
Τοπογραφία & θεματική χαρτογραφία
Τοπογραφία & θεματική χαρτογραφία
Λακάκης
για Αρχιτέκτονες
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Θεσσαλονίκη 2008
Το τεύχος αυτό των σηµειώσεων αποτελεί διδακτικό βοήθηµα για το
µάθηµα ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ και ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ που διδάσκεται
κατά το ακαδ. Έτος 2008-2009 στο Τµήµα Αρχιτεκτόνων Α.Π.Θ. από τα
µέλη ∆ΕΠ του Εργαστηρίου Γεωδαισίας και Γεωµατικής του Τµήµατος
Πολιτικών Μηχανικών Α.Π.Θ.
-2-
ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ και ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
για Αρχιτέκτονες
Περιεχόµενα
Σελ.
1. Εισαγωγή ………. 4
2. Τοπογραφικά όργανα και µέθοδοι µέτρησης ….….. 14
3. Γεωδαιτικά Συστήµατα Αναφοράς ……… 55
4. Υπολογισµοί συντεταγµένων σηµείων ……… 64
5. Τοπογραφικές αποτυπώσεις ……… 89
6. Τοπογραφικό για έκδοση οικοδοµικής αδείας …… 105
7. Τοπογραφικές αποτυπώσεις µνηµείων ……. 111
8. Τοπογραφικές αποτυπώσεις ανασκαφών ……. 120
9. Χάραξη οικοδοµικών έργων …….. 130
10. Στοιχεία Χαρτογραφίας …….. 134
11. Θεµατική Χαρτογραφία ……. 144
Βιβλιογραφία ……. 158
-3-
1. Εισαγωγή
1.1. Iστορική ανασκόπηση και εξέλιξη της Τοπογραφίας και
Χαρτογραφίας
Σχ. 1.1. Μονάδες µέτρησης µε βάση το ανθρώπινο σώµα: δάκτυλοι και πόδια
Όλοι οι αρχαίοι λαοί ανέπτυξαν την Τοπογραφία µε τη µια ή την άλλη µορφή.
Ωστόσο η µεγάλη ανάπτυξη της Τοπογραφίας αρχίζει µε την Eλληνική εποχή. Aπό τότε
µέχρι σήµερα, η ιστορία της Τοπογραφίας θα µπορούσε να χωριστεί στις παρακάτω
χρονολογικές περιόδους:
Περίοδος 1: Aρχίζει από το Θαλή το Mιλήσιο και τελειώνει µε το τέλος της Pωµαϊκής
αυτοκρατορίας.
-4-
Περίοδος 2: Kαλύπτει το Mεσαίωνα, την Aναγέννηση και φτάνει µέχρι τα τέλη του 17ου
αιώνα.
Περίοδος 3: Kαλύπτει τα χρόνια από τις αρχές του 18ου αιώνα µέχρι το πέρας του
∆εύτερου Παγκόσµιου πολέµου.
Περίοδος 4: Kαλύπτει τα τελευταία περίπου 50 χρόνια, µέχρι το τέλος του 20ού αιώνα.
Περίοδος 1
Κατά την κλασική και την ελληνιστική περίοδο οι Ελληνες επιστήµονες των
Θετικών Επιστηµών προήγαγαν σηµαντικά τη Γεωµετρία, τα Μαθηµατικά, την
Αστρονοµία, τη Χαρτογραφία και την Γεωδαισία. Οι Ελληνες χρησιµοποιούσαν διάφορα
απλά τοπογραφικά όργανα: Τον αστέρα για τη χάραξη ορθών γωνιών (σχ. 1.2), σχοινιά
για τη µέτρηση µηκών και σταδίες για τη διευκόλυνση προσδιορισµού υψοµετρικών
διαφορών. Χρησιµοποιούσαν επίσης τον αστρολάβο για αστρονοµικές µετρήσεις.
Σχ. 1.2. Ο αρχαιοελληνικός «αστέρας» για τη µέτρηση και χάραξη ορθών γωνιών
-5-
• Ο Θαλής ο Mιλήσιος (625-547 π.X.), έφερε από την Aίγυπτο και βοήθησε στη
διάδοση στην Eλλάδα τη Γεωµετρίας. O Θαλής θεώρησε ότι η Γη ήταν ένα σώµα
σαν δίσκος, το οποίο επέπλεε σε έναν "άπειρο" ωκεανό.
• Ο Eκαταίος ο Mιλήσιος (560-480 π.X.), συνέταξε έναν από τους γνωστούς χάρτες
του κόσµου.
• Ο Aριστοτέλης ο Σταγειρίτης (περ. 388-315 π.X.), ήταν υπεύθυνος για την πιο
τεκµηριωµένη και ολοκληρωµένη άποψη περί σφαιρικότητας της Γης. Mας
πληροφορεί επίσης ότι οι 'Eλληνες πήραν πολλές αστρονοµικές γνώσεις από τους
Bαβυλώνιους. Στα "Mεταφυσικά" του διακρίνει τη Γεωµετρία και τη Γεωδαισία µε την
ακόλουθη χαρακτηριστική φράση: "εν γαρ τούτω διοίσει της Γεωδαισίας η
Γεωµετρία µόνον ότι η µεν τούτων εστίν ων αισθανόµεθα, η δ'ουκ αισθητών..." και
ακόµη: "η Γεωδαισία των αισθητών εστί µεγεθών και φθαρτών".
-6-
Η Γη του Θαλή Η Γη του Αναξίµανδρου
Η Γη του Ερατοσθένη
Σχ. 1.3. Απόψεις για το σχήµα της Γης κατά την κλασική αρχαιότητα
Σχ. 1.4. Η ∆ιόπτρα του Ήρωνα Σχ. 1.5. Το Ευπαλίνειο Όρυγµα (σήραγγα) στη Σάµο
-7-
O Kλαύδιος Πτολεµαίος (100-178µ.X.), που θεωρείται ο πατέρας της
επιστηµονικής Χαρτογραφίας, εµφανίζεται µε το κλείσιµο της Eλληνικής εποχής της
Τοπογραφίας. O Πτολεµαίος θεωρεί τη Γη σφαιρική και ασχολείται µε τις µεθόδους της
κατά προσέγγιση παράστασης τµηµάτων της γήινης επιφάνειας επάνω σε επίπεδο.
Eίναι πασίγνωστος για τα δύο έργα του "Aλµαγέστη" και "Γεωγραφική Υφήγηση". Ο
Πτολεµαίος φέρεται να συνέταξε χάρτες του τότε γνωστού κόσµου (σχ. 1.6) οι οποίοι
παρέµειναν ως χάρτες αναφοράς για περίπου 14 αιώνες.
Περίοδος 2
Μετά την πτώση της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα,
η Γεωδαισία, όπως και οι άλλες επιστήµες, εκτίθενται στις έντονες επιδράσεις της
Θεολογίας. Κατά το διάστηµα από τον 3ο µ.Χ. αιώνα µέχρι τα µέσα του 14ου αιώνα,
τίποτε το ιδιαίτερα σηµαντικό για την επιστήµη της Γεωδαισίας δε συµβαίνει στην
Ευρώπη και το Βυζάντιο. Ακόµη το φεουδαρχικό σύστηµα που ίσχυε στην Ευρώπη δε
χρειαζόταν ιδιαίτερες τοπογραφικές µετρήσεις και δεν έδινε κίνητρα για ανάπτυξη της
Γεωδαισίας.
Οι Κινέζοι γνώριζαν τις γεωδαιτικές µεθόδους µέτρησης από την αρχή της
δυναστείας των Χαν (202 π.Χ.). Γνώριζαν επίσης αργότερα και τις επιτεύξεις των
ελληνιστικών και των ρωµαϊκών χρόνων. Οι ίδιοι κατασκεύασαν και χρησιµοποιούσαν
µαγνητικές πυξίδες για προσδιορισµό διευθύνσεων και γωνιών, κλίµακες ορισµένου
µεγέθους για την ακριβή µέτρηση µηκών, σταδίες για τον προσδιορισµό υψοµετρικών
διαφορών και ένα είδος τηλεσκοπίου από τα τέλη του 10ου αιώνα.
Το ίδιο σηµαντική ήταν και η ανάπτυξη των Θετικών Επιστηµών από τους
Αραβες κατά την ίδια χρονική περίοδο. Η εξάπλωση των Αράβων και οι αραβικές
µεταφράσεις διέσωσαν και µετέδωσαν τα ελληνικά επιστηµονικά επιτεύγµατα, ενώ οι
-8-
αραβικές εκδόσεις µεταφρασµένες στα Λατινικά βοήθησαν στην εισβολή, µέσω της
Ισπανίας, επιστηµονικών γνώσεων στον ευρωπαϊκό χώρο.
Η ανάπτυξη όλων των επιστηµών άρχισε να γίνεται µεγαλύτερη κατά την περίοδο της
Αναγέννησης. Οι βαθιές κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισµικές αλλαγές που
χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή δηµιούργησαν ένα νέο πλαίσιο ανάπτυξης της
Τοπογραφίας: Ο περιορισµός της φεουδαρχίας απαιτούσε τη µέτρηση και διανοµή της
γης στους αγρότες. Η ανακάλυψη νέων τόπων απαιτούσε την επιστηµονική καταγραφή
τους και τη σύνταξη χαρτών, ενώ παράλληλα ήταν αυξηµένες οι ανάγκες για νέες
µεθόδους προσανατολισµού και ναυσιπλοϊας. Για την καλύτερη αξιοποίηση του
πυροβολικού στον πόλεµο, ήταν αναγκαία η µέτρηση διευθύνσεων, κατακόρυφων
γωνιών και αποστάσεων. Η επιβεβαίωση του ηλιοκεντρικού συστήµατος του
Κοπέρνικου απαιτούσε όργανα µετρήσεων υψηλής ακριβείας. Ετσι την περίοδο αυτή
κατασκευάστηκε ένα γωνιοµετρικό όργανο το οποίο χρησιµοποιείται µε τις ίδιες αρχές
λειτουργίας µέχρι σήµερα. Πρόκειται για τον θεοδόλιχο (Theodolitus) που χρωστά το
όνοµά του στον Αγγλο L. Digges από το 1571 (σχ. 1.7). Ωστόσο γωνιοµετρικά όργανα
µε σκοπευτική διάταξη κάποιας µορφής είχαν ήδη κατασκευαστεί πριν από 500
περίπου χρόνια από Αραβες και Κινέζους, χωρίς να ξεχνούµε και τη ∆ιόπτρα του
Ήρωνος.
-9-
σηµαντικός για την ανάπτυξη των τοπογραφικών οργάνων, γιατί αυτή την περίοδο
γίνεται η εφεύρεση του τηλεσκοπίου, του βερνιέρου ως συστήµατος ανάγνωσης
ενδείξεων και του σταυρονήµάτος ως συστήµατος σκόπευσης µε µεγάλη ακρίβεια.
Ακόµη την ίδια περίοδο κατασκευάζεται ο χωροβάτης του οποίου η οριζοντίωση
ελέγχεται µε σφαιρική αεροστάθµη. Υπάρχουν πλέον Γεωδαίτες και Τοπογράφοι µε
επιστηµονική κατάρτιση και ερευνητικές δραστηριότητες. Πολλά βιβλία µε σχετικά
θέµατα τυπώνονται και κυκλοφορούν. Στα Πανεπιστήµια συστηµατοποιείται η
διδασκαλία των Μαθηµατικών, ενώ η εισαγωγή των λογαρίθµων διευκολύνει και
επιταχύνει την εκτέλεση των τοπογραφικών υπολογισµών. Tο 1794, για πρώτη φορά
εφαρµόζεται στο Γαλλικό κτηµατολόγιο η διαίρεση του κύκλου σε 400 gon, σηµαντικό
γεγονός στην εξέλιξη της Γεωδαισίας.
Περίοδος 3
Η εξάπλωση των τριγωνοµετρικών δικτύων σε όλη την Eυρώπη για διάφορες
χαρτογραφικές εργασίες, ο εκβιοµηχανισµός και η δηµιουργία ποικίλων τεχνικών
έργων, αύξησαν τις απαιτήσεις τεχνικών µετρήσεων και οδήγησαν στην κατασκευή
οργάνων µέτρησης γωνιών και µηκών καθώς και στην εισαγωγή και αξιοποίηση νέων
µεθόδων. Κατά τον 18ο αιώνα το µαθηµατικό υπόβαθρο του Τοπογράφου γίνεται ακόµη
καλύτερο. Οι πανεπιστηµιακές σχολές εκπαιδεύουν συνεχώς και περισσότερους
Τοπογράφους, για τους οποίους υπάρχει ζήτηση λόγω διανοµών της γης και αλλαγών
στον τρόπο των καλλιεργειών. Σε διάφορα κράτη ιδρύονται τοπογραφικές υπηρεσίες,
γίνονται πλέον µετρήσεις τριγωνοµετρικών δικτύων και άλλες τοπογραφικές εργασίες
µεγάλης κλίµακας. Οι θεοδόλιχοι µε τηλεσκόπιο χρησιµοποιούνται πλέον ευρύτατα και
εκτοπίζουν τα παλαιά απλά γωνιοµετρικά όργανα. Στα µέσα του 18ου αιώνα οι
θεοδόλιχοι ήταν όργανα εύχρηστα, µετρούσαν οριζόντιες και κατακόρυφες γωνίες και
χρησιµοποιούσαν αεροστάθµες για την οριζοντίωσή τους. Η χρησιµοποίηση
σταδιοµετρικών νηµάτων και σταδίας οδηγεί στην οπτική µέτρηση αποστάσεων µε
ικανοποιητική ακρίβεια. Η ποιότητα και η ακρίβεια των χαρτών βελτιώνονται σηµαντικά
(σχ. 1.7).
Από τις αρχές του 19ου αιώνα οι αλλαγές και οι βελτιώσεις στα όργανα είναι
ακόµη πιο ταχείς. Κατασκευάζονται θεοδόλιχοι και χωροβάτες υψηλής ακριβείας, λινές
και µεταλλικές µετροταινίες, κανόνες και ειδικά σύρµατα για τη µέτρηση µηκών. Ο
Σκώτος φυσικός Maxwell (1831-1879) θέτει τις θεωρητικές βάσεις της µετάδοσης των
ηλεκτροµαγνητικών κυµάτων. Σηµαντικές είναι οι µελέτες που γίνονται επάνω σε
διάφορα χαρακτηριστικά της Γης, ο δε Γερµανο-Aµερικανός Michelson (1852-1931)
χρησιµοποιεί για πρώτη φορά ηλεκτροµαγνητικά κύµατα για µέτρηση αποστάσεων.
Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Heinrich Wild σχεδιάζει και κατασκευάζει
θεοδολίχους µε πολλές καινοτοµίες συνεργαζόµενος µε τα µεγαλύτερα εργοστάσια
κατασκευής τοπογραφικών οργάνων της εποχής. Κατασκευάζονται επίσης νέοι τύποι
χωροβατών και γυροσκοπικοί θεοδόλιχοι για τον προσδιορισµό της διεύθυνσης του
µαγνητικού βορρά. Χαρακτηριστικό των νέων οργάνων είναι το µικρό µέγεθος και το
µικρό βάρος, αλλά και η υψηλή ακρίβεια µετρήσεων.
Ο Πρώτος Παγκόσµιος Πόλεµος και οι ανάγκες του έδωσαν ώθηση στην
επιστήµη της Γεωδαισίας, αλλά και της Φωτογραµµετρίας. Μετά τον πόλεµο
πληθαίνουν οι ερευνητικές δραστηριότητες σε σχετικά µε τη Γεωδαισία θέµατα. Η
έκδοση σχετικών βιβλίων πληθαίνει, ωστόσο η συνεργασία µεταξύ των διαφόρων
κρατών σε γεωδαιτικά θέµατα δεν είναι η καλύτερη κατά το διάστηµα του µεσοπολέµου.
Παρόλα αυτά τα ευρωπαϊκά κυρίως εργοστάσια κατασκευής τοπογραφικών οργάνων δε
σταµατούν να βελτιώνουν τα προϊόντα τους και να παράγουν νέους τύπους θεοδολίχων
και χωροβατών, όπως θεοδολίχους κατάλληλους για αστρονοµικούς προσδιορισµούς
και χωροβάτες αυτόµατης οριζοντίωσης.
- 10 -
Σχ. 1.7. Χάρτης που συντάχθηκε στα µέσα του 19ου αιώνα
Ο ∆εύτερος Παγκόσµιος Πόλεµος έδωσε και πάλι µια νέα τεράστια ώθηση σε
διάφορες επιστήµες µέσα στην αγωνία των ανθρώπων να αποτρέψουν ή να επιφέρουν
την καταστροφή και το θάνατο. Ενα θαυµαστό δηµιούργηµα που ξεκινάει από την
εποχή του πολέµου είναι η ηλεκτροµαγνητική µέτρηση των αποστάσεων, η µέτρηση
δηλαδή µηκών µε τη βοήθεια οργάνων που εκπέµπουν ηλεκτροµαγνητική ακτινοβολία.
Η ανακάλυψη αυτή έθεσε νέες αρχές µέτρησεων και υπολογισµών και έδωσε νέες
δυνατότητες στην επιστήµη της Γεωδαισίας. Μια από τις πρώτες εφαρµογές της χρήσης
ηλεκτροµαγνητικής ακτινοβολίας ήταν το radar, για τον εντοπισµό πλοίων και
αεροπλάνων, µια εφαρµογή στην οποία οφείλεται ένα µεγάλο τµήµα της νίκης των
Συµµάχων.
Περίοδος 4
Μετά τον πόλεµο δηµιουργήθηκαν διάφορα συστήµατα ναυσιπλοϊας µε τη χρήση
ραδιοκυµάτων, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κατασκευάστηκε το πρώτο
όργανο µέτρησης αποστάσεων µε ορατό φως από τον Bergstrand στη Σουηδία. Η
συνέχεια στην παραγωγή τέτοιων οργάνων ήταν ραγδαία: Κατασκευάζονται
ηλεκτρονικά όργανα µέτρησης µεγάλων αποστάσεων µε τη χρήση µικροκυµάτων,
ακτίνων laser και υπέρυθρης ακτινοβολίας. Επίσης από τα τέλη της δεκαετίας του 1970
κατασκευάζονται ηλεκτρονικοί θεοδόλιχοι, όπου η µέτρηση των οριζόντιων και
κατακόρυφων γωνιών γίνεται µε ηλεκτρονικό τρόπο.
Θα πρέπει να σηµειωθεί ότι η Τοπογραφία είναι µια από τις επιστήµες που
ωφελήθηκαν και ωφελούνται σε πολύ µεγάλο βαθµό από την ανάπτυξη της
Ηλεκτρονικής κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια. Είναι επίσης µια από τις πρώτες
επιστήµες που χρησιµοποίησε τις δυνατότητες των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τόσο
για τη γρήγορη εκτέλεση υπολογισµών, όσο και για την πλήρως αυτοµατοποιηµένη
παραγωγή σχεδίων και χαρτών µε τη βοήθεια κατάλληλων προγραµµάτων (CAD) και
περιφερειακών συσκευών.
- 11 -
Από τα µέσα της δεκαετίας του 1980 όλες οι µετρήσεις γωνιών και µηκών
γίνονται από ένα και µόνο ολοκληρωµένο ηλεκτρονικό όργανο που ονοµάστηκε
Γεωδαιτικός Σταθµός (Total Station). Οι γεωδαιτικοί σταθµοί εξελίσσονται συνεχώς
µέχρι σήµερα µε προσθήκες και καινοτοµίες, όπως µικροεπεξεργαστές και λειτουργικό
σύστηµα παρόµοιο και συµβατό µε αυτό των ηλεκτρονικών υπολογιστών, προγράµµατα
για εκτέλεση υπολογισµών στο πεδίο, αυτόµατη κίνηση του οργάνου µε
σερβοκινητήρες, αυτόµατη αναζήτηση στόχου για µέτρηση, ενσωµατωµένη
αποθήκευση χιλιάδων σηµείων µέτρησης κ.ά.
Εκείνο όµως που χαρακτηρίζει τη σηµερινή Τοπογραφία είναι η χρήση
δορυφόρων για τον εντοπισµό θέσης πάνω στη Γη. Μετά το ∆εύτερο Παγκόσµιο
Πόλεµο οι Η.Π.Α. δηµιούργησαν συστήµατα για τον έλεγχο της ναυσιπλοϊας για
στρατιωτικούς σκοπούς. Το τελευταίο σύστηµα, το Παγκόσµιο Σύστηµα Εντοπισµού
Θέσης (GPS), είναι ένα σύστηµα που χρησιµοποιεί 24 τεχνητούς δορυφόρους που
πετούν γύρω από τη Γη και βρίσκεται σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία από το 1994.
Το σύστηµα GPS, πέρα από τη χρησιµοποίησή του για τον έλεγχο της κίνησης πλοίων,
αεροπλάνων και οχηµάτων, αποδείχτηκε ένα εξαιρετικό, εύχρηστο και υψηλής ακριβείας
σύστηµα µετρήσεων για τοπογραφικές και γεωδαιτικές εφαρµογές που κυριολεκτικά
θέτει τη Γεωδαισία σε νέες βάσεις και αναθεωρεί ένα πλήθος µεθόδων µέτρησης και
υπολογισµών. Με τη χρήση ενός µόνο δέκτη GPS είναι δυνατός ο εντοπισµός της
θέσης οποιουδήποτε σηµείου πάνω στη Γη µε ακρίβεια λίγων µέτρων. Με τη
συνδυασµένη χρήση δύο ή περισσότερων δεκτών όµως, είναι δυνατός ο
προσδιορισµός αποστάσεων στο χώρο µεταξύ των δεκτών µε ακρίβεια εκατοστού.
Mε βάση όλες τις σύγχρονες εξελίξεις της Τοπογραφίας, οι στόχοι της είναι:
- 12 -
α. H µελέτη και η εκτέλεση κάθε τεχνικού έργου, η κατασκευή συγκοινωνιακών έργων
(οδών, σιδηροδρόµων, γεφυρών, διωρυγών, σηράγγων κ.λπ.), η κατασκευή λιµενικών
και υδραυλικών έργων (αποξήρανση ελών, ύδρευση πόλεων, αποχετευτικά δίχτυα) και
τέλος η εκτέλεση εποικιστικών έργων, η ανοικοδόµηση πόλεων και οικισµών.
- 13 -
2. Τοπογραφικά όργανα και µέθοδοι µέτρησης
Στην Τοπογραφία η µέτρηση ενός µήκους µπορεί να γίνει είτε άµµεσα είτε
έµµεσα:
• 'Αµεση µέτρηση ενός µήκους είναι η µέτρηση, µε οποιαδήποτε µέθοδο, του
µήκους αυτού, διατρέχοντας την περιοχή ανάµεσα στα δύο άκρα που ορίζουν το
µήκος της ζητούµενης απόστασης. ∆ιακρίνονται δύο είδη άµεσης µέτρησης
µηκών: η Mηχανική και η Hλεκτροµαγνητική µέτρηση.
• Έµµεση µέτρηση ενός µήκους ονοµάζεται ο προσδιορισµός του µήκους µιας
απόστασης χωρίς να διατρέξουµε την περιοχή που ορίζεται µεταξύ των άκρων
της. Στις µεθόδους έµµεσης µέτρησης ενός µήκους ανήκουν: η Γεωµετρική, η
Τριγωνοµετρική ή Αναλυτική και η Οπτική.
• Σήµανση ενός σηµείου πάνω στο έδαφος ονοµάζεται ο καθορισµός της θέσης
του µε υλικά µέσα. Aνάλογα µε το είδος του σηµείου (π.χ. ορόσηµο ιδιοκτησίας,
πολυγωνοµετρικό σηµείο, τριγωνοµετρικό σηµείο, Reper), η σήµανση είναι
διαφορετική. Aνάλογα µε το χρόνο ζωής κάθε σήµανσης, τις διακρίνουµε σε
προσωρινές και µόνιµες. Οι προσωρινές σηµάνσεις µπορεί να είναι ξύλινοι
πάσσαλοι, πασσαλάκια, καρφιά, σίδερα Φ8 ή Φ10 κ.λπ. Οι µόνιµες σηµάνσεις
µπορεί να είναι σιδερένιοι πάσσαλοι ή γωνιόλιθοι ή προκατασκευασµένες
σηµάνσεις από µπετόν που έχουν µορφή πυραµίδας ή βιοµηχανικές σηµάνσεις
από συνθετικά υλικά (σχ. 2.1 και 2.2).
- 14 -
Σχ. 2.1. Προσωρινές σηµάνσεις σηµείων
Σχ. 2.2. Μόνιµες σηµάνσεις σηµείου (αριστερά βάθρο, δεξιά βιοµηχανικές που πακτώνονται σε
σκυρόδεµα)
- 15 -
• Για να µπορούµε να κάνουµε µετρήσεις µε τα σηµεία που έχουν σηµανθεί και για
να µπορούµε να τα βλέπουµε από µακριά, τοποθετούµε σε αυτά µια
επισήµανση. Για το σκοπό αυτό χρησιµοποιούνται διάφορες διατάξεις και τα
τοπογραφικά ακόντια (σχ. 2.3). Tα ακόντια είναι ξύλινα ή µεταλλικά, έχουν
κυκλική διατοµή διαµέτρου 2-3 cm µε µήκος 2-2.5 m και µπορεί να είναι
πτυσσόµενα ή όχι. Για να φαίνονται καλύτερα από µακριά είναι χρωµατισµένα
διαδοχικά ανά 50 cm µε χρώµατα ερυθρό και λευκό. Στην κορυφή των ακοντίων
µπορούµε να τοποθετούµε µικρές σηµαίες ερυθρόλευκου χρώµατος, για να
φαίνονται καλύτερα από µεγάλες αποστάσεις. Σε περιπτώσεις που το έδαφος
είναι σκληρό, για την τοποθέτηση των ακοντίων χρησιµοποιούµε µικρούς
µεταλλικούς τριποδίσκους. Tην κατακορυφότητα των ακοντίων πετυχαίνουµε µε
τη βοήθεια του νήµατος της στάθµης (λιναίη), σκοπεύοντας από απόσταση 2-3
m και από δύο θέσεις µε γωνία 100 gon (σχ. 2.4).
- 16 -
2.1.3. Xάραξη, πύκνωση και επέκταση ευθυγραµµίας
• Eνα µήκος πάνω στο πεδίο µετρήσεων ορίζεται µε δύο σηµεία του A και B. Tα
σηµεία αυτά επισηµαίνονται συνήθως µε ακόντια πριν αρχίσει η εργασία. Aυτά
ορίζουν την αρχή και το τέλος του θεωρούµενου µήκους.
1. Mε έναν παρατηρητή, ένα βοηθό και ακόντια (σε µικρές ευθυγραµµίες και οµαλά
εδάφη) (σχ. 2.5)
2. Mε έναν παρατηρητή, ένα βοηθό, ένα θεοδόλιχο και ακόντια (σε µεγάλες
ευθυγραµµίες και σχετικά ανώµαλα εδάφη
- 17 -
2.1.4. 'Oργανα και µέθοδοι άµµεσης µέτρησης µηκών
- 18 -
Τα µήκη που µετρούνται στην Τοπογραφία ποικίλλουν από πλευράς µεγέθους,
κυµαίνονται δε από λίγα εκατοστά µέχρι µερικές εκατοντάδες µέτρα στις συνηθισµένες
εργασίες και πολλές χιλιάδες µέτρα στις ειδικές εργασίες (π.χ. τριγωνισµός). Συνήθως
τα µήκη που µετρούνται για τις διάφορες εργασίες είναι γενικά µεγαλύτερα από το
µήκος της µετροταινίας. Αν η απόσταση ΑΒ που πρόκειται να µετρηθεί έχει µήκος
µικρότερο από το µήκος της µετροταινίας που διαθέτουµε, τότε για τη µέτρησή του
αρκεί µία τοποθέτηση της µετροταινίας. Αν όµως συµβαίνει το αντίθετο, τότε χρειάζονται
περισσότερες τοποθετήσεις της µετροταινίας. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνει
πύκνωση της ευθυγραµµίας ΑΒ. Κατά τη µέτρηση θα πρέπει η µετροταινία να κρατείται
οριζόντια. 'Οταν τελειώσει η µέτρηση κατά τη διεύθυνση ΑΒ (µετάβαση) γίνεται
πύκνωση και επαναλαµβάνεται η µέτρηση κατά τη διεύθυνση ΒΑ (επιστροφή). Ως
τελικό αποτέλεσµα λαµβάνεται ο µέσος όρος των δύο τιµών.
Η µέτρηση µηκών σε οµαλά εδάφη, όπως περιγράφηκε παραπάνω, είναι αρκετά
απλή και εύκολη. Η µέτρηση ενός µήκους πάνω σε κεκλιµένο έδαφος (µε κλίσεις µέχρι
10%, µετά δεν µπορεί να χρησιµοποιηθεί αυτή η µέθοδος) µε µετροταινία µπορεί να
γίνει "κλιµακηδόν" σχεδόν όπως και στην περίπτωση µέτρησης ενός µήκους µε
µετροταινία πάνω σε οριζόντιο έδαφος (σχ. 2.8).
- 19 -
[Link]. Ηλεκτροµαγνητική µέτρηση αποστάσεων
• Aπό ένα όργανο που τοποθετείται στο αρχικό σηµείο της απόστασης που
πρόκειται να µετρηθεί, εκπέµπονται ηλεκτροµαγνητικά κύµατα, τα οποία, αφού
ανακλαστούν σε έναν ανακλαστήρα που βρίσκεται στο άλλο σηµείο της
ευθυγραµµίας (περίπτωση υπερύθρων ακτινοβολιών και Laser), επιστρέφουν
πάλι στον ποµπό (σχ. 2.9). Έτσι υπολογίζεται ο χρόνος που χρειάστηκε η
ακτινοβολία να κινηθεί από το όργανο στον ανακλαστήρα και να επιστρέψει
πίσω.
Σχ. 2.10. Όργανο EDM που λειτουργεί αυτοτελώς (α), όργανο EDM σε συνδυασµό µε ηλεκτρονικό
θεοδόλιχο (β) και ανακλαστήρας σε ράβδο (γ)
- 21 -
των σηµείων που ορίζουν την ευθυγραµµία. Στη γεωµετρική µέθοδο µέτρησης
αποστάσεων γίνεται χρήση απλών γεωµετρικών ιδιοτήτων. H γεωµετρική µέθοδος δεν
είναι στην κυριολεξία έµµεση µέτρηση µήκους, γιατί στην προκειµένη περίπτωση
επιδιώκεται µε τη χρησιµοποίηση απλών γεωµετρικών ιδιοτήτων άλλοτε µεν η
παράλληλη µεταφορά του µήκους σε προσιτή περιοχή, όπου και µετράται πια αυτό
άµεσα µε τα γνωστά µέσα και όργανα, άλλοτε δε ο έµµεσος προσδιορισµός του µήκους.
Στην τριγωνοµετρική ή αναλυτική µέθοδο το ζητούµενο µήκος υπολογίζεται µε τη
βοήθεια ενός βοηθητικού τριγώνου, του οποίου η µία πλευρά είναι η ζητούµενη
απόσταση. Με κατάλληλες µετρήσεις (ένα µήκος και δύο γωνίες ή τα άλλα δύο µήκη -
πλευρές και η περιεχόµενη γωνία του τριγώνου)υπολογίζεται έµµεσα το ζητούµενο
µήκος µε τη χρήση του νόµου των συνηµιτόνων ή τωνηµιτόνων.
- 22 -
Στο έδαφος τα σηµεία A και B µπορούν να βρίσκονται ψηλότερα ή χαµηλότερα
από το σηµείο στάσης Σ. H οριζόντια γωνία που ορίζουν τα σηµεία αυτά προκύπτει
πάντοτε από την προβολή των διευθύνσεων σκόπευσης από το σηµείο Σ προς τα
σηµεία A και B πάνω στο οριζόντιο επίπεδο που διέρχεται από το σηµείο Σ.
H γωνία που σχηµατίζεται στο σηµείο στάσης Σ από τη διεύθυνση σκόπευσης
προς το σηµείο A και την προβολή της πάνω στο οριζόντιο επίπεδο που διέρχεται από
το Σ λέγεται κατακόρυφη γωνία ή γωνία ύψους του σηµείου A (σχ. 2.12). 'Eτσι, η
κατακόρυφη γωνία του σηµείου A είναι η υA και η κατακόρυφη γωνία του σηµείου B είναι
η υB. Για σηµεία που βρίσκονται πάνω από το οριζόντιο επίπεδο η κατακόρυφη γωνία
είναι θετική, ενώ για σηµεία που βρίσκονται κάτω από το οριζόντιο επίπεδο η
κατακόρυφη γωνία είναι αρνητική. Σχεδόν όλα τα γωνιοµετρικά όργανα αντί της
κατακόρυφης γωνίας µετρούν τη συµπληρωµατική της που ονοµάζεται ζενίθια γωνία ή
ζενίθια απόσταση και η οποία αντιπροσωπεύει τη γωνία µεταξύ της κατακορύφου στο
σηµείο στάσης Σ και της διεύθυνσης του σκοπευόµενου σηµείου. 'Eτσι, π.χ. η ζενίθια
γωνία του σηµείου A είναι η zA και του σηµείου B η zB.
Tο περισσότερο χρησιµοποιούµενο σήµερα γωνιοµετρικό όργανο είναι ο
θεοδόλιχος (κλασσικός ή –σήµερα– ηλεκτρονικός), ενώ κατά το παρελθόν
χρησιµοποιήθηκαν η γωνιοµετρική πυξίδα, η γυροσκοπική πυξίδα και το ορθόγωνο για
τη χάραξη ορθών γωνιών.
2.2.1. Ο θεοδόλιχος
(α) (β)
- 23 -
Στους ηλεκτρονικούς θεοδολίχους η µέτρηση των γωνιών γίνεται µε αυτόµατο
ηλεκτρονικό τρόπο και η τελική τιµή της γωνίας αναγράφεται σε ψηφιακή οθόνη
αναγνώσεων. Τα υπόλοιπα στοιχεία των ηλεκτρονικών θεοδολίχων (σύστηµα
σκόπευσης – τηλεσκόπιο, άξονες) καθώς και οι βασικές αρχές λειτουργίας είναι
παρόµοια µε αυτά των κλασσικών θεοδολίχων.
Oι ηλεκτρονικοί θεοδόλιχοι χρησιµοποιούνται είτε ως αυτοτελή όργανα
γωνιοµετρήσεων, είτε σε συνδυασµό µε ηλεκτροµαγνητικά όργανα µέτρησης
αποστάσεων είτε ως ολοκληρωµένα όργανα γωνιοµετρήσεων και µηκοµετρήσεων ή
γεωδαιτικοί σταθµοί. Tο κόστος των ηλεκτρονικών θεοδολίχων είναι σήµερα χαµηλό,
όσο και των οπτικών, παρέχουν δε διάφορα πλεονεκτήµατα, όπως αυτόµατη
καταγραφή των µετρήσεων, απευθείας σύνδεση µε ηλεκτρονικό υπολογιστή κ.ά.
H εξωτερική όψη των θεοδολίχων διαφέρει ανάλογα µε την κατασκευή του κάθε
εργοστασίου, αλλά σε κάθε όργανο διακρίνουµε πάντοτε τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά
µέρη. Ενας θεοδόλιχος πρέπει να ανταποκρίνεται σε ορισµένες συνθήκες, για να
µπορέσουµε να µετρήσουµε µια γωνία µε ακρίβεια.
• Oι µηχανισµοί σκόπευσης
• Oι µηχανισµοί οριζοντίωσης και κατακορύφωσης
• Oι µηχανισµοί αναγνώσεων των κλασικών και των ηλεκτρονικών γωνιοµετρικών
οργάνων
Κάθε όργανο διαθέτει τηλεσκόπιο µε το οποίο γίνεται η σκόπευση των σηµείων για τη
µέτρηση γωνιών. Παράλληλα, υπάρχει ένας εξωτερικός µηχανισµός χονδρικής
σκόπευσης:
• Ο εξωτερικός µηχανισµός σκόπευσης χρησιµοποιείται για πρόχειρη (χοντρική)
σκόπευση, προσαρµόζεται συνήθως πάνω στο τηλεσκόπιο του γωνιοµετρικού
οργάνου (σχ. 2.14) και χρησιµεύει για να σκοπεύουµε κατά προσέγγιση, δηλαδή να
φέρνουµε το αντικείµενο που παρατηρούµε µέσα στο οπτικό πεδίο του τηλεσκοπίου.
• Tο τηλεσκόπιο είναι γενικά µια σκοπευτική διάταξη που προσαρµόζεται στο
θεοδόλιχο, καθώς και σε άλλα γεωδαιτικά όργανα. Mε το τηλεσκόπιο γίνεται η
ακριβής σκόπευση του αντικειµένου, απαραίτητη προϋπόθεση για να αρχίσει µετά
από αυτό οποιαδήποτε µέτρηση. Mε το τηλεσκόπιο πετυχαίνουµε να βλέπουµε τα
αντικείµενα µε γωνία πολύ µεγαλύτερη από εκείνη που τα βλέπουµε µε γυµνό µάτι.
- 24 -
Kάθε τηλεσκόπιο αποτελείται από δύο συστήµατα φακών, το αντικειµενικό και το
προσοφθάλµιο. Τα τηλεσκόπια των θεοδολίχων διαθέτουν σταυρόνηµα για τη
διευκόλυνση της ακριβούς σκόπευσης. Λέγοντας σκόπευση ενός σηµείου εννοούµε
την τοποθέτηση του ειδώλου του πάνω στο κέντρο του σταυρονήµατος (σχ. 2.14).
Σχ. 2.14. Εξωτερικός µηχανισµός σκόπευσης σε τηλεσκόπιο (α), σταυρόνηµα τηλεσκοπίου (β) και
σκόπευση σηµείου µε τη βοήθεια του σταυρονήµατος (γ)
- 25 -
ένας δίσκος για τη µέτρηση των οριζόντιων γωνιών και ένας για τη µέτρηση των
κατακόρυφων. Για τις αναγνώσεις πάνω στους δίσκους µε ακρίβεια χρησιµοποιούνται οι
µηχανισµοί ανάγνωσης, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι το µικροσκόπιο, το
οπτικό µικρόµετρο και ο βερνιέρος. Ο παρατηρητής βλέπει τις ενδείξεις των δίσκων
µέσω ενός προσοφθαλµίου αναγνώσεων (2.16).
(α) (β)
Σχ. 2.16. Μικροσκόπιο µε κλίµακα (α) και προσοφθάλµιος αναγνώσεων σε θεοδόλιχο (β)
- 26 -
διέρχεται από το δίσκο κατά την επιστροφή του. Η τιµή της γωνίας προκύπτει ακριβώς
από την τιµή αυτής της έντασης µε µετατροπή του αναλογικού σήµατος σε ψηφιακό. Τα
αποτελέσµατα των ενδείξεων εµφανίζονται σε ειδική οθόνη αναγνώσεων σε ψηφιακή
µορφή (σχ. 2.17).
- 27 -
Για να µπορέσουµε µε ένα θεοδόλιχο να µετρήσουµε µια γωνία µε ακρίβεια,
πρέπει αυτός να ανταποκρίνεται στις παρακάτω συνθήκες:
• Ο άξονας ΠΠ να είναι κατακόρυφος
• Ο άξονας ∆∆ να είναι κάθετος στον ΠΠ
• Ο άξονας ΣΣ να είναι κάθετος στον ∆∆
Οταν κάποια ή κάποιες από τις συνθήκες αυτές δεν πληρούται, τότε ο
θεοδόλιχος αντιµετωπίζει δυσλειτουργία που εισάγει διάφορα σφάλµατα στις µετρήσεις.
- 28 -
H κέντρωση του θεοδολίχου
Kέντρωση του οργάνου ονοµάζεται η τοποθέτησή του πάνω στην κορυφή της
γωνίας που πρόκειται να µετρήσουµε έτσι, ώστε ο πρωτεύοντας άξονας να διέρχεται
από την κορυφή. H κέντρωση πετυχαίνεται µε το νήµα της στάθµης (σχ. 2.20), οπτικά
µε το ειδικό σύστηµα κέντρωσης που διαθέτει κάθε όργανο, µε ειδικές ράβδους
κέντρωσης και δυναµικά (εξαναγκασµένη κέντρωση ή αυτοκέντρωση).
- 29 -
Στη συνέχεια στρέφουµε το όργανο κατά 100 gon και φέρουµε τη φυσαλίδα της
αεροστάθµης στο κανονικό της σηµείο µε τον τρίτο κοχλία (σχ. 2.22).
Kαθεµιά από τις παραπάνω µεθόδους παρέχει και διαφορετική ακρίβεια. Oι δύο
πρώτες µέθοδοι εφαρµόζονται κυρίως στις απλές τοπογραφικές εργασίες και στην
πολυγωνοµετρία. H τρίτη µέθοδος είναι µεγάλης ακριβείας, για την εφαρµογή της όµως
χρειάζεται ειδικός επαναληπτικός θεοδόλιχος. Tέλος, οι δύο τελευταίες µέθοδοι
εφαρµόζονται κυρίως στον τριγωνισµό.
- 30 -
Για τη µέτρηση της γωνίας ΣΑΒ, σκοπεύουµε το σηµείο A, λαµβάνουµε την
ανάγνωση α1 και στη συνέχεια στρέφουµε δεξιόστροφα το όργανο και σκοπεύουµε το
σηµείο B κι έστω β1 η ανάγνωση. 'Oλα τα παραπάνω γίνονται έχοντας το τηλεσκόπιο
στη θέση I (κατακόρυφος δίσκος αριστερά). Mετά αναστρέφουµε το τηλεσκόπιο (θέση II,
κατακόρυφος δίσκος δεξιά), περιστρέφουµε το όργανο και ξανασκοπεύουµε το σηµείο
B. 'Eστω ότι η ανάγνωση είναι τώρα β2'. Στη συνέχεια στρέφουµε αριστερά το όργανο
και σκοπεύουµε το σηµείο A. 'Eστω α2 η νέα ανάγνωση. Oι αναγνώσεις α1, α2 και β1,
β2 πρέπει να διαφέρουν οπωσδήποτε κατά 200 gon. Aποκλίσεις υπάρχουν µόνο στα
δεκαδικά. Ως µέσος όρος λαµβάνεται ο µέσος όρος των δεκαδικών των παραπάνω
αναγνώσεων και το ακέραιο µέρος των αναγνώσεων α1 και β1. 'Eστω ότι τα
αποτελέσµατα είναι α και β. H διαφορά (β-α) είναι η τιµή της γωνίας που µετρούµε. Λέµε
ότι η γωνία µετρήθηκε σε µια περίοδο, όταν εργαζόµαστε κατ'αυτόν τον τρόπο. Για
µεγαλύτερη ακρίβεια και για να εξαλείψουµε τα σφάλµατα διαιρέσεων του δίσκου, η
γωνία µετράται συνήθως σε δύο ή τρεις περιόδους. Kάθε νέα περίοδος αρχίζει και από
διαφορετική θέση του δίσκου. Tα αποτελέσµατα καταγράφονται σε ειδικό έντυπο
(σχ.2.24).
Σχ. 2.24. Έντυπο µέτρησης οριζόντιων γωνιών µε την απλή περιοδική µέθοδο
- 31 -
2.3. Γεωδαιτικοί σταθµοί
Tα τελευταία χρόνια τα συστήµατα ηλεκτρονικών ταχυµέτρων µε ηλεκτρονική
µέτρηση αποστάσεων και γωνιών αναπτύχθηκαν σε σηµαντικό βαθµό.
Κατασκευάστηκαν ολοκληρωµένα όργανα ηλεκτρονικής µέτρησης γωνιών και µηκών
εφοδιασµένα µε πολλά προγράµµατα υπολογισµών στο πεδίο. Aυτά τα σύγχρονα
όργανα είναι γνωστά ως Γεωδαιτικοί Σταθµοί (Total stations). Στους γεωδαιτικούς
σταθµούς η εκποµπή και η λήψη της υπέρυθρης ακτινοβολίας για τη µέτρηση µηκών
γίνεται κατά µήκος του σκοπευτικού άξονα του τηλεσκοπίου τους (όργανα οµοαξονικά).
Σήµερα το βάρος των εταιρειών κατασκευής γεωδαιτικών οργάνων έχει δοθεί στην
ακόµη µεγαλύτερη ανάπτυξη των Γεωδαιτικών Σταθµών. Oι γεωδαιτικοί σταθµοί
µπορούν να χρησιµοποιηθούν για τη µέτρηση τριγωνοµετρικών και τριπλευρικών
δικτύων, για τη µέτρηση οδεύσεων, για την ταχυµετρική αποτύπωση µιας περιοχής
καθώς και για εργασίες χάραξης διαφόρων τεχνικών έργων µε πολύ καλά
αποτελέσµατα.
Όσα αναφέρθηκαν στις παραπάνω παραγράφους σχετικά µε την ηλεκτρονική
µέτρηση µηκών και γωνιών ισχύουν για τους γεωδαιτικούς σταθµούς.
- 32 -
οποίων το απόλυτο υψόµετρο γνωρίζουµε µε ακρίβεια. Tα σηµεία αυτά ονοµάζονται
χωροσταθµικές ή υψοµετρικές αφετηρίες (Reperes).
O προσδιορισµός της υψοµετρικής διαφοράς µεταξύ δύο σηµείων του εδάφους
µπορεί να γίνει κατά σειρά φθίνουσας ακρίβειας µε τις παρακάτω µεθόδους:
2.4.1. O χωροβάτης
(α) (β)
Σχ. 2.26. Χωροβάτες αυτόµατης οριζοντίωσης (α) και στοχοφόρος µε σταδία (β)
- 33 -
Σχ. 2.27. Ψηφιακός χωροβάτης και σταδία γραµµωτού κώδικα
'Eστω δύο σηµεία A και B στα οποία είναι τοποθετηµένες κατακόρυφα σταδίες (σχ.
2.28). Τα σηµεία Α και Β δεν πρέπει να απέχουν περισσότερο από 50-60 m. Στη µέση
περίπου µεταξύ των σηµείων τοποθετείται ένας χωροβάτης. Eστω ακόµα ότι έχουµε τη
δυνατότητα να πάρουµε την οριζόντια σκόπευση ΣΣ. Aν στη σταδία που βρίσκεται στο
σηµείο A η ανάγνωση (τοµή του οριζόντιου νήµατος του σταυρονήµατος του
τηλεσκοπίου του χωροβάτη µε τις ενδείξεις της σταδίας) είναι ο και στη σταδία που
βρίσκεται στο σηµείο B είναι ε, τότε η υψοµετρική διαφορά των δύο αυτών σηµείων είναι
∆hAB = ο - ε.
H υψοµετρική αυτή διαφορά είναι ορισµένη ως προς το µέγεθος και το πρόσηµο.
H σκόπευση προς το σηµείο A ονοµάζεται οπισθοσκόπευση (ο) και η σκόπευση προς
το σηµείο B εµπροσθοσκόπευση (ε).
- 34 -
Για να έχουµε καλύτερα αποτελέσµατα, οι σταδίες πρέπει να τοποθετούνται κατά
τη χρήση τους πάνω σε κατάλληλες βάσεις (χελώνες) σε όλη τη διάρκεια των
µετρήσεων (σχ. 2.29). Οι χελώνες είναι κατασκευασµένες από σίδηρο ή αλουµίνιο και
πιέζονται µε το πόδι πάνω στο έδαφος από τον στοχοφόρο προτού τοποθετηθούν
πάνω σε αυτές οι σταδίες.
Στην περίπτωση που η απόσταση µεταξύ των σηµείων Α και Β είναι µεγάλη και
η υψοµετρική διαφορά µεταξύ τους δεν µπορεί να προσδιοριστεί µε µια µόνο στάση του
οργάνου, εκτελούµε χωροστάθµηση "καθ' όδευση". Στην περίπτωση αυτή εργαζόµαστε
µε τον ακόλουθο τρόπο:
'Εστω ότι έχουµε δύο σηµεία Α και Β πάνω στη επιφάνεια του εδάφους που απέχουν
µεταξύ τους µεγάλη απόσταση και ζητούµε να προσδιορίσουµε, µε τη βοήθεια της
γεωµετρικής χωροστάθµησης, την υψοµετρική διαφορά ∆hΑΒ µεταξύ τους (σχ. 2.30).
'Εστω ότι αρχίζουµε τη χωροστάθµηση από το Α προς το Β. Η διαδροµή αυτή
ονοµάζεται µετάβαση.
- 35 -
Για το σκοπό αυτό τοποθετούµε κατακόρυφα την πρώτη σταδία πάνω από το
σηµείο Α και το χωροβάτη πάνω από ένα σηµείο Σ1, που βρίσκεται περίπου στην
ευθυγραµµία ΑΒ. Στη συνέχεια οριζοντιώνουµε το χωροβάτη και λαµβάνουµε την
ένδειξη στη σταδία, που τη συµβολίζουµε µε το ο1 (οπισθοσκόπευση). Η απόσταση
σταδίας – χωροβάτη εξαρτάται από την κλίση του εδάφους και την ακρίβεια που
επιδιώκουµε, προσδιορίζεται δε συνήθως µε βήµατα. Για χωροσταθµήσεις µεγάλης
ακριβείας και σε οµαλό έδαφος δεν υπερβαίνει τα 20 µε 30 m.
Μετά στρέφουµε το τηλεσκόπιο του χωροβάτη κατά 200 gon περίπου και
τοποθετούµε τη δεύτερη σταδία κατακόρυφα πάνω από ένα σηµείο Α1 έτσι, ώστε η
απόστασή της από το χωροβάτη να είναι πάλι περίπου ίση µε την προηγούµενη. Μετά,
αφού αποκαταστήσουµε και πάλι την οριζοντιότητα του χωροβάτη, που µε τη στροφή
του τηλεσκοπίου θα έχει διαταραχτεί, λαµβάνουµε την ένδειξη ε1 (εµπροσθοσκόπευση)
πάνω στη σταδία που αντιστοιχεί στο οριζόντιο νήµα του σταυρονήµατος. Εύκολα
φαίνεται ότι η υψοµετρική διαφορά των σηµείων Α και Α1 παρέχεται από τη σχέση
∆hAΑ1 = ο - ε1
Στη συνέχεια επαναλαµβάνουµε ακριβώς τα ίδια, αφού θεωρήσουµε ως πρώτη
σταδία εκείνη που τοποθετήσαµε ήδη πάνω από το σηµείο Α1, που τώρα έχει στραφεί
κατά 200 gon. Η στροφή αυτή διευκολύνεται πολύ, γιατί κάτω ακριβώς από τη σταδία
υπάρχει συνήθως η χελώνα. Ο χωροβάτης και η πρώτη σταδία τοποθετούνται τώρα σε
νέες κατάλληλες θέσεις Σ2 και Α2 αντίστοιχα. 'Ετσι, αφού εργαστούµε µε τον ίδιο τρόπο,
καταλήγουµε στο σηµείο Β.
- 36 -
Αν ΗΑ είναι το απόλυτο υψόµετρο του σηµείου Α, τότε το απόλυτο υψόµετρο HB
του σηµείου Β θα υπολογίζεται από τη σχέση
HB = HA + ∆hΑΒ
Τα σηµεία Σ1, Σ2, ..., Σn είναι οι διαδοχικές στάσεις του χωροβάτη κατά τη
µετάβαση και ονοµάζονται σηµεία στάσης. Τα σηµεία Α1, Α2, ..., Αn είναι οι διαδοχικές
θέσεις των ενδιάµεσων σταδιών και ονοµάζονται σηµεία αλλαγής. Κατά την αλλαγή των
σηµείων στάσης ο χωροβάτης µεταφέρεται πάνω στον τρίποδά του και δεν
αποσυνδέεται. Αυτό γίνεται για να αποφεύγεται η απώλεια χρόνου.
Μετά επαναλαµβάνεται η χωροστάθµηση κατά τον ίδιο τρόπο από το Β προς το
Α. Η διαδροµή αυτή, που ονοµάζεται επιστροφή, γίνεται από διαφορετικά σηµεία
στάσης και αλλαγής.
Έτσι έχουµε µια νέα τιµή ∆hΒΑ για την υψοµετρική διαφορά των σηµείων Α και Β.
Η τιµή αυτή θα έχει αντίθετο πρόσηµο και δεν πρέπει να διαφέρει από την προηγούµενη
κατά ποσότητα µεγαλύτερη από εκείνη που επιτρέπουν οι κανονισµοί. Αν η συνθήκη
αυτή δεν εφαρµόζεται, η χωροστάθµηση επαναλαµβάνεται από την αρχή. Όταν τελικά
η συνθήκη εφαρµόζεται, λαµβάνουµε ως τελική τιµή της υψοµετρικής διαφοράς των
σηµείων Α και Β τον (κεντροβαρικό) µέσο όρο των δύο τιµών που αντιστοιχούν στη
χωροστάθµηση κατά µετάβαση και στη χωροστάθµηση κατά επιστροφή. Τα βάρη, εάν
χρησιµοποιηθούν, εκλέγονται αντιστρόφως ανάλογα µε τα µήκη των αντίστοιχων
διαδροµών.
- 37 -
ποιείται η ακτινοειδής χωροστάθµηση κατά την οποία ο χωροβάτης τοποθετείται έξω
από την ευθυγραµµία που ορίζουν τα σηµεία αλλαγής.
- 38 -
2.4.3. Η ταχυµετρική υψοµέτρηση µε ηλεκτρονική µέτρηση µήκους
∆hAB = Sκ cos z
και το υψόµετρο του σηµείου Β, αν είναι γνωστό το υψόµετρο του Α, δίνεται από τη
σχέση
HB = HA + Sκ cos z + Yo - Yσ
όπου Sκ είναι η µετρηµένη κεκλιµένη απόσταση, z η µετρηµένη ζενίθια γωνία, Υο το
ύψος του οργάνου και Υσ είναι το ύψος σκόπευσης.
- 39 -
2.5. Το ∆ορυφορικό Σύστηµα Εντοπισµού Θέσης GPS
Ο προσδιορισµός θέσεων στη φυσική γήινη επιφάνεια και η ένταξή τους σε ένα
κατάλληλο σύστηµα αναφοράς είναι ο κύριος σκοπός του εφαρµοσµένου µέρους της
Γεωδαισίας. Οι κλασικές τεχνικές που εφαρµόζονται είναι ο τριγωνισµός, ο
τριπλευρισµός, ή συνήθως ο συνδυασµός των δύο αυτών µεθόδων, που παρέχουν τις
επιφανειακές ελλειψοειδείς συντεταγµένες και η υψοµετρία, που παρέχει την τρίτη
παράµετρο, τα υψόµετρα. Η χρήση των τεχνητών δορυφόρων αλλά και η ανάπτυξη των
ηλεκτρονικών υπολογιστών έχουν αλλάξει την κατάσταση τελείως, ώστε ο
τρισδιάστατος εντοπισµός µεγάλης ακρίβειας να είναι ένα εύκολο αποτέλεσµα µε
σύντοµες εργασίες υπαίθρου.
Με τον όρο δορυφορικός εντοπισµός θέσης εννοείται ο προσδιορισµός των
απόλυτων και σχετικών συντεταγµένων σηµείων (επί της Γης, στην ξηρά, στη θάλασσα
ή επάνω από τη Γη) µε την επεξεργασία µετρήσεων προς και/ή από τεχνητούς
δορυφόρους.
Οι πρώτες σχετικές εφαρµογές εµφανίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960
µε προβλήµατα λόγω του εξαιρετικά µεγάλου χρόνου παρατηρήσεων και της χαµηλής
ακριβείας. Παρόλα τα προβλήµατα, οι εφαρµογές αυτές σε γεωδαιτικές εργασίες
µεγάλης κλίµακας, κατόρθωσαν να δώσουν λύσεις σε θέµατα σχετικά µε τη σύνθεση
εθνικών τριγωνοµετρικών δικτύων και µε τον προσδιορισµό της θέσης, της κλίµακας και
του προσανατολισµού εθνικών συστηµάτων αναφοράς.
- 40 -
γραφικές εφαρµογές, εφαρµογές στις διαστηµικές επιστήµες, εφαρµογές στις µεταφορές
κ.λπ.
Το GPS αναπτύσσεται και λειτουργεί µε τη συµβολή του Υπουργείου Αµύνης των
Η.Π.Α. και τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 1995.
Σχ. 2.30. Τα τρία βασικά τµήµατα από τα οποία αποτελείται το σύστηµα GPS
Η κλίση των τροχιακών επιπέδων των δορυφόρων είναι 55ο ως προς τον
Ισηµερινό. Η περίοδος περιστροφής των δορυφόρων είναι 12ω. Οι τροχιές τους είναι
κυκλικές και βρίσκονται σε ύψος περίπου 20000 km. Ο παραπάνω τροχιακός
σχηµατισµός παρέχει σχεδόν πλήρη κάλυψη 24 ώρες την ηµέρα σε όλο τον κόσµο (4
- 41 -
τουλάχιστον και συνήθως 7 δορυφόροι ορατοί από έναν τόπο) περίπου από τα µέσα
του 1993.
(α) (β)
Σχ. 2.32. ∆ορυφόροι Block I (α) και Block IΙ (β) του GPS
γ. Το τµήµα χρήσης αποτελείται από τους δέκτες. Κάθε δέκτης αποτελείται από την
κεραία, τον προενισχυτή, τον κυρίως δέκτη και διάφορες µονάδες επεξεργασίας των
σηµάτων και των δεδοµένων GPS. Στο σχήµα 2.34 φαίνονται διάφοροι τύποι δεκτών
GPS.
Μετά από κάποια αποκωδικοποίηση των σηµάτων GPS, που λαµβάνονται
αυτόµατα από τους δέκτες, µετράται η απόσταση που αντιστοιχεί από το δορυφόρο
µέχρι το δέκτη και η ταχύτητα µεταβολής της. Πρέπει να σηµειωθεί ότι η απόσταση
αυτή δεν είναι η καθαρή γεωµετρική απόσταση δορυφόρου - δέκτη, αλλά µια απόσταση
που, ονοµάζεται ψευδοαπόσταση, προσδιορίζεται από τα ηλεκτρονικά κυκλώµατα του
- 42 -
δέκτη και περιλαµβάνει καθυστερήσεις λόγω ατµόσφαιρας (ιονόσφαιρα, τροπόσφαιρα
κ.λπ.) καθώς και χρονικές καθυστερήσεις των χρονοµέτρων δορυφόρων και δέκτη.
Εσωτερικά στο δέκτη παράγεται ένα ακριβές αντίγραφο του κώδικα P ή C/A. Στη
συνέχεια ο δέκτης προσπαθεί να συσχετίσει τον δικό του εσωτερικό κώδικα µε τον
κώδικα (σήµα) που λαµβάνει από το δορυφόρο. Έτσι µετράται ο χρόνος άφιξης του
σήµατος του δορυφόρου. Με την ανάγνωση και αποκωδικοποίηση του D - κώδικα ο
δέκτης µπορεί να αναγνωρίσει και τη στιγµή εκποµπής του σήµατος από το δορυφόρο.
Η διαφορά του χρόνου άφιξης και του χρόνου εκποµπής καθορίζει το χρόνο που
χρειάζεται το σήµα να διανύσει την απόσταση δορυφόρου - δέκτη. Πολλαπλασιάζοντας
το χρόνο αυτό µε την ταχύτητα του φωτός µπορούµε να υπολογίσουµε την απόσταση
δορυφόρου - δέκτη, µια ψευδοαπόσταση που περιλαµβάνει πολλών ειδών
καθυστερήσεις του σήµατος, όπως αναφέρθηκε και προηγουµένως. Οι θέσεις των
δορυφόρων όµως είναι γνωστές (από τον D - κώδικα) σε χώρο και χρόνο, µπορούµε
συνεπώς να καθορίσουµε τη θέση ενός δέκτη αν µετρήσουµε ταυτοχρόνως τέσσερις
ψευδοαποστάσεις προς τέσσερις διαφορετικούς δορυφόρους. Έτσι µπορεί να
προσδιοριστεί η τρισδιάστατη θέση του δέκτη (x y z ή φ λ h) σε ένα ελλειψοειδές
αναφοράς, π.χ. το γεωκεντρικό, γεωσταθερό σύστηµα αναφοράς World Geodetic
System - 84 (WGS84), καθώς και η χρονική καθυστέρηση dT του χρονοµέτρου του
δέκτη. Επιλύοντας ένα σύστηµα 4 εξισώσεων µε 4 αγνώστους (x y z dT) προκύπτει η
λύση του προβλήµατος (σχ. 2.35). Περισσότερες µετρήσεις ψευδοαποστάσεων µας
επιτρέπουν τον προσδιορισµό θέσης µε τη µέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων και
προτιµούνται.
- 43 -
Οι δέκτες χωρίζονται σε αυτούς που µετρούν µόνο τη µια συχνότητα L1 (δέκτες
µιας συχνότητας) και σε αυτούς που µετρούν και τις δύο συχνότητες L1 και L2 (δέκτες
δύο συχνοτήτων). Οι δέκτες της δεύτερης κατηγορίας χρησιµοποιούνται σε εφαρµογές
όπου απαιτείται υψηλή ακρίβεια.
Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να γίνει υπενθύµιση ότι το GPS σχεδιάστηκε σαν ένα
στρατιωτικό σύστηµα. Για τον περιορισµό της χρήσης του συστήµατος από µη
εξουσιοδοτηµένους χρήστες το Υπουργείο Άµυνας των ΗΠΑ έχει στη διάθεσή του δύο
διαφορετικές τεχνικές:
▪ Η κρυπτογράφηση του P - κώδικα. Ήδη από τον Νοέµβριο του 1993 οι
δορυφόροι δεν εκπέµπουν τον P - κώδικα που είναι γνωστός, αλλά τον Υ
- κώδικα η δοµή του οποίου είναι άγνωστη. Έτσι δέκτες που µετρούσαν
τον P - κώδικα δεν µπορούν να λειτουργήσουν. Η τεχνική αυτή λέγεται
Anti-spoofing (AS). Οι διάφορες εταιρείες για να ξεπεράσουν το
πρόβληµα αυτό ανέπτυξαν διάφορες τεχνικές, όπως τετραγωνισµός του
σήµατος ή η z - τεχνική που αντιµετωπίζουν το θέµα αυτό µε αρκετή
επιτυχία.
▪ Η «Επιλεκτική ∆ιαθεσιµότητα» (Selective Availability) είναι µια τεχνική
κατά την οποία η ακρίβεια του C/A κώδικα µειώνεται σηµαντικά
εισάγοντας τεχνητά ένα σηµαντικό σφάλµα στα ρολόγια των δορυφόρων.
Αν εφαρµοσθεί η τεχνική αυτή οδηγεί σε σφάλµατα απόλυτου
προσδιορισµού της θέσης ενός σηµείου της τάξης των 100 m. Η
Επιλεκτική ∆ιαθεσιµότητα εφαρµόσθηκε σε διάφορες περιπτώσεις, από το
Μάιο του 2000, όµως, έχει αρθεί προς το παρόν η πιθανότητα εφαρµογής
της. Σαν αποτέλεσµα, η ακρίβεια εντοπισµού που παρέχει το σύστηµα
GPS είναι και πάλι της τάξης των 10 – 15 m περίπου (σχ. 2.36).
- 44 -
2.5.2. Τεχνικές προσδιορισµού θέσης
H απόσταση ανάµεσα στον κινητό και τον ακίνητο δέκτη µπορεί να είναι µέχρι 10
km για δέκτες που µετρούν µόνο C/A κώδικα στη συχνότητα L1 και µέχρι 50 - 60 km για
δέκτες που µετρούν C/A κώδικα στη συχνότητα L1 και φάση στη συχνότητα L2. Οι
τελευταίοι αυτοί δέκτες έχουν κανάλια συσχέτισης ή τετραγωνισµού στη συχνότητα L1
και κανάλια τετραγωνισµού στην L2. Οι δέκτες που µετρούν και τον P - κώδικα
µπορούν να µετρήσουν αποστάσεις µέχρι 200 - 300 km και γενικά οι χρόνοι
παρατήρησης είναι µικρότεροι από τους άλλους δέκτες.
Σχ. 2.36. Βελτίωση της ακριβείας του απλού GPS µε την κατάργηση της Επιλεκτικής ∆ιαθεσιµότητας
- 45 -
να προσδιοριστεί. Έτσι, προσδιορίζονται τα διανύσµατα βάσης µεταξύ των δύο δεκτών.
Οι προσδιοριζόµενες συντεταγµένες των σηµείων αναφέρονται στο ελλειψοειδές
αναφοράς WGS84, όπως και τα υψόµετρά τους. Γνωρίζοντας τα υψόµετρα του
γεωειδούς µπορούµε να υπολογίσουµε και τα ορθοµετρικά υψόµετρά τους (σε σχέση
δηλαδή προς τη µέση στάθµη της θάλασσας). Στη συνέχεια οι συντεταγµένες µπορούν
να µετασχηµατιστούν σε άλλο datum ή προβολικό σύστηµα µε τη βοήθεια των
κατάλληλων µαθηµατικών σχέσεων. ∆εν απαιτείται οπτική επαφή ανάµεσα στους
δέκτες και οι µετρήσεις µπορούν να γίνουν οποιαδήποτε ώρα και µε οποιεσδήποτε
καιρικές συνθήκες. Υπάρχουν διάφορες τεχνικές σχετικού εντοπισµού, όπως ο σχετικός
στατικός εντοπισµός (static), ο γρήγορος στατικός εντοπισµός (rapid static), ο
ψευδοκινηµατικός (pseudokinematic), o stop and go και ο κινηµατικός σχετικός
προσδιορισµός:
- 46 -
Οι δέκτες είναι κατά τη µέθοδο αυτή ρυθµισµένοι να καταγράφουν µετρήσεις
συνήθως ανά 5 sec, οπότε ο χρόνος που απαιτείται για τη µέτρηση ενός σηµείου
(λεπτοµερειών) είναι από 10 - 50 sec. Αυτά ισχύουν για δέκτες δύο συχνοτήτων
και η τελικώς επιτυγχανόµενη ακρίβεια µπορεί να είναι της τάξεως των ± 1 - 3 cm
ή και καλύτερη. Για δέκτες µιας συχνότητας οι χρόνοι µέτρησης αυξάνουν και η
ακρίβεια µπορεί να είναι της τάξεως των ± 2 - 10 cm. Κατά την εφαρµογή της
µεθόδου stop and go είναι απαραίτητο να διατηρείται συνεχής επαφή µε τέσσερις
τουλάχιστον δορυφόρους, τόσο από τον σταθερό, όσο και από τον κινητό δέκτη.
Αν αυτό κάποια στιγµή δεν τηρείται, τότε είναι απαραίτητο ο κινητός δέκτης να
σταµατήσει σε ένα σηµείο και να µετρήσει για 10 min περίπου συγχρόνως µε τον
σταθερό κάνοντας επανέναρξη των µετρήσεων. Στη συνέχεια συνεχίζονται οι
µετρήσεις, όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Πάντως συνιστάται σε κάθε
περίπτωση κατά την εφαρµογή της µεθόδου να σταµατούµε κατά διαστήµατα σε
κάποιο σηµείο και να κάνουµε εκεί ένα γρήγορο στατικό υπολογισµό, γεγονός
που βελτιώνει την ακρίβεια των παρατηρήσεων. Αυτό µπορεί να γίνεται κάθε 2
περίπου ώρες µετρήσεων ή κάθε 200 m περίπου, εάν κάνουµε αποτύπωση
µηκοτοµών ή κατά πλάτος διατοµών για αποτύπωση ζώνης οδοποιίας.
5. Παρόµοια µέθοδος µέτρησης είναι και η κινηµατική (kinematic), όπου όµως
γίνεται συνεχής καταγραφή της θέσης του δεύτερου (κινητού) δέκτη ανά χρονικό
διάστηµα που ορίζεται από τον χρήστη (π.χ. 1 sec). Έτσι µπορεί να γίνει
παρακολούθηση της κίνησης οχήµατος, αποτύπωση οδικού δικτύου,
υδρογραφικές αποτυπώσεις κ.λπ. Η µέθοδος προβλέπει πάλι µια σύγχρονη
γρήγορη στατική µέτρηση των δύο δεκτών και στη συνέχεια τη µετακίνηση του
δεύτερου δέκτη. Σε µία παραλλαγή της µεθόδου ο υπολογισµός της θέσης του
κινούµενου δέκτη µπορεί να γίνεται σε πραγµατικό χρόνο (Real Time). Η
µέθοδος αυτή έχει µεγάλη εφαρµογή για την παρακολούθηση της κίνησης κάθε
είδους µεταφορικού µέσου και θα αποτελέσει αντικείµενο ιδιαίτερης
παραγράφου.
- 47 -
χρησιµοποιεί σήµατα χρόνου για να υπολογίσει τις συντεταγµένες του, χρησιµοποιεί τις
γνωστές συντεταγµένες του για να υπολογίσει τους χρόνους.
Η λογική του συστήµατος είναι απλή: Αφού ο σταθµός αναφοράς γνωρίζει που
υποτίθεται ότι βρίσκονται οι δορυφόροι στο διάστηµα και γνωρίζει την ακριβή θέση του,
µπορεί να υπολογίσει µία θεωρητική απόσταση µεταξύ του εαυτού του και κάθε
δορυφόρου. Κατόπιν διαιρεί αυτή την απόσταση µε την ταχύτητα του φωτός και παίρνει
ένα χρόνο. Αυτός ο χρόνος είναι το χρονικό διάστηµα που έπρεπε να ταξιδέψουν τα
σήµατα για να φτάσουν στον σταθµό αναφοράς. Έπειτα συγκρίνει αυτόν τον θεωρητικό
χρόνο µε το χρόνο που πραγµατικά χρειάστηκαν τα σήµατα για να φθάσουν σ' αυτόν. Η
οποιαδήποτε διαφορά είναι το σφάλµα (ή καθυστέρηση) στο σήµα των δορυφόρων. Ο
δέκτης αναφοράς υπολογίζει τέτοιες καθυστερήσεις για όλους τους δορυφόρους από
τους οποίους δέχεται σήµατα. Στην πραγµατικότητα δεν υπολογίζει µόνο τα σφάλµατα
χρόνου για κάθε δορυφόρο, αλλά υπολογίζει και µεταδίδει επίσης και το ρυθµό
µεταβολής αυτών των σφαλµάτων. Με αυτόν τον τρόπο ο περιφερόµενος δέκτης
µπορεί να κάνει παρεµβολή για να βρει τη θέση του µέχρι την επόµενη φορά που ο
δέκτης αναφοράς θα του δώσει καινούργια στοιχεία.
Το επόµενο στάδιο είναι η αποστολή αυτών των σφαλµάτων ή διορθώσεων (που
λέγονται διαφορικές διορθώσεις) προς τους κινητούς δέκτες σε ένα τυποποιηµένο
format ηλεκτρονικού µηνύµατος που λέγεται RTCM. Υπάρχουν διάφορες τεχνικές, αλλά
η περισσότερο πρακτική είναι η εγκατάσταση και λειτουργία ενός ραδιοδικτύου. Άλλες
µέθοδοι περιλαµβάνουν τη χρήση της κινητής τηλεφωνίας και τη µετάδοση προς
τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους προς επαναµετάδοση στη Γη. Αυτό σηµαίνει ότι ο
δέκτης αναφοράς συνδέεται µε έναν ραδιοποµπό, ενώ οι κινούµενοι δέκτες GPS
συνδέονται µε έναν ραδιοδέκτη ή, συνήθως, ποµποδέκτη. Η εµπειρία έχει δείξει ότι ένας
ρυθµός ανανέωσης (εκποµπής) των διορθώσεων µία φορά ανά πέντε (5) δευτερόλεπτα
είναι πολύ καλός, ειδικά αν είναι ενεργοποιηµένη η Επιλεκτική ∆ιαθεσιµότητα.. Σε
πολλές περιπτώσεις, όπως και στα συστήµατα διαχείρισης στόλου οχηµάτων, οι
διορθωµένες συντεταγµένες που υπολογίζει ο κινητός δέκτης εκπέµπονται µε ειδικό
format (ΝΜΕΑ) προς ένα κέντρο ελέγχου.
Βέβαια, όλες οι εφαρµογές του DGPS δε χρειάζονται αυτή τη ραδιοζεύξη αφού,
µερικές εργασίες δεν απαιτούν διορθώσεις σε πραγµατικό χρόνο. Άλλη υπόθεση είναι
να προσπαθείς να τοποθετήσεις ένα γεωτρύπανο µε ελάχιστη απόκλιση σε ένα
συγκεκριµένο σηµείο του πυθµένα του ωκεανού από ένα πλοίο που κλυδωνίζεται από
τα κύµατα και τελείως διαφορετική, εάν απλά γίνεται αποτύπωση ένός νέου δρόµου για
να συµπεριληφθεί σε ένα χάρτη. Για εφαρµογές όπως η τελευταία ο κινητός δέκτης
χρειάζεται µόνο να καταγράψει όλες τις µετρηµένες θέσεις και τον ακριβή χρόνο που
έγινε κάθε µέτρηση. Αργότερα αυτά τα στοιχεία µπορούν να συγκριθούν µε τις
διορθώσεις που καταγράφηκαν στο δέκτη αναφοράς για έναν τελικό υπολογισµό των
συντεταγµένων. Αυτή η µέθοδος είναι γνωστή σαν DGPS µε επεξεργασία στο
γραφείο (Post - Processed DGPS).
Η µεθοδολογία DGPS βασίζεται στις µετρήσεις των αποστάσεων προς τους
δορυφόρους µε χρήση του κώδικα του φέροντος κύµατος. Οι µετρήσεις µε χρήση του
κώδικα είναι σαν µια µετροταινία η οποία έχει διαβαθµίσεις µέτρου και µόνο. Οι
διαβαθµίσεις εµφανίζονται αυτόµατα, όταν εγκλωβίσουµε το σήµα των δορυφόρων µε
τον δέκτη µας, εποµένως µπορούµε να υπολογίσουµε τις αποστάσεις ως προς τους
δορυφόρους άµεσα, αλλά όχι µε µεγάλη ακρίβεια. Η ακρίβεια στην περίπτωση αυτής
της µεθόδου ανέρχεται στα 1 έως 3 m (SA Οff).
Στην περίπτωση που ο διαφορικός εντοπισµός γίνεται µε τη χρήση της φάσης
του φέροντος κύµατος σε πραγµατικό χρόνο η ακρίβεια βελτιώνεται σηµαντικά. Η
µέθοδος αυτή λέγεται διαφορικός κινηµατικός εντοπισµός σε πραγµατικό χρόνο
(Real Time Kinematic DGPS, RTK DGPS) (σχ. 2.37). Οι µετρήσεις µε χρήση της φάσης
του φέροντος κύµατος είναι σαν µια µετροταινία µε διαβαθµίσεις χιλιοστού. Σε αυτή την
- 48 -
µετροταινία οι διαβαθµίσεις των µέτρων δεν φαίνονται άµεσα όταν λαµβάνουµε το σήµα
των δορυφόρων µε τον δέκτη µας. Πρέπει να περιµένουµε κάποιο χρονικό διάστηµα για
να εµφανιστούν οι διαβαθµίσεις των µέτρων και να ολοκληρώσουµε τις µετρήσεις.
Αυτός είναι ο χρόνος που απαιτείται για να επιλυθεί η ασάφεια φάσης. Όσο
περισσότερο χρόνο περιµένουµε τόσο και πιο καθαρές γίνονται οι διαβαθµίσεις των
µέτρων. Όταν οι διαβαθµίσεις των µέτρων εµφανιστούν, παραµένουν ξεκάθαρες και
µπορούµε να κάνουµε άµεσες µετρήσεις ασταµάτητα, όσο ο δέκτης µας λαµβάνει
σήµατα από τους δορυφόρους. Όταν χαθεί η επαφή µε τους δορυφόρους οι
διαβαθµίσεις των µέτρων εξαφανίζονται και χρειάζεται να περιµένουµε πάλι για να
επιλυθεί η ασάφεια φάσης και να εµφανιστούν οι διαβαθµίσεις των µέτρων. Σε
περίπτωση που η επαφή µε τους δορυφόρους διακόπτεται για µικρό χρονικό διάστηµα,
ο δέκτης µπορεί να βασιστεί στον υπολογισµό των ακεραίων κύκλων από τις
προηγούµενες µετρήσεις.
Σχ. 2.37. Η αρχή του διαφορικού εντοπισµού θέσης σε πραγµατικό χρόνο (Real Time Kinematic
Differential GPS)
Όταν ένας δέκτης έχει επιλύσει την ασάφεια φάσης, η ακρίβεια στον υπολογισµό
της θέσης είναι µεταξύ 0.5 cm και 2 cm οριζοντιογραφικά και µεταξύ 1 cm µε 5 cm
υψοµετρικά συν 1 ppm για δέκτες δύο συχνοτήτων και 2 ppm για δέκτες µίας
συχνότητας.
Το RTΚ DGPS είναι ένα σύστηµα αξιόπιστο και υψηλής ακριβείας, αποτελεί δε τη
βάση πολλών συστηµάτων AVL και IVHS. Το κρίσιµο στοιχείο της µεθόδου είναι η
χωρίς πρόβληµα εκποµπή και λήψη των διαφορικών διορθώσεων που εκπέµπει ο
σταθµός αναφοράς µε τη βοήθεια ενός κατάλληλου συστήµατος τηλεµετάδοσης. Aκόµη,
σε πολλές εφαρµογές το ίδιο σύστηµα τηλεµετάδοσης χρησιµοποιείται από το όχηµα για
να εκπέµψει τη δική του διορθωµένη θέση προς το σταθµό ελέγχου. Υπάρχουν
διάφορες δυνατότητες χρησιµοποίησης συστηµάτων τηλεµετάδοσης δεδοµένων των
οποίων η αποτελεσµατικότητα και το κόστος διαφέρουν.
- 49 -
2.5.4. Παράγοντες που επηρεάζουν την ακρίβεια του GPS
α. Η όχι καλή λήψη των σηµάτων από τους δορυφόρους στο δέκτη. Η επιτυχής
µέτρηση της απόστασης δορυφόρου - δέκτη προϋποθέτει ορατότητα µεταξύ τους και
απρόσκοπτη λήψη των σηµάτων. Εµπόδια, όπως κτίρια, πυκνά δέντρα κ.λπ. είναι
δυνατόν να προκαλέσουν σηµαντικά προβλήµατα, µεταξύ των οποίων και σφάλµατα
που προκαλούνται από ανεπιθύµητες ανακλάσεις εδάφους των σηµάτων των
δορυφόρων (multipath errors).
β. Λάθη στον κώδικα προσδιορισµού της θέσης του δορυφόρου. Πρόκειται για τον
D - κώδικα που περιλαµβάνει πληροφορίες για τη θέση του δορυφόρου κάθε
χρονική στιγµή και εκπέµπεται από κάθε δορυφόρο συγχρόνως µε τις συχνότητες
µετρήσεων. Ο έλεγχος για την αποφυγή σφαλµάτων από την πηγή αυτή γίνεται είτε
µε τοποθέτηση του δέκτη σε σηµεία γνωστά από πριν, οπότε ελέγχεται η ακρίβεια
των δεδοµένων θέσης του δορυφόρου, είτε µε τη χρησιµοποίηση περισσοτέρων
από τέσσερις δορυφόρους για τον προσδιορισµό της θέσης κάθε σηµείου µέτρησης,
οπότε υπάρχει δυνατότητα ελέγχων.
γ. Η ακρίβεια των εκπεµπόµενων σηµάτων. Το GPS µετρά το χρόνο που
παρέρχεται από την εκποµπή του σήµατος από το δορυφόρο µέχρι τη λήψη του
από το δέκτη. Από τη µέτρηση αυτή προκύπτει η απόσταση δορυφόρου - δέκτη.
Στη διαδικασία της µέτρησης αυτής όµως υπεισέρχονται διάφορα σφάλµατα που
τελικά µειώνουν την ακρίβεια του συστήµατος. Η όχι τελείως ακριβής πρόγνωση της
θέσης του δορυφόρου, µικρά σφάλµατα µέτρησης του χρόνου στα χρονόµετρα των
δορυφόρων, σφάλµατα διάδοσης των σηµάτων µέσα στην ιονόσφαιρα και την
τροπόσφαιρα, µεγαλύτερα σφάλµατα µέτρησης του χρόνου στο χρονόµετρο του
δέκτη και η γεωµετρία του σχήµατος δορυφόρων - σηµείου µέτρησης είναι µερικοί
παράγοντες που επιφέρουν σηµαντικά κατά περίπτωση σφάλµατα.
Η βελτίωση της ακριβείας του συστήµατος GPS µπορεί να γίνει τόσο µε βελτίωση
των συσκευών, όσο και µε βελτίωση των µεθόδων µέτρησης και επεξεργασίας. Για
γεωδαιτικές εφαρµογές, όπου απαιτείται µεγάλη ακρίβεια, χρησιµοποιείται κατά κανόνα
ο σχετικός στατικός υπολογισµός θέσης ανάµεσα σε διάφορα σηµεία όπου
τοποθετούνται οι δέκτες GPS. Η µέθοδος επεξεργασίας περιλαµβάνει χρησιµοποίηση
διαφόρων µετρήσεων που µπορεί να είναι απλές, διπλές ή τριπλές (σχ. 2.38). Οι απλές
διαφορές αναφέρονται σε παρατηρήσεις από δύο σηµεία προς κοινό δορυφόρο. Έτσι
ελαχιστοποιούνται τα σφάλµατα του δορυφόρου.
Σχ. 2.38. Μετρήσεις προς δορυφόρους για απαλοιφή σφαλµάτων: (α) απλές διαφορές, (β) διπλές
διαφορές, (γ) τριπλές διαφορές
- 50 -
Οι διπλές διαφορές αναφέρονται σε κοινές µετρήσεις από δύο σηµεία προς δύο
δορυφόρους, οπότε εξαλείφονται και σφάλµατα των δεκτών. Τέλος, οι τριπλές διαφορές
αναφέρονται σε κοινές µετρήσεις από δύο σηµεία προς δύο διαφορετικούς
δορυφόρους σε διαφορετικές χρονικές στιγµές, οπότε πετυχαίνεται ακόµη µεγαλύτερη
ακρίβεια µε την απαλοιφή περισσότερων πηγών σφάλµατος.
Mία παράµετρος που παρέχει την αναµενόµενη ακρίβεια του προσδιορισµού της
θέσης ενός σηµείου είναι το DOP (Dilution of Precision), το οποίο βασίζεται στη
γεωµετρία των δορυφόρων. Το DOP παρέχεται από τους δέκτες κατά τη διάρκεια των
µετρήσεων ή από το λογισµικό κατά τη διάρκεια του προγραµµατισµού των µετρήσεων.
Εµφανίζεται µε διάφορες µορφές:
- 51 -
Τέλος, µε τις διάφορες µεθόδους σχετικού προσδιορισµού είναι δυνατή σήµερα
και η εκτέλεση απλών σχετικά τοπογραφικών εργασιών, όπως η µέτρηση των στάσεων
για την αποτύπωση µιας περιοχής, αντί για τις κλασσικές µεθόδους της
πολυγωνοµετρίας, αλλά και η κτηµατογράφηση, δηλαδή η αποτύπωση ορίων
ιδιοκτησιών. Θα πρέπει όµως εδώ να γίνει η παρατήρηση ότι το GPS παρέχει είτε
διανύσµατα στο χώρο, είτε τρισδιάστατες διαφορές συντεταγµένων που αναφέρονται
στο WGS-84. Για την χρησιµοποίηση των στοιχείων αυτών στον ελλαδικό χώρο, θα
πρέπει να γίνονται κατάλληλες αλλαγές datum και προβολικών συστηµάτων, ώστε το
τελικό αποτέλεσµα των µετρήσεων να είναι συντεταγµένες στα ελληνικά συστήµατα
αναφοράς.
[Link]. Αεροπλοΐα
[Link]. Ναυσιπλοΐα
- 52 -
Το DGPS παρέχει την ακρίβεια που απαιτείται ώστε να καθοδηγούνται τα πλοία
σε επικίνδυνες εισόδους λιµανιών και συνωστισµένους θαλάσσιους διαδρόµους. Με τα
συστήµατα GPS, ολόκληροι στόλοι από τάνκερ µπορούν να παρακολουθούνται από
κεντρικούς σταθµούς. Άλλες παράκτιες εφαρµογές ποικίλουν από διακρίβωση
µόλυνσης της θάλασσας από πλοία έως τον καθορισµό περιοχών νόµιµης αλιείας. Τα
οικονοµικά και περιβαλλοντολογικά πλεονεκτήµατα που προσφέρει το σύστηµα είναι
τεράστια.
Πολλές ακόµη εργασίες διευκολύνονται µε τη χρήση του GPS, όπως η πόντιση
καλωδίων, οι επιχειρήσεις διάσωσης στη θάλασσα, υδρογραφικές εργασίες κ.λπ.
Η τεχνολογία του GPS έχει βελτιώσει δραµατικά τις οδικές µεταφορές και την
παρακολούθηση της κίνησης οχηµάτων στην ξηρά. Οι εταιρίες διανοµής και οι στόλοι
παροχής υπηρεσιών θέλουν να γνωρίζουν τη θέση που βρίσκονται τα οχήµατά τους µε
πολύ µεγάλη ακρίβεια και το DGPS είναι αυτό που µπορεί να τους την παρέχει.
Μεταφορικές εταιρείες µπορούν να γνωρίζουν που βρίσκονται κάθε στιγµή τα οχήµατα
που µεταφέρουν προϊόντα. Με βάση αυτές τις πληροφορίες µπορούν να βελτιώνουν το
σχεδιασµό των δροµολογίων, να αυξάνουν την παραγωγικότητα και την
ανταγωνιστικότητα. Το ίδιο ισχύει και για τα µέσα µαζικής µεταφοράς (δηµόσια και
ιδιωτικά), η βελτίωση της λειτουργίας των οποίων έχει άµεση επίπτωση σε καλύτερες
υπηρεσίες προς τον επιβάτη, σε συνδυασµό µάλιστα µε συστήµατα πληροφόρησης. Η
ίδια τεχνολογία µπορεί ακόµη να χρησιµοποιηθεί για την ασφαλή εργασία των
εργαζοµένων στις µεταφορές, αλλά και για τον εντοπισµό κλεµµένων οχηµάτων. Με
βάση το σύστηµα GPS σχεδιάζονται ακόµη αυτόµατα συστήµατα αποφυγής
συγκρούσεων, ελέγχου ταχύτητας και πολλές ακόµη εφαρµογές.
Τέλος, για τους σιδηροδρόµους, η ακρίβεια του DGPS δίνει στους ελεγκτές την
ανάλυση που χρειάζονται για να καθοδηγήσουν τους συρµούς σε συγκεκριµένες
σιδηροτροχιές, σε σταθµούς αλλαγής γραµµής µε πολύ µεγάλη κίνηση, κ.λπ.
[Link]. Γεωργία
Το GPS ανοίγει µία καινούργια εποχή στη γεωργία. Ένας αγρότης π.χ. µπορεί να
αναλύσει την κατάσταση του εδάφους σε κάθε περιοχή της καλλιεργούµενης έκτασης
και να σχηµατίσει ένα χάρτη «απαίτησης λιπάσµατος». Αυτός ο χάρτης είναι ψηφιακός
και αποθηκευµένος στον υπολογιστή του συστήµατος του GPS. Καθώς ο ψεκαστής
χηµικών προχωράει µέσα στα χωράφια, η θέση του µετριέται από το GPS και
συσχετίζεται µε τον αποθηκευµένο χάρτη απαίτησης για να καθορίσει την ακριβή
ποσότητα λιπάσµατος ή παρασιτοκτόνου που πρέπει να χρησιµοποιηθεί σε κάθε
σηµείο. Ο αγρότης κερδίζει υψηλότερες αποδόσεις των καλλιεργειών του, ενώ το
- 53 -
περιβάλλον επιβαρύνεται στο ελάχιστο δυνατό από τη χρήση χηµικών ουσιών. Αυτή η
ίδια ακρίβεια βρίσκει επίσης εφαρµογή στους αεροψεκασµούς είτε λιπασµάτων είτε
παρασιτοκτόνων. Με ένα σύστηµα καθοδήγησης DGPS οι πιλότοι µπορούν να
σχεδιάσουν ακριβείς διαδροµές, για διαφόρων ειδών αποστολές και κατόπιν µε τη
βοήθεια του συστήµατος να οδηγηθούν µε πολύ µεγάλη ακρίβεια σ' αυτές. Αυτά τα
συστήµατα µπορούν επίσης να καταγράψουν την πραγµατική διαδροµή πτήσης για
σκοπούς αναφοράς.
Για την αστυνοµία, την πυροσβεστική υπηρεσία και την υπηρεσία πρώτων
βοηθειών ο χρόνος ανταπόκρισης είναι εξαιρετικά σηµαντικός. Με το σύστηµα DGPS
ελεγκτές µπορούν να οδηγήσουν τα οχήµατα µε πολύ µεγάλη ακρίβεια, ώστε να είναι
σίγουρο ότι η βοήθεια θα φτάσει εκεί που χρειάζεται στο συντοµότερο δυνατό χρόνο.
Κεντρικές αίθουσες ελέγχου µε ψηφιοποιηµένα χαρτογραφικά υπόβαθρα που δείχνουν
τους δρόµους δίνουν στους διευθυντές των επιχειρήσεων µια πολύ καλύτερη εικόνα για
την ανάπτυξη και διάταξη των δυνάµεων που έχουν στη διάθεσή τους και αυτό µπορεί
να τους βοηθήσει, ώστε να στείλουν τις ελάχιστες απαιτούµενες δυνάµεις µακρύτερα.
Το DGPS µπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα πολύτιµο σε σοβαρές καταστροφές, όπως
µεγάλες πυρκαγιές ή σε σεισµικά συµβάντα.
Παραδοσιακά, οι υπηρεσίες παροχής βοήθειας έχουν σε κίνηση στόλους
οχηµάτων και µπορούν να κάνουν χρήση του GPS σε συνδυασµό µε συστήµατα GIS.
Σύστηµα GPS
- 54 -
3. Γεωδαιτικά Συστήµατα Αναφοράς
Η θέση του σηµείου Α' πάνω στην επιφάνεια προβολής ορίζεται από τις
συντεταγµένες του (ορθογώνιες x, y, πολικές δ, s), που αναφέρονται σε ένα σύστηµα
αξόνων YΟX µε γνωστή αρχή Ο.
- 55 -
γεωδαιτικές µετρήσεις, µετρήσεις GPS, µετρήσεις του πεδίου της γήϊνης βαρύτητας και
αστρονοµικές παρατηρήσεις. Είναι δεδοµένο ότι το γεωειδές, που είναι η βάση του
προβολικού συστήµατος στην Τοπογραφία, είναι µια ιδιόσχηµη επιφάνεια που δεν
ανήκει σε καµιά από τις γνωστές µαθηµατικές επιφάνειες και µε µορφή που δεν είναι
ακόµη εντελώς καθορισµένη στις λεπτοµέρειές της. 'Ετσι όµως είναι αδύνατη η
εκτέλεση µαθηµατικών υπολογισµών πάνω στο γεωειδές µε τις οριζόντιες προβολές.
Για να γίνει δυνατή η εισαγωγή των µαθηµατικών, πρέπει να αντικατασταθεί η
ιδιόσχηµη επιφάνεια του γεωειδούς από άλλες (κάθε φορά διαφορετική ανάλογα µε τον
επιδιωκόµενο βαθµό ακριβείας), που έχουν µαθηµατικώς εντελώς καθορισµένο σχήµα.
Γενική αντίληψη ότι η Γη έχει σχήµα σφαιρικό Ενώ χρησιµοποιείται ένα ελλειψοειδές εκ
περιστροφής
Στην πράξη, για την αποφυγή πολύπλοκων πράξεων (και των σφαλµάτων που
απορρέουν από αυτές) το πλέον συχνά χρησιµοποιούµενο σχήµα είναι το γήινο
- 56 -
ελλειψοειδές, µια επιφάνεια που πλησιάζει περισσότερο προς το γεωειδές. Αυτό είναι
πεπλατυσµένο στους πόλους, έχει για κέντρο το κέντρο της µάζης της Γης και ο άξονας
περιστροφής του συµπίπτει περίπου µε τον άξονα περιστροφής της Γης. Ένα σηµείο
πάνω στο ελλειψοειδές µπορεί να ορισθεί είτε από τις γεωγραφικές συντεταγµένες του,
γνωστές ως γεωγραφικό µήκος (λ) και γεωγραφικό πλάτος (φ), που είναι γωνιακά
µεγέθη και αναφέρονται στο νοητό κέντρο του ελλειψοειδούς είτε µε τη βοήθεια των
καρτεσιανών συντεταγµένων του x, y, z ως προς το τρισορθογώνιο γεωκεντρικό
σύστηµα συντεταγµένων ΟΧΥΖ (σχ.3.4). Το γεωγραφικό µήκος και πλάτος µετριούνται
σε µοίρες.
Σχ. 3.4. Ορισµός της θέσης σηµείου Ρ στην επιφάνεια του γήινου ελλειψοειδούς µε φ και λ ή Χ, Υ, Ζ
- 57 -
στο διερχόµενο από το Ρ µεσηµβρινό επίπεδο. Το φ παίρνει τιµές από -90o στο
Νότιο πόλο ως +90o στο Βόρειο πόλο, µε µηδέν στον ισηµερινό.
• Το γεωγραφικό µήκος λ ενός σηµείου Ρ πάνω στην επιφάνεια του γήινου
ελλειψοειδούς είναι η δίεδρη γωνία που σχηµατίζεται από το µηδενικό
µεσηµβρινό επίπεδο και το αντίστοιχο µεσηµβρινό επίπεδο που διέχεται από το
Ρ. Οι τιµές του λ µεταβάλλονται από 0o (στον µεσηµβρινό αφετηρίας) ως 360o
µε φορά προς ανατολάς.
- 58 -
Σχ. 3.5. Από την καµπύλη Γη στον επίπεδο χάρτη
Σχ. 3.6. Βασικές µορφές απεικονίσεων (από αριστερά: κυλινδρική, κωνική, αζιµουθιακή)
- 59 -
3.3.1. Γεωδαιτικά Συστήµατα Αναφοράς και προβολικά συστήµατα που
χρησιµοποιούνται στην Ελλάδα
- 60 -
δεν ξεπερνούν το 1 χλµ. Με την επιλογή πολλαπλών κέντρων αποφεύγονται οι
αναγωγές και οι διορθώσεις των γεωµετρικών µεγεθών. Αρκετά συχνά απαιτούνται
περισσότερα του ενός Φ.Χ. για την κάλυψη µιας γεωγραφικής περιοχής όπου απαιτείται
η µετατροπή των συντεταγµένων σε ένα εννιαίο Φ.Χ. (αλλαγή κέντρου φύλλου χάρτου).
Στην περίπτωση αυτή οι παραµορφώσεις των γεωµετρικών µεγεθών αυξάνονται οπότε
και απαιτείται η αναγωγή τους στα πραγµατικά πάνω στο ελλειψοειδές. Το σύστηµα
αυτό χρησιµοποιείται κυρίως στην διανοµή των χαρτών της Γ.Υ.Σ. 1:100.000, 1:50.000
και 1:5.000 οι οποίοι καλύπτουν συστηµατικά όλη την επιφάνεια της χώρας,
Σχ. 3.7. Τα φύλλα χάρτη κλίµακας 1:100.000 στην προβολή HATT για τον ελληνικό χώρο
- 61 -
[Link]. Προβολικό σύστηµα ΕD50 & U.T.M.
Σχ 3.8. ∆ιανοµή πινακίδων της εγκάρσιας Μερκατορικής προβολής των 3 µοιρών για τον ελληνικό χώρο
- 62 -
που σχετίζονται µε το χώρο για όλη την Ελλάδα, χωρίς µετασχηµατισµούς που είναι
απαραίτητοι στα άλλα συστήµατα που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ακόµη το ΕΓΣΑ87
δίνει τη δυνατότητα άµεσης εφαρµογής του δορυφορικού συστήµατος εντοπισµού
θέσης GPS, αφού είναι απόλυτα συµβατό µε το Παγκόσµιο Σύστηµα WGS84 που
χρησιµοποιείται από το GPS. Το σύστηµα χρησιµοποιείται για την σύνταξη του Εθνικού
Κτηµατολογίου καθώς έχει υιοθετηθεί από τον ΟΚΧΕ Γενικά, έχει γίνει το επίσηµο
προβολικό σύστηµα για την Ελλάδα καθώς προσφέρει ενιαία αναφορά για το σύνολο
της χώρας. Έχει ήδη υιοθετηθεί από τις περισσότερες δηµόσιες υπηρεσίες και
οργανισµούς.
Σχ. 3.9. Ο χάρτης της Ελλάδας στην Εγκάρσια Μερκατορική Προβολή του ΕΓΣΑ 87
- 63 -
4. Υπολογισµοί συντεταγµένων σηµείων
4.1. Ορισµοί
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η θέση των σηµείων της γήινης επιφάνειας
ορίζεται µε τις λεγόµενες γεωγραφικές συντεταγµένες, το γεωγραφικό µήκος λ και το
γεωγραφικό πλάτος φ. Όταν όµως η περιοχή που πρόκειται ν'αποτυπωθεί είναι µικρή
(ακτίνα µέχρι 10 km) και εφαρµόζονται οι µέθοδοι της Τοπογραφίας, όσα σηµεία
µετρήθηκαν εκφράζονται µε τη βοήθεια επιπέδων ορθογωνίων συντεταγµένων. Στην
περίπτωση αυτή ως επιφάνεια αναφοράς λαµβάνεται το επίπεδο. Για να καθορίσουµε
τη θέση των οριζόντιων προβολών των διαφόρων σηµείων της γήινης επιφάνειας πάνω
στο επίπεδο αναφοράς µπορούµε να χρησιµοποιήσουµε είτε τις ορθογώνιες
συντεταγµένες – συνήθως – είτε τις πολικές συντεταγµένες. Εάν χρησιµοποιήσουµε το
σύστηµα των ορθογωνίων συντεταγµένων, Κάθε σηµείο του επιπέδου ορίζεται µε τις
κάθετες αποστάσεις του Χ και Υ, που καλούνται συντεταγµένες, από δύο κάθετους
µεταξύ τους κύριους άξονες x και y (σχ. 4.1).
Το σηµείο τοµής Ο των δύο κυρίων αξόνων ονοµάζεται σηµείο µηδέν των
συντεταγµένων. Τα σηµεία Σ1 µέχρι Σ4 έχουν τις ίδιες αποστάσεις από τους κύριους
άξονες, αλλά τα πρόσηµα ορίζουν τη θέση τους πάνω στο σύστηµα. Τα τετράγωνα που
περικλείονται ανάµεσα στους κύριους άξονες Χ και Υ ονοµάζονται τεταρτηµόρια και
αριθµούνται, σύµφωνα µε τη διεύθυνση των δεικτών του ωρολογίου, µε λατινικούς
αριθµούς από Ι µέχρι ΙV. Η θέση ενός σηµείου Σ στο παραπάνω σύστηµα
συντεταγµένων είναι δυνατό να οριστεί µε τις ορθογώνιες συντεταγµένες x και y, αλλά
και µε τη γωνία α και την απόσταση S. Τα µεγέθη α και S ορίζουν τις λεγόµενες πολικές
συντεταγµένες του σηµείου Σ. Η γωνία α µετράται πάντα από τον άξονα Υ σύµφωνα µε
- 64 -
τη φορά των δεικτών του ρολογιού και ονοµάζεται γωνία διευθύνσεως. Αν ο άξονας
των Υ έχει τη διεύθυνση του Βορρά, τότε η γωνία α ονοµάζεται αζιµούθιο.
Τα σηµεία, ανά δύο ή περισσότερα, συνδέονται µεταξύ τους µε σχέσεις που
προκύπτουν από τις συντεταγµένες τους. Τέτοιες σχέσεις περιγράφονται στα
θεµελιώδη προβλήµατα της Τοπογραφίας: το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο.
Όπως φαίνεται στο σχήµα 4.2, οι συντεταγµένες του σηµείου Β δίνονται από τις
σχέσεις που ισχύουν και για τα τέσσερα τεταρτηµόρια:
- 65 -
Παράδειγµα:
∆ίνονται:
XΑ = +11424.36 m, YΑ = -8183.45 m
SΑΒ= 136.43 m, αΑΒ= 125.3645 gon
Zητούνται: οι συντεταγµένες ΧB, ΥB.
Λύση:
Από τις παραπάνω σχέσεις προκύπτει:
- 66 -
∆ιαιρώντας κατά µέλη τις παραπάνω σχέσεις, καταλήγουµε στη σχέση
∆x X B − X A
tan α = =
∆y YB − Y
A
Αυτή η σχέση δεν είναι τελείως σαφής και αυτό γιατί, προσδιορίζει µεν το
µέγεθος της γωνίας αλλά δεν µας δίνει πληροφορίες για τη θέση των τεταρτηµορίων.
Για το λόγο αυτό, χρησιµοποιούνται τα πρόσηµα των συντεταγµένων προβολών
(σύµφωνα µε το σχήµα 4.3 και τον πίνακα 4.1). Σηµειώνεται ότι α είναι η µικρότερη
θετική γωνία που προκύπτει από την παραπάνω σχέση και για την απόλυτη τιµή της
ισχύει 0 < α < 100 (βρίσκεται στο Ι τεταρτηµόριο).
Την απόσταση SAB εύκολα την υπολογίζουµε µε το Πυθαγόρειο Θεώρηµα
S = ∆x 2 + ∆y 2
AB
Πίνακας 4.1
Καθορισµός της γωνίας διεύθυνσης ανάλογα µε το πρόσηµο των
συντεταγµένων προβολών (η τιµή α ισούται µε την απόλυτη τιµή της
υπολογιζόµενης γωνίας)
ΓΩΝΙΑ ΓΩΝΙΑ
ΤΕΤΑΡΤΗΜΟΡΙΟ ΠΡΟΣΗΜΑ
gon ∆ΙΕΥΘΥΝΣΗΣ
∆Χ ∆Υ
Ι 0 - 100 + + αΑΒ = α
ΙΙ 100 - 200 + - αΑΒ = 200-α
ΙΙΙ 200 - 300 - - αΑΒ = 200+α
IV 300 - 400 - + αΑΒ = 400-α
Παράδειγµα:
∆ίνονται:
xA = -10365.36m xB = -11286.23m
yA = +6525.32m yB = +9125.28m
Λύση:
Η τιµή της βοηθητικής γωνίας α δίνεται από τη σχέση
- 67 -
∆x x B − x A − 11286.23 − ( −10365.36) − 920.87
tan α = = = = = −0.35418621 82
∆y y B − y A 9125.28 − ( +6525.32) 2599.96
και η τιµή της γωνίας α είναι -21.6705 gon. Επειδή όµως ∆x<0 και ∆y>0, η γωνία
διεύθυνσης της πλευράς ΑΒ βρίσκεται στο τέταρτο τεταρτηµόριο (από τον πίνακα 4.1)
και εποµένως
αΣ1Σ2 = αΣ0Σ1 + ω
ω = 200 gon - φ
φ = 400 gon - θ1
αΣ1Σ2 = αΣ0Σ1 + (200 gon - φ) = αΣ0Σ1 + [200 gon - (400 gon - θ1)].
- 68 -
Τελικά καταλήγουµε στη σχέση
Το κ είναι µηδέν ή θετικός αριθµός που εκλέγεται κατάλληλα έτσι, ώστε η γωνία
διεύθυνσης αΣ1Σ2 να λαµβάνει τιµή που να περιέχεται µεταξύ 0 gon και 400 gon.
Με το ίδιο σκεπτικό, έχουµε για τα υπόλοιπα τµήµατα της τεθλασµένης γραµµής
Παράδειγµα
∆ίνονται:
α01 = 135.184 gon
θ1 = 96.325 gon
θ2 = 305.446 gon
θ3 = 86.384 gon
θ4 = 326.251 gon
Λύση
Με βάση τη γενική σχέση έχουµε
Επειδή η α45 πρέπει να βρίσκεται µεταξύ 0gon και 400 gon θέτουµε κ = 4, οπότε
Σηµείωση:
1. Αν µια γωνία διεύθυνσης σε κάποιο υπολογισµό βρεθεί µεγαλύτερη από 400 gon, τότε αφαιρούµε από
την τιµή της 400 gon.
2. ∆εν υπάρχει αρνητική γωνία. Σε περίπτωση που βρεθούµε σε κάποιο υπολογισµό µε αρνητική τιµή
γωνίας, προσθέτουµε σε αυτήν πάντα 400 gοn.
3. ∆εν υπάρχει αρνητική απόσταση. Σε περίπτωση που βρεθούµε αντιµέτωποι µε αρνητική τιµή
απόστασης, σαφώς έχουµε κάνει λάθος στους υπολογισµούς µας.
- 69 -
4.2. ∆ίκτυα σηµείων για τοπογραφικές µετρήσεις
Ο προσδιορισµός κατά µέγεθος και µορφή ενός τµήµατος της φυσικής γήινης
επιφάνειας µε τις φυσικές και τεχνητές λεπτοµέρειές του γίνεται κατά σηµεία, δηλαδή µε
το να καθορίσουµε στο χώρο τη σχετική θέση ορισµένων (περισσότερων ή λιγότερων)
χαρακτηριστικών σηµείων του. Τα σηµεία που µετρώνται θα πρέπει να αποκτούν
συντεταγµένες σε ένα ενιαίο σύστηµα αναφοράς. Για το σκοπό αυτό πρέπει να
ιδρύονται στο έδαφος σηµεία τα οποία θα έχουν γνωστές συντεταγµένες και υψόµετρα
και από τα οποία θα µετρηθούν τα σηµεία που προσδιορίζουν την επιφάνεια του
εδάφους. Έτσι:
• Για τον καθορισµό της σχετικής θέσης των διαφόρων περιοχών αποτύπωσης
τοποθετείται, σε όλη την έκταση που θα αποτυπώσουµε, ένα δίκτυο σταθερών
βοηθητικών σηµείων και καθορίζεται µε µεγάλη ακρίβεια η θέση τους στο χώρο.
Το δίκτυο αυτό ονοµάζεται τριγωνοµετρικό δίκτυο και τα σηµεία
τριγωνοµετρικά σηµεία. Στο σχήµα 4.5 φαίνεται η µορφή του τριγωνοµετρικού
δικτύου Ι τάξης της Ελλάδας.
• Η εξάρτηση µιας αποτύπωσης από τα σηµεία αυτά γίνεται είτε απευθείας είτε µε
την παρεµβολή δευτερευόντων σηµείων που η θέση τους καθορίζεται από τα
τριγωνοµετρικά σηµεία. Τα σηµεία αυτά λέγονται πολυγωνοµετρικά και το
σύνολο αυτων σε µια περιοχή αποτελεί το πολυγωνοµετρικό δίκτυο (σχ. 4.6).
- 70 -
Σχ. 4.6. Πολυγωνοµετρικό δίκτυο µιας περιοχής
Για την εξυπηρέτηση των κάθε λογής αποτυπώσεων και για έναν οµοιόµορφο
και αρµνονικό καθορισµό των σηµείων των δικτύων (τριγωνοµετρικού, πολυγωνο-
µετρικού και χωροσταθµικού) ο προσδιορισµός τους σε όλη την κρατική επιφάνεια
γίνεται από ειδικές κρατικές υπηρεσίες. Η σηµαντικότερη γιαυτό το σκοπό υπηρεσία
στην Ελλάδα είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού (ΓΥΣ).
Αν στην ευρύτερη περιοχή των εργασιών υπάρχουν σηµεία των οποίων η θέση
ορίζεται επακριβώς σε ένα γεωδαιτικό σύστηµα αναφοράς, τότε είναι δυνατόν στην
περιοχή µας να προσδιοριστούν οι συντεταγµένες νέων σηµείων. Ο υπολογισµός των
- 71 -
συντεταγµένων των νέων σηµείων µπορεί να γίνει, είτε ανά σηµείο χωριστά είτε για ένα
δίκτυο σηµείων σε µια περιοχή.
- 72 -
Με µια τέτοια δοµή στο τριγωνοµετρικό δίκτυο προκύπτει ότι τελικά το έδαφος
καλύπτεται από τριγωνοµετρικά σηµεία, που έχουν µια µέση απόσταση µεταξύ τους 2-
3 km, πράγµα που σηµαίνει ότι για οποιοδήποτε τεχνικό έργο υπάρχει δυνατότητα
εξάρτησής του από τριγωνοµετρικά σηµεία.
Σε όλες τις περιοχές της Ελλάδος, µε τη φροντίδα της ΓΥΣ, έχουν εγκατασταθεί
και υπολογισθεί τριγωνοµετρικά σηµεία µέχρι IV τάξης και εποµένως η εξάρτηση µιας
αποτύπωσης µπορεί να γίνει, είτε απευθείας από τα τριγωνοµετρικά σηµεία της
περιοχής, είτε από σηµεία που προκύπτουν µετά από πύκνωση του υπάρχοντος
δικτύου της περιοχής.
Οι σηµάνσεις των τριγωνοµετρικών σηµείων είναι τέτοιες, ώστε να εξασφαλίζεται
όσο το δυνατό η µεγαλύτερη διάρκεια ζωής τους και σε περίπτωση απώλειας να
υπάρχει δυνατότητα για την επανεύρεσή τους. Στο σχήµα 4.9 φαίνεται η σήµανση
τριγωνοµετρικού σηµείου IV τάξης, σύµφωνα µε τις τεχνικές προδιαγραφές
γεωδαιτικών, τοπογραφικών, κτηµατολογικών και χαρτογραφικών εργασιών που
ισχύουν στην Ελλάδα καθώς και η σήµανση που χρησιµοποιεί η ΓΥΣ για τα
τριγωνοµετρικά σηµεία ανώτερης τάξης.
- 73 -
Για την πύκνωση ενός τριγωνοµετρικού δικτύου µιας περιοχής και ανάλογα µε
την απαιτούµενη ακρίβεια στον προσδιορισµό των νέων σηµείων, χρησιµοποιούµε τις
παρακάτω µεθόδους:
- 74 -
[Link]. Η µέθοδος της απλής εµπροσθοτοµίας
Έστω ότι έχουµε πάνω στο έδαφος ένα σηµείο Μ του οποίου ζητάµε να
υπολογίσουµε τις συντεταγµένες (σχ. 4.11).
Έστω ότι στην περιοχή του σηµείου Μ, που υποτίθεται ότι είναι προσιτό,
υπάρχουν δύο γνωστά τριγωνοµετρικά σηµεία Α (ΧΑ, ΥA) και Β (ΧB, ΥB) που είναι
επίσης προσιτά και αµοιβαίως ορατά τόσο µεταξύ τους, όσο και µε το σηµείο Μ (η
διαδοχή των σηµείων Α, Β και Μ θεωρείται δεξιόστροφη). Στην περίπτωση αυτή, για να
προσδιορίσουµε τις συντεταγµένες του σηµείου Μ (ΧM, ΥM), χρησιµοποιούµε τη µέθοδο
της απλής εµπροσθοτοµίας.
Για τον προσδιορισµό των συντεταγµένων του νέου σηµείου τοποθετούµε
διαδοχικά ένα θεοδόλιχο στα σηµεία Α και Β και µετρούµε τις γωνίες α και β και τη γωνία
γ στο σηµείο Μ. Με τη βοήθεια των στοιχείων αυτών µπορούµε να υπολογίσουµε τις
συντεταγµένες του σηµείου Μ ως εξής:
όπου w είναι το σφάλµα µέτρησης των γωνιών του τριγώνου. Αυτό ισοκατανέµεται έτσι
ώστε
α=α+w/3 β=β+w/3 γ=γ+w/3
Τα µήκη SΑΜ και SΒΜ υπολογίζονται από τις σχέσεις (νόµος ηµιτόνων)
- 75 -
sinβ sinα
S =S SΒΜ = S
AΜ AB sin(α + β) AB sin(α + β)
Στη συνέχεια υπολογίζουµε τις γωνίες διεύθυνσης αΑΜ και αΒΜ των πλευρών ΑΜ
και ΒΜ από τις σχέσεις
Για τις πλευρές ΑΜ και ΒΜ γνωρίζουµε ακόµη τις συντεταγµένες της αρχής, τα
µήκη τους και τις γωνίες διεύθυνσης, οπότε από το πρώτο θεµελιώδες πρόβληµα
έχουµε τις συντεταγµένες του σηµείου Μ:
Παράδειγµα
Για τον προσδιορισµό των συντεταγµένων του σηµείου Μ µετρήθηκαν οι γωνίες
α, β, και γ (σχ. 4.12) και βρέθηκαν οι παρακάτω τιµές
α = 60.0020 gon
β = 63.1308 gon
γ = 76.8732 gon
- 76 -
Λύση:
Στο παράδειγµά µας α+β+γ=200.006 gon. Εποµένως το ολικό σφάλµα των
γωνιών του τριγώνου είναι w=0.006 gon. Το σφάλµα αυτό ισοκατανέµεται στις τρεις
γωνίες, άρα:
• Η πλευρά Τ1Μ υπολογίζεται µε την εφαρµογή του νόµου των ηµιτόνων στο
τρίγωνο Τ1Τ2Μ
• Η πλευρά SΤ1Τ2 = 800.0m υπολογίζεται από τις γνωστές συντεταγµένες των
σηµείων Τ1 και Τ2
• Η γωνία διεύθυνσης αΤ1Τ2 της πλευράς Τ1Τ2 υπολογίζεται από το δεύτερο
θεµελιώδες πρόβληµα και είναι
αT1T2=200+76.7987 gon,
διότι τα ∆x και ∆y είναι αρνητικά οπότε η γωνία αT1T2 βρίσκεται στο τρίτο
τεταρτηµόριο.
Έστω ότι πάνω στο έδαφος έχουµε ένα σηµείο Μ του οποίου ζητάµε να
υπολογίσουµε τις συντεταγµένες (σχ. 4.13). Έστω επίσης ότι στην περιοχή του σηµείου
Μ υπάρχουν δύο γνωστά τριγωνοµετρικά σηµεία Α (ΧΑ, ΥA) και Β (ΧB, ΥB), τα οποία
υποτίθεται ότι είναι προσιτά και αµοιβαίως ορατά µε το σηµείο Μ, όχι όµως και
αµοιβαίως ορατά µεταξύ τους.
Με τη βοήθεια ενός οργάνου ηλεκτρονικής µέτρησης αποστάσεων ή ενός
γεωδαιτικού σταθµού µετρούµε τα µήκη S1 και S2. Από τις γνωστές συντεταγµένες (ΧΑ,
ΥA) και Β (ΧB, ΥB) υπολογίζουµε το µήκος SΑΒ από τη σχέση
S AB = ∆x 2 2
AB + ∆y AB
- 77 -
Σχ. 4.13. Εµπροσθοτοµία µε µέτρηση πλευρών
Αλλά από το σχήµα 4.13 προκύπτει µε εφαρµογή του νόµου των συνηµιτόνων
Οµοίως
Από τις πιο πάνω σχέσεις υπολογίζονται οι γωνίες α και β, οπότε το πρόβληµα
ανάγεται και πάλι στην αρχική βασική του µορφή επίλυσης απλής εµπροσθοτοµίας µε
γωνίες.
Παράδειγµα
∆ίνονται τα σηµεία Α και Β γνωστών συντεταγµένων. Από αυτά µετρούνται οι
αποστάσεις S1 και S2 προς το σηµείο Μ. Ζητούνται οι συντεταγµένες του σηµείου Μ.
(σχ. 4.14).
- 78 -
∆ίνονται:
ΧΑ = 12280.931 m ΧΒ = 13008.084 m
ΥΑ = 4532.068 m ΥΒ = 3822.624 m
S1=1128.777 m S2=728.729 m
Λύση
Από τις συντεταγµένες των σηµείων Α και Β υπολογίζουµε την πλευρά SΑΒ και
τη γωνία διεύθυνσης αΑΒ.
SAB = 1015.905 m
αΑΒ=200+α'ΑΒ=149.2153 gon
Πολλές φορές εξαιτίας των εδαφικών ανωµαλιών της περιοχής που πρόκειται να
αποτυπωθεί ή επειδή αυτή είναι πυκνοκατοικηµένη, δεν είναι δυνατό να εφαρµοστούν οι
πύκνωσης ενός τριγωνοµετρικού δικτύου που αναφέρθηκαν παραπάνω.
- 79 -
Σχ. 4.15. Πολυγωνική όδευση
Τα σηµεία Κ1, Κ2, ..., Κn-1, Kn ονοµάζονται κορυφές της όδευσης ή σηµεία στάσης
ή πολυγωνοµετρικά σηµεία. Το σύνολο των πολυγωνοµετρικών οδεύσεων τις οποίες
εγκαθιστούµε σε µια περιοχή, για να επιτύχουµε µε αυτές την αποτύπωση της περιοχής,
αποτελεί το ονοµαζόµενο πολυγωνοµετρικό δίκτυο της περιοχής (σχ. 4.16).
- 80 -
[Link]. Οι κατηγορίες των πολυγωνικών οδεύσεων
- 81 -
κορυφή της όδευσης είναι γνωστό τριγωνοµετρικό σηµείο και δεν υπάρχει άλλο
ορατό για τον προσανατολισµό της.
• Εξαρτηµένες κατά το ένα άκρο µε προσανατολισµό. Στην περίπτωση αυτή το
πρώτο σηµείο της όδευσης είναι γνωστό τριγωνοµετρικό σηµείο, ενώ υπάρχει
στην περιοχή ακόµη ένα τριγωνοµετρικό σηµείο για τον προσανατολισµό της
πρώτης πλευράς της.
• Απλώς εξαρτηµένες κατά το ένα άκρο οδεύσεις. Στην περίπτωση αυτή είναι
γνωστή η αρχή ή το τέλος της όδευσης, χωρίς όµως δυνατότητα
προσανατολισµού. Η όδευση είναι ουσιαστικά ανεξάρτητη µε µόνη πρόσθετη
πληροφορία τη θέση ενός σηµείου της ως προς το σύστηµα συντεταγµένων της
περιοχής. Υπάρχει βέβαια πάντοτε η δυνατότητα εκτίµησης του
προσανατολισµού της πρώτης πλευράς, ώστε το τελικό αποτέλεσµα να έχει
κάποια σύνδεση/αναφορά στο τοπικό δίκτυο.
- 82 -
Η µέτρηση των γωνιών της όδευσης µπορεί να γίνει µε τη χρήση οπτικών ή
ηλεκτρονικών θεοδολίχων ή γεωδαιτικών σταθµών, µε κάποια από τις µεθόδους που
αναπτύχθηκαν στο κεφάλαιο των γωνιοµετρήσεων. Η επιλογή της µεθόδου και του
οργάνου που θα χρησιµοποιηθεί εξαρτάται από την επιζητούµενη ακρίβεια. Κάθε γωνία
µετράται συνήθως σε δύο ή τρεις περιόδους. Εξαιτίας των µικρών αποστάσεων από τις
οποίες γίνονται οι σκοπεύσεις η ακρίβεια των γωνιοµετρήσεων εξαρτάται από την
ακρίβεια µε την οποία γίνεται η κέντρωση του θεοδολίχου και των επισηµάνσεων πάνω
από τις κορυφές της όδευσης. Μεγάλη σηµασία πρέπει επίσης να δίνεται στις
διαστάσεις του σκοπευοµένου αντικειµένου (επισήµανση). Για µικρές αποστάσεις
συνιστάται να σκοπεύονται λεπτά αντικείµενα που τοποθετούνται πάνω από τα
σκοπευόµενα σηµεία (π.χ. νήµα της στάθµης, βελόνες, καρφιά κ.λπ.).
Η µέτρηση των πλευρών της όδευσης γίνεται συνήθως µε τη χρήση
ηλεκτροµαγνητικών οργάνων. Τα όργανα αυτά, αφενός παρέχουν πολύ µεγάλη
ακρίβεια στη µέτρηση των αποστάσεων, αφετέρου απαλοίφουν την πιθανότητα
σφάλµατος εκτίµησης του µετρούµενου µεγέθους, αφού το αποτελέσµα αναγράφεται
στην οθόνη που αυτό διαθέτει.
Έστω η ανοικτή εξαρτηµένη όδευση µε προσανατολισµό Κ1, Κ2, ..., Κn, στην
οποία διαθέτουµε τις συντεταγµένες των σηµείων Κ1 (Χ1,Υ1) και Κn (Χn,Υn) και επί
πλέον δύο άλλα γνωστά τριγωνοµετρικά σηµεία Κο (Χο,Υο) και Κn+1 (Χn+1,Υn+1), από τα
οποία το Κο είναι ορατό από το Κ1 και το Κn+1 είναι ορατό από το Κn (σχ. 4.18).
Είναι δυνατό αντί για δύο σηµεία προσανατολισµού Κο και Κn+1, να διαθέτουµε
µόνο ένα, το οποίο όµως να είναι ορατό από τα Κ1 και Κn. Ας υποθέσουµε ότι, µε τη
βοήθεια µετρήσεων, έχουµε προσδιορίσει τα µήκη S1, S2, ..., Sn-1 των πλευρών της
- 83 -
όδευσης, τις γωνίες θλάσης θ1, θ2, ..., θn-2, καθώς και τις γωνίες προσανατολισµού π1
και π2.
α. Γνωρίζοντας τα Κο (Χο,Υο) και Κ1 (Χ1,Υ1) αφενός και τα Κn (Χn,Υn) και Κn+1 (Χn+1,Υn+1)
αφετέρου, προσδιορίζουµε, µε τη βοήθεια του δεύτερου θεµελιώδους προβλήµατος τις
γωνίες διεύθυνσης αΚοΚ1 και αΚn,Kn+1.
β. Γνωρίζοντας τη γωνία διεύθυνσης της πρώτης πλευράς και τις γωνίες θλάσης της
πολυγωνικής αΚοΚ1, π1, θ1, θ2, θn-2, π2 βρίσκουµε, µε τη βοήθεια του τρίτου θεµελιώδους
προβλήµατος, τη γωνία διεύθυνσης της πλευράς Κn, Kn+1, δηλαδή την α'ΚnKn+1.
wθ = αΚnKn+1 – α'KnKn+1
α. Υπολογίζουµε τις νέες διορθωµένες τιµές για τις γωνίες διεύθυνσης των διαδοχικών
πλευρών της όδευσης µε τη βοήθεια του τρίτου θεµελιώδους προβλήµατος.
- 84 -
δ. Εξαιτίας των σφαλµάτων µετρήσεων, που υπεισέρχονται κατά τη µέτρηση των µηκών
των πλευρών της όδευσης, οι συντεταγµένες Κn (Χn,Υn) και Κ'n (Χ'n,Υ'n) διαφέρουν.
Παρουσιάζουν ασυµφωνίες wx, wy που υπολογίζονται από τις σχέσεις
wx = xn – x'n wy = yn – y'n
είναι γνωστή και ως ολικό γραµµικό σφάλµα της όδευσης. Στις διάφορες χώρες
υπάρχουν κανονισµοί που παρέχουν το ανώτατο ανεκτό όριο της τιµής του ws για τις
διάφορες κατηγορίες των οδεύσεων. Συνεπώς αν η τιµή που βρίσκουµε για το ws είναι
µεγαλύτερη από το αντίστοιχο ανώτατο ανεκτό όριο, τότε πρέπει να επαναλαµβάνουµε
τις µετρήσεις µερικών ή και όλων των µηκών, των πλευρών της όδευσης, ώσπου η τιµή
του ws να γίνει µικρότερη από τα επιτρεπτά όρια, οπότε και προχωρούµε στη διόρθωση
των πλευρών της.
ε. Για να διορθώσουµε τις συντεταγµένες προβολές των πλευρών της όδευσης από τα
σφάλµατα wx και wy, αρκεί να τα µοιράσουµε µεταξύ των οµώνυµων συντεταγµένων
προβολών σε µέρη ανάλογα µε τα αντίστοιχα µήκη. Οι διορθωµένες τιµές των
συντεταγµένων προβολών θα παρέχονται από τις σχέσεις:
- 85 -
Τελικά, µετά τις διορθώσεις των γωνιών και των πλευρών της όδευσης,
προχωρούµε στον υπολογισµό των συντεταγµένων των κορυφών της. Οι διορθωµένες
συντεταγµένες της τυχαίας κορυφής Κk θα παρέχονται από τις σχέσεις:
Παράδειγµα
Στην ανοικτή εξαρτηµένη και µε προσανατολισµό και από τα δύο άκρα της
όδευσης Σ1, Σ2, Σ3 (σχ. 4.19) δίνονται:
Μετρήθηκαν:
π1 = 356,826 gon s1 = 45,600 m
θ1 = 185,208 gon s2 = 46,345 m
θ2 = 219,215 gon s3 = 33,860 m
θ3 = 174,951 gon s4 = 36,510 m
π2 = 246,514 gon
Λύση
Επίλυση της όδευσης στον πίνακα 4.2.
- 86 -
Σχ. 4.19. Σκαρίφηµα όδευσης παραδείγµατος
- 87 -
Σηµείωση - (επεξηγήσεις πίνακα επίλυσης όδευσης):
1. Στις θέσεις 2Β, 3Β, ..., 6Β γράφουµε τις µετρηµένες γωνίες θλάσης και προσανατολισµού.
2. Στη συνέχεια υπολογίζουµε το ολικό γωνιώδες σφάλµα της όδευσης (αφού προηγουµένως µε το
δεύτερο θεµελιώδες πρόβληµα υπολογισθούν οι γωνίες διεύθυνσης αΤ1Τ2, αΤ3Τ4 και α'Τ3,Τ4) το οποίο στη
συνέχεια ισοκατανέµεται στις µετρηθείσες γωνίες. Οι διορθωµένες γωνίες γράφονται στη στήλη Γ του
εντύπου.
3. Γνωρίζοντας τις αΤ1Τ2, αΤ3Τ4 και τις διορθωµένες γωνίες θλάσης υπολογίζουµε µε το τρίτο θεµελιώδες
πρόβληµα τις γωνίες διεύθυνσης των πλευρών της όδευσης (στήλη ∆). Αν όλες οι πράξεις είναι σωστές,
θα πρέπει η τιµή της αΤ3Τ4 να ευρεθεί ίση µε αυτή που υπολογίστηκε από τις γνωστές συντεταγµένες των
Τ3 και Τ4.
4. Στη στήλη Ε γράφονται τα µετρηθέντα µήκη των πλευρών της όδευσης, δίπλα ακριβώς από τις γωνίες
διεύθυνσης που αντιστοιχούν σε αυτές.
5. Με το πρώτο θεµελιώδες πρόβληµα υπολογίζουµε τα ∆x και ∆y των πλευρών της όδευσης (στήλες Η
και Θ αντίστοιχα).
7. Υπολογίζουµε τα wx και wy.
8. Κατόπιν τα σφάλµατα αυτά κατανέµονται αναλογικά και γράφονται στις στήλες Η και Θ αντίστοιχα.
9. Τέλος υπολογίζονται οι τελικές συντεταγµένες των κορυφών της όδευσης.
Εάν όλες οι πράξεις είναι σωστές στο τέλος πρέπει να προκύψουν και πάλι οι γνωστές συντεταγµένες
ΧT3, ΥT3, του δεύτερου σηµείου εξάρτησης της όδευσης.
- 88 -
5. Τοπογραφικές αποτυπώσεις
- 89 -
γηπέδου µετρούµε πάνω στο έδαφος τόσα µεγέθη (µήκη και γωνίες), όσα είναι
απαραίτητα, για να συντάξουµε το τοπογραφικό διάγραµµα του γηπέδου µε κάποια
κλίµακα.
- 90 -
Έστω ότι πρόκειται ν'αποτυπωθεί το γήπεδο ΑΒΓ∆ΕΑ το οποίο υποθέτουµε ότι
περικλείεται από µια πολυγωνική γραµµή και δεν έχει εσωτερικά σηµεία λεπτοµερειών,
για να τα αποτυπώσουµε.
Λαµβάνουµε µια κορυφή του γηπέδου, π.χ. την Α, και από αυτή φέρουµε όλες
τις διαγώνιες, δηλαδή τις ΑΓ και Α∆. Έτσι το γήπεδο χωρίζεται στα τρίγωνα ΑΒΓ, ΑΓ∆
και Α∆Ε. Στη συνέχεια µετρούµε τα µήκη όλων των πλευρών κάθε τριγώνου µε τη
µέθοδο της άµεσης µέτρησης των µηκών. Πολλές φορές µετρούµε και τις διαγώνιες που
φέρονται από µια άλλη κορυφή, π.χ. τη Β, για έλεγχο. Κατά τη διάρκεια των µετρήσεων
σχεδιάζουµε πρόχειρα και το σκαρίφηµα ή αυτοσχέδιο ή κροκί του γηπέδου.
Όταν τελειώσουν οι εργασίες υπαίθρου, η σχεδίαση του γηπέδου σε κατάλληλη
κλίµακα είναι εύκολη, γιατί το πρόβληµα είναι πια γνωστό από την Επίπεδη Γεωµετρία,
δηλαδή την κατασκευή τριγώνου από τις τρεις πλευρές του. Ο έλεγχος για την ακρίβεια
της αποτύπωσης πετυχαίνεται, αν µετρήσουµε στο σχέδιο τις διαγώνιες Β∆ και ΒΕ και
συγκρίνουµε τα εξαγόµενα µε τα αποτελέσµατα των άµεσων µετρήσεων των ίδιων
µηκών στο πεδίο.
Το πλεονέκτηµα της µεθόδου αυτής είναι ότι χρησιµοποιούµε µόνο µήκη και όχι
γωνίες, άρα δεν χρειάζεται θεοδόλιχος. Τα απαραίτητα όργανα είναι µόνο η µετροταινία
και τα ακόντια.
Τα µειονεκτήµατα της µεθόδου είναι τα παρακάτω:
α. Κάποιο σφάλµα στη µέτρηση ενός µήκους ή τη σχεδίαση επηρεάζει και τα υπόλοιπα
στοιχεία του γηπέδου.
β. Ο υπολογισµός των διαφόρων στοιχείων του γηπέδου (γωνίες, εµβαδόν) γίνεται µε
τη βοήθεια πολύπλοκων τύπων.
γ. Για να εφαρµοστεί η παραπάνω µέθοδος πρέπει η περίµετρος του γηπέδου να είναι
κλειστή πολυγωνική γραµµή.
δ. Η αποτύπωση τυχόντων άλλων χαρακτηριστικών σηµείων (εκτός από τις κορυφές)
τα οποία βρίσκονται µέσα στο γήπεδο µε την παραπάνω µέθοδο γίνεται πολύπλοκη κι
επίπονη.
- 91 -
Σχ. 5.2. Αποτύπωση µικρού γηπέδου µε τη µέθοδο των ορθογωνίων συντεταγµένων
- 92 -
πύκνωση του τριγωνοµετρικού δικτύου της περιοχής και την ίδρυση πολυγωνοµετρικού
δικτύου και από εκεί µετρώνται όλα τα σηµεία λεπτοµερειών.
Σχ. 5.3. Τριγωνοµετρικό, πολυγωνοµετρικό και χωροσταθµικό δίκτυο για την αποτύπωση µιας µεγάλης
περιοχής
- 93 -
Oλες οι αναγνώσεις στο όργανο µπορούν να γραφούν σε ταχυµετρικό σηµειωµατάριο.
H ηλεκτρονική τεχνολογία επιτρέπει όµως την αυτόµατη καταγραφή των µετρήσεων σε
καταγραφικά συστήµατα µε τα οποία είναι εφοδιασµένοι οι γεωδαιτικοί σταθµοί. Mετά
τη σκόπευση προς τον ανακλαστήρα, ο παρατηρητής δίνει µε το πληκτρολόγιο του
οργάνου εντολή µέτρησης και αποθήκευσης των στοιχείων.
Σχ. 5.4. Αποτύπωση σηµείων µε πολικές συντεταγµένες: Στάση οργάνου ΣτΑ, προσανατολισµός ΣτΒ,
σκόπευση πρός σηµείο Ρ και µέτρηση κεκλιµένης απόστασης Sκ, οριζόντιας γωνίας φ και ζενίθιας γωνίας
z, ύψους οργάνου Υο και ύψους σκόπευσης Υσ. Γνωρίζουµε τις συντεταγµένες και υψόµετρα των ΣτΑ και
ΣτΒ και ζητούνται οι συντεταγµένες και το υψόµετρο του σηµείου Ρ
- 94 -
Σχ. 5.4. Σκαρίφηµα ή κροκί για µια αποτύπωση
- 95 -
• Kλίµακες γεωγραφικών χαρτών. Oι χάρτες αυτοί περιλαµβάνουν συνήθως
µεγάλα τµήµατα µιας χώρας ή και ολόκληρη χώρα ή τέλος και πολλές χώρες
µαζί. Tέτοιες κλίµακες είναι από 1: 500000 και πέρα.
- 96 -
Σχ. 5.5. Τοπογραφικό διάγραµµα που σχεδιάστηκε µε τη βοήθεια Η/Υ και σχεδιογράφου
- 97 -
να δίνεται µεγάλη προσοχή στην κατασκευή του κανάβου. Η διαδικασία σχεδίασης κάθε
σηµείου µε τη βοήθεια του κανάβου και των συντεταγµένων του λέγεται ραπορτάρισµα
(σχ. 5.7) και απαιτεί επίσης τη χρήση ενός δεκάποντου κανόνα (σχ. 5.8).
- 98 -
Σχ. 5.8. ∆εκάποντο για το ραπορτάρισµα σηµείων
- 99 -
η θέση (σηµεία) από την οποία περνούν τιµές ισοϋψών καµπυλών. Η ένωση των
σηµείων αυτών σχεδιάζει κάθε ισοϋψή καµπύλη (σχ. 5.11).
Σχ. 5.10. Υπολογισµός για τη σχεδίαση ισοϋψών καµπυλών: Τα Α και Β είναι τα υψοµετρικά σηµεία
µεταξύ των οποίων πρόκειται να γίνει η παρεµβολή. Το απόλυτο υψόµετρο είναι για το Α, ΗΑ = 168.40 m
και για το Β, ΗΒ = 170.30 m. Ζητούνται οι αποστάσεις x1 και x2 από τις οποίες διέρχονται οι υψοµετρικές
καµπύλες 170.0 m και 169.0 m (είναι 168.40 m < 169 m < 170 m < 170.30 m)
Σχ. 5.11. Η σχεδίαση ισοϋψών καµπυλών µε τη βοήθεια υψοµετρικών σηµείων και τριγώνων
- 100 -
5.4. Υπολογισµός Εµβαδών
Εµβαδόν µιας επιφάνειας στη Γεωδαισία ονοµάζεται το εµβαδόν της οριζόντιας
προβολής της πάνω στο Γεωειδές. Στην περίπτωση ενός γηπέδου, εµβαδόν ονοµάζεται
το εµβαδόν της προβολής του πάνω στο οριζόντιο επίπεδο (σχ. 5.12).
Η γνώση του εµβαδού µιας ιδιοκτησίας ή µιας περιοχής εξυπηρετεί διάφορους
σκοπούς. Μετά την καταµέτρηση ενός γηπέδου ακολουθεί συνήθως η σχεδίασή του µε
κλίµακα και τέλος ο υπολογισµός του εµβαδού. Έτσι, στις εργασίες κτηµατολογίου
αµέσως µετά τη σχεδίαση ακολουθεί ο υπολογισµός του εµβαδού των ιδιοκτησιών.
Από το εµβαδόν επίσης ενός οικοπέδου αρχίζει και η δοµική του εκµετάλευση (µέγιστη
επιτρεπόµενη δοµήσιµη επιφάνεια). Στα σχέδια, όλες οι επιφάνειες που αναφέρονται
είναι οριζόντιες προβολές γι' αυτό και η πώληση και η διανοµή επιφανειών
υπολογίζονται πάντοτε οριζόντια.
Σχ. 5.12. Το εµβαδόν γηπέδου είναι πάντα το εµβαδόν της προβολής του στο οριζόντιο επίπεδο
αναφοράς
[Link]. Εµβαδόν από ανάλυση σε βασικά σχήµατα και εφαρµογή γεωµετρικών τύπων
- 101 -
παραλληλόγραµµο, το τραπέζιο, ο κυκλικός τοµέας, ο κυκλικός δακτύλιος και το κυκλικό
τµήµα (σχ. 5.13).
Η µέθοδος αυτή µπορεί να εφαρµοσθεί και στο πεδίο για την επιτόπου µέτρηση
του εµβαδού ενός γηπέδου αλλά και για τον υπολογισµό του εµβαδού ενός γηπέδου
που είναι σχεδιασµένο στο χαρτί. Για την εργασία στο πεδίο χρειάζονται ακόντια,
νήµατα στάθµης, µετροταινία, ενώ για την εργασία σε σχεδιασµένο οικόπεδο
χρειάζονται τρίγωνα και κλιµακόµετρο.
όπου Ε είναι το εµβαδόν της επιφάνειας, n ο αριθµός των κορυφών της, xi, yi οι
συντεταγµένες της i-ης κορυφής της και µε το +1 ή -1 εννοείται η συντεταγµένη της
επόµενης ή της προηγούµενης κορυφής αντίστοιχα. Έτσι, π.χ. για το τετράπλευρο
ΑΒΓ∆ΕΑ του σχήµατος 5.14 το εµβαδόν θα δίνεται από τη σχέση
- 102 -
Σχ. 5.14. Εµβαδόν γηπέδου από τις συντεταγµένες των κορυφών του
Το τετράγωνο εκτίµησης είναι µια γυάλινη πλάκα (ή ένα µιλιµετρέ) πάνω στην
οποία (ή στο οποίο) έχει χαραχθεί ένα δίκτυο τετραγώνων. Ανάλογα µε την κλίµακα
σχεδίασης, κάθε τετράγωνο ισοδυναµεί µε 1 m2, 10 m2 κ.λπ. Για να βρούµε το
εµβαδόν µιας επιφάνειας τοποθετούµε την πλάκα πάνω σ' αυτή και µετρούµε τον
αριθµό των ακεραίων τετραγώνων που περιέχονται µέσα σ' αυτή, ενώ εκτιµάται το
εµβαδόν εκείνων των τετραγώνων που αποκόπτονται (σχ. 5.15).
- 103 -
[Link]. Εµβαδόν µε τη βοήθεια εµβαδόµετρου (µηχανική µέθοδος).
Η µηχανική µέθοδος για τον υπολογισµό του εµβαδού µιας επιφάνειας είναι, µετά
τη µέθοδο µε συντεταγµένες, η πιο εύχρηστη µέθοδος. Με τη µέθοδο αυτή, ο
υπολογισµός του εµβαδού µιας επιφάνειας που υπάρχει σχδιασµένη πάνω σ' ένα
σχέδιο µε ορισµένη κλίµακα γίνεται µε τη βοήθεια ενός οργάνου που ονοµάζεται
εµβαδόµετρο (σχ. 5.16).
- 104 -
6. Τοπογραφικό για έκδοση οικοδοµικής αδείας
Η διαδικασία για την ανάπτυξη των οικιστικών περιοχών ακολουθεί δύο φάσεις
σχεδιασµού:
1. Στην πρώτη φάση σχεδιασµού εκπονείται το Γενικό Πολεοδοµικό Σχέδιο (ΓΠΣ) που
περιέχει τις γενικές αρχές και κατευθύνσεις για την ανάπλαση ή ανάπτυξη της περιοχής.
2. Στη δεύτερη φάση εκπονείται η Πολεοδοµική Μελέτη (ΠΜ), που εξειδικεύει τους
στόχους του ΓΠΣ. Η πολεοδοµική µελέτη υλοποιείται στο έδαφος και νοµικά µε την
πράξη εφαρµογής (ΠΕ).
- 105 -
6.1.2. Πολεοδοµική Μελέτη (ΠΜ)
Η κίνηση της διαδικασίας σύνταξης της πολεοδοµικής µελέτης γίνεται από τον
οικείο δήµο ή κοινότητα. Η διαδικασία µπορεί επίσης να κινηθεί από την οικεία νοµαρχία
µετά από γνωµοδότηση του ΣΧΟΠ του νοµού ή ακόµη και από το Υπουργείο
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και ∆ηµοσίων 'Εργων.
- 106 -
• Τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους, καθώς και τους οικοδοµήσιµους
χώρους, δηλαδή τις ζώνες χρήσεων γης του οικισµού και τους σχετικούς
περιορισµούς, απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις.
• Τα διαγράµµατα βασικών δικτύων υποδοµής
• Τους όρους δόµησης (επιτρεπόµενα όρια, εµβαδόν, ύψη, συντελεστής δόµησης,
ποσοστό κάλυψης κ.λπ.) κανονικούς και κατά παρέκκλιση.
• Τις πρόσθετες απαιτούµενες εγκρίσεις (π.χ. από αρχαιολογική υπηρεσία).
- 107 -
αναγειρόµενων οικοδοµών διαφοροποιούνται ανάλογα εάν το οικόπεδο στο οποίο θα
αναγερθεί το κτίσµα βρίσκεται σε εντός ή εκτός σχεδίου περιοχή.
Σχ. 6.3. Τοπογραφικό διάγραµµα για έκδοση οικοδοµικής αδείας εντός σχεδίου
- 108 -
• Τη θέση και τις διαστάσεις των παλαιότερων κτισµάτων που υπάρχουν στο
οικόπεδο.
• Yψόµετρα στις κορυφές και άλλα χαρακτηριστικά σηµεία του οικοπέδου εξαρτηµένα
από την αφετηρία µέτρησης του ύψους.
• Tο τµήµα του ρέµατος, τον προϋφιστάµενο του 1923 δρόµο και τις εναέριες γραµµές
µεταφοράς ρεύµατος υψηλής τάσης της ∆EH, που τυχόν διασχίζουν το O.T.
• Aπόσπασµα από το εγκεκριµένο ρυµοτοµικό σχέδιο που θα απεικονίζει το O.T.,
όπου βρίσκεται το οικόπεδο και τα O.T. που το περιβάλλουν.
• Tους όρους δόµησης και τις εισφορές σε γη και χρήµα εφόσον το οικόπεδο
προέρχεται από πράξη εφαρµογής επέκτασης ρυµοτοµικού σχεδίου.
- 109 -
Σχ. 6.3. Τοπογραφικό διάγραµµα για έκδοση οικοδοµικής αδείας εντός σχεδίου
• Για την περίπτωση ανοικοδόµησης οικοπέδου που βρίσκεται εντός ζώνης εκτός
σχεδίου στο τοπογραφικό διάγραµµα, θα απεικονίζονται επίσης οι ιδανικές
προεκτάσεις των απέναντι οδών του εγκεκριµένου ρυµοτοµικού σχεδίου, καθώς και
η απόσταση του οικοπέδου ή γηπέδου από το όριο του εγκεκριµένου σχεδίου ή το
όριο του πριν από το 1923 οικισµού.
• Στις περιπτώσεις ειδικών διαταγµάτων όρων δόµησης, θα υποβάλλεται απόσπασµα
από το σχέδιο που συνοδεύει το ∆/γµα και, για τους πριν το 1923 οικισµούς,
απόσπασµα από το σχέδιο του καθορισµού των ορίων του οικισµού, όπου θα
φαίνεται η θέση του οικοπέδου.
- 110 -
7. Τοπογραφικές αποτυπώσεις µνηµείων
- 111 -
να «ζήσει» µέσα στο κτίριο - µνηµείο αποδεχόµενος την ύπαρξή του, την ιστορία του
και το µέλλον του. Τότε µόνο η εργασία του θα είναι ανάλογη µε τις απαιτήσεις µιας
πλήρους και συστηµατικής τεκµηρίωσης.
- 112 -
Στην περίπτωση που η δοµική αποτύπωση γίνεται µε αρχιτεκτονικές ή
τοπογραφικές µεθόδους, η όλη εργασία θα βασιστεί σε µετρήσεις µηκών ή σηµείων
πεπερασµένων σε αριθµό που θα βοηθήσουν στη σχεδίαση των απαιτούµενων
σχεδίων. Έτσι, πριν από όλα πρέπει να γίνει ένα σκαρίφηµα ή προσχέδιο (κροκί) του
κτίσµατος (κτιρίου, µνηµείου ή οποιουδήποτε οικοδοµικού έργου) χωρίς κλίµακα (σχ.
7.1). Το σκαρίφηµα αυτό πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια, ώστε να ανταποκρίνεται
κατά το δυνατό στην ορθογώνια προβολή (όχι προοπτικό) αυτού που κατόπιν θα
αποτυπωθεί µε τη λεπτοµερή δοµική αποτύπωση. Τα σκαριφήµατα θα πρέπει να
σχεδιάζονται συνοπτικά και σε ικανοποιητικό µέγεθος. Έτσι, θα είναι δυνατό αργότερα
να ελέγχονται οι µετρήσεις για την αποφυγή επιπρόσθετων πιθανών λαθών.
Σχ. 7.1. Σκαρίφηµα για την τρισδιάστατη αποτύπωση δωµατίου µε τοπογραφικές µεθόδους
(α) (β)
Σχ. 7.2. Μέθοδοι µέτρησης µε µετροταινία: µέθοδος των συνεχών µετρήσεων από µια (την ίδια) αρχή (α),
µέθοδος των χωριστών (επί µέρους) µετρήσεων (β)
- 114 -
(α) (β)
Σχ. 7.3. Αποτύπωση καµπύλων τµηµάτων οικοδοµικού έργου (α) και τόξου (β) µε τη µέθοδο των
ορθογωνίων συντεταγµένων
- 115 -
συνήθη τοπογραφική µεθοδολογία, η πρώτη εργασία µετά την ενηµέρωση και την
αναγνώριση του κτιρίου είναι η εγκατάσταση ενός δικτύου σταθερών σηµείων (σηµείων
ελέγχου) γύρω από το κτίριο (σχ. 7.5). Τα σηµεία αυτά, των οποίων οι συντεταγµένες
θα υπολογιστούν, είναι εκείνα από τα οποία θα γίνει η αποτύπωση όλων των
λεπτοµερειών του κτιρίου. Αν το κτίριο - µνηµείο είναι µεγάλο σε µέγεθος και όγκο, τότε
εγκαθίσταται γύρω από αυτό ένα τριγωνοµετρικό δίκτυο σταθερών σηµείων. Το δίκτυο
αυτό µπορεί να είναι ανεξάρτητο ή εξαρτηµένο από το Κρατικό Σύστηµα
Συντεταγµένων. Αν το κτίριο είναι µικρό, τότε µια περιµετρική κλειστή όδευση που το
περιβάλλει είναι συνήθως αρκετή. Η όδευση µπορεί και αυτή να είναι ανεξάρτητη ή
εξαρτηµένη. Ένα πλεονέκτηµα της εξαρτηµένης αποτύπωσης σε ένα ενιαίο σύστηµα
αναφοράς είναι η δυνατότητα συσχέτισης γεωµετρικών στοιχείων διαφορετικών κτιρίων
ως προς τη θέση, τον προσανατολισµό κ.λπ. Τα σταθερά σηµεία στον περιβάλλοντα
του κτιρίου χώρο θα χρησιµοποιηθούν για την αποτύπωσή του, όσο και για την
αποτύπωση των εξωτερικών τοίχων. Από τα σταθερά εξωτερικά σηµεία ξεκινούν
οδεύσεις που εισέρχονται στο κτίριο από πόρτες, παράθυρα ή άλλα ανοίγµατα. Σε κάθε
εσωτερικό χώρο ή δωµάτιο τοποθετείται τουλάχιστον µια κορυφή όδευσης. Αν κάποιοι
χώροι δεν προσφέρονται για όδευση, τότε τοποθετούνται τυφλές στάσεις για την
αποτύπωσή τους. Με τον τρόπο αυτό το εσωτερικό του κτιρίου γεµίζει από ένα πλέγµα
οδεύσεων που βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα, αλλά ξεκινούν και καταλήγουν σε
σταθερά σηµεία του εξωτερικού δικτύου (οι πρωτεύουσες). Όλες οι οδεύσεις µαζί
µπορούν να υπολογιστούν ως ένα ενιαίο δίκτυο µε τη διαδικασία της ισοστάθµισης. Με
τη βοήθεια γεωµετρικής χωροστάθµησης, από γνωστές υψοµετρικές αφετηρίες
υπολογίζονται και τα υψόµετρα όλων των σταθερών σηµείων.
(α) (β)
Σχ. 7.5. Ίδρυση σηµείων ελέγχου γύρω από µνηµεία: µε τριγωνοµετρικό δίκτυο (α) µε περιµετρική κλειστή
όδευση (β)
- 116 -
τοίχοι), τα ανοίγµατα και οποιαδήποτε άλλη χρήσιµη λεπτοµέρεια. Η προβολή των
σηµείων κοντά στα δάπεδα στο οριζόντιο επίπεδο δίνει την κάτοψη του εσωτερικού
περιγράµµατος των τοίχων. Η προβολή των αντίστοιχων σηµείων του εξωτερικού
περιγράµµατος των τοίχων που µετρήθηκαν από άλλες στάσεις δίνει τη συνολική
κάτοψη του κτιρίου. Αυτό µπορεί να γίνει µε οποιοδήποτε επιθυµητό ύψος (παράλληλα
οριζόντια επίπεδα), ώστε να προκύπτουν κατόψεις ορόφων και υπογείων. Η
αποτύπωση γίνεται ακριβώς όπως περιγράφεται στην παράγραφο 5.3.1.
Επειδή οι µετρήσεις γίνονται σε ένα ενιαίο σύστηµα αναφοράς, υπάρχει πλήρης
συσχέτιση ανάµεσα σε µετρήσεις στο εξωτερικό και στο εσωτερικό του κτιρίου. Η
ακρίβεια είναι πολύ καλή και η µέθοδος είναι γενικά γρήγορη και αποτελεσµατική. Η
κάτοψη οποιουδήποτε επιπέδου του κτιρίου µπορεί να σχεδιασθεί µε τη βοήθεια
προγραµµάτων CAD, ώστε η παραγωγή του τελικού σχεδίου να είναι υψηλής ποιότητος
και ακριβείας (σχ. 7.6). Η ακρίβεια αυτή αφορά τόσο τις συνολικές όσο και τις επιµέρους
διαστάσεις του κτιρίου.
- 117 -
Σχ. 7.7. Σχεδίαση όψης κτιρίου από τοπογραφικές µετρήσεις
7.4.1. Χρήση κατάλληλων σχεδίων και κλιµάκων για τη σχεδίαση κτιρίων και
µνηµείων
- 118 -
• Κατόψεις όλων των χώρων (κατά οριζόντια και κατακόρυφη διάταξη) σε κλίµακα
1: 50 ή 1: 20. Στα σχέδια αυτά αποδίδονται τα βασικά στοιχεία του κτιρίου:
Τοίχοι, ανοίγµατα, σκάλες, αρµοί, υποστηλώµατα, τζάκια, στέγες, πατώµατα
(χωρίς τις λεπτοµέρειες της διάστρωσης των δαπέδων), καµινάδες κ.λπ.
• Ανόψεις των χώρων εκείνων στους οποίους ενδιαφέρει η απόδοση της οροφής
(αισθητική - παθολογία). Παράλληλα µε τα σχέδια αυτά, συντάσσονται πίνακες µε
τις συντεταγµένες των σηµείων καθώς και τεύχη µε τις φωτογραφίες όπου
σηµειώνονται τα σηµεία αυτά και σκίτσα για την απόδοση των λεπτοµερειών.
• ∆ιαγράµµατα όψεων σε κλίµακα 1: 50 ή 1: 20. Τα σχέδια αυτά συντάσσονται µε
τη χρησιµοποίηση νέου συστήµατος συντεταγµένων, µε κατάλληλη µεταφορά
και στροφή του κρατικού συστήµατος (αν η αποτύπωση είναι εξαρτηµένη) ή του
τοπικού συστήµατος (αν η αποτύπωση είναι ανεξάρτητη), ώστε το επίπεδο
προβολής να ταυτιστεί ή να γίνει παράλληλο µε το πλησιέστερο προς την όψη
που αποτυπώνεται κατακόρυφο επίπεδο.
• ∆ιαγράµµατα κατακόρυφων τοµών σε κλίµακα 1: 50 ή 1: 20. Στα διαγράµµατα
των τοµών καταχωρούνται όλα τα στοιχεία που αφορούν τους τοίχους (πάχη,
ύψη, αποκλίσεις), τα πατώµατα (περιγράµµατα δαπέδων - οροφών), τη
γεωµετρία της στέγης (την επάνω επιφάνεια της επικάλυψης χωρίς τη διάταξη
των ζευκτών ή της επικάλυψης) καθώς και τις όψεις όλων των προβαλόµενων
στοιχείων.
- 119 -
8. Τοπογραφικές αποτυπώσεις ανασκαφών
Μια ανασκαφή που γίνεται σε ένα χώρο έχει τρεις κυρίως σκοπούς:
Να αποκαλύψει τη µορφή διαφόρων κτισµάτων ή ερειπίων κατά την οριζόντια
έννοια.
Να ερευνήσει την ύπαρξη αρχαιολογικών ευρηµάτων σε διαφορετικά βάθη µέσα
στο έδαφος.
Να προσδιορίσει τις σχέσεις ανάµεσα στα ευρήµατα που ανακαλύπτονται τόσο
κατά την οριζόντια, όσο και κατά την κατακόρυφη έννοια.
Ο τόπος στον οποίο γίνεται µια ανασκαφή αποτελεί επιλογή των αρµοδίων
αρχαιολόγων. Η επιλογή αυτή γίνεται µε βάση πολλούς παράγοντες, ανάµεσα στους
οποίους είναι και διάφορες µέθοδοι εντοπισµού αρχαιολογικών ευρηµάτων. Ήδη από το
σηµείο αυτό αρχίζει να γίνεται απαραίτητη η εκπόνηση σωστών τοπογραφικών
διαγραµµάτων που θα συνεχίσουν να ενηµερώνονται καθόλη τη διάρκεια της
ανασκαφής. Μια ανασκαφική εργασία που δεν συνοδεύεται από άµεσες και σωστές
µετρήσεις κάθε φάσης της είναι δυνατό να µην καταλήξει σε ολοκληρωµένα
συµπεράσµατα. Πρέπει ακόµα να τονιστεί ότι µια ανασκαφή σε ένα αρχαιολογικό χώρο
αποτελεί συνήθως ένα εγχείρηµα που διαρκεί πολλά χρόνια. Τις πιο πολλές φορές
µάλιστα, καθώς η ανασκαφή προχωράει σε βάθος, έχει σαν αποτέλεσµα την
καταστροφή των υπερκείµενων ευρηµάτων. Έτσι, προκύπτει επιτακτική η ανάγκη της
αποτύπωσης κάθε φάσης της ανασκαφής και της καταγραφής όλων των απαραίτητων
στοιχείων µε τρόπο που να εξασφαλίζει την αξιόπιστη σύνδεση (ως προς θέση και
βάθος) των διαφόρων ευρηµάτων µεταξύ τους.
Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, είναι αυτονόητη η αναγκαιότητα της
εκτέλεσης µετρητικών εργασιών ακριβείας σε κάθε ανασκαφή. Οι µετρητικές αυτές
εργασίες έχουν σκοπό να δώσουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που συνδέουν τα
διάφορα ευρήµατα µεταξύ τους και να οδηγήσουν στη σχεδίαση των διαφόρων φάσεων
της ανασκαφής µε ακρίβεια και συνέπεια.
- 120 -
που πιθανόν υπάρχουν και άλλων λεπτοµερειών. Το τοπογραφικό διάγραµµα που θα
προκύψει από την αποτύπωση αυτή, σχεδιασµένο στην κατάλληλη κλίµακα, αποτελεί
απαραίτητο βοήθηµα για την οργάνωση της ανασκαφής. Από τη µελέτη των
τοπογραφικών σχεδίων είναι δυνατό να εντοπιστούν προβλήµατα, να βρεθούν λύσεις
καθώς και να προσδιοριστούν τα σηµεία των τοµών που πρόκειται να γίνουν κατά την
ανασκαφή.
Η εκπόνηση της αποτύπωσης της περιοχής όπου πρόκειται να γίνει µια
ανασκαφή ακολουθεί τη συνηθισµένη διαδικασία εκπόνησης τοπογραφικών
αποτυπώσεων. Έτσι, για την αποτύπωση αυτή πρέπει να γίνουν οι παρακάτω
εργασίες:
α. Πύκνωση του Κρατικού Τριγωνοµετρικού ∆ικτύου της περιοχής σε περίπτωση
που είναι επιθυµητή η εξάρτηση των σχεδίων από το δίκτυο αυτό. Στην περίπτωση που
µια τέτοια εξάρτηση δεν θεωρείται απαραίτητη, αλλά η έκταση της περιοχής που
πρέπει να αποτυπωθεί είναι µεγάλη, είναι δυνατή η ίδρυση ενός ανεξάρτητου
τριγωνοµετρικού δικτύου για τις ανάγκες της συγκεκριµένης αποτύπωσης.
β. Εγκατάσταση πολυγωνοµετρικού δικτύου στην περιοχή, ώστε να εξασφαλίζεται
πληρότητα στην αποτύπωση όλων των λεπτοµερειών. Οι κορυφές του
πολυγωνοµετρικού δικτύου πρέπει στην πλειοψηφία τους να τοποθετούνται σε µέρη
που δεν θα θιγούν από την ανασκαφή. Το σηµείο αυτό είναι ιδιαίτερα σηµαντικό, γιατί
κατά τη διάρκεια της ανασκαφής θα συνεχίζονται και οι µετρήσεις των νεότερων
ευρηµάτων που πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκονται στο ίδιο σύστηµα αναφοράς µε τα
αρχικά σχέδια. Η διατήρηση των κορυφών του αρχικού πολυγωνοµετρικού δικτύου
επιτρέπει τη διενέργεια µετρήσεων από τις ίδιες αυτές κορυφές και έτσι εξασφαλίζεται η
απαραίτητη σύνδεση παλιών και νέων σχεδίων. Εκείνο που πρέπει να έχει κανείς
υπόψη του είναι το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις µια ανασκαφή σχεδόν
ποτέ δεν ολοκληρώνεται από την ίδια ανασκαφική οµάδα. Μερικά χρόνια ή και µερικές
δεκάδες χρόνια αργότερα, µια άλλη αρχαιολογική ερευνητική οµάδα θα συνεχίσει το
επίπονο έργο της ανασκαφής. Η αξία των νεότερων ευρηµάτων θα είναι µειωµένη, αν
δεν θα µπορεί να γίνει σωστή συσχέτιση των ευρηµάτων αυτών µε τα ευρήµατα
παλαιότερων ανασκαφικών περιόδων. Αυτό µε απλά λόγια σηµαίνει ότι, για την
ουσιαστική προώθηση της αρχαιολογικής έρευνας στην περιοχή αυτή πρέπει να
σώζεται ένας ικανοποιητικός αριθµός κορυφών του αρχικού πολυγωνοµετρικού δικτύου.
Για να εξασφαλιστεί η διατήρηση των κορυφών αυτών πρέπει να γίνεται προσεκτική
κατασκευή της κατάλληλης σήµανσης και επιλογή της θέσης των κορυφών. Ένα
τελευταίο σηµαντικό σηµείο που πρέπει να τονιστεί είναι η αναγκαιότητα τήρησης
σηµειώσεων µε περιγραφές, εξασφαλίσεις, συντεταγµένες κ.λπ. των κορυφών των
δικτύων. Η συγκέντρωση, η ενηµέρωση και η σχολαστική διατήρηση των στοιχείων
αυτών καθιστά κάθε µελλοντική γεωδαιτική εργασία λιγότερο πολύπλοκη.
γ. Εγκατάσταση χωροσταθµικού δικτύου. Ο προσδιορισµός της θέσης των
διαφόρων σηµείων της ανασκαφής πάνω στο οριζόντιο επίπεδο δεν έχει ουσιαστική
αξία αν δεν συνοδεύεται από τον υπολογισµό και της υψοµετρικής θέσης των ίδιων
σηµείων. Έτσι, µια τρίτη σηµαντική εργασία που πρέπει να γίνεται πριν από την έναρξη
της ανασκαφής είναι ο προσδιορισµός των υψοµέτρων των κορυφών του
τριγωνοµετρικού και του πολυγωνοµετρικού δικτύου από τις οποίες γίνεται η
αποτύπωση. Τα υψόµετρα αυτά µπορούν να είναι είτε σχετικά είτε απόλυτα. Στην
πρώτη περίπτωση, τα σχετικά υψόµετρα των κορυφών και κατεπέκταση και των
σηµείων λεπτοµερειών της αποτύπωσης ορίζονται συνήθως µε βάση το ψηλότερο
σηµείο του εδάφους στην περιοχή της ανασκαφής το οποίο σηµαίνεται µε κατάλληλο
τρόπο και διατηρείται κατά τη διάρκειά της σαν «µάρτυρας». Έτσι, όλα τα σηµεία θα
έχουν σχετικά υψόµετρα µε αρνητικές τιµές, αφού βρίσκονται χαµηλότερα από το
σηµείο «µηδέν» της ανασκαφής. Η σηµασία των αρνητικών αυτών υψοµέτρων είναι
µεγάλη, γιατί κάθε στιγµή ο αρχαιολόγος µπορεί να γνωρίζει τη στάθµη του εδάφους
- 121 -
στην οποία εργάζεται και αποκαλύπτει αρχαιολογικά ευρήµατα κάτω από την αρχική
επιφάνεια. Στη δεύτερη περίπτωση, µε τον όρο απόλυτα υψόµετρα εννοούµε υψόµετρα
µε βάση τη στάθµη της θάλασσας ή µε άλλα λόγια υψόµετρα µε βάση τις σταθερές
υψοµετρικές αφετηρίες του Κρατικού Χωροσταθµικού ∆ικτύου. Για να γίνει µια τέτοια
υψοµέτρηση απαιτείται µεταφορά του υψοµέτρου από κοντινές υψοµετρικές αφετηρίες
µε τις µεθόδους της γεωµετρικής χωροστάθµησης, της τριγωνοµετρικής υψοµετρίας ή
και µε τη χρήση ηλεκτροµαγνητικού οργάνου µέτρησης αποστάσεων. Και στην
περίπτωση αυτή, προσδιορίζεται το απόλυτο υψόµετρο τόσο του υψηλότερου σηµείου
στην περιοχή της ανασκαφής, όσο και των κορυφών των δικτύων. Η χρησιµοποίηση
απόλυτων υψοµέτρων γίνεται συνήθως για λόγους σύγκρισης του υψοµέτρου των
ευρηµάτων της ανασκαφής µε αυτά άλλων γειτονικών περιοχών. Πάντως σε µια
σοβαρή ανασκαφική εργασία, πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε υπολογισµός των
απολύτων υψοµέτρων χαρακτηριστικών τουλάχιστο σηµείων (ψηλότερο σηµείο,
κορυφές δικτύων κ.λπ.). Από εκεί και πέρα όλη η εργασία µπορεί να γίνεται µε τη
βοήθεια των σχετικών υψοµέτρων από το σηµείο «µηδέν».
Μετά την εγκατάσταση και µέτρηση του τριγωνοµετρικού, του πολυγωνοµετρικού
και του χωροσταθµικού δικτύου και πριν από την αρχή των εργσιών της ανασκαφής,
ακολουθεί η λεπτοµερής αποτύπωση της περιοχής. Η αποτύπωση αυτή γίνεται από τις
κορυφές του πολυγωνοµετρικού και του τριγωνοµετρικού δικτύου και γίνεται συνήθως
µε την ταχυµετρική µέθοδο (µέθοδος των πολικών συντεταγµένων). Στη φάση αυτή η
αποτύπωση είναι µια από τις συνηθισµένες εργασίες αποτύπωσης µιας περιοχής της
επιφάνειας του εδάφους. Μετά τις µετρήσεις και την επεξεργασία τους, ακολουθεί η
σύνταξη των τοπογραφικών διαγραµµάτων, όπου σηµειώνονται όλες οι λεπτοµέρειες
και σχεδιάζονται οι υψοµετρικές καµπύλες που αναπαριστούν τη φυσική επιφάνεια του
εδάφους.
Οι µετρήσεις που γίνονται κατά τη διάρκεια της ανασκαφής έχουν σαν σκοπό να
βοηθήσουν:
Τα στοιχεία αυτά έχουν πολύ µεγάλη σηµασία για τις εκτιµήσεις των
αρχαιολόγων σχετικά µε τα ευρήµατα.
- 122 -
µετρήσεις (στην Τοπογραφία: Χάραξη κανάβου στο έδαφος). Η µέθοδος αυτή έχει το
πλεονέκτηµα ότι ο αρχαιολόγος µπορεί να µελετήσει τα τοπογραφικά διαγράµµατα και
να ορίσει εκεί πάνω τόσο τη θέση του σκάµµατος, (συνήθως τετράγωνου ή
ορθογώνιου), όσο και τη θέση του κανάβου. Τα σηµεία που ορίζουν τις κορυφές του
κανάβου µπορούν να προσδιοριστούν µε υπολογισµό των συντεταγµένων τους και να
υλοποιηθούν στο έδαφος µε τη βοήθεια κατάλληλων µετρήσεων γωνιών και µηκών από
τις κορυφές του πολυγωνοµετρικού δικτύου. Κάθε τετράγωνο του κανάβου ονοµάζεται
µε ένα γράµµα ή µε ένα αριθµό ή µε συνδυασµό των δύο (σχ. 8.1).
Κατά την έναρξη των ανασκαφικών εργασιών, το ανασκαφικό συνεργείο έχει στη
διάθεσή του υλοποιηµένα τα σηµεία που ορίζουν τον κάναβο και, συνήθως, και τα
σηµεία που ορίζουν το σκάµµα. Ο κάναβος στις περιπτώσεις ανασκαφών αποτελείται
συνήθως από τετράγωνα διαστάσεων 1m X 1 m, 5 m X 5 m ή 10 m X 10 m. Το
σηµαντικό πλεονέκτηµα της χρησιµοποίησης γεωδαιτικών µεθόδων για τον υπολογισµό
και την εγκατάσταση των κορυφών του κανάβου βρίσκεται στο γεγονός ότι για κάθε
κορυφή διαθέτουµε ένα ζεύγος συντεταγµένων (και υψόµετρο). Έτσι ο επανα-
προσδιορισµός της θέσης της είναι µια από τις απλούστερες γεωδαιτικές εργασίες.
Τα βασικά σηµεία του κανάβου πρέπει να βρίσκονται έξω από το σκάµµα και
σηµαίνονται µε ορόσηµα ή µεταλλικές ράβδους, ακριβώς όπως οι κορυφές του
πολυγωνοµετρικού δικτύου. Τα άλλα σηµεία σηµαίνονται µε µεταλλικές ράβδους ή
ξύλινα πασσαλάκια και πρέπει να χρωµατίζονται µε άσπρο, κόκκινο ή κίτρινο χρώµα
για να είναι ευδιάκριτα από όλους. Κατόπιν υλοποιούνται τα τετράγωνα του κανάβου µε
τη βοήθεια νήµατος που δένεται στα βασικά σηµεία και διέρχεται από όλα τα άλλα. Το
νήµα αυτό πρέπει να είναι αρκετά τεντωµένο, ώστε να µη σχηµατίζει µεγάλα βέλη
κάµψης.
- 123 -
Στην περίπτωση της αποτύπωσης ανασκαφής µε τη βοήθεια κανάβου ορίζεται αρχικά
το σηµείο αρχής των µετρήσεων που είναι ένα από τα βασικά (εξωτερικά) σηµεία του
κανάβου (σηµείο (0,0).
Μετά ορίζεται η φορά µέτρησης κατά τους δύο άξονες Ox και Oy. Η θέση ενός
τυχαίου σηµείου P δίνεται από δύο αριθµούς που αποτελούν ένα ζεύγος ορθογώνιων
συντεταγµένων (x, y) ως προς το σύστηµα αναφοράς του κανάβου.
Η θέση του σηµείου P στο διάγραµµα θα προκύψει από την τοµή δύο (τριών)
περιφερειών, µε κέντρα τα σταθερά σηµεία και ακτίνες τις οριζόντιες αποστάσεις που
µετρήθηκαν από κάθε σηµείο αντίστοιχα. Για µεγαλύτερη ακρίβεια µπορούν να
χρησιµοποιηθούν περισσότερα από δύο σταθερά σηµεία (συνήθως τρία) και να
µετρηθούν περισσότερες οριζόντιες αποστάσεις του σηµείου P από τα σταθερά αυτά
σηµεία.
Τόσο η µέθοδος αποτύπωσης ανασκαφής µε τη βοήθεια κανάβου, όσο και η
µέθοδος αποτύπωσης ανασκαφής µε µετρήσεις αποστάσεων έχουν ένα βασικό
πρόβληµα. Το πρόβληµα αυτό έγκειται στο γεγονός ότι ικανοποιητική ακρίβεια µπορεί
να επιτευχθεί µόνο εφόσον τα σταθερά σηµεία (σηµεία του κανάβου ή όχι) και τα
αποτυπούµενα σηµεία βρίσκονται περίπου στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο (έχουν µικρές
υψοµετρικές διαφορές). Όσο η υψοµετρική τους διαφορά µεγαλώνει, τόσο αυξάνονται
οι πιθανότητες σφαλµάτων κυρίως εξαιτίας της κακής οριζοντιότητας της µετροταινίας.
Σχ. 8.3. Σήµανση και επισήµανση σηµείων λεπτοµερειών για αποτύπωση ανασκαφής
Μια από τις βασικές εργασίες που γίνονται κατά την πρόοδο µιας ανασκαφής
είναι η συστηµατική φωτογράφιση των ευρηµάτων. Η φωτογράφιση αυτή έχει σαν
σκοπό, από τη µια µεριά την τεκµηρίωση και καταγραφή µιας κατάστασης που
αποκαλύφθηκε κατά την ανασκαφή και από την άλλη, την ουσιαστική βοήθεια για τη
σχεδιαστική απόδοση αυτής της κατάστασης µε σχετική ακρίβεια. Η φωτογράφιση
πρέπει να γίνεται από ένα σχετικό ύψος και ο άξονας της φωτογραφικής µηχανής
πρέπει να είναι κατακόρυφος. Τις περισσότερες φορές δεν αρκεί µια φωτογραφία για να
συµπεριλάβει όλη την περιοχή που παρουσιάζει ενδιαφέρον. Στην περίπτωση αυτή
πρέπει να λαµβάνονται φωτογραφίες διαδοχικών τµηµάτων της περιοχής µέχρι να
φωτογραφηθεί το σύνολό της. Επειδή δε όσο αποµακρύνεται κανείς από το κέντρο της
φωτογραφίας, τόσο µεγαλώνουν οι παραµορφώσεις, πρέπει να δίνεται προσοχή, ώστε
να υπάρχει αλληλοεπικάλυψη στις διαδοχικές φωτογραφίες (σχ. 8.5).
Στο σηµείο αυτό πρέπει να γίνει διάκριση της φωτογράφισης (όπως περιγράφεται
εδώ) και της φωτογραµµετρίας. Με φωτογραµµετρικές µεθόδους είναι δυνατή η
αναγωγή των φωτογραφιών, ώστε να λείψουν οι ανεπιθύµητες παραµορφώσεις και η
απευθείας σχεδίαση του φωτογραφιζόµενου αντικειµένου. Η φωτογράφιση είναι µια
απλή εργασία που χρησιµοποιεί συνηθισµένη φωτογραφική µηχανή και δεν έχει
ιδιαίτερες δυνατότητες επεξεργασίας των φωτογραφιών. Η χρησιµοποίηση ειδικού
κανόνα (µήκους 0.30 - 1.0 m) (σχ. 8.5), που τοποθετείται πάνω στο φωτογραφιζόµενο
αντικείµενο, βοηθά στον έλεγχο της κλίµακας της φωτογραφίας και στη µέτρηση
διαφόρων µηκών πάνω σ' αυτή.
- 126 -
Σχ. 8.5. Φωτογράφιση ανασκαφής
Μετά τη λήψη και την επεξεργασία των φωτογραφιών και µε τη βοήθεια των
τοπογραφικών µετρήσεων, σχεδιάζονται οι όψεις και οι κατόψεις των ευρηµάτων µε
κάθε λεπτοµέρεια. Τα σχέδια αυτά απεικονίζουν την υφιστάµενη κατάσταση. Έτσι,
πρέπει αυτά να συµπληρωθούν από τον υπεύθυνο αρχαιολόγο, για να αποκτήσουν
αρχαιολογικό νόηµα. Τέτοιες συµπληρώσεις είναι οι φάσεις στην κατασκευή κάθε
ευρήµατος, πληροφορίες παλαιότερων ανασκαφών, υποθέσεις µε βάση τη µελέτη των
ευρηµάτων κ.λπ. Η τελική µορφή του σχεδίου πρέπει να αποτελεί ένα πλήρες
διάγραµµα που τεκµηριώνει τα ευρήµατα και αποτελεί τη βάση µελλοντικών µελετών
(σχ. 8.6).
Μια άλλη βασική εργασία που πρέπει να γίνεται κατά τις αρχαιολογικές
αποτυπώσεις είναι η µέτρηση και σχεδίαση τοµών του εδάφους, στις οποίες φαίνονται
διάφορες πληροφορίες σχετικές µε το αντικείµενο της ανασκαφής.
Η επιλογή της θέσης µιας τοµής αυτής της µορφής, που δεν έχει καµµιά σχέση
µε τις αρχαιολογικές τοµές που γίνονται κατά τις ανασκαφές, γίνεται µετά από επιτόπια
µελέτη των ευρηµάτων και της µορφολογίας του εδάφους. Συνήθως µετρούνται και
σχεδιάζονται δύο κύριες τοµές κάθετες µεταξύ τους, κατά µήκος των κύριων
διαστάσεων του αρχαιολογικού χώρου. Σε ένα ύψωµα (Τούµπα) που ανασκάπτεται, η
σχεδίαση της τοµής απεικονίζει την αρχική µορφή της φυσικής επιφάνειας του εδάφους
(αν έχει προηγηθεί µέτρηση της έναρξης της ανασκαφής) καθώς και τη θέση των
διαφόρων ερειπίων σε συσχετισµό µεταξύ τους.
- 127 -
Σχ. 8.5. Τελικό σχέδιο ανασκαφής
1. Κλίµακες 1: 50.000, 1: 20.000, 1: 10.000 για χάρτες που χρησιµεύουν για την
αναγνώριση της ευρύτερης περιοχής.
- 128 -
2. Κλίµακες 1: 5.000 µέχρι 1: 1.000 για τη σχεδίαση διαγράµµατος της ευρύτερης
περιοχής ανάλογα µε την έκταση του αρχαιολογικού χώρου.
3. Κλίµακες 1: 500 και 1: 200 για τη σχεδίαση του τοπογραφικού διαγράµµατος του
αρχαιολογικού χώρου.
- 129 -
9. Χάραξη οικοδοµικών έργων
Κάθε µελέτη για την κατασκευή ενός οικοδοµικού έργου αρχίζει µε µετρήσεις
που έχουν σαν σκοπό την αποτύπωση της περιοχής του έργου και στη συνέχεια τη
σύνταξη των σχεδίων της κατασκευής. Όταν συνταχθούν τα σχέδια, η µελέτη πρέπει να
υλοποιηθεί στο χώρο της κατασκευής. Η µεταφορά µιας µελέτης ενός οικοδοµικού
έργου από το σχέδιο πάνω στο έδαφος λέγεται χάραξη του οικοδοµικού έργου. Με
την ολοκλήρωση του έργου, κατασκευάζεται ένα τελικό σχέδιο στο οποίο φαίνονται η
τελική θέση, αλλά και οι οποιεσδήποτε µεταβολές συνέβησαν σε σχέση µε τα αρχικά
σχέδια της µελέτης (σχέδιο as built).
- 130 -
υποδείξεις ενός τοπογράφου µηχανικού για την περιοχή του έργου θα πρέπει συχνά
να χρησιµοποιηθούν, για να οριστούν υπεύθυνα οι οριακές γραµµές καθώς και για να
γίνει πολλές φορές η σύνδεση της νέας κατασκευής µε υπάρχοντα κτίρια της γύρω
περιοχής.
Το µέγεθος ενός οικοδοµικού έργου µπορεί να παρουσιάζει µεγάλη ποικιλία,
αλλά οι βασικές αρχές κατασκευής του παραµένουν οι ίδιες. Τα κτίρια στη διάρκεια της
κατασκευής τους πρέπει να ελέγχονται σε ό,τι αφορά τη θέση τους, το µέγεθος και το
σχήµα τους, τη θέση τους από υψοµετρική άποψη και την κατακορυφότητά τους. Η
θέση, το µέγεθος και το σχήµα ορίζονται εξαρχής και σηµαδεύονται µε γωνιακούς
πασσάλους κατασκευής που αντιπροσωπεύουν τις εξωτερικές όψεις της κατασκευής
και που πρέπει να αντικατασταθούν αµέσως µε πασσάλους αναφοράς που θα
βρίσκονται έξω από την περιοχή των εργασιών σε σταθερή απόσταση (σχ. 9.2). Οι
πάσσαλοι κατασκευής ορίζονται ως προς τις γραµµές αναφοράς µε τις οποίες γίνεται η
χάραξη κάθε οικοδοµικού έργου και εξασφαλίζονται από τους πασσάλους αναφοράς.
Σχ. 9.2. Γωνιακοί πάσσαλοι και πάσσαλοι αναφοράς για τη χάραξη κτιρίου
- 131 -
Σχ. 9.3. Χρήση ξύλινων γωνιακών πλαισίων για την εξασφάλιση των πασσάλων κατασκευής
- 132 -
9.1.2. Ο έλεγχος των υψοµέτρων
- 133 -
10. Στοιχεία Χαρτογραφίας
- 134 -
10.1. H κλίµακα του χάρτη
Η κλίµακα του χάρτη έχει άµεση σχέση µε τη λεπτοµέρεια και την ακρίβεια
απεικόνισης των διαφόρων γραφικών στοιχείων που είναι σχεδιασµένα σε αυτόν. Ως
κλίµακα ενός χάρτη ορίζεται η σταθερή σχέση που υπάρχει µεταξύ των γραµµών του
σχεδίου και των οµολόγων µε αυτές γραµµών του εδάφους, δηλαδή ο λόγος οµοιότητας
ανάµεσα στην εικόνα και το εικονιζόµενο. Η κλίµακα παριστάνεται µε ένα κλάσµα που
έχει αριθµητή τη µονάδα (1) και παρονοµαστή έναν αριθµό, συνήθως πολλαπλάσιο ή
δύναµη του 10 (για χώρες που έχουν ως µονάδα µήκους το µέτρο (m)), π.χ. 1:5000.
Είναι αυτονόητο ότι η κλίµακα, ως κλάσµα, γίνεται τόσο µικρότερη όσο αυξάνεται ο
παρονοµαστής και τόσο µεγαλύτερη, όσο αυτός µειώνεται.
Αυτό που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα κατά τη χρησιµοποίηση ενός χάρτινου
χάρτη ψηφιοποιώντας τον για χρήση µέσω Η/Υ είναι το γεγονός ότι η κλίµακα του
αρχικού χάρτη καθορίζει κατά απόλυτο τρόπο την ακρίβεια κάθε παραγώγου
χαρτογραφικού προϊόντος. Τα διάφορα προγράµµατα Η/Υ δίνουν στο χρήστη
δυνατότητες παραγωγής χαρτών κάθε κλίµακας από το ψηφιακό χαρτογραφικό
υπόβαθρο (σχ. 10.1).
- 135 -
σε µεγαλύτερο µέγεθος, αλλά µε λεπτοµέρεια και ακρίβεια που δεν παύει να είναι εκείνη
της κλίµακας 1:20.000.
Σχήµα 10.2. Σµίκρυνση χάρτη, όπου παρατηρείται ανάγκη γενίκευσης των γραµµών
Σχήµα 10.3. Μεγέθυνση χάρτη, όπου παρατηρείται ανάγκη σχεδίασης γραµµών µε µεγαλύτερη
λεπτοµέρεια
- 136 -
10.2. Η σχεδίαση του χάρτη
Οι χάρτες και οι ψηφιακές αντίστοιχες απεικονίσεις αποτελούν συµβολικές
αναπαραστάσεις ή γενικεύσεις του πραγµατικού κόσµου. Επειδή, όπως είναι φυσικό,
δεν είναι δυνατό να περιγράψουν όλες τις λεπτοµέρειες του φυσικού κόσµου, χρειάζεται
να προχωρήσουν σε µια απλούστευση της πραγµατικότητας, ο βαθµός της οποίας
εξαρτάται από το είδος του χάρτη, το σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε κ.λπ. Από τους
ίδιους παράγοντες εξαρτάται και η επιλογή του τρόπου συµβολισµού των διαφόρων
λεπτοµερειών και των σχέσεων ανάµεσα στα χωρικά δεδοµένα ή και ανάµεσα στα
χωρικά και περιγραφικά δεδοµένα. Για την παρουσίαση των διαφόρων αποτελεσµάτων
των χωρικών αναλύσεων, χρησιµοποιούνται διάφορες τεχνικές που αφορούν το
σχεδιαστικό τµήµα του χάρτη και αναφέρονται στο χρώµα, το σχήµα και τη δοµή
συµβολισµών.
Οι χάρτες, σε χάρτινη ή/και ηλεκτρονική µορφή αποτελούν µία από τις κυριότερες
µορφές εξόδου αποτελεσµάτων των Γεωγραφικών Συστηµάτων Πληροφοριών τα οποία
αποτελούν στο σηµαντικό τεχνολογικό πλαίσιο της εποχής σε ότι αφορά την
Χαρτογραφία. Τα περισσότερα προγράµµατα ΓΣΠ διαθέτουν δυνατότητες σύνταξης και
σύνθεσης χαρτών υψηλού αισθητικού αποτελέσµατος (σχ. 10.4) που συνδυάζονται µε
τις άλλες δυνατότητες αποθήκευσης, επεξεργασίας δεδοµένων και εκτέλεσης χωρικών
αναλύσεων.
Σχ. 10.4. Σύνθετος χάρτης που δείχνει τους παράγοντες στους οποίους οφείλεται η φτώχεια στην
αφρικανική ήπειρο, η παραγωγή του οποίου έγινε µε πρόγραµµα ΓΣΠ
Ένας καλός επικοινωνιακός χάρτης πρέπει να µεταφέρει προς τους χρήστες του
τις απαραίτητες πληροφορίες, για να τους ενηµερώσει, να τους διδάξει ή ακόµη και να
τους πείσει. Συνεπώς, ένας καλός χάρτης δεν είναι απαραίτητα εκείνος που εµφανίζεται
να έχει µόνο υψηλή ποιότητα σύνθεσης και εκτύπωσης, αλλά εκείνος που καλύπτει µε
τον καλύτερο τρόπο τους σκοπούς για τους οποίους συντάχθηκε. Έτσι, για τη σύνταξη
- 137 -
ενός χαρτογραφικού προϊόντος παραδοσιακής ή ηλεκτρονικής µορφής θα πρέπει να
συνεκτιµώνται οι ακόλουθοι παράγοντες:
• Ο σκοπός για τον οποίο γίνεται η σύνταξη του χάρτη.
• Οι πιθανοί χρήστες του χάρτη.
• Οι εφαρµογές στις οποίες θα χρησιµοποιηθεί ο συγκεκριµένος χάρτης.
• Τα δεδοµένα που υπάρχουν ή πρέπει να συγκεντρωθούν, για να καταστεί δυνατή η
δηµιουργία του χάρτη.
• Οι τεχνικές δυνατότητες που είναι διαθέσιµες για τη σύνθεση και εκτύπωση του
χάρτη.
- 138 -
• Ο τίτλος του χάρτη, ο οποίος θα πρέπει να συντάσσεται µε τρόπο, ώστε να
περιγράφει ακριβώς το περιέχοµενο του χάρτη. Συνήθως, εάν ο χάρτης
απευθύνεται σε ειδικευµένους χρήστες, ο τίτλος του χάρτη είναι σύντοµος. Σε
άλλες περιπτώσεις ο τίτλος περιέχει περισσότερες πληροφορίες, για να βοηθήσει
την ανάγνωση και χρήση του χάρτη από λιγότερο έµπειρους χρήστες.
• Το χαρτογραφικό προβολικό σύστηµα στο οποίο σχεδιάσθηκε ο χάρτης.
• Το όνοµα του χαρτογράφου ή της εταιρείας η οποία συνέταξε το χάρτη.
• Η χρονολογία παραγωγής του χάρτη, η οποία, όπως και η χρονολογία των
δεδοµένων, έχει µεγάλη σηµασία, όταν ο χάρτης απεικονίζει δεδοµένα που
εξαρτώνται από τον χρόνο.
Κατά τη σύνθεση του χάρτη, ιδιαίτερη σηµασία έχει η κατανοµή των γραφικών
στοιχείων και των κειµένων στο φύλλο. Καταρχήν, πρέπει να γίνεται εκτίµηση της
σπουδαιότητας των στοιχείων και η τοποθέτησή τους να ακολουθεί κάποια
συγκεκριµένη λογική σειρά. Συνήθως οι πιο σηµαντικές πληροφορίες αναγράφονται στο
επάνω αριστερό τµήµα του χάρτη και η αναγραφή των υπολοίπων γίνεται προς το κάτω
δεξιό τµήµα µε σειρά φθίνουσας σπουδαιότητας. Στη συνέχεια η τοποθέτηση των
στοιχείων ακολουθεί αισθητικούς κανόνες έτσι, ώστε η επιφάνεια του χάρτη να
καλύπτεται οµοιόµορφα και ισορροπηµένα, χωρίς να υπάρχουν περιοχές του που
περιέχουν πολλά στοιχεία και άλλες που παραµένουν κενές. Η χρησιµοποίηση των
απαραίτητων µόνο πληροφοριών και η λιτή, αλλά πλήρης και αισθητικά ορθή,
παράθεσή τους θα βοηθήσει στη δηµιουργία ενός χάρτη πολύ περισσότερο
αποτελεσµατικού από έναν άλλο που είναι γεµάτος µε πολλές λεπτοµέρειες που, τελικά,
δηµιουργούν σύγχυση στο χρήστη.
- 139 -
πραγµατικού κόσµου (π.χ. άλλο είδος γραµµής θα παραστήσει ένα δρόµο και
άλλο είδος γραµµής θα παραστήσει ένα ποτάµι) (σχ. 10.6).
Σχ. 10.6. Συµβολισµοί σηµείων που απεικονίζουν διαφορετικές οντότητες του πραγµατικού κόσµου
- 140 -
Σχ. 10.7. Συµβολισµοί για την παράσταση γραφικών στοιχείων που διαφέρουν ως προς κάποια ποιοτικά
χαρακτηριστικά. Η διάκριση γίνεται είτε µε διαφορετικό χρώµα είτε µε διαφορετική εσωτερική διαγράµµιση
Σχ. 10.8. Συµβολισµοί για την παράσταση δεδοµένων που διαφέρουν ως προς κάποια µετρήσιµα
ποσοτικά χαρακτηριστικά (κύκλος για την απεικόνιση πόλεων, όπου µεγαλύτερη ακτίνα αντιστοιχεί σε
µεγαλύτερο πληθυσµό, τετράγωνα για την παράσταση του ύψους βροχής σε διάφορα σηµεία ενός τόπου,
επιφάνειες µε υψόµετρο η αύξηση του οποίου οπτικοποιείται µε τη βοήθεια χρωµάτων)
- 141 -
Σχ. 10.9. Χρησιµοποίηση πολυτονίας για την παρουσίαση του δηλωθέντος εισοδήµατος των πολιτών σε
µια πόλη (ανά οικόπεδο). Στην πρώτη εικόνα το δηλούµενο εισόδηµα χωρίσθηκε σε τρεις ζώνες και στη
δεύτερη σε εννέα. Οι διαβαθµίσεις σε κάθε περίπτωση φαίνονται από τον διαφορετικό τόνο χρώµατος
που χρωµατίζει κάθε ιδιοκτησία
Σχ. 10.10. Μερικοί γενικοί κανόνες αναγραφής ονοµάτων και αριθµών σε σχέση µε διάφορα γραφικά
στοιχεία ενός χάρτη
- 142 -
∆ιάφορες νεότερες γλώσσες προγραµµατισµού δίνουν τη δυνατότητα σύνταξης
προγραµµάτων προσοµοίωσης του πραγµατικού χώρου σε τρεις διαστάσεις. Στα
µοντέλα αυτά ο χρήστης µπορεί να κινηθεί εικονικά και να µελετήσει διάφορα θέµατα ή
προβλήµατα που σχετίζονται µε τον τρισδιάστατο χώρο, να διερευνήσει και να
κατανοήσει σχέσεις και συσχετίσεις µεταξύ διαφορετικών χαρακτηριστικών ή
χαρακτηριστικών µε το χρόνο. Επίσης υπάρχουν δυνατότητες επαναδηµιουργίας
παλαιότερων καταστάσεων και προσοµοίωσης πολύπλοκων ή δυναµικών σχέσεων
µεταξύ των χωρικών και των περιγραφικών δεδοµένων που βρίσκονται αποθηκευµένα
στα ΓΣΠ. Αυτές οι εξελίξεις της ανάπτυξης των ΓΣΠ και της συναφούς τεχνολογίας
δίνουν πλέον πρωτότυπες δυνατότητες και διαστάσεις στην οπτική απεικόνιση των
δεδοµένων και την παραγωγή χάρτινων ή ψηφιακών χαρτογραφικών προϊόντων.
- 143 -
11. Θεµατική Χαρτογραφία
- 144 -
των χαρτών, τις δυνατότητες απεικονίσεων και ταυτόχρονα τις χαρτογραφικές
αρµοδιότητες.
Με βάση λοιπόν το εύρος του αντικείµενου και της στόχευσης της θεµατικής
χαρτογραφίας σε ότι αφορά την µετάδοση της πληροφορίας είναι µάλλον αδύνατο να
θεσπιστούν γενικοί κανόνες που να δίνουν λύση σε όλα τα προβλήµατα που συναντά ο
χαρτογράφος στη σύνταξη ενός θεµατικού χάρτη. Ταυτόχρονα όµως υπάρχουν και
ορισµένες τυπικές διαδικασίες που ακολουθούνται στις διάφορες φάσεις κατασκευής
ενός θεµατικού χάρτη, έστω και αν αλλάζει ο τρόπος εφαρµογής του, ανάλογα µε τα
δεδοµένα και τις απαιτήσεις κάθε περίπτωσης. Αυτές οι διαδικασίες θα αναπτυχθούν
στις επόµενες ενότητες, µε προσπάθεια να περιληφθούν σ’ αυτές οι απαραίτητες
γνώσεις που καλύπτουν τουλάχιστον τους βασικούς τοµείς εφαρµογών των θεµατικών
χαρτών.
Έτσι λοιπόν βασικές αρχές θεµατικής χαρτογραφίας, θεωρούνται τα κοινά εκείνα
χαρακτηριστικά που έχουν όλοι οι θεµατικοί χάρτες και αποτελούν τα πλαίσια που
µπορεί να αναπτυχθεί κάθε θέµα. Όπως αναφέρθηκε, ένας θεµατικός χάρτης πρέπει να
παρουσιάζει ένα φαινόµενο σε σχέση µε το γεωγραφικό χώρο που εµφανίζεται, όσο το
δυνατό πιο κατανοητά.
Η απεικόνιση του γεωγραφικού χώρου, το τοπογραφικό υπόβαθρο δηλαδή,
αποτελεί το πρώτο βήµα στη σύνταξη του κάθε χάρτη. Στην θεµατική χαρτογραφία
συνήθως ισχύει σαν αρχή η µη αυστηρή τήρηση της γεωµετρίας στους νόµους της
απεικόνισης. Ενώ δηλαδή στους τοπογραφικούς χάρτες επιβάλλεται η ύπαρξη ενός
νόµου στην προβολή και κατά συνέπεια µεγάλη ακρίβεια στην απόδοση της γεωµετρίας
των πληροφοριών, στους θεµατικούς χάρτες το υπόβαθρο παίζει κυρίως το ρόλο του
πλαισίου αναφοράς των δεδοµένων και έτσι ο τρόπος και η ακρίβεια απόδοσης
εξαρτώνται από το αντικείµενο απεικόνισης και την παρουσίασή του. Η γενίκευση και
αφαίρεση του τοπογραφικού υποβάθρου εφαρµόζεται µε διαφορετικά κριτήρια απ’ ότι
στους τοπογραφικούς χάρτες. Ανεξάρτητα του αν η κλίµακα του χάρτη δίνει δυνατότητες
απεικόνισης των λεπτοµερειών της µορφολογίας του εδάφους, σε περιπτώσεις που οι
λεπτοµέρειες αυτές δεν θεωρούνται απαραίτητες για τη χρήση του χάρτη, αφαιρούνται ή
γενικεύονται, µε σκοπό την απλούστερη και εποµένως την πιο εύκολη κατανόηση.
Ο τρόπος παρουσίασης του θέµατος µε τον πιο κατανοητό τρόπο, αποτελεί έναν
ακόµα βασικό στόχο της θεµατικής χαρτογραφίας. Η χαρτογραφική γλώσσα που θα
δώσει την πληροφορία θα πρέπει πάντα να γίνεται εύκολα αντιληπτή και να δίνει τη
σωστή εντύπωση αυτού που συµβολίζει.
Η χαρτογραφική απεικόνιση των πληροφοριών του γεωγραφικού χώρου δεν
περιορίζεται στην αναπαράσταση µόνο συγκεκριµένων ή στατικών φαινοµένων. Η
γραφική καταγραφή εµπλουτίζεται και µε αφηρηµένες πληροφορίες, όπως είναι διάφορα
στατιστικά µεγέθη (πυκνότητες, συχνότητες, συσχετίσεις, κλπ), καθώς επίσης και
φαινόµενα τα οποία εξελίσσονται δυναµικά ως προς τον χώρο και τον χρόνο.
Το πλήθος των χαρακτηριστικών που απεικονίζονται στους τοπογραφικούς
χάρτες και κατά συνέπεια ο αριθµός των συµβόλων που τα αποδίδουν, είναι σχετικά
περιορισµένος. Αντίθετα, στους θεµατικούς χάρτες, όπου απεικονίζεται ένας
απεριόριστος αριθµός θεµάτων και χαρακτηριστικών του γεωγραφικού χώρου,
εξαντλείται η χρήση των γραφικών στοιχείων και των συνδυασµών τους. Το θεµελιώδες
- 145 -
πρόβληµα της χαρτογραφίας, η µεταφορά δηλαδή µηνυµάτων του γεωγραφικού χώρου
µε την βοήθεια του χάρτη – µετάδοση της πληροφορίας, γίνεται µε την επιτυχηµένη
χρήση της χαρτογραφικής γλώσσας. ∆ηλαδή, την επιλογή και τον σχεδιασµό των πιο
κατάλληλων χαρτογραφικών συµβόλων και γραφικών συστηµάτων για κάθε δεδοµένη
πληροφορία του γεωγραφικού χώρου, που πρόκειται να απεικονιστεί.
Για την ταξινόµηση αυτή αρκεί µια καταγραφή όλων των επιστηµών και γενικά
των δραστηριοτήτων που χρησιµοποιούν θεµατικούς χάρτες. Ο πιο κάτω πίνακας 11.1,
δίνει µια αναλυτική εικόνα αυτής της κατηγοροποίησης.
Η ταξινόµηση µε βάση τον τοµέα εφαρµογής του χάρτη µπορεί να µην παίζει τον
κύριο ρόλο στο στάδιο συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών, πρέπει όµως να
λαµβάνεται σοβαρά υπόψη στη σύνταξη του χάρτη και κυρίως στην επιλογή των
χαρτογραφικών στοιχείων απεικόνισης και του τρόπου παρουσίασης των πληροφοριών
- 146 -
11.2.2. Κατηγοριοποίηση µε βάση την σκοπιµότητα του χάρτη
- 147 -
οποίο απεικονίζονται οι κατοικηµένες ή µη κατοικηµένες περιοχές της χώρας, οι
αρδευόµενες ή µη εκτάσεις.
• Οι ποσοτικοί ή στατιστικοί χάρτες, όπου ο χάρτης απεικονίζει ποσοτικά δεδοµένα.
Για παράδειγµα µπορούµε να θεωρήσουµε ένα χάρτη στον οποίο απεικονίζεται το
ύψος της βροχόπτωσης σε διάφορες περιοχές της χώρας, ή η κατανοµή του
πληθυσµού στους νοµούς της χώρας.
• Οι δυναµικοί χάρτες, όπου ο χάρτης απεικονίζει δεδοµένα προερχόµενα από
συσχετισµούς φαινοµένων, ή/και τάσεις µεταβολής δυναµικών φαινοµένων. Για
παράδειγµα, σε χάρτες αυτής της κατηγορίας απεικονίζεται η µετακίνηση του
πληθυσµού ή το ποσοστό του ενεργού ως προς το σύνολο του πληθυσµού, ή το
ποσοστό της καλλιεργηµένης περιοχής, ανά κάτοικο.
Τα στοιχεία του θεµατικού χάρτη δεν αποτελούνται µόνο από τις θεµατικές
πληροφορίες, αλλά και τα ειδικά εκείνα χαρακτηριστικά αναφοράς, που βοηθούν τον
χρήστη να κατανοήσει τα δεδοµένα του θέµατος του χάρτη. Τα χαρακτηριστικά αυτά
αφορούν σηµαντικά στοιχεία ενός θεµατικού χάρτη, όπως είναι ο τίτλος, το υπόµνηµα
και η κλίµακα (βλ. πίνακα 11.2).
- 149 -
Πίνακας 11.2 Περιεχόµενα Θεµατικού Χάρτη
ΘΕΜΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
Γεωγραφικά Βασικά Στοιχεία περιθωρίου
στοιχεία στοιχεία
Υδρογραφία, Πλέγµα Αλφαριθµητικά Γραφικά
Τριγωνοµετρικά, γεωγραφικών
Στοιχεία έκδοσης, Σκαριφήµατα,
συντεταγµένων
Ανάγλυφο, Στατιστικά ∆ιαγράµµατα,
(κάνναβος),
Όρια, δεδοµένα, Ένθετα.
Στοιχεία θεµατικής
Τοπωνύµια, απεικόνισης, Σηµειώσεις
∆ίκτυα υποδοµής περιθωρίου.
Κλίµακα, τίτλος,
υπόµνηµα.
Σχ. 11.1. Θεµατικός χάρτης που δίνει στοιχεία για τη βιοµηχανική παραγωγή στην Ελλάδα
- 150 -
εντοπισµό όλων των στοιχείων, που απεικονίζονται στον χάρτη σε σχέση µε τον
γεωγραφικό χώρο. Υπάρχουν, όµως, και άλλα στοιχεία από τα οποία παρέχεται εξίσου
χρήσιµη πληροφορία στον χρήστη όσον αφορά τον γεωγραφικό χώρο. Τα στοιχεία αυτά
σχετίζονται, λειτουργικά, µε το θέµα του χάρτη και δεν συναντώνται, συνήθως, στους
χάρτες γενικής χρήσης. Παραδείγµατα των στοιχείων αυτών αποτελούν οι φυσικές ροές
των υδάτων, περιοχές ειδικής δικαιοδοσίας, ακατοίκητες ή κατοικηµένες περιοχές,
διοικητικά όρια, κλπ.
Στις περιπτώσεις θεµατικών χαρτών µικρής κλίµακας παγκόσµιους χάρτες όπου
απεικονίζονται εκτεταµένες περιοχές, πρέπει να επιλεγούν ή να σχεδιαστούν ειδικές
προβολές, µε γεωµετρικά χαρακτηριστικά κατάλληλα των απεικονιζόµενων θεµατικών
δεδοµένων. Λόγω των διαφοροποιήσεων στην κλίµακα και των παραµορφώσεων που
χαρακτηρίζουν κάθε προβολή, η τελική επιλογή της προβολής που θα χρησιµοποιηθεί
στον θεµατικό χάρτη εξαρτάται και από τις ιδιότητες της ισοδυναµίας ή συµµορφίας.
Στους περισσότερους θεµατικούς χάρτες επιλέγεται προβολή που να διατηρεί
αναλλοίωτα τα εµβαδά, δηλαδή, να είναι ισοδύναµη.
Η απεικόνιση του πλέγµατος (κάνναβος) των µεσηµβρινών και παραλλήλων,
καθώς και υποδιαιρέσεών τους εξαρτάται, ιδιαίτερα στους θεµατικούς χάρτες µικρής
κλίµακας, από τις αλλοιώσεις που προκαλούνται από την προβολή και την φύση των
γεωγραφικών σχέσεων µεταξύ του θέµατος και του υποβάθρου. Στους θεµατικούς
χάρτες µεγάλων κλιµάκων, όπου εµφανίζονται πολλά τριγωνοµετρικά σηµεία το πλέγµα
(κάνναβος) των µεσηµβρινών και παραλλήλων ή το πλαίσιο του χάρτη µπορεί να
παραληφθούν χωρίς να συνεπάγονται µειονεκτήµατα.
Το περιεχόµενο του θεµατικού χάρτη περιλαµβάνει όλα τα γραφικά στοιχεία που
απεικονίζονται σε συνδυασµό µε τις λεπτοµέρειες του υποβάθρου. ∆εν υπάρχει,
συνήθως, σαφής διαχωρισµός µεταξύ των συµβόλων που χρησιµοποιούνται σε ένα
τοπογραφικό ή θεµατικό χάρτη. Γενικά, το υπόβαθρο περιέχει εκείνα τα στοιχεία που
εξυπηρετούν τον προσανατολισµό του χρήστη στον χώρο και τα οποία είναι απαραίτητα
για την τοποθέτηση των θεµατικών δεδοµένων. Μια σχετικά µικρή επιλογή συµβόλων
είναι ικανή να απεικονίσει τα στοιχεία αυτά. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν, οι
σύγχρονοι τοπογραφικοί χάρτες, που παράγονται σε διάφορες χώρες, τείνουν να
αποκτήσουν µια σχεδόν οµοιόµορφη εµφάνιση.
Αντίθετα τα γραφικά σύµβολα και συστήµατα απεικόνισης που χρησιµοποιούνται
στην αναπαράσταση θεµατικών πληροφοριών είναι κατά πολύ περισσότερο διαφορο-
ποιηµένα, εξαιτίας της τεράστιας ποικιλίας των γεωγραφικών θεµάτων ή των θεµάτων
που ενδιαφέρουν τους χρήστες. Η επιλογή των συµβόλων και του συστήµατος
απεικόνισης εξαρτάται, κυρίως, από τη γεωµετρική µορφή των γεωγραφικών
φαινοµένων και τον βαθµό της ποσοτικοποίησης των δεδοµένων που χρησιµοποιούνται
για την αναπαράσταση τους. Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή των
συµβόλων είναι η χωρική ανάλυση των δεδοµένων, η κλίµακα του χάρτη, οι συσχετίσεις
µε άλλα σύνολα δεδοµένων και το ποσό της πληροφορίας που θα περιληφθεί στον
χάρτη. Οι δοµές των συστηµάτων απεικόνισης, που καθορίζονται ύστερα από
συνδυασµό των γραφικών συµβόλων, παρέχουν έναν θεµατικό χάρτη οπτικά
αποτελεσµατικό, µόνο αν έχουν βέλτιστα εναρµονίσει το θέµα, το είδος της χρήσης του
χάρτη (επίπεδο παρατήρησης) και το είδος των διαθέσιµων δεδοµένων.
- 151 -
Μεταξύ των σηµαντικών στοιχείων του θεµατικού χάρτη ή µιας σειράς θεµατικών
χαρτών συγκαταλέγεται και ο τίτλος του χάρτη. Ο τίτλος περιγράφει και τονίζει το θέµα
το χάρτη και τοποθετείται είτε εντός είτε εκτός του περιθωρίου. Ο τίτλος µαζί µε την
περιοχή που απεικονίζεται, τα χρονολογικά στοιχεία, την πηγή των δεδοµένων, τον
φορέα σύνταξης του υποβάθρου, το είδος και την κλίµακα του χάρτη, παρέχουν
συνοπτικά και περιεκτικά την πληροφορία που περιλαµβάνει ο θεµατικός χάρτης. Ο
τίτλος πρέπει να χαρακτηρίζει το θέµα του χάρτη µε περιεκτική και καταληπτή γλώσσα.
Τέλος, η διαµόρφωση του απαιτεί µεγάλη προσοχή δεδοµένου ότι αντιπροσωπεύει µια
σηµαντική πηγή πληροφορίας για τον εντοπισµό, τη χρήση και αποθήκευση των
χαρτών.
Το υπόµνηµα είναι απαραίτητο στοιχείο όλων των ειδών των χαρτών, δεδοµένου
ότι ερµηνεύει την σηµασία των απεικονιζόµενων συµβόλων. Στο υπόµνηµα
ταξινοµούνται και ορίζονται τα σύµβολα που απεικονίζονται στον χάρτη. Συνήθως, το
υπόµνηµα συνοδεύει τα διάφορα σύµβολα µε ένα σύντοµο επεξηγηµατικό κείµενο. Σε
σύνθετους θεµατικούς χάρτες ο χώρος που καταλαµβάνει το υπόµνηµα πολλές φορές
πρέπει να είναι αρκετά εκτεταµένος, για να είναι δυνατή η παράθεση των συµβόλων
των διαφόρων φαινοµένων που ποικίλουν ως προς τον αριθµό και το είδος. Η
διευθέτηση των διαφόρων τµηµάτων του υποµνήµατος προϋποθέτει τη γραφική και
εννοιολογική ταξινόµηση των στοιχείων που συνθέτουν το χάρτη. Ενώ η διαχείριση των
χαρτογραφικών συµβόλων γίνεται, κυρίως, ακολουθώντας τους γραφικούς κανόνες, η
διατύπωση των ερµηνευτικών κειµένων των συµβόλων στο υπόµνηµα γίνεται
ακολουθώντας τη δοµή µεταξύ των σχέσεων των συµβόλων. Τα τυπογραφικά στοιχεία
που χρησιµοποιούνται στην ισοκατανοµή του χώρου, καταλαµβάνουν τα διάφορα
τµήµατα του υποµνήµατος, είναι οι σηµαντικότεροι παράγοντες της οπτικής του
κατανόησης.
Τέλος, σηµαντικό χαρακτηριστικό κάθε θεµατικού χάρτη είναι η κλίµακα, καθώς
αποτελεί την κυριότερη ποσοτική ένδειξη της θεµατικής απεικόνισης. Αποδίδεται είτε µε
τη µορφή του λόγου σµίκρυνσης (π.χ. 1:100.000), ή µε τη µορφή της γραφικής
κλίµακας.
- 152 -
11.5. Υπόβαθρα Θεµατικών Χαρτών
Η παραγωγή κάθε θεµατικού χάρτη απαιτεί την επιλογή ενός υπάρχοντος
τοπογραφικού υποβάθρου ή την σύνθεση ενός νέου υποβάθρου. Σε κάθε περίπτωση το
γεωγραφικό υπόβαθρο πρέπει να είναι κατάλληλο για την απόδοση και τοποθέτηση των
δεδοµένων. Ο χάρτης υπόβαθρο εξυπηρετεί σαν οδηγός την ακριβή σύνθεση και
τοποθέτηση της θεµατικής πληροφορίας. Τα συµπεριλαµβανόµενα χαρακτηριστικά της
γεωγραφικής αναφοράς του υποβάθρου υποβοηθούν τις χωρικές διασυνδέσεις και
συσχετίσεις των δεδοµένων. Τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά υποβοηθούν, επίσης, τις
χωρικές συγκρίσεις και µε αυτή την έννοια, συνιστούν ένα σηµαντικό στοιχείο στους
περισσότερους θεµατικούς χάρτες.
Το είδος και η µορφή των δεδοµένων που απεικονίζονται στους θεµατικούς
χάρτες εξαρτώνται από την πληροφορία του χάρτη υπόβαθρου, αντλώντας από αυτόν
την απαιτούµενη ακρίβεια, λεπτοµέρεια και πληρότητα. Στις περισσότερες περιπτώσεις
χρησιµοποιούνται σαν υπόβαθρα είτε τοπογραφικοί χάρτες σε διάφορες κλίµακες,
χωρίς να απαιτούν τροποποιήσεις είτε γεωµετρικές αναπαραστάσεις και χαρτογραφικά
διαγράµµατα που χαρακτηρίζονται από έντονα απλοποιηµένη µορφή, ανάλογα µε το
θέµα του χάρτη. Ο στόχος ανάπτυξης ενός ευανάγνωστου και σαφούς τρόπου
µετάδοσης των γεωγραφικών πληροφοριών που ενσωµατώνονται στον χάρτη, οδηγεί
πολλές φορές σε αποκλίσεις ορισµένων γενικά αποδεκτών αρχών. Οι αποκλίσεις των
αρχών αυτών αφορούν, κυρίως, την υλοποίηση ενός οµοιόµορφου βαθµού γενίκευσης
όλων των στοιχείων του χάρτη υποβάθρου.
Στις χώρες µε αναπτυγµένη χαρτογραφική παραγωγή, αποδείχθηκε στην πράξη
η υιοθέτηση τριών ειδών χαρτών για χρήση υποβάθρου:
• Τοπογραφικοί χάρτες και ορθοφωτοχάρτες.
• Σύνθεση διακριτών στοιχείων υποβάθρου προερχοµένων από διάφορους
τοπογραφικούς χάρτες.
• Υπόβαθρα προερχόµενα από ειδικά απλοποιηµένους γεωγραφικούς χάρτες.
Η ενσωµατωµένη οριζοντιογραφική ακρίβεια και οι περιλαµβανόµενες
πληροφορίες σε µεγάλης κλίµακας τοπογραφικούς χάρτες που χρησιµοποιούνται σαν
υπόβαθρα, προσφέρουν µεγάλη διευκόλυνση στον σωστό συµβολισµό των
γεωγραφικών δεδοµένων. Η απεριόριστη χρήση τους εµποδίζεται µόνο από την γενική
µορφή των θεµατικών συµβόλων, που πολλές φορές εµφανίζονται αρκετά συµπιεσµένα
µεταξύ τους. Ως αποτέλεσµα, η σύνθεση υποβάθρου και των θεµατικών συµβόλων να
εξαντλεί τα περιθώρια της ευανάγνωστης αναγνώρισης της πληροφορίας του θεµατικού
χάρτη. Έτσι, το υπόβαθρο χωρίς τροποποιήσεις µπορεί να χρησιµοποιηθεί µόνο σε
περιπτώσεις που απεικονίζονται σηµειακά και γραµµικά σύµβολα µε περιορισµένη
πολυπλοκότητα (π.χ. σε οδικούς ή τουριστικούς χάρτες). Οι ίδιοι περιορισµοί ισχύουν
και για τους ορθοφωτοχάρτες, στους οποίους οι σύνθετες λεπτοµέρειες της εικόνας
τους, µπορούν να δηµιουργήσουν οπτικό «θόρυβο» σε σηµαντικό βαθµό, που να
επηρεάζει αρνητικά την αναγνώριση των θεµατικών συµβόλων.
Για τους λόγους που αναπτύχθηκαν, η χρησιµοποίηση τροποποιηµένων
στοιχείων από διάφορους συνδυασµούς τοπογραφικών χαρτών, αποτελούν τα
καταλληλότερα υπόβαθρα για τα θεµατικά φαινόµενα που πρόκειται να απεικονιστούν.
Ιδιαίτερα, τα υπόβαθρα µπορούν να περιλαµβάνουν γεωδαιτικές πληροφορίες,
- 153 -
διοικητικά όρια, υδρογραφικά στοιχεία, οικισµούς και δίκτυα επικοινωνιών. Σε ορισµένες
περιπτώσεις, επίσης, περιλαµβάνουν λεπτοµέρειες του αναγλύφου, τοπωνύµια και
πολιτιστικά όρια. Για παράδειγµα, τέτοιου είδους απλοποιηµένους τοπογραφικούς
χάρτες υποβάθρου, χρησιµοποιούνται στην σύνθεση ενός µεγάλης κλίµακας χάρτη
ανάλυσης.
Ορισµένοι θεµατικοί χάρτες, µικρής κλίµακας, απεικονίζουν γεωγραφικές µορφές
που είναι ανεξάρτητες κλίµακας και κατά το µεγαλύτερό τους τµήµα σχετίζονται µε
διοικητικά ή στατιστικά όρια (βλ. σχ. 11.2 και 11.3). Για την κατασκευή τους απαιτείται
περιορισµένη επιλογή των απεικονιζοµένων χαρακτηριστικών, τα οποία µπορούν να
είναι γενικευµένα σε µεγάλο βαθµό. Για τους διαγραµµατικούς χάρτες, που δηµιουργού-
νται χρησιµοποιώντας αυτοµατοποιηµένες τεχνικές, απαιτείται δραστική απλοποίηση
των διοικητικών ορίων. Σύµφωνα µε αυτά που αναλύθηκαν, λοιπόν, είναι επιθυµητή η
παραγωγή κλιµακούµενων σειρών ειδικά απλοποιηµένων χαρτών υποβάθρων που να
καλύπτουν τις υπό µελέτη περιοχές. Τα υπόβαθρα αυτά µπορούν να είναι κατάλληλα να
χρησιµοποιηθούν σε ένα ευρύ πεδίο θεµατικών εφαρµογών, προετοιµάζοντας
πρωτότυπα σχέδια για κάθε χαρακτηριστικό, του θέµατος απεικόνισης.
- 154 -
Σχ. 11.3. Χάρτης (στατιστικός) χρήσεων γης στην Ελλάδα
- 155 -
11.6.1. Ειδικά χαρακτηριστικά του σχεδιασµού
- 156 -
εποµένως ένα βασικό ερώτηµα κατά το σχεδιασµό του θεµατικού χάρτη που αφορά τη
δυνατότητα χρησιµοποίησης τυποποιηµένων µεθόδων για τη διευθέτηση των
δεδοµένων και τη γραφική τους έκφραση. Μια προσπάθεια συνολικής τυποποίησης των
περιεχοµένων και των συµβόλων, πιθανά να αποτύγχανε λόγω της υπερβολικά
µεγάλης ποικιλίας των διεθνών προβληµάτων και των γεωγραφικών χαρακτηριστικών.
Παρόλα αυτά είναι αναγκαία µια τυποποίηση των σειρών των θεµατικών χαρτών ή σε
εθνικό επίπεδο ορισµένων ατλάντων και ορισµένων θεµατικών απεικονίσεων. Οι
διεθνείς προσπάθειες στην κατεύθυνση της τυποποίησης, µετά από την παρέλευση
σηµαντικού χρονικού διαστήµατος, οδηγήθηκαν σε συµφωνία όσον αφορά τη χρήση
συµβόλων µόνο για ορισµένες οµάδες και είδη θεµατικών χαρτών (π.χ. γεωλογικοί και
µετεωρολογικοί χάρτες και αεροναυτικά διαγράµµατα). Τέλος, η διεθνής συµφωνία όσον
αφορά την αναγραφή των τοπωνυµίων αποτελεί µια ουσιαστική συνεργασία µε
κατεύθυνση την τυποποίηση.
Οι θεµατικοί χάρτες και οι άτλαντες, ιδιαίτερα αυτοί που βασίζονται σε στατιστικά
δεδοµένα ή που απεικονίζουν φαινόµενα µε ραγδαία εξέλιξη ως προς το χρόνο και το
χώρο, χρειάζεται απαραίτητα να αναγράφουν τη χρονολογία συλλογής των δεδοµένων.
Ο σχεδιασµός τους, λοιπόν, πρέπει να λαµβάνει υπόψη την αναγκαιότητα για περιοδική
ενηµέρωση των δεδοµένων τους (π.χ. οικονοµικοί και δηµογραφικοί χάρτες και
αεροναυτικά διαγράµµατα). Εάν οι αναγκαίες αναθεωρήσεις γίνονται σε σύντοµα
χρονικά διαστήµατα η χρησιµοποιούµενη κλίµακα, οι µέθοδοι συµβολισµού και η
τεχνολογία ενηµέρωσης, πρέπει να προσαρµόζονται στις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες. Για
παράδειγµα, ορισµένες φορές ένας θεµατικός άτλαντας µπορεί να έχει εύκολα
µετακινούµενες σελίδες.
- 157 -
Βιβλιογραφία
Οι σηµειώσεις αυτές βασίζονται κατά κύριο λόγο στα παρακάτω συγγράµµατα,
τεύχη σηµειώσεων και επιστηµονικές εργασίες:
- 158 -