον φιλία πρὸς
Θεὸν, ὅσον εὐχή. Καὶ οὐκ ἐμὸς ὁ λόγος· οὐ γὰρ ἂν
ἐτόλμησα τοσοῦτον πρᾶγμα ἀπὸ τῆς ἐμαυτοῦ γνώμης
ἀποφήνασθαι· ἄκουσον ἐκ τῶν Γραφῶν πῶς. ὅσον οὐκ
ἤνυσε φιλία, ἤνυσεν εὐχή. Τίς ἐστιν ἐξ ὑμῶν, φη-
σὶν, ὃς ἕξει φίλον, καὶ ἐλθὼν εἴπῃ αὐτῷ· Ἑταῖρε,
χρῆσόν μοι τρεῖς ἄρτους· κἀκεῖνος ἀποκριθεὶς
ἐρεῖ αὐτῷ· Ἡ θύρα κέκλεισται, τὰ παιδία ἐπὶ τῆς
Κλίνης ἐστί· μή μοι κόπους πάρεχε. Λέγω γὰρ
ὑμῖν, εἰ καὶ διὰ τὸ εἶναι φίλον αὐτοῦ μὴ δώσει
αὐτῷ, διὰ δὲ τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ δώσει αὐτῷ
ὅσων ἂν χρῄζῃ. Ὁρᾷς πῶς, ὅσον οὐκ ἴσχυσεν ἡ
φιλία, τοῦτο ἴσχυσεν ἡ προσεδρεία; Ἐπειδὴ γὰρ φί-
λος ἦν αἰτῶν, ἵνα μὴ νομίσῃς ὅτι διὰ τοῦτο ἤνυσεν,
εἶπεν· Εἰ καὶ διὰ τὸ εἶναι φίλον αὐτοῦ μὴ δώσει
αὐτῷ, διὰ δὲ τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ δώσει αὐτῷ.

Ιωάννης Χρυσόστομος. De adoratione pretiosae crucis [Sp.] (2062:


603

110); MPG [Link] 52, pg 840, ln 42

τίμιον καὶ ζωοποιὸν αὐτοῦ σταυρὸν προσκυνοῦ-


μεν, καὶ ὡς θησαυρὸν πολυτίμητον κατέχομεν. Καὶ
γὰρ ὄντως παντὸς στεφάνου βασιλικοῦ λαμπρότερός
τε καὶ σεμνότερος ὁ τοῦ Κυρίου σταυρός· καὶ τί
λέγω, στεφάνου βασιλικοῦ; αὐτῶν τῶν ἡλιακῶν ἀκτί-
νων φαιδρότερος. Καὶ τὸ μὲν παλαιὸν, βίου πονηροῦ
καὶ διεφθαρμένων πράξεων καταδίκη τὸ πρᾶγμα ἦν·
νῦν δὲ δωρεᾶς θείας σύμβολον, εὐγενείας πνευματικῆς
σημεῖον, θησαυρὸς ἀσύλητος, ἀναφαίρετος δωρεὰ,
ὑπόθεσις ἁγιασμοῦ. Τοῦτον καὶ ἐπὶ Κλίνης καὶ ἐπὶ
τραπέζης προφέρομεν, καὶ πανταχοῦ οὗπερ ἂν
ὦμεν. Καθάπερ γὰρ πολλοὶ τῶν στρατιωτῶν, χωρὶς
ὅπλων οὔτε ἀριστοποιοῦνται, οὔτε καθεύδουσιν· οὕτω
καὶ νῦν ἀντὶ μαχαίρας ἐπὶ Κλίνης κρεμάσωμεν, ἀντὶ
μοχλοῦ ἐπὶ θύρας διαγράψωμεν, ἀντὶ τείχους τῇ
οἰκίᾳ πάσῃ περιβάλωμεν· τὰ ἔσω καὶ τὰ ἔξω τούτῳ
περιφράξωμεν. Τοῦτο γὰρ θάνατον κατέλυσεν, οὐρα-
νοὺς ἀνέῳξε, γῆν ἐκάθηρε, τὴν φύσιν τὴν ἡμετέραν
ἐπὶ τὸν θρόνον ἀνήγαγε τὸν βασιλικὸν, τὴν τυραννίδα
τοῦ διαβόλου κατέλυσε.

Ιωάννης Χρυσόστομος. De adoratione pretiosae crucis [Sp.]


Vol 52, pg 840, ln 46

τε καὶ σεμνότερος ὁ τοῦ Κυρίου σταυρός· καὶ τί


λέγω, στεφάνου βασιλικοῦ; αὐτῶν τῶν ἡλιακῶν ἀκτί-
νων φαιδρότερος. Καὶ τὸ μὲν παλαιὸν, βίου πονηροῦ
καὶ διεφθαρμένων πράξεων καταδίκη τὸ πρᾶγμα ἦν·
νῦν δὲ δωρεᾶς θείας σύμβολον, εὐγενείας πνευματικῆς
σημεῖον, θησαυρὸς ἀσύλητος, ἀναφαίρετος δωρεὰ,
ὑπόθεσις ἁγιασμοῦ. Τοῦτον καὶ ἐπὶ Κλίνης καὶ ἐπὶ
τραπέζης προφέρομεν, καὶ πανταχοῦ οὗπερ ἂν
ὦμεν. Καθάπερ γὰρ πολλοὶ τῶν στρατιωτῶν, χωρὶς
ὅπλων οὔτε ἀριστοποιοῦνται, οὔτε καθεύδουσιν· οὕτω
καὶ νῦν ἀντὶ μαχαίρας ἐπὶ Κλίνης κρεμάσωμεν, ἀντὶ
μοχλοῦ ἐπὶ θύρας διαγράψωμεν, ἀντὶ τείχους τῇ
οἰκίᾳ πάσῃ περιβάλωμεν· τὰ ἔσω καὶ τὰ ἔξω τούτῳ
περιφράξωμεν. Τοῦτο γὰρ θάνατον κατέλυσεν, οὐρα-
νοὺς ἀνέῳξε, γῆν ἐκάθηρε, τὴν φύσιν τὴν ἡμετέραν
ἐπὶ τὸν θρόνον ἀνήγαγε τὸν βασιλικὸν, τὴν τυραννίδα
604

τοῦ διαβόλου κατέλυσε. Τοῦτο τὸ εἶδος διπλοῦν· τὸ


μὲν ἐξ ὕλης ἢ χρυσοῦ ἢ μαργαριτῶν ἢ λίθων τιμίων,
ὃ καὶ ἀφαιρεῖται πολλάκις ὑπὸ βαρβάρων ἢ κλεπτῶν·
τὸ δὲ ἄϋλον· οὐ γὰρ ἐξ ὕλης αὐτοῦ ἡ ὑπόστασις, ἀλλ'
ἀπὸ πίστεως ἡ οὐσία, ἀπὸ διαθέσεως τοῦ ποιοῦντος ἡ

Ιωάννης Χρυσόστομος. In illud: Exiit edictum [Sp.] (2062: 134); MPG


[Link] 50, pg 800, ln 29

μένοι δίκην προβάτων, ἦλθε τῷ κόσμῳ ποιμὴν


Χριστὸς Ἰησοῦς, ὁ Σωτὴρ τῆς οἰκουμένης, καὶ
ποιμένες εὐαγγελίζονται διὰ τὸν ποιμένα, καὶ Δόξα
ἐν ὑψίστοις Θεῷ. Ἔμελλον γὰρ ἄνθρωποι δοξά-
ζειν, καὶ εὐχαριστεῖν τῷ πέμψαντι ἐπὶ γῆς εἰ-
ρήνην· ἀπηλλάττοντο γὰρ οἱ ἄνθρωποι τῆς πρὸς
τὸν Θεὸν ἔχθρας. Ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία· ἔμελλε
γὰρ καλὰ δοκεῖν τοῖς ἀνθρώποις τὰ πρὸς εὐσέβειαν.
Οἱ μὲν οὖν ποιμένες, εὐαγγελισθέντες καὶ ἀκούσαντες
τὸν λόγον, εἶδον τὰ πράγματα· ἦλθον εἰς τὸ σπή-
λαιον· οὐκ εἶδον στρωμνὴν, οὐκ εἶδον Κλίνην, οὐκ
εἶδον τραπέζης παρασκευὴν, ἀλλὰ καθημένην Μα-
ριὰμ καὶ Ἰωσὴφ, καὶ τὸν παῖδα ἀνακεκλιμένον. Οὐ
λέγει τοίνυν ὁ εὐαγγελιστὴς πρῶτον πατέρα, ἀλλὰ
λέγει πρῶτον Μαριάμ· ἐκείνη γὰρ μήτηρ ἀληθῶς·
μᾶλλον δὲ οὐδὲ αὐτὴ μήτηρ, ἐπειδὴ οὐδὲ ἔτεκε φυσι-
κῶς, ἀλλὰ συνέλαβεν ὑπερφυῶς.

Ιωάννης Χρυσόστομος. In sanctum Joannem praecursorem [Sp.]


(2062: 135); MPG [Link] 50, pg 803, ln 37

πάντες οἱ ἄνθρωποι παραγένωνται πρὸς ἐμέ· κατῆλ-


θον ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ ὅλος ἐν τοῖς κόλποις εἰμὶ
τοῦ Πατρὸς, ἵνα συνάψω τῷ πλάστῃ τὸ ποίημα· ἦλθον
ὁ παρὼν, ἵνα ζωγρήσω τοὺς φεύγοντας· ἦλθον ὡς
ἄνθρωπος, ὅπου παρήμην ὡς Θεὸς, ἵνα τοὺς ἀνθρώ-
πους θεοὺς ἀπεργάσωμαι· ἔλαβον ἐξ ὑμῶν μητέρα
πενιχρὰν, ἵνα δυνηθῆτε μετὰ παῤῥησίας ὑμεῖς τὸν ἐμὸν
Πατέρα καλεῖν· ἐτράφην ὡς βρέφος τῇ τοῦ γάλακτος
τροφῇ, ἵνα τοῖς πιστοῖς τροφὴν ἐμαυτὸν παραθήσω·
περιεβλήθην σπαργάνοις παιδικοῖς, ἵνα διαῤῥήξω
τοὺς τῆς ἀνομίας δεσμούς· ἀνεκλίθην οὐκ ἐπὶ Κλίνης
βασιλικῆς, ἀλλ' ἐπὶ φάτνης εὐτελοῦς ἵνα μετὰ τὴν
605

ἐμὴν ἐπὶ τῆς φάτνης ἀνάκλισιν μηκέτι μηδεὶς τῶν


λογικῶν ὡς ἄλογος ἀλογίαν νοσῇ· ἐδεξάμην ἐν τῇ
σαρκί μου περιτομὴν, ἣν ἐγὼ πρώην ἐνομοθέτησα,
ἵνα τὴν ἀχειροποίητον ἐπεισάγω περιτομήν· ἀνήνεγκα
τὴν νενομισμένην θυσίαν ὡς πρωτότοκος ὁ Μονογε-
νὴς, ἵνα μεταποιήσω τὴν τοιαύτην θυσίαν, καὶ
ξένην θυσίαν ἐμαυτὸν ἀπεργάσωμαι.

Ιωάννης Χρυσόστομος. Expositiones in Psalmos


Vol 55, pg 436, ln 56

ται; Διὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἔνδοθεν αὐτοὺς ἀναιρεῖ τοὺς


πονηροὺς λογισμοὺς, λέγων· Ὁ ἐμβλέψας γυναικὶ
πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν.
Ὁρᾷς πῶς οὐκ ἀφίησιν αὐτοὺς βλαστῆσαι,
οὐδὲ ἀρχὴν λαβεῖν, οὐκ ἐπιθυμίαν, οὐκ ὀργήν; Καὶ
γὰρ Ὁ ὀργιζόμενος, φησὶ, τῷ ἀδελφῷ, ἔνοχος
ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. Οὐ μικρὸν δὲ
καὶ τὸ μὴ πολλὰ φθέγγεσθαι εἰς ἀσφάλειαν· διό
φησιν, Ἐκ πολυλογίας οὐκ ἐκφεύξῃ ἁμαρτίαν·
φειδόμενος δὲ χειλέων, νοήμων ἔσῃ. Μὴ ἐκκλί-
νῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πονηρίας, τοῦ
προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Ἄλλος,
Μὴ παρατρέψῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους
πονηροὺς, ἐννοεῖν ἐννοίας παρανόμους. Τί δή-  
ποτε ἐναντίαν τὴν τάξιν ἐποιήσατο, καὶ πρότερον
περὶ στόματος διαλεχθεὶς, τότε ἐπὶ τὴν καρδίαν ἦλ-
θεν; Οὐχ ἁπλῶς, οὐδὲ ὡς ἔτυχε τοῦτο ποιεῖ. Καθά-
περ γὰρ ἐπὶ τῶν δεσμωτῶν τῶν βουλομένων ἐκφυ-
γεῖν ἔργον προηγούμενον οἱ τὴν ἐπιμέλειαν ἔχοντες
ποιοῦνται προκαταλαβεῖν τοῦ δεσμωτηρίου τὰς θύρας
καὶ τοῦτο πάντες ἐσπουδάκασι, κἂν τοῦτο γένηται,

Ιωάννης Χρυσόστομος. In Joannem (homiliae 1-88)


Vol 59, pg 118, ln 33

τῆς οἰκίας, οὐδὲ τὸν τόπον, ἀλλ' ἐπισπᾶται πλέον


αὐτοὺς πρὸς τὴν ἀκολούθησιν, δεικνὺς ὅτι αὐτοὺς
ἀπεδέξατο. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ αὐτὸς τοιοῦτόν τι
606

εἶπεν· ἄκαιρόν ἐστιν εἰς οἰκίαν νῦν ὑμᾶς εἰσελθεῖν,


ἀκούσεσθε αὔριον εἴ τι βούλεσθε, ἀναχωρήσατε
οἴκαδε νῦν· ἀλλ' ὡς πρὸς φίλους καὶ πολὺν αὐτῷ
συγγεγονότας χρόνον, οὕτω διαλέγεται. Πῶς οὖν
ἀλλαχοῦ φησιν· Ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ· ἐνταῦθα δὲ λέγει,
Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε ποῦ μένω; Ὅτι τὸ, Οὐκ ἔχει
ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ, δηλωτικόν ἐστι τοῦ μηδὲ
ἴδιον καταγώγιον κεκτῆσθαι, οὐχ ὅτι ἐν οἰκίᾳ οὐ κατ-
έμενε· καὶ γὰρ καὶ ἡ παραβολὴ τοῦτο βούλεται.
Ὅτι μὲν οὖν παρ' αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην,
εἶπεν ὁ Εὐαγγελιστής· τίνος δὲ ἕνεκεν, οὐκ ἔτι προς-
έθηκεν, ὡς δήλου τῆς αἰτίας οὔσης. Οὐδὲ γὰρ ἑτέρου
τινὸς ἕνεκεν οὔτε αὐτῷ ἠκολούθησαν, οὔτε ὁ Χριστὸς
αὐτοὺς ἐπεσπάσατο, ἀλλ' ἢ διὰ τὴν διδασκαλίαν· ἧς
οὕτω δαψιλῶς καὶ προθύμως ἀπέλαυσαν, καὶ ἐν
νυκτὶ μιᾷ, ὡς εὐθέως θατέρους καὶ ἐφ' ἑτέρων θή-
ραν ἐλθεῖν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Romanos (homiliae 1-32)


Vol 60, pg 666, ln 19

δὲ πάλιν δυνήσῃ δέξασθαι τοῦτον, ὅταν τοὺς ἁγίους


δέξῃ, ὅταν τοὺς εἰς ἐκεῖνον πιστεύοντας θεραπεύσῃς·
οὕτω καὶ ἀπελθόντων ἐκείνων, πολλὰ ὑπομνήματα
εὐλαβείας ἕξεις. Οἶδε γὰρ καὶ τράπεζα ἐφ' ἧς ὁ ἅγιος
ἔφαγε, καὶ καθέδρα ἐφ' ἧς ἐκάθισε, καὶ Κλίνη ἐφ' ἧς
κατεκλίθη, κατανύξαι τὸν ὑποδεξάμενον, καὶ ἀπελ-
θόντος ἐκείνου. Πῶς γοῦν οἴει τὴν Σωναμῖτιν ἐκείνην
κατανύττεσθαι, εἰσελθοῦσαν εἰς τὸ ὑπερῷον ἔνθα
κατέμενεν ὁ Ἐλισσαῖος, ὁρῶσαν τὴν τράπεζαν, τὴν
Κλίνην ἐφ' ἧς ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἐκάθευδε; πόσην ἐντεῦ-
θεν δέχεσθαι τὴν εὐλάβειαν; Οὐδὲ γὰρ ἂν, εἰ μὴ τοῦτο
ἦν, ἔῤῥιψεν ἐκεῖ τὸ παιδίον νεκρὸν, εἰ μὴ πολλὴν
ἐκεῖθεν ἐκαρποῦτο τὴν ὠφέλειαν. Εἰ γὰρ μετὰ τοσοῦ-
τον χρόνον εἰσιόντες, ἔνθα ἔμεινε Παῦλος, ἔνθα ἐδέ-
θη, ἔνθα συνεκάθισε καὶ διελέχθη, πτερούμεθα, καὶ
πρὸς τὴν μνήμην τῆς ἡμέρας ἀπὸ τῶν τόπων παρα-
πεμπόμεθα· ἔτι νεωτέρων τῶν πραγμάτων ὄντων, τί
πάσχειν εἰκὸς τοὺς μετ' εὐλαβείας ξενοδοχοῦντας;
Ταῦτ' οὖν εἰδότες ὑποδεχώμεθα τοὺς ἁγίους, ἵνα
λάμπῃ ἡ οἰκία, ἵνα ἀπαλλάττηται τῶν ἀκανθῶν, ἵνα
607

Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam i ad Timotheum (homiliae 1–18)


(2062: 164); MPG [Link] 62, pg 568, ln 5

θόν τι ποιεῖν· ἐπεὶ εἰ μὴ τοῦτο προσῇ, τῶν τεθνεώ-


των οὐδὲν κρείττονες ἔσονται. Καὶ ἵνα μάθῃς, ἄκουε
πῶς ἔστι καὶ ἀποθανόντα ζῇν. Ὁ Θεὸς, φησὶν, οὐκ
ἔστι νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Ἀλλὰ τοῦτο,
φησὶν, αἴνιγμα πάλιν. Οὐκοῦν ἀμφότερα ἐπιλυσώ-
μεθα. Τέθνηκέ τις ζῶν, ὅταν ἐν σπατάλῃ διάγῃ. Πῶς;   
Τῇ γαστρὶ ζῇ μόνῃ, ταῖς δὲ ἄλλαις αἰσθήσεσιν οὐδα-
μῶς· οἷόν πως, οὐχ ὁρᾷ ἃ χρὴ ὁρᾷν, οὐκ ἀκούει ἃ
χρὴ ἀκούειν, οὐ φθέγγεται, ἃ δεῖ φθέγγεσθαι, οὐδὲ
τὰ τῶν ζώντων ἐνεργεῖ· ἀλλ' ὥσπερ ἐκεῖνος ὁ τε-
ταμένος ἐπὶ τῆς Κλίνης τοὺς ὀφθαλμοὺς μύσας, καὶ
τὰ ὄμματα συνειλημμένος, τῶν ὄντων οὐδενὸς ἐπαι-
σθάνεται, οὕτω καὶ οὗτος· μᾶλλον δὲ οὐχ οὕτως,
ἀλλὰ πολλῷ χεῖρον. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ καὶ τῶν ἀγα-
θῶν ὁμοίως, καὶ τῶν κακῶν ἀνεπαισθήτως ἔχει· οὗ-
τος δὲ ἐκείνων αἰσθάνεται μόνων, τῶν κακῶν λέγω,
πρὸς δὲ τὰ ἀγαθὰ τῷ κειμένῳ ὁμοίως ἐστὶν ἀκίνητος.
Οὕτω μὲν οὖν καὶ τέθνηκεν.

Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam i ad Timotheum (homiliae 1-18)


Vol 62, pg 572, ln 58

πόδας ἔνιψεν, εἰ θλιβομένοις ἐπήρκεσεν, εἰ παντὶ


ἔργῳ ἀγαθῷ ἐπηκολούθησε. Τί οὖν, ἂν πένης ᾖ;
Οὐδὲ οὕτω τοῦ παιδοτροφεῖν, οὐδὲ τοῦ ξενοδοχεῖν,
οὐδὲ τοῦ θλιβομένοις ἐπαρκεῖν ἀπεστέρηται. Οὐκ
ἔστι τῆς τοὺς δύο ὀβολοὺς καταβαλούσης ἀπορωτέρα·
κἂν πένης ᾖ, οἰκίαν ἔχει· οὐ γὰρ δὴ αἴθριος μένει.
Εἰ ἁγίων πόδας, φησὶν, ἔνιψεν. Οὐκ ἔστι τοῦτο
δαπάνης. Εἰ παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ ἐπηκολούθησεν.
Οἷον ἐπίταγμα λέγει ἐνταῦθα; Τὴν σωματικὴν
ὑπηρεσίαν εἰσφέρειν προτρέπεται· πρὸς γὰρ θερα-
πείαν μάλιστα ἐπιτηδείως ἔχουσιν αἱ γυναῖκες, Κλίνην
στρῶσαι, ἀναπαῦσαι.
 
608

Ιωάννης Χρυσόστομος. In natalem Christi diem [Dub.] (2062: 214);


MPG [Link] 56, pg 392, ln 27

θεοφιλεῖς ἐπλήρωσε· τῷ ποταμῷ δὲ παρέσχε μάρτυρας


τρέφειν σταχύων εὐφορωτέρους. Ἀλλὰ διὰ τὸ στενὸν
τοῦ καιροῦ ἐνταῦθα βούλομαι καταπαῦσαι τὸν λόγον·
ὧδε δὲ καταπαύσω, τὸν λόγον πληρώσας, ὅτι πῶς
Λόγος ὢν ἀπαθὴς, σὰρξ ἐγένετο, ἀμεταβλήτου
μενούσης τῆς φύσεως. Τί δὲ εἴπω, ἢ τί λαλήσω;
Τέκτονα καὶ φάτνην ὁρῶ, καὶ βρέφος, καὶ σπάργανα,
λοχὸν παρθένου τῶν χρειῶν ἔρημον, ὅλα πτωχείας
ἐχόμενα, ὅλα πενίας γέμοντα. Εἶδες πλοῦτον ἐν πενίᾳ
πολλῇ; πῶς πλούσιος ὢν δι' ἡμᾶς ἐπτώχευσε; πῶς
οὔτε Κλίνην, οὔτε στρωμνὴν εἶχεν, ἀλλ' ἐπὶ ξηρᾶς
ἔῤῥιπτο φάτνης; Ὦ πενία πλούτου πηγή! ὦ πλοῦτε
ἄμετρε, πενίας πρόσχημα φέρων! Ἐν φάτνῃ κεῖται,
καὶ τὴν οἰκουμένην σαλεύει· ἐν σπαργάνοις ἐμπλέ-
κεται, καὶ τὰ τῆς ἁμαρτίας διαῤῥήσσει δεσμά· οὔπω
ἔναρθρον ἔῤῥηξε φωνὴν, καὶ τοὺς μάγους ἐδίδαξε, καὶ
ἐκίνησε πρὸς ἐπιστροφήν. Τί εἴπω, ἢ τί λαλήσω;
Ἰδοὺ βρέφος σπαργάνοις ἐμπλέκεται, καὶ ἐν φάτνῃ
κεῖται· πάρεστι δὲ καὶ Μαρία παρθένος οὖσα καὶ
μήτηρ· παρῆν δὲ καὶ Ἰωσὴφ ὀνομαζόμενος πατήρ.
Οὗτος ἀνὴρ λέγεται, ἐκείνη γυνὴ προσαγορεύεται·

Ιωάννης Χρυσόστομος. In Genesim (sermo 3) [Sp.] (2062: 216); MPG


56.
Vol 56, pg 537, ln 6

νας, ἡμέραν ἐξ ἡμέρας αὐτὰς σκοπεύει, ταύτας ἐπιτρέ-


χει, κἄν τινας τῶν γνωρίμων καὶ τῶν συγγενῶν θεάσηται
εἰσερχομένους εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν, αὐταῖς τὰ ἑαυτῆς
κακὰ προαναφωνοῦσα, μοιχαλίδας καὶ μαινάδας ἀποκαλεῖ,
τὰς ἐλευθέρας καὶ τῷ σώματι καὶ τῷ πνεύματι. Κἂν  
τέκνα ἔχῃ, ὡς θηρία ταῦτα βλέπει· κἂν οἰκέτας κέκτη-
ται, κἂν δούλας, πραότης ἐν αὐτῇ οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ καὶ
τὴν ἡμέραν προφάσει δουλείας αὐτὰς μαστιγοῖ, καὶ ἐν
609

νυκτὶ ἐπὶ τῇ ἐργασίᾳ αὐτὰς θορυβεῖ. Οὐκ ἔστι φόβος


Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῆς. Εἶτα ὅταν ἐπὶ
Κλίνης τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς προσέλθῃ, οὐκ ἐᾷ αὐτὸν ὑπνῶσαι,
ἀλλὰ θυμοῖ αὐτὸν κατὰ τῶν οἰκετῶν, ἐγείρει αὐτὸν πρὸς
μάχας κατὰ τῶν πλησίον. Οὗτος ὁ δοῦλος καταφρονεῖ
μου, αὕτη ἡ οἰκέτις ἐμπαίζει μοι, οὗτος ὁ πλησίον οὐ
παύεται λοιδορῶν με καὶ ἐν ἐκκλησίαις, καὶ ἐπὶ φίλων,
καὶ ἐν ταῖς ἀγοραῖς· ποίησον τὴν ἐκδίκησίν μου· οὐ
καθίσω ἔτι μετὰ σοῦ ἐπὶ τραπέζης, οὐκ ἐσθίω ἄρτον
ἐπὶ σοῦ· οὐ καθευδήσω τοῦ λοιποῦ μετὰ σοῦ· ὅτι ἐμοὶ
τῇ γυναικί σου οὐκ ἐρυθριᾷ ὁ δεῖνα καὶ ἡ δεῖνα, ἀλλ' ὡς
πηλόν με λογίζονται. Καὶ εἰ στοχαζόμενος ταῦτα ὑμῖν
λέγω, βλέπε μοι τὴν Αἰγυπτίαν, τὴν καταπλέξασαν τὸν

Ιωάννης Χρυσόστομος. Contra theatra [Sp.] (2062: 217); MPG 56.


Vol 56, pg 543, ln 74

Εἶτα κιβωτίων μὲν, καὶ σκευῶν, καὶ ἱματίων, καὶ μύρων


τοσαύτην ποιησόμεθα πρόνοιαν, τὴν δὲ ψυχὴν τὴν
ἡμετέραν πάντων τούτων εὐτελεστέραν εἶναι νομιοῦμεν;
καὶ ἔνθα τὸ μύρον τὸ πνευματικὸν εἰσεχύθη, διαβολικὰς
πομπὰς ἐπεμβαλοῦμεν, καὶ ἀκούσματα σατανικὰ, καὶ
ᾄσματα πορνείας γέμοντα; Καὶ πῶς ταῦτα ὁ Θεὸς οἴσει,
εἰπέ μοι; Καίτοι οὐ τοσοῦτον τὸ μέσον μύρου καὶ βορ-
βόρου, καὶ ἱματίων δεσποτικῶν καὶ δουλικῶν, ὅσον τὸ
μέσον τῆς πνευματικῆς χάριτος καὶ ταύτης τῆς πονηρᾶς
ἐνεργείας. Οὐ δέδοικας, ἄνθρωπε, τοῖς αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς
καὶ τὴν Κλίνην τὴν ἐπὶ τῆς ὀρχήστρας βλέπων, ἔνθα τὰ
μυσαρὰ τελεῖται τῆς μοιχείας δράματα, καὶ τὴν τράπεζαν
ταύτην τὴν ἱερὰν, ἔνθα τὰ φρικτὰ τελεῖται μυστήρια;
ταῖς αὐταῖς ἀκοαῖς πόρνης ἀκούων αἰσχρολογούσης, καὶ
Προφήτου καὶ Ἀποστόλου σε μυσταγωγοῦντος· τῇ αὐτῇ
καρδίᾳ τὰ δηλητήρια δεχόμενος φάρμακα, καὶ τὴν θυσίαν
τὴν φρικτήν; Οὐκ ἐντεῦθεν ἀνατροπαὶ βίων, καὶ διαφθο-   
ραὶ γάμων, καὶ πόλεμοι, καὶ μάχαι ἐν ταῖς οἰκίαις;
Ὅταν γὰρ ὑπὸ τῆς ἐκεῖ θεωρίας διαχυθῇς, καὶ χαυνό-
τερος γενόμενος καὶ ἀσελγέστερος καὶ σωφροσύνης
ἁπάσης ἐχθρὸς, ἐπανελθὼν ἴδῃς τὴν γυναῖκα τὴν ἰδίαν,
610

Ιωάννης Χρυσόστομος. Contra theatra [Sp.] Vol 56, pg 545, ln 32

κατορθώματα, προθεὶς ὥσπερ ὑπογραμμὸν τηλαυγῆ


ταῦτα τοῖς ὀψιγόνοις πρὸς μίμησιν. Παιδεύει τοιγαροῦν
ἡμᾶς Ἄβελ τῶν ἀφθόνων παρὰ Θεοῦ δωρεῶν πρὸ
τῆς χρήσεως ἀπάρχεσθαι τῷ Θεῷ, καὶ μὴ προκρίνειν Θεοῦ
τιμῆς ἄλογον πάθος γαστρός. Τῷ γὰρ πρεσβυτάτῳ τῶν
ὄντων ὁ μακάριος οὗτος Ἄβελ τῶν προβάτων ἔθυε τὰ
πρωτότοκα, οὐδὲν μὲν τῶν ὑστάτων εἰς τὴν τοῦ πρώτου
προσφέρων λατρείαν, ταῖς δὲ τῶν γενομένων ἀπαρχαῖς
τὸν πρῶτον δοξάζων γεννήτορα. Μετ' ἐκεῖνον παιδεύει
πρὸς δικαιοσύνην ὁ θαυμάσιος Νῶε, παντὶ παρανομοῦντι
κόσμῳ μόνος αὐτὸς ἀκλινῆ φυλάξας ἐν πράξεσιν ἀγα-
θαῖς τῆς δικαιοσύνης τὴν πλάστιγγα. Μέγα σωφροσύνης
τοῖς νέοις πρόκειται παίδευμα Ἰωσὴφ ὁ μακάριος, ἐν
νέῳ σώματι λευκὴν ἁγνείας ἀνθήσας πολιὰν, καὶ σχή-
ματι δουλίῳ σαρκὸς ἡδονῶν δεσπότης γενναίως φανείς.
Ἀλλ' οὗτοι μὲν οἱ μακάριοι μερικαί τινες ἴσως ἀγαθῶν
ἔργων εἰκόνες εἰσίν· ἑνὸς δὲ πεποίηται μνήμην ἀνδρὸς,
Ἀβραὰμ τοῦ προπάτορος, ἐν ἑνὶ μόνῳ προσώπῳ παντὶ
τῷ κόσμῳ στήλην ὑψώσας πανάρετον πρὸς μίμησιν.
Τοιγαροῦν πάντες δίκαιοι, πάντες ὅσιοι τὸν πιστὸν

Ιωάννης Χρυσόστομος. In decollationem sancti Joannis [Sp.] (2062:


224); MPG [Link] 59, pg 488, ln 34

τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ κεκομίσθαι μισθούς. Οὐκ ἀμάρτυρος


ὁ λόγος· ἄκουε τῆς Σοφίας λεγούσης· Γυνὴ πονηρὰ ἀν-
δρὶ ἀνόμῳ δοθήσεται ἀντὶ ἔργων πονηρῶν. Ἀλλὰ περὶ
πονηρᾶς γυναικὸς ὁ λόγος ἄχρι τούτου ἐχέτω ὅρον.
 βʹ. Δεῖ δὲ ἡμᾶς μνημονεῦσαι καὶ τὰς ἀγαθὰς μάλιστα
διὰ τὰς παρούσας. Αἱ γὰρ ἀγαθαὶ τὰς τῶν ἀγαθῶν ἀρετὰς
ὡς ἰδίας ὁρῶσι, καὶ τοὺς ἐκείνων πόνους ὡς ἰδίους στε-
φάνους εἶναι λογίζονται. Γυνὴ ἀγαθὴ καὶ φιλόξενος ἦν ἡ
μακαρία Σουναμῖτις, ἥτις τὸν ἄνδρα παρακαλέσασα, δω-
μάτιον ᾠκοδόμησε τῷ Ἑλισσαίῳ, ἵνα διερχόμενος ἀκω-
λύτως ἔχῃ τὴν ἀνάπαυσιν, τεθεικυῖα αὐτῷ Κλίνην καὶ
λυχνίαν καὶ τράπεζαν· Κλίνην οὐ κενὴν ἱματίων, ἀλλ'
ἔχουσαν πρέποντα τῷ προφήτῃ τὰ στρώματα· λυχνίαν
οὐκ ἄνευ λύχνου, ἀλλὰ σὺν τῷ ἄρδοντι ἐλαίῳ τὸ φῶς·
τράπεζαν οὐκ ἔρημον ἄρτων, ἀλλ' ἔγκαρπον ἐδεσμάτων.
611

Τί δ' ἄν τις εἴπῃ περὶ τῆς μακαρίας ἐκείνης χήρας τῆς


τὸν προφήτην Ἠλίαν ὑποδεξαμένης; ᾗ οὐδὲν ἐνεπόδιζεν
ἡ πενία τῶν χρημάτων, διὰ τὸ πλούσιον τῆς προ-
αιρέσεως; ᾗ οὐ παρῆν οὐ σῖτος, οὐκ οἶνος, οὐ προσέψη-
μα, οὐκ ἄλλο τι τῶν γεηρῶν πρὸς τὴν τῆς πενίας παρα-
μυθίαν. Οὐ χώρα αὐτῇ σιτοφόρος σπέρμα ἄρτου προς

Ιωάννης Χρυσόστομος. Ad eos qui magni aestimant opes [Sp.] (2062:


364); MPG [Link] 64, pg 457, ln 10

χόρτου. Μικρὰ σφοδρότης πυρετῶν ἐμπεσοῦσα πᾶ-


σαν τοῦ βίου τὴν εὐθηνίαν ἐσκόρπισεν· προσέλεγε
μὲν γὰρ ἔξωθεν ἡ τέχνη τὰ φάρμακα· τοῖς φαρμά-
κοις δὲ πυκτεύων ἀοράτως ὁ θάνατος, κατὰ μικρὸν
προϊὼν χειροῦται τὸν ἄῤῥωστον· ὁ δὲ βλέπων τὸν
ἄφυκτον ἐγκείμενον δήμιον, καὶ τὴν ψυχὴν βιαίως
ὠθοῦντα πρὸς ἔξοδον, τρέπει μὲν στένων τὴν κεφα-
λὴν ἐφ' ἑκάτερα, περιφέρει δὲ τὸ βλέμμα σὺν δάκρυ-
σιν. Οὐδαμόθεν δὲ τῆς βίας βοήθεια· οὐκ οἰκέται, τὴν
Κλίνην περιεστῶτες, ἑλκόμενον σώζουσιν, οὐ τὰ τῶν
φίλων κολακεύει τὸν θάνατον δάκρυα, οὐ χρυσὸς τὴν
πρὸς τὸν κριτὴν κωλύει παράστασιν. Ἀδωροδόκητος
γὰρ ὁ θάνατος δήμιος, καὶ δεξιὰν οὐκ ἔχων τῷ χρυσῷ
πειθομένην, οὐδὲ πλουσίου ἐξαργυρίζων νεκροὺς,
ἀλλὰ πάντας ἐν τάφοις ὡς ἐν εἱρκταῖς φυλακίζων.
Πρὸς τὰ τῶν ὀστῶν παράκυψον λείψανα, καὶ πικρό-
τερον κλαύσεις τοῦ βίου τὸ μάταιον.

Ιωάννης Χρυσόστομος. De Babyla contra Julianum et gentiles (2062:


373)“Critical edition of, and introduction to, St. John Chrysostom's “De
sancto Babyla, contra Iulianum et gentiles””, Ed. Schatkin, M., 1967;
Diss. [Link] 110, ln 15

Ποίου μηνύματος ἀρχαίου, εἰπέ; Διὰ τί κρύπτεις σου τὰ σεμνὰ


τῶν θεῶν κατορθώματα; Εἰ γὰρ καὶ τὴν εἶπες αὐτὴν μᾶλλον ἂν
ἀγνώμονα τὸν Ἥφαιστον ἔδειξας. Ἀλλ' αἰσχύνῃ καὶ ἐρυθριᾷς·
οὐκοῦν ἡμεῖς μετὰ παρρησίας ἐροῦμεν τὰ σά. Τίς οὖν ἡ χάρις;
 Ἐρασθέντα ποτὲ τὸν Ἄρην τῆς Ἀφροδίτης καὶ
 τὸν Ἥφαιστον – ἄνδρα γὰρ αὐτῆς εἶναι – δεδοικότα  
612

 τὴν ἀπουσίαν ἐπιτηρήσαντα τὴν ἐκείνου πρὸς


 αὐτὴν εἰσελθεῖν φασι. Τὸν δὲ Ἀπόλλω θεασά-
 μενον μιγνυμένους αὐτοὺς ἀπελθόντα πρὸς τὸν
 Ἥφαιστον τὴν μοιχείαν κατειπεῖν. Ἐλθόντα
 δὲ ἐκεῖνον καὶ ἀμφοτέρους ἐπὶ τῆς Κλίνης
 εὑρόντα δεσμὰ αὐτοῖς οὕτως ὡς εἶχον περιβαλ-
 όντα καλέσαι τε τοὺς θεοὺς ἐπὶ τὴν ἀσχήμονα
 θεωρίαν καὶ ταύτην τῆς μοιχείας πράξασθαι
 δίκην αὐτούς.
Ταύτης οὖν τῆς χάριτος ὀφειλέτην ὄντα τὸν Ἥφαιστον καιροῦ
καλοῦντος ἀγνωμονῆσαι περὶ τὴν ἀντίδοσίν φησι.
 Τί οὖν καὶ ὁ Ζεὺς, ὦ βέλτιστε; Καὶ γὰρ καὶ τούτῳ
πάλιν ἀπήνειαν ἐγκαλεῖς, “Ἀλλ' οὐδὲ ὁ Ζεύς,” λέγων, “ὄμβρων
ἡνίας ἔχων ὕδωρ ἀφῆκεν ἐπὶ τὴν φλόγα καὶ ταῦτα Λυδῶν ποτε βασι-
λεῖ δυστυχήσαντι σβέσας πυράν

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Zacchariam (2102: 010)


“Didyme l'Aveugle sur Zacharie, 3 vols.”, Ed. Doutreleau, L.
Paris: Cerf, 1962; Sources chrétiennes 83, 84, [Link] 1, se. 288, γρ. 3

τὴν ἑρμηνείαν φέρων πῶς ὃ μὲν ἐκ δεξιῶν, ὃ δὲ ἐξ εὐωνύμων


ἐστίν.  Ἐπεὶ ἡ προκειμένη θεωρία περὶ λυχνίας οὐκ αἰσθητῆς
ἀλλὰ νοητῆς ὑπάρχει, ὅρα μὴ αὕτη ἐστὶν ἣν εἶδεν Μωϋσῆς ἐν
τῷ ὄρει κατὰ τὸν τύπον τ[ὸ]ν δειχθέντα αὐτῷ, οὐχ ἕτερον ὄντα
τῆς καλουμένης ἰδέας· πρ[ὸ]ς [τὴν] ἀόρατον καὶ νοητὴν λυχνίαν
ἡ αἰσθητὴ κατεσκευάσθη κ̣[ατὰ τὴν] ὑ̣φήγησιν τοῦ ἱεροφάντου
Μωϋσέως.  
 Οὐκ ἄκαιρον προσ̣[πα]ρ̣α[γρά]φειν τοῖς τεθεωρημένοις
καὶ τὸ ἐν Εὐαγγελίῳ λεχθὲν [ὑπὸ Ἰησοῦ]· «Οὐδείς, φησίν,
ἅψας λύχνον εἰς κρυπτὴν τίθησιν ἢ ὑπὸ σ̣[κεῦος ἢ] Κλίνην, ἀλλ'
ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ἵνα πάντες οἱ ἐν τῇ οἰκίᾳ ὁρ[ῶ]σι τὸ φῶς.»
Δυνατὸν ἐν τούτοις ἐκλαβεῖν οἰκίαν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ
[ζ]ῶντος Θεοῦ, οἶκον αὐτοῦ τυγχάνουσαν, ἐν ᾗ οἱ παραμένοντες
[καὶ] διατρίβοντες, κατὰ δόγματα αὐτῆς διακείμενοι, κατα[λά]μ-
πονται πρὸς τοῦ ἐπικειμένου τῇ λυχνίᾳ λύχνου, ἐξαπτομέ[νου]
ὑπὸ τοῦ παιδεύοντος τοὺς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ διάγοντας
κα[τὰ] τοὺς θεσμοὺς καὶ κανόνας καὶ δόγματα τῆς ἐκκλη-
σιαστι[κῆ]ς γνώμης. Φωτίζει δ' οὗτος ὁ διδάσκαλος ὅταν οἷα
λύχνον ἄ[ρῃ] τὸν ἑαυτοῦ νοῦν, ὅνπερ οὐ κρύπτει ὑπὸ
613

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Zacchariam Book 1, se. 289, γρ. 8

ἅψας λύχνον εἰς κρυπτὴν τίθησιν ἢ ὑπὸ σ̣[κεῦος ἢ] Κλίνην, ἀλλ'


ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ἵνα πάντες οἱ ἐν τῇ οἰκίᾳ ὁρ[ῶ]σι τὸ φῶς.»
Δυνατὸν ἐν τούτοις ἐκλαβεῖν οἰκίαν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ
[ζ]ῶντος Θεοῦ, οἶκον αὐτοῦ τυγχάνουσαν, ἐν ᾗ οἱ παραμένοντες
[καὶ] διατρίβοντες, κατὰ δόγματα αὐτῆς διακείμενοι, κατα[λά]μ-
πονται πρὸς τοῦ ἐπικειμένου τῇ λυχνίᾳ λύχνου, ἐξαπτομέ[νου]
ὑπὸ τοῦ παιδεύοντος τοὺς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ διάγοντας
κα[τὰ] τοὺς θεσμοὺς καὶ κανόνας καὶ δόγματα τῆς ἐκκλη-
σιαστι[κῆ]ς γνώμης. Φωτίζει δ' οὗτος ὁ διδάσκαλος ὅταν οἷα
λύχνον ἄ[ρῃ] τὸν ἑαυτοῦ νοῦν, ὅνπερ οὐ κρύπτει ὑπὸ Κλίνην ἢ
σκεῦος, ἀλλ' ἐπι[τίθ]η̣ς[ι]ν̣ τῷ προφορικῷ αὐτοῦ λόγῳ, λυχνίᾳ
ἀλληγορικῶς προς[αγορευο]μένῳ, ἔχων «γλῶτταν παιδείας ἡνίκα
δεῖ εἰπεῖν».
 Οἷόν [τε καὶ] πρακτικὸν βίον λυχνίαν εἰπεῖν ᾗ ἐπίκειται
ὁ πεφωτις[μένος ν]οῦς τοῦ φωτίσαντος ἑαυτῷ φῶς γνώσεως. Ὁ
ἐφιστάνων [τῇ παρού]σῃ σαφηνείᾳ τοῦ ἐκκειμένου προφητικοῦ
ῥητοῦ δοκιμα[ζέτω πό]τερον δεῖ αὐτὴν παραδέξασθαι ἢ ἑτέραν
ζητεῖν παρὰ τῶν [.....δ]ι̣αβεβηκότων ἐν συνέσει. Οὕτω γὰρ
ἠκριβωμένην νό[ησιν ἀπο]καρποῦσθαι συμβαίνει.  

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Zacchariam Book 3, se. 104, γρ. 4

 Ἐπείδη δὲ μὴ μόνα σκυθρωπὰ συμβεβηκέναι τῷ Τύρῳ,


ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω ἀλλοίωσιν προαποδέ̣δωκεν ἡ ἐκκει-
μένη προφητεία, ταῦτα θεασαμένη ἡ Ἀσκαλὼν εὐλάβειαν τελείαν  
ἔσχεν τὴν παρισταμένην ἐκ τοῦ· «Φόβος Κυρίου πάντα ὑπερέ-
βαλεν», καὶ τοῦ· «Οὐκ ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις τὸν
Κύριον», πληρωθεῖσιν πάντων ὠφελίμων, «οὐκ ἐλαττουμένων
παντὸς ἀγαθοῦ τῶν ἐκζητούντων τὸν Κύριον».
 Ἑπομένως τῇ Ἀσκαλῶνι, φοβηθείσῃ ἐκ τοῦ διορατικῶς
ἐπιβεβληκέναι τῇ ἐπαινετῇ ἀλλοιώσει τῆς Τύρου, καὶ ἡ Γάζα
σφοδρῶς ὀδυνηθήσεται, ὡσαύτως τῷ διὰ μετάνοιαν ὀλοφυρομένῳ
λέγοντι· «Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυ-
σίν μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω.» Πότε δὲ ὑπάρξεται ἡ
ὀδυνηρὰ κατάστασις τῇ Γάζῃ, ἢ ὅταν γνοῦσα ἑαυτὴν γνῷ τὴν
προσοῦσαν, τὴν σύμφυτον ἰσχὺν αὐτῆς, τὴν ἐκ θείου λόγου φυσι-
κῶς αὐτῇ δεδομένην.
 Τοσούτων οἰκονομηθέντων τῇ σφοδρῶς ὀδυνωμένῃ Γάζῃ,
καὶ ἡ Ἀκκαρώ, στείρωσίς τις οὖσα, οὕτω γὰρ ἑρμηνεύεται,
αἰσχύνην ὀφλήσει διαπετούσης τῆς ἐλπίδος αὐτῆς. Καὶ ἐπεὶ διτ-
614

τῶς παιδοποιΐα νοεῖται κατ' ἀναγωγήν, ἣ μέν τις γινομένη ἀπὸ


τῶν δυναμένων εἰπεῖν πρὸς τὸν Θεόν· «Ἀπὸ τοῦ φόβου σου ἐν
γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ ὠδινήσαμεν καὶ ἐτέκαμεν.» Ἐπαινετὴ δὲ

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Zacchariam Book 4, se. 218, γρ. 7

αὐτὸ τῷ ληφθέντι ἄνθρακι ἐκ τοῦ πνευματικοῦ καὶ ἐπουρανίου


θυσιαστηρίου λαβίδι ὑπὸ ἑνὸς τῶν Σαραφί· ὃν προσαγαγὼν τῷ
στόματι τοῦ προφήτου ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὰς ἀνομίας καὶ τὰ χείλη
αὐτοῦ ἐκαθάρισεν.
 Τίνα δὲ ἀναλίσκουσιν ὁ δαλὸς καὶ ἡ λαμπὰς τοῦ πυρὸς
δεξιὰ καὶ εὐώνυμα, καιρὸς εἰπεῖν.
 Τὰ αὐτόθεν γνώριμα τῶν ἀσεβημάτων καὶ ἁμαρτημάτων σκαιὰ
καὶ εὐώνυμα τυγχάνει· τὰ δ' ὑποδυόμενα ψευδῶς τὴν ἀρετὴν
δεξιὰ εἶναι νομίζονται. Ἀμφότερα γοῦν ἀπαγορεύων, ὁ θεῖος
λόγος φησίν· «Ὀρθὰς τροχιὰς ποίει σοῖς ποσίν, καὶ τὰς ὁδούς
σου κατεύθυνε. Μὴ ἐκκλίνῃς εἰς τὰ δεξιὰ ἢ εἰς τὰ ἀριστερά»,
μηδὲ εἰς τὰς ὑπερβολὰς μηδὲ ἐλλείψεις· ἀμφότεραι γάρ εἰσι
κακίαι.
 Τῆς ἐλευθεριότητος – αὕτη δ' ἐστὶν ἡ κοινωνικὴ
προαίρεσις – ἐναρέτου οὔσης, εὐώνυμος ἔκκλισίς ἐστιν ἡ φει-
δωλία, δεξιᾶς νομιζομένης τῆς ἀσωτία[ς] ἀναλωτικῆς οὔσης
χρημάτων οὐκ ἐφ' οἷς δεῖ κα[ὶ] ὡς χρή, ἀλλ' ἐπὶ θήρᾳ ἡδονῶν
αἰσχρῶν. Ἐπεὶ τοίνυν καὶ ὁ φειδωλὸς καὶ ἄσωτος ἐπιτιμητέοι
τυγχάνουσιν, ἀμφοτέρων καθάπτεται ὁ δαλὸς τοῦ πυρὸς καὶ ἡ
λαμπάς.
 

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Psalmos 29-34 Codex σελ. 138, γρ. 11

 3 κλῖνον πρός με | τὸ οὖς σου, τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με.


 εἰ καὶ βοῶ πρὸς σέ, ἀλλ' οὖν ὡς πρὸς τὴν σὴν μεγαλειότη-
τα μικρό|φων̣[ός] ε[ἰ]μι. ἐὰν μὴ οὖν σὺ κλίνῃς πρὸς ἐμὲ τὸ
οὖς σου, οὐκ ἰσχύει ἀναβῆναι ἡ ἐμὴ κραυγὴ πρὸς σέ. εἰ μὴ |
συνκ̣[ατα]β̣ῇ̣ς, οὐ δέχῃ μου τὴν φωνήν.
καὶ ἄλλως· ἐπεὶ μὴ πάσας παρατηρεῖται τὰς ἀνομίας τῶν
κρινο|μέν[ων καὶ] ἐξεταζομένων ὑπ' αὐτοῦ, δεῖ αὐτὸν κλῖναι
τὸ οὖς, ἵνα ἀκούσῃ· ἐὰν γὰρ οἵας γνώσεώς ἐστιν | καὶ ο[ἵας  
δυ]νάμεως μείνῃ, οὐκ ἀναβαίνει πρὸς αὐτὸν ἡ εὐχή. εἰ μὴ ἐπι-
νεύσῃ, οὐ δέχεται τὴν εὐχήν. ἐπι|νεύ[ει δ]ὲ συνκαταβαίνων.
 ὅταν κλίνῃς τὸ οὖς σου πρὸς ἐμέ, δέχῃ με καὶ ταχέως ἐξαι-
ρῇ με ἀπὸ τῶν | κατεχόντων με, ἀπὸ τῶν πορθούντων με. κἄν
τε πολέμιοι ὦσιν, “τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με”.
615

 ἐπερ ( )· | ἐκστὰς ταῦτα ἔλεγεν;  – οὐ τὴν παραφροσύνην


εἶπον ἐνταῦθα δηλοῦσθαι, ἀλλὰ τὸν θαυμασμόν, τὸ ἔξω | ἑαυτοῦ
γενέσθαι. τοῦτο ἀγνοεῖς, ὅτι οὐ μία ἔστιν τελειότης. ὁ γοῦν
τελειωθεὶς λέγει· “πάσης συντελείας εἶδον | πέρας”· μὴ γὰρ
τὸ ὑπὲρ πᾶν τέλος ἔχων λέγει ταῦτα.
 

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Psalmos 35–39 (2102: 019)


“Didymos der Blinde. Psalmenkommentar, pt. 4”, Ed. Gronewald, M.
Bonn: Habelt, 1969; Papyrologische Texte und Abhandlungen 6.
Codex σελ. 280, γρ. 8

ἐπειδὴ δὲ | μέ[λλω] τ̣υχεῖν ὧν ἐνλιπής εἰμι, πλήρης γενάμενος


αἰτῶ μείζονα, αἰτῶ ἐπουράνια καὶ λέγω ὅτι· “πάτερ ἡμῶν ὁ
ἐν τοῖς οὐρα|νο[ῖς, ἁ]γιασθήτω τὸ ὄνομά σου” – μὴ ὡς ἐνλι-
πὴς τοῦτο αἰτεῖται – . “ἐλθάτω ἡ βασιλεία σου”. ποίησον αὐ-
τὴν ἐλθεῖν. τότε δὲ ἔρχε|ται, ὅ̣τ̣αν κατ' ἐνέργειαν ἡμῶν ὁ
θεὸς βασιλεύῃ.
 13 ἐνώτισαι τῶν δακρύων μου.
 θεωρῶν ἐμαυτὸν ἐνλιπῆ δακρύω | [ποι]ῶ̣ν ἐκείνην καὶ κατα-
σκευάζων “τὴν λύπην τὴν κατὰ θεὸν {εἰς} μετάνοιαν εἰς σω-
τηρίαν ἐργαζομένην” καθ' ἣν λέγω· | “λούσω καθ' ἑκάστην
νύκτα{ν} τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσίν μου τὴν Στρωμνήν
μου βρέξω”. ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ἀπολειπόμενος | τῆς τελείας
καὶ ἄκρας ἀρετῆς – , πάλιν ὀλοφύρεται λέγων· “οἱ ὄντες ἐν
τῷ σκήνει στενάζομεν”, καὶ πάλιν· “ἔθου τὰ | δάκρυά μου ἐν-
αντίον σου ὡς ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ σου”. θεωρεῖς· “ὡς ἐν τῇ ἐπ-
αγγελίᾳ ἔθου τὰ δάκρυά μου”. ποῖα δέ ἐστιν | δάκρυα ἢ τὰ
τῶν κλαιόντων, ἵνα γελάσωσιν; “μακάριοι” γὰρ “οἱ κλαίον-
τες νῦν ὅτι γελάσονται”. οὗτοι ἔθεντο τὰ δάκρυα ὡς ἐν τῇ |
ἐπαγγελίᾳ, [ἵνα γ]ε[λ]άσωσιν, ἵνα πληρωθῶσιν “χαρᾶς ἀνεκλα-
λήτου καὶ δεδοξασμένης”.  
 13 μὴ παρασιωπήσῃς, | ὅτι πάροικο[ς ἐγώ] ε[ἰ]μι ἐν τῇ  

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Psalmos 40-44.4 Codex σελ. 291, γρ.


15

πολλοὺς ἔχει ὁ τοιοῦτος ἐχθ̣ρούς, πολλοὺς ἐφεδρεύοντας ἔχει·


ἐπεὶ γὰρ μ̣α̣|κάριος ἀνήρ ἐστιν καὶ σύνεσιν ἔχει ἐπὶ πτωχὸν
καὶ πένητα κατὰ πάσας τὰς ἀποδοθε[ίς]ας σαφηνείας, [κα]ὶ |
πολλοὺς ἔχει τοὺς ἐφεδρεύοντας· ῥύσεται γὰρ αὐτὸν ὁ θεὸς
ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν. οὐ ῥύετα[ι δὲ ἐκ τῆς χ]ειρὸς τῶν διω-
616

κ̣όν|των ὁ ἐπιδιδόμενος αὐτοῖς.  


 4 κύριος βοηθήσει αὐτῷ ἐπὶ Κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ.
 ὧδ[ε περὶ τοῦ πτω]χοῦ λέγει· κἂν ἐ[π]ὶ | Κλίνης γένηται
νοσῶν καὶ ὀδυνηρὸν ᾖ{ν} αὐτῷ τὸ τοιοῦτον, βοηθεῖ αὐτῷ [ὁ]
θεός. ἔχε τὰ περὶ [τῶν παραλυ]τικῶν ἐν τοῖς εὐ|αγγελίοις
εἰρημένα· ἐν κλίνῃ ὀδύνης ἔμεινεν ὁ τριάκοντα καὶ ὀκ[τὼ]
ἐνιαυτοὺς βεβλη̣[μένος κ]λινήρης ὥστε μ[η]|δὲ σαλευθῆναι
δύνασθαι μηδὲ διαναστῆναι. καὶ ἄλλοι δὲ τοιοῦτοι ἀνεγρ[άφ]θ̣η-
σαν ἐν τοῖς εὐαγγελίο[ις π]α̣ραλυτικοί{ς}. οὐ πᾶς δ[ὲ] | ὁ
ἐπὶ Κλίνης ὀδύνην καὶ ἀρρωστίαν ἔχων ῥύεται. Ὀχοδίας οὖν
ἀπὸ τῆς [κοί]της ἔπεσεν ἐκ τοῦ ὑπερῴου καὶ ἀπέθανεν. |
 εἰ δὲ πρὸς ἀναγωγήν, τὸ σῶμα πολλάκις Κλίνη ὀνομάζεται
τῆς [ψυχῆ]ς. καὶ πολλαί εἰσιν γραφαὶ συναγορεύουσαι | τῇ
τοιαύτῃ θεωρίᾳ. ὅταν τις οὖν ἐν τῷ φθαρτῷ σώματι ᾖ{ν} κ[αὶ
τῷ] γ̣ηΐνῳ σκήνει ὃ “βρίθει νοῦν πολυφρόν|τιδα, “ἐπὶ Κλίνης  

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Psalmos 40-44.4 Codex σελ. 292, γρ. 7

 τοῦτο λέγει· οὐ βραχεῖαν τῷ μεγάλα νοσήσαντι ἴασιν δέδω|-


κεν, ἀλλ' “ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ” ἔστρεψεν ἀπὸ τῆς ἀρρωστί-
ας, ἵνα μηκέτι ἀρρωστῇ, ἀλλ' ὑγιαίνῃ, ὡς εἶπον περὶ | τοῦ
[παρ]αλυτικοῦ. ἐρεῖς δὲ καὶ περὶ τοῦ Λαζάρου τοῦ εἱλκωμένον
ἔχοντος σῶμα ὅτι, ὅτε μετηνέχθη ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν | ἀγ[γέλ]ω̣ν,
[ὅλ]η ἡ κοίτη αὐτοῦ ἐστράφη, ὅλη ἡ ἀρρωστία αὐτοῦ. οὐκέτι ἀρ-
ρώστως ἐβέβλητο. εἰς κόλπους | γο[ῦν τοῦ] Ἀβραὰμ λοιπὸν δι-
έτριβεν.
 5 ἐγὼ εἶπα Κύριε, ἐλέησόν με.
 λοιπὸν λέγει ὅτι· συνήργησεν τὸ ἐφ' ἡ|[μῖν τ]ῷ ῥυσθῆναι
ἀπὸ τῆς κοίτης τῆ[ς] ἀ̣ρρωστίας καὶ βοηθηθῆναι ἀπὸ τῆς Κλίνης
τῆς ὀδύνης· ἐγὼ γὰρ τοῦτο | [ἐποίη]σα, “ἐγὼ εἶπα Κύριε, ἐ-
λέησόν με· ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι”. ὁρᾷς ὅτι,
ὅτε ἡμάρτησεν, τότε | ἐ̣ν[̣ ό]σ̣ει καὶ τότε ἐβέβλητο ἐπὶ κοίτησ̣
καὶ Κλίνης. ὅταν τις οὖν γνῷ τὸν δυνάμενον ῥυσθῆναι, τεύξε-
ται | τοῦ σπουδαζομένου, παραπλησίως τῷ· “θέλω, καθαρίσθητι”,
“ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβακτόν σου καὶ περιπάτει”.

Δίδυμος ΚαίκοςCommentarii in Psalmos 40-44.4 Codex σελ. 292, γρ. 9

ἔχοντος σῶμα ὅτι, ὅτε μετηνέχθη ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν | ἀγ[γέλ]ω̣ν,


[ὅλ]η ἡ κοίτη αὐτοῦ ἐστράφη, ὅλη ἡ ἀρρωστία αὐτοῦ. οὐκέτι ἀρ-
617

ρώστως ἐβέβλητο. εἰς κόλπους | γο[ῦν τοῦ] Ἀβραὰμ λοιπὸν δι-


έτριβεν.
 5 ἐγὼ εἶπα Κύριε, ἐλέησόν με.
 λοιπὸν λέγει ὅτι· συνήργησεν τὸ ἐφ' ἡ|[μῖν τ]ῷ ῥυσθῆναι
ἀπὸ τῆς κοίτης τῆ[ς] ἀ̣ρρωστίας καὶ βοηθηθῆναι ἀπὸ τῆς Κλίνης
τῆς ὀδύνης· ἐγὼ γὰρ τοῦτο | [ἐποίη]σα, “ἐγὼ εἶπα Κύριε, ἐ-
λέησόν με· ἴασαι τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἥμαρτόν σοι”. ὁρᾷς ὅτι,
ὅτε ἡμάρτησεν, τότε | ἐ̣ν[̣ ό]σ̣ει καὶ τότε ἐβέβλητο ἐπὶ κοίτησ̣
καὶ Κλίνης. ὅταν τις οὖν γνῷ τὸν δυνάμενον ῥυσθῆναι, τεύξε-
ται | τοῦ σπουδαζομένου, παραπλησίως τῷ· “θέλω, καθαρίσθητι”,
“ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβακτόν σου καὶ περιπάτει”.

Δίδυμος ΚαίκοςFragmenta in Psalmos (e commentario altero) (2102:


021)“Psalmenkommentare aus der Katenenüberlieferung, 2 vols.”, Ed.
Mühlenberg, [Link]: De Gruyter, 1:1975; 2:1977; Patristische Texte
und Studien 15 & [Link] 416, γρ. 4

ὁ θεὸς ῥύεται πάσης κολάσεως· τάχα δὲ καὶ πᾶς ὁ ἐνεστηκὼς βίος ἡμέρα
ἐστὶν πονηρὰ ἐν ᾗ καὶ αὐτῇ ῥύεται κύριος ἀπὸ τῶν περιεστηκότων.
Ps 40,2b.3a
 Νοηθείη δὲ ἡμέρα πονηρὰ καὶ ἡ τῆς κολάσεως. τὸ δὲ Ζῆσαι αὐτόν φησιν

τὴν ἀληθινὴν ζωὴν ἐν τῇ γῇ τῶν πραέων.


Ps 40,3b.4
 Οὐ παραδίδοται δὲ εἰς χεῖρας ἐχθρῶν αὐτοῦ ὁ κωλυόμενος εἶναι
τοιοῦτος,
οἷαι αἱ τῶν ἐχθρῶν ψυχαί.
 Προσθήσει δὲ τῷ συνιέντι ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα καὶ τὰ τούτοις ἑξῆς·
Ὁ κύριος βοηθήσει γὰρ αὐτῷ ἐπὶ Κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ καὶ πᾶσαν τὴν
κοίτην
αὐτοῦ στρέψει ἐν τῇ ἀρρωστίᾳ αὐτοῦ, ἀπαλλάττων αὐτὸν τῆς ἀνθρωπίνης

ἀρρωστίας χαριζόμενός τε αὐτῷ τὴν τῆς ψυχῆς ὑγείαν, ὥστ' εἰ καὶ


συμβαίη
αὐτῷ κατὰ ψυχὴν ἀρρώστημά τι (ὁποῖα πολλὰ συμβαίνει γίνεσθαι, ὥσπερ
οὖν
ὁ ἀπόστολος διδάσκει λέγων· Διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ
ἄρρωστοι) καὶ ταύτην μεταβάλλει τὴν ἀρρωστίαν. καὶ τὰ λοιπὰ δὲ πάντα
παρέξει ὁ κύριος τῷ συνιέντι ἐπὶ πτωχὸν καὶ πένητα.  
Ps 40,5b
 Ἐκ τούτων μανθάνομεν ὅτι νόσος καὶ τρῶσις ψυχῆς ἁμαρτία.
618

Pseudo-Macarius Scr. Eccl., Sermones 64 (collectio B) (2109: 001)


“Makarios/Symeon Reden und Briefe, 2 vols.”, Ed. Berthold, H.
Berlin: Akademie–Verlag, 1973; Die griechischen christlichen
[Link] 4, Ch. 15, se. 6, γρ. 5

ἐπιτάξας τῷ ἡλίῳ, ὥστε στῆναι αὐτὸν εἰς ἄλλας δύο ὥρας ἐν τῇ συμβολῇ
τοῦ
πολέμου; αὕτη ἡ φύσις ἐδύνατο ἐπιτάξαι; ἢ ἡ δύναμις ἡ συνοῦσα αὐτῷ
ἐπέταξε
τῷ ἡλίῳ καὶ ἐπήκουσε καὶ ἐποίησε τὴν νίκην; Μωϋσῆς ὅτε συνέβαλε τῷ
Ἀμαλήκ, ὅτε μὲν ἐξέτεινε τὰς χεῖρας πρὸς τὸν θεόν, ἐπάτει τὸν Ἀμαλήκ,
ὅτε
δὲ ἔκλινε τὰς χεῖρας, περιεγένετο ὁ Ἀμαλήκ.
 Ὅτε ἀκούεις ταῦτα γενόμενα, μὴ μακράν σου ἀπέλθῃ ὁ νοῦς, ἐπειδὴ
ἐκεῖνα τύπος ἦν καὶ σκιὰ τῶν ἀληθινῶν πραγμάτων. ἀνάλαβε οὖν πρὸς
ἑαυτόν.
ὅτε γὰρ ἐκτείνῃς τὰς χεῖρας τοῦ νοός σου καὶ τοὺς λογισμούς σου εἰς τὸν
οὐρανὸν καὶ θελήσεις προσκολληθῆναι τῷ κυρίῳ, κατώτερος τῶν
λογισμῶν σου
γίνεται ὁ σατανᾶς, καὶ πατεῖς αὐτόν, ὅταν δὲ κλίνῃ σου ὁ λογισμὸς ἤγουν
ὁ νοῦς
ἐπὶ τὰ γήϊνα καὶ σαρκικά, ἀνώτερος τῶν λογισμῶν σου γίνεται ὁ σατανᾶς.
καὶ
ὥσπερ ἐκεῖ τὰ τείχη ἔπεσαν διὰ δυνάμεως θεοῦ, οὕτω καὶ νῦν τὰ τείχη
τῆς
κακίας τὰ κωλύοντα τὸν νοῦν καὶ αἱ πόλεις τοῦ σατανᾶ καὶ οἱ ἐχθροὶ
ἐξολοθρεύ-
ονται διὰ δυνάμεως θεοῦ. εἰ οὖν κατὰ τὸ εἰρημένον εἰς τὴν σκιὰν οὕτω
συνῆν τοῖς δικαίοις ἡ δύναμις τοῦ θεοῦ ποιοῦσα θαυμάσια φοβερὰ {καὶ
φανερὰ},  –   
ἀλλ' εἰ καὶ ἔξωθεν σημεῖα ἐποίουν διὰ τῆς θείας δυνάμεως, ἀλλ' ἔσωθεν
δὲ ᾤκει
ἐν αὐτοῖς ἡ θεία χάρις, ὁμοίως καὶ εἰς τοὺς προφήτας, ὅτε χρεία ἦν
πράγματα
μεγάλα εἰπεῖν τῷ κόσμῳ, ἐνήργει εἰς αὐτοὺς καὶ διηκόνει τὸ πνεῦμα ἐν

Pseudo-Macarius Scr. Eccl., Sermones 64 (collectio B) Homily 6, Ch. 1,


se. 1, γρ. 2
619

πᾶν ἡ ἐνέργειά ἐστι καὶ ἐκ τῆς ἐνεργείας δύναται ὁ νοῦς διακρῖναι τὰς
ὀπτασίας,
ποία μὲν ἔστι τοῦ σατανᾶ, ποία δὲ τῆς χάριτος;
 Πάντοτε ποίησον λόγον μετὰ τοῦ σώματός σου καὶ τῆς ψυχῆς. εἰπὲ τῷ
σώματί σου· “τί ποιοῦμεν ἐν τῷ κόσμῳ; ὀλίγος ἐστὶν ὁ καιρὸς ἡμῶν.
μέλλεις
γὰρ φθείρεσθαι καὶ ἀπέρχεσθαι εἰς μνημεῖον.” εἰπὲ τῇ ψυχῇ σου· “τί
ποιεῖς ὧδε; ἄπελθε, πρόσφυγε τῷ θεῷ, μήπως κολασθῇς εἰς πῦρ αἰώνιον.
ποίησον πάλην πρὸς τὸν πυκτεύοντα καὶ ἀφανίζοντα τὸν νοῦν σου.”  

ΛΟΓΟΣ ϛʹ.

 Περὶ τῶν ῥυπαρῶν λογισμῶν πῶς ἐνεργοῦσιν εἰς τὴν καρδίαν. Ὅταν
κλίνῃς γόνυ εἰς προσευχὴν καὶ θέλῃς πέμψαι τὸν νοῦν σου πρὸς τὸν
θεόν,
εὑρίσκῃ εἰς τὴν πατρίδα σου καὶ ἀντιπαλαίεις τῷ λογισμῷ καὶ ἐπανάγεις
αὐτὸν ἐκεῖθεν. καὶ πάλιν θέλεις κατευθῦναι τὸν λογισμόν σου πρὸς τὸν
θεόν,
ἄλλος λογισμὸς εἵλκυσέ σε εἰς τὴν ἀγοράν. πάλιν βιάζῃ ἐπανάγειν τὸν
νοῦν σου,
ἰδοὺ ἄλλος λογισμὸς εἵλκυσέ σε εἰς πορνείαν. πάλιν ἐπανάγεις τὸν
λογισμόν σου
ἐκεῖθεν, εἵλκυσέ σε ἄλλος λογισμὸς εἰς φιλαργυρίαν. πάλιν ἄλλος
λογισμὸς
ὀργῆς ἐπλήρωσέ σου τὴν καρδίαν· ζητεῖς εἰρήνην, καὶ τέως ἔσωθεν
θυμοῦ
γέμεις. πάλιν ὅταν ἑλκύσῃς τὸν λογισμόν σου ἐκεῖθεν, κατασύρεται ὑπὸ
τῶν
πονηρῶν δαιμόνων, βαρύνων σε εἰς ὕπνον. ὅμως δὲ σὺ μὴ ἐνδῷς, ἀλλὰ
πολέ-
μησον πρὸς τὴν κακίαν καὶ ζήτησον τὸν θεόν, ἵνα αὐτὸς ἐλθὼν ποιήσῃ
τὴν
νίκην. σὺ γὰρ τῇ ἰδίᾳ δυνάμει οὐ δύνασαι ἑαυτὸν καθαρίσαι. εἰς ἓν γὰρ
μέρος ὁ

Pseudo-Macarius Scr. Eccl., Sermones 1-22, 24-27 Homily 18, se. 1, γρ.
31

ἁμαρτίας, ἐξαμαρτάνειν προτρεπόμενον, καὶ ποῦτο οὐδεὶς δύναται θε-


ραπεῦσαι καὶ ἐξελέσθαι καὶ ἰάσασθαι τὴν ἀνθρωπότητα καὶ φονεῦσαι
τὸν φονέα ἡμῶν, ἢ μόνον τὸ τοῦ θεοῦ πνεῦμα· ἰδού (γάρ φησιν) «ὁ
ἀμνὸς τοῦ θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». ἐπειδὴ οὖν οἶδε
620

τὸ κακὸν τὸ συνὸν τῷ ἀνθρώπῳ, τίς δύναται μόνος φονεῦσαι αὐτό,


χαυνοῖ καὶ ἐξυδαροῖ τὸν νοῦν ἐπὶ κοσμικά τινα πράγματα προτρεπό-
μενον ἢ καί τινα ἕτερα εὔλογα, μόνον ἵνα ἐκκλίνῃ αὐτὸν ἐξ ἐκείνης
τῆς ζητήσεως καὶ ἐξ ἐκείνου τοῦ πόνου. οἶδε γὰρ ὅτι, ἐὰν ἐκεῖνο ζητῇ,
ὃ φονεύσει αὐτόν, ἀπολεῖται ταχέως. λοιπὸν οὖν παντὶ τρόπῳ ἀγωνί-
ζεται ἐξυδαροῦν τὴν προαίρεσιν καὶ συμβουλίας εὐλογοφανεῖς ὑπο-
σπείρειν, μόνον ἵνα ἐκεῖθεν ἀποσπάσῃ καὶ ἐκκλίνῃ καὶ μετεωρίσῃ τοῦ
μὴ ζητεῖν τὸ φονεῦον τὴν ἁμαρτίαν. ἡμεῖς τοίνυν, ἀγαπητοί, πάντοτε
τὸν σκοπὸν ἡμῶν καὶ τὸν ἀγῶνα καὶ τὸν πόνον ἐκεῖ ἔχωμεν μηδεμίαν
ὥραν διδόντες ἑαυτοῖς ἄνεσιν καὶ μήτε ἐν μικρῷ μήτε ἐν μεγάλῳ
πράγματι ὑπακούσωμεν ταῖς συμβουλίαις αὐτοῦ, ὅπως ἐκείνη ἡ πνευ-
ματικὴ καὶ ἐνυπόστατος ἐργασία γένηται ἐν ἡμῖν ἡ ἀποκτέννουσα τὴν
ἐν ἡμῖν κακίαν. λόγοι γὰρ μύριοι οὐδὲν ὠφελοῦσιν, ἐργασίας πνευμα-
τικῆς χρεία ἐνυποστάτου. ἄλλος γάρ ἐστιν ὁ λόγον ἀκούων καὶ χα-
ροποιούμενος καὶ ἄλλος ὁ ἐνέργειαν θείας δυνάμεως αἰσθανόμενος ἐν
ἑαυτῷ, δι' οὗ ἀποκτέννεται ἡ ἁμαρτία. ἄλλος οὗτος καὶ ἄλλος ἐκεῖνος.
κἀκεῖνο μὲν καλόν, ἀλλ' ὁ δυνάμεως θείας ἐνέργειαν αἰσθανόμενος

Κυριλλος. Catecheses ad illuminandos 1–18 (2110: 003)


“Cyrilli Hierosolymorum archiepiscopi opera quae supersunt omnia, 2
vols.”, Ed. Reischl, W.C., Rupp, [Link]: Lentner, 1:1848; 2:1860,
Repr. [Link] 2, Ch. 12, γρ. 10

ἔχεις κατὰ σοῦ τοὺς ἐχθροὺς ἐπαναστάντας.


 Ὁ μὲν οὖν προφήτης οὕτως αὐτὸν παρεμυθήσατο, ὁ δὲ
μακάριος Δαβὶδ, εἰ καὶ τὰ μάλιστα ἤκουσεν, ὅτι Κύριος παρε-
βίβασε τὸ ἁμάρτημά σου, οὐκ ἀπέστη τῆς μετανοίας ὁ βασιλεύς·
ἀλλὰ περιεβάλετο μὲν σάκκον ἀντὶ πορφύρας, ἀντὶ δὲ χρυσο-
κολλήτων θρόνων, ἐπὶ σποδοῦ καὶ γῆς ὁ βασιλεὺς ἐκαθέζετο.
Καὶ οὐκ ἐπὶ σποδοῦ μόνον ἐκάθητο, ἀλλὰ καὶ σποδὸν εἶχε τὴν
βρῶσιν, καθὼς καὶ αὐτός φησιν· Ὅτι σποδὸν ὡσεὶ ἄρτον ἔφα-
γον [καὶ τὸ πόμα μου μετὰ κλαυθμοῦ ἐκίρνων]. Ἐξέτηξε δά-
κρυσι τὸν ἐπιθυμητὴν ὀφθαλμόν· Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα
τὴν Κλίνην μου, λέγων, ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω.
Ἀρχόντων παρακαλούντων φαγεῖν ἄρτον, οὐκ ἐπείθετο· εἰς ἑβδό-
μην ὁλόκληρον ἡμέραν παρέτεινε τὴν νηστείαν. Εἰ βασιλεὺς οὕ-
τως ἐξωμολογεῖτο, σὺ ὁ ἰδιώτης οὐκ ὀφείλεις ἐξομολογήσασθαι;
Καὶ μετὰ τὴν τοῦ Ἀβσαλὼμ ἐπανάστασιν, πολλῶν οὐσῶν ὁδῶν
αὐτῷ τῆς φυγῆς, διὰ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν φεύγειν εἵλατο,
μονονουχὶ τῇ διανοίᾳ τὸν ἀναβησόμενον εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἐκεῖ-
θεν λυτρωτὴν ἐπικαλούμενος· καὶ καταρωμένου πικρῶς αὐτὸν
621

τοῦ Σεμεῒ λέγει, Ἄφετε αὐτόν· ᾔδει γὰρ, ὅτι τῷ ἀφιέντι


ἀφεθήσεται.

Κυριλλος. Catecheses ad illuminandos 1-18 Catechesis 15, Ch. 23, γρ.


2

οὐ καταφρονεῖ τῶν οἰκείων δούλων ὁ τοσοῦτος ἔνδοξος βασι-


λεύς, ὁ ὑπὸ τῶν ἀγγέλων δορυφορούμενος, ὁ τοῦ πατρὸς σύν-
θρονος. ἵνα γὰρ μὴ συμφυρῶσιν οἱ ἐκλεκτοὶ μετὰ τῶν ἐχθρῶν,
ἀποστέλλει τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος μεγάλης,
καὶ ἐπισυνάξουσι τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέ-  
μων. ἑνὸς τοῦ Λὼτ οὐ κατεφρόνησεν. πῶς ἄρα πολλῶν δικαί-
ων καταφρονήσει; δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου,
ἐρεῖ τοῖς τότε νεφελώδεσιν ἅρμασιν ἐποχουμένοις καὶ ὑπὸ ἀγ-
γέλων συλλεχθεῖσιν.
 Ἀλλ' ἐρεῖ τις τῶν παρόντων· πένης εἰμί, ἢ καὶ τότε
ἴσως ἀσθενὴς ἐπὶ Κλίνης εὑρεθήσομαι, ἢ γύναιον ἐν μύλωνι
καταληφθήσομαι. μὴ ἄρα καταφρονηθῶμεν; θάρσησον ἄν-
θρωπε. ὁ κριτὴς ἀπροσωπόληπτός ἐστιν. οὐ κατὰ τὴν δόξαν
κρινεῖ, οὐδὲ κατὰ τὴν λαλιὰν ἐλέγξει. οὐ προτιμᾷ λογίους ἰδιω-
τῶν οὐδὲ πλουσίους πενήτων. κἂν ἐν ἀγρῷ ᾖς, λαμβάνουσί
σε οἱ ἄγγελοι. μὴ νομίσῃς ὅτι τοὺς γεούχους λαμβάνει καὶ
σὲ τὸν γεωργὸν καταλείπει. κἂν δοῦλος ᾖς, κἂν πένης, μηδὲν
ἀγωνιάσῃς. ὁ μορφὴν δούλου λαβὼν τῶν δούλων οὐ καταφρο-
νεῖ. κἂν νοσῶν κείμενος ᾖς ἐπὶ Κλίνης, γέγραπται· τότε δύο
ἔσονται ἐπὶ Κλίνης μιᾶς, εἷς παραλαμβάνεται καὶ εἷς ἀφίεται.
κἂν κατ' ἀνάγκην μύλωνι παραδοθῇς ἀνὴρ ἢ γυνή, κἂν παῖδας

Κυριλλος. Catechesis ad illuminandos 2 (recensio e cod. Paris. 409)


(2110: 012)“Iuris ecclesiastici Graecorum historia et monumenta, vol.
2”, Ed. Pitra, [Link]: Congregatio de Propaganda Fide, 1868.
Se. 12, γρ. 5

ὁ ἐλέγξας αὐτὸν, εὐθέως ἐπήγαγε· Καὶ Κύριος, φησὶ,


ἀφείλετο ἁμάρτημά σου .. ἐχθρούς σου· πολλοὺς μὲν γὰρ
εἶχες τ. ε. διὰ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλ' ἐφρούρει σε ἡ σωφρο-
σύνη· προδοὺς δὲ τὸ μέγιστον ὅπλον, ἑτοίμους ἐστῶτας
ἔχεις κατὰ σοῦ τοὺς ἐχθροὺς ἐπαναστάντας· ὁ μὲν οὖν
προφήτης οὕτως αὐτὸν παρεμυθεῖτο [cf. I. loc.].
622

 Ὁ δὲ μακάριος Δαυὶδ εἰ καὶ τὰ μάλιστα ἤκου-


σεν ὅτι παρεβίβασε .. οὐκ ἐπὶ σποδοῦ μόνον ἐκάθητο,
ἀλλὰ καὶ σποδὸν εἶχε τὴν βρῶσιν, καθὼς .. τοὺς ἐπι-
θυμητὰς ὀφθαλμούς· λούσω γὰρ, φησὶ, καθ' ἑκάστην
νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν
μου [βρέξω]. Ἀρχόντων παρακαλούντων. .. Εἰ οὖν ὁ βα-
σιλεὺς οὕτως ἐξομολογεῖτο .. μονονουχὶ τὴν βοήθειαν  
τοῦ ἀναβησομένου εἰς οὐρανοὺς ἐκεῖθεν [καὶ] λυτρωτὴν
ἐπικαλούμενος, καὶ κατάρ. πικρῶς .. αὐτὸν ἥδει γὰρ ὅτι
τῷ ἀφιέντι ἀφεθήσεται.

Κυριλλος. Catechesis ad illuminandos 2 (recensio e cod. Paris. 409)


Se. 15, γρ. 11

 Βούλει γνῶναι πόσον ἰσχύει ἡ μετάνοια; θέλεις


μαθεῖν τὸ .. ἐτρέψατο· μέγα μὲν γὰρ ἀληθῶς καὶ τοῦτο·
ἀλλ' ἔτι μικρὸν πρὸς τὸ μέλλον ῥηθήσεσθαι .. ἀπόφασιν
θείαν ἐξενεχθεῖσαν κατ' αὐτοῦ τοῦ βασιλέως Ἐζεχίου,
ἔλυσε ... αὐτῷ καὶ μέλλοντι τελευτᾶν .. ποία σωτηρίας
ἐλπίς; ἀκούσαντος γὰρ τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον [sic
codex, plane solus hic], διελύθη αὐτοῦ τὰ μέλη τοῦ
σώματος, ἐκόπησαν τὰ νεῦρα, ἐξέλιπεν ἡ ἰσχὺς διὰ
τὸν τοῦ προφήτου πρὸς αὐτὸν λόγον· καὶ γὰρ ὡς ἐκ Θεοῦ
ἐδέξατο τὴν ἀπόφασιν, ἀλλ' οὐκ ἀπέστη ... καὶ ἀνα-
τείνας τ. δ. ἀπὸ τῆς Κλίνης πρὸς τ. ο. δάκρυσι μετανοίας
τὴν Κλίνην κατέβρεξεν (οὐ γὰρ ἐμποδίζει παχύτης τῶν
τοίχων προσευχὰς μετ' εὐλαβείας ἀναπεμπομένας, cum
editione 1). Κύριε .. μου, ὅτι σπέρμα Ἀβραὰμ ἐγώ εἰμι ...
κατὰ κίνησιν κ. π. α. ὥς τινες ματαιολογοῦσι, ζῶμεν·
ἀλλ' αὐτὸς καὶ τοῦ ζῆν καὶ ἔως ὅτε δεῖ ζῆν, ὡς βούλει
νομοθέτης, τυγχάνεις· καὶ ᾧ τὸ ζῆν ἀνέλπιστον, διὰ τὴν
προφητικὴν ἀπόφασιν ἀκούσας, τούτῳ ... ἥλιος ἀνεπό-
δισε ... πρόσευξαι τῷ τὰ κρύφια καθορῶντι, ἵνα σ. π. τὰς
ἑτοιμασμένας τοῦ αἰωνίου πυρὸς μάστιγας.
 Καὶ ἐκεῖ ἔλεγον τὴν μακαρίαν ᾠδὴν ὅτι .. ἡ

Κυριλλος. Catechesis ad illuminandos 2 (recensio e cod. Paris. 409)


Se. 15, γρ. 12

μαθεῖν τὸ .. ἐτρέψατο· μέγα μὲν γὰρ ἀληθῶς καὶ τοῦτο·


623

ἀλλ' ἔτι μικρὸν πρὸς τὸ μέλλον ῥηθήσεσθαι .. ἀπόφασιν


θείαν ἐξενεχθεῖσαν κατ' αὐτοῦ τοῦ βασιλέως Ἐζεχίου,
ἔλυσε ... αὐτῷ καὶ μέλλοντι τελευτᾶν .. ποία σωτηρίας
ἐλπίς; ἀκούσαντος γὰρ τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον [sic
codex, plane solus hic], διελύθη αὐτοῦ τὰ μέλη τοῦ
σώματος, ἐκόπησαν τὰ νεῦρα, ἐξέλιπεν ἡ ἰσχὺς διὰ
τὸν τοῦ προφήτου πρὸς αὐτὸν λόγον· καὶ γὰρ ὡς ἐκ Θεοῦ
ἐδέξατο τὴν ἀπόφασιν, ἀλλ' οὐκ ἀπέστη ... καὶ ἀνα-
τείνας τ. δ. ἀπὸ τῆς Κλίνης πρὸς τ. ο. δάκρυσι μετανοίας
τὴν Κλίνην κατέβρεξεν (οὐ γὰρ ἐμποδίζει παχύτης τῶν
τοίχων προσευχὰς μετ' εὐλαβείας ἀναπεμπομένας, cum
editione 1). Κύριε .. μου, ὅτι σπέρμα Ἀβραὰμ ἐγώ εἰμι ...
κατὰ κίνησιν κ. π. α. ὥς τινες ματαιολογοῦσι, ζῶμεν·
ἀλλ' αὐτὸς καὶ τοῦ ζῆν καὶ ἔως ὅτε δεῖ ζῆν, ὡς βούλει
νομοθέτης, τυγχάνεις· καὶ ᾧ τὸ ζῆν ἀνέλπιστον, διὰ τὴν
προφητικὴν ἀπόφασιν ἀκούσας, τούτῳ ... ἥλιος ἀνεπό-
δισε ... πρόσευξαι τῷ τὰ κρύφια καθορῶντι, ἵνα σ. π. τὰς
ἑτοιμασμένας τοῦ αἰωνίου πυρὸς μάστιγας.

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G) (2111: 001)


“Palladio. La storia Lausiaca”, Ed. Bartelink, G.J.M.
Verona: Fondazione Lorenzo Valla, [Link] 2, se. 2, γρ. 11

Διὰ πάσης μὲν γὰρ τῆς ἡμέρας ἐν τῷ καύματι ἐν τῇ


ἐρήμῳ τῇ παρὰ θάλασσαν συνῆγε λίθους, καὶ τούτους ἀεὶ
οἰκοδομῶν καὶ κέλλας ποιῶν παρεχώρει τοῖς μὴ δυναμένοις
οἰκοδομῆσαι, κατ' ἔτος τελίσκων κέλλαν μίαν. Ἐμοῦ δέ
ποτε εἰρηκότος αὐτῷ· «Τί ποιεῖς, πάτερ, ἐν γήρᾳ τοσούτῳ
ἀποκτείνων σοῦ τὸ σωμάτιον ἐν τοῖς καύμασι τούτοις;»
ἀπεκρίνατο λέγων· «Ἀποκτείνει με, ἀποκτείνω αὐτό».
Ἤσθιε μὲν γὰρ οὐγκίας ἓξ ἄρτου καὶ λεπτολαχάνων δέμα,
ἔπινε δὲ ὕδατος τὸ ὅσον. Ἐπὶ θεοῦ μάρτυρος οὐκ ἔγνων
αὐτὸν ἁπλώσαντα πόδας, οὐ καθευδήσαντα ἐπὶ ψιαθίου, οὐκ
ἐπὶ Κλίνης· ἀλλὰ διὰ πάσης νυκτὸς καθήμενος ἔπλεκε σειρὰν
τὴν ἐκ θαλλῶν φοινίκων εἰς λόγον τροφῆς.
         Προσδοκήσας
δὲ ὅτι ἐπ' ἐμοῦ τοῦτο ποιεῖ, ἐφιλοπεύστησα καὶ παρὰ ἄλλων
αὐτοῦ μαθητῶν ἀκριβώσας, οἵτινες ἔμενον κατ' ἰδίαν, ὅτι
ἀπὸ νεότητος ταύτην ἔσχε τὴν πολιτείαν, μηδέ ποτε κοιμηθεὶς
ἐξεπίτηδες, εἰ μή τι ἐργαζόμενος ἢ ἐσθίων ἐκάμμυσε τὸν
624

ὀφθαλμὸν κατενεχθεὶς ὕπνῳ, ὥστε πολλάκις καὶ τὸν ψωμὸν


ἐκπίπτειν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ φαγεῖν
ὑπερβολῇ νυσταγμοῦ. Ἀναγκάζοντος δέ μου αὐτόν ποτε μι-
κρὸν ἐπὶ τῆς ψιάθου ἀναπεσεῖν, ὑπολυπούμενος ἔλεγεν·

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G) Vita 8, se. 1, γρ. 7

Περὶ Ἀμοῦν τοῦ Νιτριώτου

 Ἔλεγε δὲ τὸν Ἀμοῦν βεβιωκέναι τοιούτῳ τρόπῳ·


ὅτι ὀρφανὸς ὑπάρχων, νεανίσκος ὡς ἐτῶν εἴκοσι δύο βίᾳ
παρὰ τοῦ ἰδίου θείου ἐζεύχθη γυναικί· καὶ μὴ δυνηθεὶς
ἀντισχεῖν τῇ τοῦ θείου ἀνάγκῃ, ἔδοξε καὶ στεφανοῦσθαι
καὶ καθέζεσθαι ἐν παστῷ, καὶ πάντα ὑπομεμενηκέναι τὰ
κατὰ τὸν γάμον. Μετὰ δὲ τὸ ἐξελθεῖν πάντας κοιμήσαντες
αὐτοὺς ἐν τῷ παστῷ καὶ τῇ κλίνῃ, ἀναστὰς ὁ Ἀμοῦν ἀπο-
κλείει τὴν θύραν, καὶ καθίσας προσκαλεῖται τὴν μακαρίαν  
αὐτοῦ σύμβιον καὶ λέγει αὐτῇ·
         «Δεῦρο, κυρία, λοιπὸν
διηγήσομαί σοι τὸ πρᾶγμα· ὁ γάμος ὃν ἐγαμήσαμεν οὗτός
ἐστι περισσὸν ἔχων οὐδέν. Καλῶς οὖν ποιήσωμεν ἐὰν
ἀπὸ τοῦ νῦν ἕκαστος ἡμῶν κατ' ἰδίαν καθευδήσῃ, ἵνα
καὶ τῷ θεῷ ἀρέσωμεν φυλάξαντες ἄθικτον τὴν παρθενίαν».
Καὶ ἐξενεγκὼν ἐκ τοῦ κόλπου αὐτοῦ βιβλιδάριον ἐκ προσώπου
τοῦ ἀποστόλου καὶ τοῦ σωτῆρος ἀνεγίνωσκε τῇ κόρῃ ἀπείρῳ
οὔσῃ γραφῶν, καὶ τῷ πλείστῳ μέρει πάντα προστιθεὶς

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G) Vita 12, se. 3, γρ. 2

         «Δεῦτε, ἴδετε νέον Ἰὼβ ἐν τοσούτῳ ὄγκῳ σώματος καὶ πάθει
ἀνιάτῳ ἄμε-  τρον κεκτημένον εὐχαριστίαν». Ἀπελθόντες οὖν
ἐθεασάμεθα τοσοῦτον ὄγκον σώματος ὡς μὴ δύνασθαι δάκτυλον χειρὸς
αὐτοῦ περιλαμβάνειν ἄλλους δακτύλους. Μὴ δυνάμενοι δὲ
ἀτενίζειν τῇ τοῦ πάθους δεινότητι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀπεστρέ-
ψαμεν. Τότε λέγει ἡμῖν ὁ μακάριος ἐκεῖνος Βενιαμίν· «Εὔ-
ξασθε, τέκνα, ἵνα μὴ ὁ ἔσωθέν μου ἄνθρωπος ὑδρωπιάσῃ·
οὗτος γὰρ οὔτε με εὐπαθῶν ὤνησεν, οὔτε δυσπαθῶν ἔβλαψε».
Τοὺς οὖν ὀκτὼ μῆνας δίφρος αὐτῷ ἔκειτο πλατύτατος
ἐν ᾧ ἀδιαλείπτως ἐκαθέζετο, μηκέτι ἐν κλίνῃ ἀναπεσεῖν
δυνάμενος διὰ τὰς χρείας τὰς λοιπάς. Ἐν τῷ πάθει δὲ τούτῳ
ὢν ἄλλους ἰᾶτο. Ἀναγκαίως οὖν ἐξηγησάμην τὸ πάθος τοῦτο,
625

ἵνα μὴ ξενιζώμεθα ὅταν τι περιστατικὸν ἀνδράσι δικαίοις


συμβαίνῃ. Τελευτήσαντος δὲ αὐτοῦ, αἱ φλιαὶ τῆς θύρας
ἐπήρθησαν καὶ αἱ παραστάδες, ἵνα δυνηθῇ τὸ σῶμα ἐξε-
νεχθῆναι τοῦ οἴκου· τοσοῦτος ἦν ὁ ὄγκος.

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G) Vita 37, se. 12, γρ. 3

ἀλλήλους· «Τίς αὐτοῦ ἔλαβε τὰ σκεύη ἢ τὰ ἀναλώματα;»


Καὶ ὡς εὗρον ὅτι οὐδείς, ἤρξαντο διαμάχεσθαι αὐτῷ
καὶ λέγειν· «Πῶς εἰσῆλθες ἄνευ ἀναλωμάτων; Πόθεν ἡμῖν
ἔχεις δοῦναι τὸ ναῦλον; Ἢ πόθεν ἔχεις τραφῆναι;» Λέγει
αὐτοῖς· «Ἐγὼ πρᾶγμα οὐκ ἔχω· ἀπενέγκατέ με καὶ ῥίψατε
ὅπου με εὕρατε». Ἐκεῖνοι δὲ οὐδὲ ἑκατὸν χρυσίνων ἡδέως  
ἂν ἔλυον, ἀλλ' ἤνυον τὸν σκοπὸν αὐτῶν. Οὕτως οὖν ἦν ἐν
τῷ πλοίῳ καὶ εὑρέθησαν τρέφοντες αὐτὸν ἕως Ῥώμης.
 Ἐλθὼν οὖν ἐν τῇ Ῥώμῃ περιειργάζετο τίς εἴη μέ-
γας ἀσκητὴς ἢ ἀσκήτρια ἐν τῇ πόλει. Ἐν οἷς περιέτυχε καὶ
Δομνίνῳ τινὶ μαθητῇ Ὠριγένους, οὗ ἡ Κλίνη μετὰ θάνατον
νοσοῦντας ἰάσατο. Περιτυχὼν οὖν αὐτῷ καὶ ὠφεληθεὶς παρ'
αὐτοῦ, ἀνὴρ γὰρ ἦν τετορνευμένος ἔν τε ἤθει καὶ γνώσει,
μαθὼν παρ' αὐτοῦ τίς ἄλλος εἴη, ἀσκητὴς ἢ ἀσκήτρια, ἔγνω
περὶ ἡσυχαζούσης τινὸς παρθένου ἥτις οὐδενὶ συνετύγχανε.
 Καὶ μαθὼν ποῦ μένει ἀπῆλθε καὶ λέγει τῇ ὑπηρετούσῃ
αὐτῇ γραΐδι· «Εἶπον τῇ παρθένῳ ὅτι “Ἀναγκαίως σοι ἔχω
συντυχεῖν, ὁ θεὸς γάρ με ἀπέστειλε”». Παραμείνας οὖν δύο
ἢ τρεῖς ἡμέρας ὕστερον αὐτῇ συνέτυχε καὶ λέγει αὐτῇ·

Παλλάδιος. Historia Lausiaca (recensio G) Vita 55, se. 2, γρ. 10

         Ἐπιστᾶσα ἐκείνη ὡς μήτηρ σοφὴ υἱοῦ γνησίου ἐπέσκωπτεν αὐτοῦ


τῇ ἁπαλότητι λέγουσα· «Πῶς θαρρεῖς ταύτην ἄγων τὴν ἡλικίαν
ἔτι ζέοντος τοῦ αἵματός σου οὕτω φιλοκαλεῖν τὸ σαρκίον,
μὴ αἰσθανόμενος τῶν ἐξ αὐτοῦ τικτομένων βλαβερῶν; Θάρσει,
θάρσει ὅτι ἑξηκοστὸν ἄγω ἔτος τῆς ἡλικίας, ἐκτὸς τῶν
ἄκρων τῶν χειρῶν οὐ ποῦς μου ἥψατο ὕδατος οὐκ ὄψις οὐδὲ
ἓν τῶν μελῶν, καίπερ διαφόροις ληφθεῖσα ἀρρωστίαις, καὶ
ὑπὸ τῶν ἰατρῶν ἀναγκαζομένη οὐκ ἠνεσχόμην ἀποδοῦναι τῇ
σαρκὶ τὸ ἔθος, οὐκ ἐπὶ Κλίνης ἀναπαεῖσα οὐ λεκτικίῳ ὥδευσά
που».  
 Αὕτη λογιωτάτη γενομένη ἢ καὶ φιλήσασα τὸν λόγον
τὰς νύκτας εἰς ἡμέρας μετέβαλε πᾶν σύγγραμμα τῶν ἀρ-
χαίων ὑπομνηματιστῶν διελθοῦσα· ⌈ἐν οἷς Ὠριγένους μυριά-
626

δας τριακοσίας⌉, Γρηγορίου καὶ Στεφάνου καὶ Πιερίου καὶ


Βασιλείου καὶ ἑτέρων τινῶν σπουδαιοτάτων μυριάδας εἰ-
κοσιπέντε· οὐχ ἁπλῶς οὐδὲ ὡς ἔτυχε διελθοῦσα, ἀλλὰ
πεπονημένως ἕκαστον βιβλίον ἕβδομον ἢ ὄγδοον διελθοῦσα.
Διὸ καὶ ἠδυνήθη ψευδωνύμου γνώσεως ἐλευθερωθεῖσα

Παλλάδιος. Dialogus de vita Joannis Chrysostomi (2111: 004)


“Palladii dialogus de vita S. Joanni Chrysostomi”, Ed. Coleman–Norton,
[Link]: Cambridge University Press, 1928.
ελ. 104, γρ. 17

οἰδήματα πελιδνά· ἑτέρου δὲ ῥεύματα περὶ τὰ τέσσαρα ἄρθρα


θερμὸν ψυχρὸν τοὺς κακῶς ὑπογράψαντας δακτύλους ἔφρισσεν,
τοῦ τε ἤτρου φλεγμονὴ καὶ διὰ μορίου τινὸς σηπεδὼν δυσωδίαν
εἰς μακρὸν παρατείνουσα, σκώληκας γεννῶσα. ὀρθόπνοιά τε
πρὸς τούτοις καὶ δύσπνοια καὶ πάντων τῶν μελῶν διατάσεις·
φαντασίαι τε νυκτεριναὶ εἰς κύνας λυττῶντας καὶ ξιφήρεις
βαρβάρους, ἀλλόγλωσσον καὶ κυματώδη φωνὴν ἐξηχοῦντας,
μετεσχηματίζοντο, ἄϋπνον τὸν ὕπνον ἀποτελοῦσαι. ἕτερος δὲ
ἐξ ἵππου πεσὼν καὶ καυληδὸν τὸ δεξιὸν κατεάξας σκέλος παραυ-
τίκα τὸ ζῆν ἀπέῤῥηξεν· ἄλλος ἀποκλεισθεὶς τὴν φωνὴν ὀκτα-
μηνιαίῳ χρόνῳ ἐπὶ Κλίνης ἐταριχεύετο, μηδὲ τῷ ἰδίῳ στόματι
τὰς χεῖρας προσάγειν δεδυνημένος. ἕτερος ζῶν τὰ σκέλη ἕως
γονάτων κατ' ὀλίγον ἐπρίζετο ἐπὶ τριετίαν, ἐρυσιπέλου δῆθεν
τὰς ἀφορμὰς γεννῶντος· ἄλλος τὴν γλῶσσαν οἰδήσας – ὥς
φασι – μετὰ λάβρου πυρετοῦ, ὡς διάφραγμα κεῖσθαι τῷ στόματι
ἀντερείδων τοῖς ὀδοῦσι, μὴ χωρούσης τῆς γλώσσης ἐν τῷ ὡρις-
μένῳ παρὰ τῆς φύσεως τόπῳ, ἐν πυξίῳ γράψας ἐξομολόγησιν
ἐποιεῖτο. καὶ ἦν ἰδεῖν θεήλατον ὀργὴν διαφόροις τιμωρίαις
στρατηγοῦσαν. οἱ γὰρ τὸν τῶν ψυχῶν ἰατρὸν καὶ ἐπαοιδὸν
παροξύναντες καὶ μεταστήσαντες τοῦ τῆς σωτηρίας ἐργαστηρίου  
τὸν ὑποφήτην τούτου, τοῖς τῶν σωμάτων ἰατροῖς εἰς αἰκισμὸν

Παλλάδιος. Dialogus de vita Joannis Chrysostomi


Σελ. 146, γρ. 26

πρᾶγμα; εἰ γὰρ ὁ αὐτὸς Θεός ἐστιν ὁ τῷ Μωϋσεῖ συνεργήσας


εἰς ἐλευθερίαν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὑπακοήν, τοῦ Φαραὼ ἀναφανδὸν
βοῶντος· ‘Οὐκ οἶδα τὸν Θεόν, καὶ τὸν Ἰσραὴλ οὐκ ἐξαποστελῶ,’
πῶς τοίνυν βοηθείας δεδέηται ἐπὶ Ἰωάννου τῆς τῶν ἐπιγείων
ἀρχόντων, ὡς γηράσας ἢ ὡς ἀτονήσας ἢ ὡς ἀπορήσας; εἶτα ὁ
τὰς μοιχείας τινῶν καὶ τὰς παιδεραστίας ἑτέρων καὶ γοητείας
627

ἄλλων δημοσιεύσας, ἠπόρησεν ἔτι διελέγξαι τὸν Ἰωάννην; ἢ


ἀνάπαλιν, ὁ τοῦδε τὴν γλῶσσαν συνάγχῃ ὀγκώσας μετ' ἐξο-
μολογήσεως ἐγγράφου καὶ τὸν ἄλλον κλιμακτῆρι περιπεσεῖν
συγχωρήσας θανατηφόρῳ ἢ ταριχεύσας τόνδε μετὰ γενέσεως
σκωλήκων ἄφωνον ἐπὶ Κλίνης ἐνιαυτὸν παρ' ὀλίγον ὅλον ἢ ὁ τὰς
ἀπηρημένας ἐκδειματώσεις ἐπαγαγὼν ἑτέρῳ μετὰ τῆς συντρό-
φου ποδάγρας ἢ ὁ τὰ σκέλη πρήσας οὗ ἐβουλήθη ἢ ὁ τόνδε
δυσώδει θανάτῳ ἀναρπάσας θᾶττον, ὃν ἴσασι πάντες, ἠτόνησεν
ἐπὶ Ἰωάννου (ὥς φατε), ἱεροσύλου ὄντος, ἕν τι τούτων ἐνεργῆσαι,
ἀλλ' ἐδεήθη τοῦ καὶ τοῦ, ἵνα ἀτιμάσας ἐξώσῃ τὸν Ἰωάννην,
πλέον αὐτὸν ἐκ τούτου δοξάσας;” ἀπατῶνται τοίνυν μὴ τὴν
ἐντολὴν τοῦ λόγου εἰδότες. ἱερόσυλος γὰρ κυρίως οὐχ ὁ
χρυσὸν ἢ ἄργυρον ἢ τὰ σηρῶν νήματα, σητῶν βρώματα, πτωχοῖς  
διανείμας, ἀλλ' ὁ ἀργυρίῳ καὶ κολακείᾳ καὶ τραπέζῃ ἀπεμπολῶν
τὰ δόγματα καὶ τοὺς θεσμοὺς τοῦ Σωτῆρος·

Amphilochius Scr. Eccl., In occursum domini (orat. 2) (2112: 003)


“Amphilochii Iconiensis opera”, Ed. Datema, [Link]: Brepols, 1978.
Line 172

 Ταῦτα τῆς Ἄννης τὰ προφητεύματα, ταῦτα τῆς γυναικὸς τὰ


ἀριστολογήματα, ταῦτα τῆς χήρας τὰ κατορθώματα, τῆς ὄντως
χήρας, τῆς καλῶς τὸν βίον ἀνταλλαξάσης, τῆς τὸν ἄνδρα
προπεμψάσης καὶ τὸν κύριον ὑποδεξαμένης. Ἑπτὰ ἔτη τῷ ἀνδρὶ
συνέζησε ἀπὸ τῆς παρθενίας ἐτῶν ἑβδομάδα πληρώσασα καὶ ἐν τῷ
ἑβδόμῳ ἔτει τὴν ἀνδρικὴν ὁμιλίαν καταπαύσασα. Καλῶς ἐσαββά-
τισε, καλῶς τὴν κυριακὴν τῆς χάριτος κατέλαβε. Τρυγόνος τάξιν
ἡ Ἄννα μετῆλθεν· οὐκ ἐποιήσατο λήθην τοῦ συζύγου, οὐκ
ἠθέτησε τὴν πρώτην πίστιν, οὐκ ἀνήγαγεν ὑβριστὴν τῇ κλίνῃ,
οὐκ ἐπέθηκεν ἄλλῳ τὸ τῆς μονογαμίας ξύλον. Εἶχεν ἐν τῇ κλίνῃ
τὴν μνήμην, ὡς ζῶντα τὸν τεθνεῶτα· οὐκ ἐρύπωσε τὴν νυμφικὴν
σινδόνα, οὐχ ἥψατο αὐτῆς ὁ ἔλεγχος Παύλου λέγοντος· Ὅταν δὲ
καταστρηνιάσωσι τοῦ Χριστοῦ, γαμεῖν θέλουσιν, ἔχουσαι κρίμα ὅτι τὴν  
πρώτην πίστιν ἠθέτησαν. Ὄντως κρίματος ἀξία ἡ τὴν μνήμην
συνθάψασα τῷ θεοζεύκτῳ συζύγῳ, καὶ μάλιστα τέκνου ἢ τέκνων
παρόντων διὸ καὶ ὁ νόμος τοῦ γάμου πεφυτούργηται· εἰ δὲ μὴ
πρόσεστι τῇ νέᾳ χήρᾳ τέκνον, εἰκὸς αὐτὴν ἐπὶ δεύτερον γάμον
ὁρμᾶν τῷ ἔρωτι τῆς φιλοτεκνίας νυττομένην.

Amphilochius Scr. Eccl., In occursum domini (orat. 2)


628

Line 173

 Ταῦτα τῆς Ἄννης τὰ προφητεύματα, ταῦτα τῆς γυναικὸς τὰ


ἀριστολογήματα, ταῦτα τῆς χήρας τὰ κατορθώματα, τῆς ὄντως
χήρας, τῆς καλῶς τὸν βίον ἀνταλλαξάσης, τῆς τὸν ἄνδρα
προπεμψάσης καὶ τὸν κύριον ὑποδεξαμένης. Ἑπτὰ ἔτη τῷ ἀνδρὶ
συνέζησε ἀπὸ τῆς παρθενίας ἐτῶν ἑβδομάδα πληρώσασα καὶ ἐν τῷ
ἑβδόμῳ ἔτει τὴν ἀνδρικὴν ὁμιλίαν καταπαύσασα. Καλῶς ἐσαββά-
τισε, καλῶς τὴν κυριακὴν τῆς χάριτος κατέλαβε. Τρυγόνος τάξιν
ἡ Ἄννα μετῆλθεν· οὐκ ἐποιήσατο λήθην τοῦ συζύγου, οὐκ
ἠθέτησε τὴν πρώτην πίστιν, οὐκ ἀνήγαγεν ὑβριστὴν τῇ κλίνῃ,
οὐκ ἐπέθηκεν ἄλλῳ τὸ τῆς μονογαμίας ξύλον. Εἶχεν ἐν τῇ κλίνῃ
τὴν μνήμην, ὡς ζῶντα τὸν τεθνεῶτα· οὐκ ἐρύπωσε τὴν νυμφικὴν
σινδόνα, οὐχ ἥψατο αὐτῆς ὁ ἔλεγχος Παύλου λέγοντος· Ὅταν δὲ
καταστρηνιάσωσι τοῦ Χριστοῦ, γαμεῖν θέλουσιν, ἔχουσαι κρίμα ὅτι τὴν  
πρώτην πίστιν ἠθέτησαν. Ὄντως κρίματος ἀξία ἡ τὴν μνήμην
συνθάψασα τῷ θεοζεύκτῳ συζύγῳ, καὶ μάλιστα τέκνου ἢ τέκνων
παρόντων διὸ καὶ ὁ νόμος τοῦ γάμου πεφυτούργηται· εἰ δὲ μὴ
πρόσεστι τῇ νέᾳ χήρᾳ τέκνον, εἰκὸς αὐτὴν ἐπὶ δεύτερον γάμον
ὁρμᾶν τῷ ἔρωτι τῆς φιλοτεκνίας νυττομένην.

Amphilochius Scr. Eccl., In mulierem peccatricem (orat. 4) (2112:


005)“Amphilochii Iconiensis opera”, Ed. Datema, C.
Turnhout: Brepols, [Link] 198

νεν. Εἶπα γάρ, φησίν, Ἐξαγορεύσω τὴν ἀνομίαν μου τῷ κυρίῳ καὶ σὺ
ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου. Καὶ οὐ μόνον ἀλαλήτως
ἐφθέγγετο τοῖς στεναγμοῖς τῆς καρδίας δυσωποῦσα τὸν κύριον,
ἀλλὰ καὶ σχήματι τὸ τῆς μετανοίας διέγραφε κάλλος. Ἐδάκρυσεν
μὲν ὡς πολλὰ γελάσασα τοῖς καλοῖς δάκρυσι τὸν κακὸν ἐκπλύ-
νουσα γέλωτα, ταῖς δὲ ῥανίσι τῶν ὀφθαλμῶν τὸν τῶν παρειῶν
ἐκπλύνουσα ῥύπον, ἵνα ἐν οἷς ἥμαρτεν, ἐν τούτοις καὶ ἀπο-
λογήσηται, ἐν οἷς ἠνόμησεν, ἐν τούτοις τὸν νομοθέτην ἐξιλεώση-
ται. Ὥσπερ γὰρ τὴν κοίτην ἣν ἐκθέσμως ἐμόλυνε συμπλοκῇ,
δάκρυσιν ἀπέπλυνεν ὁ Δαβίδ· Λούσω γάρ, φησί, καθ' ἑκάστην
νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω, οὕτω
καὶ αὕτη δι' ὧν ὀφθαλμῶν πολλοὺς τῶν νέων εἰς ἀκολασίαν
ὑπέσυρε δακρύων ἀφεῖσα πηγὰς τὸν δύσπλυτον τῆς ἁμαρτίας
ἀπέπλυνε ῥύπον, αὐτὴ ἑαυτῇ λοῦτρον μετανοίας προβαλλομένη
τὰ δάκρυα. Τὰ μὲν γὰρ δάκρυα ὡς ὕδωρ αὐτὴ παρεῖχε, τὴν δὲ
ἄφεσιν ἀοράτως παρὰ τοῦ Χριστοῦ ὑπεδέχετο. Ἀλλὰ μὴν καὶ τὸν
Ἀβραὰμ τάχα οὐ μιμουμένη μόνον, ἀλλὰ νικῶσα, τοὺς πόδας  
629

ἀπέπλυνε τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μὲν γὰρ νιπτῆρα θεὶς ὕδασιν ἀπέπλυ-


νεν καὶ λεντίῳ κατέμασσεν, αὕτη δὲ οὐχ ὕδωρ ἀντλήσασα, ἀλλὰ
κρήνας δακρύων ἀφεῖσα τοὺς πόδας ἀπέπλυνε τοῦ Ἰησοῦ.
Φεισαμένη δὲ μὴ δάκρυσιν ἁμαρτωλοῖς ἁγίους ἐνυβρίσῃ πόδας,

Amphilochius Scr. Eccl., In Zacchaeum (orat. 8) (2112: 009)


“Amphilochii Iconiensis opera”, Ed. Datema, [Link]: Brepols, 1978.
Line 235

δεξάμενος. Οὐκέτι ἐπτόημαι περὶ τὴν τῶν χρημάτων


συλλογήν, 9ν πλοῦτον 8ν. Οὐκέτι πε 7 πύλαις ἐπι 3 ων
ὁδοιπόρων 4ν ἐν ἀνθρώπου μορφῇ 4ρονησάμενος 4ν τῶν
προλαβόν 5ν ἀμνηστείαν οὐ 12 ον ὡς 7 τὸν ἴδιον 2ετον
8 διερράγη 8 γραφατῶν
lacuna sex linearum
τη 15
lacuna unius lineae
θέλω 12 πλούσιος ὢν πτωχεύσας διέμενε. Αἱ ἀλώπεκες
φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, σὺ
δὲ οὐκ ἔχεις ὅπου τὴν κεφαλὴν κλίνῃς. Οἰχέσθωσαν αὐλαὶ καὶ
προαύλια, οἰκοδομῶν μεγαλουργίαι, λαμπροὶ καὶ περιφανεῖς
οἶκοι. Ἀντὶ πάντων γὰρ τούτων ἀκένωτόν σου τῆς πενίας
πλοῦτον ζητῶ.

Amphilochius Scr. Eccl., In illud: Non potest filius a se facere (orat. 9)


(2112: 010)“Amphilochii Iconiensis opera”, Ed. Datema, C.
Turnhout: Brepols, [Link] 53

ἀσθενείᾳ, ὃν ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς ἐρωτᾷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; Βλέπε


αὐτοῦ τὸ ἄτυφον· οὐκ εἶπεν θέλεις σε θεραπεύσω, οὐ γὰρ ἤθελε
μεγαλορρημονεῖν οὐδὲ ἑαυτὸν πρὸ τῶν θαυμάτων ἀνακηρύττειν.
Ὁ δέ φησι· θέλω μέν, ἀλλ' ἄνθρωπον οὐκ ἔχω· ὅπου γὰρ οὐδεὶς
φίλος, οὐδαμοῦ ἄνθρωπος. Διὰ τοῦτο καὶ ἐρωτῶ, οὐχ ἵνα μάθω –  
τίς γὰρ ἀσθενῶν ὑγιᾶναι οὐ βούλεται;  – , ἀλλ' ἵνα τῶν χρηστῶν
σου πολιτῶν τὴν ὠμότητα δείξῃς, ὅτι οὔτε χεῖρα σοι ἔδωκαν
προσρῖψαι σε τῇ πηγῇ, ὃ καὶ πολέμιος αἰτηθεὶς ἂν παρέσχεν. Ἐπεὶ
οὖν μέχρι τοῦ νῦν ἄνθρωπον οὐκ ἔσχες ἵνα βάλῃ σε εἰς τὴν
κολυμβήθραν, ἰδοὺ ὁ διὰ σὲ ἄνθρωπος γενόμενος καὶ ἄνευ
ὑδάτων ἰῶμαι σου τὸ πάθος· Ἀναστὰς ἆρον τὴν Κλίνην σου καὶ
ὕπαγε. Οὐχ ἁπλῶς δὲ αὐτὸν τὴν Κλίνην βαστάξαι κελεύει· ὅπερ
γὰρ ἐπὶ τῶν ἄρτων ἐποίησε, τοῦτο καὶ ὧδε ποιεῖ. Ὥσπερ γὰρ ἐκεῖ
λείψανα τῶν ἄρτων βασταγῆναι κελεύει, οὕτως καὶ ὧδε πρὸς τὸ
630

τρανῶσαι τὸ θαῦμα καὶ Ἰουδαϊκῆς ὑπονοίας τὴν θεραπείαν


ἐλευθερῶσαι καὶ δεῖξαι ὅτι οὐκ ἀπατεών τις ἐστίν, ἀλλὰ σωτὴρ
καὶ κοινὸς τῆς φύσεως ἰατρός, κελεύει αὐτῷ βαστάξαι τὴν
Κλίνην.

Amphilochius Scr. Eccl., In illud: Non potest filius a se facere (orat. 9)


Line 54

αὐτοῦ τὸ ἄτυφον· οὐκ εἶπεν θέλεις σε θεραπεύσω, οὐ γὰρ ἤθελε


μεγαλορρημονεῖν οὐδὲ ἑαυτὸν πρὸ τῶν θαυμάτων ἀνακηρύττειν.
Ὁ δέ φησι· θέλω μέν, ἀλλ' ἄνθρωπον οὐκ ἔχω· ὅπου γὰρ οὐδεὶς
φίλος, οὐδαμοῦ ἄνθρωπος. Διὰ τοῦτο καὶ ἐρωτῶ, οὐχ ἵνα μάθω –  
τίς γὰρ ἀσθενῶν ὑγιᾶναι οὐ βούλεται;  – , ἀλλ' ἵνα τῶν χρηστῶν
σου πολιτῶν τὴν ὠμότητα δείξῃς, ὅτι οὔτε χεῖρα σοι ἔδωκαν
προσρῖψαι σε τῇ πηγῇ, ὃ καὶ πολέμιος αἰτηθεὶς ἂν παρέσχεν. Ἐπεὶ
οὖν μέχρι τοῦ νῦν ἄνθρωπον οὐκ ἔσχες ἵνα βάλῃ σε εἰς τὴν
κολυμβήθραν, ἰδοὺ ὁ διὰ σὲ ἄνθρωπος γενόμενος καὶ ἄνευ
ὑδάτων ἰῶμαι σου τὸ πάθος· Ἀναστὰς ἆρον τὴν Κλίνην σου καὶ
ὕπαγε. Οὐχ ἁπλῶς δὲ αὐτὸν τὴν Κλίνην βαστάξαι κελεύει· ὅπερ
γὰρ ἐπὶ τῶν ἄρτων ἐποίησε, τοῦτο καὶ ὧδε ποιεῖ. Ὥσπερ γὰρ ἐκεῖ
λείψανα τῶν ἄρτων βασταγῆναι κελεύει, οὕτως καὶ ὧδε πρὸς τὸ
τρανῶσαι τὸ θαῦμα καὶ Ἰουδαϊκῆς ὑπονοίας τὴν θεραπείαν
ἐλευθερῶσαι καὶ δεῖξαι ὅτι οὐκ ἀπατεών τις ἐστίν, ἀλλὰ σωτὴρ
καὶ κοινὸς τῆς φύσεως ἰατρός, κελεύει αὐτῷ βαστάξαι τὴν
Κλίνην.

Amphilochius Scr. Eccl., Oratio in mesopentecosten [Sp.] (2112: 017)


“Amphilochii Iconiensis opera”, Ed. Datema, [Link]: Brepols, 1978.
Line 59

δικάσασθαι, ὅπως ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε. Τίς λύει τὸ


σάββατον; Ὑμεῖς οἱ ἐν τῷ σαββάτῳ περιτέμνοντες καὶ ξίφος
ὀξύνοντες καὶ τομὴν ἐπάγοντες καὶ μέλος χωρίζοντες καὶ τὸν
τόπον αἱμάττειν παρασκευάζοντες, ἢ ἐγὼ ὁ εἰρηκὼς λόγῳ·
Ἐγερθεὶς ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Εἰ μὴ
ἐνήργησεν ὁ λόγος, ἔλυσα ἂν τὸ σάββατον ματαιολογήσας· εἰ δὲ
631

προέδραμε τοῦ λόγου τὸ ἔργον, τί τὸ σάββατον ἐκδικεῖτε καὶ τὸν


δημιουργὸν ἀθετεῖτε;
 Οὐκ ἐκορέσθητε, ὦ Ἰουδαίων παῖδες, ἐπὶ τριακονταοκτὼ ἔτη
ὁρῶντες τὸν παράλυτον τῇ κλίνῃ προσηλωμένον καὶ τὴν Κλίνην
κάμνουσαν καὶ τὸν παράλυτον νυχθήμερον φορτίον βαστάζου-  
σαν; Οὐκ ἠγανακτήσατε; οὐ συνεπαθήσατε; Καὶ ἵνα μίαν ὥραν ὁ
παράλυτος Κλίνην βαστάσῃ καὶ τὴν ἀντιμισθίαν παράσχῃ, ἀγα-
νακτεῖτε; Οὐκ ἔδει καὶ τοῦτο βοῆσαι· Ἔστρεψας τὴν Κλίνην μου ἐν
τῇ ἀρρωστίᾳ μου, Οἶδα, ὦ φαρισαῖοι, τίνος χάριν ἀγανακτεῖτε·
οὐχ ὅτι ἐθεραπεύθη ὁ παράλυτος διαπρίεσθε, ἀλλ' ὅτι οὐχ
ἰσχύσατε τὴν Κλίνην κρύψαι καὶ τὸ θαῦμα κλέψαι. Διὰ τοῦτο τὴν
γνώμην ὑμῶν ἐπιστάμενος ἐκέλευσα βαστάζειν αὐτὸν τὴν
Κλίνην, ἵνα κἂν ὑμεῖς σιωπήσητε ἡ Κλίνη τὸ θαῦμα βοήσῃ.

Ιππόλυτος. De benedictionibus Isaaci et Jacobi (2115: 033)


“Hippolyte de Rome. Sur les bénédictions d'Isaac, de Jacob et de Moïse”,
Ed. Brière, M., Mariès, L., Mercier, B.–C., 1954; Patrologia Orientalis
27.Σελ. 58, γρ. 8

εἰς υἱοθεσίαν θείαν κεκλημένος λαός. τὴν οὖν πρᾶξιν τοῦ πρωτοτόκου,
συνέκρινεν πρὸς τὴν μέλλουσαν ἔσεσθαι τοῦ προτέρου λαοῦ. τὸ γὰρ
εἰπεῖν αὐτόν· «Ῥουβὴμ
πρωτότοκός μου σὺ εἶ, ἰσχύς μου καὶ ἀρχὴ τέκνων μου», δύναται πρὸς
αὐτὸν τὸν Ῥουβὴμ  
ὁ Ἰακὼβ εἰρηκέναι. τὸ δὲ «σκληρὸς φέρεσθαι, καὶ σκληρὸς αὐθάδης»
ἐνορῶν τὸ πνεῦμα
τὸ ἀπειθὲς καὶ ἀνυπότακτον τοῦ γένους αὑτοῦ. καὶ γὰρ Μωϋσῆς ὁμοίως
πρὸς
αὐτοὺς ἔφη· «ὑμεῖς δὲ λαὸς σκληροτράχηλός ἐστε. προσέχετε αὑτοῖς,
μήποτε θυμωθεὶς
ὀργισθῇ κύριος καὶ ἐξολοθρεύσῃ ὑμᾶς». ἐν δὲ τῷ εἰπεῖν τὸν Ἰακώβ·
«ἐξύβρισας ὡς
ὕδωρ, μὴ ἐκζέσῃς» ἐμείωσεν αὐτῶν τὸ κατὰ σάρκα γένος, διὰ τὸ
ἐνυβρίσαι αὐτοὺς τῷ νόμῳ
καὶ ἐξυβρίσαι αὐτοὺς τὸν διὰ αὐτοῦ κηρυχθέντα λόγον. «ἀνέβης γὰρ»
λέγει «ἐπὶ
κοίτην τοῦ πατρός σου, τότε ἐμίανας τὴν Στρωμνήν, οὗ ἀνέβης». κοίτην
δὲ καὶ στρωμνὴν
εἴρηκεν τὴν ἁγίαν σάρκα Χριστοῦ, ἐφ' ἣν οἱ ἅγιοι ὡς ἐπὶ Κλίνην ἁγίαν
ἀναπαυόμενοι
632

σώζονται· ἣν τότε λαβόντες οἱ ἄνομοι ἐνύβρισαν ὄξος τούτῳ


προσφέροντες καὶ
καλάμῳ κεφαλὴν τύπτοντες καὶ μάστιγας νώτῳ ἐπιβάλλοντες καὶ εἰς
πρόσωπον
αὐτοῦ ἐμπτύοντες καὶ ῥαπίσμασιν σιαγόνας δέροντες καὶ ἥλους χερσὶν
ἐμπηγνύοντες·
ταῦτα πάντα ἔδρασεν ὁ ἀσεβὴς καὶ ἄπιστος λαὸς σὺν ἀρχιερεῦσιν καὶ
γραμματεῦσιν καὶ   πᾶσιν τοῖς ἄρχουσιν τοῦ λαοῦ. διὰ τοῦτο οὐδὲ τούτων
τὸ ἔργον παρεσιώπησεν ὁ μακάριος προφήτης, οὐδὲ κοινωνὸς τῆς τούτων
πονηρίας ἢ συμβουλίας γίνεσθαι θέλει, ἀλλ' ἐξαιρεῖται ἑαυτὸν τῆς
τοιαύτης αὐτῶν κακομηχάνου πράξεως. λέγει γὰρ οὕτως.

Ιππόλυτος. In Canticum canticorum (paraphrasis) (2115: 049)“”Une


paraphrase grecque résumée du commentaire d'Hippolyte sur le cantique
des cantiques””, Ed. Richard, M., 1964; Muséon [Link]. 15, se. 2, γρ. 3

 Ἀντιφωνεῖ καὶ λέγει πάλιν ἐκεῖνος· Ἰδοὺ εἶ


καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή [ἀδελφιδός
μου]. Ὑπὸ πάντων γὰρ πεφίλησαι καὶ τῶν μὴ γινωσκόντων σε.
Ἰδοὺ εἶ καλὸς ἀδελφιδός μου. Ὡμολόγησάς με
καλόν, διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ὁμολογῶ σε κἀγὼ καλήν. Τί δὲ
ἦν τὸ εἰπεῖν τὸν Χριστόν· Καλὴ εἶ, ἀλλ' ἤ· «Θάρσει, θύγατερ,
ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι».  
 Ἐπεφώνησε πάλιν ἡ αὐτὴ καὶ λέγει· Ἰδοὺ εἶ
καλὸς ἀδελφιδός μου καί γε ὡραῖος· πρὸς
Κλίνην ἡμῶν σύσκιος, δοκοὶ οἴκων ἡμῶν
κέδροι. Τίνα δὲ βούλεται λέγειν τὴν κατοικίαν; Λέγει γάρ·
πρὸς Κλίνην ἡμῶν σύσκιος· πάντως τὴν τοῦ πνεύ-
ματος χάριν σκέπην γενομένην πᾶσι τοῖς καυσουμένοις.
 Δοκοὶ οἴκων ἡμῶν κέδροι. Τίνες δοκοὶ
κέδρινοι, ἀλλ' ἢ πατέρες καὶ πατριάρχαι; Ὃν γὰρ τρόπον ἡ
κέδρος οὐ σήπεται, οὕτω καὶ δόξα πατέρων οὐκ ἀπολεῖται.
Πατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.

Ιππόλυτος. In Canticum canticorum (paraphrasis) Ch. 15, se. 2, γρ. 5

καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή [ἀδελφιδός


μου]. Ὑπὸ πάντων γὰρ πεφίλησαι καὶ τῶν μὴ γινωσκόντων σε.
Ἰδοὺ εἶ καλὸς ἀδελφιδός μου. Ὡμολόγησάς με
καλόν, διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ὁμολογῶ σε κἀγὼ καλήν. Τί δὲ
ἦν τὸ εἰπεῖν τὸν Χριστόν· Καλὴ εἶ, ἀλλ' ἤ· «Θάρσει, θύγατερ,
633

ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι».  


 Ἐπεφώνησε πάλιν ἡ αὐτὴ καὶ λέγει· Ἰδοὺ εἶ
καλὸς ἀδελφιδός μου καί γε ὡραῖος· πρὸς
Κλίνην ἡμῶν σύσκιος, δοκοὶ οἴκων ἡμῶν
κέδροι. Τίνα δὲ βούλεται λέγειν τὴν κατοικίαν; Λέγει γάρ·
πρὸς Κλίνην ἡμῶν σύσκιος· πάντως τὴν τοῦ πνεύ-
ματος χάριν σκέπην γενομένην πᾶσι τοῖς καυσουμένοις.
 Δοκοὶ οἴκων ἡμῶν κέδροι. Τίνες δοκοὶ
κέδρινοι, ἀλλ' ἢ πατέρες καὶ πατριάρχαι; Ὃν γὰρ τρόπον ἡ
κέδρος οὐ σήπεται, οὕτω καὶ δόξα πατέρων οὐκ ἀπολεῖται.
Πατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι. Πατνώματα γάρ
εἰσιν οἱ ἀπόστολοι, τὴν πᾶσαν ὀροφὴν ὑποβαστάζοντες. Ὥσπερ
δὲ ἡ κυπάρισσος οὐκ ἀποβάλλεταί ποτε τὸ ἄνθος, ἔχει δὲ ἐν
ἑαυτῇ πάντοτε τὴν μορφὴν καὶ χειμῶνος καὶ θέρους, τὸν αὐτὸν
τρόπον καὶ οἱ ἀπόστολοι οὐ λείπουσι πατνώματα κυπαρίσσου
ἐκκλησίας ὑπάρχοντες.

Ιππόλυτος. In Canticum canticorum (paraphrasis) Ch. 27, se. 1, γρ. 1

οὐρανοὺς ἀνερχόμενον.
         Στέλεχος γὰρ ξύλου τὸν σταυρὸν
ἐδήλωσεν, ᾧ φρουρεῖται ἡ ἐκκλησία, σμύρναν καὶ λίβανον
τὸν ἐνταφιασμὸν ἐν ᾧ καυχᾶται· ταῦτα γὰρ τὰ εὐώδη θυμιά-
ματα τῆς ἐκκλησίας. Ἀλλά, μετὰ πάντα, φησί· Κονιορτῶν  
μυρεψοῦ. Συναγόμενα γὰρ τὰ πάθη ἀπὸ τῆς γεννήσεως
αὐτοῦ μέχρι τῆς ἀναστάσεως πάντα εὐωδιάζει. Μυρεψὸν δὲ τὸ
εὐαγγέλιον ὠνόμασεν· ἐν ἐκείνῳ γὰρ ἀπόκεινται πάντα τὰ
εὐώδη μυστήρια. Διὰ τοῦτο λέγει· Σμύρναν καὶ λίβανον
ἀπὸ πάντων κονιορτῶν μυρεψοῦ.
 Εἶτά φησιν· Ἰδοὺ ἡ Κλίνη τοῦ Σολο-
μῶν, ἑξήκοντα δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς ἀπὸ
δυνατῶν Ἰσραήλ, ἕκαστος ῥομφαίαν ἐπὶ τὸν
μηρὸν αὐτοῦ βαστάζων. Κλίνη τοῦ Σολομῶντος οὐκ
ἄλλη τρανὴ ἐκηρύττετο, ἀλλ' ἢ ὁ Χριστός. Ὃν γὰρ τρόπον ἐκ
πολλοῦ κόπου τίς καὶ καμάτου ἐπιστρέψας ἐπὶ Κλίνης ἑαυτὸν
ἐπιρρίπτει τῶν καμάτων ἀποσοβῆσαι καὶ ἀναπαύσασθαι, οὕτω
καὶ ἡμεῖς ἐπιστρέψαντες ἐκ τῆς τοῦ κόσμου ματαιότητος καὶ
τῆς τούτου πλάνης, τόν τε κόπον τῶν ἁμαρτημάτων ὡς φορτίον
ἐπὶ τὸν ὦμον ἐγκείμενον ἀπορρίψαντες, ἀνεπαυσάμεθα μυστι-
κῶς ἐν τῇ κλίνῃ ταύτῃ, ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστὸς ὁ λέγων· «Δεῦτε
634

Λιβάνιος. Epistulae 1-1544 Epistle 430, se. 7, γρ. 5

καὶ διετελέσαμεν ἐνναίοντες αὐτῶν ταῖς χερσὶ καὶ οὐδὲν ὅ τι


οὐκ ἀνεχόμενοι.          θεῶν δὲ ἄρα τις ἡμῖν εὔνους, ὅστις, ἐπειδὴ
χρῆν με καμεῖν, ἔδωκε παραμύθιον τὴν Κληματίου παρουσίαν.
ἐλθὼν μὲν γὰρ εὐθὺς ἀκροάσεως μετέσχεν, ὃ ἦν ἐκείνῳ τε
πάμμεγα ἐμοί τε οἷον οὐκ ἄλλο.
         ἔπειθ' ὁ μὲν ὑπὲρ τὸν
Εὐφράτην ἐλθὼν τὰ Περσῶν σκεψόμενος, ἐπειδὴ ἐπῄεσαν,
ἀναστρέψας ὀξέως παρεσκεύασε Στρατήγιον πρᾶξαι ταῦτα ἀφ'
ὧν ἐκεῖνοι ταχέως ἀπῆλθον· ἐμοὶ δὲ ἐνέβαλον ἀλγηδόνες, αἳ
τῆς Κλίνης ἐξανιστᾶσαι περιτρέχειν ἠνάγκαζον.
         ταυτὶ μέν,
ὁπότε οἴκοι μένοι Κλημάτιος, παρακαθημένου δὲ καὶ τούτων
ἐδυνάμην κρατεῖν· οὕτως ἰσχυρότερος ἦν φαρμάκων πείθων
φέρειν, συναχθόμενος, παίζων, σπουδάζων, ἀναμιμνήσκων τῶν
ἀρχαίων, χρηστόν τι προλέγων.
         τὸ πολὺ δὲ τῶν λόγων
Ἀρισταίνετος ἦν καὶ μετ' ἐκεῖνον Ἄλκιμος, καὶ παντὶ τῷ
παραπίπτοντι τὸ σὸν ὄνομα ἐπεισήγετο. εἴτε γάρ τις εἰς ἡμᾶς
ἐφάνη ῥᾴθυμος, ἀλλ' οὐκ Ἀρισταίνετός γε τοιοῦτος
ἐλέγετ' ἄν, εἴτε ὄντως φίλον ἐπῄνει, ἀλλ' οὐκ Ἀρισταινέτῳ

Λιβάνιος. Epistulae 1-1544 Epistle 440, se. 3, γρ. 2

τὸ σῶμα. περὶ γάρ τοι τῆς ψυχῆς οὐκ ἂν ἐροίμεθα εἰ χρηστή.  


τοῦτο γὰρ κἂν πρὸς ἄλλους εἴποιμεν.
         ἀκούοντες δὲ ὡς ἔρ-
ρωσαι χαίρομέν τε καὶ προσέτι θαυμάζομεν εἰ εἰδὼς ἡλίκον τι
κακὸν τὸ ἀρρωστεῖν καὶ ὡς μάλιστα πρᾶγμα τῆς ἡσυχίας δεό-
μενον, ἐμέ γε ταύτης ἀφαιρῇ τῆς ἡσυχίας κεκυκλωμένον νο-
σήμασιν. ὁ γὰρ ἔχων μὲν κωλῦσαι μὴ τοιαῦτα περὶ ἐμοῦ γρά-
φεσθαι, γράφεσθαι δὲ ἐπιτρέπων αὐτός ἐστιν ὁ τὰς ἀνάγκας
προσάγων.
         ἀλλ', ὦ πρᾳότατε, μήτ' ἐμὲ περιίδῃς ἐκ τῆς κλί-
νης ἀποσπώμενον τῷ τε ἀρίστῳ βασιλεῖ χάρισαι τὸ μηδὲν ἀνά-
ξιον τῆς αὑτοῦ γνώμης εἰς ἄνδρα πράττεσθαι πολλὰ εἰς ἐκεῖ-
νον ᾄσαντα.
         τῷ πολίτῃ δὲ ἡμῶν Ἀντιόχῳ στέφανον φέροντι
635

τοῦ ἀγῶνος ἐπώνυμον τῷ Διὶ πάντα γενοῦ νομίζων ἐν τούτῳ


τήν τε πόλιν εὖ ποιεῖν καὶ τοῦ Διὸς τὴν φρένα τέρπειν μᾶλ-
λον ἢ τῶν Ἑλλήνων οἱ περὶ Τροίαν μέλποντες τὸν Ἀπόλλω.  

Λιβάνιος. Epistulae 1-1544 Epistle 636, se. 6, γρ. 5

στὴς ἐκεῖνος ἐν δωματίῳ καὶ φήσας δεῖν προσκυνεῖν τὴν Τύ-


χην, εἰ τὸν βίον ἐκ τῶν χειρῶν ποιουμένη συγκατακλίνοιτο
τῷ δοῦναι δυναμένῳ, ἐπειδὴ καλῶς εὕρισκεν ὡπλισμένην  
τῇ σωφροσύνῃ καὶ οὔτε ὑπισχνούμενος ἔπειθεν οὔτε ἀπειλῶν
κατέπληττε, χεῖρας προσῆγε καὶ ἰσχύν. ἡ δὲ ἀπεωθεῖτο καὶ
ὁ τρόπος αὐτὴν ἐποίει μείζω τῆς φύσεως δεικνύειν.
         ξίφος
ἐνταῦθα ἐγύμνωσε Λουκιανός, ὦ θεοί. ἡ δὲ τοῦτο ἐπῄνεσε
μόνον, εἰ ἀποθανεῖται πρὸ αἰσχροῦ τινος. ὡς δὲ ἔγνω καὶ
τῆς ψυχῆς ἀφισταμένην, οἰκέτας καλεῖ καὶ σχοινία κομίζειν
ἐκέλευεν, ἡ δὲ ἦν ἐπὶ Κλίνης ἐν δεσμοῖς καὶ βοώσης ὑβρίζετο
τὸ σῶμα.
         εἰ μὲν οὖν ταῦτα εἰργασμένος εἰς φρέαρ ἐνέβαλε
τὴν ἠδικημένην, ὥσπερ ἐν Λεύκτροις οἱ Λάκωνες ἃς ἐβιάσαντο,
πονηρὸς μὲν ἂν ἦν τῇ μοιχείᾳ, πειρώμενος δὲ ἀφανίζειν τὸ
πραχθὲν ἐδόκει ἂν φοβεῖσθαι τοὺς νόμους· νῦν δ' ὥσπερ ἐν-
δεικνύμενος ὅτι, κἂν σύ, κἂν Μόδεστος, κἂν Ἐλπίδιος, κἂν
ἅπαντες γνῶσιν ἄνθρωποι τὸ ἀδίκημα, δέος οὐδέν, ἐκπέμπει
τὴν ἄνθρωπον καταγελῶν.

Λιβάνιος. Epistulae 1-1544 Epistle 718, se. 1, γρ. 1

Τῷ αὐτῷ.

 Τὸν ἱεροφάντην ἡμῖν ἐκ τῆς Κλίνης ἀνέστησεν ὁ θεός.


καὶ τοσοῦτον ἄρα ἐστὶ θεὸς μένος ἐμπνέων, ὥσθ' ὁ πρὶν φε-
ρόμενος ὁ γέρων ἐβάκχευσεν ἄμεινον τῶν ἐρρωμένων καὶ
νέων.
         ἀπὸ τῆς αὐτῆς δὴ προθυμίας τε καὶ ῥώμης καὶ
παρ' ὑμᾶς τρέχει βίβλους τὰς παρ' ἡμῖν οὐκ ὀρθῶς ἐχούσας
ἐκ τῶν παρ' ὑμῖν ἐπανορθώσων.
         ἐγὼ δ' οὐχ ἵνα οὗτος
κερδάνῃ τι παρὰ τῶν γραμμάτων, ἔγραψα, πολλαχόθεν γὰρ
αὐτῷ τιμῆς ἀφορμαί, ἀλλ' ἵν' ἐν τοῖς ὑπὲρ τῶν ἱερῶν πονοῦσι
καὶ αὐτὸς ἀριθμῶμαι.  
636

Λιβάνιος. Epistulae 1-1544 Epistle 802, se. 4, γρ. 1

ἅμα τῷ ἡλίῳ τὴν θείαν ἰδεῖν κεφαλήν.


         καὶ γὰρ οὐδ' ἡ  
πόλις με εἶχε παραμυθεῖσθαι πράττουσα κακῶς. λέγω δὲ κα-
κοπραγίαν οὐ τὴν τῶν ὠνίων σπάνιν, ἀλλ' ὅτι πονηρὰ καὶ
κακὴ καὶ ἀχάριστος κέκριται καὶ δοκεῖ τῷ τηλικαύτην μὲν ἀρ-
χήν, πλείω δὲ φρόνησιν κεκτημένῳ.
         ἕως μὲν οὖν Ἄλκιμός
μοι παρῆν, εἶχον τὸν δεχόμενον τοὺς λόγους, ἐν οἷς ἐμαυτόν
τε ᾐτιώμην καὶ περὶ τῆς εἰς ἐμαυτὸν παρὰ σοῦ διεξῄειν τιμῆς·
ὡς δὲ ἐκεῖνος ἀπῆρε, τὴν ὀροφὴν ἐποιούμην ἀντὶ τοῦ φίλου.
πρὸς ἣν ἀναβλέπων κείμενος ἐπὶ τῆς Κλίνης νῦν, ἔλεγον,
ὁ βασιλεὺς ἐκάλει· νῦν εἰσιὼν ἐκαθήμην, καὶ γὰρ
τοῦτο ἐδίδου, νῦν ὑπὲρ τῆς πόλεως ἠγωνιζόμην, καὶ
γὰρ τοῦτο ἐξῆν ὑπὲρ τῶν βασιλέα λελυπηκότων πρὸς
βασιλέα λέγειν· ὁ δὲ ἐκράτει μὲν δίκαιά τε ἐγκαλῶν
καὶ δυνάμενος εἰπεῖν, ἐγὼ δὲ φιλονεικῶν οὔτε ἐμι-
σούμην οὔτε ἐξεβαλλόμην.
         τοιούτοις ἐμαυτὸν εὐωχῶ
καὶ αἰτῶ παρὰ τῶν θεῶν πρῶτον μὲν σὲ ποιῆσαι κρείττω τῶν
πολεμίων· ἔπειθ' ἡμῖν ἐνταῦθα δεῖξαι καθάπερ ἔμπροσθεν.

Λιβάνιος. Epistulae 1-1544 Epistle 1075, se. 1, γρ. 4

Θεοφίλῳ.

 Ἐγὼ μὲν ἐγέλασα, σὺ δὲ ὀργῆς ἔσῃ μεστὸς ἀκούσας τὸ


πεπραγμένον. ἦν ἐν σπουδῇ καὶ εὐχῇ καὶ σοὶ καὶ τοῖς τὰ σὰ
μιμουμένοις εἰς ἐμὲ φανῆναί τέ με ἐν τῷ διδασκαλείῳ καὶ
τὴν οἴκοι Κλίνην ἀφέντα χρήσασθαι τῇ ἐν τῷ διδασκαλείῳ·
ἐγὼ δὲ ἕτερα μὲν ᾔτουν παρὰ τῶν θεῶν τῶν περικλυζόντων
τοῦτο πειθόντων κακῶν, ἔπραττον δὲ ὅπερ ἦν βουλομένοις
ὑμῖν.
         καὶ αἱ μὲν ἐλπίδες ὑμῶν δρόμον ἐκ τῆς ἀγορᾶς εἰς
τὸ βουλευτήριον τῶν λαμπρῶν διδασκάλων ἔσεσθαι πηδώντων,
κροτούντων, χαιρόντων, εὐθυμουμένων, τοῖς θεοῖς εἰδότων
χάριν, ἕτερος δ' ἂν ἐμνήσθη καὶ λύχνων· ἐγὼ δὲ ᾔδειν μὲν
αὐτοὺς καὶ ὧν ἐπιθυμοῦσι καὶ ἃ φρονοῦντες ἔρχοιντο παρ'
ἐμέ, καὶ διὰ τοῦτο ἔμελλον, ὅπως μηδεὶς αὐτῶν λυπήσεται.
προὔλεγον μέντοι τὴν ἐσομένην λύπην καὶ ὡς πένθος τοῦτο
637

Λιβάνιος. Declamationes 1-51 Declamation 14, (subdivision) 1, se. 38,


γρ. 2

         ἥξουσι ξένοι πολλοὶ πολλαχόθεν ἐπὶ τὰς παρ' ὑμῖν πανηγύρεις.
τούτοις, ἂν μὲν θάψω, καὶ συνέσομαι καὶ διαλέξομαι
καλῶς μοι καὶ τῶν προτέρων καὶ τῶν ἐπ' ἐκείνοις  
ἐχόντων· εἰ δ' ἔχοιεν ὁρᾶν ὀλίγα τῶν ὀστῶν Κριτίου,
φεύξομαι ὡς ἔχω τάχους αἰσχυνόμενος οἷς αἰτήσας
λαβεῖν οὐκ ἠδυνήθην.
 Τί δεδοίκατε, ὦ Ἀθηναῖοι; μὴ κύριος καταστὰς
τοῦ σώματος ἐκφορὰν ποιήσωμαι περιφανῆ, Κλίνην
ὑψηλὴν καὶ κάλλος ἐνταφίων καὶ θρῆνον γυναικῶν,
εἶτα τούτοις μέγα μνῆμα προστεθῇ; οὐκ ἔστιν. οὐχ
οὕτως ἀμαθὴς ἐγὼ τῶν τοῖς ἀτυχοῦσι πρεπόντων. ἢν
γὰρ δὴ νεύσητε καὶ δῶτε, δύο οἰκέτας τῆς νυκτὸς
παραλαβὼν μικρᾷ γῇ καλύψω σῶμα ἄθλιον πονηρᾷ
ψυχῇ δεδουλευκός, σημεῖον δὲ οὐδὲν ἐπέσται τῶν γνω-
ριζόντων τάφους, ὥστε τὸν ἐπιστάντα μὴ ἔχειν
εἰπεῖν ὅτι τοῦτο τάφος. ἀκούσεται δὲ τοῦτο κρυπτόμενος·
τοῦτό σοι, Κριτία, τῆς καλῆς δυναστείας τὸ
πέρας, τοῦτ' ἆθλον τῶν θαυμαστῶν ἡδονῶν.

Λιβάνιος. Declamationes 1-51 Declamation 26, (subdivision) 1, se. 4, γρ.


5

βῆς ἐν τῷ λόγῳ γιγνομένης τὸ πρᾶγμα ἡ γυνὴ πυθο-


μένη τὴν γλῶτταν ἡμῖν ἐκείνην ἐπιστήσῃ καὶ κατα-
κλύσῃ καὶ ἐμὲ καὶ ὑμᾶς. ὅπως οὖν μὴ τοῦτο γένηται,
γένεσθε ταχεῖς πρὸς τὴν χάριν. εἰ γὰρ δὴ παρούσης
ἐκείνης ἀποθνήσκοιμι καὶ λαλούσης, ἀναιρήσει τὴν τῆς
τελευτῆς ἡδονὴν ἡ φλυαρία τῆς γυναικός.  
 Εἰ μὲν οὖν ὁ θεὶς τῇ πόλει τοὺς νόμους
μὴ περίεργός τις ἦν καὶ περιττὸς ἐν τῷ γράφειν, οὐκ
ἂν εἶχον πράγματα νῦν πείθειν πειρώμενος ὅτι μοι
τελευτᾶν ἀναγκαῖον, ἀλλ' οὑτωσὶ λάθρα λαβὼν ἀπὸ τῆς
Κλίνης σχοινίον ἐλθὼν ἂν εἰς ἐρημίαν ἐπί τι δένδρον
ἀπηγχόμην καθ' ἡσυχίαν οὔθ' ὁρῶν ὄχλον οὔτε πολλῶν
ἀκούων· ἐπειδὴ δὲ ὁ πάντα τρόπον ἐκεῖνος ἡμᾶς κατα-
638

δουλωσάμενος οὐδὲ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ βίου κύριον


ἀφῆκεν ἕκαστον, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὑπὸ ψηφίσματα ἤγαγε,
καταρῶμαι μὲν αὐτῷ, πείθομαι δὲ καὶ τοὺς ἐν τῷ βου-
λευτηρίῳ φέρω θορύβους ἐπὶ τῷ μηδὲν ἔτι τῶν ὀχλη-
ρῶν ἐνεγκεῖν.
 Οἱ μὲν οὖν εἰδότες τὴν τῆς γυναικὸς φύσιν
οἶδ' ὅτι μοι συγγνώμην ἔχουσι μηκέτι ζῆν δυναμένῳ,
τοὺς δ' ἄλλους οἶμαι δεῖν μαθεῖν οἵᾳ συνοικῶ

Acta Xanthippae Et Polyxenae, Acta Xanthippae et Polyxenae (sub


auctore Onesimo) (2248: 001)“Apocrypha anecdota”, Ed. James, M.R.
Cambridge: Cambridge University Press, 1893, Repr. 1967; Texts and
Studies [Link]. 3, γρ. 1

τοῦ λόγου τὴν δύναμιν; ἀνέστη δὲ καὶ ὁ κύριος αὐτοῦ, ὀνόματι


Πρόβος, ἀπὸ τοῦ μεσημβρινοῦ ὕπνου σκυθρωπὸς πάνυ, ὁ γὰρ
διάβολος ἐτάραξεν αὐτὸν σφόδρα, τῆς γνώσεως τοῦ θεοῦ
ἐλθούσης ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. καὶ ἠρώτα τὸν παῖδα καθεξῆς
πάντα. καὶ ὁ μὲν παῖς, προνοίᾳ θεοῦ τῇ ἀῤῥωστίᾳ συλληφθεὶς,
κατέλυσε τὸν ἀνθρώπινον βίον· ἡ δὲ Ξανθίππη ἀνιάτως πάνυ
εἶχε τὴν ψυχὴν περὶ ταύτης τῆς διδαχῆς. ὁμοίως δὲ καὶ ὁ
Πρόβος ἐλυπεῖτο περὶ τῆς Ξανθίππης ὅτι ἦν κατατήκουσα
ἑαυτὴν ἔκτοτε τῇ ἀγρυπνίᾳ καὶ ἐγκρατείᾳ καὶ τῇ λοιπῇ σκληρα-
γωγίᾳ.
 Ἀπελθοῦσα δὲ ἡ Ξανθίππη πρὸς τὴν Κλίνην ἑαυτῆς
καὶ ἀναστενάξασα, εἶπεν· Οἴμοι τῇ ἀθλίᾳ, τῇ ἐν σκότει κατα-
κειμένῃ, ὅτι οὐκ ἔμαθον τὸ ὄνομα τοῦ καινοῦ διδασκάλου, ἵνα
ἐπεκαλεσάμην αὐτοῦ τὴν εὐχήν· καὶ τὶ εἴπω οὐκ οἶδα. ἐπι-
καλέσομαι τῷ ὀνόματι τοῦ θεοῦ αὐτοῦ; ἀλλὰ οὐκ οἶδα τοῦ
εἰπεῖν Ὁ ὑπὸ τοῦ δεῖνος κηρυσσόμενος θεός. ὅμως οὖν ἐν
ὑπονοίᾳ λέξω· Ὁ τοὺς ἐν ᾅδῃ φωτίσας θεὸς, καὶ τοὺς ἐν
σκότει παιδαγωγήσας, ὁ ἐλευθέρων καὶ βασιλέων κύριος, καὶ
ὑπὸ δούλων ἀξίων κηρυσσόμενος ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ· ὁ ὑπὸ
ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν φωνούμενος ὡς ἀδελφὸς καὶ τάχιστα
ἐπακούων, ᾧ οὐδὲ ἀρχάγγελοι ὕμνους ἀξίους ἀναπέμψαι ἰσχύ

Acta Xanthippae Et Polyxenae, Acta Xanthippae et Polyxenae (sub


auctore Onesimo) Se. 5, γρ. 3

ποῦ δὲ νῦν τὰ ἐλέη σου, κύριε, τὰ ἐπὶ τῶν πατέρων ἡμῶν, ἵνα
ἦμεν καὶ ἡμεῖς διάδοχοι αὐτῶν τῆς πρός σε στοργῆς, καὶ ἔγγονοι
τῆς πίστεως; ἀλλ' ἰδοὺ νῦν, δέσποτα, οὐχ εὑρίσκω τινα πρός  
639

σε στοργὴν ἔχοντα, ἵνα καὶ συνδιάξασα αὐτῷ κἂν μικρὸν


ἀνεπαυσάμην τῇ ψυχῇ· σπεῦσον οὖν, κύριε, τοῦ ζεῦξαί με ἐν
τῷ πόθῳ σου, καὶ φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων
σου· ὅτι σὺ μόνος ὑπάρχεις δεδοξασμένος θεὸς εἰς τοὺς αἰῶνας,
ἀμήν.
 Ταῦτα τοίνυν λέγουσα ἡ Ξανθίππη, καὶ τὰ τούτοις
ὅμοια, συνεχῶς ἀνεστέναξεν δι' ὅλης τῆς νυκτός· ἤκουσεν δὲ ὁ
Πρόβος καὶ ἠθύμει σφόδρα, καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς Κλίνης αὐτοῦ,
τοῦ ὄρθρου ἐπελθόντος, εἰσῄει πρὸς αὐτὴν, καὶ θεασάμενος
αὐτῆς τοὺς ὀφθαλμοὺς φλεγμαίνοντας ἀπὸ τῶν δακρύων, εἶπεν·
Τίνος ἕνεκεν, κυρία, οὕτως με συνταράττεις, καὶ οὐ καταγγέλλεις
μοι τὴν σὴν λύπην; ἀνάγγειλόν μοι, ὅπως ποιήσω σοι τὸ
ἀρεστὸν, καὶ μὴ στενοχώρει με ἐν τῇ σῇ ἀδημονίᾳ. λέγει ἡ
Ξανθίππη πρὸς αὐτόν· Πρόθυμος ἔσο μᾶλλον, κύριέ μου, καὶ
μὴ συνταράττου, ὅτι οὐ μή σε βλάψῃ ἡ ἐμὴ ἀδημονία· ἀλλ' εἰ
εὖρον χάριν ἐνώπιόν σου, πρόελθε νῦν εἰς τὸν ἀσπασμὸν, καί
με ἔασον ἑαυτὴν πληροφορῆσαι ὡς βούλομαι· οὐ γὰρ δυνατὸν

Hermias Phil., In Platonis Phaedrum scholia (2317: 001)


“Hermeias von Alexandrien. In Platonis Phaedrum scholia”, Ed.
Couvreur, [Link]: Bouillon, 1901, Repr. 1971.Σελ. 33, γρ. 9

τὰ δένδρα, ἀλλ' ἐκ τῶν λογικῶν καὶ νοερῶν ψυχῶν καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ νοῦ.
– Καὶ τὸ ἀκολουθεῖν δὲ τὸν Σωκράτη τῷ Φαίδρῳ, καὶ τὸ βιβλίον ὅ ἐστιν  

εἰκὼν εἰκόνων δηλοῖ τὴν ὡς θεοῦ προνοητικὴν αὐτοῦ ἐνέργειαν τὴν περὶ
τοὺς νέους καὶ τὸ βούλεσθαι αὐτοὺς σῴζειν.  – Κατακείμενος δὲ ἀκούει
ὡς εἰς κοιλότερα τέως ἐνεργῶν· δεῖ γὰρ προσφόρως ταῖς ὑποθέσεσι καὶ
τὰ σχήματα ποιεῖσθαι· οὕτω γοῦν ἐν τῇ παλινῳδίᾳ ὀρθὸς καὶ γυμνῇ τῇ
κεφαλῇ τοὺς περὶ τοῦ ἐνθέου καὶ θείου ἔρωτος ποιήσεται λόγους· ὡς
οὖν περὶ κοιλοτέραν μέλλων ἐνεργεῖν ἀκρόασιν λόγων, διὰ τοῦτο
κατακεί-
μενος ἀκούει, συνεξομοιῶν καὶ τὸ φαινόμενον σχῆμα τοῖς λόγοις· ὡς
καὶ ἐν Φαίδωνι· «ὁ δὲ Σωκράτης ἀνακαθιζόμενος ἐκ τῆς
Κλίνης,» ὅτε ἔμελλε τοὺς περὶ τοῦ φιλοσόφου λόγους διατιθέναι.
 κςʹ Περὶ μὲν τῶν ἐμῶν 230e
 Ἐνταῦθα καιρὸς πάλιν τῆς διαιρέσεως τῆς περὶ τοῦ ἔρωτος· οἳ μὲν
γὰρ ὑπέλαβον ἁπλῶς φαῦλον τὸ ἐρᾶν, ὡς Ἐπίκουρος ὁρισάμενος αὐτὸν
«σύντονον ὄρεξιν ἀφροδισίων μετὰ οἴστρου καὶ ἀδημονίας»,
καὶ ὁ εἰπών·
  πλήρει γὰρ ὄγκῳ γαστρὸς αὔξεται Κύπρις,
καὶ «οὐπώποτε» φησὶν «ἠράσθης, Γέτα;  – Οὐ γὰρ ἐνεπλής-
θην,» φησίν. Οἳ δὲ ἁπλῶς ἀστεῖον, ὡς Ἡρακλείδης, φιλίας λέγων εἶναι
640

τὸν ἔρωτα καὶ οὐκ ἄλλου τινος, κατὰ συμβεβηκὸς δέ τινας ἐκπίπτειν εἰς
ἀφροδίσια. Οἱ δὲ ἀπὸ τῆς Στοᾶς πρότερον μὲν ἐλέγοντο ἁπλοῦν ἡγεῖσθαι

Scamon Hist., Fragmenta (2330: 003)“FHG 4”, Ed. Müller, K.


Paris: Didot, 1841–[Link] 5, γρ. 53

τε μουσικὴν Ὄλυμπος ὁ Μυσὸς τὴν Λύδιον ἁρμονίαν


ἐφιλοτέχνησεν. Οἵ τε Τρωγλοδύται καλούμενοι σαμ-
βύκην εὗρον ὄργανον μουσικόν. Φασὶ δὲ καὶ τὴν πλα-
γίαν σύριγγα Σάτυρον εὑρεῖν τὸν Φρύγα· [τρίχορδον  
δὲ ὁμοίως καὶ τὴν διάτονον ἁρμονίαν Ὕαγνιν τὸν καὶ
αὐτὸν Φρύγα·] κρούματα δὲ Ὄλυμπον ὁμοίως τὸν
Φρύγα, καθάπερ Φρύγιον ἁρμονίαν καὶ μιξοφρύγιον
καὶ μιξολύδιον Μαρσύαν τῆς αὐτῆς ὄντα τοῖς προειρη-
μένοις χώρας, καὶ τὴν Δώριον Θάμυριν ἐπινοῆσαι τὸν
Θρᾷκα. Πέρσας τε πρώτους ἀκηκόαμεν ἀπήνην καὶ
Κλίνην καὶ ὑποπόδιον ἐργάσασθαι, τούς τε Σιδονίους
τρίκωπον ναῦν κατασκευάσαι. Σικελοί τε οἱ πρὸς τῇ
Ἰταλίᾳ πρῶτοι φόρμιγγα εὗρον οὐ πολὺ τῆς κιθάρας
λειπομένην καὶ κρόταλα ἐπενόησαν. Ἐπί τε Σεμιρά-
μεως βασιλέως Αἰγυπτίων (sic) τὰ βύσσινα ἱμάτια
εὑρῆσθαι ἱστοροῦσιν. Καὶ πρώτην ἐπιστολὰς συντά-
ξαι Ἄτοσσαν τὴν Περσῶν βασιλεύσασάν φησιν Ἑλ-
λάνικος.

Πασχάλιον Χρονικόν. (2371: 001)


“Chronicon paschale, vol. 1”, Ed. Dindorf, [Link]: Weber, 1832;
Corpus scriptorum historiae Byzantinae.Σελ. 183, γρ. 9

αʹ, βʹ. Οὗτος Ὀχοζίας εἰδώλοις προσανέχων καὶ ἀῤῥωστίᾳ περιπε-  


σὼν δεινῇ, ἔπεμψεν ἐπερωτῆσαι τὸν Βαὰλ προσόχθισμα θεὸν
Ἀκκάρων, γνῶναι ποθῶν εἰ ζήσεται καὶ ἀναστήσεται ἐκ τῆς ἀῤ-
ῥωστίας αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἠλίας ἀπαντήσας τοῖς παισὶν αὐτοῦ ἔφη
μὴ ἀνίστασθαι αὐτόν. καὶ χολέσας ἀπέστειλεν πρὸς Ἠλίαν τρεῖς
πεντηκοντάρχους, ὅπως αὐτὸν ἐκ τοῦ ὄρους καταγάγωσι. τῶν
δὲ δύο ἐν πυρὶ καυθέντων ὁ τρίτος δεηθεὶς αὐτοῦ κατέβη. καὶ
ἐλθὼν πρὸς Ὀχοζίαν εἶπεν αὐτῷ, Ἐπειδὴ οὐκ ἐπέστρεψας πρὸς
κύριον τὸν θεόν, ἀλλ' εἰδώλοις ἔπεμψας ἐπερωτῆσαι, οὐ κατα-
βήσῃ ἀπὸ τῆς Κλίνης, ἀλλ' ἀποθάνῃς. καὶ ἀπέθανεν ἐν τῇ κλί-
νῃ κατὰ τὸ ῥῆμα κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλίου τοῦ δούλου
641

τοῦ θεοῦ.
Μετὰ Ὀχοζίαν ἐβασίλευσεν τοῦ Ἰούδα καὶ Μανασσῆ ἡ μή-
τηρ αὐτοῦ Γοθολία, γυνὴ Ἰωράμ, ἔτη ϛʹ.  ὁμοῦ ͵δχιβʹ.

Πασχάλιον Χρονικόν. Σελ. 183, γρ. 10

Οὗτος Ὀχοζίας εἰδώλοις προσανέχων καὶ ἀῤῥωστίᾳ περιπε-  


σὼν δεινῇ, ἔπεμψεν ἐπερωτῆσαι τὸν Βαὰλ προσόχθισμα θεὸν
Ἀκκάρων, γνῶναι ποθῶν εἰ ζήσεται καὶ ἀναστήσεται ἐκ τῆς ἀῤ-
ῥωστίας αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἠλίας ἀπαντήσας τοῖς παισὶν αὐτοῦ ἔφη
μὴ ἀνίστασθαι αὐτόν. καὶ χολέσας ἀπέστειλεν πρὸς Ἠλίαν τρεῖς
πεντηκοντάρχους, ὅπως αὐτὸν ἐκ τοῦ ὄρους καταγάγωσι. τῶν
δὲ δύο ἐν πυρὶ καυθέντων ὁ τρίτος δεηθεὶς αὐτοῦ κατέβη. καὶ
ἐλθὼν πρὸς Ὀχοζίαν εἶπεν αὐτῷ, Ἐπειδὴ οὐκ ἐπέστρεψας πρὸς
κύριον τὸν θεόν, ἀλλ' εἰδώλοις ἔπεμψας ἐπερωτῆσαι, οὐ κατα-
βήσῃ ἀπὸ τῆς Κλίνης, ἀλλ' ἀποθάνῃς. καὶ ἀπέθανεν ἐν τῇ κλί-
νῃ κατὰ τὸ ῥῆμα κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλίου τοῦ δούλου
τοῦ θεοῦ.
Μετὰ Ὀχοζίαν ἐβασίλευσεν τοῦ Ἰούδα καὶ Μανασσῆ ἡ μή-
τηρ αὐτοῦ Γοθολία, γυνὴ Ἰωράμ, ἔτη ϛʹ.  ὁμοῦ ͵δχιβʹ.
αʹ, βʹ.
Γοθολία μήτηρ Ὀχοζίου, θυγάτηρ Ἀχαάβ, ἐφόνευσεν τὰ
τέκνα τοῦ υἱοῦ αὐτῆς Ὀχοζίου. ἐκ γὰρ τοῦ γένους ἦν αὐτὴ Ἀ-
χαὰβ βασιλέως Ἰσραὴλ τοῦ καταραθέντος.

Πασχάλιον Χρονικόν. Σελ. 351, γρ. 4

ιεʹ. ὑπ. Κικέρωνος καὶ Ἀντωνίου.


Πομπήιος, δὶς στρατηγὸς Ῥωμαίων, ἐπελθὼν πολιορκεῖ
μὲν τὰ Ἱεροσόλυμα μέχρι τῶν ἀδύτων, τουτέστι τῶν ἁγίων τοῦ
ἱεροῦ, πρόεισι, καὶ τὸν ναὸν συλήσας, καὶ πολλὰ παρ' αὐτοῦ
ἀφελόμενος, Ἀριστόβουλον ἅμα τέκνοις δέσμιον ποιεῖ Ῥωμαίοις.
ιϛʹ. ὑπ. Σιλανοῦ καὶ Μουρήνα.
ιζʹ. ὑπ. Πίσωνος καὶ Μεσσάλα.  
Πομπήιος ὁ μέγας ἑλὼν τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν ναὸν συ-
λήσας, καὶ ἀφελόμενος τὰς ἁγίας γραφὰς καὶ τοὺς κανθάρους
καὶ χαρακτῆρας χρυσοῦς καὶ ἄλλα πολλὰ ἅγια σκεύη καὶ τὴν ἄμ-
πελον τὴν χρυσῆν καὶ τὴν Κλίνην Σολομῶνος, Ὑρκανῷ τὴν ἀρ-
χιερωσύνην τῷ υἱῷ Ἀλεξάνδρου καὶ Ἀλεξάνδρας τῆς Σαλίνας
παραδίδωσι, καὶ Ἀντίπατρόν τινα Ἀσκαλωνίτην τῆς Παλαιστί-
νης ἐπιμελητὴν καθιστᾷ· τό τε πᾶν ἔθνος Ἰουδαίων ὑπόφορον
642

Ῥωμαίοις καταστήσας πολλοὺς αὐτῶν αἰχμαλώτους εἰς Ῥώμην


ἤγαγεν τῇ συγκλήτῳ.

Philogelos, Philogelos sive Facetiae (sub auctoribus Hierocle et


Philagrio) (2404: 001)“Philogelos der Lachfreund von Hierokles und
Philagrios”, Ed. Thierfelder, A.
Munich: Heimeran, [Link]. 44, γρ. 2

 {aβ:} Σχολαστικὸς οἰκίαν πωλῶν λίθον ἀπ' αὐτῆς εἰς


δεῖγμα περιέφερεν.
 Σχολαστικῶν δύο ὁδευόντων ὁ ἕτερος τῆς γαστρὸς
ἀναγκαζούσης μικρὸν ἀπελείφθη. εὑρὼν δὲ ἐν τῷ μιλίῳ ἐπι-
γεγραμμένον παρὰ τοῦ ἑτέρου· Κατάλαβέ με ....
 Σχολαστικὸς ἀκούσας παρά τινων ὅτι Ὁ πώγων σου
ἤδη ἔρχεται – ἀπελθὼν εἰς τὴν πύλην ἐξεδέχετο αὐτόν. ἕτερος
δὲ τὴν πρόφασιν ἐρωτήσας καὶ γνούς· Εἰκότως, εἶπε, μωροὶ
νομιζόμεθα· πόθεν γὰρ οἶδας, εἰ διὰ τῆς ἑτέρας πύλης ἔρχεται;
 {a:} Σχολαστικὸς μετὰ τοῦ πατρὸς καθεύδων, ἀνιστά-
μενος ἐπὶ τῆς Κλίνης νυκτὸς ἔτρωγε σταφυλὰς ὑπεράνω κρεμα-
μένας. τοῦ δὲ πατρὸς αὐτοῦ ὑπὸ χύτραν λύχνον κρύψαντος,
εἶτα, ὅτε ἀνέστη, τὸ φῶς ἄφνω δείξαντος, ὁ δὲ ὀρθὸς ἑστὼς
ἔρεγχε καθεύδειν προσποιούμενος.  
 {β:} Σχολαστικὸς μετὰ τοῦ πατρὸς κοιμώμενος, τῇ νυκτὶ
ἀπὸ τῆς Κλίνης ἀνιστάμενος τὰς σταφυλὰς ἔτρωγεν ἐπάνω
κρεμαμένας. τοῦ δὲ πατρὸς σκανδαλισθέντος καὶ ὑπὸ χύτραν
λαμπάδα κρύψαντος, ἐν τῷ ἐκεῖνον τῇ νυκτὶ ἀναστῆναι πρὸς
τὸ ἔθος ὁ πατὴρ ἄφνω τὸ φῶς ἔδειξε. κἀκεῖνος ἑστὼς καμμύων
ἔτρεχε κοιμᾶσθαι προσποιούμενος.

Philogelos, Philogelos sive Facetiae (sub auctoribus Hierocle et


Philagrio) Se. 44, γρ. 7

 Σχολαστικὸς ἀκούσας παρά τινων ὅτι Ὁ πώγων σου


ἤδη ἔρχεται – ἀπελθὼν εἰς τὴν πύλην ἐξεδέχετο αὐτόν. ἕτερος
δὲ τὴν πρόφασιν ἐρωτήσας καὶ γνούς· Εἰκότως, εἶπε, μωροὶ
νομιζόμεθα· πόθεν γὰρ οἶδας, εἰ διὰ τῆς ἑτέρας πύλης ἔρχεται;
 {a:} Σχολαστικὸς μετὰ τοῦ πατρὸς καθεύδων, ἀνιστά-
μενος ἐπὶ τῆς Κλίνης νυκτὸς ἔτρωγε σταφυλὰς ὑπεράνω κρεμα-
μένας. τοῦ δὲ πατρὸς αὐτοῦ ὑπὸ χύτραν λύχνον κρύψαντος,
εἶτα, ὅτε ἀνέστη, τὸ φῶς ἄφνω δείξαντος, ὁ δὲ ὀρθὸς ἑστὼς
ἔρεγχε καθεύδειν προσποιούμενος.  
643

 {β:} Σχολαστικὸς μετὰ τοῦ πατρὸς κοιμώμενος, τῇ νυκτὶ


ἀπὸ τῆς Κλίνης ἀνιστάμενος τὰς σταφυλὰς ἔτρωγεν ἐπάνω
κρεμαμένας. τοῦ δὲ πατρὸς σκανδαλισθέντος καὶ ὑπὸ χύτραν
λαμπάδα κρύψαντος, ἐν τῷ ἐκεῖνον τῇ νυκτὶ ἀναστῆναι πρὸς
τὸ ἔθος ὁ πατὴρ ἄφνω τὸ φῶς ἔδειξε. κἀκεῖνος ἑστὼς καμμύων
ἔτρεχε κοιμᾶσθαι προσποιούμενος.
 {aβ:} Σχολαστικὸς νυκτὸς ἐπανέστη τῇ μάμμῃ αὐτοῦ.
πληγὰς δὲ διὰ τοῦτο ὑπὸ τοῦ πατρὸς λαβών· Σύ, εἶπεν, τοσοῦτος
χρόνος ἐστὶν ἐξ οὗ τὴν μητέρα μου ὀχεύεις, μηδὲν ὑπ' ἐμοῦ παθών,
καὶ νῦν ὀργίζῃ ἐπὶ τῇ μητρί σου ἅπαξ με εὑρών;

Ιωάννης Λαυρέντιος Λύδος. De magistratibus populi Romani (2580:


001)“Ioannes Lydus. On powers or the magistracies of the Roman state”,
Ed. Bandy, [Link]: American Philosophical Society, 1983.Σελ.
116, γρ. 5

τὴν εἰρημένην δίαιταν ὑπερῴῳ φορτώσας καταγωγίῳ, τὸ μὲν


σῶφρον ὑπερεῖδεν, μείζονα δὲ τρυφήν, τῆς ἀρχῆς ἤδη μαραι-
νομένης, εἰσήγαγεν, οὐ προθεωρήσας (οὐδὲ γὰρ ἀνθρωπίνης
φύσεως τὸ ἐσόμενον στοχάζεσθαι) φωλεὸν τῷ Καππαδόκῃ κα-
τασκευάζειν· τῷ γε μὴν βαλανείῳ τῆς διαίτης ἠρκέσθη, ἐπὶ
γ' οὖν αὐτοῦ τιμήσας τὸ μέτριον. ὁ δὲ Καππαδόκης (τίς δὲ  
οὗτος, μικρὸν ὕστερον ἐρῶ), ἐνσκήψας τῇ ἀρχῇ, τὴν μὲν πα-
λαιὰν καὶ οὕτω σεμνὴν τῆς ἀρχῆς δίαιταν ταῖς φάλαγξι τῶν
θεραπόντων αὐτοῦ παρεχώρησεν. αὐτὸς δὲ ἐπὶ τῆς ὑπερῴας
κατακοιταζόμενος, οὔρου καὶ ἀφόδου περισκοποῦντος τὸν κοι-
τῶνα, γυμνὸς ἐπὶ τῆς Κλίνης ἐξεκέχυτο, πάντας τοὺς ἀπὸ τῆς
τάξεως, ὡς εἰ πονηροὺς οἰκέτας, πρὸ τοῦ κοιτῶνος παραφυλάτ-
τειν ἐγκελευόμενος, αὐτὸς δὲ τοὺς ἀρέσκοντας ἐπιλεγόμενος
καὶ τοῖς θηριωδεστάτοις τῶν οἰκετῶν, βαρβάροις καὶ λύκοις
ταῖς ψυχαῖς ἅμα καὶ ταῖς προσηγορίαις, πρὸς τιμωρίαν ἐκτι-
θέμενος. τρυφῶν οὖν ἐκτόπως, τὸ πάλαι βαλανεῖον εἰς ἔπαυλιν
ὑποζυγίων μεταθέμενος, ταῖς ἀγέλαις τῶν ἵππων εἰς μέρος βραχὺ
παρεχώρησεν· ἕτερον δὲ ἐπὶ τοῦ ἀέρος κρεμάσας βαλανεῖον καὶ
τὴν φύσιν τῶν ὑδάτων εἰς ὕψος ἄτακτον ἀναρρεῖν συνωθήσας,
ἐλούετο ἐν αὐτῷ οὕτως ὡς προτετραγῴδηται. εἶτα ἐκεῖθεν, ἔνθα
τά τε ἀέρος τά τε γῆς τά τε νηκτὰ πάντα μετὰ τῶν ἁπανταχόθεν

Manetho Astrol., Apotelesmatica (2583: 001)“Poetae bucolici et


didactici”, Ed. Koechly, [Link]: Didot, [Link] 6, γρ. 529
644

ἐκ πυρὸς ἢ πολιοῖο τέχνας ὤπασσε σιδήρου.


 ἢν δ' Ἑρμῇ χῶρον καθ' ἑὸν βεβαῶτι συνάπτῃ
ἢ σύμφωνος ὁρῆται ὑπὸ Στίλβοντι Σελήνη,
αἰόλα δαιδάλλοντας ἑαῖς χείρεσσιν ἔφηναν
ἐκ πριστοῦ ἐλέφαντος ἢ ἐκ Λύγδοιο φαεινῆς
εὐτήκτου τ' ἀπὸ κηροῦ ἐϋξεσταῖς σανίδεσσιν
μορφὰς μιμηλῇσι χαρασσομένους γραφίδεσσιν.
 μέσσῳ δ' ἐν κέντρῳ Θοῦρος σφετέροιο κατ' οἴκου
Ἑρμῇ ὁμοτροχάων τέχνας ὤπασσε βαναύσους.
 εὖτε Σεληναίη δὲ μεσουρανίου ἀπὸ κέντρου
κλίνῃ, ἀτὰρ Φαίνων τε καὶ Ἄρης κέντρῳ ἐπῶσιν,
τῆμος ὅσοι φῦσαν, νεκυοστόλοι ἐξεγένοντο,
ἢ φρουροὶ νεκύων τύμβοις ἔνι ναιετάοντες.
εἰ δὲ γυναικὸς ἔῃ γενέθλη, τοῖσιν δὲ συνείη
Ἀφρογενής, τεγέεσσιν ἐφήμεναι αἴσχεα δρῶσιν.
 ὁππότε δ' ὡρονομῇ Στίλβων ζῶον κατὰ θῆλυ,
δεικήλῳ δ' ἐνὶ θηλυτέρῳ καὶ Μήνη ἐπείη,
ὡρονόμῳ δὲ Κρόνος τε καὶ Ἄρης ὁππότε κέντρῳ
αἰπυτάτῳ ἐφέπωνται, ὀϊζυροὶ γεγάασιν
φῶτες· Δινδυμίῃ γὰρ ἀγείροντες κατὰ δήμους
καὶ πόλιας πλάζονται ὁμοῦ ῥόπτροις τε καὶ αὐλοῖς,

Manetho Astrol., Apotelesmatica Book 1, γρ. 92

ῥέζει κηπουροὺς ἠδ' ἀργαλέους ὑδραγωγούς,


ῥέζει δ' ὑδροφόρους πολυπήμονας, οἵθ' ὑπὸ γαίης
κευθμῶνας δύνουσιν ἀεικέος εἵνεκα μισθοῦ,
ἢ πανύγροισι τόποισι παρήμενοι ἐργάζονται,
μήποτε τῶν ἴδιόν τι κτώμενοι ἐκ καμάτων γε.       
 Ἑρμείας διάμετρον ἔχων Κρόνον ἠδὲ Σελήνην
  ἐμμανέας τεύχει τ' ἠδὲ φρενοβλαβέας.       
 Ἑρμείας διάμετρον ἔχων Κρόνον ἠδὲ Σελήνην,
κεντρωθεὶς δ' αὐτοῖς κατ' ἐναντίον ὡρονόμοιο,
καὶ φρένας ἠλλοίωσε, παρέπλαγξεν δὲ νόημα·
εἰ δὲ ῥοπῆς μὴ μοῖρα τύχῃ, καθέτου δ' ἀποκλίνῃ,
ἐσκότισεν μούνῳ κλεψίφρονι ῥεύματι κείνους·
ἔσθ' ὅτε σωφρονέουσι, καὶ ἔσθ' ὅτε μαργαίνουσιν.       
Πάντας ἀπ' Ἠελίοιο φυγεῖν καλόν, ἀλλ' οὐκ Ἄρην·
νικᾶται γὰρ Ἄρης ὑπὸ αὐγαῖς Ἠελίοιο.       
  Νικᾶται δ' Ἄρης αὐγῇσιν ὕπ' Ἠελίοιο,
  καὶ προτέρην κακίην ἔσβεσεν Ἠέλιος.       
 Αἰδεῖται δ' Ἄρης καθορῶν φάος Ἠελίοιο,
645

  οὐδ' ἔτι τὴν προτέρην ἔσχε κακοφροσύνην.       


 Ζεὺς ῥέζει κρατέοντας ἐλαιορόοιο παλαίστρης,
Κύπρις πορφυρέοισιν ἐν εἵμασιν ἀρχιερῆας,

Manetho Astrol., Apotelesmatica Book 5, γρ. 330

 τετράποσιν ζώοισιν εἰ ᾖ στείχουσα Σελήνη,


εἰ καὶ τὴν ὥρην ἐν τετραπόδεσσι καθεύροις,
ἀρρήτοις ἔργοισι μιαίνεται, ἠΰτ' ἐπ' ἔργοις
ἐκ στομάτων αἰσχροῖς διαβαλλομένη κακοφήμως.
 εἰ δ' Ἄρης ἠοῦς γε μεσουρανέοιτο, λογίζου,
ἦ πολλοῖς μήτηρ ἐπὶ δάκρυσιν ἔστεν' ἄτεκνος,
 εἰ δὲ Κρόνος Παφίην ἰδίοις οἴκοισι καθεύροι,
κἢν φάσκῃ τίκτειν ἐκ νηδύος, οὔ ποτε τίκτει,
ψευδομένη δ' ὠδῖνας ἀνώδυνός ἐστιν ἄτεκνος,
ἀλλοτρίην τε γονὴν ὑποβαλλομένη κακοτέχνως
καὶ κλίνασα δέμας στείρα λοχός ἐστ' ἐπὶ Κλίνης,
καὶ πλαστὴ μήτηρ ἐσκήψατο τὴν φάσιν ἁγνῶς.       
 Ἄρεα καὶ Παφίην συναφαῖς εὑροῦσα Σελήνη
Ἠελίοιο τόποις ἢ καὶ Στίλβοντος ἐν οἴκοις,
ἢν διάμετρον ἔχῃ δνοφερὴν ἀκτῖνα Κρόνοιο,
ἰσχνὴν καὶ λυπρήν, κακοπρήγμονα καὶ κακόβουλον,
αὐστηρὴν, προπετῆ, πολυπρήγμονα, βάσκανον αἰεί,
εὔκνιστον, πρόλαλον καὶ βληχρὴν καὶ φιλόνεικον,
λυσσάδα, ζηλότυπον καὶ ἀγνώμονα καὶ περίεργον,
πῆμα λυγρῷ γαμέτῃ συναλιζόμενον κακοῆθες·
ἀλλ' ὑπὸ τῆς Παφίης ἀμβλυνομένη μεταβάλλει.    

Orion Gramm., Etymologicum (2591: 001)“Orionis Thebani


etymologicon”, Ed. Sturz, [Link]: Weigel, 1820, Repr. 1973.
Alphabetic letter epsilon, σελ. 52, γρ. 3

Ἐρεπόμενοι. κυρίως ἀπὸ τῶν ἀλόγων. ἀπὸ τοῦ ἐκ


τῆς ἔρας, ὃ ἐστὶ τῆς γῆς, ἀναλαμβάνειν τὴν τροφήν.
Ἐνιαυτός. παρὰ τὸ ἐν αὐτῷ διειληφέναι πάντας τοὺς
καρποὺς, καὶ τὰς τροπάς.
Ἐρεχθεύς, ὁ καὶ Ἐριχθόνιος. ἀπὸ τοῦ ἐσπάρθαι
εἰς τὴν ἔραν. ἀπὸ τῆς ὀρέξεως τοῦ Ἡφαίστου.
Ἔτησιν. οἷον ἔθησιν ἀντὶ τοῦ ἐθᾶσιν.
Ἑρμῶνες. οἱ κλινόποδες, παρὰ τὸ ἐνειρῆναι αὐτοῖς τὰ  
646

ἐνήματα. ἢ παρὰ τὸ ἐγγεγλύφθαι ἁρμὰς τινὰς


αὐτοῖς. ὕπνου γὰρ δοτὴρ ὁ Ἑρμῆς. ἢ παρὰ τὸ ἕρμα,
καὶ στήριγμα εἶναι. τοῖς γὰρ ποσὶ στηρίζεται ἡ Κλίνη.
Εἴρεος. παρὰ τὸ ἔῤῥειν καὶ φθείρεσθαι· πλεονασμῷ
τοῦ ρ καὶ τοῦ ε. ἐῤῥὼς, ἐῤῥὸς, ἔρερος καὶ εἴρεος.
εἴρεον εἰσάγουσι. Ὅμηρος οὕτως.
Ἐξεισία. ἡ πρεσβεία. παρὰ τὸ ἵημι, ὃ ἐστὶ τὸ πέμπω.

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum (2598: 002); MPG


87.2.Σελ. 1572, γρ. 31

 {Κυρίλλου.} Καλὴν αὐτήν φησιν, οὐχ ὡς πρό-


τερον ἐν γυναιξὶ λέγων μόνον, ἀλλ' ἤδη καὶ ὡς πλη-
σίον αὐτοῦ ἀναδιπλασιάζει τῆς νύμφης ὁ νυμφίος
τὸν ἔπαινον· τό τε θεωρητικὸν αὐτῆς ἐπαινῶν, καὶ
τὸ πρακτικόν· ὀφθαλμοὺς δὲ τοὺς εἰς νοῦν καὶ καρ-
δίαν φησίν· περιστερᾶς, τὸ διορατικοὺς, καθὸ καὶ εἰς
Πνεῦμα λαμβάνεται· λέγει οὖν ὡς ἐδέξατο νοῦν ἡ
νύμφη, μόνον ὁρῶντα Θεόν· ὀφθαλμοὶ δὲ καὶ οἱ ἄκα-
κοι καὶ ὀξυδερκεῖς τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι.
 ιεʹ, ιϛʹ. Ἰδοὺ εἶ καλὸς, ἀδελφός μου, καί γε
ὡραῖος· Κλίνη ἡμῶν σύσκιος· δοκοὶ ἡμῶν κέ-
δροι· φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.
 {Φίλωνος.} Ἤγουν καλὸς ἐν νόμῳ, ὡραῖος ἐν
προφήταις, ὡραῖος ἐν ἀποστόλοις, καλὸς ἐν ἀγαθοῖς
τοῦ παρόντος αἰῶνος, ὡραῖος ἐν τοῖς τοῦ μέλλοντος.
ΠροςΚλίνη δὲ ἡμῶν σύσκιος, σὺ δὲ ἡμᾶς καὶ ἐν
θανάτῳ σκέπεις. «Ἐὰν γὰρ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς
θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακὰ, ὅτι σὺ μετ' ἐμοῦ
εἶ·» ἐγκαλλωπιζομένη δὲ ἡ νύμφη τῷ οἰκοδομηθέντι
αὐτῇ παρὰ τοῦ νυμφίου οἴκῳ, ταῦτά φησιν· δοκοὺς
μὲν λέγουσα τοὺς ἁγίους προφήτας·

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum


Σελ. 1572, γρ. 36

δίαν φησίν· περιστερᾶς, τὸ διορατικοὺς, καθὸ καὶ εἰς


Πνεῦμα λαμβάνεται· λέγει οὖν ὡς ἐδέξατο νοῦν ἡ
νύμφη, μόνον ὁρῶντα Θεόν· ὀφθαλμοὶ δὲ καὶ οἱ ἄκα-
κοι καὶ ὀξυδερκεῖς τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι.
647

 ιεʹ, ιϛʹ. Ἰδοὺ εἶ καλὸς, ἀδελφός μου, καί γε


ὡραῖος· Κλίνη ἡμῶν σύσκιος· δοκοὶ ἡμῶν κέ-
δροι· φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.
 {Φίλωνος.} Ἤγουν καλὸς ἐν νόμῳ, ὡραῖος ἐν
προφήταις, ὡραῖος ἐν ἀποστόλοις, καλὸς ἐν ἀγαθοῖς
τοῦ παρόντος αἰῶνος, ὡραῖος ἐν τοῖς τοῦ μέλλοντος.
ΠροςΚλίνη δὲ ἡμῶν σύσκιος, σὺ δὲ ἡμᾶς καὶ ἐν
θανάτῳ σκέπεις. «Ἐὰν γὰρ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς
θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακὰ, ὅτι σὺ μετ' ἐμοῦ
εἶ·» ἐγκαλλωπιζομένη δὲ ἡ νύμφη τῷ οἰκοδομηθέντι
αὐτῇ παρὰ τοῦ νυμφίου οἴκῳ, ταῦτά φησιν· δοκοὺς
μὲν λέγουσα τοὺς ἁγίους προφήτας· δίκαιος γὰρ ὡς
φοῖνιξ ἀνθήσει, ὡσεὶ κέδρος ἢ ἐν τῷ Λιβάνῳ πλη-
θυνθήσεται· φατνώματα γὰρ ἡ τῶν σανίδων εὐαρμο-
στία πρὸς γλυφὴν τεκτόνων ἐπιτηδεία.

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum


Σελ. 1572, γρ. 56

ναστεία ἤ τι τοιοῦτον, ἀπεστράφην, καὶ οὐκ ἔτι μοι


πεπλάνηται ἡ τοῦ καλοῦ κρίσις, ὥστε παρὰ σὲ, ἀλλ'
ὅτι καλὸν οἵεσθαι· σὺ γὰρ ὁ ἀληθὴς καλός· οὐ καλὸς
δὲ μόνον, ἀλλ' αὐτὴ τοῦ καλοῦ ἡ οὐσία, ὁ τῆς ἀϊδιό-
τητι τῆς ζωῆς συμπαρατείνων τὴν ὥραν, ᾧ ὄνομα ἡ
φιλανθρωπία ἐγένετο· ὡς δὲ ἐξ Ἰούδα ἀνατείλας
ἡμῖν· ἀδελφὸς γὰρ ὁ ἐξ Ἰουδαίων λαὸς τοῦ ἐξ ἐθνῶν
σοι προσιόντος, καλῶς διὰ τὴν ἐν σαρκὶ γεγενημένην
τῆς θεότητός σου φανέρωσιν, ἀδελφιδὸς τῆς ποθού-
σης κατωνομάσθης. Εἶτα ἐπήγαγε· ΠροςΚλίνη
ἡμῶν σύσκιος· τουτέστιν, ἔγνων σου, ἤτοι γνώσεται  
ἡ ἀνθρωπεία φύσις σύσκιον τῇ οἰκονομίᾳ γενόμενον·
ἦλθες γὰρ σὺ, φησὶν, ὁ καλὸς ἀδελφιδὸς, ὡραῖος πρὸς
τῇ κλίνῃ ἡμῶν σύσκιος γενόμενος· ὡραῖος, ἀλλ' ὡς
χωροῦμεν δέξασθαι· καὶ γὰρ ἡ πρὸς τὴν ἀνθρωπό-
τητα ἐπανάπαυσίς σου, συνεσκίασε τῇ σαρκὶ τὴν
θεότητα· ἐπεὶ τίς ἂν ὑπέστησε τὴν ἐμφάνειαν;
Κλίνην δὲ ὀνομάζει, ὡς νύμφη, τῇ τροπικῇ σημα-
σίᾳ τῇ πρὸς τὸ Θεῖον ἀνάκρασιν, καὶ κοινωνίαν ἀν-
θρωπίνης οὐσίας ἑρμηνεύουσα· ταύτην δὲ οὐκ ἂν

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1576, γρ. 1


648

ταῦτά ἐστι τὰ φατνώματα τὰ διὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ


εὐωδίας, ἧς αἴνιγμά ἐστιν ἡ κυπάρισσος ἐν τῇ εὐσχη-
μοσύνῃ τοῦ βίου φιλοτεχνούμενα.
 {Νείλου.} Συγγνωμόνως πάλιν αὐτὴ, μᾶλλον δὲ
ἐκπλησσομένη, ἐπὶ τῷ ἀκοῦσαι καλὴ παρὰ τοῦ νυμ-
φίου· μόνῳ γὰρ ἐκείνῳ τὴν τοιαύτην ἐπίκλησιν ἁρ-
μόζειν ἐνόμιζε, θνητῷ δὲ οὐδενί· εὐθέως ἐπ' αὐτὸν
ἀναστρέφει τὴν μαρτυρίαν· Ἰδοὺ εἶ καλὸς ὁ ἀδελφι-
δός μου, λέγουσα, καί γε ὡραῖος πρὸς, ἀντὶ τοῦ, πε-
ρισσῶς· οὕτω γάρ τισι διαιρεῖν ἔδοξε· καὶ μετὰ τοῦτο  
Ἡ Κλίνη ἡμῶν σύσκιος· τὸ σῶμα λέγοντες τὸ κοινὸν,
ἐν ᾧ ἀνεπαύοντο ἀμφότεροι, ὅ τε Θεὸς Λόγος καὶ
ἡ μακαρία ψυχή· φειδομένου τοῦ νυμφίου ὕπαιθρον
αὐτὴν ἔχειν· μὴ πάλιν ἐξ ἐπηρείας τοῦ ἐναντίου
ἡλίου ἀκτῖνος πάθῃ τι τῆς παλαιᾶς μελανότητος·
κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν διαίρεσιν, οὕτω νοηθήσεται·
ὡσανεὶ τῆς νύμφης λεγούσης, ὅτι Ὦ νυμφίε, σὺ μόνος
ἂν ἐνδίκως λέγοιο καλὸς καί γε ὡραῖος, μὴ ἐπίκτη-
τον, ἀλλὰ φυσικὸν ἔχων τὸ κάλλος· καὶ πρὸς κλίνῃ δὲ
ἡμῶν γενόμενος, ὡραῖος εἶ καὶ σύσκιος, τὴν μὲν θείαν
τῆς θεότητος καὶ ἀκραιφνῆ μορφὴν,

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1576, γρ. 9

δός μου, λέγουσα, καί γε ὡραῖος πρὸς, ἀντὶ τοῦ, πε-


ρισσῶς· οὕτω γάρ τισι διαιρεῖν ἔδοξε· καὶ μετὰ τοῦτο  
Ἡ Κλίνη ἡμῶν σύσκιος· τὸ σῶμα λέγοντες τὸ κοινὸν,
ἐν ᾧ ἀνεπαύοντο ἀμφότεροι, ὅ τε Θεὸς Λόγος καὶ
ἡ μακαρία ψυχή· φειδομένου τοῦ νυμφίου ὕπαιθρον
αὐτὴν ἔχειν· μὴ πάλιν ἐξ ἐπηρείας τοῦ ἐναντίου
ἡλίου ἀκτῖνος πάθῃ τι τῆς παλαιᾶς μελανότητος·
κατὰ δὲ τὴν ἑτέραν διαίρεσιν, οὕτω νοηθήσεται·
ὡσανεὶ τῆς νύμφης λεγούσης, ὅτι Ὦ νυμφίε, σὺ μόνος
ἂν ἐνδίκως λέγοιο καλὸς καί γε ὡραῖος, μὴ ἐπίκτη-
τον, ἀλλὰ φυσικὸν ἔχων τὸ κάλλος· καὶ πρὸς κλίνῃ δὲ
ἡμῶν γενόμενος, ὡραῖος εἶ καὶ σύσκιος, τὴν μὲν θείαν
τῆς θεότητος καὶ ἀκραιφνῆ μορφὴν, καὶ ὡς ὑπὸ παρα-
πετάσματι τῇ σαρκὶ, ἐνεργῶν μὲν τὰ τῆς θεότητος
ἴδια· διὸ διάγνωστος δὲ γενόμενος διὰ τὴν ἐπικρύ-
πτουσαν τὰ ἐπιτελούμενα παραδόξως τοῦ σώματος
περιβολήν.
649

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1576, γρ. 39

 {Φίλωνος.} Ταῦτά φησιν ἡ νύμφη ἀκούσασα


παρὰ Ἡσαΐου, «Ἀγαλλιάσθω ἔρημος, καὶ ὡς κρίνον
ἀνθείτω·» καὶ παρὰ τοῦ Κυρίου, «Καταμάθετε τὰ
κρίνα τοῦ ἀγροῦ·» λέγει δ' ἂν ὁ Κύριος ἐπὶ γῆς γε-
γονέναι, ὡς ἀνθήσωσιν οἱ πιστοὶ καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ·
τοῦτο γὰρ κοιλάδων κρίνον ὅ ἐστι νεκρός.
 {Γρηγορίου.} Ταῦτα ἡ νύμφη περὶ ἑαυτῆς
διεξέρχεται λέγουσα· Ἐγὼ μετὰ τὸ γενέσθαι ἐν τῇ
κλίνῃ ἡμῶν τὸν νυμφίον συσκιασθέντα τῷ σώματι,
ὃς ᾠκοδόμησεν ἐν ἑαυτῷ τὸν οἶκον ἐμὲ, ταῖς τῶν
ἀρετῶν κέδροις ὠρόφωσε, γέγονε, φησὶν, ἄνθος
εὔοσμόν τε καὶ καθαρὸν καὶ λαμπρὸν, ἐκ τῆς ἐν τῷ
πλάτει ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ πεδίου, εὐχροίας τε
καὶ εὐωδίας, τῶν λοιπῶν ἀνθέων διαφέρον, ὃ λέγεται
κρίνον, τὴν τῆς σωφροσύνης ἀπαστράπτον μαρμα-
ρυγήν· τὸ πεδίον τοῦτο συγκρίσει τῆς οὐρανίας
ἁψῖδος κοιλὰς ὀνομάζεται· ἐν ᾧ ἡ γεωργηθεῖσα κα-
λῶς ἐκ τοῦ κοίλου πρὸς τὸ ὕψος ἐκδίδοται, ὡς καὶ
τοῦ κρίνου ἡ φύσις·

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1617, γρ. 43

φησι πρὸς τὴν τῶν λοιπῶν ὠφέλειαν· διδάσκουσι ὅτι


οὐκ ἔστι μετὰ ἀναπαύσεως ζητοῦντα τὸ ποθούμενον
εὑρεῖν· ἀσκήσει γὰρ τῶν καλῶν, ῥᾳστώνη πολέμιον·
τὸ γὰρ, Ἐπὶ τὴν κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα
ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, τοιοῦτόν ἐστιν, ὡσανεὶ
τῆς Νύμφης διηγουμένης ταῖς νεάνισιν, ὅτι ἐνόμισα
κοῦφον εἶναι καὶ εὐχερὲς, τὸ κτήσασθαι τὴν ἀρετὴν
καὶ τὴν σοφίαν οἰκειώσασθαι· καὶ ἐζήτουν οὐ μετὰ
πόνου, ἀλλ' ἀνειμένως καὶ ῥᾳθύμως, καὶ τοῖς σωμα-
τικοῖς ὡς κλίνῃ ἐπαναπαυομένη· ἐπειδὴ δὲ ἡ ζήτη-
σις αὕτη τῆς καταλήψεως ἠστόχει, μετέβαλον ἐπὶ τὸ
ἐργάζεσθαι τὴν ἀρετήν· διὸ εἶπον, Ἀναστήσομαι
δὴ, καὶ τὰ λοιπὰ, καταλιποῦσα τὴν Κλίνην, ἐπὶ τῷ
δι' ἔργων ποιήσασθαι τὴν ζήτησιν· ἀλλ' οὐδὲ τοῦτό
με πρὸς τὴν εὕρεσιν ὡδήγησε. Δέον γὰρ ἐργαζομέ-
νης τὰ τῆς ἀρετῆς κρύψαι τὸν πόνον, ἐπιδεικτιῶσα
τοῦτον ἐδημοσίευον ἐν πλατείαις, καὶ ἀγοραῖς, τὸν
650

ἀνθρώπων ἔπαινον θηρωμένην. Διὸ οὐδ' οὕτως εὑρεῖν


δεδύνημαι· οὐδὲν γὰρ συντελεῖ πρὸς τὴν τῶν ἀγα-
θῶν κτῆσιν πόνος, ὅταν μετὰ φιλοδοξίας γίνηται.

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1617, γρ. 46

τὸ γὰρ, Ἐπὶ τὴν κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα


ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, τοιοῦτόν ἐστιν, ὡσανεὶ
τῆς Νύμφης διηγουμένης ταῖς νεάνισιν, ὅτι ἐνόμισα
κοῦφον εἶναι καὶ εὐχερὲς, τὸ κτήσασθαι τὴν ἀρετὴν
καὶ τὴν σοφίαν οἰκειώσασθαι· καὶ ἐζήτουν οὐ μετὰ
πόνου, ἀλλ' ἀνειμένως καὶ ῥᾳθύμως, καὶ τοῖς σωμα-
τικοῖς ὡς κλίνῃ ἐπαναπαυομένη· ἐπειδὴ δὲ ἡ ζήτη-
σις αὕτη τῆς καταλήψεως ἠστόχει, μετέβαλον ἐπὶ τὸ
ἐργάζεσθαι τὴν ἀρετήν· διὸ εἶπον, Ἀναστήσομαι
δὴ, καὶ τὰ λοιπὰ, καταλιποῦσα τὴν Κλίνην, ἐπὶ τῷ
δι' ἔργων ποιήσασθαι τὴν ζήτησιν· ἀλλ' οὐδὲ τοῦτό
με πρὸς τὴν εὕρεσιν ὡδήγησε. Δέον γὰρ ἐργαζομέ-
νης τὰ τῆς ἀρετῆς κρύψαι τὸν πόνον, ἐπιδεικτιῶσα
τοῦτον ἐδημοσίευον ἐν πλατείαις, καὶ ἀγοραῖς, τὸν
ἀνθρώπων ἔπαινον θηρωμένην. Διὸ οὐδ' οὕτως εὑρεῖν
δεδύνημαι· οὐδὲν γὰρ συντελεῖ πρὸς τὴν τῶν ἀγα-
θῶν κτῆσιν πόνος, ὅταν μετὰ φιλοδοξίας γίνηται.
Ἀλλ' ὅταν εὗρον αὐτὴν οἱ φύλακες οἱ τηροῦντες
ἐν τῇ πόλει· οὗτοι δὲ εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα
διακονοῦντα τῇ σωτηρίᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἤτοι διοική

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1625, γρ. 8

λόγια· ἃ νῦν ἡ Νύμφη λέγεται τεθυμίασται. Τάχα δὲ


καὶ ὁ μὴ κατὰ σάρκα βιοῦς, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα, μη-
δαμῶς παχυνθεὶς τὴν καρδίαν τὸ ποικίλον καὶ παν-
τοδαπὸν σῶζον τῆς εὐωδίας, εὐωδίαν ἀπὸ πάντων  
ποιεῖ τῶν νῦν οὕτως ὀνομαζομένων κονιορτὸν μυρε-
ψοῦ. Λέγει δ' ἄν τις καὶ ὡς ἡ ἁγία καὶ ἐκκλησιαστικὴ
ψυχὴ, τὸ τέκνον ποτὲ ἐρήμου Θεοῦ, ἀπὸ συναγωγῆς
ἐθνῶν ἀναβαίνει ἀπὸ τῆς ἐρήμου· καταλιποῦσα μὲν
δόγματα καὶ λόγους καὶ πράξεις, τὰ ἔρημα Θεοῦ·
651

ἀναβαίνουσα ἐπὶ τὰ τοῦ Θεοῦ.


 ζʹ, ηʹ. Ἰδοὺ ἡ Κλίνη Σαλομών· ἑξήκοντα δυ-
νατοὶ κύκλῳ αὐτῆς ἀπὸ δυνατῶν Ἰσραήλ· πάν-
τες κατέχοντες ῥομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον·
ἀνὴρ ῥομφαίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ ἀπὸ
θάμβους ἐν νυξίν.
 {Φίλωνος.} Κλίνην τὸ μνῆμα Χριστοῦ λέγει.
 Ἑξήκοντα δυνατοὶ, τὸ πλήρωμα τῆς τελειώσεως
οἱ τηροῦντες τὸν τάφον· οἳ καὶ τοῦ σεισμοῦ γενομέ-
νου, ἐξεθαμβήθησαν καθ' ἣν ἀνέστη ὁ Χριστὸς νύκτα.
Δύο δὲ ῥομφαίας ἔχουσιν οἱ τοῦ Χριστοῦ· τὴν μὲν
εἴργουσαν τὰ σπερματικὰ, ἥ τίς ἐστιν ἐπὶ μηρῶν,

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1628, γρ. 3

σαντός τε καὶ φυγαδεύσαντος, οὕτω τὸ καθαρὸν τῆς


ψυχῆς ἀναφαίνεται κάλλος, μηδενὶ πάθει σωματικῆς
ἐπιθυμίας καταῤῥυπούμενον. Οὐκοῦν ἀναγκαίως ἡ
νυμφικὴ τοῦ βασιλέως Κλίνη, τοῖς ὁπλίταις ἐν κύ-
κλῳ διαλαμβάνεται· ὧν ἡ τοῦ πολεμεῖν ἐμπειρία,
καὶ τὸ πρόχειρον ἔχειν ἐπὶ τοῦ μηροῦ τὴν ῥομφαίαν,
θάμβος καὶ ἔκπληξιν ἐμποιεῖ τοῖς σκοτεινοῖς λογι-
σμοῖς, τοῖς ἐν νυξί τε καὶ σκοτομήνῃ τοῖς εὐθέσι τῇ  
καρδίᾳ λαχῶσι καὶ τοξεύουσιν· ὄτι γὰρ ἀναιρετικὴ
τῶν ῥυπαρῶν ἡδονῶν λογισμῶν ἐστιν, ἡ τῶν περι-
εστοιχισμένων τῇ κλίνῃ ἐξόπλισις, δῆλον ἂν γένοιτο
διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ λόγου· Πάντες γὰρ δεδι-
δαγμένοι πόλεμον, ἀνὴρ καὶ ἡ ῥομφαία αὐτοῦ
ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ. Ἀληθῶς γὰρ εἰδότων ἐστὶν,
ὅπως ἀντιστρατεύεσθαι χρὴ τῇ σαρκί τε καὶ τῷ
αἵματι· ἐν τῷ τὴν ῥομφαίαν τῷ μηρῷ ἔχειν ἐφηρ-
μοσμένην. Ὁ τοίνυν τῇ τῆς σωφροσύνης ῥομφαίᾳ
διεζωσμένος, οὗτός ἐστιν ὁ τῇ ἀφθάρτῳ κλίνῃ ἐρά-
σμιος, εἷς τῶν δυνατῶν Ἰσραὴλ, καὶ τοῦ λόγου τῶν
ἑξήκοντα ἄξιος. Ἐπειδὴ δὲ Ἰσραὴλ γίνεται ἅπας ὁ
σωζόμενος, ἤτοι νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν·

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1628, γρ. 10

σμοῖς, τοῖς ἐν νυξί τε καὶ σκοτομήνῃ τοῖς εὐθέσι τῇ  


652

καρδίᾳ λαχῶσι καὶ τοξεύουσιν· ὄτι γὰρ ἀναιρετικὴ


τῶν ῥυπαρῶν ἡδονῶν λογισμῶν ἐστιν, ἡ τῶν περι-
εστοιχισμένων τῇ κλίνῃ ἐξόπλισις, δῆλον ἂν γένοιτο
διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ λόγου· Πάντες γὰρ δεδι-
δαγμένοι πόλεμον, ἀνὴρ καὶ ἡ ῥομφαία αὐτοῦ
ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ. Ἀληθῶς γὰρ εἰδότων ἐστὶν,
ὅπως ἀντιστρατεύεσθαι χρὴ τῇ σαρκί τε καὶ τῷ
αἵματι· ἐν τῷ τὴν ῥομφαίαν τῷ μηρῷ ἔχειν ἐφηρ-
μοσμένην. Ὁ τοίνυν τῇ τῆς σωφροσύνης ῥομφαίᾳ
διεζωσμένος, οὗτός ἐστιν ὁ τῇ ἀφθάρτῳ κλίνῃ ἐρά-
σμιος, εἷς τῶν δυνατῶν Ἰσραὴλ, καὶ τοῦ λόγου τῶν
ἑξήκοντα ἄξιος. Ἐπειδὴ δὲ Ἰσραὴλ γίνεται ἅπας ὁ
σωζόμενος, ἤτοι νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν· ὅσοι γὰρ βλέ-
πουσι τὸν Θεὸν ἐκ τῆς ἐνεργείας, κυρίως τῇ προς-
ηγορίᾳ ταύτῃ κατονομάζονται. Ἴδιον δὲ τοῦ τοιούτου,
τὸ μηδενὶ τῶν αἰσθητηρίων πρὸς ἁμαρτίαν βλέπειν·
τούτου χάριν μία Κλίνη λέγεται γίνεσθαι τοῦ βασι-
λέως πᾶν τὸ σωζόμενον· δώδεκα γὰρ τῶν τοῦ Ἰς-
ραὴλ φυλῶν ὄντων, ἑνὸς μὲν ἀφ' ἑκάστου μέρους
λαμβανομένου τοῦ τῶν ἀριστερῶν πληρώματος· εἰς

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1628, γρ. 17

ὅπως ἀντιστρατεύεσθαι χρὴ τῇ σαρκί τε καὶ τῷ


αἵματι· ἐν τῷ τὴν ῥομφαίαν τῷ μηρῷ ἔχειν ἐφηρ-
μοσμένην. Ὁ τοίνυν τῇ τῆς σωφροσύνης ῥομφαίᾳ
διεζωσμένος, οὗτός ἐστιν ὁ τῇ ἀφθάρτῳ κλίνῃ ἐρά-
σμιος, εἷς τῶν δυνατῶν Ἰσραὴλ, καὶ τοῦ λόγου τῶν
ἑξήκοντα ἄξιος. Ἐπειδὴ δὲ Ἰσραὴλ γίνεται ἅπας ὁ
σωζόμενος, ἤτοι νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν· ὅσοι γὰρ βλέ-
πουσι τὸν Θεὸν ἐκ τῆς ἐνεργείας, κυρίως τῇ προς-
ηγορίᾳ ταύτῃ κατονομάζονται. Ἴδιον δὲ τοῦ τοιούτου,
τὸ μηδενὶ τῶν αἰσθητηρίων πρὸς ἁμαρτίαν βλέπειν·
τούτου χάριν μία Κλίνη λέγεται γίνεσθαι τοῦ βασι-
λέως πᾶν τὸ σωζόμενον· δώδεκα γὰρ τῶν τοῦ Ἰς-
ραὴλ φυλῶν ὄντων, ἑνὸς μὲν ἀφ' ἑκάστου μέρους
λαμβανομένου τοῦ τῶν ἀριστερῶν πληρώματος· εἰς
πᾶν τε δὲ ὁπλίτας κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν αἰσθήσεων,
τοῦ ἑνὸς τούτου μεριζομένου, αἱ δώδεκα φυλαὶ τοῦ
Ἰσραὴλ ποιοῦσιν ἑξήκοντα· οἵ τινες μία παράταξις,
καὶ στρατὸς εἷς· καὶ μία Κλίνη, τουτέστιν Ἐκκλησία
653

μία, καὶ λαὸς, καὶ Νύμφη μία οἱ πάντες γενήσονται,


ὑφ' ἑνὶ ταξιάρχῃ καὶ ἐκκλησιαστῇ καὶ Νυμφίῳ πρὸς
ἑνὸς σώματος κοινωνίαν προσαρμοζόμενοι,

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1628, γρ. 24

πουσι τὸν Θεὸν ἐκ τῆς ἐνεργείας, κυρίως τῇ προς-


ηγορίᾳ ταύτῃ κατονομάζονται. Ἴδιον δὲ τοῦ τοιούτου,
τὸ μηδενὶ τῶν αἰσθητηρίων πρὸς ἁμαρτίαν βλέπειν·
τούτου χάριν μία Κλίνη λέγεται γίνεσθαι τοῦ βασι-
λέως πᾶν τὸ σωζόμενον· δώδεκα γὰρ τῶν τοῦ Ἰς-
ραὴλ φυλῶν ὄντων, ἑνὸς μὲν ἀφ' ἑκάστου μέρους
λαμβανομένου τοῦ τῶν ἀριστερῶν πληρώματος· εἰς
πᾶν τε δὲ ὁπλίτας κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν αἰσθήσεων,
τοῦ ἑνὸς τούτου μεριζομένου, αἱ δώδεκα φυλαὶ τοῦ
Ἰσραὴλ ποιοῦσιν ἑξήκοντα· οἵ τινες μία παράταξις,
καὶ στρατὸς εἷς· καὶ μία Κλίνη, τουτέστιν Ἐκκλησία
μία, καὶ λαὸς, καὶ Νύμφη μία οἱ πάντες γενήσονται,
ὑφ' ἑνὶ ταξιάρχῃ καὶ ἐκκλησιαστῇ καὶ Νυμφίῳ πρὸς
ἑνὸς σώματος κοινωνίαν προσαρμοζόμενοι, διὰ τῶν
μηρῶν τὴν ῥομφαίαν προβαλλόμενοι· εἴτ' οὖν ἑκά-
στῃ αἰσθήσει τὴν πρόσφορον ἑαυτῇ ῥομφαίαν εἰς
κατάπληξιν τῶν ἐναντίων λογισμῶν προβαλλόμενοι.
Τοσοῦτοι τοίνυν οἱ τὴν θείαν ἐν ταῖς αἰσθήσεσιν ἐν-
δυσάμενοι πανοπλίαν, κυκλοῦντες τοῦ βασιλέως τὴν
ἰδίαν δηλονότι καρδίαν, ἐν ᾗ ἀναπαύεται ὁ Νυμφίος·

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1628, γρ. 34

μία, καὶ λαὸς, καὶ Νύμφη μία οἱ πάντες γενήσονται,


ὑφ' ἑνὶ ταξιάρχῃ καὶ ἐκκλησιαστῇ καὶ Νυμφίῳ πρὸς
ἑνὸς σώματος κοινωνίαν προσαρμοζόμενοι, διὰ τῶν
μηρῶν τὴν ῥομφαίαν προβαλλόμενοι· εἴτ' οὖν ἑκά-
στῃ αἰσθήσει τὴν πρόσφορον ἑαυτῇ ῥομφαίαν εἰς
κατάπληξιν τῶν ἐναντίων λογισμῶν προβαλλόμενοι.
Τοσοῦτοι τοίνυν οἱ τὴν θείαν ἐν ταῖς αἰσθήσεσιν ἐν-
δυσάμενοι πανοπλίαν, κυκλοῦντες τοῦ βασιλέως τὴν
ἰδίαν δηλονότι καρδίαν, ἐν ᾗ ἀναπαύεται ὁ Νυμφίος·
διὰ γὰρ τῆς Κλίνης τὴν ἀνάπαυσιν δηλοῖ, ἣν ὁπλῖται φυλάττουσιν ἐν
ἀπαθείᾳ καὶ καθαρότητι· ὡς ἐκθαμ-
βεῖν τοὺς ἐν σκότῳ καὶ νυξὶν ἐπηρεάζοντας δαίμονας· Κλίνη δὲ ἄλλως
654

ἐπίγνωσις Θεοῦ, δι' ἧς ἐπανα-


παύεται τοῖς πρὸς αὐτὸν ἐγγίζουσι.
 {Νείλου.} Κλίνην εἴρηκε τὸ Κυριακὸν σῶμα·
ἑξήκοντα δὲ δυνατοὺς, εἴτε τις τὰς ἁγίας ἐρεῖ δυνά-
μεις κύκλῳ τοῦ Κυριακοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὸ,
»Προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ·» καὶ, «τοῖς ἀγ-
γέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ·» εἴτε τὰς τῶν
ἁγίων ψυχὰς τὰς διὰ τὸ δεδιδάχθαι τὸν πόλεμον τὸν
κατὰ τοῦ ἐχθροῦ οὕτως ὠνομασμένας, οὐχ ἁμάρτῃ
τοῦ προσήκοντος·

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1628, γρ. 35

ὑφ' ἑνὶ ταξιάρχῃ καὶ ἐκκλησιαστῇ καὶ Νυμφίῳ πρὸς


ἑνὸς σώματος κοινωνίαν προσαρμοζόμενοι, διὰ τῶν
μηρῶν τὴν ῥομφαίαν προβαλλόμενοι· εἴτ' οὖν ἑκά-
στῃ αἰσθήσει τὴν πρόσφορον ἑαυτῇ ῥομφαίαν εἰς
κατάπληξιν τῶν ἐναντίων λογισμῶν προβαλλόμενοι.
Τοσοῦτοι τοίνυν οἱ τὴν θείαν ἐν ταῖς αἰσθήσεσιν ἐν-
δυσάμενοι πανοπλίαν, κυκλοῦντες τοῦ βασιλέως τὴν
ἰδίαν δηλονότι καρδίαν, ἐν ᾗ ἀναπαύεται ὁ Νυμφίος·
διὰ γὰρ τῆς Κλίνης τὴν ἀνάπαυσιν δηλοῖ, ἣν ὁπλῖται φυλάττουσιν ἐν
ἀπαθείᾳ καὶ καθαρότητι· ὡς ἐκθαμ-
βεῖν τοὺς ἐν σκότῳ καὶ νυξὶν ἐπηρεάζοντας δαίμονας· Κλίνη δὲ ἄλλως
ἐπίγνωσις Θεοῦ, δι' ἧς ἐπανα-
παύεται τοῖς πρὸς αὐτὸν ἐγγίζουσι.
 {Νείλου.} Κλίνην εἴρηκε τὸ Κυριακὸν σῶμα·
ἑξήκοντα δὲ δυνατοὺς, εἴτε τις τὰς ἁγίας ἐρεῖ δυνά-
μεις κύκλῳ τοῦ Κυριακοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὸ,
»Προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ·»
Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1629, γρ. 2

καὶ βεβηκότες ἑδραίως καὶ παγίως· κύβος γὰρ καὶ


τετράγωνος ἀριθμὸς, ὁ ἑξήκοντα, ἴσος πᾶσι τοῖς ἑαυ-
τοῦ πάντοθεν μέρεσι· καὶ ἀσάλευτος, ἐκ τεσσάρων
πέντε καὶ δεκάδων, καὶ ἓξ καὶ δεκάδων, καὶ πεντά-
δων δὲ καὶ δύο, καὶ τριάδων εἴκοσι συνεστὼς, καὶ
τούτων ἔχων τὸ εἰρημένον πάγιον. Διὰ τοῦτο γὰρ
ὄντες τοιοῦτοι καὶ ἀπὸ δυνατῶν Ἰσραὴλ ἐξελέγησαν
ὡς δυνατῶν δυνατώτεροι· τάχα δὲ καὶ οἱ νῦν προ-
ασπίζοντες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ λόγῳ καὶ πράξεσιν  
ὑπερμαχοῦντες τοῦ σώματος Χριστοῦ, κύκλῳ εἰσὶ
655

τῆς Κλίνης τοῦ Σαλομών· διὰ μὲν τοῦ ἀνθίστασθαι


τῷ λόγῳ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐν τῇ χειρὶ κατέχοντες ῥομ-
φαίαν· διὰ δὲ τοῦ σωφρόνως καὶ ἐγκρατῶς βιοῦν,
ἐπὶ μηροῦ τὴν ῥομφαίαν φοροῦντες διὰ τοὺς νυκτερι-
νοὺς φόβους· Ἀνὴρ γὰρ, φησὶ, ῥομφαία αὐτοῦ ἐπὶ
τὸν μηρὸν αὐτοῦ ἀπὸ θάμβους ἐν νυξίν· οὐ μόνον
γὰρ τοὺς φανεροὺς ἐχθροὺς ἔβαλλον τοῖς τῆς ἀληθείας
ἐλέγχοις, ἀλλὰ καὶ τὰς λαθραίους δεδοικότες ἐπ-
ηρείας, διὰ τοὺς ἐν σκοτομήνῃ τοξεύοντας, καὶ ἐν νυ-
κτὶ ἔμενον ὁπλοφοροῦντες, τὰς ἐφεδρείας τῶν ἐπι-
βούλων ὑφορώμενοι.

Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum Σελ. 1689, γρ. 11

ἀπλανῶς ὁρᾷ, ἔλαφος δὲ τῶν ἰοβόλων ἐστὶν ἀναιρε-


τική· ὑποτίθεται τοίνυν ταῖς νεάνισιν ἡ Νύμφη κά-
θαρσιν καὶ ἀλήθειαν· οὕτω γὰρ τὸ ἀμετάθετον ἡμῖν
βεβαιοῦται ὁ καὶ τὴν ἀλήθειαν πιστούμενος ὅρκος,
ἐν ᾧ πᾶς ὁ ὀμνύων ἐπαινεῖται κατὰ τὴν τοῦ προφή-
του φωνήν. Ἀληθῶς γὰρ ὁ ἐν τοῖς δυσὶ τούτοις, τὸ
ἀσφαλὲς ἐν ἑαυτῷ κατορθώσας, ἕν τε τῷ λόγῳ τῆς
πίστεως, ὅταν ἀπλανῶς πρὸς τὴν ἀλήθειαν βλέπῃ,
καὶ ἐν τῷ τρόπῳ τῆς ζωῆς, ὅταν παντὸς καθαρεύῃ
τοῦ ἐκ πονηρίας μολύσματος· οὗτος ὄμνυσι τῷ Κυ-
ρίῳ μὴ ἀναβῆναι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς, μὴ δοῦναι
ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς, ἕως οὗ εὕρῃ τόπον τῷ Κυ-
ρίῳ, σκηνώματα τῷ ἐν αὐτῷ οἰκοῦντι γενόμενος.
Μάθωμεν οὖν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῆς νύμφης, εἰ τέκνα τῆς
Ἱερουσαλήμ ἐσμεν, ὅπως ἔστιν ἰδεῖν τὸν ποθούμενον·
ἐὰν γὰρ ὅρκιον ἑαυτῆς ποιήσωμεν τόν τε πρακτικὸν
καὶ θεωρητικὸν βίον, ὀψόμεθα καθαρῶς τὸν Νυμφίον
τῆς ἀγάπης τοξότην· ὃς διὰ βάθους ἐντίθησι τὸ
ἑαυτοῦ βέλος, τὴν τῆς θεότητος, φημὶ, κοινω-
νίαν τῇ ψυχῇ διὰ τῆς κατὰ τὴν πίστιν ἀκίδος γινο-
μένην.

Προκόπιος. Descriptio imaginis Se. 15, γρ. 15

μέλειαν, τοῖς αὐτῶν τραχήλοις ἐναποδήσας ἀθύρματα. ταῦτα δὲ τῆς


τοῦ κρατοῦντος ἠρεμίας λαβόμενα εἰς μάχην ἀλλήλοις συνήρχοντο.
ἡ δὲ κύων ἔοικεν ἐν μικρῷ τῷ σώματι καὶ μήτηρ εἶναι σκυλάκων, καθει-
μένη τοῖς τιτθοῖς καὶ πληρουμένη τοῦ γάλακτος· ἡττηθεῖσα δ' οὖν
656

μεταστραφεῖσα ἐχώρει, τὴν κέρκον ἐφ' ἑαυτὴν ἀνακλάσασα, καὶ τὸν


ἰχνευτὴν ὑποφεύγει διώκοντα. καὶ δειλιᾷ μὲν αὕτη, θυμῷ δὲ ἐκεῖνος τοῦ  
κρατοῦντος ἐφάλλεται. ὁ δὲ μηδὲν αἰσθανόμενος, τὼ πόδε παραλλάξας,
περὶ δεξιὸν ἀγκῶνα μετέστραπται. ἀριστερῷ δὲ διῃρημένῳ καὶ τῆς
κορυφῆς καταπίπτοντι τῆς τοῦ δεσπότου Κλίνης ἐφάπτεται, τοῖς
ποσὶ κατακείμενος. ἡ δὲ ἐλέφαντι καὶ χρυσῷ καὶ Νίκης κεκόσμηται
γλύμμασι, διῃρημέναις πτέρυξιν, ἄκρᾳ τῇ κεφαλῇ τὴν Κλίνην ἀνέχουσι·
ποικίλου δὲ κροσσοὶ παραπετάσματος τοῖς ποσὶ παρακρέμανται.
 Θησεὺς μὲν καθεύδει καὶ τὴν τύχην οἰκέται βιάζονται. Φαί-
δραν δὲ ἐκείνην οὐ κατέσχε νήδυμος ὕπνος. ἀνθ' ὕπνου δὲ ταύτῃ
τὴν καρδίαν Ἔρως ἐνέμετο. ἀλλὰ τί πάσχεις, ὦ γύναι; ἀνόνητον
πονεῖς οὐκ εὐτυχοῦντος τοῦ Ἔρωτος. πῶς γὰρ δὴ καὶ πείσεις τὸν καὶ
σωφρονεῖν ἐπιστάμενον; τί σαυτὴν αἰσχύνεις ἀνόμῳ κοίτῃ πλησιάζειν
ἐθέλουσα; βραχύ τι μεταστρέφου καὶ δίδου τῷ συνοίκῳ τὸ βλέμμα
καὶ μὴ τὸ παρὸν μέμφου, τὰ μὴ παρόντα ζητήσασα. αἰδοῦ δὲ τὸν σύνοι-
κον καὶ καθεύδοντα· καὶ μεταφέρου τῆς εἰκόνος πρὸς ἣν ἀφορᾷς.
Ἱππόλυτος γὰρ ὡς ἔοικε σωφρονεῖ κἀν τοῖς χρώμασιν.

Προκόπιος. Descriptio imaginis Se. 17, γρ. 7

ἐθέλουσα; βραχύ τι μεταστρέφου καὶ δίδου τῷ συνοίκῳ τὸ βλέμμα


καὶ μὴ τὸ παρὸν μέμφου, τὰ μὴ παρόντα ζητήσασα. αἰδοῦ δὲ τὸν σύνοι-
κον καὶ καθεύδοντα· καὶ μεταφέρου τῆς εἰκόνος πρὸς ἣν ἀφορᾷς.
Ἱππόλυτος γὰρ ὡς ἔοικε σωφρονεῖ κἀν τοῖς χρώμασιν.
 Ἀλλὰ τί τοῦτο πέπονθα; τῇ τοῦ ζωγράφου τέχνῃ πεπλάνη-
μαι καὶ ζῆν τ̣α̣ῦ̣τα νενόμικα καὶ λανθάνειν τὴν θέαν, ὅτι πέφυκε
γράμματα. οὐκοῦν περὶ τῆς Φαίδρας, μὴ πρὸς ἐκείνην φθεγγώμεθα.
τὸ γὰρ σχῆμα ταύτης ἐλέγχει τὸν ἔρωτα. ὁρᾷς ὑγρὸν τὸ βλέμμα καὶ
νοῦν τῷ πάθει μετέωρον καὶ σῶμα στηριγμάτων ἐπιδεόμενον, ψυχὴν
ὥσπερ ἀποδημοῦσαν καὶ ζῶντος ἔτι τοῦ σώματος. δίφρος ὁ μὲν
αὐτῇ πρὸς ἕδραν ὑπέστρωται, ὁ δὲ πρὸς τῇ κλίνῃ, ὡς εἰκὸς, ὑποκεί-
μενος ἀνέχει τὸν νῶτον καὶ πέμπει τῷ σκίμποδι. ὁρᾷς δὲ πῆχυν
καὶ πάθει λυόμενον καὶ μόλις ἄκρῳ δακτύλῳ τῆς παρειᾶς ἐπι-
ψαύοντα. ἄμφω διεστήκατον,μεθ' οὓς ἕτεροςἀπεῖπε τῇ στάσει καὶ
κάμπτεται, τοὺς ὤμους ἔχων ἐν μετεώρῳ σαλεύοντας. χεὶρ χερὶ βοη-
θεῖ καὶ ποὺς ποδὶ λυομένῳ συνέρχεται. ἑκατέρου γὰρ τὸ μὲν ἀνέχει,
τὸ δὲ ἐπικέκλιται. λεπτῷ δὲ χιτωνίσκῳ [πολύ τ]ι κα̣ὶ̣ τῶν ἀπορρήτων
ὑπέδειξεν. ὁ μὲν χιτὼν ἑκατέρωθεν λεπταῖς τισὶ καθόδοις ἐξ ὤμων εἰς  
πόδας ποικίλλεται· ἡ δ[ὲ στηρί]σασα [τὴν κεφαλήν], αὐτὴ δεομένη στη-
ρίγματος, πινακίῳ διπλῷ κατὰ τῆς Κλίνης κειμένῳ συνέχεται. τὸ δὲ
πινάκιον μικρῷ ἐοικὸς ὑ[.....] διαπορθμεύει τῷ ποθουμένῳ τὸν ἔρωτα.
657

Προκόπιος. Descriptio imaginis Se. 17, γρ. 16

ὥσπερ ἀποδημοῦσαν καὶ ζῶντος ἔτι τοῦ σώματος. δίφρος ὁ μὲν


αὐτῇ πρὸς ἕδραν ὑπέστρωται, ὁ δὲ πρὸς τῇ κλίνῃ, ὡς εἰκὸς, ὑποκεί-
μενος ἀνέχει τὸν νῶτον καὶ πέμπει τῷ σκίμποδι. ὁρᾷς δὲ πῆχυν
καὶ πάθει λυόμενον καὶ μόλις ἄκρῳ δακτύλῳ τῆς παρειᾶς ἐπι-
ψαύοντα. ἄμφω διεστήκατον,μεθ' οὓς ἕτεροςἀπεῖπε τῇ στάσει καὶ
κάμπτεται, τοὺς ὤμους ἔχων ἐν μετεώρῳ σαλεύοντας. χεὶρ χερὶ βοη-
θεῖ καὶ ποὺς ποδὶ λυομένῳ συνέρχεται. ἑκατέρου γὰρ τὸ μὲν ἀνέχει,
τὸ δὲ ἐπικέκλιται. λεπτῷ δὲ χιτωνίσκῳ [πολύ τ]ι κα̣ὶ̣ τῶν ἀπορρήτων
ὑπέδειξεν. ὁ μὲν χιτὼν ἑκατέρωθεν λεπταῖς τισὶ καθόδοις ἐξ ὤμων εἰς  
πόδας ποικίλλεται· ἡ δ[ὲ στηρί]σασα [τὴν κεφαλήν], αὐτὴ δεομένη στη-
ρίγματος, πινακίῳ διπλῷ κατὰ τῆς Κλίνης κειμένῳ συνέχεται. τὸ δὲ
πινάκιον μικρῷ ἐοικὸς ὑ[.....] διαπορθμεύει τῷ ποθουμένῳ τὸν ἔρωτα.
 Τὴν γὰρ δὴ Φαίδραν τουτὶ τὸ λαμπάδιον ὑποθάλπει τοῦ Ἔρω̣-
τ̣ο̣σ̣ καὶ τὸν ῥυθμὸν αὐτὸς διαλύει τοῦ σώματος καὶ τὴν διάνοιαν πρὸς
ἃ μὴ πρέπει βιάζεται φέρειν. τί γὰρ αὐτῇ καὶ δράσει Ἔρως [.......]αται
καὶ σκιρτᾷ κατ' ἀέρος τοῖς πτεροῖς ἀνεχόμενος δεξιᾷ τε χειρὶ ἑνί τε
ταύτης δακτύλῳ δείκνυσι μετέωρον ἐν χρώμασι τὸν Ἱππόλυτον. θα-
τέρᾳ δὲ τὸν πυρσὸν ἀνάπτει, ὁμοῦ τῇ θέᾳ τῆς καρδίας ἁπτόμενος μέσης.
Ἱππολύτο̣υ̣ [δὲ] τῶν στέρνων ἐπὶ τῆς εἰκόνος τὰ χρώματα ἀρκοῦντα
μέρη τῇ χρείᾳ· ταῦτα γὰρ καὶ μᾶλλον παρασκευάζειν οἶδε τὸν ἔρωτα.
ὁ [μὲν οὖν φι]λόθηρος ἐμφαίνει τοῦτο τῷ δόρατι·

Comarius Alchem., De lapide philosophorum (e cod. Paris. B.N. gr.


2327, fol. 74r) (2632: 001)“Collection des anciens alchimistes grecs, vol.
2”, Ed. Berthelot, M., Ruelle, C.É.Paris: Steinheil, 1888, Repr. 1963.
Τόμ. 2, σελ. 293, γρ. 3

 Ἀποκριθεὶς δὲ Ὀστάνης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ εἶπον τῇ Κλεοπάτρᾳ·


»Ἔν σοι κέκρυπται ὅλον τὸ μυστήριον τὸ φρικτὸν καὶ παράδοξον.
Σαφήνισον ἡμῖν τηλαυγῶς καὶ περὶ τῶν στοιχείων· εἰπὲ πῶς κατέρ-
χεται τὸ ἀνώτατον πρὸς τὸ κατώτατον, καὶ πῶς ἀνέρχεται τὸ κάτω
 πρὸς τὸ ἀνώτατον, καὶ πῶς ἐγγίζει τὸ μέσον πρὸς τὸ ἀνώτατον ἐλθεῖν
καὶ ἑνωθῆναι τὸ μέσον, καὶ τί τὸ στοιχεῖον αὐτοῖς· καὶ πῶς κατέρ-
χονται τὰ ὕδατα εὐλογημένα τοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς νεκροὺς περικει-
μένους καὶ πεπεδημένους καὶ τεθλιμμένους ἐν σκότει καὶ γνόφῳ ἐντὸς  
τοῦ ᾍδου, καὶ πῶς εἰσέρχεται τὸ φάρμακον τῆς ζωῆς καὶ ἀφυπνίζει
αὐτοὺς ὡς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι τοῖς κτήτορσιν· καὶ πῶς εἰσέρχονται
658

τὰ νέα ὕδατα, ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς Κλίνης, καὶ ἐν τῇ κλίνῃ τικτόμενα,


καὶ μετὰ τοῦ φωτὸς ἐρχόμενα καὶ νεφέλη βαστάζει αὐτὰ, καὶ ἐκ
θαλάσσης ἀναβαίνει ἡ νεφέλη ἡ βαστάζουσα τὰ ὕδατα, τὰ ἐμφανι-
σθέντα δὲ θεωροῦντες οἱ φιλόσοφοι χαίρονται.
 Ἡ δὲ Κλεοπάτρα ἔφη πρὸς αὐτούς· τὰ ὕδατα εἰσερχόμενα
ἀφυπνίζουσι τὰ σώματα καὶ τὰ πνεύματα ἐγκεκλεισμένα καὶ ἀσθενῆ
ὄντα· πάλιν γὰρ, φησὶν, θλίψιν ὑπέστησαν καὶ πάλιν περικλεις-
θήσονται ἐν τῷ ᾍδῃ, καὶ κατὰ μικρὸν ἐμφύονται καὶ ἀναβαίνουσι καὶ
ἐνδύονται ποικίλα χρώματα, καὶ ἔνδοξα καθάπερ τὰ ἄνθη ἐν τῷ
ἔαρι, καὶ αὐτὸ τὸ ἔαρ εὐφραίνεται καὶ γάννυται ἐν τῇ ὡραιότητι ἣν
περίκεινται.

Physiologus, Physiologus (redactio prima) (2654: 001)


“Physiologus”, Ed. Sbordone, [Link]: Dante Alighieri–Albrighi, Segati,
1936, Repr. [Link]. 3, γρ. 6

Περὶ χαραδριοῦ.

 Ἔστι πετεινὸν λεγόμενον χαραδριός, ὡς ἐν τῷ Δευτερονομίῳ γέγ-


ραπται. Ὁ Φυσιολόγος ἔλεξε περὶ αὐτοῦ ὅτι ὁλόλευκόν ἐστι τὸ πετεινόν,
μὴ ἔχον ὅλως μελανίαν, καὶ τὰ ἔνδοθεν αὐτοῦ ἀφοδεύματα θεραπεύει
τοὺς
ἀμβλυωποῦντας ὀφθαλμούς· ἐν δὲ ταῖς αὐλαῖς τῶν βασιλείων εὑρίσκεται.

 Ἐάν τις ᾖ νοσῶν, ἐκ τοῦ χαραδριοῦ γινώσκεται ἢ ζῇ ἢ ἀποθνή-


σκει· φέρουσι γὰρ αὐτὸν ἔμπροσθεν τοῦ νοσοῦντος ἐν τῇ κλίνῃ, καὶ
ἐὰν ἡ νόσος τοῦ ἀνθρώπου ᾖ πρὸς θάνατον, ἀποστρέφει ὁ χαρα-
δριὸς τὸ πρόσωπον αὑτοῦ ἀπὸ τοῦ νοσοῦντος καὶ πάντες γινώσκουσιν ὅτι

ἀποθνήσκει· ἐὰν δὲ ἡ νόσος τοῦ ἀνθρώπου ᾖ πρὸς ζωήν, ἀτενίζει ὁ  


χαραδριὸς τῷ νοσοῦντι καὶ ὁ νοσῶν τῷ χαραδριῷ, καὶ καταπίνει ὁ χαρα-
δριὸς τὴν νόσον τοῦ νοσοῦντος, καὶ ἀνίπταται εἰς τὸν αἰθέρα τοῦ ἡλίου,
καὶ καίει τὴν νόσον τοῦ νοσοῦντος ἀνθρώπου, καὶ σκορπίζει αὐτήν, καὶ
σώζεται ὅ τε χαραδριὸς καὶ ὁ νοσῶν ἅμα.

Physiologus, Physiologus (redactio prima) Se. 34, γρ. 8

Περὶ δένδρου περιδεξίου.

 Ἔστι δένδρον ἐν τῇ Ἰνδικῇ περιδέξιον καλούμενον, ὁ δὲ καρπὸς αὐτοῦ


γλυκύτατός ἐστι καὶ χρηστὸς σφόδρα. αἱ δὲ περιστεραὶ τέρπονται πάνυ
659

τρεφόμεναι ἀπὸ τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου ἐκείνου (κατασκηνοῦσι γὰρ ἐπ'
αὐτοῦ), ἔστι δὲ ὁ δράκων κατὰ τῆς περιστερᾶς [πολέμιος καὶ ἐχθρός].
φοβεῖται δὲ ὁ δράκων τὸ δένδρον ἐκεῖνο καὶ τὴν σκιὰν αὐτοῦ, ἐν ᾧ αἱ  
περιστεραὶ ἐναυλίζονται, καὶ οὐ δύναται ὁ δράκων ἐγγίσαι τῆς
περιστερᾶς,
ἀλλ' οὐδὲ τῆς σκιᾶς τοῦ δένδρου. ἐὰν οὖν ἡ σκιὰ τοῦ δένδρου εἰς τὰ
δυτικὰ μέρη κλίνῃ, φεύγει ὁ δράκων εἰς ἀνατολήν, ἐὰν δὲ ἔλθῃ εἰς ἀνα-
τολήν, φεύγει εἰς δύσιν. ἐὰν οὖν ἀποπλανηθῇ ἡ περιστερὰ ἐν τῷ σκότει
ἀπὸ τοῦ δένδρου, εὑρὼν αὐτὴν ὁ δράκων, ἀποκτείνει αὐτήν.
 Τὸ δένδρον οὖν ἐπὶ τὸν Πατέρα τῶν ὅλων νοεῖται, ὡς εἶπεν ὁ
Γαβριὴλ τῇ Μαρίᾳ· «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις  
Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». «ξύλον γὰρ ζωῆς ἐστι πᾶσι τοῖς ἀντεχομένοις
αὐτοῦ», «ὃ τὸν καρπὸν αὑτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὑτοῦ», καί· «ἐν τῇ
σκιᾷ τῶν πτερύγων σου ἐλπιοῦμεν». καὶ ἡ τοῦ ἁγίου Πέτρου σκιὰ ἐδίωκε
τὸν φθοροποιὸν θάνατον ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων. ἐὰν οὖν καὶ ἡμεῖς ἀντε-
χώμεθα τῆς σοφίας καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος ἐσθίωμεν, οἵ εἰσι
χαρά, εἰρήνη, ἐγκράτεια, μακροθυμία, οὐκ ἐγγίζει ἡμῖν ὁ πονηρὸς διά

Testamentum Salomonis, Vita Salomonis (cod. 132 Monasterii sancti


Dionysii in Monte Atho) (2679: 007)“The testament of Solomon”, Ed.
McCown, [Link]: Hinrichs, 1922.Σελ. 89, γρ. 16

βασιλέα;» 8. ὁ δὲ ἄγγελός φησι πρὸς αὐτόν· «ἐγὼ ἔσομαι μετὰ


σοῦ· σὺ ἀνάγγειλον, ἐγὼ δὲ τὸν φόβον φέρω εἰς αὐτόν.» 9. καὶ
ἀπελθὼν Νάθαν πρὸς τὸν Δαυεὶδ προσεκύνησεν αὐτῷ καὶ εἶπε·
»δέσποτα βασιλεῦ, δίκην ἔχω μετά τινος, καὶ ἦλθον τοῦ εἰπεῖν
πρὸς σὲ ταύτην.» ὁ δὲ βασιλεὺς πρὸς αὐτὸν λέγει· «τίς ἐστιν ἡ
δίκη αὕτη;» 10. ὁ δὲ Νάθαν παραβολικῶς ἔλεγε· «δεσπότην ἔχω
τὸν δεσπόζοντά με, καὶ κέκτηται ἀμνάδας ἑκατόν· καὶ εὐφραίνε-
ται μετ' αὐτῶν. ἐγὼ δὲ κέκτημαι ἀμνάδα μίαν. καὶ ἔλαβεν
αὐτὴν ἀπ' ἐμοῦ ὁ τὰς ἑκατὸν ἔχων καὶ κατέφαγεν αὐτήν.»
11. τότε ἔγνω ὁ Δαυεὶδ τὸ σκευασθὲν αὐτῷ δράμα καὶ ἀναστὰς
ἐκ τῆς Κλίνης αὐτοῦ στενάξας πικρῶς μετὰ δακρύων ἔλεγεν·
»ἐγώ εἰμι ὁ ταῦτα διαπραξάμενος.» καὶ ἤρξατο κατανυκτικῶς
λέγειν τὸν πεντηκοστὸν ψαλμόν, καὶ ὁ Νάθαν πρὸς αὐτόν. καὶ
ἀφείλατο λοιπὸν κύριος ὁ θεὸς τὸ ἁμάρτημα.
 12. Ἔτεκε Δαυεὶδ τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου. καὶ
ἔλαβε τὴν βασιλείαν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Δαυεὶδ καὶ ἦν ἐληλακῶς
εἰς ἄκρον σοφίας καὶ φρονήσεως· καὶ ἡ σειρὰ τῆς γενεαλογίας
αὐτοῦ κατήντησε μέχρι καὶ τῆς θείας σαρκώσεως τοῦ κυρίου
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπεί ἐστι καὶ αὐτὸς ἐκ φυλῆς, μᾶλλον δὲ
ἐξ ὀσφύος τοῦ θεοπάτορος Δαυεὶδ ἵνα καὶ ἡ προφητικὴ ῥῆσις
660

Testamentum Salomonis, Vita Salomonis (cod. 132 Monasterii sancti


Dionysii in Monte Atho) Σελ. 90, γρ. 25

δέσποτα βασιλεῦ, ἅπερ μοι παρέχεις πάντα καταναλίσκω. οὐκ


εὐφραίνει δὲ ἀπὸ τούτων οὐδέν, καταλαμβάνει γὰρ ἐπ' ἐμὲ διὰ
τῆς νυκτὸς δαιμόνιον πονηρὸν καὶ ἀκάθαρτον καὶ ὑποπιάζει καὶ
ἐκθλίβει τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου μοῦ. καὶ ἀπεργάζεται τὴν
ὄψιν μου τοιαύτην οἵαν ὁρᾷς ἀηδῆ καὶ σκυθρωπήν.»
 5. Ἀκούσας δὲ τὸ ῥῆμα τοῦτο ὁ Σολομῶν ἐποίησεν ὑπὲρ
τούτου ἔντευξιν καὶ παράκλησιν πρὸς κύριον τὸν θεόν. 6. καὶ
ἀπεστάλη πρὸς αὐτὸν Μιχαὴλ ὁ ἀρχάγγελος μετὰ σφραγῖδος
χαλκοῦ δακτυλίου, καὶ δέδωκε τὴν τοιαύτην σφραγῖδα πρὸς τὸν
Σολομῶντα. 7. καί φησι· «ἐπίδος τῷ παιδὶ τὴν τοιαύτην σφρα-
γῖδα καὶ κατεχέτω ταύτην ἐν τῇ κλίνῃ αὐτοῦ, καὶ ὁπόταν ἔλθῃ
πρὸς αὐτὸν ὁ διάβολος, κρουσάτω τοῦτον μετὰ τῆς σφραγῖδος
ἐπὶ τὸ στῆθος, καὶ δήσας ἀγαγέτω τοῦτον πρὸς σέ· μέλλεις γὰρ
ὑποτάξαι πᾶν δαιμόνιον μετ' αὐτοῦ καὶ τῆς σφραγῖδος τοῦ θεοῦ,
καὶ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον τοῦ θεοῦ μετὰ τοῦ πλήθους τῶν δαι-
μόνων σὺν τοῖς ἀνθρώποις.» 8. λαβὼν δὲ ὁ Σολομῶν τὴν
σφραγῖδα καὶ εὐχαριστήσας τῷ ἁγίῳ θεῷ, ἀπῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ ὁ
ἄγγελος. 9. καὶ προσκαλεσάμενος τὸν παῖδα δέδωκε τὴν σφρα-
γῖδα, 10. ἀναγγείλας τὸ προσταχθὲν παρὰ τοῦ ἀγγέλου. 11. λα-
βὼν δὲ ὁ παῖς τὴν σφραγῖδα τοῦ θεοῦ, ἑσπέρας γενομένης ἀνε-  
κλίθη εἰς τὴν κοίτην αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὸ εἰθισμένον παραγέγονε

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 4, se. 3, γρ. 13

τῷ ἐπάρχῳ τῆς Πόλεως, ἀφίξεσθαι ἅμα πρωῒ εἰς τὰ βασί-


λεια καὶ τοὺς τῆς συγκλήτου βουλῆς, ὁμοῦ τε τῷ νέῳ προ-
σκυνήσοντας βασιλεῖ καὶ τῷ ἀπεληλυθότι τὴν νενομισμένην
ποιήσοντας ἐκφοράν· καὶ ἀπήντησαν οὗτοι κατὰ τὸ σύν-
θημα· καὶ καθ' ἕνα εἰσιόντες προκαθημένοις τοῖς βασιλεῦ-
σιν ἐπὶ γῆς ἐτίθουν τὰς κεφαλὰς, τῇ μὲν βασιλίσσῃ τοῦτο
καὶ μόνον ἀφοσιοῦντες, τοῦ δέ γε αὐτοκράτορος καὶ τὴν
δεξιὰν προσπτυσσόμενοι χεῖρα. Ἐπὶ τούτοις ὁ μὲν Μιχαὴλ
βασιλεὺς αὐτοκράτωρ ἀναρρηθεὶς, περὶ τῶν συνοισόντων τῇ  
ἀρχῇ φροντίσειν ἔμελλεν· τῷ δὲ μετηλλαχότι τὴν ζωὴν
Ῥωμανῷ, ἐπὶ πολυτελοῦς Κλίνης κατατεθέντι ἡ ἐκφορὰ
παρεσκεύαστο, καὶ ἀπῄεσαν ἅπαντες τὰ εἰκότα τὸν ἀποδε-
δημηκότα βασιλέα τιμήσοντες· μέρος δὲ τῶν τῆς Κλίνης
661

προηγουμένων καὶ ὁ τοῦ νέου βασιλέως ἀδελφὸς Ἰωάννης ὁ


ἐκτομίας γίνεται, περὶ οὗ ἐν τοῖς καθήκουσι τόποις τῆς
παρούσης ἀναγραφῆς ὁ λόγος ἐρεῖ.
Καὶ εἶδον κἀγὼ τὴν ἐξόδιον ταύτην πομπὴν τοῦ
βασιλέως, οὔπω μὲν γενειάσκων, ἄρτι δὲ παραγγείλας ἐς
τοὺς ποιητικοὺς λόγους, καὶ ἀθρήσας τὸν κείμενον οὔπω
ἀκριβῶς ἐγνώκειν οὔτε ἀπὸ τοῦ χρώματος,

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 4, se. 3, γρ. 15

σκυνήσοντας βασιλεῖ καὶ τῷ ἀπεληλυθότι τὴν νενομισμένην


ποιήσοντας ἐκφοράν· καὶ ἀπήντησαν οὗτοι κατὰ τὸ σύν-
θημα· καὶ καθ' ἕνα εἰσιόντες προκαθημένοις τοῖς βασιλεῦ-
σιν ἐπὶ γῆς ἐτίθουν τὰς κεφαλὰς, τῇ μὲν βασιλίσσῃ τοῦτο
καὶ μόνον ἀφοσιοῦντες, τοῦ δέ γε αὐτοκράτορος καὶ τὴν
δεξιὰν προσπτυσσόμενοι χεῖρα. Ἐπὶ τούτοις ὁ μὲν Μιχαὴλ
βασιλεὺς αὐτοκράτωρ ἀναρρηθεὶς, περὶ τῶν συνοισόντων τῇ  
ἀρχῇ φροντίσειν ἔμελλεν· τῷ δὲ μετηλλαχότι τὴν ζωὴν
Ῥωμανῷ, ἐπὶ πολυτελοῦς Κλίνης κατατεθέντι ἡ ἐκφορὰ
παρεσκεύαστο, καὶ ἀπῄεσαν ἅπαντες τὰ εἰκότα τὸν ἀποδε-
δημηκότα βασιλέα τιμήσοντες· μέρος δὲ τῶν τῆς Κλίνης
προηγουμένων καὶ ὁ τοῦ νέου βασιλέως ἀδελφὸς Ἰωάννης ὁ
ἐκτομίας γίνεται, περὶ οὗ ἐν τοῖς καθήκουσι τόποις τῆς
παρούσης ἀναγραφῆς ὁ λόγος ἐρεῖ.
Καὶ εἶδον κἀγὼ τὴν ἐξόδιον ταύτην πομπὴν τοῦ
βασιλέως, οὔπω μὲν γενειάσκων, ἄρτι δὲ παραγγείλας ἐς
τοὺς ποιητικοὺς λόγους, καὶ ἀθρήσας τὸν κείμενον οὔπω
ἀκριβῶς ἐγνώκειν οὔτε ἀπὸ τοῦ χρώματος, οὔτε ἀπὸ τοῦ
σχήματος, εἰ μὴ ὅσον ἐκ τῶν παρασήμων συνεβαλλόμην ὡς ὁ
τεθνηκώς ἐστι βασιλεύς· διέφθαρτο μὲν γὰρ αὐτῷ τὸ πρό-
σωπον, οὐχ ὡς ἐκτετηκὸς, ἀλλ' ὡς ἐξῳδηκὸς, καὶ τὸ χρῶμα

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 4, se. 54, γρ. 3

πάντας ἀθυμίας κατέσχεν, ὥστε μὴ δύνασθαι κατασχεῖν


τοὺς ἐκ συμπαθείας ὀλοφυρμούς. Ἀλλ' οὐδ' ἡ βασιλὶς κρείτ-
των ἐγεγόνει τοῦ πάθους, ἀλλ', ἐπειδή περ τοῦτο παρά του
μεμαθήκει, κατατολμᾷ μὲν πάσης ἄρρενος ὄψεως, τὴν δὲ
φύσιν παραβιάζεται καὶ πεζῇ πρὸς ἐκεῖνον ἄπεισιν· ὁ δὲ
εἴτ' αἰσχυνόμενος οἵων αὐτῇ κακῶν αἴτιος ἐγεγόνει, ἢ λήθην
καὶ ταύτης διὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν μνήμην λαβόμενος, οὐ
συγχωρεῖ ταύτῃ τὴν πρὸς αὑτὸν εἴσοδον.
662

Καὶ ἡ μὲν αὖθις ἀπῆλθε πρὸς τὰ βασίλεια· ὁ δὲ,


ἐπειδὴ καιρὸς εὐχῆς ἐκάλει καὶ πρὸς τοὺς συνήθεις ἦν
ἀπαντᾶν ὕμνους, ἠρέμα τῆς Κλίνης ὑπεξανίστατο, καὶ μέλ-
λων ἤδη τοὺς πόδας ὑποδεδέσθαι, ἐπειδὴ μὴ παρεσκεύαστο
τούτῳ τὰ συνήθη τοῖς μοναχοῖς τῶν ὑποδημάτων σκύτη,
ἀλλ' ἀμετάλλακτα ἦν τὰ τῆς προτέρας σκηνῆς, δυσχεραίνει
τὸ ἀπαράσκευον, καὶ γυμνοῖς τοῖς ποσὶ βαδίζει πρὸς νεὼν,
ἐπερειδόμενος ἑκατέρωθεν, ἀσθμαίνων ἤδη καὶ τὰς ἐσχάτας  
ἀναπέμπων ἀναπνοάς. Οὕτω τοιγαροῦν αὖθις ἐπὶ τὴν εὐνὴν
ὑποστρέψας καὶ κατακλιθεὶς, εἶτα δὴ καὶ βραχύ τι κατασι-
γάσας, ἅτε τῆς φωνῆς ἐπισχεθείσης αὐτῷ καὶ ἐκλελοιπότος
τοῦ πνεύματος, ἀφῆκε τὴν ψυχὴν τῷ Θεῷ, πλεῖστα μὲν ἐπὶ
τῆς βασιλείας καὶ πράξας καὶ βουλευσάμενος,

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 6, se. 128, γρ. 3

καὶ ἡδονὴν οἷον μὴ ἐξαρκέσασα, ἀλλ' ἐνδοῦσα καὶ ἀτονή-


σασα, τήν τε ἰσχὺν ἐκείνῳ καθεῖλε καὶ τὴν ὥραν διεσείσατο·
αὐτίκα γοῦν αἱ τοῦ σώματος ἀρχαὶ, λέγω δὲ τὰς στοιχειώ-
δεις συστάσεις, διαλυθεῖσαι καὶ συγχυθεῖσαι, καὶ νῦν περὶ
τοὺς πόδας καὶ τὰ κοῖλα τῶν ἄρθρων, νῦν δὲ ἐπὶ τὰς χεῖρας
συναπορρέουσαι, αὖθις δὲ αὐτούς τε τοὺς τένοντας καὶ τὰ
περὶ τὸν νῶτον ὀστᾶ κατακλύζουσαι, ὥσπερ τινὰ φορτίδα
ἰσχυρῶς ἐξ ἀρχῆς ἔχουσαν ῥεύματα ξυνερρυηκότα διέσεισαν.  
Ἤρξατο μὲν οὖν τὸ κακὸν οὐκ ἀθρόον
εὐθὺς, ἀλλ' οἱ πόδες πρότερον τὴν τῶν ῥευμάτων ῥύμην
ὑπήνεγκαν· καὶ αὐτίκα κλινήρης τε ἐγεγόνει, καὶ εἴ πού τις
ἀνάγκη βαδίζειν, οἷον ἑτεροκίνητος. Καὶ ἦν τοῦτο κύκλος
τις καὶ περίοδος, καὶ ἐδόκει τὸ ῥεῦμα ἐν τοῖς αὐτοῖς ἀρι-
θμοῖς ἡμερῶν καταβαίνειν, καὶ ἠρίθμητο ἡ ἀκινησία, εἶτα δὴ
καὶ ὑπεδίδου τὰ διαστήματα, καὶ οὐ μακρὰ ἐγεγόνει τὰ
διαλείμματα· καὶ τούτων οὕτω γιγνομένων ἐκ τοῦ σχεδὸν
ἐπὶ τὰς χεῖρας τὸ ῥεῦμα ἠλαύνετο, καὶ αὖθις ἐπ' ὤμους
ὥσπερ ἀνάρρουν ποιούμενον, καὶ τέλος ἅπαν τὸ σῶμα συγ-
κατειλήφει· ἔνθεν τοι ἅπαν αὐτῷ μέλος τῷ δεινῷ ἐκείνῳ
κατακλυζόμενον ῥεύματι ἀφῄρητο τὴν ἐνέργειαν, τῶν
τε ἰνῶν αὐτῷ καὶ τῶν συνδέσμων διασπασθέντων,

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 6, se. 130, γρ. 7

ἐδαφῶν ὑπεστρώννυντο ἵνα δὴ μὴ ὀλισθαίνοι περὶ ταῖς


663

πλαξὶν ὁ ἵππος αὐτῷ· ἐν δέ γε τοῖς ἀδύτοις, ἀχθοφορούμενος


τούς τε βασιλείους διήμειβε καὶ μετεκεκόμιστο ὅπη βούλοι-
το· εἰ δὲ ἐπιβάλοι τὸ ῥεῦμα, παπαὶ τῶν ἀλγηδόνων ἐκείνων.
Ἐγὼ δὲ καὶ ξυγγράφων τοῦτον ἔτι τὸν ἄνδρα
ὑπερεκπέπληγμαι, ὅπως τηνικαῦτα ἐξήρκει τοσαύταις
περιωδυνίαις βαλλόμενος· πάρεσις γὰρ ἐπὶ παρέσει τοῦτον
εὐθὺς κατελάμβανε, καὶ κατεδαπάνα μὲν τὸ λειπόμενον
τῶν σαρκῶν, ἐξήρθρου δὲ παντάπασι τὸ ἔτι ἐχόμενον. Οὐκ
εἶχε δὲ ἐφ' ὅτῳ σχηματισθεὶς ἀποχρώντως ἐπαναπαυθείη
τῇ κλίνῃ, ἀλλὰ πᾶσα θέσις τούτῳ ἀντίθετος· ὅθεν οἱ κατευ-
ναστῆρες, συνερείδοντες καὶ ἀντερείδοντες αὐτῷ τὸ σωμά-
τιον, μόλις που τῆς ἀναπαυούσης ῥοπῆς ἐπετύγχανον, εἶτα
δὴ συνήρμοζον καὶ ἐπεῖχον ἀντοικοδομοῦντες καὶ ἀντιτε-
χνώμενοι τοῦτον, ὅπως ἂν ἐπὶ τοῦ σχήματος ἐκείνου στη-
ρίζοιτο· τῷ δὲ ἦν ἀλγεινὸν οὐ τὸ μετατίθεσθαι μόνον, ἀλλὰ
καὶ ἡ γλῶττα ἄχθος ἐκείνῳ ὁμιλοῦσα ἐδίδου, καὶ ἡ τῶν
ὀφθαλμῶν νεῦσις μετεκίνει τὸ ῥεῦμα, ὅθεν παντάπασιν
ἑαυτὸν ἀκίνητον ἐδίδου καὶ ἀρρεπῆ.

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 6, se. 140, γρ. 18

ἐπιδεικνύμενος καὶ τὴν τέχνην ὑποκρινόμενος. Ἀμέλει τοι


καὶ πλάττει τὸν ἄνθρωπον, ἢ ἀναπλάττει ἀπὸ τοῦ κρείτ-
τονος σχήματος, καὶ ἀπὸ τῶν τριόδων εἰς τὸν Ῥωμαϊκὸν
μεθιστᾷ ἄξονα, καὶ τοὺς ἐντίμους αὐτῷ σχεδιάσας βαθμοὺς
μετὰ τῶν κορυφαίων ἱστᾷ, καὶ ἁπανταχοῦ τὸν ἄνδρα ποιεῖ,
καὶ τὰ πρῶτα τῶν σωματοφυλάκων χειροτονεῖ. Ὃς δὴ τὸ
ἀπραγμάτευτον αὐτῷ τῆς γνώμης ἐπιδεικνύμενος, οὐδ' ἐν
καιρῷ προῄει τῷ αὐτοκράτορι, ἀλλ' ὁπότε ἡ γνώμη τούτῳ
παρεκελεύσατο· ἐφίλησε γοῦν προσελθὼν καὶ στῆθος καὶ  
πρόσωπον, καὶ προσεφθέγξατο μὴ φθεγξάμενον, καὶ διαχέας
εἰς γέλωτα ἐπὶ τῆς αὐτῆς καθῆστο Κλίνης, καὶ τὰς πεπο-
νηκυίας τοῦ κρατοῦντος χεῖρας συσφίγξας ἤλγυνεν ὁμοῦ τε
καὶ ἔθελξεν.
Ἐγὼ γοῦν οὐκ εἶχον τίνα θαυμάσαιμι πρότερον,
τὸν ἄνδρα τοῦτον μεταποιηθέντα πρὸς τὴν τοῦ βασιλέως
γνώμην τε καὶ προαίρεσιν, ἢ τὸν αὐτοκράτορα πρὸς τοῦτον
μεθαρμοσάμενον τὴν ψυχήν· ἅτερος γὰρ θατέρῳ ἐνδόσιμος
ἐγεγόνει καὶ ἁλωτός· καὶ ὃ μὲν ὁ αὐτοκράτωρ ἐβούλετο, ὁ
ὑποκριτὴς ἔπραττεν, ὃ δὲ οὗτος ἔπραττεν, ἐκεῖνος ἐβού-
λετο. Τὰ γοῦν πολλὰ καὶ συνιεὶς ὁ αὐτοκράτωρ τῆς ὑποκρί-
σεως, ὅμως ἠγάπα παρ' ἐκείνου παιζόμενος·
664

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 6, se. 161, γρ. 13

ἐβουλόμην μὴ ἱστορεῖν, μηδὲ φιλαλήθης ἐνταῦθα κατονομά-


ζεσθαι, ἀλλ' ἐγκώμια τῷ αὐτοκράτορι τούτῳ ποιεῖν, πολλῶν
γὰρ ἂν εὐπόρησα καὶ καλῶν λόγων εἰς εὐφημίας ἔρανον, ὧν
ἐκεῖνος δαψιλεῖς ἐδίδου τὰς ἀφορμάς· ὁ μὲν γὰρ ἐγκωμιά-
ζων, ὅσα πρόσεστι φαῦλα τῷ ἐγκωμιαζομένῳ παραιτούμε-
νος, ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐκείνῳ πλέκει τὸν ἔπαινον· κἂν
πλεῖστα τἀναντία ᾖ, ἀρκεῖ τῷ ῥήτορι καὶ μία ὑπόθεσις σπου-
δαίαν τὴν πρᾶξιν ἔχουσα εἰς εὐφημίαν ἀρκοῦσαν, ὁπότε καὶ
τὰ φαῦλα σοφιστικῶς μεταχειρισάμενος εἰς εὐφημίας
καταβιάσαιτο ἀφορμήν· ὁ δέ γε συντιθεὶς ἱστορίας, ὥσπερ
ἀπροσωπόληπτος καὶ ἀδέκαστος δικαστὴς οὐχ ἑτεροκλινής
ἐστι τοῖς τῶν πράξεων μέρεσιν, ἀλλ' ἴσῳ σταθμῷ τοῖς λόγοις
ἑαυτὸν διδοὺς, οὐδεμίαν σοφίαν ἐπάγει οὔτε τοῖς σπου-
δαίοις οὔτε τοῖς φαύλοις, ἀλλ' ἁπλῶς τε καὶ καθαρῶς τὰ  
πεπραγμένα διέξεισι, κἂν τῶν ὑποβεβλημένων τῷ λόγῳ
προσώπων, ὁ μέν τις αὐτὸν σπουδαῖος ὢν διεφαύλισεν, ὁ δὲ
τῆς ἑτέρας μερίδος τυγχάνων χάριτάς τινας κατεβάλετο,
οὐδέτερον τῶν εἰς αὐτὸν πεπραγμένων ἐν τῇ ἱστορίᾳ λογί-
σεται, ἀλλ' ἕκαστον ἀναθήσει τῷ λόγῳ μετὰ τῆς οἰκείας
πράξεως· ἐπεὶ εἴ γε δι' εὔνοιαν ἢ ψυχῆς εὐγένειαν δοθείη
τῷ ἱστοροῦντι τῷ εὐνοϊκῶς πρὸς αὐτὸν σχόντι

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 7, se. 79, γρ. 9

τοὺς πολλοὺς, καὶ ἠμφισβήτησάν γε μικροῦ δεῖν ξύμπαντες


περὶ τῆς ἐκείνου ζωῆς.
Θόρυβος οὖν ἐντεῦθεν καταλαμβάνει τὰ βασί-
λεια, καὶ ἥ τε βασιλὶς, θαυμάσιόν τι χρῆμα γυναικῶν αὕτη
καὶ εὐγενείας τὰ πρῶτα καὶ οὐδενὶ παραχωροῦσα τῆς μεί-
ζονος ἀρετῆς, ἥ τε τοῖν βασιλέοιν θυγάτηρ, ὡραία δὲ καὶ
αὕτη κατ' ἄμφω καὶ πρὸ ὥρας ἐκτετμημένη, ἀλλὰ καὶ μετὰ
τὴν τομὴν, ἠλεκτρώδης τε ὁμοῦ καὶ πυρσὴ καὶ τῷ σχήματι
ἄμφω κατασεμνύνουσα, ἄμφω τε οὖν, καὶ ὁ τοῦ αὐτοκρά-
τορος ἀδελφὸς, πρὸς δὲ καὶ ὁ ἀνεψιὸς, τὴν τοῦ αὐτοκρά-
τορος Κλίνην περικυκλώσαντες, ἐξόδια τούτῳ ἐδίδοσαν
ῥήματα καὶ ἐξιτήρια κατέρρεον δάκρυα, καὶ προέπεμπον  
αὐτίκα ἐπὶ τὰ μείζω βασίλεια, ἵν' ἐκεῖσε γενόμενος βου-
λεύσαιτό τι τῶν δεόντων, καὶ μὴ τὸ γένος ἀφήσει συνδυστυ-
665

χήσαντας ἐκείνῳ τὴν εὐδαίμονα τῆς βασιλείας ζωήν. Ὁ


μὲν οὖν συνεσκευάζετο ὡς ἐκεῖσε ἀφιξόμενος· παρεγένετο
δὲ τούτῳ οὐ πρὸ καιροῦ καὶ ὁ τῆς Θεοῦ Σοφίας ἀρχιερεὺς,
σύμβουλος ἐπὶ τὰ κρείττω γιγνόμενος καὶ πᾶσι λόγοις τοῦ-
τον ἐπιρωννύς.

Μιχαήλ Ψελλός.Χρονογραφία. Ch. 7 Eud,Rom, se. 8, γρ. 3

κει, ἀλλ' αὐτίκα μοι κοινώνει τῆς πράξεως.» Τοσοῦτον δὲ


αὖθις αὐτὴν ἠρωτήκειν· «Ὁ δέ γε υἱός σου καὶ βασιλεὺς,
ὃς δὴ καὶ ἐπίδοξος ἦν μοναρχεῖν, συνίστωρ τοῦ γενομένου
καθέστηκεν;» Ἡ δὲ· «Παντάπασι μὲν οὐκ ἀγνοεῖ, ἔφησε,
τὸ δρώμενον, τὸ δὲ ἀκριβὲς οὐκ οἶδε τοῦ πράγματος· ἀλλ'
εἰς καλὸν τοῦ υἱέος μοι μέμνησαι· ἀναβησώμεθα κοινῇ
πρὸς αὐτὸν καὶ τὸ πρᾶγμα διηγησώμεθα· καθεύδει δὲ ἄνωθί
που ἔν τινι τῶν βασιλικῶν κοιτωνίσκων.»
Ἀνεληλύθειμεν γοῦν, ἐκείνη μὲν οὐκ οἶδ' ὅπως
ἔχουσα τὴν ψυχὴν, ἐγὼ δὲ ἐτεταράγμην καὶ μοί τις κλόνος
ἐξαπιναίως διέσεισε τὰ ὀστᾶ· ὡς δὲ ἐπὶ τῆς Κλίνης τοῦ
παιδὸς ἡ μήτηρ καθῆστο· «Ἀνίστασο, ἔφη, κάλλιστέ μοι τῶν
υἱέων καὶ βασιλεῦ, καὶ δέξαι τὸν πατρωὸν, ἀντὶ πατρὸς
οὐκ ἄρχοντα, ἀλλ' ὑπείκοντα, τοιοῦτον γάρ σοι τοῦτον ἐν
γράμμασιν ἡ μήτηρ ἐδέσμησεν.» Ὁ δὲ αὐτίκα ἐξαναστὰς,
ἐμὲ μὲν ὑπεβλέψατο οὐκ οἶδ' ὅ τι ἐνθυμηθεὶς, ἅμα δὲ τῇ
μητρὶ τοῦ δωματίου ἐν ᾧ ὕπνωττε κατελθὼν, τόν τε βασιλέα
ἤδη τεθέαται, μηδὲν διαλλάξας μήτε τῆς ψυχῆς μήτε τοῦ
χρώματος, καὶ ἀσπασάμενος, κοινωνὸς αὐτῷ καὶ τῆς βασι-
λείας καὶ τῆς εὐθυμίας καθίσταται.

Μιχαήλ Ψελλός. Orationes panegyricae (2702: 006)


“Michaelis Pselli orationes panegyricae”, Ed. Dennis, G.T.
Stuttgart: Teubner, [Link] 2, γρ. 337

νικὸν περιτρέποντος, εἴτε τοῦ μελαντέρου καὶ γεωδεστέρου  


χυμοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἀνιόντος καὶ τὸ φρονοῦν ἀμαυρ-
οῦντος, οἷα δὴ τὰ πολλὰ γίνεσθαι εἴωθεν. ὁ μὲν οὖν ἀμφο-
τέρωθεν ἔκαμνε, καὶ τὸ ἐνεργὸν τῆς βασιλείας διὰ τῆς
νόσου ἀποσεσύλητο. οἱ δὲ ἐκείνῳ μὲν τὸ τοῦ βασιλέως
ἔσωζον ὄνομα, αὐτοὶ δὲ τῶν πραγμάτων εἴχοντο καὶ μετε-
κύβευον ὅποι βούλοιντο. καὶ ἅτερος μέν, ὁ τῆς ὅλης πρε-
666

σβεύων γενεᾶς, μεταγνοὺς ἐφ' οἷς ἐπεπράχει περὶ τοῦ καί-


σαρος, πρὸς ἕτερον τῶν συγγενῶν ταῖς ψήφοις μετέπιπτεν,
ἅτερος δὲ τοῖς ἅπαξ ἠγάπα δόξασι καὶ οὐκ ἦν ἑτεροκλινής.
 Ἐν τούτῳ δὲ ἀνήρ τις, τό τε εἶδος τῶν φαυλοτάτων καὶ
τὸ γένος τῶν ἀκλεῶν, τοῦ τῶν Βουλγάρων κορυφαίου κα-
τατρυφᾷ, καί τινα αὐτῷ ἐπιφημίσας εὐγένειαν, καὶ λόγον
ἐλευθερίας ὑποβαλόμενος πρὸς ἀποστασίαν ἐπαίρει, καὶ
σπινθὴρ ἀφανὴς εἰς πῦρ ἀνακαίεται. ὅλον γὰρ τὸ ἔθνος
συμφρονῆσαν λαβών, καὶ ταῖς ὁμοφροσύναις τοῦ πλήθους
θαρρήσας, τὰ ἡμέτερα καινοτομεῖν ἐβούλετο ὅρια. ζῆλος
ἐντεῦθεν τῇ νόσῳ σβεννύμενος ἀνάπτει τὸν αὐτοκράτορα,
καὶ ὃς μηδὲν ἐννοήσας τῶν ὅσα μαλακίζειν εἴωθε, μὴ τὴν
διπλῆν δαπάνην τοῦ σώματος, μὴ τὸ τῆς ὁδοῦ μῆκος,

Μιχαήλ Ψελλός. Orationes forenses et acta (2702: 007)


“Michaelis Pselli orationes forenses et acta”, Ed. Dennis, G.T.
Stuttgart: Teubner, [Link] 1, γρ. 1565

καὶ μετ' ἐνίων τῶν δορυφόρων ὑπαντᾷ τούτῳ μεταθεμένῳ


τὸ κράτος καὶ περιφὺς ἡδέως ἀσπάζεται· καὶ βακτηρίαν
αὐτῷ ἐγχειρίζει ἐλεφαντίνην καί, ὡς πραότερον αὐτῷ
ἔσοιτο, ἐπαγγέλλεται, ἐπειδὰν τῶν σκήπτρων καθαρῶς ἐπι-
λάβοιτο. τοιοῦτόν τι καὶ ὁ ἀσεβήσας Ἰουλιανὸς Κωνσταν-
τίῳ ἐπεποιήκει τῷ πάνυ. ἀποστασίαν γὰρ κατ' αὐτοῦ ὠδί-
νας καὶ ἐπανάστασιν καὶ τυραννικῶς προσεληλυθώς,
ἐπειδὴ πρὸς τῇ πόλει ἐγένετο καὶ ὁ βασιλεὺς ἐτεθνήκει,
λαμπρᾷ τοῦτον τιμᾷ ἐκφορᾷ καί, ᾧ ζῶντι ἐμάχετο, σπένδε-
ται τεθνηκότι· καὶ τὴν ταινίαν τῆς κεφαλῆς ἀποθέμενος
πρὸ τῆς Κλίνης ἐβάδισε.
 Καὶ τούτῳ μὲν τὰ τοῦ καιροῦ προσαγορεύσας τε καὶ
προσφωνήσας ἐπὶ τὴν ἀκρόπολιν αὖθις ἐπάνεισι. δυσὶ γὰρ
προσβαλὼν καὶ ῥᾷστα τὸν ἔτερον χειρωσάμενος ἐπὶ τὸν
λειπόμενον ἐπεπόρευτο. ὡς δ' ἔγνω τὰ τῆς προνοίας ζυγὰ
ὅλαις ῥοπαῖς πρὸς ἐκεῖνον ἐπικλινῆ πάντων ἁπαξαπλῶς
πάσαις ἐκεῖνον ἀνακαλουμένων φωναῖς καὶ πρὸς πᾶν ἄλλο
δυσχεραινόντων ὄνομά τε καὶ ἄκουσμα – πᾶσα γὰρ αὐτῶν
πρὸς τοῦτο πεῖρα καθίκετο – ὡς δὲ τὸ πᾶν τῆς
667

Μιχαήλ Ψελλός. Oratoria minora Oration 29, γρ. 66

 Εἶτα δὴ καὶ τροφὴν ποιεῖται τὰ ἡμέτερα σώματα, πλὴν ὅσον οὐκ


ἀψύχοις ἐφάλλεται ἀλλ' ἐμψύχοις ἡμῖν πρόσεισι, καὶ δίαιταν ἔχει τὸν
ἄνθρωπον. ὥσπερ γὰρ ὁ τροχίλος τῷ κροκοδείλῳ ἐφήδεται καὶ ἥδιστα
τούτῳ συναναπαύεται καὶ τοῖς περιλείμμασιν ἐντρέφεται τῶν ἐκείνου
τροφῶν, οὕτω δὴ καὶ τοῦτο ἡμῖν τὸ ζῷον συμβιοτεύει ὡς ἥδιστα καὶ
βραχύ
τι τοῦ σώματος ἐφαπτόμενον τροφὴν τὸ ληφθὲν ποιεῖται καὶ γέγηθεν.
χάριτας δὲ ὥσπερ ἡμῖν τῆς διαίτης ὁμολογοῦν οὐκ ἀποφοιτᾷ
κορεννύμενον,
ἀλλὰ θυραυλεῖ καὶ συμπαραμένει καὶ δορυφόρος ἐστὶ καὶ
σωματοφυλακεῖ
κοιμωμένους καὶ τὴν ζωὴν ἡμῶν ἐμπεπίστευται. αὐτόθι γὰρ ἐπὶ τῆς
Κλίνης καταβιοῖ ὑπ' αὐτὸ δὴ τὸ ὑπαγκώνιον μέρος καὶ παρεδρεύει τῇ
κεφαλῇ καὶ τὴν ἀντιμισθίαν τῆς τραπέζης ἀντιπρυτανεύει λαμπρῶς.  
 Ἀλλ' οὐδὲ τὸ εἶδος τοῦ ζῴου κακίσαις· ἔστι γὰρ παρὰ βραχύ τι κύκλῳ
ἀκριβεῖ ἐοικός, εἰ δὲ βούλει τοῖς ἴσοις σχήμασιν, ὧν τὰ μήκη οὐ πάνυ τι
τοῖς πλάτεσιν ἀντιβέβηκε· κλέπτει γὰρ τὴν ὄψιν καὶ δοκεῖ ἑκάτερα
εἶναι. βαδίζει δὲ μετ' αἰδοῦς ὥσπερ σχῆμα μεμιμημένος φιλόσοφον· οὐ
γὰρ τῇδε κἀκεῖσε περιπλανᾶται οὐδὲ σοβεῖ ταῖς προόδοις, ἀλλά, κἂν
κατόπιν ἐπιδιώκῃς, κἂν ἀντιπρόσωπον περιμένῃς, ὁ δὲ τὸν κανόνα τηρεῖ
τῆς φύσεως καὶ οὔτε τετάρακται οὔτε ἀθετεῖ τὴν εὐθύτητα. ἐλέφας μὲν
οὖν, τὸ μέγα τοῦτο θηρίον, φρίττει ἔστιν ὅτε τὸν ἐπιβάτην καὶ ὑποκλάζει
τὼ πόδε κελεύοντι καὶ πρὸς τὴν ἀντιπρόσωπον αἰχμὴν τετάρακται καὶ

Μιχαήλ Ψελλός. Opuscula logica, physica, allegorica, alia (2702: 010)


“Michaelis Pselli philosophica minora”, Ed. Duffy, J.M.
Leipzig: Teubner, [Link] 34, γρ. 71

 Ὁ κρύσταλλος ἔοικε μὲν ὕδατι καθαρῷ, ἐγκαεὶς δὲ ὑπὸ ἡλίου


χροιὰν ἀμεθύσου μεταλαμβάνει, ἐπὶ δὲ τὸ βαθύτερον τραπεὶς ἰάσπιδι
γίνεται ὅμοιος. οὗτος τρόμους ἀπερύκει καὶ ἐκλύσεις νεύρων ἀνατριβό-
μενος.
 Ὁ λυχνίτης· ἔστι δὲ ὁ μὲν ὀστρακώδης, ὁ δὲ πορφύρεται, ὁ δὲ
διαυγάζει· ἰᾶται δὲ νυκτάλωπας ἀρτηθεὶς ἀπὸ τοῦ τραχήλου, ῥεύματά
τε ἐπέχει ὀφθαλμῶν ἐν λινῷ ῥάκει περιτεθεὶς τῷ μετώπῳ.
668

 Ὁ μάγνης λίθος ἐστὶ μέλας καὶ βαρὺς καὶ ἀνώμαλος· καὶ ὁ μέν τις
ἐπισπᾶται τὸν σίδηρον, ὁ δὲ ἀποπτύει· ἀναλυόμενος δὲ γάλακτι ὀξυ-
δορκίαν ποιεῖ καὶ μελαγχολίαν ἰᾶται.
 Ὁ ὄνυξ εὐμεγέθης ἐστίν, ὥστε τοὺς Ἰνδοὺς καὶ πόδας Κλίνης ἐν-
τεῦθεν τορεύειν· διαρθεὶς δὲ πρὸς αὐγὴν παντοίαν ἀναφαίνει ἔνδον
χροιάν, ἢ γὰρ ἀνθρακώδη ἢ μέλαιναν ἢ σαρκοειδῆ· ἀναλυθεὶς δὲ ἐπ-
έχει φαντασίας νυκτερινάς, ὀδοῦσί τε ῥευματιζομένοις παρατριβόμενος
ὠφελεῖ.

Μιχαήλ Ψελλός. Opuscula logica, physica, allegorica, alia


Opusculum 36, γρ. 302

λέμων ‘ὑγροὶ λάμποντες ὡς λιβάδες ἤθη χρηστὰ ἐμφαίνουσιν’ – , οὕτω


δὴ καὶ ἐπὶ τουτωνὶ τῶν γραμμάτων ἀπόρρητά τινα μηνύματα κέκρυ-
πται τῶν τε καθ' ἡμᾶς καὶ τῶν ὑπὲρ ἡμᾶς, ἃ δὴ ὁ μὲν ἀφιλόσοφος
ὀφθαλμὸς ἁπλῆν τινα συνθήκην τῆς χειρὸς οἴεται, ᾧτινι δὲ ἡ ὄψις
μετὰ νοερᾶς ἕξεως πρόεισι, τούτῳ ἀπὸ τῶν φανερῶν μεγεθῶν τε καὶ
σχημάτων τὰ ἀφανῆ δῆλα καθέστηκε. καὶ ὥσπερ ἑνὸς ἀτόπου δοθέν-
τος πολλὰ τὰ ἄτοπα ἕψεται, οὕτως ἑνὸς φιλοσόφως σημειωθέντος
πολλὰ τὰ κάλλιστα ἐπακολουθήσει.
 Αὐτίκα πρὸς τὸ κάππα τὸ λάμβδα οἵαν ἔχει τὴν συναφήν· καμπτό-
μενος γὰρ ὁ νοῦς τοῖς περὶ τὸ θεῖον ζητήμασι, καὶ νῦν μὲν προϊὼν
νῦν δὲ ὑποστρέφων καὶ πολυκλινὴς γινόμενος, ταῖς ἐφ' ἑκάτερα τῶν
μερισθέντων ῥοπαῖς οὐ μέχρι παντὸς τὴν πλάνην ὑφίσταται, τοῦ θεοῦ
τοῦτον οἰκτείραντος καὶ ἐπικουρῆσαι θελήσαντος. ὥσπερ οὖν ὁ τὸν
ἀπολωλότα ἐν ἀμφιλαφεῖ καὶ συσκίῳ ὄρει διερευνώμενος οὐκ εὐθεῖαν
πρόεισι, τῇδε κἀκεῖσε τοῖς δένδρεσι καμπτόμενος καὶ μεταφερόμενος
καὶ πολλάκις ὑφαιρῶν ἀλλ' οὐ προστιθείς, φωνήσαντος δὲ τοῦ ζητου-
μένου χειραγωγεῖται πρὸς ἐκεῖνον διὰ τῆς ἐν τῷ φθέγματι ἠχοῦς,
οὕτω δὴ καὶ ὁ τὸ θεῖον ὅ τί ποτέ ἐστι πολυπραγμονῶν ὥσπερ ἐν τῷ
Μινωταύρου λαβυρίνθῳ προϊὼν ὑποστρέφει καὶ προστιθεὶς ἀφαιρεῖται,
λαμβάνων δ' ἐκεῖθεν θείαν αὐδὴν ὅτι ‘ἐγώ εἰμι ὁ ὢν’ καὶ ‘

Μιχαήλ Ψελλός. Opuscula logica, physica, allegorica, alia Opusculum


49, γρ. 45

τί ἐστι καὶ λέγωμεν ὅτι ἄνθρωπός ἐστιν, δι' ὁρισμοῦ δέ, ὅταν λέγωμεν
ζῷον λογικὸν θνητὸν νοῦ καὶ ἐπιστήμης δεκτικόν. ἐπεὶ δὲ τὰ πράγ-
ματα οὐ μόνον κοινωνοῦσι κατὰ τὸ γένος, καθὸ ζῷα, ἀλλὰ καὶ δια-
φέρουσι, καθὸ τὰ μὲν λογικά, τὰ δὲ ἄλογα, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν
ὁποῖόν τί ἐστιν, ἵνα γνῶμεν τὰς διαφοράς· καὶ γὰρ αἱ διαφοραὶ τῷ
669

ὅρῳ συναναφέρονται. ἰστέον δὲ ὅτι ἡνίκα τὸ τί ἐστι δι' ὀνόματος ἐκ-


φέρεται, τότε δεῖ ζητεῖν ὁποῖόν τί ἐστιν, ἡνίκα δὲ δι' ὅρου γίνεται,
τότε οὐ δεῖ ζητεῖν τὸ ὁποῖόν τί ἐστιν, ἀλλὰ διὰ τί ἐστιν. ἐπεὶ δὲ
πάντα πρός τι τέλος ὁρῶσι καὶ οὐδὲν μάτην οὔτε ὁ δημιουργὸς οὔτε ἡ
φύσις οὔτε ἡ τέχνη ἐπενόησε, τούτου χάριν ζητοῦμεν διὰ τί ἐστιν·
οἷον διὰ τί ἐστι Κλίνη; διὰ τὴν τῶν ἀνθρώπων ἀνάπαυσιν. καὶ πάλιν
διὰ τί ἄνθρωπος; διὰ τὸ κοσμεῖσθαι τόδε τὸ πᾶν· καὶ γὰρ τὸ πᾶν
ἀτελὲς ἦν μήπω τοῦ ἀνθρωπείου γένους παραχθέντος.
 Ἐπεὶ δὲ ταῦτα οὕτως ἔχει, ἐστὶ δὲ φιλοσοφία ἡμῖν τὸ προκείμενον,
ἥτις παρ' ἡμῖν μὲν οὐκ ἀμφιβάλλεται, παρὰ δέ τισιν ἀνατρέπεται, ἤ-
γουν τοῖς ἐφεκτικοῖς φιλοσόφοις, φέρε καὶ ἐπὶ ταύτης κατὰ ἀκολουθίαν
τὸ εἰ ἔστι ζητήσωμεν. δείκνυμεν οὖν αὐτὴν οὖσαν τοῦτον τὸν τρόπον·
εἰ ἔστι θεός, ἔστι καὶ πρόνοια· οὐ μόνον γὰρ ἔστι θεός, ἀλλὰ καὶ
προνοεῖται. ἀλλὰ μὴν ἔστι θεός – μεμηνότων γάρ ἐστι τὸ λέγειν ὅτι  
οὐκ ἔστι θεός – , δηλονότι ἔστι καὶ πρόνοια. εἰ δὲ ἔστι πρόνοια,
δηλονότι καὶ σοφία ἔστι δι' ἧς προνοεῖται ὁ θεός· οὐ γὰρ ἀλόγως

Μιχαήλ Ψελλός. Opuscula psychologica, theologica, daemonologica


(2702: 011)“Michaelis Pselli philosophica minora, vol. 2”, Ed. O'Meara,
[Link]: Teubner, 1989.Σελ. 112, γρ. 23

τε καὶ σύγκριμα· ἐκεῖ μὲν γὰρ ἁπλᾶ τὰ ἐκκείμενα καὶ ὄντως ἀρχέτυπα,
ἐνταῦθα δὲ σύνθετα καὶ μιμήματα. καὶ λέγουσι μέντοι καὶ οὕτω τὴν
Πλατωνικὴν γνώμην ἐφερμηνεύοντες, οὔ μοι δὲ δοκοῦσι κατειληφέναι
τῆς ἐκείνου δόξης τὸ ἀκριβές. ἐγὼ δὲ εἴ τι πλέον σοι τῶν εἰρημένων
ἐξακριβώσομαι, οὐ τὸ δοκοῦν ἐμοὶ ἐπέξειμί σοι, ἀλλ' ὥσπερ τῆς
ψυχῆς τοῦ πρώτως εἰρηκότος καταμαντευόμενος ἀκριβεστέραν παρὰ
τοὺς
ἄλλους ποιοῦμαι τὴν ἐπεξήγησιν.
 Ὁ γάρ τοι Πλάτων τὰς ἐνταῦθα μορφὰς τῶν σωμάτων ἐπικτήτους
εἶναι ἔφη. τοῦτο καλῶς οἰηθεὶς ἐζήτησε, τίς ὁ παραγαγὼν καὶ τοῖς
ὑποκειμένοις ἐντυπωσάμενος. οἷον ὥσπερ ἐπὶ τῶν τεχνητῶν εἰδῶν τὸ
τῆς Κλίνης εἶδος ἐπίκτητον ἡγησάμενος εὗρεν, ὅτι τὸ μὲν ἡ τέχνη, τὸ δὲ
ὁ τεχνίτης τῇ κλίνῃ ἐντέθεικε καὶ ὅτι ἡ τέχνη παρὰ τῆς ψυχῆς τοὺς
λόγους εὕρατο, ἡ δὲ ψυχὴ οὐκ ἀφ' ἑαυτῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ παρ' ἑτέρου
τινός, οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν φυσικῶν τὰ μὲν ἡ φύσις προσεχῶς εἰδοποίησε,
τὰ δὲ ἡ ψυχὴ τῇ φύσει τοὺς λόγους ἐνδοῦσα, τὰ δὲ ὁ νοῦς τῇ ψυχῇ
πρῶτος
χορηγήσας τοῦ εἴδους τὰς ἀφορμάς. καὶ οὐ χρὴ περαιτέρω προϊέναι, ἵνα  
μὴ ἀρχῶν ἀρχὰς ζητῶμεν ἐπ' ἄπειρον. τὸ γὰρ ἐπὶ τοῦ σώματος εἶδος οὐχ
οἷον αὐτὸ τὸ εἶδος τὸ νοητόν, ἀλλ' ἐπίκτητον καὶ παρ' ἄλλου ἐφῆκον τῷ
σώματι· ὅθεν καὶ εἰς εὐμορφίαν μεθίσταται καὶ τελευταῖον εἰς τὸ
670

ἀνείδεον.

Μιχαήλ Ψελλός. Opuscula psychologica, theologica, daemonologica


Σελ. 112, γρ. 24

ἐνταῦθα δὲ σύνθετα καὶ μιμήματα. καὶ λέγουσι μέντοι καὶ οὕτω τὴν
Πλατωνικὴν γνώμην ἐφερμηνεύοντες, οὔ μοι δὲ δοκοῦσι κατειληφέναι
τῆς ἐκείνου δόξης τὸ ἀκριβές. ἐγὼ δὲ εἴ τι πλέον σοι τῶν εἰρημένων
ἐξακριβώσομαι, οὐ τὸ δοκοῦν ἐμοὶ ἐπέξειμί σοι, ἀλλ' ὥσπερ τῆς
ψυχῆς τοῦ πρώτως εἰρηκότος καταμαντευόμενος ἀκριβεστέραν παρὰ
τοὺς
ἄλλους ποιοῦμαι τὴν ἐπεξήγησιν.
 Ὁ γάρ τοι Πλάτων τὰς ἐνταῦθα μορφὰς τῶν σωμάτων ἐπικτήτους
εἶναι ἔφη. τοῦτο καλῶς οἰηθεὶς ἐζήτησε, τίς ὁ παραγαγὼν καὶ τοῖς
ὑποκειμένοις ἐντυπωσάμενος. οἷον ὥσπερ ἐπὶ τῶν τεχνητῶν εἰδῶν τὸ
τῆς Κλίνης εἶδος ἐπίκτητον ἡγησάμενος εὗρεν, ὅτι τὸ μὲν ἡ τέχνη, τὸ δὲ

τεχνίτης τῇ κλίνῃ ἐντέθεικε καὶ ὅτι ἡ τέχνη παρὰ τῆς ψυχῆς τοὺς λόγους
εὕρατο, ἡ δὲ ψυχὴ οὐκ ἀφ' ἑαυτῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ παρ' ἑτέρου τινός,
οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν φυσικῶν τὰ μὲν ἡ φύσις προσεχῶς εἰδοποίησε, τὰ
δὲ ἡ ψυχὴ τῇ φύσει τοὺς λόγους ἐνδοῦσα, τὰ δὲ ὁ νοῦς τῇ ψυχῇ πρῶτος
χορηγήσας τοῦ εἴδους τὰς ἀφορμάς. καὶ οὐ χρὴ περαιτέρω προϊέναι, ἵνα  
μὴ ἀρχῶν ἀρχὰς ζητῶμεν ἐπ' ἄπειρον. τὸ γὰρ ἐπὶ τοῦ σώματος εἶδος οὐχ
οἷον αὐτὸ τὸ εἶδος τὸ νοητόν, ἀλλ' ἐπίκτητον καὶ παρ' ἄλλου ἐφῆκον τῷ
σώματι· ὅθεν καὶ εἰς εὐμορφίαν μεθίσταται καὶ τελευταῖον εἰς τὸ
ἀνείδεον.

Μιχαήλ Ψελλός. Theologica (2702: 012)“Michaelis Pselli theologica,


vol. 1”, Ed. Gautier, [Link]: Teubner, [Link] 29, γρ. 105

ἐστιν ὄψεως στέρησις, τοῖς δὲ ὀμμάτων ἀποβολή· διὰ ταῦτα οἱ μὲν


ἐπανακάμπτουσι πρὸς τὸ φῶς, οἱ δὲ ἐσκότωνται ἐς τὸ παντελές.
 Ἀλλὰ διὰ τί, φασί, μὴ δι' ἣν μετεκινήθησαν προαίρεσιν, διὰ ταύτην καὶ
ἐπανέρχονται; πῶς δὲ ἀπὸ μὲν τοῦ φωτὸς ἐν τῷ σκότῳ γεγένηνται, ἀπὸ
δὲ τοῦ σκότους οὐκ ἐπανέρχονται πρὸς τὸ φῶς; διότι ἔλαττον τὸ σκότος
παρὰ τὸ φῶς πέφυκε καὶ παρὰ τὴν ἀρετὴν ἡ κακία. ἔλαττον δέ φημι κατὰ
τὴν ἰδίαν οὐς[ίαν] ἕκαστα κρίνων· οὐ γὰρ ὅση τῆς ἀρετῆς ἡ ὑπεροχὴ ἢ ἡ
τοῦ
καλοῦ τελειότης καὶ ἡ τοῦ φωτὸς αὐγή, το[σαύτ]η καὶ ἡ τοῦ σκότους
στέρησις καὶ ἡ τοῦ καλοῦ ἔλλειψις καὶ ἡ τῆς κακίας ἀνυπαρξία. διὰ τοῦτο
671

αἱ ἁπλαῖ φύσεις μετέχουσαι τοῦ ἀγαθοῦ οὐ πάντῃ καὶ ἀγαθύνονται, ὥστε


μὴ ἔχειν καὶ ἑτεροκλινῆ κίνησιν· ἐν δὲ τῷ κακῷ γενόμεναι
προσηρμόσθη-
σάν τε ἐκείνῳ καὶ τὴν ἐπὶ τὸ ἀγαθὸν κίνησιν ἀφῃρέθησαν. διὰ τοῦτο ἀπὸ
μὲν τοῦ ἀγαθοῦ ἔρρευσαν πρὸς τὸ κακόν, ἀπὸ δὲ τοῦ κακοῦ οὐ
μετακινοῦν-
ται πρὸς τὸ καλόν· ἀρετὴ γὰρ ταῖς τοιαύταις φύσεσι καὶ τὸ καλαῖς εἶναι
τὸ μετέχειν τοῦ ἀγαθοῦ· ἑκοντὶ δὲ μύσασαι καὶ μηκέτι δυνάμεναι ἀντ-
ωπεῖν, οὐκ ἂν πρὸς αὐτὸ ἐπανέλθοιεν.  

Μιχαήλ Ψελλός. Theologica Opusculum 93, γρ. 39

μὲν νεύειν τῇ ἐνταῦθα οἰκονομίᾳ δοτέον, τὸ δὲ ‘θεοῦσθαι’ τῇ ἑτέρᾳ δι-


αγωγῇ ἐφ' ἣν μετατίθεται· οὔτε γὰρ ἐκεῖσε γεγονότες νεύειν δυνάμεθα
οὔτ' ἐνταῦθα τυγχάνοντες καθαρῶς θεοῦσθαι. ἡ μὲν γὰρ νεῦσις φιλο-
πονίας ἔργον καὶ ἀρετῶν ἐργασίας, ἡ δὲ θέωσις πάσης πράξεως καὶ
θεωρίας συμπέρασμα. πῶς οὖν δυνατὸν ἢ ἐνταῦθα θεοῦσθαι ἡμᾶς, πόρρω

κειμένους τοῦ συμπεράσματος, ἢ ἐκεῖσε νεύειν πρὸς θεόν, ἐργάζεσθαι


τὴν
ἀρετὴν μὴ δυναμένους; ἔχει δέ τινα καὶ βαθυτέραν τὸ ‘νεύειν’ ἔννοιαν·
ὥσπερ γὰρ ἐν μεθορίῳ τῆς ὕλης καὶ τοῦ θεοῦ κείμενοι νεύειν λεγόμεθα,
εἰ πρὸς ἓν τούτων ἀπίδωμεν. καὶ ὥσπερ ὁ πρὸς τὴν ὕλην νεύσας ὁμοῦ τῇ
νεύσει ὑλαῖος ἐγένετο, τὸ αἶσχος ἐκείνης ἀναμαξάμενος, οὕτως ὁ πρὸς
θεὸν μετακλίνας καὶ οἷον ‘πρύμναν κρουσάμενος’ καὶ ἑτεροκλινὴς γεγο-
νώς, ὁμοῦ τῇ μετακλίσει καὶ τὸ τῆς θεώσεως ἔσχεν ἀξίωμα. ἀλλ' οὐχ  
ἁπλοῦν τὸ νεύειν ἢ πρὸς τὴν ὕλην ἢ πρὸς τ[ὸν] θεόν· ἦ γὰρ ἂν ῥᾳδίως
ἀπε-
θεούμεθα, νεύοντες ὁσάκις ἂν ἡμῖν ἦν βουλητόν.
 Δεῖ οὖν γνῶναι ὁπόσα μεταξὺ ἡμῶν καὶ θεοῦ· πρῶτον μὲν ὁ ἄδυτος
’γνόφος’, ὃν μόλις πού ποτε τῶν λογικῶν τινες ὑπερέβησαν· ἔπειτα αἱ
μετὰ τὸν γνόφον δυνάμεις, ἀφ' ἑνὸς προϊοῦσαι καὶ ἑνάδες καλούμεναι·
μετὰ δὲ ταύτας ὁ ἑνιαῖος νοῦς, ἐφ' ὃν ἐκεῖναι συμπερατοῦνται· εἶτα μερι-
κοί τινες νόες· ὑφ' οὓς αἱ ψυχαί· εἶτα φύσεις καὶ σώματα καὶ ὕλη τὸ τε-
λευταῖον. δεῖ γοῦν τὸν θεωθησόμενον πρῶτον μὲν πρὸς ψυχὴν
στραφῆναι,

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα (2702: 015)


“Michaelis Pselli ποιήματα ”, Ed. Westerink, L.G.
672

Stuttgart: Teubner, 1992.


Poem 2, γρ. 231

 ὅπερ ὡς ἔστιν ἐφικτὸν τὰ νῦν ἑρμηνευτέον.


 λέγει γὰρ οὕτω πρὸς αὐτοὺς ἡ νύμφη τοὺς ἀγγέλους·
βότρυς τις κυπρίζων ἀδελφιδοῦς μου ἐμοὶ ἐν ἀμπελῶνι ἐν Γάδδει
[1, 14].
  Ὢ τῆς καλῆς ἐναλλαγῆς καὶ προκοπῆς τῆς νύμφης.
 ἡ πρὸ μικροῦ γὰρ τῷ λόγῳ ἵππῳ παρεικασθεῖσα,
 ἄρτι προκόψασα καλῶς ταῖς χάρισι τῶν φίλων
 ὡς βοτρυφόρον ἄμπελον αὑτὴν ἐπιγινώσκει.
 ψυχὴ γὰρ πᾶσα καθαρῶς ζητοῦσα τὸν δεσπότην
 πάντοτε πάντα γίνεται τῇ προκοπῇ τῶν ἔργων,
 νυνὶ μὲν θρόνος χερουβὶμ καὶ Κλίνη βασιλέως,
 νῦν δ' ἄμπελος κατάκαρπος ἐν ταῖς αὐλαῖς κυρίου.
 ὅπερ οὖν λέγει καθαρῶς ἡ νύμφη, τοῦτο λέγει,  
 ὡς ἔγνω τὸν ἀδελφιδοῦν, τοῦτ' ἔστι τὸν νυμφίον,
 ὅστις ἐπέσταξεν ἡμῖν γλεῦκος ἀθανασίας·
 οὐκ ἔστι πάσαις ὥριμος ψυχαῖς ταῖς ἐναρέτοις,
 ἀλλ' ἐξαλλάσσει τὸ τερπνὸν εἶδος αὐτοῦ πολλάκις,
 κατὰ τὸ μέτρον δηλαδὴ τῶν ἀρετῶν ἑκάστης,
 ἀνθεῖ γὰρ ἄλλαις τῶν ψυχῶν, ἐν ἄλλαις δὲ κυπρίζει,
 ἐν ἄλλαις δ' ὥριμός ἐστιν, ἐν ἄλλαις δὲ περκάζει.
 ἡ νύμφη τοίνυν φέρουσα κυπρίζοντα τὸν βότρυν

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα


Poem 2, γρ. 287-300l1

  Ἰδοὺ καὶ σύ, φησί, καλὸς τυγχάνεις, ὦ νυμφίε.


 ὥσπερ δ' ἐκεῖνος εἴρηκε διπλοῦς ἐπαίνους ταύτῃ,
 οὕτω διπλοῦς ἀντείρηκεν ἐκείνη τοὺς ἐπαίνους,
 καλός, εἰποῦσα, πέφυκας, νυμφίε, καὶ ὡραῖος.
 ἀδελφιδοῦν δ' ὠνόμασεν ἡ νύμφη τὸν δεσπότην,
 τὴν ἀπὸ τῆς σαρκώσεως αὐτῆς πρὸς τὸν δεσπότην  
 αἰνιττομένη προφανῶς συγγενικὴν μερίδα,
 ἣν μάλιστα πλατύτερον κάτωθεν διδαχθήσῃ.
  Ἀντεπαινέσασα καὶ γὰρ ἡ νύμφη τὸν νυμφίον
 φησὶ καὶ ταῦτα πρὸς αὐτὸν καθεξῆς τὸν νυμφίον·
673

πρὸς Κλίνην ἡμῶν σύσκιος [1, 16].


  Ἦλθες, φησί, πρὸς τὴν ἡμῶν ἀσθενεστάτην Κλίνην,
 τὴν ἀστραπὴν τὴν θεϊκὴν ἐντέχνως συσκιάσας.
 εἰ μὴ γὰρ ἔκρυψας αὐτὴν οἷς οἶδας τρόποις μόνος,
 τάχ' ἂν κατῃθαλώθημεν ἐξ ἀστραπῆς τῆς θείας.
 ἄλλο δὲ τοῦτο πέφυκε τοῦ λόγου τὸ κρυψίνουν·
 ἐπεὶ γὰρ οἱ νυμφαγωγοὶ καὶ φίλοι τοῦ νυμφίου,
 ὡς ἄνωθεν εἰρήκαμεν τοῦ λόγου περὶ τούτου,
 ὑπαργυρίζουσαν αὐτὴν ἐχρύσωσαν τοῖς τρόποις
 καὶ Κλίνην ἀπειργάσαντο βασιλικὴν πορφύραν,
 ἐπανεκλίθη τοιγαροῦν ὁ βασιλεὺς ἐν ταύτῃ.

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 2, γρ. 287

 ὥσπερ δ' ἐκεῖνος εἴρηκε διπλοῦς ἐπαίνους ταύτῃ,


 οὕτω διπλοῦς ἀντείρηκεν ἐκείνη τοὺς ἐπαίνους,
 καλός, εἰποῦσα, πέφυκας, νυμφίε, καὶ ὡραῖος.
 ἀδελφιδοῦν δ' ὠνόμασεν ἡ νύμφη τὸν δεσπότην,
 τὴν ἀπὸ τῆς σαρκώσεως αὐτῆς πρὸς τὸν δεσπότην  
 αἰνιττομένη προφανῶς συγγενικὴν μερίδα,
 ἣν μάλιστα πλατύτερον κάτωθεν διδαχθήσῃ.
  Ἀντεπαινέσασα καὶ γὰρ ἡ νύμφη τὸν νυμφίον
 φησὶ καὶ ταῦτα πρὸς αὐτὸν καθεξῆς τὸν νυμφίον·
πρὸς Κλίνην ἡμῶν σύσκιος [1, 16].
  Ἦλθες, φησί, πρὸς τὴν ἡμῶν ἀσθενεστάτην Κλίνην,
 τὴν ἀστραπὴν τὴν θεϊκὴν ἐντέχνως συσκιάσας.
 εἰ μὴ γὰρ ἔκρυψας αὐτὴν οἷς οἶδας τρόποις μόνος,
 τάχ' ἂν κατῃθαλώθημεν ἐξ ἀστραπῆς τῆς θείας.
 ἄλλο δὲ τοῦτο πέφυκε τοῦ λόγου τὸ κρυψίνουν·
 ἐπεὶ γὰρ οἱ νυμφαγωγοὶ καὶ φίλοι τοῦ νυμφίου,
 ὡς ἄνωθεν εἰρήκαμεν τοῦ λόγου περὶ τούτου,
 ὑπαργυρίζουσαν αὐτὴν ἐχρύσωσαν τοῖς τρόποις
 καὶ Κλίνην ἀπειργάσαντο βασιλικὴν πορφύραν,
 ἐπανεκλίθη τοιγαροῦν ὁ βασιλεὺς ἐν ταύτῃ.
 λοιπὸν ἡ νύμφη πρὸς αὐτὸν ἐκθαμβουμένη λέγει·

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 2, γρ. 295

 φησὶ καὶ ταῦτα πρὸς αὐτὸν καθεξῆς τὸν νυμφίον·


πρὸς Κλίνην ἡμῶν σύσκιος [1, 16].
  Ἦλθες, φησί, πρὸς τὴν ἡμῶν ἀσθενεστάτην Κλίνην,
674

 τὴν ἀστραπὴν τὴν θεϊκὴν ἐντέχνως συσκιάσας.


 εἰ μὴ γὰρ ἔκρυψας αὐτὴν οἷς οἶδας τρόποις μόνος,
 τάχ' ἂν κατῃθαλώθημεν ἐξ ἀστραπῆς τῆς θείας.
 ἄλλο δὲ τοῦτο πέφυκε τοῦ λόγου τὸ κρυψίνουν·
 ἐπεὶ γὰρ οἱ νυμφαγωγοὶ καὶ φίλοι τοῦ νυμφίου,
 ὡς ἄνωθεν εἰρήκαμεν τοῦ λόγου περὶ τούτου,
 ὑπαργυρίζουσαν αὐτὴν ἐχρύσωσαν τοῖς τρόποις
 καὶ Κλίνην ἀπειργάσαντο βασιλικὴν πορφύραν,
 ἐπανεκλίθη τοιγαροῦν ὁ βασιλεὺς ἐν ταύτῃ.
 λοιπὸν ἡ νύμφη πρὸς αὐτὸν ἐκθαμβουμένη λέγει·
 πρὸς Κλίνην ἦλθες σύσκιος ἡμῶν ὡς ἠβουλήθης.
  Ἀλλ' ἀκουσώμεθα λοιπὸν καὶ τῶν ἑξῆς ᾀσμάτων.
 φησὶ γὰρ ἔτι πρὸς αὐτὸν ἡ νύμφη τὸν νυμφίον·
δοκοὶ ἡμῶν κέδροι, φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι [1, 17].
  Ἐπεὶ λοιπὸν ἐλήλυθας ὡς πρὸς ἡμᾶς, νυμφίε,
 οὐκέτι δεδιττόμεθα βροχάς τινας ῥαγδαίους,
 οὐκ ἐπικλύσεις ποταμῶν, τῶν πονηρῶν ῥευμάτων,
 ἀλλ' οὐδὲ πνεύσεις τοῦ βορρᾶ, πνευμάτων ἐναντίων·

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 2, γρ. 298

 τὴν ἀστραπὴν τὴν θεϊκὴν ἐντέχνως συσκιάσας.


 εἰ μὴ γὰρ ἔκρυψας αὐτὴν οἷς οἶδας τρόποις μόνος,
 τάχ' ἂν κατῃθαλώθημεν ἐξ ἀστραπῆς τῆς θείας.
 ἄλλο δὲ τοῦτο πέφυκε τοῦ λόγου τὸ κρυψίνουν·
 ἐπεὶ γὰρ οἱ νυμφαγωγοὶ καὶ φίλοι τοῦ νυμφίου,
 ὡς ἄνωθεν εἰρήκαμεν τοῦ λόγου περὶ τούτου,
 ὑπαργυρίζουσαν αὐτὴν ἐχρύσωσαν τοῖς τρόποις
 καὶ Κλίνην ἀπειργάσαντο βασιλικὴν πορφύραν,
 ἐπανεκλίθη τοιγαροῦν ὁ βασιλεὺς ἐν ταύτῃ.
 λοιπὸν ἡ νύμφη πρὸς αὐτὸν ἐκθαμβουμένη λέγει·
 πρὸς Κλίνην ἦλθες σύσκιος ἡμῶν ὡς ἠβουλήθης.
  Ἀλλ' ἀκουσώμεθα λοιπὸν καὶ τῶν ἑξῆς ᾀσμάτων.
 φησὶ γὰρ ἔτι πρὸς αὐτὸν ἡ νύμφη τὸν νυμφίον·
δοκοὶ ἡμῶν κέδροι, φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι [1, 17].
  Ἐπεὶ λοιπὸν ἐλήλυθας ὡς πρὸς ἡμᾶς, νυμφίε,
 οὐκέτι δεδιττόμεθα βροχάς τινας ῥαγδαίους,
 οὐκ ἐπικλύσεις ποταμῶν, τῶν πονηρῶν ῥευμάτων,
 ἀλλ' οὐδὲ πνεύσεις τοῦ βορρᾶ, πνευμάτων ἐναντίων·
 ἐμὲ γάρ, ἣν ηὐδόκησας εἶναί σου κατοικίαν,
 καλῶς ἐπῳκοδόμησας ἐν σεαυτῷ, νυμφίε,  
 ὁ λίθος ὄντως ὁ τερπνὸς καὶ τῆς ζωῆς ἡ πέτρα.
675

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 2, γρ. 415

 ὁ θαυμαστὸς καὶ φοβερὸς καὶ κάλλιστος νυμφίος,


 στηρίξατέ με τὸ λοιπὸν ὑμεῖς οἱ τούτου φίλοι
 πρὸς τὴν ἀγάπην τὴν αὐτοῦ τοῦ λόγου καὶ νυμφίου,
 ὥσπερ μοι πρότερον χρυσόν, ἄρτι διδόντες μύρα
 τὰ πάσης ἀποτρεπτικὰ δυσώδους ἁμαρτίας.
 ὡς ἂν μηκέτι πλανηθῶ καὶ παρεκκλίνω πάλιν.
 σὺ δ' ἀρετὰς ἐννόησον τὰ μύρα τὰ τῶν φίλων.
  Ἀλλ' ἔτι πάλιν λιπαρεῖ τοῖς μήλοις στοιβασθῆναι.
 ποτὲ μὲν γὰρ προσομιλεῖ τοῖς φίλοις ὥσπερ νύμφη
 ἡ παρθενεύουσα ψυχὴ καὶ νυμφοστολουμένη,
 ποτὲ δ' ὡς Κλίνη χρυσαυγής, ποτὲ δ' ὡς θεῖος θρόνος.
 καὶ γὰρ ὡς ὄντως ἐν μιᾷ ψυχῇ καθαρωτάτῃ
 νυνὶ μὲν ἀνακλίνεται Χριστὸς ὁ καὶ νυμφίος,
 νυνὶ δὲ καὶ περιπατεῖ, καὶ κάθηται πολλάκις·
 ἅπαν δὲ τοῦτο πέφυκεν ὁ στοιβασμὸς τῶν μήλων.
 ποθεῖ καὶ φλέγεται καλῶς ἡ νύμφη τῷ νυμφίῳ,
 ὅστις καὶ μῆλον λέγεται φανὲν ἐκ τοῦ δρυμῶνος,
 καὶ θέλει τοῦτον γίνεσθαι πάντοτε ταῦτα πάντα,
 τροφὴ τρυφή τε καὶ σκιὰ καὶ στοιβασμὸς τῆς στέγης,
 ὥσπερ κἀκείνη γίνεται ξύμπαντα πρὸς ἐκεῖνον,
 νύμφη καὶ θρόνος καὶ στρωμνὴ καὶ πάλιν κατοικία.

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 2, γρ. 704-727l1

 καί πως ὑποκρινόμενοι δῆθεν ὡς ἀγνοοῦντες,


 περὶ τῆς νύμφης θέλουσιν ἐπερωτᾶν ἀλλήλους,
 τίς αὕτη, λέγοντες, ἐστίν, ἥτις ἐκ τῆς ἐρήμου
 πρὸς οὐρανοὺς ἀνέδραμεν ὥσπερ καπνοῦ στελέχη,
 σμύρνης ὀσμὴν ἐκπέμπουσα καὶ θαυμαστοῦ λιβάνου;
 ψυχὴ γὰρ πᾶσα θέλουσα λίβανον τελεσθῆναι,
 ἤγουν τερπνὸν θυμίαμα τῷ βασιλεῖ τῶν ὅλων,
 ἂν μὴ νεκρώσῃ πρότερον πάντα τὰ μέλη ταύτης
 καὶ σμύρνα δῆθεν γένηται Χριστῷ συννεκρωθεῖσα,
 οὐκ ἄλλως γίνεταί ποτε λίβανον τῷ κυρίῳ.
ἰδοὺ ἡ Κλίνη Σολομῶντος, ἑξήκοντα δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς ἀπὸ δυ-
νατῶν Ἰσραήλ, πάντες κατέχοντες ῥομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον·
ἀνὴρ ῥομφαίαν ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ ἀπὸ θάμβους ἐν νυξίν [3, 7 – 8].
  Οἱ φίλοι ταῦτα λέγουσι δῆθεν πρὸς τὴν παρθένον
676

 τὸ κάλλος ἀφηγούμενοι τῆς Κλίνης τοῦ νυμφίου,


 ὡς μᾶλλον ὑπανάψωσι τὸν πόθον τὸν τῆς νύμφης.
  Σὺ δέ μοι σφόδρα πρόσεχε τῇ τούτων ἐξηγήσει.
 Κλίνη τυγχάνει Σολομῶν ὁ τῶν σωθέντων τόπος,
 ἑξήκοντα δὲ δυνατοὶ περικυκλοῦντες ταύτην
 ὄντως αὐτοὶ πεφύκασιν οἱ πάνυ σεσωμένοι.
 ἑξήκοντα δὲ λέγονται τῷ λόγῳ τῶν Ἀισμάτων

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 2, γρ. 705

 σμύρνης ὀσμὴν ἐκπέμπουσα καὶ θαυμαστοῦ λιβάνου;


 ψυχὴ γὰρ πᾶσα θέλουσα λίβανον τελεσθῆναι,
 ἤγουν τερπνὸν θυμίαμα τῷ βασιλεῖ τῶν ὅλων,
 ἂν μὴ νεκρώσῃ πρότερον πάντα τὰ μέλη ταύτης
 καὶ σμύρνα δῆθεν γένηται Χριστῷ συννεκρωθεῖσα,
 οὐκ ἄλλως γίνεταί ποτε λίβανον τῷ κυρίῳ.
ἰδοὺ ἡ Κλίνη Σολομῶντος, ἑξήκοντα δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς ἀπὸ δυ-
νατῶν Ἰσραήλ, πάντες κατέχοντες ῥομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον·
ἀνὴρ ῥομφαίαν ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ ἀπὸ θάμβους ἐν νυξίν [3, 7 – 8].
  Οἱ φίλοι ταῦτα λέγουσι δῆθεν πρὸς τὴν παρθένον
 τὸ κάλλος ἀφηγούμενοι τῆς Κλίνης τοῦ νυμφίου,
 ὡς μᾶλλον ὑπανάψωσι τὸν πόθον τὸν τῆς νύμφης.
  Σὺ δέ μοι σφόδρα πρόσεχε τῇ τούτων ἐξηγήσει.
 Κλίνη τυγχάνει Σολομῶν ὁ τῶν σωθέντων τόπος,
 ἑξήκοντα δὲ δυνατοὶ περικυκλοῦντες ταύτην
 ὄντως αὐτοὶ πεφύκασιν οἱ πάνυ σεσωμένοι.
 ἑξήκοντα δὲ λέγονται τῷ λόγῳ τῶν Ἀισμάτων
 ὡς δεκαπλασιάσαντες ἐν ἀγαθοεργίαις
 τὴν δεδομένην πρὸς αὐτοὺς ἑξάδα τῶν ταλάντων.
 οἵτινες ὄντες δυνατοὶ τῇ χάριτι τῇ θείᾳ

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 2, γρ. 708

 ἂν μὴ νεκρώσῃ πρότερον πάντα τὰ μέλη ταύτης


 καὶ σμύρνα δῆθεν γένηται Χριστῷ συννεκρωθεῖσα,
 οὐκ ἄλλως γίνεταί ποτε λίβανον τῷ κυρίῳ.
ἰδοὺ ἡ Κλίνη Σολομῶντος, ἑξήκοντα δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς ἀπὸ δυ-
νατῶν Ἰσραήλ, πάντες κατέχοντες ῥομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον·
ἀνὴρ ῥομφαίαν ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐτοῦ ἀπὸ θάμβους ἐν νυξίν [3, 7 – 8].
  Οἱ φίλοι ταῦτα λέγουσι δῆθεν πρὸς τὴν παρθένον
 τὸ κάλλος ἀφηγούμενοι τῆς Κλίνης τοῦ νυμφίου,
 ὡς μᾶλλον ὑπανάψωσι τὸν πόθον τὸν τῆς νύμφης.
677

  Σὺ δέ μοι σφόδρα πρόσεχε τῇ τούτων ἐξηγήσει.


 Κλίνη τυγχάνει Σολομῶν ὁ τῶν σωθέντων τόπος,
 ἑξήκοντα δὲ δυνατοὶ περικυκλοῦντες ταύτην
 ὄντως αὐτοὶ πεφύκασιν οἱ πάνυ σεσωμένοι.
 ἑξήκοντα δὲ λέγονται τῷ λόγῳ τῶν Ἀισμάτων
 ὡς δεκαπλασιάσαντες ἐν ἀγαθοεργίαις
 τὴν δεδομένην πρὸς αὐτοὺς ἑξάδα τῶν ταλάντων.
 οἵτινες ὄντες δυνατοὶ τῇ χάριτι τῇ θείᾳ
 θάμβους ἐνέπλησαν πολλοῦ τὰ στίφη τῶν δαιμόνων  
 τῶν ἐν νυξὶ τὸν πόλεμον ἐχόντων κατ' ἀνθρώπων,
 ὥσπερ ἐκπλήττει τις ἀνὴρ ῥομφαίαν μηρῷ φέρων
 τοὺς μὴ πρὸς πόλεμον καλῶς ἐκδεδοκιμασμένους.

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 9, γρ. 246

 δυσανάδοτος, εὐστόμαχος ὁ στύφων.


 οἶνος δ' ἄριστος κιρρός ἐστι τὴν χρόαν.
  Ὕπνου τὸ χρῆμα χρῆμα τῇ φύσει μέγα·
 πέττει τὰ σῖτα, ζωπυροῖ τὴν γαστέρα,
 κόπους, ὀδύνας καὶ πόνους ἀμαλθύνει,
 ὀρθοῖ λογισμὸν πολλάκις τετραμμένον.
  

Βιβλίον δεύτερον προγνωστικόν

  Νοσημάτων σημεῖα ταῦτ' ὀλεθρίων·


 ὄψις νεκρώδης, ὄμμα κοῖλον δακρύον,
 σφυγμῶν μικρὰ κίνησις ἀντωθουμένη,  
 κλίσις καταρρέουσα τῆς Κλίνης κάτω,
 ὀξεῖα ῥίς, ἄνισος ὄψις ὀμμάτων,
 φεύγειν τὰ λαμπρά, ψηλαφᾶν τοῖς δακτύλοις.
  Εὐσφυξία δὲ καὶ φρενῶν ἑτοιμότης
 τἀναντία τε τῶν διηγορευμένων
 σωτηρίας σημεῖα τῆς τοῦ κειμένου.
  Νοσήματος κίνησις, ἀρρώστου φύσις,
 σφυγμῶν τε γνῶσις ἥ τε τῶν οὔρων κρίσις
 νοσήματός σοι γνωριοῦσι τὸν χρόνον
 καὶ τὴν λύσιν μάλιστα τούτων καὶ κρίσιν.
  Τῶν ἡμερῶν πέφυκεν ἐν νόσῳ κρίσις·

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 9, γρ. 832


678

 ἐνθουσιασμός, συμφορῶν ἀναπλάσεις.


  Δεινὸν πάθος πέφυκεν ὁ πνιγαλίων,
 ὃν ἐφιάλτην ὠνόμασαν οἱ πάλαι,
 ἐφάλλεται γὰρ ἐξ ἀπέπτου γαστέρος
 εἰς τὴν κεφαλὴν οἷα καπνώδης φύσις.
 νυκτὸς δὲ μᾶλλον γίνεταί πως ἡ πάθη.
 καὶ συμπεσόντος ἐξαπίνης τοῦ πάθους
 ναρκῶν ὁ πάσχων δείκνυται νάρκην ξένην·
 νοῶν γὰρ ὡς πέπονθεν, οὐ σθένει λέγειν,
 ἀλλ' οἴεται μὲν καὶ κινεῖσθαι καὶ λέγειν,
 μένει δὲ ναρκῶν τῇ κλίνῃ βεβλημένος·
 δοκεῖ δὲ καὶ βάσταγμα δύσφορον φέρειν,
 φαντάζεται δὲ τοῦτο πολλάκις βλέπειν,
 ὁρᾷ δὲ μηδὲν ὧν δοκεῖ σάφ' εἰδέναι.
 κἂν μή τις ἰάσαιτο τοῦτον φαρμάκῳ,
 δεινῇ πεσεῖται συμφορᾷ νοσημάτων.
  Μελάγχολόν τι πρᾶγμα λυκανθρωπία·
 ἔστι γὰρ αὐτόχρημα μισανθρωπία,
 καὶ γνωριεῖς ἄνθρωπον εἰσπεπτωκότα
 ὁρῶν περιτρέχοντα νυκτὸς τοὺς τάφους,
 ὠχρόν, κατηφῆ, ξηρόν, ἠμελημένον.

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 17, γρ. 204

 ὡς λευκὸν ἐκθέριζε τοῦ βίου στάχυν.


 τί καὶ πρὸ καιροῦ τοὺς ἀώρους ἐκτέμνεις;
 εἰ δ' ἐκθερίζεις ἀλληνάλλως, ὡς θέλεις,
 κἂν ἄρτι με πρόρριζον ἐκκόψας λάβε
 καὶ συγκόμιζε τῇ θυγατρὶ πρὸς τάφον·
 καὶ σωρὸς ἔστω σοῦ βροτοκτόνου θέρους
 μήτηρ ὁμοῦ καὶ τέκνον, ἄβρωτος στάχυς.’
 μήτηρ μὲν οὕτως μητρικῶς κινουμένη
 ἀνωλόλυζεν, ἐστέναζεν ἐκ βάθους,
 πέμπουσα κρουνοὺς αἱμοφύρτων δακρύων
 καὶ τὴν Κλίνην βρέχουσα καὶ τὴν φιλτάτην
 τοῖς φυσικοῖς λούουσα λουτροῖς ἐν τέλει.
  Ὁ σύγγονος δὲ Ῥωμανὸς τῆς κειμένης,
 γερουσίας ἡ δόξα, συγκλήτου κλέος,
 ἀνὴρ τὰ πάντα καὶ φύσει καὶ καρδίᾳ,
 νέος τὸ σῶμα, τὰς φρένας δὲ πρεσβύτης,
 ἐκεῖθεν αὖθις ἀντεδάκρυε πλέον,
 βρυχώμενος μὲν ἐκ βάθους ὥσπερ λέων
679

 καὶ τοῖς στεναγμοῖς ἦχον ἐμποιῶν μέγαν,


 ὡς δ' ἐμπνεούσῃ προσλαλῶν τῇ συγγόνῳ·

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 22, γρ. 33

ᾠδὴ γʹ. Σύ μοι ἰσχύς, κύριε

 Ἀναπεσὼν / ὕπτιος ἐπὶ τῆς Κλίνης σου


 καὶ γυμνώσας / στῆθος καὶ τὸν τράχηλον  
  καὶ τὸν μηρὸν ἄχρι τῆς αἰδοῦς
 πίνεις ἀνενδότως, / ἴσως καὶ πέρδεις, Ἰάκωβε,
  ἐξόδοις τὰς εἰσόδους / ἐκμετρῶν παραχρῆμα
 καὶ σκορπίζων κακῶς ἃ συνήγαγες.
 Κανονικῶς / πίνεις ὁ μέγας Ἰάκωβος,
 οἶνον τάξας / μέλανα καὶ ἄκρατον
  καὶ μετρητὰς ἀκράτου ποτοῦ
 κατὰ τὰς αἰσθήσεις / τὰς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος·
  τὰς δέκα γὰρ βαπτίζεις / ἐν ἑνὶ νυχθημέρῳ

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 22, γρ. 109

 μηδ' ἀμβλύνων αὐτοῦ / δι' ὕδατος τὸν τόνον,


 ἀλλ' ὡς ἐρρύη χρώμενος, / τῶν βοτρύων ἐκθλιβέντων.
 Στέψον τὴν κάραν σου ταῖς δάφναις,
 ἐπενδύθητι / καὶ δέρματα δορκάδων,
 καὶ τοὺς θύρσους κινῶν / τῷ Διονύσῳ κράζε·
 ’εὖ ὕις ἄτ[ις], βρόμιε, / βοτρυοῦχε, ληνοβάτα.’
 Ἅπτουσαν κάμινον τῆς μέθης
 κατεπάτησας / ὡς ἄλλος Ἀζαρίας,
 καὶ ἀγγέλου χωρὶς / οὐδ' ὅλως κατεφλέχθης,
 σβέσας τὴν φλόγα, πάντιμε, / ἀκράτῳ πολυποσίᾳ.
 Δάκρυσι πλύνεις σου τὴν Κλίνην
 καὶ βαπτίσματι / βαπτίζῃ καθ' ἡμέραν·  
 ἡ γαστήρ σου καὶ γὰρ / τὸν οἶνον μὴ χωροῦσα
 δι' ὀχετῶν τοῦ σώματος / ἀποβλύζει τοῦτον, πάτερ.

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 22, γρ. 128

  ἡδύοσμον ὀσφρήσει / καὶ μέλανα τῇ χρόᾳ.


680

 Κλινοπετὴς καὶ πάννυχος / ἐκτελεῖς τὸν κανόνα σου,


 χαίρων τῇ ἀσκήσει τῆς σαρκός, Ἰάκωβε·
 ἀσκοὺς γὰρ προθέμενος / φιάλας τε καὶ κύπελλα,
  πίνεις ὅλην νύκτα καὶ καυχώμενος λέγεις·
  οὐκ ἔμιξα τῷ οἴνῳ / ὥσπερ κάπηλος ὕδωρ,
  οὐ ψῦχον οὐδὲ ζέον, / ἀκράτου τούτου σπῶμαι.
 Ὡς οἰκονόμος πάνσοφος / νουνεχής τε καὶ φρόνιμος
 ἀποθησαυρίζεις μετοπώρῳ πάντοτε
 κεράμια γέμοντα / οἴνου καλοῦ, Ἰάκωβε,
  καὶ κατακλιθεὶς ἐπὶ τῆς Κλίνης εὐθέως
  ἀφροντίδι καρδίᾳ / ἀμερίμνῳ τε βίῳ
  τὸν χρόνον ὅλον πίνεις· / ὢ ξένων θαυμασίων.
 Νέον ἀσκὸν εὐμήχανον / ἀπειργάσω τὸ σῶμά σου,
 τάξας εἰσδοχὰς καὶ ἐκβολάς, Ἰάκωβε·
 καὶ γὰρ εἰσδεχόμενος / πρηγορεῶνι πέμπεις εὐθύς,
  καὶ ἐμπιπλαμένη ἡ γαστήρ σου οὐκ ἔστιν·
  ὡς θάλασσα γάρ, πάτερ, / ποταμοὺς δεχομένη
  ἰσόμετρος τυγχάνει / διὰ μηχανουργίαν.

ᾠδὴ ηʹ. Ἐξέστη ἐπὶ τούτῳ

Μιχαήλ Ψελλός. Ποιήματα Poem 68, γρ. 103

 χοίρους βόσκειν ἀφίκεσο καὶ πρόβατα καὶ βόας,


 ἀλλὰ καθεύδεις γράφων μοι μετὰ πολλοῦ τοῦ θράσους
 καὶ τῆς συνήθους στυγητῆς ἀμαθοῦς ἀπονοίας
 ἰάμβους ὧν οὐδέποτε πεῖραν ἔσχηκας ὅλως;
  Ἄπελθε, κλαῦσον, ἄθλιε, νῦν σου τὴν ἀμουσίαν
 ἥν τε κακῶς ἐπλούτησας μεγάλην ἀγνωσίαν·
 ἄπελθε, στέναξον πικρῶς καὶ τύψον εἰς τὸ στῆθος
 καὶ μετανόησον θερμῶς ἐξ ὅλης τῆς καρδίας.
 οἶνον ἐχρῶ καρηβαρῶν ὅτ' ἦν καιρὸς μελέτης·
 βίβλοι γάρ σε παρέδραμον ὧν ἀριθμὸς οὐκ ἔστιν,  
 καὶ σὺ δ' ἐκτάδην ἔκεισο ῥέγχων ἐπὶ τῆς Κλίνης
 καὶ φανταζόμενος οὐδὲν ἡμέραν τε καὶ νύκτα.
 οἱ γὰρ βουλόμενοι αὐτοὶ καὶ στίχους ἐπιστέλλειν,
 καὶ τότε πρὸς τοὺς ἔχοντας κειμένους τούσδ' ἐκτάδην,
 προσήκει τούτους εὐφυῆ πρὸ πάντων φύσιν ἔχειν,
 ἔπειτα μέντοι καὶ φωνὰς καὶ γλώσσας καὶ τὰς λέξεις
 εἰδέναι τῆς γραμματικῆς (πέντε γάρ εἰσιν αὗται,
 Ἰωνική, Δωρίς, Ἀτθίς, Αἰολικὴ κοινή τε),
681

 μαθεῖν δὲ καὶ τὴν δύναμιν τῶν λεγομένων χρόνων,


 παρῳχηκότος, μέλλοντος, ἐνεστῶτος, ὁμοῦ τε
 τῶν ὀνομάτων ἀκριβῶς

Μιχαήλ Ψελλός. Encomium in matrem (2702: 016)


“Michele Psello. Autobiografia: encomio per la madre.”, Ed. Criscuolo,
[Link]: d'Auria, [Link] 592

συμπράττουσα τὴν παίδευσιν καὶ συμπνέουσα, ὁπότε με ἀνέ-


κρινες τοῦ διδασκαλείου ἐπαναστρέψαντα τίνα μὲν παρὰ τῶν
παιδευτῶν εἴληφα, τίνα δὲ ἢ συνήνεγκα τοῖς συνομιληταῖς ἢ
παρ' ἐκείνων ἐμπεπόρευμαι· εἶτα δὴ καὶ συμβιβάζουσά με
πρὸς τὴν μνήμην ὦν ἐμεμαθήκειν, προσεποιοῦ ἡδέως ἀκούειν
εἴ τι περὶ ὀρθογραφίας λέγοιμι, εἴ τι περὶ ποιήσεως καὶ πόθεν
ἕκαστον παρῆκται καὶ πῶς ἥρμοσται, τίς τε ἡ ἐν αὐτοῖς
κοινωνία καὶ τί παρὰ ταῦτα τὸ διαλλάττον.
 Οἶδά σου κἀκεῖνο, καὶ μάλα τεθαύμακα, ὁπηνίκα μοι
μέσων νυκτῶν συνηγρύπνεις ἀναγινώσκοντι ἐπὶ τῆς αὐτῆς
Κλίνης καθεύδουσα καὶ ‘μένος’ μοι ‘καὶ θάρσος’ ἐμπνέουσα
μᾶλλον ἢ τῷ Διομήδει ἡ Ἀθηνᾶ, καὶ οὐδὲ τοῦτο ἠγνόησα,
ὁπηνίκα ἐγὼ μὲν τὸν αὐτὸν πολλάκις ἀνελάμβανον
λόγον ἢ ἔμμονον ποιῶν τῇ ψυχῇ ἢ θηρώμενος εἴ τι τούτου
δυσθήρατον. σὺ δὲ ὡς ἀγωνιῶντι περὶ τὸ πάλαισμα,
ἐτεκμαίρου δὲ τῇ ἀναδιπλώσει τοῦ ἔπους, συμπαρίστασο καθα-
περεὶ καὶ συνήσπιζες, τὼ χεῖρε πρὸς Θεὸν αἴρουσα καὶ  
’πὺξ’ τῇ χειρὶ τὸ στῆθος ‘πατάσσουσα’ – τοῦτο δὴ τὸ σὸν ἐν
ταῖς προσευχαῖς – καὶ ἄνωθέν μοι τὴν τοῦ ἀμφιβόλου ἐπι-
σπωμένη διάγνωσιν.

Μιχαήλ Ψελλός. Encomium in matrem Line 976

παρ' ἐλπίδας. καὶ οὐκ ἀναβάλλεται τὸν καιρόν, ἀλλ' εὐθὺς τὰ


πρωτόλεια τῆς μεταθέσεως θύει τῷ Κρείττονι καὶ μεταμφιέν-
νυται τὴν στολὴν καὶ κείρει τὰς τρίχας καὶ τριβωνοφορεῖ ἔτι
ἀκμαίαν τὴν ὥραν ἔχουσα, οὔπω ἀποβεβληκυῖα τὸ ἄνθος, ἔτι  
’φύλλοις κομῶσα’, οὔπω ῥυσοῦν τὸ πέταλον ἔχουσα, ἔτι ‘τὸν
κλάδον ἁπαλὸν’ φύουσα, ἔτι ‘ὀπώρας βλαστάνουσα’. συνῄνει
δὲ τοῖς λεγομένοις καὶ ὁ πατὴρ καὶ οὕτω δὴ ἐπὶ τὰς ταφὰς
τὴν ἀδελφὴν ἐκκομίζουσιν ἔτι καταλαμπομένην τῷ κάλλει, ἔτι
682

τὴν φαιδρὰν χάριν τοῦ προσώπου προφαίνουσαν.


 Ἔφασαν οὖν ὡς ἐπειδὴ τὰς τῶν τριχῶν αὐτῆς
κατέξαναν ἕλικας καὶ τῶν ἐσχάτων τῆς Κλίνης οἱ τὸν νεκρὸν
κοσμήσαντες ἀπῃώρησαν – ἦν γὰρ ἄλλως ἐκείνη τὴν κόμην
χρυσῆ καὶ πολύχους – καὶ ἡ ἐκφορὰ ‘μετέωρος ἦν’ καὶ τοῖς
ἐκ τριωρόφων καταφανής, οὐκ ἔστιν ὅστις πρὸς ἐκείνην μετα-
στρέψας τὸν ὀφθαλμόν, ἢ οὐκ ἀποβεβήκει τοῦ ἵππου ἢ οὐ
καταβεβήκει τοῦ τριωρόφου· πάντες γοῦν καὶ πᾶσαι
συνείποντο καὶ τῆς θρηνῳδίας μετεῖχον κοινῇ. τοιαύτη τῇ
μητρὶ ἡ πρὸς τὸν κρείττονα βίον μετάθεσις, αὕτη ἐκείνῃ ‘τοῦ
μοναδικοῦ βίου’ ἡ πρόφασις, τοῦτο τὸ πάθος πρὸς τὴν ἀπαθῆ
ζωὴν ἐκείνην μετήνεγκεν, οὗτος ὁ θάνατος ‘ἀθανασίας’

Μιχαήλ Ψελλός. Encomium in matrem Line 1575

πρεσβύται καὶ νέοι, γένος καὶ ἡλικία διάφορος, σὺν προθυμίᾳ


μιᾷ παντὸς αὐτῆς μέρους καθήπτοντο. οἱ μὲν ‘τὰς χεῖρας
ἐτίθουν’, οἱ δὲ τὸ πρόσωπον, οἱ δ' ἄλλο τι μέρος τοῦ σώμα-
τος· τελευτῶν δέ, καὶ τὸ ῥάκος αὐτὸ περιέσπασαν, ᾧ ἐκείνην
κεκαλυμμένην ᾔδεισαν, ἐπιμεριζόμενοι ἑαυτοῖς οὐκ ἐξ
ἰσονομίας, ἀλλ' ἕκαστος ἐτυράννει περὶ τοῦ πλείονος· καὶ
εἶχεν ἐνταῦθα φιλοτιμίαν ἡ τυραννίς.
 Ἐπὶ τούτοις ἦκε καὶ ὁ μέγας ἐκείνης πατὴρ καὶ τὸ εἰκὸς
ἀποδούς, εἶτα δὴ καὶ περιβλεψάμενος πάντας, τοὺς μὲν ἄλ-
λους ἀφῆκε, τὴν δὲ μητέρα τῆς κειμένης ἰδὼν αὐτοῦ που
παρὰ τὴν Κλίνην ἑστῶσαν – ἔτι γὰρ περιῆν – ,
ἐπαρρησιάσατο τὴν φωνὴν ‘εἰς ἐπήκοον’ εἰρηκώς· «ἀλλὰ σύ,
γύναι, ἴσθι ὅτι μάρτυρος ἅμα καὶ ὁσίας μήτηρ καθέστηκας.
ἐγὼ δὲ ἄμφω καὶ σύνοιδα καὶ τῇ σῇ προσμαρτυρῶ θυγατρί».
ὁ μὲν οὖν ταῦτα εἰρήκει, ἐκίνησε δὲ ὁ λόγος τὸν σύλλογον καὶ
εἰ μή τινες ἀντερείδοντες τοῖς εἰσιοῦσι κατέθεντο τῇ γῇ τὸν  
νεκρόν, οὐδὲ εἰς τρίτην ἂν ἡμέραν ἡ συρρεύσασα διεσκεδάσθη
πληθύς.

Μιχαήλ Ψελλός. In Mariam Sclerenam (2702: 017)


“Michaelis Pselli In Mariam Sclerenam”, Ed. Spadaro, M.D.
Catavia: Università di Catavia, [Link] 204

ὡς λευκὸν ἐκθέριζε τοῦ βίου στάχυν.


τί καὶ πρὸ καιροῦ τοὺς ἀώρους ἐκτέμνεις;  
εἰ δ' ἐκθερίζεις ἀλληνάλλως, ὡς θέλεις,
683

κἂν ἄρτι με πρόρριζον ἐκκόψας λάβε


καὶ συγκόμιζε τῇ θυγατρὶ πρὸς τάφον
καὶ σωρὸς ἔστω σου βροτοκτόνου θέρους
μήτηρ ὁμοῦ καὶ τέκνον, ἄμβροτος στάχυς.»
 Μήτηρ μὲν οὕτω μητρικῶς κινουμένη
ἀνωλόλυζεν, ἐστέναζεν ἐκ βάθους,
πέμπουσα κρουνοὺς αἱμοφύρτων δακρύων
καὶ τὴν Κλίνην βρέχουσα καὶ τὴν φιλτάτην
τοῖς φυσικοῖς λούουσα λουτροῖς ἐν τέλει.
ὁ σύγγονος δὲ Ῥωμανὸς τῆς κειμένης,
γερουσίας ἡ δόξα, συγκλήτου κλέος,
ἀνὴρ τὰ πάντα καὶ φύσει καὶ καρδίᾳ,
νέος τὸ σῶμα, τὰς φρένας δὲ πρεσβύτης,
ἐκεῖθεν αὖθις ἀντεδάκρυε πλέον,
βρυχώμενος μὲν ἐκ βάθους ὥσπερ λέων
καὶ τοῖς στεναγμοῖς ἦχον ἐμποιῶν μέγαν,
ὡς δ' ἐμπνεούσῃ προσλαλῶν τῇ κειμένῃ·

Άννα Κομνηνή Αλεξιάς. (2703: 001)“Anna Comnène. Alexiade, 3 vols.”,


Ed. Leib, [Link]: Les Belles Lettres, 1:1937; 2:1943; 3:1945, Repr. 1–
2:[Link] 1, Ch. 8, se. 2, γρ. 4

ὁ τραυλός;» Οὑτωσὶ καὶ τοῖς ῥήμασιν εἰς τὸν μέγαν δομές-


τικον ἀποσκώπτων. Ἦν γὰρ τἄλλα μὲν οὗτος ὁ ἐμὸς
πατὴρ Ἀλέξιος εὔστομος καὶ οὐδεὶς οὕτω ῥήτωρ ἦν αὐτο-
φυὴς ἔν τε ἐνθυμήμασι καὶ ἐπιχειρήμασι, μόνον δὲ κατὰ
τὸν φθόγγον τοῦ ῥῶ ὡς ὑπωλίσθαινέ τε μετρίως καὶ ἀσυμ-
φανῶς διώκλα ἡ γλῶττα, καίτοι κατὰ τἄλλα στοιχεῖα τὸν
ῥοῦν ἀκάθεκτον ἔχουσα.
         Ἀλλ' ὁ μὲν οὕτως ὀνειδίζων
ἐβόα καὶ διηρευνᾶτο καὶ ἀνέτρεπε πάντα καὶ κιβώτια καὶ  
σκίμποδας καὶ σκεύη καὶ αὐτὴν δὴ τὴν τοὐμοῦ πατρὸς
Κλίνην, μή πως ὁ στρατηγὸς ἔν τινι τούτων κέκρυπτο. Καὶ
θαμὰ πρός τε τὸν μοναχὸν οὕτω καλούμενον Ἰωαννίκιον
ἐνέβλεπε· καὶ γὰρ διὰ σπουδῆς ἐπεποίητο ἡ μήτηρ ἐν
ἁπάσαις ταῖς αὐτοῦ ἐκστρατείαις ὁμόσκηνον ἔχειν τῶν
τιμιωτέρων τινὰ μοναχόν, καὶ ὁ εὔνους οὗτος υἱὸς ὑπεῖκε
τῷ μητρικῷ θελήματι οὐ τὰ ἐν βρέφει μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐς
μείρακας παραγγείλας καὶ μέχρις ἂν γυναικὶ συνηρμόσθη.
Καὶ τὰ τῆς σκηνῆς ἅπαντα ὁ Βασιλάκιος διηρευνᾶτο καί,
τοῦτο δὴ τὸ τοῦ Ἀριστοφάνους, ἐρεβοδιφῶν οὐκ ἀνίει πυν-
684

θανόμενος ἅμα καὶ τὸν Ἰωαννίκιον περὶ τοῦ δομεστίκου.


Τοῦ δὲ πρὸ ὥρας ἐξιέναι ξὺν παντὶ τῷ στρατεύματι

Άννα Κομνηνή Αλεξιάς. Book 8, Ch. 8, se. 1, γρ. 5

μὲν αὐθαιρέτως ἕπεται, ἐκεῖνον μὲν ἐκεῖθεν μετ' εἰρήνης


προπέμψαι, αὐτὸν δὲ τὴν φρουρὰν τῆς χώρας ἀναδέξασθαι,
μέχρις ἂν ἐκεῖνος αὖθις ἐπανέλθοι· εἰ δὲ ἀντιτείνει καὶ μὴ
πείθεται, μεταπέμψασθαι τοὺς ὑπερέχοντας τῶν Δυρρα-
χιτῶν καὶ τὴν ἑτέραν ὑπαναγνῶναι γραφὴν ἐφ' ᾧ συνά-
ρασθαι αὐτῷ ἐπὶ τὸ τὸν Ἰωάννην κατασχεῖν.
Ταῦτα ἐνωτισθεὶς Ἰσαάκιος ὁ σεβαστοκράτωρ ἐν
Κωνσταντινουπόλει διατρίβων σπουδαίως ἐξῄει καὶ ἐπὶ
δυσὶ νυχθημέροις καταλαμβάνει τὴν Φιλιππούπολιν.
Ὑπνώττοντος δὲ τοῦ βασιλέως εἴσω τῆς βασιλικῆς σκηνῆς
ἀψοφητὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν ἑτέραν Κλίνην τοῦ ἀδελφοῦ καὶ
βασιλέως κατακλιθεὶς καὶ αὐτὸς ὕπνωττε τοὺς κατευνά-
ζοντας τὸν αὐτοκράτορα διὰ τῆς χειρὸς ἡσυχάζειν ἐπιτά-
ξας. Ὡς γοῦν ὁ βασιλεὺς τοῦ ὕπνου ἀνέθορε καὶ τὸν
ἀδελφὸν παρ' ἐλπίδας ἐθεάσατο, ἡσυχάζων τέως ἦν καὶ
τοὺς παρατυχόντας αὐτὸ τοῦτο ποιεῖν καὶ αὐτὸς ἐκέλευεν.
Ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ σεβαστοκράτωρ ἔξυπνος γενόμενος τὸν
ἀδελφὸν καὶ βασιλέα γρηγοροῦντα ἐθεάσατο κἀκεῖνος ἐνι-
δὼν αὐτόν, προσελθόντες ἀμφότεροι ἀλλήλους κατησπά-
ζοντο. Εἶτα ὁ μὲν βασιλεὺς ἐπυνθάνετο, τί ποτε ἄρα καὶ
βούλοιτο καὶ τίς ἡ αἰτία τῆς αὐτοῦ ἐλεύσεως.

Άννα Κομνηνή Αλεξιάς. Book 13, Ch. 1, se. 7, γρ. 6

οντα, τῇ δέ γε Αὐγούστῃ τὴν πρὸς τὸ Βυζάντιον. Ἅπερ


καὶ ὁ νόμος τιμωρίαις βαρυτάταις κολάζει, αὐτὰ μὲν ἀνα-
λίσκων πυρί, τοὺς δὲ ταῦτα τολμῶντας ποιναῖς καθυποβάλ-
λων παλαμναιοτάταις. Ἀστοχοῦντες γὰρ τοῦ σκοποῦ εἰς
τὴν τῶν φαμούσων φλυαρίαν κατέπιπτον.
         Μετὰ γὰρ
τὸ ἀριστῆσαι τὸν αὐτοκράτορα τῶν πολλῶν ὑποχωρησάντων,
μόνου δὲ τῷ τότε τυχόντος τοῦ τε Ῥωμανοῦ τοῦ ἐκ Μανι-
χαίων καὶ Βασιλείου ἐκτομίου τοῦ Ψύλλου καὶ Θεοδώρου
τοῦ ἀδελφοῦ Ἀαρών, εὑρέθη αὖθις φάμουσον ὑπερριμμένον
τῇ τοῦ βασιλέως κλίνῃ πολλὴν τὴν κατὰ τῆς βασιλίδος
περιέχον καταδρομήν, ὅτου χάριν συνέπεται τῷ βασιλεῖ
685

καὶ μὴ τάχιον πρὸς τὴν βασιλεύουσαν ἐπαναστρέφοι. Τοῦτο


γὰρ ἦν αὐτοῖς τὸ σκοπούμενον, ἄδειαν πᾶσαν ἐσχηκέναι.
Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ γνοὺς τὸν ῥίψαντα καὶ θυμοῦ πλησθεὶς
ἔφη· «Τοῦτο ἐγὼ ἢ σύ», πρὸς τὴν βασιλίδα ἀπονεύσας,
»ἤ τις τῶν παρόντων ἔρριψε». Κάτωθεν δὲ οὕτως ἐπε-
γέγραπτο· «Ταῦτα ὁ μοναχὸς ἐγὼ γράφω· ὃν σύ, βασιλεῦ,
τὸ παρὸν οὐ γινώσκεις, ὄψει δέ με ἐν ὀνείροις».

Άννα Κομνηνή Αλεξιάς. Book 13, Ch. 9, se. 4, γρ. 14

ἀφ' ὑμῶν πληροφορίαν λαβεῖν εἰς τὸ παντελὲς μὴ ἀτίμως


ὑποδεχθῆναι παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος, ἀλλὰ πρὸ ἓξ σταδίων
τοὺς γνησιωτάτους τῶν καθ' αἷμα προσῳκειωμένων αὐτῷ
τὴν ἐμὴν ποιήσασθαι προϋπάντησιν, περὶ δὲ τὴν βασιλικὴν
σκηνὴν πελάσαντα, ἅμα τῷ τὰς πύλας εἰσιέναι, καὶ αὐτὸν
τῆς βασιλικῆς ἐξαναστάντα περιωπῆς ἐντίμως με ὑποδέ-
ξασθαι καὶ μηδ' ἡντιναοῦν ἀναφορὰν τῶν προγεγονυιῶν
συμφωνιῶν γεγονέναι μοι ἢ ὅλως εἰς κρίσιν ἀγαγέσθαι με,
ἀλλ' ἐλεύθερον ἄδειαν σχόντα κατὰ τὸ ἐμοὶ βουλητὸν εἰπεῖν
ὁπόσα καὶ βούλομαι. Πρὸς δὲ τούτοις καὶ τὸν βασιλέα τῆς
ἐμῆς κρατῆσαι χειρὸς καὶ πρὸς τῇ κεφαλῇ τῆς Κλίνης
αὐτοῦ παραστῆσαί με, καὶ μετὰ δύο χλαμύδων τὴν εἴσοδον
ποιησάμενον μηδ' ὅλως εἰς προσκύνησιν κάμψαι γόνυ ἢ
τράχηλον τῷ αὐτοκράτορι.»

Άννα Κομνηνή Αλεξιάς. Book 15, Ch. 1, se. 1, γρ. 20

συναρράξαι πόλεμον. Κεῖθι γὰρ τὸ σουλτανίκιον τῷ


Κλιτζιασθλὰν ἀπομεμέριστο. Δυνάμεις τοίνυν ἐξ ἀλλο-
δαπῶν καὶ μισθοφορικὸν μετεκαλεῖτο πολὺ καὶ τὸ ἴδιον
στράτευμα πανταχόθεν μετεπέμπετο. Κατ' ἀλλήλων οὖν
ἀμφοτέρων τῶν στρατηγῶν τὴν μελέτην ποιουμένων ἐν τῷ
μεταξὺ τὸ σύνηθες ἄλγημα τῶν ποδῶν συνέβη τῷ αὐτοκρά-
τορι. Καὶ δυνάμεις ἁπανταχόθεν μὲν συνέρρεον, ἀλλὰ κατὰ
στράγγα καὶ οὐκ ἀθρόον διὰ τὸ πόρρω που τὰς σφῶν εἶναι
πατρίδας· ἡ δέ γε ὀδύνη ἀπεῖργε τοῦτον οὐ τοῦ προκει-
μένου μόνον ἅψασθαι σκοποῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ βαδίζειν
ἁπλῶς. Καὶ κλινήρης ὢν ἤχθετο οὐ τοσοῦτον διὰ τὴν τῶν
ποδῶν περιωδυνίαν ὁπόσον διὰ τὴν ἀναβολὴν τοῦ κατὰ τῶν
βαρβάρων ἔργου. Οὐκ ἐλάνθανε ταῦτα τὸν βάρβαρον
Κλιτζιασθλάν· ἔνθεν τοι καὶ ἀμεριμνήσας τὸ παρὸν τὴν
686

Ἀσίαν ἅπασαν ἐλῄζετο ἑπτάκις κατὰ τῶν Χριστιανῶν  


ἐκδρομὰς ποιησάμενος.

Άννα Κομνηνή Αλεξιάς. Book 15, Ch. 1, se. 2, γρ. 15

ἐπαλλήλους τοὺς παροξυσμοὺς ἐδίδου. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ


πάθος πρόσχημα ἐδόκει τοῖς περὶ τὸν Κλιτζιασθλὰν νοσή-
ματος, οὐ μέντοι νόσημα, ἀλλ' ὄκνος καὶ ῥᾳθυμία ἔξωθεν
περιβεβλημένη τὴν ποδαλγίαν. Κἀντεῦθεν πολλὰ πολλάκις
ἀπέσκωπτον κἀν ταῖς μέθαις κἀν τοῖς πότοις· καθάπερ
αὐτοφυεῖς ῥήτορες ἠθοποιίας τῆς τῶν ποδῶν ὀδύνης τοῦ
αὐτοκράτορος οἱ βάρβαροι ἐποιοῦντο, καὶ κωμῳδίας ἐγίνετο
πρόφασις ἡ τῶν ποδῶν ἀλγηδών. Πρόσωπα γὰρ ἰατρῶν τε
καὶ τῶν περὶ τὸν αὐτοκράτορα διαπονουμένων ὑπεκρίνοντο
καὶ αὐτὸν δῆτα τὸν βασιλέα εἰς τὸ μέσον παράγοντες καὶ
ἀναθέμενοι ἐπὶ Κλίνης προσπαίζειν ᾤοντο. Καὶ ἐπὶ ταύταις
ταῖς παιδιαῖς γέλως τοῖς βαρβάροις ἐπῆρτο πολύς.
         Οὐ μὴν ἐλάνθανε ταῦτα τὸν αὐτοκράτορα, κἀντεῦθεν ἠρεθί-
ζετο πρὸς τὴν κατ' αὐτῶν μάχην μᾶλλον παφλάζων τὰ
τοῦ θυμοῦ. Οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ καὶ κουφισθεὶς τῆς ὀδύνης
τῆς προκειμένης ὁδοιπορίας εἴχετο. Τήν τε Δάμαλιν
διαπεράσας, καὶ τὸν ἀναμεταξὺ Κιβωτοῦ καὶ Αἰγιαλῶν
διαπλῳσάμενος πορθμόν, καὶ τὴν Κιβωτὸν καταλαβὼν ἐκεῖ-
θεν εἰς τὸ Λοπάδιον ἄπεισι, τὴν τῶν ταγμάτων ἐκδεχόμενος
ἄφιξιν καὶ ὁπόσον μισθοφορικὸν μετεπέμπετο.

Άννα Κομνηνή Αλεξιάς. Book 15, Ch. 11, se. 8, γρ. 8

εἰς τὰς κοιλότητας τῶν ἀρτηριῶν ἐνθεμένου καὶ ἐπιτείναν-


τος τὴν διάθεσιν.
         Ἐντεῦθεν οὐδὲ σχῆμα κατακλίσεως
εὐπετῶς ἦν ἐφευρεῖν παντάπασιν αὐτῷ, τῆς νόσου ἐπακ-
μαζούσης. Ἀλλὰ γὰρ διανυκτερεύων ἦν ὁ βασιλεὺς ἐξ
ἑσπέρας εἰς ὄρθρον ἄυπνος, μήτε τροφῆς ἐλευθέρας μετα-
λαμβάνων μήτ' ἄλλου τινὸς τῶν εἰς σωτηρίαν ἀποβλεπόν-
των. Πολλάκις γοῦν ἐγώ, μᾶλλον συνεχῶς καὶ τὴν μητέρα
τεθέαμαι διανυκτερεύουσάν τε τῷ βασιλεῖ καὶ κατόπιν τού-
του ἐπὶ τῆς Κλίνης καὶ ὑπανέχουσαν τοῦτον ταῖς χερσὶ
καὶ παραμυθουμένην τρόπον τινὰ τὴν ἀναπνοήν. Ἐχεῖτο  
μέντοι αὐτῆς τῶν ὀμμάτων τὸ δάκρυον καὶ ὑπὲρ τὰ Νειλῷα
687

ῥεύματα. Ὁπόσην τε τὴν περὶ αὐτὸν δι' ὅλης ἡμέρας τε


καὶ νυκτὸς σπουδὴν ἐπεποίητο, καὶ τὸν μόχθον ὅσον ἐνε-
δείκνυτο διαπονουμένη περὶ τὴν αὐτοῦ θεραπείαν καὶ κλίσεις
καὶ μετακλίσεις καὶ στρωμάτων παντοίας μηχανωμένη
θέσεις, οὐκ ἔστιν ἐρεῖν. Ἀλλ' οὐκ ἦν οὐδενὶ τὸ παράπαν
ῥᾳστώνης μετασχεῖν· παρείπετο γὰρ οἷον ἀγχόνη τῷ αὐτο-
κράτορι, μᾶλλον καὶ συνείπετο καὶ οὐκ ἀνίει συμπνίγουσα.

Άννα Κομνηνή Αλεξιάς. Book 15, Ch. 11, se. 16, γρ. 14

νος ἐμαυ⟦τῆς γενομένης⟧ .... ἐμεμήνειν γὰρ καὶ οὐκ


εἶχον ὅ τι ⟦καὶ γένω⟧μαι καὶ πῆ τράπωμαι, ὁρῶσα τήν
τε ⟦βασιλ⟧ίδα εἰς τὸν πόντον ἐμβεβλημένην τῶν συμ-
φορῶν καὶ τὸν αὐτοκράτορα ταῖς συνεχέσι λειπο⟦θυμίαις⟧
εἰς τοὔσχατον τῆς ζωῆς ἐλαυνόμενον. Ἀλλὰ καὶ ⟦πάλιν
ἔχων⟧ ἐκεῖνος ἀνενέγκαι τῆς δευτέρας λειποθυμίας
ὕ⟦δατος⟧ αὐτῷ ἐπιρρανθέντος ψυχροῦ καὶ τοῦ τῶν ῥόδων
σταλάγματος παρὰ τῆς φιλτάτης ἐμῆς ἀδελφῆς Μαρίας
τὰ αὐτὰ περὶ τῶν αὐτῶν ἐπέσκηπτε τῇ βασιλίδι. Καὶ
πάλιν εἰς τρίτην λειποθυμίαν ἐνέπιπτεν .... καὶ
μετάστασις ἔδοξε τῇ βασιλικῇ κλίνῃ ...... τῶν ἀμφὶ
τὸ σῶμα ἐκείνου πονούντων καὶ με.... καὶ μετεστή-
σαμεν τὸν αὐτοκράτορα κλινοπετῆ ⟦εἴς τι⟧ μέρος ἕτερον
τοῦ πεντορόφου οἰκήματος, εἴ πού γε ⟦ἔχ⟧οι ἐλευθεριώτε-
ρον ἀναπνεύσαντα ἀέρα τῆς λειποθυμίας ἀνενεγκεῖν. Ἀπέ-
βλεπε γὰρ τὸ μέρος ἐκεῖνο πρὸς βορρᾶν καὶ οἰκήματα
οὐδαμοῦ ἦσαν ἐπι...θοῦντα ταῖς θύραις.

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 112, γρ. 7

Εὐθυμίῳ Σάρδης

 Δὶς ἄρτι ἐπιστέλλω τῇ μακαριότητί σου. ἀλλὰ φεῦ τῆς ἐμῆς ἁμαρ-
τίας· ἐν δάκρυσι γὰρ ὁ λόγος, ὅτι δυὰς τῶν πρὶν ἐπιστοληφόρων
ἀφικομένη πρὸς τὴν ἐξορίαν σου ὑποβρύχιος γέγονεν, ὅ μου συν-
έτριψεν οὐ μετρίως τὴν ταπεινὴν ψυχήν. ὅμως ἐπειδὴ υἱοὶ ὑπακοῆς
καὶ τοιαύτης διακονίας ἀπόστολοι, καὶ τρίτον ὅτι εἷς μόνος θάνατος
688

οἴκτιστος, ὁ τῆς ἁμαρτίας, κἂν ἐπὶ Κλίνης φθάσοι, ἤνεγκα εὐχα-


ρίστως, ἀφέμενος τὸ λυπηρόν.
 Τοίνυν καὶ ἐν τοῖς πρώτοις γράμμασι τὸν ὀφείλοντα μακαρισμὸν
ἀνῆψα τῇ θεοφιλίᾳ σου· καὶ γάρ ἐστιν ἀξία μακαρίζεσθαι, πρόκριτα
πάντων ἀγωνισαμένην καὶ παρρησιασμαμένην ἐν ἱεράρχαις, καὶ ταῦτα
μηδὲ τὸν καιρὸν τοῦ θαρρεῖν ἔχουσα διὰ τὴν σχολὴν τοῦ θρόνου.
ὅμως ἐν τῷ τῆς ἀληθείας κράτει τὸν θρόνον ἔχων τοὺς ὑποθρόνους
σχεδὸν πάντας ὑπερῆρας, ὁμολογίας στέφανον ἀπενεγκάμενος. τὰ
αὐτὰ καὶ νῦν σου τῇ ἱερᾷ κορυφῇ προσφθέγγομαι, στέφων οὐ χρυ-
σοκολλήτῳ διαδήματι (ἐπεὶ μηδὲ κατὰ σάρκα τὸ νῖκος),

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 170, γρ. 32

πλανώμενοι. οἷοί εἰσιν οἱ νῦν αἱρετίζοντες καὶ τὸν Χριστὸν διὰ τῆς
ἁγίας αὐτοῦ εἰκόνος σὺν τῆς αὐτοῦ ἁγίας μητρὸς καὶ πάντων ὁμοῦ
τῶν ἁγίων διώκοντες καὶ ἐξουδενώσει ἐξουδενοῦντες ἐν πάσαις πό-
λεσι καὶ χώραις, αὕτη γὰρ εἰκόνος φύσις, μίμημα εἶναι τοῦ ἀρχετύ-
που καὶ οὗ λέγεται, φησὶν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος· καὶ αὖθις ὁ Μέγας
Βασίλειος, ἡ γὰρ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει.
καὶ οὔπω καιρὸς μακρηγορεῖν διὰ τὸ καὶ τὴν ὑμετέραν ἐμμέλειαν
ἱκανῶς πεπειρᾶσθαι τὰ τῆς ἀληθείας καὶ τὸ τῆς ἐπιστολῆς μέτρον
ὑπερβεβηκέναι.  
 Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, πατέρες ἅγιοι, κατέχειν τὴν ὁμολογίαν τῆς
πίστεως ἀκλινῆ μέχρι τέλους μηδ' ὅλως τι ὑποχαυνῶσαι ἐκ τῆς
ὑποσκελίσεως τῶν φρεναπατηθέντων ψευδαδέλφων· ἠπάτηνται γὰρ
λίαν, κοινωνήσαντες κατὰ τοῦ Χριστοῦ. ἀλλ' εὔχεσθε καὶ ἡμᾶς τοὺς
ἁμαρτωλοὺς τελειῶσαι τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα ἐν Χριστῷ, τῷ
περιζωννύντι καὶ τοὺς ἀσθενεῖς δύναμιν.

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 206, γρ. 16

τιμῆς καὶ χάριτος. καὶ τοῦτο ψυχῆς ἀγαθῆς, ἀγαθοποιεῖν πρὸς πάν-
τας, καὶ μάλιστα πρὸς τοὺς οἰκείους καὶ ἀγχιστεύοντας. λέγει δὲ ὁ
ἀδελφὸς καὶ μὴ χραίνεσθαί σε τῇ μυσαρᾷ αἱρέσει τῶν χριστομάχων.
καί γε πάλιν μέγας σοι ὁ ἔπαινος ἐντεῦθεν, πιστὰ φυλαττούσῃ τῷ
δεσπότῃ σου Χριστῷ, καθάπερ καὶ τῷ μακαρίῳ σου ὁμόζυγι. ἀλλ'
ὤ, πῶς ἦλθον εἰς μνήμην τοῦ ἀνδρός; κἂν γὰρ τῇ τιμιότητί σου
ἀγνώριστος, ἀλλ' οὐκ ἐκείνῳ τῷ ἀειμνήστῳ· ἐφίλουν γὰρ αὐτὸν πάνυ
διὰ τὴν ἐν ἅπασιν εὐσέβειαν αὐτοῦ καὶ θεοφοβίαν, πείθομαι δὲ ὅτι
καὶ ἀντεφιλούμην. γέγονε δὲ ὡς γέγονε, καὶ θεὸς αὐτὸν ἀναπαύσειεν·
οὐ γὰρ τὸ θανεῖν ἐν πολέμῳ ἁπλῶς κακόν, ἀλλὰ τὸ ἐν ἁμαρτίᾳ, οὗ
689

δ' ἂν φθασθείη τις κἂν ἐπὶ Κλίνης.


 Λοιπὸν εὔθυμος ἔσο, κυρία, περὶ τῆς σῆς κεφαλῆς, ὃν ὄψῃ μικρὸν
ὕστερον, ἐλπίζω, ἐν χαρᾷ, ὅτε τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι ἀναστήσονται  
πάντες εἰς ἄμειψιν τῶν βεβιωμένων. ἴδε πῶς ἀρξάμενος ἑτέρως ἐτε-
λείωσα· εὑρέθη γάρ μοι τὸ γράμμα κατὰ χρέος τῇ τοῦ ἐμοῦ κυρίου
καὶ γνησίου φίλου ὁμόζυγι πεποιημένον. χαρισθείης μοι εὐσεβῶς
διαβιοῦσα.

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 230, γρ. 42

στομάχοις γέγονεν καί, τό γε ἐλεεινότερον, ὅτι καὶ ἀναλγήτως ἔχει,


ὡς πυνθάνομαι, ἐπὶ τῇ ἀσεβείᾳ, μηδὲ ῥῆμα πρόεσθαι εὐχῆς συγχωρη-
τικῆς πρὸς τοῦτο εἰς θεὸν βουλόμενος. οὐ θαυμάζεις, ὦ ἄνθρωπε τοῦ
θεοῦ; οὐ πεπλήρωται τὸ προφητικόν, ὅτι ἱερεὺς καὶ προφήτης ἅμα
ἐξέστησαν; τίς δῴη τῇ κεφαλῇ μου ὕδωρ καὶ τοῖς βλεφάροις μου  
πηγὴν δακρύων καὶ κλαύσομαι ἐπὶ τῷ τηλικούτῳ συντρίμματι; οἱ
τίμιοι καὶ ἰσόχρυσοι ἐγενήθησαν ὡς ἀγγεῖα ὀστράκινα.
 Ἀλλὰ τί τὰ ἄλλων κατοδύρομαι; εἰς ἐμαυτὸν ἐπιστρέψω τὸν θρῆ-
νον. πῶς σωθῶ ἀπὸ τοῦ πονηροῦ; πῶς διαβιβάσοιμι τὸν ἐνεστῶτα
ἀγῶνα ἀνίσχυρος ὤν, τῶν δυνατῶν ὀλισθησάντων; διὰ τοῦτο δέομαί
σου τῆς ὁσιότητος, στῆθι κἂν αὐτὸς ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ θεοῦ ἀκλινής,
πάγιος, ἐρηρεισμένος ἐν τῇ ἀσαλεύτῳ πίστει Χριστοῦ, τῇ οἰκείᾳ
στάσει στερεῶν καὶ βεβαιῶν σὺν πολλοῖς ἄλλοις, οἷς ἐστι πνεῦμα
ζωτικόν, καὶ τὴν ἐμὴν χαυνότητα, φιλοῦσαν μὲν ὑπὲρ Χριστοῦ καὶ
διὰ Χριστὸν παθεῖν πάντα, ἀναξιουμένην δὲ διὰ τὰ ἄμετρα ἁμαρτή-
ματα. ἐρρωμένον σε καὶ ἰσχύοντα μετὰ θεοῦ κατὰ τῶν κατὰ θεοῦ ἡ
μεγάλη χεὶρ τοῦ Κυρίου διαφυλάξειεν, τὸν ἐμὸν πατέρα καὶ δε-
σπότην.

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 291, γρ. 6

Θεοφάνει ἡγουμένῳ καὶ ὁμολογητῇ

 Φίλον παιδὶ πατρικὴ προσφώνησις ὥσπερ καὶ τὸ ἔμπαλιν· διὰ


τοῦτο καὶ πάλιν μοι τὸ γράμμα, ἐπεὶ ἐγὼ σὸς υἱὸς ἐν Κυρίῳ, ἀλλὰ
φεῦ ὅτι οὐκ ἐοικὼς τῇ πατρῴᾳ ἀρετῇ. πλὴν ὅτι δόξα μοι τὰ παθήματα
τῆς ὁμολογίας σου. ἄνθρωπος ἐν γήρει, ἐν νόσῳ χαλεπωτάτῃ,
κλινήρης ὅλος, ἀλγυνόμενος σφόδρα, θανατούμενος καθ' ἑκάστην,
καὶ τῆς ὁσίας μονῆς ἀποικισθῆναι καὶ τῆς ἱερᾶς ἀδελφότητος διαι-
ρεθῆναι καὶ ὑπὸ φυλακὴν τηρεῖσθαι καὶ τῆς ἀναγκαίας ὑπηρεσίας
ἀμοιρεῖσθαι καὶ πρὸς μηδὲν τῶν εἰρημένων κατακάμπτεσθαι εἵνεκα
690

τῆς Χριστοῦ ἀγάπης, ἀλλ' ἐνίστασθαι καὶ ὁμολογεῖν, καὶ πρὸς τὰς
πεύσεις τὰς ἀποκρίσεις διδεῖν. μαρτυροστεφὴς ὡς ἀληθῶς ὁ τοιοῦ-
τος, ὦ μακάριε πάτερ. ὡς μέγα σου τὸ κλέος, ὡς πολύαθλόν σου τὸ
ἀγώνισμα, ἑκούσιά σοι λογιζόμενα παρά τε θεῷ καὶ τοῖς εὐγνώμοσι
τὰ ἀκούσια τῆς ἀσθενείας ἀλγήματα διὰ τὴν Χριστοῦ μαρτυρίαν.
ἐστήριξας τοὺς ὀρθοδόξους, κατῄσχυνας τοὺς ὑπεναντίους, προς-
θείην δ' ἂν καὶ τοὺς προφασιζομένους προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις εἴτουν

Θεόδωρος Στουδίτης. Epistulae Epistle 333, γρ. 28

 Τὰ μὲν δὴ τῆς εὐχῆς τοιαῦτα. τὰ δ' ἄλλα, οἷα καὶ ὅσα ἐπὶ τῆς
ἐκκλησίας τοῦ θεοῦ στεναγμῶν καὶ ὀδυρμῶν ἄξια, ἤδη πάντως
ἀκούοις· ἃ γὰρ οὐδὲ οἱ πάλαι αἱρετίσαντες ἔπραξαν κατὰ Χριστοῦ,
ταῦτα μανικώτερον ἐξείργασται νῦν. καὶ Χριστὸς καθεύδει, καὶ ἡ
ἁλμυρὰ τῆς ἀπιστίας θάλασσα κεκορύφωται, πανωλεθρίαν ποιοῦσα.
ἀλλ' εἴησαν σὺν σοὶ οἱ γνησιεύοντες τῶν μαθητῶν, Χριστὸν εἰς
ἐπιτίμησιν καὶ καταστόρεσιν τῆς κινδυνεύσεως διεγείροντες. οἴχεταί
μου καὶ ὁ τοῦ σχήματος ἀνάδοχος, ἀνὴρ ἀγαθός, ὁμολογίας ἆθλον
ἀπενεγκάμενος ἐν τοιαύτῃ χαλεπωτάτῃ νόσῳ, ὡς ἐνδεῶς ἔχειν καὶ
τοῦ ἐπὶ Κλίνης στρέφεσθαι· πῶς; ἐνστὰς καὶ ἀρθεὶς καὶ φυλακισθείς,  
εἶτα καὶ ἐξορισθείς, καὶ ταύτῃ τὸ μαρτύριον τελέσας. οὐ παρεῖδεν
οὖν αὐτοῦ Κύριος τοὺς ὑποτακτικοὺς κόπους, ὁπόσους οἶσθα, κἂν
ἑάλω κατὰ τὰς ἁμαρτίας μου ἐν τοῖς μοιχειανοῖς φειδοῖ τοῦ σώματος,
οὐ συναιρούμενος τῷ φρονήματι, ὡς τὰ πράγματα ἐδείκνυ.

Θεόδωρος Στουδίτης. Iambi de variis argumentis (2714: 003)


“Jamben auf verschiedene Gegenstaende”, Ed. Speck, P.
Berlin: De Gruyter, 1968; Supplementa Byzantina [Link] 17, γρ. 4

Εἰς τὸν νοσοκόμον

Τὸ χρῆμα θεῖον, ἀσθενῶν βάρη φέρειν·


τούτου λαχὼν πύκτευσον, ὧ μοι τεκνίον,
θερμῶς, προθύμως ἐκτελεῖν σου τὸν δρόμον.
Ἕωθεν εὐθὺς τοὺς κλινήρεις σου βλέποις,
ἄλλου πρὸ παντὸς φαρμακεύων τοῖς λόγοις·
εἶτ' αὖ πρεπόντως προσφέροις σιτῶν δόσεις,
ὡς χρὴ δ' ἑκάστῳ, συνδιακρίσει λόγου·
μέλος γάρ ἐστι, μὴ παρέρχου τὸν πέλας.
Οὕτως ὑπηρετοῦντι μισθός σοι μέγας·
φῶς ἀπρόσιτον, οὐρανῶν εὐκληρία.  

Μανουήλ Φίλης. Carmina (2718: 001)


691

“Manuelis Philae Carmina, vols. 1–2”, Ed. Miller, E.


Paris, 1855–1857, Repr. [Link]. 2, poem 8, γρ. 5

Τῷ αὐτῷ.

Πέμπε πρὸς ἡμᾶς, ἄφθονε χρυσοῤῥόα,


Νέκταρ πεπηγὸς, ἀπὸ καλάμου δρόσον,
Ὄχνην, σταφυλὴν, μῆλον ἐκ Θρᾴκης, ῥόαν,
Καρποὺς Δαμασκοῦ, Θάσια τραγήματα,
Καὶ πᾶν φίλον πρόσαρμα τοῖς ἐπὶ Κλίνης·
Ἐξ ἥπατος γὰρ δυσκραὲς πνῖγος φλέγον
Διψῆν με ποιεῖ καὶ ῥοφεῖν ζητεῖν χύδην.
Εἰ δ' οὐκ ἔχεις, φάνηθι τῷ φίλῳ μόνον,
Καὶ ταῦτ' ἔσῃ ξύμπαντα καθάπαξ μόνος,
Σῶτερ γλυκασμὲ, παυσίκακον φάρμακον.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 66, γρ. 6

Εἰς εἰκόνα τῆς θεομήτορος, ὡς ἀπὸ στόματος Νικηφόρου


τοῦ Ἀποκαύκου.

Ἡ τῶν Χερουβὶμ ὑπερανῳκισμένη  


Καὶ τῶν Σεραφὶμ τοῦ θεοῦ τῶν πυρφόρων,
Ἡ τῆς ἀρᾶς λύσασα τὴν ἀκοσμίαν,
Καὶ τῷ γένει βλύσασα τὴν ἀφθαρσίαν,
Ὁ παρθενικὸς τοῦ βασιλέως θρόνος,
Ὁ μυστικὸς θάλαμος, ἡ θεία Κλίνη,
Ἣν ἀγγέλων φρίττοντα κυκλοῦσι στίφη·
Τῆς φύσεως ὁ κόσμος, ἡ κοινὴ χάρις,
Ἡ παντοδαπὴ τῶν τεραστίων χύσις,
Ἡ σωστικὴ δύναμις, ἡ καινὴ κτίσις,
Ἡ τοῦ γένους πόῤῥωθεν ἐξειλεγμένη,
Ὁ τῆς καθαρότητος ὡραῖος τόπος,
Τὸ τοῦ καθ' ἡμᾶς ἀντιφάρμακον πάθους,
Τὸ λαμπρὸν ἀπάνθισμα, τὸ βρύον τέρας,

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 68, γρ. 25


692

Καὶ τῶν παρ' ἡμῖν ἀκροῶ προσφθεγμάτων,


Λύουσα τὰ σκάνδαλα τῆς παροικίας
Τῇ σῇ ποθεινῇ, μητροπάρθενε, σκέπῃ·
Καὶ γὰρ φθάνεις ἄνωθεν εἰ θέλεις κάτω,
Καὶ πάλιν ἐκ γῆς μυστικῶς ἀνατρέχεις·
Μᾶλλον δὲ σεμνὴ πανταχοῦ ζῶσα τρέχεις
Ταῖς ἀχρόνοις πτέρυξι τῆς εὐσπλαγχνίας·
Ὅταν δὲ λυθῇ τῆς ψυχῆς τὸ σαρκίον,
Ἄλλον πάλιν θάλαμον εὐτρέπισέ μοι,
Τὰς ἐμπαθεῖς κηλῖδας ἐκφορήσασα,
Καὶ λυχνίαν προθεῖσα καὶ φαιδρὰν Κλίνην,
Καὶ μυστικὴν τράπεζαν εἰς τόπον χλόης.
Οὐρανὸν ἡμίτμητον ἐνθάδε βλέπων,  
Σύνες, θεατὰ, μή τι συγχέας λάθῃς·
Χριστὸς γὰρ αὐτὸς ὑπὸ μητρὶ καὶ φίλῳ
Μυστηρίων θάλαμον αὐτὸν δεικνύει.
 Θεὸν βλέπων ἔνσαρκον ἀνθρώπων μέσον
Ἑστῶτας ἐκτὸς εὐλαβοῦ τοὺς ἀγγέλους,
Μήπως ἐπαρθεὶς ὑπὸ τῆς μετουσίας
Καὶ κατενεχθῇς ὅστις ἂν ἦς ἐνθάδε.
 Ὑπὲρ Χερουβὶμ τὴν Μαριὰμ ἐνθάδε,

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 135, γρ. 13

Τίς δήποτ' ἂν γένοιτο καγχάσεις τάχα;


Πλὴν ἀλλὰ σοῦ μὲν τὸν πυλῶνα τὸν μέγαν,
Ὃν αἱ χύδην φάλαγγες ἐκτρίβουσί σοι,
Καὶ δυνατοὶ κυκλοῦσιν αἰδοῖ τῆς τύχης,
Ὁ χριστὸς ἐσφήνωσεν αὐσονοκράτωρ,
Ἡσυχίας ἄδηλα πηγνὺς μοχλία.
Θήβαν γὰρ ἑπτάπυλον οἰκῶν δευτέραν,
Τὸ συγχυτικὸν τῆς Βαβυλῶνος φέρεις,
Καὶ προσδαπανᾷς τῇ θορυβώδει νόσῳ
Τὴν ζῶσαν ἰσχὺν τῆς φυῆς τῶν πραγμάτων·
Ἐγὼ δὲ ῥιφεὶς δυστυχὴς ἐπὶ Κλίνης,
Καὶ τὴν θύραν πρόχειρον ἀφεὶς τοῖς φίλοις,
Οἶμαι παροικεῖν εἰς ἀπανθρώπους τόπους,
Οὗ μηδὲ γαλῆν ἐστὶ μηδ' ὄρνιν βλέπειν·
Αἱ μάστιγες γὰρ τῆς ἀποστρόφου τύχης
Ὠθοῦσι μακρὰν καὶ τὰ φαυλότατά μοι·
Καὶ σὺ μὲν ἀλγῶν εἰς ὑποκρίσεις νόσου,
Ναὶ παμβασιλεῦ, ναὶ θεοῦ ζῶντος Λόγε,
693

Μηδ' εἰς ἀληθεῖς μηδὲ μετρίους πόνους,


Κἀνταῦθα λαμπρῶς εὐπαθεῖς ἀφ' ἑστίας·
Ῥοιαὶ γὰρ ὑγραὶ μὴ φθαρεῖσαι τῷ χρόνῳ,

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 146, γρ. 3

Τῷ αὐτῷ.

Λέγουσι τὴν μέσην σε τῆς χειρὸς φλέβα


Σιδηρίῳ τεμόντα καθῆσθαι πρᾴως,
Καὶ δοχμίῳ σχήματι κοσμεῖν τὴν Κλίνην,
Μήπως κινηθὲν συγχυθῇ σοι τὸ ζέον,
Δι' οὗ κατέσχεν ἡ φύσις τὸ χρήσιμον.
Γένοιτό σοι γοῦν ἡ τομὴ ῥῶσις νέα,
Καὶ πραγμάτων ὕπαρξις ἀφθονωτέρα,
Καὶ πᾶν τὸ λυποῦν τῶν φλεβῶν ἐξικμάσαι
Κλεινὸν πλατυσμὸν ὀργανοῦσα τῷ χρόνῳ,
Στέφανε λαμπρὲ, κῆπέ μου, θησαυρέ μου.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 153, γρ. 16

Οἷς καὶ γάλα προὔθηκεν ἀμέλγειν ζέον.


 Καὶ μάϊος μὲν τῇ κρόκῃ τῶν ἀνθέων
Τὴν βασιλίδα τάχα τιμᾷ τοῦ χρόνου,
Χιτῶνας αὐτῇ συντιθεὶς ῥοδοχρόους.
 Ἰούνιος δὲ τὴν φυὴν τετηγμένην
Ἄλλῃ δρόσῳ κάτωθεν ἡβῶν φαιδρύνει·
Θήγει δὲ καὶ δρέπανον εἰς ἕλους χλόην.
 Ἰούλιος δὲ βοῦς ὑποζεύξας θέρους
Τῶν ἀποδέσμων συντρίβει τὸν ἄσταχυν,
Καὶ τῇ καθ' αὑτὸν ἀντιτεχνᾶται ζέσει.
 Ὁ δὲ φθίνων αὔγουστος, ἀλγῶν ἐν κλίνῃ,  
Ῥιπίζεται μὲν, ἀλλὰ πυρέττει πλέον,
Κἂν τῶν ὀπωρῶν εὐτρεπίσῃ τὸ ψύχος.
 Σεπτέμβριος δὲ τοὺς γλυκεῖς βότρυς φέρει,
Καὶ ληνοβατῶν εὐλογεῖ τὰς ἐλπίδας,
Καὶ ξυλίνην γέγηθε πιθάκνην βλέπων.
 Ὀκτώβριος δὲ κυνικὸν πράττων βίον
Κίρκοις τε καὶ σκύλαξι καὶ βέλους δρόμῳ
Αἱρεῖ πετεινὰ καὶ λαγὼς καὶ δορκάδας.
694

 Νοέμβριος δ' οὖν αὐλακίζει τῷ σπόρῳ,


Καὶ τῶν κορωνῶν ἀντιπίπτει τῷ θράσει,

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 206, γρ. 98

Καὶ τὰς θύρας ἔκοπτεν εἰσδύνειν θέλων.


Τί δ' αὖ τὸ λοιπόν; ἀγνοῶν παρατρέχω,
Πλὴν εἰ μὲν εἰς εἴδωλα τὸν νοῦν φαντάσας,
Καὶ συναγαγὼν τοῦ θοροῦ τὰς ἰκμάδας
Προσέσχεν αὐτῇ, δυσμενὴς γὰρ ἦν τέως,
Εὐδαιμονίζω τοῦτον ἔσθ' ὅτε βλέπων·
Εἰ δ' ἄρα μισῶ τῆς γυναικὸς τὴν τύχην
Τοὺς τοξότας ἔρωτας ἐνθάδε τρέμων,
(Δεινοὶ γάρ εἰσιν εἰς κλοπὰς φιλεσπέρους,)  
Ὅταν τὸ θερμὸν τῆς γυναικὸς ἐκζέσῃ,
Καὶ πρεσβύτην φίλυπνον ἡ Κλίνη φέρει.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 213, γρ. 404

 Ὢ καρδιαλγῶ, κιρνάτω τις φάρμακον·


 Ἐμεῖν γὰρ εἰκὸς τοὺς χυμοὺς τοῦ κινδύνου·
 Ἀλλ' ἀγανακτεῖ δυσφορῶν ὁ δεσπότης·
 Ἴσως γὰρ ὑπήκουσε τῶν στεναγμάτων,
 Ὡς ἂν τὸ λυποῦν ἀντιφάρμακον λάβοι.
 Πλὴν, ὦ Χαριτώνυμε, τί ταῦτα δράσεις;
 Τὸ γὰρ ἀνιῶν ἐντακέν μοι πρὸς βάθος
 Ἡ σὴ τελευτὴ δυσθεράπευτον κρίνει·
 Εἰκὸς μὲν ἂν ἦν εἰ παρὼν κατεσκόπουν
 Τὴν μητέρα θρηνοῦσαν, ὢ δεινῆς τύχης!
 Τὴν ἐκφορὰν, τὸ σῶμα, τὴν ὑψοῦ Κλίνην,
 Τὰς οὐ γαμικὰς νεκρικὰς δὲ λαμπάδας,
 Τὰς εἰς τὸ κοινὸν ἐκμελεῖς θρηνῳδίας,
 Τὴν βασιλίδα, τὴν καλὴν ὁμευνέτιν,
 Τὰς μὲν γνάθους δρύπτουσαν ἐξ ἀθυμίας,
 Αὐτὴν δὲ μικροῦ τὴν ψυχὴν ᾑμαγμένην,
 Χοὴν ἐπὶ σοὶ καταλείβουσαν ξένην·
695

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 254, γρ. t

Τοῦ Προδρόμου εἰς λαίμαργον.

Ἐρᾷ τρυφῆς τὸ σῶμα, τοῦτο καὶ κύνες·


Ἀσιτίας τὸ πνεῦμα, τοῦτο καὶ νόες·
Ἑλοῦ τὸ κρεῖττον καὶ συναφθεὶς ἀγγέλοις,
Καὶ μὴ τὸ χεῖρον καὶ καταχθεὶς εἰς κύνας.

Εἰς Κλίνην. Τοῦ αὐτοῦ.

Βλέπω σε, Κλίνη, καὶ πρὸ τοῦ τάφου τάφον,


Ἐπεὶ φέρεις με ζῶντα νεκρὸν ἐνθάδε,
Ἐν σοὶ ταφῆς φέροντα πᾶσαν εἰκόνα·
Πρὸς ὕπνον ἦλθον, ποῦ τὸ φῶς τῶν ὀμμάτων;
Τὸν μακρὸν ὕπνον εἰκονίσεις τοῦ τάφου·
Πνοὴ μόνη με ζῶντα δεικνύει μόνον,
Ἀργοῦσι χεῖρες, οὐ βαδίσουσι πόδες·
Οὐ ταῦτα νεκρότητος, ὥσπερ εἰκόνες;
Τὸ δὲ σκέπον σε καὶ καλύπτον οὐκ ἔστι
Σφραγὶς τελευτῆς τοῦ τελευταίου λίθου;  

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 2, poem 254, γρ. 1

Τοῦ Προδρόμου εἰς λαίμαργον.

Ἐρᾷ τρυφῆς τὸ σῶμα, τοῦτο καὶ κύνες·


Ἀσιτίας τὸ πνεῦμα, τοῦτο καὶ νόες·
Ἑλοῦ τὸ κρεῖττον καὶ συναφθεὶς ἀγγέλοις,
Καὶ μὴ τὸ χεῖρον καὶ καταχθεὶς εἰς κύνας.

Εἰς Κλίνην. Τοῦ αὐτοῦ.

Βλέπω σε, Κλίνη, καὶ πρὸ τοῦ τάφου τάφον,


Ἐπεὶ φέρεις με ζῶντα νεκρὸν ἐνθάδε,
Ἐν σοὶ ταφῆς φέροντα πᾶσαν εἰκόνα·
Πρὸς ὕπνον ἦλθον, ποῦ τὸ φῶς τῶν ὀμμάτων;
Τὸν μακρὸν ὕπνον εἰκονίσεις τοῦ τάφου·
Πνοὴ μόνη με ζῶντα δεικνύει μόνον,
Ἀργοῦσι χεῖρες, οὐ βαδίσουσι πόδες·
696

Οὐ ταῦτα νεκρότητος, ὥσπερ εἰκόνες;


Τὸ δὲ σκέπον σε καὶ καλύπτον οὐκ ἔστι
Σφραγὶς τελευτῆς τοῦ τελευταίου λίθου;  
Ῥιπτῶν δὲ τοῦτο τὴν ἀνάστασιν νόει,

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 13, γρ. 93

Ὑφ' ὧν ὁ Σατὰν συγκοπεὶς ἀπεπνίγη.


Αἱρεῖ δὲ τὴν Αἴγυπτον ὠθῶν τὴν πλάνην
Ἐν τῇ δι' ἡμᾶς τῆς φυγῆς ὑποκρίσει,
Καὶ δείκνυσι πῶς εὐπρεπῶς ἄν τις φύγοι
Τὸν τοῦ σκότους τύραννον, εἰ πάντως δέοι.
Λέπρας δὲ πᾶν αἴσχιστον ἐκτρίβει πάθος,
Ὡς ἂν καθαρθῶ τῆς ἐμῆς ἁμαρτίας·
Κυκώμενον δὲ τῇ στροφῇ τῶν πνευμάτων
Τὸ ῥεῖθρον ἱστῶν κοσμικὴν λύει ζάλην.
Ὃς δεσποτικῶς ἐγκελεύεται τρέχειν
Καὶ τὴν Κλίνην ἄραντι τῷ παρειμένῳ·
Τοῖς γὰρ παραπτώμασιν ἐκλελυμένην
Τὴν φύσιν ἡμῶν οὐ παρεῖδεν ὁ πλάσας.
Ὃς αἵματος ῥοῦν ἐμπεδοῖ τῷ κρασπέδῳ,
Κλοπὴν γυναικὸς εὐσεβοῦς μὴ φαυλίσας.
Χηρᾷ δὲ χειρὶ σωστικὴν δοὺς ἰκμάδα
Πρὸς νῆψιν ἡμᾶς πρακτικὴν ἀπευθύνει·
Ἄρτοις δὲ πέντε δαψιλῶς ὄχλους τρέφει,
Ζῶν ἄρτος αὐτὸς εὑρεθεὶς ψυχοτρόφος.
Ὃς καὶ φύσιν ὕδατος εἰς οἶνον τρέπει,
Φανεὶς δυνατὸς ἐξαμείβειν τὰς φύσεις·

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 49, γρ. 12

Εἰς πάντα καιρὸν, Αὐσονάρχα, τὸ βρέφος


Τοὺς κλαυθμυρισμοὺς ὀργανοῖ κεκλασμένους·
Ἐγκόπτεται γὰρ τῆς πνοῆς ἡ πυκνότης
Τῇ τῶν ἁπαλῶν συστολῇ παρισθμίων·
Καὶ πῦρ θυμικὸν τὴν ψυχὴν διατρέχον
Γοργῶς δαπανᾷ τῆς βοῆς τὰς ἰκμάδας.
Ὑπόκρισις δὲ μητρικῶν ψελλισμάτων,
Καὶ φθέγμα, καὶ πόππυσμα, καὶ χειρῶν δρόμος,
Ὅτε κρεμαστὸν ἐντινάσσει τὸ βρέφος,
Δοκεῖ θορυβεῖν ὡς κενὸς πάντα κτύπος·
697

Κἂν ᾖ τις ἐγγὺς καὶ κραδαίνῃ τὴν Κλίνην,


Ὅτε στενωθὲν τῇ στροφῇ τῶν σφιγμάτων
Ἐν ὑπτίῳ σχήματι καθεύδειν θέλει
Καὶ δεινοπαθεῖ καὶ σφαδάζει τὸ βρέφος,
Οὐκ ἔστιν οὐδ' ἐνταῦθα τάχα τι πλέον·
Ὀποῦ γὰρ αἰτεῖ δαψιλέστερον στέαρ,
Ὃ δὴ συνεστὼς ἐκ διαίτης ἀφθόνου
Καὶ τὴν ἐν ὑγρότητι λιπαῖνον ζέσιν,
Καὶ τὰς περιττὰς ἐκπιέζον ἰκμάδας,
Εἰς εὐπρεπῆ σύμπηξιν ἀρθροῖ τὴν πλάσιν.
Δὸς οὖν, βασιλεῦ, ταῖς ἐμαῖς παιδοτρόφοις

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 60, γρ. 23

Ἐγὼ δὲ πάλιν ἀσθενῶν πορεύομαι·


Μιμούμενος γοῦν τὸν θεὸν καὶ δεσπότην,
Αὐτοῦ μαθητὴς πατριάρχα δέσποτα,
Καὶ θαυματουργὲ μυστικῆς εὐρωστίας,
Εἰς τὴν Σιὼν ἐνταῦθα τῆς ἐκκλησίας,
Εἰς ἣν δι' ἡμᾶς ἀπὸ τῆς χθὲς ἀνέβης,
Ἐσφιγμένον δεῖξόν με τὸν παρειμένον.
Καὶ γὰρ ὅλως ἄνθρωπος οὐ πάρεστί μοι,  
Κἂν γογγύσωσί τινες ὑπὸ τοῦ φθόνου
Τῷ σαββατισμῷ τῆς ἐμῆς ἁμαρτίας.
Τὴν ἄνεσιν δὴ τῶν λυπηρῶν ὡς Κλίνην
Ἀραμένῳ κέλευε τῷ δούλῳ τρέχειν.
Ὁ γὰρ Σολομὼν, ὁ γλυκὺς αὐτοκράτωρ,
Εἰρηνικὴν δήπουθεν εὑρηκὼς χάριν,
Ἄλλην κολυμβήθραν σε κοινὴν δεικνύει,
Παντὸς ψυχικοῦ φαρμακεύτριαν πάθους·
Ὅταν δέ τις πύθοιτο, τίς ἔσφιγξέ με,
Δείξω τὸν ἐργάτην σε τοῦ τεραστίου·
Γνωστὸς γὰρ εἶ σὺ, καίπερ ἐκνεύειν θέλων,
Ὅταν θορυβῇ καὶ πιέζοι τὰ στίφη·
Μετὰ δὲ μικρὸν ἐντυχὼν δή μοι χρόνον

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 68, γρ. 3

Ἐπίγραμμα εἰς ναὸν, ἐν ᾧ ἡ τῆς θεομήτορος κοίμησις.

Ὕπνῳ ψυχικῷ συσχεθεὶς ὀλεθρίῳ,


698

Καὶ ζῶν μαλακὸν καὶ φιλήδονον βίον,


Ὡς εἰς Κλίνην δή τινα τὴν ῥᾳθυμίαν,  
Μᾶλλον δὲ τοῖς πταίσμασι νεκρὸς τυγχάνων,
Τὴν σὴν τιμῶ κοίμησιν, ἁγνὴ παρθένε,
Καὶ τόνδε σοι τὸν οἶκον αὐχῶν παππόθεν,
Καὶ τὴν κατὰ δύναμιν εἰσφέρων σχέσιν,
Εἰς νῆψιν ἐλθεῖν ἐκλιπαρῶ τὸν βίον,
Μήπως ἐπιστὰς τῶν ψυχῶν ὁ νυμφίος
Ἐπιζυγώσῃ τὰς θύρας τῆς εἰσόδου,
Τῆς πνευματικῆς ἀσθενούσης λαμπάδος·
Ναόν με λοιπὸν τῆς θεοῦ δόξης πάλιν
Δόξης θεοῦ σκήνωμα δεικνῦσα σκέπε,

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 108, γρ. 32

Καὶ προσφάτους δείκνυσι τοῖς ἔργοις τρίβους,


Ὡς ἂν ὁ χειμὼν εἰσβαλὼν ὑπεκδράμῃ  
Καὶ σῶμα λεπτὸν εὐπαθοῦν μὴ στυγνάσῃ.
Τέττιξ δὲ τὴν ἄμοχθον ἐσθίων δρόσον
Τὸ τῆς τελευτῆς ἐκτραγῳδήσει τάχος·
Καὶ γὰρ φιληδεῖ τῇ σχολῇ πρὸ τῶν πόνων,
Σχολὴν ἑαυτῷ προξενῶν τὴν ἐσχάτην.
Πῶς οὖν, γεωργὲ γνωστικῆς εὐκαρπίας,
Πῶς οὖν, Σολομὼν τοῦ Δαβὶδ παῖς τοῦ πρᾴου,
Καὶ νοῦ δικαστὰ τῆς κλοπῆς τῶν βασκάνων,
Οὐ δυσχερανεῖς τὴν σκιὰν καὶ τὴν Κλίνην
Τοῖς μηδὲ τοὺς μύρμηκας ἐκμιμουμένοις,
Ὡς ἂν ἔχοι στέγουσαν ἡ φύσις βάσιν,
Ὅταν τὸ θερμὸν συσταλῇ τῇ καρδίᾳ,
Ῥιγοῦντος οἰκτρῶς τῷ κρυμῷ τοῦ σαρκίου
Εἶχον γὰρ ἂν ἥδιστον, αὐτάναξ, βίον,
Εἰ μή τις ἱδρὼς ἐξ Ἀδὰμ ἔκλυσέ με
Πονοῦντος εἰς γῆν οὐκ ἐλευθέραν βάτων·
Νυνὶ δὲ κυκᾷ καὶ στροβεῖ με πᾶς πόνος,
Καὶ τέκνα λυπεῖ, καὶ γυνὴ παροξύνει,
Καὶ παῖς ὑλακτεῖ καὶ φαγεῖν ζητεῖ κρέα,

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 131, γρ. 32

Τὸ τοῦ στόματος γλεῦκος; ἀλλ' ἦν ὡς δρόσος,


Ἣν ἐξ Ἀερμὼν ἡ Δαβὶδ γλῶσσα θλίβει.
699

Καὶ τί με δεῖ ῥεύσασαν ἐκφράζειν πλάσιν,


Παρὸν θεωρεῖν τῆς ψυχῆς σου τὴν χάριν,
Ἧς τὸν πλατυσμὸν οὐδ' ὁ πᾶς κρύψει χρόνος;
Ὁ γοῦν Σολομῶν ἀκριβῶς πάντα κρίνων,
Ὁ μέχρι τινὸς μαρτυρούμενος μέγας,
Οὐ ῥᾳδίως δίδωσιν εὑρεῖν ἐν βίῳ
Τὴν ἀγαθὴν γυναῖκα τῆς εὐανδρίας,
Ἣ ζώννυται μὲν εὐσταλῶς καὶ κοσμίως·
Ἀνίσταται δὲ καὶ πρὸς ὄρθρον τῆς Κλίνης,
Ὡς ἐργολαβεῖν εὐφυῶς ἠπειγμένη·
Γυμνοῖ δὲ καὶ τὰς χεῖρας, ὡς αὐτὸς λέγει·
Συχνὰς δὲ ποιεῖ τὰς στολὰς τῷ συζύγῳ,
Καὶ τοὺς θεραπεύοντας εὐκαίρως τρέφει.
Εἴ που δὲ τὸν σὸν ἀκριβῶς οἶδε τρόπον,
Εἴρηκεν ἂν μόνην σε φανεῖσαν τάχα
Πασῶν γυναικῶν εὑρεθῆναι βελτίω,
Καὶ τὸν σὸν ἂν προὔθηκε ταῖς ἄλλαις βίον
Εἰς σωφροσύνης τύπον, εἰς ὥρας κρίσιν,
Εἰς πᾶν ὁτιοῦν εὐπρεπὲς καὶ συμφέρον.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 149, γρ. 157

Τοὺς τέκτονας δὲ τοὺς κεκανονισμένους


Ἐκ τῆς παρ' αὐτοῖς τεχνικῆς κλεπτουργίας,
Ἀπὸ ξύλου πρισθέντος ἡ λόχμη τρέφει·
Καὶ γὰρ σμίλη, τέρετρον, ἀξίνη, πρίων,
Καὶ σπαρτίον κόκκινον ἐκ γῆς ὀστράκων
Ἄλυπον αὐτοῖς ὀργανοῦσι τὸν βίον·
Ἐγὼ δὲ ναρκῶν ὑπὸ τῆς ἀπειρίας
Τεθηγμένον δέδοικα σιδήρου στόμα·
Πλὴν ὅς γε καλῶς οὐδὲ πάτταλον ξέει,
Πῶς ἂν κιβωτὸν τεκτονεύσοι καὶ θρόνον,
Καὶ καταγωγὴν, καὶ τριήρη, καὶ Κλίνην;
Ἆρ' οὖν ἰατρῶν ἐκμιμήσομαι κρίσεις,
Πρὸς τὰς ῥυπαρὰς τῶν κλινηρῶν ἐκκρίσεις
Σφυγμοὺς ἐρευνῶν ταῖς λαβαῖς τῶν δακτύλων,
Καὶ φάρμακα δρῶν καὶ ψιλὴν τέμνων φλόγα,
Καὶ δημιουργῶν ἐξεπίτηδες μύθους,
Ὡς ἂν τὸ λυποῦν εὐμαρέστερον μένοι,
Τῆς ἡδονῆς τὰ πλεῖστα χαυνούσης πάθη;
Ἢ τόξα νευραῖς ἐκτενῶ κατὰ Σκύθας,
700

Καὶ τοὺς ὀϊστοὺς Περσικῇ θήξας ῥίνῃ


Χωρεῖν κατ' ἐχθρῶν ἐκβιάσω τὴν φύσιν;

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 210, γρ. 8

Τῷ μεγάλῳ στρατοπεδάρχῃ.

Σὺ μὲν δι' ἡμᾶς δυσπαθεῖς ἀνενδότως


Εἰς νυκτερινὰς καὶ καθέδρας καὶ στάσεις,
Καὶ τακτικὰ σκέμματα, θερμὲ γῆς Ἄρες,
Ὡς πρὸς μαχητὰς ἐκστρατεύσων βαρβάρους,
Καὶ σατράπου γόητος ὑπεροψίαν,
Μή πως ὁ κοινὸς ἐνταθῇ μᾶλλον κλύδων
Τῇ συγχυτικῇ προσβολῇ τῶν πραγμάτων·
Ἐγὼ δὲ ῥιφεὶς δυστυχῶς ἐπὶ Κλίνης,
Τοῦ δοχμίου τένοντος ἐξῳδηκότος,
Ἑκὼν ἄκων ὅ φασιν ἀτρέμας φέρω·
Πλὴν ἄχθομαι ζῶν εἰς δριμύτερον πόνον,
Ὅταν θορυβῇ καὶ κτυπῇ με τὰ βρέφη
Ζητοῦντα χιλὸν καὶ ποτὸν καὶ διφθέρας
Εἰς ἱματισμοὺς πορφυροῦς καὶ προσφάτους·
Καὶ πᾶς ὁ δῆμος οὗτος ὃς κέχηνέ μοι,
Τροφῆς ἴσως χρῄζοντες ἡμερησίας·
Καὶ γὰρ παρ' ἡμῖν ἀσθενὴς ὁ καμψάκης,
Τῆς βασιλικῆς ἐμφραγείσης ὑδρίας.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 211, γρ. 8

Οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν οὐδὲ καμνόντων λόγος


Τοῖς τῶν φίλων φεύγουσι τὰς περιστάσεις.  

Τῷ προκαθημένῳ τοῦ βεστιαρίου.

Χριστοῦ μαθητὰ, πρακτικὲ πτωχοτρόφε,


Κατὰ τὸν ἐγχωροῦντα τῇ φύσει τρόπον,
Ἴδε πρὸς ἡμᾶς δυσπραγοῦντας τοὺς ξένους,
701

Ἴδε πρὸς ἡμᾶς οἷς ἐπεκλῶ συχνάκις,


Πρὶν εἰς Ἐριννῦς ἐκτραπῆναι τοὺς λόγους.
Δεινὴ γὰρ ἐνσκήψασα τοῖς νεύροις νόσος,
Ἃ τὴν κεφαλὴν τῷ τραχήλῳ συνδέει,
Ἐπὶ Κλίνης ἔχει με κατακείμενον.
Ἐκνεύρισον γοῦν τοὺς ἐμοὺς, σῶτερ, πόνους,
Χρυσοῦν χέας φάρμακον εἰς τὴν γαστέρα.
Καὶ γὰρ ὅλως κίνησις οὐκ ἔνεστί μοι,
Τραχηλιώσης καὶ σφριγώσης τῆς νόσου·
Ναὶ χεὶρ καθαρὰ συστολῆς ἀποστρόφου,
Καὶ νοῦ δανειστὰ πρὸς θεόσδοτον τόκον,
Γενοῦ Γαληνὸς εἰς ἀνάργυρον πάθος.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 3, poem 241, γρ. 16

Ἀνατιναχθεὶς ὡς τὸ πῦρ ὑπερζέσῃς,


Καὶ τὰ προσοχθίζοντα πυγμαῖα στίφη
Διασπάσῃς τάχιστα συλλήβδην φύρας!
Φωτὸς γὰρ ἀκμὴν οὐχ ὑφίσταται σκότος,
Ἰσχὺν δὲ γυπὸς οὐ στίχουσι κάνθαροι·
Κἂν ἐξ ἕλους κώνωπος οὐλήσῃ στόμα,
Τὸν αἰγυπιὸν οὐ θροήσει τὸν μέγαν.
Πλὴν ἴσθι Φιλῆν τὸν παραπνέοντά σε,
Κάμνοντα καὶ ῥιγοῦντα καὶ πυρούμενον
Κρυμοῦ τε χωρὶς καὶ φλογὸς ταχυδρόμου,
Τήν τε Κλίνην ἔχοντα μυγμῶν ἑστίαν,
Καὶ φαρμάκων χρῄζοντα καὶ φίλων πλέον·
Οὐκοῦν πρὸς ἡμᾶς πέμπε τινὰ τῶν φίλων
Ψιλοῦ τέως ῥήματος ὀμβρίσας δρόσον.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 4, poem 64, γρ. t

Εἰς τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν τοῦ Τωβήτ.

Εἰς τὸν βοῦν Γλυκερίου.

Ἂν ἄνδρα πάλαι νεκρὸν ἐξανιστάνῃ,


Τί καινὸν εἰ βοῦν ἡ Γεωργίου χάρις;
Πλὴν ἀλλὰ, Γλυκέριε, τὸν μὲν βοῦν λάβε,
Ζεύγλαις δὲ σαυτὸν μαρτυρικαῖς ἀντίδος.
702

Εἰς τὴν σιδηρᾶν Κλίνην.

Πολλοῖς βασάνων ἐγκαμὼν μάρτυς πόνοις,


Πεσὼν ἀνακλίθητι πρὸς τῷ κραββάτῳ·
Κἂν γὰρ σιδηροῦς ἐστὶ, κἂν πυρὸς γέμῃ,
Ἀλλ' ὁ δροσίζων ὑψόθεν πάρεστί σοι.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 4, poem 90, γρ. 92

Ἀλλ' οὐ θέλεις; καὶ βρῶμα τοῖς λύκοις γίνου.


Φθάρητι κακοῖς τῶν κακῶν ἡ κακίων,
Ἔῤῥ' ἐς κόρακας, ἔῤῥε πρὸς τὸν Πλουτέα.
Μὴ μέλλε Κλωθὼ, κόψον ὀψὲ τὸν μίτον.
Ὁ νεκροπομπὸς τὴν ταλαίπωρον δέχου·
Ὁ νεκροπορθμεὺς ναυστόλει τὴν πρεσβύτιν.
Μὴ μέλλε Ῥαδάμανθυ, μηδ' ὁ Κρὴς Μίνως·
Δεῦτε κρινοῦντες τὴν πολιὰν μαχλάδα
Οὐκ ἀπορῆτε μαρτύρων κατηγόρων·
Αὐταὶ κλίναι βοῶσιν, αὐταὶ λυχνίαι·
Ὅμως ἀπέστω καὶ Κλίνη καὶ λυχνία·
Τὰ στίγματα κράσουσιν ἀντὶ στεντόρων,
Καὶ μαρτυροῦσι τὸν βίον τῆς πεμπέλου.
Τί γοῦν πάθοι, καὶ τίνος εὐθύνης τύχοι;
Πολλαὶ παρ' ὑμῖν τῶν βασάνων ἰδέαι,
Πολλοὶ κολασμῶν καὶ διάφοροι τρόποι·  
Εἷς δὲ πρέπει μάλιστα τοιαύτῃ κρίσει·
Τῷ γὰρ παλαιῷ καὶ γέροντι Κερβέρῳ
Ἡ γραῦς δοθήτω καὶ δότω τὰς εὐθύνας·
Καίτοι πρὸς οὕτως ὀστρακωθὲν σαρκίον
Ἐξασθενήσει καὶ τὸ Κερβέρου στόμα.

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 5, poem 3, γρ. 1

Ἐν τῇ δυνάμει τῶν λόγων σεμνύνεται·


Πλὴν ἀλλὰ νικᾷ πανταχοῦ καὶ τοὺς λόγους.
Καὶ γὰρ τὸ νικᾶν ὥσπερ ἐξ ἔθους ἔχων
Ὁ τρισαριστεὺς ἀντιπίπτει τοῖς κρότοις.
Οὐ μὴν σιγῇ τὸν ἄνδρα παρελθεῖν δέον,
Ὃς καὶ πρὸς ἐχθροὺς εὐμενὴς ἦν ἔσθ' ὅτε,
Παντὸς μίσους ἄγευστον ἀθρῶν τὸ κράτος.  
703

Τοῦ αὐτοῦ μεταφραστικοὶ ἀπό τινος τῶν τοῦ Λουκιανοῦ λόγων


εἰς εἰκόνα ἔχουσαν ἐζωγραφημένον τὸν τοῦ Ἀλεξάνδρου γάμον.

Θάλαμος ἰδοὺ νυμφικὴν φέρων Κλίνην,


Ἐφ' ἧς ἀτεχνῶς εὐπρεπὴς ἡ Ῥωξάνη·
Σκοπεῖ δὲ τὴν γῆν ὡς ὑπ' αἰδοῦς ἡ κόρη,
Μὴ πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον ἑστῶτα βλέπῃ.
Ἔρως δέ τις πάρεστιν ἐξ ὀπισθίου,
Καὶ τῆς κεφαλῆς τὴν καλύπτραν ἑλκύσας
Τῷ νυμφίῳ δείκνυσι τὴν ποθουμένην.
Ἄλλος δ' ἀφαιρεῖ τοῦ ποδὸς τὴν ἀρβύλην,
Δουλοπρεπεῖ σχήματι καμφθεὶς εἰς γόνυ.
Ταύτην γὰρ ἂν βούλοιτο καὶ κατακλίνειν.
Ἄλλος δὲ τῆς χλανίδος αὐτὸν ἀρπάσας,

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 5, poem 13, γρ. 18

Ὥσπερ μίμους φόβηρον εἰ βλέπει βρέφος·


Καὶ νῦν δὲ τουτὶ τὸ χρυσοῦν πάσχων πάθος,
Κἂν αὐτὸς ὑπόχαλκος εὑρέθης φίλος,
Καὶ καθάπερ δύσοιστον ἐτμήθης μέλος,
Πληγεὶς ἐφ' ἡμᾶς δυσμενοῦς γλώττης βέλει,
Πάλιν παραινῶ μὴ περιχαίνειν κάτω,
Μὴ ζῆν κυνηδὸν, μὴ ῥοφῇς τὸ πᾶν θέλε.
Εἰ γὰρ ἔχεις βούλιμον, οὐχ ἕξεις κόρον,
Πρὶν ἂν πίνῃς κύλικος ἐμπίκρων πόνων,  
Καὶ τῶν περιττῶν ἐκφορεῖς τὴν κοπρίαν,
Ἢ κατασαπῇς καὶ ῥοῇς ἐπὶ Κλίνης
Ἐμῶν τὰ κοινὰ τῇ στροφῇ τῶν ἐλπίδων·
Ἢ καὶ προληφθεὶς δυστυχῶς τῆς ἑβδόμης
Πρὸς τὴν ἀκατάλυτον ἀχθῇς ὀγδόην,
Ἣν ἐσχάτην κρίσιμον εὑρὼν δακρύσεις,
Ἐπεὶ γαληνὸν τὸν κριτὴν οὐ δεικνύει·
Δεῖ γὰρ ἐς αὐτὴν ἀποδημήσαντά σε
Ποινὰς ὑποσχεῖν ἀντὶ τῶν πεπραγμένων.
Ὢ τίς ὁ βαθὺς καὶ θορυβώδης κάρος,
Ὑφ' οὗ θανατῶν οὐ σκοπεῖς τὸ συμφέρον!
Καθεύδομεν γὰρ ὑπὸ τῆς ἀπληστίας,
704

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 5, poem 19, γρ. 13

Καὶ δακρύων γέμουσαν, ἦν ἄν μοι πρέπον·


Ἀλλ' οὐκ ἔχω πῦρ, οὐδὲ φῶς, οὐδὲ στέαρ,
Ἄνερ βασιλεῦ, πάντα γὰρ ἔσβεστό μοι,
Καὶ φλὸξ ἀφεγγὴς δαπανᾷ πᾶν ὀστέον·
Ἐπεὶ δ' ἀνασχὼν ὁ γλυκύς μοι φωσφόρος,
Καὶ τῷ κράτει βρύουσαν ἀφεὶς αἰθρίαν,
Εἶτα παρελθὼν συμφορῶν ἔθου σκότος,
Ἰδοὺ κρεμαστὴν ὀργανῶ σοι λυχνίαν·
Ἐτύγχανον δ' ἂν τῆς σοροῦ ταύτης μέρος,
Ἂν εἰς λίθου κλάοντος ἐτράπην φύσιν.
Ποῦ γὰρ ἔδει ταύτην με λιπεῖν τὴν Κλίνην,
Παγκόσμιον φῶς καὶ τελευτᾶν ἐσχάτην;
Νῦν δὲ καὶ ζῶ καὶ ψυχῆς δίχα πνέω,
Καὶ τὸν τοσοῦτον ὄγκον ἀρθέντα στέγω.
Οὐρανὲ γῆ θάλασσα πενθήσατέ με·
Ποίαν γὰρ ἐγνώκατε δυστυχεστέραν;  

Μανουήλ Φίλης. Carmina Ch. 5, poem 30, γρ. 44

Ἀνεῖλε βαλὼν τὸν Σατὰν τὸν αὐθάδη!


Μᾶλλον δὲ πῶς ἔθυσε τὴν ζῶσαν πλάσιν
Τῷ δημιουργῷ τὸν δριμὺν σπείσας πόνον,  
Μὴ χοιρὸς ἐλθὼν συμπατήσῃ μαργάρους
Ἔμπνους ἐκεῖνος, οὗτος ἀρετῆς τύπος
Καὶ μαρτυρικὸς ἀνδριὰς, ὁ γεννάδας
Ἄχειρ παλαιστὴς καὶ στεφανίτης ἄπους,
Ὀφθαλμὸς ὀξύτατος, ὀμμάτων δίχα,
Νεκρός τε καὶ ζῶν καὶ ῥινότμητος γίγας,
Καὶ νυμφίος κάλλιστος, οὐκ ἐκ παστάδος
Ἀλλὰ χθαμαλῆς καὶ στενῆς τινος Κλίνης,
Ἰχῶρσι καὶ μώλωψι καὶ σήψει βρύων.
Ἵνα δὲ σαφῶς ὀργανώσω τὸν μέγαν,
Λείψανον ἦν σώματος ἢ κρεάδιον,
Ὃ δὴ καταλέλοιπεν ἡ νόσος μόλις,
Κόρον τρυφῆς λαβοῦσα, μὴ κάμῃ πλέον,
Ἢ σπόγγος ἀργὸς ταῖς ὀπαῖς παραπνέων.
Ἀλλ' εἶχε λαλοῦν τὴν θεοῦ δόξαν μέλος,
Σοφῶς ἐπαινῶν τοῖς παροῦσι τοὺς πόνους·
705

Ὡς ἂν μάθῃς, ἄνθρωπε, τὰς λύπας φέρειν,


Καὶ μὴ ῥᾳθυμεῖν ἀγνοῶν τὸ συμφέρον,

Ammonius Scr. Eccl., Fragmenta in Joannem (in catenis) (2724: 003)


“Johannes–Kommentare aus der griechischen Kirche”, Ed. Reuss, J.
Berlin: Akademie–Verlag, 1966; Texte und Untersuchungen 89.
Fragment 49, γρ. 2

διδασκάλου τὸ τοῖς αὐτοῖς κεχρῆσθαι πρὸς τὸ ἐμπαγῆναι τοὺς λόγους ἐν


ταῖς τῶν ἀκροατῶν ψυχαῖς.  
Jo 1, 38  Ἐπειδὴ οἱ ἀκολουθοῦντες Χριστῷ οὐ δύνανται αὐτὸν φθάσαι,
συγκατα-βατικῶς στρέφεται πρὸς αὐτοὺς δεικνὺς αὐτοῖς τὸ ἑαυτοῦ
πρόσωπον, ἵνα γνῶσιν, ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ πληρῶν «τὸν νόμον» καὶ
διδάσκων τὰ ἐν αὐτῷ.
Jo 1, 38  Οὐχ ὡς ἀγνοῶν δὲ ἐρωτᾷ, ἀλλ' ἐκκαλούμενος αὐτοὺς εἰς
ὁμιλίαν. Jo 1, 39
 Οὐκ ἔστι τοῦτο ἐναντίον τῷ εἰρημένῳ «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει
ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ»· εἰ γὰρ καὶ κατέμεινεν ἐν οἴκῳ, ἀλλ' ἴδιον οὐκ
ἐκτήσατο καταγώγιον.
Jo 1, 45
 Ὃν εὐηγγελίσω μοι, φησίν, πῶς δυνατὸν εἶναι τὸν Χριστὸν ἐκ Ναζαρέθ,
ὃν εἶπεν ἡ γραφὴ ἐκ Βηθλέεμ ἔρχεσθαι; ἀλλ' ἐκεῖ μὲν ἐν Βηθλέεμ ἐτέχθη,

τὴν δὲ Ναζαρὲθ ἐπεγράφετο πατρίδα ὡς ἐκεῖ τραφεὶς καὶ διάγων μέχρι


τελείας
ἡλικίας.  
Jo 1, 47
 Μεγάλη δόξα καὶ καύχημα τὸ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὅ ἐστι Χριστός,
μαρτυρίαν ἔχειν καθαρᾶς καρδίας, ἥτις ὁρᾷ θεὸν τῷ νῷ καὶ ποδηγεῖται
πρὸς
τὴν σωτήριον πίστιν ἀδόλως προστρέχειν τῷ Χριστῷ οὐχ ὡς Ἰουδαῖος ἢ
ὡς

Ευάγριος. Ιστορία εκκλησιαστική. (2733: 001)


“The ecclesiastical history of Evagrius with the scholia”, Ed. Bidez, J.,
Parmentier, [Link]: Methuen, 1898, Repr. 1979.Σελ. 122, γρ. 29

σκηνῆς αὐτῷ μετῃώρητο σχῆμα βαρβαρικόν. Εἶτα δια-


κινῆσαι τὸ σῶμα βουληθεὶς ἵππον ἀχθῆναι προστέταχεν,
ἀναβολεῖ δὲ οὐκ εἰωθὼς χρῆσθαι τῷ ἵππῳ προσήλατο.
Ὁ δὲ ἀγελαῖός τις ὢν καὶ ὑβριστής, οὔπω περιβάδην
Θευδερίχου καθίσαντος, μετεωρίζει τὼ πρόσθε πόδε, τὼ
706

ὀπισθίω μόνω ἀκροβατῶν· ὡς διαφιλονεικοῦντα τὸν


Θευδέριχον καὶ μήτε τῷ χαλινῷ ἀνασειράζειν τὸν ἵππον
τολμῶντα ὡς ἂν μὴ ἐμπέσοι γε αὐτῷ, μηδὲ τῆς ἕδρας
βεβαίως ἀντεχόμενον, τῇδε κἀκεῖσε περιδονεῖσθαι, δια-
σεῖσαί τε τὴν αἰχμήν, ταύτην δὲ ἐπ' αὐτὸν ἐνεχθῆναι
πλαγίαν καὶ τὴν πλευρὰν κατατρῶσαι· ἔνθεν τε κλινήρη
γενόμενον καὶ βραχείας ἡμέρας ἀρκέσαντα, τὸν βίον ἐκ
τοῦδε τοῦ τραύματος καταστρέψαι.
 26. Μετὰ ταῦτα διενεχθεὶς πρὸς Ζήνωνα καὶ Μαρ-
κιανός, παῖς μὲν Ἀνθεμίου τοῦ Ῥώμης βασιλεύσαντος,  
κῆδος δὲ πρὸς Λέοντα τὸν βεβασιλευκότα πρότερον
ἐσχηκώς, ἐπεὶ τὴν νεωτέραν αὐτοῦ θυγατέρα Λεοντίαν
ἐσῳκίσατο, τυραννεῖν ἐπειρᾶτο· καὶ μάχης ἰσχυρᾶς περὶ
τὰ βασίλεια συρραγείσης καὶ πολλῶν ἑκατέρωθεν πεπτω-
κότων, τρέπει τοὺς ἐναντίους ὁ Μαρκιανός· καὶ τῶν
βασιλείων ἐγκρατὴς γέγονεν ἄν, εἰ μὴ τὸν καιρὸν παρῆκεν

Φλάβιος Ιουστινιανός Novellae (2734: 013)


“Corpus iuris civilis, vol. 3”, Ed. Schöll, R., Kroll, W.
Berlin: Weidmann, 1895, Repr. 1968.Σελ. 320, γρ. 33

εἴπερ βουληθείη ὁ ἁγιώτατος πατριάρχης, καὶ ἐξεοῦν


αὐτοὺς τῆς φροντίδος τῶν χωρίων καὶ ἀπαιτεῖν τὴν
τούτων ὄψιν καθὰ νῦν παρ' αὐτοῖς ἐστι. τούτων
ἁπάντων φροντίδα τιθεμένου τοῦ κατὰ καιρὸν μακα-
ριωτάτου ἀρχιεπισκόπου καὶ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου,
ὑφ' ὃν τελοῦσι καὶ οἱ θεοφιλέστατοι οἰκονόμοι καὶ ὁ
πᾶς κλῆρος καὶ ἡ σύμπασα τῆς ἁγιωτάτης ἐκκλησίας
κατάστασις. Τούτων δὲ οὕτω γινομένων μηδένα
παντελῶς παρὰ ἄκοντος κομίζεσθαι ὑπὲρ νεκροῦ σώ-
ματος κηδευομένου μηδ' ὁτιοῦν. Ὥστε δὲ διακρίνε-
σθαι τὸ πᾶν, θεσπίζομεν ἑκάστῃ κλίνῃ προῖκα διδο-
μένῃ ἓν ἀσκητήριον δίδοσθαι ἀσκητριῶν ἢ κανονικῶν
μὴ ἔλαττον ὀκτὼ γυναικῶν ἡγουμένων τῆς Κλίνης καὶ
ψαλλουσῶν καὶ τριῶν ἀκολούθων, οἵπερ οὐδ' ὁτιοῦν
παντελῶς λήψονται. Εἰ μέντοι τις βούλοιτο τῶν
προσηκόντων τῷ τελευτήσαντι καὶ τὴν ἐκφορὰν ποι-
ουμένων αὐτὸς ἑκὼν ἀναγκάζοντος οὐδενὸς καὶ ἕτερον
ἀσκητήριον ἓν ἢ δύο ἢ καὶ πλείω προσλαβεῖν, τοῦτο
ἔστω μὲν τῆς αὐτοῦ φιλοτιμίας, πλὴν οὐδὲ τοῦτο
707

ἀόριστον καταλείπομεν, κἀνταῦθα τὸ αὐτὸ μέτρον εἶ-


ναι βουλόμενοι τῶν κατὰ φιλοτιμίαν

Φλάβιος Ιουστινιανός Novellae Σελ. 321, γρ. 18

εἰ μὲν εἴσω τῶν νέων τειχῶν τῆς εὐδαίμονος ταύτης


πόλεως εἴη τὰ τῆς ἐκφορᾶς, ἄχρι tremissis solidi, οὐ-
δὲν ἐκ τούτων παντελῶς τῶν ἀκολούθων κομιζομέ-
νων οὐδὲ μεριζομένων ταῦτα μετὰ τῶν εὐλαβεστάτων
ἀσκητριῶν ἢ κανονικῶν· τῶν δὲ ἀκολούθων τῶν μετὰ
τοὺς τρεῖς τοὺς προῖκα ὑπηρετοῦντας παραλαμβανο-
μένων, εἰ μὲν ἕτεροι τρεῖς εἶεν, ἀρκουμένων κερατίοις
τρισίν, εἰ δὲ ἕξ, κερατίοις ἕξ, καὶ ἐφεξῆς κατὰ τοῦτον
τὸν τρόπον καὶ τὰ περὶ αὐτῶν διοικεῖσθαι. πρόδη-
λον δὲ ὡς, εἰ καὶ τὸ διάστημα πλεῖον καθεστήκοι καὶ
οἱ τῇ κλίνῃ ὑπηρετούμενοι δεκανοὶ πλείους εἶεν καὶ
τὰ ἀσκητήρια πλείονα, διὰ τὸ ταύτης βάρος βραχύ τι
καὶ αὐτοῖς δοθήσεται καθ' ὁμοιότητα τῶν πρὸς τὰ
[ἀσκητήρια] τῆς κηδείας πονουμένων, ὥστε τῇ δια-
φορᾷ τοῦ κόπου δοκεῖν τινα καὶ αὐτοὺς ἔχειν ἐντεῦ-
θεν παραψυχήν. Δοκεῖν δὲ εἶναι εἴσω τῶν νέων
τειχῶν καὶ τὸ πέραμα Ἰουστινιανῶν ἤτοι Συκῶν
ἐπειδὴ μὴ πόρρω καθέστηκε μηδὲ δεῖται πλείονος χρό-
νου ἢ πόνου πρὸς τὴν ἄφιξιν τὴν ἐκεῖσε. Εἰ δὲ ἔξω
τῶν νέων τειχῶν τῆς εὐδαίμονος ταύτης

Φλάβιος Ιουστινιανός Novellae Σελ. 321, γρ. 35

ἐπειδὴ μὴ πόρρω καθέστηκε μηδὲ δεῖται πλείονος χρό-


νου ἢ πόνου πρὸς τὴν ἄφιξιν τὴν ἐκεῖσε. Εἰ δὲ ἔξω
τῶν νέων τειχῶν τῆς εὐδαίμονος ταύτης πόλεως ἐκ-
φορὰ γένοιτο, ἢ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις περάμασι παρὰ τὸ
εἰρημένον, τηνικαῦτα τὰς μὲν ἀσκητρίας ἤτοι κανονι-
κὰς dimidiam partem solidi λαμβάνειν, οὐδὲ ἐνταῦθα
κοινωνούντων παντελῶς κατ' οὐδὲν αὐταῖς τῶν ἀκο-
λούθων, αὐτῶν δὲ τῶν ἀκολούθων ἐφ' ἑκάστῳ ἀσκη-
τηρίῳ quattuor siliquas κομιζομένων καὶ πέρα τού-
των μηδέν, κατὰ τὴν εἰρημένην διαίρεσιν. τοῦ ἀσκη-
τηρίου τοῦ παρεπομένου τῇ προῖκα διδομένῃ κλίνῃ  
σὺν τοῖς τρισὶν ἀκολούθοις καὶ αὐτοῦ πάντως παρα-
γινομένου διὰ τῶν ὀκτὼ ἀσκητριῶν ἢ κανονικῶν καὶ
τριῶν ὡς εἴρηται ἀκολούθων, καὶ οὐδὲν παντελῶς
708

κομιζομένων οὐδὲ διὰ κηρῶν δόσεως ἀπαιτούντων ἢ


καὶ ἕτερον μέτρον ἐξευρισκόντων ὑφ' ἑτέρῳ προκαλύμματι.

Φλάβιος Ιουστινιανός Novellae Σελ. 326, γρ. 2

καὶ οἰκέτας καὶ ἑτέρους ὡς πλείστους ἔπεισιν αὐτῷ


τελευτῶντι· ὁ δὲ δυσχεραίνων τε καὶ βοῶν διετέλεσεν,
ἕως αὐτὸν ὑπὸ τῆς βίας συνωθούμενον ἀφῆκεν ἡ
ψυχή. ὁ δὲ καὶ σήμαντρα ἐπετίθει τοῖς πράγμασι
κατ' οἰκείαν ἐξουσίαν, παρόντος οὐδενὸς τῶν ἐν ἀρχῇ
τεταγμένων ἤ τινος ὅλως νομίμης καὶ πολιτικῆς τάξεως
φυλαττομένης. καὶ οὐδ' οὕτως ἀνῆκεν, ἀλλὰ καὶ εἰς
νεκρὸν ὑβρίζειν οὐκ ὤκνει, πρῶτον μὲν ἐνιστάμενος
μὴ γίνεσθαι τὴν ταφήν, εἶτα ἐπειδὴ μόλις ἐνέδωκεν  
οἴκοθεν κατενεχθῆναι τὸν νεκρόν, ἴστη δημοσίᾳ τὴν
ἐκφορὰν τῆς Κλίνης ἐπιλαβόμενος καὶ οὐκ ἀνήσειν ἔλε-
γεν εἰ μὴ τὸ χρέος κομίσαιτο, ἕως καὶ ἀντιφωνητὴν
ἔλαβε καὶ οὕτως τὸν ἤδη τεθνεῶτα παραδοθῆναι τῇ
γῇ συνεχώρησεν. Ἐπὶ μὲν οὖν τῆς ὑποθέσεως καθ' ἣν
ταῦτα ἡμάρτηται τὰ προσήκοντα διετυπώθη, χρῆναι
δὲ ἡγούμεθα καὶ γενικῷ νόμῳ ταῦτα ἐπανορθῶσαι,
οὐ συγχωροῦντες αὐτὰ καὶ αὖθις πλημμεληθῆναι μέ-
νοντα μέχρι παντὸς ἀνομοθέτητα.

Φλάβιος Ιουστινιανός Novellae Σελ. 670, γρ. 30

τήσαντας τοῖς περιοῦσι τὰς ἀσχήμονας ταύτας καὶ ἀρχε-


κάκους ἐπιμιξίας γίνεσθαι βουλόμεθα, ἵνα μὴ πάροδος
ἐντεῦθεν γένοιτο τῇ φύσει πρὸς ἑαυτὴν ἃ μὴ θέμις
τρυφᾶν τε καὶ παίζειν καὶ τὰ θεῖα καταισχύνειν πράγ-
ματα, καὶ εὐσεβείας δῆθεν προκαλύμματι καὶ τῷ τῆς
ὁσίας σχήματι ταῦτα πράττειν, ἅπερ οὔτε λέγειν οὔτε
ἐννοεῖν τοῖς μονήρη βίον ἀσκοῦσίν ἐστι καλόν. Ἐκεί-
νου δὲ ὄντος φανεροῦ, ὡς ἀνάγκη καθέστηκε τοὺς
ταῖς ταφαῖς ὑπηρετουμένους καὶ μάλιστα τούς τε τὴν
Κλίνην φέροντας τούς τε ὀρύττοντας εἰσφοιτᾶν εἰς τὰ
μοναστήρια, ἐν μὲν τοῖς ἀνδρικοῖς μοναστηρίοις τὸ
πρᾶγμα εὔκολόν ἐστιν, ἐν δὲ τοῖς γυναικείοις οὐχ οὕ-
τως, διὰ τὴν εἰρημένην ἀπαγόρευσιν.  
θεσπίζομεν τοίνυν, εἴ ποτε μέλλοι τοιοῦτό τι γίνε-
σθαι καὶ θάπτεσθαί τις γυνὴ ἐν γυναικείῳ μοναστη-
709

ρίῳ (ἄνδρα γὰρ οὐκ ἐφίεμεν), τὰς μὲν εὐλαβεστάτας


γυναῖκας ἐν τῷ οἰκείῳ μένειν καταγωγίῳ. μόνην δὲ
τὴν θυρωρὸν ἢ τὰς θυρωροὺς καὶ τὴν ἡγουμένην ἴσως
αὐτὴν εἰ βουληθείη παρεῖναι τοῖς γινομένοις, καὶ θᾶτ-
τον ἐκείνους πράξαντας τὰ περὶ τὴν ὁσίαν νενομισμένα

Apophthegmata, Apophthegmata patrum (collectio alphabetica)


(2742: 001); MPG 65.Σελ. 125, γρ. 53

μόνον, εὐθέως ἐδίωκεν αὐτὸν, λέγων· Μήποτε λα-


λούντων ἡμῶν περὶ ὠφελείας, ἐγκύψῃ ξένη ὁμιλία·
διὰ τοῦτο οὐκ ἀφῶ σε ἔγγιστά μου.
 βʹ. Ἔλεγεν ὁ ἀββᾶς Ἀμμώης τῷ ἀββᾷ Ἡσαΐᾳ
τῇ ἀρχῇ· Πῶς με βλέπεις ἄρτι; Λέγει αὐτῷ· Ὡς
ἄγγελον, Πάτερ. Καὶ εἰς τὰ ὕστερα ἔλεγεν αὐτῷ·
Πῶς με νῦν βλέπεις; Ὁ δὲ ἔλεγεν· Ὡς τὸν Σατα-
νᾶν· κἂν λόγον μοι λαλήσεις ἀγαθὸν, ὡς ῥομφαίαν
αὐτὸν ἔχω.
 γʹ. Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀμμώη, ὅτι ἠσθένει
κλινήρης ὢν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ οὐδέποτε ἀφῆκε τὸν  
λογισμὸν αὐτοῦ προσχεῖν εἰς τὸ ἐσώτερον αὐτοῦ κελ-
λίον, ἰδεῖν τί ἔχει. Πολλὰ γὰρ αὐτῷ προσέφερον διὰ
τὴν ἀσθένειαν. Καὶ εἰσερχομένου τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ
Ἰωάννου καὶ ἐξερχομένου, ἐκάμυε τοὺς ὀφθαλμοὺς
αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἴδῃ τί ποιεῖ. ᾜδει γὰρ ὅτι ἦν πιστὸς
μοναχός.

Apophthegmata, Apophthegmata patrum (collectio alphabetica)


Σελ. 217, γρ. 48

αὐτῇ ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης· Εἰπὲ αὐτῇ. Πάνυ γὰρ ἔχω


αὐτὴν ὠφελῆσαι. Οἱ δὲ παῖδες αὐτῆς ὑπομειδιῶντες
λέγουσιν αὐτῷ· Τί γὰρ ἔχεις δοῦναι αὐτῇ, ὅτι θέλεις
αὐτῇ συντυχεῖν; Ὁ δὲ ἀπεκρίθη λέγων· Πόθεν γὰρ
οἴδατε τί μέλλω αὐτῇ παρασχεῖν; Ἀνελθοῦσα οὖν ἡ
γραῦς, εἶπεν αὐτῇ περὶ αὐτοῦ. Καὶ λέγει αὐτῇ ἡ
νεωτέρα· Οὗτοι οἱ μοναχοὶ ἀεὶ διακινοῦσι παρὰ τὴν
Ἐρυθρὰν θάλασσαν, καὶ εὑρίσκουσι μαργαρίτας.
Κοσμήσασα οὖν ἑαυτὴν λέγει, Θέλησον ἀνενέγκαι
πρὸς μέ. Ὡς οὖν ἀνῆλθε, προλαβοῦσα ἐκαθέσθη εἰς
τὴν Κλίνην. Ἐλθὼν δὲ ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, ἐκαθέσθη
710

ἐγγὺς αὐτῆς. Προσχὼν δὲ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῆς,


λέγει αὐτῇ· Τί κατέγνως τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι εἰς τοῦτο
ἦλθες; Ἀκούσασα δὲ, ἀπεπάγη ὅλη. Καὶ κλίνας κάτω
τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης, ἤρξατο κλαίειν
σφοδρῶς. Λέγει αὐτῷ αὐτή· Ἀββᾶ, τί κλαίεις; Ὡς
δὲ ἀνένευσε, πάλιν ἔκλινεν ἑαυτὸν κλαίων, καὶ λέγει
αὐτῇ· Βλέπω ὅτι ὁ Σατανᾶς παίζει εἰς τὴν ὄψιν σου,
καὶ οὐ μὴ κλαύσω; Ἀκούσασα δὲ λέγει αὐτῷ· Ἔνι
μετάνοια, ἀββᾶ; λέγει αὐτῇ· Ναί. Λέγει αὐτῷ· Λάβε  
με ὅπου θέλεις.

Apophthegmata, Apophthegmata patrum (collectio alphabetica)


Σελ. 416, γρ. 5

Περὶ τοῦ ἀββᾶ Σεραπίωνος.

 αʹ. Ἦλθέ ποτε ὁ ἀββᾶς Σεραπίων παρερχόμενος


διὰ κώμης τινὸς τῆς Αἰγύπτου· καὶ εἶδέ τινα πόρ-
νην ἑστῶσαν εἰς τὸ κελλίον αὐτῆς· καὶ εἶπεν αὐτῇ
ὁ γέρων· Προσδόκησόν με ὀψέ· θέλω γὰρ ἐλθεῖν  
πρὸς σὲ, καὶ ποιῆσαι τὴν νύκτα ταύτην ἔγγιστά σου.
Ἡ δὲ ἀποκριθεῖσα, εἶπε· Καλῶς, ἀββᾶ. Καὶ ἡτοι-
μάσθη, καὶ ἔστρωσε τὴν Κλίνην. Ὀψίας δὲ γενο-
μένης, ἦλθεν ὁ γέρων πρὸς αὐτὴν, καὶ εἰσελθὼν
εἰς τὸ κελλίον, λέγει αὐτῇ· Ἡτοίμασας τὴν Κλίνην;
Ἡ δὲ εἶπε· Ναὶ, ἀββᾶ. Καὶ ἔκλεισε τὴν θύραν, καὶ
λέγει αὐτῇ· Μεῖνον ὀλίγον, ἐπειδὴ νόμον ἔχομεν,
ἕως οὗ ποιήσω αὐτόν. Καὶ ἤρξατο ὁ γέρων τῆς συν-
άξεως αὐτοῦ· καὶ ἀρξάμενος τὸ ψαλτήριον, κατὰ ψαλ-
μὸν ἐποίει εὐχὴν, δεόμενος τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ αὐτῆς, ὅπως
μετανοήσῃ καὶ σωθῇ. Καὶ εἰσήκουσεν αὐτοῦ ὁ Θεὸς, Καὶ
ἕστηκεν ἡ γυνὴ τρέμουσα καὶ εὐχομένη ἐγγὺς τοῦ γέ-
ροντος. Καὶ ὡς ἐτέλεσεν ὁ γέρων ὅλον τὸ ψαλτήριον,
ἔπεσεν ἡ γυνὴ χαμαί.

Historia Monachorum In Aegypto, Historia monachorum in Aegypto


(2744: 001)“Historia monachorum in Aegypto”, Ed. Festugière, A.–J.
Brussels: Société des Bollandistes, [Link] 10, γρ. 95

το τοῖς ἐγχωρίοις γενέσθαι· οἳ πρὸς τὴν τοῦ ἡλίου θέαν συνδρο-


μὴν ποιησάμενοι ἐθαύμαζον ἐπὶ πολλαῖς ὥραις θεωροῦντες αὐ-
τὸν μὴ δυόμενον. ἰδόντες δὲ τὸν πατέρα Πατερμούθιον ἐκ τῆς
ἐρήμου ἐρχόμενον ἐπυνθάνοντο παρ' αὐτοῦ τί τὸ σημεῖον τοῦτο
711

ἄρα εἴη τὸ τοῦ ἡλίου. ὁ δέ φησι πρὸς αὐτούς· «Οὐ μέμνησθε


τὴν τοῦ σωτῆρος φωνὴν λέγουσαν· ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον
σινάπεως, καὶ μείζονα τούτων ποιήσετε σημεῖα;« τοὺς δὲ εὐθὺς ὑπ-
εισῆλθεν φόβος, παρέμειναν δὲ αὐτῷ τινες ἐξ αὐτῶν μαθητεύ-
οντες.
 Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς τῶν ἀδελφῶν τῶν νοσούν-
των καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤδη θανόντα, προσελθὼν τῇ κλίνῃ καὶ προς-
ευξάμενος καὶ καταφιλήσας αὐτὸν ἠρώτα εἰ πρὸς θεὸν βούλοιτο
ἀπιέναι μᾶλλον ἢ ἔτι ζῆν ἐν σαρκί. ὁ δὲ ἀνακαθίσας εἶπεν
αὐτῷ· «Κρεῖσσον τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι. τὸ ζῆν ἐν
σαρκὶ οὐκ ἀναγκαῖον ἐμοί». «Οὐκοῦν κάθευδε, φησίν, ἐν εἰρήνῃ,
ὦ τέκνον, πρεσβεύων ὑπὲρ ἐμοῦ πρὸς τὸν θεόν». ὁ δὲ ὡς εἶχεν  
εὐθὺς ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη. οἱ δὲ παρόντες πάντες ἐξεπλάγησαν
λέγοντες· «Ἀληθῶς ἄνθρωπος θεοῦ ἐστιν οὗτος«. κηδεύσας οὖν
αὐτὸν καθαρίως, ἐν ὕμνοις πᾶσαν τὴν νύκτα διετέλεσεν.

Callinicus Biogr., Vita sancti Hypatii (2770: 001)


“Callinicos. Vie d'Hypatios”, Ed. Bartelink, G.J.M.
Paris: Cerf, 1971; Sources chrétiennes 177.
Dedication-prologue-Ch. 4, se. 7, γρ. 4

         καὶ εὑρὼν χωρικοὺς ἀσθενοῦντας καὶ ἐρριμμένους ἐν τῇ ὁδῷ πενι-


χροὺς ὄντας, ὡς διηγεῖτο ἡμῖν – καὶ γὰρ τὰ τοῦ ἁγίου
Ἰωνᾶ αὐτὸς ἡμῖν διηγεῖτο – , τούτους ἐπ' ὤμων λαμβάνων
βαστάσας ἀπετίθετο ἐν τῷ πυλῶνι, καὶ εἰσερχόμενος
ἔλεγεν τῷ ἀββᾷ· «Τινὲς εἰσήνεγκαν ἐν τῷ πυλῶνι ἄρρω-
στον καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον.»
         Καὶ κελευσθεὶς
εἰσέφερεν αὐτόν. Καὶ εἴτε τραῦμα εἶχεν, ἤ τινα ἀρρωστίαν,
καταντλήσας αὐτὸν ἐπεμελεῖτο αὐτοῦ ὡς χρή, καὶ στρώσας
Κλίνην ἀνέπαυεν αὐτὸν καὶ βρώμασιν ἐπιτηδείοις διέ-
τρεφεν αὐτόν. Εἰ δὲ χρεία ἦν τοῦ ἀλειφθῆναι τὸν ἄρρωστον,
ἀναγγείλας τῷ ἀββᾷ – ἦν γὰρ πρεσβύτερος – ἐποίει
αὐτὸν ἐλαίῳ εὐλογημένῳ ἀλιφῆναι παρ' αὐτοῦ, καὶ ἐν
ὀλίγαις ἡμέραις ἀπέλυεν αὐτὸν ὑγιῆ, τοῦ Θεοῦ αὐτῷ συν-
εργοῦντος καθὼς γέγραπται· «Παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ
ἀγαθὸν συνεργεῖ ὁ Θεός.»
         Ἀκηκόαμεν δὲ καὶ
τοῦτο παρὰ τῶν ἐκεῖσε ἀδελφῶν, ὅτι εἴ τις προσφάτως
ἦν πυρέξας, ἀπερχόμενος ὁ Ὑπάτιος ὡς ψηλαφῶν αὐτὸν
712

Callinicus Biogr., Vita sancti Hypatii Dedication-prologue-Ch. 28, se.


21, γρ. 3

οὖν ὁ Ὑπάτιος εἰς τὸ ἴδιον μοναστήριον καὶ μεθ' ἡμέρας


πέντε ὁρᾷ δαίμονας τέσσαρας ἐν σχήματι καμήλων,
δρακόντων δὲ εἶχον τραχήλους καὶ κεφαλάς.
         Ὁ δὲ   ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ὁ παρὼν αὐτῷ ἀνωτέρω αὐτὸν
προσελαμβάνετο, καὶ ἐπεκτείνοντες οἱ δαίμονες τοὺς
τραχήλους ὥστε καταλαβεῖν αὐτόν, οὐκ ἠδύναντο,
διότι ἀνωτέρω ἀνέβαινεν.
         Τέλος δείκνυσιν αὐτῷ ὁ
ἄγγελος ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπον ἐν σχήματι δούλου ἠλιμμένου
τὴν καπίλαν αὐτοῦ καθήμενον ὑπὸ Κλίνην, λέγων· «Οὗτος
ἀπέστειλεν αὐτούς.»
         Ὁ δὲ Ὑπάτιος πρὸς τοὺς
δαίμονας λέγει· «Ὑμῖν λέγω τοῖς δαίμοσιν ἐν τῷ ὀνόματι
τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃ ἀπέστειλεν ὑμᾶς ποιῆσαι
μοι, ἀπέλθατε καὶ ἐκείνῳ ποιήσατε αὐτό.»

Callinicus Biogr., Vita sancti Hypatii Dedication-prologue-Ch. 44, se. 9,


γρ. 2

ἡμᾶς, ἐλθόντες σὲ ἔχομεν θλίψαι.»


         Ὃ καὶ ἐποίησαν·
ἐκείνης γὰρ ὑγιανάσης τοσοῦτον ἔθλιψαν τὸν ἅγιον, ὥστε
ἕως ἡμερῶν εἴκοσι ἀρρωστῆσαι·
         καὶ ὑγιοῦς αὐτοῦ
γενομένου εἰς τέλος ὁ Κύριος κατήργησεν αὐτούς.
 Ἄλλος τις κόμης τοὔνομα Ἐλπίδιος, ἀρχιτέκτων
τοῦ βασιλέως, δεινῶς καὶ οὗτος ὑπὸ δαίμονος τὸ σῶμα
ὠδυνᾶτο καὶ πόνοις δεινοῖς τρυχόμενος βοὰς ἀνέπεμπεν.  
Ἀκούσας δὲ περὶ τοῦ ἁγίου ἔρχεται πρὸς αὐτὸν μετὰ
Κλίνης καὶ παίδων.
         Ἅμα οὖν ἐποίει ὁ ἅγιος Ὑπάτιος
εὐχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ καθίσας ἐν τῇ κλίνῃ ἐπετίθει
τὴν χεῖρα, ὅπου ἐπόνει, καὶ ἀνεκτότερον αὐτῷ ἐγίνετο.
Αὐτὸς δὲ οὐκ εἴα αὐτὸν ἀναχωρῆσαι· ἅμα γὰρ τοῦ
ἀναχωρεῖν εὐθὺς οἱ πόνοι ὠδυνοῦν αὐτὸν καὶ ἐβόα μεγάλως.
Ἔλεγεν δὲ καυχώμενος ὅτι «Οὐχ ὑποβάλλεται
ἀριθμῷ τὰ χρήματά μου.»
         Ποιήσαντος δὲ αὐτοῦ
713

ἡμέρας ὀλίγας ἤρχοντο ἐργολάβοι καὶ πένητες ἐργάται


καὶ προσήρχοντο τῷ ἁγίῳ λέγοντες ὅτι «Ἠδίκησεν ἡμᾶς ὁ

Callinicus Biogr., Vita sancti Hypatii Dedication-prologue-Ch. 51, se.


10, γρ. 2

ἐκ παντὸς μοναστηρίου, καὶ πάντες κηροὺς ἅψαντες ἐν  


ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις ἐκήδευσαν αὐτὸν ὁσίως·
         πάντες
οὖν οἱ προκομίζοντες αὐτοῦ τὸ τίμιον σῶμα ἔκλαιον ὡς
ὀρφανοὶ γενόμενοι τοιούτου πατρός.
         Τὸ οὖν ἅγιον
αὐτοῦ λείψανον κατέθεντο ἐν εἰρήνῃ ἐν τῷ σεπτῷ εὐκτηρίῳ
τοῦ αὐτοῦ μοναστηρίου ἐν σόρῳ λιθίνῃ, ἐν ᾧ οἴκῳ οἱ ἀδελφοὶ
τὰς εὐχὰς ἀναπέμπουσιν.
         Κατατιθεμένου δὲ αὐτοῦ
οἱ ὄχλοι διεσπάραττον τὴν Κλίνην βουλόμενοι εὐλογίας
χάριν λαβεῖν ἀπὸ τῶν ἱματίων αὐτοῦ, καὶ ὃ μὲν μετὰ
μαχαίρας τὴν σινδόνα ἔτεμεν, ἄλλος ἐκ τοῦ ἱματίου, ἕτερος
δὲ ἐκ τῆς γενειάδος αὐτοῦ τρίχας· καὶ μόλις διισχυρισαμέ-
νων τινῶν ἠδυνήθημεν παύσασθαι αὐτοὺς ἐκ τούτου.
Τὴν οὖν σορὸν αὐτοῦ ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Οὐρβίκιος ἐκαρπο-
φόρησεν.

Ησύχιος. In sanctum Lucam (homilia 21) [Dub.] (2797: 053)“Les


homélies festales d'Hésychius de Jérusalem, vol. 2. Les homélies xvi–xxi”,
Ed. Aubineau, [Link]: Societé des Bollandistes, 1980; Subsidia
hagiographica [Link]. 3, γρ. 7

συγκεκλεισμένης, οὔτε τῆς οὐσίας εἰς ἀριθμὸν ἐκτεινομένης. Καὶ


τῶν σεραφὶμ ηὑρέθη τολμηρότερος ὁ εὐαγγελιστής· ἐκεῖνα μὲν
γὰρ διὰ τὴν ἀστραπὴν τὴν ὄψιν καλύπτει, οὗτος δὲ διὰ τὴν χάριν
τὴν γέννησιν ἐθεολόγησεν.
 Πάλιν δὲ οὐρανόθεν εἰς γῆν καταβὰς καὶ ἐγκύψας τῷ φρικτῷ
σπηλαίῳ, τοῖς τῆς πίστεως ὄμμασιν εἶδε μυστήριον θεοῦ τροπῆς
καὶ ἀλλοιώσεως ἀνώτερον, εἶδε παρθένον ἀνύμφευτον μητέρα,
εἶδε γαστέρα οὐρανοῦ πλατυτέραν, εἶδε τόκον οὐκ ἀρχὴν θεοῦ
ἀλλ' ἐπιφάνειαν, εἶδε βρέφος σαρκωθέντα τὸν δημιουργὸν πάν-
των τῶν αἰώνων, εἶδε θεὸν ἐν δούλου μορφῇ κενωθέντα, εἶδε
714

φάτνην μυστηρίου Κλίνην, εἶδε σπάργανα οἰκουμένης λύτρα,


εἶδε σταυρὸν εἰς οὐρανὸν γέφυραν, εἶδε τάφον κατὰ θανάτου ὅπ-  
λον, εἶδε Πνεύματος ἁγίου πλοῦτον αἰώνιον καὶ ἀπερινόητον, εἶδεν
εἰς Αἴγυπτον φυγόντα σαρκὶ τὸν κατέχοντα τὴν γῆν δρακί.
Καὶ τὸ μὲν μυστήριον ἔλαθε τὰ σεραφίμ, ὁ δὲ εὐαγγελιστὴς
τὸ θαῦμα ἐθεολόγησεν· διὰ τοῦτο Παῦλος, τῶν εὐαγγελιστῶν
τὸ ἀξίωμα κηρύττων, ἐβόα· «ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ
ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποί-
κιλος τοῦ θεοῦ σοφία.»

Βασίλειος θεολόγος. Sermones xli (2800: 002); MPG 85.Σελ. 209, γρ.
30

θυμοῦ καταγνοῦσα τοῦ φύσαντος, ἀποπέμπει τὸν


ἄνδρα, διὰ φυγῆς αὐτὸν τῆς σφαγῆς ἐξαρπάζουσα,
φιλάνδρῳ γνώμῃ νικῶσα τὸν φθόνον τοῦ φύσαντος.
Ὁ μὲν οὖν Σαοὺλ, ἐγρηγορὼς τῷ θυμῷ, τοῦ θανάτου
τοὺς ὑπηρέτας ἐξέπεμπεν· ἡ δὲ παῖς τὴν ἀῤῥωστίαν
τοῦ ἀνδρὸς προσοφίζεται, οἴκτῳ κλέψαι τοῦ πατρὸς
τὴν μῆνιν ἐλπίζουσα, καὶ καιρὸν φυγῆς μηχανομένη
τῷ φεύγοντι. Ἀλλ' ὢ φιλανδρία καὶ σοφία τῆς γυναι-
κός. Ἔπεισε καὶ αὐτὴν τὴν κοίτην ἀῤῥωστίᾳ συν-
ὑποκρίνεσθαι. Ἀνδρὸς γὰρ εἰκόνα διὰ τοῦ σχή-
ματος ἐπὶ τῆς Κλίνης μορφώσασα, τῇ πεπλασμένῃ
μορφῇ τοὺς ὁρῶντας ἐφάνταζεν. Ἧπαρ δὲ νεοσφα-
γοῦς αἰγὸς ἐσθήμασιν ὑποκρύψασα, πίστιν
ἀληθινὴν παρέσχε τῷ πλάσματι. Ἔτι γὰρ σπαῖρον
τὸ ἧπαρ, καὶ τοὺς ἐσχάτους ἐκπέμπον παλμοὺς,
ἀνδρὸς ἀναπνοὰς ἐσοφίζετο, κλέπτον τῇ θέᾳ τῶν
βλεπόντων τὴν αἴσθησιν.

Βασίλειος θεολόγος. Sermones xli Σελ. 209, γρ. 42

γοῦς αἰγὸς ἐσθήμασιν ὑποκρύψασα, πίστιν


ἀληθινὴν παρέσχε τῷ πλάσματι. Ἔτι γὰρ σπαῖρον
τὸ ἧπαρ, καὶ τοὺς ἐσχάτους ἐκπέμπον παλμοὺς,
ἀνδρὸς ἀναπνοὰς ἐσοφίζετο, κλέπτον τῇ θέᾳ τῶν
βλεπόντων τὴν αἴσθησιν. Τοιαῦτα δραματουργεῖν ἐκ
φιλανδρίας ᾔδει τὸ γύναιον. Ἐπίβουλος ἐδόθη, καὶ
715

βοηθὸς ἀνεδείχθη· πειρατὴς ἐπέμφθη, καὶ κυβερνή-


της εὑρέθη. Ἀλλ' οὐδὲ τὸ δρᾶμα τῆς παιδὸς, τὴν
τοῦ πατρὸς ἡμέρωσεν ἀγριότητα, ἀλλ' ἀληθεύειν τῆς
ἀῤῥωστίας τὸ ψεῦδος ὑπολαμβάνων, ἄγειν ἐπὶ τῆς
Κλίνης ἐνεκελεύετο. Τί γὰρ φειδόμενος οὐ παρα-
σκευάζων τὸν φόνον; Δεσμώτην ἔχω τὸν μισούμενον,  
θήραμα πρὸς σφαγὴν ἑτοιμότερον. Ταῦτα διῆλθεν ὁ
λόγος, οὐ τοσοῦτον τῆς Σαοὺλ μιαιφονίας κατ-
ηγορῆσαι βουλόμενος, ὅσον τὴν τοῦ Δαυὶδ ἀνεξικακίαν
κηρύξαι προθέμενος. Ἡ γὰρ τῆς τοῦ Σαοὺλ πονηρίας
ὑπόμνησις, ἔνδειξις ἀκριβὴς τῆς τοῦ Δαυὶδ ἀρετῆς.
Ὁ γὰρ πολλάκις περισώσας, ὑπὸ τοῦ σωθέντος ἠλαύνετο, ζωῆς μισθὸν
τὸν θάνατον κομιζόμενος,

Βασίλειος θεολόγος. Sermones xli Σελ. 225, γρ. 18

φιλανθρωπία· δικαστὴς εἰς ἰατρὸν μεταβέβληται·


ἀντὶ σιδήρου τῷ τῆς μετανοίας ἀρκεῖται φαρμάκῳ.
Ὢ μεγάλης καὶ γοργῆς ἀγαθότητος· συνέδραμε τῇ
ὁμολογίᾳ τῆς ἁμαρτίας ἡ λύσις τῆς τιμωρίας· ἔδειξεν
ὅση τῆς μετανοίας ἡ ἐνέργεια. Οὕτω μαθὼν ὁ Δαυὶδ,
καὶ τὴν χάριν δεξάμενος τῆς ἐξομολογήσεως οὐκ
ἐπαύσατο, ἀλλ' ἔμενε τῇ μετανοίᾳ προσπεφευγώς.
Οὐκ ἔῤῥιψεν οὐδὲ μετὰ τὴν θεραπείαν τὸ φάρμακον,
ἀλλὰ δακρύων, ἐν οὐρανῷ ἐκτείνων, τοῦ βίου διὰ
παντὸς ἀνεβόα· Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν
Κλίνην μου. Δι' ἧς ἔπταισε, διὰ ταύτης ἀπελογή-
σατο· ἁμαρτία γὰρ δάκρυσι θεραπεύεται· ἁμαρτία
θρήνοις καθαίρεται· ῥύπος ψυχῆς, τοῖς τῶν ὀφθαλ-
μῶν σμήχεται νάμασι, καὶ τὴν ὑπ' οὐρανὸν ἀεὶ
συγκαλούμενος, καὶ τὸ τῆς οἰκουμένης θέατρον καθ'
ἡμέραν ἀθροίζων, δημοσιεύει τὸ πταῖσμα, καὶ τοῖς
ἁπάντων στόμασι τὰ τῆς ὁμολογίας περιτίθησι ῥή-
ματα, καὶ κοινωνοὺς ποιεῖται τῆς ἀπολογίας τοὺς
ἅπαντας, ἵνα κοινωνοὺς τῆς μετανοίας ποιήσηται.
Νόμος γάρ ἐστι μετανοίας τοῦ προφήτου τὰ δάκρυα.
Ἔδειξε πῶς τὰ τῆς ψυχῆς θεραπεύεται τραύματα·
716

Βασίλειος θεολόγος. Sermones xli Σελ. 321, γρ. 8

πρὸς τὸν τῶν ἐρωτώντων τρόπον ὑπαντᾷν. Φαρισαῖος


γοῦν τίς ποτε νόσῳ φιλαργυρίας φλεγόμενος, καὶ
θαυμάτων πλῆθος ὁρῶν, πλεονεξίας ἔρωτι προσελθὼν  
τῷ Δεσπότῃ τὸν μαθητὴν ὑποκρίνεται, ἵνα τέχνην
θαυμάτων μαθὼν, ἔχῃ χρημάτων ἐμπορίαν τὰ θαύ-
ματα. Ἀκολουθήσω γὰρ, φησὶν, ὅπου δ' ἂν ἀπέρχῃ.
Πρὸς ὃν ὁ Κύριος, πρὸς τὴν γνώμην, οὐ πρὸς τὴν
φωνὴν, ἀποκρίνεται, γυμνάσας τῷ λόγῳ τὸν τρόπον·
Αἱ ἀλώπεκες γὰρ, φησὶ, φωλεοὺς ἔχουσι, καὶ τὰ
πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· ὁ δὲ Υἱὸς
τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.
Τί θαυμάτων ὑποκρίνῃ πόθον, χρημάτων κρατούμε-
νος ἔρωτι; Τί πλοῦτον ζητῶν, πρὸς τὸν τῆς πενίας
νομοθέτην ἐλήλυθας; Οὐ γίνεται πρόσοδος χρημάτων
τὰ θαύματα. Πτηνῶν πενέστερον ἐμὲ τὸν θαυματουρ-
γοῦντα θεώρησον. Οὐ γίνεται χρυσὸς θαυμάτων καρ-
πὸς, οὐδὲ τοῦτο ἡμῶν παραδόξων γεώργιον. Οὕτω
καὶ νῦν, οὐ πρὸς τὴν τῶν μαθητῶν ἐρώτησιν ἀπο-
κρίνεται· συμβουλεύει δὲ τοῖς ἐρωτῶσι τὰ δέοντα.
Τίς ἄρα μείζων ἐστίν;

Βασίλειος θεολόγος. Sermones xli Σελ. 384, γρ. 43

φιλάνθρωπος ἰατρὸς φιλανθρώπως· εἶδεν ἡ ζωὴ τὴν


νεκρότητα, ἀπέλαβεν ἡ χεὶρ τὴν ζωὴν, ἡ φύσις
τὸ μέλος ἐπέγνω. Ἕτερος δαιμόνων ἐτύγχανεν
οἶκος ἀκούσιος, αὐτὸς καθ' ἑαυτοῦ τὸν ἔνοικον ἐπ-
αγόμενος, ὅπλον αὐτὸς τῷ πολεμίῳ γινόμενος, οἰκη-
τήριον τοῦ δυσμενοῦς ὑπάρχων ὁ δείλαιος. Ἀλλὰ τῆς
Δεσποτικῆς φωνῆς τὴν ἀστραπὴν οὐκ ἐνέγκαντες
δαίμονες, τῇ φυγῇ τὴν πληγὴν ἀνεκήρυττον. Ἄλλος
τις πολυετεῖ παραλύσεως ἁλύσει δεσμούμενος, φωνῇ
Δεσποτικῇ τῶν δεσμῶν ἀπελύετο, καὶ φέρων ἐπὶ τῶν
ὤμων τὴν πολύμοχθον Κλίνην, ἐπινίκιον θέαν ἐπόμ-
πευεν, αὐτὸς κατὰ τῆς νόσου τρόπαιον ἐγειρόμενος.
Λάζαρος τετραήμερος ἐκ τῶν τάφων ἐξέτρεχεν· ἠκο-
λούθει γὰρ τῇ καλούσῃ φωνῇ. Ἑτέρου γάμος ἐτιμᾶτο
τοῖς θαύμασι, καὶ ὕδωρ πρὸς τὰς τῆς ἀμπέλου κρή-
νας ἠλάττετο. Πάλιν ἔρημος ἄρτους ἐπήγαζεν, καὶ
717

χεῖρες Δεσποτικαὶ πενίαν ἀποστολικὴν διωρθώσαντο.


Ἀλλαχοῦ τελώνης ἠγρεύετο, καὶ ὁ τοὺς παρόντας
λοχῶν, ἔλαθεν ὑπὸ Δεσπότου σαγηνευόμενος.
Ἀλλαχοῦ πόρνη .... τὸν βίον μετέβαλε, καὶ λόγος  
ἐπέμπετο, καὶ τρόπος ἠλλάττετο·

Βασίλειος θεολόγος. Sermones xli Σελ. 396, γρ. 22

οἶσθα ὅπως ἐπὶ τοῖς τῶν παίδων δεινοῖς τὰ γεννη-


σάντων σπλάγχνα διαπράσσεται. Τῷ δὲ ἐπεκάμ-
πτετο μὲν ἡ ψυχὴ, καὶ δάκρυον ἐχεῖτο κατὰ τῶν
παρειῶν, τῇ δὲ Ἡρώδου λύπῃ δουλεύων, ἔτι
ῥεόντων τῶν λόγων, ἐν ταῖς τῆς γεννησάσης ἀγκάλαις τὸ παιδίον
ἀπέσφαττε, καὶ τὴν ἱκεσίαν ὁ τοῦ φόνου
διέκοπτε θρῆνος.
 δʹ. Καὶ ταῦτα αὐτοῖς τολμῶσι καὶ πράττουσιν εἰς
πλείονα μανίαν ὁ θυμὸς ὑπεθήγετο, καὶ τοῖς οἴκοις
εἰσεπήδων αὐτοῖς, καὶ πάντα ἀνηρεύνων ἐξεστηκόσι
καὶ φόβου πνέουσιν ὀφθαλμοῖς, καὶ πρὸς τοὺς ὑψη-
λοὺς θαλάμους ἀνέτρεχον· εἶτα ὑπὸ τὴν Κλίνην τυχὸν,
ἢ τοιούτῳ τινὶ παιδίον εὑρόντες κρυπτόμενον, μόνῳ
τῷ κλαυθηρισμῷ μηνυθὲν ἀπὸ τῶν οἰκείων ἐ-
σφενδόνουν· ὁποῖα λίθον ἐπὶ τὰς ἀγυιὰς, τῇ τοῦ
βασιλέως ὀργῇ τὸν οὕτως ἀνόσιον χαριζόμενοι θάνα-
τον. Βοὴ δὲ ἐγίνετο συμμιγὴς, καὶ πένθους ἦχος
ἐπεκράτει ποικίλος· τῶν μὲν ἤδη μειζόνων παίδων
ὀδυρομένων τοὺς ἀδελφούς· τῶν πατέρων δὲ ὀλοφυρο-
μένων οὓς ἔτεκον· τῶν μητέρων δὲ οἰμωγαῖς ὀξείαις
κεχρημένων ἐπὶ τοῖς πάθεσι· τῶν γεγηρακότων δὲ
οὔπω τοιοῦτον ἑωρακέναι βοώντων οὐδὲν,

Βασίλειος θεολόγος. Sermones xli Σελ. 452, γρ. 42

ὢν οὔπω πρὸς ἀκρότητα φέγγους φθάσας ἐλέγχε-


ται· ὀφθαλμοί τε γὰρ κατατολμῶσι θνητοὶ, καὶ
νέφους πολλάκις ὑποδρομὴ τὰς μαρμαρυγὰς
ἀνεχαίτισε, καὶ δένδρων κατάσκιος τὴν αὐγὴν
ἀπεκώλυσε, καὶ νὺξ νόμῳ θαῤῥοῦσα τοῦ Κτίσαντος τὸν
χρόνον ἰσοῤῥόπως ἡλίῳ μερίζεται. Ἐπειδὴ γὰρ ὁ τῶν
ἀνθρώπων βίος καὶ ἐπίπονός ἐστι, καὶ πόνοις σφίγγε-
ται, διὰ τοῦτο τὴν μὲν ἡμέραν ὁ Κτίστης πρὸς ἐρ-
718

γασίαν ὑφήπλωσεν· ἡ δὲ νὺξ ἐπελθοῦσα, καὶ κεκο-


πωμένον εὑροῦσα τὰ τῆς ἀνέσεως παραδίδωσι κλί-
νῃ, λύουσα μὲν τὰ μέλη τῷ ὕπνῳ, διδοῦσα  
δὲ προθεσμίαν τῇ φύσει κατὰ μικρὸν ἀθροῖσαι τὴν
δύναμιν. Μέγα μὲν οὖν ἔφην, καὶ λαμπρὸν τοῦ ἡλίου
τὸ φῶς· ταῖς δὲ τῶν ἀνθρώπων χρείαις μόνον ἰσό-
μετρον. Οὐ μὴν τοιοῦτον τοῦ Δεσπότου τὸ φέγγος (οὐ
γὰρ θέμις παραβάλλεσθαι τὸ κτίσμα τῷ Κτίσαντι)
οὔτε συγκρίσει τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων τιμώμενον, τὸ
διαδοχαῖς νυκτὸς μὴ κρυπτόμενον, ἀλλὰ τοῦτο ἀνθρώ-
ποις ἔκπληκτον, καὶ ἀγγέλοις ἀπρόσιτον. Τοῦτο τὸ
φῶς ὁ Δεσπότης Χριστὸς περιβαλλόμενος καθάπερ
τροπαιοῦχος ἐξ οὐρανοῦ παραγίνεται τὴν δευτέραν

Βασίλειος θεολόγος. Homilia in feriam v et in proditionem Judae


(2800: 007); MPG 28.Τόμ. 28, σελ. 1049, γρ. 54

πάλαι μελετηθεῖσα! Οὐ λέγει, τί μοι δύνασθε δοῦναι;


Ὡς εὔωνον κτίσμα τὸν δεσπότην προτίθησιν· ὡς ἄτι-
μον συμφωνεῖ τὸν ἀτίμητον. Τί τοιοῦτο οὐ λαμβάνεις,
οἷον δίδως, Ἰούδα; Ὑπόμνησον σεαυτὸν τῶν τοῦ πι-
πρασκομένου θαυμάτων, καὶ τότε ἀναλόγως τὸν θαυ-
ματουργὸν καπήλευε. Βάδιζε πρὸς τὸν λεπρόν· παρ'
ἐκείνου διδάσκου τὴν τῆς ἰατρείας ποσότητα. Ἐρώτα
τυφλοὺς, τίνος ἀξίαν ἡγοῦνται τὴν ἴασιν. Ἐρώτα τὸν
Λάζαρον, πόσου τιμᾶται τὴν τοῦ θανάτου φυγήν.
Ἐξέταζε τὸν παράλυτον τὸν τοῦ χρόνου καὶ τῆς κλί-
νης διὰ τὸ πάθος δεσμώτην. Ζυγοστάτησον τὰς αὐ-
τοσχεδίους ἐν ἐρήμῳ τραπέζας. Διατίμησον τὸν ἐπὶ
τῶν κυμάτων περίπατον, τὰς τῆς θαλάσσης καὶ τῶν
ἀνέμων ἐπιτιμήσεις· τὰς τῶν δαιμονιώντων θερα-  
πείας ἐπίσκεψαι. Τούτων ἁπάντων ἐπιλήσμων γενό-
μενος, ὃν πωλεῖς οὐκ ἐννοεῖς.

Βασίλειος θεολόγος. De vita et miraculis sanctae Theclae libri ii [Sp.]


Book 2, se. 7, γρ. 28

εἶναι πένθος τοῖς θεωμένοις αὐτόν. Τί οὖν ἡ μάρτυς; Τόν τε


τοῦτο ἐργασάμενον οὐκ ἀγνοήσασα δαίμονα, καὶ τὸν πεπονθότα
719

κακῶς ἐλεήσασα καὶ ὡς ἱερέα καὶ ὡς ἄνδρα τίμιον καὶ ὡς αὐτῆς


πάρεδρον, εὐθὺς ἀπαλλάττει τοῦ πάθους, ὡς τοσοῦτο καὶ οὕτω
μέγιστον κακὸν εὐθὺς παύσασθαί τε καὶ συσκιασθῆναι τῷ θαύ-
ματι. Νύκτωρ γὰρ ἐπιφοιτήσασα αὐτῷ κελεύει μηδαμῶς μὲν
ἀθυμεῖν μήτε δεδιέναι μήτε ὀλιγοπιστίας πρᾶγμα ὑπομένειν, χρή-
σασθαι δὲ πρὸς θεραπείαν ἐλαίῳ τῷ τὸ νυκτιαῖον ἀεὶ φυλάττοντι
φῶς κατὰ τὸν αὐτῆς χῶρον καὶ τὸ βῆμα τὸ ἱερόν. Τοῦτο ἀκούσας
ὁ Δεξιανὸς καὶ ὑπὸ μόνης μὲν τῆς θαυμαστῆς ὄψεως καὶ περι-
χαρείας ἰάθη, διαναστὰς δὲ τῆς Κλίνης καὶ τῷ ἐλαίῳ μυρωθέντι
χρισάμενος, αὐτῆς δήπουθεν καὶ τοῦτο ἐργασαμένης, εἰς δευτέραν
ἔτι καὶ ἑτέραν ἡμέραν οὐκ ἐδεήθη τοῦ φαρμάκου, πλήν γε ὅσον
ἐπιγαυρούμενος τῷ βοηθήματι κατεχρήσατο τῷ δώρῳ. Τοσαύτην
δὲ καὶ μετὰ ταῦτα τὴν ἰσχὺν ἔσχε τοῦτο τὸ προσταχθέν, ὥστε
αὐτῷ καὶ ἐν ἑτέρῳ πάλιν κινδυνεύσαντι καιρῷ κατὰ δαίμονος καὶ
τότε προσβολὴν ἐπαρκέσαι.
 Φερομένῳ γὰρ ἐφ' ἵππου ποτὲ γαύρου τε καὶ οἵου μὴ ἀνέχεσθαι
χειρὸς ἀσθενεστέρας, καὶ δὴ κατενεχθέντι καὶ τὸ σκέλος κατεα-
γέντι καὶ κακῶς ἔχοντι πάνυ, ἡ αὐτὴ μάρτυς τὴν αὐτὴν ὀρέξασα
βοήθειαν τὸν μὲν ἰάσατο παραχρῆμα –

Βασίλειος θεολόγος. De vita et miraculis sanctae Theclae libri ii [Sp.]


Book 2, se. 9, γρ. 53

ξάντων αὐτῇ παρὰ τοῦ Μηνοδώρου, πρεσβυτέρου τε ὄντος καὶ


παρεδρεύοντος καὶ βιοῦντος τῶν ἐκείνης ἐπαξίως ὀφθαλμῶν πάν-
τοτε. Λύει δὲ οὕτως· κατηφιῶντι γὰρ αὐτῷ καὶ ποτνιωμένῳ καὶ
προσευχομένῳ καὶ τήν γε αὐτῆς μετὰ Χριστὸν ἐπιβοωμένῳ βοή-
θειαν ἐπιφοιτήσασα ἡ μάρτυς εἶπε μὴ ἂν ἄλλως ἀπαλλαγήσεσθαι
τῆς ταραχῆς ταύτης καὶ ζάλης καὶ τρικυμίας ἐξ οὕτω μεγάλης
ἀνακυκηθείσης δυναστείας εἰ μὴ τὸν δεῖνα διδάξοι τῶν συνηγό-
ρων, τοῦτον δὲ εἶναι τὸν ἅμα τῇ ἕῳ πρὸς ταῖς ἱεραῖς θύραις τῆς
ἐκκλησίας ἀπαντήσοντα, καὶ τοιόνδε καὶ τοιόνδε ὄντα τῷ σχή-
ματι – καὶ γὰρ ὅστις ἦν, ὑπέγραψεν αὐτῷ τῷ λόγῳ τὸν ἄνδρα – ·
ὡς διαναστάντα τῆς Κλίνης αὐτὸν καὶ δραμόντα πρὸς ταῖς θύραις
τῆς ἐκκλησίας εὑρεῖν ἐκεῖνον ὕπαρ, ὃν ὄναρ ἐδόκει θεᾶσθαι. Ἀτα-
λάντιος δὲ ἦν ὄνομα τούτῳ, τότε μὲν ἐν τοῖς ῥήτορσι, τελευταῖον
δὲ καὶ ἐν ἐπισκόποις ἐκλάμψαντι. Διαλεχθεὶς δὲ αὐτῷ καὶ ὅ τι
δέοι ποιεῖν ἀκούσας καὶ ἀναθαρρήσας, ἄπεισί τε καὶ συρρήγνυσι
τῷ σμερδαλέῳ, καὶ πτῶκα ποιεῖ τὸν λέοντα καὶ κολοιὸν τὸν
ἀετὸν ἐκ τῶν οἰκείων αὐτὸν θηράσας πτερῶν. «Ὁ μὲν γὰρ τοῦ
βασιλέως – φησί – βούλεται νόμος μὴ ἐξεῖναι γυναίοις κληρι-
720

κοὺς τίθεσθαι κληρονόμους. Ἐγὼ δέ – φησίν – οὐ κληρικός εἰμι,


κληρικῶν δὲ ἡγούμενος», ἑτέρου νόμου καὶ τοῦτο διασαφοῦντος τί
μὲν κληρικός, τί δὲ ἐπίσκοπος, καὶ ὡς ἄλλο μὲν τοῦτο,

Βασίλειος θεολόγος. De vita et miraculis sanctae Theclae libri ii [Sp.]


Book 2, se. 14, γρ. 24

ὑπὲρ τοῦ κτήσασθαι παῖδας – ἰουδαϊκῆς γὰρ ἀπειροκαλίας τὸ


αἴτημα – , ἵνα δὲ χριστιανὸν καὶ πιστὸν ἐπίδῃ τὸν ἑαυτῆς ἄνδρα.
Ἐπήκουσε τούτων ἡ μάρτυς καί, θαυμάσασα μὲν αὐτὴν τῆς πί-
στεως ἤπερ ἐλεήσασα, στρατηγικώτερον μὲν αὐτῷ ὡς ἂν καὶ ἀναι-
δεστέρῳ πολεμίῳ πρόσεισιν, ἀπαλλάττει δὲ ὅμως αὐτὸν τῆς ἀπι-
στίας καὶ εἰδωλομανίας. Νόσῳ γὰρ αὐτὸν ἰσχυρᾷ περιβαλοῦσα
πρότερον, καὶ τὸ ἀγεννὲς καὶ ἀμείλικτον τῆς ψυχῆς αὐτοῦ κατα-
μαλάξασα, τότε προσάγει τὴν θεραπείαν. Προσάγει δὲ οὕτως, ὃ
καὶ λίαν τοὺς ἀκούοντας καταπλήξειε· τῶν γὰρ προλαβόντων θαυ-
μάτων ἔχει τι καὶ παραδοξότερον· ὡς γὰρ ὁ μὲν προσήλωτο κλί-
νῃ, πολλοῖς τε ἄλλοις πάθεσι μαχόμενος καὶ τῷ παρὰ τῆς ἀσε-
βείας ἐκβρασθέντι πυρὶ συμφλεγόμενος, πολὺς δὲ καὶ ὁ χρόνος
ἦν ἤδη τῆς ἀρρωστίας, ἀπειρήκει δὲ πᾶς ἰατρὸς καὶ πᾶς οἰκέτης,
ἐτετρύχωτο δὲ καὶ αὐτὸ τὸ γύναιον ὑπό τε ἀγρυπνίας πολλῆς καὶ
χαμευνίας καὶ τῆς τοῦ νοσοῦντος μελαγχολίας – νόσου γὰρ μα-
κρᾶς ὡς τὰ πολλὰ μελαγχολία τὸ πέρας – , ἐλπὶς δὲ ἦν πάν-
τοθεν ἀπωλείας, τί συμβαίνει καὶ τί γίνεται; Σταθερᾶς ἤδη
μεσημβρίας οὔσης καὶ ἡλίου τὸ μέσον οὐρανοῦ καθιππεύοντος,
ἐπεισέρχεται τῷ νοσοῦντι ἡ μάρτυς, ὕπαρ οὐκ ὄναρ, αὐτοπροσώ-
πως ἀλλ' οὐ δι' ἑτέρας μορφῆς, εὐσταλής τις καὶ μικρὸν ἀνεστη-
κυῖα κόρη, εὐπρόσωπος, ἐμβριθής, εὐσταθής,

Βασίλειος θεολόγος. De vita et miraculis sanctae Theclae libri ii [Sp.]


Book 2, se. 14, γρ. 46

τοῦ σώματος ἐφιλονείκει χρώματα – , πολὺ δὲ ἔτι καὶ παντὸς


ἄλλου τὸ τῆς σωφροσύνης ἐπήνθει κάλλος αὐτῇ μετ' αἰδοῦς, μετὰ
χαρίτων, μετὰ ὀφθαλμῶν ἀγλαΐας καὶ τῆς τοῦ λοιποῦ σώματος  
αἴγλης, ὃ τοῖς φαιοῖς μὲν ὑπέστιλβεν ἱματίοις, ἐδόκει δὲ ὥσπερ
ἔκ τινος ἁλουργοῦ τε καὶ λεπτοῦ παραπετάσματος ὑπαυγάζειν
ἥλιος· καὶ γὰρ ἔσταλτο μὲν παρθενικῶς καὶ ᾗ νόμος ταῖς ἱεραῖς
τοῦ Χριστοῦ θεραπαινίσιν, οὐράνιον δέ τι καὶ θεῖον ἀπήστραπτε
φῶς, ὡς δοκεῖν ἀγγέλου τε ἅμα καὶ ἀνθρώπου φύσιν ἀνακεκρᾶσθαι
καὶ δι' ἀμφοῖν ἄγαλμά τι συγκεῖσθαι θεοειδὲς καὶ ἀκήρατον καὶ
721

ἔμπνουν. Οὕτω δὲ ἔχουσα σχήματος καὶ παρελθοῦσα εἴσω τοῦ


δωματίου, τῇ κλίνῃ τῇ τοῦτον ἄρρωστον ἐχούσῃ παρεκαθέσθη,
μικρὸν δὲ καὶ ὑποψοφήσασα τῷ ποδί, ὡς τὸν Ὑψίστιον αἰσθό-
μενόν τε καὶ ὑποτοπήσαντα τῶν συνήθων εἶναι γυναικῶν κατα-
βοῆσαί τε καὶ ἔρεσθαι τίς τε εἴη καὶ τί βούλοιτο νῦν διενοχλεῖν
αὐτῷ – δυσάρεστοι γὰρ οἱ νοσοῦντες ἀπορίας ὕπο – , τὴν δὲ
ὑπολαβοῦσαν εὐθὺς εἰπεῖν· «Ἐγώ, φησίν, εἰμὶ μὲν Θέκλα ἡ μάρ-
τυς τοῦ Χριστοῦ ἡ παρὰ σοῦ πάντοτε ὑβριζομένη καὶ λοιδορου-
μένη, παραγέγονα δὲ νῦν ἵνα ὁμοῦ σε καὶ τῆς ἀπιστίας ἀπαλλάξω
καὶ τῆς ἀρρωστίας· τοιούτοις γὰρ ἐγὼ τοὺς ὑβριστὰς ἀμείβεσθαι
πέφυκα δώροις. Τοιγαροῦν ἐπειδὴ τίς μέν εἰμι ἐγὼ μεμάθηκας,
ἱκανὴν δὲ καὶ τῆς ἀπιστίας ἤδη δέδωκας δίκην, ἀνάστηθι, ἄπιθι,

Joannes Gramm., Theol., Disputatio cum Manichaeo (2816: 007)


“Iohannis Caesariensis presbyteri et grammatici opera quae supersunt”,
Ed. Aubineau, M. (ap. M. Richard)Turnhout: Brepols, 1977; Corpus
Christianorum. Series Graeca [Link] 216

 44. ΜΑΝ. Εἰ μὴ ἔστι κακά, διὰ τί νόμοι κολάζουσιν αὐτά;


 45. ὈΡΘ. Τοῦτο μάλιστα ἐλέγχει τὴν σὴν φρενοβλάβειαν· εἰ  
γὰρ μὴ ἐφ' ἡμῖν ἦν τὸ κακὰ καὶ ἀγαθὰ ποιεῖν, οὐκ ἂν ἐκόλαζον
τοὺς κακούργους οἱ νόμοι, οἵτινες πολλάκις οὐ τὴν πρᾶξιν
σκοποῦσιν, ἀλλὰ τὴν διάθεσιν τοῦ πράξαντος ἐξετάζουσιν· οἷον
ἔρριψέ τις ξύλον καὶ ἄκων ἀνεῖλέ τινα, οὐ κρίνουσι φόνου τὸν
ἐργασάμενον· ἐμίγη τις ἄκων ἀλλοτρίᾳ τινὶ γυναικί, ἐπὶ Κλίνης
αὐτοῦ κοιμωμένην εὑρών, ὡς τῇ ἑαυτοῦ μιγνύμενος γαμετῇ,
ἀπολύουσι μοιχείας τὸν κατηγορούμενον, εἰ τοῦτο δειχθείη.
Ἀπόκριναι δέ μοι, διὰ τί τὸν ἥλιον προσκυνεῖτε;

Olympiodorus Diaconus Scr. Eccl., Commentarii in Job (2865: 001)


“Olympiodor Diakon von Alexandria. Kommentar zu Hiob”, Ed.
Hagedorn, U., Hagedorn, [Link]: De Gruyter, 1984; Patristische Texte
und Studien 24.Σελ. 78, γρ. 5l

χὴν καὶ τὸ εὐτελὲς τῆς φύσεως εἰς ἱκετηρίαν προβάλλεται.


7, 12 πότερον θάλασσά εἰμι ἢ δράκων, ὅτι κατέταξας ἐπ' ἐμὲ φυλα-
κήν;
 ἐννόησον, φησίν, ὦ δέσποτα, ὅτι οὔκ εἰμι μέγα τι καὶ ἐξαίσιον
τῶν σῶν κτισμάτων, οἷον θάλασσα ἢ κῆτος, ἀλλ' εὐτελὴς καὶ μικρός
τις καὶ ἐξασθενῶ τοσαύταις περικλειόμενος συμφοραῖς. ὥσπερ δέ, φη-  
σίν, τὴν θάλατταν καὶ τὰ ἐν αὐτῇ κήτη ὁρίοις περιέκλεισας, ἃ οὐχ
ὑπερβαίνουσιν, οὕτω με ταῖς συμφοραῖς περιεστοίχισας, ἃς ὑπεξελ-
722

θεῖν οὐχ εὑρίσκω.


 εἶτα καὶ εἰς οἰκτιρμοὺς ἐκκαλούμενος τὸν θεὸν ἐπάγει·
7, 13 – 14 εἶπα ὅτι· παρακαλέσει με ἡ Κλίνη μου, ἀνοίσω δὲ πρὸς
ἐμαυτὸν ἰδίᾳ λόγον τῇ κοίτῃ μου· ἐκφοβεῖς με ἐν ὑπνίοις καὶ ἐν
ὁράμασί με καταπλήσσεις.

Olympiodorus Diaconus Scr. Eccl., Commentarii in Job Σελ. 361, γρ. 4

καὶ ὡσεὶ λάχανα χλόης ταχὺ ἀποπεσοῦνται.


40, 16 ἰδοὺ δὴ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐπ' ὀσφύι.
 τοῦ θηρίου, φησίν, ἡ δύναμις ἐν τῇ πορνείᾳ· τὸ πρόσωπον δὲ σωματο-
ποιῶν τοῦ Σατανᾶ ἐκ τῶν δυνάμεων αὐτοῦ διαγράφει τοῦτον· ἐπειδὴ οὖν
ἐν τῇ ὀσφύι τὰ σπέρματα, ἐν τῇ πορνείᾳ, φησίν, ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ.
40, 16 ἡ δὲ δύναμις αὐτοῦ ἐπ' ὀμφαλοῦ γαστρός.
 ὅτι ἀπὸ πορνείας ἡ γυνὴ κατὰ γαστρὸς φέρει, καὶ ὅτι εἰς γα-  
στριμαργίαν ἐκμαίνει.
 ἤκουσα δὲ καὶ ἄλλου τινὸς ἐξηγουμένου· ὁ ὀμφαλός, φησίν, ἐν μέ-
σῳ κεῖται τοῦ παντὸς σώματος· ἐν μέσῳ οὖν αὐτοῦ πέπηκται ἡ ἰσχὺς
αὐτοῦ, καὶ ἀκλινής ἐστι πανταχόθεν μόνον κακὸς ὢν καὶ μηδέποτε
ῥέπων εἰς ἀγαθόν.
40, 17 ἔστησεν οὐρὰν ὡς κυπάρισσον.
 οὐρὰ τὸ τέλος, κυπάρισσος δὲ ξύλον ἰταμόν. ἐπιμένει, οὖν φη-
σιν, μέχρι τέλους ἰταμευόμενος.

Olympiodorus Diaconus Scr. Eccl., Commentarii in Ecclesiasten


(2865: 002); MPG 93.Τόμ. 93, σελ. 588, γρ. 39

λως· Προτρέπεται ὁ σαρκωθεὶς Λόγος τῶν ἀνθρώπων


τὸ γένος εἰς τὴν μυστικὴν μετάληψιν, ἥτις κυρίως
δι' ἡμᾶς γέγονε· διὰ γὰρ τὴν ἡμῶν σωτηρίαν ὁ ἄσαρ-
κος ἐσαρκώθη. Καὶ εὐδοκεῖ, καὶ συγχαίρει τοῖς τῆς
Ἐκκλησίας ποιήμασιν.
 »Ἐν παντὶ καιρῷ ἔστωσαν τὰ ἱμάτιά σου λευκά.»
Αἱ κατὰ ἀρετὴν πράξεις, καὶ τὸ διὰ τῆς τοῦ λου-
τροῦ παλιγγενεσίας διδόμενον ἔνδυμα, φυλαττόμενον
δὲ λευκὸν ἐν παντὶ καιρῷ διὰ τῆς ἀναμαρτησίας,
ἱμάτια κέκτηται λευκά. Καὶ ὁ λούων καθ' ἑκάστην
νύκτα τὴν Κλίνην, καὶ ἐν δάκρυσι τὴν στρωμνὴν βρέ-
χων, καὶ ἀποσμήχων διὰ τῆς μετανοίας τὰς τῆς
ἁμαρτίας κηλῖδας.
 »Καὶ ἔλαιον ἐπὶ κεφαλῇ σου μὴ ὑστερησάτω.»
723

Πρὸς μὲν ῥητὸν, ἀνθηροὺς εἶναι βούλεται ὁ λόγος τοὺς


τῆς ἀρετῆς ἀσκητὰς, καὶ μὴ ἀφανίζειν τὰ πρόσωπα
τῷ σκυθρωπῷ τῆς ὑποκρίσεως. Πρὸς δὲ διάνοιαν, τὸ
ἔλαιον φωτός ἐστι θρεπτικὸν, καὶ καμάτων λυτήριον.
Φωτίζει δὲ ἡμῶν τὸν νοῦν, καὶ διαναπαύει ἡ χρίσις
τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἣν ἔχειν ὀφείλομεν διὰ παν-
τὸς, μὴ λυποῦντες τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Ἄλλως·

Oecumenius Phil., Rhet., Commentarius in Apocalypsin (2866: 001)


“The complete commentary of Oecumenius on the Apocalypse”, Ed.
Hoskier, [Link] Arbor: University of Michigan Press, 1928.
Σελ. 54, γρ. 9

  καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Θυατείροις ἐκκλησίας γράψον· τάδε


  λέγει ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἔχων τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ὡς φλόγα  
  πυρός, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ· οἶδά σου τὰ
  ἔργα καὶ τὴν ἀγάπην καὶ τὴν πίστιν καὶ τὴν διακονίαν καὶ
  τὴν ὑπομονήν σου, καὶ τὰ ἔργα σου, καὶ τὰ ἔσχατα πλείονα
  τῶν πρώτων. ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ, ὅτι ἀφεῖς τὴν γυναῖκα
  Ἰεζάβελ, ἡ λέγουσα ἑαυτὴν προφῆτιν, καὶ διδάσκει καὶ
  πλανᾷ τοὺς ἐμοὺς δούλους πορνεῦσαι καὶ φαγεῖν εἰδωλόθυτα.
  καὶ ἔδωκα αὐτῇ χρόνον ἵνα μετανοήσῃ· καὶ οὐ θέλει μετα-
  νοῆσαι ἐκ τῆς πορνείας αὐτῆς. ἰδοὺ βάλλω αὐτὴν εἰς
  Κλίνην καὶ τοὺς μοιχεύοντας μετ' αὐτῆς εἰς θλίψιν μεγάλην,
  ἐὰν μὴ μετανοήσωσιν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῆς. καὶ τὰ τέκνα
  αὐτῆς ἀποκτενῶ ἐν θανάτῳ· καὶ γνώσονται πᾶσαι αἱ ἐκκλη-
  σίαι ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ ἐρευνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας· καὶ δώσω
  ὑμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα ὑμῶν. ὑμῖν δὲ λέγω τοῖς λοιποῖς
  τοῖς ἐν Θυατείροις, ὅσοι οὐκ ἔχουσιν τὴν διδαχὴν ταύτην,
  οἵτινες οὐκ ἔγνωσαν τὰ βάθη τοῦ Σατανᾶ ὡς λέγουσιν·

Ιωάννης Μαλαλάς. Χρονογραφία. (2871: 001)


“Ioannis MalalaeΧρονογραφία. ”, Ed. Dindorf, [Link]: Weber, 1831;
Corpus scriptorum historiae Byzantinae.Σελ. 286, γρ. 16

αὐτοῦ βασιλείας πρώτοις ἐπετελέσθη τὰ Ὀλύμπια τοῖς Ἀντιοχεῦ-


σι Σύροις ἀπὸ θείας αὐτοῦ, ὡς προείρηται, κελεύσεως ἔτους σξʹ
χρηματίζοντος κατὰ τοὺς αὐτοὺς Ἀντιοχεῖς Σύρους ἐν τῷ παρ' αὐτοῦ
κτισθέντι Ξυστῷ. ἠγόρασαν δὲ τὰ αὐτὰ Ὀλύμπια οἱ Ἀντιοχεῖς
παρὰ τῶν Πισαίων τῆς Ἑλλάδος ἐπ' ἐνενήκοντα περιόδους ἀγῶνος
Ὀλυμπίων, ὡς εἶναι ἐπὶ ἔτη τξʹ, ἀγράφῳ πάκτῳ.
 Καὶ ἐγένετο ἐν αὐτῇ Ἀντιοχείᾳ ἀλυτάρχης ἐν τῇ αὐτῇ θείᾳ
724

κελεύσει ὀνομασθεὶς πρῶτος Ἀφρόνιος ὁ ἀπὸ ἐπάρχων, πολίτης


Ἀντιοχεύς. ὅστις φορέσας τὸ σχῆμα τοῦ ἀλυτάρχου τὰς μὲν ἡμέ-
ρας ἐτιμᾶτο καὶ προσεκυνεῖτο ὡς αὐτὸς ὁ Ζεύς, μὴ ἀνιὼν δὲ εἰς
οἶκον τὰς αὐτὰς ἡμέρας μήτε εἰς Κλίνην ἀναπίπτων, ἀλλ' εἰς
ἐξάερον καθεύδων εἰς ἔδαφος ὑπεράνω λίθων καὶ καθαρῶν στρω-
μάτων καὶ θρυΐνης ψιάθου. ἐφόρει δὲ στολὴν διάχρυσον ἄσπρην
ὡσεὶ χιὼν καὶ στέφανον ἀπὸ λυχνιτῶν καὶ ἄλλων τιμίων, καὶ
κατεῖχε ῥάβδον ἐβελίνην, φορῶν εἰς τοὺς ἰδίους πόδας σανδάλια  
ἄσπρα. ἐκάθευδε δὲ τὰς αὐτὰς ἡμέρας εἰς τὸ ἐξάερον τῆς λεγο-
μένης βασιλικῆς τὸ Καισάριον, τὸ κτισθὲν ὑπὸ τοῦ Καίσαρος
Ἰουλίου τοῦ δικτάτορος, ὅπου ἵστατο ὁ ἀνδριὰς τοῦ αὐτοῦ Καί-
σαρος ὁ ἔξω τῆς Κόγχης τῆς βασιλικῆς. τὸ δὲ αὐτὸ Καισάριον
κατέναντι τοῦ ἱεροῦ τοῦ Ἄρεως ὑπῆρχεν,

Κύριλλος. Vita Euthymii (2877: 001)“Kyrillos von Skythopolis”, Ed.


Schwartz, [Link]: Hinrichs, 1939; Texte und Untersuchungen
49.2.Σελ. 70, γρ. 9

τὸν ἀρραβῶνα κατέβη λαβεῖν τὸ χρυσίον. καὶ ἐγγίσας τῶι λίθωι


ὑπὸ ὄφεως φοβερωτάτου ὑποκάτωθεν τοῦ λίθου ἐξελθόντος καταδιω-  
χθεὶς ἐνεποδίσθη τὴν ἡμέραν ἐκείνην. καὶ τῆι ἑξῆς πάλιν κατελθὼν
καὶ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ θηρίου ἐπὶ πολὺ διάστημα καταδιωχθεὶς οὐ παρε-
χωρήθη. τῆι τρίτηι τοίνυν ἡμέραι πάλιν περὶ τὸν τόπον γεγονότα
αὐτὸν ἐναέριός τις δύναμις ἐπελθοῦσα ἀσώματος ὥσπερ βάκλωι τινὶ
πλήξασα ἔρριψεν κατὰ τὴν ὁδὸν ἡμιθανῆ. Λαζαριῶται δέ τινες κατὰ
τὸν τόπον γενόμενοι τοῦτον ἐρριμμένον εὑρόντες εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν
εἰσήγαγον καὶ ἐν τῶι νοσοκομείωι ἀπήγαγον. ἐν ὧι χρονοτριβήσας
τῶν πόνων ἐπιτεινομένων βλέπει τινὰ κατ' ὄναρ ἱεροπρεπῆ ὀργίλως
πρὸς αὐτὸν λέγοντα· ἀδύνατόν σέ ἐστιν τῆς Κλίνης ταύτης ἀναστῆναι,
εἰ μὴ τὸ κλαπὲν χρυσίον τῆι Εὐθυμίου μονῆι ἀποδώσηις. τότε μετα-
στειλάμενος τὸν τοῦ μοναστηρίου ξενοδόχον ὡμολόγησεν περὶ τοῦ
χρυσίου. καὶ μαθόντες οἱ περὶ τὸν ἡγούμενον Θωμᾶν καὶ Λεόντιον
τὸν δευτεράριον ἀνέβησαν εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἀκούσαντες παρ'
αὐτοῦ ὅτι οὐδεὶς δύναται ἐγγίσαι τῶι τόπωι ἔνθα ἐστὶν τὸ χρυσίον,
διὰ τὸ κατοικοῦν θηρίον, λέγει ὁ ἀββᾶς Λεόντιος· ἐλθὲ καὶ δεῖξον
ἡμῖν τὸν λίθον μακρόθεν· ἡμεῖς γὰρ τὸν ὄφιν ἐκεῖνον οὐ φοβούμεθα.
καὶ λαβόντες αὐτὸν ζώιωι ἐπικαθήμενον εἰς τὸν τόπον ἤγαγον καὶ
τὸ μὲν χρυσίον ὑπὸ τὸν λίθον εὗρον πεφυλαγμένον μηδαμῶς τοῦ θηρίου
φανέντος, τὸν δὲ Θεόδοτον ἀβλαβῆ ἀπέλυσαν τῶν παρ'

Κύριλλος. Vita Sabae (2877: 002)“Kyrillos von Skythopolis”, Ed.


725

Schwartz, [Link]: Hinrichs, 1939; Texte und Untersuchungen 49.2.


Σελ. 133, γρ. 12

τὴν λοιπὴν ὑπουργίαν ἐπιχορηγοῦντος. ἀδελφῶν δὲ αὐτόθι συναχθέν-


των οἰκοδομηθῆναι τὴν ἐκκλησίαν φροντίσας ἐνεκαίνισεν καὶ τοὺς
κανόνας τῶν ἄλλων αὐτοῦ κοινοβίων παρέδωκεν ἐκεῖσε. ὅπερ κοινό-
βιον μέχρι τοῦ νῦν τῆι τοῦ θεοῦ χάριτι ἀνθεῖ τὴν τοῦ μακαρίου Ζάννου
ἐπωνυμίαν λαχόν.
 Γέρων τις ἦν ἐν τῆι λαύραι ἐν πολλοῖς μοναχικοῖς κατορθώμασιν
διανύσας τὸν ἑαυτοῦ βίον, τῆς μὲν Βιθυνίας ὁρμώμενος, Ἄνθιμος
δὲ προσαγορευόμενος. οὗτος ἐν ἀρχῆι κτίσας ἑαυτῶι μικρὸν κελλίον
ἀντιπέρα τοῦ χειμάρρου κατὰ ἀνατολὰς ἄντικρυς τοῦ πύργου τοῦ
ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Σάβα καὶ ἐπὶ τριάκοντα ἔτη μείνας ἐν αὐτῶι
περὶ τὸ γῆρας ἠσθένησεν καὶ γέγονεν κλινήρης. ὁ δὲ μακαρίτης
Σάβας βλέπων αὐτὸν εἰς βαθυτάτην ἐλάσαντα σωματικὴν ἀσθένειαν
παρεκάλει αὐτὸν πλησίον τῆς ἐκκλησίας λαβεῖν κελλίον πρὸς τὸ ἀκό-
πως δύνασθαί τινα ὑπηρετεῖν αὐτῶι. ὁ δὲ γέρων οὐκ ἐβούλετο λέγων·
πιστεύω τῶι θεῶι ὅτι ἐν τῶι κελλίωι ἐν ὧι ἐξ ἀρχῆς ἠξιώθην μεῖναι,
ἐν αὐτῶι λαμβάνει τὴν ψυχήν μου ὁ κτίσας αὐτὴν θεός. χρόνου δέ
τινος διελθόντος ἐν μιᾶι νυκτὶ ἀναστὰς ὁ ἅγιος πρὸ τῆς τοῦ κρούσμα-
τος ὥρας ἤκουσεν φωνὴν ψαλμωιδίας ὡς ἀπὸ πολλοῦ ὄχλου γινομένην
καὶ ἐνόμισεν ὅτι τινὸς συμβάντος γίνεται ὁ κανὼν ἐν τῆι ἐκκλησίαι,
καὶ ἐθαύμαζεν ὅτι παρὰ γνώμην αὐτοῦ τὸ παρὰ συνήθειαν γίνεται.
καὶ κατελθὼν μετὰ σπουδῆς εὗρεν τὴν ἐκκλησίαν ἠσφαλισμένην.

Ρωμανός μελωδός. Cantica (2881: 001)


“Romanos le Mélode. Hymnes, vols. 1–5”, Ed. Grosdidier de Matons, J.
Paris: Cerf, 1:1964; 2:1965; 3:1965; 4:1967; 5:1981; Sources chrétiennes
99, 110, 114, 128, [Link] 3, se. 11, γρ. 6

  σὲ ὥσπερ ἄστρον βλέπουσα λαμπρύνομαι,    ὦ τέκνον μου·


σὺ τῆς ἐμῆς κοιλίας    καρπὸς ὥριμος ὤφθης·  
  σὺ βότρυς περκάζων    ἀκμασάσης ἀμπέλου·
  οὐ σβέσει σε πατήρ, οὐ τέμνει σε·
 ὅτι μόνος ἀγαθὸς    ὁ σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἀκμάσας γενήσει μου    στήριγμα γήρους,    ὦ σπλάγχνον ἐμόν,
  τὰ σὰ δὲ τέκνα    βακτηρία πολιᾶς·
 κατίδω σῆς ὀσφύος ἔκγονα    καὶ οὕτω θνήξομαι·
σὺ δὲ κόρας    τὰς ἐμὰς ἀποκλείσεις,
  σὺ σὺν τοῖς τέκνοις κόλποις παραπέμψεις με    τῶν πατέρων μου,
σὺ Κλίνης μου πρῶτος    πορευόμενος κλαύσεις·
726

  ἐγὼ δέ σου θνῆσιν    οὐδαμῶς μὴ θρηνήσω


  ὀλετῆρα σὸν πατέρα ἀκούσασα·
 ὅτι μόνος ἀγαθὸς    ὁ σωτὴρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
– Μὴ τουτοισὶ τοῖς ῥήμασι    γύναι, χρωμένη,    ὀργίσῃς Θεόν·
  ἀλλότριόν τι    οὐκ αἰτεῖται παρ' ἡμῶν·
 ὃ πρώην γὰρ αὐτὸς δεδώρηται,    τοῦτο λήψεται.
Μὴ σπιλώσῃς    τὸ ὁλοκαύτωμα θρήνοις
  μηδὲ δακρύσῃς· μῶμον ἐπιθήσεις γὰρ    τῇ θυσίᾳ μου·
Θεὸς αὐτὸν θέλει,    καὶ τίς τοῦτον ἐπέχει;
  Καὶ κόλποις σοῖς ὄντα    θανατῶσαι ἰσχύει·

Ρωμανός μελωδός. Cantica Hymn 6, se. 17, γρ. 7

  ἔχω κριτὴν    ἐλέγχου μὴ χρῄζοντα,


 ὅνπερ ἀεὶ    ἐνθυμούμενος φρίττω,
  καὶ τὰς αἰσχρὰς    ἡδονὰς ἀποφεύγω,
  ὅτι πάντα ἐφορᾷ    τὸ ἀκοίμητον ὄμμα.
Ὅταν σοὶ δὲ πιστεύσω    ὅτι τοῖχοι παντόθεν
    καλύπτουσιν ἡμᾶς πλημμελοῦντας
 καὶ οὐ βλέπει οὐδεὶς ἐπὶ γῆς    ὅπερ θέλεις πρᾶξαι
    σὺν ἐμοὶ ἄδικον,
  τὸν βλέποντα τὰ κρύφια    ποῦ φύγωμεν, εἰπέ μοι, γύναι;
Κἂν γὰρ οὐ πάρεστιν ὁ ἀνήρ σου,    ἀλλ' οὐκ ἀπέστη νῦν ὁ κριτής μου·  
  κἂν οὐκ ἐφορᾷ με τῆς Κλίνης ὁ κύριος,
    ἀλλὰ ἐφορᾷ με ὁ κρίνων τὰ κρύφια.
Πῶς οὖν λάθω τὸν ἐτάζοντα    τὰς καρδίας καὶ νεφρούς;
 Καὶ αὐτὸς δὲ κινηθήσεται    κατ' ἐμοῦ ὁ οὐρανός·
μάτην τοίχοις θαρροῦμεν    τοῖς μηδὲν ὠφελοῦσιν·
 στέγη ἐπουρανία    τὴν μοιχείαν οὐ σκέπει·
πάντα γυμνὰ    ὑπάρχει καὶ πρόδηλα
   τῷ τὰ κρυπτὰ    γινώσκοντι πταίσματα·

Ρωμανός μελωδός. Cantica Hymn 35, se. 8, γρ. 4

 ἀλλ' οὐ δύναται σιγᾶν    ὁ λογισμός μου.  


Τί μοι λέγεις, σπλάγχνον·    ‘Εἰ μὴ πάθω, ὁ Ἀδὰμ    οὐχ ὑγιαίνει;’
 Καὶ μὴν ἄνευ πάθους    ἐθεράπευσας πολλούς·
 λεπρὸν γὰρ καθῆρας    καὶ οὐκ ἤλγησας οὐδέν, ἀλλ' ἠβουλήθης·
παράλυτον σφίγξας    οὐ κατεπονήθης·
 πῆρον πάλιν λόγῳ    ὀμματώσας, ἀγαθέ,
 ἀπαθὴς μεμένηκας,    ὁ υἱὸς καὶ Θεός μου.
727

Νεκροὺς ἀναστήσας    νεκρὸς οὐκ ἐγένου


 οὐδ' ἐτέθης ἐν ταφῇ·    πῶς οὖν λέγεις· ‘Εἰ μὴ πάθω,    εἰ μὴ θάνω,
 ὁ ταλαίπωρος Ἀδὰμ    οὐχ ὑγιαίνει’;
Κέλευσον, σωτήρ μου,    καὶ ἐγείρεται εὐθὺς    Κλίνην βαστάζων·
 εἰ δὲ καὶ ἐν τάφῳ    κατεχώσθη ὁ Ἀδάμ,  
 ὡς Λάζαρον τάφου    ἐξανέστησας φωνῇ, οὕτως καὶ τοῦτον·
δουλεύει σοι πάντα    ὡς πλάστῃ τῶν πάντων.

Ρωμανός μελωδός. Cantica Hymn 36, se. 10, γρ. 8

  καὶ ἐκ κόλπων πατρικῶν    οὐ παρεγενόμην χάριν σαββάτων·


 ἠσθένησεν ἡ φύσις,    καὶ βλέπων ἐξ ὕψους
  τάχος κατῆλθον    ἵνα χορεύῃ ὁ Ἀδάμ.
Σάββατον Ἅιδης οὐ δειλιᾷ,    τοῦτο οὐ φεύγει νόσος,
  οὐκ ἰᾶται ἀσθενεῖς,    εἰ μὴ μόνος
  ὁ δεσπότης τοῦ σαββάτου,    ἐγὼ ὁ σταυρούμενος.
Πολλῶν γὰρ σαββάτων
  φύλαξ γέγονε τυφλός,    καὶ τῷ ζόφῳ συνέζευκτο·  
ἐτίμησε πολλὰ πολλάκις σάββατα
  ὁ παράλυτος νοσῶν    ὀκτὼ καὶ τριάντα ἔτη τὸ πάρος,
 ἀλλ' ὅμως οὐκ ἰάθη,    Κλίνης οὐκ ἠγέρθη
  ἕως οὗ ἦλθον    ἵνα χορεύῃ ὁ Ἀδάμ.
Ψόγον ἠκούσατε ἐκ πολλῶν    τῶν παροικούντων κύκλῳ
  ὡς τηροῦντες σάββατα    καὶ νοσοῦντες·
  τὰ γὰρ ἔθνη πάντως εἶπον·    ‘Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν;

Ρωμανός μελωδός. Cantica Hymn 37, se. 2, γρ. 6

Ὁ μὲν γὰρ τὴν λέπραν    ἀπέθετο,


  ὁ δὲ καὶ τὰς κόρας    ἐκομίσατο,
 ἄλλος Κλίνην    ἐπὶ ὤμοισι λαβὼν
  χορεύει βοῶν· ‘Ἤγειρέ με    ὁ πανταχοῦ παρὼν    καὶ τὰ πάντα πληρῶν.’

Ὑμεῖς οὖν, φίλοι τῆς ζάλης    καὶ ἐχθροὶ τῆς γαλήνης,


  τί συμβουλεύετέ μοι νῦν    ποιῆσαι τῷ τοιούτῳ;
 Δότε λογισμὸν τῇ διανοίᾳ μου·
καὶ γὰρ συνεχύθην,    ἀπόλωλα,
  οὐδὲν ἐνθυμοῦμαι,    οὐ γὰρ δύναμαι·
κατεπλάγην,    ἠμαυρώθη μου ὁ νοῦς·
  ἐξαίφνης γὰρ ἐθάμβησέ με    ὁ πανταχοῦ παρὼν    καὶ τὰ πάντα
728

πληρῶν.»

Ρωμανός μελωδός. Cantica Hymn 39, se. 21, γρ. 10

   ἐν τῷ παραδείσῳ.
Νῦν πίστιν τῆς φιλοθέου    ἐδέξατο ὁ Κύριος,
  τὸν ὑπουργὸν ἀναδείξας    σπουδαῖον καὶ πιστότατον,
 τὸν ποτὲ μὲν Ἰουδαίων,
  μετὰ δὲ ταῦτα    ποιμένα κάλλιστον λαῶν    χριστιανῶν.
Φερωνύμως γὰρ καὶ ὠνόμασται    Κυριακὸς ὁ ἅγιος
  ἀνδρείαν ζωσάμενος    καὶ σταυρὸν ἐξευράμενος.
Ἠρεύνησε δὲ    ποῖός ἐστιν ὁ τοῦ Χριστοῦ·
  ὁ θάνατος δὲ    ἤλεγχε καὶ νῦν τὴν ζωήν·
 ὡς ἐν τάφῳ πρότερον    ἐπὶ Χριστοῦ,    οὕτως νῦν ὑποχωρεῖ
  ὅτε εἶδε πρὸ τῆς Κλίνης    τὴν ζωὴν τὴν ἀπάγουσαν
   ἐν τῷ παραδείσῳ.  
Ὅμως ἵνα τέλειον ᾖ    τὸ δώρημα τῆς χάριτος,
  τοὺς ἥλους ἀνακαλύπτει    Χριστὸς ὁ βασιλεὺς ἡμῶν,
 οὓς εὑροῦσα ἡ ὁσία
  ὡς μαργαρίτας    περιεπτύξατο αὐτοὺς    σὺν τῷ σταυρῷ.
Καὶ τοὺς ἥλους μὲν σαλιβάριον    ποιήσασα ἐπλήρωσε
  προφήτου τὸ κήρυγμα    Ζαχαρίου κραυγάζοντος
ὡς «ἔσται ποτὲ    ἅγιον τὸ τοῦ χαλινοῦ»
  εἰς νίκην ἀεὶ    τῶν πεπιστευκότων αὐτῷ·

Ρωμανός μελωδός. Cantica Hymn 52, se. 5, γρ. 5

 ὁ πένης καὶ ἐλάχιστος    ἐκλήθη καὶ ἐλούσατο


  καὶ εἰσελθὼν ἀνέπεσεν·
πρὸς δεῖπνον ἕλκεται,    φαγεῖν ἐτόλμησε
 καὶ πιεῖν ἐθάρρησεν    αὐτὸν τὸν ποιήσαντα.
 Καὶ τίς τούτῳ δέδωκε; Πάντως    ἡ ἀνάστασις αὐτοῦ.»
   – Δόξα σοι, δόξα σοι    ὅτι οὕτως ηὐδόκησας.
»Ἀρχαίων πταισμάτων    αὐτοῦ οὐ μνημονεύει,
 προτέρων τραυμάτων    οὐλὴν οὐδ' ὅλως ἐμφαίνει·
πολύχρονον παράλυσιν    παρὰ τὴν κολυμβήθραν
 ἔρριψεν ὡς πάλαι ὁ παράλυτος,
καὶ νῦν ἐπὶ τῶν ὤμων    τὴν Κλίνην οὐ βαστάζει,
 ἀλλ' ὄντως ἐπιφέρεται    σταυρὸν τοῦ ἐλεήσαντος
  καὶ ἐμὲ ἀπολέσαντος·
πολλοὺς ἐν ὕδασι    πολλάκις ἔλουσεν
729

 ὁ φιλάνθρωπος πρότερον,    καὶ οὕτως οὐκ ἔλαμψαν·  


 φαιδροὺς τούτους ἔδειξεν ἄρτι    ἡ ἀνάστασις αὐτῶν.»
   – Δόξα σοι, δόξα σοι,    ὅτι οὕτως ηὐδόκησας.
»Πηγῆς ἀενάου    τῆς ἐν τῷ παραδείσῳ
 τὰ νάματα ὄντως    εἰς ποταμοὺς διαιροῦνται,
καὶ τούτοις καταντλούμενος    ὁ Ἀδὰμ ἀρρωστήσας
 μίαν ἀλγηδόνα οὐ κατέπαυσε·

Ρωμανός μελωδός. Cantica Hymn 52, se. 19, γρ. 6

  ὁ καλῶν εἰς ἀπώλειαν·


μὴ βορβορώσῃς σου    τὸ στόμα ᾄσμασιν
 οἷς ἐχθρὸς μὲν τέρπεται,    ψυχὴ δὲ βαρύνεται·  
 ἁπλῶς ὕμνει πάντοτεβοῶν   τὴν ἀνάστασιν ἡμῶν.
   – Δόξα σοι, δόξα σοι,    ὅτι οὕτως ηὐδόκησας.
Ἰδοὺ ἀνεκτίσθης,    ἰδοὺ ἀνεκαινίσθῃς·
 μηκέτι συγκάμψῃς    τὸν νῶτον ἐν ἁμαρτίαις·
ἐκτήσω, νεοφώτιστε,    σταυρὸν ὡς βακτηρίαν,
 τούτῳ τὴν νεότητά σου στήριξον·
αὐτὸν ἐν τῇ εὐχῇ σου,    αὐτὸν ἐν τῇ τραπέζῃ
 αὐτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης σου    ὡς καύχημά σου πρόφερε
  πανταχοῦ, νεοφώτιστε·
καὶ γὰρ οἱ δαίμονες    ὡς κύνες ἄγριοι
 ὑλακτοῦσι πάντοτε,    πρὸς οὓς ἀναβόησον·
 »Σταυρὸν ἔχων ἵσταμαι στέργων    τὴν ἀνάστασιν ἡμῶν.»
   – Δόξα σοι, δόξα σοι,    ὅτι οὕτως ηὐδόκησας.
Νῦν ὅτι τῇ ποίμνῃ    Χριστοῦ συναγελάζει,
 ἀπόσχου τῶν λύκων,    μὴ συμμιγῇς ἀκαθάρτοις·
ἀμνὸς εἶ ἁπαλόσαρκος·    μὴ ἀποσκληρυνθήσῃ;  
 μὴ ἀπολιθωθήσῃ; Ἔσο πέτρινος.

Ρωμανός μελωδός. Cantica dubia (2881: 003)


“Sancti Romani Melodi cantica: cantica dubia”, Ed. Maas, P., Trypanis,
[Link]: De Gruyter, [Link] 69, proem-strophe strop, se. 24, γρ.
3

|:“Σῶσον ἡμᾶς, κύριε”.”:|   Ῥητορεύει Παντολέων·    “Θεοὶ οἳ οὐκ


ἐποίησαν    οὐρανόν τε καὶ τὴν γαῖαν
 αὐτοὶ ἀπολέσθωσαν    καὶ ἅπαντες    οἱ τῇ πλάνῃ δουλεύοντες·
γνῶμεν οὖν    ἀρτίως, εἰ δοκεῖ,    τίς ἐστιν    ὁ χορηγῶν πνοὴν
 τοῖς ἀνθρώποις καὶ φαίνων    τὸν ἥλιον,    τίς ὁ τανύσας τὸν πόλον,
730

ἐγείρων νεκρούς,    φωτίζων τυφλούς,    πᾶσι πάντα χορηγῶν·


 οὗ μαθόντες τὴν ἰσχὺν    τούτῳ μόνῳ κολληθῶμεν    ἐκβοῶντες·
|:“Σῶσον ἡμᾶς, κύριε”.:|
Γνωστόν σοι ἔστω ὁ ἔφην·    παρειμένον εἰςάγαγε·    καὶ ὑμεῖς ἅπαντες
ἅμα
 τοὺς θεοὺς οὓς σέβεσθε    προσεύξασθε,    καὶ ἐγὼ ὅνπερ σέβομαι.”
κλινήρης    ἤχθη παράλυτος·    ὃν ἰδὼν    ἔφη ὁ τύραννος·
 “Πρόσευξαι, Παντολέον,    εἰσόμεθα    τί ποιήσει ὁ θεός σου·”
ἀντέφη⟦σεν⟧ αὐτῷ    ὁ ἅγιος παῖς·    “Εὔξασθε πρῶτον ὑμεῖς,
 ἴσως γὰρ θεραπευθῇ·    εἰ δὲ μή, εὔξομαι τότε    καὶ βοήσω·
|:“Σῶσον ἡμᾶς, κύριε”.”:|
Ὑλακτοῦντες ὡσπὲρ κύνες    τοῖς γλυπτοῖς ἐθυσίαζον·    οἱ μὲν οὖν Δία
ἐκάλουν,

Ρωμανός μελωδός. Cantica dubia Hymn 80, proem-strophe strop, se. 5,


γρ. 8

“Ὑμεῖς προδόται πάντοτε ἐστὲ    καὶ φονεῖς·


 ἀπεκτείνατε πάντας    τοὺς προφήτας· τί οὖν ξένον
κἀμὲ ⟦ἀπο⟧κτεῖναι    |:τῶν μαρτύρων τὸν πρώταθλον;”:|
Ἅγιον δίκαιον καὶ ἀληθῶς    θεὸν ὑπάρχοντα –⏑ τὸ πρὶν
 μηδὲν ὑμᾶς ἠδικηκότα, ἀλλὰ θαυματουργοῦντα ⟦τὰ⟧ τοιαῦτα παράδοξα,
ἐπρίεσθε ὁρῶντες    νόσους διωκομένας    οἱ νοσοῦντες ⟦τὰ⟧ ἀνίατα·
 τυφλὸν ἐκ γενετῆς    τοῦ Χριστοῦ δόντος φάος
 οἱ πνεύματι τυφλοὶ    ἐθυμοῦσθε ἐν τούτῳ,
 ὃν ἀνόμως κατεπολεμήσατε·  
τῷ παραλύτῳ ⟦δὲ⟧ πάλιν τὰ αὐτὰ    οἱ παρειμένοι τὸν νοῦν
 ἐνεδείξασθε ὅτι    κλινηφόρον ὁρᾶτε·
στεφανῖτα    |:τῶν μαρτύρων ὁ πρώταθλος.:|
Παραδεδώκατε τοῦτον σταυρῷ    ἀνθ' ὧν τιμῆσαι ἐχρῆν, ὦ φονεῖς,
 καὶ τὴν σκληρὰν ὑμῶν καρδίαν    οὐχ ἡπάλυνε κτίσις ἡ σκότος
φορέσασα,
οὐ νὺξ γενομένη    μεσούσης τῆς ἡμέρας    οὔτε τὸ καταπέτασμα
 τὸ τοῦ ναοῦ ὑμῶν    τὸ ῥαγὲν πρὶν εἰς δύο
 μὴ φέρον κατιδεῖν    τοῦ δεσπότου τὴν ὕβριν,
 οὔτε πέτραι οὐδὲ ⟦τῶν⟧ νεκρῶν ἔγερσις
πρὸς οἶκτον ὅλον ἤγαγεν ὑμᾶς·    ἀλλὰ τοὺς φύλακας
 ἐνοθεύσατε λέγειν    ὅτι κέκλεπται ἐν τάφῳ·
στεφανῖτα    |:τῶν μαρτύρων ὁ πρώταθλος.:|

Maximus Confessor Theol., Quaestiones et dubia (2892: 002)


731

“Maximi confessoris quaestiones et dubia”, Ed. Declerck, J.H.


Turnhout: Brepols, 1982; Corpus Christianorum. Series Graeca 10.
Se. 98, γρ. 1

ἡμῖν εἰς οἶκον καταφυγῆς, ἀρδεύεται.


 Ἐκ τοῦ αὐτοῦ· χθὲς ἐξηραίνου θάλλουσα τῇ αἱμορροίᾳ·
ἐπήγαζες γὰρ τὴν φοινικῆν ἁμαρτίαν.
 Χθές, φησίν, ἐξηραίνου τῇ ἀρετῇ, ἔθαλλες δὲ τῇ ἁμαρτίᾳ·
σήμερον ἀνέθηλας τῇ ἀρετῇ, ξηρανθεῖσα τῇ ἁμαρτίᾳ· ἥψω
γὰρ τῶν κρασπέδων Χριστοῦ· κράσπεδά εἰσιν τοῦ Χριστοῦ
αἱ διάφοροι ἀσκήσεις, ἐπειδὴ καθάπερ ἐκ τοῦ ἐνδύματος τὰ
κράσπεδα, οὕτως αἱ ἀσκήσεις ἐκ τῆς ἠθικῆς ἤρτηνται
φιλοσοφίας· αἵτινες μετὰ ταπεινοφροσύνης γινόμεναι ἱστᾶν
πεφύκασιν τὴν τῶν παθῶν ῥύσιν.
 Ἐκ τοῦ αὐτοῦ· χθὲς ἐπὶ Κλίνης ἔρριψο παρειμένος καὶ
λελυμένος καὶ τὰ λοιπά.
 Κλίνην τὴν ἀνάπαυσιν λέγει τοῦ σώματος, παρειμένον δὲ
ταῖς ἡδοναῖς. Καὶ οὐκ εἶχες, φησίν, ἄνθρωπον, τουτέστιν
ἀνδρεῖον λογισμόν, ἵνα ὅτ' ἂν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ σε εἰς  
τὴν κολυμβήθραν, ὅτ' ἂν ἐν σοὶ γένηται λογισμὸς ταράσσων
πρὸς διάκρισιν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ χείρονος, ἐμβάλῃ σε εἰς
τὸ τῆς καθάρσεως ὕδωρ.

Maximus Confessor Theol., Quaestiones et dubia e. 98, γρ. 3

ἐπήγαζες γὰρ τὴν φοινικῆν ἁμαρτίαν.


 Χθές, φησίν, ἐξηραίνου τῇ ἀρετῇ, ἔθαλλες δὲ τῇ ἁμαρτίᾳ·
σήμερον ἀνέθηλας τῇ ἀρετῇ, ξηρανθεῖσα τῇ ἁμαρτίᾳ· ἥψω
γὰρ τῶν κρασπέδων Χριστοῦ· κράσπεδά εἰσιν τοῦ Χριστοῦ
αἱ διάφοροι ἀσκήσεις, ἐπειδὴ καθάπερ ἐκ τοῦ ἐνδύματος τὰ
κράσπεδα, οὕτως αἱ ἀσκήσεις ἐκ τῆς ἠθικῆς ἤρτηνται
φιλοσοφίας· αἵτινες μετὰ ταπεινοφροσύνης γινόμεναι ἱστᾶν
πεφύκασιν τὴν τῶν παθῶν ῥύσιν.
 Ἐκ τοῦ αὐτοῦ· χθὲς ἐπὶ Κλίνης ἔρριψο παρειμένος καὶ
λελυμένος καὶ τὰ λοιπά.
 Κλίνην τὴν ἀνάπαυσιν λέγει τοῦ σώματος, παρειμένον δὲ
ταῖς ἡδοναῖς. Καὶ οὐκ εἶχες, φησίν, ἄνθρωπον, τουτέστιν
ἀνδρεῖον λογισμόν, ἵνα ὅτ' ἂν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ σε εἰς  
τὴν κολυμβήθραν, ὅτ' ἂν ἐν σοὶ γένηται λογισμὸς ταράσσων
πρὸς διάκρισιν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ χείρονος, ἐμβάλῃ σε εἰς
τὸ τῆς καθάρσεως ὕδωρ. Σήμερον ηὗρες ἄνθρωπον τὸν αὐτὸν
καὶ θεόν· ὅτ' ἂν γάρ τις τῇ διδασκαλίᾳ χρώμενος καθαίρει,
732

θεὸς μέν ἐστιν ὁ ἐνεργῶν, ἄνθρωπος δὲ ᾥτινι ὀργάνῳ


κέχρηται πρὸς σωτηρίαν τοῦ κάμνοντος.

Maximus Confessor Theol., Hymni [Sp.] (2892: 114)


“S. Massimo Confessore. La mistagogia ed altri scritti”, Ed. Cantarella,
[Link]: Testi Cristiani, [Link] 1, γρ. 104

 Στῆσας καὶ αἱμορρούσης


σοῦ κρασπέδου προσάψει
ἀείρροον φορυκτόν,
ἤγειρας ἐκ νεκρῶν τε
καὶ παῖδα Ἰαείρου
πάλιν πνέοντα θῆκας.
 Λεπροὺς δὲ ἐκκάθηρας,
τυφλοῖς τ' ἔδωκας ὄψιν,
 καὶ πνεῦμα ἐξέωσας
κούρης Σιδωνιαίας·
 Κλίνην ἐπῇρεν ἄλλος,
λύσιν μελῶν ἀθροίσας,  
καὶ συγκύφουσαν ὀρθοῖς,
καὶ δαίμονας διώκεις.
 Καὶ πενθερᾶς δὲ Πέτρου
ἁφῇ χερὸς σὺ παύσας θερμανσίην φλογώδη.

Constitutiones Apostolorum, Constitutiones apostolorum (fort.


compilatore Juliano Ariano) (2894: 001)
“Les constitutions apostoliques, 3 vols.”, Ed. Metzger, M.
Paris: Cerf, 1:1985; 2:1986; 3:1987; Sources chrétiennes 320, 329, 336.
Book 1, Ch. 7, γρ. 19

ἐν ἀγορᾷ ἐν διόδοις οἴκων αὐτῆς καὶ λαλοῦντα ἐν σκότει


ἑσπερινῷ, ἡνίκα ἂν ᾖ ἡσυχία νυκτερινὴ καὶ γνοφώδης,
ἡ δὲ γυνὴ συναντᾷ αὐτῷ εἶδος ἔχουσα πορνικόν, ἣ ποιεῖ
νέων ἐξίπτασθαι καρδίας, ἀνεπτερωμένη δέ ἐστι καὶ ἄσωτος,
ἐν οἴκῳ δὲ οὐχ ἡσυχάζουσιν οἱ πόδες αὐτῆς· χρόνον γάρ
τινα ἔξω ῥέμβεται, χρόνον δὲ ἐν πλατεάις παρὰ πᾶσαν
γωνίαν ἐνεδρεύει. Εἶτα ἐπιλαβομένη ἐφίλησεν αὐτόν,
ἀναιδεῖ δὲ προσώπῳ προσεῖπεν αὐτῷ· Θυσία εἰρηνική μοι  
ἔστιν, σήμερον ἀποδίδωμι τὰς εὐχάς μου· ἕνεκεν τούτου
ἐξῆλθον εἰς συνάντησίν σου, ποθοῦσα τὸ σὸν πρόσωπον
εὕρηκά σε· κηρίαις τέτακα τὴν Κλίνην μου, ἀμφιτάποις
733

δὲ ἔστρωκα τοῖς ἀπ' Αἰγύπτου· διέρραγκα τὴν κοίτην μου


κρόκῳ, τὸν δὲ οἶκόν μου κινναμώμῳ· ἐλθὲ καὶ ἀπολαύσωμεν
φιλίας ἕως ὄρθρου, δεῦρο καὶ ἐγκυλισθῶμεν ἔρωτι», καὶ
τὰ ἑξῆς, οἷς ἐπιφέρει· «Ἀπεπλάνησεν δὲ αὐτὸν πολλῇ
ὁμιλίᾳ, βρόχοις τε τοῖς ἀπὸ χειλέων ἐξώκειλεν αὐτόν· ὁ
δὲ ἐπηκολούθησεν αὐτῇ κεπφωθείς.»

Constitutiones Apostolorum, Constitutiones apostolorum (fort.


compilatore Juliano Ariano) Book 5, Ch. 6, γρ. 30

τιμωρίας, οὐ μόνον ἑαυτοὺς ἀποστεροῦμεν τῆς αἰωνίου


δόξης, ἀλλ' ἤδη καὶ ἑτέροις αἴτιοι ἀπωλείας γενησόμεθα καὶ
διπλοτέραν ὑποίσομεν τὴν τίσιν, ὡς ὑποψίαν δόντες διὰ τῆς
ἀρνήσεως, πλάνης διδαχὴν εἶναι τήν ποτε ὑφ' ἡμῶν δοξα-
ζομένην ἀλήθειαν. Διὸ μήτε πρόχειροι ὦμεν καὶ ῥιψοκίν-
δυνοι· λέγει γὰρ ὁ Κύριος· «Προσεύχεσθε μὴ ἐμπεσεῖν εἰς
πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής.»  
Μήτε μὴν ἐμπεσόντες δειλίᾳ καταισχύνωμεν τὴν ὁμολογίαν.
Εἰ γὰρ ἀρνησάμενός τις τὴν ἑαυτοῦ ἐλπίδα, ὅς ἐστιν
Ἰησοῦς ὁ τοῦ Θεοῦ υἱός, ἀπολυθῇ τοῦ προσκαίρου θανάτου,
αὔριον δὲ ἐπὶ Κλίνης νόσῳ περιπέσῃ ὀξυτάτῃ κοιλίας ἢ
στομάχου ἢ κεφαλῆς ἤ τινι πάθει τῶν ἀνιάτων, σήψεως ἢ
γαγγραίνης ἢ ἀποστάσεως ἢ ἰλεοῦ ἢ ὑδέρου ἢ κόλου, ταχεῖαν
ποιήσηται τὴν καταστροφὴν καὶ τοῦ ζῆν ὑπεξέλθοι· οὐχὶ
καὶ τῶν ἐνταῦθα ἐστερήθη καὶ τῶν αἰωνίων ἐκπέπτωκεν,
μᾶλλον δὲ τῆς αἰωνίου κολάσεως ἐντὸς κατέστη, πορευθεὶς
εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, οὗ ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν
ὀδόντων;

Constitutiones Apostolorum, Constitutiones apostolorum (fort.


compilatore Juliano Ariano) Book 6, Ch. 30, γρ. 28

Σωτὴρ τοῖς Σαδδουκαίοις· «Περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως τῶν


νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ γεγραμμένον, ὅτι ἐγὼ ὁ Θεὸς
Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; Οὐκ ἔστιν
οὖν ὁ Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων, πάντες γὰρ αὐτῷ ζῶσιν.»
 Οὔκουν τῶν παρὰ Θεῷ ζώντων οὐδὲ τὰ λείψανα ἄτιμα.
Καὶ γὰρ Ἐλισσαῖος ὁ προφήτης μετὰ τὸ κοιμηθῆναι αὐτὸν
νεκρὸν ἤγειρε πεφονευμένον ὑπὸ πειρατῶν Συρίας· ἔψαυσεν
γὰρ τὸ σῶμα αὐτοῦ τῶν Ἐλισσαίου ὀστέων, καὶ ἀναστὰς
ἔζησεν· οὐκ ἂν δὲ ἐγεγόνει τοῦτο, εἰ μὴ ἦν τὸ σῶμα
734

Ἐλισσαίου ἅγιον. Καὶ Ἰωσὴφ ὁ σώφρων περιεπλέκετο


τῷ Ἰακὼβ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν ὄντι ἐπὶ τῆς Κλίνης, καὶ
Μωϋσῆς καὶ Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ ἐπεφέροντο τὰ λείψανα
τοῦ Ἰωσήφ, μολυσμὸν οὐχ ἡγούμενοι τοῦτο. Ὅθεν καὶ  
ὑμεῖς, ὦ ἐπίσκοποι καὶ οἱ λοιποί, ἀπαρατηρήτως ἁπτόμενοι
τῶν κεκοιμημένων μὴ νομίσητε μιαίνεσθαι, μηδὲ βδελύσσεσθε
τὰ τούτων λείψανα, περιϊστάμενοι τὰς τοιαύτας παρατηρήσεις
μωρὰς οὔσας· καὶ κοσμεῖτε ἑαυτοὺς ἐν ἁγιασμῷ καὶ σωφρο-
σύνῃ, ὅπως μέτοχοι τῆς ἀθανασίας καὶ κοινωνοὶ τῆς βασιλείας
τοῦ Θεοῦ γένησθε καὶ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Θεοῦ λάβητε,
ἀναπαυόμενοι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος αἰωνίως.
 Τῷ οὖν δυναμένῳ ἀνοῖξαι τὰ ὦτα τῶν καρδιῶν ὑμῶν

Leontius Scr. Eccl., In ramos palmarum (homilia 3a) (sub nomine


Joannis Chrysostomi) (2914: 004)“Leontii presbyteri Constantinopolitani
homiliae”, Ed. Datema, C., Allen, [Link]: Brepols, 1987; Corpus
Christianorum. Series Graeca [Link] 134

φεσθε ἡμῖν, φαρισαῖοι, καὶ κόλασιν ἀπειλεῖτε ὡς βλασφη-


μίαν προϊεμένοις; Τίνες κολάσεως ἄξιοι, ὑμεῖς οἱ τὰς
γραφὰς ἀναγινώσκοντες καὶ μὴ νοοῦντες, ἢ ἡμεῖς οἱ ἀκού-
οντες καὶ κρατοῦντες; Σφαλλόμεθα βαΐα τῶν φοινίκων τῷ
κυρίῳ προσφέροντες;
Οὐκ αὐτός ἐστιν ὁ τῆς δικαιοσύνης φοῖνιξ;
Οὐ περὶ αὐτοῦ κέκραγεν ὁ προφήτης· Δίκαιος ὡς φοῖνιξ
  ἀνθήσει;
Οὐκ αὐτὸς ἤνθησε τῶν τυφλῶν τὴν ἀνάβλεψιν;
Οὐ χωλοῖς ἀκώλυτον τὸν δρόμον ἐχαρίσατο;  
Οὐ τὸν παράλυτον τὴν βαστάσασαν Κλίνην βαστάσαι πε-
ποίηκεν;
Οὐ τὸν τεταρταῖον Λάζαρον ἐξήγειρεν ἐκ θανάτου;
Οὐ διὰ τοῦτο βούλεσθε τὸν Λάζαρον πάλιν ἀποκτεῖναι;
Οὐχ ὑμεῖς τὸν λίθον ἀπεκυλίσατε, καὶ τῇ ἀπιστίᾳ ὡς λίθοι
σκληρύνεσθε; Οὐχ ὑμῖν ἐπέτρεψε λῦσαι τὰς κειρίας, ἵνα μὴ
ὡς ἐπὶ τοῦ ἐκ γεννητῆς τυφλοῦ ἄλλον ἐξ ἄλλου τάφου
παραπηδήσαντα ψευδολογήσητε; Ἀεὶ ὑμεῖς τοῖς καλοῖς βα-
σκαίνετε, ὦ φαρισαῖοι, καὶ τῷ πλήθει· πιστεύοντι ἐναν-
τιοῦσθε. Διὰ τοῦτο πάλιν τὸν Λάζαρον ἐβουλεύσασθε φονο-
κτονῆσαι, ἵνα τοῦ ὄχλου τὴν πίστιν ἐκκόψητε.

Leontius Scr. Eccl., In Job (homilia 4) (2914: 005)


735

“Leontii presbyteri Constantinopolitani homiliae”, Ed. Datema, C., Allen,


[Link]: Brepols, 1987; Corpus Christianorum. Series Graeca 17.
Line 89

προσδέχεται αὐτὸν ἐπ' ὄψεσιν, ἀποστρεφόμενος αὐτὸν διὰ  


τὴν τυραννίδα, οὕτω καὶ τοῦ διαβόλου ἀνταρσίαν με-
λετήσαντος ὁ κύριος αὐτὸν ἀποβαλὼν οὐκέτι κατηξίωσε
τῆς πρὸς αὐτὸν θέας, οὐχ ὅτι ὁ κύριος αὐτὸν ἐμίσησεν,
ἀλλ' ὅτι ἐκεῖνος πρὸς ἐπιστροφὴν οὐκ ἔκλινεν.
 Τούτων οὕτως ἐγνωσμένων ἵδωμεν τὰ παραναγνω-
σθέντα, ἵνα σαφηνίσωμεν τὰ προτεθέντα. Ἤκουες τοῦ ἱστο-
ριογράφου Μωϋσέως ἐν τῇ παρούσῃ ἑσπέρᾳ, ἣν ἑσπέραν
προσειπεῖν οὐκ ἤθελον ἀλλὰ μᾶλλον ὄρθρον. Ποίαν γὰρ δεῖ
ἑσπέραν προσειπεῖν ταύτην ἢ τὰς ἀδελφὰς ταύτης, ἐν ᾗ
πάντες οἱ παρόντες ὡς ἀπὸ Κλίνης νήστεις καὶ νηφάλαιοι
παραγεγόνατε ἐκτὸς τῶν καθαρῶν ῥυπαρῶν; Οὗτοι γὰρ
μόνοι ἰουδαϊκῶς βρωμοῦσιν. Διὸ ἡ παροῦσα τῆς νηστείας
ἑσπέρα πάλιν ὄρθρος διὰ τὴν ἐλαφρότητα τῆς γαστρὸς καὶ
τὴν νηφαλιότητα τῆς ψυχῆς, ἐκείνοις δὲ νὺξ διὰ τὴν καρη-
βαρίαν τοῦ οἴνου καὶ τὴν σαρκοφαγίαν τῶν κρεῶν. Τί
οὖν ὁ ἱστοριογράφος Μωϋσῆς; Ἤκουες αὐτοῦ ἀρτίως λέ-
γοντος·

Ιωάννης Δαμασκηνός. Dialectica sive Capita philosophica (recensio


fusior) Se. 39, γρ. 10

Περὶ τοῦ ἔν τινι.

 Τὸ ἔν τινι ἑνδεκαχῶς· αʹ ὡς γένος ἐν εἴδει ὡς τὸ ζῷον ἐν τῷ ὁρισμῷ


τοῦ ἀνθρώπου γένος ὂν τοῦ ἀνθρώπου· βʹ ὡς εἶδος ἐν γένει ὡς ἄνθρω-
πος ἐν τῇ διαιρέσει τοῦ ζῴου· γʹ ἐν τόπῳ ὡς ἱερεὺς ἐν τῷ ναῷ· δʹ ἐν
χρόνῳ ὡς Νῶε ἐν τῷ καιρῷ τοῦ κατακλυσμοῦ· εʹ ἐν ἀγγείῳ ὡς οἶνος
ἐν κρατῆρι· ϛʹ ὡς ὅλον ἐν μέρεσιν ὡς Σωκράτης ἐν τοῖς οἰκείοις μέλεσι
κεφαλῇ τε καὶ χερσὶ καὶ ποσί· τοῦτο δὲ οὐκ ἔστιν ἔν τινι ἀλλ' ἔν τισιν· ζʹ
ὡς μέρος ἐν ὅλῳ ὡς κεφαλή, χεὶρ ἐν Σωκράτει· ηʹ ὡς εἶδος ἐν ὕλῃ ὡς τὸ
εἶδος τοῦ ἀνδριάντος ἐν τῷ χαλκῷ· θʹ ὡς ἐν τῷ ποιητικῷ αἰτίῳ ὡς τὰ
πάντα ἐν τῷ θεῷ· ιʹ ὡς ἐν τῷ τελικῷ αἰτίῳ ὡς ἡ Κλίνη ἐν τῇ τῶν ἀνθρώ-
πων ἀναπαύσει· διὰ τὴν ἀνάπαυσιν γὰρ τῶν ἀνθρώπων γίνεται
Κλίνη· ιαʹ ὡς ἐν ὑποκειμένῳ ὡς λευκὸν ἐν σώματι. Ἰστέον, ὅτι μέρη
ὅλου λέγονται, ὅλον δὲ μερῶν οὐδαμῶς, ἀλλ' ὅλον ἐν μέρεσι.

Ιωάννης Δαμασκηνός. Dialectica sive Capita philosophica (recensio


736

fusior) Se. 39, γρ. 12

 Τὸ ἔν τινι ἑνδεκαχῶς· αʹ ὡς γένος ἐν εἴδει ὡς τὸ ζῷον ἐν τῷ ὁρισμῷ


τοῦ ἀνθρώπου γένος ὂν τοῦ ἀνθρώπου· βʹ ὡς εἶδος ἐν γένει ὡς ἄνθρω-
πος ἐν τῇ διαιρέσει τοῦ ζῴου· γʹ ἐν τόπῳ ὡς ἱερεὺς ἐν τῷ ναῷ· δʹ ἐν
χρόνῳ ὡς Νῶε ἐν τῷ καιρῷ τοῦ κατακλυσμοῦ· εʹ ἐν ἀγγείῳ ὡς οἶνος
ἐν κρατῆρι· ϛʹ ὡς ὅλον ἐν μέρεσιν ὡς Σωκράτης ἐν τοῖς οἰκείοις μέλεσι
κεφαλῇ τε καὶ χερσὶ καὶ ποσί· τοῦτο δὲ οὐκ ἔστιν ἔν τινι ἀλλ' ἔν τισιν· ζʹ
ὡς μέρος ἐν ὅλῳ ὡς κεφαλή, χεὶρ ἐν Σωκράτει· ηʹ ὡς εἶδος ἐν ὕλῃ ὡς τὸ
εἶδος τοῦ ἀνδριάντος ἐν τῷ χαλκῷ· θʹ ὡς ἐν τῷ ποιητικῷ αἰτίῳ ὡς τὰ
πάντα ἐν τῷ θεῷ· ιʹ ὡς ἐν τῷ τελικῷ αἰτίῳ ὡς ἡ Κλίνη ἐν τῇ τῶν ἀνθρώ-
πων ἀναπαύσει· διὰ τὴν ἀνάπαυσιν γὰρ τῶν ἀνθρώπων γίνεται
Κλίνη· ιαʹ ὡς ἐν ὑποκειμένῳ ὡς λευκὸν ἐν σώματι. Ἰστέον, ὅτι μέρη
ὅλου λέγονται, ὅλον δὲ μερῶν οὐδαμῶς, ἀλλ' ὅλον ἐν μέρεσι.

Περὶ οὐσίας.

Ιωάννης Δαμασκηνός. Dialectica sive Capita philosophica (recensio


fusior) Se. 65, γρ. 81

κοινὸν ἀναπεμπόμενον ὡς ὁ ἐν θεάτρῳ τόπος ἢ ἐν βαλανείῳ· ἢ τὸ


ἀδιαιρέτως εἰς κοινὴν καὶ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν προβαλλόμενον ὡς ἡ
φωνὴ τοῦ κήρυκος. Κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον χρὴ ληφθῆναι ἐπὶ τῶν
ὁμωνύμων καὶ συνωνύμων τὸ ‘ὧν ὄνομα κοινόν’.  
 Καθ' αὑτό ἐστι τὸ πρώτως καὶ κατ' οὐσίαν προσόν τινι καὶ οὐ κατὰ
συμβεβηκὸς ὡς τὸ λογικὸν τῷ ἀνθρώπῳ. Καθόλου ἐστὶ τὸ πολλὰ
σημαῖνον ὡς ἄνθρωπος, ζῷον, οὐσία. Κατὰ συμβεβηκός ἐστιν, ὃ δύναται
ὑπάρχειν τινὶ καὶ μὴ ὑπάρχειν ὡς τῷ ἀνθρώπῳ τὸ νοσεῖν καὶ ὑγιαίνειν.
Ποιεῖν λέγεται ἐπὶ τῶν ποιητικῶν τεχνῶν, ἐφ' ὧν διαμένει τὸ γινόμενον
ὡς ἐπὶ τεκτονικῆς καὶ τῶν τοιούτων· διαμένει γὰρ μετὰ τὴν ποίησιν ἡ
Κλίνη. Πράττειν λέγεται, ἐφ' ὧν οὐ διαμένει τὸ τέλος ἤγουν τὸ ἀποτέ-
λεσμα ὡς ἐπὶ τῆς αὐλητικῆς καὶ ὀρχηστικῆς. Θεωρεῖν δὲ λέγεται τὸ
νοεῖν, τὸ ἀστρονομεῖν, τὸ γεωμετρεῖν καὶ τὰ τοιαῦτα.
 Τὴν ἐπίνοιαν ὁ ἀληθὴς λόγος διττὴν ἀποφαίνεται. Ἡ μὲν γὰρ ἐπ-
έννοιά τις καὶ ἐπενθύμησίς ἐστι τὴν ὁλοσχερῆ τῶν πραγμάτων καὶ
ἀδιάρθρωτον ἐξαπλοῦσα καὶ διασαφοῦσα θεωρίαν καὶ γνῶσιν, ὡς τὸ
αἰσθήσει δόξαν εἶναι ἁπλοῦν τῇ πολυπραγμοσύνῃ τοῦ νοῦ πολυμερές
τε καὶ ποικίλον ἀναφαίνεσθαι, οἷον ὁ ἄνθρωπος ἁπλοῦς φαινόμενος τῇ
ἐπινοίᾳ διπλοῦς κατανοεῖται, ἐκ ψυχῆς τε καὶ σώματος συγκείμενος,
ἡ δὲ ἀνάπλασμα διανοίας τυγχάνει κατὰ συμπλοκὴν αἰσθήσεώς τε καὶ
φαντασίας ἐκ τῶν ὄντων τὰ μηδαμῶς ὄντα συντιθεῖσα καὶ δοξάζουσα.
737

Ιωάννης Δαμασκηνός. Expositio fidei (2934: 004)


“Die Schriften des Johannes von Damaskos, vol. 2”, Ed. Kotter, B.
Berlin: De Gruyter, 1973; Patristische Texte und Studien 12.
Se. 84, γρ. 58

 Αὐτὸ μὲν οὖν τὸ τίμιον ξύλον ὡς ἀληθῶς καὶ σεβάσμιον, ἐν ᾧ ἑαυτὸν


εἰς θυσίαν ὑπὲρ ἡμῶν Χριστὸς προσενήνοχεν, ὡς ἁγιασθὲν τῇ ἁφῇ τοῦ
ἁγίου σώματος καὶ αἵματος εἰκότως προσκυνητέον, τοὺς ἥλους, τὴν
λόγχην, τὰ ἐνδύματα καὶ τὰ ἱερὰ αὐτοῦ σκηνώματα, ἅτινά εἰσιν ἡ
φάτνη, τὸ σπήλαιον, ὁ Γολγοθᾶς ὁ σωτήριος, ὁ ζωοποιὸς τάφος, ἡ Σιὼν
τῶν ἐκκλησιῶν ἡ ἀκρόπολις, καὶ τὰ ὅμοια· ὥς φησιν ὁ θεοπάτωρ Δαυίδ·
»Εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ, προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον,

οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ». Ὅτι δὲ τὸν σταυρὸν λέγει, δηλοῖ τὸ


ἑπόμενον· «Ἀνάστηθι, κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου»· ἕπεται γὰρ τῷ
σταυρῷ ἡ ἀνάστασις. Εἰ γὰρ τῶν ἐρωμένων ποθητὸν οἶκος καὶ Κλίνη καὶ

περιβόλαιον, πόσῳ μᾶλλον τὰ τοῦ θεοῦ καὶ σωτῆρος, δι' ὧν καὶ σε-
σῴσμεθα.
 Προσκυνοῦμεν δὲ καὶ τὸν τύπον τοῦ τιμίου σταυροῦ, εἰ καὶ ἐξ ἑτέρας
ὕλης γένηται, οὐ τὴν ὕλην τιμῶντες – μὴ γένοιτο – , ἀλλὰ τὸν τύπον
ὡς Χριστοῦ σύμβολον. Ἔφη γὰρ τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς διατιθέμενος·  
»Τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ», τὸν
σταυρὸν λέγων. Διὸ καὶ ταῖς γυναιξὶν ἔλεγεν ὁ τῆς ἀναστάσεως ἄγγελος·
»Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον», καὶ ὁ ἀπόστολος·

Ιωάννης Δαμασκηνός. Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti


litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta e cod. Vat. gr.
1236) (2934: 018); MPG 95 & 96.Τόμ. 95, σελ. 1189, γρ. 3

 »Ἰδοὺ Ἠλιοὺ ἐκάθητο ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους.


Καὶ ἐλάλησεν ὁ πεντηκόνταρχος πρὸς αὐτὸν, καὶ
εἶπεν· Ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλεὺς ἐκάλεσέ σε,
κατάβηθι. Καὶ ἀπεκρίθη Ἠλιοὺ, καὶ εἶπεν αὐτῷ·
Εἰ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἐγὼ, καταβήσεται πῦρ ἐξ οὐ-
ρανοῦ, καὶ ἀναλώσει σε, καὶ τοὺς πεντήκοντά σου.
Καὶ κατέβη πῦρ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ κατέφαγεν αὐ-
τὸν, καὶ τοὺς πεντήκοντα αὐτοῦ. Εἶπεν Ἠλιού·  
Τάδε λέγει Κύριος· Ἀνθ' ὧν ἐξαπέστειλας ἀγγέλους
738

ζητῆσαι ἐν τῷ Βαὰλ μυῖαν θεὸν προσόχθισμα Ἀκκα-


ρὼν, οὐχ οὕτως· ἡ Κλίνη ἐφ' ἧς ἀνέβης ἐκεῖ, οὐ
καταβήσει ἀπ' αὐτῆς, ὅτι θανάτῳ ἀποθανῇ.»
 »Ἤνοιξεν Ἰὼβ τὸ στόμα αὐτοῦ, καὶ κατηράσατο
τὴν ἡμέραν αὐτοῦ λέγων, Ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἐν
ᾖ, εἶπον ἐγεννήθην, καὶ ἡ νὺξ ἐκείνη ἐν ᾖ εἶπον· Ἰδοὺ
ἄρσεν. Ἡ νὺξ ἐκείνη εἴη σκότος, καὶ μὴ ἀναζητήσει
αὐτὴν ὁ Κύριος ἄνωθεν, μηδὲ ἔλθῃ ἐπ' αὐτὴν φέγγος.
Ἐκλάβῃ δὲ αὐτὴν σκότος καὶ σκιὰ θανάτου. Ἐπέλθοι
ἐπ' αὐτὴν γνόφος· καταραθείη ἡ ἡμέρα, καὶ ἡ νὺξ
ἐκείνη. Ἐπενέγκαι αὐτὴν σκότος, μὴ εἴη εἰς ἡμέραν
ἐνιαυτοῦ, μηδὲ ἀριθμηθείη εἰς ἡμέραν μηνῶν·

Ιωάννης Δαμασκηνός. Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti


litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta e cod.
Τόμ. 95, σελ. 1228, γρ. 23

 Σχόλιον. Ἐντεῦθεν διδασκόμεθα ἐν ἐνίοις οἰκονο-


μεῖν χρείαν εἶναι τὰ πράγματα, καὶ τῷ ὄγκῳ, καὶ
τῷ μεγέθει τῆς ἐξουσίας κεχρῆσθαι. Ὁ γὰρ Θεὸς,
ὁ λόγῳ πάντων κρατῶν, καὶ δυνάμενος τὸν Σαοὺλ
ἄρδην ἀφανίσαι, καὶ εἰς τὸ ἀνύπαρκτον καταστῆσαι,
ἐνέτρεψε τῷ Σαμουὴλ μεθόδῳ τινὶ ἀποκρούσασθαι
τὴν ὑπ' αὐτοῦ γενομένην πεῦσιν.
 »Κατάγει Μελχὼλ τὸν Δαβὶδ διὰ τῆς θυρίδος, καὶ
ἔφυγεν, καὶ σώζεται. Καὶ ἔλαβε Μελχὼλ τὰ κενο-
τάφια, καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τὴν Κλίνην, καὶ ἧπαρ αἰγῶν,
καὶ στρογγύλωμα τριχῶν, καὶ ἔθηκε πρὸς κεφαλῆς
αὐτοῦ, καὶ ἐκάλυψεν αὐτὰ ἱματίῳ· καὶ ἀπέστειλε
Σαοὺλ ἀγγέλους λαβεῖν τὸν Δαβίδ· καὶ εἶπε Μελχὼλ
ἐνοχλεῖσθαι αὐτόν.»

Ιωάννης Δαμασκηνός. Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti


litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta e cod. Τόμ. 96,
σελ. 137, γρ. 43

ται διὰ τῆς ὀργῆς ἡ Ἐκκλησία.


 Εἴ τίς ἐστι ψυχὴ ἁμαρτίᾳ μεμελανωμένη, μὴ φο-
βείσθω· μόνον μετανοείτω. Εἰ καὶ πρὸς ἐσχάτην
ἀναπνοὴν τυγχάνῃ, καὶ οἱονεὶ πρὸς ἑσπέραν ὥραν
ἐστὶ, μὴ φοβείσθω. Μόνον μετανοείτω μετὰ κλαυθ-
739

μοῦ. Μίμησαι Ἐζεκίαν τὸν βασιλέα, ὃς ἀῤῥωστίᾳ


ὑποπεσὼν κατέκειτο ἐπὶ Κλίνης· ἀκούσας δὲ Ἡσαΐου
λέγοντος πρὸς αὐτὸν, Τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου·
μέλλεις γὰρ τελευτᾷν, καὶ οὐ ζήσεις, στραφεὶς
δὲ πρὸς τὸν τοῖχον, δάκρυσι μετανοίας τὴν Κλίνην
ἐδρόσιζεν, καὶ πέντε καὶ δέκα ἐτῶν ζωῆς χρόνον
παραχρῆμα ἔλαβεν.
 Μηδεὶς ἀπογινωσκέτω τῆς ἑαυτοῦ σωτηρίας. Τε-
λώνης εἶ; δύνασαι γενέσθαι εὐαγγελιστής. Λῃστὴς
εἶ; δύνασαι συλῆσαι τὸν παράδεισον. Μάγος εἶ; δύ-
νασαι προσκυνῆσαι τὸν Δεσπότην. Οὐκ ἔστιν οὐδεμία
κακία μετανοίᾳ μὴ λυομένη. Διὰ τοῦτο τὰ ἀκροθίνια
τῆς πονηρίας ἐξελέξατο ὁ Θεὸς, ἵνα μὴ εἰς τέλος
ἀποφυγὴν ἔχοις. Μή μοι λέγε, Ἀπωλόμην· καὶ τί  
λοιπόν; Ἰατρὸν ἔχεις ἀνώτερον τῆς ἀῤῥωστίας.

Ιωάννης Δαμασκηνός. Sacra parallela (recensiones secundum alphabeti


litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta e cod.
Τόμ. 96, σελ. 213, γρ. 4

τῶν.»
 »Ὁ πορευόμενος δικαίως, βοηθηθήσεται.»
 »Αἱ ὁδοὶ τῶν δικαίων ὁμοίως φωτὶ λάμπουσιν,
προπορεύονται, καὶ φωτίζουσιν ἕως κατορθώσῃ ἡ
ἡμέρα.»
 »Ἔστιν ὁδὸς ἣ δοκεῖ ὀρθὴ εἶναι παρὰ ἀνθρώποις,
τὰ δὲ τελευταῖα αὐτῆς ἔρχεται εἰς πυθμένα ᾄδου.»  
 »Εἰ ἐπορεύοντο τρίβους ἀγαθὰς, εὕροσαν ἂν τρί-
βους τὰς τῶν δικαίων λείους.»
 »Τρίβοι ζωῆς ἐκκλίνουσιν ἀπὸ κακῶν.»
 »Ὀρθὰς τροχιὰς ποίει σοῖς ποσίν· μὴ ἐκκλίνῃς
εἰς τὰ δεξιὰ, μηδὲ εἰς τὰ ἀριστερά.»
 »Τάδε λέγει Κύριος· Στῆτε ἐπὶ ταῖς ὁδοῖς, καὶ
ἴδετε, καὶ ἐρωτήσατε ὁδοὺς Κυρίου, καὶ ἴδετε ποία
ἐστὶν ἡ ὁδὸς ἡ ἀγαθὴ, καὶ βαδίζετε ἐν αὐτῇ. Ἴδετε
ποία ἐστὶν ἡ ὁδὸς ἡ ἀγαθὴ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυ-
σιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν.»
 »Μὴ ἐπισπᾶσθε ὄλεθρον ἐν ἔργοις χειρῶν
ὑμῶν.»
740

Ιωάννης Δαμασκηνός. Vita Barlaam et Joasaph [Sp.]


Σελ. 472, γρ. 10

Οὗτος ὁ τόπος τῶν ἁμαρτωλῶν· αὕτη ἡ κόλασις  


τῶν πράξεσιν αἰσχραῖς ἑαυτοὺς μολυνάντων·
ἐπὶ τούτοις ἐξήγαγον αὐτὸν ἐκεῖθεν οἱ καὶ εἰς-
αγαγόντες. καὶ εἰς ἑαυτὸν εὐθὺς ἐλθὼν ἔντρομος
ἦν ὅλος· δάκρυα δὲ ποταμηδὸν κατέδυον οἱ
ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ. πᾶσα δὲ ἡ ὡραιότης τῆς ἀκο-
λάστου κόρης ἐκείνης καὶ τῶν λοιπῶν δυσωδες-
τέρα βορβόρου καὶ σαπρίας αὐτῷ λελόγιστο.
στρέφων δὲ ἐν τῇ ψυχῇ τῶν ὁραθέντων τὴν
μνήμην, τῷ πόθῳ τῶν ἀγαθῶν καὶ τῷ φόβῳ
τῶν ἀνιαρῶν ἐκείνων ἐπὶ τῆς Κλίνης κατέκειτο
ἥκιστα ἐγερθῆναι δυνάμενος.
 Ἀνηγγέλθη δὲ τῷ βασιλεῖ ἡ τοῦ υἱοῦ ἀρρω-
στία. καὶ ὃς ἐλθὼν ἐπηρώτα τί τὸ συμβάν.
ὁ δὲ τὰ ὁραθέντα αὐτῷ διηγεῖται, καί φησιν·
Ἱνατί παγίδα ἡτοίμασας τοῖς ποσί μου, καὶ
κατέκαμψας τὴν ψυχήν μου; εἰ μὴ γὰρ Κύριος
ἐβοήθησέ μοι, παραβραχὺ παρῴκησεν ἂν τῷ
ᾅδῃ ἡ ψυχή μου. ἀλλ' ὡς ἀγαθὸς ὁ Θεὸς τῷ
Ἰσραήλ, τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ· ὃς καὶ τὴν ἐμὴν ἐρ-
ρύσατο ταπείνωσιν ἐκ μέσου σκύμνων.

Ιωάννης Δαμασκηνός. Vita Barlaam et Joasaph [Sp.] Σελ. 546, γρ. 9

τῆς δεισιδαίμονος πλάνης καὶ λατρείας τῶν εἰ-


δώλων ἐξείλετο, καὶ ὑμᾶς, λαός μου, τῆς χαλεπῆς  
ἠλευθέρωσεν αἰχμαλωσίας. καιρὸς οὖν ἤδη
λοιπὸν τὰ ἐπηγγελμένα τῷ Θεῷ ἔργα πληρῶσαι·
καιρὸς ἀπελθεῖν ὅπου ἂν αὐτὸς ὁδηγήσῃ με καὶ
ἀποδοῦναι τὰς εὐχάς μου ἃς ηὐξάμην αὐτῷ. νῦν
οὖν σκέψασθε ὑμεῖς ὃν ἂν βούλοισθε ἀφηγεῖσθαι
ὑμῶν καὶ βασιλεύειν· ἤδη γὰρ κατηρτισμένοι
ἐστὲ εἰς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, καὶ οὐδὲν ἀποκέ-
κρυπται ὑμῖν τῶν αὐτοῦ προσταγμάτων. ἐν τού-
τοις πορεύεσθε· μὴ ἐκΚλίνητε δεξιὰ ἢ ἀριστερά·
καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν.
 Ταῦτα ὡς ἤκουσεν ὁ λαὸς ἐκεῖνος καὶ δῆμος,
741

θόρυβος εὐθὺς καὶ πάταγος καὶ βοὴ πλείστη


καὶ σύγχυσις ἦν, κλαιόντων πάντων καὶ ὀδυ-
ρομένων τὴν ὀρφανίαν. τοιαῦτα θρηνοῦντες,
πρὸς τοῖς θρήνοις καὶ ὅρκοις ἐβεβαίουν μὴ
μεθήσειν ὅλως, ἀλλ' ἀνθέξεσθαι, καὶ τὴν ὑποχώ-
ρησιν αὐτῷ μὴ τοπαράπαν παραχωρῆσαι. οὕτω
βοῶντος τοῦ δήμου καὶ τῶν ἐν τέλει πάντων,
ὑπολαβὼν ὁ βασιλεὺς κατασείει τὸν ὄχλον, καὶ

Πρίσκος. Fragmenta (2946: 002)“Prisci Panitae fragmenta”, Ed.


Bornmann, [Link]: Le Monnier, [Link] 8, γρ. 753

πατὴρ ἧκε λέγων ὡς ἀμφοτέρους ὑμᾶς Ἀττήλας ἐπὶ τὸ συμ-


πόσιον παρακαλεῖ· γενήσεσθαι δὲ αὐτὸ περὶ θʹ τῆς ἡμέρας.
ὡς δὲ τὸν καιρὸν ἐφυλάξαμεν καὶ ἐπὶ τὸ δεῖπνον κληθέντες
παρεγενόμεθα ἡμεῖς τε καὶ οἱ ἀπὸ τῶν ἑσπερίων Ῥωμαίων
πρέσβεις, ἔστημεν ἐπὶ τοῦ οὐδοῦ ἀντία Ἀττήλα. καὶ κύ-
λικα οἱ οἰνοχόοι κατὰ τὸ ἐπιχώριον ἐπέδοσαν ἔθος, ὡς καὶ
ἡμᾶς πρὸ τῆς ἕδρας ἐπεύξασθαι· οὗ δὴ γενομένου, τῆς
κύλικος ἀπογευσάμενοι ἐπὶ τοὺς θρόνους ἤλθομεν, οὗ ἔδει
καθεσθέντας δειπνεῖν. πρὸς δὲ τοῖς τοίχοις τοῦ οἰκήματος
πάντες ὑπῆρχον οἱ δίφροι ἐξ ἑκατέρας πλευρᾶς. ἐν μεσω-
τάτῳ δὲ ἧστο ἐπὶ Κλίνης ὁ Ἀττήλας, ἑτέρας ἐξόπισθεν κλί-
νης ὑπαρχούσης αὐτῷ, μεθ' ἣν βαθμοί τινες ἐπὶ τὴν αὐτοῦ
ἀνῆγον εὐνὴν καλυπτομένην ὀθόναις καὶ ποικίλοις παραπε-
τάσμασι κόσμου χάριν, καθάπερ ἐπὶ τῶν γαμούντων Ἕλ-
ληνές τε καὶ Ῥωμαῖοι κατασκευάζουσιν. καὶ πρώτην μὲν
ἐνόμιζον τῶν δειπνούντων τάξιν τὴν ἐν δεξιᾷ τοῦ Ἀττήλα,
δευτέραν δὲ τὴν εὐώνυμον, ἐν ᾗ ἐτυγχάνομεν ὄντες, προ-
καθεσθέντος ἡμῶν Βερίχου παρὰ Σκύθαις εὗ γεγονότος
ἀνδρός· ὁ γὰρ Ὀνηγήσιος ἐπὶ δίφρου ἧστο ἐνδεξιᾷ τῆς τοῦ
βασιλέως Κλίνης. ἀντικρὺ δὲ τοῦ Ὀνηγησίου ἐπὶ δίφρου
ἐκαθέζοντο δύο τῶν Ἀττήλα παίδων· ὁ γὰρ πρεσβύτερος

Πρίσκος. Fragmenta Fragment 8, γρ. 754

πόσιον παρακαλεῖ· γενήσεσθαι δὲ αὐτὸ περὶ θʹ τῆς ἡμέρας.


ὡς δὲ τὸν καιρὸν ἐφυλάξαμεν καὶ ἐπὶ τὸ δεῖπνον κληθέντες
παρεγενόμεθα ἡμεῖς τε καὶ οἱ ἀπὸ τῶν ἑσπερίων Ῥωμαίων
πρέσβεις, ἔστημεν ἐπὶ τοῦ οὐδοῦ ἀντία Ἀττήλα. καὶ κύ-
λικα οἱ οἰνοχόοι κατὰ τὸ ἐπιχώριον ἐπέδοσαν ἔθος, ὡς καὶ
ἡμᾶς πρὸ τῆς ἕδρας ἐπεύξασθαι· οὗ δὴ γενομένου, τῆς
742

κύλικος ἀπογευσάμενοι ἐπὶ τοὺς θρόνους ἤλθομεν, οὗ ἔδει


καθεσθέντας δειπνεῖν. πρὸς δὲ τοῖς τοίχοις τοῦ οἰκήματος
πάντες ὑπῆρχον οἱ δίφροι ἐξ ἑκατέρας πλευρᾶς. ἐν μεσω-
τάτῳ δὲ ἧστο ἐπὶ Κλίνης ὁ Ἀττήλας, ἑτέρας ἐξόπισθεν κλί-
νης ὑπαρχούσης αὐτῷ, μεθ' ἣν βαθμοί τινες ἐπὶ τὴν αὐτοῦ
ἀνῆγον εὐνὴν καλυπτομένην ὀθόναις καὶ ποικίλοις παραπε-
τάσμασι κόσμου χάριν, καθάπερ ἐπὶ τῶν γαμούντων Ἕλ-
ληνές τε καὶ Ῥωμαῖοι κατασκευάζουσιν. καὶ πρώτην μὲν
ἐνόμιζον τῶν δειπνούντων τάξιν τὴν ἐν δεξιᾷ τοῦ Ἀττήλα,
δευτέραν δὲ τὴν εὐώνυμον, ἐν ᾗ ἐτυγχάνομεν ὄντες, προ-
καθεσθέντος ἡμῶν Βερίχου παρὰ Σκύθαις εὗ γεγονότος
ἀνδρός· ὁ γὰρ Ὀνηγήσιος ἐπὶ δίφρου ἧστο ἐνδεξιᾷ τῆς τοῦ
βασιλέως Κλίνης. ἀντικρὺ δὲ τοῦ Ὀνηγησίου ἐπὶ δίφρου
ἐκαθέζοντο δύο τῶν Ἀττήλα παίδων· ὁ γὰρ πρεσβύτερος
ἐπὶ τῆς ἐκείνου ἧστο Κλίνης, οὐκ ἐγγύς, ἀλλ' ἐπ' ἄκρου,

Πρίσκος. Fragmenta Fragment 8, γρ. 866

αὐτῆς πραγμάτων τὴν ἐπιτροπὴν ἔχοντι δειπνεῖν ἡμᾶς πα-


ρεκάλει. καὶ παρ' αὐτὸν ἐλθόντες ἅμα τισὶ ἐκ τοῦ ἔθνους
λογάδων φιλοφροσύνης ἐτύχομεν· ἐδεξιοῦτο γὰρ ἡμᾶς μει-
λιχίοις τε λόγοις καὶ τῇ τῶν ἐδωδίμων παρασκευῇ. καὶ
ἕκαστος τῶν παρόντων Σκυθικῇ φιλοτιμίᾳ κύλικα ἡμῖν
πλήρη διανιστάμενος ἐδίδου καὶ τὸν ἐκπιόντα περιβαλὼν  
καὶ φιλήσας ταύτην ἐδέχετο. μετὰ δὲ τὸ δεῖπνον ἐπὶ τὴν
σκηνὴν ἐλθόντες ἐς ὕπνον ἐτράπημεν. τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἐπὶ
συμπόσιον αὖθις ἡμᾶς Ἀττήλας ἐκάλει, καὶ τῷ προτέρῳ
τρόπῳ παρά τε αὐτὸν εἰσήλθομεν καὶ ἐς τὴν εὐωχίαν
ἐτράπημεν. συνέβαινε δὲ ἐπὶ τῆς Κλίνης ἅμα αὐτῷ μὴ τὸν
πρεσβύτερον τῶν παίδων ἧσθαι, ἀλλὰ γὰρ Ὠηβάρσιον
θεῖον αὐτῷ τυγχάνοντα πρὸς πατρός. παρὰ πᾶν δὲ τὸ συμ-
πόσιον λόγοις φιλοφρονούμενος φράζειν ἡμᾶς βασιλεῖ πα-
ρεκελεύετο τῷ Κωνσταντίῳ, ὃς αὐτῷ παρὰ Ἀετίου ἀπέ-
σταλτο ὑπογραφέως χάριν, διδόναι ἣν αὐτῷ γυναῖκα [καὶ]
ὑπέσχετο. παρὰ γὰρ τὸν βασιλέα Θεοδόσιον ἅμα τοῖς στα-
λεῖσι παρὰ τοῦ Ἀττήλα πρέσβεσιν ἀφικόμενος ὁ Κων-
στάντιος τὴν εἰρήνην Ῥωμαίοις καὶ Σκύθαις ἔφησεν ἐπὶ
μακρὸν φυλάττεσθαι χρόνον παρασκευάσειν, ἂν αὐτῷ γυ-
ναῖκα εὔπορον δοίη. καὶ πρὸς τοῦτο ἐπένευσε βασιλεὺς καὶ
743

Acta Philippi, Acta Philippi (2948: 001)“Acta apostolorum apocrypha,


vol. 2.2”, Ed. Bonnet, [Link]: Mendelssohn, 1903, Repr. 1972.
Se. 28, γρ. 10

εἰς πένθος, ὅτι κἀγὼ ἐπίστευσα τοῖς σοῖς λόγοις.


 Ἀκούσας δὲ ὁ ἀπόστολος ταῦτα εἶπεν· Θαυμάζω
τὴν ἐνέργειαν τῶν δαιμόνων, ὅτι ἐνεργεῖ ἐν παντὶ τόπῳ,
τολμᾷ δὲ εἰς οὓς οὐκ ἔχει δύναμιν ἐπιβαίνειν, ὡς νῦν ἐπεί-  
ρασαν ὑμᾶς θέλοντες σκανδαλίσαι. Καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ·
Ἔνεγκέ μοι τὸν υἱόν σου, κἀγὼ αὐτὸν δώσω σοι ζῶντα διὰ
τὸν Χριστόν μου. Καὶ ἔδραμεν χαίρων τοῦ ἐνέγκαι τὸν υἱὸν
αὐτοῦ. καὶ ὡς ἤγγισεν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, ἔκραξεν λέγων· Υἱέ
μου βλέπεις; ἦλθον ἐπὶ σέ, ἀπενέγκαι σε πρὸς τὸν ἀπόστολον,
ὅστις σε ζῶντα παρέξει μοι. Καὶ ἐκέλευσεν τοῖς ἑαυτοῦ δού-
λοις βαστάξαι τὴν Κλίνην· ἦν δὲ ὁ παῖς ἐτῶν κγʹ. ὅτε δὲ
εἶδεν αὐτὸν ὁ Φίλιππος, συνεχύθη, καὶ στραφεὶς πρὸς τὸν
ἀρχιερέα λέγει αὐτόν· Τοῦτο γέγονεν τῇ σῇ ἀφροσύνῃ· ἐὰν οὖν
ἀναστήσω αὐτόν, πιστεύσεις λοιπόν; Ὃ δὲ λέγει· Οἶδα τὰς
μαγείας ὑμῶν ὅτι ἀναστήσεις αὐτόν· ἐγὼ δὲ οὐ πιστεύσω σοι.
Ὀργισθεὶς δὲ ὁ Φίλιππος εἶπεν· Κατάθεμα· ἄπελθε λοιπὸν
κάτω ὅλος εἰς τὴν ἄβυσσον ἐνώπιον τούτων ἁπάντων. Καὶ
ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ κατῆλθεν εἰς τὸν ᾅδην ζῶν· πλὴν τὸ ἀρχιε-
ρατικὸν ἔνδυμα ἐξεπετάσθη ἀπ' αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ
τῆς ἡμέρας ἐκείνης οὐδεὶς ἔγνω τί ἐγένετο τὸ ἔνδυμα τὸ ἱερα-
τικόν. καὶ ἐπιστραφεὶς ὁ ἀπόστολος ἐπηύξατο τῷ παιδί,

Acta Philippi, Acta Philippi Se. 80, γρ. 4

εἴδωλα κωφὰ καὶ τυφλὰ καὶ ἀναίσθητά εἰσιν. ἀλλὰ καὶ ὁ


Ἰουδαῖος ὁ συζητήσας αὐτῷ μᾶλλον ἐφανέρωσεν τὴν ἀπο-
κεκρυμμένην δόξαν ἐν τοῖς προφήταις περὶ τοῦ Χριστοῦ· διὸ
δοκιμάσαντες τοὺς ἀμφοτέρων λόγους, καὶ ἰδόντες ὅτι διὰ
πάντων ἀσφαλῶς ἐφανερώθη ὁ Χριστός, παρακαλέσωμεν τὸν  
Φίλιππον ἵνα ἐν τῆ πόλει ἡμῶν τὸν πάντα χρόνον οἰκήσῃ εἰς
ἡμετέραν σωτηρίαν.
 Ὁ δὲ Ἴρεος ἦν ἐν ἀγαλλιάσει καρδίας ἐπὶ τοῖς
ῥήμασι τοῦ Φιλίππου, ὁ δὲ Φίλιππος οὐ διελίμπανεν δοξάζων
τὸν θεόν. ὡς δὲ οἱ ἄρχοντες τῆς πόλεως διέκρινον τὰ ῥήματα
τοῦ τε ἀποστόλου καὶ τοῦ Ἰουδαίου, ἰδοὺ εἰσήχθη Κλίνη
ἐφ' ᾗ ἐπέκειτό τις νεκρός, μονογενὴς υἱὸς τῷ πατρὶ καὶ τῇ
μητρὶ ὑπάρχων, πλούσιος σφόδρα· ἦσαν δὲ καὶ τῇ κλίνῃ προ-
σέγγιστα δοῦλοι δέκα, οἳ καὶ ἔμελλον συγκατακαίεσθαι τῷ
νεκρῷ. οἱ δὲ ἄρχοντες τῆς πόλεως καὶ πᾶς ὁ ὄχλος καταμα-
744

θόντες ὅτι ἀληθῶς ἐστι νεκρὸς ἔκραξαν· Νῦν ὄντως μέγας


ἐστὶν ἀγὼν τῶν χριστιανῶν· εἰ γάρ τίς ἐστιν ἐν αὐτῷ θεός,
ἀναστήσει αὐτόν, καὶ πάντες πιστεύσομεν εἰς αὐτόν· ἀλλὰ
καὶ αὐτοὺς τοὺς ναοὺς μετὰ τῶν εἰδώλων κατακαύσομεν.

Acta Philippi, Acta Philippi Se. 80, γρ. 6

δοκιμάσαντες τοὺς ἀμφοτέρων λόγους, καὶ ἰδόντες ὅτι διὰ


πάντων ἀσφαλῶς ἐφανερώθη ὁ Χριστός, παρακαλέσωμεν τὸν  
Φίλιππον ἵνα ἐν τῆ πόλει ἡμῶν τὸν πάντα χρόνον οἰκήσῃ εἰς
ἡμετέραν σωτηρίαν.
 Ὁ δὲ Ἴρεος ἦν ἐν ἀγαλλιάσει καρδίας ἐπὶ τοῖς
ῥήμασι τοῦ Φιλίππου, ὁ δὲ Φίλιππος οὐ διελίμπανεν δοξάζων
τὸν θεόν. ὡς δὲ οἱ ἄρχοντες τῆς πόλεως διέκρινον τὰ ῥήματα
τοῦ τε ἀποστόλου καὶ τοῦ Ἰουδαίου, ἰδοὺ εἰσήχθη Κλίνη
ἐφ' ᾗ ἐπέκειτό τις νεκρός, μονογενὴς υἱὸς τῷ πατρὶ καὶ τῇ
μητρὶ ὑπάρχων, πλούσιος σφόδρα· ἦσαν δὲ καὶ τῇ κλίνῃ προ-
σέγγιστα δοῦλοι δέκα, οἳ καὶ ἔμελλον συγκατακαίεσθαι τῷ
νεκρῷ. οἱ δὲ ἄρχοντες τῆς πόλεως καὶ πᾶς ὁ ὄχλος καταμα-
θόντες ὅτι ἀληθῶς ἐστι νεκρὸς ἔκραξαν· Νῦν ὄντως μέγας
ἐστὶν ἀγὼν τῶν χριστιανῶν· εἰ γάρ τίς ἐστιν ἐν αὐτῷ θεός,
ἀναστήσει αὐτόν, καὶ πάντες πιστεύσομεν εἰς αὐτόν· ἀλλὰ
καὶ αὐτοὺς τοὺς ναοὺς μετὰ τῶν εἰδώλων κατακαύσομεν.
 Ὡς οὖν ταῦτα οὕτως διελογίζοντο, οἱ γονεῖς
ἔκλαιον. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ Φίλιππος εἶπεν τῷ πατρὶ τοῦ
παιδὸς καὶ τῇ μητρί· Τί ποιήσητε ἐὰν τὸν υἱὸν ὑμῶν ἀνα-
στήσω; Λέγουσιν αὐτῷ· Ὅπερ ἐὰν θέλῃς ποιήσομεν. Οἱ δὲ

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum (3018: 001)


“Georgius Cedrenus Ioannis Scylitzae ope, 2 vols.”, Ed. Bekker, I.
Bonn: Weber, 1:1838; 2:1839; Corpus scriptorum historiae Byzantinae.
Τόμ. 1, σελ. 93, γρ. 13

τότε οὖν καὶ μέχρι τοῦ νῦν φωτοειδὴς νεφέλη ἐπισκιάζει τὸν τόπον
ἐκεῖνον, ἀμαυροῦσα καὶ ἀποτειχίζουσα τὰς ὄψεις τῶν ὁρώντων,
ἵνα μὴ γινώσκοιεν αὐτοῦ τὸν τάφον εἰς τὸν αἰῶνα.
 Μετὰ δὲ Μωϋσέα διεδέξατο τὴν ἀρχὴν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ,
καὶ περάσας τὸν Ἰορδάνην, καὶ ποιήσας ἐν τῇ γῇ τῆς ἐπαγγελίας
ἔτη λβʹ πολεμῶν καὶ κατακληροδοτῶν αὐτὴν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ,
ἀπέθανε ζήσας ἔτη ριʹ. καὶ ὁ μὲν Μωϋσῆς πατάξας τὸν Σηὼν
βασιλέα τῶν Ἀμοραίων καὶ τὸν Ὢγ βασιλέα τῆς Βασάν, ὃς ὑπε-
745

λείφθη ἐκ τῶν γιγάντων, κατοικῶν ἐν τῷ Ῥαφαῒν ἐν Ἀσταρώθ,


ἀπόγονον ὄντα τοῦ Ῥαφαΐν, οὗ καὶ ἡ Κλίνη σιδηρᾶ, τὸ μῆκος
ἔχουσα πήχεις ἐννέα, τὸ πλάτος τέσσαρας, ἀφείλετο πᾶσαν τὴν
γῆν αὐτῶν. ὁ δὲ Ἰησοῦς χειρωσάμενος πᾶσαν τὴν γῆν αὐτῶν καὶ
τοὺς Χαναναίους καὶ Φερεζαίους καὶ Γεργεσαίους καὶ Χετταίους
καὶ Ἰεβουσαίους καὶ Ἀμοραίους καὶ Εὐαίους καὶ πάντας αὐτῶν
τοὺς βασιλεῖς, ὄντας τὸν ἀριθμὸν τριακονταδύο, πᾶσαν τὴν γῆν
αὐτῶν δέδωκε τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ. ἐν δὲ τῷ φεύγειν αὐτούς, φησίν,
ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ κύριος ἐπέρριψεν αὐτοῖς λί-
θους χαλάζης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐγένοντο πλείους οἱ ἀποθανόν-
τες διὰ τοὺς λίθους τῆς χαλάζης ἢ οὓς ἀπέκτειναν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ
μαχαίρᾳ στρατηγοῦντος Ἰησοῦ.  

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Τόμ. 1, σελ. 179, γρ.


21

τοῦ τείχους πεσοῦσα τοῖς κυσὶ κατάβρωμα γέγονε κατὰ τὸ ῥῆμα


κυρίου.
 Ὀχοζίας υἱὸς Ἀχαὰβ κρατεῖ τοῦ Ἰσραὴλ ἔτη δύο. οὗτος
ἠρρώστησε, καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους ἐπερωτῆσαι ἐν τῇ Βάαλ
μυιάων θεὸν Ἀκκάρων, εἰ ζήσεται ἐκ τῆς ἀρρωστίας αὐτοῦ. καὶ
ἰδοὺ Ἠλίας συνήντησεν αὐτοῖς. καὶ ἀποστραφέντες εἶπον τῷ Ὀχο-
ζίᾳ ‘ἀνὴρ δασὺς συνήντησεν ἡμῖν, καὶ ζώνη δερματίνη ἐπὶ τὴν
ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ἀποστράφητε πρὸς τὸν ἀπο-
στείλαντα ὑμᾶς, καὶ εἴπατε αὐτῷ· τάδε λέγει κύριος· διὰ τὸ μὴ
εἶναι θεὸν ἐν Ἰσραήλ, σὺ πορεύῃ ἐπερωτῆσαι ἐν τῇ Βάαλ. οὐχ
οὕτως. ἡ Κλίνη ἐν ᾗ ἀνέβης, οὐ καταβήσῃ ἀπ' αὐτῆς.’ καὶ
εἶπεν ‘Ἠλιοὺ ὁ Θισβίτης ἐστί.’ καὶ ἀπέστειλεν ἡγούμενον πεν-
τηκοντάρχην καὶ τοὺς πεντήκοντα αὐτοῦ. καὶ Ἠλιοὺ ἐπὶ τῆς κο-
ρυφῆς τοῦ ὄρους. καὶ εἶπεν ὁ πεντηκοντάρχης πρὸς αὐτόν ‘ἄν-  
θρωπε τοῦ θεοῦ, ὁ βασιλεὺς καλεῖ σε· κατάβηθι.’ πρὸς ὃν
Ἠλίας ‘εἰ ἄνθρωπος τοῦ θεοῦ ἐγώ, καταβήσεται πῦρ ἐξ οὐρανοῦ,
καὶ καταφάγεταί σε καὶ τοὺς πεντήκοντά σου.’ καὶ κατέβη πῦρ
ἐξ οὐρανοῦ, καὶ κατέφαγεν αὐτὸν καὶ τοὺς πεντήκοντα αὐτοῦ.
οὕτως ἐγένετο καὶ τοῖς δευτέροις. ὁ δὲ τρίτος πεντηκοντάρχης
ἐλθών, πεσὼν ἐπὶ τὴν γῆν, ἐδεήθη καὶ εἶπεν ‘ἄνθρωπε τοῦ θεοῦ,
ἐντιμωθήτω δὴ ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ψυχὴ τῶν παιδίων σου τούτων

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Τόμ. 1, σελ. 467, γρ. 4
746

ταύτην τὴν κόρην” .... τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ περικαλύψας τὴν


κεφαλὴν αὐτῆς ἐξέπεμψεν αὐτὴν ἄφθορον καὶ ἀνέπαφον. ἡμέρας
δὲ γενομένης καὶ τοῦ δράματος γνωσθέντος ἐκρίθη ὁ νεανίας ἀναι-
ρεθῆναι, καὶ τούτου γενομένου ἐπλήρωσε τὸ κυριακὸν λόγιον τὸ
φάσκον “μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν
αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ.”  
 Ὁμοίως καὶ ἑτέρου μονάζοντος κατασχεθέντος ὑπὸ τῶν ἀσε-
βῶν, μετὰ πολλὰς ποινὰς καὶ μάστιγας τελευταῖον πονηρὰν ἐπε-
νόησαν ἐπίνοιαν εἰς φθορὰν τῆς σωφροσύνης τοῦ δικαίου. ἔν τινι
γὰρ κήπῳ Κλίνην στρώσαντες καὶ τὸν ἅγιον ἐν αὐτῇ δεσμήσαντες
ἐπαφῆκαν αὐτῷ γύναιον ἄσεμνον, ὡς ἂν μὴ δυνάμενος τὰς ἐκ
ταύτης μηχανὰς διαφυγεῖν καὶ ἄκων εἰς τὴν πονηρὰν καθελκυσθῆ-
ναι πρᾶξιν. τῆς δὲ τούτῳ περιπλεκομένης καὶ καταφιλούσης αὐ-
τόν, τὴν ἑαυτοῦ γλῶσσαν ἀποτεμὼν τοῖς ὀδοῦσι προσέπτυσεν εἰς
τὸ πρόσωπον αὐτῆς, κἀκ τούτου ἑαυτῷ μὲν πόνους καὶ ἀλγηδό-
νας ἀντὶ ἡδονῶν ἐπεισήγαγεν, ἐκείνην δὲ σφόδρα κατέπληξε καὶ
ἀηδίας ἐνέπλησε τῷ ῥεύματι τοῦ αἵματος. ἅπερ ἀκούσαντες οἱ
Ἕλληνες ἐθαύμαζον τὴν τῶν μοναζόντων σωφροσύνην καὶ ἀκρί-
βειαν.
 Ἡττηθέντες οὖν οἱ δυσσεβεῖς τύραννοι Διοκλητιανὸς καὶ

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Τόμ. 1, σελ. 567, γρ. 2

λει κἀκεῖ τελευτήσαντος, εἴτε ἀπὸ ἐνεργοῦς τῆς τοῦ τόπου δυσφη-
μίας, ὅτι πᾶς κακοῦργος καὶ φονεὺς αὐτόθι τιννύει δίκην, κλῆσιν
ἔλαχεν αἰσχίστην τῆς Παφλαγόνων ἕνεκεν βδελυρίας. ἦν δέ ποτε
ναὸς μέγιστος αὐτόθι Ἡλίου καὶ Σελήνης, οὗ πρὸς ἄρκτον κίονες
στοιχηδὸν εἱστήκεισαν, μέσον δὲ κόλπος οἷα κόγχης εὐγύρου,
ὕπερθεν δὲ αὐτῆς Ἥλιος ἐπὶ λευκοῦ ἅρματος, ἡ δὲ αὖ Σελήνη
νυμφικῶς ἐστεμμένη ἐφ' ἁρμαμάξης ἤγετο. Βύζαντος ἔργα ταῦτα,
τοῦ Φειδαλείας ξυνευνέτου. κάτω δὲ πρὸς θέμεθλα δόμου ἐκά-
θητό τις σκηπτοῦχος ἐπὶ θρόνου, καὶ λαοῖς ἐκέλευσε τοῖς κρατοῦ-  
σιν ὑπείκειν. αὐτοῦ δὲ πρὸς γῆν ἦν βρέτας Διὸς ἐκ λευκοῦ λίθου,
ἔργον Φειδίου, ἱζάνον τῷ δοκεῖν ἐπὶ Κλίνης.
 Ὅτι ὁ Ξηρόλοφος ἔργον ἐστὶν Ἀρκαδίου, ὅμοιον κατὰ
πάντα τῷ ταύρῳ.
 Ὅτι οἱ ἐλέφαντες οἱ ἐν τῇ χρυσῇ πόρτῃ ὅμοιοί εἰσιν ὧν πάλαι
Θεοδόσιος ἐπιβὰς εἰς τὴν πόλιν εἰσήλασεν.
747

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Τόμ. 1, σελ. 691, γρ. 6

ἃς ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ καὶ Ἰουστίνου παρέλαβον. ἐπανελθὼν δὲ


Μαυρίκιος ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐδέχθη ὑπὸ τοῦ βασιλέως μεγά-
λως, καὶ ἐθριάμβευσε Τιβέριος τὰς νίκας Μαυρικίου, καὶ προς-
ελάβετο αὐτὸν γαμβρὸν εἰς Κωνσταντῖναν τὴν ἑαυτοῦ θυγατέρα·
ὁμοίως δὲ καὶ Γερμανῷ στρατηγῷ ἔζευξε τὴν θυγατέρα αὐτοῦ  
Χαριτώ, ποιήσας ἀμφοτέρους Καίσαρας. τῇ δὲ ιδʹ τοῦ Αὐγού-
στου μηνὸς φαγὼν συκάμινα ὄψιμα ἀξιοθέατα νενοθευμένα φθίσει
περιέπεσε. καὶ μέλλων τεθνάναι προσκαλεῖται τὸν πατριάρχην
Ἰωάννην καὶ τὴν σύγκλητον ἅμα τοῖς στρατεύμασι, καὶ Μαυρίκιον
τὸν ἴδιον γαμβρὸν βασιλέα ἀναγορεύει. πάντων δὲ εὐφημησάν-
των αὐτὸς ὑποστρέψας ἐν τῇ ἰδίᾳ κλίνῃ τέθνηκε, βασιλεύσας ἔτη
γʹ μῆνας ιʹ ἡμέρας ηʹ. καὶ ἐτάφη ἐν τῷ ἡρῴῳ ἐν λάρνακι πρα-
σίνῳ.
 Μαυρίκιος ὀρθόδοξος βασιλεὺς Ῥωμαίων ἐβασίλευσεν ἔτη κʹ
μῆνας γʹ ἡμέρας βʹ. ἦν δὲ τῇ ἰδέᾳ μεσῆλιξ, εὐσθενής, λευκό-
χρους, στρογγύλην ἔχων τὴν ὄψιν, πυρράκης, ἀναφάλας, εὔριν,
εὐπώγων, κειρόμενος τὸ γένειον, καθὰ Ῥωμαίοις ἔθος ἐστίν. ἦν
δὲ Καππαδόκης. ἐκέλευσε δὲ γράφεσθαι ἐν τοῖς συμβολαίοις Μαυ-
ρίκιος [καὶ] Τιβέριος. ἐστέφθη δὲ ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἰωάννου
τοῦ νηστευτοῦ, καὶ μετ' ὀλίγον τὸν γάμον πεποίηκε. τῷ δὲ
Ἀπριλλίῳ μηνὶ γεγόνασιν ἐν τῷ φόρῳ ἐμπρησμοὶ καὶ ἀνέμων

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Τόμ. 1, σελ. 691, γρ. 24

ρίκιος [καὶ] Τιβέριος. ἐστέφθη δὲ ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἰωάννου


τοῦ νηστευτοῦ, καὶ μετ' ὀλίγον τὸν γάμον πεποίηκε. τῷ δὲ
Ἀπριλλίῳ μηνὶ γεγόνασιν ἐν τῷ φόρῳ ἐμπρησμοὶ καὶ ἀνέμων
καταιγίδες, καὶ πολλὰς οἰκίας διώλεσαν. καὶ τῇ δεκάτῃ τοῦ
Μαΐου γέγονε σεισμὸς μέγας καὶ ἱππικὸν ἐτελέσθη. πρεσβεύουσι
δὲ οἱ Ἄβαρες πρὸς τὸν βασιλέα, οἱ πρὸ ὀλίγου τὸ Σίρμιον χειρω-
σάμενοι, πόλιν τῆς Εὐρώπης ἐπίσημον, καὶ ἠξίουν ταῖς ὀγδοή-
κοντα χιλιάσι τοῦ χρυσίου, ἃς ἐτησίως ἐλάμβανον παρὰ Ῥωμαίοις,
προστεθῆναι ἄλλας κʹ· καὶ ὁ βασιλεὺς εἰρήνης ἐφιέμενος τοῦτο
κατεδέξατο. ᾔτησαν δὲ καὶ ἐλέφαντα, ζῷον Ἰνδικόν, ἐκπεμφθῆ-
ναι αὐτοῖς πρὸς θέαν, καὶ Κλίνην χρυσῆν· ὧν καὶ πεμφθέντων  
ἀμφότερα ἀντέστρεψαν, τὴν Κλίνην εὐτελίσαντες. ᾐτοῦντο δὲ
πάλιν ἄλλας κʹ πρὸς ταῖς ἑκατόν. τοῦ δὲ βασιλέως μὴ καταδεξα-
μένου, στρατεύσας ὁ χαγάνος τὴν Σιγιδῶνα πόλιν κατέστρεψε καὶ
748

ἑτέρας πόλεις ἐχειρώσατο καὶ τὴν Ἀγχίαλον, ἠπείλει δὲ καὶ τὰ


μακρὰ τείχη καταστρέψαι. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἐλπίδιον τὸν πατρίκιον
σὺν Κομμεντιόλῳ πρέσβεις πρὸς τὸν χαγάνον ἀπέστειλε, καὶ ὁ
βάρβαρος ἐπὶ ταῖς τῶν πάκτων συνθήκαις εἰρήνην ἄγειν καθωμο-
λόγει.

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Τόμ. 1, σελ. 692, γρ. 1

τοῦ νηστευτοῦ, καὶ μετ' ὀλίγον τὸν γάμον πεποίηκε. τῷ δὲ


Ἀπριλλίῳ μηνὶ γεγόνασιν ἐν τῷ φόρῳ ἐμπρησμοὶ καὶ ἀνέμων
καταιγίδες, καὶ πολλὰς οἰκίας διώλεσαν. καὶ τῇ δεκάτῃ τοῦ
Μαΐου γέγονε σεισμὸς μέγας καὶ ἱππικὸν ἐτελέσθη. πρεσβεύουσι
δὲ οἱ Ἄβαρες πρὸς τὸν βασιλέα, οἱ πρὸ ὀλίγου τὸ Σίρμιον χειρω-
σάμενοι, πόλιν τῆς Εὐρώπης ἐπίσημον, καὶ ἠξίουν ταῖς ὀγδοή-
κοντα χιλιάσι τοῦ χρυσίου, ἃς ἐτησίως ἐλάμβανον παρὰ Ῥωμαίοις,
προστεθῆναι ἄλλας κʹ· καὶ ὁ βασιλεὺς εἰρήνης ἐφιέμενος τοῦτο
κατεδέξατο. ᾔτησαν δὲ καὶ ἐλέφαντα, ζῷον Ἰνδικόν, ἐκπεμφθῆ-
ναι αὐτοῖς πρὸς θέαν, καὶ Κλίνην χρυσῆν· ὧν καὶ πεμφθέντων  
ἀμφότερα ἀντέστρεψαν, τὴν Κλίνην εὐτελίσαντες. ᾐτοῦντο δὲ
πάλιν ἄλλας κʹ πρὸς ταῖς ἑκατόν. τοῦ δὲ βασιλέως μὴ καταδεξα-
μένου, στρατεύσας ὁ χαγάνος τὴν Σιγιδῶνα πόλιν κατέστρεψε καὶ
ἑτέρας πόλεις ἐχειρώσατο καὶ τὴν Ἀγχίαλον, ἠπείλει δὲ καὶ τὰ
μακρὰ τείχη καταστρέψαι. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἐλπίδιον τὸν πατρίκιον
σὺν Κομμεντιόλῳ πρέσβεις πρὸς τὸν χαγάνον ἀπέστειλε, καὶ ὁ
βάρβαρος ἐπὶ ταῖς τῶν πάκτων συνθήκαις εἰρήνην ἄγειν καθωμο-
λόγει.
 Τῷ βʹ ἔτει ὕπατος ὁ βασιλεὺς ἀναγορεύεται, καὶ πολλοὺς
θησαυροὺς τῇ πόλει δωρεῖται. προβάλλεται δὲ Φιλιππικὸν στρα-
τηγὸν τῆς ἑῴας, ποιήσας αὐτὸν γαμβρὸν εἰς Γορδίαν τὴν ἰδίαν

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Τόμ. 2, σελ. 138, γρ. 8

μενον ὕδωρ, δυσεντερίας ἑάλω νοσήματι. ἀλλὰ καίπερ οὕτως


ἔχων πονήρως οὐκ ἠρέμει, οὐδὲ μετρίως ἔφερε τὴν τοῦ Ἀμωρίου
καταστροφήν, ἀλλὰ καιρὸν καὶ τρόπον ἐζήτει πῶς ἂν ἀμύναιτο  
τὸν ἐχθρόν. διὸ καὶ στέλλει πρὸς τὸν ῥῆγα Φραγγίας τὸν πατρί-
κιον Θεοδόσιον, ἐκ τοῦ τῶν Βουβουτζίκων καταγόμενον γένους,
ἐπικουρίαν τε ἐξαιτῶν πεμφθῆναι, καὶ ἀποστεῖλαι δύναμιν ἀξιό-
μαχον καὶ κακῶσαι μέρη τινὰ τῆς Λιβύης τῷ ἀμερμουμνῇ διαφέ-
ροντα. ἀλλ' αὕτη μὲν ἡ πρεσβεία ἄπρακτος ἔμεινε, τοῦ Θεοδο-
749

σίου τὴν ζωὴν καθ' ὁδὸν καταστρέψαντος· ὁ Θεόφιλος δὲ καὶ


ταύτης διεκπεσὼν τῆς ἐλπίδος ἐπὶ πλέον τε ὑπὸ τῆς νόσου σφιγγό-
μενος ἄνεισι κλινήρης πρὸς τὴν Μαγναύραν, ἐν ᾗ τήν τε σύγκλη-
τον ἐκκλησιάσας καὶ τὸ λοιπὸν ἐμφανὲς μέρος τῆς πόλεως τὰ καθ'
ἑαυτὸν ἐξετραγῴδει καὶ ὠλοφύρετο, καὶ τοὺς συνειλεγμένους ἐζήτει
τὴν εἰς αὐτὸν ἀπομνημονεύειν εὔνοιαν ἐν τῷ πίστιν καὶ εὐμένειαν
τηρῆσαι πρός τε τὴν αὐτοῦ σύζυγον καὶ τὸν παῖδα, καὶ διαφυλάτ-
τειν τούτοις τὴν βασιλείαν ἀνεπιβούλευτον. ἐπικλασθέντων δὲ
τῶν συνηθροισμένων τοῖς ἐλεεινοῖς τούτοις ῥήμασι τοῦ βασιλέως
ὀδυρμὸς ἤρθη καὶ κωκυτὸς παρὰ πάντων· καὶ πάντες θεοκλυ-
τοῦντες ηὔχοντο μὲν τῷ βασιλεῖ ὑγείαν τε καὶ ζωήν, εἰ δ', ὅπερ
ἀπευκτὸν ἦν αὐτοῖς, θάνατος, ἔλεγον,

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Τόμ. 2, σελ. 140, γρ.


15

στος. ὁ δὲ Μανουὴλ ἐπί τινα καιρὸν ὀκλάζων ἦν, οὐδεὶς δὲ


παρρησιάζεσθαι ἐτόλμα, εἰς τοὐμφανὲς ἐνεγκεῖν λόγον περὶ τῆς
ταύτης καταστροφῆς, τοῦ πλείστου μέρους τῆς συγκλήτου καὶ τῆς
συνόδου καὶ αὐτοῦ τοῦ πατριάρχου τῇ αἱρέσει κατεσχημένων.
μόνος δὲ τοῦτο ἐτόλμησε κινηθεὶς ἐκ θείας ἐνεργείας ὁ Μανουήλ.
πρότερον μὲν γάρ, ὡς εἴρηται, ἐνδοιάζων ἦν περὶ τὴν τῶν σεπτῶν
εἰκόνων προσκύνησιν, ὕστερον δὲ ταύτην ἠσπάσατο ἐκ τοιαύτης
αἰτίας. νόσῳ κατεσχέθη χαλεπωτάτῃ, καὶ ἀπέγνωστο αὐτῷ ἡ
ζωή, πάσης ἰατρικῆς τέχνης ἀποκαμούσης. ἦλθον οὖν τινὲς εἰς
αὐτόν, ἀκηκοότες τοῦτον τεθνάναι, εὐλαβεῖς μοναχοὶ ἀπὸ τῆς
τοῦ Στουδίου μονῆς· προσεγγίσαντες δὲ τῇ κλίνῃ, καὶ γνόντες
αὐτὸν ἔτι ζῆν τε καὶ ἐμπνεῖν, εὐαγγελίζονται ζωὴν αὐτῷ καὶ ἀνάρ-
ρωσιν καὶ πρὸς τὴν ἔμπροσθεν ὑγίειαν ἀποκατάστασιν. ὁ δὲ
πρότερον μὲν διηπίστει· ὅμως ἐνισταμένων τῶν θείων ἀνδρῶν,
καὶ μὴ ἐνδοιάζειν λεγόντων πρὸς τὴν δωρεὰν καὶ δόξαν τοῦ θεοῦ
τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν αὐτοῖς, μικρὸν ἀνενεγκὼν τῆς νόσου οὕτως
φησὶ πρὸς αὐτοὺς λεπτῷ καὶ ἀδρανεῖ τῷ ἄσθματι “καὶ πῶς ἔσται
μοι τοῦτο, ὦ θεῖοι πατέρες; αἱ ψυχικαὶ δυνάμεις ἀπολελοίπασι,
τὸ σῶμα τέλεον ἐξησθένηκε καὶ κατέσκληκεν. ἐγὼ δὲ κεῖμαι τετα-  
ριχευμένος καὶ σκελετός, ἐν οὐδενὶ διαφέρων ἑτέρῳ τῶν τεθνηκό-
των ἢ μόνῳ τῷ ἀναπνεῖν. τίς οὖν ἐλπὶς ἢ ποῖος λόγος

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum Τόμ. 2, σελ. 376, γρ. 2

ὁ πεμφθεὶς ἐκεῖθεν αὐτὸν ἀναλαβόμενος εἰς Χαλκηδόνα ἀφίκετο.


750

καὶ τοῦ βασιλέως ὑπομνησθέντος εἰ δεῖ τοῦτον εἰσελθεῖν ἐν τῇ


βασιλίδι, κἀκείνου προσμένειν μικρὸν ἐπιτρέψαντος, ἐκείνη νυ-
κτὸς ιαʹ τοῦ Δεκεμβρίου μηνός, ἰνδικτιῶνος ιγʹ, ἔτους ͵ϛυοηʹ,
ἀποστείλασα ἄγει τοῦτον πρὸς τὸν κάτωθεν τοῦ παλατίου χειρο-
ποίητον λιμένα νυκτός, καὶ κοφίνῳ ἀνιμήσατο μετὰ πάντων τῶν
περὶ αὐτόν· ἦσαν δὲ ὁ πατρίκιος Μιχαὴλ ὁ Βούρτζης καὶ Λέων
ταξιάρχης ὁ Βαλάντιος καὶ τῶν τοῦ Τζιμισκῆ πιστικωτάτων ὁ
Ἀτζηποθεόδωρος καὶ ἕτεροι δύο. οἵτινες ἀνελθόντες καὶ ξιφή-  
ρεις εἰς τὸν τοῦ βασιλέως εἰσελθόντες κοιτῶνα, ἐπεὶ μὴ εὗρον αὐ-
τὸν ἐν τῇ συνήθει κλίνῃ, φωραθῆναι ὑπονοήσαντες μικροῦ δεῖν
ἑαυτοὺς κατεκρήμνισαν, εἰ μή που ἀνδράριόν τι τῶν ἐκ τῆς γυναι-
κωνίτιδος εὑρηκότες ὑπ' αὐτοῦ ὁδηγοῦνται. καὶ καταλαμβάνουσιν
αὐτὸν ἐπ' ἐδάφους κείμενον καὶ στρωμνὴν ἔχοντα πῖλον κοκκοβαφῆ
καὶ ἄρκτου δέρμα, ὅπερ λαβὼν ἦν παρὰ Μιχαὴλ μοναχοῦ τοῦ
Μαλεΐνου, τοῦ θείου αὐτοῦ. τοῦτον ἄρτι πρὸς ὕπνον τραπέντα,
καὶ μηδαμῶς ἐπαισθόμενον τῆς ἀφίξεως τῶν μελλόντων αὐτὸν
ἀναιρεῖν, ὁ Τζιμισκῆς τῷ ποδὶ νύξας ἐξύπνισεν. ἐξυπνισθέντα
δὲ καὶ τῆς δεξιᾶς χειρὸς τὸν ἀγκῶνα τῇ γῇ προσερείσαντα καὶ τὴν
κεφαλὴν ἀνακουφίσαντα, ἐπιφέρει γυμνῷ τῷ ξίφει κατὰ τῆς κορυ-
φῆς ἀσκεποῦς οὔσης (ἐπεπτώκει γὰρ ἐγειρομένου τὸ τῆς κεφαλῆς

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Τόμ. 2, σελ. 376, γρ. 15

αὐτὸν ἐπ' ἐδάφους κείμενον καὶ στρωμνὴν ἔχοντα πῖλον κοκκοβαφῆ


καὶ ἄρκτου δέρμα, ὅπερ λαβὼν ἦν παρὰ Μιχαὴλ μοναχοῦ τοῦ
Μαλεΐνου, τοῦ θείου αὐτοῦ. τοῦτον ἄρτι πρὸς ὕπνον τραπέντα,
καὶ μηδαμῶς ἐπαισθόμενον τῆς ἀφίξεως τῶν μελλόντων αὐτὸν
ἀναιρεῖν, ὁ Τζιμισκῆς τῷ ποδὶ νύξας ἐξύπνισεν. ἐξυπνισθέντα
δὲ καὶ τῆς δεξιᾶς χειρὸς τὸν ἀγκῶνα τῇ γῇ προσερείσαντα καὶ τὴν
κεφαλὴν ἀνακουφίσαντα, ἐπιφέρει γυμνῷ τῷ ξίφει κατὰ τῆς κορυ-
φῆς ἀσκεποῦς οὔσης (ἐπεπτώκει γὰρ ἐγειρομένου τὸ τῆς κεφαλῆς
αὐτοῦ κάλυμμα) Λέων ὁ Ἀβαλάντιος γενναίαν πληγήν, καὶ διε-
λαύνει μέσον τὸ κρανίον. εἶτα τῆς στρωμνῆς αὐτὸν ἀναστήσαντες
ἄγουσι πρὸς τὸν Τζιμισκῆν ἐπὶ τῆς βασιλικῆς καθίσαντα Κλίνης,
καὶ πολλὰ παροινήσαντες καὶ κατονειδίσαντες καὶ δυσφημήσαντες
εἰς αὐτὸν μηδὲν ἄλλο λέγοντα ἀλλ' ἢ “κύριε ἐλέησον” καὶ “θεο-
τόκε βοήθει,” τελευταῖον ἐπεί περ κατεφωράθησαν παρὰ τῶν
προκοίτων τοῦ παλατίου καὶ συνίστατο ἐπ' αὐτοὺς πλῆθος ἀμυνο-
μένων, ἀποσφάττουσι τοῦτον, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποτεμόντες διά
τινος θυρίδος τοῖς εἰς βοήθειαν συντρέχουσι δεικνύουσι. καὶ οἱ
μὲν οὕτω κατεστορέθησαν, τοῖς δὲ περὶ τὸν Τζιμισκῆν καιρὸς
751

ἐδόθη ἀδεῶς καὶ μετ' ἀδείας πάντα ποιεῖν.  

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Τόμ. 2, σελ. 377, γρ. 16

σεαυτόν· κίνδυνος γάρ σοι κατὰ ταύτην τὴν νύκτα οὐ μικρὸς ἀρ-
τύεται.” τὸ δὲ γραμμάτιον ἄλλοι μὲν λέγουσιν ὡς ὑπολαβὼν ὁ
βασιλεὺς δεητήριον εἶναι οὐκ ἀνέγνω τοῦτο, ἄλλοι δ' ὅτι ἀνέγνω
μέν, ἀλλ' ἠμέλησε τῆς ἑαυτοῦ φυλακῆς, τοῦ χρεὼν ἐμποδίσαντος,
ἀποθανόντος δὲ τούτου εὑρέθη ἔχον τὰ γεγραμμένα. ἄλλοι δ' ὅτι
ἀναγνοὺς ἐπέτρεψε τὴν ζήτησιν καὶ φυλακὴν τῷ πρωτοβεστιαρίῳ,
ἔγραψε δὲ καὶ τῷ ἀδελφῷ Λέοντι ἐπ' οἴκου διάγοντι λαὸν ἔνοπλον
εἰληφέναι καὶ φοιτῆσαι τὴν ταχίστην πρὸς τὸ παλάτιον. τοῦτο δὲ
διακομισθὲν ἐκεῖνος δεξάμενος, καὶ μηδ' ἀνελίξας (ἔτυχε γὰρ
κυβεύων μετά τινων καὶ δαιμονίως τῇ παιδιᾷ χρώμενος) ἔθετο ἐν
τῇ ἑαυτοῦ κλίνῃ ὑπὸ τὴν τύλην. ἄρτι δὲ τοῦ παιγνίου διαλυθέν-
τος τὸ γραμμάτιον ἐπελθὼν καὶ τὸν ἐγκείμενον νοῦν συνεὶς τῶν
γραφέντων, δύναμιν ὡς ὁ καιρὸς ἀπῄτει συνηθροικὼς ἀπῄει πρὸς
τὰ βασίλεια. γενόμενος δὲ κατὰ τὴν ἐν τῷ ἱπποδρομίῳ σφενδόνην
ἤκουσέ τινων διαλεγομένων πρὸς ἀλλήλους ὡς ἄρα εἴη Νικηφόρος
ἀνῃρημένος ὁ βασιλεύς, ἤκουσε δὲ καὶ τῶν ἐν τῷ παλατίῳ καὶ τοῖς
στενωποῖς ἀνευφημούντων τὸν Ἰωάννην. τῷ ἀνελπίστῳ δὲ κατα-  
πλαγείς, καὶ μηδὲν ἐννοήσας γενναῖον, ᾗ τάχους εἶχε σὺν τῷ υἱῷ
Νικηφόρῳ τῇ μεγάλῃ προσέρχεται ἐκκλησίᾳ. καὶ τὰ μὲν λεγό-
μενα ταῦτα· εἰ δὲ ἀληθῶς ἢ ψευδῶς, οὐκ ἔχω λέγειν

Γεώργιος Κεδρηνός. Compendium historiarum


Τόμ. 2, σελ. 541, γρ. 21

καὶ ταῦτα μὲν διεκομίσθη τῇ βασιλίδι, ἐκεῖνον δ' αὖθις ἡ ὑπερο-


ρία ἐδέξατο. προχειρίζεται δὲ ἡ βασιλὶς δομέστικον τῶν σχολῶν
τῆς ἀνατολῆς Νικόλαον πρόεδρον τὸν εὐνοῦχον τοῦ ἰδίου πατρός,
καὶ δοῦκα τῆς δύσεως Κωνσταντῖνον πατρίκιον τὸν Καβασίλαν·
τὸν δὲ πατρίκιον Γεώργιον τὸν Μανιάκην, ἤδη παρὰ τοῦ Μιχαὴλ
φθάσαντα τῆς φρουρᾶς ἀπολυθῆναι, μάγιστρον τιμήσασα στρα-
τηγὸν αὐτοκράτορα τῶν ἐν Ἰταλίᾳ ταγμάτων ἐκπέμπει. καὶ ταῦτα
μὲν γέγονεν οὕτως. βουλῆς δὲ προτεθείσης περὶ βασιλέως, καὶ
δόξαν τοῖς πᾶσι βασιλέα προχειρισθῆναι καὶ τῇ Ζωῇ νομίμως
συναφθῆναι, ἔσπευδε μὲν αὐτὴ Κωνσταντῖνον ἀγαγέσθαι τὸν
κατεπάνω, ὃν δὴ καὶ ἈρτοΚλίνην, ἀφ' ἧς ὑπηρεσίας μετεχειρί-
σατο, ἀπεκάλουν· ἦν γὰρ ὁ ἀνὴρ εὐπρεπὴς τὴν ὥραν, ἐλέγετο
752

δὲ καὶ λάθρᾳ τῇ Ζωῇ πλησιάζειν. ἀλλὰ τοῦτον μὲν ἡ σύνοικος  


φαρμάκοις ἐξάγει τοῦ βίου, οὐκ ἐπειδὴ ἀποστόργως εἶχε πρὸς αὐ-
τόν, ἀλλ' ἐπειδὴ ἔμελλε τούτου ἔτι ζῶσα στερίσκεσθαι. καὶ λοι-
πὸν ἀστοχήσασα ἡ βασιλὶς τοῦ σκοποῦ, μεταπέμπεται ἀπὸ τῆς
ἐξορίας Κωνσταντῖνον τὸν Μονομάχον, παρὰ τοῦ ὀρφανοτρόφου
τὴν νῆσον Μιτυλήνην κατακριθέντα οἰκεῖν διὰ τὸ παρὰ πάντων
φημίζεσθαι ὡς μέλλει κρατῆσαι τῆς βασιλείας. τοῦτον γάρ, ὁπη-
νίκα τὸν ἕτερον ἐβουλεύετο Κωνσταντῖνον εἰς τὸν βασίλειον θρόνον
ἀναγαγεῖν, δικαστὴν Ἑλλήνων προεχειρίσατο· ἐπειδὴ δὲ κἀκεῖνος,

Ιωάννης Κίνναμος, Ep. rerum ab Joanne et Alexio Comnenis


gestarum (3020: 001)“Ioannis Cinnami ep. rerum ab Ioanne et Alexio
Comnenis gestarum”, Ed. Meineke, [Link]: Weber, 1836; Corpus
scriptorum historiae Byzantinae.Σελ. 25, γρ. 1

σιλέως χεῖρα διὰ σφοδρὰν τὴν ἀντέρεισιν τοῦ εὐθέως ἐκτραπεῖ-


σαν ἐφ' ἣν παρήρτητο παρενεχθῆναι φαρέτραν πλήρη βελῶν οὖ-
σαν. εὐθὺς οὖν τραῦμα ἐπηκολούθει ταῖς ἀκίσι ξυσθέντος αὐ-
τοῦ τοῦ ἐπικαρπίου· καὶ ἀφρὸς μὲν ἐντεῦθεν ἐξεμύσατο ὕφαι-
μος, ὑμὴν δέ τις λεπτός, ὃν ἐκδηρὰν οἱ πολλοὶ ἰδιωτικῶς ὀνο-
μάζουσι, προσήγετο δῆθεν συνάξων τὸ διεστηκὸς καὶ συνουλώ-
σων τὸ τραῦμα, ὡς μὴ φλεγμῆναν ὀδύνας ἐγείρῃ. ἀλλ' ἦν ἐκεῖνο
τῆς εἰσέπειτα φλεγμονῆς αἴτιον. τὸν γὰρ τῆς ἀκίδος ἰὸν ἔνδον
τῇ στυφότητι ἐναπολαβὸν ἐπὶ τὸ ἄλλο μετέφερε σῶμα. ἀλλὰ
ταῦτα μὲν ὕστερον· τότε δὲ μηδεμίαν ἔτι ὀδύνης συναίσθησιν  
ἔχοντι τράπεζά τε αὐτῷ παρετίθετο, καὶ ἡ Κλίνη τοῦτον εἶχεν
ὡς ἀριστήσοντα. προβαίνοντος δὲ τοῦ ἀρίστου παῖδες ἰατρῶν
ἐνταῦθα περιεστηκότες ὡς τὸ ἐπίθεμα εἶδον, ἐπυνθάνοντό τε τὴν
τοῦ τραύματος αἰτίαν καὶ μαθόντες τῇ τε τραπέζῃ ἐπεμέμφοντο
καὶ ἠξίουν αὐτίκα τῆς χειρὸς ἀπεῶσθαι τοῦτο· ὃ δὲ προσφῦναί
τε τὸ τραῦμα ἐνταῦθα διετείνετο καὶ τοῦ λοιποῦ μηδὲν ὄγκου καὶ
φλεγμονῆς πέρι δεινὸν ὑφορᾶσθαι. ἀλλ' ἄρτι πρὸς ὕπνον κατέ-
δαρθεν ἀριστήσας, καὶ ὀδύναι δριμεῖαι ἀνέβαινον αἴφνης καὶ ὄγ-
κος ἀνίστατο τῆς χειρός. συνῄει τε πᾶς ὁ τῶν ἰατρῶν κύκλος
καὶ ἀγὼν προὔκειτο περὶ τοῦ πρακτέου. τοῖς μὲν οὖν τέμνειν
ἐδόκει τὸν ὄγκον, τοὺς δὲ τὸ ἀπέπαντον ἐδυσώπει καὶ ἄλλως

Ιωάννης Κίνναμος, Ep. rerum ab Joanne et Alexio Comnenis gestarum


Σελ. 264, γρ. 21
753

καὶ τὴν σφαῖραν ξυμβαίνει. ἡ μὲν δὴ παιδιὰ τοιάδε τίς ἐστι.


τῷ δὲ βασιλεῖ δαιμονίως περὶ ταύτην στρεφομένῳ πάνσωμον εἰς
γῆν ἐνεχθῆναι συνέβη τὸν ἵππον. ὁ δὲ νέρθεν ὑπενεχθεὶς ἔκαμνε
μὲν καὶ πολλὰ ἐβιάζετο τοῦ πτώματος ἀνανεῦσαι, οὐκ ἔχων δ'
ὅπως τὸν ἵππον διωθήσαιτο ὁλόσωμον, ὥσπερ ἔφην, αὐτοῦ κα-
τενηνεγμένον, μηρόν τε καὶ χεῖρα τῇ ἐκ τῆς ἐφεστρίδος ἐπιλήψει
διετέθη κακῶς. οὕτω μέντοι μεγαλοψύχως ἤνεγκεν, ὡς καίτοι
καιριώτατα πεπονθὼς ἀναστῆναί τε ταχέως, πολλῶν ἤδη περι-
στάντων αὐτόν, καὶ τὸν ἵππον αὖθις ἀναθορεῖν διαύλους τέ τι-
νας σχολῇ ποιεῖσθαι ἐφ' ἱκανόν, ἕως ἤδη σφοδροτέρων αἰσθό-
μενος τῶν ὀδυνῶν ἐπὶ τὴν Κλίνην ἦλθε. τὸ δ' ἐντεῦθεν οὕτω
δὴ τοῦ πάθους ἥττητο, ὡς ἐκ τῆς περιχεθείσης αὐτὸν τότε ἀθυ-
μίας τῇ ὑστεραίᾳ μηδεμίαν τῶν τότε λελαλημένων ἢ πεπραγμέ-
νων μνήμην ἴσχειν τινά. τοῦτο μὲν δὴ τοιοῦτον ἐγένετο, ὁ δὲ  
δυεῖν ὕστερον ἡμέραιν ῥᾴων γεγονὼς ἐπὶ Ἀπάμειαν ἐφέρετο. οἷα
δὲ εἰκὸς συντάσεως ἐκ τῆς ὁδοιπορίας γεγενημένης τινὸς ὄγκος
αὖθις ἀνέβη καὶ ὀδύναι τοῦτον ἐκέντουν συχναί. καὶ δὴ ἀμφὶ
πόλει Σηλυβρίᾳ τὰς πασχαλίους διαγαγών, ἐπειδήπερ ᾔσθετο ἐν
καλλίονι γεγονώς, ἐπὶ τὴν Φιλίππου ἐφέρετο. ἔνθα δὴ πρέσβεσι
χρηματίσας ἐκ Παιόνων ἀφικομένοις, ἐπειδὴ μηδὲν ὑγιὲς αὐτοὺς
ἀπαγγέλλειν ἔγνω, ἐκεχειρίαν δὲ μόνον καὶ ἀνοχήν τινα τοῦ

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus (3023:


001)“Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta,
vol. 1: excerpta de legationibus, pts. 1–2”, Ed. de Boor, C.
Berlin: Weidmann, 1903.Σελ. 143, γρ. 19

ἐπανελθόντων δὲ ἡμῶν ἐς τὴν σκηνήν, Τατοῦλος ὁ τοῦ Ὀρέστου


πατὴρ ἧκε λέγων ὡς ἀμφοτέρους ὑμᾶς Ἀττήλας ἐπὶ τὸ συμπόσιον
παρακαλεῖ· γενήσεσθαι δὲ αὐτὸ περὶ θʹ τῆς ἡμέρας. ὡς δὲ τὸν
καιρὸν ἐφυλάξαμεν καὶ ἐπὶ τὸ δεῖπνον κληθέντες παρεγενόμεθα
ἡμεῖς τε καὶ οἱ ἀπὸ τῶν ἑσπερίων Ῥωμαίων πρέσβεις, ἔστημεν
ἐπὶ τοῦ οὐδοῦ ἀντία Ἀττήλα. καὶ κύλικα οἱ οἰνοχόοι κατὰ τὸ ἐπι-
χώριον ἐπέδοσαν ἔθος, ὡς καὶ ἡμᾶς πρὸ τῆς ἕδρας ἐπεύξασθαι·
οὗ δὴ γενομένου, τῆς κύλικος ἀπογευσάμενοι ἐπὶ τοὺς θρόνους
ἤλθομεν, οὗ ἔδει καθεσθέντας δειπνεῖν. πρὸς δὲ τοῖς τοίχοις τοῦ
οἰκήματος πάντες ὑπῆρχον οἱ δίφροι ἐξ ἑκατέρας πλευρᾶς. ἐν
μεσωτάτῳ δὲ ἧστο ἐπὶ Κλίνης ὁ Ἀττήλας, ἑτέρας ἐξόπισθεν Κλίνης
ὑπαρχούσης αὐτῷ, μεθ' ἣν βαθμοί τινες ἐπὶ τὴν αὐτοῦ ἀνῆγον
εὐνὴν καλυπτομένην ὀθόναις καὶ ποικίλοις παραπετάσμασι κόσμου
χάριν, καθάπερ ἐπὶ τῶν γαμούντων Ἕλληνές τε καὶ Ῥωμαῖοι κατα-
σκευάζουσιν. καὶ πρώτην μὲν ἐνόμιζον τῶν δειπνούντων τάξιν τὴν
754

ἐν δεξιᾷ τοῦ Ἀττήλα, δευτέραν δὲ τὴν εὐώνυμον, ἐν ᾗ ἐτυγχάνομεν


ὄντες, προκαθεσθέντος ἡμῶν Βερίχου παρὰ Σκύθαις εὖ γεγονότος
ἀνδρός· ὁ γὰρ Ὀνηγήσιος ἐπὶ δίφρου ἧστο ἐν δεξιᾷ τῆς τοῦ βασι-
λέως Κλίνης. ἀντικρὺ δὲ τοῦ Ὀνηγησίου ἐπὶ δίφρου ἐκαθέζοντο
δύο τῶν Ἀττήλα παίδων· ὁ γὰρ πρεσβύτερος ἐπὶ τῆς ἐκείνου ἧστο
Κλίνης, οὐκ ἐγγύς, ἀλλ' ἐπ' ἄκρου, αἰδοῖ τοῦ πατρὸς βλέπων ἐς

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus


Σελ. 143, γρ. 27

ἤλθομεν, οὗ ἔδει καθεσθέντας δειπνεῖν. πρὸς δὲ τοῖς τοίχοις τοῦ


οἰκήματος πάντες ὑπῆρχον οἱ δίφροι ἐξ ἑκατέρας πλευρᾶς. ἐν
μεσωτάτῳ δὲ ἧστο ἐπὶ Κλίνης ὁ Ἀττήλας, ἑτέρας ἐξόπισθεν Κλίνης
ὑπαρχούσης αὐτῷ, μεθ' ἣν βαθμοί τινες ἐπὶ τὴν αὐτοῦ ἀνῆγον
εὐνὴν καλυπτομένην ὀθόναις καὶ ποικίλοις παραπετάσμασι κόσμου
χάριν, καθάπερ ἐπὶ τῶν γαμούντων Ἕλληνές τε καὶ Ῥωμαῖοι κατα-
σκευάζουσιν. καὶ πρώτην μὲν ἐνόμιζον τῶν δειπνούντων τάξιν τὴν
ἐν δεξιᾷ τοῦ Ἀττήλα, δευτέραν δὲ τὴν εὐώνυμον, ἐν ᾗ ἐτυγχάνομεν
ὄντες, προκαθεσθέντος ἡμῶν Βερίχου παρὰ Σκύθαις εὖ γεγονότος
ἀνδρός· ὁ γὰρ Ὀνηγήσιος ἐπὶ δίφρου ἧστο ἐν δεξιᾷ τῆς τοῦ βασι-
λέως Κλίνης. ἀντικρὺ δὲ τοῦ Ὀνηγησίου ἐπὶ δίφρου ἐκαθέζοντο
δύο τῶν Ἀττήλα παίδων· ὁ γὰρ πρεσβύτερος ἐπὶ τῆς ἐκείνου ἧστο
Κλίνης, οὐκ ἐγγύς, ἀλλ' ἐπ' ἄκρου, αἰδοῖ τοῦ πατρὸς βλέπων ἐς
γῆν. πάντων δὲ ἐν κόσμῳ καθεστώτων, παρελθὼν οἰνοχόος τῷ
Ἀττήλᾳ οἴνου κισσύβιον ἐπιδίδωσιν· δεξάμενος δὲ τὸν τῇ τάξει
πρῶτον ἠσπάζετο. ὁ δὲ τῷ ἀσπασμῷ τιμηθεὶς διανίστατο· καὶ
οὐ πρότερον ἱζῆσαι θέμις ἦν, πρὶν ἢ τῷ οἰνοχόῳ ἀπογευσάμενος
ἢ καὶ ἐκπιὼν ἀπέδωκε τὸ κισσύβιον. καθεσθέντα δὲ αὐτὸν τῷ  
αὐτῷ τρόπῳ οἱ παρόντες ἐτίμων δεχόμενοι τὰς κύλικας καὶ μετὰ
τὸν ἀσπασμὸν ἀπογευόμενοι. ἑκάστῳ δὲ εἷς οἰνοχόος παρῆν, ὃν
ἔδει κατὰ στοῖχον εἰσιέναι, τοῦ Ἀττήλα οἰνοχόου ὑπεξιόντος.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus


Σελ. 143, γρ. 29

μεσωτάτῳ δὲ ἧστο ἐπὶ Κλίνης ὁ Ἀττήλας, ἑτέρας ἐξόπισθεν Κλίνης


ὑπαρχούσης αὐτῷ, μεθ' ἣν βαθμοί τινες ἐπὶ τὴν αὐτοῦ ἀνῆγον
εὐνὴν καλυπτομένην ὀθόναις καὶ ποικίλοις παραπετάσμασι κόσμου
χάριν, καθάπερ ἐπὶ τῶν γαμούντων Ἕλληνές τε καὶ Ῥωμαῖοι κατα-
σκευάζουσιν. καὶ πρώτην μὲν ἐνόμιζον τῶν δειπνούντων τάξιν τὴν
ἐν δεξιᾷ τοῦ Ἀττήλα, δευτέραν δὲ τὴν εὐώνυμον, ἐν ᾗ ἐτυγχάνομεν
755

ὄντες, προκαθεσθέντος ἡμῶν Βερίχου παρὰ Σκύθαις εὖ γεγονότος


ἀνδρός· ὁ γὰρ Ὀνηγήσιος ἐπὶ δίφρου ἧστο ἐν δεξιᾷ τῆς τοῦ βασι-
λέως Κλίνης. ἀντικρὺ δὲ τοῦ Ὀνηγησίου ἐπὶ δίφρου ἐκαθέζοντο
δύο τῶν Ἀττήλα παίδων· ὁ γὰρ πρεσβύτερος ἐπὶ τῆς ἐκείνου ἧστο
Κλίνης, οὐκ ἐγγύς, ἀλλ' ἐπ' ἄκρου, αἰδοῖ τοῦ πατρὸς βλέπων ἐς
γῆν. πάντων δὲ ἐν κόσμῳ καθεστώτων, παρελθὼν οἰνοχόος τῷ
Ἀττήλᾳ οἴνου κισσύβιον ἐπιδίδωσιν· δεξάμενος δὲ τὸν τῇ τάξει
πρῶτον ἠσπάζετο. ὁ δὲ τῷ ἀσπασμῷ τιμηθεὶς διανίστατο· καὶ
οὐ πρότερον ἱζῆσαι θέμις ἦν, πρὶν ἢ τῷ οἰνοχόῳ ἀπογευσάμενος
ἢ καὶ ἐκπιὼν ἀπέδωκε τὸ κισσύβιον. καθεσθέντα δὲ αὐτὸν τῷ  
αὐτῷ τρόπῳ οἱ παρόντες ἐτίμων δεχόμενοι τὰς κύλικας καὶ μετὰ
τὸν ἀσπασμὸν ἀπογευόμενοι. ἑκάστῳ δὲ εἷς οἰνοχόος παρῆν, ὃν
ἔδει κατὰ στοῖχον εἰσιέναι, τοῦ Ἀττήλα οἰνοχόου ὑπεξιόντος.
τιμηθέντος δὲ καὶ τοῦ δευτέρου καὶ τῶν ἑξῆς, καὶ ἡμᾶς τοῖς ἴσοις
ὁ Ἀττήλας ἐδεξιώσατο κατὰ τὴν τῶν θάκων τάξιν.
Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus
Σελ. 146, γρ. 17

βασιλεῖ. ἐν τούτῳ δὲ καὶ Κρέκα ἡ τοῦ Ἀττήλα γαμετὴ παρὰ


Ἀδάμει τῶν αὐτῆς πραγμάτων τὴν ἐπιτροπὴν ἔχοντι δειπνεῖν
ἡμᾶς παρεκάλει. καὶ παρ' αὐτὸν ἐλθόντες ἅμα τισὶ ἐκ τοῦ ἔθνους
λογάδων φιλοφροσύνης ἐτύχομεν· ἐδεξιοῦτο γὰρ ἡμᾶς μειλιχίοις τε
λόγοις καὶ τῇ τῶν ἐδωδίμων παρασκευῇ. καὶ ἕκαστος τῶν παρ-
όντων Σκυθικῇ φιλοτιμίᾳ κύλικα ἡμῖν πλήρη διανιστάμενος ἐδίδου
καὶ τὸν ἐκπιόντα περιβαλὼν καὶ φιλήσας ταύτην ἐδέχετο. μετὰ
δὲ τὸ δεῖπνον ἐπὶ τὴν σκηνὴν ἐλθόντες ἐς ὕπνον ἐτράπημεν. τῇ
δὲ ὑστεραίᾳ ἐπὶ συμπόσιον αὖθις ἡμᾶς Ἀττήλας ἐκάλει, καὶ τῷ
προτέρῳ τρόπῳ παρά τε αὐτὸν εἰσήλθομεν καὶ ἐς τὴν εὐωχίαν
ἐτράπημεν. συνέβαινε δὲ ἐπὶ τῆς Κλίνης ἅμα αὐτῷ μὴ τὸν πρες-
βύτερον τῶν παίδων ἧσθαι, ἀλλὰ γὰρ Ὠηβάρσιον θεῖον αὐτῷ τυγ-
χάνοντα πρὸς πατρός. παρὰ πᾶν δὲ τὸ συμπόσιον λόγοις φιλο-
φρονούμενος φράζειν ἡμᾶς βασιλεῖ παρεκελεύετο τῷ Κωνσταντίῳ,
ὃς αὐτῷ παρὰ Ἀετίου ἀπέσταλτο ὑπογραφέως χάριν, διδόναι ἣν
αὐτῷ γυναῖκα [καὶ] ὑπέσχετο. παρὰ γὰρ τὸν βασιλέα Θεοδόσιον
ἅμα τοῖς σταλεῖσι παρὰ τοῦ Ἀττήλα πρέσβεσιν ἀφικόμενος ὁ Κων-
στάντιος τὴν εἰρήνην Ῥωμαίοις καὶ Σκύθαις ἔφησεν ἐπὶ μακρὸν
φυλάττεσθαι χρόνον παρασκευάσειν, ἂν αὐτῷ γυναῖκα εὔπορον δοίη.
καὶ πρὸς τοῦτο ἐπένευσε βασιλεὺς καὶ Σατορνίλου περιουσίᾳ καὶ
γένει κοσμουμένου θυγατέρα εἰρήκει δώσειν. τὸν δὲ Σατορνίλον

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus


Σελ. 194, γρ. 8
756

αὐτὸς προσρήσεσιν ἐχρήσατο ὁμοίαις. εἶτα τὸ λοιπὸν ἐτράπησαν


ἐς θοίνην, καὶ πανημερίᾳ εὐωχούμενοι διετέλουν ἐν αὐτῇ δήπου
τῇ σκηνῇ. κατεσκεύαστο δὲ αὐτῷ ἐξ ὑφασμάτων σηρικῶν τε καὶ  
διαπεποικιλμένων τοῖς χρώμασιν εὐτέχνως. οἴνῳ μὲν οὖν ἐχρήσαντο,
οὐχ ὁμοίῳ δὲ τῷ παρ' ἡμῖν ἐκθλιβομένῳ ἐκ τῆς ἀμπέλου· οὐ γὰρ δὴ
ἀμπελοφόρος αὐτοῖς ἡ γῆ οὐδὲ μὴν ἐγχωριάζει παρ' αὐτοῖς τὸ τοιόνδε
γένος· ἑτέρου δέ τινος βαρβαρικοῦ ἐνεφορήθησαν γλεύκους. καὶ ἀνε-
χώρησαν ὅποι αὐτοῖς ἡ κατάλυσις ἦν. εἶτα ἐς τὸ αὔριον ἐν ἑτέρᾳ τινὶ
καλύβῃ ξυνῆλθον, ἠμφιεσμένῃ δὲ καὶ καταπεποικιλμένῃ οὐκ ἄλλως
ἐξ ἱματίων σηρικῶν, ἔνθα καὶ ἀγάλματα διάφορα τῇ μορφῇ εἱστήκει.
ὁ δὲ Σιζάβουλος ἐνίζανεν ἐπὶ Κλίνης τινὸς ὅλης ἐκ χρυσοῦ. κατὰ
δὲ δὴ τὸ μέσον τοῦ ἐνδιαιτήματος κάλπεις τε χρυσαῖ καὶ περιρραν-
τήρια, ἔτι τε πίθοι χρυσοῖ. θοινησάμενοι δ' οὖν καὶ αὖθις καὶ
τὰ ὅσα ἐχρῆν ἐν πότῳ εἰπόντες τε καὶ ἀκηκοότες ἀνεχώρησαν. τῇ
ἑξῆς ἐν ἑτέρᾳ ἐγένοντο διαίτῃ, ἔνθα ξύλινοι κίονες ἦσάν τινες
ἐνδεδυμένοι χρυσῷ, χρυσήλατός τε Κλίνη ὁμοίως, ἥντινά γε δήπου
καὶ ταῶνες χρυσοῖ τέτταρες ᾐώρουν. κατὰ δὲ δὴ τὸ ἐμπρόσθιον τῆς
διαίτης ἐπὶ πολὺ παρετέταντο ἅμαξαι, ἐν αἷς πολύ τι χρῆμα ἀρ-
γύρου ἐπῆν, δίσκοι τε καὶ κανᾶ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τετραπόδων ἰνδάλ-
ματα πλεῖστα, καὶ αὐτά γε δήπουθεν ἀργυροποίητα οὐδέν τι ἀπο-
δέοντα τῶν παρ' ἡμῖν. οὕτω μὲν οὖν τῷ τῶν Τούρκων ἡγεμόνι

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus


Σελ. 194, γρ. 13

ἀμπελοφόρος αὐτοῖς ἡ γῆ οὐδὲ μὴν ἐγχωριάζει παρ' αὐτοῖς τὸ τοιόνδε


γένος· ἑτέρου δέ τινος βαρβαρικοῦ ἐνεφορήθησαν γλεύκους. καὶ ἀνε-
χώρησαν ὅποι αὐτοῖς ἡ κατάλυσις ἦν. εἶτα ἐς τὸ αὔριον ἐν ἑτέρᾳ τινὶ
καλύβῃ ξυνῆλθον, ἠμφιεσμένῃ δὲ καὶ καταπεποικιλμένῃ οὐκ ἄλλως
ἐξ ἱματίων σηρικῶν, ἔνθα καὶ ἀγάλματα διάφορα τῇ μορφῇ εἱστήκει.
ὁ δὲ Σιζάβουλος ἐνίζανεν ἐπὶ Κλίνης τινὸς ὅλης ἐκ χρυσοῦ. κατὰ
δὲ δὴ τὸ μέσον τοῦ ἐνδιαιτήματος κάλπεις τε χρυσαῖ καὶ περιρραν-
τήρια, ἔτι τε πίθοι χρυσοῖ. θοινησάμενοι δ' οὖν καὶ αὖθις καὶ
τὰ ὅσα ἐχρῆν ἐν πότῳ εἰπόντες τε καὶ ἀκηκοότες ἀνεχώρησαν. τῇ
ἑξῆς ἐν ἑτέρᾳ ἐγένοντο διαίτῃ, ἔνθα ξύλινοι κίονες ἦσάν τινες
ἐνδεδυμένοι χρυσῷ, χρυσήλατός τε Κλίνη ὁμοίως, ἥντινά γε δήπου
καὶ ταῶνες χρυσοῖ τέτταρες ᾐώρουν. κατὰ δὲ δὴ τὸ ἐμπρόσθιον τῆς
διαίτης ἐπὶ πολὺ παρετέταντο ἅμαξαι, ἐν αἷς πολύ τι χρῆμα ἀρ-
γύρου ἐπῆν, δίσκοι τε καὶ κανᾶ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τετραπόδων ἰνδάλ-
ματα πλεῖστα, καὶ αὐτά γε δήπουθεν ἀργυροποίητα οὐδέν τι ἀπο-
δέοντα τῶν παρ' ἡμῖν. οὕτω μὲν οὖν τῷ τῶν Τούρκων ἡγεμόνι
757

ἔνεστι χλιδῆς. τῶν δὲ περὶ Ζήμαρχον ἔτι ἐκεῖσε ἐνδιατριβόντων,


ἔδοξε τῷ Σιζαβούλῳ ὥστε αὐτὸν μὲν Ζήμαρχον ἅμα εἴκοσι θερα-
πευταῖς τε καὶ ὀπαδοῖς ἕπεσθαί οἱ ἐκστρατευομένῳ κατὰ Περσῶν,
τοὺς δὲ ἄλλους Ῥωμαίους ἐπαναστρέφοντας κατὰ δὴ τὴν χώραν
τῶν Χολιατῶν ἀναμένειν τὴν Ζημάρχου ἐπάνοδον.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus


Σελ. 343, γρ. 25

ἦσαν Ἀπολλωνίου κατὰ φύσιν υἱοὶ τοῦ μεγάλην μὲν εὐκαιρίαν


ἔχοντος παρὰ Σελεύκῳ, μεταστάντος δὲ κατὰ τὴν Ἀντιόχου μετά-
ληψιν τῆς ἀρχῆς εἰς Μίλητον. τῆς δὲ συνταχθείσης ἡμέρας πρὸς
τοὺς ναυτικοὺς συνεγγιζούσης, ἔδει γενέσθαι παρά τινι τῶν φίλων
ὑποδοχὴν πρὸς τὴν ἔξοδον. παρὰ γὰρ αὐτῷ ποιεῖν τὸ δεῖπνον
οὐχ οἷόν τ' ἦν· εἴθιστο γὰρ ἐπιμελῶς καλεῖν ἅπαντας τούς περ
αὐτὸν ὄντας. οἱ δὲ συνειδότες τὴν πρᾶξιν ἔμελλον ἐξ οἴκου
δειπνήσαντες ἐπὶ τὸ πλοῖον ἥξειν, ἔχοντες ἕνα παῖδα μεθ' ἑαυτῶν
ἕκαστος· τοὺς γὰρ λοιποὺς ἀπεστάλκεισαν εἰς Ἀναγνείας κατὰ τὴν
ἐπιοῦσαν αὐτοὶ παρεπόμενοι. τὸν δὲ Πολύβιον συνέβαινε κατὰ
τὸν καιρὸν τοῦτον ἠσθενηκότα μένειν κατακλινῆ, εἰδέναι δὲ πάντα
τὰ πραττόμενα, τοῦ Μενύλλου συνεχῶς αὐτῷ μεταδιδόντος ἀεὶ
περὶ τῶν ὑποπιπτόντων. διόπερ ἀγωνιάσας ὁ προειρημένος, μή,
τῆς συνηθείας ἑλκυσθείσης, ἅτε τοῦ Δημητρίου συμποτικοῦ φυσι-
κῶς καὶ νεωτέρου τελέως ὑπάρχοντος, ἀπόρημά τι γένηται περὶ
τὴν ἔξοδον διὰ τὴν μέθην, γράψας βραχὺ πιττάκιον καὶ σφραγι-
σάμενος πέμπει παρ' αὑτοῦ παῖδα συσκοτάζοντος ἄρτι τοῦ θεοῦ,
συντάξας ἐκκαλεσάμενον τὸν οἰνοχόον τοῦ Δημητρίου δοῦναι τὸ
πιττάκιον μηδὲν εἰπόντα τίς ἢ παρὰ τίνος, καὶ κελεύειν ἀποδι-  
δόναι τῷ Δημητρίῳ παραχρῆμα διαναγνῶναι.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus


Σελ. 478, γρ. 12

παρὰ τοῖς Οὔννοις λεγόμενος Χαγάνος. φήμη δέ τις ἀμφ' αὐ-


τὸν πρὸ τοῦ τὴν εἰρήνην διαφθαρῆναι περιεκέχυτο, ὡς ζῶα τρέ-
φεται παρὰ Ῥωμαίοις τῷ μεγέθει καὶ τῷ σώματι ἐμφανέστατα.
διὸ ἐζήτησε βασιλέα Μαυρίκιον εἰς θέαν τούτων ἐλθεῖν. καὶ ψυ-
χαγωγεῖ θᾶττον ὁ βασιλεὺς τῆς ἱστορίας τὸν ἔρωτα καὶ δίδωσιν
εἰς Θεωρίαν ἐλεφάντων γενέσθαι, πέμψας ὡς αὐτὸν ἐκ τῶν παρ'
αὐτῷ τρεφομένων θηρίων τὸ ἐξοχώτατον. ὁπηνίκα δ' εἶδε τὸ
Ἰνδικὸν ζῶον ὁ Χαγάνος ἐλέφαντα, παραυτίκα καταλύει τὸ θέα-
758

τρον καὶ παλιννοστεῖν προστάττει τὸ θηρίον παρὰ τὸν Καίσαρα,


ἢ καταπλαγεὶς ἢ ἀποφαυλίσας τὸ θαυμαζόμενον, οὐκ ἔχω εἰπεῖν·
οὐ γὰρ ἂν ἐκρυψάμην. ἐπώχλει δὲ τὸν Καίσαρα καὶ Κλίνην χρυσῆν
τεχνουργήσαντα ὡς αὐτὸν παραπέμψαι· ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ τοῦτον
μετεώριζεν ἡ τῆς παρούσης τύχης ἀκρώρεια. βασιλεὺς δὲ τὸ δῶ-
ρον ἐξεργασάμενος βασιλικῶς μετεπέμπετο. ὁ δὲ σοβαρευόμενος
πολλῷ μᾶλλον κατεβρενθύετο οἷα προπηλακιζόμενος τῷ ἀναξίῳ
τοῦ δωρήματος, ἀπεπέμπετο δὲ παρὰ τὸν αὐτοκράτορα ὡς εὐτε-
λές τι καὶ ἄκομψον τὴν χρυσῆν ἀλαζονευόμενος Κλίνην. ναὶ μὴν
ἠξίου καὶ πρὸς ταῖς ὀγδοήκοντα τοῦ χρυσοῦ χιλιάσι καὶ ἑτέρας
εἴκοσιν ἀν' ἔτος ἕκαστον παρὰ Ῥωμαίων ἀποίσεσθαι· καὶ δῆτα
δυσανασχετοῦντος τοῦ αὐτοκράτορος, περιφρονεῖ τὰς συνθήκας καὶ
τοὺς ὅρκους ταῖς αὔραις φέρειν ἐδίδου, ἀθρόον τε τὴν πολέμῳ

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De legationibus


Σελ. 478, γρ. 18

αὐτῷ τρεφομένων θηρίων τὸ ἐξοχώτατον. ὁπηνίκα δ' εἶδε τὸ


Ἰνδικὸν ζῶον ὁ Χαγάνος ἐλέφαντα, παραυτίκα καταλύει τὸ θέα-
τρον καὶ παλιννοστεῖν προστάττει τὸ θηρίον παρὰ τὸν Καίσαρα,
ἢ καταπλαγεὶς ἢ ἀποφαυλίσας τὸ θαυμαζόμενον, οὐκ ἔχω εἰπεῖν·
οὐ γὰρ ἂν ἐκρυψάμην. ἐπώχλει δὲ τὸν Καίσαρα καὶ Κλίνην χρυσῆν
τεχνουργήσαντα ὡς αὐτὸν παραπέμψαι· ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ τοῦτον
μετεώριζεν ἡ τῆς παρούσης τύχης ἀκρώρεια. βασιλεὺς δὲ τὸ δῶ-
ρον ἐξεργασάμενος βασιλικῶς μετεπέμπετο. ὁ δὲ σοβαρευόμενος
πολλῷ μᾶλλον κατεβρενθύετο οἷα προπηλακιζόμενος τῷ ἀναξίῳ
τοῦ δωρήματος, ἀπεπέμπετο δὲ παρὰ τὸν αὐτοκράτορα ὡς εὐτε-
λές τι καὶ ἄκομψον τὴν χρυσῆν ἀλαζονευόμενος Κλίνην. ναὶ μὴν
ἠξίου καὶ πρὸς ταῖς ὀγδοήκοντα τοῦ χρυσοῦ χιλιάσι καὶ ἑτέρας
εἴκοσιν ἀν' ἔτος ἕκαστον παρὰ Ῥωμαίων ἀποίσεσθαι· καὶ δῆτα
δυσανασχετοῦντος τοῦ αὐτοκράτορος, περιφρονεῖ τὰς συνθήκας καὶ
τοὺς ὅρκους ταῖς αὔραις φέρειν ἐδίδου, ἀθρόον τε τὴν πολέμῳ
φίλην ἀράμενος σάλπιγγα τὰς δυνάμεις συνήθροιζεν.
2. Ὅτι ὁ Χαγάνος Ταργίτιον σὺν Ἐλπιδίῳ τῷ Ῥωμαίων πρέ-
σβει ὡς βασιλέα Μαυρίκιον ἔστειλεν εἴκοσι χιλιάδας χρυσοῦ πρὸς
ταῖς ὀγδοήκοντα ἀναβιβάσας λαμβάνειν ἀν' ἔτος. ἧκον δὲ ἄμφω
ἐς βασιλέα, ῥήτρα τε καὶ ὁμολογία ἐγίγνετο ἦν μὴν εἴκοσι χιλιάδας
πρὸς ταῖς ὀγδοήκοντα καταθεῖναι Ῥωμαίους χρυσῶν,
759

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis (3023:


002)“Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta,
vol. 2: excerpta de virtutibus et vitiis, pts. 1 & 2”, Ed. Büttner–Wobst, T.,
Roos, [Link]: Weidmann, 2.1:1906; 2.2:1910.Τόμ. 1, σελ. 66, γρ.
19

Ἀχαάβου ὀνόματος, νηστεῦσαί τε κελεύουσα καὶ ποιησαμένους ἐκ-


κλησίαν προκαθίσαι μὲν αὐτῶν Νάβουθον (εἶναι γὰρ αὐτὸν γένους
ἐπιφανοῦς), παρασκευασαμένους δὲ τρεῖς τολμηρούς τινας κατα-
μαρτυρήσοντας αὐτοῦ, ὡς τὸν θεόν τε εἴη βλασφημήσας καὶ τὸν
βασιλέα, καταλεῦσαι καὶ τούτῳ διαχρήσασθαι τῷ τρόπῳ. καὶ Νά-
βουθος μέν, ὡς ἔγραψεν ἡ βασίλισσα, οὕτω καταμαρτυρηθεὶς
βλασφημήσας τὸν θεὸν καὶ Ἀχάαβον, βαλλόμενος ὑπὸ τοῦ πλή-
θους ἀπέθανεν· ἀκούσασα δὲ ταῦτα ἡ Ἰεζαβέλα εἴσεισι πρὸς τὸν
βασιλέα καὶ κληρονομεῖν τοῦ Ναβούθου ἀμπελῶνα προῖκα ἐκέλευ-
σεν. ὁ δὲ Ἀχάαβος ἥσθη τοῖς γεγενημένοις καὶ ἀναπηδήσας ἀπὸ
τῆς Κλίνης ὀψόμενος ἧκε τὸν ἀμπελῶνα τὸν Ναβούθου. ἀγανακ-
τήσας δὲ ὁ θεὸς πέμπει τὸν προφήτην Ἡλίαν εἰς τὸ Ναβούθου
χωρίον, Ἀχαάβῳ συμβαλοῦντα καὶ περὶ τῶν πεπραγμένων ἐρησό-
μενον, ὅ τι κτείνας τὸν ἀληθῆ δεσπότην τοῦ χωρίου κληρονομή-
σειεν αὐτὸς ἀδίκως. ὡς δ' ἧκε πρὸς αὐτόν, εἰπόντος τοῦ βασι-
λέως ὅ τι βούλεται χρήσασθαι αὐτῷ (αἰσχρὸν γὰρ εἶναι ὑπὸ ἁμαρ-
τήματι ληφθῆναι ὑπ' αὐτοῦ), κατ' ἐκεῖνον ἔφη τὸν τόπον, ἐν ᾧ
τὸν Ναβούθου νεκρὸν ἀπὸ κυνῶν δαπανηθῆναι συνέβη, τό τε αὐ-
τοῦ αἷμα καὶ τὸ τῆς γυναικὸς χυθήσεσθαι, καὶ πᾶν αὐτοῦ τὸ γένος
ἀπολεῖσθαι, τοιαῦτα ἀσεβῆσαι τετολμηκότος καὶ παρὰ τοὺς πα-
τρίους νόμους πολίτην ἀδίκως ἀνῃρηκότος.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis


Τόμ. 1, σελ. 184, γρ. 15

τὴν πρὸς βίαν τοῦ ἀνδρὸς Ποπλίου ἀπήγαγεν· ἔπειτα σὺν ταῖς
παλλακίσιν τάττειν οὐκ ἀνασχόμενος, ἀλλὰ γαμετὴν ποιήσασθαι
διεγνωκὼς τὴν μὲν Ἀγριππῖναν ἀφαιρεῖται τιμήν, Αὐγούσταν δὲ
τὴν Σαβῖναν ἀποδείκνυσιν, ὡς ἐκ τούτου ἀνόσιόν τι καὶ μιαρώ-
τατον ἔργον τὴν μητέρα αὐτοῦ μελετῆσαι. ὥσπερ γὰρ τὸν θεῖον
αὐτῆς τὸν Κλαύδιον εἰς ἔρωτα φαρμακείαις εἰσήγαγεν, οὕτω καὶ
τὸν ἑαυτοῦ παῖδα πρὸς τὴν τοιαύτην δυσσέβειαν παρέτρεψεν.
ἀλλ' ὅμως καὶ μετὰ τὰς τοιαύτας πράξεις διαβληθεῖσάν οἱ πρὸς
τῆς Σαβίνης Ἀνικήτῳ τινὶ τῶν σωματοφυλάκων πρὸς διαφθορὰν
ἐξέδοτο. οὗ γενομένου ἔγνω τε ἐκείνη καὶ ἀνεπήδησεν ἐκ τῆς κλί-
νης τήν τε ἐσθῆτα περιερρήξατο καὶ τὴν γαστέρα γυμνώσασα,
760

“παῖε” ἔφη “ταύτην, Ἀνίκητε, ὅτι Νέρωνα ἔτεκεν.”


Καὶ τὰς περιττὰς μιαρίας προεγράψαμεν ἐκ τῆς ἱστορίας
Δίωνος περί τε τῆς μητροκτονίας καὶ τοῦ Σπόρου τοῦ ἐρωμένου
καὶ τῶν λοιπῶν.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis


Τόμ. 1, σελ. 246, γρ. 23

πρῶτον μὲν περὶ τὴν αὐλὴν ῥαβδούχους εἶχεν Ἀσιαγενεῖς, ἔπειτα


τοὺς ἐπιφανεστάτους τῶν ἀνδρῶν δορυφορεῖν ἔταξεν, ἐν οἷς ἦν
καὶ ὁ Δαρείου ἀδελφὸς Ὀξάθρης. εἶτα τὸ Περσικὸν διάδημα
περιέθετο καὶ τὸν διάλευκον χιτῶνα καὶ τὴν Περσικὴν ζώνην καὶ
τἄλλα πλὴν τῶν ἀναξυρίδων καὶ τοῦ κάνδυος. διέδωκε δὲ καὶ τοῖς
ἑταίροις παραπορφύρους στολὰς καὶ τοῖς ἵπποις Περσικὰς στο-
λὰς περιέθηκε. πρὸς δὲ τούτοις τὰς παλλακίδας ὁμοίως τῷ Δα-
ρείῳ περιῆγε, τὸν ἀριθμὸν οὔσας οὐκ ἐλάττους πλήθει τῶν κατὰ
τὸν ἐνιαυτὸν ἡμερῶν, κάλλει δὲ διαπρεπεῖς, ὡς ἂν ἐξ ἁπασῶν
τῶν κατὰ τὴν Ἀσίαν γυναικῶν ἐπιλελεγμένας. αὗται δὲ ἑκάστης
νυκτὸς περιῄεσαν τὴν Κλίνην τοῦ βασιλέως, ἵνα τὴν ἐκλογὴν αὐ-
τὸς ποιήσηται τῆς μελλούσης αὐτῷ συνιέναι.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis


Τόμ. 1, σελ. 251, γρ. 8

εἰς Σικελίαν παρῆλθεν εἰς τὴν Αἰγεσταίων πόλιν. ἀπορούμενος


δὲ χρημάτων εἰσφέρειν ἠνάγκαζε τοὺς εὐπόρους. πολλῶν δὲ ἐπὶ
τούτοις ἀγανακτούντων δειναῖς αὐτοὺς περιέβαλε συμφοραῖς. τοὺς  
γὰρ ἀπορωτέρους προαγαγὼν ἐκ τῆς πόλεως ἐπὶ τὸν Σκάμανδρον
ποταμὸν ἀπέσφαξεν.
179. (20, 71, 2). Ὅτι τοὺς δοκοῦντας οὐσίαν κεκτῆσθαι μείζονα
βασανίζων ἠνάγκαζε λέγειν, ὁπόσα ἔχων τις τυγχάνοι χρήματα, καὶ
τοὺς μὲν αὐτῶν ἐτρόχιζε, τοὺς δὲ εἰς τοὺς καταπέλτας ἐνδεσμεύων
κατετόξευεν, ἐνίους δὲ ἀστραγάλουςἐπέτεμε προστιθεὶς βιαιότε-
ρον δειναῖς ἀλγηδόσι περιέβαλλεν. ἐξεῦρε δὲ καὶ ἑτέραν τιμωρίαν
ἐμφερῆ τῷ Φαλάριδος ταύρῳ. κατεσκεύασεν γὰρ Κλίνην χαλκῆν ἀν-
θρωπίνου σώματος τύπον ἔχουσαν καὶ καθ' ἕκαστον μέρος κλησὶν
διειλημμένην· εἰς ταύτην ἐναρμόζων τοὺς βασανιζομένους ὑπέκαε
ζῶντας, τούτῳ διαφερούσης τῆς κατασκευῆς ταύτης παρὰ τὸν ταῦ-
ρον, τῷ καὶ θεωρεῖσθαι τοὺς ἐν ταῖς ἀνάγκαις ἀπολλυμένους.
180. (20, 71, 4). Ὅτι τῶν γυναικῶν τῶν εὐπόρων τινῶν μὲν
καρκίνοις τοῖς σιδηροῖς τὰ σφυρὰ πιέζων συνέτριβε, τινῶν δὲ
761

τοὺς τιτθοὺς ἀπέτεμνε, ταῖς δὲ ἐγκύοις πλίνθους ἐπὶ τὴν ὀσφὺν


ἐπιτιθεὶς τὸ ἔμβρυον ἀπὸ τοῦ βάρους ἐξέθλιβε. τούτῳ δὲ τῷ
τρόπῳ τὰ χρήματα πάντα τοῦ τυράννου ζητοῦντος, καὶ μεγάλου
φόβου τὴν πόλιν ἔχοντος, τινὲς μὲν αὑτοὺς συγκατέκαυσαν ταῖς

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De virtutibus et vitiis


Τόμ. 2, σελ. 306, γρ. 7

τῆς Κλεοπάτρας ἐδούλευεν.


163. Ὅτι ἡ Κλεοπάτρα οὕτω τὸν Ἀντώνιον ἐδεδούλωτο, ὥστε
καὶ γυμνασιαρχῆσαι τοῖς Ἀλεξανδρεῦσι πεῖσαι, βασιλίς τε αὐτὴ
καὶ δέσποινα ὑπ' ἐκείνου καλεῖσθαι, στρατιώτας τε Ῥωμαίους ἐν  
τῷ δορυφορικῷ ἔχειν, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς πάντας σφᾶς ταῖς
ἀσπίσιν ἐπιγράφειν. ἔς τε τὴν ἀγορὰν μετ' αὐτοῦ ἐσεφοίτα, καὶ
τὰς πανηγύρεις οἱ συνδιετίθει, τάς τε δίκας συνεξήταζεν, καὶ
συνίππευε καὶ ἐν ταῖς πόλεσιν, ἢ καὶ ἐκείνη μὲν ἐν δίφρῳ τινὶ
ἐφέρετο, ὁ δὲ Ἀντώνιος αὐτοποδὶ μετὰ τῶν εὐνούχων ἠκολούθει.
καὶ τό τε στρατήγιον βασίλειον ὠνόμαζεν, καὶ ἀκινάκην ἔστιν ὅτε
παρεζώννυτο, ἐσθῆτί τε ἔξω τῶν πατρίων ἐχρῆτο, καὶ ἐπὶ Κλίνης
ἐπιχρύσου δίφρου τε ὁμοίου καὶ ἐν τῷ κοινῷ ἑωρᾶτο. συνεγρά-
φετό τε αὐτῇ καὶ συνεπλάττετο, αὐτὸς μὲν Ὄσιρις καὶ Διόνυσος
ἐκείνη δὲ Σελήνη καὶ Ἶσις λέγοντες εἶναι. ἐξ οὗπερ καὶ τὰ μά-
λιστα ἔκφρων ὑπ' αὐτῆς ἐκ μαγγανείας τινὸς γεγονέναι ἔδοξεν.
οὐ γὰρ ὅτι ἐκεῖνον ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους τούς τι παρ' αὐτῷ
δυναμένους οὕτω καὶ ἐγοήτευσε καὶ κατέδησεν ὥστ' αὐτὴν καὶ
τὴν Ῥώμην ἄρξειν ἐλπίσαι, τήν τε εὐχὴν τὴν μεγίστην, ὁπότε
ὀμνύοι, ποιεῖσθαι τὸ ἐν τῷ Καπιτωλίῳ δικάσαι. τῇ μὲν οὖν
Κλεοπάτρᾳ διὰ ταῦτα τὸν πόλεμον ἐψηφίσαντο·
164. Ὅτι τὰς ἐν τῷ Ἀραβικῷ κόλπῳ ναυπηγηθείσας ναῦς

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De insidiis (3023: 003)


“Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta, vol.
3: excerpta de insidiis”, Ed. de Boor, [Link]: Weidmann, 1905.
Σελ. 11, γρ. 9

14. Ὅτι Ἀδυάττεω τοῦ Λυδῶν βασιλέως παῖδες δίδυμοι,


Καδὺς καὶ Ἄρδυς· τούτοις κατέλιπε τὴν ἀρχήν, καὶ ὁμοῦ ἐβασί-  
λευον ἀμφότεροι στέργοντες ἀλλήλους καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ πλήθους
στεργόμενοι. καί πως ἡ τοῦ Καδύος γυνή, Δαμοννὼ λεγομένη,
ὑπό τινος ἀνεψιοῦ τοῦ ἀνδρός, Σπέρμου ὄνομα, μοιχευθεῖσα, σὺν
762

ἐκείνῳ θάνατον ἐβουλεύετο τῷ ἀνδρί· δοῦσα δὲ αὐτῷ φάρμαχον


ἔκτεινε μὲν οὔ, εἰς νόσον δ' ἐνέβαλεν. θεραπευθεὶς δ' ὑπὸ ἰατροῦ
ὁ Καδὺς ῥᾷον ἔσχεν. ἐκ τούτου τὸν ἰατρὸν ἀνελεῖν βουλομένη ἡ
γυνὴ φάρμακα μὲν αὐτῷ οὐκ ἔκρινε διδόναι διὰ τὴν τέχνην, βόθρον
δ' ἐν τῇ οἰκίᾳ ὀρύξασα καὶ ἐπιπολῆς αὐτὸν ἄδηλον ποιήσασα,
Κλίνην καθύπερθεν ἔστρωσεν καὶ ἄλλας ἐφεξῆς. καλέσασα δ' αὐτὸν
ἐπὶ δεῖπνον ἐλθόντα κατέκλινεν ἵναπερ ὁ βόθρος ἦν. οἰχομένου
δὲ κάτω, ἐπαμησαμένη τὴν γῆν ἄδηλον ἐποίησεν.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De insidiis


Σελ. 116, γρ. 4

τρέπεται· οὐ μὴν ἐξεγένετό οἱ διὰ μάχης ἐλθεῖν τῷ Ἰουλιανῷ, βρα-


βεύσαντος τοῦ θεοῦ τὸν πόλεμον, καὶ κατὰ μέσην αὐτῷ τὴν πο-
ρείαν ἐπιγενομένης τῆς τελευτῆς περὶ Μοψουεστίαν πόλιν, ἐν ὅροις
Κιλίκων τε καὶ Σύρων κειμένην, μεʹ τῆς ἡλικίας ἐνιαυτῷ, τῆς δὲ
βασιλείας ληʹ.
76. Ὅτι ἐπὶ Οὐάλεντος τοῦ ἀρειανόφρονος καὶ Γρατιανοῦ
Προκόπιος τῆς σχολῆς ἐπιλαβόμενος ἐπανίσταται τῇ Κωνσταντινου-  
πόλει, ἐθορύβει τε τὰ ἐν αὐτῇ βασίλεια ἱκανῶς, πολλῶν τε γίνε-
ται φόνων καὶ συμφορῶν αἴτιος. καὶ μέχρι μὲν οὖν τινος, τῆς
τύχης διαφόρως αὐτῷ τε καὶ Οὐάλεντι βραβευούσης, ἔμενεν ὁ τύ-
ραννος ἀκλινής· ἐπειδὴ δὲ ὑπὸ τῶν ἰδίων ἐγυμνώθη, δέσμιος ἐν
Νακωλείᾳ πόλει Οὐάλεντι προσήχθη ἐκεῖ τε δύω δένδρων ἐκδε-
θεὶς διεσπαράχθη. καὶ ὁ Οὐάλης τῇ κατὰ Βιθυνίαν ὀργισθεὶς
Χαλκηδόνι, οἷα τῷ τυράννῳ συνελθούσῃ καὶ αὐτὸν ἐξυβρισάσῃ,
τοὺς μὲν εἰς αὐτὴν οἰκοῦντας διέφθειρεν καὶ τὴν τοῦ τείχους αὐτῆς
κατάλυσιν ἐποιεῖτο, τοὺς ἐκεῖθεν λίθους εἰς τὸ λεγόμενον Κων-
σταντίνου λουτρὸν μεταφέρων· ἔνθα καὶ χρησμὸν εὑρεθῆναι ἐγκε-
κολαμμένον ἐντὸς τῶν ἀφελκομένων λίθων. [ΖΗΤΕΙ ΕΝ ΤΩ ΠΕΡΙ
ΓΝΩΜΩΝ]
77. Ὅτι Οὐάλης ὁ ἀρειανόφρων τὸ τῶν Γότθων γένος χριστια-
νίζειν παρασκευάσας ὑπ' αὐτῶν ὕστερον ἐπολεμεῖτο, ὡς καὶ μέχρι

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De sententiis (3023: 004)


“Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta, vol.
4: excerpta de sententiis”, Ed. Boissevain, [Link]: Weidmann, 1906.
Σελ. 281, γρ. 18

  καὶ μάκαρος Λιβύης καλλιστεφάνου βασιλεύσεις


  αὐτὸς καὶ γένος ὑμόν· ἄγει δέ σε Φοῖβος Ἀπόλλων.
763

33. Ταῖς γὰρ εὐημερίαις φυσικῶς ἀντικαθήμενος ὁ φθόνος


καθαιρεῖ τοὺς ταῖς δόξαις πρωτεύοντας.
34. Ὅτι οἱ Λοκροὶ ἔπεμψαν εἰς Σπάρτην περὶ συμμαχίας
δεόμενοι. οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι τὸ μέγεθος τῆς Κροτωνιατῶν δυνά-
μεως ἀκούοντες, ὥσπερ ἀφοσιούμενοι καὶ μόνως ἂν οὕτως σωθέν-
των Λοκρῶν, ἀπεκρίθησαν αὐτοῖς συμμάχους διδόναι τοὺς Τυνδα-
ρίδας. οἱ δὲ πρέσβεις εἴτε προνοίᾳ θεοῦ εἴτε τὸ ῥηθὲν οἰωνι-
σάμενοι προσεδέξαντο τὴν βοήθειαν παρ' αὐτῶν καὶ καλλιερήσαν-
τες ἔστρωσαν τοῖς Διοσκούροις Κλίνην ἐπὶ τῆς νηὸς καὶ ἀπέπλευ-
σαν ἐπὶ τὴν πατρίδα.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De administrando imperio


(3023: 008)“Constantine Porphyrogenitus. De administrando imperio,
2nd edn.”, Ed. Moravcsik, [Link], D.C.: Dumbarton Oaks, 1967;
Corpus fontium historiae Byzantinae 1 (= Dumbarton Oaks Texts 1).
Ch. 49, γρ. 21

ἤρξατο, ὕδατός τε καὶ τροφῶν, βουλὴν βουλεύονται εἰς συμβιβάσεις τε


ἐλθεῖν καὶ λόγους ἀπαθείας λαβεῖν καὶ τηνικαῦτα τὴν πόλιν ὑποτάξαι
αὐτούς. Ἐπεὶ οὖν ὁ τηνικαῦτα στρατηγὸς ὑπῆρχεν πρὸς τὴν ἄκραν τοῦ
θέματος ἐν κάστρῳ Κορίνθου, καὶ προσδοκία ἦν τοῦ παραγενέσθαι
αὐτὸν καὶ καταπολεμῆσαι τὸ ἔθνος τῶν Σκλαβήνων, ὡς καὶ πρώην
καταμηνυθέντος αὐτοῦ περὶ τῆς καταδρομῆς αὐτῶν παρὰ τῶν ἀρχόν-
των, ἐβουλεύσαντο οἱ τοῦ κάστρου οἰκήτορες πρότερον ἀποσταλῆναι
σκοπὸν εἰς τὰ ἀνατολικώτερα τῶν ὀρέων καὶ ἀποσκοπεῦσαι καὶ γνῶναι,
εἰ ἄρα παραγίνεται ὁ στρατηγός, παραγγείλαντες καὶ σημεῖον δεδωκότες
τῷ ἀποσταλμένῳ, ἵνα, εἰ μὲν ἴδοι ἐρχόμενον τὸν στρατηγόν, ἐν τῇ
ὑποστροφῇ αὐτοῦ κλίνῃ τὸ φλάμμουλον, ὅπως γνῶσιν τὴν ἔλευσιν τοῦ
στρατηγοῦ, εἰ δὲ μή γε, κατέχειν ὀρθὸν τὸ φλάμμουλον πρὸς τὸ μὴ
ἔχειν αὐτοὺς προσδοκίαν τοῦ τοῦ λοιποῦ παραγίνεσθαι τὸν στρατηγόν.
Τοῦ οὖν σκοποῦ ἀπελθόντος καὶ μαθόντος μὴ παραγίνεσθαι τὸν
στρατηγόν,
ὑπέστρεφεν ὀρθὸν κατέχων τὸ φλάμμουλον. Καὶ δὴ τοῦ Θεοῦ εὐδοκή-
σαντος διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρέου, τοῦ ἵππου ὀλισθή-
σαντος καὶ τοῦ ἐπιβάτου ὑποπεπτωκότος, ἔκλινεν τὸ φλάμμουλον, καὶ
οἱ τοῦ κάστρου οἰκήτορες ἰδόντες τὸ γεγονὸς σημεῖον καὶ νομίσαντες
ἐξ ἅπαντος παραγίνεσθαι τὸν στρατηγόν, ἤνοιξαν τὰς πύλας τοῦ
κάστρου,
764

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De cerimoniis aulae Byzantinae


(lib. 1.1-92) Τόμ. 1, σελ. 52, γρ. 30

χράντοις πρεσβείαις, ἀκαταμάχητοι ὄντες ἔθνεσιν ὑπε-


ναντίοις. Αὐτὴ γὰρ ἐπισκιάζει ἐν ἡμέρᾳ πολέμου ταῖς
κορυφαῖς ὑμῶν, καὶ ταῖς νίκαις ὑμᾶς δεικνύει στεφανίτας
εἰς εὐτυχίαν καὶ δόξαν τῶν Ῥωμαίων.» Ἄλλο, ἦχ. γʹ·
»Εὐλογεῖται τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν· ἐν αὐτῷ γὰρ εὐλογεῖται
ἡ χορεία τῶν ἀποστόλων, καὶ εἶδον δόξαν Ὑψίστου,
ἐκεῖθεν πρὸς οὐρανὸν σαρκὶ ἀναφερόμενον Θεὸν καὶ πύλας
αἰωνίους ἀνοιγομένας καὶ τὸν Δεσπότην προσδεχομένας.
Στρατιαὶ δὲ τῶν ἀγγέλων ὑμνολογοῦσι καὶ τὸν Πατέρα
πρὸς τὸν Υἱὸν εἰπόντα· Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἄν σοι
κλίνῃ πᾶν ποιημάτων γόνυ.» Ἄλλο, ἦχ. πλάγ. δʹ·
»Ἐπέστη Χριστὸς τοῖς ἀποστόλοις καὶ ὤφθη αὐτοῖς  
εἰρήνην λέγων, καὶ τὰς ῥήσεις τῶν προφητῶν αὐτοῖς
ἑρμηνεύων, πρὸς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν πάντας ἐξήγαγεν
ἄρδην, καὶ τὰς χεῖρας εἰς ὕψος ἄρας, εὐλογήσας αὐτούς,
εἰς οὐρανοὺς ἀνελήφθη, ἐπαγγειλάμενος αὐτοῖς καὶ τὴν
τοῦ ἁγίου Πνεύματος παρουσίαν, χαρᾶς αὐτοὺς ἐμπλή-
σας. Διὸ αὐτὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, εὐεργέται, εὐλογήσῃ ὑμᾶς
ἐν πᾶσι καὶ χαρᾶς ἐμπλήσῃ τὴν ὑμῶν βασιλείαν.»

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De cerimoniis aulae


Byzantinae (lib. 1.1-92) Τόμ. 2, σελ. 84, γρ. 3

ΞΘʹ (Ξʹ) Ἐπιτάφιος βασιλέων.

Ἐξέρχεται τὸ λείψανον διὰ τοῦ Καβαλλαρίου, καὶ τίθε-


ται εἰς τὰ ιθʹ Ἀκκούβιτα ἡ χρυσῆ Κλίνη ἡ ἐπονομαζομένη
λύπης, καὶ πρόκειται ἐκεῖσε τὸ αὐτὸ λείψανον, ἐστεμμένον
μετὰ διβητησίου καὶ χρυσῆς χλαμύδος καὶ καμπαγίων, καὶ
εἰσέρχονται οἱ τῆς Ἁγίας Σοφίας γήλωνες καὶ ὁ κλῆρος,
ὡσαύτως καὶ πᾶσα ἡ σύγκλητος ἀπὸ σκαραμαγγίων, καὶ
ψάλλουσιν κατὰ ἀκολουθίαν. Εἶθ' οὕτως νεύει ὁ πραιπόσι-
τος τῷ τῆς καταστάσεως, καὶ λέγει ἐκεῖσε· «Ἔξελθε,
765

βασιλεῦ, καλεῖ σε ὁ Βασιλεὺς τῶν Βασιλευόντων καὶ Κύριος


τῶν Κυριευόντων.» Τοῦτο λέγει τρίτον, καὶ παραυτίκα
αἴρεται τὸ λείψανον παρὰ τῶν βασιλικῶν, καὶ πάλιν εἰσφέ

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. De cerimoniis aulae Byzantinae


(lib. 1.1-92) Τόμ. 2, σελ. 180, γρ. 15

ἵσταται, καὶ ἀκτολογοῦσι τὰ δύο μέρη ταῦτα· «Καλῶς


ἦλθες, θεοστέπτων ἡ δούλη.» Ὁ λαὸς ἐκ γʹ· «Καλῶς
ἦλθες.» Οἱ κράκται· «Καλῶς ἦλθες, προβολὴ εὐεργετῶν.»
Ὁ λαὸς ἐκ γʹ· «Καλῶς ἦλθες.» Οἱ κράκται· «Καλῶς
ἦλθες, ἡ εὐγενὴς ἐκ προγόνων.» Ὁ λαὸς ἐκ γʹ· «Κα-
λῶς ἦλθες.» Οἱ κράκται, «Ἔς, ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, τοὺς νεο-
νύμφους φύλαξον. Πνεῦμα τὸ πανάγιον, τοὺς συμπενθέ-
ρους φύλαξον. Ἅγιε, τρισάγιε, τοὺς παρανύμφους
φύλαξον.» Καὶ λέγουσι τὴν φωνὴν ἦχ· αʹ· «Ἄνθη ἐσώ-
ρευσα τοῦ ἀγροῦ, καὶ εἰς τὴν παστάδα εἰσῆκα σπουδῇ·
ζευγόνυμφον ἥλιον εἶδον εἰς χρυσέντιμον Κλίνην· ἀλλήλα
ἠγκαλίζοντο ποθητὴν ἐπιθυμίαν· χαρὰ εἰς τὰ κάλλη αὐτῶν
τὰ ἐγγλυκοθέατα, καὶ ῥόδα εἰς τὰ ῥοδοεύμορφα· χαρὰ εἰς
τὸ ζεῦγος τὸ χρυσόν.»  

ϟʹΑʹ (ΠΒʹ)

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Narratio de imagine Edessena


(3023: 013)“Christusbilder. Untersuchungen zur christlichen Legende”,
Ed. von Dobschütz, [Link]: Hinrichs, 1899; Texte und
Untersuchungen, N.F. [Link]. 6, γρ. 8

τὴν Αἴγυπτον διὰ τῆς Παλαιστίνης ἰόντα, περιτυχεῖν καὶ θεά-


σασθαι πόρρωθεν τὸν Χριστὸν τὰ πλήθη τοῖς λόγοις τῆς
πλάνης ἐξέλκοντα καὶ τὰ τῶν θαυμάτων ἐπιτελοῦντα παράδοξα.
ὡς οὖν τὴν ἐπ' Αἴγυπτον πορείαν διήνυσε καὶ περὶ
ὧν ἐπετέτραπτο διαλαβὼν ἀνθυπέστρεφεν, ἐπεὶ τὸν κύριον
αὐτοῦ καὶ ἀρθρίτιδι χρονίῳ τυραννούμενον ᾔδει καὶ μελαίνῃ
λέπρᾳ ἐκδαπανώμενον καὶ διπλῆν συμφοράν, μᾶλλον δὲ πολλα-
πλῆν τὴν νόσον ποιούμενον· ὃς καὶ ταῖς ἀπὸ τῶν ἄρθρων
ὀδύναις συνείχετο καὶ τοῖς τῆς λέπρας ἐταλαιπώρει κακοῖς,
προσῆν δὲ καὶ ἡ τῆς ἀμορφίας αἰσχύνη, δι' ἣν οὐδὲ θεατὸς τοῖς
ἀνθρώποις σχεδὸν ἦν, ἀλλ' οὐδὲ μόνον κλινήρης τὰ πολλὰ διε-
766

τέλει, ἀλλὰ καὶ τοὺς κατ' ἐπίσκεψιν ἐρχομένους τῶν φίλων ὑπ'
αἰσχύνης ἐναπεκρύπτετο· διὰ τοῦτο πάλιν ἐν τῷ ὑποστρέφειν
ἀκριβέστερον περὶ τῶν αὐτῶν διαγνῶναι ἐσπούδασεν, ἵν' ἔχοι
βεβαίως ἀπαγγεῖλαι τῷ κυρίῳ αὐτοῦ, ὡς ἂν ἴσως κἀκεῖνος τῆς
δι' αὐτοῦ ἰατρείας ἀξιωθῇ. εὗρεν οὖν πάλιν τὸν κύριον ἐπὶ
τῶν αὐτῶν νεκροὺς ἀνιστῶντα, τυφλοῖς τὸ βλέπειν δωρούμενον,
χωλοὺς ἀρτίους δεικνῦντα καὶ πάντας τοὺς ὁτιοῦν ἀσθενοῦντας
ῥωννύοντα.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Narratio de imagine Edessena


Se. 19, γρ. 11

ὁ οὖν Τωβίας ἐλθὼν ἐγνώρισε ταῦτα τῷ ἀποστόλῳ


κἀκεῖνος ἐν δυνάμει πρὸς αὐτὸν ἀπεστάλθαι εἰπὼν τὸ ἑξῆς
πρὸς τὸν Αὔγαρον παρεγένετο. ἐν δὲ τῷ μέλλειν κατὰ πρός-
ωπον αὐτῷ ἐμφανίζεσθαι, ἐπὶ τοῦ ἰδίου μετώπου οἷον ἀναστη-
λώσας τὴν τοιαύτην ἐμφέρειαν, οὕτως εἰσῄει πρὸς Αὔγαρον.
ὁ δὲ πόρρωθεν αὐτὸν προσιόντα ἰδὼν κρεῖττον ὄψεως φῶς
ἀκτινοβολοῦν ἀπὸ τῆς ὄψεως αὐτοῦ ἐξαλλόμενον ἐδόκει ὁρᾶν,
ὃ τὸ ἐπικείμενον ἠφίει ὁμοίωμα. ὅθεν τῷ ὑπερβάλλοντι τῆς
ἀστραπτούσης λαμπηδόνος καταπλαγεὶς καὶ ὥσπερ ἐν λήθῃ τῶν
περὶ αὐτὸν συμπτωμάτων γενόμενος καὶ τῆς πολυχρονίου παρέ-
σεως τῶν μελῶν τῆς Κλίνης ἀθρόως ἀνέθορε καὶ πρὸς ὑπαντὴν
τὰ παρειμένα μέλη τρέχειν ἐξεβιάζετο, ταὐτὸ πάθος παθὼν
τρόπον ἕτερον τοῖς ἐν τῷ ὄρει Θαβὼρ τὴν ἀστράψασαν μορφὴν
θεασαμένοις.
λαβὼν τοίνυν ἀπὸ τοῦ ἀποστόλου τὸ τοιοῦτον  
ὁμοίωμα καὶ σεβασμίως αὐτὸ τῇ τε κεφαλῇ περιθεὶς καὶ τοῖς
ὄμμασι καὶ τοῖς χείλεσι καὶ οὐδὲ τἄλλα τῶν τοῦ σώματος
μερῶν στερήσας τῆς τοιαύτης προσψαύσεως, ἔγνω παρευθὺ τὰ
μέλη πάντα θαυμασίως ἀναρρωννύμενα καὶ τὴν εἰς τὸ κρεῖττον
μεταβολὴν εἰσδεχόμενα καὶ τὴν λέπραν ἐκκαθαιρομένην καὶ
ὑποφεύγουσαν, εἰ καὶ ἔτι ἐν τῷ μετώπῳ λείψανόν τι ταύτης

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Narratio de imagine Edessena


Se. 21, γρ. 9

ὑποφεύγουσαν, εἰ καὶ ἔτι ἐν τῷ μετώπῳ λείψανόν τι ταύτης


μικρὸν ὑπελείπετο.
διδαχθεὶς οὖν τὸν τῆς ἀληθείας λόγον τότε πρὸς τοῦ
767

ἀποστόλου τρανότερον καὶ περὶ τῶν παραδόξων τοῦ Χριστοῦ


θαυμάτων, τῶν τε θείων παθῶν καὶ ταφῆς καὶ τῆς ἐκ νεκρῶν
ἀναστάσεως καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναλήψεως καὶ ὁμολογήσας
ἀληθῆ θεὸν τὸν Χριστόν, περὶ τῆς ἐν τῇ ὀθόνῃ ἐκτυπώσεως
τῆς μορφῆς ἐπυνθάνετο, ἐπείπερ αὐτὴν ἀκριβέστερον ἐφιστὰς
ἐπεγίνωσκεν διὰ χρωμάτων ὑλικῶν τὴν σύστασιν ἔχουσαν καὶ
τὴν ἐν αὐτῇ κατεπλήττετο δύναμιν, ὑφ' ἧς παραδόξως ἐξανέστη
τῆς Κλίνης καὶ συνηριθμεῖτο τοῖς ὑγιαίνουσι. πρὸς ταῦτα ὁ
Θαδδαῖος τὸν καιρὸν τῆς ἀγωνίας ἐδήλου καὶ τὴν ἐκ τῶν
ἱδρώτων ἀχρωμάτιστον μόρφωσιν καὶ τὴν τῆς ἀφίξεως τῆς
πρὸς αὐτὸν τοῦ κυρίου εἰσήγησιν καὶ τἄλλα ὅσα τὸ φθάσαν
τῆς ἱστορίας ἐδήλωσεν.

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Narratio de imagine Edessena


Se. 52, γρ. 4

ἐντεῦθεν καταλαμβάνουσι τὰ Σαμόσατα οἱ τῶν


φερομένων διάκονοι· ἦσαν δὲ ὁ τῶν Σαμοσάτων καὶ ὁ τῆς
Ἐδέσης ἀρχιερεὺς καὶ ὁ τούτου πρωτοπρεσβύτερος καὶ ἕτεροί
τινες τῶν εὐλαβεστέρων Χριστιανῶν, οἷς καὶ ὁ τοῦ ἀμηρᾶ
ὑπηρέτης συνῆν, ὃς ἀπὸ Ῥώμης κατωνομάζετο. ἐνταῦθα ἐπί
τινας ἡμέρας χρονοτριβήσαντες πολλῶν ἐκεῖσε θαυμάτων γεγο-
νότων εἴχοντο τῆς ὁδοῦ.
         καὶ πάλιν ἄπειρα θαύματα ἐτελεῖτο
ἐν τῇ ὁδῷ ὑπὸ τῆς ἱερᾶς εἰκόνος καὶ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ
Χριστοῦ. τυφλοὶ γὰρ ἀπροόπτως ἀνέβλεπον καὶ χωλοὶ ἐδεί-
κνυντο ἄρτιοι, κλινήρεις τε πολυχρόνιοι ἥλαντο καὶ οἱ ξηρὰς
ἔχοντας τὰς χεῖρας ὑγιοῦντο καὶ συνελόντι φάναι πᾶσα νόσος
καὶ μαλακία ἐδραπετεύετο καὶ ἐδόξαζον οἱ ἁγιαζόμενοι τὸν
θεὸν καὶ ἀνύμνουν αὐτοῦ τὰ θαυμάσια.  

Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος. Oratio de translatione


Chrysostomi (3023: 014)“”Λόγος ἀνέκδοτος εἰς τὴν ἀνακομιδὴν τοῦ
λειψάνου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου””, Ed. Dyobouniotes, K.J., 1925;
Ἐπιστημονικὴ ἐπετηρὶς θεολογικῆς σχολῆς τοῦ Ἀθήνησι Πανεπιστημίου 1.
Σελ. 316, γρ. 14

στολὴν ἐνδιδύσκεσθαι τὸν τῷ κάλλει τῶν λόγων ὡς νύμφην ταύτην


καταστολίσαντα κατὰ τὴν ὑπερόριον ὁρῶσαν παροραθέντα αὐλίζεσθαι.
768

Τῆς δὲ θείας καὶ ἀναιμάκτου θυσίας κατὰ τὸ εἰωθὸς τελεσθείσης


Πρόκλος ὁ παναοίδιμος μετὰ τοῦ ἱερατικοῦ καταλόγου καὶ τοῦ βασι-
λέως παρόντος Θεοδοσίου τοῖς τελουμένοις καὶ πάσης τῆς συγκλήτου
βουλῆς εἰς ταὐτὸ συγκεκροτημένης πρὸς τὴν κηδείαν τρέπονται τοῦ
θεοφόρου ἐκείνου καὶ ὄντως ἀκηράτου λειψάνου. Καὶ πάλιν θαῦμα ἐν
θαύματι καὶ λογισμοὺς ἐκβαῖνον καὶ οἷον ἐξαίσιον· ἄνθρωπον γάρ τινα
νόσῳ ἀθρίτιδι κατεσχημένον καὶ ἐπὶ πολλοῖς ἔτεσιν ἐξ αὐτῆς χεῖράς τε
καὶ πόδας παρειμένον καὶ ὡς ἄλλον τινὰ παραλελυμένον ἐπὶ Κλίνης
βεβλημένον καὶ σωτηρίας ἁπάσης ἀπειρηκότα καὶ μικροῦ ἀποψύχοντα
ἐνεγκόντες τῷ τιμίῳ τούτῳ λειψάνῳ κατέψων τοῦ μακαρίου. Αὐτοῦ δὲ
τοῦ παρειμένου σὺν δάκρυσι τὸν ἅγιον ἱκετεύοντος τὰ εἰκότα ἐγένετο
μὴ ἀποτυχεῖν τῆς ἰάσεως ὥστε πάντας τοὺς θεασαμένους δόξαν ἀνα-
πέμψαι θεῷ τῷ τοιαύτην χάριν παρασχόντι τῷ σεβασμίῳ τούτῳ καὶ
ἁγίῳ Χρυσοστόμῳ πατρί. Χερσὶ δὲ ταῖς ἰδίαις ὁ πατριάρχης τὸν ἑαυ-
τοῦ ἐν πνεύματι πατέρα τε καὶ διδάσκαλον ἐν τῷ τῆς ἀναπαύσεως
κατατίθησι μνήματι, ἐν τοῖς ἀδύτοις τοῦ ἱεροῦ καὶ ἀποστολικοῦ τεμε-
νίσματος πάντως συνεῖναι τοῖς Χριστοῦ μαθηταῖς καὶ ἀποστόλοις τὸν
τοῦ Χριστοῦ μαθητὴν καὶ ἀπόστολον. Διὰ τοῦτο τοῖς ποθοῦσιν ὁ

Joannes Galenus Gramm., Allegoriae in Hesiodi theogoniam (3039:


001)“Glossen und Scholien zur hesiodischen Theogonie”, Ed. Flach, H.
Leipzig: Teubner, 1876, Repr. 1970.Σελ. 298, γρ. 26

ψυχῶν καὶ τὰς οἰκείας ἐνεργείας μὴ συγχύσασαι ταῖς πρὸς


τὸ σῶμα νεύσεσιν ἐξετάζουσί τε καὶ ἡμᾶς ἐκδιδάσκουσιν,
ἀπαθανατισθεῖσαι καὶ τῆς κρείττονος ἠξιωμέναι μοίρας καὶ
τοῦ κρατῆρος ἐκείνου ἀποσπάδες οὖσαι τοῦ θειοτέρου, ἃς
δὴ καὶ ὡς ποθουμένας καὶ ζητουμένας παρ' ἡμῶν Μούσας
ὁ λόγος προσαγορεύειν ἐθέλει· φύσει γὰρ ἡ εἰδητικὴ ὄρεξις
τοῖς ἀνθρώποις ἐγκατέσπαρται, καθὰ καὶ Ἀριστοτέλει δοκεῖ,
ἀρχομένῳ τῆς μετὰ τὰ φυσικὰ πραγματείας.
διὰ τί ἐννέα αἱ Μοῦσαι. ἐννέα δ' εἰσὶν αἱ Μοῦ-
σαι, ὡς τὸ τετράγωνον καὶ ἔμπεδον τῶν τοιούτων γνώ-
σεων τοῦ ἀριθμοῦ τούτου ἐμφαίνοντος, καὶ τὴν ἀκλινῆ
καὶ ἀμετακίνητον τῶν ψυχικῶν δυνάμεων ἡμῖν παριστάνειν
ἐθέλοντος, ἀναταθεισῶν τάχα καὶ πρὸς ἑαυτὰς συνιουσῶν,
ὁλικὴν καὶ ἑνιαίαν ἀνάκρασιν. ἅπαξ γὰρ ψυχὴ πρὸς ἑαυ-
τὴν ἑλιχθεῖσα καὶ νοερῶς ἑαυτὴν ἐποπτεύουσα, οὐκέτι θέλει
πρὸς πολυμέρειάν τινα διασκεδάννυσθαι, καὶ τοῦ συμπτύς-
σοντος ἑνὸς ὑποχωρεῖν τε καὶ ἀφίστασθαι. τοῦτο γὰρ οἶμαι
καὶ τὸ τοῦ ἐννέα ὄνομα ἀριθμοῦ ὑποσημαίνειν· οὐ γάρ
ἐστιν ἕτερον τὸ ἐννέα, ἀλλ' ἢ ἓν πρὸς ἑαυτὸ ἀναστρε-  
φόμενόν τε καὶ συμπτυσσόμενον,
769

Josephus Genesius Hist., Βασιλεῖαι Book 1, se. 19, γρ. 4

τὸ ὁραθὲν τῇ ἰδίᾳ γαμετῇ παρεδήλωσεν), ὡσαύτως δὲ καὶ ἐκ τοῦ ῥηθέν-


τος αὐτῷ διὰ τοῦ πατρικίου Βαρδανίου παρὰ τοῦ ἐν τῷ Φιλομηλίῳ μονά-
ζοντος, ἔκ τε τῆς μεταμφιάσεως καὶ ἐπιβάσεως τῶν ἐσθήτων. ὅμως
μετακαλεσάμενος τὸν παπίαν, τοῦτον ἀσφαλῶς τηρεῖν πρός τι οἴκημα
τῶν τὸ παλάτιον σαρούντων ἐκδέδωκεν, σιδηροπέδαις ἀσφαλισάμενος,
ὧν τὴν κλεῖδα ἐν τῷ ὑπενδύτῃ αὐτοῦ ἀπόθετον διεφρούρει, τῶν ἄλλων
μηδενὶ ταύτην πεπιστευκώς.
 Περὶ γοῦν νυκτερινὴν γʹ ὥραν ἀπαναστὰς τοῦ κοιτῶνος ὁ βα-
σιλεὺς τὰς ἀπαγούσας πρὸς τὴν τοῦ παπίου σκηνὴν πάσας θύρας
εὐσθενῶς κατηδάφισεν· ἦν γὰρ εὐσθενὴς πάνυ καὶ θρασυκάρδιος. καὶ
εἰς-
ιών γε καταλαμβάνει τὸν Μιχαὴλ εἰς τὴν τοῦ παπίου Κλίνην καθεύ-
δοντα, χαμαὶ δὲ τὸν παπίαν παρευναζόμενον. καὶ περὶ τὸν Μιχαὴλ κύψας
παλάμῃ τὰ στήθη αὐτοῦ διηκρίβαζεν, ὁποίαν ἀφίησι ῥοπήν, μεριμνητι-
κὴν ἢ ἀμέριμνον. ὡς δὲ τοῦτον τῆς ἁφῆς μὴ ἐπῃσθημένον συνέγνω, πάνυ
ἐτεθαυμάκει ἐπὶ τῇ ἀφρόντιδι αὐτοῦ ἀφυπνώσει, διανεύων τὴν ἑαυτοῦ
κεφαλὴν καὶ χαλεπὰ τεκμαιρόμενος, καὶ διεξιὼν μεγάλως τῇ χειρὶ κατὰ
τοῦ παπίου τὸν θυμὸν συμβολαιωσάμενος ἀμφοτέροις τὴν ἀπειλὴν
ἐπερρίπιζεν. ταῦτα προσεδρεῦον τῷ Μιχαὴλ εὐνουχικὸν παιδάριον
κρύφα τεθέατο, ὅπερ τὸν εἰσιόντα βασιλέα οὐκ ἄλλοθεν ἢ ἀπὸ τῶν
βασιλικῶν ἐκ κόκκου πεδίλων διέγνωκεν ὑπὸ τὴν Κλίνην ὑφέρπον (ἐκεῖ
γὰρ τῷ βασιλεῖ διεκέκρυπτο)· μετὰ γοῦν τὴν ἄφιξιν τοῦ βασιλέως τῷ

Josephus Genesius Hist., Βασιλεῖαι Book 1, se. 19, γρ. 13

εὐσθενῶς κατηδάφισεν· ἦν γὰρ εὐσθενὴς πάνυ καὶ θρασυκάρδιος. καὶ


εἰς-
ιών γε καταλαμβάνει τὸν Μιχαὴλ εἰς τὴν τοῦ παπίου Κλίνην καθεύ-
δοντα, χαμαὶ δὲ τὸν παπίαν παρευναζόμενον. καὶ περὶ τὸν Μιχαὴλ κύψας
παλάμῃ τὰ στήθη αὐτοῦ διηκρίβαζεν, ὁποίαν ἀφίησι ῥοπήν, μεριμνητι-
κὴν ἢ ἀμέριμνον. ὡς δὲ τοῦτον τῆς ἁφῆς μὴ ἐπῃσθημένον συνέγνω, πάνυ
ἐτεθαυμάκει ἐπὶ τῇ ἀφρόντιδι αὐτοῦ ἀφυπνώσει, διανεύων τὴν ἑαυτοῦ
κεφαλὴν καὶ χαλεπὰ τεκμαιρόμενος, καὶ διεξιὼν μεγάλως τῇ χειρὶ κατὰ
τοῦ παπίου τὸν θυμὸν συμβολαιωσάμενος ἀμφοτέροις τὴν ἀπειλὴν
ἐπερρίπιζεν. ταῦτα προσεδρεῦον τῷ Μιχαὴλ εὐνουχικὸν παιδάριον
κρύφα τεθέατο, ὅπερ τὸν εἰσιόντα βασιλέα οὐκ ἄλλοθεν ἢ ἀπὸ τῶν
770

βασιλικῶν ἐκ κόκκου πεδίλων διέγνωκεν ὑπὸ τὴν Κλίνην ὑφέρπον (ἐκεῖ


γὰρ τῷ βασιλεῖ διεκέκρυπτο)· μετὰ γοῦν τὴν ἄφιξιν τοῦ βασιλέως τῷ
τε ἰδίῳ δεσπότῃ Μιχαήλ, ἀλλὰ μὴν καὶ τῷ παπίᾳ ἅπαντα τὰ συμβεβη-
κότα διέλεξεν. τούτων κατήκοος γεγονὼς ὁ παπίας καὶ ἀμέτρῳ κατασχε-
θεὶς δείματι σὺν αὐτῷ Μιχαὴλ βουλὴν δοκίμην ἐπισκευάζουσιν. προ-
φασίζεται ὁ Μιχαὴλ τῶν κατὰ ψυχὴν ὀφλημάτων ἄγαν κεκτῆσθαι διὰ
φροντίδος, ὡς ἄν τινι τῶν εὐαγῶν ταῦτα ἀνάθοιτο διά τινος τῶν ὑπηρε-
τουμένων αὐτῷ πιστοτάτου Θεοκτίστου, ὃς μετὰ ταῦτα τῷ τοῦ πατρι-  
κίου περιβλέπτῳ τετίμητο ἀξιώματι καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ καλά-
μου ἐγκεχείριστο πρόνοιαν, δι' οὗ κανίκλειος ἐδοξάζετο, ἐφ' ᾧ καὶ τὰ
τῆς ἐπιτροπείας τοῦ Μιχαὴλ ὡς εὐγνώμονι ἐβεβαίωτο. τότε δὲ τὸ κατὰ

Josephus Genesius Hist., Βασιλεῖαι Book 2, se. 1, γρ. 20

ναῷ συνάμα τοῖς δεδρακόσι τὸ τόλμημα, τῆς θείας τελεταρχίας ἀξιωθῆ-


ναι, μηδ' ὅλως μήτε τῷ δήμῳ δειματωθεὶς μήτε τῷ δείματι τοῦ θεοῦ
κατερυθριάσας, ἀλλὰ τεθαρρηκὼς μάλιστα ἐπί τε τοῖς λοιποῖς συναντή-
μασι καὶ προρρήσεσιν, ἔτι δὲ καὶ τοῖς προαναπεφωνημένοις Ἀθιγγάνου
παρά τινος μάντεως, ὃς τῷ τηνικαῦτα στρατηλάτῃ τοῦ τῶν Ἀνατολι-
κῶν θέματος πεῖραν δεδωκὼς πολλῶν ἀποβάσεων διετράνου τὸν Μιχαὴλ
καί τινα ἕτερον τῶν δευτέρων διαδηματοφορήσειν, σαφῶς ἀπομαντευ-
όμενος. ἀμέλει τούτους ὁ στρατηγέτης διὰ μερίμνης εἶχεν πολλῆς, ὅπως
νυμφίους ταῖς ἑαυτοῦ θυγατράσιν ἁρμόσαιτο. ἐξείχετο οὖν τοῦ τοιούτου
σκοποῦ, καί ποτε τοῦ τὴν ἐπιστασίαν ἔχοντος τῶν εἰς τράπεζαν
κεκλημένων, ὃν ἀτριΚλίνην φημίζουσιν, κατὰ τὸ ἔθος εἰσιόντος αὐτῷ
καὶ τὴν γραφὴν ἐμφανίζοντος, ἀπείπατο τῶν πολλῶν τῆς συνεστιά-
σεως, ἐκείνους δὲ μόνους τῆς τραπέζης καταξιῶσαι. ταύτης γοῦν διευ-  
τρεπισθείσης καὶ τῶν αὐτοῦ θυγατέρων συνεδριασασῶν, προστάττει
τούτοις ὁμοταγεῖς γενέσθαι αὐτάς. οἱ δὲ τῇ ἀπροσδοκήτῳ θαμβηθέντες
τιμῇ τῆς κατακλίσεως ἀπαναίνονται· ὁ δὲ διακείμενος ἐπαχθέστερον
κατηνάγκαζεν, καὶ τελευταῖον πείθει κατακλιθῆναι. διαχύσεως δὲ
γεγονυίας, ἅτε κατεμφορηθέντων αὐτῶν, ἐπιδίδωσι τούτοις τὰς θυγατέ-
ρας εἰς γαμετάς. οἱ δὲ κατιλιγγιάσαντες τοῦ προστάγματος πρὸς μὲν
μικρὸν δυσανασχετοῦσιν ἐν τούτῳ τὸ παρ' ἀξίαν αὐτῶν λογιζόμενοι,
καὶ μάλιστα Μιχαὴλ διὰ τὸ ἐκ πενεστάτων προῆχθαι καὶ τὴν τύχην

Josephus Genesius Hist., Βασιλεῖαι Book 3, se. 18, γρ. 6

ἀμεραμνουνῆ χαριστήρια διεπέμπετο, οὗ πρὸς αὐτὸν χάριν εὐμενῶς


διετέθησαν, καὶ τῇ πόλει χαρμονικῶς ἐπεδήμησεν, καὶ τῷ ἐν Βλαχέρναις
771

τῆς Θεοτόκου εἰσῄει ναῷ, ὡς ἐν τούτῳ πλέον εἰδὼς τὸν Θεόφιλον ἀπο-
νέμειν σέβας αἰδέσιμον· ὑφ' οὗ καὶ πληροφορίαν συμπαθείας ἐδέδεκτο
καὶ ἐπὶ πλεῖστον πεφιλοτίμητο, σεβασμιωθεὶς μαγιστρότητι.
 Τοῦ δὲ βασιλέως διαπρακτήσαντος ἐπὶ τῇ κατὰ Ἰσμαηλιτῶν
Φραγγικῇ ἐκστρατείᾳ, διὰ τὸ τὸν ἐσταλμένον πρὸς αὐτοὺς Θεοδόσιον
μεταξὺ ἀπαλλάξαι τὸν βίον, πᾶς τις ἠθύμει, μάλιστά τε πρὸς τελευτὴν
ἤδη τοῦ βασιλέως ἀπονεύοντος, ἅτε φθινάδι νόσῳ καὶ γαστρὸς δυσεν-
τερικῇ διαρροίᾳ περιπεσόντος. ὡς δὲ ταύτῃ τῇ ἀρρωστίᾳ συντέτηκτο
καὶ πρὸς τὰς ἐσχατιὰς τοῦ θανάτου προσέκυπτεν, ἐπὶ Κλίνης αἰρόμενος
πρὸς τὴν Μαγναύραν ἀπῄει, κἀκεῖσε πάντας ἐκκλησιάσας δημηγορίαν
οἰκτρὰν κατὰ τὸ εἰκὸς ἀποφθέγγεται, καθὼς ὁ λόγος ταύτην ὧδε
μορφώσειεν· “ἐμὲ θρηνησάτω ὁ ἐμὸς ἅπας λαός, ἐπολοφυρέτω με σύγ-
κλητος καὶ σύμπαν τὸ πρὸς θεραπείαν οἰκεῖον ἄθροισμα διολολυξάτω,
ὅτι περ κομῶν τῇ νεότητι σὺν εὐδαιμονίᾳ τοσαύτῃ ἄρτι τούτων ἐκτυ-
χισθήσομαι, πολλῷ δὲ μᾶλλον γυναικὸς νεαζούσης καὶ παιδὸς ἀνήβου,
ὧν τὴν στέρησιν πάντως καὶ πρὸ τελευτῆς ἀποκλαίομαι, οὐχ ἧττον  
δὲ τὴν αὐτῶν ἐρημίαν μετά γε τὴν ἐμαυτοῦ ἀποβίωσιν. διά τοι ταῦτα
μέμνησθέ μου, παρακαλῶ, τῶν τοιούτων τελευταίων ῥημάτων καὶ τῆς
ἡμετέρας πρὸς ὑμᾶς προμηθείας καὶ γαληνότητος·

Josephus Genesius Hist., Βασιλεῖαι Book 4, se. 2, γρ. 16

σεν. ἀλλὰ περιπίπτει τινὶ ἀρρωστίᾳ, δι' ἧσπερ ἀπέγνωστο· καθ' ἣν


θεὸς παραδοξοποιῶν ὡς ἐπὶ τοῦ Ἐζεκίου δηλαδὴ καταφαίνεται. συν-
είχετο τοίνυν τῇ νόσῳ καὶ χαλεπῶς ἐτετρύχωτο καὶ ἐγκατόχῳ κάρῳ
νενέκρωτο, ὡς ἐντεῦθεν ἐδόκει πᾶσι τεθνάναι, εἰ καὶ βραχύ τι πνεῦμα
ἐν αὐτῷ ἐσπινθήριζεν ἀμυδρά τε φωνὴ διαστηματικῶς ἐξ αὐτοῦ διη-
κούετο. πρὸς ταῦτα τί γίνεται, καὶ τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦ θεοῦ μηχανούργη-
μα; διανίστησι μοναχοὺς τῶν Στουδίου, ἄνδρας τῷ ὄντι θεῷ γνω-
στούς, ἐπισκεψαμένους κατὰ τὴν ὑστεραίαν αὐτόν. ἐξήκουστο γάρ,
ὅτι περ ἀπεβίω, καὶ συνεπεφοιτήκεσαν, ὅπως ἐπικηδείους αὐτῷ ὕμνους
προσοίσειαν· ὃ τέως ἐπεποιήκεσαν ὀλιγοδρανέοντι κατὰ τήν ποίησιν.
καὶ προσελθόντες τῇ κλίνῃ τῶν μοναζόντων τινές, περὶ ὧν ἤδη ἀνωτέρω
μνείαν πεποιήμεθα, τεθαρρηκότες θεῷ καὶ τῇ τῆς ἀρετῆς τελειότητι
ἀναθαρροῦσι τὸν ὡς νεκρὸν ἢ μετ' ὀλίγον ἐσόμενον, λέγοντες τοῦτον
ἀναρρωσθήσεσθαι. τοῦ δὲ ἐκ βάθους ἐστενωμένης ψυχῆς μικρόν τι
ἀνενεγκόντος καὶ διαπορήσαντος εἰ τοῦτο ἔσται αὐτῷ κατ' ἐλπίδα,
ἐπεβόησαν ὡς “εἴπερ ἐν ὑποσχέσει ἐστί σοι πρὸς θεὸν τὰς θείας εἰκόνας
κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἀνανεώσασθαι, τὴν ζωὴν εὐαγγελιζόμεθα βεβαιού-
μενοι.” ἀπῄεσαν, καὶ τὸ εὐαγγελισθὲν συντόμως ἐπεπραγμάτευτο,
καὶ παραδόξως ὡς ἐξ ᾅδου ἀνέδυ τοῦ θανάτου ἀπαλλαγείς.
772

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon (lib. 1–4) (3043: 001)


“Georgii monachi chronicon, 2 vols.”, Ed. de Boor, C.
Leipzig: Teubner, 1904, Repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth).
Σελ. 143, γρ. 5

πόσα αὐτῷ ἐναντιοῦται, καὶ τὸν ἀληθῆ προγνώστην τε καὶ


βασιλέα καὶ δημιουργὸν προσκυνείτω.

[κζʹ. Περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναυή.]

 Μετὰ δὲ Μωσέα διεδέξατο τὴν ἀρχὴν Ἰησοῦς ὁ τοῦ


Ναυὴ καὶ περάσας τὸν Ἰορδάνην καὶ ποιήσας ἐν τῇ γῇ τῆς
ἐπαγγελίας ἔτη λβʹ πολεμῶν καὶ κατακληροδοτῶν αὐτὴν τοῖς  
υἱοῖς Ἰσραὴλ ἀπέθανε ζήσας ἔτη ριʹ. καὶ ὁ μὲν Μωϋσῆς
πατάξας τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν Ἀμορραίων καὶ τὸν Ὢγ βα-
σιλέα τῆς Βασάν, ὃς ὑπελείφθη ἐκ τῶν γιγάντων κατοικῶν
ἐν τῷ Ῥαφαῒν ἐν Ἀσταρώθ, ὄντα τοῦ Ῥαφαῒν ἀπόγονον, οὗ
καὶ ἡ Κλίνη σιδηρᾶ τὸ μῆκος ἔχουσα πήχεις θʹ καὶ τὸ
πλάτος δʹ, ἀφείλατο πᾶσαν τὴν γῆν αὐτῶν, ὁ δὲ Ἰησοῦς
χειρωσάμενος τοὺς Χαναναίους καὶ Φερεζαίους καὶ Γεργε-
σαίους καὶ Χετταίους καὶ Ἰεβουσαίους καὶ Ἀμορραίους καὶ
Εὐαίους καὶ πάντας αὐτῶν τοὺς βασιλεῖς ὄντας τῷ ἀριθμῷ
λβʹ πᾶσαν τὴν γῆν αὐτῶν δέδωκεν, ὡς εἴρηται, τοῖς υἱοῖς
Ἰσραήλ. ἐν γὰρ τῷ φεύγειν αὐτούς, φησίν, ἀπὸ προσώπου
τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ κύριος ἐπέρριψεν αὐτοῖς λίθους χαλά-
ζης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐγένοντο πλείους οἱ ἀποθανόντες
διὰ τοὺς λίθους τῆς χαλάζης, ἢ οὓς ἀπέκτειναν οἱ υἱοὶ
Ἰσραὴλ μαχαίρᾳ ἐν τῷ πολέμῳ στρατηγοῦντος Ἰησοῦ.

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon (lib. 1-4) Σελ. 169, γρ. 22

πρὸς τὸν Σαμουήλ· μὴ βλέψῃς ἐπὶ τὴν ὄψιν τοῦ πρώτου


υἱοῦ Ἰεσσαὶ μηδὲ τὴν ἕξιν τοῦ μεγέθους αὐτοῦ καταπλαγῇς,
ὅτι ἐξουδένωκα αὐτόν, διότι οὐχ ὡς βλέψει ἄνθρωπος ὄψε-
ται θεός. ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος ὄψεται εἰς πρόσωπον, ὁ
δὲ θεὸς εἰς καρδίαν. οὐ δεῖ τοίνυν οὐδὲ ἐν τῷ τοῦ σώματος
ὕψει φαντάζεσθαι καὶ μέγα φρονεῖν, ἀλλ' ἐν μόνῃ τῇ ἀρετῇ
καὶ ταῖς ἐντολαῖς τοῦ θεοῦ σεμνύνεσθαι. ἐπεὶ καὶ Νεβρὼδ
ὁ γίγας πολλοῖς ὑπερίπτατο καὶ οἱ Ἀσταρώθιοι γίγαντες καὶ
773

ὁ Ὢγ βασιλεὺς τῆς Βασάν, ὃς ὑπελείφθη ἐκ τῶν γιγάντων


κατοικῶν ἐν τῷ Ῥαφαῒν ἐν Ἀσταρὼθ ὄντα τοῦ Ῥαφαῒν ἀπό-
γονον, οὗ καὶ ἡ Κλίνη σιδηρᾶ τὸ μῆκος ἔχουσα πήχεις θʹ  
καὶ τὸ πλάτος δʹ, καὶ Γολιὰθ ὁ ἀλλόφυλος, καὶ Σαοὺλ ὁ
παντὸς Ἰσραὴλ ὑπερωμίας. ἀλλ' οὐδὲν αὐτοὺς ὤνησε τὸ
μέγεθος τοῦ σώματος μετὰ τῆς πολλῆς ἐκείνης ἰσχύος ἀρετῆς
ἐρήμους ὑπάρχοντας καὶ τῆς θείας ἐπιεικείας φρονήσαντας
ὑψηλότερον.
 Ὅτι δὲ οὐκ ἀνήγαγεν ἀληθῶς τὸν Σαμουὴλ ἡ ἐγγαστρί-
μυθος, ὡς οἴονταί τινες διὰ τὸ τὴν ἱστορίαν τὸ φανὲν
οὕτως ἀδιαφόρως ὀνομάσαι, πρῶτον μὲν δῆλον ἐκ τοῦ μὴ
φέρειν δαίμονα προσβολὴν ἁγίου. εἰ γὰρ ἔτι ἐν σαρκὶ πε-
ριόντας δεδοίκασιν, πῶς ἂν ἀσωμάτους ἰδεῖν καρτερήσειεν;

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon (lib. 1-4) Σελ. 286, γρ. 23

μακάριος ὁ ὑπομείνας καὶ φθάσας εἰς ἡμέρας χιλίας τλεʹ.


περὶ ἧς ἁλώσεως οὕτω πάλιν γέγραπται· καὶ ἐγένετο μετὰ
τὸ πατάξαι Ἀλέξανδρον τὸν Φιλίππου Δαρεῖον τὸν βασιλέα
Περσῶν καὶ Μήδων καὶ βασιλεῦσαι ἀντ' αὐτοῦ καὶ πολλοὺς
ποιῆσαι πολέμους καὶ κρατῆσαι ὀχυρωμάτων μεγάλων καὶ
σφάξαι βασιλεῖς πολλοὺς τοπάρχας τε καὶ στρατηγοὺς καὶ
σατράπας καὶ τυράννους καὶ φθάσαι ἕως ἄκρων τῆς γῆς
καὶ πλοῦτον ἄπειρον συλλέξαι μηδενὸς ἀνθεστηκότος, ὑψώθη
ἡ καρδία αὐτοῦ σφόδρα καὶ ἦρξε χωρῶν ἐθνῶν καὶ τυράν-
νων, καὶ ἐγένοντο αὐτῷ εἰς φόρον. καὶ μετὰ ταῦτα πεσὼν
ἐπὶ τὴν Κλίνην αὐτοῦ καὶ γνοὺς ὅτι ἀποθνήσκει προσεκαλέ-
σατο τοὺς ἐνδόξους καὶ συνεκτρόφους αὐτοῦ, καὶ διελὼν
αὐτοῖς τὴν βασιλείαν ἀπέθανε βασιλεύσας ἔτη ιβʹ. καὶ  
περιθέμενοι οἱ παῖδες αὐτοῦ ἕκαστος διαδήματα καὶ βασι-
λεύσαντες, ἐπλήθυναν ἐν τῇ γῇ τὰ κακά. ἀφ' ὧν ἐξῆλθε
ῥίζα ἁμαρτωλός, Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανής, υἱὸς Σελεύκου τοῦ
Φιλοπάτορος, ὃς ὑπάρχων δεινὸς ἀνὴρ καὶ πλεονέκτης καὶ
πολλὰς ἁρπαγὰς καὶ λεηλασίας ποιήσας συνήγαγεν ἀργύριον
καὶ χρυσίον, πλῆθος ἀμύθητον, καὶ πρὸς τούτοις ἐκ πολλῆς
ἀκολασίας καὶ οἰστρηλασίας εἰς τοὺς μίμους ἑαυτὸν καθεὶς
ἐν ὄψει πάντων ἀναιδῶς ταῖς γυναιξὶν ἐπεμαίνετο. ᾧ καὶ
774

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon (lib. 1-4) Σελ. 480, γρ. 18

ἀνάστα καὶ πορεύου μετ' εἰρήνης. καὶ ἐνδύσας αὐτὴν τὰ


ἱμάτια αὐτοῦ καὶ περικαλύψας τὴν κεφαλὴν αὐτῆς, ἐξῆλθεν
ἄφθορος καὶ ἀνέπαφος ἡ γυνὴ καὶ διεσώθη. ἡμέρας δὲ
γενομένης καὶ τοῦ δράματος γνωσθέντος, ἐκρίθη ὁ νεανίας
ἀναιρεθῆναι. καὶ τούτου γενομένου ἐπλήρωσε τὸ κυριακὸν
λόγιον τὸ λέγον· μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα
τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ.
 Ὁμοίως δὲ καὶ ἄλλος τις μονάζων κατασχεθεὶς ὑπὸ
τῶν ἀνοσίων ἐκείνων καὶ ἀσεβῶν μετὰ πολλῶν ποινῶν καὶ
μαστίγων, τελευταῖον ἐπενόησαν πονηρὰν ἐπίνοιαν εἰς φθο-
ρὰν τῆς σωφροσύνης τοῦ δικαίου τοιάνδε· Κλίνην γὰρ ἔν
τινι κήπῳ στρώσαντες καὶ τὸν ἅγιον ἐν αὐτῇ δεσμήσαντες
ἐπαφῆκαν αὐτῷ γύναιον ἄσεμνον, ὡς ἂν καὶ ἐκ τῆς τοῦ  
τόπου ἡδύτητος καὶ μονότητος καὶ ἐκ τοῦ μὴ δύνασθαι τὴν
ἐπιχείρησιν τοῦ ἀκολάστου γυναίου διαφυγεῖν πανταχόθεν
καὶ ἄκων εἰς τὴν παράνομον καθελκυσθείη πρᾶξιν. ἀλλ'
ὅ γε θεῖος ἀνὴρ τοῦ γυναίου διὰ φιλημάτων ἤδη καὶ ῥη-
μάτων αἰσχρῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων περιπλεκομένου καὶ τὰς
ἡδονὰς ἀνάπτοντος, τὴν ἑαυτοῦ γλῶσσαν ἀποτεμὼν δήγματι
προσέπτυσεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτῆς, καὶ ἑαυτῷ μὲν πόνους
καὶ ἀλγηδόνας ἀντὶ ἡδονῶν ἐπεισήγαγεν,

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon (lib. 1-4) Σελ. 520, γρ. 18

 Περὶ δὲ τῶν ἑαυτοῦ ποικίλων καὶ διαφόρων ἀγώνων


καὶ διωγμῶν φυγῶν τε καὶ ἀποκρύψεων ἀναριθμήτων ἀπο-
λογούμενος ἄκουσον οἷα φάσκει ὁ μακάριος· εἰ γὰρ λοιδο-
ροῦσι τοὺς κρυπτομένους ἀπὸ τῶν ζητούντων ἀνελεῖν καὶ
διαβάλλουσι τοὺς φεύγοντας ἀπὸ τῶν διωκόντων, τί ποιή-
σουσιν ὁρῶντες τὸν μὲν Ἰακὼβ φεύγοντα τὸν ἀδελφόν, τὸν
δὲ Μωϋσῆν ἐν Μαδιὰμ ὑποχωρήσαντα διὰ τὸν Φαραώ; τί
δὲ τοιαῦτα φλυαροῦντες ἀπολογήσονται τῷ Δαυὶδ ἀποδιδρά-
σκοντι τὸν Σαοὺλ καὶ κρυπτομένῳ μὲν τούτῳ ἐν τῷ σπη-
λαίῳ, ἀλλοιοῦντι δὲ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ, ἕως οὗ παρέλθῃ
τὸν Ἀγχοὺς καὶ τὴν ἐπιβουλὴν ἐκκλίνῃ; τί δ' ἂν εἴποιεν
οἱ πάντα λέγοντες εὐχερῶς καὶ πάντα λίθον κατὰ τὸ δὴ
λεγόμενον κινοῦντες Ἡλίαν τὸν μέγαν κρυπτόμενον ἀκού-
οντες διὰ τὸν Ἀχαὰβ καὶ φεύγοντα διὰ τὰς ἀπειλὰς τῆς
775

Ἰεζάβελ; καὶ μέντοι καὶ οἱ υἱοὶ τῶν προφητῶν ζητούμενοι


τότε κατεκρύπτοντο λανθάνοντες ἐν τῷ σπηλαίῳ παρὰ τῷ  
Ἀβδίᾳ. ποίαν οὖν καὶ πρὸς Ἡσαΐαν ἐπινοήσωσιν ἀντίθεσιν
παρακελευόμενον ἕκαστον ὑπὲρ εὐσεβείας διωκόμενον κατὰ
θεοῦ συγχώρησιν καὶ λέγοντα· ἀποκρύβηθι μικρὸν ὅσον
ὅσον, ἕως ἂν ἡ ὀργὴ κυρίου παρέλθῃ; καὶ γὰρ οἱ μὲν
εὐσεβῶς ζῶντες ἐν Χριστῷ διωχθήσονται ἀδίκως δηλονότι,

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon (lib. 1-4) Σελ. 683, γρ. 7

δακρύων πολλῶν· οὐαὶ οὐαὶ τοῖς ἁμαρτάνουσιν ἀμετανόητα.


ποία φοβερὰ κόλασις καὶ ἐξέτασις ἀκριβὴς αὐτοὺς περιμένει.
ποιήσας οὖν οὕτως ἡμέρας μʹ νηστεύων καὶ ἀγρυπνῶν καὶ
κηρύσσων καὶ πολλοὺς ἐπιστρέφων πρὸς μετάνοιαν ἐτελεύ-  
τησεν ἐν κυρίῳ προγνοὺς τὸν ἑαυτοῦ θάνατον πρὸ ἡμε-
ρῶν ιβʹ.
 Συμφωνεῖ δὲ τῷ θαύματι τούτῳ, λέγω δὴ τῷ περὶ τῶν
ψυχῶν πρὸς τὴν τῶν οὐρανῶν ἄνοδον μετὰ τὴν ἐνθένδε
μεταχώρησιν καὶ ὁ θεομύστης Χρυσόστομος διεξιὼν περὶ
τῶν κεκοιμημένων οὕτως· ταῦτα καὶ τὰ τούτων ἀπορρητότερα
προθεωροῦντες οἱ τελευτῶντες οἱ μὲν ἐν τῇ κλίνῃ ταράς-
σονται φυγεῖν μὲν βουλόμενοι, μὴ δυνάμενοι δέ, οἱ δὲ τοὺς
ὀδόντας βρύχουσιν, καὶ ἄλλοι τὰς σιαγόνας κόπτουσιν, καὶ
ἕτεροι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐλεεινῶς περιστρέφουσι καὶ τὰς χεῖρας
συστέλλουσιν, κατὰ μικρὸν τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος λη-
γούσης, καὶ τῆς γλώσσης δεινῶς φλεγομένης. ὁρῶσι γὰρ
τότε τοὺς μὲν θείους ἀγγέλους φοβερῶς τε καὶ ὀξέως τὴν
ψυχὴν ἀπαιτοῦντας, τοὺς δὲ πονηροὺς δαίμονας παριστα-
μένους καὶ λογοθετοῦντας καὶ κατηγοροῦντας εὐτόνως καὶ
ἁρπάσαι πρὸς ἑαυτοὺς ἐπιχειροῦντας, εἶτα καὶ τὸν κλέπτην
αἰφνίδιον εἰσελθόντα καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ σώματος

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon (lib. 1-4) Σελ. 695, γρ. 10

γευόμενοι φαρμάκων ἀποστύφουσι τῇ ἀηδίᾳ τὸ πρόσωπον,  


τῆς ψυχῆς πρὸς ἣν ἔσχεν ἐκ τῶν ὀφθέντων ἐκεῖ χαλεπῶν
διάθεσιν τυπωσάσης τὸν χαρακτῆρα τῆς ὄψεως καὶ τῷ σχή-
ματι τοῦ φαινομένου τὴν ἑαυτῆς φανερωσάσης κεκρυμμένην
ἀνίαν.
 Οὕτω γε μὴν καὶ ὁ Χρυσόστομος ἔφη πάλιν· οὐκ ἴστε
πῶς ἐν τῇ τελευταίᾳ ἡμέρᾳ συστρέφει ψυχὴν ἁμαρτήματα,
πῶς κάτωθεν τὴν καρδίαν ἀνακινεῖ; ὅθεν καὶ δείματα πολ-
776

λῶν ἔστιν ἀκούειν τότε διηγουμένων καὶ ὄψεις φοβεράς, ὧν


οὐδὲ τὴν θεωρίαν λοιπὸν φέροντες οἱ ἀπιόντες καὶ τὴν
Κλίνην αὐτὴν μετὰ πολλῆς τῆς ῥύμης τινάσσουσι καὶ φοβε-
ρὸν ἐνορῶσι τοῖς παροῦσιν, τῆς ψυχῆς ἔνδον ἑαυτῆς ὠθού-
σης καὶ μὴ θελούσης ἀπορραγῆναι τοῦ σώματος. εἰ γὰρ
ἀνθρώπους φοβεροὺς ἐνορῶντες δεδιττόμεθα, ἀγγέλους ἀπει-
ληφόρους καὶ δυνάμεις ἀποτόμους τῶν παραπεμπομένων
βλέποντες τί οὐ πεισόμεθα, ἑλκομένης ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώ-
ματος καὶ χωριζομένης τῆς ψυχῆς καὶ πολλὰ ἀποδυρομένης
εἰκῆ καὶ μάτην.
 Καὶ μέντοι καὶ ὁ μέγας Βασίλειος παραινεῖ λέγων· μὴ
τοίνυν ἀναβάλλου ἡμέραν ἐξ ἡμέρας, ἵνα μὴ ἐμπέσῃς εἰς
ἣν οὐ προσδοκᾷς ἡμέραν, ἡνίκα μὲν ἀπολείπωσί σε αἱ τοῦ

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio recentior)


Τόμ. 110, σελ. 220, γρ. 18

βλέψῃ ἄνθρωπος, ὄψεται Θεός· ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος


ὄψεται εἰς πρόσωπον, ὁ δὲ Θεὸς εἰς καρδίαν.» Οὐ
δεῖ τοίνυν οὐδὲ ἐν «τῷ τοῦ σώματος ὕψει φαν-
τάζεσθαι 120 καὶ μεγαλοφρονεῖν, ἀλλ' ἐν μόνῃ τῇ
ἀρετῇ καὶ ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Θεοῦ σεμνύνεσθαι·»
ἐπεὶ καὶ «Νεβρὼδ ὁ γίγας πολλοὺς ὑπερίπτατο,
καὶ οἱ Ἀσταρὼθ γίγαντες (καὶ ὁ Ὢγ βασιλεὺς τῆς
Βασὰν, ὃς ὑπελείφθη ἐκ τῶν γιγάντων καὶ κατοικῶν
ἐν τῇ Ῥαφαῒν ἐν Ἀσταρὼθ, ὤν τε τῶν Ῥα-
φαῒν ἀπόγονος, οὗ καὶ ἡ Κλίνη σιδηρᾶ, τὸ μῆκος
ἔχουσα πήχεων θʹ, καὶ τὸ πλάτος δʹ), καὶ Γωλιὰδ ὁ
ἀλλόφυλος· ὁμοίως Σαοὺλ, ὁ παντὸς Ἰσραὴλ
ὑπερώμιος· ἀλλ' οὐδὲν αὐτὸν ὤνησε τὸ μέγεθος
(τοῦ σώματος μετὰ τῆς πολλῆς ἐκείνης ἰσχύος,
ἀρετῆς ἐρήμου ὑπάρχοντος καὶ) τῆς θείας ἐπιει-
κείας φρονήσαντος ὑψηλότερα.» (10) Ὅτι δὲ οὐκ
ἀνήγαγεν ἀληθῶς τὸν Σαμουὴλ ἡ ἐγγαστρίμυθος,
ὡς οἴονταί τινες, διὰ τὸ τὴν ἱστορίαν ἐν τούτῳ φά-
ναι, (27b) οὕτως ἀδιαφόρως ἀναγαγεῖν ὀνομάσαι·
πρῶτον μὲν δῆλον, τὸ μὴ φέρειν δαίμονα προσβολὴν

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio recentior)


Τόμ. 110, σελ. 340, γρ. 36
777

πται· «Καὶ ἐγένετο μετὰ τὸ ὑποτάξαι Ἀλέξαν-


δρον τὸν Φιλίππου τὸν Μακεδόνα, Δαρεῖον βασιλέα
τῶν Περσῶν καὶ Μήδων, καὶ βασιλεῦσαι ἀντ' αὐτοῦ,
καὶ πολλοὺς ποιῆσαι πολέμους, καὶ κρατῆσαι ὀχυ-
ρώματα μεγάλα, καὶ σφάξαι βασιλεῖς πολλοὺς, το-
πάρχας τε καὶ στρατηγοὺς, καὶ σατράπας, καὶ τυ-
ράννους, καὶ φθάσαι ἕως ἄκρων τῆς γῆς, καὶ πλοῦ-
τον ἄπειρον συλλέξαι, μηδενὸς ἀνθεστηκότος, ὑψώθη
ἡ καρδία αὐτοῦ σφόδρα, καὶ ἦρξε χωρῶν, ἐθνῶν καὶ
τυράννων, καὶ ἐγένοντο αὐτῷ εἰς φόρον. Καὶ μετὰ
ταῦτα πεσὼν ἐπὶ τὴν Κλίνην αὐτοῦ καὶ γνοὺς ὅτι
ἀποθνήσκει, προσεκαλέσατο τοὺς ἐνδόξους καὶ συν-
εκτρόφους αὐτοῦ· καὶ διελὼν αὐτοῖς τὴν βασιλείαν
ἀπέθανε, βασιλεύσας ἔτη ιβʹ. Καὶ ἐπεκράτησαν οἱ
παῖδες αὐτοῦ ἕκαστος ἐν τῷ τόπῳ αὐτοῦ. Καὶ περι-
θέμενοι οἱ παῖδες αὐτοῦ ἕκαστος διαδήματα καὶ βα-
σιλεύσαντες ἐπλήθυναν τὰ κακὰ, ἀφ' ὧν (54b) ἐξῆλθε
ῥίζα ἁμαρτωλός.»

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio recentior)


Τόμ. 110, σελ. 572, γρ. 35

νομένης (100a) καὶ τοῦ δράματος γνωσθέντος, ἐκρίθη


ὁ νεανίας ἀναιρεθῆναι· καὶ τούτου γενομένου ἐπλή-
ρωσε τὸ Κυριακὸν λόγιον τὸ φάσκον· «Μείζονα
ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ
θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ.»
ΡΟΕʹ. Περὶ τοῦ μονάζοντος.
Ὁμοίως καὶ ἄλλος τις μονάζων κατασχεθεὶς
ὑπὸ τῶν (ἀνοσίων ἐκείνων καὶ) ἀσεβῶν, μετὰ πολ-
λῶν ποινῶν καὶ μαστίγων, τελευταῖον ἐπενόησαν
πονηρὰν ἐπίνοιαν εἰς φθορὰν τῆς σωφροσύνης τοῦ
δικαίου (τοιάνδε)· Κλίνην γὰρ ἔν τινι κήπῳ στρώ-
σαντες καὶ τὸν ἅγιον ἐν αὐτῇ δεσμήσαντες ἐπαφῆ-
καν αὐτῷ γύναιον ἄσεμνον, ὡς ἂν (ἐκ τῆς τοῦ
τόπου ἡδύτητος καὶ μονότητος) ἐκ τοῦ μὴ δύνασθαι
τὴν ἐπιχείρησιν (τοῦ ἀκολάστου γυναίου) διαφυγεῖν
(πανταχόθεν) καὶ ἄκων πρὸς τὴν παράνομον καθ-
ελκυσθείη πρᾶξιν. (Ἀλλ' ὅγε θεῖος ἀνὴρ) τοῦ γυ-
ναίου διὰ φιλημάτων (ἤδη καὶ ῥημάτων αἰσχρῶν
καὶ ἐπιτηδευμάτων) περιπλεκομένου
778

Γεώργιος Μοναχός. ., Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio recentior)


Τόμ. 110, σελ. 845, γρ. 22

ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων πολλῶν· «Οὐαὶ, οὐαὶ τοῖς ἁμαρ-


τάνουσιν ἀμετανοήτως! ποία φοβερὰ κόλασις καὶ ἐξέτασις ἀκριβὴς
αὐτοὺς περιμένει!« Ποιήσας οὖν
(149a) οὕτως ἡμέρας μʹ νηστεύων, καὶ ἀγρυπνῶν, καὶ κηρύσσων, καὶ
πολλοὺς ἐπιστρέφων πρὸς μετά-
νοιαν, ἐτελειώθη ἐν Κυρίῳ προγνοὺς τὸν ἑαυτοῦ θάνατον πρὸ ιβʹ
ἡμερῶν.
ΣΛΒʹ. Περὶ τῶν κεκοιμημένων διαφόρων ἁγίων.
Συμφωνεῖ δὲ τῷ θαύματι τούτῳ, λέγω δὴ τὸ
περὶ τῆς τῶν ψυχῶν πρὸς τὴν τῶν οὐρανῶν ἄνοδον
μετὰ τὴν ἐνθένδε μεταχώρησιν, καὶ ὁ θεομύστης
Χρυσόστομος διεξιῶν περὶ τῶν κεκοιμημένων οὕτως·
»Ταῦτα καὶ τὰ τούτων ἀποῤῥητότερα προθεω-
ροῦντες οἱ τελευτῶντες, οἱ μὲν ἐν τῇ κλίνῃ ταράς-
σονται φυγεῖν βουλόμενοι, μὴ δυνάμενοι δὲ, οἱ δὲ
τοὺς ὀδόντας βρύχουσι καὶ ἄλλοι τὰς σιαγόνας κό-
πτουσι καὶ ἕτεροι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐλεεινῶς περιστρέ-
φουσι καὶ τὰς χεῖρας συστέλλουσι,
Γεώργιος Σύγγελος. Ecloga chronographica (3045: 001)
“Georgius Syncellus. Ecloga chronographica”, Ed. Mosshammer, A.A.
Leipzig: Teubner, 1984.
Σελ. 324, γρ. 23

προηγοῦντο δὲ αὐτῶν ὡς ἐν πολέμῳ σαλπιγκταί. ἦσαν δὲ καὶ ἄλλαι


πολλαὶ ποικίλα εἴδη φέρουσαι ὅπλων, κάμακες ὀκτακόσιαι
καθωπλισμέναι.
τῇ δὲ δευτέρᾳ προεκομίσθη νομισμάτων τάλαντα χίλια, ἀργύρου τάλαντα

δισχίλια διακόσια, ἐκπωμάτων πλῆθος, ἀγαλμάτων καὶ ἀνδριάντων


ποικίλων ἅμαξαι πεντακόσιαι, ἀσπίδες τε χρυσαῖ καὶ πίνακες ἀναθεματι-
κοὶ πάμπολλοι. τῇ τρίτῃ προηγοῦντο λευκαὶ βόες εὐπρεπεῖς ρκʹ, χρυσοῦ
τάλαντα ἐν φορήμασι διακοσίοις εἴκοσι, φιάλη δέκα ταλάντων χρυσοῦ
διάλιθος, χρυσωμάτων παντοῖαι κατασκευαὶ ταλάντων δέκα, ἐλεφάντων
ὀδόντες δισχίλιαι τριπήχεις, ἅρμα ἐλεφάντινον ἐκ χρυσοῦ καὶ λίθων,
ἵππος φαλάροις διάλιθος καὶ τῇ λοιπῇ κατασκευῇ διαχρύσῳ πολεμικῶς
κεκοσμημένος, Κλίνη χρυσῆ στρωμναῖς πολυανθέσι κατεστρωμένη,
779

φορεῖον χρυσοῦν περιπεπετασμένον πορφύραν, ἐφ' οἷς Περσεὺς ὁ


δυστυχὴς

Γεώργιος Σύγγελος. Ecloga chronographica Σελ. 455, γρ. 19

τε καὶ πληθύων ἀριθμὸς μετὰ μεγίστου καὶ ἀναριθμήτου λαοῦ ἀπὸ τῆς
τοιαύτης ἀπογνώσεώς τε καὶ ἀπαγορεύσεως ἐπέστρεψέ τε καὶ ἀνεκαλέ-
σατο εἰς τὴν ἐκκλησίαν.
 Τούτοις ἐπάγων μεθ' ἕτερά φησι· φέρε δὴ ἑξῆς εἴπωμεν τίσιν ἔργοις ἢ
τίσι πολιτείαις τεθαρρηκὼς ἀντεποιήθη τῆς ἐπισκοπῆς. ἆρά γε διὰ τὸ
ἐξ ἀρχῆς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἀνεστράφθαι καὶ πολλοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ αὐτῆς
ἠγωνίσθαι καὶ ἐν κινδύνοις πολλοῖς τε καὶ μεγάλοις ἕνεκα τῆς θεοσεβείας

γεγονέναι; ἀλλ' οὐκ ἔστιν ᾧ γε ἀφορμὴ τοῦ πιστεῦσαι γέγονεν ὁ σατανᾶς


φοιτήσας εἰς αὐτὸν καὶ οἰκήσας ἐν αὐτῷ χρόνον ἱκανόν· ὃς βοηθούμενος
ὑπὸ τῶν ἐπορκιστῶν νόσῳ περιπεσὼν χαλεπῇ καὶ ἀποθανεῖσθαι ὅσον
οὐδέπω νομιζόμενος ἐν αὐτῇ τῇ κλίνῃ οὗ ἔκειτο περιχυθεὶς ἔλαβεν, εἴ γε
χρὴ λέγειν τὸν τοιοῦτον εἰληφέναι. οὐ μὴν οὐδὲ τῶν λοιπῶν ἔτυχε διαφυ-
γὼν τὴν νόσον ὧν χρὴ μεταλαμβάνειν κατὰ τὸν τῆς ἐκκλησίας κανόνα,
τοῦ τε σφραγισθῆναι ὑπὸ τοῦ ἐπισκόπου. τούτων δὲ μὴ τυχὼν πῶς ἂν
τοῦ ἁγίου πνεύματος ἔτυχε;
 Καὶ αὖθις ἐπιφέρει· οὐ διὰ δειλίαν καὶ φιλοζωίαν ἐν τῷ καιρῷ τῆς διώ-
ξεως πρεσβύτερον εἶναι ἑαυτὸν ἀρνησάμενος; ἀξιούμενος γὰρ καὶ
παρακα-λούμενος ὑπὸ τῶν διακόνων ἐξελθεῖν τοῦ οἰκίσκου, ἐν ᾧ
καθεῖρξεν ἑαυτόν,

Γεώργιος Σύγγελος. Ecloga chronographica Σελ. 456, γρ. 5

λούμενος ὑπὸ τῶν διακόνων ἐξελθεῖν τοῦ οἰκίσκου, ἐν ᾧ καθεῖρξεν


ἑαυτόν,
καὶ βοηθῆσαι τοῖς ἀδελφοῖς ὅσα θέμις καὶ ὅσα δυνατὸν πρεσβυτέρῳ
κινδυ-
νεύουσιν ἀδελφοῖς καὶ ἐπικουρίας δεομένοις βοηθεῖν, τοσοῦτον ἀπέσχε
τοῦ πειθαρχῆσαι καὶ παρακαλοῦσι τοῖς διακόνοις, ὡς καὶ χαλεπαίνοντα
ἀπιέναι καὶ ἀπαλλάττεσθαι. μὴ γὰρ ἔτι βούλεσθαι πρεσβύτερος ἔφη·
ἑτέρας γὰρ εἶναι φιλοσοφίας ἐραστής.  
 Εἶτ' ἐπιφέρει μετ' ὀλίγον· καταλιπὼν γὰρ ὁ λαμπρὸς οὗτος τὴν ἐκ-
κλησίαν τοῦ θεοῦ, ἐν ᾗ πιστεύσας κατηξιώθη τοῦ πρεσβυτερίου κατὰ χά-
ριν τοῦ ἐπισκόπου τοῦ ἐπιθέντος αὐτῷ χεῖρα εἰς πρεσβυτερίου κλῆρον,
ὃς διακωλυόμενος ὑπὸ παντὸς τοῦ κλήρου, ἀλλὰ καὶ λαϊκῶν πολλῶν,
ἐπεὶ μὴ ἐξὸν ἦν τὸν ἐπὶ κλίνῃ διὰ νόσον περιχυθέντα, ὥσπερ καὶ οὗτος,
780

εἰς
κλῆρόν τινα γενέσθαι, ἠξίωσε συγχωρηθῆναι αὐτὸν τοῦτον μόνον χειρο-
τονῆσαι.
 Τούτοις προστίθησιν ὁ Κορνήλιος τὸ ἀτοπώτατον τῆς Ναυάτου ἀνευ-
λαβείας φάσκων· ποιήσας γὰρ τὰς προσφορὰς καὶ διανέμων ἑκάστῳ τὸ
μέρος καὶ ἐπιδιδοὺς τούτῳ ὀμνύειν ἀντὶ τοῦ εὐλογεῖν τοὺς ταλαιπώρους
ἀνθρώπους ἀναγκάζει, κατέχων ἀμφοτέραις ταῖς χερσὶ τὰς τοῦ λαβόντος
καὶ μὴ ἀφεὶς ἕως ἂν ὀμνύοντες εἴπωσι ταῦτα (τοῖς γὰρ ἐκείνου χρήσομαι
λόγοις)· ὄμοσόν μοι κατὰ τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ μηδέποτέ με καταλιπεῖν καὶ ἐπιστρέψαι πρὸς Κορνήλιον.
καὶ ὁ ἄθλιος ἄνθρωπος οὐ πρότερον γεύεται, εἰ μὴ πρότερον ἑαυτῷ κατ

Μιχαήλ Γλύκας αστρολόγος. Hist., Annales (3047: 001)


“Michaelis Glycae annales”, Ed. Bekker, [Link]: Weber, 1836; Corpus
scriptorum historiae Byzantinae.Σελ. 90, γρ. 16

ἐνταῦθα ὄντων καὶ γινομένων ἑκάστῳ τῶν φωστήρων ἀνάκει-


ται, ὥσπερ ὁ λωτὸς τὸ φυτὸν ἡλιακόν ἐστιν, ὅθεν ἀνατέλ-
λοντι μὲν τῷ φωστῆρι ἐξαπλοῖ τὰ φύλλα, δύνοντι δὲ συστέλ-
λει. οὕτω μὲν οὖν καὶ ὁ ἀλεκτρυὼν ὑπὸ τὴν ἡλιακὴν τάξιν
ἐστί. ταύτῃ τοι καὶ πρὸς ἀνατολὴν ἐπανιόντι τῷ ἰδίῳ ἀρχη-
γέτῃ ἀπορρήτως καὶ φυσικῶς ἐπιγάννυται, καὶ ὥσπερ ᾠδὴν
αὐτῷ ποιούμενος ἀπολαμπρύνει τε τὴν φωνὴν καὶ μέγα βοᾷ.
καὶ οὗτοι μὲν οὕτως· σὺ δέ, ἀγαπητέ, τὰς τοιαύτας φω-
νὰς μετὰ τῶν μύθων ἀριθμεῖν μὴ δέδιθι. τὸν γὰρ ἀλε-
κτρυόνα νυκτὸς ἔταξεν ᾄδειν ὁ κηδεμὼν πάντων θεός, ὡς ἐν-
τεῦθεν ἡμᾶς ἄκοντας τῆς Κλίνης ἐγείρεσθαι καὶ μὴ τὴν νύ-
κτα καταναλίσκειν ὅλην ἐπὶ κενοῖς, ἀλλὰ τοὺς μὲν εἰς ἐργα-
σίαν ἐκτρέπεσθαι, τοὺς δὲ πρὸς θείαν δοξολογίαν ἀνίστασθαι·
τοιαῦτα γὰρ τοῦ θεοῦ καὶ διὰ λόγων καὶ διὰ ζώων οὐκ ἀναι-
νομένου παιδεύειν. καὶ πρόσχες τῷ Σολομῶντι λέγοντι “ἴθι
πρὸς τὸν μύρμηκα ὦ ὀκνηρέ.”

Μιχαήλ Γλύκας αστρολόγος. Hist., Annales Σελ. 355, γρ. 13

 Μετὰ τοῦτον Ὀχοζίας ζηλωτὴς καὶ αὐτὸς τῆς πατρικῆς


ἀσεβείας. ἀποστέλλονται τοίνυν πρὸς τὸν μέγαν Ἠλίαν δύο
πεντηκόνταρχοι μετὰ σοβαρότητος καλοῦντες αὐτὸν ἐπὶ τῷ
781

ἐρωτηθῆναι τῆς νόσου τοῦ βασιλέως ἕνεκεν· ἐφ' ᾧ καὶ πῦρ


καταγαγὼν ἄνωθεν κατέκαυσεν αὐτούς. ἀλλ' ἐνταῦθα οἱ
ὠμότητα τοῦ προφήτου κατηγοροῦντες αὐτοῦ κατηγοροῦσι τοῦ
θεοῦ· δι' αὐτοῦ γὰρ τὰ πάντα. στέλλεται οὖν τρίτος πεν-
τηκόνταρχος, καὶ ἠπίοις λόγοις χρησάμενος τὴν τιμωρίαν
διέφυγεν. κατερχόμενος οὖν καὶ συναντήσας τοῖς ἀποσταλεῖ-
σιν ἐπὶ τὰ εἴδωλα εἶπε “παρὰ τὸ μὴ εἶναι θεὸν ἐν Ἰσραήλ,
πορεύῃ ζητῆσαι μυῖαν θεὸν Ἀκαρῶν; ἡ Κλίνη ἐφ' ἧς ἀνέ-
βης, οὐ καταβήσῃ.” ἴστωσαν οὖν ἐντεῦθεν οἵῳ κρίματι πε-
ριπίπτουσι, καὶ ὅπως ἀγανακτεῖν παρασκευάζουσι τὸν θεόν,
οἱ τὰς ἐλπίδας αὐτῶν ἀστρολόγοις καὶ μάντεσιν ἀναθέμενοι.
ἄξιον δὲ θρηνῆσαι τῶν δυσσεβῶν τὴν ἀλογίαν. οὐ γὰρ μό-
νον τὰ μέγιστα τῶν ζώων ἐθεοποίησαν, ἀλλὰ καὶ τὰ σμικρό-
τατα καὶ μύσους μεστά. τί γὰρ μυσαρώτερον μυίας; ἀλλ'
ὅμως καὶ τὴν εἰκόνα ταύτης θεὸν ἀνηγόρευσαν, καὶ ἣν ζῶ-
σαν ταῖς ῥιπίσιν ἐλαύνουσι, ταύτης τὸν τύπον θεὸν ὠνομάκασιν.  
 Ὁ δέ γε τῶν προφητῶν κορυφαῖος Ἠλίας,

Μιχαήλ Γλύκας αστρολόγος. Hist., Annales Σελ. 546, γρ. 18

Μακεδὼν ἔτη κʹ. οὗτος βρεφύλλιον ὤν, καθά φησι Ζωνα-


ρᾶς, ἔκειτο τῷ ἡλίῳ θαλπόμενος ἅτε δὴ τῶν αὐτοῦ γονέων
περὶ τὸ θέρος ἀσχολουμένων· πάνυ καὶ γὰρ ἦσαν πτωχοί.
ἀετὸς δὲ τηνικαῦτα καταπτὰς ἐσκίαζεν αὐτὸν ταῖς πτέρυξιν.
ἡ γοῦν μήτηρ αὐτοῦ καὶ πολλάκις ἀποσοβῆσαι ἐπιχειρήσασα
τοῦτον, καὶ μὴ δυνηθεῖσα, ἀγαθὸν οἰώνισμα τὸ τοιοῦτον
ἔκρινε δρᾶμα. ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κώμης ὁ Βασίλειος οὗτος ὥρ-
μητο γειτονούσης τῇ μεγαλοπόλει Ἀδριανουπόλεως, καὶ ἀν-
δράποδον δὲ τοῖς Βουλγάροις συναπήχθη ποτέ. φυγὼν οὖν
ἐκεῖθεν πρὸς τὴν Βυζαντίδα ἔρχεται, καὶ τῷ τοῦ ἁγίου Διο-
μήδους προσπελάζει ναῷ, κακεῖσε ὑπνώττει ἐν κλίνῃ λιθοπλιν-
θίνῃ. τηνικαῦτα ὁ ἐκεῖσε νεωκόρος τρίτον ἀφυπνίζεται δι'
ἀγγέλου λέγοντος “ἔσω τὸν βασιλέα εἰσάγαγε.” πείθεται ὁ
νεωκόρος, θεραπείας ἀξιοῖ τὸν βασιλέα. εἶτα τιʹ; διὰ τὴν  
αὐτοῦ ἀνδρείαν τῷ Μιχαὴλ γνωρίζεται, τῶν ἵππων φροντι-
στὴς καθίσταται, μετὰ ταῦτα παράκοιτος καὶ τελευταῖον
κράτωρ ἀναγορεύεται, τοῦ θεοῦ τὰ τοιαῦτα καὶ πρὸ πολλοῦ
πάντως δεικνύοντος. ὅρα γὰρ ὅτι καί ποτε μετὰ τοῦ κυρίου
αὐτοῦ τοῦ Θεοφιλίτζη ἔν τινι τόπῳ ἀπῆλθεν ἔνθα διορατικός
τις ἐτύγχανε μοναχός, ὃς τὸν μὲν Θεοφιλίτζην παρεώρα, τὸν
δὲ Βασίλειον διὰ τιμῆς ἐποιεῖτο πολλῆς,
782

Μιχαήλ Γλύκας αστρολόγος. Hist., Annales Σελ. 573, γρ. 10

ὑποψίαν παραλύσας αὐτὸν τῆς τοῦ δομεστίκου ἀρχῆς. νυ-  


κτὸς οὖν ιαʹ τοῦ Δεκεμβρίου μηνός, λόγου ιγʹ, ἔτει ͵ϛυοηʹ
ἀποστείλασα ἄγει τοῦτον πρὸς τὸν χειροποίητον κάτωθεν τοῦ
παλατίου λιμένα, κἀκεῖθεν ἀνάγει τοῦτον διὰ κοφίνου σὺν
πᾶσι τοῖς ὑπ' αὐτόν, Μιχαὴλ τῷ Βούρτζῃ, Λέοντι ταξιάρχῃ
τῷ Ἀβαλάντῃ, τῷ τοῦ Τζιμισχῆ Ἀτζιποθεοδώρῳ καὶ ἑτέροις
τισί. καταλαμβάνουσιν οὖν αὐτὸν ἐπ' ἐδάφους κοιμώμενον.
ἔνυξεν ὁ Τζιμισχῆς τὸν πόδα αὐτοῦ, καὶ δὴ μικρὸν ἀνεκά-
θισε. καὶ τηνικαῦτα κατὰ τοῦ κρανίου αὐτοῦ κατάγει ὁ Ἀβα-
λάντης τὴν σπάθην. εἶτα πρὸς τὸν Τζιμισχῆν ἐπὶ τῆς βα-
σιλικῆς Κλίνης καθίσαντα φέρουσιν αὐτὸν ἐμπαροινοῦντες καὶ
βλασφημοῦντες εἰς αὐτόν, μηδὲν ἄλλο λέγοντα ὴ “κύριε
ἐλέησον” καὶ “θεοτόκε βοήθησον.” ἐπεὶ δὲ ὑπὸ τῶν παρα-
κοίτων ἤδη κατεφωράθησαν καὶ πολλοὺς ἑώρων βοηθήσαντας,
τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀποτέμνουσι καὶ διὰ θυρίδος αὐτὴν ὑπο-
δεικνύουσιν. ὅθεν καὶ ἔνθεν κἀκεῖθεν διεσκεδάσθησαν.
 Κρατεῖ οὖν μετὰ τὸν Φωκᾶν ὁ Τζιμισχῆς ἔτη ἕξ, συμ-
βασιλεύοντας ἔχων αὐτῷ τοὺς υἱοὺς Ῥωμανοῦ Βασίλειον καὶ
Κωνσταντῖνον. μεταπέμπεται δὲ Βασίλειον παρακοιμώμενον
ἅτε δραστήριον ὄντα παντάπασιν καὶ ἱκανόν, ὃν δὴ καὶ ὁ
Φωκᾶς πρόεδρον ἐτίμησε. τότε δὴ τότε τοῦ ἀξιώματος παρ'

Μιχαήλ Γλύκας αστρολόγος. Hist., Annales Σελ. 593, γρ. 3

θει δραμεῖν. ὡς οὖν ἐκεῖνοι τῆς παρουσίας ᾔσθοντο τοῦ


λαοῦ, εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ ναοῦ καταφεύγουσιν. ἀλλ' ἐκεῖθεν
ἁρπάζονται καὶ διὰ τῶν ποδῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ σύρονται, κατὰ
δέ γε τὸ Σίγμα τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκτυφλοῦνται, ὡς ἡ Θεο-
δώρα ἐνέσκηψεν. ἔκτοτε οὖν κρατεῖ ἡ Ζωὴ σὺν τῇ αὐτα-
δέλφῃ αὐτῆς Θεοδώρᾳ ὡσεὶ μῆνα ἕνα. κἀντεῦθεν ἡ σύγκλη-
τός τε καὶ τὸ κοινὸν διῃτᾶτο καλῶς, ἀπριάτων τῶν ἀρχῶν
ἁπανταχοῦ τελουμένων καὶ μὴ ὠνίων, ὡς πρίν.  
 Γίνεται σκέψις ὥστε βασιλεῖ νομίμως τὴν Ζωὴν συζευ-
χθῆναι. καὶ ἡ μὲν ἀγαγέσθαι ἔθελε Κωνσταντῖνον τὸν λε-
γόμενον ἈρτοΚλίνην· ἦν γὰρ καὶ τὸ εἶδος εὐπρεπής, ἐλέγετο
δὲ καὶ πλησιάζειν αὐτῇ. ἀλλὰ τοῦτον μὲν ἡ σύνοικος, οὐχὶ
783

μισοῦσα μέλλουσα δὲ αὐτοῦ στερεῖσθαι, τοῦ βίου ἐξάγει


φαρμάκοις. ἔνθεν τοι καὶ τὸν Μονομάχον ἀπὸ τῆς ἐξορίας
μεταπέμπεται, παρὰ τοῦ ὀρφανοτρόφου τὴν Μιτυλήνην κα-
τακριθέντα οἰκεῖν· ἐφημίζετο γὰρ παρὰ πάντων ὡς ἐγκρα-
τὴς ἔσται τῆς βασιλείας. καὶ οὕτω μὲν τῷ Σκυλίτζῃ περὶ
τοῦ Μονομάχου διείληπται, λέγεται δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι τῶν
κρατούντων ἤδη παρελθόντων Λεσβόθεν τῇ βασιλίδι μετα-
πέμπεται· ἐξώριστο γὰρ ἐκεῖθεν παρὰ τοῦ Μιχαὴλ ἅτε τῇ
βασιλίδι συμφθείρεσθαι λεγόμενος. ἐπανακέκληται οὖν,

Μιχαήλ Γλύκας αστρολόγος. Hist., Annales Σελ. 623, γρ. 9

 Εἷς μέντοι τῶν πρὸς ἑώαν διαβάντων Λατίνων ὁ Βαι-


μοῦνδος συνθήκας μετὰ τοῦ κρατοῦντος ποιήσας μυρία τε  
χρήματα λαβών, καὶ τῇ Ἀντιοχείᾳ προσβαλών, τῇ πολιορκίᾳ
τε ταύτην ἑλὼν τῶν συνθηκῶν ἐπιλανθάνεται, καὶ χεῖρα
μᾶλλον αἴρει κατὰ Ῥωμαίων. μέλλων δὲ πρὸς ἑσπέραν ἔρ-
χεσθαι καὶ μήπω κατασχεθῇ πτοηθείς, θάνατον ἑαυτοῦ κα-
ταψεύδεται, κἂν ὕστερον σπένδεται τῷ βασιλεῖ. μετὰ δὲ
ταῦτα νοσεῖ ὁ κρατῶν τοσοῦτον ὡς ἐκλελοιπέναι δοκεῖν. προς-
κομίζεται αὐτῷ τὸ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐκτύπωμα τοῦ κατὰ
τὴν Χαλκῆν ἀνεστηλωμένου, ὅπερ ἦν ἐν πέπλῳ τινὶ πρὸ τῆς
εἰκόνος ἀπῃωρημένον. ὑφαπλοῦται τῇ κλίνῃ, καὶ ὁ κάμνων
ἀνέρρωται. ἐπὶ τούτῳ φόβος ὑποσείει οὐ μόνον τὸ δημοτικὸν
ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐν τέλει· φήμη γὰρ αὐτοὺς κατεκρά-
τει ὡς ὁ κρατῶν κατ' ἐκεῖνο τὸ μέγα τεθνήξεται σάββατον.
ἀλλ' ἡ τοιαύτη φήμη καὶ αὐτὴν τὴν τοῦ βασιλέως κατέσεισε
ψυχήν. ψευδὴς δὲ ὅμως ἠλέγχετο. ὁ μὲν οὖν βασιλεὺς ἔκ-
τοτε περὶ Φιλιππούπολιν διέτριβεν ἔαρ ὅλον καὶ θέρος. τὸ
δὲ αἴτιον ἡ μετὰ τῶν Μανιχαίων διάλεξις, οὓς Παυλικιάνους
ἡ δημώδης ὀνομάζει φωνή. πολὺ δὲ τὸ γένος τοῦτο ἐν τῇ
χώρᾳ ταύτῃ κατῴκισται, τοῦ βασιλέως Ἰωάννου τοῦ Τζιμι-
σχῆ ἐκ τῆς ἑώας καταγαγόντος αὐτὸ κἀν ταύτῃ ἐγκατοικίσαν

Γεωργιος Μοναχός. Chronicon (continuatio) (redactio A) (3051:


001)“Θεοφάνης. Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister,
Georgius Monachus”, Ed. Bekker, [Link]: Weber, 1838; Corpus
scriptorum historiae Byzantinae.Σελ. 836, γρ. 22
784

Μιχαήλ, καὶ ἦν σκυθρωπὸς πάνυ. ἐπὶ δεῖπνον δὲ τοῦ βασιλέως


καθεσθέντος, προσεκαλέσατο Εὐδοκίαν καὶ Βασίλειον συνδειπνῆ-
σαι αὐτῷ. τοῦ δὲ βασιλέως οἴνῳ πολλῷ χρησαμένου ἀναστὰς
Βασίλειος ὡς διά τινα χρείαν, ἀπελθὼν ἐν τῷ κοιτῶνι τοῦ βασι-
λέως, διαστρέψας τὰ κλεῖθρα δυνατὸς ὢν ὡς μηκέτι κλείεσθαι τὴν
θύραν, καὶ ἀπελθὼν συνεδείπνει μετὰ τοῦ βασιλέως. τοῦ δὲ βα-
σιλέως πάλιν οἰνωθέντος, τῆς Ἰγγηρίνης ὡς ἔθος αὐτῷ συγχαι-
ρούσης, ἀναστὰς Μιχαὴλ χειροκρατούμενος παρὰ Βασιλείου ἀπῆλ-
θεν ἐν τῷ κοιτῶνι· οὗ τὴν χεῖρα φιλήσας Βασίλειος ἐξῆλθεν.
ἔνδοθεν δὲ τοῦ κοιτῶνος ἦν Βασιλισκιανός, τῇ κελεύσει τοῦ βασι-
λέως ἐν τῇ κλίνῃ Ῥεντακίου ὑπνώσας πρὸς φυλακὴν αὐτοῦ. Ἰγνά-
τιος δὲ κοιτωνίτης ἀπελθὼν τοῦ κλεῖσαι τὴν θύραν τοῦ κοιτῶνος  
διεστραμμένην, καὶ ἀπογνοὺς ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς
τρίχας αὐτοῦ. τοῦ δὲ βασιλέως ὑπὸ τοῦ οἴνου ὕπνῳ θανάτου
παραπλήσιον κοιμωμένου, ἀθρόως ἐλθὼν Βασίλειος μετὰ καὶ
ἑτέρων τὰς θύρας ἀνέῳξεν· καὶ ἔμφοβος ἐξελθὼν Ἰγνάτιος ἀντέ-
πιπτε Βασιλείῳ τοῦ μὴ εἰσελθεῖν. Πέτρος δὲ ὁ Βούλγαρος διὰ
τῆς τοῦ Βασιλείου μασχάλης διελθὼν πρὸς τὴν Κλίνην τοῦ βασι-
λέως ἐκρατεῖτο παρὰ Ἰγνατίου ἀντιπίπτοντος αὐτῷ. ἔξυπνος ἐγέ-
νετο ὁ βασιλεύς. Ἰωάννης δὲ ὁ Χάλδος παρευθὺ μετὰ τοῦ ξίφους
δοὺς τῷ βασιλεῖ ἀπέκοψε τὰς χεῖρας αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰακωβίτζης ὁ

Γεωργιος Μοναχός. Chronicon (continuatio) (redactio A)


Σελ. 837, γρ. 1

σαι αὐτῷ. τοῦ δὲ βασιλέως οἴνῳ πολλῷ χρησαμένου ἀναστὰς


Βασίλειος ὡς διά τινα χρείαν, ἀπελθὼν ἐν τῷ κοιτῶνι τοῦ βασι-
λέως, διαστρέψας τὰ κλεῖθρα δυνατὸς ὢν ὡς μηκέτι κλείεσθαι τὴν
θύραν, καὶ ἀπελθὼν συνεδείπνει μετὰ τοῦ βασιλέως. τοῦ δὲ βα-
σιλέως πάλιν οἰνωθέντος, τῆς Ἰγγηρίνης ὡς ἔθος αὐτῷ συγχαι-
ρούσης, ἀναστὰς Μιχαὴλ χειροκρατούμενος παρὰ Βασιλείου ἀπῆλ-
θεν ἐν τῷ κοιτῶνι· οὗ τὴν χεῖρα φιλήσας Βασίλειος ἐξῆλθεν.
ἔνδοθεν δὲ τοῦ κοιτῶνος ἦν Βασιλισκιανός, τῇ κελεύσει τοῦ βασι-
λέως ἐν τῇ κλίνῃ Ῥεντακίου ὑπνώσας πρὸς φυλακὴν αὐτοῦ. Ἰγνά-
τιος δὲ κοιτωνίτης ἀπελθὼν τοῦ κλεῖσαι τὴν θύραν τοῦ κοιτῶνος  
διεστραμμένην, καὶ ἀπογνοὺς ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς
τρίχας αὐτοῦ. τοῦ δὲ βασιλέως ὑπὸ τοῦ οἴνου ὕπνῳ θανάτου
παραπλήσιον κοιμωμένου, ἀθρόως ἐλθὼν Βασίλειος μετὰ καὶ
ἑτέρων τὰς θύρας ἀνέῳξεν· καὶ ἔμφοβος ἐξελθὼν Ἰγνάτιος ἀντέ-
πιπτε Βασιλείῳ τοῦ μὴ εἰσελθεῖν. Πέτρος δὲ ὁ Βούλγαρος διὰ
τῆς τοῦ Βασιλείου μασχάλης διελθὼν πρὸς τὴν Κλίνην τοῦ βασι-
λέως ἐκρατεῖτο παρὰ Ἰγνατίου ἀντιπίπτοντος αὐτῷ. ἔξυπνος ἐγέ-
785

νετο ὁ βασιλεύς. Ἰωάννης δὲ ὁ Χάλδος παρευθὺ μετὰ τοῦ ξίφους


δοὺς τῷ βασιλεῖ ἀπέκοψε τὰς χεῖρας αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰακωβίτζης ὁ
ἀπελάτης ὁ Πέρσης τὸν Βασιλισκιανὸν ξίφει τρώσας ἔρριψεν αὐ-
τὸν ἄνωθεν κάτω. Μαριανὸς δὲ καὶ Βάρδας ὁ πατὴρ Βασιλείου

Γεωργιος Μοναχός. Chronicon (continuatio) (redactio A)


Σελ. 837, γρ. 6

ρούσης, ἀναστὰς Μιχαὴλ χειροκρατούμενος παρὰ Βασιλείου ἀπῆλ-


θεν ἐν τῷ κοιτῶνι· οὗ τὴν χεῖρα φιλήσας Βασίλειος ἐξῆλθεν.
ἔνδοθεν δὲ τοῦ κοιτῶνος ἦν Βασιλισκιανός, τῇ κελεύσει τοῦ βασι-
λέως ἐν τῇ κλίνῃ Ῥεντακίου ὑπνώσας πρὸς φυλακὴν αὐτοῦ. Ἰγνά-
τιος δὲ κοιτωνίτης ἀπελθὼν τοῦ κλεῖσαι τὴν θύραν τοῦ κοιτῶνος  
διεστραμμένην, καὶ ἀπογνοὺς ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς
τρίχας αὐτοῦ. τοῦ δὲ βασιλέως ὑπὸ τοῦ οἴνου ὕπνῳ θανάτου
παραπλήσιον κοιμωμένου, ἀθρόως ἐλθὼν Βασίλειος μετὰ καὶ
ἑτέρων τὰς θύρας ἀνέῳξεν· καὶ ἔμφοβος ἐξελθὼν Ἰγνάτιος ἀντέ-
πιπτε Βασιλείῳ τοῦ μὴ εἰσελθεῖν. Πέτρος δὲ ὁ Βούλγαρος διὰ
τῆς τοῦ Βασιλείου μασχάλης διελθὼν πρὸς τὴν Κλίνην τοῦ βασι-
λέως ἐκρατεῖτο παρὰ Ἰγνατίου ἀντιπίπτοντος αὐτῷ. ἔξυπνος ἐγέ-
νετο ὁ βασιλεύς. Ἰωάννης δὲ ὁ Χάλδος παρευθὺ μετὰ τοῦ ξίφους
δοὺς τῷ βασιλεῖ ἀπέκοψε τὰς χεῖρας αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰακωβίτζης ὁ
ἀπελάτης ὁ Πέρσης τὸν Βασιλισκιανὸν ξίφει τρώσας ἔρριψεν αὐ-
τὸν ἄνωθεν κάτω. Μαριανὸς δὲ καὶ Βάρδας ὁ πατὴρ Βασιλείου
τοῦ ῥαίκτορος καὶ Συμβάτιος ὁ ἀδελφὸς Βασιλείου καὶ Ἀσυλαίων
ἐξάδελφος Βασιλείου καὶ Κωνσταντῖνος ὁ Τοξαρᾶς ἵσταντο πρὸς
φυλακὴν ἔξωθεν, καὶ οὐδεὶς τῶν μετὰ Μιχαὴλ ἔγνω τὰ γινόμενα.
συναθροισθέντες οἱ μετὰ Βασιλείου συνεβουλεύοντο. Ἀσυλαίων
δὲ ἔφη πρὸς Βασίλειον ὅτι εἰ καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐκόψαμεν,

Γεωργιος Μοναχός. Chronicon (continuatio) (redactio A)


Σελ. 837, γρ. 19

δοὺς τῷ βασιλεῖ ἀπέκοψε τὰς χεῖρας αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰακωβίτζης ὁ


ἀπελάτης ὁ Πέρσης τὸν Βασιλισκιανὸν ξίφει τρώσας ἔρριψεν αὐ-
τὸν ἄνωθεν κάτω. Μαριανὸς δὲ καὶ Βάρδας ὁ πατὴρ Βασιλείου
τοῦ ῥαίκτορος καὶ Συμβάτιος ὁ ἀδελφὸς Βασιλείου καὶ Ἀσυλαίων
ἐξάδελφος Βασιλείου καὶ Κωνσταντῖνος ὁ Τοξαρᾶς ἵσταντο πρὸς
φυλακὴν ἔξωθεν, καὶ οὐδεὶς τῶν μετὰ Μιχαὴλ ἔγνω τὰ γινόμενα.
συναθροισθέντες οἱ μετὰ Βασιλείου συνεβουλεύοντο. Ἀσυλαίων
δὲ ἔφη πρὸς Βασίλειον ὅτι εἰ καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐκόψαμεν, ἀλλὰ
786

ζῶντα αὐτὸν εἰάσαμεν· καὶ ἐὰν ζῇ, τί ἀπολογησόμεθα; καὶ χα-


ριζόμενος Βασιλείῳ ὑποστρέψας εὗρε Μιχαὴλ χεῖρας μὲν μὴ ἔχον-
τα, ἐπὶ τῆς Κλίνης δὲ κείμενον, ἐλεεινολογούμενον κατὰ Βασιλείου.
ὁ δὲ τὸ ξίφος γυμνώσας ἀνηλεῶς ἔπηξε κατὰ τῆς καρδίας τοῦ βα-
σιλέως, διασχίσας τὰ ἔγκατα αὐτοῦ. καὶ στραφεὶς ἐνεκαυχᾶτο
πρὸς Βασίλειον ὡς ἀνδραγάθημα μέγα πεποιηκώς.  
 35. Κλύδωνος δὲ ὄντος ἐν τῇ θαλάσσῃ, συναθροισθέντες
κατῆλθον μέχρι καὶ τοῦ περάματος, καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς
τὸν οἶκον Εὐλογίου τοῦ Πέρσου, καὶ τοῦτον ἄραντες ἦλθον εἰς
τὰ Μαρίνης. πλὰξ δὲ ἦν περιφράσουσα τὸ τεῖχος, καὶ κρατή-
σας Βασίλειος δύο τῶν μετ' αὐτοῦ ὄντων καὶ λακτίσας κατέαξε
τὴν πλάκα, καὶ εἰσῆλθον μέχρι τῆς πύλης τοῦ παλατίου. Εὐλό-
γιος δὲ ὁ Πέρσης ἐλάλησε τῇ αὐτοῦ γλώττῃ Ἀρταβάσδῳ ἑται

Ιωάννης Σκυλίτζης. Synopsis historiarum (3063: 001)


“Ioannis Scylitzae synopsis historiarum”, Ed. Thurn, [Link]: De
Gruyter, 1973; Corpus fontium historiae Byzantinae 5. Series
[Link] life Theoph, se. 24, γρ. 13

φόμενος καὶ σχεδὸν ἀπόσιτος γεγονὼς καὶ μηδὲν ἕτερον προσιέμενος, ἢ


τὸ ἐκ χιόνος ἀποθλιβόμενον ὕδωρ, δυσεντερίας ἑάλω νοσήματι. ἀλλὰ
καίπερ οὕτως ἔχων πονήρως, οὐκ ἠρέμει, οὐδὲ μετρίως ἔφερε τὴν τοῦ
Ἀμωρίου καταστροφήν, ἀλλὰ καιρὸν καὶ τρόπον ἐζήτει, πῶς ἂν ἀμύ-
ναιτο τὸν ἐχθρόν. διὸ καὶ στέλλει πρὸς τὸν ῥῆγα Φραγγίας τὸν πατρί-
κιον Θεοδόσιον, ἐκ τοῦ τῶν Βαβουτζίκων καταγόμενον γένους, ἐπι-
κουρίαν τε ἐξαιτῶν πεμφθῆναι αὐτῷ καὶ ἀποστεῖλαι δύναμιν ἀξιόμαχον
καὶ κακῶσαι μέρη τινὰ τῆς Λιβύης τῷ ἀμερμουμνῇ διαφέροντα. ἀλλ'
αὕτη μὲν ἡ πρεσβεία ἄπρακτος ἔμεινε, τοῦ Θεοδοσίου καθ' ὁδὸν τὴν
ζωὴν καταστρέψαντος. ὁ δὲ Θεόφιλος καὶ ταύτης διεκπεσὼν τῆς ἐλ-
πίδος ἐπὶ πλέον τε ὑπὸ τῆς νόσου σφιγγόμενος ἄνεισι κλινήρης πρὸς
τὴν Μαγναύραν, ἐν ᾗ τήν τε σύγκλητον ἐκκλησιάσας καὶ τὸ λοιπὸν
ἐμφανὲς μέρος τῆς πόλεως τὰ καθ' ἑαυτὸν ἐξετραγῴδει καὶ ὠλοφύρετο
καὶ τοὺς συνειλεγμένους ἐζήτει τὴν εἰς αὐτὸν ἀπομνημονεύειν εὔνοιαν
ἐν τῷ πίστιν καὶ εὐμένειαν τηρῆσαι πρός τε τὴν αὐτοῦ σύζυγον καὶ
τὸν παῖδα καὶ διαφυλάξαι τούτοις τὴν βασιλείαν ἀνεπιβούλευτον.
ἐπικλασθέντων δὲ τῶν συνηθροισμένων τοῖς ἐλεεινοῖς τούτοις ῥήμασι
τοῦ βασιλέως ὀδυρμὸς ἤρθη καὶ κωκυτὸς παρὰ πάντων. καὶ πάντες
θεοκλυτοῦντες ηὔχοντο μὲν τῷ βασιλεῖ ὑγείαν τε καὶ ζωήν, εἰ δ', ὅπερ  
ἀπευκτὸν ἦν αὐτοῖς, θάνατος, ἔλεγον, ἐπακολουθήσει, ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ
γαμετῆς, σφῶν δὲ δεσποίνης, καὶ τῶν παίδων ὑπισχνοῦντο καὶ αὐτάς,
787

Ιωάννης Σκυλίτζης. Synopsis historiarum Emperor life Mich3, se. 2, γρ.


15

μομένης. συνεπετίθετο δὲ τῇ καθαιρέσει ταύτης καὶ ὁ Θεόκτιστος. ὁ δὲ


Μανουὴλ ἐπί τινα καιρὸν ὀκλάζων ἦν, οὐδεὶς δὲ παρρησιάσασθαι ἐτόλ-
μα καὶ εἰς τοὐμφανὲς ἐνεγκεῖν λόγον περὶ τῆς ταύτης καταστροφῆς, τοῦ
πλείστου μέρους τῆς συγκλήτου καὶ τῆς συνόδου καὶ αὐτοῦ τοῦ πατριάρ-
χου τῇ αἱρέσει κατισχημένων. μόνος δὲ τοῦτο ἐτόλμησε κινηθεὶς ἐκ θείας

ἐνεργείας ὁ Μανουήλ. πρότερον μὲν γάρ, ὡς εἴρηται, ἐνδοιάζων ἦν περὶ


τὴν τῶν πανσέπτων εἰκόνων προσκύνησιν, ὕστερον δὲ ταύτην ἠσπάσατο
ἐκ τοιαύτης αἰτίας. νόσῳ κατεσχέθη χαλεπωτάτῃ καὶ ἀπέγνωστο αὐτῷ
ἡ ζωή, πάσης ἰατρικῆς τέχνης ἀποκαμούσης. ἦλθον οὖν τινες πρὸς
αὐτὸν ἀκηκοότες τοῦτον τεθνάναι εὐλαβεῖς μοναχοὶ ἀπὸ τῆς τοῦ
Στουδίου
μονῆς. προσεγγίσαντες δὲ τῇ κλίνῃ καὶ γνόντες αὐτὸν ἔτι ζῆν τε καὶ
ἐμπνεῖν, εὐηγγελίζοντο ζωὴν αὐτῷ καὶ ἀνάρρωσιν καὶ πρὸς τὴν ἔμπρο-
σθεν ὑγείαν ἀποκατάστασιν. ὁ δὲ πρότερον μὲν διηπίστει. ὅμως ἐνιστα-
μένων τῶν θείων ἀνδρῶν καὶ μὴ ἐνδοιάζειν λεγόντων πρὸς τὴν δύναμιν
τοῦ θεοῦ τὴν ἀποκαλυφθεῖσαν αὐτοῖς, μικρὸν ἀνενεγκὼν τῆς νόσου
οὗτός φησι πρὸς αὐτοὺς λεπτῷ καὶ ἀδρανεῖ τῷ ἄσθματι· ‘καὶ πῶς ἔσται
μοι τοῦτο, ὦ θεῖοι πατέρες; αἱ ψυχικαὶ δυνάμεις ἀπολελοίπασι, τὸ σῶμα
τέλεον ἐξησθένησε καὶ κατέσκληκεν. ἐγὼ δὲ κεῖμαι τεταριχευμένος καὶ
σκελετός, ἐν οὐδενὶ διαφέρων ἑτέρῳ τῶν τεθνηκότων, ἢ μόνῳ τῷ
ἀναπνεῖν.
τίς οὖν ἐλπὶς ἢ ποῖος λόγος ἔσεται ὁ πείσων με ἀναρρωσθήσεσθαι καὶ
εἰς τὴν προτέραν εὐεξίαν ἐλθεῖν;’ ὑπολαβόντες οὖν οἱ ὅσιοι ἔφησαν πρὸς

Ιωάννης Σκυλίτζης. Synopsis historiarum


Emperor life Niceph2, se. 22, γρ. 16

μοιχαλὶς καὶ γράμματα τοῦτον δέξασθαι τὴν κάθοδον ἐπιτρέποντα)


ἀφίκετο εἰς Χαλκηδόνα. καὶ τοῦ βασιλέως ὑπομνησθέντος, εἰ δεῖ τοῦτον
εἰσελθεῖν ἐν τῇ βασιλίδι, κἀκείνου προσμένειν μικρὸν ἐπιτρέψαντος,
ἐκείνη νυκτὸς ἑνδεκάτῃ τοῦ Δεκεμβρίου μηνός, ἰνδικτιῶνος τρισκαιδεκά-
της, ἔτους ἑξακισχιλιοστοῦ τετρακοσιοστοῦ ἑβδομηκοστοῦ ὀγδόου,
ἀποστείλασα ἄγει τοῦτον πρὸς τὸν κάτωθεν τῶν παλατίων χειροποίη-
τον λιμένα, καὶ κοφίνῳ ἀνιμήσατο μετὰ πάντων τῶν περὶ αὐτόν. ἦσαν δὲ
ὁ πατρίκιος Μιχαὴλ ὁ Βούρτζης, Λέων ταξιάρχης ὁ Ἀβαλάντης καὶ τῶν
τοῦ Τζιμισκῆ πιστικωτάτων ὁ Ἀτζυποθεόδωρος καὶ ἕτεροι δύο. οἵτινες
ἀνελθόντες καὶ ξιφήρεις εἰς τὸν τοῦ βασιλέως εἰσελθόντες κοιτῶνα, ἐπεὶ
788

μὴ εὗρον αὐτὸν ἐν τῇ συνήθει κλίνῃ, φωραθῆναι ὑπονοήσαντες μικροῦ


δεῖν  
ἑαυτοὺς κατεκρήμνισαν, εἰ μή που ἀνδράριόν τι τῶν ἐκ τῆς γυναικωνίτι-
δος εὑρηκότες ὑπ' αὐτοῦ ὁδηγοῦνται. καὶ καταλαμβάνουσιν αὐτὸν ἐπ'
ἐδάφους κείμενον καὶ στρωμνὴν ἔχοντα πῖλον κοκκοβαφῆ καὶ ἄρκτου
δέρμα,
ὅπερ λαβὼν ἦν παρὰ Μιχαὴλ μοναχοῦ τοῦ Μαλεΐνου, τοῦ θείου αὐτοῦ.
τοῦτον ἄρτι πρὸς ὕπνον τραπέντα καὶ μηδαμῶς ἐπαισθόμενον τῆς
ἀφίξεως τῶν μελλόντων αὐτὸν ἀναιρεῖν, ὁ Τζιμισκὴς τῷ ποδὶ νύξας
ἐξύπνισεν. ἐξυπνισθέντα δὲ καὶ τῆς δεξιᾶς χειρὸς τὸν ἀγκῶνα τῇ γῇ
προσερείσαντα καὶ τὴν κεφαλὴν ἀνακουφίσαντα, ἐπιφέρει γυμνῷ τῷ
ξίφει κατὰ τῆς κορυφῆς ἀσκεποῦς οὔσης (ἐπεπτώκει γὰρ ἐγειρομένου τὸ
τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ κάλυμμα) Λέων ὁ Ἀβαλάντης γενναίαν πληγήν, καὶ

Ιωάννης Σκυλίτζης. Synopsis historiarum


Emperor life Niceph2, se. 23, γρ. 14

πρὸς ἔπος ταῦτα· ‘ὦ βασιλεῦ, ἀσφάλισαι σεαυτόν. κίνδυνος γάρ σοι


κατὰ ταύτην τὴν νύκτα οὐ μικρὸς ἀρτύεται.’ τὸ δὲ γραμμάτιον ἄλλοι μὲν
λέγουσιν, ὡς ὑπολαβὼν ὁ βασιλεὺς δεητήριον εἶναι οὐκ ἀνέγνω τοῦτο,
ἄλλοι δ', ὅτι ἀνέγνω μέν, ἀλλ' ἠμέλησε τῆς ἑαυτοῦ φυλακῆς, τοῦ χρεὼν
ἐμποδίσαντος, ἀποθανόντος δὲ τούτου εὑρέθη ἔχον τὰ γεγραμμένα. ἄλλοι

δ', ὅτι ἀναγνοὺς ἐπέτρεψε τὴν ζήτησιν καὶ φυλακὴν τῷ πρωτοβεστιαρίῳ,


ἔγραψε δὲ καὶ τῷ ἀδελφῷ Λέοντι ἐπ' οἴκου διάγοντι λαὸν ἔνοπλον
εἰληφέναι καὶ φοιτῆσαι τὴν ταχίστην πρὸς τὸ παλάτιον. τοῦτο δὲ
διακομισθὲν ἐκεῖνος δεξάμενος, καὶ μηδ' ἀνελίξας (ἔτυχε γὰρ κυβεύων
μετά τινων καὶ δαιμονίως τῇ παιδιᾷ χρώμενος) ἔθετο ἐν τῇ ἑαυτοῦ κλίνῃ
ὑπὸ τὴν τύλην. ἄρτι δὲ τοῦ παιγνίου διαλυθέντος τὸ γραμμάτιον ἐπελ-
θὼν καὶ τὸν ἐγκείμενον νοῦν συνεὶς τῶν γραφέντων, δύναμιν ὡς ὁ καιρὸς

ἀπῄτει συνηθροικὼς ἀπῄει πρὸς τὰ βασίλεια. γενόμενος δὲ κατὰ τὴν ἐν


τῷ ἱπποδρομίῳ σφενδόνην ἤκουσέ τινων διαλεγομένων πρὸς ἀλλήλους,
ὡς ἄρα εἴη Νικηφόρος ἀνῃρημένος ὁ βασιλεύς, ἤκουσε δὲ καὶ τῶν ἐν ταῖς

πλατείαις καὶ τοῖς στενωποῖς ἀνευφημούντων τὸν Ἰωάννην. τῷ ἀνελ-


πίστῳ δὲ καταπλαγεὶς καὶ μηδὲν ἐννοήσας γενναῖον, ᾗ τάχους εἶχε σὺν
τῷ υἱῷ Νικηφόρῳ τῇ μεγάλῃ προσέρχεται ἐκκλησίᾳ. καὶ τὰ μὲν λεγό-
μενα ταῦτα. εἰ δὲ ἀληθῶς, ἢ ψευδῶς, οὐκ ἔχω λέγειν. θνῄσκει δ' ὅμως ὁ
Νικηφόρος ἔνδον τοῦ παλατίου κατεργασθείς.
789

Scylitzes Continuatus, Continuatio Scylitzae (3064: 002)


“Ἡ συνέχεια τῆς χρονογραφίας τοῦ Ἰωάννου Σκυλίτση”, Ed. Tsolakes,
[Link]: n.p., 1968; Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν. Ἵδρυμα
Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἵμου 105.Σελ. 171, γρ. 15

μηδὲ παρέχειν τινὶ τὸ οἱονοῦν ἢ πρόνοιαν γοῦν τροφῶν καὶ διὰ μετα-
κομιδῆς γεννημάτων διὰ σιτηγῶν πλοίων ποιήσασθαι, ἀλλὰ τῇ ματαίᾳ
καὶ ἀνονήτῳ περὶ λόγους σπουδῇ καὶ τῷ ἰαμβίζειν καὶ ἀναπαίστους συν-
τιθέναι προσέχων διηνεκῶς, καίτοι μηδ' ἐν χρῷ τῆς τέχνης γευσάμενος,
ἀλλ' ὑπὸ τοῦ τῶν φιλοσόφων ὑπάτου ἐξαπατώμενος καὶ
ἀποβουκολούμενος
τὸν κόσμον ὅλον διέφθειρεν, ὡς εἰπεῖν. Γίνεται γὰρ λιμὸς ἰσχυρός, ᾧ δὴ
καὶ λοιμὸς ἐπακολουθεῖ καὶ θάνατοι, τὰ σύντροφα ταῦτα καὶ πρὸς ὄλε-
θρον ἀνθρώπων ἀδελφὰ καὶ ὁμότιμα. Καὶ ἔθνῃσκον καθ' ἑκάστην συχνοί,

ὥστε μὴ δύνασθαι τοὺς ζῶντας ἐκφέρειν τοὺς νεκρούς, κἀν τοῖς λεγομέ-
νοις ἐμβόλοις κεῖσθαι ἀτημελήτους καὶ φοράδην κομίζεσθαι πολλούς,
πολλάκις ἐν μιᾷ κλίνῃ πέντε καὶ ἓξ τιθεμένων νεκρῶν, καὶ πάντο-
θεν ἐπιρρέειν τὰ σκυθρωπὰ καὶ πάσης κατηφείας πληροῦσθαι τὴν βα-
σιλεύουσαν. Τῶν δὲ καθημερινῶν ἀδικημάτων καὶ τῶν παρανόμων κρι-
μάτων καὶ εἰσπράξεων οὐδεμία τις ἀναστολὴ τοῖς κρατοῦσιν ἐπενοεῖτο,
ἀλλ', ὥσπερ μηδενὸς τὸ παράπαν ἐνοχλοῦντος τοῖς Ῥωμαίοις ἀλλοφύ-
λου πολέμου ἢ θείας ὀργῆς ἢ τοὺς ἀνθρώπους κατατρυχούσης ἐνδείας
καὶ βίας βιοτικῆς, οὕτως ἀδεῶς ἔπραττον τὰ θεομισῆ καὶ τυραννικά.
Καὶ πᾶν προβούλευμα βασιλικὸν καὶ ἐννόημα εἰς τὸ τοὺς οἰκείους ἀδι-
κεῖν καὶ κατασοφίζεσθαι καὶ θηρεύειν τοὺς βίους αὐτῶν καὶ τὴν ἀφορμὴν

τῆς ζωῆς κατεγίνετο, ὡς καὶ ἄχρι τῶν θείων σηκῶν ἐπεκταθῆναι τὴν
πλεο-
νεξίαν αὐτῶν καὶ τὰ ἱερὰ τούτων κειμήλια καὶ ἔπιπλα ἀφελέσθαι.

Λέων Διάκονος ιστορικός. Historia Σελ. 83, γρ. 9

τῶν Ῥωμαίων ἥλω τε καὶ ἐπορθήθη. τὴν γοῦν ταύτης ὁ αὐτο-


κράτωρ διακούσας κατάσχεσιν, ἐγεγήθει τε, καὶ τῷ κρείττονι  
εὐχαριστήρια ἔθυσεν. ἔτυχε δὲ τότε τὴν τῶν Ἀσωμάτων ἀπαν-
790

τῆσαι σύναξιν, ἐν ᾗ καὶ μοναχόν τινα λέγεται τῶν ἐρημικῶν ἐπι-


στόλιον ἐπιδόντα τῷ βασιλεῖ, ἐκποδὼν ἐξαυτῆς οἴχεσθαι. τὸν
δὲ ἀνελῖξαί τε τοῦτο, καὶ τὸν νοῦν αὐτοῦ ἀναλέξασθαι· εἶναι δὲ
τὴν τούτου ἔμφασιν τοιαύτην· “ἐμοὶ τῷ σκώληκι παρὰ τῆς προ-
νοίας ἀπεκαλύφθη, βασιλεῦ, μεταναστῆναί σε τῶν τῇδε τῷ μετὰ
τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον τρίτῳ μηνί.” πολλὰ τοίνυν ἀναψη-
λαφήσας ὁ βασιλεὺς, οὐχ εὗρε τὸν μοναχόν. ἐντεῦθεν ἐν κατη-
φείᾳ διῆγε καὶ σκυθρωπότητι· ἐπὶ Κλίνης τε τὸ παράπαν ἔκτοτε
οὐκ ἐβουλήθη διαναπαύσασθαι, ἀλλ' ἐπ' ἐδάφους ὑποστρων-
νύων δέρμα παρδάλεως, καὶ κοκκοβαφῆ πῖλον, ἐπὶ τούτων ἐκά-
θευδε, μανδύῃ τῷ τοῦ μοναχοῦ Μιχαὴλ καὶ θείου αὐτοῦ, ᾧ Μα-
λεΐνος ἐπώνυμον, ἄνωθεν ἐπικαλύπτων αὑτοῦ τὸ σωμάτιον· ἐν
οἷς εἴθιστο καθεύδειν, ὁπηνίκα τῶν δεσποτικῶν ἑορτῶν τις εἰσή-
λαυνε, καὶ τῶν μυστηρίων Χριστοῦ τῶν ἀχράντων ἠβούλετο
μετασχεῖν. κατὰ ταύτας δὲ τὰς ἡμέρας συνέβη καὶ τὸν Καίσαρα
Βάρδαν, τὸν τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου πατέρα, τοῦ βίου
μεταναστῆναι, ὑπὲρ τὰ ἐννενήκοντα ἔτη διαβιώσαντα, κἀν τοῖς
στρατιωτικοῖς καταλόγοις ἐξ αὐτῆς ἥβης καταγηράσαντα,

Λέων Διάκονος ιστορικός. Historia Σελ. 87, γρ. 16

τάστημα, καὶ χιὼν ἐχεῖτο πολλή· καὶ ὁ Ἰωάννης ἀφίκετο μετὰ


τῶν συνωμοτῶν, ἐπὶ λέμβου τὸν αἰγιαλὸν παραπλέων, καὶ τῆς
ἠπείρου προσεπιβαίνων, ἵνα ὁ λίθινος λέων τὸν ταῦρον ζωγρεῖ
(Βουκολέοντα τὸν τόπον κέκληκεν ἡ συνήθεια)· ὃς τοῖς ἄνωθεν
ἐπὶ τῶν ὑπαίθρων προκύπτουσιν ὑπηρέταις συρίττων ἐπεγινώσκε-
το. τοιοῦτον γὰρ τοῖς παλαμναίοις ἐδέδοτο σύνθημα. κόφινον
οὖν καλωδίοις ἐξηρτημένον χαλάσαντες ἄνωθεν, καθ' ἕνα τοὺς
συνωμότας πρότερον ἅπαντας ἀνιμήσαντο, ἔπειτα δὲ καὶ τὸν
Ἰωάννην αὐτόν. ἀνελθόντες οὖν παρὰ πᾶσαν ἀνθρωπίνην ὑπό-
νοιαν, καὶ τὰ ξίφη γυμνώσαντες, εἰς τὸν βασιλικὸν εἰσελαύνουσι
θάλαμον, καὶ τὴν Κλίνην κατειληφότες, καὶ ταύτην εὑρόντες κε-
νὴν καὶ μήτινα ἐν αὐτῇ διαναπαυόμενον, ἐπεπήγεσαν ἀπὸ τοῦ
δέους, καὶ κατακρημνίζειν αὑτοὺς ἐπειρῶντο πρὸς θάλασσαν.
ἀλλ' ἀνδράριόν τι τῶν ἐκ τῆς γυναικωνίτιδος ἰταμῶν, αὐτῶν
ἡγησάμενον, ὑποδεικνύει τὸν βασιλέα καθεύδοντα, ὃν κύκλῳ
περιστάντες ἔνυττον τοῖς ποσὶν ἐναλλόμενοι. διυπνισθέντα δὲ
τοῦτον καὶ τὴν κεφαλὴν ἐπ' ἀγκῶνος ἐρείσαντα, ξίφει βιαίως
παίει Λέων ὁ Βαλάντης ὀνομαζόμενος. ὁ δὲ περιαλγήσας τῷ  
τραύματι (μέχρι τῆς ὀφρύος καὶ τῆς βλεφαρίδος τὸ ξίφος καθί-
κετο, ἀπαράξαν μὲν τὸ ὀστοῦν, μὴ πλῆξαν δὲ τὸν ἐγκέφαλον),
“Θεοτόκε, βοήθει,” ἐκέκραγε γεγωνοτέρᾳ φωνῇ·
791

Λέων Διάκονος ιστορικός. Historia Σελ. 164, γρ. 1

τέλεγεν ἰσχυριζόμενος ἀθροισθῆναι σύνοδον, καὶ τηνικαῦτα δια-


λύσασθαι τὰ ἐγκλήματα· τοῦτο γὰρ βούλεσθαι καὶ τὰ τῶν πα-
τέρων θεόπνευστα παραγγέλματα, οἰκουμενικὴν ἐπὶ πατριάρχου
καθαιρέσει συγκροτεῖσθαι σύνοδον· εἰς τὸ κατὰ τὸν Σκάμανδρον
τελοῦν φροντιστήριον, ὅπερ αὐτὸς ἐδείματο, πρὸς τοῦ βασιλέως
περιορίζεται· ἀνὴρ ἄτροφος σχεδόν τε καὶ ἄσαρκος, ἐξ ἁπαλῶν
ὀνύχων ἀσκητικοῖς ἀγῶσιν ὑπὲρ φύσιν ἐγγυμνασάμενος, ἀμπε-
χόνῃ κεχρημένος θέρει τε καὶ χειμῶνι μιᾷ, καὶ ταύτῃ μὴ ἀπεκ-
δυόμενος, ἕως ἂν διεῤῥύη καὶ ἄχρηστος ἐξεγένετο, βρωτῶν δὲ
μὴ γευόμενος ἢ ποτῶν, πλὴν ὕδατος καὶ τῶν ἐξ ἀκροδρύων χυ-  
μῶν. λέγεται δὲ μηδὲ παρὰ Κλίνην καθευδῆσαι, ἀλλ' ἐπ' ἐδά-
φους, παρ' ὅλον αὑτοῦ τὸν καιρὸν τῆς ἀσκήσεως. ἐλάττωμα
δὲ τοῦτο μόνον φασὶ προσεῖναι τἀνδρὶ, τὸ τὰς ἀναγωγὰς καὶ
ἀναστροφὰς τῶν ἀνδρῶν περὶ πλείστου ποιεῖσθαι διαγινώσκειν,
πολυπραγμονοῦντι καὶ διερευνωμένῳ πέρα τοῦ δέοντος.

Symeon Logothetes Hist., Chronicon (sub nomine Leonis Grammatici


vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A + B operis sub
titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (3070: 001)
“Leonis GrammaticiΧρονογραφία. ”, Ed. Bekker, [Link]: Weber, 1842;
Corpus scriptorum historiae Byzantinae.Σελ. 250, γρ. 21

σκευάζετο κατὰ Μιχαήλ, καὶ ἦν σκυθρωπὸς πάνυ. ἐπὶ δεί-


πνου δὲ τοῦ βασιλέως καθεσθέντος προσεκαλέσατο Εὐδοκίαν
καὶ Βασίλειον συνδειπνῆσαι αὐτῷ. τοῦ δὲ βασιλέως οἴνῳ
πολλῷ χρησαμένου ἀναστὰς Βασίλειος ὡς διά τινα χρείαν ἐν
τῷ κοιτῶνι διαστρέφει τὰ κλεῖθρα δυνατὸς ὤν, ὡς μὴ κλείε-
σθαι τὴν θύραν· καὶ ἀπελθὼν συνεδείπνει πάλιν μετὰ τοῦ
βασιλέως. τοῦ δὲ βασιλέως πάνυ οἰνωθέντος, τῆς Ἰγγερίνης
ὡς ἔθος αὐτῷ συγχαιρούσης, ἀναστὰς Μιχαὴλ χειροκρατού-
μενος παρὰ Βασιλείου ἀπῆλθεν ἐν τῷ κοιτῶνι· οὗ τὴν χεῖρα
φιλήσας ἐξῆλθεν Βασίλειος. ἔνδοθεν δὲ τοῦ κοιτῶνος ἦν Βα-
σιλισκιανός, τῇ κελεύσει τοῦ βασιλέως ὑπνώσας ἐν τῇ κλίνῃ
Ῥεντακίου πρὸς φυλακὴν αὐτοῦ. Ἰγνάτιος δὲ κοιτωνίτης
ἀπελθὼν τοῦ κλεῖσαι τὴν θύραν τοῦ κοιτῶνος εὗρε διεστραμ-  
μένην, καὶ ἀπογνοὺς ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς τρί-
χας αὐτοῦ. τοῦ δὲ βασιλέως ὕπνον θανάτῳ παραπλήσιον
κοιμωμένου ἀθρόως ἐλθὼν Βασίλειος μετὰ καὶ ἑτέρων τὰς
792

θύρας ἀνέῳξεν· καὶ ἔμφοβος ἐξελθὼν Ἰγνάτιος ἀντέπιπτεν


Βασιλείῳ μὴ εἰσελθεῖν. Πέτρος δὲ ὁ Βούλγαρος διὰ τῆς τοῦ
Βασιλείου μασχάλης διελθὼν πρὸς τὴν Κλίνην τοῦ βασιλέως
ἐκρατήθη παρὰ Ἰγνατίου, καὶ ἀντιπίπτοντος αὐτῷ ἔξυπνος
ἐγένετο ὁ βασιλεύς. Ἰωάννης δὲ ὁ Χάλδος παρευθὺ μετὰ

Symeon Logothetes Hist., Chronicon (sub nomine Leonis Grammatici


vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A + B operis sub t
Σελ. 251, γρ. 18

ἐγένετο ὁ βασιλεύς. Ἰωάννης δὲ ὁ Χάλδος παρευθὺ μετὰ


τοῦ ξίφους δοὺς αὐτῷ ἀπέκοψεν τὰς χεῖρας αὐτοῦ, Ἰακωβί-
τζης δὲ καὶ ὁ Πέρσης τὸν Βασιλισκιανὸν ξίφει τρώσαντες
ἔρριψαν αὐτὸν ἄνωθεν κάτω. Μαριανὸς δὲ καὶ Βάρδας ὁ
πατὴρ Βασιλείου καὶ Κωνσταντῖνος ὁ Τοξαρᾶς, οὗτοι ἵσταντο
πρὸς φυλακὴν ἔξωθεν· καὶ οὐδεὶς τῶν μετὰ Μιχαὴλ ἔγνω
τὰ γινόμενα. συναθροισθέντες δὲ οἱ μετὰ Βασίλειον ὅτι εἰ
καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐκόψαμεν, ζῶντα αὐτὸν εἰάσαμεν· καὶ
ἐὰν ζῇ, τί ἀπολογησόμεθα; καὶ χαριζόμενος Βασιλείῳ ὁ Χάλ-
δος ὑποστρέψας εὗρε Μιχαὴλ χεῖρας μὲν μὴ ἔχοντα, ἐπὶ
τῆς Κλίνης δὲ κείμενον ἐλεεινολογούμενον κατὰ Βασιλείου. ὁ
δὲ τὸ ξίφος γυμνὸν ἀνηλεῶς ἔπηξεν κατὰ τῆς καρδίας τοῦ
βασιλέως, διασχίσας τὰ ἔγκατα αὐτοῦ, καὶ στραφεὶς ἐνεκαυ-
χᾶτο πρὸς Βασίλειον ὡς ἀνδραγάθημα πεποιηκώς. κλύδωνος
δὲ ὄντος ἐν τῇ θαλάσσῃ συναθροισθέντες κατῆλθον μέχρι
τοῦ περάματος, καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὸν οἶκον Εὐ-  
λογίου τοῦ Πέρσου καὶ τοῦτον ἄραντες ἦλθον εἰς τὰ Μαρί-
νης, καὶ ἀνελθόντες διὰ τοῦ τείχους ἦλθον μέχρι τοῦ παλα-
τίου. πλὰξ δὲ ἦν περιφράσσουσα τὸ τεῖχος, καὶ κρατήσας
Βασίλειος δύο τῶν μετ' αὐτοῦ ὄντων καὶ λακτίσας κατέαξεν
τὴν πλάκα, καὶ εἰσῆλθε μέχρι τῆς πύλης τοῦ παλατίου. Εὐ

Κωνσταντίνος Μανασσής. , Compendium chronicum (3074:


001)“Constantini Manassis breviarium historiae metricum”, Ed. Bekker,
[Link]: Weber, 1837; Corpus scriptorum historiae [Link] 3313

χαρίτων στίλβων καλλοναῖς καὶ πυραυγίζων πάντῃ.


 Ἦν μὲν οὖν οὕτω κόσμιος ὁ βασιλεὺς καὶ πρᾶος
καὶ μισοπόνηρον αὐχῶν τὴν γνώμην καὶ δικαίαν·
793

ἀλλὰ γὰρ τὸ πολύπονον αὐτοῦ τῆς διαρτίας


καὶ τὸ συχνάκις βάλλεσθαι νόσοις ἀλλεπαλλήλοις
τὴν πρόθεσιν ἐξέκοπτε τῆς δικαιοπραγίας.
οὐ γὰρ προῄει συνεχῶς ἀπὸ τῶν βασιλείων,
ὡς εἶναι τοῖς ἐθέλουσιν αὐτῷ προσομιλῆσαι
καὶ φιλαδίκων κατειπεῖν ἀνθρώπων ἁρπακτήρων,
ἀλλ' εἶχε τοῦτον νοσερὸν ἡ Κλίνη καὶ τὸ δῶμα
ὥσπερ τι δένδρον εὐγενὲς βρῖθον καρποῖς ὡραίοις
καὶ πᾶσι προϊσχόμενον πλουσίαν τὴν ὀπώραν,
χειμῶνι δὲ καὶ κρυερῷ πηγνύμενον ἀέρι  
καὶ παρεμποδιζόμενον εἰς τὸ πεπᾶναι ταύτην.
ἐντεῦθεν οἱ σπουδάζοντες ἐκ φιλαδίκου γνώμης
τοῖς ἀλλοτρίοις ἐντρυφᾶν καὶ τὰς οὐσίας αὔξειν,
κατὰ πολὺν τοῦ θέλοντος κωλύειν ἐρημίαν
λίχνοις ἐπεντρανίζοντες ταῖς κόραις τοῖς ὀθνείοις
ἐλῄστευον διήρπαζον ἐσύλουν τὰ τῶν πέλας,
καὶ φύρσις ἦν ἁπανταχοῦ καὶ στόνος οἰμωγμάτων,

Κωνσταντίνος Μανασσής. , Compendium chronicum


Line 5226

ὡς πρὸς σκοπὸν ἐφέρετο τὴν Βυζαντίδα πόλιν.


ὡς δὲ τῶν πύργων γέγονεν ἐντὸς τῶν καλλιπύργων,
ἐνταῦθα τὴν εὐμήχανον βουλὴν θεωρητέον,  
ὅπως προκαταβάλλεται τὰς ῥίζας τῶν πραγμάτων,
καὶ πῶς αἰδέσιμον αὐτῇ τὸ βασιλείας χρῆμα.
ὕπνωττε μὲν Βασίλειος οὕτως ἀτημελήτως,
διερρωγόσι ῥάκεσιν ἐγκεκορδυλημένος,
οὐκ ἄργυρον οὐδὲ χρυσὸν οἰκόθεν ἐπηγμένος,
εἰς μόνας δὲ τὰς ἑαυτοῦ παλάμας ἀποβλέπων,
καὶ ταύτας φέρων ἀφορμὴν τοῦ πολυστόνου βίου.
ὕπνωττεν οὖν ἐπί τινος λιθοπλινθίνης Κλίνης
ἀγχιθυρούσης τῷ ναῷ τοῦ θείου Διομήδους.
ἀλλ' ἐπὶ τούτοις ὄνειρος λευκόπτερος ἐπέπτη·
τὸν νεωκόρον τὸν ἐκεῖ τάχιον ἀφυπνίζει
προτρέπει τε συναγαγεῖν ἔνδον τὸν βασιλέα.
ἀποπηδᾷ τῆς ἑαυτοῦ Κλίνης ὁ νεωκόρος,
ἐπὶ τὸ προτεμένισμα συντόμως βηματίζει,
καταδαρθάνοντα λιτῶς Βασίλειον εὑρίσκει,
χαμεύνην, ἀνιπτόποδα, λυπρόν, ῥακιοφόρον·
πλάνην νομίζει τὸ φανέν, ἐκεῖθεν ἀποτρέχει.
καὶ πάλιν ὕπνος ἔπιπτεν ἐν τοῖς αὐτοῦ βλεφάροις,
794

Κωνσταντίνος Μανασσής. , Compendium chronicum


Line 5634

ἐξοστρακίζει θέμενος ἀθρόον νησιώτας.


καὶ τότε πρῶτον ἔβλεψε τὴν γραῦν τὴν βασιλείαν
ὡς κόρην χρυσοσπάταλον, ὡς μαργαροφοροῦσαν,
ὡς ἁβροχίτωνα στιλπνήν, ὡς τρυφερευομένην,
καὶ προσγελῶσαν καπυρὸν καὶ προσλαλοῦσαν τούτῳ,
καὶ συνιοῦσαν νυμφικῶς ἐπὶ παιδογονίᾳ.
 Οὗτος τὸν Βάρδαν τὸν Φωκᾶν στρατάρχην καθιστάνει,
ὃν τῶν σχολῶν δομέστικον εἴποιεν ἂν Ῥωμαῖοι,
τομίαν δὲ Βασίλειον, ἕνα τῶν ἀποκόπων,  
φυέντα τῷ Λακαπηνῷ σκοτίων ἐκ σπερμάτων
παράκοιτον καὶ φύλακα τῆς βασιλείου Κλίνης.
ἐπεὶ δ' ὁ Βάρδας ἔσβεστο τὴν πρὸς τὰς μάχας θέρμην
καὶ τὴν ὀξύρροπον ὁρμὴν (ἔψυχε γὰρ τὸ γῆρας),
εἰς Νικηφόρον τὸν Φωκᾶν τὴν στραταρχίαν τρέπει,
εἴποι τις ἄν, ἐκ λέοντος εἰς τὸν ἐκείνου σκύμνον.
υἱὸν δ' ἰδεῖν εὐτυχηκὼς ἰδίας ἐξ ὀσφύος,
ὃς ἐξ Ἑλένης Ῥωμανοῦ τῆς θυγατρὸς ἐξέφυ,
κατονομάζει Ῥωμανόν. ἐλάσαντα δ' εἰς ἥβην
καὶ γαμετῇ συζεύγνυσι, καὶ βλέψας υἱοῦ γόνον
Βασίλειον τὸν μέγιστον ἐπὶ τροπαιουχίαις,
καὶ βρέφος ἐπαγκάλιον βαστάσας τὸν τοσοῦτον,

Κωνσταντίνος Μανασσής. , Compendium chronicum


Line 5936

 Καὶ τοίνυν ὁ πρωτόφυτος τῶν τῆς πορφύρας κλάδων,


ζηλώσας τὸν πρωτόπαππον αὐτοῦ τὸν Μακεδόνα
καὶ τὸν καρτερικώτατον ἥρω τὸν Ἡρακλέα,
τὰς μὲν τρυφὰς ἀπέπτυσε καὶ τὰς ἡδυπαθείας,
καὶ βίον τὸν ἀνέσιμον ἀπέστυξε καὶ χαῦνον,
τὸ δὲ τραχὺ καὶ τὸ σκληρὸν τῶν ἐργομόχθων ὅπλων
καὶ θώρακας καὶ κόρυθας καὶ φάσγανα καὶ βέλη
εἵλετο μᾶλλον νέκταρος γλυκαζουσῶν ψεκάδων.
ἐντεῦθεν τρυφερόπεπλον περιβολὴν ἐστύγει
καὶ τράπεζαν ἁβρόσιτον φλεγμαίνουσαν τοῖς ὄψοις
καὶ Κλίνην πορφυρόστρωτον καὶ μαργαροφορίας,
795

ἀσπίδων δὲ δουπήματα καὶ πάταγον ἁρμάτων


ὑπὲρ ὀργάνων ἴυγγας θελξιμελῶν ἡγεῖτο.
ἐντεῦθεν περισφύρια καὶ σιδηραῖ κνημῖδες
καὶ δόρυ πολεμόχαρτον ἦσαν αὐτῷ στερκτέα.
πλὴν ἀλλ' ἡ τύχη βάσκανον ὄψιν ἐπιβαλοῦσα
ἀντέπιπτεν ἀντέπραττε τῇ τηλικαύτῃ θέρμῃ
καὶ τὸν φλογμὸν ἐμάραινε καὶ τὴν ὁρμὴν ἐπεῖχε.
καὶ γὰρ ἀνακινήσασα πρὸς τὴν ἀποστασίαν  
Βάρδαν ἐκεῖνον τὸν σκληρόν, τὸν μέγαν ἐν ἰσχύϊ,
ἄνδρα πολεμικώτατον, εὔτολμον, φρυακτίαν,

Michael Attaliates Hist., Historia (3079: 001)“Michaelis Attaliotae


historia”, Ed. Bekker, [Link]: Weber, 1853; Corpus scriptorum historiae
Byzantinae.Σελ. 212, γρ. 2

ὢν καὶ σφόδρα φειδωλίας ἐχόμενος οὐδὲν ἐκ τῶν βασιλικῶν


θησαυρῶν ἢ τῆς ἄλλης προνοίας εἰσῆγεν ἢ τοῖς ἐν τέλει ἢ
τοῖς δημοτικοῖς παραμύθιον, καὶ ἕκαστος περὶ ἑαυτοῦ στυγνά-
ζων οὐδὲ χεῖρα πλουσίαν εἶχε πρὸς τὸ τοῖς δεομένοις ἐπαρκεῖν
καὶ παρέχειν τὰ τῆς ζωῆς ἐφόδια (διὰ γὰρ τούτων τοῖς πενε-
στέροις ὡς ἐπίπαν τὰ χρειώδη προσάγονται), πολὺς καὶ ἀμύ-
θητος θάνατος οὐ τῶν ξένων μόνον ἀλλὰ καὶ τῶν τῆς πόλεως
δήμων καθ' ἑκάστην ἐγίνετο, ὡς καὶ τοὺς νεκροὺς αὐτῶν σωρη-
δὸν ἔν τε τοῖς λεγομένοις ἐμβόλοις καὶ τοῖς ὑπαίθροις ἀνα-  
κεῖσθαι, καὶ φοράδην κομίζεσθαι πολλάκις ἐν μιᾷ καὶ τῇ
αὐτῇ κλίνῃ πέντε καὶ ἓξ νεκροὺς ἀτημελήτους, καὶ πανταχό-
θεν ἐπιρρέειν τὰ σκυθρωπά, καὶ πάσης κατηφείας πληροῦ-
σθαι τὴν βασιλεύουσαν. τῶν δὲ καθημερινῶν καὶ παρανό-
μων κριμάτων οὐδεμία τις ἀναστολὴ τοῖς κρατοῦσιν ἐγίνετο·
ἀλλ' ὥσπερ μηδενὸς τὸ παράπαν ἐνοχλοῦντος τοῖς Ῥωμαίοις
ἀλλοφύλου πολέμου ἢ θείας ὀργῆς, ἢ τοὺς ἀνθρώπους κατα-
τρεχούσης ἐνδείας καὶ βίας βιωτικῆς, οὕτως ἀδεῶς ἔπραττον
τὰ θεομισῆ καὶ τυραννικά. καὶ πᾶν προβούλευμα βασιλικὸν
εἰς τὸ τοὺς οἰκείους ἀδικεῖν καὶ κατασοφίζεσθαι καὶ θηρεύειν
τοὺς βίους αὐτῶν καὶ τὴν ἀφορμὴν τῆς ζωῆς κατεγίνετο.
 Τί οὖν τὸ ἐντεῦθεν; ἤσχαλλον πάντες καὶ ἐδυσχέραι

Nicephorus I Scr. Eccl., Hist., Theol., Refutatio et eversio definitionis


synodalis anni 815 (3086: 012)“Nicephori Patriarchae
Constantinopolitani Refutatio et Eversio Definitionis Synodalis Anni
815”, Ed. Featherstone, [Link]: Brepols, 1997; Corpus
Christianorum, Series Graeca [Link]. 11, γρ. 38
796

κτον, ἀναλογίᾳ καὶ ἰσομοιρίᾳ ἀλλήλαις κατὰ τὰς διαδοχὰς ἀν-


τιπαραχωρεῖν τὰ χρονικὰ διαστήματα, ὡρῶν τε καὶ καιρῶν
τροπὰς ἐπαμείβων καὶ διευθετίζων ὡς ἄριστα· ἥ τε γῆ τοῦ
βλαστάνειν ἕνεκεν καὶ φύειν καρπούς τε καιρίους καὶ πᾶν
εὔχρηστον πρὸς χρῆσιν τῶν δεομένων ἐπιτηδείαν· καὶ τῶν
ἄλλων ἁπάντων αἱ παραγωγαὶ καὶ γενέσεις κατά τινα αἰτίαν
χρησίμην καὶ εὔλογον παρὰ τοῦ γενεσιουργοῦ τῶν ὅλων
προΐασιν. ἤδη δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἐκ τέχνης ἀποτελουμένων τὸ
αὐτὸ κατιδεῖν ἔνεστιν· καὶ γὰρ τὸ σκάφος, τοῦ πλεῖν ἕνεκεν
καὶ ἐμπορεύεσθαι παρὰ τοῦ τέκτονος κατεσκεύασται, ἥ τε
Κλίνη καὶ ὁ θρόνος καὶ τὸ βάθρον πρὸς ἀνάκλισιν καὶ καθέδραν
τοῖς χρωμένοις ἐξείργασται· καὶ ἐφ' ἑκάστου τῶν ἄλλων
ὡσαύτως. οὐκοῦν καὶ ἡ τοῦ Χριστοῦ εἰκὼν λόγον ἕξει, καθ' ὃν
γίνεταί τε καὶ χρηματίζει· τοῦτο δὲ τί ἂν εἴη ἄλλο ἢ ἡ πρὸς τὸ
ἀρχέτυπον ἐξομοίωσις, καὶ τοῦ ἐνηνθρωπηκότος ἡ δήλωσις καὶ
ἡ τοῦ ἐπιγεγραμμένου ὀνόματος μνήμη; οὐ γὰρ ἑτέρου τινὸς
λόγον ἡμῖν εἰσηγήσεται, ἐπείπερ ἡ Χριστοῦ εἰκὼν οὐκ ἂν
ἄλλου λεχθείη εἰκών, κἂν μυριάκις ψευδώνυμον αὐτὴν
καλεῖν τολμῶσιν χριστομαχοῦντες οἱ ἄθλιοι. εἰ δὲ ἐν τούτοις
αὐτῆς ὁ λόγος, τίς οὕτως αὐθάδης καὶ τολμητίας, ὃς τὸ ἄχρη-  
στον ἀπορρίψειεν καὶ κατακρῖναι τολμήσοι;

Nicephorus I Scr. Eccl., Hist., Theol., Refutatio et eversio definitionis


synodalis anni 815 Ch. 85, γρ. 22

καν, τὰ λοιπὰ (ἐπεὶ ἅπερ αὐτοῖς αἱρετὰ ἐδόκει ἔπραττον) πα-


ριδόντες· ἡμεῖς δὲ δίκαιον ᾠήθημεν ἄνωθεν τὸν λόγον ἀ-
ναλαβόντες τὰ λειπόμενα πρὸς τὴν ὑπόθεσιν προσεκπληρῶ-
σαι, ὡς ἂν οἱ ἐντυγχάνοντες εὐμαρέστερον τοῦ γεγραφότος
τὸν νοῦν καὶ ὅτου δὴ χάριν γεγράφηκεν ἕλοιεν. ἔχουσι γὰρ
ὧδε· Ὅσοι τε καὶ ὅσαι τῶν πλουτούντων ἐν ὑμῖν εὐλαβέστε-
ροι, ἀναλεξάμενοι τὴν εὐαγγελικὴν ἱστορίαν, τοῖς ὑφάνταις πα-
ραδεδώκασιν, αὐτὸν λέγω τὸν Χριστὸν μετὰ τῶν μαθητῶν
ἁπάντων καὶ τῶν θαυμασίων ἑκάστων ὡς ἡ διήγησις ἔχει
(ὄψει τὸν γάμον τῆς Γαλιλαίας καὶ τὰς ὑδρείας, τὸν παρα-
λυτικὸν τὴν Κλίνην ἐπὶ τῶν ὤμων φέροντα, τὸν τυφλὸν τῷ
πηλῷ θεραπευόμενον, τὴν ἁμαρτωλὸν τοῖς ποσὶν τοῦ κυ-
ρίου προσπίπτουσαν, τὸν Λάζαρον ἐκ τοῦ τάφου πρὸς τὴν
ζωὴν ὑποστρέφοντα), καὶ ταῦτα ποιοῦντες εὐσεβεῖν νομίζου-
σιν καὶ ἱμάτια κεχαρισμένα τῷ θεῷ ἀμφιέννυσθαι. ἐμὴν δὲ εἰ
δέχονται συμβουλήν, ἐκεῖνα ἀποκτώμενοι, τὰς ζώσας εἰκό-
797

νας τοῦ θεοῦ τιμάτωσαν· μὴ γράφε τὸν Χριστόν – ἀρκεῖ γὰρ


αὐτῷ ἡ μία τῆς ἐνσωματώσεως ταπεινοφροσύνη, ἣν αὐθαι-
ρέτως δι' ἡμᾶς κατεδέξατο ὁ κύριος – , ἐπὶ δὲ τῆς ψυχῆς σου
βαστάζων νοητῶς τὸν ἀσώματον λόγον περίφερε. μὴ ἐν τοῖς
ἱματίοις ἔχε τὸν παραλυτικόν, ἀλλὰ τὸν κείμενον ἄρρωστον

Nicephorus I Scr. Eccl., Hist., Theol., Refutatio et eversio definitionis


synodalis anni 815 Ch. 107, γρ. 28

δαγμένον τίθεται, τὰς δὲ τούτων εἰδέας γράφεσθαι ἀπαναί-


νεται, εἰ μὴ τῇ νομικῇ παχύτητι καὶ τῇ σκιᾷ τοῦ γράμματος
προσκαθέζεται; καὶ οὕτω τις τοῦτο εἴσεται. εἰ γὰρ αἱ
ἀρεταὶ τῶν ἁγίων οἱονεὶ εἰκόνες ἔμψυχοι διὰ τῶν
γεγραμμένων δείκνυνται, τὰ κατορθοῦντα τὰς ἀρετὰς σώματα,
πόσῳ δικαιότερον κατὰ τὰς εἰδέας αὐτῶν εἰκονίζεσθαι, ὅσῳ καὶ
σῶμα πράξεως ἀναγκαιότερόν τε καὶ τιμιώτερον, ὡς τὰ μὲν
ἐνεργοῦντα τὰ δὲ ἐνεργούμενα, καὶ τὰ μὲν ἀποτελοῦντα τὰ δὲ
ἀποτελούμενα, καὶ αἴτια καὶ πρῶτα αἰτιατῶν καὶ δευτέρων
τῶν ἔργων ὄντων; εἰ γοῦν μὴ ταῦτα οὕτως ἔχοι, καὶ οἶκος καὶ
ναῦς καὶ Κλίνη τοῦ κατασκευάσαντος οἰκοδόμου καὶ τέκτονος
τιμιώτερα. καὶ αἱ μὲν ἀρεταὶ οἷα πράξεις τυγχάνουσαι περὶ τὰ
σώματα τὸ ἐπιεικὲς καὶ πρακτικὸν αὐτῶν παραδηλοῦσιν, αἱ
εἰδέαι δὲ αὐτὰ τὰ σώματα ἤγουν αὐτοὺς τοὺς ἁγίους ἡμῖν
ἐμφανίζουσιν, ὁποῖοί τε ὄντες ἐτύγχανον καὶ ὅπως εὐανδρίας
εἶχον καὶ γενναιότητος. καὶ εἰ τὰ ἄψυχα καὶ ἀνείδεα εἰκόνων
λόγον αὐτοῖς ἀποπληροῦσιν, ἐπινοίᾳ τινὶ καὶ τροπικῶς σχημα-
τιζόμενα, τὰ ἔμψυχα καὶ εἰδοπεποιημένα καὶ ἃ πέφυκε κυρίως  
γράφεσθαι καὶ τοιαύτην ἔλαχε φύσιν, πῶς οὐκ εἰκονισθήσεται;
ἢ πῶς οὐκ εὔλογον δι' αὐτὸ τοῦτο μάλιστα, τὴν ὑπερβάλλουσαν
ἀρετὴν φημί, τοὺς ἁγίους γράφεσθαι; καὶ γὰρ ἐκ τῶν εἰκονο

Nicephorus Bryennius Hist., Historiae Book 2, se. 8, γρ. 28

δασκεν ὡς ἁλῴη καὶ ὡς βούλοιντο τιμῆς αὐτὸν ἀποδιδόναι οἱ βάρβαροι,


ἠξίου τε τῆς τιμῆς κομίζειν ὁπόσον ἕκαστος δύναιτο πρὸ τοῦ πόρρω
τοὺς βαρβάρους τῶν Ῥωμαϊκῶν ὁρίων γενέσθαι καὶ ὑπισχνεῖτο πάντα
σὺν τόκῳ ἀποδοῦναι σφίσι τὰ κομισθησόμενα. Πολλοὶ γοῦν τῶν εὐ-
πόρων χρυσίον πεπόμφασιν αὐτῷ, καὶ τὸ μὲν ἀπέδοτο τοῦ τιμήματος,
τοῦ λοιποῦ δὲ χάριν ὁμήρους καταλιπὼν τῶν δεσμῶν ἀπολέλυτο καὶ
τὴν τῶν Γαλατῶν μητρόπολιν κατέλαβεν Ἄγκυραν. Ξυνέπεσε γοῦν
ἄμφω τὼ ἀδελφὼ εἰς μίαν ἡμέραν τὴν πόλιν καταλαβεῖν, ἀλλ' ἐκεῖνος
μὲν προφθάσας ἐπί τινος οἰκήματος τῶν πυλῶν ὄντος ἄνωθεν ἀνεπαύετο,
798

τὰς πύλας κλείσας καὶ τὰς κλεῖς κατέχων αὐτός· ὡς δ' ἠκηκόει τοῦ
ἀδελφοῦ φωνοῦντος ἔξωθεν, ἀνήλατό τε τῆς Κλίνης καὶ τὰς κλεῖς λα-
βὼν ἐπὶ τὰς πύλας ἔθεεν. Ἀνοίξας οὖν εἰσῆγε πάντας ἔνδον τῆς πόλεως·
ὁ δὲ θαυμασιώτατος Ἀλέξιος αὐτὸν ἀπροσδοκήτως θεασάμενος – οὔπω
γὰρ πέπυστο περὶ αὐτοῦ – , κατεπήδησέ τε τοῦ ἵππου καὶ περιπλα-
κεὶς κατησπάζετο. Θυμηδίας οὖν ὅτι πλείστης πλησθέντες ἀνῄεσαν
ὡς ἐπὶ τὸ δωμάτιον, καὶ ὁ μὲν ἐδείπνει ἄσιτος ὢν τὸ παράπαν, ὁ δὲ
ἃ πάθοι κατὰ τὴν αἰχμαλωσίαν ἀπήγγειλε, καὶ ἦν ὁ δεῖπνος ἐκείνοις
μετὰ ἡδονῆς καὶ δακρύων.

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις) (3094:


001)“Nicetae Choniatae historia, pars prior”, Ed. van Dieten, [Link]:
De Gruyter, 1975; Corpus fontium historiae Byzantinae 11.1. Series
[Link] John2, σελ. 7, γρ. of σελ. 3

νας ἠθροικὼς καὶ τὸ πραχθὲν ἠγγελκὼς ἐπὶ κέλλητος μεθ' ὅπλων πρὸς τὸ
μέγιστον ἀρχεῖον ἐξώρμησε, κατ' αὐτὴν τὴν τῶν Μαγγάνων μονὴν καὶ
τὰς ἀγυιὰς ὁμοίως τῆς πόλεως ὑπὸ πλήθους τοῦ σύμφρονος καὶ τῶν κατὰ
φήμην τῶν δρωμένων συναλιζομένων ἀστῶν βασιλεὺς αὐτοκράτωρ
ἀνευφημούμενος.
 Ἡ βασιλὶς δὲ Εἰρήνη καὶ μήτηρ τοῦ Ἰωάννου, πρὸς τῶν οὕτω γινο-
μένων ἐκθαμβηθεῖσα, στείλασα μετεπέμπετο τὸν υἱὸν καὶ παρῄνει τῶν ἐν

χερσὶν ἀποσχέσθαι. ὡς δ' ἦν ὅλος τῶν δρωμένων ὁ Ἰωάννης καὶ κατ'  


οὐδένα τρόπον τῆς μητρὸς ἐπεστρέφετο, τὸν Βρυέννιον ἐπιρρώννυσιν
ἐπιθέσθαι τῇ βασιλείᾳ συναρηγούσης αὐτῆς. ὡς δ' οὐδ' οὕτω τὰ κατὰ
σκέψιν ἑώρα προβαίνοντα, πρόσεισι τῷ ἀνδρὶ ἐπὶ Κλίνης ἐρριμμένῳ καὶ
βραχείαις ἀναπνοαῖς τὸν ζῶντα ὑποσημαίνοντι καὶ βαλοῦσα ἑαυτὴν τῷ
σώματι καταβοᾶται λαμπρῶς τοῦ υἱέως, ὡς κρήνη μελάνυδρος τὰ δάκρυα

χέουσα, ὅπως αὐτοῦ τοῖς ζῶσιν ἔτι συνταττομένου τὴν βασιλείαν οὗτος
λωποδυτεῖ εἰς ἔργα βλέψας νεώτερα. ὁ δὲ οὐδέν τι πρὸς τὰ εἰρημένα παρ'
αὐτῆς ἀπεκρίνατο, ἄλλοις καιριωτέροις, οἷα εἰκός, τὸ τῆς ζωῆς βραβεύων

λειπόμενον τῆς τε μετ' οὐ πολὺ ἐκδημίας φροντίζων καὶ τοῖς ψυχαγωγοῖς


ἀγγέλοις ῥέπων τὰ ὄμματα. ἐγκειμένης δὲ λιπαρεστέρως τῆς βασιλίδος
καὶ μὴ ἐνεγκεῖν ὅλως ἐχούσης τὰ παρὰ τοῦ παιδὸς γινόμενα, βραχύ τι
παρεμφήνας καὶ βεβιασμένον μειδίαμα ὁ Ἀλέξιος τὰς χεῖρας ἀνέσχεν εἰς
οὐρανόν, ἴσως μὲν ἐπὶ τοῖς ἀφηγηθεῖσι διαχυθεὶς καὶ θύων ὑπὲρ τούτων

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


799

Reign John2, σελ. 41, γρ. of σελ. 20

πάσχοντος μέλους ἴασιν· βασιλεὺς δὲ καὶ τὴν προτέραν τομὴν αἰτίαν τοῦ
ξύμπαντος κακοῦ ξυνορώμενος οὐδ' ὅλως τοῖς λεγομένοις ἐπένευεν, ἀλλ'
ἔκειτο κάμνων, τὸ τῆς θεραπείας παριδὼν ἀμφίλογον.
 Ἐπιστάσης δὲ τῆς πανευσήμου ἡμέρας τῆς Χριστοῦ ἀναστάσεως τῶν
θείων μυστηρίων ἐν μεθέξει γίνεται καὶ πρὸς τὸ δεῖπνον ἀναπεσὼν ἀνῆκε

τὴν αὐλαίαν πᾶσι τοῖς εἰσιέναι καὶ δεηθῆναι θέλουσι. καὶ τὴν ἐφεξῆς δὲ
ἡμέραν τὸν αὐτὸν διαπραξάμενος τρόπον ὑποθήκῃ τοῦ μεγάλου δο-
μεστίκου Ἰωάννου καὶ τὰ παρατεθέντα βρώματα τοῖς παρεστῶσι δια-
νειμάμενος καθ' ἑαυτὸν ἔκτοτε ἰδιάσας περὶ τοῦ διαδόχου τῆς βασιλείας
ἐγνώκει σκέπτεσθαι. ὑετοῦ δὲ κατενεχθέντος ῥαγδαίου καὶ τῆς κοιλάδος
καταρρύτου γενομένης, ἐφ' ἧς ἐστρατοπεδεύετο, ἥ τε βασίλειος Κλίνη
μετεφέρετο πρὸς τὸ καθαρεῦον ὕδατος μέρος καὶ αὐτὸς ἦν ἐπὶ στόματος
ἔχων τὸ φάσκον οὑτωσὶ χρησμῴδημα “τόποις δ' ἐν ὑγροῖς καὶ παρ'
ἐλπίδα πέσῃς.” οἱ δὲ τὰς τῶν βασιλέων διαδοχὰς καὶ μεταθέσεις φιλοκρι-
νοῦντες καὶ τοῦτο πέρας εἰληφέναι ἔλεγον “ὢ πῶς γενήσῃ βρῶμα δεινῶν
κοράκων,” πῇ μὲν ἐς τὰ μέλανα καὶ σίζοντα σιδήρια τὸ παλαίφατον
λόγιον
ἀφορᾶν ἰσχυριζόμενοι, δι' ὧν ὁ καυτὴρ τῇ χειρὶ τοῦ βασιλέως ἐπενήνε-
κται, πῇ δ' ἐς τὸ τῶν βουνῶν προσώνυμον, ἐφ' ὧν ἐκεῖνος κατεσκηνώκει,
τὸ
προφοίβασμα ἀπολύοντες.
 Ἐκκλησιάσας δ' ἔπειτα τὸ συγγενὲς καὶ φίλιον καὶ ὁπόσον ἐν ὑπερ-
οχαῖς τε καὶ ἀξιώμασιν ἦν καὶ παραστησάμενος τὸν ὑστερογενῆ παῖδα

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Man1,pt1, σελ. 55, γρ. of σελ. 3

μενος καὶ τὰ τούτου ἐντάλματα ὅσα καὶ ἐμφάσεις ἐκ κρείττονος μοίρας


δεχόμενος, ὑπουργοῖς δὲ οὐκ ὀλίγοις τῶν γραφομένων καὶ λεγομένων
ἐκέχρητο λογίοις ἀνδράσιν, ὅσοις ἡ αὐλὴ ἐνέβριθεν ἡ βασίλειος, πρὸ
πάν-
των δὲ τῷ Στυππειώτῃ Θεοδώρῳ, περὶ οὗ δηλώσομεν ἐν τοῖς ἐφεξῆς.
 Ἦν δὲ ὁ ἐκ Πούτζης Ἰωάννης δεινότατος τὰ δημόσια, φορολογίας
παιπάλημα καὶ ἐπίτριμμα, καὶ τῶν μὲν ὄντων δασμοφορημάτων συζη-
τητὴς ἀκριβέστατος, τῶν δὲ οὐκ ὄντων εὑρετὴς ἀπαράμιλλος. ἐξήσκητο
δὲ καὶ τὸ ἦθος ὑπὲρ πάντας ἀδυσώπητον καὶ ἀμείλικτον. εὐκοπώτερον  
γὰρ ἄν τις ἀμειδῆ καὶ ἀγέλαστον πέτραν ἐμάλθαξεν, ἢ ἐκεῖνον ἐν τοῖς
800

ἀβουλήτοις ὑπέκλινεν. ὃ δὲ τούτου θαυμασιώτερον, οὐ μόνον οὐκ ἦν


δακρύοις ἄτεγκτος, σχήμασι δεητηρίοις ἀπροςκλινής, ἀργυρίου ἀτίνα-
κτος ἑλεπόλεσι καὶ χρυσίου ἀγοήτευτος φαρμακεύμασιν, ἀλλ' εἶχε καὶ τὸ
δυσέντευκτον ὡς ἀπάνθρωπον. τὸ δὲ τοῖς τότε θυμαλγὲς καὶ δυσύποι-
στον, οὐδ' ἀπόλογος ἦν παρ' αὐτῷ καθαρῶς ἐφ' οἷς ὁ προσιὼν προετί-
θετο, ἀλλὰ χαίρων τὰ πλεῖστα τῇ ἀφασίᾳ, ἐνιαχοῦ καὶ ἀπροσήγορον
παρῄει τὸν παραβάλλοντα. τοσαύτην δ' ἐκ βασιλέως ἰσχύν τε καὶ ἐξου-
σίαν περιεζώννυτο, ὡς ἃ μὲν ἠβούλετο τῶν βασιλικῶν θεσπισμάτων
ἀποπέμπεσθαι καὶ διαρρηγνύειν, ἔνια δὲ καὶ τοῖς δημοσίοις ἐγγράφειν
κώδιξιν.

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Man1,pt1, σελ. 70, γρ. of σελ. 4

ἐχθροὺς τροπωσόμεθα, ὅτι μηδὲ δυσχερὴς ἡ νίκη γένοιτο οἷα μηδένων


ὑποστησομένων τὴν προσβολήν, ἀλλὰ πάντων ἐνδωσόντων καὶ πρὸς
τὴν πρώτην ὁρμήν. εἰ δ', ὅπερ ἀπείη, πεσούμεθα, καλὸν ἐντάφιον τὸ
ὑπὲρ Χριστοῦ τελευτᾶν. βαλέτω με τοξότης Πέρσης ὑπὲρ Χριστοῦ·
ἀφυπνωτέον μετ' ἐλπίδων χρηστοτέρων εἰς θάνατον καὶ ὅσα ὀχήματι τῷ
βέλει χρηστέον πρὸς τὴν ἐκεῖ κατάπαυσιν, ἀλλὰ μὴ θανὴ προαρπασάτω
ἴσως ἀκλεὴς καὶ ἐφάμαρτος.  
 Ἤδη ποτὲ τισώμεθα τούτους, ὧν οἱ καθ' αἷμά τε καὶ ὁμόπιστοι ποσὶ
κεχραμένοις ὡς εἰς κοινὸν εἰσεληλύθασι τόπον τὸν ἱερόν, ἐν ᾧ νεκροῖς
ὁμόσκηνος γέγονεν ὁ σύγχρονος πατρὶ καὶ ὁμόθρονος. ἡμεῖς ἐσμεν οἱ δυ-
νατοὶ καὶ διεσπασμένοι πάντες ῥομφαίαν καὶ ὡς Κλίνην περιέποντες
Σολομώντειον τὸν ζωοδόχον τάφον καὶ θεοδέγμονα. τοὺς ἐκ τῆς Ἄγαρ
τοίνυν τῆς δουλίδος ἐκποδὼν οἱ ἐλεύθεροι ποιησώμεθα καὶ ὡς λίθους
προσκόμματος τῆς ὁδοῦ ἐξάρωμεν τοῦ Χριστοῦ, οὓς οὐκ οἶδ' ὅπως
Ῥωμαῖοι ὡς ἐπισφάγια ἑαυτοῖς ἐκτρέφουσι λυκιδεῖς καὶ τοῖς οἰκείοις
ἀγεννῶς πιαίνουσιν αἵμασι, δέον ἀλκὴν ἀναλαβόντας καὶ λογισμὸν ἔμ-
φρονος ἀνδρός, ὡς θῆρας ἐκ ποιμνίων, τῶν οἰκείων ἀπελάσαι χώρων καὶ
πόλεων.
 Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ ποταμὸς οὗτος, ὡς ἔστιν ὁρᾶν, οὐκ ἄλλως περάσιμος,
εἰ μὴ καινοτέραν ἀνοίξει τις πάροδον, αὐτὸς ἐγὼ καὶ τὸ κατὰ τοῦτον
εἰσηγήσομαι γενησόμενον καὶ τοῦ εἰσηγηθέντος πρῶτος κατάρξομαι.

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Man1,pt3, σελ. 105, γρ. of σελ. 7
801

πλακεὶς ἐτρέψατο τούτους, τὰ φίλτρα τῆς Εὐδοκίας γέρας ἀρνύμενος.


 Ἦν δ' ὅτε καὶ αὐτὸς μὲν ἐπὶ σκηνῆς τῇ γυναικὶ κατὰ Πελαγονίαν
συνεπλέκετο, οἱ δὲ καθ' αἷμα τῇ Εὐδοκίᾳ προσήκοντες περιστάντες,
ὡς τοῦτο ἔγνωσαν, μετὰ συχνῶν ὁπλοφόρων ἐτήρουν τὴν ἔξοδον  
ὡς αὐτίκα μάλα τοῦτον διαχειρισόμενοι. οὐκ ἔλαθε ταῦτα τὴν Εὐδο-
κίαν, καίπερ ἐφ' ἑτέροις τὸν νοῦν ἔχουσαν, εἴτε διαγγελθέντα παρά
του τῶν ἐκ τοῦ γένους, εἴθ' ἑτέρως τὸν κατὰ τοῦ φθορέως αὐτῆς λόχον
γνωρισάσης· ἦν δὲ κἀκείνῃ δραστήριον τὸ φρονεῖν, οὐμενοῦν κατὰ
γυναῖκας πλουτούσῃ τὴν σύνεσιν. διασαφεῖ τοίνυν τὴν ἐπιβουλὴν ξυγ-
κατακειμένῳ τῷ Ἀνδρονίκῳ. ὁ δὲ διαθροηθεὶς ἐπὶ τῷδε τῷ ῥήματι
ἐξανέθορέ τε αὐτίκα τῆς Κλίνης καὶ τὴν ἐπιμήκη διαζωσάμενος
μάχαιραν
διεσκοπεῖτο τὸ ποιητέον. ἡ μὲν οὖν ὑπετίθει τῷ ἐρωμένῳ γυναικείαν
ὑποδῦναι στολὴν κἀν τῷ ἐπιτάξαι αὐτήν τινι τῶν προκοίτων καὶ
κατευναστριῶν γυναικῶν λαμπτῆρα εἰσενεγκεῖν τῇ σκηνῇ πρὸς ὄνομα
καλέσασαν καὶ οὕτως εἰς ἐξάκουστον, ὡς καὶ τοῖς ἐλλοχῶσι τὴν ταύτης
ἐνηχηθῆναι φωνήν, εὐθέως ἐξελθεῖν καὶ λαθεῖν. τῷ δὲ οὐκ ἤρεσκεν ἡ
παραίφασις, ἐκτρεπομένῳ μὲν καὶ τὸ ἁλῶναι κἀπὶ τὸν βασιλέα ἐπισπώ-
μενον τῆς κόμης ἄγεσθαι ἀγεννῶς, καὶ θάνατον δὲ οὐχ ἧττον ὑφορω-
μένῳ τὸν γυναικώδη καὶ ἀκλεᾶ. οὐκοῦν τὸ ξίφος γυμνώσας

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Man1,pt6, σελ. 197, γρ. of σελ. 29

 Οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον χρόνῳ τὴν ἐκ Κλαυδίου Καίσαρος παρώνυμον


πόλιν οἱ Τοῦρκοι περικαθίσαντες πρῶτα μὲν οὐδὲ προελθεῖν ὅλως εἴων
τοὺς ἀποτεταγμένους εἰς τὴν ταύτης φρουράν, ἔπειτα δὲ καὶ πολιορ-
κεῖν ἐπεβάλοντο. ὅθεν οἱ ἔσωθεν, εἰ μή τις αὐτοῖς ἐπαρήξειεν ἔξωθεν,
σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τὴν πόλιν καταπροδώσειν ἠπείλουν ὡς μὴ χρόνια
λιμώττειν στέγοντες, ἔτι καὶ τοὺς πολεμίους ἀποτρέψασθαι ὅλως οὐκ
ἔχοντες.
 Μὴ ἀναμείνας οὖν τὴν τελείαν τοῦ κακοῦ ἀγγελίαν ὁ Μανουὴλ
ἀναστὰς τὴν ὑστεραίαν ᾗ τάχους εἶχεν ἐπὶ τὴν Κλαυδίου διὰ τῆς Νικο-
μήδους ἤλαυνε πόλιν, μὴ αὐλαίαν ἀνακτορικήν, μὴ Κλίνην, μὴ στιβάδα,
μήτε τινὰ ἄλλην σκευὴν τρυφῶσαν ἀρχικὴν ἐπαγόμενος, μόνα δὲ τὰ
ἱππάσιμα φέρων καὶ στολὰς φολίσι σιδηραῖς ὑφαντάς. ἐπέτεινεν οὖν  
τοὺς σταθμούς. τοσοῦτον δ' ἦν ἐκείνῳ τὸ πρόθυμον φθάσαι τοὺς πολιορ-
κοῦντας ποθοῦντι πρὸ τοῦ παθεῖν τι τοὺς ἔνδον δεινόν, ὁποῖον οὐκ ἔστι
λόγῳ περιηγήσασθαι. οὐκοῦν τὰς νύκτας ἴαυεν ἀΰπνους καὶ πρὸς τὴν
πορείαν ἐχρᾶτο φωτὶ ποιητῷ βαδίζων διὰ τῆς Βιθυνῶν· ἡ δὲ ὡς ἐπίπαν
ταῖς ξυναγκείαις πεπύκνωται καὶ ἄπορός ἐστι πολλαχῇ τῷ τῆς ὕλης
802

συνηρεφεῖ. εἰ δέ που καὶ χρείας ἱκανούσης ἐδεῖτο διαναπαύεσθαι, γήϊνον


εἶχε τὴν καθέδραν καὶ κάρφη ὑποβεβλημένη καὶ φορυτὸς ὑποκείμενος
ἐκείνῳ τὴν στρωμνὴν ἐσχεδίαζεν· ὁτὲ δὲ ὑετοῦ κατενεχθέντος καὶ τοῦ

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex2, σελ. 263, γρ. of σελ. 16

ἡ ἐγχώριος ἐθέριζε δεξιά, καὶ κατ' ἀλλήλων ἐκπεπολέμωτο τὸ ὁμόφυλον


βαρβαρωθὲν καὶ τοὺς τῆς συγγενείας νόμους ἠγνοηκός.
 Καὶ Ἀνδρόνικος μὲν ὁπλίζειν ἔγνω κατὰ τοῦ Βατάτζη τὸν Λαπαρ-
δᾶν Ἀνδρόνικον, ἄνδρα βραχὺν μὲν τὸ δέμας, δραστήριον δὲ τὰ πολέμια,
οὐκ ὀλίγον αὐτῷ στρατολογήσας ὁπλιτικόν· ὁ δὲ Κομνηνὸς Ἰωάννης
νόσῳ τότε συνισχημένος καὶ περί που τὴν Φιλαδελφέων πόλιν ἐσκηνημέ-
νος ἀντεξάγει τῷ Λαπαρδᾷ τοὺς υἱεῖς, τόν τε Μανουὴλ καὶ τὸν Ἀλέξιον.
τοῦ δὲ πολέμου συχνὰς μεταλαβόντος τροπάς, ὁποίας αὐτὸς ἴσησι, καὶ
πολλῶν ἐξ ἑκατέρων ἀναιρουμένων ταῖς ἐμφυλίοις συμπλοκαῖς, βαρυ-
πενθὴς ἦν ὁ Βατάτζης τῇ ἐνσκηψάσῃ καχεξίᾳ ἐπιστυγνάζων ὡς ἀμφο-
τέραις αὐτὸν συσχούσῃ καὶ καταβαλούσῃ δυστυχῶς ἐπὶ Κλίνης, ὅτε
δημοσιεύειν ἔδει καὶ παριστᾶν ὃ τρέφει περὶ τὰ πολεμικὰ γενναῖον καὶ
τὰς ἐπὶ νίκῃ νενομισμένας φωνὰς πρὸς τῶν ἑῴων πόλεων δέχεσθαι, ἔτι
δὲ πιστοῦσθαι τοῖς ἔργοις πρὸς οἷον ἀντιφέρεται ἀρχηγὸν ὁ βαθυγέρων
Ἀνδρόνικος. πράγμασι δὲ καθυποδεικνὺς ὡς προθυμία καὶ νεκροὺς ἀνί-
στησι καὶ ὡς οὐδὲν καρδίας αἰσθητικῆς ἰσχυρότερον, αἴρειν αὐτὸν ἐπὶ
κλινιδίου αὐτοσκεύου προτρέπεται καὶ στῆσαι φέροντας ἐν γηλόφῳ,
ὅθεν ὁρατά οἱ τὰ κατὰ πόλεμον ἔσοιτο. οὗ δὴ γεγονότος καὶ τοὺς υἱεῖς
αὐτοῦ τὴν στρατιὰν κατὰ τὸν δοκοῦντά οἱ τρόπον ἐκτάξαι κελεύσαντος,
ἡ νίκη περιφανῶς πρὸς τὸ ἐκείνου μετέβη στράτευμα, τὸ δὲ τοῦ Λαπαρδᾶ

τὰ νῶτα μεταβαλὸν ἐπὶ πλεῖστον ἦν χρόνον διωκόμενον

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex2, σελ. 271, γρ. of σελ. 19

 Τοῦ δ' Ἀνδρονίκου καταβάντος ἀπὸ τοῦ τυραννείου ἐς τὸ ἐν Βλαχέρ-


ναις βασίλειον καὶ γενομένου κατὰ τὸν ἐντὸς τούτου ὑψηρεφῆ δόμον,
ὃς Πολύτιμος λέγεται, ἐφίσταται καὶ ὁ βασιλεὺς Ἀλέξιος ὁμοῦ παιάνων
τε καὶ στεναγμάτων (οὐ γὰρ πάντες τῷ καιρῷ παρεσύρησαν) εὑρὼν
μεστὰ τὰ ἀνάκτορα καὶ αὐτὸν Ἀνδρόνικον ὡς βασιλέα παρὰ πάντων
καταλαβὼν εὐφημούμενον. ἑκὼν τοίνυν ἀέκοντί γε θυμῷ τοῖς
τελουμένοις
803

ἐπευδοκήσας ἐκολάκευε κἀκεῖνος σὺν τοῖς λοιποῖς τὸ γερόντιον εἰς τὸ


συμβασιλεύειν ἐπεγείρων καὶ προθυμοποιῶν εἰς τὸ ἐνεστὼς ἔργον τὸν
ἀκρατῶς ἐπὶ τοῦτο πάλαι φερόμενον. τὸ δὲ τῆς Ἀνδρονίκου φατρίας
θερμότερον καὶ ἀκκιζόμενον Ἀνδρόνικον καὶ τὴν συνεδρίαν
εἰρωνευόμενον
ἀμφοτέραις συσχόντες εἰς τὴν χρυσόπαστον Κλίνην ἐφῆκαν, ἐφ' ἧς ὁ
βασι-
λεὺς ἵζανεν. ἄλλοι δὲ τὴν καπνηρὰν καὶ πυραμιδοειδῆ ἐρέαν τῆς κεφαλῆς

ἀφελόμενοι πυρσὴν αὐτῷ περιέθεντο καὶ στολὴν βασιλικὴν ἐνέδυσαν


ἕτεροι.

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Andron1,pt1, σελ. 302, γρ. of σελ. 24

ὅλων πεπόνθασιν οἱ Θεσσαλονικεῖς χείριστα, ἀλλὰ καὶ τούτου λήξαντος


οὐκ ἔρρεψεν ἡ τύχη πρὸς τὸ φιλάνθρωπον, οὐδ' ἐνεῖδον αὐτοῖς οἱ αἰχμα-
λωτεύσαντες ἥμερον. οὐ γὰρ οἰκιῶν μόνον τοὺς δεσπότας ἐξήλασαν καὶ
τῶν κειμηλιουμένων ἐντὸς ἀπεστέρησαν αὐτοὶ ταῦτα ἰδιωσάμενοι, ἀλλὰ
καὶ τὰ ἱμάτια προσαφείλοντο μηδὲ τῶν ἐσχάτων ὑποδυτῶν ἀποσχόμενοι
τῶν κρυπτόντων, ἃ ἡ φύσις ὡς ἀσχήμονα καλύπτειν ἐπέταξε, μήτε μὴν
τρύφους τοῖς δεσπόταις μεταδιδόντες, ὧν αὐτοί περ εἰς τοὺς κόπους εἰσε-
ληλύθεσαν, ἀλλ' οἴκοι μὲν οἱ ἀλλότριοι καθήμενοι κατεσπάθων τὰ ἐνόντα

καὶ ὁσημέραι ἐκώμαζον, τοὺς δὲ συγκεκομικότας εἰς τὰς σηπίας εἴων ἐπὶ
τῶν τριόδων πλάζεσθαι νήστιδας, χαμαιεύνας, γυμνόποδας καὶ ἀχίτωνας,
ὡς Κλίνην μὲν ἔχειν τοὺς πρότερον εὐπαρύφους τὸ δάπεδον, στέγην τὸν
οὐρανόν, τὴν δὲ κοπρίαν θαλπωρὸν δέμνιον. ὃ δὲ χεῖρον τῶν ἀφηγουμέ-
νων καὶ ἕως αὐτῆς δάκνον ψυχῆς, οὐκ ἐξῆν τοῖς πρώην δεσπόταις παρεις-
ιέναι τὸν οἶκον αὐτοῖς, ἀλλ' εἴ τις τοῦτο εἰργάσατό ποτε ἢ μόνον πρού-  
κυψεν ἔνδοθι, αὐτίκα ὡς ὑπὸ Σκύλλης ἀρχαίου κακοῦ τῶν ἐντὸς αὐτῆς
ἀφηρπάζετο καὶ καθιστάμενος εἰς λόγους καὶ πολλάκις τὸ αἴτιον διερω-
τώμενος τοῦ ἐκεῖσε παραβαλεῖν ἢ ὄμμα τοῖς ἔσω βαλεῖν ἢ τὸν οὐδὸν τῆς
αὐλείου πατῆσαι πολλὰς ἐδαίρετο καὶ χρήματα παρέχειν κατηναγκάζετο,
ἃ ἐκεῖσέ που ὑπωπτεύετο κατακρύψαι καὶ οἷς τὴν καρδίαν δῆθεν ἐκχέων
καὶ οἷον συμβεβυσμένην αὐχῶν περιπαπταίνειν προήχθη τὸ οἴκημα δε-
διώς, μὴ σεσύληνται, καὶ σπεύδων μαθεῖν,

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Andron1,pt2, σελ. 324, γρ. of σελ. 2
804

φρονεῖν. παιδαγωγῷ γὰρ ἐμβριθεῖ ἐοικὼς θαμὰ τῶν μειρακίων κατα-


φέροντι τὴν σκυτάλην εὐκαίρως ἀκαίρως ἐπέπληττεν ἐφιστάμενος καὶ
πρὸς πᾶσαν ἀκοὴν ἐκείνῳ ἀνήδυντον παρωξύνετο.
 Κατηφιῶντες οὖν οἱ τότε ἄνθρωποι καὶ στυγνάζοντες ἐβίωσκον.
οὐδ' ὁ ὕπνος ἄφροντις τοῖς πολλοῖς καὶ ὀδυνῶν ἀδαὴς καὶ μαλακός, ἀλλ'
ὀφθαλμοῖς ἐφιζάνων ἄκροις ἀφίπτατο καὶ διεψευσμένος ἦν τὰ πολλὰ ἢ
Ἀνδρονίκῳ διασοβούμενος ὄναρ πολλάκις ἐφισταμένῳ κακὸν ἢ ὅσους
ὁ τραχὺς οὗτος καὶ δυσεκβίαστος καὶ ἀπαραίτητος τὴν ὀργὴν τῆς οἰ-
κείας ἀπηνείας ἔθετο πάρεργον. ὃ γὰρ ἐπὶ τῶν ἐσχάτων συμβήσεσθαι  
ἡμερῶν ὁ θεάνθρωπος προηγόρευσε, δηλονότι ὅτι “ἔσονται δύο ἐπὶ
Κλίνης μιᾶς, ὁ εἷς παραλαμβάνεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφίεται,” τοῦτο ἀτεχνῶς

κἀν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐγίνετο, ἑνός τινος τῶν συνεύνων ἐξάπινα συλ-
λαμβανομένου καὶ ἀπαγομένου πρὸς σωματικὴν κάκωσιν.
 Οὐδὲ γὰρ καὶ γυναῖκες ἀπῆσαν τοῦ μὴ ὑπὸ δίκην πίπτειν καὶ τὰ
ἀπευκταῖα ὑφίστασθαι, ἀλλὰ καὶ τούτων οὐκ ὀλίγαι τὸ τῶν ὀφθαλμῶν
ἀπώλεσαν φῶς καὶ λιμὸν καὶ φρουρὰν καὶ αἰκισμοὺς ὑπέστησαν σώμα-
τος. καὶ πατὴρ ἠλόγει τέκνων καὶ υἱεῖς ὠλιγώρουν πατρός· καὶ διεμε-
ρίζοντο πέντε ἐν οἴκῳ ἑνί, τρεῖς ἐπὶ δυσὶ καὶ δύο ἐπὶ τρισί. πολλοὶ δὲ καὶ
ὡς Σοδομιτικὸν ἐμπρησμὸν τὸν τοῦ Ἀνδρονίκου θυμὸν ἐκτρεπόμενοι
φυγάδες ὅλῳ ποδὶ τῆς πατρίδος γεγόνασιν, οἳ καὶ εἶχον ἂν ἑαυτοὺς ἀπα-
θεστάτους κακῶν, εἰ τὴν φυγὴν τῇ Ἀνδρονίκου ζωῇ συνεμέτρησαν.

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Isaac2,pt3, σελ. 433, γρ. of σελ. 3

Ἰσμαηλίτας ὑπὲρ τὸν Εὐφράτην κεραΐζων καὶ ληϊζόμενος καὶ τὸ βαρ-


βαρικὸν κύκλῳ ἀνακαθαίρων. προσεπῆγε δὲ ὡς καὶ οἱ τότε ὑπ' αὐτὸν
ἡγεμόνες οὐκ ἔσονται τοῖς σήμερον ὅμοιοι, ἀλλ' ἰσχὺν περιβαλοῦνται
πλείστην καὶ πλοῦτον ἐθνῶν ἔδονται καὶ τὰ πάχη αὐτῶν ἐκμυελιοῦσιν
εἰς τὴν αὐτὴν ῥηξὶ καὶ τοπάρχαις ἐξουσίαν καὶ περιφάνειαν καθι-
στάμενοι.
 Ἐλέγετο δὲ πάντων τούτων ὑφηγητὴν Ἰσαακίῳ καθεστάναι τὸν  
πατριάρχην Δοσίθεον, ὡς σῆτα ταῖς κενοφωνίαις ταύταις τὴν ἐκείνου
φύσιν πρὸς τὰ καινὰ τῶν ἀκουσμάτων οὖσαν κατάρροπον ὑπεισιόντα
καὶ κατεσθίοντα, ἢ μᾶλλον ὡς αἱ τίτθαι τὰ βρεφύλλια ἐπικλινῆ τιθέναι
πρὸς ῥᾳστώνην καὶ βίον ἐξημβλυμένον ἀναπεπτωκότα τε ποιεῖν τὸν
βασιλέα τοῖς τῶν τοιούτων μυθολογημάτων ἐπᾴσμασιν, οἷα δὴ καὶ
μηδὲν αὐτουργοῦντος αὐτοῦ, τῆς δ' ὡρισμένης ἐπιστάσης ὑποκεισο-
μένων αὐτῷ πασῶν τῶν βασιλειῶν, καθ' ὃν δὴ τρόπον καὶ οἱ πάλαι
ζωγράφοι Τιμόθεον ἔγραφον αὐτὸν μὲν καθεύδοντα, τὴν δὲ τύχην
περιιοῦσαν καὶ εἰς ἕνα κύρτον τὰς πόλεις ἐμβάλλουσαν καὶ προσάγουσαν
805

αὐτῷ καὶ παραδιδοῦσαν.


 

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex3,pt1, σελ. 457, γρ. of σελ. 5

καθυπέκυπτον γυναικὶ καὶ ὑπετίθουν ὡς θρανίδας τὰς κεφαλὰς καὶ τὴν


ῥῖνα τῇ ἐμβάδι δίκην προσκνυζωμένων κυνιδίων ἐνήρειδον καὶ περιδεεῖ
παρίσταντο σχήματι τὼ πόδε συνάπτοντες καὶ τὼ χεῖρε συμβάλλοντες.
καὶ οἱ μὲν ἀβέλτεροι οὕτως ἐξ ἀκοῆς ἀνασσόμενοι· ἡ δὲ βασιλὶς χρῆμά τι
οὖσα ποικίλον καὶ πράγμασιν εὐμεθάρμοστον προσφυεῖς ταῖς πεύσεσι
τὰς
ἀποκρίσεις ἐμέριζε καὶ τοὺς εὐήθεις διέχεε Βυζαντίους ἐν οἷς ἐκώτιλλεν·

οἱ δὲ ὡς ὕες, αἳ τὰς γαστέρας καταψώμεναι ὑπτιάζουσιν, ὑποκνώμενοι τὰ


ὦτα τοῖς εὐπροσηγόροις ἀσπασμοῖς οὐδέν τι τῶν συμβεβηκότων ὑπὸ
νέμεσιν ἔθεντο. καὶ τοιαύτη μὲν ἡ προεισόδιος ἑτοιμασία τοῦ βασιλέως
ἦν
Ἀλεξίου, ἀναίμακτος πάντῃ καὶ μηδένα τῶν ὅλων ἐς οὐσίαν ἀδικήσασα.
 Εἴσεισι δὲ τὸ Βυζάντιον μεθ' ἡμέρας τινὰς καὶ αὐτὸς καὶ κλίνῃ χρυ-
σοπάστῳ νεόλουτος ἐνιζήσας κατὰ τὸ λεγόμενον ἔξω Φιλοπάτιον πε-
ριχαρῶς καὶ ἀσμένως τοὺς ἐς αὐτὸν ἀφικνουμένους προσίετο, μὴ κατα-
πεπτωκὼς τὴν κατάστασιν τῆς ψυχῆς ἐξ ὧν ἐς τὸν ἀδελφὸν διεπράξατο.
τινὲς δὲ τῶν τοῦ βήλου κριτῶν μὴ εὐκαίρως τὸν καιρὸν κολακεύοντες

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex3,pt2, σελ. 527, γρ. of σελ. 22

τοῦ ἔργου καὶ πολυμερῶς αὐτοῖς ἀντιμαχησόμενον.


 Οἱ μὲν οὖν πλοίων ἐπέβησαν καὶ τῇ ἀκτῇ προσίσχουσι τῆς μονῆς
τῶν Ὁδηγῶν κἀκεῖθεν τοῖς πελεκυφόροις συμμίγνυνται τοῦ βασιλέως
ὑπασπισταῖς· οὐδὲ γὰρ ἦν ὁπλοφόρους διὰ μέσης τῆς πόλεως παρ-
ελθεῖν. ναὶ μὴν ἐξάπινα συρραγέντες τοῖς περὶ τὸ θέατρον στασιώταις
τοῦ Ἰωάννου αὐτούς τε ῥᾳδίως διασκεδάζουσι καὶ κατὰ ῥᾳστώνην
πᾶσαν τῷ Ἰωάννῃ προσβάλλουσι, κτείνουσί τε ὡς βόσκημα πανσώ-
μους ἐπενεγκόντες πληγάς, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀφελόμενοι τῷ βασιλεῖ
προσάγουσι. καὶ ἡ μὲν τῇ κατὰ τὴν ἀγορὰν ἁψῖδι μετεωρίζεται πρὸς
θέαν πάνδημον, ἔτι τοῦ αἵματος ἀποβλύζουσα σεσηρυῖά τε δεινὸν καὶ
μεμυκυῖα τὼ ὀφθαλμώ· ὁ δὲ λοιπὸς Ἰωάννης ἀρθεὶς ἐπὶ Κλίνης αἴθριος
προτίθεται κατὰ τὴν μεσημβρινὴν πύλην τῶν ἐν Βλαχέρναις ἀρχείων.  
 Καὶ βασιλεὺς τὰς ἄνωθεν αὐτῆς ἀρχικὰς διαίτας εἰσανιὼν ἐθεᾶτο
κάτωθεν, ὁμοῦ μὲν τὰς ὄψεις διδοὺς τῷ πτώματι ὑπὲρ βοῦν διῳδηκότι
μεγαλόπλευρον, ὁμοῦ δὲ καὶ διαχεόμενος τῷ ὁράματι καὶ καταλαζο-
806

νευόμενος τὸ κατόρθωμα. μετὰ δὲ τὸ σῶμα ἐκεῖθεν ἀρθὲν κυσὶ καὶ ὄρνισι

βορὰ παρατίθεται, ὃ καὶ θηριῶδες μικροῦ καὶ ἀπάνθρωπον τοῖς ἅπασιν


ἔδοξεν. οἱ δ' ἐκ τῆς συνωμότιδος μερίδος τοῦ Ἰωάννου συσχεθέντες καὶ
βασάνοις ὑποβληθέντες, ὅπως ἐκφήνωσι τοὺς συνίστορας, δεσμοῖς καὶ
φρουραῖς παραπέμπονται.

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex3,pt2, σελ. 530, γρ. of σελ. 28

ἡμᾶς αὐτοκράτορες καὶ μέχρι βηματίσαι τὴν τῶν ἄστρων θέσιν περι-
εργάζονται) τὴν πρώτην τῶν νηστειῶν ἑβδομάδα τῷ μεγάλῳ παλα-
τίῳ προσέμενεν οὐχ ἑκών. ὡς δ' ἦν ἡ ἕκτη τῶν ἡμερῶν οὐκ ἀνάρσιος
πρὸς μετάβασιν, καὶ μάλιστα τῷ βαθέος ὄρθρου μεθισταμένῳ, ἔγνω
μεταναστεῦσαι κνεφαῖος καὶ μήπω τοῦ ἡλίου διασπείραντος τὰς ἀκτῖνας
τὰς Βλαχέρνας καταλαβεῖν. ἥ τε οὖν τριήρης παρὰ ταῖς ἀκταῖς τῶν
ἀρχείων ἐσάλευε καὶ τὸ συγγενὲς ἅπαν τοῦ βασιλέως παρ' αὐτὸν μετὰ
φώτων συνήλιστο, σύμπλουν ἐσόμενον· τοῦ θεοῦ δὲ δεικνύντος ὡς
κύριός ἐστιν ὡρῶν καὶ χρόνων αὐτὸς καὶ παρ' αὐτοῦ κατευθύνεται
εἴτε μὴν συμποδίζεται τά τινων διαβήματα, τὸ πρὸ τῆς βασιλείου
Κλίνης δάπεδον αὐτομάτως ὑποχαλᾷ καὶ εἰς χάσμα ἱκανῶς διανοίγεται.
καὶ βασιλεὺς μὲν παραδόξως τοῦ κινδύνου ῥύεται, ἅτερος δὲ τῶν τούτου
γαμβρῶν, ὁ Παλαιολόγος Ἀλέξιος, καὶ συχνοὶ ἄλλοι ἐνίσχονται τῷ
διαστήματι καὶ πάσχουσι κακῶς τὰ βάθρα τοῦ σώματος· εἷς δέ τις
ἐκτομίας καὶ ἐτεθνήκει ἐς τὸ βάθιστον τοῦ χάσματος καταδύς. οἵαν μὲν  
οὖν ἔννοιαν ἢ μετάνοιαν ἐπὶ τούτοις εἴληφεν ὁ κρατῶν, οὐδαμῶς ἔχω
ἐπεξιέναι· ὃ δὲ κατὰ πόδας ἐπηκολούθησε, τοῦτο δὴ καὶ τῇ ἱστορίᾳ
παραδίδωμι.

Νικηφόρος Χωνιάτης. Historia (= Χρονικὴ διήγησις)


Reign Alex5, σελ. 570, γρ. of σελ. 17

ὀχυρωμάτων αὐτοῖς τεθειμένων (ἐπὶ γὰρ γηλόφων ὀρθίων ἵσταντο)


κατὰ χιλίους ὑφ' ἑνὸς ἐδιώκοντο· καὶ ταῖς χερσαίαις Χρυσέαις πύλαις
ἐπιστάντες τῆς πόλεως τὸ νεόδμητον ἐκεῖσε κατασπῶσι τεῖχος ἐκτρέ-
χουσί τε καὶ διασκίδνανται, ὡς ὄφελόν γε τὴν ἐς βάραθρον καὶ πανώλειαν

βαδιούμενοι. οἱ δὲ πολέμιοι μηδενὸς εἰς χεῖρας ἰόντος διαθέουσι πολλαχῇ

καὶ τὰ ξίφη σπῶσι καθ' ἡλικίας πάσης καὶ γένους παντός, οὐχ εἷς ἑνὶ
συνημμένοι καὶ κατὰ σύνταξιν πλείους ἀλληλουχούμενοι, ἀλλὰ διεκ-
807

κεχυμένοι σποράδες ὡς ἤδη παρὰ πᾶσιν ἐπιφοβώτατοι.


 Ἑσπέρας δὲ τῷ πυρὶ παραδόντες τὰ πρὸς ἕω καὶ ἔτι πρόσω μικρὸν
τῆς τοῦ Εὐεργέτου μονῆς, ὃ καὶ κατενεμήσατο τὰ πρὸς θάλασσαν ἐκεῖθεν

ἐπικλινῆ καὶ μέχρι τῶν Δρουγγαρίου καταλήγοντα μέρη τῆς πόλεως,


ἐπαναλύουσιν αὖθις καὶ περὶ τὴν μονὴν τοῦ Παντεπόπτου στρατήγιον
βάλλουσι, τὴν βασίλειον ἐσκυλευκότες σκηνὴν καὶ αὐτῶν τῶν ἐν Βλα-
χέρναις ἀρχείων ἀπραγμόνως τε καὶ ἐξ ἐφόδου κεκρατηκότες.
 Ὁ δὲ βασιλεὺς τῇδε κἀκεῖσε τῶν τῆς πόλεως περιιὼν στενωπῶν
ἐπεχείρει μὲν συνιστᾶν καὶ διακροτεῖν πρὸς σύνταξιν τὸν εἰκῇ περι-
φοιτῶντα λαόν· οἱ δ' οὔτ' ἐπείθοντό οἱ ἐπιρρωννύοντι, οὔθ' ὑπήκουον
ἐπιθαρρύνοντι, ἀλλ' ἀπογνώσεως πᾶσιν αἰγὶς ἐπεσέσειστο.  
 Καὶ ἵνα τῷ λόγῳ προβιβάσω τὸ λεῖπον, κέκλικεν ἡ ἡμέρα καὶ ἡ νὺξ
προύκοπτε, καὶ τῶν μὲν ἀστυπόλων ἕκαστος ἐνεπόνει τῇ μεταθέσει καὶ
καταχώσει τῶν οὐσιῶν, ἦσαν δ' οἷς ᾑρέτιστο καὶ ἡ ἐκ τῆς πόλεως

Nicolaus I Mysticus Theol., Epist., Epistulae (3100: 001)


“Nicholas I, Patriarch of Constantinople, Letters”, Ed. Jenkins, R.J.H.,
Westerink, [Link], D.C.: Dumbarton Oaks, 1973; Corpus
Fontium Historiae Byzantinae [Link] 11, γρ. 6

Τῷ αὐτῷ

 Εἰ μὲν δυνατὸν ἦν αὐτὸν ἐμὲ πρὸς σέ, τέκνον ἡμῶν, παραγενέσθαι,
οὐκ ἂν παρῃτησάμην τοῦτο ποιῆσαι, ἀλλὰ καὶ τῆς ὁδοῦ τὸ μῆκος καὶ τοῦ
χειμῶνος τὴν πικρίαν ἐν δευτέρῳ ἂν ἐθέμην καὶ τὴν πρὸς τὴν
μεγαλόδοξόν
σου ἀρχὴν οὐκ ὤκνησα πορείαν ποιήσασθαι. Νῦν δὲ ὅτι καὶ τὸ γῆρας
ἐπίκειται, καὶ ἡ τούτου βαρύτης μικροῦ καὶ τοῦ ἐκ τῆς Κλίνης ἡμᾶς ἀνί-
στασθαι ἀπόρως διατίθησιν, καὶ ἄκοντες ἐπεχόμεθα τῆς τοιαύτης
ὁρμῆς, ἣν οἶδα ὡς εἴπερ ἦν ἐνδείξασθαι, οὐκ ἂν ἀπέτυχον τοῦ σκοποῦ· οὐ

γὰρ ἂν ἐπαυσάμην, τοῦτο μὲν ῥήμασι δυσωπῶν, τοῦτο δὲ τὴν κεφαλὴν


καὶ
τὰ ὄμματα καὶ τὸ φίλον ἐμοὶ πρόσωπον καὶ τὰς χεῖρας καταφιλῶν,
τοῦτο δὲ καὶ γονάτων ἁπτόμενος, τυχὸν δὲ καὶ τῶν ποδῶν, ἕως ἂν τὸ
σπουδαζόμενον κατεπραξάμην. Ἀλλ' ἐπέχει με τῆς τοιαύτης ὁρμῆς τὸ
χαλεπὸν γῆρας καὶ ἡ ἀπαραίτητος τυραννὶς τῆς ἀσθενείας· διὰ ταῦτα
προς-
δέομαι γράμματος.
 Ἀλλὰ πρῶτον κατανόησον, τέκνον ἡμῶν, ὑπὲρ τίνος ἡ πρεσβεία·  
καὶ εἰ τυχὸν ἐγὼ διὰ τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας ἀνάξιος εἰσακούεσθαι,
808

Nicolaus I Mysticus Theol., Epist., Opuscula diversa (3100: 002)


“Nicholas I, Patriarch of Constantinople, Miscellaneous Writings”, Ed.
Westerink, [Link], D.C.: Dumbarton Oaks, 1981; Corpus
Fontium Historiae Byzantinae, Series Washingtonensis [Link]. 206, γρ.
54

ᾠδὴ δʹ. «Τὴν ἐν σταυρῷ σου»

Ὁλολαμπὴς ὑπάρχων, ἅγιε,


 σκοτισθέντα με ὑπὸ τῆς ἀθυμίας
καταύγασόν με, δέομαι, φώτισον, σοφέ·
 παρρησίαν γὰρ ἔχεις πρὸς τὸν φιλάνθρωπον.
Οἱ τὴν ψυχὴν ἐπηρεάζοντες
 ἐπληθύνθησαν ζητοῦντες ἀπολέσαι
τὸν δοῦλόν σου, πανάγιε, γλῶσσαι δολεραί·
 τὰς βουλὰς αὐτῶν θραῦσον κἀμὲ ἐλέησον.
Ἐπὶ τῆς Κλίνης κατακείμενον
 καὶ βαρούμενον ὑπὸ τῆς ἀθυμίας
τῷ λόγῳ σου, Νικόλαε, ἅγιε θεοῦ,
 ἐξανάστησον ὥσπερ τὸν παρειμένον Χριστός.  
Κυριοτόκε ἀπειρόγαμε,
 μὴ ἐάσῃς με εἰς τέλος ἀπολέσθαι·
ἀνάστησόν με, δέσποινα, τὸν ἡμιθανῆ
 κατακείμενον ἄφωνον καὶ δακρύοντα.

Θεόγνωστος γραμματκός. Canones sive De orthographia (3128: 001)


“Anecdota Graeca e codd. manuscriptis bibliothecarum Oxoniensium,
vol. 2”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford University Press, 1835, Repr.
[Link]. 27, γρ. 22

μώρη, ἡ λαμυρίς· λαιφύη τὸ πρυτανεῖον· λαίσπης ὁ βού-


παις· λαίσθη, ἡ αἰσχύνη· λαίσθα ἡ ἀκολασία· λαιθάργυ-
νος, ὁ λαθραῖος δάκνων· λαιὸς ὁ ἀριστερός· λαῖτμα τὸ
οἴδημα τῆς θαλάσσης· λαιμῶ τὸ συνεχῶς μαίνεσθαι· λαι-
μάσσειν τὸ ἀμέτρως ἐσθίειν· Λαιποδιας Ἀνδρωνύμιος ἑνὸς
τῶν Ἀθήνῃσιν ἐπιφανῶν· λαιμοδεῖν τὸ δραπετεύειν· τὰ δὲ
τούτων ἐκτὸς διὰ τοῦ ε ψιλοῦ γράφεται· λέχος· λέπας τὸ
πρόσαντες· λέκιθος ὁ κρόκος τοῦ ᾠοῦ· λεβηθρὶς τὸ δέρμα
809

τοῦ ὄφεως· λεκτίκιον· λεπὶς ἡ φολίς· λεπρὸς ὁ διάλευκος·


λεαίνω τὸ ὁμαλίζω· λέγυνον τὸ εἰλιτὸν καὶ ποικίλον· λέκτρον
ἡ Κλίνη· λελεγίζω, τὸ κιθαρίζω· Λέλεξ ὄνομα ἔθνους· λενῶ
τὸ λυποῦμαι· λέπαδνος· λεπτὸς ὁ ἰσχνός· λέπαργος ἡ χιών·
λεπαστὴ γένος τι κύλικος· λεχεποίης· λεχαῖος τὸ λέχος
ἐνποιοῦν· λεοφόρος· λεωρία ἡ χαλεπή· λεῶρες, τὸ ἄωρον·
λεωκόνητος ὁ ἐφθαρμένος· λεώδης, ὁ λιθόλευστος· καὶ τἄλλα
ἀφίημι τοῖς ἐντυγχάνουσιν ἐρευνᾶν.  
 Πᾶσα λέξις ἀπὸ τῆς με συλλαβῆς ἀρχομένη διὰ τοῦ
ε ψιλοῦ γράφεται· οἷον, μέγαρον· μεσσηγύς· Μελέαγρος·
μέδιμνον· μέλαθρον· Μέδων· σεσημείωται τὸ μαίνω τὸ ὀργί-
ζομαι· ἐπὶ γὰρ τοῦ οἰκῶ διὰ τοῦ ε ψιλοῦ· καὶ τὸ μαῖα, ἡ
τροφός· παρὰ γὰρ τὸ μαίω τὸ ζητῶ· μαιμάσσω, τὸ προθυ

Θεόγνωστος γραμματκός. Canones sive De orthographia


Se. 488, γρ. 2

κυθὴν καὶ πλεονασμῷ τοῦ μ, καὶ τροπῇ τοῦ κ εἰς π πυθμήν·


γράφεται διὰ τοῦ υ, καὶ ὡς ἔχον δύο σύμφωνα καθέν· ὧν τὸ
μὲν δεύτερον ἀμετάβολον, τὸ δὲ ἡγούμενον ἄφωνόν ἐστι, καθὼς
ἤδη εἰρήκαμεν· τὰ γοῦν παρ' αὐτὸ συγκείμενα τὴν αὐτὴν
φυλάττει γραφήν· οἷον, ἀπύθμην· βαθυπύθμην· ὀλιγοπύθμην.
 Καθόλου ἀπὸ γενικῆς συγκείμενα τὴν ὀφειλομένην τῇ
γενικῇ φυλάττει γραφήν· οἷον, πρόχειρος· δίμηνος· ἐπίῤῥινος.
 Τὰ παρὰ τὸ δύο συγκείμενα διὰ τοῦ ι γράφει τὴν τρίτην
ἀπὸ τέλους· οἷον, δίμηνος· δίψυχος.
 Τὰ ἀπὸ τῶν εἰς η θηλυκῶν ἐν τῇ συνθέσει τρέπει τὸ η
εἰς ο· οἷον, τιμὴ, Τιμολέων· σκηνὴ, σκηνοποιός· Κλίνη, κλι-
νόπους· εἰρήνη, εἰρηνόδωρος.
 Τὰ εἰς ων ἀπὸ εὐθείας συγκείμενα τρέπει τὸ ω εἰς ο·
οἷον, Ἀπόλλων, Ἀπολλόδωρος· Ἀπολλογενής· λέων, λεόπαρ-
δος· λεομακέλλης.

Θεόγνωστος γραμματκός. Canones sive De orthographia


Se. 557, γρ. 6

δηλος· ἀρίσημος· “νήχυτος ὄρπηξ.”


 Τὸ νο, καὶ νω, καὶ νε, καὶ νη στερητικὰ ἐπιῤῥήματα, καθ'
810

ἑαυτὰ εἶναι μὴ δυνάμενα, ἐν τῇ συνθέσει τὴν αὐτὴν φυλάττει


γραφήν· νοσερός· νωθὴς ὁ στερημένος τοῦ θέειν· νήστης ὁ
ἐστερημένος σιτίων· νέπους ὁ ἐστερημένος ποδῶν.
 Εἰς νω λήγοντα ῥήματα δισύλλαβα τὸ ι παραληγόμενα
οὐχ ὁρῶ πολλά· ἔστι γὰρ τὸ γίνω τὸ κατασκευάζω· κλίνω·
κρίνω· τίνω τὸ ἀποδίδωμι, ὃ καὶ τίω λέγεται, ἐξ οὗ παρά-
γωγον τὸ τιννύω· καὶ τὸ φθίνω, ὃ καὶ αὐτὸ φθίω λέγεται· τὰ
γοῦν ἐξ αὐτῶν συγκείμενα τὴν αὐτὴν φυλάττει γραφήν· οἷον,
ἀκλινής· εὐκρινής· ἄφθιτος· κατάκριτος.
 Κοίτη ἀπὸ τοῦ κῶ ῥήματος, ὃ δηλοὶ τὸ ὑπνῶ, τὴν γένεσιν
ἔσχεν· ὡς γὰρ παρὰ τὸ θῶ θείω, καὶ σῶ σείω, οὕτω καὶ
παρὰ τὸ κῶ κείω· τὸ παθητικὸν κείομαι, καὶ ἐν συγκοπῇ κεῖ-
μαι, ἀφ' οὗ ῥηματικὸν ὄνομα κοίμη· ἐξ οὗ πάλιν ῥῆμα δευ-
τέρας συζυγίας τῶν περισπωμένων, κοιμῶ κοιμᾶς· τὰ γὰρ  
ἀπὸ τῶν εἰς η θηλυκῶν γινόμενα ῥήματα, δευτέρας γίνεται
συζυγίας ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· οἷον, βοὴ, βοῶ, βοᾶς· τεχνὴ, τεχνῶ,
τεχνᾶς· ἀγάπη, ἀγαπῶ, ἀγαπᾶς· μελέτη, μελετῶ, μελετᾶς·
οὕτω δὴ καὶ κοιμῶ, κιμᾶς, ἀπὸ τοῦ κοίμη· ἀπὸ οὖν τοῦ κεῖ

Θεόγνωστος γραμματκός. Canones sive De orthographia Se. 566, γρ. 2

τειχεσιπλήτης· πασιμέλλουσα· σαρξιφάγος· ὀρεσίτροφος·


ἁρμασίπουδος· Προτεσίλαος· ναυσίθεος· Ἀναξίμανδρος.
 Τὰ παρὰ τὸ πήσσω συγκείμενα διὰ τοῦ η γράφονται·
οἷον, ναυπηγός· κλινοπηγός.
 Τὰ εἰς ις ἀρσενικά τε καὶ θηλυκὰ ἐν τῇ συνθέσει ἀπο-
βάλλει τὸ σ τῆς ληγούσης, καὶ φυλάττει τὸ ι· οἷον, ὄφις,
ὀφιοῦχος· ἔχις, ἐχίδηκτος· πόσις, ποσίφιλος· πόλις, πολιοῦ-
χος· Ἴσις, Ἰσίδωρος· φύσις, φυσίζωος· πατρὶς, πατριάρχης·
τάξις, ταξίαρχος.
 Τὰ εἰς η λήγοντα θηλυκὰ, ἐν τῇ συνθέσει μη τρέποντα
τὸ η εἰς ο, ὡς ἐπὶ τοῦ σκηνὴ, σκηνοποιός· κλινὴ, κλινόπους·
εἰρήνη, εἰρηνόδωρος· περὶ ὧν ἤδη διείληπται, φυλάττει τὸ η·
οἷον, μύλη, μυλήφατος· κοτύλη, κοτυλήρυτος· βοὴ, βοηθός·
ζωὴ, ζωηφόρος· νίκη, νικηφόρος· στρωμνὴ, στρωμνηφόρος.
 Τὰ ἀπὸ τῶν εἰς ος εις σύνθεσιν ἐλθόντων, καὶ τῇ ἀποβολῇ
τοῦ σ τὴν σύνθεσιν ποιοῦντα διὰ τοῦ ο, καὶ ἢ διὰ μετρικὴν
χρεῖαν, ἢ δι' εὐφωνίαν τοῦτο μετατιθέντων, εἰς η αὐτὸ μεθί-  
στησιν· οἷον, νεογεννὴς, νεηγενής· ἐλαφοβόλος, ἐλαφηβόλος·
ἀθλοφόρος, ἀθληφόρος.
811

Θεόγνωστος γραμματκός. Canones sive De orthographia


Se. 690, γρ. 3

κύριον· Καβήνη ἡ κρήνη Λυκίας· Σεδήνη ἡ Ἀμαζών· τὸ


Γερμηνὴ τὴν αὐτὴν γραφὴν φυλάττον ὀξύνεται.
 Τὰ διὰ τοῦ ηνη ὑπὲρ τρεῖς συλλαβὰς ὀξύτονα διὰ τοῦ η
γράφει τὴν παραλήγουσαν· οἷον, Ἀτραμυτηνή· Καμασσηνή·
Κομμαγηνή· Κοδρομηνή· Παραστακηνή· Μελητηνὴ, ὄνομα
πόλεως· Σιπυληνὴ ἡ Δημήτηρ· τὸ Μιτυλήνη βαρυτονηθὲν
τὴν αὐτὴν φυλάττει γραψήν· λέγεται δὲ καὶ Μιτυλήνη·
Πακτυήνη· Δινδυμήνη.
 Τὰ διὰ τοῦ ινη δισύλλαβα διὰ τοῦ ι γραφόμενα τὴν
παραλήγουσαν ὀλίγιστά εἰσιν· ἔστιν γὰρ τὰ δίνη ἡ συ-
στροφή· Κλίνη· ῥίνη ὁ ἰχθύς· Βίνη ἡ πόλις· ῥινὴ τὸ ἐργα-
λεῖον τοῦ χαλκέως· σεσημείωται τὸ πείνη ὁ λιμὸς διὰ
τῆς ει διφθόγγου γραφόμενον· λέγεται δὲ καὶ πεῖνα διὰ
τοῦ α.
 Τὰ διὰ τοῦ ινη μονογενῆ ὑπὲρ δύο συλλαβὰς βαρύτονα τὸ
ι παραλήγεται· οἷον, Ἀσίνη ἡ Ἑρμιόνη· σατίνη· εἰλαπίνη·
μυρσίνη· Μολυβδίνη ἡ πόλις· Ματίνη· κηρυκίνη· θριδα-
κίνη· φίνη· ἀριγίνη· ἐριγίνη· ἡρωΐνη· δωτίνη· Αἰητίνη·  
Ἀδρηστίνη Εὐηνίνη· Μενεκίνη ἡ πόλις· μελίνη κέγχρος·
χοιρίνη ἡ δικαστικὴ ψῆφος Καρίνη ἡ πόλις· Ὑρμίνη·
ὑσμίνη· Εὐκολίνη· Λογίνη· τὸ ἐχινῆ ἀπὸ τοῦ ἐχινέα συναι

Θεόγνωστος γραμματικός. Canones sive De orthographia


Se. 736, γρ. 3

δίφθογγον συναιρεθῆναι μὴ δυναμένοις, διὰ τὸ μηδέποτε τὴν


οι δίφθογγον ἐπὶ τέλους λέξεως, μήτε μετὰ συμφώνου εὑρίς-
κεσθαι, ὡς εἴρηται, ἐξέπεσεν τὸ ι, καὶ ἔμεινεν μόνον τὸ υ· ὄϊς
τὸ πρόβατον, ὀΐδιον, καὶ ἐν συναιρέσει οἴδιον· σεσημείωται
τὸ κλεὶς, κλειδίον, καὶ παῖς, παιδιόν· ἔτι καὶ σεσημείωται τὸ
πεδίον, τότε προπαροξυνόμενον καὶ τὸ παροξυνόμενον· διὰ τοῦ
ε ψιλοῦ γράφει τὴν τρίτην ἀπὸ τέλους· ὡς καὶ τὸ ζῴδιον διὰ
τῆς ωι διφθόγγου.  
 Τὰ διὰ τοῦ διον ὑποκοριστικὰ, ἔχοντα ἀπὸ πρωτοτύπου
φωνῆς τὸ η, διὰ τοῦ η γράφει τὴν τρίτην ἀπὸ τέλους· οἷον,
γῆ, γήδιον· Κλίνη, κλινήδιον· πόρνη, πορνήδιον.
812

 Τὰ διὰ τοῦ ιον τρισύλλαβα προπαροξύτονα ἀπὸ βραχείας


ἀρχόμενα διὰ τοῦ ι γράφονται· οἷον, κτένιον· πέδιον ὁ
δεσμός· ἐπὶ γὰρ τῆς γῆς παροξύνεται· πτύχιον· τρύβλιον·
σχόλιον· χόλιον· ῥάχιον· πτέριον· ζύγιον· σπόδιον· φλέβιον·
τρίχιον.
 Τὰ διὰ τοῦ ιον μονογενῆ παροξύτονα, ἀπὸ φύσει ἢ θέσει
μακρᾶς ἀρχόμενα, διὰ τοῦ ι γράφει τὴν παραλήγουσαν·
οἷον, μηρίον· θηρίον· κηρίον· ξηρίον· σφηρίον· χαρτίον· φορτίον·
σταυρίον· σχοινίον· σπερτίον· τιτθίον· στρουθίον· σαρκίον·
βιβλίον· χρυσίον· καρφίον· χωρίον· κρουνίον· σιτίον· ψωμίον·

Θεοφύλακτος Σιμοκάτα. Historiae (3130: 003)


“Theophylacti Simocattae historiae”, Ed. de Boor, C.
Leipzig: Teubner, 1887, Repr. 1972 (1st edn. corr. P. Wirth).
Book-dialogue-index index, Ch. 1, se. 1, γρ. 8

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΒΙΒΛΙΟΝ Αʹ

αʹ. Ἀναγόρευσις Μαυρικίου, τοῦ Ῥωμαίων βασιλέως, καὶ


δημηγορία Τιβερίου τοῦ αὐτοκράτορος.
βʹ. Περὶ τῆς γενομένης θείας ὀμφῆς Τιβερίῳ τῷ αὐτοκράτορι.  
γʹ. Θάνατος Τιβερίου τοῦ αὐτοκράτορος.
δʹ. Σπονδαὶ Ἀβάρων καὶ Ῥωμαίων.
εʹ. Ὅπως ἐλέφαντα ἱστορῆσαι ὁ Χαγάνος τὸν βασιλέα
ᾐτήσατο.
ϛʹ. Περὶ τῆς χρυσῆς Κλίνης, ἣν λαβεῖν ὁ Χαγάνος παρὰ
τοῦ αὐτοκράτορος ἐξῃτήσατο.
ζʹ. Ὡς εἴκοσι χιλιάδας χρυσίων προσθεῖναι ταῖς συνθήκαις
Ῥωμαίους ὁ βάρβαρος κατηνάγκασεν.
ηʹ. Κατάλυσις τῶν πρὸς τοὺς Ἀβάρους σπονδῶν.
θʹ. Ἅλωσις Σιγγηδόνος τῆς πόλεως.
ιʹ. Ὅπως Αὐγούσταν καὶ τὸ Βιμινίκιον, πόλεις Ῥωμαίων,
ὁ Χαγάνος ἐπόρθησεν.
ιαʹ. Ἔφοδος τῶν Ἀβάρων ἐπὶ τὴν Ἀγχίαλον πόλιν.
ιβʹ. Πρεσβεία Ῥωμαίων πρὸς Ἀβάρους.
ιγʹ. Περὶ τῆς τῶν πρέσβεων ἀτιμίας.
813

Θεοφύλακτος Σιμοκάτα. Historiae


Book-dialogue-index 1, Ch. 1, se. 23, γρ. 3

τῆς συμπαθείας· φιλεῖ γὰρ ἡ συμφορὰ καὶ τῷ θεατῇ μετα-


διδόναι τοῦ πάθους. τὴν στεφάνην δὲ ὁ βασιλεὺς ἀράμενος
τήν τε πορφυρᾶν διπλοΐδα, ἀμπεῖχε τὸν Καίσαρα. διεχεῖτο
δὲ πολλὴ ταῖς εὐφημίαις παρὰ τῶν ὑπηκόων βοή. ἔνιοι
γὰρ τὸν προστησάμενον ἀπεθαύμαζον ἀγάμενοι τῆς εὐβουλίας
τὸν αὐτοκράτορα, ἕτεροι τὸν ἀναρρηθέντα καὶ τηλικαύτης
ἡγεμονίας ἑαυτὸν παραθέμενον ἄξιον, ἅπαντες δὲ τὸν αἴτιον
τούτων ἁπάντων θεὸν ἄμφω ταῦτα καλῶς συμβιβάσαντα.
ἐπεὶ δὲ ὁ μέγας οὗτος καὶ ὕστατος τοῦ βασιλέως σκοπὸς
διανυσθεὶς ἐτετέλεστο, τά τε τῆς ἀναγορεύσεως ἔθη κατὰ  
τοὺς βασιλικοὺς θεσμοὺς ἐπεπλήρωτο, ἐπὶ τὴν ἑαυτοῦ Κλίνην
Τιβέριος ὁ αὐτοκράτωρ ἀνέζευξεν.
Λόγος δὲ καὶ θείαν ὀμφὴν πρό τινος βραχέος τῆς
νόσου καιροῦ κατηχηθῆναι Τιβερίῳ τῷ αὐτοκράτορι. ἔδοξε
γὰρ ἐν ὕπνοις παρεστάναι αὐτῷ πάγκαλος τὴν θέαν ἀνὴρ
ἐνθέου τινὸς ὡραιότητος εἰκόνα φερόμενος, τῷ μὲν λόγῳ τὸ
ἄρρητον, τῇ δὲ γραφῇ τὸ ἀμίμητον. ἐσθὴς δὲ τῷ νεανίᾳ
λευκή, τόν τε τόπον καὶ τὸν θεατὴν καταυγάζουσα ταῖς
μαρμαρυγαῖς τῆς ἐλλάμψεως. φῆσαι δὲ πρὸς τὸν Καίσαρα,
συνδημηγορούσης αὐτῷ τῆς χειρὸς ἐν τῷ σχήματι, “τάδε σοι,
Τιβέριε, τὸ τρισάγιον λέγει· οἱ τύραννοι τῆς ἀσεβείας ἐπὶ τῆς

Θεοφύλακτος Σιμοκάτα. Historiae


Book-dialogue-index 1, Ch. 3, se. 11, γρ. 1

ἀμφ' αὐτὸν πρὸ τοῦ τὴν εἰρήνην διαφθαρῆναι περιεκέχυτο,


ὡς ζῶα τρέφεται παρὰ Ῥωμαίοις τῷ μεγέθει καὶ τῷ σώματι
ἐμφανέστατα. διὸ ἐξῄτησε βασιλέα εἰς θέαν τούτων ἐλθεῖν.
καὶ ψυχαγωγεῖ θᾶττον ὁ βασιλεὺς τῆς ἱστορίας τὸν ἔρωτα
καὶ δίδωσιν εἰς θεωρίαν ἐλεφάντων γενέσθαι, πέμψας ὡς
αὐτὸν ἐκ τῶν παρ' αὐτῷ τρεφομένων θηρίων τὸ ἐξοχώτατον.
ὁπηνίκα δ' εἶδεν τὸ Ἰνδικὸν ζῶον ὁ Χαγάνος ἐλέφαντα,
παραυτίκα καταλύει τὸ θέατρον καὶ παλιννοστεῖν προστάττει  
τὸ θηρίον παρὰ τὸν Καίσαρα, ἢ καταπλαγεὶς ἢ ἀποφαυλίσας
τὸ θαυμαζόμενον, οὐκ ἔχω εἰπεῖν· οὐ γὰρ ἂν ἐκρυψάμην.
ἐπώχλει δὲ τὸν Καίσαρα καὶ Κλίνην χρυσῆν τεχνουργήσαντα
814

ὡς αὐτὸν παραπέμψαι· ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ τοῦτον μετεώριζεν


ἡ τῆς παρούσης τύχης ἀκρώρεια. βασιλεὺς δὲ τὸ δῶρον
ἐξεργασάμενος βασιλικῶς μετεπέμπετο. ὁ δὲ σοβαρευόμενος
πολλῷ μᾶλλον κατεβρενθύετο οἷα προπηλακιζόμενος τῷ
ἀναξίῳ τοῦ δωρήματος, ἀπεπέμπετο δὲ παρὰ τὸν αὐτο-
κράτορα ὡς εὐτελές τι καὶ ἄκομψον τὴν χρυσῆν ἀλαζονικώ-
τερον Κλίνην. ναὶ μὴν ἠξίου καὶ πρὸς ταῖς ὀγδοήκοντα τοῦ
χρυσοῦ χιλιάσι καὶ ἑτέρας εἴκοσιν ἀν' ἔτος ἕκαστον παρὰ
Ῥωμαίων ἀποίσεσθαι· καὶ δῆτα δυσανασχετοῦντος τοῦ

Θεοφύλακτος Σιμοκάτα. Historiae Book-dialogue-index 1, Ch. 3, se.


13, γρ. 1

τὸ θηρίον παρὰ τὸν Καίσαρα, ἢ καταπλαγεὶς ἢ ἀποφαυλίσας


τὸ θαυμαζόμενον, οὐκ ἔχω εἰπεῖν· οὐ γὰρ ἂν ἐκρυψάμην.
ἐπώχλει δὲ τὸν Καίσαρα καὶ Κλίνην χρυσῆν τεχνουργήσαντα
ὡς αὐτὸν παραπέμψαι· ἐπὶ τοσοῦτον γὰρ τοῦτον μετεώριζεν
ἡ τῆς παρούσης τύχης ἀκρώρεια. βασιλεὺς δὲ τὸ δῶρον
ἐξεργασάμενος βασιλικῶς μετεπέμπετο. ὁ δὲ σοβαρευόμενος
πολλῷ μᾶλλον κατεβρενθύετο οἷα προπηλακιζόμενος τῷ
ἀναξίῳ τοῦ δωρήματος, ἀπεπέμπετο δὲ παρὰ τὸν αὐτο-
κράτορα ὡς εὐτελές τι καὶ ἄκομψον τὴν χρυσῆν ἀλαζονικώ-
τερον Κλίνην. ναὶ μὴν ἠξίου καὶ πρὸς ταῖς ὀγδοήκοντα τοῦ
χρυσοῦ χιλιάσι καὶ ἑτέρας εἴκοσιν ἀν' ἔτος ἕκαστον παρὰ
Ῥωμαίων ἀποίσεσθαι· καὶ δῆτα δυσανασχετοῦντος τοῦ αὐτο-
κράτορος, περιφρονεῖ τὰς συνθήκας καὶ τοὺς ὅρκους ταῖς
αὔραις φέρειν ἐδίδου,
         ἀθρόον τε τὴν πολέμῳ φίλην ἀρά-
μενος σάλπιγγα τὰς δυνάμεις συνήθροιζε καὶ τὴν Σιγγηδόνα
τὴν πόλιν ἐξαπιναίως ἄφρακτον οὖσαν ἐλάμβανε πολεμικῶν
τε ὀργάνων χηρεύουσαν διὰ τὸ ἐκ τῆς εἰρήνης ῥαθυμίαν
πολλὴν ὑπερεκχεῖσθαι τῆς Θρᾴκης· ἀφύλακτον γὰρ εἰρήνη
καὶ προμηθείας οὐκ ἀνεχόμενον. τῶν τε τοῦ ἄστεος τοῖς

Θεοφύλακτος Σιμοκάτα. Historiae Book-dialogue-index 4, Ch. 12, se.


6, γρ. 4

συννόμῳ βίᾳ τινί, ἐντεῦθεν τὴν μὲν βασιλείαν ἀνεπονείδιστον,  


τὴν δ' αὖ πάλιν ἐγχείρησιν ἀνεπιβούλευτον ἑαυτῷ σοφιζό-
μενος. ἐπεὶ δὲ πάντα ῥᾳδιουργῶν καὶ παλαμώμενος ἀπίθανος
815

ἦν σοφιστὴς τοῦ βουλήματος, ἐχαλέπαινέ τε τοῖς μάγοις


τἀναντία φρονοῦσιν. τῆς τοίνυν ὀρέξεως αὐτῷ μηδαμῶς
ἀπολαβούσης τοῦ σκοποῦ τὴν βαλβῖδα, χωρεῖ ἐς τὸ φανερόν.
τῆς μεγάλης τοιγαροῦν καὶ ἐπιφανοῦς ἐνδημούσης αὐτοῖς
ἑορτῆς, ἣν ἑορτάζειν οὐρανῷ παλαιὸς καὶ πρεσβύτης νόμος
Πέρσαις ἐθέσπιζεν, τὸ βασιλικὸν διάδημα ἀνελόμενος ἀνηγό-
ρευεν ἑαυτὸν βασιλέα τῇ τε χρυσῇ κατηυγάζετο κλίνῃ, τοῖς
τε κατὰ τὴν Μαρτύρων ἀναστρεφομένοις βαρβάροις ἔχεσθαι
ἐγκρατῶς τῆς φρουρᾶς ἐγκελεύεται καὶ ἥκιστα τὸν νοῦν
Χοσρόῃ παρέχεσθαι. τοῖς τοίνυν τὸ ἄστυ πολιορκοῦσι Ῥω-
μαίοις ἡ τοῦ Βαρὰμ διαναγόρευσις δῆλος γίνεται· ἥλω γὰρ
ὁ τὰ προστάγματα τοῦ τυράννου περιφερόμενος. μενοῦνγε
Χοσρόης ἐπὶ τὴν λεγομένην Ἱερὰν πόλιν ἀφίκετο, οὐδὲ μὴν
Κομεντίολος ὁ στρατηγὸς ἀγέραστον καταλέλοιπε τὸν τέως
τῆς βασιλείας χηρεύοντα· οὕτω γὰρ ἔδοξε Μαυρικίῳ τῷ
αὐτοκράτορι, καὶ τὸ δόγμα μετεχώρει πρὸς πρᾶξιν. οὐκοῦν
ἐπὶ τὸ Βεδαμᾶς, οὕτω χωρίον λεγόμενον,

Θεοφύλακτος Σιμοκάτα. Historiae Book-dialogue-index 5, Ch. 16, se.


1, γρ. 2

πλίνθευσιν, καθὰ τῷ ἱεροφάντῃ Μωσῇ διηγόρευται, εἶναι


λίαν ἐπιμελῶς ἐξοπτηθεῖσαν πυρί.  
Ἀλλ' ἐπεὶ τοῦ Περσικοῦ πολέμου τῇ συνθήκῃ τῆς ἀφηγή-
σεως ὡς οἷόν τε ἦν ἀπετερματίσαμεν τὴν ὑπόθεσιν, πρὸς
τὰ τῇ Εὐρώπῃ πραχθέντα χωρείτω αὖθις ὁ κάλαμος τὰς
βίβλους ναυτιλλόμενος μέλανι, ὅπως ἐπὶ τὸν λιμένα τοῦ
σκοποῦ καθορμιζόμενος καὶ τὰς ἐπιφανεῖς τῶν πράξεων
φόρτον φερόμενος τὰ τῶν ἀξιαφηγήτων ἀκουσμάτων πλη-
ρώσειεν.
Ἄρτι γε ἄρα που τοῖς περὶ τὴν ἕω γελώσης ἡμέρας
τοῖς πράγμασιν, καὶ τὴν πρόοδον οὐκ ἐκ Κλίνης βαρβαρικῆς
μυθικῶς ποιουμένης Ὁμηρικώτερον, ῥοδοδάκτυλός τε ἀπανηνα-
μένης ἀκούειν, ἐπεὶ τὸ ξίφος τοῖς αἵμασιν αὐτοῖς οὐ φοινίς-
σεται, τὰς δυνάμεις ὁ αὐτοκράτωρ ἐς τὴν Εὐρώπην ὡς
τάχιστα μετεβίβαζεν ἐπί τε τὴν Ἀγχίαλον τὴν ἐκδημίαν
παρασκευάζεται· διεγνώκει γὰρ τὸ Ἀβαρικὸν αὖθις ἐθέλειν
φοιτᾶν. προσδοκίμου τοιγαροῦν τοῦ βαρβαρικοῦ τυγχάνοντος,
ἐς παρασκευὴν συνετέτακτο. οἱ μὲν οὖν ἐντιμότεροι τῶν ἐς
συγκλήτου βουλὴν κατελιπάρουν τὸν Καίσαρα χειροτονῆσαι
στρατηγὸν τῷ πολέμῳ καὶ ἀναβολὴν τὰ τῆς βασιλικῆς ἐπι-
βολῆς ἀποφέρεσθαι. ἐπεὶ δὲ οὐκ ἔπειθον, ὁ τῶν ἱερατικῶν
816

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1–12) (3135: 001)“Ioannis


Zonarae ep. historiarum, 3 vols.”, Ed. Dindorf, L.
Leipzig: Teubner, 1:1868; 2:1869; 3:1870.Τόμ. 1, σελ. 93, γρ. 3

ὁ κατ' αὐτοῦ φθόνος συνηύξετο τῷ Σαούλ. καὶ τοῦ


πονηροῦ πνεύματος αὖθις ἐπελθόντος αὐτῷ καὶ
συμπνίγοντος παρῆν ὁ Δαβὶδ τὴν κινύραν κρούων
καὶ κατεπᾴδων αὐτοῦ. ὁ Σαοὺλ δὲ τὸ δόρυ κατέχων
ἠκόντισεν αὐτὸ κατὰ τοῦ Δαβίδ· ὁ δὲ προγνοὺς
ἐξέκλινέ τε καὶ ἀνεχώρησεν. ἀπέστειλε δὲ Σαοὺλ
νυκτὸς φύλακας εἰς τὸν οἶκον Δαβίδ, ἵνα μεθ' ἡμέ-
ραν κτείνῃ αὐτόν. γνοῦσα δὲ τοῦτο Μελχὸλ ἡ γυνὴ  
αὐτοῦ, διὰ θυρίδος τὸν ἄνδρα κατήγαγε· καὶ ἀπέδρα.
ἕωθεν δὲ τοῦ Σαοὺλ πέμψαντος ἐπὶ τὸν Δαβίδ, ἡ
Μελχὸλ τὴν Κλίνην ἑτοιμάσασα ὥς τινος ἐν αὐτῇ
κειμένου, καὶ τοῖς ἐπιβλήμασιν ὑποθεῖσα ἧπαρ
αἰγὸς νεοσφαγοῦς, ὡς ἂν τῇ τούτου κινήσει τὸ ἐπί-
βλημα σαλευόμενον δόκησιν παρέχῃ κεῖσθαι παρὰ
τῇ κλίνῃ τινά, εἰσάγει τοὺς σταλέντας καὶ νοσεῖν τὸν
ἄνδρα φησίν. οἱ δὲ ἀπήγγειλαν τῷ Σαούλ, καὶ ὃς
ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐτὸν ἀχθῆναι διακελεύεται. ἀπελ-
θόντες δὲ οἱ πεμφθέντες καὶ τῆς Κλίνης ἀράμενοι τὸ
ἐπίβλημα, τὸ τέχνασμα κατενόησαν καὶ τῷ βασιλεῖ
κατηγγέλκασιν. οὕτω δὲ τὸν θάνατον ὁ Δαβὶδ ἐκφυ-
γὼν τῷ Σαμουὴλ εἰς Ἀρμαθαῒμ προσελήλυθε καὶ

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12) Τόμ. 1, σελ. 134, γρ. 18

λιμῷ ἐκλιπεῖν. ὁ δὲ προφήτης θαρρεῖν αὐτῇ ἐγκε-


λεύεται· μηδὲ γὰρ ἐκλείψειν ἄλευρον ἐκ τοῦ ἀγγείου
τοῦ τοῦτο φέροντος, μηδ' ἔλαιον ἐκ τῆς ληκύθου,
ἕως γένηται ὑετός. ἡ δὲ πορευθεῖσα τόν τε προφή-
την παρ' αὐτῇ ξενισθέντα καὶ ἑαυτὴν καὶ τὰ τέκνα
ἐκ τοῦ βραχίστου ἐκείνου ἀλεύρου ἔτρεφεν ἕως ὁ λι-
μὸς παρελήλυθε. νοσήσαντος δὲ τοῦ υἱοῦ τῆς γυναι-
κὸς ταύτης καὶ θανόντος, ἐβλασφήμει κατὰ τοῦ προ-
φήτου ἐκείνη. ὁ δὲ δοθῆναι αὐτῷ τὸ τεθνηκὸς παι-
δίον ᾔτησε. καὶ λαβὼν εἰς τὸ ὑπερῷον ἔνθα ᾤκει
ἀνήνεγκε καὶ ἔθετο ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐτοῦ· καὶ τὸν
θεὸν ἱκετεύσας τρισσάκις ἐνεφύσησε τῷ νεκρῷ, καὶ
817

ἀνέζησε. καὶ ἔδωκε τὸν παῖδα ζῶντα τῇ γειναμένῃ·


ἡ δ' ηὐχαρίστει. καὶ μετὰ ταῦτα ἐνετείλατο τῷ Ἠλιοὺ
ὁ θεὸς πορευθῆναι καὶ προειπεῖν Ἀχαὰβ ὡς ἔσται
ὑετός. ὁ δὲ λιμὸς ἐπὶ Σαμάρειαν καὶ τὴν χώραν ἅπα-
σαν κεκραταίωτο. Ἀχαὰβ δὲ τὸν οἰκονόμον αὐτοῦ Ἀβ-
διοὺ ἄνδρα χρηστὸν παραλαβὼν ἀπῄει, εἰ εὕροι τοῖς
ἵπποις χιλόν. καὶ ὁ μὲν ἄλλην ἀπῄει ὁδόν, ἑτέραν
δὲ Ἀβδιού, ἐρευνῶντες ποῦ ἂν εὕροιεν χόρτον ἐν
πηγαῖς ἢ χειμάρροις. συναντᾷ τοίνυν τῷ Ἀβδιοὺ ὁ

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12) Τόμ. 1, σελ. 142, γρ. 17

 Ὀχοζίας δὲ ὁ τῶν Ἰσραηλιτῶν βασιλεὺς τοῖς ἑαυ-


τοῦ γονεῦσιν εἰς πονηρίαν ὡμοίωτο. περὶ δὲ τὸ δεύ-
τερον ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐπέσχον οἱ Μωαβῖται
τοὺς φόρους, οὓς εἰσέφερον τῷ πατρὶ αὐτοῦ. νοσήσας
δὲ πρὸς τὴν Ἀκκαρῶν θεόν, Μυῖαν ὠνομασμένην,
ἔπεμψεν ἐρωτῶν εἰ ἀναρρωσθήσεται. Ἠλίας δὲ τοῖς
ἐσταλμένοις ὑπαντήσας ἀναστρέφειν ἐκέλευε καὶ λέ-
γειν τῷ πέμψαντι πρὸς τὸν τῶν ἀλλοφύλων θεόν, ὡς
τῷ Ἰσραὴλ μὴ ὄντος θεοῦ, ὅτι ἐκ τῆς Κλίνης οὐκ ἀνα-
στήσεται. καὶ οἱ ἄνδρες ἐπανελθόντες εἶπον ἃ ἤκου-
σαν. Ὀχοζίας δὲ τίς ὁ ταῦτα εἰρηκὼς εἴη ἠρώτα.
τῶν δὲ μὴ εἰδέναι φησάντων, τὸ εἶδος τοῦ ἀνδρὸς
ἐκείνου λέγειν ἀπῄτει αὐτούς. εἰπόντων δὲ δασὺν
εἶναι καὶ ζώνην δερματίνην περιεζῶσθαι, συνῆκεν
ὡς Ἠλίας ἦν. καὶ πέμψας πεντηκόνταρχον σὺν τοῖς
ὑπ' αὐτὸν ἀχθῆναι τὸν προφήτην ἐκέλευσε. καὶ ὁ
σταλεὶς ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους εὑρὼν αὐτὸν
ἥκειν ἐκέλευε πρὸς τὸν βασιλέα. εὐξαμένου δὲ Ἠλιοὺ

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12) Τόμ. 1, σελ. 146, γρ. 20

σης παῖδα, προεῖπεν αὐτῇ συλλήψεσθαι καὶ τεκεῖν


υἱόν. καὶ κατὰ τὴν τοῦ προφήτου πρόρρησιν ἔτεκεν.
ἁδρυνθὲν δὲ τὸ παιδίον τέθνηκεν· ἡ δὲ γυνὴ πρὸς τὸν
Ἐλισσαῖον εἰς τὸ Καρμήλιον ἀπελήλυθεν, καὶ πεσοῦσα
παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ τὴν συμφορὰν ἀπεκλαίετο. ὁ
δὲ τῷ φοιτητῇ αὐτοῦ Γιεζὶ ἐνετείλατο ἀπελθεῖν, δοὺς
αὐτῷ τὴν ἑαυτοῦ βακτηρίαν, ἵνα ἐπίθηται αὐτὴν τῷ
τεθνεῶτι παιδί. καὶ ἡ γυνὴ ὤμοσε μὴ ὑποστρέψαι, εἰ
818

μὴ αὐτὸς αὐτῇ συμπορεύσεται. ἐπείσθη οὖν ὁ προφή-


της, καὶ ἀπελθὼν εὗρε τὸ παιδάριον ἀνακεκλιμένον
ἐν τῇ κλίνῃ αὐτοῦ· καὶ προσευξάμενος ἀνέβη ἐπὶ τὴν
Κλίνην καὶ συνανεκλίθη τῷ παιδαρίῳ καὶ ἐνεφύση-
σεν εἰς αὐτό. καὶ ἑπτάκις οὕτω τοῦ προφήτου ποιή-
σαντος ἀνεζωώθη ὁ τεθνηκώς, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ
μητρὶ αὐτοῦ ζῶντα. ἐκεῖθεν ἀπῆλθεν εἰς Γάλγαλα.
καὶ ἦν λιμός, καὶ οἱ υἱοὶ τῶν προφητῶν ἥκασι πρὸς
αὐτόν. ὁ δὲ τῷ διακόνῳ αὐτοῦ ἐπέταξεν ἑτοιμάσαι
αὐτοῖς ἕψημα. καὶ συνέλεξεν ἐκεῖνος ἐκ τοῦ ἀγροῦ λά-
χανα, οἷς καὶ τολύπη συναναμέμικτο· ἡ δὲ βοτάνη ἐστὶ
δηλητήριος· καὶ ἑψήσας προσήγαγε τοῖς ἀνδράσιν.

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12) Τόμ. 1, σελ. 146, γρ. 21

υἱόν. καὶ κατὰ τὴν τοῦ προφήτου πρόρρησιν ἔτεκεν.


ἁδρυνθὲν δὲ τὸ παιδίον τέθνηκεν· ἡ δὲ γυνὴ πρὸς τὸν
Ἐλισσαῖον εἰς τὸ Καρμήλιον ἀπελήλυθεν, καὶ πεσοῦσα
παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ τὴν συμφορὰν ἀπεκλαίετο. ὁ
δὲ τῷ φοιτητῇ αὐτοῦ Γιεζὶ ἐνετείλατο ἀπελθεῖν, δοὺς
αὐτῷ τὴν ἑαυτοῦ βακτηρίαν, ἵνα ἐπίθηται αὐτὴν τῷ
τεθνεῶτι παιδί. καὶ ἡ γυνὴ ὤμοσε μὴ ὑποστρέψαι, εἰ
μὴ αὐτὸς αὐτῇ συμπορεύσεται. ἐπείσθη οὖν ὁ προφή-
της, καὶ ἀπελθὼν εὗρε τὸ παιδάριον ἀνακεκλιμένον
ἐν τῇ κλίνῃ αὐτοῦ· καὶ προσευξάμενος ἀνέβη ἐπὶ τὴν
Κλίνην καὶ συνανεκλίθη τῷ παιδαρίῳ καὶ ἐνεφύση-
σεν εἰς αὐτό. καὶ ἑπτάκις οὕτω τοῦ προφήτου ποιή-
σαντος ἀνεζωώθη ὁ τεθνηκώς, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ
μητρὶ αὐτοῦ ζῶντα. ἐκεῖθεν ἀπῆλθεν εἰς Γάλγαλα.
καὶ ἦν λιμός, καὶ οἱ υἱοὶ τῶν προφητῶν ἥκασι πρὸς
αὐτόν. ὁ δὲ τῷ διακόνῳ αὐτοῦ ἐπέταξεν ἑτοιμάσαι
αὐτοῖς ἕψημα. καὶ συνέλεξεν ἐκεῖνος ἐκ τοῦ ἀγροῦ λά-
χανα, οἷς καὶ τολύπη συναναμέμικτο· ἡ δὲ βοτάνη ἐστὶ
δηλητήριος· καὶ ἑψήσας προσήγαγε τοῖς ἀνδράσιν.
ἐσθίοντες δὲ ἐπέγνων τὴν τολύπην, καὶ πρὸς τὸν προ-
φήτην ὡς τεθνηξόμενοι ἐξεβόησαν.

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12)


Τόμ. 1, σελ. 216, γρ. 14
819

τοιαύτην παρήσομεν μὴ αὐτῇ ὁμιλήσαντες.” καὶ ὁ


Βαγώας εἶπε πρὸς Ἰουδήθ “ἐλθὲ πρὸς τὸν κύριόν
μου δοξασθῆναι κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ πίεσαι
μεθ' ἡμῶν οἶνον, καὶ γενηθήσῃ ὡς μία τῶν παρε-
στηκυιῶν ἐν τῷ οἴκῳ Ναβουχοδονόσορ.” καὶ Ἰουδὴθ
κοσμηθεῖσα ἀπῆλθε, καὶ εἰσελθοῦσα πρὸς Ὀλοφέρ-
νην ἀνέπεσε, καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιεν ἃ ἡτοίμασεν αὐτῇ
ἡ παιδίσκη αὐτῆς. ἡ δὲ καρδία Ὀλοφέρνου ἐξέστη
καὶ πρὸς ἔρωτα τῆς γυναικὸς ἐξεκέκαυτο. καὶ τοῦ
πότου παραταθέντος ἔπιεν ἐκεῖνος οἶνον σφόδρα πο-
λὺν καὶ ἐμεθύσθη. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐ-
τοῦ καρηβαρῶν ἐκ τῆς μέθης κατέκειτο, πάντες δὲ
ᾤχοντο, καὶ Βαγώας συνέκλεισε τὴν σκηνήν, μόνην
τὴν Ἰουδὴθ ἐντὸς καταλελοιπώς. ἡ δὲ τῇ θεραπαίνῃ
αὐτῆς ἐνετείλατο τὴν ἔξοδον αὐτῆς ἐπιτηρεῖν· ἐξε-
λεύσεσθαι γὰρ ἐπὶ τὴν προσευχήν. ὁ μὲν οὖν Ὀλο-
φέρνης τῇ μέθῃ καταβεβαπτισμένος κατέκειτο καὶ
ὕπνον θανάτου ὕπνωττεν ἀδελφόν, ἡ δὲ τὸν θεὸν
ἐπικαλεσαμένη καὶ τὸν ἀκινάκην αὐτοῦ σπασαμένη
τὴν αὐτοῦ ἀπέτεμε κεφαλήν, καὶ ἐξελθοῦσα τῇ θε-
ραπαίνῃ παρέσχεν αὐτήν, καὶ ἀπῄει ὡς δὴ προσευ

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12) Τόμ. 1, σελ. 281, γρ. 26

ἐπισπεύδοντες. εἷς δὲ τούτων ἰδὼν τὸν σταυρὸν ἐν


τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, καὶ μαθὼν παρά του τῶν οἰκετῶν
ὡς ἐπὶ Μαρδοχαῖον τοῦτον ἡτοίμασαν πρὸς τιμωρίαν
αἰτηθησόμενον, τότε μὲν ἀπῆλθεν, ὡς δ' ἡ εὐωχία
πρὸς τέλος ἦν, ἐπέτρεπε τῇ βασιλίσσῃ λέγειν ὁ βα-
σιλεὺς τίνα αἰτεῖ, ἡ δὲ τὸν τοῦ λαοῦ κίνδυνον ἀπω-
δύρετο, καὶ μετὰ τοῦ ἔθνους ἔλεγεν ἐκδεδόσθαι καὶ
αὐτὴ πρὸς ἀπώλειαν, καὶ τὸν Ἀμὰν ταῦτα ἐπῆγεν
αἰτήσασθαι. ταραχθέντος δὲ πρὸς τοῦτο τοῦ βασι-
λέως καὶ ἐκπεπηδηκότος τοῦ συμποσίου, τῆς Ἐσθὴρ
ὁ Ἀμὰν ἐδέετο· καὶ ἐπὶ τῆς Κλίνης πεσόντος καὶ ἱκε-
τεύοντος τὴν βασίλισσαν, ἐπεισελθὼν ὁ βασιλεύς “ὦ
κάκιστε” εἶπε, “καὶ βιάζεσθαί μου τὴν γυναῖκα ἐπι-
χειρεῖς;” ἐν τούτοις παρὼν ὁ εὐνοῦχος περὶ τοῦ
σταυροῦ εἶπεν ὃν εἶδεν ἐπὶ Μαρδοχαῖον ἡτοιμασμένον.  
καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτίκα κελεύει τὸν Ἀμὰν ἐπ' ἐκείνου
τοῦ σταυροῦ κρεμασθῆναι. καὶ ὁ μὲν οὕτως ἀπώ-
820

λετο, τὴν δὲ οὐσίαν αὐτοῦ δῶρον ἔσχηκεν ἡ βασί-


λισσα. γνοὺς δὲ τὴν πρὸς Ἐσθὴρ τοῦ Μαρδοχαίου
συγγένειαν ὁ βασιλεὺς δίδωσιν αὐτῷ τὸν δακτύλιον
ὃν ἔδωκε πρὶν τῷ Ἀμάν. καὶ ἡ βασίλισσα τὴν

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12)


Τόμ. 1, σελ. 304, γρ. 4

δίαν πορευθεὶς κωμασόμενος, κἀκεῖ τὴν νύκτα δια-


γαγὼν ἐν τῷ κώμῳ καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν, ἤρ-
ξατο πυρέσσειν. πυρέττων δὲ καὶ διψήσας σφοδρῶς,
ἔπιεν οἶνον, καὶ φρενιτιάσας ἀπέθανεν. εἷς μὲν οὖν
ὁ τῆς ἐκείνου τελευτῆς λόγος οὗτος· ἕτερος δ' ἔχει
ἐφ' ἡμέρας αὐτὸν πυρέττειν πλείους καὶ λούεσθαι,
οὕτω δὲ κραταιωθῆναι τὸν πυρετὸν ὡς ἄφωνον κεῖ-  
σθαι αὐτόν· τοὺς δὲ Μακεδόνας θορυβεῖσθαι ὡς θα-
νόντος αὐτοῦ, καὶ καταβοᾶν τῶν ἡγεμόνων, ἕως αὐ-
τοῖς αἱ θύραι ἠνοίχθησαν καὶ τὸν Ἀλέξανδρον ἐν τῇ
κλίνῃ κατεῖδον· καὶ μετὰ ταῦτα ἐξέλιπε. φασὶ δέ
τινες μετέπειτα λόγον γενέσθαι ὡς ὑπὸ φαρμάκου
διέφθαρτο, καὶ τὸν Ἀριστοτέλην Ἀντιπάτρῳ σύμβου-
λον γενέσθαι τῆς πράξεως, καὶ δι' ἐκείνου κομισθῆ-
ναι τὸ φάρμακον. τὸ δὲ ὕδωρ εἶναι ψυχρὸν καὶ πα-
γετῶδες ἀπὸ πέτρας τινὸς ἐν Νωνάκριδι οὔσης, ὃ
δρόσον ὥσπερ λεπτὴν ἀναλαμβάνοντες εἰς ὄνου χη-
λὴν ἀποτίθενται· οὐδὲν γὰρ ἕτερον ἀγγεῖον στέγει
αὐτό, ἀλλ' ὑπὸ ψυχρότητος καὶ δριμύτητος διακόπτε-
ται. οἱ δὲ πλείους πεπλάσθαι φασὶ τὸ φαρμάκῳ θα-
νεῖν τὸν Ἀλέξανδρον, καὶ τοῦτο τεκμηριοῦνται ἐκ

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12)


Τόμ. 2, σελ. 107, γρ. 17

κοψε. θαυμάσας δὲ ὁ Ταρκύνιος ἄλλας τε τιμὰς


ἐκείνῳ παρέσχε καὶ χαλκῆς εἰκόνος ἠξίωσε, καὶ οὐ-
δὲν ἔτι τῆς πολιτείας ἠλλοίωσε, πρὸς πάντα τε συμ-
βούλῳ τῷ Ἄττῳ ἐκέχρητο.
 Μαχεσάμενος δὲ Λατίνοις ἀποστατήσασιν, ἔπειτα
καὶ Σαβίνοις εἰς τὴν Ῥωμαΐδα ἐμβαλοῦσι συμμαχου-
μένοις ὑπὸ Τυρσηνῶν, ἁπάντων ἐκράτησε. τῶν δὲ
τῆς Ἑστίας ἱερειῶν, ἃς παρθενεύειν διὰ βίου νενό-
821

μισται, φωράσας τινὰ συμφθαρεῖσαν ἀνδρί, ὑπό-


γεών τινα κατασκευάσας ὑποδρομὴν προμήκη, κλί-
νην τε θεὶς ἐν αὐτῇ καὶ λύχνον καὶ τράπεζαν σιτίων
ὑπόπλεων, ἐκεῖ τὴν φθαρεῖσαν προπεμπομένην ἐκό-
μισε, καὶ ζῶσαν εἰσαγαγὼν ἐγκατῳκοδόμησε. καὶ
οὕτω τὰς τὴν παρθενίαν μὴ τηρησάσας τῶν ἱερειῶν
ἐξ ἐκείνου τιμωρεῖσθαι κεκράτηκεν· οἱ δὲ ταύτας
αἰσχύνοντες εἰς ξύλον τὸν αὐχένα δίκρουν ἐμβάλλον-
ται ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ μετὰ τοῦτο γυμνοὶ αἰκιζόμενοι
ἀποψύχουσιν.
 Ἐπέθεντο μέντοι τῷ Ταρκυνίῳ οἱ τοῦ Μαρκίου
παῖδες, ἐπεὶ μὴ τῆς ἀρχῆς αὐτοῖς παρεχώρει, ἀλλά
τινα Τούλλιον τεχθέντα οἱ ἐξ αἰχμαλωτίδος προῆγε

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12) Τόμ. 2, σελ. 350, γρ. 29

περὶ τὴν τῶν πατέρων ἐκτίθενται γῆν, τὰ δέ γε


θήλεα τρέφουσι.  Τῶν δὲ τοῦ Μιθριδάτου παλλακῶν ἀναχθεισῶν
πρὸς αὐτὸν οὐδεμίαν ἔγνω Πομπήιος. Στρατονίκη
δέ, ἣ καὶ μέγιστον παρὰ Μιθριδάτῃ ἔσχεν ἀξίωμα
καὶ τὸ πολυχρυσότατον τῶν φρουρίων ἐφύλαττε,
δῶρά τε πολλὰ τῷ Πομπηίῳ προσήγαγε καὶ τὸ φρού-
ριον παρεδίδου. ὁ δὲ τῶν προσαχθέντων ὅσα κόσμον
ἱεροῖς καὶ λαμπρότητα τῷ θριάμβῳ παρεῖχον λαβὼν
μόνα, τὰ λοιπὰ τὴν Στρατονίκην ἔχειν ἐκέλευσε. καὶ
τοῦ βασιλέως δὲ τῶν Ἰβήρων Κλίνην καὶ τράπεζαν
καὶ θρόνον χρυσᾶ πάντα πεπομφότος αὐτῷ, καὶ ταῦτα  
τοῖς ταμίαις εἰς τὸ δημόσιον παραδέδωκεν. ὡς δὲ
τὸν Μιθριδάτην ἑώρα φεύγοντα χαλεπώτερον ἢ μα-
χόμενον, τούτῳ μὲν εἶπεν ἰσχυρότερον ἑαυτοῦ πολέ-
μιον τὸν λιμὸν ἀπολείψειν, αὐτὸς δὲ προῆγε σὺν
στρατιᾷ. χειρωσάμενος δὲ δι' Ἀφρανίου τοὺς περὶ
Ἀμανὸν Ἄραβας, καταβὰς εἰς Συρίαν ταύτην μὲν
ἐπαρχίαν καὶ κτῆμα Ῥωμαίων ἀπέφηνε, τὴν δὲ Ἰου-
δαίαν ὑπέταξε καὶ τὸν βασιλέα αὐτῆς Ἀριστόβουλον
συνέλαβεν, ὡς ἐν τοῖς Ἰουδαϊκοῖς ἤδη ἱστόρηται.

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12)


Τόμ. 2, σελ. 430, γρ. 23
822

εἰσέδυ αἰφνίδιον, ὡς τάχα τὸν Ἀντώνιον φοβουμένη


ὑπειληφότα προδίδοσθαι παρ' αὐτῆς. δύο δὲ ἦσαν
ἐκεῖ σὺν αὐτῇ θεράπαιναι καὶ εὐνοῦχος εἷς. εἰσελ-
θοῦσα δὲ τὰς μὲν θύρας κατέκλεισεν ἀσφαλῶς, πρὸς
δὲ τὸν Ἀντώνιον τοὺς ἀπαγγελοῦντας ἔπεμψεν ὅτι
τέθνηκεν. πιστεύσας δ' ἐκεῖνός τινι τῶν παρόντων
ἐπέτρεψεν ἀποκτεῖναι αὐτόν. ὡς δ' ἐκεῖνος σπασά-
μενος τὸ ξίφος ἑαυτὸν κατειργάσατο, “εὖγε” εἶπεν
“ὦ Ἔρως” τοῦτο γὰρ ἦν ὄνομα τῷ ἀνθρώπῳ “ὅτι με
τί χρὴ ποιεῖν διδάσκεις,” καὶ πλήξας ἑαυτὸν διὰ τῆς
κοιλίας εἰς τὴν Κλίνην ἀφῆκεν. ἦν δὲ οὐκ εὐθυθά-
νατος ἡ πληγή. θορύβου δὲ γενομένου ᾔσθετο ἡ
Κλεοπάτρα. καὶ τὰς μὲν θύρας οὐκ ἀνέῳξεν, ἄνωθεν
δὲ προκύψασα, οὔπω γὰρ τὰ πρὸς τῇ ὀροφῇ ἐξείρ-
γαστο, καὶ μαθοῦσα τὸ γεγονός, κομίζειν αὐτὸν ἐς
τὸν τάφον ἐκέλευσε. γνοὺς δὲ κἀκεῖνος ἔτι ζῶσαν
αὐτήν, παρεκάλει κομισθῆναι ἐκεῖ, καὶ κομισθεὶς
σειραῖς καὶ καλῳδίοις ἀνείλκετο παρ' αὐτῆς καὶ δύο
τῶν θεραπαινίδων αὐτῆς. δεξαμένη δὲ αὐτὸν αἵ-
ματι πεφυρμένον καὶ δυσθανατοῦντα, τοὺς πέπλους  
περιερρήξατο ἐπ' αὐτῷ καὶ τὰ στέρνα ἔτυπτε καὶ κα

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12) Τόμ. 2, σελ. 432, γρ. 29

αὐτῇ λουτρὸν γενέσθαι. λουσαμένη δὲ καὶ κατακλι-


θεῖσα ἄριστον ἠρίστα λαμπρόν. καί τις ἧκεν ἀπ'
ἀγροῦ κομίζων ἀγγεῖον σύκων μεστόν. τῶν δὲ φυ-
λάκων τί φέροι ἀνακρινόντων, ἐκεῖνος τὰ σῦκα ὑπέ-
δειξεν· οἱ δὲ εἰσάγειν ἐκέλευον. μετὰ δὲ τὸ ἄριστον
ἡ Κλεοπάτρα δέλτον κατασεσημασμένην τῷ Καίσαρι
ἔστειλε. Καῖσαρ δὲ ὡς ἐνέτυχε λιταῖς δεομένης αὐ-
τῆς συνταφῆναι τῷ Ἀντωνίῳ, ταχὺ συνῆκε τὸ πε-
πραγμένον, καὶ κατὰ τάχος τοὺς σκεψομένους τὸ γε-
νόμενον ἔπεμψεν. οἳ δρόμῳ καταλαβόντες εὗρον
αὐτὴν τεθνηκυῖαν ἐν χρυσῇ κλίνῃ κεκοσμημένην
βασιλικῶς. τῶν δὲ γυναικῶν ἡ μὲν Εἰρὰς πρὸς τοῖς
ποσὶν ἀπέθνησκεν, ἡ δὲ Χαρμόνιον ἤδη καρηβαροῦσα
καὶ σφαλλομένη κατεκόσμει τὸ περὶ τὴν κεφαλὴν  
ἐκείνης διάδημα. εἰπόντος δέ τινος “καλὰ ταῦτα,
Χαρμόνιον,” “κάλλιστα μὲν οὖν” ἔφη “καὶ πρέποντα
823

τῇ τοσούτων ἀπογόνῳ βασιλέων.” καὶ ταῦτα εἰποῦσα


παρὰ τὴν Κλίνην ἔπεσε καὶ αὐτή.
 Λέγεται δὲ ἀσπίδος δήγματι θανεῖν κομισθείσης
μετὰ τῶν σύκων. οἱ δ' ἐν ὑδρίᾳ τηρεῖσθαι τὴν
ἀσπίδα φασίν, ἠλακάτῃ δὲ χρυσῇ τῆς Κλεοπάτρας

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12) Τόμ. 2, σελ. 433, γρ. 4

τῆς συνταφῆναι τῷ Ἀντωνίῳ, ταχὺ συνῆκε τὸ πε-


πραγμένον, καὶ κατὰ τάχος τοὺς σκεψομένους τὸ γε-
νόμενον ἔπεμψεν. οἳ δρόμῳ καταλαβόντες εὗρον
αὐτὴν τεθνηκυῖαν ἐν χρυσῇ κλίνῃ κεκοσμημένην
βασιλικῶς. τῶν δὲ γυναικῶν ἡ μὲν Εἰρὰς πρὸς τοῖς
ποσὶν ἀπέθνησκεν, ἡ δὲ Χαρμόνιον ἤδη καρηβαροῦσα
καὶ σφαλλομένη κατεκόσμει τὸ περὶ τὴν κεφαλὴν  
ἐκείνης διάδημα. εἰπόντος δέ τινος “καλὰ ταῦτα,
Χαρμόνιον,” “κάλλιστα μὲν οὖν” ἔφη “καὶ πρέποντα
τῇ τοσούτων ἀπογόνῳ βασιλέων.” καὶ ταῦτα εἰποῦσα
παρὰ τὴν Κλίνην ἔπεσε καὶ αὐτή.
 Λέγεται δὲ ἀσπίδος δήγματι θανεῖν κομισθείσης
μετὰ τῶν σύκων. οἱ δ' ἐν ὑδρίᾳ τηρεῖσθαι τὴν
ἀσπίδα φασίν, ἠλακάτῃ δὲ χρυσῇ τῆς Κλεοπάτρας
ἐκκαλουμένης αὐτὴν καὶ ἀγριαινούσης ὁρμήσασαν
ἐμφῦναι αὐτῆς τῷ βραχίονι. λέγεται δὲ καὶ φάρμα-
κον αὐτὴν ἔχειν ἐν κνήστιδι κοίλῃ, καὶ τὴν κνήστιδα
κρύπτειν τῇ κόμῃ. ὁ δὲ Δίων βελόνην αὐτὴν εἶναί
φησιν, ᾗ τὰς τρίχας ἀνεῖρεν, ἰῷ περικεχρισμένην,
δύναμιν ἔχοντι, ἂν αἵματος ἅψηται, ὡς τάχιστα καὶ
ἀλυπότατα φθείρειν. ἡ μὲν οὖν ἀπώλετο,

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12)


Τόμ. 2, σελ. 435, γρ. 11

καὶ ἐκεῖ παρεχείμασεν. οἱ δὲ Ῥωμαῖοι καὶ τότε καὶ


πρότερον, ὅτε τὴν ναυμαχίαν ἐνίκησε, πολλὰ ἐς τι-
μὴν αὐτῷ ἐψηφίσαντο. κατὰ δὲ τὸν τοῦ θέρους και-
ρὸν ἐς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐς τὴν Ἰταλίαν ἐπεραιώθη.
καὶ αὐτοῦ εἰς τὴν πόλιν εἰσελθόντος ἔθυσαν οἱ Ῥω-
μαῖοι καὶ ὁ ὕπατος ἐβουθύτησεν, ὃ μήπω πρότερον
ἐπ' ἄλλῳ ἐγένετο. ἑώρτασε δὲ καὶ ἐπὶ τρισὶν ἡμέραις
τὰ νικητήρια. καὶ ἐπιφανεῖς αἱ πομπαὶ πᾶσαι γεγό-
824

νασι· τοσαῦτα γὰρ ἠθροίσθησαν λάφυρα ὥστε πά-


σαις ἐπαρκέσαι. παρεκομίσθη δὲ καὶ στήλη τῆς
Κλεοπάτρας ἐπὶ Κλίνης, ἀσπίδα ἐμπεφυκυῖαν ἔχουσα
τῷ βραχίονι, καὶ μετὰ τῶν ἄλλων αἰχμαλώτων καὶ
οἱ ἐκείνης παῖδες, ὅ τε Ἀλέξανδρος ὁ καὶ Ἥλιος καὶ
Κλεοπάτρα ἡ καὶ Σελήνη. ἐφ' ἅπασι δ' ὁ Καῖσαρ
ἐσήλασε. καὶ θεωρίαι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐγένοντο.
 Καὶ ὁ Κράσσος ὁ Μάρκος κατὰ τούτους τοὺς
χρόνους εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς τὴν Θρᾴκην καὶ
εἰς τὴν Ἑλλάδα πεμφθεὶς πολλοῖς ἐπολέμησεν ἔθνεσι,
καὶ τὰ μὲν ἐνίκησε, τὰ δὲ προσηγάγετο. τὰ δ' ἔθνη
ταῦτα πάλαι μὲν Μυσοί τε καὶ Γέται ἐκέκληντο, πᾶ-
σαν τὴν μεταξὺ τοῦ τε Αἵμου καὶ τοῦ Ἴστρου οὖσαν

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12)


Τόμ. 3, σελ. 60, γρ. 8

 Τοιαῦτα δὲ πράττων ἐπεβουλεύθη παρά τε Παρ-


θενίου καὶ Σιγήρου τῶν προκοίτων αὐτοῦ καὶ Ἐν-
τέλλου τοῦ τὰ τῆς ἀρχῆς βιβλία διέποντος καὶ  
Στεφάνου ἀπελευθέρου. τὴν δ' ἐπιβουλὴν οὔτε ἡ
γυνὴ αὐτοῦ Δομιτία ἠγνόησεν οὔτε ὁ ἔπαρχος Νωρ-
βανὸς οὔτε ὁ συνάρχων Πετρώνιος. ἥ τε γὰρ Δο-
μιτία ὑπ' αὐτοῦ μισουμένη ἐδεδίει μὴ ἀποθάνῃ καὶ
οἱ ἄλλοι οὐκέτ' αὐτὸν ἐφίλουν. λέγεται δὲ ὅτι πάν-
τας ἅμα αὐτοὺς ὁ Δομετιανὸς ὑποπτεύων ἀποκτεῖναι
ἐμελέτα, καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἀπογραψάμενος ἐν
τῇ κλίνῃ ὑπέθετο ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιον· καί τι παι-
δίον τὴν ἀπογραφὴν ἀφελόμενον ἔφερε, μὴ εἰδὸς τί
φέρει. ἐντυχοῦσα δὲ ἡ Δομιτία αὐτῷ, καὶ ἀναγνοῦ-
σα τὰ γεγραμμένα, κἀκείνοις ἐμήνυσε· κἀκ τούτου
συνετάχυναν τὴν ἐπιβουλήν.

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 1-12)


Τόμ. 3, σελ. 149, γρ. 3

 Οἱ μὲν οὖν οὕτως ἱστόρησαν ἀναιρεθῆναι τὸν


Γαλιῆνον, οἱ δὲ παρὰ Ἡρακλειανοῦ τοῦ ἐπάρχου
σφαγῆναι τοῦτόν φασι. τοῦ γὰρ Αὐριόλου ἐν Κελ-
τοῖς στρατηγοῦντος καὶ ἐπαναστάντος αὐτῷ ἥκοντός
τε ἐπὶ Ἰταλίαν σὺν ταῖς δυνάμεσι, καὶ ὁ Γαλιῆνος
825

κατ' ἐκείνου ἐξώρμησε. νυκτὸς δὲ πρόσεισιν αὐτῷ


ἐν τῇ σκηνῇ καθεύδοντι ὁ Ἡρακλειανός, κεκοινωνη-
κὼς τῆς ἐπιβουλῆς καὶ Κλαυδίῳ ἀνδρὶ στρατηγικω-  
τάτῳ, ἀπαγγέλλων ὡς Αὐρίολος ἤδη ἔπεισι μετὰ
βαρείας δυνάμεως. ὁ δὲ πρὸς τὸ τῆς ἀγγελίας αἰφνί-
διον τεθορυβημένος, τῆς Κλίνης ἀναθορὼν καὶ ἡμί-
γυμνος ᾔτει τὰ ὅπλα. καὶ ὁ Ἡρακλειανὸς πλήττει
τοῦτον καιρίαν καὶ ἀποκτίννυσιν.
 Ἐν τοῖς τούτου χρόνοις Ξύστος ὁ τῆς Ῥωμαίων
ἐκκλησίας προστὰς ἐπ' ἔτη ἕνδεκα τελευτᾷ, καὶ Διο-
νύσιος αὐτὸν διαδέχεται. ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐν Ἀντιοχείᾳ
τὴν τοῦ Χριστοῦ ποιμαίνοντος ποίμνην Δημητριανοῦ
τὴν ζωὴν ἐκμετρήσαντος Παῦλος ὁ Σαμοσατεὺς πα-
ραλαμβάνει τὴν ἐκκλησίαν, ὃς ταπεινὰ περὶ Χριστοῦ
ἐδογμάτισεν, ὡς ἀνθρώπου κοινοῦ τὴν φύσιν γενο-
μένου καὶ οὐ θεοῦ. καθ' οὗ σύνοδον οἱ τῶν λοιπῶν

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13–18) (3135: 002)


“Ioannis Zonarae epitomae historiarum libri xviii, vol. 3”, Ed. Büttner–
Wobst, [Link]: Weber, 1897; Corpus scriptorum historiae Byzantinae.
Σελ. 150, γρ. 18

 Ἰουστινιανοῦ δὲ στρατηλάτου, ὡς εἴρηται, μετὰ θάνατον


Βιταλιανοῦ προβληθέντος, ἐκείνῳ ἀνεῖτο ἡ πᾶσα διοίκησις. καί
ποτε τῶν τὰς ἡγεμονίας ἐχόντων δεομένων τοῦ βασιλέως κοι-
νωνὸν τῆς βασιλείας ἑλέσθαι τὸν στρατηλάτην, ἐκεῖνος τῆς ἁλουρ-
γίδος ἁψάμενος “δι' εὐχῆς ὑμῖν ἤτω” φησί “μὴ νεώτερον
ταύτην περιβαλέσθαι.” καὶ τότε μὲν οὕτω τὴν ἐκείνων δέησιν
διεκρούσατο. οἱ δ' αὖθις μετ' οὐ πολὺ ψήφισμα ἔθεντο τὴν
τοῦ νωβελισίμου ἀξίαν τῷ Ἰουστινιανῷ ἐπιψηφιζόμενον καὶ τὸν
βασιλέα ᾐτοῦντο κυρῶσαι τὸ ψηφισθέν· καὶ ὃς εἴξας γράμ-
μασιν οἰκείοις τοῦτο ἐκύρωσε. τραύματος δ' οἱ γενομένου περὶ
τὴν κνήμην κλινήρης ἦν. ὡς δ' ἡ νόσος ἐκραταιοῦτο καὶ ἀμ-  
φίβολον ἦν αὐτῷ τὸ βιώσιμον, μετακαλεῖται τὸν πατριάρχην
Ἐπιφάνιον, μεταπέμπεται δὲ τοὺς ἐν τέλει, καὶ βασιλέα τὸν
ἀδελφιδοῦν Ἰουστινιανὸν ἀναδείκνυσιν, αὐτὸς τῇ ἐκείνου κεφαλῇ
περιθεὶς τὸ διάδημα. καὶ εἰς τὸ τῆς ἱππηλασίας θέατρον τοῦ
δήμου τῆς πόλεως ἀθροισθέντος, ἔξεισι πρὸς αὐτοὺς ἐστεμμένος
ὁ Ἰουστινιανός, καὶ παρὰ πάντων εὐφημισθεὶς ἐπανῆκεν εἰς τὰ
βασίλεια, τεσσαράκοντα καὶ πέντε τότε τυγχάνων ἐνιαυτῶν.
αὐτίκα δὲ καὶ ἡ γαμετὴ αὐτοῦ Θεοδώρα ἀνερρήθη Αὐγούστα.
826

καὶ μετ' ὀλίγον τῷ Ἰουστίνῳ ἐπέλιπεν ἡ ζωή, βασιλεύσαντι ἔτη


ἐννέα ἐφ' ἡμέραις εἴκοσι.

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18)


Σελ. 165, γρ. 7

ἐκεῖνος τοῦτο ποιῆσαι ἀπῄτητο, ἀλλ' ὅτι οὕτω νενόμισται προς-


κυνεῖσθαι τῶν Ῥωμαίων τοὺς βασιλεῖς, καὶ οἱονεὶ κουφίζων
αὐτῷ τὸ δυστύχημα. καὶ τὴν ἴσην δὲ τῇ βασιλίσσῃ προσκύ-  
νησιν ἀπονείμαντα τὸν Γελίμερα καταγωγὴ δέχεται λαμπρὰ καὶ
θεραπεία βασιλικὴ προετοιμασθεῖσα αὐτῷ. μεθ' ἡμέρας δέ
τινας αὖθις ἱππηλασίας ἀγομένης κατὰ τὸ θέατρον, τὰ λάφυρα
τοῦ πολέμου διὰ μέσης τῆς πόλεως κομιζόμενα εἰσήγοντο εἰς
τὸ στάδιον, ἀκόντια καὶ θρόνοι καὶ φορεῖα καταστεγῆ γυναι-
κεῖα, χρυσοῦ τὰ πάντα πεποιημένα καὶ λίθοις τιμαλφέσιν ἐπι-
κοσμούμενα, καὶ Κλίνη ὁμοία καὶ χρυσόπαστοι τάπητες καὶ
σκεύη τὰ ταῖς τραπέζαις ὑπηρετούμενα, τὰ μὲν ἐκ χρυσοῦ εἰρ-
γασμένα, τὰ δ' ἐξ ἀργύρου πεποιημένα, καὶ ἐκπώματα χρύσεά
τε καὶ λιθοκόλλητα καὶ ἁλουργεῖς ἐσθῆτες καὶ πέπλοι παρόμοιοι
καὶ βασίλειοι στέφανοι καὶ κόσμοι γυναικῶν διάλιθοί τε καὶ περι-
μάργαροι καὶ ἄλλα πλεῖστα καὶ ἀριθμὸν σχεδὸν ὑπερβαίνοντα,
καὶ ἐπὶ πᾶσι λάρνακες ἑπτὰ χρυσίου μεσταὶ καὶ βίβλοι τῶν θείων
εὐαγγελίων, χρυσῷ περιλαμπόμεναι πάντοθεν καὶ λίθων παν-
τοίοις γένεσι ποικιλλόμεναι. τὰ μὲν οὖν τοῦ θριάμβου
Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18) Σελ. 205, γρ. 3

γορευσάντων εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀριθμουμένων δύο μόνοι στρα-


τιῶται περιλειφθέντες εὑρέθησαν. στρατολογήσας οὖν Κρίσπον
στρατηγὸν Καππαδοκίας προβάλλεται καὶ στέλλει τοῦτον ἐκεῖ.
 Γίνεται δὲ αὐτῷ ἐκ τῆς Αὐγούστης Εὐδοκίας, ἣν καὶ
Φαβίαν ὠνόμασε, θυγάτηρ Ἐπιφανία. εἶτα καὶ υἱὸς ἐτέχθη ὁ
μικρὸς Ἡράκλειος καὶ νέος Κωνσταντῖνος κληθείς, καὶ ἄμφω
δὲ τὼ παῖδε βασιλικῷ διαδήματι τεταινίωκε. καὶ μετ' ὀλίγον
ἡ γαμετὴ αὐτοῦ ἡ Αὐγούστα Εὐδοκία τὸν βίον ἀπέλιπεν. ἐκ-  
φερομένου δὲ τοῦ ταύτης νεκροῦ βασιλικῶς διὰ τῆς ἀγορᾶς
κόρη τις προκύπτουσα βάρβαρος τυχαίως ἀπέπτυσε, καὶ τὸ
πτύσμα εἰς τὴν Κλίνην, δι' ἧς ἐξεφέρετο ἡ Αὐγούστα, κατή-
νεκτο· καὶ συλληφθεῖσα ἡ κόρη ἐκαύθη, προσενεχθεῖσα τῇ θα-
νούσῃ λίαν οἰκτρὸν ἐπιτάφιον. ὁ δέ γε Ἡράκλειος ἔγημε Μαρ-
τῖναν τὴν ἀδελφόπαιδα καὶ Αὐγούσταν αὐτὴν ἀνηγόρευσε.
 Τοῦ μέντοι Χοσρόου καὶ τῶν Περσῶν ἀκρατῶς φερομένων
καὶ πάντα λεηλατούντων, πρέσβεις ὁ βασιλεὺς πρὸς αὐτὸν ἔστειλε,
827

κόρον λαβεῖν ποτε τῆς τῶν ἀνθρώπων φθορᾶς ἀξιῶν καὶ


σπείσασθαι ἐπὶ συνθήκαις ἐτησίων δασμῶν. ὁ δὲ τὴν πρε-
σβείαν οὐ προσήκατο. πάλιν οὖν ἑτέρα πρεσβεία πρὸς αὐτὸν
εἰρήνην ἐξαιτουμένη.

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18) Σελ. 206, γρ. 15

τούτου μὲν οὐκ ἐπέτυχεν (ἔφθη γὰρ διαδράς), τὴν μέντοι βασι-
λικὴν ἀποσκευὴν καὶ τὴν δορυφορίαν, ἀλλὰ μὴν καὶ τὰ χρή-
ματα καὶ δορυαλώτων χιλιάδας πολλὰς κατὰ πᾶσαν ἄδειαν
εἰληφὼς ὑπέστρεψεν. αὖθις οὖν ὁ Ἡράκλειος πρεσβείαν ἔθετο
πρὸς αὐτόν, ἐπεγκαλῶν αὐτῷ ἀπιστίαν καὶ πρὸς εἰρήνην αὐτὸν
ἐφελκόμενος· ὁ δὲ σπένδεται. καὶ ὁ βασιλεὺς τῆς βασιλευούσης
ἀπάρας τῶν πόλεων ἀφίκετο εἰς Καισάρειαν, ἔνθα καὶ ὁ Κρίσπος
ἦν στρατηγῶν· οὗ νοσοῦντος ἢ τοῦτο προσποιουμένου πρὸς
αὐτὸν ἀπῄει ὁ βασιλεύς, ἐπισκεψόμενος καὶ βουλευσόμενος περὶ
τῶν πρακτέων. ὁ δὲ αὐτὸν ὀλιγώρως ἐδέχετο, μήτε προσυπ-
αντῶν μήτε μὴν τῆς Κλίνης ἐξανιστάμενος κἀν ταῖς ὁμιλίαις
ἀλαζονικώτερόν πως διατιθέμενος. Ἡράκλειος δὲ συνίει μὲν
τὸ γινόμενον καὶ καταφρονούμενος ἤχθετο, ὑπεκρίνετο δὲ μήτ'  
ἄχθεσθαι μήτε συνιέναι τῆς ὀλιγωρίας τοῦ Κρίσπου τῆς κατ'
αὐτοῦ. ἐν τούτῳ ἀγγέλλεται αὐτῷ ἡ Αὐγούστα τεκοῦσα υἱόν.
καὶ τὰ μὲν στρατεύματα τῷ Κρίσπῳ καταλελοίπει, αὐτὸς δ'
ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Βυζάντιον. τοῦ Νικήτα μέντοι τοῦ υἱοῦ τοῦ
πατρικίου Γρηγορᾶ εἰσεληλυθότος εἰς τὴν τῶν πόλεων βασι-
λεύουσαν, ὁ βασιλεὺς αὐτὸν ἐν τιμῇ μεγάλῃ πεποίητο, ἀδελφὸν
αὐτὸν ὀνομάζων. ἐπανέζευξε δὲ καὶ ὁ Κρίσπος ἐκ τῆς στρα-
τείας. συλλόγου τοίνυν τῆς συγκλήτου γενομένου καὶ

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18) Σελ. 280, γρ. 15

σθαι προσελθεῖν αὐτῷ καὶ ἠξίου δηλῶσαί οἱ εἴ τινας ἔχει φίλους


ἐκ τῶν παρὰ Βουλγάροις ἐξόχων, ἵν' ἐκείνοις θαρρήσειε τὸ
ἀπόρρητον καὶ σὺν ἐκείνοις ἀφίκοιτο πρὸς αὐτόν. ὁ δὲ παχύς,
ὡς ἔοικεν, ὢν οὐ συνῆκε τὸ σκέμμα τὸ βάρβαρον, ἀλλ' ἀνοή-
τως τοὺς αὐτῷ προσκειμένους εὐθὺς ἐξεκάλυψε. καὶ ὁ βάρ-
βαρος συλλαβὼν αὐτοὺς ὠμῶς ἁπαξάπαντας καὶ ἀπηνῶς διε-
χρήσατο. καὶ αὖθις δὲ κατὰ Βουλγάρων ὁ αὐτοκράτωρ οὗτος
τὸ λοίσθιον ἐξεστράτευσε, καὶ κατὰ τὴν ἐν Θρᾴκῃ Ἀρκαδιού-
πολιν στρατοπεδευομένου οἱ πόδες αὐτοῦ ἀπηνθράκωντο, ὅθεν
αὐτὸν λαῦροι πυρετοὶ καὶ φλογώδεις ἐξέκαιον, ὡς μηδὲν τούτων
828

μηδὲ παρὰ ἰατρῶν ἐπινοεῖσθαι ἀλέξημα. ἐκεῖθεν ἐπὶ Κλίνης


φερόμενος μέχρι Σηλυβρίας κατήντησεν, ὅθεν διὰ τριήρους κε-
κόμιστο, βοῶν ὡς “ζῶν ἔτι τῷ πυρὶ παραδέδομαι.” ἄρτι
δὲ φθάσας εἰς τὸ Στρογγύλον τοῦ μεμεθυσμένου θείου ξυροῦ  
ὁ δείλαιος ἐπειράθη καὶ βιαίως ἐκεῖ τὸν βίον κατέστρεψε, χι-
λιάδας τῶν ὀρθοδόξων πολλὰς ἀνελών, καὶ μάλιστα μοναστῶν,
καὶ τὰ τούτων ἀσκητήρια τὰ μὲν πυρὸς θέμενος παρανάλωμα,
τὰ δὲ καθελών, τὰ δὲ κοινώσας, ὥσπερ καὶ τὴν τοῦ Δαλμάτου
λεγομένην μονήν, ἀρχαίαν οὖσαν καὶ τῶν ἐν Κωνσταντινου-
πόλει πρεσβυτέραν πασῶν, ἀφ' ἧς ἀπελάσας τοὺς μοναχοὺς
στρατιωτῶν αὐτὴν πεποίηκε καταγώγιον.

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18)


Σελ. 333, γρ. 2

κώφει ὁ δείλαιος καὶ θεομαχῶν οὐκ ἐπαύετο. ὦπτο δὲ καὶ


ὁ θεῖος πατριάρχης Ταράσιος καθ' ὕπνους τινὶ ἤδη τῆς ἐπι-
κήρου ταύτης ζωῆς μεταστάς, ἐπιβοώμενός τινα Μιχαὴλ καὶ
ἐπελθεῖν τῷ Λέοντι καὶ κτεῖναι τοῦτον ἐγκελευόμενος. ἀλλὰ
καὶ ἡ ἐν τῷ Φιλομηλίῳ μοναχοῦ προαγόρευσις καὶ ἄλλ' ἄττα
ὑπέθραττε τὸν Λέοντα καὶ ἐδείμαινε. τέως δ' οὖν κλοιοῖς τοὺς
πόδας τοῦ Μιχαὴλ ἐνδησάμενος τὸν μὲν τῷ παπίᾳ φρουρηθη-
σόμενον παραδέδωκεν, αὐτὸς δὲ τὴν κλεῖδα κατεῖχε τοῦ σιδη-
ρέου δεσμοῦ. ἔμφροντις δὲ τὴν νύκτα διάγων οὐκ εἶχε τὸν  
ὕπνον τοῖς ὄμμασιν αὐτοῦ ἐφιζάνοντα. διὸ καὶ ἀπῄει πρὸς
τὸ τοῦ παπίου διαιτητήριον καὶ ὁρᾷ τὸν μὲν Μιχαὴλ ἐπὶ Κλίνης
καθεύδοντα, τὸν δὲ παπίαν ἐπ' ἐδάφους κατακλινόμενον. ἢ
γὰρ τιμῶν τὸν Μιχαὴλ ὁ παπίας τοῦτο πεποίηκεν ἢ καὶ συνίστωρ
ὤν, ὡς ἐδόκει, τῆς κατὰ τοῦ βασιλέως βουλῆς. ὡς οὖν εἶδε
ταῦτα καὶ τὸν Μιχαὴλ ὕπνον ὑπνώττοντα βαθύν τε καὶ νήδυ-
μον καὶ οἷος ἀφρόντιδι ἔοικεν, ὑπέστρεφε μηνιῶν καὶ τὴν ὀρ-
γὴν ὑπεδήλου τῇ κινήσει τῇ τῆς χειρός. τῶν μὲν οὖν ἄλλων
οὐδεὶς τὴν παρουσίαν τοῦ βασιλέως ᾔσθετο, εἷς δέ τις τῶν
τοῦ παπίου καὶ ἔγνω τοῦτον ἐλθόντα καὶ ὑπνώττειν προσποιη-
σάμενος ἑώρα ὅσα ἐποίησε καὶ ὡς ὠργίσθη καὶ ὡς ἠπείλησε,
καὶ πάντα σφίσιν ἀπήγγειλεν. οἱ δὲ φόβῳ ληφθέντες ὅπως

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18) Σελ. 518, γρ. 9

ἦσαν δὲ ὁ Βούρτζης Μιχαὴλ ἐγκοτῶν τῷ βασιλεῖ καὶ αὐτὸς


διὰ τὴν ὀργήν, ὡς εἴρηται, τὴν ἀλόγιστον καὶ Λέων ὁ Ἀβα-  
829

λάντης καὶ ὁ μελάγχρους Θεόδωρος, ὃν διὰ τὸ τοῦ εἴδους με-


λάντερον ἐκάλουν Ἀτζυποθεόδωρον, καὶ ἕτεροι δύο. ἀψοφητὶ
τοίνυν ὑποδύντες τὸν κοιτῶνα τὸν βασίλειον (καὶ τοῦτο γὰρ
αὐτοῖς ἡ Θεοφανὼ κατεπράξατο) εὗρον τὸν Νικηφόρον χα-
μαιεύνην ὑπνώττοντα, καί τις αὐτῷ λὰξ ἐνθορὼν καὶ ἐνυβρίσας
διύπνισεν. ὡς δὲ τὴν κεφαλὴν ἐκεῖνος διυπνισθεὶς ἀνεκούφισε,
δέχεται κατ' αὐτῆς εὐθὺς καιρίαν πληγήν, ἥτις αὐτῷ δεινῶς
διέσεισε καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν. εἶτα ὁ μὲν Τζιμισκὴς
ἐπὶ τῆς βασιλείου Κλίνης κεκάθικε, τὸν δὲ Φωκᾶν ἤδη παρει-
μένον ἑκατέρωθεν ὑπερειδόμενον αὐτῷ παρεστήσαντο. ὁ δὲ
τὰς αἰτίας αὐτὸν ἠρώτα δι' ἃς κεκάκωτο παρ' αὐτοῦ. ὡς δ'
ἐκεῖνος πρὸς οὐδὲν ἀπεκρίνατο, μόνον δὲ τὸ “κύριε, βοήθει”
ἐφθέγγετο, ἐγκελεύεται τοῖς περὶ αὐτὸν ταῖς λαβαῖς τῶν ξιφῶν
τὰς γνάθους αὐτοῦ παίοντας συνθραῦσαι ἢ διασεῖσαι τοὺς
ὀδόντας αὐτῷ. εἶτά τις ἐξόπισθεν δόρατι βάλλει κατὰ νῶτον
αὐτόν, καὶ τὸ δόρυ διὰ τῶν στέρνων ἐξέπεσε. καὶ θορύβου  
παρὰ τῶν προκοιτούντων γεγενημένου (ἤδη γὰρ εἰς αἴσθησιν
ἧκον τῆς ἐπιβουλῆς), καὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐκπεπνευ-
κότος ἄρτι ἐκτέμνουσι καὶ διὰ θυρίδος τοῖς

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18) Σελ. 715, γρ. 1

ὀφθαλμὸν καὶ τραγοσκελές. τῶν μέντοι βαρβάρων τὴν ἑῴαν


ληιζομένων καὶ οἷς ἐντύχοιεν ἔργον τιθεμένων μαχαίρας, φεύ-
γοντες οἱ Ἀσιανοὶ τῇ Κωνσταντίνου προσῄεσαν. μή τινος δὲ
προνοουμένου τῶν κοινῇ συμφερόντων (ὁ γὰρ βασιλεὺς περὶ
λόγους ἠσχόλητο καὶ ἰάμβους συντιθέναι πρὸς τοῦ Ψελλοῦ ἐδι-
δάσκετο), σιτοδεία τοὺς ἐν τῇ πόλει ἐπίεζεν. ἵνα δ' ἐκφαντι-
κώτερον τὸ πάθος ἐκτραγῳδήσαιμι, λιμὸς ἦν ἄντικρυς τὸ κα-
κόν, τῷ δὲ παρείπετο καὶ λοιμός, κἀκ τούτου συνέβαινον θά-
νατοι καὶ οὗτοι συχνοί τε καὶ ἀλλεπάλληλοι, ὥστε ἀδυνατεῖν
τοὺς ζῶντας ταφῇ παραδιδόναι τοὺς θνήσκοντας. τοσοῦτοι  
γὰρ ἦσαν ὡς πολλάκις πολλοὺς ἐν μιᾷ κλίνῃ ἐκφέρεσθαι, κἀν
ταῖς ἀμφόδοις δὲ ἀτάφους κεῖσθαι πολλούς. ἐντεῦθεν πάντα
κατηφείας μεμέστωτο διά τε ταῦτα καὶ ὅτι καὶ ἀδίκοις εἰσπρά-
ξεσιν ἐπιέζετο τὸ ὑπήκοον.
 Οὕτω δὲ τῶν πραγμάτων ἐχόντων, οἱ τῶν ἑῴων ἀρχόντων
προέχοντες συνελθόντες ἀποστασίαν ὠδίνησαν, καὶ τὸν κουρο-
παλάτην Νικηφόρον τὸν Βοτανειάτην εἰς βασιλέα προείλοντο
καὶ ἀνηγόρευσαν αὐτοκράτορα. τοῦτο τὸν βασιλέα θορύβου
καὶ δέους ἐνέπλησεν· ᾔδετο γὰρ ὡς ὑπερτερήσει ποτὲ τοῦ ΜΥ
830

στοιχείου τὸ ΝΥ. ἦν δὲ τῶν εὐπατριδῶν ὁ Βοτανειάτης, ἐκ τοῦ


Φωκᾶ τὴν τοῦ γένους ἕλκων σειρὰν νομιζόμενος.

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18) Σελ. 751, γρ. 13

τοῦ κλήρου τῆς ἐκκλησίας, τοῦ τῶν διακόνων δέ γε βαθμοῦ


καὶ τοῖς πατριαρχικοῖς συνταττόμενον ἄρχουσιν, ἀδελφιδοῦν δὲ
τοῦ τῆς ἐν Χαλκηδόνι τότε προεδρεύοντος ἐκκλησίας, λόγοις
ἐντεθραμμένον τοῖς τε θύραθεν καὶ τοῖς καθ' ἡμᾶς, αὐτὸς ὁ
βασιλεὺς τῇ ἐκκλησίᾳ ἐπιδεδημηκὼς καὶ αὐτὸν ἐν ταύτῃ προ-
χειρισάμενος.
 Μετὰ δέ τινα χρόνον νοσεῖ ὁ κρατῶν, καὶ οὕτως ἡ νόσος
ἐκείνου κατίσχυσεν ὡς ἐκλελοιπέναι δοκεῖν. ἐν τούτῳ δὲ τοῦ
σωτηρίου τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἐκτυπώματος, ὃς ἐν τῇ Χαλκῇ
ἀνεστήλωται, τὸ θεῖον πέπλον, ὃ πρὸ τῆς εἰκόνος ᾐώρηται,
κομισθὲν ἐφηπλώθη τῇ κλίνῃ ἐφ' ἧς ὁ κάμνων κατέκειτο, καὶ
αὐτοῦ τὸ σῶμα περιεκάλυψε, καὶ ἡ τῆς νόσου σφοδρότης ὑπ-
εδίδου εὐθύς. ὁ δὲ κεκίνητό τε καὶ ἀνεκάθισε καὶ ἐφώνησε
καὶ ᾔτησεν ὕδωρ κατὰ χειρὸς καὶ τροφῆς ἀπεγεύσατο· καὶ ὁ
μὲν ἀνερρώννυτο, ἡ δὲ νόσος ὑπέληγε. τοῖς δὲ πολλοῖς ἄπιστος
ἦν ἡ ἀνάρρωσις. ἵνα γοῦν πληροφορηθῶσι περὶ ταύτης οἱ
ἀμφιβάλλοντες, ἔφιππος μετ' ὀλίγον διῆλθε τὴν ἀγοράν. ἀλλ'
οὕτω μὲν τῆς νόσου ὁ αὐτοκράτωρ ἀπήλλακτο· αὖθις δὲ τὸν  
ἀστυπολοῦντα λαὸν δέος ὑπεισῄει ἀναίτιον· φήμη γὰρ περιῄει
ἁπανταχοῦ τεθνάναι μέλλειν κατὰ τὸ μέγα σάββατον τοῦ ἐνι-
αυτοῦ ἐκείνου τὸν αὐτοκράτορα, καὶ οὐ τοῦ δημώδους μόνου

Ιωάννης Ζωναράς. Ep. historiarum (lib. 13-18) Σελ. 758, γρ. 14

γοντες ἐθέλειν θέσθαι τὸν σφέτερον ἀρχηγόν. τοῦτο δὲ οὐδὲ


τῷ βασιλεῖ ἔδοξεν ἀποθύμιον. ἕωθεν οὖν ἧκεν ὁ τῶν βαρ-
βάρων κρατῶν· ὁ δὲ ἦν οὐ σατράπης, ἀλλ' ἐκ τοῦ γένους τοῦ
σουλτανικοῦ καταγόμενος καὶ σουλτὰν ὑπὸ τῶν οἰκείων ὀνο-
μαζόμενος. ὃς ἐφίππῳ τῷ βασιλεῖ ἐντυχὼν πόρρωθεν αὐτὸς
ἀποβὰς τοῦ ἵππου καὶ πεζὸς προσεληλυθὼς καὶ οὕτω τὴν προς-
κύνησιν αὐτῷ ἀφοσιωσάμενος συνθήκας τε ἔθετο καὶ χρήμασι
πολλοῖς φιλοτιμηθεὶς ἐκεῖνός τε καὶ ὅσοι σὺν αὐτῷ ἐληλύθασιν,
ὁ μὲν ἐπανῄει πρὸς τὰ ἤθη τὰ ἑαυτοῦ, ὁ δ' αὐτοκράτωρ ἐπαν-
ῆλθε πρὸς τὰ βασίλεια. ἐντεῦθεν ηὔξητο τὸ τῶν ποδῶν ἄλγος
αὐτῷ καὶ ἦν κλινήρης ὡς τὰ πολλά, κατῆρχε δ' ἡ βασιλὶς καὶ
ἦν ἐπίδοξος τὴν αὐταρχίαν σφετερίσασθαι. ὁ δὲ ταύτης υἱὸς
καὶ βασιλεὺς οὐκ ἠρέμει, παντοίως πρὸς τὴν δοκοῦσαν τῆς
831

μητρὸς ἐπιχείρησιν ἀντιστρατευόμενος.  


 Ὡς δὲ τῇ νόσῳ κατεπονεῖτο ὁ αὐτοκράτωρ, εἰς τὸ μέγα
τὸ πρὸς ἀνίσχοντα ἥλιον μετεκομίσθη ἀνάκτορον καὶ ἦν νοσο-
κομούμενος, καὶ τῶν Ἀσκληπιαδῶν περὶ ἐκεῖνον καθ' ἑκάστην
ἐγίνετο ἀθροισμός. οὐκ ἦν δὲ μία πᾶσι διάγνωσις, μόλις δ'
οὖν εἰς μίαν γνώμην ἦλθόν ποτε· ἡ δ' ἦν σιδήρῳ τὸν στό-
μαχον καυτηριάσαι τοῦ αὐτοκράτορος. σίδηρον οὖν ὁ βασι-
λεὺς κατὰ τοῦ στομάχου φλογόεντα δέχεται. οὐκ εὔκρατος

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon (3136: 001)


“Iohannis Zonarae lexicon ex tribus codicibus manuscriptis, 2 vols.”, Ed.
Tittmann, [Link]: Crusius, 1808, Repr. [Link] letter
alpha, σελ. 88, γρ. 27

Αἴσια. δίκαια, γνήσια, δεξιά.


Αἴσυλα. ἁμαρτωλὰ, ἄδικα, παράνομα, ἀπρεπῆ.
   – αἴσυλα ῥέζεις.
Αἴσιμα. τὰ προσήκοντα, παρὰ τὴν αἶσαν· ἐνίο-
 τε δὲ καὶ τὰ καθήκοντα ἢ τὰ ἀγαθά· ἔστιν
 ὅτε καὶ τὰ εἱμαρμένα.
Αἴτημα. ζήτημα, καὶ ἡ ἐπιθυμία. Δαβίδ· καὶ
 ἔδωκεν αὐτοῖς τὸ αἴτημα αὐτῶν.
Αἴτιον. ἐξ οὗ γίνεταί τι, καὶ δι' οὗ, καὶ ἐν ᾧ.
 ἰστέον, ὅτι τὸ αἴτιον ἑπταχῶς· ποιητικὸν αἴτιον,
 ὡς ὁ τέκτων τῆς Κλίνης· τελικὸν αἴτιον, ὡς ἡ  
 ἀνάπαυσις, δι' ἣν ἡ κλίσις· ὄργανον αἴτιον, ὡς
 τὸ σκέπαρνον καὶ ὀπρίων, δι' ὧν ἡ κλίσις· ὑλι-
 κὸν αἴτιον, ὡς τὸ ξύλον, ἐξ οὗ ἡ σκευαζομένη
 κατὰ διάνοιαν καὶ εἰδοποιουμένη διαμόρφωσις·
 παραδειγματικὸν αἴτιον, ὡς ἡ ἑτέρα Κλίνη, πρὸς
 ἣν ἰδὼν ὁ τεχνίτης τὴν εἰς ἔργον αὐτῷ προσκει-
 μένην ἐδημιούργησε· φυσικὸν αἴτιον, ὡς πατὴρ
 τοῦ υἱοῦ, καθὸ καὶ μόνον ὁ θεὸς καὶ πατὴρ
 αἴτιος τοῦ μονογενοῦς εἶναι λέγεται· τῆς δὲ
 κτίσεως ποιητικὸν αἴτιον εἶναι λέγομεν τὸν

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter alpha, σελ. 89, γρ. 5

 Αἴτημα. ζήτημα, καὶ ἡ ἐπιθυμία. Δαβίδ· καὶ


 ἔδωκεν αὐτοῖς τὸ αἴτημα αὐτῶν.
Αἴτιον. ἐξ οὗ γίνεταί τι, καὶ δι' οὗ, καὶ ἐν ᾧ.
832

 ἰστέον, ὅτι τὸ αἴτιον ἑπταχῶς· ποιητικὸν αἴτιον,


 ὡς ὁ τέκτων τῆς Κλίνης· τελικὸν αἴτιον, ὡς ἡ  
 ἀνάπαυσις, δι' ἣν ἡ κλίσις· ὄργανον αἴτιον, ὡς
 τὸ σκέπαρνον καὶ ὀπρίων, δι' ὧν ἡ κλίσις· ὑλι-
 κὸν αἴτιον, ὡς τὸ ξύλον, ἐξ οὗ ἡ σκευαζομένη
 κατὰ διάνοιαν καὶ εἰδοποιουμένη διαμόρφωσις·
 παραδειγματικὸν αἴτιον, ὡς ἡ ἑτέρα Κλίνη, πρὸς
 ἣν ἰδὼν ὁ τεχνίτης τὴν εἰς ἔργον αὐτῷ προσκει-
 μένην ἐδημιούργησε· φυσικὸν αἴτιον, ὡς πατὴρ
 τοῦ υἱοῦ, καθὸ καὶ μόνον ὁ θεὸς καὶ πατὴρ
 αἴτιος τοῦ μονογενοῦς εἶναι λέγεται· τῆς δὲ
 κτίσεως ποιητικὸν αἴτιον εἶναι λέγομεν τὸν
 θεόν. τελικὸν δὲ αἴτιον τὴν τῶν δημιουργηθέν-
 των εὐεργεσίαν καὶ τὴν περὶ αὐτὰ ἀγαθότητα·
 εἰδικὸν δὲ αἴτιον τὴν ἐν αὐτῷ τῶν δημιουργημά-
 των γνῶσιν φαμὲν, ἣν ἐξ ἀϊδίου πρὸ αἰώνων
 ἔσχεν, οὐκ ἐς ὕστερον αὐτῷ ἐπιγενομένην,

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter alpha, σελ. 311, γρ. 12

Ἄσκευον. ἀντὶ τοῦ ἀπαράσκευον, ἄνευ ὅπλων.


 καὶ ὁ θεολόγος· βίον ἄσκευον καὶ ἀπέριττον.
Ἀσώδης. ἀδημονώδης. ἰατρικὴ ἡ λέξις.
Ἀσκάλαφος. ὁ λίαν σκληρὸς, παρὰ τὸ ἄγαν
 ἀσκελὲς τῆς ἁφῆς.
Ἀσκηθής. ὑγιὴς, ἀβλαβής. [παρὰ τὸ σχέθω,
 κατὰ σύνθεσιν καὶ ἔκτασιν καὶ τροπῇ ἀσκη-
 θής. ἡ μεταφορὰ δὲ ἀπὸ τοῦ ἀσκοῦ. τὸ δὲ
 ἀσκὸς ὁ μὴ ἐσχισμένος. παρὰ τὸ σχῶ, σχή-
 σω, ἀσχὸς καὶ ἀσκός.]
Ἀσκάντης . ἡ εὐτελὴς Κλίνη. ἡ μὴ κάννην ἔχου-
 σα. οὕτως δὲ ἐκάλουν τὴν ψάδον.
Ἀσκητής. ὁ ἐν τῷ κατὰ διάνοιαν κόσμῳ εὐσεβῶς
 καὶ δικαίως ἀναστρεφόμενος.
Ἀσκαλαβώτης. ζωΰφιον ἐοικὸς σάβρᾳ ἐν τοῖς
 τοίχοις τῶν οἰκημάτων ἀνέρπων. ἢ καὶ ὁ πον-
 τικὸς, καὶ ἡ νυμφίτζα. παρὰ τὸ ἀκαλῶς, ὅ
 ἐστιν ἡσύχως, βαίνειν, πλεονασμῷ τοῦ ς.
Ἄσκαρμοι. ἀκοίμητοι.
Ἀσκληπιός. ἰατρός. παρὰ τὸ τὰ ἀσκελῆ τῶν
 νοσημάτων ἤπια ποιεῖν. τὸ δὲ ἀσκελὲς παρὰ
833

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter epsilon, σελ. 734, γρ. 22

 δημευθείη τινὸς οὐσία, ἐξῆν προελθεῖν τῷ φά-


 σκοντι γεγενῆσθαι δανειστῇ τοῦ ἀνδρὸς λέγειν,
 ὡς ὀφείλεται αὐτῷ ἐν τῇ οὐσίᾳ χρέος.
Ἐν ἐπηκόῳ. εἰς ἐπήκοον πάντων.
Ἐναντιωματικὰ καὶ ἐναντιωματικοὶ σύνδεσμοι,
 οἱ τὸ ἐναντίον τῇ δυνάμει τοῦ πράγματος δη-
 λοῦντες, οἷον· ἀσθενὴς μὲν ἐγὼ, σὺ δὲ ἰσχυ-
 ρός. καί· ὅμως ἀσθενὴς ὢν, σὲ τὸν ἰσχυρὸν
 ἔτυψα.
Ἐνηβητήρια. εὐωχητήρια. παρ' Ἡροδότῳ.
Ἐνήλατα. μέρος τὶ τῆς Κλίνης.
Ἐνηλύσια. εὐκίνητα. καὶ ἤλυσις ἡ ἐπέλευσις.  
Ἐννῆμαρ. ἐπὶ ἐννέα ἡμέρας. καὶ δεῖ γινώσκειν,
 ὅτι ὁ ποιητὴς εὐεπίφορον λέγει τὸν ἀριθμόν.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter epsilon, σελ. 740, γρ. 1

 μων. ἐνυπόστατον ἐστὶ τὸ ὁπωσοῦν ὑπάρχον.


 ἐνυπόστατον οὐχὶ τὸ μὴ ὂν, ἀλλὰ τὸ μὴ γε-
 νόμενον, ἤτοι τὸ μὴ ὂν οὐσία, ἀλλὰ περιουσία,
 τὸ συμβεβηκὸς καὶ οὐ κατ' οὐσίαν θεωρούμενον,
 ὡς τὸ σκότος.
Ἐνύπνιον. ἐφ' ὅσον τὶς ὑπνοῖ. ὄνειρον δὲ παυο-
 μένων τῶν ὕπνων. παρὰ τὸ ἐγείρειν καὶ ὀρείνειν
 τὴν ψυχήν. ἢ παρὰ τὸ εἴρειν, ὅ ἐστι λέγειν.
Ἔνυστρον. τὸ κατὰ τὴν κοιλίαν ἔντερον. τὸ τῶν
 βρωμάτων δοχεῖον.  
Ἐν φερέτρῳ. ἐν φορείῳ, ἐν κλίνῃ νεκρῶν.
Ἐνώπια. εὐθέα, τὰ ἔμπροσθεν.
Ἐνώτιον. σχολαρίκιον. ἐνώτιον χρυσοῦν ἐν
 ῥινὶ ὑός.
Ἐν τέλει. ἐν ἀρχῇ. τοὺς ἐν τέλει τιμῶν.
Ἐνεργημάτων. ἀντὶ τοῦ χαρισμάτων. καὶ ὁ Ἀπό-
 στολος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσί. τὸ
 διαιρέσεις οἷον μερίδες.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter epsilon, σελ. 860, γρ. 18

 Ἀνακρέων [καὶ Ἀριστοφάνης.]


834

Ἑρμαφρόδιτον. τὸν αἰσχρῶς ποιοῦντα καὶ πά-


 σχοντα.
Ἑρμαῖος. ὁ τετράγωνος λίθος.
Ἑρμῆς. οὗτος ἦν Αἰγύπτιος σοφὸς, ἤκμαζε δὲ
 πρὸ τοῦ Φαραώ. Ἑρμῆς ὁ τρισμέγιστος.
Ἑρμιονεῖς. ὄνομα ἔθνους.
Ἑρμείας. κύριον.
Ἑρμοκοπίδαι. οὗτοι ἠκρωτηρίασαν τοὺς Ἑρμᾶς,
 ὅτε ἔμελλον πλεῖν ἐν Σικελίᾳ.
Ἑρμῖνες. οἱ τῆς Κλίνης πόδες.
Ἕρμων. ποταμός.  
Ἑρμονιείμ. τὸ ὄρος τοῦ Ἀερμών.
Ἔρον. τὸν ἔρωτα. ἔρον σμίκρυνε· τὸν γέλων
 μέγα γράφε.
Ἔρουλοι. ὄνομα ἔθνους.
Ἑρπηστικός. ὁ ἕρπων. καὶ ἑρπησμὸς καὶ ἑρπη-
 στής.
Ἔρπυλος. εἶδος φυτοῦ εὐώδους, σαμψύχῳ ὅμοιον,
 [ὃ μάλιστα ἐν τοῖς ὕδασι θάλλει. παρὰ τὸ ἕρ-
 πειν ἐν τῷ αὔξεσθαι.]

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter eta, σελ. 1016, γρ. 3

(Θηλυκόν.)

Ἡφαίστια. πόλις. καὶ Κλίνη. καὶ ὄνομα


 ἑορτῆς. Ἡφαιστία δὲ ἡ ἑταιρίς.
Ἡφαιστία. δύο πόλεις ἦσαν τῆς Λήμνου, Μυ-
 ρίνα τὲ καὶ Ἡφαιστία.
Ἡ φῦσα. ἡ γεννήσασα. καὶ ὁ φὺς, ὁ γεννήσας.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter eta, σελ. 1020, γρ. 7

(Θηλυκόν.)

Ἠώη. ὄνομα πόλεως.


[Ἠών. ὄνομα πόλεως,] ἥ ἐστι Μενδαίων ἀποικία.
835

Ἠώρεια. χώρα.  
Ἠώς. ἡ ἡμέρα. παρὰ τὸ αὔω, τὸ λάμπω, γίνε-
 ται αὔος, καὶ ἐκβολῇ τοῦ υ ἄος, καὶ συναιρέ-
 σει τοῦ α ο εἰς ω μέγα ἠώς.
Ἠιωνίκει. ἐβράδυνεν, ἐχρόνισεν. ἀπὸ τοῦ αἰω-
 νίζω.
Ἠιωρημένω. κρεμαμένῳ.
Ἠιώρουν. ἐβάσταζον. [ἀνεῖχον.] τὴν δὲ Κλίνην
 ταῶνες τέσσαρες χρυσοῖ ᾐώρουν.
Ἠιώρησεν. ἐκρέμασε.
 ταῦτά σοι πρὸ παστάδος ᾐώρησεν, ὦ Διόνυσε.
Ἠιωρῆσθαι. ἠρτῆσθαι, κρέμασθαι. ἀπὸ τοῦ
 αἰωρῶ.  

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter kappa, σελ. 1176, γρ. 5

Καταιδέσῃ. ἀξίους αἰδοῦς παρασκευάσῃ.


Καταβραβευέτω. παραλογιζέσθω· ἢ κατακρι-
 νέτω.
Καταθοινήσασθαι. καταφαγεῖν. θοίνη γὰρ ἡ
 εὐωχία.
Κατευθυνθείησαν. εὐοδωθείησαν.  
Κατεστρατοπέδευσε. κατέδραμε πολεμικῶς.
Κατισχυμένος. κεκρατημένος.
Κατῃσχυμμένος δὲ, ὁ ἄξιος αἰσχύνης, η.
Κατοιχομένων. ἀπελθόντων, τεθνεώτων.
Καταδαρθεῖν. ἀναπεσεῖν ἐπὶ Κλίνης, ἢ ὑπνῶ-
 σαι. καταδαρθεῖν τάπησι.
Καρδαμύττειν. τὸ συνεχῶς τὰ βλέφαρα κινεῖν,
 καὶ εἰς ἐπίμυσιν ἄγειν. εἴρηται ἐκ τοῦ καρδάμου.
Καταργῶ. τὸ ἀποπαύω καὶ πληρῶ. κατηργήθη
 γὰρ ὁ νόμος ἀντὶ τοῦ ἀπεπαύθη. γίνεται δὲ
 ἐκ τῆς κατὰ προθέσεως καὶ τοῦ ἀργῶ. τοῦτο ἐκ
 τοῦ ἀργὸς, ὃ σημαίνει τὸ ἄπρακτον. τοῦτο παρὰ
 τὸ ἀεργὸς κατὰ συγκοπήν.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter kappa, σελ. 1219, γρ. 1

  ἡμεῖς δὲ κλέος οἶον ἀκούομεν. –  


 ἀπὸ τοῦ καλῶ, κλῶ, κληδὼν, ἐξ οὗ καὶ κλῆσις
 ἡ κάλεσις.
836

Κληΐδες. αἱ τῶν ἐρεσσόντων καθέδραι.


  καὶ φεύγειν σὺν νηυσὶ πολυκληΐσι κελεύσω.
 παρὰ τὴν κλάσιν τῶν γονάτων. ὅθεν καὶ τὸ
 μετοκλάζειν, παρὰ τὸ ἐγκλᾷν καὶ κάμπτειν
 τὰ γόνατα.
Κλαγγή. ποιὰ φωνή.
   – κλαγγὴ γεράνων ἠεροφώνων.  
Κλίμαξ. ἡ σκάλα. παρὰ τὸ κλίνω, Κλίνη, [κλί-
 ναξ καὶ κλίμαξ, ὡς χλαῖνα, χλαμύς. κλῆμαξ
 δὲ, ἡ ἄμπελος. ἢ Κλίνη] παρὰ τὸ κλῶ. κλά-
 σιν γὰρ λαμβάνουσι τὰ κλινόμενα, στερισκόμενα
 τῆς ὀρθότητος.
Κλισιάδες. αἱ δίπτυχοι θύραι.
Κλισία. ἡ σκηνή. οἶμαι, ὅτι καὶ τοῦτο ἀπὸ τοῦ
 κλίνω τοῦ σημαίνοντος τὸ περιέχω γίνεται. κλί-
 νω, κλίσις καὶ κλισία.
Κλιτύς. ἡ ἐξοχὴ τοῦ ὄρους.
Κλυταιμνήστρα. κύριον.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter lambda, σελ. 1297, γρ. 12

(Οὐδέτερον.)

Λέμβος. τὸ μικρὸν πλοιάριον.


Λέγνον. τὸ εἰλητὸν καὶ ποικίλον.
Λέκος. τὸ τρυβλίον.
Λέκτρον. Κλίνη· κραββάτιον.
Λέντιον. παρὰ τὸ λιαίνω, τὸ καθαίρω, λιέντιον
 καὶ λέντιον.
Λέπας. τὸ πρόσαντες.
Λέπος καὶ λέπισμα καὶ λέπυρον. ὁ φλοιός.
Λεπτόμιτον φάρος. τὸ λεπτὸν ἱμάτιον.

Λεξικόν Liddell-Scott

λέκτρον: τό, (Ö ΛΕΧ, λέγω Α) ὡς τὸ λέχος, ἀνάκλιντρον, κλίνη, Λατ. lectus, Ὅμ. (μάλιστα
ἐν τῇ Ὀδ.)· λέκτρονδε, εἰς τὴν κλίνην, Ὀδ. Θ. 292· ὡσαύτως ἐν τῷ πληθ. Ἰλ. Χ. 503. Ὀδ., κτλ.
ΙΙ. μετέπειτα, τὸ πλεῖστον ἐν τῷ πληθ., ἡ νυμφικὴ κλίνη, Πινδ. Ν. 8. 11, Τραγ.· παρθένοις
γαμηλίων λ. ἀγεύστοις Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 238· οὕτω, λέκτρων εὐναὶ ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 543·
λέκτρων κοῖται Εὐρ. Ἄλκ. 925· κοίτης λέκτρον ὁ αὐτ. ἐν Μηδ. 437· ἀλλά, τὸ δυσπάρευνον
837

λέκτρον, τὸν θανάτου πρόξενον γάμον, Σοφ. Τρ. 791· - ὅθεν, γῆμαι λέκτρα τινός,
νυμφεύομαί τινα, Εὐρ. Μήδ. 594· λέκτρα προδοῦναι, αἰσχύνειν, κτλ., ὁ αὐτ. ἐν Ὀρ. 939, Ἱππ.
944, κτλ.· - ἀλλότρια, νόθα, δοῦλα λέκτρα, ἐπὶ παρανόμων γάμων, ὁ αὐτ.· πρβλ. λέχος. 2) ὁ
καρπὸς τοῦ γάμου, τέκνον, Ἀγάθυλλος παρὰ Διον. Ἁλ. 1. 49.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon


Alphabetic letter sigma, σελ. 1673, γρ. 8

Στερίφη. ἄγονος· στεῖρα.


Στεριφόπεπλος. ἡ μικρὸν πέπλον καὶ ἱμάτιον
 ἔχουσα.  
Στεῖρα. ἡ στερουμένη τοῦ τίκτειν. ἢ ἡ τοῦ κυῆ-
 σαι στάσιν ἔχουσα. παρὰ τὸ στῶ στείω. ὡς σῶ
 σείω. καὶ ἐκεῖθεν στεῖα καὶ στεῖρα.
Στίβος. ἡ ὁδός. ἀπὸ τοῦ στίβω, τὸ περιπατῶ.
Στιβή. βοτάνη.
Στιβάς. παρὰ τὸ στοιβάζω. καὶ στιβάςι
 λαμπροτέραις ἀνακλιθῶμεν ὠστίναις τε. λέγεται καὶ ἡ Κλίνη.
Στιλπνότης. ἡ λαμπρότης. ἡ λαμπηδών. καὶ
 στιλβηδὼν, στιλβηδόνος.
Στίξ. ἡ τεσσαράκοντα ἀνδρῶν στάσις ἢ τάξις.
Στιγμή. διανοίας ἀπηρτισμένης σημεῖον. γίνε-
 ται δὲ στιγμὴ ἀπὸ τοῦ στίζω, στίξω, στιγμή·
 ἵστησι γὰρ τὴν φωνήν. τὸ δὲ ἀπηρτισμένης ἀντὶ
 τοῦ πεπληρωμένης. στιγμαὶ δὲ εἰσὶ τρεῖς· τε-
 λεία, μέση καὶ ὑποστιγμή. καὶ τελεία ἔστι δια-
 νοίας ἀπηρτισμένης σημεῖον· μέση δὲ σημεῖον
 πνεύματος ἕνεκεν παραλαμβανόμενον, τουτέστι

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter phi, σελ. 1802, γρ. 16

(Οὐδέτερον.)

Φείδειον ἔργον. τὸ τοῦ Φειδίου.


838

Φελλέα. τὰ πετρώδη καὶ αἰγίβοτα χωρία.


  ὅταν μὲν οὖν τὰς αἶγας ἐκ τοῦ φελλέου.
Φελόνιον. ....
Φέρετρον. ἡ τῶν νεκρῶν Κλίνη.
Φέριστον. τὸ ἐξοχώτατον, κάλλιστον καὶ θαυ-
 μαστόν.
Φέρνιον. ἡ σπυρίς.
Φευκτόν. μισητὸν, φυγῆς ἄξιον.  

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter chi, σελ. 1842, γρ. 18

 τὴν ἐκτὸς θερμότητα.


Χαλκὶς, Χαλκίδος. ὄνομα πόλεως.
Χαλκίς. καὶ ἡ γλαῦξ.
Χαιρώνεια. πόλις.
Χαιρώνη. τόπος.
Χαιός. ἡ ῥάβδος.
Χαίτη. ἡ θρίξ. παρὰ τὸ κρατῶ κράτη καὶ ἀπο-
 βολῇ τοῦ ρ, καὶ τροπῇ τοῦ κ εἰς χ, καὶ πλεο-
 νασμῷ τοῦ ι χαίτη.
Χαμεύνα. ταπεινὴ καὶ εὐτελὴς Κλίνη. καὶ χαμευνία, ἡ ξηροκοιτία.
Χαμαιτυπίς. ἡ πόρνη.
Χάρις. δωρεὰ, χάρισμα. εὐμένεια· οἰκείωσις.  
Χαράδραι. μικροὶ ῥύακες. ἢ τοῦ ὕδατος ὑποῤ- ῥοαί. ἢ κρημνοί.

Ιωάννης Ζωναράς. Lexicon Alphabetic letter omega, σελ. 1880, γρ.


24

Τὸ Ω μετὰ τοῦ Γ. (Ἀρσενικόν.)

Ὤγ. κύριον. ὃς ἦν μέγας καὶ ῥώμῃ σώματος


 πολυθρύλλητος. φασὶ γὰρ αὐτὸν καὶ κλίνῃ σι-  
 δηρᾷ κεχρῆσθαι, ἐννέα πηχῶν τὸ μῆκος, πέν-
 τε δὲ εὖρος ἐχούσῃ.
Ὦγες. ἔθνος.
Ὤγυγος. κύριον. καὶ Ὠγύγιος. οὗτος ἀρχαῖος
 βασιλεὺς ἦν Θηβῶν. ἐκ τούτου γοῦν καὶ πᾶν τὸ
 ἀρχαῖον ὠγύγιον καλοῦσι.
839

Laonicus Chalcocondyles Hist., Historiae (3139: 001)


“Laonici Chalcocandylae historiarum demonstrationes, 2 vols. in 3”, Ed.
Darkó, [Link]: Academia Litterarum Hungarica, 1:1922; 2.1:1923;
2.2:1927.Τόμ. 2, σελ. 172, γρ. 7

τῆς τοῦ ἡγεμόνος εὐεργεσίας, ἐρίζων πρὸς τοὺς τῶν Ἑλλήνων


ἐπιφανεῖς. ἔπρασσε τὰ Πελοποννησίων πρὸς τὸν ἡγεμόνα δημα-
γωγῶν. ἐτράπετο δὲ ἐπὶ τούτους ὡς διενεχθέντας μὲν τῇ γνώμῃ
πρὸς τοὺς Βυζαντίου Ἕλληνας, καὶ δεδιότας περὶ σφίσι τε  
αὐτοῖς καὶ τῇ χώρᾳ καὶ Τούρκους, ὡς ἢν ἐπικρατήσωσι τῶν ἐν
Πελοποννήσῳ πραγμάτων, οὐκ ἐπιτρέψουσι σφίσι τῇ παρούσῃ
ἐμμένειν εὐδαιμονίᾳ. καὶ ἐδόκει μὲν τὸ μέγα δύνασθαι αὐτίκα
παρ' ὅτῳ συσταθείη τῶν ἡγεμόνων, ὑγιὲς δὲ αὐτοῦ οὐδὲν ἔτι
ἦν ἐν τοῖς πράγμασι. τούτων μὲν οὖν τῶν ἀνδρῶν αὕτη ἡ
ἀπαλλαγὴ ἐγένετο ἀπὸ τῆς εἱρκτῆς· στρατὸν δὲ ἐπάγοντες τῇ
τε Κλίνῃ αἴσχιστα ἀπηλλάττοντο ἡττηθέντες, καὶ ἐς Πάτρας
τῆς Ἀχαΐας στρατευσάμενοι καὶ ἐς τὸν ἡγεμόνα τὸν νεώτερον
κακῶς ἔπραξαν, πολλοὺς ἀποβαλόντες τῶν σφετέρων ἐνταῦθα.
 Καὶ ἐδόκει μὲν οὖν ὡς τὰ Πελοποννήσου πράγματα χωρῆσαι
ἐπὶ τοὺς Ἀλβανούς, εἰ μὴ διαπραξαμένου τοῦ Ἀσάνεω ἐν ταῖς
βασιλέως θύραις, ὥστε στρατὸν σφίσιν ἐπιδοθῆναι· στρατόν τε
ἐπηγάγοντο τοῦ βασιλέως, ἡγουμένου τοῦ Τουραχάνεω, ὃς ἀφικό-
μενος σὺν τῷ στρατῷ ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον, καὶ συγγενόμενος
τοῖς ἡγεμόσιν, ἐφ' ᾧ βουλεύσασθαι, ὅπως ποιήσονται τὸν πόλε-
μον, πρὸς αὐτοὺς ἔλεγε τοιάδε. «ὦ βασιλέως Ἑλλήνων παῖδες,

Γεώργιος Ακροπολίτης. Annales (3141: 002)


“Georgii Acropolitae opera, vol. 1”, Ed. Heisenberg, A.
Leipzig: Teubner, 1903, Repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth).
Se. 14, γρ. 18

διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἔτι παῖδα εἰς ἥβην ἐλθόντα, ἀλλ' οὐδὲ


γνήσιον – ὁ γὰρ αὐτῷ γεννηθεὶς Μιχαὴλ ἐκ παλλακῆς
ἐκείνῳ γεγένηται, περὶ οὗ ἐροῦμεν ἐν τοῖς μετέπειτα –  
καὶ τοῦ θανάτου δὲ δεδιέναι τὸ ἄωρον· τοὺς γὰρ λοιποὺς
τῶν ἀδελφῶν ἀφυεῖς ἐγίνωσκεν εἰς ἀρχήν. τοῦτον δὲ τὸν
Θεόδωρον ὁ βασιλεὺς ἐκπέμπει τῷ ἀδελφῷ Μιχαήλ, ὅρκοις  
πρῶτον ἐμπεδωσάμενος πίστιν δουλείας εἰς τοῦτον φυλάττειν
καὶ εἰς τοὺς μετ' αὐτὸν τῶν Ῥωμαίων κατάρξοντας. ὃς
καὶ ἀφικόμενος συνῆν τῷ ἀδελφῷ Μιχαήλ. μετ' οὐ πολὺ
δὲ φονεύεται παρά του τῶν ὑπηρετῶν ὁ Μιχαὴλ νύκτωρ
840

ἐπὶ τῆς Κλίνης συγκαθεύδων τῇ γυναικί· Ῥωμαῖος δὲ ἦν


τῷ φονευτῇ τοὔνομα. ἐπιλαμβάνεται γοῦν τῆς ἐξουσίας
ἐκείνου ὁ ἀδελφὸς Θεόδωρος, ἔχων καὶ τοὺς ἀδελφοὺς
Κωνσταντῖνον καὶ Μανουήλ. ἄρξαι δὲ βουληθεὶς πάνυ
γε ἐπηύξησε τὴν αὐτοῦ ἀρχήν· ἔκ τε γὰρ τῶν Ἰταλῶν
οὐκ ὀλίγην χώραν ἐκτήσατο κἀκ τῶν Βουλγάρων πολλήν·
τήν τε γὰρ Θεσσαλίαν ὑφ' ἑαυτὸν ἐποιήσατο, Ἀχρίδα τε
καὶ Πρίλαπον, Ἄλβανόν τε καὶ αὐτὸ τὸ Δυρράχιον· ἔνθα
καὶ Πέτρον μετὰ μεγίστης στρατιᾶς ἐξ Ἰταλίας ὁρμώμενον
καὶ ὡς πρὸς τὴν Κωνσταντίνου πεποιημένον τὴν δίοδον,
ἀνηγορευμένον πρὸς τοῦ πάπα καὶ βασιλέα,

Γεώργιος Ακροπολίτης. Annales Se. 29, γρ. 14

μάζουσιν οἱ πολλοί. ἐβούλετο δέ μοι καὶ ὁ πατὴρ λάθρα


τῆς τῶν Λατίνων ἀπολισθῆσαι χειρός· ἰσχυρῶς γὰρ παρ'
αὐτῶν ἐκεκράτητο ταῖς τε τῶν ἀναλωμάτων δαψιλείαις καὶ
ταῖς σφῶν δεξιώσεσι, καὶ τὸ πολλὴν ἔχειν περὶ αὐτὸν ὑπη-
ρεσίαν τέκνα τε θεράποντάς τε καὶ θεραπαινίδας οὐκ ὀλίγον
ἐποίει τούτῳ τὸ ἐμποδών. ἀλλ' ἦν αὐτῷ κατὰ νοῦν τῷ τότε,
καθὼς ἂν ἄρα δυνάμεως σχοίη, εἰ δεήσει, παρακινδυνεῦσαι
πρὸς τὴν ἐξέλευσιν καὶ ἀποπλῆσαι τὸ σπουδαζόμενον. διά
τοι τοῦτο κἀμὲ πρὸς τὸν κρατοῦντα προπέπομφε. κεκώλυκε
δὲ τοῦτον νόσος βαρεῖα· ἡμιθνὴς γὰρ σχεδὸν καὶ ἡμίξηρος  
γεγονώς, περὶ δύο που ἔτη τῇ κλίνῃ προσπεπατταλευμένος,
ἀπέλιπε τὸ βιοῦν, αὐτὸς δὲ ἐναπελείφθην τοῖς ἀνακτόροις
προμηθείας βασιλικῆς ἀξιούμενος.
Ὡς γοῦν ἔφημεν, καταλαβὼν ὁ ῥὴξ Ἰωάννης, ὁ
καὶ βασιλεὺς Κωνσταντινουπόλεως φημιζόμενος, τὴν Λάμ-
ψακον, περὶ τὸν οὕτω πως ὀνομαζόμενον τόπον Ὁλκὸν τὰς
νῆας τούτου καθώρμισεν. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἰωάννης ἐπεὶ μὴ
εἶχε μεθ' ἑαυτοῦ στρατὸν ἀξιόμαχον κωλῦσαι τούτῳ τὴν
ἔξοδον δι' ἃς εἰρήκειν αἰτίας, μεθόδοις στρατηγικαῖς μεθ'
ὧν εἶχεν ὀλίγων τὰς τῶν πολεμίων κινήσεις ἐκώλυεν. ἐξῆλ-
θον οὖν οἱ Λατῖνοι καὶ ὁ τούτων ῥὴξ Ἰωάννης καὶ

Γεώργιος Ακροπολίτης. Annales Se. 44, γρ. 8

στατήρων πλῆθος χρυσῶν ἐδέδεκτο. ὑποσχέσεις γοῦν ὑπὲρ


τοῦ Μελενίκου λαμπρὰς πρὸς τὸν βασιλέα ἐποιεῖτο, μᾶλλον
καὶ ὑπεράγαν ἀληθεῖς.
841

Πάντα γοῦν ταῦτα πρὸς τοῦ βασιλέως λαβὼν ὁ


Δραγωτᾶς καὶ ὡς δέλεαρ ὑποβεβλημένος ἀπῄει. ἐπεὶ δὲ
φθάσοι ἐς Μελενίκον, πάντα προῦπτα τοῖς ἐποίκοις ποιεῖται
καὶ σφᾶς αὐτοὺς διεγείρει προδοῦναι τὸ ἄστυ τῷ βασιλεῖ,
ἐν τῷ φανερῷ μὲν οὐ ταῦτα λέγων, κρύφα δὲ τοῖς πλείστοις  
περὶ τούτου κοινολογούμενος. ἐπεὶ δὲ ὁ τὴν ἡγεμονίαν
διέπων τοῦ ἄστεος ὁ Λιτοβόης Νικόλαος κατάνοσος ἦν καὶ
τῇ κλίνῃ ταῖς τῶν ποδῶν ἀλγηδόσι προσπεπατταλευμένος,
ἐλευθέρως εἶχον οἱ πάντες διαπράττεσθαι σφίσι τὰ βουλητά.
ἐπεὶ δὲ καὶ ὁ Μαγκλαβίτης Νικόλαος εἷς ἦν τῶν ἐπιφανε-
στέρων ἐν τοῖς τοῦ Μελενίκου οἰκήτορσιν, ἀνὴρ δραστήριος
καὶ δεινὸς καιρικαῖς περιπετείαις συμμεταβάλλεσθαι, τὰ τοῦ
Δραγωτᾶ φωράσας καὶ γνούς, ὡς δυνηθείη ἂν τὰ ὑπεσχη-
μένα τῷ βασιλεῖ διαπράξασθαι, τοῦ πλήθους τὸ πλεῖον
ὑπαγαγών, τοῦ κρύφα λέγειν ἀποστὰς ἐς τὸ φανερὸν τοῖς
πᾶσιν ὑπέθετο τὰ συνοίσοντα, εἰρηκὼς ὡς ‘ἡμῖν μὲν ἐγέ-
νετο προσταλαιπωρῆσαι τῇ τοῦ παιδὸς τοῦ Καλιμάνου ἀρχῇ,

Γεώργιος Ακροπολίτης. Annales Se. 45, γρ. 64

καὶ ὁ Δημήτριος – ἐθάρρει γὰρ μάλα τούτῳ ὡς πιστῷ καὶ


πάνυ τοῦτον εὐνούστατον κατὰ τὸν κωμικὸν ὄντα εἰ καὶ
μὴ κλεπτίστατον ἥγητο – ’προδότην τοῦτον, Σπαρτηνέ,
φασὶν εἶναι οἱ τοῦτον διώκοντες.’ ὁ δὲ παίει τὸν Καμπανὸν
κατὰ τῆς σιαγόνος τῷ καρπῷ, σφόδρα χρησάμενος τῇ βολῇ,
καὶ λαβόμενος τούτου τῆς γένυος ‘ἐγὼ αὐτόν’ φησιν ‘ἐν τοῖς
οἴκοι ἀπαγαγών, δέσποτα, ἐτασμοῖς ἐκπνεύσας τὸ πρῶτον,
πάντα τοῦτον καταναγκάσω ἔκφορα ποιῆσαι τὰ κρύβδην τού-
τῳ ῥᾳδιουργούμενα.’ ταῦτ' εἶπε, καὶ ὡς εἶχε τάχους ἐς
τὴν οἰκίαν ἀπῄει.
Τὸν μὲν οὖν Καμπανὸν τὸ ἀπὸ τοῦδε Κλίνη εἶχε καὶ
στιβὰς ὑψηλὴ πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ τὰ εἰς τρυφὴν μᾶλ-
λον ἐφευρημένα, οἷς καὶ μᾶλλον χαίρουσιν ἄνθρωποι οἱ
τοιαῦτα μεμελετηκότες διαπράττεσθαι πράγματα. ὡς δὲ καί
τινες ἔφασαν, ἀσκὸν διαφυσήσας ὁ Σπαρτηνὸς καὶ πλη-
ρώσας τοῦ πνεύματος, εἶτα δεσμεύσας ὡς ἐντὸς ἅπαν ἐνα-
ποληφθῆναι πνεῦμα μή τινος οὔσης τούτῳ τῆς ἐκροῆς,
ἀπαιωρήσας ἔτυπτε ῥάβδοις τάχα τὸν Καμπανόν, ἐτάζων
ἀποκαλύψαι τὰ κρύφα. ἀσκὸς δὲ ἦν, οὐ Καμπανός, ὁ
τυπτόμενος. ἐπεὶ δὲ ἡ ἀρκοῦσα ὥρα παρῄει ἡ καὶ ἄξιον
ἐτασμὸν δεδυνημένη ποιήσασθαι καὶ ἔκπυστον θεῖναι καὶ
842

Γεώργιος Ακροπολίτης. Annales Se. 52, γρ. 5

εὐτυχῶς τῷ Κομνηνῷ τότε συνέζευκτο Μιχαήλ· ἡ γὰρ μήτηρ


αὐτῆς Εὐδοκία καίτοι γε νέα οὖσα πάνυ τὴν χηρείαν φέρειν
ἠσπάσατο, ἀρετὴν δὲ ἐφίλει καὶ τὸ καθάπαξ προσανέχειν
θεῷ. διὰ ταῦτα καὶ ἀντιμισθίαν ἀντιλαμβάνει πρὸς θεοῦ
τὸ κῆδος. καὶ ταῦτα μὲν ἔσχεν οὕτω.
Ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ τῆς ἕω μέρη κατειληφὼς καὶ τοῦ
ἐνιαυτοῦ ἐκείνου παρῳχηκότος αὖθις περὶ τὴν προκαθη-
μένην τῶν Βιθυνῶν πόλιν ἀφίκετο Νίκαιαν. καιρὸς ἦν
περὶ τὰ τοῦ χειμῶνος τέλη, καὶ φθίνων ἐτύγχανε Φεβρου-
άριος. καὶ ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τῆς Κλίνης ἑσπέρας καθήμενος
– παρέδραμε δὲ καὶ μέρος τι τῆς νυκτός – αἴφνης γε-
γονὼς ἄφωνος, πρηνὴς ἐπὶ τῆς Κλίνης πεσὼν ἦν τὸ ἀπὸ
τοῦδε ἄναυδος τὸ καθόλου. χεῖρες δὲ ἰατρῶν ὑπούργουν  
ἐν τούτῳ καὶ ἀμυχὰς ἐν τοῖς ποσὶν ἐποίουν καὶ ἐφόλβιον
ταῖς ἀμυχαῖς ἐνέβαλλον καὶ ἀλλ' ἄττα ἔπραττον, ὁπόσα ἡ
τέχνη ἐδίδασκεν. ἀλλ' ὁ βασιλεὺς ὅλην τε ταύτην τὴν
νύκτα καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν καὶ αὖθις τὴν ἑτέραν νύκτα
ἀκίνητος ἔκειτο· ἀποπληξία γὰρ ἦν ἡ νόσος καὶ οὕτω βα-
ρεῖα, ὥστε διαρκέσαι τοσοῦτον εἰς ἀκινησίαν καὶ ἀφωνίαν.
μόγις οὖν ἀνέπνευσε καὶ εἰς ἑαυτὸν ἦλθεν, ἦν δὲ ἠλλοιω

Γεώργιος Ακροπολίτης. Annales Se. 52, γρ. 7

αὐτῆς Εὐδοκία καίτοι γε νέα οὖσα πάνυ τὴν χηρείαν φέρειν


ἠσπάσατο, ἀρετὴν δὲ ἐφίλει καὶ τὸ καθάπαξ προσανέχειν
θεῷ. διὰ ταῦτα καὶ ἀντιμισθίαν ἀντιλαμβάνει πρὸς θεοῦ
τὸ κῆδος. καὶ ταῦτα μὲν ἔσχεν οὕτω.
Ὁ δὲ βασιλεὺς τὰ τῆς ἕω μέρη κατειληφὼς καὶ τοῦ
ἐνιαυτοῦ ἐκείνου παρῳχηκότος αὖθις περὶ τὴν προκαθη-
μένην τῶν Βιθυνῶν πόλιν ἀφίκετο Νίκαιαν. καιρὸς ἦν
περὶ τὰ τοῦ χειμῶνος τέλη, καὶ φθίνων ἐτύγχανε Φεβρου-
άριος. καὶ ὁ βασιλεὺς ἐπὶ τῆς Κλίνης ἑσπέρας καθήμενος
– παρέδραμε δὲ καὶ μέρος τι τῆς νυκτός – αἴφνης γε-
γονὼς ἄφωνος, πρηνὴς ἐπὶ τῆς Κλίνης πεσὼν ἦν τὸ ἀπὸ
τοῦδε ἄναυδος τὸ καθόλου. χεῖρες δὲ ἰατρῶν ὑπούργουν  
ἐν τούτῳ καὶ ἀμυχὰς ἐν τοῖς ποσὶν ἐποίουν καὶ ἐφόλβιον
ταῖς ἀμυχαῖς ἐνέβαλλον καὶ ἀλλ' ἄττα ἔπραττον, ὁπόσα ἡ
843

τέχνη ἐδίδασκεν. ἀλλ' ὁ βασιλεὺς ὅλην τε ταύτην τὴν


νύκτα καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν καὶ αὖθις τὴν ἑτέραν νύκτα
ἀκίνητος ἔκειτο· ἀποπληξία γὰρ ἦν ἡ νόσος καὶ οὕτω βα-
ρεῖα, ὥστε διαρκέσαι τοσοῦτον εἰς ἀκινησίαν καὶ ἀφωνίαν.
μόγις οὖν ἀνέπνευσε καὶ εἰς ἑαυτὸν ἦλθεν, ἦν δὲ ἠλλοιω-
μένος τὸ χρῶμα. ἔσπευσε γοῦν καταλαβεῖν τὸ Νύμφαιον
φθάσαι τε πρὸ τῆς βαϊοφόρου κυριακῆς, καθ' ἣν εἴωθε

Γεώργιος Ακροπολίτης. Annales Se. 52, γρ. 24

ρεῖα, ὥστε διαρκέσαι τοσοῦτον εἰς ἀκινησίαν καὶ ἀφωνίαν.


μόγις οὖν ἀνέπνευσε καὶ εἰς ἑαυτὸν ἦλθεν, ἦν δὲ ἠλλοιω-
μένος τὸ χρῶμα. ἔσπευσε γοῦν καταλαβεῖν τὸ Νύμφαιον
φθάσαι τε πρὸ τῆς βαϊοφόρου κυριακῆς, καθ' ἣν εἴωθε
θριαμβεύειν ὁ βασιλεύς. ἐπιτείνας οὖν τὴν ὁδὸν ἀφίκετο
εἰς τὸ Νύμφαιον, κἀκεῖσε τὸν κατὰ τὴν βαϊοφόρον θρίαμ-
βον ἐξετέλεσε καὶ τὴν ἀναστάσιμον ἑωρτάκει ἡμέραν. καὶ
τὸ ἀπὸ τοῦδε τοῖς τοιούτοις ἐπεχωρίαζε μέρεσι, τῇ κατα-
σχούσῃ τοῦτον νόσῳ κατὰ διαστήματα ἡμερῶν τρυχόμενός
τε καὶ πιεζόμενος. ποτὲ μὲν γὰρ ἐν τῷ παλατίῳ διάγων
εὐθὺς ἐπὶ Κλίνης ἔπιπτεν ἄφωνος, ποτὲ δὲ ἐφ' ἵππου βαί-
νων καὶ ὁδὸν βαδίζων ὑπὸ τῆς νόσου ἐγίνετο κάτοχος,
καὶ οἱ συμπαρόντες κατεῖχόν τε καὶ πρὸς ὥραν παρεφύλατ-
τον, ὥστε μὴ γνωρίζεσθαι τοῖς πολλοῖς· ἐπὰν δὲ εἰς λο-
γισμὸν ἐπανῆκε, σχολῇ πρὸς τὰ βασίλεια ἐπανέστρεφεν·
ἐνίοτε δὲ καὶ φοράδην ἐπὶ θρόνου ἐν τοῖς ἀνακτόροις ὑπὸ
τῶν οἰκείων ἤγετο. ἐπεὶ δὲ ἡ νόσος ἐπηύξανε, τὸ σῶμα
τοῦ βασιλέως κατέπιπτε· συνεχέστερον γὰρ ἤρξατο πάνυ  
τούτῳ ἐγγίνεσθαι. σύντηξις γοῦν ἦν αὐτῷ τῶν σαρκῶν,
καὶ τὸ δεινότερον, ἡ ἀτροφία τοῦτον ἐπίεζεν.

Γεώργιος Ακροπολίτης. Annales Se. 86, γρ. 17

μένου, ὡς καθ' ὁδὸν ἐμεμαθήκει παρά του, παρὰ τῶν


Ῥωμαϊκῶν στρατευμάτων ἁλῶναι τὴν Κωνσταντίνου. ὡς
εἶχε γοῦν τάχους ἡ τοῦ βασιλέως αὐτοκασιγνήτη παρὰ
τὸν βασιλέα ἀφιγμένη καταδαρθάνοντα τοῦτον εὗρε, καὶ
ἠρέμα πως ἐκίνει αὐτὸν χειρί, ὅπως ἄν γε καὶ γρηγορήσειεν,
ἰσχνοτέρᾳ τῇ φωνῇ ὑπολέγουσα ὡς ‘κατέσχες, ὦ βασιλεῦ,
τὴν Κωνσταντινούπολιν.’ καὶ πολλάκις τοῦτο εἰρήκει, καὶ
ὁ βασιλεὺς ἐπέμενε μηδέν τι πρὸς ταύτην ἀνταποκρινόμενος.
844

ὡς δὲ τὸν λόγον μετέβαλε καὶ εἰρήκει· ‘ἀνάστηθι βασιλεῦ·


ὁ γὰρ Χριστὸς ἀπεχαρίσατό σοι τὴν Κωνσταντινούπολιν,’
τῆς Κλίνης ἀναστὰς καὶ τὰς χεῖρας εἰς οὐρανὸν ἀνατείνας
’τοῦτον μὲν’ ἔφη ‘τὸν λόγον, ὦ ἀδελφή, καὶ αὐτὸς δέχο-
μαι. ὃν δὲ λόγον τὸ πρῶτον εἶπας, ὡς τῆς Κωνσταντίνου
κεκράτηκα, οὐδαμῶς ἀποδέχομαι· πῶς γὰρ ἐκ τοῦ Μετεω-
ρίου ἐγκρατὴς γενοίμην τῆς Κωνσταντίνου; ἀλλ' οὐδὲ στρά-
τευμα κατ' αὐτῆς ἀξιόλογον πέπομφα. τὸ δὲ ῥᾴω ταῦτα εἶναι
θεῷ καὶ αὐτὸς ξυνομολογῶ, καὶ θᾶττον ἂν τὰ μικροῦ καὶ
ἀδύνατα τοῖς οἷς βούλοιτο παρασχεῖν καθέστηκε δυνατός.’
Ταῦτ' εἰπὼν τοὺς ἐν τέλει πάντας τοὺς ἐκεῖσε τότε τού-
τῳ συνόντας ξυνήθροισε, καὶ ἐπυνθάνετο εἰ ἀληθῆ δο-
κεῖ σφίσιν αὐτοῖς τὰ παρὰ τῆς φήμης.

Γεώργιος Ακροπολίτης. Historia in brevius redacta (3141: 003)


“Georgii Acropolitae opera, vol. 1”, Ed. Heisenberg, A.
Leipzig: Teubner, 1903, Repr. 1978 (1st edn. corr. P. Wirth).
Se. 44, γρ. 2

πόλιν διερρηγμένην, τὴν δ' ἀκρόπολιν τετειχισμένην, καὶ


φύλακα ἐπ' αὐτῇ Δραγωτᾶν τινα. τοὺς Τζουλούκωνας οὖν
ἀθροίσας ὁ βασιλεὺς κρατῆσαι ταύτης ἠρέθισε. οἳ τὰ τόξα
λαβόντες καὶ σανίδας αὐτοσχεδιάσαντες ὡς ἀσπίδας, ἐν οὐ
πολλῷ κρατῆσαι ταύτης ἴσχυσαν, καὶ σκυλεύουσι τὰ παρευ-
ρημένα. ὅσοι δ' ἴσχυσαν τῶν ἐντός, ἱκέται πρὸς τὸν βασιλέα
ἧκον. καὶ ὁ Δραγωτᾶς διαπρεσβεύεται πρὸς τὸν βασιλέα,
καὶ χρήματα καὶ ἐσθῆτας δεξάμενος τὸ ἄστυ δέδωκεν·
ὑπέσχετο δὲ δοῦναι καὶ Μελενίκον.
Καὶ εὑρὼν τὸν μὲν τοῦ ἄστεος ἔφορον Λιτόβοον κλι-
νήρη, τὸν δὲ Μαγκλαβίτην Νικόλαον ...... ὁ μὲν οὖν
βασιλεὺς ἐσκηνοῦτο περὶ τὸν Βαλαβίσδαν τόπον, καὶ οἱ
Μελενικιῶται ἀφικόμενοι τὸ ἄστυ τούτῳ παρέσχον. ἐκρά-
τησε δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ Στενιμάχου καὶ Τζεπαίνης καὶ τῶν
τῆς Ῥοδόπης πολιχνίων καὶ κωμοπόλεων, καὶ ὅρον τὸν
Ἕβρον πεποίητο. κατέσχε δὲ καὶ ἐκ τῶν πρὸς βορρᾶν
Στούμπιόν τε καὶ Χοττοβὸν καὶ Βελεβουσδίον, Σκόπιά τε
καὶ Βελεσσὸν καὶ τὰ μέχρι Πριλάπου καὶ Πελαγονίας χωρία,
Νευστάπολίν τε καὶ Πρόσακον, καὶ σπονδὰς ἐκ Βουλγάρων
δεξάμενος, ὡς μέχρι τούτων στῇ, ἀνέσχεν.

Γεώργιος Ακροπολίτης. Historia in brevius redacta Se. 45, γρ. 25


845

μύστης ὢν τούτῳ τάχος ἐκεῖσε φέρεται καὶ ‘τί φησι ‘περὶ


τοῦδε τοῦ ἀλητηρίου κατηγοροῦσί τινες, δέσποτα; ὃς εἰ
ἁλῴη τοιοῦτος πολλῶν θανάτων κριθείη ἂν ἄξιος.’ καὶ ὁ
Δημήτριος – ἐθάρρει γὰρ μάλα τούτῳ ὡς πιστῷ – ’προ-
δότην τοῦτόν φασιν εἶναι, Σπαρτηνέ.’ ὁ δὲ παίει τὸν
Καμπανὸν καὶ λαβόμενος τούτου τῆς γένυος ‘ἐγώ’ φησιν
’αὐτὸν ἐν τοῖς οἴκοι ἀπαγαγών, δέσποτα, ἐτασμοῖς ἐκπιέσας
πάντα τοῦτον καταναγκάσω ἔκφορα ποιῆσαι.’ ταῦτ' εἶπε,
καὶ ὡς εἶχε τάχους ἐς τὴν οἰκίαν ἀπῄει. τὸν μὲν οὖν
Καμπανὸν τὸ ἀπὸ τοῦδε Κλίνη εἶχεν. ἀσκὸν δὲ διαφυσήσας  
ὁ Σπαρτηνὸς καὶ δεσμεύσας καὶ ἐπαιωρήσας ἔτυπτεν ὡς
Καμπανόν, ἀποκαλύψαι δῆθεν τὰ κρύφα. ἀσκὸς δὲ ἦν,
οὐ Καμπανὸς ὁ τυπτόμενος. εἶτα ἀφίκετο ὡς εἶχε ποδῶν
ὁ Σπαρτηνὸς πρὸς Δημήτριον καί οἵ φησιν· ‘δέσποτα, ὅρκῳ
σε πιστώσω τὸ πρᾶγμα· μὰ τὸν σὸν καὶ ἡμῶν ἁπάντων
Δημήτριον τὸν κηδεμόνα Θεσσαλονίκης καὶ πολιοῦχον, τοι-
οῦτός ἐστιν ὁ Καμπανὸς ὁποῖος ὁ Σπαρτηνός, καὶ οὕτως
διάκειται περί σε καθὰ καὶ ὁ Σπαρτηνός, ὃν ἀνθρώπων
ἁπάντων πλέον σε φιλοῦντα ἐπέγνωκας.’

Γεώργιος Ακροπολίτης. Historia in brevius redacta Se. 52, γρ. 2

παρῆκται.’ καὶ ὃς ‘εἰ μὲν ἐκ βαρβάρων γεγένημαι, βαρ-


βαρικῶς ἂν ἐκτισάμην τὴν δίκην μου.’ καὶ ὁ μητροπολίτης
πρὸς τὸν βασιλέα ἐλθὼν ταῦτ' εἶπε. καὶ ὁ βασιλεὺς ‘αἲ
τὸ ἐλεεινόν, οἵας δόξης ἐξέπεσε.’
Καὶ εἰς ἕω διαπεραιοῦται καὶ συζεύγνυσι τῷ Μιχαὴλ
Κομνηνῷ εἰς γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ τοῦ σεβαστοκράτο-
ρος Ἰσαακίου ἐγγόνην τὴν Θεοδώραν, ἣν μόνην ὁ πατὴρ
Ἰωάννης καταλιπὼν σὺν τῇ αὐτῆς μητρὶ Εὐδοκίᾳ τῇ τοῦ
Ἀγγέλου Ἰωάννου συνοῦσαν, τῇ θείᾳ τῶν Στρατηγοπούλων.
Εἰς τὸ ἐπιὸν περὶ τὴν Νίκαιαν ἀφίκετο, ἔνθα περὶ
τὸν Φεβρουάριον ἐπὶ Κλίνης τὸ πλέον τῆς νυκτὸς καθήμε-
νος καὶ πρηνὴς ἐπὶ Κλίνης πεσὼν ἦν ἄναυδος. οἱ δ' ἰατροὶ
ἀμυχὰς τοῖς ποσὶν ἐποίουν καὶ ἐφόλβιον ταῖς ἀμυχαῖς ἐνέ-
βαλλον, ἀλλὰ ταύτην τὴν νύκτα καὶ τὸ ἐπιὸν ἡμερονύκτιον
ἀκίνητος ἔκειτο· ἀποπληξία γὰρ ἦν ἡ νόσος. μόγις γοῦν
ἀνέπνευσεν, ἠλλοιωμένος τὸ χρῶμα. καὶ ἔσπευσε καταλα-
βεῖν τὸ Νύμφαιον πρὸ τῆς βαϊοφόρου κυριακῆς, καθ' ἣν  
εἴωθε θριαμβεύειν, καὶ ἐκεῖ καὶ τὴν ἀναστάσιμον διῆλθε,
846

καὶ τὸ ἀπὸ τοῦδε τοῖς τοιούτοις ἐπεχωρίαζε μέρεσι, τῇ


κατασχούσῃ τοῦτον νόσῳ κατὰ διάστημα ἡμερῶν πιεζόμενος.
ποτὲ μὲν γὰρ ἐπὶ Κλίνης ἔπιπτεν ἄφωνος, ποτὲ δ' ἔφιππος

Georgius Pachymeres Hist., Συγγραφικαὶ ἱστορίαι (libri vi de Michaele


Palaeologo) (3142: 001)“Georges Pachymérès. Relations historiques, 2
vols.”, Ed. Failler, A., Laurent, [Link]: Les Belles Lettres, 1984; Corpus
fontium historiae Byzantinae 24.1–2. Series Parisiensis.Σελ. 665, γρ. 34

θανάτου σύμβολα εὐτρεπίζονται, ἃ λαβὼν ὁ ἱερεὺς τῶν τοῦ κλήρου καὶ


εὐλαβῶν, στολισθεὶς ὡς ἔδει, παρίσταταί οἱ ἀνωΐστως πάμπαν, μηδὲν
εἰδότι. Ἔτυχε δὲ πρὸς τὸν τοῖχον ὁρῶν βασιλεὺς καὶ τὰ καθ' αὑτόν – ἦν
γὰρ καὶ τοὺς λογισμοὺς ἐρρωμένος – ὡς εἶχε διανοούμενος. Ἵστατο γοῦν

πρεσβύτερος παρὰ θάτερα, τὰ ἅγια δῶρα κρατῶν ἐν χερσί, καί, τὴν ἀπ'
ἐκείνου καὶ μόνου ἐπιστροφὴν πρὸς αὐτὸν καραδοκῶν, ἐφ' ἱκανὸν
σιωπῶν
ἵστατο. Ὁ δέ, εἴτε τι τοιοῦτον ὑπονοήσας, εἴτε καὶ ἄλλως ἐπελθὸν αὐτῷ,
ἐπεγκλίνει πρὸς τὸν πρεσβύτερον, καὶ ἅμ' εἶδε καὶ ἅμα συνῆκε τὸ δρᾶμα,
καί· «Τί, φησί, τοῦτο;» Τοῦ γοῦν ἱερέως ὡς ὑπὲρ αὐτοῦ εὐξάμενοι
φέρουσιν
εἰς βοήθειαν καὶ τὰ δῶρα τὰ εἰς ὑγείαν συνοίσοντα λέγοντος, αὐτὸς
διακόψας
ἀναθαρρεῖ καὶ τῆς Κλίνης ἀνέγρεται καὶ ζητεῖ ζώνην καὶ τὸ ἅγιον
διέξεισι  
σύμβολον καί, τό· Κύριε, ῥῦσαί με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης, εἰπὼν καὶ τὰ
εἰκότα
ποτνιασάμενος πρὸς τὸν Ὕψιστον, τὴν ἁγίαν μετάληψιν δέχεται καί,
πεσὼν
αὖθις καὶ καιρὸν ἐπισχών, τὴν ψυχὴν ἀφίησι. Καὶ δὴ τελευτήσας οὐχ
ἧττον
τοῖς τῶν Τοχάρων ἢ τῶν οἰκείων τετίμηται δάκρυσιν· οὗ τὸν νεκρὸν τὸ
τάχος οἱ εἰς τοῦτο ταχθέντες συστείλαντες νυκτὸς παρὰ τὴν Νέαν Μονήν,

ἐγγύς που τῶν ἐκεῖ κειμένην, μετακομίζουσι.

Ducas Hist., Historia Turcobyzantina (3146: 001)


“Ducas. Istoria Turco–Bizantină (1341–1462)”, Ed. Grecu, V.
Bucharest: Academia Republicae Popularis Romanicae, 1958; Scriptores
Byzantini [Link]. 40, se. 5, γρ. 5
847

ἔχειν τὴν ἅπασαν αὐτῆς φροντίδα· καὶ ποιήσω σε εἰς κρειττοτέραν δόξαν,
παρ'
ἣν εἶχες ἐν τῷ καιρῷ τοῦ βασιλέως· καὶ μὴ ἀθύμει.” – Εὐχαριστήσας οὖν
καὶ
ἀσπασάμενος τὴν αὐτοῦ χεῖρα ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Μαθὼν δὲ
παρ' αὐ-
τοῦ τὰ ὀνόματα τῶν εὐγενῶν τῶν ἐν τῷ παλατίῳ διαπρεψάντων
ὀφφικιαλίων, πάν-
των τὰ ὀνόματα κατέγραψεν· καὶ ἐν τοῖς πλοίοις καὶ ἐν ταῖς σκηναῖς
συναθροί-
σας οὖν πάντας ἐξηγόρασεν, ἀνὰ χιλίων ἀσπρῶν δοὺς τοῖς Τούρκοις.  
 Πρωΐας δὲ γενομένης, παρελθούσης ἐκείνης τῆς πρώτης καὶ ζοφερᾶς
ἡμέρας, ἐν ᾗ ἐγένετο ἡ πανωλεθρία τοῦ γένους ἡμῶν, εἰσελθὼν ἐν τῇ
πόλει ὁ
τύραννος καὶ εἰς τοὺς οἴκους τοῦ μεγάλου δουκὸς ἐλθών, ἐξελθὼν δὲ εἰς
συνάν-
τησιν αὐτοῦ καὶ προσκυνήσας αὐτόν, εἰσῆλθεν ἐντός. Ἦν δὲ ἡ γυνὴ
αὐτοῦ ἀσθε-
νοῦσα κλινήρης. Τότε ὁ προβατόσχημος λύκος ἐγγίσας τῇ κλίνῃ, ἔφη
προσαγο-
ρεύσας αὐτῇ· “Χαῖρε, ὦ μῆτερ· μὴ λυποῦ ἐπὶ τοῖς συμβεβηκόσι. Τὸ
θέλημα τοῦ
Κυρίου γενέσθω· Ἔχω ἔτι πλείονα, παρ' ὧν ἀπώλεκας, τοῦ δοῦναί σοι,
μόνον
ὑγίαινε.” – Ἐλθόντες δὲ οἱ παῖδες αὐτοῦ προσεκύνησαν αὐτῷ· καὶ
εὐχαριστή-
σαντες αὐτόν, ἐξῆλθε περιοδεύων τὴν πόλιν. Ἦν γὰρ ἡ πᾶσα ἄοικος, οὐτ'
ἄν-
θρωπος οὔτε κτῆνος οὐτ' ὄρνεον κραυγάζον ἢ λαλῶν ἐντὸς αὐτῆς, μόνον
τινὲς
τῶν μὴ δυνηθέντων σκυλεῦσαί τι διὰ τὸ ἀνίσχυρον αὐτῶν, διότι καὶ
πολλοὶ
ἀπ' ἀλλήλων ἐφονεύθησαν ἕλκοντες ὁ εἷς ἐξ ἑτέρου τὰ λάφυρα καὶ ὁ
δυνηθεὶς
ἥρπαζεν, ὁ δὲ μὴ δυνάμενος ἀντιστῆναι καιρίαν λαμβάνων πληγὴν
ἔκειτο.

Ducas Hist., Historia Turcobyzantina Ch. 44, se. 1, γρ. 17

Λέσβου, τοῦ διδόναι κατ' ἔτος τὸν γεγραμμένον φόρον, τῷ δὲ ἡγεμόνι


Αἴνου
τὴν νῆσον Ἴμβρον, τοῦ διδόναι καὶ αὐτὸς διὰ τὴν αὐτὴν νῆσον χίλια
848

διακόσια  
χρυσᾶ νομίσματα. Ἐλθὼν οὖν καὶ κατὰ τὸ ἔθος προσκυνήσας τὸν
ἡγεμόνα ἀσπα-
σάμενός τε τὴν χεῖρα καὶ καθίσας ἐνώπιον, μέχρις οὗ ἐβρώθη τὸ ἄριστον,
καὶ
προσκυνήσας ἀπῆλθον. Ἐπὶ τὴν αὔριον δὲ λαβὼν τοὺς χρυσίνους ἦλθον
καὶ πα-
ρέδωκα τούτους ἐν χερσὶ τῶν βεζιρήδων. Παραλαβόντες δὲ τοὺς φόρους,
λέγου-
σιν ἐρωτῶντές με· “Πῶς ὁ ἡγεμὼν Μιτυλήνης; Ἔχει καλῶς;” – ἐγὼ δ'
ἀπε-
κρινάμην· “Καλῶς ἔχει καὶ ἀσπάζεται ὑμᾶς.” – Οἱ δὲ· “Περὶ τοῦ γέροντος

ἐρωτῶμεν, τοῦ καθολικοῦ ἡγεμόνος.” – Ἐγὼ δὲ πάλιν· “Ἐκεῖνος


τέθνηκεν· ἔχει
σήμερον ἡμέρας μʹ. Ὁ δὲ νῦν ἡγεμονεύων ὁ υἱὸς αὐτοῦ, ἐστὶν ἡγεμὼν
πρὸ χρό-
νων ἕξ. Καὶ γὰρ κλινήρης ὢν ὁ πατὴρ καὶ κατάκοιτος ἐδωρήσατο τὴν
ἡγεμο-
νίαν τῷ υἱῷ αὐτοῦ, ὃς καὶ ἦλθεν εἰς προσκύνησιν καὶ μίαν καὶ δὶς καὶ ἐν
τῇ
Πόλει φέρων προσαγορεύσεις χαροποιοὺς τῷ μεγάλῳ ἡγεμόνι.” – Οἱ δὲ
εἶπον·
“Ἄφες ἃ λέγεις. Σήμερον ἐγεγόνει· καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλως κληθῆναι
ἡγεμὼν
Λέσβου, πλὴν τοῦ ἐλθεῖν καὶ λαβεῖν τὴν ἡγεμονίαν παρὰ τοῦ
ὑψηλοτάτου ἡγε-
μόνος. Ἄπιθι τοίνυν καὶ λαβὼν αὐτὸν ἐλθέ. Εἰ δ' ἄλλως γένηται, ἐκεῖνος
οἶδε
τὸ μέλλον.” –  
 Στραφεὶς δ' ἐγὼ ἐν Μιτυλήνῃ καὶ λαβὼν τὸν ἡγεμόνα σὺν μερικοῖς
ἄρχουσι, Λατίνοις τε καὶ Ῥωμαίοις, ἀναθέντες εἰς Θεὸν τὰς ἐλπίδας,

Pseudo-Codinus Hist., De annis ab orbe condito (3168: 004)


“Die byzantinischen Kleinchroniken, vol. 1”, Ed. Schreiner, P.
Vienna: Österreichische Akademie der Wissenschaften, 1975; Corpus
fontium historiae Byzantinae 12.1. Series [Link]. 88, γρ. 14

πᾶσα σχεδὸν δυτικὴ χώρα ὑπὸ τὴν Ῥωμαϊκὴν οὖσα ἐπικράτειαν. ὀψὲ
δέ ποτε διεγερθέντος δῆθεν ἐκείνου καὶ ὁρμήσαντος ἐκστρατεῦσαι
κατ' αὐτῶν καὶ οὐκ ὀλίγα ἐπισυναγαγόντος στρατεύματα, ὅμως καὶ
οὕτως μετὰ τῆς συνήθους νωθρείας ἢ δειλίας περιπατοῦντος ἢ ὅ τι
849

ἂν εἴποι τις, καὶ διὰ τῶν κατ' αἰγιαλὸν κατερχομένου κάστρων καὶ
ἀπελθόντος μέχρι τῶν Κυψέλλων, ὁ αὐτάδελφος αὐτοῦ κῦρ Ἀλέξιος
ὑποποιησάμενος τὸ στρατόπεδον καί τινας τῶν ὑπερεχόντων μετὰ τοῦ
αὐτοῦ ταῦτα αἰτιᾶσθαι τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἅπερ αὐτὸς μετὰ τὸ  
ἐγκρατὴς γενέσθαι τῆς βασιλείας πολλαπλασίονα ἀνεδείξατο, ἀνη-
γορεύθη βασιλεὺς αὐτοκράτωρ καὶ ἀμάχως ἐκάθισεν ἐπὶ τῆς σκηνῆς
καὶ τῆς Κλίνης αὐτοῦ ἐκεῖσε πρὸς κυνηγέσιον ἀπελθόντος. ὃ καὶ
μαθὼν ἐκεῖνος φυγῇ ἐχρήσατο. ἁλοὺς δὲ παρὰ τῶν οἰκείων αὐτοῦ
καὶ οὓς ἐν τάξει μεγάλων εἶχε καὶ πιστοτάτων ἀνθρώπων, ἀπε-
τυφλώθη ἐν τῇ κλεισούρᾳ τῆς Μάκρης.
καὶ ἐβασίλευσεν ὁ κῦρ Ἀλέξιος ἔτη ζʹ. οὐαὶ δὲ τὴν Ῥωμανίαν ἐν
ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. αὐτοῦ γὰρ τὸν Σαρδαναπάλου διάγοντος καὶ
μηδ' ὅλως μήτε αὐτοῦ μήτε τῶν θεραπευτῶν αὐτοῦ οἱανδήτινα στρα-
τιωτικὴν ἢ ἀρχοντικὴν οἰκονομίαν ἐνησχολημένων, τὰ μὲν περιλειφ-
θέντα κάστρα καὶ αἱ χῶραι τῆς Δύσεως λεία Βλάχων γεγόνασι καὶ
Κομάνων μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν παραλίων καὶ τὰ πλείω δὲ ὑπὸ τὸν
Ἰωαννίτζην γεγόνασι καθ' ὁλόκληρον. τέλος δὲ καὶ αὐτὴν τὴν μόνην

Pseudo-Codinus Hist., Patria Constantinopoleos (3168: 005)


“Scriptores originum Constantinopolitanarum, pt. 2”, Ed. Preger, T.
Leipzig: Teubner, 1907, Repr. [Link] 2, se. 55, γρ. 8

Ἐξακιόνιον. Ἵσταντο δὲ ἐκεῖσε στῆλαι πολλαί· συνέτριψε δὲ


ταύτας ὁ βασιλεὺς Μαυρίκιος. Εἰς δὲ τοὺς νῦν σωζομένους
κίονας ἵσταντο αἱ ἀπὸ Κυζίκου ἐλθοῦσαι στῆλαι.
 (c61, m61) Περὶ τοῦ Τετραπύλου. Τὸ δὲ νῦν
λεγόμενον Τετράπυλον πρώην ὠνομάζετο Τετράβηλον καὶ
διήρκεσεν ἔτη ρξʹ μέχρι Ζήνωνος· ἦν δὲ ἐκεῖσε κουβούκλιον
ἐπάνω τῶν κιόνων ὑπὸ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου κτισθὲν
καθ' ὁμοίωσιν τῆς Ῥώμης. Οἱ δὲ συγγενεῖς τοῦ τελευτή-
σαντος βασιλέως καὶ ἡ Αὐγούστα προελάμβανον τὸ ἐξόδιον
καὶ ἐθρήνουν ἐκεῖσε τὸν τελευτήσαντα ἔσωθεν· ἐρχομένη δὲ ἡ
Κλίνη ἔσωθεν τοῦ κουβουκλίου, ἀπελύοντο τὰ βῆλα εἰς τὸ μὴ
εἰσέρχεσθαι ἢ κατοπτεύειν τοῦ λαοῦ τινα καὶ κατ' ἰδίαν
ἐκόπτοντο οἰμωγὰς καὶ θρήνους ἕως ὡρῶν ἕξ· καὶ ἔκτοτε
ἀνελάμβανον αὐτὸν τὸν ἀποιχόμενον μέχρι τῶν ἁγίων Ἀπο-
στόλων καὶ ἐκήδευον αὐτόν· καὶ εἶθ' οὕτως ὑπέστρεφον αἱ
γυναῖκες.

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. (3169: 001)


850

“Ioannis Cantacuzeni eximperatoris historiarum libri iv, 3 vols.”, Ed.


Schopen, [Link]: Weber, 1:1828; 2:1831; 3:1832; Corpus scriptorum
historiae Byzantinae.Τόμ. 1, σελ. 89, γρ. 7

περὶ χρήματα ἡττημένων ἔδοξεν ὑπερφυὲς, τὸ τοσούτων χρη-


μάτων, καὶ οὕτως ἐν ἐπικαίρῳ τῆς χρείας, ῥᾳδίως ὡς οὐδε-
νῶν καταφρονῆσαι, ἐξὸν, εἴπερ ἐβούλετο, σὺν ῥᾳστώνῃ πάσῃ
λαβεῖν. ὁ μὲν οὖν μέγας δομέστικος τῇ τετάρτῃ τῆς μεγάλης  
ἑβδομάδος ἐξῆλθε τῆς Κωνσταντίνου καὶ διέτριβε περὶ αὐτὴν,
τοὺς στρατιώτας ἐκδεχόμενος καὶ τὰ χρήματα δῆθεν. κατὰ
δὲ τὴν ἕκτην τῆς αὐτῆς καὶ ὁ πρωτοστράτωρ ἠνάγκαστο ἐξιέ-
ναι· οὐ μὴν ἐξῆλθεν, ἀλλὰ τό, τε ἀπαράσκευον αἰτιώμενος καὶ
ἄλλας τινὰς αἰτίας συνείρων, ἐπηγγείλατο μετὰ τρίτην ἡμέραν
καὶ αὐτὸς ἐξελθεῖν. τῇ δ' αὐτῇ τῆς μεγάλης ἑβδομάδος ἕκτῃ εὕ-
ρητο πρὸς τῇ κλίνῃ βασιλέως τοῦ νέου βιβλίον, τάδε ἔχον γε-
γραμμένα· ὡς, “ὁ μὲν γράψας ὁποῖος ἂν εἴη τις ἢ ὅ, τι ὀνομά-
ζοιτο, οὐκ ἂν μάθοις ἐν τῷ παρόντι· λέγω μέντοι πρὸς ἀλήθειαν
ὡς σήμερον ἐκπληροῦται τὸ εἰρημένον τό· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα
σκορπισθῆτε ἕκαστος καὶ ἐμὲ μόνον ἀφῆτε· συνετὸς δ' ὢν, οὐκ
ἀγνοήσεις τὰ λεγόμενα δήπου.” ὃ μὲν οὖν ἐνόει τὸ γράμμα,
τοῦτ' ἦν, ὅπερ καὶ αὐτὸς ἐστοχάζετο βασιλεὺς, ὡς ὁ τῶν περὶ αὐ-
τὸν διασκεδασμὸς οὐδενὸς ἑτέρου χάριν, ἢ ὅπως αὐτὸς γένη-
ται εὐεπιχείρητος, εἴη. τὸν μέντοι γεγραφότα καὶ ὕστερον ἐν
τοῖς τῆς εἰρήνης καιροῖς πολλὰ ζητήσας ὁ βασιλεὺς, οὐκ ἔ-
σχεν εὑρεῖν· ἐνομίσθη δ' ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ ἀποθανεῖν.

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 1, σελ. 176, γρ. 23

Γεώργιον στρατηγὸν καταστήσας, στρατιάν τε ἀρκοῦσαν πρὸς


φυλακὴν καταλιπὼν ὥστε μὴ κακῶς ὑπὸ τῶν Φιλιππουπολι-
τῶν ὑπεκθεόντων τὴν χώραν πάσχειν, αὐτὸς ἄρας παντὶ τῷ
στρατεύματι, ἦλθεν εἰς Ποτοῦκαν, ὡς ἐκεῖ τὸν Βοησίλαν
κατὰ τὸ σύνθημα περιμενῶν. στρατοπεδευομένῳ δὲ ἐκεῖ ἀπήγ-
γειλέ τις ἐλθὼν, ὡς ἐτεθνήκει Βοησίλας ἐξαπίνης· τότε μὲν
οὖν ἐδόκει ψεύδεσθαι ὁ ἄνθρωπος καὶ οὐδὲν λέγειν ὑγιές·
μετὰ μικρὸν δὲ καὶ δεύτερος ἐλθὼν ἀπήγγειλε τὰ ἴσα, καὶ
οὐδ' αὐτὸς ἀξιόχρεως εἰς πίστιν ἐδόκει· τρίτος δὲ μετ' ἐκεί-
νους ἐλθὼν, ὅτι τε ἐτεθνήκει ἔλεγεν ὄντως καὶ ὡς αὐτὸς αὐ-
τὸν ἴδοι ἀπὸ τοῦ κρημνοῦ εἰς Κόψιν ἀναγόμενον ἐπὶ Κλίνης
τεθνηκότα ἐπὶ τῷ τυχεῖν ὁσίας· καὶ ἐπεπίστευτο οὗτος ὅτι τε
Ῥωμαῖος ἦν καὶ ἀπόδειξιν ἐναργῆ παρείχετο τὴν ὄψιν. ἐδό-  
κει δὴ οὖν διὰ ταῦτα τῷ βασιλεῖ οὐ μαχητέα εἶναι πρὸς Μι-
851

χαήλ. οὐ γὰρ ἦν ἀξιόμαχος τοῖς πολεμίοις τότε ἡ τῶν Ῥω-


μαίων στρατιὰ, ἅμα μὲν διὰ τὸ τοῖς ὀρεινοῖς ἐνστρατοπε-
δεύειν αὐτοὺς καὶ φάραγγας βαθείας περιβεβλῆσθαι, τοξείαν
ἔχοντας πολλὴν μέγιστα βλάπτειν ἐν ταῖς δυσχωρίαις δυνα-
μένην· ἅμα δ' ὅτι καὶ τῆς παρεῖναι πρὸς τὴν μάχην στρατιᾶς
Ῥωμαίων ὀφειλούσης ἀπελείπετο οὐκ ὀλίγη. οἵ τε γὰρ ὑπὸ
Βοησίλαν τεταγμένοι περὶ τρισχιλίους ὄντες, διὰ τὴν Βοησίλα

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 1, σελ. 369, γρ. 19

νου, ἤλγησέ τε σφοδρῶς ὁ βασιλεὺς ἐπιπολὺ καὶ τῆς ἀκαί-


ρου κατεμέμψατο φιλονεικίας. τῷ μὲν δὴ ἔξωθεν σχήματι
καὶ τῇ περιβολῇ οὐχ ᾗ ἠξίου ἐγεγόνει ὁ βασιλεύς· ἔργοις
δὲ οὐδὲν ἦν σχεδὸν διαφέρων βασιλέως. ἥ τε γὰρ διοί-
κησις τῶν πραγμάτων πᾶσα ὑπ' αὐτῷ ἦν, καὶ τὰ βασιλέως
προστάγματα οὐχ ἧττον ἢ αὐτὸς βασιλεὺς ἐρυθραῖς ὑπεση-
μαίνετο ὑπογραφαῖς, καὶ ἃ ἐξεφέρετο παρ' ἑαυτοῦ, τὴν ἴσην
καὶ ὁμοίαν δύναμιν τοῖς βασιλέως εἶχεν, καὶ τἄλλα ὅσα βα-
σιλέως ἔργα ἦν, καὶ αὐτῷ ἐξῆν. στρώμασί τε γὰρ ἐφύπνωττε
βασιλέως, εἴποτε στρατευομένῳ συνέβαινε τοῖς αὐτοῦ σκευο-
φόροις μὴ παρεῖναι, καὶ τῇ βασιλέως κλίνῃ, ᾗ μηδὲ υἱῷ καὶ
βασιλεῖ, εἰ μὴ ἐπιτραπείη, ἔξεστιν, αὐτὸς ἀνεκλίνετο ἀκωλύ-
τως ὁμοίως τε ἀπόντος καὶ παρόντος βασιλέως, ἐμβάσι τε
ἐχρῆτο ταῖς βασιλικαῖς ἀδεέστερον ἢ ταῖς ἰδίαις, ὁπότε συν-
διανυκτερεύσειε βασιλεῖ, καὶ πάντα ἔπραττε βασιλικῶς, ὡς  
καὶ βασιλέα ὁρῶντα τὰ τοιαῦτα ἥδεσθαί τε ἄγαν ὑπερφυῶς
καὶ τοῖς ἄλλοις ἐνδείκνυσθαι ὡς εἴη αὐτῷ καθ' ἡδονήν. τὰ
τοιαῦτα δὲ οὐδὲ τῇ βασιλίδι Ἄννῃ ἄγνωστα ἦν, ἀλλὰ πα-
ρούσης καὶ αὐτῆς, ἐπράττετο πολλάκις, ὡς καὶ βασιλέα πρὸς
τὸν μέγαν δομέστικον λέγειν, ὅτι “τί δ' ἂν εἴη δεινὸν, εἰ ἃ
ἰδίᾳ, ταῦτα καὶ δημοσίᾳ πραχθείη καὶ τοῖς πᾶσι γένοιτο

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 1, σελ. 408, γρ. 2

ὅτι τὸν πάνυ φίλτατον καὶ ὃν οὔτε χρόνος ὁ πάντ' ἀποῤῥέειν


καὶ ἀπανθεῖν ποιῶν, οὔθ' ἡ τῶν πραγμάτων ἄστατος καὶ
ἀβέβαιος φύσις, οὔτ' ἀνάγκη τις οὐδεμία τῆς σῆς ἴσχυσε
φιλίας ἀποστῆσαι κἂν πρὸς βραχὺ, νῦν ὁ καὶ αὐτῆς φύσεως
ἰσχυρότερος θάνατος ἐπελθὼν ἀποτέμνει τε καὶ διαζεύγνυσιν
ἀνημέρως· καὶ σὲ μὲν ἀπολείπει σῶμα χωρὶς ψυχῆς, ἐμὲ
δὲ ἀνενέργητον ψυχὴν παραλαμβάνει πικρῶς ὀδυνωμένην τὴν
852

διάζευξιν. ἀλλὰ τί ἄν τις πάθοι; στέργειν γὰρ ἀνάγκη τοὺς


παρὰ τοῦ δημιουργοῦ τῆς φύσεως κειμένους θεσμούς. οὐ μὴν  
ἀλλ' ἐπειδὴ τὸ λειπόμενον ὀλίγον τῆς ζωῆς, τοῖς ἄλλοις πᾶσι
χαίρειν εἰπὼν, ἐπὶ τῆς Κλίνης ἀνακλίθητι τῆς ἐμῆς καὶ τὴν
σοὶ φιλτάτην κεφαλὴν τοῖς γόνασιν ἐπίθες καὶ χεῖρας ἐπίβαλε
τοῖς ὀφθαλμοῖς. ἴσως τοῦτο παραμυθίαν τινὰ προξενήσει τῇ
ψυχῇ τοῦ σώματος χωριζομένῃ, πολλὰς, ὡς λέγουσιν, ὑφι-
σταμένῃ τὰς ὀδύνας· μᾶλλον δ' ἵν' αἰσθάνηται διπλῶν τῶν
ὀδυνῶν, σοῦ τε καὶ σώματος χωριζομένη, καὶ μήδ' ἐν ᾅδου
σοῦ δύνηται ἐπιλαθέσθαι, εἴ τις αἴσθησις τῶν τῇδε ψυχαῖς
μετὰ τὴν ἐνθένδε ἀπαλλαγήν.” Τούτων ὁ μέγας δομέστικος
ἀκούσας, ἀνῴμωξέ τε πικρὸν, οὔπω πρότερον ἄχρι τότε τοῦτο
παθὼν ἐπὶ τοῦ βασιλέως, ἀλλ' ἀεὶ μὲν ἔξω κοπτόμενος καὶ
θρηνῶν, ἔνδον δὲ μάλιστα σπουδάζων ἐγκρατὴς εἶναι ἑαυτοῦ·

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 1, σελ. 408, γρ. 19

μετὰ τὴν ἐνθένδε ἀπαλλαγήν.” Τούτων ὁ μέγας δομέστικος


ἀκούσας, ἀνῴμωξέ τε πικρὸν, οὔπω πρότερον ἄχρι τότε τοῦτο
παθὼν ἐπὶ τοῦ βασιλέως, ἀλλ' ἀεὶ μὲν ἔξω κοπτόμενος καὶ
θρηνῶν, ἔνδον δὲ μάλιστα σπουδάζων ἐγκρατὴς εἶναι ἑαυτοῦ·
τότε δὲ ὑπὸ τοῦ πάθους ἤδη λαμπρῶς νενικημένος, ἔστενέ τε
βύθιον ἐκ καρδίας καὶ τὸν ἑταῖρον ἀνεκλαίετο, ὡς καὶ τοὺς
ἔξωθεν αἰσθομένους τῆς ὀλωλυγῆς, τετελευτηκέναι νομίσαι
βασιλέα. ἐπιπολὺ μὲν οὖν ὁ θρῆνος παρετάθη, καὶ τῶν ἄλ-
λων τῶν παρόντων πάντων συνθρηνούντων· ἐπεὶ δὲ ἱκανῶς
εἶχεν, αὐτῷ ὁ βασιλεὺς αὖθις, τὸ μὲν θρηνεῖν, εἶπεν, ἐᾷν
οὐκ ἂν κατὰ καιρὸν, ἐπὶ τῆς Κλίνης δὲ ἀνελθόντα, τὸ προς-
τεταγμένον ποιεῖν. ἐπειδὰν δὲ ὁ τοῦ θρηνεῖν ἀφίκηται και-
ρὸς, σύ τε κλαύσῃ πολλὰ πολλάκις καὶ αὐτὸς ὡς νεκρὸς ἀπὸ
καρδίας ἐπιλησθήσομαι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων· εἴθε δὲ καὶ
τῆς σῆς μέρος τι μικρὸν τῆς μνήμης τῆς ἐμῆς ἠδυνήθην ἐκ-
βαλεῖν! Ἀνῆλθε μὲν οὖν ὁ μέγας δομέστικος ἐπὶ τῆς βασι-  
λέως Κλίνης· καὶ τῆς κεφαλῆς ἡμμένος, τὸ μέλλον ἀπεσκό-
πει, δάκρυα προχέων ἀψοφητί. ἤδη δὲ ἠργμένης τῆς νυκτὸς,
τό, τε σφύζειν παντελῶς ἀπέλιπε βασιλέα καὶ οὐκέτι ἀμφι-
βάλλειν ἦν περὶ τῆς τελευτῆς. περὶ δὲ ὥραν αὐτῆς τετάρτην
ἐπυνθάνετο τῶν ἰατρῶν ὁ βασιλεὺς τὸν χρόνον ὁπόσον ἂν

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 1, σελ. 409, γρ. 1


853

ἔξωθεν αἰσθομένους τῆς ὀλωλυγῆς, τετελευτηκέναι νομίσαι


βασιλέα. ἐπιπολὺ μὲν οὖν ὁ θρῆνος παρετάθη, καὶ τῶν ἄλ-
λων τῶν παρόντων πάντων συνθρηνούντων· ἐπεὶ δὲ ἱκανῶς
εἶχεν, αὐτῷ ὁ βασιλεὺς αὖθις, τὸ μὲν θρηνεῖν, εἶπεν, ἐᾷν
οὐκ ἂν κατὰ καιρὸν, ἐπὶ τῆς Κλίνης δὲ ἀνελθόντα, τὸ προς-
τεταγμένον ποιεῖν. ἐπειδὰν δὲ ὁ τοῦ θρηνεῖν ἀφίκηται και-
ρὸς, σύ τε κλαύσῃ πολλὰ πολλάκις καὶ αὐτὸς ὡς νεκρὸς ἀπὸ
καρδίας ἐπιλησθήσομαι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων· εἴθε δὲ καὶ
τῆς σῆς μέρος τι μικρὸν τῆς μνήμης τῆς ἐμῆς ἠδυνήθην ἐκ-
βαλεῖν! Ἀνῆλθε μὲν οὖν ὁ μέγας δομέστικος ἐπὶ τῆς βασι-  
λέως Κλίνης· καὶ τῆς κεφαλῆς ἡμμένος, τὸ μέλλον ἀπεσκό-
πει, δάκρυα προχέων ἀψοφητί. ἤδη δὲ ἠργμένης τῆς νυκτὸς,
τό, τε σφύζειν παντελῶς ἀπέλιπε βασιλέα καὶ οὐκέτι ἀμφι-
βάλλειν ἦν περὶ τῆς τελευτῆς. περὶ δὲ ὥραν αὐτῆς τετάρτην
ἐπυνθάνετο τῶν ἰατρῶν ὁ βασιλεὺς τὸν χρόνον ὁπόσον ἂν
αὐτῷ νομίζοιεν διαρκέσειν τὴν ζωὴν, καὶ ἐκέλευε σὺν ἀλη-
θείᾳ ἀπαγγέλλειν. οἱ δ' ἅμα καὶ θρηνοῦντες ἄχρι νύκτα ἔλε-
γον οἴεσθαι ἐξήκειν. οὐ πολλοῦ δὲ χρόνου διαλιπόντος, τά
τε ἄκρα ψύχεσθαι ἤρχετο, ἀπολείποντος τοῦ ζωτικοῦ, καὶ
αὐτὸς ἤδη καὶ τὰ μέλη παρεῖτο καὶ τὴν φωνήν. καὶ κνῆμαι
μὲν ἐμελαίνοντο ἄχρι γονάτων, πήχυς δὲ χειρῶν οὐδὲν ἦσαν

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 2, σελ. 499, γρ. 5

χίαν ἡνίκα ἔδει· ὃ καὶ μάλιστα ἐκάκωσε τὰ πράγματα Ῥω-


μαίων. ὡς ἐπιπλεῖον γὰρ, καὶ βασιλέως μὴ δεομένου, περαι-
ούμενοι οἱ Πέρσαι τὰς μήπω βασιλεῖ προσχωρησάσας πό-
λεις ἐκάκουν ὡς πολεμίας. τότε δὲ ἐκ τῆς Ὀρχάνη στρατιᾶς
ἔχων συμμαχίαν, ταῖς πρὸς τὸν Πόντον πόλεσιν ἐπεστράτευ-
σε καὶ εἷλε πάσας πλὴν Σωζοπόλεως. εἷλε δὲ καὶ τὴν ἐν  
τῇ Δέρκῃ τῇ λίμνῃ πόλιν καὶ φρούριόν τι ἕτερον οὐ μα-
κρὰν Βυζαντίου, Ἐμπυρίτην προσαγορευόμενον· εἶτα ἀνέ-
στρεφεν εἰς τὴν οἰκείαν. ὑπὸ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους καὶ
Μανουὴλ ὁ νεώτερος τῶν βασιλέως υἱῶν Βεῤῥοίᾳ ἐνδιατρί-
βων, ὄναρ ἔγραφεν ἰδεῖν τοιοῦτον. ἐδόκει ἐπὶ Κλίνης αὐτὸς
ἑστάναι· βασιλέα δὲ τὸν πατέρα τήβεννον ἔχοντα καὶ χιτῶ-
να περιπόρφυρα καὶ ἱερατικὸν ἐπιτραχήλιον χρυσοῦν, πρὸς
αὐτὸν ἐλθεῖν, δύο δὲ ἑτέρους ἑκατέρωθεν αὐτῷ παρέπεσθαι,
ὧν ἅτερος μὲν οὐ γνώριμος ἦν, εἶχε δὲ τὸ προφήτου Ἠ-
σαΐου βιβλίον ἀνεῳγμένον· Λαντζαρέτος δὲ ὁ δεύτερος τὸ
βασιλέως ξίφος εἶχεν ἐν χερσί. βασιλέα δὲ κηρὸν αὐτῷ πα-
ρεσχημένον καὶ σφραγῖδα, ἄμφω ἐρυθρὰ, “σφράγισον” πρὸς
854

τὸν υἱὸν εἰπεῖν. τοῦ δὲ σφραγίσαντος, ζῶντα λέοντα ἐντυπωθῆ-


ναι τῷ κηρῷ, ἄστρον λαμπρότατον τῷ δεξιῷ κατέχοντα ποδὶ
καὶ πρὸς τῷ ὤμῳ ἕτερον μικρὸν ἔχοντα ἐγκεκολαμμένον ἄστρον.

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 2, σελ. 555, γρ. 8

μετεπέμπετο,) τάχιστα ἀναστρέψας, ἀπήγγελλε τὴν ἀποστα-


σίαν βασιλεῖ, καὶ ὡς ἤδη καὶ συμμαχίαν ἔχων Περσικὴν,
τοῦ πολέμου ἅψαιτο. βασιλεῖ δὲ ἐδόκει μὲν αὖθις ἀναφαί-  
νεσθαι δεινά· συναπέστησαν γὰρ αὐτίκα Βατάτζῃ καὶ πόλεις
οὐκ ὀλίγαι Θρᾳκικαὶ, ὧν οἱ ἐκείνου ἦρχον συγγενεῖς, βασι-
λέως ἐγκεχειρικότος τὰς ἀρχάς· ὅμως ἀναγκαίως καὶ αὐτὸς
παρεσκευάζετο πρὸς μάχην, καὶ πέμψας μετεκαλεῖτο τοὺς
στρατιώτας ἐκ τῶν πόλεων, αἷς ἦσαν ἐγκαθιδρυμένοι· αὐ-
τὸς δὲ ἐσκέπτετο, ᾗ χρὴ διαθέσθαι τὰ κατὰ τὸν πρὸς Βα-
τάτζην πόλεμον, καὶ τῷ πεπρεσβευκότι πρὸς ἐκεῖνον διελέγετο
Νικηφόρῳ τῷ Μετοχίτῃ ἐπὶ Κλίνης ἀνακείμενος· νυστάξας
δὲ ἐπὶ μικρὸν, ὕπνῳ κατελήφθη μεταξὺ διαλεγόμενος περὶ
Βατάτζη. ἐδόκει δὲ ὁρᾷν κατὰ τοὺς ὕπνους νεανίσκους
δύο τινὰς καλλίστους κάλλει, πέπλον φοινικοῦν ἔχειν, ᾧ
χρυσοῦς ἐντετύπωτο σταυρὸς ἐπὶ τὰ τέσσαρα διήκων ἄκρα.
ἐγέγραπτο δὲ καὶ περὶ τὸν σταυρὸν γράμμασι καὶ αὐτοῖς
χρυσοῖς· “Ἰησοῦς Χριστὸς νικᾷ.” ᾧ φέροντες οἱ νεανίσκοι
περιεκάλυπτον τὸν βασιλέα. ταῦτα μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς ἑώρα
κατὰ τοὺς ὕπνους, καὶ ἔξυπνος γενόμενος διηγεῖτο τοῖς
παροῦσιν. ἐδόκει δὲ αὐτοῖς τε καὶ βασιλεῖ, ἀγαθοῦ τινος
τὸν ὄνειρον εἶναι μηνυτήν· ἐλέγετο δὲ, ὡς τῆς αὐτῆς ὥρας

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 3, σελ. 68, γρ. 3

πνῖγος ἦν ἐν θέρους ὥρᾳ, τὰ ὅπλα ἀποθέμενος, ἀνέμοις


ἐνετύγχανεν εὐκράτοις καὶ πλέον ἢ προσῆκε ψύχουσιν, ἐξ ὧν
ὑπωπτεύετο τὸ νόσημα ἐπιπλέον τὴν αἰτίαν σχεῖν. ἐνόσει
μὲν οὖν ὁ βασιλεὺς καὶ ἰατρῶν ἐξήρκει τέχνη οὐδεμία, καί-
τοι γε τῶν μάλιστα εὐδοκιμεῖν δοκούντων ἰατρῶν ἐκεῖ πα-
ρόντων, ἄχρις ἐφ' ἑτέραν ἐνιαυτοῦ περιτροπὴν ἐλύθη αὐτο-
μάτως, τὴν αἰτίαν συνιδεῖν τῶν ἰατρῶν μὴ δυνηθέντων, ἐξ  
ἧς ἐγένετο ἢ ἐλύθη. ἐτρέφετο δὲ συνήθως, μηδὲν παραβλα-
πτόμενος ὑπὸ τῆς ἀλγηδόνος τῶν νεφρῶν, καὶ ἐπέβαινεν οὐκ
855

ὀλιγάκις ἵππου, πρὸς τὴν ἐπὶ Κλίνης ἀχθόμενος διατριβὴν,


δυσχερῶς δὲ καὶ οὐκ ἄνευ ἀλγηδόνων.
 ιαʹ. Ἐν ὅσῳ δὲ ἐκεῖνος ἐνόσει ἐν Διδυμοτείχῳ, ὁ παρὰ
τῶν ἐν Γαλατᾷ Λατίνων πόλεμος ἀνήπτετο, ἔσχε δὲ τὴν
ἀρχὴν ἐξ αἰτίας τοιαύτης. τοῦτο τὸ γένος ἀεὶ μὲν ἐπίβου-
λον καὶ πολέμιον Ῥωμαίοις καὶ πρὸς ἐπιορκίας ἑτοιμότατον,
ἂν συνορῴη δυνατὴν τὴν ἐπιχείρησίν τινος· καὶ βασιλέως
γὰρ τοῦ νέου Ἀνδρονίκου περιόντος, Φώκαιαν κατέσχον ἐπι-
ορκήσαντες καὶ Μιτυλήνην, εἰ καὶ μηδὲν ἠδυνήθησαν ἀπό-
νασθαι τῆς πονηρίας, καλῶς καὶ μετὰ τῆς προσηκούσης αὐ-
τοῖς αἰσχύνης ἐξελαθέντες, καὶ μετὰ τὴν ἐκείνου τελευτὴν,

Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός. Τόμ. 3, σελ. 281, γρ. 11

φειν, ἄντε Ἰωάννης βασιλεὺς ὁ γαμβρὸς περιῇ, ἄντε Ἀν-


δρόνικος ὁ υἱὸς αὐτῷ· βασιλέα δὲ τὸν γαμβρὸν ἀνακαλεῖ-
σθαι αὖθις, τὸν πρὸς ἐκεῖνον καταλύσας πόλεμον καὶ τῆς
Ῥωμαίων ἀρχῆς ἁπάσης αὐτῷ παραχωρεῖν, τῶν πραγμάτων
ἀποστὰς αὐτὸς, καὶ πειρᾶσθαι διὰ τῆς κατὰ τὸν βίον φιλο-
σοφίας ἵλεων αὐτῷ ποιεῖν τὸ θεῖον. ταῦτα μὲν οὖν ἐν ὑστέ-
ρῳ πράττειν ἐβουλεύετο· τότε δὲ ἐπεὶ ἦσαν ὡπλισμέναι αἱ
τριήρεις, ἐν Νικομηδείᾳ τε ἐγένετο καὶ πρέσβεις ἔπεμπε πρὸς
Ὀρχάνην τὸν γαμβρὸν, ὡς ἀφιξόμενον καὶ αὐτὸν ἐκεῖ τῶν
προκειμένων ἕνεκα. ὁ δ' ἔφασκε νοσεῖν καὶ ἀδυνάτως ἔχειν
τὸ νῦν εἶναι ἀπανίστασθαι τῆς Κλίνης. ἀχθομένου δὲ βασι-
λέως καὶ σκῆψιν οἰομένου τὴν νόσον εἶναι, καὶ καταναγκά-
ζοντος ἐλθεῖν εἰς τὴν Νικομήδους, ὥσπερ ἐπηγγείλατο, ὅρκοις
ἰσχυρίζετο νοσεῖν ὡς ἀληθῶς καὶ μηδεμίαν σκῆψιν εἶναι,
μηδ' ὑπόκρισιν περὶ τὸ πρᾶγμα· ἐδεῖτό τε συγγνώμην πα-
ρασχέσθαι, καὶ ἐπηγγείλατο αὖθις, ὡς ἐν ῥηταῖς ἡμέραις
ῥαΐσας ἐκτελέσει τὰ ὑπεσχημένα. ἐκεῖθεν μὲν οὖν ὁ βασι-
λεὺς ἄπρακτος αὖθις εἰς Βυζάντιον ἐπανῆλθε.
 λθʹ. Φιλόθεος δὲ ὁ πατριάρχης εἰδὼς, οἵαν γνώμην ἔχει
περὶ βασιλέων, τοῦ τε γαμβροῦ καὶ τοῦ υἱοῦ, εἰς Τένεδον
αὐτοῦ ἐδεῖτο πρεσβευτὴς πρὸς βασιλέα τὸν νέον ἀφικέσθαι,

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon (3170: 001)“Ephraemius”, Ed.


Bekker, [Link]: Weber, 1840; Corpus scriptorum historiae Byzantinae.
Line 2550

Διομήδους μάρτυρος ἐν ναοῦ πύλῃ


ὥς τις πενιχρὸς εὐτελὴς νεανίας.
856

ὄναρ δ' ὁ μάρτυρ ἐμφανίζεται νύκτωρ


τινὶ καθ' ὕπνους τῶν ἔσω νεωκόρων,
καί οἱ τὸν ἐκτὸς ἐγκελεύεται τάχος
εἰσαγαγεῖν ἄνακτα τῆς πύλης ἔσω.
ὁ δ' ὑπεξελθὼν καὶ Βασίλειον μόνον
εὑρὼν ὑπνοῦντα κατὰ λιτοῦ δαπέδου,
πύλην ὑπῆλθε τοῦ νεὼ καὶ τὸν δόμον,
δόξας ὄναρ φάντασμα μάταιον πέλειν.
καὶ πάλιν εἶχε τὸν νεωκόρον Κλίνη,
καὶ πάλιν ὄψις ταὐτά οἱ παρηγγύα·
καὶ πάλιν ἐξέδραμε τῆς πύλης τάχος,
καὶ Βασίλειον εὗρεν ὑπνοῦντα μόνον.
ἐπεὶ δὲ τρὶς γένοιτο ταῦτα κατ' ὄναρ
καὶ σύνεσις ἦν οὐδαμοῦ νεωκόρῳ,
δηλοῖ τὸ τρίτον ἐμφανῶς μάρτυς λέγων
εἶναι τὸν ἐκτὸς κείμενον βασιλέα·
ὃν εἰσαγαγὼν ὡς δέον νεωκόρος
φιλοφροσύνης καὶ ξενίας ἠξίου.
εἶτα συνιστᾷ τόνδε τῳ τῶν ἐν τέλει,

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon Line 3686

βρωτοῦ ποτοῦ σπάνει τε καὶ μακρῷ δρόμῳ,


τόνδ' ἀνεκτᾶτο χριστομιμήτῳ τρόπῳ.
οὕτως ὑποστρέφοντι συντεταγμένῳ
Σουλτὰν προσῆλθεν ἱππότῃ στεφηφόρῳ,
πόρρωθεν αὐτὸς ἀποβὰς ἵππου δρόμου
καὶ προσκύνησιν ἀποδοὺς ὥσπερ θέμις·
σπονδάς τε δράσας φιλικὰς καὶ συμβάσεις,
σὺν φιλοτίμοις δωρεαῖς ὑποστρέφει.
ὁ δ' αὐτοκράτωρ πρὸς πόλιν Κωνσταντίνου
αὖθις ἐπανέζευξε σὺν εὐθυμίᾳ·
ἔνθα νοσῶν ἔκειτο λοιπὸν ἐν κλίνῃ  
σφοδρῶς ἐπιρρεύσαντος ἐκ καχεξίας
βάθροις ποδῶν ῥεύματος ὑλωδεστέρου,
παρ' οὗ δαμασθεὶς ἐσχάτως τὸ σαρκίον
μετ' οὐ πολὺ δέδεκτο τέρμα τοῦ βίου,
κατὰ στομάχου μύδρον εἰσδεδεγμένος
Ἀσκληπιαδῶν προσταγῇ τε καὶ κρίσει.

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon Line 4670


857

ἠμύνατ' ἐχθροὺς ἀνελὼν κατὰ κράτος,  


ὡς ἐκ τοσούτων ἰσχῦσαι βραχυτάτους
τὸν ἐκ ξίφους θάνατον ἐκπεφευγέναι.
πολλὴν δὲ τουτὶ τὴν ἀνάρρωσιν φέρει
τοῖς Αὐσόνων πράγμασι τοὖργον τῷ τότε,
φρόνημα Περσῶν καταβαλὸν καὶ θράσος.
 Τούτου κρατοῦντος καὶ πόλις ἡ Κλαυδίου
ἔπασχε κακῶς βαρβάροις τοῖς ἐξ Ἄγαρ·
ὃ γνοὺς Μανουὴλ εὐσταλῶς μάλ' αὐτίκα,
ὡς εἶχεν, ἐξώρμησεν εὐθὺ φρουρίου,
ἀνακτορικὴν οὐ Κλίνην, οὐ στοιβάδα,
ἀλλ' οὐδὲ βασίλειον αὐλαίαν φέρων
ἐν τῷ προφθάσαι τειχομαχοῦντος θέλειν.
οὐκοῦν ἰαύων ἀΰπνους καὶ τὰς νύκτας
ἐχρῆτο φωτὶ πρὸς πορείαν λαμπάδων,
διὰ Βιθυνῶν δυστιβήτων χωρίων
σφοδρῶς ἐλαύνων τὸν προκείμενον δρόμον.
ὅπου δ' ἐχρῆν γε διαναπαῦσαι δέμας,
ἦν καθέδρα τοὔδαφος αὐτῷ καὶ κλίσις,
πάλιν φορυτὸς ὑπεβέβλητο Κλίνη.
καταρραγέντος ὑετοῦ ποτ' οὖν λάβρου

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon Line 4679

ὡς εἶχεν, ἐξώρμησεν εὐθὺ φρουρίου,


ἀνακτορικὴν οὐ Κλίνην, οὐ στοιβάδα,
ἀλλ' οὐδὲ βασίλειον αὐλαίαν φέρων
ἐν τῷ προφθάσαι τειχομαχοῦντος θέλειν.
οὐκοῦν ἰαύων ἀΰπνους καὶ τὰς νύκτας
ἐχρῆτο φωτὶ πρὸς πορείαν λαμπάδων,
διὰ Βιθυνῶν δυστιβήτων χωρίων
σφοδρῶς ἐλαύνων τὸν προκείμενον δρόμον.
ὅπου δ' ἐχρῆν γε διαναπαῦσαι δέμας,
ἦν καθέδρα τοὔδαφος αὐτῷ καὶ κλίσις,
πάλιν φορυτὸς ὑπεβέβλητο Κλίνη.
καταρραγέντος ὑετοῦ ποτ' οὖν λάβρου
ἐν ᾧπερ ὑπνοῦν ηὐτρέπιστο χωρίῳ,
ταῖς σταγόσιν ἄνωθεν ὠχλεῖτο σφόδρα
καὶ κατιόντι ῥεύματι κάτω Κλίνης.
ὁ δ' ὑπερήσθη συμβεβηκότι πλέον
ἢ βασιλικῶν στρωμάτων οἱ κειμένων
ἀνακλιθεὶς ὕπνωττεν ἔξω φροντίδων.
858

ὅμως πεφθακὼς πλησίον τῆς Κλαυδίου  


φυγάδας εἰργάσατο Πέρσας βαρβάρους,
ἀστυπολίταις καὶ προσοίκοις δ' αὖ πάλιν

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon Line 8876

τούτου πραχθέντος βασιλεὺς Ἰωάννης


εἰς συνάφειαν γαμικὴν συζευγνύει
τούτῳ Μιχαὴλ Παλαιολόγων γένους
τὴν Θεόδωραν ἔγγονον τοῦ συγγόνου
τοῦ σεβαστοκράτορος Ἰσαακίου·
καὶ λοιπὸν αὐτὸν εὐμενῶς ἦν προσβλέπων,
καὶ συνέταττεν εὐνοοῦσι γνησίως.
 Οὕτω συνηνέχθη μὲν ὑπάρξαι τάδε·
ὁ δ' αὐτοκράτωρ ἧκεν εἰς Νικαέων
μηνὸς περί που τέρμα Φεβρουαρίου,
ἐπὶ Κλίνης δὲ καθίσας καθ' ἑσπέραν
παρεῖχεν ἀνάπαυσιν αὑτοῦ σαρκίῳ·
μετὰ βραχὺ δ' εὕρητο πρηνὴς ἐν κλίνῃ,
ἐξαπίνης ἄναυδος, οὐκ ἐπαΐων.
ταῦτ' ἄρα συνέδραμον Ἀσκληπιάδαι,
ἕκαστος συμφέροντες ἄκος τῆς νόσου,  
πρὸς δ' αὖ ἀμυχὰς ἐν ποσὶ τεθεικότες,
τἆλλά τε δρῶντες ὧν διδάσκαλος τέχνη.
ἀλλ' οὐδὲν ἧττον ἡμέραν εἰς δευτέραν
ὑπῆρχεν ἀκίνητος ἄφωνος κράτωρ,
ἐμπληξίας νόσῳ γε συνισχημένος.

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon Line 8878

τούτῳ Μιχαὴλ Παλαιολόγων γένους


τὴν Θεόδωραν ἔγγονον τοῦ συγγόνου
τοῦ σεβαστοκράτορος Ἰσαακίου·
καὶ λοιπὸν αὐτὸν εὐμενῶς ἦν προσβλέπων,
καὶ συνέταττεν εὐνοοῦσι γνησίως.
 Οὕτω συνηνέχθη μὲν ὑπάρξαι τάδε·
ὁ δ' αὐτοκράτωρ ἧκεν εἰς Νικαέων
μηνὸς περί που τέρμα Φεβρουαρίου,
ἐπὶ Κλίνης δὲ καθίσας καθ' ἑσπέραν
παρεῖχεν ἀνάπαυσιν αὑτοῦ σαρκίῳ·
μετὰ βραχὺ δ' εὕρητο πρηνὴς ἐν κλίνῃ,
ἐξαπίνης ἄναυδος, οὐκ ἐπαΐων.
859

ταῦτ' ἄρα συνέδραμον Ἀσκληπιάδαι,


ἕκαστος συμφέροντες ἄκος τῆς νόσου,  
πρὸς δ' αὖ ἀμυχὰς ἐν ποσὶ τεθεικότες,
τἆλλά τε δρῶντες ὧν διδάσκαλος τέχνη.
ἀλλ' οὐδὲν ἧττον ἡμέραν εἰς δευτέραν
ὑπῆρχεν ἀκίνητος ἄφωνος κράτωρ,
ἐμπληξίας νόσῳ γε συνισχημένος.
νόσου δὲ μικρὸν ῥαΐσας πλὴν δυσκόλου
εἶχε χρόαν σώματος ἠλλοιωμένην.

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon Line 8899

ἀφῖκτο λοιπὸν εἰς βασιλείους δόμους


τοὺς ἐν Νυμφαίῳ, καὶ βραχὺν βιοὺς χρόνον
ἀπῆλθε πρὸς κύριον, ἐκλιπὼν βίον,
ἄναξ ἀγαθὸς καὶ στρατηγὸς γεννάδας,
πρὸς δυσὶν ἑξήκοντα βιώσας ἔτη,
ἐξ ὧν κατῆρξε πρὸς τριάκοντα τρία.
ἐπεὶ δ' ἐτετρύχωτο χαλεπῇ νόσῳ,
ἐπιπολάζων τοῖς τόποις ἦν Νυμφαίου,
κατὰ διαστήματα πάσχων τοῦ χρόνου·
ἐν παλατίῳ διάγων γὰρ ἔσθ' ὅτε
ἐπὶ Κλίνης ἄναυδος ἦν ἐρριμμένος·
ἐνίοτ' αὖθις ἱππότης δεδειγμένος
ἐκινδύνευεν ἐκπεσεῖν ἐφεστρίδος,
εἰ μὴ παριππεύοντες ἀντεῖχον νέοι·
εἶτα καθεστὼς τὸ φρόνημα λαμβάνων,
βάδην ὑπῆρχεν εἰς δόμους ὑποστρέφων
ἢ καὶ φοράδην τοῖς ὑπηρετουμένοις.  

Ephraem Hist., Poeta, Chronicon Line 9247

ἐρίτιμοι πέμπουσι πρέσβεις Βουλγάρων


πρὸς τὸν κρατοῦντα Θεόδωρον Αὐσόνων,
ἵνα συναφθῇ τῷ Τείχου Κωνσταντίνῳ
Εἰρήνη πρώτη τοῦδε τῶν θυγατέρων,
Ἀσὰν κρατάρχου Βουλγάρων οὖσ' ἐγγόνη·
ἃ καὶ περατοῖ σὺν προθυμίᾳ κράτωρ.
ἐπεὶ δ' ὁ Τείχου ἦν ἔχων ὁμευνέτιν,
ταύτην διαζεύξαντες ἀνδρὸς ἀνόμως
εἰς φυλακὴν πέμπουσι τῷ στεφηφόρῳ.
860

 Μετὰ δὲ ταῦτα χαλεπωτάτῃ νόσῳ  


περιπεσὼν ἔκειτο κρατάρχης κλίνῃ·
ἡ δ' ἦν ἀνιάτρευτος Ἀσκληπιάδαις
καὶ σφῶν τέχναις ἄκαμπτος οὐδ' εἴκουσά πως
τοίνυν ἀπογνοὺς καὶ διαγνοὺς ὡς δέον,
ῥίψας τὰ λαμπρὰ τοῦ κράτους καὶ τοῦ στέφους.
τὰ τῶν μοναχῶν ἐνδιδύσκεται ῥάκη,
ἐξαγορεύσας πάντα οἱ πεπραγμένα
ἔμπροσθεν ἀνθρώπων τε καὶ θεοῦ πλέον.
πόρνης γὰρ οὗτος σώφρονος θρυλουμένης
τὴν πίστιν ἐν νῷ προσλαβὼν καὶ τὸν πόθον,
τῷ ποιμενάρχῃ προσδραμὼν Μιτυλήνης,

Pseudo-Symeon Hist.,Χρονογραφία. (partim edita e cod. Paris. gr.


1712) (3182: 001)“Θεοφάνης. Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon
Magister, Georgius Monachus”, Ed. Bekker, [Link]: Weber, 1838;
Corpus scriptorum historiae Byzantinae.Σελ. 684, γρ. 19

δεῖπνον τοῦ βασιλέως καθεσθέντος, προσεκαλέσατο Εὐδοκίαν καὶ


Βασίλειον τοῦ συνδειπνῆσαι αὐτῷ. τοῦ δὲ βασιλέως οἴνῳ πολλῷ
χρησαμένου, ἀναστὰς Βασίλειος ὡς διά τινα χρείαν, ἀπελθὼν ἐν
τῷ κοιτῶνι τοῦ βασιλέως διαστρέφει τὰ κλεῖθρα τῶν θυρῶν δυνα-
τὸς ὤν, ὡς μὴ κλείεσθαι τὰς θύρας· καὶ ἀπελθὼν πάλιν συνε-
δείπνει τῷ βασιλεῖ. εἶτα ἀναστὰς ὁ βασιλεὺς Μιχαήλ, τῇ πολλῇ
μέθῃ μὴ δυνάμενος περιπατεῖν, χειροκρατούμενος ὑπὸ τοῦ Βασι-
λείου ἀπῆλθεν ἐν τῷ κοιτῶνι αὐτοῦ. οὗ τὴν χεῖρα φιλήσας ἐξῆλθε
Βασίλειος. ἔνδοθεν δὲ τοῦ κοιτῶνος ἦν Βασιλισκιανὸς τῇ κελεύσει
τοῦ βασιλέως ὑπνώσας ἐν τῇ κλίνῃ Ῥεντακίου τοῦ παρακοιμωμένου
πρὸς παραφυλακὴν αὐτοῦ. ὁ δὲ κοιτωνίτης Ἰγνάτιος ἀπελθὼν
κλεῖσαι αὐτοῦ τὴν θύραν τοῦ κοιτῶνος εὗρεν αὐτὴν διεστραμμένην,
καὶ ἀπογνοὺς ἐκαθέσθη ἐπὶ τῆς Κλίνης τίλλων τὰς τρίχας αὐτοῦ.  
τοῦ δὲ βασιλέως ἐξ οἴνου ὕπνον θανάτῳ παραπλήσιον κοιμωμένου,
ἀθρόον ἐλθὼν Βασίλειος μετὰ καὶ ἑταίρων τὰς θύρας ἀνέῳξε.
καὶ ἔμφοβος ἐξῆλθεν Ἰγνάτιος ἀνθιστάμενος τῷ Βασιλείῳ μὴ εἰσελ-
θεῖν. ἐν τούτῳ ἔξυπνος γίνεται ὁ βασιλεύς, καὶ παρευθὺ Ἰωάν-
νης ὁ Χάλδος κόπτει τὰς χεῖρας αὐτοῦ. ὁ δὲ ἀπελάτης Ἰακω-
βίτζης τὸν Βασιλισκιανὸν ξίφει τρώσας ἔρριψεν ἀνωκάτω. τῶν
δὲ λοιπῶν ἱσταμένων ἔξω πρὸς παραφυλακήν, ἐπεὶ ἀμφότεροι

Pseudo-Symeon Hist.,Χρονογραφία. (partim edita e cod. Paris. gr.


1712) Σελ. 716, γρ. 13
861

σας, τὴν καθαίρεσιν αὐτοῦ ποιοῦσιν, ἀτίμως τίλλοντες τοῦ ἱερο-


πρεποῦς καὶ ἀξιαγάστου ἐκείνου ἀνδρὸς τὴν γενειάδα, καὶ ἄλλας
τινὰς ὕβρεις καὶ ποινὰς αὐτῷ ἐπιφέροντες, ἃς ἡσύχως καὶ πράως
ὁ ἱερὸς ποιμὴν οὗτος ὑπέμεινε. καὶ πάλιν ἐπέμφθη εἰς τοῦ Ἀγα-
θοῦ, ἔνθα καὶ τελευτήσας κατατίθεται ἐν τῇ αὐτοῦ μονῇ ἐν πό-
λει, εἰς τὰ Ψαμαθίου. τῷ δὲ κληρικῷ τῷ τίλαντι τὰς τρίχας
τοῦ πατριάρχου συνέβη εὐθὺς ἐν τῷ ἐξορίζεσθαι τὸν ἅγιον, αὐτῇ
τῇ ὥρᾳ, πυρίκαυστον γενέσθαι τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐξ ἀοράτου πυ-
ρός. ἡ δὲ θυγάτηρ αὐτοῦ παντελεῖ ἐπιληψίᾳ ἐκρατήθη, μὴ δυνα-
μένη χεῖρα ἢ στόμα ἢ ἄλλο τὸ οἱονοῦν μέρος κινεῖν ἢ φωνὴν ἀφιέ-
ναι· ἥτις καὶ κλινήρης οὖσα καὶ προσαιτὶς διήρκεσεν μέχρι Νικη-
φόρου βασιλέως τοῦ νικητοῦ. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἀλέξανδρος μηδὲν
βασιλικὸν ἔργον δυνάμενος ποιῆσαι τοῖς κυνηγεσίοις καὶ τοῖς πο-
νηροῖς ἔργοις ἀεὶ ἐσχόλαζε. τὸν δὲ τοῦ Λέοντος παῖδα πολλάκις
εὐνουχίσαι βουληθεὶς διεσκεδάσθη παρὰ τῶν ὑπὸ τοῦ Λέοντος
εὐεργετηθέντων, ποτὲ μὲν ὡς νήπιον ποτὲ δὲ ὡς ἀσθενοῦντα ὑπο-
βαλλόντων. ἐπὶ τούτου ἐφάνη ἀστὴρ κομήτης ἐκ δύσεως ἐπὶ ἡμέ-
ρας μʹ, ὃν ἔλεγον ξιφίαν εἶναι καὶ αἱματοχυσίαν σημαίνειν ἐν τῇ
πόλει ἐργάσεσθαι. οὗτος ὁ Ἀλέξανδρος πλάνοις καὶ γόησιν ἑαυ-  
τὸν ἐκδούς, τοῦ συάγρου τῷ στοιχείῳ, καθὼς αὐτὸν ἐκεῖνοι ἐδί-
δαξαν, τοῦ ἐν τῷ ἱππικῷ τὴν ζωὴν αὐτοῦ προσανακεῖσθαι ἔφασαν,

Pseudo-Symeon Hist.,Χρονογραφία. (partim edita e cod. Paris. gr.


1712) Σελ. 751, γρ. 18

εἰσοικίζεται δὲ καὶ οὗτος παρὰ Σεργίου τοῦ εἰρημένου εὐλαβεστά-


του μοναχοῦ Ῥωμανῷ τῷ βασιλεῖ τρόπῳ τοιῷδε. τοῦ πατριάρχου
Θεοφυλάκτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ συχνοτέρως νοσοῦντος, παρεκάλει
Ῥωμανὸς τὸν Σέργιον γενέσθαι πατριάρχην. ὁ δὲ ἀπὸ ψυχῆς
τοῦτο ἀπαρνούμενος ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἠναγκάζετο. καί ποτέ
φησιν “ἔχω, δέσποτα, εἰ θέλεις, πατριάρχην, ἄνδρα εὐλαβῆ καὶ
χρησιμεύοντα, ἀλλὰ μὴν καὶ σοφὸν εἰς τὴν τοιαύτην ἀξίαν.” ὁ δὲ
“ἂς ἴδω αὐτόν.” ἔρχεται μετὰ τοῦ Σεργίου καὶ ὁ Πολύευκτος·
καὶ ὡς εἰσῆλθον ἀμφότεροι εἰς τὸν βασιλέα, αὐτὸς μὲν ὁ βασιλεὺς
καθέζεται ἐπὶ τῆς Κλίνης, συγκαθέζεται δὲ αὐτῷ καὶ ὁ Σέργιος·
τὸν δὲ Πολύευκτον εἰς σκάμνον ἐκάθισαν. ἐρωτᾷ ὁ βασιλεὺς χρή-
σιμόν τι γραφικὸν τῷ Πολυεύκτῳ, σκοπῶν ἐπὶ τὸ ἀκοῦσαι ποσῶς
τὴν λαλιὰν αὐτοῦ, ὡς ἔθος τοῖς ἀνθρώποις. ὁ δὲ ὀξύθυμος ὢν
αὐστηρῶς πως καὶ ἀποφαντικῶς ἀπεκρίθη τραχείᾳ τῇ φωνῇ “ὁ
καθεζόμενος μετὰ τῆς βασιλείας σου ἐν τῇ κλίνῃ σου ἑρμηνευσάτω  
αὐτός.” καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς εὐθὺς τὸν λόγον ὡς φθόνου βέλος ἐν
τῇ καρδίᾳ δεξάμενος· ὁ δὲ μακαρίτης Σέργιος τῷ φυσικῷ φρονή-
862

ματι τὸν λόγον ὑπαμβλῦναι θέλων ῥίπτει ἑαυτὸν εἰς τοὺς πόδας
Πολυεύκτου, καὶ “εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ, πάτερ ἅγιε” λέγει, “ὅτι
τοσαύτας ἡμέρας ἀτακτῶν οὐκ ᾐσθανόμην.”

Pseudo-Symeon Hist.,Χρονογραφία. (partim edita e cod. Paris. gr.


1712) Σελ. 751, γρ. 23

τοῦτο ἀπαρνούμενος ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἠναγκάζετο. καί ποτέ


φησιν “ἔχω, δέσποτα, εἰ θέλεις, πατριάρχην, ἄνδρα εὐλαβῆ καὶ
χρησιμεύοντα, ἀλλὰ μὴν καὶ σοφὸν εἰς τὴν τοιαύτην ἀξίαν.” ὁ δὲ
“ἂς ἴδω αὐτόν.” ἔρχεται μετὰ τοῦ Σεργίου καὶ ὁ Πολύευκτος·
καὶ ὡς εἰσῆλθον ἀμφότεροι εἰς τὸν βασιλέα, αὐτὸς μὲν ὁ βασιλεὺς
καθέζεται ἐπὶ τῆς Κλίνης, συγκαθέζεται δὲ αὐτῷ καὶ ὁ Σέργιος·
τὸν δὲ Πολύευκτον εἰς σκάμνον ἐκάθισαν. ἐρωτᾷ ὁ βασιλεὺς χρή-
σιμόν τι γραφικὸν τῷ Πολυεύκτῳ, σκοπῶν ἐπὶ τὸ ἀκοῦσαι ποσῶς
τὴν λαλιὰν αὐτοῦ, ὡς ἔθος τοῖς ἀνθρώποις. ὁ δὲ ὀξύθυμος ὢν
αὐστηρῶς πως καὶ ἀποφαντικῶς ἀπεκρίθη τραχείᾳ τῇ φωνῇ “ὁ
καθεζόμενος μετὰ τῆς βασιλείας σου ἐν τῇ κλίνῃ σου ἑρμηνευσάτω  
αὐτός.” καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς εὐθὺς τὸν λόγον ὡς φθόνου βέλος ἐν
τῇ καρδίᾳ δεξάμενος· ὁ δὲ μακαρίτης Σέργιος τῷ φυσικῷ φρονή-
ματι τὸν λόγον ὑπαμβλῦναι θέλων ῥίπτει ἑαυτὸν εἰς τοὺς πόδας
Πολυεύκτου, καὶ “εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ, πάτερ ἅγιε” λέγει, “ὅτι
τοσαύτας ἡμέρας ἀτακτῶν οὐκ ᾐσθανόμην.” τοῦ δὲ βασιλέως
πυθομένου “διὰ τί οὕτως ἐποίησας;” ἔφη “ὅτι οὕτως ὀφείλει
ποιεῖν ὁ προϊστάμενος, καὶ μάλιστα ἐκκλησίας, καὶ μὴ κατὰ
προσωποληψίαν τι ποιεῖν.” ἔκτοτε οὖν οὐκ ἐπείσθη ἐν τῇ κλίνῃ
τοῦ βασιλέως τὸ σύνολον καθεσθῆναι.

Pseudo-Symeon Hist.,Χρονογραφία. (partim edita e cod. Paris. gr.


1712) Σελ. 752, γρ. 8

τὴν λαλιὰν αὐτοῦ, ὡς ἔθος τοῖς ἀνθρώποις. ὁ δὲ ὀξύθυμος ὢν


αὐστηρῶς πως καὶ ἀποφαντικῶς ἀπεκρίθη τραχείᾳ τῇ φωνῇ “ὁ
καθεζόμενος μετὰ τῆς βασιλείας σου ἐν τῇ κλίνῃ σου ἑρμηνευσάτω  
αὐτός.” καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς εὐθὺς τὸν λόγον ὡς φθόνου βέλος ἐν
τῇ καρδίᾳ δεξάμενος· ὁ δὲ μακαρίτης Σέργιος τῷ φυσικῷ φρονή-
ματι τὸν λόγον ὑπαμβλῦναι θέλων ῥίπτει ἑαυτὸν εἰς τοὺς πόδας
Πολυεύκτου, καὶ “εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ, πάτερ ἅγιε” λέγει, “ὅτι
τοσαύτας ἡμέρας ἀτακτῶν οὐκ ᾐσθανόμην.” τοῦ δὲ βασιλέως
863

πυθομένου “διὰ τί οὕτως ἐποίησας;” ἔφη “ὅτι οὕτως ὀφείλει


ποιεῖν ὁ προϊστάμενος, καὶ μάλιστα ἐκκλησίας, καὶ μὴ κατὰ
προσωποληψίαν τι ποιεῖν.” ἔκτοτε οὖν οὐκ ἐπείσθη ἐν τῇ κλίνῃ
τοῦ βασιλέως τὸ σύνολον καθεσθῆναι.
 53. Στέφανος τοίνυν ὁ υἱὸς Ῥωμανοῦ ἐπαναστὰς τῷ πατρί,
συμβούλοις τε χρησάμενος τῷ τε ἀπὸ μοναχῶν Μαριανῷ καὶ Βα-
σιλείῳ τῷ λεγομένῳ Πετεινῷ καὶ Μανουὴλ τῷ Κουρτίκῃ, συνει-
δότων αὐτῷ καὶ τῶν λοιπῶν βασιλέων, ἐπεὶ μακρῷ γήρει καὶ νόσῳ
τρυχόμενον εἶδεν, καὶ τὰ τῆς βασιλείας κατὰ διαθήκας ἀπακρι-
βωσάμενον (καὶ ἄνακτα πρῶτον τὸν πορφυρογέννητον Κωνσταντῖ-
νον προσδιωρίσατο καὶ καθεξῆς ἐν δευτέρῳ καὶ τρίτῳ τοὺς τούτου
υἱοὺς) καὶ πρὸς αὐτοὺς ῥητῶς ἐξασφαλισάμενον ὡς εἴπερ τῷ πρώ-
τῳ βασιλεῖ κατά τι πταίσειαν, καθαιρεῖσθαι παραυτίκα τῆς

Joannes Actuarius Med., De urinis (3188: 002)


“Physici et medici Graeci minores, vol. 2”, Ed. Ideler, J.L.
Berlin: Reimer, 1842, Repr. 1963.
Book 6, Ch. 13, se. 19, γρ. 2

Καὶ ἔτι θώρακος, τὰ δ' ὡς νεφέλαι ἐπι-


νηχόμενα τῶν περὶ τὴν κεφαλὴν καθέστηκεν ἀλγεινῶν
σύμβολα καὶ προσθήσω κἀπὶ τούτων ἱστορίαν ἑτέραν σα-
φηνείας τινὰ τῶν λεγομένων ἕνεκεν.
Ἔκειτό τις τῶν
ἡμῖν γνωρίμων οὐ μετρίως πυρέσσων καὶ δι' ὅλου μὲν
αὐτοῦ τὰ παρυφιστάμενα τῶν οὔρων μετεωριζόμενα προὐ-
χώρει καὶ προϊόντα ἐπινέφελα ἦν.
Ὁ κάμνων ἐπὶ
τούτοις παρελήρει καὶ ἀνεπαισθήτως ἐπὶ Κλίνης τὰς φυσι-
κὰς ἀνάγκας ἐπλήρου.
Ἑνδεκάτῃ ἐπὶ τῇ ἐπιφανείᾳ τὸ
παρυφιστάμενον ἐνήχετο λευκὸν μέν, ὑπόγλισχρον δὲ καὶ
οἷον εἴρηται ἐν τοῖς περὶ διαφορᾶς οὔρων τὸ ἀντίθετον
τῷ τραχεῖ τυγχάνειν.
Ἐῴκει γὰρ τοῦ κατὰ φύσιν εἶ-
ναι παχύτερον καὶ οἷον ἂν φαίης εἶναι τὸ γονοειδές, τὴν
μετ' αὐτὴν δὲ καὶ ἑτέραν οἶμαι οὐδέν πη ὤφθη τοῖς οὔροις  
παρυφιστάμενον.
Ἀνείθη μετ' οὐ πολὺ τὴν παρα

Joannes Actuarius Med., De urinis Book 7, Ch. 13, se. 16, γρ. 4

τοκετῶν τὰ παραπλήσια συμβαίνειν εἴωθε.


864

Τρίτος
ἤδη μὴν καὶ τὰ δεινὰ προυχώρει.
Ἐπεὶ δὲ καὶ τέ-
ταρτος ἧκε μήν, ὅτε ταῖς τετοκυίαις, κἄν τι προσῇ λυπη-
ρόν, ἀνίεται, ταύτῃ μᾶλλον ἡ γαστὴρ ἐξῴδηκε καὶ χείρω  
τὰ συμπτώματα γέγονε.
Περί που τοίνυν τὸν πέμ-
πτον μῆνα πυθόμενος τὸ τὴν γυναῖκα κατέχον πάθος –  
ἦν δὲ τῶν πάνυ γνωρίμων – ἐκεῖσε δὴ καὶ ᾠχόμην καὶ
ὑπτίαν εἰσιὼν αὐτὴν ἑώρακα ἐπὶ Κλίνης κειμένην.
Προς-
αγορεύσας δ' ἠρόμην τε ὅπως ἔχει καὶ τοῦ σφυγμοῦ ἡπτό-
μην. ἡ δ' ὑπισχνᾷ μὲν καὶ λεπτῇ πάνυ τῇ φωνῇ ἀπεκρί-
νατο.
Σφυγμοὶ δέ οἱ πάνυ λεπτοὶ καὶ ἀνώμαλοι ἦσαν,
ἤδη νικωμένης τῆς ἐμφύτου δυνάμεως. χροιὰ δὲ σιδιοειδὴς
καὶ πρὸς τὸ τῶν ἰκτεριώντων οἷον ἀπεστραμμένη χρῶμα,
ἰσχνὰ δὲ πάνυ, ὅσα περὶ τὸ πρόσωπον καὶ τὰς χεῖρας καὶ
αὐτοὺς τοὺς ὤμους ἐτύγχανε μέχρις αὐτοῦ τοῦ στήθους.
ἡ δὲ γαστὴρ αὐτῆς καὶ μάλα ἐξωδηκυῖα ἦν.

Aristaenetus Epist., Epistulae (4000: 001)


“Aristaeneti epistularum libri ii”, Ed. Mazal, O.
Stuttgart: Teubner, [Link] 1, letter 13, γρ. 31

καὶ διχόθεν ὁ Πανάκειος διέγνω τὸ πάθος, καὶ ὅπερ ἁπλῶς


ἐκ τέχνης οὐχ εἷλεν, ἐκ τύχης μᾶλλον εἶχε λαβών, καὶ τὸ
δῶρον τῆς προνοίας εἰς καιρὸν ἐταμιεύετο τῇ σιωπῇ. καὶ
πρῶτος ἦν αὐτῷ τῆς ἐπισκέψεως ἡγούμενος ὅδε ὁ τρόπος.
αὖθις δὲ παραγενόμενος διεκελεύετο πᾶσαν τῆς οἰκίας κόρην
τε καὶ γυναῖκα διὰ τοῦ κάμνοντος παριέναι, καὶ μὴ χύδην,
ἀλλὰ κατὰ μίαν, ἐκ διαστήματος βραχέος διακρινομένας
ἀλλήλων. καὶ τούτου γιγνομένου αὐτὸς μὲν τὴν ὑποκάρπιον
ἀρτηρίαν τοῖς δακτύλοις ἡρμοκὼς ἐπεσκόπει, τὸν ἀκριβῆ
γνώμονα τῶν Ἀσκληπιαδῶν καὶ μάντιν ἀψευδῆ τῶν
ἐμφυομένων ἡμῖν διαθέσεων· ὁ δὲ τῷ πόθῳ κλινήρης πρὸς
μὲν τὰς ἄλλας ἀτάραχος ἦν, τῆς δὲ παλλακῆς, ἧς εἶχεν
ἐρωτικῶς, ἐκφανείσης, εὐθὺς καὶ τὸ βλέμμα πάλιν καὶ τὸν
σφυγμὸν ἀλλοιότερος ἦν. ὁ δὲ σοφὸς καὶ λίαν εὐτυχὴς ἰατρὸς
ἔτι μᾶλλον τὴν ἀπόδειξιν τῆς νόσου παρ' ἑαυτῷ βεβαιότερον
ἐπιστοῦτο, τὸ τρίτον τῷ σωτῆρι φάσκων. προφασισάμενος
γὰρ κατασκευῆς αὐτῷ φαρμάκων δεῖσθαι τὸ πάθος, ἀπεχώρει
865

τέως ὑπισχνούμενος τῇ ὑστεραίᾳ ταῦτα κομίζειν, ἅμα τε


τὸν νοσοῦντα χρησταῖς παραθαρρύνων ἐλπίσι καὶ δυσφο-
ροῦντα ψυχαγωγῶν τὸν πατέρα. ὡς δὲ κατὰ καιρὸν
ἐπηγγελμένον παρῆν, ὁ μὲν πατὴρ καὶ πάντες οἱ λοιποὶ

Aristaenetus Epist., Epistulae Book 2, letter 10, γρ. 26

καὶ κόρη τὸ φαινόμενον εὐπρεπής, κἂν τὴν χεῖρα προς-


άξω, ἀσύγχυτος ἐπιμένει βεβαίως, καὶ τῆς οἰκείας μορ-
φῆς οὐκ ἐξίσταται. ἡδὺ προσγελᾷ καὶ μικρὸν ὑποκέχηνε,
καὶ εἴποις ἂν ὡς ἐπ' ἄκρων τῶν χειλῶν προκύπτει τις
λόγος καὶ ὅσον οὔπω τοῦ στόματος ἐκπηδᾷ. ἐγὼ δὲ καὶ
τὴν ἀκοὴν προσεπέλασα πολλάκις ὠτακουστῶν, τί ποτε
ἄρα βούλεται ψιθυρίζειν, ἀποτυχὼν δὲ τοῦ λόγου πεφί-
ληκα τὸ στόμα, τῶν παρειῶν τὰς κάλυκας, τῶν βλεφά-
ρων τὴν χάριν, καὶ ὁμιλεῖν ἐρωτικῶς προτρέπω τὴν
κόρην. ἣ δὲ καθάπερ ἑταίρα τὸν ἐραστὴν ὑποκνίζουσα
σιωπᾷ. ἐπέθηκα τῇ κλίνῃ, ἠγκαλισάμην, ἐπιβέβληκα  
τῷ στήθει, ἵνα τυχὸν τὸν ἔνδον ἔρωτα θεραπεύσῃ, καὶ
πλέον ἐπιμέμηνα τῇ γραφῇ. αἰσθάνομαι πάλιν τῆς παρα-
πληξίας, καὶ κινδυνεύω τὴν ἐμὴν προσαπολέσαι ψυχὴν
δι' ἄψυχον ἐρωμένην. χείλη μὲν φαίνει ὡραῖα, ἀλλ' οὐκ
ἀποδίδωσι τὸν καρπὸν τοῦ φιλῆσαι. τί δὲ ὄφελος κόμης
καλῆς μὲν φαινομένης, κόμης δὲ οὐκ οὔσης; κἀγὼ μὲν
δακρύω καὶ ποτνιῶμαι, ἡ δὲ εἰκὼν φαιδρὸν ἀποβλέπει.
ἀλλ' εἴθε μοι τοιαύτην ἔμψυχον, ὦ χρυσόπτεροι παῖδες
Ἀφροδίτης, δοίητε φίλην, ὅπως ἂν ἐκ τῶν τῆς τέχνης
ἔργων ἴδω κρείσσονα τέχνης, ὡραϊζομένην ἐν ζῶντι κάλλει,

Συμπλίκιος. In Aristotelis categorias commentarium (4013: 003)


“Simplicii in Aristotelis categorias commentarium”, Ed. Kalbfleisch, K.
Berlin: Reimer, 1907; Commentaria in Aristotelem Graeca 8.
Τόμ. 8, σελ. 33, γρ. 1

κατὰ ἀναλογίαν, ἕνα τρόπον ὁμωνύμων τὸν συναμφότερόν φασιν.


ἐπισκέψεως
δὲ ἄξιος ὁ λόγος ἐστίν. λέγει γὰρ ὁ Πορφύριος, ὅτι ὅταν μὲν τὸ πρᾶγμα
ἔχῃ ἴδιον ὄνομα, ἄλλως δὲ καταχρήσηταί τις ἐπ' αὐτοῦ ἄλλῳ ὀνόματι
μεταφέρων καὶ τούτῳ χρώμενος ὡς κειμένῳ ἐπ' αὐτοῦ, οὐκ ἂν εἴη
ὁμωνυμία
τις ἐνταῦθα (οὐ γὰρ τὰ τροπικῶς ῥηθέντα ὁμώνυμα ἂν εἴη τοῖς κυρίως
866

λεγομένοις), ὅταν δὲ μὴ ἔχῃ ἄλλο, τότε γίνεται ὁμωνυμία. οἷον τῶν ὀρῶν
τὸ κάτω μέρος καλεῖται ὑπώρεια·
 ἀλλ' οἵ γ' ὑπωρείας ἔναιον πολυπιδάκου Ἴδης.
ταύτας τὰς ὑπωρείας οἱ ποιηταὶ πόδας καλοῦσιν·
 πάντες δὴ σείοντο πόδες πολυπιδάκου Ἴδης.  
καὶ Κλίνης δὲ καὶ τραπέζης τὰ βαστάζοντα πόδες καλοῦνται καὶ τῆς νεὼς

τὸ πηδάλιον·
    αἰεὶ γὰρ πόδα νηὸς ἐνώμων,
φησὶν ὁ ποιητής. ἐπὶ τούτων οὖν, φησὶν ὁ Πορφύριος, τὸν μὲν τῆς νεὼς
καὶ τοῦ ὄρους πόδα οὐκ ἂν εἴποι τις ὁμωνύμως εἰρῆσθαι, διότι ἔχει ἴδια
ὀνόματα τὴν ὑπώρειαν καὶ τὸ πηδάλιον, ἐπὶ δὲ τῆς τραπέζης καὶ τῆς
Κλίνης
οὐκ ἔστιν μεταφορά, ἀλλ' ὁμωνυμία· οὐ γὰρ ἔχουσιν ἄλλο ὄνομα, ἀλλὰ
πόδες λέγονται κατὰ τὴν πρὸς τὸ ζῷον ὁμοιότητα, ὥστε ὄνομα μόνον
κοινόν
ἐστιν τούτων, οἱ δὲ λόγοι ἕτεροι· ἐπὶ δὲ ὄρους καὶ νηὸς ἄλλα ἐστὶν τὰ
ὀνόματα, μετενήνεκται δὲ ἡ τῶν ποδῶν προσηγορία κατὰ μεταφοράν”, εἰ
μὴ

Συμπλίκιος. In Aristotelis categorias commentarium


Τόμ. 8, σελ. 33, γρ. 6

λεγομένοις), ὅταν δὲ μὴ ἔχῃ ἄλλο, τότε γίνεται ὁμωνυμία. οἷον τῶν ὀρῶν
τὸ κάτω μέρος καλεῖται ὑπώρεια·
 ἀλλ' οἵ γ' ὑπωρείας ἔναιον πολυπιδάκου Ἴδης.
ταύτας τὰς ὑπωρείας οἱ ποιηταὶ πόδας καλοῦσιν·
 πάντες δὴ σείοντο πόδες πολυπιδάκου Ἴδης.  
καὶ Κλίνης δὲ καὶ τραπέζης τὰ βαστάζοντα πόδες καλοῦνται καὶ τῆς νεὼς

τὸ πηδάλιον·
    αἰεὶ γὰρ πόδα νηὸς ἐνώμων,
φησὶν ὁ ποιητής. ἐπὶ τούτων οὖν, φησὶν ὁ Πορφύριος, τὸν μὲν τῆς νεὼς
καὶ τοῦ ὄρους πόδα οὐκ ἂν εἴποι τις ὁμωνύμως εἰρῆσθαι, διότι ἔχει ἴδια
ὀνόματα τὴν ὑπώρειαν καὶ τὸ πηδάλιον, ἐπὶ δὲ τῆς τραπέζης καὶ τῆς
Κλίνης
οὐκ ἔστιν μεταφορά, ἀλλ' ὁμωνυμία· οὐ γὰρ ἔχουσιν ἄλλο ὄνομα, ἀλλὰ
πόδες λέγονται κατὰ τὴν πρὸς τὸ ζῷον ὁμοιότητα, ὥστε ὄνομα μόνον
κοινόν
ἐστιν τούτων, οἱ δὲ λόγοι ἕτεροι· ἐπὶ δὲ ὄρους καὶ νηὸς ἄλλα ἐστὶν τὰ
ὀνόματα, μετενήνεκται δὲ ἡ τῶν ποδῶν προσηγορία κατὰ μεταφοράν”, εἰ
μὴ ἄρα καὶ ὁμοιότης ἔστιν τις, καὶ ταύτῃ εἴη ἂν ὁμώνυμα. ὁ μέντοι
867

Πορφύριος

Συμπλίκιος. In Aristotelis categorias commentarium Τόμ. 8, σελ. 57,


γρ. 16

τὸ ἄλογον ἢ πτηνὸν καὶ πεζόν, συστατικαὶ δὲ τὸ αἰσθητικὸν · τῆς


δὲ ἐπιστήμης οὔκ εἰσιν αὗται διαφοραί. τῶν δὲ ὑπάλληλα αἱ μὲν τοῦ
ἀνωτέρω συστατικαὶ πάντως εἰσὶν καὶ τοῦ κατωτέρω (συνωνύμως γὰρ
κατηγορεῖται), τῶν δὲ τοῦ ἀνωτέρω διαιρετικῶν τινὲς μὲν συστατικαί
εἰσιν
τοῦ κατωτέρω, ὡς τοῦ ζῴου τὸ πτηνὸν συνίστησιν τὸ ὄρνεον, οὐκέτι
μέντοι
καὶ τὸ πεζόν· εἰσὶν δέ τινες αἱ αὐταὶ διαιρετικαὶ ἀμφοῖν· τῶν γὰρ ζῴων
τὰ μέν ἐστιν ποηφάγα, τὰ δὲ σπερμοφάγα, τὰ δὲ σαρκοφάγα, καὶ τῶν
ὀρνέων
δὲ αἱ αὐταὶ ἂν εἶεν διαφοραί. ἑτέρας δὲ οὐχ ἁπλῶς εἶπεν τὰς διαφοράς,
ἀλλὰ τῷ εἴδει ἑτέρας, ἐπειδὴ πολλάκις καὶ τῶν ἑτέρων γενῶν, οἷον ζῴου
καὶ σκεύους, αἱ αὐταὶ δοκοῦσιν διαφοραί. καὶ γὰρ τῶν ζῴων τὰ μέν ἐστιν
ὑπόποδα, τὰ δὲ ἄποδα, καὶ τῶν σκευῶν ὁμοίως ὑπόποδα μὲν Κλίνη καὶ
τράπεζα καὶ τρίπους καὶ τὰ τοιαῦτα, ἄποδα δὲ τὰ πολλά. ἀλλ' οὐκέτι
τῷ εἴδει αἱ αὐταὶ διαφοραί εἰσιν, ἀλλὰ κατὰ ὁμωνυμίαν. οὐ γὰρ ταὐτόν
ἐστιν τῷ εἴδει ζῴου ποὺς καὶ Κλίνης· κατὰ μεταφορὰν γὰρ τὸ ἕτερον ἀπὸ

τοῦ ἑτέρου λέγεται, τῷ ὀνόματι μόνον, ἀλλ' οὐχὶ καὶ τῷ πράγματι


κοινωνούν-
των. χρὴ δὲ καὶ τοῦτο εἰδέναι, ὅτι τῶν ἑτέρων γενῶν, ἀλλ' οὐχὶ τῶν
ἑτερογενῶν δεῖ ὑπαναγινώσκειν. Ἑρμῖνος δὲ ἑτέρας τῷ εἴδει βούλεται
εἶναι τὰς διαφορὰς τῶν μὴ ὑπάλληλα γενῶν ἀλλ' ἑτέρων, “διότι, φησίν,
ἔστιν τινὰ γένη οὐχ ὑπάλληλα μέν, ἄμφω δὲ ὑφ' ἓν ἀναγόμενα, ὡς τὸ
πτηνὸν καὶ τὸ πεζὸν ἄμφω ὑπὸ τὸ ζῷον, καὶ τούτων εἰσίν τινες αἱ αὐταὶ
διαφοραί· καὶ γὰρ τοῦ πτηνοῦ τὸ μὲν δίπουν ἐστίν, τὸ δὲ τετράπουν,

Συμπλίκιος. In Aristotelis categorias commentarium


Τόμ. 8, σελ. 57, γρ. 19

κατηγορεῖται), τῶν δὲ τοῦ ἀνωτέρω διαιρετικῶν τινὲς μὲν συστατικαί


εἰσιν
τοῦ κατωτέρω, ὡς τοῦ ζῴου τὸ πτηνὸν συνίστησιν τὸ ὄρνεον, οὐκέτι
μέντοι
καὶ τὸ πεζόν· εἰσὶν δέ τινες αἱ αὐταὶ διαιρετικαὶ ἀμφοῖν· τῶν γὰρ ζῴων
τὰ μέν ἐστιν ποηφάγα, τὰ δὲ σπερμοφάγα, τὰ δὲ σαρκοφάγα, καὶ τῶν
868

ὀρνέων
δὲ αἱ αὐταὶ ἂν εἶεν διαφοραί. ἑτέρας δὲ οὐχ ἁπλῶς εἶπεν τὰς διαφοράς,
ἀλλὰ τῷ εἴδει ἑτέρας, ἐπειδὴ πολλάκις καὶ τῶν ἑτέρων γενῶν, οἷον ζῴου
καὶ σκεύους, αἱ αὐταὶ δοκοῦσιν διαφοραί. καὶ γὰρ τῶν ζῴων τὰ μέν ἐστιν
ὑπόποδα, τὰ δὲ ἄποδα, καὶ τῶν σκευῶν ὁμοίως ὑπόποδα μὲν Κλίνη καὶ
τράπεζα καὶ τρίπους καὶ τὰ τοιαῦτα, ἄποδα δὲ τὰ πολλά. ἀλλ' οὐκέτι
τῷ εἴδει αἱ αὐταὶ διαφοραί εἰσιν, ἀλλὰ κατὰ ὁμωνυμίαν. οὐ γὰρ ταὐτόν
ἐστιν τῷ εἴδει ζῴου ποὺς καὶ Κλίνης· κατὰ μεταφορὰν γὰρ τὸ ἕτερον ἀπὸ

τοῦ ἑτέρου λέγεται, τῷ ὀνόματι μόνον, ἀλλ' οὐχὶ καὶ τῷ πράγματι


κοινωνούν-
των. χρὴ δὲ καὶ τοῦτο εἰδέναι, ὅτι τῶν ἑτέρων γενῶν, ἀλλ' οὐχὶ τῶν
ἑτερογενῶν δεῖ ὑπαναγινώσκειν. Ἑρμῖνος δὲ ἑτέρας τῷ εἴδει βούλεται
εἶναι τὰς διαφορὰς τῶν μὴ ὑπάλληλα γενῶν ἀλλ' ἑτέρων, “διότι, φησίν,
ἔστιν τινὰ γένη οὐχ ὑπάλληλα μέν, ἄμφω δὲ ὑφ' ἓν ἀναγόμενα, ὡς τὸ
πτηνὸν καὶ τὸ πεζὸν ἄμφω ὑπὸ τὸ ζῷον, καὶ τούτων εἰσίν τινες αἱ αὐταὶ
διαφοραί· καὶ γὰρ τοῦ πτηνοῦ τὸ μὲν δίπουν ἐστίν, τὸ δὲ τετράπουν, ὡς
γρὺψ ἱστορεῖται καὶ σφίγξ, καὶ τοῦ πεζοῦ ὁμοίως· ἀλλ' οὐχὶ τῷ εἴδει αἱ
αὐταί εἰσιν αὗται διαφοραί, ἀλλὰ γένει· ζῴου γάρ εἰσι πρώτως διαφοραί.
διὰ τοῦτο, φησίν, τῶν μὴ ὑπάλληλα οὐχ ἁπλῶς ἑτέρας,

Συμπλίκιος. In Aristotelis categorias commentarium


Τόμ. 8, σελ. 370, γρ. 22

 ’Ἀλλ' εἰ τὸ τὰ σωματικά, φησὶν ὁ Πλωτῖνος, ἔχειν περὶ τὸ σῶμα


καὶ μὴ ἀσώματα ἄλλην ποιεῖ κατηγορίαν, διὰ τί καὶ ἐπὶ τοῦ ποιεῖν πολλῆς

οὔσης διαφορᾶς οὐκ ἄλλη μὲν κατηγορία γίνεται κατὰ τὸ τέμνειν, ἄλλη
δὲ κατὰ τὸ κάειν ἢ κατορύττειν ἢ ἀποβάλλειν;’ ἢ ἡ μὲν τοῦ ποιεῖν
ἐνέργεια
μία ἐστὶν καὶ ἕνα ἔχουσα λόγον καὶ οὐδὲν δεομένη τῆς διαφόρου
ὑποδοχῆς
τῶν τὸ ποιεῖν ὑποδεχομένων· καὶ ὁ τέμνων γὰρ καὶ ὁ κάων καὶ οἱ ἄλλοι
οὐδὲν κατὰ τὸ ποιεῖν διαφέρουσιν· ἡ μέντοι τοῦ ἔχειν κατηγορία ἐν
τούτῳ
τὴν ὅλην ἔχει ἰδιότητα ἐν τῷ μὴ ἀσώματον, σῶμα δὲ εἶναι τὸ
περικείμενον,
ἣ οὐκ ἀπὸ τῆς τυχούσης σχέσεως χαρακτηρίζεται, ἀλλ' ἐκ τῆς πρὸς ἄλλο
εἰς
ἑαυτὸ κυρίως θεωρεῖται. ‘ἀλλ' εἰ τὸ περικείμενον, φησίν, ἱμάτιον ἄλλην
κατηγορίαν ποιεῖ, διὰ τί μὴ καὶ τὸ κείμενον ἐπὶ Κλίνης ἄλλην ποιήσει;’ ἢ
869

τὸ μὲν κεῖσθαι ἱμάτιον ἐπὶ Κλίνης τῆς τοῦ κεῖσθαί ἐστιν κατηγορίας ἢ
τῆς ἐν τόπῳ· οὐδεμίαν γὰρ ἐνέργειαν παρέχεται ἡ Κλίνη εἰς τὸ ἔχειν· ἕξιν

γὰρ καὶ κράτησιν ἐμφαίνει τινὰ ἡ τοῦ ἔχειν κατηγορία, ἀλλὰ σωμάτων
ἐπικτήτων. εἰ δὲ τοῦτο ἀληθές, ἐπὶ μόνων τῶν ἐμψύχων τὸ ἔχειν ἐπα-
ληθεύεται, ὥστε κἂν ἀγάλματι κόσμος περίκειται, ὡς μὲν ἄψυχον οὐκ ἂν
λέγοιτο ἔχειν τὸ ἄγαλμα, ἀλλὰ κεῖσθαι ἐν τῷ ἀγάλματι ὁ κόσμος· εἰ δὲ ὡς

ἔμψυχόν τι θεωροῖτο, κατὰ τὴν πρὸς τὸ ἔμψυχον ἀναφορὰν ἔχειν ἂν


λέγοιτο τὸν κόσμον. ‘ἀλλ' εἰ κατὰ τὴν κάθεξιν τὸ ἔχειν χαρακτη-
ρίζεται, εἰς ἕξιν ἀναχθήσεται, φησίν, ἡ δὲ ἕξις ἐν τῇ ποιότητι’. ἢ ὁμώ-
νυμος αὕτη ἡ ἕξις· ἡ μὲν γὰρ ἦν ἀσωμάτων συνοχή, αὕτη δὲ ἐπικτήτων

Συμπλίκιος. In Aristotelis categorias commentarium Τόμ. 8, σελ. 370,


γρ. 23

καὶ μὴ ἀσώματα ἄλλην ποιεῖ κατηγορίαν, διὰ τί καὶ ἐπὶ τοῦ ποιεῖν πολλῆς

οὔσης διαφορᾶς οὐκ ἄλλη μὲν κατηγορία γίνεται κατὰ τὸ τέμνειν, ἄλλη
δὲ κατὰ τὸ κάειν ἢ κατορύττειν ἢ ἀποβάλλειν;’ ἢ ἡ μὲν τοῦ ποιεῖν
ἐνέργεια
μία ἐστὶν καὶ ἕνα ἔχουσα λόγον καὶ οὐδὲν δεομένη τῆς διαφόρου
ὑποδοχῆς
τῶν τὸ ποιεῖν ὑποδεχομένων· καὶ ὁ τέμνων γὰρ καὶ ὁ κάων καὶ οἱ ἄλλοι
οὐδὲν κατὰ τὸ ποιεῖν διαφέρουσιν· ἡ μέντοι τοῦ ἔχειν κατηγορία ἐν
τούτῳ
τὴν ὅλην ἔχει ἰδιότητα ἐν τῷ μὴ ἀσώματον, σῶμα δὲ εἶναι τὸ
περικείμενον,
ἣ οὐκ ἀπὸ τῆς τυχούσης σχέσεως χαρακτηρίζεται, ἀλλ' ἐκ τῆς πρὸς ἄλλο
εἰς
ἑαυτὸ κυρίως θεωρεῖται. ‘ἀλλ' εἰ τὸ περικείμενον, φησίν, ἱμάτιον ἄλλην
κατηγορίαν ποιεῖ, διὰ τί μὴ καὶ τὸ κείμενον ἐπὶ Κλίνης ἄλλην ποιήσει;’ ἢ

τὸ μὲν κεῖσθαι ἱμάτιον ἐπὶ Κλίνης τῆς τοῦ κεῖσθαί ἐστιν κατηγορίας ἢ
τῆς ἐν τόπῳ· οὐδεμίαν γὰρ ἐνέργειαν παρέχεται ἡ Κλίνη εἰς τὸ ἔχειν· ἕξιν

γὰρ καὶ κράτησιν ἐμφαίνει τινὰ ἡ τοῦ ἔχειν κατηγορία, ἀλλὰ σωμάτων
ἐπικτήτων. εἰ δὲ τοῦτο ἀληθές, ἐπὶ μόνων τῶν ἐμψύχων τὸ ἔχειν ἐπα-
ληθεύεται, ὥστε κἂν ἀγάλματι κόσμος περίκειται, ὡς μὲν ἄψυχον οὐκ ἂν
λέγοιτο ἔχειν τὸ ἄγαλμα, ἀλλὰ κεῖσθαι ἐν τῷ ἀγάλματι ὁ κόσμος· εἰ δὲ ὡς

ἔμψυχόν τι θεωροῖτο, κατὰ τὴν πρὸς τὸ ἔμψυχον ἀναφορὰν ἔχειν ἂν


λέγοιτο τὸν κόσμον. ‘ἀλλ' εἰ κατὰ τὴν κάθεξιν τὸ ἔχειν χαρακτη-
870

ρίζεται, εἰς ἕξιν ἀναχθήσεται, φησίν, ἡ δὲ ἕξις ἐν τῇ ποιότητι’. ἢ ὁμώ-


νυμος αὕτη ἡ ἕξις· ἡ μὲν γὰρ ἦν ἀσωμάτων συνοχή, αὕτη δὲ ἐπικτήτων
σωμάτων κράτησις, καὶ ἡ μὲν τοῦ ἔχειν δι' ἐνεργείας τῶν ἐχόντων παρα

Συμπλίκιος. In Aristotelis categorias commentarium


Τόμ. 8, σελ. 370, γρ. 24

οὔσης διαφορᾶς οὐκ ἄλλη μὲν κατηγορία γίνεται κατὰ τὸ τέμνειν, ἄλλη
δὲ κατὰ τὸ κάειν ἢ κατορύττειν ἢ ἀποβάλλειν;’ ἢ ἡ μὲν τοῦ ποιεῖν
ἐνέργεια
μία ἐστὶν καὶ ἕνα ἔχουσα λόγον καὶ οὐδὲν δεομένη τῆς διαφόρου
ὑποδοχῆς
τῶν τὸ ποιεῖν ὑποδεχομένων· καὶ ὁ τέμνων γὰρ καὶ ὁ κάων καὶ οἱ ἄλλοι
οὐδὲν κατὰ τὸ ποιεῖν διαφέρουσιν· ἡ μέντοι τοῦ ἔχειν κατηγορία ἐν
τούτῳ
τὴν ὅλην ἔχει ἰδιότητα ἐν τῷ μὴ ἀσώματον, σῶμα δὲ εἶναι τὸ
περικείμενον,
ἣ οὐκ ἀπὸ τῆς τυχούσης σχέσεως χαρακτηρίζεται, ἀλλ' ἐκ τῆς πρὸς ἄλλο
εἰς
ἑαυτὸ κυρίως θεωρεῖται. ‘ἀλλ' εἰ τὸ περικείμενον, φησίν, ἱμάτιον ἄλλην
κατηγορίαν ποιεῖ, διὰ τί μὴ καὶ τὸ κείμενον ἐπὶ Κλίνης ἄλλην ποιήσει;’ ἢ

τὸ μὲν κεῖσθαι ἱμάτιον ἐπὶ Κλίνης τῆς τοῦ κεῖσθαί ἐστιν κατηγορίας ἢ
τῆς ἐν τόπῳ· οὐδεμίαν γὰρ ἐνέργειαν παρέχεται ἡ Κλίνη εἰς τὸ ἔχειν· ἕξιν

γὰρ καὶ κράτησιν ἐμφαίνει τινὰ ἡ τοῦ ἔχειν κατηγορία, ἀλλὰ σωμάτων
ἐπικτήτων. εἰ δὲ τοῦτο ἀληθές, ἐπὶ μόνων τῶν ἐμψύχων τὸ ἔχειν ἐπα-
ληθεύεται, ὥστε κἂν ἀγάλματι κόσμος περίκειται, ὡς μὲν ἄψυχον οὐκ ἂν
λέγοιτο ἔχειν τὸ ἄγαλμα, ἀλλὰ κεῖσθαι ἐν τῷ ἀγάλματι ὁ κόσμος· εἰ δὲ ὡς

ἔμψυχόν τι θεωροῖτο, κατὰ τὴν πρὸς τὸ ἔμψυχον ἀναφορὰν ἔχειν ἂν


λέγοιτο τὸν κόσμον. ‘ἀλλ' εἰ κατὰ τὴν κάθεξιν τὸ ἔχειν χαρακτη-
ρίζεται, εἰς ἕξιν ἀναχθήσεται, φησίν, ἡ δὲ ἕξις ἐν τῇ ποιότητι’. ἢ ὁμώ-
νυμος αὕτη ἡ ἕξις· ἡ μὲν γὰρ ἦν ἀσωμάτων συνοχή, αὕτη δὲ ἐπικτήτων
σωμάτων κράτησις, καὶ ἡ μὲν τοῦ ἔχειν δι' ἐνεργείας τῶν ἐχόντων παρα-
γίνεται, ἡ δὲ ποιοτήτων οὐ δι' ἐνεργείας οὔτε τῶν μετεχομένων οὔτε τῶν

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 265, γρ. 12
871

      

p. 192b15 Κλίνη δὲ καὶ ἱμάτιον καὶ εἴ τι τοιοῦτον ἄλλο γένος


 ἕως τοῦ ὅσα κατὰ συμβεβηκὸς αἴτια γένοιτο ἂν ἑαυτοῖς.

 Ὑποδείξας ἐκ τῶν ἐναργῶς φαινομένων, ὅτι τὰ φυσικὰ ἀρχὴν ἔχει ἐν


ἑαυτοῖς κινήσεως καὶ στάσεως, τῇ παραθέσει τῶν μὴ φύσει δείκνυσιν ὅτι
καὶ ἴδιον τοῦτό ἐστι τῶν φύσει συνεστώτων. καὶ τὰ μὴ φύσει γάρ, κα-
θόσον μὲν ταῦτα λέγεται, ἅπερ ἐστὶ κατὰ τέχνην οἷον Κλίνη ἢ ἱμάτιον
(τοῦτο γάρ ἐστι τὸ καθόσον τετύχηκε τῆς κατηγορίας) οὐδεμίαν
ἀφ' ἑαυτῶν ὁρμὴν εἰς μεταβολὴν ἔχει· ὁρμὴν δὲ κυρίως τὴν ἔνδοθεν
ἀρχὴν ἐκάλεσε τῆς κινήσεως. τινὲς δὲ ἀντὶ τοῦ ὁρμήν ἀρχήν γράφουσι·
τὰ γὰρ φυσικὰ τὴν αἰτίαν τῆς κινήσεως ἐν ἑαυτοῖς ἔχει, τὰ δὲ τεχνητὰ
ἔξωθεν. οὐ γὰρ ἐν ἑαυτοῖς ὁ τεχνίτης οὐδὲ ἡ τέχνη. φέρεται μὲν γὰρ
ἐπὶ τὸ κάτω ἡ βῶλος οὐκ ἔξωθεν κινουμένη, σχηματίζεται δὲ ἡ Κλίνη
ἔξωθεν. καὶ ἡ στάσις δὲ ὁμοίως τῇ μὲν βώλῳ καταλαβούσῃ τὴν ἑαυτῆς
ὁλότητα ἔνδοθεν, τῷ δὲ σχηματισμῷ τῆς Κλίνης ἔξωθεν ἀπὸ τοῦ
τεχνίτου.

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 267, γρ. 1

νήσεως καὶ ἠρεμίας’ δι' ἐκείνων δηλουμένη τῶν ῥητῶν “πάντα δὲ ταῦτα
φαίνεται διαφέροντα πρὸς τὰ μὴ φύσει συνεστῶτα” καὶ τῶν ἑξῆς. “δύ-
ναται δέ, ὡς καὶ ὁ Ἀλέξανδρός φησι, καὶ ὑποθετικῶς ὁ λόγος ἠρωτῆσθαι
ἐξ ἀκολουθίας ὢν κατασκευαστικὸς οὕτως· εἰ τὰ φύσει καὶ φύσιν ἔχοντα
διαφέρει τῶν μὴ φύσει τῷ ἀρχὴν καὶ αἰτίαν κινήσεως ἐν ἑαυτοῖς ἔχειν
καθ' αὑτὰ καὶ μὴ κατὰ συμβεβηκός, ἡ φύσις ἂν εἴη ἀρχὴ κινήσεως, ἐν
οἷς ἐστι καθ' αὑτὸ καὶ οὐ κατὰ συμβεβηκός, τὸ δὲ πρῶτον, τὸ ἄρα δεύ-
τερον. ὅτι δὲ τούτῳ διαφέρει τὰ φύσιν ἔχοντα τῶν μὴ ἐχόντων, ἐπιστώ-
σατο διὰ τῆς ἐπαγωγῆς τὰ τεχνητὰ παραθέμενος.”
 Πάνυ δὲ ἀναγκαίως πρόσκειται τὸ ἐν ᾧ ὑπάρχει πρώτως καθ'  
αὑτὸ καὶ μὴ κατὰ συμβεβηκός. καὶ γὰρ καὶ ἡ Κλίνη ἀρχὴν ἔχει
κινήσεως καὶ ἠρεμίας ἐν ἑαυτῇ· ἀφεθεῖσα γοῦν ἐπὶ τὸ κάτω φέρεται, καὶ
ὅμως οὐ λέγεται φυσικὴ οὐδὲ φύσιν ἔχειν ὡς Κλίνη, διότι ἡ ἀρχὴ τῆς
κινήσεως οὐ τῇ κλίνῃ πρώτως ὑπάρχει, ἀλλὰ τῷ ξύλῳ, δι' ἐκεῖνο δὲ καὶ
τῇ κλίνῃ. ἀναγκαία οὖν ἡ τοῦ πρώτως προσθήκη. καὶ τὸ καθ' αὑτὸ
δὲ καὶ μὴ κατὰ συμβεβηκὸς ὅτι ἀναγκαίως παρείληπται, αὐτὸς ὁ Ἀρι-
στοτέλης ἐξηγήσατο. δεῖ γάρ, εἰ μέλλοι φυσικὸν εἶναι καθό ἐστι, κατὰ
τοῦτο ἐν ἑαυτῷ ἔχειν τὴν ἀρχὴν τῆς κινήσεως, οἷον ἡ γῆ καθὸ γῆ ἐστιν
872

ἀρχὴν ἔχουσα τῆς ἐπὶ τὸ κάτω φορᾶς φύσιν ἔχειν λέγεται. εἰ μέντοι τις
νοσῶν ἰατρὸς ἑαυτὸν ὑγιάζοι, ὑγιάζεται μὲν ἐξ ἑαυτοῦ (ἐν ἑαυτῷ γὰρ ἔχει

τὴν τῆς κινήσεως ἀρχήν), οὐ καθ' αὑτὸ δὲ ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός·

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 274, γρ. 3

καὶ πρός τι ἀρρύθμιστα, ἡ δὲ κοινὴ πάντων ὕλη καθ' αὑτὸ ἀρρύθμιστος.


καὶ ὁ χαλκὸς δὲ καὶ τὸ ξύλον ἀναλογίαν ἔχουσι πρὸς τὴν πρώτην ὕλην·
ὡς γὰρ ταῦτα πρὸς ἀνδριάντα καὶ Κλίνην, οὕτως ἐκείνη πρὸς πάντα τὰ
εἰδοπεποιημένα. τοῦτο οὖν τὸ πρῶτον καθ' αὑτὸ ὑπάρχον ἐν ἑκάστῳ ἀρ-
ρύθμιστον τὴν πρώτην καὶ κοινὴν φύσιν εἶναί φασιν ὥσπερ τὸ προσεχὲς
τὴν προσεχῆ, οἷον ἀνδριάντος μὲν χαλκός, Κλίνης δὲ ξύλον.
 Σημεῖον δὲ τοῦ τὸ ὑποκείμενον ἀλλ' οὐχὶ τὸ εἶδος εἶναι τὴν φύσιν
ὁ Ἀντιφῶν ὁ σοφιστὴς ἐποιεῖτο τὸ φύσιν μὲν εἶναι τὴν φύουσαν ἤτοι τὴν

ἔκφυσιν καὶ διανάστασιν οὖσαν εἰς κίνησιν καὶ τοῦ ὁμοίου ἀπογέννησιν.
ἐπὶ γὰρ
τῶν τεχνητῶν εἴ τις κατορύξειε Κλίνην καὶ λάβοι δύναμιν ἡ σηπεδὼν
ὥστε ἀνεῖναι βλαστόν, οὐκ ἂν γενέσθαι Κλίνην, ἀλλὰ ξύλον. τοῦτο
δὲ συμβαίνει, διότι τὸ μὲν εἶδος καὶ [ἡ] κατὰ τρόπον καὶ κατὰ νόμον,
τουτέστι
κατὰ τὸ ταῖς τέχναις νενομισμένον καὶ πρὸς τὸ κατὰ φύσιν
ἀντιδιαστελλό-
μενον, ὡς κατὰ συνθήκην ὂν κατὰ συμβεβηκὸς ὑπάρχον γίνεται καὶ
ἀπογί-
νεται, ἡ δὲ ὕλη παραμένει, διότι οὐσία καὶ φύσις ἐστὶν αὕτη τοῦ
πράγματος.
οὐσίας γὰρ ἴδιον τὸ ἐπιμένειν. τῶν δὲ φυσικῶν κατὰ τὴν φύσιν ἐστὶν ἡ
οὐσία. ὥστε καὶ συλλογίσαιο ἂν οὕτως· ἡ ὕλη καὶ τὸ ὑποκείμενον τὸ
παρα-
μένον καὶ ἀναφύον ἐν τοῖς φυσικοῖς ἐστι· τὸ τοιοῦτον οὐσία τῶν φυσικῶν

ἐστιν· ἡ οὐσία τῶν φυσικῶν ἡ φύσις ἐστίν· ἡ ἄρα ὕλη ἡ φύσις ἐστὶν ἐν
τοῖς φυσικοῖς, ὥστε καὶ ἡ φύσις ὕλη. ἀντιστρέφουσι γὰρ οἱ ὁρισμοί.
ἐπεὶ δὲ τῶν προσεχῶς ὑποκειμένων ἕκαστον εἶδος ἔχει τι ὑποκείμενον,

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 276, γρ. 2
873

      
 

p. 193a30 Ἄλλον δὲ τρόπον ἡ μορφὴ καὶ τὸ εἶδος ἕως τοῦ


     ἀλλ' ἢ κατὰ τὸν λόγον.

 Συμπληρώσας τὴν ὑπόθεσιν τὴν λέγουσαν φύσιν εἶναι τὸ ὑποκείμενον


ἀφεὶς μεταβέβηκεν ἐπὶ τὴν τὸ εἶδος λέγουσαν εἶναι φύσιν. τῆς δὲ φύσεως

καὶ κοινωνούσης τῇ τέχνῃ κατὰ τὸ εἰδοποιὸν καὶ διαφερούσης, καθόσον



φύσις τὸ κατὰ τὴν ὕλην τῆς τέχνης εἶδος ποιεῖ τῆς μὲν Κλίνης τὸ ξύλον,
τοῦ δὲ ἀνδριάντος τὸν χαλκόν, οἱ μὲν τὴν ὕλην εἶναι τὴν φύσιν
βουλόμενοι
ἀπὸ τῆς διαφορᾶς ταύτης ἐπεχείρησαν τὴν κατορυττομένην Κλίνην κατὰ
τὸ ξύλον ἐμφαίνειν τὴν φύσιν λέγοντες καὶ οὐ κατὰ τὴν μορφήν, οἱ δὲ τὸ
εἶδος ἀπὸ τῆς εἰδοποιοῦ κοινωνίας τῆς τε φύσεως καὶ τῆς τέχνης τὴν

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 276, γρ. 4

      
 

p. 193a30 Ἄλλον δὲ τρόπον ἡ μορφὴ καὶ τὸ εἶδος ἕως τοῦ


     ἀλλ' ἢ κατὰ τὸν λόγον.

 Συμπληρώσας τὴν ὑπόθεσιν τὴν λέγουσαν φύσιν εἶναι τὸ ὑποκείμενον


ἀφεὶς μεταβέβηκεν ἐπὶ τὴν τὸ εἶδος λέγουσαν εἶναι φύσιν. τῆς δὲ φύσεως

καὶ κοινωνούσης τῇ τέχνῃ κατὰ τὸ εἰδοποιὸν καὶ διαφερούσης, καθόσον



φύσις τὸ κατὰ τὴν ὕλην τῆς τέχνης εἶδος ποιεῖ τῆς μὲν Κλίνης τὸ ξύλον,
τοῦ δὲ ἀνδριάντος τὸν χαλκόν, οἱ μὲν τὴν ὕλην εἶναι τὴν φύσιν
βουλόμενοι
ἀπὸ τῆς διαφορᾶς ταύτης ἐπεχείρησαν τὴν κατορυττομένην Κλίνην κατὰ
τὸ
ξύλον ἐμφαίνειν τὴν φύσιν λέγοντες καὶ οὐ κατὰ τὴν μορφήν, οἱ δὲ τὸ
εἶδος ἀπὸ τῆς εἰδοποιοῦ κοινωνίας τῆς τε φύσεως καὶ τῆς τέχνης τὴν
συνη-
874

γορίαν τῆς οἰκείας ἐπιχειρήσεως ἐποιήσαντο ὧδέ πως· ὡς ἐπὶ τῶν κατὰ
τέχνην γεγονότων τέχνη λέγεται τὸ κατὰ τέχνην γεγονὸς καὶ τὸ
τεχνικόν (θαυμαστὴν γὰρ τέχνην τοῦ ἀνδριάντος τὴν μορφὴν αὐτοῦ λέ-
γομεν), οὕτως καὶ ἐπὶ τῶν φύσει καὶ διὰ φύσιν ὄντων φύσις ἂν εἴη τὸ
κατὰ φύσιν τε καὶ φυσικόν. θαυμαστὴν γὰρ εἰ τύχοι καὶ τοῦ ξύλου
φύσιν λέγομεν τὴν κατὰ τὸ εἶδος. ἀνάλογον γὰρ ὡς ἡ τέχνη πρὸς τὸ κατὰ
τέχνην, οὕτως ἡ φύσις ἔχει πρὸς τὸ κατὰ φύσιν καὶ ἐναλλάξ, φασὶ γεω-
μετρῶν παῖδες. ἔν τε γὰρ τῷ κατὰ τέχνην ὄντι ἡ τέχνη καὶ ἐν τῷ κατὰ

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 278, γρ. 11

τὰ φύσει ἄρα φύσει ἐστίν, ὅταν τὸ εἶδος ἔχῃ· ἀλλὰ μὴν οὗ παρουσίᾳ τὰ
φύσει φύσει ἐστὶ τοῦτό ἐστι φύσις, τῇ δὲ τοῦ εἴδους παρουσίᾳ τὰ φύσει
φύσει ἐστί· τὸ εἶδος ἄρα φύσις. τὸ δὲ μᾶλλον προσθεὶς ἐδήλωσεν ὅτι
καὶ τὰ δυνάμει ὄντα, εἰ καὶ μὴ ὁμοίως τοῖς ἐντελεχείᾳ, ἀλλ' ὅμως λέγε-
ται καὶ αὐτά, ὥστε καὶ ἡ ὕλη φύσις εἰ καὶ ἧττον τοῦ εἴδους. τὸ δὲ τῆς
ἐντελεχείας ὄνομα λέγεται μὲν αὐτοῦ τοῦ Ἀριστοτέλους ἴδιον· σημαίνει
δὲ
τὸ εἶδος τὸ ἐνεργείᾳ ὄν, παρόσον κατὰ τοῦτό ἐστιν ἡ τοῦ ἑνὸς τέλους
ἀπό-
ληψις ἤτοι ἡ τοῦ ἓν καὶ τέλειον εἶναι ἀπόληψις ἤτοι ἡ τοῦ ἐντελοῦς συνέ-
χεια, τουτέστιν ἡ κατὰ τὸ ἐντελὲς ἕξις.
 Ἔτι δέ, φησίν, οἱ τὴν ὕλην ἀλλ' οὐχὶ τὸ εἶδος λέγοντες εἶναι τὴν
φύσιν εἰ διὰ τοῦτο λέγουσι, διότι Κλίνης κατορυχθείσης, εἰ γένοιτο βλά-
στησις, οὐ Κλίνη ἂν βλαστήσειεν ἀλλὰ ξύλον ἐκ ξύλου, ἐπειδὴ καὶ
ἄνθρωπος
ἐξ ἀνθρώπου γίνεται, ἔστι δὲ ὁ ἄνθρωπος ἄνθρωπος κατὰ τὸ εἶδος, εἴη
ἂν τὸ εἶδος ἡ φύσις. κἂν μὴ γίνηται οὖν Κλίνη ἐκ Κλίνης, ἀλλὰ
ἄνθρωπος
ἐξ ἀνθρώπου γίνεται ὥσπερ ξύλον ἐκ ξύλου, καὶ ὅλως τὰ μὲν τεχνητὰ οὐ
γίνεται ἐξ ἀλλήλων, τὰ δὲ φυσικὰ γίνεται. καὶ εἴπερ ἄρα, ἐκ τῶν φυσι-
κῶν κανονίζοντα ἐχρῆν τὸ εἶδος λέγειν τὴν φύσιν, ἀλλ' οὐχὶ ἐκ τῶν τεχ-
νητῶν ἀπογινώσκειν. ἡ γὰρ τέχνη οὐ ποιεῖ γόνιμα τῶν ὁμοίων τὰ εἴδη
ὥσπερ ἡ φύσις. καὶ γὰρ τὸ ξύλον κἂν ὕλη τῆς Κλίνης, ἀλλὰ φυσικὸν
εἶδός
ἐστι καὶ κατὰ τοῦτο ἔχει καὶ τοῦτο τὴν τοῦ ὁμοίου γέννησιν.

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


875

Τόμ. 9, σελ. 283, γρ. 20

εἰπεῖν, ἤτοι τὸ ἔσχατον ὑποκείμενον ὡς ἄνωθεν ἀρχόμενοι καλοῦσι.


δοκεῖ δὲ αὕτη φύσις εἶναι, διότι χρὴ τὴν ἑκάστου φύσιν ἐν ταῖς παντοίαις
αὐτοῦ
μεταβολαῖς τὴν αὐτὴν μένουσαν ὁρᾶσθαι. φύσις γοῦν ἀνθρώπου ἐστίν,
ἥτις καὶ καθεύδοντος καὶ ἐγρηγορότος καὶ κινουμένου καὶ ἑστῶτος καὶ
τὰς
ἄλλας τροπὰς ὑπομένοντος ἡ αὐτὴ πανταχοῦ φαίνεται ὁρωμένη. οὕτως
οὖν καὶ ἐπὶ τοῦ παντὸς φυσικοῦ σώματος τὸ ὑπομένον ἐν ταῖς παντοίαις
μεταβολαῖς τὸ αὐτὸ τοῦτο ἂν εἴη φύσις. ὑπομένει δὲ ἡ ὕλη. ὁ δὲ Ἀντι-
φῶν τὴν τῆς ὕλης ὑπομονὴν καὶ ἀπὸ τῆς τοῦ ὁμοίου βλαστήσεως
ἐπειράθη
δεικνύναι, καίτοι τῆς βλαστήσεως μᾶλλον εἶδος ἐξ εἴδους ἢ ὕλην ἐξ ὕλης
γίνεσθαι δηλούσης. ἄνθρωπος γὰρ ἐξ ἀνθρώπου καὶ ξύλον ἐκ ξύλου γίνε-
ται. εἶδος δὲ καὶ τὸ ξύλον, κἂν ὕλης ἔχῃ πρὸς τὴν Κλίνην λόγον.
 Κατὰ δεύτερον δὲ σημαινόμενον φύσις λέγεται τὸ περὶ τὴν ὕλην εἶδος.
ὡς γὰρ οὔπω λέγεται κατὰ τὸ τῆς τέχνης ὄνομα ἀνδριάς, ἐὰν μὴ ἀπολάβῃ
τὸ κατὰ τὴν τέχνην εἶδος, οὕτως καὶ ἡ ὕλη οὔπω λέγεται κατὰ τὸ φυσικὸν

ὄνομα, ἐὰν μὴ ἀπολάβῃ τὸ εἶδος. ἡ γὰρ ὕλη δυνάμει μόνον ἐστὶν ἐκεῖνο
οὗ ἐστιν ὕλη, οἷον τὸ σπέρμα δυνάμει ζῷον, ἕκαστον δὲ κατὰ τὸ ἐνεργείᾳ

χαρακτηρίζεται. τοῦτο δέ ἐστι τὸ εἶδος. εἰκότως ἄρα μᾶλλον τῆς ὕλης


τὸ εἶδος φύσις δοκεῖ.

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 286, γρ. 9

γὰρ τὴν ψυχὴν οὕτω καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πλάτων ἀνεῦρεν ἀπὸ τῆς τῶν
ἀψύχων πρὸς τὰ ἔμψυχα διαφορᾶς, ἐν οἷς ἔλεγεν ἐν Φαίδρῳ “πᾶν γὰρ  
σῶμα, ᾧ μὲν ἔξωθεν τὸ κινεῖσθαι, ἄψυχον, ᾧ δὲ ἔνδοθεν αὐτῷ ἐξ ἑαυτοῦ
ἔμψυχον, ὡς ταύτης οὔσης φύσεως ψυχῆς. καὶ ἐν τοῖς Νόμοις δὲ τὸ ἔν-
δοθεν κινούμενον, φησί, ζῆν λέγομεν. καὶ τούτῳ διαφέρει τὸ ἔμψυχον
τοῦ
ἀψύχου, ὅπερ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης ἐν τῷ δευτέρῳ τῆς Περὶ ψυχῆς ἐπ' αὐ-
τῶν σχεδὸν εἶπε τῶν ὀνομάτων “λέγομεν οὖν ἀρχὴν λαβόντες τῆς
σκέψεως
διωρίσθαι τὸ ἔμψυχον τοῦ ἀψύχου τῷ ζῆν.” τὰ δὲ μὴ φύσει διττά· τὰ
μὲν ὑπὲρ φύσιν ὡς τὰ ἄυλα καὶ ἀσώματα καὶ χωριστὰ τῶν σωμάτων ἐν
καθαροῖς εἴδεσιν ἱδρυμένα, τὰ δὲ χείρονα τῶν φυσικῶν ὡς τὰ ὑπὸ τῆς
876

ἀνθρωπίνης τέχνης γινόμενα Κλίνη καὶ ἱμάτιον καὶ τὰ τοιαῦτα ἔνυλα σω-
ματικά. κοινὸν δὲ καὶ τοῖς ὑπὲρ φύσιν καὶ τοῖς μετὰ τὴν φύσιν τὸ ἀκί-
νητον ἐξ ἑαυτῶν καὶ ἀμετάβλητον, κἂν τοῖς μὲν κατὰ τὸ κρεῖττον τοῖς δὲ
κατὰ τὸ χεῖρον. τὰ οὖν φυσικὰ μέσα ἀμφοῖν ὄντα διὰ μὲν τὸ πᾶσαν τὴν
ἄυλον καὶ ἀσώματον οὐσίαν ὑποβεβηκέναι ἔνυλα τέ ἐστι καὶ σωματικά,
διὰ
δὲ τὸ μὴ ὑπ' ἀνθρωπίνης γίνεσθαι τέχνης, ἀλλ' ὥσπερ ἀφ' ἑαυτῶν φύε-
σθαι καὶ ἀναβλαστάνειν ἀφανοῦς οὔσης αἰσθήσει τῆς δημιουργικῆς
αὐτῶν

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 286, γρ. 33

τὸν Ἀριστοτέλην ἐστὶ παρὰ τὴν φύσιν, εἴρηται μέν τι καὶ πρότερον, λεγέ-
σθω δὲ καὶ νῦν, κἂν πολλάκις φύσιν καλῶσι τὴν φυτικὴν ψυχὴν ὡς ἐγγὺς
οὖσαν τῆς φύσεως. πᾶσα ψυχὴ καὶ ἡ ἐσχάτη ἐντελέχεια σώματος φυσι-
κοῦ ὀργανικοῦ λέγεται παρ' αὐτῷ, ὥστε φύσιν ἔχοντι σώματι ὑπάρχει ἡ
φυτικὴ ψυχὴ ἄλλη δηλονότι οὖσα παρὰ τὴν φύσιν. ἀλλ' οὐδὲ μόνα τὰ
ὀργανικὰ σώματα φύσιν ἔχει, ἀλλὰ καὶ τὰ ὁμοιομερῆ καὶ τὰ τέτταρα
στοι-
χεῖα. ἔτι δὲ ἔμψυχα μὲν λέγομεν τὰ ἔχοντα αἰτίαν ἐν ἑαυτοῖς τοῦ τρέφε-
σθαι καὶ αὔξεσθαι καὶ γεννᾶν ὅμοια, φυσικὰ δὲ καὶ τὰ μὴ τοιαῦτα οἷον
λίθους καὶ τὰ ἄλλα μέταλλα καὶ τὰ νεκρὰ σώματα καὶ τὰ ἁπλᾶ. ἔτι δὲ
πᾶν σῶμα φύσιν ἔχει (καὶ γὰρ τὰ τῶν τεχνητῶν οἷον τὸ τοῦ ἀνδριάντος)
καὶ φυσικόν ἐστιν ὥσπερ καὶ τὸ τῆς Κλίνης ξύλον. οὐ πᾶν δὲ σῶμα
ἔμψυχόν ἐστιν. ὥστε οὐκ ἂν εἴη ψυχὴ ἡ φύσις. δῆλον δὲ ὅτι χείρων
ἐστὶν ἡ φύσις τῆς φυτικῆς ψυχῆς, εἴπερ ὡς εἶδος ὕλη τῷ φυσικῷ σώματι
ἡ τοιαύτη ψυχὴ ἐπιγίνεται. πῶς οὖν ὁ Ἀριστοτέλης τὴν πρὸς ψυχὴν  
αὐτῆς διαφορὰν ἀποδέδωκεν; ἐγὼ μὲν οἶμαι καὶ τὸ “ἐν ᾧ ἔστιν” ἀρκεῖν
πρὸς τοῦτο καὶ τὸ ἐφεξῆς σαφέστερον εἰρημένον τὸ “ἐν ὑποκειμένῳ”

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 9, σελ. 289, γρ. 3

οὖν ὅτι “ὁ θεὸς καὶ ἡ φύσις οὐδὲν μάτην ποιοῦσιν”, οὕτως λέγει ὡς τῆς
μὲν τὴν ἐπιτηδειότητα κάτωθεν παρεχομένης εἰς τέλος τὸ ἀγαθὸν
βλέπου-
σαν, τοῦ δὲ τὸ ἐνεργείᾳ τοιοῦτον ἄνωθεν ἐπιλάμποντος. ἀλλ' ὁ μὲν Ἀρι-
στοτέλης οὕτως ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν φύσει πρὸς τὰ μὴ φύσει τὴν τῆς
φύσεως εὗρεν ὑπόστασιν.
 Οἱ δὲ παλαιότεροι φαίνονται μὲν καὶ αὐτοὶ τοιαύτην τινὰ τῆς φύσεως
877

ἔννοιαν ἐσχηκότες ὡς κατὰ τὴν ἐπιτηδειότητα τὴν πρὸς κίνησιν ἑκάστων


θεωρουμένης, καθ' ἣν χαρακτηρίζεται τὰ φυσικὰ πράγματα, ἐχόντων δὲ  
πάντων τῶν φυσικῶν καὶ ὕλην καὶ εἶδος οἱ μὲν τῇ ὕλῃ τὴν τοιαύτην δύ-
ναμιν ἀποδεδώκασι, φύσιν μὲν λέγοντες καθ' ἣν κινεῖσθαι πέφυκε τὰ
φυσικά, ὁρῶντες δὲ κατὰ τὴν ὕλην μάλιστα μεταβάλλοντα, ὡς ἡ Κλίνη
κατὰ τὸ ξύλον· οἱ δὲ φύσιν λέγοντες καθ' ἣν ἔχει τὸ εἶναι τὰ φυσικά,
ἐπειδὴ τὸ εἶδός ἐστιν ὁ ἑκάστου χαρακτὴρ καθ' ὃν ὑφέστηκέ τε ἕκαστον
καὶ εἶναι λέγεται τοῦτο ὅπερ ἐστί, διὰ τοῦτο τὸ εἶδος εἶναι τὴν φύσιν ἔλε-
γον. διὰ γὰρ ταύτην τὴν ἔννοιαν τῆς φύσεως τὴν κατὰ τὸν ἑκάστου χα-
ρακτῆρα καὶ ἐπὶ πάντων χρώμεθα τῷ ὀνόματι αὐτῆς, καὶ ψυχῆς φύσιν καὶ

νοῦ μὴ παραιτούμενοι λέγειν ἤδη δὲ καὶ θεοῦ. ἀλλ' ὁ Ἀριστοτέλης οὔτε


τὴν ὕλην καθ' ἑαυτὴν ἠξίωσε λέγειν φύσιν (ὑποκείμενον γὰρ ἀδρανὲς

Συμπλίκιος. In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 10, σελ. 1062, γρ. 27

μεταβάλλειν. τῶν δὲ ἄλλων μάλιστα ἄν τις ὑπολάβοι, φησί, τὸ


σχῆμα καὶ τὴν ἕξιν δέχεσθαι ἀλλοίωσιν, ἤτοι πάντων τῶν ἄλλων λέγων
ἢ μᾶλλον τῶν ἐν τῇ ποιότητι. ἔστι γάρ τι καὶ ἄλλο ποιότητος εἶδος ἡ
δύναμις καὶ ἐπιτηδειότης, καθ' ἣν πυκτικοὺς ἢ δρομικοὺς λέγομεν. περὶ
δὲ τούτου τοῦ εἴδους τὸν λόγον οὐκ ἐποιήσατο τῷ μήτε, εἰ τὰ τοιαῦτα
ποιότητές εἰσι, γνώριμον εἶναι τάς τε λήψεις καὶ ἀποβολὰς αὐτῶν ἔτι
μᾶλ-
λον ἀδήλους ὑπάρχειν. δείκνυσι δέ, ὅτι οὐκ ἀλλοιοῦται τὸ
σχηματιζόμενον,
ἐν δευτέρῳ σχήματι συλλογιζόμενος οὕτω· τὸ σχηματιζόμενον, ὅταν ἀπο-
λάβῃ τὸ σχῆμα καὶ τελειωθῇ κατ' αὐτό, οὐκέτι λέγεται τῷ ὀνόματι ᾧ τὸ
ὑποκείμενον καὶ σχηματιζόμενον ἐλέγετο· ὁ γὰρ ἀνδριὰς οὐκέτι λέγεται
χαλκός, ἀλλὰ παρωνύμως χαλκοῦς· καὶ ἡ Κλίνη οὐ λέγεται ξύλον, ἀλλὰ
ξυλίνη· καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ κηροῦ πυραμὶς οὐ κηρός, ἀλλὰ κηρίνη. τὸ δὲ
ἠλλοιώμενον καὶ θερμὸν ἢ ψυχρὸν γεγονὸς ἤ τινα τοιαύτην ἠλλαχὸς
ποιό-
τητα, ἔτι τῷ αὐτῷ ὀνόματι καλεῖται· εἴτε χαλκὸς εἴτε ξύλον εἴη τὸ θερ-  
μαινόμενον ἢ ψυχόμενον ἢ λευκαινόμενον ἢ μελαινόμενον ἤ τι τοιοῦτον
πάσχον μένει χαλκὸς καὶ ξύλον λεγόμενον καὶ μετὰ τὸ πάθος· χαλκὸς γὰρ

ὑγρὸς ἢ σκληρὸς καὶ ξύλον λέγεται. καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀντι-
στρόφως τὸ ὑγρὸν τόδε χαλκὸν λέγομεν, ἂν τύχῃ κεχυμένος, καὶ
τὸ θερμὸν ξύλον. ὥστε ὅθεν ἂν ἀρχοίμεθα, τὸ ἠλλοιωμένον ταὐτὸν εἶναι
λέγεται, ὅπερ καὶ πρότερον ἦν. προσέθηκε δὲ τὴν ἀντιστροφήν, ἵνα κἂν
878

βιάζοιτό τις ἐπὶ τῶν ἐσχηματισμένων ἀπὸ τοῦ ὑποκειμένου ἀρχόμενος,


τῷ

Συμπλίκιος. In Aristotelis libros de anima commentaria [Sp.?] (fort.


auctore Prisciano Lydo) (4013: 005)“Simplicii in libros Aristotelis de
anima commentaria”, Ed. Hayduck, [Link]: Reimer, 1882;
Commentaria in Aristotelem Graeca 11.Τόμ. 11, σελ. 2, γρ. 17

ψυχῆς μέρος ἢ μὴ ἄνευ ψυχῆς (ἀπελθούσης γοῦν οὐκέτι ζῷόν ἐστιν, οὐδὲ

τῶν μορίων οὐδὲν τὸ αὐτὸ πλὴν τῷ σχήματι μόνον καθάπερ τὰ


μυθευόμενα
λιθοῦσθαι) εἰ δὴ ταῦτα οὕτω, τοῦ φυσικοῦ περὶ ψυχῆς ἂν εἴη λέγειν καὶ
εἰδέναι, καὶ εἰ μὴ πάσης, κατ' αὐτὸ τοῦτο καθ' ὃ τοιοῦτο τὸ ζῷον, καὶ τί
ἐστι ψυχὴ ἢ αὐτὸ τοῦτο τὸ μόριον, καὶ περὶ τῶν συμβεβηκότων κατὰ
τὴν τοιαύτην οὐσίαν· ἄλλως τε καὶ τῆς φύσεως διχῶς λεγομένης καὶ
οὔσης
τῆς μὲν ὡς ὕλης τῆς δὲ ὡς οὐσίας. καὶ ἔστιν αὕτη καὶ ὡς ἡ κινοῦσα
καὶ ὡς τὸ τέλος. τοιοῦτον δὲ τοῦ ζῴου ἤτοι πᾶσα ἡ ψυχὴ ἢ μέρος τι
αὐτῆς. ὥστε καὶ οὕτως ἂν λεκτέον εἴη τῷ περὶ φύσεως θεωρητικῷ περὶ
ψυχῆς μᾶλλον ἢ περὶ τῆς ὕλης, ὅσῳ μᾶλλον ἡ ὕλη δι' ἐκείνην φύσις
ἐστὶν ἢ ἀνάπαλιν. καὶ γὰρ Κλίνη καὶ τρίπους τὸ ξύλον ἐστίν, ὅτι δυνάμει
ταῦτά ἐστιν. ἀπορήσειε δ' ἄν τις εἰς τὸ νῦν λεχθὲν ἀποβλέψας, πότερον
περὶ πάσης ψυχῆς τῆς φυσικῆς ἐστιν εἰπεῖν ἢ περί τινος. εἰ γὰρ περὶ
πάσης, οὐδεμία λείπεται παρὰ τὴν φυσικὴν ἐπιστήμην φιλοσοφία. ὁ γὰρ
νοῦς τῶν νοητῶν· ὥστε περὶ πάντων ἡ φυσικὴ γνῶσις ἂν εἴη. τῆς γὰρ
αὐτῆς περὶ νοῦ καὶ τῶν νοητῶν θεωρῆσαι, εἴπερ πρὸς ἄλληλα, καὶ ἡ αὐτὴ

θεωρία τῶν πρὸς ἄλληλα πάντων καθάπερ περὶ αἰσθήσεως καὶ τῶν

Συμπλίκιος. In Aristotelis libros de anima commentaria [Sp.?] (fort.


auctore Prisciano Lydo) Τόμ. 11, σελ. 85, γρ. 1

ὅρῳ, ὡς δὲ δεκτικὴν καὶ ἐφιεμένην τοῦ ὅρου, τὴν δὲ ὡρισμένην οὐ καθ'


αὑτὴν ἀλλὰ καθ' ἑτέραν, τὸ εἶδος, καὶ μετέχουσάν πως καὶ τοῦ ἀορίστου,
ὅση γε ἐξ ὕλης, τὴν δὲ ὡς πρώτην καὶ ὅρον καὶ τελειότητα, εἴ γε κατ' αὐ-
τὴν καὶ τὸ σύνθετον καὶ εἴ γε ἐντελέχεια τὸ εἶδος, ζητεῖ ἐν τίνι τούτων
τὴν ψυχὴν τακτέον, πρότερον ὅτι οὐσία ὑπομνήσας ἐκ τῶν κατ' αὐτὴν
879

ὁρι-
ζομένων· πρὸς ἡμᾶς γὰρ πρῶτα τὰ κατὰ φύσιν ὕστερα. ὁρίζεται δὲ τῇ
ψυχῇ τὰ ἔμψυχα καὶ ζῶντα· ὅτι δὲ ταῦτα οὐσίαι, ἐπιστώσατο ἐκ τοῦ καὶ
πάντα τὰ φυσικὰ σώματα. πρόδηλα δὲ ταῦτα πᾶσιν ὄντα οὐσίαι, ὡς μὴ ἐν

ὑποκειμένῳ ὄντα καὶ ὡς τῶν ἐναντίων δεκτικά, διὰ τὸ καὶ τῇ αἰσθήσει


εἶναι γνώριμα. δοκοῦσι μὲν οὖν εἶναι ἐνίοις καὶ τὰ μαθηματικὰ οὐσίαι,  
ὡς τοῖς Πυθαγορείοις, καὶ τὰ τεχνητά, ὥσπερ τοῖς πολλοῖς, οἷον Κλίνη
καὶ
πλοῖον διὰ τὰ ὑποκείμενα αὐτοῖς ξύλα· τὸ δὲ ἀληθὲς μόνα ἐκ τούτων
τὰ φυσικά ἐστι σώματα, ἅπερ καὶ δοκεῖ καὶ ἔστι. ταῦτα γὰρ τῶν ἄλλων
ἀρχαὶ τῶν δοκούντων μὲν οὐκ ὄντων δέ, τῶν μὲν μαθηματικῶν ὡς ἐξ
ἀφαιρέσεως τούτων εἰλημμένων, τῶν δὲ τεχνητῶν ὡς ἐν τοῖς φυσικοῖς τὸ
εἶναι ἐχόντων.
      

p. 412a13 Τῶν δὲ φυσικῶν τὰ μὲν ἔχει ζωήν, τὰ δὲ οὐκ ἔχει.

 Οὐκ ἔχει μὲν τὰ ἀποσπάσματα τῶν στοιχείων καὶ ὅσα νενέκρωται·


ἐνεργῆ δὲ τὰ ἔχοντα, οὐχ ὡς συμβεβηκότος τῆς ζωῆς μετασχόντα,
καθάπερ
τὸ ξύλον τοῦ σχήματος τῆς Κλίνης. οὐσίαι γὰρ τὰ ζῶντα, ὥστε οὐσία καὶ

Συμπλίκιος. In Aristotelis libros de anima commentaria [Sp.?] (fort.


auctore Prisciano Lydo) Τόμ. 11, σελ. 85, γρ. 10

ὡς τοῖς Πυθαγορείοις, καὶ τὰ τεχνητά, ὥσπερ τοῖς πολλοῖς, οἷον Κλίνη


καὶ
πλοῖον διὰ τὰ ὑποκείμενα αὐτοῖς ξύλα· τὸ δὲ ἀληθὲς μόνα ἐκ τούτων
τὰ φυσικά ἐστι σώματα, ἅπερ καὶ δοκεῖ καὶ ἔστι. ταῦτα γὰρ τῶν ἄλλων
ἀρχαὶ τῶν δοκούντων μὲν οὐκ ὄντων δέ, τῶν μὲν μαθηματικῶν ὡς ἐξ
ἀφαιρέσεως τούτων εἰλημμένων, τῶν δὲ τεχνητῶν ὡς ἐν τοῖς φυσικοῖς τὸ
εἶναι ἐχόντων.
      

p. 412a13 Τῶν δὲ φυσικῶν τὰ μὲν ἔχει ζωήν, τὰ δὲ οὐκ ἔχει.

 Οὐκ ἔχει μὲν τὰ ἀποσπάσματα τῶν στοιχείων καὶ ὅσα νενέκρωται·


ἐνεργῆ δὲ τὰ ἔχοντα, οὐχ ὡς συμβεβηκότος τῆς ζωῆς μετασχόντα,
καθάπερ
880

τὸ ξύλον τοῦ σχήματος τῆς Κλίνης. οὐσίαι γὰρ τὰ ζῶντα, ὥστε οὐσία καὶ

ἡ ζωὴ καὶ κρείττων τῆς σωματικῆς, εἴ γε καὶ καθ' αὑτὰ συνέχεται τὰ ὀρ-
γανικὰ τῶν ζῴων σώματα, καὶ εἴπερ τῶν ἐναντίων δεκτικά. καὶ ἄλλως δὲ
τὸ ζῶν σῶμα μᾶλλον τοῦ ἀψύχου οὐσία, διὰ τὸ τὰ ζῶντα καὶ ἐγείρεσθαι
οἴκοθεν πρὸς ἐνέργειαν καὶ γεννητικὰ εἶναι οὐσιῶν. καὶ οὐσίαι οὖν καὶ
μει-
ζόνως τῶν ἀψύχων οὐσίαι τὰ ζῶντα· ὥστε καὶ ἡ ζωή, καθ' ἣν τὰ ζῶντα,
οὐσία καὶ πρώτη καὶ καθ' αὑτὴν οὐσία. καὶ ἔτι μειζόνως τῆς καθ' ἣν ἡ ὑφ'

ἧς ζωοῦται τὰ ζῶντα. ψυχὴ δὲ ἡ καθ' ἣν καὶ μάλιστα ἡ ὑφ' ἧς.

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis categorias commentarium (4015:


001)“Philoponi (olim Ammonii) in Aristotelis categorias commentarium”,
Ed. Busse, [Link]: Reimer, 1898; Commentaria in Aristotelem Graeca
13.1.Τόμ. 13,1, σελ. 17, γρ. 1

 Τὴν τῶν ὁμωνύμων διδασκαλίαν δι' ὁμωνύμων φωνῶν ἐποιήσατο·


καὶ γὰρ αὐτὸ τὸ ὁμώνυμον ὁμώνυμόν ἐστι· πολλαχῶς γὰρ λέγεται·
τῶν γὰρ ὁμωνύμων τὰ μὲν κατὰ τύχην ἐστίν, ὡς ὅταν ἐν διαφόροις τόποις

τύχωσί τινες τὸ αὐτὸ ἔχοντες ὄνομα, ὡς Ἀλέξανδρος ὁ Πάρις καὶ Ἀλέ-


ξανδρος ὁ Μακεδών, τὰ δὲ κατὰ προαίρεσιν καὶ διάνοιαν. καὶ τούτων τὰ
μὲν κατὰ μνήμην, ὡς ὅταν τις τὸν ἴδιον υἱὸν ὀνόματι τῶν προγόνων κα-
λέσῃ, τὰ δὲ κατ' ἐλπίδα, ὡς ὅταν τις τὸν ἴδιον υἱὸν προσδοκῶν ἔσεσθαι
φιλόσοφον καλέσῃ Πλάτωνα (καὶ πολλάκις συντρέχει τῷ κατὰ μνήμην τὸ

κατ' ἐλπίδα, ὡς ὅταν τοιοῦτον ἐπιτήδευμα μεταχειρισάμενος ὁ πάππος


εὑρεθῇ), τὰ δὲ κατὰ ἀναλογίαν, ὡς ὅταν τῇ τινος ἀναλογίᾳ καλέσωμέν τι,
οἷον πόδα Κλίνης καὶ κορυφὴν ὄρους (ὃν γὰρ λόγον ἔχει πρὸς τὸν
ἄνθρωπον ὁ πούς, τοῦτον καὶ πρὸς τὴν Κλίνην ὁ τῆς Κλίνης πούς), τὰ δὲ
ἀφ' ἑνός, ὡς ὅταν ἀπό τινος ὡρμημένοι καλέσωμεν τῇ ἐκείνου
προσηγορίᾳ
πάντα τὰ ἐξ αὐτοῦ, ὥσπερ ἰατρικὸν σμιλίον καὶ ἰατρικὸν φάρμακον, τὰ δὲ

πρὸς ἕν, ὡς ὅταν ἀφορῶντες πρός τι ἔσεσθαι μέλλον τέλος ὀνομάσωμεν


αὐτὰ πρὸς ἐκεῖνο, ὡς ὑγιεινὸν γυμνάσιον καὶ ὑγιεινὸν σιτίον. διαφέρει δὲ
τοῦ ἀφ' ἑνός, ὅτι ἐκεῖνα μὲν ἀπό τινος ἀρχῆς λέγεται, ταῦτα δὲ πρός τι
τέλος ὁρᾷ. τῶν δὲ ἀφ' ἑνὸς τὰ μὲν ὡς ἀπὸ παραδειγματικοῦ αἰτίου λέ-
γονται, ὡς ὁ ἐν τῇ εἰκόνι ἄνθρωπος ἀπό τινος ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, τὰ δὲ
881

ὡς ἀπὸ ποιητικοῦ, ὡς τὸ ἰατρικὸν σμιλίον. ζητητέον δὲ ἐνταῦθα κατὰ


ποῖον σημαινόμενον τῶν ὁμωνύμων ὁ Ἀριστοτέλης τὴν τῶν ὁμωνύμων

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis categorias commentarium


Τόμ. 13,1, σελ. 17, γρ. 2

καὶ γὰρ αὐτὸ τὸ ὁμώνυμον ὁμώνυμόν ἐστι· πολλαχῶς γὰρ λέγεται·


τῶν γὰρ ὁμωνύμων τὰ μὲν κατὰ τύχην ἐστίν, ὡς ὅταν ἐν διαφόροις τόποις

τύχωσί τινες τὸ αὐτὸ ἔχοντες ὄνομα, ὡς Ἀλέξανδρος ὁ Πάρις καὶ Ἀλέ-


ξανδρος ὁ Μακεδών, τὰ δὲ κατὰ προαίρεσιν καὶ διάνοιαν. καὶ τούτων τὰ
μὲν κατὰ μνήμην, ὡς ὅταν τις τὸν ἴδιον υἱὸν ὀνόματι τῶν προγόνων κα-
λέσῃ, τὰ δὲ κατ' ἐλπίδα, ὡς ὅταν τις τὸν ἴδιον υἱὸν προσδοκῶν ἔσεσθαι
φιλόσοφον καλέσῃ Πλάτωνα (καὶ πολλάκις συντρέχει τῷ κατὰ μνήμην τὸ

κατ' ἐλπίδα, ὡς ὅταν τοιοῦτον ἐπιτήδευμα μεταχειρισάμενος ὁ πάππος


εὑρεθῇ), τὰ δὲ κατὰ ἀναλογίαν, ὡς ὅταν τῇ τινος ἀναλογίᾳ καλέσωμέν τι,

οἷον πόδα Κλίνης καὶ κορυφὴν ὄρους (ὃν γὰρ λόγον ἔχει πρὸς τὸν
ἄνθρω-
πον ὁ πούς, τοῦτον καὶ πρὸς τὴν Κλίνην ὁ τῆς Κλίνης πούς), τὰ δὲ ἀφ'
ἑνός, ὡς ὅταν ἀπό τινος ὡρμημένοι καλέσωμεν τῇ ἐκείνου προσηγορίᾳ
πάντα τὰ ἐξ αὐτοῦ, ὥσπερ ἰατρικὸν σμιλίον καὶ ἰατρικὸν φάρμακον, τὰ δὲ

πρὸς ἕν, ὡς ὅταν ἀφορῶντες πρός τι ἔσεσθαι μέλλον τέλος ὀνομάσωμεν


αὐτὰ πρὸς ἐκεῖνο, ὡς ὑγιεινὸν γυμνάσιον καὶ ὑγιεινὸν σιτίον. διαφέρει δὲ
τοῦ ἀφ' ἑνός, ὅτι ἐκεῖνα μὲν ἀπό τινος ἀρχῆς λέγεται, ταῦτα δὲ πρός τι
τέλος ὁρᾷ. τῶν δὲ ἀφ' ἑνὸς τὰ μὲν ὡς ἀπὸ παραδειγματικοῦ αἰτίου λέ-
γονται, ὡς ὁ ἐν τῇ εἰκόνι ἄνθρωπος ἀπό τινος ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, τὰ δὲ
ὡς ἀπὸ ποιητικοῦ, ὡς τὸ ἰατρικὸν σμιλίον. ζητητέον δὲ ἐνταῦθα κατὰ
ποῖον σημαινόμενον τῶν ὁμωνύμων ὁ Ἀριστοτέλης τὴν τῶν ὁμωνύμων

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis categorias commentarium


Τόμ. 13,1, σελ. 22, γρ. 4

ὁμώνυμα, ὡς ὅταν τις τῷ τοῦ πατρὸς ὀνόματι τοὺς παῖδας ἢ τοὺς ἐκγό-
νους καλέσῃ. τῶν δὲ τῷ ἀφ' οὗ παρωνύμων ἀλλήλοις δὲ ὁμωνύμων τὰ
μὲν ἀπὸ ποιητικοῦ τινος αἰτίου ὀνομάζονται, ἃ ἀφ' ἑνὸς λέγεται, ὡς ἀπὸ
ἰατρικῆς ἰατρικὰ ὄργανα (ἀπ' ἐκείνης γὰρ παρωνύμως λέγονται), τὰ δὲ
ἀπὸ τοῦ τελικοῦ καὶ λέγεται πρὸς ἕν, ὡς ὑγιεινὸν σιτίον καὶ δίαιτα καὶ
γυμνάσιον· πρὸς ἓν τέλος γὰρ ὁρῶσι τὴν ὑγείαν. τὰ δὲ τῷ ἀφ' οὗ καὶ
882

ἀλλήλοις ὁμώνυμα ἢ ἀλλήλοις εἰσὶν ἰσόχρονα καὶ τῷ ἀφ' οὗ ἢ ἀλλήλοις  


μὲν ἰσόχρονα τῷ δὲ ἀφ' οὗ οὐκέτι. καὶ τῶν ἀφ' οὗ τὰ μὲν
καθ' ὁμοιότητα λέγεται τὰ δὲ κατὰ ἀναλογίαν, ὡς λέγομεν κορυφὰς
ὄρους
καὶ πόδας Κλίνης· ὃν γὰρ λόγον ἔχουσιν οἱ πόδες πρὸς τὸ ὅλον ζῷον,
οὕτω καὶ τὰ κάτω μέρη τῆς Κλίνης. τῶν δὲ καθ' ὁμοιότητα τὰ μὲν κατ'
ἐνέργειαν, ὡς ὅταν διὰ τὸ ἐοικέναι τὰς ἐνεργείας τῷ πατρὶ καλέσωμέν
τινα τῷ ἐκείνου ὀνόματι, τὰ δὲ κατὰ μορφήν, ὡς ὅταν τὴν εἰκόνα τοῦ Σω-
κράτους καλέσωμεν τῷ τοῦ Σωκράτους ὀνόματι. τῶν δὲ ἀλλήλοις μὲν
ἰσο-
χρόνων τῷ δὲ ἀφ' οὗ οὐκέτι τὰ μὲν κατ' ἐλπίδα, ὡς ὅταν τινὲς Πλάτω-
νας τοὺς υἱοὺς καλέσωσιν ἐλπίζοντες αὐτοὺς γενέσθαι κατὰ Πλάτωνα, τὰ

δὲ κατὰ μνήμην, ὡς ὅταν τινὲς καλέσωσι τὸν παῖδα τῷ τοῦ πάππου


ὀνόματι, ἵνα φυλάττηται ἡ ἐκείνου μνήμη. ἐνταῦθα οὖν Ἀριστοτέλης
ποῖον σημαινόμενον τοῦ ὁμωνύμου παραλαμβάνει; τὸ κατὰ τὴν μορφὴν
ὅμοιον. τινὲς δέ φασιν ὅτι τὸ ὡς ἀφ' ἑνός· ὡς γὰρ ἀπ' αἰτίου τοῦ ἀν-
θρώπου ἐστὶν ἡ εἰκών. ἑκάτερον δέ ἐστιν ἀληθές.  

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis categorias commentarium


Τόμ. 13,1, σελ. 41, γρ. 25

εἶναι καὶ ἑτέρας, ὡς ἐπὶ τοῦ ζῴου καὶ τοῦ ἀλόγου ζῴου· συστατικαὶ μὲν
γὰρ αἱ αὐταί, ὡς εἴρηται, διαιρετικαὶ δὲ οὐχὶ αἱ αὐταί· τοῦ μὲν γὰρ
ἁπλῶς ζῴου τὸ λογικὸν καὶ τὸ ἄλογον, τὸ θνητὸν καὶ τὸ ἀθάνατον, τοῦ
δὲ ἀλόγου τὸ πτηνὸν τὸ ἔνυδρον τὸ χερσαῖον. ὁ αὐτὸς δὲ λόγος ἁρμόσει
καὶ ἐπὶ τῶν ἀντιδιῃρημένων ἀλλήλοις γενῶν· καὶ τούτων γὰρ συστατικαὶ
μὲν αἱ αὐταί, διαιρετικαὶ δὲ ἕτεραι· ἀλόγου μὲν γὰρ αἱ εἰρημέναι, λογι-
κοῦ δὲ θνητὸν ἀθάνατον οὐράνιον χθόνιον.
 Καλῶς δὲ τῷ εἴδει προσέθηκε, τοῦτ' ἔστι τῷ πράγματι· ἐνδέχεται
γὰρ τῶν ἑτέρων γενῶν κατὰ ἀναλογίαν τὰς αὐτὰς εἶναι διαφοράς·
λέγομεν
γὰρ τῶν σκευῶν τὰ μὲν εἶναι ὑπόποδα τὰ δὲ ἄποδα· ἄποδα μὲν θυία καὶ
δοίδυξ καὶ τὰ τοιαῦτα, ὑπόποδα δὲ θρόνος καὶ Κλίνη· ἀλλὰ καὶ τῶν
ζῴων τὰ μὲν λέγομεν ὑπόποδα εἶναι τὰ δὲ ἄποδα. ἀλλ' αὗται αἱ δια-  
φοραὶ οὐκ εἰσὶν εἰδοποιοί· οὐ γὰρ τῷ εἶναι δίπους ὁ ἄνθρωπος
χαρακτηρί-
ζεται. ἀλλ' οὐδὲ εἰ τῇ φωνῇ αἱ αὐταὶ εἶναι δοκοῦσι διαφοραί, ἤδη καὶ
κατ' εἶδος αἱ αὐταί εἰσιν· οὐδὲ γὰρ τοῦ αὐτοῦ εἴδους οἵ τε τῆς Κλίνης
πόδες καὶ οἱ τοῦ ζῴου, ἐπεὶ μηδὲ ἡ ἐνέργεια ἡ αὐτή. ἐξ ἀναλογίας δὲ
εἴπερ ἄρα ἡ ὁμοιότης· τὰ γὰρ κάτω μέρη οἷον ἐρείσματα καὶ τοῦ ζῴου
καὶ τῆς Κλίνης πόδες καλοῦνται· ὡς γὰρ πρὸς ζῷον οἱ πόδες, οὕτω καὶ
883

πρὸς Κλίνην οἱ ἑρμῖνες· ἀλλ' οὐκέτι καὶ τὰς λοιπὰς χρείας τῶν ποδῶν
ἀποδιδόασι, τὸ βαδίζειν φέρε καὶ συμμετάγειν τῇ ἰδίᾳ κινήσει τὸ σῶμα
καὶ τὰ παραπλήσια· ὥστε οὐκ εἴδει οἱ αὐτοί, ἀλλὰ φωνῇ καὶ ἀναλογίᾳ.  

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis categorias commentarium


Τόμ. 13,1, σελ. 42, γρ. 3

καὶ ἐπὶ τῶν ἀντιδιῃρημένων ἀλλήλοις γενῶν· καὶ τούτων γὰρ συστατικαὶ
μὲν αἱ αὐταί, διαιρετικαὶ δὲ ἕτεραι· ἀλόγου μὲν γὰρ αἱ εἰρημέναι, λογι-
κοῦ δὲ θνητὸν ἀθάνατον οὐράνιον χθόνιον.
 Καλῶς δὲ τῷ εἴδει προσέθηκε, τοῦτ' ἔστι τῷ πράγματι· ἐνδέχεται
γὰρ τῶν ἑτέρων γενῶν κατὰ ἀναλογίαν τὰς αὐτὰς εἶναι διαφοράς·
λέγομεν
γὰρ τῶν σκευῶν τὰ μὲν εἶναι ὑπόποδα τὰ δὲ ἄποδα· ἄποδα μὲν θυία καὶ
δοίδυξ καὶ τὰ τοιαῦτα, ὑπόποδα δὲ θρόνος καὶ Κλίνη· ἀλλὰ καὶ τῶν
ζῴων τὰ μὲν λέγομεν ὑπόποδα εἶναι τὰ δὲ ἄποδα. ἀλλ' αὗται αἱ δια-  
φοραὶ οὐκ εἰσὶν εἰδοποιοί· οὐ γὰρ τῷ εἶναι δίπους ὁ ἄνθρωπος
χαρακτηρί-
ζεται. ἀλλ' οὐδὲ εἰ τῇ φωνῇ αἱ αὐταὶ εἶναι δοκοῦσι διαφοραί, ἤδη καὶ
κατ' εἶδος αἱ αὐταί εἰσιν· οὐδὲ γὰρ τοῦ αὐτοῦ εἴδους οἵ τε τῆς Κλίνης
πόδες καὶ οἱ τοῦ ζῴου, ἐπεὶ μηδὲ ἡ ἐνέργεια ἡ αὐτή. ἐξ ἀναλογίας δὲ
εἴπερ ἄρα ἡ ὁμοιότης· τὰ γὰρ κάτω μέρη οἷον ἐρείσματα καὶ τοῦ ζῴου
καὶ τῆς Κλίνης πόδες καλοῦνται· ὡς γὰρ πρὸς ζῷον οἱ πόδες, οὕτω καὶ
πρὸς Κλίνην οἱ ἑρμῖνες· ἀλλ' οὐκέτι καὶ τὰς λοιπὰς χρείας τῶν ποδῶν
ἀποδιδόασι, τὸ βαδίζειν φέρε καὶ συμμετάγειν τῇ ἰδίᾳ κινήσει τὸ σῶμα
καὶ τὰ παραπλήσια· ὥστε οὐκ εἴδει οἱ αὐτοί, ἀλλὰ φωνῇ καὶ ἀναλογίᾳ.
      
Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis physicorum libros commentaria
Τόμ. 16, σελ. 157, γρ. 3

ἀνδριάς· οὐδὲν γὰρ ἕτερον ἐξαλλάττεται ἐν τῷ χαλκῷ πλὴν τοῦ σχήματος

καὶ τῆς θέσεως τῶν μορίων. κατὰ πρόσθεσιν δὲ γινόμενά φησι τὰ κατὰ
ποσὸν μεταβάλλοντα· τὸ γὰρ αὐξόμενον προσθέσει αὔξεται (τῇ τροφῇ
γάρ),
προσθέσει δὲ οὐ τοῦ ὁμοουσίου (οὐ γὰρ κατὰ πρόσθεσιν σαρκὸς ἡ σὰρξ
αὔξεται), ἀλλ', ὡς ἐν τῷ Περὶ γενέσεως εἴρηται, περιχεομένης τῆς ὑγρό-
τητος τῆς ἐκ τῆς τροφῆς τοῖς μορίοις οὕτως ἡ μεταβολὴ εἰς τὰ μόρια
γίνεται, διὸ καὶ τὰ αὐξανόμενα πλείονι τροφῇ χρῆται. ἀφαιρέσει δὲ γί-
νεται ἤ, ὥσπερ αὐτός φησιν, ὁ Ἑρμῆς ἐκ τοῦ λίθου (τινῶν γὰρ ἀποξε-  
σθέντων τοῦ λίθου μορίων, οὕτως γίνεται), ἢ καὶ ἐπὶ τῶν φύσει, ὡς ἐπὶ
τῶν φθινόντων καὶ μειουμένων διὰ τὴν ἐκδιαφόρησιν. συνθέσει δὲ γίνε-
884

ται ἐπὶ τῶν τεχνητῶν, ὥσπερ ἡ οἰκία καὶ ἡ Κλίνη· ἥ τε γὰρ οἰκία κατὰ
μόνην τὴν τῶν λίθων καὶ ξύλων σύνθεσιν ἀπετελέσθη, καὶ ἡ Κλίνη κατὰ
τὴν σύνθεσιν τῶν μορίων· οὐδὲν γὰρ ἕτερον ἐπὶ τούτων ὁ τεχνίτης ἢ τὰς
ὕλας εὐεργοὺς ποιήσας συνέθηκεν. ἔστι δὲ καὶ ἐπὶ φυσικῶν τὰ κατὰ σύν-
θεσιν γινόμενα· συντίθησι γὰρ ἡ φύσις καὶ τὰ στοιχεῖα εἰς γένεσιν τῶν
ὁμοιομερῶν, καὶ τὰ ὁμοιομερῆ εἰς γένεσιν τῶν ὀργανικῶν, καὶ ταῦτα εἰς
τὴν τοῦ ὅλου ζῴου γένεσιν, εἰ καὶ ἐπακολουθεῖ ἔξωθεν τῇ τοιᾷδε

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 16, σελ. 157, γρ. 4

καὶ τῆς θέσεως τῶν μορίων. κατὰ πρόσθεσιν δὲ γινόμενά φησι τὰ κατὰ
ποσὸν μεταβάλλοντα· τὸ γὰρ αὐξόμενον προσθέσει αὔξεται (τῇ τροφῇ
γάρ),
προσθέσει δὲ οὐ τοῦ ὁμοουσίου (οὐ γὰρ κατὰ πρόσθεσιν σαρκὸς ἡ σὰρξ
αὔξεται), ἀλλ', ὡς ἐν τῷ Περὶ γενέσεως εἴρηται, περιχεομένης τῆς ὑγρό-
τητος τῆς ἐκ τῆς τροφῆς τοῖς μορίοις οὕτως ἡ μεταβολὴ εἰς τὰ μόρια
γίνεται, διὸ καὶ τὰ αὐξανόμενα πλείονι τροφῇ χρῆται. ἀφαιρέσει δὲ γί-
νεται ἤ, ὥσπερ αὐτός φησιν, ὁ Ἑρμῆς ἐκ τοῦ λίθου (τινῶν γὰρ ἀποξε-  
σθέντων τοῦ λίθου μορίων, οὕτως γίνεται), ἢ καὶ ἐπὶ τῶν φύσει, ὡς ἐπὶ
τῶν φθινόντων καὶ μειουμένων διὰ τὴν ἐκδιαφόρησιν. συνθέσει δὲ γίνε-
ται ἐπὶ τῶν τεχνητῶν, ὥσπερ ἡ οἰκία καὶ ἡ Κλίνη· ἥ τε γὰρ οἰκία κατὰ
μόνην τὴν τῶν λίθων καὶ ξύλων σύνθεσιν ἀπετελέσθη, καὶ ἡ Κλίνη κατὰ
τὴν σύνθεσιν τῶν μορίων· οὐδὲν γὰρ ἕτερον ἐπὶ τούτων ὁ τεχνίτης ἢ τὰς
ὕλας εὐεργοὺς ποιήσας συνέθηκεν. ἔστι δὲ καὶ ἐπὶ φυσικῶν τὰ κατὰ σύν-
θεσιν γινόμενα· συντίθησι γὰρ ἡ φύσις καὶ τὰ στοιχεῖα εἰς γένεσιν τῶν
ὁμοιομερῶν, καὶ τὰ ὁμοιομερῆ εἰς γένεσιν τῶν ὀργανικῶν, καὶ ταῦτα εἰς
τὴν τοῦ ὅλου ζῴου γένεσιν, εἰ καὶ ἐπακολουθεῖ ἔξωθεν τῇ τοιᾷδε

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 16, σελ. 162, γρ. 26

χεῖρον πάντων τούτων ὃ καὶ ὑποκείμενον πᾶσι, τὸ δὲ πρῶτον μηδὲν ὂν


τῶν
ὄντων κρεῖττόν ἐστι πάντων καὶ πάντων ὑπεραναβεβηκός. ἀνόμοιος οὖν

ὁμοιότης· τοῦ μὲν γὰρ ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δ' ἐπὶ τὸ χεῖρον,
ἡ ὁμοιότης μὲν κατὰ τὸ ἀνείδεον, ἀνομοίως δ' ὅτι τὸ μὲν ὑπὲρ τὸ εἶδος,
ἡ δὲ χείρων ἢ κατὰ τὸ εἶδος. εἷς μὲν οὖν τρόπος τῆς γνώσεως τῆς
ὕλης οὗτος, δεύτερος δ' ὁ κατὰ ἀναλογίαν, ᾧ καὶ Ἀριστοτέλης νῦν ἐχρή-
σατο, ὅτι ὃν λόγον ἔχει ὁ χαλκὸς πρὸς πάντα τὰ χαλκᾶ σκεύη καὶ τὰ
ξύλα πρὸς πάντα τὰ ξύλινα σκεύη, τὸν αὐτὸν λόγον ἔχει καὶ ἡ ὕλη πρὸς
πάντα τὰ ὄντα· ὅνπερ γὰρ τρόπον τυφλῷ εἰ βουληθείημεν ὑπογράψαι τίς
885

ἡ τοῦ ξύλου φύσις, ἤγομεν ἂν αὐτὸν εἰς τὴν τοῦ ξύλου ἔννοιαν
φάσκοντες
ὅτι ἐκεῖνό ἐστι ξύλον, ὃ οὔτε Κλίνη ἐστὶν οὔτε θύρα οὔτε ἀβάκιον οὔτε
ἕτερόν τι τῶν ξυλίνων σκευῶν, ἀλλ' ὃ πᾶσι τούτοις ὑποβέβληται καὶ αὐτὸ

μηδὲν ἔχον ἐν τῇ οὐσίᾳ τῶν τοιούτων εἶδός τι πέφυκε πάντα δέχεσθαι,


τὸν αὐτὸν τρόπον ἀναχθησόμεθα καὶ εἰς τὴν τῆς ὕλης ἔννοιαν λέγοντες
μηδεμίαν εἶναι αὐτὴν τῶν φυσικῶν εἰδῶν, ὃ πᾶσι δὲ τούτοις ὑποβέβληται

καὶ ὑπέστρωται, τοῦτο εἶναι τὴν ὕλην. ὅθεν ὁ Πλάτων καὶ “νόθῳ
λογισμῷ”

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 16, σελ. 163, γρ. 29

θέτου ἢ οὐχ ὁμοίως, διὰ τῶν ἑξῆς δείκνυσιν.


      

p. 190b24 Ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος καὶ ὁ χρυσὸς καὶ ὅλως ἡ ὕλη


ἀριθμητή· τόδε γάρ τι μᾶλλον καὶ οὐ κατὰ συμβεβηκὸς ἐξ αὐ-
    τοῦ γίνεται τὸ γινόμενον.

 Ἐπειδὴ εἶπεν ὅτι τὸ ὑποκείμενον τῷ μὲν ἀριθμῷ ἕν ἐστι, τῷ δὲ εἴ-


δει δύο, βούλεται τοῦτο αὐτὸ δεῖξαι καὶ ἐξ αὐτοῦ συναγαγεῖν ὅπως ἑκά-
τερον ἔχει πρὸς τὸ ἀρχὴ εἶναι. φησὶν οὖν ὅτι ἡ ὕλη ἀριθμητή ἐστι· τό-
δε γάρ τι. καὶ γὰρ τῆς μουσικῆς ὕλη ὁ ἄνθρωπος, ὅσπερ τόδε τί ἐστι
καὶ ἀριθμητός, καὶ τῆς Κλίνης τὸ ξύλον, τὴν μέντοι ἀμουσίαν ἢ τὴν
ἀσχη-
μοσύνην οὐκ ἔστιν εἰπεῖν τόδε τι, διότι μηδ' ὅρον ἔχει μηδὲ ὑφίσταται·  
τὸ μὲν γὰρ τόδε τι ὄν τί ἐστιν, ὃ δὲ μὴ ἔστι τόδε τι, οὐκ ἂν εἴη κυρίως
ὄν. ἡ μὲν οὖν διάκρισις αὐτῶν αὕτη, ἔχεις δ' ἐντεῦθεν καὶ ὅπως ἑκάτε-
ρον ἀρχή· ἡ μὲν γὰρ ὕλη τόδε τι οὖσα καὶ συμπληροῦσα τὸ σύνθετον
καθ' αὑτὸ ἂν εἴη ἀρχή, ἡ δὲ στέρησις οὐ καθ' αὑτὸ μέν (οὐ γὰρ ὁρᾶται
ἐν τῷ συνθέτῳ, οὐδ' ἔστι τόδε τι τοῦ συνθέτου ὥσπερ ἡ ὕλη), διότι δὲ
τῇ καθ' αὑτὸ ἀρχῇ συμβέβηκε, λέγω δὴ τῇ ὕλῃ, κατὰ συμβεβηκὸς ἂν εἴη
ἀρχή. εἰπὼν δὲ ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ χρυσός, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ καθόλου
προσθεὶς καὶ ὅλως ἡ ὕλη. τὸ δὲ εἰπεῖν τόδε γάρ τι μᾶλλον ἢ ‘μᾶλ-
λον τόδε τι τοῦ εἴδους ἡ ὕλη’ φησίν, ἢ, ὡς ἤδη εἴπομεν, ἡ σύγκρισις

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis physicorum libros commentaria


886

Τόμ. 16, σελ. 210, γρ. 3

τότε ἔχει τὴν ἑαυτοῦ τέχνην, οὕτω καὶ τὸ φυσικὸν ὅταν ἀπολάβῃ τὸ
ἑαυτοῦ
εἶδος τότε ἔχει τὴν φύσιν, καὶ ἐνταῦθα δὲ τὸ αὐτὸ λέγεται, ὅτι ἕκαστον
λέγεται τοιοῦτον εἶναι, ὅταν ἀπολάβῃ τὸ ἑαυτοῦ εἶδος. ἀλλ' οἱ ἐξηγηταὶ
διαιροῦσι τὰ ἐπιχειρήματα, καίτοι οὐδ' αὐτὸς ὁ Ἀριστοτέλης φαίνεται σα-
φῶς διαιρῶν ταῦτα, ἀλλ' ὡς ἓν προάγων. τὸ δὲ τρίτον ἐπιχείρημα, ὃ τί-
θησιν, ἀπάντησίς ἐστι τοῦ ἐπιχειρήματος, δι' οὗ τὴν ὕλην φύσιν λέγουσι·
δι' ὧν γὰρ κατεσκεύασαν ὅτι ἡ ὕλη φύσις, διὰ τῶν αὐτῶν καὶ αὐτὸς κατα-
σκευάζει, ὅτι τὸ εἶδος φύσις. ὅσον γάρ, φησίν, ἐπὶ τῷ ἐπιχειρήματι, δι'  
οὗ ἐδείξατε τὴν ὕλην φύσιν, δειχθήσεται καὶ τὸ εἶδος οὐδὲν ἧττον φύσις·
εἰ γὰρ διότι ἐκ Κλίνης οὐ γέγονε Κλίνη ἀλλὰ ξύλον, ὅπερ ἦν ὕλη τῆς
Κλίνης,
διὰ τοῦτο, ὡς ὑπομένουσαν τὴν ὕλην τῆς Κλίνης ἐν τῷ γινομένῳ, τὴν
ὕλην
φύσιν εἶναί φασιν, ἐπειδὴ γίνεται καὶ ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου, καὶ ἔστι τὸ
εἶδος ὁ ἄνθρωπος, τοῦτο ἂν εἴη φύσις. εἰ γὰρ ἐπειδὴ μὴ τὸ γινόμενον ἐκ
τῆς Κλίνης Κλίνη ἐστὶν ἀλλ' ἦν τῆς Κλίνης ὕλη τὸ ξύλον, διὰ τοῦτο ἡ
ὕλη φύσις ἐστίν, ἐπειδὴ καὶ τὸ ἐξ ἀνθρώπου γινόμενον ἄνθρωπός ἐστι καὶ

οὐχ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ὕλη, δῆλον ἄρα ὅτι τὸ εἶδός ἐστιν ἡ φύσις· τοῦτο
γάρ ἐστι τὸ γινόμενον, ὥσπερ ἐπὶ τῆς Κλίνης ἡ ὕλη. συμβαίνει οὖν ὅσον
ἐκ τῶν λόγων τούτων ἢ ἀμφότερα εἶναι φύσιν, καὶ τὸ εἶδος καὶ τὴν ὕλην,
ἢ μηδὲ ἕτερον· ὥστε ἢ καὶ ἡμῖν συγχωρησάτωσαν τὸ εἶδος φύσιν δεικνύ-
ουσιν, ἢ μηδὲ αὐτοὶ τὴν ὕλην φύσιν λεγέτωσαν· διὰ τῶν αὐτῶν γὰρ

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 16, σελ. 210, γρ. 21

ἢ μηδὲ ἕτερον· ὥστε ἢ καὶ ἡμῖν συγχωρησάτωσαν τὸ εἶδος φύσιν δεικνύ-


ουσιν, ἢ μηδὲ αὐτοὶ τὴν ὕλην φύσιν λεγέτωσαν· διὰ τῶν αὐτῶν γὰρ
ἀμφο-
τέροις ἡ ἐπιχείρησις. ἀμφότερα μὲν οὖν φύσιν λέγειν ἀδύνατον· οὐ γὰρ
δὴ ἐπ' ἄλλων μὲν ἡ ὕλη φύσις ἂν εἴη, ἐπ' ἄλλων δὲ τὸ εἶδος· δεῖ γὰρ
καθ' ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἐπὶ πάντων εἶναι τὴν φύσιν· τίς γὰρ ἡ ἀποκλήρωσις
τούτοις μὲν τὴν ὕλην φύσιν εἶναι, ἄλλοις δὲ τὸ εἶδος; ἔοικεν οὖν ὅσον ἐπὶ

τούτοις μηδέτερον εἶναι φύσις· οὔτε γὰρ ἄμφω δυνατὸν διὰ τὰ νῦν εἰρη-
μένα, οὔτε θάτερον μόνον διὰ τὴν ἐπιχείρησιν· ὅσον γὰρ ἐπ' αὐτῇ, ἀμφό-
τερα ἔσται, τοῦτο δὲ ἀδύνατον· οὐδὲν ἄρα τούτων φύσις. ἀλλ' ἡμεῖς
887

φαμεν
ὅτι τῷ ὄντι οὐκ ἔστι φύσις τὸ τεχνητὸν εἶδος, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπεὶ μὴ φύσις

ἐστίν, οὐδὲ γίνεται ἐκ τῆς Κλίνης Κλίνη, τὸ μέντοι ξύλον εἶδος ὂν


φυσικὸν
καὶ οὐχ ὕλη εἰκότως ξύλον ποιεῖ· ὥστε εἰ ἐκ τούτου στοχάζονται ὅτι ἡ
ὕλη φύσις, ἐκ τοῦ τὸ γινόμενον μὴ τὸ εἶδος εἶναι ἀλλὰ τὴν ὕλην, ὡς ἐπὶ
τῶν τεχνητῶν ἔχει, ἐπειδὴ δέδεικται καὶ ἡμῖν ὅτι τὸ εἶδός ἐστι τὸ γινό-
μενον ἐξ εἴδους (εἶδος γὰρ ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ ἵππος καὶ οἱ καρποὶ πάντες,
γίνεται δὲ ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου καὶ σῖτος ἐκ σίτου καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν
ὁμοίως), τὸ εἶδος ἂν εἴη φύσις καὶ οὐχ ἡ ὕλη· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ γεν-
νητικὸν καὶ τὸ γεννώμενον. ὥστε τοῦτο μόνον ἂν εἴη φύσις καὶ ἐξ ὧν
ἐκεῖνοι κατασκευάζειν ἐπεχείρησαν, ὅτι ἡ ὕλη φύσις· διὰ τοῦτο γὰρ καὶ ἡ

Κλίνη οὐ γεννᾷ Κλίνην ἀλλὰ ξύλον, ἐπειδὴ ἡ μὲν Κλίνη οὐκ ἔστι
φυσικὸν εἶδος ἀλλὰ τεχνητόν, τὸ δὲ ξύλον τῆς μὲν Κλίνης ὕλη ἐστὶν ὡς
τεχνητή, αὐτὸ

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 16, σελ. 215, γρ. 25

 λέγεται ὅταν ἐντελεχείᾳ ᾖ, μᾶλλον ἢ ὅταν δυνάμει.

 Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα. ἕκαστον τότε λέγεται εἶναι, ὅταν ἀπολάβῃ


τὸ ἑαυτοῦ εἶδος· ἕκαστον τότε λέγεται εἶναι, ὅταν ἀπολάβῃ τὴν ἑαυτοῦ
φύσιν· τὸ ἀπειληφὸς ἄρα τὸ ἑαυτοῦ εἶδος ἀπείληφε τὴν ἑαυτοῦ φύσιν.
ἔστι δὲ τὸ ῥητὸν τοῦτο πρὸς τὸ ἀνωτέρω συνεχές· εἰπὼν γὰρ ὅτι ‘ἡ
μορφὴ καὶ τὸ εἶδος φύσις’, ἐπήγαγε καὶ μᾶλλον αὕτη φύσις τῆς ὕλης,
τουτέστιν ἡ μορφή. τὰ δὲ ἄλλα διὰ μέσου “τὸ δὲ ἐκ τούτων φύσις μὲν
οὐκ ἔστι, φύσει δέ, οἷον ἄνθρωπος”.
      

p. 193b8 Ἔτι γίνεται ἄνθρωπος ἐξ ἀνθρώπου, ἀλλ' οὐ Κλίνη ἐκ


      Κλίνης.

 Τὸ τρίτον ἐπιχείρημα. δι' ὧν κατεσκεύασαν αὐτοὶ ὅτι ἡ ὕλη φύσις,


διὰ τούτων αὐτὸς κατασκευάζει ὅτι μᾶλλον τὸ εἶδος ἢ ἡ ὕλη, ὥσπερ εἰ-
ρήκαμεν. ἔτι ἡ φύσις ἡ λεγομένη ὡς γένεσις ὁδός ἐστιν εἰς φύσιν.  
ὅτι καὶ ἐκ τοῦ τρίτου σημαινομένου τῆς φύσεως, τοῦ ἐπὶ τῆς ἐκφύσεως,
888

δείκνυται μᾶλλον κυριώτερον τὸ εἶδος φύσις ὂν ἢ ἡ ὕλη.


      

Ιωάννης Φιλόπονος In Aristotelis physicorum libros commentaria


Τόμ. 16, σελ. 229, γρ. 21

ἀλλ' οὖν ἐν τῇ ἀποδόσει τῆς τῶν κατὰ μέρος γενέσεως οὐκέτι τῷ νῷ


ἐχρήσατο, ἀλλ' εἰς ὑλικὰς πάλιν κατέπεσεν αἰτίας· τὰς γὰρ ὁμοιομερείας
σαρκὸς καὶ ὀστοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ᾐτιάσατο, ἅπερ ὡς ὑλικὸν ὑπετίθετο
αἴτιον. ὅσον μὲν οὖν ἐπὶ τῇ τῶν ἀρχαίων δόξῃ, περὶ τῆς ὕλης δόξειεν ἂν
εἶναι τοῦ φυσικοῦ διαλέγεσθαι, ὅτι δὲ περὶ ἀμφοτέρων δεῖ τὸν φυσικὸν
ποιεῖσθαι τοὺς λόγους, δείκνυσι διὰ πλειόνων ἐπιχειρημάτων· καὶ πρῶτόν

γε ἐκ τῆς ἀναλογίας τῆς τέχνης πρὸς τὴν φύσιν, ἐπειδὴ καὶ εἰκών ἐστι τῆς

φύσεως ἡ τέχνη. εἰ τοίνυν ὁρῶμεν, ὅτι τῆς αὐτῆς τέχνης ἐστὶν εἰδέναι
καὶ τὴν ὕλην καὶ τὸ εἶδος (ὁ γὰρ οἰκοδόμος οὐ μόνον τὸ εἶδος τῆς οἰκίας
οἶδεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὕλην τὴν ἐπιτηδείαν εἰς τὸ καταδέξασθαι τὸ τῆς οἰ-
κίας εἶδος, καὶ ὁ τέκτων εἰδὼς τὰ εἴδη τῶν σκευῶν, Κλίνης θρόνου καὶ
τῶν λοιπῶν, οἶδε καὶ ποία ὕλη πρὸς ποῖον εἶδος ἐπιτηδεία ἐστίν), εἰ
τοίνυν
τοῦ αὐτοῦ τεχνίτου ἐστὶ καὶ τὸ εἶδος καὶ τὴν ὕλην τὴν οἰκείαν τῷ εἴδει
γνῶναι, καὶ τοῦ φυσικοῦ ἄρα τοῦ αὐτοῦ καὶ ἡ τοῦ εἴδους καὶ ἡ τῆς ὕλης
[προσήκει] ἐπίσκεψις.

Syrianus Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria (4017: 001)


“Syriani in metaphysica commentaria”, Ed. Kroll, [Link]: Reimer,
1902; Commentaria in Aristotelem Graeca 6.1.Σελ. 133, γρ. 8

δέχεσθαι, ὡς ἐν τῷ Φαίδωνι γέγραπται· ἀλλ' οὖν μὴ ὑπαρχέτω τοῦτο τοῖς


ἀριθμητοῖς πρὸς τὸ παρόν)· ἀλλ' οἵ γε ἀριθμοὶ οὐχ ὅτι ἐξ ἀδιαιρέτων  
σύγκεινται τῶν μονάδων, διὰ τοῦτο ἕτερόν τι ἔχουσι παρὰ τὰς μονάδας
(καὶ γὰρ τὰ πολλὰ σημεῖα ἀδιαίρετα, ἀλλ' ὅμως οὐ δοκεῖ τι αὐτά γε
συμπλη-
ροῦν ἄλλο παρ' αὐτὰ τὰ ὑποκείμενα), ἀλλ' ὅτι ἔστι τι ἐν αὐτοῖς τὸ μὲν
ὕλῃ τὸ δὲ εἴδει ἀναλογοῦν. ἀμέλει ὅταν τὸν τρία τῷ τέσσαρα συντιθῶμεν
καὶ ποιῶμεν τὸν ἑπτά, λέγομεν μὲν οὕτως, οὐ μήν ἐστι τὸ λεγόμενον
ἀληθές·
ἀλλὰ γὰρ αἱ μονάδες ταῖς μονάσι συμπλακεῖσαι τὸ ὑποκείμενον ποιοῦσι
τοῦ ἑπτὰ ἀριθμοῦ, γίγνεται δὲ ὁ ἑπτὰ ἐκ μονάδων τοσῶνδε καὶ τῆς
ἑπτάδος.
889

τίς οὖν ὁ τὴν ἑπτάδα ταῖς μονάσιν ἐπιφέρων; τίς δὲ ὁ τὸ εἶδος τῆς Κλίνης

τῇ τοιᾷδε συνθέσει τῶν ξύλων; ἢ δῆλον ὅτι ψυχὴ μὲν τεκτονικὴ τῷ ἔχειν
τὴν τέχνην εἰδοποιεῖ τὰ ξύλα πρὸς Κλίνης ἀπογέννησιν· ψυχὴ δὲ
ἀριθμητικὴ
τῷ ἔχειν ἐν ἑαυτῇ τὴν ἀρχηγικὴν μονάδα πάντας εἰδοποιεῖ καὶ ὑφίστησι
τοὺς ἀριθμούς. διαφέρει δὲ τοσοῦτον, ὅτι ἡ μὲν τεκτονικὴ οὔτε φύσει
ἡμῖν
ὑπάρχει καὶ δεῖται χειρουργίας διὰ τὸ περὶ ὕλην αἰσθητὴν
ἀναστρέφεσθαι,
ἡ δὲ ἀριθμητικὴ καὶ φύσει πάρεστιν ἡμῖν (διὸ καὶ πᾶσιν ὑπάρχει) καὶ
διανοητὴν ἔχει τὴν ὕλην, ὅθεν αὐτὴν καὶ ῥᾳδίως καὶ ἀχρόνως μορφοῖ. καὶ

ἴσως δι' αὐτὸ τοῦτο καὶ ἠπατήθησαν οἱ πολλοί, μηδὲν εἶναι νομίσαντες τὰ

ἑπτὰ παρὰ τὰς τοσάσδε μονάδας· ἡ γὰρ τῶν ἰδιωτῶν φαντασία ἐὰν μὴ
πρότερον ἴδῃ τὸ ἀκόσμητον, εἶτα τὴν εἰς αὐτὸ παρατεταμένην τοῦ
κοσμοῦντος

Syrianus Phil., In Aristotelis metaphysica commentaria Σελ. 133, γρ. 10

σύγκεινται τῶν μονάδων, διὰ τοῦτο ἕτερόν τι ἔχουσι παρὰ τὰς μονάδας
(καὶ γὰρ τὰ πολλὰ σημεῖα ἀδιαίρετα, ἀλλ' ὅμως οὐ δοκεῖ τι αὐτά γε
συμπλη-
ροῦν ἄλλο παρ' αὐτὰ τὰ ὑποκείμενα), ἀλλ' ὅτι ἔστι τι ἐν αὐτοῖς τὸ μὲν
ὕλῃ τὸ δὲ εἴδει ἀναλογοῦν. ἀμέλει ὅταν τὸν τρία τῷ τέσσαρα συντιθῶμεν
καὶ ποιῶμεν τὸν ἑπτά, λέγομεν μὲν οὕτως, οὐ μήν ἐστι τὸ λεγόμενον
ἀληθές·
ἀλλὰ γὰρ αἱ μονάδες ταῖς μονάσι συμπλακεῖσαι τὸ ὑποκείμενον ποιοῦσι
τοῦ ἑπτὰ ἀριθμοῦ, γίγνεται δὲ ὁ ἑπτὰ ἐκ μονάδων τοσῶνδε καὶ τῆς
ἑπτάδος.
τίς οὖν ὁ τὴν ἑπτάδα ταῖς μονάσιν ἐπιφέρων; τίς δὲ ὁ τὸ εἶδος τῆς Κλίνης

τῇ τοιᾷδε συνθέσει τῶν ξύλων; ἢ δῆλον ὅτι ψυχὴ μὲν τεκτονικὴ τῷ ἔχειν
τὴν τέχνην εἰδοποιεῖ τὰ ξύλα πρὸς Κλίνης ἀπογέννησιν· ψυχὴ δὲ
ἀριθμητικὴ
τῷ ἔχειν ἐν ἑαυτῇ τὴν ἀρχηγικὴν μονάδα πάντας εἰδοποιεῖ καὶ ὑφίστησι
τοὺς ἀριθμούς. διαφέρει δὲ τοσοῦτον, ὅτι ἡ μὲν τεκτονικὴ οὔτε φύσει
ἡμῖν
ὑπάρχει καὶ δεῖται χειρουργίας διὰ τὸ περὶ ὕλην αἰσθητὴν
ἀναστρέφεσθαι,
ἡ δὲ ἀριθμητικὴ καὶ φύσει πάρεστιν ἡμῖν (διὸ καὶ πᾶσιν ὑπάρχει) καὶ
890

διανοητὴν ἔχει τὴν ὕλην, ὅθεν αὐτὴν καὶ ῥᾳδίως καὶ ἀχρόνως μορφοῖ. καὶ

ἴσως δι' αὐτὸ τοῦτο καὶ ἠπατήθησαν οἱ πολλοί, μηδὲν εἶναι νομίσαντες τὰ

ἑπτὰ παρὰ τὰς τοσάσδε μονάδας· ἡ γὰρ τῶν ἰδιωτῶν φαντασία ἐὰν μὴ
πρότερον ἴδῃ τὸ ἀκόσμητον, εἶτα τὴν εἰς αὐτὸ παρατεταμένην τοῦ

Asclepius Phil., In Aristotelis metaphysicorum libros A–Z


commentaria (4018: 001)“Asclepii in Aristotelis metaphysicorum libros
A–Z commentaria”, Ed. Hayduck, [Link]: Reimer, 1888; Commentaria
in Aristotelem Graeca 6.2.Σελ. 26, γρ. 1

ρους. πῶς δὲ δυνατόν ἐστιν εἶναι ἐπιστήμην ἀπείρων οὐσῶν τῶν ἀρχῶν;
τὸ
γὰρ ἄπειρον οὐ γινώσκεται. πάντα γὰρ τὰ ὁμοιομερῆ, καθάπερ ὕδωρ καὶ
πῦρ, φησὶ γίνεσθαι καὶ ἀπόλλυσθαι (καὶ τὸ ὕδωρ γὰρ καὶ τὸ πῦρ ἐκ τῶν
ὁμοιομερῶν ἐγέννα), συγκρίσει δὲ τὴν γένεσιν. οὐδὲν δὲ ἀπόλλυσθαι
ἔλεγε
ταῦτα λέγων οὔτε γίνεσθαι, ἀλλὰ μένειν ἀίδια· διακρινόμενα γὰρ ἐν ἄλλῳ

εὑρίσκονται, καὶ πάλιν πρὸ τῆς συγκρίσεως ἴσα. ἐκ μὲν τούτων ἁπάντων
μόνη αἰτία φαίνεται ἡ ἐν ὕλης εἴδει, τουτέστιν ἡ ὑλικὴ αἰτία. προϊόντων
δὲ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὡδοποίησεν αὐτοῖς καὶ ὥσπερ ἠνάγκασεν ὑποτίθεσθαι

καὶ εἰδικὸν αἴτιον. συνελογίσαντο γὰρ ὅτι οὐδέποτε ἡ ὕλη αὐτὴ ἑαυτὴν
καλλύνει οὔτε γίνεται ἄνω ποταμῶν ἱερῶν· οὔτε γὰρ βλαστάνουσι τὰ
κρείτ-  
τονα ἐκ τῶν χειρίστων. οὐ γὰρ τὸ ξύλον ποιεῖ ἑαυτὸ Κλίνην ἢ ἀβάκιον,
ἢ ὁ χρυσὸς ἀνδριάντα ἢ ἄλλο τοιοῦτον. πάλιν ἦλθον εἰς ἔννοιαν, ὅτι
ἕτερόν ἐστι παρὰ ταῦτα τὰ δύο τὸ κοσμοῦν τὴν ὕλην καὶ ποιοῦν ἐπιτίθε-
σθαι αὐτῇ τὸ εἶδος. οὔτε γὰρ τὸ εἶδος αὐτὸ ἑαυτὸ ἄνυλον ὂν ἐμβάλλει
εἰς τὴν ὕλην, ἀλλ' ἄλλο τί ἐστιν αἴτιον ἐξῃρημένον τὸ κοσμοῦν τὴν ὕλην
καὶ παράγον αὐτήν. εἰ γὰρ καὶ ἡ γένεσις καὶ ἡ φθορά, φησίν, ἔκ τινος
αἰτίου ὑλικοῦ συμβαίνει ἑνὸς ἢ καὶ πλειόνων, διὰ τί τοῦτο συμβαίνει
καὶ τί τὸ αἴτιον; οὔτε γὰρ τὸ ὑποκείμενον ποιεῖ αὐτὸ ἑαυτὸ μεταβάλλειν,
οἷον οὔτε τὸ ξύλον οὔτε ὁ χαλκὸς αἴτιος τοῦ μεταβάλλειν ἑκάτερον
αὐτῶν,
οὐδὲ ποιεῖ τὸ μὲν ξύλον Κλίνην, ὁ δὲ χαλκὸς ἀνδριάντα, ἀλλ' ἕτερόν
ἐστιν
αἴτιον τῆς μεταβολῆς ταύτης, τουτέστι τὸ ποιητικόν, τὸ καὶ ἐμβάλλον τὸ
891

Asclepius Phil., In Aristotelis metaphysicorum libros A-Z commentaria


Σελ. 26, γρ. 10

καλλύνει οὔτε γίνεται ἄνω ποταμῶν ἱερῶν· οὔτε γὰρ βλαστάνουσι τὰ


κρείτ-  
τονα ἐκ τῶν χειρίστων. οὐ γὰρ τὸ ξύλον ποιεῖ ἑαυτὸ Κλίνην ἢ ἀβάκιον,
ἢ ὁ χρυσὸς ἀνδριάντα ἢ ἄλλο τοιοῦτον. πάλιν ἦλθον εἰς ἔννοιαν, ὅτι
ἕτερόν ἐστι παρὰ ταῦτα τὰ δύο τὸ κοσμοῦν τὴν ὕλην καὶ ποιοῦν ἐπιτίθε-
σθαι αὐτῇ τὸ εἶδος. οὔτε γὰρ τὸ εἶδος αὐτὸ ἑαυτὸ ἄνυλον ὂν ἐμβάλλει
εἰς τὴν ὕλην, ἀλλ' ἄλλο τί ἐστιν αἴτιον ἐξῃρημένον τὸ κοσμοῦν τὴν ὕλην
καὶ παράγον αὐτήν. εἰ γὰρ καὶ ἡ γένεσις καὶ ἡ φθορά, φησίν, ἔκ τινος
αἰτίου ὑλικοῦ συμβαίνει ἑνὸς ἢ καὶ πλειόνων, διὰ τί τοῦτο συμβαίνει
καὶ τί τὸ αἴτιον; οὔτε γὰρ τὸ ὑποκείμενον ποιεῖ αὐτὸ ἑαυτὸ μεταβάλλειν,
οἷον οὔτε τὸ ξύλον οὔτε ὁ χαλκὸς αἴτιος τοῦ μεταβάλλειν ἑκάτερον
αὐτῶν,
οὐδὲ ποιεῖ τὸ μὲν ξύλον Κλίνην, ὁ δὲ χαλκὸς ἀνδριάντα, ἀλλ' ἕτερόν
ἐστιν
αἴτιον τῆς μεταβολῆς ταύτης, τουτέστι τὸ ποιητικόν, τὸ καὶ ἐμβάλλον τὸ
εἶδος. τοῦτο δέ ἐστι τὸ ζητεῖν τὴν ἑτέραν ἀρχήν, φημὶ δὴ τὸ ποιητι-
κὸν αἴτιον.

Asclepius Phil., In Aristotelis metaphysicorum libros A-Z commentaria


Σελ. 308, γρ. 22

Φύσις δὲ λέγεται ἕνα μὲν τρόπον ἡ τῶν φυομένων γένεσις.

 Εἰρηκὼς περὶ ἀρχῶν καὶ αἰτίων καὶ τῶν ἄλλων τῶν εἰρημένων ὑπ'
αὐτῶν, ἅτινα ἐν πάσαις ταῖς ἐπιστήμαις θεωροῦνται, ἐντεῦθεν λέγει ἡμῖν
καὶ περὶ ἑτέρων τινῶν, περὶ ἃ πᾶσαι αἱ ἐπιστῆμαι καταγίνονται, καὶ ταῦτα

δὲ ὑπάρχουσιν ὡς τὰ ἀφ' ἑνὸς καὶ πρὸς ἕν, οἷον περὶ φύσεως. καί φησιν
ὅτι λέγεται φύσις καὶ ἡ ἔκφυσις ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἡ ἐπὶ τὸ τέλος ἀπάγουσα,
τουτέστιν ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἡ ἐπὶ τὸ εἶδος ἀπάγουσα, καθάπερ ἔλεγε καὶ ἐν
τῇ Φυσικῇ. λέγεται δὲ φύσις καὶ αὐτὴ ἡ ὕλη· διὸ ἔλεγε καὶ ἐν τῇ Φυ-
σικῇ περὶ τοῦ Ἀντιφῶντος περὶ τῆς Κλίνης, εἰ λάβοι βλαστόν. πάλιν
κυρίως
λέγεται φύσις αὐτὸ τὸ εἶδος, εἴ γε πάντα τὰ πράγματα χαρακτηρίζονται
κατὰ τὰ οἰκεῖα εἴδη· πάντα γὰρ κοινωνοῦσι κατὰ τὴν ὕλην, διαφέρει δὲ
κατὰ τὸ εἶδος. πάλιν λέγεται φύσις καὶ τὸ ποιητικὸν αἴτιον, καὶ τοῦτο
εἰκότως· εἰ γὰρ ἐδείξαμεν ὅτι μᾶλλον τὸ εἶδός ἐστιν ἡ φύσις, τὰ δὲ εἴδη
γίνονται ἐκ τῶν ποιητικῶν αἰτίων (ἄνθρωπος γὰρ ἄνθρωπον γεννᾷ καὶ
ἥλιος· τὰ γὰρ ποιοῦντα προσεχῆ αἴτια ὁμοειδῆ ὑπάρχουσι), φανερὸν ὅτι
εὐλόγως ἂν λέγοιτο φύσις καὶ τὸ ποιητικὸν αἴτιον. διὰ τοῦτο γὰρ καὶ ἐπὶ
892

θεοῦ καὶ ἀγγέλου καὶ πασῶν τῶν τοιούτων δυνάμεων φερόμενον τὸ τῆς
φύσεως ὄνομα, καθὸ εἴδη ἔχουσι. κατὰ δὲ τὸ εἶδος ἡ φύσις

Ολυμπιόδωρος. In Aristotelis categorias commentarium (4019:


002)“Olympiodori prolegomena et in categorias commentarium”, Ed.
Busse, [Link]: Reimer, 1902; Commentaria in Aristotelem Graeca
12.1.Σελ. 51, γρ. 31

ἐστι ζῷον καὶ ἐπιστήμη ἕτερον καὶ ἕτερον γένος, καὶ οὐ δύναταί τις τὰς
διαφορὰς τοῦ ζῴου, τὸ πτηνὸν καὶ πεζὸν καὶ ἔνυδρον, λαβεῖν καὶ
ἀναγαγεῖν
ὑπὸ τὴν ἐπιστήμην ὡς οἰκείας διαφοράς. καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, εὖ ἔχει ὁ
λόγος ὁ λέγων τῶν ἑτερογενῶν ἑτέρας εἶναι τὰς διαφοράς. ἀλλά τινες
πρὸς τοῦτο ἀποροῦσι λέγοντες ὅτι εὑρίσκομεν ἐπὶ ἑτερογενῶν τὰς αὐτὰς
διαφοράς· ἰδοὺ γάρ, φασί, τὸ ἔμψυχον καὶ ἄψυχον ἑτερογενῆ, καὶ ὅμως
ὥσπερ τὸ ἔμψυχον διαιροῦμεν εἰς ἄπουν καὶ ὑπόπουν, ἄπουν μὲν
λέγοντες
ὄφιν καὶ πάντα τὰ ἑρπετά, ὑπόπουν δὲ ἄνθρωπον καὶ βοῦν καὶ ἕτερα ζῷα,

ἃ βαδίζει χρώμενα ποσίν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν ἀψύχων φαμὲν τὰ μὲν
εἶναι ἄποδα, ὡς θυίαν καὶ δοίδυκα, τὰ δὲ ὑπόποδα, ὡς Κλίνην, θρόνον
καὶ
ὅσα τοιαῦτα. πρὸς τούτους φαμὲν ὅτι μᾶλλον οὐκ ἔγνωτε τί φησιν ὁ
Ἀριστοτέλης· ἑτέρας φησὶν εἶναι τὰς διαφορὰς τῷ εἴδει ἀντὶ τοῦ
εἰδοποιούς·
τῶν μὲν γὰρ ἐμψύχων αὗται αἱ διαφοραὶ εἰδοποιοί εἰσι, τῶν δὲ ἀψύχων
οὐδαμῶς, ἀλλὰ κατὰ μεταφορὰν λέγονται. μάτην οὖν προήχθη τὰ τῆς
ἀπορίας. ταῦτα ἡ παροῦσα περιέχει θεωρία.  

Θεωρία ιγʹ.

Ολυμπιόδωρος. In Platonis Alcibiadem commentarii (4019: 004)


“Olympiodorus. Commentary on the first Alcibiades of Plato”, Ed.
Westerink, [Link]: Hakkert, 1956, Repr. [Link]. 2, γρ. 68

Διόνυσος ὡς ἐκ δύο θυρῶν ἐξελθών, τῆς τε Σεμέλης καὶ τοῦ μηροῦ τοῦ
Διός. εἰώθεισαν δὲ οἱ ἀρχαῖοι τὰ αἰτιατὰ ὀνομάζειν τοῖς τῶν αἰτίων
ὀνόμασι, καθάπερ καὶ τὸν οἶνον Διόνυσον καλοῦσιν· διὸ καὶ ὁ Πρόκλος
περὶ τούτου φησίν·
893

 ‘ὅσσ' εἶδον τεκέεσσιν ἐφημίξαντο τοκεῦσιν’.


ὅτι δὲ καὶ τοὺς διθυράμβους ὁ Πλάτων ἤσκητο, δῆλον ἐκ τοῦ Φαίδρου
τοῦ διαλόγου πάνυ πνείων τοῦ διθυραμβώδους χαρακτῆρος, ἅτε τοῦ
Πλάτωνος τοῦτον πρῶτον γράψαντος διάλογον, ὡς λέγεται. ἔχαιρεν δὲ
πάνυ καὶ Ἀριστοφάνει τῷ κωμικῷ καὶ Σώφρονι, παρ' ὧν καὶ τὴν μίμησιν
τῶν προσώπων ἐν τοῖς διαλόγοις ὠφελήθη. λέγεται δὲ οὕτως αὐτοῖς
χαίρειν ὥστε καὶ ἡνίκα ἐτελεύτησεν εὑρεθῆναι ἐν τῇ κλίνῃ αὐτοῦ
Ἀριστοφάνη καὶ Σώφρονα. καὶ ἐπίγραμμα δὲ τοιοῦτον εἰς Ἀριστοφάνην
αὐτὸς πεποίηκεν·

Ολυμπιόδωρος. In Platonis Alcibiadem commentarii Se. 23, γρ. 3

γείας καὶ ἐρωμένου καὶ ἐραστοῦ· μέγαν δέ, ἐπειδὴ ὑπὲρ αἴσθησιν
καὶ νοερῶς ἐνεργεῖ. διό φησιν καὶ ὁ Ὀρφεύς·
 ‘ποιμαίνων πραπίδεσσιν ἀνόμματον ὠκὺν Ἔρωτα’·
ἀνόμματος γὰρ ὁ Ἔρως ὡς τῷ νῷ ὁρῶν καὶ ἀκούων, εἴγε εἴρηται·
 ‘νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀκούει’.
 Καὶ ταῦτα μὲν οἱ ἐξηγηταὶ περί τε δαιμόνων καὶ εἰληχότων· ἡμεῖς
δὲ συμβιβαστικῶς τοῖς παροῦσι ταῦτα πειρασόμεθα διεξελθεῖν. καὶ γὰρ
καὶ Σωκράτους κώνειον κατεψηφίσθη ὡς καινὰ δαιμόνια τοῖς νέοις
εἰσηγουμένου καὶ θεοὺς νομίζοντος οὓς ἡ πόλις οὐχ ἡγεῖτο θεούς.
ῥητέον οὖν εἰληχότα δαίμονα τὸ συνειδὸς ὑπάρχειν, ὅπερ ἄκρον
ἄωτόν ἐστι τῆς ψυχῆς καὶ ἀναμάρτητον ἐν ἡμῖν καὶ ἀκλινὴς δικαστὴς
καὶ μάρτυς τῶν ἐνταῦθα γινομένων τῷ Μίνωϊ καὶ τῷ Ῥαδαμάνθυϊ. τοῦτο
δὲ καὶ σωτηρίας ἡμῖν αἴτιον γίνεται ὡς ἀναμάρτητον ἀεὶ διαμένον ἐν
ἡμῖν καὶ μὴ συγκαταψηφιζόμενον τοῖς ὑπὸ τῆς ψυχῆς ἁμαρτανομένοις,
ἀλλὰ καὶ ἀνιλλόμενον ἐπὶ τούτοις καὶ ἐπιστρέφον αὐτὴν πρὸς τὸ δέον.
καθάπερ δὲ παιδίον κλαυθμυρίζον ἀφ' ὕπνου γίνεται φαντασίᾳ τινί,
οὕτω καὶ τὴν ψυχὴν ἐπανάγει τὸ συνειδὸς ἀπὸ τῶν πλημμελημάτων,
ἡνίκα φησίν·

Ολυμπιόδωρος. In Platonis Gorgiam commentaria (4019: 005)


“Olympiodori in Platonis Gorgiam commentaria”, Ed. Westerink, L.G.
Leipzig: Teubner, [Link]. 19, se. 2, γρ. 22

ὧν ὁ μὲν ἀεὶ ἀδικεῖ, ἁρπάζων χρήματα, ἀποκτειννύς,  


οὐδέποτε δὲ ἀδικεῖται, ὁ δὲ ἕτερος καὶ ἀδικήσας καὶ ἀδι-
κηθῇ καὶ ἴδοι φονευόμενα μὲν τὰ ἑαυτοῦ τέκνα, σφαττο-
μένην δὲ τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ ἁρπα-
ζόμενα, ὁ τύραννος ὁ καὶ πάσχων ἧττον ἀθλιώτερός ἐστι
894

τοῦ μόνως ἀδικοῦντος, {καὶ} ὥσπερ ὁ μαινόμενος μὲν συν-


δεδεμένος δὲ καὶ μὴ δυνάμενος ἄτοπόν τι διαπράξασθαι
ἧττον ἄθλιός ἐστι τοῦ μαινομένου μὲν μὴ συνδεδεμένου
δὲ ἀλλὰ πράττοντος βλαβερά τινα. δεῖ οὖν προσέχειν τοῖς
παρέχουσι δίκας καὶ τοῖς οὔ· ἐπεὶ πάσχουσιν ἐκεῖνοι ὃ
πάσχουσιν οἱ λελωβημένον τινὰ ἐπὶ Κλίνης χρυσῆς ὁρῶντες
καὶ ἠμφιεσμένον ἐσθῆτα σηρικὴν ἤγουν ἄλλην τινὰ πολυ-
τελῆ. ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνον διὰ τὸ κεκρύφθαι τὸ πάθος ὑπὸ
τῆς περιβολῆς τοῦ ἔξωθεν κόσμου οἰόμεθα μέγαν τινὰ
καὶ ἀλώβητον εἶναι, οὕτως νομίζουσί τινες καὶ τὸν τυ-
ραννοῦντα εὐδαίμονα εἶναι μὴ δυνάμενοι θεωρῆσαι τὸ τῆς
ψυχῆς πάθος. ὥστε καὶ τοῦ ἀδικοῦντος καὶ τοῦ πάσχοντος
τυράννου ἀθλίων ὄντων μᾶλλον ἄθλιός ἐστιν ὁ ἀδικῶν,
ἧττον δὲ ὁ πάσχων, ἐπειδὴ ὁ μὲν ἀεὶ ποιῶν ἐν τῷ παρὰ
φύσιν ἐστίν, ὁ δὲ πάσχων ἰατρεύεται, ἰατρευόμενος δὲ
ἧττον ἄθλιος. καὶ εἰ ἰατρεύεται, πῶς ἄθλιος;

David Phil., Prolegomena philosophiae (4021: 001)


“Davidis prolegomena et in Porphyrii isagogen commentarium”, Ed.
Busse, [Link]: Reimer, 1904; Commentaria in Aristotelem Graeca
18.2.Σελ. 2, γρ. 15

λέγωμεν ‘ζῷον λογικὸν θνητὸν νοῦ καὶ ἐπιστήμης δεκτικόν’. εἶτα δὲ


ἐπειδὴ τὰ πράγματα οὐ μόνον κοινωνοῦσιν ἀλλὰ καὶ διαφέρουσιν (καὶ
γὰρ τὰ ζῷα οὐ μόνον κοινωνοῦσι κατὰ τὸ γένος καθὸ ζῷα, ἀλλὰ καὶ δια-
φέρουσι, καθὸ τὰ μὲν λογικὰ τὰ δὲ ἄλογα), διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὸ ὁποῖόν

τί ἐστιν, ἵνα γνῶμεν τὰς διαφοράς· καὶ γὰρ τῷ ὅρῳ συναναφαίνονται αἱ


διαφοραί. [ἰστέον δὲ ὅτι ἡνίκα τὸ τί ἐστι δι' ὀνόματος ἐκφέρεται, τότε
δεῖ ζητεῖν τὸ ὁποῖόν τί ἐστιν, ἡνίκα δὲ δι' ὅρου γινώσκεται, τότε οὐ δεῖ
ζητεῖν ὁποῖόν τί ἐστιν, ἀλλὰ τὸ διὰ τί ἐστιν.] ἐπειδὴ δὲ πάντα πρός τι
τέλος ὁρῶσι καὶ οὐδὲν μάτην οὔτε ὁ δημιουργὸς οὔτε ἡ φύσις οὔτε ἡ
τέχνη ἐπενόησεν, τούτου χάριν ζητοῦμεν τὸ διὰ τί ἐστιν· οἷον διὰ τί ἐστι
Κλίνη; διὰ τὴν τῶν ἀνθρώπων ἀνάπαυσιν. καὶ πάλιν διὰ τί ἐστιν
ἄνθρωπος;
διὰ τὸ κοσμῆσαι τόδε τὸ πᾶν· καὶ γὰρ τὸ πᾶν ἀτελὲς ἦν, εἰ μὴ ἦν τὸ
ἀνθρώπειον γένος, ὡς δηλοῖ καὶ ὁ Πλάτων ἐν τῷ Τιμαίῳ· ποιεῖ γὰρ τὸν
δημιουργὸν λέγοντα μετὰ τὴν ποίησιν οὐρανοῦ καὶ γῆς ‘ἔτι λείπεται τρία
γένη ἡμῖν θνητὰ καὶ ἀγέννητα, ὧν μήπω γενομένων ὁ οὐρανός, φησίν,
ἐστὶν
ἀτελής’. οὐρανὸν δὲ ἐκάλεσε τὸν κόσμον ἐκ τοῦ περιέχοντος ὀνομάσας
τὸ
895

περιεχόμενον.
 Ἐπεὶ τοίνυν ἡ φιλοσοφία ἐστὶν ἡμῖν τὸ προκείμενον, τὸ κάλλιστόν τε
καὶ τιμιώτατον τῶν ἐν ἀνθρώποις πράξεων, ἥτις παρ' ἡμῖν μὲν οὐκ ἀμφι-
βάλλεται, παρὰ δέ τισιν ἀμφιβάλλεται τυφλοῖς ἐοικόσι περὶ χρωμάτων
συλλογιζομένοις, οὓς ὁ Σταγειρίτης φησίν (οἱ γὰρ ἐκ γενετῆς τυφλοὶ οὐ

David Phil., Prolegomena philosophiae Σελ. 24, γρ. 26

μανθάνουσι τὴν κατ' ἐνέργειαν γνῶσιν, ἀλλ' οἴκοθεν αὐτὴν ἔχουσιν·


αὗται
γὰρ φύσει πάντα ἴσασιν. ἐπειδὴ οὖν τὰ κοινότερα προτερεύουσι τῶν
ἰδίως
τινὶ ὑπαρχόντων, τούτου χάριν καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ ὑποκειμένου καὶ οἱ
ἀπὸ τοῦ τέλους ὅροι προτερεύουσι τοῦ ἀπὸ τῆς ὑπεροχῆς ὅρου· καὶ γὰρ
κοινότερον μέν ἐστι τὸ ὑποκείμενον καὶ τὸ τέλος (οὐ μόνον γὰρ ἡ φιλο-
σοφία ἔχει καὶ ὑποκείμενον καὶ τέλος ἀλλὰ καὶ πᾶσα τέχνη καὶ πᾶσα
ἐπιστήμη), ἰδίως δὲ ὑπάρχει τῇ φιλοσοφίᾳ ἡ ὑπεροχή· μόνη γὰρ ἡ
φιλοσοφία ὑπερέχει πασῶν τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν. οἱ δὲ ἐκ τοῦ ὑπο-
κειμένου ὅροι προτερεύουσι τῶν ἐκ τοῦ τέλους, ἐπειδὴ καὶ τὸ
ὑποκείμενον
προτερεύει τοῦ τέλους· εἰ μὴ γὰρ ᾖ ὑποκείμενον, οὐδὲ τέλος εὑρίσκεται·
εἰ μὴ γὰρ ἔχει ὁ τέκτων ξύλα, οὐ δύναται ποιῆσαι θρόνον ἢ Κλίνην ἤ τι
τοιοῦτον. οἱ δὲ ἐκ τοῦ προσεχοῦς προτερεύουσι τῶν ἐκ τοῦ πόρρω, οἷον
ὁ ἐκ τοῦ προσεχοῦς ὑποκειμένου ὁ λέγων ὅτι ‘φιλοσοφία ἐστὶ γνῶσις τῶν

ὄντων ᾗ ὄντα ἐστί’ προτερεύει τοῦ ἐκ τοῦ πόρρω ὑποκειμένου τοῦ


λέγοντος
ὅτι ‘φιλοσοφία ἐστὶ γνῶσις θείων τε καὶ ἀνθρωπίνων πραγμάτων’. καὶ
πάλιν
ὁ ἐκ τοῦ προσεχοῦς τέλους ὁ λέγων ὅτι ‘φιλοσοφία ἐστὶ μελέτη θανάτου’
προτερεύει τοῦ ἐκ τοῦ πόρρω τέλους τοῦ λέγοντος ὅτι ‘φιλοσοφία ἐστιν
ὁμοίωσις θεῷ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνθρώπῳ’, ἐπειδὴ τὸ προσεχὲς προτερεύει

τοῦ πόρρω· καὶ γὰρ τὸ προσεχὲς ἐγγύτερόν ἐστι καὶ δι' αὐτοῦ ἐπὶ τὸ
πόρρω
ἐρχόμεθα· καὶ γὰρ εἰ μὴ ἔχει ὁ τέκτων τὰ ἁπλῶς ξύλα, οὐ δύναται δια-
κρῖναι τὰ τοιάδε ξύλα, οἷον τὰ πεποιωμένα καὶ τὰ οὐ πεποιωμένα

Agathias Scholasticus Epigr., Hist., Historiae (4024: 001)


“Agathiae Myrinaei historiarum libri quinque”, Ed. Keydell, R.
Berlin: De Gruyter, 1967; Corpus fontium historiae Byzantinae 2. Series
Berolinensis.Σελ. 140, γρ. 20
896

τεσσαράκοντα ἄνδρες παραλόγως διαλαθόντες καὶ ἐπὶ τοὺς τοίχους


ἀναρριχώμενοι, εἶτα ἐπὶ θάτερα διεκπεσόντες, ὑπὸ τὸ λάσιον τῆς ἐχο-
μένης ἐκρύπτοντο ὕλης. πλὴν ἀλλὰ καὶ τούτους οἱ Ῥωμαῖοι ἀνιχνεύειν
ἐπειρῶντο. 4 τούτων δὲ τοῖς Πέρσαις ἀπηγγελμένων αὐτίκα οἵ γε
ἴλας ἱππέων στέλλουσιν ἐπ' αὐτοὺς ἐς δισμυρίους ἄνδρας συντεταγμένας.
οἱ δὲ Ῥωμαῖοι εἴξαντες τῷ πλήθει καὶ ὥσπερ ἀρκούμενοι τῷ γεγενημένῳ
ἀπεχώρουν δρομαῖοι καὶ αὖθις ἐς τὸ πρότερον φρούριον ἐσδραμόντες
ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καθίσταντο, τῷ μὲν πραχθέντι μεγαλαυχοῦντες, ἀνιώ-
μενοι δὲ μόνον ἐπὶ Μαξεντίῳ. 5 ἐτύγχανε γὰρ τῶν ἀνὰ τὴν ὕλην
διαδύντων βαρβάρων ὑπό του βιαιότατα τετρωμένος, ὡς καὶ φοράδην
ἀχθεὶς ἐπὶ Κλίνης κρεῖττον ἁπάσης ἐλπίδος ἀποσωθῆναι. ἐπειδὴ γὰρ
ἐβέβλητο, αὐτίκα οἱ ὀπαδοὶ ἀράμενοι αὐτὸν ᾤχοντο μετὰ τάχους, πρὶν
ἅπαντας ἐπελθεῖν τοὺς πολεμίους. ὡς δὲ ἧκον καὶ ἐπεφέροντο, τότε δὴ
οἱ ἄλλοι Ῥωμαῖοι ἐφ' ἑτέραν τινὰ φεύγοντες πορείαν καὶ κατὰ σφῶν
τοὺς διώκοντας ἐπισπώμενοι χώραν παρέσχον ἐκείνῳ ἐν τῷ ἐρύματι
σχολαίτερον ἀποκομισθῆναι.

Agathias Scholasticus Epigr., Hist., Historiae Σελ. 168, γρ. 9

ροντο καὶ ἅπαντα διερρήγνυον· πῇ δὲ ἄλλα ἄττα φρικωδέστερα ξυνέ-


βαινε, γενόμενα μὲν πολλάκις πρότερον καὶ ἀεὶ ἐσόμενα, ἔστ' ἂν γῆ τε ᾖ  

καὶ φύσεως ἁμαρτήματα, τότε δὲ κατὰ τὸ μᾶλλον ἅπαντα ἅμα ξυνενη-


νεγμένα. 10 συχνοὶ δὲ ἄνθρωποι τεθνήκασι τῶν πολλῶν τε καὶ ἠγνοη-
μένων· τῶν γε μὴν δυνατῶν καὶ ἐν τῇ συγκλήτῳ βουλῇ ἀναγεγραμ-
μένων Ἀνατόλιον μόνον διαφθαρῆναι ξυνέβη, ἄνδρα τῇ τε τῶν ὑπάτων
ἀξίᾳ τετιμημένον καὶ πρός γε τὸ φροντίδα τίθεσθαι καὶ ἐπιμέλειαν τῶν
βασιλέως οἴκων τε καὶ κτημάτων ἀρχὴν εἰληχότα. κουράτωρας δὲ
τούτους καλοῦσι Ῥωμαῖοι. 11 ἐκεῖνος δὴ οὖν ὁ Ἀνατόλιος ἐτύγχανε
μὲν καθεύδων ἐν τῷ εἰθισμένῳ θαλάμῳ, μάρμαρον δέ τι τῶν
πλησιαίτατα
τῆς Κλίνης προσπεπηγότων τῇ οἰκοδομίᾳ καὶ εὐπρεπῶς παρατετα-
μένων, ὁποῖα πολλὰ ἐς κόσμου καὶ πολυτελείας ἐπίδειξιν κατακολλῶσι
τοῖς τοίχοις οἱ πρὸς ταῦτα δὴ τὰ περιττὰ καὶ οὐκ ἀναγκαῖα ποικίλματα
πέρα τοῦ μετρίου διακεχηνότες· ἐκεῖνο δὴ οὖν τὸ ἄχθος ἀπορραγὲν
ὑπὸ τοῦ σάλου καὶ ἀφειμένον ἐμπίπτει γε αὐτῷ ἀμφὶ τῇ κεφαλῇ καὶ
κατέαξεν ἅπασαν. καὶ ὁ μὲν ἐς τοσοῦτο μόνον ἀρκέσας ἐπὶ τῇ πληγῇ ἐς
ὅσον ἀνοιμῶξαι βαρύ τι καὶ ὑποκάρδιον πάλιν ἐπ' αὐτῆς ἔκειτο τῆς
εὐνῆς, τῷ θανάτῳ πεπιλημένος.
897

Anonymi In Aristotelis Categorias Phil., Paraphrasis categoriarum


(4027: 001)“Anonymi in Aristotelis categorias paraphrasis”, Ed.
Hayduck, [Link]: Reimer, 1883; Commentaria in Aristotelem Graeca
23.2.Σελ. 2, γρ. 22

ὀνομάζειν καὶ μέσον μᾶλλον ὁμωνύμων καὶ συνωνύμων τίθεσθαι. ἔτι τῶν

ἀπὸ διανοίας ὁμωνύμων καὶ τὰ κατ' ἐλπίδα καὶ μνήμην λεγόμενα·


Πλάτωνας
γὰρ καὶ Ἀριστοτέλεις καλοῦμεν τοὺς παῖδας παραζηλοῦντες τῇ τῆς
προση-
γορίας κοινότητι τῶν κλεινοτάτων εἰς σοφίαν ἀνδρῶν, καὶ τῷ σώζεσθαι
τῇ
μνήμῃ τὸ γένος τὰ τῶν προγόνων τοῖς ἐκγόνοις ὀνόματα τίθεμεν. καὶ τῶν
κατὰ μεταφορὰν δὲ λεγομένων ἔστιν ἃ τοῖς ὁμωνύμοις συντάττειν δεῖ.
ἐπὰν
γὰρ τὸ πρᾶγμα ἴδιον ὄνομα ἔχῃ, καταχρήσηται δέ τις ἐπ' αὐτοῦ ἑτέρῳ
μετα-
φέρων καὶ χρώμενος, οὐχ ὁμώνυμον· οὐ γὰρ τὰ τροπικῶς εἰρημένα ὁμώ-
νυμα ἂν εἴη τοῖς κυρίως λεγομένοις· ὅταν δὲ μὴ ἔχῃ ἄλλο, τότε ἐστὶν
ὁμωνυμία. οἷον τῶν ὀρῶν τὴν ὑπώρειαν καὶ τὸ τοῦ πλοίου πηδάλιον, ἔτι
δὲ
καὶ τὰ βαστάζοντα τὴν Κλίνην καὶ τὴν τράπεζαν μέρη κοινῶς πόδας
προσαγο-
ρεύομεν· ἀλλ' ἐπὶ μὲν τῶν ὀρῶν καὶ τῆς νηός, ἐπεὶ φθάνει πρὸ τοῦ κοινοῦ

κυρίῳ ὀνόματι δηλωθῆναι τὰ πράγματα, μεταφορὰ τοῦτ' ἂν εἴη καθάπαξ


καὶ
οὐχ ὁμωνυμία· ἐπὶ δὲ τῆς τραπέζης καὶ τῆς Κλίνης καὶ τῶν ζώων μὴ
ὄντος
ἰδίου ὀνόματος, καὶ πάντη διαφερόντων, μόνῳ δὲ κοινωνούντων ὀνόματι,
εἴη
ἂν ὁμωνυμία. ἐπεὶ δὲ τὸ ὄνομα κοινὸν καὶ τοῖς ἄλλοις τοῦ λόγου μέρεσιν,

εἴη ἂν καὶ ἐν ῥήμασιν ὁμωνυμία· ὡς τὸ ἐρῶ τὸ λέξω καὶ τὸ ἐπιθυμῶ, καὶ


τὸ ἠνδραπόδισται τό τε παθεῖν ὑφ' ἑτέρου καὶ τὸ δρᾶσαι εἰς ἕτερον

Προκόπιος ιστορικός. Historia arcana (= Anecdota) (4029: 002)


“Procopii Caesariensis opera omnia, vol. 3”, Ed. Wirth, G. (post J.
Haury)Leipzig: Teubner, [Link]. 9, se. 17, γρ. 3
898

ἢ τούτων πλείοσιν, ἰσχύϊ τε σώματος ἀκμάζουσι λίαν


καὶ τὸ λαγνεύειν πεποιημένοις ἔργον, ξυνεκοιτάζετο
μὲν τοῖς συνδείπνοις ἅπασι τὴν νύκτα ὅλην, ἐπειδὰν
δὲ πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο πάντες ἀπείποιεν, ἥδε παρὰ
τοὺς ἐκείνων οἰκέτας ἰοῦσα τριάκοντα ὄντας, ἂν οὕτω
τύχοι, ξυνεδυάζετο μὲν αὐτῶν ἑκάστῳ, κόρον δὲ οὐδ'
ὣς ταύτης δὴ τῆς μισητίας ἐλάμβανε.
 Καί ποτε ἐς τῶν τινος ἐπιφανῶν οἰκίαν ἐλθοῦσα
μεταξὺ τοῦ πότου θεωμένων αὐτὴν, ὥς φασι, τῶν ξυμ-
ποτῶν ἁπάντων, ἐς τὸ προὖχον ἀναβᾶσα τῆς Κλίνης
ἀμφὶ τὰ πρὸς ποδῶν ἀνασύρασά τε τὰ ἱμάτια οὐδενὶ
κόσμῳ ἐνταῦθα οὐκ ἀπηξίωσε τὴν ἀκολασίαν ἐνδείκνυ-
σθαι. ἡ δὲ κἀκ τριῶν τρυπημάτων ἐργαζομένη ἐνε-
κάλει τῇ φύσει, δυσφορουμένη ὅτι δὴ μὴ καὶ τοὺς
τιτθοὺς αὐτῇ εὐρύτερον ἢ νῦν εἰσι τρυπῴη, ὅπως καὶ
ἄλλην ἐνταῦθα μίξιν ἐπιτεχνᾶσθαι δυνατὴ εἴη. καὶ
συχνὰ μὲν ἐκύει, πάντα δὲ σχεδὸν τεχνάζουσα ἐξαμ-
βλίσκειν εὐθὺς ἴσχυε.

Sophonias Phil., In Aristotelis libros de anima paraphrasis (4030:


001)“Sophoniae in libros Aristotelis de anima paraphrasis”, Ed.
Hayduck, [Link]: Reimer, 1883; Commentaria in Aristotelem Graeca
23.1.Σελ. 40, γρ. 35

κεραμικῶν ὕλη λίθοι· οὐδὲ γὰρ πέφυκεν) οὔτε τὸ μηκέτι δυνατὸν τῷ ἤδη
ἐνεργείᾳ τὸ εἶδος ἔχειν· ὁ κέραμος γὰρ οὔτ' ἄλλου γένοιτ' ἂν ὕλη οὐθ'
ἑαυτοῦ·
ἔστι γάρ. λείπεται τὴν ἀληθινὴν καὶ πρώτην ὕλην ἐκτὸς τούτων καὶ
δυνάμει
ἐννοεῖσθαι. ἀλλ' ὕλη μὲν τοῦτο· τὸ δὲ εἶδος ἐντελέχεια εἴτ' οὖν τοῦ
πράγματος
ὡς ὑποκειμένου τελείωσις. ᾧ γὰρ ἑκάστῳ τὸ εἶναι, τοῦτο δὴ αὐτοῦ καὶ ἡ
τελειότης· κατὰ δὲ τὸ εἶδος ἑκάστῳ τὸ εἶναι· ἐν τούτῳ ἄρα δὴ καὶ τὸ τέ-
λειον. διττὸν καὶ τὸ τῆς ἐντελεχείας, τὸ μὲν ὡς ἐπιστήμη τὸ δὲ ὡς θεωρία,

εἴτ' οὖν τὸ μὲν καθ' ἕξιν, ὃ καὶ χρόνῳ καὶ φύσει πρότερον, τὸ δὲ κατ'
ἐνέρ-
γειαν ὕστερον. τριττὸν δὲ καὶ τὸ σῶμα, τὸ μὲν φυσικὸν ὡς λίθοι καὶ
ἄνθρω-
ποι, τὸ δὲ τεχνητὸν ὡς Κλίνη καὶ ἱμάτιον· οὐ γάρ τι σῶμα ᾗ σῶμα τεχνη-
τόν· ἔτι δὲ καὶ μαθηματικὰ σώματα λέγεται τρίγωνα καὶ τετράγωνα, τὰ ἐξ
ἀναλήψεως καὶ ἀφαιρέσεως τῶν αἰσθητῶν ἐν τῇ ψυχῇ συνιστάμενα. τὰ
899

Ευστράτιος. In Aristotelis ethica Nicomachea vi commentaria (4031:


003)“Eustratii et Michaelis et anonyma in ethica Nicomachea
commentaria”, Ed. Heylbut, [Link]: Reimer, 1892; Commentaria in
Aristotelem Graeca 20.Σελ. 285, γρ. 11

διάνοια κινητική ἐστιν, ἀλλ' ἡ ἕνεκά του καὶ πρακτική, ἤτοι ἡ τὸ παρ'
ἑαυτῇ ἀληθὲς διά τι τέλος παρ' ἑαυτὸ ἕτερον συμπεραίνουσα, ἣ καὶ πρα-
κτικὴ λέγεται διὰ τὸ μετὰ τὴν τοῦ ἀληθοῦς εὕρεσιν πρᾶξιν ἀπαιτεῖν καὶ
κινεῖν πρὸς αὐτὴν τὴν προαίρεσιν, ἵνα τινὸς ἐφίκηται τέλους, ὅπερ ἐστὶ
παρὰ τὸ συμπέρασμα, ὃ λαβοῦσα συνεπεράνατο. αὕτη γάρ, φησί, καὶ τῆς
ποιητικῆς ἄρχει. ἡ πρακτικὴ διάνοια, ἣ καὶ λογισμὸς καὶ λογιστικὴ
διάνοια λέγεται, ἀρχή ἐστι καὶ τῆς ποιητικῆς διανοίας, ποιητικὴ δέ ἐστιν
ἡ ἔργον ὡς τέλος ἕτερον παρὰ τὴν ἐνέργειαν ἔχουσα, οἷαι πᾶσαι αἱ ποιη-
τικαὶ ὀνομαζόμεναι τέχναι, ὧν ἀνδριαντοποιητικὴ οἰκοδομικὴ τεκτονικὴ
καὶ
αἱ τοιαῦται, ὧν ἑκάστῃ τέλος ἐστὶ παρὰ τὴν ἐνέργειαν ἕτερον, τῇ μὲν
ἀνδριάς, τῇ δὲ οἰκία, τῇ δὲ Κλίνη ἢ θρόνος ἢ τράπεζα ἤ τι τοιοῦτον
ἕτερον.
ἕνεκα γάρ του ποιεῖ πᾶς ὁ ποιῶν καὶ οὐ τέλος ἁπλῶς ἀλλὰ πρός τι. καὶ τι-
νὸς τὸ ποιητὸν ἀλλ' οὐ τὸ πρακτόν. ἡ γὰρ εὐπραξία τέλος, ἡ δ'
ὄρεξις τούτου. τὸ τέλος φησὶ τῆς ποιητικῆς, ἤγουν τὸ ἔργον καὶ ἀποτέ-
λεσμα, δι' ὃ ἡ ἐνέργεια οὐκ ἔστιν ἁπλῶς, ἤγουν οὐκ ἔστιν ἑαυτοῦ καὶ
μέχρις ἑαυτοῦ ἱστάμενον, ἀλλ' ἐν σχέσει θεωρεῖται καὶ πρὸς ἕτερον ἀνα-
φέρεται ὡς τελικώτερον, οὗ καὶ εἶναι [καὶ] λέγεται ὡς δι' ἐκεῖνο γινόμε-
νον· ὥσπερ τῆς οἰκοδομίας τέλος οὖσα ἡ οἰκία οὐκ ἔχει τὸ αὐτοτελὲς
ἀλλὰ πρὸς τὴν χρείαν ἀφορᾷ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἐκείνου ἐστὶν ὡς δι'
ἐκεῖνον γεγονός, καὶ οὕτως ἐπὶ παντὸς ποιητοῦ πράγματος. οὐ τοιοῦτον
δὲ καὶ τῆς πρακτικῆς τέλος ἀλλ' ἀρκεῖ μόνον ὡς τέλος ἡ εὐπραξία, καὶ

Anonymi In Aristotelis Ethica Nicomachea Phil., In ethica


Nicomachea ii–v commentaria (4033: 001)“Eustratii et Michaelis et
anonyma in ethica Nicomachea commentaria”, Ed. Heylbut, G.
Berlin: Reimer, 1892; Commentaria in Aristotelem Graeca 20.
Σελ. 227, γρ. 22

μὲν οὖν ἀληθείᾳ ἀδύνατον· οὐ κυρίως φησὶ ταῦτα σύμμετρα. τὰ γὰρ


σύμμετρα κοινῷ μορίῳ καταμετρεῖται, τὸ δὲ νόμισμα οὐδὲν τῶν ἐν ταῖς
ἀλλαγαῖς ἔχει κοινὸν μόριον, τῆς δὲ κατὰ τὴν χρείαν αὐτῶν συμμετρίας
τὸ νόμισμα γίνεται μετρητικόν. ἓν δεῖ δή τι εἶναι. εἰ δεῖ, φησί, σύμ-
900

μετρα εἶναι τὰ ἐν ταῖς ἀλλαγαῖς, δεῖ ἕν τι εἶναι τὸ μετροῦν αὐτά, τοῦτο


δὲ δεῖ μὴ μόριόν τι εἶναι τῶν μετρουμένων. τοῦτο δ' ἐξ ὑποθέσεως καὶ
κατὰ συνθήκην μέτρον λαμβάνεται, διὸ τὸ κατὰ συνθήκην μέτρον
νόμισμα
καλεῖται· τούτῳ γὰρ καταμετρεῖται τὰ ὤνια, διὸ νόμισμα καλεῖται. πῶς
τὸ νόμισμα μεσότης καὶ πῶς τοῦτοἐν αὐτοῖς μεσότητος εὑρίσκει μέσον
λαμβανόμενον αὐτῶν, δείκνυσι διὰ τούτων. λαμβάνει γὰρ οἰκίαν μὲν ὅ
ἐστιν
ἔργον οἰκοδόμου ἐπὶ τοῦ α, δέκα μνᾶς νομίσματα ἐπὶ τοῦ β, Κλίνην δὲ
ἐπὶ
τοῦ γ· καὶ ἐπεὶ πάντα τετίμηται τῷ νομίσματι, ἡ οἰκία ἔστω πέντε μνῶν,
ὅ ἐστιν ἥμισυ τοῦ β, τουτέστι δέκα μνῶν, ἡ δὲ Κλίνη ἔστω μνᾶς μιᾶς
ἀξία· τῷ δὴ νομίσματι γνωρίζομεν, πόσαι κλῖναι ἀντάξιοί εἰσι καὶ ἴσοι
εἰσὶν οἰκίᾳ. ἐὰν μὲν γὰρ ἡ οἰκία πέντε μνῶν, πέντε κλῖναι ἔσονται ἴσαι
οἰκίᾳ· εἰ δὲ δέκα μνῶν εἴη, δέκα κλῖναι ἴσαι ἔσονται οἰκίᾳ. ἐνδεέστερον
δὲ δοκεῖ ἡ λύσις ἔχειν, λείπει γὰρ τῷ ἡ δὲ Κλίνη τὸ μιᾶς, ἐπειδὴ ἡ
Κλίνη μιᾶς γίνεται, τὸ γ τοῦ β δέκατον μέρος. οὕτω δὲ καὶ ἐγένοντο
πρότερον αἱ ἀλλαγαὶ πρὸς τῆς τοῦ νομίσματος χρήσεως.

Anonymi In Aristotelis Ethica Nicomachea Phil., In ethica Nicomachea


ii-v commentaria Σελ. 227, γρ. 24

ἀλλαγαῖς ἔχει κοινὸν μόριον, τῆς δὲ κατὰ τὴν χρείαν αὐτῶν συμμετρίας
τὸ νόμισμα γίνεται μετρητικόν. ἓν δεῖ δή τι εἶναι. εἰ δεῖ, φησί, σύμ-
μετρα εἶναι τὰ ἐν ταῖς ἀλλαγαῖς, δεῖ ἕν τι εἶναι τὸ μετροῦν αὐτά, τοῦτο
δὲ δεῖ μὴ μόριόν τι εἶναι τῶν μετρουμένων. τοῦτο δ' ἐξ ὑποθέσεως καὶ
κατὰ συνθήκην μέτρον λαμβάνεται, διὸ τὸ κατὰ συνθήκην μέτρον
νόμισμα
καλεῖται· τούτῳ γὰρ καταμετρεῖται τὰ ὤνια, διὸ νόμισμα καλεῖται. πῶς
τὸ νόμισμα μεσότης καὶ πῶς τοῦτοἐν αὐτοῖς μεσότητος εὑρίσκει μέσον
λαμβανόμενον αὐτῶν, δείκνυσι διὰ τούτων. λαμβάνει γὰρ οἰκίαν μὲν ὅ
ἐστιν
ἔργον οἰκοδόμου ἐπὶ τοῦ α, δέκα μνᾶς νομίσματα ἐπὶ τοῦ β, Κλίνην δὲ
ἐπὶ
τοῦ γ· καὶ ἐπεὶ πάντα τετίμηται τῷ νομίσματι, ἡ οἰκία ἔστω πέντε μνῶν,
ὅ ἐστιν ἥμισυ τοῦ β, τουτέστι δέκα μνῶν, ἡ δὲ Κλίνη ἔστω μνᾶς μιᾶς
ἀξία· τῷ δὴ νομίσματι γνωρίζομεν, πόσαι κλῖναι ἀντάξιοί εἰσι καὶ ἴσοι
εἰσὶν οἰκίᾳ. ἐὰν μὲν γὰρ ἡ οἰκία πέντε μνῶν, πέντε κλῖναι ἔσονται ἴσαι
οἰκίᾳ· εἰ δὲ δέκα μνῶν εἴη, δέκα κλῖναι ἴσαι ἔσονται οἰκίᾳ. ἐνδεέστερον
δὲ δοκεῖ ἡ λύσις ἔχειν, λείπει γὰρ τῷ ἡ δὲ Κλίνη τὸ μιᾶς, ἐπειδὴ ἡ
Κλίνη μιᾶς γίνεται, τὸ γ τοῦ β δέκατον μέρος. οὕτω δὲ καὶ ἐγένοντο
πρότερον αἱ ἀλλαγαὶ πρὸς τῆς τοῦ νομίσματος χρήσεως. οὐδὲν δὲ
901

διαφέρει
οἰκίαν λαμβάνοντας ἢ πέντε κλίνας δοῦναι ἢ πέντε μνᾶς, εἰ εἴη ἡ οἰκία
πέντε μνῶν τετιμημένη. διωρισμένων δὴ τούτων εἴρηκε περὶ τοῦ ὅτι
τὸ δίκαιον μέσον ἐστὶ τοῦ πλείονος καὶ ἐλάττονος· τῆς γὰρ πλεονεξίας
καὶ τῆς μειονεξίας μέσον τὸ δίκαιον, καὶ τὸ δίκαιον δεῖ πράττειν καὶ τὸ

Anonymi In Aristotelis Ethica Nicomachea Phil., In ethica


Nicomachea paraphrasis (pseudepigraphum olim a Constantino
Palaeocappa confectum et olim sub auctore Heliodoro Prusensi vel
Andronico Rhodio vel Olympiodoro) (4033: 003)“Heliodori in ethica
Nicomachea paraphrasis”, Ed. Heylbut, [Link]: Reimer, 1889;
Commentaria in Aristotelem Graeca 19.2.Σελ. 98, γρ. 20

ἰσότητος ἀλλαγὴν γενέσθαι δυνατόν. ἰσότητα δὲ οὐκ ἀεὶ δυνατὸν


γίνεσθαι ἄνευ νομίσματος· τινὰ γὰρ ἔργα τεχνῶν οὕτως ἀλλήλων
διαφέρει, ὥστε
παντελῶς ἀσύμμετρα εἶναι καὶ μηδένα λόγον ἔχειν πρὸς ἄλληλα· ὅθεν οὐ
δυνατὸν ἰσότητα εὑρεῖν ἐν αὐτοῖς. ὅτι δὲ ἑκάτερος ἑκατέρου δεῖται, διὰ
ταύτην τὴν χρείαν παρελήφθη ἕν τι κοινὸν μέτρον, ὃ πάντα μετρεῖ, τὸ
νόμισμα· ὃ φύσει μὲν καὶ ἀληθείᾳ οὐ μετρεῖ (οὐ γάρ ἐστι μέρος τῶν
μετρουμένων), νόμῳ δέ τινι ἡμετέρῳ καὶ συνθήκῃ· καὶ οὕτως ἐν μέσῳ
γενόμενον τῶν ἀσυμμέτρων, σύμμετρα ποιεῖ καὶ ἰσάζει. τοῦτο δὲ ἔσται
α οἰκία β μναῖ δέκα
γ Κλίνη
καὶ ἀπὸ τοῦ διαγράμματος σαφέστερον. ἔστω τὸ α οἰκία, τὸ δὲ β μναῖ
δέκα, τὸ δὲ γ Κλίνη. ἔστω δὲ ἡ οἰκία πέντε μνῶν, ἡ δὲ Κλίνη μιᾶς·
ὥστε αἱ δέκα μναῖ τὸ β τῆς μὲν Κλίνης δεκαπλάσιόν ἐστι, τῆς δὲ οἰκίας
διπλάσιον· ἡ ἄρα οἰκία ἡμίσειά ἐστι τῶν δέκα μνῶν. ἐπεὶ τοίνυν ἡ μὲν
οἰκία ἥμισυ, ἡ δὲ Κλίνη δέκατον τοῦ αὐτοῦ, τὸ δὲ ἥμισυ τοῦ δεκάτου
πενταπλάσιον, ἡ ἄρα οἰκία τῆς Κλίνης πενταπλασίων· σύμμετρος ἄρα ἡ
οἰκία γέγονε τῇ κλίνῃ διὰ μέσου τοῦ νομίσματος, ὃ κοινὸν ἐγένετο
μέτρον.
εἰ δὲ σύμμετρος, καὶ ἴση γενέσθαι δυνατόν· εἰ γὰρ πενταπλασιασθῇ, ἴση
ἔσται τῇ οἰκίᾳ. τί μὲν οὖν τὸ ἄδικον, καὶ τί τὸ δίκαιόν ἐστιν,
εἴρηται, κατά τε διανομὴν καὶ διόρθωσιν,

Michael Phil., In ethica Nicomachea ix-x commentaria Σελ. 463, γρ. 16

πεπόρισται κοινὸν μέτρον, τὸ νόμισμα. ὅπως δὲ μέτρον γίνεται


τὸ νόμισμα, εἴρηται μὲν ἐν τῷ πέμπτῳ βιβλίῳ διὰ πλειόνων· ῥητέον δὲ
καὶ νῦν συντόμως. ἔστω δὴ οἰκία ἔργον τοῦ οἰκοδόμου, ἐφ' ᾧ α, δέκα
δὲ νομίσματα, ἐφ' ᾧ β, Κλίνη ἐφ' ᾧ γ, ἔργον τοῦ τέκτονος ἑνὸς ἀξία.
902

ἐπεὶ οὖν τιμᾶται πάντα νομίσματι, ἔστω ἡ οἰκία νομισμάτων πέντε ἀξία,
ἡ δὲ Κλίνη νομίσματος ἑνός. τῷ γοῦν νομίσματι γνωριοῦμεν πόσαι
κλῖναι
εἰσὶν ἀντάξιαι τῇ οἰκίᾳ. πέντε γὰρ νομισμάτων οὔσης ἀξίας τῆς οἰκίας
τῆς ἐφ' ᾧ α, ἥμισυ δηλονότι ἐστὶ τῶν δέκα νομισμάτων τῶν ἐφ' ᾧ τὸ
β, τῆς δ' αὖ Κλίνης ἑνὸς οὔσης νομίσματος δηλονότι, τῶν μὲν δέκα νο-
μισμάτων δέκατόν ἐστι, τῆς δ' οἰκίας πέντε οὔσης, νομισμάτων πέμπτον.
ἐπεὶ οὖν ἡ Κλίνη νομίσματος ἑνός ἐστιν ἀξία, αἱ πέντε δηλονότι κλῖναι
πέντε νομισμάτων εἰσὶν ἄξιαι. εἰσὶ δὲ τὰ πέντε νομίσματα ἥμισυ τῶν
δέκα νομισμάτων, ἦν δὲ καὶ ἡ οἰκία ἥμισυ τῶν δέκα νομισμάτων, τὰ δ'
αὐτοῦ ἡμίση ἴσα ἀλλήλοις εἰσίν. ἴσαι ἄρα αἱ πέντε κλῖναι τῇ οἰκίᾳ· τοῦτο
δὲ εὕρηται διὰ τῶν δέκα νομισμάτων μέσων τεθέντων τῆς οἰκίας καὶ τῆς
Κλίνης, ὥστε ἢ πέντε κλίνας λήψεται ὁ οἰκοδόμος καὶ δώσει τὴν οἰκίαν ἢ

πέντε νομίσματα. ἐπὶ πάντων δὲ τῶν τοιούτων ὅταν ἀγνοῆται πόσον


ὑπερέχει ἢ ἐλλείπει τὸ τοῦ ἑτέρου πρὸς τὸ ἕτερον ἔργον, ἢ εἰ μὴ ἐλλείπει
ἢ ὑπερέχει ἀλλ' ἰσάζει, τῷ νομίσματι χρώμεθα ὡς μέτρῳ, ὡς καὶ τῷ
πήχει πόσου μεγέθους ἢ τῷ ποδί. τὸ δέ τι τὸ προκείμενόν ἐστι καὶ ἐπὶ
τοῦ σωροῦ τῷ μεδίμνῳ καὶ ἐπὶ τῶν βαρέων, τῇ μνᾷ, καὶ ἐπὶ τῷ ἀριθμῷ

Πρόκλος. In Platonis rem publicam commentarii Τόμ. 2, σελ. 86, γρ.


12

ἐν Ἅιδου καθαίροντες ἡμᾶς ἢ κολάζοντες δαίμονες τὰς


μετὰ τὴν γένεσιν ζωὰς ὑποτάττουσι τοῖς κρείττοσιν.
 Ταῦτα μέν ἐστι τὰ κεφάλαια τοῦδε τοῦ βιβλίου. τὸ δὲ
οὖν πρῶτον πάλιν εἰς τέτταρα διῄρηται. πρῶτον μὲν γὰρ
αὐτοῦ μέρος ἐστὶ τὸ δεικνῦον, τί ποτέ ἐστι μίμημα καὶ τίς
ἡ μιμητική. τοῦτο δὲ ἐργάζεται διελόμενος, ὡς ἄλλο μέν
ἐστι τὸ καθόλου καὶ ἐν φυσικοῖς καὶ ἐν τεχνητοῖς, ἄλλο δὲ
τὸ μερικόν, ὃ δὴ τούτου μετέχει πρώτως, ἄλλο δὲ τὸ τού-
του εἴδωλον μερικοῦ μερικόν· οἷον ἐν μὲν φυσικοῖς τὸ τοῦ
ἀνθρώπου εἶδος καὶ ὁ τὶς ἄνθρωπος καὶ ἡ εἰκὼν τοῦ τινὸς
ἀνθρώπου, ἐν δὲ τεχνητοῖς τὸ εἶδος τῆς Κλίνης καὶ ἡ τὶς
Κλίνη καὶ τὸ ἐοικὸς τῇ κλίνῃ. καὶ ἐν μὲν τοῖς τεχνητοῖς
τρεῖς ποιηταὶ Κλίνης· ζωγράφος τοῦ μιμήματος, κλινοποιὸς
τῆς τινὸς Κλίνης, θεὸς τοῦ εἴδους τῆς Κλίνης· τοῦ γὰρ ἀεὶ
ὄντος (τοιοῦτο δὲ τὸ εἶδος) αἴτιος θεός, τῆς δὲ τινὸς Κλίνης
ὁ δημιουργὸς αὐτῆς κατὰ τὸ εἶδος, τοῦ δὲ μιμήματος ὁ
εἰδωλοποιός. ἐν δὲ τοῖς φυσικοῖς τοῦ μὲν εἴδους αἴτιος
θεός, τοῦ δὲ τινὸς τυχὸν ὁ πατήρ, τοῦ δὲ ὁμοιώματος πάλιν
ὁ ζωγράφος. καὶ διελὼν ὁρίζεται μίμημα εἶναι τὸ τοῦ τινὸς
903

εἴδωλον, ὅ ἐστι τρίτον ἀπὸ τοῦ εἴδους τῆς Κλίνης. ἦν δὲ


ὡς ἀληθῶς Κλίνης τὸ εἶδος, ἀλλ' οὔτε ἡ τὶς Κλίνη – μετὰ

Πρόκλος. In Platonis rem publicam commentarii Τόμ. 2, σελ. 86, γρ.


13

μετὰ τὴν γένεσιν ζωὰς ὑποτάττουσι τοῖς κρείττοσιν.


 Ταῦτα μέν ἐστι τὰ κεφάλαια τοῦδε τοῦ βιβλίου. τὸ δὲ
οὖν πρῶτον πάλιν εἰς τέτταρα διῄρηται. πρῶτον μὲν γὰρ
αὐτοῦ μέρος ἐστὶ τὸ δεικνῦον, τί ποτέ ἐστι μίμημα καὶ τίς
ἡ μιμητική. τοῦτο δὲ ἐργάζεται διελόμενος, ὡς ἄλλο μέν
ἐστι τὸ καθόλου καὶ ἐν φυσικοῖς καὶ ἐν τεχνητοῖς, ἄλλο δὲ
τὸ μερικόν, ὃ δὴ τούτου μετέχει πρώτως, ἄλλο δὲ τὸ τού-
του εἴδωλον μερικοῦ μερικόν· οἷον ἐν μὲν φυσικοῖς τὸ τοῦ
ἀνθρώπου εἶδος καὶ ὁ τὶς ἄνθρωπος καὶ ἡ εἰκὼν τοῦ τινὸς
ἀνθρώπου, ἐν δὲ τεχνητοῖς τὸ εἶδος τῆς Κλίνης καὶ ἡ τὶς
Κλίνη καὶ τὸ ἐοικὸς τῇ κλίνῃ. καὶ ἐν μὲν τοῖς τεχνητοῖς
τρεῖς ποιηταὶ Κλίνης· ζωγράφος τοῦ μιμήματος, κλινοποιὸς
τῆς τινὸς Κλίνης, θεὸς τοῦ εἴδους τῆς Κλίνης· τοῦ γὰρ ἀεὶ
ὄντος (τοιοῦτο δὲ τὸ εἶδος) αἴτιος θεός, τῆς δὲ τινὸς Κλίνης
ὁ δημιουργὸς αὐτῆς κατὰ τὸ εἶδος, τοῦ δὲ μιμήματος ὁ
εἰδωλοποιός. ἐν δὲ τοῖς φυσικοῖς τοῦ μὲν εἴδους αἴτιος
θεός, τοῦ δὲ τινὸς τυχὸν ὁ πατήρ, τοῦ δὲ ὁμοιώματος πάλιν
ὁ ζωγράφος. καὶ διελὼν ὁρίζεται μίμημα εἶναι τὸ τοῦ τινὸς
εἴδωλον, ὅ ἐστι τρίτον ἀπὸ τοῦ εἴδους τῆς Κλίνης. ἦν δὲ
ὡς ἀληθῶς Κλίνης τὸ εἶδος, ἀλλ' οὔτε ἡ τὶς Κλίνη – μετὰ
γάρ τινων αὕτη διαφορῶν γέγονεν τὶς Κλίνη, ἄλλο τι οὖσα

Πρόκλος. In Platonis Parmenidem Σελ. 827, γρ. 29

ἐνταῦθα μονὰς ἀρτία δείκνυται καὶ περιττὴ καὶ


πάντα ἔχουσα τὰ εἴδη καθ' ἕνωσιν, τί χρὴ φά-
ναι περὶ τῆς μονάδος ἐκείνης; ἆρ' οὐχ ὡς πάν-
των ἑνοειδῶς ἐστιν αἰτία, καὶ ὡς τὸ ἀπειρο-
δύναμον αὐτῆς γεννᾷ καὶ ἐν ἡμῖν τὸν ἄπειρον
ἀριθμόν; καὶ πῶς οὐκ ἀναγκαῖον, εἴπερ καὶ ἡ
ἐνταῦθα μονὰς ἐκείνης προῆλθεν εἰκών;
 Τοσαῦτα καὶ περὶ τῶν συμβεβηκότων λεκ-
τέον· περὶ δὲ τῶν τεχνητῶν ἆρα καὶ τούτων
εἴδη ῥητέον; Ὁ δέ γε Σωκράτης ἐν Πολιτείᾳ,
904

φησὶ, Κλίνης καὶ τραπέζης ἰδέαν οὐκ ὤκνησεν


εἰπεῖν, ἢ καὶ ἐν ἐκείνοις τὸν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ
τεχνίτου λόγον ἰδέαν ἐκάλεσε, καὶ τοῦτον ἔφατο
τὸν λόγον εἶναι θεοῦ γέννημα, διότι καὶ αὐτὸ
τὸ τεχνικὸν τοῦτο θεόθεν οἴεται δεδόσθαι ταῖς
ψυχαῖς· τεκμήριον δὲ, τὸν γὰρ ποιητὴν τρίτον
ἀπὸ τῆς ἀληθείας προσείρηκε, τῷ ζωγράγῳ τι-
θεὶς αὐτὸν ἀναλόγως, ὃς οὔ τινα Κλίνην, ἀλλ'
εἴδωλον ἐκείνης ποιεῖ· καίτοι, εἴ γε ἄλλο μέν
ἐστι τὸ θεῖον εἶδος, ἄλλο δὲ ὁ ἐν τῷ γιγνομένῳ
λόγος (δημιουργὸν γὰρ λέγει τοῦ τεχνητοῦ εἴ

Πρόκλος. In Platonis Timaeum commentaria


Τόμ. 1, σελ. 344, γρ. 4

τούτοις οἱ εἰκαστικοὶ λόγοι προσήκουσιν, ἄλλοι τῶν εἰκότων


ὄντες· ἄλλο γὰρ τὸ εἰκάζειν· ἀμυδρότερον γὰρ τοῦτο καὶ τῆς
αἰσθήσεως· ἄλλο τὸ ἐοικέναι· τοῖς γὰρ λόγοις προσήκει τοῦτο
τοῖς τῶν εἰκόνων τοῦ ὄντος ἐξηγηταῖς. καὶ τὰ τεχνητὰ οὖν
καὶ τὰ εἰκαστὰ διὰ τῶν εἰκαστικῶν ἑρμηνεύεται λόγων. εἰ
μὴ ἄρα τοῖς μὲν ὄντως εἰκαστοῖς, ὅπερ εἴπομεν, ἄλλους
τοιούτους, τῶν δὲ τεχνητῶν τοῖς μὲν πρώτοις ἀπὸ τῶν  
εἰδῶν εἰκότας, τοῖς δὲ δευτέρως ὑποστᾶσιν, ἃ δὴ καὶ ἔστι
τρίτα ἀπὸ τῆς ἀληθείας, τοιούτους, οἵους καὶ τοῖς κατὰ φύ-
σιν εἰκαστοῖς· καὶ γὰρ τὰ εἰκαστὰ τῶν αἰσθητῶν εἰκόνες,
ὥσπερ καὶ ἐκεῖνα πάντως, οἷον ἡ γεγραμμένη Κλίνη τῆς
ὑπὸ τοῦ τέκτονος γεγονυίας. ἔτι δὲ κἀκεῖνο ἐνθυμητέον,
ὅτι νῦν ὁ Πλάτων περὶ τῶν φυσικῶν εἰκόνων διαλέγεται
καὶ διὰ τοῦτο καὶ τοὺς λόγους διχῇ διεῖλε· τὰ γὰρ πρὸς τὸ
νοητὸν εἰκασθέντα τὰ φύσει ἐστίν, ἀλλ' οὐ τὰ τέχνῃ· οὐ
γὰρ κατά τινας ἰδέας ὁ τεχνίτης ποιεῖ ἃ ποιεῖ, εἰ καὶ
Πρόκλος. In Platonis Timaeum commentaria Τόμ. 1, σελ. 366, γρ. 11

μέτρον, οὗ μεῖζον χωρῆσαι τῶν δεχομένων ἕκαστον οὐδαμῇ


πέφυκεν, ὃ τῆς προνοίας ἐνδείκνυται τὴν ἐκτένειαν. καὶ εἰ
πᾶσι βούλεται χορηγεῖν τὴν τοῦ ἀγαθοῦ μετουσίαν, οὐδέν
ἐστιν ἐν τῷ παντὶ μόνως κακόν, ὥστ' οὐδὲ ἄτακτον οὐδὲ
ἀπρονόητον οὐδὲ ἀόριστον, ἀλλὰ πάντα μετέχει κάλλους καὶ
τάξεως καθόσον δέχεσθαι πέφυκε. πάντα οὖν ἑαυτῷ ποιεῖ
παραπλήσια καθόσον θεὸς ἀγαθύνων τὰ γιγνόμενα, ἄλλα δὲ
λοιπὸν κατ' ἄλλους ἀπεργάζεται λόγους παραδειγματικούς·
ὥσπερ γάρ, φησὶν Ἀττικός, ὁ τέκτων πάντα μὲν τεκτονικὰ
905

ποιεῖ, ἄλλα δὲ κατ' ἄλλον λόγον, τὸ μὲν βάθρον, τὸ δὲ


Κλίνην, οὕτω καὶ ὁ θεός, ᾗ μὲν ἀγαθός, ἐξομοιοῖ πάντα
ἑαυτῷ, ἀγαθὰ ἀποτελῶν, κατὰ δὲ τὰ εἴδη τὰ μερίζοντα τὰς
ἑκάστων οὐσίας ποιεῖ πρὸς τὰς παραδειγματικὰς αἰτίας. ὁ
δὲ Πορφύριος καὶ ταῦτα προσέμενος ἀξιοῖ λέγειν, τί
προσλαβόντα τὰ γενητὰ ἀγαθά ἐστι, καί φησιν, ὅτι τὴν
ἁρμονίαν καὶ τὴν συμμετρίαν καὶ τὴν τάξιν· ταῦτα γὰρ
καλά, πᾶν δὲ τὸ καλὸν ἀγαθόν. δηλοῖ γοῦν ὁ Πλάτων,
ὅτι ἐν τούτοις τὸ ἀγαθόν, ἐν οἷς φησιν [30 A], ὅτι εἰς
τάξιν ἦγε τὸ ἄτακτον ὁ θεὸς διὰ τὴν βούλησιν τῆς μετα-
δόσεως τῶν ἀγαθῶν. ἐκ δὲ τούτων ἁπάντων συνελεῖν ῥᾴδιον,

Πρόκλος. In Platonis Timaeum commentaria Τόμ. 2, σελ. 45, γρ. 5

ἑαυτὸ γίνεται ὁρατόν, τοῦτο δὲ κοινὸν παντὸς πυρός. ἡ μὲν


οὖν ζήτησις λέλυται. ἵνα δὲ ἡμῖν πᾶσα γένηται σαφὴς ἡ
πρόοδος τῶν στοιχείων ὅσας ἔσχεν ὑφέσεις, ἄνωθεν ἀρκτέον
τῆς περὶ αὐτῶν θεωρίας. τὰ δὴ στοιχεῖα ταῦτα τὰ τέτταρα,
πῦρ καὶ ἀὴρ καὶ ὕδωρ καὶ γῆ, πρώτως μέν ἐστιν ἐν τῷ
δημιουργῷ τῶν ὅλων κατ' αἰτίαν καὶ ἑνοειδῶς· πάντα γὰρ  
ἐν ἐκείνῳ τὰ αἴτια προείληπται κατὰ μίαν περιοχήν, ἥ τε
νοερὰ καὶ θεία καὶ ἄχραντος καὶ ἀκμαία τοῦ πυρὸς δύναμις
καὶ ἡ συνεκτικὴ καὶ ζωοποιὸς τοῦ ἀέρος αἰτία καὶ ἡ γόνιμος
καὶ ἀναθάλλοντα ποιοῦσα τοῦ ὕδατος ὕπαρξις καὶ ἡ μόνιμος
καὶ ἑδραία καὶ ἀμετάστατος καὶ ἀκλινὴς ἰδέα τῆς γῆς. ταῦτα
οὖν καὶ ὁ θεολόγος εἰδὼς περὶ τοῦ δημιουργοῦ φησιν·
 σῶμα δέ οἱ πυριφεγγὲς ἀπείριτον ἀστυφέλικτον·
 ὦμοι μὲν καὶ στέρνα καὶ εὐρέα νῶτα θεοῖο
 ἀὴρ εὐρυβίης·

Φώτιος.
Codex 242, Bekker σελ. 345a, γρ. 39

Μυσῶν καὶ Φρυγῶν. Ἀλλ' ὅμως ὁ Πατρίκιος ἐτόλ-


μησε, παρὰ νόμον τὸν φιλοσοφίας, ἐπὶ ταῦτα ῥυείς.
 Ἡ δὲ ἔφη, ἐγὼ χωρῖτίς εἰμι καὶ ἄγροικος. Ἀλλὰ
διαναστὰς ἀπὸ τοῦ ὕπνου καὶ διαγκωνισάμενος ἐπὶ τοῦ
σκίμποδος ἔφη. Ἀστεῖός τε ἦν καὶ εὐόμιλος, οὐ μό-
νον πρὸς τὴν σπουδάζουσαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν παίζου-
σαν ἐνίοτε συνουσίαν, ὥστε καὶ ἥδιστος εἶναι τοῖς πλη-
906

σιάζουσι πρὸς τῷ ὠφελίμῳ. Τὸν θεὸν προὐκαλεῖτο


ἐπὶ πάθει περιωδύνῳ τῆς τῶν ὀπισθίων ὀχετῶν ἀφέ-
σεως. Ἐπίτεκα οὖσαν τὴν γαμετὴν συνεπῆγεν.
 Ἐπὶ τῆς Κλίνης ἀνακειμένῳ ἐξαπίνης τὴν Δίκην
ἰδεῖν συνέβη, λαμπρὰν κόρην, εὔζωνον, κολοβὸν χι-
τῶνα μηλινόχρουν ἀνεζωσμένην, πορφυροῖς πλα-
τέσι σημαδίοις κεκοσμημένον, ἀναδεδεμένην μὲν τὴν κε-
φαλὴν ἀναδέσμῃ, γυμνὴν δὲ περιβολαίου, βλοσυρόν
τι ὁρῶσαν καὶ συνωφρυωμένον, οὔτι γε πρὸς αὐτὸν
ἀλλὰ πρὸς τὴν εἴσοδον. Ὅτι Ἀσκληπιόδοτος ὁ φι-
λόσοφος, ὁ Πρόκλου μαθητής, ἐν σκότῳ βαθεῖ γράμ-
ματά τε ἀνεγίνωσκε, φησίν, ἄνευ φωτὸς καὶ τοὺς πα-
ρόντας τῶν ἀνθρώπων διεγίνωσκεν.

Φώτιος. Codex 250, Bekker σελ. 453a, γρ. 7

πρὸς τὴν γῆν ἐλαφρῶς ὑπερείδεσθαι, τὴν δὲ πλευρὰν


τὸ πᾶν σῶμα ἐκδεχομένην ὀχεῖσθαι πρὸς τῇ φύσει τοῦ
ξύλου, καὶ τοῦτον τὸν τρόπον τῆς καταφορᾶς τυγχά-
νειν οὐκ εἰλικρινοῦς ἀλλὰ παρεψευσμένης, διὰ τὸ
προσκεῖσθαι τοῖς βάθεσιν ὕπνοις ἀγωνίαν ἰσχυράν, φθορᾶς
ὑποκειμένης παραχρῆμα τῷ σφαλέντι διὰ τὴν ἔκλυ-
σιν τὴν φυσικήν.
         Οἱ οὖν ἀπὸ τῆς τούτων θήρας τὸν
βίον ποιούμενοι, τοὺς δρυμοὺς περιπλανώμενοι καὶ τὴν
τοῦ θηρίου κοίτην ἐπισημηνάμενοι, ἐκ τῶν ὄπισθεν τοῦ
δένδρου τόπων πρίουσιν, ἕως ἂν μήτε κλίνῃ τὸ πᾶν
μήτε ἰσχῦον ἄγαν καὶ ἰσχυρὸν ἀπολείποιτο, μένῃ δὲ  
ἑστηκὸς ἐπὶ βραχείας ῥοπῆς. Τὸ δὲ ζῷον ἀπὸ τῆς νο-
μῆς ἐπὶ τὸν συνήθη τῆς κοίτης τόπον ἀνακλινόμε-
νον αἰφνίδιόν τε πίπτει τοῦ ξύλου κλασθέντος, καὶ πρό-
κειται τοῖς θηράσασι δεῖπνον ἕτοιμον· τὰς γὰρ ὀπισθίας
κόψαντες οὗτοι σάρκας καὶ ποιήσαντες ἔξαιμον τὸ
ζῷον, εἶτα νεκρόν, πρὸς τὴν ἑαυτοῦ χρείαν ἕκαστος τὰ
μέλη διαιροῦσιν.

Φώτιος. Codex 265, Bekker σελ. 493a, γρ. 4

οὐδὲν αὐτοὺς εἰσεπράξατο, τοὺς μὲν ἀφεὶς ἀργυρίου, τοὺς


δὲ καὶ χάριτος. Αἱρεθεὶς δὲ χορηγός, Μειδίαν τε τὸν  
Ἀναγυράσιον, πλήξαντα αὐτὸν ἐν τῷ θεάτρῳ χορη-
γοῦντα, γραψάμενος εἰς κρίσιν κατέστησε, τρισχιλίας δὲ
907

λαβὼν παρ' αὐτοῦ τῆς δίκης ἀπέλυσε.


 Λέγουσι δὲ αὐτὸν πολλὰ τῆς φύσεως ἐλαττώματα
μελέτῃ διορθώσασθαι. Καὶ νέος μὲν ὢν εἰς σπήλαιον ἑαυ-
τὸν ἐναπέκλεισε, κἀκεῖ διῆγε φιλοσοφῶν, τῆς κε-
φαλῆς ξυράμενος τὸ ἥμισυ, ἵνα μὴ αὐτῷ ἐξῇ τῆς
ἀσχημοσύνης κωλυούσης ποιεῖσθαι μηδὲ βουλομένῳ τὴν
πρόοδον. Δεύτερον δὲ ἐπὶ στενῆς αὐτόν φασι Κλίνης
κοιμᾶσθαι, ὡς ἔχειν διὰ ταχέων ἀνίστασθαι. Τῶν τε στοι-
χείων τὸ ῥῶ τῇ γλώττῃ μὴ πεφυκότα λέγειν πόνῳ
προσλαβεῖν τὸ δύνασθαι. Ἀλλὰ καὶ τὸν ὦμον ἐν τῷ
μελετᾶν ἀπρεπῶς κινοῦντα, ὀβελὸν ἐκ τῆς ὀροφῆς
ἀπαρτήσαντα ἐν χρῷ τοῦ σώματος ἢ (ὡς ἔνιοι) ξι-
φίδιον, ὡς ἂν φόβῳ τοῦ παθεῖν τὴν ἠρεμίαν ἄγοι,
ἀπαλλαγῆναι τοῦ συμπτώματος.
                  Πρὸς δὲ τοὺς τοῦ δή-
μου θορύβους ταραττόμενος, ἵνα μὴ τοῦτο πάσχοι, ἐπὶ
τὸ Φαληρικὸν κατιὼν πρὸς τοὺς τῶν κυμάτων ἤχους

Φώτιος. Commentarii in Matthaeum (in catenis) (4040: 028)


“Matthäus–Kommentare aus der griechischen Kirche”, Ed. Reuss, J.
Berlin: Akademie–Verlag, 1957; Texte und Untersuchungen 61.
Fragment 91, γρ. 46

μνότητι μαρτυρουμένῃ. ὁ δὲ Ἰούδας φλεγμαῖνον ἔχων ἀεὶ τὸ τῆς φιλαρ-


γυρίας πάθος πανταχοῦ ἀγανακτεῖ ἀποστερούμενος τοῦ κέρδους. διὸ καὶ
ὁ δεσπότης πρὸς τὴν ἐκείνων τε καὶ τούτου διάνοιαν ἀφορῶν δύο ἐπάγει
αἰτίας, ὅτι μὴ δεῖ ἐπιτιμᾶν τῇ γυναικί· μίαν μὲν ὅτι καλὸν ἔργον ἐποίησεν,

ὃ τοῖς εὐγνώμοσιν τῶν μαθητῶν ἐξήρκει μόνη ἡ τοῦ διδασκάλου μαρ-


τυρία. ἑτέραν δέ, ὅτι εἰς «τὸν ἐνταφιασμόν» μου τοῦτο πεποίηκεν, ὅπερ
ἄντικρυς εἰς τὸν Ἰούδαν ἀπείρηται οἷον· σὺ ταύτην ἐπιτιμᾷς τὴν γυναῖκα
καὶ ἐλεημοσύνης προσποιεῖ φροντίζειν; ὁ εἰς τὸν θάνατον τρέχων τὸν
ἐμόν, ὁ κατὰ τοῦ εὐεργέτου φονῶν ἀναξίαν ταύτην κρίνεις μύρον μοι
ἐπιχέειν, ὁ τὴν σφαγὴν καὶ τὸν τάφον καὶ τὰ ἐντάφια φανταζόμενος καὶ
διαμελετῶν· ἐλεᾷς πτωχὸν ὁ τὸν μὴ ἔχοντα «τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ»
πιπράσκων· οἰκτείρεις ἄλλον ὁ τὸν διδάσκαλον προδιδούς· τοῦτο δὲ αὐτὸ

καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ Λαζάρου ἀδελφῆς ἔλεγεν πρὸς αὐτόν, ὅτε μόνος αὐθα-
δείᾳ γνώμης καὶ καταφρονήσει τοῦ διδασκάλου καὶ πάθει φιλαργυρίας
908

ἔφασκεν· «διὰ τί μὴ ἐπράθη τοῦτο τὸ μύρον καὶ ἐδόθη πτωχοῖς»; καὶ γὰρ
καὶ τότε φησίν· «ἄφες αὐτήν· εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετή-
ρηκεν αὐτό», διὰ πάντων αὐτὸν ἀνακόπτων τῆς ἐγχειρήσεως καὶ πο-
νηρᾶς προαιρέσεως καὶ πρὸ ὀφθαλμῶν ἄγων ἃ ἐμελέτα τε καὶ ἔμελλεν
πράττειν. ἀλλ' οὐδὲν ὀνίνησιν ψυχὴν φιλαργυρίᾳ καὶ ἀπογνώσει σὺν
ἀπονοίᾳ καταποθεῖσαν· καὶ «τοὺς πτωχοὺς» δὲ «πάντοτε ἔχετε μεθ'
ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε» τῆς αὐτῆς ἐννοίας ἐξῆπται. τί, φησίν,

Φώτιος. Lexicon (Α – Δ) (4040: 029)


“Photii patriarchae lexicon, vol. 1 (Α – Δ)”, Ed. Theodoridis, C.
Berlin: De Gruyter, [Link] letter alpha, entry 1334, γρ. 1

Ἀμφίκαυστις· ἡ πρώτη τῶν ἀσταχύων ἔκφυσις. καλεῖται δὲ


καὶ καῦστις, καθ' ὅσον εἰώθασιν ἔτι χλωροὺς ὄντας τοὺς πρώτους στά-
χυς καίειν. οἱ δὲ ἁπλῶς τὸν στάχυν φασίν. Φρύνιχος δὲ (Praep. soph. fr.
18) ἀμφίκαυστιν τὴν ὡραιοτάτην. οἱ δὲ τὴν ἐρυσίβην. οἱ δὲ ἀμφίκαυ-
στιν τὴν ὥριμον κριθήν. παρὰ δὲ τοῖς τραγικοῖς (adesp. fr. 586 N.2) καῦ-
στις εἴρηται μεταφορικῶς ἡ μάχη, παρά τισι δὲ ἡ ὀσφῦς καὶ τὰ ἰσχία,
παρ' ἐνίοις δὲ ὁ ξηρὸς χόρτος. ἔνιοι δὲ τὸ αἰδοῖον.
Ἀμφικελέμνους· ἀμφιβαρεῖς.
Ἀμφικέφαλος Κλίνη· ἡ ἐξ ἑκατέρου μέρους ἔχουσα ἀνάκλιντρον.
Πλάτων Ἑορταῖς (fr. 34 K.)· “ἔπειτα Κλίνην ἀμφικέφαλον”. καὶ τὰ
ὅμοια.
Ἀμφίκρανος ὕδρα· Εὐριπίδης Ἡρακλεῖ (1274).
Ἀμφίκρανος ῥάβδος· Σοφοκλῆς Φιλοκτήτῃ (fr. 701 R.)·
“καὶ ῥάβδος ὡς κήρυκος Ἑρμαία διπλοῦ δράκοντος ἀμφίκρανος”.
Ἀμφικίων ναός (Soph. Ant. 285)· οἱ δὲ νῦν περίστυλος ναὸς
ἢ οἰκία λέγουσιν.

Φώτιος. Lexicon (Α – Δ) Alphabetic letter alpha, entry 1334, γρ. 2

Ἀμφίκαυστις· ἡ πρώτη τῶν ἀσταχύων ἔκφυσις. καλεῖται δὲ


καὶ καῦστις, καθ' ὅσον εἰώθασιν ἔτι χλωροὺς ὄντας τοὺς πρώτους στά-
χυς καίειν. οἱ δὲ ἁπλῶς τὸν στάχυν φασίν. Φρύνιχος δὲ (Praep. soph. fr.
18) ἀμφίκαυστιν τὴν ὡραιοτάτην. οἱ δὲ τὴν ἐρυσίβην. οἱ δὲ ἀμφίκαυ-
στιν τὴν ὥριμον κριθήν. παρὰ δὲ τοῖς τραγικοῖς (adesp. fr. 586 N.2) καῦ-
στις εἴρηται μεταφορικῶς ἡ μάχη, παρά τισι δὲ ἡ ὀσφῦς καὶ τὰ ἰσχία,
παρ' ἐνίοις δὲ ὁ ξηρὸς χόρτος. ἔνιοι δὲ τὸ αἰδοῖον.
Ἀμφικελέμνους· ἀμφιβαρεῖς.
Ἀμφικέφαλος Κλίνη· ἡ ἐξ ἑκατέρου μέρους ἔχουσα ἀνά-
909

κλιντρον. Πλάτων Ἑορταῖς (fr. 34 K.)· “ἔπειτα Κλίνην ἀμφικέφαλον”.


καὶ τὰ ὅμοια.
Ἀμφίκρανος ὕδρα· Εὐριπίδης Ἡρακλεῖ (1274).
Ἀμφίκρανος ῥάβδος· Σοφοκλῆς Φιλοκτήτῃ (fr. 701 R.)·
“καὶ ῥάβδος ὡς κήρυκος Ἑρμαία διπλοῦ δράκοντος ἀμφίκρανος”.
Ἀμφικίων ναός (Soph. Ant. 285)· οἱ δὲ νῦν περίστυλος ναὸς
ἢ οἰκία λέγουσιν.

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) (4040: 030)


“Φωτίου τοῦ πατριάρχου λέξεων συναγωγή, pts. 1–2”, Ed. Porson, R.
Cambridge: Cambridge University Press, 1822.
Alphabetic letter epsilon, Σελ. 25, γρ. 18

Ἑταιρῶν ἀνθίνων: νόμος Ἀθήνηισι τὰς ἑταίρας ἄν-


 θινα φορεῖν.
Ἕταις: ἑταίροις.
Ἑταιρεῖν: καὶ ἐπὶ τοῦ φιλονεικεῖν.
Ἑτερότοιχα: ἀσύμφωνα.
Ἐτέλει: ἐτέτακτο.
Ἐτελέσθησαν: ἐμιάνθησαν· μετέσχον τῆς μιαρᾶς  συνουσίας.
Ἐτέλεσε: κατήνυσε· Θουκυδίδης· ἐς Φάρσαλον
 ἐτέλεσεν.
Ἑτεραλκέα: ἑτεροκλινῆ.
Ἑτεροιούμενοι: ἀλλοιούμενοι.
Ἑτεροῖον: ἀλλοῖον.
Ἕτερος: Φερεκράτης ἐπὶ πολλῶν.
Ἕτερος: ἐπὶ δυεῖν λέγουσιν.
Ἑτερόγναθος: ἀπειθής· ἢ ὁ ἄπληστος καὶ ἀμφοτέραις
 ταῖς γνάθοις ἐσθίων.
Ἑτερομάσχαλος: χιτὼν δουλικὸς, ἣν ἐξωμίδα λέ γουσιν.  

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter kappa, Σελ. 171, γρ. 1

Κλιμακίζειν: σκελίζειν καὶ διαστρέφειν· ἔστιν γάρ


 τι καὶ βασανιστικὸν ὄργανον, κλίμαξ καλούμενον·
 ὃ τὰ σώματα τῶν βασανιζομένων διαστρέφει.
Κλιμακίζειν: μέμνηται Δείναρχος ἐν τηῖ ὑπὲρ
 Αἰσχίνου εἰσηγορίαι λέγων· οὗτος κλιμακίζει τοὺς
 νόμους· ἔστι δὲ οἷον παράγει καὶ διαστρέφει· ἴσως
 ἀπὸ τῆς κλίμακος εἰρημένου τοῦ ὀνόματος· ἥτις
 οὖσα ὄργανον βασανιστικὸν διαστρέφει τὰ σώ-
910

 ματα τῶν βασανιζομένων.


Κλιμάζει: Δείναρχος· ὅτ' ἂν οὖν κλιμάζηι καὶ  
 παράγηι τοὺς νόμους· ἀντὶ τοῦ παραΚλίνηι καὶ
 τρέπηι· μήποτε δὲ δεῖ γράφειν βλιμάζειν ἀντὶ τοῦ
 θλίβειν καὶ βιάζεται.
Κλιμακτῆρας: οὓς ἔνιοι βασμοὺς λέγουσι τῶν κλι μάκων.
Κλίνη ἀμφικέφαλος: ἡ ἔχουσα ἑκατέρωθεν ἀνάκλιντρον.
Κλινίς: Κλίνη βραχεῖα· οἷον ἥ τε παράβυστος καὶ

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω)
Alphabetic letter kappa, Σελ. 171, γρ. 8

 οὖσα ὄργανον βασανιστικὸν διαστρέφει τὰ σώ-


 ματα τῶν βασανιζομένων.
Κλιμάζει: Δείναρχος· ὅτ' ἂν οὖν κλιμάζηι καὶ  
 παράγηι τοὺς νόμους· ἀντὶ τοῦ παραΚλίνηι καὶ
 τρέπηι· μήποτε δὲ δεῖ γράφειν βλιμάζειν ἀντὶ τοῦ
 θλίβειν καὶ βιάζεται.
Κλιμακτῆρας: οὓς ἔνιοι βασμοὺς λέγουσι τῶν κλι-
 μάκων.
Κλίνη ἀμφικέφαλος: ἡ ἔχουσα ἑκατέρωθεν ἀνά-
 κλιντρον.
Κλινίς: Κλίνη βραχεῖα· οἷον ἥ τε παράβυστος καὶ
 ἡ ἐπὶ τωῖ ζεύγει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς νύμφης
 τιθεμένηι.
Κλιντήρ: εἶδος φορείου· ἔστιν δὲ καὶ κλινοκαθέδριον.
Κλιντηρίδιον: κλινίδιον.
Κλισιάδες: αἱ μεγάλαι θύραι τῆς αὐλῆς· δι' ὧν
 ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
 κεκλεῖσθαι κατὰ τὸ πλεῖστον.
Κλινοπετῆ: τὸν κλινήρη λέγουσιν.
Κλισιάδες: θύραι δίπτυχαι ἢ σκηναὶ, καὶ κλισία, ἡ
 σκηνή.

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter kappa, Σελ. 171, γρ. 16

Κλίνη ἀμφικέφαλος: ἡ ἔχουσα ἑκατέρωθεν ἀνά-


 κλιντρον.
Κλινίς: Κλίνη βραχεῖα· οἷον ἥ τε παράβυστος καὶ
 ἡ ἐπὶ τωῖ ζεύγει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς νύμφης
 τιθεμένηι.
911

Κλιντήρ: εἶδος φορείου· ἔστιν δὲ καὶ κλινοκαθέδριον.


Κλιντηρίδιον: κλινίδιον.
Κλισιάδες: αἱ μεγάλαι θύραι τῆς αὐλῆς· δι' ὧν
 ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
 κεκλεῖσθαι κατὰ τὸ πλεῖστον.
Κλινοπετῆ: τὸν κλινήρη λέγουσιν.
Κλισιάδες: θύραι δίπτυχαι ἢ σκηναὶ, καὶ κλισία, ἡ  σκηνή.

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter lambda, Σελ. 234, γρ. 23

 Λυκιουργίς: εἶδος φιαλῶν ἐπονομασθὲν ἀπὸ τοῦ σκευ-


 άσαντος Λυκίου.
Λυκιουργεῖς: Δημοσθένης ἐν τωῖ πρὸς Τιμόθεον κέ-
 χρηται τηῖ λέξει· Δίδυμος δὲ φησὶ τὰς ὑπὸ Λυ-
 κίου κατεσκευασμένας φιάλας τοῦ Μύρωνος υἱοῦ
 οὕτως εἰρῆσθαι· ἔοικε δὲ ἀγνοεῖν ὁ γραμματικὸς,
 ὅτι τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν ἀπὸ κυρίων ὀνομά-
 των οὐκ ἄν τις εὕροι γινόμενον· μᾶλλον δὲ ἀπὸ πό-
 λεων καὶ ἐθνῶν· ὡς Κλίνη Μηλιουργὴς καὶ τὰ
 ὅμοια· μήποτε οὖν γραπτέον καὶ παρ' Ἡροδότωι
 ἐν τηῖ ηʹ, ἀντὶ τοῦ προβόλους δύο Λυκοεργέας, Λυ-  
 κιοεργέας· ἵνα, ὥσπερ παρὰ τωῖ Δημοσθένει, οὕ-
 τως ὀνομάζηται τὰ ἐν Λυκίαι εἰργασμένα.
Λυκάβας: ἐνιαυτὸς, ἀπὸ τοῦ ταχέως βαίνειν· ἢ λυ-
 γαίως βαίνειν· ὅ ἐστι σκοτεινῶς καὶ ἀδήλως.
Λύκος ἀετὸν φεύγει: παροιμία ἐπὶ τῶν ἀφυλάκτων.
Λύκος ἔχανεν: παροιμία· λέγουσι δὲ τὸν λύκον,

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter nu, Σελ. 296, γρ. 9

Νεοττός: ἡ τοῦ ὠοῦ λέκιθος· καὶ τὸ πυρρόν· Μέναν-


 δρος Ἀνδρία· Καὶ τεττάρων ὠῶν μετὰ τοῦτο, φιλ-  
 τάτη, Τὸ νεοττόν· Κλέαρχος ἐν τωῖ περὶ οἴνων
 συγγράμματι φησίν· ωἷ διαδίδοται ἡ ἀρχὴ ὑπὸ
 τὸν ὑμένα λευκόν· ἐν τούτω γὰρ τὸ σπέρμα καὶ
 οὐκ ἐν τωῖ καλουμένωι νεοττωῖ· διεψεύσθησαν γὰρ
 οἱ πρῶτοι τοῦτο φήσαντες· καὶ ἔστι τὸ ὠχρὸν πε-
 ρίττωμα τοῦ σπέρματος· ὅτι δὲ τὸ ὠχρὸν νεοττὸν
 ἔλεγον, μαρτυρεῖ καὶ Χρύσιππος ἐν τωῖ περὶ χρης-
 μῶν· ὄναρ γάρ τινα φασὶν θεασάμενον ἐκ τῆς κλί-
912

 νης αὐτοῦ κρέμασθαι ὠὰ, προσαναθέσθαι ὀνειρο-


 κρίτηι· τὸν δὲ εἰπεῖν, ὀρύττων θησαυρὸν εὑρήσεις
 κατὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον· εὑρόντα δὲ σταμνίον, ἐν ωἷ
 ἀργύριον ἦν καὶ χρυσίον, ἐνεγκεῖν τί τοῦ ἀργυρίου
 τωῖ μάντει· τὸν δὲ μάντιν εἰπεῖν· τοῦ δὲ νεοττοῦ
 οὐδέν μοι δίδως; καὶ Δίφιλος κέχρηται τηῖ λέξει·

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter pi, Σελ. 380, γρ. 27

Παραβλήδην: ἀπατητικῶς· παραλογιστικῶς.


Παραβληθησόμενος: συγκριθησόμενος· ὁμοιωθησόμε-
 νος.
Παραβλῶπες: παρορῶντες· στραβοί.
Παραβολή: πραγμάτων ὁμοίωσις.
Παράβολος:
Παραβύουσα: παρακαλύπτουσα.
Παράβυστον: παρακεκρυμμένον· λάθραι γινόμενον.
Παράβυστον: οὕτως ἐκαλεῖτο τί τῶν παρὰ Ἀθη-
 ναίοις δικαστηρίων· ἐν ωἷ ἐδίκαζον οἱ ιαʹ· ἐκαλεῖτο
 δέ τις ἐν τοῖς νυμφικοῖς δωματίοις καὶ Κλίνη παρά-  
 βυστος· ἧς μέμνηται καὶ Ὑπερίδης ἐν τωῖ κατὰ
 Πατροκλέους· λέγεσθαι δ' ἔοικε ταῦτα κατὰ μετα-
 φορὰν ἀπὸ τῶν ἐν τοῖς φορτίοις παραβυσμάτων,
 τουτέστι, παραπληρωμάτων.
Παραγγείλας
Παραγκωνίσας: ἀποστρέψας· ἐκ τῶν ἀγκώνων δή-
 σας.
Παραγνούς: παρανοήσας.
Παραγγελία: (ὅση σπουδὴ καὶ παραγγελία) περὶ
 τουτονὶ τὸν ἀγῶνα γέγονε· καὶ Αἰσχίνης δὲ τρόπον

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter tau, Σελ. 589, γρ. 8

 τάσσεται· ἱστορεῖται δὲ ὅτι Τιθωνὸς, ἐπιθυμία τοῦ


 τὸ γῆρας ἐκδύσασθαι, εἰς τέττιγα μετέβαλεν.
Τί ἱκανόν: τί ὄφελος.  
Τικτικόν: τὸ ταῖς τικτούσαις διδόμενον φάρμακον·
 Ἀριστοφάνης.
Τίλλειν: διαβάλλειν.
Τιλφωσσαῖον: ὄρος ἔστι, μικρὸν ἀπέχον τῆς λίμνης
 τῆς Κωπαΐδος.
913

Τιμαγόρας: οὗτος πρεσβευτὴς πεμφθεὶς πρὸς βασι-


 λέα ὑπὸ Ἀθηναίων, οὐ μόνον χρυσίον ἔλαβεν παρ'
 αὐτοῦ καὶ ἀργύριον· ἀλλὰ καὶ Κλίνην πολυτελῆ,
 καὶ στρωτὰς θεράποντας, καὶ βοῦς πʹ, καὶ κατέβη
 ἐπὶ θάλασσαν ἐν φορείωι κομιζόμενος· καὶ τοῖς
 κομίσασι παρὰ βασιλέως ἐδόθη μισθὸς τάλαντα
 δʹ· τοῦτον οὖν ἀνεῖλον Ἀθηναῖοι.
Τοὖψον: ὅπου τὰ ὄψα πιπράσκεται· ὥσπερ τὸ, Παρ-
 ῆλθον εἰς τὰ σκόροδα καὶ τὰ κρόμμυα, Καὶ τὸν
 λιβανωτόν.

Φώτιος. Lexicon (Ε – Ω) Alphabetic letter phi, Σελ. 645, γρ. 2

Φερέοικος: ὁ κοχλίας· ἔνιοι ζῶον λευκὸν, ὅμοιον γαλῆ,


 ὑπὸ δρυσὶ καὶ ἐλαίαις γιγνόμενον· οἱ δὲ ζῶον
 σφηκὸς εὐμεγέθους μέγιστον.
Φέρειν: λαμβάνειν· Ἀριστοφάνης Ἀχαρνεῦσιν·
 Ἐπέμψαθ' ἡμᾶς ὡς βασιλέα τὸν μέγαν, Μισθὸν
 φέροντας δύο δραχμὰς τῆς ἡμέρας· Μένανδρος
 Ὀλυνθίαι· Μετ' Ἀριστοτέλους γὰρ τέτταρας τῆς
 ἡμέρας Ὀβολοὺς φέρων· καὶ ὁ μισθοφόρος ἀπὸ
 τούτου.  
Φερεσβίους: ζωοποιούς.
Φερέτρωι: τηῖ τῶν νεκρῶν Κλίνηι.
Φέριστον: κράτιστον· ἐξοχώτατον· ἢ ἀγαθόν.
Φέρνη: ἀμοιβή.
Φέρνην: τὴν προῖκα· καὶ Αἰσχίνης ὁ ῥήτωρ καὶ Μέ-
 νανδρος.
Φέρνιξ: προῖξ.

Θεοφάνης. Confessor Chronogr.,Χρονογραφία. (4046: 001)


“TheophanisΧρονογραφία. , vol. 1”, Ed. de Boor, C.
Leipzig: Teubner, 1883, Repr. 1963.Σελ. 252, γρ. 13

στρατηγῷ ἔζευξε τὴν θυγατέρα αὐτοῦ Χαριτώ, ποιήσας ἀμφοτέρους


καίσαρας.
Τῷ δὲ Αὐγούστῳ μηνὶ ιδʹ, ἰνδικτιῶνος ιεʹ, φαγὼν συκάμινα
πρώϊμα ἀξιοθέατα νενοθευμένα φθίσει περιέπεσεν· καὶ μέλλων τεθνά-
ναι προσκαλεσάμενος τὸν πατριάρχην Ἰωάννην καὶ τὴν σύγκλητον
ἅμα τοῖς στρατεύμασιν ἐν τῷ τριβουναλίῳ καὶ ἀχθεὶς ἐν φορείῳ,
λαλῆσαι μὴ δυνάμενος δι' ἐπαναγνωστικοῦ τὰ συμφέροντα τοῖς
914

πράγμασι τῶν Ῥωμαίων τῷ λαῷ κατάδηλα πεποίηκε καὶ Μαυρίκιον,


τὸν ἴδιον γαμβρόν, βασιλέα ἀνηγόρευσεν. πάντων δὲ εὐφημησάντων
τὸν βασιλέως σκοπὸν καὶ Μαυρίκιον τὸν βασιλέα, ὑποστρέψας Τι-
βέριος ἐν τῇ ἰδίᾳ κλίνῃ τέθνηκε βασιλεύσας ἔτη γʹ μῆνας ιʹ ἡμέρας ηʹ.
Κόσμου ἔτη ͵ϛοεʹ.
Τῆς θείας σαρκώσεως ἔτη φοεʹ.
Ῥωμαίων βασιλεὺς Μαυρίκιος ἔτη κʹ. αʹ.
Περσῶν βασιλεὺς Ὁρμίσδας ἔτη ιεʹ. ιʹ.
Κωνσταντ. ἐπίσκοπος Ἰωάννης ἔτη ιγʹ. βʹ.
Ἱεροσολύμων ἐπίσκοπος Ἰωάννης ἔτη κʹ. ιαʹ.
Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπος Εὐλόγιος ἔτη κζʹ. δʹ.
Ἀντιοχείας ἐπίσκοπος Γρηγόριος ἔτη κδʹ. ιγʹ.
Τούτῳ τῷ ἔτει ἐβασίλευσε Μαυρίκιος ἐτῶν ὑπάρχων μγʹ, καὶ
μετ' ὀλίγον τὸν γάμον πεποίηκεν, Παύλου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐλθόντος

Θεοφάνης. Confessor Chronogr.,Χρονογραφία. Σελ. 253, γρ. 5

οἰκίας διώλεσαν. καὶ τῇ ιʹ τοῦ Μαΐου μηνὸς γέγονε σεισμὸς μέγας,


καὶ πάντες κατέφυγον εἰς τὰς ἐκκλησίας, καὶ τὸ γενέθλιον ἱππικὸν
οὐκ ἐπετελέσθη. τῷ δ' αὐτῷ μηνὶ πρεσβεύουσιν οἱ Ἄβαρεις πρὸς
τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιον, οἳ πρὸ ὀλίγου χρόνου τὸ Σέρμιον
χειρωσάμενοι, πόλιν τῆς Εὐρώπης ἐπίσημον, ἠξίουν ταῖς ὀγδοήκοντα
χιλιάσι τοῦ χρυσοῦ, αἷς ἐλάμβανον κατ' ἔτος παρὰ Ῥωμαίων, προς-  
τεθῆναι ἄλλας κʹ· ὁ δὲ βασιλεὺς εἰρήνης ἐφιέμενος τοῦτο κατεδέξατο.
ᾔτησε δὲ καὶ ἐλέφαντα, ζῶον Ἰνδικόν, ἐκπεμφθῆναι αὐτῷ πρὸς
θέαν· καὶ ὁ βασιλεὺς τὸν μείζονα πάντων ἀπέστειλε πρὸς αὐτόν·
καὶ τοῦτον θεασάμενος πάλιν ἔπεμψεν αὐτὸν πρὸς τὸν βασιλέα.
ὁμοίως καὶ Κλίνην χρυσῆν ᾔτησε σταλῆναι αὐτῷ· ὁ δὲ βασιλεὺς καὶ
ταύτην ἀπέστειλεν, αὐτὸς δὲ καὶ ταύτην ἀπέστρεψεν εὐτελίσας αὐτήν.
ᾔτει δὲ πάλιν ἄλλας κʹ χιλιάδας προστεθῆναι ταῖς ρʹ. τοῦ δὲ βασι-
λέως μὴ καταδεξαμένου, στρατεύσας ὁ Χαγάνος τὴν Σιγγιδόνα πόλιν
κατέστρεψε καὶ πολλὰς ἑτέρας πόλεις ἐχειρώσατο τὰς ὑπὸ τὸ Ἰλλυ-
ρικὸν τελούσας. παρέλαβε δὲ καὶ τὴν Ἀγχίαλον, ἠπείλει δὲ καὶ τὰ
Μακρὰ τείχη καταστρέψαι. ὁ δὲ βασιλεὺς Ἐλπίδιον τὸν πατρίκιον
σὺν Κομεντιόλῳ πρέσβεις πρὸς τὸν Χαγάνον ἐξαπέστειλεν. καὶ ὁ
βάρβαρος ἐπὶ ταῖς τῶν πάκτων συνθήκαις εἰρήνην ἄγειν καθωμολό-
γησεν. ἐν δὲ τῇ ἀνατολῇ Ἰωάννην τὸν Μυστάκωνα στρατηγὸν

Κοσμάς Ινδικοπλεύστης. Topographia Christiana Book 8, se. 6, γρ. 17


915

πρὸς αὐτόν· «Τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου· ἀποθνῄσκεις γὰρ σὺ


καὶ οὐ ζήσῃ», ὁμοῦ τὰς δύο δόξας ἀνελὼν ἀπ' αὐτοῦ. Οἱ μὲν
γὰρ τῶν Ἰουδαίων ἔλεγον μηδέποτε τὸν χριστὸν ἀποθνῄ-
σκειν, οἱ δὲ ὅτι ἀποθνῄσκει μέν, ἀνίσταται δὲ ἀπὸ νεκρῶν. Τῷ  
οὖν εἰπεῖν ὅτι «ἀποθνῄσκεις σὺ» ἀνεῖλεν ἀπ' αὐτοῦ τὴν
μίαν, δι' ἧς ἐνόμιζεν ἑαυτὸν μὴ ἀποθνῄσκειν ποτέ, τῷ δὲ
προσθεῖναι καὶ εἰπεῖν «καὶ οὐ ζήσῃ» ἀνεῖλε καὶ τὴν ἑτέραν,
δι' ἣν ἕτεροι ἔλεγον ὅτι ἀνίσταται ἀπὸ νεκρῶν· δι' ἑκατέρων
γὰρ ἐδιδάχθη μὴ εἶναι ὁ χριστός, ὡς ὑπώπτευσεν ἑαυτόν.
Εἶτα συνιεὶς ὁ Ἐζεκίας καὶ κλαύσας πικρῶς καὶ μετανοήσας
καὶ στραφεὶς ἐν τῇ κλίνῃ ἐπὶ τὸν τοῖχον, ἔνθα συνέβαινεν εἶναι
τὸν ναόν, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ποιεῖν, προσέχων
δῆθεν τῷ ναῷ τὴν δέησιν ἐποιεῖτο.

Damascius Phil., Vita Isidori (ap. Photium, Bibl. codd. 181, 242) (4066:
007)“Damascii vitae Isidori reliquiae”, Ed. Zintzen, C.
Hildesheim: Olms, [Link] 138, γρ. 1

τὸν φιλοσοφίας ἐπὶ ταῦτα ῥυείς.  ἡ δὲ ἔφη, ἐγὼ χωρῖτίς εἰμι καὶ ἄγροικος.
ἀλλὰ διαναστὰς ἀπὸ τοῦ ὕπνου καὶ διαγκωνισάμενος ἐπὶ τοῦ σκίμποδος
ἔφη.    ἀστεῖός τε ἦν καὶ εὐόμιλος, οὐ μόνον πρὸς τὴν σπουδάζουσαν
ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν παίζουσαν ἐνίοτε συνουσίαν, ὥστε καὶ ἥδιστος εἶναι
τοῖς πλησιάζουσι πρὸς τῷ ὠφελίμῳ.  
 τὸν θεὸν προὐκαλεῖτο ἐπὶ πάθει περιωδύνῳ τῆς τῶν ὀπισθίων
ὀχετῶν ἀφέσεως.  
 ἐπίτεκα οὖσαν τὴν γαμετὴν συνεπῆγεν.
 ἐπὶ τῆς Κλίνης ἀνακειμένῳ ἐξαπίνης τὴν Δίκην ἰδεῖν συνέβη, λαμπρὰν
κόρην, εὔζωνον, κολοβὸν χιτῶνα μηλινόχρουν ἀνεζωσμένην, πορφυροῖς
πλατέσι σημαδίοις κεκοσμημένον, ἀναδεδεμένην μὲν τὴν κεφαλὴν
ἀναδέσμῃ,
γυμνὴν δὲ περιβολαίου, βλοσυρόν τι ὁρῶσαν καὶ συνωφρυωμένον, οὔτι
γε
πρὸς αὐτὸν ἀλλὰ πρὸς τὴν εἴσοδον.  
 ὅτι Ἀσκληπιόδοτος ὁ φιλόσοφος, ὁ Πρόκλου μαθητής, ἐν σκότῳ
βαθεῖ γράμματά τε ἀνεγίνωσκεν, φησίν, ἄνευ φωτὸς καὶ τοὺς παρόντας
τῶν
ἀνθρώπων διεγίνωσκε.

Menander Protector Hist., De legationibus Romanorum ad gentes


916

(fragmenta ap. Constantinum Porphyrogenitum, De legationibus) (4076:


003)“Excerpta historica iussu imp. Constantini Porphyrogeniti confecta,
vol. 111exccrptt deeleggtiooibuu,  t.”, Ed. de Boor, C.
Berlin: Weidmann, [Link]. 8, γρ. 49

αὐτὸς προσρήσεσιν ἐχρήσατο ὁμοίαις. εἶτα τὸ λοιπὸν ἐτράπησαν


ἐς θοίνην, καὶ πανημερίᾳ εὐωχούμενοι διετέλουν ἐν αὐτῇ δήπου
τῇ σκηνῇ. κατεσκεύαστο δὲ αὐτῷ ἐξ ὑφασμάτων σηρικῶν τε καὶ  
διαπεποικιλμένων τοῖς χρώμασιν εὐτέχνως. οἴνῳ μὲν οὖν ἐχρήσαντο,
οὐχ ὁμοίῳ δὲ τῷ παρ' ἡμῖν ἐκθλιβομένῳ ἐκ τῆς ἀμπέλου· οὐ γὰρ δὴ
ἀμπελοφόρος αὐτοῖς ἡ γῆ οὐδὲ μὴν ἐγχωριάζει παρ' αὐτοῖς τὸ τοιόνδε
γένος· ἑτέρου δέ τινος βαρβαρικοῦ ἐνεφορήθησαν γλεύκους. καὶ ἀνε-
χώρησαν ὅποι αὐτοῖς ἡ κατάλυσις ἦν. εἶτα ἐς τὸ αὔριον ἐν ἑτέρᾳ τινὶ
καλύβῃ ξυνῆλθον, ἠμφιεσμένῃ δὲ καὶ καταπεποικιλμένῃ οὐκ ἄλλως
ἐξ ἱματίων σηρικῶν, ἔνθα καὶ ἀγάλματα διάφορα τῇ μορφῇ εἱστήκει.
ὁ δὲ Σιζάβουλος ἐνίζανεν ἐπὶ Κλίνης τινὸς ὅλης ἐκ χρυσοῦ. κατὰ
δὲ δὴ τὸ μέσον τοῦ ἐνδιαιτήματος κάλπεις τε χρυσαῖ καὶ περιρραν-
τήρια, ἔτι τε πίθοι χρυσοῖ. θοινησάμενοι δ' οὖν καὶ αὖθις καὶ
τὰ ὅσα ἐχρῆν ἐν πότῳ εἰπόντες τε καὶ ἀκηκοότες ἀνεχώρησαν. τῇ
ἑξῆς ἐν ἑτέρᾳ ἐγένοντο διαίτῃ. ἔνθα ξύλινοι κίονες ἦσάν τινες
ἐνδεδυμένοι χρυσῷ, χρυσήλατός τε Κλίνη ὁμοίως, ἥντινά γε δήπου
καὶ ταῶνες χρυσοῖ τέτταρες ᾐώρουν. κατὰ δὲ δὴ τὸ ἐμπρόσθιον τῆς
διαίτης ἐπὶ πολὺ παρετέταντο ἅμαξαι, ἐν αἷς πολύ τι χρῆμα ἀρ-
γύρου ἐπῆν, δίσκοι τε καὶ κανᾶ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τετραπόδων ἰνδάλ-
ματα πλεῖστα, καὶ αὐτά γε δήπουθεν ἀργυροποίητα οὐδέν τι ἀπο-
δέοντα τῶν παρ' ἡμῖν. οὕτω μὲν οὖν τῷ τῶν Τούρκων

Menander Protector Hist., De legationibus Romanorum ad gentes


(fragmenta ap. Constantinum Porphyrogenitum, De legationibus)
Se. 8, γρ. 54

ἀμπελοφόρος αὐτοῖς ἡ γῆ οὐδὲ μὴν ἐγχωριάζει παρ' αὐτοῖς τὸ τοιόνδε


γένος· ἑτέρου δέ τινος βαρβαρικοῦ ἐνεφορήθησαν γλεύκους. καὶ ἀνε-
χώρησαν ὅποι αὐτοῖς ἡ κατάλυσις ἦν. εἶτα ἐς τὸ αὔριον ἐν ἑτέρᾳ τινὶ
καλύβῃ ξυνῆλθον, ἠμφιεσμένῃ δὲ καὶ καταπεποικιλμένῃ οὐκ ἄλλως
ἐξ ἱματίων σηρικῶν, ἔνθα καὶ ἀγάλματα διάφορα τῇ μορφῇ εἱστήκει.
ὁ δὲ Σιζάβουλος ἐνίζανεν ἐπὶ Κλίνης τινὸς ὅλης ἐκ χρυσοῦ. κατὰ
δὲ δὴ τὸ μέσον τοῦ ἐνδιαιτήματος κάλπεις τε χρυσαῖ καὶ περιρραν-
τήρια, ἔτι τε πίθοι χρυσοῖ. θοινησάμενοι δ' οὖν καὶ αὖθις καὶ
τὰ ὅσα ἐχρῆν ἐν πότῳ εἰπόντες τε καὶ ἀκηκοότες ἀνεχώρησαν. τῇ
ἑξῆς ἐν ἑτέρᾳ ἐγένοντο διαίτῃ. ἔνθα ξύλινοι κίονες ἦσάν τινες
ἐνδεδυμένοι χρυσῷ, χρυσήλατός τε Κλίνη ὁμοίως, ἥντινά γε δήπου
917

καὶ ταῶνες χρυσοῖ τέτταρες ᾐώρουν. κατὰ δὲ δὴ τὸ ἐμπρόσθιον τῆς


διαίτης ἐπὶ πολὺ παρετέταντο ἅμαξαι, ἐν αἷς πολύ τι χρῆμα ἀρ-
γύρου ἐπῆν, δίσκοι τε καὶ κανᾶ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τετραπόδων ἰνδάλ-
ματα πλεῖστα, καὶ αὐτά γε δήπουθεν ἀργυροποίητα οὐδέν τι ἀπο-
δέοντα τῶν παρ' ἡμῖν. οὕτω μὲν οὖν τῷ τῶν Τούρκων ἡγεμόνι
ἔνεστι χλιδῆς. τῶν δὲ περὶ Ζήμαρχον ἔτι ἐκεῖσε ἐνδιατριβόντων,
ἔδοξε τῷ Σιζαβούλῳ ὥστε αὐτὸν μὲν Ζήμαρχον ἅμα εἴκοσι θερα-
πευταῖς τε καὶ ὀπαδοῖς ἕπεσθαί οἱ ἐκστρατευομένῳ κατὰ Περσῶν,
τοὺς δὲ ἄλλους Ῥωμαίους ἐπαναστρέφοντας κατὰ δὴ τὴν χώραν
τῶν Χολιατῶν ἀναμένειν τὴν Ζημάρχου ἐπάνοδον.

Γεωπονικά. Book 10, Ch. 85, se. 1, γρ. 5

Πῶς ἔστι μεγάλα δένδρα καὶ ἔγκαρπα μεταφυτεῦσαι. Ἀνατολίου.

 Σφόδρα βαθεῖς βόθρους ποιήσαντες, καὶ περι-


κόψαντες τὴν κόμην, καὶ ἀσινεῖς τοὺς παχυτέρους  
κλῶνας καὶ ἀκεραίους τὰς ῥίζας διατηρήσαντες, μετὰ
πολλῆς τῆς οἰκείας γῆς καὶ κόπρου ὀρθὰ βάλλουσι τὰ
πρέμνα, φυλαττόμενοι, ἵν' ὅπου ἂν κλίνῃ, μείνῃ. καὶ
παρατιθέασιν ἑκατέρωθεν κεράμια δύο τετρυπημένα,
ἵνα διὰ τῶν ἀγγείων συνεχῶς ἀρδεύωσι τὰς ῥίζας·
πωμάζουσι δέ, χάριν τοῦ μὴ ἀποφραγῆναι τὰς ὀπάς.
γίνεται δὲ ἡ μεταφυτεία εὐκαίρως πρὸ δύσεως
πλειάδων.
         δεῖ δὲ ἐν τῷ φυτεύειν τὸ δένδρον φυ-
λάττειν πρὸς ἀνατολὴν καὶ δύσιν τὸ ἀρχαῖον σχῆμα.

Γεωπονικά. Book 13, Ch. 11, se. 9, γρ. 2

         Βόλβιτον ὑποθυμιαθέν, καὶ


τοῖς τοίχοις ὑποχριόμενον ἐκδιώξει τοὺς κώνωπας.
Κἂν ἑλενίου γο. αʹ ἀμμωνιακοῦ θυμιάματος γο. βʹ
στύρακος γο. βʹ κηρύκων κεκαυμένων δραχ. βʹ κοπέν-
των, τὰ περιβόλαια θυμιαθῇ, φεύξονται.
         Σπόγγος
ὄξει βραχείς, ἐὰν ἐκ τῆς ὀροφῆς κρεμασθῇ, πάντας
ἐκεῖ συνάγει.
         οὐκ ἀδικήσουσι κώνωπες τὸν ἐν τῇ κλίνῃ, καννάβια ὑποθέντα.
918

         πήγανον ὕδατι βρέχε, ἢ κόνυζαν ἑψήσας ῥαῖνε τὴν οἰκίαν, καὶ
διώξει τοὺς κώνωπας. ἀπελαύνει αὐτοὺς καὶ βδέλλιον θυμιώ-
μενον.  

Γεωπονικά.
Book 13, Ch. 14, se. 1, γρ. 2

ἀλόγοις, ἐὰν λεοντείῳ στέατι καταχρισθῶσιν.


         Ἐλλέ-
βορος δὲ μετὰ γάλακτος ἢ ἑψήματος σὺν ἀῤῥενικῷ
βραχείς, καὶ ῥανθείς, μυίας ἀναιρεῖ. ἐὰν δὲ στυπτη-
ρίαν καὶ ὀρίγανον λειώσας χρίσῃς, οὐ καθεδοῦνται.  

Περὶ νυκτερίδων. Ἀφρικανοῦ.

 Εἰς τὰς ὁδοὺς κρέμασον φύλλα πλατάνου, καὶ οὐκ


εἰσέρχονται. νυκτερίδας ἀναιρεῖ κισσὸς θυμιώμενος.

Περὶ κόρεων. Διδύμου.

 Ὑγρὰ πίσσα καὶ ἀγρίου σικύου ὁ χυλὸς ἐπιβαλ-


λόμενος ἐν κλίνῃ ἀναιρεῖ τὰς κόρεις. ὁμοίως δὲ καὶ
σκίλλα κατατμηθεῖσα, καὶ συλλειωθεῖσα ὄξει, σπόγγῳ
χριομένης τῆς Κλίνης.
         ὁμοίως φύλλα κιτρίων μετὰ
ἐλαίου ἑψήσας ἄλειφε τὰς ἁρμογὰς τῶν κλινῶν, καὶ
χολὴν ταύρου ἢ τράγου ὄξει δριμεῖ μίξας, ἄλειφε τὴν
Κλίνην καὶ τοὺς τοίχους.
         Τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει,
ἐὰν ἔλαιον παλαιὸν καὶ θεῖον ἄπυρον λειώσας κατα-
χρίσῃς τὴν Κλίνην. οὐκ ἔσονται δὲ κόρεις, ἐὰν ἰχθυό-
κολλον ἑψήσας καταχρίσῃς τὰς κλίνας.

Γεωπονικά. Book 13, Ch. 14, se. 1, γρ. 4

Περὶ κόρεων. Διδύμου.

 Ὑγρὰ πίσσα καὶ ἀγρίου σικύου ὁ χυλὸς ἐπιβαλ-


λόμενος ἐν κλίνῃ ἀναιρεῖ τὰς κόρεις. ὁμοίως δὲ καὶ
919

σκίλλα κατατμηθεῖσα, καὶ συλλειωθεῖσα ὄξει, σπόγγῳ


χριομένης τῆς Κλίνης.
         ὁμοίως φύλλα κιτρίων μετὰ
ἐλαίου ἑψήσας ἄλειφε τὰς ἁρμογὰς τῶν κλινῶν, καὶ
χολὴν ταύρου ἢ τράγου ὄξει δριμεῖ μίξας, ἄλειφε τὴν
Κλίνην καὶ τοὺς τοίχους.
         Τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει,
ἐὰν ἔλαιον παλαιὸν καὶ θεῖον ἄπυρον λειώσας κατα-
χρίσῃς τὴν Κλίνην. οὐκ ἔσονται δὲ κόρεις, ἐὰν ἰχθυό-
κολλον ἑψήσας καταχρίσῃς τὰς κλίνας.
         Τὰς δὲ
οὔσας κόρεις διαφθερεῖς, ἐὰν ἀμόργην ἑφθὴν εἰς

Γεωπονικά. Book 13, Ch. 14, se. 3, γρ. 3

 Ὑγρὰ πίσσα καὶ ἀγρίου σικύου ὁ χυλὸς ἐπιβαλ-


λόμενος ἐν κλίνῃ ἀναιρεῖ τὰς κόρεις. ὁμοίως δὲ καὶ
σκίλλα κατατμηθεῖσα, καὶ συλλειωθεῖσα ὄξει, σπόγγῳ
χριομένης τῆς Κλίνης.
         ὁμοίως φύλλα κιτρίων μετὰ
ἐλαίου ἑψήσας ἄλειφε τὰς ἁρμογὰς τῶν κλινῶν, καὶ
χολὴν ταύρου ἢ τράγου ὄξει δριμεῖ μίξας, ἄλειφε τὴν
Κλίνην καὶ τοὺς τοίχους.
         Τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει,
ἐὰν ἔλαιον παλαιὸν καὶ θεῖον ἄπυρον λειώσας κατα-
χρίσῃς τὴν Κλίνην. οὐκ ἔσονται δὲ κόρεις, ἐὰν ἰχθυό-
κολλον ἑψήσας καταχρίσῃς τὰς κλίνας.
         Τὰς δὲ
οὔσας κόρεις διαφθερεῖς, ἐὰν ἀμόργην ἑφθὴν εἰς
χολὴν βοὸς μίξας μετ' ἐλαίου ἐπιῤῥάνῃς αὐταῖς· ἢ
κισσοῦ ἢ καππάρεως φύλλα λειώσας ἐλαίῳ τὰς κλίνας
ἀλείψῃς. τοῦτο δὲ καὶ τὰς ἐν τοῖς τοίχοις κόρεις  
προσραινόμενον ἀναιρεῖ.
         Δραστικὸν δὲ φάρμακον
σκευάζεται ὧδε. σταφίδος ἀγρίας ὀξύβαφον, σκίλλης
εἰς λεπτὰ τετμημένης τὸ ἶσον,

Γεωπονικά. Book 13, Ch. 14, se. 9, γρ. 2

κέος μέρη δʹ τὸ αὐτὸ δρᾷ· κἂν αἰγὸς ἢ μόσχου χολὴν


920

καὶ γλυκέος τὸ ἶσον χρίσῃς σὺν ὄξει.


         Φλωρεντῖνος
δέ φησι, κόρεις ὑποθυμιωμένας βδέλλας ἀναιρεῖν, βδέλ-
λας δὲ τὰς κόρεις, κατεστεγασμένου σκεπάσμασι τοῦ
σκίμποδος, ὥστε μὴ διαπνεῖν τὴν δύσπνοιαν.
         καὶ
σκολόπενδρα ξηραινομένη καὶ ὑποθυμιωμένη τὸ αὐτὸ
δρᾷ· καὶ κισσοῦ φύλλα τριβέντα, καὶ βδέλλαι ιʹ.
Δημόκριτος δέ φησι, πόδας λαγωοῦ ἢ ἐλάφου περὶ
τοὺς ἑρμῖνας τῆς Κλίνης προσαρτωμένους, κατὰ νῶτα
κατὰ τὸ ἐπίκλιντρον, μὴ ἐᾶν κόρεις γίνεσθαι.
         ἐν
δὲ ταῖς ἀποδημίαις, ἐὰν σκεῦος ὕδατος ψυχροῦ πλη-
ρώσῃς, καὶ ὑπὸ τὴν Κλίνην ἀπόθοιο, οὐχ ἅψονταί σου
καθεύδοντος.
         ἡ γὰρ τοῦ θερμοῦ κατάχυσις, ᾗ
πάντες χρῶνται, τὰς μὲν τυχούσας διόλλυσι, τῆς δὲ
αὖθις ὀξείας γεννήσεως αὐταῖς κώλυμα οὐ γίνεται.  

Γεωπονικά. Book 13, Ch. 15, se. 10, γρ. 2

ὕδατι ἡψημένων, πάσας τὰς ψύλλας εἰς τὴν λεκάνην


συνάξει.
         ἢ γράψον ἐν τῇ ἐξωτέρᾳ θύρᾳ μηδενὸς
εἰδότος, πρὸ εἰδῶν Μαΐων ... καὶ κεράμιον ἰσόχειλον
τῷ ἐδάφει χωσθέν, καὶ ταυρείῳ στέατι καταχρισθέν,
εἰς ἑαυτὸ συνάξει καὶ τὰς ἐν τοῖς ἱματίοις οὔσας ψύλ-
λας.
         εἴ ποτε δὲ εἰσέρχῃ ἐν τόπῳ ἔνθα εἰσὶ ψύλλαι,
λέγε ὢχ ὤχ, καὶ οὐχ ἅψονταί σου.
         Ὑπὸ τὴν κλίνην δέ τις ποιήσας μικρὸν βόθρον, καὶ ἐμβαλὼν εἰς
αὐτὸν αἴγειον αἷμα, συνάξει τὰς ψύλλας ἐκεῖσε, καὶ
τῆς ἄλλης ἐσθῆτος ἐκκαλέσεται εἰς αὐτόν·
         τῶν
δ' ἀμφιμάλλων καὶ δασυτάτων ταπήτων, ἔνθα πλη-
σθεῖσαι ψύλλαι καταδύνουσιν, ἀφαιρεθεῖεν ἄν, εἰ
οὕτως ἐν λάρνακι αὐτὰ κατάθοιτο ἢ πίθῳ.  

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. (4083: 001)“Eustathii


archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Iliadem
921

pertinentes, vols. 1–4”, Ed. van der Valk, M.


Leiden: Brill, 1:1971; 2:1976; 3:1979; 4:1987.Τόμ. 1, σελ. 91, γρ. 19

προσεπιθήσει· ἐν δὲ τοῖς ἑξῆς καὶ Ἄτη ἐπελεύσεται αὐτῷ, ὡς μὴ


αἰδεσαμένῳ
τὰς τοῦ Διὸς θυγατέρας Λιτάς. τοιαύτη γὰρ ἡ τῶν Λιτῶν φύσις, ὡς ἐν τῇ
ἰῶτα
ῥαψῳδίᾳ ῥηθήσεται. καὶ Ἀχιλλεὺς δὲ τὰς τοῦ βασιλέως μετὰ ταῦτα λιτὰς
παρωσάμενος βλαβήσεται. (v. 99) Ἐνταῦθα δὲ τοῦ ἄγειν ἐπὶ ἐμψύχων
ῥηθέντος
ἐν τῷ «ἄγειν θ' ἱερὴν ἑκατόμβην» ἰστέον ὅτι διαφορά ἐστι τοῦ ἄγειν καὶ
τοῦ
φέρειν, ὡς φανερὸν ἔσται καὶ ὅπου λέγει τις παρὰ τῷ ποιητῇ μηδὲν ἔχειν
ἐν
Τροίᾳ, ὅπερ ἂν ἄγοιεν ἢ φέροιεν οἱ ἐχθροί, τοῦτο δὲ δηλοῦται καὶ ἐν τῷ
»ἄγομαι, φέρομαι, τὰ χρήματ' ἐνεχυράζομαι». καί φασί τινες τὸ μὲν ἄγειν
ἐπὶ
ἐμψύχων λέγεσθαι καὶ τὸ ἄγεσθαι, τὸ δὲ φέρεσθαι καὶ φέρειν ἐπὶ
ἀψύχων·
ὅθεν καὶ φορεῖον καὶ φοράδην ἐπίρρημα καὶ φέρτρον ἡ νεκροφόρος
Κλίνη καὶ
φορεῖν σκῆπτρον ἤτοι φέρειν, ὃ καὶ φοραίνειν ὁ ποιητὴς λέγεσθαι οἶδεν,
ὡς ἐκ
τοῦ φορῆναι φαίνεται. ἕτεροι δὲ ὁρῶντες τοῦτο πολλαχοῦ ἀληθῶς
διαφωνοῦν
φασιν, ὅτι ἄγειν λέγεται τὸ ἐπὶ νηὸς ἢ ἅρματος. οἳ τί ἂν εἴποιεν πρὸς τὸ
«βοῦν
ἀγέτην κεράων» καὶ πρὸς τὰ ὅμοια; κάλλιον οὖν λέγουσιν οἱ πρῶτοι πλὴν
ἐκ τοῦ πλεονάζοντος καὶ αὐτοί. εἰ γὰρ καὶ φανερῶς διαφέρει τὰ ῥηθέντα,
καθὰ δηλοῖ καὶ τὸ «τὰ μὲν ἦγον, τὰ δὲ ἔφερον», ὡς δοκεῖν ἄγεσθαι μὲν τὰ
αὐτοκίνητα,

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 1, σελ. 294, γρ. 1

τις, φασίν, ἕτερον, διέφθαρται δὲ ὑφ' ἑτέρου. προσθετέον δὲ καὶ


Σοφοκλέους τὸ
»τὰς οὔσας τέ μου καὶ τὰς ἀπούσας ἐλπίδας διέφθορας.] Σπάρτα δὲ τὰ
σχοινία
ὡς ἀπὸ παλαιοῦ ἔθους· ἐοίκασι γάρ, ὃ δὴ καὶ νῦν πολλαχοῦ γίνεται,
σπάρτων
φυτοῖς χρᾶσθαι οἱ παλαιοὶ εἰς πλοκὴν σχοινίων. καὶ ἦν ἐν λόγῳ σπάρτος
922

Ἰβηρικὴ παρὰ τοῖς παλαιοῖς. λέγει δέ που καὶ γῆν σπαρτοφόρον ὁ


Γεωγράφος
καὶ σχοινοπλοκικὴν σπάρτον. καὶ μέχρι δὲ νῦν εἶδός τι σχοινίου οἱ
ἰχθυοβόλοι
σπαρτίναν ὀνομάζουσι. καὶ ὁ Κωμικὸς δὲ τοῦτο παρεμφαίνει ἐν τοῖς
Ὄρνισιν,
ἔνθα παίζων περὶ τῆς Λακωνικῆς Σπάρτης ὡς παρωνυμουμένης ἀπὸ
φυτοῦ
σπάρτου φησὶ μὴ ἂν δεηθῆναι σπάρτης κειρίαν ἔχων ἤτοι μὴ δεηθῆναι
σπαρτίνου  
πλέγματος, ἐὰν ἄλλην ἔχῃ κειρίαν ἤτοι δεσμὸν Κλίνης. ἀλλὰ τί δεῖ πλείω

λέγειν; ὅπου καὶ σχοῖνος ἐκ τοῦ φυτοῦ τῆς σχοίνου λέγεται· ἐπεὶ τὸ
παλαιὸν
ἐκ φυτῶν σχοίνων ἐπλέκοντο τὰ τοιαῦτα, ὃ καὶ νῦν ἔτι πολλαχοῦ
παραμένει.
Ἐν γοῦν Πελοποννήσῳ πολλοὶ οὕτω ποιοῦντες ἐπιλέγουσι καὶ καιρὸν
ἐπιτήδειον
τῇ τοῦ τοιούτου σχοίνου τομῇ λέγοντες· «Μαΐου βροῦλον, ποντία
κάνναβις».
Ἴδε δὲ καὶ ὅτι ἐπὶ ξύλου μὲν ἔθηκε τὸ σήπεσθαι, ἐπὶ δὲ σχοίνου τὸ
λύεσθαι, [ὅ
ἐστιν ἀναλύεσθαι· καὶ ὅτι οὐκ ἀεὶ ὁ μέσος παρακείμενος καὶ ἐνέργειαν
δηλοῖ,
ὡς ἐν τῷ «δέδορκά σε» ἤγουν βλέπω σε· καὶ πάθος, ὡς ἐν τῷ «δεδορκὼς
ἄστρον ὣς λάμψειν» ἤγουν θεαθείς. ἀλλὰ μυριαχοῦ ποτὲ μὲν μόνην
ἐνέργειαν
ὑποβάλλει νοεῖν, ὡς καὶ ἐν τῷ λέλοιπα καὶ λέλογχα, ποτὲ δὲ μόνον πάθος,
Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 1, σελ. 297, γρ. 9

ἄνωθεν ἐπιπνέειν· ὅθεν καὶ αἰγίδες καὶ καταιγίδες. τὸ δ' αὐτὸ καὶ
καταιγίζειν
λέγεται· δηλοῖ δὲ οὐ πάνυ βιαίαν πνοὴν ἀλλὰ σύντονον. γίνεται δὲ ἀπὸ
τοῦ  
ἀΐσσειν, ὥσπερ καὶ ἡ αἰγίς, ἥτις ἐκ μέσου παρακειμένου προάγεται τοῦ
ἤϊγα.
διὸ καὶ ἀνωτέρω ἔφη· «Εὖρός τε Νότος τε ἐπαΐξας ἐκ νεφελῶν». Τὸ δὲ
ἀΐξαι
ἀπὸ τῶν νεφελῶν τοῦτό ἐστι τὸ ἐπαιγίζειν. Τὸ δέ «ἐπί τε ἠμύει
ἀσταχύεσιν»
ἀντὶ τοῦ ἐπικλίνεται τὸ λήϊον τοῖς ἀσταχύεσιν ἤγουν διὰ τῶν ἀσταχύων.
διττὸν γὰρ τὸ λήϊον· αὐτό τε γὰρ τὸ ὑποκείμενον ἔδαφος λήϊον λέγεται
καὶ οἱ
923

ἀστάχυες δὲ λήϊον λέγονται καὶ αὐτοί. Ἐπικλίνεται γοῦν τὸ λήϊον οὐ


κινού-
μενον αὐτῷ δὴ τῷ ἐδάφει ἀλλὰ τοῖς ἀσταχύεσιν. ἡ γῆ μὲν γὰρ ἀκινητίζει,
οἱ δὲ
στάχυες ἐπικλίνονται, [ἵνα, ὥσπερ ἡ μάχη φρίσσει ἐγχείῃσιν, οὕτω τὸ
λήϊον
ἀνάπαλιν ἐπιΚλίνηται ἀσταχύεσσι.] Γίνεται δὲ τὸ ἠμύει ἀπὸ τοῦ μύω
πλεονασμῷ
τοῦ η· μύει γὰρ καὶ συστέλλεται τὸ ἐξ ὀρθῆς στάσεως ἐπικλιθέν. οὕτω
καὶ τὸ
τεῖχος τῆς Τροίας ἠμύσειν λέγει που ὁ ποιητής, τουτέστι κάτω κλιθῆναι.
Ὁ δὲ
ἄσταχυς πλεονασμὸν ἔχει τοῦ α· στάχυς γὰρ τὸ πρωτότυπον οἱονεὶ
σίταχυς
παρὰ τὸ σῖτον ἔχειν. ὅτι δὲ καὶ μέρος σώματος ὁ στάχυς, ἐν τῇ γάμμα
ῥαψῳδίᾳ
ῥηθήσεται. (v. 149) Ὅρα δὲ [ὡς ἀρξάμενος ἐκ τοῦ «κινήθη δ' ἀγορή»
ἐπέρανεν
ὡς οἷον κυκλικῶς τὰς παραβολὰς εἰς τὸ «ἀγορὴ κινήθη». ἤρεσε δὲ νῦν
αὐτῷ
ἡ τοῦ κινεῖσθαι λέξις ἐν τῷ «κινήθη ἀγορή» καὶ «κινήσῃ Ζέφυρος» καὶ
«ἀγορὴ κινήθη».

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 1, σελ. 345, γρ. 27

μήτηρ νεοσσῶν πολλῶν ἄλλων πόλεων προεαλωκυιῶν αὐτὴ ἔτι περιῆν.


Σῆμα δὲ καὶ τέρας λέγει τὸ κατὰ τὸν δράκοντα, τὸ μὲν ὡς μὴ πάνυ
παράδοξον, τὸ δὲ ὡς παρὰ φύσιν. τὸ μὲν γὰρ βωμοῦ ὑπαΐξαι καὶ πάντων
βλεπόντων ἀνερπύσαι εἰς τὴν πλατάνιστον καὶ ποιῆσαι, ἃ πεποίηκε,
ταῦτα σῆμα ἤτοι σημεῖον ἦν. τὸ δὲ κατελθόντα ὕστερον ἀπολιθωθῆναι,
τοῦτο ἦν τεράστιον.
οὕτω δέ, φασί, καὶ τὸ μὲν ἐπ' ἀκροτάτῳ ὄζῳ ὑπὸ τοῖς φύλλοις εἶναι τὴν
νεοττιὰν σημεῖον ἦν ὡς παρὰ τὸ σύνηθες γεγονός, τέρας δὲ τὸ ὀκτὼ
τετοκέναι.
ἑπτὰ γάρ φασι τίκτειν τὴν στρουθόν, ὧν τὸ ἓν οὔριον εἶναι. Ἔστι δὲ κατὰ
τοὺς
παλαιοὺς σημεῖον μὲν τὸ παρὰ τόπον ἢ παρὰ τὸ ὡς ἐπὶ πολὺ γινόμενον,
οἷον τὸ
σιμβλοποιήσασθαι μελίσσας ἐν οἴκῳ ἢ ἐν χείλεσι βρέφους, οἷον
Πινδάρου, ἢ
πτηνοὺς μύρμηκας ἐν οἰκίᾳ γενέσθαι ἢ νεοττεῦσαι χελιδόνα πρὸς τῇ
κλίνῃ ἢ
924

ἀστράψαι ἢ βροντῆσαι τοιῶσδε οἷον παρὰ καιρόν. ταῦτα γὰρ σπάνια καὶ
οὐ συνήθη. τέρας δὲ τὸ παντελῶς παρὰ φύσιν, ὁποία καὶ ἡ τοῦ δράκοντος

ἀπολίθωσις, ἥτις ἐδήλου τὸ δυσδιεξόδευτον τοῦ ἀγῶνος καὶ οὐ ταχὺ


τελεσθησό-
μενον, ἀλλὰ κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κάλχαντος ὀψιτέλεστον, ἢ καὶ τὴν τοῦ
πολέμου
σκληρότητα ἢ τὴν μετὰ ταῦτα ἀπραξίαν καὶ ἀργίαν τοῦ ἐκ Τρώων
πολέμου  
εἰς ἄμυναν· ἀβοήθητοι γὰρ μεμενήκασιν οἱ Τρῶες καὶ οὐδεμία τις αὐτοῖς,
ἐφ'
οἷς ἔπαθον, γέγονεν ἄμυνα· ἢ καὶ τὸ ἔνδοξον καὶ ἀειφανὲς τοῦ πολέμου
ἐσήμαινε καὶ τὸ τῆς εὐκλείας ἀμετακίνητον καὶ μόνιμον καὶ πρόοπτον –
διὸ
καὶ ὁ Κάλχας ἔφη· «οὗ κλέος οὔ ποτε ὀλεῖται»

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 2, σελ. 389, γρ. 6

Ὅτι πρὸς ἀκολουθίαν τοῦ ἄντω ἄντομαι βαρυτόνου φησὶν ἐνταῦθα


Ὅμηρος
τὸ «ἀλλήλοισι συναντέσθην». ἦν δ' ἂν οὐκ ἔξω ἀναλογίας οὐδὲ τὸ
«ἀλλήλοισι
συναντήσθην», ὡς ἀπὸ τοῦ ἀντῶ ἀντήσω, οὗ καὶ αὐτοῦ χρήσεις παρὰ τῷ
ποιητῇ. (v. 24 s.) Ὅτι μεγαλοθύμῳ ἢ μεγαθύμῳ ἀνδρὶ ὑψηλῷ ἐπιπρέπει
παρῳδηθὲν τὸ «τίπτε σὺ δ' αὖ μεμαὼς ἦλθες ἀπ' Οὐλύμποιο, μέγας δέ σε
θυμὸς  
ἀνῆκεν», ὃ δὴ ὁ μυθικὸς Ἀπόλλων ἔφη πρὸς Ἀθηνᾶν. (v. 26) Ὅτι τὸν μὲν

πόλεμον ὁμοίϊον πολλαχοῦ φησιν ὁ ποιητής, οὐ μόνον διὰ τὸ χαλεπόν, ὡς

προγέγραπται, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὁμοιότητα καὶ ἰσοπραξίαν τῶν ἔτι
μαχομένων
καὶ τὴν τοῦ τέλους ἀδηλίαν, καὶ ἀπὸ τοῦ ὁμοῦ ἰέναι τοὺς πολεμοῦντας,
ὡς
καὶ ὁμοίϊον κακὸν τὸ ὁμοῦ ἢ ὁμοίως πᾶσιν ἰόν. Τὴν δέ γε νίκην
ἑτεραλκέα
καλεῖ ὡς ἑτεροκλινῆ καὶ τῷ ἑτέρῳ μέρει τὴν ἀλκὴν ἀεὶ προσνέμουσαν.
Φησὶ
γὰρ «μάχης ἑτεραλκέα νίκην». Καὶ οὐκ ἔστι γενέσθαι νίκην ἀντιπάλων, ὅ

ἐστιν ἰσοπαλῶν ὄντων τῶν μαχομένων, εἰ μὴ θάτερον μέρος ἀλκιμώτερον


925

γένηται. διὸ καὶ ἡ νίκη παρὰ τὸ ἑνὶ εἴκειν γίνεται, ὃ δὴ ἑτεραλκείας ἐστίν.

(v. 24 – 7) Ἐνταῦθα δὲ κεῖται καὶ σχῆμα ἐλλειπτικὸν ἐν τῷ «τίπτε σὺ


ἦλθες ἀπ' Οὐλύμποιο;» «ἢ ἵνα δὴ Δαναοῖσι μάχης ἑτεραλκέα νίκην δῷς;
ἐπεὶ οὔ τι Τρῶας ἀπολλυμένους ἐλεαίρεις».

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 2, σελ. 540, γρ. 8

ἐπιλέξεται. Χαίρει γὰρ τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον. Θρασὺς γὰρ καὶ αὐτὸς καθ'
Ὅμηρον ἡνίοχος, ὅτε δηλαδὴ ἡνιοχεῖν δεήσειε, καὶ οὐ κατεπτηχὼς κατὰ
τὸν Νέστορα, ὃν ἡνιοχήσαντα τῷ Διομήδει ἐκ χειρῶν ἡνία φύγον. (v. 92)

Τὸ δὲ «σμερδαλέον ἐβόησεν» οὐ μόνον βοὴν ἀγαθόν, ὅ ἐστιν εὐρυβόαν,


παριστᾷ
τὸν Διομήδην εἶναι, ἀλλὰ καὶ οἷόν τε ἐκπλήττειν τῇ βοῇ, ὅτε καιρός. (v.
93)
Πολυμήχανον δὲ οὐχ' ἁπλῶς, ἀλλ' ὡς ἀληθῶς τοιοῦτον τὸν Ὀδυσσέα
φησίν.
Ἦν γάρ, ὡς καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ σημειοῦνται οἱ παλαιοί, οὐ μόνον πύκτης
καὶ παλαιστὴς καὶ δισκεύειν εἰδὼς καὶ τόξῳ ἀριστεύειν καὶ ἀκοντίζειν,
«ὅσον
οὐκ ἄλλος τις ὀϊστῷ», ἀλλὰ καὶ γεωργός, ὅτε δρέπανον ἐκεῖ ζητεῖ καὶ
πηκτὸν
ἄροτρον, καὶ κυβερνήτης, ὃς καὶ πόδα νηὸς διόλου νωμᾷ, καὶ τέκτων, ὡς

ἐν τῇ Ἰθάκῃ Κλίνη δείκνυσι, καὶ ναυπηγός, ὡς ἡ σχεδία δηλοῖ, ἣν
συνεπήξατο,
καὶ κυνηγός, ὁ καὶ τὴν ἐπίσημον οὐλὴν ἔχων ἐκ τοῦ συός, ὃν ὀδόντι
ἐλάσαντα
ὅμως κατέβαλε, καὶ μάντις. φῆμιν γοῦν ζητεῖ ἐν Ἰθάκῃ, ἀφ' ἧς
συμβαλεῖται
τὸ μέλλον. ἔτι δὲ καὶ μάγειρος δαιτρεῦσαι εἰδὼς καὶ ὀπτῆσαι, ἤδη δὲ καὶ
ἰατρὸς ἐν οἷς φάρμακον, φασί, ζητεῖ «ὄφρα οἱ εἴη ἰοὺς χρίεσθαι». ὅτι δὲ
καὶ ῥήτωρ ἄκρος ἦν, ἔκδηλον. εἰ δὲ καὶ Πληϊάδας ὁρῶν καὶ Ὑάδας
ναυτίλλεται,

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 2, σελ. 554, γρ. 5

τούς τε Ἀχαιοὺς ἐξουθενοῖ καὶ τοῦ τείχους καταλέγει καὶ ἀπειλεῖται


εἰπὼν
»νήπιοι, οἳ ἄρα δὴ τάδε τείχεα μηχανόωντο, ἀβληχρά, οὐδενόσωρα· τὰ δ'
οὐ μένος ἁμὸν ἐρύξει, ἵπποι δὲ ῥέα τάφρον ὑπερθορέονται ὀρυκτήν. ἀλλ'
926

ὅτε
δὴ ἐπὶ ναυσὶ γένωμαι, μνημοσύνη τις ἔπειτα πυρὸς δηΐοιο γενέσθω, ὡς
πυρὶ
νῆας ἐνιπρήσω, κτείνω δὲ καὶ αὐτοὺς Ἀργείους ἀτυζομένους περὶ
καπνῷ»,
ἤγουν ὑπὸ καπνοῦ. Οὕτω μεγαλόφρων ὁ Ἕκτωρ καὶ θρασὺς καὶ φέρειν  
μετρίως εὐτυχίαν οὐκ εἰδώς. (v. 175 s.) Ὅρα δὲ ἐν τούτοις φανερῶς
ἡρμηνευ-
μένην τὴν καὶ ἀλλαχοῦ δηλωθεῖσαν κατάνευσιν τοῦ Διός. Ὡς γάρ που
ἔφη ὁ
Νέστωρ κατανεῦσαι τὸν ἀέρα Δία ἐναίσιμα σήματα φαίνοντα, οὕτω
κἀνταῦθα
Ζεὺς τοῖς Τρωσὶ σῆμα τίθησι μάχης, κτυπῶν ἄνωθεν καὶ οὕτω δηλῶν ἑτε-
ροκλινῆ νίκην, ὃ δὴ κατανεῦσαι νίκην τὸν Δία φησί. Καὶ ἰδοὺ κατάνευσις
καὶ
νῦν Διὸς τὸ ἄνωθεν σῆμα, ὅπερ πῆμα τοῖς Ἀχαιοῖς ὁ ποιητὴς εἶναι
ἀστείως
φησίν, ἐν ἀρχῇ μὲν στίχου θέμενος τὸ σῆμα, ἄλλον δέ τινα στίχον
περατώσας
εἰς τὸ πῆμα. Ἐρεῖ δὲ καὶ μετ' ὀλίγα ὁ ποιητής, ὡς ἔνευσεν ὁ Ζεὺς λαὸν
σόον
εἶναι πέμψας αἰετόν, ὃν καὶ ὄρνιν ἐρεῖ ὡς σημαντικὸν μέλλοντος, καθὰ
καὶ
ἐν τοῖς ἑξῆς που φανήσεται. (v. 168) Ἰστέον δὲ ὅτι τὸ μὲν ἵππους τε
στρέψαι
καὶ ἐναντίβιον μαχέσασθαι οὐκ ἔστι τελεία διασάφησις τοῦ διάνδιχα
μερμηρίξαι.
οὐ γὰρ εἶπεν ἢ ἵππους στρέψαι ἢ μαχέσασθαι – ἀδιανόητον γὰρ στρέψαι
ἵππους τὸν ἤδη στρέψαντα εἰς φυγήν – , ἀλλ' ἕν τι δηλοῦσι ἀμφότερα,
ἤγουν τὸ
στραφῆναι καὶ ἀντιστῆναι τῷ διώκοντι. τὸ δέ γε ἕτερον μέρος τοῦ
διάνδιχα,
ὅπερ ἦν τὸ προτροπάδην φεύγειν ἀφιέντα τὸν Ἕκτορα κομπάζειν,
σεσίγηκεν

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 2, σελ. 819, γρ. 14

Τὸ δὲ «νεώμεθα ἐφ' ἡμέτερα» περίφρασίς ἐστι τοῦ νοστήσομεν. Ἔστι δὲ


τὸ
»ἡμέτερα» ταὐτὸν τῷ οἶκονδε, φρασθὲν ἐλλειπτικῶς ἀντὶ τοῦ εἰς τὰ
ἡμέτερα
δώματα καὶ τέτριπται μέχρι καὶ νῦν ἡ τοιαύτη χρῆσις κοινότερον. (v. 620
– 2)
927

Ὅτι ὥσπερ πρὸ ὀλίγων ἔνευσεν Αἴας Φοίνικι, ἐνόησε δὲ Ὀδυσσεύς,


οὕτως
ἐνταῦθα «Πατρόκλῳ ἐπ' ὀφρύσι νεῦσε σιωπῇ» Ἀχιλλεὺς «Φοίνικι
στορέσαι
πυκινὸν λέχος, ὄφρα τάχιστα» οἱ πρέσβεις «ἐκ κλισίης νόστοιο
μεδοίατο».
(v. 622 s.) Γνοὺς δὲ ὁ Αἴας φησὶν «ἴομεν», καὶ τὰ ἑξῆς, ὡς κείσεται
κατωτέρω.
(v. 625) Καὶ ὅρα τὸ «ἴομεν», ῥῆμα δακτυλικόν, ληφθὲν κἀνταῦθα οὐχ' ὡς

αὐθυπότακτον, ἀλλὰ κατὰ φωνὴν ἐνεστῶτος, ὁμοίως τῷ τίομεν, κυλίομεν


καὶ τοῖς ὁμοίοις. (v. 621) Τὸ δὲ «στορέσαι» καιρία λέξις ἐπὶ Κλίνης. Διὸ
τρὶς ἐν τῇ ῥαψῳδίᾳ ταύτῃ χρᾶται αὐτῇ διὰ τὸ καίριον. Ὅτι δὲ λέγεται καὶ
ἐπὶ γαληνιώσης θαλάσσης, δῆλον. «ἐστόρεσε» γάρ, πού φησι, «θεὸς
μεγακήτεα πόντον». Πρὸ βραχέων δὲ καὶ ἀνθρακιὰν ἐστόρεσε
Πάτροκλος. Ἔστι δὲ θέμα τοῦ ῥήματος τούτου στορῶ, ὃ συγκοπὲν καὶ
γενόμενον στρῶ μετέπεσεν εἰς τρίτην συζυγίαν. Ὥσπερ γὰρ τορῶ
τορήσω, ἐξ οὗ τὸ ἀντετόρησε, καὶ ἐν
συγκοπῇ τρῶ τρώσω, οὕτω καὶ στορῶ στορέσω, ἐξ οὗ τὸ στρῶ στρώσω,
οἷον «ὑπὸ δ' ἔστρωτο ῥινὸν βοός». Ἐξ οὗ καὶ οἱ βασιλικοὶ στρῶται, οἳ
παρὰ
Πέρσαις ἐπλεόναζον. Τὸ δὲ «πυκινὸν λέχος» καὶ μαλακὴν εὐνὴν
ἀνωτέρω
Ἀχιλλεὺς ἔφη κατὰ ἑτέραν ἔννοιαν. ἔπρεπε γὰρ μάλιστα τοιαύτη τῷ
γέροντι. [Σημείωσαι δὲ ὅτι μαλακῆς εὐνῆς λεγομένης καὶ κώματος δέ,
ἤγουν ὕπνου,

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 3, σελ. 496, γρ. 20

ἑοῦ ἀμέλησεν ἑταίρου», ὁ Ἀντίλοχος δηλαδή, «ἀλλὰ θέων περίβη». οὗ


δια-
σαφητικὸν εὐθὺς ἐπενεχθὲν τὸ «καί οἱ σάκος ἀμφεκάλυψεν», ἵνα ᾖ καὶ
νῦν
περιβῆναι τὸ στῆναι περί τινα πεσόντα ἐπὶ σκέπῃ αὐτοῦ. Ἰστέον δὲ ὅτι οὐ

μόνον τὸ πολεμικὸν σκεῦος, ἀλλὰ καὶ ὁ κοινὸς λεγόμενος σάκκος δι' ἑνὸς

κάππα προεφέρετο παρ' Ἀθηναίοις, καθά φησιν Αἴλιος Διονύσιος. ὅθεν


καὶ
σακεύειν, φησί, τὸ ὑλίζειν, ὡς Ἡρόδοτος, χρήμαθ' ὑποσακιζόμενοι, καὶ
ὑποσακίζειν τῆς ὁδοῦ τὸ προκόπτειν καὶ ὑφαιρεῖσθαι. τοῦτο δὲ ἴσως καὶ
ἀπὸ
τοῦ κατὰ μικρὸν ἐκκενουμένου σάκου. (v. 421 – 3) Ὅτι νεκροφορίαν
928

φράζει
τὸ «τὸν μὲν ἔπειτα ὑποδύντε δύο ἐρίηρες ἑταῖροι φερέτην βαρέα
στενάχοντε».
[Κυριολεκτεῖται δὲ καὶ ἐνταῦθα ὡς μάλιστα τὸ φέρειν ἐπὶ νεκροῦ λεχθέν,
οὗ καὶ ἡ Κλίνη φέρτρον, ἀλλοῖόν τι οὖσα παρὰ τὸ φορεῖον. Κεῖται δ' ἐν
τούτοις
καί τις Ἐχίος καὶ ἕτερος Ἀλάστωρ, Ἑλληνικὰ κύρια ὀνόματα.] (v. 424 –
6)
Ὅτι πάνυ πολλὴν προθυμίαν καὶ ὁρμὴν ἐν μάχῃ δηλοῖ τὸ «Ἰδομενεὺς δ'
οὐ
λῆγε μένος μέγα, ἵετο δ' αἰεὶ ἠέ τινα ἐρεβεννῇ νυκτὶ καλύψαι ἢ αὐτὸς
δουπῆσαι,
ἀμύνων» τοῖς ἑαυτοῦ. Καὶ ὅρα ὅτι τὸ κτεῖναι νυκτὶ καλύψαι φησίν, ὅπερ
ἀλλαχοῦ εἶπεν Ἄϊδι προΐαψεν, ὡς ταὐτὸν ὂν μεταφορικῶς νύκτα τε καὶ
Ἅιδην εἰπεῖν. Ἰστέον δὲ ὡς τὸ [μὲν «καί οἱ σάκος ἀμφεκάλυψε» σκέπην  
δηλοῖ, τὸ δὲ «νυκτὶ καλύψαι» θανατηρὰν σημαίνει ἐπίκρυψιν. οὐ μὴν καὶ
τὸ «ἠέρι καλύψαι», τοιοῦτόν ἐστιν, ἀλλὰ δήλωσιν ἔχει τοῦ πρὸς ὥραν
ἀόρατον

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 3, σελ. 561, γρ. 6

γίνεται, εἴτε παρὰ τὸν βοῦν. εἰς δὲ τὸ ἐφεξῆς, [ἤγουν τὸ γαΐος,] χρήσιμον
καὶ τὸ τοῦ Αἰλίου Διονυσίου, εἰπόντος ὅτι γεώλοφον οἱ παλαιοὶ καλοῦσι
τὸν
παχὺν καὶ ἀναίσθητον ἄνθρωπον, [οἷα τῆς γῆς χρησίμου φαινομένης εἰς
τὸ
τοιαῦτα σκώπτεσθαι τοὺς μεγαλοσωμάτους, εἰ καὶ πολὺ τὸ ἐνεργὸν
ἄλλως
ἔχουσιν. Ἐνθυμητέον δ' ἐνταῦθα ὡς, εἴπερ ὁ τοσαύτης ἀρετῆς ἐπήβολος
Αἴας  
ὁ συμμετρίας λόγῳ εὖ ἔχων μεγέθους καὶ διὰ τοῦτο μείζων καὶ μέγας ὤν
τε
καὶ καλούμενος, καὶ τὸ φυσικὸν καὶ ἐνεργέστατον βάρος ἐπηχθισμένος
κατὰ
ἀναλογίαν μελῶν καὶ μερῶν, βουγάϊος ἔσκωπται, τί ἂν ὁ σκωπτόλης ἐρεῖ
κατὰ
τοῦ Βυζαντίου ῥήτορος, ὃς καταγελώμενός που ἐπὶ πλούτῳ σαρκῶν ἔφη
καὶ
γυναῖκα πολλῷ παχυτέραν ἔχειν, ἧς ἠρεμούσης μὲν στέγεσθαι ἄμφω ἐν
μιᾷ
κλίνῃ, στασιαζούσης δὲ μηδὲ τὸν ὅλον αὐτοῖς οἶκον εἶναι εἰς χωρίου
περιοχήν.
929

Τί δὲ οὐκ ἂν σκωφθείη ὁ διὰ παχύτητα μήτε ἔξυπνος γινόμενος ἐν τῷ


κοιμᾶσθαι,
εἰ μὴ βελόναις κεντοῖτο εἰς βάθος, μήτε ἐν τῷ ἀνθρώποις ἥκειν εἰς θέαν
ἐθέλων
ὅλος βλέπεσθαι, ἀλλὰ παραπετάσμασιν ὑποκλέπτων τὸ βλέπεσθαι; Τίς δ'
ἂν εἴη τά γε εἰς τὸ σκώπτεσθαι ὁμοίως; Μάγης, ὁ Κυρήνης βασιλεύς, ὃς
δι'
ἀργίαν σώματος καὶ πλῆθος τροφῆς κατάσαρκος, φασί, γενόμενος, ὑπὸ
τοῦ
πάχους ἀπεπνίγη. Ὅτι δὲ τὰ ἐκ γῆς παρώνυμα οὐκ ἀεὶ σεμνά εἰσι,
δηλοῦσι καὶ
οἱ τοῦ μύθου Γηγενεῖς καὶ Γίγαντες οὐδὲν ἧττον ἢ ὁ βουγάϊος καὶ ὁ
δεδηλω-
μένος γεώλοφος. συντελεῖ δ' ἐνταῦθα καὶ τὸ «ὁ δ' ἕτερος, τί ἂν τύχοιμ'
ὀνομάσας;
βῶλος, ἄροτρον, γηγενὴς ἄνθρωπος». Ἀλέξιδος δέ, φασί, τοῦ κωμικοῦ ὁ
λόγος.
Τὸ δὲ «ποῖον ἔειπες» ἁπλοϊκῶς μὲν ἔχειν φαίνεται, καθάπτεται δέ, ὧν ὁ
Αἴας

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 3, σελ. 685, γρ. 26

Τρωϊκὸν ἄνδρα, ὁ δὲ τοῦτο μὲν σιγᾷ, ἐρωτᾷ δὲ ὡς παρακολουθοῦν τό· τίς

πρῶτος ἐσκύλευσεν, ἵνα οὕτω μέγα δείξῃ τὸ τρόπαιον, εἰ καὶ ὡς ἐν ἀδείᾳ


πολλῇ
ἐσκυλεύοντο οἱ πίπτοντες. (v. 509) Λέγει δὲ βροτόεντα μὲν τὰ ἐκ βροτῶν
λαμβανόμενα ἢ τὰ ἔχοντα βρότον, ἤγουν μολυσμὸν τὸν ἐξ αἵματος,
ἀνδράγρια
δὲ σκῦλα τὰ παρὰ ἀνδρῶν ἢ ἀπὸ ἀνδρῶν ἀγρευόμενα ἢ ἀγειρόμενα. ξένη
δέ,
φασίν, ἡ λέξις ἅπαξ ῥηθεῖσα. παρῆκται δὲ καθ' ὁμοιότητα τοῦ βοάγρια,
ζωάγρια, μοιχάγρια. (v. 510) Τοῦ δὲ ἤρατο ἢ ἤρετο, τοῦ μὲν τὸ πρῶτον
ἠράμην,
ὅθεν καὶ τὸ «ἠράμεθα μέγα κῦδος», τοῦ δὲ ἤρετο, οὗ χρῆσις καὶ ἐν τῷ
«τὴν
ἄρετ' ἐκ Τενέδοιο γέρων», πρῶτον πρόσωπον ἠρόμην, ὡς καὶ τοῦ εὕρετο
τὸ
εὑρόμην, οἷον «ἀλλὰ ταῦθ' ἅπαντα σοῦ θανόντος εὑρόμην». Τὸ δὲ
«ἔκλινε
μάχην» ἀρχὴ τοῖς μεθ' Ὅμηρον τοῦ ἑτεροκλινῆ φάναι νίκην, ἣν ὁ
ποιητὴς  
930

ἑτεραλκέα λέγει, ὡς ἐκ διαδοχῆς, φασίν, ἑτέροις ἀλκὴν περιποιοῦσαν,


ἤγουν
ἑνὶ τῶν δύο μερῶν. τοιοῦτον γὰρ τὸ ἕτερον, ἀφ' οὗ καὶ ἑτερομόλιος δίκη,
ἐν
ᾗ μὴ ἄμφω ἦλθον οἱ ἀντίδικοι, ἀλλ' ἕτερος, ὅ ἐστιν ἐκ τῶν δύο ὁ εἷς. Ὅρα

δὲ καὶ ποικιλίαν ἐφεξῆς ἐνταῦθα ῥημάτων ἰσοδυνάμων, καὶ κατὰ ῥήτορας

εἰπεῖν, ἐπίχυσιν, καὶ τούτων πρεπόντων ποιήσει. Αἴας μὲν γάρ, φησίν,
οὖτα
τὸν δεῖνα, Ἀντίλοχος δὲ τοὺς δεῖνα ἐξενάριξε, Μηριόνης δὲ τούσδε τινὰς

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 3, σελ. 904, γρ. 28

ἐμφαίνει ἐν τῷ «τὸν νοῦν ἵν' ἄρδω καὶ λέγω τί δεξιόν», καὶ ἐν τῷ «οἴνου
γὰρ
εὕροις ἄν τι πρακτικώτερον», καὶ ἑξῆς.] (v. 606 s.) Ὅτι τὸ ἔθανε
περιφράζων
φησὶν «ὦκα δὲ θυμὸς ᾤχετ' ἀπὸ μελέων, στυγερὸς δ' ἄρα μιν σκότος
εἷλε».
καὶ νῦν μὲν ἀπὸ μελέων ᾤχετο θυμός, ἐν ἄλλοις δὲ λίπεν ὀστέα θυμός.
ὅρα δὲ
καὶ νῦν ὅτι ἀρσενικῶς ὁ σκότος ἐρρέθη. (v. 608 – 12) Κεῖται δ' ἐν τούτοις

καὶ ἡ ἐπι πρόθεσις ἰσοδύναμος τῇ κατα ἐν τῷ «Αἰνείας δ' ἐπὶ Μηριόνῃ»,


τουτέστι
κατὰ Μηριόνου, «δόρυ χάλκεον ἧκε», καὶ τὸ «ὑπασπίδια προβιβῶντος»,
ἀντὶ
τοῦ ἔσω τῆς ἀσπίδος κρυπτομένου καὶ οὕτω προβαίνοντος, καὶ τὸ «οὔδει
ἐνισκίμ-
φθη» δόρυ, ἀντὶ τοῦ ἐπέλασεν, ὅπερ ἀπὸ ῥήματός ἐστι τοῦ σκίμπτω ὡς
χρίμπτω,
ἐξ οὗ εἰκὸς εἶναι, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ δηλοῦται, τὸν παρ' Ἀττικοῖς σκίμποδα,

εὐτελῆ Κλίνην καὶ χθαμαλήν, πελάζουσαν τῇ γῇ. [Χρῆσις δὲ τοῦ


σκίμπτω καὶ παρὰ Πινδάρῳ, ἔνθα φησὶν ἀγαθὸν εἶναι νηῒ δύο ἀγκύρας
ἀπεσκίμφθαι.] (v. 616) Ὅτι καὶ ἐνταῦθα οὐρίαχον εἰπὼν ἔγχεος καὶ
ἐφερμηνεύων ἐπάγει »ἔνθα ἔπειτ' ἀφίει μένος ὄβριμος Ἄρης». καὶ
γέγραπται ἤδη περὶ τούτου   ὅσα ἔδει. οὐ τοῦτο δὲ μόνον ἐκ τῶν
προπεποιημένων ἐνταῦθα κεῖται ἀπαρα-ποίητον, ἀλλὰ καὶ ἕτερα οὐκ
ὀλίγα. Ὅτι ἐλαφρὸς καὶ ὁ Μηριόνης ἔοικεν εἶναι καὶ διὰ γυμνασίαν
πολεμικὴν Κρητικὴν εὐλύγιστος καὶ εὔστροφος, καὶ τοῦτο
931

μὲν εἰς ἀρετὴν αὐτῷ ἐγγράφεται, ὁ δὲ πολέμιος Αἰνείας εἰς ψόγον λόγῳ
σκώμματος διαστρέφει αὐτό. ἠλεύατο μὲν γὰρ χάλκεον ἔγχος τὸ τοῦ
Αἰνείου
πρόσω κατακύψας ὁ Μηριόνης. (v. 616 – 8) Αἰνείας δὲ χωσάμενος εἶπε
«Μηριόνη,
τάχα κέν σε καὶ ὀρχηστήν περ ἐόντα ἔγχος ἐμὸν κατέπαυσε διαμπερές, εἴ
σ'

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 4, σελ. 318, γρ. 13

προβαλοίμην», καὶ ἐνταῦθα στίζοντες, εἶτα ἐπάγοντες «πολλὸν ἐπεὶ


πρότερος
ἐγενόμην», ἵνα λέγῃ ὅτι πολὺ εἰμί σου πρότερος, καὶ μὴ οὕτως
ὑπεραίρηται τοῦ
Ἀχιλλέως ὡς κατὰ πολὺ ὑπερβάλλων νοήματι. οἱ μέντοι παλαιοί,
ψυχρότητα
αἰτιώμενοι τούτου τοῦ λόγου, λέγουσι καὶ ὅτι τὸ πολλόν οὐ
προτάσσεσθαι
λόγων, ἀλλ' ὑποτάσσεσθαι εἴωθεν, οἷον «ἐπεὶ πολλὸν κείνων ἐπιδεύεαι
ἀνδρῶν», καὶ «ἐπεὶ μάλα πολλὰ μεταξύ», καὶ ἐπὶ Ἕκτορος καὶ
Πολυδάμαντος
»ὃ μὲν μύθοις, ὃ δ' ἔγχεϊ πολλὸν ἐνίκα». (v. 221 – 4) Ἐπὶ δὲ τοῖς ῥηθεῖσι
δεικ-
νὺς Ὀδυσσεὺς ὡς πάνυ καλῶς νοεῖ, ἀκολούθως δὲ καὶ φράζει, στρυφνοῖ
τὰ
ἐφεξῆς τοῦ λόγου ἐν σχήματι ῥητορικῆς ἀλληγορίας καὶ γνώμης
ἀλληγορικῆς
οὕτω «αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κόρος ἀνθρώποισιν, ἧς τε πλείστην μὲν

καλάμην χθονὶ χαλκὸς ἔχευεν, ἄμητος δ' ὀλίγιστος, ἐπὴν κλίνῃσι


τάλαντα Ζεύς,
ὅς τ' ἀνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτυκται», ὡς καὶ ἀλλαχοῦ κεῖται.
μεταβὰς γὰρ ἀπὸ τῆς φυλόπιδος λαλεῖ μὲν ὡς περὶ θερισμοῦ ὁ ποιητής,
ἀγορεύει
δὲ ὅμως ἄλλο τι, τὰ περὶ τῆς αὐτῆς μάχης δηλαδή. ὃ δὲ λέγει, ἔστι
τοιοῦτον·
ταχὺ γίνεται κόρος τῆς πάνυ σφοδρᾶς φυλόπιδος, ἐν ᾗ πολὺς μὲν ὁ
πίπτων λαὸς
ἐν μάχης τροπῇ, ὀλίγοι δὲ οἱ σῳζόμενοι, ἵνα νοῆται καλάμη μὲν οἱ
πίπτοντες καὶ
οἷον ἐκθεριζόμενοι, ἄμητος δὲ οἱ περιόντες καὶ ἔτι ζῶντες. ἢ καὶ ἄλλως
932

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 4, σελ. 319, γρ. 15

κλιθείσης ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ πολλοὶ πίπτουσι. δεῖ οὖν τηνικαῦτα μὴ


λιμώττειν
τοὺς μαχητάς. καὶ οὕτω μέν, ἐὰν ὁ ἄμητος προπαροξύνηται. ἐὰν δὲ ὁ
ἀμητὸς
ὀξυτόνως γράφηται καὶ δηλοῖ τὸν θερισμόν, λέγει ὅτι σύντομος ὁ κόρος
τῆς
μάχης, ἐν ᾗ πολλοί εἰσιν οἱ ἀναιρούμενοι καὶ ἐκθεριζόμενοι ὡσεὶ καὶ
καλάμη
πίπτουσα. καὶ ὁ τοιοῦτος θερισμὸς ὀλίγος ἐστίν, ὡς ταχὺ ἀποκαμνόντων
τῶν
τοιούτων θεριστῶν διὰ τὸν λιμόν. πότε δὲ τοιοῦτος θερισμὸς γίνεται; οὐχ'
ὅτε
ἀμφοτέροις ἐμπνέει μένος ὁ θεός, ὡς πρὸ μικροῦ εἶπε, καὶ ὅτε ἐπὶ ἴσα
τέταται
μάχη, καὶ ἴσας ὑσμίνῃ κεφαλὰς ἔχουσι τὰ στρατεύματα, τότε γὰρ
πανημέριος ὁ
πόλεμος, [ἐπεὶ «οὐκ ὀλίγον χρόνον ἔσται φύλοπις», καθὰ προερρέθη,
«εὖτ' ἂν
πρῶτον ὁμιλήσωσι φάλαγγες ἀνδρῶν», καὶ οὔπω δηλαδὴ κλιθῇ τὰ τῆς
μάχης,]
ἀλλ' ἐπειδάν, φησί, κλίνῃ τάλαντα Ζεύς. ἡ γὰρ πολλὴ τῶν ζώντων
ἐκθέρισις καὶ
τοσαύτη τῶν νεκρῶν πτῶσις, καὶ οὕτως αἶψα γινομένη, ἐν μετακλίσει
μάχης
γίνεται, ὅτε καὶ δεῖ μὴ λιμῷ βλάπτεσθαι τοὺς νικῶντας, ὡς ἂν εὐτόνως
διώκωσιν. Ἰστέον δὲ ὅτι αὔξεται ἐνταῦθα τὸ τῶν Τρώων φιλόμαχον. εἰ
γὰρ
αἶψα πέλεται κόρος τῆς σφοδρᾶς μάχης, τίνες ἂν εἶεν οἱ Τρῶες, οὓς
μάχης
ἀκορήτους εἶπε φθάσας. (v. 222) Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι καλάμην ἐνταῦθα
μὲν ἐπὶ
σώματος ἀνθρωπείου πεσόντος ἔφη μεταφορικῶς, ἐν Ὀδυσσείᾳ δὲ τὸ ὑπὸ
γήρως
ἤδη διεφθαρμένον σῶμα καλάμην ὠνόμασε. κυρίως δὲ καλάμαι αἱ τῶν
δραγμάτων ῥῖζαι, οὐκέτι καλούμεναι στάχυες μετὰ τὸν θερισμόν, ὅτι
μηδὲ σῖτον
ἔχουσιν, ὅθεν ὁ στάχυς ἐτυμολογεῖται ὡς οἷον σίταχυς, ἀλλὰ καλάμοις

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 4, σελ. 320, γρ. 8

ἤδη διεφθαρμένον σῶμα καλάμην ὠνόμασε. κυρίως δὲ καλάμαι αἱ τῶν


933

δραγμάτων ῥῖζαι, οὐκέτι καλούμεναι στάχυες μετὰ τὸν θερισμόν, ὅτι


μηδὲ σῖτον
ἔχουσιν, ὅθεν ὁ στάχυς ἐτυμολογεῖται ὡς οἷον σίταχυς, ἀλλὰ καλάμοις
παρονο-  
μαζόμεναι δι' ὁμοιότητα. καλεῖ δὲ τὴν καλάμην ὁ πολὺς ἄνθρωπος
καλαμαίαν,
ὡς καὶ ἡ σελήνη σεληναία λέγεται. ἀπὸ δὲ τῆς ῥηθείσης καλάμης καὶ
καλαμᾶσθαι τὸ συλλέγειν τὰ λείψανα τῶν τεθερισμένων, ὡς ἐν ῥητορικῷ
εὕρηται Λεξικῷ, καὶ καλαμαῖον, φασί, τεττίγιον ἐλάχιστον, καὶ καλάμιον,

χρυσοῦν κοσμάριον, κατὰ τοὺς παλαιοὺς εἰπεῖν, ὁ τοὺς πλοκάμους


περιέχει.
αὐτὸ δὲ ἴσως οὐκ ἐκ τῆς καλάμης ἀλλ' ἐκ καλάμου παρωνόμασται. καὶ τὸ
ἁπλῶς
δέ, φασί, θερίζειν ἀπὸ τῆς αὐτῆς καλάμης καλαμᾶσθαι λέγεται. (v. 223)
Τὸ
δὲ «ἐπειδὰν κλίνῃ τάλαντα Ζεύς» ἐπιτομή ἐστιν ἐκείνου τοῦ νοήματος,
ἔνθα τὸν
Δία κῆρας ἐντιθέντα πλάστιγξι καὶ ταλαντεύοντα παρεισήγαγε. δῆλον
γὰρ, ὅτι
ῥοπὴν δηλοῖ τῶν ταλάντων ἡ κλίσις. ἡ δὲ ῥοπὴ ἀπὸ βάρους, ὅπερ
καταφέρει τὰς
πλάστιγγας. Κῆρες ἄρα κἀνταῦθα νοοῦνται τοῦδε ἢ τοῦδε τοῦ μέρους
καθέλκου-
σαι καὶ κλίνουσαι τὰ τοῦ Διός, ἤτοι τῆς εἱμαρμένης, τάλαντα. Ὅρα οὖν
ὅπως
ἐκεῖνο τὸ νόημα συντόμως νῦν συνέστρεψεν, ὡς πρὸς εἰδότας λαλῶν. τὸ
ταχὺ δὲ
πάντως καὶ ὅπῃ τύχῃ ὀξύρροπον καὶ ἄδηλον τοῦ πολέμου ἡ τῶν
ταλάντων
χρῆσις καὶ κλίσις παραδηλοῖ. καὶ τοιάδε μὲν τὰ τῆς ῥηθείσης γνώμης
[πάνυ
στρυφνῶς ἐπιτετμημένης, ὡς ὁ πολύνους ῥήτωρ ἐπέκρινεν, ἵνα ἐμφήνῃ,
ὡς
τοσοῦτον ἀποδέει τοῦ ἐθέλειν χρονοτριβεῖν εἰς κόρον δείπνου, ὥστε καὶ
αὐτὴν

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 4, σελ. 687, γρ. 12

ἀμφοτέρωθεν φέρεται τῶν ὤτων αἰρόμενον, καθάπερ ἴσως καὶ ὁ κρατὴρ


οὗτος
φιάλη ὢν [ἄμφωτις ἢ] ἀμφωτίς, ἢ καὶ ποιητικῶς φάναι, δέπας ἄμφωες.
934

[Ἐν
τούτοις δὲ ἐνθυμητέον ὡς δυοῖν θάτερον ἢ μέγιστος ὁ τοῦ Ἀχιλλέως
κρατὴρ εἰς
τόσον ὡς ὕστερον ἐν αὐτῷ κοινῇ τεθῆναι τὰ ὀστᾶ τοῦ τε Πατρόκλου καὶ
αὐτοῦ, ἢ
οὐ πάνυ λόγου ἄξια τὰ ἐκείνων ὀστᾶ, καθὰ τὰ τοῦ Μιλησίου
Ἀστυδάμαντος, οὗ
τελευτήσαντος, φασί, καὶ κατακαυθέντος οὐκ ἐχώρησε μία ὑδρία τὰ
ὀστᾶ,
μόλις δὲ δύο. ἦν δὲ ὁ ἀνήρ, ὡς ἔοικεν, ἢ βουγάϊος ἢ καὶ ὑπὲρ αὐτόν, ἐπεὶ
καὶ
ὑπὲρ βουθοίναν. κληθεὶς οὖν, φασίν, ἐπὶ δεῖπνον καὶ ἀφικόμενος
ὑπέσχετο πάντα
φαγεῖν τὰ πᾶσιν – ἦν δέ, φασίν, ἐννέα – παρασκευασθέντα καὶ κατέφαγε.
τοῦ
Πέρσου δέ, φασίν, αὐτὸν ἀξιώσαντος ποιῆσαί τι ἄξιον τῶν κατὰ τὴν
ἰσχύν, φακὸν
Κλίνης περίχαλκον ὄντα κλάσας, ἐξέτεινε μαλάξας. καὶ σημειωτέον
ἐνταῦθα τήν
τε ἐν χερσὶ βριαρότητα τοῦ ἀνδρός, καὶ ὅτι ὁμώνυμον καὶ ὁ φακός, οὐ
δήπου
ὀσπρίῳ μόνῳ ἐπιλεγόμενος. καὶ τοιόνδε μὲν καὶ τοῦτο.] Σορὸς δέ, φασί,
παρὰ τὸ
ἔσω ὀρούειν ἢ ἐρύειν, ὅ ἐστι φυλάσσειν, τὸν τεθέντα. ἅπαξ δέ, φασίν,
ἐνταῦθα ἡ
λέξις εἴρηται τῷ ποιητῇ, ἀφ' ἧς καὶ σορέλλην παρὰ Ἀριστοφάνει σκῶμμα
εἰς
γέροντα, ὡς ἐν ῥητορικῷ εὕρηται Λεξικῷ. [Ἐξ αὐτῆς δὲ καὶ σοροπηγὸς
πρὸς  
ὁμοιότητα τοῦ ναυπηγός. δηλοῖ δὲ ἡ σορὸς καὶ αὐτὴ καθ' αὐτὴν γέροντα
σκωπτικῶς, ὡς δῆλον ἐκ τοῦ γράψαντος τὸ «γηράσασα καὶ ἤδη οὖσα
σορός».

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 4, σελ. 696, γρ. 2

φιτύω φιτύσω, τὸ γεννῶ, φῖτυς ὁ γεννῶν, καὶ τὸ οὐδέτερον φῖτυ. (v. 114)
Ὑλοτόμους δὲ πελέκεας εἶπε πρὸς διαστολὴν τῶν τε σφαγέων καὶ τῶν εἰς
ἆθλα
τιθεμένων καὶ τῶν ἄλλων ἐν οἷς καὶ αἱ προϊστορηθεῖσαι πολεμικαὶ ἀξῖναι.

(v. 115) Σειραὶ δὲ πλέγματά τινα ἢ ἀπὸ σχοίνων ἢ σπάρτων ἢ ἄλλοθεν.


Κεκοίνωται δὲ ἡ λέξις, ὡς δηλοῖ παρ' ἡμῖν τὰ σειράδια. Οὐρῆες δὲ πόθεν
935

ἐτυμολογοῦνται, προδεδήλωται. φαίνεται δὲ νῦν εὔλογον εἶναι καὶ ἀπὸ


τοῦ
ὄρους αὐτὰς παρωνομάσθαι. ἰδοὺ γὰρ νῦν χρησίμως ἐν κνημοῖς ἢ κατά
τινας
κρημνοῖς, τοῦ κατὰ τὴν Ἴδην ὄρους πονοῦνται. (v. 121) Ὅτι δὲ ταὐτὸν
ὀρέα
εἰπεῖν καὶ ἡμίονον, δηλοῖ τὸ «ἔκδεον ἡμιόνων», αἳ καὶ θηλυκῶς
προφέρονται.  
(v. 116) Ἄναντα δὲ τὰ προσάντη καὶ ἀνωφερῆ, κάταντα δὲ τὰ κατωφερῆ,
πάραντα δέ, ὡς ἐν ῥητορικῷ κεῖται Λεξικῷ, πλάγια, ἑτεροκλινῆ, ἢ
προσώμαλα καὶ γήλοφα, δόχμια δὲ τὰ πλάγια. Τούτοις δὲ πᾶσιν ἡ πεδιὰς
διαφέρει τῆς ὀρεινῆς, ἐφ' ἧς αἱ ἡμίονοι πονούμεναι τοῦ πεδίου ἔλδονται.
[Ἰστέον
δὲ ὅτι τε τὸ ἄναντα ἐκ τοῦ ἀνάντεα δοκεῖ συγκεκόφθαι. ὡς γὰρ ἐξάντης
ἀρσενικὸν
καὶ ἔξαντες οὐδέτερον, οὗ πληθυντικὸν ἐξάντεα, οὕτω καὶ ἀνάντης
ἄναντες
ἀνάντεα, ὅθεν τὸ ἄναντα. τὸ δ' αὐτὸ καὶ ἐπὶ τοῦ κάταντα καὶ πάραντα

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 4, σελ. 894, γρ. 12

τὸ ἐξέμεν ἀντὶ τοῦ ἐκπέμψαι. χρῆσις δὲ τῆς ἐξεσίας καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ. καὶ
τοιαῦτα μὲν ταῦτα. (v. 229) Πέπλοι δὲ γυναικεῖον φόρημα κατὰ τοὺς
παλαιούς,
ἃ ἐπερονῶντο αἱ γυναῖκες, οἳ καὶ ἑανοὶ ἐκαλοῦντο. δῆλον δὲ ὅτι καὶ ἐπὶ
ἀρραφοῦς ὑφάσματος ἡ λέξις ἐλαμβάνετό ποτε, ἐτυμολογουμένη παρὰ τὸ

διαπεπτάσθαι. τοιοῦτος γοῦν πέπλος δοκεῖ καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῷ


Τηλεμάχῳ
παρὰ τῆς Ἑλένης δεδόσθαι, καὶ τῇ Τρωϊκῇ δὲ Ἀθηνᾷ ὅμοιος ἐν γούνασι
τεθῆναι. ὡς δὲ καὶ ταὐτόν τι πέπλος καὶ ἑανός, παραδηλοῦται ἀπὸ τοῦ ἐς
φιάλην χρυσῆν τὰ τοῦ Πατρόκλου ὀστᾶ τεθέντα ἑανῷ λιτὶ καλυφθῆναι.
ὁμοίως
δὲ καὶ τὰ τοῦ Ἕκτορος πορφυρέοις πέπλοις ἐν τοῖς ἑξῆς κατατεθέντα εἰς
χρυσῆν
λάρνακα. (v. 230) Αἱ δὲ χλαῖναι περιβλήματα, φασίν, ἦσαν Κλίνης.
ἐοίκασι δέ
ποτε καὶ δεδιπλῶσθαι, ὡς ἂν πλέον χλιαίνοιεν. ὧν πρὸς διαστολὴν αἱ
ἁπλοΐδες
ἐνταῦθα εἴρηνται. Οἱ δὲ τάπητες πολλαχοῦ φαίνονται ὑποκεῖσθαι κατά τι
εἶδος
στρωμνῆς, ὁποῖα ἴσως καὶ τὰ καλούμενα ἐπεύχια. διὸ καὶ ἡ πολλὴ
936

ἐτυμολογία
ἐκ τοῦ πατεῖσθαι αὐτὰ παράγει. εἰ δέ τις μάθοι ἐν τοῖς ἑξῆς τὸ «δέμνια
θεῖναι καὶ
ῥήγεα ἐμβαλεῖν στορέσαι τ' ἐφύπερθε τάπητας» ἕτερόν τι νοήσει τοὺς
τάπητας, οὓς οἱ παλαιοὶ μεταβολεῖς τῶν λέξεων ἓν πρὸς ἓν φράζοντες
ἐφαπλώματα ἑρμηνεύουσι, συγκροτούμενοι ἐκ τοῦ «ἐφύπερθεν». καὶ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα. Τόμ. 4, σελ. 968, γρ. 1

κατακοιμίζεται Πρίαμος, ὡς ἂν ῥᾷον πιθανῶς ἀναχωρήσῃ. προϊὼν δὲ τὴν


αἴθουσαν πρόδομόν φησιν ἐν τῷ «οἳ μὲν ἐν προδόμῳ δόμου
κοιμήσαντο», ὅπερ
καὶ κάλλος ἔχει φράσεως, ὁποῖον τὸ «Σαμία μία», καὶ τὰ τοιαῦτα. (v. 643
– 6)
Ἐν τούτοις δὲ ἑρμηνεύων τὴν διάθεσιν τῆς στρωμνῆς φησι «δμῳῇσι
κέλευε
δέμνι' ὑπ' αἰθούσῃ θέμεναι καὶ ῥήγεα καλὰ πορφύρεα ἐμβαλέειν,
στορέσαι τ'
ἐφύπερθε τάπητας, χλαίνας τ' ἐνθέμεναι οὔλας καθύπερθεν ἕσασθαι»,
τουτέστιν ἐνδύσασθαι. ταῦτα δὲ καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ κεῖνται ὁμοίως. Καὶ
ὅρα ὅτι
τε ταὐτὸν τὸ «ἐμβαλεῖν» καὶ τὸ «ἐνθέμεναι», ὅπερ δὶς ἔφη ὁ ποιητὴς διὰ
τὸ τῆς
λέξεως ἐν ποιήσει καίριον, καὶ ὅτι ὑπόκειται μὲν τὰ δέμνια, ἐπιβέβληται
δὲ τὰ
ῥήγεα, ἐστορέσθησαν δὲ οἱ τάπητες ὕπερθεν – ἐπιφανείας γὰρ τὸ
στόρεσμα παν-  
ταχοῦ – , ἔτι δὲ ὕπερθεν αἱ χλαῖναι, ὡς ὑποκεῖσθαι μὲν δέμνια δίκην
Κλίνης
καὶ ῥήγεα χάριν ἀναπτώσεως, ὑπερκεῖσθαι δὲ τάπητας μὲν εἰς σκέπην
κατά
τινας, χλαίνας δὲ εἰς ἔνδυσιν. (v. 644) Δῆλον δὲ ὡς δέμνια ἐκ μέρους καὶ

ὅλη στρωμνὴ λέγεσθαι εἴωθε. παρὰ δὲ Αἰλίῳ Διονυσίῳ καὶ ἑτέροις
φέρεται καὶ
ταῦτα. δάπιδες· στρώματα ἄττα. Φερεκράτης «ὁ χορὸς δ' αὐτοῖς εἶχε
δάπιδας
ῥυπαρὰς καὶ στρωματοδέσματα». λέγουσι δέ, φησί, καὶ ἐν τῷ ταῦ
τάπιδας.
καὶ δάπητας δέ, φησίν, ἔλεγον οἱ παλαιοὶ τὰ ἐπιβόλαια. οἱ δὲ νεώτεροι
τάπητας
ἐν δυσὶ ταῦ, τῷ κατὰ τὴν ἀρχήν, τῷ κατὰ τὸ τέλος. ὅτι δὲ οἱ τάπητες οὐ
937

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. (4083: 003)“Eustathii


archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, 2
vols. in 1”, Ed. Stallbaum, [Link]: Weigel, 1:1825; 2:1826, Repr.
1970.Τόμ. 1, σελ. 29, γρ. 22

ται ἡ γραφὴ τοῦ Κεῖος, ἢ ἀλλὰ παρῴδηται ὑπὸ τοῦ κωμικοῦ. περὶ δὲ τοῦ
εἰρημένου κυνὸς, κἀκεῖνο
λέγει αὐτὸς γραφὲν καὶ ἀλλαχοῦ, ὅτι εἶδός τι κυβείας, καὶ πόλις. ἐν ᾗ
ψήφων πολλῶν ἐν διαγεγραμ-
μέναις τισὶ χώραις κειμένων, ἐγίνετο ἀνταναίρεσις. καὶ ἐκαλοῦντο αἱ μὲν
γραμμικαὶ χῶραι, πόλεις
ἀστειότερον. αἱ δὲ ἀντεπιβουλεύουσαι ἀλλήλαις ψῆφοι, κύνες διὰ τὸ
δῆθεν ἀναιδές. Ὅτι δὲ καί τις
βόλος ἀστραγαλιστικὸς, κύων ἐκαλεῖτο, προδεδήλωται. Ἔτι ἰστέον καὶ
ὅτι κατὰ τὴν τοῦ δειπνοσοφι-
στοῦ ἱστορίαν, Ῥόδιοί τινες εἰς τοῦτο προέβησαν ἀσελγείας, ὡς καὶ
κυβεύειν πρὸς ἀλλήλους περὶ γυναι-
κῶν ἐλευθέρων ἀστραγάλοις, ἐλάττω ἢ πλείω βάλλοντες. ἐπιφανέστατα
δέ φησι ταῦτ' ἔπαιζε σὺν ἄλλοις,
καὶ Ἡγησίλοχος ὁ προστατεῖν τῆς πόλεως ἀξιῶν. εἰς δὲ τὸ προσεχῶς
εἰρημένον ἀβάκιον, σημείωσαι ὡς
ὑποκοριστικόν ἐστιν αὐτὸ τοῦ ἄβακος. ὅ ἐστι σανὶς, καὶ φιλοσόφοις μὲν
χρήσιμος εἰς διαγράμματα.
καὶ πεττευτικὴ δέ. ἡ καὶ σηλία καὶ τηλία ὡς ἐν τοῖς τοῦ κωμικοῦ
δηλοῦται καλουμένη παρὰ τὸ σήθειν,
καθὰ δηλοῖ τὸ, κυβεύων, εἶτα ὦσεν ὑπὸ τὴν Κλίνην τὸν ἄβακα ὡς γράφει
Ἀθήναιος. ἐτυμολογίαν δὲ
τοιούτου ἄβακος ὃς καὶ κοινολεκτεῖται, ἐν τῷ μεγάλῳ ἔστιν εὑρεῖν
ἐτυμολογικῷ. (Vers. 108.)

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 1, σελ. 37, γρ. 3

τὸ, χέρνιβα δ' ἀμφίπολος προχόῳ ἐπέχεε καὶ ἑξῆς, ἐνταῦθα συντομώτατα
ἔφρασεν ἐπὶ τῶν μνηστήρων,
ἐν τῷ, κήρυκες ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν. οὕτω δὲ καὶ τοῦ μὲν σώφρονος
Τηλεμάχου τὴν τράπεζαν. διε-
σκεύασεν ἤδη ἐν στίχοις πλείοσιν, ἐναβρυνόμενος οἷον τῇ ἐκφράσει. τὴν
μέντοι τῶν ὑπερφιάλων μνη-
στήρων, ἐπιτρέχων συντέμνει ἐν ὀλίγοις ἔπεσι. τάχιον οἷον σπεύδων
αὐτῆς ἀπαλλάττεσθαι. φησὶ γάρ.
τοῖς δὲ, κήρυκες μὲν ὕδωρ ἐπὶ χεῖρας ἔχευαν. σῖτον δὲ δμωαὶ παρενήνεον
938

ἐν κανέοισι. κοῦροι δὲ κρητῆ-


ρας ἐπεστέψαντο ποτοῖο. οὕτως ἐν καιρῷ καὶ πλατύνει τὰς ἐννοίας καὶ
ἐπιτέμνει ὁ ποιητής. Ἰστέον
δὲ ὅτι κήρυκας οἱ μὲν πλείους Ὁμηρικῶς οἴδασι. Κλείδημος δὲ κατὰ τὴν
τοῦ δειπνοσοφιστοῦ ἱστορίαν.  
καὶ τοὺς μαγείρους οὕτω καλεῖσθαι φησίν. ἐνταῦθα δὲ ἴσως, κήρυκας
τοὺς οἰνοχόους εἶπεν ὁ ποιητής.
οὓς καὶ ἐπεγχύτας ἔλεγον οἱ Ἑλλησπόντιοι. ὡς δὲ καὶ γυναῖκες
ἐῳνοχόουν, ὁ αὐτὸς ῥήτωρ δηλοῖ. λέγων
ὅτι Κλίνης γυναικός τινος οὕτω καλουμένης τῆς οἰνοχόου Πτολεμαίου
τοῦ βασιλέως, ἀνδριάντες ἵσταντο
κατὰ πολλὰ μέρη τῆς πόλεως μονοχίτωνες, ῥυτὸν κρατοῦντες ἐν ταῖς
χερσίν. ἔστι δὲ ποτηρίου εἶδος τὸ
ῥυτὸν ὡς ἐν ἄλλοις δηλοῦται σαφῶς. Χρὴ δὲ μὴ δούλους νοεῖν τοὺς
Ὁμηρικοὺς οἰνοχόους. δοῦλος γάρ
φασιν οὐδεὶς ἦν ἐν τοῖς τοιούτοις διακονῶν. ἀλλ' οἱ ἐλεύθεροί φασι τῶν
νέων, ᾠνοχόουν. ὡς καὶ ὁ τοῦ
Μενελάου υἱὸς καί τοι νυμφίος ὢν, ἐν αὐτοῖς τοῖς γάμοις. Ὅτι δὲ τὸ τὰς
χεῖρας νίπτεσθαι, κατὰ χει-
ρὸς καὶ κατὰ χειρῶν ὕδωρ λαμβάνειν ἢ διδόναι ἢ δίδοσθαι ἢ χεῖσθαι
ἐλέγετο, παραδιδόασιν οἱ πάλαι
ῥήτορες. παρ' οἷς ᾄδεταί τις παράσιτος ἐγκωμαζόντων τινῶν μὲν, τὸ ἀπὸ
λέρνης ὕδωρ κρήνης Ἀργείας.
τινῶν δὲ, τὸ ἀπὸ πειρήνης τῆς κατὰ Κόρινθον, αὐτὸς εἰπεῖν, ἄριστον εἶναι
τὸ κατὰ χειρῶν. ἤγουν τὸ
ἐν συσσιτίοις διδόμενον. Κερᾶν δὲ ἀφ' οὗ καὶ ὁ κρατὴρ καὶ τὸ κιρνᾶν καὶ
ὅσα τοιαῦτα, οὐ μόνον οἴνῳ
προσαρμόττει, ἀλλὰ καὶ ἑτέροις ὑγροῖς. ὡς δῆλον καὶ ἐκ τοῦ μελικρήτου.

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 1, σελ. 148, γρ. 43

ἐνταῦθα ἐκ κοινοῦ τὸ πολλά. ἵνα λέγῃ ὡς πολλὰ παθὼν καὶ πολλὰ


πλανηθεὶς, πολλὰ ἠγαγόμην κτή-
ματα. καὶ ἔστιν ὅμοιον τῷ, οὐ δεινὰ, πάσχειν δεινὰ τοὺς ἐργασμένους,
δεινὰ δηλαδή. Ἰστέον δὲ ὅτι
ἐκ τοῦ τοιούτου ἄγεσθαι, καὶ τὸ ἀγώγιμον ἐπὶ φορτίου νηῶν λέγεται. καὶ
ὁ παρὰ τῷ Δημοσθένει ἀγώ-
γιμος τῇ τῶν Ἀθηναίων πολιτείᾳ. Ὅρα δὲ ὡς ὁμολογεῖ τουτέστι
συμφωνεῖ ὁ Μενέλαος τῷ Νέστορι ἐφ'
οἷς ἐκεῖνος εἶπε τοῦτον ἀλᾶσθαι, πολὺν βίοτον καὶ χρυσὸν ἀγείροντα. οὐ
μόνον γὰρ πολλὰ ἔφη ἀγαγέ-
σθαι, ἀλλ' ὑποκατιὼν, λέγει καὶ αὐτὸς ἐκεῖνο τὸ τοῦ γέροντος ὡς
939

δηλωθήσεται. ἀλλὰ τί ἂν ἔσχεν ἀγεῖ-


ραι ὁ Ἑλληνικὸς βασιλεὺς Μενέλαος; πηλίκον δ' ἂν περιεβέβλητο
πλοῦτον, ἀντιπαρατιθέμενος πρὸς
τοὺς ὕστερον; ἐν οἷς τῶν ἄλλων πλούτων σιωπωμένων, βασιλικὴ περσικὴ
περιᾴδεται ἄμπελος. οὐ κατὰ
τὴν Ὁμηρικὴν ἣν ἐκεῖνος τημελεῖ φυτεύσας ἐν τῇ τοῦ φίλου Ἀχιλλέως
ἀσπίδι. ἐκείνη μὲν γὰρ, σωφρόνως
ἐφάνταζε τὰ κατ' αὐτήν, ἡ δὲ τοῦ Περσῶν βασιλέως, λιθοκόλλητος χρυσῆ
τὸν βασιλικὸν ἐκόσμει κοι-
τῶνα. ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ φασι Κλίνης οὖσα. ἔχουσα δὲ καὶ βότρυας ἐκ τῶν
πολυτελεστάτων ψήφων συν-
τεθειμένους, λίαν πάνυ πολὺ κατεπλούτει τὸ ὑπερήφανον. καθὰ καὶ τὸ
καλούμενον βασιλικὸν προσκε-
φάλαιον. οἴκημά τι ἐκεῖνο πεντάκλινον. ἐν ᾧ χρυσίου πεντακισχίλια διὰ
παντὸς ἔκειντο τάλαντα. ἔτι
δὲ καὶ τὸ προσαγορευόμενον βασιλικὸν ὑποπόδιον. ἕτερον αὐτὸ πρὸ
ποδῶν οἴκημα τρίκλινον. οὗ τάλαντα  
τρισχίλια ἔκειντο ἀργυρίου. ὁ δὲ ταῦτα γράψας Ἀθήναιος, ἐπέκεινα τῶν
ἄλλων παμπλουσίων, λέγει
καὶ ὡς Νῖνος ὁ Ἀσσύριος κατὰ τὸν Κολοφώνιον Φοίνικα, χρυσίου
τάλαντα, εἶχε πολλῷ πλείονα Κα-
σπίης ψάμμου. ἔστι δὲ ὁ λόγος οὗτος, μέρος τῆς κατὰ τὸν Ἀχιλλέα ἐν ταῖς
Ὁμηρικαῖς λιταῖς ὑπερβο-
λῆς. ἐν ᾗ κεῖται τὸ, οὐ δ' ὅσα ψάμαθός τε κόνις τε. (Vers. 83.)

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 1, σελ. 155, γρ. 11

ἠλακάτη καὶ τὸ ἀσκητὸν νῆμα, πομπικῶς ἐκφέρονται πρὸς φαντασίαν


ταλασιουργίας καὶ πλούτου ἐπί-
δειξιν. οὐ γὰρ παραδέδοται νήθουσα τῷ τέως, εἰ μὴ ἄρα κατὰ τὸ
σιωπώμενον ὡς ἔθος τῷ ποιητῇ.
(Vers. 123.) κλισίαν δὲ εὔτυκτον καὶ ἐνταῦθα, τὸν προλεχθέντα κλισμὸν
λέγει. ἤγουν θρόνον ἔχοντά
τι ἀνάκλιντρον. ᾧ καὶ τάπης ἐξ ἐρίου ἐπίκειται, προσκεφάλαιον δηλαδή.
λέγει γοῦν ὑποκατιὼν ἕζετο
δ' ἐν κλισμῷ ᾧ καὶ θρῆνυς ὑπέκειτο. περὶ δὲ κλισίας ὅτι τὲ ἐδιφορεῖτο
κατὰ τὴν ἄρχουσαν καὶ ὅτι ὡς ἐπὶ
πολὺ σκηνὴν δηλοῖ, ἐν τῇ Ἰλιάδι ἐῤῥέθη. ῥηθήσεται δέ τι καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς
περὶ αὐτῆς. ἔχει δὲ ἡ
Ἰλιὰς καὶ περὶ ταπήτων καὶ δαπίδων, τὸ ἀρκοῦν. (Vers. 124.) Τὸ δὲ
φέρειν, καιρία λέξις ἐπὶ
940

βαστάγματος οὖσα, τρὶς ἐνταῦθα κατ' ἐπιμονὴν εἴρηται. ἀπ' αὐτοῦ δὲ σὺν
ἄλλοις τοῖς ἀλλαχοῦ δηλου-
μένοις, καὶ φερέπονος. οὕτω δὲ καὶ φερέκακος ὁ καρτερικός. καὶ φερνὴ ἡ
προῖξ. ἣν καὶ φέρνην τινές
φασι βαρυτόνως. καὶ φέρτρον, Κλίνη νεκρικὴ ἐν Ἰλιάδι. καὶ φορεῖον. ὃ
καὶ φέρεθρον φασί τινες λέγε-
σθαι, ὡς ῥέεθρον καὶ πύρεθρον. οἷον φέρεθρα ἔχοντα εἰκόνας βασιλέων.
ἔν τινι δηλαδὴ πομπῇ βασι-
λικῇ. (Vers. 126.) Ὅρα δὲ καὶ ὅτι Πόλυβος οὐ μόνον ὄνομα Ἑλληνικὸν,
ἀλλ' ἰδοὺ καὶ Αἰγύπτιον.
Καὶ ὅτι ἐν μὲν Ἰλιάδι, ἔφη τι πλατύτερον περὶ τοῦ Θηβαϊκοῦ πλούτου. καὶ
ὅλως, περὶ Αἰγυπτίων
Θηβῶν. (Vers. 127.) Ἐνταῦθα δὲ, ἠρκέσθη ἐν ὀλιγίστῳ εἰπεῖν, ὡς πλεῖστα
ἐκεῖ δόμοις ἐν κτήματα
κεῖται. ἅπερ ἂν εἴη κειμήλια. πολὺν πλοῦτον οὕτω δηλώσας τῆς πόλεως.
οὐ μὴν καὶ δύναμιν ὡς ἐκεῖ
ἐποίησεν.

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 1, σελ. 231, γρ. 36

θήρεσσιν ἕλωρ καὶ κῦρμα γένωμαι. ἅπερ κεῖται καὶ ἐν τῇ γ ῥαψῳδίᾳ.


ἔνθα ὁ σώφρων ἀοιδὸς ἐν νήσῳ
ἐρήμῃ κατελείφθη οἰωνοῖσιν ἕλωρ καὶ κῦρμα γενέσθαι. Στίβη δὲ ὥς που
καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς, ἡ ἑωθινὴ
πάχνη. παρὰ τὸ στείβω τὸ καταπατῶ καὶ πυκνοποιῶ. ὅθεν καὶ στίβος ἡ ἐν
τῷ καταπατεῖσθαι πυκνου-
μένη ὁδός. πυκνοῦται γὰρ ἡ δρόσος παχνουμένη. Ἑέρση δὲ μετὰ δασέος
πνεύματος Ἀττικῶς, ἡ δρόσος.
ὡς ἐν τῇ Ἰλιάδι δεδήλωται ἱκανῶς. ἡ λεγομένη καὶ δισυλλάβως ἔρση, ὡς
δηλοῖ τὸ, λωτόν θ' ἱρσήεντα.
Θῆλυς δὲ, ἡ θρεπτικὴ τῶν φυτῶν. ἐκ μεταφορᾶς τῶν ζῴων ἐν οἷς τὰ
θήλεα θρεπτικά εἰσι τῶν νεογνῶν,
μᾶλλον ἤπερ τὰ ἄῤῥενα. ποιητικῶς δὲ εἶπε τὸ θῆλυς ὁμοίως τῷ, πουλὺν
ἐφ' ὑγρήν. τοιοῦτον καὶ τὸ,
θῆλυν τε μέλαιναν. καὶ τὸ, θῆλυς ἀϋτμή. (Vers. 469.) Τὸ δὲ ἠῶθι πρὸ,
ἀντὶ τοῦ πρὸ ἠοῦς ὅ ἐστι
πρωΐας. (Vers. 470.) Τὸ δὲ ἐς κλιτὺν ἀναβὰς, ὑψηλὴν πρόσβασιν ὄρους
δηλοῖ τὴν κλιτὺν εἶναι, διὰ
τοῦ ἀναβάς. κοινῶς δὲ, τὰ παρὰ τὸ κλίνω, ὕψός τι δηλοῖ. οἷον. ἡ ἐπὶ
θρόνου κλισία. καὶ ὁ κλισμός.
καὶ ἡ Κλίνη. καὶ τὸ ἀνάκλιντρον. καὶ ἡ κλίμαξ. ἴσως δὲ καὶ τὸ κλίτος. Ἡ
δὲ δάσκιος ὕλη, ἐπίτηδες
941

ἐξεφωνήθη. τοιαύτη γὰρ περισώσεται τὸν Ὀδυσσέα. (Vers. 472.) Τὸ δὲ


ῥῖγος, πρωτότυπόν ἐστι τοῦ
ῥίγιστος. ὡς καὶ τὸ κάλλος καὶ τὸ κράτος, τοῦ κάλλιστος καὶ τοῦ
κράτιστος. (Vers. 476.) Ὅτι δὲ ἡ
δάσκιος ὕλη ἐχρησίμευσε τῷ Ὀδυσσεῖ, δηλοῖ ὁ ποιητὴς γράψας οὕτω
δοίους δ' ἂρ ὑπήλυθε θάμνους
ἐξομόθεν πεφυῶτας. ὁ μὲν, φυλίης. (Vers. 477.) ὅ δ' ἐλαίης. ἀγρίας
δηλαδή. τοὺς μὲν ἂρ, οὔτ'
ὄμβρος περάασκε διαμπερές. ὣς ἄρα πυκνοὶ ἀλλήλοισιν ἔφυν
ἐπαμοιβαδύς. καὶ οὐκ ἐψεύδοντο οὔτε τὸ
δάσκιον εἴγε ἀνήλιοι ἦσαν, οὔτε τὸ θάμνοι εἶναι διὰ τὸ θαμὰ πεφυκέναι.
(Vers. 481.) οὓς ὑπ' Ὀδυς-
σεὺς δύσετο. ὃ ταυτόν ἐστι τῷ, ὑπήλυθεν. ἄφαρ δὲ, ὕλην ἢ μάλιστα
εὐνὴν ἐπαμήσατο χερσὶ φίλῃσιν.
εὐρεῖαν. φύλλων γὰρ (Vers. 483.) ἔην χύσις ἤλυθα πολλή. εἶτα
ἑρμηνεύων τὸ πολλὴ, φησίν. ὅσσοντ'
ἠὲ δύω ἠὲ τρεῖς ἄνδρας ἔρυσθαι ὥρη χειμερίη εἰ καὶ μάλαπερ χαλεπαίνει.
τὴν μὲν ἰδὼν γήθησε πολύ-
τλας δῖος Ὀδυσσεύς. ἐν δ' ἄρα μέσσῃ λέκτο. χύσιν δ' ἐπεχεύατο φύλλων.
στιβάδα ταύτην ἁπαλὴν

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 1, σελ. 279, γρ. 40

ἐνδιαθέτως τὸν λόγον ἐκ δευτέρου προσώπου τοῦ Ἀλκινόου εἰς τρίτον


πρόσωπον τὸν Δία. (Vers. 333.)
Καὶ ὅρα ὡς ἄσβεστον μὲν γέλων εἰπεῖν, καὶ οὐδέ ποτ' οὖρος ἔσβη,
ἔχουσιν ἐν τῇ τροπῇ θεραπείαν δι'
ἐμφαινομένην θερμότητα. καθ' ὁμοιότητα τοῦ, ἄσβεστον πῦρ καὶ
ἀσβέστη φλόξ. τὸ δὲ ἄσβεστον κλέος
οὐκ ἂν εἴη μακρὰν κακοζήλου εἰ μή τις ὑπονοήσει τοιοῦτον, τὸ οὐράνιον
ἤτοι αἰθέριον. καὶ ἐρεῖ ὅτι
καὶ τὸ ὑψηλὸν κλέος, ἄσβεστον εἴη ἂν ὡς διὰ τὸν θερμὸν αἰθέρα, ᾧ
παρονομάζεται τὸ αἰθέριον.
ἐν τούτοις δὲ καὶ γέρας εἴτε τέλος τοῦ εὐεργετεῖν τὸ κλέος εἰπὼν ὁ
ποιητὴς, ἀρχὴν ἐνδίδωσι τοῖς δοξά-
ζουσιν ἐν τιμῇ κεῖσθαι τὸ τέλος τῆς ἀρετῆς. (Vers. 336.) Ὅτι καὶ τῷ
Ὀδυσσεῖ ἐνταῦθα ὡς καὶ τοῖς
βασιλικοῖς ξένοις ἐν τῇ δ ῥαψῳδίᾳ δέμνια ὑπ' αἰθούσῃ τίθεται καὶ ῥήγεα
καλὰ πορφύρεα ἐμβάλλεται.
στορέννυνταί τε ἐφύπερθε τάπητες. χλαῖναι τ' ἐντίθενται οὖλαι. Τὰ δὲ
δέμνια, τρητὰ λέχη προϊὼν λέ-
γει, ἔτι δὲ καὶ πυκινὸν λέχος. εἰ δὲ τὸ τρητὸν οὐκ ἔστι πυκινὸν καθὸ
942

τέτρηται, ἀλλ' ἐν τούτοις, ἥρ-


μοσται ἄμφω τοῖς δεμνίοις. τὸ μὲν, διὰ τὰς ἐν τῇ κλίνῃ κατατρήσεις. τὸ
δὲ, διὰ τὴν τοῦ στρώμα-
τος πυκνότητα δι' ἣν καὶ στιβὰς λέγεται ἀπὸ τοῦ στείβω, ἐξ οὗ καὶ ἡ
στίβη ὡς προδεδήλωται. (Vers. 337.) Ὅτι δὲ τὸ στορέσαι ἐπὶ εὐνῆς
κυριολεκτεῖται, δηλοῖ ἐνταῦθα καὶ τὸ, ἐστόρεσαν πυκινὸν λέχος
ἐγκονέουσαι. ὃ καὶ πεποιῆσθαι εὐνὴν λέγεται ἐν τῷ, ὦ ξεῖνε, πεποίηταί
τοι εὐνή.

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 1, σελ. 299, γρ. 44

λείως μὲν λαλεῖται τὸ λύειν, τραχυφωνεῖται δὲ τὸ ῥηγνύειν. καὶ ἀληθῶς,


ἁπάσῃ ῥήξει, βίαιόν τι ἐμ-
φαίνεται. ὁ γοῦν ῥηξήνωρ βίῃ ἀνδρῶν ῥήγνυσι φάλαγγας. ἐμφαίνει δὲ
βίαν, καὶ τὸ, ἐῤῥάγη πόλεμος.
δηλαδὴ σκεδασθεὶς ὧδε καὶ ἐκεῖ καὶ μὴ ἐφ' ἑνὸς μένων. καὶ σκηπτὸς δὲ
καταῤῥαγεὶς καθὰ καὶ
ὁ ῥαγδαῖος ὄμβρος, βίαιόν τι δηλοῦσιν. ὡς καὶ τὸ ἀποῤῥαγῆναι, καὶ τὸ
συῤῥῆξαι μάχην. μάλιστα
δὲ, τὸ διαῤῥαγῆναι. οὗ χρήσεις καὶ ἄλλαι μὲν οὐκ ὀλίγαι, καὶ αὕτη δὲ ἡ
ἀστεία. εὐδαίμων ἐγὼ, οὐχ'
ὅτι ἐν τοῖς γάμοις εὐωχήσομαι, ἀλλ' ὅτι διαῤῥαγήσομ' ἢν θεὸς θέλῃ.
τούτου δέ μοι τοῦ τέλους γένοιτο
τυχεῖν. (Vers. 276.) Τὸ δὲ τεῦξε, πρωτότυπόν ἐστι παράγωγον τῆς τέχνης
καθ' ἣν Ἥφαιστος ἐργά-
ζεται. (Vers. 277.) Τὸ δὲ κεχολῶσθαι Ἥφαιστον Ἄρει δηλοῦται καὶ ἐν
τῷ, χόλος δέ μιν ἄγριος
ᾕρει. καὶ ἐν τῷ, ἐγὼ δ' ὁρόων ἀκάχημαι. (Vers. 278.) Τὸν δὲ θάλαμον
ἑρμηνεύων, ἔφη. ὅθι οἱ φίλα
δέμνια κεῖτο. ἵνα ᾖ θάλαμος, ὁ κοιτών. οὗ ἐνδεικτικὸν τὸ κεῖτο. ἐξ αὐτοῦ
γὰρ ὁ κοιτών. Ἑρμὶς δὲ ὁ τῆς
Κλίνης ποὺς ὁ καὶ ἑρμὶν καθὰ καὶ δελφὶς καὶ δελφὶν, ἢ παρὰ τὸ ἕρμα
Κλίνης εἶναι. ἢ παρὰ τὸν Ἑρμῆν
δοτῆρα ὄντα τοῦ ὕπνου. διό φασι καὶ Ἑρμῆς ταῖς ἑρμῖσιν ἐντυποῦτο.
(Vers. 279.) Τὸ δὲ χεῦε καὶ τὸ
κέχυντο, τῆς ἄγαν λεπτότητος καὶ τῆς οἷον ἐντεῦθεν ὑγρότητος τῶν
δεσμῶν ἐστὶ δηλωτικόν. διὸ καὶ  
ἐπλεόνασε τῇ τοιαύτῃ λέξει διὰ τὸ καίριον. (Vers. 278.) Τὸ δὲ κύκλῳ
ἁπάντῃ, τοὺς ἀπείρονας ἑρμη-
νεύει δεσμούς. οἳ καὶ κρικωτοὶ διασαφούμενοι ὑπὸ τῶν παλαιῶν, εἶεν ἂν
καὶ κυκλωτερεῖς. (Vers. 280.)
Τὸ δὲ λεπτὰ, ἢ πρὸς τὸ ἀράχνια φησὶν, ἢ πρὸς τὸ δέσματα. ἑρμηνεία δὲ
943

αὐτοῦ τὸ, ἃ οὐκ ἄν τις


οὐδὲ ἴδοιτο, λεπτότατα γὰρ τὰ τοιαῦτα, (Vers. 281.) καὶ τὸ, οὐδὲ θεῶν
μακάρων.
Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 1, σελ. 415, γρ. 34

νος θαῤῥήσας ἀνῦσαι ἂν τὰ τοῦ ἄθλου τοῦδε Μελάμποδα τὸν ἀδελφὸν,


ἄνδρα τὴν μαντικὴν
ἄριστον, ὑφίσταται τὸ ἔργον κατὰ ἔρωτα τῆς Πηροῦς, καὶ πείθει τὸν
ἀδελφὸν ὑποδῦναι τὸν ἀγῶνα.
ὁ δὲ, καί τοι εὖ εἰδὼς ὅτι ἁλώσεται, τολμᾷ ὅμως διὰ τὸν ἀδελφόν. καὶ δὴ
ἀπελθὼν ἑάλω, καὶ παρα-
δοθεὶς Ἰφίκλῳ καὶ καθειρχθεὶς ἐφυλάσσετο. δοθέντων δὲ πρὸς ὑπουργίαν
αὐτῷ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς,
ὁ μὲν ἀνὴρ ἐπιεικῶς ἦν πρὸς αὐτοῦ, ἡ δὲ γυνὴ ἐλύπει. ἐπεὶ δὲ ὁ χρόνος
προὔβαινεν, ἀκούει σκωλήκων
ψόφου τινὸς εἴτε τρισμοῦ ὕπερθεν τοῦ τέγους. οἱ δὲ ἐδήλουν οἷς ἔτριζον
καθάπερ ἂν μάντις αἴσθοιτο
δεινὸς ἐπαΐειν τοιούτων φωνῶν, ὡς ἄρα βεβρώκοιεν ἤδη τὴν δοκόν. ἦν δέ
φασι καὶ τὰ τοιαῦτα δεξιὸς
ὁ Μελάμπους, οἷα ὑπὸ δρακόντων καθαρθεὶς τὰ ὦτα ὡς καὶ τῶν ἀλόγων
κατακούειν ζῴων. καὶ τοίνυν
τὸ τῆς δοκοῦ πάθος μαθὼν προσποιεῖται μαλακῶς ἔχειν, καὶ ἀναπεσὼν
προκαλεῖται τοὺς διακόνους
ἐξαγαγεῖν αὐτὸν τοῦ οἰκίσκου, δραξαμένους τὴν μὲν γυναῖκα τῶν κάτω
τῆς Κλίνης, τὸν δὲ ἄνδρα τῶν
πρὸς τῇ κεφαλῇ. τῶν δὲ οὕτω πεποιηκότων καὶ τῆς Κλίνης ἀπενεχθείσης
τῷ πλείονι ἔξω πρὸς τοῦ ἀνδρὸς
ἐν τοσούτῳ κλᾶται ἡ δοκὸς καὶ ἐμπίπτει τῇ γυναικὶ ἔσω καὶ κτείνει
αὐτήν. καὶ ὁ περισωθεὶς ἀνὴρ ἀγγέλ-
λει τὸ γεγονὸς τῷ Φυλάκῳ, κἀκεῖνος τῷ Ἰφίκλῳ. ὁ δὲ ἐρωτᾷ τὸν
Μελάμποδα, τίς τε εἴη καὶ ἐφ' ᾧ
ἔλθοι. καὶ πάντα μαθὼν ὑπισχνεῖται δώσειν τὰς βοῦς εἴπερ ὁ Μελάμπους
ἐξεύροι τρόπον τινὰ
γονῆς αὐτῷ, ἦν γὰρ παίδων ἄγονος. ὁ δὲ βουθυτήσας διαιρεῖ μοίρας τοῖς
ὄρνισι, καὶ ἐπικαλε-
σάμενος πάντας πλὴν Αἰγυπιοῦ ἐρωτᾷ εἰ ἔστι μηχανὴ παίδων γονῆς τῷ
Ἰφίκλῳ. μὴ ἐχόντων δὲ εἰπεῖν,
ἥκει ἐπὶ πᾶσιν ὁ Αἰγυπιὸς, καὶ τὰς τῆς ἀπαιδίας αἰτίας λέγει. αἱ δὲ ἦσαν,
τὸ διωχθῆναι ὑπὸ Φυλά-
κου ποτὲ τοῦ πατρὸς μετὰ μαχαίρας τὸν Ἴφικλον παῖδα ὄντα κατά τινα
ὀργήν, καὶ τὸν Φύλακον μὴ
944

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 1, σελ. 415, γρ. 35

ἄριστον, ὑφίσταται τὸ ἔργον κατὰ ἔρωτα τῆς Πηροῦς, καὶ πείθει τὸν
ἀδελφὸν ὑποδῦναι τὸν ἀγῶνα.
ὁ δὲ, καί τοι εὖ εἰδὼς ὅτι ἁλώσεται, τολμᾷ ὅμως διὰ τὸν ἀδελφόν. καὶ δὴ
ἀπελθὼν ἑάλω, καὶ παρα-
δοθεὶς Ἰφίκλῳ καὶ καθειρχθεὶς ἐφυλάσσετο. δοθέντων δὲ πρὸς ὑπουργίαν
αὐτῷ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς,
ὁ μὲν ἀνὴρ ἐπιεικῶς ἦν πρὸς αὐτοῦ, ἡ δὲ γυνὴ ἐλύπει. ἐπεὶ δὲ ὁ χρόνος
προὔβαινεν, ἀκούει σκωλήκων
ψόφου τινὸς εἴτε τρισμοῦ ὕπερθεν τοῦ τέγους. οἱ δὲ ἐδήλουν οἷς ἔτριζον
καθάπερ ἂν μάντις αἴσθοιτο
δεινὸς ἐπαΐειν τοιούτων φωνῶν, ὡς ἄρα βεβρώκοιεν ἤδη τὴν δοκόν. ἦν δέ
φασι καὶ τὰ τοιαῦτα δεξιὸς
ὁ Μελάμπους, οἷα ὑπὸ δρακόντων καθαρθεὶς τὰ ὦτα ὡς καὶ τῶν ἀλόγων
κατακούειν ζῴων. καὶ τοίνυν
τὸ τῆς δοκοῦ πάθος μαθὼν προσποιεῖται μαλακῶς ἔχειν, καὶ ἀναπεσὼν
προκαλεῖται τοὺς διακόνους
ἐξαγαγεῖν αὐτὸν τοῦ οἰκίσκου, δραξαμένους τὴν μὲν γυναῖκα τῶν κάτω
τῆς Κλίνης, τὸν δὲ ἄνδρα τῶν
πρὸς τῇ κεφαλῇ. τῶν δὲ οὕτω πεποιηκότων καὶ τῆς Κλίνης ἀπενεχθείσης
τῷ πλείονι ἔξω πρὸς τοῦ ἀνδρὸς
ἐν τοσούτῳ κλᾶται ἡ δοκὸς καὶ ἐμπίπτει τῇ γυναικὶ ἔσω καὶ κτείνει
αὐτήν. καὶ ὁ περισωθεὶς ἀνὴρ ἀγγέλ-
λει τὸ γεγονὸς τῷ Φυλάκῳ, κἀκεῖνος τῷ Ἰφίκλῳ. ὁ δὲ ἐρωτᾷ τὸν
Μελάμποδα, τίς τε εἴη καὶ ἐφ' ᾧ
ἔλθοι. καὶ πάντα μαθὼν ὑπισχνεῖται δώσειν τὰς βοῦς εἴπερ ὁ Μελάμπους
ἐξεύροι τρόπον τινὰ
γονῆς αὐτῷ, ἦν γὰρ παίδων ἄγονος. ὁ δὲ βουθυτήσας διαιρεῖ μοίρας τοῖς
ὄρνισι, καὶ ἐπικαλε-
σάμενος πάντας πλὴν Αἰγυπιοῦ ἐρωτᾷ εἰ ἔστι μηχανὴ παίδων γονῆς τῷ
Ἰφίκλῳ. μὴ ἐχόντων δὲ εἰπεῖν,
ἥκει ἐπὶ πᾶσιν ὁ Αἰγυπιὸς, καὶ τὰς τῆς ἀπαιδίας αἰτίας λέγει. αἱ δὲ ἦσαν,
τὸ διωχθῆναι ὑπὸ Φυλά-
κου ποτὲ τοῦ πατρὸς μετὰ μαχαίρας τὸν Ἴφικλον παῖδα ὄντα κατά τινα
ὀργήν, καὶ τὸν Φύλακον μὴ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 11, γρ. 23

τὴν τὴν ἐκείνων τροφὴν τῷ ἀσθενεστάτῳ καὶ τρυφερωτάτῳ ζῴῳ, ὑφ' οὗ


βραχύ τι ἂν παρακομίζετο.
Ἄλλοι δὲ Δία μὲν νοοῦσι τὸν Ἥλιον ἀκολούθως Πλάτωνι, ὃς ἐν Φαίδρῳ
945

φησίν· Ὁ μὲν δὴ μέγας ἐν


οὐρανῷ Ζεὺς, ὅ ἐστιν Ἥλιος, πτηνὸν ἅρμα ἐλαύνων· ἀμβροσίαν δὲ τὰς
ἀτμίδας αἷς Ἥλιος τρέφεται,
καθὰ δοξάζει καὶ Δημόκριτος. δῆλον δὲ ὡς καὶ ἐκ θαλάσσης τοιαύτη
ἀνιμωμένη τροφὴ ἀναφέρεται.
εἰσὶ δὲ οἵ φασι καὶ ὡς ὅτε τὸ ἄστρον ὁ ταῦρος ἕκαθεν τῶν Πλαγκτῶν
γένηται, συμβαίνει ἕνα τῶν ἐπὶ
τῆς οὐρᾶς αὐτοῦ ἑπτὰ ἀστέρων, οἳ πλειάδες λέγονται, ἀμαυροῦσθαι τῇ ἐκ
τῶν Πλαγκτῶν ἀναφορᾷ τοῦ
καπνοῦ. καὶ τοῦτο εἶναι τὸ τὰς Πλαγκτὰς ἀφαιρεῖσθαι καὶ τῶν πελειῶν.
Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Πάφιος
ἱστορεῖ τὸν Ὅμηρον υἱὸν Αἰγυπτίων Δμασαγόρου καὶ Αἴθρας, τροφὸν δὲ
αὐτοῦ προφῆτιν τινὰ θυγατέρα
Ὤρου, ἱερέως Ἴσιδος, ἧς ἐκ τῶν μαστῶν μέλι ῥεῦσαι ποτὲ εἰς τὸ στόμα
τοῦ παιδίου. καὶ τὸ βρέφος ἐν νυκτὶ
φωνὰς ἐννέα προέσθαι, χελιδόνος, ταῶνος, περιστερᾶς, κορώνης,
πέρδικος, πορφυρίωνος, ψαρὸς, ἀηδό-
νος, καὶ κοττύφου· εὑρεθῆναί τε τὸ παιδίον μετὰ περιστερῶν ἐννέα
παῖζον ἐπὶ τῆς Κλίνης. εὐωχουμέ-
νην δὲ παρὰ τοῖς τοῦ παιδὸς τὴν Σιβύλλαν, ἐμμανῆ γεγονυῖαν, ἔπη
σχεδιάσαι. ὧν ἀρχὴ, Δμασαγόρα
πολύνικε, ἐν οἷς καὶ μεγακλεῆ καὶ στεφανίτην αὐτὸν προσειπεῖν, καὶ ναὸν
κτίσαι κελεῦσαι ἐννέα πεγρι-
δῶν· ἐδήλου δὲ τὰς Μούσας. τὸν δὲ καὶ τοῦτο ποιῆσαι, καὶ τῷ παιδὶ
ἀνδρωθέντι ἐξειπεῖν τὸ πρᾶγμα.
καὶ τὸν ποιητὴν οὕτω σεμνῦναι τὰ ζῷα οἷς βρέφος ὢν συνέπαιζε. καὶ
ποιῆσαι αὐτὰ τῷ Διῒ τὴν ἀμβρο-
σίαν κομίζοντα. (Vers. 64.) Τὸ δὲ λὶς πέτρα δὶς ἐνταῦθα ῥηθὲν δηλοῖ μὲν
κατά τι προσηγορικὸν τὰς
δύο Πλαγκτάς. ἀποκέκοπται δὲ ἐκ τοῦ λισσή· οἷον, λισσὴ δ' ἀναδέδρομε
πέτρη· καὶ οὕτω συμπέπτωκε
πρὸς τὸ λὶς ὁ λέων. διὸ περισπῶσι τινὲς ἐκεῖνο πρὸς διαφοράν. οὐκ ἔχει
δὲ κλίσεως κίνησιν τὸ, λὶς πέτρη,
ὡς οὐδὲ ἄλλη τις λέξις ἀποκοπὴν παθοῦσα τῶν ὡσανεὶ ποδῶν ἤγουν τῆς
ληγούσης, καθ' ἣν κινεῖται
τὰ κλινόμενα, ὁποῖον τὸ δῶ, τὸ κρῖ, τὸ λίπα, καὶ ἕτερα. (Vers. 67.)
Πίνακες δὲ νεῶν σανίδες, ὡς
καὶ ἀλλαχοῦ. ἐξ ὧν καὶ τὸ, ῥήματα πινακηδὸν ἀποσπῶν, παρὰ τῷ
κωμικῷ. Οἱ δὲ παλαιοὶ τὴν λέξιν
946

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Τόμ. 2, σελ. 113, γρ. 40

τὸν Ὀδυσσέα· εἰώθασι γὰρ οἱ ἀράχναι ἱστουργεῖν ἐν τόποις


ἀμελουμένοις. διὸ καὶ παρὰ Ἡσιόδῳ τὸ,
ἐκ δ' ἀγγέων ἐλάσειας ἀράχνια, ἀντὶ τοῦ ἐπιμέλειαν θήσεις τῶν ἀγγείων,
ὡς ἐπιλιπεῖν τὰ ἀράχνια οἷα
καρποῦ εἰσενεχθέντος. οὕτω δὲ καί τις ἕτερος ποιητὴς μισοπόλεμος
ἐθέλων εἰρήνην εὔξασθαι ἀράχνας
ἐπεύχεται νήματα ὑφάναι τοῖς ὅπλοις, ἐπειδὴ ἐν εἰρήνης καιρῷ
ἀμελουμένων τῶν ὅπλων ποιοῦσιν οὕτως
οἱ ἀράχναι, ὑφαίνοντες ἐν αὐτοῖς ἱστούς. παροιμιῶδες οὖν τὸ κακὰ
ἀράχνια ἔχειν κείμενον ἐπὶ τῶν
πάντῃ ἀμελουμένων σκευῶν, εἴτε ὅπλον εἴη ἐκεῖνο εἴτε ἄγγος εἴτε εὐνή.
Τὸ δὲ χήτει φασὶν οἱ παλαιοὶ
εὐθεῖαν ἔχειν τὸ χῆτος, οἳ καὶ ἐνευναίῳ γράφουσι κατὰ δοτικὴν πτῶσιν,
χήτει ἐνευναίῳ, ἵνα εἴη τὸ
ἐνεύναιον χῆτος· τὸ μέντοι συνηθέστερον κατὰ γενικὴν πληθυντικὴν
γράφεται ἐνευναίων, ἵνα λέγῃ
πάλιν ἐν χήτει τῶν ἐγκοιμήτρων. ἐνεύναια γὰρ, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγων, τὰ
ἐγκοίτια. δῆλον δὲ καὶ ὡς κοι-
νότερον θηλυκοῦ γένους τὸ χήτει ὁμοίως τῇ σπάνει καὶ τοῖς τοιούτοις.
Τηρητέον δ' ἐνταῦθα ὡς εἰ καὶ
παραδέδοται λέχος μὲν ἡ Κλίνη, εὐνὴ δὲ ἡ ἐπ' αὐτὴν στρωμνὴ κατὰ τὸ,
ἐμβάλετ' εὐνῇ δέμνια καὶ χλαῖ-
ναν, ἅ περ ἐξηγεῖται τὴν εὐνὴν, ἀλλὰ τὸ ἐνεύναιον ἀμφότερα δηλοῖ, τήν
τε εἰρημένην δηλαδὴ εὐνὴν
καὶ τὸ ὑποκείμενον λέχος. (Vers. 37.) Ὅτι φιλάνδρου γυναικὸς δεῖγμα τὸ,
καὶ λίην κείνη γε μένει
τετληότι θυμῷ ἐνὶ μεγάροισιν, ὀϊζυραὶ δέ οἱ αἰεὶ φθινύθουσι νύκτες τε καὶ
ἤματα δακρυχεούσῃ.
(Vers. 42.) Τιμῆς δὲ ἔνδειξις τὸ, τῷ δ' ἕδρης ἐπιόντι ὑπόειξεν ὁ δεῖνα,
ἤγουν ἐξεχώρησε τῆς ἕδρας
ἀναστὰς διὰ τιμὴν τοῦ ἐπιόντος. (Vers. 44.) ἐκεῖνος δὲ αὖθις, εἴ περ ἂν
τιμᾷ τὸν τοιοῦτον, εἴποι ἂν,
ἧσο, ὦ ξεῖνε, ἡμεῖς δὲ καὶ ἄλλοθι δήομεν ἕδρην. ποιεῖ δὲ τὸ μὲν πρῶτον ὁ
πτωχὸς Ὀδυσσεὺς, τὸ δὲ  
ἐφεξῆς λέγει ὁ υἱὸς Τηλέμαχος, τιμῶν ἐκεῖνον ὡς ἁπλῶς ξένον, προσθεὶς
καὶ ὡς εὑρήσομεν ἕδρην σταθμῷ
ἐν ἡμετέρῳ, πάρα δ' ἀνὴρ ὃς καταθήσει, τουτέστιν ὁ Εὔμαιος. (Vers. 45.)
947

Ἰστέον δὲ ὡς χαίροι ἂν, ὥς


πέρ που ἡ Ἀθηνᾶ πεπνυμένῳ ἀνδρὶ δικαίῳ, οὕτω καὶ νῦν Ὀδυσσεὺς τῷ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 297, γρ. 3

Τὸ δὲ, ἐνωπαδίως ἐσιδεῖν, μετ' ὀλίγα καὶ εἰς ὦπα ἰδέσθαι ἐναντίον φησί.
(Vers. 95.) Τὸ δὲ ἀγνώς-
σασκε λέξις καὶ αὐτὸ ἰδία ποιήσεως γινομένη ἐκ τοῦ γνῶ γνώσω, ἐξ οὗ
ἐνεστὼς γνώσσω, ὡς τὸ κνώσσω
καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ παραγώγως γνωσσάσκω, ἐξ οὗ κατὰ στέρησιν τὸ
ἀγνώσσασκεν. (Vers. 97.) Ὅτι
μεθοδεύσας ὁ ποιητὴς τὴν κατ' ὄψιν ἐντυχίαν τοῦ Ὀδυσσέως καὶ τῆς
γυναικὸς καινότερον φυλάττει
κἀνταῦθα τὸν Ὀδυσσέα τλήμονα καὶ λαλοῦντα μηδὲν, καὶ θέλει μὲν ἡ
γυνὴ φανῆναι τοιαύτη, ἐπεὶ δὲ
οὐκ ἦν, οὕτω πεφυλαγμένης ἀμφοῖν τῆς ἐνστάσεως, ὁμιλῆσαι αὐτοὺς
ἀλλήλοις, πλάττει μεσιτεύοντα τῇ
ὁμιλίᾳ τὸν παῖδα καὶ λαλοῦντα τῇ μητρὶ καὶ αὐτὴν αὖθις τῷ παιδὶ καὶ
τρίτον ἐπ' αὐτοῖς ἀναγκαίως
τὸν Ὀδυσσέα. καὶ οὕτω προβαίνει πιθανῶς καὶ εὐμεθόδως τὰ ἐφεξῆς.
(Vers. 99.) οὐκ ἄλλως μέντοι  
προσφθέγξεται τὸν ἄνδρα εἰ μὴ προλογίσει ἐκεῖνος πρὸς αὐτὴν,
εὐλαβουμένη μὴ καὶ ἁλῷ θρασύτητος.
οὐ μὴν δὲ πλησιάσει, μὴ καὶ αὐτὴ σῆμά τι ἐξ ἐκείνου γνοῦσα, ὅ περ αὐτὴ
καὶ Ὀδυσσεὺς καὶ μία μόνη
ἀμφίπολος Ἀκτορὶς ἐγίνωσκον, τὸ κατὰ τὴν ῥηθησομένην Κλίνην
δηλαδὴ, ἐξαίρετόν τι ἔχουσαν, ὡς
δηλωθήσεται, ἵνα καθά περ ἡ μαῖα καὶ οἱ ἄνδρες δοῦλοι ἐκ τῆς οὐλῆς τὸν
δεσπότην ἀνεγνώρισαν,
οὕτω καὶ αὐτὴ τὸν ἄνδρα ἐκ τῆς παρασήμου Κλίνης, ἣν οὐ πολλοὶ
ἐγίνωσκον. Ἔνθα σημείωσαι ὅτι
ἔσονται ὥς περ τοῖς ἄλλοις ἑταίροις καὶ φίλοις καὶ φιλτάτοις, οὕτω καὶ
γυναικὶ καὶ ἀνδρὶ μυστηριώδη
τινὰ, ὧν οὐκ ἀπεικὸς ἐπιστήμην ἔχειν καὶ δοῦλον ἢ δούλην, πεῖραν
δεδωκότας πίστεως ἀκριβοῦς, ὁποία
τις καὶ ἡ δεδηλωμένη Ἀκτορὶς, εἰδυῖα μόνη, ὃ μήτε ἡ μαῖα μήτε ἡ
Εὐρυνόμη, αἱ τῶν ἄλλων ἐνταῦθα
τοῖς δεσπόταις πιστότεραι. (Vers. 97.) εἰσὶ δὲ ἃ Τηλέμαχος πρὸς τὴν
μητέρα λέγει, τοιαῦτα· μῆτερ
ἐμὴ δύσμητερ, ἀπηνέα θυμὸν ἔχουσα, τίφθ' οὕτω πατρὸς νοσφίζεαι, οὐδὲ
παρ' αὐτὸν ἑζομένη μύθοισιν
ἀνείρεαι, οὐδὲ μεταλλᾷς;
948

Ομηρικόν λεξικόν Πανταζίδου

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 297, γρ. 5

καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ παραγώγως γνωσσάσκω, ἐξ οὗ κατὰ στέρησιν τὸ


ἀγνώσσασκεν. (Vers. 97.) Ὅτι
μεθοδεύσας ὁ ποιητὴς τὴν κατ' ὄψιν ἐντυχίαν τοῦ Ὀδυσσέως καὶ τῆς
γυναικὸς καινότερον φυλάττει
κἀνταῦθα τὸν Ὀδυσσέα τλήμονα καὶ λαλοῦντα μηδὲν, καὶ θέλει μὲν ἡ
γυνὴ φανῆναι τοιαύτη, ἐπεὶ δὲ
οὐκ ἦν, οὕτω πεφυλαγμένης ἀμφοῖν τῆς ἐνστάσεως, ὁμιλῆσαι αὐτοὺς
ἀλλήλοις, πλάττει μεσιτεύοντα τῇ
ὁμιλίᾳ τὸν παῖδα καὶ λαλοῦντα τῇ μητρὶ καὶ αὐτὴν αὖθις τῷ παιδὶ καὶ
τρίτον ἐπ' αὐτοῖς ἀναγκαίως
τὸν Ὀδυσσέα. καὶ οὕτω προβαίνει πιθανῶς καὶ εὐμεθόδως τὰ ἐφεξῆς.
(Vers. 99.) οὐκ ἄλλως μέντοι  
προσφθέγξεται τὸν ἄνδρα εἰ μὴ προλογίσει ἐκεῖνος πρὸς αὐτὴν,
εὐλαβουμένη μὴ καὶ ἁλῷ θρασύτητος.
οὐ μὴν δὲ πλησιάσει, μὴ καὶ αὐτὴ σῆμά τι ἐξ ἐκείνου γνοῦσα, ὅ περ αὐτὴ
καὶ Ὀδυσσεὺς καὶ μία μόνη
ἀμφίπολος Ἀκτορὶς ἐγίνωσκον, τὸ κατὰ τὴν ῥηθησομένην Κλίνην
δηλαδὴ, ἐξαίρετόν τι ἔχουσαν, ὡς
949

δηλωθήσεται, ἵνα καθά περ ἡ μαῖα καὶ οἱ ἄνδρες δοῦλοι ἐκ τῆς οὐλῆς τὸν
δεσπότην ἀνεγνώρισαν,
οὕτω καὶ αὐτὴ τὸν ἄνδρα ἐκ τῆς παρασήμου Κλίνης, ἣν οὐ πολλοὶ
ἐγίνωσκον. Ἔνθα σημείωσαι ὅτι
ἔσονται ὥς περ τοῖς ἄλλοις ἑταίροις καὶ φίλοις καὶ φιλτάτοις, οὕτω καὶ
γυναικὶ καὶ ἀνδρὶ μυστηριώδη
τινὰ, ὧν οὐκ ἀπεικὸς ἐπιστήμην ἔχειν καὶ δοῦλον ἢ δούλην, πεῖραν
δεδωκότας πίστεως ἀκριβοῦς, ὁποία
τις καὶ ἡ δεδηλωμένη Ἀκτορὶς, εἰδυῖα μόνη, ὃ μήτε ἡ μαῖα μήτε ἡ
Εὐρυνόμη, αἱ τῶν ἄλλων ἐνταῦθα
τοῖς δεσπόταις πιστότεραι. (Vers. 97.) εἰσὶ δὲ ἃ Τηλέμαχος πρὸς τὴν
μητέρα λέγει, τοιαῦτα· μῆτερ
ἐμὴ δύσμητερ, ἀπηνέα θυμὸν ἔχουσα, τίφθ' οὕτω πατρὸς νοσφίζεαι, οὐδὲ
παρ' αὐτὸν ἑζομένη μύθοισιν
ἀνείρεαι, οὐδὲ μεταλλᾷς; οὐκ ἂν ἄλλη γε ὧδε γυνὴ τετληότι θυμῷ ἀνδρὸς
ἀφεσταίη, ὅς οἱ κακὰ πολλὰ
μογήσας ἔλθοι ἐεικοστῷ ἔτεϊ ἐς πατρίδα γαῖαν. (Vers. 103.) σοὶ δ' αἰεὶ
κραδίη στερεωτέρη ἐστὶ λίθοιο.
τοῦτο δὴ τὸ παροιμιῶδες ἐπὶ τῶν σκληροκαρδίων. καὶ οὕτω μὲν οἱονεὶ
προαγωγεύει τῷ πατρὶ τὴν μητέρα
ὁ παῖς. ἡ δὲ, τέκνον ἐμόν, φησι, θυμός μοι ἐνὶ στήθεσσι τέθηπεν, οὐδέ τι
προσφάσθαι δύναμαι ἔπος

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 297, γρ. 18

τις καὶ ἡ δεδηλωμένη Ἀκτορὶς, εἰδυῖα μόνη, ὃ μήτε ἡ μαῖα μήτε ἡ


Εὐρυνόμη, αἱ τῶν ἄλλων ἐνταῦθα
τοῖς δεσπόταις πιστότεραι. (Vers. 97.) εἰσὶ δὲ ἃ Τηλέμαχος πρὸς τὴν
μητέρα λέγει, τοιαῦτα· μῆτερ
ἐμὴ δύσμητερ, ἀπηνέα θυμὸν ἔχουσα, τίφθ' οὕτω πατρὸς νοσφίζεαι, οὐδὲ
παρ' αὐτὸν ἑζομένη μύθοισιν
ἀνείρεαι, οὐδὲ μεταλλᾷς; οὐκ ἂν ἄλλη γε ὧδε γυνὴ τετληότι θυμῷ ἀνδρὸς
ἀφεσταίη, ὅς οἱ κακὰ πολλὰ
μογήσας ἔλθοι ἐεικοστῷ ἔτεϊ ἐς πατρίδα γαῖαν. (Vers. 103.) σοὶ δ' αἰεὶ
κραδίη στερεωτέρη ἐστὶ λίθοιο.
τοῦτο δὴ τὸ παροιμιῶδες ἐπὶ τῶν σκληροκαρδίων. καὶ οὕτω μὲν οἱονεὶ
προαγωγεύει τῷ πατρὶ τὴν μητέρα
ὁ παῖς. ἡ δὲ, τέκνον ἐμόν, φησι, θυμός μοι ἐνὶ στήθεσσι τέθηπεν, οὐδέ τι
προσφάσθαι δύναμαι ἔπος
οὐδ' ἐρέεσθαι, οὐδ' εἰς ὦπα ἰδέσθαι ἐναντίον, ὡς καὶ προεγράφη. εἰ δ'
ἐτεὸν δὴ ἔστ' Ὀδυσσεὺς, γνω-
σόμεθ' ἀλλήλων καὶ λώϊον. (Vers. 110 – 116.) ἔστι γὰρ ἡμῖν σήματα ἃ
950

καὶ ἡμεῖς κεκριμένα ἴδμεν


ἀπ' ἄλλων. καὶ ἴσως μὲν καὶ ἄλλα εἶεν ἂν, ἃ καὶ σιωπᾷ συνήθως ὁ
ποιητής· πρὸς δὲ τὰ φαινόμενα
τὴν Κλίνην λέγει, δι' ἣν τῷ Ὀδυσσεῖ ἐρεῖ μετ' ὀλίγα ἡ Πηνελόπη· πείθεις
δή μευ θυμὸν ἀπηνέα περ
μάλ' ἐόντα, ἐπεὶ σήματ' ἀριφραδέα κατέλεξας εὐνῆς ἡμετέρης. Ὅρα δὲ ὡς
εἰ τῷ ἀνδρὶ οὕτω ἡ Πη-
νελόπη δυσκατέργαστος, ὁποίαν ἔστιν αὐτὴν συλλογίσασθαι τοῖς
μνηστῆρσιν εἶναι; ἔστιν οὖν ἀστεῖον
εἰπεῖν, ὡς μικροῦ δεῖν συντομώτερον ἔσχε τὴν μνηστηροκτονίαν
κατεργάσασθαι Ὀδυσσεὺς ἢ τὸν ἀνα-
γνωρισμὸν τῆς γυναικός· οὕτω περίφρων ἡ γυνὴ καὶ στερεὰ καὶ εἰπεῖν
καὶ πρᾶξαι, ἧς ὁ νοῦς τοιοῦτον,
ὡς ἐδηλώθη, ἐγέννησεν ἐπιχείρημα, ὡς διὰ τέλους ἂν παραμεῖναι αὐτὴν
ἀπροσκόλλητον τῷ ἀνδρὶ καὶ
μὴ ἂν πελάσαι αὐτῷ, εἰ μὴ τυχὸν ἐλογίσατο μή ποτέ τις τῶν κρειττόνων
εἴη ὁ καὶ τοὺς μνηστῆρας
ῥίψας καὶ νῦν αὐτῇ ὁμιλῶν. ἔστι γὰρ αὐτῇ τὸ ἄπορον ἀληθῶς ἄλυτον. ὡς
γὰρ οὐδὲν καινὸν, εἰ καὶ
οὐλὴν δείξει ὁ τῷ Ὀδυσσεῖ εἰκασθεὶς δαίμων, οὕτως οὐδ' εἴ περ τὸ τῆς
Κλίνης ἐξείπῃ μυστήριον. οὐ γὰρ
ἀδύνατον τὸν τἄλλα εἰδότα θεὸν εἰδέναι καὶ αὐτό. καὶ τοίνυν, εἰ καὶ
ὕστερον ὀψέ ποτε συμπεισθῇ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 297, γρ. 26

ἀπ' ἄλλων. καὶ ἴσως μὲν καὶ ἄλλα εἶεν ἂν, ἃ καὶ σιωπᾷ συνήθως ὁ
ποιητής· πρὸς δὲ τὰ φαινόμενα
τὴν Κλίνην λέγει, δι' ἣν τῷ Ὀδυσσεῖ ἐρεῖ μετ' ὀλίγα ἡ Πηνελόπη· πείθεις
δή μευ θυμὸν ἀπηνέα περ
μάλ' ἐόντα, ἐπεὶ σήματ' ἀριφραδέα κατέλεξας εὐνῆς ἡμετέρης. Ὅρα δὲ ὡς
εἰ τῷ ἀνδρὶ οὕτω ἡ Πη-
νελόπη δυσκατέργαστος, ὁποίαν ἔστιν αὐτὴν συλλογίσασθαι τοῖς
μνηστῆρσιν εἶναι; ἔστιν οὖν ἀστεῖον
εἰπεῖν, ὡς μικροῦ δεῖν συντομώτερον ἔσχε τὴν μνηστηροκτονίαν
κατεργάσασθαι Ὀδυσσεὺς ἢ τὸν ἀνα-
γνωρισμὸν τῆς γυναικός· οὕτω περίφρων ἡ γυνὴ καὶ στερεὰ καὶ εἰπεῖν
καὶ πρᾶξαι, ἧς ὁ νοῦς τοιοῦτον,
ὡς ἐδηλώθη, ἐγέννησεν ἐπιχείρημα, ὡς διὰ τέλους ἂν παραμεῖναι αὐτὴν
ἀπροσκόλλητον τῷ ἀνδρὶ καὶ
μὴ ἂν πελάσαι αὐτῷ, εἰ μὴ τυχὸν ἐλογίσατο μή ποτέ τις τῶν κρειττόνων
εἴη ὁ καὶ τοὺς μνηστῆρας
ῥίψας καὶ νῦν αὐτῇ ὁμιλῶν. ἔστι γὰρ αὐτῇ τὸ ἄπορον ἀληθῶς ἄλυτον. ὡς
951

γὰρ οὐδὲν καινὸν, εἰ καὶ


οὐλὴν δείξει ὁ τῷ Ὀδυσσεῖ εἰκασθεὶς δαίμων, οὕτως οὐδ' εἴ περ τὸ τῆς
Κλίνης ἐξείπῃ μυστήριον. οὐ γὰρ
ἀδύνατον τὸν τἄλλα εἰδότα θεὸν εἰδέναι καὶ αὐτό. καὶ τοίνυν, εἰ καὶ
ὕστερον ὀψέ ποτε συμπεισθῇ
καὶ ἀναγνοῦσα τὰ ἐκ τοῦ ἀνδρὸς σήματα δακρύσασα ἀμφὶ χεῖρας δειρῇ
βάλῃ τῷ Ὀδυσσεῖ, οὐδ' οὕτως
εὖ συνεπείσθη. καὶ γὰρ ὁ δαίμων, ὃν ὑπόπτευε, καὶ τὰ σήματα πάντως εὖ
ᾔδει. καὶ ἴσως διὰ τοιοῦτόν
τι συμπείθεται, ὡς καὶ προλελάληται. ἢ γὰρ Ὀδυσσεὺς ἐστὶν ὁ παρὼν, καὶ
ἰδοὺ ἔχει ὃ ἤθελεν, ἢ τῶν
τις κρειττόνων, καὶ οὐδ' οὕτω κακῶς τὸ πρᾶγμα συνέπεσε. χείρονος γὰρ
ἀπηύχετο ἀνδρὸς εὐφραίνειν
νόημα, οὐ μὴν καὶ τὸ τοῦ κρείττονος. ἃ δὴ συναισθόμενος ἴσως καὶ ὁ
πολύτλας Ὀδυσσεὺς

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 301, γρ. 4

πολλὰ μογήσας εἰκοστῷ ἔτει ἐπανέλθοι. (Vers. 171.) εἶτα ὡς οἷον


ἀπογνοὺς τὸ ἐκ τῆς γυναικὸς μειλί-
χιον ἢ καὶ ὡς μηκέτι ἐθέλων τὴν ἐξ αὐτῆς ὁμιλίαν ἢ καὶ ἠρέμα ἐν τῷ,
στόρεσον λέχος, ὑποκινῶν μνή-
μην ἀριφραδέος σήματος, ὡς εὐθὺς φανεῖται, φησίν· ἀλλ' ἄγε μοι, μαῖα,
στόρεσον λέχος, ὄφρα καὶ
αὐτὸς λέξωμαι· ἦ γὰρ αὐτῇ γε σιδήρεος, ὡς καὶ προεγράφη, θυμός. (Vers.
174.) κἀνταῦθα ἡ Πηνε-
λόπη οὐκέτι κατέχειν ἑαυτὴν ἔχουσα καὶ ἀναβάλλεσθαι τὴν πειθὼ,
δαιμόνιε, φησὶν, οὔ τι μεγαλίζομαι
οὐδ' ἀθερίζομαι οὐδὲ λίην ἄγαμαι· μάλα δ' εὖ οἶδα οἷος ἔησθα ἐξ Ἰθάκης
ἐπὶ νηὸς ἰὼν, οἷος δηλαδὴ
καὶ νῦν φαίνῃ· ὃ σεμνύνει τὸν Ὀδυσσέα ἐπὶ πολὺ, εἴ περ οἱ τοσοῦτοι
χρόνοι οὐδὲν αὐτὸν ἐνήλλαξαν.  
(Vers. 177.) ἀλλ' ἄγε οἱ στόρεσον πυκινὸν λέχος, Εὐρυκλεία, ἐκτὸς
εὐσταθέος θαλάμου ὃ δὴ αὐτὸς
ἐποίει, ὡς εἰρήσεται, ἢ τὸν αὐτὸς ἐποίει. ἔνθα οἱ ἐκθεῖσαι πυκινὸν λέχος
ἔμβαλέ τ' εὐνὴν, κώεα καὶ
χλαίνας καὶ ῥήγεα σιγαλόεντα. καὶ Ὀδυσσεὺς ἀκούσας τὸ, στόρεσον
λέχος ἐκτὸς θαλάμου, καὶ τὸ,
ἐκθεῖσαι τουτέστιν ἔξω θέμεναι πυκινὸν λέχος, ἀνακινεῖ τῇ μνήμῃ τὴν
ἐῤῥιζωμένην Κλίνην καὶ ἀμετακί-
νητον, ἣν ἐντὸς τοῦ θαλάμου αὐτὸς ἐκεῖνος ἔτευξε, καὶ ἀπορεῖ πῶς ποτὲ
ἂν ἐκείνη ἐκτὸς εἴη τοῦ θαλά-
952

μου κειμένη ἡ τοιῶσδε καὶ τοιῶσδε τευχθεῖσα ποτὲ ὑπ' ἐμοῦ. καὶ οὕτως
εὐαμόρφως λέγει τῇ γυναικὶ
σῆμα τοῦτο ἕτερον παρὰ τὴν πολύγνωστον οὐλὴν, ὅ περ, ὡς καὶ
προδεδήλωται, αὐτὸς οἶδε καὶ ἡ γυνὴ
καὶ μία μόνη δούλη πιστὴ ἡ Ἀκτορίς. (Vers. 174.) ἐν τούτοις δὲ
σημείωσαι καὶ ὅτι ἄρσεις μὲν ἔφη
ἡ γυνὴ τὸ, οὐ μεγαλίζομαι οὐκ ἀθερίζω οὐκ ἄγαμαι, θέσιν δὲ οὐκ
ἐπήγαγεν ὡς οἷα σπεύδουσα εἰς ἔργον,
ὅ περ ἦν τὸ πειράσασθαι τοῦ δῆθεν ξείνου εἴ τί που οἶδε τῶν κατ' οἶκον
κρυφιοδεστέρων. ὡς δὲ ἔγνω
αὐτὸν τὸ περὶ τῆς Κλίνης ἀκριβῶς ἀφηγησάμενον, τότε δὴ αἰτήσεται
συγγνώμην τοῦ μὴ εὐθὺς ἅμα
ἰδεῖν καὶ ἀγαπῆσαι τὸν Ὀδυσσέα καὶ προβαλεῖται δέος εὔλογον ἵνα μὴ
ἀπατηθῇ. (Vers. 167.) Ἰστέον
δὲ ὅτι κῆρ ἀτέραμνον συνήθως τὸ ἀτειρὲς καὶ σκληρὸν καὶ μὴ τέρεν·
ὅθεν καὶ ἀτέραμνα σπέρματα τὰ
κερασβόλα, περὶ ὧν λόγος ὡς, ἐὰν σπέρμα ἐν τῷ καταῤῥίπτεσθαι εἰς γῆν
καιρῷ σπόρου πελάσῃ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 301, γρ. 22

ἰδεῖν καὶ ἀγαπῆσαι τὸν Ὀδυσσέα καὶ προβαλεῖται δέος εὔλογον ἵνα μὴ
ἀπατηθῇ. (Vers. 167.) Ἰστέον
δὲ ὅτι κῆρ ἀτέραμνον συνήθως τὸ ἀτειρὲς καὶ σκληρὸν καὶ μὴ τέρεν·
ὅθεν καὶ ἀτέραμνα σπέρματα τὰ
κερασβόλα, περὶ ὧν λόγος ὡς, ἐὰν σπέρμα ἐν τῷ καταῤῥίπτεσθαι εἰς γῆν
καιρῷ σπόρου πελάσῃ κέρατι
ἀροῦντος βοὸς, σκληρὸν γίνεται καὶ δυσέψητον. καὶ λέγει Πλούταρχος ἐν
τοῖς αὐτοῦ συμποσιακοῖς
καὶ αἰτίαν τούτου τὴν ἐκείνῳ δοκοῦσαν. Κερασβόλα δὲ τὰ ῥηθέντα
λέγονται διὰ τὸ κατὰ κεράτων βλη-
θῆναι. ἐνταῦθα δὲ σημείωσαι ὅτι συνθέτως μὲν ἀτέραμνον τὸ μὴ τέρεν,
ἀλλὰ δηλαδὴ ἀπεσκληρουμένον.
οὐ μὴν καὶ τέραμνον ἀσυνθέτως τὸ τέρεν καὶ ἁπαλὸν, ἀλλ' ἡ τοῦ οἴκου
στέγη, καθὰ σὺν ἄλλοις καὶ
ὁ Λυκόφρων δηλοῖ. (Vers. 172.) Ἐν δὲ τῷ, σιδήρεος ἐν φρεσὶ θυμὸς,
φανερῶς ἕτερον αἱ φρένες
ψυχῆς, καθὸ καὶ σῶμα εἰσί. (Vers. 174.) Μεγαλίζεσθαι δὲ τὸ ἐπαίρεσθαι,
ὡς καὶ ἐν Ἰλιάδι, μηδὲ
μεγαλίζεο θυμῷ. (Vers. 175.) Τὸ δὲ, οὐδὲ λίην ἄγαμαι, ἀντὶ τοῦ, οὐκέτι
λίαν ἐκπλήττομαι ὡς ἤδη
ἐκ τῶν φθασάντων πιστουμένη τὰ κατὰ σέ. ὅτε δὲ καὶ περὶ τῆς Κλίνης
953

ἀκούσει, τότε εἴποι ἂν οὐχ' ὅτι


οὐ λίην ἄγαμαι, ἀλλ' ὅτι οὐδόλως ἄγαμαι. Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι τρεῖς
αἰτίας ἐμφαίνει ἀποστροφῆς
ἐνταῦθα τῆς πρός τινα οἰκειοῦσθαι θέλοντα τὸ μεγαλίζεσθαι, τὸ ἀθερίζειν
καὶ τὸ ἄγασθαι· ἢ γὰρ
ἐξαθερίζει τις τὸν οἰκειούμενον, τουτέστιν ἐξουθενοῖ ὡς μὴ ἄξιον
οἰκειώσεως, ἢ μεγαλίζεται ὡς μείζων
ὢν ἐκείνου, ἢ ἄγαται τὴν αἰτίαν ἐννοούμενος τῆς ζητουμένης
οἰκειώσεως. Περὶ δὲ τοῦ ἀθερίζω ἐν τοῖς
εἰς τὴν Ἰλιάδα δηλοῦται. (Vers. 179.) Ἐν δὲ τῷ, πυκινὸν λέχος, καὶ,
ἔμβαλέ τ' εὐνὴν, δῆλον ὡς
διαφέρει λέχος τε καὶ εὐνή. καὶ ἔστι λέχος μὲν ἡ Κλίνη, πυκινὴ οὖσα ἵνα
φέρειν ἔχει στεῤῥῶς τὰ
ἐπικείμενα. διὸ ὑποκαταβὰς Ὀδυσσεὺς ἐρεῖ· λέχος ἔξεον ὄφρ' ἐτέλεσα.
εὐνὴ δὲ τὸ παρ' ἡμῖν στρῶμα.
διὸ ἑρμηνεύων ἐπάγει, κώεα καὶ χλαίνας καὶ ῥήγεα. (Vers. 181. sqq.) Ὅτι
τὰ περὶ τῆς ῥηθείσης Κλίνης Ὁμηρικὰ ἔπη τοιαῦτα εἰσίν· αὐτὰρ
Ὀδυσσεὺς ὀχθήσας ἐφ' οἷς ἡ γυνὴ ἔφη ἐκτὸς θαλάμου τὸ
λέχος εἶναι, ὅ περ αὐτὸς Ὀδυσσεὺς ἐποίησεν, ἔφη· ὦ γύναι, ἦ μάλα τοῦτο
ἔπος θυμαλγὲς ἔειπες.

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 301, γρ. 28

οὐ μὴν καὶ τέραμνον ἀσυνθέτως τὸ τέρεν καὶ ἁπαλὸν, ἀλλ' ἡ τοῦ οἴκου
στέγη, καθὰ σὺν ἄλλοις καὶ
ὁ Λυκόφρων δηλοῖ. (Vers. 172.) Ἐν δὲ τῷ, σιδήρεος ἐν φρεσὶ θυμὸς,
φανερῶς ἕτερον αἱ φρένες
ψυχῆς, καθὸ καὶ σῶμα εἰσί. (Vers. 174.) Μεγαλίζεσθαι δὲ τὸ ἐπαίρεσθαι,
ὡς καὶ ἐν Ἰλιάδι, μηδὲ
μεγαλίζεο θυμῷ. (Vers. 175.) Τὸ δὲ, οὐδὲ λίην ἄγαμαι, ἀντὶ τοῦ, οὐκέτι
λίαν ἐκπλήττομαι ὡς ἤδη
ἐκ τῶν φθασάντων πιστουμένη τὰ κατὰ σέ. ὅτε δὲ καὶ περὶ τῆς Κλίνης
ἀκούσει, τότε εἴποι ἂν οὐχ' ὅτι
οὐ λίην ἄγαμαι, ἀλλ' ὅτι οὐδόλως ἄγαμαι. Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι τρεῖς
αἰτίας ἐμφαίνει ἀποστροφῆς
ἐνταῦθα τῆς πρός τινα οἰκειοῦσθαι θέλοντα τὸ μεγαλίζεσθαι, τὸ ἀθερίζειν
καὶ τὸ ἄγασθαι· ἢ γὰρ
ἐξαθερίζει τις τὸν οἰκειούμενον, τουτέστιν ἐξουθενοῖ ὡς μὴ ἄξιον
οἰκειώσεως, ἢ μεγαλίζεται ὡς μείζων
ὢν ἐκείνου, ἢ ἄγαται τὴν αἰτίαν ἐννοούμενος τῆς ζητουμένης
οἰκειώσεως. Περὶ δὲ τοῦ ἀθερίζω ἐν τοῖς
εἰς τὴν Ἰλιάδα δηλοῦται. (Vers. 179.) Ἐν δὲ τῷ, πυκινὸν λέχος, καὶ,
ἔμβαλέ τ' εὐνὴν, δῆλον ὡς
954

διαφέρει λέχος τε καὶ εὐνή. καὶ ἔστι λέχος μὲν ἡ Κλίνη, πυκινὴ οὖσα ἵνα
φέρειν ἔχει στεῤῥῶς τὰ
ἐπικείμενα. διὸ ὑποκαταβὰς Ὀδυσσεὺς ἐρεῖ· λέχος ἔξεον ὄφρ' ἐτέλεσα.
εὐνὴ δὲ τὸ παρ' ἡμῖν στρῶμα.
διὸ ἑρμηνεύων ἐπάγει, κώεα καὶ χλαίνας καὶ ῥήγεα. (Vers. 181. sqq.) Ὅτι
τὰ περὶ τῆς ῥηθείσης
Κλίνης Ὁμηρικὰ ἔπη τοιαῦτα εἰσίν· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ὀχθήσας ἐφ' οἷς ἡ
γυνὴ ἔφη ἐκτὸς θαλάμου τὸ
λέχος εἶναι, ὅ περ αὐτὸς Ὀδυσσεὺς ἐποίησεν, ἔφη· ὦ γύναι, ἦ μάλα τοῦτο
ἔπος θυμαλγὲς ἔειπες. τίς
δέ μοι ἄλλοσε θῆκε λέχος, τουτέστι μετέθετο; χαλεπὸν δέ κεν εἴη καὶ
μάλ' ἐπισταμένῳ, ὅτε μὴ θεὸς
αὐτὸς ἐπελθὼν ῥηϊδίως ἐθέλων θείη ἄλλῃ ἐνὶ χώρῃ· ἀνδρῶν δ' οὐκ ἄν τις
ζωὸς βροτὸς οὐδὲ μάλ'
ἡβῶν ῥεῖα μετοχλίσειεν, ἐπεὶ μέγα σῆμα τέτυκται ἐν λέχει ἀσκητῷ· τὸ δ'
ἐγὼ κάμον, οὐδέ τις ἄλλος.
(Vers. 190. sqq.) εἶτα ἱστορῶν ἐνδιασκεύως, οἷόν τε τὸ λέχος καὶ ὅπως
αὐτὸ ἤσκησεν Ὀδυσσεὺς,

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 301, γρ. 31


μεγαλίζεο θυμῷ. (Vers. 175.) Τὸ δὲ, οὐδὲ λίην ἄγαμαι, ἀντὶ τοῦ, οὐκέτι
λίαν ἐκπλήττομαι ὡς ἤδη
ἐκ τῶν φθασάντων πιστουμένη τὰ κατὰ σέ. ὅτε δὲ καὶ περὶ τῆς Κλίνης
ἀκούσει, τότε εἴποι ἂν οὐχ' ὅτι
οὐ λίην ἄγαμαι, ἀλλ' ὅτι οὐδόλως ἄγαμαι. Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι τρεῖς
αἰτίας ἐμφαίνει ἀποστροφῆς
ἐνταῦθα τῆς πρός τινα οἰκειοῦσθαι θέλοντα τὸ μεγαλίζεσθαι, τὸ ἀθερίζειν
καὶ τὸ ἄγασθαι· ἢ γὰρ
ἐξαθερίζει τις τὸν οἰκειούμενον, τουτέστιν ἐξουθενοῖ ὡς μὴ ἄξιον
οἰκειώσεως, ἢ μεγαλίζεται ὡς μείζων
ὢν ἐκείνου, ἢ ἄγαται τὴν αἰτίαν ἐννοούμενος τῆς ζητουμένης
οἰκειώσεως. Περὶ δὲ τοῦ ἀθερίζω ἐν τοῖς
εἰς τὴν Ἰλιάδα δηλοῦται. (Vers. 179.) Ἐν δὲ τῷ, πυκινὸν λέχος, καὶ,
ἔμβαλέ τ' εὐνὴν, δῆλον ὡς
διαφέρει λέχος τε καὶ εὐνή. καὶ ἔστι λέχος μὲν ἡ Κλίνη, πυκινὴ οὖσα ἵνα
φέρειν ἔχει στεῤῥῶς τὰ
ἐπικείμενα. διὸ ὑποκαταβὰς Ὀδυσσεὺς ἐρεῖ· λέχος ἔξεον ὄφρ' ἐτέλεσα.
εὐνὴ δὲ τὸ παρ' ἡμῖν στρῶμα.
διὸ ἑρμηνεύων ἐπάγει, κώεα καὶ χλαίνας καὶ ῥήγεα. (Vers. 181. sqq.) Ὅτι
τὰ περὶ τῆς ῥηθείσης
Κλίνης Ὁμηρικὰ ἔπη τοιαῦτα εἰσίν· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ὀχθήσας ἐφ' οἷς ἡ
γυνὴ ἔφη ἐκτὸς θαλάμου τὸ
λέχος εἶναι, ὅ περ αὐτὸς Ὀδυσσεὺς ἐποίησεν, ἔφη· ὦ γύναι, ἦ μάλα τοῦτο
955

ἔπος θυμαλγὲς ἔειπες. τίς


δέ μοι ἄλλοσε θῆκε λέχος, τουτέστι μετέθετο; χαλεπὸν δέ κεν εἴη καὶ
μάλ' ἐπισταμένῳ, ὅτε μὴ θεὸς
αὐτὸς ἐπελθὼν ῥηϊδίως ἐθέλων θείη ἄλλῃ ἐνὶ χώρῃ· ἀνδρῶν δ' οὐκ ἄν τις
ζωὸς βροτὸς οὐδὲ μάλ'
ἡβῶν ῥεῖα μετοχλίσειεν, ἐπεὶ μέγα σῆμα τέτυκται ἐν λέχει ἀσκητῷ· τὸ δ'
ἐγὼ κάμον, οὐδέ τις ἄλλος.
(Vers. 190. sqq.) εἶτα ἱστορῶν ἐνδιασκεύως, οἷόν τε τὸ λέχος καὶ ὅπως
αὐτὸ ἤσκησεν Ὀδυσσεὺς, ἐπά-
γει ἀφηγηματικῶς· θάμνος ἔφυ τανύφυλλος ἐλαίης ἕρκεος ἐντὸς,
ἀκμημὸς θαλέθων, πάχετος δ' ἦν
ἠΰτε κίων· τῷ δ' ἐγὼ ἀμφιβαλὼν θάλαμον δέμον, ὄφρ' ἐτέλεσα πυκινῇς
λιθάδεσσι καὶ εὖ καθύπερθεν

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 302, γρ. 1

ἠΰτε κίων· τῷ δ' ἐγὼ ἀμφιβαλὼν θάλαμον δέμον, ὄφρ' ἐτέλεσα πυκινῇς
λιθάδεσσι καὶ εὖ καθύπερθεν
ἔρεψα, κολλητὰς δ' ἐπέθηκα θύρας πυκινῶς ἀραρυίας. καὶ τότ' ἔπειτ'
ἀπέκοψα κόμην τανυφύλλου
ἐλαίης, κορμὸν δ' ἐκ ῥίζης προταμὼν ἀμφέξεσα χαλκῷ εὖ καὶ
ἐπισταμένως καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνα ἑρμῖν'
ἀσκήσας, τέτρηνα δὲ πάντα τερέτρῳ, τὰ δεόμενα δηλαδὴ τρυπήματα. ἐκ
δὲ τοῦ ἀρχόμενος λέχος ἔξεον,
ὄφρ' ἐτέλεσσα, δαιδάλλων χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ καὶ ἐλέφαντι, ἐν δ'
ἐτάνυσα ἱμάντα βοὸς φοίνικι φαει-
νόν. ἐφ' οἷς συμπληρῶν εὐκρινῶς τὸ διήγημα καί τι καὶ ὑπολαλῶν κατ'
ἔμφασιν ἐνδοιαστικῶς περὶ
τῆς κατὰ τὴν γυναῖκα ἕως νῦν σωφροσύνης φησίν· οὕτω τοι τόδε σῆμα
πιφαύσκομαι, οὐδέ τι οἶδα εἴ
μοι ἔτι ἔμπεδόν ἐστι γύναι λέχος, ἠέ τις ἤδη ἀνδρῶν ἄλλοσ' ἔθηκε ταμὼν
ὑπὸ πυθμένα ἐλαίης. οὕτως
εἶπεν ὁ ἀνήρ· τῆς δ' αὐτοῦ λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ, σήματ'
ἀναγνούσῃ ἅ οἱ ἔμπεδα πέφραδ'  
Ὀδυσσεύς. οὐδὲ γὰρ εἶχεν ὑποπτεῦσαι ὡς ξένος ὢν ἐξ ἀκοῆς δὲ μαθὼν
οἶδε τὰ περὶ τῆς Κλίνης, ἣν αὐτὸς
καὶ ἡ γυνὴ καὶ μία μόνη ἀμφίπολος ἐγίνωσκε. (Vers. 225. sqq.) διὸ καὶ ἡ
Πηνελόπη ἐρεῖ· νῦν δ' ἐπεὶ
ἤδη σήματ' ἀριφραδέα κατέλεξας εὐνῆς ἡμετέρης, τὴν οὐ βροτὸς ἄλλος
ὀπώπει, ἀλλ' οἶοι σύ τ' ἐγώ τε
καὶ ἀμφίπολος μία μόνη Ἀκτορὶς, ἥν μοι δῶκε πατὴρ, ἣ νῶϊν εἴρυτο
θύρας, πείθεις δή μευ θυμὸν
ἀπηνέα περ μάλ' ἐόντα. ὃ καὶ πρὸ ὀλίγων εἴρηται. Καὶ ὅρα ὡς οὐ πάντα
956

πᾶσι πιστευτέον τοὺς οἰκοδε-


σποτοῦντας· ἰδοὺ γὰρ ἀνδρῶν μὲν οὐδεὶς ἕτερος οἶδε τὰ τῆς Κλίνης, οὐδὲ
μὴν Εὐρύκλεια ἢ Εὐρυνόμη αἱ οἰκειόταται,

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 302, γρ. 6

νόν. ἐφ' οἷς συμπληρῶν εὐκρινῶς τὸ διήγημα καί τι καὶ ὑπολαλῶν κατ'
ἔμφασιν ἐνδοιαστικῶς περὶ
τῆς κατὰ τὴν γυναῖκα ἕως νῦν σωφροσύνης φησίν· οὕτω τοι τόδε σῆμα
πιφαύσκομαι, οὐδέ τι οἶδα εἴ
μοι ἔτι ἔμπεδόν ἐστι γύναι λέχος, ἠέ τις ἤδη ἀνδρῶν ἄλλοσ' ἔθηκε ταμὼν
ὑπὸ πυθμένα ἐλαίης. οὕτως
εἶπεν ὁ ἀνήρ· τῆς δ' αὐτοῦ λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ, σήματ'
ἀναγνούσῃ ἅ οἱ ἔμπεδα πέφραδ'  
Ὀδυσσεύς. οὐδὲ γὰρ εἶχεν ὑποπτεῦσαι ὡς ξένος ὢν ἐξ ἀκοῆς δὲ μαθὼν
οἶδε τὰ περὶ τῆς Κλίνης, ἣν αὐτὸς
καὶ ἡ γυνὴ καὶ μία μόνη ἀμφίπολος ἐγίνωσκε. (Vers. 225. sqq.) διὸ καὶ ἡ
Πηνελόπη ἐρεῖ· νῦν δ' ἐπεὶ
ἤδη σήματ' ἀριφραδέα κατέλεξας εὐνῆς ἡμετέρης, τὴν οὐ βροτὸς ἄλλος
ὀπώπει, ἀλλ' οἶοι σύ τ' ἐγώ τε
καὶ ἀμφίπολος μία μόνη Ἀκτορὶς, ἥν μοι δῶκε πατὴρ, ἣ νῶϊν εἴρυτο
θύρας, πείθεις δή μευ θυμὸν
ἀπηνέα περ μάλ' ἐόντα. ὃ καὶ πρὸ ὀλίγων εἴρηται. Καὶ ὅρα ὡς οὐ πάντα
πᾶσι πιστευτέον τοὺς οἰκοδε-
σποτοῦντας· ἰδοὺ γὰρ ἀνδρῶν μὲν οὐδεὶς ἕτερος οἶδε τὰ τῆς Κλίνης, οὐδὲ
μὴν Εὐρύκλεια ἢ Εὐρυνόμη
αἱ οἰκειόταται, μόνη δὲ ἡ Ἀκτορὶς θυρωρὸς αὕτη οὖσα θαλάμου, ὡς
δηλοῖ τὸ, εἴρυτο θύρας τουτέστιν
ἐφύλασσεν, ὥς περ ἡ Εὐρυνόμη ταμιεύειν ἐτάχθη. ταυτὸν δ' εἰπεῖν
θαλαμηπολεῖν, ἐπεὶ καὶ θάλαμος
πολλαχοῦ τὸ ταμιεῖον καλεῖται. Εὐρύκλεια δὲ αὖ πάλιν ἐπίσκοπος
ἀφώριστο γυναικῶν εἶναι. Ἰστέον δὲ
ὅτι καὶ ἡ Ἀκτορὶς θαλαμηπόλος τίς ἐστιν, εἰ καὶ μὴ τοῦ κατὰ τὸ ταμιεῖον,
ἀλλὰ τοῦ βασιλικοῦ κοιτῶ-
νος κατὰ τὸ, ἣ νῶϊν εἴρυτο θύρας θαλάμοιο. εἰ δὲ ἐν τοῖς ἑξῆς Εὐρυνόμη
θαλαμηπόλος ἡγεμόνευε τοῖς
δεσπόταις ἐρχομένοις λέχοσδε, ἀλλ' ἐκείνη μὲν εἰς θάλαμον ἀγαγοῦσα
πάλιν κίεν ἤγουν ὀπίσω ἦλθεν·
ἡ δὲ Ἀκτορὶς παραμένει κατὰ τοὺς παλαιούς. διὸ οἶδε τὸ τῆς Κλίνης
μυστήριον κατευνάστρια τῶν
βασιλέων οὖσα. ἧς καὶ σημειωτέον τὴν πίστιν καὶ εὔνοιαν, εἰ μηδέ ποτε
μηδενὶ ἐξεῖπε τὸ τῆς Κλίνης ἀπόῤῥητον, ἀλλ' ἕως ἄρτι αὐτὴ μόνη οἶδε τὸ
957

κρύφιον. εἰ δὲ καὶ Εὐρυνόμη ἠδὲ τροφὸς Εὐρύκλεια ἔντυον εὐνὴν, ὡς ὁ


ποιητὴς ἐρεῖ, ἀλλὰ τὸ τῆς Κλίνης μυστήριον ἀπεκέκρυπτο αὐταῖς, ἢ τὸ
ὅλον ἤγουν ἀλλ'

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 302, γρ. 13

ἤδη σήματ' ἀριφραδέα κατέλεξας εὐνῆς ἡμετέρης, τὴν οὐ βροτὸς ἄλλος


ὀπώπει, ἀλλ' οἶοι σύ τ' ἐγώ τε
καὶ ἀμφίπολος μία μόνη Ἀκτορὶς, ἥν μοι δῶκε πατὴρ, ἣ νῶϊν εἴρυτο
θύρας, πείθεις δή μευ θυμὸν
ἀπηνέα περ μάλ' ἐόντα. ὃ καὶ πρὸ ὀλίγων εἴρηται. Καὶ ὅρα ὡς οὐ πάντα
πᾶσι πιστευτέον τοὺς οἰκοδε-
σποτοῦντας· ἰδοὺ γὰρ ἀνδρῶν μὲν οὐδεὶς ἕτερος οἶδε τὰ τῆς Κλίνης, οὐδὲ
μὴν Εὐρύκλεια ἢ Εὐρυνόμη
αἱ οἰκειόταται, μόνη δὲ ἡ Ἀκτορὶς θυρωρὸς αὕτη οὖσα θαλάμου, ὡς
δηλοῖ τὸ, εἴρυτο θύρας τουτέστιν
ἐφύλασσεν, ὥς περ ἡ Εὐρυνόμη ταμιεύειν ἐτάχθη. ταυτὸν δ' εἰπεῖν
θαλαμηπολεῖν, ἐπεὶ καὶ θάλαμος
πολλαχοῦ τὸ ταμιεῖον καλεῖται. Εὐρύκλεια δὲ αὖ πάλιν ἐπίσκοπος
ἀφώριστο γυναικῶν εἶναι. Ἰστέον δὲ
ὅτι καὶ ἡ Ἀκτορὶς θαλαμηπόλος τίς ἐστιν, εἰ καὶ μὴ τοῦ κατὰ τὸ ταμιεῖον,
ἀλλὰ τοῦ βασιλικοῦ κοιτῶ-
νος κατὰ τὸ, ἣ νῶϊν εἴρυτο θύρας θαλάμοιο. εἰ δὲ ἐν τοῖς ἑξῆς Εὐρυνόμη
θαλαμηπόλος ἡγεμόνευε τοῖς
δεσπόταις ἐρχομένοις λέχοσδε, ἀλλ' ἐκείνη μὲν εἰς θάλαμον ἀγαγοῦσα
πάλιν κίεν ἤγουν ὀπίσω ἦλθεν·
ἡ δὲ Ἀκτορὶς παραμένει κατὰ τοὺς παλαιούς. διὸ οἶδε τὸ τῆς Κλίνης
μυστήριον κατευνάστρια τῶν
βασιλέων οὖσα. ἧς καὶ σημειωτέον τὴν πίστιν καὶ εὔνοιαν, εἰ μηδέ ποτε
μηδενὶ ἐξεῖπε τὸ τῆς Κλίνης
ἀπόῤῥητον, ἀλλ' ἕως ἄρτι αὐτὴ μόνη οἶδε τὸ κρύφιον. εἰ δὲ καὶ Εὐρυνόμη
ἠδὲ τροφὸς Εὐρύκλεια ἔντυον
εὐνὴν, ὡς ὁ ποιητὴς ἐρεῖ, ἀλλὰ τὸ τῆς Κλίνης μυστήριον ἀπεκέκρυπτο
αὐταῖς, ἢ τὸ ὅλον ἤγουν ἀλλ'
ὅπως ἐσκεύαστο. (Vers. 189.) Ὅρα δ' ἐν τούτοις καὶ μίαν τῶν τοῦ
πολυμηχάνου Ὀδυσσέως τεχνῶν
τὴν τεκτονικὴν, καθ' ἣν τὴν Κλίνην ἔτευξεν ὁ ἐν τοῖς φθάσασι καὶ
ναυπηγεῖν ἐπιστάμενος. (Vers. 192.)
φαίνεται δὲ δεξιὸς εἶναι καὶ οἰκοδομεῖν, ὡς δηλοῖ τὸ, θάλαμον ἔδεμον
λίθοις καὶ ἑξῆς, εἰ μὴ ἄρα ἴσως
τοῦτο οὐχ' ὡς αὐτὸς χειρουργῶν εἶπεν, ἀλλ' ἐπὶ τῷ ἔργῳ ἀρχιτεκτονῶν·
καὶ ἔστιν οὐδὲ τοῦτο μακρὰν
958

τέχνης οἰκοδομικῆς. Ἔτι σημείωσαι καὶ ὅτι ἡ ῥηθεῖσα στεῤῥότης τοῦ


ἡρωϊκοῦ κοιτῶνος αἰνίττεται συμβολικῶς, ἀδιάλυτον δεῖν εἶναι καὶ
ἀμετάθετον τὴν γαμικὴν εὐνὴν καὶ ἀσφαλεστάτην καὶ ἔμπεδον ἤτοι
βεβαίαν,

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια. Τόμ. 2, σελ. 302, γρ. 14

καὶ ἀμφίπολος μία μόνη Ἀκτορὶς, ἥν μοι δῶκε πατὴρ, ἣ νῶϊν εἴρυτο
θύρας, πείθεις δή μευ θυμὸν
ἀπηνέα περ μάλ' ἐόντα. ὃ καὶ πρὸ ὀλίγων εἴρηται. Καὶ ὅρα ὡς οὐ πάντα
πᾶσι πιστευτέον τοὺς οἰκοδε-
σποτοῦντας· ἰδοὺ γὰρ ἀνδρῶν μὲν οὐδεὶς ἕτερος οἶδε τὰ τῆς Κλίνης, οὐδὲ
μὴν Εὐρύκλεια ἢ Εὐρυνόμη
αἱ οἰκειόταται, μόνη δὲ ἡ Ἀκτορὶς θυρωρὸς αὕτη οὖσα θαλάμου, ὡς
δηλοῖ τὸ, εἴρυτο θύρας τουτέστιν
ἐφύλασσεν, ὥς περ ἡ Εὐρυνόμη ταμιεύειν ἐτάχθη. ταυτὸν δ' εἰπεῖν
θαλαμηπολεῖν, ἐπεὶ καὶ θάλαμος
πολλαχοῦ τὸ ταμιεῖον καλεῖται. Εὐρύκλεια δὲ αὖ πάλιν ἐπίσκοπος
ἀφώριστο γυναικῶν εἶναι. Ἰστέον δὲ
ὅτι καὶ ἡ Ἀκτορὶς θαλαμηπόλος τίς ἐστιν, εἰ καὶ μὴ τοῦ κατὰ τὸ ταμιεῖον,
ἀλλὰ τοῦ βασιλικοῦ κοιτῶ-
νος κατὰ τὸ, ἣ νῶϊν εἴρυτο θύρας θαλάμοιο. εἰ δὲ ἐν τοῖς ἑξῆς Εὐρυνόμη
θαλαμηπόλος ἡγεμόνευε τοῖς
δεσπόταις ἐρχομένοις λέχοσδε, ἀλλ' ἐκείνη μὲν εἰς θάλαμον ἀγαγοῦσα
πάλιν κίεν ἤγουν ὀπίσω ἦλθεν·
ἡ δὲ Ἀκτορὶς παραμένει κατὰ τοὺς παλαιούς. διὸ οἶδε τὸ τῆς Κλίνης
μυστήριον κατευνάστρια τῶν
βασιλέων οὖσα. ἧς καὶ σημειωτέον τὴν πίστιν καὶ εὔνοιαν, εἰ μηδέ ποτε
μηδενὶ ἐξεῖπε τὸ τῆς Κλίνης
ἀπόῤῥητον, ἀλλ' ἕως ἄρτι αὐτὴ μόνη οἶδε τὸ κρύφιον. εἰ δὲ καὶ Εὐρυνόμη
ἠδὲ τροφὸς Εὐρύκλεια ἔντυον
εὐνὴν, ὡς ὁ ποιητὴς ἐρεῖ, ἀλλὰ τὸ τῆς Κλίνης μυστήριον ἀπεκέκρυπτο
αὐταῖς, ἢ τὸ ὅλον ἤγουν ἀλλ'
ὅπως ἐσκεύαστο. (Vers. 189.) Ὅρα δ' ἐν τούτοις καὶ μίαν τῶν τοῦ
πολυμηχάνου Ὀδυσσέως τεχνῶν
τὴν τεκτονικὴν, καθ' ἣν τὴν Κλίνην ἔτευξεν ὁ ἐν τοῖς φθάσασι καὶ
ναυπηγεῖν ἐπιστάμενος. (Vers. 192.)
φαίνεται δὲ δεξιὸς εἶναι καὶ οἰκοδομεῖν, ὡς δηλοῖ τὸ, θάλαμον ἔδεμον
λίθοις καὶ ἑξῆς, εἰ μὴ ἄρα ἴσως
τοῦτο οὐχ' ὡς αὐτὸς χειρουργῶν εἶπεν, ἀλλ' ἐπὶ τῷ ἔργῳ ἀρχιτεκτονῶν·
καὶ ἔστιν οὐδὲ τοῦτο μακρὰν
τέχνης οἰκοδομικῆς. Ἔτι σημείωσαι καὶ ὅτι ἡ ῥηθεῖσα στεῤῥότης τοῦ
959

ἡρωϊκοῦ κοιτῶνος αἰνίττεται


συμβολικῶς, ἀδιάλυτον δεῖν εἶναι καὶ ἀμετάθετον τὴν γαμικὴν εὐνὴν καὶ
ἀσφαλεστάτην καὶ
ἔμπεδον ἤτοι βεβαίαν, ὁποίαν καὶ ἡ Πηνελόπη αὐτὴν διετήρησε, καὶ
μηδενὶ δὲ ἑτέρῳ γινωσκομένην,
ἀλλὰ μονάζουσαν κατὰ τὸ, (Vers. 226.) εὐνῆς ἡμετέρης, ἣν οὐ βροτὸς
ἄλλος ὀπώπει, ἀλλ' ἡμεῖς
Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.
Τόμ. 2, σελ. 302, γρ. 43

ῥητορικῷ λεξικῷ γράφει, ὅτι Ἐλαία Αἰολὶς πόλις, Ἐλέα δὲ ἐν Ἰταλίᾳ· καὶ
ζητητέον ποία γραφὴ
ἀκριβεστέρα ἐστίν. ὅτι μέντοι Ἐλαία διὰ διφθόγγου ἐστὶν ἡ Αἰολὶς,
ἐμφαίνεται παρὰ Στράβωνι
εἰπόντι οὕτως· Κάνη ἀκρωτήριον ἀνταῖρον τῷ λεκτῷ καὶ ποιοῦν τὸν
Ἀδραμυτινὸν κόλπον, οὗ μέρος
ὁ Ἐλαϊτικὸς καλούμενος ἀπὸ Ἐλαίας πόλεως Αἰολικῆς, ἥ τις
Περγαμηνῶν μέν ἐστιν ἐπίνειον ἑκατὸν
σταδίους διέχουσα τοῦ Περγάμου, δώδεκα δὲ τοῦ Καΐκου ποταμοῦ· οὗ ἐν
τοῖς τόποις φαίνεται βασι-
λεύειν ὁ Ὁμηρικὸς Εὐρύπυλος. καὶ οὕτω μὲν ὁ Στράβων. ἐν δὲ ῥητορικῷ
λεξικῷ φέρεται καὶ ὅτι ἔλαιον
τὴν ἄῤῥενα καὶ ἀγρίαν ἐλαίαν φασὶν Ἴωνες. (Vers. 185.) Ἐν δὲ τῷ, ὅτε
μὴ θεὸς αὐτὸς ἐπελθὼν θείη
ἀλλαχοῦ, σεισίχθονά τινα ἐκεῖνον ὑπαινίττεται, ὃς ῥεῖα μετοχλίσας θήσει
τὸ λέχος ἄλλῃ ἐνὶ χώρῃ.
αὐτὸ δὲ τὸ, ὅτε μὴ θεὸς αὐτὸς, ὅμοιόν ἐστι τῷ, εἰ μὴ θεὸς αὐτὸς, καὶ τῷ,
ὅτι μὴ θεὸς αὐτός, τρι-
χῶς γὰρ τὸ τοιοῦτον οἱ ῥήτορες φράζουσιν. ἔστι δὲ κοινότερον μὲν τὸ, εἰ
μὴ τόδε γένηται, Ἀττικώτερον
δὲ τὸ, ὅτι μὴ τόδε καὶ ὅτε μὴ τόδε. (Vers. 184.) Λέχος δὲ δῆλον ὅτι τὴν
Κλίνην λέγει, ἣν οἱ ὕστερον
καὶ ἀσκάντην καὶ σκίμποδα ἔλεγον, ὡς δηλοῖ ὁ γράψας οὕτως·
ἀσκάντης Ἀττικῶς, συνηθέστερον δὲ
ὁ Σκίμπους, ὁ δὲ κράββατός φησι παρ' οὐδενί. (Vers. 187.) Τὸ δὲ, οὐ
μάλ' ἡβῶν, γράφεται καὶ,
οὐδὲ γυναικῶν, ἵνα λέγῃ ὅτι τὸ τοιοῦτον λέχος οὔτε ἀνδράσιν οὔτε
γυναιξὶ μεταθέσθαι δυνατόν.  
(Vers. 188.) Τοῦ δὲ μετοχλίσειε πρωτότυπον τὸ ὀχλεῖν, οὗ παράγωγον τὸ
ὀχλίζειν ὁμοίως τῷ πολεμῶ
πολεμίζω. δοκεῖ δὲ γίνεσθαι τό τε ὀχλεῖν καὶ τὸ ὀχλίζειν ἀπὸ τοῦ τῆς
ὀχῆς, ὅ ἐστι συνοχῆς, λιάζειν
ἢ λύειν· τὸ γὰρ ὀχλιζόμενον ἤτοι μετακινούμενον ἐκκλίνει τὴν ἔνθα
960

ἔκειτο συνοχήν. ἐκ δὲ τοῦ ὀχλίζειν


γίνεται καὶ ἀνοχλίζειν τὸ ἀνακινεῖν· δοκεῖ δὲ ἐκ τοῦ τοιούτου ὀχλεῖν καὶ
ὀχλίζειν καὶ ὁ μοχλὸς γίνεσθαι·
διὸ καὶ τὸ μοχλεύειν καὶ ἐκμοχλεύειν καὶ ἀναμοχλεύειν ταῖς ἐκ τοῦ
ὀχλίζειν σημασίαις ἐοίκασιν. ἔστι δὲ
μοχλὸς οὐ μόνον μηχανῆς ξύλον τι, ἀλλὰ καὶ θύρας ὀχεὺς, ὁ καὶ ἐπιβλὴς
ἐν Ἰλιάδι. τροπικῶς δὲ καὶ
ὁ φύλαξ παρὰ Σοφοκλεῖ, οἷον· θάρσει, μέγας σοι τοῦδ' ἐγὼ φόβου
μοχλός. ἐκ τοῦ εἰρημένου δὲ ὀχλεῖν

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Τόμ. 2, σελ. 304, γρ. 1

μὸν ἐκτμηθῆναι, τοῦτο γὰρ ἀπὸ πυθμένος ἐστὶ τμηθῆναι, οὐ μὴν κορμὸν
προταμεῖν· διὸ καὶ ἐῤῥέθη
κατωτέρω τὸ, (Vers. 204.) ταμὼν ὑπὸ πυθμέν' ἐλαίης, ἵνα ὑποταμεῖν μὲν
νοοῖτο τὸ κάτωθεν ἐκκό-
ψαι τὸ παχὺ τοῦ πυθμένος, προταμεῖν δὲ τὸ ἄνωθέν ποθεν ἐκ κορμοῦ. καὶ
οὐδὲ ἐξ ἀνάγκης τὸ προτα-
μεῖν τὴν τοῦ ὅλου δηλοῖ ἐκκοπὴν, ἀλλὰ μέρους τινὸς, ὡς δῆλον ἐκ τοῦ,
νώτου ἀποπροταμὼν, ἐπὶ δὲ
πλεῖον ἐλέλειπτο· ὥστε οὐχ' ὑπέτεμε μὲν Ὀδυσσεὺς κορμὸν ἀπὸ ῥίζης
ἤτοι πυθμένος, ἀλλὰ προέτεμεν
κορμὸν ἤγουν πρὸ τῆς ῥίζης ἔκοψεν, ὡς τὸ μὲν αὐτοῦ τμηθῆναι τὸ δὲ
λιπέσθαι. ἀπὸ τοῦ κείρω δὲ
ὁ κορμὸς, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ που εἴρηται. (Vers. 197.) Τὸ δὲ, εὖ καὶ
ἐπισταμένως, τῆς αὐτῆς ἐννοίας
εἰσίν· ὅθεν οἱ μεθ' Ὅμηρον λαβόντες τὸ εὖ ἑκάστου ἔργου φασὶν, ὅτε κατ'
ἐπιστήμην γένηται. Τὸ δὲ
ἐπισταμένως καὶ, ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν, ἔχει τι παρηχήσεως. (Vers. 198.)
Ἑρμῖνα δὲ καὶ νῦν τὸν κλι-
νόποδα λέγει, καθὰ καὶ ἐν τοῖς περὶ Ἄρεος καὶ Ἀφροδίτης ὃς γίνεταί,
φασιν, οὐ μόνον παρὰ τὸ ἕρμα  
ἢ τὸν Ἑρμῆν, ὡς ἐκεῖ ἐλέχθη, ἀλλὰ καὶ παρὰ τὸ ἐνείρεσθαι τρήμασι
Κλίνης. Περὶ δὲ τερέτρου καὶ τοῦ
τετραίνειν ἱκανῶς ἐῤῥέθη ὅπου ἐναυπήγησεν Ὀδυσσεύς. (Vers. 201.)
Ὅρα δὲ καὶ ὅτι κατὰ χρῆσιν
παλαιὰν ἱμάντα βοὸς ἀντὶ σχοίνου Ὀδυσσεὺς τείνει τῷ ὑπ' αὐτοῦ
961

ἠσκημένῳ λέχει, βασιλικὸν μέντοι,


φοινικῷ βάμματι φαεινόν· ὁποῖος ἔπρεπε λέχει πολυτελεῖ, ὃ χρυσὸς καὶ
ἄργυρος καὶ ἐλέφας κοσμεῖ.
Ἰστέον δὲ ὅτι ἐκ τοῦ ἱμάντος, ὃς εἰς πολλὰς ὑπουργίας χρηστὸς ἦν τοῖς
παλαιοῖς, ἐλέχθη καὶ ἱμονιὰ τὸ
ἀντλητήριον, στρεπτός τις βοεὺς εἰπεῖν καθ' Ὅμηρον οὖσα καὶ αὐτή.
ἐκεῖθεν δὲ καὶ ἀνιμᾶσθαι κυρίως
τὸ διὰ ταύτης ὕδωρ ἀντλεῖν. (Vers. 203.) Ἔμπεδον δὲ λέχος ἐνταῦθα
πάνυ κυριολεκτεῖται, τὸ ἀκατάσει-
στον δηλαδὴ καὶ ἐπὶ τῆς παλαιᾶς ἕδρας ἑστώς. Ἐν δὲ τῷ, εἴ μοι ἔτ'
ἔμπεδόν ἐστι γύναι λέχος, ἐμφαν-
τικῶς κεῖται τὸ γύναι καὶ ἐνδιαθέτως, ὡς δέον ὂν τὴν Πηνελόπην ἔμπεδον
αὐτὸ φυλάττειν, εἴ περ
Ὀδυσσέως ἔστι γυνή. (Vers. 204.) Πυθμὴν δὲ ἡ ῥίζα ἢ παρὰ τὸ φύω
οἱονεὶ φυτμὴν, ὅθεν καὶ ἡ ἀνά-
φυσις τοῦ φυτοῦ, ἢ καὶ παρὰ τὴν οἱονεὶ σῆψιν, ἣν ζωογόνον πάσχει τὸ
κατὰ γῆς τεθὲν σπέρμα πρὸ

Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Οδύσσεια.


Τόμ. 2, σελ. 304, γρ. 16

ἀντλητήριον, στρεπτός τις βοεὺς εἰπεῖν καθ' Ὅμηρον οὖσα καὶ αὐτή.
ἐκεῖθεν δὲ καὶ ἀνιμᾶσθαι κυρίως
τὸ διὰ ταύτης ὕδωρ ἀντλεῖν. (Vers. 203.) Ἔμπεδον δὲ λέχος ἐνταῦθα
πάνυ κυριολεκτεῖται, τὸ ἀκατάσει-
στον δηλαδὴ καὶ ἐπὶ τῆς παλαιᾶς ἕδρας ἑστώς. Ἐν δὲ τῷ, εἴ μοι ἔτ'
ἔμπεδόν ἐστι γύναι λέχος, ἐμφαν-
τικῶς κεῖται τὸ γύναι καὶ ἐνδιαθέτως, ὡς δέον ὂν τὴν Πηνελόπην ἔμπεδον
αὐτὸ φυλάττειν, εἴ περ
Ὀδυσσέως ἔστι γυνή. (Vers. 204.) Πυθμὴν δὲ ἡ ῥίζα ἢ παρὰ τὸ φύω
οἱονεὶ φυτμὴν, ὅθεν καὶ ἡ ἀνά-
φυσις τοῦ φυτοῦ, ἢ καὶ παρὰ τὴν οἱονεὶ σῆψιν, ἣν ζωογόνον πάσχει τὸ
κατὰ γῆς τεθὲν σπέρμα πρὸ
τῆς ἀναφύσεως, ὡς ἀπὸ τοῦ πύθω τὸ σήπω. (Vers. 205.) Σημείωσαι δὲ
καὶ τὸ, τῆς δ' αὐτοῦ λύτο
γούνατα σήματ' ἀναγνούσῃ, καινότερον φρασθέν· τὸ γὰρ κοινὸν ἢ τῆς δὲ
ἀναγνούσης ἢ τῇ δ' ἀνα-
γνούσῃ. ὁ δὲ γενικὴν δοτικῇ παρέθηκεν διά τε τὸ μυριαχοῦ φανὲν φύσει
962

ἀσολοίκιστον τοῦ πλαγιασμοῦ


καὶ τὴν συγγένειαν τῶν δύο τούτων πτώσεων. (Vers. 207. sqq.) Ὅτι
εὐλόγῳ, καθὰ καὶ προεῤῥέθη,
λογισμῷ ἡ Πηνελόπη συμπείσασα ἑαυτὴν ἐφ' οἷς ὁ Ὀδυσσεὺς περὶ τοῦ
κατὰ τὴν Κλίνην σήματος εἶπε,
παντοία γίνεται τὰ εἰς τὸν ἄνδρα χαρεῖσα, περιπλακεῖσα, αἰτησαμένη
συγγνώμην ἐγκατασκεύως ἐφ'
οἷς οὐκ ἐπείσθη ῥᾳδίως, ἐπὶ δὲ τούτοις καὶ ἐπαινέσασα εἰς βραχὺ,
καθάπερ ἐδίδου ἡ ὥρα, ἔτι δὲ οἰκτι-
σαμένη τῆς ἐν τῇ πλάνῃ ὀϊζύος καὶ ἐπὶ πᾶσιν ὡς εἰκὸς ἐρωτήσασα καὶ
μαθοῦσα, οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ
αὐτὴ ἀφηγησαμένη τὰ καθ' ἑαυτήν· ἅ περ οὐδὲ ἐκτίθεται εἰς πλάτος ὁ
ποιητὴς ὡς οἷα φθάσας ἤδη
πολλαχοῦ περὶ αὐτῶν εἰπεῖν· οὐδὲ γὰρ ἠθέλησεν οὐδ' ἐνταῦθα
διττολογῆσαι τὰ ἀριζήλως ἤδη πολλαχοῦ
πεφρασμένα. φράζει δὲ τὰ κατὰ τὴν Πηνελόπην ὁ ποιητὴς οὕτω·
δακρύσασα δὲ, ὑφ' ἡδονῆς δηλαδὴ,
ἰθὺς δράμεν ἢ κίεν, ἀμφὶ δὲ χεῖρας δειρῇ βάλλ' Ὀδυσῆϊ, κάρη δ' ἔκυσε καὶ
προσέφη· μή μοι Ὀδυσσεῦ
σκύζευ, ἐπεὶ τά περ ἄλλα μάλιστα ἀνθρώπων πέπνυσο, θεὸς δ' ὤπαζεν
ὀϊζὺν, ὃς νῶϊν ἀγάσατο παρ'
ἀλλήλοισι μένοντε ἥβης ταρπῆναι καὶ γήραος οὐδὸν ἱκέσθαι. αὐτὰρ μὴ
νῦν μοι τόδε χώεο μηδὲ νεμέσσα
οὕνεκά σε οὐ τὸ πρῶτον ἐπεὶ ἴδον ὧδ' ἀγάπησα, ὡς νῦν δηλαδή. αἰεὶ γάρ
μοι θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι φίλοι

Ευστάθιος Άλωσις της Θεσσαλονίκης (4083: 004)


“Eustazio di Tessalonica. La espugnazione di Tessalonica”, Ed.
Kyriakidis, [Link]: Istituto Siciliano di Studi Bizantini e Neoellenici,
1961; Testi e Monumenti. Istituto Siciliano di Studi Bizantini e
Neoellenici. Testi 5.Σελ. 6, γρ. 25

τὸν φλοῖσβον διακρουσάμενον ὡς εἰς λιμένα κατήντησε τὸ ἀπρόϊτον τῆς


ἐνοικήσεως, πάντες οὗτοι, ὡσεὶ καὶ ἀκρίδες πυρὶ κατὰ λήϊον
ἐλαυνόμεναι, τῇ
καυστηρᾷ μάχῃ πρὸς ὄλεθρον ἐξετινάσσοντο. Καὶ οἱ μὲν πολέμιοι
περιστοι-
χίζοντες θυμοῦ πῦρ ἐξέκαιον ἐπὶ τὸ πολιτικὸν ἅπαν, ἐκεῖνοι δέ, οἱ μὲν
ἐπι-
καταλαμβανόμενοι καί που καὶ σπαργανούμενοι πυρὶ τοιούτῳ πάντοθεν
963

οὐκ
εἶχον διεκπίπτειν, ἀλλὰ πολυειδῆ τὸν κίνδυνον εἶχον, οἱ δὲ ὅσα καὶ
σπινθῆρσι
τοῖς βέλεσι πόρρωθεν ἔπασχον τὸ κακόν. Ἠέλιος μὲν νέον προσέβαλλεν
ἀρού-
ρας, οὐκ ἔσχε δὲ τὴν θανάσιμον διαλῦσαι νύκτα, ἀλλὰ κατεκαυχᾶτο τοῦ
φω-
τὸς ἡ τῶν πιπτόντων ζόφωσις. Οὔπω τις ἔφθη τὸν γλυκὺν ὕπνον
ἀποθέσθαι,
ὁ πικρὸς καὶ ἀνέγερτος αὐτὸν διεδέχετο καὶ ὄναρ κακὸν ἐφίστατο ὕπαρ
τῇ
κεφαλῇ καὶ ὁ βλέπων αὐτὸ κατέμυεν εἰς θάνατον. Ἀπηλλάττετο Κλίνης
ἐγρη-
γόρσεως λόγῳ καὶ ὁ πολέμιος σίδηρος ἄλλως αὐτὸν κατέκλινεν, ὡς
ἐκεῖνος
χαίρει κοιτάζων. Πολλοῖς δὲ καὶ ἡμιγύμνοις ἔτι τὸ κακὸν τοῦτο θηρίον
ἐνε-
φύετο, ἵνα μηδὲ κάμοι τοὺς ὀδόντας ἐντρίβον σωμάτων καλύμμασι. Καὶ
στρα-
τιωτῶν μέν, ἤδη δὲ καὶ τῶν ἄλλως ῥωμαλέων ἢ καὶ ὅλως ἀκμαίων, εἴπερ
ὁ πό-
λεμος ἐδράττετο καὶ διέσπα ἐμπείρας ὀξέας ὄνυχας, ἐκαινοπράγει οὐδέν.
Φιληδεῖ γὰρ σώμασι τοιούτοις ἐκεῖνος, ὑφ' ὧν καὶ συγκροτούμενος θερα-
πεύεται ὡς τὰ πολλά. Εἰ δὲ καὶ ἄνδρας ἀθλίους ἐφιλοτιμεῖτο ἀπάγειν, ἤδη

τυμβογέροντας ὄντας καὶ εἰς γῆν κεκυφότας καί που πρὶν ἢ καὶ πληγῆναι
γινομένους τοῦ Χάρωνος οἷς τῷ δέει παρίεντο,

Ευστάθιος Άλωσις της Θεσσαλονίκης Σελ. 136, γρ. 33

βης εἶναι, μοχλοῖς τὰς θύρας ἀσφαλισάμενον, ὡς εἴ γε μὴ οὕτως ἐποίει,


οὐδεὶς
ἂν ἐγγύην ἐδίδου περισωθήσεσθαι τὸν ἄνθρωπον. Ἀλλ' ὅτε καὶ κατ' οἶ-
κον κρυβεὶς οὐκ ἔχοι σκότον, ἀλλὰ πυρὶ καταλάμποιτο ὑπουργῷ ἢ καὶ
φωτί,
ἕτερος τοῦτο κίνδυνος, περιιόντων τῶν Σαρακηνῶν καὶ εἴ τινες δὲ ἄλλοι
κατ'
αὐτοὺς κακοῦργοι (πολλοὶ δὲ οἱ τοιοῦτοι) καὶ ἀνακρινόντων τί ποιῶν ὁ
οἰκο-
δεσπότης εἰς ὕπνον οὐ κατακέκλιται καὶ κατακλώντων τὰς θύρας καὶ
εἰσπη-
δώντων ἔσω καὶ δρώντων ὅσα ἂν καὶ εἶεν βουλομένοις αὐτοῖς. Ἔχομεν δ'
964

εἰ-
πεῖν καὶ ὡς οὐχ οὗτοι μόνοι ἐκακοῦντο διὰ πρόφασιν τὸ πῦρ καὶ τὸ φῶς,
ἀλλὰ
καὶ οἱ ἀνεμπύρευτοι καὶ ἀφώτιστοι. Ἀνεξέλεγκτα γὰρ ἐπεισφροῦντες οἱ
κακοὶ
καὶ τὴν νύκτα ὡσεὶ καὶ Ἅιδου κυνέην εἰς ἐπίκρυψιν ἀμφιβεβλημένοι, γυ-
ναῖκάς τε ἀπῆγον τῶν συνεύνων, ἀφιέντες τὸν τοῦ γάμου ζυγὸν
ἑτεροκλινῆ
τῇ ἁρπαγῇ τῆς ἀντιρρόπου δυνάμεως, ἣν ὑπὸ ἡλίῳ διευκρινοῦντι κατα-  
σκεπτόμενοι νυκτὸς ἀφήρπαζον, καὶ νεάνιδας τῶν γειναμένων, ἀτελεῖς,
καθά
τις ἔφη, τὰς τῶν τεκόντων ἐπ' αὐταῖς εὐχὰς τιθέμενοι. Εἰ δὲ καὶ χρήματα
συν-
απῆγον ὅσα καὶ προῖκάς τινας, ἐκ περιουσίας τουτὶ τὸ κακόν. Ἦσαν δὲ οἳ
καὶ
ἐσφάττοντο ἐπὶ τῶν οἰκιῶν τηνικαῦτα, ἡλίῳ ἀμάρτυρον κακὸν
πάσχοντες.
Καὶ τὸ αἴτιον ἢ νυκτιλόχος μανία ἢ ὅτι ἐξεβόων οἱ κακουργούμενοι.

Ευστάθιος Commentarium in Dionysii periegetae orbis


descriptionem (4083: 006)“Geographi Graeci minores, vol. 2”, Ed.
Müller, [Link]: Didot, 1861, Repr. [Link]. 62, γρ. 4

ὡς αὐτός που ἐρεῖ, ἀπείριτος, ὥστε ἐπὶ τὰς τρεῖς ἠπεί-


ρους τῆς οἰκουμένης λοξοῖς ἐπιστρέφεται πελάγεσιν,
ἄλλοτε μὲν νήσοις περίδρομος, ἄλλοτε δὲ ἢ ὀρέων
πέζαν ὑποξύουσα ἢ πόλεων. Καὶ ὅρα τὸ ὑποξύουσα,
ὡς ἐὰν εἴπῃ τις ὑποτρίβουσα ἐν τῷ παραρρεῖν· καὶ
ἔστιν ἀστεία ἡ τῆς λέξεως τροπὴ, ὡς ἐπὶ ξυομένων
ποδῶν.
 Ὅτι τὰς μὲν ἀρχὰς εἰς τὸν τῆς περιηγήσεως
σκοπὸν ἐπειγόμενος ὁ Διονύσιος, ὡς προείρηται, καὶ
ἅμα ἵνα καὶ φιλοσοφώτερος δόξῃ, καὶ τὸ κοινὸν ποιη-
τικὸν ἐκκλίνῃ ἔθος, καινοπρεπέστερον παρῆκε τὰς
Μούσας, ὡς ποιητῇ πρέπον, ἐπικαλέσασθαι· καὶ οὕτω
τὰς μὲν ἀρχὰς τῆς περιηγήσεως, πρὸς μέντοι αὐτῷ τῷ
ἔργῳ γενόμενος, καὶ ὅτι ποιητής ἐστιν αἰσθόμενος,
καὶ ὡς οὐκ ἄνευ Μουσῶν, ἤτοι γνώσεως μυθωδικῆς,
περιοδευτέα τὰ τῆς γῆς αὑτῷ ἐννοησάμενος, προφανῶς
αὐτὰς τῆς περιηγήσεως ἡγεμόνας καλεῖ, ὡς ἂν ἀρξά-
μεναι, φησὶ, στοιχηδὸν ἐνέποιεν τὰς σκολιὰς κελεύ-
θους. Καὶ σημείωσαι ὅτι εἰ καὶ ἐν ἄλλοις τὸ ἐννέπειν
965

διπλασιάζει τὸ ν, ἀλλ' ἐνταῦθα κατὰ φύσιν δι' ἑνὸς ἐκ-


φέρεται ν, καθὰ καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς.  
Ευστάθιος Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem
Se. 730, γρ. 6

λέγονται Σκύθαι ἢ παρὰ τὰ σκύτη ἃ περιβέβληνται, ἢ


παρὰ τὸ σκύζεσθαι ἤτοι ὀργίζεσθαι· ὀργίλοι γάρ εἰσιν·
ἢ ἀπὸ Σκύθου υἱοῦ Ἡρακλέος, καθὰ καὶ ἀλλαχοῦ γέ-
γραπται. Ἦσαν δὲ Σκύθαι καὶ Θρᾴκιον ἔθνος, οἳ καὶ
Νομαῖοι ἐλέγοντο.
 Ὅτι Οὖννοι, ἢ Θοῦννοι μετὰ τοῦ θ στοιχείου,
Κάσπιον ἔθνος εἰσὶ Σκυθικόν. Μάλιστα δὲ προσθετέον
τοῖς γράφουσιν Οὖννοι δίχα τοῦ θ. Φέρεται γοῦν καὶ ἐν
τῇ τοῦ Σιμοκάτου οἰκουμενικῇ ἱστορίᾳ Οὔννους τοὺς
πρὸς τῷ βορρᾷ τῆς ἕω, οὓς Τούρκους Πέρσαι καλοῦσιν,
οὕτω ποτὲ πολυχρύσους γενέσθαι, ὡς καὶ Κλίνην χρυ-
σῆν σφυρηλατεῖν καὶ τραπέζας καὶ θρόνους καὶ βήματα,
εἰσπραττομένους ἐκ τῶν Μήδων ἠρεμίας προφάσει
τεσσαράκοντα χιλιάδας χρυσῶν· ὕστερον μέντοι φορολο-
γηθῆναι τοὺς τοιούτους Οὔννους ὑπὸ Βαβυλωνίων ἱστο-
ροῦσιν. Οὐ μόνον δὲ ὁ Σιμόκατος, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ
πίστεως ἄξιοι τοὺς Οὔννους ἔθνος ἱστοροῦσι Σκυθικὸν
ἀξιόλογον.

Ευστάθιος Commentarium in Dionysii periegetae orbis descriptionem


Se. 1069, γρ. 12

γράφη, εὕρηνται δὲ καὶ ὧδε Περσικοί. Μεθ' οὓς οἱ Πα-


σαργάδαι, περὶ ὧν κατωτέρω ῥηθήσεται. Ἐν δὲ τοῖς
ἑξῆς καὶ Ἰνδικὸν ἔθνος οἱ Σάβαι εὑρίσκονται. Ἦσαν
δὲ καὶ ἔθνος Θρᾳκικὸν Σάβοι, ὅπερ τοὺς Βάκχους δηλοῖ
Φρυγίᾳ διαλέκτῳ· ἐξ οὗ καὶ ὁ Διόνυσος ἔοικε Σαβάζιος
λέγεσθαι, διότι καὶ Βάκχος ὁ αὐτός.
 Ὅτι τὸ Τασκοὶ ἔθνους Περσικοῦ ὄνομα βαρυτόνως  
παρὰ πολλοῖς ἀναγινώσκεται· οἷς ἀγχιτέρμονες οἱ Πα-
σαργάδαι, ἄριστοι Περσῶν κατὰ Ἡρόδοτον, παρ' οἷς
Κύρου τάφος πολυτελὴς, πύργος οὐ μέγας ἐν παραδείσῳ,
δάσει δένδρων ἀποκεκρυμμένος, Κλίνην τε χρυσῆν ἔχων
ποτὲ καὶ τράπεζαν καὶ πύελον ὕλης ὁμοίας καὶ κόσμον
λιθοκόλλητον. Προσεκοσμήθη δὲ καὶ ὑπὸ Ἀριστοβού-
λου, κελεύσει Ἀλεξάνδρου, ἐσυλήθη δὲ οὐ πολλῷ ὕστε-
ρον. Εἶχε δὲ, φασὶ, καὶ ἐπίγραμμα Ἑλληνικὸν Περσικοῖς
966

γράμμασιν,
 Ἐνθάδ' ἐγὼ κεῖμαι, Κῦρος βασιλεὺς βασιλήων.
Ἦν δὲ καὶ ἕτερον τοιοῦτον, «ὦ ἄνθρωπε, ἐγὼ Κῦρος εἰμὶ,
ὁ τὴν ἀρχὴν τοῖς Πέρσαις κτησάμενος καὶ τῆς Ἀσίας
βασιλεύσας· μὴ οὖν φθονήσῃς μοι τοῦ μνήματος.»

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter alpha, entry 4041, γρ. 1

ἀμφίκαυστις· ἡ πρώτη τῶν ἀσταχύων ἔκφυσις. λέγεται δὲ καὶ


 καῦστις (trag. ad. 586)
ἀμφίκορος· ὁ μέσος τριῶν ἀδελφῶν
ἀμφίκουρον· ἀμφοτέρωθεν κεκαρμένον
ἀμφικελεμνίς· κατ' ὀβελῶν περικρέμασις ἰσοῤῥόπως
ἀμφικέλεμνον· ἀμφιβαρές. οἱ δὲ τὸν βασταζόμενον ὑπὸ δύο
 ἀνθρώπων δίφρον, ἄλλοι δὲ ἀμφίκοιλον ξύλον
ἀμφικαλύπτει· περιέχει (Β 262) (S)
ἀμφικεάσσας· περισχίσας. περικόψας (ξ 12)
ἀμφίκεστον· περιτμητόν. ἢ περιγραφόμενον
ἀμφικέφαλος· Κλίνη ἑκατέρωθεν ἔχουσα ἀνάκλιντρον (Plat.
 fr. 34)
ἀμφικτύονες· περίοικοι Δελφῶν συναγόμενοι ἐπο...λέαν, πυλα-
 γόροι καὶ ἱερομνήμονες
ἀμφίκρανον· ἀμφοτέρωθεν ἔχον κεφαλάς (trag. ad. 616)
ἀμφικόμῳ· φυλλώδει (Ρ 677)
ἀμφικύπελλον· περιφερὲς ποτήριον (Α 584) gS
ἀμφιλαφές· πολύ, ⌊δαψιλές, καὶ μέγα vgS πανταχόθεν S πλῆρες.
 ⌊κατάσκιον (Pl. Phaedr. 230b) vgSn
ἀμφιλαφῆ· μεγάλα, δαψιλῆ (gS)h
ἀμφιλιασθείς· περιελασθείς

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο)
Alphabetic letter epsilon, entry 5955, γρ. 1

Ἑρμῆς τρικέφαλος· Ἀριστοφάνης ἐν Τριφάλητι (fr. 553).


 τοῦτο ἔφη παίζων κωμικῶς, παρόσον τετρακέφαλος Ἑρμῆς ἐν
 τῇ τριόδῳ τῇ ἐν Κεραμεικῷ ἵδρυτο
Ἑρμῆς στροφαῖος· ὁ παρὰ στρόφιγγι τῆς θύρας ἱδρυμένος
[ἔρμια· πόδες Κλίνης]
ἑρμῖνα· πόδα Κλίνης. ἀπὸ τοῦ ἐνείρεσθαι τῷ ἐνηλάτῳ. ἢ
 ἀπὸ τοῦ Ἑρμᾶς ἐγγεγλύφθαι (ψ 198) n
Ἑρμιόνη· καὶ ἡ Δημήτηρ καὶ ἡ Κόρη ἐν Συρακούσαις. καὶ
967

 πόλις ἐν Ἄργει (Β 560). καὶ ἡ θυγάτηρ Μενελάου (δ 14)


ἑρμίς· τόρνος. ποὺς Κλίνης Ag
ἑρμοκοπίδαι· οἱ περικόψαντες τοὺς Ἑρμᾶς Ἀθήνησιν, ἐπὶ
 Ἀριμνήστου ἄρχοντος, τοῦ Πελοποννησιακοῦ ἐνεστῶτος πολέμου

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter epsilon, entry 7010, γρ. 1

 εὐναὶ ...
εὐναῖος· λαγώς. Σοφοκλῆς Δόλοψι (fr. 176). κατεπτηχώς
εὐνάς· κοίτας. ἢ ἀγκύρας ASvgn
εὐναστήριον· συνοίκησιν (Eur. Or. 590) AS
εὐνάτορα· κοιμώμενον ASvgn
Εὐνεῖδαι· γένος ἀπὸ Εὔνεω κεκλημένον, τοῦ Ἰάσονος υἱοῦ, οἷον
 γένος ὀρχηστῶν καὶ κιθαριστῶν. ἐνταῦθα γὰρ ᾤκησαν οἱ ἀπό-
 γονοι αὐτοῦ. οἱ δὲ γένος τι Ἀθήνησι κιθαριστῶν
εὖ ναιομένων· καλῶς οἰκουμένων n
Εὔνεως· Ἰάσονος καὶ Ὑψιπύλης υἱός
εὐνή· κοίτη ASvg. Στρωμνή s, Κλίνη g. ἄγκυρα p
εὐνηθέντας· κοιμηθέντας (θ 292) An (gS)
εὐνηθῆναι· κοιμηθῆναι (Ξ 331) r
εὐνήτης· ἀνήρ s
ἐΰνητον· εὖ κατασκευασμένον (Ω 580)
εὐνήτων· καλῶς νενησμένων (Greg. Naz. c. 2, 1, 45, 248) (r)

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter theta, entry 356, γρ. 1

θέρηται· [θέρεται.] ⌊καίηται (Ζ 331) n


θερίζει· ἐνδιατρίβει τῷ θέρει, καὶ ἀλοᾷ
θερίκλειον· ποτήριον gns. κόνδυ
θερινή· θέρος
θερίσας· τὸ θέρος ἀγαγών
θέριστρον· λεπτὸν ὕφασμα, θερινὸν ἱμάτιον (Gen. 24,65)
 ASvg
Θερσίτης· ὄνομα κύριον (Β 212) ASn
θερσίχθων· θερμαίνων γῆν, καίων
θέρμα· πυρετός (Aristoph. frg. 690) s. ἄδεια. καὶ ἐκεχειρία
θερμαστρῆθεν· ἐκ καμίνων [καὶ τὸ ἐπάνω ἐν τῇ κλίνῃ
 πάντων]
[θέρκταρ· θέλγμα]
θερμάστραι· κάμινοι (Callim. h. Del. 144)
968

θερμαστρίς· σκεῦος παραπλήσιον καρκίνῳ, ᾧ χρῶνται οἱ


 χρυσοχοῖ. καὶ ὄρχησις ἔντονος καὶ διάπυρος τάχους ἕνεκα

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter kappa, entry 7, γρ. 1

Ἰωήλ· ἀγαπητὸς Κυρίου. ἀρχή


Ἰωνᾶς· ἑρμηνεύεται ὑψίστου πονοῦντος. ἢ περιστερά. προφή-
 της παρ' Ἑβραίοις  
Κααρτίας· βάτραχος
[καασσαύριον· πορνεῖον]
κλάσσεται· ἄρχεται. Συρακούσιοι
[κάαυκα· περιδέραια. πλόκια]
κάβαισος· ἄπληστος· p. κάβος γὰρ μέτρον σιτικόν (Cratin.
 frg. 103)
καβάλλης· ἐργάτης ἵππος
καβάλλιον· καβάλλης. καὶ ἡ πρώτη τοῦ τρικλίνου Κλίνη, διὰ
 τὸ ἀνάκλιτον

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter kappa, entry 2911, γρ. 1

κλεινοί· οἱ εἰς τὰ παιδικὰ ἐπὶ κάλλει ἁρπαζόμενοι παῖδες


κλείοιμι· ἄιδοιμι
κλείομαι· ἐπικαλοῦμαι
κλείουσαι· ὑμνοῦσαι
κλειόων· πυλῶν, ὅπου ζεύγεσιν ἦν τόπος εἰς στάσιν (Ψ 112)
 (n)
κλείπους· κόσμος τις τοῦ καλουμένου γείσου
κλεῖθρον· κλειδίον r
κλείσατε· εἴπατε
κλεισίη· ἡ σκηνή (Α 329) AS
κλισμός· θρόνος. Κλίνη, Κλιντήρ (Θ 436 ..)  
κλείτα· μέρη. καὶ ἡ οὐράνιος ἄρκτος
Κλειταγόρα· ᾠδῆς τι εἶδος. καὶ ποιήτρια Λεσβία τὸ γένος
 (Ar. Lys. 1237)
κλεῖται· λέγεται, ⌊ὑμνεῖται, ᾄδεται s
κλειτόεν ὕδωρ· ποταμὸς Ἀρκαδίας. κλείταιόν φασιν εἶναι
 οἱ Κρῆτες
κλείτη· κλίματα. γωνίας (Exod. 25,12 ..) AS (g) ἢ ἀγαθὴ
 δόξα (AS). ἢ ὀνομαστή
κλειτορίς· τοῦ γυναικείου αἰδοίου ἡ ὑποδορίς, ἔνθεν καὶ τὸ
 κλειτοριάζειν τὸ ψηλαφᾶν
969

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter kappa, entry 3002, γρ. 1

κλιμακίας· ... τις τῶν πυρῶν


κλιμακισμοί· πάλαισμα ποιόν
κλιμακτῆρες· οἱ τῆς κλίμακος βαθμοί (Aristoph. fr. 277) r
[κλίματα· ὑποδήματα]
κλῖναι· τροπαὶ τῶν μαχομένων. καὶ τὸ περιέχεσθαι ἔξωθεν
 ὑπό τινος. καὶ τὸ σύνηθες
κλῖναν· ἐτρέψαντο, ὑπεχώρησαν
κλίνθη· κατεκλίθη. ἐπέκλινεν (Ψ 232)
κλινθῆναι. ἀνακλιθῆναι. ἀνακλῖναι (Ψ 335)
κλινίς· ἐπὶ τῆς ἁμάξης νυμφικὴ καθέδρα
κλίνῃσι τάλαντα· μεταβάλλῃ τὰ ζυγά (Τ 223)
κλινθήτην· ἐκλίθησαν (Κ 350)
[κλῖθρος· εἶδος δένδρου. ἢ μοχλός]
κλινοπετεῖς· ἐπὶ δίφρου καθήμενοι r. AS (g)
κλεινός· ἔνδοξος. ἀγαθός, καλός
κλινόστριχνον· τὴν ψαλίδα
Κλιντήρ· δίφρος r. ἀνακλιτός. φορεῖον r
κλιντῆρες· δίφροι, κλῖναι
Κλίνη· κράββατος r
κλινίδιον· r ὑποκοριστικῶς τὸ αὐτό
κλισία· Κλίνη A. σκηνή r. Ab

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter lambda, entry 773, γρ. 1

 ἐν ᾗ ἐστι καὶ λέξασθαι, τουτέστιν κοιμηθῆναι (Δ 383)


λεχέρνα· ὑπὸ Ἀργείων ἡ θυσία ἐπιτελουμένη τῇ Ἥρᾳ
λευχείμων· λευκὰ ἱμάτια φορῶν r. ASgb
λεχέων στυγερῶν· γάμων στυγνῶν (Eur. Troad. 598) ASb
λέχεσσι· κοίταις (Γ 391) g (Sn)
[λεχηρί· πλάγια] ASN
λέχη· ἐφ' οἷς τοὺς νεκροὺς κοσμοῦσιν
λεχήρια· ἐνήλατα
λεχῶεν· ὑλῶδες. βοτανῶδες
λεχόες· κατακοιμησθείς
λέχος· κοίτη r. Agbs. Κλίνη. ⌊γάμος s, μῖξις, συνουσία Ags. γυνή s

Ησύχιος. Lexicon (Α – Ο) Alphabetic letter mu, entry 1409, γρ. 1


970

μινύθειν· ἐλαττοῦσθαι r
μινύθει· ἐλαττοῦται ASgn, μειοῦται (Υ 242)
μινύθουσι· φθείρουσι, ἐλαττοῦσι, μειοῦσιν, ἀφανίζουσιν
μίνυνθα· ἐπ' ὀλίγον χρόνον, ὀλιγοχρόνιον· ‘μίνυνθα δ' ἐχάζετο
 δουρός’ (Λ 539), ἐπ' ὀλίγον δὲ ἀπείχετο μάχης
μινυνθάδιον· ὀλιγοχρόνιον (Α 352) (r. ASn)
μινυνθαδία· ἡ σελήνη. ἀπὸ τοῦ μινύθειν
μινυνθοῦσι δέ· φθείρουσι δέ b. ἀφανίζονται δέ (Ρ 738)
[μινυνθοῦσι· φθείρουσιν]  
μινύον· τὸ βλίτον λάχανον, ἢ κιννάβαρι
μίνυρες· Κλίνης ἱμάντες
μινύρεται· κλαίει, θρηνεῖ ASvg, ὀδύρεται ἢ ⌊εὐφώνως λέγει
 (Soph. O. C. 671) ASvg

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) (4085: 003)“Hesychii Alexandrini lexicon,


vols. 3–4”, Ed. Schmidt, [Link]: n.p., 3:1861; 4:1862, Repr. 1965.
Alphabetic letter pi, entry 4376, γρ. 1

πυ[ν]νός· ὁ πρωκτός
πύννους· κυάμους ἑφθούς
πύξ· πυγμή. γρόνθος
πυξί[δ]α· δίπτυχα
πύξινον· χρῶμά τι ἱματίου
πύξ· ἱμαντωμένην Κλίνην
πυόν· γάλα τὸ πρῶτον, ὃ πήγνυται ἑψόμενον
πυππάζουσι· φωνῇ ποιᾷ χρῶνται
πύππαξ· τὸ νῦν βόμβαξ λεγόμενον πύππαξ ἔλεγον, ὡς Λυκόφρων
 ᾠήθη. οὐκ ἔστι δέ. τὸ μὲν γὰρ βόμβαξ τίθεται καὶ ἐπὶ σχετλιασμοῦ
 καὶ ἐπὶ γέλωτος, τὸ δὲ πύππαξ οὐχί
πῦρ· πυρετός

Ησύχιος. Lexicon (Π – Ω) Alphabetic letter phi, entry 323, γρ. 1

φέροντο· προσεφέροντο
φεῤῥεύει· ἀποφέρει
Φερ(ρ)εφάττιον· τόπος ἐν ἀγορᾷ
Φερσεφόνεια· ἡ τῆς Δήμητρος θυγάτηρ, ἡ φέρουσα τὸ ἄφενος, του-
 τέστι τὸν πλοῦτον, διὰ τὸν καρπόν, (ἢ) ἀπὸ τοῦ φέρειν ὄ(ν)ησιν
φερτάζει· φέρει
φέρτατος· ἀγαθώτατος
φέρτε· φέρετε, κατὰ συγκοπήν
971

φέρτατον· κράτιστον, ἀγαθώτατον. φέριστον, βέλτιστον


φέρτερον· κρεῖσσον, ἀπὸ τοῦ φέρειν βέλτιον  
φέρτρον· φορεῖον. καὶ ἡ τῶν νεκρῶν Κλίνη
φέρτρυς· ἆθλος. Θούριοι
φέρων· λαμβάνων
φερώνυμος· ἀληθεύων τῷ ὀνόματι
φετμαῖς· ἐντολαῖς, παραγγελίαις
φεῦ· σχετλιασμοῦ ἐπίῤῥημα

Θεοδώρετος. Eranistes Σελ. 199, γρ. 4

 {ΕΡΑΝ.} Ἀληθές.
 {ΟΡΘ.} Ἀλλ' ἴσμεν ὅμως, ὅτι ταῖς καθαρωτέραις ψυχαῖς χορηγου-
μένη τοῦ πνεύματος ἡ ἐνέργεια τὴν προφητικὴν ἐνίησι χάριν, αὕτη δέ
γε ὁρᾶν καὶ τὰ κεκρυμμένα ποιεῖ, τὸ δὲ ταῦτα ὁρᾶν ὁρῶντας αὐτοὺς
καλεῖσθαι καὶ βλέποντας παρεσκεύασεν.
 {ΕΡΑΝ.} Ἀληθῆ λέγεις.  
 {ΟΡΘ.} Οὐκοῦν κἀκεῖνο ἐπισκεψώμεθα.
 {ΕΡΑΝ.} Τὸ ποῖον;
 {ΟΡΘ.} Ὅταν ἀκούσωμεν τῆς τῶν θείων εὐαγγελίων ἱστορίας
διηγουμένης, ὅτι προσήνεγκαν τῷ κυρίῳ παραλυτικὸν ἐπὶ Κλίνης
βεβλημένον, τῆς ψυχῆς τὴν λύσιν τῶν μορίων εἶναι λέγομεν ἢ τοῦ
σώματος;
 {ΕΡΑΝ.} Δηλονότι τοῦ σώματος.
 {ΟΡΘ.} Ὅταν δέ γε τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴν ἀναγινώσκοντες
εὕρωμεν ἐκεῖνο τὸ χωρίον, ἔνθα φησὶν ὁ ἀπόστολος· “Ὥστε τὰς
παρειμένας χεῖρας καὶ τὰ παραλελυμένα γόνατα ἀνορθώσατε, καὶ
τροχιὰς ὀρθὰς ποιήσατε τοῖς ποσὶν ὑμῶν, ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ,
ἰαθῇ δὲ μᾶλλον,” περὶ τῶν τοῦ σώματος μορίων ἐροῦμεν ταῦτα φάναι
τὸν θεῖον ἀπόστολον;

Θεοδώρετος. Ιστορία εκκλησιαστική. Σελ. 238, γρ. 9

ἴθυνε καὶ ταῖς ταύτης πλησιοχώροις πόλεσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν Φοινίκῃ


καὶ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Θηβαΐδι (ταῦτα γὰρ πάντα διελήλυθε τὰ ἔθνη  
διὰ τὴν τῆς ἀρετῆς περιφερόμενος λαμπηδόνα), πρῶτον μὲν αὐτὸν
ὁ Βάλης Ἄραδον οἰκεῖν τὴν νῆσον προσέταξεν· ἐπειδὴ δὲ ἔγνω μυρία
πάντοθεν πρὸς αὐτὸν συρρέοντα πλήθη (ἀποστολικῆς γὰρ χάριτος
ἀνάπλεως ὢν λόγῳ τὰς νόσους ἐξήλαυνεν), εἰς Ὀξύρυγχον αὐτὸν
972

τὴν Αἰγυπτίαν ἐξέπεμψε πόλιν. ὡς δὲ κἀκεῖ τὸ τούτου κλέος συνή-


γειρεν ἅπαντας, εἰς φρούριον ἔσχατον τοῖς ἐκεῖ γειτονεῦον βαρβάροις
(Φηνὼ δὲ τούτῳ ὄνομα) ὁ τῶν οὐρανῶν ἄξιος ἀπήχθη πρεσβύτης.
ἐν δὲ τῇ Ἀράδῳ φασὶ τὴν ἐκείνου μέχρι καὶ τήμερον μεμενηκέναι
Κλίνην, πλείστης ἀξιουμένην τιμῆς. πολλοὶ γὰρ τῶν ἀρρωστούν-
των ἐπ' ἐκείνης κατακλινόμενοι τὴν ὑγείαν διὰ τῆς πίστεως δρέ-
πονται.
 Πάλιν τοίνυν ὁ Βάλης, τὴν ποίμνην τοῦ ποιμένος γυμνώσας,
λύκον ἀντὶ ποιμένος ἐπέστησεν. ἐπειδὴ δὲ ἅπαντες τὴν πόλιν κατα-
λιπόντες πρὸ τοῦ ἄστεως συνηθροίζοντο, ἀφίκετο μὲν αὐτὸς εἰς τὴν
Ἔδεσσαν, τῷ δὲ ὑπάρχῳ προσέταξε (Μόδεστος δὲ τηνικαῦτα ἦν) τούς
τε ὑπ' αὐτὸν στρατιώτας ἀθροῖσαι οἳ τὰς εἰσφορὰς εἰσπράττειν
εἰώθασι, καὶ τῆς ὁπλιτικῆς δυνάμεως τοὺς παρόντας παραλαβεῖν καὶ
τὸ συναθροιζόμενον σκεδάσαι πλῆθος, καὶ ῥάβδοις παίοντας καὶ

Θεοδώρετος. Ιστορία εκκλησιαστική.


Σελ. 243, γρ. 9

γυμνώσας, εἰς τὴν Καισάρειαν ὥρμησεν ἧς οἰκήτορες Καππαδόκαι  


ἡγεῖτο δὲ ταύτης τηνικαῦτα Βασίλειος, ὁ τῆς οἰκουμένης φωστήρ.
προὔπεμψε δὲ τὸν ὕπαρχον, ἐντειλάμενος ἢ πεῖσαι τὸν Βασίλειον τὴν
πρὸς Εὐδόξιον ἀσπάσασθαι κοινωνίαν ἢ μὴ πειθόμενον ἐξελάσαι.
τοῦ γὰρ ἀνδρὸς τὸ κλέος προπεπυσμένος πρώτῳ προσβαλεῖν οὐκ
ἠθέλησεν, ἵνα μὴ γενναίως τὴν προσβολὴν δεξάμενος καὶ ταύτην
ἀποκρουσάμενος ἀνδρείας τοῖς ἄλλοις ἀρχέτυπος γένηται. ἀλλ' ἀρά-
χνης ἱστῷ τὸ μηχάνημα παραπλήσιον ὤφθη. ἤρκεσε γὰρ τοῖς ἄλλοις
ἀρχιερεῦσιν εἰς ὠφέλειαν τὰ παλαιὰ διηγήματα, καὶ οἷόν τινες πύργοι
τὸν τῆς πίστεως περίβολον ἀκλινῆ διετήρησαν. ὁ μέντοι ὕπαρχος
εἰς τὴν Καισάρειαν ἀφικόμενος καὶ Βασίλειον τὸν μέγαν μεταπεμψά-
μενος, τιμῆς τε ἠξίωσε καὶ λόγοις πρὸς αὐτὸν ἠπίοις ἐχρήσατο, εἶξαί
τε τῷ καιρῷ παραινῶν καὶ μὴ προέσθαι τοσαύτας ἐκκλησίας δι' ὀλίγην
δογμάτων ἀκρίβειαν· ὑπισχνεῖτο δὲ καὶ τὴν βασιλέως φιλίαν καὶ τὰς
ἐκ ταύτης δι' αὐτοῦ πολλοῖς ἐσομένας εὐεργεσίας. ὁ δὲ θεῖος ἐκεῖνος
ἀνὴρ μειρακίοις ἔφη τούτους ἁρμόττειν τοὺς λόγους. «ἐκεῖνοι γὰρ
καὶ οἱ ἐκείνοις προσόμοιοι περὶ τὰ τοιαῦτα κεχήνασιν· οἱ δὲ τοῖς
θείοις λογίοις ἐντεθραμμένοι προέσθαι μὲν τῶν θείων δογμάτων
οὐδεμίαν ἀνέχονται συλλαβήν, ὑπὲρ δὲ τούτων, εἰ δέοι, καὶ πάσας
τοῦ θανάτου τὰς ἰδέας ἀσπάζονται. τὴν δὲ βασιλέως φιλίαν μέγα

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus)


Vita 10, se. 8, γρ. 5
973

μηδὸν ἀνέβλυσε· καὶ εἴσω τοῦ μοναστηρίου διὰ τοῦ ὑδραγωγοῦ


γενόμενον καὶ εἰς πᾶσαν χρείαν πλουσίως χορηγοῦν, εἰς τὴν παρα-
κειμένην θάλατταν ἐκκρίνεται καὶ δείκνυται μέχρι δεῦρο τοῦ μεγάλου
Θεοδοσίου ἡ μωσαϊκὴ χάρις ἐνεργοῦσα.
 Ἀπόχρη δὲ καὶ τοῦτο μόνον δεῖξαι τοῦ ἀνδρὸς τὴν πρὸς τὸν θεὸν
παρρησίαν.  
 Ὀλίγον δὲ ἐπιβιώσας χρόνον πρὸς τὴν ἀγγελικὴν
μετέστη χορείαν. Διὰ δὲ μέσου τοῦ ἄστεως τὸ σῶμα τὸ
ἱερὸν ἐφέρετο οἷόν τισι στεφάνοις χρυσοῖς τῷ σιδήρῳ
ἐκείνῳ ὡραϊζόμενον, πάντων ἡγουμένων καὶ τῶν τὰς
μεγάλας ἀρχὰς πεπιστευμένων. Ἔρις δὲ ἦν περὶ τὴν Κλίνην
καὶ διαμάχη φέρειν ταύτην ἁπάντων ἐπειγομένων καὶ τῆς
ἐντεῦθεν εὐλογίας ἐφιεμένων. Οὕτω φερόμενος εἰς τὸν τῶν
ἁγίων μαρτύρων σηκὸν κατατίθεται, Ἰουλιανοῦ τοῦ νικη-
φόρου τῆς εὐσεβείας ἀγωνιστοῦ ὁμόσκηνός τε καὶ ὁμωρόφιος
γεγονώς. Θήκη δὲ αὐτὸν ὑπεδέξατο ἣ καὶ τὸν θεσπέσιον
ἐκεῖνον καὶ μακάριον Ἀφραάτην.

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 12, se. 2, γρ. 10

 Εὐθὺς μὲν γὰρ Οὐάλεντος τοῦ βασιλέως ἀναιρεθέντος,


τὴν στρατιωτικὴν ἀπέθετο ζώνην· ἐγκατείλεκτο δὲ τοῖς
τὰ βασιλέως ὀξέως διακομίζουσι γράμματα. Ἀπὸ δὲ τῶν  
βασιλείων εἴς τινα τάφον ὁρμήσας – πολλοὺς δὲ ἔχει τὸ
τῇ Ἀντιοχείᾳ παρακείμενον ὄρος – , μόνος διῆγε, τὴν ψυχὴν
ἐκκαθαίρων καὶ τὸ ταύτης ὀπτικὸν ἀεὶ ἀπορρύπτων καὶ τὴν
θείαν φανταζόμενος θεωρίαν καὶ «τὰς τοῦ θεοῦ ἀναβάσεις
ἐν τῇ καρδίᾳ τιθέμενος» καὶ «πτέρυγας λαβεῖν ὡσεὶ
περιστερᾶς» ἐφιέμενος καὶ εἰς τὴν θείαν κατάπαυσιν
ἀναπτῆναι ποθῶν. Τούτου χάριν, οὐ Κλίνην ἔσχεν, οὐ
λύχνον, οὐκ ἐσχάραν, οὐ χύθραν, οὐ ληκύθιον, οὐ κιβώτιον,
οὐ βιβλίον, οὐκ ἄλλο οὐδέν· ἀλλὰ ῥάκια μὲν ἠμπείχετο
παλαιὰ καὶ ὑποδήματα δὲ ὡσαύτως δεσμῶν δεόμενα·
διῄρητο γὰρ τῶν καττυμάτων τὰ δέρματα.
 Παρ' ἑνὸς δὲ μόνου τῶν γνωρίμων τὴν ἀναγκαίαν
τροφὴν ἐκομίζετο· αὕτη δὲ ἦν εἷς ἄρτος δύο χορηγούμενος
ἡμέραις· τὸ δὲ ὕδωρ πόρρωθεν ἀρυόμενος αὐτὸς ἔφερε.
Καί ποτέ τις αὐτὸν ἀχθοφοροῦντα θεασάμενος ἱκέτευσε
κουφῖσαι τοῦ πόνου.

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 13, se. 19, γρ. 6


974

παραινῶν ἀεὶ ὁ θεῖος διετέλεσεν ἄνθρωπος· ἐγὼ δὲ καὶ  


τῶν λόγων μέμνημαι καὶ τὴν θείαν δεδίδαγμαι δωρεάν.
Ἔργοις δὲ μὴ δεικνὺς τὴν παραίνεσιν, ἱκετεύω τῆς θείας
ῥοπῆς διὰ τῆς ἐκείνου τυχεῖν προσευχῆς καὶ τὸ λειπόμενον
τῆς ζωῆς κατὰ τὰς ὑποθήκας τὰς ἐκείνου βιῶναι.
 Ὁποῖος μὲν οὖν ἐκεῖνος ἦν καὶ οἵοις χρησάμενος
πόνοις τὴν θείαν ἐπεσπάσατο χάριν ἱκανὰ καὶ ταῦτα διδάξαι.
Ἐδέξατο δὲ ὅμως καὶ κατὰ τόνδε τὸν βίον ἡ τελευτὴ τῶν
πόνων ἀξίαν τιμήν· ἅπαντες γὰρ καὶ πολῖται καὶ ξένοι καὶ
οἱ τὰς μεγάλας ἀρχὰς οἰκονομεῖν πεπιστευμένοι τὴν ἱερὰν
ἐκείνην ἐπὶ τῶν ὤμων φέροντες Κλίνην εἰς τὸν τῶν νικηφόρων
μαρτύρων σηκὸν ἀπεκόμισαν καὶ μετὰ τῶν θείων ἐκείνων
ἀνδρῶν Ἀφραάτου καὶ Θεοδοσίου τὸ ἅγιον ἐκεῖνο καὶ
θεοφιλὲς κατέθηκαν σῶμα. Τὸ δὲ κλέος διέμεινεν ἄσβεστον
καὶ οὐδεὶς τοῦτο χρόνος ἀφανίσαι δυνήσεται. Ἡμεῖς δὲ
τέλος ἐπιθέντες τῷ διηγήματι τὴν ἀπὸ τῆς διηγήσεως
εὐωδίαν ἐκαρπωσάμεθα.  

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 17, se. 6, γρ. 3

εἰργάσατο· πόνοις δὲ μυρίοις χρησάμενος καὶ τῶν τὰ


σώματα θεραπεύειν πεπιστευμένων τὴν τέχνην μιμούμενος,  
τὰ μὲν καταιονήσει γλυκαίνων, τὰ δὲ τοῖς αὐστηροῖς ἐπι-
στύφων φαρμάκοις, ἔστι δὲ ὅπου καὶ τέμνων καὶ καίων
τὴν ὑγίειαν ταύτην εἰργάσατο. Τῇ δὲ διδασκαλίᾳ καὶ τῇ
ἄλλῃ ἐπιμελείᾳ καὶ αἱ τοῦ βίου λαμπηδόνες συνηγόρουν·
ἐκείναις γὰρ φωτιζόμενοι καὶ τῶν λεγομένων ὑπήκουον καὶ
ἄσμενοι τὰ δρώμενα κατεδέχοντο.
 Πάντα γὰρ τῆς προεδρίας τὸν χρόνον περιττὸς μὲν
ἦν αὐτῷ ὁ ἄρτος, περιττὸν δὲ τὸ ὕδωρ, ἄχρηστος δὲ ἡ
Κλίνη, περιττὴ δὲ ἡ τοῦ πυρὸς χρεία· τεσσαράκοντα μὲν
γὰρ νύκτωρ τὰς ἀντιφθεγγομένας ὑμνῳδίας ἐπλήρου τῶν
διὰ μέσου γιγνομένων προσευχῶν διπλασιάζων τὸ μέτρον·
τὸ δὲ λειπόμενον τῆς νυκτὸς ἐπὶ θρόνου καθῆστο βραχύ τι
διαναπαύεσθαι παραχωρῶν τοῖς βλεφάροις. Ὅτι μὲν οὖν
»οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος», ἔφη μὲν Μωϋσῆς
ὁ νομοθέτης, ἀπεμνημόνευσε δὲ ταύτης τῆς φωνῆς ὁ
δεσπότης τοῦ διαβόλου τὴν πρόκλησιν παραιτούμενος·
ὅτι δὲ καὶ ἄνευ ὕδατος διαβιῶναι τῶν δυνατῶν, οὐδαμοῦ
τῆς θείας γραφῆς ἐπαιδεύθημεν.
975

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 17, se. 10, γρ. 17

ἐβουλήθη μὲν ἔν τινι τῶν ἱερῶν αὐτὸν καταθεῖναι σηκῶν·  


μαθὼν δὲ ὡς ὅσιον εἴη τοῖς ποιμνίοις ἀποδοθῆναι τοῦ
ποιμένος τὸ σῶμα, καὶ αὐτὸς προὔπεμπεν ἡγούμενος καὶ
ὁ τῶν βασιλίδων χορὸς ἐφεπόμενος καὶ ἄρχοντες ἅπαντες
καὶ ἀρχόμενοι, στρατιῶται καὶ ἰδιῶται. Μετὰ ταύτης
αὐτὸν τῆς σπουδῆς καὶ ἡ Ἀντιόχου ὑπεδέξατο πόλις καὶ
αἱ μετὰ ταύτην ἕως εἰς τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἀφίκετο ποταμόν·
παρὰ δὲ τοῦ Εὐφράτου τὴν ὄχθην συνέθεον μὲν ἀστοί,
συνέθεον δὲ ξένοι καὶ χωριτικοὶ πάντες καὶ οἱ ὅμοροι
δὲ τῆς εὐλογίας ἀπολαύειν ἠπείγοντο. Ῥαβδοφόροι δὲ
πολλοὶ τῇ κλίνῃ παρείποντο τοὺς γυμνοῦν τὸ σῶμα τῆς
ἐσθῆτος πειρωμένους καὶ ῥάκια λαμβάνειν ἐκεῖθεν ἐφιεμένους
ὡς παίσοντες δεδιττόμενοι. Καὶ ἦν ἀκούειν τῶν μὲν ψαλλόν-
των, τῶν δὲ θρηνῳδούντων· ἡ μὲν γὰρ ὀδυρομένη προστάτην
ἐκάλει, ἡ δὲ τροφέα, ἡ δὲ ποιμένα τε καὶ διδάσκαλον· καὶ
ὁ μὲν δακρύων πατέρα ὠνόμαζεν, ὁ δὲ ἐπίκουρον καὶ
κηδεμόνα. Μετὰ τοιούτων εὐφημιῶν τε καὶ θρήνων τῷ
τάφῳ τὸ ἅγιον ἐκεῖνο καὶ ἱερὸν παρέδωκαν σῶμα.  
 Ἐγὼ δὲ θαυμάσας ὅτι τὴν πολιτείαν ἀμείψας τὸν
βίον οὐ συμμετέβαλεν, οὐδὲ ἀνειμένην ἐν τῇ προεδρίᾳ
ἠγάπησε δίαιταν, ἀλλὰ τοὺς ἀσκητικοὺς ἐπηύξησε πόνους, ἐν

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 21, se. 9, γρ. 10

 Ἀλλὰ τότε μὲν ὀλίγας ἀρρωστήσας ἡμέρας ῥᾳδίως


ἐρράϊσεν.
 Χρόνῳ δὲ ὕστερον χαλεπωτέρᾳ περιέπεσε νόσῳ. Πολλῶν
δὲ πολλαχόθεν συνεληλυθότων ὡς ἁρπασομένων τὸ σῶμα,
πυθόμενοι οἱ τοῦ ἄστεως συνέδραμον ἅπαντες καὶ στρατιῶται
καὶ ἰδιῶται, οἱ μὲν τὴν πολεμικὴν ἀναλαβόντες σκευήν,
οἱ δὲ ὅπλοις τοῖς προστυχοῦσι χρησάμενοι· καὶ συσπειρα-
θέντες ἐμάχοντο καὶ βέλη ἀφιέντες καὶ λίθους σφενδονῶντες
οὐχ ὡς πλήξοντες, ἀλλ' ὡς φοβήσοντες μόνον· καὶ οὕτω
τοὺς περιοίκους ἐξελάσαντες, τῇ κλίνῃ τὸν πένταθλον
ἀγωνιστὴν ἐπιθέντες, τῶν γιγνομένων οὐδαμῶς αἰσθανόμενον
– οὐδὲ γὰρ τῆς κόμης αὐτοῦ τιλλομένης ὑπὸ τῶν ἀγροίκων
ἐπῄσθετο – ἐπὶ τὴν πόλιν ᾔεσαν.
 Εἰς δὲ τὸν προφητικὸν ἀφικόμενοι σηκὸν εἰς τὸ
τούτῳ πελάζον φροντιστήριον τὴν Κλίνην ἀπέθεντο. Ἧκε
976

δέ τις εἰς τὴν Βέροιαν – ἐκεῖ γὰρ ὢν ἐτύγχανον – τὰ


γεγενημένα σημαίνων καὶ τῆς τελευτῆς κομίζων τὴν
ἀγγελίαν. Τοιγάρτοι παραυτίκα δραμὼν καὶ τὴν νύκτα
πᾶσαν εἰς ὁδοιπορίαν καταναλώσας, κατέλαβον μετὰ τὴν
ἕω τὸν θεῖον ἄνθρωπον οὔτε φθεγγόμενον οὔτε τινὰ τῶν

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 21, se. 10, γρ. 2

πυθόμενοι οἱ τοῦ ἄστεως συνέδραμον ἅπαντες καὶ στρατιῶται


καὶ ἰδιῶται, οἱ μὲν τὴν πολεμικὴν ἀναλαβόντες σκευήν,
οἱ δὲ ὅπλοις τοῖς προστυχοῦσι χρησάμενοι· καὶ συσπειρα-
θέντες ἐμάχοντο καὶ βέλη ἀφιέντες καὶ λίθους σφενδονῶντες
οὐχ ὡς πλήξοντες, ἀλλ' ὡς φοβήσοντες μόνον· καὶ οὕτω
τοὺς περιοίκους ἐξελάσαντες, τῇ κλίνῃ τὸν πένταθλον
ἀγωνιστὴν ἐπιθέντες, τῶν γιγνομένων οὐδαμῶς αἰσθανόμενον
– οὐδὲ γὰρ τῆς κόμης αὐτοῦ τιλλομένης ὑπὸ τῶν ἀγροίκων
ἐπῄσθετο – ἐπὶ τὴν πόλιν ᾔεσαν.
 Εἰς δὲ τὸν προφητικὸν ἀφικόμενοι σηκὸν εἰς τὸ
τούτῳ πελάζον φροντιστήριον τὴν Κλίνην ἀπέθεντο. Ἧκε
δέ τις εἰς τὴν Βέροιαν – ἐκεῖ γὰρ ὢν ἐτύγχανον – τὰ
γεγενημένα σημαίνων καὶ τῆς τελευτῆς κομίζων τὴν
ἀγγελίαν. Τοιγάρτοι παραυτίκα δραμὼν καὶ τὴν νύκτα
πᾶσαν εἰς ὁδοιπορίαν καταναλώσας, κατέλαβον μετὰ τὴν
ἕω τὸν θεῖον ἄνθρωπον οὔτε φθεγγόμενον οὔτε τινὰ τῶν
παρόντων ἐπιγινώσκειν δυνάμενον. Ὡς δέ γε προσεῖπον καὶ  
τὸν μέγαν Ἀκάκιον προσφθέγγεσθαι αὐτὸν ἔφην, ἀνέῳξέ τε
παραχρῆμα τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ὅπως ἔχοι ἤρετο καὶ πότε
εἴην ἐληλυθὼς ἐπυνθάνετο. Ἐμοῦ δὲ πρὸς ταῦτα ἀπο-
κριναμένου, πάλιν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔμυσεν. Τριῶν δὲ

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 21, se. 10, γρ. 15

πᾶσαν εἰς ὁδοιπορίαν καταναλώσας, κατέλαβον μετὰ τὴν


ἕω τὸν θεῖον ἄνθρωπον οὔτε φθεγγόμενον οὔτε τινὰ τῶν
παρόντων ἐπιγινώσκειν δυνάμενον. Ὡς δέ γε προσεῖπον καὶ  
τὸν μέγαν Ἀκάκιον προσφθέγγεσθαι αὐτὸν ἔφην, ἀνέῳξέ τε
παραχρῆμα τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ὅπως ἔχοι ἤρετο καὶ πότε
εἴην ἐληλυθὼς ἐπυνθάνετο. Ἐμοῦ δὲ πρὸς ταῦτα ἀπο-
κριναμένου, πάλιν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔμυσεν. Τριῶν δὲ
διελθουσῶν ἡμερῶν ἑσπέρας ἤρετο ὅπου εἴη· μαθὼν δὲ ἤχθετο
977

λίαν καὶ ἠξίου παραυτίκα εἰς τὸ ὄρος ἀποκομίζεσθαι.


Θεραπεύειν δὲ αὐτὸν διὰ πάντων ἐθέλων εὐθὺς τὴν Κλίνην
παρηγγύησα φέρειν καὶ εἰς τὸ ποθούμενον χωρίον ἀποκο-
μίζειν.
 Τότε τῆς σεβασμίας ἐμοὶ κεφαλῆς τὸ ἀφιλότιμον
εἶδον. Τῇ γὰρ ὑστεραίᾳ πτισάνης αὐτῷ χυλὸν προσενήνοχα
καταψύξας· θερμοῦ γὰρ οὐδενὸς μεταλαγχάνειν ἠνείχετο,
παντελῶς τοῦ πυρὸς τὴν χρείαν ἀπαρνησάμενος. Ἐπειδὴ
δὲ μεταλαμβάνειν οὐκ ἤθελε· «Πᾶσιν ἡμῖν, ἔφην, ὦ πάτερ,
μετάδος φειδοῦς. Κοινὴν γὰρ σωτηρίαν τὴν σὴν ὑγίειαν
ἡγούμεθα.

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 21, se. 14, γρ. 18

 Τίς ἀγνοεῖ τοῦ τεθνηκότος παιδίου διὰ τῆς τούτου


προσευχῆς τὴν γενομένην ἀνάστασιν; Ἐν γὰρ τοῖς τῆς
πόλεως προαστείοις οἱ τούτου ἤστην γεννήτορες οἳ πολλῶν
μὲν παίδων ἐγενέσθην πατέρες, πάντας δὲ ἀώρους τῷ  
τάφῳ παρεπεμψάτην. Ὅτε τοίνυν τοῦτο τὸ τελευταῖον
ἐγεννήθη παιδίον, ἔδραμεν ὁ πατὴρ πρὸς τὸν τοῦ θεοῦ
ἄνθρωπον, μακρᾶς αὐτῷ ζωῆς μεταλαχεῖν ἱκετεύων καὶ
ὑπισχνούμενος τῷ θεῷ ἀναθήσειν εἰ ζήσειεν. Τέτταρα
τοίνυν ἔτη διαβιῶσαν ἐδέξατο τοῦ βίου τὸ τέλος. Ἀπῆν
δὲ ὁ πατήρ· ἀφικόμενος δὲ ἐξαίφνης ὁρᾷ τοῦτο λοιπὸν
ἐκφερόμενον καὶ ἁρπάσας ἀπὸ τῆς Κλίνης· «Προσήκει,
ἔφη, πληρῶσαί με τὴν ὑπόσχεσιν καὶ τῷ τοῦ θεοῦ ἀνθρώπῳ
καὶ τεθνεὸς ἀποδοῦναι». Ἀπεκόμισεν οὖν ὡς προείρηκε
καὶ τέθηκε πρὸ τῶν ἁγίων ἐκείνων ποδῶν, λέγων ἐκεῖνα
ἃ καὶ τοῖς οἰκείοις εἰρήκει. Ὁ δὲ θεῖος ἄνθρωπος προτε-
θηκὼς τὸ παιδίον καὶ τὰ γόνατα κλίνας ἔκειτο πρηνὴς
τὸν ζωῆς καὶ θανάτου δεσπότην ἀντιβολῶν. Δείλης δὲ
ὀψίας ἀφῆκε τὸ παιδίον φωνὴν καὶ τὸν πατέρα ἐκάλεσεν.
Οὕτως αἰσθόμενος ὁ θεσπέσιος ἐκεῖνος ἀνὴρ ὡς τὴν ἱκετείαν
ὁ δεσπότης ἐδέξατο καὶ τὴν ζωὴν ἐχορήγησεν, ἀνέστη
καὶ προσκυνήσας τὸν ποιοῦντα τὸ θέλημα τῶν φοβουμένων

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 21, se. 16, γρ. 11

 Ἤκουσα τούτων ἐγὼ καί τινι τῶν γνωρίμων πλησίον


καθεύδοντι· «Ἀκούεις, ἔφην, ὁ δεῖνα, τῶν λεγομένων;»
978

Ὁ δέ· «Πάντων, εἶπεν, ἐπήκουσα, καὶ διαναστῆναι  


βουλόμενος καὶ διακῦψαι καὶ γνῶναι τίς ὁ φθεγγόμενος,
σοῦ χάριν ἡσυχίαν ἦγον, καθεύδειν σε τοπάσας». Ἀναστάντες
τοίνυν ἀμφότεροι διεκύπτομεν καὶ οὐδένα οὔτε κινούμενον
ἑωρῶμεν οὔτε φθεγγόμενον ἠκούομεν. Τῶν δὲ ῥημάτων
ἐκείνων καὶ οἱ ἄλλοι ἡμῶν ἐπήκουσαν σύνοικοι. Συνῆκα
τοίνυν ὡς χορὸν μὲν μαρτύρων ἔλεγε τὸ τοῦ ἐλαίου τῶν
μαρτύρων ληκύθιον ὃ παρὰ παμπολλῶν μαρτύρων συνειλεγ-
μένην ἔχον τὴν εὐλογίαν παρὰ τὴν ἐμὴν ἐξήρτητο Κλίνην.
Καὶ τῇ κεφαλῇ δέ μου ὑπέκειτο τοῦ μεγάλου Ἰακώβου τὸ
παλαιὸν περιβόλαιον παντὸς ἕρκους ἀδαμαντίνου στερρότερόν
μοι γεγενημένον.
 Καὶ ἡνίκα δὲ τῇ μεγίστῃ τούτων αὐτῶν κώμῃ
προσβάλλειν ἤμελλον, εἶτα πολλά τινα ἐν μέσῳ γιγνόμενα
τὴν ἔξοδον διεκώλυεν, ἔπεμψα παρὰ τὸν ἐμὸν Ἡσαίαν,
τῆς θείας συμμαχίας ἀντιβολῶν ἀπολαῦσαι. Ὁ δέ· «Θάρρει,
ἔλεγε, πάντα γὰρ ἐκεῖνα δίκην ἀραχνῶν διαλέλυται τὰ
κωλύματα· καὶ τοῦτό με νύκτωρ ἐδίδαξεν

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 22, se. 4, γρ. 15

ἴσασι μὲν ἀκριβῶς οἱ τὴν πείραν δεξάμενοι, ἴσασι δὲ καὶ


οἱ τούτου γενόμενοι θεαταί· καλινδοῦνται γὰρ τοῖς λυττῶσι
παραπλησίως, τῇδε κἀκεῖσε μεταστρεφόμενοι καὶ ἅμα τοὺς
πόδας ἐκτείνοντες καὶ συστέλλοντες· ἔστι δὲ ὅτε καὶ
κάθηνται καὶ ἀνίστανται καὶ βαδίζουσιν, ἀναπαύλης τινὸς
πόρον εὑρεῖν μηχανώμενοι· διὰ τοῦτο καὶ βαλανείοις
προσεδρεύουσι καὶ πολλάκις εἰσίασι, ψυχαγωγίας τινὸς
ἀπολαύοντες. Καὶ τί δεῖ μηκύνειν τὰ πᾶσι δῆλα καὶ σαφῆ
καταλέγοντα; Τοιούτῳ πάθει προσπαλαίων καὶ τοσαύταις
καὶ τηλικαύταις ὀδύναις βαλλόμενος οὐκ ἰατρικῆς ἐπικουρίας
ἀπέλαυσεν, οὐ Κλίνης ἠνέσχετο, οὐ τὴν ἀπὸ φαρμάκων ἢ
σιτίων ψυχαγωγίαν ἐδέξατο, ἀλλ' ἐπὶ σανίδος χαμαὶ κειμένης  
καθήμενος, προσευχῇ καὶ σφραγῖδι τὴν θεραπείαν ἐδέξατο
καὶ τῇ τῆς θείας προσηγορίας ἐπῳδῇ τὰς ὀδύνας ἐκοίμισεν.
 Καὶ ἄλλοτε δὲ νύκτωρ βαδίζων ἔχεως ἐπέβη τῇ
πτέρνῃ καθεύδοντος· ὁ δὲ τοῦ ταρσοῦ ἐπιλαβόμενος τοὺς
ὀδόντας ἐπήγνυ. Ἐπαμύναι δὲ τῷ ποδὶ πειραθεὶς κατέκυπτε
μὲν καὶ τὴν χεῖρα τούτῳ προσέφερε, μετέφερε δὲ εἰς ταύτην
τοῦ θηρίου τὸ στόμα· πάλιν δὲ τῇ εὐωνύμῳ χρησάμενος
εἰς βοήθειαν τῆς ἑτέρας, εἷλκε καὶ κατὰ ταύτης τὸν τοῦ
θηρίου θυμόν. Ἐπεὶ δὲ κόρον ἔλαβε τῆς μανίας – πλείονα
979

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 26, se. 17, γρ. 2

ἀρνηθῆναι ἐκέλευσε τὴν τῶν προγόνων ἀσέβειαν. Ἐπειδὴ


δὲ ἀσμένως ὑπήκουσέ τε καὶ τὸ κελευσθὲν ἐξεπλήρωσεν,
ἤρετο εἰ πιστεύοι τῷ πατρὶ καὶ τῷ μονογενεῖ υἱῷ καὶ  
τῷ ἁγίῳ πνεύματι. Τοῦ δὲ πιστεύειν ὁμολογήσαντος·
»Ταύταις, ἔφη, ταῖς προσηγορίαις πιστεύων ἀνάστηθι».
Ὡς δὲ ἀνέστη, προσέταξεν ἐπ' ὤμων φέρειν τὸν φύλαρχον
μέχρις αὐτῆς τῆς σκηνῆς – μέγιστον δὲ εἶχε τὸ σῶμα –  
καὶ ὁ μὲν λαβὼν παραυτίκα ᾤχετο, οἱ δὲ παρόντες εἰς
ὑμνῳδίαν τοῦ θεοῦ τὰς γλώττας ἐκίνησαν.
 Τοῦτο δὲ προσέταξε τὸν δεσπότην μιμούμενος, ὃς
τῷ παραλύτῳ φέρειν τὴν Κλίνην ἐκέλευσεν. Ἀλλὰ μηδεὶς
τυραννίδα καλείτω τὴν μίμησιν. Αὐτοῦ γάρ ἐστι φωνή·
»Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ τὰ ἔργα, ἃ ἐγὼ ποιῶ, κἀκεῖνος
ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει.» Καὶ ταύτης δὲ
τῆς ἐπαγγελίας τὸ τέλος ἐθεασάμεθα. Τῆς γὰρ τοῦ κυρίου
σκιᾶς οὐδαμοῦ θαῦμα ἐργασαμένης ἡ τοῦ μεγάλου Πέτρου
σκιὰ καὶ θάνατον ἔλυσε καὶ νόσους ἐξήλασε καὶ δαίμονας
ἐφυγάδευσεν. Ἀλλ' ὁ δεσπότης καὶ ταῦτα διὰ τῶν δούλων
ἐνήργει τὰ θαύματα, καὶ νῦν δὲ ὡσαύτως τῇ τούτου κεχρη-
μένος προσηγορίᾳ τὰ μυρία ὁ θεῖος Συμεώνης ἐργάζεται
θαύματα.  

Θεοδώρετος. Historia religiosa (= Philotheus) Vita 31, se. 2, γρ. 26

μαλακῶν ἱματίων ἄμεινον περιθάλπει τὸ σῶμα. Οὐ γάρ,


ὥς τινες ὑπολαμβάνουσι, χιτῶνες καὶ ἀμπεχόναι καὶ
ἐφεστρίδες τῷ σώματι τὸ θάλπος παρέχουσιν· ἢ γὰρ ἂν
καὶ ξύλα καὶ λίθους ἐθέρμαναν, οἷς ἂν ἐπέλασαν· ἀλλ' οὐδεὶς
ἐθεάσατο πώποτε ξύλον ἢ λίθον θερμότερον ὑπὸ ἱματίων
γεγενημένον. Οὐκοῦν οὐδὲ τῷ σώματι ταῦτα παρέχει τὴν
θέρμην· ἀλλὰ τοῦ σώματος ταῦτα φυλάττει τὴν θέρμην·
καὶ ἀπείργει μὲν τοῦ ψυχροῦ ἀέρος τὴν προσβολήν· ὑποδε-
χόμενα δὲ τοὺς ἐκ τοῦ σώματος ἐξιόντας ἀτμούς, καὶ
θερμαίνεται τούτοις, καὶ θερμότερα προσβάλλει τῷ σώματι.
Καὶ μάρτυς ἡ πεῖρα· ψυχρᾷ γὰρ πολλάκις τῇ κλίνῃ προς-
βαλόντες, τῇ τοῦ σώματος ὁμιλίᾳ θερμὴν τὴν πρὸ βραχέος
ψυχρὰν ἀποτελοῦμεν Στρωμνήν. Οὐκοῦν ἡ τροφὴ παντὸς  
ἱματίου πλέον διαθερμαίνει τὸ σῶμα· οἱ δὲ ταύτης εἰς
980

κόρον μεταλαμβάνοντες, ἔρυμα ἔχουσιν ἀρκοῦν πρὸς τὴν


τοῦ κρυμοῦ προσβολήν. Καθοπλίζουσι γὰρ ταύτῃ τὸ σῶμα,
καὶ ἀντέχειν πρὸς τὴν τοιαύτην τοῦ ἔτους παρασκευάζουσιν
ὥραν. Οἱ δὲ μήτε σιτίων, μήτε ποτῶν καθ' ἑκάστην ἀπο-
λαύοντες ἡμέραν, καὶ ἡνίκα δ' ἂν ἀπολαύσωσιν, οὐ τὸν
κόρον ἀναμένοντες, ἀλλὰ τὴν ὄρεξιν ἀκμάζουσαν χαλι-
νοῦντες, καὶ μεταλαμβάνοντες οὐ τῶν θερμᾶναι δυναμένων

Θεοδώρετος. Epistulae: Collectio Sirmondiana (epistulae 1–95) (4089:


006)“Théodoret de Cyr. Correspondance II”, Ed. Azéma, Y.
Paris: Cerf, 1964; Sources chrétiennes [Link] 77, γρ. 39

καὶ τῆς μὲν σωματικῆς σωτηρίας ἠμέλουν· πάντα δὲ πόνον


καὶ κίνδυνον ὑπὲρ τῶν μισούντων αὐτοὺς καὶ ἀποστρεφομένων
Ἰουδαίων ἀνεδέχοντο. Περὶ τούτων φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος,
ὅτι Ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν
φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον. Περιῆλθον ἐν μηλωταῖς,
ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι,
κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος οὗτος· ἐν
ἐρημίαις πλανώμενοι, καὶ ὄρεσι, καὶ σπηλαίοις,
καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Οὕτως οἱ θεῖοι ἀπόστολοι πᾶ-
σαν περινοστοῦντες τὴν οἰκουμένην ἐκήρυττον, οὐκ οἰκίαν
ἔχοντες, οὐ Κλίνην, οὐ Στρωμνήν, οὐ τράπεζαν, οὐκ ἄλλην τινὰ  
τῶν ἀναγκαίων χρείαν· ἀλλ' αἰκιζόμενοι, καὶ στρεβλούμενοι,
καὶ καθειργόμενοι, καὶ μυρία θανάτων ὑπομένοντες εἴδη. Καὶ
ταῦτα ὑπέμενον, οὐχ ὑπὲρ γνωρίμων ἀνθρώπων, ἀλλ' ὑπὲρ
αὐτῶν ἐκείνων τῶν διωκόντων αὐτοὺς τοὺς κινδύνους αἱρού-
μενοι. Πολλῷ τοίνυν δικαιότερον ὑπὲρ ὁμοπίστων καὶ ἀδελφῶν
καὶ τέκνων τὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος προσβαλόντα κίνδυνον
ἀναδέξασθαι. Ταύτην γὰρ τὴν φιλοστοργίαν ἔχει καὶ τῶν
ἀλόγων ἡ φύσις· ἔστι γὰρ ἰδεῖν καὶ στρουθοὺς τῶν νεοττῶν
ὑπερμαχοῦντας εἰς δύναμιν καὶ ἣν ἔχουσιν ἰσχὺν ὑπὲρ τού-
των εἰσφέροντας·

Θεοδώρετος. Commentaria in Isaiam (4089: 008)


“Théodoret de Cyr. Commentaire sur Isaïe, vols. 1–3”, Ed. Guinot, J.–N.
Paris: Cerf, 1:1980; 2:1982; 3:1984; Sources chrétiennes 276, 295, 315.
Se. 7, γρ. 257
981

ἐπιφυλλίδες, ὅταν συντελεσθῇ τρύγητος. Οὗτοι δὲ (ἐπα)ροῦσι


φωνὴν (αὐ)τῶν, ἀγαλλιάσονται ἐν τῷ δοξασθῆναι κύριον.»
Ταύτης τῆς παραβολῆς καὶ ἐν τοῖς κατὰ τ[ῆς Δαμασκοῦ]
ἐμνημόνευς[ε] καὶ εἶπέ τινας ὑπολειφθῆναι ὡς «καλάμην
ἐν φάραγγι στερεᾷ ἢ ὡς ῥᾶγας ἐλαίας δύο (ἢ τρεῖς) ἢ
τέσσαρας ἢ πέντε ἐπ' ἄκρου μετεώρου». Καὶ ἐνταῦθα
δείκνυσι τοὺς μὲν ἀπολλυμένους, τοὺς δὲ ὑπο(λοίπους) καὶ
τῆς σωτηρίας ἀπολαύοντας καὶ τὸν εὐεργέτην ὑμνοῦντας
θεόν. Εὕροι δ' ἄν τις καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς συν(τελείας)
τοῦτο ἐσόμενον· «Δύο» γάρ φησιν «εὑρεθήσονται ἐπὶ τῆς
Κλίνης, εἷς παραλαμβάνεται καὶ εἷς ἀφίεται, (δύο ἀ)λήθουσαι
ἐν τῷ μυλῶνι, μία παραλαμβάνεται καὶ μία ἀφίεται», καὶ
πάλιν· «Οὗτοι ἀπελ(εύ)σον(ται) εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ οὗτοι
εἰς κόλασιν καὶ αἰσχύνην αἰώνιον.»  

Θεοδώρετος. Quaestiones et responsiones ad orthodoxos [Dub.]


(4089: 016)“Θεοδωρήτου ἐπισκόπου πόλεως Κύρρου πρὸς τὰς
ἐπενεχθείσας”, Ed. Papadopoulos–Kerameus, [Link]. Petersburg:
Kirschbaum, 1895.Σελ. 4, γρ. 31

λεʹ. Εἰ ἐπαιδεύθη Μωυσῆς πάσῃ σοφίᾳ Αἰγυπτίων, πῶς


ἀστρονομίαν καὶ γεωμετρίαν καὶ ἀστρολογίαν οὐ μετῄει;
λϛʹ. Εἰ πάντα τὰ ὕδατα αἷμα ὑπὸ Μωσέως γέγονε, πῶς λέγει
ἡ γραφὴ τὸ “ἐποίησαν δὲ καὶ οἱ ἐπαοιδοὶ ὡσαύτως”;
λζʹ. Πῶς ὁ Μωυσῆς τὰ τοῦ Ἰωσὴφ ὀστᾶ ἐπιφερόμενος ἐναν-
τία ἑαυτῷ ἐνομοθέτησεν, ἀκάθαρτον τὸν ἁπτόμενον νεκροῦ λέγων;
ληʹ. Εἰ τὴν τῶν Φαρισαίων ἐσχηματισμένην εὐλάβειαν ἐλέγ-
χων ὁ κύριος ἔλεγεν ὅτι “τάφοι κεκονιαμένοι εἰσί”, τί ἄτοπον
ἐργάζονται Ἕλληνες τοὺς νεκροὺς μυσαττόμενοι;
λθʹ. Εἰ πεπλήρωτο ὁ οἶκος ἔνθα ὁ κύριος ἦν, πῶς οἱ τὴν
ὀροφὴν καθαιροῦντες καὶ τὸν παράλυτον μετὰ τῆς Κλίνης καθιέντες
τοὺς ἐν τῷ οἴκῳ οὐκ ἔπληξαν;  
μʹ. Εἰ ἑκάστῳ ἀνθρώπῳ ἄγγελος φύλαξ καθέστηκεν, οἱ δὲ
ἄνθρωποι αὔξησιν καὶ μείωσιν δεχόμενοι, ὡς ἐπὶ τοῦ κατακλυ-
σμοῦ, ποίαν λειτουργίαν οἱ ἄγγελοι μειούμενοι τότε ἐπλήρουν;
μαʹ. Εἰ νεύματι θείῳ αἱ νεφέλαι τὸν ὑετὸν καταπέμπουσι,
διατί οἱ ἐπαοιδοὶ ἔνθα βούλονται χαλάζας ἀμέτρους καὶ ὑετοὺς
ἀκοντίζουσιν;
μβʹ. Εἰ θνητὴν ὁ θεὸς τὴν ἡμετέραν ἔκτισε φύσιν, πῶς
λέγει ὅτι ὁ θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησε;
μγʹ. Εἰ τῶν ἀνθρώπων ἡ φύσις ὡς θνητὴ τὸ οἰκεῖον ἐπι
982

Θεοδώρετος. Quaestiones in Octateuchum (4089: 022)


“Theodoreti Cyrensis quaestiones in Octateuchum”, Ed. Fernández
Marcos, N., Sáenz–Badillos, [Link]: Poliglota Matritense, 1979;
Textos y Estudios «Cardenal Cisneros» 17.Σελ. 47, γρ. 16

XLVIII

Τίνας καλεῖ γίγαντας ἡ θεία γραφή;


Τινές φασι τοὺς ἔτη πολλὰ βεβιωκότας· τινὲς δὲ τοὺς θεομισεῖς καὶ ἀντι-
θέους ἀνθρώπους. οἱ δὲ ταῦτα οὕτω νενοηκότες οὔ φασι τούτους μείζονα
τῶν ἄλλων ἀνθρώπων σώματα ἐσχηκέναι. ἐγὼ δὲ ὅταν ἀκούσω τῆς
θείας γραφῆς λεγούσης περὶ τοῦ Ἐνὰκ ὅτι «ἀπόγονος ἦν τῶν
γιγάντων«, καὶ περὶ τοῦ Ὢγ ὅτι «ἡ Κλίνη αὐτοῦ ἦν
σιδηρᾶ, ἐννέα πήχεων τὸ μῆκος καὶ τεσσάρων
πήχεων τὸ εὖρος«, καὶ ὅτι οὗτος «ἐκ τῶν ῥαφαῒν ὑπε-
λείφθη«· καὶ τῶν κατασκόπων διηγουμένων ὅτι «ἦμεν ἐνώ-
πιον αὐτῶν ὡσεὶ ἀκρίδες«, καὶ τοῦ Θεοῦ βεβαιοῦντος τοὺς
λόγους καὶ λέγοντος ὅτι «παραδέδωκά σοι τὸν ἀμορ-
ραῖον, οὗ τὸ ὕψος ἦν ὡς κέδρου, καὶ ἰσχυρὸς ἦν
ὡς δρῦς«, καὶ περὶ τοῦ Γολιὰδ ὅτι «τεσσάρων πήχεων
καὶ σπιθαμῆς τὸ μῆκος εἶχεν«, ἡγοῦμαι γεγενῆσθαι τινὰς

Θεοδώρετος. Quaestiones in Octateuchum Σελ. 90, γρ. 16

CXI

Τί ἐστι «προσεκύνησεν Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς


ῥάβδου αὐτοῦ«;
Καὶ πρεσβύτης ὢν καὶ ἀσθενῶς διακείμενος ἐπὶ τῆς Κλίνης κατέκειτο·
γνοὺς δὲ τοῦ παιδὸς τὴν παρουσίαν, ἐξαναστὰς ἐκαθέσθη· βακτηρίᾳ δὲ
κεχρημένος ἐπεστηρίζετο αὐτῇ, τοῦ μὲν ἄκρου ταύτης ἐπειλημμένος τῇ
δεξιᾷ, ἐπικείμενον δὲ τὸ πρόσωπον ἔχων. ἡσθεὶς τοίνυν ἐπ' αὐτῷ, καὶ
τῇ τῆς ταφῆς ἐπαγγελίᾳ προσεκύνησεν ἐπικλίνας τῇ ῥάβδῳ τὴν κεφα-
λήν· καὶ πρῶτον μὲν τὸ τοῦ Ἰωσὴφ ἐνύπνιον τὸ πέρας ἐδέξατο· «εἶδε
γὰρ τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην καὶ ἕνδεκα ἀστέ-
ρας προσκυνοῦντας αὐτῷ.« πρὸς δὲ τούτοις προαγο-
ρεύει καὶ τῆς Ἐφραῒμ φυλῆς τὴν βασιλείαν καὶ τῶν δέκα φυλῶν τὴν ὑπο-
ταγήν· ταῦτα γὰρ καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος ἔφη· «πίστει Ἰακὼβ  
ἕκαστον τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ εὐλόγησε καὶ προ
983

Θεοδώρετος. Quaestiones in Octateuchum Σελ. 99, γρ. 3

τούτου φυλῇ· διὸ ἐπήγαγε· «τὸ πρωϊνὸν ἔδεται, καὶ εἰς


τὸ ἑσπέρας διαδώσει τροφήν«. ἐν γὰρ τῇ πρώτῃ καὶ
τῇ δευτέρᾳ συμπλοκῇ νενικηκότες, ὕστερον ἄρδην ἀπώλοντο, πλὴν ὀλί-
γων τινῶν ἄγαν εὐαριθμήτων, οὓς οἱ νενικηκότες οἰκτίραντες δοῦναι
μὲν αὐτοῖς γυναῖκας διὰ τὸν ὅρκον ὑπείδοντο, ἑτέρως δὲ αὐτοῖς τὸν γά-
μον ἐμηχανήσαντο. εἰδέναι δὲ χρὴ ὥς τινες εἰς τὸν θεσπέσιον Παῦλον
τήνδε τὴν πρόρρησιν εἵλκυσαν· λύκου γὰρ δίκην ἐλυμαίνετο τὴν ἐκκλη-
σίαν κατὰ τοὺς οἴκους εἰσπορευόμενος· ὕστερον δὲ τὴν πνευματικὴν τρο-

φὴν τῇ οἰκουμένῃ διέδωκε. ταῦτα τοῦ Ἰακὼβ εἰρηκότος, καὶ τὴν οἰκείαν
τελευτὴν μεμηνυκότος, ὁ συγγραφεὺς ἔφη· «καὶ ἐξάρας τοὺς
πόδας ἐπὶ τὴν Κλίνην ἐξέλιπε καὶ προσετέθη
πρὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ«· διὰ δὲ τούτων τῶν λόγων ᾐνίξατο
τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως· εἰ γὰρ παντάπασι διεφθείροντο καὶ μὴ εἰς
ἕτερον μετέβαινον βίον, οὐκ ἂν εἶπε, «προσετέθη πρὸς τὸν
λαὸν αὐτοῦ«. τοῦτο δὲ καὶ πρὸς τὸν Ἀβραὰμ αὐτὸς ὁ τῶν ὅλων
ἔφη Θεός· «σὺ δὲ ἀπελεύσῃ πρὸς τοὺς πατέρας σου
ἐν εἰρήνῃ τραφεὶς ἐν γήρει καλῷ«. ἐντεῦθεν καὶ ὁ Κύ-
ριος τὴν τῶν σαδδουκαίων ἀπιστίαν διήλεγξεν εἰρηκώς· «ὅτι δὲ
ἐγείρονται οἱ νεκροὶ οὐκ ἀνέγνωτε· ἐγὼ ὁ Θεὸς
Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ
Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων«.  

Θεοδώρετος. Quaestiones in Octateuchum Σελ. 229, γρ. 14

ραήλ«. ταῦτα δὲ λέγει, διδάσκων αὐτούς, ὡς θεόθεν ὁ στρατηγὸς


τὴν χειροτονίαν ἐδέξατο, ἵνα μὴ πάλιν περὶ τῆς ἀρχῆς στασιάσωσιν.
διηγεῖται δὲ αὐτοῖς, ὅπως μὲν ὕστερον μεταμεληθέντες ἐβουλήθησαν πο-
λεμῆσαι τοῖς χαναναίοις· ὅπως δὲ αὐτοὺς ὁ Θεὸς διεκώλυσε, καὶ ὅτι
θρασυ-νόμενοι καὶ παρὰ τὴν θείαν ἐντολὴν ἀναβάντες, ἡττηθέντες
ἐπανῆλθον· καὶ ὅσον ἐν τῇ ἐρήμῳ κατηνάλωσαν χρόνον, τὴν ἄβατον γῆν
ἐκείνην
καὶ ἄνυδρον περιϊόντες, τίνα τε ἰδουμαίοις καὶ μωαβίταις δεδηλωκότες
φιλονεικούντων οὐκ ἔτυχον ἀποκρίσεων· καὶ ὅπως τὸν Σηὼν καὶ τὸν
Ὤγ, τοὺς βασιλεῖς τῶν ἀμορραίων, πανστρατιᾷ μετὰ τῶν τὰς πόλεις καὶ
τὰς κώμας οἰκούντων πανωλεθρίᾳ παρέδοσαν. εἶπεν δὲ αὐτοῦ καὶ τὸ
τοῦ σώματος μέγεθος. «ἡ γὰρ Κλίνη, φησίν, Ὢγ σιδηρᾶ,
ἐννέα πήχεων τὸ μῆκος αὐτῆς, καὶ τεσσάρων πή-
984

χεων τὸ εὖρος αὐτῆς«. ἔπειτα παρῄνεσε καὶ συνεβούλευσε


φυλάττειν ἐπιμελῶς τοῦ δεσπότου τὰς ἐντολάς. «ἄκουε, γάρ φησιν,
Ἰσραήλ, τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν κριμάτων,
ὅσα ἐγὼ διδάσκω ὑμᾶς σήμερον ποιεῖν, ἵνα ζῆτε
καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσητε τὴν γῆν, ἣν Κύ-
ριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν δίδωσιν ὑμῖν«.

Θεοδώρετος. Quaestiones in libros Regnorum et Paralipomenon


(4089: 023); MPG 80.Τόμ. 80, σελ. 572, γρ. 35

Πῶς νοητέον τὰ κενοτάφια, καὶ τὸ ἧπαρ τῶν αἰγῶν.

 Ὁ Ἀκύλας τὰ κενοτάφια «μορφώματα»


ἡρμήνευσε, καὶ τὸ ἧπαρ τῶν αἰγῶν, «ἱματίων
πλῆθος, καὶ στρογγύλωμα τριχῶν·» Ἐπειδὴ γὰρ
ὀμωμοκὼς ὁ Σαοὺλ παρέβη τὸν ὅρκον, καὶ τὴν αἰχ-
μὴν τῷ Δαβὶδ ἐπαφῆκεν· ἐκκλίνας δὲ ἐκεῖνος τὴν
τοῦ δόρατος ῥύμην εἰς οἰκίαν ἀνεχώρησεν· γνοῦσα
δὲ τοῦ πατρὸς ἡ Μελχὼλ τὰς ἐπιβουλὰς, τούτῳ μὲν
συνεβούλευσεν ἀποδράσαι· καὶ δὴ καὶ καθῆκεν αὐ-
τὸν διὰ τῆς φωταγωγοῦ· αὐτοῦ δὲ τὴν Κλίνην εἰς
ἀῤῥωστοῦντος ἐσχημάτισε τύπον, ἱματίων μὲν
πλῆθος ἐπιβαλοῦσα, στρογγύλωμα δὲ τριχῶν ὑπο-
θεῖσα τοῖς ἱματίοις, ὥστε μιμεῖσθαι τὴν κεφαλήν.
Τινὲς δὲ μορφώματα τοῦ Δαβὶδ νενοήκασι τὴν
εἰκόνα· καὶ ταύτην ἔφασαν τοῖς ἱματίοις συγκα-
λυφθῆναι, πλὴν ἐνίων τοῦ προσώπου μορίων· τὸ δὲ
τῶν αἰγῶν ἧπαρ ὑποτεθῆναι, ἵνα κινούμενον τὸ
σχῆμα πιθανὸν ἀπεργάσηται. Καὶ γάρ φασι
τῶν αἰγῶν τὸ ἧπαρ κινεῖσθαι μέχρι πολλοῦ. Οὕτω  
μέντοι διετέλει φονῶν, ὅτι καὶ ἀῤῥωστοῦντα μεμα

Θεοδώρετος. Quaestiones in libros Regnorum et Paralipomenon


Τόμ. 80, σελ. 600, γρ. 27

δρα αὐτὸν ἠνίᾳ τὸ πάθος, μαρτυρεῖ τὰ ἑξῆς· «Μὴ


985

ἀπέλθετε γὰρ, φησὶν, εἰς Γὲθ, μηδὲ εὐαγγελί-


σησθε ἐν ταῖς ὁδοῖς Ἀσκάλωνος, ὅπως μὴ εὐφραν-
θῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων, μηδὲ γαυριάσωσι θυγα-
τέρες ἀπεριτμήτων.»

ΕΡΩΤ. ϛʹ.
Τί δήποτε τοῖς ὄρεσιν ἐπηράσατο τοῖς Γελ-
βουέ;

 Δηλοῖ καὶ τοῦτο τὴν τῆς ὀδύνης ὑπερβολήν. Καθ-


άπερ γὰρ οἱ μόριόν τι τοῦ σώματος κακῶς διακεί-
μενοι, ἢ τοῖς τοίχοις, ἢ τῇ κλίνῃ προσαράσσουσι τὰς
χεῖρας, διὰ τὰς τῆς ἀλγηδόνος ἀκίδας· οὕτως ὁ θεῖος
ἐκεῖνος ἀνὴρ, ὑπὸ τῆς πολλῆς ἀθυμίας φλεγό-
μενος, τοῖς ἀψύχοις ὄρεσιν ἐπηράσατο.

ΕΡΩΤ. Ζʹ.
Τινὲς κωμῳδοῦσι τὸ περὶ τοῦ Ἰωνάθαν εἰρημέ-
νον, «Ἐπέπεσεν ἡ ἀγάπη σου ἐπ' ἐμὲ, ὡς ἡ
ἀγάπη τῶν γυναικῶν.»

 Ὡς ἠλίθιοι τοῦτο πάσχουσιν. Ἔδει γὰρ αὐτοὺς


συνιδεῖν, ὡς δεῖξαι βουληθεὶς τῆς φιλοστοργίας τὸ
θερμόν τε καὶ γνήσιον, τὴν εἰκόνα παρήγαγε. Το

Θεοδώρετος. Quaestiones in libros Regnorum et Paralipomenon


Τόμ. 80, σελ. 697, γρ. 4
καίδεκα ἡμέρας, καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἐξαπέστειλε τὸν λαόν;

 Ἐν τῇ τῆς Σκηνοπηγίας ἑορτῇ συνεκάλεσε τὸν


λαόν. Ἐπανηγύρησαν οὖν τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέρας·
ἑπτὰ μὲν τῶν ἐγκαινίων· ἑπτὰ δὲ τῆς σκηνοπη-
γίας. Ὀγδόην τοίνυν καλεῖ, τὴν μετὰ τὰς ἑπτὰ τὰς
τελευταίας ἡμέραν. Μετὰ δὲ τὸ τέλος τῆς ἑορτῆς,  
ὑποτίθεται πάλιν ὁ Δεσπότης Θεὸς τῷ Σολομῶντι,
ταυτὶ τὴν σωτηρίαν πραγματευόμενος. Ἵνα γὰρ
μὴ τῆς φροντίδος ἀπαλλαγεὶς εἰς ῥᾳθυμίαν ἀπο-
κλίνῃ, καὶ τῶν νόμων αὐτὸν ἀναγκαίως ἀνέμνησε,
καὶ τὴν πρὸς τὸν πατέρα γεγενημένην ἐπαγγελίαν
ἐμπεδώσειν ὑπέσχετο, καὶ ὄλεθρον ἠπείλησε παρα-
986

βᾶσι τοὺς νόμους, καὶ τὸν ἁγιασθέντα νεὼν ἔρημον δι'


αὐτοὺς καταλείψειν· «Ἐὰν γὰρ, φησὶν, ἀποστραφέν-
τες ἀποστραφῆτε ὑμεῖς, καὶ τὰ τέκνα ὑμῶν, ἀπ' ἐμοῦ,
καὶ τὰ προστάγματά μου, ἃ ἔδωκε Μωσῆς ἐνώπιον
ὑμῶν, μὴ φυλάξητε, καὶ πορευθῆτε καὶ δουλεύσητε
θεοῖς ἑτέροις, καὶ προσκυνήσητε αὐτοῖς· καὶ ἐξαρῶ
τὸν Ἰσραὴλ ἀπὸ τῆς γῆς ἧς ἔδωκα αὐτοῖς, καὶ τὸν
οἶκον τοῦτον, ὃν ἡγίασα τῷ ὀνόματί μου, ἀποῤῥίψω

Θεοδώρετος. Quaestiones in libros Regnorum et Paralipomenon


Τόμ. 80, σελ. 753, γρ. 46

ὡς ἡ ὥρα αὕτη, ζῶσα σὺ, καὶ συμπεριειλη-φυῖα υἱόν;»

 Τοῦτο καὶ πρὸς τὸν πατριάρχην Ἀβραὰμ ὁ τῶν


ὅλων ἔφη Θεός· «Κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἐλεύσομαι,
καὶ ἔσται τῇ Σάῤῥᾳ υἱός.» Δηλοῖ τοίνυν δι' ὧν
εἴρηκεν ὁ προφήτης, ὡς αὐτὸς ἐφθέγγετο δι' αὐτοῦ
ὁ τῶν ὅλων Κύριος. Οὗ δὴ χάριν καὶ ἀποφαντικῶς
δέδωκε τὴν ὑπόσχεσιν ὑπερβαίνουσαν τῆς φύσεως
τὴν ἀσθένειαν. Τῇ πείρᾳ μέντοι μαθοῦσα τοῦ προ-
φήτου τὴν δύναμιν, καὶ τελευτῆσαν τὸ παιδίον ἤλπι-
σεν ἀναστήσεσθαι. Ἐν τῇ κλίνῃ γὰρ τοῦτο τοῦ προ-
φήτου νεκρὸν κατακλίνασα, καὶ τὴν θύραν ἀποκλεί-
σασα, βαδίζουσα πρὸς τὸν προφήτην ἀφίκετο,  
οὐδὲ τῷ ἀνδρὶ τὴν αἰτίαν τῆς ἀποδημίας μηνύσασα.
Ἐκεῖνος οὖν ἀγνοῶν ἤρετο· «Τί ὅτι σὺ πορεύῃ
σήμερον πρὸς αὐτόν; Οὐ νουμηνία, οὐδὲ Σάββα-
τον.» Καὶ ἐν τοῖς Σάββασι, καὶ ἐν ταῖς νουμη-
νίαις γὰρ ἑορτάζειν εἰώθεισαν. Ἡ δὲ εἶπεν, Εἰρήνη·
προσειπεῖν αὐτὸν, φησὶ, βούλομαι. Πόῤῥωθεν δὲ αὐ-
τὴν ὁ προφήτης ἰδὼν, ἤρετο διὰ τοῦ Γιεζεὶ ὅπως
ἔχουσι καὶ αὐτὴ, καὶ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς,

Θεοδώρετος. Quaestiones in libros Regnorum et Paralipomenon


Τόμ. 80, σελ. 844, γρ. 24

Κύριος, καὶ κρίναι.» Καὶ οὐ διήμαρτε τῆς αἰτή-


σεως. Ἐνιαυτοῦ γὰρ διελθόντος, ὀλίγη μὲν αὐτοῖς
Σύρων προσέβαλε στρατιά· ἐξεδόθησαν δὲ ὑπὸ τοῦ
καταφρονηθέντος Δεσπότου· καὶ τοὺς μὲν ἀνεῖλον,
987

τοὺς δὲ ἐξανδραποδίσαντες ᾤχοντο. Οὗτος δὲ ἀῤῥω-


στίᾳ περιπεσὼν ὑπὸ τῶν ὑπηκόων ἐσφάγη. Ταύτην
γὰρ κατ' αὐτοῦ τὴν ψῆφον ἐξήνεγκεν ὁ Δεσπότης,
ὡς ὁ ἱστοριογράφος ἔφη· «Καὶ μετὰ Ἰωὰς ἐποίησε
κρίματα, καὶ ἐπέθεντο τῷ Ἰωὰς οἱ παῖδες αὐτοῦ
ἐν αἵμασιν υἱῶν Ἰωδαὲ τοῦ ἱερέως, καὶ ἐθανάτωσαν
αὐτὸν ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐτοῦ, καὶ ἀπέθανε, καὶ ἔθαψαν
αὐτὸν ἐν πόλει Δαβὶδ, καὶ οὐκ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν τῷ
τάφῳ τῶν βασιλέων.» Ἀληθὴς ἄρα ὁ λόγος ὁ
πρὸς τὸν Νῶε ῥηθεὶς, «Ὁ ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου,
πίνει αὐτὸ, ἀντὶ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται,
ὅτι ἐν εἰκόνι Θεοῦ ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον.» Καὶ τού-
τους δὲ ὁ τοῦ Ἰωὰς υἱὸς Ἀμασίας βασιλεύσας κατ-
έκτεινεν. Οὐ γὰρ ζήλῳ θείῳ πυρσευθέντες ἀνεῖλον,
ἀλλὰ μιαιφόνῳ χρησάμενοι γνώμῃ. Ἀντ' αὐτοῦ δὲ
ἐβασίλευσεν ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἀμασίας.

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos (4089: 024); MPG 80.


Τόμ. 80, σελ. 905, γρ. 8

καιρὸς, δέδοικα μὴ φθάσῃ τὸν παρὰ σοῦ ἔλεον ὁ


θάνατος, ἐν ᾧ τὰ τῆς ἐξομολογήσεως οὐκ ἔστι· τούτου  
χάριν ἐπιταχῦναι τὸν ἔλεον αἰτῶ· εἶτα παιδεύει τὸν
ἀκροατὴν, ὅτι μετὰ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας
δεῖ καὶ τὰ ἡμέτερα ἕπεσθαι. Ἄν τε γὰρ τὴν ἀσθέ-
νειαν προβαλώμεθα, ἄν τε τὴν ταραχὴν, ἄν τε τοῦ
Θεοῦ τὴν ἀγαθότητα, τὰ δὲ παρ' ἡμῶν μὴ προστεθῇ,
οὐδὲν ὄφελος ἡμῖν.
 ζʹ. «Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ'
ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν
Στρωμνήν μου βρέξω.» Οἶδα μὲν μεγάλα καὶ χαλε-
πὰ πλημμελήσας, ἀλλ' ὅμως δακρύων διηνεκῶς
διατελῶ, καὶ τὰ ὑπ' ἐμοῦ τετολμημένα θρηνῶν.
Καὶ μέντοι καὶ τὴν μιανθεῖσαν ὑπὸ τῆς παρανομίας
Κλίνην ἀεὶ δάκρυσιν ἀπολούσω, ἐκκαθῆραι ταύτην
διὰ τούτων πειρώμενος· κἂν τύχω δὲ τῆς ἀφέσεως,
οὐ παύσομαι τοῦτο ποιῶν. Τοῦτο γὰρ σημαίνει,
»Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, καὶ
βρέξω.»
 ηʹ. «Ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου.»
988

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos Τόμ. 80, σελ. 1161, γρ. 43

δὲ παρὰ τῷ Ἑβραίῳ, οὔτε παρὰ τῷ Σύρῳ, οὔτε


παρὰ τοῖς ἄλλοις ἑρμηνευταῖς. Πτωχὸν μέν τοι
καλεῖ τὸν τῶν ὅλων Κύριον. «ἐπειδὴ πλούσιος» ὢν,
ὥς φησιν ὁ θεῖος Ἀπόστολος, «δι' ἡμᾶς ἐπτώ-
χευσεν, ἵνα ἡμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσω-
μεν.» Καὶ «Ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων, οὐχ ἁρπα-
γμὸν ἡγήσατο εἶναι ἶσα Θεῷ· ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσεν
μορφὴν δούλου λαβών.» Καὶ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων
δεσπόζων, οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, καὶ
γεννηθεὶς ἐκ Παρθένου, διὰ σπάνιν Κλίνης ἐπὶ
φάτνης ἐτέθη. Μακαρίζει τοίνυν ὁ προφητικὸς λό-
γος τὸν ταύτην συνιέναι τὴν πτωχείαν δυνάμενον,
καὶ εἰς δύναμιν ἀνυμνῆσαι προθυμούμενον τὸν ταύτην
ἀναδεξάμενον· εἶτα δείκνυσι τοῦ μακαρισμοῦ τοὺς καρ-  
πούς. «Ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ ῥύσεται αὐτὸν ὁ Κύριος.»
Τὴν δὲ πονηρὰν ἡμέραν, κακώσεως ἡμέραν ὁ Σύμ-
μαχος εἴρηκεν. Αἰνίττεται δὲ, ὡς οἶμαι, τὴν τῆς
κρίσεως ἡμέραν, φοβερὰν οὖσαν, καὶ τῶν παρανοή-
μων κακωτικήν· καὶ ὑπισχνεῖται τὴν εἱλικρινῆ
γνῶσιν τῆς πτωχείας ἐκείνης τῶν τῆς φοβερᾶς

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos Τόμ. 80, σελ. 1164, γρ. 18

 γʹ. «Κύριος διαφυλάξαι αὐτὸν καὶ ζήσαι


αὐτὸν, καὶ μακαρίσαι αὐτὸν ἐν τῇ γῇ, καὶ μὴ πα-
ραδῷ αὐτὸν εἰς χεῖρας ἐχθρῶν αὐτοῦ.» Οὐ
μόνον δὲ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἀπολαύσει,
ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν παρόντα βίον τῆς θείας τεύξεται
προμηθείας, περιφανής τε γενόμενος καὶ περίβλε-
πτος, καὶ τὰς τῶν δυσμενῶν διαφεύγων ἐπιβουλάς.
Καὶ ἐπειδὴ τὸν φθαρτὸν ἔχοντα σῶμα εἰκὸς καὶ
νόσῳ περιπεσεῖν, ὑπισχνεῖται καὶ τὴν ταύτης
ἀπαλλαγήν.
 δʹ. «Κύριος βοηθήσει αὐτῷ ἐπὶ Κλίνης ὀδύνης
αὐτοῦ· ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ
ἀῤῥωστίᾳ αὐτοῦ.» Πάσης αὐτὸν, φησὶν, ἀπαλλά-
ξει τῆς ἀῤῥωστίας, καὶ εἰς ὑγίειαν τὴν νόσον
μεταβαλεῖ. Τὸ γὰρ, «ἔστρεψας ἐν τῇ ἀῤῥωστίᾳ
989

τὴν κοίτην,» ἀντὶ τοῦ μετέβαλες τέθεικεν


Οὕτω τοῦ συνιέντος τὴν ἀξιάγαστον ἐκείνην πτωχείαν
τὰς ἀντιδόσεις διεξελθὼν, ὑποδείκνυσιν ἡμῖν, τίς ὁ
ταύτην ἐσχηκὼς, καὶ πῶς αὐτὴν μετελήλυθεν,
αὐτὸν εἰσάγων διδάσκοντα, καὶ τὰ καθ' ἑαυτὸν
διηγούμενον.

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos Τόμ. 80, σελ. 1304, γρ. 18

δουλεύων ὁ Σαοὺλ τὸν τοῦ Δαβὶδ ἐτύρευε θάνατον·


καί ποτε συνεστιώμενον ἠβουλήθη κατακοντίσαι τῷ
δόρατι. Ἐκκλίναντα δὲ, καὶ διαφυγόντα τὸν θάνατον,
ἐπεχείρησε πάλιν χειρώσασθαι, καί τινας ἀποστεί-
λας, τὴν οἰκίαν φρουρῆσαι προσέταξε, προφανῆ
τὴν δυσμένειαν δείξας. Ἀλλ' ἡ μὲν τοῦ Δαβὶδ γα-
μετὴ, τοῦ δὲ Σαοὺλ θυγάτηρ, γνώριμον μὲν τοῦτο
ποιεῖ τῷ ὁμοζύγῳ, καὶ διά τινος αὐτὸν ἀποδρά-
ναι παρασκευάζει φωταγωγοῦ. Τὰ κενοτάφια δὲ
λαβοῦσα (οὕτω γὰρ ἡ ἱστορία διδάσκει) σχηματίζει
τὴν Κλίνην, καὶ ἀῤῥωστοῦντος εἰκόνα διὰ τῶν ἱμα-
τίων διατυποῖ· καὶ δείκνυσι πόῤῥωθεν τοῖς φρου-
ρῆσαι προστεταγμένοις, ὑπό τινος τὸν Δαβὶδ ἐν-
οχλεῖσθαι νοσήματος λέγουσα. Ταῦτα μὲν νύκτωρ ἐγέ-
νετο· ἡμέρας δὲ γενομένης, κατάδηλον τῷ Σαοὺλ
καὶ τοῖς δορυφόροις τὸ δράμα ἐγένετο. Τηνικαῦτα
τοίνυν ὁ μακάριος Δαβὶδ, τὴν ἐπιβουλὴν ἐκείνην δια-
φυγὼν, τὸν ψαλμὸν τοῦτον συνέγραψεν. Ἀλλὰ τῶν
μὲν τότε γενομένων ὀλίγα λέγει, τὰ δὲ πλείονα προ-
λέγει, τοῦ θείου Πνεύματος τὴν αἴγλην δεξάμενος,
καὶ τὴν κατὰ τοῦ Σωτῆρος [Θεοῦ] ἡμῶν

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos Τόμ. 80, σελ. 1760, γρ. 47

ὁ Δεσπότης· ὁ μὲν Ἀπόστολος βοῶν· «Ὃς δι' ἡμᾶς


ἐπτώχευσε πλούσιος ὢν, ἵνα ἡμεῖς τῇ ἐκείνου πτω-
χείᾳ πλουτήσωμεν·» καὶ πάλιν· «Ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ
ὑπάρχων, οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ,
ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών·» ὁ δὲ Κύ-
ριος νῦν μέν φησι· «Μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός
εἰμι, καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν
ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν·» νῦν δέ· «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς
990

ἔχουσι, καὶ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· ὁ δὲ


υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν
κλίνῃ.»
 ιηʹ. «Καὶ ἠγάπησε κατάραν, καὶ ἥξει αὐτῷ, καὶ
οὐκ ἠθέλησεν εὐλογίαν, καὶ μακρυνθήσεται ἀπ' αὐ-  
τοῦ.» Ἐνταῦθα σαφῶς τὸ εὐκτικὸν μεταβέβληκε
σχῆμα, καὶ προαγορευτικῶς ἀμφότερα τέθεικεν,
ὅτι καὶ τὴν κατάραν ἣν ἠγάπησαν λήψονται, καὶ τῆς
εὐλογίας, ἣν λαβεῖν οὐκ ἠθέλησαν, στερηθήσονται.
»Καὶ ἐνεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον.» Ἀντὶ τοῦ,
ταύτῃ πανταχόθεν περιεστοίχισται. «Καὶ εἰσῆλθεν
ὡσεὶ ὕδωρ εἰς τὰ ἔγκατα αὐτοῦ.»

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos Τόμ. 80, σελ. 1868, γρ. 2

μόνον ἡμέρας ὑπολαμπούσης τῷ Θεῷ τὰς ἱκετείας


προσέφερεν· ἀλλὰ καὶ μεσούσης νυκτὸς, οὐκ ἀνα-
μένων τὰς τῶν ἀλεκτρυόνων ᾠδάς. Οὕτως ἐπόθει
τὸν πεποιηκότα Θεὸν, οὕτω προθύμως τὴν ἐκεῖθεν
ᾔτει βοήθειαν.
 ρμηʹ. «Προέφθασαν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς ὄρ-
θρον, τοῦ μελετᾷν τὰ λόγιά σου.» Οὐ μόνον δὲ
κατὰ τὸν τοῦ γλυκέως ὕπνου καιρὸν, ἀλλὰ καὶ παρὰ
τὸν ὄρθρον, τῶν θείων νόμων ἐπεποίητο μελέτην.  
Ἡμεῖς δὲ πενίᾳ συζῶντες, καὶ πάσης φροντίδος
ἀπηλλαγμένοι, ἐπὶ τῆς Κλίνης διανυκτερεύομεν κα-
λινδούμενοι, καὶ οὐδὲ ἀρχομένης ἡμέρας τῷ δο-
τῆρι τῶν ἀγαθῶν τὸν ὕμνον προσφέρομεν.
 ρμθʹ. «Τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ
ἔλεός σου, κατὰ τὸ κρῖμά σου ζῆσόν με.» Ὁ το-
σούτοις κομῶν ἀγαθοῖς ἐλέου τυχεῖν ἀξιοῖ, καὶ οὐκ
ἀορίστως αἰτεῖ τὸν ἔλεον· ἀλλὰ κατὰ τὴν ὀνησιφό-
ρον ψῆφον.

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos Τόμ. 80, σελ. 1904, γρ. 38

τος ἐκ γένους Δαβὶδ τῆς οἰκουμένης Σωτῆρος.


»Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Δαβὶδ, καὶ πάσης τῆς πραό-
τητος αὐτοῦ.» Ἐπειδὴ πολλὰ πεπλημμεληκότες
ἡμεῖς πάσης ἐστερήμεθα παῤῥησίας, ἱκετεύομέν
σε, Δέσποτα, τοῦ Δαβὶδ ἀναμνησθῆναι, καὶ τῆς ἐκείνου
πραότητός τε καὶ εὐσεβείας. Ταύτης δὲ καὶ ὁ προτε-
991

ταγμένος ψαλμὸς ἐμνημόνευσε, καὶ σαφῶς ἐδίδαξε


τὴν τοῦ φρονήματος αὐτοῦ μετριότητα.
 βʹ – εʹ. «Ὡς ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ
Ἰακώβ. Εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ
ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου. Εἰ δώσω
ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, καὶ τοῖς βλεφάροις μου
νυσταγμόν. Καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου ἕως
οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.»
Ταῦτα σαφέστερον ἡ τῶν Παραλειπομένων ἱστορία
διδάσκει. Πρῶτον μὲν γὰρ ἱκέτευσεν αὐτὸς τὸν θεῖον
οἰκοδομῆσαι νεών. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τοῦ προφήτου
Νάθαν ἐκώλυσεν ὁ Θεὸς, καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ Σολο-
μῶντος ἐσομένην οἰκοδομίαν προείρηκεν, ἀνεβάλετο
μὲν τὴν οἰκοδομίαν, οὐκ ἠσπάσατο δὲ ῥᾳστώνην·
ἀλλὰ καὶ χρυσὸν, καὶ ἄργυρον, καὶ σίδηρον, καὶ

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos Τόμ. 80, σελ. 1925, γρ. 8

κεφαλαίῳ καὶ τούτων ἤδη τὴν ἑρμηνείαν ἐποιησά-


μεθα.  
 ιθʹ, κʹ. «Τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν Ἀμοῤῥαίων, ὅτι
εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Καὶ τὸν Ὢγ βασιλέα
τῆς Βασὰν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.» Οὐχ
ἁπλῶς δὲ, τοὺς ἄλλους παραλιπὼν βασιλέας, τούτων
διαφερόντως ἐμνήσθη, ἀλλὰ τὸν λαὸν τῆς θεοσδότου
νίκης ἀναμιμνήσκων· ἐπὶ ῥώμῃ γὰρ οὗτοι, καὶ δυ-
ναστείᾳ, καὶ μεγέθει σώματος ἐσεμνύνοντο. Ὁ δὲ
Ὢγ καὶ κλίνῃ ἐκέχρητο σιδηρᾷ, διὰ τὸ τοῦ σώματος
μέγεθος ἐννέα μὲν πήχεις τὸ μῆκος, πέντε δὲ τὸ εὖ-
ρος ἐχούσῃ.
 καʹ, κβʹ. «Καὶ δόντι τὴν γῆν κληρονομίαν, ὅτι
εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Κληρονομίαν Ἰσραὴλ
δούλῳ αὑτοῦ, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.»
Ἅπαντας γὰρ ἐκείνους θανάτῳ καταναλώσας, τὸν
Ἰσραὴλ δεσπότην τῆς ἐκείνων ἐπέφηνε γῆς.
 κγʹ, κδʹ. «Ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη
ἡμῶν ὁ Κύριος, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Καὶ
ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν,

Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos Τόμ. 80, σελ. 1993, γρ. 23


992

 εʹ. «Ὅτι εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τῷ λαῷ αὑτοῦ.» Πολ-


λῆς ἡμᾶς, φησὶ, φιλανθρωπίας ἠξίωσε, καὶ τὴν
οἰκείαν ἡμῖν ἔδειξεν ἀγαθότητα. «Καὶ ὑψώσει
πραεῖς ἐν σωτηρίᾳ.» Τοὺς δὲ ἐρήμους βοηθείας, καὶ
τρόποις ἀγαθοῖς κεχρημένους, ὑψηλοὺς ἀποφανεῖ καὶ
περιβλέπτους.
 ϛʹ. «Καυχήσονται ὅσιοι ἐν δόξῃ, καὶ ἀγαλλιά-
σονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὑτῶν.» Καὶ οἱ τὸ δίκαιον
τιμῶντες, ἐν εὐκλείᾳ γενήσονται, πολλῆς ἀπολαύον-
τες ἀναπαύλης. Κοίτην γὰρ τὴν ἀνάπαυλαν ἐκά-
λεσεν· ἀναπαύλης γὰρ ἡ Κλίνη σημαντική.
 ζʹ. «Αἱ ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν.»
Διηνεκῶς δὲ τὰς θείας εὐεργεσίας κηρύττουσι, τὸν
τούτων αἴτιον ἀνυμνοῦντες.
 »Καὶ ῥομφαῖαι δίστομοι ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν.
[ηʹ.] Τοῦ ποιῆσαι ἐκδίκησιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἐλεγμοὺς
ἐν τοῖς λαοῖς.» Οὐκ ἐναντίον τῇ ἀναπαύλῃ τὸ ἐν πολέ-
μοις νικᾷν. Πάσης γὰρ ἀναπαύλης τὸ νικᾷν θυμηρέ-
στερον. Προλέγει μέντοι διὰ τούτων τὴν τῶν Μακκα-
βαίων ἀνδρίαν, ᾗ χρησάμενοι, καὶ τοὺς πλησιοχώρους
ἐχειρώσαντο, καὶ τοὺς Μακεδόνας κατηγωνίσαντο.

Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum (4089: 025); MPG


81.Τόμ. 81, σελ. 84, γρ. 41

Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ ἐνῴκησε τῷ νυμφίῳ. Διὰ τοῦτο


οὐ λέγει, ὡσεὶ περιστερᾶς, ἀλλὰ «περιστεραὶ,» τουτ-
έστι πνευματικοὶ, χάριτος θείας πεπληρωμένοι,
ἀχλύος ἐλεύθεροι, ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν
δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι, καὶ τὴν αὐτὴν εἰκόνα
μεταμορφούμενοι, ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ
Κυρίου Πνεύματος, καὶ δυνάμενοι λέγειν· «Ἡμῖν δὲ
ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ.»
Ἀποκρίνεται πάλιν ἡ νύμφη, καί φησιν·
 ιεʹ, ιϛʹ. Ἰδοὺ εἶ καλὸς, ἀδελφιδοῦς μου, καί γε
ὡραῖος πρὸς Κλίνην ἡμῶν σύσκιον. Δοκοὶ
οἴκων ἡμῶν κέδροι, φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.
Μέχρι μὲν οὖν τοῦ παρόντος τὴν εὐοσμίαν αὐτοῦ
διετέλει θαυμάζουσα· νῦν δὲ αὐτοῦ καὶ τὴν ὥραν
ἐκπλήττεται, φωτισθεῖσα τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ πνευ-
ματικοὺς αὐτοὺς κτησαμένη, ὡς καὶ περιστερᾶς ὀνο-
μασθῆναι· διό φησιν, ὅτι «Καλὸς καὶ ὡραῖος ὁ ἀδελ-
993

φιδοῦς μου.» Κλίνην δὲ, ὡς οἶμαι, τὴν θείαν καλεῖ


Γραφήν· ἐν ᾗ ὅ τε νυμφίος καὶ ἡ νύμφη διανα-
παυομένη κοινωνοῦσιν ἀλλήλοις κατὰ τὴν πνευμα

Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum Τόμ. 81, σελ. 88, γρ.


5

πλησίον μου ἐν μέσῳ τῶν θυγατέρων. Ὅση γὰρ


διαφορὰ τοῦ κρίνου πρὸς τὰς ἀκάνθας, τοσοῦτο
διενήνοχέ σου τὸ κάλλος τῶν θυγατέρων, αἳ οὕτω
μὲν προσαγορεύονται διὰ τὸ τῆς κλήσεως ἀξιωθῆ-
ναι, τοῦ δὲ ἐκλεκταὶ εἶναι ἑαυτὰς ἀπεστερήκεισαν.
»Πολλοὶ γὰρ, φησὶ, κλητοὶ, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.»  
Τούτῳ δὲ ὀνόματι καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας ὀνομά-
ζει τὴν νύμφην λέγων· «Εὐφράνθητι, ἔρημος διψῶσα·
εὐφρανθήτω ἔρημος, καὶ ἀνθείτω ὡς κρίνον·» ἔρη-
μος γὰρ ἦν πρότερον, καὶ ἄκαρπος, καὶ ἄνυδρος ἡ
νύμφη προσαγορευομένη, καὶ Κλίνην οὐκ ἔχουσα σύ-
σκιον· ἐδίψα δὲ τὸν νυμφίον· διὸ καὶ βοᾷ· «Φιλησάτω
με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ.» Καὶ τοῦτο ὁ
προφήτης εἰδὼς, πνευματικὸς γὰρ ἦν, ἔλεγεν· «Εὐ-
φράνθητι, ἔρημος διψῶσα, εὐφρανθήτω ἔρημος, καὶ
ἀνθείτω ὡς κρίνον.» Διὰ τοῦτο καὶ ὁ νυμφίος φησὶ
πρὸς αὐτήν· «Ὡς κρίνον ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, οὕ-
τως ἡ πλησίον μου ἀναμέσον τῶν θυγατέρων.»
Καὶ ἔοικεν ἐνταῦθα τὰς τῶν αἱρετικῶν ἐκκλησίας
θυγατέρας καλεῖν, διὰ τὴν αὐτοῦ κλῆσιν, καὶ οὐ διὰ
τὴν ἐκείνων προαίρεσιν.

Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum Τόμ. 81, σελ. 120, γρ.


44

ἀνθρωπότητα καὶ τὴν θεότητα προσκυνεῖ, καὶ τῷ


θανάτῳ πιστεύουσα, καὶ τὴν πρὸ τῶν αἰώνων ὕπαρξιν
ὁμολογεῖ. Ἀπὸ πάντων τοίνυν τῶν κονιορτῶν τοῦ
μυρεψοῦ θαυμάζουσιν αὐτῆς τὴν σμύρναν, καὶ τὸν
λίβανον. Ἔχει μὲν γὰρ καὶ τὰς ἄλλας ἀρετὰς οἷον
ἀπό τινος μυρεψοῦ τῆς θείας Γραφῆς ταύτας συλλέ-
γουσα· ἐξαίρετα δὲ αὐτῆς ἡ σμύρνα καὶ ὁ λίβανος,
τουτέστιν ἡ θεολογία τε καὶ οἰκονομία. Οὕτω τῆς
994

νύμφης τὸ κάλλος θαυμάσαντες, διηγοῦνται αὐτῇ τοῦ


νυμφίου τὸν πλοῦτον, καί φασιν·
 ζʹ, ηʹ. Ἰδοὺ ἡ Κλίνη τοῦ Σολομὼν, ἑξήκοντα
δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς, ἀπὸ δυνατῶν Ἰσραήλ.
Πάντες κατέχοντες ῥομφαίας, δεδιδαγμένοι πό-
λεμον· ἀνὴρ ῥομφαία αὐτοῦ ἐπὶ τὸν μηρὸν αὐ-
τοῦ, ἀπὸ θάμβους ἐν νυξίν. Ζητητέον δὲ πρὸ πάν-
των, τί δήποτε Σολομῶντα τὸν νυμφίον προσαγο-
ρεύουσι· τὸ, Σολομῶν, εἰρηνικὸς προσαγορεύεται·
καὶ τοῦτο ἐν ταῖς Παραλειπομέναις ἔστιν εὑρεῖν·
φησὶ γὰρ ὁ Θεὸς πρὸς βουληθέντα τὸν Δαβὶδ τὸν νεὼν  
οἰκοδομῆσαι· «Ἰδοὺ υἱὸς τίκτεταί σοι· οὗτος ἔσται
ἀνὴρ ἀναπαύσεως, καὶ ἀναπαύσω αὐτὸν ἀπὸ πάντων

Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum


Τόμ. 81, σελ. 121, γρ. 41

Καὶ κατακυριεύσει ἀπὸ θαλάσσης ἕως θαλάσσης, καὶ


ἀπὸ ποταμῶν ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης,» καὶ
τὰ ἑξῆς ἅπαντα τῆς αὐτῆς διανοίας ἐχόμενα· οὐ γὰρ
νῦν καιρὸς τὸν ψαλμὸν ἑρμηνεύειν. Ἕως δὲ τῶν
περάτων τῆς οἰκουμένης οὐχ ὁ Σολομὼν ἐκυρίευσεν,
ἀλλ' ὁ ἐκ Σολομῶντος βλαστήσας κατὰ τὸ ἀνθρώπειον
Ἰησοῦς Χριστὸς, καὶ Σολομὼν προσαγορευόμενος διὰ
τὸ εἰρηνικὸν καὶ πρᾶον, καὶ εἰρήνης παρεκτικόν.
Ἐπειδὴ τοίνυν τίς ὁ Σολομὼν μεμαθήκαμεν, φέρε
τῆς ἑρμηνείας ἁψώμεθα. «Ἰδοὺ ἡ Κλίνη τοῦ Σολο-
μών.» Κλίνην τοῦ νυμφίου τὰς θείας νοήσωμεν
Γραφάς. Ἐν ἐκείναις γὰρ οἱονεὶ συνανακλινομένη ἡ
νύμφη τῷ νυμφίῳ, καὶ τὰ τῆς διδασκαλίας σπέρματα
δεχομένη, συλλαμβάνει, καὶ κύει, καὶ ὠδίνει, καὶ
τίκτει τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν, ὡς βοᾷν μετὰ τοῦ
προφήτου· «Διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε, ἐν γαστρὶ
ἐλάβομεν, καὶ ὠδινήσαμεν, καὶ ἐτέκομεν· πνεῦμα
σωτηρίας σου ἐποιήσαμεν ἐπὶ τῆς γῆς.»  –  

Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum Τόμ. 81, σελ. 124, γρ.


7

σωτηρίας σου ἐποιήσαμεν ἐπὶ τῆς γῆς.»  –  


»Ἑξήκοντα, φησὶ, δυνατοὶ κύκλῳ αὐτῆς, ἀπὸ δυνα-
τῶν Ἰσραήλ. Πάντες κατέχοντες ῥομφαίας, δεδι-
995

δαγμένοι πόλεμον· ἀνὴρ ῥομφαία αὐτοῦ ἐπὶ τὸν  


μηρὸν αὐτοῦ, ἀπὸ θάμβους ἐν νυξίν.» Τὸν ἑξήκοντα
ἀριθμὸν ἐνταῦθα κεῖσθαι ἡγοῦμαι οὐκ ἐπὶ ταύτης
τῆς ποσότητος, ἀλλὰ τοὺς ἐν τῇ Παλαιᾷ διαπρέψαν-
τας ἁγίους τούτῳ δηλοῦσθαι τῷ ὀνόματι. Τὸν μὲν γὰρ
δέκα τέλειον εἶναί φασιν ἀριθμόν· τὸν δὲ ἓξ τοῖς ὑπὸ
νόμον ἁρμόττοντα. «Ἓξ γὰρ, φησὶν, ἡμέραις ἐργᾷ.»
Τοὺς ἐν νόμῳ τοίνυν τελειωθέντας κύκλῳ τῆς Κλίνης
ἑστάναι φασὶν, ἀπὸ μὲν τοῦ Ἰσραὴλ τὸ γένος κατά-
γοντας, δυνατοὺς δὲ ὄντας ὑπὲρ ἅπαντας, καὶ ῥομ-
φαίαν κατέχοντας, καὶ πολεμικὴν ἐμπειρίαν εἰδότας,
καὶ ἄλλας ῥομφαίας ἐπὶ τῶν μηρῶν φερομένους.
»Ἀπὸ θάμβους, φησὶν, ἐν νυξίν.» Σαφέστερον δὲ ὁ
Σύμμαχος τοῦτο πεποίηκεν εἰρηκὼς, «διὰ φόβους
νυκτερινούς.» Οὗτοι, φησὶν, οἱ δυνατοὶ περιέπουσιν
αὐτοῦ τὴν Κλίνην, διὰ τὰς τῶν ἐναντίων ἐπιδρομὰς
τὴν νύμφην φυλάττοντες. Δύο δὲ ῥομφαίας ἐπιφέ-
ρονται, τὴν μὲν ἐν τῷ μηρῷ, τὴν δὲ ἐν τῇ χειρί·

Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum


Τόμ. 81, σελ. 197, γρ. 12

τοῦ μακαρίου Παύλου εἰρημένα· «Ἤκουσα γὰρ, φησὶν,


ἄῤῥητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.» Διὰ
τοῦτο καὶ ἡ νύμφη φησίν· «ἱκανούμενος χείλεσί μου καὶ ὀδοῦσί μου,» ἵνα
τὰ μὲν προφέρω, τὰ δὲ φυλάττω·
Τούτοις ἐπιφέρει·
 ιʹ. Ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου, καὶ ἐπ' ἐμὲ ἡ ἐπι-
στροφὴ αὐτοῦ. Αὐτῷ γὰρ ἐμαυτὴν ἀνατέθεικα, καὶ
πᾶσαν ἀλλοτρίαν κοινωνίαν ἐβδελυξάμην, Ἑλληνικὴν,
Ἰουδαϊκὴν, αἱρετικήν· καὶ γὰρ αὐτὸς πάντων με τῶν
ἄλλων προτέθεικε, καὶ πρὸς ἐμὲ τὴν ἀποστροφὴν
ἔχει· οὐ γὰρ ἔχων πρότερον ποῦ κλίναι τὴν κεφαλὴν,
εὗρε νῦν ποῦ κλίνῃ τὴν κεφαλήν· καὶ πολλὰς ἔχων
παλλακίδας, καὶ βασιλίδας, καὶ νεάνιδας, πάντων
προτίθησί με· ἀλλ' οὐκ ἀνέχομαι μόνη τῆς ἱερᾶς αὐ-
τοῦ κοινωνίας ἀπολαύειν.
 ιαʹ, ιβʹ, ιγʹ. Ἐλθὲ, ἀδελφιδέ μου, καὶ ἐξέλθωμεν
εἰς ἀγρὸν, αὐλισθῶμεν ἐν κώμαις. Ὀρθρίσωμεν
εἰς ἀμπελῶνας, ἴδωμεν εἰ ἤνθησεν ἡ ἄμπελος,
ἢ ἤνθησεν ὁ κυπρισμὸς, εἰ ἤνθησαν αἱ ῥοαί.
Ἐκεῖ δώσω τοὺς μαστούς μού σοι.
996

Θεοδώρετος. Interpretatio in Ezechielem (4089: 027); MPG 81.


Τόμ. 81, σελ. 1045, γρ. 39

ἀσέβειαν· τὸ δὲ καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἐργασίαν


τῶν θείων ἐπιβαίνειν προθύρων, ποίας ἀσεβείας
ὑπερβολὴν καταλείπει; Διὸ καὶ τελευταῖον αὐτὸ τέ-
θεικεν, καὶ προστέθεικε πάλιν· «Καὶ ἰδοὺ οὕτως
ἐποίουν ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου μου.» Ταύτην, φησὶ, τὴν
ἀσέβειαν ἐν τῷ ἀφιερωμένῳ τετολμήκασιν οἴκῳ.
 μʹ. Καὶ ἔπεμπον τοῖς ἀνδράσι τοῖς ἐρχομένοις μα-
κρόθεν· οἷς ἀγγέλους ἐξαπέστελλον πρὸς αὐτοὺς,
καὶ ἅμα τῷ ἔρχεσθαι αὐτοὺς εὐθὺς ἐλούου, καὶ
ἐστιβίζου τοὺς ὀφθαλμούς σου, καὶ ἐκόσμου κό-
σμῳ. Καὶ ἐκάθου ἐπὶ Κλίνης ἐστρωμένης, καὶ τρά-
πεζα κεκοσμημένη ἔμπροσθεν αὐτῆς. Πάντα τὰ εἰ-
ρημένα ὡς ἐπὶ γυναικὸς ἑταίρας διέγραψε· σημαίνει δὲ
τήν τε γενομένην πρὸς τοὺς Ἀσσυρίους καὶ Χαλδαίους
αὐτοῖς συμμαχίαν, καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἐπεισαχθεῖσαν
ἀσέβειαν. Παραδηλοῖ δὲ καὶ τοὺς ἐν ταῖς τῶν δαιμόνων
ἑορταῖς καλλωπισμοὺς, χλιδὰς, καὶ ἱματίων ἐναλλα-
γὰς, καὶ τ' ἄλλα πάντα ὅσα ἐν ταῖς τοιαύταις ποιεῖν
εἰώθεισαν πανηγύρεσι. Τοῦτο δὲ σημαίνει καὶ τὰ
ἐπιφερόμενα· «Καὶ τὸ θυμίαμά μου, καὶ τὸ ἔλαιόν
μου ἐτίθης ἔμπροσθεν αὐτῶν.

Θεοδώρετος. Interpretatio in Danielem (4089: 028); MPG 81.


Τόμ. 81, σελ. 1296, γρ. 20

προλέγειν αὐτῷ τὴν τῆς βασιλείας κατάλυσιν, προ-


οιμιαζόμενος· Εὐχὴ, φησὶν, ἐστὶν ἐμοὶ, ζῇν σε
διηνεκῶς· μὴ τοίνυν ἐμοὶ ἐπιγράψῃς τὸ ὑπὸ τοῦ ἐν-
υπνίου δηλούμενον. Εἶτά φησι· «Τὸ ἐνύπνιόν σου,
καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς σου, ἐπὶ τῆς κοίτης
σου, τοῦτό ἐστι, βασιλεῦ.» Ἀντὶ τοῦ· Ἃ νύκτωρ
ἐθεάσω, ταῦτά ἐστιν·
 κθʹ. «Οἱ διαλογισμοί σου ἐπὶ τῆς κοίτης σου ἀν-
έβησαν, ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα.» Ἐλογίζου,
φησὶ, κατακείμενος ἐπὶ τῆς Κλίνης, εἴτε εἰς ἀεὶ
ζήσῃ, εἴτε τῷ νόμῳ τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ τὸν θάνατον
γενήσῃ· ἐπεθύμεις δὲ μαθεῖν καὶ τὰ μήπω γεγε-
νημένα. Καὶ ὁ ἀποκαλύπτων μυστήρια ἐγνώρισέ σοι
997

ἃ δεῖ γενέσθαι. Πανταχοῦ δὲ τὸν ἕνα κηρύττει Θεὸν,


τῆς πολυθεΐας ἐκβαλὼν τὴν πλάνην· εἶτα καὶ τοῦ
οἰκείου φρονήματος τὴν μετριότητα δείκνυσιν.
 λʹ. «Ἐμοὶ γὰρ, φησὶν, οὐκ ἐν σοφίᾳ τῇ οὔσῃ ἐν
ἐμοὶ παρὰ πάντας τοὺς ζῶντας, τὸ μυστήριον τοῦτο
ἀπεκαλύφθη, ἀλλ' ἕνεκεν τοῦ τὴν σύγκρισιν τῷ βα-
σιλεῖ γνωρίσαι, καὶ ἵνα γνῷς τοὺς διαλογισμοὺς τῆς

Θεοδώρετος. Interpretatio in Danielem Τόμ. 81, σελ. 1357, γρ. 42

φήτου διδασκαλίας μεμαθήκαμεν. Πόθεν γὰρ ἑτέρω-


θεν ἐγνώκει τοῦ παναγίου Πνεύματος τὴν προσηγο-
ρίαν τοῖς κιβδήλοις εἰδώλοις προστετηκώς; «Καὶ τὸ
ἐνύπνιον, φησὶν, ἐνώπιον αὐτοῦ εἶπον.» Εἶπον δὲ
οὕτως ἀρξάμενος·
 ϛʹ, ζʹ. «Βαλτάσαρ, ὁ ἄρχων τῶν ἐπαοιδῶν, ὃν
ἐγὼ ἔγνων, ὅτι Πνεῦμα ἅγιον ἐν σοὶ, καὶ πᾶν
μυστήριον οὐκ ἀδυνατεῖ σοι, ἄκουσον τὴν ὅρασιν
τοῦ ἐνυπνίου, οὗ εἶδον, καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ
εἰπέ μοι. Καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς μου ἐπὶ
τῆς Κλίνης μου.» Τοὺς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων αἱ
εὐημερίαι πολλάκις ἐπιλανθάνεσθαι τῶν εὐεργετη-
σάντων παρασκευάζουσιν, αἱ δὲ χρεῖαι ἀνακαλοῦνται
τῶν εὖ πεποιηκότων τὴν μνήμην. Καὶ ὑγιαίνων
μέν τις τὸ σῶμα, τῆς τοῦ ἰατροῦ τέχνης οὐ λαμβά-
νει τὴν μνήμην· ἀῤῥωστίᾳ δὲ περιπεσὼν, ἀναμιμνή-
σκεται, ὡς καὶ ἤδη πρότερον τοῦτο παθὼν διὰ
τοῦ δεῖνος τοῦ ἰατροῦ τῆς ὑγείας ἀπήλαυσεν· οὕτω
καὶ ὁ Ναβουχοδονόσορ, ἡνίκα μὲν τοὺς ἁγίους ἐκεί-
νους τῇ πυρᾷ παρεδίδου, τῆς τοῦ Δανιὴλ εὐεργεσίας
οὐκ ἐμνημόνευσεν·

Θεοδώρετος. Interpretatio in xiv epistulas sancti Pauli (4089: 030);


MPG 82.Τόμ. 82, σελ. 649, γρ. 30

νοι, ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις


εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτως
πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.» Ἔδειξε τὸ μέγεθος
τῆς τιμῆς. Ὥσπερ γὰρ αὐτὸς ὁ Δεσπότης ἐπὶ νεφέ-
λης φωτεινῆς ἀνελήφθη· οὕτω καὶ οἱ εἰς αὐτὸν
998

πεπιστευκότες, οἵ τε ἐκ νεκρῶν ἀνιστάμενοι, καὶ οἱ


ἔτι περιόντες, ἐπὶ νεφελῶν ὀχούμενοι ὑπαντήσουσι
τῷ τῶν ὅλων Κριτῇ, καὶ σὺν αὐτῷ διάγοντες τὸν
ἀπέραντον αἰῶνα διατελέσουσι. Τοῦτο καὶ ὁ Κύριος
ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις ἐδίδαξε· «Δύο εὑρεθή-
σονται ἐν τῇ κλίνῃ, εἷς παραλαμβάνεται, καὶ εἷς
ἀφίεται· δύο ἐν τῷ μύλωνι, μία παραλαμβάνεται,
[καὶ μία ἀφίεται·] δύο ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς παραλαμβάνε-
ται, καὶ εἷς ἀφίεται.» Καὶ διὰ μὲν τῆς Κλίνης τὴν
εὐπορίαν ᾐνίξατο· διὰ δὲ τοῦ μύλωνος, τήν τε δου-
λείαν καὶ τὴν θητείαν· διὰ δὲ τοῦ ἀγροῦ, τὸν γεωρ-
γικὸν βίον. Καὶ ἐδίδαξεν ὡς ἕκαστος βίος καὶ τοὺς
σωζομένους ἔχει, καὶ τοὺς κολαζομένους. Οὕτω καὶ
βασιλέως εἴς τινα πόλιν εἰσιόντος, οἱ μὲν ἐν τέλει
καὶ ἀξιώτατοι πόῤῥω που ἀπαντῶσιν· οἱ δὲ ἐγκλή-
μασιν ὑπεύθυνοι ἔνδον προσμένουσι τὴν τοῦ κριτοῦ

Θεοδώρετος. De providentia orationes decem (4089: 032); MPG 83.


Τόμ. 83, σελ. 568, γρ. 34

ὁδεύει, καὶ χρείαν οὐκ ἐλάττω τῆς ἡμέρας ἡ νὺξ


τοῖς ἀνθρώποις παρέχει. Πρῶτον μὲν γὰρ τοῦ σκό-
τους καὶ τοῦ φωτὸς τὸ διάφορον τερπνότερον ἡμῖν
καὶ χαριέστερον τὸ φῶς ὑποδείκνυσι· διὸ ποθεινότερος
ἡμῖν τῆς μεσημβρίας ὁ ὄρθρος. Κόρον γὰρ τοῦ φω-
τὸς μεθημέραν λαμβάνοντες, τῆς νυκτερινῆς ἀνα-
παύλης δεόμεθα· εἶτα ταύτης τυχόντες, τὸν μὲν
κόρον ἀποτιθέμεθα, ἐπέραστον δὲ ἡμῖν αὖθις γίνε-
ται τὸ φῶς. Οὕτω καὶ τῶν πόνων κορεννύμενοι μεθ-
ημέραν, καὶ κοπούμενον τὸ σῶμα νύκτωρ
διαναπαύομεν· καὶ κλίνῃ, καὶ ὕπνῳ, καὶ ἡσυχίᾳ
τοῦτο καλῶς θεραπεύσαντες, αὖθις αὐτὸ νέον τοῖς
ἔργοις ὑπὸ τὴν ἕω προσφέρομεν. Τοσαύτην ἡμῖν καὶ
τοιαύτην ἡ νὺξ παρέχει τὴν χρείαν. Διὰ ταύτην
μισθωτὸς ἀναπαύεται, καὶ οἰκέτης παῦλαν λαμβά-
νει τῶν πόνων. Παύει γὰρ καὶ τοὺς λίαν φιλοπονω-
τάτους τῆς ἐργασίας τῆς νυκτὸς τὸ ζοφῶδες. Ταύτην
ᾐδέσθησαν πολλάκις καὶ πολεμοῦντες ἄνθρωποι, καὶ
νικῶντες, καὶ τοὺς ἀντιπάλους διώκοντες· καὶ θεα-
σάμενοι παραγενομένην, τοῦ μὲν διώκειν ἐπαύσαντο,
σχολαιότερον δὲ φεύγειν τοὺς δραπετεύοντας εἴασαν.
999

Θεοδώρετος. De providentia orationes decem Τόμ. 83, σελ. 664, γρ. 48

διάζοντες, καὶ ἄλσος τὴν οἰκίαν ἀποφαίνοντες. Ὕδα-


τος μηχανῶνται κρουνοὺς ἐν τριωρόφοις, τὸν ὕπνον
αὐτοῦ τοῖς βλεφάροις ἐπιθεῖναι βουλόμενοι. Καὶ τος-
αύτης πανταχόθεν θεραπείας προσφερομένης,
οὐδὲν ἧττον ἐκεῖνος ἀλγύνεται, γυμνούμενος, περι-
στρεφόμενος, τῇ κινήσει τῶν χειρῶν τὴν κεκρυμ-
μένην σημαίνων πυράν. Ὁ δὲ πένης, ἕνα μὲν οἰ-
κίσκον ἔχει, καὶ τοῦτον πολλάκις ἐπὶ μισθῷ.
Εἰσὶ δὲ, οἳ μισθὸν παρέχειν οὐ δυνάμενοι, τὴν
ἀγορὰν ἔχουσιν οἰκίαν, καὶ Κλίνην τὸ ἔδαφος, καὶ
στρωμνὴν τὸν φορυτόν· καὶ οὔτε ἰατρὸς παρίσταται,
οὔτε ὀψοποιὸς τοῖς τοῦ ἰατροῦ διακονῶν ἐπιτάγμα-
σιν, οὐκ οἰκέτης, οὐ θεράπαινα, τυχὸν δὲ οὐδὲ γυνὴ
σύνευνος. Πάντα δὲ αὐτῷ γίνεται ἡ τοῦ Θεοῦ προ-
μήθεια, ἀμβλύνουσα μὲν τῶν παθῶν τὰς ἀκίδας,
ἀμαυροῦσα δὲ τὰς ὀδύνας, σβεννῦσα δὲ φαρμάκου  
δίχα τὴν τοῦ πυρὸς φλόγα, ἀπείργουσα δὲ τὴν βλά-
βην, τὴν ἀπὸ κρυμοῦ, τὴν ἀπὸ φλογμοῦ, τὴν ἀπὸ
τῆς ὑποκειμένης νοτίδος. Οὐδεὶς ἐκεῖνον διδάσκει,
τίνα τῶν ἐδεσμάτων τρέφει τὴν νόσον, τίνα τῇ ὑγείᾳ

Θεοδώρετος. Ad eos qui in Euphratesia et Osrhoena regione, Syria,


Phoenicia et Cilicia vitam monasticam degunt (ex epistula 151) (4089:
034); MPG 83.Τόμ. 83, σελ. 1425, γρ. 27

λὴν, καὶ πάσας τὰς ἄλλας θαυματουργίας τῆς θείας


εἶναι δυνάμεως ἔργα πιστεύομεν. Ὡς τὸν αὐτόν φημι
δὴ τὸν Δεσπότην Χριστὸν, καὶ πάσχειν, καὶ πάθη
λύειν· πάσχειν μὲν κατὰ τὸ ὁρώμενον, λύειν δὲ τὰ
πάθη κατὰ τὴν ἀῤῥήτως οἰκοῦσαν θεότητα. Δηλοῖ δὲ
τοῦτο σαφῶς καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων ἡ ἱστορία. Καὶ
μανθάνομεν ἐκεῖθεν, ὡς ἐν φάτνῃ κείμενος καὶ σπάρ-
γανα περιβεβλημένος, ὑπὸ ἀστέρος ἐκηρύττετο, καὶ
ὑπὸ μάγων προσεκυνεῖτο, καὶ ὑπὸ ἀγγέλων ὑμνεῖτο,
καὶ διακρίνομεν εὐσεβῶς, ὅτι τὰ ῥάκη, καὶ σπάργανα,
καὶ τῆς Κλίνης ἡ ἀπορία, καὶ ἡ πολλὴ εὐτέλεια, τῆς
ἀνθρωπότητος ἴδια. Ὁ δὲ τῶν Μάγων δρόμος καὶ τοῦ
ἀστέρος ἡ ποδηγία καὶ ἡ τῶν ἀγγέλων χορεία κηρύττει
1000

τὴν τοῦ κρυπτομένου θεότητα. Οὕτως ἀποδιδράσκει


μὲν εἰς Αἴγυπτον, καὶ τῇ φυγῇ τῆς Ἡρώδου μανίας
ἀπαλλάττεται· καὶ γὰρ ἄνθρωπος ἦν. Συσσείει δὲ,
κατὰ τὸν Προφήτην, τὰ χειροποίητα Αἰγύπτου· Θεὸς
γὰρ ὑπῆρχε. Περιτέμνεται καὶ φυλάττει τὸν νόμον
καὶ καθαρσίους προσφέρει θυσίας· ἐκ γὰρ τῆς Ἰες-
σαὶ βεβλάστηκε ῥίζης.

Κύριλλος. Commentarius in xii prophetas minores


Τόμ. 2, σελ. 425, γρ. 8

τανίστασθαι μεμελετηκότας τοῖς ἱερουργοῦσι τὸ εὐαγγέλειον


αὐτοῦ. ἑκάστη δὲ βολὶς, τουτέστιν μυσταγωγὸς ἢ ἀπόστο-
λος· βέλει γὰρ ἤτοι βολίδι παρεικάζει πάλιν αὐτοὺς Θεοῦ  
πέμποντος· ὡς ἀστραπὴ δραμεῖταί φησι, δῆλον δὲ ὅτι κατ-
αυγάζουσα, καὶ τοῖς ἁπάντων ὀφθαλμοῖς ἀμογητὶ προς-
πίπτουσα. γεγόνασι γὰρ οὕτω λαμπροὶ καὶ οἱ θεσπέσιοι
μαθηταὶ, καὶ τῶν τοῦ Σωτῆρος εὐαγγελίων οἱ κήρυκες, καὶ
οἱ μετ' ἐκείνους λαῶν ἡγούμενοι καὶ προεστηκότες ἐκκλη-
σιῶν, ὡς ἀγνοῆσαι μηδένα τῆς ἐνούσης αὐτοῖς ἀρετῆς τὴν
φαιδρότητα. καὶ τοῦτο αὐτὸς ἔφασκεν ὁ Σωτήρ “Οὐδεὶς
“λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει ἢ ὑποκάτω Κλίνης
“τίθησιν, ἀλλ' ἐπὶ λυχνίαν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι
“τὸ φῶς.” καὶ πάλιν ἑτέρωθι “Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς
“ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ
“καλὰ ἔργα, καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς
“οὐρανοῖς.”

Κύριλλος. Commentarii in Joannem Τόμ. 1, σελ. 310, γρ. 5

αὐτοὺς τὴν τοῦ θεραπεύσαντος δύναμιν οὐ δέχονται κατὰ


νοῦν· πικροὶ δὲ ὄντες ἐπιτιμηταὶ, καὶ μόνον εἰδότες τοῦτο
καλῶς, παρανομίας ἐγκλήματι περιβάλλουσι τὸν ἄρτι καὶ
μόγις τῆς μακρᾶς ἀνακύψαντα νόσου, κεῖσθαι δὲ πάλιν
ἐπιτάττουσιν ἀμαθῶς, ὡς καὶ ἐν τῷ χρῆναι νοσεῖν τῆς εἰς τὸ
σάββατον πληρουμένης τιμῆς.  
Ὁ δὲ ἀπεκρίθη αὐτοῖς Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν
 Ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν.
1001

 Σοφωτάτην ὁ λόγος ὠδίνει τὴν ἔννοιαν, καὶ τῆς Ἰουδαίων


δυστροπίας ἀποκρουστικήν. ἐπειδὴ γὰρ οὐκ ἔξεστιν ἐν
σαββάτῳ, φησὶν, οἴκαδε τὴν Κλίνην ἑλόντα βαδίζειν, παρα-
νομίας τῷ τεθεραπευμένῳ ῥάπτοντες γραφὴν, ἀναγκαίως
αὐτοῖς γοργοτέραν ἀντεξάγει τὴν ἀπολογίαν, ἐκεῖνον αὐτῷ
περιπατεῖν ἐντέλλεσθαι λέγων, ὃς καὶ τῆς ὑγείας ἀνεδείχθη
δοτὴρ, μόνον δὲ οὐχὶ τοιοῦτόν τι φησίν Ἀξιολογώτατον, ὦ
οὗτοι, φημὶ πρὸς τὸ χρῆναι τιμᾶσθαι, κἂν λυπεῖν ἐπιτάττει
τὰς τοῦ σαββάτου τιμὰς, τὸν ᾧ τοσαύτη πρόσεστιν ἰσχύς τε
καὶ χάρις; ὡς τὴν ἐμὴν ἐξελάσαι νόσον. εἰ γὰρ τοῦ τυχόντος
ἐστὶ τὸ ἐν τούτοις διαπρέπειν ἀλλότριον, ἁρμόσει δὲ μᾶλλον
ἐνεργείᾳ καὶ δυνάμει θεοπρεπεῖ, πῶς ἂν ἁμάρτοι, φησὶν, ὁ
τούτων ἐργάτης; ἢ πῶς ἂν οὐ πάντως τὰ κεχαρισμένα Θεῷ

Κύριλλος. Commentarii in Joannem


Τόμ. 1, σελ. 376, γρ. 17

τοὺς ἐλέγχους ἐπ' αὐτοῖς, καὶ οὐ πάντως τῶν οἰκείων ῥημά-


των ἀνεξίτητον διατηρεῖ τὸν εἱρμὸν, ἀλλὰ πρὸς ὅπερ ἂν
ἐκεῖνοι βουλεύωνται καὶ καθ' ἑαυτοὺς ἐννοῶσι, δριμὺς ὑπαντᾷ,
καὶ διὰ τούτου δεικνὺς, ὅτι πέρ ἐστι κατὰ φύσιν Θεὸς, ὡς
γινώσκων τὰ ἐν τῷ βάθει κείμενα, καὶ καρδίας ἐρευνῶν καὶ
νεφρούς· δεχέσθω δὲ, εἴ τῳ δοκεῖ, τὴν ἐπὶ τοῖς εἰρημένοις
ἐναργεστάτην ἀπόδειξιν παρὰ τῶν ἑτέρων εὐαγγελιστῶν,
Λουκᾶ δὴ φημὶ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. γέγραπται τοίνυν ἐν τοῖς
εὐαγγελίοις, ὡς ἦσάν ποτε συνεληλυθότες ἀπὸ πάσης τῆς
περιχώρου τῆς Ἰουδαίας Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδάσκαλοι.
“Καὶ ἰδοὺ, φησὶν, ἄνδρες φέροντες ἐπὶ Κλίνης ἄνθρωπον ὃς
“ἦν παραλελυμένος, καὶ ἐζήτουν αὐτὸν εἰσενεγκεῖν καὶ θεῖναι
“ἐνώπιον αὐτοῦ· καὶ μὴ εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν
“διὰ τὸν ὄχλον, ἀναβάντες ἐπὶ τὸ δῶμα διὰ τῶν κεράμων
“καθῆκαν αὐτὸν σὺν τῷ κλινιδίῳ εἰς τὸ μέσον ἔμπροσθεν
“τοῦ Ἰησοῦ. καὶ ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυ-
“τικῷ Ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου· καὶ
“ἤρξαντο διαλογίζεσθαι οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι
“λέγοντες Τίς ἐστιν οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύνα-
“ται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; ἐπιγνοὺς δὲ ὁ
“Ἰησοῦς, φησὶ, τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν,

Κύριλλος. Commentarii in Joannem Τόμ. 2, σελ. 502, γρ. 26


1002

διὰ πάσης ἀγαθουργίας ἀποτριβέτω κηλῖδα. χρηματιεῖ γὰρ


τότε ναὸς ὄντως Θεοῦ· ἀναπαύσεται δὲ ἐν αὐτῷ καὶ κατα-
λύσει, κατὰ τὸ γεγραμμένον. οὐ γὰρ ἔσται κατ' ἐκεῖνον τὸν
ἐν τοῖς εὐαγγελίοις νομικὸν ὠνομασμένον, ὃς τὴν παρὰ τοῦ
Σωτῆρος οὐ περιμείνας χάριν, αὐτόκλητος εἶναι πρὸς ἀκο-
λούθησιν ἔφη, καὶ τὴν οὕτως ἀξιάγαστον ἁρπάζων τιμήν
φησι “Διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ·”
ἀλλὰ τί πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος, ὡς ἐν παραβολῇ καὶ αἰνίγ-
ματι; “Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ
“οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει
“ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.” ἀλώπεκας δὲ καὶ οὐρανοῦ
πετεινὰ, τοὺς πανούργους καὶ ἀκαθάρτους ὠνόμασε δαίμονας,
καὶ τὰ ἐγκόσμια ταυτὶ καὶ ἀέρια πνεύματα, ἃ ταῖς τῶν
φιληδόνων καρδίαις ἐμφιλοχωρεῖ τε καὶ ἐναυλίζεται, τὴν
τῶν ἰδίων θελημάτων ἔχοντα πλήρωσιν, στενοχωροῦντά τε
οὕτω τὰς ἀθλίας τῶν δεχομένων ψυχὰς, ὡς τόπον οὐδένα  
παντελῶς ἀναπαύσεως ἐν αὐταῖς εὑρίσκειν τὸν Θεόν· τοῦτο
γάρ ἐστι τὸ κλῖναι τὴν κεφαλήν.

Κύριλλος. De sancta trinitate dialogi i-vii Aubert σελ. 579, γρ. 16

Υἱόν, καὶ ὡς ἔστιν ἐν μείοσιν ἢ ἐν οἷς ὁ Πατὴρ ῥιψοκινδύνως


εἰπεῖν; Ὧν γὰρ ἂν βούλοιτο καὶ αὐτὸς ἀνίησιν ἁμαρτίας.
Τὴν γοῦν ἀμνησικακίαν προσίεσθαι παραινῶν, χρῆναί τε
αὐτῆς ἐξῆφθαι διδάσκων, «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε, φησί, τοῖς  
ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ
Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος·» ἀναθεὶς δὲ τῷ Πατρὶ τὸ ἀνεῖναι
δύνασθαι κατ' ἐξουσίαν τὰς ἁμαρτίας ὧν ἂν ἕλοιτο τυχόν,
αὐτὸς ἑαυτῷ τὴν ἐπὶ τῷδε κατόρθωσιν κατεγγυᾷ λέγων·
»Ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας (τότε λέγει, φησί, τῷ παρα-
λυτικῷ)· Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν Κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς
τὸν οἶκόν σου.» Τὸ τοίνυν ἴσον ἐν ἐξουσίᾳ καὶ ἐνεργείᾳ
ταὐτὸν πῶς ἂν γένοιτο καταδεὲς καὶ ἐν δευτέροις ἔτι κατα-
τετάξεται;

Κύριλλος. Commentarii in Matthaeum (in catenis) (4090: 029)


“Matthäus–Kommentare aus der griechischen Kirche”, Ed. Reuss, J.
Berlin: Akademie–Verlag, 1957; Texte und Untersuchungen 61.
Fragment 103, γρ. 12
1003

μείας; ἢ ἵνα δείξῃ, ὅτι κατήγαγεν εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τὴν τῆς
θεότητος ἐξουσίαν διὰ τὴν ἀδιαίρετον πρὸς αὐτὴν ἕνωσιν· εἰ γὰρ καὶ
ἄνθρωπος, φησίν, γέγονα θεὸς λόγος ὑπάρχων καὶ διὰ τὴν οἰκονο-
μίαν ἐπὶ γῆς πολιτεύομαί τε καὶ ἀναστρέφομαι, ἀλλ' οὐδὲν ἧττον τὰ πέρα
λόγου ἀποτελῶ θαύματα καὶ ἄφεσιν δωροῦμαι ἁμαρτημάτων· οὐ γὰρ  
ἀφειλάμην τι τῶν τῆς θεότητος ἰδιωμάτων ἢ ἐμείωσα τῷ γενέσθαι με
ἀτρέπτως καὶ ἀληθῶς ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ σάρκα υἱὸν ἀνθρώπου. καὶ μετ'
ὀλίγα· οἰκονομικῶς δὲ λέγει ἐπὶ τῆς γῆς, ἵνα δείξῃ, ὅτι καὶ ἄνθρωπος
γεγονὼς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ὀφθεὶς θεὸς ἦν κατὰ φύσιν. ἐκέλευσε δὲ τῷ
παραλυτικῷ βαστάσαι τὴν Κλίνην καὶ ἀπελθεῖν οἴκαδε, ἵνα δι' αὐτοῦ
καὶ πρὸς τοὺς ἀπόντας πιστώσηται τὸ γεγονὸς ἐπ' αὐτῷ.

Κύριλλος. Commentarii in Lucam (4090: 030)


“Fragmente der Homilien des Cyrill von Alexandrien zum
Lukasevangelium”, Ed. Sickenberger, [Link]: Hinrichs, 1909; Texte
und Untersuchungen 34.Σελ. 94, γρ. 23

δεσπότης οὐχ ἁπλῶς ἅπασι καὶ ἀδιακρίτως, ἐκείνοις δὲ μᾶλ-


λον οἵπερ ἂν εἶεν ἄξιοι τοῦ λαβεῖν. εἰ τοίνυν βούλοιτό τις
τῶν τοιούτων ἀξιωθῆναι γερῶν, ἀπαλλαττέτω τὴν ἑαυτοῦ
ψυχὴν τῶν εἰς φαυλότητα ῥύπων τε καὶ αἰτιαμάτων· ἔσται
γὰρ οὕτω δεκτός. γνώμης δὲ οὐχ οὕτως ἔχων ἀποχωρείτω
μακράν. καὶ τοῦτο ἡμᾶς ἡ τῶν προκειμένων εὐαγγελικῶν
ῥημάτων διδάξει δύναμις. προσῄει μὲν γάρ τις λέγων τῷ
πάντων ἡμῶν σωτῆρι Χριστῷ· Διδάσκαλε ἀκολουθήσω
σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ. ὃ δὲ τὸν ἄνθρωπον οὐ προσίετο
τὰς μὲν ἀλώπεκας φωλεοὺς ἔχειν εἰπών, ἑαυτὸν δὲ μὴ
ἔχειν ποῦ κλίνῃ τὴν κεφαλήν. πῶς οὖν ἀποπέμπεται τὸν
εἰς τοῦτο παρωρμημένον, εἴπερ πρόξενόν ἐστι παντὸς ἀγαθοῦ
τὸ ἀκολουθεῖν αὐτῷ; ἔφη γὰρ ὅτι ὁ ἀκολουθῶν αὐτῷ οὐ
μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς
ζωῆς. τί οὖν πρὸς ταῦτά φαμεν; οὐχ οὗτος ἦν ὁ σκοπὸς
ἐκείνῳ. καὶ τοῦτό ἐστιν ἰδεῖν τοῖς ἀκριβῶς προσέχουσιν ὅτι
πρῶτον μὲν πολὺ τὸ ἀπαίδευτον ἡ πρόσοδος ἔχει, εἶτα ὅτι
τῆς ἐσχάτης ἀναισχυντίας ἐστὶ μεστή· οὐ γὰρ τὸ ἁπλῶς ἀκο-
λουθεῖν ἐζήτει Χριστῷ καθὰ καὶ ἕτεροι τῶν ἐκ πληθύος  
Ἰουδαϊκῆς πολλοί,

Κύριλλος. De adoratione et cultu in spiritu et veritate Τόμ. 68, σελ.


1004

884, γρ. 52

ἱερωσύνης τὸ χρῆμα, κἀντεῦθεν εἴσῃ τοι· ἐπισημοτά-


την μὲν γὰρ ἔχει τὴν εἰσβολὴν, καὶ μέν τοι καὶ τὴν
κατάληξιν. Οὐδὲ γὰρ ἄν τις λάθοι πρὸς ἱερουργίαν
ἠγμένος, ἤγουν κεκλημένος παρὰ Θεοῦ, πρὸς τὰς
ἄνω τε καὶ ἐν οὐρανῷ μονὰς, καὶ μεθεὶς ἑτέρῳ τὴν
ἱερωσύνην. Τοιγάρτοι καὶ ὁ Χριστὸς, τοὺς τὸ εὐ-
αγγελικὸν τοῖς ἔθνεσιν ἱερουργοῦντας κήρυγμα, καὶ
προσέτι τοῖς ἐξ Ἰσραὴλ πάντη τε καὶ πάντως ἔσε-
σθαι περιφανεῖς, καὶ ἀπόβλεπτον ἔφη λαχεῖν τὴν
δόξαν. «Οὐδεὶς γὰρ λύχνον ἅψας, εἰς τὸ κρυπτὸν
τίθησιν, ἀλλ' οὐδὲ ὑπὸ Κλίνην,» φησὶν, «ἤγουν ὑπὸ μό-
διον, ἀλλ' ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ἵνα πάντες οἱ εἰσπορευό-
μενοι, τὸ φῶς βλέπωσιν·» ἀληθὲς γὰρ ὅτι εἰρημένον,
τὸ ἐν δόξῃ φημὶ τῇ περιφανεῖ καὶ τεθαυμασμένῃ,
τὸν θεῖον ἔσεσθαι λειτουργὸν, ἀναπειθέτω βοῶν καὶ  
ὁ θεσπέσιος Ἡσαΐας· «Ἐπ' ὄρος ὑψηλὸν ἀνάβηθι, ὁ
εὐαγγελιζόμενος Σιών.»
{ΠΑΛΛ.} Ἀλλ' ὧδε μὲν ὅτι ταῦτα ἔχει, παντί τῳ
σαφές. Φράζε δ' ὅπως ὁ ἐπὶ τῷδε τύπος, καὶ διὰ
τῶν ἱερῶν ἡμῖν ἐσκιαγραφεῖτο λόγων.
{ΚΥΡ.} Καὶ μὴν, ὦ ἑταῖρε, πάρα σοι καὶ λίαν ἀμο

Κύριλλος. Glaphyra in Pentateuchum Τόμ. 69, σελ. 328, γρ. 3

ἁγίων Πατέρων ἀναφοιτῶντες δόξαν, καὶ τῆς αὐτοῖς


ὅτι μάλιστα πρεπωδεστάτης ἐλπίδος μεταλαχεῖν ἰσχύ-
σωμεν. Θέα δὲ ἀληθῆ τὸν ἐπὶ τούτοις λόγον, τοῖς ἱεροῖς
Γράμμασιν ἐνιεὶς τὸν τῆς διανοίας ὀφθαλμόν. Ἔχει
γὰρ ὧδε πάλιν· «Ἐγένετο δὲ μετὰ τὰ ῥήματα ταῦτα,
καὶ ἀνηγγέλη τῷ Ἰωσὴφ, ὅτι ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐνοχλεῖ-
ται. Καὶ ἀναλαβὼν τοὺς δύο υἱοὺς αὐτοῦ τὸν Μα-
νασσῆ καὶ τὸν Ἐφραῒμ, ἦλθε πρὸς Ἰακώβ. Ἀπηγ-  
γέλη δὲ τῷ Ἰακὼβ, λέγοντες· Ἰδοὺ ὁ υἱός σου Ἰωσὴφ
ἔρχεται πρὸς σέ· καὶ ἐνισχύσας Ἰσραὴλ ἐκάθισεν
ἐπὶ τὴν Κλίνην. Καὶ εἶπεν Ἰακὼβ τῷ Ἰωσήφ· Ὁ Θεός
μου ὤφθη μοι ἐν Λουζᾷ ἐν γῇ Χαναὰν, καὶ εὐλόγησέ
με, καὶ εἶπέ μοι· Ἰδοὺ ἐγὼ αὐξήσω σε καὶ πληθυνῶ
σε, καὶ ποιήσω σε εἰς συναγωγὰς ἐθνῶν, καὶ δώσω
σοι τὴν γῆν ταύτην, καὶ τῷ σπέρματί σου μετὰ σὲ εἰς
κατάσχεσιν αἰώνιον. Νῦν οὖν οἱ δύο σου υἱοὶ, οἱ γενό-
1005

μενοί σοι ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, πρὸ τοῦ με ἐλθεῖν πρὸς σὲ


εἰς Αἴγυπτον, ἐμοί εἰσιν, Ἐφραῒμ καὶ Μανασσῆς,
ὡς Ῥουβεὶμ καὶ Συμεὼν ἔσονταί μοι.

Κύριλλος. Expositio in Psalmos (4090: 100); MPG 69.


Τόμ. 69, σελ. 745, γρ. 41

Ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων σου.


 (A f. 36, B f. 24, E f. 11) Ὁ γὰρ ἅπαξ τοῖς τοῦ
θανάτου βρόχοις ἁλοὺς, ἀπρακτήσει ἂν πρὸς πᾶσαν
ἀρετήν. «Οὐκ ἔστιν, φησὶν, ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνη-
μονεύων σου,» τουτέστιν ὁ τὰς ἐντολὰς τηρῆσαι δυνά-
μενος, τῆς βοηθείας τοῦ πνεύματος μὴ συμπαρού-
σης.
[Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου.
 Τὸ Ἐκοπίασα φησὶν ἀντὶ τοῦ Κοπιάσω. Ἔσται δὲ
τοῦτο σαφὲς διά γε τῶν ἐφεξῆς κειμένων. Οὐ γὰρ
Ἔλουσα τὴν Κλίνην μου, φησὶν, ἀλλ' οὐδὲ Ἔβρεξα
τὴν Στρωμνήν μου, ἀλλ' ἐπ' ἀμφοῖν τὸ Λούσω, καὶ
Βρέξω φησίν. Ὑπισχνεῖται γὰρ ἔσεσθαί τις φιλο-
πονώτατος, καὶ τὸν ἀνειμένον καὶ ἄφετον οὐκ ἀγα-
πήσειν βίον.]
 (A f. 87) Διδάσκει δὲ καὶ ἡμᾶς ὅτι τοὺς εὐαρε-
στεῖν ἐθέλοντας τῷ Θεῷ, οὐκ ἀργίας καιρὸν ὕπνου τε
καὶ ῥᾳθυμίας ἡγεῖσθαι προσήκει τὰ τῶν νυκτῶν
διαστήματα (κτηνοπρεπὲς γὰρ τοῦτο καὶ ἀλογώτα-
τον), πόνου δὲ μᾶλλον καὶ ἀϋπνίας τῆς ἐπ' ἀγαθοῖς.
Ἄριστον γὰρ τὸ ἐν ἡσυχίαις μάλιστα καὶ κατὰ μόνας

Κύριλλος. Expositio in Psalmos Τόμ. 69, σελ. 800, γρ. 39

των ἡμῶν ταπεινοῦται ὁ ἐχθρὸς, δηλονότι ἁμαρτανόν-


των ὑψοῦται· ὕψος γὰρ τοῦ Σατανᾶ, ἡ τῶν ἀνθρώ-
πων ταπείνωσις· ἐπεὶ καθάπερ ὁ Θεὸς ὑψοῦσθαι ἐν
τῇ σωτηρίᾳ τῆ ἡμετέρᾳ, οὕτως ὁ διάβολος ἐν τῇ
ἀπωλείᾳ ἐπαίρεσθαι λέγεται. Ἀρκεῖ, φησὶν, αὐτῷ
ὅτι ἅπαξ ὑψώθη, ἐμοῦ τῇ ἁμαρτίᾳ ταπεινωθέντος.
Ἴνα τί μέχρι πολλοῦ κατ' ἐμοῦ ὑψοῦται;
Μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον.
 (C f. 23 b) Ὕπνον τὴν ῥᾳθυμίαν ὠνόμασεν, ἐν
ᾗ ταῖς τοῦ βίου φαντασίαις ῥεμβόμεθα, ἀργοὶ δὲ
1006

ἐπὶ Κλίνης τῆς ἡδονῆς ἀναπεσόντες κείμεθα. Ὥστε


τοίνυν μὴ τῷ ὕπνῳ τῆς ῥᾳθυμίας τὸν χαλεπὸν ἀκο-
λουθῆσαι θάνατον, φωτισθῆναι τοὺς ὀφθαλμοὺς, τουτ-
έστι τὰ τῆς ψυχῆς αἰσθήσεις, προσεύχεται, ἵνα
βλέπωσι τὴν ἀλήθειαν. Δέδια μὴ εἰς θάνατον ὁ ὕπνος
μεταπέσῃ, ἰσχυροτέρας τῆς λύπης γενομένης τῶν
συμφορῶν.
Οἱ θλίβοντές με ἀγαλλιάσονται, ἐὰν σαλευθῶ.
 (C f. 23 b.) Ὥσπερ ἀθλητὴς ἀπὸ τοῦ σκάμματος
ἀποπηδήσας ἥττηται, οὕτως καὶ ὁ πιστὸς ἀφεὶς ἂ ἐξ
ἀρχῆς παρέλαβεν, σαλευόμενος πίπτει. Μὴ τοίνυν

Κύριλλος. Expositio in Psalmos Τόμ. 69, σελ. 1221, γρ. 19

θείας ἔρχεσθε τρίβου, τὴν βασιλικὴν ἀφέντες ὁδὸν,


εἰς ἀκάνθας πίπτετε καὶ βόθρους, τῆς ἀληθείας ἐκ-
πεπτώκατε. Ἴσος καὶ ὅμοιος κατὰ πάντα ἐστὶ τοῦ
Πατρὸς ὁ Υἱὸς, καὶ χαρακτήρ ἐστι τῆς ὑποστάσεως
αὐτοῦ, εἰκὼν καὶ ἀπαύγασμα τῆς δόξης αὐτοῦ, Ὕψι-
στός ἐστι καθ' ἃ ὁ Πατήρ.
Μάστιξ οὐκ ἐγγιεῖ τῷ σκηνώματί σου.
 (B f. 275 b, H f. 598) Τὸ σκήνωμα παρὰ τῇ θεο-
πνεύστῳ Γραφῇ οὐ πάντως τὸ σῶμα δηλοῖ, ἀλλ' ἢ
πόλιν, ἢ χώραν, ἢ οἶκον. Πιστώσεται δὲ τοῦτο λέ-
γων ὁ μακάριος Δαβίδ· «Εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης
στρωμνῆς μου· εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου,
καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν, καὶ ἀνάπαυσιν
τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ,
σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.»

Κύριλλος. Commentarius in Isaiam prophetam (4090: 103); MPG 70.


Τόμ. 70, σελ. 680, γρ. 38

Δαβὶδ ὡς πρὸς Θεὸν καὶ Πατέρα περὶ τῶν ἐν πίστει


δεδικαιωμένων· ὅτι «Παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς, καὶ τὸν
χειμάῤῥουν τῆς τρυφῆς σου ποτιεῖς αὐτούς.» Ἄρτος
οὖν ἄρα καὶ ὕδωρ τὸ ζωοποιὸν ὁ Χριστός· εὑρίσκεται
δὲ σὺν ἱδρῶτι, καὶ πόνῳ. Τὰ γάρ τοι μεγάλα, καὶ
ἐξαίρετα τῶν ἀγαθῶν, οὐ τοῖς ἀναπίπτουσι, καὶ τρυ-
φῶσιν ἁλώσιμα γένοιτ' ἂν, ἀλλ' εἰ τοῖς εἰωθόσι παρ'
οὐδὲν ἡγεῖσθαι τοὺς ἐπ' αὐτοῦ δὴ τούτῳ καὶ ἱδρῶτας
καὶ πόνους οὕτως ἐζήτει τὸ Χριστοῦ μυστήριον ἀνα-
1007

μαθεῖν. Καὶ ὁ θεσπέσιος Δαβὶδ ψάλλων τε καὶ λέγων·


»Εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου, εἰ δώσω
ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, καὶ τοῖς βλεφάροις μου
νυσταγμὸν, καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου ἕως
οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.
Ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν ἐν Ἐφραθᾷ, εὕρομεν αὐτὴν
ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ.» Γεγέννηται γὰρ ἐν Βηθ-
λεὲμ ὁ Ἐμμανουὴλ, ἥτις ἐστὶν Ἐφραθά. Ἐπαγγέλ-
λεται τοίνυν ὁ τῶν ὅλων Θεὸς τοῖς ἐξ Ἰσραὴλ ἐπι-
στρέφουσι πρὸς αὐτὸν ἄρτον διδόναι θλίψεως, καὶ
ὕδωρ στενὸν, τοῦτ' ἔστι, ζωὴν τὴν ἐν Χριστῷ χαριεῖ-
σθαι καὶ γνῶσιν τὴν περὶ αὐτοῦ, ἣν ἅν τις συλλέξαιτο,

Κύριλλος. Commentarii in Lucam (in catenis) Τόμ. 72, σελ. 552, γρ.
15

Ἰουδαίους ἐκδυσωπῶν· «Εἰ οὐ ποιῶ, φησὶ, τὰ ἔργα


τοῦ Πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι· εἰ δὲ ποιῶ, κἂν
ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις μου πιστεύετε.»
Ἔστι τοίνυν ἰδεῖν μαρτυρούσης ἀληθείας αὐτῆς, ὡς
οὐχ ὡς ἀνθρώπῳ παρ' ἑαυτὸν ἀνὰ μέρος ὄντι καὶ
νοουμένῳ τῷ ἐκ γυναικὸς, τὴν ἰδίαν ἔδωκε δόξαν ὁ
Μονογενὴς, ἀλλ' ὡς εἷς ὑπάρχων Υἱὸς, μετὰ τοῦ
ἑνωθέντος αὐτῷ ἁγίου σώματος, εἰργάζετο τὰς θεο-
σημείας· προσκυνεῖται δὲ καὶ παρὰ τῆς κτίσεως ὡς
Θεός. Καὶ γοῦν εἰσῆλθε μὲν εἰς τὴν οἰκίαν Πέτρου,
ἐπειδὴ γύναιον ἐπὶ Κλίνης ἔῤῥιπτο, λάβρῳ πυρετῷ
δαπανώμενον· καίτοι δυνάμενος εἰπεῖν ὡς Θεός·
Ἀπόθου τὴν νόσον, ἀνάστηθι, τοῦτο μὲν οὐ πεποίη-
κεν· ἐνεργὸν δὲ πρὸς θεραπείαν ἀποφαίνων τὴν ἑαυ-
τοῦ σάρκα, Θεοῦ γὰρ ἦν σὰρξ, ἥψατο τῆς χειρὸς
αὐτῆς, καὶ παραχρῆμα, φησὶ ἡ Γραφὴ, ἀφῆκεν αὐ-
τὴν ὁ πυρετός. – Ἀλλ' ὑποδεξώμεθα καὶ ἡμεῖς τὸν
Ἰησοῦν· ὅταν γὰρ εἰσβάλῃ καὶ ἐν ἡμῖν, καὶ ἔχωμεν
αὐτὸν εἰς νοῦν καὶ καρδίαν, τότε τῶν ἐκτόπων

Κύριλλος. Commentarii in Lucam (in catenis) Τόμ. 72, σελ. 564, γρ.
43

ἰσχύς· Θεὸς γὰρ ἦν, καὶ Υἱὸς Θεοῦ. – (D f. 19) Μό-


νος ὁ Χριστὸς ὡς διδάσκαλος καὶ σοφία ὢν τοῦ Πα-
1008

τρὸς διδάσκει· οἱ γὰρ ἄλλοι πάντες ἐξ αὐτοῦ δεχό-


μενοι διδάσκουσιν· ἦν δὲ, φησὶν, καὶ δυνάμις Κυρίου
ἐπ' αὐτὸν εἰς τὸ ἰᾶσθαι πάντας, τουτέστιν, οὐκ ἀν-
θρωπίνην εἶχεν ἰσχὺν εἰς τὸ ἰᾶσθαι, ἀλλὰ θείαν τινὰ
καὶ ἄμαχον. Οἱ μὲν ἄλλοι ἅγιοι, ποτὲ μὲν λαμβάνουσι
τὸ δύνασθαι ποιεῖν ἰάσεις, ποτὲ δὲ οὔ. Ἰησοῦς δὲ,
ὡς Θεὸς, καὶ δύναμις ὢν τοῦ Πατρὸς, ἀεὶ πάντας
ἐθεράπευσεν.
 Καὶ ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ Κλίνης ἄνθρω-
πον ὃς ἦν παραλελυμένος, κ.τ.λ.
 (D f. 19) Εἶτα οὐκ εὐαριθμήτου πλήθους τῶν
Γραμματέων, φησὶν, καὶ Φαρισαίων συνειλεγμένου,
ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ Κλίνης ἄνθρωπον, ὃς ἦν
παράλυτος· καὶ μὴ δυνηθέντες διὰ τῆς θύρας εἰσελ-
θεῖν, ἀνεκόμισαν ἐπὶ τὸ δῶμα, ὡς ξένῳ καὶ καινῷ
ἐπιχειρῆσαι πράγματι· ἀνασπάσαντες γὰρ τὸν κέρα-
μον, μετεκίνησαν τὴν ἀποκειμένην ὕλην· καὶ ὅμως
τούτων γινομένων, καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐμακροθύμει

Κύριλλος. Commentarii in Lucam (in catenis) Τόμ. 72, σελ. 565, γρ. 7

τούτων γινομένων, καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐμακροθύμει, καὶ


οἱ παρόντες ἐσιώπων, τὴν ἔκβασιν βουλόμενοι θεω-
ρῆσαι, καὶ ἰδεῖν τί λαλεῖ καὶ τί ποιεῖ. Ἀναστομώ-
σαντες τοίνυν τὸ δωμάτιον, χαλῶσι τὸν κράβαττον,  
καὶ φέρουσι μέσον τὸν παραλελυμένον. Τί οὖν ὁ
Κύριος; Ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν, οὐ τὴν παραλελυ-
μένου, ἀλλὰ τῶν κομισάντων· ἔνεστι γὰρ καὶ ἄλλον
δι' ἄλλων πίστιν θεραπεύεσθαι· ἢ καὶ αὐτὸν τὸν
παράλυτον πιστεύσαντα ἰάσατο. Εἴποι δ' ἄν τις ὕπ-
αιθρον εἶναι τὸν τόπον, εἰς ὃν διὰ τῶν κεράμων κατ-
εβίβασαν τὴν Κλίνην τοῦ παραλύτου, μηδὲν παντελῶς
τῆς στέγης ἀνατρέψαντες. Εἰπὼν δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ
Σωτήρ· «Ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου,»
κοινῶς τῇ ἀνθρωπότητι τοῦτο λέγει· ἔμελλον γὰρ οἱ
πιστεύοντες εἰς αὐτὸν, ἰαθέντες τῶν ψυχικῶν παθη-
μάτων τὰς ἁμαρτίας ἃς πρῶτον ἐπλημμέλουν ἀφίε-
σθαι. Ἢ τοῦτό φησιν· Ἔδει με πρὸ τοῦ σώματος
ἰάσασθαί σου τὴν ψυχήν. Ἐπεὶ ἐὰν μὴ τοῦτο γένη-
ται, ἐπὶ πλεῖον ἁμαρτάνεις λαβὼν ἰσχὺν εἰς τὸ περι-
πατεῖν. Εἰ γὰρ καὶ μὴ ἐζήτησας τοῦτο, ἀλλ' ἐγὼ ὡς
Θεὸς ὁρῶ τὰ τῆς ψυχῆς πάθη ἐξ ὧν καὶ ἡ νόσος σοι
1009

Κύριλλος. Commentarii in Lucam (in catenis) Τόμ. 72, σελ. 565, γρ.
25

ται, ἐπὶ πλεῖον ἁμαρτάνεις λαβὼν ἰσχὺν εἰς τὸ περι-


πατεῖν. Εἰ γὰρ καὶ μὴ ἐζήτησας τοῦτο, ἀλλ' ἐγὼ ὡς
Θεὸς ὁρῶ τὰ τῆς ψυχῆς πάθη ἐξ ὧν καὶ ἡ νόσος σοι
συμβέβηκε.
 (A f. 87, B f. 58 b, C f. 116, H f. 269 b) Καλῶς
οὖν ὁ Σωτὴρ, ἐπειδὴ ἀναγκαῖον ἦν, οὐκ εὐαριθμήτου
πληθύος τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων συνει-
λεγμένης, γένεσθαί τι τῶν ὅτι μάλιστα θεοπρεπε-
στάτων εἰς ὄνησιν αὐτῶν, μικρὰ γὰρ ἐφρόνουν περὶ
αὐτοῦ, ᾠκονομήθη τι πάλιν τῶν τεθαυμασμένων·
ἔῤῥιπτο μὲν γὰρ ἐπὶ Κλίνης παράλυτος ἀνὴρ, ἀνιάτῳ
νόσῳ κεκρατημένος· ἐπειδὴ ἀσθενοῦσα πρὸς τὸ
συμβὰν ἡ τῶν ἰατρῶν ἠλέγχετο τέχνη, πρὸς τὸν
ἄνωθεν καὶ ἐξ οὐρανῶν ἰατρὸν παρὰ τῶν οἰκείων
ἀπεκομίζετο. Ὡς δὲ ἦν ἐν ὄψει λοιπὸν τοῦ θεραπεύειν
ἰσχύοντος, δεκτὴ μὲν αὐτοῦ γέγονεν ἡ πίστις· ὅτι δέ
ἐστιν ἁμαρτίας ἀναιρετικὴ, δείκνυσιν εὐθὺς ὁ Χρι-
στός· ἐπεφώνει γὰρ τῷ κειμένῳ· «Ἀφέωνταί σοι αἱ
ἁμαρτίαι σου.» Ἀλλ' ὥς γε οἶμαι, πρὸς τοῦτο ἐρεῖ
τις· Ἀπαλλαγῆναι τῆς νόσου ἐβούλετο, καὶ πῶς

Κύριλλος. Commentarii in Lucam (in catenis) Τόμ. 72, σελ. 664, γρ. 3

 Εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς


ἔχουσι, κ.τ.λ.
 (B f. 98 b) Δικαίως τοῦτον ἀπεπέμψατο· ἐχρῆν
γὰρ αὐτὸν λαβεῖν τὸν ἑαυτοῦ σταυρὸν, ἤγουν ἀποτά-
ξασθαι τοῖς ματαίοις τοῦ βίου τούτου περισπασμοῖς.
»Ἡ γὰρ φιλία τοῦ κόσμου ἐχθρὰ τοῦ Θεοῦ ἐστι.»
Τοιοῦτον ὄντα τὸν ἄνθρωπον ἐλέγχει πλαγίως, οὐκ
ὀνειδίζων μᾶλλον, ἀλλ' ἐπανορθῶν· διὰ τοῦτό φησιν·  
»Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ
οὐρανοῦ κατασκηνώσεις· ὁ δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ
ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.» Καὶ ἡ μὲν ἁπλουστέ-
ρα διάνοια αὕτη. Ἔοικε δὲ κατὰ τὴν βαθυτέραν ἔν-
νοιαν ἀλώπεκας καὶ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ τὰς παν-
ούργους καὶ δολερὰς τῶν δαιμόνων ἀγέλας ἀποκαλεῖν·
οὕτω γὰρ πολλαχοῦ τῆς θείας Γραφῆς κέκληνται·
1010

»Πιάσατε ἡμῖν ἀλώπεκας μικροὺς ἀφανίζοντας ἀμ-


πελῶνας.» Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Κύριος τὸν Ἡρώδην
ἀλώπεκα προσεῖπε. Καὶ περὶ τῶν ἐν τῇ γῇ καταβλη-
θέντων σπερμάτων φησὶ, ὅτι τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ
κατέφαγεν αὐτὰ, περὶ τῶν πονηρῶν πνευμάτων λέ-
γων. Ὅτε τοίνυν αἱ τοιαῦται ἀλώπεκες καὶ τὰ

Κύριλλος. Commentarii in Lucam (in catenis) Τόμ. 72, σελ. 845, γρ.
34

τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν.» Ἀπολέσας δέ τις καὶ


ἑτέρως τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, διασώσει πάντως αὐτήν·
τοῦτο πεπράχασιν οἱ μακάριοι μάρτυρες, τοὺς μέχρι
ψυχῆς καὶ αἵματος διενεγκόντες ἀγῶνας, καὶ τῆς εἰς
Χριστὸν ἀγάπης τὸ γνήσιον, οἷά τινα στέφανον, ταῖς
ἑαυτῶν ἀνάψαντες κεφαλαῖς. Οἵ γε μὴν ἐξ ἀνάνδρου
ψυχῆς καὶ γνώμης ἀρνησάμενοι τὴν πίστιν, καὶ τὸν
παραυτίκα τῆς σαρκὸς διαφυγόντες θάνατον, οὗτοι
φονευταὶ τῆς ἑαυτῶν γεγόνασι ψυχῆς· κατοιχήσονται
γὰρ εἰς ᾅδου, τῆς κακανδρίας ὑφέξονται δίκας.
 Ταύτῃ τῇ νυκτὶ ἔσονται δύο ἐπὶ Κλίνης μιᾶς·
ὁ εἷς παραληφθήσεται, καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσε-
ται.
 (A f. 235 b, B f. 166 b, C f. 144 b, D f. 58 b)
Νύκτα γε μὴν ὀνομάζει τὸν τῆς κρίσεως καιρὸν, διά
τοι, καθάπερ ἡγοῦμαι, τὸ ἀσυμφανὲς καὶ ἀπροσδό-
κητον τῆς αὐτοῦ παρουσίας. Διὰ δὲ τῶν δύο τῶν ἐπὶ
Κλίνης ὄντων μιᾶς, ἔοικεν ὑπαινίττεσθαι τοὺς ἐν
ἀναπαύσει καὶ πλούτῳ, καὶ ἰσομοιροῦντας ἀλλήλοις,
κατά γε, φημὶ, τὸ ἐν εὐπαθείαις εἶναι κοσμικαῖς·
Κλίνη γὰρ, ἀναπαύσεως σύμβολον

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. Prolegomena et scholia in


Theodosii Alexandrini canones isagogicos de flexione nominum
(4093: 001)
“Grammatici Graeci, vol. 4.1”, Ed. Hilgard, A.
Leipzig: Teubner, 1894, Repr. 1965.Σελ. 103, γρ. 15

 Ἐπειδὴ ὁ Θεοδόσιος ἐν συντόμῳ παραδίδωσιν ἡμῖν τοὺς κανόνας,


μάθωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν συντόμῳ τὰ προλεγόμενα τῶν κανόνων. Σκοπὸν
1011

ἔχει ὁ τεχνικὸς περὶ κλίσεως ὀνομάτων διαλαβεῖν· τὸ δὲ εἰδέναι τὴν


κλίσιν τῶν ὀνομάτων χρήσιμόν ἐστιν εἰς τὸ μήτε βαρβαρίζειν μήτε σο-
λοικίζειν. Ἰστέον δὲ ὅτι ἄλλο τὸ βαρβαρίζειν καὶ ἄλλο τὸ σολοικίζειν·
βαρβαρίζειν μὲν οὖν ἐστι τὸ ἁμαρτάνειν περὶ μίαν λέξιν, εἴτε περὶ τό-
νον εἴτε περὶ γραφὴν εἴτε περὶ κλίσιν εἴτε περὶ χρόνον εἴτε περὶ
πνεῦμα· καὶ περὶ τόνον μέν, ὡς ὅταν τις τὸ ἄνθρωπος ὀφείλων προ-
παροξῦναι ὀξύνῃ καὶ εἴπῃ ἀνθρωπός· περὶ γραφὴν δέ, ὡς ὅταν τις τὸ
Λάχης ὀφείλων γράψαι διὰ τοῦ η γράψῃ αὐτὸ διὰ τοῦ ι· περὶ κλίσιν
δέ, ὡς ὅταν τις τὸ Αἴας Αἴου κλίνῃ ὀφείλων Αἴαντος κλῖναι· περὶ
χρόνον δέ, ὡς ὅταν τις τοῦ Αἴας τὸ ας συστείλῃ ὀφείλων ἐκτεῖναι
αὐτό· περὶ πνεῦμα δέ, ὡς ὅταν τις τὴν ὑπό πρόθεσιν ψιλώσῃ ὀφείλων
αὐτὴν δασῦναι. Σολοικίζειν δέ ἐστι τὸ περὶ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν φρά-
σιν ἁμαρτάνειν, τουτέστιν ἑκάστης λέξεως καθ' ἑαυτὴν κειμένης καλῶς  
ἐχούσης, ἐν δὲ τῇ συντάξει καὶ τῇ φράσει ἀτάκτως καὶ ἀνακολούθως
παραλαμβανομένης, ὡς ἐπὶ τοῦ «ἐγὼ περιπατῶν ὁ τοῖχος ἔπεσεν» ἀντὶ
τοῦ «ἐμοῦ περιπατοῦντος ὁ τοῖχος ἔπεσεν»· ἰδοὺ γὰρ ἐνταῦθα ἑκάστη
λέξις καθ' ἑαυτὴν οὖσα καλῶς νοεῖται, ἀλλ' ἐν τῇ συντάξει ἀτάκτως
καὶ ἀνακολούθως παραλαμβάνονται· ὅθεν καὶ σολοικισμὸς λέγεται,

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (ep.) (e cod.


Barocc. 50) (4093: 005)“Anecdota Graeca e codd. manuscriptis
bibliothecarum Oxoniensium, vol. 2”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford
University Press, 1835, Repr. 1963.Σελ. 197, γρ. 27

 Δή: Ὁ παραπληρωματικὸς σύνδεσμος η· καὶ τὸ Δεῖ τὸ


σημαῖνον τὸ πρέπει ει δίφθογγος, δέει δεῖ.
 Διώρια
 Ἑρμίς: ι· σημαίνει δὲ τοῦ κραββάτου τὸν πόδα· ἐπειδὴ
τὰ ἐνύπνια ὁ Ἑρμὶν ἐκεῖ ἔγραψεν· ἢ παρὰ τὸ ἐνείρεσθαι καὶ
ἐμπλέκεσθαι ἐν τῇ κλίνῃ· καὶ πάλιν διὰ τὸ δικατάληκτον
διὰ τοῦ ι γράφεται· οἷον, ἀκτὶς, ἀκτίν· οὕτως καὶ ἑρμὶς, ἑρμίν.
 Ἐλευσίς: Ἔστιν δὲ ὄνομα πόλεως· διὰ τοῦ ι γράφεται
ὡς δικατάληκτον.
 Ἐρυθῖνος: Ὄνομα πόλεως διὰ τοῦ ι τὸ θι· τὰ γὰρ διὰ
τοῦ ινος πρὸ μιᾶς τὸν τόνον ἔχοντα, μὴ ἔχοντα ἀπὸ πλεονασμοῦ
τὸ ι, διὰ τοῦ ι γράφεται, καὶ πάντα προπερισπῶνται· οἷον, Σα-
βῖνος· Μαρτῖνος· οὕτως οὖν καὶ Ἐρυθῖνος.  

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (ep.) (e cod.


Barocc. 50) Σελ. 229, γρ. 9
1012

 Κύμινον: Διὰ τοῦ ι γράφεται· τὰ γὰρ διὰ τοῦ ινον  


προπαροξύτονα ἀποστρέφονται τὴν ει δίφθογγον· χωρὶς εἰ μὴ
ὦσιν ἀπὸ πλεονασμοῦ ἔχοντα τὴν ει δίφθογγον· οἷον, ξύλινον·
κύμινον.
 Κρονίων: Ἀπὸ τοῦ Κρονίδης, ἢ ἀπὸ τοῦ Κρόνος, Κρονίων.
 Κεναγγία: Οὐ γὰρ διὰ τοῦ ἄγγος, ἄγγεος, τὴν ει δίφθογ-
γον ἕξει· λέγεται δὲ κεναγγῶ, κεναγγία.
 Καλιά: Ὀξύτονον· ἔστιν δὲ οἶκος, διὰ τοῦ ι· ἐξ ἀφορμῆς
τοῦ καλιὸς δόμος.
 Κλίνη: Ἀπὸ γὰρ τοῦ κλίνω, Κλίνη.
 Κλίμαξ: Τὰ εἰς αξ λήγοντα ἀποστρέφονται τὴν ει δίφθογ-
γον κατὰ τὴν παραλήγουσαν· γέγονεν δὲ παρὰ τὸ κλίνω, κλί-
ναξ, καὶ κλίμαξ, κατὰ μετάθεσιν τοῦ ν εἰς τὸ μ.
 Καδμῖλος: Οὗτος δὲ λέγεται ὁ Ἑρμῆς, διὰ τοῦ ι· τὰ γὰρ
διὰ τοῦ ιλος βαρύτονα, μὴ ὄντα οὐδέτερα ἢ σύνθετα ἀπὸ ὀνομά-
των ἐχόντων τὴν ει δίφθογγον, ἀποστρέφονται τὴν ει δίφθογγον·
χωρὶς τοῦ Νεῖλος· οἷον, Ζωΐλος· Καδμῖλος.

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De orthographia (ep.) (e cod.


Barocc. 50) Σελ. 230, γρ. 22

 Κυλλοποδίων: ι· ὁμοίως τοῦ ἐχίων.


 Κωλύω καὶ Κώλυμα: Μεγάλα τὰ ω.
 Κάμινος: Παρὰ τὸ ὑπομένην καιομένην· ι ὡς εἴρηται· ἀλλὰ
δύναται καὶ παρὰ τὸ ὑπομίμνειν εἶναι.
 Κοχλίδιον: Διὰ τοῦ ι· ὥσπερ ἀπὸ τοῦ γωνία, γίνεται γω-
νίδιον, οὕτως καὶ ἀπὸ τοῦ κοχλίας, κοχλίδιον.
 Κινάμωμον: ι ἡ παράδοσις, καὶ τὸ μω μέγα.
 Κοδρίδης: Διὰ τοῦ ι τὸ δρι· τὰ γὰρ ἀπὸ τῶν εἰς ος διὰ
τοῦ ιδης γινόμενα διὰ τοῦ ι γράφεται· οἷον, Κόδρος, Κοδρίδης·
Κρόνος, Κρονίδης.
 Κειρία: Σημαίνει δὲ τὸ σχοινίον τὸ δεσμεῦον τὴν Κλίνην·
καὶ θηλυκῶς λέγεται, καὶ διὰ τῆς ει διφθόγγου γράφεται· ἢ
γὰρ παρὰ τὸ κείρω γέγονεν παρὰ τὸ ἐχελεπτὰς κείρεσθαι αὐ-
τάς· ἢ παρὰ τὸ κέρας, τὸ σημαῖνον τὰς τρίχας, γέγονεν κερία,
καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι κειρία.
 Κυνίτης: Τὰ διὰ τοῦ ιτης.
 Κηρύκειον: Διὰ τῆς ει διφθόγγου· εἰσὶ γάρ τινα ἀπὸ
τῶν εἰς διπλοῦν ληγόντων γινόμενα διὰ τοῦ ειον, ἅτινα διὰ τῆς
ει διφθόγγου γράφεται· οἷον, Κύκλωψ, Κυκλώπιον· φοίνιξ,
1013

φοινίκειον.

Γεώργιος Χοιροβοσκός γραμματικός. De accentibus (excerpta e


Choerobosco, Aetherio, Philopono et aliis) (e codd. Urbin. 151 et
Laurent. 57.34) (4093: 013)“”De accentibus excerpta ex Choerobosco,
Aetherio, Philopono, aliis””, Ed. Koster, W.J.W., 1931; Mnemosyne 59.
Excerpt 5, par.. 37, γρ. 1

 Ἡ Χίος, ἡ Κίος, ἡ Τίος παροξύνονται. Χῖος


δὲ ἀνὴρ προπερισπᾶται.
 Τὰ διὰ τοῦ ινη θηλυκὰ ἐκτείνουσι τὸ ι· Κλίνη,
ὑσμίνη,
ἡρωίνη· καὶ αἱ τούτων εὐ-
θεῖαι τῶν πληθυντικῶν προ-
περισπῶνται· ὑσμῖναι, κλῖ-
ναι, ἡρωῖναι, καὶ τὰ ὅμοια.
δωτίνη· τὰ κύρια Στρατο-
νίκη, Βερονίκη· αἱ γοῦν
θηλυκαὶ τούτων εὐθεῖαι ὡς
βραχυκατάληκτοι περισπῶν-
ται· αἱ ὑσμῖναι, αἱ κλῖ

Choricius Rhet., Soph., Opera (4094: 001)


“Choricii Gazaei opera”, Ed. Foerster, R., Richtsteig, E.
Leipzig: Teubner, [Link]-declamation-dialexis 10, se. 2, par.. 61,
γρ. 5

μάλιστα στοχασάμενοι τῶν γενομένων.


         ἦγον τὴν κόρην οἱ κήρυκες συγκαθευδήσουσαν Ἀγαμέμνονι, τῇ δὲ
κατὰ τῶν παρειῶν ἔσταξε δάκρυα, καὶ πυκνὰ μεταστρε-
φομένη πρὸς τὸν ἐραστὴν ἔβλεπεν οἷα δι' αὐτὸν ὑπομένει
δηλοῦσα.
         τίς οὕτω, πρὸς θεῶν, ἔρωτος κρείττων, ὡς
μὴ παθεῖν τὴν ψυχήν; καὶ γὰρ εἰ μὲν ἐτύγχανε μόνος
ἐρῶν, ἴσως ἂν εἶχεν ἀδεῶς ἐναβρύνεσθαι· ἀντερῶντος δὲ
τοῦ Μυκηναίου πλείστης ἔδει θεραπείας αὐτῷ, μή ποτε
παθοῦσά τι λυπηρὸν πρὸς Ἀγαμέμνονα κλίνῃ. ἆρ' οὖν
οὕτω πικρὰν ἀτιμίαν ἤνεγκεν ἄν, εἰ μὴ πάλαι πεπεικὼς
αὑτὸν ἦν πάντα τοῖς ἄρχουσι πείθεσθαι;
 Ἐξετάσωμεν τοίνυν παρ' ἄλληλα τὰ σοί τε καὶ τῷ
1014

Μυκηναίῳ πρὸς ἐκεῖνον ὑπάρχοντα δίκαια· μὴ γάρ, εἰ


πρὸς τὸν Ἀτρέως ὤφθη τινὰ φυλάξας αἰδῶ, αὐτόθεν ἤδη  
καὶ περὶ σὲ τοιοῦτον εἶναι πιστεύσωμεν, πρὶν ἂν ὁ λόγος σε
δείξῃ μηδὲν ἔλαττον Ἀγαμέμνονος εἰς εὔνοιαν κεκτημένον.
οὐκοῦν ὁ μὲν οὐ τῆς αὐτῆς ἀγχιστείας ἐκείνῳ, σὺ δὲ
τῆς αὐτῷ συνοικεῖν μελλούσης πατήρ; ὁ μὲν ἐφθόνησε τῆς
αἰχμαλώτου, σὺ δὲ τὸ θυγάτριον ἐκδίδως;

Dositheus Magister Gramm., Ars grammatica (4096: 001)


“Dosithei ars grammatica”, Ed. Tolkiehn, J.
Leipzig: Dieterich, [Link].. 45, γρ. 23

super subter, ut πρὸς Σακέρδωτα ad Sacerdotem, πρὸ τοῦ


βήματος ante tribunal, περὶ τὴν σχολήν circa scholam,
περὶ τὰ τείχη circum muros, ἐντὸς Ῥήνου cis Renum, κατέ-
ναντι τοῦ Τιβέρεως contra Tiberim, ἐντὸς ὅρου citra ter-
minum, περὶ τὰ τέκνα erga filios, ἐκτὸς πόλεως extra civi-
tatem, ἐντὸς τειχῶν intra muros, μεταξὺ φίλων inter amicos,
ἐγγὺς τῆς βασιλικῆς iuxta basilicam, ὑπὸ τῇ πόλει infra
muros, κατὰ πατροκτόνου in parricidam, διὰ τὴν ὀργήν ob
iram, μετὰ χρόνον post tempus, δι' ἐκεῖνον propter illum,
ὀπίσω ἐκείνου pone illum, παρεκτὸς ἐμοῦ praeter me, ὑπὸ τὴν
Κλίνην subtus lectum, ὑπὸ σκιάν sub umbram, ἐπάνω ἐπὶ τοῦ
βουνοῦ super collem, ὑπὲρ τὴν τύχην supra fortunam, πέραν
τοῦ Τιβέρεως trans Tiberim, μέχρι θαλάσσης usque ad mare,
ὑπὲρ τὴν ἡλικίαν ultra aetatem; ablativi casus sunt, διὰ
τοῦ πολέμου prae bello, χωρὶς τοῦ παιδός sine puero, μέχρι
ἥβης tenus pube; communes, κατὰ πατροκτόνου in parrici-
dam, ἐν ἀγρῷ in agro, εἰς ἀγρόν in agrum, περὶ Πριάμου
super Priamo,

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (α – ἁμωσγέπως)


(4097: 001)“Etymologicum magnum genuinum. Symeonis etymologicum
una cum magna grammatica. Etymologicum magnum auctum, vol. 1”,
Ed. Lasserre, F., Livadaras, [Link]: Ateneo, 1976.
Alhabetic letter alpha, entry 722, γρ. 1

ἀμφοτέρωθεν περιεκύκλωσεν· ἀπὸ τοῦ δαίω, μέσος παρακείμε-


νος (l. c.)·
1015

  ἄστυ τόδ' ἀμφιδέδηε.


(Ζ 326)·
  δαιμόνι', οὐ μὲν καλὰ χόλον τόν γ' ἔνθεο θυμῷ,
ἀντὶ τοῦ οὐ καλῶς νῦν τὴν ὀργήν, ἣν κατὰ τῶν Τρώων ἔχεις
διὰ τὸ παραδοῦναί σε τῷ Μενελάῳ βούλεσθαι, οὐδὲ ἐν καιρῷ ταῦτα  
ποιεῖς. ἢ οὐ καλῶς νῦν ὀργίζῃ ἡγούμενος τοὺς Τρῶας ἀγανακτεῖν
κατὰ σοῦ AB, Sym. 817, EM 1179. Comm. Hom.
 Ἀμφικέφαλος· Κλίνης εἶδος παρ' Ἀθηναίοις· παρὰ
τὸ ἑκατέρωθεν ἀνάκλισιν ἔχειν καὶ προσκεφάλαιον. Μεθόδιος AB,
Sym. 818, EM 1186. Methodius.  
 Ἀμφιλαφές (Call. Hy. 6, 26)· τὸ δασύ, ἀμφιλαβές τι
ὄν, τὸ ἑκατέρωθεν ληπτὸν μέρος διὰ τὴν δασύτητα, τροπῇ
τοῦ β εἰς φ. ἤ παρὰ τὴν ἁφήν AB, Sym. 819, EM 1197. Me-
thodius.

Etymologicum Genuinum, Etymologicum genuinum (ἀνάβλησις –


βώτορες) (4097: 002)“Etymologicum magnum genuinum. Symeonis
etymologicum una cum magna grammatica. Etymologicum magnum
auctum, vol. 2”, Ed. Lasserre, F., Livadaras, [Link]: Parnassos Literary
Society, [Link] letter alpha, entry 1279, γρ. 9

αὐτὸν φιλίαν τὸν υἱὸν Ἀσκάλιον προσηγόρευσεν, ὃς τῇ Ῥωμαίων


διαλέκτῳ Ἀσκάνιος ὠνόμασται AB, EM 1924. Methodius.
 Ἀσκάντης · κλινίδιον εὐτελές, ὃ καὶ ὑπὸ τῶν Ἀττικῶν
Σκίμπους ὀνομάζεται· Καλλίμαχος (fr. 240)·
  καὶ τὸν μὲν ἐπ' ἀσκάνταν κάθισεν·
καὶ Ἀριστοφάνης (nub. 633)·
   ἔξει τὸν ἀσκάντην λαβών·
καὶ Πλάτων ὁ φιλόσοφος Πρωταγόρᾳ (310 c)· «καὶ ἅμα ἐπιψηλα-
φήσας τοῦ σκίμποδος, ἐκαθέζετο παρ' ἐμέ». ὁ δὲ κράβατος οὐδὲ
παρ' ἑνί. εἴρηται δὲ ἀσκάντης παρὰ τὴν κάννην – οὕτως δὲ ἐκάλουν
τὴν ψίαθον – . ἀσκάντης οὖν ἡ εὐτελὴς Κλίνη, μηδὲ κάννην ἔχουσα,
ἀκάντης καὶ ἀσκάντης. οὕτως Σαλούστιος εἰς τὴν Ἑκάλην Καλλιμά-
χου (l.c) AB, Sym. 1457, EM 1927, Areth. schol. Luc. lexiph.
6. Methodius.  

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ἀάλιον – ζειαί)


(4098: 001)“Etymologicum Gudianum, fasc. 1 & 2”, Ed. de Stefani, A.
Leipzig: Teubner, 1:1909; 2:1920, Repr. [Link] entry epsilon,
σελ. 528, γρ. 1
1016

 Ἕρκος· παρὰ τὸ ἐρύκω ἔρυκος καὶ ἕρκος.


 Ἕρμαιον· ... “ἕρμαιον καὶ λόγου πολλοῦ ἄξιον ἐφαίνετο”· τὸ
ἀπροσδόκητον κέρδος· ἀπὸ τῶν ἐν τοῖς ὁδοῖς τιθεμένων ἀπαρχῶν, ἃς
οἱ ὁδοιπόροι κατεσθίουσιν· ἢ ἀπὸ τοῦ ἐν ἔθει λεγομένου “κοινὸς Ἑρμῆς”
ἐπὶ τῶν εὑρισκόντων τι, οἷον κοινὸν τὸ εὕρημα. παρὰ οὖν τὸ Ἑρμῆς
ἕρμαιος καὶ ἕρμαιον τὸ οὐδέτερον.
 Ἕρματα Ξ 182· ἐνώτια παρὰ τὸ ἐνείρεσθαι.
 {Γεωργίου} Ἑρμείας· ... ἀπὸ τοῦ Ἑρμέας γέγονε κατὰ πλεονασμὸν τοῦ ι.

 Ἑρμηνεύς· ... παρὰ τὸ Ἑρμῆς, ὅντινα λέγουσιν ἐφευρετὴν


τῶν λόγων· καὶ ἐντεῦθεν ἐτυμολογία παρὰ τὸ ἐφευρεῖν τὸν ἑρμηνεύοντα.

 Ἑρμῖνες· ... παρὰ τὸ στηρίζεσθαι δι' αὐτῶν τὴν Κλίνην.


 {Γεωργίου} Ἑρμίς· ὃ σημαίνει τὸν κραβάττου πόδα· παρὰ τὸ ἐνείρεσθαι
καὶ ἐμπλέκεσθαι ἐν τῇ κλίνῃ.
 Ἑρπετόν· εἰς τὸ Ἐξεῖρψεν.  
 Ἑρπηστικός· ὁ ἑρπηστὴς ὄφις· ἐκ τοῦ ἕρπω, ὁ δὲ μέλλων
περιττοσύλλαβος ἑρπήσω καὶ ἐξ αὐτοῦ ἑρπητικός καὶ πλεονασμῷ τοῦ
ς ἑρπηστικός, ὡς χηρώσω χηρωτής καὶ πλεονασμῷ τοῦ ς χηρωστής.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος –


ὦμαι) (4098: 002)“Etymologicum Graecae linguae Gudianum et alia
grammaticorum scripta e codicibus manuscriptis nunc primum edita”,
Ed. Sturz, [Link]: Weigel, 1818, Repr. [Link] entry
kappa, σελ. 309, γρ. 36

 συγκοπὴν κεῖθεν. οὐδὲν εἰς θεν λῆγον ἐπίῤῥημα τῇ


 ει διφθόγγῳ παραλήγεται, χωρὶς τούτου δηλονότι συγ-
 κοπῇ· τὸ γὰρ ἐντελὲς αὐτῷ ἐπίσταται ἀρκῖος.
Κεῖ, ἐκεῖθι· τὸ κεῖ διφθόγγῳ διάτι; τὰ εἰς θι λήγον-
 τα ἐπιῤῥήματα τὴν παραλήγουσαν θέλει φυλάττειν τῶν
 εἰς θεν ἐπιῤῥημάτων ἀντὶ τοῦ ἐκεῖσε, ἐπὶ τόπου. γί-
 νεται οὖν ἐκ τοῦ ἐκεῖθεν.
Κειρία, παρὰ τὸ κείρεσθαι εἰς λεπτὰ, ἢ παρὰ τὸ
 κέρα· ἐκ τριχῶν γὰρ ἐγίνοντο.
Κειρίον, σημαίνει τὸ σχοινίον· καὶ γίνεται παρὰ τὸ εἴρω
 τὸ συμπλέκω, οἱονεὶ τὸ δεσμεῦον τὴν Κλίνην, κειρίον
 ἢ κειρεῖον ἢ παρὰ τὸ κείρεσθαι εἰς λεπτὰ ἤγουν κό-
 πτεσθαι. ἢ παρὰ τὸ κέρα, ὃ σημαίνει τὴν τρίχα κε-
 ρεία καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι κειρεία· ἐκ γὰρ τῶν τριχῶν
1017

 ἐγεγόνησαν.
Κείμενα, ἰστέον, ὅτι κεῖμαι καὶ ἦμαι ἐλέγχονται,
 μήτε ἀπὸ τῶν εἰς ω εἶναι, μήτε ἀπὸ τῶν εἰς μι.
 καὶ ἀπὸ τῶν εἰς ω, ὅτι ἀπὸ τῶν εἰς ω ἢ τῷ ο παρα-
 λήγεται, οἷον, τύπτομαι, λέγομαι, ἢ τὸ ω, οἷον,
 βοῶμαι, νικῶμαι, ἢ τῇ ου διφθόγγῳ, οἷον, χρυσοῦ-
 μαι, νοοῦμαι. ἄρα οὐκ ἔστιν ἀπὸ τῶν εἰς ω.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry kappa, σελ. 328, γρ. 11

 κλίτους σου. ἔστι δὲ καὶ κλειτὸς ὁ ἔνδοξος διὰ διφθόγ-


 γου· ὅπερ καὶ ὀξύνεται.
Κλῆμα, παρὰ τὸ κλῶ τὸ κλάνω καὶ συντρίβω, εὔθραυ-
 στον γὰρ τὸ κλῆμα, ὁ μέλλων κλάσω, κέκλακα, κέ-
 κλαμαι, καὶ ἐξ αὐτοῦ κλάμα καὶ κλῆμα.
Κληδωνισμὸς ἐστι τὸ παρατηρεῖσθαι λόγους τινὰς,
 καὶ φθαρμοὺς καὶ τρισμοὺς ξύλων καὶ παλμοὺς με-
 λῶν.
Κληδωνίζεται, ἀπὸ ἀκοῆς τὰς μαντείας δέχεται.
Κλίνη, παρὰ τὸ κλίνω, τοῦτο παρὰ τὸ κλῶ· κλάσιν
 γὰρ λαμβάνουσι τὰ κλινόμενα, στερισκόμενα τῆς ὀρ-
 θότητος, καὶ εἰς τὸ κλίνω.
Κλισμοῖσι, θρόνοις, ἔχουσιν ἀνακλίσεις, παρὰ τὸ
 κλίνω.
Κλιτὺς, ὁ μὲν Ἀπίων, τὸ κατωφερὲς τῶν ὑδάτων·
 ἄμεινον δὲ τὰ ἀποκλίσματα καὶ ἐξέχοντα τῶν ὀρέων.
 παρὰ τὸ κεκλίσθαι· ἢ παρὰ τὸ κλετὸς ὃ σημαίνει τὸ
 αὐτὸ γέγονε κλετὺς, καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι κλειτύς.
Κλιτοριάζειν, Κλιτόριόν ἐστι ὄνομα πόλεως, οὔσης
 ἐν τῇ Ἀρκαδίᾳ, παρὰ τὸ κλύω γέγονε Κλυτόριον καὶ

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry kappa, σελ. 328, γρ. 54

 εἰς ἀμετάβολον, καὶ ἀποβολῇ τοῦ υ γέγονε κλίβανος·


 καὶ εἰς τὸ κρίβανος.
1018

Κλῖμα, τὸ μέρος, ἡ γωνία, ὁ τόπος, ἐκ τοῦ κλίνω.


Κλίμαξ, ἡ σκάλα, διὰ τὸ καλεῖν εἰς μῆκος· ἢ ἀπὸ
 τοῦ κλίνω γίνεται κλίναξ καὶ κλίμαξ.
Κλισία, ἡ σκηνὴ, παρὰ τὸ κλίνεσθαι ἡμᾶς ἐν αὐτῇ κε-
 κοπωμένους· κέκλισαι κλίσις καὶ κλισία· ὡς κόνις κο-
 νία, θέσις θεσία καὶ συνθεσία.
Κλισμὸς, ἀπὸ τοῦ κλίνω κλινῶ κέκλικα κέκλισμαι
 κλισμὸς, σημαίνει δὲ τὴν καθέδραν.
Κλίνη, τῷ λόγῳ τῶν διὰ τοῦ ινη, καὶ ὅτι παρὰ τὸ
 κλίνω γέγονε· τὸ δὲ κλίνω διὰ τοῦ ἰῶτα.
Κλονίος, ὄνομα κύριον παροξύτονον· τὰ γὰρ εἰς ος
 λήγοντα βραχέα ἐπὶ κυρίων ταττόμενα παροξύνονται·
 οἷον, Σχεδίος, Χρομίος, Δολίος, Ὀδίος· ἀντιπίπτει δὲ
 τὸ ἄλιος κατὰ παράδοσιν καὶ τὸ ἄνιος καὶ τὸ Κρόνιος
 καὶ τὸ ξένιος.  

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry nu, σελ. 409, γρ. 42

 καὶ νηφάλιοι· ἔνθεν καὶ νήφειν τὸ φρονεῖν· οὕτως ἡ


 παράδοσις.
Νήχω, νῶ καὶ νέω, ὅ ἐστι κολυμβῶ· ὡς ὁ Ἀριστοφά-
 νης ἵππευσιν, ἔνεον ἐν ταῖς ἐμβάσεσι· ἐκτάσει τοῦ ε
 εἰς η, νήχω, οὕτω Φιλόξενος.
Νίκη, παρὰ τὸ ἑνὶ δοτικὴν, καὶ ἵκω τὸ σημαῖνον τὸ πα-
 ραγίνομαι, γέγονε ἑνιΐκη, καὶ κατὰ κράσιν τῶν δύο ιι,
 εἰς ἰῶτα μακρὸν ἑνίκη· καὶ νίκη ἀποβολῇ τοῦ ε.
Νίκη, παρὰ τὴν ἑνὶ δοτικὴν καὶ τὸ εἴκω, ἡ ἑνὶ ὑπο-
 χωροῦσα· καὶ Ὅμηρος, ἑτεραλκέα νίκην· τουτ'ἔστιν
 ἑτεροκλινῆ.
Νησὶς, τῷ λόγῳ τοῦ ἀκτίς. σημαίνει δὲ τὴν μικρὰν
 νῆσον· ἰστέον, ὅτι τὸ νῆσος διὰ τοῦ η γράφεται, καὶ
 ἑνὸς σ κατὰ παράδοσιν· ἀπὸ τοῦ νησὶς νησσάριον δὲ
 διὰ τοῦ ἦτα, ὅθεν ἐστὶ κατὰ παράδοσιν.
Νησίδιον, διὰ τοῦ ι, ἀπὸ γὰρ τοῦ νῆσος νήσου, γέγονε
 νησίον, καὶ ἐκεῖθεν νησίδιον· οὕτω καὶ ἀπὸ τοῦ ὀψά-
 ριον ὀψαρίδιον, καὶ βιβλίον βιβλίδιον.
Νηρεὺς, παρὰ μὲν τῷ ποιητῇ διὰ τοῦ ι γράφεται· ἐπὶ
 δὲ τοῦ θαλαττίου καὶ τοῦ τεχνικοῦ διὰ τοῦ ἦτα γράφεται.
1019

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry sigma, σελ. 503, γρ. 34

Σκέλω, σημαίνει τὸ ξηραίνω· μὴ πρὶν μένος ἠελίοιο


 σκήλη· καὶ σκέλετ' ἀποξηραμμένος· καὶ εἰς τὸ σκλη-
 ρός.
Σκέπω, παρὰ τὸ σχέθω τὸ κωλύω καὶ τροπῇ τοῦ χ
 εἰς κ, καὶ τοῦ θ, εἰς π, σκέπω.
Σκευωρία, κατασκευὴ, ἐπιβουλή.
Σκηνὴ, διὰ τοῦ ἦτα, διάφορα σημαίνει· κάστρον, παρεμ-
 βολὴν, καὶ τὴν ἀπὸ ξύλων καὶ περιβολαίων οἰκίαν, τὸ
 θεάτρον, τὴν ὑπόκρισιν, ἤγουν τὸ πλάσμα, τὴν ὀρχη-
 στρίαν, καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου· σκινὴ δὲ διὰ τοῦ
 ἰῶτα, ἡ Κλίνη· καὶ εἰς τὸ προσκήνιον· καὶ οἱ Δωριεῖς
 σκανὴ λέγουσι.
Σκῆνος, οἰκητήριον, σῶμα, παρὰ τὸ σκηνὴν εἶναι τῆς
 ψυχῆς καὶ οἰκητήριον.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry phi, σελ. 551, γρ. 5

 ται βαρυνόμενον, εἰς τὸ πέφνη.


Φερέοικος, ὁ κοχλίας, καὶ ἡ χελώνη, ὅτι φέρουσι
 τὸν οἶκον· ἀφερέοικος δὲ, ὁ μὴ φέρων καὶ ἔχων οἶ-
 κον.
Φερέγγυος, ἀξιόπιστος, ἐγγυητὴς, φέρων τὸ βέ-
 βαιον.  
Φέρουλλα, ἡ κρούουσα ἐκ τοῦ φέριρε.
Φερέζωον, παρὰ τὸ φέρω καὶ τὸ ζωὴ, γίνεται φερέ-
 ζωος, ὁ τὴν ζωὴν φέρων.
Φέρβειν, τρέφειν.
Φέρετρον, ἡ τῶν νεκρῶν Κλίνη.
Φέρνη, προὶξ, δωρέα, φερνή τις οὖσα, ἀπὸ τοῦ φέ-
 ρεσθαι, οὕτως Ἡρακλείδης.
Φερσεφόνη, οἱ μὲν ὅτι φερβικὴν ὄνησιν ἡμῖν παρέχει·
 οἱ δὲ ὅτι φέρβον ἐφόνευσεν τὸν γίγαντα· ἢ ὅτι πρὸς
 αὐτὸν τοὺς πεφονευμένους ἄγει.
Φέρτερος, ἀπὸ τοῦ φέρω φέρτερος· γίνονται τὰ συγ-
 κριτικὰ ἐξ ὀνομάτων, ὡς ὀξὺς ὀξύτερος, ἀπὸ ῥήματος,
1020

 ὡς τὸ φέρω φέρτερος, ἀπὸ προθέσεως, ὡς τὸ πρὸ


 πρότερος, ἀπὸ ἐπιῤῥήματος, ὡς τὸ πάλαι παλαί-
 τερος.

Etymologicum Gudianum, Etymologicum Gudianum (ζείδωρος – ὦμαι)

Alphabetic entry chi, σελ. 561, γρ. 32

Χαίρετε, ἀπὸ τοῦ χαίρω, τὸ προστακτικὸν χαίρετε,


 χαίρειν φθάσαντες, ἀποταξάμενοι διαγνόντες.
Χαλεπὸς, παρὰ τὸ χαλέπτω ῥήματος, τοῦ σημαίνον-
 τος τὸ ὀργίζομαι, κατὰ παραγωγὴν χαλεπταίνω, καὶ
 ἐκβολῇ τοῦ τ, χαλεπαίνω.
Χαλκήρεϊ, γένους θηλυκοῦ, ἡ εὐθεῖα χαλκήρης, χαλ-
 κήρεος καὶ χαλκήρους, χαλκήρεϊ· ὁ κανὼν, τὰ ὁμό-
 φωνα θηλυκὰ τοῖς ἀρσενικοῖς. ὁ χαλκήρης γὰρ ἐκ τοῦ
 χαλκὸς καὶ τοῦ ἀρῶ τὸ ἁρμόζω· τὸ κη, ἦτα διάτι;
 τὰ διὰ τοῦ ηρης ἀρσενικὰ βαρύτονα διὰ τοῦ ἦτα γρά-
 φεται, οἷον, ποδήρης, ὁ ἱερατικὸς χιτὼν, κλινήρης ὁ
 παραλελυμένος, φρενήρης ὁ φρόνιμος.
Χαλκοῦν, οὐδέτερον, τὸ ἀρσενικὸν ὁ χαλκὸς καὶ γίνεται,
 παρὰ τὸ χάλυψ, ὃ σημαίνει τὸν σίδηρον, καὶ κλίνεται
 χάλυβος, καὶ τροπῇ τοῦ β εἰς κ, χάλυκος, καὶ ἐν συγ-
 κοπῇ χάλκος.

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum


(ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Paris.
suppl. gr. 172) (4098: 003)“Etymologicum Gudianum, fasc. 1 & 2”, Ed.
de Stefani, [Link]: Teubner, 1:1909; 2:1920, Repr. 1965.
Alphabetic entry beta, σελ. 257, γρ. 22

κῶς. βέλτιον ⟦δὲ οὕτως⟧· ἔστι ῥῆμα φῶ, τοῦτο γίνεται βῶ, ὡς τὸ κῦφος
κύβος,  
παράγωγον βάζω βάξω, ἀφαιρέσει τοῦ ω βάξ, ὡς ἄλκω ἄλξω ἄλξ, καὶ ἐν
διπλα-
σιασμῷ βάβαξ. πολλὰ δὲ παρὰ τοὺς μέλλοντας ἐκπίπτει ὀνόματα· ἑλίξω
ἕλιξ, δώσω
δώς, θήσω θής.
 Βαβυλών Ps. 136, 1· ... ἔστι δὲ πόλις Συρίας.
 Βάδος· ἐλαίου μέτρον. καλεῖται δὲ αὐτὸ ἀπὸ τῆς Ἑβραϊκῆς διαλέκτου
παρ-
1021

ηγμένον, ὁμωνύμως τῷ ἐλαιοτριβείῳ καλούμενον· βηθβαδὰ γὰρ


ἑρμηνεύεται
ἐλαιοτριβεῖον. ἔστι δὲ ξεστῶν πεντήκοντα. τὸ δὲ μέτρον ἐστὶ τῆς τοῦ
ἐλαιο-
τρίπτου ἐργασίας, ὃ παρ' Ἑβραίοις ⟦καλεῖται βέθ⟧.
 Βαθμός· βάσις καὶ στάσις, ἢ καμπτός. καὶ εἰς τὸ Νύ⟦σσα⟧.
 Βάθρον· ἐφ' ᾧ ἔστι βαίνειν, ἢ βῆμα ἢ θεμέλιος ἢ Κλίνη. λέγεται καὶ
βάθρα
θηλυκῶς· “ἐπὶ βάθρας”, ἐπὶ βάσεως.
 Βαΐον· ... σημαίνει δὲ τὸ κλάδος τοῦ φοίνικος.
 Βαίτυλος· ὁ ἐσπαργανωμένος λίθος.
 Βακτηρία Ps. 22, 4· παρὰ τὸ τὴν βάσιν τηρεῖν. διαφέρει ῥάβδος καὶ
βακτηρία.

Etymologicum Gudianum, Additamenta in Etymologicum Gudianum


(ἀάλιον – ζειαί) (e codd. Vat. Barber. gr. 70 [olim Barber. I 70] + Pari
Alphabetic entry epsilon, σελ. 528, γρ. 8

 Ἑρμῆς· ὅτι μέγιστόν ἐστιν πρὸς τὸν βίον ἕρμα· περιποιεῖ γὰρ
πλοῦτον. ζήτει.
 Ἑρμ⟦ῆς⟧· ὅτι μέγιστόν ἐστιν ἕρμα τῶν περὶ τ⟦ὸν⟧ βίον· περι-
ποιεῖ γὰρ πλοῦτον· διά τε τοῦτο καὶ ⟦τὰ ἀπὸ τῆς τύχης ἀγα⟧θὰ καὶ τὰ
κέρδη
ἕρμαια καλεῖται. ἢ παρὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν διὰ τοῦ λόγου τῶν ψυχικ⟦ῶν⟧

διανοιῶν καὶ λό⟦γω⟧ν, ἧς ἐστιν ⟦εὑρετ⟧ής.  


 Ἑρμῖ⟦νες· ο⟧ἱ κλινόποδες, οἱονεὶ ἕρματα ὄντες ... τάχα δὲ καὶ
⟦τετράγωνα
ἦσαν. ἢ εὕρημα· ἀπὸ τῆς ἑρμηνείας γὰρ⟧ εὑρήθη ⟦ἡ οἴκησις⟧, ὅθεν
κοινὸς Ἑρ⟦μῆς⟧,
κ⟦οινὴ⟧ εὕρεσις.
 Ἑρμίς· ὁ ποὺς τῆς Κλίνης· ἀπὸ τοῦ ἐνείρεσθαι τῷ ἐνηλάτῳ. ἢ παρὰ τὸ
Ἑρμᾶς ἔχειν· ⟦ο⟧ἱ ζ⟦ω⟧γράφοι [μὲν] γὰρ ἔγραφον τὸν Ἑρμῆν ἐν ταῖς
κλίναις ὡς
ἔφορον ὀνείρων, ἵνα ⟦ἀγ⟧αθοὺς ὀνείρους πέμπῃ.
 {Γεωργίου} Ἑρμίς· σημαίνει κραβάττου πόδα· καὶ γράφεται διὰ τοῦ ι,
ἐπειδὴ τὰ
εἰς ις δικατάληκτα διὰ τοῦ ι γράφεται, οἷον Ἐλευσίς Ἐλευσίν. οὕτως καὶ
ἑρμίς
ἑρμίν διὰ τοῦ ι.
 {Ἐπιμερισμῶν τοῦ Ψαλτηρίου} Ἑρμωνιείμ Ps. 41, 7· τὸ μω μέγα, τὸ νι ι,
τὸ ειμ δίφθογγον. τὰ
1022

εἰς ειμ λήγοντα ὀνόματα βάρβαρά τε καὶ ἐθνικὰ ὀξύνεται καὶ διὰ τῆς ει
διφθόγγου
γράφεται, οἷον Ἑρμωνιείμ Ἐλιακείμ Ἰωακείμ Σενναχηρείμ, πλὴν τοῦ

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum (4099: 001)


“Etymologicum magnum”, Ed. Gaisford, [Link]: Oxford University
Press, 1848, Repr. [Link] σελ. 90, γρ. 30

 Ἀμφιέννυμαι ἠμφιεννύμην: Μήποτε κἀν-


ταῦθα περιττή ἐστιν ἡ πρόθεσις. Τί γὰρ διαφέρει
τὸ ἕννυμαι τοῦ ἀμφιέννυμαι; Καὶ,
 Αὐτὴ δὲ φάρος μέγα ἕννυτο νύμφη.
Τί γὰρ πλέον τοῦ ἀμφιέσασθαι χιτῶνα; Οὕτω Ζη-
νόβιος.
 Ἀμφιετεῖν: Θύειν καθ' ἕκαστον ἔτος, ἢ δι' ὅλου
τοῦ ἔτους, ἢ κατ' ἔτος. Καὶ ἀμφιεταζομένας,
τὰς κατ' ἔτος γινομένας ἢ περιερχομένας.
 Ἀμφικέφαλος: Κλίνης εἶδος παρ' Ἀθηναίοις,
παρὰ τὸ ἑκατέρωθεν ἀνάκλισιν ἔχειν καὶ προσκεφά-
λαιον.
 Ἀμφίκαυστις: Ἡ ὀρεινὴ κριθὴ, ἣν ἡμεῖς εὔ-
στραν καλοῦμεν. Καὶ οὕτω μὲν οἱ τραγικοί· οἱ δὲ
κωμικοὶ, τὸ αἰδοῖον ἀμφίκαυτις, ἀπὸ τοῦ περικεκαῦ-
σθαι. Οἱ δὲ τὴν πρώτην ἔκφυσιν τῶν πυρῶν, ἣν
[ἠ]λήϊον προσαγορεύουσιν ὡραῖον, διὰ τὸ τοὺς πρωΐ-
μους, καέντων τῶν ἀχύρων, ἐπιτηδείους εἶναι εἰς τρο-
φήν. Μεθόδιος. Εἴρηται μεταφορικῶς καὶ ἡ μάχη.
 Ἀμφικύπελλον: Ποτήριον·

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 154, γρ. 37

 Ἀσκάντης : κλινίδιον εὐτελὲς, ὃ ὑπὸ τῶν Ἀτ-


τικῶν Σκίμπους ὀνομάζεται. Καλλίμαχος, καὶ
 τὸν μὲν ἐπ' ἀσκάντα κάθισεν.  
Καὶ Ἀριστοφάνης,
 Ἔξει τὸν ἀσκάντην λαβών.
Καὶ Πλάτων ὁ φιλόσοφος Πρωταγόρᾳ,
 Καὶ ἅμα ἐπιψηλαφήσας τοῦ σκίμποδος, ἐκαθέζετο
παρ' ἐμέ.
Ὁ δὲ κράβατος οὐ παρ' ἑνί. Εἴρηται δὲ παρὰ τὴν
1023

κάννην (οὕτω δὲ ἐκάλουν τὴν ψίαθον) ἀκάντης, καὶ


ἀσκάντης, ἡ εὐτελὴς Κλίνη, μηδὲ κάννην ἔχουσα.
 Ἀσκελές:
 Ἀλλὰ Ποσειδάων γαιήοχος ἀσκελὲς αἰεί.
Ἀμετακινήτως, κατὰ στέρησιν τῶν σκελῶν· ἢ ἀδια-
λείπτως, καὶ ἄγαν σφοδρῶς· καὶ ἀσκελέως, τὸ
σκληρῶς. Παρὰ τὸ σκέλω, τὸ ξηραίνω, γίνεται
ἀσκελὲς, τὸ ἄγαν σκληρόν· ὅθεν καὶ σκέλος· ἢ παρὰ
τὸ ἄγαν ἐσκληκέναι· ὅθεν καὶ Ἀσκληπιὸς,
Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum
Kallierges σελ. 188, γρ. 30

κῶς. Βαρδὺς πλεονασμῷ τοῦ δ, καὶ ἐν ὑπερθέσει,


βραδύς· εἶτα βραδίων βράδιστος· καὶ ἐν ὑπερθέσει,
βάρδιστος. Ἰλιάδος ψʹ,
 ἀλλά τοι ἵπποι
 βάρδιστοι θείειν.
Ἀντὶ τοῦ βραδύτατοι.
 Βαρδίνης: Ποταμός· εἴρηται παρὰ τὸ βαρείας
καὶ ἐπαχθεῖς ἔχειν δίνας, βαρυδίνης τις ὤν.
 Βάρις: Παρὰ τὸ βάρος, καὶ τροπῇ τοῦ βραχέος·
σημαίνει δὲ τὸν πύργον, καὶ τὴν Κλίνην· παρὰ τὸ
μετὰ βίας πολλῆς ἀρηρέναι. Βάρεις, τείχη, πλοῖα,
στοαὶ, αὐλαὶ, πύργοι, σφαῖραι. Τινὲς δὲ λέγουσιν,
αἱ μεγάλαι καὶ ὑπόβαθροι πέτραι·
 Ἀπὸ βάρεων ἐλεφαντίνων.
 Βαρείας χεῖρας: Ὑβριστικὰς, φονικὰς, ὅπλῳ
βεβαρημένας·

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 255, γρ. 50

ὅτι τὸ βρέτας, δέπας, δέμας, οὐ κλίνονται· οὐ γὰρ


λέγουσι τούτων τὰς γενικάς. Ζήτει εἰς τὸ κρέας
τὸν κανόνα.
 Δέμνια: Ἐγκοίτια στρώματα· ἀπὸ τοῦ τὸ
δέμας ἐπ' αὐτὰ μένειν. Ἢ ὡς παίζω παίγνιον,
ἀράσσω ἀράχνιον, οὕτως δέμω δέμνιον, τὸ εἰς σώμα-
τος ἀνάπαυσιν οἰκοδομηθὲν, ἢ συνδεθέν. Ἔνθεν
Ὅμηρος,
 μαλακῷ δεδμημένοι ὕπνῳ.
Καὶ τὴν τοῦ κοιμᾶσθαι παραιτίαν νύκτα, δμήτειραν.
1024

δέμνιον δὲ, ἡ Κλίνη.


 Δενδίλλων: Διανευόμενος· παρὰ τὸ δινεῖν τοὺς
ἴλλους, ἤγουν κινεῖν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ μετα-
φέρειν. Ἴλλοι δὲ, οἱ ὀφθαλμοὶ, οἱ ῥᾳδίως εἰλού-
μενοι καὶ εὐμετάφοροι πρὸς ἑκάτερα.
 Δενδαλίδες: Ἱεραὶ κριθαί.
 Δενδρυάζειν: Τὸ καταδύνειν καὶ κρύπτεσθαι,
κυρίως εἰς τὰς δρῦς, καταχρηστικῶς δὲ καὶ ἐπὶ
τοῦ ἁπλῶς δύνειν καὶ κρύπτειν· ἀπὸ τῶν παλαιῶν
ταῖς δρυσὶ σκέπῃ χρωμένων· τοὺς γὰρ παλαιοὺς τῶν
ἀνθρώπων πρὸ τῆς τῶν οἴκων εὑρέσεως

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 376, γρ. 40

τοῦ βίου· μέγιστον γὰρ τῷ βίῳ λόγος εὑρέθη. Ἢ


παρὰ τὸ ἐρῶ, τὸ λέγω, Ἑρμῆς, ὁ τοῦ λόγου ἔφορος· ἢ
ὅτι μέγιστον ἐστὶν ἕρμα τῶν περὶ τὸν βίον· ὅθεν καὶ
τὰ ἀπὸ τύχης ἀγαθὰ καὶ κέρδη, Ἕρμαια.
 Ἑρμῆς στροφαῖος: Ὁ παρὰ ταῖς θύραις ἱδρυ-
μένος· ἀπὸ τοῦ στροφαίου τῆς θύρας.
 Ἑρμίς: Δικατάληκτόν ἐστι καὶ σημαίνει τοῦ
κραβάτου τὸν πόδα. Ὅμηρος,
 Ἑρμῖν' ἀσκήσας.
Παρὰ τὸ εἴρω, τὸ ἁρμόζω, ὁ ἐνειρόμενος καὶ ἁρμόζων
τῇ κλίνῃ. Ἢ παρὰ τὸ ἕρμα εἶναι τοῦ παντὸς, ὅ
ἐστιν ἔρεισμα. Ἢ παρὰ τὸ ἐνείρεσθαι. Ἢ παρὰ
τὸν Ἑρμῆν.
 Ἑρμίς: Ὁ κλινόπους· ἐπειδὴ ἐν αὐτοῖς ἔγλυφον
ἀγάλματα Ἑρμοῦ, ὡς ἐφόρου ὕπνου καὶ ὀνείρων,
καὶ φυλακῆς χάριν.
ἑρμιόνη ἡ θυγάτηρ Μενελάου καὶ Ἑλένης.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 508, γρ. 14

 Ὄρσο κέων.
Πλεονασμῷ, κείων· κίω δὲ, τὸ πορεύομαι, διὰ τοῦ
ἰῶτα, ἀπὸ τοῦ ἴω.
 Κειμήλια: Τὰ ἀπόθετα χρήματα. Ὡς παρὰ
τὸν θήσω μέλλοντα γίνεται θεμέλιον, οὕτω καὶ παρὰ
1025

τὸν κείσω κείσομαι μέλλοντα γίνεται κειμήλιον. Ἢ


παρὰ τὸ ἐκεῖ κεῖσθαι τὰ μείλια, δι' ὧν τινὰ ἐκμει-
λισσόμεθα, ἤγουν τὰ χρήματα.
 Κειρία: Σημαίνει τὰ σχοινία, τὰ ἐντάφια
δεσμά. Ἢ κειρία σημαίνει τὸ σχοινίον τὸ δεσμεῦον
τὴν Κλίνην. Λέγεται δὲ καὶ θηλυκῶς· γίνεται παρὰ
τὸ κείρω, τὸ κόπτω, τουτέστι παρὰ τὸ εἰς λεπτὰ
κόπτεσθαι αὐτά. Ἢ παρὰ τὸ κέρας, ὃ σημαίνει
τὴν τρίχα, κερία· καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι, κειρία· καὶ
γὰρ ἐκ τῶν τριχῶν ἦσαν τὸ παλαιόν. Ἢ παρὰ τὸ
εἴρω, τὸ συμπλέκω, εἰρία· καὶ πλεονασμῷ τοῦ κ.  
 Κεῖθι: Ἀντὶ τοῦ ἐκεῖσε, ἐπὶ τόπου· γίνεται ἐκ
τοῦ ἐκεῖνος. Τὸ ΚΕΙ, δίφθογγον. Διατί; Τὰ εἰς
ΘΙ λήγοντα ἐπιρρήματα τὴν παραλήγουσαν θέλει
φυλάττειν τῶν εἰς ΘΕΝ ἐπιρρημάτων.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 520, γρ. 3

Κλιτόριον, τροπῇ τοῦ υ εἰς ι. Ἔστι δὲ καὶ πηγὴ


ἐν ταύτῃ τῇ πόλει· ἧς ὁ γευόμενος ἀποστρέφεται
τὸν οἶνον. Σημαίνει δὲ καὶ τὸ αἰδοῖον τῆς γυναικός·
ὅθεν καὶ κλιτοριάζειν λέγεται τὸ αἰσχρῶς ἅπτε-
σθαι.
 Κλίμαξ: Ἡ σκάλα. Ἀπὸ τοῦ κλίνω κλίναξ
καὶ κλίμαξ. Εἰ δὲ σημαίνει τὴν ἄμπελον, γράφεται
διὰ τοῦ η· καὶ γίνεται παρὰ τὸ κλάνω κλάμαξ καὶ
κλήμαξ. Κλίμα μέν ἐστι μέρος τὶ τοῦ κόσμου·
κλῆμα δὲ, εἶδος ἀμπέλου.
 Κλινοπέτης: Κλινήρης· κλινήρης δὲ, παραλελυμένος.
 Κλίνη: Ἀπὸ τοῦ κλίνω· εἰς αὐτὴν γὰρ ἐγκλί-
νοντες ἀναπαυόμεθα. Τοῦτο δὲ παρὰ τὸ κλῶ· κλάσιν
γὰρ λαμβάνουσι τὰ κλινόμενα, στερισκόμενα τῆς
ὀρθότητος.
 Κλισμοῖς: Θρόνοις ἔχουσιν ἀνακλίσεις. Παρὰ
τὸ κλίνω, τὸ ἀνακλίνω.
 Κλισία: Ἀπὸ τοῦ κλίνω, ὃ σημαίνει τὸ περιέχω,
γίνεται ὅθεν καὶ κλίσις, ἡ περιέχουσα· καὶ κλισία.
Σημαίνει δὲ τὴν σκηνὴν,

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 520, γρ. 5
1026

τὸν οἶνον. Σημαίνει δὲ καὶ τὸ αἰδοῖον τῆς γυναικός·


ὅθεν καὶ κλιτοριάζειν λέγεται τὸ αἰσχρῶς ἅπτε-
σθαι.
 Κλίμαξ: Ἡ σκάλα. Ἀπὸ τοῦ κλίνω κλίναξ
καὶ κλίμαξ. Εἰ δὲ σημαίνει τὴν ἄμπελον, γράφεται
διὰ τοῦ η· καὶ γίνεται παρὰ τὸ κλάνω κλάμαξ καὶ
κλήμαξ. Κλίμα μέν ἐστι μέρος τὶ τοῦ κόσμου·
κλῆμα δὲ, εἶδος ἀμπέλου.
 Κλινοπέτης: Κλινήρης· κλινήρης δὲ, παρα-
λελυμένος.
 Κλίνη: Ἀπὸ τοῦ κλίνω· εἰς αὐτὴν γὰρ ἐγκλί-
νοντες ἀναπαυόμεθα. Τοῦτο δὲ παρὰ τὸ κλῶ· κλάσιν
γὰρ λαμβάνουσι τὰ κλινόμενα, στερισκόμενα τῆς
ὀρθότητος.
 Κλισμοῖς: Θρόνοις ἔχουσιν ἀνακλίσεις. Παρὰ
τὸ κλίνω, τὸ ἀνακλίνω.
 Κλισία: Ἀπὸ τοῦ κλίνω, ὃ σημαίνει τὸ περιέχω,
γίνεται ὅθεν καὶ κλίσις, ἡ περιέχουσα· καὶ κλισία.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 591, γρ. 53

μητέρας.
 Μόσχοισι λύγοισιν: Σημαίνει ἱμαντῶδες φυτόν·
ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τῶν ἁπαλῶν ἔτι βοῶν ἐπὶ τὰ τρυ-
φερὰ τῶν φυτῶν ἀγομένη. Λύγος δέ ἐστιν ἱμαν-
τῶδες φυτὸν, καὶ ἁπαλὸν, ὃ καὶ οἶσον καλοῦσιν· ἐξ
οὗ καὶ τὸ οἰσόκαρπον. Καὶ μοσχεύεται, τρέφε-
ται. Κυρίως τὰ μοσχεῖα, ἢ τῶν λεπτῶν λαχάνων
φυτεῖα, ἢ φυτῶν. Τινὲς δὲ αὐτὸ καὶ ἄγνον καλοῦ-
σιν· ὁ γὰρ τούτου καρπὸς ἐσθιόμενος, ἀφανιστι-
κός ἐστιν ἀφροδισίων. Καὶ οἱ ἱερεῖς δὲ τοῦ φυτοῦ
τούτου τὰς κόμας τῇ ἑαυτῶν κλίνῃ ὑποτιθέασιν, ὡς
φυσικήν τινα δύναμιν ἐχούσας πρὸς ἁγνείαν.
 Μοτόν: Τὸ εἰς ἀναπλήρωσιν σαρκὸς τιθέμενον·
ἔνθεν καὶ ὁμολύτειον, οἷον πεπληρωμένον σαρκός.
Παρὰ τὸ βῶ, βιβῶ βίβημι, βήσω, βέβηκα, βέβα-
μαι, βατός· καὶ τροπῇ τοῦ β εἰς μ, καὶ τοῦ α εἰς
ο, μοτός. μοτῶ μοτώσω καὶ μότωσις, καὶ μοτάριον.
 Μοχθηρία: Λέγεται ἡ κακία· ἀπὸ τοῦ μοχθη-
1027

ρὸς, ὃ σημαίνει τὸν κακόν. Τοῦτο ἐκ τοῦ μόχθος·


τοῦτο παρὰ τὸ ἄχθος, πλεονασμῷ τοῦ μ,

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum Kallierges σελ. 663,


γρ. 56

καὶ δι' ἑνὸς ρ· ᾧ μᾶλλον πειστέον.


 Περιδώμεθα: Καὶ Ἀριστοφάνης,
 περιδοῦ νῦν ἐμοί· καὶ,
 Ἐμέθεν περιδώσομαι,
ἀντὶ τοῦ, κατ' ἐμαυτὸν συνθηκοποιήσομαι· εἴρηται
ἀπὸ τοῦ δῶ, τὸ δεσμεύω.  
 Περιδόξω: Ζήτει εἰς τὸ τέλος.
 Περίηρς: Ἐκ τοῦ περιήρης ἆρον τὸ η, περίηρς.
Ταύτῃ ἐάν σοι προτεθῇ παρ' Ἀλκμᾶνι, ὅτι, κλῖνον
αὐτὸ, μὴ κλίνῃς· οὐ γὰρ ἀκολουθεῖ ἡ κατάληξις, εἰ
γένοιτο περιήρους, πρὸς τὴν περιήρης εὐθεῖαν. Περὶ
Παθῶν.
 Περικαλλής: Ἐκ τοῦ κάλλος γίνεται.
 Ὄσσε πάρος περικαλλέ' ἐόντε·
Ἀδύνατον τὴν μετοχὴν ἀπὸ τοῦ ο ἄρχεσθαι· θέλει
γὰρ ἀπὸ τοῦ ε ἄρχεσθαι,
 ἐκτὸς ἐόντας·

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 712, γρ. 36

Τὸ δὲ σιδηρᾶ ἐστὶ κτητικὸν ἀπὸ τοῦ σιδηροῦς.


 Σίζω: Ὠνοματοπεποίηται. Ὀνοματοποιΐα δέ
ἐστι φωνῆς μίμησις πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ ὑποκει-
μένου ἤχου, ὡς τὸ σῖζε. Ἐπεὶ γὰρ καιόμενος τοῦ
Κύκλωπος ὀφθαλμὸς ποιὰν ἀπετέλει φωνὴν, κατὰ
μίμησιν φησὶν τὸ σῖζε. Ὁμοίως δὲ καὶ τὸ λίγξε  
βιὸς, μίμησις ἐστὶ τοῦ ἤχου, ὃν ἀφιεμένου τοῦ
βέλους ποιεῖ ἡ νευρά. Τοῦ οὖν σίζω ἐνεστῶτος
ἕτερον μὴ ζήτει χρόνον μήτε ἔγκλισιν, μηδὲ ὡς τὸ
πρίζω κλίνῃς τὸ σίζω. Πάλιν τοῦ λίγξε ἀορίστου
ὄντος, μὴ ζήτει θέμα μήτε ἄλλό τι. Πάλιν τὸ
παφλάζοντα μὴ κλίνῃς παφλάσω πεπάφλακα, ὡς
τὸ θαυμάζω· ἀφαιρήσεις γὰρ τὴν λέξιν τῆς ἐμφά-
σεως τῆς τοῦ ἤχου μιμήσεως. Τὸ γὰρ σίζω χαρα-
1028

κτῆρα ἔχει ἐνεστῶτος· καὶ τὸ λίγξε χαρακτῆρα


ἔχει ἀορίστου· ὅθεν Νίκανδρος ἐν τῷ λέγειν
 ἐπιλλίζοντας ὀϊστοὺς,
τοῦ λίγξε τὸ θέμα θελήσας εἰπεῖν ἔφθειρε τὴν τοῦ
ἤχου μίμησιν. Οὐκ ἀπὸ θέματος οὖν ταῦτα, ἀλλ'
ἀπὸ τῶν φωνῶν αὐτῶν ἡ ὀνοματοποιΐα πεποίηται.

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 790, γρ. 55

τὸν πλεονασμὸν Αἰολικὸν εἶναι, καὶ εἴπῃ φέρενα, καὶ


μιμήσηται τὸ Ἑλένη, ἀπολέλυται τὸ ἠλογημένον.
Περὶ Παθῶν. Εὐριπίδης Μηδείᾳ. Φερνὴν δὲ τὴν
προῖκα καὶ Αἰσχίνης καὶ Μένανδρος· ἀπὸ τοῦ ἐπι-
φέρεσθαι αὐτήν.
 Φέρνιξ: Προίξ· ἀπὸ τοῦ φέρειν ὄνησιν.
 Φερσεφόνη: Παρὰ τὸν φέρσω μέλλοντα, ἡ
φέρουσα πάντα καὶ φθείρουσα· ἡ αὐτὴ γάρ ἐστι τῇ
γῇ.
 Φερέτρῳ: Τῇ τῶν νεκρῶν κλίνῃ· παρὰ τὸ φέρειν.
 Κείμενον ἐν φέρτρῳ.
Ἰλιάδος ςʹ.
 

Etymologicum Magnum, Etymologicum magnum


Kallierges σελ. 806, γρ. 28

ἔραζε· πλὴν τοῦ χαμᾶζε.


 Χαμαί: Ἢ παρὰ τὸ χῶ, ἢ παρὰ τὸ χθὼν,
χθαμαὶ, καὶ χαμαὶ, κατὰ ἀποβολὴν τοῦ θ.
 Χαμαιπετής: Χαμαὶ ἐρριμμένος.
 Χαμαιεῦναι καὶ Χαμαιευνάδες: Χαμαὶ κοι-
μώμενοι.
 Χαμαίζηλοι: Ταπεινοί· ἢ δίφροι κοιλώδεις.
 Χαμεταιρίς: Πόρνη.
 Χαμαιτύπη: Πόρνη ἄδοξος· καὶ χαμαιτυπεῖον,
τὸ πορνεῖον.
 Χαμεύνα: Ταπεινὴ, εὐτελὴς Κλίνη καὶ στιβάς·
1029

καὶ χαμεύνια, κραββάτια ταπεινά.


 Χανδόν: Ἀθρόον, ἀπλήστως, χωρητικῶς.
 Χαράσσω: Κατὰ πλεονασμὸν τοῦ χ, ἀπὸ τοῦ
ἄρης ἀράσσω· ἢ ἐκ τοῦ χαίρω, τὸ τραχύνω, ὅπερ ἐκ
τοῦ χῶ, τὸ χαράσσω, γίνεται.
 Χαίρω: Τὸ τραχύνω, ἢ χαλῶ· καὶ κάρχαρος
κύων, ἐκ τούτου. Ὁμοίως δὲ καὶ τὰ σιδήρῳ τεμνό-
μενα καὶ χαρασσόμενα, ὀξυνόμενα γίνεται·

Etymologicum Parvum, Etymologicum parvum (4101: 001)


“Etymologicum parvum quod vocatur”, Ed. Pintaudi, R.
Milan: Istituto Editoriale Cisalpino, 1973; Testi e documenti per lo studio
dell'antichità [Link] kappa, entry 50, γρ. 2

το ἀπὸ κριθῆς ἄρτον ἐσθίειν.


{Hrd.} Κινησίας· ἀπὸ τοῦ κινῶ, κινήσω, κι-
νησίας.
{Orion} Κίων· παρὰ τὸ κίειν εἰς ὕψος· ἢ πα-
ρὰ τὴν ἰὼν μετοχὴν πλεονασμῷ τοῦ
Κ κίων.
{Orion} Κάμινος· παρὰ τὸ ὑπομένειν καιομένην.
{Hrd.} Κυκλώπειον· ἔστιν ὄρος ἐν Λιβύῃ· γέ-
γονε δὲ ἀπὸ τοῦ Κύκλωπος.
{Hrd.} Κειρία· σημαίνει τὸ σχοινίον, τὸ δεσμεῦ-
ον τὴν Κλίνην· καὶ θηλυκῶς λέγεται.
γίνεται δὲ παρὰ τὸ κείρω, τὸ κόπτω·
ἢ παρὰ τὸ εἰς λεπτὰ κείρεσθαι· ἢ
παρὰ τὸ κείρας, ὃ σημαίνει τὴν τρί-
χα, κερία καὶ πλεονασμῷ τοῦ Ι κειρία.  
{Hrd.} Κεῖος· σημαίνει τὸν πολίτην· παρὰ
τὸ Κέω Κέϊος καὶ συναιρέσει Κεῖος.
{Eclog.} Κοῖος· ὁ πατὴρ τῆς Λητοῦς· παρὰ
τὸ κοεῖν, ὅ ἐστι νοεῖν· ὅτι συνετός.
{Hrd.} Κατωκάρα· ἐν τῇ συνθέσει ἐκ τοῦ
κάτω καὶ τοῦ κάρα.

Καινή Διαθήκη. Catena in Matthaeum (catena integra) (e cod. Paris.


Coislin. gr. 23) (4102: 001)
“Catenae Graecorum patrum in Καινή Διαθήκηvol. 1”, Ed. Cramer, J.A.
Oxford: Oxford University Press, 1840, Repr. 1967.Σελ. 21, γρ. 14

καὶ τὰ λεγόμενα εἰς ὑψηλὸν ἦγε φρόνημα, καὶ ἦν θαυμαστὸν ἰδεῖν


1030

ἄνθρωπον μετὰ τριάκοντα ἔτη καταβαίνοντα ἀπὸ τῆς ἐρήμου,


ἀρχιερέως υἱὸν γενόμενον, μηδὲν δεηθέντα τῶν ἀνθρωπίνων ποτὲ,
καὶ πάντοθεν ὄντα αἰδέσιμον, καὶ τὸν Ἡσαΐαν μαρτυροῦντα περὶ
αὐτοῦ, ὅτι οὗτός ἐστιν, ὃν παρέσεσθαι ἔφην βοῶντα καὶ κηρύτ-
τοντα κατὰ τὴν ἔρημον. καὶ γὰρ καὶ ἡ στολὴ αὐτοῦ τοὺς
Ἰουδαίους μᾶλλον ἐφείλκετο, τὸν μέγαν Ἠλίαν ἐν αὐτῷ βλέπον-
τας· ἔτι δὲ καὶ μεῖζόν τι· ἐκείνου μὲν καὶ ἐν πόλεσιν ἀναστρε-
φομένου· τούτου δὲ ἐκ σπαργάνων τὴν ἔρημον οἰκήσαντος· οὐ γῆν
ἀροτριάσαντα, ἐσχεδιασμένην ἔχοντα τράπεζαν, καὶ εὐκολωτέραν
τῆς περιβολῆς τὴν οἴκησιν, οὔτε γῆν, οὔτε Κλίνην κεκτημένην,
οὔτε ἄλλου τινὸς δεηθέντος ποτὲ, ἀλλὰ ἀγγελικήν τινα ἐν τῇ
σαρκὶ ταύτῃ πολιτείαν ἐπιδεικνύμενον. διὰ τοῦτο καὶ τρίχινον ἦν
αὐτῷ τὸ ἱμάτιον, ἵνα διὰ τοῦ σχήματος παιδεύσῃ τῶν ἀνθρωπίνων
ἀφίστασθαι, καὶ μηδὲν κοινὸν ἔχειν πρὸς τὴν γῆν, ἀλλ' ἐπὶ τὴν
προτέραν ἀνατρέχειν εὐγένειαν, ἐν ᾖ ἦν, πρινὴ δεηθῆναι ἱματίων
καὶ περιβολῆς ὁ Ἀδάμ. εἰ οὖν ἐκεῖνος ὁ καθαρὸς οὕτω, καὶ τῶν
οὐρανῶν λαμπρότερος ὢν, καὶ ὑπὲρ προφήτας πάντας, καὶ οὗ
μείζων οὐδεὶς ἐγένετο, καὶ παρρησίαν τοσαύτην ἔχων, οὕτως ἑαυτὸν
ἐσκληραγώγει, καὶ ταῦτα τῆς παλαιᾶς κρατούσης, τίνα ἕξομεν
ἡμεῖς ἀπολογίαν, οἱ μετὰ τὴν χάριν καὶ τοσαύτας εὐεργεσίας,

Καινή Διαθήκη. Catena in Matthaeum (catena integra) (e cod. Paris.


Coislin. gr. 23) Σελ. 44, γρ. 34

τρυφὰς, καὶ τὸ ἐχθρῶν περιγενέσθαι· καὶ ἁπλῶς τὰ μηδὲν εἰς


ψυχὴν καὶ σωτηρίαν συντείνοντα. καί τινος ἕνεκεν εἰ οἶδεν ὧν
χρείαν ἔχομεν, καθὼς εἶπεν αὐτὸς, προσεύχεσθαι δεῖ; ἵνα τῇ
παρακλήσει ἐπικάμψωμεν αὐτὸν τοῦ ἐλεῆσαι ἡμᾶς· ἵνα ταπεινω-
θῶμεν ἀναμνησθέντες τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν· ἔτι δὲ καὶ ἵνα οἰκειω-
θῶμεν αὐτῷ, τῇ συνεχείᾳ τῆς ἐντεύξεως. χρὴ γὰρ ἡμᾶς παρα-
μένειν καὶ προσκαρτερεῖν ταῖς προσευχαῖς καὶ ταῖς δεήσεσι,
καθὼς καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος ἐκείνου τοῦ κατὰ τὴν χήραν,
ἥτις τὸν ἀνελεῆ καὶ ὠμὸν ἐπέκαμψεν ἄρχοντα τῇ συνεχείᾳ τῆς
ἐντεύξεως, καὶ τοῦ κατὰ τὸν φίλον τὸν ἀωρὶ τῇ νυκτὶ παραγενό-
μενον, καὶ τὸν καθεύδοντα ἀπὸ τῆς Κλίνης ἀναστήσαντα, οὐ διὰ
τὴν φιλίαν, ἀλλὰ διὰ τὴν προσεδρίαν.  
 Οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς, Πατὲρ ἡμῶν ὁ ἐν
τοῖς οὐρανοῖς.
 Δεῖ οὖν προσεύχεσθαι εὐθέως καὶ τὸν νοῦν ἡμῶν ἀναπτεροῦν,
1031

καὶ τῆς γῆς ἀνυψοῦν καὶ τοῖς οὐρανοῖς προσηλοῦν· προστάσσει


γὰρ ἡμῖν λέγειν, “Πατὲρ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς·” ὁ τοίνυν
πατέρα καλέσας τὸν Θεὸν, δίκαιος ἂν εἴη τοιαύτην ἐπιδείκνυσθαι
πολιτείαν, ὡς μὴ τῆς συγγενείας ταύτης ἀνάξιος φανῆναι· παι-
δεύει δὲ καὶ κοινὴν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ποιεῖσθαι εὐχήν. οὐ γὰρ
εἶπεν, Πατέρ μου, ἀλλὰ Πατὲρ ἡμῶν. ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ σώματος

Καινή Διαθήκη. Catena in Matthaeum (catena integra) (e cod. Paris.


Coislin. gr. 23) Σελ. 65, γρ. 17

ΚΕΦ. ΙΓ. Περὶ τοῦ παραλυτικοῦ.

 Καὶ ἰδοὺ προσήφερον αὐτῷ παραλυτικὸν, ἐπὶ Κλίνης


βεβλημένον.
 Περὶ τοῦ παραλυτικοῦ ὁ μὲν Ματθαῖος φησὶν, ὅτι προσέφερον
αὐτόν· οἱ δὲ ἄλλοι, ὅτι καὶ τὴν στέγην διατεμόντες, κατέθηκαν
αὐτὸν καὶ προὔθηκαν τῷ Χριστῷ· ἐπεὶ οὖν τοσαύτην ἐπεδείξαντο
πίστιν, ἐπιδείκνυται καὶ αὐτὸς τὴν αὐτοῦ δύναμιν, μετ' ἐξουσίας
πάσης λύων τὰ ἁμαρτήματα· καί τινες μὲν τῶν γραμματέων, τῇ
βασκανίᾳ κατεχόμενοι, ἐν ἑαυτοῖς εἶπον, “οὗτος βλασφημεῖ· τίς
“δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας· εἰ μὴ μόνος ὁ Θεός;” αὐτὸς δὲ διὰ
τῶν προβλημάτων βεβαιοῖ τὰ εἰρημένα, ἐλέγξας ὡς Θεὸς τὰς
ἐνθυμήσεις αὐτῶν· μόνου γὰρ Θεοῦ ἐστι τὸ τὰ ἀπόρρητα εἰδέναι·

Καινή Διαθήκη. Catena in Matthaeum (catena integra) (e cod. Paris.


Coislin. gr. 23) Σελ. 203, γρ. 17

πιστώσηται τὸν λόγον, οὕτως ἐκβησόμενον πάντως, ὥσπερ ἀνάγκῃ


γενέσθαι. καὶ γὰρ ὅπου περ ἂν τὸ πάντως ἀποβησόμενον λέγει,
φυσικὰς ἀνάγκας εἰς μέσον παράγει· ὅθεν καὶ ὁ Ἀπόστολος
αὐτὸν μιμούμενος τοῦτο ποιεῖ, καθὼς περὶ ἀναστάσεως διαλεγό-
μενος φησίν· “ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν
“ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει,” καὶ τὰ ἑξῆς.
 “Τότε,” φησὶ, “δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ,” καὶ τὰ ἑξῆς. ἀγρὸν
μὲν ἐκάλεσε τὸν κόσμον, παραλαμβάνεται δὲ ὁ σωζόμενος, ἀφίεται
δὲ ὁ κατακρινόμενος. “δύο,” φησὶν, “ἀλήθουσαι ἐν τῷ μυλῶνι,”
καὶ τὰ ἑξῆς. ἀληθούσας μὲν ἐκάλεσε τοὺς ἐν πτωχείᾳ διάγοντας.
ὁ δὲ Λουκᾶς καὶ δύο ἐπὶ τῆς Κλίνης εἶπεν, ὅπερ σημαίνει τοὺς ἐν
πλούτῳ ὄντας. μανθάνομεν οὖν ἐκ τούτου, ὅτι καὶ πτωχοὶ καὶ
πλούσιοι καὶ δοῦλοι καὶ δεσπόται παραλαμβάνονται καὶ ἀφίενται·
1032

καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀξίας καὶ ἀπ' ἐκείνης, ὥσπερ καὶ ἐν τῇ
παλαιᾷ φησὶν ἀπὸ τοῦ καθημένου ἐν τῷ θρόνῳ, ἕως τῆς ἐν τῷ
μύλωνι· καὶ ἐπειδήπερ ὅτι δυσκόλως οἱ πλούσιοι σώζονται, δείκνυ-
σιν ἐνταῦθα, ὅτι οὔτε οὗτοι πάντως ἀπολοῦνται, οὔτε πένητες
σώζονται ἅπαντες, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐκείνων καὶ ἐκ τούτων, καὶ
σώζονται καὶ ἀπόλλυνται

Καινή Διαθήκη. Catena in Marcum (recensio ii) (e codd. Oxon. Bodl.


Laud. 33 + Paris. Coislin. 23 + Paris. gr. 178) (4102: 002)
“Catenae Graecorum patrum in Καινή Διαθήκηvol. 1”, Ed. Cramer, J.A.
Oxford: Oxford University Press, 1840, Repr. 1967.Σελ. 284, γρ. 24

 Καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον,


ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες
χαλῶσι τὸν κράββατον, ἐφ' ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέ-
κειτο.
 Ἀπαντῶσιν οὖν ἄγοντές τινες παραλυτικόν· εὑρόντες δὲ τὴν θύραν
πεφραγμένην τῷ πλήθει, οὐκ ἠδυνήθησαν δι' αὐτῆς εἰσελθεῖν, οὐδὲ
γὰρ παρεχώρουν οἱ ἔσω τοῖς ἔξω, οὐδὲ μετεδίδοσαν αὐτοῖς τῆς
εἰσόδου. σπεύδοντες οὖν οἱ κομίζοντες τυχεῖν αὐτὸν τῆς ἰάσεως,
ἀναβαίνουσιν αὐτὸν εἰς τὸ δομάτιον, καὶ γίνεται διὰ μη-
χανῆς τὸ πρᾶγμα, τῆς προσδοκίας τῆς ἰάσεως καινουργού-
σης παράλογα. ἀνιμησάμενοι γὰρ σὺν τῷ φόρτῳ τὴν Κλίνην, καὶ
τὴν στέγην αὐτὴν ἀνατρέψαντες, καθίεσαν ἐπὶ Κλίνης τὸν ἄνδρα
παρειμένον κατὰ πρόσωπον τοῦ Σωτῆρος. καὶ ὄρα μοι τοῦ Ἰησοῦ
τὴν μακροθυμίαν· πῶς τούτων γενομένων συνεχώρει, ἐπιστάμενος
τὸ μικρὸν ὕστερον γενησόμενον.  
 Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, λέγει τῷ
παραλυτικῷ, τέκνον ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.
 Ὁ δὲ Κύριος φασὶν “ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν, λέγει τῷ παρα-
λυτικῷ τέκνον ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.” οὐ τὴν πίστιν τοῦ
παραλελυμένου ἀλλὰ τῶν κομισάντων. ἔστι γὰρ ὅτε καὶ ἄλλος δι'
ἄλλων πίστιν θεραπεύεται, καὶ πλήρης

Καινή Διαθήκη. Catena in Marcum (recensio ii) (e codd. Oxon. Bodl.


Laud. 33 + Paris. Coislin. 23 + Paris. gr. 178) Σελ. 287, γρ. 5

μενος, ἀλλ' οὐδὲν ἧττον τὰ παρὰ λόγου ἀποτελῶ θαύματα, καὶ


ἄφεσιν δωρούμενος ἁμαρτημάτων. οὐδὲ γὰρ ἀφεῖλέν τι τῶν τῆς
θεότητος ἰδιωμάτων, ἢ ἐμείωσε τὸ γενέσθαι με ἀτρέπτως καὶ
1033

ἀληθῶς ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ σάρκα υἱὸν ἀνθρώπου. ὑγιάνας τοίνυν τὰ
συναμφότερα ψυχήν τε καὶ σῶμα, καὶ ὁλόκληρος γενόμενος, ἄρας
τὸ κράββατον ἐξῆλθεν ἐνώπιον πάντων.  
 Καὶ εὐθέως ἠγέρθη, καὶ ᾆρας τὸν κράββατον, ἐξῆλθεν
ἐναντίον πάντων· ὥστε ἐξίστασθαι πάντας, καὶ δοξάζειν
τὸν Θεὸν, λέγοντας, ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.
 Συνεχώρησε δὲ αὐτὸν ἐξελθεῖν. θεασάμενοι αὐτὸν ἐγηγερμένον
καὶ τὴν Κλίνην ἐπιθέντα τοῖς ὤμοις, ἐξίσταντο γὰρ πάντες καὶ
ἐδόξαζον τὸν Θεὸν “λέγοντες ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.” οὐδὲν
πιστότερον. τὸ μεῖζον ἐάσαντες τὴν τῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσιν, τὸ
φαινόμενον θαυμάζουσιν· ἔδει γὰρ αὐτοὺς εἰπεῖν, οὐκέτι τοσοῦ-
τον θαυμάζομεν ὅτι ἐγήγερται ὁ παράλυτος, ὅσον ἐκ τούτου πι-
στεύομεν ὅτι καὶ ἡ ψυχὴ ἰάσεως ἔτυχεν, ἁμαρτημάτων ἀπαλ-
λαγεῖσα.

Καινή Διαθήκη. Catena in Marcum (recensio ii) (e codd. Oxon. Bodl.


Laud. 33 + Paris. Coislin. 23 + Paris. gr. 178) Σελ. 306, γρ. 18

“ἐξαπέστειλα μητέρα ὑμῶν. διότι ἦλθον, καὶ οὐκ ἦν ἄνθρωπος·


“ἐκάλεσα καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐπακούων.” τὸ μὲν οὖν βλέψαι ὑπῆρχεν
αὐτοῖς ἀπὸ τῆς χάριτος τοῦ ὀφθέντος· τὸ δὲ μὴ ἰδεῖν συμβέβηκεν
ἀπὸ τοῦ αὐτοὺς μῦσαι τοὺς ἑαυτῶν ὀφθαλμοὺς, καὶ προσποιη-
θῆναι μὴ βλέπειν. ὁμοίως δὲ καὶ τὸ μὴ ἀκοῦσαι ἀπὸ τοῦ μὴ
βούλεσθαι συνιέναι τὰ λεγόμενα, ἀλλὰ καταφρονεῖν τῶν λεγο-
μένων. καὶ οὕτως συμβήσεται αὐτοῖς τὸ μὴ ἀπαλλαγῆναι τῶν
οἰκείων ἁμαρτημάτων, ἀλλ' ἀντιπαθῶς ἔχειν πρὸς τὴν ἑαυτῶν
σωτηρίαν.
 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς, μήτι ὁ λύχνος ἔρχεται ἵνα ὑπὸ
τὸν μόδιον τεθῇ, ἢ ὑπὸ τὴν Κλίνην; οὐχ ἵνα ἐπὶ τὴν
λυχνίαν ἐπιτεθῇ;
 Ὁ βουλόμενος τὸν λύχνον ἐφαρμόζειν καὶ τοῖς τελειοτάτοις
τῶν τοῦ Ἰησοῦ μαθητῶν, δυσωπήσει ἡμᾶς ἀπὸ τῶν περὶ τοῦ
Ἰωάννου λελεγμένων· ὅτι ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ
φαίνων. ἀλλὰ καὶ τὸ, “ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμὸς,”
ἀναφερόμενον ἐπὶ τὸν ἐν ἐκάστῳ νοῦν πᾶσιν ἀνθρώποις ἐφαρμόσει.
ἀλλὰ καὶ “ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι, καὶ οἱ λύχνοι
“καιόμενοι,” πρὸς πάντας εἴρηται τοὺς μαθητὰς τοῦ Ἰησοῦ. φήσει
τις οὖν ἐπὶ τὴν ἐνεστηκυῖαν ζωὴν ἀναφέρεσθαι τὸ εἰρημένον περὶ
τοῦ μὴ δεῖν τὸν ἀναφέντα λύχνον ἐν τῇ ψυχῇ λογικὸν κρύπτειν

Καινή Διαθήκη. Catena in Marcum (recensio ii) (e codd. Oxon. Bodl.


Laud. 33 + Paris. Coislin. 23 + Paris. gr. 178) Σελ. 307, γρ. 3
1034

ἀλλὰ καὶ “ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι, καὶ οἱ λύχνοι


“καιόμενοι,” πρὸς πάντας εἴρηται τοὺς μαθητὰς τοῦ Ἰησοῦ. φήσει
τις οὖν ἐπὶ τὴν ἐνεστηκυῖαν ζωὴν ἀναφέρεσθαι τὸ εἰρημένον περὶ
τοῦ μὴ δεῖν τὸν ἀναφέντα λύχνον ἐν τῇ ψυχῇ λογικὸν κρύπτειν
αὐτὸν, ἀλλ' ἐπιτιθέναι λυχνίᾳ· εἰς σύμβολον ἧς Μωσῆς ἐν τῇ
σκήνῃ ἀπέθετο τοῦ μαρτυρίου. χρὴ οὖν τὸν λύχνον μὴ ὑπὸ τὸν
μοδιον τοῦ σιτομετρίου εἶναι· μοδίῳ γὰρ σιτομετρείσθωσαν ὑπὸ
τοῦ πιστοῦ καὶ φρονίμου οἰκονόμου οἱ σύνδουλοι, βλεπέτωσαν δὲ  
τὰς αὐγὰς τοῦ λύχνου ἐπικειμένου τῇ λυχνίᾳ καὶ εἰς φανερὸν τοῦ
λόγου προαγομένου οἱ ἐν τῇ οἰκίᾳ πάντες τῆς ἐκκλησίας. ἀλλ'
οὐδὲ ὑπὸ τὴν Κλίνην τιθέασι τὸν λύχνον, ἔνθα τις ἀναπαύεται, οὐδὲ
ἄλλου τινὸς σκεύους ὑποκάτω. τοῦτο γὰρ ὁ ποιῶν οὐ προνοεῖται
τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὴν οἰκίαν, οἷς δεῖ προστίθεσθαι τὸν
λύχνον, οἱ τῷ ἀληθινῷ φωτὶ καὶ λόγῳ τῷ λαμπρῷ καὶ ταῖς
ἀκτῖσι τῆς σοφίας ἀνάπτοντες τὸν ἐν αὐτοῖς νοῦν φύσιν ἔχοντα·
καθ' ἣν κατεσκεύασεν αὐτὸν ὁ δημιουργός· λύχνου δεομένου τῆς
ἀπὸ τοῦ λόγου καὶ σοφίας καὶ τῆς ἀληθείας τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς
ἀνάψεως. καὶ νομιστέον τὴν “ἔστωσαν ὑμῶν οἱ λύχνοι καιόμενοι”
ἐντολὴν, ὑπὸ μὲν τῶν προνοουμένων ἔχειν ἐν τῇ ψυχῇ τὸν νοῦν
διορατικώτατον, καὶ μετέχοντα τοῦ εἰπόντος “ἐγὼ φῶς εἰς τὸν
“κόσμον ἐλήλυθα,” πληροῦσθαι.

Καινή Διαθήκη. Supplementum et varietas lectionis ad


commentarium Chrysostomi in evangelium sancti Matthaei (e cod.
Oxon. Bodl. Auct. T.1.4) (4102: 003)“Catenae Graecorum patrum in
Καινή Διαθήκηvol. 1”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford University Press,
1840, Repr. 1967.Σελ. 482, γρ. 26

 84, 27. Τὸ δὲ οὐκ ἐγήγερται κ. τ. ἑ. σημαίνει, ὅτι οὐκ ἔτε-


κέν, φησι, γυνὴ τούτου μείζονα. καὶ ἀρκεῖ μὲν καὶ ἡ τοῦ δεσπό-
του ἀπόφασις· εἰ δὲ βούλεταί τις καὶ ἀπὸ τῶν πραγμάτων μαθεῖν,
ἐννοησάτω αὐτοῦ τὴν τράπεζαν καὶ τὴν διαγωγὴν καὶ τῆς γνώμης
τὸ ὕψος· ὥσπερ γὰρ ἐν οὐρανῷ, οὕτω διῆγεν, καὶ τῶν τῆς φύσεως
ἀναγκῶν ἀνωτέρω γενόμενος ξένην τινὰ ὥδευεν ὁδὸν, ἐν ὕμνοις καὶ
ᾠδαῖς καὶ εὐχαῖς τὸν πάντα διάγων χρόνον· καὶ ἀνθρώπων μὲν
οὐδενὶ, Θεῷ δὲ ὁμιλῶν μόνῳ διηνεκῶς. οὐδὲ γὰρ εἶδέν τινα τῶν
ὁμοδούλων, οὔτε ὤφθη τινὶ τούτων· οὐ Κλίνης, οὐ στέγης, οὐκ
ἀγορᾶς, οὐκ ἄλλου τινὸς ἀπήλαυσεν τῶν ἀνθρωπίνων· καὶ ἥμερος
ἦν ὁμοῦ καὶ σφοδρός. καὶ γὰρ τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς μετὰ ἐπι-
εικείας διελέγετο, τῷ δήμῳ δὲ τῶν Ἰουδαίων μετὰ ἀνδρείας, τῷ
1035

βασιλεῖ μετὰ παρρησίας. διὰ τοῦτο δὲ ἐπήγαγεν ὅτι ὁ μικρό-


τερος κ. τ. ἑ. ἵνα μὴ ἡ ὑπερβολὴ τῶν ἐγκωμίων τέκῃ τινὰ ἀτοπίαν
προτιμώντων αὐτὸν τοῦ Χριστοῦ τῶν Ἰουδαίων.

Καινή Διαθήκη. Catena in Lucam (typus B) (e codd. Paris. Coislin. 23


+ Oxon. Bodl. Misc. 182) (4102: 004)“Catenae Graecorum patrum in
Καινή Διαθήκηvol. 2”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford University Press,
1841, Repr. 1967.Σελ. 44, γρ. 26

ΚΕΦ. ΙΓ. Περὶ τοῦ παραλυτικοῦ.

 Καὶ ἐγένετο ἐν μιᾷ τῶν ἡμέρων καὶ αὐτὸς ἦν διδά-


σκων, καὶ ἦσαν καθήμενοι Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδά-
σκαλοι.
 {Τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλαξανδρείας.} Ἐπειδὴ δὲ ἦν ἀναγ-
καῖον, οὐκ εὐαριθμήτου πληθύος τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων
συνειλεγμένης, γενέσθαι τῶν ἔτι μάλιστα θεοπρεπεστάτων εἰς ὄνη-
σιν αὐτοῦ, μικρὰ γὰρ ἐφρόνουν περὶ αὐτοῦ· ᾠκονομήθη τι πάλιν
τῶν τεθαυμασμένων· ἔρριπτο μὲν γὰρ ἐπὶ Κλίνης παράλυτος ἀνὴρ,
ἀνιάτῳ νόσῳ κεκρατημένος. Ἐπεὶ δὲ ἀσθενοῦσι πρὸς τὸ συμβᾶν,
ἡ τῶν ἰατρῶν ἠλέγχετο τέχνη, πρὸς τὸν ἄνωθεν καὶ ἐξ οὐρανῶν
ἰατρὸν παρὰ τῶν οἰκείων ἐπεκομίζετο. Ἐπειδὴ δὲ ἦν ἐν ὄψει
λοιπὸν τοῦ θεραπεύειν ἰσχύοντος, δεκτὴ μὲν αὐτοῦ γέγονεν ἡ
πίστις. ὅτι δέ ἐστιν ἁμαρτίας ἀναιρετικὴ, διαδείκνυσιν εὐθὺς ὁ
Χριστὸς, ἐπιφωνεῖ γὰρ τῷ κειμένῳ λέγων, “ἄνθρωπε, ἀφέωνταί  
“σοι αἱ ἁμαρτίαι σου·” ἀλλ' ὥς γε οἶμαι, πρὸς τούτοις ἐρεῖ τις
εὐθὺς ἀπαλλαγῆναι τῆς νόσου ἐβούλετο· καὶ πῶς ἄφεσιν τῆς
ἁμαρτίας αὐτῷ Χριστὸς ἐπηγγέλλετο; ἵνα μάθῃς ὅτι σεσιγη-
μένως καὶ ἀψοφητὶ Θεὸς κατασκάπτεται τὰ ἀνθρώπινα,

Καινή Διαθήκη. Catena in Lucam (typus B) (e codd. Paris. Coislin. 23 +


Oxon. Bodl. Misc. 182) Σελ. 45, γρ. 32

παράλυτον, πῶς μὴ δυνηθέντες διὰ τῆς θύρας εἰσελθεῖν, ἀνεκόμισαν


αὐτὸν ἐπὶ τὸ δῶμα, ὡς γὰρ ξένῳ καὶ καινῷ ἐπιχειρῆσαι πράγματι·
ἀνασπάσαντες γὰρ τὸν κέραμον, μετεκίνησαν τὴν ἀποκειμένην
ὕλην. καὶ ὅμως τούτων γενομένων, καὶ ὁ Ἰησοῦς ἐμακροθύμει, καὶ
οἱ παρόντες ἐσιώπων, τὴν ἔκβασιν βουλόμενοι θεωρῆσαι, καὶ ἰδεῖν
τί λαλεῖ καὶ τί ποιεῖ. Ἀναστομώσαντες τοίνυν τὸ δωμάτιον,
χαλῶσι τὸν κράββατον, καὶ φέρουσι μέσον τὸν παραλελυμένον.
1036

Ὁ δὲ Κύριος, φησὶν, “ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν,” οὐ τὴν πίστιν τοῦ


παραλελυμένου, ἀλλὰ τὴν πίστιν τῶν καλῶς φιλοτιμησάντων,
ὥστε ἄλλον δι' ἄλλων πίστιν θεραπεύεται. Εἴποι δ' ἄν τις ὕπαι-
θρον εἶναι τόπον, εἰς ὃν διὰ τῶν κεράμων κατεβίβασαν τὴν Κλίνην
τοῦ παραλύτου, μηδὲν παντελῶς τῆς στέγης ἀνατρέψαντες.
 {Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.} “Τίς οὗτος,” φησὶν, “ὃς λαλεῖ  
“βλασφημίαν;” ἀλλ' οὐκ ἂν ἔφης, ὦ Φαρισαῖε, τουτὶ περὶ
αὐτοῦ, εἰ τὰς θείας ἐπίστασο γραφάς· εἶτα προφητικῶν ἐμέμνησο
λόγων, εἰ τὸ σεπτὸν καὶ μετὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως συνῆκας μυστή-
ριον. βλασφημίας δὲ ἐγκλήματι περιβάλλουσι, τὴν ἐσχάτην
αὐτῶν καθορίζοντες δίκην, καὶ θάνατον καταψηφιζόμενοι.

Καινή Διαθήκη. Catena in Lucam (typus B) (e codd. Paris. Coislin. 23 +


Oxon. Bodl. Misc. 182) Σελ. 91, γρ. 23

φιλῶν, καὶ τοὺς μή πως πεπιστευκότας αὐτῷ, καὶ διψῶν τὴν


σωτηρίαν αὐτῶν· τρεῖς δὲ ἄρτους ὠνόμασε, τὴν εἰς Πατέρα, καὶ
Υἱὸν, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, πίστιν αἰνιττόμενος, ἥ τις ἐστὶν ὁμο-
λογία τῆς παναγίου καὶ ὁμοουσίου, καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος. ὁ δὲ
φίλος ὁ παραγενόμενος ἐξ ὁδοῦ καὶ ἐπιξενωθεὶς αὐτῷ, νοηθείη ἂν
εἰκότως ὁ Ἄγγελος, ἤγουν οἱ Ἄγγελοι οἱ παραγενόμενοι πρὸς τὴν
ἐσχάτην τοῦ βίου ὥραν παραλαβεῖν ἡμᾶς· φιλοῦσι γὰρ ἡμᾶς καὶ
αὐτοὶ, τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν εὐφροσύνην ποιούμενοι, ὡς ὁ Κύριος
φησὶν, “ὅτι χαρὰ γίνεται ἐν οὐρανῷ” καὶ τὰ ἑξῆς. τὰ δὲ παιδία
τὰ ἐπὶ τῆς Κλίνης ἀναπαυόμενα τοὺς τραφέντας ὡς τὰ παιδία καὶ
παραπεπιστευκότας ἐν ἁπλῇ καρδίᾳ τῷ Εὐαγγελίῳ παρίστησι, καὶ
ἠξιωμένους τῷ Κυρίῳ συναναπαύεσθαι, ὡς καὶ περὶ τούτου αὐτὸς
ὁ Σωτὴρ λέγει, “ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι
“καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ” καὶ τὰ ἑξῆς. “Ἀναίδειαν”
ἐνταῦθα λέγει τὴν μεθ' ἐπιμονῆς ἐπιτεταμένην προσευχήν.
 Τὸ δὲ, “τίς ἐξ ὑμῶν τὸν πατέρα, ἐὰν αἰτήσῃ ἄρτον,” καὶ τὰ
ἑξῆς, καὶ περὶ τοῦ ἔχοντος δαιμόνιον κωφὸν, καὶ περὶ τῶν λεγόντων
ὅτι ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια, καὶ “ὅταν τὸ ἀκάθαρτον
“πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου,” καὶ τὰ ἑξῆς, ἕως “καὶ ἔσονται
ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων,”

Καινή Διαθήκη. Catena in Lucam (typus B) (e codd. Paris. Coislin. 23 +


Oxon. Bodl. Misc. 182) Σελ. 131, γρ. 23

πάσης φαυλότητος ἐπιτηδευταὶ, ἀφεθήσονται τῇ διὰ πυρὸς ὑπο-


1037

κεισόμενοι δίκῃ. ἀποστελεῖ γάρ, φησι, τοὺς Ἀγγέλους αὐτοῦ


καὶ ἐκλέξωσιν ἐκ τῶν ἁμαρτωλῶν τοὺς δικαίους, καὶ προσοίσουσιν
αὐτῷ.
 Τὸ δὲ “ὅπου τὸ σῶμα,” καὶ τὰ ἑξῆς, τοῦτο δηλοῖ, ὥσπερ οὖν
σώματος κειμένου νεκροῦ τὰ σαρκοβόρα τῶν πτηνῶν ἐπ' αὐτὰ
συντρέχει, οὕτως ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραγένηται, τότε δὴ
πάντες οἱ ἀετοὶ, τουτέστιν οἱ ὑψηλὰ πετόμενοι καὶ ἄνω τῶν ἐπι-
γείων κοσμικῶν ἀνενηγμένοι πραγμάτων, ἐπ' αὐτὸν ἀναδραμοῦνται.
 Νύκτα ὀνομάζει τὸν τῆς κρίσεως καιρὸν διὰ τὸ ἀφανὲς καὶ
ἀπροσδόκητον τῆς παρουσίας αὐτοῦ, Κλίνην δὲ τὴν ἀνάπαυσιν.

Καινή Διαθήκη. Catena in Joannem (catena integra) (e codd. Paris.


Coislin. 23 + Oxon. Bodl. Auct. T.1.4) (4102: 005)
“Catenae Graecorum patrum in Καινή Διαθήκηvol. 2”, Ed. Cramer, J.A.
Oxford: Oxford University Press, 1841, Repr. 1967.Σελ. 230, γρ. 2

λέγοντας τῶν ἀπαιδεύτων καὶ ἀταλαιπώρων ἐν περιστάσεσιν· οὐ


κατηράσατο αὐτοῦ τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ πράως ἀποκρίνεται, καίτοι
γε μὴ εἰδὼς τίς ποτε ἦν ὁ ἐρωτῶν, οὐθ' ὅτι θεραπεύειν ἔμελλεν,
ἀλλ' ἢ τοῦτο μόνον ἴσως προσεδόκησε τὸ χρησιμεύσειν αὐτῷ τὸν
Χριστὸν τὸ ἐμβαλεῖν εἰς τὸ ὕδωρ· καὶ διὰ τούτων αὐτὸν ἐπισπά-
σασθαι τῶν ῥημάτων οὐ βούλεται. Οὐκ εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ Χριστὸς
θέλεις σε θεραπεύσω; ἵνα μὴ δόξῃ κομπάζειν.
 Κελεύει δὲ αὐτὸν ἆραι τὸ κλινίδιον, πιστώσασθαι βουλόμενος
τὸ γενόμενον θαῦμα, καὶ μηδένα νομίσαι φαντασίαν αὐτὸ εἶναι.  
Οὐδὲ γὰρ ἂν εἰ μὴ βεβαίως καὶ σφόδρα αὐτῷ συνεπάγη τὰ μέλη,
τὴν Κλίνην φέρειν ἠδύνατο.
 Οὐκ ἀπαιτεῖ δὲ αὐτὸν πρὸ τῆς ἰάσεως πίστιν, ὥσπερ ἐπὶ ἄλλων
τινῶν, ὅτι οὐδέπω αὐτὸν ἑωράκει σημεῖον ἕτερον πεποιηκότα, ἀλλ'
οὐδὲ ὅστις ἦν ᾔδει· καὶ γὰρ καὶ ἐκείνους οὓς ἀπῄτει πίστιν, οὐ
πρὸ τῶν θαυμάτων, ἀλλὰ μετὰ τὸ ἰδεῖν αὐτοὺς θαύματα πεποιη-
κότα ἀπῄτει.
 Ἦρε δὲ τὸ ἑαυτοῦ κράββατον, καὶ περιεπάτει, ἐπειδὴ ἅμα
ἤκουσε πιστεύσας· ἠγέρθη γενόμενος ὑγιὴς, μηδὲν ὅλως ἄπιστον
ἐννοήσας.

Καινή Διαθήκη. Catena in Joannem (catena integra) (e codd. Paris.


Coislin. 23 + Oxon. Bodl. Auct. T.1.4) Σελ. 230, γρ. 26

τοὺς Ἰουδαίους παρρησίαν, πῶς ἐπικειμένων αὐτῷ καὶ λεγόντων,


1038

“οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββατόν σου διὰ τὸ σάββατον,”


αὐτὸς μετὰ παρρησίας τὴν ἀναίσχυντον ἐπιστομίζων γλῶτταν, τὸν
εὐεργέτην ἐκήρυττε λέγων, “ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, αὐτός μοι εἶπεν,
“ἆρον τὸν κράββατόν σου,” μονονουχὶ λέγων, ληρεῖτε καὶ παρα-
παίετε, κελεύοντες τῷ ἀπὸ μακρᾶς οὕτω καὶ χαλεπῆς ἀπαλλά-
ξαντί με νόσου μὴ πείθεσθαι προστάσσοντι, καί τοί γε εἰ κακουρ-
γεῖν ἐβούλετο, ἐνῆν καὶ ἑτέρως εἰπεῖν, οἷον ὅτι οὐχ ἑκὼν τοῦτο ποιῶ,
ἀλλ' ἑτέρου κελεύσαντος· εἰ δὲ ἔγκλημα τοῦτο, καὶ ἀποτίθεμαι
τὴν Κλίνην, καὶ θεραπείαν δὲ ἔκρυψεν ἄν· καὶ γὰρ ᾔδει σαφῶς οὐχ
οὕτω δακνομένους ἐπὶ τῇ τοῦ σαββάτου λύσει, ὡς ἐπὶ τῇ τῆς
ἀρρωστίας διορθώσει.
 Τίνος ἕνεκεν οὐκ εἶπον αὐτῷ, τίς ἐστιν ὁ ποιήσας σε ὑγιῆ,
ἀλλ' “ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράββατόν σου;” ἀπὸ πολλὴς κακουρ-
γίας· ἄνω γὰρ καὶ κάτω τὴν δοκοῦσαν παράβασιν εἰς μέσον ἦγον.
Αὐτὸς δὲ τούτου χάριν ἐξένευσε· πρῶτον μὲν, ἵνα ἀπόντος αὐτοῦ
ἡ μαρτυρία ἀνύποπτος γένηται· ὁ γὰρ αἴσθησιν λαβὼν τῆς ὑγιείας,
ἀξιόπιστος ἦν τῆς εὐεργεσίας μάρτυς. Ἔπειτα ἵνα μὴ πλέον
τούτων παρασκευάσῃ τὸν θυμὸν ἐκκαῆναι· οἶδε γὰρ, καὶ ὄψις μόνη  
τοῦ διαφθονουμένου οὐ μικρὸν τοῖς βασκαίνουσιν ἐνιέναι σπινθῆρα.

Καινή Διαθήκη. Supplementum et varietas lectionis ad catenam in


evangelium sancti Lucae (e cod. Oxon. Bodl. Laud. 33) (4102: 006)
“Catenae Graecorum patrum in Καινή Διαθήκηvol. 2”, Ed. Cramer, J.A.
Oxford: Oxford University Press, 1841, Repr. 1967.Σελ. 423, γρ. 23

οὗ οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ μὴ μόνους τοὺς ἱερεῖς, ὁμοίως καὶ περὶ


τοῦ ξηρὰν ἔχοντος χεῖρα.
 49, 11. ἀληθινοὺς ἠ. ἀποφ. προσκυνητάς. 18. ἀποπηδῶντας.
 49, 19. κ. ἀποφοιτῶντας mox ἀποτρέχοντας.
 49, 23. οὐχ ἁπλῶς προσηύχετο.
 49, 24.{Π. τ. τῶν Ἀπ. διαταγῆς.}
 49, 28. προαποφ. π. ἀγ. ὁ δεσπότης Θεὸς τὴν δι' αὐτοῦ πτωχ.
 50, 10. περιπεσεῖσθαι.
 56, 16. ἐξουσίαν ἔχων.
 56, 25. ἁφῇ. δυνάμενος δὲ καὶ λόγῳ μόνῳ τοῦτο ποιῆσαι· διὰ
τοῦτο ἅπτεται καὶ τῆς σοροῦ, τουτέστι τῆς Κλίνης.
 56, 27. ἰσχ. μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
 56, 28. αὐτοῦ ἡ σάρξ. 31. καὶ ἐλάλει.
 57, 16. τ. μαθ. αὐτοῦ. 17. προσκ. οὖν δύο τινὰς τῶν μαθητῶν.
 60, 21. ἀλλ' ἑτέρα τις. ἐκεῖναι μὲν γὰρ πρὸς αὐτὸ τὸ πάθος
τοῦτο ἐποίησαν· αὕτη δὲ περὶ τὰ μέσα που τοῦ εὐαγγελίου ἢ καὶ
πρὸ τούτου, καθὼς φιλοπονῶν τις ἐπαγνώσεται.
1039

Καινή Διαθήκη. Catena in Acta (catena Andreae) (e cod. Oxon. coll.


nov. 58) (4102: 008)“Catenae Graecorum patrum in Καινή Διαθήκηvol.
3”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford University Press, 1838, Repr. 1967.
Σελ. 302, γρ. 24

ἐν ἐννοίαις. ὅλη γὰρ δι' ὅλης συντέταται πρὸς τὸν ἐπίπονον βίον
ἡ ψυχή. μὴ τοίνυν καταφρονῶμεν τῶν ἀπὸ τῶν χειρῶν τρεφομέ-
νων, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον αὐτοὺς μακαρίζωμεν διὰ τοῦτο. Καὶ πά-
λιν – Παῦλος οὗτος μετὰ μυρίους διαύλους, κατὰ τοσαῦτα θαύ-
ματα, ἐπὶ σκηνορραφείου ἑστὼς δέρματα ἔρραπτε· καὶ ᾐδοῦντο
αὐτὸν ἄγγελοι, καὶ δαίμονες ἔτρεμον· καὶ οὐκ ᾐσχύνετο λέγων,
“ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ' ἐμοῦ, ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες
“αὗται.”
 {Τοῦ αὐτοῦ.} Ὁ Κύριος ἐν φάτνῃ ἐτέθη τεχθεὶς, καὶ μητέρα
ἔλαβεν εὐτελῆ· καὶ τῷ πρὸς καπηλείαν βλέποντι ἔλεγεν· “ὁ δὲ
“υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλίνῃ·” ὁμοίως
καὶ οἱ αὐτοῦ μαθηταὶ τὸν αὐτὸν διετήρουν νόμον, εἰς τὰς τῶν
πενήτων οἰκίας καταγόμενοι· καὶ ὁ μὲν πρὸς βυρσέα, ὁ δὲ πρὸς
σκηνορράφον· κατέλυον καὶ πρὸς πορφυρόπωλιν· οὐ γὰρ οἰκίας
περιφάνειαν, ἀλλὰ ψυχῶν ἀρετὰς ἐπεζήτουν.
 {Ἀμμωνίου.} Σημειωτέον ὅτι εἰργάζετο ὁ Ἀπόστολος, καὶ ὅτι
σκηνοπηγικὴν εἶχε τέχνην.

Καινή Διαθήκη. Catena in epistulam i ad Corinthios (typus Vaticanus)


(e cod. Paris. gr. 227) (4102: 012)“Catenae Graecorum patrum in Καινή
Διαθήκηvol. 5”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford University Press, 1841,
Repr. 1967.Σελ. 310, γρ. 30

τότε δείκνυται ἀληθῶς καὶ θεοπρεπῶς ὑποτεταγμένος, ὅτι ἐπλήρωσε


τὸ πνευματικὸν βούλημα, παραστήσας τὴν βασιλείαν πάσης στά-
σεως καὶ τυραννίδος ἠλευθερωμένην.
 Ἐπεὶ τί ποιήσουσι οἱ βαπτιζόμενοι ὑπὲρ τῶν νεκρῶν;
εἰ ὅλως νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται; τί καὶ βαπτίζονται ὑπὲρ
τῶν νεκρῶν; τί καὶ ἡμεῖς κινδυνεύομεν πᾶσαν ὥραν;
καθημέραν ἀποθνήσκω, νὴ τὴν ὑμετέραν καύχησιν, ἣν
ἔχω ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
 {Ἰωάννου.} Ἐνταῦθα παραποιοῦσι ταύτην τὴν ῥῆσιν οἱ τὰ
Μαρκίωνος νοσοῦντες. ἐπειδὰν γάρ τις κατηχούμενος ἀποθάνῃ
παρ' αὐτοῖς· τὸν ζῶντα ὑπὸ τὴν Κλίνην τοῦ τετελευτηκότος κρύ-
1040

ψαντες, προσίασι τῷ νεκρῷ, καὶ διαλέγονται καὶ πυνθάνονται εἰ


βούλοιτο λαβεῖν τὸ βάπτισμα. εἶτα ἐκείνου μηδὲν ἀποκρινομένου,
ὁ κεκρυμμένος κάτωθεν ἀντ' ἐκείνου φησὶν ὅτι δὴ βούλοιτο βαπτι-  
σθῆναι· καὶ οὕτω βαπτίζουσιν αὐτὸν ἀντὶ τοῦ ἀπελθόντος, καθάπερ
ἐπὶ τῆς σκηνῆς παίζοντες. εἰ γὰρ τοῦτο ἔλεγε Παῦλος,

Καινή Διαθήκη. Catena in epistulam i ad Thessalonicenses (typus


Parisinus) (e cod. Coislin. 204) (4102: 023)Catenae Graecorum patrum
in Καινή Διαθήκηvol. 6”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford University
Press, 1842, Repr. 1967.Σελ. 366, γρ. 1

“Νῶε ἦσαν γαμοῦντες καὶ γαμισκόμενοι, καὶ ἐξαπίνα ἦλθεν ὁ


“κατακλυσμὸς, καὶ ἔλαβε πάντας, οὕτως ἔσται ἡ παρουσία τοῦ
“υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·” οὐκοῦν, φησὶ, ζῶντες καταλαμβάνονται
τινές.
 Ἐν κελεύσματι καὶ ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου, καὶ οἱ νεκροὶ
ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται.
 Τοῦτο αὐτὸς ὁ Κύριος λέγει ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ· “μέσης δὲ
“οὔσης νυκτὸς,” φησὶ, “φωνὴ ἐγένετο, ὁ νυμφίος ἔρχεται.” ὅτι
δὲ ζῶντες καταλαμβάνονται οἳ καὶ ἀναλαμβάνονται μετὰ τῶν
κοιμηθέντων, ὁ Κύριος δηλοῖ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ λέγων, “δύο ἔσον-  
“ται ἐν κλίνῃ, ὁ εἷς παραληφθήσεται, καὶ ὁ εἷς ἀφεθήσεται, καὶ
“δύο ἔσονται ἀλήθουσαι, ἡ μία παραληφθήσεται, καὶ ἡ μία ἀφε-
“θήσεται·” καὶ ὁ Κύριος δὲ καὶ ὁ Παῦλος αἰνίττονται ὅτι νυκτὸς
ἔσται ἡ παρουσία.

Καινή Διαθήκη. Catena in epistulam i ad Timotheum (e cod. Paris.


Coislin. 204) (4102: 034)“Catenae Graecorum patrum in Καινή
Διαθήκηvol. 7”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford University Press, 1843,
Repr. 1967.Σελ. 40, γρ. 13

ἐστὶ πολλὴν ἐπὶ τῆς ψυχῆς τὴν ἀπανθρωπίαν ἔχουσα.


 Εἰ ἐξενοδόχησε.
 Πιστοὺς δηλονότι καὶ ἐν γάμῳ καταλεγομένη.
 Εἰ ἁγίων πόδας ἔνιψεν.
 Τοῦτο προσέθηκεν ἐπὶ τὸ δεῖξαι ὅτι καὶ μετ' ἐπιμελείας
αὐτοὺς ὑποδέχεσθαι χρή· δῆλον δὲ ὅτι καὶ τὰ κατὰ δύναμιν
ἀπαιτῶν ταῦτα πάντα φησίν· οὐ γάρ ἐστι τῆς τοὺς δύο ὀβολοὺς
καταβαλούσης ἀπορωτέρα· “εἰ ἁγίων πόδας ἔνιψεν.” τοῦτο οὐκ
ἔστι δαπάνης, “εἰ παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ ἐπηκολούθησεν,” οἷον τὴν
1041

σωματικὴν λέγει ἐνταῦθα ὑπηρεσίαν εἰσφέρειν· πρὸς γὰρ θερα-


πείαν μάλιστα ἐπιτηδείως ἔχουσιν αἱ γυναῖκες, Κλίνην στρῶσαι,
ἀναπαῦσαι. ποίους δὲ ἁγίους φησί; τοὺς ἀγνῶτας· ἔστι γὰρ καὶ
ἁγίους εἶναι, καὶ πολλῆς ἀπολαύειν αὐτοὺς θεραπείας.
 Νεωτέρας δὲ χήρας παραιτοῦ· ὅταν γὰρ καταστρη-
νιάσωσι τοῦ Χριστοῦ, γαμεῖν θέλουσιν.
 Τί ἐστιν “ὅταν καταστρηνιάσωσιν;” ὅταν ἀκκισθῶσιν, ὅταν

Julianus Scr. Eccl., Commentarius in Job (4105: 001)


“Der Hiobkommentar des Arianers Julian”, Ed. Hagedorn, D.
Berlin: De Gruyter, 1973; Patristische Texte uns Studien 14.
Σελ. 61, γρ. 13

 7,9β – 10 ἐὰν γὰρ ἄνθρωπος καταβῇ εἰς ᾅδην, οὐ μὴ ἀναβῇ ἔτι, οὐδ' οὐ
μὴ
ἐπιστραφῇ πάλιν εἰς τὸν ἴδιον οἶκον, οὐδ' οὐ μὴ ἐπιγνῷ αὐτὸν ὁ τόπος
αὐτοῦ.
 ταῦτα δὲ λέγει οὐχὶ τὸν τῆς ἀναστάσεως ἀθετῶν λόγον, ὡς ἐνόμισαν
Μανι-
χαῖοι καὶ Οὐαλεντῖνοι, ἀλλ' ὅτι, φησίν, ὁ τελευτήσας οὐκέτι ἐπανήξει εἰς
ταύτην τὴν διαγωγὴν οὐδὲ θνητῶν ἐφάψεται ἔτι πραγμάτων ἑτέρας
λήξεως τυγχάνων·
πέπαυται γὰρ αὐτῷ λοιπὸν ὁ τῆς πολιτείας λόγος καὶ τῶν βιωτικῶν ἔργων
ἐκεχει-
ρίαν ἔχει παραδραμούσης τῆς ἐπιπόνου ἐργασίας καὶ τῷ θανάτῳ
ἐπισχεθείσης.
 7,11 – 13 ἀτὰρ οὖν οὐδὲ ἐγὼ φείσομαι τῷ στόματί μου, λαλήσω δὲ ἐν
ἀνάγκῃ
ὢν τοῦ πνεύματός μου, ἀνοίξω δὲ τὸ στόμα μου ἐν πικρίᾳ ψυχῆς
συνεχόμενος.
πότερον θάλασσά εἰμι ἢ δράκων, ὅτι κατέταξας ἐπ' ἐμὲ φυλακήν; εἶπον·
παρακα-
λέσει με ἡ Κλίνη μου, ἀνοίσω δὲ πρὸς ἐμαυτὸν διάλογον τῇ κοίτῃ μου.
 τοιγαροῦν, φησί, τῷ μεγέθει τῆς ὀδύνης ἀγχόμενος διὰ τὸ ὑπεραίρειν τὸν
ὄγ-
κον τοῦ πάθους τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ἐρῶ μηδὲν ὑποστειλάμενος.
πότερον θά-
λασσά εἰμι ἢ δράκων; ἐπὶ γὰρ τούτων δικαίως ἔταξας τοσαύτην φυλακήν,
ἐμοῦ δ'
εὐτελοῦς ἀνθρώπου τυγχάνοντος ὑπερβαίνει τὴν ἀσθένειαν ἡ βάσανος.
ἠθέλησα δὲ
καὶ ἐν τῇ κοίτῃ μου λογίσασθαι, τίνι λόγῳ μοι ταῦτα συνέβη, καὶ οὐδὲ
1042

τοῦτό
μοι συνεχώρησας ταῖς σφοδραῖς ἀλγηδόσιν ἐπισκιάσας μου τὰς ἐννοίας.  

 7,14 – 16α διὰ τί δὲ ἐκφοβεῖς με ἐνυπνίοις καὶ ἐν ὁράμασί με


καταπλήσσεις;
ἀπαλλάξεις γὰρ ἀπὸ πνεύματός μου τὴν ζωήν μου, τὴν δὲ ψυχήν μου ἀπὸ
τοῦ σώμα-
τός μου, ἀπὸ δὲ θανάτου τὰ ὀστᾶ μου· οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα ζήσομαι, ἵνα
μακρο-θυμήσω.

Ευάγριος. Capita paraenetica (4110: 016)


“Gnomica, vol. 1 [Sexti Pythagorici, Clitarchi, Evagrii Pontici
sententiae]”, Ed. Elter, [Link]: Georg, [Link]. 6, γρ. 2

 ΛΓʹ. Νεοσσοὶ ἀετῶν, εἰσὶ δυνάμεις ἅγιαι τοὺς ἀκα-


θάρτους καταβάλλειν πεπιστευμέναι.  
Ἀρχὴ σωτηρίας ἡ ἑαυτοῦ κατάγνωσις.
Βέλτιον λίθον εἰκῆ βαλεῖν ἢ λόγον.
Γίνου τοῖς πᾶσιν ὡς σὺ θέλεις τοὺς πάντας.
Δικαιοσύνην μᾶλλον ἔργῳ ἢ λόγῳ ἄσκει.
Εὐσεβὴς οὐχ ὁ πολλοὺς ἐλεῶν, ἀλλ' ὁ μηδένα
ἀδικῶν.
Ζῆν ἄμεινον ἐπὶ στιβάδος κατακείμενον καὶ θαρ-
ρεῖν ἢ ταράττεσθαι χρυσῆν ἔχοντα Κλίνην.
Ἡδὺς ἐκεῖνος φίλων ὁ τὴν ψυχὴν διατρέφων.
Θεὸν ἔργοις μὲν σέβου, λόγῳ δὲ ὕμνει, ἐννοίᾳ
δὲ τίμα.
Ἱερέα φρόνησις καὶ βίος καὶ εὐγένεια ποιεῖ.
Κάκιστόν ἐστι πάθεσι δουλεύειν αἰσχροῖς.
Λόγῳ μὲν τὴν ἀρετὴν δίδασκε, ἔργῳ δὲ αὐτὴν
κήρυσσε.

Ευάγριος. De vitiis quae opposita sunt virtutibus (sub nomine Nili


Ancyrani) (4110: 021); MPG 79.Τόμ. 79, σελ. 1141, γρ. 31

χαλινὸς, ἀπληστείας δὲ μάστιξ, συμμετρίας δὲ σταθ-


μὸς, ἀδηφαγίας δὲ κημὸς, ἀναπαύσεως ἀποταγὴ,
σκληρουχίας συνταγὴ, λογισμῶν δαμαστήριον ἀγρυ-
πνίας ὄμμα, πυρώσεως ῥύσις, σώματος παιδαγωγὸς,
1043

πόνων πύργος, καὶ τρόπων τεῖχος, ἠθῶν καταστολὴ,


καὶ παθῶν ἀναστολὴ, νέκρωσις μελῶν, ἀναβίωσις
ψυχῶν, ἀναστάσεως μίμημα, ἁγιασμοῦ πολίτευμα.
Πορνεία, λαιμαργίας κύημα, προμαλακτὴρ καρδίας,
πυρώσεως κάμινος, νυμφαγωγὸς εἰδώλων, ἀσυγγε-
νὴς πρᾶξις, σκιαζομένη μορφὴ, φανταζομένη συμ-
πλοκὴ, ἐνυπνίων Κλίνη, ἀναίσθητος συνουσία, ὀφθαλ-
μῶν δόλος, βλέμματος ἀναίδεια, εὐχῆς ἐντροπὴ,
καρδίας αἰσχύνη, ἀγνωσίας ὁδηγός. Σωφροσύνη,
ἀληθείας στολὴ, ἀσελγείας πέλυξ, ὀφθαλμῶν ἡνίοχος,
ἐπίσκοπος λογισμῶν, ἐννοίας περιτομὴ, ἀκολασίας
δὲ ἐκτομὴ, φύσεως ἀντίφυτος, καὶ πυρώσεως ἀντί-
θετος, ἔργων ἐπεργὸς, καὶ ἐγκρατείας συνεργὸς,
καρδίας λαμπτὴρ, εὐχῆς γνώμων.

Ευάγριος. De malignis cogitationibus (sub nomine Nili Ancyrani)


(4110: 022); MPG 79:1200–1233; 40:1240–1244.
Τόμ. 79, σελ. 1217, γρ. 24

μοσι. Τοῦτον δὲ τὸν δαίμονα φυγαδεύει ἐκτενὴς προς-


ευχὴ, καὶ τὸ μηδὲν ἑκόντα ποιεῖν, τῶν συντελούν-
των πρὸς τὴν ἐπάρατον δόξαν. Ὅταν ὀλίγης ἀπαθείας
τῶν ἀναχωρούντων ὁ νοῦς ἐπιλάβηται, τότε κενο-
δοξίας ἵππον κτησάμενος, εὐθέως ἐλαύνει κατὰ τὰς
πόλεις, ἄκρατον ἐκ τῆς δόξης ἐμφορούμενος ἔπαινον,
ᾧ, κατ' οἰκονομίαν, τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας ἀπαν-
τῆσαν, καὶ εἰς ἕνα τῶν συφεῶν ἀποκλεῖσαν τοῦτον,
παιδεύει αὐτὸν μηκέτι πρὸ τῆς τελείας ὑγείας κατα-
λιμπάνειν τὴν Κλίνην, μηδὲ τοὺς ἀτάκτους τῶν ἀῤ-
ῥώστων μιμεῖσθαι, οἵτινες, ἔτι λείψανα τῆς ἀσθενείας
ἐν ἑαυτοῖς περιφέροντες, ὁδοῖς ἑαυτοὺς, καὶ λουτροῖς
ἀκαίροις ἐπιδιδόασι, καὶ τοῖς ἐξ ὑποστροφῆς νοσή-
μασι περιπίπτουσι. Διόπερ καθεζόμενοι μᾶλλον προς-
έχωμεν ἑαυτοῖς, ὡς, προκόπτοντες μὲν ἐν ἀρετῇ,
δυσκίνητοι πρὸς κακίαν γινόμεθα, ἀνακαινούμενοι δὲ
ἐν τῇ γνώσει, ποικίλων προσλαμβάνομεν πλῆθος
θεωρημάτων, ὑψούμενοι δὲ πάλιν κατὰ τὴν προς-
ευχὴν φανερώτερον τὸ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐποπτεύ-
σομεν φῶς.
1044

Ευάγριος. Expositio in Proverbia Salomonis (4110: 028)


“Notitia editionis codicis bibliorum Sinaitici”, Ed. Tischendorf, C.
Leipzig, 1860.Σελ. 87, γρ. 25

τὴν ἁμαρτίαν διὰ τοῦ σώματος κατεργάζεται.  Οἱ μὲν ἐν ταῖς πλατείαις
ῥεμβόμενοι μοιχείας καὶ πορνείας καὶ κλοπῆς λαμβάνουσι λογισμούς· οἱ
δὲ ἔξω
τούτων ῥεμβόμενοι παρὰ φύσιν κινοῦνται ἀρρένων κοίτην ἐπιζητοῦντες,
καὶ ἄλλων τινῶν ἀπειρημένων
πραγμάτων φαντασίας λαμβάνοντες.
 Εἰ τῶν λογισμῶν οἱ μὲν καθαροί εἰσιν, οἱ δὲ ἀκάθαρτοι· καὶ εἰ μὲν τῶν
γραμμῶν αἱ μὲν εὐθεῖαι
καλοῦνται, αἱ δὲ κεκλασμέναι εὐθεῖαι· γωνία δέ ἐστιν κεκλασμένη
εὐθεῖα· γωνία ἄρα νοητή ἐστιν ἀκά-
θαρτος λογισμός. τὸ οὖν παρὰ πᾶσαν γωνίαν ἐνεδρεύειν τὴν κακίαν
δηλοῖ τὸ διὰ πάντων τῶν ἀκαθάρτων
λογισμῶν αὐτὴν ἐξαπατᾶν τὴν ψυχήν· φέλημα δὲ δαιμονιῶδές ἐστιν
νόημα ἐμπαθές, πρὸς αἰσχρὰν ἐργασίαν
τὴν ψυχὴν ἐκκαλούμενον.
 Ἡ κακία ζητεῖ τὸ πρόσωπον τῆς ψυχῆς ἡμῶν καταισχύναι (hoc acc.
cod.), διὰ τῶν κειριῶν καὶ τῆς
Κλίνης καὶ τῶν ἀμφιτάπων καὶ τοῦ κρόκου καὶ τοῦ κινναμώμου· ἅπερ
κακὰ καὶ διάφορα πάθη σημαίνει
παρὰ τοῖς ἐφευρεταῖς γινόμενα τῶν κακῶν.  
 Εἰ δι' ἡμερῶν πολλῶν ἐπανήξει εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, πάνυ πνευματικῶς
ἐνατενίσας τῇ οἰκονομίᾳ
ὁ Παῦλος ἔσχατον ἐχθρὸν γράφει καταργεῖσθαι τὸν θάνατον.
 Τῶν ἐρωδιῶν τρία γένη εἰσίν, ὅ τε κέπφος καὶ ὁ λευκὸς καὶ ὁ ἀστερίας
καλούμενος. τούτων ὁ κέπφος
χαλεπῶς εὐνάζεται καὶ ὀχεύει· κράζει τε γὰρ καὶ ὀχεύων αἷμα, ὥς φασιν,
ἀφίησιν ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ
τίκτει φαύλως καὶ ὀδυνηρῶς. ταῦτα μὲν οὖν ἀπὸ τῶν τοῦ Ἀριστοτέλους
ἐκ τῶν περὶ τὰ ζῶα ἱστοριῶν
παρεθήκαμεν. ἔοικε δὲ ἡ γραφὴ ἀπὸ τῆς ἱστορίας τοῦ ζώου τοῦ κέπφου
τὴν λέξιν πεποιηκέναι τοῦ πειθο-
μένου τῇ πόρνῃ γυναικὶ κεπφουμένου καὶ ἐξομοιουμένου τῷ ὀρνέῳ δι'
ἀκολασίαν οἷον διακινηθέντος.
 Τιτρώσκει μὲν ἡμᾶς τοῖς λογισμοῖς, φονεύει δὲ ταῖς ἁμαρτίαις.
1045

Ευάγριος. Scholia in Proverbia (fragmenta e catenis)


Scholion 94, γρ. 3l

 Εἰ τῶν λογισμῶν οἱ μὲν καθαροί εἰσιν, οἱ δὲ ἀκάθαρτοι


καὶ εἰ μὲν τῶν γραμμῶν αἱ μὲν εὐθεῖαι καλοῦνται, αἱ δὲ
κεκλασμέναι εὐθεῖαι, γωνία δέ ἐστιν κεκλασμένη εὐθεῖα,
γωνία ἄρα νοητή ἐστιν ἀκάθαρτος λογισμός. Τὸ οὖν παρὰ
πᾶσαν γωνίαν ἐνεδρεύειν τὴν κακίαν δηλοῖ τὸ διὰ πάντων
τῶν ἀκαθάρτων λογισμῶν αὐτὴν ἐξαπατᾶν τὴν ψυχήν.
Φίλημα δὲ δαιμονιῶδές ἐστιν νόημα ἐμπαθὲς πρὸς αἰσχρὰν
ἐργασίαν τὴν ψυχὴν ἐκκαλούμενον.  
 7, 15 ἕνεκα τούτου ἐξῆλθον εἰς συνάντησίν σου·
 ποθοῦσα τὸ σὸν πρόσωπον εὕρηκά σε·
 7, 16 κειρίαις τέτακα τὴν Κλίνην μου·
 ἀμφιτάποις δὲ ἔστρωκα τοῖς ἀπ' Αἰγύπτου·
 7, 17 διέρραγκα τὴν κοίτην μου κρόκῳ·
 τὸν δὲ οἶκόν μου κινναμώμῳ
 Ἡ κακία ζητεῖ τὸ πρόσωπον τῆς ψυχῆς ἡμῶν
καταισχῦναι διὰ τῶν κειριῶν καὶ τῆς Κλίνης καὶ τῶν ἀμφι-
τάπων καὶ τοῦ κρόκου καὶ τοῦ κινναμώμου, ἅπερ κακὰ
καὶ διάφορα πάθη σημαίνει παρὰ τοῖς ἐφευρεταῖς γινόμενα
τῶν κακῶν.

Ευάγριος. Scholia in Proverbia (fragmenta e catenis)


Scholion 94, γρ. 2

Φίλημα δὲ δαιμονιῶδές ἐστιν νόημα ἐμπαθὲς πρὸς αἰσχρὰν


ἐργασίαν τὴν ψυχὴν ἐκκαλούμενον.  
 7, 15 ἕνεκα τούτου ἐξῆλθον εἰς συνάντησίν σου·
 ποθοῦσα τὸ σὸν πρόσωπον εὕρηκά σε·
 7, 16 κειρίαις τέτακα τὴν Κλίνην μου·
 ἀμφιτάποις δὲ ἔστρωκα τοῖς ἀπ' Αἰγύπτου·
 7, 17 διέρραγκα τὴν κοίτην μου κρόκῳ·
 τὸν δὲ οἶκόν μου κινναμώμῳ
 Ἡ κακία ζητεῖ τὸ πρόσωπον τῆς ψυχῆς ἡμῶν
καταισχῦναι διὰ τῶν κειριῶν καὶ τῆς Κλίνης καὶ τῶν ἀμφι-
τάπων καὶ τοῦ κρόκου καὶ τοῦ κινναμώμου, ἅπερ κακὰ
καὶ διάφορα πάθη σημαίνει παρὰ τοῖς ἐφευρεταῖς γινόμενα
τῶν κακῶν.
1046

Eustathius Scr. Eccl., Theol., Commentarius in hexaemeron [Sp.]


(4117: 022); MPG 18.Σελ. 716, γρ. 55

πὸν ἄῤῥευστον οἱ γηπόνοι οὕτω φυλάττουσιν· τοὺς


ὀλύνθους τῆς ἀγρίας συκῆς ἐκδύσαντες, ἅπτωτον δια-
μένειν παρασκευάζουσι. Τὸ γὰρ ἕνδον τοῦ ὀλύνθου
ὑπάρχον ζῶον μικρότατον τῷ πυθμένι τοῦ ἡμέρου
προσίζον σύκου τὴν ἔξωθεν αὖραν περιπνέουσαν
ἀπείργει, πρὸς τὸ μὴ ἀηδῆ γενόμενον τὸ σῦκον
ἀποπεσεῖν. Ἐπειδὴ δὲ ἁπαλός ἐστι τῆς συκῆς ὁ
καρπὸς, πάχει φύλλων κεκάλυπται· τῆς δὲ καρύας,
ἐπειδὴ τυγχάνει στεῤῥὰ, ἐλαφρᾷ φύλλων προσβολῇ
σκέπεται. Διὰ δὴ τοῦτο καὶ τὸ φύλλον τῆς ἀμπέλου
ἔσχισται, ἵνα καὶ τὰς ἐκ τοῦ ἀέρος ἐκκλίνῃ βλάβας
ὁ βότρυς, καὶ τὴν ἡλιακὴν ἀκτῖνα εἰσδέχηται τῇ
ἀραιότητι. Οὕτως οὐδὲν ἀργὸν, ἀλλὰ πάντα ἀποῤῥήτῳ  
σοφίᾳ ὁ Θεὸς διεκόσμησεν. Ἓν γὰρ ὕδωρ, διὰ τῆς
ῥίζης φερόμενον ἢ ἑλκόμενον, ἄλλως μὲν τρέφει τὸ
στέλεχος, ἄλλως τὴν ἐντεριώνην, ἄλλως τὸν φλοιὸν,
ἄλλως τὸ ξύλον, ἄλλως τὴν ῥίζαν αὐτήν· καὶ ἐκ τῆς
αὐτῆς νοτίδος ἐν μὲν τῇ ἀμπέλῳ οἶνος συνίσταται, ἐν
δὲ τῇ ἐλαίᾳ ἔλαιον, καὶ ἐν ἄλλῳ ἄλλο.

Εφραίμ Σύρος. Reprehensio sui ipsius atque Confessio (4138:


002)“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 1”, Ed. Phrantzoles,
Konstantinos [Link]: Το περιβόλι της Παναγίας, 1988, Repr.
1995.Σελ. 74, γρ. 7

σκει ἡμᾶς ὁ Διάβολος· ποιεῖ γὰρ ἕκαστον ἡμῶν καταφρονεῖν, ὡς


μηδαμινῶν.
Ἀλλὰ σπουδάσατε μὴ ἐν τούτοις ἁλίσκεσθαι· ἀλλὰ πάσῃ φυλακῇ
τηρήσατε ἑαυ-
τούς, ἵνα σὺν Χριστῷ δοξασθῆτε· ὅτι αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν
αἰώνων. Ἀμήν.  

Ἔλεγχος αὑτῷ καὶ ἐξομολόγησις

 Ἀδελφοί, συμπαθήσατέ μοι, σπλάγχνα ἔχοντες οἰκτιρμῶν· οὐκ ἀργῶς


γὰρ εἴρηκεν ἡ θεία Γραφή· ἀδελφὸς ὑπὸ ἀδελφοῦ βοηθούμενος, ὡς πόλις
1047

ὀχυρὰ
καὶ ὑψηλή· ἰσχύει δὲ ὥσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον. Καὶ πάλιν λέγει·
ἐξομο-
λογεῖσθε ἀλλήλοις τὰς ἁμαρτίας καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ ἀλλήλων, ὅπως
ἰαθῆτε.
Δέξασθε οὖν παράκλησιν, ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, παρὰ τοῦ συνθεμένου Θεῷ
εὐαρε-
στῆσαι, καὶ ψευσαμένου τῷ ποιήσαντι αὐτόν· ὅπως διὰ τῆς ὑμῶν ἱκεσίας,
ῥυσθῶ
τῶν περιεχουσῶν με ἁμαρτιῶν καὶ ὑγιὴς γενόμενος ἐγερθῶ τῆς Κλίνης
τῆς φθο-
ροποιοῦ ἁμαρτίας· ὅτι ἐκπαιδιόθεν ἐγενόμην σκεῦος ἄχρηστον καὶ
ἄτιμον. Καὶ  
νῦν ἀκούων περὶ τῆς κρίσεως, καταφρονῶ, ὡς ἀνώτερος πταισμάτων καὶ
ἐγκλη-
μάτων ὑπάρχων· καὶ ἑτέρους νουθετῶν ἀπέχεσθαι τῶν ἀνωφελῶν, ταῦτα
ὑπ'
ἐμοῦ τῷ διπλῷ συντελοῦνται. Οἴμοι, ἐν ποίᾳ καταγνώσει ἕστηκα· οἴμοι,
ἐν ποίᾳ
αἰσχύνῃ κατάκειμαι· οἴμοι, ὅτι οὐκ ἔστι τὸ κρυπτόν μου ὡς τὸ
φαινόμενον.

Εφραίμ Σύρος. Sermo compunctorius (4138: 004)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 1”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1988, Repr. 1995.
Σελ. 103, γρ. 9

στος τὸ ἴδιον φορτίον βαστάσει; Ὡς καιρὸν ἔχεις, σκόρπισον τὸ φορτίον


τῶν
ἁμαρτιῶν σου. Προσκαλεῖται γάρ σε ὁ φιλάνθρωπος Θεός, λέγων· δεῦτε
πρός με  
πάντες οἱ πεφορτισμένοι. Πάντας προτρέπεται. Μηδεὶς ἀπογινωσκέτω·
μηδεὶς
τολμήσει εἰπεῖν, ὅτι οὐχ ἥμαρτον. Ὁ λέγων ὅτι οὐχ ἥμαρτε, τυφλός ἐστι,
μυω-
πάζων καὶ ἄθλιος παρὰ πάντας ἀνθρώπους. Φησὶ γὰρ Ἰωάννης ὁ
Εὐαγγελιστής·
ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ψευδόμεθα καὶ οὐ ποιοῦμεν τὴν
ἀλήθειαν,
καὶ ἑαυτοὺς πλανῶμεν, καὶ τὸν Θεὸν ψεύστην ποιοῦμεν· οὐδεὶς γὰρ
καθαρὸς ἀπὸ
ῥύπου.
1048

 Τί οὖν δακρύων χρεία; Ἵνα τὸν ῥύπον ἀποπλύνωμεν, ψάλλοντες μετὰ
τοῦ
ἁγίου Δαυΐδ· πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Καὶ πάλιν·
λούσω καθ'
ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου
βρέξω. Ἐκεῖ-
νος μίαν νύκτα ἥμαρτε, καὶ καθ' ἑκάστην ἐδάκρυε· διὰ τοῦτο μακάριος
ἐδείχθη.
Προέβλεπε γὰρ ἀκριβῶς ὁ Προφήτης τὸν εἰπόντα· μακάριοι οἱ
πενθοῦντες. Μηδὲν
οὖν τοῦ αἰῶνος τούτου παρερχομένων πενθήσεις· μὴ τέρπου τοῖς τοῦ
βίου τερ-
πνοῖς· μὴ ἐπιθυμήσεις πλοῦτον τοῦ κόσμου τούτου. Μίσησον ἱμάτια
μαλακά, κό-
σμια περιθέματα. Μίσησον βάμματα ποικίλα, στιβασμόν, ὡραϊσμόν,
γαυριασμὸν  
καὶ τὰ αὑτῶν δαιμονικὰ ᾄσματα, κιθάρας καὶ αὐλοὺς καὶ τῶν χειρῶν
κρότους, καὶ τὰς ἀτάκτους καὶ ἀσχήμονας φωνάς. Ἢ οὐκ οἶδας, ἄθλιε,
ὅτι ταῦτα

Εφραίμ Σύρος. Sermones paraenetici ad monachos Aegypti


Oration 42, γρ. 189

θὺ τὸν Βασιλέα εὑρίσκεσθαι καὶ προσδέχεσθαί σε. Ἀμνησίκακος γὰρ


ὑπάρ-
χει καὶ φιλάνθρωπος, καὶ μετανοῶν ἐπὶ κακίαις ἀνθρώπων.
Προσερχομένου
δέ σου, μὴ ἐν ὑποκρίσει, μηδὲ ἐν καρδίᾳ δισσῇ, ἀλλ' ἐν καθαρᾷ
συνειδήσει
πρόσελθε αὐτῷ· πρὸ γὰρ τοῦ λαλῆσαι μικρὸν ἢ μέγα, προεῖδε περὶ ὧν
μέλ-
λεις λαλεῖν, καὶ πρὸ τοῦ μέλλειν ἀνοῖξαί σου τὸ στόμα, προγινώσκει τὰ
ἐν
καρδίᾳ σου. Μὴ οὖν δίσταζε, μηδὲ κρύπτε σου τὸ πάθος· οὐ γάρ ἐστιν
ἀπό-
τομος ἰατρός, ἀλλὰ συμπαθής· λόγῳ θεραπεύει. Μόνον εἶπε, καὶ ἐγένετο.
1049

Καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων πιστεύεται. Εἶπε τῷ παραλυτικῷ· σοὶ λέγω,

ἔγειραι, ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου· καὶ
εὐθέως  
ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος ὑγιής, καὶ τὴν Κλίνην τὴν βαστάσασαν αὐτὸν
βαστά-
σας, περιεπάτει ὑγιής. Καὶ τῷ λεπρῷ εἶπε· θέλω, καθαρίσθητι· καὶ εὐθέως

ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ἡ λέπρα. Τὸν δὲ Λάζαρον τεταρταῖον ἤγειρεν ὁ


Κύριος ἐκ
νεκρῶν. Καὶ ἵνα μὴ καθ' ἕνα λέγοντες δόξωμεν μηκύνειν τὸν λόγον· τὰ
γὰρ
ἔργα αὐτοῦ ἀναρίθμητά εἰσι. Τῆς δὲ βρεξάσης αὐτοῦ τοὺς πόδας τοῖς
δάκρυ-
σι, καὶ ταῖς θριξὶν αὑτῆς ἐκμαξάσης, λόγῳ αὐτῆς ἔλυσε τὰ ἁμαρτήματα,
εἰ-
πών· θάρσει, θύγατερ· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Πηγὴ γάρ ἐστιν
ἀνελλιπής,
ἴαμα τοῖς ἀνθρώποις βρύουσα.  Μὴ οὖν δίσταζε· οὐ γὰρ ἀποβάλλεται
σωθῆναί σε θέλοντα, ὁ εἰπών· γὰρ ὑμεῖς, πονηροὶ ὄντες, οἴδατε δόματα
ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν,

Εφραίμ Σύρος. Sermo in secundum adventum domini nostri Iesu


Christi (4138: 049)
“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 4”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1992.
Σελ. 39, γρ. 5

καὶ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τὰ πλήθη τῶν σῳζομένων ἐξέλαμψαν, σπουδαίως


ἕκα-
στος ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι τὰς ἐντολὰς τοῦ Δεσπότου φυλάξαντες·
ἐπίσκοποι,
πρεσβύτεροι, διάκονοι καὶ τὰ λοιπὰ τάγματα τῆς Ἐκκλησίας· βασιλεῖς τε
καὶ
ἄρχοντες, ἀρχαί τε καὶ ἐξουσίαι. Οὐ γὰρ ὁ Δεσπότης Θεὸς διαφορὰς
ἐποίησεν,
ἢ προετίμησε τόπον τοῦ τόπου, ἀλλ' οὕτως ἔφη· ὅπου ἐὰν ὦσιν εἰς τὸ
ἐμὸν
ὄνομα συνηγμένοι, τουτέστι καὶ ἐν ἐρημίᾳ καὶ ἐν ὄρεσιν, ἢ ἐν σπηλαίοις
ἢ ἐν  
πόλεσιν ἢ ἐν κώμαις ἢ ἐν νήσοις ἢ ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας μου,
1050

ἐκεῖ εἰμι
ἐν μέσῳ αὐτῶν, καὶ μετ' αὐτῶν ἔσομαι ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος,
καὶ ἐν
τῷ μέλλοντι αἰῶνι ἐγὼ ποιμανῶ αὐτοὺς εἰς ἀπεράντους αἰῶνας.
 Ἐκεῖνο τὸ φοβερὸν δικαστήριον καὶ τὸν ἀκολάκευτον Δικαστὴν ἐννοῶν

μακάριος Δαυΐδ, καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην τοῖς δάκρυσιν ἔβρεχε,
καὶ πα-
ρεκάλει τὸν Θεόν, λέγων· Κύριε, μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου
σου,
μηδὲ θελήσῃς εἰπεῖν δίκην μετ' ἐμοῦ, φιλάνθρωπε. Πάσης γὰρ ἀπολογίας
ἀπορῶν, διὰ τοῦτο δυσωπῶ τὴν σὴν ἀγαθότητα, μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν
μετὰ
τοῦ δούλου σου· ἐὰν γὰρ τοῦτο βουληθῇς ποιῆσαι, οὐ δικαιωθήσεται
ἐνώπιόν
σου πᾶς ζῶν. Ὁρᾶτε, ἀδελφοί, τὸν μακάριον Δαυῒδ φοβούμενον τὴν
ἡμέραν
ἐκείνην καὶ ὥραν, παρακαλοῦντά τε καὶ πρὸς ἀπολογίαν εὐτρεπιζόμενον.
 Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, ἀδελφοὶ φιλόχριστοι, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν
ἐκεί-νην, πρὶν λυθῆναι τὴν πανήγυριν,

Εφραίμ Σύρος. Interrogationes et responsiones (4138: 051)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 4”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1992.Σελ. 102, γρ. 14

ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τὰ πλήθη τῶν σῳζομένων σπουδαίων ἐξέλαμψαν,


ἕκαστος ἐν
τῷ ἰδίῳ τάγματι τὰς ἐντολὰς τοῦ Δεσπότου φυλάξαντες· ἐπίσκοποι,
πρεσβύτε-
ροι, διάκονοι καὶ τὰ λοιπὰ τάγματα τῆς Ἐκκλησίας· βασιλεῖς καὶ
ἄρχοντες,
ἀρχαί τε καὶ ἐξουσίαι. Οὐ γὰρ [εἶπεν] ὁ Δεσπότης Θεὸς διαφορὰς
ἐποίησεν, ἢ
προετίμησε τόπον τοῦ τόπου, ἀλλ' οὕτως ἔφη· ὅπου ἐὰν ὦσιν εἰς τὸ ἐμὸν
ὄνομα
συνηγμένοι, τουτέστι καὶ ἐν ἐρημίαις καὶ ἐν ὄρεσιν, ἢ ἐν σπηλαίοις ἢ ἐν
πόλεσιν
ἢ ἐν κώμαις ἢ ἐν νήσοις ἢ ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας μου, ἐκεῖ εἰμι ἐν
μέσῳ
αὐτῶν, καὶ μετ' αὐτῶν ἔσομαι ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος, καὶ ἐν τῷ
μέλ-
1051

λοντι αἰῶνι ἐγὼ ποιμανῶ αὐτοὺς εἰς ἀπεράντους αἰῶνας.


 Ἐκεῖνο τὸ φοβερὸν δικαστήριον καὶ τὸν ἀκολάκευτον Δικαστὴν ἐννοῶν

μακάριος Δαυΐδ, καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην τοῖς δάκρυσιν ἔβρεχε,
καὶ πα-
ρεκάλει τὸν Θεόν, λέγων· Κύριε, μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου
σου,  
μηδὲ συνάρῃς λόγον μετ' ἐμοῦ, μήτε θελήσῃς εἰπεῖν δίκην μετ' ἐμοῦ,
φιλάν-
θρωπε. Πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀπορῶν, διὰ τοῦτο δυσωπῶ τὴν σὴν
ἀγαθότητα,
μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου· ἐὰν γὰρ τοῦτο βουληθῇς
ποιῆσαι,
οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὁρᾶτε, ἀδελφοί, τὸν μακάριον
καὶ
ἅγιον Δαυῒδ φοβούμενον τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ὥραν, καὶ πρὸς
ἀπολογίαν
εὐτρεπιζόμενον.
 Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, ἀδελφοὶ φιλόχριστοι, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν
ἐκεί-
νην, πρὶν λυθῆναι τὴν πανήγυριν, πρὶν ὁ Θεὸς ἐμφανῶς ἥξῃ καὶ εὕρῃ
ἡμᾶς ἀνε-τοίμους.

Εφραίμ Σύρος. Sermo in adventum domini, et de consummatione


saeculi, et in adventum antichristi (4138: 052)
“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 4”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1992.Σελ. 118, γρ. 11

ποις, ἵνα μέχρις ὥρας τοῦ θανάτου μὴ δειλιάσωσι, μηδὲ στῶσιν ἐν


χαυνότητι,
ὅταν χαράσσῃ ὁ Δράκων τὴν ἑαυτοῦ σφραγῖδα ἀντὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ
Σωτῆρος.
Τοιοῦτον γὰρ τρόπον ποιεῖ, ἵνα παντελῶς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ
Σωτῆρος
μηδὲ ὅλως ὀνομασθῇ ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ. Τοῦτο δὲ ποιεῖ φοβούμενος καὶ
τρέ-
μων ἐξ ἁγίας δυνάμεως τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ὁ ἀσθενής. Ἐὰν μὴ γάρ τις
σφρα-
γίζηται τὴν ἐκείνου σφραγῖδα, οὐ γίνεται αἰχμάλωτος ἐκ τῶν ἐκείνου
φαντα-
σμάτων· οὔτε πάλιν ὁ Κύριος ἀφίσταται ἐκ τῶν τοιούτων, ἀλλὰ φωτίζει
καὶ ἕλ-
1052

κει πρὸς ἑαυτόν.


 Νοεῖν ἡμᾶς δεῖ, ἀδελφοί, μετὰ πάσης ἀκριβείας, τὰ τοῦ Ἐχθροῦ φαντά-
σματα ἄστοργα ὑπάρχοντα. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν ἐν γαλήνῃ προσέρχεται
πᾶσιν
ἡμῖν, ἀποκρούσασθαι δι' ἡμᾶς τοῦ θηρὸς τὰ τεχνάσματα. Τὴν ἀκλινῆ
πίστιν
τοῦ Χριστοῦ εἰλικρινῶς βαστάζοντες, εὐρίπιστον ποιήσομεν τὴν δύναμιν
τοῦ τυ-
ράννου. Λογισμὸν ἀμετάθετον κτησώμεθα καὶ εὐστάθειαν, καὶ ἀφίσταται
ἡμῶν
ὁ ἀσθενής, μὴ ἔχων τὸ τί ποιήσῃ.
 Ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος, ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς, φιλόχριστοι, μὴ γενώμεθα
χαῦνοι, ἀλλὰ μᾶλλον δυνατοὶ τῇ δυνάμει τοῦ σταυροῦ. Ἀπαραίτητος
ἀγὼν ἐπὶ  
θύραις ἐστί· τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως ἀναλάβωμεν πάντες. Ἕτοιμοι οὖν
γίνεσθε,
ὥσπερ οἰκέται πιστοί, ἄλλον μὴ δεχόμενοι. Ἐπειδὴ γὰρ ὁ κλέπτης καὶ
ἀλά-
στωρ καὶ ἀπηνής, πρῶτος μέλλει ἔρχεσθαι ἐν τοῖς ἰδίοις καιροῖς,
βουλόμενος
κλέψαι καὶ θῦσαι καὶ ἀπολέσαι τὴν ποίμνην τὴν ἐκλεκτὴν τοῦ ἀληθινοῦ
ποιμέ-νος Χριστοῦ·

Εφραίμ Σύρος. Sermo paraeneticus de secundo aduentu domini, et de


paenitentia (4138: 059)“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 4”, Ed.
Phrantzoles, Konstantinos [Link]: Το περιβόλι της Παναγίας,
1992.Σελ. 214, γρ. 8

τινά ποτε· μὴ γελοίοις σχολάσῃς· μὴ καταλαλήσῃς· μὴ λοιδορήσῃς· μὴ


ἀργο-
λογήσῃς· μὴ κοσμικοῖς συναυλισθῇς περισσῶς· μὴ μυθολογήσῃς· μὴ
κατασχέ-
τω σε ἐπίγεια πράγματα, ὁ ἀποταξάμενος τῷ κόσμῳ ὅλῳ· μὴ ἔχε ἄλλην
μέρι-  
μναν, μηδὲ ἄλλον ἀγῶνα, πλὴν τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς φοβερᾶς, καὶ ἀεὶ ἡ

καρδία καὶ ἡ γλῶσσά σου περὶ κρίσεως μελετάτω. Εἴτε οὖν ἐργάζῃ, εἴτε
προς-
εύχῃ, εἴτε περιπατεῖς, εἴτε καθέζῃ, εἴτε ἐσθίεις, εἴτε νηστεύεις, εἴτε ἐπὶ
τῆς κοί-
1053

της σου κεῖσαι γρηγορῶν, ἢ ἄλλο τι πράττεις, μὴ ἀποστῇ ὁ νοῦς σου τοῦ
ἐνθυ-
μεῖσθαι καὶ τὸ στόμα σου λαλεῖν περὶ κρίσεως. Διαλογίζου δὲ ἐν τῇ
καρδίᾳ σου
οὕτως· ἆρα πῶς ἔχω ἀπολογήσασθαι τῷ Κριτῇ; Ἆρα εὑρίσκεται
ἁμαρτωλὸς
ἄλλος, ὡς ἐγώ; Πῶς ἐξαλείψω μου τὰς ἁμαρτίας; Πῶς; Ἐγώ σοι λέγω·
ὡς ὁ
Δαυῒδ ἐποίησε καὶ ἐδίδαξε, λέγων· λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν
Κλίνην μου,
ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω.
 Οὕτως κλαῖε καὶ ἐνθυμοῦ, λέγων· ἆρα ποταπαί εἰσιν ἐκεῖναι αἱ κολάσεις
αἱ φοβεραί, ἃς λέγει ἡ θεία Γραφή; Ἆρα ποταπός ἐστιν ὁ πύρινος
ποταμὸς
ἐκεῖνος; Ἆρα ποταπόν ἐστιν ἐκεῖνο τὸ ἄσβεστον πῦρ; Ἆρα ποταπόν ἐστιν
ἐκεῖνο
τὸ ἐξώτερον σκότος; Ἆρα ποταποί εἰσιν οἱ βρυγμοὶ τῶν ὀδόντων; Ἆρα
ποταπή
ἐστιν ἐκείνη ἡ γέεννα τοῦ πυρός; Ἆρα ποταπός ἐστιν ἐκεῖνος ὁ σκώληξ ὁ

Εφραίμ Σύρος. Duo erunt in agro (4138: 065)“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ


Σύρου ἔργα, vol. 4”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos [Link]: Το
περιβόλι της Παναγίας, [Link] 13

ἀφίεται· καὶ δύο ἐπὶ τοῦ δώματος, καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ οἱ μὲν ἐπὶ τοῦ
δώματός
εἰσιν οἱ ἐν ὕψει ὄντες κριταὶ καὶ ἡγούμενοι καὶ βασιλεῖς καὶ δυνάσται.
Ἔστι γὰρ
κριτὴς δίκαιος καὶ ἔστιν ἄδικος. Ὁ μὲν δίκαιος παραλαμβάνεται ἀπὸ τοῦ
πυ-
ρός, ὁ δὲ ἄδικος ἀφίεται. Οἱ δὲ ἐν τῷ ἀγρῷ, τῷ κόσμῳ τούτῳ δηλαδή,
εἰσὶν οἱ
ἄγροικοι καὶ ἰδιῶται καὶ ἐλάχιστοι γένει καὶ πλούτῳ. Ἔνδοξοι καὶ
ἄδοξοι. Οἱ
μὲν δίκαιοι, οἱ δὲ ἄδικοι. Καὶ οἱ μὲν δίκαιοι παραλαμβάνονται, οἱ δὲ
ἄδικοι
ἀφίενται ἐν τῷ πυρί. Αἱ δὲ ἀλήθουσαι εἰσὶ τὸ πλῆθος τῶν γυναικῶν, ἐν
μέρει  
δὲ καὶ αἱ ψυχαὶ αἱ δουλικὸν λαβοῦσαι ζυγὸν καὶ ἐν ἀσθενείᾳ τὴν ζωὴν
τελέσα-
σαι. Εἰσὶ γὰρ γυναῖκες δίκαιαι καὶ εἰσὶν ἄδικοι· εἰσὶ δοῦλοι δίκαιοι καὶ
εἰσὶν
1054

ἄδικοι· εἰσὶν ἀσθενεῖς δίκαιοι, ὡς ὁ Ἰὼβ καὶ ὁ Λάζαρος, καὶ εἰσὶν ἄδικοι,
ὡς ὁ
Κάϊν καὶ ὁ Γιεζί. Ὅθεν φησί, δύο ἔσονται ἐπὶ Κλίνης, τὴν ἀσθένειαν
αὐτῶν
ἀπεμφαίνων· οἱ δίκαιοι παραλαμβάνονται καὶ οἱ ἄδικοι ἀφίενται. Πῶς δὲ
πα-
ραλαμβάνονται οἱ δίκαιοι, λεγέτω Παῦλος· οἱ ζῶντες ἐν Κυρίῳ, ἐν
νεφέλαις
ἁρπαγήσονται εἰς ἀέρα, καὶ πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἔσονται. Πῶς ἀφίενται οἱ
ἄδι-
κοι; Συνάξουσιν οἱ Ἄγγελοι τοὺς μὲν ἐκλεκτοὺς ἐκ τῶν τεσσάρων
ἀνέμων,
τοὺς δὲ ἀσεβεῖς κατακαύσουσι πυρὶ ἀσβέστῳ. Μὴ οὖν ὑπολάβῃς ξύλοις
ἄσβεστον
ἔσεσθαι τὸ πῦρ τῆς κολάσεως, μηδὲ τοὺς ὑποκαίοντας δημίους τινάς, ὡς
οἱ λῆ-
ροι τῶν πολλῶν νομίζουσιν· ἀλλ' ἀπόβλεψον πρὸς Σόδομα καὶ ἴδε

Εφραίμ Σύρος. Oratio in uanam uitam, et de paenitentia (4138: 075)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 4”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1992.Σελ. 412, γρ. 15

τὸν λόγον εἰπεῖν καθαρὸν οὐ δύναται. Εἶτα στρέφομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς


ὧδε καὶ
ὧδε συνεχῶς, καὶ τοὺς παρεστῶτας ἡμῖν φίλους ἢ ἀδελφοὺς οὐ
γνωρίζομεν· εἰ
τάχα καὶ γνωρίσωμεν, πρὸς αὐτοὺς φθέγξασθαι οὐ δυνάμεθα. Τὰ τέκνα
ὀδυρό-
μενα καὶ δακρύοντα βλέπομεν, καὶ τὸν πόνον τοῦτον ἔχοντες
πορευόμεθα.
 Ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ οὐκ ἔστι μέριμνα πράξεων, οὐδὲ φίλων, οὐδὲ ἄλλη
φροντὶς συνέχει ἡμᾶς, εἰ μὴ τῶν ἡμετέρων παραπτωμάτων, καὶ πῶς
ἀπαντή-
σωμεν τῷ κριτῇ, καὶ ὁποίαν ἆρα ἀπολογίαν εἴπωμεν, καὶ ποίαν ἄφεσιν
λάβω-
μεν, καὶ ποῖος ἆρα τόπος δέξηται ἡμᾶς. Εἶτα ὡς ταῦτα ἐνθυμούμεθα,
ἐξαίφνης
ἐφίστανται ἡμῖν Ἄγγελοι ἀπότομοι παρὰ Θεοῦ ἀπεσταλμένοι. Τότε ἡμεῖς
τού-
τους θεωροῦντες, καὶ τὴν ἐπιδημίαν αὐτῶν φρίξαντες, ἐὰν ἆρα
ἀνευτρέπιστοι
εὑρεθῶμεν, πῶς μέλλομεν ταράσσεσθαι, καὶ τῆς Κλίνης φεύγειν
δοκιμάζοντες,  
1055

μὴ δυνάμενοι δέ; Τότε προσέχομεν πρὸς αὐτοὺς ἐλεεινοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ


στυ-
γνῷ προσώπῳ, παρακαλοῦντες, δυσωποῦντες, γονυπετοῦντες,
ἱκετεύοντες, βο-
ῶντες· ἐλεήσατε ἡμᾶς, φιλάνθρωποι ἅγιοι Ἄγγελοι, λέγοντες, ἐλεήσατε
ἡμᾶς.
Μή με ἄκαρπον καὶ ἀκάθαρτον πρὸς τὸν Κτίστην ἀπενέγκατε. Μή με
ἁμαρ-
τωλὸν τοῦ σώματος χωρίσητε. Μή, δέομαι καὶ δυσωπῶ. Ἐάσατέ με
ὀλίγον
χρόνον μετανοῆσαι, στενάξαι, πενθῆσαι, ἐλεημοσύνας ποιῆσαι. Δυσωπῶ,
δυσω-
πήθητε, ἐπειδὴ κακῶς τὸν ἐμαυτοῦ βίον ἐδαπάνησα καὶ ἀνήλωσα.
 Ταῦτα παρ' ἡμῶν ἀκούοντες οἱ Ἄγγελοι λέγουσι πρὸς ἡμᾶς· ὦ ψυχὴ ἐλε-
εινή, ὦ ψυχὴ ταπεινή, πάσας τὰς ἡμέρας σου ἐν ἀμελείᾳ ἔζησας, καὶ ἄρτι

Εφραίμ Σύρος. De paenitentia (4138: 076)“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου


ἔργα, vol. 5”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos [Link]: Το περιβόλι
της Παναγίας, 1994.Σελ. 13, γρ. 15

οἰκέτας Θεοῦ. Εἶπε καὶ Ἠσαΐας προφήτης· ὅταν ἀποστραφεὶς στενάξῃς,


τότε
σωθήσῃ. Ἰδού σοι μαρτυρίαν προσάγω, φησί· μετανόησον μόνον. Ἐὰν
στενάξῃ
ὁ ἁμαρτήσας, σὺν τῷ στεναγμῷ καὶ τὸ βάρος τοῦ Δράκοντος
συνεξέρχεται· καὶ
κουφισθείσης τῆς διανοίας, τὸ νέφος τῆς ἀγνοίας ἀποδιώκει, καὶ γίνεται
ἐν γα-
λήνῃ τῆς ψυχῆς ὁ ὀφθαλμός, καὶ εὐθὺς ἡ μετάνοια χειραγωγεῖ αὐτὴν
πρὸς
σωτηρίαν.
 Τότε οὐ μόνον στενάξει, ἀλλὰ καὶ δακρύσει ἐν πόνῳ πλείονι. Διατί; Ἐ-
πειδὴ ἡ ψυχὴ ὡς πατέρα ἰδοῦσα τὸν Θεὸν διὰ χρόνου· κινεῖται εἰς
δάκρυα, ὅτι
εἶδε διὰ χρόνου τὸν γεννήσαντα. Διὸ ποιεῖται δάκρυα, καὶ πείθει Θεὸν ὅτι
στέρ-
γει πατρὸς εὔνοιαν, καὶ καθαίρεται ἀπὸ τῆς ὀφιώδους καταστάσεως. Οὐκ
ἤκου-
σας ὅτι εἶπεν ὁ Δαυΐδ, λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου; Ἀλλὰ
πρῶτον  
ἐστέναξε, καὶ οὕτως ἐδάκρυσε. Δείκνυμί σοι καὶ ἀπὸ τῆς μεγίστης
φύσεως, ὅτι
1056

πρῶτον ἄνεμος γίνεται, καὶ ὁ ὑετὸς αὖθις ἐπιγίνεται· πρῶτον βροντὴ


ὠρύεται,
καὶ αὖθις τὸ νέφος ἀποστάζει. Ἔστι στεναγμὸς δίχα φωνῆς, καθὼς ὁ
ἅγιος Παῦ-
λός φησι, ὅτι τὸ Πνεῦμα στεναγμοῖς ἀλαλήτοις ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν.
Μνήμη
τοῦ Θεοῦ τοῖς ἁμαρτωλοῖς στεναγμὸς γίνεται, ὅτι πάλιν ὁ Δαυῒδ λέγει·
ἐμνή-
σθην τοῦ Θεοῦ, καὶ εὐφράνθην· οἱ γὰρ μετανοοῦντες χαίρουσιν, ὅτι
ἀπηλλάγησαν
τῶν δεσμῶν τοῦ Δράκοντος.
 Οὐκ ἔστι χείρων δεσμὸς ὡς ἡ ἐκ τῆς ἁμαρτίας τύφλωσις, οὔτε ἄλυσις
πρὸς τὴν τῆς ὄψεως πήρωσιν, ὅτι ἡ ψυχὴ ἐν σκότει ἐστὶ τῆς ἁμαρτίας, ἐν
ἁλύσει πεφυλάκισται.

Εφραίμ Σύρος. De paenitentia Σελ. 15, γρ. 1

σθην τοῦ Θεοῦ, καὶ εὐφράνθην· οἱ γὰρ μετανοοῦντες χαίρουσιν, ὅτι


ἀπηλλάγησαν
τῶν δεσμῶν τοῦ Δράκοντος.
 Οὐκ ἔστι χείρων δεσμὸς ὡς ἡ ἐκ τῆς ἁμαρτίας τύφλωσις, οὔτε ἄλυσις
πρὸς τὴν τῆς ὄψεως πήρωσιν, ὅτι ἡ ψυχὴ ἐν σκότει ἐστὶ τῆς ἁμαρτίας, ἐν
ἁλύ-
σει πεφυλάκισται. Ἐν φυλακῇ ἀφωτίστῳ διατελοῦσα ἀγνοεῖ ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ
δια-
πορεύεται. Εἶπε καὶ ἑτέρωθι ὁ ψαλμός· οὐκ ἔγνωσαν, οὐδὲ συνῆκαν· ἐν
σκότει
διαπορεύονται· ὅτι ἡ ἄγνοια τόπος ἐστὶ φυλακῆς, τὴν ψυχὴν συμποδίζων
εὐχε-
ρῶς. Καὶ ὁ Παῦλος ἀπόστολος εἴρηκεν ὅτι ὁ Θεὸς μετέστησεν ἡμᾶς ἐκ
τῆς ἐξ-
ουσίας τοῦ σκότους εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ· ἦν γὰρ ἡ
ἀνθρωπότης ὡς
ἐν σκότει συγκεκλεισμένη διὰ τὴν ἀγνωσίαν τῆς θεότητος.  
 Ἔλουεν ἐν δάκρυσι τὴν Κλίνην αὐτοῦ ὁ στενάξας Δαυΐδ· ἦν γὰρ
ῥερυπωμέ-
νος τῇ μοιχείᾳ· ἀλλ' ἔλουεν ἐν δάκρυσι τὴν στρωμνὴν αὐτοῦ, ἣν
ἐρρύπωσε τῇ
παρανόμῳ συμπλοκῇ. Ὁ αὐτὸς δὲ εἶπεν· ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου.
Κό-
πος δὲ στεναγμοῦ ἐστὶ τῶν δακρύων τὸ πλῆθος· κόπος στεναγμοῦ ἐστὶ
1057

καρδίας
πόνος. Οὐκοῦν συνέστη ὅτι καὶ τὰ δάκρυα πληθύνουσι προαγόντων τῶν
στενα-
γμῶν. Ὅταν γὰρ ἴδῃ ὁ ἀντίπαλος ὅτι ἡττᾶται ὑποβάλλων τοῖς ἀσεβοῦσιν
ἀπό-
γνωσιν, ἄλλον ὑπεισάγει τρόπον· κολακεύει προσμένειν ἐν τοῖς πάθεσι,
καὶ
κατευθύνει αὐτῶν ἐν ταῖς αἰσχίσταις πράξεσι.

Εφραίμ Σύρος. De paenitentia Σελ. 64, γρ. 14

τοιοῦτος ἐν τοῖς πράγμασι, τοιοῦτος ἐν τοῖς λογισμοῖς, τοιοῦτος ἐν


ἔργοις, τοι-
οῦτος ἐν λόγοις, οἷος ἐν ἐξομολογήσει ἀκριβής.
 Εἶπε καί τις τῶν Προφητῶν, ἐν ἐκκλησίᾳ Κυρίου μὴ καταλαλεῖτε δάκρυ-
σιν, οὐ τὴν μετάνοιαν παραιτούμενος καὶ τὴν ἐκ ταπεινῆς καρδίας πρὸς
Κύριον
ἐξομολόγησιν. Καταλαλιὰν Κυρίου λέγει, ἀλλὰ τὴν ἐν κακῇ προθέσει
ἐσχημα-
τισμένην δακρυολογίαν, ἀβέβαιον οὖσαν τῆς τοιαύτης μετανοίας, λέγει.
Καὶ
πάλιν· μὴ σχίζετε τὰ ἱμάτια ὑμῶν, ἀλλὰ τὰς καρδίας ὑμῶν. Οὐ γὰρ θέλει
ἡμᾶς κενοδοξεῖν, ἀλλ' ὄντως μετανοεῖν.
 Ὁ Δαυῒδ λέγει· ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω· οὐκ ἐπὶ
ἐκκλη-
σίας δακρύσομαι, σχῆμα μόνον ἀνθρώποις ἐπιδεικνύμενος, τὴν ἐπὶ τὸ
νομίζε-
σθαι δίκαιος δόξαν θηρώμενος, ἀλλ' ἐπὶ τῆς Κλίνης μου· λούσω καθ'
ἑκάστην  
νύκτα τὴν Στρωμνήν μου δάκρυσιν· ἵνα συμφωνήσῃ Χριστῷ λέγοντι· τὸ
ταμεῖόν
σου κλείσας πρόσευξαι, καὶ ἀποδώσει σοι ὁ Πατήρ, δι' ὃν ποιεῖς ἐν τῷ
κρυπτῷ,
καὶ Θεὸς ἐξιλάσκῃ ἐν τῷ φανερῷ. Πάλιν αὐτὸς ἔφη· ἐκοπίασα ἐν τῷ
στεναγμῷ
μου. Διὰ τί; Ἵνα μηδεὶς πάντως ἀκούσῃ. Πόνον γὰρ ποιεῖ τὸ ἐπικρατῆσαι
στε-
ναγμὸν προσερχόμενον. Ἃ λέγετε, φησίν, ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐπὶ ταῖς
κοί-
ταις ὑμῶν κατανύγητε. Οὐκ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων ἐξαγγέλλετε· πολλοὶ γάρ
εἰσιν
οἱ ἐμπορευόμενοι τὴν ἐξομολόγησιν, ἐνδεικνύοντες τοῖς πολλάκις ἑαυτῶν
1058

κρείτ-
τοσι καὶ λανθάνουσιν· ἕτεροι πραγματεύονται μετανοοῦντες καὶ δόξαν δι'
αὐτῆς
ἀγοράζοντες· ἄλλοι τὴν μετάνοιαν τρέπουσιν εἰς ὑπερηφανίαν, καὶ πρὸ
τῆς συγ-
γνώμης ἄλλο δάνειον καθ' ἑαυτῶν καταγράφουσιν.

Εφραίμ Σύρος. De his, qui animas ad impudicitiam pelliciunt, cum


dicant nihil mali esse (4138: 092)
“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 5”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1994.Σελ. 212, γρ. 6

γυναικὸς ἀλλοτρίας καὶ πονηρᾶς, ἐάν σε λόγοις τοῖς πρὸς χάριν


ἐμβάλληται.
Ἀπὸ γὰρ θυρίδος ἐκ τοῦ οἴκου αὐτῆς εἰς τὰς πλατείας παρακύπτουσα, ὃν
ἂν
ἴδῃ τῶν ἀφρόνων τέκνων νεανίαν ἐνδεῆ φρενῶν, παραπορευόμενον παρὰ
γω-
νίαν ἐν διόδοις οἴκων αὐτῆς, καὶ λαλοῦντα ἐν σκότει ἑσπερινῷ, ἡνίκα ἂν
ἡσυχία
νυκτερινὴ ᾖ καὶ γνοφώδης· ἡ δὲ γυνὴ συναντᾷ αὐτῷ εἶδος ἔχουσα
πορνικόν, ἣ  
ποιεῖ νέων ἐξίπτασθαι καρδίαν. Ἀνεπτερωμένη δέ ἐστι καὶ ἄσωτος, ἐν
οἴκῳ δὲ
οὐχ ἡσυχάζουσιν οἱ πόδες αὐτῆς, χρόνον γάρ τινα ἔξω ῥέμβεται, χρόνον
δὲ ἐν
πλατείαις παρὰ πᾶσαν γωνίαν ἐνεδρεύει. Εἶτα ἐπιλαβομένη ἐφίλησεν
αὐτόν,
ἀναιδεῖ δὲ προσώπῳ προσεῖπεν αὐτῷ· θυσία εἰρηνική μοι ἐστί· σήμερον
ἀποδί-
δωμι τὰς εὐχάς μου. Ἕνεκεν τούτου ἐξῆλθον εἰς συνάντησίν σου·
ποθοῦσα τὸ
σὸν πρόσωπον εὕρηκά σε. Κειρίαις τέτακα τὴν Κλίνην μου, ἀμφιτάποις
δὲ
ἔστρωκα τοῖς ἀπ' Αἰγύπτου. Διέρραγκα τὴν κοίτην μου κρόκῳ, τὸν δὲ
οἶκόν
μου κινναμώμῳ. Ἐλθὲ καὶ ἀπολαύσωμεν φιλίας ἕως ὄρθρου, δεῦρο καὶ
ἐγκυ-
λισθῶμεν ἔρωτι. Οὐ γὰρ πάρεστιν ὁ ἀνήρ μου ἐν οἴκῳ· πεπόρευται ὁδὸν
μα-
κράν. Ἔνδεσμον ἀργυρίου λαβὼν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, δι' ἡμερῶν πολλῶν
ἐπανή-
1059

ξει εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Ἀπεπλάνησε δὲ αὐτὸν πολλῇ ὁμιλίᾳ, βρόχοις τε
τοῖς
ἀπὸ χειλέων ἐξώκειλεν αὐτόν. Ὁ δὲ ἐπηκολούθησεν αὐτῇ κεπφωθείς,
ὥσπερ δὲ
βοῦς ἐπὶ σφαγὴν ἄγεται, καὶ ὡς κύων ἐπὶ δεσμοὺς ἢ ὡς ἔλαφος τοξεύματι
πε-
πληγὼς εἰς τὸ ἧπαρ· σπεύδει δὲ ὥσπερ ὄρνεον εἰς παγίδα, οὐκ εἰδὼς ὅτι
περὶ
ψυχῆς τρέχει. Νῦν οὖν, υἱέ, ἄκουέ μου καὶ πρόσεχε ῥήμασι στόματός
μου. Μὴ  
ἐκκλινάτω εἰς τὰς ὁδοὺς αὐτῆς ἡ καρδία σου, καὶ μὴ πλανηθῇς ἐν
ἀτραποῖς

Εφραίμ Σύρος. Sermo ad renuntiantes (4138: 099)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 5”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1994.Σελ. 289, γρ. 5

ὃν εἶδεν Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ, καὶ παραχρῆμα προσεκύνησεν; Ἐὰν γὰρ μὴ


δι'
αὐτοῦ ἐξολοθρεύσω τὰ ἐν ἐμοὶ ἔθνη, οὐ μὴ εἰσέλθω καὶ καταπαύσω εἰς
τὸ ἁγια-
στήριον τοῦ Θεοῦ· οὐ μὴ μέτοχος γένωμαι τῆς τοῦ βασιλέως δόξης.
 Τοιγαροῦν σπούδασον ἄμωμον τέκνον Θεοῦ γενέσθαι καὶ εἰσελθεῖν εἰς
ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθε Χριστός.
Σπούδασον
ἀπογραφῆναι ἐν τῇ οὐρανίῳ ἐκκλησίᾳ μετὰ τῶν πρωτοτόκων, ὅπως
εὑρεθῇς ἐν  
δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Ὑψίστου. Σπούδασον εἰσελθεῖν εἰς τὴν ἁγίαν
πόλιν
Ἱερουσαλὴμ τὴν ἀνωτάτην, ἕνθα καὶ ὁ παράδεισος τῆς τρυφῆς. Τούτων
γὰρ
τῶν θαυμαστῶν καὶ μακαρίων πραγμάτων οὐχ ἑτέρως καταξιωθήσῃ, εἰ
μὴ κα-
ταφέρεις δάκρυα, ὡς χειμάρρους, ἡμέρας καὶ νυκτός, κατὰ τὸν λέγοντα
Ἅγιον·
λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν
Στρωμνήν μου
βρέξω· οὐ γὰρ ἀγνοεῖς ὅτι οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει
θεριοῦσι.
Διό φησιν ὁ Προφήτης· τῶν δακρύων μου μὴ παρασιωπήσῃς. Καὶ πάλιν
λέγει·
ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ σου. Καὶ πάλιν·
1060

ἐγε-
νήθη τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτός, καὶ τὸ πόμα μου μετὰ

κλαυθμοῦ ἐκίρνων. Τὸ γὰρ ἐκ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας μετὰ


πυ-
ρώσεως σπλάγχνων δάκρυον προχεόμενον ἐν γνώσει ἀληθείας, βρῶσίς
ἐστι
ψυχῆς χορηγουμένη ἐκ τοῦ οὐρανίου ἄρτου, οὗ προηγουμένως μετέσχεν
ἡ μα-καρία Μαρία καθεσθεῖσα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ καί, καθώς
φησιν ὁ Χριστός,

Εφραίμ Σύρος. De oratione (4138: 111)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 5”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1994.Σελ. 418, γρ. 5

Περὶ προσευχῆς

 Μέγα γὰρ ὅπλον εὐχή. Θησαυρὸς ἀνελλιπής, πλοῦτος μηδέποτε δαπα-


νώμενος, λιμὴν ἀκύμαντος, γαλήνης ὑπόθεσις καὶ μυρίων ἀγαθῶν ῥίζα
καὶ
πηγὴ καὶ μήτηρ ἐστὶν ἡ εὐχή, καὶ αὐτῆς τῆς βασιλείας δυνατωτέρα.
 Πολλάκις οὖν αὐτοῦ τοῦ τὸ διάδημα περικειμένου πυρέττοντος, καὶ ἐπὶ
Κλίνης κειμένου καὶ φλεγομένου, παρεστήκασιν [οἱ] ἰατροί, δορυφόροι,
θεράπον-
τες, στρατηγοί, καὶ οὔτε ἰατρῶν τέχνια, οὔτε παρουσία φίλων, οὐκ
οἰκετῶν
διακονία, οὐ φαρμάκων δαψίλεια, οὐ πολυτέλεια παρασκευῆς, οὐ
χρημάτων
περιουσία, οὐκ ἄλλο οὐδὲν τῶν ἀνθρωπίνων ἰσχύει παραμυθήσασθαι τὴν
ἐπικει-
μένην ἀρρωστίαν. Ἂν δέ τις παρρησίαν ἔχων πρὸς τὸν Θεὸν ἔλθῃ, καὶ
τοῦ σώ-  
ματος ἅψηται μόνον, καὶ καθαρὰν ὑπὲρ αὐτοῦ ποιήσῃ τὴν εὐχήν, ἅπασαν
τὴν
ἀρρωστίαν τοῦ σώματος ἐφυγάδευσε· καὶ ὅπερ οὐκ ἴσχυσεν ὁ πλοῦτος,
καὶ τὸ
τῶν διακονουμένων πλῆθος, καὶ ἡ τῆς ἐμπειρίας ἐπιστήμη, καὶ ὁ τῆς
βασιλείας
ὄγκος, τοῦτο ἴσχυσεν ἑνὸς πένητος πολλάκις καὶ πτωχεύοντος εὐχή·
εὐχὴν δὲ
λέγω,
1061

Εφραίμ Σύρος. De panoplia, ad monachos (4138: 113)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 6”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1995.Σελ. 14, γρ. 10

 Πένητα ἀκούων, ἀγαπητέ, μὴ νομίσῃς ἀπὸ χρημάτων· καὶ γὰρ πολλοὶ  


βασιλεῖς εὐηρέστησαν τῷ Θεῷ, καὶ πολλοὶ πτωχοὶ ἀπώλοντο· ἀλλὰ
πένητα λέ-
γει πτωχὸν τῷ πνεύματι, κατὰ τὸ εἰρημένον· μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ
πνεύματι,
ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ναί, ἀγαπητέ, ταπεινώθητι ὑπὸ
τὴν
κραταιὰν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ἵνα σε ὑψώσῃ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν,
ἣν
ἐπηγγείλατο ὁ Σωτὴρ ἡμῶν τοῖς ταπεινοῖς.
 Ἀντὶ δὲ ἀσπίδος, περίφραττε σεαυτὸν τῷ τιμίῳ σταυρῷ κατασφραγιζόμε-
νος πάντα σου τὰ μέλη καὶ τὴν καρδίαν. Μὴ μόνον τῇ χειρὶ
σφραγιζόμενος, ἀλλὰ
καὶ τοῖς λογισμοῖς σφράγιζε· καὶ τὰ ἐπιτηδεύματά σου, καὶ τὴν εἴσοδόν
σου, καὶ
τὴν ἔξοδόν σου ἐν παντὶ καιρῷ, τὴν καθέδραν σου, καὶ τὴν ἔγερσίν σου,
τὴν κλίνην σου, καὶ πάντα ὅσα διέρχῃ. Σφράγιζε πρῶτον ἐν τῷ ὀνόματι
τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος Ἁγίου· σφόδρα γὰρ ἰσχυρόν
ἐστι τὸ ὅπλον τοῦτο, καὶ
οὐδεὶς δύναταί σε βλάψαι ποτέ, τούτῳ τῷ ὅπλῳ περιπεφραγμένου σου. Εἰ
γὰρ
ἐπιγείου βασιλέως ὁ φορῶν τὴν σφραγῖδα, οὐδεὶς δύναται κακοποιῆσαι
αὐτόν,
πόσῳ μᾶλλον ἡμεῖς τοιαύτην σφραγῖδα φοροῦντες, ἐπουρανίου βασιλέως
μεγά-
λου, οὐδενὸς ἀντιποιούμεθα; Τούτῳ οὖν τῷ ὅπλῳ περισσοτέρως χρῷ,
ἀδελφέ  
μου, σφόδρα γὰρ ἀντίκειται τοῖς βέλεσι τοῦ Ἐχθροῦ, μᾶλλον δὲ τῇ
ῥομφαίᾳ
αὐτοῦ, τῇ πικρᾷ καὶ δεινῇ ὀξυχολίᾳ· αὕτη γὰρ ὥσπερ μάχαιρα δίστομος
εἰς μίαν
ῥοπὴν ἀπόλλει τὸν κρουόμενον ὑπ' αὐτῆς, καθὼς γέγραπται· ἡ γὰρ ῥοπὴ
τοῦ θυ-
μοῦ πτῶσις αὐτοῦ. Διό, ἀδελφέ μου, μηδέποτε ἀμέλει τοῦ σφραγίζεσθαι,
καὶ κα-
ταλύεις τὰς παγίδας, ἃς ἔκρυψέ σοι ὁ Διάβολος. Γέγραπται γάρ, ὅτι ἐν
ὁδῷ
1062

Εφραίμ Σύρος. Sermo in eos, qui in Christo obdormierunt (4138:


122)“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 6”, Ed. Phrantzoles,
Konstantinos [Link]: Το περιβόλι της Παναγίας, 1995.
Σελ. 99, γρ. 8

αὐτὴν βαδίσομεν· πικρὸν καὶ δεινὸν τὸ τοιοῦτο ποτήριον, ἀλλὰ πάντες


αὐτὸ καὶ οὐκ
ἄλλο πίνομεν· μέγα καὶ ἄδηλον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, καὶ οὐδεὶς
αὐτὸ διηγή-
σασθαι δύναται· φρικτὰ καὶ φοβερά, ἅπερ τότε ἡ ψυχὴ ἐπίσταται, ἀλλ'
οὐδεὶς ἐξ  
ἡμῶν ταῦτα ἐπίσταται, εἰ μὴ μόνοι οἱ ἐκεῖ προλαβόντες· εἰ μὴ μόνοι οἱ
τὴν πεῖραν
αὐτῶν λαβόντες.
 Οὐχ ὁρᾷς πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς τελευτῶντας καὶ ψυχορραγοῦντας,
πῶς
παρακαθήμεθα; Οἷα φοβερὰ τότε ὁρῶμεν γινόμενα; Πῶς συνέχονται;
Πῶς ταράτ-
τονται; Πῶς στενάζουσιν; Οὐχ ὁρᾷς πῶς ἱδρῶσι ψυχρὸν καὶ πικρόν, ὡς οἱ
ἐν ἀγρῷ
θερισταί; Πῶς τὸ ὄμμα περιστρέφουσιν ὧδε καὶ ὧδε; Πῶς οἱ μὲν τοὺς
ὀδόντας τρί-
ζουσι; Πῶς θαμβοῦνται; Πῶς θορυβοῦνται; Πῶς οἱ πολλοὶ τὰς τρίχας
αὐτῶν κα-
τατίλλουσι; Πῶς τῆς Κλίνης ἀναπηδῶσι φεύγειν βουλόμενοι, μὴ
δυνάμενοι δέ; Ὁ-
ρῶντες ἅπερ οὐδέποτε ἑωράκασι, καὶ ἀκούοντες ὑπὸ τῶν ἐξουσιῶν, ἅπερ
οὐδέποτε
ἤκουσαν, καὶ πάσχοντες, ἅπερ οὐδέποτε ἔπαθον. Ζητοῦντες
λυτρούμενον, καὶ οὐδεὶς
ὁ ῥυόμενος· ζητοῦντες συνοδεύοντα, καὶ οὐδεὶς ὁ συνοδεύων· ζητοῦντες
παρακα-
λοῦντα, καὶ οὐδεὶς ὁ τολμῶν.
 Οὓς θεωροῦντες ἡμεῖς τότε, τρέμομεν καὶ κλαίομεν, καὶ κρατοῦντες
αὐτῶν
τὰς χεῖρας, ἀσπαζόμενοι τοῖς δάκρυσι βρέχομεν, ἀπαλείφομεν τὸν ἱδρῶτα
τοῦ προσώ-
που, ἐκμάσσομεν τοὺς τούτων ὀφθαλμούς, τὴν γλῶτταν φλεγομένην
δροσίζομεν ὕδα-
τι, τὸ οὖς ἡμῶν προτιθέντες, ἵνα τῶν ψιλῶν αὐτῶν ῥημάτων ἀκούσωμεν.
Εἶτα ἐρω-  
τῶμεν λέγοντες· πῶς βλέπεις σεαυτὸν ἄρτι; Μὴ φοβοῦ· φιλάνθρωπός
ἐστιν ὁ Θεός.
1063

Εφραίμ Σύρος. Sermo in eos, qui in Christo obdormierunt


Σελ. 115, γρ. 11

χρόνου ἐλθόντα φίλον υἱὸν καταφιλήσῃ, τοιαῦτά τε πρὸς αὐτὸν εἴπῃ; Εὖ


ἦλθες, φί-
λε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! Καλῶς ἦλθες, ὁ τροφεύς μου, ὁ ξενοδόχος μου, ὁ
σκεπαστής
μου. Εὐχαριστῶ τῇ προθέσει σου, καὶ οὐ λανθάνομαι τῆς ἀγάπης σου.
Μέμνημαι
ὅσα ἀγαθά μοι ἐποίησας. Οἶδα πόσα με ἀνέπαυσας. Εἶτα ταῦτα πρὸς
αὐτὸν λέγων
ὁ Χριστός, κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἐνώπιον πάσης τῆς μεγάλης
ἐκείνης πανη-
γύρεως, ἐνώπιον Ἀγγέλων καὶ Ἀρχαγγέλων, καὶ πάσης ἀρχῆς καὶ
ἐξουσίας, καὶ
Δικαίων καὶ Προφητῶν καὶ Ἀποστόλων καὶ Ὁσίων, καὶ στήσας τοῦτον ἐς
μέσον,
ἀνακηρύξει ὑποδεικνὺς αὐτὸν πᾶσι καὶ λέγων· οὗτος ὁ ἄνθρωπος
πεινῶντά με εἶδέ
ποτε καὶ ἔθρεψε, διψῶντα καὶ ἐπότισε, ῥιγῶντα καὶ ἐσκέπασε, ξένον καὶ
ὑπεδέξατο,
ἀσθενοῦντα εἶδε καὶ διηκόνησε, καὶ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ εἰσήγαγε. Τοὺς
πόδας μου
ἔνιψε, τὰ τραύματά μου ἀπέπλυνεν, ἐπὶ τῆς Κλίνης αὐτοῦ με ἀνέπαυσεν·
ἠνέῳξέ
μοι τὰς πύλας τοῦ οἴκου αὐτοῦ, ὑπήντησέ μοι μετὰ χαρᾶς, ἀνέπαυσέ με
ὁλοψύχως.
Ἐν ἀνάγκῃ με εἶδε καὶ ἐλυτρώσατο, ἐν φυλακῇ με εὗρε καὶ ἐξηγόρασε.
Διὸ κἀγὼ
λέγω αὐτῷ· εὗ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ, ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε
κατα-  
στήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου· ἀπόλαυσον τῆς τρυφῆς
τοῦ παραδείσου
μου· εἴσελθε εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Κυρίου σου· εἴσελθε εἰς τὴν ζωὴν τὴν
αἰώνιον. Οὐ μόνον δὲ ταῦτα ἐρεῖ ὁ Χριστὸς τότε τοῖς εὐαρεστήσασιν
αὐτῷ καὶ δουλεύσασιν, ἀλλὰ καὶ ἀνακλινεῖ αὐτούς, καὶ παρελθὼν
διακονήσει αὐτούς.

Εφραίμ Σύρος. Interrogationes ac responsiones (4138: 129)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 6”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1995.Σελ. 223, γρ. 8
1064

τᾶν; Ἄκουσον· μακάριοι οἱ πενθοῦντες· μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ


διψῶντες. Αὕτη
ἡ πρώτη ἑορτὴ τοῦ Χριστιανοῦ. Καὶ πάλιν· ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς
στενῆς πύ-  
λης. Καὶ πάλιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ πενθήσετε, ὁ δὲ κόσμος
χαρή-
σεται, ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε. Καὶ πάλιν λέγει· μὴ μετεωρίζεσθε· ταῦτα
γὰρ πάντα,
τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ποιοῦσι. Μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς.
 Βούλει ἀκοῦσαι καὶ τὰ τοῦ προφήτου Δαυῒδ καταλέγματα καὶ
σκιρτήματα;
Ἄκουσον τί λέγει· πενθῶν καὶ σκυθρωπάζων ἐπορευόμην, καὶ
συνεκάλυψα ἐν νη-
στείᾳ τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐθέμην τὸ ἔνδυμά μου σάκκον, καὶ ἐγενήθη τὰ
δάκρυά
μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτός, καὶ σποδὸν ὡσεὶ ἄρτον ἔφαγον, καὶ τὸ
πόμα
μου μετὰ κλαυθμοῦ ἐκίρνων. Καὶ πάλιν λέγει· λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα
τὴν Κλίνην
μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω. Καὶ πάλιν· οἱ ὀφθαλμοί
μου δια-
παντὸς πρὸς τὸν Κύριον. Καὶ πάλιν· ἐκ πάσης ὁδοῦ πονηρᾶς ἐκώλυσα
τοὺς πόδας
μου. Ἤκουσας πῶς ἐχόρευσεν ὁ Δαυΐδ; Οὕτως οὖν, Χριστιανέ, χόρευε.
 Θέλεις ἀκοῦσαι καὶ τοῦ μακαρίου Παύλου τὰς ἑορτὰς καὶ τὴν ἄνεσιν καὶ

τρυφὴν καὶ τὰ σκιρτήματα; Δεῦτε ἀκούσωμεν, ἀδελφοί, τί συμβουλεύει ὁ


μακάριος Παῦλος. Δεῦτε ἀκούσατε πῶς προτρέπεται καὶ παρακαλεῖ
λέγων· μιμηταί μου γί-  νεσθε, ἀδελφοί.

Εφραίμ Σύρος. Precationes e sacris scripturis collectae, quarum


pleraequae sunt Sancti Ephraim, pro iis qui uolunt suam ipsorum
procliuem ad passiones uoluptatesque uoluntatem cohibere (4138:
133)“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 6”, Ed. Phrantzoles,
Konstantinos [Link]: Το περιβόλι της Παναγίας, 1995.
Prayer 2, σελ. 300, γρ. 8

χάρις σου καὶ ἰᾶταί με, καὶ καθ' ὥραν ἠθέτησα καὶ ἀθετῶ τὴν δωρεὰν τῶν
ἰαμά-
των αὐτῆς! Ὅσων δωρεῶν ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν ἐπλήρωσας, Δέσποτα, καὶ
ἀεὶ
1065

δωρῇ, ἐγὼ δὲ ὁ τάλας εἰμὶ ἀγνώμων τῇ προαιρέσει! Πάντοτε γλυκαίνομαι


ὑπὸ  
τῆς χάριτός σου, πάντοτε φωτίζομαι, συνεχῶς στηρίζομαι, καὶ πάντοτε
αὐτὴν
ἀθετῶ καὶ εἰς τὴν πικρότητα ἐμαυτοῦ πάλιν μεταβάλλομαι.
 Ὑπομιμνῄσκεις με, Ὑπεράγαθε, τὸν θάνατον, τὰς αἰωνίους τιμωρίας, καὶ

ἕλκεις με πάντοτε εἰς τὴν ζωήν, ἵνα σωθῶ, ἐγὼ δὲ τῇ μοχθηρίᾳ ἀεὶ
ἐπιμένω. Χά-
ριν τούτων οὐκ ἔχω οὐδεμίαν ἀπολογίαν ἐκεῖ. Κρούω, ἵνα ἀνοιγῇ μοι ἡ
θύρα τοῦ
ἐλέους σου, Κύριε. Ἐπιμένω δεόμενος, ὅπως ἐπιτύχω τοῦ αἰτήματος. Ὡς
ἀναιδὴς
ἐλεηθῆναι ζητῶ. Μακροθύμησον ἐπ' ἐμοὶ τῷ σκολιῷ. Ῥῦσαί με τῶν
περιεχουσῶν
με ἁμαρτιῶν, καὶ ὑγιὴς γενόμενος ἐγερθῶ τῆς Κλίνης τῆς φθοροποιοῦ
ἁμαρτίας.
Ἐλευθέρωσόν με ἀπὸ παντὸς ἔργου πονηροῦ, πρὶν καταλάβῃ με τὸ τέλος·
ὅπως
εὕρω χάριν ἐνώπιόν σου ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου καὶ χωρισμοῦ· ἐν γὰρ τῷ
ᾅδῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι;

Εφραίμ Σύρος. Precationes ad dei matrem (4138: 134)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 6”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, [Link] 4, σελ. 366, γρ. 2

ὄχημα, στάμνε μανναδόχε, κῆπε κεκλεισμένε· πηγὴ ἐσφραγισμένη, ἧς τὰ


καθαρὰ
νάματα τὴν οἰκουμένην ἀρδεύουσι· ῥάβδος ἁγιόβλαστε τοῦ Ἀαρών· πόκε
δροσο-
φόρε τοῦ Γεδεών· τόμος ὁ θεόγραφος, δι' οὗ τὸ τοῦ Ἀδὰμ ἐσχίσθη
χειρόγραφον·
ὄρος τοῦ Θεοῦ· ὄρος τὸ ἅγιον, ὃ ὁ Κύριος εὐδόκησε κατοικεῖν ἐν αὐτῷ·
ῥίζα ἁγία
τοῦ Ἰεσσαί· πόλις τοῦ Θεοῦ, περὶ ἧς δεδοξασμένα λελάληνται, ὡς φάσκει
Δαυΐδ.
 Τῆς λύπης ἡ λύσις, τῆς αἰχμαλωσίας ἡ λύτρωσις, τῶν θνητῶν ἡ θέωσις,

ὡραία τῇ φύσει καὶ μώμου παντὸς ἀνεπίδεκτος· ἡ ἀπὸ λιβάνου τῆς
παρθενίας
ἀνοῦσα καὶ τὸν κόσμον μυρίζουσα· ἐξ ἧς ὁ γλυκασμὸς ἀπορρέων τὴν
παλαιὰν τοῦ
ξύλου πικρίαν ἐγλύκανεν· ἡ τὴν οὐσίαν ὅλην φρικτῶς χωρήσασα τῆς
1066

Θεότητος·  
τιμῆς ἁπάσης ὑπέρτερον δώρημα, καὶ κάλλους παντὸς ὑπέρτιμον
ἐγκαλλώπισμα·
Σολομῶντος ἡ Κλίνη, ᾗ παρίστανται κύκλῳ οἱ ἑξήκοντα δυνατοί, αἱ
ῥήσεις δη-
λαδὴ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς· φωτοδόχον χωρίον, ἐξ οὗ σωτηρίας
ἀκτῖνες τῇ
οἰκουμένῃ ἐπέλαμψαν· τὸ μεγαλεῖον τῆς φρικτῆς οἰκονομίας· τὸ
περικαλλὲς τῆς
θείας συγκαταβάσεως ἐνδιαίτημα· τὸ τοῦ κόσμου διαλλακτήριον· τὸ
ἡμέτερον
ἱλαστήριον καὶ προσφύγιον· τὸ πάντων τῶν καλῶν εὐκταιότατον
δώρημα.
 Φλογοφόρε λαβίς, ἣν ὁ μέγας ἐν Προφήταις Ἠσαΐας ἑώρακεν· ὄρος ἀρε-
ταῖς κατάσκιον, ὃ προεῖδεν Ἀββακούμ· ὄρος ἀλατόμητον τοῦ Δανιήλ·
πύλη ἡ
κατὰ ἀνατολὰς βλέπουσα τοῦ Ἰεζεκιήλ· παράδεισε ἐν Ἐδὲμ ἁγιώτατε·
ξύλον τὸ

Εφραίμ Σύρος. Precationes ad dei matrem Prayer 5, σελ. 376, γρ. 9

οἱ φαγόντες χαίρουσιν, οὐ θανατοῦνται· χαίροις, Μαριὰμ μητροπάρθενε,


μητρό-
 Χαίροις, τὸ κάλλος τοῦ γυναικείου κόσμου· χαίροις, Δαυῒδ θύγατερ
ὡραϊ-
σμένη.
 Χαίροις, τράπεζα μυστικῶν χαρισμάτων· χαίροις, τὸ νῖκος τοῦ Βασιλέως
τε
καὶ Θεοῦ μου.
 Χαίροις, καύχημα Πατριαρχῶν τε καὶ Ἀθλοφόρων· χαίροις, τὸ τεῖχος
τῶν
σὲ προσκαλουμένων.
 Χαίροις, ἀμυντήριον καὶ στερεὰ σκέπη· χαίροις, Παναμώμητε, τοῦ Θεοῦ

θεῖε θρόνε.
 Χαίροις, φαεινὴ τοῦ Θεοῦ Μήτηρ μόνη· χαίροις, Σολομὼν ἁγιωτάτη
Κλίνη.
 Χαίροις, ἀΰλων τιμιωτέρα νόων· χαίροις, τῶν ἐμῶν ἁμαρτάδων λύσις.
 Χαίροις, Δέσποινα ἀδαμιαίου γένους· χαίροις, μάχαιρα τῶν πονηρῶν
δαι-
μόνων.
 Χαίροις, δότειρα τῶν καλῶν ἀπλέτων· χαίροις, σοφίας ἀφθονωτάτη
1067

δόσις.
 Χαίροις, παρηγόρημα τῶν ἐν κινδύνοις· χαίροις, πενήτων ἀντίληψις
πλουσία.
 Χαίροις, ἁπάντων τῶν καλῶν τῶν τοῦ βίου, χαίροις, ἁπάντων τῶν
ἀγαθῶν αἰτία.  

Εφραίμ Σύρος. In sanctam parasceuen, et in latronem et crucem


(4138: 137)“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 7”, Ed. Phrantzoles,
Konstantinos [Link]: Το περιβόλι της Παναγίας, 1998.
Σελ. 48, γρ. 9

αὐτοὺς διεξερχόμενος νόμιμα· ἐκ ποίων, φησίν, ὦ Ἰουδαῖοι, τὸν Ἰησοῦν


ἀδικημάτων
σταυρώσω; Ἐγὼ φονέων κάθημαι τιμωρός· οὗτος δὲ τάφους ἐκένωσεν.
Ἐγὼ παρὰ  
Καίσαρος πλημμελημάτων ἀπέσταλμαι δικαστής· τοῦτον δὲ τίς οὐκ εἶδε
πταισμά-
των ἀνώτερον; Ἐγὼ κολάζω τὸν τοὺς ὁρῶντας τυφλοῦντα· οὗτος δὲ
τετυφλωμένους
φωτίζει. Ἐγὼ τὸν πόδας ἑτέρων κατατέμνοντα τιμωροῦμαι· οὗτος δὲ
χωλεύοντας
ὤρθωσεν. Ἐγὼ ψῆφον ἐκφέρω θανατηφόρον, εἴ τις παιδὸς ἀποστερεῖ
μητέρα· οὗτος
δὲ μητρὶ ἐχάρισεν υἱὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστήσας. Ἐμοὶ νόμος χειροκοπεῖν
τὸν ἑτέρου
κόπτοντα δεξιάν· οὗτος δὲ δεξιὰν ἥπλωσε χεῖρα. Ἐγὼ ζημιῶ καταδίκαις,
εἴ τις τι-
νὸς νοσφίζει τὸ σιτηρέσιον· οὗτος δὲ ποταποῖς τὴν ἔρημον ἄρτοις
ἐπέκλυσεν; Ἐμὸν
ἔργον συγκόπτειν πληγαῖς τοὺς ἑτέροις διὰ πληγῶν ἀρρωστήματα
τίκτοντας· οὗτος
δὲ παραλυτικὸν κλινηφόρον τρέχειν ἐκέλευσεν. Ἐμὸν ἐξορίᾳ
σωφρονίζειν τὸν λυμαί-
νοντα ἀμπελῶνας· οὗτος δὲ γάμον ἐφαίδρυνεν ἔχων ἀμπελῶνα τὸν λόγον.
Ἐγὼ
λαμβάνω δίκην, εἴ τις τοιχωρυχίαν τολμᾷ· οὗτος δὲ διαρραγεῖσαν
κρυπτῶν αἱμάτων  
ἐνέφραξεν. Ἐγὼ τοὺς τῶν πλωτήρων καταποντιστὰς περιβάλλω
κινδύνοις· οὗτος δὲ
τὸν Πέτρον ἐπὶ κυμάτων ἐπόρευσε.
 
1068

Εφραίμ Σύρος. Sermo in pulcherrimum Ioseph (4138: 152)


“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 7”, Ed. Phrantzoles, Konstantinos G.
Thessalonica: Το περιβόλι της Παναγίας, 1998.Σελ. 271, γρ. 7

σθέντες πατρὸς αὐτῶν τὴν μέριμναν καὶ τὴν λύπην.


 Τῶν δὲ ἐμπόρων ὁδευόντων, κατήντησαν ἐν τῇ ὁδῷ ἐν τόπῳ τοῦ
ἱπποδρόμου
ἔνθα ἐστὶν ὁ τάφος Ῥαχήλ· ἐκεῖσε γὰρ ἦν θανοῦσα ἐν ὁδῷ τοῦ
ἱπποδρόμου, ἐπανιόν-
τος Ἰακὼβ ἐκ τῆς Μεσοποταμίας. Ὡς δὲ εἶδεν Ἰωσὴφ τὸν τάφον Ῥαχὴλ
τῆς μη-  
τρὸς αὐτοῦ, προσδραμὼν ἔπεσεν ὑπεράνω τοῦ μνήματος, καὶ ὑψώσας
φωνὴν αὐτοῦ
ὠλόλυξεν ἐν δάκρυσι, καὶ ἐβόα ἐν πικρίᾳ ψυχῆς αὐτοῦ, λέγων οὕτω·
Ῥαχήλ, Ῥαχήλ,
μῆτερ ἐμή, ἐγέρθητι ἐκ τοῦ χοὸς καὶ θέασαι τὸν Ἰωσήφ, ὃν ἠγάπησας, τί
γέγονεν.
Ἰδού, οὕτως αἰχμάλωτος ἀπάγεται εἰς Αἴγυπτον, ἐν χερσὶν ἀλλοτρίων,
παραδοθεὶς
ὡς κακοῦργος. Οἱ ἀδελφοί μου ὁλόγυμνον ἀπέδοντο εἰς δουλείαν, καὶ
Ἰακὼβ οὐκ
ἐμάνθανεν ὅτι ἐγὼ παρεδόθην. Ἄνοιξόν μοι, μῆτερ ἐμή, καὶ δέξαι με ἐν
τῷ τάφῳ
σου. Μία ἡ Κλίνη ἐμοῦ καὶ σοῦ γενέσθω δὴ ὁ τάφος σου. Δέξαι, Ῥαχήλ,
τὸ τέκνον
σου, ἵνα μὴ ἔσται βιοθανής. Δέξαι, μῆτερ, τὸν ἐξαίφνης στερηθέντα τοῦ
Ἰακώβ, καθ'
ὃν τρόπον καὶ ἀπὸ σοῦ ἐστερήθην παιδόθεν. Ἄκουσον, μῆτερ ἐμή, τοὺς
στεναγμοὺς
τῆς καρδίας μου, καὶ δέξαι με ἐν τῷ τάφῳ σου. Οὐκέτι γὰρ βαστάζουσιν
οἱ ὀφθαλ-
μοί μου δακρύειν, οὐδὲ ἡ ψυχή μου εὐτονεῖ ὀλολύζειν ἐν στεναγμοῖς.
Ῥαχήλ, Ῥα-χήλ, οὐκ ἀκούεις φωνῆς υἱοῦ σου Ἰωσήφ; Ἰδού, βίᾳ
ἀπέρχομαι, καὶ οὐ θέλεις με δέξασθαι;

Εφραίμ Σύρος. Sermo in Ionam prophetam et de paenitentia


Niniuitarum (4138: 153)“Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου ἔργα, vol. 7”, Ed.
Phrantzoles, Konstantinos [Link]: Το περιβόλι της Παναγίας,
1998.Σελ. 306, γρ. 4

 Οὐκ εἶπεν αὐτοῖς Ἰωνᾶς μετανοῆσαι, δεικνὺς ὅτι ὁ νοσῶν τρέχει πρὸς
1069

τὸν
ἰατρόν. Ἀπέκλεισε κατ' αὐτῶν τὴν θύραν τῆς ἐλπίδος, ἵνα δείξῃ τὸ πόσον
ἔκρουσαν,
δεδιότες τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ.
 Ἤκουσε Νινευὴ τὴν φωνὴν τῆς ἀποφάσεως αὐτοῦ, καὶ νηστείαις καὶ
εὐχαῖς
ἑαυτὴν ἐπανέλυσεν, ἵνα δείξῃ τὸ πόσον δύναται ἡ πρὸς Θεὸν
παράκλησις· ἀπόφασιν
γὰρ Θεοῦ αὐτὴ ἐπανέλυσεν. Ἠρρώστουν ἁμαρτίαις. Καθάπερ ἐν ξίφει
τὴν φρικτὴν
φωνὴν αὐτοῦ κατέπτηξεν ἐκείνους οὐχ ἵνα αὐτοὺς τεμεῖ, ἀλλ' ἵνα αὐτὸν
ἰδόντες  
παύσονται τῶν κακῶν τῶν τικτόντων τὰς νόσους.
 Ἰατρὸς ἦν ὁ ἐπελθὼν νοσοῦντας ἰάσασθαι· γυμνώσας αὐτοῦ τὸ ξίφος
τοῖς ἀρ-
ρώστοις ἔδειξεν. Εἶδεν αὐτὸν ἡ πόλις καὶ εὐθέως ἐθορυβήθη· ἕστηκε γὰρ
ἔξω τῆς
πόλεως κρατῶν τὸ ξίφος τῆς ὀργῆς. Ἐκ Κλίνης οἱ ἄρρωστοι ἀπὸ φόβου
μετὰ σπου-
δῆς ἔτρεχον πρὸς τὴν μετάνοιαν. Ἡ φωνὴ τοῦ Ἰωνᾶ ὥσπερ ξίφος ἔτεμε
χρονίας
σηπεδόνας καὶ δυσίατα ἕλκη· ἰατρὸς γὰρ ὑπῆρχε θεραπεύων ἀρρώστους
ἐν ῥάβδῳ
τῆς ἀπειλῆς.
 Ὑποβαλόντες φάρμακα ἰατροὶ τοῖς ἀρρώστοις κολακείαις κέχρηνται·
Ἰωνᾶς
δὲ αὐστηρᾷ τῇ φωνῇ καὶ ἀπειλῇ πολλῇ. Ἔφυγεν ἄρρωστος ἐκ Κλίνης
αὐτοῦ· ἐθεώ-
ρει γὰρ ῥάβδον πλήρη ὀργῆς καὶ θυμοῦ, ἣ ὑγίαινε τοὺς νοσοῦντας νόσοις
ἐπιθυμίας·
καὶ εἷς ἕκαστος λοιπὸν ἐκ τοῦ φόβου ἰᾶτο.
 Ὄψα τῶν βασιλέων τὰ ποικίλα ἤργησαν, ὡσαύτως ἀρχόντων πολυτελῆ
δεῖ-
πνα. Τί ὅτι ταῦτα λέγω; Εἰ τὰ νήπια αὐτῶν οὐκ ἐθήλαζον, τίς λοιπὸν
ὑπῆρχεν ἐν
αὐτοῖς ὁ τρυφῶν; Εἰ κτήνη ἐξ ὕδατος ἐν σπουδῇ ἐκώλυσαν, τίς ἄρα ἦν ἐν
αὐτοῖς ὁ  

Severianus Scr. Eccl., Fragmenta in epistulam i ad Thessalonicenses


(in catenis) (4139: 046)“Pauluskommentar aus der griechischen Kirche
1070

aus Katenenhandschriften gesammelt”, Ed. Staab, K.


Münster: Aschendorff, 1933.Σελ. 330,col2, γρ. 24

φωνῇ ἀρχαγγέλου, καὶ οἱ


νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστή-
σονται. τοῦτο αὐτὸς ὁ κύριος
λέγει ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ· μέσης
δὲ οὔσης νυκτός, φησί, φωνὴ
ἐγένετο· ὁ νυμφίος ἔρχε-
ται. ὅτι δὲ ζῶντες καταλαμβάνον-
ται, οἳ καὶ ἀναλαμβάνονται μετὰ
τῶν κοιμηθέντων, ὁ κύριος δηλοῖ
ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ λέγων· δύο
ἔσονται ἐν κλίνῃ· ὁ εἷς
παραληφθήσεται, καὶ ὁ
εἷς ἀφεθήσεται. καὶ δύο
ἔσονται ἀλήθουσαι· ἡ μία
παραληφθήσεται, καὶ ἡ
μία ἀφεθήσεται. καὶ ὁ κύριός
τε καὶ ὁ Παῦλος αἰνίττονται ὅτι
νυκτὸς ἔσται ἡ παρουσία.
1 Thess 5,4 – 5
 Ἡμέραν κυρίου τὴν παρουσίαν αὐτοῦ λέγει. κλέπτῃ δὲ
παρείκασεν αὐτήν, ὅτι λανθάνουσα καὶ παρὰ προσδοκίαν ἔρχεται. ἐν

Νικηφόρος Γρηγοράς. Historia Romana


Τόμ. 1, σελ. 308, γρ. 21

ὅπως ποτὲ καὶ ὁθενοῦν ἀπειλουμένην ἐπενεχθήσεσθαι ὅσον οὐδέπω


κακίστην πραγμάτων φοράν. μέλλειν γὰρ ἔφοδόν τινα βαρεῖαν
εἴτ' ἐκ θαλάττης, εἴτ' ἐξ ἠπείρου, ἐχθρῶν μὲν, οὐκ οἶδα δ'
ὅτων, ἐπαναστήσεσθαι καθ' ἡμῶν καὶ πάντα κακῶς συνταρά-
ξειν τὰ καθ' ἡμᾶς, καθάπερ ὁλκάδα μεγάλην ἐπειδὰν ἐπὶ πόντου
λαβὼν ἀγκυρῶν ὀρφανὴν ὑβριστὴς ἄνεμος μαίνηται κατὰ τῶν
ἱστίων καὶ καταχορεύῃ τοῦ κύματος.” ταῦτα εἰπὼν ἐσιώπησεν
αὖθις, κλαπεὶς ὥσπερ τὸν νοῦν ὑπὸ τῶν λογισμῶν ἐκείνων καὶ
ἐκλαθόμενος ἑαυτοῦ καὶ τῆς γλώττης· καὶ ἀναστὰς εἰσῄει μεστὸς
ἀθυμίας ἐπὶ τὴν Κλίνην, ἐφ' ἧς καὶ κατέδαρθε μέν· καθεύδειν
δ' οὐκ εἶχε μέχρι πολλοῦ. (Ζ.) Ἐγὼ δ' ἐς ὑστεραίαν πάντα
ἐμεμαθήκειν κατὰ τὸ εἰωθὸς ἀφικόμενος. ἀπῄειν γὰρ συνεχέστε-
ρον ἐς τὴν τοῦ ἀνδρὸς ὁμιλίαν. ἀφ' οὗ γὰρ περὶ πλείονος ποιη-  
σάμενος ἐμὲ κατὰ τὴν αὐτῷ νεουργηθεῖσαν μονὴν τῆς Χώρας
1071

φέρων κατῴκισε, πολλὴν ἔπειτα τὴν στοργὴν ἐδείκνυ πρὸς ἐμὲ


καὶ ἱλαρὰν τὴν διάθεσιν καὶ μικροῦ τοῖς αὐτοῦ παισὶν ἐπίσης ἐδί-
δου τὴν σχέσιν κἀμοί· ὥστε καὶ ἀστρονομικὴν ἐπιστήμην μόνος
κατὰ τούσδε τοὺς χρόνους εἰδὼς ἐς τὸ ἀκρότατον οὐκ ἀπηξίωσε
μὴ οὐ μεταδοῦναι κἀμοὶ τοῦ τοσούτου πλούτου· ὥστε καὶ πολ-
λάκις ἐνεκαλλωπίσατο ἐπί τε τοῦ βασιλέως ἐπί τε τῶν ἐλλογίμων

Νικηφόρος Γρηγοράς. Historia Romana Τόμ. 1, σελ. 421, γρ. 23

πρᾶγμα καθῆσθαι, μηδὲ καταδαρθάνειν· ἀλλ' ὥσπερ τις ἰσχυ-


ρὸς πάταγος ὁ τοῦ ἐγγόνου μου θόρυβος κροτεῖ μου τὰς ἀκοὰς
καὶ συγχεῖ μου τὴν διάνοιαν καὶ δεινῶν μοι πέλαγος ἔῤῥωγε, τάς
γε φρένας τινάττων συχνὰ καὶ κυκῶν καὶ βυθίζων μου τὴν καρ-
δίαν;” ὅδ' ἄντικρυς Μακκαβαῖος ἦν, τοῖς προτέροις ἐμμένων
δόγμασι καὶ περιφρονῶν τὰ λεγόμενα, καθάπερ τις προβλὴς θα-
λάττιος· ὥστε καὶ ἀναστὰς ἀπῄει καθευδήσων, ἔργῳ δεικνὺς ὡς
μάταιος ὄχλος καὶ οὐδὲν ἰσχυρὸν τὰ πρὸς πολεμίων ἔξωθεν δρώ-
μενα. (Δ.) Ὁ δὲ βασιλεὺς μόνος ἀπολειφθεὶς καὶ οὐκ ἔχων πλὴν
τῶν οἰκειακῶν μειρακίσκων ἕτερον, ᾧ κοινωνήσει τοῦ πάθους,
ἐπὶ τῆς βασιλικῆς καὶ αὐτὸς ἑαυτὸν κατέκλινε Κλίνης, μηδὲν τῶν
ἱματίων ἐκδύς· ἀλλ' ἅμα τούτοις καὶ ὅλην ἐνδεδυμένος σαφῆ τὴν
ἀπόγνωσιν ἔκειτο μεμερισμένος πικροῖς καὶ ἀλλεπαλλήλοις λογι-  
σμοῖς τὴν ψυχὴν καὶ ὅλον τὸ σῶμα περιστρεφόμενος τῇδε κἀκεῖσε
συχνὰ, ὥσπερ ἂν εἰ κρατῆρας εἶχε πυρὸς ὑφάπτοντας κάτωθεν
τὴν Κλίνην. τούτων οὕτως ἐχόντων πολὺς ἠκούσθη θόρυβος ἔξω
περὶ τὰ βασίλεια καὶ τὰς βασιλείους πύλας, τὴν τοῦ νέου βασι-
λέως περιηχῶν εἴσοδον, καὶ κρότος ὅπλων μάλα πολύς· ἦσαν
γὰρ οἱ συνεισελθόντες τῷ βασιλεῖ στρατιῶται πλείους ὀκτακοσίων·
καὶ ἅμα πανταχόθεν εὐφημίαι καὶ γλῶσσαι τὸν νέον ἀνακηρύττου-
σαι βασιλέα. αἰσθόμενος δ' ὁ γηραιὸς βασιλεὺς τοῦ θορύβου καὶ

Νικηφόρος Γρηγοράς. Historia Romana Τόμ. 1, σελ. 441, γρ. 23

ματος ἔχει κεκληρωμένον. Κωνσταντῖνος οὖν καὶ οὗτος καλούμενος


ὑπωπτεύετο. (Δ.) Κατὰ δὲ τοῦ γηραιοῦ βασιλέως πλείους μὲν
τὰς ὁδοὺς ἐμελέτησαν τῶν δεινῶν, εἰς ταὐτὸ δὲ καὶ ταύτας ἁπά-
σας φερούσας. αἵρεσιν γὰρ ἔδοσαν τούτῳ ἑλέσθαι ὁπότερον βού-
λοιτο, ἢ τὸ μοναχικὸν ἐνδύσασθαι σχῆμα, ἢ τῶν ἄλλων δεινῶν
ὁποῖον ἐθέλοι· ταῦτα δ' εἶναι ἢ σφαγὴν, ἤ τινα ἐξορίαν ἀπαρα-
1072

μύθητον, ἢ βιαίαν ἀπαγωγὴν ἐς τὸ τῆς λήθης φρούριον· τούτων


δ' εἶναι διάπυρον ὑπηρέτην τὸν πρωτοστράτορα Θεόδωρον τὸν
Συναδηνόν. ὁ μέντοι βασιλεὺς τοσούτου χειμῶνος δεινῶν περι-
στάντος ἐξαίφνης αὐτῷ ἄφωνος ἐπὶ πολὺ τῆς ὥρας ἔκειτο ἐπὶ
Κλίνης. καὶ τί γὰρ ἄλλο εἰκὸς, εἰ μὴ σίδηρος ἦν, εἰ μὴ ἐξ ἀδά-
μαντος ἔλαχε τὴν καρδίαν ἐσκευασμένος, πολλῶν μὲν ὁπλιτῶν  
ἀλλογλώσσων τε καὶ ἀγρίων περιχυθέντων αὐτῷ, τῶν δ' οἰκεια-
κῶν ἐξωσθέντων ἁπάντων καὶ μηδενὸς ὄντος τοῦ ὁδηγήσοντος ἄν-
θρωπον, ἐστερημένον τοῦ βλέπειν πῆ μὲν στήσεται, πῆ δὲ διαβήσε-
ται; ἀλλ' ἵνα μὴ διατρίβωμεν, ἄκοντος ἑκόντος, εἰπεῖν, τήν τε κό-
μην κείρουσι τούτου καὶ τὸ μοναχικὸν σχῆμα περιτιθέασι καὶ ἐς Ἀν-
τώνιον τοὔνομα μεταφέρουσι. καὶ ταῦτα μὲν οὕτως ἔσχεν. (Ε.) Ὁ
δὲ βασιλεὺς ἐν Διδυμοτείχῳ οὐδὲν πλέον ἔχων ἤδη σημεῖον τοῦ ζῇν,
πλὴν βραχείας καὶ λεπτοτάτης ἀναπνοῆς, τῶν ζωτικῶν ὀργάνων
ἀκινήτων μεινάντων καὶ τῶν τοῦ σώματος νεκρωθέντων ἀκρωτη

Νικηφόρος Γρηγοράς. Historia Romana Τόμ. 1, σελ. 444, γρ. 17

ὁπόταν γὰρ κἀκεῖνος ἀποπνίξῃ τῶν ἅμα αὐτῷ τὴν δίαιταν ἐκεῖ
ποιουμένων ζώων ἓν, ἔπειτα καθίσας ἐπὶ τὸν ἐκείνου νεκρὸν
θερμὰ καταχεῖ τῆς αὐτοῦ κεφαλῆς δάκρυα. ἐγὼ δ' οὐκ ἔχω ὅ,τι
ἂν ἀποκριναίμην πρὸς τὰ οὑτωσὶ πεπλασμένως μοι προτεινόμενα.
εἰ μὲν γὰρ ὡς βασιλέα φαίην, οὐκ ἂν φθάνοιμι φονευόμενος ὑπὸ
τῶν διὰ τοῦτό με δέσμιον ἐχόντων· εἰ δὲ μοναχὸν Ἀντώνιον, ὁμο-
λογία τοῦτ' ἂν νομισθείη τοῖς τὰ ἡμέτερα κακουργοῦσιν, ὅτι
μὴ βιαίως, ἀλλ' ἑκὼν προελόμενος τὸ μοναχικὸν περιεθέμην σχῆμα
αὐτός.” (Η.) Ταῦτα καὶ πλείω τούτων διεξελθὼν ἐπ' αὐτῶν
μηδὲν δ' ὧν ἐζήτουν ἐκεῖνοι μαθεῖν ἀποκρινάμενος ἐξέπεμψεν.
αὐτὸς δ' ἐπὶ τῆς Κλίνης καθεσθεὶς, “ἐπίστρεψον,” φησὶ, “ψυχή
μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι κύριος εὐηργέτησέ σε,” μηδὲν
τοῦ λοιποῦ λύπης ἄξιον ἐξειπὼν οὐδὲν τῶν ἁπάντων, εἴτε περιου-
σίᾳ συνέσεως χαλινώσας τὴν γλῶτταν, εἴτε διὰ τὸ ὑπερβάλλον τῆς
λύπης οὐ μάλα ἑκὼν ἀδακρυτὶ παραδραμὼν τὴν συμφορὰν, ὥσπερ
ἀμηχανίᾳ καὶ νάρκῃ τῆς ψυχῆς πεδηθείσης, πρὶν τὸ περὶ τὸν ἐγκέ-
φαλον ἀθροισθὲν ὑγρὸν εἰς δακρύων φορὰν ἐκτακῆναι. ἰδοὺ γὰρ
καὶ ἥλιος, ὅπη μετρίας ἀφίησι τὰς ἀκτῖνας, πολλὰ τὰ πνεύματα  
καὶ τὰς ὑγρότητας ἐκεῖθεν ἀνέλκει· ὅπη δ' ὑπερβαλλούσας,

Νικηφόρος Γρηγοράς. Historia Romana Τόμ. 1, σελ. 462, γρ. 17

τῶν φλεβῶν μηδεμίαν τεμεῖν. τοιαύτῃ τοίνυν διαίτῃ καὶ νῦν


χρησάμενος δυσφορεῖν εὐθὺς ἤρξατο καὶ πάνυ πονήρως ἔχειν τοῦ
1073

στομάχου καὶ τῆς καρδίας. ἐπεὶ δὲ καὶ τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργά-


νων ἐμφραττομένων ἤδη καὶ στενοχωρουμένων ᾐσθάνετο καὶ ὅσον
αὐτίκα τεθνηξόμενον ἔβλεπεν ἑαυτὸν καὶ διὰ τὴν ἀωρίαν οὐχ
εὕρισκεν οὐδένα, ὃς αὐτῷ μεταδοίη τῶν θείων μυστηρίων, κε-
κλεισμένων ἁπασῶν τῶν περὶ τὰ βασίλεια πυλῶν, ἀναστὰς ηὐχα-
ρίστησέ τε τῷ θεῷ καὶ ὑπὲρ σωτηρίας τῆς αὐτοῦ ψυχῆς ηὔξατο
σὺν πλουσίοις τοῖς δάκρυσι καὶ γονυκλισίαις πολλαῖς. εἶτα ἐγκόλ-
πιον φέρων τὴν τῆς θεομήτορος θείαν εἰκόνα ἐς τὸ στόμα ἐνέ-
βαλεν ἀντὶ τῶν θείων μυστηρίων καὶ καθίσας ἐπὶ τῆς Κλίνης εὐθὺς
ἀπήλλαξεν, οὔπω τῆς νυκτὸς ἐκείνης ληξάσης. Κλίνην δ' ἐνταῦθα
νοητέον οὐ τὴν συνήθη καὶ ἐν τῷ φανερῷ κειμένην, ἀλλὰ τὴν
πάνυ τοι ἐνδοτάτην καὶ παρὰ πλευρὰν τοῦ οὐρηδόχου κειμένην
οἰκίσκου. ἀφ' οὗ γὰρ ἤρξατο δυσφορεῖν καὶ στενοχωρεῖσθαι τὰ
ἔνδον, συχνάκις καὶ κατὰ μόριον ὥρας ἐς τὸν τοιοῦτον εἰσῄει
οἰκίσκον χρείας ἀναγκαίας εἵνεκα τῆς γαστρός. τὸ δ' οὖν τελευ-
ταῖον μὴ δυνηθεὶς ἐς τὴν συνήθη καὶ φανερὰν ἑαυτὸν ἀνασώ-  
σασθαι Κλίνην, νάρκῃ πεδηθέντων τῶν νεύρων τε καὶ ἁρμο-
νιῶν ἤδη τοῦ σώματος, ἐς τὴν εἰρημένην καθίσας ἀπήλλαξεν.
(Ε.) Ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἡμῖν ἐξεγένετο ῥᾴδιον ἤδη ξυνιέναι τὴν τοῦ

Νικηφόρος Γρηγοράς. Historia Romana Τόμ. 1, σελ. 462, γρ. 18

χρησάμενος δυσφορεῖν εὐθὺς ἤρξατο καὶ πάνυ πονήρως ἔχειν τοῦ


στομάχου καὶ τῆς καρδίας. ἐπεὶ δὲ καὶ τῶν ἀναπνευστικῶν ὀργά-
νων ἐμφραττομένων ἤδη καὶ στενοχωρουμένων ᾐσθάνετο καὶ ὅσον
αὐτίκα τεθνηξόμενον ἔβλεπεν ἑαυτὸν καὶ διὰ τὴν ἀωρίαν οὐχ
εὕρισκεν οὐδένα, ὃς αὐτῷ μεταδοίη τῶν θείων μυστηρίων, κε-
κλεισμένων ἁπασῶν τῶν περὶ τὰ βασίλεια πυλῶν, ἀναστὰς ηὐχα-
ρίστησέ τε τῷ θεῷ καὶ ὑπὲρ σωτηρίας τῆς αὐτοῦ ψυχῆς ηὔξατο
σὺν πλουσίοις τοῖς δάκρυσι καὶ γονυκλισίαις πολλαῖς. εἶτα ἐγκόλ-
πιον φέρων τὴν τῆς θεομήτορος θείαν εἰκόνα ἐς τὸ στόμα ἐνέ-
βαλεν ἀντὶ τῶν θείων μυστηρίων καὶ καθίσας ἐπὶ τῆς Κλίνης εὐθὺς
ἀπήλλαξεν, οὔπω τῆς νυκτὸς ἐκείνης ληξάσης. Κλίνην δ' ἐνταῦθα
νοητέον οὐ τὴν συνήθη καὶ ἐν τῷ φανερῷ κειμένην, ἀλλὰ τὴν
πάνυ τοι ἐνδοτάτην καὶ παρὰ πλευρὰν τοῦ οὐρηδόχου κειμένην
οἰκίσκου. ἀφ' οὗ γὰρ ἤρξατο δυσφορεῖν καὶ στενοχωρεῖσθαι τὰ
ἔνδον, συχνάκις καὶ κατὰ μόριον ὥρας ἐς τὸν τοιοῦτον εἰσῄει
οἰκίσκον χρείας ἀναγκαίας εἵνεκα τῆς γαστρός. τὸ δ' οὖν τελευ-
ταῖον μὴ δυνηθεὶς ἐς τὴν συνήθη καὶ φανερὰν ἑαυτὸν ἀνασώ-  
σασθαι Κλίνην, νάρκῃ πεδηθέντων τῶν νεύρων τε καὶ ἁρμο-
νιῶν ἤδη τοῦ σώματος, ἐς τὴν εἰρημένην καθίσας ἀπήλλαξεν.
1074

(Ε.) Ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἡμῖν ἐξεγένετο ῥᾴδιον ἤδη ξυνιέναι τὴν τοῦ
χρησμοῦ λύσιν, ἄδηλον οὖσαν τὸ πρότερον ἅπασιν. εὕρηται γὰρ

Νικηφόρος Γρηγοράς. Historia Romana Τόμ. 1, σελ. 463, γρ. 1

σὺν πλουσίοις τοῖς δάκρυσι καὶ γονυκλισίαις πολλαῖς. εἶτα ἐγκόλ-


πιον φέρων τὴν τῆς θεομήτορος θείαν εἰκόνα ἐς τὸ στόμα ἐνέ-
βαλεν ἀντὶ τῶν θείων μυστηρίων καὶ καθίσας ἐπὶ τῆς Κλίνης εὐθὺς
ἀπήλλαξεν, οὔπω τῆς νυκτὸς ἐκείνης ληξάσης. Κλίνην δ' ἐνταῦθα
νοητέον οὐ τὴν συνήθη καὶ ἐν τῷ φανερῷ κειμένην, ἀλλὰ τὴν
πάνυ τοι ἐνδοτάτην καὶ παρὰ πλευρὰν τοῦ οὐρηδόχου κειμένην
οἰκίσκου. ἀφ' οὗ γὰρ ἤρξατο δυσφορεῖν καὶ στενοχωρεῖσθαι τὰ
ἔνδον, συχνάκις καὶ κατὰ μόριον ὥρας ἐς τὸν τοιοῦτον εἰσῄει
οἰκίσκον χρείας ἀναγκαίας εἵνεκα τῆς γαστρός. τὸ δ' οὖν τελευ-
ταῖον μὴ δυνηθεὶς ἐς τὴν συνήθη καὶ φανερὰν ἑαυτὸν ἀνασώ-  
σασθαι Κλίνην, νάρκῃ πεδηθέντων τῶν νεύρων τε καὶ ἁρμο-
νιῶν ἤδη τοῦ σώματος, ἐς τὴν εἰρημένην καθίσας ἀπήλλαξεν.
(Ε.) Ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἡμῖν ἐξεγένετο ῥᾴδιον ἤδη ξυνιέναι τὴν τοῦ
χρησμοῦ λύσιν, ἄδηλον οὖσαν τὸ πρότερον ἅπασιν. εὕρηται γὰρ
ἐκ πολλοῦ βίβλος τῷ βασιλεῖ, ἣν ὁ γεγραφὼς ἄδηλος ἦν τὸ παρά-
παν γράμματά τε αἰνιγματώδη καὶ ἀμυδρά τινα δι' εἰκόνων γνω-
ρίσματα φέρουσα τῶν μελλόντων ἀεὶ βασιλεύειν. ἐν ᾗ τὰ μὲν
τῆς γνώμης καὶ περινοίας τοῦ τοιούτου βασιλέως γνωρίσματα ξύν
τε ἄλλοις καὶ ἡ τῆς ἀλώπεκος ἐδείκνυ εἰκών· τῆς δὲ τελευτῆς, ἐν
τοιούτῳ κειμένη τόπῳ καθέδρα καὶ δύο παριστάμενα μελανειμο-
νοῦντα μειράκια, ἀπερικαλύπτους ἔχοντα πάντη τὰς σφῶν αὐτῶν

Sophronius Gramm., Excerpta ex Joannis Characis commentariis in


Theodosii Alexandrini canones (4149: 001)
“Grammatici Graeci, vol. 4.2”, Ed. Hilgard, [Link]: Teubner, 1894,
Repr. 1965.Σελ. 405, γρ. 24

Κανὼν ιαʹ.

 Ἡ πίτυς, ἡ χλαμύς, ἡ Ἐρινύς· τῶν εἰς υς θηλυκῶν καὶ


ἑξῆς. Πρόδηλος ὁ κανών· ἰστέον δὲ ὅτι διαλλήλῳ δείξει κατάδηλον
1075

γίνεται ἐπὶ τῶν ἐπὶ τέλους ἐχόντων τὸν τόνον, ποῖα μακρὸν ἔχει τὸ υ,
καὶ ποῖα βραχύ· ἐὰν γὰρ διὰ καθαροῦ τοῦ ος Κλίνηται, μακρόν, ἐὰν δὲ
διὰ τοῦ δος, βραχύ· πάλιν τὰ μακρὸν ἔχοντα τὸ υ διὰ καθαροῦ τοῦ
ος, τὰ δὲ βραχὺ διὰ τοῦ δος κλίνεται. Ἐκεῖνο παρατηρητέον, ὡς οὐκ
ἐν πάσαις ταῖς πλαγίοις μακρὸν μένει τὸ υ, ἀλλ' ἐν μόναις ταῖς τῇ
εὐθείᾳ ἰσοσυλλαβούσαις, οἷον ὀϊζύς ὀϊζύν ὀϊζύ, αἱ δὲ λοιπαὶ βραχύ·
σημειούμεθα δὲ τὴν μυσὶν ἐκτεταμένον ἔχουσαν τὸ υ.

Θεοφάνης. Continuatus,Χρονογραφία. (lib. 1–6) (4153: 001)


“Θεοφάνης. Continuatus, Ioannes Cameniata, Symeon Magister,
Georgius Monachus”, Ed. Bekker, [Link]: Weber, 1838; Corpus
scriptorum historiae Byzantinae.Σελ. 138, γρ. 5

...ἀδελφὸς Βάρδας ἀποσταλέντες μετὰ στρατιᾶς ἰσχυρῶς ἐδυστύ-


χησαν, ὀλίγων ἄγαν ἐκεῖθεν ὑποστρεψάντων. ἀλλὰ καὶ αὐχμοὶ
καὶ πάλιν χειμῶνες ἐξαίσιοι καὶ ὅλως ἀνωμαλίαι καὶ δυσκρασίαι
κατὰ τὸν ἀέρα γινόμεναι ἐκάκουν τὴν γῆν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ, ἐξ ὧν
σιτοδεῖαι καὶ λιμοὶ καὶ γῆς ἐκ σεισμῶν ἀνατιναγμοὶ οὐκ ἦν ὅτε μὴ
ἐγίνοντο κατὰ τὴν αὐτοῦ ἅπασαν τῆς βασιλείας ἡμέραν.  
 40 Ἐπεὶ δὲ ὅλην ἐκκενώσας τὴν τοῦ σώματος οὐσίαν τῇ
τῆς γαστρὸς διαρροίᾳ καὶ φθόῃ, ὡς μηδαμοῦ στῆναι τῆς ψυχῆς
ἔτι δυναμένης ἀλλ' ἀποπτῆναι αὐτῆς ζητούσης καὶ ἀποστῆναι, ἐδε-
δίει [δὲ] περὶ τοῦ υἱοῦ καὶ τῆς αὐτοῦ γαμετῆς, ἐν τῇ Μαγναύρᾳ
πάντας ἐκκλησιάσας [ὅτε] καὶ μόγις Κλίνης ὑπὸ τῶν ἐπιτηδείων
κουφισθεὶς καὶ ἀρθείς, καὶ πολὺ ἀθροίσας πνεῦμα ἐν στεναγμῷ,
“ἄλλος μὲν” ἔφη “ἀπολοφυρόμενος ἐν τοιαύτῃ νόσῳ καὶ καταιγίδι
τὸ τῆς νεότητος ἄνθος ἐξετραγῴδησε καὶ τὴν τοσούτην εὐδαιμο-
νίαν, αἷς ὁ ἐξ ἀρχῆς φθόνος ἐπιβασκαίνων με δεινῶς τὰ νῦν ἐπο-
φθαλμίζει καὶ ἐξ ἀνθρώπων με ποιεῖ. ἐγὼ δὲ τὴν τῆς γαμετῆς
μου χηρείαν προορῶν καὶ τὴν τοῦ υἱοῦ δυσποτμίαν καὶ ὀρφανίαν,
πρὸς δὲ καὶ διακόνων ἤθεσι καλοῖς ἐντραφέντων καὶ θεραπείαις
καὶ τῆς ἐμῆς συγκλήτου καὶ γερουσίας τὴν στέρησιν, ἀνακλαίομαι,
ὦ παρόντες, καὶ ἀποδύρομαι οἷς τε ὑμᾶς χειροήθεις ὄντας καὶ
πραεῖς καταλιμπάνων πρὸς ὃν οὐκ οἶδα πορεύομαι βίον,

Θεοφάνης. Continuatus,Χρονογραφία. (lib. 1-6) Σελ. 378, γρ. 15

καὶ ἄλλας ἀνυποίστους ποινὰς τούτῳ ἐπέφερον, ἐπιβάτην ἀποκα-


λοῦντες καὶ μοιχὸν καὶ ἀλλοτρίᾳ ἐπιπηδήσαντα γυναικί. ὁ δὲ ἱερὸς
ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ αἰδέσιμος πράως πάντα καὶ ἡσύχως ὑπέφερεν.
ὑπερόριος οὖν ἐν τοῖς Ἀγαθοῦ σταλείς, καὶ τέλει τοῦ βίου χρησά-
1076

μενος, ἐν τῇ πόλει θάπτεται εἰς τὴν αὐτοῦ μονήν. ὁ δὲ τοῦ πα-


τριάρχου κληρικὸς ὁ τὰς πολιὰς αὐτοῦ τίλας εἰς τὴν Μαγναύραν
ἐν τῷ ἐξορίζεσθαι αὐτόν, ὑποστρέψας εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, τὴν
αὐτὴν τὴν ὥραν ὁ οἶκος αὐτοῦ πυρκαϊᾷ παρεδόθη ἀοράτῳ. εὗρε
δὲ καὶ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ ἐπειλημμένην καὶ κρατηθεῖσαν καὶ
τὰς χεῖρας καὶ τὸ στόμα καὶ τὴν λαλιάν· ἥτις καὶ κλινήρης οὖσα
διήρκεσε τὴν ἐφήμερον τροφὴν ζητοῦσα μέχρι Νικηφόρου βασιλέως
τοῦ Νικητοῦ.
 2 Ὁ οὖν Ἀλέξανδρος καὶ πάλαι τοῦτο ἔργον ἔχων, τὸ
ἁβροδίαιτος εἶναι καὶ τοῖς κυνηγεσίοις προσέχειν διὰ τὰς ὑπερ-
οψίας τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ Λέοντος, καὶ μηδὲν βασιλέως ἔργον δια-
πράττεσθαι, ἀλλὰ τὸ τρυφᾶν καὶ ἀσελγείαις σχολάζειν ἠγαπηκώς,
μονώτατος ἄρξας οὐδὲν γενναῖον ἢ λόγου ἄξιον κατεπράξατο. ἅμα
γὰρ τῷ γενέσθαι μονοκράτωρ Ἰωάννην παπᾶν (Λαζάνης τούτῳ  
ἐπώνυμον) ῥαίκτωρα πεποίηκεν· ὃς καὶ κακῶς τὸ ζῆν ἀπέρρηξεν
μετὰ θάνατον Ἀλεξάνδρου ἐν τῷ Ἑβδόμῳ σφαιρίζων.

Θεοφάνης. Continuatus,Χρονογραφία. (lib. 1-6) Σελ. 466, γρ. 22

δὲ τὰ τελευταῖα πνέων ὡρᾶτο ὁ πορφυρογέννητος Κωνσταντῖνος,


Ῥωμανὸν τὸν υἱὸν αὐτοῦ αὐτοκράτορα βασιλέα ἐποίησεν, παρα-
δοὺς καὶ ὁρκώσας Ἰωσὴφ πατρίκιον καὶ πραιπόσιτον τοῦ διαφυ-
λάξαι αὐτὸν τῇ αὐτοῦ ἐντρεχείᾳ καὶ πυκνώσει· καὶ γὰρ τοιοῦτος
ἦν ὁ ἀνήρ, πυκνὸς καὶ ὀρθὸς καὶ πιστὸς καὶ πρὸς τὰ πολιτικὰ
διοικήματα ἀετοῦ ταχύτερος, εἰς δὲ τὸ ἀπροσωπόληπτον καὶ εὐσε-
βὴς καὶ δίκαιος, ὡς τοιοῦτον ἕτερον μὴ γνωρίζεσθαι.
 52 Αὐγοῦστα Ἑλένη σὺν καὶ τοῖς τέκνοις αὐτῆς καὶ τῷ
πατρικίῳ καὶ παρακοιμωμένῳ Βασιλείῳ καὶ τοῖς κοιτωνίταις, ὡς
ἑώρων τὸν ἄνακτα Κωνσταντῖνον ψυχορραγοῦντα καὶ συγκοπτό-
μενον, περιχυθέντες τῇ κλίνῃ κλαυθμοῖς καὶ ὀδυρμοῖς ἀμέτροις  
περιρραίνοντες ἀπωλοφύροντο καὶ ἀπωδύροντο τοιοῦτον δεσπότην,
καὶ πλέον οὐδὲν ὠφέλησαν ἢ κωφοῖς καὶ κενοῖς δάκρυσι καταπλύ-
νοντες τὸ βασιλικὸν ἐκεῖνο σῶμα. καὶ δὴ τὴν Κλίνην αὐτοῦ ἀμφο-
τέρων περικυκλούντων καὶ ταῖς πολλαῖς οἰμωγαῖς κοπτομένων, καὶ
πρὸς τὰ τέλη πάντη ὢν ὁ γλυκὺς καὶ πλουτοδότης βασιλεύς, χορο-
στασίαι ἁγίων καὶ δικαίων μοναχῶν τε καὶ μαρτύρων καὶ ἱεραρχῶν
παρίσταντο, καὶ τὸ πανάγιον αὐτοῦ πνεῦμα χερσὶν ἀγγελικαῖς
παρέθεντο. καὶ τάχιον τοῦτον ἀποσμήξαντες προέθηκαν ἐν τοῖς
δεκαεννέα ἀκουβίτοις. καὶ ψαλμοῖς τοῦτον τελέσαντες παρευθὺ
ἐξήγαγον, καὶ πρὸς τὴν Χαλκῆν ἀποθέντες, τελευταῖον ἀσπασμὸν
1077

Θεοφάνης. Continuatus,Χρονογραφία. (lib. 1-6) Σελ. 468, γρ. 2

σιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων,” καὶ τοῦ πλήθους τοῦ


ὄχλου βοὴν καὶ κωκυτὸν καὶ ὀδυρμὸν βαλλόντων, καὶ τοῦ τρίτου
τοῦτο φωνήσαντος, παρευθὺ ἄραντες τὸν ἄνακτα ἐξήγαγον ἀπὸ
τῶν βασιλικῶν δόμων ἐπὶ τὴν λεωφόρον, καὶ πρὸς τὸν ναὸν τῶν
ἁγίων ἀποστόλων ἔφερον, τῆς συγκλήτου πάσης προπεμπούσης,
καὶ ᾄσμασι προπομπίοις τὴν ἔξοδον μεγαλύνοντες. (53) καὶ τί
δεῖ λέγειν εἰς τὸν συνελθόντα λαὸν καὶ ὄχλον τῆς πολιτείας, τῶν
μὲν ἀφ' ὕψους τὸ βασιλικὸν ἐκεῖνο σκῆνος κατοπτευόντων, τῶν
δὲ πλησίον παραθεωρούντων, καὶ ἄλλων μὲν ἐξ οἰκοδομῶν καὶ  
οἰκημάτων μετεώρων καὶ ὑψηλῶν προκυπτόντων καὶ πρὸς τὴν θέαν
τῆς Κλίνης ἐπιρριπτόντων, τῶν δὲ κρυφίως μυρομένων καὶ στενα-
γμοῖς ἐγκαρδίοις κλονουμένων, καὶ ἄλλων ὀδυρμοῖς καταξαινομέ-
νων, καὶ ἄλλων τινῶν ὀξύτερον ἐπικωκυόντων, καὶ συνθλιβόμενοι
καὶ ἀπολοφυρόμενοι τῷ κοινῷ δυστυχήματι, τινῶν δὲ καὶ τὰ δά-
κρυα κρουνηδὸν προχεόντων καὶ τὴν χρυσοκόλλητον Κλίνην καταρ-
δευόντων καὶ καταρραινόντων. ὡς δὲ τῷ ναῷ τῶν ἁγίων ἀποστό-
λων προσήγγισαν καὶ ἔσω τὸ βασιλικὸν δορυφορούμενον ἐφαίνετο
σῶμα, ὁ πατρίκιος καὶ παρακοιμώμενος Βασίλειος τὸ πανάγων
αὐτοῦ σῶμα ταῖς οἰκείαις, ὡς ἔθος τοῖς νεκροῖς ποιεῖν, λαζαρώ-
σας, καὶ τοῦ τάφου ἤτοι τοῦ λάρνακος εὐτρεπισθέντος καὶ σηκω-
θέντος, κατέθετο μετὰ Λέοντος βασιλέως τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Θεοφάνης. Continuatus,Χρονογραφία. (lib. 1-6) Σελ. 468, γρ. 6

ἁγίων ἀποστόλων ἔφερον, τῆς συγκλήτου πάσης προπεμπούσης,


καὶ ᾄσμασι προπομπίοις τὴν ἔξοδον μεγαλύνοντες. (53) καὶ τί
δεῖ λέγειν εἰς τὸν συνελθόντα λαὸν καὶ ὄχλον τῆς πολιτείας, τῶν
μὲν ἀφ' ὕψους τὸ βασιλικὸν ἐκεῖνο σκῆνος κατοπτευόντων, τῶν
δὲ πλησίον παραθεωρούντων, καὶ ἄλλων μὲν ἐξ οἰκοδομῶν καὶ  
οἰκημάτων μετεώρων καὶ ὑψηλῶν προκυπτόντων καὶ πρὸς τὴν θέαν
τῆς Κλίνης ἐπιρριπτόντων, τῶν δὲ κρυφίως μυρομένων καὶ στενα-
γμοῖς ἐγκαρδίοις κλονουμένων, καὶ ἄλλων ὀδυρμοῖς καταξαινομέ-
νων, καὶ ἄλλων τινῶν ὀξύτερον ἐπικωκυόντων, καὶ συνθλιβόμενοι
καὶ ἀπολοφυρόμενοι τῷ κοινῷ δυστυχήματι, τινῶν δὲ καὶ τὰ δά-
κρυα κρουνηδὸν προχεόντων καὶ τὴν χρυσοκόλλητον Κλίνην καταρ-
δευόντων καὶ καταρραινόντων. ὡς δὲ τῷ ναῷ τῶν ἁγίων ἀποστό-
λων προσήγγισαν καὶ ἔσω τὸ βασιλικὸν δορυφορούμενον ἐφαίνετο
σῶμα, ὁ πατρίκιος καὶ παρακοιμώμενος Βασίλειος τὸ πανάγων
αὐτοῦ σῶμα ταῖς οἰκείαις, ὡς ἔθος τοῖς νεκροῖς ποιεῖν, λαζαρώ-
1078

σας, καὶ τοῦ τάφου ἤτοι τοῦ λάρνακος εὐτρεπισθέντος καὶ σηκω-
θέντος, κατέθετο μετὰ Λέοντος βασιλέως τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. τὴν
δὲ πατρικὴν ἑνότητα καὶ ἀγάπην οὐδὲ μετὰ θάνατον καὶ ταφὴν ὁ
φίλτατος υἱὸς ἀπέστρεψεν.

Θεοφάνης. Continuatus,Χρονογραφία. (lib. 1-6) Σελ. 473, γρ. 10

γῶν τῷ σώματι, σιτόχροος, εὐόφθαλμος, ἐπίριν, ῥοδινοπρόσω-  


πος, χαροποιὸς καὶ γλυκὺς τοῖς ῥήμασιν, ὄρθιος τῇ ἡλικίᾳ ὡσεὶ
κυπάρισσος, εὐρὺς τοῖς ὤμοις, ἥσυχος καὶ προσηνής, ὡς πάντας
θαμβεῖσθαι καὶ ἐκπλήττεσθαι τὸν ἄνδρα. συνέχαιρεν δι' αὐτὸν
ἡ πολιτεία ὡς εὐτυχοῦντα καὶ τῶν ἐθνῶν κρατοῦντα. καὶ τῷ
Βυζαντίῳ πλούσιαι αἱ σιτήσεις καὶ αἱ τροφαὶ χορηγούμεναι.
 6 Ὁ δὲ βασιλεὺς Ῥωμανὸς καὶ ἕτερον υἱὸν μετὰ θάνα-
τον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἀπεγέννησεν, Κωνσταντῖνον τοῦτον ὀνομά-
σας. καὶ [οὐ] μετ' οὐ πολὺ στέφεται παρὰ Πολυεύκτου πατριάρ-
χου ἐν τῷ ἄμβωνι τῆς ἁγίας Σοφίας. ἡ δὲ Αὐγοῦστα Ἑλένη ἐν
τῷ παλατίῳ οὖσα κλινήρης καὶ συναγαλλομένη τῷ ἄνακτι, καὶ ἐπὶ
ἱκανοὺς χρόνους ἀρρωστοῦσα, εὐσεβῶς τέθνηκεν κατὰ τὴν ἐννεα-
καιδεκάτην τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός· καὶ ταύτην βασιλικῶς τιμή-
σας, καὶ ἐν τῇ χρυσοκολλήτῳ καὶ διὰ μαργαριτῶν καὶ λίθων κλί-
νῃ τεθεῖσα, τῆς συγκλήτου προπεμπούσης, ἐν τῷ μοναστηρίῳ
τῷ παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτῆς Ῥωμανοῦ βασιλέως συσταθέντι, τῷ
ὄντι εἰς τὸ Μυρέλαιον, θάπτεται ἐν λάρνακι πλησίον καὶ σύνεγγυς
τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Vitae Arati Et Varia De Arato, Ἐξ ἑτέρων σχολίων εἰσαγωγή (=


Anonymus I) (e cod. Vat. gr. 191) (4161: 012)
“Commentariorum in Aratum reliquiae”, Ed. Maass, E.
Berlin: Weidmann, 1898, Repr. [Link]. 6, γρ. 47

μονίηι περιηγέι χαίρων’ σφαῖρον μὲν καλέσας τὴν σφαῖραν, ὡς


καὶ Ὅμηρος ἕσπερον τὴν ἑσπέραν (Od I 422 al), [καὶ] κυκλοτερῆ
δὲ διὰ τὸ σφαιροειδές, μονίαν δὲ περιηγέα τῆς στροφῆς τὴν
μονήν.
φέρεται δὲ ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῶν ἀνατολῶν ἐπὶ τὰς δυσμάς,
ὁ δὲ ἥλιος καὶ οἱ λοιποὶ πλάνητες τὴν ἐναντίαν, τουτέστιν ἀπὸ
τῶν δυσμῶν ἐπὶ τὰς ἀνατολάς, ὡς εἶναι διπλῆν κίνησιν αὐτῶν γε,
τὴν μὲν ἐρχομένων, τὴν δὲ φερομένων, καθὰ ἐπὶ τοῦ τροχοῦ καὶ
1079

μύρμηκος καὶ τῆς νηὸς καὶ τοῦ ἐν αὐτῆι πρὸς τὴν ἐναντίαν  
αὐτῆς φορὰν ἔχοντος. πεποίηκε δὲ τοῦτο ὁ δημιουργός, ἵνα μὴ
μετὰ ῥύμης φερόμενον τὸ πᾶν ἑτεροκλινῆι μίαν τὴν κίνησιν ἔχον
σφοδράν, ἀνθελκόμενον δὲ καὶ τῆς ἐντόνου φορᾶς μειούμενον
τῆι τῶν πλανητῶν πρὸς τοὐναντίον ὁλκῆι εὐσταθεστέραν τῆς
κινήσεως τὴν ὁρμὴν λαμβάνηι. ὡς δὲ οἱ μῦθοι παίζουσιν,
ἀπεστράφη ταῦτα τὰ ἄστρα διὰ τὰ Θυέστεια δεῖπνα καὶ ἐν-
έμεινε τῆι φορᾶι πλανώμενα.
δεῖ δὲ τὸν τὴν σφαῖραν ἐξηγούμενον ἀπ' ἀνατολῶν ἐπὶ
δυσμὰς αὐτὴν κινεῖν ἀνατολὰς λαμβάνοντα τὴν κατὰ πρόσωπον
αὐτοῦ τοῦ κινοῦντος φοράν.  

Anonymi In Aristotelis Sophisticos Elenchos Phil., In Aristotelis


sophisticos elenchos paraphrasis (4193: 012)
“Anonymi in Aristotelis sophisticos elenchos paraphrasis”, Ed. Hayduck,
[Link]: Reimer, 1884; Commentaria in Aristotelem Graeca 23.4.
Se. 76, γρ. 14

θήλεος διαφέρουσιν αἱ πτώσεις ἀλλήλων ἐν ἑκατέρῳ, καὶ ἰδίως ἑκάστη τῇ

προφορᾷ ἀφορίζεται, γενικὴ δοτικὴ καὶ αἰτιατική· ἐν μέντοι τοῖς


οὐδετέροις
ἐκτὸς τῆς γενικῆς καὶ δοτικῆς αἱ ἄλλαι ταυτίζονται, ὅπερ δὴ καὶ αὐτὸ οὐ
μικρὰ συνδίδωσι πρὸς τὸ παραλογίσασθαι. ὡς γοῦν πολλάκις δοθέντος
τοῦτο
συνελογίσθη τοῦτον, οὕτω κἀνταῦθα πάλιν τὸ προταθὲν κατ' εὐθεῖαν εἰς
αἰτιατικὴν ἐξελήφθη. ἔτι τοῦ ἔστι καὶ τοῦ εἶναι καὶ τῶν ἑκατέροις
συστοίχων
ἡ τοιάδε χρῆσις καὶ σύνταξις πλεῖστον ὅσον συμβάλλεται πρὸς τὸ
γενέσθαι
σολοικισμόν· τὸ μὲν γὰρ ὁριστικὸν εὐθείᾳ συντάσσεται, τὸ δὲ
ἀπαρέμφατον
αἰτιατικῇ, οἷον ἔστι τοῦτο Κορίσκος, εἶναι τοῦτο Κορίσκον· ἀλλαττόμενα
δὲ
σολοικίζει. καὶ ἐπὶ τῶν λεγομένων σκευῶν, ἐχόντων δὲ ἄρρενος ἢ
θηλείας
κλῆσιν, ὡς ἀσκὸς καὶ Κλίνη· οἰκεία γὰρ τῶν σκευῶν κατάληξις ἐν
οὐδετέροις
ἡ εἰς ο τυγχάνει καὶ ν, οἷον ξύλον, σχοινίον. καὶ τρόπον τινὰ ὅμοιός
ἐστιν ὁ σολοικισμὸς τοῖς παρὰ τὸ τὰ μὴ ὅμοια ὁμοίως λεγομένοις
ἐλέγχοις,
1080

οὓς καὶ παρὰ τὸ σχῆμα τῆς λέξεως ὀνομάζομεν. ὡς γὰρ ἐν ἐκείνοις ἐπὶ
τῶν πραγμάτων, τούτοις ἐπὶ τῶν ὀνομάτων συμπίπτει τὸ σολοικίζειν.
φανερὸν οὖν ὡς ὁ σολοικισμὸς ἐκ τῶν εἰρημένων πτώσεων συλλογίζεται.

 Εἴδη μὲν οὖν ταῦτα τῶν ἀγωνιστικῶν λόγων καὶ μέρη τῶν εἰδῶν καὶ
τρόποι οἱ εἰρημένοι. ὃ | δὲ ἐν τοῖς Τοπικοῖς εἴρηται, ὡς οὐ τὰς ἀρχὰς
τῶν ἐπιχειρημάτων εὑρεῖν καθάπαξ ἀρκεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐρωτηματίσαι
τοιῶσδε
μεγάλα συμβάλλεται πρὸς τὸ ῥᾷον τυχεῖν συμπεράσματος, τοῦτο δὴ
κἀνταῦθα λέγομεν·

Lexica Syntactica, Lexicon syntacticum (= Ἀρχὴ σὺν θεῷ τῶν


συντάξεων πῶς δεῖ ὀφείλειν συντάσσειν τὰς ῥηματικὰς λέξεις ἐν ταῖς τοῦ
ὀνόματος πτώσεσι (e codd. Barocciano 57 + Canonic. gr. 41) (4286: 004)
“Anecdota Graeca e codd. manuscriptis bibliothecarum Oxoniensium,
vol. 4”, Ed. Cramer, [Link]: Oxford University Press, 1836, Repr.
[Link] letter lambda, σελ. 297, γρ. 1

λατρεύω: δοτικῇ. λατρεύων αὐτῷ ἐν ὁσιότητι καὶ δίκαι.


λαλῶ: δοτικῇ. λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.
λαμπρύνομαι: δοτικῇ. λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει.
λειτουργῶ: δοτικῇ. ὃς λειτουργῆσαι μὲν τῇ πόλει.
λείβω: αἰτιατικῇ. ἐπὶ δ' αἴθοπα οἶνον λείβε.
λήγω: γενικῇ. λῆγ' ἔριδος, λῆγε θυμοῦ.
λίγω, τὸ ὑμνῶ: αἰτιατικῇ. λίγω τὴν χάριν τοῦ ἐμοῦ
διδασκάλου.
λικμῶ: αἰτιατικῇ. οὐ τὸν Ἰσραὴλ ἐλίκμησεν.  
λούω: αἰτιατικῇ. λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου.
λογογραφῶ: αἰτιατικῇ. λογογραφεῖ τὴν πολιτείαν.
λύομαι: γενικῇ. Λύω: αἰτιατικῇ. λύε πάντα σύνδεσμον
ἀδικίας.

Lexica Segueriana, Glossae rhetoricae (e cod. Coislin. 345) (4289: 004)


“Anecdota Graeca, vol. 1”, Ed. Bekker, I.
Berlin: Nauck, 1814, Repr. 1965.
Alphabetic entry kappa, σελ. 272, γρ. 12

Κίναδος: θηρίον τι, οὗ τὸ δέρμα εἰς περικεφαλαίας


 κατασκευὴν ἐπεποίητο. Σικελιῶται δὲ τὴν ἀλώπεκα
1081

 κονδέαν καλοῦσιν.
Κλητεῦσαι: σημαίνει μὲν κοινῶς καὶ τὸ κλήτορα γε-
 νέσθαι δίκης, ἰδίως δὲ ἐπὶ μαρτύρων λέγεται κλητεῦ-
 σαι καὶ μετὰ τῆς προθέσεως ἐκκλητεῦσαι. ὅταν γὰρ
 μὴ ὑπακούσωσι πρὸς τὴν μαρτυρίαν ἐν τοῖς δικαστη-
 ρίοις, ἐφ' ἣν καλοῦνται, τότε ἐκκλητεύονται. καὶ ἔστιν
 ἐπιτίμιον κατὰ τῶν ἁλόντων δραχμαὶ χίλιαι.
Κλινοπετής: ὁ κλινήρης.
Κλισιάς: πᾶς μέγας θυρών, παρὰ τὰς κλισιάδας, αἵ
 πέρ εἰσι μεγάλαι θύραι.
Κλιμακίζει: παράγει, διαστρέφει, ἀπὸ τῆς κλίμακος
 εἰρημένου τοῦ ὀνόματος, ἥτις οὖσα ὄργανον βασανι-
 στικὸν διαστρέφει τὰ σώματα τῶν βασανιζομένων.
Κλιμακίδες: αἱ τῶν πλοίων ἀποβάθραι.
Κλιτῆρες: εἶδος φορείου. ἢ κλινίδιον ἔχον ἀνακλίσεις,  οἷον νῦν τὸ
κλινοκαθέδριον.
Κοβαλεία: ἡ προσποίητος καὶ μετ' ἀπάτης κατὰ μίμη-
 σιν παιδιά. καὶ Κόβαλος ὁ ταύτῃ χρώμενος.

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus


rhetoribus et sapientibus multis (Σb) (recensio aucta e cod. Coislin.
345) (4289: 005)
“Anecdota Graeca, vol. 1”, Ed. Bachmann, L.
Leipzig: Hinrichs, 1828.
Alphabetic entry epsilon, σελ. 238, γρ. 15

 τα χωρία, ὡς καὶ Ἀριστοτέλης ἐν τῷ ὀγδόῳ τῆς


 πολιτείας.
ἐσχεδίαζον: ἡτοίμαζον.
ἔσχετο: ἐπεσχέθη.
ἑταίρα: φίλη. πόρνη.
ἑταιρισάμενος: συνεργήσας.
ἑταιριζομένη: ἐρεθιζομένη. προσκνωμένη.
ἑταιρήσας: πορνεύσας.
ἔτειρας: κατεπόνησας.
ἐτέλει: ἐτέτακτο.
ἑτεραλκέα: ἑτεροκλινῆ.
ἐτελέσθησαν: ἐμιάνθησαν. μετέσχον τῆς μιαρᾶς
 συνουσίας.
ἐτερέτισεν: ἀνάρθρως ἐφθέγξατο.
ἑτεροιουμένη: ἀλλοιουμένη.
ἑτέρωσε: ἀλλαχόσε.
1082

ἔτειον: ἐνιαύσιον. ἐπέτειον.

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus


et sapientibus multis (Σb) (recensio aucta e cod. Co Alphabetic entry phi,
σελ. 404, γρ. 27

φενακίζει: χλευάζει.
φελλεύς: σκληρὸς ποσῶς καὶ πετρώδης τόπος.
φενάγματα: φενακίσματα.
φέναξ: χλευαστής. ἀπατεών.
φεραυγής: κατάλαμπρος.
φέρβειν: τρέφειν.
φερέγγυος: ἀσφαλής. ἀξιόπιστος. ἐγγυητής.
φερεσβίους: ζωοποιούς.
φερέτρῳ: τῇ τῶν νεκρῶν κλίνῃ.
φέριστον: κράτιστον. ἐξοχώτατον. ἢ ἀγαθόν.
φέρνιξ καὶ φερνή: ἡ προίξ.
φέρτερον: κρεῖττον. ταχύτερον.
φέψαλος: σπινθήρ, ὁ ἀναφερόμενος ἐκ τῶν καιομέ- νων ξύλων.  

Lexica Segueriana, Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus


et sapientibus multis (Σb) (recensio aucta e cod. Co
Alphabetic entry chi, σελ. 412, γρ. 28

χαλεπαίνει: ἀγανακτεῖ. ὀργίζεται.


χάλκεος: ἰσχυρός. στερεός.
χαλκεῶνα: τὸ χαλκείων.
χαλκεύς: πᾶς ὁ χαλκεύον τι. καὶ χρυσοχόος.
χαλκίς: ἡ γλαύξ. εἶδος ὀρνέου.
χαλκῷ: σιδήρῳ.
χαλκοτύπους: τὰς ἐκ σιδήρου πληγὰς γινομένας.
χαλύβοις: ἔθνος Σκυθίας, ἔνθα ὁ σίδηρος τίκτεται.
χαμάδις: χαμαί. εἰς γῆν.
χαμᾶζε: χαμαί.
Χαμεύνα: ταπεινὴ καὶ εὐτελὴς Κλίνη. καὶ στιβάς.  
χαμαιευνάδες: χαμαὶ κοιμώμεναι.
χαμαίζηλοι: ταπεινοί. ἢ δίφροι κοιλώδεις.
χαμαιπετής: χαμαὶ ἐῤῥιμμένος.
1083

χαμαιταιρίς: πόρνη.

Lexicon Vindobonense, Lexicon Vindobonense (auctore Andrea


Lopadiota) (e cod. phil. gr. Vindob. 169) (4294: 001)
“Lexicon Vindobonense”, Ed. Nauck, [Link]. Petersburg: n.p., 1867, Repr.
[Link] letter kappa, entry 4, γρ. 3

καὶ διὰ τοῦ βίου καὶ τῆς ἀναστροφῆς.


καταχθεὶς λέγεται ἀπὸ θαλάσσης εἰς ξηράν, καὶ ἀπὸ ξη-
ρᾶς εἰς ξηράν. Ἰώσηπος· οἱ δὲ Σοδομῖται θεασάμενοι τοὺς νεανί-
σκους εὐπρεπείᾳ τῆς ὄψεως διαφέροντας καὶ παρὰ Λώτῳ καταχ-
θέντας.
καταβάλλει τὸν πολέμιον, καὶ καταβάλλει τὰ σπέρματα,
καὶ καταβάλλει τὸ χρέος, καὶ καταβάλλει θεμέλιον. Χρυσόστο-
μος· καὶ θεμελίους καταβάλλειν βουλόμενοι.
καθίζω ἕτερον, καὶ καθίζω αὐτός. Ἀριστοφάνης· οὐκ  
ἐσθίεις τῶν κόπρων κἀπὶ ξύλου καθίζεις. καὶ Ἰουλιανός· καθίζει
πλησίον τῆς Κλίνης ὁρῶν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ μειρακίου.
κακουργεῖν ἐπὶ πάσης κακῆς ἐργασίας λεγόμενον ἐπεκρά-
τησεν ἐπὶ μόνου τοῦ κλέπτειν.
κρώβυλος ἐμπλοκὴ τριχῶν ἐστιν ἐπὶ τοῦ μετώπου μόνοις
τοῖς Ἀθηναίοις, σημεῖον τοῦ αὐτόχθονας εἶναι.
κρίνον καὶ τὸ κρίνος. Ἀριστοφάνης· κρίνεσι στεφανοῖς.
κεῖται ἀντὶ τοῦ ἀπόκειται, ἀντὶ τοῦ καταβέβληται, ἀντὶ
τοῦ ἵσταται, καὶ ἀντὶ τοῦ πεφόνευται. Εὐριπίδης· Μενέλαε, κεῖ-
ται σὸς κασίγνητος.

Lexica Synonymica, Excerptum Casanatense sive Ecloga διαφόρων


λέξεων (e cod. bibl. Casanatense 264) (4307: 001)
“”Anonimo excerptum Casanatense sinonimico inedito””, Ed. Palmieri,
V., 1984; Bollettino dei classici a cura del comitato per la preparazione
dell'edizione nazionale dei classici greci e latini [Link] 75, γρ. 1

κραιπάλη ἡ χθεσινὴ μέθη, μέθη ἡ αὐθημερινὴ οἴνησις.


κοίρανος, βασιλεὺς καὶ τύραννος διαφέρει. κοίρανος μέν ἐστιν ὁ κατὰ
καιρόν
τινων ἄρχων· βασιλεὺς δὲ ὁ κατὰ τοὺς νόμους ἄρχων τῶν ἀρχομένων·
τύραννος δὲ
ὁ ἀλόγῳ ἐξουσίᾳ αὐτονόμως χρώμενος καὶ ἐπιπηδῶν τῇ βασιλείᾳ καὶ
τοὺς νόμους
1084

ἐκποδὼν ποιούμενος.
κιβωτὸς ἡ ἐκ σανίδων, κίστη ἡ πλεκτή.
κρίνειν κυρίως τὸ δοκιμάζειν, διακρίνειν τὸ πράγματα διϊστᾶν.
λαλεῖν κυρίως τὸ ἀτάκτως προφέρειν τὰ ὑποπίπτοντα ῥήματα, λέγειν τὸ
τε-
ταγμένως προφέρειν τὸν λόγον.
λοιδορία μέν ἐστιν ἡ παρὰ γλώσσης ἀτιμία, ὕβρις δὲ ἡ καὶ διὰ τῶν ἔργων.

λέχος μέν ἐστιν ἡ Κλίνη, εὐνὴ δὲ ἡ ἐπὶ ταύτης.


μάρτυς ἐπὶ ἀγαθοῦ, ἔλεγχος ἐπὶ φαύλου.
μάχη μέν ἐστιν ἡ ἐν πολέμοις ἐνέργεια, πόλεμος δὲ ὁ χρόνος καὶ ἡ πρὸς
τὴν
μάχην παρασκευή.
μνήμη μνείας διαφέρει. εἴ τι μὲν γάρ ἐστι μνήμη, τοῦτο οὐ πάντως μνεία·
εἴ
τι δὲ μνεία, τοῦτο εὐθέως καὶ μνήμη. ἔστι δὲ μνήμη γενικὴ τύπωσις
ψυχῆς, μνεία
δὲ λόγος κατὰ ἀνανέωσιν λεγόμενος. ἔτι μνήμη ἐστὶν ἡ τῷ μνημονευτικῷ
ἀεὶ συνοῦσα,
μνεία δὲ προγεγονότων τινῶν ὑπόμνησις.
μῦθός ἐστι λόγος ὁ τὰ πεπλασμένα καὶ ψευδῆ περιέχων, ἱστορία ἐστὶν ἡ
τὰ
προγεγονότα καὶ ἀληθῆ πράγματα περιέχουσα.
μορφὴ ἐπὶ ἐμψύχων, σχῆμα ἐπὶ ἀψύχων. σχῆμά ἐστιν ἡ παντὸς ὄγκου ἀπο

Etymologicum Symeonis, Etymologicum Symeonis (α – ἁμωσγέπως)


(4311: 001)“Etymologicum magnum genuinum. Symeonis etymologicum
una cum magna grammatica. Etymologicum magnum auctum, vol. 1”,
Ed. Lasserre, F., Livadaras, [Link]: Ateneo, 1976.Τόμ. 1, σελ. 436, γρ.
25

ἀμφίβασις (Ε 623)· ὑπερμάχησις· κυρίως ἡ περὶ


τοῦ νεκροῦ μάχη· περιβάντες γὰρ τὸν νεκρὸν ἀγωνίζονται Z151.
Et. gen. 718 + 728.  
ἀμφιγυήεις (Α 607 ...)· παρὰ τὸ γυῖα – 5 χωλός.
Et. gen. 719.
ἀμφίδρυφοι (Λ 393)· δρύπτω, τὸ ξαίνω· τὸ ἀμφο-
τέρωθεν ἐξεσμένοι· δρύπτω δρύψω δέδρυφα δρύφος Z145. Et.
gen. 720.
ἀμφιδέδηε (Ζ 329)· περιειλεῖται – 11 δαίω, μέσου
παρακειμένου Z163. Et. gen. 721.
ἀμφικέφαλος· Κλίνης εἶδος· παρὰ – 437, 4 προσκε-
φάλαιον. Et. gen. 722.  
1085

ἀμφιλαφές (Call. Hy. 6, 26)· τὸ δασὺ – 2 λη-


πτόν, τροπῇ τοῦ β εἰς φ. ἢ παρὰ τὴν ἁφήν Z157. Et. gen. 723.
ἄμφις (Aesch. Fr. 632)· τοῦτο – 13 παρ' Αἰσχύλῳ
(l. c.), ὥσπερ ἀπὸ τοῦ ἀστράγαλος – 17 οὐδέποτε γὰρ τρισύλ-
λαβος γίνεται συγκοπή. ἀλλ' οὐδὲ πάλιν ἀποκοπή, ἐπεὶ – 439, 1
τηρηθῇ τὸ στοιχεῖον – 2 ἐστιν Z165. Et. gen. 726.
ἀμφίς (Ο 225)· ἀπὸ – 5 τὸ χωρίς καὶ δασμόν· οὐ
γὰρ δυνάμεθα λέγειν πρόσθεσιν ἢ πλεονασμὸν τοῦ ϛ Z165. Et. gen.
727.  

Etymologicum Symeonis, Etymologicum Symeonis (ἀνακωχῆς –


βώτορες) (4311: 002)“Etymologicum magnum genuinum. Symeonis
etymologicum una cum magna grammatica. Etymologicum magnum
auctum, vol. 2”, Ed. Lasserre, F., Livadaras, [Link]: Parnassos Literary
Society, 1992.Τόμ. 1, σελ. 10, γρ. 23

ἀνία. πρόσκειται «μὴ ἔχοντα ῥῆμα ἀντιπαρακείμενον διὰ τοῦ ευω»


διὰ τὸ ἑρμηνεία σαλακωνεία, σημαίνει δὲ τὴν βλακείαν. πρόσκειται
»μακρὸν ἔχοντα τὸ α» διὰ τὸ σαφήνεια εὐμένεια εὐγένεια ἀπήνεια.
τὸ μνεία οὐκ ἀντίκειται, ἐπεὶ οὐκ ἔστιν ἀπὸ τοῦ νια. Choerob. Orth.
169, 1.
 ἀνιῶμαι διὰ ταύτας καὶ ἐπὶ ταύταις καὶ τούτων ἕνεκα
Z216. Lex. Synt.
 ἀνιστάμενος ἕωθεν (Plat. Charm. 155b), καίτοι φησὶ
(cf. Ammon. De diff. α 50) μὴ λέγεσθαι ἀνίστασθαι ἐπὶ τῶν
ἀφυπνισμένων,
ἀλλὰ μόνως ἐγείρεσθαι, εἰ μὴ ἄρα προσυπακουστέον τὸ ἀνιστάμενος
ἐκ τῆς Κλίνης. Lex. Synt. ?
 Ἄννα (Jos. Ant. Jud. 5, 1, 12)· πόλις τῆς Ἰουδαίας.
Ἀννίτης, καὶ Ἀννιανός ἀπὸ τοῦ Ἀννία Z173, 179. St. Byz.
 Ἀνταιούπολις· πόλις ἐν Αἰγύπτῳ Ἀνταιουπολίτης.
St. Byz.
 Ἄντανδρος· πόλις ὑπὸ τὴν Ἴδην πρὸς τῇ Μυσίᾳ, ἀπὸ
Ἀντάνδρου στρατηγοῦ Αἰολέων. Ἀντάνδριος. St. Byz.
 Ἄντεια· πόλις Ἰταλίας. Ἀντεάτης ὡς Ἀρδεάτης. ἔστι καὶ
Ἄντιον τὸ οὐδέτερον Ἀντιεύς ὡς Σουνιεύς. St. Byz.  
 Ἀντισάρη· πόλις · Ἡρωδιανός (II 191, 2). St. Byz.

Etymologicum Symeonis, Etymologicum Symeonis (ἀνακωχῆς –


βώτορες) Τόμ. 1, σελ. 246, γρ. 30
1086

 ἀσκός (Γ 247)· ὁ μὴ – 3 ἀσκοῦ Z311. Et. gen. 1275.


 ἀσκηθής (λ 535)· παρὰ τὸ σχέθω κατὰ σύνθεσιν καὶ
ἔκτασιν, καὶ τροπῇ ἀσκηθής, ὁ ὑγιής Z311. Et. gen. 1276.
 ἀσκαλαβώτης (Ar. Nub. 170)· ζωΰφιον – 11 οἰκη-
μάτων. εἴρηται δὲ παρὰ – 15 καὶ τὸ βῶ ῥῆμα ἀκαλαβώτης, πλεο-
νασμῷ τοῦ σ Z311. Et. gen. 1277.
 ἀσκάντης (Call. Fr. 240)· κλινίδιον εὐτελές, ὃ ὑπὸ
τῶν Ἀττικῶν Σκίμπους ὀνομάζεται· Ἀριστοφάνης (Nub. 633)·
  ἔξει τὸν ἀσκάντην λαβών.
εἴρηται δὲ παρὰ τὴν κάννην, οὕτως δὲ ἐκάλουν τὴν ψίαθον. ἀ-
σκάντης οὖν ἡ εὐτελὴς Κλίνη, ἡ μηδὲ κάννην ἔχουσα· ἀκάντης
καὶ ἀσκάντης Z311. Et. gen. 1279.  
 Ἀσκληπιός· εἴρηται παρὰ τὸ τὰ ἀσκελῆ τῶν νοσημάτων
ἤπια ποιεῖν· ἀσκελές γὰρ τὸ σκληρόν Z311. Et. gen. 1280.
 ἀσκελές (α 68)· τὸ σκληρόν· παρὰ τὸ σκέλλω – 9
ξηραίνεσθαι Z323. Et. gen. 1281.
 ἀσκωλιάζειν (Ar. Plut. 1129)· ἐφ' ἑνὸς ποδὸς
ἐφαλλόμενοι· εἴρηται – 20 καὶ χωλευόντων. σκωλιάζειν οὖν, καὶ
πλεονασμῷ ἀσκωλιάζειν. τινὲς δὲ παρὰ τὸν ἀσκὸν γεγονέναι λέ-
γουσι· κυρίως ἀσκωλιάζειν γὰρ τὸ ἐπὶ ἀσκῶν ἅλλεσθαι Z326. Et.
gen. 1283.  

Apomasar Astrol., De revolutionibus nativitatum (4361: 008)


“Albumasaris de revolutionibus nativitatum”, Ed. Pingree, D.
Leipzig: Teubner, 1968.Σελ. 217, γρ. 16

δηλοῖ ἀργίαν καὶ νωχελίαν· εἰ δὲ ὁ Κρόνος ἔχει λόγον εἰς


τὸ ἔτος, νοσήσει ἀπὸ τραύματος. εἰ δὲ ὅ τε [ἐπεμβῇ ὁ]
Ἄρης τῷ τόπῳ τοῦ Κρόνου ἐπεμβῇ καὶ ὁ Κρόνος τῷ τόπῳ
τοῦ Ἄρεως, δηλοῖ καὶ φυγὴν ἀπὸ πατρίδος.
 Τῷ δὲ τόπῳ τοῦ Διὸς ἐπεμβὰς ὁ Ἄρης δηλοῖ ἀποδη-
μίας καὶ ὠφελείας διὰ ὑποζυγίων· ὅτε δηλονότι καὶ ὁ Ζεὺς
ἐπεμβῇ τῷ τόπῳ τοῦ Ἄρεως.
 Εἰς δὲ ἑαυτὸν ἀποκαταστατικὸς γενόμενος καὶ λόγον
ἔχων εἰς τὸ ἔτος καὶ καλῶς ἐν τῇ καταρχῇ διακείμενος,
εὑρήσει ἀξίαν καὶ ἀγαθὰ ὁ τὴν ἐναλλαγὴν ἔχων, καὶ μά-
λιστα παρὰ στρατιωτῶν. εἰ δὲ ἀποκλίνῃ καὶ τὸν ὡροσκό-
πον ἐφορᾷ, δηλοῖ ἀποδημίαν καὶ προσθήκην ὑπηρετῶν· εἰ δὲ
ἀποκλίνῃ τοῦ ζῳδίου τοῦ ἔτους ἢ τοῦ ὡροσκόπου καὶ ἔχει
1087

λόγον πρὸς αὐτόν, εὑρήσει ἀγαθὰ διὰ σιδήρου καὶ αἵματος.


 Τῷ δὲ Ἡλίῳ ἐπεμβὰς ἡμερινῆς οὔσης τῆς ἐναλλαγῆς,
λυπηθήσεται παρὰ ἐξουσιαστοῦ καὶ ἀπὸ θερμότητος  
νοσήσει. εἰ δὲ ὁ Ἄρης κύριός ἐστι τοῦ ἔτους καὶ ὑπάρχει ἐν
ζῳδίῳ θερμῷ καὶ ξηρῷ, δέος περὶ αὐτοῦ ἀπὸ πυρὸς καὶ
θερμότητος· εἰ δὲ ἐν θερμῷ καὶ ὑγρῷ, δέος περὶ
σφαγῆς. εἰ δὲ νυκτερινή ἐστιν ἡ ἐναλλαγή, εὐχερῆ ἔσται
τὰ συμπτώματα.

Apomasar Astrol., De revolutionibus nativitatum


Σελ. 217, γρ. 18

Ἄρης τῷ τόπῳ τοῦ Κρόνου ἐπεμβῇ καὶ ὁ Κρόνος τῷ τόπῳ


τοῦ Ἄρεως, δηλοῖ καὶ φυγὴν ἀπὸ πατρίδος.
 Τῷ δὲ τόπῳ τοῦ Διὸς ἐπεμβὰς ὁ Ἄρης δηλοῖ ἀποδη-
μίας καὶ ὠφελείας διὰ ὑποζυγίων· ὅτε δηλονότι καὶ ὁ Ζεὺς
ἐπεμβῇ τῷ τόπῳ τοῦ Ἄρεως.
 Εἰς δὲ ἑαυτὸν ἀποκαταστατικὸς γενόμενος καὶ λόγον
ἔχων εἰς τὸ ἔτος καὶ καλῶς ἐν τῇ καταρχῇ διακείμενος,
εὑρήσει ἀξίαν καὶ ἀγαθὰ ὁ τὴν ἐναλλαγὴν ἔχων, καὶ μά-
λιστα παρὰ στρατιωτῶν. εἰ δὲ ἀποκλίνῃ καὶ τὸν ὡροσκό-
πον ἐφορᾷ, δηλοῖ ἀποδημίαν καὶ προσθήκην ὑπηρετῶν· εἰ δὲ
ἀποκλίνῃ τοῦ ζῳδίου τοῦ ἔτους ἢ τοῦ ὡροσκόπου καὶ ἔχει
λόγον πρὸς αὐτόν, εὑρήσει ἀγαθὰ διὰ σιδήρου καὶ αἵματος.
 Τῷ δὲ Ἡλίῳ ἐπεμβὰς ἡμερινῆς οὔσης τῆς ἐναλλαγῆς,
λυπηθήσεται παρὰ ἐξουσιαστοῦ καὶ ἀπὸ θερμότητος  
νοσήσει. εἰ δὲ ὁ Ἄρης κύριός ἐστι τοῦ ἔτους καὶ ὑπάρχει ἐν
ζῳδίῳ θερμῷ καὶ ξηρῷ, δέος περὶ αὐτοῦ ἀπὸ πυρὸς καὶ
θερμότητος· εἰ δὲ ἐν θερμῷ καὶ ὑγρῷ, δέος περὶ
σφαγῆς. εἰ δὲ νυκτερινή ἐστιν ἡ ἐναλλαγή, εὐχερῆ ἔσται
τὰ συμπτώματα.
 Τῇ δὲ Ἀφροδίτῃ ἐπεμβὰς ὁ Ἄρης δηλοῖ προσθήκην
συνουσίας καὶ ὄρεξιν πολλὴν καὶ διέγερσιν πρὸς τὰ

Joannes Antiochenus Hist., Fragmenta (4394: 001)FHG 4”, Ed.


Müller, [Link]: Didot, 1841–[Link] 90, γρ. 121

τειν οὐκ ἀνασχόμενος, ἀλλὰ γαμετὴν ποιήσασθαι διε-


γνωκὼς, τὴν μὲν Ἀγριππίνης ἀφαιρεῖται τιμὴν, Αὐ-
1088

γούσταν δὲ τὴν Σαβίναν ἀποδείκνυσιν· ὡς ἐκ τούτου


ἀνόσιόν τι καὶ μιαρώτατον ἔργον τὴν μητέρα αὐτοῦ
μελετῆσαι. Ὥσπερ γὰρ τὸν θεῖον αὐτῆς τὸν Κλαύδιον
εἰς ἔρωτα φαρμακείαις εἰσήγαγεν, οὕτω καὶ τὸν ἑαυτοῦ
παῖδα πρὸς τὴν τοιαύτην δυσσέβειαν παρέτρεψεν.
Ἀλλ' ὅμως καὶ μετὰ τὰς τοιαύτας πράξεις διαβληθεῖ-
σάν οἱ πρὸς τῆς Σαβίνης, Ἀνικήτῳ τινὶ τῶν σωματο-
φυλάκων πρὸς διαφθορὰν ἐξέδοτο. Οὗ γενομένου, ἔγων
τε ἐκείνη καὶ ἀνεπήδησεν ἐκ τῆς Κλίνης, τήν τε ἐσθῆτα
περιερρήξατο, καὶ τὴν γαστέρα γυμνώσασα, «Παῖε,
ἔφη, ταύτην, Ἀνίκητε, ὅτι Νέρωνα ἔτεκε.» Καὶ τὰς
περιττὰς μιαρίας προεγράψαμεν ἐκ τῆς ἱστορίας Δίωνος,
περί τε τῆς μητροκτονίας καὶ τοῦ Σπόρου τοῦ ἐρω-
μένου καὶ τῶν λοιπῶν.
 Exc. De ins.: Ὅτι ἐν τῇ Ἰβηρίᾳ Γάϊος
Ἰούλιος Οὐίνδιξ ἐπανίσταται τῷ Νέρωνι, πολλούς τε
τῶν τῆς συγκλήτου βουλῆς φυγάδων προσλαβόμενος
Γάλβαν ἀποδείκνυσι βασιλέα· ὃς τὰς δυνάμεις εὐθέως
ἐξοπλίσας, καὶ πάντα τὰ πρὸς τὸν πόλεμον παρασκευα

Οικυμενική Σύνοδος. Concilium universale Ephesenum anno 431


(5000: 001)“Acta conciliorum oecumenicorum, vol. 1.1.1–1.1.7”, Ed.
Schwartz, [Link]: De Gruyter, 1.1.1–1.1.3:1927; 1.1.4:1928;
1.1.5:1927; 1.1.6:1928; 1.1.7:1929, Repr. 1.1.1:1965; 1.1.6:1960;
1.1.7:[Link]ëvolumëpart 1,1,2, σελ. 86, γρ. 9

ἐν ἀδήλωι τίκτεται χωρίωι, ἀγρὸν ἀφανῆ πρὸς γέννησιν ἐκλεξάμενος· διὰ


πτωχῆς τίκτεται
παρθένου καὶ πάντα πτωχὰ προσλαμβάνεται, ἵνα ἡσύχως πρὸς σωτηρίαν
ἀγρεύσηι τὸν ἄν-  
θρωπον. εἰ γὰρ ἐπιδόξως ἐτέχθη καὶ πλοῦτον πολὺν περιβαλλόμενος
παρεγένετο, εἶπον
ἂν οἱ ἄπιστοι ὅτι ἡ τοῦ πλούτου δαπάνη τὴν μεταβολὴν τῆς οἰκουμένης
εἰργάσατο. εἰ
τὴν μεγάλην Ῥώμην εἵλετο πόλιν, τῆι δυναστείαι τῶν πολιτῶν τῆς
οἰκουμένης τὴν μετα-
βολὴν ἐλογίζοντο. εἰ υἱὸς ἐγένετο βασιλέως, τῆι δυναστείαι τὴν ὠφέλειαν
ἐπέγραφον.
εἰ νομοθέτου ἐγεγόνει υἱός, αὐτοῦ τοῖς προστάγμασι τὴν ὠφέλειαν
ἐπέγραφον.
1089

ποιεῖ; πάντα [τὰ ἔργα] πτωχὰ καὶ εὐτελῆ, πάντα μέτρια καὶ τοῖς πλείοσιν
ἀφανῆ, ἵνα θεό-
της μόνη γνωρισθῆι τὴν οἰκουμένην μετακοσμήσασα. διὰ τοῦτο πτωχὴν
αἱρεῖται μητέρα,
πτωχοτέραν πατρίδα, ἐνδεὴς τοῖς χρήμασι γίνεται.
 Καὶ τὴν ἔνδειαν ἑρμηνευέτω σοι ἡ φάτνη. οὐχ ὑπαρχούσης γὰρ Κλίνης
ἐφ' ἧς
κατακλιθῆι ὁ κύριος, ἐν φάτνηι τίθεται καὶ γίνεται τῆς χρείας τὸ ἄπορον
προφητείας κάλλι-
στον μήνυμα. ἐν φάτνηι γὰρ κατετέθη, μηνύων ὅτι καὶ ἀλόγων ἔσται
τροφή. ὁ γὰρ
τοῦ θεοῦ λόγος πρὸς ἑαυτὸν ἐφείλκετο καὶ πλουσίους καὶ πένητας καὶ
ἐλλογίμους καὶ τῶι
λόγωι βραδεῖς, πενίαι τε συζῶν καὶ ἐν φάτνηι τεθείς. ὁρᾶις πῶς τῆς
χρείας ἡ ἔνδεια
προφητείαν εἰργάσατο καὶ ἡ πτωχεία τὸν δι' ἡμᾶς πτωχεύσαντα
εὐπρόσιτον πᾶσιν ὑπέδειξεν;
οὐδεὶς γὰρ δεδοικὼς τοῦ Χριστοῦ πλοῦτον ὑπέρογκον ἄτολμος ἦν·
οὐδένα προσελθεῖν αὐτῶι
βασιλείας ὕψος ἐκώλυσεν, ἀλλὰ κοινὸς ὤφθη καὶ πένης ὁ πᾶσιν ἑαυτὸν
εἰς σωτηρίαν
προθείς. ἐν φάτνηι γὰρ ὁ τοῦ θεοῦ κατατίθεται λόγος καὶ διὰ μέσου τοῦ
σώματος,
ἵνα ἄδειαν ἔχηι λογικός τε καὶ ἄλογος μεταλαβεῖν τῆς σωτηριώδους
τροφῆς. καὶ τοῦτο
τάχα καὶ ὁ προφήτης πρότερον ἐβόα, τῆς φάτνης ταύτης διηγούμενος τὸ
μυστήριον λέγων·

Οικυμενική Σύνοδος. Concilium universale Ephesenum anno 431


Tomëvolumëpart 1,1,2, σελ. 94, γρ. 1

τί φησιν ὁ Βαρούχ, μόνον οὐχὶ καὶ χειρὶ δεικνύων τὸν Ἐμμανουήλ; οὗτος
ὁ θεὸς ἡμῶν·
οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν. ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης καὶ
ἔδωκεν αὐτὴν Ἰακὼβ τῶι παιδὶ αὐτοῦ καὶ Ἰσραὴλ τῶι ἠγαπημένωι ὑπ'
αὐτοῦ, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις
συνανεστράφη.
ψάλλει δὲ καὶ ὁ μακάριος Δαυὶδ περὶ αὐτοῦ· ὁ θεὸς ἡμῶν ἐμφανῶς ἥξει.
βούλει
μαρτυρῆσαί σοι καὶ τοὺς τῆς νέας διαθήκης κήρυκας; ἄκουε λέγοντος
Ἰωάννου τοῦ βα-
πτιστοῦ· ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους τοῦ
θεοῦ
1090

ἡμῶν. βούλει καὶ ἑτέραν πληροφορίαν ἐπὶ ταύταις δέξασθαι; ἐπηγγείλατο


ὁ θεὸς τῶι
μακαρίωι Δαυὶδ ἐκ καρποῦ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ καθίσαι ἐπὶ τὸν θρόνον
αὐτοῦ.
ὃ δέ, καίτοι χαίρων ἐπὶ τούτωι λίαν, καὶ αὐτὸν τῆς γεννήσεως τὸν τρόπον
περιειργάζετο.  
ἔστιν οὖν ἀκοῦσαι λέγοντος αὐτοῦ· εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς
μου, εἰ
δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶ
ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως τί καταλάβηις; ἕως οὗ εὕρω τόπον
τῶι
κυρίωι, σκήνωμα τῶι θεῶι Ἰακώβ. πολυπραγμονεῖς τὸν τρόπον, ὦ
μακάριε
Δαυίδ; ἀποδέχομαι τὴν προθυμίαν, ἐπαινῶ τὴν ὑπομονήν· ἀλλ' εἴ τι
μεμάθηκας πλέον,
ἀπάγγειλον καὶ ἡμῖν. ποῦ ἔσται ἡ γέννησις καὶ εἰς ποῖον ἄρα γενήσεται
χῶρον, ἄκουε
σαφῶς λέγοντος· ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν ἐν Ἐφραθᾶ, εὕρομεν αὐτὴν ἐν
τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ.

Magica, Papyri magicae (5002: 001)“Papyri Graecae magicae. Die


griechischen Zauberpapyri, vols. 1–2, 2nd edn.”, Ed. Preisendanz, K.,
Henrichs, [Link]: Teubner, 1:1973; 2:[Link] number 4,
γρ. 1865

ὁμοιωθεὶς ᾧ σέβεται θεῷ ἢ δαί-


μονι.’ καὶ ἐλθών σου εἰς τὸν
οἶκον θὲς τράπεζαν καὶ
ὑποστρώσας σινδόνα κα-
θαρὰν καὶ ἄνθη τὰ τοῦ καιροῦ
θὲς ἐπάνω τὸ ζῴδιον, εἶτα
ἐπίθυε αὐτῷ καὶ λέγε τὸν
λόγον συνεχῶς τὸν τῆς
ἐπικλήσεως καὶ πέμπε,
καὶ ποιήσει ἀπαραβάτως.
ὅταν δὲ κλίνῃς τῷ λίθῳ,
ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ὀνειρο-
πομπεῖ· ἄλλῃ γὰρ ἄλλων ἔχεται. .... Μηδένα δίδασκε. ἔστιν
γὰρ καρτερὸν λίαν καὶ ἀν-
υπέρβλητον, ποιοῦν πρὸς
πάντας αὐθήμερον,
1091

Magica, Papyri magicae Preisendanz number 7, γρ. 490

ησα κατ' ἐπιταγὴν Πανχουχι: θασσου: ἄφ' οὗ ἐπιτασσόμενος


ποιήσεις, ὅτι ἐξορκίζω σε κατὰ τῶν τεσσάρων κλιμάτων
τοῦ κόσμου· Ἀψαγαήλ: χαχου: μεριουτ: μερμεριουτ: καὶ κατὰ
τοῦ ἐπάνω τῶν τεσσάρων κλιμάτων τοῦ κόσμου: κιχ: μερμε-
ριουθ:‘ (κοινόν.) ἐπίθυμα τοῦτο· λαβὼν ῥύπου ἀπὸ σανδαλίου σου
καὶ ῥητίνης καὶ κόπρου περιστερᾶς λευκῆς ἴσα ἰσῶν ἐπίθυε
πρὸς τὴν ἄρκτον λέγων. φυλακτήριον τούτου· γράψον τὰ ὀνόματα ταῦτα
εἰς πέταλον κασσιτερινόν· ‘Ἀχαχαήλ: χαχου: μαρμα-
ριουτι·’ καὶ φόρει περὶ τὸν τράχηλον. μετεπικαλέσας
εἴσελθε παρὰ σεαυτῷ, κοίμισον τὸν λύχνον καὶ κοιμῶ
ἐπὶ ψιάθου κλίνῃ καινῇ. Φυλακτήριον. λαβὼν θεῖον καὶ νειλοκα-
λάμης σπέρμα ἐπίθυε πρὸς τὴν σελήνην καὶ λέγε·
’ἐπικαλοῦμαί σε, κυρία Ἶσι, ᾗ συνεχώρησεν ὁ Ἀγαθὸς  
Δαίμων βασιλεύειν ἐν τῷ τελείῳ μέλανι, τὸ ὄνομά
σου· λου: λουλου: βαθαρθαρ· θαρησιβαθ: ἀθερνεκλησιχ
ἀθερνεβουνι: ηιχομω: χομωθι: Ἶσι Σῶθι:
σουηρι· Βούβαστις· ευρελιβατ': χαμαρι: Νεβουτος:
Ουηρι: αϊη: ηοα· ωαι: διαφυλάξατέ με, τὰ μεγάλα
καὶ θαυμαστὰ ὀνόματα τοῦ θ[εοῦ]’, κοινόν, ‘ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ ἐν τῷ
Πηλουσίῳ καθιδρυμένος σερφουθ: μουϊσρω
στρομμω: μολωθ: μολονθηρ: φον Θώθ: δια

Magica, Papyri magicae Preisendanz number 36, γρ. 143

ς [ι]    Ἀγωγὴ θαυμαστή, ἧς μεῖζον οὐδέν. λαβὼν ζμύρναν


καὶ λίβανον ἀρσενικὸν βάλε εἰς ποτήριον καὶ ἀρχὴν ὄξους,
καὶ τρίτῃ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς βαλὼν εἰς τὸν στροφέαν σου τῆς
θύρας λέγε τὸν λόγον ζʹ. ἔστι δὲ ὁ λεγόμενος λόγος οὗτος·
ἐγείρεσθε, οἱ ἐν τῷ σκότει δαίμονες, καὶ ἀνάλλεσθε ἐπὶ τὰ πλιν-
θία καὶ κόπτεσθε τὰ στήθη πηλωσάμενοι τὰ πρόσωπα. διὰ
γὰρ τὴν δεῖνα, ἣν ἔτεκεν ἡ δεῖνα, τὰ ἀνόμιμα ᾠὰ θύεται· πῦρ, πῦρ,
ἀνομία, ἀνομία. ἡ γὰρ Ἶσις ἀνεβόησεν μεγάλην κραυγήν
, καὶ συνεταράχθη ὁ κόσμος· στρέφεται ἐπὶ τὴν ἱερὰν κλίνην, καὶ
διαρήσσεται αὐτοῦ τὰ δεσμὰ τοῦ τε δαιμονιακοῦ εἵνε-
κεν τῆς ἐχθρᾶς καὶ ἀσεβοῦς τῆς δεῖνα, ἧς ἔτεκεν ἡ δεῖνα. σὺ δέ, Ἶσι
καὶ Ὄσιρι καὶ χθονὸς δαίμονες Ἀβλαμˊγουνχωθω, Ἀβρασάξ,
καὶ δαίμονες οἱ ὑπὸ τὸν χθόνον, ἐγείρεσθε, οἱ ἐκ τοῦ βάθους,
καὶ ποιήσατε τὴν δεῖνα, ἣν ἔτεκεν ἡ δεῖνα, ἀγρυπνεῖν, ἀεροπε-
τεῖσθαι, πεινῶσαν, διψῶσαν, ὕπνου μὴ τυγχάνουσαν, ἐρᾶσθαι
1092

ἐμοῦ τοῦ δεῖνα, οὗ ἔτεκεν ἡ δεῖνα, ἔρωτι σπλαγχνικῷ, ἕως ἂν ἔλθῃ


καὶ τὴν θηλυκὴν ἑαυτῆς φύσιν τῇ ἀρσενικῇ μου κολλήσῃ.  
ἐὰν δὲ θέλῃ κοιμᾶσθαι, ὑποστρώσατε αὐτῇ σιττύβας ἀκαν-
θίνας, ἐπὶ δὲ τῶν κοτράφων σκόλοπας, ἵνα μοι ἐπινεύσῃ
ἐπὶ ἑταιρωτικῇ φιλίᾳ, ὅτι ὁρκίζω ὑμᾶς,

Magica, Papyri magicae (fragmenta Christiana) (5002: 002)


“Papyri Graecae magicae. Die griechischen Zauberpapyri, vol. 2, 2nd
edn.”, Ed. Preisendanz, K., Henrichs, A.
Stuttgart: Teubner, [Link] number 10, γρ. 26

τὸν δεύτερον ὑακ[ίνθινον, τὸν τρίτον]


ἀδαμάντινον, τὸν [τέταρτον]
μαλάκηκτον, τὸν πέμ[πτον .......,]
τὸν ἕκτον χρυσίτην, τ[ὸν ἕβδομον]
ἐλεφάντινον. ὁρκίζω [ὑμᾶς, ἀκά-]
θαρτα πνεύματα, τὸν κύριον κακοῦν[τα·]
μὴ ἀδικήσητε τὸν φοροῦντα
τοὺς ὁρκισμοὺς τούτους, ἀναχω-
ρήσατε ἀπ' αὐτοῦ, μὴ ὑποκρύ-
ψητε ἐν τῇ γῇ ταύτῃ, μὴ ὑπὸ
Κλίνην, μὴ ὑπὸ θυρίδαν, μὴ
ὑπὸ θύραν, μὴ ὑπὸ δοκούς, μὴ
ὑπὸ σκεῦος, μὴ ὑπὸ βόθυνον
κάμψητε. ὁρκίζω ὑμᾶς, ἅτι[να]
ὠμόσατε ἐπὶ Σολομῶνος· μὴ ἀ-
δικήσητε ἄνθρωπον, μὴ ἐν πυρί, μὴ [ἐν ὕδατι κακ-]  
ὸν ποιήσητε, τῷ ὅρκῳ φοβηθέντα
τὸ ἀμὴν καὶ τὸ ἀλληλούϊα καὶ τὸ
εὐαγγέλιον τοῦ κυρίου, ὃς ἔπαθεν δι'
ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. καὶ νῦν ὁρκί-
ζω, ὅσα ἐστὶν πνεύματα ἢ κλαίοντα

Erotica Adespota, Apollonius (PSI 2.151) (5003: 032)


“Ancient Greek novels: the fragments”, Ed. Stephens, S., Winkler, J.
Princeton: Princeton University Press, [Link] 3

         
[.....]. σατράπαι καὶ μεγι̣[στᾶ]ν̣[ες καὶ]
[οἱ ἄλλ]οι, ἕκαστος δὲ εἰς τὴ̣ν συνήθη
[Κλίνην] ἐκλίθη, ἡ δὲ βασιλὶς ἡ τού-
[του] γυνὴ ὑπεράνω αὐτοῦ ἀνέκει-
1093

[το θε]οπρεπεῖ κάλλει κοσμουμένη. το̣ῦ̣


[δὲ πό] του μεσάσαντος, ὁ βασιλεὺς με-
[ταν]α̣στὰς ἐπὶ τὸν ἀγκῶνα, ὃν κατεῖ-
[χε σκύ]φον προέτεινεν τῷ Διονυσίῳ
[..... ..]βων καὶ τῷ Ἀπολλωνίῳ

Erotica Adespota, Fragmentum (PSI 3.725) (5003: 036)


“Ancient Greek novels: the fragments”, Ed. Stephens, S., Winkler, J.
Princeton: Princeton University Press, [Link] 12

[ἐ]πεὶ δ' αἱ θύραι τῆς γυν[αικωνίτιδος]


[ ]ετέθησαν, ἀνιστη[]
[τ]ῆς Κλίνης ὁ Ωλε..[]
[ ]ασ̣ αυτη. ἡ δ' εὐθὺς ἐ.[]
[ ]ντας εἶδον οἱ φύλακ[ες]
[ ]ἐκεῖθεν ἡμᾶς δια[]
[λα]μ̣π̣τῆρας φέροντ[ες]
[ ]ερε δ' αὐτὴν δια[]
[ ]βασιλείων εὐθὺ[ς]
[ ].αμένου ἐπὶ πύλα[]

Σχόλια στον Αισχύλο. Scholia in Aeschylum .(5010: 001)“Scholia


Graeca in Aeschylum quae exstant omnia, vols. 1 & 2.2”, Ed. Smith,
[Link]: Teubner, 1:1976; 2.2:[Link] Ch, hypothesis-epigram-
scholion 71b, γρ. 1

ἄκραντος ... νύξ] ἀντὶ αἰώνιος θάνατος.


δι' αἵματ'] διὰ τὰ αἵματα.
τίτας] ὁ τιμωρός.  
οὐ διαρρύδαν] ἀντὶ οὐ διαρρέων.
διαλγὴς ἄτη] ἡ διαιωνίζουσα ἄτη, τουτέστιν ὁ φόνος.
διαφέρει] διασπαράσσει.
παναρκέτας· τῆς εἰς πάντα τὸν χρόνον ἀρκούσης αὐτῶι.
βρύειν] λείπει τὸ ὥστε.
τοὺς δ' ... νύξ] τοῦτο ὥσπερ ἐπαιδόμενόν ἐστι.
νυμφικῶν ἑδω(λίων)· τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον λέγει.
θιγόντι] ὥσπερ τῶι ἐπιβάντι νυμφικῆς Κλίνης οὐκ ἔστιν ἴασις
πρὸς ἀναπαρθένευσιν τῆς κόρης, οὕτως οὐδὲ τῶι φονεῖ πάρεστι πόρος
πρὸς ἄκεσιν τοῦ φόνου.
1094

ἐκ μιᾶς ὁδοῦ] πάντες οἱ ποταμοὶ εἰς ἓν συνερχόμενοι.


ἰοῦσαν ἄτην] ἀντὶ τῆς ἐπιούσης αὐτῶι ἄτης. Ἀττικὸν δὲ τὸ πρὸς
αἰτιατικὴν συντάσσειν, καθαίρω σε τὸν φόνον· τὸ δὲ κοινόν, καθαίρω
σε τοῦ φόνου.
ἐμοὶ ... κρατούσηι] τὸ ἑξῆς· ἐμοὶ δὲ πρέποντα καὶ ὀφει-
λόμενά ἐστιν ἀπ' ἀρχῆς βίου τὰ τῶν βίαι με φερομένων αἰνέσαι πικρὸν
φρενῶν στύγος κρατούσηι· ἀνάγκην γάρ μοι οἱ θεοὶ προσήνεγκαν,
ὅ ἐστι πόλεμον.  

Σχόλια στον Αισχύλο. Scholia in Aeschylum (scholia recentiora


Demetrii Triclinii) (5010: 003)“Scholia Graeca in Aeschylum quae
exstant omnia, vol. 1”, Ed. Smith, [Link]: Teubner, 1976.
Play Ag, hypothesis-scholion 427a, γρ. 6

ὀπαδοῖς] ἀκολούθοις.  
ὕπνου κελεύθοις] τῆι ὁδῶι τοῦ ὕπνου· συναφίπταται γὰρ τῶι
ὕπνωι ἡ ὄψις.
ἡμέτερα + τὸ κατ' οἴκους καὶ ἐφ' ἑστίας ἢ ἐκ παραλλήλου
εἴρηται, ἢ τὸ μὲν οἴκους νοήσεις διὰ τοὺς ἐν τῶι οἴκωι θεράποντας
καὶ θεραπαινίδας· εἰκὸς γὰρ ἦν θρηνεῖν κἀκείνους τὴν τῆς δεσποίνης
ἀπουσίαν. τὸ δὲ ἐφ' ἑστίας διὰ τὸν ἄνδρα αὐτῆς, ἴσως δὲ καὶ διὰ
τοὺς παῖδας. ἑστία γάρ ἐστιν ὁ θάλαμος τῶν συζύγων. εἰκὸς γὰρ ἦν
τοῦτον ἀεὶ θρηνεῖν ἔρημον τῆς συνεύνου τὴν ἑστίαν καὶ τὴν Κλίνην
ὁρῶντα.
τὰ μὲν] ἤγουν τὰ μὲν κατὰ τοὺς οἴκους τῆς Ἑλένης.
ἐφ' ἑστίας] ἤτοι τοῦ θαλάμου.
ἄχη] αἱ λύπαι.
ὑπερβατώτερα] ἤγουν μείζονα.
τὸ πᾶν] ἤγουν καθόλου δέ.
αἴας] γῆς.
Τῶν συνηγμένων ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ἁπάντων ἑκάστου τοῖς οἴκοις
ὀδυνηρὰ πένθησις διαπρέπει.

Σχόλια στον Αισχύλο. Scholia in Prometheum vinctum (scholia


recentiora Thomae Magistri et Demetrii Triclinii) (e cod. Neapol. II.F.31)
(5010: 007)“”The commentary on Aeschylus' Prometheus in the codex
Neapolitanus””, Ed. Smyth, H.W., 1921; Harvard studies in classical
philology [Link]-verse of play 18, γρ. 7

Ante vers. γνωμικόν ἐξωριάζειν] ἀθετεῖν καὶ ἔξω ὤρας καὶ


φροντίδος ποιεῖσθαι πατρὸς] ἤτοι τοῦ Διός· οὗτος γὰρ πατὴρ ἀνδρῶν τε
θεῶν τε  
1095

Ante vers.προκατάστασις καὶ διήγησις ὧν μέλλουσι ποιήσειν


αὐτῷ
Πῶς φασι τὸν Προμηθέα υἱὸν τῆς Θέμιδος, δέον ἀντιστρόφως λέγειν.
ἐκ γὰρ προμηθείας καὶ σκέψεως τὸ δίκαιον εὕρηται· καί φαμεν ὅτι αἴτιον
τὸ δίκαιον τοῦ προμηθεῖσθαι· διὰ τοῦτο καὶ τὸν Προμηθέα Δίκης υἱὸν
λέγομεν·
ἐπεὶ καὶ ὁ κλινοποιὸς πρῶτον ἔννοιαν λαμβάνει τῆς ἀνθρώπου
ἀναπαύσεως·
εἶτα ἐπιχειρεῖ καὶ Κλίνην ποιῆσαι· καὶ ἔστι τῷ μὲν ἔργῳ πρώτη (sic) ἡ
Κλίνη, τῇ δὲ διανοίᾳ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀνάπαυσις τῆς] ἀποστροφὴ τὸ
σχῆμα ὀρθοβούλου] τῆς ὀρθὰ καὶ ἀληθῆ βουλευομένης αἰπυμῆτα]
μεγαλόβουλε
δυσλύτοις] ἤγουν ἰσχυροῖς χαλκεύμασιν] ἤγουν σιδηροῖς
δεσμοῖς
προσπασσαλεύσω] προσηλώσω τῷδ' ἀπανθρώπῳ] τῷ τῶν
ἀνθρώπων ἀποτυγχάνοντι πάγῳ] πάγος τὸ ὄρος καὶ ὁ παγετὸς ἀπὸ
τοῦ πηγνύω πάγῳ] ὄρει
ἵν'] ὅπου φωνὴν] ἀκούσῃ δηλονότι του] τινός
ὄψει] θεάσῃ

Σχόλια στον Αισχύλο. Scholia in Prometheum vinctum (scholia


recentiora Thomae Magistri et Demetrii Triclinii) (e cod. Neapol. II.F.31)

Hypothesis-verse of play 18, γρ. 8

Ante vers. γνωμικόν ἐξωριάζειν] ἀθετεῖν καὶ ἔξω ὤρας καὶ


φροντίδος ποιεῖσθαι πατρὸς] ἤτοι τοῦ Διός· οὗτος γὰρ πατὴρ ἀνδρῶν τε
θεῶν τε  
Ante vers.προκατάστασις καὶ διήγησις ὧν μέλλουσι ποιήσειν
αὐτῷ
Πῶς φασι τὸν Προμηθέα υἱὸν τῆς Θέμιδος, δέον ἀντιστρόφως λέγειν.
ἐκ γὰρ προμηθείας καὶ σκέψεως τὸ δίκαιον εὕρηται· καί φαμεν ὅτι αἴτιον
τὸ δίκαιον τοῦ προμηθεῖσθαι· διὰ τοῦτο καὶ τὸν Προμηθέα Δίκης υἱὸν
λέγομεν·
ἐπεὶ καὶ ὁ κλινοποιὸς πρῶτον ἔννοιαν λαμβάνει τῆς ἀνθρώπου
ἀναπαύσεως·
εἶτα ἐπιχειρεῖ καὶ Κλίνην ποιῆσαι· καὶ ἔστι τῷ μὲν ἔργῳ πρώτη (sic) ἡ
Κλίνη, τῇ δὲ διανοίᾳ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀνάπαυσις τῆς] ἀποστροφὴ τὸ
σχῆμα ὀρθοβούλου] τῆς ὀρθὰ καὶ ἀληθῆ βουλευομένης αἰπυμῆτα]
μεγαλόβουλε
δυσλύτοις] ἤγουν ἰσχυροῖς χαλκεύμασιν] ἤγουν σιδηροῖς
1096

δεσμοῖς
προσπασσαλεύσω] προσηλώσω τῷδ' ἀπανθρώπῳ] τῷ τῶν
ἀνθρώπων ἀποτυγχάνοντι πάγῳ] πάγος τὸ ὄρος καὶ ὁ παγετὸς ἀπὸ
τοῦ πηγνύω πάγῳ] ὄρει
ἵν'] ὅπου φωνὴν] ἀκούσῃ δηλονότι του] τινός

Σχόλια στον Αισχύλο. Scholia in Aeschylum (scholia recentiora) (5010:


009)“Aeschyli tragoediae superstites et deperditarum fragmenta, vol. 3
[Scholia Graeca ex codicibus aucta et emendata]”, Ed. Dindorf, W.
Oxford: Oxford University Press, 1851, Repr. [Link] Pr, hypothesis-
verse of play 18, γρ. 8

βαρύ] βαρὺ καὶ χαλεπὸν καὶ ἐπικίνδυνον ὑπάρχει. C.


τῆς ὀρθοβούλου Θέμιδος] πρὸς τὸν Προμηθέα ἀποστρέφει ὁ
Ἥφαιστος τὸν λόγον, Θέμιδός τε παῖδα αὐτὸν εἶπε, τῆς Δικαιοσύνης
τῆς ὀρθὰ καὶ δίκαια βουλευομένης. πῶς δέ φησι τὸν Προμηθέα υἱὸν
τῆς Θέμιδος, δέον ἀντιστρόφως λέγειν; ἐκ προμηθείας γὰρ καὶ
σκέψεως τὸ δίκαιον εὕρηται. καί φαμεν ὡς αἴτιον τὸ δίκαιον τοῦ
προμηθεῖσθαι, διὰ τοῦτο καὶ τὸν Προμηθέα Δίκης υἱὸν λέγομεν· ἐπεὶ
καὶ ὁ κλινοποιὸς πρῶτον ἔννοιαν λαμβάνει τῆς ἀνθρώπων ἀναπαύσεως,
εἶτα ἐπιχειρεῖ καὶ Κλίνην ποιεῖ, καὶ ἔστι τῷ μὲν ἔργῳ πρῶτον ἡ
Κλίνη, τῇ δὲ διανοίᾳ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀνάπαυσις. A.
ὀρθοβούλου] τῆς ἀληθὲς βουλευομένης. B. τῆς ὀρθὰ καὶ δίκαια
βουλευομένης Δικαιοσύνης, ἢ ὑψηλὰ βουλευομένης, ἢ χαλεπὰ καὶ
στρεβλά. ἢ τῆς ὑψηλῆς, ἢ τῆς ὑψηλὰ βουλευομένης καὶ ὀρθά. P.
αἰπυμῆτα] μεγαλόβουλε. B.
δυσλύτοις] ἀλύτοις, ἀφύκτοις. C.
χαλκεύμασι] σιδηροῖς δεσμοῖς. R.
προσπασσαλεύσω] προσηλώσω. πάγῳ] ὄρει. B.
τῷδ' ἀπανθρώπῳ πάγῳ] τῷ ἀπὸ καὶ μακρὰν τῶν ἀνθρώπων,

Σχόλια στον Αισχύλο. Scholia in Aeschylum (scholia recentiora)


Play Pr, hypothesis-verse of play 18, γρ. 9

βαρύ] βαρὺ καὶ χαλεπὸν καὶ ἐπικίνδυνον ὑπάρχει. C.


τῆς ὀρθοβούλου Θέμιδος] πρὸς τὸν Προμηθέα ἀποστρέφει ὁ
Ἥφαιστος τὸν λόγον, Θέμιδός τε παῖδα αὐτὸν εἶπε, τῆς Δικαιοσύνης
τῆς ὀρθὰ καὶ δίκαια βουλευομένης. πῶς δέ φησι τὸν Προμηθέα υἱὸν
τῆς Θέμιδος, δέον ἀντιστρόφως λέγειν; ἐκ προμηθείας γὰρ καὶ
σκέψεως τὸ δίκαιον εὕρηται. καί φαμεν ὡς αἴτιον τὸ δίκαιον τοῦ
1097

προμηθεῖσθαι, διὰ τοῦτο καὶ τὸν Προμηθέα Δίκης υἱὸν λέγομεν· ἐπεὶ
καὶ ὁ κλινοποιὸς πρῶτον ἔννοιαν λαμβάνει τῆς ἀνθρώπων ἀναπαύσεως,
εἶτα ἐπιχειρεῖ καὶ Κλίνην ποιεῖ, καὶ ἔστι τῷ μὲν ἔργῳ πρῶτον ἡ
Κλίνη, τῇ δὲ διανοίᾳ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀνάπαυσις. A.
ὀρθοβούλου] τῆς ἀληθὲς βουλευομένης. B. τῆς ὀρθὰ καὶ δίκαια
βουλευομένης Δικαιοσύνης, ἢ ὑψηλὰ βουλευομένης, ἢ χαλεπὰ καὶ
στρεβλά. ἢ τῆς ὑψηλῆς, ἢ τῆς ὑψηλὰ βουλευομένης καὶ ὀρθά. P.
αἰπυμῆτα] μεγαλόβουλε. B.
δυσλύτοις] ἀλύτοις, ἀφύκτοις. C.
χαλκεύμασι] σιδηροῖς δεσμοῖς. R.
προσπασσαλεύσω] προσηλώσω. πάγῳ] ὄρει. B.
τῷδ' ἀπανθρώπῳ πάγῳ] τῷ ἀπὸ καὶ μακρὰν τῶν ἀνθρώπων, ἢ τῷ
ἔχοντι ἀνθρώπους ἀπανθρώπους· σκληρῷ, ἀγροίκῳ βούνῳ. C.  
ἵν'] ὅπου. φωνὴν] ἀκούσῃ δηλονότι. του] τινός. βροτῶν]

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in equites (scholia vetera et


recentiora Triclinii) Argumentum-dramatis personae-scholion sch eq,
section-verse 532b, γρ. 1

Tr εὐπαλάμων] εὖ διακεχειρισμένων, συντεταγμένων. Lh


vet παραληροῦντα: διαποροῦντα καὶ ἀσχημονοῦντα. ταῦτα ἀκούσας
ὁ Κρατῖνος ἔγραψε τὴν Πυτίνην, δεικνὺς ὅτι οὐκ ἐλήρησεν· ἐν ᾗ κακῶς
λέγει τὸν Ἀριστοφάνην ὡς τὰ Εὐπολίδος λέγοντα. VEΓΘM
Tr παραληροῦντα] ἀποροῦντα καὶ ἀσχημονοῦντα. Lh
vet ἐκπιπτουσῶν τῶν ἠλέκτρων: ἰδίως τὰ ταῖς κλίναις ἐπιβαλ-
λόμενα ἐλεφάντινα οὕτως ἐκάλουν ἤλεκτρα. μεταφορᾷ οὖν κέχρηται ἀπὸ

τῶν κλινῶν. αἱ γὰρ ἀρχαῖαι κλῖναι τοὺς πόδας εἶχον ὠφθαλμισμένους


ἄνθραξι
καὶ ἠλέκτροις. διόπερ βαρυτόνως ἀναγνωστέον, ἀπὸ τοῦ αἱ ἤλεκτροι τῶν
ἠλέκτρων. VEΓ3ΘM
vet καὶ τοῦ τόνου οὐκέτ' ἐνόντος: ἀκολούθως μετὰ τὴν Κλίνην
ἐμνημόνευσε τοῦ τόνου. τόνος γὰρ τὰ τῶν κραββάτων σχοινία. τροπικῶς
δὲ
δηλοῖ τὴν τῆς φωνῆς τάσιν. VEΓ3M
Tr ἤλεκτροι τὰ ξυλάρια ἐν οἷς τοὺς τῶν κλινῶν ἀσφαλίζουσι πόδας,
ὅταν ἐξ ἀκινήσεως ἀσθενήσωσι τῷ χρόνῳ. Lh  
vet τῶν θ' ἁρμονιῶν: ἁρμονίας λέγομεν τὰ συμπησσόμενα τῶν
κραββάτων μέρη. ἐπέμεινε δὲ τῇ τροπῇ· καὶ γὰρ ἁρμονίαν λέγομεν τὴν
1098

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in nubes .(5014:


003)“Prolegomena de comoedia. Scholia in Acharnenses, Equites,
Nubes”, Ed. Holwerda, [Link]: Bouma, 1977; Σχόλια στον
Αριστοφάνη. [Link]-dramatis personae-scholion sch nub,
verse 58, γρ. 1

  ἐγὼ δ' ἂν αὐτῇ θοἰμάτιον δεικνὺς τοδὶ


  πρόφασιν ἔφασκον· ὦ γύναι, λίαν σπαθᾷς. V
ἐσπάθα] ἀναιδῶς VE ἀνήλισκεν. VEA
αὐτῇ κτλ.] ἔλεγον αὐτῇ δεικνὺς τὸ ἱμάτιον περιρραγέν. M
σπαθᾷς: ἀντὶ τοῦ “ἐργάζῃ”. Su. IV 414, 26  
πότης ἀττικῶς ὁ ταχέως
ἀναλίσκων τὸ ἔλαιον λύχνος. M   
τὸν πότην λύχνον R: πότης
RV λύχνος παρ' Ἀττικοῖς R ὁ πολὺ
ἔλαιον ἀναλίσκων. RV   
ἵνα κλάῃς R: καλεῖ τὸν παῖδα πλησίον ἐλθεῖν τῆς Κλίνης, ἐφ' ἧς
ἀνέκειτο, τύψειν αὐτὸν ἀπειλῶν. RV
θρυαλλίδων RV: ἀντὶ τοῦ “ἐλλυχνίων”. RVEN ἢ ἀπὸ τοῦ θρύου
τὸ παλαιὸν τὰ ἐλλύχνια. R
μετὰ ταῦθ' ὅπως νῶιν· R: μετὰ τὸ ἐπιτιμῆσαι τῷ οἰκέτῃ ἐπὶ τὸ
διήγημα ἀνατρέχει πάλιν τοῦ γάμου. RV οὐ μὴν συναπτέον πάντα τὸν
στίχον,

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in nubes .


Argumentum-dramatis personae-scholion sch nub, verse 1384, γρ. 1

ἄσημος φωνὴ ἡ τῶν παίδων,


ὁπότ' ἂν πιεῖν ζητῇ. V   
μαμμᾶν: ἄσημον φωνὴν τῶν παίδων λαλούντων. EN
ἀφοδεύειν τὰ παιδία. πρίν σε εἰπεῖν προέτεινόν σε ἀπὸ τῆς Κλίνης
καὶ ἔξω τῶν ἱματίων, ἵνα ἀποπατήσῃς. RV
χεζητιῴην] ὑπὸ τῶν πληγῶν RM δηλονότι. M
αὐτοῦ] αὐτόθι. REN
1391] ἀντίστροφος. Rs
ἀντὶ τοῦ “εἰς ἅ”. R
εἰ ... ἐξειργασμένος] ἴαμβος. E
λαλῶν ἀναπείσῃ] ἰωνικὸν ἡμιόλιον. EM
1099

τὸ ... ἄν] ἴαμβος. E


οὕτως ἀφανισθήσεται πληγαῖς, ὡς νομίσαι ἡμᾶς καὶ τοῦ δέρματος
ἐρεβίνθου λεπτότερον αὐτοὺς ἔχειν.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in nubes (scholia recentiora


Eustathii, Thomae Magistri et Triclinii) (5014: 005)
“Prolegomena de comoedia. Scholia in Acharnenses, Equites, Nubes”,
Ed. Koster, [Link]: Bouma, 1974; Σχόλια στον Αριστοφάνη.
[Link]-dramatis personae-scholion sch th-tr nub, verse 49b,
γρ. 1

Th2Tr1/2 τρυφῶσαν] ἱματίοις καὶ ⌈ἐν Th2 τῇ ἄλλῃ ⌈διαίτῃ. Th2Tr1 [δαπάνῃ.
Tr2]
Th2Tr1/2 ἐγκεκοισυρωμένην] ⌈περισσῶς κεκοσμημένην Tr1/2 ⌈καὶ Tr2
κεκαλλω-
πισμένην ⌈ὁμοίως τῇ Κοισύρᾳ. Tr1/2
Th2Tr1/2
⌈Κοισύρα τις ἦν γυνὴ Th2 αὕτη δὲ γυνή τις ἦν Tr1 [ἡ Κοισύρα γυνή
τις ἦν Tr2] πάνυ ⌈σεμνῶς Tr2 ἑαυτὴν ⌈καὶ ποικίλως Tr2 κοσμοῦσα, ὡς
τοὺς
ὁρῶντας ἐκπλήττεσθαι· ⌈ἀφ' ἧς καὶ τὸ γένος εἶχεν. Th2Tr1 [ἐκ ταύτης οὖν
τὸ
γένος εἷλκεν Tr2] ⌈ἡ τούτου γυνή. ἀπὸ τῆς Κοισύρας δὲ τὸ κοισυρῶ, τὸ
καλλωπίζω, παρήχθη. Tr2  
Th2Tr1/2
ἐγάμουν] εἰς γάμον ἐλάμβανον.
2Tr1/2
Th συγκατεκλινόμην] σὺν αὐτῇ ⌈παρὰ Th2 [πρὸς Tr1/2] τὴν Κλίνην
ἐκείμην.
Th2Tr1/2 τρασιᾶς] ⌈ἡ τρασιὰ σανίς ἐστιν Th2, [σανίς Tr1, σανίδος Tr2,] ἐν ᾗ
τὰ
⌈σύκα Th2Tr1 [σῦκα Tr2] ταριχεύουσι πρὸς τὸν ἥλιον. ⌈ἀπὸ τούτου δὲ τὴν
ὀσμὴν δηλοῖ τὴν ἐκ τῶν σύκων καὶ τῶν λοιπῶν τῶν τοιούτων γινομένην.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in nubes (scholia anonyma


recentiora) Play sch recent nub, verse 49c, γρ. 2
48b
), γαυρουμένην Harl.5(m2), {σώφρονα} Ba, εὔμορφον (Cang).
τρυφῶσαν] σπαταλῶσαν CrlChalcb(M).
ἐγκεκοισυρωμένην] τὰ τῆς Κοισύρας ποιοῦσαν (M) (cf. [Link].
48b (post in.) et Tz 48a, l. 9; Tz1 48b, l. 13).
Κοισύρα γυνὴ ἦν διαβεβοημένη ἐπὶ τρυφῇ καὶ σπατάλῃ M(mrg.).
ἐγάμουν] εἰς γυναῖκα ἐλάμβανον ChisVa, γυναῖκα ⌈ἐλάμβανον Cant.2
Lb, [ἔλαβον b,] εἰς γάμον ἠγαγόμην (M).
1100

⌈γαμεῖν [γαμῶ Chalc] οὐ μόνον τὸ λαμβάνειν γυναῖκα, ἀλλὰ καὶ τὸ


τὴν ἡμέραν ⌈τῶν γάμων [αὐτὴν h] ἑορτάζειν⌈, ἐν ᾗ τὴν γυναῖκα ἔλαβεν h.

συγκατεκλινόμην] συγκατεκείμην Cant.2, συνεκοιμώμην PaLbh,


μετ' αὐτῆς ἐγώ b, ἐκοιταζόμην μετ' ἐκείνης ἐν τῇ κλίνῃ Va, ἐπὶ τῆς αὐτῆς
Κλίνης ἐκείμην (M).  
ὄζων] πνέων Cr(Cang), μυρίζων Cant.2, ὀσμὴν lChalch(M) ἀποπέμ-
πων lChalc πέμπων Ho(hic ὀδμὴν) (M) ἐκπέμπων b.
τρυγός] ἢ Cr νέου οἴνου Cr(Cang) (cf. [Link]. 50a) ἢ λούνης (v.
Pernot) Cr, ὕλης Cant.2lChalcb οἴνου Cant.2LbChalc(M).
ἡ ... σανὶς ἦν ... σύκα ἐταρίχευον ... γινομένην.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in nubes (scholia anonyma


recentiora) Play sch recent nub, verse 49c, γρ. 3

τρυφῶσαν] σπαταλῶσαν CrlChalcb(M).


ἐγκεκοισυρωμένην] τὰ τῆς Κοισύρας ποιοῦσαν (M) (cf. [Link].
48b (post in.) et Tz 48a, l. 9; Tz1 48b, l. 13).
Κοισύρα γυνὴ ἦν διαβεβοημένη ἐπὶ τρυφῇ καὶ σπατάλῃ M(mrg.).
ἐγάμουν] εἰς γυναῖκα ἐλάμβανον ChisVa, γυναῖκα ⌈ἐλάμβανον Cant.2
Lb, [ἔλαβον b,] εἰς γάμον ἠγαγόμην (M).
⌈γαμεῖν [γαμῶ Chalc] οὐ μόνον τὸ λαμβάνειν γυναῖκα, ἀλλὰ καὶ τὸ
τὴν ἡμέραν ⌈τῶν γάμων [αὐτὴν h] ἑορτάζειν⌈, ἐν ᾗ τὴν γυναῖκα ἔλαβεν h.

συγκατεκλινόμην] συγκατεκείμην Cant.2, συνεκοιμώμην PaLbh,


μετ' αὐτῆς ἐγώ b, ἐκοιταζόμην μετ' ἐκείνης ἐν τῇ κλίνῃ Va, ἐπὶ τῆς αὐτῆς
Κλίνης ἐκείμην (M).  
ὄζων] πνέων Cr(Cang), μυρίζων Cant.2, ὀσμὴν lChalch(M) ἀποπέμ-
πων lChalc πέμπων Ho(hic ὀδμὴν) (M) ἐκπέμπων b.
τρυγός] ἢ Cr νέου οἴνου Cr(Cang) (cf. [Link]. 50a) ἢ λούνης (v.
Pernot) Cr, ὕλης Cant.2lChalcb οἴνου Cant.2LbChalc(M).
ἡ ... σανὶς ἦν ... σύκα ἐταρίχευον ... γινομένην.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in nubes (scholia anonyma


recentiora) Play sch recent nub, verse 254c, γρ. 2

νεφῶν καταφορᾶς ⌈τῶν ὑδάτων [τοῦ ὄμβρου] ⌈λέγεται Reg· ⌈νείφω


[νείφειν]
δὲ τὸ χιονίζω δίφθογγον ⌈καὶ ἀπὸ τούτου νιφετὸς διὰ τοῦ ι Reg.
λόγους] ὁμιλίαν Va.
δαίμοσιν] θεοῖσιν Chis, θεαῖς ParCant.2VaChalcHarl.5 (cf.
[Link]. 253 in.); ταῖς ... δαίμοσι] μετὰ τῶν ἡμετέρων θεῶν Lb.
1101

τοίνυν] λοιπόν Cant.2VaChalcHo(Lb ad v. 255).


οὐχ ὅτι ἱερὸν ἦν ἐκεῖσε, ὅπου ἦν ὁ Σκίμπους, τοῦτό φησιν, ἀλλ'
ὅτι τοῖς διδασκομένοις μόνοις καθέζεσθαι ἐξῆν ἐπ' αὐτοῦ
HoHarl.5(mrg.).
τὸν ἱερὸν] τὸν σεβάσμιον, τὸν τεταμιευμένον τοῖς μαθηταῖς Lb.
σκιμπάζειν ○○○ πόδας σκαμβούς. Σκίμπους καὶ ὁ δίφρος, ἐφ' οὗ κά-
θηταί τις· φέρτρον δὲ λέγεται ἡ νεκροφόρος Κλίνη.
Σκίμπους τὸ ὑποπόδιον l.
σκιμπάζειν δὲ εἴρηται παρὰ τοῖς πα-
λαιοῖς τὸ χωλαίνειν l·   
ἰστέον, ὅτι σκιμπάζειν ἐλέγετο παρὰ
τοῖς παλαιοῖς τὸ χωλαίνειν Ho
Harl.5.   
σκίμποδα] τὸ ὑποπόδιον Chalc.
ἰδοὺ] ἀρτίως· ἐπίρρημα ChisPar, ἔστω τοῦτα Chalc.
λαβὲ] λάβε Chisl (λαβὲ errans Va) Harl.5, ὡς ἰδέ A· ἀττικόν

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in nubes (scholia anonyma


recentiora) Play sch recent nub, verse 1069a gamma, γρ. 1

Πηλέως συμβίωσιν ἀπέστερξεν. (4) ἐνταῦθα δὲ ὁ ποιητὴς βουλόμενος


κωμῳδῆ-
σαι τὴν Θέτιν ὡς πορνικήν φησιν (5), ὅτι διὰ τὸ μὴ εἶναι ὑβριστὴν τὸν
Πηλέα
ἤγουν κατάφορον πρὸς τὰ ἀφροδίσια τοῦτον κατέλιπεν.  
ἀπολιποῦσά] ἀφεῖσα Chislh, ἐάσασα Cr.
ὑβριστὴς] ἀκόλαστος ChisCr, κατάφορος πρὸς τὰ ἀφροδίσια Reg,
γαμέας Cant.2, λάγνος Lb.
ἡδὺς ... στρώμασιν] ἡδονὴν ἐπάγων καὶ κατωφερὴς ὢν πρὸς
ἀφροδισίαν (sic) Chis.
ἡδὺς] γλυκύς CrCant.2Va, ἐπιτήδειος Lbh, δεινός Chalc, εὐφραντός
(Cang).
στρώμασι] κλίνῃ Lb, κραββάτοις Chalc.
παννυχίζειν] δι' ὁλῆς τῆς νυκτὸς ἐπιτελεῖν ἀφροδίσια Reg, διανυκ-
τερεύειν Cant.2, ἐν τῷ λαγνεύειν ⌈ὅλην Va τὴν νύκτα l διάγειν Lb
ἀναλοῦν Va,
διενεργεῖν ἀφροδίσια h.
τὸ “δὲ” ἀντὶ τοῦ “γάρ” λαμβάνεται ἐνταῦθα b(mrg.).
συναμωρουμένη] συνεχῶς ἀνδρὶ συνουσιαζομένη ChisReg (cf. sch.
vet. 1070a)· σύνος ... αἰδοῖον, ἀφ' οὗ καὶ τοῦ “μωρός” γίνεται ῥῆμα
1102

συναμωρῶ Chis(c.m.) (cf. 1070a Tr2).


συνάμωρος ὁ πόρνος, ἀπὸ τοῦ σῖνος τὸ αἰδοῖον.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in vespas (scholia vetera,


recentiora Tricliniana et Aldina) (5014: 007)“Scholia in Vespas, Pacem,
Aves et Lysistratam”, Ed. Koster, W.J.W.
Groningen: Bouma, 1978; Σχόλια στον Αριστοφάνη. 2.1.
Argumentum-dramatis personae-scholion sch vesp, verse 774b, γρ. 2

καθήμενος. Lh
Tr νίφῃ] χειμὼν γενήσεται. Lh
vet Tr ὕοντος: ⌈οἷον V ⌈ὕοντος RVΓAld [βρέχοντος Lh] τοῦ θεοῦ καὶ
νίφοντος RVΓLhAld
⌈εἴσῃ Γ [γνώσῃ LhAld] πρὸς τὸ
πῦρ καθήμενος (.) RΓLhAld τὴν
δίκην. LhAld   
οὐκ εἰς εἰργμόν, ἀλλὰ καθήμενος
πρὸς τὸ πῦρ. V   
vet Tr κἂν ἔγρῃ μεσημβρινός: γνώσεις τὴν δίκην, VΓ κἂν βραδέως ἀπὸ
τῆς ⌈κοίτης VΓ [Κλίνης LhAld] ἀναστῇς (.) VΓLhAld, οὐδεὶς
ἀποκλείσει
σε τοῦ δικαστηρίου ὡς βραδέως ἥκοντα. LhAld
vet θεσμοθέτης: ὅτι καὶ θεσμοθέτης παρετύγχανε καὶ ἔβλεπε τὰ
δικαστήρια. RVΓ
Tr θεσμοθέτης] ὁ ἐπιτηρῶν τὰ δικαστήρια. Lh  
vet θεσμοθέτης: ἐπειδὴ θεσμοθέται καὶ δέκατος ὁ γραμματεὺς
κληροῦσι τοὺς δικαστὰς τοὺς τῆς αὐτῆς φυλῆς ἕκαστος. VΓAld
vet Tr ἀρχῆς ὄνομα ⌈ἐστὶν οἱ θεσμοθέται Lh, ὧν τοῖς ψηφίσμασιν

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in aves .(5014: 009)


“Scholia Graeca in Aristophanem”, Ed. Dübner, [Link]: Didot, 1877,
Repr. [Link]-scholion sch av, verse 816, γρ. 3

καμεν.] ἄγε δὴ τί χρὴ δρᾷν: Ἔν τισιν ὅλον ἕν. ἐν ἐνίοις


δὲ τὸ ἄγε δὴ τοῦ ἔποπος.
μέγα: Παράδοξον, ὃ οὐκ ὠνόμασταί ποτε.
τοῖς θεοῖς: Τοῖς ὄρνισι δηλονότι.
ἔοικε καὶ ἐκ τούτων Σπάρτη πόλις καλεῖσθαι
τότε. V.
οὐδ' ἂν χαμεύνην: (Δίδυμός φησιν, οὐδ' ἂν
σπάρτον, ᾧ χρησαίμην,) οὕτω μισῶ τὴν Σπάρτην.
1103

χαμεύνη δὲ, ταπεινὴ Κλίνη. ὅθεν καὶ τὸ ὄνομα εἴλη-


φεν. Ἄλλως. οὐδ' ἂν τὴν χαμεύνην ὀνομάσαιμι
σπάρτην, εἴ γε κειρίας ἔχοιμι, καὶ μὴ σπαρτίον δεή-
σαι μοι αὐτῇ ἐντεῖναι. ⟦ἡ δὲ χαμεύνη εὐτελής ἐστιν.⟧
ἡ δὲ κειρία εἶδος ζώνης ἐκ σχοινίων, παρεοικὸς ἱμάντι,
ᾗ δεσμοῦσι τὰς κλίνας.
ἀντὶ τοῦ ὑπερήφανον. R.V. Νεφελοκοκκυγίαν:
Παρὰ τὰς νεφέλας καὶ τὸν κόκκυγα. ἔστι δὲ εἶδος ὀρ-   
νέου. χαῦνον δὲ ἀντὶ τοῦ πλατὺ καὶ μέγιστον. τὰ γὰρ
χαῦνα εἰς πλάτος ἁπλοῦται.
ἵνα καὶ τὰ Θεαγένους: Προείρηται ὅτι πένης

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in Thesmophoriazusas .(5014:


011)“Scholia Graeca in Aristophanem”, Ed. Dübner, F.
Paris: Didot, 1877, Repr. [Link] sch thesm, verse 261, γρ. 1

δέον εἰπεῖν μύρου εἶπε ποσθίου. πόσθιον δέ ἐστι


τὸ αἰδοῖον τοῦ ἀνδρός. διαβάλλει δὲ αὐτὸν ὡς μετ' αὐ-
τοῦ ἑταιρίζοντα.
ὅτι τὴν περίθετον οὕτως. καὶ τοῦτο δὲ εἰς μα-
λακίαν, ἵνα λανθάνῃ νυκτὸς καὶ ὡς γυνὴ πάσχῃ. λέ-
γουσι δὲ περίθετον πρόσωπον, ὡς Ἀριστομένης ἐν
Γόησιν «παντευχίαν δὲ τοῦ θεοῦ ταύτην λαβεῖν καὶ
»περίθετον πρόσωπον, ὃ λαβὼν ἕσταθι.»
πάντα ἔχουσα τὰ τοιαῦτα ἐν ἑαυτῇ.
τῆς Κλίνης. στρῶμα δίδωσιν αὐτῷ.
βάθριόν τι ἡ κλινὶς εἰστεταμένον. δῆλον δὲ ὅτι τὸ
ἔγκυκλον ἱμάτιον, ὁ δὲ κροκωτὸς ἔνδυμα.
χαῦνα. διαβάλλει δὲ πάλιν τὸν Ἀγάθωνα ὡς χαῦνον.

Σχόλια στον Αριστοφάνη. , Scholia in plutum (scholia vetera et fort.


recentiora sub auctore Moschopulo) (5014: 014)
“Scholia Graeca in Aristophanem”, Ed. Dübner, F.
Paris: Didot, 1877, Repr. 1969.
Argumentum-scholion sch plut, verse 545, γρ. 31

κτρα, ὅθεν καὶ μεμαγμένον προείρηται [ad. v. 305], καὶ ἡ


μάζα γίνεται. Πενίας δὲ πάντως δῶρον καὶ ἡ τοιαύτη
μάκτρα ἡ ἐκ πιθάκνης, καὶ οὐδὲ αὐτῆς διόλου συνεχοῦς,
ἀλλὰ διερρωγυίας τὴν πλευρὰν, ἐν ᾗ τὸ μάγμα γίνεται.
1104

ὑποκοριστικῶς δὲ λέγεται ἡ πιθάκνη, κατὰ τὸ πολίχνη.


ὅρα δ' ἐν τοῖς προεκτεθειμένοις καὶ σχῆμα κάλλους
ἐπαναφορικὸν διὰ τῆς ἀντί προθέσεως· τοιοῦτον γὰρ τὸ
ἀνθ' ἱματίου, ἀντὶ τάπητος, ἀντὶ προσκεφαλαίου, ἀντὶ
ἄρτου, ἀντὶ μάζης, ἀντὶ θράνους, ἀντὶ μάκτρας· ἔχει
δέ τι καὶ ἐπιμονῆς τὸ τοιοῦτον σχῆμα. ἀστείως δὲ ὁ
Χρεμύλος καὶ πρὸς τὴν Κλίνην, ἣν ἡ Πενία εἶπε, καὶ
τοὺς τάπητας, καὶ τὰ μύρα, καὶ τὰ νυμφικὰ ἱμάτια,
τὴν ῥηθεῖσαν στιβάδα καὶ τὸν φορμὸν ἀντέθετο, καὶ
τοὺς κακῶς ὀδωδότας κόρις, καὶ τὸ ῥάκος, προσθεὶς
τὰ λοιπὰ ἐπέκεινα εἰς ἐπαύξησιν τῶν τῆς πενίας κακῶν.⟧
– θράνους: Ἤτοι ὑποποδίου ἤγ. θρόνους. P. θρόνου.
P. ὑποποδίου. Dv. C. στάμνου: Κεράμου.

Σχόλια στον Ευρυπίδη. .(5023: 001)“Scholia in Euripidem, 2 vols.”, Ed.


Schwartz, E.
Berlin: Reimer, 1:1887; 2:1891, Repr. [Link]-argumentum-scholion
sch Hec, se. 1150, γρ. 1

ἀντὶ τοῦ ἱζόμην, ἐκαθεζόμην ἐν μέσῃ τῇ κλίνῃ:  – M


πολλαὶ δὲ χεῖρες: οὕτω συντακτέον· πολλαὶ δὲ Τρώων
κόραι ὥσπερ δὴ παρὰ φίλον θάκουν αἱ μὲν ἐξ ἀριστερᾶς, αἱ δὲ ἔνθεν,  
ἔχουσαι χερσὶ κερκίδ' Ἠδωνῆς χερὸς, ἀντὶ τοῦ· κατέχουσαι ταῖς χερσὶ
τὸ ἱμάτιον τὸ ἐκ Θρᾳκικῆς χειρὸς ὑφανθέν:  – A
εἰς τὸ αὐτὸ ἐξήγησις: εἰσελθόντος τοῦ Πολυμήστορος μετὰ
τῆς Ἑκάβης εἰς τὰς σκηνὰς καὶ καθεσθέντος προσῆλθον αὐτῷ αἳ εἶχον
συμβουλὴν μετὰ τῆς Ἑκάβης αὐτὸν τυφλῶσαι αἰχμαλωτίδες καὶ αἱ μὲν
ἐξ ἀριστερῶν αὐτοῦ ἐκάθισαν, αἱ δὲ ἐκ δεξιῶν ὥσπερ παρὰ φίλον Τρώων

κόραι καὶ τοὺς αὐτοῦ πέπλους εἰληφυῖαι καὶ αἴρουσαι πρὸς τὰς τοῦ ἡλίου

αὐγὰς ἐπῄνουν αὐτοὺς τοῦτο μὲν ὡς λαμπροὺς, τοῦτο δὲ ὡς ἐπιστημόνως

Σχόλια στον Ευρυπίδη. .


Vita-argumentum-scholion sch Or, se. 432, γρ. 14

Αὐλίδι καὶ περὶ τὴν διανομὴν τοῦ σίτου δυσχεραινόντων τε καὶ στασια-
ζόντων, πρῶτον μὲν τὰ Φοινίκια διδάξας γράμματα αὐτοὺς ἴσην τε καὶ
1105

ἀνεπίληπτον τὴν διανομὴν ἐν τούτοις ἐπραγματεύσατο. ἔπειτα καὶ περὶ


κύβους ἔτρεψεν αὐτῶν τὴν ὀλιγωρίαν καὶ μέτρα ἐξεῦρε καὶ ψῆφον
ὥστε μέγα σχεῖν ὄνομα παρὰ τοῖς Ἕλλησιν. ἐπὶ τούτῳ δὲ φθονήσαντες
οἱ περὶ Ἀγαμέμνονα καὶ Ὀδυσσέα καὶ Διομήδην τοιόνδε τι σκευωροῦσι
κατ' αὐτοῦ. λαβόντες γὰρ Φρύγα αἰχμάλωτον χρυσίον κομίζοντα Σαρ-
πηδόνι ἠνάγκασαν γράψαι Φρυγίοις γράμμασι περὶ προδοσίας ὡς παρὰ
Πριάμου πρὸς Παλαμήδην. καὶ τοῦτον μὲν φονεύουσι, θεράποντα δὲ
Παλαμήδους πείθουσι χρήμασιν ἅμα τοῖς Τρωϊκοῖς χρήμασι καὶ τὸ
γραφὲν
πινάκιον ὑπὸ τὴν Κλίνην θέσθαι Παλαμήδους. αὐτοὶ δὲ παρελθόντες
προδοσίαν κατήγγελλον τοῦ ἥρωος καὶ φωραθῆναι τὴν σκηνὴν ἐκέλευον.

εὑρεθέντος δὲ τοῦ πινακίου καὶ τῶν χρημάτων ὑπὸ τὴν Κλίνην λίθοις
φονεύεται Παλαμήδης. Ναύπλιος δὲ ἀκούσας ἧκεν εἰς Ἴλιον δικάσαι
τὸν φόνον τοῦ παιδός. τῶν δὲ Ἑλλήνων κατολιγωρούντων αὐτοῦ πρὸς
τὸ κεχαρισμένον τοῖς βασιλεῦσιν ἀποπλεύσας εἰς τὴν πατρίδα καὶ πυθό-
μενος ἀποπλεῖν τοὺς Ἕλληνας ἧκεν εἰς Εὔβοιαν καὶ χειμῶνα φυλάξας
φρυκτωρίας ἧψε περὶ τὰς ἄκρας τῆς Εὐβοίας. οἱ δὲ εὐεπίβατον
νομίσαντες
τὸν τόπον προσορμίζονται καὶ ἐν ταῖς πέτραις ἀπόλλυνται:  – MTAB
ἄλλως: τὸν Παλαμήδους θάνατον οἱ μὲν ἐν Γεραιστῷ, οἱ δὲ ἐν
Τενέδῳ, οἱ δὲ ἐν Κολωναῖς τῆς Τρῳάδος ὑποτίθενται. φασὶ δὲ αὐτὸν

Σχόλια στον Ευρυπίδη. .


Vita-argumentum-scholion sch Or, se. 432, γρ. 16

ἀνεπίληπτον τὴν διανομὴν ἐν τούτοις ἐπραγματεύσατο. ἔπειτα καὶ περὶ


κύβους ἔτρεψεν αὐτῶν τὴν ὀλιγωρίαν καὶ μέτρα ἐξεῦρε καὶ ψῆφον
ὥστε μέγα σχεῖν ὄνομα παρὰ τοῖς Ἕλλησιν. ἐπὶ τούτῳ δὲ φθονήσαντες
οἱ περὶ Ἀγαμέμνονα καὶ Ὀδυσσέα καὶ Διομήδην τοιόνδε τι σκευωροῦσι
κατ' αὐτοῦ. λαβόντες γὰρ Φρύγα αἰχμάλωτον χρυσίον κομίζοντα Σαρ-
πηδόνι ἠνάγκασαν γράψαι Φρυγίοις γράμμασι περὶ προδοσίας ὡς παρὰ
Πριάμου πρὸς Παλαμήδην. καὶ τοῦτον μὲν φονεύουσι, θεράποντα δὲ
Παλαμήδους πείθουσι χρήμασιν ἅμα τοῖς Τρωϊκοῖς χρήμασι καὶ τὸ
γραφὲν
πινάκιον ὑπὸ τὴν Κλίνην θέσθαι Παλαμήδους. αὐτοὶ δὲ παρελθόντες
προδοσίαν κατήγγελλον τοῦ ἥρωος καὶ φωραθῆναι τὴν σκηνὴν ἐκέλευον.

εὑρεθέντος δὲ τοῦ πινακίου καὶ τῶν χρημάτων ὑπὸ τὴν Κλίνην λίθοις
φονεύεται Παλαμήδης. Ναύπλιος δὲ ἀκούσας ἧκεν εἰς Ἴλιον δικάσαι
1106

τὸν φόνον τοῦ παιδός. τῶν δὲ Ἑλλήνων κατολιγωρούντων αὐτοῦ πρὸς


τὸ κεχαρισμένον τοῖς βασιλεῦσιν ἀποπλεύσας εἰς τὴν πατρίδα καὶ πυθό-
μενος ἀποπλεῖν τοὺς Ἕλληνας ἧκεν εἰς Εὔβοιαν καὶ χειμῶνα φυλάξας
φρυκτωρίας ἧψε περὶ τὰς ἄκρας τῆς Εὐβοίας. οἱ δὲ εὐεπίβατον
νομίσαντες
τὸν τόπον προσορμίζονται καὶ ἐν ταῖς πέτραις ἀπόλλυνται:  – MTAB
ἄλλως: τὸν Παλαμήδους θάνατον οἱ μὲν ἐν Γεραιστῷ, οἱ δὲ ἐν
Τενέδῳ, οἱ δὲ ἐν Κολωναῖς τῆς Τρῳάδος ὑποτίθενται. φασὶ δὲ αὐτὸν
εὑρεῖν φρυκτωρίας καὶ μέτρα καὶ σταθμοὺς καὶ πεττοὺς καὶ γράμματα
καὶ φυλακὰς καὶ ἀστραγάλους:  –

Σχόλια στον Ευρυπίδη. .


Vita-argumentum-scholion sch Ph, se. 638, γρ. 16

  ἠοῦς ἐγρόμενος προλιπὼν ἴθι Πυθὼ δῖαν  


  ἠθάδ' ἔχων ἐσθῆτα καὶ αἰγανέην μετὰ χερσὶ
  τὴν διά τε Φλεγυῶν καὶ Φωκίδος, ἔστ' ἂν ἵκηαι
  βουκόλον ἠδὲ βόας κηριτρεφέος Πελάγοντος.
  ἔνθα δὲ προσπελάσας συλλάμβανε βοῦν ἐρίμυκον
  τὴν ἥ κεν νώτοισιν ἐπ' ἀμφοτέροισιν ἔχῃσι
  λευκὸν σῆμ' ἑκάτερθε περίτροχον ἠύτε μήνης·
  τήνδε συ ἡγεμόνα σχὲ περιτρέπτοιο κελεύθου.
  σῆμα δέ τοι ἐρέω μάλ' ἀριφραδὲς, οὐδέ σε λήσει·
  ἔνθα κέ τοι πρώτιστα βοὸς κέρας ἀγραύλοιο
  ἵζηται κλίνῃ τε πέδῳ γόνυ ποιήεντι,
  καὶ τότε τὴν μὲνἔπειτα μελαμφύλλῳ χθονὶ ῥέζειν
  ἁγνῶς καὶ καθαρῶς· Γαίῃ δ' ὅταν ἱερὰ ῥέξῃς,
  ὄχθῳ ἐπ' ἀκροτάτῳ κτίζειν πόλιν εὐρυάγυιαν
  δεινὸν Ἐνυαλίου πέμψας φύλακ' Ἄϊδος εἴσω.
  καὶ σύ γ' ἐπ' ἀνθρώπους ὀνομάκλυτος ἔσσεαι αὖθις
  ἀθανάτων λεχέων ἀντήσας, ὄλβιε Κάδμε.
ταῦτα ἀκούσας ὁ Κάδμος ἀφίκετο εἰς τὸ βουκόλιον τοῦ Πελάγοντος τοῦ
Ἀμφιδάμαντος, παρ' οὗ ἀγοράσας βοῦν καὶ ἡγεμόνα ταύτην τῆς ὁδοῦ
ποιησάμενος κτίζει τὰς Θήβας ὁμωνύμους τῶν Αἰγυπτίων Θηβῶν, ἐπεὶ
τὸ ἀνέκαθεν Αἰγύπτιος ἦν ὁ Κάδμος. καὶ ἡ Βοιωτία δὲ ἀπὸ

Σχόλια στον Ευρυπίδη. .


Vita-argumentum-scholion sch Hipp, se. 129, γρ. 3

ταῦτα ἐπὶ τῆς εὐηλίου πέτρας ἐπὶ ξηρασίαν καταβαλοῦσα, ἀκούσασα τῆς
βασιλίσσης τὴν νόσον πρῶτον ἤγγειλεν [ἐλθοῦσα]. φιλοῦσι γὰρ ἐν ταῖς
τοιαύταις συνόδοις ὁμιλίαι περὶ βασιλέων παρεμπίπτειν πρὸς παραμυθίαν
1107

τῶν καμάτων, ὥστε οὐκ ἀπεικότως πρὸς πλυνούσης φίλης πυθέσθαι [καὶ]

εἰπεῖν:  – MAB  
τέγγουσα, θερμᾶς: βρέχουσα πλύνουσα. ἐπὶ τὰ νῶτα
δὲ τῆς θερμαινομένης ἐκ τῆς τοῦ ἡλίου βολῆς πέτρας:  – MAB
ἐπὶ τῆς εὐηλίου πέτρας:  – Mg
ὅθεν μοι πρώτα φάτις: ὅθεν, ἐκ τῆς φίλης δηλονότι.
ὅπου πρῶτον ἔμαθον τὴν Φαίδραν κακουμένην ἔσω τῶν οἴκων ἐπὶ τῆς
Κλίνης εἶναι, τουτέστιν κλινήρη:  – MNAB
δέμας ἐντὸς ἔχειν: ἐντός ἀντὶ τοῦ· ἐν τοῖς μυχοῖς τοῦ
οἴκου. τοῦτο δέ, ἐπεὶ καὶ σωφροσύνης ἕνεκα πολλάκις ἀπροϊσία
γίνεται:  – MNAB
λεπτὰ δὲ φάρη: λεπτοῖς δὲ φάρεσι κατακαλύπτεσθαι τὴν
κεφαλήν· οὐκ ἀνέχεται γὰρ βαρύτερα διὰ τὴν προσοῦσαν καῦσιν τῆς
νόσου:  –

Σχόλια στον Ησίοδο. , Scholia in opera et dies (scholia vetera partim


Procli et recentiora partim Moschopuli, Tzetzae et Joannis Galeni) (5025:
002)“Poetae minores Graeci, vol. 2 [Scholia ad Hesiodum]”, Ed.
Gaisford, [Link]: Kühn, [Link]-scholion sch, σελ. -verse
92bis, γρ. 8

γραφή. TZETZES. ΝΟΥΣΩΝ Τ' ΑΡΓΑΛΕΩΝ. Ἀπὸ κοινοῦ τὸ, νό-


σφι τε ἀργαλέων νούσων ζώεσκον. TZETZES.
ΑΙΤ' ΑΝΔΡΑΣΙ. Αἵ τινες θάνατον ἐπήγαγον τοῖς
ἀνθρώποις. Ἀπορία. Πῶς δὲ τληπαθέστατον μᾶλλον καὶ
οἰκτρὸν βίον ζώντων ἐκείνων τῶν πρὶν, οὗτος φησὶ ζῇν ἐκεί-
νους χωρὶς πόνων καὶ νούσων; Λύσις. Τληπαθῶς μὲν καὶ
ἐπιπόνως ἔζων, καὶ νοσερῶς, ἀλλ' οὐκ ᾔδεισαν ὃ πάσχουσιν.
Ἀλλ' ἡ γυνὴ, ἤγουν τὸ μαλθακὸν τὸ ἐκ τῆς ἐφευρέσεως τῶν
τεχνῶν, καὶ αἱ τούτων ἁβρότητες, ἔδειξαν ἡμῖν τοιουτοτρόπως
τάς τε νόσους, καὶ τὰ σκληρά. Πρώην μὲν γὰρ οὔπω ἦν Κλίνη
καὶ στρωμνὴ μαλακὴ, οὐδὲ τάπητες, οὐδὲ χλαῖναι τῶν παχειῶν
καὶ λασίων, οὐδὲ τοιοῦτον οὐδέν. Καὶ ἡ σκληρότης ἡ τότε,
καὶ τὸ ψυχρὸν κοινὸν ὂν τοῖς πᾶσι, καὶ μηδέποτε μετασχὸν
θέρμης, ἢ μαλακότητος, ὁμοίως καὶ τὰ λοιπὰ οὐκ ἐδό-
κουν ἀλγεινὰ καὶ ἐπίπονα· ἐπεὶ δὲ τὸ ἁβρὸν εὑρέθη ταῖς
τέχναις, καὶ στρωμναὶ μαλακαὶ καὶ χλαῖναι, καὶ τὰ λοιπὰ,
πεπτωκότες ἐπὶ στιβάδος, ἢ λασίαν ἐνδυσάμενοι χλαῖναν, ἢ
τραφέντες ἁβρῶς. Ὕστερον δὲ σκληροκοιτήσαντες, ἢ γυμνητεύ-
1108

σαντες, ἢ ἀσιτήσαντες, ἐπέγνωμεν οὕτω τὰ δυσχερῆ, ὥσπερ


ἐν πίθῳ καὶ ἀφανεῖ περιλήψει ὄντα πρὶν κεκρυμμένα.

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .


“Scholia Graeca in Homeri Iliadem (scholia vetera), vols. 1–5, 7”, Ed.
Erbse, [Link]: De Gruyter, 1:1969; 2:1971; 3:1974; 4:1975; 5:1977;
7:[Link] of Iliad 8, verse 93a1, γρ. of scholion 3

 ex. σμερδαλέον δ' ἐβόησεν ἐποτρύνων Ὀδυσῆα: ἐν σχή-


ματι ἐδήλωσεν ὡς καὶ Ὀδυσσεὺς ἔφυγεν ἄνω μὴ μνησθεὶς αὐτοῦ. b
(BCE3E4)T ἀεὶ δὲ ἀσφαλὴς Διομήδης· καὶ ἐν τῇ κατασκοπῇ –  
“σύν τε δύ' ἐρχομένω” (Κ 224) – Ὀδυσσέα τε καλεῖ ὡς φίλον καὶ
ἑταῖρον Νέστορι. Νέστωρ γοῦν φησι· “ἔνθ' ἤτοι εἵως μὲν ἐγὼ καὶ
δῖος Ὀδυσσεύς / οὔτε ποτ' εἰν ἀγορῇ δίχ' ἐβάζομεν” (γ 126 – 7). b
(BCE3)T  
 ex. πολυμήχαν' Ὀδυσσεῦ: πρὸς ἐπιστροφὴν τὸ ἐπίθετον.
ἔστι δὲ γεωργός, “ἐν ποίῃ, δρέπανον μέν” (σ 368)· κυβερνήτης, “αἰεὶ
γὰρ πόδα νηός” (κ 32)· τέκτων ἀπὸ τῆς Κλίνης (cf. ψ 189) AT καὶ
τοῦ δουρείου ἵππου (at cf. λ 523): T ναυπηγὸς ἀπὸ τῆς σχεδίας
(cf. ε 243 – 61)· κυνηγὸς ἀπὸ τοῦ Παρνασοῦ (cf. τ 428 – 54)· μάν-
τις, “φήμην τίς μοι φάσθω” (υ 100)· μάγειρος, “δαιτρεῦσαί τε καὶ
ὀπτῆσαι” (ο 323)· ἰατρός, “ὄφρα οἱ εἴη | ἰοὺς χρίεσθαι” (α 261 – 2)·
μουσικός, “μῦθον δ' ὡς ὅτ' ἀοιδός” (λ 368)· πύκτης, “πὺξ μὲν ἐνίκησα
Κλυτομήδεα” (Ψ 634)· παλαιστής, “Ἀγκαῖον δὲ πάλῃ Πλευρώνιον”
(Ψ 635)· δισκευτὴς παρὰ Φαίαξι (cf. θ 186 – 98)· τοξότης, “εὖ μὲν
τόξον οἶδα” (θ 215)· ἀκοντιστής, “δουρὶ δ' ἀκοντίζω” (θ 229)· ῥή-
τωρ, “καὶ ἔπεα νιφάδεςςιν ἐοικότα” (Γ 222)· ἀστρολόγος, “Πληϊά-
δας θ' ὁρόωντι” (ε 272).

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .Book of Iliad 11, verse 105b, γρ. of
scholion 6

ἐφ' ἑκάστου οὖν ἢ γένος ἢ τύχην ἢ σχῆμα πτώματος δηλῶν ποικίλλει


τὸ ὑποκείμενον. b(BCE3E4)T
 ex. δίδη μόσχοισι λύγοισι: οὐκ ἀπίθανος ἡ μεταφορὰ
ἀπὸ τῶν ἁπαλῶν ἔτι βοῶν ἐπὶ τὰ τρυφερὰ τῶν φυτῶν ἀγομένη.
b(BCE3E4)T  
 ex. δίδη μόσχοισι λύγοισι: ἐδέσμευσε ταῖς νέαις καὶ ἁπα-
1109

λαῖς λύγοις καὶ βλαστήμασι. λύγος δὲ ἱμαντῶδές τι φυτὸν καὶ ἁπαλόν,


ὃ καὶ οἶσον καλοῦσιν, ἐξ οὗ καὶ τὸ οἰσόκαρπον. τινὲς δὲ αὐτὸ καὶ
ἄγνον καλοῦσιν· ὁ γὰρ τούτου καρπὸς ἐσθιόμενος ἀφανιστικός ἐστι
τῆς γονῆς. καὶ οἱ ἱερεῖς δὲ τοῦ φυτοῦ τούτου τὰς κόμας τῇ ἑαυτῶν
κλίνῃ ὑποτιθέασιν ὡς φυσικήν τινα δύναμιν ἐχούσας πρὸς ἁγνείαν·
διὸ καὶ ἄγνος ἐκλήθη. A
 Ariston. ποιμαίνοντ' ἐπ' ὄεσσι: ὅτι τὸ πλῆρες ποιμαίνοντε.
Ζηνόδοτος δὲ ἔοικε δέχεσθαι ποιμαίνοντα· καὶ γὰρ “ὅν ποτε” (cf.
Λ 104) γράφει. A
 ex. ἐπ' ὄεσσι: τὸ ἐπ' ὄεσσι τῶν ἑξῆς ἐστιν. Til
 Ariston. Ἄντιφον {αὖ παρὰ οὖς}: ὅτι ἐπανείληφεν τὸ ὄνομα διὰ
τὸ προειρηκέναι (cf. Λ 102 – 4) δύο (καὶ πρὸς τὸ πρότερον [sc. Λ 102]
ἀπήντησεν), ἵνα σαφηνίσῃ, κατὰ τίνα τόπον ἑκάτερος ἐπλήγη. A  
 ex. σπερχόμενος δὲ – ἐσύλα τεύχεα –  /
γινώσκων: εἰώθασιν ἐπισαρκάζειν τοῖς ἐπισήμοις τῶν φονευομένων,

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .


Book of Iliad 24, verse 229-31a1, γρ. of scholion 8

(cf. Ω 230), καὶ τὰ φάρη (cf. Ω 231) ὡς διαφέροντα τῶν πέπλων


οὕτω προσηγόρευσεν. A
 ex. πέπλους: πέπλος πεποιημένον ἱμάτιον γυναικεῖον. Til
 ex. πέπλους ... χλαίνας ... φάρεα ... χιτῶ-
νας: πέπλος, T φᾶρος, χλαῖνα, χιτών· ὅτι διάφορα ταῦτα,
νῦν ἐδήλωσε· πέπλοι (cf. 229) γάρ, ἃς περονῶνται μόναι γυναῖκες·
b(BCE3E4)T οἳ καὶ ἑανοὶ καλοῦνται· φησὶ γοῦν “πορφυρέοις πέ-
πλοισι καλύψαντες” (Ω 796) τὰ ὀστᾶ Ἕκτορος, καὶ τὰ Πατρόκλου “ἐν
κλισίῃσι δὲ θέντες T ἑανῷ λιτὶ κάλυψαν” (Σ 352). χιτὼν (cf. 231)  
δὲ ἀνδρεῖον ἔνδυμα. φᾶρος (cf. 231) ἱμάτιον ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν.
χλαῖνα (cf. 230) b(BCE3E4)T τὸ περίβλημα τῆς Κλίνης.
 πέπλος, φᾶρος, χιτών, χλαῖνα διαφέρουσι· πέπλοι γάρ,
ἃς περονῶνται μόναι γυναῖκες, οἳ καὶ ἑανοὶ καλοῦνται. χιτὼν δὲ
ἀνδρεῖον ἔνδυμα. φᾶρος ἱμάτιον ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. χλαῖνα τὸ
περίβλημα τῆς Κλίνης. A (bis)
 Ariston. δέκα πάντα τάλαντα: ὅτι παρέλκει τὸ πάντα. Aim
 ex. δέκα πάντα τάλαντα: παρέλκει τὸ πάντα. ἢ τὰ
πάντα δέκα. T
 ex. δέπας περικαλλές, ὅ οἱ Θρῇκες πόρον ἄνδρες:

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .


Book of Iliad 24, verse 229-31a2, γρ. of scholion 4
1110

νῦν ἐδήλωσε· πέπλοι (cf. 229) γάρ, ἃς περονῶνται μόναι γυναῖκες·


b(BCE3E4)T οἳ καὶ ἑανοὶ καλοῦνται· φησὶ γοῦν “πορφυρέοις πέ-
πλοισι καλύψαντες” (Ω 796) τὰ ὀστᾶ Ἕκτορος, καὶ τὰ Πατρόκλου “ἐν
κλισίῃσι δὲ θέντες T ἑανῷ λιτὶ κάλυψαν” (Σ 352). χιτὼν (cf. 231)  
δὲ ἀνδρεῖον ἔνδυμα. φᾶρος (cf. 231) ἱμάτιον ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν.
χλαῖνα (cf. 230) b(BCE3E4)T τὸ περίβλημα τῆς Κλίνης. Ail
b(BCE3E4)T
 πέπλος, φᾶρος, χιτών, χλαῖνα διαφέρουσι· πέπλοι γάρ,
ἃς περονῶνται μόναι γυναῖκες, οἳ καὶ ἑανοὶ καλοῦνται. χιτὼν δὲ
ἀνδρεῖον ἔνδυμα. φᾶρος ἱμάτιον ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. χλαῖνα τὸ
περίβλημα τῆς Κλίνης. A (bis)
 Ariston. δέκα πάντα τάλαντα: ὅτι παρέλκει τὸ πάντα. Aim
 ex. δέκα πάντα τάλαντα: παρέλκει τὸ πάντα. ἢ τὰ
πάντα δέκα. T
 ex. δέπας περικαλλές, ὅ οἱ Θρῇκες πόρον ἄνδρες:
ὡς φιλοπόται οἱ Θρᾷκες ποτήρια χαρίζονται. T
 Hrd. ἐξεσίην {ἐλθόντι}: Ἀρίσταρχος δασύνει τὴν δευτέραν
συλλαβήν· παρὰ γὰρ τὸ ἵημι, φησίν, ἐγένετο· ἐπιφέρει γοῦν· “πρὸ
γὰρ ἧκε πατὴρ ἄλλοι τε γέροντες” (φ 21). παρὰ δὲ τὸν ἥσω μέλλοντα
ἡ ἑσία ἐγένετο καὶ ἡ ἐξεσία, ὡς καὶ παρὰ τὸ θήσω θεσία· “πῇ δὴ
συνθεσίαι τε;” (Β 339). τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τοῦ “τῶν ἕνεκ' ἐξεσίην” (φ 20),

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .


Book of Iliad 24, verse 273, γρ. of scholion 3

 ex. ἕστορι: τῷ κατὰ τὸ ἄκρον τοῦ ῥυμοῦ ἐμπεπηγότι πας-


σάλῳ, περὶ ὃν ὁ κρίκος ἐνηλωμένος τῷ ζυγῷ ἐντίθεται, b(BCE3E4)
T ὃς καλεῖται ἕστωρ. T δασύνεται δὲ ἀπὸ τῆς ἕσεως. b(BE3
E4)T
 ex. ἕστορι {βάλλον}: τῷ πεπηγότι πασσάλῳ κατὰ τοῦ
ῥυμοῦ καὶ τοῦ ζυγοῦ, περὶ ὃν τὰ ζυγόδεσμα εἰλεῖται καὶ ὁ κρίκος ἔγκει-
ται. A
 ex. τρὶς δ' ἑκάτερθεν ἔδησαν ἐπ' ὀμφαλόν: ἑκατέρωθεν
ἔδησαν ἀμφαλλάσσοντες τὸν ἐν μέσῳ τοῦ ζυγοῦ ὀμφαλόν, ἵνα μὴ
ἑτεροκλινὴς ᾗ. b(BCE3E4)T
 ex. ὑπὸ γλωχῖνα δ' ἔκαμψαν: ὑπὸ τὴν γωνίαν τὴν γεγο-
νυῖαν ἐκ τοῦ ῥυμοῦ καὶ τοῦ ζυγοῦ· b(BCE3E4) ὅταν γὰρ συν-
δεθῇ τῷ ῥυμῷ ὁ ζυγός, ἀποτελοῦνταί τινες γωνίαι. δηλοῖ δὲ καὶ τὴν
γλωσσίδα. ἔκαμψαν δὲ b(BE3E4) ἔκοψαν, ὑπέκοψαν, T ἀπε-
τερμάτισαν, ἵνα μὴ κρέμηται ὁ ἱμάς. b(BE3E4)T  
1111

 Nic. ἐκ θαλάμου δὲ φέροντες ἐϋξέστης ἐπ' ἀπήνης /


νήεον – ἄποινα: διασταλτέον μετὰ τὸ φέροντες (275)
πρὸς τὸ σαφέστερον.

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. (scholia recentiora Theodori Meliteniotis)


(e cod. Genevensi gr. 44) (5026: 004)“Les scolies genevoises de l'Iliade,
vol. 2”, Ed. Nicole, [Link]: Georg, 1891, Repr. [Link] of Iliad 19,
verse 223, γρ. of scholion 3

ἄμητος] προπαροξυτόνως μὲν ὁ ἀμώμενος καὶ θεριζόμενος


καρπὸς σίτου, ἀμητὸς δὲ ὀξυτόνως ὁ καιρὸς τοῦ θέρους.
[ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα] ὁπόταν τροπὴν ἐργάσηται ὁ Ζεύς.
[ὀπάσσατο] ἐφώνησεν, προσεταιρίσατο, ἀκόλουθον ἔλαβεν.
στήσας] ἀριθμήσας – εἴρηνται.
[μὴ μὲν] ἢ «πῆ μὲν», ἀντὶ τοῦ ποῦ;
ὡς οὔτε τῆς συνουσίας χρῄζων ἀφειλόμην.
[ἀπροτίμαστος] ἀνύβριστος, ἀνεπίψαυστος, ἄχραντος,
ἄθικτος συνουσίας καὶ μίξεως ἀνδρῶν.
[ὅ τι σφ' ἀλίτηται ὀμόσσας] ὅστις ἁμάρτῃ ἐπιορκήσας.
τὸν μὲν Ταλθύβιος – ῥῖψ' ἐπιδινήσας] ἐπιστραφεὶς,
φησὶν, ἔρριψεν εἰς θάλασσαν τὸν κάπρον.
σημειωτέον ὅτι – ἢ ἔκαιον, ὡς ἐν τῇ Γ φησίν.

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. (scholia recentiora Theodori Meliteniotis)


(e cod. Genevensi gr. 44) Book of Iliad 23, verse 25, γρ. of scholion 1

[πρὸς Τρώων καὶ Τρωϊάδων] ὁμοίως – δόξαν.  


ἐπειδὴ νῆάς τε] ἀκέφαλον – ὁ στίχος. Ἑλλήσποντον
καλεῖ τὴν πέριξ Ἰλίου θάλασσαν.
[αὐτοῖς ἵπποισι] κατὰ Ἀττικὸν ἔθος πέφρακε χωρὶς τοῦ σύν.
[πὰρ λεχέεσσι] παρὰ τῷ φέρτρῳ ἤγουν τῇ κλίνῃ.
[τάφον – δαίνυ] τὸ περίδειπνον, τὸ ἐπὶ –  
παρασκευαζόμενον.
[ἀργοὶ] λευκοί· οὐδὲν γὰρ διέφερε τοῖς παλαιοῖς· ἢ ἀτελεῖς, ἢ
ἄζυγοι, ἢ λιπαροί.
ὀρέχθεον] ἀπετείνοντο ἀναιρούμενοι, ἢ ἐφθέγγοντο καὶ ὥσπερ ἐπέ-
στενον· μεμίμηται γὰρ τὸ ἰδίωμα τῆς φωνῆς ὃ προίενται οἱ βόες. οἱ δὲ
1112

διεκόπτοντο – κυάμους.
[μηκάδες] μηκητικαί – φωνῆς.
[θαλέθοντες] θάλλοντες, λιπαροί.
ἐξετείνοντο φλογιζόμενοι τῷ πυρί.

Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια. .(5026: 007)“Scholia Graeca in Homeri


Odysseam, 2 vols.”, Ed. Dindorf, W.
Oxford: Oxford University Press, 1855, Repr. [Link] 7, hypothesis-
verse 318, γρ. 3

τεκμαίρομαι] σημειῶ, ὑπονοῶ. P. τελειῶ. V.


Ἀριστοφάνης περισπᾷ τὸ εἰδῇς. P.
ἐς τῆμος δὲ] μέχρι τοῦτο. P. ἕν ἐστι τὸ τημόσδε. τὸ δὲ
ἐς τόδε καὶ ἐς τημόσδε ταυτὸν δηλοῦσιν, ἀντὶ τοῦ κατ' αὐτὴν τὴν
ὥραν, ὡς εἴ τις λέγοι, ἄνω ἀνάβηθι ἐπὶ τὴν Κλίνην. βέλτιον δὲ τοῖς
ἄνω συνάπτειν. τὸ τῆμος δὲ οἷον εἰς τοῦτον τὸν χρόνον. P.T.
σὺ μὲν δεδμημένος ὕπνῳ] τίνος ἕνεκεν ὑπνώττοντα Ὀδυσσέα
ἄγουσι Φαίακες; φαμὲν οὖν ὡς εἰδότες τὸ ἁβροδίαιτον ἑαυτῶν καὶ
τὸ περὶ τοὺς πολέμους ἀσθενές· φησὶ γοῦν “οὐ γὰρ Φαιήκεσσι
μέλει βιὸς οὐδὲ φαρέτρη” (ζ, 270.)· οὐδένα θέλουσιν ἀκριβῶς μαθεῖν
ποίοις οἰκοῦσι τόποις, ἐπανάστασιν πολεμίων δεδοικότες. τούτου χά-
ριν καὶ μισόξενοι, καὶ τοὺς ἀφικομένους ἀποστέλλουσι τάχιστα καὶ
κοιμωμένους, ἵνα μὴ τὴν ὁδὸν μάθωσι. διὸ καὶ κοιμώμενον ἀποτί-
θενται τὸν Ὀδυσσέα, διὰ τὸ μὴ ἰδεῖν εἰς ποῖον λιμένα ἀναπλέουσιν.

Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια. .Book 7, hypothesis-verse 347, γρ. 2

δάος] φῶς, ἀπὸ τοῦ δαίω τὸ μερίζω, διακριτικὸν γὰρ ὄψεως.


E. δᾷδα φέγγουσαν, ταχύτητα. Gl. H.P.
ἐγκονέουσαι] σπεύδουσαι, ἐνεργοῦσαι καὶ κόνεως πληρούμε-
ναι τῇ σπουδῇ τοῦ δρόμου. P.
ὄρσο κέων] ἀντὶ τοῦ ὄρσεο ἤτοι διεγέρθητι κοιμηθησόμε-
νος. B.
ὑπ' αἰθούσῃ ἐριδούπῳ] ἐν τῷ ἀποσκέπτῳ. P.Q. εὔηχος
γὰρ ἡ στοὰ, τοῦ πνεύματος κινουμένου εὐθέως καὶ ἦχον εὐθέως πέμ-
ποντος. H.Q.
λέχος πόρσυνε καὶ εὐνὴν] διαφέρουσι λέχος καὶ εὐνή. φασὶ
λέχος μὲν εἶναι τὴν Κλίνην, εὐνὴν δὲ τὰ ἐπὶ τὴν Κλίνην μαλάγματα,
ὡς αὐτὸς ἐν ἄλλοις “ἀλλ' ἄγετ' ἐκθεῖσαι πυκινὸν λέχος ἐμβάλετ'
1113

εὐνὴν, δέμνια καὶ χλαίνας” (Od. ψ, 178.). πόρσυνε δὲ ἀντὶ τοῦ ηὐτρέ-
πιζεν. T. πόρσυνε] γρ. πόρσαινε ἐν ταῖς Ἀριστάρχου. P.

Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια. .Book 8, hypothesis-verse 278, γρ. 2

λόγον ἀλγητικὸν ψυχῆς, οἷον εἰς κακὸν ἄγων τὴν ψυχήν. T.


κακὰ φρεσὶ βυσσοδομεύων] ἐν τῷ βάθει τῶν φρενῶν αὐτοῦ
κρύπτων. E. κατὰ βάθος τῆς διανοίας βουλευόμενος. βυσσὸς λέ-
γεται ὁ βυθὸς καὶ δέμω τὸ κατασκευάζω. P.
ἐν δ' ἔθετ' ἀκμοθέτῳ] τῷ ὀρύγματι ἐν ᾧ ὁ ἄκμων τίθεται.
P.V. ἐν τῷ κορμῷ τὸν βαρὺν σίδηρον. B. εἰς τὸ χαλκοτυπεῖον.
οὐκ οἶδε δὲ ὁ ποιητὴς τὸν Ἥφαιστον ἐργαζόμενον ἢ ἐν Λιπάρᾳ τῆς
Σικελίας τῶν Αἰολίδων νήσων, ἢ ἐν Λήμνῳ, ἀλλ' ἐν Ὀλύμπῳ. καὶ
γὰρ καὶ τὴν ἀσπιδοποιΐαν ἐκεῖ λέγει γεγενῆσθαι. Q.
ἀμφὶ δ' ἄρ' ἑρμῖσιν χέε δέσματα] τοῖς κλινοποδίοις. ἑρμὶς
ὁ τῆς Κλίνης πούς. χέε δὲ ἀντὶ τοῦ ἐπέχεεν, ἐπέβαλε. τὸ δὲ
δέσματα ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ, ὡς τὸ ὄνειρον τὰ ὀνείρατα, κατ' ἐπέκτασιν.
B.Q. ἑρμῖσι] τοῖς ποσὶ τῆς Κλίνης. ἕρμα γὰρ ὥσπερ εἰσὶ τῆς
Κλίνης παρὰ τὸ ἐνείρεσθαι. V. κραβατοποδίοις. P.
πολλὰ δὲ καὶ καθύπερθε] πολλὰ δὲ καὶ ἄνωθεν ἐκ τῆς ὀρο-
φῆς ἐξήρτηντο, ἵνα δίκην παγίδος ἐμπέσοι αὐτοῖς. B.E.Q. τὸ δὲ
ἀλληγορικὸν ὅτι ἁπανταχοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τὸ τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ πυρὸς
θερμὸν διασκίδναται.

Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια. .Book 8, hypothesis-verse 278, γρ. 4

κρύπτων. E. κατὰ βάθος τῆς διανοίας βουλευόμενος. βυσσὸς λέ-


γεται ὁ βυθὸς καὶ δέμω τὸ κατασκευάζω. P.
ἐν δ' ἔθετ' ἀκμοθέτῳ] τῷ ὀρύγματι ἐν ᾧ ὁ ἄκμων τίθεται.
P.V. ἐν τῷ κορμῷ τὸν βαρὺν σίδηρον. B. εἰς τὸ χαλκοτυπεῖον.
οὐκ οἶδε δὲ ὁ ποιητὴς τὸν Ἥφαιστον ἐργαζόμενον ἢ ἐν Λιπάρᾳ τῆς
Σικελίας τῶν Αἰολίδων νήσων, ἢ ἐν Λήμνῳ, ἀλλ' ἐν Ὀλύμπῳ. καὶ
γὰρ καὶ τὴν ἀσπιδοποιΐαν ἐκεῖ λέγει γεγενῆσθαι. Q.
ἀμφὶ δ' ἄρ' ἑρμῖσιν χέε δέσματα] τοῖς κλινοποδίοις. ἑρμὶς
ὁ τῆς Κλίνης πούς. χέε δὲ ἀντὶ τοῦ ἐπέχεεν, ἐπέβαλε. τὸ δὲ
δέσματα ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ, ὡς τὸ ὄνειρον τὰ ὀνείρατα, κατ' ἐπέκτασιν.
B.Q. ἑρμῖσι] τοῖς ποσὶ τῆς Κλίνης. ἕρμα γὰρ ὥσπερ εἰσὶ τῆς
Κλίνης παρὰ τὸ ἐνείρεσθαι. V. κραβατοποδίοις. P.
πολλὰ δὲ καὶ καθύπερθε] πολλὰ δὲ καὶ ἄνωθεν ἐκ τῆς ὀρο-
φῆς ἐξήρτηντο, ἵνα δίκην παγίδος ἐμπέσοι αὐτοῖς. B.E.Q.
1114

Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια. .Book 8, hypothesis-verse 278, γρ. 5

γεται ὁ βυθὸς καὶ δέμω τὸ κατασκευάζω. P.


ἐν δ' ἔθετ' ἀκμοθέτῳ] τῷ ὀρύγματι ἐν ᾧ ὁ ἄκμων τίθεται.
P.V. ἐν τῷ κορμῷ τὸν βαρὺν σίδηρον. B. εἰς τὸ χαλκοτυπεῖον.
οὐκ οἶδε δὲ ὁ ποιητὴς τὸν Ἥφαιστον ἐργαζόμενον ἢ ἐν Λιπάρᾳ τῆς
Σικελίας τῶν Αἰολίδων νήσων, ἢ ἐν Λήμνῳ, ἀλλ' ἐν Ὀλύμπῳ. καὶ
γὰρ καὶ τὴν ἀσπιδοποιΐαν ἐκεῖ λέγει γεγενῆσθαι. Q.
ἀμφὶ δ' ἄρ' ἑρμῖσιν χέε δέσματα] τοῖς κλινοποδίοις. ἑρμὶς
ὁ τῆς Κλίνης πούς. χέε δὲ ἀντὶ τοῦ ἐπέχεεν, ἐπέβαλε. τὸ δὲ
δέσματα ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ, ὡς τὸ ὄνειρον τὰ ὀνείρατα, κατ' ἐπέκτασιν.
B.Q. ἑρμῖσι] τοῖς ποσὶ τῆς Κλίνης. ἕρμα γὰρ ὥσπερ εἰσὶ τῆς
Κλίνης παρὰ τὸ ἐνείρεσθαι. V. κραβατοποδίοις. P.
πολλὰ δὲ καὶ καθύπερθε] πολλὰ δὲ καὶ ἄνωθεν ἐκ τῆς ὀρο-
φῆς ἐξήρτηντο, ἵνα δίκην παγίδος ἐμπέσοι αὐτοῖς. B.E.Q. τὸ δὲ
ἀλληγορικὸν ὅτι ἁπανταχοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τὸ τοῦ ἡλίου καὶ τοῦ πυρὸς
θερμὸν διασκίδναται. E.Q.
ἠΰτ' ἀράχνια – ἴδοιτο] λύσις τοῦ ἀντιπίπτοντος. E. δαι-  
μονίως λύει τὸ δοκοῦν ἀπίθανον, πῶς οὐχ ἑώρων θεοὶ ὄντες τοὺς
δεσμοὺς, ἐλάνθανον δέ.

Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια. .Book 11, hypothesis-verse 18, γρ. 5

μὲν, φαέθων δὲ οὔ. B.V. ἐπιλάμπει μὲν ὁ ἥλιος τοὺς Κιμμερίους,


οὐ φαέθων δέ· ἀντὶ τοῦ οὐ πάνυ λάμπων. οὔτε τὴν δύσιν οὔτε τὴν
ἀνατολὴν διὰ τὸ δυτικοῖς καὶ ἀνατολικοῖς ὄρεσι περιέχεσθαι. κατὰ
μόνην δὲ μεσημβρίαν ἥλιον ὁρῶσι. τὸ οὖν “ἀλλ' ἐπὶ νύξ” ἐπὶ τῆς
ἀορασίας κεῖται. B.H.Q.
Ἀρίσταρχος καὶ Ἀριστοφάνης, καταδέρκεται. H.
προτράπηται] ἀπ' οὐρανόθεν τράπηται. διὰ τί προτράπηται;
δοκεῖ εἰδέναι ὁ ποιητὴς ὅτι ὁ ἥλιος τὴν ἑκούσιον πορείαν ποιούμενος
ἀπὸ δύσεως εἰς ἀνατολὴν ὅμως ὑπὸ τοῦ παντὸς ἀνθέλκεται εἰς τὸ
ἐναντίον καὶ αὐτός. προτράπηται γὰρ ἀντὶ τοῦ μεταβάλληται, ἀπο-
κλίνῃ. B.Q.V.
ἱερήϊα] οὐκ ὀρθῶς· ἐπὶ γὰρ νεκρῶν τόμια καὶ ἔντομα, ἐπὶ δὲ
θεῶν ἱερεῖα. ἢ ὅτι τὰ θρέμματα ἱερεῖα ἐκάλουν. V. ἔδει ἐπὶ νεκρῶν
ἐντόμια εἰπεῖν. ἢ ἐπεὶ ἁπλῶς τὰ θρέμματα ἱερεῖα ὠνόμαζον. H.
χοὰς χέομεν] τὸ χοὴν ἐχεόμην, ἀπὸ κοινοῦ κατὰ τῶν τριῶν.

Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια. .Book 11, hypothesis-verse 287, γρ. 14

ἐλάσειέ τις βοῦς παρ' Ἰφίκλου. πάντων δὲ ἀπορουμένων Βίας ὁ Τα-


1115

λαοῦ μόνος ὑπέσχετο δράσειν τοῦτο, καὶ πείθει τὸν ἀδελφὸν Μελάμ-
ποδα ῥέξαι τὸ ἔργον. ὁ δὲ, καίπερ εἰδὼς ἅτε δὴ μάντις ὅτι ἁλώσεται
ἐνιαυτὸν, εἰς τὴν Ὄθρυν ἀφικνεῖται ἐπὶ τὰς βοῦς. οἱ φύλακες ἐν-
ταῦθα καὶ οἱ βουκόλοι κλέπτοντα αὐτὸν λαμβάνουσι καὶ παραδιδό-
ασιν Ἰφίκλῳ. καὶ δεθεὶς ἐφυλάσσετο παρεζευγμένων αὐτῷ θεραπόν-
των δύο, ἀνδρὸς καὶ γυναικός. καὶ ὁ μὲν ἀνὴρ αὐτὸν ἐπιεικῶς ἐθερά-
πευεν, ἡ δὲ γυνὴ φαυλότερον. ἐπεὶ δὲ ὁ ἐνιαυτὸς ὀλίγον πρὸς τὸ
τελειωθῆναι περιῄει, Μελάμπους ἀκούει ὕπερθέν τινων σκωλήκων δια-
λεγομένων ὅτι καταβεβρώκοιεν τὴν δοκόν. καὶ τοῦτο ἀκούσας καλεῖ
τοὺς διακόνους καὶ κελεύει αὐτὸν ἐκφέρειν, τῆς Κλίνης λαμβανομένους  

τὴν μὲν γυναῖκα πρὸς ποδῶν, τὸν δὲ ἄνδρα πρὸς κεφαλῆς. οἱ δὲ αὐ-
τὸν ἀναλαβόντες ἐκφέρουσιν. ἐν τοσούτῳ δὲ καὶ ἡ δοκὸς κατακλᾶται
καὶ ἐπιπίπτει τῇ γυναικὶ καὶ κτείνει αὐτήν. ὁ δὲ ἀνὴρ ἐξαγγέλλει
τῷ Φυλάκῳ, ὁ δὲ Φύλακος Ἰφίκλῳ, τὰ γενόμενα. οἱ δὲ ἐλθόντες
παρὰ τὸν Μελάμποδα ἐρωτῶσιν αὐτὸν τίς ἐστιν. ὁ δὲ ἔφη μάντις
εἶναι. οἱ δὲ αὐτῷ τὰς βοῦς ὑπισχνοῦνται δώσειν, ἐὰν μηχανήν τινα
εὕρῃ παίδων γενέσεως Ἰφίκλῳ. καὶ πιστοῦνται ταῦτα. ὁ δὲ Με-
λάμπους βοῦν ἱερεύσας τῷ Διὶ διαιρεῖ μοίρας πᾶσι τοῖς ὄρνισιν. οἱ
δὲ ἔρχονται πάντες πλὴν ἑνὸς αἰγυπιοῦ. ὁ δὲ Μελάμπους ἐρωτᾷ
πάντας τοὺς ὄρνιθας εἴ τις οἶδε μηχανὴν πῶς ἂν Ἰφίκλῳ γένοιντο

Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια. .Book 20, hypothesis-verse 24, γρ. 1

ἀδέψητον] ἀμάλακτον, ἀνέργαστον· δεδευμένον τὸ μεμαλαγμέ-


νον καὶ εἰργασμένον. B.H.Q.
ἀγαιομένου] ἄγαν θαυμάζοντος, ἢ χαλεπαίνοντος. Q.V. ἢ
μισοῦντος ἢ φθονοῦντος. H. μεμφομένου ἢ ἐκπληττομένου. B.
ἠνίπαπε] ἐνουθέτησεν. V. ἠνίπατε] γρ. ἠνίπαπε. H.
καθαπτόμενος φίλον ἦτορ] καταστέλλων, τὴν ἀπότασιν ποιού-
μενος εἰς τὴν ψυχὴν ὥστε αὐτῆς ἅψασθαι τὰ λεγόμενα. V.
ἐν πείσῃ] ἀντὶ τοῦ κατὰ χώραν. οὐκέτι ἦν ἐν κινήσει, ἀλλ' ἐν
δεσμοῖς ἔμενεν. ἢ ἐν οἷς ἐπέπειστο καὶ ἐγνώκει. οἷον, οὐκ ἔμελεν
αὐτῷ. V. πεῖσα ἡ πειθὼ ἀπὸ τοῦ πείσω. B. ἐν πειθοῖ. H.
ἤτοι τὸ σῶμα αὐτοῦ ἐκυλίετο ἐν τῇ κλίνῃ. H.
αἰόλλῃ] ποικίλως στρέφῃ ἢ κινῇ. V. κινῇ παρὰ ἄελλαν,
ὅθεν καὶ “πόδας αἰόλος ἵππος” (Il. τ, 404.), ὁ εὐκίνητος τοὺς πόδας·
καὶ κορυθαίολος, ὃν ἀλλαχοῦ κορυθάϊκα (Il. χ, 132.) εἶπε· καὶ “αἰό-
λαι εὐλαί” (Il. χ, 509.)· καὶ αἰολοπώλους (Il. γ, 185.)· καὶ, “σφῆ-
κες μέσον αἰόλαι” (Il. μ, 167.). B.H.Q.
εἴπερ πεντήκοντα λόχοι] ὁ λόχος ἐξ ἀνδρῶν λʹ. οἱ νʹ λόχοι ἐκ
1116

τοσούτων ἀνδρῶν συνάγουσι μίαν ἡμίσειαν χιλιάδα. B.


Ἄρης νῦν ὁ σίδηρος.

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .(= D scholia) (5026: 017)


“Homeri Ilias, 2 vols.”, Ed. Heyne, C.G.
Oxford: Oxford University Press, 1834.
Book of Iliad 2, verse 688, γρ. of scholion 2

         Ἐκα-
λεῦντο. Ἐκαλοῦντο.
         Δυσηχέος.
Κακὸν ἦχον ἀποτελοῦντος. Ἐμνώοντο.
Μνείαν ἐποιοῦντο.
         Ὅστις σφιν.
Ὅστις αὐτοῖς. Ἐπὶ στίχας. Ἐπὶ τὰς
τάξεις. οὐκ ἦν γάρ, φησιν, ὁ καθηγησό-
μενος.
         Κεῖτο. Νῦν ἀργῶς διε-
τέλει. Ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τῶν ἐπὶ Κλίνης
ὄντων, καὶ ἀργῶς διατελούντων. Ποδάρ-  
κης. Ὁ τοῖς ποσὶ ταχὺς, καὶ ἐπαρκεῖν
δυνάμενος.
         Ἐξείλετο. Ὡς ἐξαί-
ρετον ἔλαβε. Μογήσας. Κακοπαθήσας.
Λυρνησόν. Πόλις τῶν Ὑποπλα-
κίων Θηβῶν.
         Κὰδ δὲ Μύνητ' ἔ-
βαλε. Κατέβαλε δὲ καὶ τὸν Μύνητα.
ὅ ἐστιν, ἀπέκτεινεν. Ὁ δὲ Μύνης τῆς

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .(= D scholia) Book of Iliad 8, verse 171,
γρ. of scholion 2

ἡμετέρας γαμετὰς αἰχμαλώτους λαβὼν


ἄξεις ταῖς ναυσί.
         Πάρος τοι δαί-
μονα δώσω. Προσληπτέον τὸ κακὸν, ἵν'
ᾖ, πρότερον γάρ σοι κακὸν θάνατον καὶ
κακὴν εἱμαρμένην δώσω.
1117

         Ἀπ'
Ἰδαίων ὀρέων. Ἀπὸ τῶν τῆς ἴδης ὀρῶν.
Κτύπεν. Ἤχησεν, ἐβρόντησε.
Τιθείς. Παρέχων. Ἑτεραλκέα. Ἑτε-
ροκλινῆ. τὴν τοῖς ἐναντίοις ἀλκὴν καὶ  
δύναμιν περιποιοῦσαν.
         Ἀγχιμα-
χηταί. Συστάδην καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς
μαχόμενοι.
         Μηχανόωντο. Ἐμη-
χανήσαντο.

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .(= D scholia) Book of Iliad 19, verse 223,
γρ. of scholion 5

δες τῶν ἀσταχύων. ἢ τοὺς στάχυας πε-


ριφραστικῶς. ἀλληγορικῶς οὖν καλάμην
νῦν κέκληκε τὰ σώματα τῶν ἀνῃρημέ-
νων. ἄμητον δὲ τὸν τοῦ θέρους καιρόν.
θέλων δηλῶσαι, ὅτι τροπῆς ἐκ Διὸς γιγνο-
μένης πολλοὶ πίπτουσι κατὰ πόλεμον.
Ἄμητος. Προπαροξυτόνως μὲν, ὁ
ἀμώμενος καὶ θεριζόμενος καρπὸς τοῦ σί-
του. ἀμητὸς δὲ ὀξυτόνως ὁ καιρὸς τοῦ θέ-
ρους. Ὀλίγιστος. Ὀλίγος, μικρός. Ἐ-
πὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεύς. Ὁπόταν
τροπὴν ἐργάσηται ὁ Ζεύς.

Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα. .(= D scholia) Book of Iliad 23, verse 25,
γρ. of scholion 3

Δεύοντο. Ἐβρέχοντο. Ψάμαθοι.


Αἱ παραθαλάσσιοι ἄμμοι.
         Ἀδινοῦ.
Νῦν πυκνοῦ, συνεχοῦς. Γόοιο. Θρήνου.  
Ἀποδειροτομήσειν. Ἀποτεμεῖν τοὺς
τραχήλους.
         Ἕκτορα δῖον. Κατὰ
Ἕκτορος δίου, ἤγουν ἐνδόξου.
         Πὰρ λεχέεσσι. Παρὰ τῷ φερέτρῳ. ἤγουν τῇ
κλίνῃ.
1118

         Ἀφωπλίζοντο. Ἀφῃροῦντο


τὰ ὅπλα.
         Τάφον μενοεικέα δαίνυ.
Τάφον, τὸ περίδειπνον, τὸ ἐπὶ τοῖς τε-
τελευτηκόσιν παρασκευαζόμενον. οἱ Κύ-
πριοι καὶ τὸν φόνον τάφον καλοῦσι. Με-
νοεικέα. Θυμῆρες, αὔταρκες. Δαίνυ.

Σχόλια στον Λουκιανό (scholia vetera et recentiora Arethae) (5029:


001)“Scholia in Lucianum”, Ed. Rabe, H.
Leipzig: Teubner, 1906, Repr. [Link] work 19, se. 27, γρ. 1

κησαν. οἱ οὖν ἐν Ἀθήνησι ῥήτορες ὡς ἐν δημοκρατίᾳ


πολιτευόμενοι ἔθος ἔχουσι τοὺς βασιλέας τυράννους καλεῖν
ἀντὶ τῆς παρ' αὐτοῖς γενομένης βίας τῶν Τυρρηνῶν. ~ Δ
πρόβαλ' αὐτόν] πρὸ τῶν ἄλλων βάλε, προσάγαγε. ~ VΔ
κἀκ τοῦ λόγου κτλ.] ὡραῖον. ~ ΓV
ἐμπαροινῶν] ἐνυβρίζων. ~ VΔ
ἀσκαρδαμυκτί] μὴ μύων τοὺς ὀφθαλμούς. ~ ΔV
καινουργόν] τὸ ἐπινοοῦν ξένα. ~ ΔV  
ἄλλως] μάτην, ὡς ἔτυχεν. ~ ΔΓV
κενή] ψευδής. ~ ΓV
σὺ ἡ Κλίνη λέγε] καὶ τοῦτο πρὸς πλείονα τῶν Ἑλλήνων
ἐποίησε καταγέλωτα· ἐπειδὴ γὰρ ἐκεῖνοι καὶ τὰ φυτὰ λέ-
γουσιν ἔμψυχα, ἐπίτηδες οὕτως ἐμπαίζων λύχνον καὶ κλί-
νην μαρτυροῦντας παρήγαγεν. ~ ΓVφOΩΔ
τὰ μεθ' ἡμέραν] τὰ ἐν τῇ ἡμέρᾳ. ~ ΓV
ὑπερπεπαικότα] ὑπερβαλλόμενον. ~ ΓVφOΩΔ
Πυριφλεγέθοντα] ποταμὸν πυρὸς λέγουσι τοῦτον ἐν
τοῖς καταχθονίοις.

Σχόλια στον Λουκιανό (scholia vetera et recentiora Arethae) Lucianic


work 19, se. 27, γρ. 4

πρόβαλ' αὐτόν] πρὸ τῶν ἄλλων βάλε, προσάγαγε. ~ VΔ


κἀκ τοῦ λόγου κτλ.] ὡραῖον. ~ ΓV
ἐμπαροινῶν] ἐνυβρίζων. ~ VΔ
ἀσκαρδαμυκτί] μὴ μύων τοὺς ὀφθαλμούς. ~ ΔV
καινουργόν] τὸ ἐπινοοῦν ξένα. ~ ΔV  
ἄλλως] μάτην, ὡς ἔτυχεν. ~ ΔΓV
κενή] ψευδής. ~ ΓV
1119

σὺ ἡ Κλίνη λέγε] καὶ τοῦτο πρὸς πλείονα τῶν Ἑλλήνων


ἐποίησε καταγέλωτα· ἐπειδὴ γὰρ ἐκεῖνοι καὶ τὰ φυτὰ λέ-
γουσιν ἔμψυχα, ἐπίτηδες οὕτως ἐμπαίζων λύχνον καὶ κλί-
νην μαρτυροῦντας παρήγαγεν. ~ ΓVφOΩΔ
τὰ μεθ' ἡμέραν] τὰ ἐν τῇ ἡμέρᾳ. ~ ΓV
ὑπερπεπαικότα] ὑπερβαλλόμενον. ~ ΓVφOΩΔ
Πυριφλεγέθοντα] ποταμὸν πυρὸς λέγουσι τοῦτον ἐν
τοῖς καταχθονίοις. ~ ΓVφOΩΔ
Κερβέρῳ] κύων ἐστὶν ὁ Κέρβερος τρεῖς ἔχων, ὡς λέγουσι,
κεφαλάς, φύλαξ τοῦ Ἅιδου. ~ ΓVOΔ
χάριν εἴσομαι] ἀντὶ τοῦ εὐχαριστήσω· τὸ γὰρ εὐχαριστῶ
παρὰ τοῖς ἀρχαίοις οὐ λέγεται. ~ VφΔ
ἀναπεμπαζόμενος] ἀναλογιζόμενος. ΔΓV
Τάνταλον] λέγουσι γὰρ οἱ Ἕλληνες, ὅτι ὁ Τάνταλος ἄν

Scholia In Oppianum, Scholia et glossae in halieutica (scholia vetera et


recentiora) (5032: 002)
“Scholia et paraphrases in Nicandrum et Oppianum in Scholia in
Theocritum (ed. F. Dübner)”, Ed. Bussemaker, U.C.
Paris: Didot, [Link]-book 5, scholion 229, γρ. 1

Παιφάσσοντα· διεγειρόμενον, συστρεφόμενον.


ἐπαΐσσοντα· ἤτοι ὅτε κάμῃ, ὅταν κορεσθῇ τῶν ὀδυνῶν.
μόρος· κόρος.
Μεθύῃ· ἐνδώσει, ἐμπλησθείη.
Κλίνῃ· παύσηται. ῥέψῃ· κλίνουσι, διεγείρῃ.
τάλαντα· οἱ ζυγοὶ, τρυτάνας.
Ἀσκός· ὅταν αἱρεθῇ καὶ ῥέψῃ πρὸς τὰ τοῦ μό-
ρου ζυγά. πείρατα· τέλη.
Ἀγγέλλων· μηνύων. ἄειρεν· διήγειρεν, ἀνη-
γέρθη.
Οἷον· καθὰ, καθ' ὅν. ἀλγινόεντος· ἀπὸ, χαλεποῦ.
Ἀργυφέοισιν· λευκοῖς.

Σχόλια στον Πίνδαρο. Scholia in Pindarum .(5034: 001)


“Scholia vetera in Pindari carmina, 3 vols.”, Ed. Drachmann, A.B.
Leipzig: Teubner, 1:1903; 2:1910; 3:1927, Repr. 1:1969; 2:1967; 3:1966.
Ode N 2, scholion 19, γρ. 13

οὐ γὰρ δήπου Σαλαμίνιος ἦν· ἄντικρυς γὰρ αὐτὸν Ἀχαρνέα


φησὶ τῶν δήμων. Ἀρίσταρχος μὲν οὖν τῆς Αἰαντίδος φυλῆς
1120

εἶναι, οὐκ ὀρθῶς· οἱ γὰρ Ἀχαρνεῖς τῆς Οἰνηΐδος φυλῆς εἰσιν.


οἱ δὲ περὶ Ἀσκληπιάδην φασὶν, ὅτι εἰκός ἐστιν αὐτὸν εἶναι
τῶν τὴν Σαλαμῖνα κατακληρουχησάντων Ἀθηναίων· εἰκὸς οὖν
αὐτὸν γεννηθέντα Ἀθήνησι τεθράφθαι ἐν Σαλαμῖνι. Δίδυμος  
δέ φησιν, ὅτι ἴσως ἄμεινον λέγειν, ὅτι εἰς Αἴαντα ἀνέφερε
τὸ γένος, ὥσπερ καὶ Μιλτιάδης καὶ Κίμων καὶ Ἀλκιβιάδης
καὶ Θουκυδίδης ὁ συγγραφεὺς ὁ Ὀλόρου. ἴσως δὲ, ὅτι διὰ
τιμῆς ἦγον οἱ Ἀθηναῖοι τὸν Αἴαντα, ὡς μὴ μόνον φυλὴν
Αἰαντίδα ἀποδεῖξαι, ἀλλὰ καὶ Κλίνην αὐτῷ μετὰ πανοπλίας
κοσμεῖν, λόγον τε ἔχειν παγκρατιαστὴν ὄντα τὸν Τιμόδημον
τῷ μαχιμωτάτῳ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀνδρειοτάτῳ παραβεβλῆσθαι.
θρέψαι οὖν ἡ Σαλαμὶς ἱκανή ἐστιν ἄνδρα μαχητήν· τίς ἀπό-
δειξις; ἡ ἐπιφερομένη.

Σχόλια στον Πίνδαρο. Scholia in Nemea et Isthmia (scholia vetera et


recentiora partim Thomae Magistri et Triclinii) (5034: 007)
“Scholia recentiora Thomano–Tricliniana in Pindari Nemea et Isthmia”,
Ed. Mommsen, [Link]: Teubner, [Link] N 2, scholion 19, γρ. 8

μοῖσι. τὸ δὲ ὀρειᾶν, ἤγουν τῶν ὀρεινῶν, ἐπειδὴ ὁ ἄτλας  


ὁ τούτων πατὴρ ὁμώνυμα ἔσχεν ὄρη, ἐν οἷς καὶ αὐταὶ διέ-
τριβον:
Καὶ μὰν ἁ Σαλαμίς γε. ζητεῖται, τίνος χάριν
ἐμνήσθη τῆς σαλαμῖνος καὶ τοῦ αἴαντος. καί φασιν ὅτι, διὰ
τὸ εἰς αἴαντα ἀναφέρειν τὸ γένος τὸν ἐπαινούμενον, οὐ
διὰ τὸ οἰκεῖν ἐκεῖ· ἐν ἀθήναις γὰρ ᾤκει ἀχαρνεὺς ὢν τὸν
δῆμον· ἐπεὶ καὶ μιλτιάδης καὶ κίμων καὶ ἀλκιβιάδης καὶ
θουκυδίδης ὁ συγγραφεὺς εἰς αἴαντα τὸ γένος ἀνῆγον, ἴσως
ὅτι διὰ τιμῆς ἦγον οἱ ἀθηναῖοι τὸν αἴαντα, ὡς μὴ μόνον
φυλὴν αἰαντίδα ἀποδεῖξαι, ἀλλὰ καὶ Κλίνην αὐτῷ μετὰ
πανοπλίας κοσμεῖν. λόγον δὲ ἔχει, παγκρατιαστὴν ὄντα τὸν
τιμόδημον, τῷ μαχιμωτάτῳ τῶν ἑλλήνων καὶ ἀνδρειοτάτῳ
παραβάλλεσθαι. τίς δὲ ἡ ἀπόδειξις τοῦ μαχητὴν ἄνδρα
θρέψαι τὴν σαλαμῖνα; ἡ ἐπιφερομένη· ἐν τροίᾳ γὰρ ὁ ἕκ-
τωρ, φησίν, ᾔσθετο τοῦ αἴαντος· τούτῳ γὰρ μονομαχήσας,
ἐλείφθη. ἢ ἤκουσεν αὐτοῦ, ὅτι ἡ σαλαμὶς φέρει ἄνδρας ἀγαθούς.

Σχόλια στον Σοφοκλη. .(5037: 004)


1121

“Scholia in Sophoclis tragoedias vetera”, Ed. Paσελ. orgius, P.N.


Leipzig: Teubner, [Link] Tr, verse 917, γρ. 2

 ἄλλῃ δὲ κἄλλῃ ἀντὶ τῇδε κἀκεῖσε.


 ἐπεὶ μηκέτι ἔμελλεν παῖδας τίκτειν ἤτοι
σχήσειν· ὅτι τοῦ λοιποῦ οὐ γενήσονται συνουσίαι
πρὸς τὸν Ἡρακλέα εἰς παιδοποιίαν· οὐσίας δὲ κοίτας,
συνουσίας.
 ἐπεσκιασμένη περικεκαλυμμένη, κρύπτουσα.
 φρούρουν ἐφύλαττον.
 δεμνίοις | τοῖς Ἡρακλείοις ἔνθα συνεκάθευδον·
ἄλλο γὰρ ἦν ὅπερ ἐστόρεσεν ὁ Ὕλλος.
 ἐπενθοροῦσ' ἄνω ἐναλλομένη ἄνω εἰς τὴν
Κλίνην.
 εὐνήτριαν εὐναζομένην, κοιμωμένην.
 πρὸς τῷ στήθει γὰρ ἐπερονῶντο αἱ γυναῖκες.
 ἐκ δ' ἐλώπισεν ἐγύμνωσεν, ἐξέδυσεν· λῶπος γὰρ
τὸ ἱμάτιον.

Σχόλια στον Σοφοκλη. .Play OC, verse 193, γρ. 1

 ἵν' ἂν εὐσεβίας ἐπιβαίνοντες ὅπου ἂν εὐσε-


βῶς πατοῦντες.
 ἀντὶ τοῦ βατῶν τόπων.
 καὶ μὴ τῇ αὐτῶν ἐνδείᾳ ἐναντιώμεθα.
 ἀντιπέτρου τοῦ ἰσοπέτρου βήματος [δὲ], τοῦ
κατ' ἴσον βεβηκότος τῷ πέτρῳ ὅπερ ἄνω εἶπε χαλκοῦν
οὐδόν· τοῦτον δὲ τὸν πέτρον ὑποτίθεται τοῦ ἀβάτου  
ὅριον. καὶ ἄλλως: βήματος τοῦ οὐδοῦ, ἀντιπέτρου δὲ
ὅτι ἀντὶ πέτρας χαλκοῦν ἦν.
 ἰσοπέτρου, χαλκοῦ.
 κλίνῃς γράφε κινήσῃς.
 ἡσθῶ ἀντὶ τοῦ καθεσθῶ. ἀπὸ τοῦ ἑσθῶ
τέταται.
 γράφεται ἦ στῶ ὃ καὶ βέλτιον.
 ἐπ' ἄκρου | λάου ἀπὸ τῆς λάος ἐστὶ παροξυνομένης
εὐθείας γενομένης ἀπὸ γενικῆς τῆς λᾶος· Ὅμηρος
  λᾶος ὑπὸ ῥιπῆς·
1122

Scholia In Sophoclem, Scholia in Sophoclis Oedipum Coloneum .


(5037: 006)Scholia in Sophoclis Oedipum Coloneum”, Ed. de Marco, V.
Rome: Bretschneider, [Link]-scholion 193, γρ. 1

χρὴ φιλεῖν ἃ καὶ ἡ πόλις φιλεῖ, ἐκεῖνα δὲ μισεῖν, ἃ καὶ ἡ πόλις μισεῖ. LRM

τέτροφεν] ἔχει. L
ἵν' ἂν εὐσεβίας ἐπιβαίνοντες] ὅπου ἂν εὐσεβῶς πατοῦντες. LR
ἀντὶ τοῦ βατῶν τόπων. LR  
καὶ μὴ χρείᾳ πολεμῶμεν] καὶ μὴ τῇ αὐτῶν ἐνδείᾳ ἐναντιώμεθα. L
ἀντιπέτρου: τοῦ ἰσοπέτρου βήματος, τοῦ κατ' ἴσον βεβηκότος τῷ πέ-
τρῳ, ὅπερ ἄνω εἶπεν χαλκοῦν οὐδόν. τοῦτον δὲ τὸν πέτρον ὑποτίθεται
τοῦ
ἀβάτου ὅριον. βήματος, τοῦ οὐδοῦ· ἀντιπέτρου δὲ, ὅτι ἀντὶ πέτρας
χαλκοῦν ἦν. LRM
ἀντιπέτρου] ἰσοπέτρου, χαλκοῦ. L κλίνῃς] [γρ.] κινήσῃς. L
ἡσθῶ] ἀντὶ τοῦ καθεσθῶ. LRM ἀπὸ τοῦ ἑσθῶ τέταται. L
γρ. ἦ στῶ, ὃ καὶ βέλτιον. LRM
ἐπ' ἄκρου λάου: ἀπὸ τῆς λᾶός ἐστι προπερισπωμένως, εὐθείας γενο-
μένης ἀπὸ γενικῆς τῆς λᾶος· “λᾶος ὑπὸ ῥιπῆς” [M 462]. οὕτως Ἡρω-
διανὸς [I p. 109 Lenz] ἐν τῷ ε τῆς καθόλου. LRM
ἐμὸν τόδ'] τὸ ὁδηγῆσαί σε. L
ἐμὸν τόδ', ἐν ἡσυχίᾳ: ἀντὶ τοῦ ἐμόν ἐστι τὸ ἁρμόσαι σου ἐφ' ἡσυχίας τὴν
βάσιν τῇ καθέδρᾳ. LRM
γεραιὸν ἐς χέρα: τὸ ἑξῆς οὕτω, γεραιὸν σῶμα σὸν προκλίνας ἐς χέρα
φιλίαν ἐμήν. τὸ δὲ κλίνας ἀπὸ τῆς μετοχῆς ἤρτηται, ἀντὶ τοῦ κλίνας

Σχόλια στον Θεόκριτο. .(5038: 001)


“Scholia in Theocritum vetera”, Ed. Wendel, K.
Leipzig: Teubner, 1914, Repr. [Link]-anecdote-poem 3,
section-verse 14b, γρ. 2

μέλλον, κάμαξιν ἐνστηρίξας ἐπὶ πλέον μένειν ἐποίησεν. ἡ δὲ


Νύμφη θεασαμένη χάριν αὐτῷ ὡμολόγησεν· ἡλικιῶτις γὰρ
ἔφη εἶναι τοῦ φυτοῦ. καὶ ἐκέλευσεν αὐτόν, ὅ τι ἂν ἐθέλῃ,
αἰτεῖν. ὁ δὲ τὴν συνουσίαν αὐτῆς ᾐτήσατο. ἡ δὲ ἔφη αὐτῷ,
ὅτι τὸν καιρὸν τῆς μίξεως ἀφικνουμένη σοι μέλισσα προερεῖ.
μήποτε οὖν μέμνηται ὁ Θεόκριτος τᾶς ἱστορίας ταύτης διὰ
τὸ τὴν μέλισσαν διακονῆσαι πρὸς τὰ ἐρωτικά.
UgEgPm τὸν κισσόν: ἀγροικικῆς γὰρ οὔσης τῆς Ἀμα-
1123

ρυλλίδος οἰκίας εἰκὸς καὶ κισσὸν ἔχειν ἐν ἑαυτῇ.


KGUEAPT πτέρις εἶδος βοτάνης ὁμοίας πτερῷ στρουθοκαμή-
λου, ἀφ' ἧς στιβάδες ἐπὶ Κλίνης τῶν ἀγροίκων γίνονται διὰ
τὴν μαλακότητα καὶ διὰ τὸ ἀποδιώκειν τῇ ὀσμῇ τοὺς ὄφεις.
καλεῖται δὲ καὶ βλῆχρον. KPT
πτέριν: βοτάνη συγκαμπτή. Kg
ἦ ῥα λεαίνας: οὐκ ἀφ' ἱστορίας, ἀλλὰ διὰ τὸ KGUEAT
ἄγριον. καὶ γὰρ Ἀχιλλεὺς Θέτιδος καὶ Πηλέως, ἀλλὰ διὰ τὸ
ἄγριόν φησιν Ὅμηρος (Π 34)· ‘γλαυκὴ δέ σ' ἔτικτε θάλασσα’.
κατασμύχων: λεπτύνων, καίων, ξαίνων,

Σχόλια στον Θεόκριτο. .Prolegomenon-anecdote-poem 15, section-verse


125/126a, γρ. 2

χλωραὶ δὲ σκιάδες: σκιάδες καὶ καλύβαι ἀνήθων K


αὐτῷ τῷ καρπῷ καταβριθόμεναι γεγόνασιν.
KLmUEAP οἱ δέ τε κῶροι: τὰς καλύβας, φησίν, ὑπερ-
πέτονται οἱ Ἔρωτες ὡς οἱ νεοσσοὶ τῶν ἀηδόνων.  
ὦ ἔβενος: τὴν λοιπὴν κόσμησιν τὴν βασιλικὴν
θαυμάζει.
KUEAP αἰετοί: ὡς πεποικιλμένων ἀετῶν ἐλεφαντίνων καὶ
βασταζόντων τὸν Γανυμήδην.
KUEAGP πορφύρεοι δὲ τάπητες: ὡς μαλακῶν τα-
πήτων ὑπεστρωμένων τῇ κλίνῃ τῆς Ἀφροδίτης· οὕς φησιν
ὑπὸ τῆς Μιλήτου καὶ Σάμου ῥηθήσεσθαι μαλακωτέρους ὕπνου
διὰ τὸ παρ' αὐτοῖς εἰς κάλλος τὰ στρώματα γίνεσθαι.
KUE1.2AGP ἁ Μίλατος: τὰ Μιλήσια καὶ Σάμια ἔρια. τὴν δὲ
κατὰ ἀναστρεπτέον· ἔστι γὰρ ‘κατὰ τὴν Σάμον βόσκων’. ἢ
οἷον καταβοσκόμενος καὶ κατανεμόμενος.
LmUmEgPm τὸν ἄνδρα γαμβρὸν λέγει ὡς οἱ Αἰολεῖς.
KUEAGP τὸ φίλημ' ἔτι: τὸ τοῦ Ἀδώνιδος δηλαδή. οὐδέπω
γὰρ κέκαρται τὰ γένεια, ὡς κεντῶσιν, ἀλλ' ἔτι χνοάζει.
ἅμα δρόσῳ: ἀντὶ τοῦ ἅμα ἡμέρᾳ· τότε γὰρ πίπτει
ἡ δρόσος ἐν τῇ γῇ.

Σχόλια στον Θεόκριτο. .Prolegomenon-anecdote-poem 18, section-verse


5, γρ. 1

 Τοῦτο τὸ εἰδύλλιον ἐπιγράφεται Ἑλένης ἐπιθαλάμιος καὶ UEA


ἐν αὐτῷ τινα εἴληπται ἐκ τοῦ πρώτου Στησιχόρου Ἑλένης
1124

(fgm. 31 Bergk Poet. lyr. gr. III4 217). τῶν δὲ ἐπιθαλα-


μίων τινὰ μὲν ᾄδεται ἑσπέρας, ἃ λέγεται κατακοιμητικά, ἅτινα
ἕως μέσης νυκτὸς ᾄδουσι· τινὰ δὲ ὄρθρια, ἃ καὶ προσαγο-
ρεύεται διεγερτικά. ᾄδουσι δὲ τὸν ἐπιθαλάμιον αἱ παρθένοι
πρὸ τοῦ θαλάμου, ἵνα τῆς παρθένου βιαζομένης ὑπὸ τοῦ
ἀνδρὸς ἡ φωνὴ μὴ ἐξακούηται, λανθάνῃ δὲ κρυπτομένη διὰ
τῆς τῶν παρθένων φωνῆς.  
Eg κατεκλάγετο: ἐκληρώθη, ἤγουν ἐπὶ τὴν Κλίνην
τὴν ἰδίαν ἐν ἐξουσίᾳ ἔλαβεν.
UEA πρώϊζα: ἤγουν πρωϊνός, πρὸ τοῦ δέοντος.
κατέδαρθες: τὸ θέμα καὶ δάρθω καὶ δαρθῶ.
ἐπέπταρεν ἐρχομένῳ τοι: ὄντως ἀγαθός σοι
ἐφάνη οἰωνός, ὅτε ἐς Σπάρτην ἀπήρχου, ὅπου οἱ ἄλλοι ἀριστῆες.
ἄμμες γὰρ πᾶσαι: ἀντὶ τοῦ· ἡμεῖς πᾶσαι κα-
λαί ἐσμεν, εἰ μὴ παραβληθείημεν τῇ Ἑλένῃ. ἥ γε μὴν νεο-
λαία ἐστὶ κυρίως ὁ ἐκ νέων λαός. ὅτι δὲ ἔθος εἶχον αἱ
Λάκαιναι καὶ αἱ Σπαρτιάτιδες ἀνδρείοις γυμνασίοις καὶ δρό-
μοις ἀσκεῖσθαι δῆλον.  

Anonymi In Aphthonium Rhet., Incerti auctoris prolegomena in


progymnasmata (olim sub auctore Joanne Doxapatre) (5045: 002)
“Prolegomenon sylloge”, Ed. Rabe, H.
Leipzig: Teubner, 1931; Rhetores Graeci 14.Τόμ. 14, σελ. 160, γρ. 14

τῶν τὴν ῥητορικὴν ἀνατρεπόντων καὶ τῶν μὴ ὄντων δει-


κνυόντων αὐτήν, τοιοῦτος δὲ καὶ ὁ τοῦ σοφίσματος αὐ-
τῶν καθέστηκεν ἔλεγχος.
 Δεύτερος πάλιν λόγος ἀνατρεπτικὸς τῆς ῥητορικῆς τοιοῦ-
τός ἐστιν· ‘εἰ ἔστιν ἡ ῥητορική, ἢ περὶ τὰ ἰδικὰ κατα-
γίνεται ἢ περὶ τὰ κοινά. εἰ μὲν οὖν περὶ τὰ ἰδικά, οὐκέτι
περὶ τὰ πολιτικά· κοινὰ γὰρ τὰ τῆς πολιτείας καὶ οὐχὶ
μερικά. εἰ δὲ περὶ τὰ κοινὰ καταγίνεται, ἢ περὶ ἓν ἢ
περὶ πάντα. ἀλλ' οὐδεμία τις ἄλλη τέχνη περὶ ἕν τι πρᾶ-
γμα ἀεὶ καταγινομένη εὑρίσκεται, οἷον ὁ τέκτων οὐ
πάντοτε Κλίνην δημιουργεῖ, ἀλλὰ καὶ θρόνον καὶ τράπε-
ζαν· ὥστε καὶ ἡ ῥητορικὴ οὐκ ἂν περὶ ἕν τι πρᾶγμα
καταγινομένη λεχθήσεται. εἰ οὖν περὶ πάντα τὰ κοινὰ
καταγίνεται καὶ τὰ τῆς πολιτείας συνεκτικά, εἰ μὲν ὡς
ἀγνοοῦσα, οὐδεὶς αὐτῇ προσέξει. εἰ δὲ ὡς ἐπισταμένη,
τῷ περιττῷ καὶ τῷ ἀδυνάτῳ ἐκβληθήσεται, τῷ μὲν
περιττῷ, ὅτι ἢ αὕτη περιττὴ ἢ αἱ ἄλλαι τέχναι καὶ
ἐπιστῆμαι· ἀλλὰ μὴν ἐκεῖναι οὐ περιτταί, καὶ τοῦτο
1125

δῆλον, ὅτι, ἐὰν ἐκεῖναι ἀναιρεθῶσιν, οὐ δυνήσεται ἡ


ῥητορικὴ τὰ ἐκείνων διαπράξασθαι ἔργα, ὥστε αὐτὴ
μᾶλλόν ἐστι περιττή· τῷ δὲ ἀδυνάτῳ πάλιν

Ελληνική ανθολογία. .
“Anthologia Graeca, 4 vols., 2nd edn.”, Ed. Beckby, H.
Munich: Heimeran, 1–2:1965; 3–4:[Link] 5, epigram 54, γρ. 2

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Μήποτε γαστροβαρῆ πρὸς σὸν λέχος ἀντιπρόσωπον


 παιδογόνῳ κλίνῃς Κύπριδι τερπόμενος.
μεσσόθι γὰρ μέγα κῦμα καὶ οὐκ ὀλίγος πόνος ἔσται
 τῆς μὲν ἐρεσσομένης, σοῦ δὲ σαλευομένου.
ἀλλὰ πάλιν στρέψας ῥοδοειδέι τέρπεο πυγῇ,
 τὴν ἄλοχον νομίσας ἀρσενόπαιδα Κύπριν.  

Ελληνική ανθολογία. Book 5, epigram 181, γρ. 12

 καὶ πέντε στεφάνους τῶν ῥοδίνων.  – ”Τί, τὸ ...”  – Πάξ.


οὐ φὴς κέρματ' ἔχειν; διολώλαμεν. οὐ τροχιεῖ τις
 τὸν Λαπίθην; λῃστήν, οὐ θεράποντ' ἔχομεν.
οὐκ ἀδικεῖς;  – ”Οὐδέν.”  – Φέρε τὸν λόγον· ἐλθὲ λαβοῦσα,
 Φρύνη, τὰς ψήφους. ὢ μεγάλου κινάδους·
πέντ' οἶνος δραχμῶν, ἀλλᾶς δύο ...
 ὦτα, λαγώς, σκόμβροι, σησαμίδες, σχάδονες.
αὔριον αὐτὰ καλῶς λογιούμεθα. νῦν δὲ πρὸς Αἴσχραν
 τὴν μυρόπωλιν ἰὼν πέντε λάβ' ἀργυρέας·
εἰπὲ δὲ σημεῖον, Βάκχων ὅτι πέντ' ἐφίλησεν
 ἑξῆς, ὧν Κλίνη μάρτυς ἐπεγράφετο.

Ελληνική ανθολογία. Book 9, epigram 141, γρ. 3

Κοινῇ πὰρ κλισίῃ ληθαργικὸς ἠδὲ φρενοπλὴξ


 κείμενοι ἀλλήλων νοῦσον ἀπεσκέδασαν.
1126

ἐξέθορε Κλίνης γὰρ ὁ τολμήεις ὑπὸ λύσσης


 καὶ τὸν ἀναίσθητον παντὸς ἔτυπτε μέλους.
πληγαὶ δ' ἀμφοτέροις ἐγένοντ' ἄκος, αἷς ὁ μὲν αὐτῶν
 ἔγρετο, τὸν δ' ὕπνῳ πουλὺς ἔριψε κόπος.

Ελληνική ανθολογία. Book 9, epigram 477, γρ. 2

ἔμπης δ' ἔρχεο θᾶσσον, ἀπήμονα νόστον ἑλοῦσα


Εἰδοθέης ἰότητι, κακῆς ἐπὶ νῶτα θαλάσσης.  
Εὐρώπης Ἀσίης τε δορισθενέες βασιλῆες,
ὑμῖν ἀμφοτέροισιν ἐπὶ ξυροῦ ἵσταται ἀκμῆς,
τίς κεν ἐμὲ τλήθυμος ἕλοι δύστηνον ἀκοίτης·
Ζεὺς δὲ πατὴρ δικάσειεν, ἄνευθε δὲ Κυπρογενείης,
μὴ πάλιν ἄλλος ἕλῃ με γαμοκλόπος, αἶσχος Ἀχαιοῖς.
Ἐζημίωσας ἀσθενῶν τὸν Ἕκτορα·
φέρεις γὰρ ἡμῖν ἐλλιπῆ σκυλεύματα.
Ἄμπελε, τί πράξωμεν, ὅταν Δαφναῖος Ἀπόλλων
πτόρθον ἐμὸν κλίνῃ δι' Ἀλεξάνδροιο βελέμνων;
Τὰ δῶρα λαμπρὰ προσφέρεις τῇ πατρίδι.
Σεῖο νόον πέτρωσεν ἀμείλιχα δέσμια πέτρης,
καὶ λίθον ἐκτελέσειε τεὸν δέμας ὄμμα Μεδούσης.  
Ἀπεστράφης νῦν ὡς λαβὼν ἐξουσίαν;  –  
“Ταύτῃ γὰρ οὐ πέφυκε συντρέχειν Ἔρως·
Ἔρως γὰρ ἄλλην ἀνταμείβεται τρίβον.”

Ελληνική ανθολογία. Book 11, epigram 92, γρ. 5

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Γάιος ἐκπνεύσας τὸ πανύστατον ἐχθὲς ὁ λεπτὸς


 εἰς τὴν ἐκκομιδὴν οὐδὲν ἀφῆκεν ὅλως·
καὶ πέρας εἰς Ἀίδην καταβὰς ὅλος, οἷος ὅτ' ἔζη,
 τῶν ὑπὸ γῆν σκελετῶν λεπτότατος πέταται.
τὴν δὲ κενὴν Κλίνην οἱ φράτορες ἦραν ἐπ' ὤμων
 ἐγγράψαντες ἄνω· “Γάιος ἐκφέρεται.”

ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ
1127

Τῶν Ἐπικουρείων ἀτόμων ποτὲ Μάρκος ὁ λεπτὸς


 τῇ κεφαλῇ τρήσας εἰς τὸ μέσον διέβη.  

Ελληνική ανθολογία.
Book 11, epigram 108, γρ. 2

ΑΔΗΛΟΝ

Κόνων δίπηχυς, ἡ γυνὴ δὲ τεσσάρων·


ἐν τῇ κλίνῃ δὲ τῶν ποδῶν ἰσουμένων
σκόπει, Κόνωνος ποῦ τὸ χεῖλος ἔρχεται.
Οὐδ' ἐπικύψαι ἔχει Δημήτριος οὐδὲν ὁ μικρός·
 ἔρριπται δὲ χαμαὶ πάντοτ' ἐπαιρόμενος.

Ελληνική ανθολογία. Book 11, epigram 225, γρ. 1

ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ

Ἡ Κλίνη πάσχοντας ἔχει δύο καὶ δύο δρῶντας,


 οὓς σὺ δοκεῖς πάντας τέσσαρας· εἰσὶ δὲ τρεῖς.
ἢν δὲ πύθῃ “Πῶς τοῦτο;” τὸν ἐν μέσσῳ δὶς ἀρίθμει
 κοινὰ πρὸς ἀμφοτέρους ἔργα σαλευόμενον.

Doctrina Patrum, Doctrina patrum (fort. auctore Anastasio Sinaïta vel


Anastasio Apocrisiario) (7051: 001)“Doctrina patrum de incarnatione
verbi”, Ed. Diekamp, F.Münster: Aschendorff, 1907.Σελ. 163, γρ. 5

λεγέτωσαν τοίνυν, εἰ μὴ ἀριθμὸν τῶν συνθέτων ὑποβάλλει τὰ οὕτως


ἔχοντα γραφικά, τὸ “ἔθετο τὰ μέλη ἓν ἕκαστον ἐν τῷ σώματι”, καὶ
“πολλὰ μὲν μέλη, ἓν δὲ σῶμα”, καὶ “ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ
μου”, καὶ “ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας”, καὶ “ἐξεχύθη πάντα τὰ
σπλάγχνα αὐτοῦ”. ἀλλὰ καὶ ἐπὶ συναμφοτέρου τρία ἀριθμεῖ ὁ ἀπό-
στολος, ψυχὴν καὶ σῶμα καὶ πνεῦμα, καὶ “ἐζυμώθη” κατὰ τὴν  
παραβολὴν τοῦ σωτῆρος “εἰς ἀλεύρου σάτα τρία”, καὶ “δοξάσατε δὴ
τὸν θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι, ἅτινά ἐστι τοῦ
θεοῦ”, καὶ πάλιν περὶ τῶν αὐτῶν· “ταῦτα δὲ ἀντίκεινται ἀλλήλοις”.
1128

λεγέτωσαν τοίνυν, εἰ μὴ τὸ “ἅτινα” καὶ “ταῦτα καὶ ἀντίκεινται ἀλλή-


λοις” ἀριθμοῦ εἰσιν εἴδη. λεγέτωσαν δὲ καί, τίνες οἱ ἐπὶ τῆς Κλίνης
καὶ τοῦ μύλωνος δύο, ὧν ἡ μία παραλαμβάνεται καὶ ἡ μία ἀφίεται.
ἔτι δὲ καί, εἰ μὴ τῷ σωτῆρι δύο νοεῖται ὁ ἄνθρωπος, τὸ σῶμα καὶ
ἡ ψυχή, ὧν τὸ μὲν δύνανται ἀποκτεῖναι οἱ ἐπιβουλεύοντες, τὸ δὲ
ἀνώτερον τῆς ἐπιβουλῆς τυγχάνει, ἀμφότερα δὲ ἐν γεέννῃ ἀπολλύμενα,
εἰ τούτου κριθεῖεν ἄξια. ἐὰν γὰρ εἴπωμεν τὴν συνεχῆ τοῦ χρόνου
φύσιν πλέον ἡνῶσθαι, ἢ τὰ κατὰ σύνθεσιν εἰς δώδεκα ὥρας ὑπὸ
τοῦ κυρίου διαιρεῖσθαι, ἢ πάλιν κατὰ τὸ ὑπ' αὐτοῦ εἰρημένον ὅλον
τὸν νόμον ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς κρεμᾶσθαι, τῇ εἰς τὸν θεὸν
καὶ τῇ εἰς τὸν πλησίον ἀγάπῃ, τάχα καὶ αὐτὸς ὁ κύριος μεθ' ἡμῶν
τῆς διαιρέσεως τὸ ἔγκλημα οὐκ ἐκφεύξεται, τὴν ἡμέραν εἰς δώδεκα

Anthologiae Graecae Appendix, Oracula (7052: 006)


“Epigrammatum anthologia Palatina cum Planudeis et appendice nova,
vol. 3”, Ed. Cougny, [Link]: Didot, [Link] 1, γρ. 12

Ἠοὺς ἐγρόμενος προλιπὼν ἴθι Πυθῶ δῖαν,


ἠθάδ' ἔχων ἐσθῆτα καὶ αἰγανέην μετὰ χερσί·
τὴν διά τε Φλεγύων καὶ Φωκίδος ἔς τ' ἂν ἵκηαι
βουκόλον ἠδὲ βόας κηριτρεφέος Πελάγοντος·
ἐνθάδε προσπελάσας ξυλλάμβανε βοῦν ἐρίμυκον,
ἥ κεν δὴ νώτοισι μετ' ἀμφοτέροισιν ἔχῃσι
λευκὸν σχῆμ' ἑκάτερθε περίπλοκον, ἠΰτε μήνης.
Τήνδε σὺ ἡγεμόνα σχεῖν ἀτρέπτοιο κελεύθου.
Σῆμα δέ τοι ἐρέω μαλ' ἀριφραδὲς, οὐδέ σε λήσει.
Ἔνθα κέ τοι πρώτιστα βοὸς κέρας ἀγραύλοιο
ἥξῃ τε, κλίνῃ τε πέδῳ γόνυ ποιήεντι,
καὶ τότε τὴν μὲν ἔπειτα μελαμφύλλῳ χθονὶ ῥέζειν
ἁγνῶς καὶ καθαρῶς· γαίῃ δ' ὅταν ἱερὰ ῥέξῃς,
ὄχθῳ ἐπ' ἀκροτάτῳ κτίζειν πόλιν εὐρυάγυιαν,
δεινὸν Ἐνυαλίου πέμψας φύλακ' Ἄϊδος εἴσω.
Καὶ σύ γ' ἐπ' ἀνθρώπους ὄνομα κλυτὸς ἔσσεαι αὖθις,
ἀθανάτων λεχέων ἀντήσας, ὄλβιε Κάδμε.

Michael Apostolius Paroemiogr., Collectio paroemiarum (9009: 001)


“Corpus paroemiographorum Graecorum, vol. 2”, Ed. von Leutsch, E.L.
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1851, Repr. [Link] 12, se.
7, γρ. 9

 Νέμεσις δέ γε παρὰ πόδας βαίνει: παρόσον


1129

μέτεισι ταχέως ἡ δαίμων τοὺς ἡμαρτηκότας.


 Νεοττοῦ οὐδέν μοι δίδως: ἐπὶ τῶν ἀμεταδότων·
νεοττὸς γὰρ λέγεται ἡ τοῦ ᾠοῦ λέκιθος καὶ τὸ πυῤῥόν·
οὕτω Μένανδρος καὶ Κλέαρχος. ὃ διαδίδοται ἀρχῇ ὑπὸ τὸν  
ὑμένα λευκόν· ἐν τούτῳ γὰρ τὸ σπέρμα, καὶ οὐκ ἐν τῷ
καλουμένῳ νεοττῷ· διεψεύσθησαν γὰρ οἱ πρώτως τοῦτο
φήσαντες· καί ἐστι τὸ ὠχρὸν περίττωμα τοῦ σπέρματος.
ὅτι δὲ τὸ ὠχρὸν νεοττὸν ἔλεγον, μαρτυρεῖ Χρύσιππος ἐν
τῷ περὶ χρησμῶν. ὄναρ γάρ τινά φασι θεασάμενον ἐκ τῆς
Κλίνης αὐτοῦ κρέμασθαι ᾠά, προσαναθέσθαι ὀνειροκρίτῃ·
τὸν δὲ εἰπεῖν, ὀρύττων θησαυρὸν εὑρήσεις κατὰ τὸν τόπον
ἐκεῖνον. εὑρόντα δὲ σταμνίον, ἐν ᾧ ἀργύριον ἦν καὶ χρυ-
σίον, ἐνεγκεῖν τι τοῦ ἀργυρίου τῷ μάντει. τὸν δὲ μάντιν
εἰπεῖν, Τοῦ δὲ νεοττοῦ οὐδέν μοι δίδως; καὶ Δίφι-
λος κέχρηται·

Σούδα. letter alpha, entry 2658, γρ. 2

Ἀντιβολῶ· δοτικῇ. φωναὶ δὲ παρὰ πάντων οἰκτραὶ ἀντιβολοῦσαι καὶ


ἀντηχοῦσαι αὐτοῖς. αἰτιατικῇ δέ· ἡμεῖς δὲ τοὺς νόμους ἔχοντά με πλησίον
ἡγεῖ-
σθε παρεστάναι καὶ τὸν ὅρκον ὃν ὀμωμόκατε, τούτους ἀξιοῦντας καὶ
ἀντιβολοῦν-
τας ἕκαστον ὑμῶν.
Ἀντιγενίδης, Σατύρου, Θηβαῖος, μουσικὸς, αὐλῳδὸς Φιλοξένου.
οὗτος ὑποδήμασι Μιλησίοις πρῶτος ἐχρήσατο καὶ κροκωτὸν ἐν τῷ
Κωμαστῇ περιεβάλλετο ἱμάτιον. ἔγραψε μέλη.
Ἀντιγόνη: ὄνομα κύριον. καὶ Ἀντιγονίειος. καὶ Ἀντι-
γόνειος Κλίνη, τοῦ Ἀντιγόνου.
Ἀντίγονος· οὗτος ἐκλήθη εὐεργέτης καὶ σωτὴρ παρὰ πᾶσι
τοῖς Ἕλλησι. νικήσας γὰρ μάχῃ Κλεομένη, τὸν τῶν Λακεδαιμονίων
βασιλέα, ἐγκρατὴς ἐγένετο καὶ τῆς Σπάρτης αὐτός τε ὢν κύριος ὃ
βούλοιτο χρῆσθαι καὶ τῇ πόλει καὶ τοῖς ἐμπολιτευομένοις, τοσοῦτον
ἀπεῖχε τοῦ κακῶς ποιεῖν τοὺς γεγονότας ὑποχειρίους, ὡς ἐκ τῶν ἐν-
αντίων ἀποδοὺς τὸ πατρικὸν πολίτευμα καὶ τὴν ἐλευθερίαν, καὶ τῶν
μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος γενόμενος καὶ κοινῇ καὶ κατ' ἰδίαν Λακεδαι-
μονίοις· καὶ οὐ μόνον ἐκρίθη παρ' αὐτὸν τὸν καιρὸν εὐεργέτης, ἀλλὰ
καὶ μεταλλάξας σωτήρ.
1130

Σούδα. Alphabetic letter alpha, entry 2714, γρ. 4

λυκὸν, γενικῆς πτώσεως, σύνθετον. ὅτι ἀντιπέρας Θάσου μέταλλά ἐστι


χρυσοῦ.
Ἀντιπερίσπασμα: ἐμπόδιον. ἐξαπέστειλαν στρατηγὸν,
βουλόμενοι ἀντιπερίσπασμα ποιεῖν τοῖς Κελτοῖς τοῖς μετὰ Ἀννίβου.
Ἀντὶ πέρκης σκορπίον: παροιμία ἐπὶ τῶν τὰ χείρω αἱρου-
μένων ἀντὶ τῶν βελτιόνων.
Ἀντιπέτρεια: ὄνομα πόλεως.
Ἀντιπέτρου βήματος: ἀντὶ γὰρ πέτρας χαλκοῦς ἦν. ἢ ἰσο-
πέτρου βήματος, τοῦ κατ' ἴσον βεβηκότος τῷ πέτρῳ. χαλκοῦς δὲ ἦν
ὁ οὐδός. Σοφοκλῆς· μηκέτι τοῦδ' ἀντιπέτρου βήματος ἔξω πόδα
κλίνῃς. χαλκὸς αὐτὴ ἡ ὕλη· χαλκοῦς δὲ ἀνδρίας τὸ μετουσιαστικὸν ὡς
χρυσὸς καὶ χρυσοῦς.  
Ἀντιπίπτω· δοτικῇ.

Σούδα. Alphabetic letter alpha, entry 2763, γρ. 18

εἰς οὐδὲν δέον δαπανωμένου οὔτε δόξης ἀμείνονος ἐπιστροφήν τινα


ποιησάμενος. ἤκουσε γὰρ κακῶς ὑπὸ τῶν τότε ἀνθρώπων οὐχ ὡς
ἀδικῶν, ἀλλ' ὡς φιλοδικῶν. ἀνέβη γὰρ καὶ ἐς τὸ Βυζάντιον ἐπὶ τῇ
δίκῃ καὶ σφόδρα φιλόνεικος ἔδοξέ τις εἶναι. περιγενόμενος δὲ τῶν
ἀντιδίκων ταύτην μὲν ἐξέδωκεν ἑτέρῳ ἀνδρί, αὐτὸς δὲ ἐν ἡσυχίᾳ
καὶ ἀπραγμοσύνῃ τὸ λοιπὸν τοῦ βίου διετέλει, ὀλίγα μὲν ἐν φιλο-
σοφία, τὰ δὲ πλείω διαιτώμενος ἐν τοῖς ἱεροῖς. ἁπλοῦς δὲ ἦν τὸ
ἦθος καὶ ἕτοιμος εἰς εὐεργεσίας, ἄλλως τε καὶ τὰς διὰ τῶν ἱερῶν. ἔγωγε
οὖν καὶ αὐτὸς ὁμολογῶ τῷ ἀνδρὶ μεγίστην ἀτεχνῶς τὴν χάριν, ἣν
ἀμείψασθαι αὐτὸν εὔχομαι τοὺς θεοὺς ἐν μακάρων νήσοις ἤδη συζῆν
ἠξιωμένον. καὶ Ἀντωνίειος Κλίνη, τοῦ Ἀντωνίου.
Ἀντωπεῖ· δοτικῇ. ἀντοφθαλμεῖ. ἐξ οὗ καὶ· ἀντώπησαν οἱ
ὀφθαλμοί. καὶ Ἀντωπόν: ἀντὶ τοῦ κατὰ πρόσωπον, ἀπέναντι.
Ἀγαθίας· ὁ δὲ οὐκ ἀνίει, νῦν μὲν ἀθρόον ἐπιὼν, νῦν δὲ ἀντωπὸς
ἠρέμα εἰς τοὐπίσω ὑποχαζόμενος. καὶ αὖθις· οὐδ' ἀπ' ἐμεῖο
κληΐζεται ἀντωπὸν Βοσπόριον πέλαγος.
Ἄντρα νύχια: σκοτεινὰ σπήλαια.
Ἀντριάσι: ταῖς τοῖς ἄντροις φιλοχωροῦσιν. ὄφρ' εἴην
λιπαρῶν παίγνιον Ἀντριάδων.

Σούδα. Alphabetic letter alpha, entry 3758, γρ. 1


1131

ἐς Ἀρβέλας; Ἄρβηλα: ὄνομα τόπου. καὶ Ἀρβήλοις, Ἀθηναίοις. Ἀρβύλη


δὲ τὸ ὑπόδημα.
Ἀργαλέον φρονέοντα παρ' ἄφροσι πόλλ' ἀγορεύειν·
Εὐριπίδου λόγος Βάκχαις. καὶ Ἀργαλέον, χαλεπόν. εἴρηται δὲ
ἀπὸ τοῦ ἄλγους, ἀλγαλέον καὶ τροπῇ τοῦ λ εἰς τὸ ρ. ἔργον δὲ παρὰ
τοῖς παλαιοῖς τὸ δυσχερές. ἐκ τούτου παραγωγὸν ἐργαλέον, καὶ  
τροπῇ· ὡς ἀπὸ τοῦ ἔπω ἀπύω, τὸ φωνῶ. ἀργαλέον δὲ, δύσκολον,
δυσχερές. καὶ Ἀργαλέως ἐπιρρηματικόν. καὶ Ἀργαλεώτερον.
Ἀργὰ ῥήματα: ὅσα ὄνησιν οὐ φέρει ψυχῆς.
Ἀργανθώνη: ὄνομα κύριον. καὶ Ἀργανθώνειος Κλίνη.
καὶ Ἀργανθώνιον δὲ ὄρος τῆς Κίου νήσου.
Ἀργαριζίν: ὄνομα ἔθνους.
Ἀργάς: ὁ δεινότατος παρ' ἡλικίαν ἀργὰς καλεῖται. τούτῳ
ἀφομοιοῦσθαι ὑπὸ Αἰσχίνου τὸν Δημοσθένην. ἄλλοι δὲ τὸν δεινότατον
καὶ θηριώδη τὸν τρόπον. καὶ μάλιστα Ἀργεῖοι τὸν ὄφιν ἀργὰν
ἐκάλουν. Τίμαρχος δὲ ὁ Ῥόδιος οὐ κατὰ γλῶτταν οὕτω καλεῖσθαί
φησιν, ἀλλὰ γένος εἶναι ὄφεων τοὺς ἀργάς.

Σούδα. Alphabetic letter alpha, entry 4161, γρ. 1

ᾈσθήσεται: ἐκ τοῦ ᾄδω, τὸ ψάλλω.


Ἆσθμα: πνοή. καὶ Ἀσθμάζειν, ἀντὶ τοῦ ἀσθμαίνειν, τουτέστι
πνευστιᾶν. Βάβριος· οἷά τις νούσῳ κάμνων ἐβέβλητ' οὐκ ἀληθὲς
ἀσθμαίνων.
Ἀσκαλαβώτης: ὁ γαλεώτης. οὐχὶ καλαβώτην λέγουσι,
μᾶλλον δὲ γαλεώτην. Μένανδρος· οὑτοσὶ δὲ γαλεώτης γέρων.
Ἀσκάλαφος: παρὰ τὸ ἀσκελὲς τῆς ἁφῆς, ὁ λίαν σκληρός.
Ἀσκαλωνίτης: ὄνομα κύριον.
Ἀσκαμωνία: εἶδος βοτάνης ἰατρικῆς.
Ἀσκανία: λίμνη ἐν Νικαίᾳ.
Ἄσκαντος: ἡ μικρὰ Κλίνη, τὸ πτωχὸν κλινίδιον. ἢ Ἀς-
κάντης, Κλίνη μὴ ἔχουσα κάνητα· κάνης δὲ ὁ ψίαθος. ἢ ὁ
Σκίμπους, ἢ δίφρου τι εἶδος, οἱ δὲ τὸν κράββατον. Ἀριστοφάνης
Νεφέλαις· ἔξει τὸν ἀσκάντην λαβών.  
Ἀσκαρδαμυκτί: χωρὶς τοῦ μύειν, ὅ ἐστιν ἀγρίως βλέπειν.
καὶ Ἀσκαρδάμυκτον. Ἀριστοφάνης· βλέψον εἰς ἐμὲ ἀσκαρδάμυκτον.
τουτέστι μὴ μύσας τοὺς ὀφθαλμούς. τὸ δὲ σκαίρειν καὶ μύειν τοὺς
ὀφθαλμοὺς καὶ πυκνῶς βλεφαρίζειν σκαρδαμύσσειν λέγεται καὶ
ἰλλωπεῖν.
1132

Σούδα. Alphabetic letter gamma, entry 508, γρ. 2

πάτρα; κακὴν σοφίαν μετιὼν καὶ τοὺς ἀθέους Ἐπικούρου λόγους  


καὶ γύννιδας ἐπασκῶν κἀκ τῆς ἡδονῆς, ἣν ἐκεῖνος ὕμνει ὁ χλούνης τε
καὶ γύννις.
Γυῶ· ἐξ οὗ καὶ τὸ, γυώσει μὲν σφῶϊν.
Γυπαρίοις: ἀντὶ τοῦ ἐν φωλεοῖς καὶ καλιαῖς καὶ στενοῖς χωρίοις.
Κράτης δέ φησιν, ὅτι πᾶσαν στενὴν κατάδυσιν γύπας ὠνόμαζον. Ἀρι-
στοφάνης· οἰκοῦντα τοῦτον ἐν πιθάκναις καὶ γυπαρίοις καὶ πυργι-
δίοις. καὶ Γυπαιετούς.
Γυπὸς σκιά: ἐπὶ τῶν μηδενὸς λόγου ἀξίων.
Γύργαθος. καὶ παροιμία· Γύργαθον φυσᾷς, ἐπὶ τῶν
μάτην πονούντων. Γύργαθος οὖν Κλίνη, ἐν ᾗ τοὺς παρέτους καὶ
δαιμονιώδεις στροβοῦσι.
Γυρίης: περιφεροῦς. ἐπεὶ δὲ λίμνης ἐγγὺς ἦλθον γυρίης.
καὶ Ὅμηρος· γυρὸς ἐν ὤμοισι, μελανόχροος, οὐλοκάρηνος. περὶ
Ὀδυσσέως.
Γυρόν: κυρτὸν, στρογγύλον. ἐν Ἐπιγράμμασι· γυρὸν κυανέης
μόλιβον σημάντορα γραμμῆς.
Γυρῶν: περιφερῶν, κεκαμμένων. ἐν Ἐπιγράμμασι· γυρῶν τ'
ἀγκίστρων λαιμοδακεῖς ἀκίδας.  

Σούδα. Alphabetic letter delta, entry 286, γρ. 2

Δευθέντα: βραχέντα. καὶ Δευόμενος, βρεχόμενος. Αἰλια-


νός· αἵματί τε δευόμενοι οἱ τοῖχοι τῶν δωματίων, καὶ ἐκ τῶν δαπέδων
ἀνέβρυε λύθρον, καὶ πάντων τὰς διανοίας ἐξέπληττον.
Δευκαλίων: ὄνομα κύριον.
Δεῦρ' ἀεί: ἀντὶ τοῦ ἕως τούτου. Πλάτων Νόμων ζʹ. πρὸς
τοὺς λόγους, οὓς ἐξ ἕω μέχρι δεῦρο ἀεὶ διεληλύθαμεν. τινὲς ἀντὶ
τοῦ ὡδὶ τιθέασιν.
Δεῦρ' ᾖξα θᾶσσον ἢ καθ' ἡδονὴν ποδός: ἀντὶ τοῦ ταχύ-
τερον ἢ ὡς ἔδει βαδίζειν.
Δεῦρ' ἴθι· Ἀριστοφάνης· δεῦρ' ἴθ', ἵνα κλάῃς. ἐπὶ τῶν ἐπὶ
κακῷ τινα ἐπισπωμένων. τὸν παῖδά φησιν πλησίον ἐλθεῖν τῆς Κλίνης,
ἐφ' ἧς ἀνέκειτο ὁ δεσπότης, τύψειν αὐτὸν ἀπειλῶν.
Δεῦρο: ἐνθάδε· ἐπὶ τοῦ παρόντος. καὶ Δεῦρο ἀεί, ἀντὶ
τοῦ μέχρι τοῦ παρόντος. σημαίνει δὲ καὶ τὸ ἐλθέ. Δεῦρο νῦν
πρόσελθε, ἀντὶ τοῦ πλησίασον, ἐγγὺς ἐλθέ. καὶ παρ' Ὁμήρῳ·  
δεῦρ' ἴθι. λέγεται δὲ καὶ Δευρὶ παρὰ Ἀριστοφάνει. ταχέως ἥκειν
1133

ὡς ἐμὲ δευρὶ καὶ μὴ μέλλειν· κἂν μὴ ταχέως ἥκωσιν, ἐγὼ μὰ τὸν


Ἀπόλλω κατὰ γῆς ἀποπέμψω.

Σούδα. Alphabetic letter delta, entry 757, γρ. 1

λήσῃς. σκώπτει δὲ τὸν Εὐριπίδην ὡς λαχανοπώλιδος υἱόν. σκάνδιξ


γὰρ εἶδος λαχάνου λεπτοῦ. καὶ ἀλλαχοῦ· σκάνδικά μοι δὸς μητρόθεν
δεδεγμένος.
Διασχεδάζω· αἰτιατικῇ.  
Διασκεδαννύουσι: διασκορπίζουσι. λέγεται δὲ καὶ Δια-
σκίδνησιν. Ἰώσηπος· οὔτε γὰρ ἀταξία διασκίδνησιν αὐτοὺς τῆς συν-
τάξεως τῆς ἐν ἔθει.
Διασκευαζόμενα. Εὔπολις, Ἀθηναῖος, κωμικός, ἔγραψε τόσα
καὶ ἄλλα διασκευαζόμενος. καὶ Διασκευάσασθαι, ἀντὶ τοῦ συ-
σκευάσασθαι. ἴσως.
Διασκευή. ἀπὸ τῆς Κλίνης σοι γέγραφα μόλις ἀνεχόμενος
εἰς διασκευὴν τῶν γραμμάτων. τουτέστι συνθήκην.
Διασκηνητέον: καταλυτέον. Ξενοφῶν· ἐδόκει διασκηνητέον
εἶναι εἰς τὰς κώμας εἰς στέγας.

Σούδα. Alphabetic letter delta, entry 1093, γρ. 3

ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων λέγεται, ὡς Δημοσθένης ἐν τῷ κατὰ Κόνωνος


δῆλον ποιεῖ.
Δίκη δίκην ἔτικτε καὶ βλάβη βλάβην: ἐπὶ τῶν φιλοδί-
κων καὶ συνειρόντων δίκας δίκαις. καί, Δίκην ὑφέξειν, κἂν ὄνος
δάκῃ κύνα. ἐπὶ τῶν ἐπὶ μικροῖς συκοφαντουμένων.
Δίκην: τρόπον. καὶ ὁ μὲν ἐξετρίβη πίτυος δίκην ῥιφεὶς εἰς
θάλασσαν, καὶ δίδωσι δίκας αὐτῷ γένει.
Δίκης: δικαιοσύνης, ἢ τιμωρίας. ἥξομεν κομιούμενοι παρ'
ἀνδρῶν ἀνοσίων καὶ ψευδόρκων δίκας. ὅτι τὴν δίκην φασὶν οἱ
παλαιοὶ εὐθεῖάν τε εἶναι καὶ ἀκλινῆ καὶ ἄτρεπτον. καὶ τοῦτο ᾄδουσι
μὲν πλεῖστοι, ἤδη δὲ καὶ ἀνάγκη· φύσιν γὰρ δήπου τὸ δίκαιον τοι-
αύτην εἴληχεν. Ἡσίοδος δὲ αὐτὴν λέγει καὶ παρθένον καὶ ἀδιάφθορον,
τῇ τε ἄλλῃ καὶ μέντοι καὶ ὑπ' εὐνῆς ἀφροδισίου, αἰνιττόμενος ὅτι μὴ
χρὴ δολοῦν τὸ δίκαιον, μήτε ἄλλως πεισθέντα μήτε λέχει παρατρα-
πέντα. φησὶ δὲ καὶ μετιέναι αὐτὴν τιμωρουμένην τούτους, οἷσπερ
οὖν ὕβρις μέμηλε κακὴ καὶ σχέτλια ἔργα. τοῖς γε μὴν ἐκείνην σέβουσι
τήν τε γῆν καὶ τὰ οἰκεῖα βρύειν φησὶν ἀγαθὰ καὶ τὴν θάλατταν χο-
ρηγεῖν ὅσα τίκτει καὶ τρέφει μάλ' ἀφθόνως. ἀκούω δὲ αὐτὴν καὶ παρ'
αὐτοῦ Διὸς καθῆσθαι θρόνῳ καὶ κοινωνὸν τῶν ἀρίστων βουλευμάτων
εἶναι. καὶ Ὅμηρος δὲ μέγα αὐτῆς τὸ κράτος ὑμνεῖ καὶ λέγει τοῖς
1134

Σούδα. Alphabetic letter epsilon, entry 1308, γρ. 1

χρεία τῆς στρατείας ἀναγκαία οὖσα, ἣν ὑπὲρ πάντων κοινῇ ποιού-


μενος δῆλος ἦν, τό τε κάλλος τὸ τοῦ σώματος καὶ τὸ μέγεθος.
Ἐνηγκυλωμένα· πεφωραμένοι ὅτι ἐπὶ κατασκοπῇ παρεγέ-
νοντο, τῷ καὶ τὰ τόξα ἐνηγκυλωμένα φέροντας ἁλῶναι. ἀντὶ τοῦ
ἐντεταμένα, ηὐτρεπισμένα.
Ἐνηέος: τοῦ πράου. καὶ Ἐνηής, ὁ πρᾶος.  
Ἐνήεια: ἡ πραότης.
Ἐνήθλει: ἐνεκαρτέρει. καὶ ὁ μὲν ἐπὶ τούτοις τῇ πενίᾳ ἐνήθλει.
Ἐνῆκαν: ἐνέβαλον,
Ἐνῄκισεν: ἔπληξεν, ἐτιμωρήσατο.
Ἐνήλατα: τῆς Κλίνης μέρος τι.
Ἐνήλατο· Ἀριστοφάνης· ἐνήλατ', ἐσκίρτα, πεπόρδει, κατεγέλα,
ὥσπερ καχρύων ὀνίδιον εὐωχημένον.
Ἐνηλινδῆσθαι: κεκυλίσθαι. καὶ Ἐνηλινδοῦντο, ἐκυλίοντο.
Ἔνηλυς.
Ἐνημμένος: περιβεβλημένος. τὴν τοῦ πανόπτου διφθέραν
ἐνημμένος. καί, ὁ Ἡρακλῆς ἐχρῆτο τῇ λεοντῇ περὶ τὸ σῶμα ἐνημ-
μένος.

Σούδα. Alphabetic letter epsilon, entry 2405, γρ. 3

τοῖς γονεῦσιν, εἶτα σχολαρχήσας ἐν Μιτυλήνῃ ἐνιαυτῶν ὧν ἦν, εἶτα


ἐν Λαμψάκῳ καὶ οὕτως ἐν Ἀθήναις ἐν ἰδίῳ κήπῳ, ἀκούσας δὲ
Ναυσιφάνους τοῦ Δημοκριτείου καὶ Παμφίλου τοῦ Πλάτωνος μαθητοῦ.
γέγονε δὲ ἐπὶ τῆς ρθʹ ὀλυμπιάδος μετὰ ἑπτὰ ἐνιαυτοὺς τῆς Πλάτω-
νος τελευτῆς καὶ παρέτεινεν ἐπὶ τῶν διαδόχων καὶ Ἀντιγόνου τοῦ
Γονατᾶ· καὶ διέμεινεν ἡ αὐτοῦ σχολὴ ἕως Καίσαρος τοῦ πρώτου, ἔτη  
σκζʹ. ἐν οἷς διάδοχοι αὐτῆς ἐγένοντο ιδʹ. συγγράμματα δὲ αὐτοῦ
πλεῖστα.
Ἐπίκουρος· οὗτος τὸ θεῖον παρ' οὐδὲν ἐτίθετο· ἀδελφοὶ δὲ
τρεῖς ἦσαν, οἳ μυρίοις ἀρρωστήμασι περιπλακέντες ἀπέθανον οἴκτιστα.
ὅγε μὴν Ἐπίκουρος ἔτι νέος ὢν αὐτὸς οὐ ῥᾳδίως ἀπὸ τῆς Κλίνης
οἷός τε ἦν κατιέναι, ἀμβλυώττων τε καὶ πρὸς τὴν τοῦ ἡλίου αἴγλην
δειλὸς ὢν καὶ τῷ φαιδροτάτῳ τε καὶ ἐναργεστάτῳ τῶν θεῶν ἀπεχθα-
νόμενος. καὶ μέντοι καὶ τὴν τοῦ πυρὸς αὐγὴν ἀπεστρέφετο αἷμά τε
αὐτῷ διὰ τῶν πόρων ἀπεκρίνετο τῶν κάτω, τοσαύτη δὲ ἄρα ἡ
σύντηξις ἡ τοῦ σώματος ἦν, ὡς ἀδυνατεῖν καὶ τὴν τῶν ἱματίων
φέρειν ἐπιβολήν. καὶ Μητρόδωρος δὲ καὶ Πολύαινος, ἄμφω τὼ ἑταίρω
1135

αὐτοῦ, κάκιστα ἀνθρώπων ἀπέθανον· καὶ μέντοι τῆς ἀθεΐας ἠνέγκαντο


μισθὸν οὐδαμὰ οὐδαμῆ μεμπτόν. οὕτω δὲ ἄρα ἦν ἡδονῆς ἥττων ὁ
Ἐπίκουρος, ὥστε διὰ τῶν ἐσχάτων ἐν ταῖς διαθήκαις αὐτοῦ ἔγραψε
τῷ μὲν πατρὶ καὶ τῇ μητρὶ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ἐναγίζειν ἅπαξ τοῦ

Σούδα. Alphabetic letter epsilon, entry 3041, γρ. 1

ὑπήκοος), εὐνοῦχος καὶ δοῦλος γενόμενος Εὐβούλου Βιθυνοῦ δυνά-


στου καὶ φιλοσόφου, ἀσκηθεὶς παιδείαν παρὰ Ἀριστοτέλει ἔγραψε
περὶ ψυχῆς, ὅτι ἀθάνατος. οὗτός ἐστιν ὁ εὐνοῦχος ὁ τρίπρατος.
οἰκείως δὲ διέκειτο πρὸς Ἀριστοτέλην καὶ τὴν θετὴν αὐτοῦ θυγατέρα
ἔδωκε τῷ φιλοσόφῳ. τοῦτον δὲ τὸν Ἑρμίαν μόνον γράφουσι διὰ
τοῦ ι· ἐν γὰρ τοῖς τοῦ Ἱππώνακτος στίχοις ἰαμβικοῖς εὕρηται στίχος
οὕτως· εὐνοῦχος ὢν καὶ δοῦλος ἦρχεν Ἑρμίας. ὅτι οὗτος, καίτοι
θλαδίας ὤν, ἔσπειρε τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα καὶ ἔτεκεν ἐξ αὐτῆς τὴν
Πυθιάδα
θυγατέρα αὐτοῦ. ζήτει περὶ τούτων ἐν τῷ Ἀριστοτέλης, υἱὸς Νικομάχου.
σημείωσαι πόσοι ἐκ φιλοσοφίας εἰς τυράννιδα μετέπεσον.
Ἑρμῖνες: οἱ τῆς Κλίνης πόδες. καὶ ἡ δοτικὴ τῶν πληθυντι-
κῶν ἑρμῖσιν.
Ἑρμιονεῖς: ὄνομα ἔθνους.
Ἑρμιόνη: ὄνομα κύριον.
Ἕρμιππος, Ἀθηναῖος, κωμικὸς τῆς ἀρχαίας κωμῳδίας,
ἑτερόφθαλμος· ἀδελφὸς δὲ Μυρτίλου τοῦ κωμικοῦ, δράματα διδάξας μʹ.
Ἕρμιππος, Βηρύτιος, ἀπὸ κώμης μεσογαίου, μαθητὴς Φίλω-
νος τοῦ Βυβλίου· ὑφ' οὗ ᾠκειώθη Ἐρεννίῳ Σευήρῳ ἐπὶ Ἀδριανοῦ  
τοῦ βασιλέως, ἔκδουλος ὢν γένος, λόγιος σφόδρα· καὶ ἔγραψε πολλά.
ἔγραψε καὶ περὶ ὀνείρων.
Ἑρμογένης, Ταρσεύς, ὁ ἐπίκλην Ξυστήρ, σοφιστής·

Σούδα. Alphabetic letter eta, entry 199, γρ. 3

νόμων ἡττώμενος ἠλᾶτο.


Ἤλαυνε δ' ἔσχατος Ὀρέστης τῷ τέλει πίστιν φέρων. οἷον
πιστεύων, ὅτι ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ δρόμου παρελεύσεται.  
Ἤλεγχον: ἐφανεροποίουν· ἢ ἀνέκρινον, ὡς Ξενοφῶν. οἱ
δὲ τοὺς αἰχμαλώτους συναγαγόντες ἤλεγχον τὴν κύκλω πᾶσαν χώραν,
τίς ἑκάστη εἴη.
Ἠλέκτρα: ὄνομα κύριον. καὶ πόλις Θηβῶν.
Ἤλεκτρα: ἰδίως τὰ ταῖς κλίναις ἐπιβαλλόμενα ἐλεφάντινα οὕτως
1136

ἐκάλουν, ἤλεκτρα. Ἀριστοφάνης· ἐκπιπτουσῶν τῶν ἠλέκτρων, καὶ τοῦ


τόνου οὐκ ἔτ' ὄντος. ἀκολούθως μετὰ τὴν Κλίνην ἐμνημόνευσε καὶ τοῦ
τόνου. τόνος δὲ τῆς Κλίνης τὰ σχοινία, τροπικῶς δὲ δηλοῖ τὴν τῆς
φωνῆς τάσιν. αἱ γὰρ ἀρχαῖαι κλῖναι τοὺς πόδας εἶχον ὠφθαλμισμέ-
νους ἄνθραξι καὶ ἠλέκτροις, ὥσπερ νῦν ἀργύρῳ ἢ καττιτέρῳ. ἁρμονίας
δὲ τὰ συμπησσόμενα τῶν κραββάτων μέρη. ἐπέμεινε δὲ τῇ τροπῇ.
Ἤλεκτρον: ἀλλότυπον χρυσίον, μεμιγμένον ὑέλῳ καὶ λιθίᾳ.
οἵας ἐστὶ κατασκευῆς ἡ τῆς ἁγίας Σοφίας τράπεζα.
Ἠλέκτωρ: ὁ ἥλιος. ἥλιος δέ ἐστιν ἄστρον ἡμεροφανές. λέ-
γεται δὲ ἠλέκτωρ, ὅτι ἄληκτός ἐστι καὶ ἀκάμας. ἀλλ' ἡ ἐτυμότης ὅλη
σφαιρική. ἔνιοι δὲ ἀπὸ τῆς λαμπρότητος τοῦ ἠλέκτρου· ἢ ὅτι ἐγείρει
ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἀπὸ τοῦ ἀλέκτορος. πολυόχευτον γὰρ τὸ ζῷον,

Σούδα. Alphabetic letter eta, entry 416, γρ. 1

Ἠοῦς: ὄρθρου, ἡμέρας· ἢ ἀνατολῆς.


Ἠώη: ὄνομα πόλεως.
Ἠῶθεν: ἕωθεν, ὄρθρου.
Ἠώκοιτος: ὁ πρωϊνὸς ὕπνος.
Ἤων· Δημοσθένης ἐν τῷ κατὰ Τιμοκράτους. πόλις ἐστί, Μεν-
δαίων ἀποικία.
Ἠωρείμ: ὄνομα κύριον.  
ᾘωρημένω: κρεμαμένω. καὶ ᾘώρησεν, ἐκρέμασεν, ἀνῆψεν.
ἐν Ἐπιγράμμασι· ταῦτά σοι, ὦ Διόνυσε, πρὸ παστάδος ᾐώρησε τὰ
κάλλευ κόσμια καὶ μανίης.
ᾘώρουν: ἐβάσταζον, ἀνεῖχον. τὴν δὲ Κλίνην ταῶνες τέσσαρες
χρυσοῖ ᾐώρουν. Αἰωρῶ τὸ ῥῆμα.
Ἠώς: πρὸ ἡμέρας ὄρθρος. ἐπὶ μὲν τῆς θεᾶς· Ἠὼς δ' ἐκ λεχέων.
ἐπὶ δὲ ὅλης ἡμέρας· ἥδε μοι νῦν ἠὼς ἑνδεκάτη. ἐπὶ δὲ τῆς πρωΐας
ἕως ἕκτης ὥρας· ἔσσεται ἦμαρ ἢ ἠὼς ἢ δείλης ἢ μέσον ἦμαρ. λέ-
γεται δὲ ἡμέρα κοινῶς ἠώς, Ἰωνικῶς ἕως, Δωρικῶς ἀώς, Αἰολικῶς
ἐκ τούτου αὐὼν καὶ τροπῇ τοῦ υ αἰών.

Σούδα. Alphabetic letter eta, entry 461, γρ. 6

μεθίστησιν πάλιν. οὐ λέγει νῦν ὑπὸ τῆς Μαγνήτιδος λίθου τὸν σίδη-
ρον, ἀλλὰ τὴν τῶν θεωμένων δόκησιν ἕλκεσθαι, πλανωμένων ὡς ἐπὶ
ἀργύρῳ. ὅτι ἄποικοι Ἡρακλειῶται.
Ἡράκλεια λουτρά: τὰ θερμά. κατὰ δωρεὰν γὰρ ὁ Ἥφαιστος
ἀνέδωκεν αὐτὰ τῷ Ἡρακλεῖ. ἐξ ὧν τὰ θερμά.
Ἡρακλείδης, Εὔφρονος, φιλόσοφος, Ἡρακλείας τῆς Πόντου,
τὸ δὲ γένος ἄνωθεν ἀπὸ Δάμιδος, ἑνὸς τῶν ἡγησαμένων τῆς εἰς
1137

Ἡράκλειαν ἐκ Θηβῶν ἀποικίας, Πλάτωνος γνώριμος· ἐκδημήσαντος δὲ


Πλάτωνος εἰς Σικελίαν, προεστάναι τῆς σχολῆς κατελείφθη ὑπ' αὐτοῦ.
οὗτος καὶ δράκοντα ἔθρεψε καὶ ἡμέρωσε καὶ εἶχε συνδιαιτώμενον αὐτῷ
καὶ συγκαθεύδοντα· ὃς καὶ μόνος ἐπὶ τῆς Κλίνης εὑρέθη, τοῦ Ἡρακλεί-
δου κατακλιθέντος μὲν ὑγιοῦς, οὐχ εὑρεθέντος δέ. καὶ ἄλλοι μὲν αὐτὸν
ἀπηθανατείσθαι ἐνόμισαν, ἄλλοι δὲ ἐν φρέατι αὑτὸν ἐμβεβληκέναι, ὡς
ἂν δόξῃ τοῖς ἀνθρώποις ἀπηθανατείσθαι. ἔγραψε πολλά.

Σούδα. Alphabetic letter theta, entry 171, γρ. 9

Θεομισής: ὑπὸ θεοῦ μισούμενος. θεομίσης δὲ ὁ μισῶν τὸν θεόν.


Θεόμητι: θεόφρονι, θεοβούλῳ.
Θεόπομπος, Θεοδέκτου ἢ Θεοδώρου, Ἀθηναῖος, κωμικός. ἐδί-
δαξε δράματα κδʹ. ἔστι δὲ τῆς ἀρχαίας κωμῳδίας κατὰ Ἀριστοφάνην.  
δράματα δὲ αὐτοῦ εἰσὶ καὶ ἄλλα πολλά. ὅτι Ἀσκληπιὸς καὶ τῶν
ἐν παιδείᾳ ἦν προμηθής. φθόῃ γοῦν Θεόπομπον ῥινώμενόν τε καὶ
λειβόμενον ἰάσατο καὶ κωμῳδίαις αὖθις διδάσκειν ἐπῆρεν, ὁλόκληρόν
τε καὶ σῷν καὶ ἀρτεμῆ ἐργασάμενος. καὶ δείκνυται καὶ νῦν ὑπὸ λίθῳ
Θεοπόμπου· πατρόθεν ὁμολογοῦντος αὐτὸν τοῦ ἐπιγράμματος· Τισα-
μενοῦ γὰρ ἦν υἱός· εἴδωλον Παρίας λίθου. καὶ ἔστι τὸ ἴνδαλμα τοῦ
πάθους μάλα ἐναργὲς Κλίνη καὶ αὐτὴ λίθου. ἐπ' αὐτῆς κεῖται νοσοῦν
τὸ ἐκείνου φάσμα, χειρουργίᾳ φιλοτέχνῳ· παρέστηκε δὲ ὁ θεὸς καὶ
ὀρέγει οἱ τὴν παιώνιον χεῖρα, καὶ παῖς νεαρὸς ὑπομειδιῶν καὶ οὗτος.
τί δὲ ἄρα νοεῖ ὁ παῖς; ἐγὼ συνίημι, τοῦ φιλοπαίστην ποιητὴν ὑπο-
δηλοῦν. γελᾷ γὰρ καὶ τῆς κωμῳδίας τὸ ἴδιον διὰ συμβόλων αἰνίττεται.
εἰ δὲ ἄλλος νοεῖ ἑτέρως, κρατείτω τῆς ἑαυτοῦ γνώμης, ἐμὲ δὲ μὴ
ἐνοχλείτω.

Σούδα. Alphabetic letter kappa, entry 518, γρ. 3

Διονύσιος καταγράφων ἑαυτῷ λύτρα πλεῖστα ὑπὲρ τῆς κόρης, ἢ χρυ-


σίον πάμπολυ, ἢν ἀπόλοιτο αὐτή.
Καταδακρύω σου· γενικῇ.
Καταδακτυλικός: ἀντὶ τοῦ συνουσιαστικὸς κατὰ τοῦ δακτυλίου
τοῦ πρωκτοῦ.
Κατὰ δάκτυλον: εἶδος ἀριθμητικὸν ἢ γεωμετρικὸν ἢ ῥυθμοῦ,
καὶ κρούματος τὸ κατὰ δάκτυλον· ᾧ ἐχρῶντο οἱ αὐλοῦντες πρὸ τοῦ
νόμου.
Καταδαρθάνειν: κατακοιμίζεσθαι. κυρίως δὲ καταδαρθεῖν
ἐστι τὸ ἐν δέρμασι κατακοιμηθῆναι. Ἀριστοφάνης Πλούτῳ· ἔτι δ' οὐχ
ἕξεις οὔτ' ἐν κλίνῃ καταδαρθεῖν. βαρυτόνως δὲ οἱ Ἀττικοὶ κατα-
1138

δάρθειν. καὶ Αἰλιανός· καὶ καταδαρθόντι οἱ τῶν τις ἱερέων ἐδόκει


λέγειν μίαν εἶναι σωτηρίας ὁδὸν τῷ ἀνδρὶ καὶ ἓν τῶν ἐφεστώτων
κακῶν φάρμακον.
Καταδεδέσθαι: ἀντὶ τοῦ πεφαρμακεῦσθαι καὶ δεδέσθαι φαρμάκῳ.
Δείναρχος ἐν τῇ κατὰ Πυθαίου εἰσαγγελίᾳ.

Σούδα. Alphabetic letter kappa, entry 579, γρ. 1

πολλάκις σιωπᾶν παραγγέλλειν εἰώθασι, σιώπα λέγοντες, καὶ ἄκουε,


καὶ τὰ ὅμοια. Ἀριστοφάνης Ὄρνισιν· ὦ τρισμάκαρ· ὦ κλεινότατε· ὦ
σοφώτατε· ὦ γλαφυρώτατε. ἐπεὶ οὐκ ἤκουε, φησίν, ὦ κατακέλευσον,
ὥσπερ τοῖς ἐρέσσουσι. καὶ ὦ, λέγει, παύσασθαι παρακέλευσαί μοι.  
Κατακερτομεῖν· αἰτιατικῇ. καταχλευάζειν.
Κατακεχρημένης: παραλόγως καὶ ἀφειδῶς ἀπολαυούσης. τῇ
τε κουφότητι τοῦ ἀνδρὸς κατακεχρημένης.
Κατακηλοῦσαν· αἰτιατικῇ. θέλγουσαν, πραΰνουσαν.
Κατακλείς, κατακλεῖδος: ἡ τοῦ τραχήλου.
Κατακληρουχῶ· αἰτιατικῇ.
Κατακλινής: ἐπὶ Κλίνης ἀνακείμενος. ὁ δὲ ἔτυχε τότε κατα-
κλινὴς ὢν καὶ μαλακιζόμενος.
Κατάκλιτα: κλίνας, θρόνους εἰς ἀνάκλισιν ἐπιτηδείους.
Κατακλῶθές τε βαρεῖαι: αἱ κατακλώθουσαι καὶ καταμοιροῦ-
σαι ἑκάστῳ τὸ εἱμαρμένον. καὶ Κατακλώθη, ἡ εἱμαρμένη.
Κατάκλυζε: κατακλύζεσθαι ποίησον· ὅ ἐστι γέμισον ὕδατος.
Ἀριστοφάνης· καὶ τὴν πύελον κατάκλυζε καὶ θέρμαιν' ὕδωρ.

Σούδα. Alphabetic letter kappa, entry 1807, γρ. 1

Κλιμακίζειν: μέμνηται Δείναρχος ἐν τῇ ὑπὲρ Αἰσχίνου εἰση-


γορίᾳ, λέγων· οὗτος κλιμακίζει τοὺς νόμους. ἔστιν δὲ οἷον παράγει
καὶ διαστρέφει· ἴσως ἀπὸ τῆς κλίμακος εἰρημένου τοῦ ὀνόματος, ἥτις
οὖσα ὄργανον βασανιστικὸν διαστρέφει τὰ σώματα τῶν βασανιζο-
μένων. καὶ Ἀριστοφάνης· βασάνιζε πάντα τρόπον· ἐν κλίμακι δή-
σας, κρεμάσας, ὑστριχίδι μαστιγῶν, δαίρων, στρεβλῶν, ἔτι δ' ἐς τὰς  
ῥῖνας ὄξος ἐγχέων, πλίνθους ἐπιτιθείς, πάντα τ' ἄλλα, πλὴν πράσῳ
μὴ τύπτε τοῦτον μηδὲ γητείῳ νέῳ.
Κλιμακόεσσαν: κλίμακα ἔχουσαν ὑψηλήν.
Κλίμαξ: ἡ σκάλα.
Κλίνη: τὸ κραββάτιον.
Κλίνθη: ἐκλίθη.
Κλινίς: βάθριόν τι ἡ κλινὶς εἰστεταμένον, ἔγκυκλον. τουτὶ
1139

λάμβαν' ἀπὸ τῆς κλινίδος. καὶ Κλινίδιον ὑποκοριστικῶς.


Κλινοκοσμοῦντα Διονύσιον· ζήτει ἐν τῷ δαιτρός.
Κλισία: ἡ σκηνή. λαμβάνεται δὲ καὶ ἐπὶ Κλίνης. λέξομαι
ἐν μυχάτῳ· κλισίη δέ μοί ἐστιν ἑτοίμη.
Κλισία: ἡ καθέδρα.
Κλίσια: τὰ κουβούκλεια.
Κλισιάδες: θύραι δίπτυχοι, ἢ σκηναί.
Κλισίον: ὄνομα τόπου.

Σούδα. Alphabetic letter lambda, entry 265, γρ. 9

Λέων, Λέοντος, Βυζάντιος, φιλόσοφος Περιπατητικὸς καὶ σο-


φιστής, μαθητὴς Πλάτωνος ἢ ὥς τινες Ἀριστοτέλους. ἔγραψε τὰ
κατὰ Φίλιππον καὶ τὸ Βυζάντιον βιβλίοις ζʹ, Τευθραντικόν, Περὶ Βη-
σαίου, Τὸν ἱερὸν πόλεμον, Περὶ στάσεων, Τὰ κατ' Ἀλέξανδρον.
οὗτος ἦν σφόδρα παχύς. καὶ πρεσβεύσας πρὸς Ἀθηναίους γέλωτά τε  
ἐκίνησε καὶ τῆς πρεσβείας ἐκράτησεν, ἐπειδὴ πίων ἐφαίνετο καὶ περιτ-
τὸς τὴν γαστέρα. ταραχθεὶς δὲ οὐδὲν ἀπὸ τοῦ γέλωτος, τί, ἔφη, ὦ
Ἀθηναῖοι γελᾶτε; ἢ ὅτι παχὺς ἐγὼ καὶ τοσοῦτος; ἔστι μοι καὶ γυνὴ
πολλῷ παχυτέρα, καὶ ὁμονοοῦντας μὲν ἡμᾶς χωρεῖ ἡ Κλίνη, διαφερο-
μένους δὲ οὐδὲ ἡ οἰκία. καὶ εἰς ἓν ἦλθεν ὁ τῶν Ἀθηναίων δῆμος,
ἁρμοσθεὶς ὑπὸ τοῦ Λέοντος, σαφῶς ἐπισχεδιάσαντος τῷ καιρῷ.
οὗτος ὁ Λέων ἀποκρουόμενος τὸν Φίλιππον ἀπὸ τοῦ Βυζαντίου διε-
βλήθη παρὰ Φιλίππου πρὸς τοὺς Βυζαντίους δι' ἐπιστολῆς, ἐχούσης
οὕτως· εἰ τοσαῦτα χρήματα παρεῖχον Λέοντι, ὁπόσα με ᾐτεῖτο, ἐκ
πρώτης ἂν ἔλαβον τὸ Βυζάντιον. ταῦτα ἀκούσαντος τοῦ δήμου καὶ
ἐπισυστάντος τῇ οἰκίᾳ τοῦ Λέοντος, φοβηθεὶς μή πως λιθόλευστος
παρ' αὐτῶν γένηται, ἑαυτὸν ἦγξε, μηδὲν ἀπὸ τῆς σοφίας καὶ τῶν
λόγων κερδάνας ὁ δείλαιος.

Σούδα. Alphabetic letter lambda, entry 807, γρ. 5

ὁ λυκηθμός, καὶ τῷ ταράχῳ ἀνεπήδησαν. καὶ οὖν οἱ Ἄβαροι ἐσβάλ-


λουσιν ἀθρόως, χρησάμενοι τῷ συνήθει λυκηθμῷ. φίλη δὲ αὐτοῖς ἡ
τοιάδε ὠρυγή.
Λυκίαν· τὴν Τρωϊκὴν Ὅμηρος Λυκίαν λέγει. οὐδέ τις ἐν Λυκίῃ
σέο γ' εὔχεται εἶναι ἀμείνων.
Λύκιον τέρας. καὶ Λύκιοι, ὄνομα ἔθνους.
Λυκιουργίς· Δημοσθένης ἐν τῷ πρὸς Τιμόθεον κέχρηται τῇ
λέξει. Δίδυμος δέ φησι τὰς ὑπὸ Λυκίου κατεσκευασμένας φιάλας τοῦ
Μύρωνος υἱοῦ οὕτως εἰρῆσθαι. ἔοικε δὲ ἀγνοεῖν ὁ γραμματικός, ὅτι
τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν ἀπὸ κυρίων ὀνομάτων οὐκ ἄν τις εὕροι  
1140

γινόμενον, μᾶλλον δ' ἀπὸ πόλεων καὶ ἐθνῶν· ὡς Κλίνη Μηλισιουργὶς


καὶ τὰ ὅμοια. μήποτε οὖν γραπτέον καὶ παρὰ Ἡροδότῳ ἐν τῷ ηʹ
ἀντὶ τοῦ προβόλους δύο Λυκοεργέας, Λυκιοεργέας, ἵνα ὥσπερ παρὰ
τῷ Δημοσθένει, οὕτως ὀνομάζηται τὰ ἐν Λυκίῳ εἰργασμένα.
Λύκις: λέγεται καὶ Λύκος. κωμῳδεῖται δὲ ὡς ψυχρὸς ποιητής.
Ἀριστοφάνης· τί δῆτ' ἔδει με ταῦτα τὰ σκεύη φέρειν, εἴπερ ποιήσω
μηδὲν ὧνπερ Φρύνιχος πεποίηκε καὶ Λύκις κἀμειψίας. οὗτοι οὖν
οἱ τρεῖς κωμικοὶ ὑπόψυχροι. ὁ δὲ Φρύνιχος ἐν ταῖς κωμῳδίαις παρ'
ἕκαστα ἐφορτικεύετο. κωμῳδεῖται δὲ καὶ ὡς ξένος ἐπὶ φαυλότητι
ποιημάτων καὶ ὡς ἀλλότρια λέγων καὶ ὡς κακόμετρα. ἐγένοντο δὲ
καὶ ἄλλοι τρεῖς Φρύνιχοι. σκευηφοροῦσ' ἑκάστοτ' ἐν κωμῳδίᾳ.

Σούδα. Alphabetic letter nu, entry 214, γρ. 8

δὲ ὁ Πισίας προδότης. καὶ αὖθις· τρία κνώδαλα ἀναιδῆ, Πισίας


Ὀσφύων, Διϊτρέφης.
Νεοττός: ἡ τοῦ ᾠοῦ λέκιθος, καὶ τὸ πυρρόν. Μένανδρος Ἀν-
δρίᾳ· καὶ τεττάρων ᾠῶν μετὰ τοῦτο, φιλτάτη, τὸν νεοττόν. Κλέαρχος
ἐν τῷ Περὶ οἴνων συγγράμματί φησιν· ὃ διαδίδοται ἀρχὴ ὑπὸ τὸν
ὑμένα λευκόν· ἐν τούτῳ γὰρ τὸ σπέρμα καὶ οὐκ ἐν τῷ καλουμένῳ
νεοττῷ. διεψεύσθησαν γὰρ οἱ πρῶτοι τοῦτο φήσαντες. καὶ ἔστι τὸ
ὠχρὸν περίττωμα τοῦ σπέρματος. ὅτι δὲ τὸ ὠχρὸν νεοττὸν ἔλεγον,
μαρτυρεῖ καὶ Χρύσιππος ἐν τῷ Περὶ χρησμῶν. ὄναρ γάρ τινά φασι
θεασάμενον ἐκ τῆς Κλίνης αὐτοῦ κρέμασθαι ᾠά, προσαναθέσθαι ὀνειρο-
κρίτῃ· τὸν δὲ εἰπεῖν, ὀρύττων θησαυρὸν εὑρήσεις κατὰ τὸν τόπον
ἐκεῖνον. εὑρόντα δὲ σταμνίον ἐν ᾧ ἀργύριον ἦν καὶ χρυσίον, ἐνεγκεῖν
τι τοῦ ἀργυρίου τῷ μάντει· τὸν δὲ μάντιν εἰπεῖν· τοῦ δὲ νεοττοῦ
οὐδέν μοι δίδως; καὶ Δίφιλος κέχρηται τῇ λέξει· ᾠῶν δ' ἐν αὐτῇ
διέτρεχεν νεόττια.  

Σούδα. Alphabetic letter omega, entry 6, γρ. 2

ἢ τὸ περιστόμιον. Ὦαν ἐκάλεσεν ὁ Δαβὶδ ὃ καλοῦμεν περιτραχή-


λιον· οἱ δὲ στόμα ἐνδύματος εἰρήκασιν· οἱ δὲ τὴν ἀνάκλασιν τοῦ
ἱματίου. ἐπὶ τὴν ὦαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ.
ᾨά: τὰ ἐκ τῶν κατοικιδίων ὀρνίθων γεννώμενα. λύσις ὀνείρου·
ᾠὰ κρατεῖν ἔσθειν τε σημαίνει λύπας.
Ὠατοθήσω; ἀκούσομαι. Δωριεῖς.
Ὠβάξ: παρὰ Πλουτάρχῳ.
Ὠβέλισται: ἠθέτηται, ἠλλοτρίωται. ὁ γὰρ ὀβελὸς ἐν τοῖς βιβλίοις
ἀθετήσεως σύμβολον.
Ὤγ, βασιλεὺς τῆς Βασάν, καὶ Σηών, βασιλεὺς τῶν Ἀμορραίων, οἷον
1141

ἐπὶ δυναστείᾳ ἐσεμνύνοντο. ὁ δὲ Ὢγ καὶ κλίνῃ ἐκέχρητο σιδηρᾷ διὰ


τὸ τοῦ σώματος μέγεθος, θʹ μὲν πήχεις τὸ μῆκος, εʹ δὲ τὸ εὖρος
ἐχούσῃ. ὁ βασιλεὺς τῆς Βασὰν Ὢγ προσαγορεύεται, τουτέστι διάφραξις·
ὡς τῶν ἔργων τῆς αἰσχύνης (τοῦτο γὰρ ἡ Βασάν) τὴν ὁδὸν τῆς
σωτηρίας ἡμῖν ἀποφρασσόντων. ὃν ἀποκτενεῖ κύριος ἐπ' ἐλευθερίᾳ
τῶν κρατουμένων.

Σούδα. Alphabetic letter pi, entry 302, γρ. 3

μύθου· ταύτην αἰτοῦμαι χάριν ἀντὶ τῆς παραβόλου μαντείας.


Παραβόλως· Πολύβιος· μετὰ δὲ ταῦτα πρὸς ἡλίκην δυναστείαν
παραβόλως ἀντοφθαλμήσας.  
Παραβολώτερος: ἀνόητος.
Παραβραβεύοντα: διακρίνοντα, διορίζοντα. ἀποκλίνοντα τὸ
Περσικὸν διὰ τὸν παραβραβεύοντα φάραγγα. ἀρσενικῶς ὁ φάραγξ.
Παραβύουσα: παρακαλύπτουσα.
Παράβυστον: παρακεκρυμμένον, λάθρα γινόμενον.
Παράβυστον: οὕτως ἐκαλεῖτό τι τῶν παρ' Ἀθηναίοις δικαστη-
ρίων, ἐν ᾧ ἐδίκαζον οἱ ιαʹ. ἐκαλεῖτο δέ τις ἐν τοῖς νυμφικοῖς δω-
ματίοις καὶ Κλίνη παράβυστος, ἧς μέμνηται καὶ Ὑπερίδης ἐν τῷ κατὰ
Πατροκλέους. λέγεσθαι δ' ἔοικε ταῦτα κατὰ μεταφορὰν ἀπὸ τῶν ἐν
τοῖς φορτίοις παραβυσμάτων, τουτέστι παραπληρωμάτων.
Παραγάγῃς: παρηγορήσῃς. μηκέτι παραγάγῃς, ἵν' οὐ πάρεισιν
ἐλπίδων ἔτι κοινοτόκων εὐπατρίδων ἀρωγοί.

Σούδα. Alphabetic letter pi, entry 643, γρ. 3

Βουσίριδι.
Παρῆσθαι· καὶ Παρῆστο, παρεκαθέζετο.
Παρήσω: παράσχω.
Παρῆτε: παρεγένεσθε.
Παρῃτήσθω: συγκεχωρήσθω.
Παρῃτεῖτο· ἀποτίσειν τὰς βοῦς ὡμολόγει, καὶ κακῶς παρῃτεῖτο
τὸ ἁμάρτημα. καὶ ἐπὶ τοῦ παρεκάλει. οἱ δὲ παρῃτοῦντο τοὺς προ-
μαχομένους μικρὸν ἀνασχεῖν.
Παρίας λίθου· Αἰλιανός· δείκνυται καὶ νῦν ὑπὸ λίθῳ Θεο-
πόμπου, πατρόθεν ὁμολογοῦντος αὐτὸν τοῦ ἐπιγράμματος, εἴδωλον
Παρίας λίθου, καὶ ἔστι τὸ ἴνδαλμα τοῦ πάθους μάλα ἐναργές, Κλίνη,
καὶ αὐτὴ λίθου.
Παρία λίθος: θηλυκόν, ἡ λίθος. Αἰλιανός· καὶ μέντοι καὶ
Παρίας λίθου ἅρμα ἀνακείμενον Διονύσῳ, ποίημα θαυμαστόν, ἀνείλετο
1142

θεοσυλήσας.

Σούδα. Alphabetic letter rho, entry 126, γρ. 25

ἀλλαξαμένους αὐξῆσαι τὴν τῶν ἐναντίων δύναμιν. ἐφ' οἷς ἀγασθέντες


αὐτὸν οἱ Ῥωμαῖοι τὴν μὲν πρεσβείαν ἄπρακτον τῶν Καρχηδονίων
ἀποπέμπουσιν· αὐτὸν δὲ πρὸς βίαν ἀφαιρεῖσθαι τῶν ἀγόντων ἐπεχείρουν.

ὁ δὲ οὐ μενετέον αὑτῷ φήσας ἐν πόλει, ἐν ᾗ τῆς ἴσης οὐ μεθέξει


κατὰ τοὺς πατρίους θεσμοὺς πολιτείας, πολέμου νόμῳ δουλεύειν
ἑτέροις ἠναγκασμένος, εἵπετο τοῖς Καρχηδονίοις ἑκούσιος, τά τε δάκρυα
τῶν οἰκείων καὶ τοὺς ὀλοφυρμοὺς ἀκλινῶς διωθησάμενος. ἐπανελθὼν
δὴ οὖν πρὸς τὴν Καρχηδόνα παντὶ κολάσεων εἴδει καταναλίσκεται·
πρὸς γὰρ δὴ τοῖς πολλοῖς αἰκισμοῖς, οἴκου, φασί, περιτεθέντος αὐτῷ
στενοῦ καὶ ἰσομέτρου τῷ σώματι, αἰχμαῖς σιδηραῖς κατὰ τὸ ἐντὸς
πεπυκνωμένου, διαφθαρῆναι αὐτόν, ἀπαγορεύοντα μὲν πρὸς τὴν ἀκλινῆ  

στάσιν, περιπίπτοντα δὲ ταῖς αἰχμαῖς, ἔν τε ταῖς ἐπὶ τῶν τοίχων


ἀναπαύσεσι, καὶ ὅλως ἐν ταῖς ἐξαλλαγαῖς τοῦ σχήματος. καὶ ὁ μὲν
οὕτως ἐπεπράγει.
Ῥηΐδιον: εὔκολον. καὶ Ῥηϊδίως.

Σούδα. Alphabetic letter sigma, entry 708, γρ. 1

Σκυθικαί: εἶδός τι ὑποδήματός εἰσιν, ὡς Ἀλκαῖος ἐν ηʹ· Σκυ-


θικὰς ὑποδησάμενος.
Σκυθρωπάζω: τὸ στυγνάζω. μεταφορικὴ ἡ λέξις ἀπὸ τῶν
Σκυθῶν· καὶ τὸ ὤψ, ὠπός, ὃ σημαίνει τὸ πρόσωπον· ὂψ γὰρ ἡ φωνή,
διὰ τοῦ ο μικροῦ. ὦ Πλάτων, ὡς οὐδὲν ἦσθα πλὴν σκυθρωπάζειν
μόνον, ὥσπερ κοχλίας σεμνῶς ἐπηρκὼς τὰς ὀφρῦς.
Σκῦλα: τὰ ἀπὸ τῶν πολέμων ἀνῃρημένα. τὰ ἐκ τῶν νεκρῶν,
λάφυρα δὲ τὰ ἐκ τῶν ζώντων. καὶ ἐν Ἐπιγράμμασι Σκυλοφόρος.
Ἑσπερίου Μάρκελλος ἀνερχόμενος πολέμοιο σκυλοφόρος κραναῆς
τέρμα
παρ' Ἰταλίης.  
Σκυλοδεψῶν· Ἀριστοφάνης· ὅσοις δὲ Κλίνη μή ἐστι μηδὲ
στρώματα, ἰέναι καθευδήσοντας ..... ἐς τῶν σκυλοδεψῶν. ἐπὶ τῶν
λαθεῖν μὴ δυναμένων.
Σκύλλα: ἐν τῷ Τυρρηνικῷ πελάγει θηρίον ἐμυθεύετο εἶναι,
μέχρι μὲν ὀφθαλμῶν γυναικὸς περικαλλοῦς σχῆμα ἔχον· ἑκατέρωθεν
δὲ κυνῶν κεφαλὰς ἕξ· τὸ δὲ ἄλλο σῶμα ὀφιῶδες.
1143

Σκύλαξ, Καρυανδεύς (πόλις δ' ἐστὶ τῆς Καρίας πλησίον Ἁλι-


καρνασσοῦ τὰ Καρύανδα), μαθηματικὸς καὶ μουσικός. Περίπλουν τῶν
ἐκτὸς τῶν Ἡρακλέους στηλῶν, Τὰ κατὰ Ἡρακλείδην τὸν Μυλασσῶν
βασιλέα, Γῆς περίοδον, Ἀντιγραφὴν πρὸς τὴν Πολυβίου ἱστορίαν.
Σκυλεύω· αἰτιατικῇ.

Σούδα. Alphabetic letter sigma, entry 1225, γρ. 1

ἤδη λυόμενον. ἁλουργῆ ἀμπεχόμενος καὶ κόμην τρέφων χρυσῷ


στρόφῳ κεκοσμημένην. ἢ οὐκ ἐξείρηται, ὡς στρόφιον διαδήματι καὶ
λαγὼς ἐλάφῳ καὶ κάμηλος ἐλέφαντι καὶ κρόκος μύροις καὶ ὅσα ἄλλα
ἐστὶν εὐώδη, καὶ χοῖρος καὶ ὄρνιθες ταῖς ἑαυτῶν σαρξὶ τὸν αὐτὸν οὐκ
ἔχουσι λόγον. λέγεται καὶ στρόφος τὸ περὶ τὴν κεφαλὴν στρόφιον,
ὅ ἐστιν ἐρεοῦν. Ἡρόδοτος.
Στρόφιον: ὃ οἱ ἱερεῖς φοροῦσι.
Στρόφις: ὁ εὔστροφος ἐν τοῖς πράγμασιν· ἀπὸ τοῦ στροφέως
ἡ μεταφορά· καὶ ὁ εὐκίνητος.
Στροῦθος: ὁ λελωβημένος.
Στρωμνή: ἡ Κλίνη.
Στρωννύω.
Στρῶτες: ἔθνος.
Στρωτήρ: τὰ μικρὰ δοκίδια τὰ ἐπάνω τῶν δοροδόκων τιθέμενα
στρωτῆρας ἔλεγον.
Στρωφᾶσθαι. στρέφεσθαι.
Στρυγγαῖος: ὄνομα κύριον.
Στρύμη: νῆσος, ἄποικος Θασίων. ἔστι δὲ ἐμπόριον Θασίων.

Σούδα. Alphabetic letter tau, entry 252, γρ. 3

Τέκμησσα: ὄνομα κύριον. ἡ τοῦ Αἴαντος γυνή. καὶ ὄνομα


πόλεως. καὶ Τεκμησσεύς, ὁ πολίτης.
Τέκμωρ: τέλος, μόρον, θάνατον.
Τέκος: τέκνον.
Τεκταινόμενος: κατασκευάζων.
Τεκτήνατο: κατεσκεύασε.
Τέκτων: κοινῶς τεχνίτης, ὁ λαοξόος, καὶ ὁ τῶν ξύλων.
εἰδήμων.
Τελαμών: ὁ ἀναφορεὺς τοῦ ξίφους καὶ τῆς ἀσπίδος. Ἰάμ-
βλιχος· περιβαλὼν δὲ περὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοὺς τελαμῶνας προς-
έδησε τῇ κλίνῃ. καὶ ἡ εἰς λεπτὰ κατακεκομμένη ὀθόνη. Ἡρό-
δοτος· οἱ δὲ Πέρσαι περὶ πλείστου ἐποιήσαντο, σμύρνῃσί τε ἰώμενοι
1144

τὰ ἕλκεα καὶ σινδόνος βυσσίνης τελαμῶσι κατειλίσσοντες.


Τελαμώνιος: ὁ Αἴας.
Τελέας ἐρεῖ ταδί. Ἀριστοφάνης Ὄρνισι· ἄνθρωπος ἀστάθμητος,
πετόμενος, ἀτέκμαρτος, οὐδὲν οὐδέποτ' ἐν αὐτῷ μένων. διαβάλλει τὸν
Τελέαν ὡς πλανήτην. ἀντὶ τοῦ περὶ τῶν πετομένων ἐὰν ἐρωτήσῃς.
ἦν δὲ ὁ Τελέας σκωπτικὸς ἄνθρωπος καὶ εὐμετάβλητος τοὺς τρόπους·
πρὸς γὰρ τῇ κιναιδίᾳ καὶ δειλίᾳ καὶ ὀψοφαγίᾳ καὶ νοσφισμῷ καὶ πο-
νηρίᾳ διεβάλλετο. καὶ Πλάτων ἐν Σύρφακι περὶ τοῦ Τελέου φησί·
νοεῖ μὲν ἕτερα, ἕτερα δὲ τῇ γλώττῃ φθέγγεται. ἢ ὅτι τελέας ὄρνεον.

Σούδα. Alphabetic letter tau, entry 406, γρ. 6

ἐπὶ Ἀλεύα τοῦ Πύρρου διῃρῆσθαί φησιν εἰς τέτταρας μοίρας τὴν
Θετταλίαν. εἴη ἂν οὖν λέγων ὁ Δημοσθένης τὴν τετραρχίαν.
Τετράς, τετράδος. καί, τέτρασι καιροῖς.
Τετρασκάλμου· οἱ δὲ Ῥωμαῖοι δόγμα ἔγραψαν, ὅπως οἱ
Κρῆτες πάντα τὰ πλοῖα ἕως τετρασκάλμου ἀναπέμψωσιν εἰς Ῥώμην.
Τετραστατήρου· Ἀριστοφάνης· Εὐαίων ὁ δεξιώτατος, γυμνός.
κἄπειτ' ἔλεξε δημοτικωτάτους λόγους· ὁρᾶτε μέν με δεόμενον σωτηρίας
τετραστατήρου· ἀλλ' ὅμως ἐρῶ· ἢν παρέχωσι τοῖς δεομένοις οἱ κναφεῖς
χλαίνας, ἐπειδὰν ἥλιος τραπῇ, πλευρῖτις ἂν ὑμῶν οὐδέν' ἂν λάβοι
ποτέ. οὗτος πένης ἦν ὁ Εὐαίων. ἔστι δὲ ὄνομα κύριον. ὅσοις
δὲ Κλίνη μή ἐστι μηδὲ στρώματα ἰέναι καθευδήσοντας ἐς τοὺς ἀπονε-  
νεμημένους ἐς τῶν σκυλοδεψῶν. ἢν δ' ἀποκλίνῃ τῇ θύρᾳ, χειμῶνος
ὄντος, τρεῖς σισύρας ὀφειλέτω, καί, τοὺς ἀλφιταμοιβοὺς τρεῖς χοίνικας
δεῖπνον παρέχειν.
Τετραφαλαγγαρχία: αἱ δύο διφαλαγγίαι, ἄνδρες ͵ϛτπδʹ· τοῦτο
γὰρ ἡ τελεία καὶ εὔχρηστος φάλαγξ.

Σούδα. Alphabetic letter tau, entry 406, γρ. 7

Θετταλίαν. εἴη ἂν οὖν λέγων ὁ Δημοσθένης τὴν τετραρχίαν.


Τετράς, τετράδος. καί, τέτρασι καιροῖς.
Τετρασκάλμου· οἱ δὲ Ῥωμαῖοι δόγμα ἔγραψαν, ὅπως οἱ
Κρῆτες πάντα τὰ πλοῖα ἕως τετρασκάλμου ἀναπέμψωσιν εἰς Ῥώμην.
Τετραστατήρου· Ἀριστοφάνης· Εὐαίων ὁ δεξιώτατος, γυμνός.
κἄπειτ' ἔλεξε δημοτικωτάτους λόγους· ὁρᾶτε μέν με δεόμενον σωτηρίας
τετραστατήρου· ἀλλ' ὅμως ἐρῶ· ἢν παρέχωσι τοῖς δεομένοις οἱ κναφεῖς
χλαίνας, ἐπειδὰν ἥλιος τραπῇ, πλευρῖτις ἂν ὑμῶν οὐδέν' ἂν λάβοι
ποτέ. οὗτος πένης ἦν ὁ Εὐαίων. ἔστι δὲ ὄνομα κύριον. ὅσοις
δὲ Κλίνη μή ἐστι μηδὲ στρώματα ἰέναι καθευδήσοντας ἐς τοὺς ἀπονε-  
1145

νεμημένους ἐς τῶν σκυλοδεψῶν. ἢν δ' ἀποκλίνῃ τῇ θύρᾳ, χειμῶνος


ὄντος, τρεῖς σισύρας ὀφειλέτω, καί, τοὺς ἀλφιταμοιβοὺς τρεῖς χοίνικας
δεῖπνον παρέχειν.
Τετραφαλαγγαρχία: αἱ δύο διφαλαγγίαι, ἄνδρες ͵ϛτπδʹ· τοῦτο
γὰρ ἡ τελεία καὶ εὔχρηστος φάλαγξ.
Τετραφάληρον: τέσσαρας φάλους ἔχον.
Τέτραχα: ἐπίρρημα· ἀντὶ τοῦ τετραχῶς. ὡς, πένταχα κοσμη-
θέντες.

Σούδα. Alphabetic letter tau, entry 591, γρ. 3

διῆγε Τουσκλάνῳ λεγομένῳ. ἐτελεύτησε δὲ ἐν Ἀλβάνῳ, ἐμέσαι βουλη-


θεὶς μετὰ δεῖπνον καὶ σφηνωθείς. βιβλία δὲ ἔγραψε πολλά.
Τιμαγένης, ἱστορικός. Περίπλουν πάσης θαλάσσης ἐν βιβ-
λίοις εʹ.
Τιμαγένης ἢ Τιμογένης, Μιλήσιος, ἱστορικὸς καὶ ῥήτωρ.
Περὶ Ἡρακλείας τῆς ἐν τῷ Πόντῳ καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς λογίων ἀνδρῶν
βιβλία γʹ, καὶ ἐπιστολάς.
Τιμαγόρας· οὗτος πρεσβευτὴς πεμφθεὶς πρὸς βασιλέα Ἀρτα-  
ξέρξην ὑπὸ Ἀθηναίων, οὐ μόνον χρυσίον ἔλαβε παρ' αὐτοῦ καὶ ἀρ-
γύριον, ἀλλὰ καὶ Κλίνην πολυτελῆ καὶ στρατιώτας θεράποντας καὶ
βοῦς πʹ καὶ κατέβη ἐπὶ θάλασσαν ἐν φορείῳ κομιζόμενος· καὶ τοῖς
κομίσασι παρὰ βασιλέως ἐδόθη μισθὸς τάλαντα δʹ. τοῦτον οὖν ἀνεῖλον
Ἀθηναῖοι. οἱ δέ φασιν ὑπεσχῆσθαι αὐτὸν διαλύσειν τὴν οὖσαν
Λακεδαιμονίοις καὶ Ἀθηναίοις φιλίαν. οὗτος οὖν ὁ Τιμαγόρας προς-
κυνήσας τὸν Περσῶν βασιλέα παρὰ τὰ Ἑλλήνων ἔθη καὶ δωροδοκηθεὶς
ὑπὸ Ἀθηναίων ἀνῃρέθη.
Τιμαλφέστερον: τιμιώτερον, λαμπρότερον· ἀλφεῖν γάρ ἐστι
τὸ εὑρίσκειν· ὥστε γίνεσθαι τὸ τιμαλφέστατον τὸ τιμὴν εὑρίσκον
πλείστην·
ὃ δὴ συμβέβηκε τῷ χρυσῷ.

Σούδα. Alphabetic letter tau, entry 610, γρ. 2

Τίμημα: ἀντὶ τοῦ ἐνέχυρον, καὶ οἷον ἀποτίμημα. ὡς Λυσίας


φησίν· οὗτοι δὲ φάσκοντες πλείονα μισθώσασθαι καὶ τίμημα καταστή-
σασθαι. τοῦτο δ' ἐν τοῖς ἑξῆς ἀποτίμημα καλεῖ. τίθεται δὲ καὶ ἀντὶ
τοῦ οἷον κεφάλαιον· ὡς ἐν τῷ Περὶ τῶν συμμάχων Δημοσθένης. λέ-
γεται δὲ καὶ τὸ ἐκ τῆς οὐσίας εἰσφερόμενον παρ' ἑκάστου τίμημα.
ταῖς οὐσίαις ἑκάστου τιμήματα πρὸς λόγον τῆς δυνάμεως ἐπιθεὶς
δικαιότατον πολίτευμα εἰσηγήσατο. ἐν δὲ τῷ κατὰ Μειδίου ἐπὶ τῆς
1146

Τί μήν: κατάφασιν δηλοῖ. ἀντὶ τοῦ πῶς γὰρ οὔ; διατί γὰρ οὔ;
Τιμησάμενος: κατακρίνας. οὗ κατηγορεῖ Ξάνθιππος, θανάτου
τιμησάμενος αὐτῷ. ὁ δὲ κλινήρης ἀπολογούμενος ἐζημιώθη ταλάν-
τοις ηʹ.
Τιμησαίμην· Αἰλιανός· ὃν ἂν ἐγὼ τιμησαίμην πρὸ παντὸς συγ-
γενέσθαι καὶ πᾶσι τυράννοις καὶ τοῖς ἐπὶ μέγα πλούτου προήκουσι.
καὶ αὖθις Αἰλιανός· τιμησαίμην τὸν βίον πάντα τριημέρου, εἰ μὴ
ἔχοιμι τοὺς ἐμοὺς κηδεμόνας. ἀντὶ τοῦ ἀλλάξοιμι.  
Τιμήσεως: εὐθύνης, ζημίας. ἡ Ῥώμη ἑαυτὴν ἐπιδέδωκεν εἰς
πολυανθρωπίαν, ὡς ἐκ τῆς ἔγγιστα τιμήσεως ἐφάνη, ἐν ᾗ Ῥωμαίων
τῶν ἐν ἥβῃ δέκα τέσσαρες μυριάδες ἠριθμήθησαν τριῶν ἀποδέουσαι
χιλιάδων.

Σούδα. Alphabetic letter phi, entry 233, γρ. 1

καὶ φέρονται οἱ πλούσιοι τὸ πλέον· συλλαβόντες δὲ τῶν δημοτῶν εἰς


ψʹ δήσαντες ἄγουσι. καὶ Φερόμενος· ἀνὴρ γένος μὲν φερόμενος
Θρᾴκιον, ᾧ ὄνομα Διογένης ἦν· τὰ δὲ πολέμια παρ' ὁντινοῦν κράτιστος,
τέλους ἱππικοῦ προτεταγμένος.
Φέρω· αἰτιατικῇ.
Φερωνία: ὄνομα κύριον.
Φερώνυμος: ἀληθὲς ἔχων τὸ ὄνομα,
Φερώρας: ὄνομα κύριον.
Φερσεφόνη: ὄνομα θεᾶς καταχθονίου.
Φέρτερον: κρεῖττον, ἢ ταχύτερον.  
Φέρτρῳ: τῇ τῶν νεκρῶν κλίνῃ. Φέρτρον καὶ τὸ φορεῖον.
Πολύβιος· τότε καὶ τὸν Φιλήμενον ἥκειν ἔχοντα τὸν ὗν ἐν φέρτρῳ
καὶ Λίβυας ὡσεὶ χιλίους. ὡς δὲ ἤγγισε τῷ τείχει, ἔλεγεν ἀνοίγειν
ταχέως, ὅτι βαρύνονται, φέρουσι γὰρ ὗν ἄγριον. ὁ δὲ φύλαξ ἀνοίγει,
θαυμάσας τὴν εὐαγρίαν. οἱ δὲ φέρεθρον λέγεσθαί φασι.
Φεσκάσιον: μάγγανον πλοϊκόν.
Φεῦ: σχετλιαστικὸν ἐπίρρημα. ἢ ὀδυνηρὸν οἰμώγημα. ἔστι δὲ
καὶ θαυμαστικὸν τὸ φεῦ. Σοφοκλῆς· φεῦ, φεῦ. φρονεῖν ὡς δεινὸν
ἔνθα μὴ τέλη λύῃ φρονοῦντι· ταῦτα γὰρ καλῶς ἐγὼ εἰδὼς διώλεσ'·
οὐ γὰρ ἂν δεῦρ' ἱκόμην. ὡς δεινόν, φησί, τὸ φρονεῖν, ὅταν τὸ φρο-
νούμενον τῷ φρονοῦντι μὴ συντελῇ. φεῦ, ὡς μέγα δύνασθον

Σούδα. Alphabetic letter chi, entry 75, γρ. 2

κάτωθεν ὑποστρεφομένων χαμαιζήλων.


Χαμαιζυμήτης ἄρτος.
1147

Χαμαιλέων. ζῷον, εἰς πάντα τὴν χροιὰν μετατρέπων πλὴν λευκοῦ.


Χαμαίλεον: εἶδος βοτάνης. καὶ Χαμαίμηλον, εἶδος βοτάνης.
Χαμαιπέτεια. καὶ Χαμαιπετής, χαμαὶ ἐρριμμένος.  
Χαμαιρρεπές: χαμαὶ ῥέπον.
Χαμαιτυπεῖον: πορνεῖον. καὶ Χαμαιτύπη, ἡ πόρνη. ἀπὸ
τοῦ χαμαὶ κειμένην ὀχεύεσθαι.
Χαμεταιρίς.
Χαμεύνης: ὁ χαμαὶ εὐναζόμενος. καὶ θηλυκὸν Χαμεύνη, τα-
πεινὴ Κλίνη. Ἀριστοφάνης· οὐδ' ἂν χαμεύνῃ πάνυ γε κειρίαν γ' ἔχων.
Χαμῖτις: ὄνομα ἀμπέλου.
Χαμόθεν: ἀπὸ τῆς γῆς.
Χαμώς: θεὸς ἦν Τυρίων ἢ Ἀμμανιτῶν, ὥσπερ ἡ Ἀστάρτη θεὸς
Σιδωνίων, οἷς ἐλάτρευσε Σολομῶν.
Χαναάν: ὄνομα κύριον. καὶ ἐξ αὐτοῦ Χαναναῖοι. ὅτι Μωϋσῆς
μʹ ἔτη συμφιλοσοφήσας τῷ λαῷ τελευτᾷ, διάδοχον καταλιπὼν Ἰησοῦν
τὸν τοῦ Ναυῆ· ὅστις κατῴκισε τὸν Ἰσραὴλ ἐν γῇ, ᾗ ἐπηγγείλατο κύριος
τῷ Ἀβραάμ· ἔστι δὲ ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ Αἰγύπτου κυκλουμένη διὰ
θαλάσσης καὶ ξηρᾶς· ἐκβαλὼν πάντας τοὺς βασιλεῖς καὶ δυνάστας τῶν
ἐθνῶν· οἵτινες ὑπ' αὐτοῦ διωκόμενοι διὰ τῆς παραλίου Αἰγύπτου τε

Ignatius Biogr., Poeta, Vita Nicephori Σελ. 190, γρ. 22

 Τούτοις οὖν τοῖς βιωφελέσι τοῦ διδασκάλου καὶ σοφοῖς


νουθετήμασι μὴ βελτιωθεὶς ὁ βασιλεὺς τὴν διάνοιαν πρὸς
ἓν τοῦτο μόνον ἑώρα, τοῦ καὶ αὐτὸν ἐξῶσαι καὶ τῇ νύμφῃ
Χριστοῦ ταλασιουργῆσαι χιτῶνα χηρεύσεως· ἐγχειρίζει γοῦν
τὰ τοῦ λόγου τῆς ἐκκλησίας καὶ τὰ τῶν ἱερῶν σκευῶν ἀνα-
θήματα ἀνδρὶ τὴν τοῦ πατρικίου ἀξίαν διέποντι καὶ πάσης
τῆς περὶ ταῦτα τὸν ἀρχιερέα δεικνύει φροντίδος ἀλλότριον·
οὐ γὰρ ἐνεδίδου, πάντα λίθον, τὸ τοῦ λόγου, κινῶν, ὡς
ἂν τὸ τῆς ἐκκλησίας διασαλεύσειεν ἔρεισμα. ὢ πῶς ἐπὶ τὰ
ἑξῆς ὁ λόγος, οὐκ ἔχων ὅποι προβήσεται, σιγῆς καταστορέ-
σαι Κλίνην προείλετο, καὶ πρὶν ἢ τὰ τῆς νόσου διαγγεῖλαι
τοῦ μακαρίου, ἑαυτὸν νοσηλευόμενον δείκνυσιν. εἶχεν οὖν
αὐτὸν ὁ Σκίμπους ἀσθμαίνοντα ἔκ τινος ἐπισκηψάσης ἐπιρ-
ροίας τῷ σώματι καὶ πρὸς τὸ τῆς νόσου δυσαλθὲς ἐκπαλαί-
οντα. ἀλλ' οὐδὲν οὕτω τὸν δίκαιον ἤλγυνεν, ὡς ἡ κατὰ
τῆς ἐκκλησίας ἐπινοουμένη παρὰ τῶν ἐχθρῶν ἐπισύστασις·
ἐκείνην γὰρ μόνος αὐτὸς τὴν διαμάχην ὑφίστατο, ταύτῃ δὲ
καὶ τὸ τοῦ κοινοῦ παντὸς ἐκινδύνευε πλήρωμα.
1148

 Ὠφρύωτο οὖν τὸ κατὰ τῆς ἐκκλησίας συνέδριον καὶ τῇ


τοῦ ψεύδους ἀεὶ πιμελῇ λιπαινόμενον ἐζήτει τὴν ἔκρηξιν.  
ὅθεν πείθουσιν αὖθις τὸν παντὶ ἀνέμῳ κακοδοξίας βασιλέα

Ignatius Biogr., Poeta, Vita Nicephori Σελ. 198, γρ. 30

λὴν δεξάμενος καὶ μανικόν τι καὶ σαρδάνιον προσμειδιάσας,


ἐπὶ τῇ προδιηνυσμένῃ βίᾳ προστίθησι βιαιότερα. τῷ γὰρ
φρουράρχῃ πατρικίῳ τοῦ θεοφόρου πατρὸς στρατιωτικὴν ἐγ-
χειρίσας ἀπόμοιραν, μεσούσης ἤδη νυκτὸς τὸν τοῦ φωτὸς
υἱὸν ἐξοστρακίζειν ἐκέλευεν. τί τοῦτο; οὐ τῆς κατὰ Χριστὸν
ἐπισυστάσεως διαλλάττει τὸ δρᾶμα καὶ σύνταγμα· οὐδὲ γὰρ
ἔξω νυκτὸς ἐκεῖνοι τὰς κατὰ Χριστὸν βολὰς ἢ ἐπιβουλὰς
διετίθεσαν, καὶ οὗτοι νύκτα συνήγορον ἔχοντες ἐπ' ἴσῃ προ-
δοσίᾳ τοῦ καλοῦ ποιμένος ἐλέγχονται. ὁ δὲ τὴν ὥραν ἐλη-
λυθυῖαν καὶ τὴν σπεῖραν ἐπ' αὐτὸν ἐμπίδων δίκην καὶ παρ-
νόπων ᾀττόντων θεώμενος, αἰτήσας φῶτα καὶ τῆς Κλίνης
διαναστάς, ὑπερείδειν αὐτὸν ἑνὶ τῶν εἰωθότων προσέταττεν  
(ἔτι γὰρ τὸ τῆς νόσου ἤκμαζεν ἄλγημα, καὶ ἡ διοικοῦσα
τὸ σῶμα ὑπέμυεν δύναμις)· καὶ τῇ μὲν λαιᾷ τὰ τῆς ἀσθε-
νείας, ὡς ἔφην, ὑπήρειδεν, τῇ δεξιᾷ δὲ τοῦ θείου ἐπειλημ-
μένος πυρείου τὰς τῶν ἱερῶν ἐκείνων ταμιείων εὐωδίαζε δώ-
ματα. φθάσας οὖν εἰς τὸν τοῦ μεγίστου νεὼ περίπυστον
κατηχούμενον, ἐν ᾧ πολλάκις παννύχοις ἐλιπάρει τὸ θεῖον
ἐντεύξεσι, δυοῖν λαμπάδοιν ὑφῆπτε κηρῶν, εἶτα τὰ ἐν χερσὶ
μεθεὶς ἀνωτέρω τε τῶν ὁρωμένων γενόμενος, τὸ μὲν σῶμα
πρηνὲς εἰς γῆν καταβαλών, ὄρθιον δὲ τὴν ψυχὴν ἀνατείνας

Arsenius Paroemiogr., Apophthegmata (9018: 001)


“Corpus paroemiographorum Graecorum, vol. 2”, Ed. von Leutsch, E.L.
Göttingen: Vandenhoeck & Ruprecht, 1851, Repr. [Link] 6, se.
51b, γρ. 2

τοῦτο αὐτὴ λύει· ἔδησε δὲ φύσις μὲν σῶμα ἐν ψυχῇ, ψυχὴ δὲ


αὑτὴν ἐν σώματι· φύσις μὲν ἄρα λύει σῶμα ἐκ ψυχῆς, ψυχὴ δὲ
αὑτὴν λύει ἀπὸ σώματος⁝ Πορφυρίων.
 Ἔθος ἄρχεται μὲν ἀπὸ μικρῶν, ἐπιμελούμενον δὲ τὴν
ἰσχὺν μείζω λαμβάνει.
 Εἰ θνητὸς εἶ, βέλτιστε, θνητὰ καὶ φρόνει⁝ Ἀντιφάνους.  
 Εἴη δὲ τρίτον σωτῆρι προσαίνοντας Ὀλυμπίῳ Αἴγιναν κα-
τασπένδειν μελιφθόγγοις ἀοιδαῖς κρατῆρα⁝ Πινδάρου.
1149

 Εἰ σῶμα δοῦλον, ἀλλ' ὁ νοῦς ἐλεύθερος⁝ Σοφοκλέους.


 Εἰς τὸ μεταπεῖσαι ῥᾳδίως ἃ βούλεται
 πιθανοὺς ἔχειν εἴωθεν ἡ Κλίνη λόγους⁝ Φιλίσκου.
 Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης.
 Εἷς ἀνὴρ, οὐδεὶς ἀνήρ.
 Εἷς ὑπὲρ πάντων κύβος ἀνεῤῥίπτετο σωμάτων, χρημάτων,
δόξης, ἡγεμονίας.
 Εἷς δέ τί που μωρὸς καταλείπεται εὐρέϊ πόντῳ⁝ ἔπος
Ἡρώδου τοῦ σοφιστοῦ.

Arsenius Paroemiogr., Apophthegmata Centuria 8, se. 34d, γρ. 2

 ἀνθρώπους τίνυσθον, ὅτις κ' ἐπίορκον ὀμόσσῃ,


 ὑμεῖς μάρτυροι ἔστε, φυλάσσετε δ' ὅρκια πιστά⁝ Ὁμήρου ὅρκος.  
 Ζηλοῦτε μὴ τοὺς πλεῖστα κεκτημένους, ἀλλὰ τοὺς μηδὲν
κακὸν σφίσιν αὐτοῖς συνειδότας· μετὰ γὰρ τῆς τοιαύτης τύχης
ἥδιστα ἄν τις δύναιτο τὸν βίον διαγαγεῖν⁝ Ἰσοκράτους ἡ ὑποθήκη.
 Ζημίαν αἱροῦ μᾶλλον, ἢ κέρδος αἰσχρόν· τὸ μὲν γὰρ
ἅπαξ σε λυπήσει, τὸ δὲ διαπαντός⁝ Χίλωνος.
 Ζητεῖν δεῖ καὶ ἄνδρα καὶ τέκνα καὶ φίλους, τοὺς κατὰ
τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ βίου παραμένοντας⁝ Πυθαγόρου.
 Ζῆν κρεῖττόν ἐστιν ἐπὶ στιβάδος κατακείμενον καὶ θαῤ-
ῥεῖν, ἢ ταράττεσθαι χρυσῆν ἔχοντα Κλίνην⁝ Τοῦ αὐτοῦ.
 Ζηλωτὸν ἴσως ὁ πλοῦτος· τίμιον μέντοι καὶ θαυμαστὸν
ἡ δικαιοσύνη⁝ Λυκούργου.
 Ζῆν αἰσχρὸν αἰσχρῶς τοῖς καλῶς πεφυκόσι⁝ Σοφοκλέους.
 Ζηνὸς δ' ἐγὼ κεραυνὸν οὐ φρίσσω, ξένε,
 οὐδ' οἶδ' ὅτι Ζεύς ἐστ' ἐμοῦ κρείσσων θεός.
 

Arsenius Paroemiogr., Apophthegmata Centuria 13, se. 68c, γρ. 1

αὐτῷ ἀναδοῦναι καὶ τὰς ἄλλας δωρήσασθαι ἀγασθέντα αὐτὸν  


τῆς δικαιοσύνης. ἕτερον δὲ γεωργὸν βουλόμενον τῶν αὐτῶν τυχεῖν,
ἑκόντα καταβαλεῖν τὴν ἀξίνην ἐν τῷ αὐτῷ ποταμῷ· τὸν δὲ πο-
ταμὸν τὴν ἰδίαν αὐτῷ ἀναπέμψαι· τὸν δὲ πρότερον γεωργὸν
παρατυχόντα εἰπεῖν πρὸς αὐτὸν τὸ προκείμενον.
 Οὐδ' ὅσον κνήσασθαι τὸ οὖς σχολὴν ἄγει: ἐπὶ τῶν
πράγμασι πολλοῖς συμπεπλεγμένων.
 Οὐ γὰρ παρὰ κρατῆρα καὶ θοίνην μόνον
 τὰ χρήματ' ἀνθρώποισιν ἡδονὰς ἔχει,
 ἀλλ' ἐν κακοῖσι δύναμιν οὐ μικρὰν φέρει⁝ Πολυΐδου.
 Οὔτε τὸν ἄῤῥωστον ἡ χρυσῆ ὠφελεῖ Κλίνη οὔτε τὸν
1150

ἀνόητον ἡ ἐπίσημος εὐτυχία⁝ Λυκούργου.

Stephanus Alchem., De magna et sacra arte (sub nomine Stephani


Alexandrini philosophi) (9021: 001)“Physici et medici Graeci minores,
vol. 2”, Ed. Ideler, [Link]: Reimer, 1842, Repr. 1963.Τόμ. 2, σελ.
249, γρ. 4

ἀνώτατον πρὸς τὸ κατώτατον, καὶ πῶς ἀνέρχεται τὸ κατώ-


τατον πρὸς τὸ ἀνώτατον, καὶ πῶς ἐγγίζει τὸ μέσον πρὸς
τὸ ἀνώτατον καὶ κατώτατον καὶ οὐκ ἀπαντοῦσι τὰ μέρη
τοῦ προελθεῖν καὶ ἑνωθῆναι τὸ μέσον, καὶ τί τῶν στοι-
χείων αὐτοῖς; καὶ πῶς κατέρχονται τὰ ὕδατα τὰ εὐλογη-
μένα τοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς νεκροὺς παρειμένους καὶ πε-
πεδημένους καὶ τεθλιμένους ἐν σκοτώσει καὶ γνόφῳ ἐντὸς  
τοῦ ᾅδου, καὶ πῶς εἰσέρχεται τὸ φάρμακον τῆς ζωῆς καὶ
ἀφυπνίζει αὐτοὺς ὡς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι τοῖς κτήτορσιν;
καὶ πῶς εἰσέρχονται τὰ νέα ὕδατα, ἅπερ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς
Κλίνης, καὶ ἐν τῇ κλίνῃ τικτόμενα, καὶ μετὰ τοῦ φωτὸς ἐρ-
χόμενα καὶ νεφέλη βαστάζει αὐτά, καὶ ἐκ θαλάσσης ἀνα-
βαίνει ἡ νεφέλη ἡ βαστάζουσα τὰ ὕδατα, τὰ ἐμφανι-
σθέντα δὲ θεωροῦντες οἱ φιλόσοφοι χαίρονται. ἡ δὲ Κλεο-
πάτρα ἔφη πρὸς αὐτούς· τὰ ὕδατα εἰσερχόμενα ἀφυπνί-
ζουσι τὰ σώματα καὶ τὰ πνεύματα. ἐγκεκλεισμένα καὶ
ἀσθενῆ ὄντα· πάλιν γάρ φησιν θλίψιν ὑπέστησαν καὶ
πάλιν περικλεισθήσονται ἐν τῷ ᾅδῃ, καὶ κατὰ μικρὸν φύ-
ονται καὶ ἀναβαίνουσι καὶ ἐνδύονται ποικίλα καὶ ἔνδοξα
χρώματα, καθάπερ τὰ ἄνθη ἐν τῷ ἔαρι, καὶ αὐτὸ τὸ ἔαρ
εὐφραίνεται καὶ γάννυται ἐν τῇ ὡραιότητι ἣν περίκεινται·

Thomas Magister Philol., Ecloga nominum et verborum Atticorum


(9023: 001)
“Thomae Magistri sive Theoduli monachi ecloga vocum Atticarum”, Ed.
Ritschl, F.
Halle: Orphantropheus, 1832, Repr. 1970.
Alphabetic letter lambda, σελ. 222, γρ. 1

Λοιμὸς ἀνὴρ καὶ φθόρος. Ἀριστείδης· λοιμοὶ καὶ φθό-


ροι πόλεως. οὐ λυμεών οὐδὲ φθορεύς.
Ληρῶ καὶ φλυαρῶ καὶ φλυαρία, οὐ ληρῳδία.
Λοπάδιον, οὐχὶ λοπάς. Ἀριστοφάνης ἐν Πλούτῳ·
  ὀξὶς δὲ πᾶσα καὶ λοπάδιον καὶ χύτρα.
1151

Λεπάς ὀξυτόνως ὄστρεόν τι μονόπτυχον ταῖς πέτραις προσπε-


φυκός· λέπας δὲ ἀπόσπασμα ὄρους.
Λέμφος ἡ κόρυζα, ὡς τὸ κορύζης καὶ λέμφου ἔμπλε-
ως παρὰ Λιβανίῳ. καὶ λέμφος ἀρσενικῶς ὁ κορυζώδης
καὶ μυξώδης.  
Λέχος ἡ Κλίνη· εὐνή δὲ ἡ ἐπὶ ταύτης Στρωμνή.
Λίβανος καὶ τὸ δένδρον καὶ τὸ θυμιώμενον· λιβανωτός δὲ
μόνον τὸ θυμιώμενον.
Λυχνοῦχον [οἱ ῥήτορες] καὶ λαμπτῆρά φασι, φανὸν δὲ τὴν
λαμπάδα· καὶ οἱ μὲν κωμικοὶ διὰ τοῦ φ, οἱ δὲ τραγικοὶ
διὰ τοῦ π πανόν. λυχνεῖον δὲ τὴν λυχνίαν.

Κλινίδιον

 1. Αριστοφάνης . Lysistrata (5-4 B.C.) γρ. 916


        ΚΙ.                 Κάλλιστα δήπου, λουσαμένη τῇ Κλεψύδρᾳ.
       ΜΥ.                 Ἔπειτ’ ὀμόσασα δῆτ’ ἐπιορκήσω, τάλαν;
       ΚΙ.                 Εἰς ἐμὲ τράποιτο· μηδὲν ὅρκου
φροντίσῃς.   (915)
       ΜΥ.                 Φέρε νυν ἐνέγκω κλινίδιον νῷν.
       ΚΙ.                                                Μηδαμῶς.    (916)
                Ἀρκεῖ χαμαὶ νῷν.
       ΜΥ.                                  Μὰ τὸν Ἀπόλλω, μή σ’ ἐγὼ   (917)
 

 2. TIMAEUS Sophista Gramm. Lexicon Platonicum (e cod.


Coislin. 345) {2602.001} (Μ. Χ. 4?) Epistle-alphabetic letter
sigma σελ. 1002a γρ. 17
 ὡς καὶ Ἀριστοφάνης·
    Ἐν πέντε σισύραις ἐγκεκορδυλημένος.    (15)
Σκηπτόμενος. προφασιζόμενος.
Σκίμπους. ἀσκάντης κλινίδιον εὐτελές, ὃ ὑπὸ τῶν Ἀτ-
τικῶν Σκίμπους ὀνομάζεται. — — —Πλάτων ὁ φιλόσο-
φος Πρωταγόρᾳ· „καὶ ἅμα ἐπιψηλαφήσας τοῦ σκίμ-
ποδος παρ’ ἐμέ.“    (20)
 

 3.Ιωάννης Χρυσόστομος In Bassum martyrem [Dub.] (Μ. Χ. 4-


5) Τόμ. 50 σελ. 721 γρ. 37
 ἐπετίναξε, καὶ φιλοστόργου μητέρος ἐπεδείξατο
σπλάγχνα, ἣ πολλάκις τὸν ὑπομάζιον ἑαυτῆς παῖδα    (35)
1152

ἀτάκτως κλαυθμυρίζοντα ἀποστῆσαι βουλομένη τοῦ


ἔθους, τὸ μικρὸν ἐκεῖνο κλινίδιον διατινάσσει σφοδρῶς,
οὐχ ἵνα πλήξῃ, ἀλλ’ ἵνα φοβήσῃ τὸ νήπιον·
οὕτω δὴ καὶ ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης, ἣν ἐν τῇ χειρὶ
οἰκουμένην βαστάζει, διατινάσσει οὐχ ἵνα κατα-    (40)
 

 4.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88) {2062.153}


(Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 208 γρ. 30
 τὴν ὑπερβολήν. Οὐ γὰρ εὐθέως αὐτὸν ἀνέστησεν,
ἀλλὰ πρῶτον αὐτὸν οἰκειοῦται διὰ τῆς ἐρωτήσεως, τῇ
μελλούσῃ προοδοποιῶν πίστει· καὶ οὐκ ἀνίστησι μό-
νον, ἀλλὰ καὶ τὸ κλινίδιον ἆραι κελεύει, ὥστε καὶ τὸ   (30)
γινόμενον πιστώσασθαι θαῦμα, καὶ μηδένα νομίσαι
φαντασίαν εἶναι τὸ γεγενημένον ἢ ὑπόκρισιν. Οὐδὲ
γὰρ ἂν, εἰ μὴ βεβαίως καὶ σφόδρα συνεπάγη τὰ μέλη,
 

 5.Κύριλλος Αλεξανδρινός . Commentarii in Lucam (in catenis)


(Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 72 σελ. 568 γρ. 36
 ὀφθαλμοῖς· τὸ δὲ ἀποβαλεῖν τὴν νόσον, καὶ ἀνα-
στάντα περιπατεῖν τὸν παράλυτον, ἀπόδειξιν ἔχει
σαφῆ τῆς θεοπρεποῦς ἰσχύος, ἐπάγει· «Ἐγερθεὶς   (35)
ἆρον τὸ κλινίδιόν σου, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν
σου.» (A f. 88, H f. 273) Ὃ δὴ καὶ πέπρακται·
ὑπενόστησε γὰρ εἰς τὴν οἰκίαν, τῆς οὕτω μακρᾶς
ἀῤῥωστίας ἀπηλλαγμένος. Δέδεικται τοίνυν δι’ αὐτοῦ
 

 6. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 12
   ἡ ἐπὶ τῶι ζεύγει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς νύμφης  τιθεμένηι.   (10)
Κλιντήρ: εἶδος φορείου· ἔστιν δὲ καὶ κλινοκαθέδριον.
Κλιντηρίδιον: κλινίδιον.
Κλισιάδες: αἱ μεγάλαι θύραι τῆς αὐλῆς· δι’ ὧν
  ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
  κεκλεῖσθαι κατὰ τὸ πλεῖστον.    (15)
 

 7. ANONYMI MEDICI Med. Διάγνωσις περὶ τῶν ὀξέων καὶ


χρονίων νοσημάτων {0721.026} (Varia) Se. 10 γρ. 67
 σομεν, εἰ παρείη, Ἄλβανον ἢ Φαλερῖνον ἢ Ἀσιανόν· χρεία γὰρ
σύντομος τῆς ἀπὸ οἴνου βοηθείας μόνου. τῇ δὲ τροφῇ
1153

εὐστομά-   (65)
χῳ χρηστέον. αἰώραν ἤτοι ἐν στοᾷ ποιησόμεθα ἢ διὰ τοῦ
κρεμαστοῦ κλινιδίου ἐφορῶντες τὴν δύναμιν. εἰ δὲ συγ-
κοπαὶ μεθ’ ἱδρώτων καὶ περὶ ἐπιδόσεις καὶ ἀκμὰς τῶν παθῶν
γίνοιντο, νεανικώτερον, ὡσὰν ἐν ὀξυτάτοις κινδύνοις ὄντων, καὶ
τοῖς μὲν ἀποσπογγισμοῖς καὶ ῥυπισμοῖς συνεχέσι καὶ...

Κλιντήρ

 1. HOMERUS Epic. Odyssea {0012.002} (8 B.C.) Book 18 γρ.


190
   ἔνθ’ αὖτ’ ἄλλ’ ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
κούρῃ Ἰκαρίοιο κατὰ γλυκὺν ὕπνον ἔχευεν,
εὗδε δ’ ἀνακλινθεῖσα, λύθεν δέ οἱ ἅψεα πάντα
αὐτοῦ ἐνὶ κλιντῆρι· τέως δ’ ἄρα δῖα θεάων    (190)
ἄμβροτα δῶρα δίδου, ἵνα θηησαίατ’ Ἀχαιοί.
κάλλεϊ μέν οἱ πρῶτα προσώπατα καλὰ κάθηρεν
ἀμβροσίῳ, οἵῳ περ ἐϋστέφανος Κυθέρεια
 

 2. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 11
 Κλινίς: Κλίνη βραχεῖα· οἷον ἥ τε παράβυστος καὶ
  ἡ ἐπὶ τῶι ζεύγει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς νύμφης
  τιθεμένηι.   (10)
Κλιντήρ: εἶδος φορείου· ἔστιν δὲ καὶ κλινοκαθέδριον.
Κλιντηρίδιον: κλινίδιον.
Κλισιάδες: αἱ μεγάλαι θύραι τῆς αὐλῆς· δι’ ὧν
  ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
 

 3. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 12
   ἡ ἐπὶ τῶι ζεύγει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς νύμφης
  τιθεμένηι.   (10)
Κλιντήρ: εἶδος φορείου· ἔστιν δὲ καὶ κλινοκαθέδριον.
Κλιντηρίδιον: κλινίδιον.
Κλισιάδες: αἱ μεγάλαι θύραι τῆς αὐλῆς· δι’ ὧν
  ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
  κεκλεῖσθαι κατὰ τὸ πλεῖστον.  
1154

Κλισία

Prev | Next

 1. HOMERUS Epic. Odyssea {0012.002} (8 B.C.) Book 4 γρ. 255


 ἀλλ’ ὅτε δή μιν ἐγὼ λόεον καὶ χρῖον ἐλαίῳ,
ἀμφὶ δὲ εἵματα ἕσσα καὶ ὤμοσα καρτερὸν ὅρκον,
μή με πρὶν Ὀδυσῆα μετὰ Τρώεσσ’ ἀναφῆναι,
πρίν γε τὸν ἐς νῆάς τε θοὰς κλισίας τ’ ἀφικέσθαι,   (255)
καὶ τότε δή μοι πάντα νόον κατέλεξεν Ἀχαιῶν.
πολλοὺς δὲ Τρώων κτείνας ταναήκεϊ χαλκῷ
ἦλθε μετ’ Ἀργείους, κατὰ δὲ φρόνιν ἤγαγε πολλήν.
 

 2. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 1 γρ. 306


 αἶψά τοι αἷμα κελαινὸν ἐρωήσει περὶ δουρί.”
  ὣς τώ γ’ ἀντιβίοισι μαχεσσαμένω ἐπέεσσιν
ἀνστήτην, λῦσαν δ’ ἀγορὴν παρὰ νηυσὶν Ἀχαιῶν.   (305)
Πηλείδης μὲν ἐπὶ κλισίας καὶ νῆας ἐΐσας
ἤϊε σύν τε Μενοιτιάδηι καὶ οἷς ἑτάροισιν·
Ἀτρείδης δ’ ἄρα νῆα θοὴν ἅλαδε προέρυσσεν,
ἐν δ’ ἐρέτας ἔκρινεν ἐείκοσιν, ἐς δ’ ἑκατόμβην
 

 3. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 1 γρ. 328


 ἐλθὼν σὺν πλεόνεσσι, τό οἱ καὶ ῥίγιον ἔσται.”   (325)
  ὣς εἰπὼν προΐει, κρατερὸν δ’ ἐπὶ μῦθον ἔτελλεν.
τὼ δ’ ἀέκοντε βάτην παρὰ θῖν’ ἁλὸς ἀτρυγέτοιο,
Μυρμιδόνων δ’ ἐπί τε κλισίας καὶ νῆας ἱκέσθην.
τὸν δ’ ηὗρον παρά τε κλισίηι καὶ νηῒ μελαίνηι
ἥμενον· οὐδ’ ἄρα τώ γε ἰδὼν γήθησεν Ἀχιλλεύς.   (330)
τὼ μὲν ταρβήσαντε καὶ αἰδομένω βασιλῆα
 

 4. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 1 γρ. 487


 αὐτὰρ ἐπεί ῥ’ ἵκοντο κατὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν,
νῆα μὲν οἵ γε μέλαιναν ἐπ’ ἠπείροιο ἔρυσσαν   (485)
ὑψοῦ ἐπὶ ψαμάθοις, ὑπὸ δ’ ἕρματα μακρὰ τάνυσσαν,
αὐτοὶ δ’ ἐσκίδναντο κατὰ κλισίας τε νέας τε.
  αὐτὰρ ὃ μήνιε νηυσὶ παρήμενος ὠκυπόροισιν
διογενὴς Πηλῆος υἱός, πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
1155

οὔτέ ποτ’ εἰς ἀγορὴν πωλέσκετο κυδιάνειραν    (490)


 

 5. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 2 γρ. 91


 πέτρης ἐκ γλαφυρῆς αἰεὶ νέον ἐρχομενάων,
βοτρυδὸν δὲ πέτονται ἐπ’ ἄνθεσιν εἰαρινοῖσιν·
αἳ μέν τ’ ἔνθα ἅλις πεποτήαται, αἳ δέ τε ἔνθα·    (90)
ὣς τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων
ἠϊόνος προπάροιθε βαθείης ἐστιχόωντο
ἰλαδὸν εἰς ἀγορήν· μετὰ δέ σφισιν Ὄσσα δεδήει
ὀτρύνουσ’ ἰέναι, Διὸς ἄγγελος· οἳ δ’ ἀγέροντο.
 

 6. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 2 γρ. 208


 οὐκ ἀγαθὴ πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω,
εἷς βασιλεύς, ὧι δῶκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω.”   (205)
ὣς ὅ γε κοιρανέων δίεπε στρατόν· οἳ δ’ ἀγορήνδε   (207)
αὖτις ἐπεσσεύοντο νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων
ἠχῆι, ὡς ὅτε κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης
αἰγιαλῶι μεγάλα βρέμεται, σμαραγεῖ δέ τε πόντος.   (210)
  ἄλλοι μέν ῥ’ ἕζοντο, ἐρήτυθεν δὲ καθ’ ἕδρας·
 

 7. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 2 γρ. 226


 ἐκπάγλως κοτέοντο νεμέσσηθέν τ’ ἐνὶ θυμῶι.
αὐτὰρ ὃ μακρὰ βοῶν Ἀγαμέμνονα νείκεε μύθωι·
“Ἀτρείδη, τέο δὴ αὖτ’ ἐπιμέμφεαι ἠδὲ χατίζεις;    (225)
πλεῖαί τοι χαλκοῦ κλισίαι, πολλαὶ δὲ γυναῖκες
εἶσιν ἐνὶ κλισίηις ἐξαίρετοι, ἅς τοι Ἀχαιοί
πρωτίστωι δίδομεν, εὖτ’ ἂν πτολίεθρον ἕλωμεν.
ἦ ἔτι καὶ χρυσοῦ ἐπιδεύεαι, ὅν κέ τις οἴσει
 

 8. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 2 γρ. 399


 προβλῆτι σκοπέλωι· τὸν δ’ οὔ ποτε κύματα λείπει
παντοίων ἀνέμων, ὅτ’ ἂν ἔνθ’ ἠ’ ἔνθα γένωνται.
ἀνστάντες δ’ ὀρέοντο κεδασθέντες κατὰ νῆας,
κάπνισάν τε κατὰ κλισίας καὶ δεῖπνον ἕλοντο.
ἄλλος δ’ ἄλλωι ἔρεζε θεῶν αἰειγενετάων,   (400)
εὐχόμενος θάνατόν τε φυγεῖν καὶ μῶλον ἄρηος.
  αὐτὰρ ὃ βοῦν ἱέρευσεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων
 
1156

 9. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 2 γρ. 464


 Ἀσίω(ι) ἐν λειμῶνι Καϋστρίου ἀμφὶ ῥέεθρα
ἔνθα καὶ ἔνθα ποτῶνται ἀγαλλόμενα πτερύγεσσιν,
κλαγγηδὸν προκαθιζόντων, σμαραγεῖ δέ τε λειμών,
ὣς τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων
ἐς πεδίον προχέοντο Σκαμάνδριον· αὐτὰρ ὑπὸ χθών    (465)
σμερδαλέον κονάβιζε ποδῶν αὐτῶν τε καὶ ἵππων.
ἔσταν δ’ ἐν λειμῶνι Σκαμανδρίωι ἀνθεμόεντι
 

 10. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 7 γρ. 466


 ὥς κέν τοι μέγα τεῖχος ἀμαλδύνηται Ἀχαιῶν.”
ὣς οἳ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον·
δύσετο δ’ ἠέλιος, τετέλεστο δὲ ἔργον Ἀχαιῶν.   (465)
  βουφόνεον δὲ κατὰ κλισίας καὶ δόρπον ἕλοντο·
νῆες δ’ ἐκ Λήμνοιο παρέστασαν οἶνον ἄγουσαι
πολλαί, τὰς προέηκεν Ἰησονίδης Εὔνηος,
τόν ῥ’ ἔτεχ’ Ὑψιπύλη ὑπ’ Ἰήσονι ποιμένι λαῶν·
 

 11. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 8 γρ. 54


 αὐτὸς δ’ ἐν κορυφῆισι καθέζετο κύδεϊ γαίων,
εἰσορόων Τρώων τε πόλιν καὶ νῆας Ἀχαιῶν.
  οἳ δ’ ἄρα δεῖπνον ἕλοντο κάρη κομόωντες Ἀχαιοί
ῥίμφα κατὰ κλισίας, ἀπὸ δ’ αὐτοῦ θωρήσσοντο·
Τρῶες δ’ αὖθ’ ἑτέρωθεν ἀνὰ πτόλιν ὡπλίζοντο,   (55)
παυρότεροι, μέμασαν δὲ καὶ ὧς ὑσμῖνι μάχεσθαι,
χρειοῖ ἀναγκαίηι, πρό τε παίδων καὶ πρὸ γυναικῶν.
 

 12. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 8 γρ. 220


   καί νύ κ’ ἐνέπρησεν πυρὶ κηλέωι νῆας ἐΐσας,
εἰ μὴ ἐπὶ φρεσὶ θῆκ’ Ἀγαμέμνονι πότνια Ἥρη
αὐτῶι ποιπνύσαντι θοῶς ὀτρῦναι Ἀχαιούς.
βῆ δ’ ἰέναι παρά τε κλισίας καὶ νῆας Ἀχαιῶν   (220)
πορφύρεον μέγα φᾶρος ἔχων ἐν χειρὶ παχείηι,
στῆ δ’ ἐπ’ Ὀδυσσῆος μεγακήτεϊ νηῒ μελαίνηι,
ἥ ῥ’ ἐν μεσσάτωι ἔσκε γεγωνέμεν ἀμφοτέρωσε,
 

 13. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 9 γρ. 71


 κούροισιν μὲν ταῦτ’ ἐπιτέλλομαι. αὐτὰρ ἔπειτα,
Ἀτρείδη, σὺ μὲν ἄρχε· σὺ γὰρ βασιλεύτατός ἐσσι·
1157

δαίνυ δαῖτα γέρουσιν. ἔοικέ τοι, οὔ τοι ἀεικές·   (70)


πλεῖαί τοι οἴνου κλισίαι, τὸν νῆες Ἀχαιῶν
ἠμάτιαι Θρηίκηθεν ἐπ’ εὐρέα πόντον ἄγουσιν.
πᾶσά τοί ἐσθ’ ὑποδεξίη—πολέεσσι δ’ ἀνάσσεις—
πολλῶν δ’ ἀγρομένων τῶι πείσεαι, ὅς κεν ἀρίστην
 

 14. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 9 γρ. 185


   τὼ δὲ βάτην παρὰ θῖνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης,
πολλὰ μάλ’ εὐχομένω γαιηόχωι Ἐννοσιγαίωι
ῥηϊδίως πεπιθεῖν μεγάλας φρένας Αἰακίδαο.
Μυρμιδόνων δ’ ἐπί τε κλισίας καὶ νῆας ἱκέσθην,   (185)
τὸν δ’ ηὗρον φρένα τερπόμενον φόρμιγγι λιγείηι,
καλῆι δαιδαλέηι, ἐπὶ δ’ ἀργύρεον ζυγὸν ἦεν,
τὴν ἄρετ’ ἐξ ἐνάρων πόλιν Ἠετίωνος ὀλέσσας.
 

 15. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 9 γρ. 652


 ἀλλ’ ὑμεῖς ἔρχεσθε καὶ ἀγγελίην ἀπόφασθε.
οὐ γὰρ πρὶν πολέμοιο μεδήσομαι αἱματόεντος,   (650)
πρίν γ’ υἱὸν Πριάμοιο δαΐφρονος, Ἕκτορα δῖον,
Μυρμιδόνων ἐπί τε κλισίας καὶ νῆας ἱκέσθαι
κτείνοντ’ Ἀργείους, κατά τε σμῦξαι πυρὶ νῆας·
ἀμφὶ δέ τοι τἠμῆι κλισίηι καὶ νηῒ μελαίνηι
Ἕκτορα καὶ μεμαῶτα μάχης σχήσεσθαι ὀΐω.”   (655)
 

 16. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 11 γρ. 7


 ἀργαλέην, πολέμοιο τέρας μετὰ χερσὶν ἔχουσαν.
στῆ δ’ ἐπ’ Ὀδυσσῆος μεγακήτεϊ νηῒ μελαίνηι,   (5)
ἥ ῥ’ ἐν μεσσάτωι ἔσκε γεγωνέμεν ἀμφοτέρωσε,
ἠμὲν ἐπ’ Αἴαντος κλισίας Τελαμωνιάδαο
ἠδ’ ἐπ’ Ἀχιλλῆος, τοί ῥ’ ἔσχατα νῆας ἐΐσας
εἴρυσαν, ἠνορέηι πίσυνοι καὶ κάρτεϊ χειρῶν·
ἔνθα στᾶσ’ ἤϋσε θεὰ μέγα τε δεινόν τε   (10)
 

 17. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 11 γρ. 617


 τῶι Ἀσκληπιάδηι, ἀτὰρ οὐκ ἴδον ὄμματα φωτός·
ἵπποι γάρ με παρήϊξαν πρόσσω μεμαυῖαι.”   (615)
ὣς φάτο· Πάτροκλος δὲ φίλωι ἐπεπείθεθ’ ἑταίρωι,
βῆ δὲ θέειν παρά τε κλισίας καὶ νῆας Ἀχαιῶν.
  οἳ δ’ ὅτε δὴ κλισίην Νηληϊάδεω ἀφίκοντο,
1158

αὐτοὶ μέν ῥ’ ἀπέβησαν ἐπὶ χθόνα πουλυβότειραν,


ἵππους δ’ Εὐρυμέδων θεράπων λύε τοῖο γέροντος   (620)
 

 18. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 11 γρ. 803


 Τρῶες, ἀναπνεύσωσι δ’ ἀρήϊοι υἷες Ἀχαιῶν   (800)
τειρόμενοι· ὀλίγη δέ τ’ ἀνάπνευσις πολέμοιο.
ῥεῖα δέ κ’ ἀκμῆτες κεκμηότας ἄνδρας ἀϋτῆι
ὤσαισθε προτὶ ἄστυ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων.”
  ὣς φάτο, τῶι δ’ ἄρα θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν ὄρινεν·
βῆ δὲ θέειν παρὰ νῆας ἐπ’ Αἰακίδην Ἀχιλῆα.   (805)
ἀλλ’ ὅτε δὴ κατὰ νῆας Ὀδυσσῆος θείοιο
 

 19. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 12 γρ. 155


 ἄντην βαλλομένων· μάλα γὰρ κρατερῶς ἐμάχοντο,
λαοῖσιν καθύπερθε πεποιθότες ἠδὲ βίηφιν.
οἳ δ’ ἄρα χερμαδίοισιν ἐϋδμήτων ἀπὸ πύργων
βάλλον, ἀμυνόμενοι σφῶν τ’ αὐτῶν καὶ κλισιάων   (155)
νηῶν τ’ ὠκυπόρων· νιφάδες δ’ ὣς πίπτον ἔραζε,
ἅς τ’ ἄνεμος ζαής, νέφεα σκιόεντα δονήσας,
ταρφειὰς κατέχευεν ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρηι.
 

 20. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 13 γρ. 144


 ὕλη· ὃ δ’ ἀσφαλέως θέει ἔμπεδον, ἕως ἵκηται
ἰσόπεδον· τότε δ’ οὔ τι κυλίνδεται, ἐσσύμενός περ.
ὣς Ἕκτωρ εἵως μὲν ἀπείλει μέχρι θαλάσσης
ῥέα διελεύσεσθαι κλισίας καὶ νῆας Ἀχαιῶν
κτείνων· ἀλλ’ ὅτε δὴ πυκινῆις ἐνέκυρσε φάλαγξιν,   (145)
στῆ ῥα μάλ’ ἐγχριμφθείς. οἳ δ’ ἀντίοι υἷες Ἀχαιῶν
νύσσοντες ξίφεσίν τε καὶ ἔγχεσιν ἀμφιγύοισιν
 

 21. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 13 γρ. 167


 ἔγχος Μηριόναο δαΐφρονος. αὐτὰρ ὅ γ’ ἥρως
ἂψ ἑτάρων εἰς ἔθνος ἐχάζετο, χώσατο δ’ αἰνῶς   (165)
ἀμφότερον, νίκης τε καὶ ἔγχεος ὃ ξυνέαξεν·
βῆ δ’ ἰέναι παρά τε κλισίας καὶ νῆας Ἀχαιῶν
οἰσόμενος δόρυ μακρόν, ὅ οἱ κλισίηφι λέλειπτο.
  οἱ δ’ ἄλλοι μάρναντο, βοὴ δ’ ἄσβεστος ὀρώρει.
Τεῦκρος δὲ πρῶτος Τελαμώνιος ἄνδρα κατέκτα,   (170)
 
1159

 22. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 13 γρ. 208


 Ἕκτορι δὲ προπάροιθε ποδῶν πέσεν ἐν κονίηισιν.   (205)
  καὶ τότε δὴ περὶ κῆρι Ποσειδάων ἐχολώθη
υἱωνοῖο πεσόντος ἐν αἰνῆι δηϊοτῆτι,
βῆ δ’ ἰέναι παρά τε κλισίας καὶ νῆας Ἀχαιῶν
ὀτρυνέων Δαναούς, Τρώεσσι δὲ κήδε’ ἔτευχεν.
Ἰδομενεὺς δ’ ἄρα οἱ δουρικλυτὸς ἀντεβόλησεν   (210)
ἐρχόμενος παρ’ ἑταίρου, ὅ οἱ νέον ἐκ πολέμοιο
 

 23. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 13 γρ. 723


 μάρναντο Τρωσίν τε καὶ Ἕκτορι χαλκοκορυστῆι,   (720)
οἳ δ’ ὄπιθεν βάλλοντες ἐλάνθανον· οὐδ’ ἔτι χάρμης
Τρῶες μιμνήσκοντο, συνεκλόνεον γὰρ ὀϊστοί.
  ἔνθά κε λευγαλέως νηῶν ἄπο καὶ κλισιάων
Τρῶες ἐχώρησαν προτὶ Ἴλιον ἠνεμόεσσαν,
εἰ μὴ Πουλυδάμας θρασὺν Ἕκτορα εἶπε παραστάς·   (725)
“Ἕκτορ, ἀμήχανός ἐσσι παραρρητοῖσι πιθέσθαι.
 

 24. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 14 γρ. 146


 σοὶ δ’ οὔ πω μάλα πάγχυ θεοὶ μάκαρες κοτέουσιν,
ἀλλ’ ἔτι που Τρώων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες
εὐρὺ κονίσουσιν πεδίον· σὺ δ’ ἐπόψεαι αὐτός   (145)
φεύγοντας προτὶ ἄστυ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων.”
ὣς εἰπὼν μέγ’ ἄϋσεν ἐπεσσύμενος πεδίοιο,
ὅσσόν τ’ ἐννεάχειλοι ἐπίαχον ἢ δεκάχειλοι
ἀνέρες ἐν πολέμωι ἔριδα ξυνάγοντες ἄρηος·
 

 25. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 14 γρ. 392


 δή ῥα τότ’ αἰνοτάτην ἔριδα πτολέμοιο τάνυσσαν
κυανοχαῖτα Ποσειδάων καὶ φαίδιμος Ἕκτωρ,   (390)
ἤτοι ὃ μὲν Τρώεσσιν, ὃ δ’ Ἀργείοισιν ἀρήγων.
ἐκλύσθη δὲ θάλασσα ποτὶ κλισίας τε νέας τε
Ἀργείων· οἳ δὲ ξύνισαν μεγάλωι ἀλαλητῶι.
οὔτε θαλάσσης κῦμα τόσον βοάαι ποτὶ χέρσον
ποντόθεν ὀρνύμενον πνοιῆι Βορέω ἀλεγεινῆι,   (395)
 

 26. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 16 γρ. 45


 Τρῶες, ἀναπνεύσωσι δ’ ἀρήϊοι υἷες Ἀχαιῶν
τειρόμενοι· ὀλίγη δέ τ’ ἀνάπνευσις πολέμοιο.
1160

ῥεῖα δέ κ’ ἀκμῆτες κεκμηότας ἄνδρας ἀϋτῆι


ὤσαιμεν προτὶ ἄστυ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων.”   (45)
  ὣς φάτο λισσόμενος, μέγα νήπιος· ἦ γὰρ ἔμελλεν
οἷ αὐτῶι θάνατόν τε κακὸν καὶ κῆρα λιτέσθαι.
τὸν δὲ μέγ’ ὀχθήσας προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
 

 27. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 16 γρ. 156


 τόν ῥά ποτ’ Ἠετίωνος ἑλὼν πόλιν ἤγαγ’ Ἀχιλλεύς·
ὃς καὶ θνητὸς ἐὼν ἕπεθ’ ἵπποις ἀθανάτοισιν.
  Μυρμιδόνας δ’ ἄρ’ ἐποιχόμενος θώρηξεν Ἀχιλλεύς   (155)
πάντηι ἀνὰ κλισίας σὺν τεύχεσιν· οἳ δὲ λύκοι ὥς
ὠμοφάγοι, τοῖσίν τε περὶ φρεσὶν ἄσπετος ἀλκή,
{οἵ τ’ ἔλαφον κεραὸν μέγαν οὔρεσι δηιώσαντες
δάπτουσιν, πᾶσιν δὲ παρήϊον αἵματι φοινόν,
 

 28. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 16 γρ. 376


 Τρωσὶ κακὰ φρονέων· οἳ δὲ ἰαχῆι τε φόβωι τε
πάσας πλῆσαν ὁδούς, ἐπεὶ ἂρ τμάγεν. ὕψι δ’ ἀέλλη
σκίδναθ’ ὑπαὶ νεφέων, τανύοντο δὲ μώνυχες ἵπποι   (375)
ἄψορρον προτὶ ἄστυ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων.
  Πάτροκλος δ’, ἧι πλεῖστον ὀρινόμενον ἴδε λαόν,
τῆι ῥ’ ἔχ’ ὁμοκλήσας· ὑπὸ δ’ ἄξοσι φῶτες ἔπιπτον
πρηνέες ἐξ ὀχέων, δίφροι δ’ ἀνακυμβαλίαζον·
 

 29. Ομήρου Ιλιάδα. . (8 B.C.) Book 18 γρ. 589


 ἱστάμενοι δὲ μάλ’ ἐγγὺς ὑλάκτεον ἔκ τ’ ἀλέοντο.
  ἐν δὲ νομὸν ποίησε περικλυτὸς Ἀμφιγυήεις
ἐν καλῆι βήσσηι μέγαν οἰῶν ἀργεννάων,
σταθμούς τε κλισίας τε κατηρεφέας ἰδὲ σηκούς.
  ἐν δὲ χορὸν ποίκιλλε περικλυτὸς Ἀμφιγυήεις   (590)
τῶι ἴκελον, οἷόν ποτ’ ἐνὶ Κνωσῶι εὐρείηι
Δαίδαλος ἤσκησεν καλλιπλοκάμωι Ἀριάδνηι.
 

 30. Ευρυπίδης. . Alcestis {0006.002} (5 B.C.) γρ. 994


           παῖδες ἐν θανάτῳ.   (990)
       φίλα μὲν ὅτ’ ἦν μεθ’ ἡμῶν,
       φίλα δὲ καὶ θανοῦσ’ ἔσται,
       γενναιοτάταν δὲ πασᾶν ἐζεύξω κλισίαις ἄκοιτιν.    (994)
 
1161

       μηδὲ νεκρῶν ὡς φθιμένων χῶμα νομιζέσθω


[ἀντ.   (997)
       τύμβος σᾶς ἀλόχου, θεοῖσι δ’ ὁμοίως
       τιμάσθω, σέβας ἐμπόρων.
 

 31. Ευρυπίδης. . Iphigenia Taurica {0006.013} (5 B.C.) γρ. 857


                 δέρᾳ θῆκέ μοι μελεόφρων πατήρ.    (854)
  Ορ.           οἴμοι. δοκῶ γὰρ οὐ παρών σ’ ὁρᾶν ἐκεῖ.   (855)
  Ιφ.                 ἀνυμέναιος, ὦ σύγγον’, Ἀχιλλέως
                ἐς κλισίαν λέκτρων
                δολίαν ὅτ’ ἀγόμαν·   (859)
                παρὰ δὲ βωμὸν ἦν δάκρυα καὶ γόοι.   (860)
                φεῦ φεῦ χερνίβων τῶν ἐκεῖ.
 

 32. Ευρυπίδης. . Iphigenia Aulidensis {0006.018} (5 B.C.) γρ.


189
                 τέμιδος ἤλυθον ὀρομένα,
                φοινίσσουσα παρῇδ’ ἐμὰν
                   αἰσχύνᾳ νεοθαλεῖ,
                ἀσπίδος ἔρυμα καὶ κλισίας
                ὁπλοφόρους Δαναῶν θέλουσ’    (190)
                   ἵππων τ’ ὄχλον ἰδέσθαι.
             κατεῖδον δὲ δύ’ Αἴαντε συνέδρω,
 

 33. Ευρυπίδης. . Rhesus {0006.019} (5 B.C.) γρ. 255


              μᾷ· πόθι Μυσῶν ὃς ἐμὰν
                συμμαχίαν ἀτίζει;
 
          τίν’ ἄνδρ’ Ἀχαιῶν ὁ πεδοστιβὴς σφαγεὺς
[ἀντ.    (253)
             οὐτάσει ἐν κλισίαις, τετράπουν
                μῖμον ἔχων ἐπιγαίου    (255)
                θηρός; ἕλοι Μενέλαν,
                κτανὼν δ’ Ἀγαμεμνόνιον
 

 34. Σοφοκλής Ajax {0011.003} (5 B.C.) γρ. 191


         εἰ δ’ ὑποβαλλόμενοι
        κλέπτουσι μύθους οἱ μεγάλοι βασιλῆς,
        ἢ τᾶς ἀσώτου Σισυφιδᾶν γενεᾶς,    (190)
1162

        μὴ μή μ’, ἄναξ, ἔθ’ ὧδ’ ἐφάλοις κλισίαις


        ἐμμένων κακὰν φάτιν ἄρῃ.
 
        Ἀλλ’ ἄνα ἐξ ἑδράνων ὅπου μακραίωνι
Ep.    (192)
        στηρίζῃ ποτὲ τᾷδ’ ἀγωνίῳ σχολᾷ
 

 35. Σοφοκλής Ajax {0011.003} (5 B.C.) γρ. 1406


         χρόνος. Ἀλλ’ οἱ μὲν κοίλην κάπετον
        χερσὶ ταχύνετε, τοὶ δ’ ὑψίβατον
        τρίποδ’ ἀμφίπυρον λουτρῶν ὁσίων   (1405)
        θέσθ’ ἐπίκαιρον· μία δ’ ἐκ κλισίας
        ἀνδρῶν ἴλη τὸν ὑπασπίδιον
         κόσμον φερέτω.
        Παῖ, σὺ δὲ πατρός γ’, ὅσον ἰσχύεις,
 

 36.Ηρόδοτος ιστορίες (5 B.C.) Book 9 se. 9 γρ. 9


 ὁ Χίλεος ἔλεγε ἄρα σφι τάδε· «Οὕτω ἔχει, ἄνδρες ἔφοροι·
Ἀθηναίων ἡμῖν μὲν ἐόντων μὴ ἀρθμίων, τῷ δὲ βαρβάρῳ
συμμάχων, καίπερ τείχεος διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ ἐληλαμένου
καρτεροῦ, μεγάλαι κλισιάδες ἀναπεπτέαται ἐς τὴν Πελο-
πόννησον τῷ Πέρσῃ. Ἀλλ’ ἐσακούσατε, πρίν τι ἄλλο Ἀθη-   (10)
(10) ναίοισι δόξαι σφάλμα φέρον τῇ Ἑλλάδι.» Ὁ μέν σφι ταῦτα
συνεβούλευε· οἱ δὲ φρενὶ λαβόντες τὸν λόγον αὐτίκα, φρά-
 

 37. Πλάτων Hippias minor {0059.026} (5-4 B.C.) Stephanus σελ.


371 se. c γρ. 2
   ΣΩ. Ἐν οἷς λέγει—
 
    οὐ γὰρ πρὶν πολέμοιο μεδήσομαι αἱματόεντος,   (7)
(c)     πρίν γ’ υἱὸν Πριάμοιο δαΐφρονος, Ἕκτορα δῖον,
    Μυρμιδόνων ἐπί τε κλισίας καὶ νῆας ἱκέσθαι
    κτείνοντ’ Ἀργείους, κατά τε φλέξαι πυρὶ νῆας·
    ἀμφὶ δέ μιν τῇ ’μῇ κλισίῃ καὶ νηῒ μελαίνῃ
    Ἕκτορα καὶ μεμαῶτα μάχης σχήσεσθαι ὀίω.   (5)
 
 

 38. Αρποκρατίων . Lexicon in decem oratores Atticos {1389.001}


(Μ. Χ. 1/2?) Alphabetic letter pi lemma 99 γρ. 6
1163

 δόνων Αἰσχύλος
            τάδε μὲν λεύσσεις, φαίδιμ’ Ἀχιλλεῦ,
            δοριλυμάντους Δαναῶν μόχθους,   (5)
            οὓς εἴσω κλισίας.
(100)   Προπύλαια ταῦτα: Δημοσθένης Φιλιππικοῖς. δύναται μὲν
δει-
κτικῶς λέγεσθαι ἅτε ὁρωμένων τῶν προπυλαίων ἀπὸ τῆς Πυκνὸς,
βέλτιον δὲ ἀναφορικῶς ἀκούειν· ἐπὶ γὰρ τῶν πάνυ γνωρίμων οὕτω
 

 39. MOERIS Attic. Lexicon Atticum {1515.001} (Μ. Χ. 2/3?) Σελ.


201 γρ. 17
 κηδεστὰς καὶ τοὺς διδόντας καὶ τοὺς λαμβάνοντας τὰς κόρας Ἀττι-
  κοί, πενθεροὺς καὶ γαμβροὺς Ἕλληνες.   (15)
κῆχος ἀντὶ τοῦ δή Ἀττικοί.
κλισιάδες αἱ δίθυροι πύλαι Ἀττικοί, κλίσια δὲ ὅπου τὰ ζεύγη
  ἵστατο.
κλάσαι Ἀττικοί, κλαδεῦσαι Ἕλληνες.
κνέφαλον Ἀττικοί, τύλη Ἕλληνες.    (20)
 

 40. MOERIS Attic. Lexicon Atticum {1515.001} (Μ. Χ. 2/3?) Σελ.


201 γρ. 17
 κηδεστὰς καὶ τοὺς διδόντας καὶ τοὺς λαμβάνοντας τὰς κόρας Ἀττι-
  κοί, πενθεροὺς καὶ γαμβροὺς Ἕλληνες.   (15)
κῆχος ἀντὶ τοῦ δή Ἀττικοί.
κλισιάδες αἱ δίθυροι πύλαι Ἀττικοί, κλίσια δὲ ὅπου τὰ ζεύγη
  ἵστατο.
κλάσαι Ἀττικοί, κλαδεῦσαι Ἕλληνες.
κνέφαλον Ἀττικοί, τύλη Ἕλληνες.    (20)
 

 41. GREGORIUS NYSSENUS Theol. De opificio hominis


{2017.079} (Μ. Χ. 4) Σελ. 133 γρ. 20
 οὐ πρὸ τῆς παρασκευῆς τῶν ἐδωδίμων τὸν ἑστιώμε-
νον εἰσοικίζεται, ἀλλ’ εὐπρεπῆ τὰ πάντα παρασκευά-
σας, καὶ φαιδρύνας τοῖς καθήκουσι κόσμοις τὸν οἶ-
κον, τὴν κλισίαν, τὴν τράπεζαν, ἐφ’ ἑτοίμοις ἤδη    (20)
τοῖς πρὸς τὴν τροφὴν ἐπιτηδείοις, ἐφέστιον ποιεῖται
τὸν δαιτυμόνα· κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ πλούσιός τε
καὶ πολυτελὴς τῆς φύσεως ἡμῶν ἑστιάτωρ παντοίοις
 
1164

 42. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 13
   τιθεμένηι.   (10)
Κλιντήρ: εἶδος φορείου· ἔστιν δὲ καὶ κλινοκαθέδριον.
Κλιντηρίδιον: κλινίδιον.
Κλισιάδες: αἱ μεγάλαι θύραι τῆς αὐλῆς· δι’ ὧν
  ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
  κεκλεῖσθαι κατὰ τὸ πλεῖστον.    (15)
Κλινοπετῆ: τὸν κλινήρη λέγουσιν.
 

 43. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 17
   ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
  κεκλεῖσθαι κατὰ τὸ πλεῖστον.    (15)
Κλινοπετῆ: τὸν κλινήρη λέγουσιν.
Κλισιάδες: θύραι δίπτυχαι ἢ σκηναὶ, καὶ κλισία, ἡ
  σκηνή.
Κλίσις: ἡ πρόσκλισις· παραγγελία εἰς κρίσιν· οὕτω
  Δημοσθένης.   (20)
 

 44. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 17
   ζεῦγος εἰσελαύνεται· καλοῦνται δὲ οὕτως διὰ τὸ
  κεκλεῖσθαι κατὰ τὸ πλεῖστον.    (15)
Κλινοπετῆ: τὸν κλινήρη λέγουσιν.
Κλισιάδες: θύραι δίπτυχαι ἢ σκηναὶ, καὶ κλισία, ἡ
  σκηνή.
Κλίσις: ἡ πρόσκλισις· παραγγελία εἰς κρίσιν· οὕτω
  Δημοσθένης.   (20)
 

 45. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 1 Ch. 8 se. 1 γρ.
4
 (1) Οὐκ εἰς μάτην, καθάπερ εἰρήκειμεν, ἡ μαντεία
τοὐμοῦ πατρὸς Ἀλεξίου. Ἐπῆλθε γὰρ τῷ προσδοκωμένῳ
στρατοπέδῳ ἀθρόον ὁ Βασιλάκιος σὺν ἱππεῦσί τε καὶ πεζοῖς
μυρίανδρον στρατιὰν ἐπαγόμενος. Καὶ τὰς μὲν κλισίας
ἐφεῦρεν ἑκασταχοῦ ἀναλαμπούσας πυρί, ἐξαστράπτουσαν   (5)
δὲ καὶ τὴν τοῦ στρατηγοῦ σκηνὴν θεασάμενος ὡς εἶχε
ῥύμης εἰς ταύτην εἰσεληλύθει πολυτάρακτόν τε καὶ
1165

Σκίμπους

Prev | Next

 1. MOERIS Attic. Lexicon Atticum {1515.001} (Μ. Χ. 2/3?) Σελ.


209 γρ. 28
 σκυτοτόμον Ἀττικοί, σκυτέα Ἕλληνες.    (25)
σαλπικτής Ἀττικοί, σαλπιστής Ἕλληνες.
σάκος Ἀττικοί, σάκκος διὰ δύο κκ Ἕλληνες.
Σκίμπους Ἀττικοί, κράβατος Ἕλληνες.
σκότος οὐδετέρως Ἀττικοί, σκοτία Ἕλληνες.
σμώμενος Ἀττικοί, σμηχόμενος Ἕλληνες.    (30)
συβωτεῖν Ἀττικοί, ὑοβοσκεῖν Ἕλληνες.
 

 2. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Carmina de se ipso {2022.061} (Μ.


Χ. 4) Σελ. 1213 γρ. 9
 Νωθρὸν βάδισμα, πάντα, πλὴν φρενὸς, σοφὸς,
Τὸ πρῶτον ἐν πρώτοις τε τῶν νυνὶ καλῶν,
Ἐφοὺδ τὸ σεπτὸν, ἢ Σαμουὴλ διπλοῒς,
Σκίμπους ταπεινὸς, οὐδ’ ὅλως δεσμούμενος,
Τὰ πρὸς κάρηνον παρθένων κοσμήματι   (10)
Λίνῳ περισφίγγων τε καὶ σακκούμενος,
Τὰ πρόσθεν εὐχῆς σύμβολα προκείμενα.
 

 3. TIMAEUS Sophista Gramm. Lexicon Platonicum (e cod.


Coislin. 345) {2602.001} (Μ. Χ. 4?) Epistle-alphabetic letter
sigma σελ. 1002a γρ. 17
 ὡς καὶ Ἀριστοφάνης·
    Ἐν πέντε σισύραις ἐγκεκορδυλημένος.    (15)
Σκηπτόμενος. προφασιζόμενος.
Σκίμπους. ἀσκάντης κλινίδιον εὐτελές, ὃ ὑπὸ τῶν Ἀτ-
τικῶν Σκίμπους ὀνομάζεται. — — —Πλάτων ὁ φιλόσο-
φος Πρωταγόρᾳ· „καὶ ἅμα ἐπιψηλαφήσας τοῦ σκίμ-
ποδος παρ’ ἐμέ.“    (20)
 
1166

 4. TIMAEUS Sophista Gramm. Lexicon Platonicum (e cod.


Coislin. 345) {2602.001} (Μ. Χ. 4?) Epistle-alphabetic letter
sigma σελ. 1002a γρ. 18
     Ἐν πέντε σισύραις ἐγκεκορδυλημένος.    (15)
Σκηπτόμενος. προφασιζόμενος.
Σκίμπους. ἀσκάντης κλινίδιον εὐτελές, ὃ ὑπὸ τῶν Ἀτ-
τικῶν Σκίμπους ὀνομάζεται. — — —Πλάτων ὁ φιλόσο-
φος Πρωταγόρᾳ· „καὶ ἅμα ἐπιψηλαφήσας τοῦ σκίμ-
ποδος παρ’ ἐμέ.“    (20)
Σκιρῖται. λόχος ἀνδρῶν ἑξακοσίων Ἀρκαδι-
 

 5. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


sigma Σελ. 520 γρ. 14
 Σκιμαλίσαι: καταδακτυλίσαι ἀσχημόνως.
Σκιμβάζειν: χωλεύειν καὶ ἀσκωλίζειν· τὸ αὐτὸ
  τοῦτο· οὕτως Ἀριστοφάνης.
Σκίμπους: κράββατος ἢ σκάμνος.
Σκινδακίσαι: τὸ νύκτωρ ἐπαναστῆναί τινι ἀσελγῶς.    (15)
Σκινδάλαμοι: τὰ τῶν καλάμων ἀποξύσματα ἢ   σκόλοπες.

Ασκαντης

 1. Αριστοφάνης . Nubes {0019.003} (5-4 B.C.) γρ. 633


        ὅστις σκαλαθυρμάτι’ ἄττα μικρὰ μανθάνων   (630)
       ταῦτ’ ἐπιλέλησται πρὶν μαθεῖν. ὅμως γε μὴν
       αὐτὸν καλῶ θύραζε δεῦρο πρὸς τὸ φῶς.
       ποῦ Στρεψιάδης; ἔξει τὸν ἀσκάντην λαβών;
 Στ.        ἀλλ’ οὐκ ἐῶσί μ’ ἐξενεγκεῖν οἱ κόρεις.
 Σω.        ἁνύσας τι κατάθου καὶ πρόσεχε τὸν νοῦν.   (635)
 Στ.                                               ἰδού.   (635)
 

 2. MOERIS Attic. Lexicon Atticum {1515.001} (Μ. Χ. 2/3?) Σελ.


190 γρ. 23
 ἁλουργές Ἀττικοί, πορφυροῦν Ἕλληνες.    (20)
ἀξιωτέρας Ἀττικοί, εὐωνοτέρας Ἕλληνες.
ἀστράβη Ἀττικοί, νωτοφόρος ἡμίονος Ἕλληνες.
ἀσκάντης Ἀττικοί, κράβατος Ἕλληνες.
ἀσπάλαθοι Ἀττικοί, ἄκανθαι Ἕλληνες.
1167

αὐτοδίκην Ἀττικοί, αὐθέντην Ἕλληνες.   (25)


ἀχανής Ἀττικοί, ἄφωνος Ἕλληνες.
 

 3. TIMAEUS Sophista Gramm. Lexicon Platonicum (e cod.


Coislin. 345) {2602.001} (Μ. Χ. 4?) Epistle-alphabetic letter
sigma σελ. 1002a γρ. 17
 ὡς καὶ Ἀριστοφάνης·
    Ἐν πέντε σισύραις ἐγκεκορδυλημένος.    (15)
Σκηπτόμενος. προφασιζόμενος.
Σκίμπους. ἀσκάντης κλινίδιον εὐτελές, ὃ ὑπὸ τῶν Ἀτ-
τικῶν Σκίμπους ὀνομάζεται. — — —Πλάτων ὁ φιλόσο-
φος Πρωταγόρᾳ· „καὶ ἅμα ἐπιψηλαφήσας τοῦ σκίμ-
ποδος παρ’ ἐμέ.“  

Στίβας

Prev | Next

 1. PLUTARCHUS Biogr. et Phil. Agesilaus {0007.044} (Μ. Χ. 1-


2) Ch. 32 se. 7 γρ. 6
 ἀπεδίδρασκον ἐκ τῆς πόλεως πρὸς τοὺς πολεμίους,
καὶ τοῦτο πλείστην ἀθυμίαν παρεῖχεν, ἐδίδαξε
τοὺς ὑπηρέτας περὶ ὄρθρον ἐπιφοιτᾶν ταῖς    (5)
στιβάςι καὶ τὰ ὅπλα τῶν ἀποκεχωρηκότων
λαμβάνειν καὶ ἀποκρύπτειν, ὅπως ἀγνοῆται τὸ
πλῆθος.
(8)   Ἀναχωρῆσαι δὲ τοὺς Θηβαίους ἐκ τῆς Λακω-
 

 2. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (Μ. Χ. 2-3) Book 9


se. 26 γρ. 3
 ἀγῶνα δὲ μυραίνης καὶ καράβου ἀνωτέρω εἶπον.   (15)
(26)   Ἐλαύνει δὲ ἰσχυρῶς τοὺς ὄφεις ἡ ἔνδροσός τε καὶ
νοτερὰ καλαμίνθη φασὶ καὶ ὁ ἄγνος. τοῦτόν τοι καὶ
ἐν Θεσμοφορίοις ἐν ταῖς στιβάςι τὰ γύναια τὰ Ἀττικὰ
ὑποστόρνυται. καὶ δοκεῖ μὲν καὶ ἐχθρὸς εἶναι τοῖς
δακέτοις ὁ ἄγνος, ἤδη δὲ καὶ ὁρμῆς ἀφροδισίου κώ-   (5)
1168

λυμά ἐστι, καὶ ἔοικε τό γε ὄνομα λαβεῖν ἐντεῦθεν.


 

 3. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Carmina moralia {2022.060} (Μ. Χ.


4) Column 569 γρ. 6
 Εἷμα φέρω χρυσοῖσι τινασσόμενον θυσάνοισι
Χριστὸν, ἐμῆς ψυχῆς κρυπτὸν περικαλλέα κόσμον.
Εὐνή σοι μαλακὴ, τὰ δὲ ῥήγεα σάκκος ἔμοιγε,   (5)
Καὶ στιβὰς ἐν δαπέδῳ, καὶ δάκρυσι δευομένη χθών.
Σοὶ τιμήεις χρυσὸς, ἐμοὶ κόνις ἱμερόεσσα.
Μόσχου γαυροτέρη σὺ, κατηφιόωσα νένευκα.
Καγχάζεις γελόωσα, παρήϊον οὔ ποτ’ ἔλυσα.
 

 4. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Carmina de se ipso {2022.061} (Μ.


Χ. 4) Σελ. 1363 γρ. 13
   Ναιετάω λυπρὴν ῥωγάδα καὶ σχέδιον·   (10)
Οἰοχίτων, ἀπέδιλος, ἀνέστιος, ἐλπίδι μούνῃ
  Ζώων, καὶ λώβη πᾶσι πέλω χθονίοις.
  Εὐνή μοι στιβάς ἐστι, τὰ ῥήγεα σάκκος ἐρυμνὸς,
  Καὶ κόνις ἐν δαπέδῳ δάκρυσι δευομένη.
(1364) Πολλοὶ μὲν στενάχουσι σιδηρείοις ὑπὸ δεσμοῖς·
  Ἄλλους δ’ αὖ τέφρην πυνθάνομ’ εἶδαρ ἔχειν·
 

 5. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Carmina de se ipso {2022.061} (Μ.


Χ. 4) Σελ. 1439 γρ. 18
 Τρίχες, νόμῳ δικαίων,   (15)
Ἢ καὶ δέρος, παλαιᾶς
Γυμνώσεως κάλυμμα.
Στιβὰς μὲν ἡ τυχοῦσα,
Ποαὶ, κλάδοι τε θάμνων
Ἅπλωμα πορφυροῦν τι,   (20)
Καὶ συμπόταις ἀταρβές.
 

 6.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 58 σελ. 653 γρ. 28
 σεν, οὐ γυνὴ παρώξυνεν, οὐ παιδίον εἰς ἀθυμίαν ἐνέβα-    (25)
λεν, οὐ γέλως ἄτακτος ἐξέλυσεν, οὐ κολάκων πλῆθος
ἐφύσησεν· ἀλλ’ ἀγγέλων ἐστὶν ἡ τράπεζα, πάσης τοιαύ-
της ταραχῆς ἀπηλλαγμένη. Καὶ στιβὰς αὐτοῖς χόρτος
ἁπλῶς ὑπόκειται, καθάπερ ἐν ἐρήμῳ ἀριστοποιῶν ὁ
1169

Χριστὸς ἐποίησε. Πολλοὶ δὲ οὐδὲ ὑπωρόφιοι τοῦτο    (30)


ποιοῦσιν, ἀλλ’ ἀντὶ στέγης τὸν οὐρανὸν ἔχουσι, καὶ τὴν
 

 7. Θεοδώρετος De providentia orationes decem (Μ. Χ. 4-5) Τόμ.


83 σελ. 648 γρ. 21
 ρία, ἐπίβουλός ἐστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐπίκουρος ἀρετῆς. Πῶς
γὰρ ἄν τις κατορθώσειε σωφροσύνην διηνεκῶς γαστρι-
ζόμενος, καὶ συμποσίοις προστετηκὼς, καὶ συσσίτια    (20)
κατασκευάζων, καὶ στιβάςι καὶ τραπέζαις ἐνασχολού-
μενος, καὶ σιτοποιοὺς, καὶ ὀψοποιοὺς, καὶ ποπάνων
δημιουργοὺς, καὶ οἴνους ἀνθοσμίας, καὶ φιάλας, καὶ
κύλικας, καὶ ἐκπωμάτων εἴδη παντοδαπὰ, καὶ ὄψων
 

 8.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 501 γρ. 6
 νῆς ἠξιώθησαν ἀκοῦσαι· τοῦτον ἀπηρνήσαντο εἰπόντες τῷ Ἀαρών·
«Ποίησον ἡμῖν θεοὺς, οἳ 320–321
προπορεύσονται ἡμῶν·» καὶ ἐμοσχοποίησαν χωνευτὸν, καὶ ἔθυσαν
τῷ εἰδώλῳ· κἀντεῦθεν οὖν (87a)
ὀργισθεὶς ὁ μακρόθυμος Κύριος, ἅτε δὴ ἀχαριστηθεὶς ὑπ’ αὐτῶν,
ἔδησεν αὐτοὺς δεσμοῖς ἀλύτοις,    (5)
στιβάςι φορτισμοῦ καὶ σκληρότητι κλοιοῦ· καὶ οὐκέτι εἶπεν· «Ἐὰν
(δὲ) ποιήσῃς,» ὡς πρὸ τῆς
μοσχοποιίας, ἀλλά· «Ποίησον θυσιαστήριον καὶ θῦε διηνεκῶς·
ἐπιλήσμων γὰρ ὑπάρχεις καὶ ἀχάριστος, ἵνα συνεχῶς ὑπομιμνήσκῃ
μου.»

Στρώμνη

 1. AESCHYLUS Trag. Choephoroe {0085.006} (6-5 B.C.) γρ.


671
        ξένοι, λέγοιτ’ ἂν εἴ τι δεῖ· πάρεστι γὰρ   (668)
       ὁποῖάπερ δόμοισι τοῖσδ’ ἐπεικότα,
       καὶ θερμὰ λουτρὰ καὶ πόνων θελκτηρία    (670)
       Στρωμνή, δικαίων τ’ ὀμμάτων παρουσία.
       εἰ δ’ ἄλλο πρᾶξαι δεῖ τι βουλιώτερον,
       ἀνδρῶν τόδ’ ἐστὶν ἔργον, οἷς κοινώσομεν.
  Ορ.        ξένος μέν εἰμι Δαυλιεὺς ἐκ Φωκέων·
 
1170

 2. Θουκυδίδης ιστορίες. {0003.001} (5 B.C.) Book 8 Ch. 81 se.


3 γρ. 4
 (3) ὑπισχνεῖτο δ’ οὖν τάδε μέγιστα ἐπικομπῶν ὁ Ἀλκιβιάδης,
ὡς Τισσαφέρνης αὐτῷ ὑπεδέξατο ἦ μήν, ἕως ἄν τι τῶν
ἑαυτοῦ λείπηται, ἢν Ἀθηναίοις πιστεύσῃ, μὴ ἀπορήσειν
αὐτοὺς τροφῆς, οὐδ’ ἢν δέῃ τελευτῶντα τὴν ἑαυτοῦ στρωμνὴν
ἐξαργυρῶσαι, τάς τε ἐν Ἀσπένδῳ ἤδη οὔσας Φοινίκων ναῦς    (5)
κομιεῖν Ἀθηναίοις καὶ οὐ Πελοποννησίοις· πιστεῦσαι δ’ ἂν
μόνως Ἀθηναίοις, εἰ σῶς αὐτὸς κατελθὼν αὐτῷ ἀναδέξαιτο.
 

 3. Ευρυπίδης. . Phoenissae {0006.015} (5 B.C.) γρ. 421


   Ιο.        τίς οὗτος; ὡς ἄρ’ ἄθλιος κἀκεῖνος ἦν.
  Πο.        Τυδεύς, ὃν Οἰνέως φασὶν ἐκφῦναι πατρός.
  Ιο.        τί θηρσὶν ὑμᾶς δῆτ’ Ἄδραστος ᾔκασεν;    (420)
  Πο.        στρωμνῆς ἐς ἀλκὴν οὕνεκ’ ἤλθομεν πέρι.
  Ιο.        ἐνταῦθα Ταλαοῦ παῖς συνῆκε θέσφατα;
  Πο.        κἄδωκέ γ’ ἡμῖν δύο δυοῖν νεάνιδας.
  Ιο.        ἆρ’ εὐτυχεῖς οὖν τοῖς γάμοις ἢ δυστυχεῖς;
 

 4. Ξενοφών Symposium {0032.004} (5-4 B.C.) Ch. 4 se. 38 γρ. 3


 μὲν μηδὲν μᾶλλον Καλλίου τούτου τοῦ πλουσιωτάτου ῥιγοῦν·
(38) ἐπειδάν γε μὴν ἐν τῇ οἰκίᾳ γένωμαι, πάνυ μὲν ἀλεεινοὶ
χιτῶνες οἱ τοῖχοί μοι δοκοῦσιν εἶναι, πάνυ δὲ παχεῖαι
ἐφεστρίδες οἱ ὄροφοι, Στρωμνήν γε μὴν οὕτως ἀρκοῦσαν
ἔχω ὥστ’ ἔργον μέγ’ ἐστὶ καὶ ἀνεγεῖραι. ἂν δέ ποτε καὶ
ἀφροδισιάσαι τὸ σῶμά μου δεηθῇ, οὕτω μοι τὸ παρὸν ἀρκεῖ   (5)
ὥστε αἷς ἂν προσέλθω ὑπερασπάζονταί με διὰ τὸ μηδένα
 

 5. Ξενοφών Cyropaedia {0032.007} (5-4 B.C.) Book 4 Ch. 5 se.


39 γρ. 3
 ἔστιν ὁρᾶν αὐτῶν πολλούς, ἀποροῦντας δὲ ὅ τι χρὴ ποιεῖν    (5)
(39) σχεδὸν πάντας. ὡς οὖν μὴ οὕτως ἔχῃ, διορίσατε αὐτά·
καὶ ὅστις μὲν ἔλαβε σκηνὴν ἔχουσαν ἱκανὰ καὶ σῖτα καὶ
ποτὰ καὶ τοὺς ὑπηρετήσοντας καὶ στρωμνὴν καὶ ἐσθῆτα καὶ
τἆλλα οἷς οἰκεῖται σκηνὴ καλῶς στρατιωτική, ἐνταῦθα μὲν
οὐδὲν ἄλλο δεῖ προσγενέσθαι ἢ τὸν λαβόντα εἰδέναι ὅτι    (5)
τούτων ὡς οἰκείων ἐπιμέλεσθαι δεῖ· ὅστις δ’ εἰς ἐνδεόμενά
 
1171

 6. Ξενοφών Cyropaedia {0032.007} (5-4 B.C.) Book 8 Ch. 3 se.


36 γρ. 2
 ἵππον ἐξένιζε, καὶ τἆλλά τε παρεῖχεν ἔκπλεω, καὶ ἐπεὶ
ἐδεδειπνήκεσαν, τὰ ἐκπώματα αὐτῷ ἃ ἔλαβε παρὰ Κύρου
(36) ἐμπιμπλὰς προύπινε καὶ ἐδωρεῖτο. καὶ ὁ Σάκας ὁρῶν πολλὴν
μὲν καὶ καλὴν Στρωμνήν, πολλὴν δὲ καὶ καλὴν κατασκευήν,
καὶ οἰκέτας δὲ πολλούς, Εἰπέ μοι, ἔφη, ὦ Φεραύλα, ἦ καὶ
(37) οἴκοι τῶν πλουσίων ἦσθα; καὶ ὁ Φεραύλας εἶπε· Ποίων
πλουσίων; τῶν μὲν οὖν σαφῶς ἀποχειροβιώτων. ἐμὲ γάρ
 

 7. Πλάτων Protagoras {0059.022} (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 321


se. a γρ. 7
 Διὸς ὥρας εὐμάρειαν ἐμηχανᾶτο ἀμφιεννὺς αὐτὰ πυκναῖς
τε θριξὶν καὶ στερεοῖς δέρμασιν, ἱκανοῖς μὲν ἀμῦναι χειμῶνα,   (5)
δυνατοῖς δὲ καὶ καύματα, καὶ εἰς εὐνὰς ἰοῦσιν ὅπως ὑπάρχοι
τὰ αὐτὰ ταῦτα στρωμνὴ οἰκεία τε καὶ αὐτοφυὴς ἑκάστῳ· καὶ
(b) ὑποδῶν τὰ μὲν ὁπλαῖς, τὰ δὲ [θριξὶν καὶ] δέρμασιν στερεοῖς
καὶ ἀναίμοις. τοὐντεῦθεν τροφὰς ἄλλοις ἄλλας ἐξεπόριζεν,
τοῖς μὲν ἐκ γῆς βοτάνην, ἄλλοις δὲ δένδρων καρπούς, τοῖς δὲ
 

 8. Πλάτων Leges {0059.034} (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 679 se. a


γρ. 5
 δὴ τὸ πλεῖστον διέζων ἐν τῷ τότε χρόνῳ· γάλακτος γὰρ
καὶ κρεῶν οὐδαμῶς ἐνδεεῖς ἦσαν, ἔτι δὲ θηρεύοντες οὐ
φαύλην οὐδ’ ὀλίγην τροφὴν παρείχοντο. καὶ μὴν ἀμπε-
χόνης γε καὶ στρωμνῆς καὶ οἰκήσεων καὶ σκευῶν ἐμπύρων    (5)
τε καὶ ἀπύρων ηὐπόρουν· αἱ πλαστικαὶ γὰρ καὶ ὅσαι πλε-
κτικαὶ τῶν τεχνῶν οὐδὲ ἓν προσδέονται σιδήρου, ταῦτα δὲ
(b) πάντα τούτω τὼ τέχνα θεὸς ἔδωκε πορίζειν τοῖς ἀνθρώποις,
 

 9. Χαρίτων De Chaerea et Callirhoe (Μ. Χ. 2?) Book 8 Ch. 1 se.


14 γρ. 1
 ἡμέραν πολλὰ πράττων· τότε δὲ Πολυχάρμῳ πάντα ἐπιτρέψας,
αὐτὸς οὐδὲ νύκτα περιμείνας εἰσῆλθεν εἰς τὸν θάλαμον τὸν
βασιλικόν·
καθ’ ἑκάστην γὰρ πόλιν οἶκος ἐξαίρετος ἀποδέδεικται τῷ μεγάλῳ
(14) βασιλεῖ. Κλίνη μὲν ἔκειτο χρυσήλατος, στρωμνὴ δὲ Τυρία
πορφυρᾶ,
ὕφασμα Βαβυλώνιον. τίς ἂν φράσῃ τὴν νύκτα ἐκείνην πόσων
διηγημάτων μεστή, πόσων δὲ δακρύων ὁμοῦ καὶ φιλημάτων;
1172

πρώτη
μὲν ἤρξατο Καλλιρόη διηγεῖσθαι, πῶς ἀνέζησεν ἐν τῷ τάφῳ, πῶς
 

 10. ANTONINUS LIBERALIS Myth. Metamorphoseon synagoge


{0651.001} (Μ. Χ. 2?) Ch. 1 se. 5 γρ. 5
 κοῦσα δ’ ἡ Κτήσυλλα καὶ χαλεπῶς ἐκ τοῦ τόκου διατεθεῖσα
ἐτελεύτησε κατὰ δαίμονα, ὅτι ὁ πατὴρ αὐτῆς ἐψεύσατο τὸν
ὅρκον. καὶ τὸ μὲν σῶμα κομίσαντες ἔφερον ὅπως κηδεύ-
σωσιν, ἐκ δὲ τῆς στρωμνῆς πελειὰς ἐξέπτη καὶ τὸ σῶμα   (5)
τῆς Κτησύλλης ἀφανὲς ἐγένετο. (6) χρωμένῳ δ’ Ἑρμοχάρει ὁ
θεὸς ἀνεῖλεν ἱδρύσασθαι ἱερὸν παρὰ τοῖς Ἰουλιήταις ἐπώνυ-
μον Ἀφροδίτης Κτησύλλης· ἔχρησε δὲ καὶ τοῖς Κείοις.
 

 11. ANTONINUS LIBERALIS Myth. Metamorphoseon synagoge


{0651.001} (Μ. Χ. 2?) Ch. 34 se. 3 γρ. 3
 ὅτι αὐτῷ κόρη μακαρίων ἀνθρώπων ποθεῖ παραγενέσθαι    (5)
κρυφαῖος εἰς τὴν κοίτην. (3) ὁ δὲ Θείας—οὐ γὰρ ἐγίνωσκεν
οἷα ἐπ’ αὐτῷ ἐμηχανᾶτο—κατῄνεσε τὸν λόγον. καὶ ὁ μὲν
ἐν τῷ οἴκῳ σκοταῖος ἐπὶ τῆς στρωμνῆς ἐξεδέχετο τὴν κόρην,
ἡ δὲ τροφὸς κατακρύψασα τῇ ἐσθῆτι τὴν Σμύρναν παρή-
γαγεν. καὶ πλείονα χρόνον ἐλελήθει πρασσόμενος ἄχαρι καὶ    (5)
ἄθεσμον ἔργον. (4) καὶ ὡς ἐκύησε μὲν ἡ Σμύρνα, Θείαντα
 

 12. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (Μ. Χ. 2-3) Book 2


se. 11 γρ. 81
 ἕκαστον ἐκπληκτική. τὰ δὲ ἐπὶ τούτοις καὶ ἐκμῆναι
τὸν θεατὴν ἱκανά· χαμαιζήλων κλινῶν στιβάδες ἐν
τῇ ψάμμῳ τοῦ θεάτρου τεθεῖσαι, εἶτα ἐδέξαντο τυ-    (80)
λεῖα καὶ ἐπὶ τούτοις στρωμνὴν ποικίλην, οἰκίας μέγα
εὐδαίμονος καὶ παλαιοπλούτου σαφῆ μαρτύρια· καὶ
κυλίκια ἦν πολυτελῆ παρακείμενα καὶ κρατῆρες χρυ-
σοῖ καὶ ἀργυροῖ, καὶ ἐν αὐτοῖς ὕδωρ πάμπολυ, τρά-
 

 13. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (Μ. Χ. 2-3) Book 4


se. 47 γρ. 4
 (47)   Χλωρὶς ὄνομα ὄρνιθος, ἥπερ οὖν οὐκ ἂν ἀλλα-
χόθεν ποιήσαιτο τὴν καλιὰν ἢ ἐκ τοῦ λεγομένου συμ-
φύτου· ἔστι δὲ ῥίζα τὸ σύμφυτον εὑρεθῆναί τε καὶ
ὀρύξαι χαλεπή. στρωμνὴν δὲ ὑποβάλλεται τρίχας
1173

καὶ ἔρια. καὶ ὁ μὲν θῆλυς ὄρνις οὕτω κέκληται, ὁ    (5)


δὲ ἄρρην, χλωρίωνα καλοῦσιν αὐτόν, καὶ ἔστι τὸν
βίον μηχανικός, μαθεῖν τε πᾶν ὅ τι οὖν ἀγαθὸς καὶ
 

 14. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (Μ. Χ. 2-3) Book 6


se. 62 γρ. 9
 γε ὀξείᾳ καὶ διατόρῳ τῇ φωνῇ. κύων οὖν ὑπ’ αὐτῷ
τραφεὶς ἀκούσας φίλου καὶ συντρόφου φθέγματος,
ὥς τι τοῦ Γέλωνος ἐξ ἐπιβουλῆς παθεῖν κινδυνεύον-
τος, ὡς εἶχεν ὁρμῆς ἀναθορὼν ἐπὶ τὴν στρωμνὴν καὶ
περιβὰς τὸν τροφέα, ὑλάκτει σφοδρότατα, οἷα δὴ    (10)
ἀμυνούμενος τὸν ἐπιόντα. ἐξήγρετο τοίνυν ὁ Γέλων
καὶ ὑπὸ τοῦ δέους καὶ ὑπὸ τῆς ὑλακῆς ἐκβαλὼν τὸν
 

 15. Ωριγένης In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (Μ. Χ. 2-


3) Homily 20 se. 6 γρ. 37
 θρηνῶν ἐπὶ τοῖς ἰδίοις παρανομήμασιν ἤδη εἰς συναίσθησιν
ἐλήλυθε
τῶν ἰδίων κακῶν. ὡς εἴθε ἕκαστος ἡμῶν καθ’ ἕκαστον
ἁμάρτημα   (35)
ἔλεγε· «λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί
μου
τὴν Στρωμνήν μου βρέξω». ὡς εἴθε ἕκαστος ἡμῶν ἔλεγεν ἐπὶ τοῖς
ἰδίοις ἁμαρτήμασι κλαίων· «ἐγενήθη μοι τὰ δάκρυα ἄρτος ἡμέρας
καὶ
νυκτός». ἐάν μου ὁ λόγος πικρότερος ἐνταῦθα ᾖ, πικρότερος δὲ διὰ

τὸ θλίβεσθαί με δι’ αὐτὸν, ἀηδίζονται οἱ ἀκούοντες. οἱ


ἐλεγχόμενοι,   (40)
 

 16. Ωριγένης Epistula ad Africanum {2042.045} (Μ. Χ. 2-3) Τόμ.


11 σελ. 73 γρ. 29
 τοκός μου, σὺ ἰσχύς μου, καὶ ἀρχὴ τέκνων μου, σκλη-
ρὸς φέρεσθαι καὶ σκληρὸς αὐθάδης· ἐξύβρισας, ὡς
ὕδωρ μὴ ἐκζέσῃς· ἀνέβης γὰρ ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ
πατρός σου· τότε ἐμίανας τὴν στρωμνὴν, οὗ ἀνέ-
βης.» Ὁμοίως δὲ καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς αἱ εὐλογίαι    (30)
προφητεῖαι οὖσαι ἐξ ἐπιπνοίας εἴρηνται. Οὐδὲν τοίνυν
θαυμαστὸν καὶ τὸν Δανιὴλ, ὁτὲ μὲν ἐξ ἐπιπνοίας λε-
 
1174

 17. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Quaestiones evangelicae ad


Stephanum {2018.028} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 22 σελ. 916 γρ. 22
 τοῦ Δαβὶδ καὶ πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ· ὡς ὤμοσε
τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ Ἰακώβ. Εἰ εἰσελεύσομαι    (20)
εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης
στρωμνῆς μου, εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου
καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν, ἕως οὗ εὕρω τό-
πον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.»
  δʹ. Οὕτως δὲ αὐτῷ εὐξαμένῳ καὶ διαβεβαιωσαμένῳ,    (25)
 

 18. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Quaestiones evangelicae ad


Stephanum {2018.028} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 22 σελ. 916 γρ. 26
 καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν, ἕως οὗ εὕρω τό-
πον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.»
  δʹ. Οὕτως δὲ αὐτῷ εὐξαμένῳ καὶ διαβεβαιωσαμένῳ,    (25)
ὅτι μὴ πρότερον ἀναβήσεται ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς
αὐτοῦ, ὅτι τε οὐκ εἰσελεύσεται εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ,
καὶ ἔτι οὐ δώσει τοῖς βλεφάροις αὑτοῦ νυσταγμὸν,
ἕως οὗ εὕρῃ τὸν μέλλοντα τοῦ Κυρίου τόπον, δείκνυ-
 

 19. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 120 γρ. 53
   Ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων    (50)
σου, ἐν δὲ τῷ ᾅδῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι; Ἐκο-
πίασα ἐν στεναγμῷ μου, λούσω καθ’ ἑκάστην
νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρω-
μνήν μου βρέξω. Σοφὸς ὢν ὁ Δαυῒδ οὐκ ἠγνόει τὴν
παροῦσαν ζωὴν θεραπείας εἶναι καιρὸν, μεθ’ ὃν οὐ    (55)
δεὶς κατορθοῖ· καὶ πάντα πράττει θεραπευθῆναι βου-
(121) λόμενος, πρὶν ὑπὸ τοῦ κοινοῦ καταληφθῆναι. Διό
 

 20. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 445 γρ. 24
 τῷ ϛʹ τῆς αὐτῆς ἕνεκα πράξεως ἀπεκλάετο λέγων·
Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ’ ἑκά-
στην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν
Στρωμνήν μου βρέξω. Καὶ ὁ ζʹ δέ· Ὑπὲρ τῶν λό-
γων Χουσὶ υἱοῦ Ἰεμινεὶ λελεγμένος, τῶν αὐτῶν   (25)
εἴη ἂν χρόνων. Χουσὶ γὰρ ἀρχιεταῖρος γεγονὼς τοῦ
1175

Δαυῒδ, τῷ Ἀβεσσαλὼμ συνεγένετο. Ἔτι μὴν καὶ ὁ


 

 21. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 608 γρ. 41
 τε χάριτας ὁμολογῶν ὅλῳ τῷ στόματι καὶ αὐτοῖς χεί-
λεσι χαρᾶς πεπληρωμένοις ἀνυμνήσω σε· διό φημι· «Καὶ χείλη
ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου·» ἢ
κατὰ τὸν Σύμμαχον· «Καὶ διὰ χειλέων εὐφήμων ὑμνήσει τὸ στόμα
μου.»   (40)
  «Εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν
τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σὲ, ὅτι ἐγενήθης βοηθός
μου. Καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιά-
σομαι, ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀν-
 

 22. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 608 γρ. 51
 προλεχθείσας διὰ λόγων καὶ πράξεων, καὶ ψυχῆς
αὐτῆς. Εἶτ’ ἐπὶ τούτοις τῷ Θεῷ δείκνυσιν ὅπως ἀνέ-
κειτο σωφροσύνῃ καὶ παντελεῖ ἁγνείᾳ· διό φησιν·    (50)
«Εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν
τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ·» ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον·
«Ἀναμιμνησκόμενός σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου,
καθ’ ἑκάστην φυλακὴν ἐμελέτων σε.» Οὐ γὰρ ἄλλως,
 

 23. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 608 γρ. 53
 κειτο σωφροσύνῃ καὶ παντελεῖ ἁγνείᾳ· διό φησιν·    (50)
«Εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν
τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ·» ἢ κατὰ τὸν Σύμμαχον·
«Ἀναμιμνησκόμενός σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου,
καθ’ ἑκάστην φυλακὴν ἐμελέτων σε.» Οὐ γὰρ ἄλλως,
φησὶν, οἷός τε ἤμην πρὸς σὲ ὀρθρίζειν, οὐδὲ λέγειν    (55)
εὐχόμενος· «Ὁ Θεὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω,»
 

 24. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 608 γρ. 57
 καθ’ ἑκάστην φυλακὴν ἐμελέτων σε.» Οὐ γὰρ ἄλλως,
φησὶν, οἷός τε ἤμην πρὸς σὲ ὀρθρίζειν, οὐδὲ λέγειν    (55)
εὐχόμενος· «Ὁ Θεὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω,»
1176

εἰ μὴ καθαρὰν ἐκεκτήμην τὴν Στρωμνήν. Ἐγινώ-


(609) σκετο δέ μου ἡ καθαρότης οὐκ ἄλλοθεν ἢ ἀπὸ τοῦ
κατὰ τὸν ὄρθρον τὰ σὰ μελετᾷν λόγια. Δῆλον γὰρ ἦν
ἐκ τούτου μηδ’ ἄλλο τι πράττειν με τὰς νύκτας, ἢ σὲ
 

 25. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 609 γρ. 17
 «Ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε, ὅτι, εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης
ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται.» Ὁ δέ γε θεοφιλὴς    (15)
καὶ τῷ Θεῷ ἀνακείμενος, ἀναμιμνησκόμενος ἐπὶ τῆς
ἑαυτοῦ στρωμνῆς τοῦ Θεοῦ, ἄσπιλόν τε αὐτὴν καὶ
ἁγνὴν, καὶ ἀμίαντον φυλάττων, καθ’ ἑκάστην φυλα-
κὴν τῆς νυκτὸς ἀνιστάμενος, εὐχαῖς προσεῖχε, καὶ
τοῖς θείοις ἐνησκεῖτο μαθήμασιν· ὃ δὴ διδάσκων κατὰ    (20)
 

 26. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 609 γρ. 22
 κὴν τῆς νυκτὸς ἀνιστάμενος, εὐχαῖς προσεῖχε, καὶ
τοῖς θείοις ἐνησκεῖτο μαθήμασιν· ὃ δὴ διδάσκων κατὰ    (20)
τὸν Σύμμαχον ἔλεγεν· «Ἀναμιμνησκόμενός σου
ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, καθ’ ἑκάστην φυλακὴν
ἐμελέτων.» Εἰς σὲ γὰρ αὐτὸν ἐμελέτων τὸν Θεὸν ἀντὶ
πάσης βίβλου καὶ γραφῆς, ἄνω πρὸς σὲ τὸν νοῦν
τεταμένος, μελετῶν τε καὶ ἀναμιμνησκόμενος ὅσων   (25)
 

 27. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 768 γρ. 37
 φότεροι ὑπόθεσιν περιεῖχον. Ὁ μὲν γὰρ ἕκτος προϊὼν
ἐπιλέγει· «Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου· λούσω    (35)
καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου· ἐν δάκρυσί
μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω·» ὁ δὲ λζʹ τὰ ὅμοια
διδάσκει λέγων· «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου
ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου· ὅτι αἱ ἀνομίαι
μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου ὡσεὶ φορτίον    (40)
 

 28. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 1076 γρ. 9
 ριε, τοῦ Δαυῒδ, καὶ πάσης τῆς πραΰτητος αὐτοῦ·
ὡς ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ Ἰακώβ· Εἰ
1177

εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβή-


σομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου· εἰ δώσω ὕπνον
τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυ-   (10)
σταγμὸν, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα
τῷ Θεῷ Ἰακώβ. Τοιαῦτα εὐξαμένῳ καὶ ἐπαγγειλα-
 

 29. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 1077 γρ. 4
 (1077) κοδομῆσαι, ἐνταῦθά τε τὴν κιβωτὸν ἱδρῦσαι τοῦ Θεοῦ.
Καὶ περὶ τούτου ὤμοσε Δαυῒδ τῷ Κυρίῳ, καὶ ηὔξατο
τῷ Θεῷ Ἰακὼβ λέγων· Εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκή-
νωμα οἴκου μου, εἰ ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρω-
μνῆς μου, εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ    (5)
τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν, ἕως οὗ εὕρω τό-
πον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ. Ταῦτα δὲ
αὐτοῦ διανοηθέντος, τὴν μὲν προαίρεσιν τῆς εὐσε-
 

 30. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Fragmenta in Lucam {2018.037}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 24 σελ. 585 γρ. 50
 τῆς συντελείας, πρὶν ἐπελθεῖν τὴν κατὰ τῶν ἀσεβῶν
ὀργὴν, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶσιν οἱ δίκαιοι,
χωρισμὸς ἔσται τῶν θεοφιλῶν ψυχῶν, ἀγγέλων αὐτὰς
διαχωριζόντων καὶ παραληψομένων· ὥστε ἐν μιᾷ στρω-   (50)
μνῇ δυοῖν κατακειμένων ἕνα μὲν τὸν τοῦ Θεοῦ ἄξιον
παραλαμβάνεσθαι, τὸν δὲ ἕτερον καταλείπεσθαι, ὡς
ἄξιον τῆς τότε καταληψομένης τοὺς ἀσεβεῖς ὀργῆς.
Καὶ ἐπὶ τῶν ὑφ’ ἑνὶ μυλῶνι ἀληθουσῶν, ὁ αὐτὸς λόγος
 

 31. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In sancta lumina (orat. 39)


{2022.047} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 36 σελ. 356 γρ. 7
 δευτέροις ῥύποις οὐ μολύνεται. Οἶδα καὶ πέμπτον
ἔτι, τὸ τῶν δακρύων· ἀλλ’ ἐπιπονώτερον, ὡς ὁ   (5)
λούων καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην αὐτοῦ καὶ τὴν
στρωμνὴν τοῖς δάκρυσιν, ᾧ τῆς κακίας προσώζε-
σαν καὶ οἱ μώλωπες· ὃς πενθῶν καὶ σκυθρω-
πάζων πορεύεται, καὶ ὃς μιμεῖται τὴν ἐπιστρο-
φὴν Μανασσῆ, καὶ τὴν τῶν Νινευϊτῶν ἠλεη-   (10)
 
1178

 32. Αθανάσιος θεολόγος Expositiones in Psalmos {2035.061} (Μ.


Χ. 4) Τόμ. 27 σελ. 77 γρ. 22
 ἐκεῖνος ἐξομολογήσεως. Λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα
τὴν Κλίνην μου. Ἀντὶ μιᾶς, φησὶ, νυκτὸς, καθ’   (20)
ἣν τὴν ἁμαρτίαν ἐποίησα, πολλὰς διετέλεσα νύκτας
δάκρυσι βρέχων τὴν Στρωμνήν μου.
  Ἐταράχθη ἀπὸ θυμοῦ ὁ ὀφθαλμός μου. Ὀφθαλ-
μὸν δὲ τὸν νοῦν λέγει, ἐπειδὴ ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς
ἐστιν ὁ νοῦς. Ἐπαλαιώθην ἐν πᾶσι τοῖς ἐχθροῖς   (25)
 

 33. Αθανάσιος θεολόγος Expositiones in Psalmos {2035.061} (Μ.


Χ. 4) Τόμ. 27 σελ. 280 γρ. 9
 λιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου. Ὅταν, φησὶ, τοῦ
σοῦ ἐν μνήμῃ ὀνόματος γίνωμαι, τότε δὴ τότε χαρᾶς
πληροῦται τὰ χείλη μου.
  Εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου. Τὸ,
Εἰ ἐμνημόνευον, ἀντὶ τοῦ, μνημονεύων, τέθειται·   (10)
ἵνα ᾖ, μνημονεύων σου, φησὶν, ἄϋπνος ἐγενόμην
περὶ τὰς σὰς αἰνέσεις, καὶ τὰς φωτεινάς σου χορη-
 

 34. Αθανάσιος θεολόγος Expositiones in Psalmos {2035.061} (Μ.


Χ. 4) Τόμ. 27 σελ. 521 γρ. 5
 σωθήσεσθαι διὰ ταύτης ἐλπίσας, σπεύδει μαθεῖν
πότε ἔσται, καὶ ποῦ γενήσεται, τίνα δὲ τρόπον ἐπι-
δημήσει. Ταῦτα γνῶναι ποθῶν, εἰς τοσαύτην ἑαυτὸν
ὑπέβαλε κάκωσιν, ὡς πᾶσαν μὲν παραιτεῖσθαι στρω-    (5)
μνὴν, ἀποτάξασθαι δὲ τῷ οἴκῳ, κεῖσθαι δὲ πρὸ τοῦ
Θεοῦ κατὰ πρόσωπον τοῦ ἁγιάσματος ἐπ’ ἐδάφους,
ὅρκῳ βεβαιώσας μὴ ἀναστῆναι πρὶν ταῦτα μαθεῖν.
Ἐπὶ δὲ τῇ τούτου εὐτονίᾳ λαβὼν οἶκτον ὁ Θεὸς ἐπι-
 

 35. Αθανάσιος θεολόγος Vita sanctae Syncleticae [Sp.]


{2035.104} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 column 1520 γρ. 25
 οὐ λούῃ μέγα φρονεῖς; πολλοὶ καὶ διὰ πάθος σωμα-
τικὸν οὐδ’ ὅλως τούτῳ ἐχρήσαντο. Ἀλλὰ θαυμάζεις
σεαυτὴν, ὅτι ἐν χαραδρίῳ καθεύδεις, καὶ ἐν τριχίνῃ
στρωμνῇ; ἄλλαι δὲ χαμευνοῦσι διηνεκῶς. Ἀλλ’ εἰ καὶ    (25)
τοῦτο ποιήσειας, οὐδὲν μέγα· τινὲς γὰρ καὶ λίθους
ἑαυταῖς ὑπέβαλον, πρὸς τὸ μὴ καθ’ ἡδονὴν τῶν φυσι-
1179

κῶν τυχεῖν· ἄλλοι δὲ καὶ ἐκρέμασαν ἑαυτοὺς δι’ ὅλης


 

 36. SYNESIUS Phil. Epistulae {2006.001} (Μ. Χ. 4-5) Epistle 61


γρ. 2
 οἷόν τε· τοιοῦτόν ἐστι τὸ διαφιλοτιμεῖσθαι κακόν.(61) Πυλαιμένει.

  Δάπιδα μεγάλην τῶν Αἰγυπτίων, οὐχ οἵαν ὑποβε-    (1)


βλῆσθαι στρωμνῇ, ἀλλ’ οἵαν αὐτὴν εἶναι καὶ μόνην
Στρωμνήν, Ἀστέριος ὁ ταχυγράφος ἰδὼν ᾔτησε παρ’
ἡμῶν, ὁπηνίκα με πρὸ τῶν μεγάλων ἀρχείων ἔδει
καθεύδειν. ταύτην ὑπεσχόμην ἐξιὼν ἀπολείψειν αὐτῷ   (5)
 

 37. SYNESIUS Phil. Epistulae {2006.001} (Μ. Χ. 4-5) Epistle 61


γρ. 3
 (61) Πυλαιμένει.      Δάπιδα μεγάλην τῶν Αἰγυπτίων, οὐχ οἵαν
ὑποβε-    (1)βλῆσθαι στρωμνῇ, ἀλλ’ οἵαν αὐτὴν εἶναι καὶ μόνην
Στρωμνήν, Ἀστέριος ὁ ταχυγράφος ἰδὼν ᾔτησε παρ’
ἡμῶν, ὁπηνίκα με πρὸ τῶν μεγάλων ἀρχείων ἔδει
καθεύδειν. ταύτην ὑπεσχόμην ἐξιὼν ἀπολείψειν αὐτῷ   (5)
δῶρον· οὐ γὰρ ἦν πρὸς τὴν Θρᾳκῶν χιόνα παραβαλ-
 

 38.Ιωάννης Χρυσόστομος Ad Stagirium a daemone vexatum (lib.


1-3) {2062.006} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 47 σελ. 467 γρ. 59
 ἰσχύς μου, καὶ ἀρχὴ τέκνων μου, σκληρὸς φέ-
ρεσθαι, καὶ σκληρὸς αὐθάδης· ἐξύβρισας, ὡς
ὕδωρ μὴ ἐκζέσῃς· ἀνέβης γὰρ ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ
πατρός σου· τότε ἐμίανας τὴν στρωμνὴν
οὗ ἀνέβης. Ὡς δὲ ἐν ἡλικίᾳ γέγονεν ὁ τῆς ἀγαπω-    (60)
μένης γυναικὸς υἱὸς, καὶ παραμυθίαν αὐτὸν ἕξειν
προσεδόκησε τῆς ἐπ’ ἐκείνῃ λύπης, τότε αὐτῷ πο-
 

 39.Ιωάννης Χρυσόστομος De Lazaro (homiliae 1-7) (Μ. Χ. 4-5)


Τόμ. 48 σελ. 973 γρ. 20
 καὶ χρυσῷ, ἀλλὰ δάκρυσι καὶ ἐξομολογήσεσι πάντο-
θεν ἦν κεκαλλωπισμένη. Καὶ ταῦτα αὐτός φησιν
οὕτω λέγων· Λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν κλί-
νην μου· ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου    (20)
βρέξω. Ὥσπερ γὰρ μαργαρῖται τὰ δάκρυα αὐτῇ ἐπ-
επήγει πάντοθεν.
1180

  ηʹ. Καὶ σκόπει μοι φιλόθεον ψυχήν· ἐπειδὴ γὰρ ἐν


 

 40.Ιωάννης Χρυσόστομος De Lazaro (homiliae 1-7) (Μ. Χ. 4-5)


Τόμ. 48 σελ. 973 γρ. 34
 νύκτα, τὴν δὲ δευτέραν ἐπαύσατο, οὐδὲ δύο καὶ τρεῖς,
τὰς δὲ μεταξὺ διέλιπεν, ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην νύκτα
τοῦτο ἔπραττε. Λούσω γὰρ καθ’ ἑκάστην νύκτα,
φησὶ, τὴν Κλίνην μου· ἐν δάκρυσί μου τὴν στρω-
μνήν μου βρέξω, τὴν δαψίλειαν τῶν δακρύων καὶ    (35)
τὴν συνέχειαν ἐμφαίνων. Πάντων γὰρ ἡσυχαζόντων,
καὶ ἐν ἠρεμίᾳ ὄντων, μόνος τῷ Θεῷ τότε ἐνετύγχανε,
καὶ παρῆν ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμὸς ὀδυρομένῳ καὶ θρη-
 

 41.Ιωάννης Χρυσόστομος Ad populum Antiochenum (homiliae 1-


21) {2062.024} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 49 σελ. 44 γρ. 55
 ἔχοντα τὴν ἐν οἴνῳ λαβόντες, οὐκ ᾔσθοντο τῆς αὐτῆς
εὐφροσύνης.
  ηʹ. Τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ ὕπνου γινόμενον ἴδοι τις ἄν. Οὐ
γὰρ ἁπαλὴ στρωμνὴ, οὐδὲ ἀργυρένδετος Κλίνη, οὐδὲ    (55)
ἡσυχία κατὰ τὸ δωμάτιον γινομένη, οὐδὲ ἄλλο τῶν τοιού-
των οὐδὲν τὸν ὕπνον γλυκὺν καὶ προσηνῆ ποιεῖν εἴωθεν,
ὡς τὸ πονεῖσθαι καὶ κάμνειν καὶ δεομένους ὕπνου σφό-
 

 42.Ιωάννης Χρυσόστομος Ad populum Antiochenum (homiliae 1-


21) {2062.024} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 49 σελ. 138 γρ. 19
 τραγῳδίᾳ ἀναγκαζόμενοι τότε ὑπηρετεῖν.
  βʹ. Ἐγὼ δὲ παρακαθήμενος καὶ ταῦτα βλέπων, ὅτι γυ-
ναῖκες καὶ παρθένοι θαλαμευόμεναι νῦν κοινὸν ἐγένοντο
θέατρον ἅπασι, καὶ αἱ ἐπὶ στρωμνῆς ἁπαλῆς κατακλι-
νόμεναι, τὸ ἔδαφος ἀντὶ στρωμνῆς ἔχουσι, καὶ αἱ τοσαύ-   (20)
της ἀπολαύουσαι θεραπείας θεραπαινίδων, εὐνούχων, τῆς
ἄλλης ἁπάσης φαντασίας, νῦν ἁπάντων ἐκείνων ἔρημοι
 

 43.Ιωάννης Χρυσόστομος Ad populum Antiochenum (homiliae 1-


21) {2062.024} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 49 σελ. 138 γρ. 20
   βʹ. Ἐγὼ δὲ παρακαθήμενος καὶ ταῦτα βλέπων, ὅτι γυ-
ναῖκες καὶ παρθένοι θαλαμευόμεναι νῦν κοινὸν ἐγένοντο
θέατρον ἅπασι, καὶ αἱ ἐπὶ στρωμνῆς ἁπαλῆς κατακλι-
νόμεναι, τὸ ἔδαφος ἀντὶ στρωμνῆς ἔχουσι, καὶ αἱ τοσαύ-   (20)
1181

της ἀπολαύουσαι θεραπείας θεραπαινίδων, εὐνούχων, τῆς


ἄλλης ἁπάσης φαντασίας, νῦν ἁπάντων ἐκείνων ἔρημοι
πρὸς τοὺς ἁπάντων σύρονται πόδας, ἕκαστον παρακαλοῦσαι
 

 44.Ιωάννης Χρυσόστομος De paenitentia (homiliae 1-9)


{2062.027} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 49 σελ. 331 γρ. 44
 τίας. Μαρτυρεῖ Δαυῒδ ὁ μακάριος λέγων, καὶ δεικνύων
τὴν δύναμιν τῶν δακρύων ὅσον ἰσχύει· Λούσω γὰρ,
φησὶ, καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δά-
κρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω. Καὶ μὴν εἰ
τὴν ἀφθονίαν ἐβούλετο δεῖξαι τῶν δακρύων, ἤρκει τὸ   (45)
εἰπεῖν· Ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω.
Διὰ τί οὖν προέταξε τὸ, Λούσω; Ἵνα δείξῃ ὅτι λουτρόν
 

 45.Ιωάννης Χρυσόστομος De paenitentia (homiliae 1-9)


{2062.027} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 49 σελ. 331 γρ. 46
 φησὶ, καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δά-
κρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω. Καὶ μὴν εἰ
τὴν ἀφθονίαν ἐβούλετο δεῖξαι τῶν δακρύων, ἤρκει τὸ   (45)
εἰπεῖν· Ἐν δάκρυσί μου τὴν Στρωμνήν μου βρέξω.
Διὰ τί οὖν προέταξε τὸ, Λούσω; Ἵνα δείξῃ ὅτι λουτρόν
ἐστι καὶ καθάρσιον ἁμαρτημάτων τὰ δάκρυα.
  ϛʹ. Πάντων τῶν κακῶν αἴτια τὰ ἁμαρτήματα. Διὰ τὰ
 

 46.Ιωάννης Χρυσόστομος De sanctis martyribus {2062.058} (Μ.


Χ. 4-5) Τόμ. 50 σελ. 711 γρ. 33
 δυνήσῃ, μηδενὸς ἐνοχλοῦντός σε, μηδὲ ἐκκρούοντός   (30)
σε τῆς δεήσεως· ἔχεις καὶ τὸν καιρὸν σύμμαχον πρὸς
τὸ ἐπιτυχεῖν ὧν θέλεις. Ἀλλὰ περιστρέφῃ κείμενος
ἐπὶ μαλακῆς στρωμνῆς, καὶ ὀκνεῖς διαναστῆναι; Ἐν-
νόησον τοὺς ἐπὶ τῆς σιδηρᾶς κλίμακος κειμένους σή-
μερον μάρτυρας, οὐχὶ στρωμνῆς ὑποκειμένης, ἀλλ’   (35)
ἀνθράκων ὑπεστρωμένων. Ἐνταῦθα βούλομαι κατα-
 

  90. Θεοδώρετος Quaestiones in libros Regnorum et


Paralipomenon {4089.023} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80 σελ. 801 γρ. 29

 κίων ἐξέπεσεν, ὁ δὲ Ἰωσὴφ τούτων τετύχηκεν, ἡ δὲ


Ἰούδα φυλὴ τιμῆς ἀπήλαυσε πλείονος. «Υἱοὶ γὰρ,
1182

φησὶ, Ῥουβεὶμ πρωτοτόκου Ἰσραὴλ, ὅτι αὐτὸς ὁ


πρωτότοκος. Ἐν δὲ τῷ βεβηλῶσαι τὴν στρωμνὴν
τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἔδωκε τὰ πρωτοτόκια αὑτοῦ τοῖς    (30)
υἱοῖς Ἰωσὴφ, καὶ οὐκ ἐγενεαλογήθη εἰς πρωτοτόκια
ὁ Ῥουβεὶμ, ὅτι Ἰούδας δυνατὸς ἰσχύει ἐν τοῖς ἀδελ-
 

 91. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 905 γρ. 9
 οὐδὲν ὄφελος ἡμῖν.  ζʹ. «Ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω
καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν Κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν
Στρωμνήν μου βρέξω.» Οἶδα μὲν μεγάλα καὶ χαλε-
πὰ πλημμελήσας, ἀλλ’ ὅμως δακρύων διηνεκῶς    (10)
διατελῶ, καὶ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ τετολμημένα θρηνῶν.
Καὶ μέντοι καὶ τὴν μιανθεῖσαν ὑπὸ τῆς παρανομίας
 

 92. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1337 γρ. 38
 τὸ στόμα μου.» Οὗ δὴ χάριν μετὰ πάσης σοι    (35)
προθυμίας προσοίσω τὸν ὕμνον, τὸ ἐντεῦθεν ἐπι-
στάμενος κέρδος.
  ζʹ, ηʹ. «Εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς
μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ. Ὅτι ἐγενή-
θης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου    (40)
ἀγαλλιάσομαι.» Τοῦτο δὲ ὁ Σύμμαχος οὕτως ἡρμήνευ-
 

 93. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1337 γρ. 42
 μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ. Ὅτι ἐγενή-
θης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου    (40)
ἀγαλλιάσομαι.» Τοῦτο δὲ ὁ Σύμμαχος οὕτως ἡρμήνευ-
σεν· Ἀναμιμνήσκομαί σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς
μου· καθ’ ἑκάστην φυλακὴν ἐμελέτων σε· καὶ
σκεπόμενος ἐν ταῖς πτέρυξί σου, εὐφήμουν.
Φυλακὰς δὲ λέγει τὰς νυκτερινάς· διαιρούμενοι γὰρ    (45)
 

 94. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1340 γρ. 6
 τριχῆ διαιροῦσιν, οἱ δὲ τετραχῆ. Καὶ ὁ Κύριος
τετάρτῃ φυλακῇ τῆς νυκτὸς πρὸς τοὺς ἱεροὺς ἀπο-
1183

στόλους ἐλήλυθε. Λέγει τοίνυν ὁ θεῖος Δαβὶδ, ὅτι   (5)


Καὶ ἐπὶ στρωμνῆς κατακείμενος, τὸν ἥδιστον
ὕπνον ἀνεβαλλόμην, καθ’ ἑκάστην φυλακὴν τὴν
σὴν ἔχων μελέτην· καὶ ὕμνοις τὰς εἰς ἐμὲ γεγε-
νημένας ἠμειβόμην εὐεργεσίας.
 

 95. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1340 γρ. 12
 νημένας ἠμειβόμην εὐεργεσίας. Οἷον γάρ τινι
πτερύγων σκέπῃ, τῇ ἀμάχῳ με προμηθείᾳ φυλάτ-    (10)
τεις. [Καὶ τοῦτο δὲ αὐτὸ ὁ ἐξ ἐθνῶν λαὸς πεπι-
στευκὼς μνημονεύει πάντως ἐπὶ τῆς στρωμνῆς, ἐν
τῷ ὄρθρῳ ἀνυμνῶν τὸν τῶν ὅλων Σωτῆρα. «Ὅτι
ἐγενήθης αὐτὸς βοηθὸς, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύ-
γων σου ἀγαλλιάσομαι.» Πτέρυγας δὲ δικαίως   (15)
 

 96. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1904 γρ. 38
 τὴν τοῦ φρονήματος αὐτοῦ μετριότητα.   (35)
  βʹ—εʹ. «Ὡς ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηὔξατο τῷ Θεῷ
Ἰακώβ. Εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οἴκου μου, εἰ
ἀναβήσομαι ἐπὶ Κλίνης στρωμνῆς μου. Εἰ δώσω
ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, καὶ τοῖς βλεφάροις μου  
νυσταγμόν. Καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου ἕως   (40)
οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.»
 

 97. Θεοδώρετος Interpretatio in Ezechielem {4089.027} (Μ. Χ.


4-5) Τόμ. 81 σελ. 1077 γρ. 16
 Χεττιεὶμ ὀνομάζει. Ἐκ τούτων, φησὶ, τῶν νήσων τὰ τίμιά σοι τῶν
ξύλων ἐκομίζετο. Τούτοις ἐπι-
φέρει·
  ζʹ. Βύσσος μετὰ ποικιλίας ἐξ Αἰγύπτου ἐγέ-    (15)
νετο στρωμνὴ τοῦ περιθεῖναί σοι δόξαν, καὶ
περιβαλεῖν σε· ὑάκινθος καὶ πορφύρα ἐκ τῶν
νήσων Ἐλισὰ ἐγένοντο περιβόλαιά σου. Ἡ Αἴ-
γυπτος, φησὶ, προσέφερέν σοι Στρωμνὰς ποικίλας
 

 98. Θεοδώρετος De providentia orationes decem (Μ. Χ. 4-5)


Τόμ. 83 σελ. 593 γρ. 8
1184

 αὐτὴν ῥᾳδίως τῶν ἔξωθεν προσπιπτόντων λυπῇ.   (5)


Ἐπειδὴ δὲ διηνεκῶς κινεῖται (ἀρτηριῶν γὰρ αὕτη
πηγὴ), κάτωθεν μὲν ὑπέστρωσεν αὐτῇ οἷόν τινα
στρωμνὴν μαλακὴν, τὸ μανὸν καὶ σπογγοειδὲς καὶ
πολύπορον καὶ ἀρτηριῶδες τοῦ πνεύμονος σῶμα·
ἄνωθεν δὲ, τό τε κωνοειδὲς αὐτῆς ἰσχυρὸν ἀπειργά-   (10)
σατο, καὶ χιτῶνα ὑμενώδη μὲν, στεγανὸν δὲ καὶ
 

 99. Θεοδώρετος De providentia orationes decem (Μ. Χ. 4-5)


Τόμ. 83 σελ. 597 γρ. 35
 ἔχεις. Ὅρα δὲ καὶ ἕτερον κηδεμονίας εἶδος. Ἵνα γὰρ
μὴ δυσχεραίνῃς ἐπὶ γυμνῶν τῶν ἄρθρων καθήμενος,
ἀλλ’ ἐπ’ ἐδάφους καὶ λίθου τὴν καθέδραν ποιούμενος
ἄλυπος διαμένῃς, οἷόν τινά σοι στρωμνὴν αὐ-    (35)
τοφυῆ τὸ τῶν γλουτῶν περιτέθεικε σῶμα· σὺ δὲ
ὁμοίως ἀχαριστεῖς. Οὐ γὰρ αἰσθάνῃ τῶν δωρεῶν,
ἀλλὰ μέμηνας καὶ λυττᾷς κατὰ τῆς οὕτω προμηθου-
 

 100. Θεοδώρετος De providentia orationes decem (Μ. Χ. 4-5)


Τόμ. 83 σελ. 653 γρ. 48
 κοσμοῦσι τὸ σῶμα, καὶ ἐφ’ ἵππων καὶ ἡμιόνων ὀχού-    (45)
μενοι, πολλοὺς ἔχουσι τοὺς ἡγουμένους, καὶ ἑπομέ-
νους, καὶ θεραπόντων ἐσμὸν ταῖς θεραπείαις διακο-
νοῦντα, καὶ κλίνας χρυσοπάστους, καὶ στρωμνὴν
μαλακὴν καὶ διαῤῥέουσαν, καὶ ὀψοποιῶν μαγγανείας,
καὶ ἡδονῶν ἐπινοίας, καὶ χλιδὴν πανταχόθεν προσ-   (50)
φερομένην, καὶ τὰς ἡδονὰς ἐξάπτουσαν.

Ανάκλιντρον

 1. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


kappa Σελ. 171 γρ. 6
   θλίβειν καὶ βιάζεται.
Κλιμακτῆρας: οὓς ἔνιοι βασμοὺς λέγουσι τῶν κλιμάκων.   (5)
Κλίνη ἀμφικέφαλος: ἡ ἔχουσα ἑκατέρωθεν ἀνάκλιντρον.
Κλινίς: Κλίνη βραχεῖα· οἷον ἥ τε παράβυστος καὶ   ἡ ἐπὶ τῶι ζεύγει
τοῦ νυμφίου καὶ τῆς νύμφης   τιθεμένηι.  
1185

Κράββατος

Prev | Next

 1. DIDYMUS Gramm. De dubiis apud Platonem lectionibus [Sp.]


{1312.004} (1 B.C.) Σελ. 248 γρ. 16
 λέγω ταῦτα (al. add. ὅτι), ὑπὲρ ἀνθρώπου δόξαν ἀποφαινόμενος
(al. ἀπο-
φαίνομαι), οὐ φαύλου ζώου, ἀλλ’ εὐμεταβόλου·» τινὲς δὲ τὸ
φαῦλον ἐκδέχον-  
ται ἐπὶ τοῦ μικροῦ, ἢ ἐπὶ τοῦ τυχόντος.    (15)
  Χαμεύνιον· κραββάτιον, καθάπερ καὶ παρ’ Ἱππώνακτι·
    ἐν ταμείῳ τε καὶ χαμευνίῳ γυμνόν.
  Χήτει· ἀποστερήσει, ἢ ἀπορίᾳ, ἢ σπάνει, ὡς παρ’ Ὁμήρῳ (Il. Z,
462)·
    ὥς ποτέ τις ἐρέει· σοὶ δ’ αὖ νέον ἔσσεται ἄλγος
 

 2. Ωριγένης Fragmenta in evangelium Joannis (in catenis)


{2042.006} (Μ. Χ. 2-3) Fragment 61 γρ. 26
 ἐπελέξατο τὸν βαρυτέρῳ μάλιστα κατεχόμενον πάθει καὶ τῷ μήκει
τοῦ χρόνου τὴν σωτηρίαν ἀνέλπιστον ἔχοντα. παράλυτος γὰρ ἦν ἐν

αὐτοῖς ἐπὶ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτεσι τῷ πάθει κατεχόμενος. πρὸς


(25)
τοῦτον ἀπελθὼν οὐκ εὐθὺς εἶπεν· «Ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ
περιπάτει», ἀλλ’ ἀπό τινος ἀκολουθίας τῶν πρὸς αὐτὸν ἄρχεται
λόγων. ὅπερ δὴ καὶ ἐπὶ τῆς Σαμαρείτιδος πεποίηκε.
(62)   Inc. Ποῖον δὲ πνεῦμα οὔπω ἦν; Expl. ἐπ’ οὐδενὸς ὤφθη τῶν
προ-
 

 3. Ωριγένης Fragmenta in evangelium Joannis (in catenis)


{2042.006} (Μ. Χ. 2-3) Fragment 63 γρ. 40
 Ἰουδαίαν ὕδωρ τοῦ Σιλωὰμ καὶ ἐπικρατοῦσαν αὐτοῦ; τὸ δὲ μὴ
παρ-
όντα θεραπεῦσαι, κελεῦσαι δὲ ἀπελθόντα νίψασθαι, καὶ νιψα-
μένῳ τὴν θεραπείαν παρασχεῖν, οἰκονομοῦντος ἦν τὸ μηδένα λα-
θεῖν τὸ γινόμενον θαῦμα. ὥσπερ γὰρ τῷ παραλύτῳ τὸν κράββατον
(40)
λαβεῖν ἐκέλευσεν ἐν ἡμέρᾳ καθ’ ἣν οὐκ ἐξῆν τοῦτο ποιεῖν, ἵν’
οὕτως
1186

ἕκαστος ἐγκαλῶν ἐπὶ τῇ παρανομίᾳ τοῦ γεγονότος θαύματος


μανθάνῃ
τὸ μέγεθος, οὕτω καὶ τούτῳ πόρρωθεν ὄντι τῆς κολυμβήθρας ἐκέ-
 

 4. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 1265 γρ. 20
 ἁμαρτήματα λυόμενα, ἔχεις τὸν παράλυτον τῆς δι-
πλῆς ταύτης ἀπολαύσαντα χάριτος· ἤκουσε γὰρ,
Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου, καὶ, Ἆρον τὸν
κράββατόν σου· οὕτως ἡ ἁμαρτωλὸς γυνὴ τετύχηκε   (20)
τῆς ἀφέσεως, ὁ λῃστὴς, οἱ τελῶναι, ἀπλῶς ἅπαντες
οἱ πιστεύσαντες.
  Τὸν ἐμπιμπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν
 

 5. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In sanctum baptisma (orat. 40)


{2022.048} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 36 σελ. 405 γρ. 36
 καὶ οὐκ εἶχες ἄνθρωπον, ἵνα, ὅταν ταραχθῇ τὸ
ὕδωρ, βάλλῃ σε εἰς τὴν κολυμβήθραν· σήμερον
εὗρες ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν καὶ Θεὸν, μᾶλλον δὲ,   (35)
Θεὸν καὶ ἄνθρωπον. Ἤρθης ἀπὸ τοῦ κραββά-
του, μᾶλλον δὲ ἦρας τὸν κράββατον, καὶ ἐστη-
λίτευσας τὴν εὐεργεσίαν· μὴ πάλιν ἐπὶ κραββάτου
ῥιφῇς ἁμαρτήσας, τῆς κακῆς τοῦ σώματος ἀνα-
παύσεως παρειμένου ταῖς ἡδοναῖς· ἀλλ’ ὡς ἔχεις,   (40)
 

 6. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In sanctum baptisma (orat. 40)


{2022.048} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 36 σελ. 405 γρ. 37
 ὕδωρ, βάλλῃ σε εἰς τὴν κολυμβήθραν· σήμερον
εὗρες ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν καὶ Θεὸν, μᾶλλον δὲ,   (35)
Θεὸν καὶ ἄνθρωπον. Ἤρθης ἀπὸ τοῦ κραββά-
του, μᾶλλον δὲ ἦρας τὸν κράββατον, καὶ ἐστη-
λίτευσας τὴν εὐεργεσίαν· μὴ πάλιν ἐπὶ κραββάτου
ῥιφῇς ἁμαρτήσας, τῆς κακῆς τοῦ σώματος ἀνα-
παύσεως παρειμένου ταῖς ἡδοναῖς· ἀλλ’ ὡς ἔχεις,   (40)
 

 7. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In sanctum baptisma (orat. 40)


{2022.048} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 36 σελ. 405 γρ. 38
 εὗρες ἄνθρωπον, τὸν αὐτὸν καὶ Θεὸν, μᾶλλον δὲ,   (35)
Θεὸν καὶ ἄνθρωπον. Ἤρθης ἀπὸ τοῦ κραββά-
1187

του, μᾶλλον δὲ ἦρας τὸν κράββατον, καὶ ἐστη-


λίτευσας τὴν εὐεργεσίαν· μὴ πάλιν ἐπὶ κραββάτου
ῥιφῇς ἁμαρτήσας, τῆς κακῆς τοῦ σώματος ἀνα-
παύσεως παρειμένου ταῖς ἡδοναῖς· ἀλλ’ ὡς ἔχεις,   (40)
βάδιζε μεμνημένος τῆς ἐντολῆς· Ἰδοὺ ὑγιὴς γέγο-
 

 8. Αθανάσιος θεολόγος Homilia de semente [Sp.] {2035.069} (Μ.


Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 164 γρ. 41
 οὕτω βλέποντες, ἀναβλέψωσιν. Ὁ δὲ Σωτὴρ παραγε-
νόμενος, καὶ παράγων, λέγει ἐκείνῳ· «Θέλεις ὑγιὴς
γενέσθαι;» καὶ τὰ ἀκόλουθα. Καὶ ἐξεγερθεὶς κἀκεῖνος,   (40)
αἴρει τὸν κράββατον, καὶ περιπατεῖ. Σάββατον δὲ ἦν.
Οἱ δὲ Ἰουδαῖοι οὐκ ἔβλεπον τὸ θαυματούργημα τὸ ἐν
Σαββάτῳ γενόμενον, ἀλλὰ τὸν κράββατον βαστα-
ζόμενον, δέον αὐτοῖς λογίσασθαι· Ἰατροὶ τοιοῦτοι παρ-
 

 9. Αθανάσιος θεολόγος Homilia de semente [Sp.] {2035.069} (Μ.


Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 164 γρ. 43
 γενέσθαι;» καὶ τὰ ἀκόλουθα. Καὶ ἐξεγερθεὶς κἀκεῖνος,   (40)
αἴρει τὸν κράββατον, καὶ περιπατεῖ. Σάββατον δὲ ἦν.
Οἱ δὲ Ἰουδαῖοι οὐκ ἔβλεπον τὸ θαυματούργημα τὸ ἐν
Σαββάτῳ γενόμενον, ἀλλὰ τὸν κράββατον βαστα-
ζόμενον, δέον αὐτοῖς λογίσασθαι· Ἰατροὶ τοιοῦτοι παρ-
εγένοντο, οὐδεὶς ἐθεράπευσε· πένης ἔκειτο ὁ ἄθλιος,   (45)
μηδὲ τὸν ῥίπτοντα εἰς τὴν κολυμβήθραν ἔχων. Τοιοῦ-
 

 10. Αθανάσιος θεολόγος Homilia de semente [Sp.] {2035.069}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 164 γρ. 49
 μηδὲ τὸν ῥίπτοντα εἰς τὴν κολυμβήθραν ἔχων. Τοιοῦ-
τος ὁ θαυματοποιὸς καὶ καινότερα ἐργαζόμενος, ὁ
τοσαύτην δύναμιν τῷ παραλυτικῷ δοὺς, ὡς μὴ μό-
νον ἀναστῆναι, ἀλλὰ καὶ βαστάσαι τὸν κράββατον.
Τυφλὸν ἡ πονηρία. Καὶ κρίνουσι τὸν σωθέντα, καὶ    (50)
λέγουσιν αὐτῷ· «Οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββατον
ἐν Σαββάτῳ.» Ἀπεκρίνατο ἐκεῖνος· «Ὁ ποιήσας με
 

 11. Αθανάσιος θεολόγος Homilia de semente [Sp.] {2035.069}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 164 γρ. 51
1188

 τοσαύτην δύναμιν τῷ παραλυτικῷ δοὺς, ὡς μὴ μό-


νον ἀναστῆναι, ἀλλὰ καὶ βαστάσαι τὸν κράββατον.
Τυφλὸν ἡ πονηρία. Καὶ κρίνουσι τὸν σωθέντα, καὶ    (50)
λέγουσιν αὐτῷ· «Οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββατον
ἐν Σαββάτῳ.» Ἀπεκρίνατο ἐκεῖνος· «Ὁ ποιήσας με
ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν.» Θεοῦ τὸ ἔργον τὸ προστα-
χθέν. Ἀσύνηθές ἐστι καὶ τὸ παραλυτικὸν διὰ τριάκοντα
 

 12. Αθανάσιος θεολόγος Homilia de semente [Sp.] {2035.069}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 164 γρ. 56
 ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν.» Θεοῦ τὸ ἔργον τὸ προστα-
χθέν. Ἀσύνηθές ἐστι καὶ τὸ παραλυτικὸν διὰ τριάκοντα
καὶ ὀκτὼ ἐτῶν θεραπευθῆναι. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος    (55)
ἤκουσα τοῦ· Βαστάσαι τὸν κράββατον. Εἰ τὸ σῶμα
ἐπήκουσε καὶ ὑγιὲς ἐγένετο, ἐγὼ ἀγνώμων ἔσομαι,
(165) τῷ μὴ βαστάσαι τὸν κράββατον; Πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι οὐκ
ἐζήτουν αὐτὸν, ἵνα μάθωσι πῶς ἐθεράπευσε, καὶ
 

 13. Αθανάσιος θεολόγος Homilia de semente [Sp.] {2035.069}


(Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 165 γρ. 1
 καὶ ὀκτὼ ἐτῶν θεραπευθῆναι. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος    (55)
ἤκουσα τοῦ· Βαστάσαι τὸν κράββατον. Εἰ τὸ σῶμα
ἐπήκουσε καὶ ὑγιὲς ἐγένετο, ἐγὼ ἀγνώμων ἔσομαι,
(165) τῷ μὴ βαστάσαι τὸν κράββατον; Πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι οὐκ
ἐζήτουν αὐτὸν, ἵνα μάθωσι πῶς ἐθεράπευσε, καὶ
προσκυνήσωσι τὸν δόντα τοιαῦτα, ἀλλ’ ἵνα αὐτῷ ἐπι-
βουλεύσωσι. Γέγονε κἀκεῖνο τρίτον τὸ νῦν ἀναγνω-
 

 14. DIDYMUS CAECUS Scr. Eccl. De trinitate (lib. 3) [Sp.]


{2102.043} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 39 σελ. 901 γρ. 5
 Ἄλλῳ προσέταττεν· «Νεανίσκε, ἐγέρθητι·» τῷ
λεπρῷ ἔφραζεν· «Θέλω, καθαρίσθητι·» ἄλλῳ·
«Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι·»
ἑτέρῳ· «Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ πε-   (5)
ριπάτει·» τῷ δαίμονι· «Τὸ ἄλαλον,» φησὶν, «καὶ
κωφὸν δαιμόνιον, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε.» Καὶ
οὐ μόνον ταῦτα ἀντιστήκει, ἀλλὰ καὶ προανῃρέθη
 
1189

 15. EVAGRIUS Scr. Eccl. De oratione (sub nomine Nili Ancyrani)


{4110.024} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 79 σελ. 1168 γρ. 18
 ρων ἀποδεξαμένου· οὐκοῦν εὐνοίας, καὶ ἀγάπης    (15)
καρπὸν εἰδὼς, φυλάξεις σοῖς γνησίοις ἀδελφοῖς
ἐπιτρέπων προσεύχεσθαι ὑπὲρ τοῦ ἀῤῥωστοῦντος,
ὅπως ὑγιαίνῃ, καὶ ἑαυτοῦ τὸν κράββατον ἄρας, λοιπὸν
πατήσῃ, χάριτι Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ᾧ
ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.   (20)ΚΕΦΑΛ. Αʹ.   

 16.Ιωάννης Χρυσόστομος In quatriduanum Lazarum (= Contra


Anomoeos, homilia 9) [Sp.] {2062.017} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ.
782 γρ. 9
 τῶν ἱματίων αὐτοῦ πολλὰ σημεῖα πεποίηκε; Μάθε δὲ
καὶ τὸ παραδοξότερον τούτων. Ἡ σκιὰ τῶν ἀπο-
στόλων νεκροὺς ἤγειρεν. Ἔφερον γὰρ, φησὶν, ἐπὶ
κραββάτων τοὺς κακῶς ἔχοντας, ἵνα κἂν ἡ σκιὰ
Πέτρου ἐπισκιάζῃ τινὶ αὐτῶν, καὶ εὐθέως διηγεί-    (10)
ροντο. Τί οὖν; ἡ σκιὰ τῶν μαθητῶν διήγειρε τοὺς
νεκροὺς, καὶ ὁ διδάσκαλος προσευχῆς ἐδέετο, ἵνα τὸν
 

 17.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi precibus (= Contra


Anomoeos, homilia 10) {2062.018} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 787
γρ. 57
 ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐ-
τοῦ. Ἰδοὺ κολάζει καὶ τιμᾷ μετὰ αὐθεντίας ἁπάσης,    (55)
καὶ εὐχῆς οὐδεμιᾶς δεῖται. Πάλιν, ὅταν διορθῶσαι
σῶμα δέῃ διαλελυμένον. Ἐγερθεὶς ἆρον τὸν κράβ-
βατόν σου, καὶ περιπάτει· ὅταν ἀπαλλάξαι θανά-
(788) του, Ταλιθὰ κοῦμι, ἀνάστηθι· ὅταν ἐλευθερῶσαι
ἁμαρτημάτων, Θάρσει, τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ
ἁμαρτίαι· ὅταν ἐπιτιμῆσαι δαίμοσι, Σοὶ λέγω, τὸ
 

 18.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 806
γρ. 33
 ἔτη, ἡμεῖς οὕτω ταχέως ἀναπίπτωμεν;   (30)
  γʹ. Τί οὖν ὁ Χριστός; Ὅτε ἔδειξεν, ὅτι θεραπείας
ἄξιός ἐστι, καὶ δικαίως πρὸ τῶν ἄλλων ἐπ’ αὐτὸν
ἦλθε, καὶ λέγει αὐτῷ· Ἔγειραι, ἆρον τὸν κράββατόν
1190

σου, καὶ περιπάτει. Ὁρᾷς πῶς οὐδὲν ἀπὸ τῶν τριά-


κοντα καὶ ὀκτὼ ἐτῶν παρεβλάβη, ἐπειδὴ μεθ’ ὑπο-   (35)
μονῆς ἤνεγκε τὸ συμβάν; Ἥ τε γὰρ ψυχὴ φιλοσοφω-
 

 19.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 807
γρ. 49
 γάζου τὸν τρόπον. Ἐπειδὴ τοίνυν ἐποίησε τὸ προσ-
ταχθὲν, καὶ τὴν κλίνην ἔλαβεν, ἰδόντες αὐτὸν οἱ Ἰου-
δαῖοι, λέγουσι· Σάββατόν ἐστι, καὶ οὐκ ἔξεστί σοι
ἆραι τὸν κράββατον ἐν σαββάτῳ. Δέον προσκυνῆσαι
τὸν ἐργασάμενον, δέον θαυμάσαι τὸ γεγενημένον, οἱ δὲ    (50)
περὶ σαββάτου διαλέγονται, ἀληθῶς οἱ τὸν κώνωπα
διυλίζοντες, καὶ τὴν κάμηλον καταπίνοντες. Τί οὖν
 

 20.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 807
γρ. 54
 περὶ σαββάτου διαλέγονται, ἀληθῶς οἱ τὸν κώνωπα
διυλίζοντες, καὶ τὴν κάμηλον καταπίνοντες. Τί οὖν
ἐκεῖνος; Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν,
Ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ περιπάτει. Ὁρᾷς
εὐγνωμοσύνην ἀνθρώπου; ὁμολογεῖ τὸν ἰατρὸν, καὶ    (55)
ἀξιόπιστόν φησιν εἶναι τοῦ προστάγματος τὸν νομο-
θέτην· καὶ ὥσπερ αὐτοὺς ὁ τυφλὸς συνελογίσατο,
 

 21.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 808
γρ. 14
 τοῦτο ᾐνίξατο, ὅτι εἰ οὗτός ἐστιν ὁ ἐπιδειξάμενος
δύναμιν, ὡς οὐκ ἂν εἴη δίκαιος παρανομίας ἐγκλή-
μασιν ὑπεύθυνος γίνεσθαι. Τί οὖν οὗτοι; Ποῦ ἔστιν
ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, Ἆρον τὸν κράββατόν σου,
καὶ περιπάτει; Ὅρα τὴν ἀγνωμοσύνην καὶ τὴν ἀναι-   (15)
σθησίαν, ὅρα ψυχὴν ἀλαζονείας γέμουσαν.
  Οἱ γὰρ τῶν φθονούντων ὀφθαλμοὶ ὑγιὲς μὲν οὐδὲν
 
1191

 22.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 808
γρ. 25
 μὲν τὸ θαῦμα, προβάλλονται δὲ τὴν τοῦ σαββάτου
παράλυσιν, Οὐ γὰρ εἶπον· Ποῦ ἔστιν ὁ ποιήσας σε
ὑγιῆ; ἀλλὰ σιγήσαντες ἐκεῖνο, εἶπον, Ποῦ ἔστιν ὁ
εἰπών σοι, Ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ ὕπαγε;   (25)
Οὗτος δὲ οὐκ ᾔδει· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν,
ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. Τοῦτο ἀπολογία τοῦ ἀν-
θρώπου μεγίστη, τοῦτο τῆς τοῦ Χριστοῦ κηδεμονίας
 

 23.Ιωάννης Χρυσόστομος De Christi divinitate (= Contra


Anomoeos, homilia 12) {2062.020} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 808
γρ. 57
 νὴν σαφεστάτην ἀφεὶς, καὶ σάλπιγγος λαμπροτέραν
ἁπάσης. Οὕτω γὰρ καὶ ἀνύποπτος λοιπὸν ἦν ἡ μαρτυ-   (55)
ρία, Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν, Ἆρον
τὸν κράββατόν σου, καὶ ὕπαγε. Ὁ παραλυτικὸς εὐαγ-
γελιστὴς γίνεται, διδάσκαλος τῶν ἀπίστων, ἰατρὸς καὶ
κήρυξ εἰς ἐκείνων αἰσχύνην καὶ κατάκριμα· ἰατρὸς,
οὐχὶ διὰ φωνῆς, ἀλλὰ δι’ ἔργων, οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ   (60)
 

 24.Ιωάννης Χρυσόστομος De sancta trinitate [Sp.] {2062.123}


(Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 1094 γρ. 20
 ἁμαρτίας, καὶ ὁμολογήσατέ μου τὴν θεότητα. Εἰ δὲ
ἀπιστεῖτε, ἐκ τῆς τοῦ σώματος ῥώσεως βλέπετε καὶ
μάθετε καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ὑγίειαν. Τότε λέγει αὐτῷ·
Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὸν κράββατον, καὶ ὕπαγε εἰς   (20)
τὸν οἶκόν σου· καὶ πάλιν ἄλλῳ· Ἔκτεινον τὴν
χεῖρά σου· καὶ τῇ θαλάσσῃ· Σιώπα, πεφίμωσο· Ἡ
παῖς, ἔγειραι· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω· Θέλω, καθαρί-
 

 25.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 57 σελ. 359 γρ. 42
 ὁ Θεὸς, ἐπήγαγεν· Ἵνα δὲ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν
ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἁμαρτίας ἐπὶ   (40)
τῆς γῆς· (τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ·) Ἐγερθεὶς
ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶ-
κόν σου. Οὐκ ἐνταῦθα δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀλλα-
χοῦ πάλιν λεγόντων αὐτῶν· Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ
1192

λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ   (45)


 

 26.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 57 σελ. 360 γρ. 45
 συγχωρῇ κατακρημνίζεσθαι. Οὕτω δὴ καὶ ἐνταῦθα, τῆς
μὲν τῶν ἁμαρτημάτων ἀφέσεως τεκμήριον, τὴν τοῦ
σώματος σφίγξιν ποιεῖται· τῆς δὲ σφίγξεως, τὸ βαστάσαι
τὸν κράββατον· ὥστε μὴ νομισθῆναι φαντασίαν εἶναι τὸ   (45)
γεγενημένον. Καὶ οὐ πρότερον τοῦτο ποιεῖ, ἕως αὐτοὺς
ἠρώτησε. Τί γὰρ, φησὶν, εὐκοπώτερόν ἐστιν
εἰπεῖν, Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι· ἢ εἰπεῖν, Ἆρον
 

 27.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 57 σελ. 360 γρ. 49
 γεγενημένον. Καὶ οὐ πρότερον τοῦτο ποιεῖ, ἕως αὐτοὺς
ἠρώτησε. Τί γὰρ, φησὶν, εὐκοπώτερόν ἐστιν
εἰπεῖν, Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι· ἢ εἰπεῖν, Ἆρον
τὸν κράββατόν σου, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου; Ὃ δὲ
λέγει, τοιοῦτόν ἐστι· Τί δοκεῖ ῥᾷον ὑμῖν εἶναι, σῶμα    (50)
σφίγξαι διῳκισμένον, ἢ ψυχῆς ἁμαρτήματα λῦσαι;
Εὔδηλον ὅτι σῶμα σφίγξαι. Ὅσῳ γὰρ ψυχὴ σώματος
 

 28.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 145 γρ. 21
 Ὅταν γὰρ θαυματουργῇ, μετ’ ἐξουσίας πάντα ποιεῖ,
λέγων· Θέλω, καθαρίσθητι. Ταλιθὰ, ἀνάστηθι.
Ἔκτεινον τὴν χεῖρα. Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι.    (20)
Σιώπα, πεφίμωσο. Ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ
ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν. σου Σοὶ λέγω, τὸ πονηρὸν
δαιμόνιον, ἔξελθε ἀπ’ αὐτοῦ. Γενηθήτω σοι ὡς
θέλεις. Ἄν τις ὑμῖν εἴπῃ τι, ἐρεῖτε, τι Ὁ Κύριος
 

 29.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 207 γρ. 52
 αὐτῷ τὸν Χριστὸν, εἰς τὸ ἐμβαλεῖν εἰς τὸ ὕδωρ, καὶ
διὰ τούτων αὐτὸν ἐπισπάσασθαι τῶν ῥημάτων βούλε-   (50)
ται. Τί οὖν ὁ Χριστός; Δεικνὺς ὅτι λόγῳ πάντα δύ-
ναται ποιεῖν, Ἔγειραι, φησὶν, ἆρον τὸν κράββατόν
σου, καὶ περιπάτει. Τινὲς μὲν οὖν οἴονται τοῦτον
1193

εἶναι τὸν ἐν τῷ Ματθαίῳ κείμενον. Ἀλλ’ οὐκ ἔστι·


(208) καὶ τοῦτο πολλαχόθεν δῆλόν ἐστι. Καὶ πρῶτον   (6)
 

30.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88) {2062.153} (Μ.


Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 209 γρ. 13

 τῶν σημείων ὁ Ματθαῖος εἰσάγει τοῦτο τὸν Χριστὸν    (10)


εἰρηκότα, ἀλλ’ ὅτε πολλοὺς ἐθεράπευσε, πρὸς μόνους
τοὺς δύο τυφλούς. Σὺ δὲ καὶ οὕτως ὅρα τοῦ παραλύ-
του τὴν πίστιν. Ἀκούσας γὰρ, ὅτι Ἆρον τὸν κράβ-
βατόν σου, καὶ περιπάτει, οὐ κατεγέλασεν, οὐδὲ
εἶπε, Τί ποτε τοῦτό ἐστιν; ἄγγελος κατέρχεται καὶ   (15)
ταράσσει τὸ ὕδωρ, καὶ ἕνα θεραπεύει μόνον· σὺ δὲ
ἄνθρωπος ὢν, ἀπὸ ἐπιτάγματος ψιλοῦ καὶ ῥήματος
 

 31.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 209 γρ. 22
 καὶ ἀλαζονεία καὶ γέλως. Ἀλλὰ τούτων οὐδὲν εἶπεν,
οὐδὲ ἐνενόησεν· ἀλλ’ ἅμα τε ἤκουσε, καὶ ἠγέρθη· καὶ   (20)
γενόμενος ὑγιὴς, οὐκ ἠπείθησε τῷ κελεύσαντι αὐτῷ·
Ἔγειραι, ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ περιπάτει.
Θαυμαστὸν μὲν οὖν καὶ τοῦτο· τὰ δὲ μετὰ ταῦτα
πολλῷ πλέον· μᾶλλον δὲ τὸ μὲν παρὰ τὴν ἀρχὴν μη-
δενὸς ἐνοχλοῦντος πεισθῆναι, οὐχ οὕτω θαυμαστὸν    (25)
 

 32.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 209 γρ. 29
 τοῦτο· τὸ δὲ μετὰ ταῦτα μαινομένων Ἰουδαίων, καὶ
πανταχόθεν ἐπικειμένων καὶ ἐγκαλούντων καὶ πολιορ-
κούντων αὐτὸν, καὶ λεγόντων, Οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι
τὸν κράββατόν σου, μὴ μόνον ὑπερορᾷν αὐτῶν τῆς
μανίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πολλῆς τῆς παῤῥησίας ἐν μέσῳ    (30)
τῷ θεάτρῳ τὸν εὐεργέτην ἀνακηρύττειν, καὶ τὴν
ἀναίσχυντον ἐπιστομίζειν γλῶτταν, πολλῆς ἔγωγε
 

 33.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 209 γρ. 35
 ἀναίσχυντον ἐπιστομίζειν γλῶτταν, πολλῆς ἔγωγε
ἀνδρείας εἶναι λέγω. Ἐπισυστάντων γὰρ Ἰουδαίων
1194

καὶ λεγόντων ἐπιτιμητικῶς καὶ μετὰ αὐθαδείας αὐτῷ·


Σάββατόν ἐστιν, οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββα-    (35)
τόν σου· ἄκουσον τί φησιν· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ,
ἐκεῖνός μοι εἶπεν, Ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ
περιπάτει· μονονουχὶ τοῦτο λέγων· Ληρεῖτε καὶ πα-
ραπαίετε, κελεύοντες τὸν ἀπὸ μακρᾶς οὕτω καὶ χα-
 

 34.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 209 γρ. 37
 καὶ λεγόντων ἐπιτιμητικῶς καὶ μετὰ αὐθαδείας αὐτῷ·
Σάββατόν ἐστιν, οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββα-    (35)
τόν σου· ἄκουσον τί φησιν· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ,
ἐκεῖνός μοι εἶπεν, Ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ
περιπάτει· μονονουχὶ τοῦτο λέγων· Ληρεῖτε καὶ πα-
ραπαίετε, κελεύοντες τὸν ἀπὸ μακρᾶς οὕτω καὶ χα-
λεπῆς με ἀπαλλάξαντα νόσου μὴ ἡγεῖσθαι διδάσκαλον,   (40)
 

 35.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 209 γρ. 55
 Οὐ γὰρ εἶπον, Τίς ἐστιν ὁ ποιήσας σε ὑγιῆ; ἀλλὰ
τοῦτο μὲν ἐσίγησαν· ἄνω δὲ καὶ κάτω τὴν δοκοῦσαν
εἶναι παράβασιν εἰς μέσον ἦγον· Τίς ἐστιν ὁ εἰπών
σοι, Ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει; Ὁ   (55)
δὲ τεθεραπευμένος, οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν. Ὁ γὰρ
Ἰησοῦς ἐξέκλινεν, ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ.
(210) Καὶ τί δήποτε ἔκρυψεν ἑαυτὸν ὁ Χριστός; Πρῶτον
 

 36.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 213 γρ. 50
 καὶ ἀπήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις, ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν
ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ. Καὶ ὅρα αὐτὸν πάλιν ἐπὶ τῆς
αὐτῆς μένοντα εὐγνωμοσύνης. Οὐ γὰρ εἶπεν, ὅτι αὐ-
τός ἐστιν ὁ εἰπὼν, Ἆρον τὸν κράββατόν σου. Ἐπειδὴ   (50)
γὰρ ἐκεῖνοι τὸ δοκοῦν ἔγκλημα τοῦτο ἀεὶ προέφε-
ρον, αὐτὸς τὴν ἀπολογίαν ἀεὶ προβάλλεται, πάλιν τὸν
ἰατρὸν δῆλον ποιῶν, καὶ τοὺς ἄλλους ἐφελκύσασθαι
 

 37.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 276 γρ. 26
1195

 τὸν Θεὸν, οὐκ ἀνεῖλε τὴν ὑπόνοιαν, ἀλλὰ καὶ ἐβε-


βαίωσεν εἰπών· Ἵνα δὲ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει
ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἁμαρτίας ἐπὶ τῆς   (25)
γῆς, λέγει τῷ παραλυτικῷ· Ἆρον τὸν κράββατόν
σου, καὶ περιπάτει. Ἐκεῖνο μὲν οὖν τὸ πρότερον
ἐπέτεινε, τὸ ἴσον ἑαυτὸν ποιεῖν τῷ Θεῷ, δεικνὺς ὅτι
οὐκ ἔστιν ἀντίθεος, ἀλλὰ καὶ τὰ αὐτὰ λέγει, καὶ τὰ
 

 38.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 356 γρ. 49
 αἱρετικόν· Ἀπὸ τῆς εὐχῆς ῥοπὴν ἔλαβε, καὶ τὸν νε-
κρὸν ἀνέστησε; πῶς οὖν τὰ ἄλλα χωρὶς εὐχῆς ἐποίει
λέγων· Σοὶ λέγω, τὸ δαιμόνιον, ἔξελθε ἀπ’ αὐτοῦ;
καὶ, Θέλω, καθαρίσθητι; καὶ, Ἆρον τὸν κράβ-
βατόν σου; καὶ, Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου;   (50)
καὶ τῇ θαλάσσῃ, Σιώπα, πεφίμωσο; τί δὲ ὅλως ἔχει
τῶν ἀποστόλων πλέον, εἴ γε καὶ αὐτὸς ἐπὶ εὐχῆς
ποιεῖ; Μᾶλλον δὲ οὔτε ἐκεῖνοι μετὰ εὐχῆς πάντα
 

 39.Ιωάννης Χρυσόστομος In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


{2062.154} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 100 γρ. 51
 τάγματι. Μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες,
φησὶν, τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν,
ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς,   (50)
καὶ τιθέναι ἐπὶ τῶν κλινῶν καὶ κραββάτων, ἵνα
ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ
αὐτῶν. Τοῦτο ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ οὐ γέγονεν· ὅθεν καὶ
ὁρᾷν νῦν ἐστιν ἔργῳ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ εἰρημένον ἐξελθόν.
 

 40.Ιωάννης Χρυσόστομος In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


{2062.154} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 102 γρ. 54
 δὲ, φησὶ, προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ
πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν· ὥστε κατὰ τὰς
πλατείας τιθέναι τοὺς ἀσθενεῖς ἐπὶ κλινῶν καὶ
κραββάτων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ
ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν.   (55)
  γʹ. Πολλὴ τῶν προσιόντων ἡ πίστις, καὶ μείζων ἢ
ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ. Πόθεν δὴ τοῦτο γέγονεν; Ἀπὸ τοῦ
 
1196

 41.Ιωάννης Χρυσόστομος In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


{2062.154} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 102 γρ. 61
 τὸν Χριστὸν ἀποφήνασθαι καὶ εἰπεῖν· Ὁ πιστεύων
εἰς ἐμὲ, τὰ ἔργα, ἃ ἐγὼ ποιῶ, ποιήσει, καὶ μείζονα
ποιήσει. Μενόντων γὰρ αὐτῶν ἐκεῖ καὶ οὐ περιιόντων,    (60)
ἔφερον πάντες ἐπὶ τῶν κλινῶν καὶ κραββάτων οὓς
εἶχον ἀσθενεῖς, καὶ πάντοθεν αὐτοῖς συνήγετο τὸ
θαῦμα, ἀπὸ τῶν πιστευσάντων, ἀπὸ τῶν θεραπευθέν-
(103) των, ἀπὸ τοῦ κολασθέντος, ἀπὸ τῆς παῤῥησίας τῆς
 

 42.Ιωάννης Χρυσόστομος In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


{2062.154} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 165 γρ. 43
 οὐκ ἀπῄτει τιμὴν μείζονα. Πάλιν ὅτε θαυματουργῆσαι    (40)
ἔδει, αὐτὸς προπηδᾷ· καὶ ἐνταῦθα πάλιν οὗτος πονεῖ δι’
ἑαυτοῦ, καὶ ὁδοιπορεῖ. Εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰ-
νέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβ-
βάτου, ὃς ἦν παραλελυμένος· καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέ-
τρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι,    (45)
καὶ στρῶσον σεαυτῷ. Καὶ εὐθέως ἀνέστη. Καὶ διὰ
τί μὴ ἀνέμεινε τὴν πίστιν τοῦ ἀνδρὸς, μηδὲ ἠρώτησεν
 

 43.Ιωάννης Χρυσόστομος In Acta apostolorum (homiliae 1-55)


{2062.154} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 165 γρ. 54
 οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Ἀσσάρωνα, οἵτινες
ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. Καλῶς οὕτως εἶπεν·
ἐπίσημος γὰρ ἦν ὁ ἀνήρ· ὅθεν καὶ ἔλεγχον δίδωσι τοῦ ση-
μείου, τὸ ἆραι τὸν κράββατον. Οὐ γὰρ δὴ τῶν νοση-
μάτων ἀπήλλαττον μόνον, ἀλλὰ μετὰ τῆς ὑγείας παρεῖ-   (55)
χον ἔτι καὶ ἰσχύν. Ἄλλως δὲ καὶ τότε οὔπω ἦσαν τεκμή-
ρια τῆς οἰκείας παρασχόντες δυνάμεως, ὥστε εἰκότως
 

 44.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam i ad Corinthios (homiliae


1-44) {2062.156} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 61 σελ. 348 γρ. 53
 ἁμαρτήματα ἀφανίσαι. Καὶ τοῦτο ὁ Χριστὸς ἀποφαι-    (50)
νόμενος, ἔλεγεν· Τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον εἰπεῖν,
Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, Ἆρον τὸν
κράββατόν σου, καὶ περιπάτει; Τὸ μὲν δυσκο-
λώτερον ἐκεῖνο, φησίν· ἐπειδὴ δὲ ἀπιστεῖτε ἅτε
ἀδήλῳ ὄντι, καὶ τὸ εὐκολώτερον ἀντὶ δυσκόλου ποιεῖ-   (55)
1197

σθε τῆς ἐμῆς δυνάμεως ἀπόδειξιν, οὐδὲ τοῦτο παρ-


 

 45.Ιωάννης Χρυσόστομος In Psalmos 101-107 [Sp.] {2062.206}


(Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 55 σελ. 641 γρ. 69
 δεδώρηται τῶν ἁμαρτημάτων τὴν ἄφεσιν, οὗτός σοι
κεχάρισται τῶν παθημάτων τὴν ἴασιν. Τούτων ὁ παρ-
ειμένος ἀπήλαυσεν. Ἤκουσε γὰρ, Ἀφέωνταί σοι αἱ
ἁμαρτίαι σου· καὶ, Ἆρον τὸν κράββατόν σου,
καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Οὕτως ἡ ἁμαρτωλὸς    (70)
γυνὴ τετύχηκε τῆς ἰάσεώς τε καὶ ἀφέσεως·
οὕτως ὁ λῃστὴς, οὕτως οἱ τελῶναι, οὕτως ἅπαντες
 

 46.Ιωάννης Χρυσόστομος De jejunio (sermones 1-7) [Sp.]


{2062.273} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 713 γρ. 2
 πλῦνον σάρκα, ἀπόπλυνον καρδίαν, σμῆξον ψυχὴν, κα-
θαρὸν νοῦν ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν τοῦ τῆς ἁμαρτίας
(713) ῥύπου· ἀπόπλυνον τὸν Ἀδὰμ, ἀκούσας λέγοντος τοῦ
Χριστοῦ, Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ περι-
πάτει. Μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται; Στῆθι, πόδας
ἔχων εὐαγγελικοὺς, λογισμοὺς φιλοθέους, χεῖρας φιλοτί-
μους, γόνατα ἀκλινῆ, μηροὺς ἀμοίρους ἡδονῶν, νεφροὺς    (5)
 

 47.Ιωάννης Χρυσόστομος De corruptoribus virginum [Sp.]


{2062.278} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 742 γρ. 46
 Ἀποκάλυψον αὐτῷ δι’ ἐξομολογήσεως τὸ πάθος, ἵνα
ἐπιθήσῃ ἀοράτως τὸ σωτήριον φάρμακον· οὐκ ἦλθε γὰρ
καλέσαι δικαίους, ἀλλ’ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν. Πρὸς   (45)
σὲ ἦλθε τὴν κειμένην· ἔγειραι οὖν, ἆρον τὸν κράββατόν
σου, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου, τουτέστιν, εἰς τὸν τῆς
μετανοίας λιμένα. Μηκέτι πρόσχῃς μήτε τοῖς σαρκικοῖς
ὀφθαλμοῖς, μήτε τοῖς τῆς διανοίας ἐπὶ τὸν μοιχὸν ἐκεῖνον
 

 48.Ιωάννης Χρυσόστομος Eclogae i-xlviii ex diversis homiliis


[Sp.] {2062.338} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 63 σελ. 593 γρ. 56
 οὖν ἐκεῖνόν φησιν, Ἴδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι
ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν τί σοι γένηται·
πρὸς δὲ τοῦτον, Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι· ἐγερ-    (55)
θεὶς ἆρον τὸν κράββατόν σου, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν
οἶκόν σου. Κἂν γὰρ τριακονταοκτὼ ἔτη ἔχῃς, ὡς ὁ
1198

παράλυτος ἐκεῖνος, σπουδάσῃς δὲ γενέσθαι ὑγιὴς,


οὐδεὶς ὁ κωλύων· μόνον θέλησον διαναστῆναι· ἅψαι
 

 49. Θεοδώρετος Interpretatio in Psalmos (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 80


σελ. 1685 γρ. 35
 οὗτός σοι κεχάρισται τῶν παθημάτων τὴν ἴασιν.
Τούτων ὁ παρειμένος ἀπήλαυσεν. Ἤκουσε γὰρ κατὰ
ταυτὸν, «Ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι σου·» καὶ, «Ἆρον
τὸν κράββατόν σου, καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου.»   (35)
Οὕτως ἡ ἁμαρτωλὸς γυνὴ τετύχηκε τῆς ἀφέσεως·
οὕτως ὁ λῃστὴς, οὕτως οἱ τελῶναι, οὕτως ἅπαντες
οἱ πιστεύσαντες.
 

 50. JOANNES MALALAS Chronogr.Χρονογραφία. {2871.001}


(Μ. Χ. 5-6) Σελ. 489 γρ. 17
 Καππαδοκίας ἐν Βυζαντίῳ· καὶ ἐγένετο ἀντ’ αὐτοῦ Θεόκριτος.
  Μηνὶ φεβρουαρίῳ ἰνδικτιῶνος ϛʹ γέγονε θνῆσις ἐν Κων-   (15)
σταντινουπόλει ἀπὸ βουβώνων. ἐν αὐτῷ δὲ τῷ φόβῳ τὰ μεθό-
δια πάντα κραββάτους ἀργυροὺς ἐποίησαν. ἐπεκράτησε δὲ ἡ
αὐτὴ φοβερὰ τοῦ θεοῦ ἀπειλὴ ἐπὶ μῆνας ἕξ.
  Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ χρόνῳ φιλοκαλουμένου τοῦ τρούλλου τῆς με-
γάλης ἐκκλησίας, ῥήξας γὰρ ἦν εἰς φανεροὺς τόπους ἐκ τῶν γε-
(20)
 

 51. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones secundum


alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta
e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 56 γρ. 47
 ὁ Ἰησοῦς· Φιμώθητι, καὶ ἔξελθε ἀπ’ αὐτοῦ. Καὶ
ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ.»    (45)
  «Ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες,
καὶ ἀπεστέγασαν τὴν στέγην, καὶ χαλῶσι τὸν κράβ-
βατον ἐφ’ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. Ἰδὼν δὲ ὁ
Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, λέγει τῷ παραλυτικῷ·
Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Ἔγειρε, καὶ ἆρον    (50)
τὸν κράββατόν σου, καὶ περιπάτει.
 

 52. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones secundum


alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta
e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 56 γρ. 51
1199

 βατον ἐφ’ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. Ἰδὼν δὲ ὁ


Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, λέγει τῷ παραλυτικῷ·
Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Ἔγειρε, καὶ ἆρον    (50)
τὸν κράββατόν σου, καὶ περιπάτει.
  «Ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν,
καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ἐκ τῶν μνημείων ἄνθρωπος
ἐξερχόμενος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ. Ἰδὼν δὲ τὸν
 

 53. Ιωάννης Δαμασκηνός Sacra parallela (recensiones secundum


alphabeti litteras dispositae, quae tres libros conflant) (fragmenta
e cod. Vat. gr. 1236) (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 96 σελ. 57 γρ. 26
   «Ἐγένετο Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων, κατ-
ελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους εἰς Λύδδαν. Καὶ εὗρεν
ἐκεῖ ἄνθρωπον Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατα-   (25)
κείμενον ἐπὶ κραββάτου, ὃς ἦν παραλελυμένος. Καὶ
εἶπεν αὐτῷ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χρι-
στὸς, καὶ εὐθέως ἰάθη.»
  «Ἀνήρ τις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς
 

 54.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 772 γρ. 42
 (14) Διὰ γοῦν τὸ μὴ ὑπακούειν τῇ αἱρέσει τοῦ
βασιλέως, πολλὰ δεινὰ ἐνεδείξατο· φασὶ γὰρ τελευ-   (40)
τήσαντος Μακεδονίου ἐν ἐξορίᾳ φοβερόν τι συμ-
βῆναι· νεκρὸν γὰρ ὄντα [καὶ ἐν κραββάτῳ τεθειμέ-
νον, βλεπόντων πάντων] σφραγίσασθαι τῷ σταυρῷ.
(15) Ἐπὶ αὐτοῦ εἰσῆλθεν ὁ μέγας Σάβας ἐν ΚΠ.
τὸ πρῶτον, καὶ τὸ δεύτερον ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ.   (45)
 

 55.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 1089 γρ. 5
 λεν Ἀνδρέαν στρατηλάτην μετὰ κηρῶν πολλῶν
καὶ συγκλητικῶν ἐν Χρυσοπόλει, καὶ ἐξήγαγον
Μιχαὴλ (ἐκ τοῦ τάφου καὶ ἔβαλον ἐν γλωσσοκόμῳ
κυπαρισσίνῳ, καὶ ἐπὶ κραββάτου θέντες καὶ σκε-   (5)
πάσαντες, βασιλικῶς τε τιμήσαντες) μεθ’ ὕμνων
καὶ τιμῆς πολλῆς (ἑπομένων ἐκεῖσε καὶ τῶν ἀδελφῶν
αὐτοῦ) ἤγαγεν εἰς τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, καὶ
 
1200

 56.Γεώργιος Μοναχός Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) (Μ. Χ. 9) Τόμ. 110 σελ. 1209 γρ. 16
 θειαν, καὶ ἡ Θεοφανὼ ἀνέβασεν κρυφὰ τὸν Τζιμισχῆν
μετὰ καὶ ἑτέρων ἁρματωμένων, δείξας αὐτοῖς κρυφὰ
τὸν τόπον ἐν ᾧ ἔκειτο Αὐτοὶ οὖν ἀπελθόντες πρῶτον    (15)
εἰς τὸν βασιλικὸν κράββατον καὶ μὴ εὑρόντες αὐτὸν,
ἐφοβήθησαν καὶ ἐβουλήθησαν τοῦ φυγεῖν· τότε ἐρευ-
νῶντες εὗρον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ ψιαθίου κείμενον, καὶ
ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Τζιμισχῆς λακταῖαν καὶ ἐξύπνισεν.
 

 57. Φώτιος λεξικογράφος (Ε—Ω) (Μ. Χ. 9) Alphabetic letter


sigma Σελ. 520 γρ. 14
 Σκιμαλίσαι: καταδακτυλίσαι ἀσχημόνως.
Σκιμβάζειν: χωλεύειν καὶ ἀσκωλίζειν· τὸ αὐτὸ
  τοῦτο· οὕτως Ἀριστοφάνης.
Σκίμπους: κράββατος ἢ σκάμνος.
Σκινδακίσαι: τὸ νύκτωρ ἐπαναστῆναί τινι ἀσελγῶς.    (15)
Σκινδάλαμοι: τὰ τῶν καλάμων ἀποξύσματα ἢ
  σκόλοπες.
 

 58. Συμεών Λογοθέτης Χρονικόν (sub nomine Leonis Grammatici


vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A + B operis
sub titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (Μ. Χ. 10) Σελ.
121 γρ. 9
 λωσαν·” προεχειρίσατο δὲ ἀντ’ αὐτοῦ Μακεδόνιον· εἰς ὅν,
διὰ τὸ μὴ ὑπείκειν τῇ αἱρέσει αὐτοῦ, πολλὰ δεινὰ ἐνεδείξα-
το. φασὶ γὰρ τελευτήσαντος Μακεδονίου ἐν ἐξορίᾳ φοβερόν
τι συμβῆναι· νεκρὸν γὰρ ὄντα καὶ ἐν κραββάτῳ τεθειμένον,
βλεπόντων πάντων, σφραγίσασθαι ἑαυτὸν τῷ σταυρῷ.
μέλλον-   (10)
τος δὲ ἐν Νεοκαισαρείᾳ γίνεσθαι σεισμοῦ στρατιώτης ὁδεύων
δύο τινὰς εἶδεν ἐπὶ τὴν πόλιν βαδίζοντας, καὶ ὄπιθεν ἄλλον
 

 59. Συμεών Λογοθέτης Χρονικόν (sub nomine Leonis Grammatici


vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A + B operis
sub titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (Μ. Χ. 10) Σελ.
127 γρ. 19
   Τελευτησάσης δὲ Θεοδώρας τῆς αὐτοῦ γυναικὸς γέγονε
τὰ ἐγκαίνια τῶν ἁγίων ἀποστόλων. ἐφ’ οὗ καὶ θανατικὸν γέ-
γονεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὥστε μένειν ἀτάφους τοὺς ἀπο-
1201

θνήσκοντας διὰ τὸ μὴ ἐξαρκεῖν τοὺς κραββάτους τῶν ἐκκλη-


σιῶν καὶ τῶν ἐναγῶν οἴκων ἐκφέρειν αὐτούς· τοῦ δὲ
βασιλέως   (20)
κραββάτους ποιήσαντος χιλίους, ἐπεὶ μὴ ἐξήρκουν μηδὲ οὗτοι,
ἁμάξας προσέταξε πλείστας εὐτρεπισθῆναι καὶ ἄλογα καὶ τοὺς
 

 60. Συμεών Λογοθέτης Χρονικόν (sub nomine Leonis Grammatici


vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A + B operis
sub titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (Μ. Χ. 10) Σελ.
127 γρ. 21
 γονεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὥστε μένειν ἀτάφους τοὺς ἀπο-
θνήσκοντας διὰ τὸ μὴ ἐξαρκεῖν τοὺς κραββάτους τῶν ἐκκλη-
σιῶν καὶ τῶν ἐναγῶν οἴκων ἐκφέρειν αὐτούς· τοῦ δὲ
βασιλέως   (20)
κραββάτους ποιήσαντος χιλίους, ἐπεὶ μὴ ἐξήρκουν μηδὲ οὗτοι,
ἁμάξας προσέταξε πλείστας εὐτρεπισθῆναι καὶ ἄλογα καὶ τοὺς
τεθνεῶτας ἐν αὐτοῖς ἐκφέρειν. ἐκράτησε δὲ ἡ θνῆσις αὕτη
(128) μῆνας δύο, Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον. γεγόνασι δὲ βρονταὶ
καὶ  
 

 61. Συμεών Λογοθέτης Χρονικόν (sub nomine Leonis Grammatici


vel Theodosii Melisseni vel Julii Pollucis) (redactio A + B operis
sub titulo Ep. fort. sub auctore Trajano Patricio) (Μ. Χ. 10) Σελ.
262 γρ. 21
 κρατορῆσαι ἀπέστειλεν Ἀνδρέαν στρατηλάτην μετὰ κηρῶν
πολλῶν καὶ κληρικῶν καὶ συγκλητικῶν ἐν Χρυσοπόλει, καὶ
ἐξήγαγεν Μιχαὴλ ἐκ τοῦ τάφου, καὶ ἔβαλεν ἐν γλωσσοκόμῳ    (20)
κυπαρισσίνῳ, καὶ ἐπὶ κραββάτου θέντες, σκεπάσαντες βασιλι-
κῶς καὶ τιμήσαντες μεθ’ ὕμνων καὶ τιμῆς πολλῆς, ἑπομένων
(263) ἐκεῖσε καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, ἤγαγον εἰς τοὺς ἁγίους ἀπο-
στόλους καὶ ἀπέθεντο ἐν λάρνακι. μετὰ ταῦτα δὲ ὁ βασι-
 

 62. Μιχαήλ Ατταλιάτης {3079.001} (Μ. Χ. 11) Σελ. 14 γρ. 19


 ἡγεμόνι τῷδε τῷ δημοτικῷ στρατηγούμενον, τὴν ὁμοίαν γνώ-
μην καὶ γλῶτταν ἐξέρρηξε καὶ κατὰ τοῦ ἐπάρχου μετὰ
βοῆς καὶ ἀλαλαγμῶν ἐξορμήσαντες οἱ πάροντες, ὡς εἶχον θυ-
μοῦ καὶ ὀργῆς, καὶ τὰς τῶν ἐμπόρων καταστρέψαντες κραββατίνας
ὅπλοις ἀγχεμάχοις τούτοις κατὰ τῶν τῆς βασιλικῆς   (20)
μοίρας καὶ τῶν ἐπαρχικῶν κατεχρήσαντο. καὶ τούτους ἄρδην
καταβαλόντες καὶ φυγεῖν αἰσχρῶς ἀναγκάσαντες οὐ διασκε-
1202

δάσθησαν, οἷα τὰ τοῦ συμμιγοῦς πλήθους καὶ χηρεύοντα ἀρ-


 

 63. NEOPHYTUS INCLUSUS Scr. Eccl. Testamentum sive


Τυπικὴ Διαθήκη {3085.003} (Μ. Χ. 12-13) Se. 23,9 γρ. 2
 μονίαν.   (5)

(23,9) κανὼν Θ Περὶ λουτροῦ καὶ Κλίνης.   

    Μοναχὸν τῆς ἐγκλείστρας, καὶ μάλιστα νέον, λούεσθαι καὶ πῦρ


πυρὶ συνάπτειν   (1)
οὐ χρή, εἰ μή που δι’ ἀρρωστίαν ἢ γήρους ἀδυναμίαν· οὐδὲ ἐπὶ
κραββάτου, ἀλλ’
ἐν χαραδρίῳ καθεύδειν ὀφείλει, καθὼς καὶ ἄγγελος θ(εο)ῦ τῷ θείῳ
διεκελεύσατο
παχωμίῳ. Τῷ δὲ δι’ ἀρρωστίαν ἢ γῆρας χρωμένῳ κραββάτῳ
ἔγκλημα οὐθέν.

(23,10) κανὼν Ι Περὶ τοῦ μὴ ἔχειν ἀργύριον ἰδικῶς μηδὲ βρώματα


ἐν τοῖς κελλίοις.   

 64. NEOPHYTUS INCLUSUS Scr. Eccl. Testamentum sive


Τυπικὴ Διαθήκη {3085.003} (Μ. Χ. 12-13) Se. 23,9 γρ. 4
     Μοναχὸν τῆς ἐγκλείστρας, καὶ μάλιστα νέον, λούεσθαι καὶ πῦρ
πυρὶ συνάπτειν
οὐ χρή, εἰ μή που δι’ ἀρρωστίαν ἢ γήρους ἀδυναμίαν· οὐδὲ ἐπὶ
κραββάτου, ἀλλ’
ἐν χαραδρίῳ καθεύδειν ὀφείλει, καθὼς καὶ ἄγγελος θ(εο)ῦ τῷ θείῳ
διεκελεύσατο
παχωμίῳ. Τῷ δὲ δι’ ἀρρωστίαν ἢ γῆρας χρωμένῳ κραββάτῳ
ἔγκλημα οὐθέν.

Χάμευνα,χαμεύνια

 1. AESCHYLUS Trag. Agamemnon {0085.005} (6-5 B.C.) γρ.


1540
          πρὸς ἄλλαις θηγάναισι Μοῖρα.  
       —         ἰὼ γᾶ γᾶ, εἴθ’ ἔμ’ δέξω,                     [ἐφ. γ.    (1536)
         πρὶν τόνδ’ ἐπιδεῖν ἀργυροτοίχου   (1538-1539)
1203

           δροίτης κατέχοντα χάμευναν.    (1540)


         τίς ὁ θάψων νιν; τίς ὁ θρηνήσων;    (1541-1542)
         ἦ σὺ τόδ’ ἔρξαι τλήσῃ, κτείνασ’    (1543)
         ἄνδρα τὸν αὑτῆς ἀποκωκῦσαι,
 

 2. Ευρυπίδης. . Rhesus {0006.019} (5 B.C.) γρ. 9


              πάσης στρατιᾶς προκάθηνται.
  —              ὄρθου κεφαλὴν πῆχυν ἐρείσας,
             λῦσον βλεφάρων γοργωπὸν ἕδραν,
             λεῖπε Χαμεύνας φυλλοστρώτους,
                Ἕκτορ· καιρὸς γὰρ ἀκοῦσαι.   (10)
  ΕΚΤΩΡ
             τίς ὅδ’; ἦ φίλιος φθόγγος· τίς ἀνήρ;    (11)
 

 3. Ευρυπίδης. . Rhesus {0006.019} (5 B.C.) γρ. 852


        ἡμεῖς δ’ ἑκὰς τετρώμεθ’, οἳ δὲ μειζόνως
       παθόντες οὐχ ὁρῶσιν ἡλίου φάος.    (850)
       ἁπλῶς δ’ Ἀχαιῶν οὐδέν’ αἰτιώμεθα.
       τίς δ’ ἂν Χαμεύνας πολεμίων κατ’ εὐφρόνην
       Ῥήσου μολὼν ἐξηῦρεν, εἰ μή τις θεῶν
       ἔφραζε τοῖς κτανοῦσιν; οὐδ’ ἀφιγμένον
       τὸ πάμπαν ᾖσαν· ἀλλὰ μηχανᾷ τάδε.   (855)
 

 4. Αριστοφάνης . Aves {0019.006} (5-4 B.C.) γρ. 816


                 Σπάρτην ὄνομα καλῶμεν αὐτήν;
       ΕΥ.                                              Ἡράκλεις·    (814)
                σπάρτην γὰρ ἂν θείμην ἐγὼ τἠμῇ πόλει;    (815)
                Οὐδ’ ἂν χαμεύνῃ πάνυ γε κειρίαν γ’ ἔχων.
       ΠΙ.                 Τί δῆτ’ ὄνομ’ αὐτῇ θησόμεσθ’;
       ΕΥ.                                               Ἐντευθενὶ    (817)
                ἐκ τῶν νεφελῶν καὶ τῶν μετεώρων χωρίων
 

 5. Πλάτων Symposium {0059.011} (5-4 B.C.) Stephanus σελ. 220


se. d γρ. 1
 βρία, καὶ ἅνθρωποι ᾐσθάνοντο, καὶ θαυμάζοντες ἄλλος ἄλλῳ
ἔλεγεν ὅτι Σωκράτης ἐξ ἑωθινοῦ φροντίζων τι ἕστηκε.
τελευτῶντες δέ τινες τῶν Ἰώνων, ἐπειδὴ ἑσπέρα ἦν, δειπνή-
(d) σαντες—καὶ γὰρ θέρος τότε γ’ ἦν—χαμεύνια ἐξενεγκάμενοι
ἅμα μὲν ἐν τῷ ψύχει καθηῦδον, ἅμα δ’ ἐφύλαττον αὐτὸν εἰ
1204

καὶ τὴν νύκτα ἑστήξοι. ὁ δὲ εἱστήκει μέχρι ἕως ἐγένετο


καὶ ἥλιος ἀνέσχεν· ἔπειτα ᾤχετ’ ἀπιὼν προσευξάμενος τῷ
 

 6. DIDYMUS Gramm. De dubiis apud Platonem lectionibus [Sp.]


{1312.004} (1 B.C.) Σελ. 248 γρ. 16
 λέγω ταῦτα (al. add. ὅτι), ὑπὲρ ἀνθρώπου δόξαν ἀποφαινόμενος
(al. ἀπο-
φαίνομαι), οὐ φαύλου ζώου, ἀλλ’ εὐμεταβόλου·» τινὲς δὲ τὸ
φαῦλον ἐκδέχον-  
ται ἐπὶ τοῦ μικροῦ, ἢ ἐπὶ τοῦ τυχόντος.    (15)
  Χαμεύνιον· κραββάτιον, καθάπερ καὶ παρ’ Ἱππώνακτι·
    ἐν ταμείῳ τε καὶ χαμευνίῳ γυμνόν.
  Χήτει· ἀποστερήσει, ἢ ἀπορίᾳ, ἢ σπάνει, ὡς παρ’ Ὁμήρῳ (Il. Z,
462)·
    ὥς ποτέ τις ἐρέει· σοὶ δ’ αὖ νέον ἔσσεται ἄλγος
 

 7. DIDYMUS Gramm. De dubiis apud Platonem lectionibus [Sp.]


{1312.004} (1 B.C.) Σελ. 248 γρ. 17
 φαίνομαι), οὐ φαύλου ζώου, ἀλλ’ εὐμεταβόλου·» τινὲς δὲ τὸ
φαῦλον ἐκδέχον-  
ται ἐπὶ τοῦ μικροῦ, ἢ ἐπὶ τοῦ τυχόντος.    (15)
  Χαμεύνιον· κραββάτιον, καθάπερ καὶ παρ’ Ἱππώνακτι·
    ἐν ταμείῳ τε καὶ χαμευνίῳ γυμνόν.
  Χήτει· ἀποστερήσει, ἢ ἀπορίᾳ, ἢ σπάνει, ὡς παρ’ Ὁμήρῳ (Il. Z,
462)·
    ὥς ποτέ τις ἐρέει· σοὶ δ’ αὖ νέον ἔσσεται ἄλγος
    χήτει τοιοῦδ’ ἀνδρὸς ἀμύνειν δούλιον ἦμαρ·   (20)
 

 8. MAXIMUS Soph. Dialexeis {0563.001} (Μ. Χ. 2) Lecture 8


Ch. 1 se. c γρ. 5
 ἡ μὲν πρόμαντις καθίζουσα ἐπὶ τρίποδος, ἐμπιμπλα-
μένη δαιμονίου πνεύματος, χρησμῳδεῖ· ὁ δὲ ἐν Ἰωνίᾳ
ὑποφήτης, ὕδωρ ἐκ πηγῶν ἀρυσάμενος καὶ πιών, μαν-
τικῶς ἔχει· οἱ δὲ ‘χαμεῦναι, καὶ ἀνιπτόποδες,’ ἐν Δω-   (5)
δώνῃ θεραπεύοντες δρῦν, παρ’ ἐκείνης, ὡς ὁ Θεσπρω-
τῶν λόγος, μαθόντες χρησμῳδοῦσιν;

8.2.
1205

(a)   Ἐν Τροφωνίου τε μὴν (καὶ γὰρ τοῦτο μαντεῖόν


 

 9. MOERIS Attic. Lexicon Atticum {1515.001} (Μ. Χ. 2/3?) Σελ.


213 γρ. 8
 χλεύην Ἀττικοί, γέλωτα Ἕλληνες.    (5)
χερσιμαχίας Πλάτων Νόμων αʹ.
χλιδή Ἀττικοί, τρυφή Ἕλληνες.
χαμεύνιον Ἀττικοί, ψίαθος Ἕλληνες.
χλαῖνα Ἀττικοί, ἱμάτιον χειμερινόν Ἕλληνες.
χρήστης ποτὲ μὲν ὁ δεδανεισμένος ποτὲ δὲ ὁ δεδανεικώς.    (10)
χοανεῦσαι Ἀττικοί, χωνεῦσαι Ἕλληνες.
 

 10. GREGORIUS NYSSENUS Theol. In sanctum Ephraim


{2017.068} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 46 σελ. 825 γρ. 6
 διαβίωσις, ἡ ἐκ τόπου εἰς τόπον ἀναχώρησις, φυγὴ
τῶν ἐπιβλαβῶν, διδασκαλία ἀένναος, προσευχὴ ἀκα-
τάπαυστος, νηστεία καὶ ἀγρυπνία μέτρον οὐκ ἔχου-    (5)
σαι, χαμευνία καὶ σκληραγωγία λόγον ὑπερβαίνου-
σαι, ἀκτημοσύνη καὶ ταπείνωσις εἰς ἄκρον ἐλάσασαι,
ἐλεημοσύνη τῆς φύσεως αὐτὸν τῆς ἀνθρωπίνης ἐξαί-
ρουσα, ζῆλος ἔνθεος τῶν κατὰ τῆς εὐσεβείας λυτ-
 

 11. GREGORIUS NYSSENUS Theol. In sanctum Ephraim


{2017.068} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 46 σελ. 837 γρ. 3
 ἱκανόν· ὅπως μὴ τῆς φυσικῆς παντελῶς ἀκολουθίας
(837) ἀνατραπείσης, λύσιν βίαιον ὑπομείνῃ τὸ σαρκίον.
Ἀνέτρεπε δὲ τοῦτον, καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἐξεδίωκε
πολλὰ μὲν καὶ ἄλλα, μάλιστα δὲ χαμευνία καὶ σκληρ-
αγωγία, καὶ ἡ παντοία τοῦ σώματος κάκωσις. Τού-
τοις γὰρ μάλιστα τὸ τοῦ ὕπνου πάθος ἐξορίζεσθαι   (5)
πέφυκεν. Ἀκτημοσύνην δὲ τοσαύτην ἐκτήσατο, ὅσην
 

 12. Ευσέβιος εκκ. συγγραφέας Σχόλια στους Ψαλμούς (Μ. Χ. 4)


Τόμ. 23 σελ. 113 γρ. 1
 γὰρ ὁ Σίβα ὁ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Σαοὺλ ἤνεγκεν αὐτῷ
ἄρτους διακοσίους, καὶ οἶνον καὶ παλάθας καὶ σταφί-
δας· εἶτα μετὰ τοῦτον Βερζελλὶ ὁ Γαλααδίτης, καὶ    (55)
(113) αὐτὸς αὐτῷ προσήνεγκε δέκα κοίτας, ἵνα μὴ χαμευνῇ,
καὶ ἀμφιτάπητας, τοὺς καλουμένους νῦν τυλοτάπη-
1206

τας, καὶ οἴνου κεράμια καὶ πυροὺς καὶ κριθὰς καὶ


ἄλευρον καὶ κύαμον καὶ φακὸν, καὶ μέλι καὶ βούτυρον,
 

 13. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In laudem sororis Gorgoniae (orat.


8) {2022.021} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 35 σελ. 804 γρ. 32
 νητας εὐσπλαγχνίας τὸ τρυφᾷν ἐξωνούμενοι, καὶ οὐ
καλῷ τὸ κακὸν ἰώμενοι, καλοῦ δὲ τὸ φαῦλον ἀντι-   (30)
λαμβάνοντες· ἢ νηστείαις μὲν τὸν χοῦν κατ-
επάλαισεν, ἑτέρῳ δὲ τὸ τῆς χαμευνίας παρῆκε φάρμα-
κον· ἢ τοῦτο μὲν ἐξεῦρε τῇ ψυχῇ τὸ βοήθημα, ὕπνῳ
δὲ μέτρον ἧττον ἑτέρου τινὸς ἐπέθηκεν· ἢ τοῦτο
μὲν ἐνομοθέτησεν ὥσπερ ἀσώματος, ἐκλίθη δὲ εἰς    (35)
 

 14. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Funebris oratio in patrem (orat. 18)


{2022.031} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 35 σελ. 1028 γρ. 3
 πραγματευσάμενος, ἢ δημοσίᾳ μὲν εὐχαῖς καὶ δεή-    (50)
(1028) σεσι πανδήμοις βάλλων τὸν ἀλιτήριον, καὶ οὐδὲ τὸν
καιρὸν εὐλαβούμενος· ἰδίᾳ δὲ τὴν νυκτερινὴν παράτα-
ξιν κατ’ αὐτοῦ προβαλλόμενος, χαμευνίᾳ μὲν τὰς
γεραιὰς ἐκείνας καὶ δροσερὰς κατατρύχων σάρ-
κας, δάκρυσι δὲ πηγάζων τὸ ἔδαφος, μικροῦ καὶ    (5)
εἰς ἐνιαυτὸν ὅλον· καὶ τοῦτο τῷ τῶν κρυπτῶν
 

 15. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . Funebris oratio in patrem (orat. 18)


{2022.031} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 35 σελ. 1028 γρ. 10
 γνώστῃ μόνῳ φιλοσοφῶν, ἡμᾶς δὲ λανθάνειν ἐπιχει-
ρῶν διὰ τὸ ἀνεπίδεικτον, ὥσπερ ἔφην, τῆς εὐλαβείας;
Καὶ λαθὼν ἂν ἦν παντάπασιν, εἰ μή ποτε ἀθρόως
ἐπεισελθὼν ἐγὼ, καὶ χαμευνίας σύμβολα θεα-    (10)
σάμενος, καὶ τῶν περὶ αὐτὸν πυθόμενος, τίνα ταῦτ’
ἦν, ἔγνων τῆς νυκτὸς τὸ μυστήριον.
  ΛΓʹ. Ἕτερον δὲ τοῦ αὐτοῦ καιροῦ καὶ τῆς αὐτῆς   (16)
 

 16. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In laudem Athanasii (orat. 21)


{2022.034} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 35 σελ. 1104 γρ. 46
 στοῦ κινδυνεύοντες, καὶ τὸ παθεῖν τι τῶν ἀνηκέ-
στων ὑπὲρ ἐκείνου μεγίστην μοῖραν εἰς φιλοσοφίαν
νομίζοντες, καὶ πολὺ τῶν μακρῶν νηστειῶν, καὶ   (45)
χαμευνιῶν, καὶ τῆς ἄλλης κακοπαθείας, ἣν ἐκεῖνοι
1207

τρυφῶσιν ἀεὶ, ἐνθεώτερόν τε καὶ ὑψηλότερον.


(1105)   ΚΑʹ. Ὁ μὲν οὖν ἐν τούτοις ἦν, καὶ τὸ τοῦ Σολο-
μῶντος ἐπῄνει, καιρὸν εἶναι παντὶ πράγματι φιλο-
 

 17. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In laudem Athanasii (orat. 21)


{2022.034} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 35 σελ. 1125 γρ. 31
 λέστερον, οὓς πάντες ἤδη λογογραφοῦσιν· οἷς τι καὶ
φιλοτιμίας συνέζευκται, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως τι
καὶ καινοτομεῖται περὶ τὸν λόγον. Τοῦτο τῶν πολ-   (30)
λῶν ἀγρυπνιῶν καὶ χαμευνιῶν προτιμότερον, ὧν μέ-
χρι τῶν κατορθούντων τὸ κέρδος. Τοῦτο τῶν ἀοιδί-
μων ἐξοριῶν καὶ φυγῶν τοῦ ἀνδρὸς ἐπάξιον· ὑπὲρ
γὰρ ὧν εἵλετο πάσχειν ἐκεῖνα, ταῦτα καὶ μετὰ
 

 18. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In laudem Cypriani (orat. 24)


{2022.037} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 35 σελ. 1181 γρ. 15
 τοῖς τρισὶ παραζεύξας τὸν τέταρτον.   (10)
  ΙΑʹ. Ταῦτα καὶ πλείω τούτων ἐπιφημίζουσα, καὶ   (13)
τὴν Παρθένον Μαρίαν ἱκετεύουσα βοηθῆσαι
παρθένῳ κινδυνευούσῃ, τὸ τῆς νηστείας καὶ χαμευ-   (15)
νίας προβάλλεται φάρμακον· ὁμοῦ μὲν τὸ κάλλος
μαραίνουσα ὡς ἐπίβουλον, ἵν’ ὑποσπάσῃ τῆς φλογὸς
τὴν ὕλην, καὶ δαπανήσῃ τὸ τῶν παθῶν ὑπέκκαυμα·
ὁμοῦ δὲ τὸν Θεὸν ἱλεουμένη διὰ τῆς πίστεως καὶ
 

 19. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In laudem Cypriani (orat. 24)


{2022.037} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 35 σελ. 1185 γρ. 9
 ἀντίπαλον, τὸ περὶ τὴν ἐσθῆτα φιλόσοφον, τὸ
περὶ τὰς ἐντεύξεις ὑψηλόν τε ὁμοῦ καὶ φιλάνθρωπον,
ὡς ἴσον ἀπέχειν εὐτελείας καὶ αὐθαδείας· τὰς
χαμευνίας, τὰς ἀγρυπνίας, ὃς, καίτοι τῶν τοιού-
των ὀψιμαθὴς ὢν, κατὰ πολὺ τῶν προειληφότων    (10)
ἐκράτει· τὴν περὶ λόγους φιλοτιμίαν, ἐξ ὧν ἦθος
ἅπαν ἐπαίδευσε, καὶ δογμάτων ἀπαιδευσίαν ἐκάθηρε,
 

 20. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In seipsum, cum rure rediisset, post


ea quae a Maximo perpetrata fuerant (orat. 26) {2022.039} (Μ. Χ.
4) Τόμ. 35 σελ. 1244 γρ. 8
1208

 μεταστρέφων τὸν θεατὴν πρὸς τὸν ἐντὸς ἄνθρω-    (5)


πον. Εὐεκτεῖ; Χρήσεται τῇ ὑγιείᾳ πρὸς τὸ βέλτιστον·
νουθετήσει, πλήξει, λόγῳ παῤῥησιάσεται, ἀγρυπνή-
σει, χαμευνήσει, νηστεύσει, κενώσει τὴν ὕλην,
θεωρήσει τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ οὐράνια, κατὰ πᾶσαν
σπουδὴν μελετήσει τὸν θάνατον. Ἀῤῥωστήσει; Μα-   (10)
χήσεται· ἂν δὲ ἡττηθῇ, νικήσει λαβὼν τὸ μηκέτι
 

 21. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . De moderatione in disputando


(orat. 32) {2022.040} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 36 σελ. 196 γρ. 39
 Αἰσχρὸν γὰρ ἐσθῆτος μὲν καὶ διαίτης, μὴ τὴν
ὑψηλοτέραν αἱρεῖσθαι, ἀλλὰ τὴν εὐτελεστέραν, καὶ
τύλοις γονάτων, καὶ δακρύων πηγαῖς, ἔτι δὲ νη-
στείαις, καὶ ἀγρυπνίαις, καὶ χαμευνίαις, κόπῳ καὶ
πᾶσιν ὑπωπιασμοῖς τὸ ταπεινὸν ἐπιδείκνυσθαι,    (40)
καὶ τὴν τῆς ἰδίας ἀσθενείας συναίσθησιν· αὐτοκρά-
τορα δὲ εἶναι καὶ τύραννον ἐν τοῖς περὶ Θεοῦ λόγοις,
 

 22. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In dictum evangelii: Cum


consummasset Jesus hos sermones (orat. 37) {2022.045} (Μ. Χ. 4)
Τόμ. 36 σελ. 300 γρ. 35
 τοῦτο δοῦναι, ἀλλ’ οἷς δέδοται. Οὐδὲν οὖν ὁ ἡγε-
μὼν νοῦς; οὐδὲν ὁ πόνος; οὐδὲν ὁ λόγος; οὐδὲν ἡ φι-
λοσοφία; οὐδὲν τὸ νηστεῦσαι; οὐδὲν τὸ ἀγρυπνῆσαι;
τὸ χαμευνῆσαι; τὸ πηγὰς στάξαι δακρύων; Τούτων   (35)
οὐδὲν, ἀλλὰ κατά τινα ἀποκλήρωσιν, καὶ Ἱερεμίας
ἁγιάζεται, καὶ ἄλλοι ἐκ μήτρας ἀλλοτριοῦνται;
  ΙΕʹ. Φοβοῦμαι μὴ καὶ ἄτοπός τις εἰσέλθῃ λογισμὸς,    (40)
 

 23. Γρηγόριος Ναζιανζηνός . In sanctum baptisma (orat. 40)


{2022.048} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 36 σελ. 369 γρ. 13
 φείσασθαι τῆς συκῆς, καὶ μήπω ταύτην ἐκτεμεῖν    (10)
ἐγκαλουμένην τὸ ἄκαρπον, ἀλλὰ συγχωρηθῆναι περι-
βαλεῖν κόπρια, δάκρυα, στεναγμοὺς, ἀνακλήσεις,
χαμευνίας, ἀγρυπνίας, τῆξιν ψυχῆς καὶ σώματος,
τὴν δι’ ἐξαγορεύσεως, καὶ ἀτιμοτέρας ἀγωγῆς ἐπαν-
όρθωσιν· ἄδηλον δὲ, εἰ φείσεται ταύτης ὁ Δεσπότης,   (15)
ὡς καταργούσης τὸν τόπον, ἄλλου δεομένου
 
1209

 35. Αθανάσιος θεολόγος Quaestiones ad Antiochum ducem [Sp.]


{2035.077} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 653 γρ. 34
 αὐτοῦ ἐλεήμων ἦν ὁ τοιοῦτος, δεκταί εἰσι καὶ ἐν
τῷ θανάτῳ αὐτοῦ εὐποιίαι παρὰ τῷ Θεῷ.
  Ἐρώτ. ϟβʹ. Ἐάν τις, ἐν ἁμαρτίαις καταγηράσας,
μήτε νηστεῦσαι δύναται, μήτε χαμευνῆσαι, ἢ ἀγρυ-
πνῆσαι, ἢ ἄλλην τινὰ ἄσκησιν ποιῆσαι, μήτε χρημά-   (35)
των εὐπορεῖ πρὸς διάδοσιν, μήτε τοῦ βίου ἰσχύει
ἀποτάξασθαι, ποίῳ ἄρα τρόπῳ λοιπὸν ὁ τοιοῦτος
 

 36. Αθανάσιος θεολόγος Vita sanctae Syncleticae [Sp.]


{2035.104} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 column 1505 γρ. 41
 τῷ ἀνδρείῳ φρονήματι· καὶ γὰρ τῶν πρακτικῶν
ἁμαρτημάτων χαλινὸς τυγχάνει.
  Δεῖ δὲ πρῶτον ἐγγυμνασθῆναι τοῖς πόνοις·    (40)
λέγω δὲ, νηστείᾳ τε καὶ χαμευνίᾳ, καὶ τοῖς ἄλλοις
κατὰ μέρος, καὶ οὕτως ταύτην τὴν ἀρετὴν κτήσα-
σθαι. Οἱ γὰρ μὴ οὕτω ποιήσαντες, ἀθρόως δὲ ἐπὶ
τὴν ἀποβολὴν τῶν χρημάτων δραμόντες, ὡς ἐπίπαν
 

 37. Αθανάσιος θεολόγος Vita sanctae Syncleticae [Sp.]


{2035.104} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 column 1520 γρ. 25
 οὐ λούῃ μέγα φρονεῖς; πολλοὶ καὶ διὰ πάθος σωμα-
τικὸν οὐδ’ ὅλως τούτῳ ἐχρήσαντο. Ἀλλὰ θαυμάζεις
σεαυτὴν, ὅτι ἐν χαραδρίῳ καθεύδεις, καὶ ἐν τριχίνῃ
στρωμνῇ; ἄλλαι δὲ χαμευνοῦσι διηνεκῶς. Ἀλλ’ εἰ καὶ    (25)
τοῦτο ποιήσειας, οὐδὲν μέγα· τινὲς γὰρ καὶ λίθους
ἑαυταῖς ὑπέβαλον, πρὸς τὸ μὴ καθ’ ἡδονὴν τῶν φυσι-
κῶν τυχεῖν· ἄλλοι δὲ καὶ ἐκρέμασαν ἑαυτοὺς δι’ ὅλης
 

 38. Αθανάσιος θεολόγος Vita sanctae Syncleticae [Sp.]


{2035.104} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 column 1548 γρ. 45
   Μὴ λυπηθῶμεν, ὡς διὰ τὴν ἀσθένειαν καὶ τὴν
πληγὴν τοῦ σώματος μὴ δυνάμενοι εἰς εὐχὴν στῆναι,
ἢ ψάλλειν μετὰ φωνῆς· πάντα ἡμῖν ταῦτα ἤνυτο πρὸς
καθαίρεσιν ἐπιθυμιῶν. Καὶ γὰρ νηστεία καὶ χαμευνία    (45)
διὰ τὰς αἰσχίστους ἡμῖν ἡδονὰς νενομοθέτηνται. Εἰ
οὖν ἡ νόσος ταύτας ἤμβλυνε, περιττὸς ὁ πόνος. Τί
δὲ λέγω περιττός; ὥσπερ γὰρ μείζονί τινι καὶ ἰσχυ-
 
1210

 39. Αθανάσιος θεολόγος Didascalia cccxviii patrum Nicaenorum


[Sp.] {2035.126} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 28 σελ. 1642 γρ. 44
 λογισμοῦ. Εἰ δὲ καὶ λουτρῷ χρήσασθαι ἀναγκασθῇς
διὰ τὴν νόσον καὶ ἅπαξ καὶ δὶς, οὐκ ἔστιν ἔγκλημα·
ὑγιαίνων δὲ οὐ χρείαν ἔχεις λούσασθαι· κἂν ἱερεὺς
εἶ· ἀλλὰ μᾶλλον ὑγιαίνοντος τοῦ σώματος χαμεύνην
θέλε καὶ βιάζεσθαι εἰς πάντα. Πρὸ πάντων δὲ τέχνην   (45)
γίνωσκε· ἢ ἐν ἀγρῷ ἐργάζου· ἵνα μὴ ἀργὸς ἐσθίῃς
τὸν ἄρτον· μᾶλλον δὲ ἐργάζου ἐν τοῖς ἐργοχείροις
 

 40. EVAGRIUS Scr. Eccl. Rerum monachalium rationes


{4110.010} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 40 σελ. 1264 γρ. 15
 νοντες·» καὶ, «Οὐ τὰ εἰσερχόμενα εἰς τὸ στόμα κοι-
νοῖ τὸν ἄνθρωπον.» Τὸ οὖν ἀπέχεσθαι βρωμάτων, τοῦτο
τῆς ἡμετέρας προαιρέσεως ἂν εἴη καὶ ψυχῆς πόνος.
  ΙΑʹ. Τὴν χαμευνίαν καὶ τὴν ἀγρυπνίαν καὶ τὰς   (15)
ἄλλας πάσας κακοπαθείας ἡδέως φέρε, ἀποβλέπων εἰς
τὴν μέλλουσαν ἀποκαλυφθῆναί σοι δόξαν σὺν πᾶσι
τοῖς ἁγίοις. «Οὐ» γὰρ «ἄξια τὰ παθήματα,» φησὶ,
 

 41. EVAGRIUS Scr. Eccl. De malignis cogitationibus (sub nomine


Nili Ancyrani) {4110.022} (Μ. Χ. 4) Τόμ. 79 σελ. 1201 γρ. 51
 προσευχῆς τῷ ἡγεμονικῷ παραφαίνεται. Οὐκ ἂν ἀπό-
θοιτο τὰς ἐμπαθεῖς μνήμας ὁ ἄνθρωπος, μὴ ἐπιθυ-
μίας, καὶ θυμοῦ ἐπιμέλειαν ποιησάμενος, τὴν μὲν    (50)
νηστείαις, ἀγρυπνίαις, καὶ χαμευνείαις καταναλώ-
σας, τὸν δὲ μακροθυμίαις, καὶ ἀμνησικακίαις, καὶ
ἐλεημοσύναις καθημερώσας· ἐκ γὰρ τῶν δύο τούτων
παθῶν πάντες σχεδὸν οἱ δαιμονιώδεις συνίστανται
 

 42. TIMAEUS Sophista Gramm. Lexicon Platonicum (e cod.


Coislin. 345) {2602.001} (Μ. Χ. 4?) Epistle-alphabetic letter chi
σελ. 1007a γρ. 21
 λεστραῖον νίτρον, οὗ μέμνηται Πλάτων.
Χαμαίζηλος. διφρίον μικρὸν ἢ ταπεινὸν σκιμ-
πόδιον.   (20)
Χαμεύνια. τὰ ἐπὶ τῆς γῆς στρωννύμενα.
Χαραδριός. ὅς, ἐπειδάν τι φάγῃ, ταχέως
ἀναλίσκει ὑπὸ θερμότητος. ἔνιοι δὲ τοῦτον
1211

καλοῦσιν αἴθυιαν.
 

 43.Ιωάννης Χρυσόστομος Ad Demetrium de compunctione (lib.


1) {2062.004} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 47 σελ. 408 γρ. 57
 φθεῖεν σφοδρῷ καὶ δυναμένῳ κάτωθεν ἀναστρέψαι καὶ
διαταράξαι ψυχὴν, πάσας ἐκείνας τὰς βλακώδεις ἐπιθυ-   (55)
μίας καὶ παρανόμους ἐκβαλόντες, εἰς τὸν τῶν φιλοσόφων
μετατίθενται βίον, σκληραγωγίαν, ἀγρυπνίαν, χαμευ-
νίαν, καρτερίαν, νηστείαν, σιγὴν, ἐπιείκειαν, ταπεινό-
τητα, φιλανθρωπίαν ἐπιδεικνύμενοι πολλήν. Καίτοι γε τὰ
(409) ἑτέρων ἁρπάζοντες καὶ τὰ ἑαυτῶν ἡδέως ἂν πρόοιντο κατ’
ἐκεῖνον τὸν καιρόν· κἂν πῦρ ἀφεῖναί τις ἐθέλοι τοῖς
 

 44.Ιωάννης Χρυσόστομος Adversus Judaeos (orationes 1-8)


{2062.021} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 48 σελ. 933 γρ. 3
 θεραπεύσῃς τῇ καρτερίᾳ, θησαυροῦ παντὸς εὐπο-
(933) ρώτερόν σε οὗτος ἐργάσεται. Ὁ γὰρ ἐξαγαγὼν τίμιον,
φησὶν, ἐξ ἀναξίου, ὡς στόμα μου ἔσται. Τί τούτου
γένοιτ’ ἂν ἴσον; Ὅπερ οὐδὲ νηστεία, οὐδὲ χαμευνία,
οὐδὲ παννυχίδες, οὐκ ἄλλο τι δύναται ἐργάσασθαι,
τοῦτο ἡ τοῦ ἀδελφοῦ σωτηρία ποιεῖ. Ἐννόησόν σου τὸ   (5)
στόμα πόσα πολλάκις ἥμαρτε, πόσα ἐφθέγξατο αἰ-
 

 45.Ιωάννης Χρυσόστομος De Davide et Saule (homiliae 1-3)


{2062.115} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 54 σελ. 701 γρ. 24
 ἁμαρτήματα· καὶ ἡ κατηγορία τῆς ἁμαρτίας γέγονεν
ἀναίρεσις τῆς ἁμαρτίας, καὶ ὁ ἐχθρὸς ἄκων εὐερ-
γέτης καθίστατο. Πόσα γὰρ ἔδει καμεῖν τὸν τελώνην
νηστεύοντα, χαμευνοῦντα, ἀγρυπνοῦντα, τὰ ὄντα τοῖς
δεομένοις παρέχοντα, ἐν σποδῷ καὶ σάκκῳ καθήμενον   (25)
ἐν πολλῷ τῷ χρόνῳ, ὥστε δυνηθῆναι τὰ ἁμαρτήματα
ἀποθέσθαι ἐκεῖνα; Καὶ νῦν οὐδὲν τούτων ποιήσας, διὰ
 

 46.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 57 σελ. 202 γρ. 13
 δὲ καὶ τὸ ἐπιτίμιον πάλιν μὴ ζημίαν, ἀλλὰ μισθὸν    (10)
ἔχον, καὶ κέρδος προξενοῦν μέγιστον· τοῦτο δέ
ἐστιν, ἂν νηστείαις ἐπιτεταμέναις ἑαυτοὺς καταδικά-
ζωμεν, καὶ χαμευνίαις, καὶ ἑτέρᾳ τοιαύτῃ σκληρ-
1212

αγωγίᾳ. Οὕτω γὰρ πάντοθεν ἡμῖν πολλὰ ἥξει τὰ κέρδη,


καὶ ἐνταῦθα τὸν ἡδὺν τῆς ἀρετῆς βιωσόμεθα βίον, καὶ    (15)
τῶν μελλόντων ἐπιτευξόμεθα ἀγαθῶν, καὶ τοῦ Θεοῦ
 

 47.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 58 σελ. 546 γρ. 10
 ἀπολαύσαντες, μᾶλλον δὲ νηστείας (καὶ γὰρ ἡ τρά-
πεζα αὐτῶν νηστεία), τοῦ φοβεροῦ δικαστηρίου καὶ τῆς
ἡμέρας ἐκείνης ἑαυτοὺς ἀναμιμνήσκουσιν. Εἰ δὲ ἐκεῖνοι
οἱ καὶ νηστείαις, καὶ χαμευνίαις, καὶ ἀγρυπνίαις, καὶ   (10)
σάκκῳ, καὶ μυρίοις ἑαυτοὺς σωφρονίζοντες, ἔτι καὶ
ταύτης δέονται τῆς ὑπομνήσεως· πότε δυνησόμεθα ἡμεῖς
ἐπιεικῶς ζῇν, οἱ τραπέζας παρατιθέντες μυρία ναυάγια
 

 48.Ιωάννης Χρυσόστομος In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 58 σελ. 709 γρ. 18
 αἱ ψῆφοι δεῖξαι τὴν νίκην· ἵνα δὲ καὶ ἐκ περιουσίας τοῦτο    (15)
γένηται, ἴδωμεν τί μὲν τῶν κατορθωμάτων μέχρις
ἡμῶν ἵσταται, τί δὲ ἀφ’ ἡμῶν καὶ εἰς ἑτέρους διαβαίνει.
Οὐκοῦν τὸ μὲν νηστεῦσαι, καὶ χαμευνῆσαι, καὶ παρθε-
νίαν ἀσκῆσαι, καὶ σωφρονῆσαι, ταῦτα αὐτοῖς τοῖς ἐρ-
γαζομένοις φέρει τὸ κέρδος· τὰ δὲ ἀφ’ ἡμῶν εἰς τὸν    (20)
πλησίον διαβαίνοντα, ἐλεημοσύνη, διδασκαλία, ἀγάπη.
 

 49.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 227 γρ. 45
 μεν οὕτω καὶ ἐξαλείψωμεν, ὥστε μηδὲ ἴχνος ἐναπο-
μένειν. Εἰ δὲ μηδὲν ἀγαθὸν ἡμῖν γέγονε παρὰ τούτου,
πάλιν ὁ μισθὸς μείζων συγχωροῦσιν ἡμῖν, καὶ πλείων
ἡ εὐδοκίμησις. Ἄλλοι δι’ ἀγρυπνίας καὶ χαμευνίας   (45)
καὶ μυρίας ταλαιπωρίας ἐξαλείφουσι τὰ ἁμαρτήματα·
σοὶ διὰ τῆς εὐκολωτέρας ὁδοῦ, τοῦ μὴ μνησικακεῖν
λέγω, πάντα ἔξεστιν ἀφανίσαι τὰ πλημμεληθέντα.
 

 50.Ιωάννης Χρυσόστομος In Joannem (homiliae 1-88)


{2062.153} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 59 σελ. 442 γρ. 12
 πλεονεξίας οὐ μένει, κἂν τοῖς δεομένοις δῷς. Ἐλεημο-
σύνη γὰρ, ἡ πάσης ἀπηλλαγμένη ἀδικίας ἐστίν· αὕτη    (10)
πάντα ποιεῖ καθαρά. Τοῦτο καὶ νηστείας βέλτιον καὶ
1213

χαμευνίας. Καίτοι γε ἐκεῖνα μοχθηρότερα καὶ ἐπιπονώ-


τερα, ἀλλ’ αὕτη κερδαλεωτέρα· φωτίζει ψυχὴν, λιπαί-
νει, καλὴν καὶ ὡραίαν ποιεῖ. Οὐχ οὕτω τοὺς ἀθλητὰς ὁ
τῆς ἐλαίας καρπὸς ἀνέχει, ὡς τοὺς ἀγωνιστὰς τῆς εὐσε-    (15)
 

 51.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ad Romanos (homiliae 1-


32) {2062.155} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 448 γρ. 45
 τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ φίλον ὄντα, ἐχθρὸν ἡγῇ; Καὶ
πῶς ἂν ἑτέρως τὸν πρὸς τὸν Χριστὸν ἐπεδείξω πό-
λεμον; Διὰ τοῦτο κἂν σημεῖά τις ποιῇ, κἂν παρ-
θενίαν, κἂν νηστείαν, κἂν χαμευνίαν ἐπιδείξηται,    (45)
καὶ πρὸς τοὺς ἀγγέλους διὰ ταύτης τῆς ἀρετῆς φθάσῃ,
πάντων ἔσται ἐναγέστερος, τοῦτο ἔχων τὸ ἐλάττωμα,
καὶ μοιχοῦ καὶ πόρνου καὶ λῃστοῦ καὶ τυμβωρύχου
 

 52.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ad Romanos (homiliae 1-


32) {2062.155} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 60 σελ. 669 γρ. 5
 ἀπὸ τῶν ὑπὲρ τῆς ἀληθείας ἱδρώτων. Ἥτις γὰρ,
φησὶ, πολλὰ ἐκοπίασεν εἰς ἡμᾶς· οὐκ εἰς ἑαυτὴν
μόνον οὐδὲ εἰς τὴν οἰκείαν ἀρετὴν, ὃ πολλαὶ καὶ νῦν
ποιοῦσι γυναῖκες νηστεύουσαι, χαμευνοῦσαι, ἀλλὰ    (5)
καὶ εἰς ἑτέρους, ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν ἀνα-
δεξάμεναι δρόμους. Πῶς οὖν φησι, Γυναικὶ δὲ δι-
δάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω; Τῆς ἐν τῷ μέσῳ προεδρίας
 

 53.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam i ad Corinthios (homiliae


1-44) {2062.156} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 61 σελ. 208 γρ. 56
 κοινῇ συμφέροντα ζητεῖν. Ὅπερ καὶ αὐτὸς δηλῶν
ἐπήγαγε· Καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. Οὐδὲν γὰρ οὕτω
δύναται ποιῆσαι μιμητὴν τοῦ Χριστοῦ, ὡς τὸ κήδε-    (55)
σθαι τῶν πλησίον. Ἀλλὰ κἂν νηστεύσῃς, κἂν χαμευ-
νήσῃς, κἂν ἀπαγχονήσῃς σαυτὸν, τοῦ δὲ πλησίον μὴ
προνοῇς, οὐδὲν μέγα εἰργάσω, ἀλλ’ ἔτι πόῤῥω ταύτης
τῆς εἰκόνος ἕστηκας ταῦτα ποιῶν. Καίτοι ἐνταῦθα
μὲν καὶ αὐτὸ φύσει τὸ πρᾶγμα λυσιτελές ἐστι, τὸ ἀπ-   (60)
 

 54.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ii ad Corinthios


(homiliae 1-30) {2062.157} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 61 σελ. 425 γρ. 34
1214

 ἀμελεῖν. Ἵν’ οὖν μὴ εἰκῆ κόπτωμεν ἑαυτοὺς, μικρὰ


πρὸς τὰς τοιαύτας διαλεχθῶμεν γυναῖκας· γυναικῶν
γὰρ μάλιστα τουτὶ τὸ νόσημα. Καλὸν μὲν καὶ τοῦτο
ὃ πράττετε νῦν, νηστεία καὶ χαμευνία καὶ σποδός·
ἀλλ’ ὅταν τὰ ἄλλα μὴ προσῇ, τούτων ὄφελος οὐδέν.   (35)
Ἔδειξε πῶς ἀφίησιν ἁμαρτίας ὁ Θεός· τί τοίνυν ἐκεί-
νην ἀφέντες τὴν ὁδὸν, ἑτέραν ἑαυτοῖς τέμνετε;
 

 55.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ii ad Corinthios


(homiliae 1-30) {2062.157} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 61 σελ. 425 γρ. 46
 αὐτὸν ὠφέλησεν· οὕτω καὶ ἐνταῦθα σκοπεῖν δεῖ. Τί
οὖν ὠφέλησε τοὺς βαρβάρους ἐκείνους; Ἐπέθηκαν
νηστείαν τοῖς τραύμασι, καὶ σφοδρὰν νηστείαν ἐπ-    (45)
έθηκαν, καὶ χαμευνίαν καὶ σάκκου περιβολὴν καὶ
τέφραν καὶ ὀδυρμούς· ἐπέθηκαν καὶ μεταβολὴν
βίου.
  ϛʹ. Ἴδωμεν οὖν τί τούτων ἐποίησεν αὐτοὺς ὑγιεῖς.
 

 56.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam ad Philippenses


(homiliae 1-15) {2062.160} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 62 σελ. 185 γρ. 11
 χαρίζεται, καὶ οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἀντὶ μικρῶν καὶ αἰ-
σθητῶν πνευματικὰ μεταδιδοῦσι· μᾶλλον δὲ καὶ ταῦτα
κἀκεῖνα αὐτός ἐστιν ὁ διδοὺς διὰ τούτων. Οὐ δύνασαι    (10)
νηστεῦσαι, οὐδὲ μονωθῆναι, οὐδὲ χαμευνῆσαι, οὐδὲ
παννυχίσαι; Ἔνεστί σοι τούτων ἁπάντων μισθὸν λα-
βεῖν, ἂν ἑτέρως τὸ πρᾶγμα μεθοδεύσῃς, τὸν ἐν τού-
τοις κάμνοντα θεραπεύων καὶ ἀναπαύων καὶ ἀλείφων
 

 57.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam i ad Thessalonicenses


(homiliae 1-11) {2062.162} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 62 σελ. 430 γρ. 1
 νυν εἰσὶν οἱ τὸ ἔργον ζητοῦντες τὸ πνευματικόν;
Ὁρᾷς πῶς αὐτοῖς πᾶσαν πρόφασιν ἀνεῖλεν εἰπὼν,
Ταῖς χερσὶν ὑμῶν. Ἆρα νηστείαν ἐργάζεταί τις
(430) ταῖς χερσίν; ἀλλὰ παννυχίδας; ἀλλὰ χαμευνίας;
Οὐδεὶς τοῦτο ἂν εἴποι· ἀλλὰ περὶ ἔργου φησὶ τοῦ
πνευματικοῦ· πνευματικὸν γὰρ ὄντως ἐστὶ, τὸ ἐργα-
ζόμενον ἑτέροις παρέχειν, καὶ οὐδὲν ἴσον τούτου.
 
1215

 58.Ιωάννης Χρυσόστομος In epistulam i ad Timotheum (homiliae


1-18) {2062.164} (Μ. Χ. 4-5) Τόμ. 62 σελ. 575 γρ. 10
   Ὄντως οἰκία πένθους τὰ μοναστήρια, ἔνθα σάκκος
καὶ σποδὸς, ἔνθα μόνωσις, ἔνθα γέλως οὐδεὶς, οὐδὲ
βιωτικῶν πραγμάτων ὄχλος, ἔνθα νηστεία,
ἔνθα χαμευνία, πάντα καθαρὰ κνίσσης, αἱμάτων,    (10)
θορύβου, ταραχῆς, πολυοχλίας. Λιμήν ἐστιν εὔδιος·
ὥσπερ λαμπτῆρές εἰσιν ἀφ’ ὑψηλοῦ τοῖς πόῤῥωθεν
ἐπιβαίνουσι φαίνοντες, ἐπὶ λιμένος καθήμενοι, καὶ
 

  

 67. Ιωάννης Δαμασκηνός De virtutibus et vitiis (fragmenta) [Sp.]


{2934.037} (Μ. Χ. 7-8) Τόμ. 95 σελ. 88 γρ. 3
 ἄνθρωπον· ἐγκράτεια, νηστεία, δίψα, ἀγρυπνία,
(88) στάσις παννύχιος, κάμψις γονάτων συνεχὴς, ἀλου-
σία, μονοχιτωνία, ξηροφαγία, βραδυφαγία, βραχυ-
φαγία, ὑδροποσία, χαμευνία, πτωχεία, ἀκτημοσύνη
τὸ αὐχμηρὸν, τὸ ἀκαλλώπιστον, τὸ ἀφίλαυτον,
μεμονωμένον, τὸ ἥσυχον, τὸ ἀπρόϊτον, τὸ ἐνδεὲς,   (5)
τὸ αὐταρκὲς, τὸ σιωπηλὸν, τὸ ταῖς οἰκείαις χερσὶν
 

 68. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 3 Ch. 5 se. 5 γρ.
12
 βάλλων. Οἱ δὲ οὐκ αὐτὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐκ ταὐτοῦ
αἵματος προσήκοντας καὶ πρὸς τὴν ἀποστασίαν συναρα-    (10)
μένους τοῖς αὐτοῖς ἐπιτιμίοις καθυποβάλλουσι νηστείαν
καὶ χαμευνίαν καὶ τὰ τούτοις ἐφεπόμενα πρὸς τὴν τοῦ
θείου ἐξιλέωσιν ἐπιτάξαντες. Δεξάμενοι δὲ τὰ ἐπιτίμια
προθύμως ἐφύλαττον. Ἀλλ’ οὐδὲ αἱ σφῶν αὐτῶν γυναῖκες
ἔξω τῶν ἐπιτιμίων ἑστάναι ἠνείχοντο (πῶς γάρ, φίλανδροι   (15)
 

 69. Άννα Κομνηνή Αλεξιάς (Μ. Χ. 11-12) Book 3 Ch. 5 se. 6 γρ.
8
 ὁποῖος ἐκεῖνος τὴν εὐσέβειαν, πλέον τι ποιῶν ἐντὸς τῆς   (5)
βασιλικῆς ἁλουργίδος σάκκον περιεβέβλητο ἐν χρῷ
ψαύοντα τῆς σαρκὸς ἐπὶ τεσσαράκοντα νυχθημέροις. Ἐν
δὲ ταῖς νυξὶ χαμεύνης ἔκειτο ἐπὶ πέτρας μόνον ἀνέχων
τὴν κεφαλὴν καὶ πενθῶν ὡς εἰκός. Εἶθ’ οὕτως τῶν τῆς
βασιλείας πραγμάτων ἁγναῖς ἅπτεται χερσίν.    (10)3.6.
1216

(1) Οἰακοστρόφον δὲ μᾶλλον ἑαυτοῦ τὴν μητέρα


 

 70. Κωνσταντίνος Μανασσής Compendium chronicum (Μ. Χ. 12)


γρ. 5234
 ἀποπηδᾷ τῆς ἑαυτοῦ Κλίνης ὁ νεωκόρος,
ἐπὶ τὸ προτεμένισμα συντόμως βηματίζει,
καταδαρθάνοντα λιτῶς Βασίλειον εὑρίσκει,
χαμεύνην, ἀνιπτόποδα, λυπρόν, ῥακιοφόρον·
πλάνην νομίζει τὸ φανέν, ἐκεῖθεν ἀποτρέχει.    (5235)
καὶ πάλιν ὕπνος ἔπιπτεν ἐν τοῖς αὐτοῦ βλεφάροις,
καὶ πάλιν ὄνειρος ὁ πρίν, καὶ τοῦτο μέχρι τρίτου.
 

 71. Κωνσταντίνος Μανασσής Compendium chronicum (Μ. Χ. 12)


γρ. 5843
 ὡς ἀετὸς ἐφέρετο πτεροῖς αἰθεροπόροις,   (5840)
καὶ κούφως ἠλαφρίζετο πρὸς ἀρετῆς ἀέρα.
ἐντεῦθεν ἐπὶ στόματος Δαβὶδ ὁ μελιτόεις,
καὶ κοίτασμα σκληρόστρωτον ἀχρείων χαμευνίων·
εὐνὰς μαλακοεύνους δὲ πορφυραντῶν δεμνίων
καὶ μίξεις τὰς σωματικὰς καὶ τὰ περὶ τὰς μίξεις   (5845)
οὐδ’ ὄναρ ἐφαντάζετο, κατὰ δὲ τὸν εἰπόντα
 

Κοίτη

 1. HOMERUS Epic. Odyssea {0012.002} (8 B.C.) Book 19 line


341
 νοσφισάμην ἐπὶ νηὸς ἰὼν δολιχηρέτμοιο·
κείω δ’ ὡς τὸ πάρος περ ἀΰπνους νύκτας ἴαυον.    (340)
πολλὰς γὰρ δὴ νύκτας ἀεικελίῳ ἐνὶ κοίτῃ
ἄεσα καί τ’ ἀνέμεινα ἐΰθρονον Ἠῶ δῖαν.
οὐδέ τί μοι ποδάνιπτρα ποδῶν ἐπιήρανα θυμῷ
 

 2. EURIPIDES Trag. Alcestis {0006.002} (5 B.C.) Line 188


        στείχει προνωπὴς ἐκπεσοῦσα δεμνίων,
       καὶ πολλὰ θαλάμων ἐξιοῦσ’ ἐπεστράφη
       κἄρριψεν αὑτὴν αὖθις ἐς κοίτην πάλιν.
1217

       παῖδες δὲ πέπλων μητρὸς ἐξηρτημένοι


       ἔκλαιον· ἣ δὲ λαμβάνουσ’ ἐς ἀγκάλας    (190)
 

 3. EURIPIDES Trag. Hippolytus {0006.005} (5 B.C.) Line 180


           τόδε σοι φέγγος λαμπρόν, ὅδ’ αἰθήρ·
          ἔξω δὲ δόμων ἤδη νοσερᾶς
          δέμνια κοίτης.    (180)
          δεῦρο γὰρ ἐλθεῖν πᾶν ἔπος ἦν σοι·
          τάχα δ’ ἐς θαλάμους σπεύσεις τὸ πάλιν.
 

 4. EURIPIDES Trag. Rhesus {0006.019} (5 B.C.) Line 779


        κλῶπας δοκήσας συμμάχων πλάθειν τινάς.
       οἳ δ’ οὐδέν· οὐ μὴν οὐδ’ ἐγὼ τὰ πλείονα.
       ηὗδον δ’ ἀπελθὼν αὖθις ἐς κοίτην πάλιν.
          καί μοι καθ’ ὕπνον δόξα τις παρίσταται·    (780)
       ἵππους γὰρ ἃς ἔθρεψα κἀδιφρηλάτουν
 

 5. SOPHOCLES Trag. Trachiniae {0011.001} (5 B.C.) Line 17


         Τοιόνδ’ ἐγὼ μνηστῆρα προσδεδεγμένη    (15)
        δύστηνος αἰεὶ κατθανεῖν ἐπηυχόμην,
        πρὶν τῆσδε κοίτης ἐμπελασθῆναί ποτε.
        Χρόνῳ δ’ ἐν ὑστέρῳ μέν, ἀσμένῃ δέ μοι,
        ὁ κλεινὸς ἦλθε Ζηνὸς Ἀλκμήνης τε παῖς,
 

 6. SOPHOCLES Trag. Electra {0011.005} (5 B.C.) Line 272


         σπένδοντα λοιβὰς ἔνθ’ ἐκεῖνον ὤλεσεν;   (270)
        ἴδω δὲ τούτων τὴν τελευταίαν ὕβριν,
        τὸν αὐτοφόντην ἡμὶν ἐν κοίτῃ πατρὸς
        ξὺν τῇ ταλαίνῃ μητρί, μητέρ’ εἰ χρεὼν
        ταύτην προσαυδᾶν τῷδε συγκοιμωμένην.
 

 7. SOPHOCLES Trag. Philoctetes {0011.006} (5 B.C.) Line 160


         ἔναυλον ἢ θυραῖον;
ΝΕ.         Οἶκον μὲν ὁρᾷς τόνδ’ ἀμφίθυρον
        πετρίνης κοίτης.    (160)
ΧΟ.         Ποῦ γὰρ ὁ τλάμων αὐτὸς ἄπεστιν;
ΝΕ.         Δῆλον ἔμοιγ’ ὡς φορβῆς χρείᾳ
 
1218

 8. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 1 se. 10 line 2


 μελέτω τὸ ἐνθεῦτεν ὅκως μή σε ὄψεται ἰόντα διὰ θυρέων.»
(10) Ὁ μὲν δή, ὡς οὐκ ἐδύνατο διαφυγεῖν, ἦν ἕτοιμος· ὁ δὲ
Κανδαύλης, ἐπεὶ ἐδόκεε ὥρη τῆς κοίτης εἶναι, ἤγαγε τὸν
Γύγην ἐς τὸ οἴκημα, καὶ μετὰ ταῦτα αὐτίκα παρῆν καὶ ἡ
γυνή· ἐσελθοῦσαν δὲ καὶ τιθεῖσαν τὰ εἵματα ἐθηεῖτο ὁ
 

 9. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 1 se. 10 line 6


 γυνή· ἐσελθοῦσαν δὲ καὶ τιθεῖσαν τὰ εἵματα ἐθηεῖτο ὁ
Γύγης. Ὡς δὲ κατὰ νώτου ἐγένετο ἰούσης τῆς γυναικὸς ἐς   (5)
τὴν κοίτην, ὑπεκδὺς ἐχώρεε ἔξω. Καὶ ἡ γυνὴ ἐπορᾷ μιν
ἐξιόντα. Μαθοῦσα δὲ τὸ ποιηθὲν ἐκ τοῦ ἀνδρὸς οὔτε
ἀνέβωσε αἰσχυνθεῖσα οὔτε ἔδοξε μαθεῖν, ἐν νόῳ ἔχουσα
 

 10. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 2 se. 95 line 8


 μεμηχάνηται· πᾶς ἀνὴρ αὐτῶν ἀμφίβληστρον ἔκτηται, τῷ
τῆς μὲν ἡμέρης ἰχθῦς ἀγρεύει, τὴν δὲ νύκτα τάδε αὐτῷ
χρᾶται· ἐν τῇ ἀναπαύεται κοίτῃ, περὶ ταύτην ἵστησι τὸ
ἀμφίβληστρον καὶ ἔπειτα ἐσδὺς ὑπ’ αὐτὸ καθεύδει. Οἱ δὲ
κώνωπες, ἢν μὲν ἐν ἱματίῳ ἐνειλιξάμενος εὕδῃ ἢ σινδόνι, διὰ   (10)
 

 11. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 3 se. 134 line 3


 (134) χύνην ἐστὶ φέροντα. Ὡς δὲ ἄρα μιν μετὰ ταῦτα ἰώμενος
ὑγιέα ἀπέδεξε, ἐνθαῦτα δὴ διδαχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Δημοκή-
δεος ἡ Ἄτοσσα προσέφερε ἐν τῇ κοίτῃ Δαρείῳ λόγον
τοιόνδε· «Ὦ βασιλεῦ, ἔχων δύναμιν τοσαύτην κάτησαι,
οὔτε τι ἔθνος προσκτώμενος οὔτε δύναμιν Πέρσῃσι. Οἰκὸς   (5)
 

 12. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 5 se. 20 line 6


 καὶ εἰ πάσῃσι βούλεσθε μίσγεσθαι καὶ ὁκόσῃσι ὦν αὐτέων.
Τούτου μὲν πέρι αὐτοὶ ἀποσημανέετε. Νῦν δέ, σχεδὸν γὰρ    (5)
ἤδη τῆς κοίτης ὥρη προσέρχεται ὑμῖν καὶ καλῶς ἔχοντας
ὑμέας ὁρέω μέθης, γυναῖκας ταύτας, εἰ ὑμῖν φίλον ἐστί,
ἄφετε λούσασθαι, λουσαμένας δὲ ὀπίσω προσδέκεσθε.»
 

 13. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 5 se. 20 line 21


 ἡμέων τῶν πέρ ἐστε ἄξιοι, πρὸς δὲ καὶ βασιλέϊ τῷ πέμψαντι
ἀπαγγείλητε ὡς ἀνὴρ Ἕλλην, Μακεδὼν ὕπαρχος, εὖ   (20)
1219

ὑμέας ἐδέξατο καὶ τραπέζῃ καὶ κοίτῃ.» Ταῦτα εἴπας ὁ


Ἀλέξανδρος παρίζει Πέρσῃ ἀνδρὶ ἄνδρα Μακεδόνα ὡς
γυναῖκα τῷ λόγῳ· οἱ δέ, ἐπείτε σφέων οἱ Πέρσαι ψαύειν
 

 14. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 7 se. 15 line 2


 πολλὸς ἐγένεο ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ, οὕτω καὶ ταπεινὸς ὀπίσω
(15) κατὰ τάχος ἔσεαι.» Ξέρξης μὲν περιδεὴς γενόμενος τῇ
ὄψι ἀνά τε ἔδραμε ἐκ τῆς κοίτης καὶ πέμπει ἄγγελον [ἐπὶ]
Ἀρτάβανον καλέοντα. Ἀπικομένῳ δέ οἱ ἔλεγε Ξέρξης
τάδε· «Ἀρτάβανε, ἐγὼ τὸ παραυτίκα μὲν οὐκ ἐσωφρόνεον
 

 15. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 7 se. 15 line 16


 ἐντελλόμενον. Εὑρίσκω δὲ ὧδε ἂν γινόμενα ταῦτα, εἰ λάβοις
τὴν ἐμὴν σκευὴν πᾶσαν καὶ ἐνδὺς μετὰ τοῦτο ἵζοιο ἐς τὸν    (15)
ἐμὸν θρόνον καὶ ἔπειτα ἐν κοίτῃ τῇ ἐμῇ κατυπνώσειας.»
(16) Ξέρξης μὲν ταῦτά οἱ ἔλεγε. Ἀρτάβανος δὲ οὐ τῷ πρώτῳ
οἱ κελεύσματι πειθόμενος, οἷα οὐκ ἀξιούμενος ἐς τὸν
 

 16. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 7 se. 16 line 29


 διακελευόμενον. Φανῆναι δὲ οὐδὲν μᾶλλόν μοι ὀφείλει
ἔχοντι τὴν σὴν ἐσθῆτα ἢ οὐ καὶ τὴν ἐμήν, οὐδέ τι μᾶλλον
ἐν κοίτῃ τῇ σῇ ἀναπαυομένῳ ἢ οὐ καὶ ἐν τῇ ἐμῇ, εἴ πέρ γε
καὶ ἄλλως ἐθέλει φανῆναι. Οὐ γὰρ δὴ ἐς τοσοῦτό γε   (30)
εὐηθείης ἀνήκει τοῦτο, ὅ τι δή κοτέ ἐστι τὸ ἐπιφαινόμενόν
 

 17. Ηρόδοτος ιστορίαι. (5 B.C.) Book 7 se. 16 line 38


 ἐστί· εἰ γὰρ δὴ ἐπιφοιτήσει γε συνεχέως, φαίην ἂν καὶ
αὐτὸς θεῖον εἶναι. Εἰ δέ τοι οὕτω δεδόκηται γίνεσθαι καὶ
οὐκ οἷά τε αὐτὸ παρατρέψαι, ἀλλ’ ἤδη δεῖ ἐμὲ ἐν κοίτῃ τῇ σῇ
κατυπνῶσαι, φέρε, τούτων ἐξ ἐμέο ἐπιτελεομένων φανήτω
καὶ ἐμοί. Μέχρι δὲ τούτου τῇ παρεούσῃ γνώμῃ χρήσομαι.»    (40)
 

 18. Ξενοφών. Memorabilia {0032.002} (5-4 B.C.) Book 2 Ch. 3


se. 16 line 4
 οὐ γὰρ καὶ ὁδοῦ παραχωρῆσαι τὸν νεώτερον πρεσβυτέρῳ
συντυγχάνοντι πανταχοῦ νομίζεται καὶ καθήμενον ὑπανα-
στῆναι καὶ κοίτῃ μαλακῇ τιμῆσαι καὶ λόγῳ ὑπεῖξαι; ὠγαθέ,
μὴ ὄκνει, ἔφη, ἀλλ’ ἐγχείρει τὸν ἄνδρα καταπραΰνειν, καὶ   (5)
1220

πάνυ ταχύ σοι ὑπακούσεται· οὐχ ὁρᾷς ὡς φιλότιμός ἐστι


 

 19. Ξενοφών. Cyropaedia {0032.007} (5-4 B.C.) Book 2 Ch. 3


se. 1 line 4
 ἐπράττετο ἐν τῇ σκηνῇ. τέλος δὲ τὰς τρίτας σπονδὰς ποιή-
σαντες καὶ εὐξάμενοι τοῖς θεοῖς τἀγαθὰ τὴν σκηνὴν εἰς
κοίτην διέλυον. τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ὁ Κῦρος συνέλεξε πάντας
τοὺς στρατιώτας καὶ ἔλεξε τοιάδε.    (5)
(2)   Ἄνδρες φίλοι, ὁ μὲν ἀγὼν ἐγγὺς ἡμῖν· προσέρχονται
 

 20. Ξενοφών. Cyropaedia {0032.007} (5-4 B.C.) Book 7 Ch. 5


se. 59 line 3
 (59) τὸ σῶμα ἡγήσατο δεῖσθαι. γνοὺς δ’ ὅτι οὐδαμοῦ ἄνθρωποι
εὐχειρωτότεροί εἰσιν ἢ ἐν σίτοις καὶ ποτοῖς καὶ λουτροῖς
καὶ κοίτῃ καὶ ὕπνῳ, ἐσκόπει τίνας ἂν ἐν τούτοις περὶ
αὑτὸν πιστοτάτους ἔχοι. ἐνόμισε δὲ μὴ ἂν γενέσθαι ποτὲ
πιστὸν ἄνθρωπον ὅστις ἄλλον μᾶλλον φιλήσοι τοῦ τῆς    (5)
 

 21. Ξενοφών. Hiero {0032.008} (5-4 B.C.) Ch. 6 se. 2 line 6


 τι χαλεπὸν ἐν ἀνθρωπίνῳ βίῳ ἦν, πολλάκις δὲ μέχρι τοῦ
ᾠδαῖς τε καὶ θαλίαις καὶ χοροῖς τὴν ψυχὴν συγκατα-    (5)
μιγνύναι, πολλάκις δὲ μέχρι κοίτης ἐπιθυμίας ἐμῆς τε καὶ
(3) τῶν παρόντων. νῦν δὲ ἀπεστέρημαι μὲν τῶν ἡδομένων
ἐμοὶ διὰ τὸ δούλους ἀντὶ φίλων ἔχειν τοὺς ἑταίρους,
 

 22. Ξενοφών. Hipparchicus {0032.012} (5-4 B.C.) Ch. 7 se. 12


line 3
 (12) ὥστε ὁπόσοις ἂν βούληται τῶν πολεμίων ἐπιτίθεσθαι. ἔστι
δ’ ὅτε καλὸν καὶ στρατοπεδευομένοις καὶ ἀριστῶσι καὶ δει-
πνοποιουμένοις ἐπιχειρεῖν, καὶ ἐκ κοίτης γε ἀνισταμένοις.
ἐν πᾶσι γὰρ τούτοις ἄοπλοι στρατιῶται γίγνονται, μείονα
(13) μὲν χρόνον οἱ ὁπλῖται, πλείονα δὲ οἱ ἱππεῖς. σκοποῖς μέντοι
 

 23.Πλάτων. Symposium {0059.011} (5-4 B.C.) Stephanus page


197 se. c line 6
 οὗτός ἐστιν ὁ ποιῶν  
    εἰρήνην μὲν ἐν ἀνθρώποις, πελάγει δὲ γαλήνην    (4)
    νηνεμίαν, ἀνέμων κοίτην ὕπνον τ’ ἐνὶ κήδει.   (5) 
1221

(d) οὗτος δὲ ἡμᾶς ἀλλοτριότητος μὲν κενοῖ, οἰκειότητος δὲ πληροῖ,


τὰς τοιάσδε συνόδους μετ’ ἀλλήλων πάσας τιθεὶς συνιέναι,
 

 24.Πλάτων. Leges {0059.034} (5-4 B.C.) Stephanus page 942 se.


d line 6
 εὐκολίαν τε καὶ εὐχέρειαν ἐπιτηδεύειν τῶν αὐτῶν εἵνεκα,
καρτερήσεις τε αὖ σίτων καὶ ποτῶν καὶ χειμώνων καὶ τῶν   (5)
ἐναντίων καὶ κοίτης σκληρᾶς, καὶ τὸ μέγιστον, τὴν τῆς
κεφαλῆς καὶ ποδῶν δύναμιν μὴ διαφθείρειν τῇ τῶν ἀλλο-
τρίων σκεπασμάτων περικαλυφῇ, τὴν τῶν οἰκείων ἀπολ-
 

 25. Αριστοτέλης. Historia animalium {0086.014} (4 B.C.)


Bekker page 623a line 12
 ἀπὸ τοῦ μέσου (λαμβάνει δὲ τὸ μέσον ἱκανῶς), ἐπὶ δὲ τού-   (10)
τοις ὥσπερ κρόκας ἐμβάλλει, εἶτα συνυφαίνει. Τὴν μὲν οὖν
κοίτην καὶ τὴν ἀπόθεσιν τῆς θήρας ἄλλοθι ποιεῖται, τὴν δὲ
θήραν ἐπὶ τοῦ μέσου τηροῦσα· κἄπειθ’ ὅταν ἐμπέσῃ τι, κινη-
θέντος τοῦ μέσου πρῶτον μὲν περιδεῖ καὶ περιελίττει τοῖς
 

 26. TESTAMENTA XII PATRIARCHARUM Hagiogr. et


Pseudepigr. Testamenta xii patriarcharum {1700.001} (2
B.C./A.D. 3) Testamentum 1 Ch. 1 se. 6 line 4
 ὑμῖν τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ σήμερον, τοῦ μὴ πορευθῆναι ἐν
ἀγνοίᾳ νεότητος, καὶ πορνείᾳ, ἐν ᾗ ἐξεχύθην ἐγὼ καὶ ἐμίανα
τὴν κοίτην τοῦ πατρός μου Ἰακώβ. (7) Λέγω γὰρ ὑμῖν, ὅτι
ἐνέπληξέ με πληγὴν μεγάλην ἐν ταῖς λαγῶσί μου ἐπὶ μῆνας
ἑπτά· καὶ εἰ μὴ Ἰακὼβ ὁ πατὴρ ἡμῶν προσηύξατο περὶ ἐμοῦ
 

 27. Pseudo-APOLLODORUS Myth. Bibliotheca (sub nomine


Apollodori) {0548.001} (A.D. 1/2) Ch. 2 se. 42 line 6
 ἐγέννησεν ἐκ Ποσειδῶνος. ὁ μὲν οὖν Περσεὺς ἐνθέ-
μενος εἰς τὴν κίβισιν τὴν κεφαλὴν τῆς Μεδούσης ὀπίσω   (5)
πάλιν ἐχώρει, αἱ δὲ Γοργόνες ἐκ τῆς κοίτης ἀναπτᾶσαι
τὸν Περσέα ἐδίωκον, καὶ συνιδεῖν αὐτὸν οὐκ ἠδύναντο
διὰ τὴν κυνῆν· ἀπεκρύπτετο γὰρ ὑπ’ αὐτῆς.
 

 28. CHARITON Scr. Erot. De Chaerea et Callirhoe {0554.001}


(A.D. 2?) Book 1 Ch. 1 se. 14 line 2
1222

 οἴνῳ καὶ μύροις. ἥδιον ταύτην τὴν ἡμέραν ἤγαγον οἱ Συρακόσιοι


(14) τῆς τῶν ἐπινικίων. ἡ δὲ παρθένος οὐδὲν εἰδυῖα τούτων ἔρριπτο
ἐπὶ
τῆς κοίτης ἐγκεκαλυμμένη, κλαίουσα καὶ σιωπῶσα. προσελθοῦσα
δὲ ἡ τροφὸς τῇ κλίνῃ “τέκνον” εἶπε, “διανίστασο, πάρεστι γὰρ
ἡ εὐκταιοτάτη πᾶσιν ἡμῖν ἡμέρα· ἡ πόλις σε νυμφαγωγεῖ.”
 

 29. CHARITON Scr. Erot. De Chaerea et Callirhoe {0554.001}


(A.D. 2?) Book 1 Ch. 4 se. 12 line 5
 προσιοῦσαν. εὐστόχως οὖν ὁ ποὺς κατὰ τοῦ διαφράγματος ἐνεχθεὶς
ἐπέσχε τῆς παιδὸς τὴν ἀναπνοήν, ἐρριμμένην δὲ αὐτὴν αἱ θερα-
παινίδες βαστάσασαι κατέκλιναν ἐπὶ τὴν κοίτην.    (5)

1.5.

(1)   Καλλιρόη μὲν οὖν ἄφωνος καὶ ἄπνους ἐπέκειτο νεκρᾶς εἰκόνα


πᾶσι
παρέχουσα, Φήμη δὲ ἄγγελος τοῦ πάθους καθ’ ὅλην τὴν πόλιν
διέτρε-
 

 30. CHARITON Scr. Erot. De Chaerea et Callirhoe {0554.001}


(A.D. 2?) Book 2 Ch. 1 se. 5 line 3
 (5) γραφήν.” ὁ δὲ Διονύσιος τὸ μὲν κάλλος ἡδέως ἤκουσε τῆς
γυναικός
(ἦν γὰρ φιλογύνης ἀληθῶς), τὴν δὲ δουλείαν ἀηδῶς· ἀνὴρ γὰρ
βασιλι-
κός, διαφέρων ἀξιώματι καὶ παιδείᾳ τῆς ὅλης Ἰωνίας, ἀπηξίου
κοίτην
θεραπαινίδος, καὶ “ἀδύνατον” εἶπεν, “ὦ Λεωνᾶ, καλὸν εἶναι σῶμα
μὴ
πεφυκὸς ἐλεύθερον. οὐκ ἀκούεις τῶν ποιητῶν ὅτι θεῶν παῖδές
εἰσιν οἱ   (5)
 

 31. CHARITON Scr. Erot. De Chaerea et Callirhoe {0554.001}


(A.D. 2?) Book 3 Ch. 10 se. 8 line 6
 ἡμῶν ἀμφοτέρων οἱ γονεῖς τῇ θαλάσσῃ παρακάθηνται, τὸν
ἡμέτερον
κατάπλουν περιμένοντες, καὶ ἥτις ἂν ναῦς πόρρωθεν ὀφθῇ,
λέγουσι   (5)
‘Χαιρέας Καλλιρόην ἄγων ἔρχεται.’ τὴν κοίτην ἡμῖν εὐτρεπίζουσι
1223

τὴν νυμφικήν, κοσμεῖται δὲ θάλαμος οἷς ἴδιος οὐδὲ τάφος ὑπάρχει.


θάλασσα μιαρά, σὺ καὶ Χαιρέαν εἰς Μίλητον ἤγαγες φονευθῆναι
 

 32. ANTONINUS LIBERALIS Myth. Metamorphoseon synagoge


{0651.001} (A.D. 2?) Ch. 8 se. 6 line 5
 τὴν κεφαλὴν ἐπιθέμενος ἐκέλευεν ἀπάγειν ἑαυτὸν ἀντὶ τοῦ
παιδός. ἐπεὶ δὲ αὐτὸν οἱ ἱερεῖς ἀπήγαγον, εἰσδραμὼν καὶ
τὴν Σύβαριν ἐκ τῆς κοίτης συναρπάσας παρήνεγκεν εἰς   (5)
ἐμφανὲς καὶ κατὰ τῶν πετρῶν ἔρριψεν. (7) ἡ δὲ καταφερο-
μένη προσέκρουσε τὴν κεφαλὴν παρὰ τὰ σφυρὰ τῆς Κρίσης.
 

 33. ANTONINUS LIBERALIS Myth. Metamorphoseon synagoge


{0651.001} (A.D. 2?) Ch. 34 se. 2 line 6
 πάθους ὑποσχομένη λόγον πρὸς τὸν Θείαντα προσέφερεν,
ὅτι αὐτῷ κόρη μακαρίων ἀνθρώπων ποθεῖ παραγενέσθαι    (5)
κρυφαῖος εἰς τὴν κοίτην. (3) ὁ δὲ Θείας—οὐ γὰρ ἐγίνωσκεν
οἷα ἐπ’ αὐτῷ ἐμηχανᾶτο—κατῄνεσε τὸν λόγον. καὶ ὁ μὲν
ἐν τῷ οἴκῳ σκοταῖος ἐπὶ τῆς στρωμνῆς ἐξεδέχετο τὴν κόρην,
 

 34. APOCALYPSIS JOANNIS Apocryph. et Hagiogr. Apocalypsis


apocrypha Joannis (versio altera) {1158.002} (A.D. 2?) Se. 3 line
2
 δαιμόνοια ἐξαγορεύσεται· καὶ ἀρνίσιτε τὸν κύριον, καὶ σηνἐργὴ τὸ
διἀβόλο καὶ τοῖς δέμοσην
αὐτοῦ· οὐ κρίνη αὐτὸν ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
(3) Δευτέρα ἀμαρτία ἐστὴν· ἐἃν
τὶς θηγατρὸς, ἣ μητρὸς, ἣ σηντέκνησας, ἣ ἀδελφὴς, ἣ θήας, ἣ
ἀνιψύας, μηἃνι (μιαίνῃ) κοίτην.
πώς κρίνὴ αὐτοὺς ὁ Θεός· ὡς τῶν Ιοὔδαν ἐν τῷ πυρὶνῳ ποταμῷ.
(4) Τρίτη ἀμαρτία ἐστὶν.
ἐὰν τὴς τὰς ἕξ ἡμέρας ἀναπαύση τὸν κάματον αὐτοῦ, καὶ φυλάττη
τὸν μίλον αὐτοῦ, καὶ τὰς
 

 35. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 3


se. 1 line 30
 βρέφεσι τοῖς ἑαυτῶν μαρτυροῦσιν ὅτι τοὺς σκύμνους
τῶν λεόντων τῆς ἴσης τε καὶ ὁμοίας διαίτης ἀξιοῦσι
καὶ κοίτης μιᾶς καὶ στέγης· καὶ ἐκ τούτων καὶ φω-   (30)
νῆς τῆς προειρημένης ἀκούειν τοὺς θῆρας, οὐδὲν
1224

οὔτε ἄπιστον οὔτε παράδοξον.


 

 36. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 3


se. 16 line 5
 λουμένην ἅλω. πλέγμα δέ ἐστι κοῖλον καὶ ἐγκαθίσαι
μάλα ἐπιτήδειον. καὶ κόνιν ἐγχέαντες, καὶ μαλακήν
τινα οἱονεὶ κοίτην ἐργασάμενοι, καὶ ἐνδύντες, εἶτα   (5)
ἐπηλυγάσαντες ἑαυτοὺς ἄνωθεν κάρφεσιν ὑπὲρ τοῦ
καὶ τοὺς ὄρνιθας λαθεῖν τοὺς ἁρπακτικοὺς καὶ τῶν
 

 37. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 3


se. 21 line 1
 τοὺς κοχλίας μετεωρίζοντες καὶ ὑψοῦ αἴροντες ταῖς
πέτραις βιαιότατα προσαράττουσιν.
(21)   Λέγει Εὔδημος, ἐν Παγγαίῳ τῷ Θρᾳκίῳ κοίτῃ
λέοντος ἐρήμῳ φυλακῆς ἐπιστᾶσαν ἄρκτον τοὺς σκύ-
μνους τοῦ λέοντος διαφθεῖραι διὰ τὸ μικρούς τε εἶ-
 

 38. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 6


se. 1 line 37
 πάντα τὸν χρόνον, παρ’ ὃν ἀγωνιούμενος ἐς τὰ θέα-    (35)
τρα ᾔει. Διογένης δὲ ὁ τῆς τραγῳδίας ὑποκριτὴς
τὴν ἀκόλαστον κοίτην ἀπείπατο παντελῶς πᾶσαν.
Κλειτόμαχος δὲ ὁ παγκρατιαστὴς καὶ κύνας εἴ ποτε
εἶδε μιγνυμένους, ἀπεστρέφετο, καὶ ἐν συμποσίῳ δὲ
 

 39. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 6


se. 47 line 2
 σπάσασα διεφθάρη.
(47)   Λαγὼ δὲ πέρι καὶ ἐνταῦθα ἔπεισιν εἰπεῖν τοι-
αῦτά μοι. ἐς τὴν κοίτην τὴν συνήθη οὐ πάρεισιν ὁ
λαγὼς πρὶν ἢ ταράξαι τὰ ἴχνη, πῆ μὲν ἐσιὼν πῆ δὲ
ἐξιών, ἵνα ἀφανίσῃ τὴν ἐκ τῶν θηρατῶν ἐς αὐτὸν
 

 40. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 7


se. 48 line 12
 μην. φρυγόμενος δὲ ὑπὸ πολλῆς καὶ διαπύρου τῆς   (10)
ἀκτῖνος, ἀσμένως ὕπαντρόν τινα πέτραν ὑποδραμὼν
1225

ἡσύχαζε· λέοντος δὲ ἄρα κοίτη ἥδε ἡ πέτρα ἦν.


ἐπάνεισι τοίνυν ἐκ θήρας ὁ λέων, σκόλοπι βιαίῳ
περιπαρεὶς καὶ κολαζόμενος, καὶ ἐντυχὼν τῷ νεανίᾳ
 

 41. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 8


se. 2 line 23
 τὸν δεσπότην καὶ φιλεῖ τὼ πόδε, καὶ πάλιν τῆς ἐξ
ἀρχῆς ἰχνεύσεως ἔχεται, καὶ πρόεισι βάδην ἔστ’ ἂν
ἀφίκηται πρὸς τὴν κοίτην, καὶ περαιτέρω οὐ πρόεισι.
συνῆκεν οὖν ὁ θηρατής, καὶ ὑποθωΰξας σημαίνει
τοῖς ἀρκυωροῖς· οἳ δὲ περιβάλλουσι τὰς ἄρκυς. καὶ   (25)
 

 42. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 9


se. 30 line 6
 πρόσω ἔχεται, καὶ μέντοι καὶ ἵεται ἐς τοὔμπαλιν.
εἶτα προφορεῖται τὴν ὁδόν, καὶ ἀφανίζει τοῖς θηρα-    (5)
ταῖς ἰέναι κατὰ στίβον τὸν ἑαυτοῦ καὶ ῥᾳδίως τὴν κοί-
την ἔνθα ἀναπαύεται καὶ οἰκεῖ σὺν τοῖς σκύμνοις εὑρί-
σκειν. καὶ ταῦτα μὲν λεόντων ἐστὶν ἴδια δῶρα φύσεως.
(31)   Ποιμένα μοι νόει νομευτικὴν ἀγαθόν. οὐκοῦν
 

 43. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 9


se. 50 line 11
 τοῦτό τοι καὶ Ὅμηρος ᾔδει, καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ τὸν
Μενέλεων πεποίηκε τῷ Τηλεμάχῳ καὶ τῷ Πεισι-    (10)
στράτῳ περιηγούμενον τὴν κοίτην αὐτῶν τήνδε, ὅτε
τὰ ἐν Φάρῳ καὶ περὶ Πρωτέως τοῦ θαλαττίου δαί-
μονος αὐτοῖς ὁ Μενέλεως διεξῄει καὶ τῆς μαντείας,
 

 44. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 10


se. 48 line 69
 ἐβόα. ἀκούει ταῦτα ὁ ἑταῖρος αὐτοῦ δράκων· ὀξυ-
ήκοον δὲ καὶ ὀξυωπέστατον τὸ ζῷόν ἐστιν. οὐκοῦν
πρόεισι τῆς ἑαυτοῦ κοίτης, καὶ τοῖς ἀνοσίοις περι-
πλακεὶς ἀπέκτεινεν αὐτοὺς ἐς πνῖγμα ἄγχων· αὐ-   (70)
τὸς δὲ οὐ κατέλυσε τὴν φυλακήν, ἔστε οἱ προσ-
 
1226

 45. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 11


se. 16 line 13
 Λαουινίῳ ἄλσος τιμᾶται μέγα καὶ δασύ, καὶ ἔχει
πλησίον νεὼν Ἥρας Ἀργολίδος. ἐν δὲ τῷ ἄλσει φω-
λεός ἐστι μέγας καὶ βαθύς, καὶ ἔστι κοίτη δράκοντος.
παρθένοι τε ἱεραὶ νενομισμέναις ἡμέραις παρίασιν
ἐς τὸ ἄλσος ἐν τοῖν χεροῖν φέρουσαι μάζαν καὶ τοὺς    (15)
 

 46. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 11


se. 16 line 17
 ἐς τὸ ἄλσος ἐν τοῖν χεροῖν φέρουσαι μάζαν καὶ τοὺς    (15)
ὀφθαλμοὺς τελαμῶσι κατειλημμέναι· ἄγει δὲ αὐτὰς
εὐθύωρον ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ δράκοντος πνεῦμα
θεῖον, καὶ ἀπταίστως προΐασι βάδην καὶ ἡσυχῆ, ὥσπερ
οὖν ἀκαλύπτοις ὁρῶσαι τοῖς ὀφθαλμοῖς. καὶ ἐὰν μὲν
 

 47. Κλαύδιος Αιλιανός. Περί ζώων ιδιότητος (A.D. 2-3) Book 13


se. 11 line 6
 τοῦ λαγὼ καὶ αἴσθηται τοῦ θηρίου, σιγῇ τε ἐπιβαίνει
καὶ ποδὶ ἀψόφῳ, καὶ ἀναστέλλει τὸ ἆσθμα, καὶ κατα-   (5)
λαβοῦσα ἐν τῇ κοίτῃ πειρᾶται αἱρεῖν ὡς ἀδεᾶ καὶ
ἄφροντιν. ὃ δὲ οὐ τρυφῶν οὐδὲ ῥᾳθύμως καθεύδει,
ἀλλ’ ἅμα τε ᾔσθετο τοῦ ζῴου τοῦ προσιόντος καὶ τῆς
 

 48. Ωριγένης. In Jeremiam (homiliae 12-20) {2042.021} (A.D. 2-


3) Homily 20 se. 7 line 37
 σατο. Ἰουδὴθ συνθήκας ἔθετο πρὸς τὸν Ὁλοφέρνην ὥστε τοσῶνδε
(35)
ἡμερῶν ἐξερχομένη εὔχεσθαι τῷ θεῷ καὶ μετὰ τοσάσδε ἡμέρας
ἑαυτὴν
παρέξειν τῇ κοίτῃ τοῦ Ὁλοφέρνου. ταύτας τὰς συνθήκας
Ὁλοφέρνης
προσεδέξατο. ἀπέλυσε τὴν Ἰουδὴθ ἐπὶ τὰς εὐχὰς ἔξω τῆς
παρεμβολῆς.
τί ἐχρῆν ποιῆσαι τὴν Ἰουδήθ; τηρῆσαι τὰς συνθήκας ἢ ἀθετῆσαι
 

 49. Ωριγένης. Epistula ad Africanum {2042.045} (A.D. 2-3)


Volume 11 page 73 line 28
1227

 τοκός μου, σὺ ἰσχύς μου, καὶ ἀρχὴ τέκνων μου, σκλη-


ρὸς φέρεσθαι καὶ σκληρὸς αὐθάδης· ἐξύβρισας, ὡς
ὕδωρ μὴ ἐκζέσῃς· ἀνέβης γὰρ ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ
πατρός σου· τότε ἐμίανας τὴν στρωμνὴν, οὗ ἀνέ-
βης.» Ὁμοίως δὲ καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς αἱ εὐλογίαι    (30)
 

 50. Ωριγένης. Excerpta in Psalmos [Dub.] {2042.074} (A.D. 2-3)


Volume 17 page 137 line 20
 (137)   Οὐκ ἐν τῇ γαστρὶ μόνον, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρέλαβόν   (18)
με τὰ ἔργα τῆς ἀνομίας, τὰ τοῦ φόνου, καὶ τὰ τῆς
ἀλλοτρίας κοίτης ἣν παρανόμως ἐσύλησα.   (20)
  Στίχ. ηʹ. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας.    (21n)
  Ὁ νοῦς οὗτος· Σὺ, φησὶ, Κύριε, ἀληθὴς ὢν καὶ   (22)
 

 51. Ωριγένης. Scholia in Canticum canticorum {2042.076} (A.D.


2-3) Volume 17 page 268 line 40n
 θυμιαμάτων· οὐδὲν ἧττον τοὺς ἁγίους δηλῶν.ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Ἐπὶ τὴν κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν ἠγά-   (40n)
  πησεν ἡ ψυχή μου· ἐζήτησα αὐτὸν, καὶ οὐχ    (41n)
  εὗρον αὐτόν· ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ οὐχ ὑπήκουσέ    (42n)
 

 52. Ωριγένης. Scholia in Canticum canticorum {2042.076} (A.D.


2-3) Volume 17 page 268 line 55
 (268)   τὸ ταμιεῖον τῆς συλλαβούσης με.    (53n)
  Περὶ τῶν πρὸ τοῦ γάμου μυστηρίων εἰπὼν, νῦν   (54)
αὐτὸν διὰ νυκτὸς ἐπὶ τὴν κοίτην καλεῖ· ἀποῤῥητο-    (55)
τέρων ἐθέλων κοινωνεῖν, καὶ τῆς τελειοτέρας με-
τασχεῖν ἀναπαύσεως· τοῦτο γὰρ ἡ κοίτη· τὸ δὲ ἐν
 

 53. Ωριγένης. Scholia in Canticum canticorum {2042.076} (A.D.


2-3) Volume 17 page 268 line 57
 αὐτὸν διὰ νυκτὸς ἐπὶ τὴν κοίτην καλεῖ· ἀποῤῥητο-    (55)
τέρων ἐθέλων κοινωνεῖν, καὶ τῆς τελειοτέρας με-
τασχεῖν ἀναπαύσεως· τοῦτο γὰρ ἡ κοίτη· τὸ δὲ ἐν
νυκτὶ, ἐν ἡσυχίας καιρῷ, καὶ πόῤῥω τῆς ὄψεως τῶν
μὴ τὰ τοιαῦτα θεωρεῖν δυναμένων· δεῖ δὲ ἀγάπῃ τὴν
 
1228

 54. Ωριγένης. Scholia in Canticum canticorum {2042.076} (A.D.


2-3) Volume 17 page 268 line 60
 νυκτὶ, ἐν ἡσυχίας καιρῷ, καὶ πόῤῥω τῆς ὄψεως τῶν
μὴ τὰ τοιαῦτα θεωρεῖν δυναμένων· δεῖ δὲ ἀγάπῃ τὴν
ψυχὴν προτετρῶσθαι τοῦ ἐπὶ τὴν κοίτην ζητοῦντος    (60)
τὰ τοῦ θείου λόγου βαθύτερα· περιμένειν δὲ τὴν τῆς
ποθούσης ἀνάστασιν ὁ ποθούμενος· ὡς ἂν ἐπιτείνας
 

 55. Ωριγένης. Scholia in Canticum canticorum {2042.076} (A.D.


2-3) Volume 17 page 269 line 3
 (269) τὸν ἔρωτα κατὰ καιρὸν ἑαυτὸν ἐμφανίσειε τῇ καμού-
σῃ πλεῖστα παρὰ τὴν ζήτησιν τὴν αὐτοῦ· εἰποῦσα γὰρ
ὅτι ἐπὶ τὴν κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν ἠγά-
πησεν ἡ ψυχή μου, καὶ ὅτι ἐζήτησα αὐτὸν καὶ
οὐχ εὗρον, ἐπάγει· ἀναστήσομαι δὴ καὶ κυκλώσω·   (5)
 

 56. GREGORIUS NYSSENUS Theol. Orationes viii de


beatitudinibus {2017.053} (A.D. 4) Volume 44 page 1221 line 21
 σιν αὐτὸν ἀγάγοι τοῦ ἐν ᾧ ἦν βίου, μακαριστὸν αὐτὸν
ἀπεργάσηται, τὴν ὀδυνηρὰν αἴσθησιν τῇ ψυχῇ ἐμ-   (20)
ποιήσας. Καθάπερ καὶ ὁ Παῦλος τὸν τῇ κοίτῃ τοῦ
πατρὸς ἐπιλυσσήσαντα, μέχρις ἐκείνου μαστίζει τῷ
λόγῳ, ἕως ἂν ἀναισθήτως εἶχεν τῆς ἁμαρτίας· ἐπεὶ
 

 57. Ευσέβιος. Σχόλια στους Ψαλμούς. (A.D. 4) Volume 23 page


116 line 38
 νομοῦσα τὴν ἀπαρχὴν τῶν ἡμερινῶν πράξεων τῇ
πρὸς Θεὸν ἀνατιθέναι λατρείᾳ· ὅπερ οὐκ ἂν ἐποίει μὴ
καὶ ἀπὸ κοίτης ἔχουσα τὴν ἀγνωσίαν.
  Ὅτι οὐχὶ Θεὸς θέλων ἀνομίαν σὺ εἶ· οὐ παροι-
κήσει σοι πονηρευόμενος, οὐδὲ διαμενοῦσι παρά-   (40)
 

 58. Ευσέβιος. Σχόλια στους Ψαλμούς. (A.D. 4) Volume 23 page


317 line 39
 μενος μὲν τὴν ἀγαθὴν μετελθεῖν ὁδὸν, μὴ βουληθεὶς
δέ· διὸ λέλεκται· Οὐκ ἐβουλήθη συνιέναι τοῦ
ἀγαθῦναι· ἀνομίαν δὲ διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοί-
της αὐτοῦ. Οὐδὲ γὰρ, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἡσυχίας    (40)
ἐν ᾧ μετὰ τὰς μεθημερινὰς πράξεις ἑαυτοὺς ἐπιδιδόασιν ἄνθρωποι
1229

ἠρεμίᾳ καὶ εὐσταθείᾳ καὶ ὕπνῳ, ἐν


καταστάσει γαλήνῃ γέγονεν ὁ τοιοῦτος· ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ τῷ
καιρῷ ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοί-
 

 59. Ευσέβιος. Σχόλια στους Ψαλμούς. (A.D. 4) Volume 23 page


317 line 42
 της αὐτοῦ. Οὐδὲ γὰρ, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἡσυχίας    (40)
ἐν ᾧ μετὰ τὰς μεθημερινὰς πράξεις ἑαυτοὺς ἐπιδιδόασιν ἄνθρωποι
ἠρεμίᾳ καὶ εὐσταθείᾳ καὶ ὕπνῳ, ἐν
καταστάσει γαλήνῃ γέγονεν ὁ τοιοῦτος· ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ τῷ
καιρῷ ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοί-
της αὐτοῦ.
  Κύριε, ἐν τῷ οὐρανῷ τὸ ἔλεός σου. Σφόδρα ἀκο-
λούθως μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς τοῦ παρανόμου κα-    (45)
 

 60. Ευσέβιος. Σχόλια στους Ψαλμούς. (A.D. 4) Volume 23 page


361 line 9
 ρίσαι αὐτὸν ἐν τῇ γῇ, καὶ μὴ παραδῷ αὐτὸν εἰς
ψυχὴν ἐχθρῶν αὐτοῦ. Κύριος βοηθήσαι αὐτῷ ἐπὶ
Κλίνης ὀδύνης αὐτοῦ, ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ
ἔστρεψας ἐν τῇ ἀῤῥωστίᾳ αὐτοῦ. Προιὼν ἑξῆς ὁ   (10)
λόγος ἐπιφέρει· Καὶ γὰρ ὁ ἄνθρωπος τῆς εἰρήνης
 

 61. Ευσέβιος. Σχόλια στους Ψαλμούς. (A.D. 4) Volume 23 page


765 line 14
 πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφῳ, καὶ λέων ὡς βοῦς
φάγεται ἄχυρα. Καὶ παιδίον νήπιον ἐπὶ τρώγλην
ἀσπίδων καὶ ἐπὶ κοίτην ἐγγόνων ἀσπίδων τὴν χεῖρα
ἐπιβαλεῖ, καὶ οὐ μὴ ἀδικήσουσιν·» ἃ καὶ διερμηνεύων    (15)
ἑξῆς ὁ λόγος ἐπιφέρει· «Καὶ ἔσται ἡ ῥίζα τοῦ Ἰεσ-
 

 62. Ευσέβιος. Σχόλια στους Ψαλμούς. (A.D. 4) Volume 23 page


1392 line 4
 σε ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. Νοήσεις
καὶ οὕτως ἐπιστήσας ὡς πρὸ ἡλίου διανιστάμενος τῆς
κοίτης κατὰ τὸν λέγοντα· Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ
πνεῦμά μου πρὸς σὲ, ὁ Θεός· καὶ, ὁ Θεὸς, ὁ Θεός   (5)
μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω, τὸν πρῶτον ἀνέπεμπεν ὕμνον·
 
1230

 63. Ευσέβιος. Σχόλια στους Ψαλμούς. (A.D. 4) Volume 23 page


1392 line 13
 ὥραν τὸν πέμπτον, κατὰ δὲ τὴν δωδεκάτην τὸν ἕκτον,
εἶθ’ ἑσπέρας μετὰ τὴν τοῦ σώματος θεραπείαν, ἐπὶ
κοίτην μέλλων τρέπεσθαι τὸν ἕβδομον ὕμνον ἀπεδί-
δου, καὶ οὕτως ἐπλήρου τό· Ἑπτάκις τῆς ἡμέρας
ᾔνεσά σε.    (15)
 

 64. GREGORIUS NAZIANZENUS Theol. In dictum evangelii:


Cum consummasset Jesus hos sermones (orat. 37) {2022.045}
(A.D. 4) Volume 36 page 289 line 15
 μαλον. Τί δήποτε γὰρ, τὸ μὲν θῆλυ ἐκόλασαν, τὸ δὲ
ἄῤῥεν ἐπέτρεψαν; Καὶ γυνὴ μὲν κακῶς βουλευ-
σαμένη περὶ κοίτην ἀνδρὸς μοιχᾶται, καὶ πικρὰ    (15)
ἐντεῦθεν τὰ τῶν νόμων ἐπιτίμια· ἀνὴρ δὲ καταπορ-
νεύων γυναικὸς, ἀνεύθυνος; Οὐ δέχομαι ταύτην τὴν
 

 65. GREGORIUS NAZIANZENUS Theol. In dictum evangelii:


Cum consummasset Jesus hos sermones (orat. 37) {2022.045}
(A.D. 4) Volume 36 page 293 line 22
 κωμῳδίαν ἢ τραγῳδίαν; Ἀμφότερα γὰρ εἰπεῖν οἰ-   (20)
κειότατον. Συμφέρει γαμῆσαι; κἀγὼ δέχομαι· Τί-
μιος γὰρ ὁ γάμος, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος·
συμφέρει δὲ τοῖς μετρίοις, οὐ τοῖς ἀπλήστοις, καὶ
πλέον ἢ δεῖ τὴν σάρκα τιμᾷν βουλομένοις. Ὅταν
 

 66. GREGORIUS NAZIANZENUS Theol. Carmina dogmatica


{2022.059} (A.D. 4) Column 513 line 20
 Μήτ’ ἀντίφωνον ἀγγέλων
Πλάσμα σὸν ἡσυχάζειν.
Σὺν σοὶ δὲ κοίτη εὐσεβεῖς   (20)
Ἐννοίας ἐταζέτω,
Μηδέ τι τῶν ῥυπαρῶν
 

 67. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Volume 27 page 73 line 32
   Τὰ ῥήματα μου ἐνώτισαι.    (30)
  Τὸ πρωῒ παραστήσομαί σοι. Μέγα ἀγωνίας [μέγα
εἰς ἁγνείας Ambr.] καύχημα τὸ ἐκ τῆς κοίτης αὐτῆς
1231

παρίστασθαι τῷ Θεῷ καὶ φθάνειν ἐν εὐχαριστίᾳ τὸν


ἥλιον. Οὕτω γὰρ, φησὶν, ἐπόψομαι τὰ θεῖα καὶ ἅγιά
 

 68. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Volume 27 page 173 line 55
 τοῦ ἀγαθῦναι. Ἑκὼν, φησὶν, ἑαυτὸν ἔξωσε τοῦ εὐ-
πραγῆσαι.
  Ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ·   (55)
παρέστη πάσῃ ὁδῷ οὐκ ἀγαθῇ. Τὸ ἄϋπνον αὐτῶν
(176) τῆς εἰς Χριστὸν ἐπιβουλῆς σημαίνει. Κακίᾳ δὲ οἱ
 

 69. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Volume 27 page 196 line 56
 τὸν εἰς χεῖρας ἐχθρῶν αὐτοῦ. Ἐχθρῶν τῶν νοη-
τῶν δηλονότι.    (55)
  Ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ ἀῤ-
(197) ῥωστίᾳ αὐτοῦ. Πρὸς τὰ ἀμείνω μετενεχθήσεται,
φησὶ, καὶ μεταβολὴν ἕξει πρὸς εὐρωστίαν. Ἔθος γὰρ
 

 70. Αθανάσιος θεολόγος. Expositiones in Psalmos {2035.061}


(A.D. 4) Volume 27 page 329 line 43
 τὸ καθαρεύειν ἀδίκου πράξεως, καὶ τὸ ὑπὲρ τῶν
προτέρων ἁμαρτημάτων ἑαυτὸν μαστίζειν τῇ ἐξομο-
λογήσει, καὶ εἰς τοῦτο ὥσπερ ἐκ κοίτης διανίστασθαι
εἰς τὸ ὑπὲρ τῶν ἁμαρτημάτων κακοῦν ἑαυτόν.
  Εἰ ἔλεγον· Διηγήσομαι οὕτως· ἰδοὺ τῇ γενεᾷ    (45)
 

 71. Αθανάσιος θεολόγος. Scholia in cantica canticorum


{2035.062} (A.D. 4) Volume 27 page 1348 line 49
   Ἀθανασίου. Ἀναγνώσομαι τὸν νόμον, ἀναγνώσο-
μαι τοὺς προφήτας, ἐρευνήσω τὰ Εὐαγγέλια. Ταῦτα
δὲ κατανυγεῖσα τῷ θείῳ πόθῳ φησί· Ἐπὶ κοίτην μου
(1349) ἐν νυξίν. Κοίτην ὀνομάζει τὴν τελειοτέραν τοῦ ἀγα-
θοῦ μετουσίαν, καὶ νύκτα λέγει τὸν τῆς κοίτης και-
 

 72. Αθανάσιος θεολόγος. Scholia in cantica canticorum


{2035.062} (A.D. 4) Volume 27 page 1349 line 1
1232

 μαι τοὺς προφήτας, ἐρευνήσω τὰ Εὐαγγέλια. Ταῦτα


δὲ κατανυγεῖσα τῷ θείῳ πόθῳ φησί· Ἐπὶ κοίτην μου
(1349) ἐν νυξίν. Κοίτην ὀνομάζει τὴν τελειοτέραν τοῦ ἀγα-
θοῦ μετουσίαν, καὶ νύκτα λέγει τὸν τῆς κοίτης και-
ρόν. Διὰ δὲ τοῦ ὀνόματος τῆς νυκτὸς ἐνδείκνυται τῶν
 

 73. Αθανάσιος θεολόγος. Scholia in cantica canticorum


{2035.062} (A.D. 4) Volume 27 page 1349 line 2
 δὲ κατανυγεῖσα τῷ θείῳ πόθῳ φησί· Ἐπὶ κοίτην μου
(1349) ἐν νυξίν. Κοίτην ὀνομάζει τὴν τελειοτέραν τοῦ ἀγα-
θοῦ μετουσίαν, καὶ νύκτα λέγει τὸν τῆς κοίτης και-
ρόν. Διὰ δὲ τοῦ ὀνόματος τῆς νυκτὸς ἐνδείκνυται τῶν
ἀοράτων τὴν θεωρίαν, καθ’ ὁμοιότητα Μωϋσέως, τοῦ
 

 74. Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (A.D. 4) Volume 28 page 749 line 45
 ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
  Τὴν ἐν Θεῷ τελείωσιν διδάσκουσα ἡ θεία Γραφὴ,
καὶ δηλοῦσα, ὠνόμασεν αὐτὴν ὕπνον, καὶ κοίτην, καὶ    (45)
κλίνην, καὶ θάνατον. Ὕπνον μὲν, ὡς ὅταν λέγει ὁ
Δαβίδ· «Ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ
 

 75. Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (A.D. 4) Volume 28 page 749 line 51
 αὐτὸ τὸ ζῇν ἐν Θεῷ, κατὰ τὸν εἰπόντα ἅγιον Ἀπόστο-
λον· «Ζῶ δὲ οὐκ ἔτι ἐγὼ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ ὁ Χριστός·»    (50)
κοίτην δὲ, ὡς ὅταν λέγει· «Καυχήσονται ὅσιοι ἐν
δόξῃ, καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν.»
Ὥσπερ γὰρ ὁ ἐν τῇ κοίτῃ πεσὼν ἀναπέπαυται καὶ
 

 76. Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (A.D. 4) Volume 28 page 749 line 53
 κοίτην δὲ, ὡς ὅταν λέγει· «Καυχήσονται ὅσιοι ἐν
δόξῃ, καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν.»
Ὥσπερ γὰρ ὁ ἐν τῇ κοίτῃ πεσὼν ἀναπέπαυται καὶ
ὑπνοῖ ἡδέως· οὕτως καὶ ὁ τελειωθεὶς ἐν Θεῷ, καὶ
φθάσας εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ   (55)
 
1233

 77. Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (A.D. 4) Volume 28 page 749 line 57
 φθάσας εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ   (55)
πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀναπέπαυται ἐν Θεῷ,
ὥσπερ κοίτην ἡγούμενος τὴν ἐν Θεῷ τελείωσιν. Πό-
(752) δας καὶ τῆς κοίτης τὰς ἀρετὰς λέγει· κλίνην δὲ, ὡς
ὅταν φησὶ Σολομών· «Ἑξήκοντα δυνατοὶ κυκλοῦσιν
 

 78. Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (A.D. 4) Volume 28 page 752 line 1
 πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀναπέπαυται ἐν Θεῷ,
ὥσπερ κοίτην ἡγούμενος τὴν ἐν Θεῷ τελείωσιν. Πό-
(752) δας καὶ τῆς κοίτης τὰς ἀρετὰς λέγει· κλίνην δὲ, ὡς
ὅταν φησὶ Σολομών· «Ἑξήκοντα δυνατοὶ κυκλοῦσιν
αὐτήν.» Ὅταν γὰρ εἰς τὸ τέλειον ἔλθῃ ὁ ἐνάρετος, πε-
 

 79. Αθανάσιος θεολόγος. Quaestiones in scripturam sacram [Sp.]


{2035.080} (A.D. 4) Volume 28 page 752 line 12
 Θάνατον δὲ πάλιν εἴρηκεν αὐτὴν ὁ Δαβὶδ εἰπών·   (10)
«Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐ-
τοῦ.» Εἶδες πῶς καὶ ὕπνον, καὶ κοίτην, καὶ κλίνην,
καὶ θάνατον αὐτὴν ἔδειξεν ἡ θεία Γραφή. Θάνατον
δὲ ταύτην εἴρηκεν, ὅτι ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ
 

 80. Αθανάσιος θεολόγος. Epistulae ad Castorem [Sp.]


{2035.085} (A.D. 4) Volume 28 page 889 line 49
 ἀνέλθωσιν ἐπὶ τὴν καρδίαν οἱ πονηροὶ λογισμοὶ,
ἐκβάλλοντες τούτους διὰ τῆς πρὸς αὐτοὺς ὀργῆς,
μετὰ τὴν τούτων ἀποβολὴν ὡσανεὶ ἐν κοίτῃ τῇ
ἡσυχίᾳ εὑρισκόμενοι, τὸ τηνικαῦτα κατανύγητε   (50)
πρὸς μετάνοιαν. Συμφωνεῖ δὲ τούτοις καὶ ὁ μα-
 

 81. BASILIUS Caesariensis Theol. Homilia de gratiarum actione


{2040.022} (A.D. 4) Volume 31 page 224 line 14
 εὐφροσύνης διηνεκοῦς ἐξαρκεῖν νομίζειν αἴτια, ἀλλ’
οἴεσθαι τὸν γαστριζόμενον, καὶ καταυλούμενον, καὶ
ἐπὶ μαλακῆς κοίτης ἀνατετραμμένον καὶ ῥέγχοντα,
τοῦτον ἀξίως χαρᾶς διαζῇν; Ἐγὼ δὲ τούτοις μὲν τὸ    (15)
1234

θρηνεῖσθαι φαίην ἂν πρέπειν παρὰ τῶν νοῦν ἐχόντων·


 

 82. BASILIUS Caesariensis Theol. Regulae morales {2040.051}


(A.D. 4) Volume 31 page 816 line 44
 ἀνθρώπους. ΠΡΟΣ ΕΒΡ. Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μὴ
ἐπιλανθάνεσθε· διὰ ταύτης
γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους. Μιμνήσκεσθε τῶν δεσμίων,
ὡς συνδεδεμένοι, τῶν κα-
κουχουμένων, ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες ἐν σώματι. Τίμιος ὁ γάμος ἐν
πᾶσι, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος·
πόρνους δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός. Ἀφιλάργυρος ὁ τρόπος·
ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν.    (45)ΟΡΟΣ Οʹ.

 83. DIDYMUS CAECUS Scr. Eccl. Contra Manichaeos


{2102.012} (A.D. 4) Volume 39 page 1096 line 42
 ἁμαρτίας γέγονεν, οὕτω καὶ ἀπὸ τοῦ γάμου. Νῦν    (40)
γοῦν οἱ κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον βιοῦντες ἔχειν δύνανται
τίμιον γάμον καὶ κοίτην ἀμίαντον, ὡς γράφει Παῦ-
λος τοῖς πιστοῖς· Τίμιος ὁ γάμος, καὶ ἡ κοίτη
ἀμίαντος· πόρνους δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός.
 

 84. DIDYMUS CAECUS Scr. Eccl. Contra Manichaeos


{2102.012} (A.D. 4) Volume 39 page 1096 line 43
 γοῦν οἱ κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον βιοῦντες ἔχειν δύνανται
τίμιον γάμον καὶ κοίτην ἀμίαντον, ὡς γράφει Παῦ-
λος τοῖς πιστοῖς· Τίμιος ὁ γάμος, καὶ ἡ κοίτη
ἀμίαντος· πόρνους δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός.
Διαστέλλων γὰρ τὸν τίμιον γάμον, καὶ τοὺς χρωμέ-    (45)
 

 85. CYRILLUS Hierosolymitanus Scr. Eccl. Catechesis ad


illuminandos 2 (exemplar alterum) {2110.011} (A.D. 4) Volume
33 page 417 line 4
 στήσω; θέλεις ἐλθεῖν καὶ ἐπὶ τὸν Δαβίδ; θέλεις
ἰδεῖν τὸν μακάριον; λάβε τύπον μετανοίας. Ἐξ-
έπεσεν ὁ μέγας. Μετὰ κοίτην, τὸ δειλινὸν περιπατῶν
ἐπὶ τοῦ δώματος, εἶδεν ἀδιαφόρως, καὶ ἔπαθεν ἀνθρώ-   (5)
1235

πινον. Ἐτελέσθη ἡ ἁμαρτία, ἀλλ’ οὐ συναπέθανεν ἡ


 

 86. EUSTATHIUS Scr. Eccl. et Theol. Commentarius in


hexaemeron [Sp.] {4117.022} (A.D. 4) Page 729 line 49
 Σκέλη δὲ μιλτόχρωτα, καὶ κατ’ αὐχένα,
Κροκοπίνοις μαλλοῖσιν εὐτρεπίζεται.
Κάρα δὲ κοίτης ἡμέρας παρεμφερὴς,
Καὶ μηλίνῃ μὲν τῇ κόρῃ προσέβλεπε.   (50)
Κύκλῳ δὲ κόρῃσι κόκκος ὡς ἐφαίνετο.
 

 87. SOCRATES Scholasticus Hist. Ιστορία εκκλησιαστική.


{2057.001} (A.D. 4-5) Book 1 Ch. 11 line 18
 προὔκειτο, διαναστὰς ἐν μέσῳ τοῦ συλλόγου τῶν ἐπισκόπων ὁ
Παφνούτιος ἐβόα μακρὰ, μὴ βαρὺν ζυγὸν ἐπιθεῖναι τοῖς ἱερωμένοις
ἀνδράσι, ‘τίμιον εἶναι τὸν γάμον αὐτὸν καὶ τὴν κοίτην ἀμίαντον’
παρὰ τῷ Θεῷ λέγων, μὴ τῇ ὑπερβολῇ τῆς ἀκριβείας μᾶλλον τὴν
ἐκκλησίαν προσβλάψωσιν· οὐ γὰρ πάντας δύνασθαι φέρειν
τῆς   (20)
 

 88. Ιωάννης Χρυσόστομος. Ad Stagirium a daemone vexatum


(lib. 1-3) {2062.006} (A.D. 4-5) Volume 47 page 467 line 58
 ἰσχύς μου, καὶ ἀρχὴ τέκνων μου, σκληρὸς φέ-
ρεσθαι, καὶ σκληρὸς αὐθάδης· ἐξύβρισας, ὡς
ὕδωρ μὴ ἐκζέσῃς· ἀνέβης γὰρ ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ
πατρός σου· τότε ἐμίανας τὴν στρωμνὴν
οὗ ἀνέβης. Ὡς δὲ ἐν ἡλικίᾳ γέγονεν ὁ τῆς ἀγαπω-    (60)
 

 89. Ιωάννης Χρυσόστομος. Adversus Judaeos (orationes 1-8)


{2062.021} (A.D. 4-5) Volume 48 page 917 line 11
 Τίς οὖν ἐστιν ὁ νόμος; Ἐὰν παραβῇ γυνὴ κατὰ τοῦ
ἀνδρὸς αὐτῆς, καὶ παρίδῃ αὐτὸν ὑπεριδοῦσα, καὶ   (10)
κοιμηθῇ τις μετ’ αὐτῆς κοίτην σπέρματος, καὶ
λάθῃ ἐξ ὀφθαλμῶν τοῦ ἀνδρὸς, καὶ μάρτυς μὴ ᾖ
κατ’ αὐτῆς, καὶ μὴ ᾖ συνειλημμένη, καὶ ἐπέλθῃ
 

 90. Ιωάννης Χρυσόστομος. Adversus Judaeos (orationes 1-8)


{2062.021} (A.D. 4-5) Volume 48 page 917 line 33
1236

 πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν σεαυτῆς, σώα ἴσθι ἀπὸ τοῦ


ὕδατος τοῦ ἐλεγμοῦ· εἰ δὲ παρέβης καὶ μεμίαν-
σαι, καὶ ἔδωκέ τις τὴν κοίτην αὐτοῦ ἐν σοὶ, πλὴν
τοῦ ἀνδρός σου, δῴη Κύριός σε ἐν ἀρᾷ καὶ ἐνόρκιον
ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ. Τί ἔστιν, Ἐν ἀρᾷ καὶ ἐνόρκιον;    (35)
 

 91. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Genesim (homiliae 1-67)


{2062.112} (A.D. 4-5) Volume 54 page 573 line 23
 τὸ μὴ τοῖς αὐτοῖς ἐπιχειρεῖν, τὴν κατ’ αὐτοῦ κατ-
ηγορίαν γεγενημένην. Ἐξύβρισας, ὡς ὕδωρ μὴ
ἐκζέσῃς. Ἀνέβης γὰρ, φησὶν, ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ
πατρός σου· τότε ἐμίανας τὴν στρωμνὴν, οὗ
ἀνέβης. Τὴν μετὰ τῆς Βάλλας γεγενημένην    (25)
 

 92. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Genesim (homiliae 1-67)


{2062.112} (A.D. 4-5) Volume 54 page 573 line 32
 γυναικὶ πατέρα καὶ παιδίον, τοῦτο αὐτὸς ἤδη, δι’ ὧν   (30)
ἐπετίμησε τῷ παιδὶ, ἀπαγορεύει, καί φησιν· Ἐμία-
νας τὴν στρωμνὴν, ἀνελθὼν ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ πα-
τρός σου. Πρᾶγμα παράνομον εἰργάσω, φησί. Διὰ
τοῦτο ἐπειδὴ οὕτως Ἐξύβρισας, ὡς ὕδωρ μὴ
 

 93. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Genesim (homiliae 1-67)


{2062.112} (A.D. 4-5) Volume 54 page 573 line 37
 ἐκζέσῃς. Ἀνόνητός σοι, φησὶν, ἔσται ἡ τοιαύτη ἐπι-   (35)
χείρησις, ὅτι οὐδὲ τοῦ πατρὸς αἰδώ τινα λαβὼν, μιᾶ-
ναι αὐτοῦ τὴν κοίτην ἐτόλμησας. Ἵνα οὖν ἤδη ἐν ταῖς
ἑξῆς γενεαῖς τὴν τοιαύτην μίμησιν φυγεῖν ἔχωσι, διὰ
τοῦτο ἐναποθέσθαι τοῖς γράμμασι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
 

 94. Ιωάννης Χρυσόστομος. In oraculum Zachariae redditum


[Sp.] (fort. sub auctore Proclo) {2062.131} (A.D. 4-5) Volume 50
page 788 line 14
 προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς. Ὅτε τῷ τάφῳ
τὸ γῆράς με προσάγει, τότε νυμφικῆς ἐπιβήσομαι
κοίτης, καὶ παῖδα φυτουργήσω τοῦ τῆς νεότητός μοι
δεδυκότος ἡλίου; Κἀγὼ διὰ τὸν χρόνον ἐξίτηλος, καὶ   (15)
τῆς Ἐλισάβετ ἡ μήτρα νενέκρωται. Κατὰ τί οὖν
 
1237

 95. Ιωάννης Χρυσόστομος. In illud: Domine, non est in homine


{2062.149} (A.D. 4-5) Volume 56 page 160 line 8
 ἐξεζήτησαν. Φωνὴ ἀκοῆς ἔρχεται καὶ σεισμοῦ
μεγάλου ἀπὸ βοῤῥᾶ, τοῦ τάξαι τὰς πόλεις Ἰούδα
εἰς ἀφανισμὸν καὶ κοίτην στρουθῶν. Εἶτα ἐπειδὴ
ἐτραγῴδησε τὴν οἰκείαν συμφορὰν ἐκείνη, φησί, Κύ-
ριε, οὐχὶ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ὁδὸς αὐτοῦ. Τί οὖν;    (10)
 

 96. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (A.D. 4-5) Volume 58 page 516 line 41
 νεῖ, πρὶν ἢ καθᾶραι σαυτὸν καλῶς, ἀνατείνεις τὰς χεῖ-
ρας; καὶ πῶς οὐ φρίττεις; εἰπέ μοι. Οὐκ ἤκουσας Παύ-   (40)
λου λέγοντος, ὅτι Τίμιος ὁ γάμος, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαν-
τος; Εἰ δὲ ἀπὸ τῆς ἀμιάντου κοίτης ἀνιστάμενος οὐ
τολμᾷς εὐχῇ προσελθεῖν, ἀπὸ τῆς κοίτης ὢν τῆς διαβο-
 

 97. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (A.D. 4-5) Volume 58 page 516 line 42
 ρας; καὶ πῶς οὐ φρίττεις; εἰπέ μοι. Οὐκ ἤκουσας Παύ-   (40)
λου λέγοντος, ὅτι Τίμιος ὁ γάμος, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαν-
τος; Εἰ δὲ ἀπὸ τῆς ἀμιάντου κοίτης ἀνιστάμενος οὐ
τολμᾷς εὐχῇ προσελθεῖν, ἀπὸ τῆς κοίτης ὢν τῆς διαβο-
λικῆς πῶς καλεῖς τὸ φρικτὸν ὄνομα ἐκεῖνο καὶ φοβερόν;
 

 98. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (A.D. 4-5) Volume 58 page 516 line 43
 λου λέγοντος, ὅτι Τίμιος ὁ γάμος, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαν-
τος; Εἰ δὲ ἀπὸ τῆς ἀμιάντου κοίτης ἀνιστάμενος οὐ
τολμᾷς εὐχῇ προσελθεῖν, ἀπὸ τῆς κοίτης ὢν τῆς διαβο-
λικῆς πῶς καλεῖς τὸ φρικτὸν ὄνομα ἐκεῖνο καὶ φοβερόν;
Καὶ γὰρ κοίτη διαβολικὴ, τὸ ἐν ὕβρεσι πλύνεσθαι καὶ   (45)
 

 99. Ιωάννης Χρυσόστομος. In Matthaeum (homiliae 1-90)


{2062.152} (A.D. 4-5) Volume 58 page 516 line 45
 τολμᾷς εὐχῇ προσελθεῖν, ἀπὸ τῆς κοίτης ὢν τῆς διαβο-
λικῆς πῶς καλεῖς τὸ φρικτὸν ὄνομα ἐκεῖνο καὶ φοβερόν;
Καὶ γὰρ κοίτη διαβολικὴ, τὸ ἐν ὕβρεσι πλύνεσθαι καὶ   (45)
λοιδορίαις. Καὶ καθάπερ πονηρός τις μοιχὸς, ὁ θυμὸς
1238

μετὰ πολλῆς ἡμῖν συγγίνεται τῆς ἡδονῆς, τὰ ὀλέθρια


 

 100. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Romanos (homiliae


1-32) {2062.155} (A.D. 4-5) Volume 60 page 554 line 14
 θεν ὁ ἄνθρωπος, καὶ πάντες τοῦ Θεοῦ γεγόναμεν
παῖδες, καὶ σπέρμα τοῦ Ἀβραάμ. Οὐ μόνον δὲ,
ἀλλὰ καὶ Ῥεβέκκα ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα Ἰσαὰκ
τοῦ πατρὸς ἡμῶν. Μέγα τὸ ζητούμενον ἦν· διὸ καὶ   (15)
πολλοὺς κινεῖ λογισμοὺς, καὶ πανταχόθεν ἐπιχειρεῖ

 101. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Romanos (homiliae


1-32) {2062.155} (A.D. 4-5) Volume 60 page 555 line 41
 Παῦλος ὡς ἐπὶ σαφέστερον ἐξελθὼν παράδειγμα, Οὐ
μόνον δὲ ἐπὶ τοῦ Ἰσαὰκ τοῦτο συνέβη, φησὶν, ἀλλὰ   (40)
καὶ Ῥεβέκκα ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα Ἰσαὰκ
τοῦ πατρὸς ἡμῶν. Μήπω γὰρ γεννηθέντων, μηδὲ
πραξάντων τι ἀγαθὸν ἢ κακὸν, ἵνα ἡ κατ’ ἐκλο-
 

 102. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Romanos (homiliae


1-32) {2062.155} (A.D. 4-5) Volume 60 page 556 line 44
 τὸν λόγον ποιήσωμεν, ἐπ’ αὐτὰ τὰ ῥήματα ἴωμεν τὰ
ἀποστολικά. Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ Ῥεβέκκα ἐξ
ἑνὸς κοίτην ἔχουσα. Ἠδυνάμην μὲν γὰρ, φησὶν,
εἰπεῖν καὶ τοὺς ἀπὸ τῆς Χεττούρας, ἀλλ’ οὐ λέγω·   (45)
ἀλλ’ ὥστε ἐκ περιουσίας τὴν νίκην ἄρασθαι, τοὺς ἐξ
 

 103. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Colossenses


(homiliae 1-12) {2062.161} (A.D. 4-5) Volume 62 page 388 line
51
 τούτου αἴτιον ἡ ἀσέλγεια καὶ ἡ ἀκολασία. Τὸ οὕτω
τοὺς γάμους γίνεσθαι, τὸ παραφθείρεσθαι, τὸ πρᾶ-    (50)
γμα διέβαλεν· ἐπεὶ Τίμιος ὁ γάμος, καὶ ἡ κοίτη
ἀμίαντος. Τί αἰσχύνῃ τῷ τιμίῳ; τί ἐρυθριᾷς ἐπὶ τῷ
ἀμιάντῳ; Ταῦτα αἱρετικῶν ἐστι, ταῦτα τῶν τὰς
 

 104. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Titum (homiliae 1-6)


{2062.166} (A.D. 4-5) Volume 62 page 690 line 18
 Οὐδαμοῦ εἶπεν, Ἐὰν μή τις ἀποτάξηται γυναικί· οἶδε
γὰρ οἵαν ἐνέθηκε τὴν τυραννίδα. Καὶ ὁ μακάριος οὗτός
1239

φησι· Τίμιος ὁ γάμος, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος.


Οὐδαμοῦ τιμίαν τὴν τῶν χρημάτων ἐπιμέλειαν καλεῖ,
ἀλλὰ τὸ ἐναντίον. Οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμ-   (20)
 

 105. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Hebraeos (homiliae


1-34) {2062.168} (A.D. 4-5) Volume 63 page 116 line 7
 ἔχειν τὴν μνήμην· ἐπειδὴ δὲ φροντίζετε ἀεὶ, καὶ   (5)
περισπᾶσθε ἐν τοῖς βιωτικοῖς, κἂν τότε μνημονεύετε
ἐπὶ τῆς κοίτης τοῦ Θεοῦ· ἐν τοῖς ὄρθροις μελετᾶτε
ἐν αὐτῷ. Ἂν ἐν τοῖς ὄρθροις μελετήσωμεν ταῦτα,
μετὰ πολλῆς ἀσφαλείας χωρήσομεν εἰς τὰ πράγματα·
 

 106. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Hebraeos (homiliae


1-34) {2062.168} (A.D. 4-5) Volume 63 page 225 line 46
 δεσμίων ὡς συνδεδεμένοι, τῶν κακουχουμένων,
ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες ἐν σώματι. Τίμιος ὁ γάμος   (45)
ἐν πᾶσι, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος· πόρνους δὲ καὶ
μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός. Ἀφιλάργυρος ὁ τρόπος·
ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν. Ὅρα πόσος περὶ σω-
 

 107. Ιωάννης Χρυσόστομος. In epistulam ad Hebraeos (homiliae


1-34) {2062.168} (A.D. 4-5) Volume 63 page 225 line 57
 Οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον· ἐνταῦθα δὲ,    (55)
Πόρνους δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεὸς, καὶ πρό-
τερον θεὶς τὸ, Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι καὶ ἡ κοίτη
ἀμίαντος, εἶτα ἐπιτίμιον ἐπαγαγὼν, δείκνυσιν ὅτι
δικαίως τὰ ἑξῆς ἐπήγαγεν. Εἰ γὰρ γάμος συνεχωρή-
 
 136. Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos {4089.024} (A.D. 4-5)
Volume 80 page 1121 line 16

   δʹ, εʹ. «Τὰ ῥήματα τοῦ στόματος αὐτοῦ ἀνομία


καὶ δόλος· οὐκ ἐβουλήθη συνιέναι τοῦ ἀγαθῦναι.    (15)
Ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοίτης αὑτοῦ, παρ-
έστη πάσῃ ὁδῷ οὐκ ἀγαθῇ· κακίᾳ δὲ οὐ προσώχθι-
σεν.» Λόγοις μὲν γὰρ κέχρηται τῆς ἀληθείας γε-
 

 137. Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos {4089.024} (A.D. 4-5)


Volume 80 page 1164 line 19
1240

 ἀπαλλαγήν.
  δʹ. «Κύριος βοηθήσει αὐτῷ ἐπὶ Κλίνης ὀδύνης
αὐτοῦ· ὅλην τὴν κοίτην αὐτοῦ ἔστρεψας ἐν τῇ
ἀῤῥωστίᾳ αὐτοῦ.» Πάσης αὐτὸν, φησὶν, ἀπαλλά-    (20)
ξει τῆς ἀῤῥωστίας, καὶ εἰς ὑγίειαν τὴν νόσον
 

 138. Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos {4089.024} (A.D. 4-5)


Volume 80 page 1164 line 23
 ξει τῆς ἀῤῥωστίας, καὶ εἰς ὑγίειαν τὴν νόσον
μεταβαλεῖ. Τὸ γὰρ, «ἔστρεψας ἐν τῇ ἀῤῥωστίᾳ
τὴν κοίτην,» ἀντὶ τοῦ μετέβαλες τέθεικεν
Οὕτω τοῦ συνιέντος τὴν ἀξιάγαστον ἐκείνην πτωχείαν
τὰς ἀντιδόσεις διεξελθὼν, ὑποδείκνυσιν ἡμῖν, τίς ὁ   (25)
 

 139. Θεοδώρετος. Interpretatio in Psalmos {4089.024} (A.D. 4-5)


Volume 80 page 1993 line 22
 σονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὑτῶν.» Καὶ οἱ τὸ δίκαιον    (20)
τιμῶντες, ἐν εὐκλείᾳ γενήσονται, πολλῆς ἀπολαύον-
τες ἀναπαύλης. Κοίτην γὰρ τὴν ἀνάπαυλαν ἐκά-
λεσεν· ἀναπαύλης γὰρ ἡ κλίνη σημαντική.
  ζʹ. «Αἱ ὑψώσεις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν.»
 

 140. Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum


{4089.025} (A.D. 4-5) Volume 81 page 112 line 46
 θος, καί φησιν·

ΚΕΦΑΛ. Γʹ.   (45)

  Στίχ. αʹ. Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν


ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου. Ἐζήτησα αὐτὸν, καὶ οὐχ
εὗρον αὐτόν. Ἐπεκάλεσα αὐτὸν, καὶ οὐχ ὑπήκουσέ
 

 141. Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum


{4089.025} (A.D. 4-5) Volume 81 page 113 line 41
 πολεμούμενον. Ἀλλ’ ἐπὶ τὸ προκείμενον ἀναδραμεῖν
καιρός. Ἐνταῦθα γὰρ ἡ νύμφη, τοῦ νυμφίου πρὸς βραχὺ   (40)
χωρισθέντος, ἐπιζητεῖ μὲν αὐτὸν ἐν τῇ κοίτῃ, καὶ τοῦτο
οὐ μεθ’ ἡμέραν, ἀλλὰ νύκτωρ· οὐχ εὑρίσκει δὲ αὐτὸν
1241

ἀναπαυόμενον. Καὶ ταῦτα οὐ μόνον ζητοῦσα, ἀλλὰ


 

 142. Θεοδώρετος. Explanatio in Canticum canticorum


{4089.025} (A.D. 4-5) Volume 81 page 116 line 52
 βολῆς κόσμου τὴν ὑπεράγαθον περὶ ἐμὲ βούλησιν   (50)
ἔχουσα· διὸ καὶ δι’ ἐμὲ τὴν ἀνθρωπείαν πάντως
φύσιν, τό τε δὲ τὸ πᾶν, ὑπεστήσατο· «Ἐπὶ κοίτην
μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου·
ἐζήτησα αὐτὸν, καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν.» Καὶ μικρὸν
 

 143. Θεοδώρετος. Interpretatio in Jeremiam {4089.026} (A.D. 4-


5) Volume 81 column 569 line 34
   κβʹ. Φωνὴ ἀκοῆς ἰδοὺ ἔρχεται, καὶ σεισμὸς μέ-
γας ἐκ γῆς βοῤῥᾶ, τοῦ τάξαι τὰς πόλεις Ἰούδα
εἰς ἀφανισμὸν, καὶ κοίτην στρουθῶν. Στρουθοὺς
τὰς μεγάλας λέγει τὰς Λιβύσσας, ἃς οἱ πολλοὶ   (35)
στρουθοκαμήλους καλοῦσι· φιλέρημον γὰρ καὶ τοῦτο
 

 144. Θεοδώρετος. Interpretatio in Jeremiam {4089.026} (A.D. 4-


5) Volume 81 column 740 line 35
 δὲ καὶ ποῦ παρεσκεύασαν αὐτὰ πλανηθῆναι. «Ἔξωσαν
αὐτοὺς ἐπὶ τὰ ὄρη· ἐπλάνησαν αὐτοὺς, ἐξ ὄρους
ἐπὶ βουνὸν ᾤχοντο, ἐπελάθοντο κοίτης αὑτῶν.» Βου-   (35)
νοὺς καὶ ὄρη τὰ τῶν εἰδώλων τεμένη καλεῖ· ἐν
ἐκείνοις γὰρ προσεκύνουν τὰ εἴδωλα· κοίτην δὲ αὐ-
 

 145. Θεοδώρετος. Interpretatio in Jeremiam {4089.026} (A.D. 4-


5) Volume 81 column 740 line 37
 ἐπὶ βουνὸν ᾤχοντο, ἐπελάθοντο κοίτης αὑτῶν.» Βου-   (35)
νοὺς καὶ ὄρη τὰ τῶν εἰδώλων τεμένη καλεῖ· ἐν
ἐκείνοις γὰρ προσεκύνουν τὰ εἴδωλα· κοίτην δὲ αὐ-
τῶν τὸν θεῖον νεών· ἐκεῖθεν γὰρ εἶχον τὴν ἀπόλαυσιν
τῶν ἀγαθῶν. Αὕτη, φησὶν, ἡ πλάνη τοῖς πολεμίοις
 

 146. Θεοδώρετος. Interpretatio in Ezechielem {4089.027} (A.D.


4-5) Volume 81 page 1040 line 8
   Καὶ ἐξαπέστειλεν ἀγγέλους, φησὶ, πρὸς αὐτοὺς
εἰς γῆν Χαλδαίων. ιζʹ. Καὶ ἦλθον πρὸς αὐτὴν υἱοὶ
1242

Βαβυλῶνος εἰς κοίτην καταλυόντων, καὶ ἐμίαναν


αὐτὴν ἐν τῇ πορνείᾳ αὑτῶν· καὶ ἐμιάνθη ἐν αὐτοῖς,
καὶ ἀπέστη ἡ ψυχὴ αὐτῆς ἀπ’ αὐτῶν. Αὕτη γὰρ,    (10)
 

 147. Θεοδώρετος. Interpretatio in Danielem {4089.028} (A.D. 4-


5) Volume 81 page 1296 line 15
 διηνεκῶς· μὴ τοίνυν ἐμοὶ ἐπιγράψῃς τὸ ὑπὸ τοῦ ἐν-
υπνίου δηλούμενον. Εἶτά φησι· «Τὸ ἐνύπνιόν σου,
καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς σου, ἐπὶ τῆς κοίτης   (15)
σου, τοῦτό ἐστι, βασιλεῦ.» Ἀντὶ τοῦ· Ἃ νύκτωρ
ἐθεάσω, ταῦτά ἐστιν·
 

 148. Θεοδώρετος. Interpretatio in Danielem {4089.028} (A.D. 4-


5) Volume 81 page 1296 line 18
 σου, τοῦτό ἐστι, βασιλεῦ.» Ἀντὶ τοῦ· Ἃ νύκτωρ
ἐθεάσω, ταῦτά ἐστιν·
  κθʹ. «Οἱ διαλογισμοί σου ἐπὶ τῆς κοίτης σου ἀν-
έβησαν, ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα.» Ἐλογίζου,
φησὶ, κατακείμενος ἐπὶ τῆς Κλίνης, εἴτε εἰς ἀεὶ   (20)
 

 149. Θεοδώρετος. Interpretatio in Danielem {4089.028} (A.D. 4-


5) Volume 81 page 1357 line 6
   βʹ. «Ἐνύπνιον, φησὶν, εἶδον, καὶ ἐφοβέρισέ με,
καὶ ἐθαύμασα ἐπὶ τούτοις πᾶσι, καὶ ἐταράχθην ἐπὶ   (5)
τῆς κοίτης μου, καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς μου
συνετάραξάν με.» Ἐν τοσαύτῃ γὰρ ὑπάρχων εὐ-
ημερίᾳ, ὄναρ εἶδον λυπηρὸν, καὶ ἐξεδειματώθην μὲν
 

 150. Θεοδώρετος. Interpretatio in Danielem {4089.028} (A.D. 4-


5) Volume 81 page 1360 line 46
 τεύοντες διετέλουν.
  ιʹ. «Ἐθεώρουν τοίνυν, φησὶν, ἐν ὁράματι τῆς   (45)
νυκτὸς ἐπὶ τῆς κοίτης μου, καὶ ἰδοὺ εἲρ καὶ ἅγιος
ἀπ’ οὐρανοῦ κατέβη.» Εἲρ καλεῖ τὸν ἐγρηγορότα·
τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται τῇ Ἑλλάδι φωνῇ. Ἐγρηγο-
 

 151. Θεοδώρετος. Interpretatio in Danielem {4089.028} (A.D. 4-


5) Volume 81 page 1412 line 6
1243

   αʹ. «Ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει Βαλτάσαρ, τοῦ βασιλέως


Χαλδαίων, Δανιὴλ ἐνύπνιον εἶδε, καὶ ἡ ὅρασις τῆς    (5)
κεφαλῆς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ, καὶ τὸ ἐν-
ύπνιον ἔγραψε.» Μέχρι μὲν τούτων τῶν λόγων
ὁ μακάριος Δανιὴλ ἱστορικώτερον τὴν προφητείαν
 

 152. Θεοδώρετος. Interpretatio in Danielem {4089.028} (A.D. 4-


5) Volume 81 page 1412 line 33
 τῷ πρώτῳ ἔτει Βαλτάσαρ, βασιλέως Χαλδαίων, Δα-
νιὴλ ἐνύπνιον εἶδε, καὶ αἱ ὁράσεις τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ
ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ.» Τουτέστι, καθεύδων τήνδε
τὴν ἀποκάλυψιν ἐθεάσατο· ἐπειδὴ γὰρ μέλλει καὶ
ἃ μεθ’ ἡμέραν εἶδε συγγράφειν, εἰκότως ἡμᾶς   (35)
 

 153. Θεοδώρετος. Interpretatio in xii prophetas minores


{4089.029} (A.D. 4-5) Volume 81 page 1592 line 33

 ταις αὑτῶν, ἐπὶ σίτῳ καὶ οἴνῳ κατετέμνοντο.» Τὴν


γὰρ ἐπηγγελμένην τοῖς πατράσιν αὑτῶν ἀπειληφότες
γῆν· (ταύτην γὰρ κοίτην ὠνόμασεν, ὡς μετὰ τοὺς
ἐν τῇ ἐρήμῳ πόνους διαναπαύσασαν αὐτούς), τὰς
ἐθνικὰς τελετὰς ἐπετέλουν, καὶ τοῖς ἐμοῖς ἀγαθοῖς   (35)

 165. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 796 line 8
 ῥυεῖ, τῶν ἁγίων οὐκ ἔδεται, ἕως ἂν καθαρισθῇ, καὶ
ὁ ἁπτόμενος πάσης ἀκαθαρσίας ψυχῆς, ἢ ἄνθρωπος
ᾧ ἂν ἐξέλθῃ ἐξ αὐτοῦ κοίτη σπέρματος, ἢ ὅστις ἂν
ἅψηται παντὸς ἑρπετοῦ ἀκαθάρτου, ὃ μιαίνει αὐτὸν,
ἢ ἐπ’ ἀνθρώπῳ, ἐν ᾧ μιαίνει αὐτὸν κατὰ πᾶσαν ἀκα-    (10)
 

 166. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 796 line 44
 Προσάπτει δὲ τούτοις, ὡς ὁμοφυᾶ νοσοῦντα ἀκαθαρ-
σίαν, τὸν ἁπτόμενον πάσης ἀκαθαρσίας ψυχῆς, ἢ ᾧ
ἐὰν ἐξέλθῃ κοίτη σπέρματος, καὶ μέντοι τὸν ἑρπε-
τοῦ θιγγάνοντα, καὶ ἀνδρὸς ἡντιναοῦν ἔχοντος ἐπὶ    (45)
μολυσμῷ τὴν κατάῤῥησιν· οὐ πάθεσιν, οἶμαι, σωμα-
 
1244

 167. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 797 line 25
 λεπροῦ δὴ λέγω καὶ γονοῤῥυοῦς. «Καὶ ὁ ἁπτόμε-
νος,» φησὶ, «πάσης ἀκαθαρσίας ψυχῆς, ἢ ᾧ ἂν ἐξέλ-
θῃ κοίτη σπέρματος αὐτοῦ, ἀκάθαρτος ἔσται.»    (25)
ΠΑΛΛ. Καὶ τίς ἂν γένοιτο τοῖς ἐπαφωμένοις ἡ
ἀπό γε τούτου ζημία;
 

 168. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 909 line 7
 αὐτούς· Ἀνδρὸς ἐὰν παραβῇ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ ὑπερ-   (5)
ιδοῦσα παρίδῃ αὐτὸν, καὶ κοιμηθῇ τις μετ’ αὐτῆς
κοίτην σπέρματος, καὶ λάθῃ ἐξ ὀφθαλμῶν τοῦ ἀνδρὸς
αὐτῆς, καὶ κρύψῃ, αὐτὴ δὲ ᾖ μεμιασμένη, καὶ μάρ-
τυς μὴ ἦν μετ’ αὐτῆς, καὶ αὐτὴ μὴ ᾖ συνειλημμένη,
 

 169. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 909 line 33
 σεαυτῆς, ἀθώα ἴσθι ἀπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ
ἐπικαταρωμένου τούτου. Εἰ δὲ σὺ παραβέβηκας
ὕπανδρος οὖσα, εἰ μεμίανσαι, καὶ ἔδωκέ τις τὴν κοί-
την αὐτοῦ ἐν σοὶ, πλὴν τοῦ ἀνδρός σου· καὶ ὁρκιεῖ
ὁ ἱερεὺς τὴν γυναῖκα ἐν τοῖς ὅρκοις τῆς ἀρᾶς ταύτης,    (35)
καὶ ἐρεῖ ὁ ἱερεὺς τῇ γυναικί· Δῴη σε Κύριος ἐν ἀρᾷ  
 

 170. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 997 line 6
 τοῦ ἐν αὐτῷ, πᾶσαι αἱ ἡμέραι ῥύσεως σώματος αὐ-
τοῦ ᾗ συνέστηκε τὸ σῶμα αὐτοῦ διὰ τῆς ῥύσεως,   (5)
ἀκαθαρσία αὐτοῦ ἐστι. Πᾶσα κοίτη ἐφ’ ἧς ἂν κοι-
μηθῇ ἐπ’ αὐτῆς ὁ γονοῤῥυὴς, ἀκάθαρτός ἐστι, καὶ
πᾶν σκεῦος ἐφ’ ὃ ἂν καθίσῃ ἐπ’ αὐτὸ ὁ γονοῤῥυὴς,
 

 171. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 997 line 10
 πᾶν σκεῦος ἐφ’ ὃ ἂν καθίσῃ ἐπ’ αὐτὸ ὁ γονοῤῥυὴς,
ἀκάθαρτον ἔσται. Καὶ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν ἅψηται τῆς
κοίτης αὐτοῦ, πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ λούσεται    (10)
τὸ σῶμα αὐτοῦ ὕδατι, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέ-
1245

ρας. Καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ σκεύους, ἐφ’ ὃ ἂν


 

 172. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 1000 line 31
 ὅτι, κατὰ τὸ γεγραμμένον· «Ὁ ἁπτόμενος πίσσης,
μολυνθήσεται.» Καταμιαίνει γε μὴν πᾶν σκεῦος,   (30)
οὗπερ ἂν ἅπτοιτο τυχὸν ὁ γονοῤῥυὴς, καὶ κοίτην
αὐτοῦ, καὶ χρῶτα καὶ ἀγγεῖα, καὶ ὕδωρ καὶ σκεύη
ξύλινα· δι’ αἰνιγμάτων ὑποδηλῶν, ὅτι τῆς ἐνούσης
 

 173. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 1001 line 42
 τος δὲ αὖ, ὡς ἐν φαντασίαις τάχα που νυκτεριναῖς.    (40)
Ἔφη γὰρ πάλιν ὡδί· «Καὶ ἄνθρωπος, ᾧ ἂν ἐξέλθῃ
ἐξ αὐτοῦ κοίτη σπέρματος, καὶ λούσεται πᾶν τὸ σῶμα
αὐτοῦ ὕδατι, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας. Καὶ
γυνὴ, ᾗ ἐὰν κοιμηθῇ ἀνὴρ μετ’ αὐτῆς κοίτην σπέρ-
 

 174. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 1001 line 44
 ἐξ αὐτοῦ κοίτη σπέρματος, καὶ λούσεται πᾶν τὸ σῶμα
αὐτοῦ ὕδατι, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας. Καὶ
γυνὴ, ᾗ ἐὰν κοιμηθῇ ἀνὴρ μετ’ αὐτῆς κοίτην σπέρ-
ματος, καὶ λούσονται τὰ σώματα ὕδατι, καὶ ἀκάθαρ-   (45)
τοι ἔσονται ἕως ἑσπέρας.» Ἴσα γὰρ ἐπ’ ἀμφοῖν τὰ
 

 175. Κύριλλος. . De adoratione et cultu in spiritu et veritate


{4090.096} (A.D. 4-5) Volume 68 page 1004 line 25
 τὸ καταμιαίνεσθαι δεῖν νοσούσης ἐφ’ ἑαυτῇ· καὶ
ὥσπερ ἐπὶ τοῦ γονοῤῥυοῦς πᾶν σκεῦος κατεμολύνετο,
καὶ κοίτη πᾶσα, καὶ πᾶν ἱμάτιον, καὶ πᾶς ὁ ἁπτόμε-   (25)
νος ἀγχοῦ τε ἰών· οὕτω καὶ ἐπ’ αὐτῆς. Ἀπαλλάττει
δὲ καὶ αὐτὴν κατὰ τὸν ἴσον ἐκείνῳ τρόπον, ὕδατι δια-
 

 176. Κύριλλος. . Glaphyra in Pentateuchum {4090.097} (A.D. 4-


5) Volume 69 page 337 line 3
 (337) ἀρχὴ τέκνων μου, σκληρὸς φέρεσθαι καὶ σκληρῶς
αὐθάδης. Ἐξύβρισας ὡς ὕδωρ, μὴ ἐκζέσῃς. Ἀνέβης
1246

γὰρ ἐπὶ τὴν κοίτην τοῦ πατρός σου, τότε ἐμίανας


τὴν στρωμνὴν οὗ ἀνέβης.» Κέκλοφε μὲν οὖν τὸν
τοῦ πατρὸς γάμον ὁ Ῥουβείμ· ἥλω τε οὐκ ἀσυμφα-    (5)
 

 177. Κύριλλος. . Glaphyra in Pentateuchum {4090.097} (A.D. 4-


5) Volume 69 page 341 line 23
 σμένοι διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ. Εἶτα τὴν αἰτίαν
ἐπιφέρει τοῦ συμβησομένου, καί φησι· «Ἀνέβης
γὰρ ἐπὶ κοίτην πατρός σου, τότε ἐμίανας τὴν
στρωμνὴν οὗ ἀνέβης.» Ὡς γὰρ ἤδη προεῖπον,
οὐκέτι μὲν τὰ ἐν νόμῳ διερευνώμενοι καὶ τοῖς ἄνω-    (25)
 

 178. Κύριλλος. . Glaphyra in Pentateuchum {4090.097} (A.D. 4-


5) Volume 69 page 341 line 43
 Καὶ ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διπλό-
τερον ὑμῶν.» Ἀλλ’ οὐκ ἂν ἐγένετο γεέννης υἱὸς, εἰ μὴ τοῖς τῶν
μοιχωμένων προσετέθη λόγοις. Ἀνα-
βεβήκασι τοίνυν ἐπὶ κοίτην πατρὸς οἱ ἐξ αἵματος Ἰσραήλ·
παρωθούμενοι μὲν τὸ τῷ νομοθέτῃ δοκοῦν,
ὡς ἕωλον· τοὺς ἰδίους δὲ τοῖς παιδευομένοις εἰσκρίνοντες λόγους,
καὶ ἀκαθαρσίας αὐτοῖς ἐνιέντες σπέρ-
ματα.    (45)
 

 179. Κύριλλος. . Expositio in Psalmos {4090.100} (A.D. 4-5)


Volume 69 page 916 line 47
 δόλου δὲ, ὅτι καὶ παγιδεύειν αὐτὸν βουλόμενοι, χρη-   (45)
στοῖς προσῄεσαν λόγοις.
Ἀνομίαν ἐλογίσατο ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ.
  (B f. 121 b) Οἱ μὲν γὰρ τοῖς ἱεροῖς εἴκοντες νό-
μοις, οἱ καυχήμασιν ἁγιοπρεπέσιν ἐνιδροῦν εἰωθότες,
 

 180. Κύριλλος. . Fragmenta in Canticum canticorum {4090.102}


(A.D. 4-5) Volume 69 page 1285 line 32
 νωμένης πάλαι καὶ εἰδωλολατρούσης ψυχῆς ἐπὶ οὐ-   (30)
ράνιον ὕψος ἀναβάντας.
Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα.
  Τὰς γυναῖκας δηλοῖ, τὰς ἐλθούσας μιᾷ Σαββάτων
ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ μὴ εὑ-  
 
1247

 181. Κύριλλος. . Fragmenta in Canticum canticorum {4090.102}


(A.D. 4-5) Volume 69 page 1285 line 35
   Τὰς γυναῖκας δηλοῖ, τὰς ἐλθούσας μιᾷ Σαββάτων
ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ μὴ εὑ-  
ρούσας αὐτόν. Τὸ οὖν, ἐπὶ τὴν κοίτην, ἢ ἀπὸ κοί-   (35)
της φησὶν, ἢ κοίτην ἑαυτῆς τὸ τοῦ Κυρίου μνῆμα
καλεῖ, καθ’ ὃ συνθαπτόμεθα αὐτῷ. Ἀλλ’ οὐχ εὗρεν
 

 182. Κύριλλος. . Fragmenta in Canticum canticorum {4090.102}


(A.D. 4-5) Volume 69 page 1285 line 35
   Τὰς γυναῖκας δηλοῖ, τὰς ἐλθούσας μιᾷ Σαββάτων
ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ μὴ εὑ-  
ρούσας αὐτόν. Τὸ οὖν, ἐπὶ τὴν κοίτην, ἢ ἀπὸ κοί-   (35)
της φησὶν, ἢ κοίτην ἑαυτῆς τὸ τοῦ Κυρίου μνῆμα
καλεῖ, καθ’ ὃ συνθαπτόμεθα αὐτῷ. Ἀλλ’ οὐχ εὗρεν
αὐτὸν, ἀκούσασα· «Οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γάρ.» Καὶ
 

 183. Κύριλλος. . Fragmenta in Canticum canticorum {4090.102}


(A.D. 4-5) Volume 69 page 1285 line 36
 ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ μὴ εὑ-  
ρούσας αὐτόν. Τὸ οὖν, ἐπὶ τὴν κοίτην, ἢ ἀπὸ κοί-   (35)
της φησὶν, ἢ κοίτην ἑαυτῆς τὸ τοῦ Κυρίου μνῆμα
καλεῖ, καθ’ ὃ συνθαπτόμεθα αὐτῷ. Ἀλλ’ οὐχ εὗρεν
αὐτὸν, ἀκούσασα· «Οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γάρ.» Καὶ
 

 184. Κύριλλος. . Commentarius in Isaiam prophetam {4090.103}


(A.D. 4-5) Volume 70 page 320 line 55
 ἔσονται· καὶ λέων καὶ βοῦς ἅμα φάγονται ἄχυρα,
καὶ παιδίον νήπιον ἐπὶ τρώγλην ἀσπίδων καὶ
ἐπὶ κοίτην ἐγγόνων ἀσπίδων τὴν χεῖρα ἐπιβαλεῖ·   (55)
καὶ οὐ μὴ κακοποιήσωσιν, οὐδ’ οὐ μὴ δύνωνται
ἀπολέσαι οὐδένα ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου· ὅτι
 

 185. Κύριλλος. . Commentarius in Isaiam prophetam {4090.103}


(A.D. 4-5) Volume 70 page 325 line 12
 ἁπάντων ἔσονται δειμάτων ἀμείνους, ὑπεμφαίνει λέ-   (10)
γων· «Καὶ παιδίον νήπιον ἐπὶ τρώγλην ἀσπίδων, καὶ
ἐπὶ κοίτην ἐγγόνων ἀσπίδων τὴν χεῖρα ἐπιβαλεῖ, καὶ
οὐ μὴ κακοποιήσωσιν, οὐδ’ οὐ μὴ δύνωνται ἀπολέσαι
1248

οὐδένα ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου.» Τρώγλας δὲ οἶμαι


 

 186. Κύριλλος. . Commentarius in Isaiam prophetam {4090.103}


(A.D. 4-5) Volume 70 page 421 line 33
   Ἰδοὺ Δαμασκὸς ἀρθήσεται ἀπὸ πόλεων, καὶ
ἔσται εἰς πτῶσιν, καταλελειμμένη εἰς τὸν αἰῶνα,
εἰς κοίτην ποιμνίων καὶ ἀνάπαυσιν, καὶ οὐκ
ἔσται ὁ διώκων.
  Οὐχ ἁπλῶς εἰς πεῖραν πολέμων, καὶ τῶν ἐντεῦθεν   (35)
 

 187. Κύριλλος. . Commentarius in Isaiam prophetam {4090.103}


(A.D. 4-5) Volume 70 page 421 line 43
 κούντων αὐτὴν, οὐχ ὡς ἐπὶ μετῳκηκότων, ἀλλ’ ὡς
τοῖς τῶν πολεμίων ξίφεσι δεδαπανημένων. Ἔσεσθαι
δὲ λέγων αὐτὴν εἰς κοίτην ποιμνίων, τὴν παντελῆ
δέδειχεν ἐρημίαν· οὐ γὰρ ἂν ἀνεπαύσαντο ποιμένες,
καὶ ἐν αὐτῇ κατέδυσαν αἱ τῶν θρεμμάτων ἀγέλαι,   (45)
 

 188. Κύριλλος. . Commentarius in Isaiam prophetam {4090.103}


(A.D. 4-5) Volume 70 page 1249 line 28
 τοῦ δρυμοῦ. Ἴδετε ὅτι πάντες ἐκτετύφλωνται,
καὶ οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι. Πάντες κύνες ἐν-
νεοὶ οὐ δυνάμενοι ὑλακτεῖν, ἐνυπνιαζόμενοι κοί-
την, φιλοῦντες νυσταγμὸν, καὶ ὡς κύνες ἀναι-
δεῖς τῇ ψυχῇ, οὐκ εἰδότες πλησμονὴν, καὶ   (30)
εἰσὶ πονηροὶ οὐκ εἰδότες σύνεσιν, πάντες ἐν ταῖς
 

 196. Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum . (A.D. 5-6)


Page 1616 line 43
 μοσιεύει τῷ διηγήματι· καὶ ὅπως εὗρε τὸν ζητούμε-
νον ὑπογράφει τῷ λόγῳ· τὴν μὲν οὖν τελειοτέραν
τοῦ ἀγαθοῦ μετουσίαν, κοίτην ὀνομάζει καὶ νύκτα
λέγει τὸν τῆς κοίτης καιρόν· διὰ δὲ τοῦ ὀνόματος
τῆς νυκτὸς, ἐνδείκνυται τῶν ἀοράτων τὴν θεωρίαν,    (45)
 
1249

 197. Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum . (A.D. 5-6)


Page 1616 line 44
 νον ὑπογράφει τῷ λόγῳ· τὴν μὲν οὖν τελειοτέραν
τοῦ ἀγαθοῦ μετουσίαν, κοίτην ὀνομάζει καὶ νύκτα
λέγει τὸν τῆς κοίτης καιρόν· διὰ δὲ τοῦ ὀνόματος
τῆς νυκτὸς, ἐνδείκνυται τῶν ἀοράτων τὴν θεωρίαν,    (45)
κατὰ τὸν ἐν τῷ γνόφῳ Μωσέα, ἐν ᾧ ἦν ὁ Θεὸς ὃς,
 

 198. Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum . (A.D. 5-6)


Page 1616 line 52
 λειότητος, ὅσον οἱ μηδὲ τὴν ἀρχὴν ἐγχειρήσαντες·   (50)
ἤδη γάρ φησιν ὡς τῶν τελείων ἀξιωθεῖσα, καθάπερ
ἐπὶ κοίτης τινὸς τῆς τῶν ἐγνωσμένων καταλήψεως
ἐμαυτὴν ἀναπαύουσα· ὅτε τῶν ἀοράτων ἐντὸς ἐγε-
νόμην καταλιποῦσα τὰ αἰσθητήρια· ὅτε περιεσχέθην
 

 199. Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum . (A.D. 5-6)


Page 1617 line 1
 τότε μὲν τὴν ἀγάπην πρὸς τὸ ποθούμενον ἔσχον·
αὐτὸ δὲ τὸ ἀγαπώμενον, διέπη τῶν λογισμῶν τὴν
(1617) συλλαβήν. ἐζήτουν γὰρ αὐτὸν ἐπὶ τὴν κοίτην μου,
ὥστε γνῶναι τίς ἐν νυξὶν ἡ οὐσία, ποθεν ἔρχεται, εἰς
τί καταλήγει, ἐν τίνι ἔχει τὸ εἶναι, ἀλλ’ οὐχ εὗρον.
 

 200. Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum . (A.D. 5-6)


Page 1617 line 37
 οὐκ ἔστι μετὰ ἀναπαύσεως ζητοῦντα τὸ ποθούμενον   (35)
εὑρεῖν· ἀσκήσει γὰρ τῶν καλῶν, ῥᾳστώνη πολέμιον·
τὸ γὰρ, Ἐπὶ τὴν κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα
ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, τοιοῦτόν ἐστιν, ὡσανεὶ
τῆς Νύμφης διηγουμένης ταῖς νεάνισιν, ὅτι ἐνόμισα

 201. Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum . (A.D. 5-6)


Page 1620 line 31
   Κυρίλλου. Τὰς γυναῖκας δηλοῖ, τὰς ἐλθούσας
μιᾷ Σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ἰη-    (30)
σοῦ, καὶ μὴ εὑρούσας αὐτόν· τὸ οὖν ἐπὶ τὴν κοίτην,
ἢ ἀπὸ κοίτης φησὶν, ἢ κοίτην ἑαυτῆς τὸ τοῦ Κυρίου
μνῆμα καλεῖ, καθὸ συνθαπτόμεθα αὐτῷ· ἀλλ’ οὐχ
 
1250

 202. Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum . (A.D. 5-6)


Page 1620 line 32
 μιᾷ Σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ἰη-    (30)
σοῦ, καὶ μὴ εὑρούσας αὐτόν· τὸ οὖν ἐπὶ τὴν κοίτην,
ἢ ἀπὸ κοίτης φησὶν, ἢ κοίτην ἑαυτῆς τὸ τοῦ Κυρίου
μνῆμα καλεῖ, καθὸ συνθαπτόμεθα αὐτῷ· ἀλλ’ οὐχ
εὗρεν αὐτὸν ἀκούσασα, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γάρ·
 

 203. Προκόπιος. Catena in Canticum canticorum . (A.D. 5-6)


Page 1620 line 32
 μιᾷ Σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἐπὶ τὸ μνῆμα τοῦ Ἰη-    (30)
σοῦ, καὶ μὴ εὑρούσας αὐτόν· τὸ οὖν ἐπὶ τὴν κοίτην,
ἢ ἀπὸ κοίτης φησὶν, ἢ κοίτην ἑαυτῆς τὸ τοῦ Κυρίου
μνῆμα καλεῖ, καθὸ συνθαπτόμεθα αὐτῷ· ἀλλ’ οὐχ
εὗρεν αὐτὸν ἀκούσασα, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἠγέρθη γάρ·
 

 204. Προκόπιος. Commentarii in Isaiam {2598.004} (A.D. 5-6)


Page 2048 line 17
 γος. Ἔτι πρὸς τούτοις, παιδίον νήπιον, ὁποῖον ἦν   (15)
τὸ μικρῷ πρόσθεν εἰρημένον, ἐπὶ τρώγλην ἀσπί-
δων καὶ ἐπὶ κοίτην ἐκγόνων ἀσπίδων ἐπιβαλεῖν
τὴν χεῖρα, φησὶν, ἀβλαβῶς. Δηλοῖ δὲ ταῦτα τῶν
ὑπὸ δαιμόνων ἐνοχλουμένων τὰ σώματα, οἷς ἐμφω-
 

 205. Προκόπιος. Commentarii in Isaiam {2598.004} (A.D. 5-6)


Page 2120 line 51
   α—ιαʹ. Ἰδοὺ Δαμασκὸς ἀρθήσεται ἀπὸ πόλεων,   (49)
καὶ ἔσται εἰς πτῶσιν, καταλελειμμένη εἰς τὸν   (50)
αἰῶνα, εἰς κοίτην ποιμνίων καὶ ἀνάπαυσιν. Καὶ
οὐκ ἔσται ὁ διώκων. Καὶ οὐκέτι ἔσται ὀχυρὰ τοῦ
καταφυγεῖν ἐκεῖ τὸν Ἐφραῒμ, κ.τ.λ.
 

 206. Προκόπιος. Commentarii in Isaiam {2598.004} (A.D. 5-6)


Page 2576 line 21
 λιμώτερα. Πῶς γὰρ ἂν καὶ γένοιτο τὸ κακὸν αἱρετὸν
μὴ φαινομένῳ χρωσθὲν ἀγαθῷ; Τὸ δὲ, ἐπ’ ὄρος   (20)
ὑψηλὸν ἐκεῖ σου ἡ κοίτη, ἐπειδὴ τοῖς εἰδώλοις
ἐνυπνίων ἕνεκα παρεκάθευδον. Ταῦτα μὲν ὡς πρὸς
1251

τοὺς εἰρημένους σκοποὺς τυφλοὺς καὶ τοὺς κύνας


 

 207. Προκόπιος. Commentarii in Isaiam {2598.004} (A.D. 5-6)


Page 2576 line 27
 λὴμ, καὶ τὴν τῶν Ἰουδαίων ἐπιφέρει συναγωγὴν,   (25)
Ἠγάπησας λέγων τοὺς κοιμωμένους μετὰ σοῦ.
Κατὰ δὲ τοὺς λοιποὺς, ἠγάπησας τὴν κοίτην αὐ-
τῶν, τῶν σκοπῶν δηλονότι τῶν εἰρημένων, μεθ’ ὧν
πάσης πορνείας ἐπλήρους ὁδὸν, εἰδωλολατρείας,
 

 208. JOANNES MALALAS Chronogr.Χρονογραφία. {2871.001}


(A.D. 5-6) Page 485 line 23
 θάλασσα εἰς τὸ πέλαγος ἐπὶ μίλιον ἕν, καὶ ἀπώλοντο πλοῖα πολ-
λά· καὶ πάλιν τῇ τοῦ θεοῦ κελεύσει ἀπεκατέστη ἡ θάλασσα εἰς
τὴν ἀρχαίαν κοίτην.
(486)   Μηνὶ σεπτεμβρίῳ ἰνδικτιῶνος ιεʹ γέγονε τὰ ἐγκαίνια τῆς
ἁγίας Εἰρήνης τῆς οὔσης πέραν ἐν Ἰουστινιαναῖς· καὶ ἐξῆλθον
 

 209. SCRIPTA ANONYMA ADVERSUS JUDAEOS Scr. Eccl.


Dialogus Timothei et Aquilae {3186.002} (A.D. 5-10) Se. 28
subse. 30 line 3
 (30) ἐξῆλθεν δὲ Λὼτ πρὸς αὐτοὺς καὶ προσέῳξεν τὴν θύραν, καὶ
εἶπεν αὐτοῖς
μηδαμῶς, ἀδελφοί, μὴ πονηρεύσησθε εἰς τοὺς ἀνθρώπους τούτους.
εἰσὶν
δέ μοι δύο θυγατέρες, αἳ οὐκ ἔγνωσαν κοίτην ἀνδρός,
(31) καὶ ἐξάξω αὐτὰς πρὸς ὑμᾶς, καὶ Χρήσασθε αὐταῖς, καθὰ ἂν
ἀρέσκῃ
ὑμῖν· μόνον εἰς τοὺς ἄνδρας τούτους μὴ πονηρεύσησθε, οὗ εἵνεκεν

 210. SCRIPTA ANONYMA ADVERSUS JUDAEOS Scr. Eccl.


Dialogus Timothei et Aquilae {3186.002} (A.D. 5-10) Se. 56
subse. 5 line 2
 ἐρωτᾶς νῦν, ὦ ἄνθρωπε τοῦ θεοῦ. οὕτως γέγραπται ἐν τῷ Δανιήλ·
(5) ἐν τῷ πρώτῳ ἔτει Βαλτάσαρ βασιλέως Χαλδαίων Δανιὴλ
ἐνύπνιον εἶδεν,
καὶ ἡ ὅρασις τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ, καὶ τὸ
ἐνύπνιον
1252

ἔγραψεν.
(6) ἐγὼ Δανιὴλ ἐθεώρουν καὶ ἰδοὺ τέσσαρες ἄνεμοι τοῦ οὐρανοῦ
προσέβαλλον
 

 211. MAXIMUS CONFESSOR Theol. Mystagogia {2892.049}


(A.D. 6-7) Ch. 5 line 182
 ἀληθείας τε αὖ καὶ ἀγαθότητος τῶν ἡμῖν διεγνωσμένων
τοὺς   (180)
ὅρους, εἰ θέμις εἰπεῖν, ὑπερβᾶσα, καὶ τῇ ὑπεραληθεστάτῃ
καὶ ὑπεραγάθῳ κοίτῃ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἀψευδεστάτην αὐτοῦ
ἐπαγγελίαν ἀρρήτως τε καὶ ἀγνώστως ἑαυτὴν κατευνάσασα,
ὡς μηδὲν τῶν διοχλεῖν αὐτῇ πεφυκότων λοιπὸν ἔχουσα
 

 212. MAXIMUS CONFESSOR Theol. Mystagogia {2892.049}


(A.D. 6-7) Ch. 5 line 186
 ὡς μηδὲν τῶν διοχλεῖν αὐτῇ πεφυκότων λοιπὸν ἔχουσα
φθάνον αὐτῆς τὴν ἐν Θεῷ κρυφιότητα· καθ’ ἣν μακαρίαν   (185)
καὶ παναγίαν κοίτην τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο τῆς
ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον ἑνότητος μυστήριον ἐπιτελεῖται, δι’ οὗ
μία σὰρξ καὶ ἓν πνεῦμα, ὅ τε Θεὸς πρὸς [τὴν Ἐκκλησίαν,] τὴν
 

 213. JOANNES DAMASCENUS Scr. Eccl. et Theol. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (fragmenta e cod. Vat. gr. 1236)
{2934.018} (A.D. 7-8) Volume 95 page 1320 line 39
 συνάντησίν σοι, ποθοῦσα τὸ πρόσωπόν σου εὕρηκά
σε· κειρίαις τέτακα τὴν κλίνην μου, ἀμφιτάποις δὲ
ἔστρωκα τοῖς ἀπ’ Αἰγύπτου· διέῤῥαγκα τὴν κοίτην
μου κρόκῳ, τὸν δὲ οἶκόν μου κινναμώμῳ. Ἐλθὲ,   (40)
καὶ ἀπολαύσωμεν φιλίας ἕως ὄρθρου. Δεῦρο καὶ
 

 214. JOANNES DAMASCENUS Scr. Eccl. et Theol. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (fragmenta e cod. Vat. gr. 1236)
{2934.018} (A.D. 7-8) Volume 95 page 1437 line 47
 Πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν.»   (45)
  «Ἔλεγε παραβολὴν αὐτοῖς πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε
προσεύχεσθαι, καὶ μὴ ἐκκακεῖν. Κοιτής τις ἔν τινι
πόλει,» κ. τ. ἑ.
1253

  «Ἀγρυπνεῖτε ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι, ἵνα κατ-


 

 215. JOANNES DAMASCENUS Scr. Eccl. et Theol. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (fragmenta e cod. Vat. gr. 1236)
{2934.018} (A.D. 7-8) Volume 96 page 68 line 15
   «Δι’ ὧν ἐκολάσθησαν οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν, διὰ τοῦτο
αὐτοὶ ἀποροῦντες εὐεργετήθησαν.»
  «Καὶ Ῥεβέκκα ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα Ἰσαὰκ τοῦ    (15)
πατρὸς ἡμῶν, μήπω γεννηθέντων, μηδὲ πραξάντων
τι ἀγαθὸν, ἢ κακὸν, ἐῤῥήθη αὐτῇ, ὅτι Ὁ μείζων
 

 216. JOANNES DAMASCENUS Scr. Eccl. et Theol. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (fragmenta e cod. Vat. gr. 1236)
{2934.018} (A.D. 7-8) Volume 96 page 168 line 28
 δης.»
  «Ὥσπερ θύρα στρέφεται ἐπὶ τοῦ στρόφιγγος,
οὕτως ὁ ὀκνηρὸς ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ. Κρύψας
ὀκνηρὸς τὴν χεῖρα ἐπὶ τὸν κόλπον αὐτοῦ, οὐ δύ-
ναται ἐπενεγκεῖν ἐπὶ τὸ στόμα αὐτοῦ.»   (30)
 

 217. JOANNES DAMASCENUS Scr. Eccl. et Theol. Sacra


parallela (recensiones secundum alphabeti litteras dispositae,
quae tres libros conflant) (fragmenta e cod. Vat. gr. 1236)
{2934.018} (A.D. 7-8) Volume 96 page 241 line 37
 τῇ ταύτης φιλίᾳ συμπεριφερόμενος, πολλοστὸς ἔσῃ.»   (35)
  «Γυναῖκα νεότητός σου μὴ ἐγκαταλίπῃς.»
  «Μακαρία στεῖρα ἀμίαντος, ἥτις οὐκ ἔγνω κοίτην
ἐν παραπτώματι· ἕξει καρπὸν ἐν ἐπισκοπῇ ψυχῶν.»
Καὶ πάλιν· «Κρείσσων παρθενία μετ’ ἀρετῆς. Ἀθα-
 

 226. JOANNES DAMASCENUS Scr. Eccl. et Theol.


Commentarii in epistulas Pauli [Dub.] {2934.053} (A.D. 7-8)
Volume 95 column 516 line 39
 λίας γεννηθεὶς γνήσιος υἱὸς, οὕτω καὶ ὁ δι’ ἐπαγγε-
λίας γνήσιον σπέρμα προσαγορεύσειεν τοῦ Ἀβραάμ.
  «Οὐ μόνον δὲ, ἀλλὰ καὶ Ῥεβέκκα ἐξ ἑνὸς κοίτην
ἔχουσα Ἰσαὰκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν· μήπω γὰρ γεν-   (40)
1254

νηθέντων, μηδὲ πραξάντων τι ἀγαθὸν ἢ φαῦλον (ἵνα


 

 227. JOANNES DAMASCENUS Scr. Eccl. et Theol.


Commentarii in epistulas Pauli [Dub.] {2934.053} (A.D. 7-8)
Volume 95 column 993 line 25
 Ἐπειδὴ εἰ ᾔδει, οὐδὲν θαυμαστόν. Ἀποτείνεται δὲ
καὶ εἰς τὸν Λώτ.
  Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος.    (25)
Πόρνους δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός. Ἀφιλάργυρος
ὁ τρόπος, ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν· αὐτὸς γὰρ
 

 228. Γεώργιος Μοναχός. . Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) {3043.002} (A.D. 9) Volume 110 page 232 line 50
 ὄλισθον ἐκεῖνον ὑπέμεινεν.
(10) «Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ τῆς δείλης,
καὶ ἀνέστη Δαυῒδ ἀπὸ τῆς κοίτης αὐτοῦ, καὶ περιε-   (50)
πάτει ἐπὶ τοῦ δόματος τοῦ οἴκου τῶν βασιλείων, καὶ
εἶδε γυναῖκα λουομένην ἀπὸ τοῦ δόματος, καὶ ἡ γυνὴ
 

 229. Γεώργιος Μοναχός. . Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) {3043.002} (A.D. 9) Volume 110 page 804 line 24
 σὶν, αὐτῶν οὐ τελευτήσει καὶ τὸ πῦρ οὐ σβεσθήσεται.» Διὰ δὴ
τοῦτο καὶ ὁ παλαιὸς καὶ θεῖος νόμος
ἀναστέλλων τὴν ἐξάγιστον αἰσχρουργίαν ταύτην καὶ ὀλεθρίαν
ἔφασκεν· «Οὐ κοιμηθήσῃ μετὰ
546 ἄῤῥενος κοίτην γυναικείαν· βδέλυγμα γάρ ἐστιν.» «Καὶ ὃς
[ἂν] κοιμηθῇ μετὰ ἄῤῥενος
κοίτην γυναικὸς, θανάτῳ θανατούσθωσαν ἀμφότεροι·
ἐπικατάρατος γὰρ ὁ τοιοῦτος· λίθοις λιθοβολήσατε    (25)
αὐτούς.
 

 230. Γεώργιος Μοναχός. . Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) {3043.002} (A.D. 9) Volume 110 page 804 line 25
 ἀναστέλλων τὴν ἐξάγιστον αἰσχρουργίαν ταύτην καὶ ὀλεθρίαν
ἔφασκεν· «Οὐ κοιμηθήσῃ μετὰ
546 ἄῤῥενος κοίτην γυναικείαν· βδέλυγμα γάρ ἐστιν.» «Καὶ ὃς
[ἂν] κοιμηθῇ μετὰ ἄῤῥενος
κοίτην γυναικὸς, θανάτῳ θανατούσθωσαν ἀμφότεροι·
ἐπικατάρατος γὰρ ὁ τοιοῦτος· λίθοις λιθοβολήσατε    (25)
1255

αὐτούς.
(8) Ταύτην τοίνυν τὴν ἀκόλαστον καὶ ἀκάθαρτον
 

 231. Γεώργιος Μοναχός. . Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) {3043.002} (A.D. 9) Volume 110 page 805 line 55
 αὐτῶν, οὕτως ἐμμανῶς οἱ ἀνόσιοι κατεργάζεσθαι.
(142b) Καὶ τοῦτο δηλῶν ὁ σοφὸς ἀριδήλως ἔφη.
«Μακάριος» εὐνοῦχος ὁ μὴ ἐργασάμενος ἐν χειρὶ ἀνόμημα, «καὶ
παρθένος ἥτις οὐκ ἔγνω κοίτην ἐν    (55)
(808) παραπτώματι.» Εἰκότως οὖν ἄθηλοι, ἄνανδροι, ἀνδρόγυνοι,
σιδηροκατάδικοι καὶ γυναικομανεῖς προσ-
αγορευέσθωσαν. Ἀκουέτωσαν τοίνυν οἱ καθαροὶ, καὶ σώφρονες
τούτους ὑποτοπαζέτωσαν, καὶ μὴ πι-
 

 232. Γεώργιος Μοναχός. . Chronicon breve (lib. 1-6) (redactio


recentior) {3043.002} (A.D. 9) Volume 110 page 1041 line 34
 τὸν βασιλέα.» Ὁ δὲ ἐγερθεὶς οὐδένα εὗρε πλὴν
αὐτὸν τὸν Βασίλειον κείμενον ὡς πένητα. Καὶ ἐπι-
στραφεὶς ἔπεσεν εἰς τὴν ἑαυτοῦ κοίτην. Πάλιν
οὖν ἐκ δευτέρου ἦλθεν αὐτῷ ἡ τοιαύτη φωνή· ὁ δὲ    (35)
ἐξελθὼν καὶ κατασκοπήσας καὶ μηδένα εὑρὼν
 

 233. Φώτιος. Lexicon (Ε—Ω) {4040.030} (A.D. 9) Alphabetic


letter kappa Page 167 line 16
 Κισσύβιον: ἐκ κισυβίνου ξύλου ποτήριον κυρίως.
Κισθήνη: ὄρος τῆς Θραίκης.    (15)
Κίστη καὶ κοίτης: ἀγγεῖον ἐν ὧι τὰ βρώματα
  κεῖται· ἢ ἱμάτιά τινα· ἠγοῦν κιβώτια.
Κιστοφόρος: ἔοικεν δὲ τὰς κίστας ἱερὰς εἶναι Διο-
 

 234. Φώτιος. Lexicon (Ε—Ω) {4040.030} (A.D. 9) Alphabetic


letter lambda Page 213 line 21
 Λέκρανα: οἱ ἀγκῶνες.
Λέκτροις: κοίταις.    (20)
Λέκτρον: κοίτη.
Λελάβηκεν: Ἡρόδοτος· καὶ καταλελάβηκεν.
Λελάφασιν: οἷον πεπώκασιν.
 
1256

 235. Φώτιος. Lexicon (Ε—Ω) {4040.030} (A.D. 9) Alphabetic


letter lambda Page 218 line 1
 Λευχείμων: λευκοφόρος.
Λέχαιον: ἐπίνειον Κορινθίων.    (25)
(218) Λέχος: συνουσία· κοίτη· μίξις.
Λεχώ: ἡ ἀρτίτοκος.
Λεωκόρητος: ἐξωλοθρευμένος· τὸ γὰρ λέως ἔστι τε-
 

 236. Φώτιος. Lexicon (Ε—Ω) {4040.030} (A.D. 9) Alphabetic


letter xi Page 310 line 18
   τὰς οἰκίας κατατεταγμένα.
Ξυλοῦχος: σύνδενδρος καὶ ξυλώδης τόπος· δρυμός·
  ὕλη· χέρσος· ἀγρός· τόπος· οἱ δὲ κοίτην θηρίου.
Ξύλον πρῶτον: τὸ βάραθρον.
Ξύλοχον: ὑλώδη τόπον.   (20)
 

 237. Φώτιος. Lexicon (Ε—Ω) {4040.030} (A.D. 9) Alphabetic


letter omicron Page 324 line 17
 Οἰωνόβρωτος: ὀρνεόβρωτος.   (15)
Οἰωνοί: σαρκοφάγα ὄρνεα· ἢ σύμβολα.
Ὁ κάνης τῆς κοίτης ὑπερέχει: ἐπὶ τῶν τὰ μὴ ἀναγ-
  καῖα μείζω καὶ πλείω τῶν ἀναγκαίων κεκτημένων.
Ὁ κάτωθεν νόμος: Δημοσθένης ἐν τῶι κατὰ Ἀρι-
 

 238. BASILIUS MINIMUS Scr. Eccl. Commentarium in


Nazianzeni orationes {9028.001} (A.D. 10) Page 6 line 15
     δρῦς καὶ σκιά. δρυὸς δηλονότι ἡ σκιά· λέγεται γὰρ δρῦς καὶ
πᾶν δένδρον. —δόνακες ἤτοι κάλαμοι, ἐξ ὧν αἱ σύριγγες γίνονται.
    σχεδιάσαι δὲ στιβάδα. ποιῆσαι τουτέστι κοίτην
αὐτοσχέδιον   (15)
ἐκ χόρτου καὶ καλάμων λεπτῶν συμφορηθέντων ὑποστορέσαντα
ὑπὸ
ταῖς αὔραις, φησί, καὶ τοῖς πνεύμασι. —καὶ πού τι καὶ ἐρωτικὸν
ᾆσαι
 

 239. Anna COMNENA Hist. Alexias {2703.001} (A.D. 11-12)


Book 8 Ch. 3 se. 5 line 6
 καταλαμβάνει. Καὶ τηνικαῦτα ἐν ἀμφιρύκῳ εἰσελθὼν καὶ
παραδραμὼν τὴν τοῦ ὅλου ποταμοῦ θέσιν καὶ τὴν ὅλην    (5)
1257

αὐτοῦ κοίτην κατασκεψάμενος ἑκατέρωθεν καὶ διαγνούς,


ὅποι τὸ στρατιωτικὸν καταθεῖναι βέλτιον, ὑπέστρεψε. Καὶ
διὰ τῆς νυκτὸς τοὺς λογάδας συναγαγὼν τοῦ στρατεύματος
 

 240. Constantinus MANASSES Hist. et Poeta Compendium


chronicum {3074.001} (A.D. 12) Line 2630
 θαυμάζει τὴν εὐσύνετον μεγαλογνωμοσύνην.
πυνθάνεται εἰ τὴν αὐτῆς ἔφθαρται παρθενίαν,
καὶ γνοῦσα κοίτης ἄπειρον τὴν κόρην χρηματίζειν    (2630)
καὶ τὸ καλὸν ἀκίβδηλον φυλάττειν τῆς ἁγνείας
λουτρῷ καθαίρει τῷ σεπτῷ, τὴν κλῆσιν μεταμείβει,
 

 241. Constantinus MANASSES Hist. et Poeta Compendium


chronicum {3074.001} (A.D. 12) Line 5857
 (ἦν δὲ κἀκεῖνος δυσπαθῶν κατὰ τοῦ βασιλέως),    (5855)
ἀνάγει τοῦτον σὺν πολλοῖς λάθρᾳ μαχαιροφόροις,
ἐφίστησιν ὡς θηρευτὰς τοῦ λέοντος τῇ κοίτῃ,
καὶ παραδίδωσιν ἐχθροῖς φεῦ τὸν ὁμοζυγοῦντα,
ὡς τὸν Σαμψὼν ἡ Δαλιδὰς ἡ μιαιφονωτάτη,
 

 242. Nicephorus GREGORAS Hist. et Scr. Rerum Nat. Epistulae


{4145.002} (A.D. 13-14) Epistle 123 line 8
 γλυκύς, ὁ χαρίεις. ἧν δὲ τὰ τῆς διηγήσεως, ὅτι τε γυναικὶ
συνεζύγηςεἶδος μὲν καὶ γένος ἀρίστῃ καὶ νέᾳ, τὸν δὲ τρόπον οὐκ
ἀγαθῇ· ἣ καὶτὴν κοίτην οὐ μάλα συχνῶν ἠδικήκει τῶν ἡμερῶν,
ὑβρίζοντα πόθονἀλλαξαμένη τοῦ σώφρονος, καὶ τό γε μεῖζον, ὅτι
καὶ οὕτως ἔχουσα,παρρησιάζεται κατὰ σοῦ, τοῦτο ἐκεῖνο τῆς
παροιμίας, ὅτι καὶ πληγῶν...

Αθανάσιος θεολόγος. Homilia in illud: Ite in castellum [Sp.]


Athanasiana I”, Ed. Nordberg, [Link]: Centraltryckeriet, 1962;
Commentationes humanarum litterarum 30.2. Ch. 6, se. 5, line 3

         ὅτι δὲ τὰ αἰσθητὰ σύμβολα νοητῶν ἐστιν, ἄκουε. ἐπεδήμησε γὰρ ὁ


σωτήρ, ἵνα τὴν τοῦ ἀνθρώπου ψυχὴν προηγουμένως εὐεργετήσῃ.         
ἀλλ' ἐπειδὴ τοῦτο τοῖς πολλοῖς ἄγνωστον ἦν διὰ τῶν ὁρωμένων ἰάσεων
τὴν κεκρυμμένην τῆς ψυχῆς σωτηρίαν ἐδείκνυεν.
ἀμέλει τῷ παραλυτικῷ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν δωρησάμενος ἠπιστεῖτο.
ἔλεγον γὰρ οἱ Ἰουδαῖοι· «τίς δύναται ἁμαρτίας ἀφιέναι εἰ μὴ μόνος ὁ
θεός;»          εἶτα, ἐπειδὴ τὸ ἀφανὲς καὶ προηγούμενον ποιήσας ἐλάνθανε,
1258

κατὰ δεύτερον λόγον καὶ τὸ σῶμα ἰάσατο. εἶπε γὰρ αὐτῷ· «ἔγειρε, ἆρον
τὸν κράβατόν σου καὶ περιπάτει.»          ὁρᾷς πῶς ταχέως οὗτος λέλυται
ἀπὸ τῶν δεσμῶν καὶ οὐ μόνον διὰ τῆς ἔξωθεν ἰάσεως λέλυται, ἀλλὰ καὶ
τῶν τοσούτων ἁμαρτημάτων ἐλευθεροῦται.          ἔτι μὴν καὶ κήρυκα τῆς
θεραπείας αὐτὸν ἀπέδειξε καὶ ὅλως τὰ γενόμενα αἰσθητῶς νοητῶν χάριν
ἐγένοντο.          διά τοι τοῦτο ἀποστέλλονται καὶ οἱ μαθηταὶ εἰς τὴν
κατέναντι κώμην καὶ λύουσι τὴν ὄνον καὶ τὸν πῶλον κατὰ τὰ
κελευσθέντα αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ διδασκάλου.

κοίτη η (λόγ.) κλίνη, στην έκφραση χωρισμός από τραπέζης και κοίτης.

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ

Αθανάσιος θεολόγος, 37, 38, 39, 40, 557, Αριστοτέλης, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19,
558, 559, 560, 561, 562, 563, 564, 565, 251, 253, 254, 255, 257, 258, 259, 262,
566, 567, 1172, 1173, 1181, 1182, 263, 264, 265, 266, 267, 268, 269, 270,
1203, 1204, 1224, 1225, 1226, 1227, 1215
1251 Αριστοφάνης, 7, 8, 180, 181, 182, 183,
Αθηναίος σοφιστής Δειπνοσοφιστές, 184, 185, 1145, 1160, 1197
129, 130, 131, 132, 133, 134, 135, 136, Ἆρον τὴν Κλίνην, 50
137, 138, 139, 140, 141, 142, 143, 144, ἀσκάντην, 954, 1010, 1017, 1080, 1126,
145, 146, 147, 148, 149, 150, 151, 152, 1160
153, 154, 155, 156, 157, 158, 159, 160, Ἀσκάντης, 829, 1010, 1017
161, 162, 163, 164, 165 Βασίλειος θεολόγος, 575, 576, 577, 578,
ἁμαρτήματα, 65, 67, 600, 773, 891, 1026, 579, 711, 712, 713, 714, 715, 716, 717,
1044, 1175, 1180, 1186, 1191, 1205, 718
1206 βασιλικῆς Κλίνης, 596
ἁμαρτίαν, 37, 60, 561, 562, 591, 602, 617, Γαληνός ιατρός, 195, 196, 197, 198, 199,
649, 650, 728, 1038, 1042, 1172 200, 201, 202, 203, 204, 205, 206, 207,
ἁμαρτίας, 39, 49, 179, 190, 192, 333, 386, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 342, 343,
565, 592, 605, 617, 626, 672, 685, 687, 344
693, 694, 712, 720, 804, 996, 997, Γεωπονικά, 912, 913, 914, 915
1003, 1004, 1026, 1030, 1041, 1047, Γεώργιος Ακροπολίτης, 836, 837, 838,
1050, 1051, 1060, 1185, 1186, 1189, 839, 841
1191, 1205, 1208, 1222, 1228 Γεώργιος Κεδρηνός, 741, 742, 743, 744,
ἁμαρτιῶν, 33, 67, 539, 567, 575, 592, 745, 746, 747, 748
593, 1025, 1028, 1041, 1042, 1060, Γεώργιος Μοναχός, 67, 68, 769, 770,
1171 771, 772, 773, 774, 775, 1163, 1193,
Ἀμφικέφαλος, 903, 904, 1010, 1017 1194, 1247, 1248, 1249
ἀνάκλιντρον, 70, 934, 935, 961, 1179 Γεώργιος Σύγγελος, 775, 776
Άννα Κομνηνή, 80, 81, 680, 681, 682, Γεώργιος Χοιροβοσκός, 1005, 1006,
684, 1159, 1209 1007
ἀνομίαι, 33, 539, 1171
1259

Γρηγόριος Ναζιανζηνός, 35, 36, 547, Θουκυδίδης, 4, 95, 128, 359, 904, 1114,
548, 549, 1159, 1162, 1172, 1180, 1164
1181, 1200, 1201, 1202 ἱερὰν κλίνην, 1086
Γρηγόριος Νύσσης, 525, 526, 527, 528, Ιπποκράτης ιατρός, 407, 408, 409, 410,
529, 530, 531, 532, 533 411, 412, 455, 456
Διογένης Λαέρτιος, 96, 97 Ιππόλυτος, 628, 629, 630
Διοσκουρίδης Πεδάνιος ιατρός, 421, ἰσοκλινὴς, 260
422, 423 Ισοκράτης, 6, 7
δίφρος, 128, 141, 301, 302, 622, 654, 964, Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρυ, 475, 476,
1095 477, 478, 479, 480, 481, 482
Δίων Κάσσιος, 303, 304, 305, 306, 307, Ιωάννης Στοβαίος, 568, 569, 570, 571,
308, 309, 310, 311, 312, 313, 314, 315, 573
316, 317, 318, 319 Ιωάννης 6ος Καντακουζηνός, 846, 847,
ἐκάθευδε, 230, 604, 721 848, 849, 850, 851, 852
ἐλεφαντίνης, 46, 67, 168, 169, 229, 384, Ιωάννης Δαμασκηνός, 62, 63, 64, 65, 66,
385, 415, 571, 596 67, 732, 733, 734, 735, 736, 737, 1192,
Ελληνική ανθολογία, 1119, 1120, 1121 1193, 1209
Ἐνήλατα, 504, 830, 1128 Ιωάννης Ζωναράς, 812, 813, 814, 815,
Ευάγριος, 703, 1037, 1038, 1039 816, 817, 818, 819, 820, 821, 822, 823,
Ευσέβιος, 31, 32, 33, 34, 35, 534, 535, 824, 825, 826, 827, 828, 829, 831, 832,
536, 537, 538, 539, 540, 1168, 1169, 833, 834
1170, 1171, 1180, 1199, 1222, 1223 Ιωάννης Σκυλίτζης, 783, 784, 785
Ευστάθιος, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, Ιωάννης Φιλόπονος, 876, 877, 878, 879,
90, 916, 917, 918, 919, 920, 921, 922, 881, 882, 883
924, 925, 926, 928, 930, 931, 932, 933, Ιωάννης Χρυσόστομος, 43, 44, 45, 46,
934, 935, 936, 937, 940, 941, 943, 946, 47, 48, 49, 50, 51, 1146, 1163, 1173,
947, 950, 952, 953, 954, 955, 956, 957, 1174, 1175, 1183, 1184, 1185, 1186,
958, 959 1187, 1188, 1189, 1190, 1191, 1192,
Ευστάθιος Σχόλια στην Ομήρου Ιλιάδα, 1205, 1206, 1207, 1208, 1209
920, 923, 926, 929, 930 καθεύδει, 46, 78, 320, 653, 662, 687,
Ευστράτιος, 894 1212, 1220
Εφραίμ Σύρος, 1041, 1042, 1043, 1044, καθεύδω, 230
1045, 1046, 1047, 1048, 1050, 1051, καθεύδων, 70, 109, 639, 640, 721, 892,
1052, 1054, 1055, 1056, 1058, 1059, 1236
1061, 1063 Καινή Διαθήκη, 189, 190, 191, 192, 193,
Ηλιόδωρος, 424, 425, 426, 427 1024, 1025, 1026, 1027, 1028, 1029,
Ηρόδοτος, 5, 6, 1156, 1212, 1213 1030, 1031, 1032, 1033, 1034, 1035
Θεμίστιος, 515, 516, 517, 518, 519, 520, κατάκεισαι, 49
521 κατέκειτο, 24, 25, 42, 66, 133, 135, 137,
Θεοδώρετος, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 966, 150, 151, 152, 153, 165, 207, 230, 377,
967, 968, 969, 970, 971, 972, 973, 974, 378, 457, 459, 467, 506, 551, 587, 588,
975, 976, 977, 978, 979, 980, 981, 982, 736, 737, 815, 827, 977, 1192, 1193
983, 984, 986, 987, 988, 989, 990, 991, Κλαύδιος Αιλιανός, 28, 29, 362, 363,
992, 993, 994, 1163, 1176, 1177, 1178, 364, 365, 366, 367, 368, 1162, 1166,
1192, 1233, 1234, 1235, 1236, 1237 1167, 1217, 1218, 1219, 1220
Θεόδωρος Στουδίτης, 685, 686, 687 Κλήμης Αλεξανδρινός., 384, 385, 386,
Θεοφάνης, 781, 857, 908, 909, 1069, 387, 388
1070, 1071, 1072 Κλήμης Ρωμανός, 470, 471, 472, 474
Θεοφύλακτος Σιμοκάτα, 809, 810, 811, κλίνας, 50, 82, 99, 137, 149, 217, 322,
812 372, 392, 595, 707, 896, 897, 914, 972,
1097, 1117, 1132, 1178
1260

ΚΛΙΝΗ, 1, 231, 232, 324 392, 408, 416, 419, 427, 428, 432, 435,
Κλίνη, 1, 4, 5, 7, 11, 12, 14, 16, 17, 18, 19, 436, 438, 440, 443, 444, 445, 447, 453,
20, 22, 27, 41, 44, 49, 55, 59, 60, 61, 62, 480, 481, 489, 490, 491, 492, 493, 494,
66, 70, 71, 72, 75, 76, 78, 89, 90, 93, 95, 495, 496, 497, 506, 507, 508, 518, 522,
101, 105, 120, 123, 126, 135, 136, 141, 524, 525, 528, 529, 530, 531, 534, 535,
144, 161, 163, 172, 177, 183, 188, 189, 543, 546, 548, 557, 558, 560, 564, 567,
197, 198, 204, 205, 217, 218, 219, 220, 569, 584, 585, 587, 588, 597, 603, 613,
223, 225, 227, 231, 238, 251, 252, 253, 615, 621, 622, 625, 628, 631, 641, 645,
255, 259, 260, 261, 262, 263, 266, 267, 646, 647, 649, 650, 654, 655, 656, 657,
270, 271, 278, 279, 288, 301, 302, 306, 660, 667, 675, 682, 684, 691, 702, 704,
309, 310, 311, 313, 316, 318, 319, 320, 705, 708, 710, 713, 718, 741, 744, 746,
325, 327, 328, 329, 330, 337, 352, 354, 747, 748, 760, 761, 769, 772, 775, 776,
359, 361, 366, 369, 374, 382, 386, 402, 777, 778, 780, 781, 782, 784, 785, 786,
403, 413, 418, 419, 420, 431, 434, 461, 788, 792, 802, 811, 813, 814, 815, 817,
464, 475, 480, 486, 491, 492, 506, 516, 819, 820, 821, 826, 827, 830, 835, 837,
517, 521, 522, 523, 526, 527, 530, 541, 844, 847, 848, 853, 855, 856, 857, 858,
570, 572, 573, 580, 595, 597, 604, 613, 859, 862, 868, 888, 896, 898, 901, 903,
622, 628, 631, 643, 644, 645, 646, 648, 909, 910, 912, 913, 914, 919, 923, 927,
649, 650, 651, 652, 666, 669, 672, 673, 928, 936, 962, 970, 971, 974, 980, 981,
674, 689, 691, 692, 693, 699, 719, 733, 985, 986, 990, 993, 997, 998, 1004,
734, 735, 741, 742, 749, 753, 754, 762, 1006, 1008, 1011, 1019, 1021, 1023,
769, 770, 773, 776, 778, 790, 793, 794, 1034, 1035, 1064, 1071, 1077, 1094,
796, 805, 806, 808, 823, 828, 829, 831, 1095, 1096, 1099, 1101, 1103, 1106,
832, 833, 834, 835, 838, 842, 846, 852, 1109, 1110, 1112, 1117, 1120, 1121,
854, 864, 865, 866, 867, 868, 870, 872, 1123, 1132, 1135, 1138, 1141, 1144,
873, 874, 875, 878, 879, 880, 882, 883, 1216
890, 894, 895, 896, 897, 898, 899, 903, Κλίνη ἐστρωμένη, 22, 491
904, 905, 906, 907, 911, 912, 916, 920, Κλίνη λέγεται, 61, 517, 649, 650
923, 934, 935, 941, 948, 949, 961, 962, Κλίνην, 6, 9, 10, 11, 13, 15, 16, 17, 18, 19,
963, 964, 965, 969, 977, 978, 987, 989, 21, 25, 26, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 36, 37,
1005, 1007, 1008, 1010, 1012, 1013, 38, 39, 40, 41, 42, 44, 45, 47, 48, 49, 50,
1014, 1015, 1017, 1018, 1020, 1021, 51, 53, 54, 55, 56, 58, 60, 61, 62, 63, 64,
1023, 1036, 1037, 1060, 1061, 1063, 66, 67, 68, 70, 72, 73, 75, 76, 77, 78, 80,
1074, 1077, 1078, 1080, 1089, 1090, 82, 83, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 93, 96,
1091, 1095, 1097, 1102, 1112, 1113, 97, 98, 100, 102, 106, 107, 108, 109,
1120, 1122, 1124, 1125, 1126, 1131, 110, 113, 114, 116, 119, 125, 129, 130,
1133, 1134, 1135, 1136, 1137, 1138, 135, 136, 138, 139, 141, 147, 151, 152,
1139, 1141, 1143, 1144, 1145, 1147, 154, 155, 159, 165, 168, 169, 170, 171,
1166, 1174, 1179 175, 190, 191, 194, 195, 205, 206, 211,
κλίνῃ, 5, 6, 8, 10, 13, 22, 23, 24, 27, 28, 213, 214, 215, 217, 218, 219, 220, 222,
30, 31, 35, 37, 38, 39, 42, 46, 48, 50, 52, 223, 224, 225,231, 233, 240, 241, 242,
54, 55, 59, 60, 64, 65, 67, 68, 73, 74, 78, 243, 247, 248, 254, 257, 258, 263, 264,
79, 80, 82, 83, 86, 89, 90, 93, 94, 95, 265, 268, 274, 286, 287, 289, 304, 307,
100, 103, 104, 107, 113, 118, 127, 129, 309, 312, 316, 321, 322, 323, 324, 326,
131, 133, 146, 150, 164, 166, 169, 170, 331, 332, 335, 337, 339, 340, 345, 346,
174, 175,185, 189, 193, 208, 213, 215, 347, 354, 355, 356, 357, 358, 360, 366,
220, 226, 229, 232, 235, 236, 237, 238, 370, 372, 378, 381, 383, 388, 396, 398,
239, 240, 241, 242, 246, 249, 256, 257, 400, 405, 410, 412, 413, 414, 416, 417,
273, 278, 279, 281, 283, 284, 298, 300, 420, 421, 424, 425, 426, 437, 441, 442,
310, 317, 328, 342, 343, 344, 348, 349, 448, 449, 450, 452, 453, 454, 455, 456,
350, 359, 362, 370, 373, 376, 382, 387, 457, 458, 459, 460, 461, 464, 465, 469,
1261

474, 478, 479, 480, 481, 482, 483, 487, 32, 33, 34, 35, 36, 39, 40, 41, 42, 43, 44,
488, 496, 501, 507, 508, 509, 510, 513, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55,
514, 516, 518, 519, 520, 526, 529, 530, 57, 58, 59, 61, 62, 64, 66, 67, 68, 69, 70,
531, 532, 534, 539, 542, 551, 552, 561, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 81, 82, 84, 86,
562, 564, 565, 566, 568, 570, 572, 574, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 94, 97, 98, 99,
577, 578, 581, 582, 584, 586, 590, 591, 101, 103, 106, 107, 110, 111, 112, 117,
592, 593, 595, 599, 601, 604, 605, 607, 118, 120, 121, 122, 124, 125, 126, 128,
608, 610, 611, 612, 618, 619, 620, 626, 132, 133, 134, 137, 138, 139, 140, 143,
627, 628, 629, 630, 634, 636, 637, 639, 144, 145, 148, 149, 151, 153, 154, 155,
645, 647, 648, 651, 652, 653, 662, 670, 156, 157, 158, 160, 161, 162, 163, 166,
671, 672, 676, 677, 679, 680, 681, 689, 168, 169, 170, 172, 173, 176, 182, 184,
690, 692, 693, 694, 695, 697, 698, 699, 185, 186, 187, 189, 192, 193, 196, 197,
700, 701, 706, 707, 709, 710, 711, 712, 199, 200, 201, 202, 203, 204, 205, 206,
714, 720, 721, 724, 725, 726, 728, 729, 207, 210, 211, 212, 213, 216, 217, 218,
730, 731, 735, 736, 740, 743, 745, 750, 219, 221, 222, 223, 226, 227, 228, 229,
755, 757, 758, 759, 760, 762, 766, 767, 230, 233, 234, 235, 237, 241, 242, 243,
770, 771, 773, 774, 781, 782, 787, 788, 244, 245, 246, 247, 248, 249, 260, 261,
789, 791, 793, 797, 798, 800, 810, 811, 264, 265, 266, 267, 268, 271, 285, 292,
813, 814, 815, 818, 819, 820, 823, 831, 293, 294, 295, 296, 297, 303, 304, 305,
853, 854, 868, 869, 870, 871, 876, 877, 307, 311, 312, 313, 314, 317, 318, 319,
878, 879, 883, 886, 887, 890, 892, 895, 320, 329, 333, 334, 335, 336, 340, 341,
896, 899, 900, 903, 904, 908, 909, 913, 343, 345, 351, 356, 357, 358, 361, 364,
914, 915, 925, 932, 942, 943, 944, 945, 368, 371, 372, 374, 375, 377, 378, 379,
946, 952, 953, 954, 957, 960, 965, 966, 380, 381, 383, 384, 385, 386, 389, 390,
968, 969, 970, 971, 973, 974, 975, 978, 391, 392, 393, 394, 395, 397, 399, 400,
979, 982, 984, 987, 988, 989, 990, 994, 401, 402, 403, 404, 405, 406, 407, 409,
996, 997, 998, 999, 1000, 1003, 1007, 410, 411, 412, 413, 415, 417, 419, 422,
1009, 1011, 1018, 1019, 1024, 1025, 423, 425, 426, 427, 429, 430, 432, 433,
1027, 1028, 1029, 1030, 1032, 1033, 435, 436, 437, 439, 440, 441, 442, 445,
1034, 1035, 1037, 1038, 1040, 1042, 446, 448, 449, 451, 454, 455, 456, 457,
1043, 1044, 1045, 1047, 1050, 1051, 458, 461, 462, 463, 465, 466, 468, 469,
1053, 1054, 1059, 1065, 1066, 1067, 470, 471, 472, 473, 474, 476, 477, 478,
1068, 1071, 1072, 1075, 1087, 1089, 480, 481, 483, 484, 492, 494, 498, 499,
1090, 1091, 1092, 1094, 1098, 1099, 502, 503, 504, 505, 508, 511, 513, 514,
1100, 1106, 1107, 1114, 1115, 1118, 518, 520, 523, 525, 528, 531, 533, 535,
1119, 1121, 1130, 1131, 1139, 1142, 536, 537, 538, 539, 540, 546, 547, 548,
1143, 1167, 1168, 1169, 1171, 1172, 550, 552, 553, 554, 556, 557, 559, 567,
1174, 1175, 1176 569, 571, 574, 575, 576, 577, 580, 582,
Κλίνην κατέβρεξεν, 620 583, 587, 588, 589, 590, 591, 594, 596,
Κλίνην ποιεῖ, 11, 217, 450, 1091 598, 600, 601, 602, 604, 606, 609, 613,
Κλίνην τοῦ παραλύτου, 58, 1003 614, 615, 618, 620, 621, 623, 624, 631,
κλινήρεις, 208, 209, 688, 764 632, 633, 635, 636, 637, 638, 639, 640,
κλινήρη, 71, 104, 195, 391, 471, 703, 905, 641, 642, 651, 652, 653, 654, 655, 657,
906, 1101, 1158 658, 659, 661, 662, 664, 665, 667, 673,
κλινήρης, 4, 81, 115, 128, 145, 179, 278, 674, 675, 676, 677, 678, 679, 682, 683,
279, 333, 338, 353, 354, 428, 430, 660, 684, 685, 686, 687, 688, 690, 696, 697,
683, 687, 706, 722, 727, 746, 763, 783, 698, 701, 702, 704, 705, 710, 711, 712,
822, 827, 844, 845, 857, 861, 1015, 716, 717, 718, 721, 723, 724, 725, 726,
1020, 1021, 1070, 1073, 1075, 1140 728, 729, 730, 731, 732, 736, 737, 738,
Κλίνης, 4, 5, 7, 8, 10, 11, 12, 16, 17, 18, 739, 744, 748, 751, 752, 753, 756, 758,
20, 21, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 763, 764, 765, 768, 777, 779, 781, 782,
1262

783, 787, 788, 789, 790, 791, 795, 798, Κλινοπέτης, 1020, 1021
799, 801, 802, 803, 804, 805, 809, 812, κλινοποιός, 11, 12, 75, 76, 217, 218, 219,
813, 814, 815, 816, 820, 821, 824, 825, 354
828, 830, 832, 836, 839, 840, 842, 843, κλινοποιὸς, 898, 1089, 1090, 1091
845, 847, 848, 849, 850, 851, 852, 854, Κλιντήρ, 1, 71, 905, 906, 963, 964, 1147,
855, 856, 857, 858, 859, 860, 862, 863, 1148, 1158
864, 865, 866, 867, 868, 869, 870, 872, Κλιντήριον, 354, 355, 356, 357, 358
875, 876, 877, 878, 879, 881, 882, 883, κλίνω, Κλίνη, 1007
884, 885, 887, 889, 891, 892, 893, 896, κλισία, 1, 71, 278, 279, 833, 906, 935,
897, 898, 899, 901, 902, 910, 911, 912, 964, 1013, 1020, 1021, 1158
913, 914, 915, 917, 922, 929, 930, 931, κλισίας, 934, 1148, 1149, 1150, 1151,
933, 934, 937, 938, 939, 940, 942, 943, 1152, 1153, 1154, 1155, 1156, 1157,
945, 947, 948, 949, 950, 951, 952, 953, 1159
955, 958, 961, 965, 966, 972, 973, 976, κοιμᾶσθαι, 128, 163, 407, 447, 640, 902,
977, 982, 983, 985, 986, 990, 991, 992, 924, 1018, 1086
993, 994, 995, 996, 1001, 1002, 1003, κοιμήσῃ, 226
1004, 1005, 1010, 1016, 1017, 1025, κοίτη, 1, 9, 354, 437, 591, 614, 962, 964,
1026, 1027, 1029, 1030, 1031, 1033, 1218, 1220, 1221, 1224, 1228, 1231,
1039, 1040, 1041, 1048, 1049, 1052, 1232, 1233, 1237, 1238, 1239, 1244,
1055, 1057, 1058, 1060, 1064, 1066, 1247, 1249, 1251
1067, 1068, 1070, 1071, 1072, 1078, κοίτῃ, 374, 386, 564, 565, 653, 719, 1036,
1079, 1080, 1082, 1083, 1084, 1088, 1210, 1211, 1212, 1213, 1214, 1218,
1093, 1094, 1095, 1097, 1098, 1101, 1220, 1222, 1226, 1227, 1234, 1245,
1102, 1104, 1107, 1108, 1109, 1110, 1251
1117, 1120, 1122, 1123, 1127, 1128, κοίτην, 32, 38, 39, 54, 63, 240, 374, 377,
1129, 1130, 1131, 1132, 1133, 1135, 525, 538, 545, 564, 565, 591, 595, 613,
1142, 1144, 1168, 1171, 1177, 1196, 615, 626, 629, 647, 658, 711, 730, 901,
1210, 1223, 1233, 1236 983, 1038, 1040, 1053, 1166, 1168,
κλίνῃς, 5, 167, 273, 276, 277, 280, 341, 1173, 1211, 1212, 1214, 1215, 1216,
388, 389, 542, 545, 612, 616, 1022, 1217, 1218, 1219, 1220, 1221, 1222,
1085, 1116, 1119, 1124 1223, 1224, 1225, 1226, 1227, 1228,
Κλίνης αἰώρᾳ, 433, 439 1229, 1230, 1231, 1232, 1233, 1234,
Κλίνης ἀργυρόπους, 356, 357, 358 1235, 1237, 1238, 1239, 1240, 1241,
Κλίνης μυστήριον ἀπεκέκρυπτο, 951, 1242, 1243, 1244, 1245, 1246, 1247,
952, 953 1248, 1249, 1250, 1251
Κλίνης πρὸς ποδῶν, 138, 139, 154, 155, Κοίτην, 55, 987, 1225, 1226, 1234
468 κοίτης, 24, 38, 198, 240, 320, 376, 386,
Κλίνης ὕλη τὸ ξύλον, 882 392, 437, 532, 565, 614, 833, 901, 991,
Κλίνης φύλακες γένωνται, 531 1097, 1211, 1212, 1213, 1214, 1215,
Κλίνησι, 4 1216, 1217, 1219, 1221, 1222, 1223,
κλίνῃσι, 167, 250, 484, 555, 926, 964, 1224, 1225, 1226, 1227, 1228, 1230,
1105, 1112 1231, 1232, 1233, 1235, 1236, 1238,
κλινηφόρον, 727, 1062 1240, 1242, 1243, 1245, 1247, 1248,
κλινίδιον, 1, 110, 129, 278, 279, 354, 355, 1249, 1250, 1251
356, 357, 358, 541, 905, 906, 964, κοιτών, 354, 937
1010, 1017, 1032, 1076, 1080, 1126, κοιτῶνος, 68, 73, 204, 205, 355, 641, 766,
1145, 1146, 1147, 1148, 1158, 1160, 781, 782, 788, 857, 952, 953
1161 Κοσμάς Ινδικοπλεύστης, 910
κλινοκαθέδριον, 71, 905, 906, 1076, κράβατον, 35, 546
1147, 1148, 1158 κράβατος, 1010, 1017, 1159, 1161
κλινοπετὴς, 278, 279
1263

κραββάτιον, 278, 279, 833, 1133, 1179, 518, 520, 542, 625, 656, 718, 734, 817,
1198 828, 868, 869, 870, 871, 872, 873, 874,
κράββατον, 45, 357, 358, 1027, 1030, 875, 876, 880, 881, 882, 886, 955, 961,
1032, 1126, 1180, 1181, 1182, 1183, 974, 1041, 1061, 1074
1184, 1185, 1186, 1190, 1194 Ολυμπιόδωρος, 887, 888
κράββατόν, 628, 995, 1032, 1043, 1179, Ομήρου Ιλιάδα, 4, 916, 917, 918, 919,
1180, 1183, 1184, 1185, 1186, 1187, 920, 921, 922, 924, 925, 926, 928, 930,
1188, 1189, 1191, 1192, 1193 1148, 1149, 1150, 1151, 1152, 1153,
κράββατος, 1, 80, 964, 1160, 1194 1154
κραββάτων, 1092, 1130, 1183, 1189, Ορειβάσιος ιατρός, 439, 440, 442, 443,
1190 444, 445
Κρεβάτι, 1, 4 Παλλάδιος, 620, 621, 622, 623, 624
Κυρανίδης, 494, 495, 496 Παυσανίας, 327, 328, 329, 330
Κύριλλος, 56, 57, 58, 59, 721, 722, 995, πεντάκλινον, 143, 161, 162, 934
996, 997, 998, 999, 1000, 1001, 1002, Πλάτων, 9, 10, 11, 12, 13, 75, 76, 119,
1003, 1004, 1005, 1146, 1237, 1238, 198, 214, 215, 216, 217, 218, 219, 220,
1239, 1240, 1241, 1242 296, 356, 357, 358, 404, 569, 667, 872,
Κύριλλος Αλεξανδρινός, 56, 57, 58, 59, 881, 888, 890, 899, 900, 903, 904,
1146 1010, 1017, 1127, 1137, 1138, 1146,
Κωνσταντίνος 7ος Πορφυρογέννητος, 1157, 1160, 1161, 1165, 1198, 1199,
750, 751, 752, 753, 754, 755, 756, 758, 1205, 1214, 1215
760, 761, 762, 764, 765 Πλούταρχος, 98, 99, 100, 101, 102, 103,
Κωνσταντίνος Μανασσής, 90, 91, 789, 104, 105, 106, 107, 109, 110, 111, 112,
790, 791, 1210 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120,
Λέων Διάκονος, 786, 787, 788 121, 122, 123, 124, 125, 126, 127, 128,
Λιβάνιος, 279, 631, 632, 633, 634, 635 129, 947
Λουκιανός, 225, 226, 227, 228, 230, 231, ποιεῖ τὸ μὲν ξύλον Κλίνην, 886
232, 233, 234, 235, 236, 237, 238, 239, Πορφύριος, 551, 552, 553, 554, 555, 556,
632 862, 900
Λυσίας, 13, 348, 349, 350, 1140 Ποσειδωνιος., 457, 458
Μανουήλ Φίλης, 688, 689, 690, 691, 692, Πρίσκος, 738, 739
693, 694, 695, 696, 697, 698, 699, 700, Πρόκλος, 765, 888, 897, 898, 899, 900
701 Προκόπιος, 60, 61, 62, 643, 644, 645,
Μιχαήλ Ατταλιάτης, 78, 1195 646, 647, 648, 649, 650, 651, 652, 653,
Μιχαήλ Γλύκας, 777, 778, 779, 780 654, 759, 893, 1242, 1243, 1244
Μιχαήλ Ψελλός, 74, 75, 76, 77, 658, 659, προσκεφάλαιον, 140, 143, 157, 161, 162,
660, 661, 662, 663, 664, 665, 666, 667, 226, 310, 317, 385, 595, 821, 934, 1010
668, 670, 671, 672, 673, 674, 675, 676, Ρωμανός μελωδός, 722, 723, 725, 726
677, 678, 679 σινδόνα, 435, 436, 444, 625, 710, 1085
Μύθοι Αισώπου, 509, 511 σινδόνος, 435, 436, 532, 1138
Νικήτας Αμνιανός, 69, 70 σκίμποδα, 82, 197, 205, 206, 207, 925,
Νικηφόρος Γρηγοράς, 1065, 1066, 1067, 954, 1095
1068 Σκίμπους, 1, 80, 198, 204, 205, 356, 357,
Νικηφόρος Χωνιάτης, 795, 796, 797, 358, 374, 954, 1010, 1017, 1080, 1095,
798, 799, 800, 801, 802 1126, 1142, 1146, 1159, 1160, 1161,
Ξενοφών, 9, 194, 1164, 1165, 1213, 1214 1194
ξηροκοιτία, 835 Σούδα, 1123, 1124, 1125, 1126, 1128,
ξύλον, 15, 16, 17, 18, 19, 75, 76, 213, 254, 1129, 1130, 1133, 1134, 1137, 1138,
257, 260, 262, 263, 264, 265, 267, 270, 1141
312, 342, 411, 412, 420, 443, 447, 449, Σοφοκλής, 5, 166, 1156
450, 452, 460, 461, 475, 513, 514, 516,
1264

στιβάδα, 8, 100, 185, 798, 936, 1098, 554, 571, 590, 600, 601, 606, 664, 767,
1250 862, 863, 893, 899
στιβάδος, 19, 45, 50, 63, 347, 440, 522, τρίκλινον, 143, 149, 161, 162, 934
552, 568, 1037, 1102, 1143 ὕπνοις, 85, 89, 240, 379, 431, 521, 810,
Στιβάς, 834 901
στιβὰς, 8, 177, 838, 936, 1162, 1163 ὕπνον, 31, 33, 38, 39, 47, 48, 55, 57, 65,
στρῶμα, 8, 948, 1098 67, 73, 85, 86, 89, 104, 108, 110, 160,
στρώμασιν, 181, 306, 313, 419, 1096 177, 229, 300, 320, 363, 364, 373, 397,
στρώματα, 7, 96, 97, 116, 129, 183, 323, 403, 410, 426, 433, 434, 439, 455, 456,
324, 397, 415, 459, 488, 501, 571, 595, 535, 536, 537, 564, 565, 576, 596, 597,
608, 931, 1018, 1118, 1137, 1138, 1139 617, 623, 653, 692, 693, 739, 747, 749,
Στρωμνή, 8, 335, 431, 485, 486, 506, 962, 752, 785, 788, 816, 825, 857, 958, 986,
1137, 1145, 1164 994, 1001, 1002, 1084, 1147, 1168,
στρωμνὴ, 9, 27, 89, 177, 337, 382, 425, 1171, 1174, 1177, 1211, 1214, 1226,
426, 597, 672, 807, 931, 941, 1102, 1227
1165, 1166, 1174, 1178 ὕπνος, 198, 568, 597, 653, 790, 800, 1001,
στρωμνῇ, 344, 1173, 1203 1130, 1210
στρωμνήν, 29, 33, 37, 53, 56, 64, 539, ὕπνου, 36, 54, 80, 83, 226, 229, 273, 363,
562, 581, 592, 611, 618, 619, 626, 629, 390, 406, 410, 417, 430, 439, 454, 471,
974, 975, 982, 1000, 1042, 1047, 1052, 550, 597, 635, 643, 653, 655, 681, 889,
1054, 1059, 1164, 1165, 1167, 1169, 901, 910, 922, 937, 985, 1000, 1019,
1170, 1171, 1172, 1173, 1174, 1175, 1086, 1089, 1118, 1130, 1144, 1174,
1176 1199
στρωμνὴν, 36, 51, 86, 88, 130, 156, 359, ὕπνους, 104, 433, 825, 851, 852
434, 501, 502, 601, 605, 629, 720, 747, ὑποστρώματα, 241, 242
785, 798, 994, 1051, 1164, 1165, 1166, Φλάβιος Αρριανός, 240, 241, 242, 243,
1167, 1168, 1172, 1173, 1176, 1178, 244
1221, 1229, 1230, 1239 Φλάβιος Ιουστινιανός, 703, 704, 705
στρωμνῆς, 31, 32, 33, 55, 57, 74, 82, 85, Φλάβιος Ιώσηφος, 330, 331, 332, 333,
121, 247, 341, 427, 440, 536, 653, 747, 334, 335, 336, 337, 338
930, 986, 1001, 1084, 1164, 1165, Φλαβιος Κλαύδιος, 522, 523, 524
1166, 1168, 1169, 1170, 1171, 1172, Φλάβιος Φιλόστρατος, 415, 416, 417,
1174, 1175, 1176, 1177, 1217 418
συγκαθεύδειν, 120, 239 φορείου, 71, 393, 435, 436, 905, 906,
Συμεών Λογοθέτης, 72, 73, 1194, 1195 1076, 1147, 1148, 1158
Συμπλίκιος, 862, 864, 865, 866, 867, 868, Φώτιος, 70, 71, 72, 901, 902, 903, 904,
869, 870, 871, 873, 874, 875 905, 906, 908, 1147, 1148, 1158, 1160,
Σχόλια στον Αισχύλο, 1088, 1090, 1091 1179, 1194, 1249, 1250
Σχόλια στον Αριστοφάνη, 1092, 1093, χαλκῆν, 225, 261, 758
1094, 1096, 1097, 1098 χαμεύνη, 357, 358, 1097
Σχόλια στον Ευρυπίδη, 1098, 1099, χαμεύνην, 91, 790, 1097, 1204, 1210
1100, 1101 χαμευνία, 835, 1199, 1204, 1205, 1208,
Σχόλια στον Ησίοδο, 1101 1209
Σχόλια στον Θεόκριτο, 1117, 1118 χαμευνίας, 717, 1200, 1201, 1203, 1206,
Σχόλια στον Όμηρο. Ιλιάδα, 1102, 1103, 1207, 1208
1105, 1106, 1110, 1111, 1112 χαμεύνιον, 357, 358, 1199
Σχόλια στον Όμηρο. Οδύσσεια, 1106, Χαμεύνιον, 1179, 1198
1107, 1108, 1109 Χαρίτων, 24, 25, 26, 27, 28, 376, 377,
τραπέζης, 10, 48, 82, 89, 99, 116, 130, 378, 379, 380, 381, 382, 383, 1166
134, 151, 161, 191, 194, 217, 390, 415,
457, 458, 501, 507, 511, 533, 552, 553,
1265

χρυσῆ, 22, 143, 161, 162, 223, 225, 306, Ωριγένης, 29, 30, 579, 580, 581, 582, 583,
313, 314, 419, 480, 491, 572, 679, 762, 1167, 1168, 1179, 1220, 1221, 1222
776, 933, 1144

TLG Texts doing_search κλινη tlg Go

UTF-8 search TLG Texts

You might also like