Φαρμακολογία Μαρία Βενετίκου ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ
Φαρμακολογία Μαρία Βενετίκου ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ
Φαρμακολογία
2
Αντικείμενο μελέτης της Φαρμακολογίας (2/2)
• Ένα ευρύ κεφάλαιο της φαρμακολογίας αντιπροσωπεύει
ακόμη η Φαρμακογνωσία, που ασχολείται με τα
χαρακτηριστικά των δρογών και τα φυτά από τα οποία αυτές
προέρχονται.
• Ανάμεσα στους πιο εξειδικευμένους κλάδους της
φαρμακολογίας είναι και οι ακόλουθοι: Φαρμακοχημεία,
Φαρμακοτεχνία, Φαρμακοκινητική, Μοριακή
φαρμακολογία, Φαρμακογενετική, Ψυχοφαρμακολογία
καθώς και νεότερους κλάδους που συνεχώς αναπτύσσονται
4
Ορισμοί φαρμάκου-δηλητηρίου (2/3)
• Τι είναι «δραστική ουσία»;
«Κάθε ουσία ή μείγμα ουσιών που προορίζεται να
χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή ενός φαρμάκου και η οποία
όταν χρησιμοποιείται στην παραγωγή του, γίνεται ενεργό
συστατικό του εν λόγω προϊόντος που προορίζεται να ασκήσει
φαρμακολογική, ανοσολογική ή μεταβολική δράση με σκοπό να
αποκατασταθούν, να διορθωθούν ή να τροποποιηθούν
φυσιολογικές λειτουργίες ή να γίνει ιατρική διάγνωση.»
6
Ταξινόμηση των φαρμάκων (1/2)
• Η ταξινόμηση γενικά των διαφόρων φαρμακευτικών
προϊόντων ακολουθεί τέσσερις συνήθως κύριες μεθόδους,
• Χημική: δηλαδή από την χημική ομάδα στην οποία μπορεί
αυτά να ανήκουν, π.χ. αλκαλοειδή,
• Φαρμακολογική: εκ της φαρμακολογικής τους δράσης, π.χ.
αναλγητικά, σπασμολυτικά, αντιμικροβιακά, αναισθητικά,
κ.λπ.
8
Τρόποι μελέτης της Φαρμακολογίας
Γενική και ειδική Φαρμακολογία (1/5)
• Η Φαρμακολογία χωρίζεται σε Γενική που μελετά τις γενικές
ιδιότητες των φαρμάκων σχετικά με την παραγωγή τους, την
διαχείρισή τους από τον οργανισμό και τον τρόπο δράσης τους σε
αυτούς και σε Ειδική που μελετά ειδικές κατηγορίες φαρμάκων
ανάλογα με την ασθένεια που αντιμετωπίζουν.
• Η κλινική δοκιμή είναι ένα ιατρικό πείραμα, κατά το οποίο σε
συγκεκριμένο αριθμό εθελοντών δοκιμάζεται μία θεραπευτική
αγωγή, για να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητά της και να
προσδιοριστεί η τοξικότητά της (ανεκτικότητα-ασφάλεια).
• Οι κλινικές δοκιμές χρησιμοποιούνται, για να βεβαιωθεί ότι τα
φάρμακα, πριν κυκλοφορήσουν στην αγορά, εγγυώνται
αποτελεσματικότητα και έχουν πολύ μικρή τοξικότητα.
10
Τρόποι μελέτης της Φαρμακολογίας
Γενική και ειδική Φαρμακολογία (3/5)
• Φάση ΙΙΙ
Εδώ, διευκρινίζονται οι πλέον ευνοϊκές συνθήκες κάτω από τις
οποίες τα φάρμακα λειτουργούν καλύτερα. Δοκιμάζεται η
αποτελεσματικότητά τους σε σχέση με άλλες αγωγές. Σε αυτήν
τη φάση, συμμετέχουν χιλιάδες άνθρωποι και κρατά 2-4
χρόνια, μέχρι να ολοκληρωθεί. Καθώς απασχολεί μεγάλο
αριθμό ανθρώπων, η παρατήρηση δευτερευουσών
παρενεργειών γίνεται πιο επισταμένα.
11
12
Τρόποι μελέτης της Φαρμακολογίας
Γενική και ειδική Φαρμακολογία (5/5)
• Οι φάσεις ΙΙ και ΙΙΙ έχουν ονομαστεί ελεγχόμενες δοκιμές,
διότι συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα των
δοκιμαζόμενων φαρμάκων έναντι κάποιων αγωγών που
λειτουργούν ως αναφορά. Ενίοτε, οι αγωγές-αναφορά
μπορεί να είναι απλά placebo (ανενεργά χαπάκια) ή εν μέρει
placebo, εάν δεν υπάρχουν άλλες εγκεκριμένες αγωγές.
13
14
Τρόποι μελέτης των φαρμάκων (2/2)
Φάση ΙV
• Γίνονται δοκιμές μετά την επίσημη κυκλοφορία του
φαρμάκου.
• Αυτές ως σκοπό έχουν να καθοριστεί ο πιο σωστός τρόπος
λήψης των φαρμάκων.
15
16
Μορφές ιδιοσκευασμάτων (2/2)
• Τα υπόθετα χορηγούνται είτε από του ορθού, είτε κολπικά
είτε διουρηθρικά (κηρία).
• Φάρμακα που χορηγούνται ενέσιμα μπορούν να δοθούν είτε
υποδόρια, είτε ενδοδερμικά, είτε ενδομυικά, είτε
ενδοφλέβια. Επίσης υπάρχουν φάρμακα που δίδονται ως
αυτοκόλλητα (trandermal systems) όπως αντιστηθαγχικά,
ανδρογόνα, οιστρογόνα.
17
18
Τρόποι χορήγησης των φαρμάκων (1/2)
• Δέρμα (επιδερμικά, υποδερμικά) αλοιφές, κρέμες, έμπλαστρα,
επιπαστικά διαλύματα, σκόνες, λοσιόν, εμβόλια)
• Βλεννογόνοι – γαστρεντερικό σύστημα (ΓΕΣ)
a) per os (δισκία, καταπότια, τροχίσκοι, σακχαρόπηκτα, κάψουλες,
σκόνες, διαλύματα, εναιωρήματα, γαλακτώματα, υπογλώσσια
δισκία)
b) per rectum (υπόθετα, διαλύματα)
– ουροποιητικό (υπόθετα, κηρία, αλοιφές, σκόνες, διαλύματα)
– αναπνευστικό – μύτη (αλοιφές, σκόνες, διαλύματα)
– πνεύμων (διαλύματα, σκόνες, αεροζόλ)
– μάτια (αλοιφές, διαλύματα, εναιωρήματα, μείγματα, κολλύρια)
19
20
Από την χορήγηση την χορήγηση στην
διάθεση των φαρμάκων (1/3)
• Κανονικά τα φάρμακα φτάνουν στα όργανα – στόχους μέσω
του αίματος και συνηθέστατα μέσω της φλεβικής
κυκλοφορίας.
• Τόσο η ενδοφλέβια, η ενδομυική και η υποδόρια χορήγηση
συνεπάγεται τραυματισμό του δέρματος.
• Γι’ αυτό, η απλούστερη οδός χορήγησης είναι από του
στόματος (per os), όπου η είσοδος του φαρμάκου στο αίμα
θα γίνει μέσω του γαστρικού βλεννογόνου.
21
22
Από την χορήγηση την χορήγηση στην
διάθεση των φαρμάκων (3/3)
• Η δίοδος από το ήπαρ, αποφεύγεται μόνον όταν η
απορρόφηση γίνεται υπογλώσσια η από τον βλεννογόνο του
στόματος, επειδή το φλεβικό αίμα του στόματος διοχετεύεται
απ’ ευθείας στην άνω κοίλη φλέβα. Το ίδιο ισχύει και με την
εισπνοή.
• Τόσο η στοματική, η υπογλώσσια και η εισπνοή είναι οδοί
όπου το φάρμακο συχνά χρειάζεται να δράσει τοπικά και έτσι
χρησιμοποιούνται σε ιδιαίτερες περιπτώσεις.
• Το αυτό ισχύει και με την διαδερμική οδό.
23
Ταχύτητα απορρόφησης
• Η ταχύτητα της απορρόφησης ενός φαρμάκου εξαρτάται
από την οδό και την μέθοδο χορήγησής του. Είναι ταχύτερη
όταν το φάρμακο δίδεται ενδοφλέβια και η βραδύτερη όταν
δίδεται υποδόρια.
• Όταν δίδεται υπογλώσσια, είναι πολύ ταχύτερη της
παραδοσιακής per os.
24
Πηλίκο απορροφητικότητας
• Πηλίκο απορροφητικότητας είναι το ποσό του φαρμάκου
που απορροφάται διαιρούμενο με το ποσό του βλεννογόνου
του εντέρου που υπάρχει για την απορρόφησή του.
• Τα φάρμακα για να φτάσουν το στόχο τους πρέπει να φύγουν
από την κυκλοφορία.
25
Φραγμοί
• Η διεισδυτικότητα των φαρμάκων γίνεται από το τοίχωμα των
τριχοειδών που αποτελεί τον αιματο-ιστικό φραγμό (blood-
tissue barrier), δηλ μια κυτταρική στοιβάδα ενδοθηλίου και
μια βασική μεμβράνη.
• Η διεισδυτικότητα των ιστών διαφέρει ανάλογα με τις
εκάστοτε ιδιότητες των τριχοειδών τους.
26
Αιματεγκεφαλικός φραγμός (1/2)
• Ειδικό τύπο αιματο-ιστικού φραγμού αποτελεί ο
αιματεγκεφαλικός φραγμός, όπου τα ενδοθήλια και τα
κύτταρα δεν έχουν πόρους και τα φάρμακα για να διέλθουν
πρέπει να διαχυθούν ενδοκυττάρια.
• Αυτά τα φάρμακα έχουν ιδιαίτερες φυσικοχημικές ιδιότητες η
χρειάζονται την παρουσία και δράση ενός ειδικού
συστήματος μεταφοράς.
27
28
Στόχοι της φαρμακευτικής δράσης (1/2)
• Τα φάρμακα στοχεύουν σε κάποια εκλεκτική επίδραση πάνω
σε κάποιες ζωτικές λειτουργίες ώστε να εξαλείψουν τα
συμπτώματα μιας νόσου.
• Γνωρίζουμε ότι η μικρότερη δομική μονάδα ενός οργανισμού
είναι το κύτταρο.
• Εκεί θέλουμε να γνωρίζουμε το πώς δρουν τα φάρμακα.
29
30
Συντονισμός των κυττάρων
• Ο λειτουργικός συντονισμός των κυττάρων επιτυγχάνεται με
την βοήθεια των αγγελιοφόρων μορίων
(νευρομεταβιβαστών η ορμονών) που αναγνωρίζονται από
ειδικές δεσμευτικές θέσεις των μεμβρανών, τους υποδοχείς.
31
32
Άλλοι στόχοι φαρμάκων
• Τα μεταφορικά συστήματα των μεμβρανών μπορεί επίσης
να είναι οι στόχοι δράσης μερικών φαρμάκων (καρδιακές
γλυκοσίδες, διουρητικά της αγκύλης, ανταγωνιστές του
ασβεστίου).
• Άλλα φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν ενδοκυτταρικές
μεταβολικές διαδικασίες (ενεργοποιητές ενζύμων). Αυτού
του τύπου τα φάρμακα πρέπει να περάσουν τις μεμβράνες
των κυττάρων.
33
34
Κυτταρική μεμβράνη (1/4)
• Είναι μία δομή φανταστική! Περιβάλλει το κύτταρο, το ορίζει
και το προστατεύει. Είναι ημιδιαπερατή (επιτρέποντας μόνο
μερικές ουσίες να περάσουν και απομακρύνοντας άλλες) και
η διαπερατότητά της μπορεί να ποικίλλει. Αναφέρεται
συνήθως σαν πλασματική μεμβράνη.
• Τόσο το κύτταρο, όσο και ο πυρήνας του και τα οργανίδιά του
περιβάλλονται από μεμβράνη.
35
36
Κυτταρική μεμβράνη (3/4)
• Γενικά τα υδρόφοβα τμήματα των πρωτεϊνικών μορίων που
βρίσκονται στο εσωτερικό δεν φέρουν φορτία και τα
υδρόφιλα τμήματα που βρίσκονται στην έξω επιφάνεια
φέρουν φορτία.
• Μερικές από τις πρωτεΐνες της μεμβράνης μπορεί να
απομακρυνθούν με ήπιες βιοχημικές εξεργασίες
(περιφερικές πρωτεΐνες) ενώ άλλες είναι δύσκολο να
αποκοπούν και να φύγουν (συνυφασμένες πρωτεΐνες).
• Μερικές πρωτεΐνες περιέχουν λιπίδια, (λιποπρωτεΐνες) και
μερικές υδατάνθρακες (γλυκοπρωτεΐνες).
37
38
Επικοινωνία των κυττάρων
Τα γειτονικά κύτταρα έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Οι μεμβράνες
τους μπορεί να παρουσιάσουν 3 είδη επικοινωνίας.
• Σφιχτές ενώσεις (tight junctions): οι μεμβράνες έρχονται κοντά
κοντά και τελικά συνενώνονται.
• Ενώσεις κενού (gap junctions) (nexus): κενό μεταξύ των
μεμβρανών 2 nm.
• Δεσμοσώματα (adherens junctions): οι μεμβράνες έρχονται κοντά
αλλά υπάρχει κενό 15-35 nm.
• Όσο μεγαλύτερες οι αποστάσεις μεταξύ μεμβρανών τόσο πιο
εύκολη είναι η διαβατότητα ιόντων.
* Ενδιαφέρον: Οι τύποι αυτοί επικοινωνίας μεμβρανών λείπουν
όταν συσσωρεύονται καρκινικά κύτταρα.
39
40
Υποδοχείς στην μεμβράνη (1/4)
• Οι υποδοχείς στην μεμβράνη (receptors of the cell
membrane) είναι θέσεις στις κυτταρικές μεμβράνες, όπου
άλλες ουσίες έρχονται και ενώνονται μαζί τους προκειμένου
να εκτελέσουν την κυτταρική τους δράση.
• Οι υποδοχείς της μεμβράνης είναι πρωτεΐνες.
41
44
Υποδοχείς στην μεμβράνη (4/4)
• Τάξη 2η : Είναι οι υποδοχείς που αποτελούνται από μια
μακριά πεπτιδική αλυσίδα, που βρίσκεται ανάμεσα στην
μεμβράνη και από μια ενδοκυτταρική καμπύλη η οποία
βρίσκεται μέσα στο κύτταρο για να δεσμεύσει μια πρωτεΐνη
που λέγεται G-πρωτεΐνη. Κατόπιν διεγείρει ένα δεύτερο
μεταβιβαστή. (1ος μεταβιβαστής = η ουσία που έρχεται να
ενωθεί με τον υποδοχέα). (Δεύτεροι μεταβιβαστές υπάρχουν
πολλοί).
Ας θυμόμαστε το cAMP (κυκλική μονοφωσφορική
αδενοσίνη) που είναι ο συχνότερος δεύτερος μεταβιβαστής
των βιολογικών συστημάτων.
45
46
Λειτουργία διαμεμβρανικών υποδοχέων (2/3)
• Οι απελευθερούμενοι φωσφόροι είναι πηγή ενέργειας και
μεταφέρονται με ένζυμα, τις κινάσες, σε ήδη δομημένες
πρωτεΐνες που με αυτόν τον τρόπο ενεργοποιούνται για να
πράξουν τις λειτουργίες για τις οποίες προορίζονται στο
κύτταρο.
47
48
Διαμεμβρανικός υποδοχέας (1/3)
[Link] 50
Διαμεμβρανικός υποδοχέας (3/3)
[Link]
51
52
Ενδοκυτταρικοί υποδοχείς (2/2)
• Αυτοί οι υποδοχείς λειτουργούν ως εξής :
Η ουσία που αναγνωρίζουν εισέρχεται μέσα στο κύτταρο
και οι ενδοκυτταρικοί υποδοχείς συνενώνονται μαζί της.
Η χημική φύση των υποδοχέων αυτών δεν μας είναι
απόλυτα γνωστή. Το σύμπλεγμα υποδοχέα και ουσίας
πορεύεται στον πυρήνα του κυττάρου όπου διεγείρουν το
DNA προς παραγωγή RNA το οποίο μεταβαίνει στο τραχύ
ενδοπλασματικό δίκτυο και οδηγεί σε πρωτεϊνοσύνθεση.
Κατά συνέπεια οι ενδοκυτταρικοί υποδοχείς δεν οδηγούν
σε απλή φωσφορυλίωση των υπαρχουσών πρωτεϊνών
αλλά σε de novo σύνθεση των πρωτεϊνών.
53
56
Διάχυση (1/2)
• Διάχυση – Οι λιποφιλικές ουσίες διέρχονται την κυτταρική
μεμβράνη από τον εξωκυττάριο χώρο, συγκεντρώνονται στην
μεμβράνη και περνούν στο κυτταρόπλασμα. Η φορά και η
ταχύτητα διόδου των ουσιών εξαρτάται από τις σχετικές
συγκεντρώσεις εκατέρωθεν.
57
Διάχυση (2/2)
• Όσο μεγαλύτερη η διαφορά συγκεντρώσεων, τόσο
περισσότερο φάρμακο θα διαχυθεί στην μονάδα του χρόνου
(νόμος του Fick). Η λιποειδική μεμβράνη των κυττάρων
αποτελεί τεράστιο εμπόδιο στις υδροφιλικές ουσίες.
58
Μεταφορά (1/2)
• Μεταφορά – Μερικά φάρμακα περνούν τον φραγμό των
κυττάρων με την βοήθεια των μεταφορικών πρωτεϊνών η
συστημάτων (carriers).
• Αυτή η μεταφορά είναι άσχετη με τις φυσιολογικές τους
ιδιότητες και συγκεκριμένα την λιποφιλικότητα των
φαρμάκων.
59
Μεταφορά (2/2)
• Όμως το φάρμακο πρέπει να έχει συγγένεια προς το
μεταφορικό του σύστημα.
• Όταν δε, το σύμπλεγμα φαρμάκου-carrier συνδεθεί, πρέπει
να μπορεί να διέλθει τις μεμβράνες.
60
Κυστική μεταφορά
• Κυστική μεταφορά (vesicular transport, transcytosis) - είναι
η μεταφορά με την μορφή μικρών κυστιδίων. Οι ουσίες που
έχουν διαλυθεί στον εξωκυττάριο χώρο, εκκολπούνται στην
κυτταρική μεμβράνη, γίνονται το εσωτερικό μικρών
κυστιδίων και εισέρχονται στο κυτταρόπλασμα. Συχνά τα
εισερχόμενα κυστίδια συνδέονται με λυσσοσώματα,
συντήκονται και η ουσία παρουσία του λυσσοσώματος,
μεταβολίζεται.
61
62
Ενδοκυττάρωση μέσω υποδοχέων (2/2)
• Το ενδόσωμα αποδίδει την ουσία, όπου πρόκειται να δράσει,
στην συσκευή Golgi, στον πυρήνα, στα λυσσοσώματα η στην
απέναντι κυτταρική μεμβράνη.
• Αντίθετα με την απλή ενδοκυττάρωση ουσιών, η διαδικασία
ενδοκυττάρωσης μέσω υποδοχέων, περιλαμβάνει 1) χημική
συγγένεια της ουσίας προς κάποιον υποδοχέα και 2)
διενεργείται ανεξάρτητα από την διαφορά συγκέντρωσης
ουσιών.
63
64
Ενότητα 2: Γενική Φαρμακολογία (β’ μέρος)
Βιοδιαθεσιμότητα φαρμάκου
• Είναι το μέγεθος της απορρόφησης ενός φαρμάκου μετά την
χορήγησή του από άλλες οδούς πλην της ενδοφλέβιας.
• Η βιοδιαθεσιμότητα προσδιορίζεται από τα επίπεδα του
φαρμάκου από μια οδό (per os) σε σύγκριση με τα επίπεδα
πλάσματος μετά από IV χορήγηση.
1
Σχηματική απεικόνιση βιοδιαθεσιμότητας (1/2)
3
Παράγοντες που επηρεάζουν την
βιοδιαθεσιμότητα
• ο μεταβολισμός του φαρμάκου,
• η διαλυτότητα του φαρμάκου,
• η χημική του αστάθεια,
• ο χαρακτήρας του ιδιοσκευάσματος.
Βιοϊσοδυναμία (Bioequivalence)
• Δύο συναφή φάρμακα είναι βιοϊσοδύναμα αν εμφανίζουν
συγκρίσιμη βιοδιαθεσιμότητα.
• Θεραπευτική ισοδυναμία (Therapeutic equivalence)
• Δύο παρόμοια φάρμακα είναι θεραπευτικά ισοδύναμα αν
έχουν συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.
5
Κατανομή
Κατανομή του φαρμάκου (Distribution)
• Είναι η διεργασία όπου το φάρμακο εγκαταλείπει την
κυκλοφορία και εισέρχεται στο διάμεσο χώρο (ECF) η στα
κύτταρα των ιστών.
Η κατανομή εξαρτάται
1. από την αιματική ροή
2. από την διαπερατότητα των τριχοειδών
3. από την πρόσδεση του φαρμάκου σε πρωτεΐνες
Όγκος κατανομής
• Όγκος κατανομής (Volume of distribution)
• Είναι ένας υποθετικός όγκος υγρού μέσα στον οποίο
κατανέμεται το φάρμακο.
• Φαινομενικός όγκος κατανομής (Apparent volume of
distribution) (Vd) καλείται όταν ο όγκος για κάποια στιγμή
σταθεροποιείται.
• Εάν C η συγκέντρωση φαρμάκου ενός αγγειακού
διαμερίσματος, και D το ποσό το χορηγούμενου φαρμάκου,
τότε
• C=D/Vd, άρα Vd=D/C
7
Τύπος εύρεσης όγκου κατανομής
Volume of Distribution (Vd)
𝑋0
𝑉𝑑 =
𝐶0
𝑋0 =dose
𝐶0 =initial concentration
9
Από την χορήγηση στην διάθεση των
φαρμάκων (1/4)
Κανονικά τα φάρμακα φτάνουν στα όργανα στόχους μέσω του
αίματος και συνηθέστατα μέσω της φλεβικής κυκλοφορίας.
• Τόσο η ενδοφλέβια, η ενδομυική και η υποδόρια χορήγηση
συνεπάγεται τραυματισμό του δέρματος. Γι’ αυτό η
απλούστερη οδός χορήγησης είναι από του στόματος (per
os), όπου η είσοδος του φαρμάκου στο αίμα θα γίνει μέσω
του γαστρικού βλεννογόνου.
10
11
Από την χορήγηση στην διάθεση των
φαρμάκων (3/4)
• Το πέρασμα από το ήπαρ αποφεύγεται μόνον όταν η
απορρόφηση γίνει υπογλώσσια η από τον βλεννογόνο του
στόματος, επειδή το φλεβικό αίμα του στόματος διοχετεύεται
κατ’ ευθείαν στην άνω κοίλη φλέβα. Το ίδιο ισχύει και με την
εισπνοή. Τόσο η στοματική, η υπογλώσσια και η εισπνοή
είναι οδοί όπου το φάρμακο συχνά χρειάζεται να δράσει
τοπικά και έτσι χρησιμοποιούνται σε ιδιαίτερες περιπτώσεις.
Το αυτό ισχύει και με την διαδερμική οδό.
12
13
Δέσμευση των φαρμάκων από τις
πρωτεΐνες του πλάσματος (1/6)
Όταν ένα φάρμακο εισέρχεται στο αίμα, είναι δυνατόν να
συνδεθεί με πρωτεΐνες του πλάσματος και να δημιουργήσει
συμπλέγματα «φαρμάκων-πρωτεϊνών».
• Κυρίως τα φάρμακα δεσμεύονται από την λευκωματίνη
(αλβουμίνη), β-σφαιρίνες και από όξινες γλυκοπρωτεΐνες.
Υπάρχουν και πιο ειδικές πρωτεΐνες (τρανσκορτίνη,
τρανσφερίνη, TBG).
14
15
Δέσμευση των φαρμάκων από τις
πρωτεΐνες του πλάσματος (3/6)
• Η λευκωματίνη έχει διαφορετικές θέσεις δέσμευσης για
ανιονικές και κατιονικές ουσίες αλλά συμμετέχουν και
δυνάμεις Van der Vaals.
• Το μέγεθος της δέσμευσης σχετίζεται με την υδροφοβικότητα
του φαρμάκου.
• Η δέσμευση φαρμάκων – πρωτεϊνών είναι στιγμιαία και
αναστρέψιμη.
16
17
Δέσμευση των φαρμάκων από τις
πρωτεΐνες του πλάσματος (5/6)
• Όταν η συγκέντρωση του ελευθέρου (αδεσμεύτου φαρμάκου
ελαττώνεται, τότε απελευθερώνεται νέο φάρμακο από το
δεσμευμένο με τις πρωτεΐνες κλάσμα (depot phenomenon).
• Ένα άλλο φάρμακο που έχει χημική συγγένεια με μια
πρωτεΐνη, πχ λευκωματίνη, μπορεί να ανταγωνιστεί την
δεσμευτική ικανότητα ενός άλλου.
18
19
Η επίδραση του ήπατος (1/4)
• Σημαντικότατο όργανο στον μεταβολισμό των φαρμάκων.
• Το ήπαρ έχει μεγάλη αιματική ροή αλλά και τα ενδοθηλιακά
του κύτταρα διαθέτουν ιδιαίτερα μεγάλους πόρους.
• Έτσι διευκολύνεται η επαφή του παρεγχύματος και των
ουσιών.
• Επιπλέον, το ηπατοκύτταρο έχει μεγάλο αριθμό ενζύμων που
υπεισέρχονται σε μεταβολικές αντιδράσεις (κυρίως στα
μιτοχόνδρια), αλλά και στο τραχύ (ΤΕΔ) και λείο
ενδοπλασματικό δίκτυο (ΛΕΔ).
20
21
Η επίδραση του ήπατος (3/4)
• Τα λιποφιλικά φάρμακα προσλαμβάνονται πολύ ευκολότερα
από τα ηπατοκύτταρα απ’ ότι τα υδρόφιλα, και έτσι οι
λιπόφιλες ουσίες καταλήγουν πιο εύκολα στο ΛΕΔ.
• Μερικές ουσίες/φάρμακα όταν χορηγηθούν, οδηγούν σε
πολλαπλασιασμό των μεμβρανών του ΛΕΔ των
ηπατοκυττάρων και ενεργοποίηση (induction) των ενζύμων
(φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη).
22
23
Μεταβολισμός φαρμάκων (1/4)
• Η χημική μετατροπή που υφίστανται στο σώμα τα φάρμακα
καλείται μεταβολισμός.
• Συνήθως μεταβολιζόμενα τα φάρμακα, χάνουν μέρος της
βιολογικής τους δραστηριότητας, ενώ ταυτόχρονα
αυξάνεται η υδροφιλικότητά τους, και έτσι αποβάλλονται
ευκολότερα από τα νεφρά.
• Όσο πιο γρήγορα αποβάλλεται ένα φάρμακο, τόσο πιο
εύκολα μπορεί να επιτευχθεί η θεραπευτική του
συγκέντρωση με ακρίβεια.
24
25
Μεταβολισμός φαρμάκων (3/4)
Αντιδράσεις πρώτης φάσης
• Οι υδρολύσεις, οι οξειδώσεις, οι αναγωγές, οι αλκυλιώσεις
και οι αποαλκυλιώσεις συνιστούν αντιδράσεις πρώτης
φάσης.
• Γίνονται κύρια στο ήπαρ.
• Οι υδρολύσεις δεν δίνουν πάντοτε ανενεργή προιόντα, έτσι
μερικοί μεταβολίτες μπορεί να είναι ενεργείς.
• Οι οξειδώσεις είναι 2 ειδών 1) το Ο2 ενσωματώνεται στο
φάρμακο και 2) με την οξείδωση μέρος του μορίου χάνεται.
• Αναγωγικές αντιδράσεις μπορούν να γίνουν τόσο σε άτομα
Ο2 όσο και σε άτομα Ν2.
26
29
Αποβολή φαρμάκων από τα νεφρά (3/4)
Αποβολή λιπόφιλων και υδρόφιλων ουσιών
• Οι υδρόφιλες ουσίες είναι πολλές, δεν δεσμεύονται σε
μεγάλο βαθμό από πρωτεΐνες του πλάσματος και έτσι όλο
τους το ποσοστό δύναται να υποστεί σπειραματική διήθηση
και να αποβληθεί.
• Τα υδρόφιλα φάρμακα δεν υφίστανται επαναρρόφηση και
εμφανίζονται στα ούρα, αποβαλλόμενα γρήγορα.
• Οι λιπόφιλες ουσίες, δύσκολα γίνονται πολικές και
επαναρροφώνται στα ούρα.
30
31
Φαρμακοκινητική-Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοκινητική
• Περιλαμβάνει την απορρόφηση, κατανομή, μεταβολισμό και
απέκκριση φαρμάκων.
• Επίσης την συγκέντρωση του φαρμάκου στις θέσεις δράσης του σε
κάθε χρονική στιγμή μετά τη χορήγηση.
Φαρμακοδυναμική
• Βιοχημικές και φυσιολογικές δράσεις, μηχανισμοί δράσης
φαρμάκων.
• Περιλαμβάνει διάφορες τεχνικές, όπως της φυσιολογίας,
βιοχημείας, κυτταρικής και μοριακής βιολογίας, μικροβιολογίας,
ανοσολογίας, γενετικής και παθολογίας.
• Δίδεται έμφαση στα χαρακτηριστικά του φαρμάκου.
32
33
Αύξηση του χρόνου ημισείας ζωής (1/2)
Κλινικές καταστάσεις που συνεπάγονται αύξηση του t1/2.
• Όταν ένας ασθενής έχει μια διαταραχή που μεταβάλλει τον
t1/2 του φαρμάκου, απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
• Αυτό συμβαίνει γιατί η σταθερή κατάσταση επηρεάζεται από
τους παράγοντες που μεταβάλλουν τον t1/2.
34
35
Άλλες παράμετροι
• Θεραπευτικός δείκτης (therapeutic index, therapeutic ratio)
είναι η σύγκριση του ποσοστού του θεραπευτικού παράγοντα
που προκαλεί τα φαρμακευτικά αποτελέσματα σε σύγκριση
με το ποσοστό που προκαλεί θάνατο (σε ζωικές μελέτες) η
τοξικότητα σε ανθρώπινες μελέτες.
• Ποσοτικά είναι η αναλογία που δίδεται με την θανατηφόρο η
τοξική δόση διαιρούμενη με την θεραπευτική δόση.
36
37
Απεικόνιση της έννοιας της ισχύος
38
Αντοχή (1/8)
Φαρμακευτική αντοχή είναι μία κατάσταση μειωμένης
ευαισθησίας σε κάποια ουσία, εξαιτίας της συνεχούς λήψης
της.
• Η φαρμακευτική αντοχή εμφανίζεται με δύο τρόπους: όταν
μία συγκεκριμένη δόση δεν έχει πλέον την
αποτελεσματικότητα που είχε κάποτε ή όταν απαιτείται
μεγαλύτερη δόση από την ουσία για να υπάρξει το ίδιο
αποτέλεσμα. Η φαρμακευτική αντοχή είναι ουσιαστικά μία
μετατόπιση της καμπύλης δόσης-απόκρισης προς τα δεξιά.
• Υπάρχουν τρία βασικά γνωρίσματα στο θέμα της
φαρμακευτικής αντοχής.
39
Αντοχή (2/8)
• Το πρώτο είναι ότι η έκθεση σε μια ουσία μπορεί να
προκαλέσει αντοχή και σε άλλες ουσίες που δρουν μέσω του
ίδιου μηχανισμού. Το φαινόμενο είναι γνωστό με το όνομα
διασταυρούμενη αντοχή.
• Το δεύτερο είναι ότι η φαρμακευτική αντοχή μπορεί να
εμφανίζεται για ορισμένα αποτελέσματα μιας ουσίας και όχι
για κάποια άλλα. Στην πραγματικότητα μάλιστα, μπορεί από
τη μια να υπάρχει αντοχή σε μερικές συνέπειες της ουσίας
και από την άλλη να αυξάνεται η ευαισθησία σε κάποιες
άλλες –η αύξηση της ευαισθησίας απέναντι σε μια ουσία
λέγεται ευαισθητοποίηση στην ουσία (drug sensitization).
40
Αντοχή (3/8)
• Το τρίτο είναι ότι η ιδιαιτερότητα της φαρμακευτικής αντοχής
δεν αποτελεί ένα ενιαίο φαινόμενο. Αυτό σημαίνει ότι δεν
υπάρχει ένας συγκεκριμένος μηχανισμός πίσω από όλα τα
παραδείγματα φαρμακευτικής αντοχής. Όταν μία ουσία
λαμβάνεται σε δραστικές δόσεις, υπάρχουν πολλά είδη
προσαρμοστικών αλλαγών που μπορούν να συμβούν
προκειμένου να μειωθούν οι επιπτώσεις του.
41
Αντοχή (4/8)
• Στην φαρμακευτική αντοχή, υπάρχουν δύο κατηγορίες
αλλαγών:
• 1) η μεταβολική και 2) η λειτουργική.
• Η φαρμακευτική αντοχή που είναι αποτέλεσμα των αλλαγών,
οι οποίες μειώνουν την ποσότητα της ουσίας που εισέρχεται
στις θέσεις δράσης της, λέγεται μεταβολική αντοχή.
42
Αντοχή (5/8)
• Η φαρμακευτική αντοχή που είναι αποτέλεσμα των αλλαγών,
οι οποίες μειώνουν την αντιδραστικότητα των θέσεων
δράσης της ουσίας, λέγεται λειτουργική αντοχή.
• Η αντοχή στις ψυχοδραστικές ουσίες είναι κατά ένα μεγάλο
μέρος λειτουργική. Η λειτουργική αντοχή στις ψυχοδραστικές
ουσίες μπορεί να είναι αποτέλεσμα αρκετών διαφορετικών
ειδών νευρικών αλλαγών. Για παράδειγμα, η έκθεση σε μια
ψυχοδραστική ουσία μπορεί να μειώσει τον αριθμό των
υποδοχέων της, να μειώσει την αποτελεσματικότητα με την
οποία προσδένεται στους υπάρχοντες υποδοχείς της ή να
ελαχιστοποιήσει την επίδραση της πρόσδεσης των
υποδοχέων στη δραστηριότητα του κυττάρου.
43
Αντοχή (6/8)
• Όταν μία ουσία λαμβάνεται συνέχεια σε σημαντικές
ποσότητες, η ξαφνική διακοπή της λήψης της μπορεί να
προκαλέσει μία δυσμενή σωματική αντίδραση, που
ονομάζεται στερητικό σύνδρομο.
• Οι επιπτώσεις της στέρησης μιας ουσίας είναι σχεδόν πάντα
αντίθετες με τις αρχικές της επιπτώσεις. Για παράδειγμα, η
διακοπή των σπασμολυτικών ουσιών συχνά προκαλεί
σπασμούς, ενώ η διακοπή των υπνωτικών χαπιών πολλές
φορές προκαλεί αϋπνία.
• Τα άτομα που υφίστανται τις επιπτώσεις από τη διακοπή
μιας ουσίας λέγεται ότι είναι σωματικά εξαρτημένα από
αυτή την ουσία.
44
Αντοχή (7/8)
• Το γεγονός ότι τα στερητικά συμπτώματα είναι συχνά
αντίθετα από τις αρχικές επιπτώσεις της ουσίας, υποδεικνύει
ότι οι τα συμπτώματα στέρησης μπορούν να προκληθούν
από τις ίδιες νευρολογικές αλλαγές που προκαλούν τη
φαρμακευτική αντοχή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η
έκθεση σε μία ουσία προκαλεί αντισταθμιστικές αλλαγές στο
νευρικό σύστημα, οι οποίες εξισορροπούν τις επιπτώσεις της
ουσίας και προκαλούν αντοχή.
• Έπειτα, όταν η ουσία αποβάλλεται από το σώμα, αυτές οι
αντισταθμιστικές νευρικές αλλαγές, χωρίς να υπάρχει ουσία
να τις εξισορροπήσει, εμφανίζονται ως συμπτώματα
στέρησης αντίθετα με τις αρχικές επιπτώσεις της ουσίας.
45
Αντοχή (8/8)
• Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων στέρησης εξαρτάται από
την εκάστοτε ουσία, από τη διάρκεια και το βαθμό της
έκθεσης στην ουσία που προηγήθηκε και από την ταχύτητα
με την οποία η ουσία αποβάλλεται από το σώμα.
• Σε γενικές γραμμές, όσο πιο μεγάλης διάρκειας είναι η
έκθεση σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις και έπεται μια ακόμη
πιο γρήγορη αποβολή της ουσίας, τότε τα συμπτώματα
στέρησης είναι εντονότερα.
46
Εθισμός (1/4)
• Εθισμένοι είναι εκείνοι οι συστηματικοί χρήστες ουσιών
(κυρίως των ονομαζομένων ναρκωτικών), που εξακολουθούν
να κάνουν χρήση της ουσίας, ανεξάρτητα από τις δυσμενείς
τους επιπτώσεις στην υγεία τους και στην κοινωνική τους ζωή
και ανεξάρτητα από τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειές
τους να σταματήσουν τη χρήση της.
• Η μεγαλύτερη σύγχυση σχετικά με τη φύση του εθισμού, έχει
να κάνει με τη σωματική εξάρτηση.
• Οι εθισμένοι, μπορεί πράγματι κάποιες φορές να κάνουν
χρήση ουσιών προκειμένου να αποφύγουν ή να
ανακουφίσουν τα συμπτώματα στέρησης, αλλά αυτό σπάνια
αποτελεί τον βασικό λόγο της εξάρτησής τους.
47
Εθισμός (2/4)
• Την εποχή που επικρατούσε η αντίληψη ότι η βασική αιτία
εθισμού ήταν η σωματική εξάρτηση, επινοήθηκε ο όρος
ψυχολογική εξάρτηση για να συμπεριλάβει τις εξαιρέσεις
αυτού του γενικού κανόνα.
• Η ψυχολογική εξάρτηση θεωρούνταν η αιτία κάθε
παθολογικής λήψης ουσιών, όταν δεν υπήρχε σωματική
εξάρτηση.
• Εν τούτοις, τώρα που είναι σαφές ότι η σωματική εξάρτηση
δεν αποτελεί τον βασικό παράγοντα που προκαλεί τον
εθισμό, μάλλον δεν υπάρχει ανάγκη για ειδική κατηγορία
ψυχολογικής εξάρτησης.
48
Εθισμός (3/4)
• Ο ρόλος της μάθησης στη φαρμακευτική αντοχή και στη στέρηση
ουσιών
• Ψυχοφαρμακολογικές έρευνες έδειξαν ότι η εκμάθηση παίζει
μεγάλο ρόλο, τόσο στη φαρμακευτική αντοχή, όσο και στη
στέρηση ουσιών. Απέδειξαν ότι, στις προσπάθειές μας να
κατανοήσουμε τις επιπτώσεις των ψυχοδραστικών φαρμάκων, θα
πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη τα βιώματα και τη συμπεριφορά των
ατόμων, διαφορετικά οι απαντήσεις που θα λάβουμε θα είναι
ελλιπείς.
• Οι έρευνες που αφορούν την μάθηση και τον ρόλο της στην
φαρμακευτική αντοχή, επικεντρώθηκαν σε δύο φαινόμενα: την
φαρμακευτική αντοχή συσχέτισης, την εξαρτημένη
φαρμακευτική αντοχή.
49
Εθισμός (4/4)
Βιοψυχολογικές θεωρίες εθισμού
Απόψεις για τη σωματική εξάρτηση και το θετικό έναυσμα του
εθισμού
• Οι πρώτες προσπάθειες να εξηγηθεί το φαινόμενο του εθισμού
κατέληξαν στο να τον αποδώσουν στη σωματική εξάρτηση.
Σύμφωνα με διάφορες θεωρίες σωματικής εξάρτησης του
εθισμού, η σωματική εξάρτηση παγιδεύει τους εθισμένους σε έναν
φαύλο κύκλο μεταξύ της λήψης της ουσίας και των στερητικών
συμπτωμάτων.
• Οι χρήστες ουσιών, στους οποίους η λήψη της ουσίας έχει φτάσει
σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο ώστε να προκαλεί σωματική
εξάρτηση, ωθούνται από τα στερητικά τους συμπτώματα να
αυτοχορηγούν την ουσία κάθε φορά που προσπαθούν να
διακόψουν τη λήψη της.
50
51
Αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων (2/4)
• Όταν συμβεί μια αλληλεπίδραση, το καθαρό φαρμακολογικό
αποτέλεσμα μπορεί να προέλθει από:
1. Επίταση της δράσης του ενός ή και των δύο φαρμάκων.
2. Ανάπτυξη εντελώς καινούργιων δράσεων που δεν
εκδηλώνονται όταν το κάθε φάρμακο χορηγείται
χωριστά.
3. Αναστολή της δράσης του ενός ή και των δύο φαρμάκων.
4. Μεταβολή της κινητικής ή του μεταβολισμού του ενός ή
και των δύο φαρμάκων, χωρίς καμία αλλαγή στο καθαρό
φαρμακολογικό αποτέλεσμα του κάθε φαρμάκου.
52
53
Αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων (4/4)
3. Το μηχανισμό πρόκλησής τους:
a. Φαρμακοδυναμικές,
b. Φαρμακοκινητικές,
c. Φυσιολογικές,
d. Φυσικοχημικές.
54
55
Ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων
(Παρενέργειες των φαρμάκων) (2/2)
• Ως «αναμενόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια» χαρακτηρίζονται όλες
οι ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι γνωστές για την χρήση της
συγκεκριμένης δραστικής ουσίας και αναφέρονται στο Φύλλο
Οδηγιών Χρήστη που βρίσκεται εντός της συσκευασίας κάθε
φαρμακευτικού σκευάσματος.
• Ως «σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια» χαρακτηρίζεται η
ανεπιθύμητη ενέργεια που επιφέρει θάνατο, θέτει σε κίνδυνο την
ζωή του ασθενούς, απαιτεί νοσοκομειακή νοσηλεία ή παράταση
νοσοκομειακής νοσηλείας, οδηγεί σε μόνιμη ή σημαντική
αναπηρία ή ανικανότητα, ή εκφράζεται με συγγενή ανωμαλία /
διαμαρτία διαπλάσεως.
• Ενώ ως «μη αναμενόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια» εννοείται η
ανεπιθύμητη ενέργεια της οποίας η φύση, η σοβαρότητα ή το
αποτέλεσμα δεν είναι σύμφωνα με την Περίληψη
Χαρακτηριστικών του Προϊόντος ή το Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
56
Ενότητα 3: Αντιβιοτικά
Αντιβιοτικά
• Τα αντιβιοτικά (αντιμικροβιακά) φάρμακα είναι φάρμακα
ενάντια των λοιμώξεων.
• Παράγονται από μικροοργανισμούς (μύκητες/βακτηρίδια)
και κατευθύνονται εναντίον της ζωής σε κάθε φυλλογενετικό
επίπεδο (προκαρυωτικά και ευκαρυωτικά κύτταρα).
Χημειοθεραπευτικοί παράγοντες
2
Καταστροφή μικροβίων
• Η καταστροφή μικροβίων γίνεται πρακτικά όταν μια ουσία
επιδρά σε κάποια μεταβολική διαδικασία των μικροβίων,
αλλά όχι των ξενιστών.
• Αυτό πρακτικά σημαίνει παρεμπόδιση στο σχηματισμό
(σύνθεση) του κυτταρικού τοιχώματος, διότι τόσο τα
ανθρώπινα όσο και τα ζωικά κύτταρα δεν έχουν κυτταρικό
τοίχωμα.
4
Αντοχή
• Όταν τα βακτηρίδια συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται παρά
την προσθήκη αντιμικροβιακού παράγοντα, τότε εμφανίζεται
βακτηριδιακή αντοχή.
6
Φάσμα δράσης αντιβιοτικών
• Ανάλογα εάν το φάρμακο επηρεάζει πολλούς τύπους
βακτηριδίων η μόνον λίγους, ονομάζουμε τον αντιμικροβιακό
παράγοντα ευρέως φάσματος (πχ τετρακυκλίνες) ή μη
ευρέως φάσματος (πχ πενικιλλίνη G).
8
Ι. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την
σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος (2 από 3)
• Τα αντιμικροβιακά φάρμακα που παρεμποδίζουν την
σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος των μικροβίων είναι
κατάλληλοι φαρμακευτικοί παράγοντες, διότι τα ζωικά και τα
ανθρώπινα κύτταρα δεν έχουν όπως είπαμε κυτταρικό
τοίχωμα.
• Η επίδραση τέτοιων φαρμάκων είναι μικροβιοκτόνος.
10
ΙΑ. Πενικιλίνες (1 από 8)
• Το πρότυπο φάρμακο αυτής της κατηγορίας είναι η
πενικιλίνη G (βενζυλπενικιλίνη).
• Λαμβάνεται από καλλιέργειες μύκητα (μούχλα),
συγκεκριμένα από τον μύκητα Penicillium Notatum.
11
12
ΙΑ. Πενικιλίνες (3 από 8)
• Γενικά οι πενικιλίνες είναι καλά ανεκτές. Η δόση της
πενικιλίνης G είναι 0.6 g ΙΜ η 10 διεθνείς μονάδες η 1 μέγα
μονάδα (MU).
• Η κυριότερη παρενέργεια οφείλεται σε υπερευαισθησία
(έως 5% επίπτωση).
• Το φάσμα υπερευαισθησίας κυμαίνεται από εξανθήματα
μέχρι αναφυλακτικού shock (επίπτωση<0.05%).
13
14
ΙΑ. Πενικιλίνες (5 από 8)
• Οι πενικιλίνες αποβάλλονται γρήγορα και σχεδόν ανέπαφες
από τα νεφρά (t1/2=0.5 hs).
• Όταν θέλουμε να παραταθεί η δράση τους, τότε:
o ή χρησιμοποιούμε μεγαλύτερες δόσεις
o ή γίνεται συνδυασμός με προβενεσίδη
o ή χορηγείται ενδομυϊκή ένεση σε μορφή Depot.
o Παρ’ ότι η πενικιλίνη G είναι καλά ανεκτή, έχει ωστόσο
διάφορα μειονεκτήματα που περιόρισαν την χορήγησή της.
15
16
ΙΑ. Πενικιλίνες (7 από 8)
• Με διάφορες υποκαταστάσεις στο 6-αμινοπενικιλαμινικό
οξύ, επιτυγχάνονται :
1) Αντίσταση στα οξέα ώστε να μην αδρανοποιούνται και να
μπορούν να δοθούν από του στόματος, πχ πενικιλίνη V.
2) Αντοχή στην πενικιλινάση των βακτηριδίων πχ
ισοξαζοπενικιλίνες (οξασιλίνη, δικλοξακιλίνη,
φλουκλοξακιλίνη).
3) Ευρύ φάσμα όπως συμβαίνει με την αμινοπενικιλίνη
αμοξισιλίνη που είναι δραστική σε πολλά μικροβιακά
στελέχη.
17
18
ΙΒ. Κεφαλοσπορίνες (1 από 4)
• Και αυτά τα αντιβιοτικά είναι τύπου β-λακτάμης και
προϊόντα μυκήτων.
• Έχουν βακτηριοκτόνο δράση, διότι παρεμποδίζουν την
τρανσπεπτιδάση.
• Η κοινή βασική τους δομή είναι το 7-αμινοκεφαλοσπορανικό
οξύ (όπως φαίνεται στην κεφαλεξίνη).
• Είναι όλες σταθερές στα οξέα, πολλές όμως απορροφώνται
πτωχά. Έτσι δίδονται παρεντερικά. Έχουν επομένως κύρια
νοσοκομειακή χρήση.
19
20
ΙΒ. Κεφαλοσπορίνες (3 από 4)
• Νεότερα σκευάσματα (κεφοταξίμη, κεφμενοζίνη,
κεφοπεραζόνη, κεφταξιδίμη, μοξαλακτάμη) είναι ευρέως
φάσματος και πιάνουν πολλά παθογόνα ανθεκτικά σε πολλά
αντιμικροβιακά φάρμακα.
• Όλες μπορεί να κάνουν αλλεργικές αντιδράσεις.
21
22
ΙΓ. Βακιτρακίνη και βανκομυκίνη
• Επηρεάζουν την μεταφορά πεπτιδογλυκανών μέσω
κυτταρικής μεμβράνης και είναι δραστικές στα gram θετικά
βακτηρίδια.
• Η βακιτρακίνη είναι νεφροτοξική.
• Η βανκομυκίνη χρησιμοποιείται σε εντερικές φλεγμονές μετά
από βακτηριδιακή θεραπεία.
23
24
ΙΙ. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την σύνθεση
του τετραυδροφυλλικού οξέος (THF) (2 από 2)
25
26
ΙΙΑ. Σουλφοναμίδες (2 από 3)
• Οι περισσότερες απορροφώνται καλώς από το έντερο και
μεταβολίζονται μέσω των νεφρών.
• Όσες δεν απορροφώνται καλά από το έντερο
χρησιμοποιούνται στις εντερικές λοιμώξεις.
• Ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν συνήθως
αλλεργικές αντιδράσεις.
• Μερικές φορές μπορεί να προκαλέσουν και σοβαρή
δερματική βλάβη.
27
28
Τριμεθοπρίμη
• Παρεμποδίζει την αναγωγάση του DHF (το ανθρώπινο ένζυμο
είναι πολύ λιγότερο ευαίσθητο του μικροβιακού).
• Χημικά είναι 2,4-διαμινοπυριμιδίνη και έχει
βακτηριδιοστατική δραστηριότητα σε ευρύ φάσμα
παθογόνων.
• Σήμερα χρησιμοποιείται πιο πολύ σαν στοιχείο της κο-
τριμοξαζόλης.
29
Κο-τριμοξαζόλη
• Επίσης συνδυασμός τριμεθοπρίμης και της σουλφοναμίδης
σουλφαμεθοξαζόλης.
• Το σκεύασμα παρεμποδίζει την σύνθεση του THF σε δύο
συνεχόμενα, και έτσι η κο-τριμοξαζόλη είναι πιο
αποτελεσματική από το καθένα σκεύασμα ξεχωριστά.
• Είναι σπάνιο να συναντήσουμε ανθεκτικά στελέχη.
30
Σουλφαμεθοξαζόλη
(Σαλαζοσουλφαπυρυριδίνη)
• Αρχικά χρησιμοποιήθηκε σαν αντιρευματικός παράγοντας,
αλλά τώρα χρησιμοποιείται σαν θεραπευτικό στοιχείο στην
φλεγμονώδη εντερική νόσο (ελκώδης κολίτις, τελική ειλείτις,
νόσος Crohn’s).
• Τα βακτηρίδια του εντέρου διαχωρίζουν αυτήν την ουσία σε
μια σουλφοναμίδη, την σουλφαπυριδίνη και σε μια άλλη, την
μεσαλαμίνη (5-αμινοσαλικυλλικό οξύ).
• Αυτή η δεύτερη ουσία είναι μάλλον αυτή που δρα
αντιφλεγμονωδώς στο έντερο, αλλά απαιτείται μεγάλη
συγκέντρωση αυτής.
31
Δαψόνη
• Είναι συγγενής ουσία με πολλές φαρμακευτικές χρήσεις,
όπως θεραπεία της λέπρας, προφύλαξη της μαλάριας
(ελονοσίας), της τοξοπλάσμωσης και της ακτινομύκωσης.
32
ΙΙΙ. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την
σύνθεση ή την λειτουργία του DNA (1 από 2)
• Το DNA βρίσκεται στον πυρήνα και χρησιμεύει σαν template
για την σύνθεση του RNA.
• Το RNA οδηγεί σε πρωτεϊνοσύνθεση και έτσι σε κυτταρική
ανάπτυξη. Το DNA χρειάζεται για την κυτταρική διαίρεση
33
34
ΙΙΙΑ. Οι αναστολείς της γυράσης (1 από 2)
• Η γυράση είναι ένα ένζυμο που βοηθά τις περιελίξεις του
μικροβιακού DNA.
• Η αναστολή αυτού του ενζύμου επιδρά στην λειτουργική
ικανότητα του DNA.
• Ουσίες που αναστέλλουν την γυράση αποτελούν παράγωγα
του 4-κινολονο-3-καρβοξυλλικού οξέος και δρουν
βακτηριδιοστατικά.
35
36
ΙΙΙΒ. Παράγωγα αζομυσίνης
(νιτροιμιδαζόλης) (1 από 2)
37
38
ΙΙΙΓ. Ριφαμπικίνη
• Παρεμποδίζει το ένζυμο DNA – dependent RNA polymerase
που καταλύει την αντίδραση μεταγραφής του DNA σε RNA.
• Η ριφαμπικίνη δρα βακτηριοστατικά ενάντια στα
μυκοβακτηρίδια της φυματίωσης και της λέπρας καθώς και σε
αρκετά gram θετικά και αρνητικά βακτηρίδια.
• Απορροφάται καλά από του στόματος.
• Με συχνή χρήση της ριφαμπικίνης παρατηρείται αντίσταση
(αντοχή) γι’ αυτό και το φάρμακο χρησιμοποιείται
αποκλειστικά στην θεραπεία της φυματίωσης και της λέπρας.
• Αντενδείκνυται στο πρώτο τρίμηνο της κύησης και στην
γαλουχία.
39
40
IVA. Τετρακυκλίνες (1 από 3)
• Παρεμποδίζουν την ένωση του t-RNA με συμπλέγματα
αμινοξέων στο ριβόσωμα. Έχουν βακτηριοστατική δράση και
ευρύ φάσμα.
• Η απορρόφησή τους από το γαστρεντερικό σωλήνα διαφέρει
από ουσία σε ουσία, είναι απόλυτη δε για την δοξυκυκλίνη
και την μινοκυκλίνη. Σπάνια χρειάζονται για IV χορήγηση.
• Η ουσία ρολιτετρακυκλίνη κυκλοφορεί μόνο για IV
χορήγηση.
41
42
IVA. Τετρακυκλίνες (3 από 3)
• Εάν δοθούν αντιόξινα για αντιμετώπισή των παρενεργειών,
επακολουθεί αδρανοποίηση των τετρακυκλινών, λόγω του
ότι οι τετρακυκλίνες δημιουργούν αδιάλυτες ενώσεις με το
Ca, Mg, Al, Fe.
• Ακριβώς και επειδή δημιουργούν χηλικές ενώσεις με το Ca,
έχουν την ικανότητα να ενσωματώνονται στα
αναπτυσσόμενα δόντια και οστά. Έτσι, αποφεύγονται να
δίδονται στο δεύτερο μήνα της κύησης και δεν
συγγράφονται σε παιδιά κάτω των 8 ετών. Άλλες
παρενέργειες περιλαμβάνουν φωτοευαισθησία και ηπατική
βλάβη μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
43
44
IVB. Αμινογλυκοσίδες (2 από 2)
• Σαν ουσίες, οι αμινογλυκοσίδες περιέχουν στο μόριό τους
πολλά υδροξύλια και αμινομάδες που δεσμεύουν πρωτόνια.
Είναι πολικές ουσίες, δεν διαπερνούν τις μεμβράνες, δεν
απορροφώνται καλά από το έντερο.
• Η νεομυκίνη και η παρομομυκίνη δίδονται από του
στόματος για προεγχειρητική προετοιμασία του εντέρου.
• Σε σοβαρές λοιμώξεις δίδονται ενέσιμες (γενταμικίνη,
τομπραμυκίνη, αμικασίνη, νετιλμισίνη, σισομυκίνη).
Δυνατόν να προκαλέσουν νεφροτοξικότητα και
ωτοτοξικότητα.
45
46
IVΓ. Χλωραμφαινικόλη (2 από 2)
• Παρά τα προτερήματά της, η χλωραμφαινικόλη σπάνια
χορηγείται λόγω βλάβης του μυελού. Προκαλεί 2 τύπους
καταστολής του μυελού των οστών :
1) Τοξική, εξαρτώμενη από την δόση και
2) Μη δοσοεξαρτώμενη και συχνά θανατηφόρα, εβδομάδες
μετά την χορήγηση.
• Η καταστολή του μυελού μπορεί να είναι σοβαρή και να
συμβεί και μετά από τοπική χρήση, πχ κολλύρια.
47
48
IVΔ. Ερυθρομυκίνη (2 από 2)
49
IVE. Κλινδαμυκίνη
• Η αντιμικροβιακή δράση της μοιάζει με εκείνη της
ερυθρομυκίνης.
• Δρα κύρια στα gram θετικά αερόβια μικρόβια.
• Προέρχεται ημισυνθετικά από την λινκομυκίνη και είδη
στρεπτομύκητα.
• Απορροφάται καλά από του στόματος.
50
V. Φάρμακα για την θεραπεία νόσων που
οφείλονται σε μυκοβακτηρίδια
(Αντιφυματικά φάρμακα) (1 από 2)
51
52
VA. Ισονιαζίδη
Δρα με άγνωστο μηχανισμό αναστέλλοντας την ανάπτυξη του M
Tubelculosis. Απορροφάται καλά από το στόμα.
• Αδρανοποιείται με ακετυλίωση στο ήπαρ. Η ταχύτης
αδρανοποίησης εξαρτάται από την φυλή (fast and slow
acetylators).
• Ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η περιφερική νευροπάθεια και
η οπτική νευρίτις που προλαμβάνεται με ταυτόχρονη
χορήγηση Β6 (πυριδοξίνη).
53
54
Άλλα αντιφυματικά φάρμακα
• VD. ΠΥΡΑΖΙΝΑΜΙΔΗ – Αντιφυματική δράση με άγνωστο
μηχανισμό. Δίδεται από του στόματος. Μπορεί να επηρεάσει
την ηπατική λειτουργία και μπορεί να οδηγήσει σε
υπερουριχαιμία, λόγω αποβολής του ουρικού οξέος.
• VE. ΣΤΡΕΠΤΟΜΥΚΙΝΗ – Πρέπει να δίδεται IV όπως και οι
άλλες αμινογλυκοσίδες. Παραβλάπτει το έσω ους και τον
λαβύρινθο. Η νεφροτοξικότητα είναι συγκριτικά μικρή.
55
56
VIA. Παράγωγα ιμιδαζόλης (1 από 2)
Εμποδίζουν την σύνθεση της εργοστερόλης, ενός
στεροειδούς που αποτελεί συστατικό της
κυτταροπλασματικής μεμβράνης των μυκήτων και είναι
ανάλογο της χοληστερόλης των ζωικών κυττάρων.
• Οι μύκητες παρουσία ιμιδαζόλης ή αποθνήσκουν ή
σταματούν να πολλαπλασιάζονται.
• Μεγάλο φάσμα μυκήτων επηρεάζεται από αυτά τα φάρμακα.
Απορροφώνται πτωχά και γίνονται δύσκολα ανεκτά, γι’ αυτό
και τα περισσότερα χρησιμοποιούνται τοπικά
(κοτριμοξαζόλη, εκοναζόλη, οξικοναζόλη, ισοκοναζόλη,
μπιφοναζόλη).
57
58
VIB. Αντιβιοτικά πολυένης (1 από 4)
Όπως η αμφοτερικίνη Β και η νυστατίνη που προέρχονται από
βακτηρίδια. Εισέρχονται μέσα στις μυκητιασικές κυτταρικές
μεμβράνες και προκαλούν υδρόφιλα κανάλια.
• Έτσι αυξάνεται η διαπερατότητα των μεμβρανών σε ιόντα Κ+ και
έχουν μυκητιασιτοκτόνο δράση.
59
60
VIB. Αντιβιοτικά πολυένης (3 από 4)
• Η γκριζεοφουλβίνη προέρχεται από μούχλα και είναι
δραστική στα δερματόφυτα.
Προφανώς δρα δηλητηριωδώς στη μίτωση
(πολλαπλασιασμό) των μυκήτων. Ενσωματώνεται στην
νεοσχηματισμένη κερατίνη του δέρματος, η οποία με την
σειρά της γίνεται ακατάλληλη για τροφή μυκήτων. Έτσι ο
χρόνος που χρειάζεται για την εξάλειψη των μυκήτων είναι ο
χρόνος που χρειάζεται για την ανανέωση δέρματος, ονύχων
και τριχών. Οι παρενέργειές της δεν έχουν χαρακτηριστεί
καλά. Επειδή δε, χρειάζεται μακροχρόνια θεραπεία, δεν
χρησιμοποιείται ευρέως.
61
62
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις
(1 από 7)
• Οι ιοί, αποτελούνται από γενετικό υλικό (νουκλεινικά οξέα)
και ένα περίβλημα (envelope) από πρωτεΐνες(εξάγωνα),
συχνά περιβαλλόμενες από μια στοιβάδα φωσφολιπιδίων.
Πάνω στην στοιβάδα των φωσφολιπιδίων, υπάρχουν
μικρότερες κινητές πρωτεΐνες.
• Δεν έχουν μεταβολικό σύστημα και έτσι εξαρτώνται από το
κύτταρο όπου παρασιτούν, τόσο για ανάπτυξη όσο και για
πολλαπλασιασμό.
63
64
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις
(3 από 7)
• Οι ιντερφερόνες (IFN) είναι γλυκοπρωτεΐνες που εκκρίνονται από
κύτταρα μολυσμένα με ιούς. Στα γειτονικά κύτταρα, οι ιντερφερόνες
διεγείρουν την παραγωγή αντιικών πρωτεϊνών. Αυτές,
παρεμποδίζουν την σύνθεση πρωτεϊνών των ιών αναχαιτίζοντας η
καταστρέφοντας το DNA των ιών. Οι ιντερφερόνες δεν
καταφέρονται σε ένα είδος ιού, αλλά έχουν ευρύ αντιικό φάσμα.
• Στους ανθρώπους χρησιμοποιείται ιντερφερόνη που λαμβάνεται
από ανθρώπινες πηγές (πχ λευκοκύτταρα=IFN-a, ινοβλάστες=IFN-b,
η λεμφοκύτταρα=IFN-γ). Οι ιντερφερόνες χρησιμοποιούνται επίσης
ενάντια σε ορισμένες κακοήθειες και αυτοάνοσες διαταραχές
(χρόνια ηπατίτιδα, κατά πλάκας σκλήρυνση κτλ).
65
66
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις
(5 από 7)
• Ισοξουριδίνη – ενσωματώνεται στο DNA και το καταστρέφει.
Αυτό ισχύει τόσο για το DNA των ιών όσο και το ανθρώπινο
DNA. Γι’ αυτό η ισοξουριδίνη είναι κατάλληλη μόνο για
τοπική χρήση πχ στην κερατίτιδα του απλού έρπητα.
• Βινταραβίνη – εμποδίζει την πολυμεράση του DNA των ιών,
πολύ περισσότερο από το ανθρώπινο. Χρησιμοποιείται
τοπικά για έντονες λοιμώξεις από απλό έρπητα. Παλαιότερα
έπαιζε ρόλο στην αντιμετώπιση εγκεφαλίτιδας από απλό
έρπητα, όμως σήμερα έχει αντικατασταθεί από το Acyclovir.
67
69
70
Φάρμακα για AIDS (2 από 3)
• Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με AIDS
διακρίνονται σε :
1) Αναστολείς της ανάστροφης τρανσκριπτάσης
I. Νουκλεοτίδια (ανάλογα θυμίνης, ανάλογα αδενίνης,
ανάλογα κυτοσίνης και ανάλογα γουανίνης) που όλα έχουν
ένα κοινό χαρακτηριστικό, μια λανθασμένη σακχαρούχο
μονάδα και όλα τελικά διασπούν το DNA ενσωματούμενα
στην διπλή έλικα.
II. Αναστολείς που δεν είναι νουκλεοτίδια (νεβιραπίνη,
ντελαβιρδίνη, εβαφιρέντζ και παρεμποδίζουν την
ανάστροφο τρανσκριπτάση να ενεργοποιηθεί).
71
72
Ανθελονοσιακά φάρμακα (1 από 3)
• Τα κυριότερα ανθελονοσιακά φάρμακα είναι η χλωροκίνη
και η κινίνη που συγκεντρώνονται μέσα στα όξινα κυστίδια
των σχιζοζωιτών (ενδοερυθροκυτταρική φάση) και
παρεμποδίζουν τον πολυμερισμό της αίμης και τα παράσιτα
σκοτώνονται.
• Η προγουανίλη, η δαψόνη και η πυριμεθαμίνη εμποδίζουν
την αναγωγάση του DHF.
• Η σουλφοναμίδη σουλφαδοξίνη εμποδίζει την σύνθεση του
DHF.
73
74
Ανθελονοσιακά φάρμακα (3 από 3)
• Χημειοπροφύλαξη
• Όπου ενδημεί η ελονοσία, χρειάζεται να γίνει
χημειοπροφύλαξη.
• Θεραπεία εκλογής είναι η χλωροκίνη.
• Σε περιοχές όπου ενδημεί το πλασμώδιο Falciparum που
είναι ανθεκτικό στην χλωροκίνη, χρησιμοποιούνται
θεραπευτικά σχήματα που εναλλάσσουν την χλωροκίνη με
συνδυασμό μεθαμίνης/σουλφαδοξίνης (η προγουανίλης η
δοξυκυκλίνης).
75
2
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (3 από 9)
• Σε μεγάλη ή παρατεταμένη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε
ηπατική βλάβη η ηπατική νέκρωση. Η ηπατική νέκρωση
μπορεί να προληφθεί με μια ουσία την Ν-ακετυλοκυστείνη αν
δοθεί ενδοφλέβια μέσα σε 6-8 ώρες από την λήψη
υπερβολικής δόσης ακεταμινοφαίνης.
4
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (5 από 9)
• H ASA δρα ερεθιστικά στον βλεννογόνο του στομάχου (τόσο
με απ’ ευθείας μηχανισμό, όσο και με αναστολή της
σύνθεσης των κυτταροπροστατευτικών προσταγλαδινών.
Μπορεί να προκαλέσει βρογχοσυστολή (άσθμα ασπιρίνης)
λόγω του ότι αναστέλλει την σύνθεση της PGE2 και
υπερπαραγωγή λευκοτριενών. Η ASA αναστέλλει την
συσσώρευση των αιμοπεταλίων και παρατείνει τον χρόνο
ροής. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με
διαταραχές πήξεως.
6
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (7 από 9)
• Την υψηλότερη αποτελεσματικότητα από τα αντιπυρετικά
αναλγητικά έχει η διπυρόνη (μεταμιζόλη). Είναι επίσης
αποτελεσματική στον σπλαχνικό πόνο. Ο τρόπος δράσης της
μεταμιζόλης δεν είναι ακριβώς γνωστός, αλλά πιθανώς
διαφέρει και από την ακεταμινοφαίνη και από την ασπιρίνη.
Από του στόματος απορροφάται γρήγορα, αλλά και από του
ορθού.
8
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (9 από 9)
• Η προπυλφαιναζόνη πιθανώς δρα όπως η μεταμιζόλη
φαρμακολογικά και τοξικολογικά.
10
ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (2 από 7)
• Η έρευνα για καλύτερα αναλγητικά οδήγησε στην ανακάλυψη
των NSAIDs. Σήμερα υπάρχουν περισσότερα από 30. Δομικά
είναι ομαδοποιημένα σε καρβονικά οξέα (δικλοφαινάκη,
ιβουπρουφαίνη, ναπροξένη, ινδομεθακίνη) η σε ενολικά
οξέα (αζαπροπαζόνη, πιροξικάμη καθώς και το λιγότερο
γνωστό σε μηχανισμό αλλά αποτελεσματικό φάρμακο
φαινυλβουταζόνη.
11
12
ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (4 από 7)
13
14
ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (6 από 7)
15
16
ΙΙΙ. Απιοειδή αναλγητικά – Τύπου μορφίνης
(1 από 4)
• Η μορφίνη είναι ένα αλκαλοειδές του οπίου. Εκτός της
μορφίνης, το όπιο έχει και αλκαλοειδή χωρίς αναλγητική
δραστηριότητα (όπως το σπασμολυτικό παπαβερίνη), που και
αυτά ονομάζονται αλκαλοειδή του οπίου. Όλα τα
ημισυνθετικά παράγωγα (υδρομορφόνη) και τα τελείως
συνθετικά (πενταζοσίνη, πεθιδίνη (μεπεριδίνη), μεθαδόνη,
φαιντανύλη), εκφέρονται με τον γενικό όρο οπιοειδή.
17
18
ΙΙΙ. Απιοειδή αναλγητικά – Τύπου μορφίνης
(3 από 4)
• Η πιο πιθανή δράση αναλγητικού τύπου είναι αποτέλεσμα
αναστολής της αλγεινής μετάδοσης στην σπονδυλική στήλη
καθώς και αναστολή αντίληψης του πόνου από τον
εγκέφαλο. Υπάρχει και αλλαγή της διάθεσης που είναι
ανάλογη με το τι διάθεση επικρατούσε στον ασθενή την
στιγμή της χορήγησης των οπιοειδών.
19
20
Ενότητα 5: Αντιυπερτασικά, αντιστηθαγχικά, φάρμακα στο
έμφραγμα, στην καρδιακή ανεπάρκεια, αντιαρρυθμικά και
αντιπηκτικά φάρμακα
1
Αντιυπερτασικά φάρμακα (2 από 3)
I. Μονοθεραπεία (β αναστολείς/διουρητικά)
a) Οι β-αναστολείς νεανική υπέρταση με ταχυκαρδία και
αυξημένο καρδιακό output.
b) Διουρητικά της θειαζίδης σε υπέρταση με συμφορητική
καρδιακή ανεπάρκεια (προσοχή στα επίπεδα Κ+).
c) Εάν η υπέρταση έχει και στηθάγχη τότε δίνουμε και β-
αναστολέα η ανταγωνιστή Ca++ (βεραπαμίλη έχει
καρδιοανασταλτική δράση σε αντίθεση με την νιφεδιπίνη).
d) α-blockers- προτιμούνται σε ασθενείς με υπέρταση και
υπερτροφία προστάτου.
3
Αντιυπερτασικά – β-αναστολείς (1 από 4)
I. Β-αναστολείς – ανταγωνίζονται ΝΕ / Ε στους β-υποδοχείς.
• Προστατεύουν την καρδιά από την φθορά Ο2 που συμβαίνει
από την ινότροπη δράση του συμπαθητικού συστήματος,
μπλοκάροντας τους β-υποδοχείς και έτσι η καρδιακή
λειτουργία δεν μπορεί να αυξηθεί πέραν των βασικών ορίων.
• Οι β-υποδοχείς ελαττώνουν την καρδιακή συχνότητα και
ελαττώνουν την αυξημένη αρτηριακή πίεση. Τοπικά
χρησιμοποιούνται στην θεραπεία του γλαυκώματος.
5
Αντιυπερτασικά – β-αναστολείς (3 από 4)
• Η βασική τους πλευρική δομή είναι η πλευρική άλυσος των β-
συμπαθητικομιμητικών.
• Η βασική δομή συνδέεται με αρωματικό δακτύλιο (πυρήνα)
από μεθυλένιο και γέφυρα Ο2.
• Οι αριστερόστροφες ουσίες έχουν 100 φορές μεγαλύτερη
χημική συγγένεια με τον β-υποδοχέα. Επειδή είναι
«αμφίφιλα» έχουν μια σταθεροποιητική χημική δράση, διότι
τα πιο λιπόφιλα εμποδίζουν την αντλία Να+ και την
αγωγιμότητά της καρδιακής ίνας.
7
Αντιυπερτασικά – Διουρητικά (1 από 2)
II. ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ
• Έχουν απ’ ευθείας νεφρική δράση.
• Χρησιμεύουν για
o Απομάκρυνση οιδημάτων,
o Αντιυπερτασική αγωγή,
o Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια,
o Προφύλαξη στην νεφρική ανεπάρκεια ειδικά μετά από
μαζική αιμορραγία και κυκλοφορική ανεπάρκεια.
• Μπορεί να προκαλέσουν υπόταση και κυκλοφορική
καταπληξία (collapse, shock).
9
Αντιυπερτασικά - Ανταγωνιστές ασβεστίου
III. Ανταγωνιστές ασβεστίου – Νιφεδιπίνη – Βεραπαμίλη.
IV. α- blockers : πραζοσίνη.
V. Ανταγωνιστές του μετατρεπτικού ενζύμου της
αγγειοτενσίνης (αMEA)(Angiotensin enzyme inhibitors) και
αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης (τα
νεότατα) – καπτοπρίλη, εναλαπρίλη).
10
11
Αντιυπερτασικά – ειδικές καταστάσεις
(1 από 2)
Σε πολυφαρμακία μία καλή προτίμηση είναι ο συνδυασμός β-
blocker και νιφεδιπίνης καθώς και αγγειοδιασταλτικών
ουσιών (υδραλαζίνης και μινοξιδίλης).
Σε υπερτασική κρίση
• Νιφεδιπίνη.
• Κλονιδίνη.
• Διυδραλαζίνη.
• Νιτροπρωσσικό νάτριο.
• Φαιντολαμίνη αλλά μόνο σε φαιοχρωμοκύττωμα.
12
13
Αντιστηθαγχικά φάρμακα (1 από 6)
1. Νιτρώδη.
2. Ανταγωνιστές του Ca+.
3. Β- αναστολείς.
15
Αντιστηθαγχικά φάρμακα (3 από 6)
Ανεπιθύμητες ενέργειες νιτρωδών αποτελούν :
• Κεφαλαλγία λόγω αγγειοδιαστολής,
• Ανοχή,
• Υπόταση,
• Αντανακλαστική ταχυκαρδία,
• Κυκλοφορική καταπληξία (circulatory collapse).
16
17
Αντιστηθαγχικά φάρμακα (5 από 6)
2. Ανταγωνιστές του ασβεστίου – εμποδίζουν την ροή εντός
των κυττάρων των ιόντων του ασβεστίου (influx)
επηρεάζοντας εντός το Να και εκτός το Κ. Είναι παράγωγα
της διυδροπυριδίνης όπως η νιφεδιπίνη που προκαλεί
αρτηριακή αγγειοδιαστολή, ελαττώνει το καρδιακό
μεταφορτίο και τις απαιτήσεις σε Ο2, προλαμβάνει δε τον
αρτηριακό σπασμό των στεφανιαίων.
Μπορεί να προκαλέσουν αντανακλαστική ταχυκαρδία και
προκνημιαίο μυξοίδημα.
18
19
Καρδιακή ανεπάρκεια – Καρδιακές
γλυκοσίδες (1 από 5)
• Φάρμακα καρδιοτονωτικά με ινοτροπικές δράσεις
(κλασσικός εκπρόσωπος digitalis).
• Ενώνονται με την εξωκυτταρική πλευρά της Na/K/ATPase
(δηλ αντλίας νατρίου-καλίου) των καρδιακών μυικών
κυττάρων, και εμποδίζουν την ενζυματική δραστηριότητα.
• Διατηρούν το αρνητικό δυναμικό ενέργειας και την
φυσιολογική ηλεκτρική δραστηριότητα.
20
21
Καρδιακή ανεπάρκεια – Καρδιακές
γλυκοσίδες (3 από 5)
• Η θεραπευτική δόση είναι κοντά στην τοξική (στενό
θεραπευτικό παράθυρο – close therapeutic window) και
χρειάζεται προσοχή στην δοσολογία και στενή
παρακολούθηση (close monitoring).
• Επίσης ημερήσιες η διημερήσιες διακοπές του φαρμάκου
ανά εβδομάδα συνηθίζονται προς αποφυγή του φαινομένου
του τοξικού δακτυλιδισμού.
• Εκπρόσωποι είναι η διγιτοξίνη, η διγοξίνη και η ουαμπαίνη.
22
23
Καρδιακή ανεπάρκεια – Καρδιακές
γλυκοσίδες (5 από 5)
Φαινόμενα τοξίκωσης με καρδιακές γλυκοσίδες υποψιαζόμαστε
όταν έχουμε :
1. Καρδιακές αρρυθμίες (βραδυκαρδία, κολποκοιλιακό
αποκλεισμό).
2. Διαταραχές από το ΚΝΣ (ξανθοψία, διέγερση και σύγχυση).
3. Γαστρεντερικές διαταραχές όπως ανορεξία, έμετο και
διάρροια.
4. Νεφρικές διαταραχές ( ελάττωση ύδατος και ηλεκτρολυτών).
24
25
Φάρμακα κατά του εμφράγματος (1 από 2)
Σε υποψία εμφράγματος λόγω κλινικής εικόνας , δίνουμε :
• Ακετυλοσαλυκιλικό οξύ (ASA),
• Νιτρώδη (Εάν δεν υπάρχει ανταπόκριση σε 30 min),
• Μορφίνη (+ αντιεμετική ουσία - Προλαμβάνει την έμεση που
προκαλείται από την μορφίνη),
• (Μεταφορά στο νοσοκομείο, Ο2, ΗΚΓ, μονάδα, monitoring)
κτλ,
• Θρομβολυτική αγωγή (στρεπτοκινάση, διάταση balloon,
ηπαρίνη),
• Αντιαρρυθμική αγωγή (β-αναστολέα για αρρυθμίες ή
πρόληψη κοιλιακών αρρυθμιών με λιδοκαΐνη),
• Παραμονή στην μονάδα και παρακολούθηση.
26
27
Υπόταση
• Εάν είναι ιδιοπαθής, πρωτοπαθής και μη σημαντική
συνιστάται άσκηση και βελτίωση.
• Εάν δευτεροπαθής (ανάλογα την αιτία)
1. Μετά από καρδιακή ανεπάρκεια, γλυκοσίδες.
2. Εάν μετά ελάττωση του όγκου του πλάσματος, plasma
expanders.
3. Εάν υπάρχει έλλειψη της αλδοστερόνης, αλδοστερόνη –
φλουδροκορτιζόνη.
4. Εάν είναι ιδιοπαθής αλλά σχετικά σοβαρή,
φλουδροκορτιζόνη.
5. Οξεία υπόταση και αύξηση της καρδιακής συχνότητας, Nacl,
εργοταμίνη και συμπαθητικομιμητικά.
28
Αντιαρρυθμικά φάρμακα
• Τα φάρμακα αυτά χρειάζονται άλλοτε μόνα, άλλοτε σε
συνδυασμό με άλλα καρδιολογικά φάρμακα για την
αντιμετώπιση των αρρυθμιών που είναι ποικίλες τόσο σε
κλινική οντότητα όσο και σε βαθμό.
29
Θεωρία σχετικά με τα αντιαρρυθμικά
φάρμακα
• Φαινόμενο re-entry.
• Φαινόμενα έκτοπης δραστηριότητας καρδιακού βηματοδότη.
• Καρδιακός αποκλεισμός (καθυστέρηση στην εκπόλωση και
αύξηση του ενδοκυτταρίου ασβεστίου).
• Αυξημένη συμπαθητική δραστηριότητα και έκτοπη
δραστηριότητα βηματοδότη.
30
31
Τάξεις αντιαρρυθμικών (2 από 3)
• Class I
o Εμποδίζουν τα κανάλια Να, δρουν σε φάση Ο και
σχετίζονται με γρήγορη εκπόλωση.
o Ια – κινιδίνη (παλαιά, ιστορικής αξίας), προκαιναμίδη,
δισοπυραμίδη.
o Ιβ – λιδοκαΐνη, (IV, κοιλιακές αρρυθμίες), φαινυντοΐνη (με
προσοχή-αντιεπιληπτικό φάρμακο).
o Ιγ φλεκαϊνίδη, ενκανιδίνη (έκτοπες κοιλιακές).
• Class II – (phase 2 – plateau)
o β – αναστολείς (προπρανολόλη, ατενολόλη).
32
33
Φάρμακα που επηρεάζουν την πήξη
του αίματος
• Από φυσιολογία, φυσιολογία της αιμόστασης
(αγγειοσύσπαση, συσσώρευση των αιμοπεταλίων, παραγωγή
ινώδους μέσω μονοπατιών και παραγόντων πήξεως όπως
έχει συζητηθεί στην φυσιολογία και σε αυτούς που κάνουν
παθολογική φυσιολογία, μηχανισμοί της θρόμβωσης και των
φαινομένων του εμβολισμού.
34
35
Αντιπηκτικά φάρμακα (2 από 5)
Κουμαρινικά παράγωγα
• Βαρφαρίνη (Ουαρφαρίνη) (Sintrom),
• Ανήκει στα κουμαρινικά παράγωγα και ανταγωνίζεται την
βιταμίνη Κ,
• Αναστέλλει επίσης την σύνθεση των παραγώγων ΙΙ, VII, IX, X
στο ήπαρ,
• Απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα και ο χρόνος
ημισείας ζωής της είναι 36 ώρες,
• Έναρξη δράσης σε τουλάχιστον 2 ημέρες και διάρκεια δράσης
περίπου 72 ώρες.
36
37
Αντιπηκτικά φάρμακα (4 από 5)
Ηπαρίνη
• Είναι θεϊκή γλυκοζαμινογλυκάνη.
• Δεσμεύεται με την αντιθρομβίνη ΙΙΙ και πολλαπλασιάζει κατά
1000 φορές την δράση της εναντίον της θρομβίνης και των
παραγόντων IXa, Xa.
• (*a=activated).
• Δεν απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα και
χορηγείται ενδοφλεβίως σε συνεχή έγχυση.
• Η καλσιπαρίνη χορηγείται υποδορίως.
• Υπάρχει και χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνη η οποία
χορηγείται επίσης υποδορίως η Fraxiparine.
38
39
Ενότητα 6: Ψυχοφάρμακα (α’ μέρος)
1
Υπνωτικά φάρμακα (2 από 4)
• Όλα όμως τα υπνωτικά ελαττώνουν τον χρόνο που διανύεται
στην φάση REM. Με συνεχή όμως χορήγηση, ο χρόνος που
δαπανάται σε REM και non REM επανέρχεται στο φυσιολογικό
παρά την συνεχή χορήγηση του φαρμάκου. Όταν το υπνωτικό
σταματήσει απότομα, έχουμε rebound REM που εξαντλείται σιγά-
σιγά με τις μέρες. Όταν ο ύπνος έχει πολύ REM, υπάρχουν πολλά
και έντονα όνειρα και έτσι ο ασθενής δεν χαρακτηρίζει αυτό τον
ύπνο ανανεωτικό (refreshing).
• Σε προσπάθεια διακοπής του υπνωτικού, τα άτομα με την αίσθηση
του μη ξεκούραστου ύπνου, θέλουν να συνεχίσουν το υπνωτικό,
πράγμα που συντελεί στην αύξηση της εξάρτησης από το
φάρμακο.
• Ανάλογα με τα επίπεδά τους στο αίμα, οι βενζοδιαζεπίνες έχουν
και αγχολυτική επίδραση
2
3
Υπνωτικά φάρμακα (4 από 4)
• Η ζολπιδέμη και η ζοπικλόνη έχουν διαφορετική χημική
δομή, αλλά παρ’ όλα αυτά έχουν αγωνιστική δραστηριότητα
στον υποδοχέα της βενζοδιαζεπίνης.
• Η ένυδρος χλωράλη οδηγεί γρήγορα σε ανοχή. Έτσι,
χρησιμοποιείται μόνο για μικρό χρονικό διάστημα
• Τόσο οι βενζοδιαζεπίνες όσο και τα βαρβιτουρικά εθίζονται.
• Τα αντισταμινικά (over the counter) (διφαινυδραμίνη,
δοξυλαμίνη) είναι δημοφιλή για την υπναγωγική τους
επίδραση).
9
Αγχολυτικά (6 από 14)
Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
Επιδημιολογία βενζοδιαζεπινών
• Η διαζεπάμη ακόμη συγγράφεται στο 6% του πληθυσμού.
Στην Βρετανία και στις ΗΠΑ, αποτελούν το 11% και 12%
αντίστοιχα.
• Συχνότερα συγγράφονται σε γυναίκες και κυρίως σε γυναίκες
άνω των 45 ετών. Οι γυναίκες αποτελούν το 75% των
καταναλωτών. Από αυτές που αρχίζουν τις βενζοδιαζεπίνες,
το 20% τις παίρνει 6 μήνες αργότερα. Πιο επιρρεπείς είναι
εκείνες με ποικίλα κοινωνικά προβλήματα και μεγαλύτερης
ηλικίας.
10
11
Αγχολυτικά (8 από 14)
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
• Per os: καλή και γρήγορη,
• IM λιγότερο: γρήγορη από την per os,
• IV: γρήγορα επιτυγχάνονται υψηλές συγκεντρώσεις,
• Είναι λιπόφιλες και περνούν γρήγορα τον αιματεγκεφαλικό
φραγμό, κατανέμονται στο μεταιχμιακό σύστημα, στον δικτυωτό
σχηματισμό και στον θάλαμο. Οι περισσότερες δεν είναι
υδατοδιαλυτές (έτσι δεν είναι πρόβλημα για per os). Η διαζεπάμη
για ενδοφλέβια χορήγηση χορηγείται σε εναιώρημα (diazemoles,
diazemuls).
12
13
Αγχολυτικά (10 από 14)
Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
Τόπος δράσης υποδοχείς
• Πιστεύεται ότι διευκολύνουν την δράση του υποδοχέα GABA.
Υπάρχουν 2 είδη υποδοχείς GABAα και GABAβ.
• Ο GABAα όταν διεγείρεται αυξάνει την διαπερατότητα του
χλωρίου. Ο GABAα είναι οι θέσεις δράσης των βενζοδιαζεπινών,
των βαρβιτουρικών και του αλκοόλ. Βρίσκονται κυρίως στον
ιππόκαμπο, στον φλοιό και στο μεταιχμιακό σύστημα.
• Με την διέγερση του GABAα αυξάνει η διέλευση χλωρίου και τα
αρνητικά δυναμικά των νευρώνων αυξάνουν επίσης (ανασταλτικά
δυναμικά).
• Η τελική επίδραση αυτής της δράσης είναι αγχολυτική, ηρεμιστική,
υπνωτική και αντισπασμωδική (σπασμολυτική).
14
15
Αγχολυτικά (12 από 14)
Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
• Κυρίως χρησιμοποιούνται ως αγχολυτικά
o Διαζεπάμη, αλπραζολάμη, βρωμαζεπάμη, χλωροδιαζεποξείδη,
κλομπαζάμη, χλωραζεπάτη, μεδαζεπάμη
o Σε κρίση πανικού χρησιμοποιείται ενδοφλέβια η λοραζεπάμη
και η διαζεπάμη
• Η περίπτωση της τριαζολάμης
o Αυτή η βενζοδιαζεπίνη δύναται να επηρεάσει την λειτουργία της
μνήμης (anterograde amnesia) και προκαλεί rebound άγχος και
σύγχυση στην διάρκεια της μέρας. Αναφέρθηκαν συχνότερα
παράδοξες αντιδράσεις (εχθρικότητα, ψευδαισθήσεις) και έτσι
σε πολλές χώρες δεν χορηγείται η τριαζολάμη.
o Η χλωροδιαζεποξείδη χορηγείται σε αντιμετώπιση
συμπτωμάτων στέρησης αλκοόλ και σε ηλικιωμένους. 16
17
Αγχολυτικά (14 από 14)
Ανταγωνιστές βενζοδιαζεπινών
• Φλουμαζενίλη
o Έχει συγγένεια με τον υποδοχέα των βενζοδιαζεπινών, αλλά όχι
ενδογενή δράση τύπου βενζοδιαζεπίνης.
o Χρησιμοποιείται ως αντίδοτο σε περιπτώσεις ηθελημένης
λήψης υπερβολικών ποσοτήτων βενζοδιαζεπινών (αυτοκτονία).
18
19
Αντικαταθλιπτικά (2 από 40)
Α) Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά
• Πρωτότυπο φάρμακο είναι η ιμιπραμίνη. Είναι τα φάρμακα που
έχουν χρησιμοποιηθεί κυριότερα στην θεραπεία της κατάθλιψης
και έχουν την πλέον μακροχρόνια ιστορία. Την τελευταία δεκαετία
φαίνεται ότι η χρήση τους χάνει έδαφος σε σχέση με τα νεότερα
φάρμακα τους ανταγωνιστές της επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης (Serotonin Selective Re-Uptake Inhibitors (SSRIs) –
πρωτότυπο φλουοξετίνη).
• Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά έχουν κεντρικό δακτύλιο και 2
πλάγιους αρωματικούς δακτυλίους που στον χώρο σχηματίζουν
γωνία 120ο σε αντιδιαστολή με τους flat δακτυλίους που
βρίσκονται στα νευροληπτικά φάρμακα του τύπου των
φαινοθειαζινών.
20
21
Αντικαταθλιπτικά (4 από 40)
Α) Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (συνέχεια)
Μεταβολισμός
• Αρχικά απομεθυλίωση. Μερικά μεθυλιωμένα παράγωγα έχουν
επίσης αντικαταθλιπτική δράση.
• Επίσης υφίστανται υδρόλυση του δακτυλίου τους.
• Ο μεταβολισμός εξαρτάται από την γενετική προδιάθεση, την
σύγχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων και την οξινοποίηση των
ούρων (διότι αυτή οδηγεί σε ταχύτερη απέκκριση).
Αποβολή
• Υπάρχει υψηλή δίοδος (first-pass) από το ήπαρ. Σχετικά χαμηλή
συγκέντρωση με ευρύ όγκο κατανομής και σχετικά μεγάλο χρόνο
ημισείας ζωής που επιτρέπει να χορηγούνται τα αντικαταθλιπτικά
μια φορά την ημέρα.
22
23
Αντικαταθλιπτικά (6 από 40)
Δράση αντικαταθλιπτικών
• Έχουν χημική συγγένεια τόσο για υποδοχείς όσο και για αμινικούς
νευρομεταβιβαστές και συμπεριφέρονται και στους δύο σαν
ανταγωνιστές.
• Παρεμποδίζουν την επαναπρόσληψη της νορεπινεφρίνης, της
σεροτονίνης και έτσι αυξάνεται η δραστικότητα και των δύο
νευρομεταβιβαστών. Μπλοκάρουν επίσης τους μουσκαρινικούς
υποδοχείς της ακετυλοχολίνης, τους α-νοραδρενεργικούς και
μερικούς σεροτονινεργικούς και ισταμινικούς υποδοχείς.
• Δεν φαίνεται να έχουν επίδραση στο σύστημα της δοπαμίνης.
• Το γιατί αυτές οι μεταβολές στις αμίνες αλλά και στους υποδοχείς
τους μεταφράζονται ως αντικαταθλιπτική δράση στην πράξη,
παραμένει δυσεξήγητο ακόμη και σήμερα.
24
25
Αντικαταθλιπτικά (8 από 40)
Κυριότερα σκευάσματα
26
27
Αντικαταθλιπτικά (10 από 40)
Παρενέργειες τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (συνέχεια)
Καρδιακές δράσεις
A. Σε θεραπευτικές δόσεις παρατηρούνται αλλαγές στο ΗΚΓ –
επιπεδοποίηση του κύματος Τ, παράταση του QT, κατάσπαση
του ST, ταχυκαρδία
B. Σε υψηλότερες των θεραπευτικών δόσεων παρατηρείται
κολπικός πτερυγισμός, κολπική μαρμαρυγή, κολποκοιλιακός
αποκλεισμός, κοιλιακός πτερυγισμός
28
30
31
Αντικαταθλιπτικά (14 από 40)
Β) Νεωτέρα σκευάσματα
• Μαπροτιλίνη (Ludiomil)
o Τετρακυκλικό σκεύασμα με χαμηλή αντιχολινεργική δράση, που
όμως μπορεί να πυροδοτήσει επιληπτικούς σπασμούς και
εξανθήματα. Έχει ηρεμιστική δράση.
• Βιλοξαζίνη (Vivalan)
o Δικυκλικό Ισοδύναμο με την ιμιπραμίνη. Έχει λιγότερες
αντιχολινεργικές δράσεις και λιγότερη ηρεμιστική δράση.
• Αμοξαπίνη (Ascendis)
o Τρικυκλική διβενζοδιαζεπίνη. Προκαλεί εξωπυραμιδική δράση,
γαλακτόρροια και tardive dyskinesia.
32
33
Αντικαταθλιπτικά (16 από 40)
Γ) SSRIs
• Φλουβοξαμίνη (Faverin)
o Αναστολέας της παλίνδρομης πρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI)
o Είναι μη τοξικό και μη αντιχολινεργικό
o Προκαλεί ναυτία, έμετο, ζάλη, διάρροια, άγχος, κεφαλαλγία,
τρόμο, ταχυκαρδία, σπασμούς.
• Φλουοξετίνη (Prozac, Ladose)
o Είναι και αυτό SSRI. Προκαλεί ναυτία, έμετο, ζάλη, κεφαλαλγία,
ξηροστομία, διάρροια, ανορεξία και απώλεια βάρους. Επίσης
εξανθήματα, γαστρεντερικές διαταραχές, αγγειίτιδα,
αναφυλαξία, πυρετό, σπασμούς κτλ. Επίσης αύξηση των
τρανσαμινασών και σεξουαλική δυσλειτουργία.
• Άλλο επίσης SSRIs είναι η σερταλίνη και η παροξετίνη.
34
35
Αντικαταθλιπτικά (18 από 40)
Αναστολεις της μονοαμινοξειδασης (ΜΑΟ) – MAO Inhibitors
(MAOIs) (συνέχεια)
• Οι MAOIs προκαλούν μη αναστρέψιμη αναστολή του
ενζύμου, η οποία βέβαια υπερνικάται με την νέα σύνθεση
του ενζύμου.
• Μόνο η τρανυλκυπρομίνη προκαλεί αναστρέψιμη
αναστολή της ΜΑΟ (10 μέρες).
• Για ασθενείς που παίρνουν ΜAΟΙs, η δραστηριότητα της
ΜΑΟ (ΜΑΟβ) στα αιμοπετάλια είναι ένας χρήσιμος δείκτης.
36
37
Αντικαταθλιπτικά (20 από 40)
Οι MAOIs είναι :
1. Υδραζίνες 3. Μείγματα
a) φενελζίνη (Nardil), a) Τρανυλκυπρομίνη και
b) ισοκαρβοξαζίδη (Marplan), τριφλουοπεραζίνη
(Parstelin).
c) ιπρονιαζίδη (Marsilid).
4. Εκλεκτικοί
2. Μη υδραζίνες
a) κλοργυλίνη ΜΑΟαΙ,
a) τρανυλκυπρομίνη (Parnate)
b) σελεγιλίνη ΜΑΟβΙ.
38
• Μεταβολισμός
o Οι ΜΑΟΙs μεταβολίζονται κύρια με ακετυλίωση. Οι μισοί
Αμερικανοί και Ευρωπαίοι και ακόμη περισσότεροι Ασιάτες
είναι βραδείς στην ακετυλίωση (slow acetylators). Σε αυτούς,
μπορεί να δημιουργηθούν ευκολότερα τοξικά επεισόδια.
39
Αντικαταθλιπτικά (22 από 40)
Γενικά Χαρακτηριστικά ΜΑΟΙs (συνέχεια)
• Δράση
o Οι αναστολείς της ΜΑΟ αναστέλλουν την ΜΑΟ. Το maximum
της δράσης τους επιτυγχάνεται σε 5-10 μέρες. Η
αντικαταθλιπτική τους όμως δράση χρειάζεται 3-6 εβδομάδες.
Η μέτρηση της δραστικότητας της ΜΑΟ των αιμοπεταλίων,
μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν δείκτης αναστολής της ΜΑΟ.
Πρέπει η δραστικότητα της ΜΑΟ των αιμοπεταλίων να
ελαττωθεί στο 80% ώστε να επιτευχθεί θεραπευτική απάντηση
(η ΜΑΟ αιμοπεταλίων είναι β τύπος).
o Η αναστολή είναι μη αναστρέψιμη και το σώμα χρειάζεται
περίπου 2 εβδομάδες για την σύνθεση νέων επιπέδων ΜΑΟ.
Γι’ αυτό οι διαιτητικοί περιορισμοί πρέπει να συνεχίζονται για 2
εβδομάδες μετά την διακοπή των MAOIs.
40
41
Αντικαταθλιπτικά (24 από 40)
Διαιτητικοί Περιορισμοί (συνέχεια)
• Όχι έτοιμες σούπες.
• Όχι χαβιάρι.
• Όχι εκχυλίσματα κρέατος (Bovril, Marmite).
Τα ανωτέρω έχουν πολύ υψηλά ποσά τυραμίνης.
• Χαμηλότερα (μέτρια) ποσά τυραμίνης έχουν οι σάλτσες
σόγιας, οι γλυκόξινες κρέμες, οι μπανάνες (κυρίως η φλούδα)
τα αβοκάντος, οι μελιτζάνες, τα δαμάσκηνα, οι σταφίδες το
σπανάκι, οι τομάτες και το γιαούρτι.
42
43
Αντικαταθλιπτικά (26 από 40)
Ανεπιθύμητες ενέργειες των MAOIs
• Συνηθέστερες
o Ορθοστατική υπόταση (δίνουμε florinef), αύξηση του βάρους,
οίδημα, σεξουαλική δυσλειτουργία, αυπνία, γαστρεντερικές
διαταραχές.
• Σπανιότερες
o (ιδίως όταν δεν ακολουθηθεί η δίαιτα η συνδυάζονται
ορισμένα φάρμακα όπως l-dopa, methyldopa, amphetamines,
ephedrine). Υπέρταση, έντονη ινιακή κεφαλαλγία, έκτακτες
συστολές, υποστερνικός πόνος, ναυτία, έμετος, ωχρότητα,
υπεριδρωσία, φωτοφοβία, μυδρίαση, υπερτασική κρίση, και
διάφορα νευρολογικά συμπτώματα.
44
45
Αντικαταθλιπτικά (28 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug)
• Το λίθιο (Li) είναι το ελαφρότερο από τα αλκαλικά στοιχεία.
Βρίσκεται κάτωθεν του Να, Κ, ρουβιδίου, καισίου (στην
ομάδα ΙΑ του περιοδικού συστήματος).
• Είναι μονοσθενικό ιόν.
• Εισήχθηκε στην θεραπευτική το 1940 από τον Cade στην
Αυστραλία.
• Κυκλοφορεί σε γρήγορα και σε αργά διαλυόμενα δισκία.
• Ενδείκνυται για την θεραπεία της μανίας, την συντήρηση του
θεραπευτικού αποτελέσματος στην κατάθλιψη και στην
μανία και γενικά στην διπολική διαταραχή.
46
47
Αντικαταθλιπτικά (30 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Φαρμακοκινητική
• Η κάθαρση/αποβολή από τα νεφρά ελαττώνεται στην νεφρική
ανεπάρκεια, στην εγκυμοσύνη και στην λοχεία.
• Το ιόν όμως γενικά περνά εύκολα την νεφρική διήθηση και το 70-
80% επαναρροφάται στο εγγύς εσπειραμένο ουροφόρο
σωληνάριο, ενώ 0% απορροφάται από το άπω.
• Έτσι δεν επηρεάζεται από διουρητικά που επιδρούν απ’ ευθείας
στο άπω εσπειραμένο.
• Το λίθιο και το Na ανταγωνίζονται για επαναρρόφηση στο εγγύς
εσπειραμένο. Έτσι το λίθιο κατακρατείται σε έλλειψη Na ή σε
διούρηση Na.
48
49
Αντικαταθλιπτικά (32 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Φαρμακοδυναμική (Li)
• Μέσα στους νευρώνες, το λίθιο μπλοκάρει την ινοσιτόλη-1-
φωσφατάση (συνδέεται με τον δεύτερο μεταβιβαστή της
φωσφατιδοινοσιτόλης). Έτσι ελαττώνεται η απαντητικότητα
στους νευρομεταβιβαστές.
• Πριν αρχίσει η θεραπεία με λίθιο, ελέγχονται οι
ηλεκτρολύτες, η ουρία, η κρεατινίνη, η 24ωρη κάθαρση
κρεατινίνης, η γενική αίματος, η θυρεοειδική λειτουργία, το
ΗΚΓ και γίνεται και τεστ κυήσεως.
50
52
53
Αντικαταθλιπτικά (36 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Ανεπιθύμητες ενέργειες :
• Μακροχρόνια: βρογχοκήλη, υπό ή υπερθυρεοειδισμό,
διαταραχή της μνήμης, νεφροτοξικότητα (συνήθως αρχικά
πολυουρία, αλλά αργότερα ιστολογική βλάβη), αρρυθμίες
και επιπέδωση του επάρματος Τ στο ΗΚΓ.
54
55
Αντικαταθλιπτικά (38 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Ανεπιθύμητες ενέργειες :
• Στην εγκυμοσύνη, σχετίζεται με καρδιακές ανωμαλίες του
εμβρύου. Αν χρειαστεί να χορηγηθεί στην εγκυμοσύνη, τα
επίπεδα πρέπει να διατηρούνται χαμηλά, διότι το λίθιο
περνά ελεύθερα στον πλακούντα.
56
58
Κατά κατηγορίες
2
Α. Φαινοθειαζίνες (1 από 13)
Α) Φαινοθειαζίνες (1950) Αρχικά ανακαλύφθηκε η προμεθαζίνη
και κατόπιν η χλωροπρομαζίνη. Ο κοινός δακτύλιος των
φαινοθειαζινών έχει 3 εξαμελείς δακτυλίους και R1 και R2
σειρές ανθράκων.
Α) Με αντικατάσταση στο R1 έχουμε :
1) Αλειφατικές,
2) Πιπεραζινικές,
3) Πιπεραδινικές.
4
Α. Φαινοθειαζίνες (3 από 13)
Φαρμακοκινητική
• Απορρόφηση
o Ελλιπής απορρόφηση από του στόματος για την
χλωροπρομαζίνη (CMZ)
• Βιοδιαθεσιμότητα 30%
o Σε αντίθεση, η αλοπεριδόλη έχει καλή απορρόφηση με
βιοδιαθεσιμότητα 60%. Όταν χορηγούνται ΙΜ, σε depot
ενέσιμα σκευάσματα, παρακάμπτεται η φάση Ι του
μεταβολισμού από το ήπαρ και έτσι αυξάνεται η
βιοδιαθεσιμότητα.
o Η δέσμευση των πρωτεϊνών είναι υψηλή (90-95%) για την CMZ.
6
Α. Φαινοθειαζίνες (5 από 13)
Β) Αλλοπεριδόλη
• Μεταβολισμός
o Επάγει τα ηπατικά ένζυμα – ηπατική αποαλκυλίωση (hepatic
oxidative dealkylation). Οι μεταβολίτες της δεν θεωρούνται
ενεργοί. Δεν έχει δειχθεί να επάγει τα ηπατικά ένζυμα όπως η
χλωροπρομαζίνη.
8
Α. Φαινοθειαζίνες (7 από 13)
Μερικά γενικά για φαινοθειαζίνες
I. Φαινοθειαζίνες με αλειφατική πλάγια άλυσο
• [(CMZ, Largactil), Thorazine, Promazine, Sparine]
• Ενδείξεις
o Ενδείκνυται στην σχιζοφρένεια και σε άλλες ψυχώσεις, σε
έντονη ανησυχία, σε διαταραγμένη συμπεριφορά, σε αύξηση
του βάρους, σε ανορεξία (πχ anorexia nervosa).
10
Α. Φαινοθειαζίνες (9 από 13)
Παρενέργειες (συνέχεια)
• Αντιχολινεργικές όπως διαταραχές οράσεως, γλαύκωμα
κλειστής γωνίας, ξηροστομία, έμετος, ναυτία, ελάττωση του
ιδρώτα, ταχυκαρδία, κατακράτηση ούρων, υπόταση,
δυσκοιλιότητα, παραλυτικός ειλεός.
• Ενδοκρινικές όπως υπερπρολακτιναιμία με γαλακτόρροια,
γυναικομαστία και εμμηνορρυσιακές διαταραχές,
ανικανότητα, αύξηση του βάρους.
• Αντιδράσεις υπερευαισθησίας και εξανθήματα εξ επαφής
o Ακοκκιοκυτταραιμία, Λευκοπενία, λευκοκυττάρωση, αιμολυτική
αναιμία, ίκτερος, φωτοευαισθησία.
11
12
Α. Φαινοθειαζίνες (11 από 13)
II. Φαινοθειαζίνες με πιπεριδινική άλυσο (μεσοριδαζίνη,
περισυαζίνη, θειοριδαζίνη-melleril)
• Αυτές είναι περισσότερο ηρεμιστικές, άλλοι ωστόσο
ισχυρίζονται ότι είναι λιγότερο ηρεμιστικές από την CMZ.
• Προκαλούν λιγότερες εξωπυραμιδικές παρενέργειες.
Σπανιότερα υποθερμία.
• Χρησιμοποιούνται συχνά στην υπερδιέγερση και ειδικά η
θειοριδαζίνη στους ηλικιωμένους. Είναι πιο πιθανό να
προκαλέσουν υπόταση.
13
14
Α. Φαινοθειαζίνες (13 από 13)
III. Φαινοθειαζίνες με πιπεραζινική άλυσο
• Φλουφαιναζίνη (Moditen),
• Περφαιναζίνη (Fentazin),
• Προχλωπεραζίνη (Stemetil),
• Τριφλουοπεραζίνη (Stelazine).
• Έχουν λιγότερα αντιχολινεργικά και ηρεμιστικά
αποτελέσματα από τις αλειφατικές φαινοθειαζίνες αλλά
περισσότερα εξωπυραμιδικά.
• Κυκλοφορούν και σε Depot, πχ ενανθική φλουφαιναζίνη
(Moditen Enanthate), δεκανοική φλουφαιναζίνη (Moditen
decanoate), παλμιτική πιποθειαζίνη (Piportil Depot).
15
Β. Θειοξανθίνες
• Ο κεντρικός δακτύλιος είναι ίδιος με τις φαινοθειζίνες με μία
μόνο αντικατάσταση.
o Φλουπενθιξόλη (Fluanxol) ανάλογο της φλουφαιναζίνης
(περισσότερα εξωπυραμιδικά),
o Ζουκλοπενθιξόλη,
o Χλωρπροθιξένη (Taractan), ανάλογο της CMZ,
o Κλοπενθιξόλη (Clopixol), ανάλογο της περφαιναζίνης,
o Θειοθιξένη (Navane) ανάλογο της τριοπροπερζίνης,
o Δεκανοική κλοπενθιξόλη (Clopixol Depot),
o Δεκανοική φλουπενθιξόλη (Depixol Depot).
16
Γ. Βουτυροφαινόνες (1 από 2)
• Μπενπεριδόλη (Frenatil). Έχει χρησιμοποιηθεί σε άτομα μετά
από σεξουαλικά εγκλήματα και πολύ λιγότερο σε
ψυχωσικούς.
• Δροπεριδόλη (Droleptan). Μπορεί να χορηγηθεί και
ενδοφλέβια σε επείγουσες καταστάσεις.
• Αλλοπεριδόλη (Haldol, Serenace). Σε ψυχώσεις, μανία και σε
σύνδρομο Giles de la Tourette.
• Τριφλουοπεριδόλη (Triperidd).
• Δεκανοική Αλλοπεριδόλη (Haloperidol Depot).
17
Γ. Βουτυροφαινόνες (2 από 2)
• Σε σχέση με την CMZ, η αλοπεριδόλη mg προς mg είναι πολύ
ισχυρότερη ως φάρμακο. Ανταγωνίζεται τους υποδοχείς της
δοπαμίνης σε νεφρικές και μεσεντερικές περιοχές. Είναι
φάρμακα ισχυρά αντιεμετικά. Προκαλούν υπόταση. Σε σχέση
με την CMZ, η αλλοπεριδόλη έχει λιγότερα αντιχολινεργικά,
ηρεμιστικά και υποτασικά αποτελέσματα, αλλά έχει
περισσότερα αντιπαρκινσονικά κυρίως ακαθισία και
δυστονικές διαταραχές.
18
Δ. Διφαινυλπιπεριδίνες (1 από 2)
• Πιμοζίδη (Orap), μόνο από στόματος
• Φλουσπιριλίνη για ενδομυική χορήγηση
• Προέρχονται από τις βουτυροφαινόνες, αλλά η δράση τους
διαρκεί περισσότερο. Σε σχέση με την CMZ, ανταγωνίζεται
πιο ειδικά τους δοπαμινεργικούς υποδοχείς. Είναι λιγότερο
ηρεμιστικές ουσίες από την CMZ.
• Πριν την έναρξή τους χρειάζεται ΗΚΓ, αντενδείκνυται δε σε
αρρυθμίες η σε παράταση του QT. Έτσι αποφεύγονται σε
συνδυασμό με τα τρικυκλικά. Δεν έχουν υποτασικές ούτε
ηρεμιστικές ιδιότητες. Είναι ανταγωνιστές του ασβεστίου
πολύ ισχυρότεροι από τα άλλα αντιψυχωτικά.
19
Δ. Διφαινυλπιπεριδίνες (2 από 2)
• Ειδικά, η πιμοζίδη έχει πολύ μεγάλο χρόνο ημισείας ζωής (53
ώρες). Έτσι έχει δυνατότητες συσσώρευσης με συνεχή
χορήγηση. Έχει μια ιδιαίτερη δράση, είναι πολύ
αποτελεσματική σε υποχονδριακό παραλήρημα
παρασίτωσης.
20
Ε. Παράγωγα βενζαμιδίου
• Έχουν λιγότερα εξωπυραμιδικά συμπτώματα από την CMZ.
Δεν προκαλούν εύκολα tardive dyskinesia. Συνήθως
μπλοκάρουν τους D2 υποδοχείς. Είναι εξ’ ίσου
αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας με την
CMZ. Δεν χρησιμοποιούνται σε φαιοχρωμοκύττωμα, και η
δόση τους ελαττώνεται σε περίπτωση νεφρικής βλάβης.
Ειδικά η σουλπιρίδη έχει και συγγένεια περισσότερο με
τους D4 παρά με τους D3 υποδοχείς και μπορεί να
προκαλέσει γαλακτόρροια, λόγω του ότι και μικρές δόσεις
σουλπιρίδης αυξάνουν τα επίπεδα προλακτίνης
– Σουλπιρίδη (Dolmatil).
21
23
24
Στ. Άλλα νευροληπτικά
αντιψυχωτικά (4 από 4)
6. Κλοζαπίνη (συνέχεια)
• Έχει λιγότερα εξωπυραμιδικά αποτελέσματα και γίνεται
καλώς ανεκτό. Μπορεί ωστόσο να προκαλέσει σιελόρροια,
ναυτία, έμετο, υπόταση και να ελαττώσει τον ουδό των
σπασμών.
• Αρχικά δίνουμε 25-30 mg ημερησίως μέχρι 300 mg
ημερησίως μέσα σε 2 εβδομάδες. Το maximum είναι 900
mg/ημερησίως. Εάν σταματήσει το φάρμακο είναι καλόν να
σταματήσει σταδιακά, διότι σε απότομη διακοπή, μπορεί ο
ασθενής να εμφανίσει rebound ψύχωση. Αυτή είναι δύσκολα
ελεγχόμενη από άλλα νευροληπτικά φάρμακα.
• Βελτιώνονται τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά
συμπτώματα της σχιζοφρένειας. 25
27
28
Παρενέργειες νευροληπτικών φαρμάκων
(4 από 5)
Εξωπυραμιδικές (συνέχεια)
• Ακαθισία (20%): Υποκειμενικό αίσθημα τάσης και κινητικής
ανησυχίας. Εσωτερική αναταραχή (πόδια) που καθώς
προχωρά τα συμπτώματα γίνονται εντονότερα. Παρατηρείται
τις πρώτες εβδομάδες και εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες.
Χρειάζεται ελάττωση της δόσης του νευροληπτικού.
• Tardive dyskinesia: Συνεχείς κινήσεις στόματος και γλώσσας.
Δεν υποχωρούν με ελάττωση της δόσης του νευροληπτικού
και δεν υπάρχει ειδική θεραπεία
29
30
Ενότητα 8: Υπόφυση και Θυρεοειδής αδένας
3
Ορμόνες της πρόσθιας υπόφυσης (4 από 6)
Προλακτίνη
• Η βρωμοκρυπτίνη και η καβεργολίνη και η κιναγολίδη είναι
φάρμακα με δράση ανάλογη εκείνη της δοπαμίνης, δηλαδή δρουν
σαν δοπαμινεργικοί αγωνιστές στους υποδοχείς της δοπαμίνης. Τα
φάρμακα αυτά αναστέλλουν την έκκριση της προλακτίνης και άρα
αναστέλλουν την παραγωγή του γάλακτος.
• Ειδικά η βρωμοκρυπτίνη έχει χρησιμοποιηθεί και σε άλλες
περιπτώσεις. Για παράδειγμα αναστέλλει την έκκριση της GH και
έτσι μερικές φορές χρησιμοποιείται σε μεγάλες δόσεις στην
θεραπεία της μεγαλακρίας, ενώ έχει χρησιμοποιηθεί και στην νόσο
του Parkinson.
• Τα πιο συχνά αδενώματα της υπόφυσης είναι τα προλακτινώματα
που υπερπαράγουν PRL.
4
7
Ορμόνες της οπίσθιας υπόφυσης (2 από 2)
• Επίσης χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση αιμορραγίας επί
οισοφαγικών κιρσών. Αυτές οι χρήσεις αποδίδονται στις
αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες της ουσίας.
• Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της δεσμποπρεσσίνης σχετίζονται
επίσης με τις αγγειοσυσπαστικές της ιδιότητες και η ουσία
πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κακή
περιφερική κυκλοφορία, ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς με
στηθάγχη.
9
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στις
ασθένειες του θυρεοειδούς (2 από 5)
• Η χορήγηση ιωδίου σε μεγάλες δόσεις εμποδίζει την
ιωδίωση των τυροσινών στην θυρεοσφαιρίνη και, επίσης
μειώνει την απελευθέρωση των ορμονών. Το αποτέλεσμα
εμφανίζεται γρήγορα, μέσα σε 1-2 ημέρες, και
χρησιμοποιείται τόσο στην θυρεοτιξική κρίση όσο και στην
προεγχειρητική θεραπεία πριν την χειρουργική αφαίρεση
θυρεοειδικού ιστού για την μείωση της ιστικής αγγείωσης. Η
θεραπεία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται επί μακρόν καθώς
το αντιθυρεοειδικό αποτέλεσμα μειώνεται μετά από 10-15
ημέρες.
10
12
13
Ανεπιθύμητες ενέργειες των
θυρεοστατικών φαρμάκων (1 από 2)
• Η κυριότερη και σοβαρότερη παρενέργεια των
θυρεοστατικών φαρμάκων είναι η καταστολή του μυελού
των οστών με συνέπεια ακοκκιοκυτταραιμία και
θρομβοπενία που εμφανίζονται σε 3-6 εβδομάδες στο 0.5%
των ασθενών και είναι αναστρέψιμες με την διακοπή της
θεραπείας.
• Μια μικρή μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων μπορεί
να προκύψει αλλά αυτός δεν είναι λόγος διακοπής της
θεραπείας, χρήζει όμως στενής παρακολούθησης.
14
15
Β-αναστολείς
• Πολλά από τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού
μπορούν να μειωθούν με την χρήση των β-αναστολέων, οι
οποίοι αναστέλλουν την αυξημένη αδρενεργική
δραστηριότητα που εμφανίζεται στον υπερθυρεοειδισμό.
• Αποτελούν συμπτωματική ανακούφιση και όχι μακροχρόνια
θεραπευτική αγωγή.
16
Υποθυρεοειδισμός (1 από 2)
• Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού γίνεται με υποκατάσταση
των θυρεοειδικών ορμονών.
• Ο στόχος της θεραπείας υποκατάστασης είναι να καταστεί ο
ασθενής ευθυρεοειδικός και να μειωθούν τα προβλήματα
που σχετίζονται με τον χαμηλό μεταβολικό ρυθμό.
• Η θεραπεία υποκατάστασης στον υποθυρεοειδισμό
επιτυγχάνεται με την χορήγηση της συνθετικής Τ4
(λεβοθυροξίνης) και της συνθετικής Τ3 (λιοθυρονίνης).
• Και οι δύο απορροφώνται ικανοποιητικά μετά την από του
στόματος χορήγηση.
17
Υποθυρεοειδισμός (2 από 2)
• Ο χρόνος για να δράσει η Τ3 είναι μικρότερος από εκείνον
που χρειάζεται η Τ4.
• Είναι όμως συνηθέστερο να δίδεται η Τ4 διότι παρέχει
μικρότερη διακύμανση συγκέντρωσης στο πλάσμα και απαιτεί
μια μόνο δόση την ημέρα. Η πλήρης δράση επιτυγχάνεται σε
4-6 εβδομάδες.
• Οι Τ3 και η Τ4 προσδένονται ισχυρά με πρωτεΐνες και έτσι η
απαιτούμενη δόση ελέγχεται με την μέτρηση των
συγκεντρώσεων της ελεύθερης Τ4 και της TSH στο πλάσμα
καθώς και με το κλινικό αποτέλεσμα.
18
Φυλετικές ορμόνες
Διαταραχές και θεραπείες (2 από 2)
• Τα αντιανδρογόνα διακρίνονται σε δύο μεγάλες ομάδες, τα
στεροειδή και τα μη στεροειδή.
• Στους άνδρες χρησιμοποιούνται, συνήθως, για τη θεραπεία
του καρκίνου του προστάτη. Στις γυναίκες, χρησιμοποιούνται
για το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, τη συγγενή
υπερπλασία των επινεφριδίων, την ιδιοπαθή υπερτρίχωση,
την ακμή, την σμηγματόρροια και την αλωπεκία ανδρικού
τύπου. Η θεραπεία πρέπει να είναι μακροχρόνια, και η
διακοπή της έχει ως αποτέλεσμα την υποτροπή των
συμπτωμάτων και των σημείων της υπερανδρογοναιμίας.
2
Στεροειδή αντιανδρογόνα
• Οξεική κυπροτερόνη: Αναστέλλει τη δράση των ανδρογόνων
και αναστέλλει τη μετάθεση του ορμονικού συμπλέγματος
στον κυτταρικό πυρήνα. Το φάρμακο έχει σημαντική
προγεστερονική και μέτρια γλυκοκορτικοειδική δράση.
• Σπιρονολακτόνη: Πρόκειται για τον ανταγωνιστή της
αλδοστερόνης, που είναι και ισχυρό αντιανδρογόνο. Η
σπιρονολακτόνη δεν ανταγωνίζεται όλες τις δράσεις των
ανδρογόνων. Αλληλεπιδρά και με άλλους στεροειδικούς
υποδοχείς και με ενζυμικά στεροειδικά συστήματα. Έχει
κάποιες προγεστερονικές και, ενδεχομένως, αντιοιστρογονικές
δράσεις. Επιπλέον, η σπιρονολακτόνη ελαττώνει τη
βιοσύνθεση των ανδρογόνων στις γονάδες και στα
στεροειδοπαραγωγά κύτταρα των επινεφριδίων.
3
Μη στεροειδή αντιανδρογόνα
• Τα αμιγή μη στεροειδή αντιανδρογόνα συνδέονται με τον
υποδοχέα των ανδρογόνων με μεγάλη συγγένεια και δεν
εμφανίζουν προγεστερονική, γλυκορτικοειδή ή άλλη ορμονική
και αντιορμονική δραστικότητα.
• Φλουταμίδη: Είναι το πιο γνωστό αμιγές μη στεροειδές
αντιανδρογόνο, το οποίο συνδέεται με τρόπο μη αντιστρεπτό
με τον ανδρογονικό υποδοχέα. Πρόκειται για ένα σχετικά
ασθενές αντιανδρογόνο που, ύστερα από τη λήψη του,
μεταβολίζεται σε ισχυρό αντιανδρογόνο, την 2-υδροξυ-
φλουταμίδη. Η φλουταμίδη και η 2-υδροξυ-φλουταμίδη
αναστέλλουν τη σύνδεση της DHT με τον υποδοχέα των
ανδρογόνων και μειώνουν τη μετάθεσή του στον πυρήνα.
4
Θεραπεία του υπογοναδισμού
(γενική θεώρηση μόνον, γυναίκες)
• Η θεραπεία του υπογοναδισμού συνίσταται στην
υποκατάσταση των στεροειδών του φύλου με αιθυνυλ-
οιστραδιόλη ή συνεζευγμένα οιστρογόνα με την προσθήκη
προγεσταγόνου στη δεύτερη φάση του κύκλου για την
επίτευξη εμμήνου ρύσεως.
6
Θεραπεία της υπογονιμότητας
(γυναίκες) (2 από 4)
• Η θεραπεία με γοναδοτροπίνες ακολουθεί τα κλασικά
σχήματα πρόκλησης ωοθυλακιορρηξίας με χορήγηση
συνδυασμού LH και FSH (150 IU την ημέρα) ενώ δεν
απαιτείται η καταστολή της ενδογενούς έκκρισης με
συγχορήγηση GnRH αγωνιστή ή ανταγωνιστή λόγω
ανεπάρκειας γοναδοτροπινών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι
γυναίκες με υπογοναδοτροπικό υπογοναδισμό όπως και οι
γυναίκες με υποφυσιακή ανεπάρκεια χρειάζονται απαραίτητα
και την LH για την ωρίμανση ωοθυλακίου. Η ανασυνδυασμένη
LH προσφέρει την επιπλέον δυνατότητα ρύθμισης της
πρόκλησης ωοθυλακιορρηξίας με μεγαλύτερη ακρίβεια. Το
κύριο μειονέκτημα είναι το υψηλό κόστος της θεραπείας.
7
8
Θεραπεία της υπογονιμότητας
(γυναίκες) (4 από 4)
• Η θεραπεία με GnRH είναι η θεραπεία εκλογής επί
αποτυχίας της θεραπείας με γοναδοτροπίνες. Η δε
θεραπεία με γοναδοτροπίνες είναι η μόνη ενδεδειγμένη
θεραπεία όταν το επίπεδο της βλάβης εδράζεται μόνο στην
υπόφυση ή όταν συνυπάρχει και υποφυσιακή βλάβη.
10
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στην υποβοήθηση
της αναπαραγωγής στην γυναίκα (2 από 2)
• Η βασική ένδειξη για την χορήγηση κιτρικής κλομιφένης είναι
η ανωοθυλακιορρηξία.
• Το φάρμακο χορηγείται για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας στις
γυναίκες της Ομάδας 2, σύμφωνα με την κατάταξη της
Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (WHO), σε γυναίκες, δηλαδή,
με φυσιολογικά επίπεδα γοναδοτροπινών και οιστραδιόλης,
στις οποίες, όμως, δεν παρατηρείται κυκλική έκκριση
γοναδοτροπινών.
• Πρέπει να αποκλεισθούν οργανικές βλάβες της υπόφυσης,
των επινεφριδίων και του θυρεοειδή αδένα, που απαιτούν
ειδική θεραπεία πριν από την έναρξη χορήγηση κλομιφένης.
11
Οιστρογόνα
Γενικές φαρμακευτικές δράσεις (1 από 3)
• Η κύρια χρήση των οιστρογονικών σκευασμάτων είναι στην
χημική αντισύλληψη και στην μετεμμηνοπαυσιακή
θεραπεία υποκατάστασης.
• Η αντισύλληψη επιτυγχάνεται με την τροποποίηση της
φυσιολογικής έκκρισης των οιστρογόνων.
• Η θεραπεία υποκατάστασης στην εμμηνόπαυση μειώνει την
απασβέστωση των οστών και διατηρεί την ελαστικότητα των
επιθηλιακών βλεννογόνων. Επιπλέον τα προβλήματα της
θερμορύθμισης μειώνονται (εξάψεις).
12
Οιστρογόνα
Γενικές φαρμακευτικές δράσεις (2 από 3)
• Γενικά οι φαρμακευτικές δόσεις οιστρογόνων αυξάνουν την
πηκτικότητα του αίματος επιδρώντας σε διάφορους
παράγοντες πήξης. Αυτός είναι και ο λόγος του αυξημένου
κινδύνου θρομβοεμβολικής νόσου σε γυναίκες που
παίρνουν κάποιες μορφές αντισυλληπτικών δισκίων.
• Τα οιστρογονικά σκευάσματα οδηγούν επίσης σε
κατακράτηση άλατος και νερού, ευαισθησία των μαστών,
ναυτία και ανορεξία.
• Μερικές γυναίκες αναφέρουν αύξηση του σωματικού τους
βάρους.
13
Οιστρογόνα
Γενικές φαρμακευτικές δράσεις (3 από 3)
• Η μετεμμηνοπαυσιακή υποκατάσταση των οιστρογόνων
μπορεί να οδηγήσει σε αιμορραγία τύπου εμμήνου ρύσεως
και υπερπλασία του ενδομητρίου.
• Ο κίνδυνος γενικά της περίσσειας εξωγενούς λήψης
οιστρογόνων και προγεστερόνης είναι ότι
ορμονοεξαρτώμενοι ιστοί, όπως ο μαστός και το ενδομήτριο
μπορεί να εξαλλαγούν και να δημιουργηθεί υπερπλασία.
Υπάρχει δε και ο κίνδυνος θρομβοεμβολικών νοσημάτων
όπως εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης καθώς και καρδιακής
νόσου και εγκεφαλικών επεισοδίων.
14
Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (1 από 7)
• Τα αντισυλληπτικά δισκία αποτρέπουν την εγκυμοσύνη
αποτρέποντας την ωορρηξία, μειώνοντας την οιστρογονο-
εξαρτώμενη αύξηση του ενδομητρίου και μεταβάλλοντας την
γλοιότητα της βλέννας στον τράχηλο. Αυτό εμποδίζει την
προσέγγιση του ωαρίου από το σπέρμα και κάνει το
ενδομήτριο λιγότερο δεκτικό στην υποδοχή του
γονιμοποιημένου ωαρίου.
15
18
Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (5 από 7)
• Οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες των χαμηλής δόσης
συνδεδυσμένων σκευασμάτων περιλαμβάνουν μικρή
αιμορραγία κατά την διάρκεια όλου του κύκλου, ναυτία,
αύξηση βάρους και μελάγχρωση του δέρματος. Μερικές
γυναίκες παρουσιάζουν μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας
και δεν έχουν αιμορραγία.
• Μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης εν τω
βάθει φλεβοθρόμβωσης με επακόλουθη πνευμονική
εμβολή, έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκεφαλικό
επεισόδιο.
19
20
Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (7 από 7)
• Τα αντισυλληπτικά δισκία πρέπει να διακόπτονται
τουλάχιστον 14 ημέρες πριν από χειρουργική επέμβαση λόγω
του κινδύνου θρομβοεμβολικής διαταραχής.
• Η χρήση των συνδυασμένων σκευασμάτων προστατεύει από
τον καρκίνο των ωοθηκών και του ενδομητρίου.
• Υπάρχει μια πιθανή σχέση μεταξύ του χαπιού και της
ανάπτυξης του καρκίνου του μαστού.
21
Πίνακας αντισυλληπτικών
• Συνδυασμένα αντισυλληπτικά-χαμηλής ισχύος
Αιθυνυλοιστραδιόλη με νορεθιστερόνη, δεσογεστρέλη,
γεστοδένη.
• Συνδυασμένα αντισυλληπτικά-σταθερής ισχύος
Αιθυνυλοιστραδιόλη, με λεβογεστρέλη, νορεθιστερόνη,
νοργεστιμάτη, δεσογεστρέλη, δροσπιρενόνη, γεστοδένη,
οξεϊκή κυπροτερόνη.
• Προγεσταγόνα-μόνον αντισυλληπτικά
(από το στόμα, παρεντερικά, εμφυτεύματα στην μήτρα)
Δεσογεστρέλη, ετυνοδιόλη, λεβονογεστρέλη, νορεθιστερόνη.
22
Εμμηνόπαυση και θεραπεία ορμονικής
υποκατάστασης (ΘΟΥ) (1 από 3)
• Ως εμμηνόπαυση ορίζουμε τη μόνιμη διακοπή της εμμήνου
ρύσεως για ένα έτος, η οποία σχετίζεται με την πτώση της
έκκρισης των οιστρογόνων, ως αποτέλεσμα της απώλειας της
λειτουργικότητας των ωοθυλακίων. Η μέση ηλικίας
εμφάνισής της είναι τα 51 έτη και καθορίζεται από γενετικούς
και όχι από φυλετικούς ή διατροφικούς παράγοντες.
• Στην ΘΟΥ τόσο τα οιστρογόνα όσο και ο συνδυασμός
οιστρογόνων και προγεστερόνης χρησιμοποιούνται.
• Για την μετεμμηνοπαυσιακή χρήση, η δόση των οιστρογόνων
που χρησιμοποιούνται είναι μικρότερη από αυτή που
χρησιμοποιείται στο αντισυλληπτικό δισκίο.
23
24
Εμμηνόπαυση και θεραπεία ορμονικής
υποκατάστασης (ΘΟΥ) (3 από 3)
• Ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σχετίζεται με την
διάρκεια χρήσης ΘΟΥ. Οι γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό
καρκίνου του μαστού παρουσιάζουν ιδιαίτερο κίνδυνο.
• Πριν από εγχείρηση, η ΘΟΥ πρέπει να διακόπτεται για 4-6
εβδομάδες.
• Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι γυναίκες με πρώιμη
εμμηνόπαυση βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης
οστεοπόρωσης.
• Σε τέτοιες περιπτώσεις η ΘΟΥ μπορεί να παραταθεί μέχρι
την ηλικία της φυσιολογικής εμμηνόπαυσης.
25
27
28
Φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη
Adrenocorticotropic hormone, ACTH (1 από 2)
Βιολογικές Δράσεις:
• Η υποφυσιακή ορμόνη που ρυθμίζει την έκκριση της
επινεφριδιακής κορτιζόλης και εν μέρει της αλδοστερόνης
είναι η ACTH.
• Δρα στον φλοιό των επινεφριδίων και προάγει την
βιοσύνθεση των ορμονών κυρίως των γλυκοκορτικοειδών
αλλά και των επινφριδιακών ανδρογόνων.
• Προέρχεται από το πρόδρομο πεπτίδιο την προ-
οπιομελανοκορτίνη (POMC) με πρωτεόλυση.
29
Φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη
Adrenocorticotropic hormone, ACTH (2 από 2)
• Η σύνθεση και η απελευθέρωση της ACTH ελέγχεται και
ρυθμίζεται:
1. Από την CRH του υποθαλάμου
2. Τα επίπεδα των γλυκοκορτικοειδών (κυρίως κορτιζόλης) στο
αίμα με μηχανισμό αρνητικής ανάδρασης (negative
feedback).
• Η έκκριση της ACTH υπόκειται σε έναν αυτόματο
«νυχθημερήσιο ρυθμό» (Day-Night Rhythm) με τις μέγιστες
τιμές το πρωί (περίπου 6 π.μ) και τις ελάχιστες το βράδυ. (Το
ρυθμό αυτό ακολουθεί φυσικά και η απελευθέρωση των
τελικών ορμονών του φλοιού των επινεφριδίων).
30
Ορμόνες των επινεφριδίων
• Από τον φλοιό των επινεφριδίων εκκρίνεται μια ομάδα
ορμονών, τις οποίες ονομάζουμε γενικά κορτικοστεροειδή ή
κορτικοειδή. Ανήκουν στις στεροειδείς ορμόνες και
περιλαμβάνουν τρεις υποομάδες. Τα αλατοκορτικοειδή, οι
φυλετικές (γεννητικές) ορμόνες και τα γλυκοκορτικοειδή.
31
Γλυκοκορτικοειδή (1/10)
• Τα γλυκοκορτικοειδή μετέχουν μαζί με την ινσουλίνη, την
γλυκαγόνη και τις κατεχολαμίνες στη ρύθμιση του
μεταβολισμού και του ενεργειακού ισοζυγίου του
οργανισμού. Τα γλυκοκορτικοειδή έχουν διαφορετικές
δράσεις σε διάφορους ιστούς. Είναι σημαντικά για την
ρύθμιση του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των
πρωτεϊνών και των λιπών και έχουν ανοσορρυθμιστική και
αντιφλεγμονώδη δράση.
32
Γλυκοκορτικοειδή (2/10)
• Ο κύριος εκπρόσωπος της ομάδας είναι η κορτιζόλη.
Παράγεται κυρίως στη στηλιδωτή ζώνη του φλοιού.
• Δεν αποθηκεύονται στα κύτταρα που τα παράγουν και γι’ αυτό
η συγκέντρωσή τους στο αίμα εξαρτάται από ρυθμό
παραγωγής τους.
• Η έκκρισή της ελέγχεται από την ACTH του πρόσθιου λοβού της
υπόφυσης με ένα ρυθμιστικό μηχανισμό αρνητικής αντίδρασης,
η οποία πάλι βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της CRH (εκλυτικός
παράγων της κορτικοτροπίνης) του υποθαλάμου.
33
Γλυκοκορτικοειδή (3/10)
Βιολογικές Δράσεις γλυκοκορτικοειδών:
1. Στο αίμα, τα γλυκοκορτικοστεροειδή, συνδέονται με μια
ειδική σφαιρίνη, την CBG (corticotropic binding globulin) ή και
με την λευκωματίνη και μεταφέρονται έτσι συνδεδεμένα
μέχρι τα όργανα-στόχους, όπου συνδέονται με τους ειδικούς
υποδοχείς-πρωτεΐνες που βρίσκονται στο κυτταρόπλασμα. Το
σύμπλεγμα αυτό μεταφέρεται στον πυρήνα και επηρεάζει τη
δραστηριότητα των γονιδίων (παραγωγή ενζύμων κλπ) (βλ
generals, δράση στεροειδών).
2. Τα γλυκοκορτικοειδή αυξάνουν την γλυκονεογένεση
(σύνθεση γλυκόζης) και την παραγωγή γλυκογόνου στο ήπαρ.
34
Γλυκοκορτικοειδή (4/10)
Βιολογικές Δράσεις γλυκοκορτικοειδών:
3. Ταυτόχρονα ο μεταβολισμός του μυικού και του λιπώδους
ιστού μετατοπίζεται από την κατανάλωση υδατανθράκων
στην κατανάλωση αμινοξέων και λίπους.
4. Με αυτόν τον τρόπο συνεισφέρουν στην αύξηση της στάθμης
της γλυκόζης στο πλάσμα.
5. Στους μυς δημιουργείται καταβολική κατάσταση με
αποδόμηση των πρωτεϊνών η οποία οδηγεί σε μείωση της
μυικής μάζας.
6. Στον λιπώδη ιστό, η λιπολυτική δραστηριότητα αυξάνεται και
γίνεται ανακατανομή του λίπους στο σώμα.
35
Γλυκοκορτικοειδή (5/10)
• Με την χρόνια χρήση γλυκοκορτικοειδών, παρατηρείται αλλαγή
των σωματικών χαρακτηριστικών, όπως φαίνεται στο Cushing.
• Τα αντιφλεγμονώδη και ανοσοκατασταλτικά αποτελέσματα των
γλυκοκορτικοειδών είναι πολύπλοκα.
• Η αντιφλεγμονώδης δράση τους συμβαίνει λόγω αύξησης στην
παραγωγή της λιποκορτίνης, που αναστέλλει την φωσφολιπάση
Α2, μειώνοντας έτσι την έκλυση αραχιδονικού οξέος από τις
κυτταρικές μεμβράνες και αναστέλλεται η παραγωγή
λευκοτριενίων και προσταγλαδινών. Με αυτόν τον τρόπο
προκαλείται αγγειοδιαστολή και οίδημα στις φλεγμαίνουσες
περιοχές.
36
Γλυκοκορτικοειδή (6/10)
• Στην οξεία φλεγμονή ο αριθμός και η δραστικότητα των
λευκοκυττάρων μειώνεται, και στην χρόνια φλεγμονή υπάρχει
μείωση των μονοκυττάρων, μείωση του πολλαπλασιασμού νέων
αγγείων καθώς και μείωση της ίνωσης. Σημαντικό επίσης
αποτέλεσμα είναι επίσης η μείωση του πολλαπλασιασμού των Β
και Τα λεμφοκυττάρων στον λεμφικό ιστό και κατά συνέπεια η
μείωση των Τ-ενεργοποιημένων κυτοκινών.
• Επομένως όταν ο αριθμός των λευκοκυττάρων και
λεμφοκυττάρων είναι μειωμένος, τόσο η ανοσολογική όσο και οι
φλεγμονώδεις απαντήσεις που ξεκινούν με έκλυση προ-
φλεγμονωδών μεσολαβητών από τα κύτταρα αυτά,
αναστέλλονται επίσης, ενώ ταυτόχρονα αναστέλλεται και η
απελευθέρωση ισταμίνης από τα μαστοκύτταρα.
37
Γλυκοκορτικοειδή (7/10)
Χρησεις γλυκοκορτικοειδών
1. Με βάση τα ανωτέρω, στην ιατρική, τα γλυκοκορτικοειδή έχουν ένα
μεγάλο εύρος δράσεων και χρησιμοποιούνται σε αλλεργικά, σε
φλεγμονώδη και αυτοάνοσα νοσήματα καθώς και την θεραπεία της
αναφυλακτικής καταπληξίας.
2. Επίσης χρησιμοποιούνται για την πρόληψη απόρριψης οργάνων
μετά από μεταμόσχευση καθώς και στην θεραπεία κακοήθων
νοσημάτων σε συνδυασμό με κυτταροτοξικά φάρμακα.
3. Ενώ η κορτιζόλη είναι το ενδογενές παραγόμενο γλυκοκορτικοειδές,
με διακυμαινόμενη ημερήσια παραγωγή (η συγκέντρωσή της στο
αίμα ποικίλλει από 110 nmol/l στις 4 πμ μέχρι περίπου 450 nmol/l
στις 8πμ), τα συνθετικά γλυκοκορτικοειδή περιλαμβάνουν την
πρεδνιζολόνη, την δεξαμεθαζόνη, και την βουδεσονίδη.
38
Γλυκοκορτικοειδή (8/10)
Χρησεις γλυκοκορτικοειδών
4. Όταν τα γλυκοκορτοειδή χρησιμοποιούνται επί μακρόν εξωγενώς,
λόγω του μηχανισμού της αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης, η
ενδογενής παραγωγή ελαττώνεται και ο επινεφριδιακός άξονας
καταστέλλεται.
5. Τέτοιοι ασθενείς επομένως δεν έχουν λειτουργικό άξονα
υπόφυσης-φλοιού επινεφριδίων, και η απότομη διακοπή χρήσης
εξωγενών γλυκοκορτικοειδών, θα οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια
του επινεφριδιακού φλοιού, λόγω μη έκκρισης ενδογενούς
κορτιζόλης.
6. Γι’ αυτό η διακοπή χρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών
οφείλει να είναι πολύ σταδιακή.
39
Γλυκοκορτικοειδή (9/10)
• Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή σχετίζεται με προβλέψιμες
και δοσοεξαρτώμενες παρενέργειες.
• Κυρίως παρατηρούνται σε χρόνια αγωγή. Θεραπεία μέχρι 14
ημερών δεν προκαλεί εμφανείς παρενέργειες.
• Σε τέτοιες αγωγές επίσης δεν είναι απαραίτητη η σταδιακή
διακοπή της θεραπείας.
• Μετά από μακροχρόνια αγωγή υψηλών δόσεων όμως οι
χρήστες οφείλουν να έχουν κάρτα χρήσης στεροειδών για
ενημέρωση, αφού η απότομη διακοπή μπορεί να είναι
επικίνδυνη.
40
Γλυκοκορτικοειδή (10/10)
• Άλλες παρενέργειες είναι η μειωμένη άμυνα κατά των
λοιμώξεων, ο υπέρμετρος καταβολισμός των πρωτεϊνών που
οδηγεί σε μυική αδυναμία, η μειωμένη επούλωση των
πληγών λόγω μειωμένης παραγωγής συνδετικού ιστού, η
όπως ήδη αναφέραμε καταστολή της παραγωγής ενδογενών
γλυκοκορτικοειδών, οι μεταβολικές διαταραχές τύπου
Cushing, η αφαλάτωση των οστών, η διαβητογόνος δράση
όταν υπάρχει μειωμένη περιφερική χρήση της γλυκόζης και
αυξημένη παραγωγή της από το ήπαρ.
• Ταυτόχρονα αυξάνεται η έκκριση υδροχλωρικού οξέος και
πεψίνης από το στομάχι με κίνδυνο βλάβης του γαστρικού
βλεννογόνου.
41
Αλατοκορτικοειδή
• Τα αλατοκορτικοειδή όπως αλδοστερόνη και η
φλουδροκορτιζόνη αυξάνουν την επαναρρόφηση του
νατρίου στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια, ενώ ταυτόχρονα
αυξάνουν την αποβολή καλίου και των υδρογονοκατιόντων.
• Τα αλατοκορτικοειδή χρησιμοποιούνται μόνον ως θεραπεία
υποκατάστασης όταν υπάρχει ανεπάρκεια ενδογενούς
σύνθεσης, για την ρύθμιση της έκκρισης νατρίου και καλίου.
• Οι ανταγωνιστές της αλδοστερόνης, πχ η σπειρονολακτόνη
χρησιμοποιούνται στην θεραπεία της υπέρτασης και δρουν
αναστέλλοντας την κατακράτηση νατρίου από την
αλδοστερόνη. Με τον τρόπο αυτό προκαλούν διούρηση.
42
Ενότητα 10: Παχυσαρκία - Διαβήτης
1
Διαιτητική αντιμετώπιση της
παχυσαρκίας (2 από 2)
• Η εξασφάλιση ικανοποιητικής ποσότητας βιταμινών είναι
ικανοποιητική στις δίαιτες με αρκετούς υδατάνθρακες και λίγα
λιπαρά από ότι στις υποθερμιδικές.
• Τα πιο δραστικά προγράμματα αδυνατίσματος είναι
βραχυπρόθεσμα επιτυχή αλλά μεγάλο μέρος των ασθενών
επανακτούν το βάρος τους μετά από λίγους μήνες.
• Οι δίαιτες που πρέπει να ακολουθούνται εκτός εξαιρέσεων να είναι
από 1000 Kcal /ημερησίως μέχρι 1500 ή και 1700 Kcal/ ημερησίως
με 50℅ υδατάνθρακες, 30℅ λίπος που κατά προσέγγιση μόνο το
10℅ να αποτελείται από κεκορεσμένα λιπαρά, 10℅ πολυακόρεστα,
10℅ μονοακόρεστα, 20℅ πρωτεΐνες.
5
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (1 από 9)
Τα ανορεξιογόνα φάρμακα καταστέλλουν την όρεξη, με
αποτέλεσμα τη μείωση της πρόσληψης τροφής και τη
συνεπακόλουθη απώλεια βάρους. Δρουν στο κεντρικό νευρικό
σύστημα και με βάση τον μηχανισμό δράσης τους διακρίνονται :
I. Στα δρώντα μέσω αδρενεργικών υποδοχέων.
II. Στα δρώντα μέσω σεροτονινεργικών υποδοχέων.
III. Στα δρώντα μέσω και των δύο ειδών υποδοχέων.
7
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (3 από 9)
• Οι αμφεταμίνες δρουν στον υποθάλαμο. Ο ακριβής μηχανισμός
δράσης των αμφεταμινών είναι η αύξηση της παραγωγής και της
έκκρισης της νοραδρεναλίνης στις συνάψεις και ασήμαντη
παρεμπόδιση της επαναπρόσληψής της από τον προσυναπτικό
νευρώνα.
• Οι αμφεταμίνες και τα παράγωγα τους, εκτός από την κεντρική
μέσω των αδρενεργικών υποδοχέων δράση, χαρακτηρίζονται
από σημαντικές καρδιαγγειακές δράσεις, προκαλώντας αύξηση
της αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής συχνότητας. Επιπλέον, η
διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος προκαλεί
ψυχικές διαταραχές, υπερκινητικότητα, εξάρτηση και εθισμό,
παρενέργειες που υπερισχύουν της ανορεκτικής δράσης με
αποτέλεσμα να μην χρησιμοποιούνται πλέον ως ανορεξιογόνα.
8
9
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (5 από 9)
ii. Στα ανορεξιογόνα που δρουν μέσω σεροτονινεργικών
υποδοχέων ανήκουν
• Φενφλουραμίνη
• Δεξφενφλουραμίνη
• Φλουοξετίνη
• Ο τρόπος δράσεως των σεροτονινεργικών ανορεξιογόνων
φαρμάκων, δια μεν τη φενφλουραμίνη είναι ο πλάγιος
υποθάλαμος, για δε τη δεξφενφλουραμίνη είναι ο διάμεσος
υποθάλαμος.
10
11
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (7 από 9)
• Η δεξφενφλουραμίνη έχει διπλάσια ανορεκτική
δραστηριότητα από το ρακεμικό μείγμα της φενφλουραμίνης
και σημαντικά λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Προκαλεί
μείωση της επιθυμίας για πρόσληψη ενδιάμεσων γευμάτων
και ιδιαίτερα κατανάλωσης τροφών πλούσιων σε
υδατάνθρακες και λίπη, χωρίς να επηρεάζεται η κανονική
λήψη πρωτεϊνών.
• Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, όπως αποδεικνύεται
από μελέτες μικρής διάρκειας αλλά και διάρκειας ενός έτους
κρίνεται ικανοποιητική.
12
13
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (9 από 9)
• Η φλουοξετίνη είναι αντικαταθλιπτικό με ανορεξιογόνο δράση.
Αναστέλλει την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης από τους
προσυναπτικούς νευρώνες. Είναι αποτελεσματική στην απώλεια
βάρους, ιδιαίτερα σε παχύσαρκα άτομα με κατάθλιψη.
iii. Στα ανορεξιογόνα τα οποία δρουν τόσο στους αδρενεργικούς όσο
και στους σεροτονινεργικούς υποδοχείς ανήκει η σιμπουτραμίνη.
• Δρα μέσω δύο μεταβολιτών, οι οποίοι αναστέλλουν την
επαναπρόσληψη από τον προσυναπτικό νευρώνα των αντίστοιχων
νευροδιαβιβαστών.
• Η απώλεια βάρους προκαλείται με τη μείωση της προσλαμβανόμενης
τροφής λόγω πρόκλησης κορεσμού και παράλληλα αύξησης της
ενεργειακής κατανάλωσης, λόγω αύξησης της θερμογένεσης.
14
15
ΙΙ. Φάρμακα που αναστέλλουν την απορρόφηση της
τροφής από το γαστρεντερικό σωλήνα (2 από 4)
– Το χολοκιτρικό οξύ,
– Η χολοκυστοκινίνη,
– Η σωματοστατίνη.
16
18
21
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (2 από 42)
22
23
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (4 από 42)
24
1. ΣΟΥΛΦΟΝΥΛΟΥΡΙΕΣ
• Διακρίνονται σε σουλφονυλουρίες πρώτης γενεάς
(τολβουταμίδη,τολαζαμίδη,ακετοεξαμίδη και
χλωροπροπαμίδη) και σε σουλφονυλουρίες δεύτερης γενεάς
(γλιβενκλαμίδη,γλικλαζίδη,γλιπιζίδη). Αν και οι τελευταίες
δεν διαφέρουν πολύ από τις σουλφονυλουρίες πρώτης γενιάς
είναι όμως αποτελεσματικές σε μικρότερες δόσεις.
25
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (6 από 42)
26
27
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (8 από 42)
28
29
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (10 από 42)
30
31
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (12 από 42)
2. ΔΙΓΟΥΑΝΙΔΙΑ
• Τα διγουανίδια φαινφορμίνη και μετφορμίνη έχουν
διαφορετικό τρόπο δράσης από εκείνον των
σουλφονυλουρίων.
• Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αν καν στερούνται της
ινσουλινοτρόπου δράσης των σουλφονυλουριών έχουν
ανάγκη την παρουσία λειτουργικών β-κυττάρων των
νησιδίων του παγκρέατος για να ασκήσουν τη δράση τους.
32
33
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (14 από 42)
• Η χρήση της φαινφορμίνης έχει απαγορευθεί σε αρκετές
χώρες εξαιτίας του κινδύνου της γαλακτικής οξέωσης
ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική, ηπατική, καρδιακή
ανεπάρκεια.
• Η εμφάνιση γαλακτικής οξέωσης ευνοείται σε άτομα άνω
των 65 ετών, σε αλκοολικούς και σε δόση άνω των 100
mg/24ωρο.
34
35
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (16 από 42)
• Ανεπιθύμητες ενέργειες : η γαλακτική οξέωση επί
φαινφορμίνης αποτελεί την σοβαρότερη και πιο επικίνδυνη
παρενέργεια.
• Επίσης υπάρχει απώλεια βάρους, κεφαλαλγία, εξανθήματα,
αδυναμία, μείωση της απορρόφησης της βιταμίνης B12 ,
ανάπτυξη πνευμονικής υπέρτασης.
36
37
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (18 από 42)
3. ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΔΙΑΒΗΤΙΚΑ
• ΑΚΑΡΒΟΖΗ : Πρόκειται για αναστολέα της α-γλυκοσιδάσης η οποία
προκαλεί φυσιολογικώς αποικοδόμηση των πολυσακχαρίτων της
τροφής με συνέπεια να παρεμποδίζεται η αύξηση της γλυκόζης
που ακολουθεί ένα υδατανθρακούχο γεύμα.
• MIΓΛΙΤΟΛΗ.
• ΠΙΟΓΛΙΤΑΖΟΝΗ.
• ΡΕΠΑΓΛΙΝΙΔΗ.
• ΡΟΣΙΓΛΙΤΑΖΟΝΗ.
38
40
41
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (22 από 42)
Οι ενδείξεις της ινσουλινοθεραπείας είναι:
• Στον διαβήτη τύπου I, όπου υπάρχει έλλειψη ινσουλίνης και
έτσι η θεραπεία αποτελεί κατά κάποια έννοια, θεραπεία
υποκατάστασης, χωρίς την οποία ο ασθενής δεν μπορεί να
επιβιώσει.
• Στον διαβήτη κύησης.
• Σε διαβητική κετοοξέωση.
• Στον διαβήτη τύπου II.
42
43
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (24 από 42)
Η διάκριση της ινσουλίνης γίνεται ανάλογα με το χρόνο έναρξης της
δράσης και τη διάρκεια της δράσης:
• Ταχείας δράσης ινσουλίνη (short-acting insulin)
Η ταχείας δράσης ινσουλίνη είναι διαυγές διάλυμα και συνήθως
χορηγείται 15-30 λεπτά πριν από το γεύμα. Η έναρξη της δράσης της
είναι 30 λεπτά περίπου από τη χορήγηση. Έχει την μεγαλύτερη δράση
της 2-4 ώρες μετά την ένεση (χρόνος μέγιστης δράσης) και παύει
πλήρως μετά από 6-8 ώρες (διάρκεια δράσης). Όταν χορηγηθεί
ενδοφλεβίως έχει πολύ σύντομο χρόνο ζωής, μόλις 5 λεπτών και η
δράση της εξαφανίζεται μέσα σε 30 λεπτά. Στην προσπάθεια της
βιοτεχνολογίας να δώσει πιο ευέλικτες επιλογές στη θεραπεία του
διαβήτη, δημιουργήθηκαν τα ανάλογα ινσουλίνης. Έχουν ταχύτερη
έναρξη δράσης και μικρότερη διάρκεια. Στόχος τους είναι η χρήση
αμέσως πριν από τα γεύματα, χωρίς τον κίνδυνο καθυστερημένης
υπογλυκαιμίας.
44
45
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (26 από 42)
• Μακράς δράσης ινσουλίνες (Long-acting insulin)
Η μακράς δράσης ινσουλίνη δεν αρχίζει τη δράση της πριν
περάσουν 4-8 ώρες από την ένεση. Έχει σχετικά βραδεία και
παρατεταμένη μέγιστη δράση, που παρατηρείται 12-18 ώρες
από την ένεση και συνεχίζει να δρα έως και 24-48 ώρες.
Περιλαμβάνουν τη πρωταμινική ψευδαργυρούχο ινσουλίνη
(Protamine zinc insulin) και το ψευδαργυρούχο εναιώρημα
της κρυσταλλικής ινσουλίνης (Ultralente). Δεν χορηγούνται
ενδοφλεβίως.
46
47
Τύποι ινσουλινών 1/5
50
51
Τύποι ινσουλινών 5/5
ΕΝΑΡΞΗ ΜΕΓΙΣΤΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΣΚΕΥΑΣΜΑ
ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ (100 U/ML)
25% ενέσιμη
ινσουλίνη
Humalog mix
Lispro Φύσιγγα(Cartidge)
25 15΄ 1 ώρα 15 ώρες
75% 3.0ml x 5
(LILLY)
προταμινική
ινσουλίνη
50% ενέσιμη
ινσουλίνη
Humalog mix
Lispro Φύσιγγα(Cartidge)
50 15΄ 1 ώρα 15 ώρες
50% 3.0ml x 5
(LILLY)
προταμινική
ινσουλίνη
Levemir Flex
Ινσουλίνη 3-4 Χωρίς 17.5-21.5 Flex Pen 3.0ml x 5
Pen
Detemir ώρες κορύφωση ώρες
(NOVO)
52
54
55
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (31 από 42)
Τρόποι χορήγησης ινσουλίνης
• Σύριγγες ινσουλίνης: αποτελεί το πιο συχνό τρόπο χορήγησης
ινσουλίνης. Είναι μίας χρήσεως. Κυκλοφορούν μίας χρήσεως 100
μονάδων (1ml) και εκείνες των 50 μονάδων (0,5ml).
• Στυλό: έχουν το μέγεθος και το σχήμα στυλογράφου και είναι δύο
ειδών:
o Περιορισμένης χρήσης (προγεμισμένες με ινσουλίνη).
o Πολλών χρήσεων (γεμίζουν με ειδικά φυαλίδια ινσουλίνης).
o Η βελόνη που χρησιμοποιείται είναι των 8 mm και πρέπει να
αλλάζει μετά από κάθε χρήση.
56
57
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (33 από 42)
Τρόποι χορήγησης ινσουλίνης (συνέχεια)
• Αντλίες συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης: πρωτοεμφανίστηκαν το
1976 από τους Pickup και Keen στα πλαίσια ερευνών και είχαν το
μέγεθος μεγάλης τσάντας. Σήμερα έχει το μέγεθος ενός κινητού
τηλεφώνου. Με την αντλία πραγματοποιείται μία συνεχής
χορήγηση ινσουλίνης υποδορίως κατά την διάρκεια ολόκληρου του
24ωρου, σε δοσολογία που έχει ρυθμιστεί εκ των προτέρων και η
οποία μπορεί να μεταβάλλεται από ώρα σε ώρα, ανάλογα με τις
ανάγκες του ασθενή. Επίσης υπάρχει η δυνατότητα έγχυσης
επιπλέον μονάδων ινσουλίνης, ανάλογα με την ποσότητα
υδατανθράκων ή τις θερμίδες της τροφής και με το μετρούμενο
κάθε φορά σάκχαρο αίματος.
58
59
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (35 από 42)
• Τα θεραπευτικά σχήματα με ινσουλίνη, εξατομικεύονται σε
κάθε άτομο με διαβήτη ξεχωριστά και πρέπει να
προσαρμόζονται στις προσωπικές ανάγκες κάθε διαβητικού.
Σκοπός είναι να επιτευχθεί, ανάλογα με την εκάστοτε
περίπτωση, ο καλύτερος δυνατός έλεγχος του διαβήτη,
αποφεύγοντας με κάθε τρόπο τις υπογλυκαιμίες που μπορεί
να συμβούν.
60
62
64
65
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (41 από 42)
Εισπνεόμενη ινσουλίνη (συνέχεια)
• Σύμφωνα με την εταιρία Pfizer η απόσυρση έγινε για οικονομικούς
λόγους. Κρίθηκε ασύμφορη στην παρασκευή του, διότι τα έσοδα
δεν κάλυπταν τα έξοδα. Σε αντίθεση με την εταιρία έρχεται ο
Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων, σύμφωνα με τον οποίο σε
έρευνες που πραγματοποιήθηκαν, παρατηρήθηκαν περιστατικά
καρκίνου του πνεύμονα σε ασθενείς που έκαναν λήψη του
προϊόντος. Ο μικρός αριθμός περιστατικών (7), οι περιορισμένες
πληροφορίες και το γεγονός ότι συνέβησαν σε ασθενείς που είχαν
υπάρξει καπνιστές, δεν επιτρέπει να καταλήξουμε σε οριστικά
συμπεράσματα.
66
67
Ενότητα 11: Νευρικό Σύστημα
1
Νευρικό σύστημα – Φαρμακευτικές ουσίες
(2/2)
• Πολλές φαρμακευτικές ουσίες χρησιμοποιούνται για την
αντιμετώπιση των νόσων του κεντρικού και του περιφερικού
συστήματος.
• Τα κυριότερα φάρμακα ωστόσο που έχουν επιδείξει
αποτελεσματικότητα στην ποιότητα ζωής των ασθενών είναι
τα αντιπαρκινσονικά και τα αντιεπιληπτικά, και τα φάρμακα
που χρησιμοποιούνται στην μυασθένεια.
3
Νόσος Parkinson (2/6)
• Η βλάβη στην νόσο Parkinson εντοπίζεται στα βασικά γάγγλια.
5
Βασικά γάγγλια (2/3)
Οι πέντε ανεξάρτητοι πυρήνες που αποτελούν τα βασικά
γάγγλια των πρωτευόντων, μαζί με τις υποδιαιρέσεις τους:
• Κεφαλικά,
• το ραβδωτό βασικό που αποτελείται από:
– Κέλυφος,
– κερκοφόρος πυρήνας.
• εξωτερική μοίρα της ωχράς σφαίρας ,
• εσωτερική μοίρα της ωχράς σφαίρας,
7
Νόσος Parkinson (3/6)
• Η νόσος αυτή είναι νόσος της μέλαινας ουσίας η οποία μέσω
δοπαμινεργικών οδών επηρεάζει GABA εργικά κύτταρα του
ραβδωτού σώματος.
• Στα αίτια συγκαταλέγεται η κληρονομική προδιάθεση που
στην μέση η μεγάλη ηλικία οδηγεί σε εκφύλιση των
δοπαμινεργικών νευρώνων της μέλαινας ουσίας.
• Άλλα αίτια είναι ο τραυματισμός στους πυγμάχους (Punch-
drunk syndrome), φλεγμονές (εγκεφαλίτιδες), αθηρομάτωση,
όγκοι και δηλητηριάσεις από CO, μαγγάνιο, η MPTP που
χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο της ηρωίνης. εκούσια
κινητικότητα.
8
10
11
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson
12
13
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (2/10)
• Με την χρήση της λεβοντόπα, βελτιώνεται η βραδυκινησία, ο
τρόμος και η δυασκαμψία των ασθενών.
• Υπάρχει μια δυσκολία στον υπολογισμό της δόσης και της
συχνότητας χορήγησης ώστε να επιτευχθεί κατάλληλη
συγκέντρωση στα βασικά γάγγλια.
• Φαίνεται πως η λεβοντόπα είναι αποτελεσματική στα πρώτα
στάδια της Parkinson.
• Θεωρείται ότι το θεραπευτικό αποτέλεσμα είναι πρόσκαιρο
και εξαφανίζεται στα 3-5 χρόνια.
14
15
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (4/10)
• Η λεβοντόπα έχει μικρό χρόνο ημισείας ζωής και γι’ αυτόν τον
λόγο έχει και μεγάλη διακύμανση στις δράσεις της. Λόγω
ανταγωνισμού με αμινοξέα της τροφής στην απορρόφησή
της από το έντερο και την μεταφορά της από τον
αιματεγκεφαλικό φραγμό, η λεβοντόπα πρέπει να χορηγείται
στα ενδιάμεσα των γευμάτων.
• Ενέχει δε αρκετές παρενέργειες, που είναι δοσοεξαρτώμενες,
όταν η συγκέντρωσή της στο ΚΝΣ γίνει πολύ υψηλή.
• Οι σημαντικότερες ενέργειες είναι οι ακούσιες κινήσεις που
συνοδεύονται από υπόταση, ψυχολογικά συμπτώματα, όπως
σύγχυση, μανία, ευερεθιστότητα, ψευδαισθήσεις και
παρανοϊκό ιδεασμό.
16
18
19
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (8/10)
• Σελεγιλίνη
Αναστέλλει την μονοαμινοοξειδάση Β (ΜΑΟ-Β). Το φάρμακο αυτό
μειώνει τον μεταβολισμό της δοπαμίνης, ενώ ο μεταβολισμός της
νοραδρεναλίνης (NA) και της σερονονίνης (5HT)επηρεάζονται σε
πολύ μικρό βαθμό, επειδή επηρεάζονται από την ΜΑΟ-Α.
Η σελεγιλίνη συνδυάζεται με την λεβοντόπα, ενισχύοντας την
δράση της.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι παρόμοιες με εκείνες της αγωγής
με λεβοντόπα. Είναι σημαντικό να ενθυμούμεθα τις πιθανές
αλληλεπιδράσεις με τα αντικαταθλιπτικά, που μεταβολίζονται από
την ΜΑΟ-Α και την COMPT.
Αν δώσουμε μεγάλες δόσεις σελεγιλίνης, το εκλεκτικό αποτέλεσμα
στην ΜΑΟ-Β εξαφανίζεται, με συνέπεια την εμφάνιση
υπερτασικών κρίσεων, λόγω αναστολής της ΜΑΟ-Α και της COMPT,
και του μεταβολισμού της ΝΑ και της 5HT. 20
21
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (10/10)
Φάρμακα που μειώνουν το χολινεργικό αποτέλεσμα
• Βιπεριδίνη, ορφεναδρίνη, βενζοτροπίνη
Αναστέλλουν τους χολινεργικούς υποδοχείς στο ραβδωτό σώμα
και μεταβάλλουν την ισορροπία μεταξύ δοπαμινεργικών και
χολινεργικών οδών που συντονίζουν τις εκούσιες κινήσεις. Είναι
αποτελεσματικά περισσότερο στην θεραπεία τρόμου παρά στην
θεραπεία υποκινησίας.
22
Επιληψία (1/5)
• Επιληψία είναι μια οικογένεια από διαφορετικές διαταραχές
που έχουν ως κοινό σημείο τους επαναλαμβανόμενους
παροξυσμούς με αιφνίδια, υπέρμετρη και ανώμαλη
εκφόρτιση εγκεφαλικών νευρώνων.
• Οι επιληπτικοί παροξυσμοί μπορεί να προκαλούν σπασμούς
(εάν συμμετέχει ο κινητικός φλοιός) ή και οπτικές, ακουστικές
ή οσφρητικές ψευδαισθήσεις (εάν συμμετέχει ο βρεγματικός
ή ο ινιακός φλοιός).
23
Επιληψία (2/5)
Αιτιολογία
• Πρωτοπαθής: Όταν δεν εμφανίζεται συγκεκριμένο αίτιο που
προκαλεί παροξυσμούς, το σύνδρομο καλείται πρωτοπαθής ή
ιδιοπαθής επιληψία.
• Δευτεροπαθής: Ένας αριθμός αναστρέψιμων διαταραχών,
όπως είναι οι όγκοι, ο τραυματισμός της κεφαλής, η
υπογλυκαιμία, οι λοιμώξεις των μηνίγγων, η απότομη
στέρηση του αλκοόλ σε αλκοολικό, μπορεί να προκαλέσει την
εκδήλωση επιληπτικών κρίσεων.
24
Επιληψία (3/5)
Ταξινόμηση των επιληψιών
• Η συμπτωματολογία κάθε τύπου επιληψίας εξαρτάται από
την εντόπιση της νευρικής εκφόρτισης και από το βαθμό
εξάπλωσης της ηλεκτρικής δραστηριότητας σε άλλους
εγκεφαλικούς νευρώνες.
25
Επιληψία (4/5)
• Μερική ή Εστιακή
– Απλή: η ηλεκτρική διαταραχή δεν εξαπλώνεται, ο ασθενής
δεν παρουσιάζει απώλεια συνείδησης, παρατηρείται σε
οποιαδήποτε ηλικία.
– Σύνθετη: ο ασθενής εμφανίζει σύνθετες ψευδαισθήσεις,
νοητικές διαταραχές, απώλεια συνείδησης, κινητική
δυσλειτουργία, παρατηρείται σε οποιαδήποτε ηλικία.
26
Επιληψία (5/5)
• Γενικευμένη
– Τονικοκλονική (grand mal): η πιο συχνή και δραματική που
συνοδεύεται από απώλεια συνείδησης, τονικές και κλονικές
φάσεις. Μετά τον παροξυσμό ακολουθεί περίοδος σύγχυσης
και εξάντλησης.
– Αφαίρεση (petit mal): σύντομη, απότομη και
αυτοπεριοριζόμενη απώλεια συνείδησης, εμφανίζεται σε
ηλικίες 3-5 ετών μέχρι την εφηβεία.
– Μυοκλονική: σύντομα επεισόδια σύσπασης των μυών ως
αποτέλεσμα νευρολογικής βλάβης. Είναι σπάνια.
– Πυρετικοί σπασμοί: σε ηλικίες 3-5 μηνών, μικρά παιδιά
εμφανίζουν σπασμούς σε ασθένειες που συνοδεύονται από
υψηλό πυρετό, εντελώς καλοήθεις.
– Επιληπτική κατάσταση (status epilepticus): οι παροξυσμοί
επανέρχονται κατά σύντομα χρονικά διαστήματα.
27
Φάρμακα στην επιληψία (1/4)
• Στην επιλογή των αντιεπιληπτικών με σκοπό την μείωση ή και
εξαφάνιση των επιληπτικών κρίσεων, προσβλέπουμε
1. Αύξηση της νευροδιαβίβασης μέσω GABA, όπως με τις
βενζοδιαζεπίνες και την βιγκαμπατρίνη
2. Αναστολή των διαύλων Να όπως με την φαινυντοΐνη, την
καρβαμαζεπίνη, το βαλπροΐκό οξύ και την λαμοτριγίνη
3. Αναστολή των διαύλων ασβεστίου όπως με την
εθουσοξιμίδη και το βαλπροΐκό οξύ.
• Αρχικός στόχος είναι η μονοθεραπεία.
28
29
Φάρμακα στην επιληψία (3/4)
Παλαιότερα αντιεπιληπτικά (2)
• Εθουσοξιμίδη η δράση της αποδίδεται επίσης στην αναστολή
των διαύλων Να αλλά και Ca.
• Φανοβαρβιτάλη η δράση της αποδίδεται επίσης στην
αναστολή των διαύλων Ca.
• Πριμιδόνη μεταβολίζεται και δρα ως φαινοβαρβιτάλη.
• Βενζοδιαζεπίνες δρουν ενισχύοντας την δράση του GABA.
30
31
Μυασθένεια (Myasthenia Gravis)
Είναι σοβαρή και μπορεί και θανατηφόρος ασθένεια της τελικής
κινητικής πλάκας. Κατ΄αυτήν, είναι τώρα γνωστόν ότι
κυκλοφορούν αντισώματα κατά των νικοτινικών υποδοχέων της
Ach στην τελική μνητική πλάκα.
Αυτά, είτε καταστρέφουν, είτε δεσμεύουν τους υποδοχείς κι η
μυϊκή μεμβράνη τους παίρνει με ενδοκυττάρωση.
Γιατί δημιουργούνται αντισώματα είναι άγνωστο.
32
33
Νόσος Alzheimer (1/15)
Παθογένεια - παθοφυσιολογία
Γενικά-Επιδημιολογικά στοιχεία
• Η νόσος του Alzheimer (που λέγεται και άνοια τύπου
Alzheimer) είναι ένας τύπος άνοιας που χαρακτηρίζεται από
προοδευτική, μη αναστρέψιμη έκπτωση των νοητικών
λειτουργιών. Η άνοια οδηγεί σε διαταραχή βασικών
λειτουργιών του εγκεφαλικού φλοιού, όπως η διενέργεια
αριθμητικών πράξεων, η ικανότητα μάθησης, η ομιλία και η
κρίση. Η διαταραχή των γνωσιακών λειτουργιών
συνοδεύεται, συνήθως, και από απώλεια του ελέγχου των
συναισθημάτων και της κοινωνικής συμπεριφοράς, καθώς και
από έλλειψη ενδιαφέροντος και ενεργητικότητας.
34
35
Νόσος Alzheimer (3/15)
• Η πρόοδος της νόσου ποικίλλει, αλλά η φυσική πορεία της
περιλαμβάνει μια σταδιακή απώλεια της αντίληψης
• και της κρίσης και, τελικά, έκπτωση των σωματικών
λειτουργιών και απώλεια της ικανότητας του ατόμου να
εκτελέσει τις καθημερινές του δραστηριότητες. Με την
απώλεια της ικανότητας του ατόμου να ανταποκριθεί ακόμη
και στις πιο βασικές δραστηριότητες της καθημερινής ζωής,
το βάρος της αντιμετώπισης των αναγκών του ασθενούς
μεταπίπτει στα άτομα που του παρέχουν φροντίδα
36
37
Νόσος Alzheimer (5/15)
Θεραπείες για τα γνωστικά συμπτώματα
• Η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) έχει
εγκρίνει δύο τύπους φαρμάκων για τη θεραπεία των
γνωστικών συμπτωμάτων της νόσου του Αλτσχάιμερ. Τα
φάρμακα αυτά επηρεάζουν τη δραστηριότητα των δύο
διαφορετικών χημικών ουσιών που εμπλέκονται στην
εκτέλεση των μηνυμάτων μεταξύ των νευρικών κυττάρων του
εγκεφάλου.
• Οι αναστολείς χολινεστεράσης εμποδίζουν την κατανομή της
ακετυλοχολίνης, όπου αποτελεί χημικό αγγελιοφόρο
σημαντικό για τη μάθηση και τη μνήμη.
38
39
Νόσος Alzheimer (7/ 15)
Memantine:
• Εγκρίθηκε το 2003 για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής
νόσου.
• Είναι σήμερα το μόνο φάρμακο του είδους του που έχει
εγκριθεί για τη θεραπεία της νόσου Alzheimer.
• Προσωρινά καθυστερεί την επιδείνωση των συμπτωμάτων σε
μερικούς ασθενείς. Πολλοί ειδικοί θεωρούν το βαθμό
βοήθειας ότι είναι παρόμοιο με εκείνο των αναστολέων
χολινεστεράσης.
40
42
43
Νόσος Alzheimer (11/15)
• Αντιψυχωτικά φάρμακα για παραισθήσεις, παραλήρημα,
επιθετικότητα, διέγερση, επιθετικότητα
– κλοζαπίνη (Clozaril),
– αλοπεριδόλη (Haldol),
– ολανζαπίνη (Zyprexa),
– ρισπεριδόνη (Risperdal)
44
45
Νόσος Alzheimer (13/15)
Coral ασβέστιο
• Τα Coral συμπληρώματα του ασβεστίου υπάρχουν σε μεγάλο
βαθμό στην αγορά και χρησιμοποιούνται ως θεραπεία στην
νόσο καθώς και άλλες σοβαρές ασθένειες. Θεωρείται ότι δεν
έχουν κάποιο όφελος.
46
47
Νόσος Alzheimer (15/15)
Φωσφατιδυλσερίνη
• Η Φωσφατιδυλσερίνη είναι ένα είδος λιπιδίων ή λίπος, που
αποτελεί το κύριο συστατικό των μεμβρανών που
περιβάλλουν τα νευρικά κύτταρα. Στη νόσο αυτή, αλλά και σε
παρόμοιες διαταραχές, τα νευρικά κύτταρα εκφυλίζονται για
λόγους που είναι δεν έχουν γίνει ακόμα κατανοητοί.
• Η θεωρία πίσω από τη θεραπεία με φωσφατιδυλσερίνη είναι
ότι με την χρήση τους ενδεχομένως να προστατεύουν τα
κύτταρα από τον εκφυλισμό.
48
Στόμαχος
• Είναι η προς τα κάτω συνέχεια του οισοφάγου και η πιο
πλατιά μοίρα του γαστρεντερικού σωλήνα.
• Χρησιμεύει για τη πέψη των τροφών οι οποίες διασπώνται σε
απλούστερες ουσίες με τη βοήθεια του γαστρικού υγρού που
εκκρίνεται από τους αδένες του.
• Στη συνέχεια το περιεχόμενο προωθείται στο λεπτό έντερο
με τις περισταλτικές κινήσεις του μυϊκού χιτώνα του
τοιχώματός του.
Πεπτικό έλκος
• Τα έλκη δημιουργούνται τόσο στο στομάχι όσο και στο
δωδεκαδάκτυλο, σε περιοχές όπου το επιθήλιο εκτίθεται σε
πεψίνη και οξύ. Η κατάσταση συνδέεται με φλεγμονώδη
βλάβη του βλεννογόνου και των υποκειμένων δομών.
• Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού είναι ένα σπειροειδές
βακτηρίδιο που ανευρίσκεται στην βλέννη που επικαλύπτει
τον γαστρικό βλεννογόνο η είναι προσκολλημένο στα
κύτταρα του βλεννογόνου.
• Η θεραπεία εκρίζωσης του βακτηριδίου είναι ιδιαίτερα
αποτελεσματική για την εκρίζωση των ελκών.
“Control-of-stomach-acid-sec”, από
Saperaud διαθέσιμο με άδεια CC BY-SA 3.0
Νήστις
Ξεκινάει από τη νηστιδοδωδεκαδακτυλική καμπή.
Στο εσωτερικό της παρουσιάζει:
1. Κυκλικές πτυχές τις λάχνες (προσεκβολές του βλεννογόνου)
2. Λεμφοζίδια (αθροίσματα λεμφοκυττάρων)
3. Πλάκες Peyer ( μικρά επάρματα του βλεννογόνου με
λεμφοζίδια που βρίσκονται κυρίως στον ειλεό)
Γίνεται απορρόφηση και πέψη τροφών.
Ειλεός
• Είναι η συνέχεια της νήστιδας και το εσωτερικό της είναι
σχεδόν ίδιο με αυτή. Μαζί αποτελούν το ελικώδες έντερο το
οποίο είναι ευκίνητο και κρέμεται από το πίσω κοιλιακό
τοίχωμα από μια πτυχή του περιτόναιου, το μεσεντέριο.
Παχύ έντερο
• Αρχίζει από την ειλεοτυφλική βαλβίδα και φτάνει μέχρι το
πρωκτό. Έχει μήκος 1,5 μέτρο , και σχηματίζει μια στεφάνη
που περιβάλλει το λεπτό έντερο. Χωρίζεται σε 3 μέρη: Το
τυφλό (στο οποίο βρίσκεται η σκωληκοειδής απόφυση). Το
κόλο (ανιόν, εγκάρσιο , κατιόν σιγμοειδές) Το ορθό ή
απευθυσμένο.
• ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΟ ΛΕΠΤΟ ΕΝΤΕΡΟ
Μεγαλύτερο πλάτος, κολικές ταινίες Εκκολπώματα.
Επιπλοϊκές αποφύσεις. Δεν έχει λάχνες και πλάκες Peyer (
έχει όμως λεμφοζίδια και βλεννώδεις αδένες).
Λειτουργίες παχέος εντέρου
• Διάσπαση και απορρόφηση θρεπτικών ουσιών , βιταμινών,
ηλεκτρολυτών , νερού Έκκριση βλέννας.
• Συμπύκνωση υπολειμμάτων τροφής (κόπρανα).
• Η φυσιολογική του χλωρίδα (κολοβακτηρίδια) βοηθά στη
πέψη και αν καταστραφεί από αντιβιοτικά έχουμε διάρροιες.
Αντιδιαρροικά φάρμακα
• Τα οπιοειδή μειώνουν την εντερική κινητικότητα σε μεγάλο
βαθμό, για αυτό και παλαιότερα είχαν πολύ χρησιμοποιηθεί
σε διαρροϊκές καταστάσεις.
• Η λοπεραμίδη είναι συνθετικό οποιοειδές με πιθανή τοπική
δράση στο έντερο. Καθυστερεί και την εντερική κινητικότητα
αλλά και την δίοδο του εντερικού περιεχομένου.
• Η λοπεραμίδη δεν διέρχεται τον εγκεφαλικό φραγμό και έτσι
δεν υπάρχει κίνδυνος εθισμού. Στις συνήθεις δόσεις δεν έχει
παρενέργειες, σε μεγάλες δόσεις θα οδηγήσει σε
δυσκοιλιότητα.
Φάρμακα στην δυσκοιλιότητα
• Καθαρτικά που αυξάνουν τον όγκο του εντερικού περιεχομένου
Μεθυλοελλουλόζη, στερκούλια.
• Οσμωτικά καθαρτικά
Λακτουλόζη, macrogels, άλατα μαγνησίου.
• Μαλακτικά
Αραχιδέλαιο, υγρή παραφίνη.
• Διεγερτικά καθαρτικά
Βισασκοδύλη, δαντρόνη, δοκουσάτη, γλυκερίνη, σέννα.
Καθαρτικά 1/2
• Καθαρτικά που αυξάνουν τον όγκο του εντερικού
περιεχομένου
Είναι φάρμακα που αποτελούνται από μακριές αλυσίδες
πολυσακχαριτών και αλάτων που δεσμεύουν νερό και
αυξάνουν τον όγκο του εντερικού περιεχομένου.
• Καθαρτικά ωσμωτικά
Περιέχουν άλατα μαγνησίου ή νατρίου και δεσμεύουν νερό
όταν φτάσουν στο έντερο. Αυτά που περιέχουν μαγνήσιο
μπορεί να οδηγήσουν σε υπερμαγνησιαιμία σε ασθενείς με
νεφρική ανεπάρκεια και εκείνα που περιέχουν νάτριο μπορεί
να επιδεινώσουν καρδιακή ανεπάρκεια όταν υπάρχει.
Καθαρτικά 2/2
• Καθαρτικά που ρευστοποιούν το εντερικό περιεχόμενο
Η υγρή παραφίνη είναι ορυκτό έλαιο που απορροφάται σε
μικρό βαθμό από το έντερο, όμως λιπαίνει και μαλακώνει το
εντερικό περιεχόμενο
• Καθαρτικά που διεγείρουν το έντερο
Διεγερτικά καθαρτικά όπως η σέννα, αυξάνουν την έκκριση
και διεγείρουν τις περισταλτικές κινήσεις του εντέρου.
Αντενδείκνυνται σε μακροχρόνια χρήση, αλλά ενδείκνυνται
πριν από προετοιμασία του εντέρου για εξετάσεις.
[Link]
2
Φάρμακα στην αντιμετώπιση του
καρκίνου (2/3)
• Ακόμη γνωρίζουμε ότι η χειρουργική αφαίρεση των όγκων
εγκαταλείπει κύτταρα που στην πραγματικότητα μπορούν να
οδηγήσουν σε υποτροπή του καρκίνου.
• Έτσι, παράλληλα με την χειρουργική αγωγή, στους καρκίνους
εφαρμόζεται τόσο η ακτινοθεραπεία όσο και η κατάλληλη
φαρμακευτική αγωγή.
• Σκοπός των συνδεδυασμένων θεραπευτικών ενεργειών στην
αγωγή του καρκίνου είναι να παραμείνουν περίπου 100
εκατομμύρια καρκινικά κύτταρα με την ελπίδα ότι το
ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς θα μπορέσει να τα
εκριζώσει.
• Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι τα αντικαρκινικά φάρμακα
καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα, οπότε ο ανωτέρω
αναφερόμενος στόχος είναι δύσκολο να επιτευχθεί.
• Έτσι, συχνά απαιτούνται επαναλαμβανόμενες θεραπείες.
3
Μεθοτρεξάτη (1/3)
• Είναι ανάλογο του φολικού οξέος.
• Αναστέλλει το ένζυμο διυδροφολική ρεδουκτάση, που
μεταβολίζει το φολικό σε αναγμένο φολικό οξύ, το οποίο
συμμετέχει στην σύνθεση της θυμιδίνης. Η δε θυμιδίνη είναι
απαραίτητο συστατικό του DNA. Με τον τρόπο αυτό η
μεθοτρεξάτη αναστέλλει την σύνθεση του DNA των κυττάρων
και μειώνει την ικανότητα της κυτταρικής διαίρεσης.
• Αυτό συμβαίνει σε όλους τους ιστούς που έχουν διαιρούμενα
κύτταρα.
6
Μεθοτρεξάτη (2/3)
• Η μεθοτρεξάτη είναι και η θεραπεία εκλογής στις οξείες
λεμφογενείς λευχαιμίες αλλά και σε πολλές άλλες
νεοπλασίες. Όταν υπάρχουν μεταστάσεις στο ΚΝΣ, η
μεθοτρεξάτη εγχέεται ενδοραχιαία στο ΕΝΥ. Αυτό συμβαίνει
γιατί από μόνη της η μεθοτρεξάτη περνά δύσκολα τον
αιματεγκεφαλικό φραγμό,
• Πλην των κακοηθειών χρησιμοποιείται και σε αυτοάνοσες
νόσους και στην ψωρίαση και στην ρευματοειδή αρθρίτιδα
σε μικρές δόσεις.
Μεθοτρεξάτη (3/3)
• Για να προληφθούν οι τοξικές επιδράσεις της μεθοτρεξάτης
στον μυελό των οστών χορηγείται ταυτόχρονα και η
λευκοβορίνη.
• Η λευκοβορίνη είναι ανάλογο του τετραυδροφυλλικού.
• Προστατεύει τα κύτταρα από την τοξικότητα της
μεθοτρεξάτης.
• Χορηγείται αρκετό χρόνο μετά την έναρξη αγωγής με
μεθοτρεξάτη.
• Χωρίς την χορήγηση λευκοβορίνης οι ασθενείς θα πέθαιναν
από την καταστολή του μυελού των οστών.
8
Μερκαπτοπουρίνη
• Είναι πουρινικό ανάλογο που αναστέλλει την σύνθεση του
DNA.
• Όπως και η μεθοτρεξάτη αποτελεί φάρμακο εκλογής στην
θεραπεία της οξείας λεμφογενούς λευχαιμίας.
• Η αζαθειοπρίνη, ουσία που χρησιμοποιείται για
ανοσοκαταστολή, στον οργανισμό μεταβολίζεται σε
μερκαπτοπουρίνη.
Φλουορουρακίλη
• Αναστέλλει την σύνθεση του DNA.
• Είναι ανάλογο της ουρακίλης.
• Χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές καρκίνου του εντέρου.
10
ΙΙ. Αλκυλιωτικοί παράγοντες (1/2)
• Είναι ενώσεις που παράγονται ομοιοπολικά με μόρια του
DNA προσθέτοντας αλκυλικές ομάδες. Προκαλούν κατάτμηση
του DNA, καθώς και σχηματισμό γεφυρών μεταξύ των δύο
ελίκων του DNA οι οποίες δεν μπορούν να διαχωριστούν
φυσιολογικά για την αντιγραφή και την μεταγραφή.
• Είναι περισσότερο τοξικοί για τα κύτταρα στην φάση της
διαίρεσής τους.
• Προκαλούν ναυτία μέσω δράσης στο ΚΝΣ και έχουν ισχυρή
τοξική επίδραση στον μυελό των οστών.
11
12
ΙΙΙ. Κυτταροτοξικά αντιβιοτικά
• Ορισμένα αντιβιοτικά δρουν στα ανθρώπινα κύτταρα
συνδεόμενα με το DNA.
• Με αυτόν τον τρόπο αναστέλλουν την αντιγραφή και την
μεταγραφή του DNA.
• Η δοξορουβισίνη ανήκει σε αυτήν την κατηγορία
αντινεοπλασματικών φαρμάκων και προκαλεί αναστολή του
ενζύμου τοποϊσομεράση ΙΙ, που αποκόπτει και συνδέει το
μόριο του DNA κατά την αντιγραφή και την μεταγραφή του.
• Ο μεταβολισμός των κυτταροτοξικών αντιβιοτικών προκαλεί
την παραγωγή ριζών οξυγόνου που πιστεύεται ότι έχουν
καρδιοτοξική δράση.
13
14
V. Άλλα κυτταροστατικά (1/2)
• Η σισπλατίνη και η καρβοπλατίνη είναι σύνθετες ενώσεις του
λευκόχρυσου. Τα φάρμακα αυτά συνδέονται με το DNA και
με αυτόν τον τρόπο προκαλούν βλάβη τοξική στα κύτταρα.
• Η ασπαραγινάση είναι ένζυμο που διασπά το αμινοξύ
ασπαραγίνη. Χρησιμοποιείται εκλεκτικά διότι δρα στους
λευχαιμικούς λεμφοβλάστες που μη μπορώντας να
συνθέσουν ασπαραγίνη εξαρτώνται από την εξωγενή
χορήγηση.
15
16
Ομάδα σισπλατίνης
17
18
Ανεπιθύμητες ενέργειες των
χημειοθεραπευτικών (2/4)
• Από τον μυελό των οστών οι παρενέργειες εκδηλώνονται υπό
την μορφή της λευκοπενίας, που αντιμετωπίζεται με
προφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικών με σκοπό την αποφυγή
των λοιμώξεων.
• Παρατηρείται επίσης μείωση των αιμοπεταλίων και κατά
συνέπεια θρομβοπενία, οπότε αυξάνεται ο κίνδυνος
αιμορραγιών.
• Εκτός αυτού ενδέχεται να εμφανισθεί αναιμία λόγω μείωσης
του αριθμού των ερυθρών.
19
20
Ανεπιθύμητες ενέργειες των
χημειοθεραπευτικών (4/4)
• Πολλά δε κυτταροστατικά είναι μεταλλαξιογόνα και
τερατογόνα.
• Η ίδια μεταλλαξιογόνος δράση μπορεί να προκαλέσει
καρκίνο.
• Δευτερογενείς κακοήθειες έχουν παρατηρηθεί σε πολλούς
ασθενείς και πιστεύεται ότι είναι λόγω της αγωγής.
• Τερατογόνος δράση έχει συνδεθεί με εμβρυικό θάνατο.
• Τα χημειοθεραπευτικά μπορεί να προκαλέσουν στειρότητα
τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.
• Συμβουλεύεται κατάψυξη του σπέρματος και φύλαξη. Στις
γυναίκες μπορεί να παρατηρηθούν διαταραχές της περιόδου
καθώς και εμμηνόπαυση. 21