The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20260109083126/https://www.scribd.com/document/463121022/3%CE%B7-%CE%95%CE%A1%CE%93%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%91-%CE%A4%CE%96%CE%95%CE%A1%CE%A1%CE%A5-%CE%A0%CE%91%CE%93%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%A3-%CE%9F%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%91-%CE%93%CE%95%CE%A9%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%91
0% found this document useful (0 votes)
84 views10 pages

3η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΖΕΡΡΥ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ- ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

2. Πορεία σύνδεσης Γεωγραφίας - Οικολογίας
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
84 views10 pages

3η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΖΕΡΡΥ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ- ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

2. Πορεία σύνδεσης Γεωγραφίας - Οικολογίας
Copyright
© © All Rights Reserved
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as DOCX, PDF, TXT or read online on Scribd

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

«ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ»


ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΕΠΟ 12
•ΓΕΝΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ, ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΥΛΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕYΡΩΠΗΣ •
ΤΜΗΜΑ:MKT-45

3η ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
(1.600-2000 λέξεις)
Καταληκτική ημερομηνία υποβολής 02.03.2020
ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΦΟΙΤΗΤΗ: ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ ΤΖΕΡΡΥ

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ: 2019 – 2020


ΣΥΝΟΛΟ ΛΕΞΕΩΝ: 2.000

Πίνακας περιεχομένων

1
1. Πρόλογος – Εισαγωγή 3

2. Πορεία σύνδεσης Γεωγραφίας - Οικολογίας .3


3. Η γενετική σχέση κοινωνίας-φύσης και τα οικολογικά προβλήματα5
4. Συμπεράσματα…………..…………..………………………………………………8
5. Βιβλιογραφικές αναφορές ……………...…………………………………………10

1. Πρόλογος –Εισαγωγή

Οι τεράστιες περιβαλλοντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο πλανήτης στην


εποχή μας και επηρεάζουν σημαντικά την οικονομικοκοινωνική εξέλιξη με όρους
γεωγραφικούς, δεν είναι απότοκος απλώς φυσικών διεργασιών, αλλά είναι αποτέλεσμα

2
ανθρώπινων παρεμβάσεων στη φύση, τις οποίες επιβάλουν οι κοινωνικοοικονομικές
ακόμη και πολιτικές, αναπτυξιακές πρακτικές.
Στην παρούσα εργασία θα παρουσιάσουμε τη διαντίδραση αυτή, κοινωνίας και
φύσης, μέσω της ανάλυσης της πορείας σύγκλισης της Γεωγραφίας με την Οικολογία που
είχε ως αποτέλεσμα την ανάδυση της Οικογεωγραφίας. Στη συνέχεια θα επικεντρώσουμε
την ανάλυση μας στην εγγενή σχέση κοινωνίας – φύσης, η οποία διαταράσσεται από την
αλόγιστη ανάπτυξη που προκαλεί σωρεία περιβαλλοντικών προβλημάτων, δίνοντας το
έναυσμα για την ανάπτυξη της θεωρίας της αειφόρου ανάπτυξης.

2. Πορεία σύνδεσης Γεωγραφίας - Οικολογίας

Κατά τις ταραχώδεις δεκαετίες του ’60 και ’70 που χαρακτηρίστηκαν από ποικίλα
και σύνθετα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα με σημαντικές χωρικές προεκτάσεις,
εγκαταλείπεται η κατακερματισμένη θετικιστική Γεωγραφία καθώς αναδύεται η
διεπιστημονική προσέγγιση της Κριτικής Γεωγραφίας, που στρέφει το ενδιαφέρον της
στην αλληλεπίδραση χωρικών και κοινωνικών φαινομένων, εξελίσσοντας τον κοινωνικό
και πολιτικό χαρακτήρα της γεωγραφικής σκέψης. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην
ανάδειξη των κοινωνικών φαινομένων τα οποία προκαλούν επιπτώσεις στον χώρο, οι
οποίες επιπτώσεις με τη σειρά τους διαμορφώνουν περεταίρω κοινωνικές διαδικασίες
(Λεοντίδου 2011:155,159). Η εμφάνιση την ίδια περίοδο περιβαλλοντικών κινημάτων που
αναδεικνύουν τα σημαντικά οικολογικά προβλήματα, ωθεί τη Γεωγραφία σε αναστοχασμό
σε σχέση με τις αλλοτριωμένες πλέον σχέσεις κοινωνίας και φύσης, με αποτέλεσμα τη
σύγκλιση της Γεωγραφίας με το οικολογικό κίνημα και τη συνθετική διεπιστημονική
θεώρηση των επιστημών του χώρου με αυτές του περιβάλλοντος. Μέσω της σύγκλισης
αυτής επανέρχεται το επιστημολογικό Παράδειγμα της Οικογεωγραφίας που
πραγματεύεται την χωρική αποτύπωση της σχέσης ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος,
μετά την πρόσκαιρη επικράτηση της πολυεπιστημονικότητας του θετικιστικού
Παραδείγματος (Λεοντίδου 2011:155,159,168,Κουρλιούρος 2013:314).
Η σύζευξη επομένως αυτή Γεωγραφίας και Οικολογίας, παρουσιάζει τις
κοινωνικές αιτίες των οικολογικών καταστροφών, αλλά και το πώς αυτές επηρεάζουν τις
κοινωνικές διεργασίες, βοηθώντας ουσιαστικά στη συνειδητοποίηση της διαντίδρασης στις
σχέσεις κοινωνίας και χώρου (Κουρλιούρος2013:314). Το οικολογικό κίνημα στο οποίο
βασίζεται η σύνδεση αυτή υπήρξε πολύπλευρο, και κατά την εδραίωση του από το 1970

3
και μετά, ενσωμάτωσε έναν ευρύ κύκλο από συντηρητικές απόψεις που ήταν αντίθετες
στις υλικές αξίες της νεότερης βιομηχανικής κοινωνίας, ενώ από την άλλη υποστήριξε την
προοδευτική άποψη της ενίσχυσης της τεχνολογίας για την ανακάλυψη νέων ήπιων
μορφών ενέργειας. Μετά και το Οικολογικό Μανιφέστο του 1977, η οικολογία
πολιτικοποιείται περεταίρω και εκφράζεται μέσα από ΜΚΟ, θεσμούς και πράσινα
κόμματα, κρατώντας απόσταση ωστόσο από τις παραδοσιακές κομουνιστικές μαρξιστικές
παρατάξεις που ζητούν ανάπτυξη μέσω της αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων
απομακρυνόμενα από το οικολογικό διακύβευμα. Κατά συνέπεια, η ανάδυση της
Οικογεωγραφίας, οφείλεται περισσότερο στις ιδέες και τα οράματα των ουτοπιστών περί
αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης που υιοθέτησε η Οικολογία, από το
μαρξιστικό πρόταγμα που συμπεριέλαβε σε κάποιο βαθμό η Κριτική Γεωγραφία
(Λεοντίδου 2011:166,168-169).
Εντούτοις η Γεωγραφία και η Οικολογία, επαναφέρουν την έννοια της εργασίας
όπως διαμορφώνεται στη μαρξιστική ανάλυση, μέσω της οποίας ο άνθρωπος δημιουργεί
και παρεμβαίνει στη φύση, απομακρυνόμενες από τη μηχανιστική λειτουργία του
οικονομικού ανθρώπου του θετικισμού. Η Οικογεωγραφία επομένως απορρίπτει την
παλιότερη διάκριση της σχέσης ανθρώπου και φύσης, και εισάγεται η αντίληψη της
«παραγωγής της φύσης» του περιβάλλοντος δηλαδή που δημιουργείται μέσω των
κοινωνικών διεργασιών της διαντίδρασης ανθρώπου-φύσης, που αντιτίθεται στην αειφορία
(ο.π. 2011:166,170). Κατά συνέπεια η Γεωγραφία και η Οικολογία υιοθετούν την έννοια
της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης, η οποία αναφέρεται το 1987 στην επιτροπή
Μπρούντλαντ, ως οικονομικοκοινωνική ανάπτυξη για την ικανοποίηση των αναγκών της
σύγχρονής γενιάς, δίχως να δεσμεύει αρνητικά τις δυνατότητες εξυπηρέτησης των
αναγκών των γενιών του μέλλοντος. Η αειφόρος ανάπτυξη γίνεται επομένως βασική
συνιστώσα της Οικογεωγραφίας εξαιτίας του διεπιστημονικού της χαρακτήρα και της
αλληλεπίδρασης ανθρώπου – περιβάλλοντος που προάγει στο παρόν και στο μέλλον.
Επομένως η διαντίδραση αυτή, σύμφωνα με τον Swyngedouw, δεν μπορεί παρά να
αναλυθεί σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς τα περιβαλλοντικά προβλήματα που παράγονται
εξ αυτής αφορούν το σύνολο του πλανήτη και οι πολιτικές αντιμετώπισης τους θα πρέπει
να είναι παγκόσμιες (ο.π. 2011:169-171).

3. Η γενετική σχέση κοινωνίας-φύσης και τα οικολογικά προβλήματα

4
Από τα παραπάνω γίνεται λοιπόν φανερό, ότι η σχέση φύσης και κοινωνίας είναι
εγγενής, γεγονός που διαφαίνεται στα προβλήματα του περιβάλλοντος που είναι διάχυτα
στις μέρες μας σε πλανητική κλίμακα. Η εξάντληση των φυσικών πόρων, η απώλεια της
βιοποικιλότητας, υπερθέρμανση του πλανήτη, η αποψίλωση των δασών, η άνοδος των
θαλάσσιων υδάτων, η διάβρωση και ερημοποίηση των εδαφών, στρέφουν την
Οικογεωγραφία στους όρους διατάραξης της σχέσης αυτής και στην διεπιστημονική
αναζήτηση των αιτιών που παράγουν την περιβαλλοντική υποβάθμιση, χωρίς ωστόσο να
παρουσιάζονται κοινές προτάσεις όσον αφορά τον τρόπο κατά τον οποίο οι κοινωνικές
διεργασίες διαταράσσουν τις σχέσεις ανθρώπου και φύσης (Μοδινός 1998:125-127,
Μοδινός 2003:20).
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η αλόγιστη ανάπτυξη, που υιοθετήθηκε κατά τη
νεότερη εποχή και η οποία έχει ως κύριο μέλημά της τη συνεχόμενη αύξηση μόνο των
οικονομικών μεγεθών και τη συνακόλουθη μεγιστοποίηση των δυνάμεων παράγωγής,
οδηγεί αναπόφευκτα στην περιβαλλοντική υποβάθμιση (Μοδινός 1998:128-130, Μοδινός
2003:22, Τσουκαλάς 1994:57). Η αναπτυξιακή αυτή διαδικασία έχει τις βάσεις της τόσο
στον οικονομικό ανταγωνισμό των κρατών, όσο και στον ανταγωνισμό που εισάγει ο
καπιταλισμός, όπου κύρια αιτήματα των πολιτών είναι η εισοδηματική και καταναλωτική
επάρκεια και των επιχειρήσεων η οικονομική μεγέθυνση. Επιπλέον τα αναπτυσσόμενα
κράτη ζητούν, όπως φάνηκε στις διεθνείς συνδιασκέψεις της Στοκχόλμης και του
Γιοχάνεσμπουργκ, την ένταξη τους στην αναπτυξιακή διαδικασία ως αντίδοτο στη
φτώχεια και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος (Μοδινός 2003:22,27, Τσουκαλάς
1994:57-59). Η εισαγωγή εντούτοις από την επιτροπή Brundland, της θεωρίας της
βιώσιμης ή αειφόρου ανάπτυξης, ως λύση στα περιβαλλοντικά προβλήματα κατέδειξε την
ανησυχία της διεθνής κοινότητας για την πορεία της αλόγιστης ανάπτυξης, χωρίς ωστόσο
στα επόμενα χρόνια να παρατηρηθεί κάποια αλλαγή πλεύσης καθώς τα προβλήματα
δείχνουν να διογκώνονται (Μοδινός 1998:129).
Ο Harvey στρέφει την συζήτηση ως προς τις σχέσεις κοινωνίας και φύσης, στο
συγκεντρωτισμό του καπιταλισμού, ο οποίος, κατέχοντας την οικονομική δύναμη
οικειοποιείται την ίδια τη φύση, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές και τους φυσικούς πόρους
που είναι κοινοί για όλη την ανθρωπότητα(Harvey 2015:405). Κατά συνέπεια το κεφάλαιο
έχοντας τον ασφυκτικό έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους του φυσικού πλούτου και καθώς
κινείται γεωγραφικά εκ της φύσης του, το εκμεταλλεύεται ανεξέλεγκτα εξαντλώντας και
καταστρέφοντάς το με γνώμονα μόνο την κερδοφορία, παράγοντας οικολογικές και

5
κοινωνικές καταστροφές (ο.π. 2015:414-415,406). Εντούτοις το κεφάλαιο, διαχρονικά
αντιμετωπίζει επιτυχώς τις περιβαλλοντικές δυσκολίες που προκαλεί, ενώ πρόσφατα
οικειοποιήθηκε και τον περιβαλλοντισμό σε μία προσπάθεια να επιβληθεί στον οικολογικό
λόγο, καθορίζοντας τη φύση με όρους κεφαλαιακούς, όπως για παράδειγμα την ανάπτυξη
και εμπορία περιβαλλοντικών τεχνολογιών και το "περιβαλλοντικό ξέπλυμα" (ο.π.
2015:397,400-402,408). Συνεχίζοντας ο Harvey αναφέρει ότι τη σημερινή εποχή
βρισκόμαστε σε σημείο καμπής, καθώς η εκθετική πρόοδος της δραστηριότητας του
κεφαλαίου, αυξάνει την καπήλευση του περιβάλλοντος στα πλαίσια της οικολογίας του
κεφαλαίου, ενώ επιπλέον οι οικολογικές καταστροφές γίνονται αντικείμενο
εκμετάλλευσης στα πλαίσια του "καπιταλισμού της καταστροφής" πάντα με γνώμονα το
κέρδος (ο.π. 2015:402, 409). Τα περιβαλλοντικά προβλήματα για τα οποία υπεύθυνη είναι
η αλλοτριωτική σχέση του ανθρώπου με τη φύση, παραμένουν χωρίς λύση, καθώς το
κεφάλαιο δεν επιθυμεί να διαταράξει την εκθετική συσσώρευση κεφαλαίου προς όφελός
του, συνεπώς τα οικολογικά κινήματα θα πρέπει να στραφούν κατά του κεφαλαίου εάν
επιθυμούν να αντιμετωπίσουν τις οικολογικές καταστροφές (ο.π. 2015:411,421).
Σύμφωνα με τον Μοδινό, η διερεύνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας η οποία
παράγει την περιβαλλοντική υποβάθμιση και ως αποτέλεσμα αυτής επέρχεται η
υπανάπτυξη και η εκπτώχευση κυρίως των λαών του Τρίτου Κόσμου, δύναται να
μελετηθεί διεπιστημονικά από την Οικογεωγραφία, μέσω παραδειγμάτων σε
περιορισμένες γεωγραφικές περιοχές, τα οποία μπορούν να αναχθούν σε πλανητική
κλίμακα για την ανάλυση των οικολογικών προβλημάτων. Οι γεωγραφικές περιφέρειες
του Σάχελ στην Αφρική και του Αμαζόνιου στην Νότια Αμερική, παρουσιάζουν
οικουμενικά προβλήματα όπως η ελάττωση των ενεργειακών πόρων, η μείωση της
βιοποικιλότητας, η εξάντληση των υδατικών διαθέσιμων, η αποδάσωση και η
ερημοποίηση των εδαφών, τα οποία αποτελούν παραδείγματα υποβάθμισης του
περιβάλλοντος που προκάλεσε η αλόγιστη ανάπτυξη και που με την σειρά τους επέφεραν
την υπανάπτυξη και την εκπτώχευση των ιθαγενών πληθυσμών (Μοδινός 1998:127-133).
Συγκεκριμένα στην περίπτωση του Σάχελ τα αίτια του περιβαλλοντικού προβλήματος
προήλθαν από την υιοθέτηση του διεθνούς προτύπου γεωργικής ανάπτυξης, το οποίο
προέβλεπε εισαγωγή του χρήματος στην οικονομία, μονοκαλλιέργειες με κύριο σκοπό την
εξαγωγή, την εισαγωγή σύγχρονης τεχνολογίας και την εκμηχάνιση της παραγωγής που
αρχικά οδήγησαν σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η ανάπτυξη αυτή οδήγησε στην
επεκτατική καλλιέργεια ακατάλληλων εδαφών, με αποτέλεσμα την έντονη διάβρωσή τους

6
αλλά και την εκδίωξη των κτηνοτρόφων σε πιο περιορισμένες και ευαίσθητες περιοχές και
τον περιορισμό των μετακινήσεων τους. Συνέπεια ήταν η συγκέντρωσή τους σε περιοχές
με παροχή νερού μέσω γεωτρήσεων και η υπερβόσκηση τους, ενώ οι ασυνήθεις ξηρασίες
εξάλειψαν τα κοπάδια προκαλώντας λιμούς, εκπτώχευση και αθρόα μετανάστευση ακόμη
και εμφυλίους πολέμους. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η εμμονή στην εκθετική γεωργική
ανάπτυξη οδήγησε σε υπανάπτυξη και εκπτώχευση του πληθυσμού της περιοχής (ο.π.
1998:126,133).
Αντίστοιχα στην γεωγραφική ενότητα των δασών του Αμαζονίου, επιδίωξη της
αναπτυξιακής διαδικασίας υπήρξε η εντατική παραγωγή μέσω της εκβιομηχάνισης και της
επέκτασης των καλλιεργήσιμων εδαφών, η αστικοποίηση και η εκμετάλλευση της
πλούσιας βιομάζας και των γενετικών πόρων. Συνεπώς αναπτύχθηκε ανεξέλεγκτη
υλοτόμηση, ενώ επιπλέον δημιουργήθηκαν μεγάλου μεγέθους αναπτυξιακά έργα όπως
φράγματα, δρόμοι, ορυχεία και λατομεία. Τα αποτελέσματα ήταν η υποβάθμιση του
περιβάλλοντος διαμέσου της αποδάσωσης, της διάβρωσης των εδαφών, της συρρίκνωσης
της βιοποικιλότητας και της βιομάζας, ενώ επίσης εμφανίστηκαν κλιματικές αλλαγές με
συνέπεια ευρείες ξηρασίες και πλημμύρες. Όπως και στην περίπτωση του Σάχελ τα
περιβαλλοντικά αυτά προβλήματα είχαν ευρείες κοινωνικές συνέπειες καθώς η εξάντληση
των φυσικών πόρων οδήγησε σε εκπτώχευση, ανεργία, μετανάστευση και απώλεια του
παραδοσιακού τρόπου ζωής (ο.π. 1998:126).
Τα παραπάνω παραδείγματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δημιουργείται ένα νέο
είδος φτώχειας το οποίο δεν οφείλεται σε περιορισμένη παραγωγή ή ανισοβαρή
εισοδηματική κατανομή, αλλά σε απώλεια αγαθών κοινής χρήσης, την απομύζηση των
φυσικών πόρων και την περιβαλλοντική υποβάθμιση, χωρίς να διαφαίνεται αντιστροφή
καθώς οι νέες γενιές θα παραλάβουν ένα κατεστραμμένο περιβάλλον. Συνεπώς
δημιουργείται μία αειφόρος ή δομική φτώχεια η οποία δύναται να αναχθεί σε οικουμενικό
επίπεδο σε γεωγραφικές ζώνες με τα ίδια χαρακτηριστικά, καθώς οι αναπτυγμένες χώρες
είναι διαχρονικά οι παραγωγοί αυτού του είδους της εκπτώχευσης (ο.π. 1998:126).

4. Συμπεράσματα

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η ανάδυση της Οικογεωγραφίας, μετά τη σύγκλιση


της Γεωγραφίας με το Οικολογικό κίνημα που εμφανίστηκε δυναμικά κατά την ιδεολογικά
φορτισμένη δεκαετία του 1970, συνέβαλε καθοριστικά στην αποτύπωση της συμβολής της

7
κοινωνίας στη δημιουργία των οικολογικών προβλημάτων, αλλά και στην προσπάθεια
διαχείρισή τους, ιδιαίτερα μετά και τον ορισμό της έννοιας της αειφόρου ανάπτυξης από
την επιτροπή Brundland. Επιπλέον η Οικογεωγραφία ενεργώντας διεπιστημονικά ανέδειξε
την εγγενή σχέση κοινωνίας και φύσης, η οποία είναι αμφίδρομη, καθώς τα
περιβαλλοντικά προβλήματα που προέρχονται από την αλλοτριωμένη αυτή σχέση έχουν
σαφές αντίκτυπο και στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία που
βασίζεται στην αλόγιστη και εκθετική ανάπτυξη με κύριο και μοναδικό στόχο τη
συσσώρευση κεφαλαίου και τη μεγιστοποίηση του κέρδους, μαζί με μια καταναλωτική
κοινωνία που δομήθηκε στα παραπάνω πρότυπα, συνεπικουρούμενη από τους κρατικούς
ανταγωνισμούς, αντιστρατεύονται την αειφόρο ανάπτυξη επιφέροντας καταστροφές στο
περιβάλλον, υπανάπτυξη και εκπτώχευση. Ιδιαίτερα πλήττονται από την περιβαλλοντική
υποβάθμιση και την καπήλευση των φυσικών τους πόρων οι χώρες του Τρίτου Κόσμου
στις οποίες η δύναμη του κεφαλαίου που προστατεύει τις ανεπτυγμένες χώρες απουσιάζει.
Γίνεται εντούτοις φανερό μέσα από την ανάλυση της επιστήμης της Οικογεωγραφίας, ότι
αν δεν εγκαταλειφθεί το καπιταλιστικό φαντασιακό όπως το ορίζει ο Καστοριάδης (2001),
τα παραδείγματα των επονομαζόμενων Τρίτων Χωρών θα γίνουν μία παγκόσμια
πραγματικότητα καθώς η οικολογική καταστροφή θα καταστεί μη αναστρέψιμη.

8
Βιβλιογραφικές αναφορές

Harvey, D. 2015. Δεκαεφτά αντιφάσεις και το τέλος του καπιταλισμού, μτφ. Ε. Αστερίου.
Αθήνα: Μεταίχμιο.

Καστοριάδης, Κ. 2001. Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία. Πέντε διαλέξεις στη Βόρειο


Ελλάδα. Αθήνα: Ύψιλον.

Κουρλιούρος, Η. 2013. «Ηγεμονικές και αναδυόμενες επιστημολογικές τάσεις στη μετα-


θετιστική ευρωπαϊκή γεωγραφία» σσ. 313-360, στο: Λεοντίδου Λ., (επιμ.). 2013,
Ευρωπαϊκές γεωγραφίες, τεχνολογία και υλικός Πολιτισμός. Πάτρα: ΕΑΠ.

Λεοντίδου, Λ. 2017. Αγεωγράφητος Χώρα. Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς


αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής γεωγραφίας. Αθήνα: Προπομπός.

Μοδινός, Μ. 2003. «Η αρχαιολογία της βιώσιμης ανάπτυξης», στο: Ευθυμιόπουλος, Η.,


Μοδινός, Μ. σσ. 19-40, (επιμ.) Οι δρόμοι της αειφορίας. Αθήνα: Ελληνικά
Γράμματα/ΔΙΠΕ.

Μοδινός, Μ. 1998. «Οικογεωγραφία: Η σύγκλιση των επιστημών του χώρου και του
περιβάλλοντος» σσ. 125-135, στο: Μοδινός, Μ., Ευθυμιόπουλος, Η. (επιμ.) Οικολογία και
Επιστήμες του Περιβάλλοντος. Αθήνα: Στοχαστής/ΔΙΠΕ.

9
Τσουκαλάς, Κ. 1994. «Οικολογικά αδιέξοδα. Διαιρετές πολιτικές για ένα αδιαίρετο
πρόβλημα», σσ. 54-62. στο: Ρόκος, Δ. (επιμ.) Επιστήμες και Περιβάλλον στα Τέλη του
Αιώνα: Προβλήματα και Προοπτικές. Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις/Οικολογική Σκέψη 9.

10

You might also like