The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20260208182942/https://www.scribd.com/document/634565685/%CE%A3%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%91%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%87%CE%BF%CF%85-%CE%99%CE%99-%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%A4%CE%95%CE%99-%CE%A0%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%AC
0% found this document useful (0 votes)
246 views193 pages

Συστήματα Αυτομάτου Ελέγχου ΙΙ Δημήτριος Δημογιαννόπουλος ΤΕΙ Πειραιά

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ

Uploaded by

mpilias
Copyright
© Public Domain
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
0% found this document useful (0 votes)
246 views193 pages

Συστήματα Αυτομάτου Ελέγχου ΙΙ Δημήτριος Δημογιαννόπουλος ΤΕΙ Πειραιά

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ

Uploaded by

mpilias
Copyright
© Public Domain
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά


Τεχνολογικού Τομέα

Συστήματα Αυτομάτου Ελέγχου ΙΙ

Δημήτριος Δημογιαννόπουλος
Τμήμα Μηχανικών Αυτοματισμού Τ.Ε.

Ενότητα #1: Ποιοτικά Χαρακτηριστικά Συστημάτων


Κλειστού Βρόχου
Σκοποί Ενότητας

• Η έννοια του ελέγχου συστήματος

• Απαιτήσεις ελέγχου – Έννοια και υλοποίηση

• Συνδεσμολογίες για έλεγχο συστημάτων:


Πλεονεκτήματα και Μειονεκτήματα

Περιεχόμενα Ενότητας - 1
• Εισαγωγή
• Τυπικοί τρόποι ελέγχου Συστημάτων
• Τρόπος υλοποίησης διαδικασίας ελέγχου
– Συνδεσμολογία Ανοικτού Βρόχου (Open Loop)
– Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
– Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου (Closed Loop)
– Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα

5
Περιεχόμενα Ενότητας - 2

• Απαιτήσεις ελέγχου
• Απόρριψη διαταραχής – Ευαισθησία σε μεταβολές
παραμέτρων
– Ανοικτός βρόχος
– Κλειστός βρόχος
• Ταχύτητα απόκρισης του ελεγχόμενου συστήματος

Εισαγωγή - 1
Έλεγχος συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς G(s), σήμα
εισόδου U(s) και εξόδου Y(s) στο πεδίο Laplace* (Σχ. 1):

Σχ.1: Τυπική αναπαράσταση συστήματος με μπλοκ διάγραμμα

7
Εισαγωγή - 2
Έλεγχος συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς G(s), σήμα
εισόδου U(s) και εξόδου Y(s) στο πεδίο Laplace* (Σχ. 1):

Σχ.1: Τυπική αναπαράσταση συστήματος με μπλοκ διάγραμμα

«Ποιο σήμα εισόδου u(t) παράγει απόκριση y(t) που ικανοποιεί


κάποιες συγκεκριμένες απαιτήσεις μας;».
* Σήματα/μεγέθη στο πεδίο Laplace συμβολίζονται με κεφαλαία
και δέχονται όρισμα s, ενώ οι αντίστοιχες ποσότητες στο πεδίο
του χρόνου συμβολίζονται με μικρά και δέχονται όρισμα t.
8

Εισαγωγή - 3

Προφανώς ο καθορισμός του σήματος εισόδου u(t)


προϋποθέτει:

α) Γνώση της τυπικής συμπεριφοράς του G(s) προς έλεγχο.

9
Εισαγωγή - 4
Προφανώς ο καθορισμός του σήματος εισόδου u(t) προϋποθέτει:

α) Γνώση της τυπικής συμπεριφοράς του G(s) προς έλεγχο.

β) Πληροφόρηση για το πως επηρεάζεται η λειτουργία του G(s)


από τις δεδομένες συνθήκες (διαταραχές που εμφανίζονται
λόγω αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον, βλάβες του
συστήματος κλπ)

10

Εισαγωγή - 5
Προφανώς ο καθορισμός του σήματος εισόδου u(t) προϋποθέτει:

α) Γνώση της τυπικής συμπεριφοράς του G(s) προς έλεγχο.

β) Πληροφόρηση για το πως επηρεάζεται η λειτουργία του G(s)


από τις δεδομένες συνθήκες (διαταραχές που εμφανίζονται
λόγω αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον, βλάβες του
συστήματος κλπ)

γ) Υπολογισμό του σήματος κάθε χρονική στιγμή στη βάση των


παραπάνω για ικανοποίηση των απαιτήσεων .
11
Τυπικοί Τρόποι Ελέγχου
Συστημάτων - 1

• Οι απαιτήσεις για την απόκριση συστήματος G(s)


υπαγορεύονται μέσω σήματος r(t), που αποτελεί υπόδειγμα
για την απόκριση y(t) του συστήματος:
«Θέλω η απόκριση y(t) να συμπεριφέρεται όπως το
υπόδειγμα r(t)»

12

Τυπικοί Τρόποι Ελέγχου


Συστημάτων - 2
• Οι απαιτήσεις για την απόκριση συστήματος G(s)
υπαγορεύονται μέσω σήματος r(t), που αποτελεί υπόδειγμα
για την απόκριση y(t) του συστήματος:
«Θέλω η απόκριση y(t) να συμπεριφέρεται όπως το
υπόδειγμα r(t)»
• Η εντολή αυτή μεταφράζεται σε σήμα ελέγχου u(t) μέσω ενός
συγκεκριμένου υποσυστήματος (μπλοκ) που ονομάζεται
ελεγκτής.

13
Τυπικοί Τρόποι Ελέγχου
Συστημάτων - 3
• Οι απαιτήσεις για την απόκριση συστήματος G(s)
υπαγορεύονται μέσω σήματος r(t), που αποτελεί υπόδειγμα
για την απόκριση y(t) του συστήματος:
«Θέλω η απόκριση y(t) να συμπεριφέρεται όπως το
υπόδειγμα r(t)»
• Η εντολή αυτή μεταφράζεται σε σήμα ελέγχου u(t) μέσω ενός
συγκεκριμένου υποσυστήματος (μπλοκ) που ονομάζεται
ελεγκτής.

14

Τυπικοί Τρόποι Ελέγχου


Συστημάτων - 4
• Ο ελεγκτής χρησιμοποιεί:
– Τη γνώση (α) του συστήματος G(s) και
– Την πληροφόρηση (β) για την αλληλεπίδραση του
συστήματος με το περιβάλλον του, ώστε να κάνει
– Υπολογισμό (γ) του σήματος ελέγχου u(t) στην είσοδο του
G(s).

15
Τυπικοί Τρόποι Ελέγχου
Συστημάτων - 5
• Οι απαιτήσεις για την απόκριση συστήματος G(s) υπαγορεύονται μέσω
σήματος r(t), που αποτελεί υπόδειγμα για την απόκριση y(t) του
συστήματος:
«Θέλω η απόκριση y(t) να συμπεριφέρεται όπως το υπόδειγμα r(t)»
• Η εντολή αυτή μεταφράζεται σε σήμα ελέγχου u(t) μέσω ενός
συγκεκριμένου υποσυστήματος (μπλοκ) που ονομάζεται ελεγκτής.
• Ο ελεγκτής χρησιμοποιεί
– τη γνώση (α) του συστήματος G(s) και
– την πληροφόρηση (β) για την αλληλεπίδραση του συστήματος με το
περιβάλλον του, ώστε να κάνει
– Υπολογισμό (γ) του σήματος ελέγχου u(t) στην είσοδο του G(s).
Πως υλοποιείται η παραπάνω διαδικασία;
16

Πως Υλοποιείται η Παραπάνω


Διαδικασία; - 1
1) Συνδεσμολογία Ανοικτού Βρόχου (Open Loop)

Σχήμα 2: Σχήμα ελέγχου ανοικτού βρόχου


Ελεγκτής με συνάρτηση μεταφοράς C(s) σχεδιασμένη με βάση
τη γνώση της αντίστοιχης συνάρτησης του συστήματος G(s).

17
Πως Υλοποιείται η Παραπάνω
Διαδικασία; - 2
1) Συνδεσμολογία Ανοικτού Βρόχου (Open Loop):

Σχήμα 2: Σχήμα ελέγχου ανοικτού βρόχου


• Ελεγκτής με συνάρτηση μεταφοράς C(s) σχεδιασμένη με βάση
τη γνώση της αντίστοιχης συνάρτησης του συστήματος G(s).
• Ο ελεγκτής ΔΕΝ διαθέτει πληροφόρηση για την απόκριση του
συστήματος y(t), λόγω της διαταραχής D(s) από το περιβάλλον.

18

Συνδεσμολογία Ανοικτού Βρόχου


(Open Loop)
Πλεονεκτήματα:
• Ευκολία κατασκευής - χρήσης (+)
• Επαρκής απόδοση όταν δεν υπάρχουν αστάθμητοι
παράγοντες (διαταραχές) (+)

Μειονεκτήματα:
• Ελαττωμένη απόδοση σε συνθήκες εξωτερικών διαταραχών (-)

19
Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου
(Closed Loop) Τρόπος Υλοποίησης - 1

2) Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου (Closed Loop):

Σχήμα 3: Σχήμα ελέγχου κλειστού βρόχου.

20

Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου


(Closed Loop) Τρόπος Υλοποίησης - 2
2) Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου (Closed Loop):

Σχήμα 3: Σχήμα ελέγχου κλειστού βρόχου.


Συνάρτηση μεταφοράς C(s) ελεγκτή υπολογισμένη με βάση τη
γνώση της αντίστοιχης συνάρτησης του συστήματος G(s).

21
Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου
(Closed Loop) Τρόπος Υλοποίησης - 3
2) Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου (Closed Loop):

Σχήμα 3: Σχήμα ελέγχου κλειστού βρόχου.


Συνάρτηση μεταφοράς C(s) ελεγκτή υπολογισμένη με βάση τη
γνώση της αντίστοιχης συνάρτησης του συστήματος G(s).
Ο ελεγκτής έχει πληροφόρηση για την απόκριση του συστήματος
y(t), και λόγω διαταραχής D(s) που προκύπτει από το
περιβάλλον.
22

Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου


(Closed Loop) Τρόπος Υλοποίησης - 4
2) Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου (Closed Loop):

Σχήμα 3: Σχήμα ελέγχου κλειστού βρόχου.


• Συνάρτηση μεταφοράς C(s) ελεγκτή υπολογισμένη με βάση τη γνώση της
αντίστοιχης συνάρτησης του συστήματος G(s).
• Ο ελεγκτής έχει πληροφόρηση για την απόκριση του συστήματος y(t), και
λόγω διαταραχής D(s) που προκύπτει από το περιβάλλον.
• Ο ελεγκτής υπολογίζει το σήμα ελέγχου u(t) ώστε η απόκριση y(t) να
προσεγγίσει το υπόδειγμα r(t).
23
Συνδεσμολογία Κλειστού Βρόχου
(Closed Loop)
Πλεονεκτήματα:
• Αυξημένη απόδοση ακόμα και σε συνθήκες εξωτερικών
διαταραχών (+)

Μειονεκτήματα:
• Απαίτηση εμπεριστατωμένης μελέτης για κατασκευή - χρήση
σχήματος ελέγχου (-)
Συμπέρασμα: Με κλειστό βρόχο μεγαλύτερη ευελιξία και
δυνατότητα ρύθμισης του συστήματος ελέγχου άρα
καλύτερη απόδοση.
24

Γενικές Απαιτήσεις Ελέγχου - 1


Οι γενικές απαιτήσεις ελέγχου έχουν να κάνουν με:
1. Την απόρριψη διαταραχών της λειτουργίας του συστήματος λόγω
θορύβου, μεταβολών σε παραμέτρους του σαν επακόλουθο βλάβης ή
φυσικής φθοράς,

25
Γενικές Απαιτήσεις Ελέγχου - 2
Οι γενικές απαιτήσεις ελέγχου έχουν να κάνουν με:
1. Την απόρριψη διαταραχών της λειτουργίας του συστήματος λόγω
θορύβου, μεταβολών σε παραμέτρους του σαν επακόλουθο βλάβης ή
φυσικής φθοράς,
2. Την ταχύτητα της απόκρισης y(t) υπό σήμα (υπόδειγμα) r(t),

26

Γενικές Απαιτήσεις Ελέγχου - 3


Οι γενικές απαιτήσεις ελέγχου έχουν να κάνουν με:
1. Την απόρριψη διαταραχών της λειτουργίας του συστήματος λόγω
θορύβου, μεταβολών σε παραμέτρους του σαν επακόλουθο βλάβης ή
φυσικής φθοράς,
2. Την ταχύτητα της απόκρισης y(t) υπό σήμα (υπόδειγμα) r(t),
3. Την ακρίβεια προσέγγισης του σήματος r(t) από την απόκριση y(t) στη
μόνιμη κατάσταση όταν τα μεταβατικά φαινόμενα (κατά τις αρχικές
στιγμές της απόκρισης) έχουν εκλείψει,

27
Γενικές Απαιτήσεις Ελέγχου - 4
Οι γενικές απαιτήσεις ελέγχου έχουν να κάνουν με:
1. Την απόρριψη διαταραχών της λειτουργίας του συστήματος λόγω
θορύβου, μεταβολών σε παραμέτρους του σαν επακόλουθο βλάβης ή
φυσικής φθοράς,
2. Την ταχύτητα της απόκρισης y(t) υπό σήμα (υπόδειγμα) r(t),
3. Την ακρίβεια προσέγγισης του σήματος r(t) από την απόκριση y(t) στη
μόνιμη κατάσταση όταν τα μεταβατικά φαινόμενα (κατά τις αρχικές
στιγμές της απόκρισης) έχουν εκλείψει,
4. Την ευστάθεια του ελεγχόμενου συστήματος, η οποία είναι εσωτερική
ιδιότητα του συστήματος και άρα ανεξάρτητη της μορφής του σήματος
r(t).

28

Γενικές Απαιτήσεις Ελέγχου - 5


Οι γενικές απαιτήσεις ελέγχου έχουν να κάνουν με:
1. Την απόρριψη διαταραχών της λειτουργίας του συστήματος λόγω
θορύβου, μεταβολών σε παραμέτρους του σαν επακόλουθο βλάβης ή
φυσικής φθοράς,
2. Την ταχύτητα της απόκρισης y(t) υπό σήμα (υπόδειγμα) r(t),
3. Την ακρίβεια προσέγγισης του σήματος r(t) από την απόκριση y(t) στη
μόνιμη κατάσταση όταν τα μεταβατικά φαινόμενα (κατά τις αρχικές
στιγμές της απόκρισης) έχουν εκλείψει,
4. Την ευστάθεια του ελεγχόμενου συστήματος, η οποία είναι εσωτερική
ιδιότητα του συστήματος και άρα ανεξάρτητη της μορφής του σήματος
r(t).
Για καθεμία από τις απαιτήσεις αυτές, συγκρίνουμε τη λειτουργία των δύο
κατηγοριών βρόχων (ανοικτού και κλειστού):
29
Απόρριψη Διαταραχής - Ευαισθησία σε
Μεταβολές Παραμέτρων - Ανοικτός Βρόχος

Η απόκριση (στο πεδίο Laplace) Y(s) υπό την ύπαρξη διαταραχής θα δίδεται
ως:

(1)
Y(s) = C(s) ⋅ G(s) ⋅ R(s) + D(s)
Άρα:
• Η διαταραχή D(s) μεταφέρεται αυτούσια στην απόκριση Y(s),
• Δυνατότητα παρέμβασης μέσω του ελεγκτή C(s) ΔΕΝ υπάρχει.
30

Απόρριψη Διαταραχής - Ευαισθησία σε


Μεταβολές Παραμέτρων - Κλειστός Βρόχος - 1

D(s)
R(s) Ε(s) U(s) Y(s)
+ C(s) G(s) +
Σήμα
- Σήμα Ελεγκτής Σήμα Σύστημα Σήμα Σήμα
Υποδείγματος Σφάλματος Ελέγχου Διαταραχής Απόκρισης

Η(s)

Μετρητής/Μετατροπέας Απόκρισης
(Φυσ. Μέγεθος σε Ηλεκτρικό Σήμα)

Θεωρήσατε για ευκολία H(s)=1. Η απόκριση (στο πεδίο Laplace)


Y(s) υπό την ύπαρξη διαταραχής θα δίδεται ως:
Y(s) = E(s) ⋅ C(s) ⋅ G(s) + D(s) =
= R (s) ⋅ C(s) ⋅ G(s) -Y(s) ⋅ C(s) ⋅ G(s) + D(s)

31
Απόρριψη Διαταραχής - Ευαισθησία σε
Μεταβολές Παραμέτρων - Κλειστός Βρόχος - 2
οπότε, λύνοντας ως προς Y(s), λαμβάνουμε:

C(s) ⋅ G(s) 1
Y(s) = R(s) + D(s)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + C(s) ⋅ G(s) (2)
Άρα:
• Η επίδραση της διαταραχής D(s) ΔΕΝ μεταφέρεται αυτούσια
στην έξοδο αλλά επηρεάζεται από την συνάρτηση
μεταφοράς του ελεγκτή C(s).

• Με κατάλληλη επιλογή του C(s) επιτυγχάνεται μείωση της


επίδρασης του D(s) στην απόκριση Y(s) παράλληλα με έλεγχο
του συστήματος.
32

Έλεγχος Λειτουργίας
Συνδεσμολογίας Ελέγχου - 1
Εξέταση των χαρακτηριστικών λειτουργίας των
συνδεσμολογιών ελέγχου σε περίπτωση μεταβολής (βλάβη/
φυσική φθορά) παραμέτρων του συστήματος G(s) ή του
ελεγκτή C(s).

33
Έλεγχος Λειτουργίας
Συνδεσμολογίας Ελέγχου - 2
Εξέταση των χαρακτηριστικών λειτουργίας των
συνδεσμολογιών ελέγχου σε περίπτωση μεταβολής (βλάβη/
φυσική φθορά) παραμέτρων του συστήματος G(s) ή του
ελεγκτή C(s).

Υποθέσατε:
• Ότι C(s)= Kp (δηλαδή ότι έχουμε ελεγκτή αναλογίας που
είναι και η απλούστερη μορφή ελέγχου),
• ότι δεν υπάρχει εξωτερική διαταραχή, αλλά και
• ότι η τιμή του Kp μπορεί να μεταβληθεί λόγω (ανεπιθύμητης
πλην υπαρκτής) φθοράς του κυκλώματος.
34

Έλεγχος Λειτουργίας Συνδεσμολογίας


Ελέγχου Ανοικτού Βρόχου - 1
Για τη συνδεσμολογία ανοικτού βρόχου θα είναι:

Σχήμα ελέγχου ανοικτού βρόχου.

Y(s) = Kp ⋅ G(s) ⋅ R(s) = G 0 (s) ⋅ R(s) (3)


Η συνάρτηση μεταφοράς του σχήματος ελέγχου είναι:
G0(s)=Kp⋅G(s),
35
Έλεγχος Λειτουργίας Συνδεσμολογίας
Ελέγχου Ανοικτού Βρόχου - 2
Οπότε και η μεταβλητότητά της σε αλλαγές του Kp, είναι:

∂G 0 (s) G (s)
= G(s) = 0
∂Kp Kp (4)

Άρα:

Η ευαισθησία της G0(s) σε μεταβολές του Kp είναι αντιστρόφως


ανάλογη του μεγέθους του Kp.

36

Έλεγχος Λειτουργίας Συνδεσμολογίας


Ελέγχου Κλειστού Βρόχου - 1
Για τη συνδεσμολογία κλειστού βρόχου, θα έχουμε:

Σχήμα ελέγχου κλειστού βρόχου, για ευκολία H(s)=1


C(s) ⋅ G(s)
Y(s) = R(s) = G 0 (s) ⋅ R(s) (5)
1 + C(s) ⋅ G(s)
37
Έλεγχος Λειτουργίας Συνδεσμολογίας
Ελέγχου Κλειστού Βρόχου - 2
Τότε η μεταβλητότητα της G0(s) σε αλλαγές του Kp, είναι:

∂G 0 (s) G(s)[1 + Kp ⋅ G(s)] − Kp ⋅ G(s) 2 G(s) G 0 (s)


= = =
∂Kp [1 + Kp ⋅ G(s)]2
[1 + Kp ⋅ G(s)] Kp ⋅ [1 + Kp ⋅ G(s)]
2
(6)
Άρα:
• Η ευαισθησία της G0(s) σε μεταβολές του Kp είναι
αντιστρόφως ανάλογη του τετραγώνου του μεγέθους του Kp.
• Έτσι για δεδομένο Kp η ευαισθησία σε αλλαγές του
ανοικτού βρόχου είναι μεγαλύτερη σε ανοικτό παρά σε
κλειστό βρόχο.

38

Ταχύτητα Απόκρισης του


Ελεγχόμενου Συστήματος - 1
Έστω ότι το σύστημα G(s) που πρόκειται να ελεγχθεί είναι ένα απλό
πρωτοβάθμιο σύστημα:
Km
G(s) = (7)
τm ⋅s +1
με ελεγκτή C(s)=Kp.

39
Ταχύτητα Απόκρισης του
Ελεγχόμενου Συστήματος - 2
Έστω ότι το σύστημα G(s) που πρόκειται να ελεγχθεί είναι ένα απλό
πρωτοβάθμιο σύστημα:
Km
G(s) = (7)
τm ⋅s +1
με ελεγκτή C(s)=Kp. Θυμηθείτε ότι:
Η ταχύτητα απόκρισης του συστήματος εξαρτάται από το μέγεθος της
χρονικής σταθεράς τm που χαρακτηρίζει την συνάρτηση μεταφοράς του
σχήματος ελέγχου.

40

Ταχύτητα Απόκρισης του


Ελεγχόμενου Συστήματος - 3
Έστω ότι το σύστημα G(s) που πρόκειται να ελεγχθεί είναι ένα απλό
πρωτοβάθμιο σύστημα:
Km
G(s) = (7)
τm ⋅s +1
με ελεγκτή C(s)=Kp. Θυμηθείτε ότι:
Η ταχύτητα απόκρισης του συστήματος εξαρτάται από το μέγεθος της
χρονικής σταθεράς τm που χαρακτηρίζει την συνάρτηση μεταφοράς του
σχήματος ελέγχου.
Σε ανοικτό βρόχο η συνάρτηση μεταφοράς βρίσκεται εύκολα ως:
Kp ⋅ K m
G 0 (s) = (8)
τm ⋅s +1
Οπότε και παρατηρούμε ότι δεν υπάρχει αλλαγή στη χρονική σταθερά σε
σχέση με το απλό σύστημα G(s).

41
Ταχύτητα Απόκρισης του
Ελεγχόμενου Συστήματος - 4
Αντίθετα, η συνάρτηση μεταφοράς σε κλειστό βρόχο θα είναι:

C(s) ⋅ G(s) Kp ⋅ [K m /( τ m ⋅ s + 1)] Kp ⋅ K m /(1 + Kp ⋅ K m )


G 0 (s) = = = (9)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ [K m /( τ m ⋅ s + 1)] [τ m /(1 + Kp ⋅ K m )] ⋅ s + 1

Η χρονική σταθερά στην περίπτωση κλειστού βρόχου είναι ίση με


[τm/(1+ Kp Km)]
δηλαδή σημαντικά μικρότερη από την αντίστοιχη του ανοικτού βρόχου.
Άρα:
Η συνδεσμολογία κλειστού βρόχου μπορεί να επιτύχει γρηγορότερη
απόκριση στην περίπτωση που εξετάζουμε.

42

Ενότητα #2: Ποιοτικά Χαρακτηριστικά Συστημάτων


Κλειστού Βρόχου - Μόνιμα Σφάλματα
Σκοποί Ενότητας - 1

• Η έννοια του σφάλματος ως χαρακτηριστικό απόδοσης

• Επιθυμητές τιμές σφάλματος μόνιμης κατάστασης ως


απαιτήσεις απόδοσης

• Συνδεσμολογίες ελέγχου και σφάλματα μόνιμης κατάστασης

Περιεχόμενα Ενότητας - 2
• Απαίτηση ακρίβειας προσέγγισης του r(t) από το y(t) κατά τη
μόνιμη κατάσταση

– Ανοικτός έναντι κλειστού βρόχου

– Συμπεριφορά σφάλματος ως συνέπεια του τύπου


συστήματος και του σήματος r(t)

5
Περιεχόμενα Ενότητας - 3
• Απαίτηση ακρίβειας προσέγγισης του r(t) από το y(t) κατά τη
μόνιμη κατάσταση

– Συμπεριφορά σφάλματος ως συνέπεια του τύπου


συστήματος και του σήματος r(t)
• Σύστημα C(s)⋅G(s) τύπου – 0
• Σύστημα C(s)⋅G(s) τύπου – 1
• Σύστημα C(s)⋅G(s) τύπου – 2

Απαίτηση ακρίβειας προσέγγισης του r(t)


από το y(t) κατά τη μόνιμη κατάσταση

Ανοικτός έναντι κλειστού βρόχου

7
Ανοικτός Έναντι Κλειστού
Βρόχου - 1
• Ακρίβεια του ελέγχου = βαθμός προσέγγισης της απόκρισης
y(t) στο υποδειγματικό σήμα r(t).

• Η διαφορά μεταξύ r(t) και y(t) είναι το σφάλμα e(t) [ή E(s) στο
πεδίο Laplace].

Ανοικτός Έναντι Κλειστού


Βρόχου - 2
• Ακρίβεια του ελέγχου = βαθμός προσέγγισης της απόκρισης
y(t) στο υποδειγματικό σήμα r(t).
• Η διαφορά μεταξύ r(t) και y(t) είναι το σφάλμα e(t) [ή E(s) στο
πεδίο Laplace].
Για τον ανοικτό βρόχο της περίπτωσης που εξετάζουμε θα
έχουμε:

Σχήμα ελέγχου ανοικτού βρόχου.


9
Ανοικτός Έναντι Κλειστού
Βρόχου - 3

Σχήμα ελέγχου ανοικτού βρόχου.


Έστω το απλό πρωτοβάθμιο G(s) = K m C(s)=Kp & D(s)=0.
τm ⋅s +1
Τότε:
Kp ⋅ K m τ ⋅ s + 1 − Kp ⋅ K m
E(s) = R(s) - Y(s) = R(s) - R(s) = m R(s) (1)
τm ⋅ s +1 τm ⋅ s +1

Εύρεση σφάλματος μόνιμης κατάστασης;

10

Ανοικτός Έναντι Κλειστού


Βρόχου - 4

Σχήμα ελέγχου ανοικτού βρόχου.

Με το θεώρημα Τελικής Τιμής για μοναδιαία βηματική είσοδο


r(t)=1 (δηλαδή R(s)=1/s):
τ m ⋅ s + 1 − Kp ⋅ K m 1
E ∞ = lim s ⋅ E(s) = lim s ⋅ ⋅ = 1 − Kp ⋅ K m (2)
s →0 s →0 τm ⋅ s +1 s

11
Ανοικτός Έναντι Κλειστού
Βρόχου - 5
τ m ⋅ s + 1 − Kp ⋅ K m 1
E ∞ = lim s ⋅ E(s) = lim s ⋅ ⋅ = 1 − Kp ⋅ K m (2)
s →0 s →0 τm ⋅ s +1 s
Άρα:
• Μόνο μια τιμή του Kp μπορεί να οδηγήσει σε μηδενικό
σφάλμα.
• Μια μικρή απόκλιση από αυτή την τιμή (που μπορεί να
προέλθει από ατελή γνώση του μεγέθους του Km, για
παράδειγμα) θα μεγαλώσει σημαντικά το σφάλμα.

12

Ανοικτός Έναντι Κλειστού


Βρόχου - 6
Αντίθετα, για την περίπτωση του κλειστού βρόχου με μοναδιαία
ανατροφοδότηση:

Σχήμα ελέγχου κλειστού βρόχου, έστω H(s)=1 για ευκολία


C(s) ⋅ G(s) 1
E(s) = R(s) - Y(s) = R(s) - R(s) = R(s) (3)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ [K m /( τ m ⋅ s + 1)]

13
Ανοικτός Έναντι Κλειστού
Βρόχου - 7
C(s) ⋅ G(s) 1
E(s) = R(s) - Y(s) = R(s) - R(s) = R(s) (3)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ [K m /( τ m ⋅ s + 1)]

Με το θεώρημα Τελικής Τιμής για μοναδιαία βηματική είσοδο


r(t)=1 (δηλαδή R(s)=1/s):

1 1 1
E ∞ = lim s ⋅ E(s) = lim s ⋅ ⋅ = (4)
s →0 s →0 1 + Kp ⋅ [K m /( τ m ⋅ s + 1)] s 1 + Kp ⋅ K m

14

Ανοικτός Έναντι Κλειστού


Βρόχου - 8
Με το θεώρημα Τελικής Τιμής για μοναδιαία βηματική είσοδο
r(t)=1 (δηλαδή R(s)=1/s):
1 1 1
E ∞ = lim s ⋅ E(s) = lim s ⋅ ⋅ = ( 4)
s →0 s →0 1 + Kp ⋅ [K m /( τ m ⋅ s + 1)] s 1 + Kp ⋅ K m

Άρα:
• Το σφάλμα μειώνεται αντιστρόφως ανάλογα με το μέγεθος
του Kp.
• Αν η ευστάθεια του συστήματος ελέγχου (όπως εξετάζεται
παρακάτω) είναι εφικτή, τότε αύξηση του Kp οδηγεί σε
μικρότερο σφάλμα, δηλαδή καλύτερη προσέγγιση του
υποδείγματος r(t) από την απόκριση y(t).
15
Ανοικτός Έναντι Κλειστού
Βρόχου - 9
Οπότε μεταξύ των δύο συνδεσμολογιών:

Ο κλειστός βρόχος υπερτερεί λόγω των δυνατοτήτων που


προσφέρει για μείωση των σφαλμάτων μόνιμης κατάστασης

16

Απαίτηση ακρίβειας προσέγγισης του r(t)


από το y(t) κατά τη μόνιμη κατάσταση

Συμπεριφορά σφάλματος ως συνέπεια του


τύπου συστήματος & του σήματος r(t)

17
Συμπεριφορά Σφάλματος ως Συνέπεια του
Τύπου Συστήματος & του Σήματος r(t) - 1
Όμοια εξάγονται συμπεράσματα για τις τιμές των μονίμων
σφαλμάτων που προκύπτουν σε κλειστό βρόχο ανάλογα με το
σήμα r(t) και τον τύπο* του συστήματος C(s)⋅G(s).

18

Συμπεριφορά Σφάλματος ως Συνέπεια του


Τύπου Συστήματος & του Σήματος r(t) - 2
Όμοια εξάγονται συμπεράσματα για τις τιμές των μονίμων
σφαλμάτων που προκύπτουν σε κλειστό βρόχο ανάλογα με το
σήμα r(t) και τον τύπο* του συστήματος C(s)⋅G(s).
• Έστω ότι το σύστημα C(s)⋅G(s) είναι τύπου α, δηλαδή:
C(s) ⋅ G(s)=
P(s)
,
P(0)
= K≠∞ (5)
α
s Q(s) Q(0)

*Υπενθυμίζεται ότι ο τύπος του συστήματος είναι ίσος με την


πολλαπλότητα των πόλων στο μηδέν αυτού (π.χ. αν
F(s)=5⋅(s+1)/[s2⋅(s+3)], τότε το F(s) είναι τύπου-2, αλλά
βαθμού 3)

19
Συμπεριφορά Σφάλματος ως Συνέπεια του
Τύπου Συστήματος & του Σήματος r(t) - 3
Όμοια εξάγονται συμπεράσματα για τις τιμές των μονίμων
σφαλμάτων που προκύπτουν σε κλειστό βρόχο ανάλογα με το
σήμα r(t) και τον τύπο* του συστήματος C(s)⋅G(s).
• Έστω ότι το σύστημα C(s)⋅G(s) είναι τύπου α, δηλαδή:
C(s) ⋅ G(s)=
P(s)
α
,
P(0)
= K≠∞ (5)
s Q(s) Q(0)
*Υπενθυμίζεται ότι ο τύπος του συστήματος είναι ίσος με την
πολλαπλότητα των πόλων στο μηδέν αυτού (π.χ. αν
F(s)=5⋅(s+1)/[s2⋅(s+3)], τότε το F(s) είναι τύπου-2, αλλά
βαθμού 3)
• Θεωρήσατε για ευκολία H(s)=1 οπότε μέσω της (3):
C(s) ⋅ G(s) 1
= = R(s)-
E(s) R(s)-Y(s) = R(s) R(s) (6)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + C(s) ⋅ G(s)
20

Συμπεριφορά Σφάλματος ως Συνέπεια του


Τύπου Συστήματος & του Σήματος r(t) - 4
C(s) ⋅ G(s) 1
= = R(s)-
E(s) R(s)-Y(s) = R(s) R(s) (7)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + C(s) ⋅ G(s)

Προφανώς, η συνάρτηση του σφάλματος εξαρτάται από το


σήμα r(t) που επιλέγεται, με συνηθέστερες τις τρεις ακόλουθες
μορφές:

21
Συμπεριφορά Σφάλματος ως Συνέπεια του
Τύπου Συστήματος & του Σήματος r(t) - 5
C(s) ⋅ G(s) 1
= = R(s)-
E(s) R(s)-Y(s) = R(s) R(s) (7)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + C(s) ⋅ G(s)

Προφανώς, η συνάρτηση του σφάλματος εξαρτάται από το


σήμα r(t) που επιλέγεται, με συνηθέστερες τις τρεις ακόλουθες
μορφές:
I. Βηματική μορφή r(t)=1, δηλαδή R(s)=1/s

22

Συμπεριφορά Σφάλματος ως Συνέπεια του


Τύπου Συστήματος & του Σήματος r(t) - 6

C(s) ⋅ G(s) 1
= = R(s)-
E(s) R(s)-Y(s) = R(s) R(s) (7)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + C(s) ⋅ G(s)

Προφανώς, η συνάρτηση του σφάλματος εξαρτάται από το


σήμα r(t) που επιλέγεται, με συνηθέστερες τις τρεις ακόλουθες
μορφές:
I. Βηματική μορφή r(t)=1, δηλαδή R(s)=1/s
II. Μορφή ράμπας r(t) = t, δηλαδή R(s)=1/s2

23
Συμπεριφορά Σφάλματος ως Συνέπεια του
Τύπου Συστήματος & του Σήματος r(t) - 7

C(s) ⋅ G(s) 1
= = R(s)-
E(s) R(s)-Y(s) = R(s) R(s) (7)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + C(s) ⋅ G(s)

Προφανώς, η συνάρτηση του σφάλματος εξαρτάται από το


σήμα r(t) που επιλέγεται, με συνηθέστερες τις τρεις ακόλουθες
μορφές:
I. Βηματική μορφή r(t)=1, δηλαδή R(s)=1/s
II. Μορφή ράμπας r(t) = t, δηλαδή R(s)=1/s2
III. Παραβολική μορφή r(t) = 0.5⋅t2, δηλαδή R(s)=1/s3

24

Συμπεριφορά Σφάλματος ως Συνέπεια του


Τύπου Συστήματος & του Σήματος r(t) - 8
C(s) ⋅ G(s) 1
= = R(s)-
E(s) R(s)-Y(s) = R(s) R(s) (7)
1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + C(s) ⋅ G(s)
Προφανώς, η συνάρτηση του σφάλματος εξαρτάται από το
σήμα r(t) που επιλέγεται, με συνηθέστερες τις τρεις ακόλουθες
μορφές:
I. Βηματική μορφή r(t)=1, δηλαδή R(s)=1/s
II. Μορφή ράμπας r(t) = t, δηλαδή R(s)=1/s2
III. Παραβολική μορφή r(t) = 0.5⋅t2, δηλαδή R(s)=1/s3
Χρησιμοποιούμε το θεώρημα τελικής τιμής ώστε να εξάγουμε
τις τιμές σφάλματος μόνιμης κατάστασης για κάθε περίπτωση
σήματος r(t). 25
Σύστημα C(s)⋅G(s) Τύπου -0

26

Συναρτήσεις Σφάλματος
Συστήματος C(s)⋅G(s) Τύπου -0
• Για σύστημα C(s)⋅G(s) τύπου-0,

1 1 1
Βηματική R(s)=1/s E ∞= lim s ⋅ E(s)
= lim s ⋅ ⋅= ≠ 0, ∞ (8)
s →0 s →0 P(s) s 1 + K
1+ [ ]
Q(s)

1 1
=
E lim s ⋅ E(s)
= lim s ⋅ ⋅ 2 →∞
Ράμπα R(s)=1/s2 ∞
s →0 s →0 P(s) s (9)
1+ [ ]
Q(s)

1 1
Παραβολή R(s)=1/s3 =
E ∞ lim s ⋅ E(s)
= lim s ⋅ ⋅ 3(10)
→∞
s →0 s →0 P(s) s
1+ [ ]
Q(s)

27
Σύστημα C(s)⋅G(s) Τύπου -1

28

Συναρτήσεις Σφάλματος
Συστήματος C(s)⋅G(s) Τύπου -1
Για σύστημα C(s)⋅G(s) τύπου-1,
Βηματική R(s)=1/s
1 1
E ∞= lim s ⋅ E(s)
= lim s ⋅ ⋅= 0 (11)
s →0 s →0 P(s) s
1+ [ ]
s ⋅ Q(s)

Ράμπα R(s)=1/s2
E ∞ = lim s ⋅ E(s) = lim s ⋅
1 1 1
⋅ 2 = ≠ 0, ∞ (12)
s →0 s →0 P(s) s K
1+ [ ]
s ⋅ Q(s)

Παραβολή R(s)=1/s3
1 1
=
E ∞ lim s ⋅ E(s)
s →0
= lim s ⋅
s →0 P(s) s
⋅ 3 →∞ (13)
1+ [ ]
s ⋅ Q(s) 29
Σύστημα C(s)⋅G(s) Τύπου -2

30

Συναρτήσεις Σφάλματος
Συστήματος C(s)⋅G(s) Τύπου -2
Για σύστημα C(s)⋅G(s) τύπου-2
1 1
Βηματική R(s)=1/s E ∞= lim
s →0
s ⋅ E(s)
= lim s ⋅
s →0 P(s)
⋅= 0 (14)
1+ [ 2 ] s
s ⋅ Q(s)
1 1
Ράμπα R(s)=1/s2 E ∞ = lim
s →0
s ⋅ E(s)= lim s ⋅
s →0 P(s)
⋅ 2= 0 (15)
1+ [ 2 ] s
s ⋅ Q(s)

Παραβολή R(s)=1/s3
1 1 1
E ∞ = lim s ⋅ E(s) = lim s ⋅ ⋅ 3= ≠ 0, ∞ (16)
s →0 s →0 P(s) s K
1+ [ 2 ]
s ⋅ Q(s)

31
Ενότητα #3: Ευστάθεια Συστημάτων - Αλγεβρικό
Κριτήριο Routh

Σκοποί Ενότητας

• Η έννοια της ευστάθειας συστήματος

• Η ευστάθεια και το χαρακτηριστικό πολυώνυμο συστήματος

• Εξακρίβωση ευστάθειας με αλγεβρικά κριτήρια

• Απαίτηση ευστάθειας κατά το σχεδιασμό ελεγκτή- χρήση


κριτηρίου Routh

4
Περιεχόμενα Ενότητας

• Ευστάθεια συστημάτων
• Παρατηρήσεις στην ευστάθεια συστημάτων
• Κριτήριο Routh
• Παραδείγματα
• Ιδιαιτερότητες εφαρμογής κριτηρίου Routh
• Εφαρμογή κριτηρίου Routh στην ευστάθεια κλειστού βρόχου

Ευστάθεια Συστημάτων - 1
Η ευστάθεια είναι εσωτερική ιδιότητα του συστήματος και δεν
εξαρτάται από το είδος του σήματος εισόδου:
• u(t) για τον ανοικτό βρόχο

• ή r(t) για τον κλειστό βρόχο

7
Ευστάθεια Συστημάτων - 2
Η ευστάθεια συνδέεται με τη συνάρτηση μεταφοράς (και άρα
και τη διαφορική εξίσωση) του συστήματος.

Διάφοροι ορισμοί της ευστάθειας έχουν δοθεί.

Ευστάθεια Συστημάτων - 3
Η ευστάθεια συνδέεται με τη συνάρτηση μεταφοράς (και άρα
και τη διαφορική εξίσωση) του συστήματος.
Διάφοροι ορισμοί της ευστάθειας έχουν δοθεί.
•Για παράδειγμα, ένα σύστημα χαρακτηρίζεται ως ευσταθές
όταν: ∀ | u(t) |< N ⇒ | y(t) |< M < ∞ (1)
με u(t) σήμα εισόδου, y(t) απόκριση και Ν, Μ>0 και ≠∞.
– Ο παραπάνω μαθηματικός ορισμός (που αναφέρεται στη
βιβλιογραφία ως BIBO- Bounded Input, Bounded Output)
υπογραμμίζει ότι σε ένα ευσταθές σύστημα μια δεδομένη
διέγερση δεν πρόκειται να προκαλέσει άπειρη απόκριση.

9
Ευστάθεια Συστημάτων - 4
• Άλλος ορισμός βασίζεται στη χρήση της κρουστικής
συνάρτησης δ(t) και χαρακτηρίζει ευσταθές το σύστημα για
το οποίο:
u(t) = δ(t) ⇒ lim y(t) = 0 (2)
t →∞

10

Ευστάθεια Συστημάτων - 5
• Άλλος ορισμός βασίζεται στη χρήση της κρουστικής
συνάρτησης δ(t) και χαρακτηρίζει ευσταθές το σύστημα για
το οποίο:
u(t) = δ(t) ⇒ lim y(t) = 0 (2)
t →∞

– Άρα η στιγμιαία διέγερση του συστήματος προκαλεί


απόκριση που συγκλίνει τελικά στο μηδέν (και δεν
εμφανίζει ταλαντωτική συμπεριφορά, για παράδειγμα).

11
Ευστάθεια Συστημάτων - 6
• Άλλος ορισμός βασίζεται στη χρήση της κρουστικής
συνάρτησης δ(t) και χαρακτηρίζει ευσταθές το σύστημα για
το οποίο:
u(t) = δ(t) ⇒ lim y(t) = 0 (2)
t →∞

– Άρα η στιγμιαία διέγερση του συστήματος προκαλεί


απόκριση που συγκλίνει τελικά στο μηδέν (και δεν
εμφανίζει ταλαντωτική συμπεριφορά, για παράδειγμα).
– Αντίστοιχα, όταν το ευσταθές σύστημα διεγείρεται από
ένα σήμα βηματικής μορφής, τότε η απόκρισή του θα
συγκλίνει σε κάποια συγκεκριμένη (όχι άπειρη) τιμή.

12

Ευστάθεια Συστημάτων - 7
• Η ευστάθεια εξετάζεται από τους πόλους* του συστήματος.

* Πόλοι του συστήματος είναι οι λύσεις του χαρακτηριστικού


πολυωνύμου (δηλαδή του πολυωνύμου του παρονομαστή)
της συνάρτησης μεταφοράς του. Οι μηδενιστές (ρίζες) του
συστήματος είναι οι λύσεις του πολυωνύμου του αριθμητή
της συνάρτησης μεταφοράς.

13
Ευστάθεια Συστημάτων - 8
• Η ευστάθεια εξετάζεται από τους πόλους* του συστήματος.
• Ένα σύστημα είναι ευσταθές όταν όλοι οι πόλοι του έχουν
αρνητικό πραγματικό μέρος.

* Πόλοι του συστήματος είναι οι λύσεις του χαρακτηριστικού


πολυωνύμου (δηλαδή του πολυωνύμου του παρονομαστή)
της συνάρτησης μεταφοράς του. Οι μηδενιστές (ρίζες) του
συστήματος είναι οι λύσεις του πολυωνύμου του αριθμητή
της συνάρτησης μεταφοράς.

14

Ευστάθεια Συστημάτων - 9
• Η ευστάθεια εξετάζεται από τους πόλους* του συστήματος.
• Ένα σύστημα είναι ευσταθές όταν όλοι οι πόλοι του έχουν
αρνητικό πραγματικό μέρος.
– Αν το ευσταθές σύστημα έχει πόλους πραγματικούς
αριθμούς, τότε αυτοί θα είναι αρνητικοί.

* Πόλοι του συστήματος είναι οι λύσεις του χαρακτηριστικού


πολυωνύμου (δηλαδή του πολυωνύμου του παρονομαστή)
της συνάρτησης μεταφοράς του. Οι μηδενιστές (ρίζες) του
συστήματος είναι οι λύσεις του πολυωνύμου του αριθμητή
της συνάρτησης μεταφοράς.
15
Ευστάθεια Συστημάτων - 10
• Η ευστάθεια εξετάζεται από τους πόλους* του συστήματος.
• Ένα σύστημα είναι ευσταθές όταν όλοι οι πόλοι του έχουν
αρνητικό πραγματικό μέρος.
– Αν το ευσταθές σύστημα έχει πόλους πραγματικούς
αριθμούς, τότε αυτοί θα είναι αρνητικοί.
– Αν το πραγματικό μέρος των πόλων είναι μηδέν, τότε
εμφανίζεται ταλαντωτική συμπεριφορά της απόκρισης
y(t) για σήμα εισόδου βηματικής (ή κρουστικής) μορφής
που συνεχίζεται για «άπειρο» χρόνο. Αναφερόμαστε τότε
σε αδιάφορη ευστάθεια ή ουδετερότητα.

16

Ευστάθεια Συστημάτων - 11

* Πόλοι του συστήματος είναι οι λύσεις του χαρακτηριστικού


πολυωνύμου (δηλαδή του πολυωνύμου του παρονομαστή) της
συνάρτησης μεταφοράς του. Οι μηδενιστές (ρίζες) του
συστήματος είναι οι λύσεις του πολυωνύμου του αριθμητή της
συνάρτησης μεταφοράς.

17
Παρατηρήσεις στην Ευστάθεια
Συστημάτων

18

Παρατηρήσεις - 1
• Αναφερόμαστε στους πόλους της συνάρτησης μεταφοράς
του συστήματος με τη δεδομένη συνδεσμολογία.

• Αν, για παράδειγμα, ένα σύστημα G(s) είναι ευσταθές ως


αυτοτελές σύστημα, δηλαδή έχει πόλους με αρνητικό
πραγματικό μέρος, τότε:

19
Παρατηρήσεις - 2
• Αναφερόμαστε στους πόλους της συνάρτησης μεταφοράς
του συστήματος με τη δεδομένη συνδεσμολογία.
• Αν, για παράδειγμα, ένα σύστημα G(s) είναι ευσταθές ως
αυτοτελές σύστημα, δηλαδή έχει πόλους με αρνητικό
πραγματικό μέρος, τότε:
ΔΕΝ μπορούμε να αποφανθούμε για την ευστάθεια του
συστήματος σε κλειστό βρόχο
ΜΕΧΡΙ να υπολογίσουμε τη νέα συνάρτηση μεταφοράς που
χαρακτηρίζει τη συνδεσμολογία αυτή και να εξετάσουμε τους
νέους πόλους που προκύπτουν.

20

Παρατηρήσεις - 3
• Η διαδικασία αυτή είναι αρκετά επίπονη αν
– έχουμε κάποιο σύνθετο ελεγκτή C(s) στον κλειστό βρόχο
(γιατί;)
– ή, πολύ απλά, το χαρακτηριστικό πολυώνυμο κλειστού
βρόχου που προκύπτει είναι υψηλής τάξης (βαθμού).
• Το ίδιο, προφανώς, ισχύει και για αυτοτελές σύστημα με
χαρακτηριστικό πολυώνυμο υψηλής τάξης (βαθμού).
• Για τούτο έχουν προταθεί κριτήρια που διερευνούν την
ευστάθεια του συστήματος, χωρίς τη λύση του
χαρακτηριστικού πολυωνύμου, αλλά απλά χρησιμοποιώντας
τους συντελεστές του.
21
Κριτήριο Routh - 1
• Υποθέσατε ότι το χαρακτηριστικό πολυώνυμο του συστήματος
είναι Q(s)= αn⋅sn+ αn-1⋅sn-1+…+ α1⋅s+ α0.
• Τότε οι συντελεστές του γράφονται όπως στο παρακάτω
διάγραμμα:
sn αn αn-2 αn-4 ...
sn-1 αn-1 αn-3 αn-5 ...
sn-2 b n -1 =
α n -1α n -2 − α n α n -3
b n -3 =
α n -1α n -4 − α n α n -5
b n -5 = ... …
α n -1 α n -1

sn-3 c n -1 =
b n -1α n -3 − α n -1b n -3
c n -3 =
b n -1α n -5 − α n -1b n -5

b n -1 b n -1

  
s0  
23

Κριτήριο Routh - 2
sn αn αn-2 αn-4 ...
sn-1 αn-1 αn-3 αn-5 ...
sn-2 b n -1 =
α n -1α n -2 − α n α n -3
b n -3 =
α n -1α n -4 − α n α n -5
b n -5 = ... …
α n -1 α n -1

sn-3 c n -1 =
b n -1α n -3 − α n -1b n -3
c n -3 =
b n -1α n -5 − α n -1b n -5

b n -1 b n -1

  
s0  
• Αν οι συντελεστές της πρώτης στήλης (που φαίνονται με
δίγραμμο περίγραμμα) δεν εμφανίζουν αλλαγή προσήμου
τότε το σύστημα είναι ευσταθές.

24
Κριτήριο Routh - 3
sn αn αn-2 αn-4 ...
sn-1 αn-1 αn-3 αn-5 ...
sn-2 b n -1 =
α n -1α n -2 − α n α n -3
b n -3 =
α n -1α n -4 − α n α n -5
b n -5 = ... …
α n -1 α n -1

sn-3 c n -1 =
b n -1α n -3 − α n -1b n -3
c n -3 =
b n -1α n -5 − α n -1b n -5

b n -1 b n -1

  
s0  

• Αν οι συντελεστές της πρώτης στήλης (που φαίνονται με


δίγραμμο περίγραμμα) δεν εμφανίζουν αλλαγή προσήμου
τότε το σύστημα είναι ευσταθές.
• Σε άλλη περίπτωση, το πλήθος των εναλλαγών προσήμου
δείχνει και το πλήθος των ασταθών πόλων. 25

Κριτήριο Routh

Παραδείγματα

26
Παράδειγμα 1 (1)
• Έστω χαρακτηριστικό πολυώνυμο Q(s)= s3-2⋅s2-5⋅s+6.
• Υποθέτουμε ότι δεν μπορούμε να υπολογίσουμε τους πόλους
αυτού (οι οποίοι έχουν τις τιμές 1,-2 και 3). Με το κριτήριο
Routh έχουμε:
s3 1 -5
s2 -2 6
s1 [(-2)⋅(-5)-6⋅1]/(-2) 0
= -2
s0 [(-2)⋅6-0/(-2)
=6

27

Παράδειγμα 1 (2)
• Έστω χαρακτηριστικό πολυώνυμο Q(s)= s3-2⋅s2-5⋅s+6.
• Υποθέτουμε ότι δεν μπορούμε να υπολογίσουμε τους πόλους
αυτού (οι οποίοι έχουν τις τιμές 1,-2 και 3). Με το κριτήριο
Routh έχουμε:
s3 1 -5
s2 -2 6
s1 [(-2)⋅(-5)-6⋅1]/(-2) 0
= -2
s0 [(-2)⋅6-0/(-2)
=6
• Εμφανίζονται δύο αλλαγές προσήμου (από 1 σε -2 και από -2
σε 6) στην στήλη που μας ενδιαφέρει, άρα υπάρχουν δύο
ασταθείς πόλοι (οι οποίοι, προφανώς, θα είναι οι 1 και 3).
28
Παράδειγμα 2
• Έστω το χαρακτηριστικό πολυώνυμο Q(s)= s3-3⋅s+2, όπου με
χρήση του κριτηρίου Routh
s3 1 -3
s2 0!! 2
s1 ;;;;; ;;;
s0 ;;;;;
Στην (ιδιάζουσα) περίπτωση που ένας όρος της εν λόγω
στήλης προκύπτει ίσος με το 0, αντικαθιστούμε τον όρο αυτό
από μια «πολύ μικρή θετική» ποσότητα ε, και συνεχίζουμε
όπως και πριν. Έστω για παράδειγμα το οποίο θα εξεταστεί
με το κριτήριο Routh:

29

Παράδειγμα 2 (Συνέχεια)
s3 1 -3
s2 0!! Αντικατάσταση από ε>0 2
s1 [-3⋅ε-2]/ε 0
s0 2

• Ο όρος {[-3⋅ε-2]/ε} είναι αρνητικός, άρα υπάρχουν ασταθείς


πόλοι.
• Δύο εναλλαγές προσήμου (από ε σε {[-3⋅ε-2]/ε} και από {[-
3⋅ε-2]/ε} σε 2) άρα υπάρχουν δύο ασταθείς πόλοι (πράγμα
σωστό αφού υπολογίζοντας τις λύσεις του συγκεκριμένου
πολυωνύμου βρίσκουμε 1, 1 και -2).

30
Ιδιαιτερότητες Εφαρμογής
Κριτηρίου Routh

31

Ιδιαιτερότητες Εφαρμογής
Κριτηρίου Routh
Αν σε μια ολόκληρη σειρά όλοι οι όροι είναι ίσοι με μηδέν, τότε

• ή υπάρχουν 2 συζυγείς φανταστικές λύσεις,

• ή 2 πραγματικές με διαφορετικά πρόσημα

• ή, τέλος, 2 μιγαδικές συμμετρικές ως προς το μηδέν.

32
Εφαρμογή Κριτηρίου Routh στην
Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου

33

Εφαρμογή Κριτηρίου Routh στην


Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου - 1
Έστω το παρακάτω σχήμα ελέγχου, στο οποίο θα πρέπει να
καθοριστεί η τιμή του ελεγκτή Kp ώστε να έχουμε ευστάθεια:

Χρησιμοποιώντας τον τύπο της συνάρτησης μεταφοράς


κλειστού βρόχου θα έχουμε:
Y(s) C(s) ⋅ G(s) Kp ⋅ G(s) Kp
= = = 3
R(s) 1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ G(s) s + 3 ⋅ s 2 + 2 ⋅ s + Kp
34
Εφαρμογή Κριτηρίου Routh στην
Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου - 2

Άρα σχηματίζουμε τον παρακάτω πίνακα:


s3 1 2
s2 3 Kp
s1 [6-Kp]/3 0
s0 Kp
που επιβάλλει για ευστάθεια του συστήματος θετικότητα του
όρου [6- Kp], δηλαδή Κp<6.

35

Ενότητα #4: Ευστάθεια Συστημάτων Κλειστού Βρόχου


με τη Μέθοδο του Τόπου Ριζών
Σκοποί Ενότητας

• Η έννοια του Τόπου Ριζών συστήματος.

• Μέθοδος Τόπου Ριζών συγκριτικά με εναλλακτικές

• Κανόνες χάραξης - εφαρμογή σε παραδείγματα

Περιεχόμενα Ενότητας
• Ευστάθεια συστήματος κλειστού βρόχου με χάραξη
Γεωμετρικού Τόπου Ριζών
• Αρχή σχεδιασμού του γεωμετρικού τόπου ριζών συστήματος
• Βασικοί κανόνες χάραξης γεωμετρικού τόπου ριζών
συστήματος
• Παρατηρήσεις
• Παράδειγμα

5
Ευστάθεια Συστήματος με Χάραξη
Γεωμετρικού Τόπου Ριζών - 1
• Θέτοντας ευσταθές σύστημα σε κλειστό βρόχο μπορεί να
οδηγήσει σε ένα νέο ασταθές σύστημα ανάλογα με την
επιλογή ελεγκτή.

Ευστάθεια Συστήματος με Χάραξη


Γεωμετρικού Τόπου Ριζών - 2
• Θέτοντας ευσταθές σύστημα σε κλειστό βρόχο μπορεί να
οδηγήσει σε ένα νέο ασταθές σύστημα ανάλογα με την
επιλογή ελεγκτή.
• Προφανώς, ισχύει και το αντίθετο: Με χρήση κατάλληλου
ελεγκτή εξασφαλίζουμε ευστάθεια στο νέο σύστημα
κλειστού βρόχου, ενώ το αρχικό σύστημα ήταν ασταθές ως
αυτοτελής οντότητα.

8
Ευστάθεια Συστήματος με Χάραξη
Γεωμετρικού Τόπου Ριζών - 3
• Θέτοντας ευσταθές σύστημα σε κλειστό βρόχο μπορεί να
οδηγήσει σε ένα νέο ασταθές σύστημα ανάλογα με την
επιλογή ελεγκτή.
• Προφανώς, ισχύει και το αντίθετο: Με χρήση κατάλληλου
ελεγκτή εξασφαλίζουμε ευστάθεια στο νέο σύστημα
κλειστού βρόχου, ενώ το αρχικό σύστημα ήταν ασταθές ως
αυτοτελής οντότητα.
• Δηλαδή η κατάλληλη σχεδίαση ελεγκτών, δύναται να
εγγυηθεί:
– τόσο την ευστάθεια, όσο και
– συγκεκριμένες απαιτήσεις απόδοσης (μεταβατική απόκριση, μόνιμο
σφάλμα) του συστήματος σε κλειστό βρόχο.
9

Ευστάθεια Συστήματος με Χάραξη


Γεωμετρικού Τόπου Ριζών - 4
• Είδαμε σχεδιασμό ελεγκτή για το σύστημα κλειστού βρόχου με
χρήση αλγεβρικών κριτηρίων ευστάθειας Routh (βλ. ενότητα
3):

Η μέθοδος απαιτούσε τη χρήση των εξισώσεων κλειστού


βρόχου
για τη διερεύνηση της ευστάθειας αυτού.

10
Ευστάθεια Συστήματος με Χάραξη
Γεωμετρικού Τόπου Ριζών - 5
• Είδαμε σχεδιασμό ελεγκτή για το σύστημα κλειστού βρόχου με
χρήση αλγεβρικών κριτηρίων ευστάθειας Routh (βλ. ενότητα
3):
Η μέθοδος απαιτούσε τη χρήση των εξισώσεων κλειστού
βρόχου για τη διερεύνηση της ευστάθειας αυτού.
• Θα εξετάσουμε τη σχεδίαση ελεγκτή με χρήση της μεθόδου
του τόπου ριζών:
Η μέθοδος δεν χρησιμοποιεί εκτεταμένα* τις εξισώσεις
κλειστού βρόχου για τη διερεύνηση της ευστάθειας αυτού.

* Μόνο σε ένα στάδιο της χάραξης απαιτείται η χρήση της


εξίσωσης κλειστού βρόχου.
11

Γεωμετρικός Τόπος Ριζών


Συστήματος
Αρχή Σχεδιασμού

12
Αρχή Σχεδιασμού του Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 1
• Θέτοντας σύστημα με συνάρτηση μεταφοράς G(s)=P(s)/Q(s)
σε συνδεσμολογία κλειστού βρόχου έστω με τον απλούστερο
ελεγκτή (αναλογίας Kp) έχουμε τη δημιουργία ενός νέου
συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς:

Y(s) C(s) ⋅ G(s) Kp ⋅ G(s) Kp ⋅ P(s)/Q(s) Kp ⋅ P(s)


= = = = (1)
R(s) 1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ P(s)/Q(s) Q(s) + Kp ⋅ P(s)

13

Αρχή Σχεδιασμού του Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 2
• Θέτοντας σύστημα με συνάρτηση μεταφοράς G(s)=P(s)/Q(s)
σε συνδεσμολογία κλειστού βρόχου έστω με τον απλούστερο
ελεγκτή (αναλογίας Kp) έχουμε τη δημιουργία ενός νέου
συστήματος με συνάρτηση μεταφοράς:
Y(s) C(s) ⋅ G(s) Kp ⋅ G(s) Kp ⋅ P(s)/Q(s) Kp ⋅ P(s)
= = = = (1)
R(s) 1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ P(s)/Q(s) Q(s) + Kp ⋅ P(s)

• Η συμπεριφορά του συστήματος κλειστού βρόχου θα


καθορίζεται από τους πόλους του νέου χαρακτηριστικού
πολυωνύμου
Q(s)+Kp⋅P(s),
οι οποίοι εξαρτώνται με τη σειρά τους από την τιμή του Kp.
14
Αρχή Σχεδιασμού του Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 3
• Για να ερευνήσει κανείς την ευστάθεια και τα χαρακτηριστικά
απόκρισης ενός τέτοιου κλειστού συστήματος θα πρέπει:
– να υπολογίσει τους πόλους για όλες τις τιμές του Kp που
τον ενδιαφέρουν, ή,

Y(s) C(s) ⋅ G(s) Kp ⋅ G(s) Kp ⋅ P(s)/Q(s) Kp ⋅ P(s)


= = = =
R(s) 1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ P(s)/Q(s) Q(s) + Kp ⋅ P(s)

15

Αρχή Σχεδιασμού του Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 4
• Για να ερευνήσει κανείς την ευστάθεια και τα χαρακτηριστικά
απόκρισης ενός τέτοιου κλειστού συστήματος θα πρέπει:
– να υπολογίσει τους πόλους για όλες τις τιμές του Kp που
τον ενδιαφέρουν (όχι πολύ ρεαλιστικό!)
Y(s) C(s) ⋅ G(s) Kp ⋅ G(s) Kp ⋅ P(s)/Q(s) Kp ⋅ P(s)
= = = =
R(s) 1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ P(s)/Q(s) Q(s) + Kp ⋅ P(s)

– να εξετάσει τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά πολυώνυμα


κλειστού βρόχου με το κριτήριο Routh*.
*Φυσικά τότε γνωρίζουμε μόνο αν έχουμε (ή όχι)
ευσταθές σύστημα κλειστού βρόχου και όχι το βαθμό της
ευστάθειας αυτού!
16
Αρχή Σχεδιασμού του Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 5
• Μια εναλλακτική μέθοδος είναι η σχεδίαση του γεωμετρικού
τόπου ριζών του συστήματος:

– Η μέθοδος χρησιμοποιεί τους πόλους του αυτοτελούς


συστήματος G(s) [δηλαδή τις ρίζες του πολυωνύμου Q(s)]
και

17

Αρχή Σχεδιασμού του Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 6
• Μια εναλλακτική μέθοδος είναι η σχεδίαση του γεωμετρικού
τόπου ριζών του συστήματος:
– Η μέθοδος χρησιμοποιεί τους πόλους του αυτοτελούς
συστήματος G(s) [δηλαδή τις ρίζες του πολυωνύμου Q(s)]
και
– με χρήση συγκεκριμένων κανόνων δίνει τις τοποθεσίες
των πόλων κλειστού βρόχου [δηλαδή των ριζών του
πολυωνύμου Q(s)+Kp⋅P(s)] στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re
για κάθε τιμή του Κp από το μηδέν έως και το άπειρο.

18
Αρχή Σχεδιασμού του Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 7

• Η διαδοχική παράθεση των τοποθεσιών των πόλων αυτών


για αυξανόμενο Kp αποτελεί το γεωμετρικό τόπο (τροχιές)
των ριζών του χαρακτηριστικού πολυωνύμου Q(s)+Kp⋅P(s)
στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re.

Άρα έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για τις ιδιότητες


απόκρισης του συστήματος κλειστού βρόχου για 0<Κp<∞ !

19

Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος

20
Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 1
i. Θέτουμε τους n πόλους του αυτοτελούς συστήματος
G(s) = P(s)/Q(s)
στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re και τους συμβολίζουμε με [Χ].

21

Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 2
Στις τοποθεσίες αυτές θα βρίσκονται οι πόλοι του
συστήματος κλειστού βρόχου για Kp = 0, και από εκεί θα
ξεκινήσουν τις τροχιές τους με αυξανόμενη τιμή του Kp.

22
Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 3
ii. Θέτουμε τους m μηδενιστές του αυτοτελούς συστήματος
G(s) στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re και τους συμβολίζουμε με
(ο).

Στις τοποθεσίες αυτές καταλήγουν m πόλοι του συστήματος


κλειστού βρόχου για Κp→∞.

23

Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 4
iii. Από τις τροχιές των πόλων στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re,
κάποιες ενδεχομένως να βρίσκονται πάνω στον πραγματικό
άξονα.

24
Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 5
iii. Από τις τροχιές των πόλων στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re,
κάποιες ενδεχομένως να βρίσκονται πάνω στον πραγματικό
άξονα.

– Ξεκινούμε από την πιο μεγάλη τιμή πραγματικού πόλου ή


μηδενιστή, γενικά αναφερόμενου και ως «πρώτου τη
τάξει».

25

Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 6
iii. Από τις τροχιές των πόλων στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re,
κάποιες ενδεχομένως να βρίσκονται πάνω στον πραγματικό
άξονα.
– Ξεκινούμε από την πιο μεγάλη τιμή πραγματικού πόλου ή
μηδενιστή, γενικά αναφερόμενου και ως «πρώτου τη
τάξει».
– Το διάστημα μεταξύ πρώτου και δεύτερου τη τάξει
αποτελεί μέρος του τόπου των ριζών.

26
Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 7
iii. Από τις τροχιές των πόλων στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re,
κάποιες ενδεχομένως να βρίσκονται πάνω στον πραγματικό
άξονα.
– Ξεκινούμε από την πιο μεγάλη τιμή πραγματικού πόλου ή
μηδενιστή, γενικά αναφερόμενου και ως «πρώτου τη
τάξει».
– Το διάστημα μεταξύ πρώτου και δεύτερου τη τάξει
αποτελεί μέρος του τόπου των ριζών.
Το διάστημα μεταξύ δεύτερου και τρίτου τη τάξει ΔΕΝ
αποτελεί μέρος του τόπου των ριζών.
Το διάστημα μεταξύ του τρίτου και του τέταρτου τη τάξει
αποτελεί μέρος του τόπου των ριζών. 27

Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 8
Με πιο απλά λόγια η εικόνα στο μιγαδικό επίπεδο Im-Re θα
είναι ως εξής:

ΝΑΙ ΟΧΙ ΝΑΙ

3ος 2ος 1ος

28
Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 9
iv. Αυξανομένου του Κp, δύο πόλοι κινούμενοι στο Re-άξονα
από αντίθετες πλευρές θα συγκρουστούν πριν
διακλαδωθούν και συνεχίσουν τις τροχιές τους στο μιγαδικό
επίπεδο Im-Re.

Σύγκρουση
(θλάση)

Το σημείο σύγκρουσης (ή θλάσης) αντιστοιχεί στις λύσεις


της εξίσωσης d/ds[G(s)]=0.

29

Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 10
v. Αυξανομένου του Κp, m πόλοι κλειστού βρόχου
καταλήγουν στις τοποθεσίες των ισάριθμων μηδενιστών
z1,…zm του G(s),

Σύγκρουση
τοποθεσία για Kp=∞ (θλάση) τοποθεσία για Kp=0

30
Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 11
v. Αυξανομένου του Κp, m πόλοι κλειστού βρόχου
καταλήγουν στις τοποθεσίες των ισάριθμων μηδενιστών
z1,…zm του G(s),
ασυμπωτικά όρια

φασ
φασ
sασ

τοποθεσία για Kp=∞ τοποθεσία για Kp=0

ενώ (n-m) πόλοι κλειστού βρόχου οδηγούνται στο άπειρο


ασυμπτωτικά με όριο ευθείες που ξεκινούν από σημεία
του πραγματικού
n
άξονα
m
sασ και βρίσκονται υπό γωνία φασ
με αυτόν. ∑ pi − ∑ zi (2 ⋅ λ + 1)
s ασ = i =1 i =1
και ϕ ασ =
o
⋅180 , λ = 0,1,..., n − m − 1 31
n−m n−m

Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 12
vi. Τροχιές πόλων του τόπου των ριζών τέμνουν τον
φανταστικό άξονα στις τοποθεσίες ±jωο για τιμή Κpο που
επαληθεύουν την εξίσωση Q(jωο)+ Κpο⋅P(jωο)=0*

Τομή με
Im για
Κpo, ωο
φασ
φασ
sασ

* Σε αυτό το στάδιο γίνεται χρήση της εξίσωσης κλειστού


βρόχου
32
Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού
Τόπου Ριζών Συστήματος - 13
vii. Τροχιά αναχώρησης από μιγαδικό πόλο (ή προσέγγισης σε
μιγαδικό μηδενιστή) υπό γωνία φ ικανοποιεί το κριτήριο
γωνίας για λ=0,1,2,...:
φ= ?

φz1 φp1 φp2


sασ

φp3

(𝛷𝛷𝑝𝑝1 + 𝛷𝛷𝑝𝑝2 + ⋯ + 𝛷𝛷) − (𝛷𝛷𝑧𝑧1 + 𝛷𝛷𝑧𝑧2 + ⋯ + 𝛷𝛷𝑧𝑧𝑧𝑧 ) = (2 ⋅ 𝜆𝜆 + 1) ⋅ 1800


[αναχώρηση από μιγαδικό πόλο]
(𝛷𝛷𝑝𝑝1 + 𝛷𝛷𝑝𝑝2 + ⋯ + 𝛷𝛷𝑝𝑝𝑝𝑝 ) − (𝛷𝛷𝑧𝑧1 + 𝛷𝛷𝑧𝑧2 + ⋯ + 𝛷𝛷) = (2 ⋅ 𝜆𝜆 + 1) ⋅ 1800
[προσέγγιση σε μιγαδικό μηδενιστή]

33

Βασικοί Κανόνες Χάραξης Γεωμετρικού


Τόπου Ριζών Συστήματος - 14
viii. Ένα σημείο s του τόπου των ριζών αντιστοιχεί σε πόλο του
κλειστού συστήματος με κέρδος Κp* που ικανοποιεί το
κριτήριο του μέτρου:
| s - p1 | ⋅ | s - p 2 | ⋅...⋅ | s - p n |
Kp* =
| s - z1 | ⋅ | s - z 2 | ⋅...⋅ | s - z m |

όπου |s-pi| (ή |s-zi|) είναι το μήκος του ευθύγραμμου


τμήματος που ενώνει το σημείο s με τον πόλο pi ή τον
μηδενιστή zi.
Αν δεν υπάρχουν μηδενιστές τότε:
Kp* =| s - p1 | ⋅ | s - p 2 | ⋅...⋅ | s - p n |

34
Τόπος Ριζών

Παρατηρήσεις

35

Παρατηρήσεις - 1
• Η μέθοδος του τόπου των ριζών χρησιμοποιεί πόλους και
μηδενιστές του αυτοτελούς ανοικτού συστήματος.

36
Παρατηρήσεις - 2
• Η μέθοδος του τόπου των ριζών χρησιμοποιεί πόλους και
μηδενιστές του αυτοτελούς ανοικτού συστήματος.

• Η μέθοδος εξηγεί ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΙΚΑ τι ΘΑ συμβεί όταν ΘΑ


θέσουμε το σύστημα σε κλειστό βρόχο, χωρίς να μελετούμε
τις εξισώσεις κλειστού βρόχου.

37

Παρατηρήσεις - 3
• Η μέθοδος του τόπου των ριζών χρησιμοποιεί πόλους και
μηδενιστές του αυτοτελούς ανοικτού συστήματος.
• Η μέθοδος εξηγεί ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΙΚΑ τι ΘΑ συμβεί όταν ΘΑ
θέσουμε το σύστημα σε κλειστό βρόχο, χωρίς να μελετούμε
τις εξισώσεις κλειστού βρόχου.
• Ο υπολογισμός των χαρακτηριστικών απόδοσης κλειστού
βρόχου (π.χ. κερδών) προκύπτει σχεδιαστικά οπότε και η
ακρίβεια εξαρτάται από την αντίστοιχη χάραξης του τόπου
ριζών.

38
Χάραξη Τόπου Ριζών
Συστήματος
Παράδειγμα

39

Παράδειγμα - 1
Χάραξη του τόπου των ριζών του αυτοτελούς συστήματος
G(s) με συνάρτηση μεταφοράς όπως παρακάτω:
s+5  s+5 
G(s) = = 4 
s ⋅ (s + 2) ⋅ (s + 6 ⋅ s + 18)  s + 8 ⋅ s + 30 ⋅ s + 36 ⋅ s 
2 3 2

40
Παράδειγμα - 2
Χάραξη του τόπου των ριζών του αυτοτελούς συστήματος
G(s) με συνάρτηση μεταφοράς όπως παρακάτω:
s+5  s+5 
G(s) =  = 
s ⋅ (s + 2) ⋅ (s + 6 ⋅ s + 18)  s + 8 ⋅ s + 30 ⋅ s + 36 ⋅ s 
2 4 3 2

Λύση:
• Πόλοι: n=4, p1=0, p2=-2, p3,4=-3±j⋅3.
• Μηδενιστές m=1, διότι z1=-5.

41

Παράδειγμα - 3

• Άρα δύο τροχιές ξεκινούν από τον p3,4=-3±j⋅3 και επίσης δύο
από p1=0, p2=-2.

42
Παράδειγμα - 4

• Άρα δύο τροχιές ξεκινούν από τον p3,4=-3±j⋅3 και επίσης δύο
από p1=0, p2=-2.
• Μόνο μία τροχιά καταλήγει στο z1=-5 (δεν υπάρχουν άλλοι
μηδενιστές!).

43

Παράδειγμα - 5

• Άρα δύο τροχιές ξεκινούν από τον p3,4=-3±j⋅3 και επίσης δύο
από p1=0, p2=-2.
• Μόνο μία τροχιά καταλήγει στο z1=-5 (δεν υπάρχουν άλλοι
μηδενιστές!).
• Συνάγεται λοιπόν ότι οι άλλες τρεις τροχιές θα καταλήγουν
στο άπειρο (βλ. παρακάτω). 44
Παράδειγμα - 6

• Σημεία του τόπου ριζών στον πραγματικό άξονα:

45

Παράδειγμα - 7

• Σημεία του τόπου ριζών στον πραγματικό άξονα:


Μεγαλύτερος πραγματικός πόλος/ μηδενιστής είναι ο p1=0.
Άρα, [0→ -2] «είναι», [-2→ -5] «ΔΕΝ είναι», [-5→ -∞] «είναι».
46
Παράδειγμα - 8

• Προφανώς οι πόλοι από το -2 και το 0 θα κινηθούν


ανταγωνιστικά και θα συγκρουστούν (θλάση) κάπου μεταξύ
του 0 και -2.

47

Παράδειγμα - 9

• Προφανώς οι πόλοι από το -2 και το 0 θα κινηθούν


ανταγωνιστικά και θα συγκρουστούν (θλάση) κάπου μεταξύ
του 0 και -2.
• Το σημείο θλάσης θα δοθεί από τη λύση της εξίσωσης:
d d s+5 − 3 ⋅ s 4 − 36 ⋅ s 3 − 160 ⋅ s 2 − 400 ⋅ s − 180
G(s) = 0 ⇒ = =0
ds ds s 4 + 8 ⋅ s 3 + 30 ⋅ s 2 + 36 ⋅ s (s 4 + 8 ⋅ s 3 + 30 ⋅ s 2 + 36 ⋅ s) 2
48
Παράδειγμα - 10
d d s+5 − 3 ⋅ s 4 − 36 ⋅ s 3 − 160 ⋅ s 2 − 400 ⋅ s − 180
G(s) = 0 ⇒ = =0
ds ds s 4 + 8 ⋅ s 3 + 30 ⋅ s 2 + 36 ⋅ s (s 4 + 8 ⋅ s 3 + 30 ⋅ s 2 + 36 ⋅ s) 2

• Λαμβάνουμε sθλάσης=-0.97 και -6.4 (όπως και δύο μιγαδικές


λύσεις οι οποίες όμως απορρίπτονται διότι δεν αντιστοιχούν
σε σημεία του πραγματικού άξονα, όπου συμβαίνουν οι
συγκρούσεις).
• Και οι δυο τιμές βρίσκονται στα διαστήματα που ανήκουν στο
κομμάτι του τόπου των ριζών στον πραγματικό άξονα, άρα
και οι δύο λύσεις είναι δεκτές.

49

Παράδειγμα - 11

• Προφανώς η λύση sθλάσης=-0.97 αναφέρεται στη σύγκρουση


τροχιών των πόλων 0 και -2, ενώ η άλλη τιμή σε σύγκρουση
τροχιών που επανέρχονται στον πραγματικό άξονα από το
επίπεδο Im-Re.

50
Παράδειγμα - 12

• Προφανώς η λύση sθλάσης=-0.97 αναφέρεται στη σύγκρουση


τροχιών των πόλων 0 και -2, ενώ η άλλη τιμή σε σύγκρουση
τροχιών που επανέρχονται στον πραγματικό άξονα από το
επίπεδο Im-Re.

51

Παράδειγμα - 13
• Πιθανότατα λοιπόν στο sθλάσης=-6.4 θα ξανασυναντηθούν οι
τροχιές που ξεκίνησαν από τους μιγαδικούς πόλους p3,4=-
3±j⋅3, ή οι τροχιές που συγκρούστηκαν πιο πριν στο sθλάσης=-
0.97 (βλ. τις δύο πιθανές ασύμπτωτες παρακάτω)! Η
απάντηση θα διευκρινιστεί λοιπόν με τη μελέτη των
ασυμπτώτων παρακάτω

52
Παράδειγμα - 14

• Ασύμπτωτες θα υπάρχουν (n-m)=3, θα ξεκινούν από το


σημείο του πραγματικού άξονα sασ και θα βρίσκονται υπό
γωνία φασ μεnαυτόν,
m
όπως καθορίζεται ακολούθως:
∑p − ∑zi i
0-2-3 + 3 ⋅ j-3-3 ⋅ j-(-5)
s ασ = i =1 i =1
= = -1
n−m 3
(2 ⋅ λ + 1)
ϕ ασ = ⋅180 o , λ = 0,1,...,2 ⇒ ϕ ασ = 60 o ,180 o ,300 o
n−m
53

Παράδειγμα - 15

• Σημεία τομής με τον φανταστικό άξονα θα υπάρχουν, εφόσον


δύο ασύμπτωτες φεύγουν υπό γωνίες 60 και 300 με κέντρο
το -1, και πάνω σε αυτές τις ασύμπτωτες θα κινούνται
κάποιες τροχιές (είτε αυτές που ξεκίνησαν από τους
μιγαδικούς πόλους p3,4=-3±j⋅3, ή οι τροχιές που
συγκρούστηκαν πιο πριν στο sθλάσης=-0.97.
54
Παράδειγμα - 16

• Τα σημεία αυτά τομής j⋅ωο που υλοποιούνται για Kpo θα


βρεθούν θέτοντας Q(jωο)+ Κpο⋅P(jωο)=0, δηλαδή για την
περίπτωσή μας:
s 4 + 8 ⋅ s 3 + 30 ⋅ s 2 + 36 ⋅ s + Kp o ⋅ (s + 5) |s = jωo = 0 ⇒
[ω0 − 30 ⋅ ω0 + 5 ⋅ Kp o ] + j ⋅ [−8 ⋅ ω0 + (36 + Kp o ) ⋅ ω0 ] = 0
4 2 3

Οπότε και ωο=3.06 και Κpο=38.51.


55

Παράδειγμα - 17

• Ποιες τροχιές φεύγουν στο άπειρο τέμνοντας το φανταστικό


άξονα (των μιγαδικών πόλων ή των πραγματικών αφού
συγκρουστούν στο -0.97;). Γωνίες εξόδου από τους
μιγαδικούς πόλους!
56
Παράδειγμα - 18

• Γωνίες εξόδου από τους μιγαδικούς πόλους. Θα πρέπει να εφαρμόσουμε


το κριτήριο γωνίας και να διαπιστώσουμε υπό ποια γωνία οι μιγαδικοί
πόλοι διαγράφουν τις τροχιές τους.

57

Παράδειγμα - 19

Με φ συμβολίζουμε την άγνωστη γωνία, και μετρούμε το


μέγεθός της από τον οριζόντιο άξονα με θετική φορά την
ανθωρολογιακή
3 3 3
ϕ p1 = 90 + Tan −1 = 135, ϕ p 2 = 180 − Tan −1 = 108, ϕ p 3 = 90, ϕ z = Tan −1 = 56
και 3 1 2
ϕ p1 + ϕ p 2 + ϕ p 3 + ϕ − ϕ z = 180 ⇒ ϕ = −97

58
Παράδειγμα - 20
• Η τροχιά του πόλου είναι προς τα κάτω και αριστερά!
• Έτσι η σύγκρουση στο -6.4 θα αφορά τροχιές που ξεκίνησαν
από τους μιγαδικούς πόλους p3,4=-3±j⋅3, οπότε και οι τροχιές
που φεύγουν κατά μήκος των ασυμπτώτων προέρχονται από
τους πραγματικούς πόλους που συγκρούστηκαν στο -0.97.
• Ο ολοκληρωμένος τόπος των ριζών δίδεται λοιπόν ως:

59

Ενότητα #5: Σχεδιασμός Ελεγκτών με τη Μέθοδο του


Τόπου Ριζών
Σκοποί Ενότητας
• Η έννοια της σχεδίασης ελεγκτή για επίτευξη ποσοτικών-
ποιοτικών προδιαγραφών απόκρισης.

• Εκτίμηση δυνατοτήτων μεθόδου Τόπου Ριζών στην


σχεδίαση ελεγκτών

• Χρήση Τόπου Ριζών για σχεδίαση όχι απαραίτητα ελεγκτή


αναλογίας

Περιεχόμενα Ενότητας

• Σχεδιασμός ελεγκτών με χρήση του Τόπου Ριζών Συστήματος


• Μελέτη χαρακτηριστικών συστήματος G(s) και ελεγκτή C(s)
• Ποσοτικές-ποιοτικές προδιαγραφές της ελεγχόμενης
απόκρισης
• Παράδειγμα σχεδίασης ελεγκτή
– Σχεδιασμός ελεγκτή για επίτευξη προδιαγραφών
απόκρισης

5
Σχεδιασμός Ελεγκτών με Χρήση
του Τόπου Ριζών Συστήματος
Βασική ιδέα

Σχεδιασμός Ελεγκτών με Χρήση


του Τόπου Ριζών Συστήματος - 1
• H μέθοδος του Τόπου των Ριζών δίνει τα χαρακτηριστικά
απόδοσης ενός κλειστού βρόχου όπου έχει χρησιμοποιηθεί
σύστημα G(s) και ανάλογος έλεγχος Kp.

7
Σχεδιασμός Ελεγκτών με Χρήση
του Τόπου Ριζών Συστήματος - 2
• H μέθοδος του Τόπου των Ριζών δίνει τα χαρακτηριστικά
απόδοσης ενός κλειστού βρόχου όπου έχει χρησιμοποιηθεί
σύστημα G(s) και ανάλογος έλεγχος Kp.
• Αν θέλουμε τα χαρακτηριστικά κλειστού βρόχου του G(s) με
κάποιον άλλο ελεγκτή C(s) αντί του απλού κέρδους Kp,
τότε

Σχεδιασμός Ελεγκτών με Χρήση


του Τόπου Ριζών Συστήματος - 3
• H μέθοδος του Τόπου των Ριζών δίνει τα χαρακτηριστικά
απόδοσης ενός κλειστού βρόχου όπου έχει χρησιμοποιηθεί
σύστημα G(s) και ανάλογος έλεγχος Kp.
• Αν θέλουμε τα χαρακτηριστικά κλειστού βρόχου του G(s) με
κάποιον άλλο ελεγκτή C(s) αντί του απλού κέρδους Kp,
τότε
γίνεται παραγοντοποίηση της συνάρτησης μεταφοράς
C(s)⋅G(s)= Kp⋅C’(s)⋅G(s)= Kp⋅G’(s),
ώστε το C’(s) να αντιστοιχεί στο μέρος του C(s) χωρίς το Kp.

9
Σχεδιασμός Ελεγκτών με Χρήση
του Τόπου Ριζών Συστήματος - 4
• H μέθοδος του Τόπου των Ριζών δίνει τα χαρακτηριστικά
απόδοσης ενός κλειστού βρόχου όπου έχει χρησιμοποιηθεί
σύστημα G(s) και ανάλογος έλεγχος Kp.
• Αν θέλουμε τα χαρακτηριστικά κλειστού βρόχου του G(s) με
κάποιον άλλο ελεγκτή C(s) αντί του απλού κέρδους Kp,
τότε
γίνεται παραγοντοποίηση της συνάρτησης μεταφοράς
C(s)⋅G(s)= Kp⋅C’(s)⋅G(s)= Kp⋅G’(s),
ώστε το C’(s) να αντιστοιχεί στο μέρος του C(s) χωρίς το Kp.
• Άρα μελετάται ο κλειστός βρόχος του ⋅G’(s) υπό ανάλογο
έλεγχο Kp. 10

Μελέτη Χαρακτηριστικών
Συστήματος G(s) και Ελεγκτή C(s)

11
Μελέτη Χαρακτηριστικών
Συστήματος G(s) και Ελεγκτή C(s) - 1
• Για παράδειγμα έστω ότι μελετάμε σύστημα G(s) και ελεγκτή
C(s) με μορφή PI, όπως παρακάτω:
1 KI  s + (K I / Kp) 
G(s) = , C(s) = Kp +  = Kp ⋅ = Kp ⋅ C' (s) 
(s + 3) ⋅ (s + 7) s  s 

12

Μελέτη Χαρακτηριστικών
Συστήματος G(s) και Ελεγκτή C(s) - 2
• Για παράδειγμα έστω ότι μελετάμε σύστημα G(s) και ελεγκτή
C(s) με μορφή PI, όπως παρακάτω:
1 KI  s + (K I / Kp) 
G(s) = , C(s) = Kp +  = Kp ⋅ = Kp ⋅ C' (s) 
(s + 3) ⋅ (s + 7) s  s 

• Νέο σύστημα G’(s)=C’(s)⋅G(s), χρήση του τόπου των ριζών για


τη μελέτη του υπό κατασκευή κλειστού βρόχου με κύριο
κλάδο G’(s) και ανάλογο έλεγχο Kp.

13
Μελέτη Χαρακτηριστικών
Συστήματος G(s) και Ελεγκτή C(s) - 3
• Για παράδειγμα έστω ότι μελετάμε σύστημα G(s) και ελεγκτή
C(s) με μορφή PI, όπως παρακάτω:

1 KI  s + (K I / Kp) 
G(s) = , C(s) = Kp +  = Kp ⋅ = Kp ⋅ C' (s) 
(s + 3) ⋅ (s + 7) s  s 

• Νέο σύστημα G’(s)=C’(s)⋅G(s), χρήση του τόπου των ριζών για


τη μελέτη του υπό κατασκευή κλειστού βρόχου με κύριο
κλάδο G’(s) και ανάλογο έλεγχο Kp.
• Ανάλογα με τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα ελέγχου
υπολογίζονται τα Κp και KI δηλαδή ο ελεγκτής PI που θα
χρησιμοποιηθεί.
14

Ποσοτικές - Ποιοτικές Προδιαγραφές


της Ελεγχόμενης Απόκρισης

15
Ποσοτικές - Ποιοτικές Προδιαγραφές
της Ελεγχόμενης Απόκρισης - 1
• Αφορούν συνήθως
– στο μέγεθος του μόνιμου σφάλματος, και
– σε χαρακτηριστικά μεταβατικής απόκρισης όπως η
υπερύψωση v, ο χρόνος αποκατάστασης ts ή ο χρόνος
ανόδου tr.

16

Ποσοτικές - Ποιοτικές Προδιαγραφές


της Ελεγχόμενης Απόκρισης - 2
• Αφορούν συνήθως
– στο μέγεθος του μόνιμου σφάλματος, και
– σε χαρακτηριστικά μεταβατικής απόκρισης όπως η
υπερύψωση v, ο χρόνος αποκατάστασης ts ή ο χρόνος
ανόδου tr.
• Οι προδιαγραφές αυτές μεταφράζονται σε επιθυμητούς
πόλους κλειστού βρόχου με συγκεκριμένο συντελεστή
απόσβεσης ζ και φυσική συχνότητα ωn.

17
Ποσοτικές - Ποιοτικές Προδιαγραφές
της Ελεγχόμενης Απόκρισης - 3
• Αφορούν συνήθως
– στο μέγεθος του μόνιμου σφάλματος, και
– σε χαρακτηριστικά μεταβατικής απόκρισης όπως η
υπερύψωση v, ο χρόνος αποκατάστασης ts ή ο χρόνος
ανόδου tr.
• Οι προδιαγραφές αυτές μεταφράζονται σε επιθυμητούς
πόλους κλειστού βρόχου με συγκεκριμένο συντελεστή
απόσβεσης ζ και φυσική συχνότητα ωn.
• Ο Πίνακας 1 δίνει τη σχέση μεταξύ των προδιαγραφών
ελέγχου και των μεγεθών ζ και ωn:

18

Ποσοτικές - Ποιοτικές Προδιαγραφές


της Ελεγχόμενης Απόκρισης - 4
• Πίνακας 1: Προδιαγραφές απόκρισης και σχέση με συντελεστή
απόσβεσης ζ και φυσική συχνότητα ωn
Προδιαγραφή Σχέση με ζ και ωn
−ζπ
υπερύψωση v (ΟΧΙ σε %) | ln(v) |
1−ζ 2
v=e και ζ =
ln 2 (v) + π 2
χρόνος αποκατάστασης ts 4
ts = για ±2% της τελικής τιμής απόκρισης
ζ ⋅ ωn
χρόνος ανόδου tr 1 + 2.5 ⋅ ζ
tr =
ωn
μόνιμο σφάλμα Ε∞ 1 1
Ε∞ = ή Ε∞ = ,
1+ Κ Κ
αναλόγως του τύπου του συστήματος του κύριου
κλάδου του κλειστού βρόχου & Κ το στατικό του κέρδος

Ισοδύναμοι επικρατούντες πόλοι κλειστού βρόχου: s d = −ζ ⋅ ω n ± j ⋅ ω n ⋅ 1 − ζ


2

19
Παράδειγμα Σχεδίασης Ελεγκτή

20

Παράδειγμα Σχεδίασης Ελεγκτή - 1


• Έστω G(s)=200/[s⋅(s+5)⋅(s+20)]=200/[s3+25⋅s2+100⋅s], να σχεδιαστεί
έλεγχος ώστε σε κλειστό βρόχο να επιτυγχάνεται μηδενικό μόνιμο
σφάλμα σε βηματική είσοδο, χρόνος αποκατάστασης ts=0.7 sec και
μέγιστη υπερύψωση v=30%.
Λύση:
• Το G(s) είναι τύπου-1, άρα ακόμα και με απλό ανάλογο έλεγχο θα
έχουμε μηδενικό μόνιμο σφάλμα σε βηματική είσοδο.

21
Παράδειγμα Σχεδίασης Ελεγκτή - 2
• Έστω G(s)=200/[s⋅(s+5)⋅(s+20)]=200/[s3+25⋅s2+100⋅s], να
σχεδιαστεί έλεγχος ώστε σε κλειστό βρόχο να επιτυγχάνεται
μηδενικό μόνιμο σφάλμα σε βηματική είσοδο, χρόνος
αποκατάστασης ts=0.7 sec και μέγιστη υπερύψωση v=30%.
Λύση:
• Το G(s) είναι τύπου-1, άρα ακόμα και με απλό ανάλογο
έλεγχο θα έχουμε μηδενικό μόνιμο σφάλμα σε βηματική
είσοδο.

22

Παράδειγμα Σχεδίασης Ελεγκτή - 3


• Αρχικά θα μεταφράσουμε τις προδιαγραφές ελέγχου ts=0.7
sec και v=30% σε επιθυμητούς επικρατούντες πόλους
κλειστού βρόχου:
| ln(v) | | ln(0.3) | 4 4 4
ζ = = = 0.357 ts = ⇒ ωn = = = 16
ln (v) + π
2 2
ln (0.3) + π
2 2
ζ ⋅ ωn t s ⋅ ζ 0.7 ⋅ 0.35

Επιθυμητοί πόλοι κλειστού βρόχου (Πίνακας 1):


sd=-5.7±j⋅14.98

23
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης

24

Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη


Προδιαγραφών Απόκρισης - 1
• Επιτυγχάνονται οι προδιαγραφές με απλό ανάλογο έλεγχο;

25
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης - 2
• Επιτυγχάνονται οι προδιαγραφές με απλό ανάλογο έλεγχο;
• Αρκεί να χαραχθεί ο (συμβατικός) τόπος ριζών του
συστήματος G(s).
– Πόλοι n=3 (p1=0, p2=-5, p3=-20), κανένας μηδενιστής m=0.

26

Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη


Προδιαγραφών Απόκρισης - 3
• Επιτυγχάνονται οι προδιαγραφές με απλό ανάλογο έλεγχο;
• Αρκεί να χαραχθεί ο (συμβατικός) τόπος ριζών του
συστήματος G(s).
– Πόλοι n=3 (p1=0, p2=-5, p3=-20), κανένας μηδενιστής m=0.
– Άρα (n-m)=3 ασύμπτωτες με σημείο αρχής το
n m

∑ pi − ∑ zi 0 - 5 - 20
s ασ = i =1 i =1
= = -8.333
n−m 3

υπό γωνίες που προκύπτουν ως ακολούθως:


(2 ⋅ λ + 1)
ϕ ασ = ⋅ 180 o , ⇒ ϕ ασ = 60 o ,180 o ,300 o
n−m λ =0,1,...,2

27
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης - 4
• Μέρη του τόπου των ριζών στον πραγματικό άξονα:
[0→ -5] «ΝΑΙ», [-5→ -20] «ΟΧΙ», [-20 → -∞) «ΝΑΙ».

28

Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη


Προδιαγραφών Απόκρισης - 5
• Μέρη του τόπου των ριζών στον πραγματικό άξονα:
[0→ -5] «ΝΑΙ», [-5→ -20] «ΟΧΙ», [-20 → -∞) «ΝΑΙ».

• Σημεία σύγκρουσης (θλάσης) αντίθετα κινούμενων πόλων


στον πραγματικό άξονα υπολογιζόμενα από την σχέση:
d d 200 − 200 ⋅ (3 ⋅ s 2 + 50 ⋅ s + 100)
G(s) = 0 ⇒ = = 0 ⇒ s = −2.33,−14.33
ds ds s 3 + 25 ⋅ s 2 + 100 ⋅ s (s 3 + 25 ⋅ s 2 + 100 ⋅ s) 2

29
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης - 6
• Μέρη του τόπου των ριζών στον πραγματικό άξονα:
[0→ -5] «ΝΑΙ», [-5→ -20] «ΟΧΙ», [-20 → -∞) «ΝΑΙ».

• Σημεία σύγκρουσης (θλάσης) αντίθετα κινούμενων πόλων


στον πραγματικό άξονα υπολογιζόμενα από την σχέση:

d d 200 − 200 ⋅ (3 ⋅ s 2 + 50 ⋅ s + 100)


G(s) = 0 ⇒ = = 0 ⇒ s = −2.33,−14.33
ds ds s 3 + 25 ⋅ s 2 + 100 ⋅ s (s 3 + 25 ⋅ s 2 + 100 ⋅ s) 2

από τα οποία μόνο το s=-2.33 βρίσκεται σε διάστημα του


τόπου των ριζών στον πραγματικό άξονα.

30

Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη


Προδιαγραφών Απόκρισης - 7
• Τα σημεία τομής με τον φανταστικό άξονα ±j⋅ωο που
υλοποιούνται για Kpo θα βρεθούν θέτοντας Q(jωο)+
Κpο⋅P(jωο)=0; ή, για την περίπτωσή μας:

s 3 + 25 ⋅ s 2 + 100 ⋅ s + Kp o ⋅ 200 |s = jωo = 0 ⇒ Kp o = 12.5, ω 0 = ±10

επιθυμητός πόλος sd

τομή με

Im άξονα

ασύμπτωτες

θλάση

31
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης - 8

επιθυμητός πόλος sd

τομή με

Im άξονα

ασύμπτωτες

θλάση

• Άρα ο επιθυμητός πόλος δεν θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί σε


τροχιά πόλων του τόπου των ριζών υπό ανάλογο έλεγχο Kp.
• Άρα αυτή η λύση ελέγχου απορρίπτεται.

32

Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη


Προδιαγραφών Απόκρισης - 9
επιθυμητός πόλος sd

τομή με

Im άξονα

ασύμπτωτες

θλάση

• Βλέποντας τον τόπο των ριζών αντιλαμβανόμαστε ότι:


Η καλύτερη λύση για να περνά κάποια τροχιά από την
τοποθεσία επιθυμητού πόλου θα ήταν ελεγκτής τέτοιος
ώστε το σύστημα του κύριου κλάδου C(s)⋅G(s) να δίδει
δύο ασύμπτωτες (στις 90ο και 270ο)
33
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης - 10
επιθυμητός πόλος sd

τομή με

Im άξονα

ασύμπτωτες

θλάση

Έτσι με κατάλληλη επιλογή του κέντρου ασυμπτώτων sασ στην


αρνητική πλευρά του πραγματικού άξονα (μέσω ρύθμισης των
παραμέτρων του ελεγκτή) μπορούμε να έχουμε τροχιές πόλων
ΠΑΝΤΑ στην ευσταθή αυτή περιοχή.

34

Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη


Προδιαγραφών Απόκρισης - 11
• Χρειάζεται λοιπόν ένας μηδενιστής στο C(s)⋅G(s), δηλαδή
ελεγκτής PD:
C(s)=Kp⋅(τds+1)= Kp⋅τd⋅(s+1/τd)

35
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης - 12
• Χρειάζεται λοιπόν ένας μηδενιστής στο C(s)⋅G(s), δηλαδή
ελεγκτής PD: C(s)=Kp⋅(τds+1)= Kp⋅τd⋅(s+1/τd)
200 ⋅ Kp ⋅τ d (s + 1 / τ d ) Kp * ⋅ (s + z)
G' (s) = =
s ⋅ (s + 5) ⋅ (s + 20) s ⋅ (s + 5) ⋅ (s + 20)
και έτσι

36

Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη


Προδιαγραφών Απόκρισης - 13

• Με κατάλληλη επιλογή του z το κέντρο ασυμπτώτων sασ θα


μπορεί να τοποθετηθεί όπως στο παραπάνω σχήμα, ώστε ο
επιθυμητός πόλος sd=-5.7+j⋅14.98 να ανήκει στον τόπο των
ριζών.
37
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης - 14

• Με κατάλληλη επιλογή του z το κέντρο ασυμπτώτων sασ θα


μπορεί να τοποθετηθεί όπως στο παραπάνω σχήμα, ώστε ο
επιθυμητός πόλος sd=-5.7+j⋅14.98 να ανήκει στον τόπο των
ριζών.
• Τότε, όμως, θα ικανοποιεί τα κριτήρια γωνίας και μέτρου.
Από το κριτήριο γωνίας θα είναι: 38

Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη


Προδιαγραφών Απόκρισης - 15
από το κριτήριο γωνίας θα είναι:
14.98 14.98 14.98
ϕ1 = 180 − Tan −1 = 110, ϕ 2 = 180 − Tan −1 = 93, ϕ 3 = Tan −1 = 46
5.7 5.7 − 5 20 − 5.7

και επειδή ϕ1 + ϕ 2 + ϕ 3 − ϕ z = 180 ⇒ ϕ z = 69.

• Όμως tan(φz)=14.98/(z-5.7), ή

z =11.45, και

τd=1/11.45=0.087 sec.

39
Σχεδιασμός Ελεγκτή για Επίτευξη
Προδιαγραφών Απόκρισης - 16
• Από το κριτήριο του μέτρου θα είναι:

| s - p1 | ⋅ | s - p 2 | ⋅ | s - p 3 | 14.982 + 5.7 2 ⋅ 14.982 + 0.7 2 ⋅ (20 − 5.7) 2 + 14.982


Kp* = = = 310.2
| s - z1 | (11.45 − 5.7) 2 + 14.982

και επειδή από τον ορισμό του G’(s) ισχύει ότι


Kp*=200⋅Kp⋅τd,
ή
Kp=17.83

40

Ενότητα #6: Σχεδιασμός Ελεγκτών με Χρήση


Αναλυτικής Μεθόδου Υπολογισμού Παραμέτρων
Σκοποί Ενότητας

• Η έννοια της σχεδίασης ελεγκτή για επίτευξη ποσοτικών-


ποιοτικών προδιαγραφών απόκρισης.

• Εκτίμηση δυνατοτήτων αναλυτικής μεθόδου υπολογισμού


παραμέτρων ελεγκτή

• Σύγκριση με μέθοδο σχεδιασμού ελεγκτή με χρήση Τόπου Ριζών

Περιεχόμενα Ενότητας
• Σχεδιασμός ελεγκτών – Αναλυτική μέθοδος υπολογισμού
παραμέτρων
• Αρχικό στάδιο σχεδιασμού: Προδιαγραφές απόκρισης
• Επόμενο στάδιο σχεδιασμού: Επιθυμητές ιδιότητες κλειστού
βρόχου
• Τελικό στάδιο σχεδιασμού: Υπολογισμός παραμέτρων
ελεγκτή
• Παράδειγμα 1
• Παράδειγμα 2

5
Σχεδιασμός Ελεγκτών

Αναλυτική Μέθοδος Υπολογισμού


Παραμέτρων

Σχεδιασμός Ελεγκτών: Αναλυτική


Μέθοδος Υπολογισμού Παραμέτρων - 1
• Ο ελεγκτής καθορίζει όλα τα χαρακτηριστικά του συστήματος
κλειστού βρόχου στο οποίο χρησιμοποιείται.
• Σχεδιασμός ελεγκτή:

7
Σχεδιασμός Ελεγκτών: Αναλυτική
Μέθοδος Υπολογισμού Παραμέτρων - 2
• Ο ελεγκτής καθορίζει όλα τα χαρακτηριστικά του συστήματος
κλειστού βρόχου στο οποίο χρησιμοποιείται.
• Σχεδιασμός ελεγκτή:
– Με τόπο ριζών οπότε από τη γνώση του ανοικτού
συστήματος εξάγονται συμπεράσματα για τον υπό
κατασκευή κλειστό βρόχο χωρίς εκτεταμένη χρήση της
συνάρτησης μεταφοράς αυτού.

Σχεδιασμός Ελεγκτών: Αναλυτική


Μέθοδος Υπολογισμού Παραμέτρων - 3
• Ο ελεγκτής καθορίζει όλα τα χαρακτηριστικά του συστήματος
κλειστού βρόχου στο οποίο χρησιμοποιείται.
• Σχεδιασμός ελεγκτή:
– Με τόπο ριζών οπότε από τη γνώση του ανοικτού
συστήματος εξάγονται συμπεράσματα για τον υπό
κατασκευή κλειστό βρόχο χωρίς εκτεταμένη χρήση της
συνάρτησης μεταφοράς αυτού.
– Με αναλυτική μέθοδο υπολογισμού παραμέτρων οπότε
από την επιθυμητή συνάρτηση μεταφοράς κλειστού
βρόχου συνάγονται οι παράμετροι του ελεγκτή με
υπολογιστικό τρόπο.
9
Σχεδιασμός Ελεγκτών

Αρχικό Στάδιο Σχεδιασμού: Προδιαγραφές


Απόκρισης

10

Αρχικό Στάδιο Σχεδιασμού


Προδιαγραφές Απόκρισης - 1
Αρχικό στάδιο σχεδιασμού:
Μετάφραση των προδιαγραφών ελέγχου με τον Πίνακα 1 (βλ.
επόμενη σελίδα):
– σε χαρακτηριστικά πόλων κλειστού βρόχου ή
ισοδύναμα
– σε επιθυμητή συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου
που πρέπει να επιτυγχάνονται στην ΠΡΑΞΗ.

11
Αρχικό Στάδιο Σχεδιασμού
Προδιαγραφές Απόκρισης - 2
Πίνακας 1: Προδιαγραφές απόκρισης και σχέση με συντελεστή
απόσβεσης ζ και φυσική συχνότητα ωn
Προδιαγραφή Σχέση με ζ και ωn
−ζπ
υπερύψωση v (ΟΧΙ σε %) | ln(v) |
1−ζ 2
v=e και ζ =
ln 2 (v) + π 2
χρόνος αποκατάστασης ts 4
ts = για ±2% της τελικής τιμής απόκρισης
ζ ⋅ ωn
χρόνος ανόδου tr 1 + 2.5 ⋅ ζ
tr =
ωn
μόνιμο σφάλμα Ε∞ 1 1
Ε∞ = ή Ε∞ = ,
1+ Κ Κ
αναλόγως του τύπου του συστήματος του κύριου
κλάδου του κλειστού βρόχου & Κ το στατικό του κέρδος

Ισοδύναμοι επικρατούντες πόλοι κλειστού βρόχου: s d = −ζ ⋅ ω n ± j ⋅ ω n ⋅ 1 − ζ


2

12

Αρχικό Στάδιο Σχεδιασμού


Προδιαγραφές Απόκρισης - 3
• Από τις προδιαγραφές ελέγχου οι επιθυμητοί πόλοι sd και
μηδενιστές zd (Πίνακας 1) μεταφράζονται πρακτικά στην
επιθυμητή συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου:
Y(s) (s - z d1 ) ⋅ (s - z d2 ) ⋅  ⋅ (s - z dm )
=
R(s) (s - s d1 ) ⋅ (s - s d2 ) ⋅  ⋅ (s - s di ) ⋅ (s - s *di ) ⋅  ⋅ (s - z dn )

• ή ισοδύναμα σε σύστημα με χαρακτηριστικό πολυώνυμο:

(s - s d1 ) ⋅ (s - s d2 ) ⋅  ⋅ (s - s di ) ⋅ (s - s *di ) ⋅  ⋅ (s - z dn ) = 0

13
Σχεδιασμός Ελεγκτών

Επόμενο Στάδιο Σχεδιασμού: Επιθυμητές


Ιδιότητες Κλειστού Βρόχου

14

Επόμενο Στάδιο Σχεδιασμού: Επιθυμητές


Ιδιότητες Κλειστού Βρόχου - 1
• Επόμενο στάδιο σχεδιασμού: Με βάση τη δομή του υπό
δοκιμή ελεγκτή, υπολογίζονται:
– Τα χαρακτηριστικά των πόλων κλειστού βρόχου που
προκύπτουν, ή
(ισοδύναμα)
– η προκύπτουσα συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου

σε παραμετρική μορφή στη ΘΕΩΡΙΑ.

15
Επόμενο Στάδιο Σχεδιασμού: Επιθυμητές
Ιδιότητες Κλειστού Βρόχου - 2
Επόμενο στάδιο σχεδιασμού: Με βάση τη δομή του υπό δοκιμή
ελεγκτή, υπολογίζονται:
– Τα χαρακτηριστικά των πόλων κλειστού βρόχου που
προκύπτουν, ή
(ισοδύναμα)
– η προκύπτουσα συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου

σε παραμετρική μορφή στη ΘΕΩΡΙΑ.

16

Επόμενο Στάδιο Σχεδιασμού: Επιθυμητές


Ιδιότητες Κλειστού Βρόχου - 3
• Έτσι αν το ανοικτό σύστημα έχει συνάρτηση μεταφοράς
G(s)=P(s)/Q(s),
και ο αντίστοιχος «υπό δοκιμή» ελεγκτής έχει συνάρτηση
μεταφοράς
Gc(s)=Pc(s)/Qc(s),
τότε,
Η συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου θεωρητικά είναι:
Y(s) C(s) ⋅ G(s) Pc(s)/Qc(s) ⋅ P(s)/Q(s) Pc(s) ⋅ P(s)
= = =
R(s) 1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Pc(s)/Qc(s) ⋅ P(s)/Q(s) Qc(s) ⋅ Q(s) + Pc(s) ⋅ P(s)

17
Σχεδιασμός Ελεγκτών

Τελικό Στάδιο Σχεδιασμού: Υπολογισμός


Παραμέτρων Ελεγκτή

18

Τελικό Στάδιο Σχεδιασμού: Υπολογισμός


Παραμέτρων Ελεγκτή - 1
• Αρκεί, λοιπόν, η θεωρητική συνάρτηση να είναι ίδια (σε
βαθμούς πολυωνύμων και συντελεστές δυνάμεων αυτών) με
την συνάρτηση μεταφοράς στην πράξη:
Pc(s) ⋅ P(s) (s - z d1 ) ⋅ (s - z d2 ) ⋅  ⋅ (s - z dm )
~
Qc(s) ⋅ Q(s) + Pc(s) ⋅ P(s) (s - s d1 ) ⋅ (s - s d2 ) ⋅  ⋅ (s - s di ) ⋅ (s - s *di ) ⋅  ⋅ (s - z dn )

19
Τελικό Στάδιο Σχεδιασμού: Υπολογισμός
Παραμέτρων Ελεγκτή - 2
• Αρκεί, λοιπόν, η θεωρητική συνάρτηση να είναι ίδια (σε
βαθμούς πολυωνύμων και συντελεστές δυνάμεων αυτών) με
την συνάρτηση μεταφοράς στην πράξη:

Pc(s) ⋅ P(s) (s - z d1 ) ⋅ (s - z d2 ) ⋅  ⋅ (s - z dm )
~
Qc(s) ⋅ Q(s) + Pc(s) ⋅ P(s) (s - s d1 ) ⋅ (s - s d2 ) ⋅  ⋅ (s - s di ) ⋅ (s - s *di ) ⋅  ⋅ (s - z dn )

• οπότε και θα έχουμε (m+n+1) εξισώσεις με αντίστοιχο αριθμό


αγνώστων (οι συντελεστές των δυνάμεων των πολυωνύμων
του ελεγκτή μαζί με όποιες άλλες βοηθητικές παραμέτρους
έχουμε χρησιμοποιήσει).

20

Τελικό Στάδιο Σχεδιασμού: Υπολογισμός


Παραμέτρων Ελεγκτή - 3
• Αρκεί, λοιπόν, η θεωρητική συνάρτηση να είναι ίδια (σε
βαθμούς πολυωνύμων και συντελεστές δυνάμεων αυτών) με
την συνάρτηση μεταφοράς στην πράξη:
Pc(s) ⋅ P(s) (s - z d1 ) ⋅ (s - z d2 ) ⋅  ⋅ (s - z dm )
~
Qc(s) ⋅ Q(s) + Pc(s) ⋅ P(s) (s - s d1 ) ⋅ (s - s d2 ) ⋅  ⋅ (s - s di ) ⋅ (s - s *di ) ⋅  ⋅ (s - z dn )

• οπότε και θα έχουμε (m+n+1) εξισώσεις με αντίστοιχο αριθμό


αγνώστων (οι συντελεστές των δυνάμεων των πολυωνύμων
του ελεγκτή μαζί με όποιες άλλες βοηθητικές παραμέτρους
έχουμε χρησιμοποιήσει).
• Η λύση αυτών των (συχνά μη γραμμικών) εξισώσεων
προσδιορίζει την συνάρτηση μεταφοράς του ελεγκτή μας.
21
Παράδειγμα 1 (1)
Έστω
G(s)=200/[s⋅(s+5)⋅(s+20)] = 200/[s3+25⋅s2+100⋅s],
να σχεδιαστεί ελεγκτής ώστε σε κλειστό βρόχο να
επιτυγχάνεται μόνιμο σφάλμα Ε∞<0.01 σε είσοδο ράμπας,
επιλέγοντας μεταξύ ελεγκτή αναλογίας Kp, LEAD και LAG.

23

Παράδειγμα 1 (2)
Έστω
G(s)=200/[s⋅(s+5)⋅(s+20)] = 200/[s3+25⋅s2+100⋅s],
να σχεδιαστεί ελεγκτής ώστε σε κλειστό βρόχο να
επιτυγχάνεται μόνιμο σφάλμα Ε∞<0.01 σε είσοδο ράμπας,
επιλέγοντας μεταξύ ελεγκτή αναλογίας Kp, LEAD και LAG.
Λύση:
Η απλούστερη λύση ελεγκτή αναλογίας Kp: Με αύξηση του
Kp μειώνεται το σφάλμα, αλλά παράλληλα ελαττώνεται η
ευστάθεια του συστήματος κλειστού βρόχου.
Με Routh εξακριβώνονται τα όρια ευστάθειας κλειστού
βρόχου ο οποίος έχει συνάρτηση μεταφοράς
24
Παράδειγμα 1 (3)
C(s) ⋅ G(s) Kp ⋅ 200 3 200 ⋅ Kp
Y(s)
= = s + 25 ⋅ s 2 + 100 ⋅ s =
R(s) 1 + C(s) ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ 200 3 s + 25 ⋅ s + 100 ⋅ s + 200 ⋅ Kp
3 2

s + 25 ⋅ s 2 + 100 ⋅ s

Πίνακας Routh:
s3 1 100
s2 25 200⋅Kp
25 ⋅100 − 200 ⋅ Kp
s1 0
25

s0 200⋅Kp

• Ευστάθεια, λοιπόν μόνο αν [25⋅100-200 Kp]>0 ή Kp<12.5

25

Παράδειγμα 1 (4)
• Εδώ, το σύστημα του κυρίου κλάδου του κλειστού βρόχου θα
έχει συνάρτηση μεταφοράς
200Kp
= 3
200Kp δηλαδή τύπου-1.
s(s + 5)(s + 20) s + 25s 2 + 100s

Το στατικό κέρδος αυτού θα είναι Κ=2⋅Kp.

26
Παράδειγμα 1 (5)
• Η προδιαγραφή μόνιμου σφάλματος προκύπτει από την
σχέση

Ε∞=1/Κ<0.01 ή Ε∞=1/(2⋅Kp)<0.01 ή τελικά Kp>50.

Μια τέτοια τιμή όμως θα οδηγούσε στην αστάθεια, εφόσον


πρέπει Kp<12.5.

27

Παράδειγμα 1 (6)
• Η προδιαγραφή μόνιμου σφάλματος προκύπτει από την
σχέση
Ε∞=1/Κ<0.01 ή Ε∞=1/(2⋅Kp)<0.01 ή τελικά Kp>50.
Μια τέτοια τιμή όμως θα οδηγούσε στην αστάθεια, εφόσον
πρέπει Kp<12.5.
Άρα
Ο απλός ελεγκτής αναλογίας δεν επαρκεί και χρειαζόμαστε
ελεγκτή LEAD ή LAG με συνάρτηση μεταφοράς
Pc( s ) s+z
Gc( s ) = = KL
Qc( s ) s+ p

28
Παράδειγμα 1 (7)
• Έστω η απλούστερη περίπτωση όπου ΚL=1. Το σύστημα
κυρίου κλάδου του κλειστού βρόχου έχει συνάρτηση
μεταφοράς
200( s + z )
Gc( s )G ( s ) =
s ( s + p )( s + 5)( s + 20)

δηλαδή είναι τύπου-1, με στατικό κέρδος Κ=2⋅z/p.

29

Παράδειγμα 1 (8)
• Με βάση την προδιαγραφή
Ε∞=1/Κ<0.01, είναι p=0.02⋅z,
ή, με άλλα λόγια, επιβάλλεται ένας ελεγκτής LAG.

Άρα

αρκεί να επιλέξουμε κατάλληλα τιμές για τα z και p


προσέχοντας την ευστάθεια, ώστε να ικανοποιηθεί η
προδιαγραφή μόνιμου σφάλματος που τέθηκε.

30
Παράδειγμα 1 (9)
• Αν
z=0.1 τότε p=0.002
και η συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου προκύπτει:
Y(s) Pc(s) ⋅ P(s) 200 ⋅ (s + 0.1)
= = =
R(s) Qc(s) ⋅ Q(s) + Pc(s) ⋅ P(s) s ⋅ (s + 0.002) ⋅ (s + 5) ⋅ (s + 20) + 200 ⋅ (s + 0.1)
200 ⋅ (s + 0.1)
= 4
s + 25 ⋅ s 3 + 100.1 ⋅ s 2 + 200.2 ⋅ s + 200

με ευσταθείς πόλους s1=-20.6, s2=-0.1053, s3,4= -


2.139±j⋅2.153.

31

Παράδειγμα 2 (1)
• Έστω
G(s)=1/(s+1)2 ,
να υπολογιστεί ελεγκτής LEAD ώστε σε κλειστό βρόχο και
βηματική είσοδο να επιτευχθεί υπερύψωση v<20.8% και
χρόνος αποκατάστασης ts<2sec.

33
Παράδειγμα 2 (2)
• Έστω
G(s)=1/(s+1)2 ,
να υπολογιστεί ελεγκτής LEAD ώστε σε κλειστό βρόχο και
βηματική είσοδο να επιτευχθεί υπερύψωση v<20.8% και
χρόνος αποκατάστα-σης ts<2sec.
Λύση:
• Προδιαγραφές ελέγχου σε επιθυμητούς πόλους με τη χρήση
του Πίνακα 1.
| ln(v) | | ln(0.208) | 4
ζ =
ln 2 (v) + π 2
=
ln 2 (0.208) + π 2
= 0.447 και ts =
ζ ⋅ ωn
= 2 ⇒ ωn = 4.4723 r/s
Άρα επιθυμητοί πόλοι: sd=-ζ⋅ωn±j⋅ωn√(1-ζ2)=-2±j⋅4.
34

Παράδειγμα 2 (3)
• Θεωρητική συνάρτηση κλειστού βρόχου:
Y(s) Gc(s) ⋅ G(s) Pc(s) ⋅ P(s) K L ⋅ (s + z)
= = =
R(s) 1 + Gc(s) ⋅ G(s) Qc(s) ⋅ Q(s) + Pc(s) ⋅ P(s) (s + p) ⋅ (s + 1) 2 + K ⋅ (s + z)
K L ⋅ (s + z)
= 3
s + (2 + p) ⋅ s 2 + (2 ⋅ p + 1 + K) ⋅ s + (K ⋅ z + p)

35
Παράδειγμα 2 (4)
• Θεωρητική συνάρτηση κλειστού βρόχου:

Y(s) Gc(s) ⋅ G(s) Pc(s) ⋅ P(s) K L ⋅ (s + z)


= = =
R(s) 1 + Gc(s) ⋅ G(s) Qc(s) ⋅ Q(s) + Pc(s) ⋅ P(s) (s + p) ⋅ (s + 1) 2 + K ⋅ (s + z)
K L ⋅ (s + z)
= 3
s + (2 + p) ⋅ s + (2 ⋅ p + 1 + K) ⋅ s + (K ⋅ z + p)
2

• Πολυώνυμο κλειστού βρόχου στην πράξη θα πρέπει να είναι:


Q d (s) = (s - s d ) ⋅ (s - s *d ) = [s - (-2 + j ⋅ 4)] ⋅ [s - (-2 - j ⋅ 4)] = s 2 + 4 ⋅ s + 20

36

Παράδειγμα 2 (5)
• Θεωρητική συνάρτηση κλειστού βρόχου:
Y(s) Gc(s) ⋅ G(s) Pc(s) ⋅ P(s) K L ⋅ (s + z)
= = =
R(s) 1 + Gc(s) ⋅ G(s) Qc(s) ⋅ Q(s) + Pc(s) ⋅ P(s) (s + p) ⋅ (s + 1) 2 + K ⋅ (s + z)
K L ⋅ (s + z)
= 3
s + (2 + p) ⋅ s + (2 ⋅ p + 1 + K) ⋅ s + (K ⋅ z + p)
2

• Πολυώνυμο κλειστού βρόχου στην πράξη θα πρέπει να είναι:


Q d (s) = (s - s d ) ⋅ (s - s *d ) = [s - (-2 + j ⋅ 4)] ⋅ [s - (-2 - j ⋅ 4)] = s 2 + 4 ⋅ s + 20

....Προφανώς αδύνατο να ισχύει ΘΕΩΡΙΑ = ΠΡΑΞΗ. (ΓΙΑΤΙ;;;)

37
Παράδειγμα 2 (6)
Άρα
Επιλέγουμε βοηθητικό πολυώνυμο
qd(s)= (s+α)
δηλαδή
.... εισάγουμε ακόμα έναν πόλο κλειστού βρόχου σε κάποια
μακρινή τοποθεσία σε σχέση με τους επιβληθέντες πόλους sd=-
2±j⋅4.

38

Παράδειγμα 2 (7)
Άρα
• Επιλέγουμε βοηθητικό πολυώνυμο
qd(s)= (s+α)
δηλαδή
.... εισάγουμε ακόμα έναν πόλο κλειστού βρόχου σε κάποια
μακρινή τοποθεσία σε σχέση με τους επιβληθέντες πόλους sd=-
2±j⋅4.
Με τη χρήση του qd(s) το «νέο» πολυώνυμο κλειστού βρόχου
στην πράξη θα είναι:
Q'd (s) = (s + α ) ⋅ (s - s d ) ⋅ (s - s *d ) = s 3 + (4 + α ) ⋅ s 2 + (20 + 4 ⋅ α ) ⋅ s + 20 ⋅ α

39
Παράδειγμα 2 (8)
• Έστω α=10 (θέτοντας, έτσι, έναν «επιθυμητό πόλο» στο -10,
δηλαδή αρκετά μακριά σε σχέση με τους πόλους sd=-2±j⋅4).

• Τότε είναι εφικτό:


ΘΕΩΡΙΑ = ΠΡΑΞΗ !!

40

Παράδειγμα 2 (9)
• Έστω α=10 (θέτοντας, έτσι, έναν «επιθυμητό πόλο» στο -10,
δηλαδή αρκετά μακριά σε σχέση με τους πόλους sd=-2±j⋅4).
• Τότε είναι εφικτό:
ΘΕΩΡΙΑ = ΠΡΑΞΗ !!
και εξισώνοντας συντελεστές δυνάμεων του s:
2+p=14 p=12
2⋅p+1+ΚL=60 => z=5.37
ΚL⋅z+p=200 ΚL=35

s + 5.37
Άρα ελεγκτής LEAD με συνάρτηση μεταφοράς Gc( s) = 35
s + 12

41
Ενότητα #7: Αρμονικά Κριτήρια Ευστάθειας Κατά
Nyquist και BODE

Σκοποί Ενότητας

• Υπενθύμιση αρμονικών αποκρίσεων συστήματος.

• Αναπαράσταση αρμονικών αποκρίσεων ανοικτού


συστήματος σε διάγραμμα Nyquist – σύνδεση με BODE

• Εξακρίβωση ευστάθειας κλειστού βρόχου με χρήση


διαγράμματος Nyquist ανοικτού βρόχου.

4
Περιεχόμενα Ενότητας - 1
• Απόκριση συστήματος σε αρμονική είσοδο
• Υπενθύμιση: Αρμονική συνάρτηση μεταφοράς
• Αναπαράσταση μέτρου - φάσης συστήματος σε διάγραμμα
Nyquist
• Παράδειγμα 1 – Παρατηρήσεις
• Χαρακτηριστικά μεγέθη διαγράμματος Nyquist
• Ολική διαφορά φάσης διαγράμματος Nyquist

Περιεχόμενα Ενότητας - 2

• Παράδειγμα 2
• Ευστάθεια κλειστού βρόχου υπό ανάλογο έλεγχο με χρήση
διαγράμματος Nyquist
• Γραφική ερμηνεία
• Συμπέρασμα
• Παράδειγμα 3

6
Απόκριση Συστήματος σε
Αρμονική Είσοδο

Απόκριση Συστήματος σε
Αρμονική Είσοδο - 1
• Αν οδηγήσουμε σύστημα συνάρτησης μεταφοράς G(s) με
ημιτονοειδή είσοδο u(t)=Uo⋅sin(ω⋅t), {Uo: πλάτος εισόδου, ω:
κυκλ. συχνότητα r/s},

Σχ.1: Σύστημα τροφοδοτούμενο με ημιτονοειδή είσοδο και


απόκριση αυτού.

8
Απόκριση Συστήματος σε
Αρμονική Είσοδο - 2
• Αν οδηγήσουμε σύστημα συνάρτησης μεταφοράς G(s) με
ημιτονοειδή είσοδο u(t)=Uo⋅sin(ω⋅t), {Uo: πλάτος εισόδου, ω:
κυκλ. συχνότητα r/s},

Σχ.1: Σύστημα τροφοδοτούμενο με ημιτονοειδή είσοδο και


απόκριση αυτού.
αποκρίνεται με σήμα εξόδου y(t)=Yo⋅sin(ω⋅t+φ),
{ Yo: πλάτος της εξόδου και φ η (γωνία) διαφοράς φάσης (Σχ. 1)}.

Απόκριση Συστήματος σε
Αρμονική Είσοδο - 3
• Αν οδηγήσουμε σύστημα συνάρτησης μεταφοράς G(s) με
ημιτονοειδή είσοδο u(t)=Uo⋅sin(ω⋅t), {Uo: πλάτος εισόδου, ω:
κυκλ. συχνότητα r/s},

Σχ.1: Σύστημα τροφοδοτούμενο με ημιτονοειδή είσοδο και


απόκριση αυτού.
αποκρίνεται με σήμα εξόδου y(t)=Yo⋅sin(ω⋅t+φ),
{ Yo: πλάτος της εξόδου και φ η (γωνία) διαφοράς φάσης (Σχ. 1)}.
Υπενθυμίζεται ότι τόσο το Yo, όσο και το φ εξαρτώνται από το
μέγεθος της κυκλικής συχνότητας διέγερσης ω.

10
Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς

11

Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς - 1
• Έστω ότι η συνάρτηση μεταφοράς G(s) του συστήματος έχει
την ακόλουθη μορφή:
Y(s) bms m + bm −1 ⋅ s m −1 + bm − 2 ⋅ s m − 2 + ... + b1 ⋅ s + b0 (1)
=
G(s) =
U(s) s n + an −1 ⋅ s n −1 + an − 2 ⋅ s n − 2 + ... + a1 ⋅ s + a0

Με άλλα λόγια, η διαφορική εξίσωση που περιγράφει το


σύστημα είναι η ακόλουθη:

dn
y (t ) + an −1 ⋅ dtd n-1 y (t ) + an − 2 ⋅ dtd n-2 y (t ) + ... + a1 ⋅ dtd y (t ) + a0 ⋅ y (t ) =
n-1 n-2

dt n (2)
bm ⋅ dm
dt m
u (t ) + bm −1 ⋅ d m-1
dt m-1
u (t ) + ... + b1 ⋅ u (t ) + b0 ⋅ u (t )
d
dt

12
Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς - 2
• Με άλλα λόγια, η διαφορική εξίσωση που περιγράφει το
σύστημα είναι η ακόλουθη:
dn
y (t ) + an −1 ⋅ dtd n-1 y (t ) + an − 2 ⋅ dtd n-2 y (t ) + ... + a1 ⋅ dtd y (t ) + a0 ⋅ y (t ) =
n-1 n-2

dt n

bm ⋅ dtd m u (t ) + bm −1 ⋅ dtd m-1 u (t ) + ... + b1 ⋅ dtd u (t ) + b0 ⋅ u (t ) (2)


m m-1

• Εφόσον
ej⋅θ=cos(θ)+j⋅sin(θ) (σχέση του Euler)
συμβολίζουμε το σήμα
u(t)=Uo⋅sin(ω⋅t) ως U(jω)=Uo⋅ej⋅(ω⋅t).

13

Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς - 3
• Εφόσον
ej⋅θ=cos(θ)+j⋅sin(θ) (σχέση του Euler)
συμβολίζουμε το σήμα
u(t)=Uo⋅sin(ω⋅t) ως U(jω)=Uo⋅ej⋅(ω⋅t).
• Άρα το u(t) αντιστοιχεί στο φανταστικό κομμάτι του
U(jω)=Uo⋅ej⋅(ω⋅t)= Uo⋅[cos(ω⋅t)+j⋅sin(ω⋅t)].
• Αντίστοιχα για το σήμα εξόδου y(t)=Yo⋅sin(ω⋅t+φ),
Y(jω)=Yo⋅ej⋅(ω⋅t+φ).

14
Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς - 4
Έστω ότι Uo=1. Προφανώς:
d
dt y (t ) = Yo ⋅ dtd e j (ω⋅t+φ) = jω ⋅ Yo ⋅ e j (ω⋅t+φ) = jω ⋅ Y(jω)
⋮ (3)
j (ω⋅t+φ) n j (ω⋅t+φ) n
dn
dt n
y (t =
) Yo ⋅ dn
dt n
e = ( jω) ⋅ Yo ⋅ e = ( jω) ⋅ Y(jω)

με αντίστοιχα αποτελέσματα να λαμβάνονται και για το σήμα


u(t).

15

Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς - 5
Έστω ότι Uo=1. Προφανώς:
d
dt y (t ) = Yo ⋅ dtd e j (ω⋅t+φ) = jω ⋅ Yo ⋅ e j (ω⋅t+φ) = jω ⋅ Y(jω)

dn
) Yo ⋅ dtd n e j (ω⋅t+φ)= : ( jω) n ⋅ Yo ⋅ e j (ω⋅t+φ)= ( jω) n ⋅ Y(jω)
y (t =
n (3)
dt n

με αντίστοιχα αποτελέσματα να λαμβάνονται και για το σήμα


u(t).
Αντικαθιστώντας όσα φαίνονται στις σχέσεις (3) στην
διαφορική εξίσωση (2) λαμβάνουμε:
[( jω) n + an −1 ⋅ ( jω) n −1 + an − 2 ⋅ ( jω) n − 2 + ... + a1 ⋅ ( jω)1 + a0 ⋅ ( jω)0 ] ⋅ Y( jω) = (4)
[bm ⋅ ( jω) m + bm −1 ⋅ ( jω) m −1 + ... + b1 ⋅ ( jω)1 + b0 ⋅ ( jω)0 ] ⋅ U( jω)

16
Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς - 6
[( jω) n + an −1 ⋅ ( jω) n −1 + an − 2 ⋅ ( jω) n − 2 + ... + a1 ⋅ ( jω)1 + a0 ⋅ ( jω)0 ] ⋅ Y( jω) =
(4)
[bm ⋅ ( jω) m + bm −1 ⋅ ( jω) m −1 + ... + b1 ⋅ ( jω)1 + b0 ⋅ ( jω)0 ] ⋅ U( jω)

ή τελικά:

Y(jω) bm (jω) m + bm −1 ⋅ (jω) m −1 + bm − 2 ⋅ (jω) m − 2 + ... + b1 ⋅ (jω) + b0


= G( jω) (5)
U(jω) (jω) n + an −1 ⋅ (jω) n −1 + an − 2 ⋅ (jω) n − 2 + ... + a1 ⋅ (jω) + a0

17

Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς - 7
[( jω) n + an −1 ⋅ ( jω) n −1 + an − 2 ⋅ ( jω) n − 2 + ... + a1 ⋅ ( jω)1 + a0 ⋅ ( jω)0 ] ⋅ Y( jω) =
[bm ⋅ ( jω) m + bm −1 ⋅ ( jω) m −1 + ... + b1 ⋅ ( jω)1 + b0 ⋅ ( jω)0 ] ⋅ U( jω)
(4)

ή τελικά:
Y(jω) bm (jω) m + bm −1 ⋅ (jω) m −1 + bm − 2 ⋅ (jω) m − 2 + ... + b1 ⋅ (jω) + b0
= G( jω) (5)
U(jω) (jω) n + an −1 ⋅ (jω) n −1 + an − 2 ⋅ (jω) n − 2 + ... + a1 ⋅ (jω) + a0
Όμως: Y(jω)/ U(jω)= Yo⋅ej⋅(ω⋅t+φ-ω⋅t)= Yo⋅ej⋅(φ), άρα μέσω της (5)

G( jω) jφ
= Yo ⋅ e= | G( jω) | ⋅∠G( jω) (6)
η οποία ονομάζεται και αρμονική συνάρτηση μεταφοράς

18
Υπενθύμιση: Αρμονική
Συνάρτηση Μεταφοράς - 8
Y(jω) bm (jω) m + bm −1 ⋅ (jω) m −1 + bm − 2 ⋅ (jω) m − 2 + ... + b1 ⋅ (jω) + b0
= G( jω)
U(jω) (jω) n + an −1 ⋅ (jω) n −1 + an − 2 ⋅ (jω) n − 2 + ... + a1 ⋅ (jω) + a0 (5)

G( jω)
= Yo ⋅ e= | G( jω) | ⋅∠G( jω) (6)
• Από (6): αν συχνότητα διέγερσης ω,
τότε
μέτρο και φάση αρμονικής συνάρτησης μεταφοράς είναι το
|G(jω)|=|Υο| και η φάση του μιγαδικού αριθμού G(jω).
• Αν Uo≠1, |G(jω)|=|Υο|/|Uo|.
• Η σχέση εισόδου- εξόδου συστήματος οδηγούμενου με
ημιτονοειδή είσοδο περιγράφεται από την G(jω), δηλαδή από
τη G(s) για s=jω. 19

Υπενθύμιση: Αρμονική
συνάρτηση μεταφοράς (9)
• Αν z1,….,zm p1,…,pn οι μηδενιστές και οι πόλοι, αντίστοιχα, της
G(s):
Y(s) ( s − z1 ) ⋅ ⋅ ( s − z m )
=
G(s) = K
U(s) ( s − p1 ) ⋅ ⋅ ( s − p n )
(7)
οπότε και η αρμονική συνάρτηση μεταφοράς για τη
συχνότητα διέγερσης ω θα έχει ως εξής:
( jω − z1 ) ⋅ ⋅ ( jω − z m )
=
G( jω)
Y(s)
= K (8)
U(s) ( jω − p1 ) ⋅ ⋅ ( jω − p n )

20
Υπενθύμιση: Αρμονική
συνάρτηση μεταφοράς (10)
Y(s) ( jω − z1 ) ⋅ ⋅ ( jω − z m )
=
G( jω) = K (8)
U(s) ( jω − p1 ) ⋅ ⋅ ( jω − p n )

• Σε κάθε (jω-zi) ή (jω-pi) αντιστοιχεί προφανώς για τη


συγκεκριμένη συχνότητα διέγερσης ω
– μέτρο Μzi=√(ω2+zi2) [ή, αντίστοιχα, Μpi=√(ω2+pi2)]
και
– φάση φzi=Tan-1(ω/zi) [ή φpi=Tan-1(ω/pi)], ,

21

Υπενθύμιση: Αρμονική
συνάρτηση μεταφοράς (11)
• Σε κάθε (jω-zi) ή (jω-pi) αντιστοιχεί προφανώς για τη
συγκεκριμένη συχνότητα διέγερσης ω
– μέτρο Μzi=√(ω2+zi2) [ή, αντίστοιχα, Μpi=√(ω2+pi2)]
και
– φάση φzi=Tan-1(ω/zi) [ή φpi=Tan-1(ω/pi)], ,
• Τότε αφού (jω-zi)=Μzi⋅ej⋅(φzi) ή (jω-pi)=Μpi⋅ej⋅(φpi), το μέτρο και η
φάση του G(jω):
Φ (ω) = φ K + φ z1 + φ z2 + ... + φ zm − φ p1 − φ p2 − ... − φ pn
M K ⋅ M z1 ⋅ M z2 ⋅ ... ⋅ M zm (9)
M(ω) =
M p1 ⋅ M p2 ⋅ ... ⋅ M zn

22
Αναπαράσταση Μέτρου - Φάσης
Συστήματος σε Διάγραμμα Nyquist

23

Αναπαράσταση Μέτρου - Φάσης


Συστήματος σε Διάγραμμα Nyquist - 1
Η αναπαράσταση του μέτρου και της φάσης του G(jω) για
κάθε συχνότητα διέγερσης ω σε ένα διάγραμμα Nyquist
γίνεται ως εξής:
– Θεωρούμε συχνότητες ω1,...,ωr, με ω1→0 και ωr→∝,
– Βρίσκουμε τα σημεία [Μ(ω1), Φ(ω1)], [Μ(ω2),
Φ(ω2)],...,[Μ(ωr), Φ(ωr)], στο διάγραμμα μέτρου-φάσης με
πιθανή χρήση της (9)
– Ενώνουμε τα παραπάνω σημεία σχεδιάζοντας έτσι το
διάγραμμα Nyquist του εξεταζόμενου συστήματος.

24
Παράδειγμα 1
Έστω η συνάρτηση G(s)=120/(s3+3⋅s2+102⋅s+100).

Σχ. 2: Κατασκευή ενός διαγράμματος Nyquist και παράθεση


του αντίστοιχου BODE

26

Παρατηρήσεις (1)
• Παρατηρήσατε: Συχνότητες ω1,...,ωr, με ω1 μικρή και ωr πολύ
μεγάλη.

27
Παρατηρήσεις (2)
• Παρατηρήσατε: Συχνότητες ω1,...,ωr, με ω1 μικρή και ωr πολύ
μεγάλη.
• Παρατηρήσατε την τοποθέτηση του σημείου (1) που
αντιστοιχεί στο [Μ(ω1), Φ(ω1)] στο επίπεδο μέτρου-φάσης.
Το Μ(ω1) μετράται πάνω στο βέλος που ξεκινά από το
σημείο (0,0), ενώ η γωνία φάσης Φ(ω1) μετράται από τον
οριζόντιο ημιάξονα των πραγματικών αριθμών.

28

Παρατηρήσεις (3)
• Παρατηρήσατε: Συχνότητες ω1,...,ωr, με ω1 μικρή και ωr πολύ
μεγάλη.
• Παρατηρήσατε την τοποθέτηση του σημείου (1) που
αντιστοιχεί στο [Μ(ω1), Φ(ω1)] στο επίπεδο μέτρου-φάσης.
Το Μ(ω1) μετράται πάνω στο βέλος που ξεκινά από το
σημείο (0,0), ενώ η γωνία φάσης Φ(ω1) μετράται από τον
οριζόντιο ημιάξονα των πραγματικών αριθμών.
• Άλλο σημείο (i): Το Μ(ωi) αντιστοιχεί στην απόσταση πάνω
στο βέλος που ξεκινά από το (0,0) και σε γωνία φάσης πάλι
από τον οριζόντιο ημιάξονα των πραγματικών αριθμών.

29
Παρατηρήσεις (4)
• Παρατηρήσατε: Συχνότητες ω1,...,ωr, με ω1 μικρή και ωr πολύ
μεγάλη.
• Παρατηρήσατε την τοποθέτηση του σημείου (1) που
αντιστοιχεί στο [Μ(ω1), Φ(ω1)] στο επίπεδο μέτρου-φάσης.
Το Μ(ω1) μετράται πάνω στο βέλος που ξεκινά από το
σημείο (0,0), ενώ η γωνία φάσης Φ(ω1) μετράται από τον
οριζόντιο ημιάξονα των πραγματικών αριθμών.
• Άλλο σημείο (i): Το Μ(ωi) αντιστοιχεί στην απόσταση πάνω
στο βέλος που ξεκινά από το (0,0) και σε γωνία φάσης πάλι
από τον οριζόντιο ημιάξονα των πραγματικών αριθμών.

30

Παρατηρήσεις (5)
• Ενώνοντας όλα αυτά τα υποψήφια σημεία έχουμε το
διάγραμμα. Στο Σχ. 2 δίδεται το διάγραμμα BODE της G(s) για
σύγκριση.

31
Χαρακτηριστικά Μεγέθη
Διαγράμματος Nyquist

32

Χαρακτηριστικά Μεγέθη
Διαγράμματος Nyquist - 1
• Βασικά χαρακτηριστικά μεγέθη σε διάγραμμα Nyquist (Σχ. 3):

Σημείο Nyquist

φπερ=140ο

φπερ=140ο

Σχ. 3: Βασικά χαρακτηριστικά μεγέθη ενός διαγράμματος


Nyquist και παράθεση αυτών στο αντίστοιχο διάγραμμα
BODE.
33
Χαρακτηριστικά Μεγέθη
Διαγράμματος Nyquist - 2

Σημείο Nyquist

φπερ=140ο

φπερ=140ο

• Το σημείο (–1+0⋅j) ονομάζεται σημείο Nyquist.

34

Χαρακτηριστικά Μεγέθη
Διαγράμματος Nyquist - 3

Σημείο Nyquist

φπερ=140ο

φπερ=140ο

• Το σημείο τομής της καμπύλης του διαγράμματος με τον


οριζόντιο άξονα (στο Σχ. 3 απέχει απόσταση d από την αρχή
των αξόνων) αντιστοιχεί στην κρίσιμη συχνότητα φάσης
(crossover frequency).
35
Χαρακτηριστικά Μεγέθη
Διαγράμματος Nyquist - 4

Σημείο Nyquist

φπερ=140ο

φπερ=140ο

• Η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ των –180 μοιρών και του


σημείο τομής της καμπύλης με κύκλο με μοναδιαία ακτίνα
και κέντρο στο (0,0) είναι το περιθώριο φάσης φπερ. (στο Σχ.
3 ~ 140 μοίρες).
36

Χαρακτηριστικά Μεγέθη
Διαγράμματος Nyquist - 5

Σημείο Nyquist

φπερ=140ο

φπερ=140ο

• Τα χαρακτηριστικά αυτά θα χρησιμοποιηθούν μελλοντικά


για την εκτίμηση ευστάθειας του G(s) σε κλειστό βρόχο με
ανάλογο έλεγχο.

37
Ολική Διαφορά Φάσης
Διαγράμματος Nyquist

38

Ολική Διαφορά Φάσης


Διαγράμματος Nyquist - 1
• Ως ολική διαφορά φάσης ΔΦ σε ένα διάγραμμα Nyquist
ορίζεται το αποτέλεσμα της φάσης του G(jω) για «πολύ
μεγάλο» ω μείον την φάση του G(jω) για «σχεδόν
μηδενικό» ω, ή αλλιώς:

ΔΦ= Φ(ω)|∝- Φ(ω)|0 (10)

• Ο υπολογισμός της ολικής διαφοράς φάσης βασίζεται στην


εξέταση των αντιστοίχων διαφορών φάσης των στοιχειωδών
όρων (δηλαδή μηδενιστών και πόλων) κατά τα πρότυπα της
(9).
39
Ολική Διαφορά Φάσης
Διαγράμματος Nyquist - 2
• Οι ολικές διαφορές φάσεις για τους στοιχειώδεις αυτούς
παράγοντες θα είναι:
Ευσταθής πόλος pε/μηδενιστής ΔΦpε= Φ(ω)pε|∝- Φ(ω) pε |0=π/2 –0= π/2

(όμοια και για ΔΦzε)
Ουδέτερος πόλος pο/μηδενιστής ΔΦpο= Φ(ω)pο|∝- Φ(ω) pο |0=π/2 – π/2=
zο 0
(δηλαδή ίσος με το μηδέν) (όμοια και για ΔΦzο)
Ασταθής πόλος pα/μηδενιστής zα ΔΦpα= Φ(ω)pα|∝- Φ(ω) pα |0=π/2 – π= –
π/2
(όμοια και για ΔΦzα)

• Παρατηρήσατε ότι χρησιμοποιούνται οι απόλυτες τιμές για


τις αρχικές και τελικές φάσεις κάθε κατηγορίας πόλου ή
μηδενιστή.
40

Ολική Διαφορά Φάσης


Διαγράμματος Nyquist - 3
• Αν μια συνάρτηση μεταφοράς έχει:
– m μηδενιστές, n πόλους,
– mo «ουδέτερους» μηδενιστές, no ουδέτερους πόλους,
– mα «ασταθείς» μηδενιστές και nα ασταθείς πόλους,
– mε «ευσταθείς» μηδενιστές και nε ευσταθείς πόλους

41
Ολική Διαφορά Φάσης
Διαγράμματος Nyquist - 4
• Αν μια συνάρτηση μεταφοράς έχει:
– m μηδενιστές, n πόλους,
– mo «ουδέτερους» μηδενιστές, no ουδέτερους πόλους,
– mα «ασταθείς» μηδενιστές και nα ασταθείς πόλους,
– mε «ευσταθείς» μηδενιστές και nε ευσταθείς πόλους
τότε
από (9), (10) η ολική διαφορά φάσης ΔΦ της G(jω) θα έχει
ως εξής:
∆Φ = ∆φ z1 + ∆φ z2 + ... + ∆φ zm − ∆φ p1 − ∆φ p2 − ... − ∆φ pn =
= mε ⋅ (π /2)+mo ⋅ 0 + mα ⋅ (-π /2)-nε ⋅ (π /2)+no ⋅ 0 + nα ⋅ (-π /2)=
= [(mε-mα)-(nε-nα)] ⋅ (π /2)
(11)
42

Ολική Διαφορά Φάσης


Διαγράμματος Nyquist - 5
𝛥𝛥𝛥𝛥 = 𝛥𝛥𝜑𝜑𝑧𝑧1 + 𝛥𝛥𝜑𝜑𝑧𝑧2 + ⋯ + 𝛥𝛥𝜑𝜑𝑧𝑧𝑧𝑧 − 𝛥𝛥𝜑𝜑𝑝𝑝1 − 𝛥𝛥𝜑𝜑𝑝𝑝2 − ⋯ − 𝛥𝛥𝜑𝜑𝑛𝑛𝑛𝑛 =
= 𝑧𝑧𝜀𝜀 ⋅ (𝜋𝜋⁄2) + 𝑧𝑧𝑜𝑜 ⋅ 0 + 𝑧𝑧𝑎𝑎 ⋅ (− 𝜋𝜋⁄2) − 𝑛𝑛𝜀𝜀 ⋅ (𝜋𝜋⁄2)
+ 𝑛𝑛𝑜𝑜 ⋅ 0 + 𝑛𝑛𝑎𝑎 ⋅ (− 𝜋𝜋⁄2) = (11)
= [(𝑧𝑧𝜀𝜀 − 𝑧𝑧𝑎𝑎) − (𝑛𝑛𝜀𝜀 − 𝑛𝑛𝑎𝑎)] ⋅ (𝜋𝜋⁄2)

και αφού
n=nα+no+nε και m=mα+mo+mε,
η (11) θα μας οδηγήσει στο ακόλουθο:

∆Φ = Φ (ω) |∞ −Φ (ω) |0 = [(m-n) − (mo-no)-2 ⋅ (mα-nα)] ⋅ (π /2) (12)

43
Παράδειγμα 2 (1)
Έστω σύστημα με συνάρτηση μεταφοράς
G(s)=30/[(s+2)⋅(s+4)⋅(s+6)].

Έχουμε 3 ευσταθείς πόλους μόνο. Μέσω της (12) θα έχουμε


ολική διαφορά φάσης του G(s) (ή καλύτερα του G(jω)]:

∆Φ = Φ (ω) |∞ −Φ (ω) |0 = [(0-3) − (0-0)-2 ⋅ (0-0)] ⋅ (π /2)=-3π /2

45

Παράδειγμα 2 (2)
Έστω σύστημα με συνάρτηση μεταφοράς
G(s)=30/[(s+2)⋅(s+4)⋅(s+6)].
Έχουμε 3 ευσταθείς πόλους μόνο. Μέσω της (12) θα έχουμε
ολική διαφορά φάσης του G(s) (ή καλύτερα του G(jω)]:
∆Φ = Φ (ω) |∞ −Φ (ω) |0 = [(0-3) − (0-0)-2 ⋅ (0-0)] ⋅ (π /2)=-3π /2
• Αλλά,
Φ(ω)|0=0
αφού υπάρχουν μόνο ευσταθείς πόλοι με φάση μηδέν για
ω→0, άρα
Φ(ω)|∝=-3π/2.
46
Παράδειγμα 2 (3)
Έστω σύστημα με συνάρτηση μεταφοράς
G(s)=30/[(s+2)⋅(s+4)⋅(s+6)].
• Άρα, με ελάχιστο κόπο γνωρίζουμε ότι το διάγραμμα Nyquist
του G(jω) θα καταλήγει στο τρίτο τεταρτημόριο του επιπέδου
μέτρου-φάσης, ενώ ξεκινάει από το πρώτο τεταρτημόριο (βλ.
Σχ. 4):

Σχ. 4: Βασική χάραξη του διαγράμματος Nyquist του G(jω) με


χρήση της ολικής διαφοράς φάσης

47

Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο


Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist

48
Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο
Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist - 1
• Με το διάγραμμα Nyquist του ανοικτού G(s), ερευνούμε την
ευστάθεια του G(s) σε συνδεσμολογία κλειστού βρόχου όπως
στο Σχ. 5, πριν καν κατασκευάσουμε και μετρήσουμε αυτό το
σύστημα.

Σχ. 5: Συνδεσμολογία κλειστού βρόχου του G(s) υπό ανάλογο


έλεγχο Κp=1.

49

Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο


Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist - 2
• Γνωρίζουμε ότι η συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου θα είναι:

Y(s) Kp ⋅ G(s) Kp ⋅ P(s)/Q(s) Kp ⋅ P(s) (13)


= = = = G( s )cl −loop
R(s) 1 + Kp ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ P(s)/Q(s) Q(s) + Kp ⋅ P(s)

50
Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο
Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist - 3
• Γνωρίζουμε ότι η συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου θα
είναι:
Y(s) Kp ⋅ G(s) Kp ⋅ P(s)/Q(s) Kp ⋅ P(s) (13)
= = = = G( s )cl −loop
R(s) 1 + Kp ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ P(s)/Q(s) Q(s) + Kp ⋅ P(s)

• Έστω ότι η συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου έχει


– Μ μηδενιστές, Ν πόλους,
– Μo «ουδέτερους» μηδενιστές, Νo ουδέτερους πόλους,
– Μα «ασταθείς» μηδενιστές, Να ασταθείς πόλους,
– Με «ευσταθείς» μηδενιστές και Νε ευσταθείς πόλους.

51

Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο


Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist - 4
• Γνωρίζουμε ότι η συνάρτηση μεταφοράς κλειστού βρόχου θα
είναι:
Y(s) Kp ⋅ G(s) Kp ⋅ P(s)/Q(s) Kp ⋅ P(s)
= = = = G( s )cl −loop
R(s) 1 + Kp ⋅ G(s) 1 + Kp ⋅ P(s)/Q(s) Q(s) + Kp ⋅ P(s) (13)

• Τα αντίστοιχα μεγέθη για το ανοικτό G(s) είναι


– m μηδενιστές, n πόλοι,
– mo «ουδέτεροι» μηδενιστές, no ουδέτεροι πόλοι,
– mα «ασταθείς» μηδενιστές και nα ασταθείς πόλοι,
– mε «ευσταθείς» μηδενιστές και nε ευσταθείς πόλοι.

52
Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο
Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist - 5
• Εφόσον για το G(s) n≥m, για τον κλειστό βρόχο ισχύει Ν=n !!

• Συνεχίζοντας με την (13):


Kp ⋅ G(s)
=
G( s )cl −loop ⇒
1 + Kp ⋅ G(s)
Kp ⋅ P(s) Kp ⋅ P(s)
Kp ⋅ G(s) Q(s) Q(s) Q0 (s)
1 + Kp ⋅ G(s)= =
G( s )cl −loop Kp ⋅ P(s)
= =
Kp ⋅ P(s) Q(s) (14)
Q(s) + Kp ⋅ P(s) Q0 (s)

53

Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο


Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist - 6
• Άρα η ολική διαφορά φάσης του συστήματος [1+Κp⋅G(s)]
(όπου Κp=1) θα είναι μέσω της (12):

⋅ G( s )] [( M -N ) − ( Mo-No)-2 ⋅ ( Mα-Nα)] ⋅ (π /2)=


∆Φ[1 + K p =
=[( N -n) − ( No-no)-2 ⋅ ( Nα-nα)] ⋅ (π /2)= (15)
=[(no-No)+2 ⋅ (nα-Nα)] ⋅ (π /2)

54
Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο
Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist - 7
• Άρα η ολική διαφορά φάσης του συστήματος [1+Κp⋅G(s)]
(όπου Κp=1) θα είναι μέσω της (12):

⋅ G( s )] [( M -N ) − ( Mo-No)-2 ⋅ ( Mα-Nα)] ⋅ (π /2)=


∆Φ[1 + K p =
=[( N -n) − ( No-no)-2 ⋅ ( Nα-nα)] ⋅ (π /2)=
=[(no-No)+2 ⋅ (nα-Nα)] ⋅ (π /2) (15)
• Αλλά για να υπάρχει ευστάθεια κλειστού βρόχου θα πρέπει
να ΜΗΝ υπάρχουν ασταθείς ή ουδέτεροι πόλοι κλειστού
βρόχου, δηλαδή
Νo=Να=0.

55

Ευστάθεια Κλειστού Βρόχου υπό Ανάλογο


Έλεγχο με Χρήση Διαγράμματος Nyquist - 8
• Έτσι ένας ευσταθής κλειστός βρόχος όπως στο Σχ. 5
συνεπάγεται ότι
θα οδηγεί σε σύστημα [1+Κp⋅G(s)] (με Κp=1) με τα ακόλουθα
χαρακτηριστικά ολικής διαφοράς φάσης:
– ΔΦ[1+Κp⋅G(s)]=[no+2⋅nα]⋅π/2, αν το ανοικτό G(s) έχει nα
ασταθείς πόλους και no ουδέτερους,
– ΔΦ[1+Κp⋅G(s)]=no⋅π/2, αν το ανοικτό G(s) έχει μόνο no
ουδέτερους πόλους,
– ΔΦ[1+Κp⋅G(s)]=0, αν το ανοικτό G(s) έχει μόνο ευσταθείς
πόλους.

56
Γραφική Ερμηνεία

57

Γραφική Ερμηνεία - 1
• Η ΔΦ[1+Κp⋅G(s)] (με Κp=1) αντιστοιχεί στη γωνία που
διαγράφει το βέλος με κέντρο το σημείο Nyquist του
διαγράμματος του ανοικτού G(s) γυρνώντας από το σημείο
Φ(ω)|0 σε αυτό με Φ(ω)|∝,
π.χ. στο ανοικτό G(s)=30/[(s+2)⋅(s+4)⋅(s+6)]

Σχ. 6: Το διάγραμμα Nyquist του G(s)=30/[(s+2)⋅(s+4)⋅(s+6)] με


την γραφική ερμηνεία της ΔΦ[1+Κp⋅G(s)] (με Κp=1). 58
Γραφική Ερμηνεία - 2
• Αν, αντίθετα, είχαμε ανοικτό
G(s)=30000/[(s+2)⋅(s+4)⋅(s+6)],
τότε το διάγραμμα Nyquist είναι

με ΔΦ[1+Κp⋅G(s)]≠0 (το βέλος κάνει περιστροφή γύρω από το


σημείο Nyquist -1+0⋅j)

59

Συμπέρασμα (1)
• Ευστάθεια κλειστού βρόχου θα έχουμε αν το διάγραμμα Nyquist του
ανοικτού συστήματος ΔΕΝ περικλείει το σημείο Nyquist -1+0⋅j (όπως στο
Σχ. 6). Στην αντίθετη περίπτωση ΔΕΝ θα υφίσταται ευστάθεια κλειστού
βρόχου.

61
Συμπέρασμα (2)
• Ευστάθεια κλειστού βρόχου θα έχουμε αν το διάγραμμα Nyquist του
ανοικτού συστήματος ΔΕΝ περικλείει το σημείο Nyquist -1+0⋅j (όπως στο
Σχ. 6). Στην αντίθετη περίπτωση ΔΕΝ θα υφίσταται ευστάθεια κλειστού
βρόχου.
• Αν υπάρχει ευστάθεια κλειστού βρόχου (Σχ. 6), η απόσταση d (βλ. Σχ. 3)
συνδέεται με την οριακή περιθωρίου κέρδους Κπερ
Κπερ=1/ d,

62

Συμπέρασμα (3)
• Ευστάθεια κλειστού βρόχου θα έχουμε αν το διάγραμμα Nyquist του
ανοικτού συστήματος ΔΕΝ περικλείει το σημείο Nyquist -1+0⋅j (όπως στο
Σχ. 6). Στην αντίθετη περίπτωση ΔΕΝ θα υφίσταται ευστάθεια κλειστού
βρόχου.
• Αν υπάρχει ευστάθεια κλειστού βρόχου (Σχ. 6), η απόσταση d (βλ. Σχ. 3)
συνδέεται με την οριακή περιθωρίου κέρδους Κπερ
Κπερ=1/ d,
Αυτό εκφράζει την τιμή μέχρι την οποία μπορεί να αυξηθεί το Κp (από 1
που βρίσκεται) πριν ο κλειστός βρόχος περάσει στην αστάθεια.
Πόσο είναι το Κπερ στο Σχ. 6;

63
Συμπέρασμα (4)
Τέλος, χαράσσοντας μοναδιαίο κύκλο με κέντρο στο (0,0) (βλ.
Σχ. 3), η γωνία που σχηματίζεται μεταξύ των –180 μοιρών και
του σημείου τομής της καμπύλης με τον κύκλο είναι το
περιθώριο φάσης φπερ.

Αυτό εκφράζει ποιο περιθώριο φάσης θα υπάρχει σε


κλειστό βρόχο πριν την αστάθεια για το δεδομένο Κp=1 που
έχουμε.

64

Παράδειγμα 3 (1)
Έστω το σύστημα G(s)=1/[s⋅(s+1)2⋅(s+2)2. Θα χαραχθεί
προσεγγιστικά το διάγραμμα Nyquist:
• Θα είναι n=5, m=0, no=1, άρα χρησιμοποιώντας την (12) θα
είναι:
∆Φ = Φ (ω) |∞ −Φ (ω) |0 = [(m-n) − (mo-no)-2 ⋅ (mα-nα)] ⋅ (π /2)=[-5+1] ⋅ (π /2)=-2π

66
Παράδειγμα 3 (2)
• Η Φ(ω)|0 θα οφείλεται μόνο στον παράγοντα 1/s (και θα
είναι ίση με –π/2) αφού οι άλλοι πόλοι θα έχουν Φ(ω)|0=0.

• Άρα Φ(ω)|∝=-2π+Φ(ω)|0=-2π-π/2=-5π/2 με το βασικό σχήμα


του διαγράμματος να είναι κάπως έτσι:

67

Παράδειγμα 3 (3)
• Φυσικά, οφείλουμε να διευκρινίσουμε τα:
xασ από ποιο ύψος του άξονα των πραγματικών ξεκινά για
πολύ μικρό ω το διάγραμμα,
x1 άμεσα συνδεδεμένο με την ευστάθεια του μελλοντικού
κλειστού βρόχου και
x2 πότε τέμνεται ο πραγματικός άξονας για μεγάλα ω.
Έτσι πρέπει να βρούμε την έκφραση του G(jω):

1 1 −6 ⋅ ω2 ⋅ (2-ω2 )-jω ⋅ (ω4 -13 ⋅ ω2 +4)


=G( jω) = | s = jω =
s ⋅ ( s + 1) ⋅ ( s + 2) 2
2
jω ⋅ ( jω + 1) 2 ⋅ ( jω + 2) 2 ω2 (ω2 + 1) 2 (ω2 + 4) 2

68
Παράδειγμα 3 (4)
• Η τιμή του xασ θα προκύψει από τον παραπάνω μιγαδικό
αριθμό για ω=0.
1 1 −6 ⋅ ω2 ⋅ (2-ω2 )-jω ⋅ (ω4 -13 ⋅ ω2 +4)
=G( jω) = | s = jω =
s ⋅ ( s + 1) ⋅ ( s + 2) 2
2
jω ⋅ ( jω + 1) 2 ⋅ ( jω + 2) 2 ω2 (ω2 + 1) 2 (ω2 + 4) 2

Γνωρίζουμε ότι για ω=0 ----> Im[G(jω)]=-∝,


ενώ Re[G(jω)]= xασ.

άρα
−6 ⋅ ω2 ⋅ (2-ω2 )
Re[G( jω)] |ω=0 = |ω=0 =
−12 /16 =
−0.75
ω2 (ω2 + 1) 2 (ω2 + 4) 2

69

Παράδειγμα 3 (5)
• Το διάγραμμα Nyquist τέμνει τον πραγματικό άξονα για τιμές
του ω όπου Im[G(jω)]=0.
• Όταν αυτές οι τιμές βρεθούν, αντικαθίστανται στο Re[G(jω)]
οπότε και υπολογίζονται τα x1 και x2. Έχουμε:
- jω ⋅ (ω4 -13 ⋅ ω2 +4)
Im[G( jω)] = 0 ⇒ ω4 -13 ⋅ ω2 +4=0
=
ω (ω + 1) (ω + 4)
2 2 2 2 2

από όπου προκύπτει ότι ω1=0.56 και ω2=3.56.

• Με αντικατάσταση στο Re[G(jω)] θα είναι:

70
Παράδειγμα 3 (6)
• Με αντικατάσταση στο Re[G(jω)] θα είναι:
−6 ⋅ ω2 ⋅ (2-ω2 )
Re[G( jω)] |ω=3.56 = 2 2 |
2 ω=3.56
=1.4 ⋅10−3 =x 2
ω (ω + 1) (ω + 4)
2 2

και −6 ⋅ ω2 ⋅ (2-ω2 )
Re[G( jω)] |ω=0.56 = |ω=0.56 =
−0.33 =
x1
ω2 (ω2 + 1) 2 (ω2 + 4) 2

Άρα
το περιθώριο κέρδους σε μελλοντικό κλειστό βρόχο θα είναι
Κπερ=1/0.33=3.

71

Ενότητα #8: Χώρος Κατάστασης: Μεταβλητές,


Εξισώσεις, Κανονικές Μορφές
Σκοποί Ενότητας

• Συνάρτηση Μεταφοράς και εσωτερική δομή (σήματα)


συστήματος.

• Χώρος Κατάστασης και εσωτερική δομή (σήματα)


συστήματος - Σχέση με Συνάρτηση Μεταφοράς.

• Μεθοδολογία αναπαράστασης συστήματος στο Χώρος


Κατάστασης - Χρήση τυποποιημένων μορφών.

Περιεχόμενα Ενότητας - 1
• Αναπαράσταση Συστημάτων στο Χώρο Κατάστασης (State-
Space)

• Παρατηρήσεις

• Παράδειγμα

• Επιλογή των μεταβλητών κατάστασης

5
Περιεχόμενα Ενότητας - 2
• Κανονικές μορφές εξισώσεων κατάστασης (Canonical Forms)
– Controller Canonical Form (CCF)
– Observer Canonical Form (OCF)

• Παρατηρήσεις στις εξισώσεις κατάστασης

• Μετατροπή εξισώσεων κατάστασης σε συνάρτηση


μεταφοράς

Αναπαράσταση Συστημάτων στο


Χώρο Κατάστασης (State-Space)

7
Αναπαράσταση Συστημάτων στο
Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 1
• Έστω σύστημα που μπορεί να περιγραφεί από τη διαφορική
εξίσωση:
dn
y (t ) + an −1 ⋅ dtd n-1 y (t ) + an − 2 ⋅ dtd n-2 y (t ) + ... + a1 ⋅ dtd y (t ) + a0 ⋅ y (t ) =
n-1 n-2

dt n (1)
bm ⋅ dtd m u (t ) + bm −1 ⋅ dtd m-1 u (t ) + ... + b1 ⋅ dtd u (t ) + b0 ⋅ u (t )
m m-1

Αναπαράσταση Συστημάτων στο


Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 2
• Έστω σύστημα που μπορεί να περιγραφεί από τη διαφορική
εξίσωση:
dn
y (t ) + an −1 ⋅ dtd n-1 y (t ) + an − 2 ⋅ dtd n-2 y (t ) + ... + a1 ⋅ dtd y (t ) + a0 ⋅ y (t ) = (1)
n-1 n-2

dt n

bm ⋅ dtd m u (t ) + bm −1 ⋅ dtd m-1 u (t ) + ... + b1 ⋅ dtd u (t ) + b0 ⋅ u (t )


m m-1

• Ο γνωστός, μέχρι τώρα, τρόπος αναπαράστασής του είναι η


συνάρτηση μεταφοράς, έστω, G(s) με την ακόλουθη μορφή:

Y(s) bms m + bm −1 ⋅ s m −1 + bm − 2 ⋅ s m − 2 + ... + b1 ⋅ s + b0


=
G(s) = (2)
U(s) s n + an −1 ⋅ s n −1 + an − 2 ⋅ s n − 2 + ... + a1 ⋅ s + a0

9
Αναπαράσταση Συστημάτων στο
Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 3
• Η συνάρτηση μεταφοράς επιτρέπει την απ’ ευθείας εύρεση
της συνάρτησης εξόδου y(t) για δεδομένη είσοδο u(t) μέσω:
– Υπολογισμού του Y(s) για το δεδομένο U(s)
– Ανάλυσης του Y(s) σε απλά κλάσματα και
– Χρήσης αντίστρ. μετασχηματισμών Laplace για
υπολογισμό y(t).

Δηλαδή, για δεδομένο u(t) μόνο η συγκεκριμένη επιλογή


εξόδου είναι άμεσα υπολογίσιμη.

10

Αναπαράσταση Συστημάτων στο


Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 4

Π.χ έστω σύστημα μάζας- ελατηρίου- αποσβεστήρα


– Αν η συνάρτηση μεταφοράς θεωρεί ως είσοδο u(t) τη
δύναμη και έξοδο y(t) τη μετατόπιση, μόνο η μετατόπιση
είναι δυνατό να υπολογιστεί άμεσα.

Σχ. 1: Σύστημα μάζας, ελατηρίου, αποσβεστήρα

11
Αναπαράσταση Συστημάτων στο
Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 5
• Π.χ. έστω σύστημα μάζας- ελατηρίου- αποσβεστήρα
– Αν η συνάρτηση μεταφοράς θεωρεί ως είσοδο u(t) τη δύναμη και
έξοδο y(t) τη μετατόπιση, μόνο η μετατόπιση είναι δυνατό να
υπολογιστεί άμεσα.

Σχ. 1 Σύστημα μάζας, ελατηρίου, αποσβεστήρα


– Η ταχύτητα και επιτάχυνση, παρότι εσωτερικά (άρα σημαντικά!)
σήματα του συστήματος είναι υπολογίσιμα μόνο έμμεσα,
θεωρώντας διαδοχικές παραγώγους της συνάρτησης εξόδου.

12

Αναπαράσταση Συστημάτων στο


Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 6
• Εναλλακτικά, γίνεται αναπαράσταση της δομής του
συστήματος, στον λεγόμενο χώρο κατάστασης (state-space):
μάζα m,
ελατήριο K,
αποσβεστήρας B
είσοδος δύναμη f(t),
έξοδος μετατόπιση y(t)
m dtd 2 y (t ) + B ⋅ dtd y (t ) + K ⋅ y (t ) =
2
f (t ) (3)
B d K 1
d2
dt 2
y (t ) + ⋅ dt y (t ) + ⋅ y (t ) = f (t )
m m m

13
Αναπαράσταση Συστημάτων στο
Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 7
• Αν θέλουμε συνάρτηση μεταφοράς, άρα υποθέτοντας
μηδενικές αρχικές συνθήκες για τη μετατόπιση και την
ταχύτητα:
Y (s) 1 K /m
= ⋅
F (s) K s 2 + B s + K (4)
m m

• Για την αναπαράσταση στο χώρο κατάστασης:


– Θεωρήσατε τόσες βοηθητικές μεταβλητές, όση και η τάξης
της διαφορικής εξίσωσης:
x1 (t ) = y (t ) (5)
x2 (t ) = d
dt y (t )

14

Αναπαράσταση Συστημάτων στο


Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 8
• Για την αναπαράσταση στο χώρο κατάστασης:
– Θεωρήσατε τόσες βοηθητικές μεταβλητές, όση και η τάξης
της διαφορικής εξίσωσης:
x1 (t ) = y (t ) (5)
x2 (t ) = d
dt y (t )

Πρακτικά, λοιπόν, οι ονομαζόμενες μεταβλητές κατάστασης


αντιστοιχούν στις n-1 παραγώγους του συστήματος με
διαφορική εξίσωση τάξεως n.

15
Αναπαράσταση Συστημάτων στο
Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 9
• Παραγωγίζοντας την (5) θα έχουμε:

=
d
dt x1 (t )
d
=
y (t ) =
d
dt x1 (t ) x2 (t )
(6)
dt

B K 1
d
dt x2 (t ) = y (t ) = x2 (t ) =
d2
dt 2
d
dt − ⋅ dtd y (t ) − ⋅ y (t ) + f (t )
m m m
B K 1
=− ⋅ x2 (t ) − ⋅ x1 (t ) + f (t )
m m m

Η (6) γράφεται σε μητρωική μορφή ως εξής:


 x1 (t )   0 1   x1 (t )   0 
 = ⋅ +  ⋅ f (t ) ⇒ x(t ) = A ⋅ x(t ) + B ⋅ f (t )
d d

 x2 (t )   − K / m − B / m   x2 (t )  1/ m  (7)
dt dt

 x (t ) 
y (t ) = (1 0 ) ⋅  1  + ( 0 ) ⋅ f (t ) ⇒ y (t ) = C ⋅ x(t ) + D ⋅ f (t )
 x2 (t ) 

16

Αναπαράσταση Συστημάτων στο


Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 10
• Στο Σχ. 2 δίδεται και το αναλογικό διάγραμμα του
συστήματος:

Σχ. 2: Το αναλογικό διάγραμμα του συστήματος μάζας m,


ελατηρίου K, αποσβεστήρα B

17
Αναπαράσταση Συστημάτων στο
Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 11
• Στην μητρωική διαφορική εξίσωση πρώτης τάξης (7)
διακρίνουμε:

– το διάνυσμα κατάστασης x(t) που για ένα σύστημα n-


οστού βαθμού (άρα με διαφορική εξίσωση n-οστής τάξης)
θα περιέχει τις μεταβλητές κατάστασης x1(t),...,xn(t), και

18

Αναπαράσταση Συστημάτων στο


Χώρο Κατάστασης (State-Space) - 12
• Στην μητρωική διαφορική εξίσωση πρώτης τάξης (7)
διακρίνουμε:
– το διάνυσμα κατάστασης x(t) που για ένα σύστημα n-
οστού βαθμού (άρα με διαφορική εξίσωση n-οστής τάξης)
θα περιέχει τις μεταβλητές κατάστασης x1(t),...,xn(t), και
– τα μητρώα A, B, C και D, που για ένα σύστημα n-οστού
βαθμού θα πρέπει να έχουν τις κατάλληλες διαστάσεις
ώστε να ικανοποιείται η μητρωική εξίσωση (7).
Το A θα έχει διάσταση n×n, ενώ η αντίστοιχη του B θα
είναι n×1.

19
Παρατηρήσεις (1)
• Παρατηρήσατε ότι:
– Στην αναπαράσταση ενός συστήματος στο χώρο
κατάστασης η μεταβλητή εξόδου προκύπτει σαν
συνδυασμός όλων των μεταβλητών κατάστασης που
εξελίσσονται και μπορούν να καταγραφούν κατά τη
διάρκεια του πειράματος.

21

Παρατηρήσεις (2)
• Παρατηρήσατε ότι:
– Στην αναπαράσταση ενός συστήματος στο χώρο
κατάστασης η μεταβλητή εξόδου προκύπτει σαν
συνδυασμός όλων των μεταβλητών κατάστασης που
εξελίσσονται και μπορούν να καταγραφούν κατά τη
διάρκεια του πειράματος.
– Οι μεταβλητές κατάστασης αντιστοιχούν σε όλα τα
«εσωτερικά» σήματα που υπάρχουν και εξελίσσονται
κατά τη διάρκεια ενός πειράματος με το σύστημα.

22
Παρατηρήσεις (3)
• Παρατηρήσατε ότι:
– Στην αναπαράσταση ενός συστήματος στο χώρο
κατάστασης η μεταβλητή εξόδου προκύπτει σαν
συνδυασμός όλων των μεταβλητών κατάστασης που
εξελίσσονται και μπορούν να καταγραφούν κατά τη
διάρκεια του πειράματος.
– Οι μεταβλητές κατάστασης αντιστοιχούν σε όλα τα
«εσωτερικά» σήματα που υπάρχουν και εξελίσσονται
κατά τη διάρκεια ενός πειράματος με το σύστημα.

23

Παρατηρήσεις (4)
– Τα «εσωτερικά» σήματα είναι, τώρα, απολύτως
παρατηρήσιμα σε αντίθεση με ότι συνέβαινε για τη
συνάρτηση μεταφοράς.
Έτσι π.χ. καταγράφουμε την ταχύτητα της μάζας για το
δεδομένο σύστημα του Σχ. 1, με την επιλογή μητρώου
C=[0 1].
– Δεν υπάρχει μοναδικός τρόπος επιλογής μεταβλητών
κατάστασης. Θα μπορούσαμε στο παράδειγμά μας να
επιλέξουμε x1(t)=d/dt[y(t)], x2(t)=y(t).

24
Παρατηρήσεις (5)
– Δεν υπάρχει μοναδικός τρόπος επιλογής μεταβλητών
κατάστασης. Θα μπορούσαμε στο παράδειγμά μας να
επιλέξουμε x1(t)=d/dt[y(t)], x2(t)=y(t).
– Γενικά, όπως φαίνεται και από το Σχ. 2, μια τυπική
επιλογή μεταβλητών κατάστασης αντιστοιχεί
• στις εξόδους των ολοκληρωτών, ή
• στις μεταβλητές των στοιχείων που συσσωρεύουν
ενέργεια.

25

Παρατηρήσεις (6)
– Δεν υπάρχει μοναδικός τρόπος επιλογής μεταβλητών
κατάστασης. Θα μπορούσαμε στο παράδειγμά μας να
επιλέξουμε x1(t)=d/dt[y(t)], x2(t)=y(t).
– Γενικά, όπως φαίνεται και από το Σχ. 2, μια τυπική
επιλογή μεταβλητών κατάστασης αντιστοιχεί
• στις εξόδους των ολοκληρωτών, ή
• στις μεταβλητές των στοιχείων που συσσωρεύουν
ενέργεια.
– Σε πρακτικό επίπεδο, επιτυγχάνεται αναπαράσταση του
συστήματος με n διαφορικές εξισώσεις πρώτης τάξης
που γράφονται σε μητρωική μορφή [βλ. σετ εξισώσεων
(7)], αντί με μία διαφορική n-οστής τάξης 26
Παράδειγμα (1)
Δίδεται το παρακάτω ηλεκτρικό κύκλωμα του Σχ. 3 που θα
πρέπει να γραφεί στο χώρο κατάστασης.

Σχ. 3: Ηλεκτρικό κύκλωμα RL-RL


Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο εντάσεων βρόχων θα έχουμε την
ακόλουθη μητρωική αναπαράσταση:

 R1 + s ⋅ L1 − s ⋅ L1   I1 ( s )   U ( s ) 
 ⋅ = (8)
 − s ⋅ L1 R12 + s ⋅ L1 + s ⋅ L2   I 2 ( s )   0 

28

Παράδειγμα (2)
• και με αντικατάσταση των τιμών των αντιστάσεων και
πηνίων:

1 + s − s   I1 ( s )   U ( s ) 
 ⋅ =  (9)
 − s 1 + 2 ⋅ s   I 2 (s)   0 
ενώ
y (t ) =L2 ⋅
d
i2 (t ) ⇒ Y ( s ) =s ⋅ L2 ⋅ I 2 ( s ) =s ⋅ I 2 ( s ) (10)
dt
Από τις δύο εξισώσεις που προκύπτουν από την (9) με
αντίστροφο μετασχηματισμό Laplace:
d d
(1 + s ) ⋅ I1 ( s ) − s ⋅ I 2 ( s ) = i1 (t ) + i1 (t ) − i2 (t ) = u (t )
U (s) L-1 dt dt (11)
− s ⋅ I1 ( s ) + (1 + 2 ⋅ s ) ⋅ I 2 ( s ) =0 d d
− i1 (t ) + i2 (t ) + 2 ⋅ i2 (t ) = 0
dt dt
29
Παράδειγμα (3)
λύνοντας την πρώτη των (11) ως προς d/dt[i1(t)] και αντικαθιστώντας στη
δεύτερη των (11):

d
i2 (t ) =
−i1 (t ) − i2 (t ) + u (t ) (12)
dt

οπότε και η δεύτερη των (11) θα γραφεί μέσω της (12) ως εξής:

d
i1 (t ) =−2 ⋅ i1 (t ) − i2 (t ) + 2 ⋅ u (t ) (13)
dt

και, άρα, μέσω της (12) η (10) γίνεται:


d d
y (t ) =
L2 ⋅ i2 (t ) =i2 (t ) =
−i1 (t ) − i2 (t ) + u (t )
dt dt (14)
30

Επιλογή των Μεταβλητών


Κατάστασης

31
Επιλογή των Μεταβλητών
Κατάστασης - 1
• Επιλογή των μεταβλητών κατάστασης: Ποια στοιχεία
συσσωρεύουν ενέργεια;
– Τα δύο πηνία, άρα σαν μεταβλητές κατάστασης
επιλέγονται οι εντάσεις των ρευμάτων i1(t) και i2(t).
– Έτσι x1(t)=i1(t) και x1(t)= i2(t).

32

Επιλογή των Μεταβλητών


Κατάστασης - 2
• Επιλογή των μεταβλητών κατάστασης: Ποια στοιχεία
συσσωρεύουν ενέργεια;
– Τα δύο πηνία, άρα σαν μεταβλητές κατάστασης
επιλέγονται οι εντάσεις των ρευμάτων i1(t) και i2(t).
– Έτσι x1(t)=i1(t) και x1(t)= i2(t).
Με τον τρόπο αυτό οι (12), (13) και (14) λαμβάνουν τη
μορφή:
d
x2 (t ) = − x1 (t ) − x2 (t ) + u (t )
dt
d
x1 (t ) =−2 ⋅ x1 (t ) − x2 (t ) + 2 ⋅ u (t ) (15)
dt
y (t ) = − x1 (t ) − x2 (t ) + u (t )
33
Επιλογή των Μεταβλητών
Κατάστασης - 3
η τελικά σε μητρωική μορφή:

 x1 (t )   −2 −1  x1 (t )   2 
 = ⋅  +   ⋅ u (t ) ⇒ x(t ) = A ⋅ x(t ) + B ⋅ u (t )
d d

 x2 (t )   −1 −1  x2 (t )   1 
dt dt

 x (t ) 
y (t ) =( −1 −1) ⋅  1  + (1) ⋅ u (t ) ⇒ y (t ) =C ⋅ x(t ) + D ⋅ u (t ) (16)
 x2 (t ) 

Παρατήρηση: Από τις εξισώσεις (11) με επίλυση του 2Χ2


συστήματος η συνάρτηση μεταφοράς Y(s)/U(s) προκύπτει ως
ακολούθως:
(1 + s ) ⋅ I1 ( s ) − s ⋅ I 2 ( s ) =U (s) ⇒ Y (s) s2 (17)
− s ⋅ I1 ( s ) + (1 + 2 ⋅ s ) ⋅ I 2 ( s ) =0
=
U (s) s 2 + 3 ⋅ s + 1

34

Επιλογή των Μεταβλητών


Κατάστασης - 4
Παρατήρηση: Από τις εξισώσεις (11) με επίλυση του 2Χ2
συστήματος η συνάρτηση μεταφοράς Y(s)/U(s) προκύπτει ως
ακολούθως:
(1 + s ) ⋅ I1 ( s ) − s ⋅ I 2 ( s ) =U (s) Y (s) s2
− s ⋅ I1 ( s ) + (1 + 2 ⋅ s ) ⋅ I 2 ( s ) =0 ⇒ =
U (s) s 2 + 3 ⋅ s + 1
(17)

Συγκρίνοντας τις (14) και (17), διαπιστώνεται ότι όταν n=m,


εμφανίζεται μη-μηδενικό μητρώο D στις αντίστοιχες εξισώσεις
κατάστασης.

35
Κανονικές Μορφές Εξισώσεων
Κατάστασης (Canonical Forms)

36

Κανονικές Μορφές Εξισώσεων


Κατάστασης (Canonical Forms) - 1
• Γενικά, ένα σύστημα θα έχει την ακόλουθη διαφορική
εξίσωση και συνάρτηση μεταφοράς:

dn
y (t ) + an −1 ⋅ dtd n-1 y (t ) + an − 2 ⋅ dtd n-2 y (t ) + ... + a1 ⋅ dtd y (t ) + a0 ⋅ y (t ) =
n-1 n-2

(18)
dt n

bm ⋅ dtd m u (t ) + bm −1 ⋅ dtd m-1 u (t ) + ... + b1 ⋅ dtd u (t ) + b0 ⋅ u (t )


m m-1

Y(s) bms m + bm −1 ⋅ s m −1 + bm − 2 ⋅ s m − 2 + ... + b1 ⋅ s + b0


=
G(s) =
U(s) s n + an −1 ⋅ s n −1 + an − 2 ⋅ s n − 2 + ... + a1 ⋅ s + a0

37
Κανονικές Μορφές Εξισώσεων
Κατάστασης (Canonical Forms) - 2
• Για αποφυγή της χρονοβόρας επεξεργασίας των
διαφορικών εξισώσεων ενός συστήματος για την
αναπαράστασή του στο χώρο κατάστασης, υπάρχουν
τυποποιημένοι τρόποι για τη γραφή μιας διαφορική εξίσωση
n-οστής στο χώρο κατάστασης, εφόσον ισχύει ότι n>m.

• Οι μορφές μητρωικών εξισώσεων που προκύπτουν


αναφέρονται ως κανονικές μορφές (Canonical Forms).

38

Κανονικές Μορφές Εξισώσεων


Κατάστασης (Canonical Forms)
Controller Canonical Form (CCF)

39
Controller Canonical Form (CCF) - (1)
• H κανονική μορφή αυτή έχει την ακόλουθη μορφή:

 x1 (t )   0 1 0 ... 0   x1 (t )   0 
     
 x2 (t )   0 0 1 ... 0   x2 (t )   0 
d 
= M   M O  ⋅  M  +  M ⋅ u (t ),
       
dt

 M   0 0 0 ... 1   M  0
 
 xn (t ) 

 −a0 −a1 −a2 ... −an −1   xn (t )   1 
 x1 (t )  (19)
 
 x2 (t ) 
=y (t ) ( b0 b1 ... ... bn −1 ) ⋅  M 
 
 M 
 x (t ) 
 n 

40

Controller Canonical Form (CCF) - (2)


• Η (19) Controller Canonical Form (CCF), αν παραβλέψουμε
την αναστροφή πρόσημων λόγω των ενισχυτών, έχει το
αναλογικό διάγραμμα του Σχ. 4:

Σχ. 4: Αναλογικό διάγραμμα της μορφής Controller Canonical


Form (έχουμε παραβλέψει την αναστροφή πρόσημων λόγω
των ενισχυτών) 41
Κανονικές Μορφές Εξισώσεων
Κατάστασης (Canonical Forms)
Observer Canonical Form (OCF)

42

Observer Canonical Form (OCF) - 1


• Μια άλλη κανονική μορφή είναι αυτή που δίδεται στις
εξισώσεις (20) και αναφέρεται ως Observer Canonical Form
(OCF):
 x1 (t )  0 −a0   x1 (t )   b0 
0 ... 0
       
 x2 (0 ... 0 −a1   x2 (t )   b1 
t )  1
d   0
= M 1 ... 0 −a2  ⋅  M  +  b2  ⋅ u (t ),
       
dt

 M M O ...
 M M   M   M
 x (t )  0
0 ... 1 −an −1   xn (t )   bn −1 
 n  
 x1 (t )  (20)
 
 x2 (t ) 
=y (t ) ( 0 0 ... 0 1) ⋅  M 
 
 M 
 x (t ) 
 n 
43
Observer Canonical Form (OCF) - 2
• Το αναλογικό διάγραμμα της Observer Canonical Form (OCF)
δίδεται στο Σχ. 5:

Σχ. 5: Αναλογικό διάγραμμα της μορφής Observer Canonical


Form (έχουμε παραβλέψει την αναστροφή πρόσημων λόγω
των ενισχυτών)
44

Παρατηρήσεις στις Εξισώσεις


Κατάστασης

45
Παρατηρήσεις (1)
• Αν για τη διαφορική εξίσωση/ συνάρτηση μεταφοράς ισχύει
n=m, όπως έγινε στην περίπτωση του κυκλώματος RL-RL του
Σχ.3, η αναπαράσταση στο χώρο κατάστασης είναι δυνατή με
τη χρήση των CCF (19) και OCF (20), ως εξής:
Y (s) s2 s 2 ± (3 ⋅ s + 1) 3⋅ s +1
= 2 = = 1− 2
U ( s) s + 3 ⋅ s + 1 s + 3 ⋅ s + 1
2
s + 3⋅ s +1 (21)
3⋅ s +1
⇒ Y ( s) = U (s) − 2 ⋅ U ( s ) = U ( s ) − Y1 ( s )
s + 3⋅ s +1

46

Παρατηρήσεις (2)
• Αν για τη διαφορική εξίσωση/ συνάρτηση μεταφοράς ισχύει
n=m, όπως έγινε στην περίπτωση του κυκλώματος RL-RL του
Σχ.3, η αναπαράσταση στο χώρο κατάστασης είναι δυνατή με
τη χρήση των CCF (19) και OCF (20), ως εξής:
Y (s) s2 s 2 ± (3 ⋅ s + 1) 3⋅ s +1
= 2 = = 1− 2
U (s) s + 3 ⋅ s + 1 s + 3 ⋅ s + 1
2
s + 3⋅ s +1
3⋅ s +1 (21)
⇒ Y (s) = U (s) − 2 ⋅ U ( s ) = U ( s ) − Y1 ( s )
s + 3⋅ s +1

Απλά, το Y(s) προκύπτει έτσι ως άθροισμα του γνωστού και


καθορισμένου U(s) και του Y1(s) που έρχεται από ένα
υποσύστημα που επίσης τροφοδοτείται από U(s).

47
Παρατηρήσεις (3)
• Άρα, αρκεί να θέσουμε σε CCF ή OCF το υποσύστημα που
παράγει το Y1(s) και κατόπιν να κάνουμε την πράξη που
επιβάλλει η δεύτερη από τις (21). Για το Y1(s) σε CCF θα
έχουμε με βάση την (19) :

 x1 (t )   0 1   x1 (t )   0 
 = ⋅  +   ⋅ u (t ) ⇒ x(t ) = A ⋅ x(t ) + B ⋅ u (t )
d d

 x2 (t )   −1 −3   x2 (t )   1 
dt dt

 x (t )  (22)
y1 (t ) = (1 3) ⋅  1  ⇒ y1 (t ) =
C | y1 ⋅ x(t )
 2 
x (t )

και εφόσον από την (21)


 x (t ) 
Y ( s ) =U ( s ) − Y1 ( s ) ⇒ y (t ) =u (t ) − y1 (t ) =(−1 −3) ⋅  1  + (1) ⋅ u (t ) (23)
 x2 (t ) 
48

Παρατηρήσεις (4)
• Τελικά συνδυάζοντας τα παραπάνω, για το συνολικό
σύστημα Y(s)/U(s) τα μητρώα A, B, C και D δίδονται ως:
 0 1 0
A=  , B = ( 1 −3) , D =(1)
  , C =−
 −1 −3   
1

49
Παρατηρήσεις (5)
• Τελικά συνδυάζοντας τα παραπάνω, για το συνολικό
σύστημα Y(s)/U(s) τα μητρώα A, B, C και D δίδονται ως:
 0 1 0
A=  , B = ( 1 −3) , D =(1)
  , C =−
 −1 −3  1

Προσοχή:
– Τα μητρώα A, B, C και D που μόλις υπολογίσαμε είναι
διαφορετικά από αυτά που βρήκαμε στην (16).
– Γενικά δεν υπάρχει μοναδική έκφραση του συστήματος
στο χώρο κατάστασης, αντιθέτως από ότι συμβαίνει για τη
συνάρτηση μεταφοράς αυτού η οποία έχει μια και
μοναδική μορφή.
50

Μετατροπή Εξισώσεων
Κατάστασης σε Συνάρτηση
Μεταφοράς

51
Μετατροπή Εξισώσεων Κατάστασης
σε Συνάρτηση Μεταφοράς - 1
• Έχοντας την έκφραση συστήματος στο χώρο κατάστασης,
υπολογίζουμε εύκολα τη συνάρτηση μεταφοράς του. Έστω:
d
dt x(t ) = A ⋅ x(t ) + B ⋅ u (t )
y (t ) = C ⋅ x(t ) + D ⋅ u (t )
εφαρμόζοντας μετ/μο Laplace θα λάβουμε:

s ⋅ X ( s ) − x(0) = A ⋅ X ( s) + B ⋅U (s)
(24)
Y( s ) = C ⋅ X ( s ) + D ⋅ U ( s )

52

Μετατροπή Εξισώσεων Κατάστασης


σε Συνάρτηση Μεταφοράς - 2
Από την πρώτη των (24) προκύπτει:

X ( s ) = ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0) + ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B ⋅U ( s ) (25)

και μέσω της (25) η δεύτερη των (24) γίνεται:

Y ( s ) = C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0) + {C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D} ⋅U ( s ) (26)

53
Μετατροπή Εξισώσεων Κατάστασης
σε Συνάρτηση Μεταφοράς - 3
Για τον υπολογισμό της συνάρτησης μεταφοράς συστήματος
θεωρούμε μηδενικές αρχικές συνθήκες, οπότε και η (26)
γίνεται:

Y (s)
Y ( s ) = {C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D} ⋅ U ( s ) ⇒ = C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D (27)
U (s)

54

Μετατροπή Εξισώσεων Κατάστασης


σε Συνάρτηση Μεταφοράς - 4
Για τον υπολογισμό της συνάρτησης μεταφοράς συστήματος
θεωρούμε μηδενικές αρχικές συνθήκες, οπότε και η (26)
γίνεται:

Y (s)
Y ( s ) = {C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D} ⋅ U ( s ) ⇒
U (s)
= C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D (27)

• Οι πόλοι του συστήματος προκύπτουν από την εξίσωση της


ορίζουσας det(s⋅I -A)=0.

55
Μετατροπή Εξισώσεων Κατάστασης
σε Συνάρτηση Μεταφοράς - 5
Για τον υπολογισμό της συνάρτησης μεταφοράς συστήματος
θεωρούμε μηδενικές αρχικές συνθήκες, οπότε και η (26)
γίνεται:
Y (s)
Y ( s ) = {C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D} ⋅ U ( s ) ⇒ = C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D
U (s) (27)
• Οι πόλοι του συστήματος προκύπτουν από την εξίσωση της
ορίζουσας det(s⋅I -A)=0.
• Παρατηρώντας καλύτερα, η επίλυση του det(s⋅I -A)=0
αντιστοιχεί στην εύρεση των ιδιοτιμών του μητρώου A:
Οι ιδιοτιμές λi, i=1,...,n του μητρώου A είναι οι πόλοι του
συστήματος.

56

Ενότητα #9: Λύση Εξισώσεων Εσωτερικής Κατάστασης


με Χρήση Μετασχηματισμού Laplace

Δημήτριος Δημογιαννόπουλος
Σκοποί Ενότητας

• Υπολογισμός εσωτερικών σημάτων συστήματος εκφρασμένου


στο χώρο κατάστασης.

• Χρήση μετασχηματισμού Laplace σε μητρωικές εξισώσεις για


υπολογισμό αποκρίσεων.

Περιεχόμενα Ενότητας

• Υπολογισμός απόκρισης από τις εξισώσεις κατάστασης με


μετασχηματισμό Laplace

• Παράδειγμα

5
Υπολογισμός Απόκρισης από τις
Εξισώσεις Κατάστασης
Μετασχηματισμός LAPLACE

Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις


Κατάστασης - Μετασχηματισμός Laplace - 1
• Από τα προηγούμενα (ενότητα 8)
X ( s ) = ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0) + ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B ⋅U ( s )

Y ( s ) = C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0) + {C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D} ⋅U ( s )
δύο μέρη τόσο στο διάνυσμα κατάστασης X(s) όσο και στη
μεταβλητή εξόδου:
– Το ελεύθερο μέρος της απόκρισης Xα(s) ή Yα(s) που
οφείλεται στην αρχική συνθήκη x(0):

X α ( s ) = ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0)
(1)
Yα ( s ) = C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0)

7
Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις
Κατάστασης - Μετασχηματισμός Laplace - 2

– Το ελεύθερο μέρος της απόκρισης Xα(s) ή Yα(s) που


οφείλεται στην αρχική συνθήκη x(0):

X α ( s ) = ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0)
(1)
Yα ( s ) = C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0)

– και το εξαναγκασμένο μέρος της απόκρισης Xε(s) ή Yε(s)


που οφείλεται στην είσοδο u(t):
X ε ( s ) = ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B ⋅ U ( s )
Yε ( s ) = {C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D} ⋅ U ( s ) (2)

Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις


Κατάστασης - Μετασχηματισμός Laplace - 3
• Για το ελεύθερο κομμάτι της απόκρισης ισχύει ότι:
xα (t ) =Φ (t ) ⋅ x(0) =e A⋅t ⋅ x(0) (3)
με το μητρώο Φ(t) να ονομάζεται μητρώο μετάβασης.
• Συγκρίνοντας την (3) με την (2) προκύπτει λοιπόν ότι:
( s ⋅ I − A) −1 =Φ ( s )
(4)
L−1{( s ⋅ I − A) −1} =Φ (t )
• Άρα με χρήση της (4) η ολική λύση των εξισώσεων
κατάστασης:
(5)
t
X ( s ) =Φ ( s ) ⋅ x(0) + Φ ( s ) ⋅ B ⋅ U ( s ), x(t ) =Φ (t ) ⋅ x(0) + ∫ Φ (t ) ⋅ B ⋅ u (t − τ ) ⋅ dτ
0
t
Y ( s )= {C ⋅ ( s ⋅ I − A) −1 ⋅ B + D} ⋅ U ( s ), y (t )= C ⋅ Φ (t ) ⋅ x(0) + ∫ {C ⋅ Φ (τ ) ⋅ B + D} ⋅ u (t − τ ) ⋅ dτ
0

9
Παράδειγμα (1)
Παράδειγμα: Έστω το κύκλωμα RL-RL, να βρεθούν η ελεύθερη
και η εξαναγκασμένη απόκριση σε είσοδο u(t)=1.

11

Παράδειγμα (2)
Παράδειγμα: Έστω το κύκλωμα RL-RL, να βρεθούν η ελεύθερη
και η εξαναγκασμένη απόκριση σε είσοδο u(t)=1.

• Οι εξισώσεις, από την προηγούμενη ενότητα είναι:


 x1 (t )   −2 −1  x1 (t )   2 
 = ⋅  +   ⋅ u (t ) ⇒ x(t ) = A ⋅ x(t ) + B ⋅ u (t )
d d

 x2 (t )   −1 −1  x2 (t )   1 
dt dt

 x (t ) 
y (t ) =( −1 −1) ⋅  1  + (1) ⋅ u (t ) ⇒ y (t ) =C ⋅ x(t ) + D ⋅ u (t )
 x2 (t ) 

12
Παράδειγμα (3)
Το μητρώο Φ(s) υπολογίζεται ως εξής:
−1 −1
−1   1 0   −2 −1  s+2 1 
Φ ( s ) = ( s ⋅ I − A) =  s ⋅  −  =  
  0 1   −1 −1   1 s + 1
(6)
 s + 1 −1   s + 1 −1 
T
1 1
= ⋅  = ⋅ 
det( s ⋅ I − A)  −1 s + 2  s + 3 ⋅ s + 1  −1 s + 2 
2

13

Παράδειγμα (4)
Οπότε και η Xε(s) και τελικά Xε(t) υπολογίζεται αρκετά εύκολα:

1  s + 1 −1   2  1
X ε ( s ) =Φ ( s ) ⋅ B ⋅ U ( s ) = 2 ⋅ ⋅ ⋅
s + 3 ⋅ s + 1  −1 s + 2   1  s
1  2 ⋅ s + 1
= ⋅ 
s ⋅ ( s + 3 ⋅ s + 1)  s 
2

2 ⋅ s +1
(7)
 
 s ⋅ s2 + 3 ⋅ s + 1 
=
( )
 1 
 
 s2 + 3 ⋅ s + 1 

14
Παράδειγμα (5)
Πρέπει λοιπόν να γίνει ανάλυση σε απλά κλάσματα για κάθε
στοιχείο του διανύσματος στην (7):
 2 ⋅ s +1   A1 A2 A3   1 −0.276 −0.724 
 s ⋅ ( s 2 + 3 ⋅ s + 1)   s + s + 0.382 + s + 2.618   s + s + 0.382 + s + 2.618 

=  =   
 1   B1 B2   0.447 −0.447 
   +   + 
 s2 + 3 ⋅ s + 1   s + 0.382 s + 2.618   s + 0.382 s + 2.618 

Οπότε και με χρήση πινάκων με αντίστροφο μετασχηματισμό


Laplace θα έχουμε:
1 − 0.276 ⋅ e −0.382⋅t − 0.724 ⋅ e −2.618⋅t 
xε (t ) =  
 0.447 ⋅ e
−0.382⋅t
− 0.447 ⋅ e −2.618⋅t  (8)

15

Παράδειγμα (6)

1 − 0.276 ⋅ e −0.382⋅t − 0.724 ⋅ e −2.618⋅t 


xε (t ) =  −0.382⋅t  (8)
 0.447 ⋅ e − 0.447 ⋅ e −2.618⋅t 

και εφόσον

yε (t ) =C ⋅ xε (t ) + D ⋅ u (t ) =( −1 −1) ⋅ 
1 − 0.276 ⋅ e −0.382⋅t − 0.724 ⋅ e −2.618⋅t 
+ (1) ⋅1
(9)
−0.382⋅t −2.618⋅t 
 0.447 ⋅ e − 0.447 ⋅ e 
−0.382⋅t −2.618⋅t
=−0.171 ⋅ e + 1.171 ⋅ e

16
Παράδειγμα (7)
Αν η αρχική συνθήκη x(0)=[1 1]T με χρήση των (1), (6) το
ελεύθερο μέρος της απόκρισης θα είναι:
 s 
1  s + 1 −1   1   s + 3⋅ s +1
2
( s ⋅ I − A) −1 ⋅ x(0) =
X α ( s) = Φ ( s ) ⋅ x(0) = ⋅ ⋅  =  
s + 3 ⋅ s + 1  −1 s + 2  1 
2
s +1 
 2 
 s + 3⋅ s +1 

Οπότε με ανάλυση σε απλά κλάσματα και χρήση πινάκων με


αντίστροφο μετασχηματισμό Laplace

 −0.171 ⋅ e −0.382⋅t + 1.171 ⋅ e −2.618⋅t 


xα (t ) =  −0.382⋅t  (10)
 0.277 ⋅ e + 0.723 ⋅ e −2.618⋅t 

17

Παράδειγμα (8)

 −0.171 ⋅ e −0.382⋅t + 1.171 ⋅ e −2.618⋅t 


xα (t ) =  
 0.277 ⋅ e
−0.382⋅t
+ 0.723 ⋅ e −2.618⋅t  (37)

και το ελεύθερο μέρος της εξόδου (προφανώς με χρήση u(t)=0!)


θα είναι

 −0.171 ⋅ e −0.382⋅t + 1.171 ⋅ e −2.618⋅t 


( 1 −1) ⋅ 
yα (t ) =C ⋅ x a (t ) =− −0.382⋅t −2.618⋅t 
=−0.106 ⋅ e −0.382⋅t − 1.894 ⋅ e −2.618⋅t
 0.277 ⋅ e + 0.723 ⋅ e 

18
Ενότητα #10: Λύση Εξισώσεων Εσωτερικής
Κατάστασης με Χρήση Μεθόδου Ιδιοτιμών

Σκοποί Ενότητας

• Υπολογισμός εσωτερικών σημάτων συστήματος εκφρασμένου


στο χώρο κατάστασης.

• Χρήση μεθόδου ιδιοτιμών για τον υπολογισμό των


σημάτων απόκρισης του συστήματος.

4
Περιεχόμενα Ενότητας

• Υπολογισμός απόκρισης από τις εξισώσεις κατάστασης:


Ιδιοτιμές του Α

• Υπολογισμός απόκρισης από τις εξισώσεις κατάστασης -


Μεθοδολογία

• Παράδειγμα

Υπολογισμός Απόκρισης από τις


Εξισώσεις Κατάστασης
Ιδιοτιμές του Α

6
Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις
Κατάστασης - Ιδιοτιμές του Α - 1
Μητρώο A με ιδιοτιμές λ1,...λn πραγματικές και ξεχωριστές
• Έστω σύστημα στο χώρο κατάστασης:
dt x (t ) = A ⋅ x (t ) + B ⋅ u (t )
d
(1)
y (t ) = C ⋅ x(t ) + D ⋅ u (t )

• Υπολογίζουμε την απόκριση κάνοντας χρήση των ιδιοτιμών του


μητρώου A (οι οποίες αντιστοιχούν στους πόλους της
συνάρτησης μεταφοράς του συστήματος!). Ιδιοτιμές λ1,...λn του
μητρώου A :
A ⋅ x(t ) = λ ⋅ x(t ) ⇒ ( λ ⋅ I − A ) ⋅ x(t ) = 0 ∀ x(t ) ≠ 0 ⇒ det ( λ ⋅ I − A ) = 0 ⇒ λ1 ,..., λn
(2)

Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις


Κατάστασης - Ιδιοτιμές του Α - 2

A ⋅ x(t ) = λ ⋅ x(t ) ⇒ ( λ ⋅ I − A ) ⋅ x(t ) = 0 ∀ x(t ) ≠ 0 ⇒ det ( λ ⋅ I − A ) = 0 ⇒ λ1 ,..., λn (2)


Σε κάθε ιδιοτιμή λi αντιστοιχεί το ιδιοδιάνυσμα υi που
βρίσκεται ως:
A ⋅υ i =λ ⋅υ i (3)
• Ορίζουμε το μητρώο των ιδιοδιανυσμάτων Μ=[ υ1, υ2,..., υn]
όπως και το διαγώνιο μητρώο Λ ως ακολούθως:
 λ1 0 ... 0 
 
 0 λ2 0
Λ= (4)
0   
 
 0 0 ... λn 

8
Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις
Κατάστασης - Ιδιοτιμές του Α - 3
• Διαγωνοποίηση του μητρώου Α, ως εξής:
Μ-1⋅Α⋅Μ=Λ, ή Α= Μ⋅Λ⋅Μ-1 (5)

Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις


Κατάστασης - Ιδιοτιμές του Α - 4
• Διαγωνοποίηση του μητρώου Α, ως εξής:
Μ-1⋅Α⋅Μ=Λ, ή Α= Μ⋅Λ⋅Μ-1 (5)

• Αν θεωρήσουμε το ομογενές μέρος της πρώτης εξίσωσης των


(2) [δηλαδή αν u(t)=0], τότε μέσω της (5) θα είναι:

−1
d
dt x(t ) = A ⋅ x(t ) = Μ ⋅ Λ ⋅ Μ ⋅ x(t ) (6)

10
Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις
Κατάστασης - Ιδιοτιμές του Α - 5
• Διαγωνοποίηση του μητρώου Α, ως εξής:
Μ-1⋅Α⋅Μ=Λ, ή Α= Μ⋅Λ⋅Μ-1 (5)
• Αν θεωρήσουμε το ομογενές μέρος της πρώτης εξίσωσης των
(2) [δηλαδή αν u(t)=0], τότε μέσω της (5) θα είναι:
−1 (6)
d
dt x(t ) = A ⋅ x(t ) = Μ ⋅ Λ ⋅ Μ ⋅ x(t )

• Ορίζοντας τη βοηθητική διανυσματική μεταβλητή z(t)=Μ-


1⋅x(t) και μέσω της (6) έχουμε ότι:

d
dt z (t ) = Λ ⋅ z (t ) (7)

11

Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις


Κατάστασης - Ιδιοτιμές του Α - 6

d
dt z (t ) = Λ ⋅ z (t ) (7)
Άρα και
 eλ1 ⋅t 0 ... 0 
 
z (t ) = Λ⋅t
Φ 0 (t ) ⋅ z (0) =⋅  0
e z (0) =
eλ2 ⋅t 0 
⋅ z (0)
(8)
    
 
 0 0 ... eλn ⋅t 

οπότε μέσω του ορισμού z(t)=Μ-1⋅x(t) προκύπτει:


−1
x(t ) = Μ ⋅ Φ 0 (t ) ⋅ z (0) = Μ ⋅ Φ 0 (t ) ⋅ Μ ⋅ x(0) = Φ (t ) ⋅ x(0) (9)
−1
Φ (t ) = Μ ⋅ Φ 0 (t ) ⋅ Μ

12
Υπολογισμός Απόκρισης από τις Εξισώσεις
Κατάστασης - Ιδιοτιμές του Α - 7
−1
x(t ) = Μ ⋅ Φ 0 (t ) ⋅ z (0) = Μ ⋅ Φ 0 (t ) ⋅ Μ ⋅ x(0) = Φ (t ) ⋅ x(0)
−1 (9)
Φ (t ) = Μ ⋅ Φ 0 (t ) ⋅ Μ

• Υπολογισμός της απόκρισης (συνέλιξη!)

t
x(t ) =Φ (t ) ⋅ x(0) + ∫ Φ (τ ) ⋅ B ⋅ u (t − τ ) ⋅ dτ
0
t
y (t )= C ⋅ Φ (t ) ⋅ x(0) + ∫ {C ⋅ Φ (t ) ⋅ B + D} ⋅ u (t − τ ) ⋅ dτ
0

13

Υπολογισμός Απόκρισης από τις


Εξισώσεις Κατάστασης
Μεθοδολογία

14
Υπολογισμός Απόκρισης από τις
Εξισώσεις Κατάστασης / Μεθοδολογία - 1
Βήμα 1: Εύρεση ιδιοτιμών λ1,...λn του A, υπολογισμός Φ0(t) από
σχέση

 eλ1 ⋅t 0 ... 0 
 
 0 eλ2 ⋅t 0 
Φ 0 (t ) =
    
 
 0 0 ... eλn ⋅t 

15

Υπολογισμός Απόκρισης από τις


Εξισώσεις Κατάστασης / Μεθοδολογία - 2
Βήμα 1: Εύρεση ιδιοτιμών λ1,...λn του A, υπολογισμός Φ0(t) από
σχέση
 eλ1 ⋅t 0 ... 0
 
 0 eλ2 ⋅t 0
Φ 0 (t ) =
   
 
 0 0 ... eλn ⋅t 

Βήμα 2: Εύρεση ιδιοδιανυσμάτων και σχηματισμός του


Μ=[ υ1, υ2,..., υn]

16
Υπολογισμός Απόκρισης από τις
Εξισώσεις Κατάστασης / Μεθοδολογία - 3
Βήμα 1: Εύρεση ιδιοτιμών λ1,...λn του A, υπολογισμός Φ0(t) από
σχέση
 eλ1 ⋅t 0 ... 0 
 λ2 ⋅t 
 0
Φ 0 (t ) =
e 0 
    
 
 0 0 ... eλn ⋅t 

Βήμα 2: Εύρεση ιδιοδιανυσμάτων και σχηματισμός του


Μ=[ υ1, υ2,..., υn]

Βήμα 3: Υπολογισμός του Φ(t)= Μ⋅Φ0(t)⋅Μ-1

17

Υπολογισμός Απόκρισης από τις


Εξισώσεις Κατάστασης / Μεθοδολογία - 4
Βήμα 1: Εύρεση ιδιοτιμών λ1,...λn του A, υπολογισμός Φ0(t) από
σχέση  eλ ⋅t 0 ... 0 1

 
 0 eλ2 ⋅t 0 
Φ 0 (t ) =
    
 
 0 0 ... eλn ⋅t 

Βήμα 2: Εύρεση ιδιοδιανυσμάτων και σχηματισμός του


Μ=[ υ1, υ2,..., υn]
Βήμα 3: Υπολογισμός του Φ(t)= Μ⋅Φ0(t)⋅Μ-1
Βήμα 4: Υπολογισμός αποκρίσεων x(t), y(t)
t
x(t ) =Φ (t ) ⋅ x(0) + ∫ Φ (τ ) ⋅ B ⋅ u (t − τ ) ⋅ dτ
0
t
y (t )= C ⋅ Φ (t ) ⋅ x(0) + ∫ {C ⋅ Φ (t ) ⋅ B + D} ⋅ u (t − τ ) ⋅ dτ
0
18
Παράδειγμα (1)
• Θεωρούμε ξανά το κύκλωμα RL-RL και θα υπολογίσουμε την
απόκριση με τη μέθοδο των ιδιοτιμών.

Οι εξισώσεις, όπως σχηματίστηκαν στην προηγούμενη


ενότητα:
 x1 (t )   −2 −1  x1 (t )   2 
 =  ⋅  x (t )  +   ⋅ u (t ) ⇒ x(t ) = A ⋅ x(t ) + B ⋅ u (t )
d d
dt
 2  
x (t ) −1 − 1   2  1
dt

 x (t ) 
y (t ) =( −1 −1) ⋅  1  + (1) ⋅ u (t ) ⇒ y (t ) =C ⋅ x(t ) + D ⋅ u (t )
 x2 (t ) 
20

Παράδειγμα (2)
• Οι εξισώσεις, όπως σχηματίστηκαν στην προηγούμενη
ενότητα:
 x1 (t )   −2 −1  x1 (t )   2 
 = ⋅  +   ⋅ u (t ) ⇒ x(t ) = A ⋅ x(t ) + B ⋅ u (t )
d d

 x2 (t )   −1 −1  x2 (t )   1 
dt dt

 x (t ) 
y (t ) =( −1 −1) ⋅  1  + (1) ⋅ u (t ) ⇒ y (t ) =C ⋅ x(t ) + D ⋅ u (t )
 x2 (t ) 

• Βήμα 1: Εύρεση ιδιοτιμών λ1,...λn του μητρώου A,


υπολογισμός Φ0(t)
  1 0   −2 −1 
det ( λ ⋅ I − A ) = 0 ⇒ det  λ ⋅  −  = 0
  0 1   −1 −1 
 e −0.382⋅t 0 
λ + 2 1  λ = −0.382 => Φ 0 (t ) =
 
⇒ det  = 0⇒ 1  0 e −2.618⋅t 
 1 λ + 1 λ2 = −2.618

21
Παράδειγμα (3)
• Βήμα 2: Εύρεση ιδιοδιανυσμάτων και σχηματισμός του
μητρώου Μ=[ υ1, υ2]. Για το υ1:
  1 0   −2 −1   υ11 
A ⋅υ 1 =λ1 ⋅υ 1 ⇒ ( λ1 ⋅ I − A ) ⋅υ 1 =0 ⇒  −0.382 ⋅  −   ⋅   =0
  0 1   −1 −1  υ21 

1.618 1   υ11  1.618= ⋅υ11 + υ21 0 = υ11 1


  ⋅ υ  =
0⇒
υ11 + 0.618 ⋅υ21 =

0 υ11 =1 υ21 = −1.618
 1 0.618   21 

Για το υ2 θα προκύψει με όμοιο τρόπο υ12=1 και υ22=0.618.


Άρα το μητρώο Μ (και Μ-1):

 0.618 1.618   0.276 −0.447 


T
 1 1  −1 1
=Μ   ⇒=Μ ⋅  =   
 −1.618 0.618  det(Μ )  −1 1   0.723 0.447 

22

Παράδειγμα (4)
• Βήμα 3: Υπολογισμός του Φ(t)= Μ⋅Φ0(t)⋅Μ-1
−1  1 1   e −0.382⋅t 0   0.276 −0.447 
Φ (t ) = Μ ⋅ Φ 0 (t ) ⋅ Μ =  ⋅ ⋅ 
 −1.618 0.618   0
−2.618⋅t
e   0.723 0.447 
 0.276 ⋅ e −0.382⋅t + 0.724 ⋅ e −2.618⋅t −0.447 ⋅ e −0.382⋅t + 0.447 ⋅ e −2.618⋅t 
= −0.382⋅t 
 −0.447 ⋅ e + 0.447 ⋅ e −2.618⋅t 0.724 ⋅ e −0.382⋅t + 0.276 ⋅ e −2.618⋅t 

• Βήμα 4: Υπολογισμός της απόκρισης [ελεύθερη για x(0)=[1 1]T


και εξαναγκασμένη για u(t)=1]:
 0.276 ⋅ e −0.382⋅t + 0.724 ⋅ e −2.618⋅t −0.447 ⋅ e −0.382⋅t + 0.447 ⋅ e −2.618⋅t  1
xα (t ) =Φ (t ) ⋅ x(0) = −0.382⋅t ⋅ 
 −0.447 ⋅ e + 0.447 ⋅ e −2.618⋅t 0.724 ⋅ e −0.382⋅t + 0.276 ⋅ e −2.618⋅t  1
 −0.171 ⋅ e −0.382⋅t + 1.171 ⋅ e −2.618⋅t 
= −0.382⋅t 
 0.277 ⋅ e + 0.723 ⋅ e −2.618⋅t 

23
Παράδειγμα (5)
και
t
xε (t ) = ∫ Φ(τ ) ⋅ B ⋅ u (t − τ ) ⋅ dτ
0

t  0.276 ⋅ e −0.382⋅t + 0.724 ⋅ e −2.618⋅t −0.447 ⋅ e −0.382⋅t + 0.447 ⋅ e −2.618⋅t   2 


∫0  −0.447 ⋅ e−0.382⋅t + 0.447 ⋅ e−2.618⋅t  ⋅   ⋅1 ⋅ dτ
0.724 ⋅ e −0.382⋅t + 0.276 ⋅ e −2.618⋅t   1 

 t 0.105 ⋅ e −0.382⋅t + 1.895 ⋅ e −2.618⋅t dτ 


= ∫0  1 − 0.276 ⋅ e
−0.382⋅t
− 0.724 ⋅ e −2.618⋅t 
 t   −0.382⋅t
− 0.447 ⋅ e −2.618⋅t 

 ∫ −0.171 ⋅ e −0.382⋅t + 1.171 ⋅ e −2.618⋅t dτ   0.447 ⋅ e
 0 

24

You might also like