The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20260303180600/https://www.scribd.com/document/635985475/%CE%A6%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%85-%CE%A4%CE%95%CE%99-%CE%91%CE%98%CE%97%CE%9D%CE%91%CE%A3
100% found this document useful (1 vote)
1K views291 pages

Φαρμακολογία Μαρία Βενετίκου ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ

Φαρμακολογία

Uploaded by

papatsakalos
Copyright
© Public Domain
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd
100% found this document useful (1 vote)
1K views291 pages

Φαρμακολογία Μαρία Βενετίκου ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ

Φαρμακολογία

Uploaded by

papatsakalos
Copyright
© Public Domain
We take content rights seriously. If you suspect this is your content, claim it here.
Available Formats
Download as PDF, TXT or read online on Scribd

Ανοικτά Ακαδημαϊκά Μαθήματα στο ΤΕΙ Αθήνας

Φαρμακολογία

Μαρία Bενετίκου, MD, MSc, DipEndo, PhD,


Ιατρός ενδοκρινολόγος, καθηγήτρια παθοφυσιολογίας – νοσολογίας,
διδάκτωρ πανεπιστήμιου Αθηνών και Λονδίνου
Τμήμα Νοσηλευτικής

Ενότητα 1: Γενική Φαρμακολογία (α΄ μέρος)


Τι είναι φαρμακολογία
• Φαρμακολογία καλείται η επιστήμη που μελετά ουσίες που
προκαλούν λειτουργικές μεταβολές στα κύτταρα και στους
οργανισμούς.
• Η φαρμακολογία δεν περιορίζεται στη μελέτη των φαρμάκων,
αλλά επεκτείνεται και στα δηλητήρια και σε πειραματικές ουσίες.
Μερικές από τις ειδικότητες Φαρμακολογίας
• Μοριακή Φαρμακολογία: Κατανόηση των μοριακών μηχανισμών
δράσης των φαρμάκων.
• Πειραματική Φαρμακολογία: Κατανόηση των μηχανισμών δράσης
των φαρμάκων σε κύτταρα ή ολόκληρους οργανισμούς.
• Κλινική Φαρμακολογία: ∆ράση των φαρμάκων στον άνθρωπο για
θεραπεία ασθενειών ή ρύθμιση φυσιολογικών λειτουργιών.
1

Αντικείμενο μελέτης της Φαρμακολογίας (1/2)


• Διαιρείται σε τρεις κυρίως κλάδους:
• τη Φαρμακοδυναμική που μελετά τη δράση των φαρμάκων
ανεξάρτητα από τις θεραπευτικές τους ιδιότητες.
• τη Φαρμακοθεραπευτική, που εξετάζει τις ουσίες που είναι
χρήσιμες στην αντιμετώπιση των νόσων
• την Τοξικολογία, επιστήμη των δηλητηρίων και των μέσων
που είναι ικανά να εξουδετερώσουν τις ιδιότητές τους.

2
Αντικείμενο μελέτης της Φαρμακολογίας (2/2)
• Ένα ευρύ κεφάλαιο της φαρμακολογίας αντιπροσωπεύει
ακόμη η Φαρμακογνωσία, που ασχολείται με τα
χαρακτηριστικά των δρογών και τα φυτά από τα οποία αυτές
προέρχονται.
• Ανάμεσα στους πιο εξειδικευμένους κλάδους της
φαρμακολογίας είναι και οι ακόλουθοι: Φαρμακοχημεία,
Φαρμακοτεχνία, Φαρμακοκινητική, Μοριακή
φαρμακολογία, Φαρμακογενετική, Ψυχοφαρμακολογία
καθώς και νεότερους κλάδους που συνεχώς αναπτύσσονται

Ορισμοί φαρμάκου-δηλητηρίου (1/3)


• Τι είναι φάρμακο;
«Κάθε ουσία ή συνδυασμός ουσιών που εμφανίζεται να έχει
θεραπευτικές ή προφυλακτικές ιδιότητες για τις ασθένειες
ανθρώπων" ή "κάθε ουσία ή συνδυασμός ουσιών που μπορεί
να χρησιμοποιηθεί ή να χορηγηθεί σε ανθρώπους, με σκοπό
είτε να αποκατασταθούν, να διορθωθούν ή να τροποποιηθούν
φυσιολογικές λειτουργίες με την άσκηση φαρμακολογικής,
ανοσολογικής ή μεταβολικής δράσης, είτε να γίνει ιατρική
διάγνωση.»

4
Ορισμοί φαρμάκου-δηλητηρίου (2/3)
• Τι είναι «δραστική ουσία»;
«Κάθε ουσία ή μείγμα ουσιών που προορίζεται να
χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή ενός φαρμάκου και η οποία
όταν χρησιμοποιείται στην παραγωγή του, γίνεται ενεργό
συστατικό του εν λόγω προϊόντος που προορίζεται να ασκήσει
φαρμακολογική, ανοσολογική ή μεταβολική δράση με σκοπό να
αποκατασταθούν, να διορθωθούν ή να τροποποιηθούν
φυσιολογικές λειτουργίες ή να γίνει ιατρική διάγνωση.»

Ορισμοί φαρμάκου-δηλητηρίου (3/3)


• Δηλητήριο ονομάζεται οποιαδήποτε ουσία, φυσικής προέλευσης ή
τεχνητά παρασκευασμένη, που μετά την εισαγωγή της σε ζωντανό
οργανισμό, μπορεί να ασκήσει βλαπτική ή και θανατηφόρο
επίδραση.
• Πολλές ουσίες, ιδιαίτερα σε συνάρτηση με τη μεγαλύτερη ή
μικρότερη δοσολογία που θα εισαχθούν, είναι δυνατόν να έχουν
βλαπτική επίδραση σε έναν οργανισμό.
• Δηλητήρια λέμε συνήθως ουσίες που ακόμα και σε εξαιρετικά
μικρές δόσεις είναι πολύ βλαπτικές.
• Υπάρχουν στη φύση πολλά δηλητήρια που μπορεί να είναι
προϊόντα ζώων ή ουσίες που προέρχονται από φυτά ή ακόμη και
απλά χημικά στοιχεία ή ενώσεις που βρίσκονται σε ανόργανα
υλικά.

6
Ταξινόμηση των φαρμάκων (1/2)
• Η ταξινόμηση γενικά των διαφόρων φαρμακευτικών
προϊόντων ακολουθεί τέσσερις συνήθως κύριες μεθόδους,
• Χημική: δηλαδή από την χημική ομάδα στην οποία μπορεί
αυτά να ανήκουν, π.χ. αλκαλοειδή,
• Φαρμακολογική: εκ της φαρμακολογικής τους δράσης, π.χ.
αναλγητικά, σπασμολυτικά, αντιμικροβιακά, αναισθητικά,
κ.λπ.

Ταξινόμηση των φαρμάκων (2/2)


• Θεραπευτική: εκ της θεραπευτικής τους δράσης, π.χ.
αντικαταθλιπτικά, ανθελονοσιακά, αγχολυτικά κ.λπ.
• Σύνθετη: εκ της παθήσεως του λειτουργικού συστήματος ή
οργάνου για το οποίο χορηγούνται και του επιδιωκόμενου
σκοπού π.χ. αντισηπτικά, αντιχολινεργικά, καθαρτικά,
αποχρεμπτικά, βλεννολυτικά κ.λπ.
• Δευτερευόντως: εκ της μορφής διάθεσής τους προς χρήση
ανάλογα της ηλικίας και των δυνατοτήτων του λήπτη, π.χ.
δισκία, σκόνη, ταμπλέτες, σταγόνες, υπόθετα, ενέσιμα, οροί,
εμβόλια κ.λπ..

8
Τρόποι μελέτης της Φαρμακολογίας
Γενική και ειδική Φαρμακολογία (1/5)
• Η Φαρμακολογία χωρίζεται σε Γενική που μελετά τις γενικές
ιδιότητες των φαρμάκων σχετικά με την παραγωγή τους, την
διαχείρισή τους από τον οργανισμό και τον τρόπο δράσης τους σε
αυτούς και σε Ειδική που μελετά ειδικές κατηγορίες φαρμάκων
ανάλογα με την ασθένεια που αντιμετωπίζουν.
• Η κλινική δοκιμή είναι ένα ιατρικό πείραμα, κατά το οποίο σε
συγκεκριμένο αριθμό εθελοντών δοκιμάζεται μία θεραπευτική
αγωγή, για να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητά της και να
προσδιοριστεί η τοξικότητά της (ανεκτικότητα-ασφάλεια).
• Οι κλινικές δοκιμές χρησιμοποιούνται, για να βεβαιωθεί ότι τα
φάρμακα, πριν κυκλοφορήσουν στην αγορά, εγγυώνται
αποτελεσματικότητα και έχουν πολύ μικρή τοξικότητα.

Τρόποι μελέτης της Φαρμακολογίας


Γενική και ειδική Φαρμακολογία (2/5)
• Φάση Ι
Αυτή η φάση είναι το πρώτο βήμα στο να εκτιμηθεί η ανεκτικότητα
του φαρμάκου στους ανθρώπους. Η ασφάλειά του μελετάται σε
διάφορες δόσεις. Επειδή ενδεχομένως υπάρχει ο κίνδυνος άγνωστων
παρενεργειών, ο αριθμός των εθελοντών είναι μικρός και η διάρκεια
της φάσης σύντομη (2-3 εβδομάδες).
• Φάση ΙΙ
Αυτή η φάση έχει ως πρωταρχικό αντικείμενο να διαπιστωθεί η
αποτελεσματικότητα της σύνθεσης του φαρμάκου. Μπορεί να αφορά
σε εκατοντάδες ασθενείς και να κρατήσει μερικούς μήνες ή χρόνια.

10
Τρόποι μελέτης της Φαρμακολογίας
Γενική και ειδική Φαρμακολογία (3/5)
• Φάση ΙΙΙ
Εδώ, διευκρινίζονται οι πλέον ευνοϊκές συνθήκες κάτω από τις
οποίες τα φάρμακα λειτουργούν καλύτερα. Δοκιμάζεται η
αποτελεσματικότητά τους σε σχέση με άλλες αγωγές. Σε αυτήν
τη φάση, συμμετέχουν χιλιάδες άνθρωποι και κρατά 2-4
χρόνια, μέχρι να ολοκληρωθεί. Καθώς απασχολεί μεγάλο
αριθμό ανθρώπων, η παρατήρηση δευτερευουσών
παρενεργειών γίνεται πιο επισταμένα.

11

Τρόποι μελέτης της Φαρμακολογίας


Γενική και ειδική Φαρμακολογία (4/5)
Προκλινικές μελέτες
• Πρόκειται για μελέτες βασικής έρευνας σε πειραματόζωα,
τόσο φαρμακολογικές όσο και τοξικολογικές.
Οι κλινικές δοκιμές έχουν τρεις υποχρεωτικές φάσεις: την
πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη.
• Στις μελέτες φάσης Ι, οι ερευνητές δοκιμάζουν το νέο
φάρμακο ή την θεραπεία σε ένα μικρό αριθμό ατόμων (20-
80), για να εκτιμήσουν την ασφάλεια, να καθορίσουν ένα
ασφαλές εύρος δοσολογίας και να προσδιορίσουν τις
ανεπιθύμητες ενέργειες.

12
Τρόποι μελέτης της Φαρμακολογίας
Γενική και ειδική Φαρμακολογία (5/5)
• Οι φάσεις ΙΙ και ΙΙΙ έχουν ονομαστεί ελεγχόμενες δοκιμές,
διότι συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα των
δοκιμαζόμενων φαρμάκων έναντι κάποιων αγωγών που
λειτουργούν ως αναφορά. Ενίοτε, οι αγωγές-αναφορά
μπορεί να είναι απλά placebo (ανενεργά χαπάκια) ή εν μέρει
placebo, εάν δεν υπάρχουν άλλες εγκεκριμένες αγωγές.

13

Τρόποι μελέτης των φαρμάκων (1/2)


• Για να αποφύγουμε διάφορους υποκειμενικούς παράγοντες
που τυχόν επηρεάσουν τις κλινικές δόκιμες στις φάσεις ΙΙ και
ΙΙΙ, οι εθελοντές πρέπει να αγνοούν ότι τους χορηγούνται
φάρμακα που δοκιμάζονται (τυφλή δοκιμή). Σε ορισμένες
δοκιμές, μπορεί ο αρμόδιος γιατρός να αγνοεί και αυτός ποια
αγωγή δίνεται (διπλά τυφλή δοκιμή).
• Γενικά, ο χρόνος που χρειάζεται για ένα δοκιμαζόμενο
φάρμακο να συμπληρώσει την οριζόμενη διαδικασία είναι 7
με 10 χρόνια, ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας εξαγωγής
αδιαμφισβήτητων συμπερασμάτων, όσον αφορά στην
αποτελεσματικότητα και στην ανεκτικότητά του.

14
Τρόποι μελέτης των φαρμάκων (2/2)
Φάση ΙV
• Γίνονται δοκιμές μετά την επίσημη κυκλοφορία του
φαρμάκου.
• Αυτές ως σκοπό έχουν να καθοριστεί ο πιο σωστός τρόπος
λήψης των φαρμάκων.

15

Μορφές ιδιοσκευασμάτων (1/2)


• φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα είναι: «Κάθε φάρμακο
παρασκευασμένο εκ των προτέρων που τίθεται στην
κυκλοφορία υπό ειδική ονομασία (εμπορική) και σε ειδική
συσκευασία».
• Υπάρχουν πολλές μορφές ιδιοσκευασμάτων.
• Οι κυριότερες είναι τα δισκία, τα καταπότια, τα υπογλώσσια
δισκία, τα σακχαρόπηκτα, οι τροχίσκοι, οι κάψουλες, τα
διαλύματα, τα εναιωρήματα, τα σιρόπια.
• Επίσης τα αεροζόλ, τα ενέσιμα διαλύματα, τα υπόθετα.

16
Μορφές ιδιοσκευασμάτων (2/2)
• Τα υπόθετα χορηγούνται είτε από του ορθού, είτε κολπικά
είτε διουρηθρικά (κηρία).
• Φάρμακα που χορηγούνται ενέσιμα μπορούν να δοθούν είτε
υποδόρια, είτε ενδοδερμικά, είτε ενδομυικά, είτε
ενδοφλέβια. Επίσης υπάρχουν φάρμακα που δίδονται ως
αυτοκόλλητα (trandermal systems) όπως αντιστηθαγχικά,
ανδρογόνα, οιστρογόνα.

17

Από τι αποτελούνται τα ιδιοσκευάσματα


• Δραστική ουσία - είναι η ουσία με φαρμακολογική δράση,
• Έκδοχο – πρόσθετες ουσίες χωρίς φαρμακολογική δράση,
• Δηλ –διαλύτες.
– ουσίες που αυξάνουν τον όγκο,
– ουσίες που περιορίζουν τις απώλειες,
– ουσίες που καλύπτουν δοσιμετρικές ανάγκες,
– ουσίες που βελτιώνουν την γεύση,
– ουσίες που βελτιώνουν την οσμή.

18
Τρόποι χορήγησης των φαρμάκων (1/2)
• Δέρμα (επιδερμικά, υποδερμικά) αλοιφές, κρέμες, έμπλαστρα,
επιπαστικά διαλύματα, σκόνες, λοσιόν, εμβόλια)
• Βλεννογόνοι – γαστρεντερικό σύστημα (ΓΕΣ)
a) per os (δισκία, καταπότια, τροχίσκοι, σακχαρόπηκτα, κάψουλες,
σκόνες, διαλύματα, εναιωρήματα, γαλακτώματα, υπογλώσσια
δισκία)
b) per rectum (υπόθετα, διαλύματα)
– ουροποιητικό (υπόθετα, κηρία, αλοιφές, σκόνες, διαλύματα)
– αναπνευστικό – μύτη (αλοιφές, σκόνες, διαλύματα)
– πνεύμων (διαλύματα, σκόνες, αεροζόλ)
– μάτια (αλοιφές, διαλύματα, εναιωρήματα, μείγματα, κολλύρια)

19

Τρόποι χορήγησης των φαρμάκων (2/2)


• Ιστοί – (IM, SC, ID, IV*),
• Επίσης, χορήγηση ενδαρτηριακή, ενδορραχιαία,
ενδαρθρική, περινευρική, ενδογαγγλιακή, κ.α.

• *ΙΜ= intramuscularly, ενδομυικά


• IV= Intravenously, ενδοφλέβια
• SC= subcutanously, υποδόρια
• ΙD= intradermaly, ενδοδερμικά

20
Από την χορήγηση την χορήγηση στην
διάθεση των φαρμάκων (1/3)
• Κανονικά τα φάρμακα φτάνουν στα όργανα – στόχους μέσω
του αίματος και συνηθέστατα μέσω της φλεβικής
κυκλοφορίας.
• Τόσο η ενδοφλέβια, η ενδομυική και η υποδόρια χορήγηση
συνεπάγεται τραυματισμό του δέρματος.
• Γι’ αυτό, η απλούστερη οδός χορήγησης είναι από του
στόματος (per os), όπου η είσοδος του φαρμάκου στο αίμα
θα γίνει μέσω του γαστρικού βλεννογόνου.

21

Από την χορήγηση την χορήγηση στην


διάθεση των φαρμάκων (2/3)
• Το μειονέκτημα της per os χορήγησης είναι ότι έτσι τα
φάρμακα περνούν από την ηπατική κυκλοφορία, όπου είτε
μεταβολίζονται είτε απενεργοποιούνται. Ακόμα και από του
ορθού να χορηγηθούν, τουλάχιστον ένα κλάσμα εισέρχεται
στην κυκλοφορία μέσω της πυλαίας φλέβας.

22
Από την χορήγηση την χορήγηση στην
διάθεση των φαρμάκων (3/3)
• Η δίοδος από το ήπαρ, αποφεύγεται μόνον όταν η
απορρόφηση γίνεται υπογλώσσια η από τον βλεννογόνο του
στόματος, επειδή το φλεβικό αίμα του στόματος διοχετεύεται
απ’ ευθείας στην άνω κοίλη φλέβα. Το ίδιο ισχύει και με την
εισπνοή.
• Τόσο η στοματική, η υπογλώσσια και η εισπνοή είναι οδοί
όπου το φάρμακο συχνά χρειάζεται να δράσει τοπικά και έτσι
χρησιμοποιούνται σε ιδιαίτερες περιπτώσεις.
• Το αυτό ισχύει και με την διαδερμική οδό.

23

Ταχύτητα απορρόφησης
• Η ταχύτητα της απορρόφησης ενός φαρμάκου εξαρτάται
από την οδό και την μέθοδο χορήγησής του. Είναι ταχύτερη
όταν το φάρμακο δίδεται ενδοφλέβια και η βραδύτερη όταν
δίδεται υποδόρια.
• Όταν δίδεται υπογλώσσια, είναι πολύ ταχύτερη της
παραδοσιακής per os.

24
Πηλίκο απορροφητικότητας
• Πηλίκο απορροφητικότητας είναι το ποσό του φαρμάκου
που απορροφάται διαιρούμενο με το ποσό του βλεννογόνου
του εντέρου που υπάρχει για την απορρόφησή του.
• Τα φάρμακα για να φτάσουν το στόχο τους πρέπει να φύγουν
από την κυκλοφορία.

25

Φραγμοί
• Η διεισδυτικότητα των φαρμάκων γίνεται από το τοίχωμα των
τριχοειδών που αποτελεί τον αιματο-ιστικό φραγμό (blood-
tissue barrier), δηλ μια κυτταρική στοιβάδα ενδοθηλίου και
μια βασική μεμβράνη.
• Η διεισδυτικότητα των ιστών διαφέρει ανάλογα με τις
εκάστοτε ιδιότητες των τριχοειδών τους.

26
Αιματεγκεφαλικός φραγμός (1/2)
• Ειδικό τύπο αιματο-ιστικού φραγμού αποτελεί ο
αιματεγκεφαλικός φραγμός, όπου τα ενδοθήλια και τα
κύτταρα δεν έχουν πόρους και τα φάρμακα για να διέλθουν
πρέπει να διαχυθούν ενδοκυττάρια.
• Αυτά τα φάρμακα έχουν ιδιαίτερες φυσικοχημικές ιδιότητες η
χρειάζονται την παρουσία και δράση ενός ειδικού
συστήματος μεταφοράς.

27

Αιματεγκεφαλικός φραγμός (2/2)


• Ο αιματεγκεφαλικός φραγμός είναι διαπερατός από μόνον
μερικά είδη φαρμάκων.
• Σε αντίθεση, τα φάρμακα από την κυκλοφορία στο ήπαρ
διέρχονται ελεύθερα διότι ανάμεσα στα ενδοθηλιακά
ηπατικά κύτταρα υπάρχουν μεγάλοι δίοδοι (fenestrations).
• Άλλοι ιδιαίτεροι σωματικοί φραγμοί στην δίοδο των
φαρμάκων είναι ο πλακουντιακός φραγμός, ο ορχικός
φραγμός, ο χοριοεγκεφαλικός φραγμός, κ.α.

28
Στόχοι της φαρμακευτικής δράσης (1/2)
• Τα φάρμακα στοχεύουν σε κάποια εκλεκτική επίδραση πάνω
σε κάποιες ζωτικές λειτουργίες ώστε να εξαλείψουν τα
συμπτώματα μιας νόσου.
• Γνωρίζουμε ότι η μικρότερη δομική μονάδα ενός οργανισμού
είναι το κύτταρο.
• Εκεί θέλουμε να γνωρίζουμε το πώς δρουν τα φάρμακα.

29

Στόχοι της φαρμακευτικής δράσης (2/2)


• Η κυτταρική μεμβράνη διαχωρίζει το κύτταρο από τα άλλα
και του προσφέρει αυτονομία. Στην κυτταρική μεμβράνη
υπάρχουν μεταφορικές πρωτεΐνες που χρησιμεύουν για
ελεγχόμενες μεταβολικές συναλλαγές με το κυτταρικό
περιβάλλον (αντλίες που καταναλώνουν ενέργεια όπως η
Να/Κ/ΑΤPάση, μεταφορείς όπως η Να/glucose, και ιοντικά
κανάλια για το Να η το Cα).

30
Συντονισμός των κυττάρων
• Ο λειτουργικός συντονισμός των κυττάρων επιτυγχάνεται με
την βοήθεια των αγγελιοφόρων μορίων
(νευρομεταβιβαστών η ορμονών) που αναγνωρίζονται από
ειδικές δεσμευτικές θέσεις των μεμβρανών, τους υποδοχείς.

31

Αγωνιστές και ανταγωνιστές υποδοχέων


• Το αποτέλεσμα των φαρμάκων εξαρτάται από την
αλληλεπίδρασή τους με την κυτταρική λειτουργία.
• Οι υποδοχείς που αναγνωρίζουν ενδογενή αγγελιοφόρα
μόρια αποτελούν και θέσεις όπου δρουν τα φάρμακα σαν
αγωνιστές η ανταγωνιστές.

32
Άλλοι στόχοι φαρμάκων
• Τα μεταφορικά συστήματα των μεμβρανών μπορεί επίσης
να είναι οι στόχοι δράσης μερικών φαρμάκων (καρδιακές
γλυκοσίδες, διουρητικά της αγκύλης, ανταγωνιστές του
ασβεστίου).
• Άλλα φάρμακα μπορεί να επηρεάσουν ενδοκυτταρικές
μεταβολικές διαδικασίες (ενεργοποιητές ενζύμων). Αυτού
του τύπου τα φάρμακα πρέπει να περάσουν τις μεμβράνες
των κυττάρων.

33

Κυτταρικές μεμβράνες ως φαρμακευτικοί


στόχοι
• Οι μεμβράνες των κυττάρων αποτελούνται από διμερή
φωσφωλιπιδιακή στοιβάδα δίκην μωσαϊκού. Για την
απορρόφησή τους τα φάρμακα, πρέπει να είναι ικανά να
διέλθουν την λιποφιλική μεμβράνη λόγω των
φυσικοχημικών τους ιδιοτήτων η να υπόκεινται σε κάποιο
ειδικό μηχανισμό μεταφοράς. Όταν διαθέτουν τα ανωτέρω,
τα φάρμακα απορροφούνται γρήγορα. Αυτά ισχύουν τόσο
για τον γαστρεντερικό βλεννογόνο, όσο και για τον
στοματικό, τον αναπνευστικό, καθώς και για το δέρμα.

34
Κυτταρική μεμβράνη (1/4)
• Είναι μία δομή φανταστική! Περιβάλλει το κύτταρο, το ορίζει
και το προστατεύει. Είναι ημιδιαπερατή (επιτρέποντας μόνο
μερικές ουσίες να περάσουν και απομακρύνοντας άλλες) και
η διαπερατότητά της μπορεί να ποικίλλει. Αναφέρεται
συνήθως σαν πλασματική μεμβράνη.
• Τόσο το κύτταρο, όσο και ο πυρήνας του και τα οργανίδιά του
περιβάλλονται από μεμβράνη.

35

Κυτταρική μεμβράνη (2/4)


• Ειδικά η κυτταρική μεμβράνη είναι ≅ 7.5 mm (75Αο) σε
πάχος. Πρωταρχικά αποτελείται από πρωτεΐνες και λιπίδια
(1:50 μόρια). Τα κυριότερα λιπίδια είναι τα φωσφολιπίδια.
• Στην μεμβράνη το υδρόφιλο άκρο των μορίων εκτίθεται στο
υδατικό περίβλημα (εξωτερικό). Το υδρόφοβο μέρος των
μορίων εκτίθεται στο εσωτερικό που έχει λιγότερο Η2Ο.

36
Κυτταρική μεμβράνη (3/4)
• Γενικά τα υδρόφοβα τμήματα των πρωτεϊνικών μορίων που
βρίσκονται στο εσωτερικό δεν φέρουν φορτία και τα
υδρόφιλα τμήματα που βρίσκονται στην έξω επιφάνεια
φέρουν φορτία.
• Μερικές από τις πρωτεΐνες της μεμβράνης μπορεί να
απομακρυνθούν με ήπιες βιοχημικές εξεργασίες
(περιφερικές πρωτεΐνες) ενώ άλλες είναι δύσκολο να
αποκοπούν και να φύγουν (συνυφασμένες πρωτεΐνες).
• Μερικές πρωτεΐνες περιέχουν λιπίδια, (λιποπρωτεΐνες) και
μερικές υδατάνθρακες (γλυκοπρωτεΐνες).

37

Κυτταρική μεμβράνη (4/4)


• Ενώ τα μόρια των πρωτεϊνών είναι λίγα σε σχέση με τα
φωσφολιπίδια (1 πρωτεΐνη: 50 φωσφολιπίδια), επειδή οι
πρωτεΐνες είναι μεγαλομοριακές ενώσεις, οι μάζες τους έρχονται
50%-50%.
• Η πρωτεϊνική σύσταση της μεμβράνης ποικίλλει ανάλογα με τις
διαδικασίες που θα επιτελέσει το κύτταρο.
• Οι μεμβράνες είναι δυναμικές δομές και τα συστατικά τους
εναλλάσσονται συνεχώς. Οι μεμβράνες είναι ένα δυναμικό υγρό
μωσαϊκό, όπου τα στοιχεία αλλάζουν και κινούνται.
• Στα περισσότερα κύτταρα γύρω από την κυτταρική υπάρχει και μία
άλλη μεμβράνη, η βασική που είναι μεν λεπτή αλλά καλά ορατή
στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο.

38
Επικοινωνία των κυττάρων
Τα γειτονικά κύτταρα έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Οι μεμβράνες
τους μπορεί να παρουσιάσουν 3 είδη επικοινωνίας.
• Σφιχτές ενώσεις (tight junctions): οι μεμβράνες έρχονται κοντά
κοντά και τελικά συνενώνονται.
• Ενώσεις κενού (gap junctions) (nexus): κενό μεταξύ των
μεμβρανών 2 nm.
• Δεσμοσώματα (adherens junctions): οι μεμβράνες έρχονται κοντά
αλλά υπάρχει κενό 15-35 nm.
• Όσο μεγαλύτερες οι αποστάσεις μεταξύ μεμβρανών τόσο πιο
εύκολη είναι η διαβατότητα ιόντων.
* Ενδιαφέρον: Οι τύποι αυτοί επικοινωνίας μεμβρανών λείπουν
όταν συσσωρεύονται καρκινικά κύτταρα.
39

Απεικόνιση της μεμβράνης

“Cell membrane scheme”, από Foobar


διαθέσιμο με άδεια CC BY-SA 3.0

40
Υποδοχείς στην μεμβράνη (1/4)
• Οι υποδοχείς στην μεμβράνη (receptors of the cell
membrane) είναι θέσεις στις κυτταρικές μεμβράνες, όπου
άλλες ουσίες έρχονται και ενώνονται μαζί τους προκειμένου
να εκτελέσουν την κυτταρική τους δράση.
• Οι υποδοχείς της μεμβράνης είναι πρωτεΐνες.

41

Υποδοχείς στην μεμβράνη (2/4)


Έχουν δύο θέσεις:
• μια αναγνωριστική (recognition site) και
• μια καταλυτική (transducer site).
 Η αναγνωριστική θέση αναγνωρίζει την ερχόμενη ουσία
και την δεσμεύει.
 Η καταλυτική υφίσταται μια αλλαγή δομής και ή
ενεργοποιεί ένα ένζυμο (συνήθως την αδενυλκυκλάση),
ή ανοίγει ένα ιονικό κανάλι.
 Κάθε ουσία που ενεργοποιεί τον υποδοχέα αφού ενωθεί
μαζί του λέγεται αγωνιστής, ενώ κάθε ουσία που όταν
ενωθεί δεν τον ενεργοποιεί λέγεται ανταγωνιστής.
42
Διαμεμβρανικός υποδοχέας

“Transmembrane receptor”, από Mouagip διαθέσιμο με άδεια CC BY-SA 3.0


43

Υποδοχείς στην μεμβράνη (3/4)


• Με βάση τα παραπάνω έχουμε 2 τάξεις διαμεμβρανικών
υποδοχέων :
• Τάξη 1η : Σε αυτή οι υποδοχείς όταν ενεργοποιηθούν έχουμε
άνοιγμα καναλιών (Na, ή Κ+ ή Cl- ή Ca++) και επηρεάζεται η
διαβατότητα της μεμβράνης π.χ. νικοτινικός υποδοχέας της
Ach (ακετυλοχολίνης).

44
Υποδοχείς στην μεμβράνη (4/4)
• Τάξη 2η : Είναι οι υποδοχείς που αποτελούνται από μια
μακριά πεπτιδική αλυσίδα, που βρίσκεται ανάμεσα στην
μεμβράνη και από μια ενδοκυτταρική καμπύλη η οποία
βρίσκεται μέσα στο κύτταρο για να δεσμεύσει μια πρωτεΐνη
που λέγεται G-πρωτεΐνη. Κατόπιν διεγείρει ένα δεύτερο
μεταβιβαστή. (1ος μεταβιβαστής = η ουσία που έρχεται να
ενωθεί με τον υποδοχέα). (Δεύτεροι μεταβιβαστές υπάρχουν
πολλοί).
 Ας θυμόμαστε το cAMP (κυκλική μονοφωσφορική
αδενοσίνη) που είναι ο συχνότερος δεύτερος μεταβιβαστής
των βιολογικών συστημάτων.

45

Λειτουργία διαμεμβρανικών υποδοχέων (1/3)


• Όταν το μόριο που πρόκειται να αναγνωρισθεί από τον υποδοχέα
του έρχεται κοντά στο κύτταρο ενώνεται με την αναγνωριστική
μονάδα του υποδοχέα παρουσία της βοηθητικής πρωτεΐνης G.
• Κατόπιν το σύμπλεγμα μορίου (που καλείται και πρώτος
αγγελιοφόρος), αναγνωριστικής υπομονάδας του υποδοχέα και
πρωτεΐνης G, ενεργοποιεί την καταλυτική υπομονάδα του
υποδοχέα που υφίσταται στροφή στον χώρο και με αυτόν τον
τρόπο στους μεν 1ης τάξης ανοίγει κάποιο ιοντικό κανάλι, στους δε
2ης τάξης ενεργοποιεί το ένζυμο της μεμβράνης που καλείται
αδενυλκυκλάση και καταλύει την αντίδραση μετατροπής της ATP
σε cAMP με απόδοση 2 μορίων φωσφόρου (P) ανά μόριο ATP.

46
Λειτουργία διαμεμβρανικών υποδοχέων (2/3)
• Οι απελευθερούμενοι φωσφόροι είναι πηγή ενέργειας και
μεταφέρονται με ένζυμα, τις κινάσες, σε ήδη δομημένες
πρωτεΐνες που με αυτόν τον τρόπο ενεργοποιούνται για να
πράξουν τις λειτουργίες για τις οποίες προορίζονται στο
κύτταρο.

47

Λειτουργία διαμεμβρανικών υποδοχέων (3/3)


Συμπέρασμα:
• 1ος μεταβιβαστής = δίνει ένα πρώτο χημικό μήνυμα (first
messenger).
• 2ος μεταβιβαστής = δίνει ένα δεύτερο χημικό μήνυμα (second
messenger).
 Η αδενυλκυκλάση είναι ένζυμο και διαμεμβρανική πρωτεΐνη.
 Το cAMP προέρχεται από την τριφωσφορική αδενοσίνη (ΑΤΡ).
 μετά την αποβολή 2 φωσφορικών και
 η δράση του cAMP για φωσφορυλίωση πρωτεϊνών καταλύεται
από ένα ένζυμο που λέγεται πρωτεϊνική κινάση Α.

48
Διαμεμβρανικός υποδοχέας (1/3)

“GPGIC schematic”, από CafeDelMar διαθέσιμο ως κοινό κτήμα 49

Διαμεμβρανικός υποδοχέας (2/3)

[Link] 50
Διαμεμβρανικός υποδοχέας (3/3)

[Link]
51

Ενδοκυτταρικοί υποδοχείς (1/2)


• Εκτός από τους πρωτεϊνικούς υποδοχείς της μεμβράνης,
υπάρχει μία άλλη τάξη υποδοχέων που βρίσκονται στο
κύτταρο.
• Αυτοί είναι ενδοκυττάριοι και μπορεί να είναι ή στο
κυτταρόπλασμα ή στον πυρήνα.
• Τους συναντάμε στις στεροειδείς και θυρεοειδικές ουσίες.

52
Ενδοκυτταρικοί υποδοχείς (2/2)
• Αυτοί οι υποδοχείς λειτουργούν ως εξής :
 Η ουσία που αναγνωρίζουν εισέρχεται μέσα στο κύτταρο
και οι ενδοκυτταρικοί υποδοχείς συνενώνονται μαζί της.
Η χημική φύση των υποδοχέων αυτών δεν μας είναι
απόλυτα γνωστή. Το σύμπλεγμα υποδοχέα και ουσίας
πορεύεται στον πυρήνα του κυττάρου όπου διεγείρουν το
DNA προς παραγωγή RNA το οποίο μεταβαίνει στο τραχύ
ενδοπλασματικό δίκτυο και οδηγεί σε πρωτεϊνοσύνθεση.
 Κατά συνέπεια οι ενδοκυτταρικοί υποδοχείς δεν οδηγούν
σε απλή φωσφορυλίωση των υπαρχουσών πρωτεϊνών
αλλά σε de novo σύνθεση των πρωτεϊνών.
53

Ανδρογονικός ενδοκυτταρικός υποδοχέας

“Human androgen receptor and androgen binding”,


από [Link] διαθέσιμο με άδεια CC BY 3.0
54
Πρωτεϊνοσύνθεση

“Proteinsynthesis”, από Laikayiu


διαθέσιμο με άδεια CC BY-SA 3.0
55

Διέλευση ουσιών με άλλους τρόπους


• Διάχυση,
• Μεταφορά,
• Κυστική μεταφορά,
• Ενδοκυττάρωση μέσω υποδοχέων.

56
Διάχυση (1/2)
• Διάχυση – Οι λιποφιλικές ουσίες διέρχονται την κυτταρική
μεμβράνη από τον εξωκυττάριο χώρο, συγκεντρώνονται στην
μεμβράνη και περνούν στο κυτταρόπλασμα. Η φορά και η
ταχύτητα διόδου των ουσιών εξαρτάται από τις σχετικές
συγκεντρώσεις εκατέρωθεν.

57

Διάχυση (2/2)
• Όσο μεγαλύτερη η διαφορά συγκεντρώσεων, τόσο
περισσότερο φάρμακο θα διαχυθεί στην μονάδα του χρόνου
(νόμος του Fick). Η λιποειδική μεμβράνη των κυττάρων
αποτελεί τεράστιο εμπόδιο στις υδροφιλικές ουσίες.

58
Μεταφορά (1/2)
• Μεταφορά – Μερικά φάρμακα περνούν τον φραγμό των
κυττάρων με την βοήθεια των μεταφορικών πρωτεϊνών η
συστημάτων (carriers).
• Αυτή η μεταφορά είναι άσχετη με τις φυσιολογικές τους
ιδιότητες και συγκεκριμένα την λιποφιλικότητα των
φαρμάκων.

59

Μεταφορά (2/2)
• Όμως το φάρμακο πρέπει να έχει συγγένεια προς το
μεταφορικό του σύστημα.
• Όταν δε, το σύμπλεγμα φαρμάκου-carrier συνδεθεί, πρέπει
να μπορεί να διέλθει τις μεμβράνες.

60
Κυστική μεταφορά
• Κυστική μεταφορά (vesicular transport, transcytosis) - είναι
η μεταφορά με την μορφή μικρών κυστιδίων. Οι ουσίες που
έχουν διαλυθεί στον εξωκυττάριο χώρο, εκκολπούνται στην
κυτταρική μεμβράνη, γίνονται το εσωτερικό μικρών
κυστιδίων και εισέρχονται στο κυτταρόπλασμα. Συχνά τα
εισερχόμενα κυστίδια συνδέονται με λυσσοσώματα,
συντήκονται και η ουσία παρουσία του λυσσοσώματος,
μεταβολίζεται.

61

Ενδοκυττάρωση μέσω υποδοχέων (1/2)


• Ενδοκυττάρωση μέσω υποδοχέων – Τα φάρμακα αρχικά
συνδέονται με τους υποδοχείς της μεμβράνης, των οποίων
τα εσωτερικά τμήματα (κάτω από την μεμβράνη) έρχονται σε
επαφή με ειδικές πρωτεΐνες (ανταπτίνες) (adaptins).
• Μέσω ειδικών συμπλεγμάτων (clathrins) τελικά, οι υποδοχείς
επιστρέφουν στην θέση τους στην μεμβράνη, και το φάρμακο
γίνεται ενδόσωμα (endosome).

62
Ενδοκυττάρωση μέσω υποδοχέων (2/2)
• Το ενδόσωμα αποδίδει την ουσία, όπου πρόκειται να δράσει,
στην συσκευή Golgi, στον πυρήνα, στα λυσσοσώματα η στην
απέναντι κυτταρική μεμβράνη.
• Αντίθετα με την απλή ενδοκυττάρωση ουσιών, η διαδικασία
ενδοκυττάρωσης μέσω υποδοχέων, περιλαμβάνει 1) χημική
συγγένεια της ουσίας προς κάποιον υποδοχέα και 2)
διενεργείται ανεξάρτητα από την διαφορά συγκέντρωσης
ουσιών.

63

Τα φάρμακα στους υποδοχείς


• Κάθε φαρμακευτική ουσία που διεγείρει έναν υποδοχέα
λέγεται αγωνιστής και κάθε φαρμακευτική ουσία που
αναστέλλει έναν υποδοχέα καλείται ανταγωνιστής.

64
Ενότητα 2: Γενική Φαρμακολογία (β’ μέρος)

Βιοδιαθεσιμότητα φαρμάκου
• Είναι το μέγεθος της απορρόφησης ενός φαρμάκου μετά την
χορήγησή του από άλλες οδούς πλην της ενδοφλέβιας.
• Η βιοδιαθεσιμότητα προσδιορίζεται από τα επίπεδα του
φαρμάκου από μια οδό (per os) σε σύγκριση με τα επίπεδα
πλάσματος μετά από IV χορήγηση.

1
Σχηματική απεικόνιση βιοδιαθεσιμότητας (1/2)

Σχηματική απεικόνιση βιοδιαθεσιμότητας (2/2)

3
Παράγοντες που επηρεάζουν την
βιοδιαθεσιμότητα
• ο μεταβολισμός του φαρμάκου,
• η διαλυτότητα του φαρμάκου,
• η χημική του αστάθεια,
• ο χαρακτήρας του ιδιοσκευάσματος.

Βιοϊσοδυναμία (Bioequivalence)
• Δύο συναφή φάρμακα είναι βιοϊσοδύναμα αν εμφανίζουν
συγκρίσιμη βιοδιαθεσιμότητα.
• Θεραπευτική ισοδυναμία (Therapeutic equivalence)
• Δύο παρόμοια φάρμακα είναι θεραπευτικά ισοδύναμα αν
έχουν συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.

5
Κατανομή
Κατανομή του φαρμάκου (Distribution)
• Είναι η διεργασία όπου το φάρμακο εγκαταλείπει την
κυκλοφορία και εισέρχεται στο διάμεσο χώρο (ECF) η στα
κύτταρα των ιστών.
Η κατανομή εξαρτάται
1. από την αιματική ροή
2. από την διαπερατότητα των τριχοειδών
3. από την πρόσδεση του φαρμάκου σε πρωτεΐνες

Όγκος κατανομής
• Όγκος κατανομής (Volume of distribution)
• Είναι ένας υποθετικός όγκος υγρού μέσα στον οποίο
κατανέμεται το φάρμακο.
• Φαινομενικός όγκος κατανομής (Apparent volume of
distribution) (Vd) καλείται όταν ο όγκος για κάποια στιγμή
σταθεροποιείται.
• Εάν C η συγκέντρωση φαρμάκου ενός αγγειακού
διαμερίσματος, και D το ποσό το χορηγούμενου φαρμάκου,
τότε
• C=D/Vd, άρα Vd=D/C

7
Τύπος εύρεσης όγκου κατανομής
Volume of Distribution (Vd)

𝑋0
𝑉𝑑 =
𝐶0

𝑋0 =dose

𝐶0 =initial concentration

Μεγάλος όγκος κατανομής


• Αν το Vd είναι εξαιρετικά μεγάλο, τότε αυτό σημαίνει ότι το
φάρμακο συγκεντρώνεται σε σημαντικά μεγάλο βαθμό σε
κάποιο όργανο η διαμέρισμα του σώματος.

9
Από την χορήγηση στην διάθεση των
φαρμάκων (1/4)
Κανονικά τα φάρμακα φτάνουν στα όργανα στόχους μέσω του
αίματος και συνηθέστατα μέσω της φλεβικής κυκλοφορίας.
• Τόσο η ενδοφλέβια, η ενδομυική και η υποδόρια χορήγηση
συνεπάγεται τραυματισμό του δέρματος. Γι’ αυτό η
απλούστερη οδός χορήγησης είναι από του στόματος (per
os), όπου η είσοδος του φαρμάκου στο αίμα θα γίνει μέσω
του γαστρικού βλεννογόνου.

10

Από την χορήγηση στην διάθεση των


φαρμάκων (2/4)
• Το μειονέκτημα της per os χορήγησης είναι ότι έτσι τα
φάρμακα περνούν από την ηπατική κυκλοφορία όπου είτε
μεταβολίζονται είτε απενεργοποιούνται. Ακόμα και από του
ορθού να χορηγηθούν, τουλάχιστον ένα κλάσμα εισέρχεται
στην κυκλοφορία μέσω της πυλαίας φλέβας.

11
Από την χορήγηση στην διάθεση των
φαρμάκων (3/4)
• Το πέρασμα από το ήπαρ αποφεύγεται μόνον όταν η
απορρόφηση γίνει υπογλώσσια η από τον βλεννογόνο του
στόματος, επειδή το φλεβικό αίμα του στόματος διοχετεύεται
κατ’ ευθείαν στην άνω κοίλη φλέβα. Το ίδιο ισχύει και με την
εισπνοή. Τόσο η στοματική, η υπογλώσσια και η εισπνοή
είναι οδοί όπου το φάρμακο συχνά χρειάζεται να δράσει
τοπικά και έτσι χρησιμοποιούνται σε ιδιαίτερες περιπτώσεις.
Το αυτό ισχύει και με την διαδερμική οδό.

12

Από την χορήγηση στην διάθεση των


φαρμάκων (4/4)
• Η ταχύτης της απορρόφησης ενός φαρμάκου εξαρτάται από
την οδό και την μέθοδο χορήγησης.
• Είναι η ταχύτερη όταν το φάρμακο δίδεται ενδοφλέβια και η
βραδύτερη όταν δίδεται υποδόρια. Όταν δίδεται
υπογλώσσια είναι πολύ ταχύτερη της παραδοσιακής per os.

13
Δέσμευση των φαρμάκων από τις
πρωτεΐνες του πλάσματος (1/6)
Όταν ένα φάρμακο εισέρχεται στο αίμα, είναι δυνατόν να
συνδεθεί με πρωτεΐνες του πλάσματος και να δημιουργήσει
συμπλέγματα «φαρμάκων-πρωτεϊνών».
• Κυρίως τα φάρμακα δεσμεύονται από την λευκωματίνη
(αλβουμίνη), β-σφαιρίνες και από όξινες γλυκοπρωτεΐνες.
Υπάρχουν και πιο ειδικές πρωτεΐνες (τρανσκορτίνη,
τρανσφερίνη, TBG).

14

Δέσμευση των φαρμάκων από τις


πρωτεΐνες του πλάσματος (2/6)
• Ο βαθμός δέσμευσης φαρμάκου και πρωτεϊνών πλάσματος
εξαρτάται από την συγκέντρωση των δύο ουσιών και από την
χημική συγγένεια του φαρμάκου για την δεδομένη πρωτεΐνη.
• Η λευκωματίνη που έχει συγκέντρωση 4.6g/100ml (0.6 M),
στο πλάσμα, έχει πολύ μεγάλη δεσμευτική ικανότητα

15
Δέσμευση των φαρμάκων από τις
πρωτεΐνες του πλάσματος (3/6)
• Η λευκωματίνη έχει διαφορετικές θέσεις δέσμευσης για
ανιονικές και κατιονικές ουσίες αλλά συμμετέχουν και
δυνάμεις Van der Vaals.
• Το μέγεθος της δέσμευσης σχετίζεται με την υδροφοβικότητα
του φαρμάκου.
• Η δέσμευση φαρμάκων – πρωτεϊνών είναι στιγμιαία και
αναστρέψιμη.

16

Δέσμευση των φαρμάκων από τις


πρωτεΐνες του πλάσματος (4/6)
• Κάθε αλλαγή των συγκεντρώσεων, πχ αδεσμεύτου
φαρμάκου, προκαλεί αναπροσαρμογή στο δεσμευμένο
φάρμακο.
• Η δέσμευση φαρμάκου – πρωτεϊνών είναι σημαντική, διότι
καθορίζει και την ισχύ της δράσης του φαρμάκου καθώς και
την α) μετατροπή (ήπαρ) και β) αποβολή (νεφρά) του
φαρμάκου.
• Μόνο το ελεύθερο κλάσμα του φαρμάκου μεταβολίζεται
στο ήπαρ και αποβάλλεται από τα νεφρά.

17
Δέσμευση των φαρμάκων από τις
πρωτεΐνες του πλάσματος (5/6)
• Όταν η συγκέντρωση του ελευθέρου (αδεσμεύτου φαρμάκου
ελαττώνεται, τότε απελευθερώνεται νέο φάρμακο από το
δεσμευμένο με τις πρωτεΐνες κλάσμα (depot phenomenon).
• Ένα άλλο φάρμακο που έχει χημική συγγένεια με μια
πρωτεΐνη, πχ λευκωματίνη, μπορεί να ανταγωνιστεί την
δεσμευτική ικανότητα ενός άλλου.

18

Δέσμευση των φαρμάκων από τις


πρωτεΐνες του πλάσματος (6/6)
• Όταν τα επίπεδα της λευκωματίνης αλλάζουν (πχ ηπατική
νόσος, νεφρωσικό σύνδρομο), τότε αλλάζουν και τα
φαρμακοκινητικά δεδομένα των φαρμάκων.

19
Η επίδραση του ήπατος (1/4)
• Σημαντικότατο όργανο στον μεταβολισμό των φαρμάκων.
• Το ήπαρ έχει μεγάλη αιματική ροή αλλά και τα ενδοθηλιακά
του κύτταρα διαθέτουν ιδιαίτερα μεγάλους πόρους.
• Έτσι διευκολύνεται η επαφή του παρεγχύματος και των
ουσιών.
• Επιπλέον, το ηπατοκύτταρο έχει μεγάλο αριθμό ενζύμων που
υπεισέρχονται σε μεταβολικές αντιδράσεις (κυρίως στα
μιτοχόνδρια), αλλά και στο τραχύ (ΤΕΔ) και λείο
ενδοπλασματικό δίκτυο (ΛΕΔ).

20

Η επίδραση του ήπατος (2/4)


• Τα ένζυμα του ΛΕΔ παίζουν σημαντικό ρόλο στον
μεταβολισμό των φαρμάκων.
• Τα ένζυμα είναι μεικτές υδροξυλάσες και οξειδάσες.
• Σημαντικό στοιχείο αυτού του ενζυμικού συστήματος είναι το
κυτόχρωμα P450 που στην οξειδωμένη του κατάσταση
δεσμεύει τα φάρμακα

21
Η επίδραση του ήπατος (3/4)
• Τα λιποφιλικά φάρμακα προσλαμβάνονται πολύ ευκολότερα
από τα ηπατοκύτταρα απ’ ότι τα υδρόφιλα, και έτσι οι
λιπόφιλες ουσίες καταλήγουν πιο εύκολα στο ΛΕΔ.
• Μερικές ουσίες/φάρμακα όταν χορηγηθούν, οδηγούν σε
πολλαπλασιασμό των μεμβρανών του ΛΕΔ των
ηπατοκυττάρων και ενεργοποίηση (induction) των ενζύμων
(φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, ριφαμπικίνη).

22

Η επίδραση του ήπατος (4/4)


• Ενεργοποίηση των ενζύμων οδηγεί σε αυξημένο μεταβολισμό
(biotransformation) των φαρμάκων.

23
Μεταβολισμός φαρμάκων (1/4)
• Η χημική μετατροπή που υφίστανται στο σώμα τα φάρμακα
καλείται μεταβολισμός.
• Συνήθως μεταβολιζόμενα τα φάρμακα, χάνουν μέρος της
βιολογικής τους δραστηριότητας, ενώ ταυτόχρονα
αυξάνεται η υδροφιλικότητά τους, και έτσι αποβάλλονται
ευκολότερα από τα νεφρά.
• Όσο πιο γρήγορα αποβάλλεται ένα φάρμακο, τόσο πιο
εύκολα μπορεί να επιτευχθεί η θεραπευτική του
συγκέντρωση με ακρίβεια.

24

Μεταβολισμός φαρμάκων (2/4)


• Γι’ αυτό τα φάρμακα συχνά σχεδιάζονται με χαλαρούς
δεσμούς, όπως είναι οι εσωτερικοί δεσμοί.
• Οι εστερικοί δεσμοί υδρολύονται εύκολα από εστεράσες.

25
Μεταβολισμός φαρμάκων (3/4)
Αντιδράσεις πρώτης φάσης
• Οι υδρολύσεις, οι οξειδώσεις, οι αναγωγές, οι αλκυλιώσεις
και οι αποαλκυλιώσεις συνιστούν αντιδράσεις πρώτης
φάσης.
• Γίνονται κύρια στο ήπαρ.
• Οι υδρολύσεις δεν δίνουν πάντοτε ανενεργή προιόντα, έτσι
μερικοί μεταβολίτες μπορεί να είναι ενεργείς.
• Οι οξειδώσεις είναι 2 ειδών 1) το Ο2 ενσωματώνεται στο
φάρμακο και 2) με την οξείδωση μέρος του μορίου χάνεται.
• Αναγωγικές αντιδράσεις μπορούν να γίνουν τόσο σε άτομα
Ο2 όσο και σε άτομα Ν2.
26

Μεταβολισμός φαρμάκων (4/4)


Αντιδράσεις δεύτερης φάσης (σύνθετες)
• Σε αυτές συζευγμένα προιόντα του φαρμάκου η των μεταβολιτών
του γίνονται ουσίες που περιέχουν γλυκουρονικό η θειικό οξύ.
• Τα γλυκουρονίδια που γίνονται στο ήπαρ, μπορεί να περάσουν
από το ηπατοκύτταρο στην χολή και από εκεί να εισέλθουν ξανά
στο εντερικό σύστημα (εντεροηπατικός κύκλος).
• Όταν τα γλυκουρονίδια έχουν ΜΒ > 300, μπορεί αντί της χολής να
εισέλθουν στο αίμα.
• Όταν κυκλοφορούν στο αίμα, τα γλυκουρονίδια αποβάλλονται πια
από τα νεφρά.
• Όσα φάρμακα λοιπόν υπεισέρχονται στον εντεροηπατικό κύκλο,
αποβάλλονται αργά.
27
Αποβολή φαρμάκων από τα νεφρά (1/4)
Διήθηση
Ενεργός έκκριση
• Τα περισσότερα φάρμακα αποβάλλονται από τα ούρα είτε
αμετάβλητα, είτε ως μεταβολίτες.
• Το τριχοειδικό τοίχωμα του αγγειώδους σπειράματος του
νεφρού επιτρέπει την δίοδο ουσιών ΜΒ<5000 με ευκολία.
• Η διήθηση ελαττώνεται όσο το ΜΒ αυξάνεται από >5000 έως
70.000 προοδευτικά. Η διήθηση ουσιών από τα νεφρά
σταματά όταν το ΜΒ>70.000.
• Όλα τα φάρμακα και οι μεταβολίτες τους πρέπει να έχουν
μικρότερο ΜΒ από το ανωτέρω για να περάσουν στα ούρα.
28

Αποβολή φαρμάκων από τα νεφρά (2/4)


• Εκτός από την διήθηση, τα φάρμακα μπορεί να περνούν στα
ούρα με ενεργό έκκριση. Συγκεκριμένα, εκεί απεκκρίνονται
μερικά κατιόντα και ανιόντα, καταναλώνοντας ενέργεια για
μεταφορά.
• Μερικά φάρμακα όταν αποβάλλονται σε μεγάλες
συγκεντρώσεις, επαναρροφώνται στα ούρα.
• Η επαναρρόφηση δεν είναι ενεργητική αλλά παθητική
διαδικασία, λόγω της διαφοράς συγκέντρωσης των ουσιών.

29
Αποβολή φαρμάκων από τα νεφρά (3/4)
Αποβολή λιπόφιλων και υδρόφιλων ουσιών
• Οι υδρόφιλες ουσίες είναι πολλές, δεν δεσμεύονται σε
μεγάλο βαθμό από πρωτεΐνες του πλάσματος και έτσι όλο
τους το ποσοστό δύναται να υποστεί σπειραματική διήθηση
και να αποβληθεί.
• Τα υδρόφιλα φάρμακα δεν υφίστανται επαναρρόφηση και
εμφανίζονται στα ούρα, αποβαλλόμενα γρήγορα.
• Οι λιπόφιλες ουσίες, δύσκολα γίνονται πολικές και
επαναρροφώνται στα ούρα.

30

Αποβολή φαρμάκων από τα νεφρά (4/4)


• Η ελεύθερη συγκέντρωση των λιπόφιλων αυτών ουσιών στο
πλάσμα είναι χαμηλή λόγω του ότι δεσμεύονται πολύ με τις
πρωτεΐνες του πλάσματος και ο ρυθμός αποβολής τους είναι
αργός.
• Τόσο ο μεταβολισμός (ήπαρ) όσο και η απέκκριση/αποβολή
(νεφρά) καθορίζουν την βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου.

31
Φαρμακοκινητική-Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοκινητική
• Περιλαμβάνει την απορρόφηση, κατανομή, μεταβολισμό και
απέκκριση φαρμάκων.
• Επίσης την συγκέντρωση του φαρμάκου στις θέσεις δράσης του σε
κάθε χρονική στιγμή μετά τη χορήγηση.
Φαρμακοδυναμική
• Βιοχημικές και φυσιολογικές δράσεις, μηχανισμοί δράσης
φαρμάκων.
• Περιλαμβάνει διάφορες τεχνικές, όπως της φυσιολογίας,
βιοχημείας, κυτταρικής και μοριακής βιολογίας, μικροβιολογίας,
ανοσολογίας, γενετικής και παθολογίας.
• Δίδεται έμφαση στα χαρακτηριστικά του φαρμάκου.

32

Χρόνος ημισείας ζωής φαρμάκου


• Χρόνος ημιζωής (ή ημίσειας ζωής) t1/2 είναι ο χρόνος που
απαιτείται για τη μεταβολή της συγκέντρωσης του φαρμάκου
κατά 50%.
• O t1/2 είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την κάθαρση και
ευθέως ανάλογος προς τον όγκο κατανομής
• t1/2 = 0,693Vd / συνολική κάθαρση από το σώμα

33
Αύξηση του χρόνου ημισείας ζωής (1/2)
Κλινικές καταστάσεις που συνεπάγονται αύξηση του t1/2.
• Όταν ένας ασθενής έχει μια διαταραχή που μεταβάλλει τον
t1/2 του φαρμάκου, απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
• Αυτό συμβαίνει γιατί η σταθερή κατάσταση επηρεάζεται από
τους παράγοντες που μεταβάλλουν τον t1/2.

34

Αύξηση του χρόνου ημισείας ζωής (2/2)


Ο t1/2 ενός φαρμάκου αυξάνεται στις εξής περιπτώσεις:
• Όταν η ροή του πλάσματος στους νεφρούς είναι ελαττωμένη,
όπως στην καρδιακή ανεπάρκεια ή στην αιμορραγία.
• Με την ταυτόχρονη χορήγηση δεύτερου φαρμάκου, που
εκτοπίζει το πρώτο από την αλβουμίνη και με τον τρόπο αυτό
αυξάνει τον όγκο κατανομής του πρώτου φαρμάκου.
• Όταν μειώνεται η νεφρική κάθαρση, όπως σε νεφρική νόσο.
• Όταν μειώνεται ο μεταβολισμός, όπως συμβαίνει όταν ένα
δεύτερο φάρμακο αναστέλλει τη βιομετατροπή του πρώτου

35
Άλλες παράμετροι
• Θεραπευτικός δείκτης (therapeutic index, therapeutic ratio)
είναι η σύγκριση του ποσοστού του θεραπευτικού παράγοντα
που προκαλεί τα φαρμακευτικά αποτελέσματα σε σύγκριση
με το ποσοστό που προκαλεί θάνατο (σε ζωικές μελέτες) η
τοξικότητα σε ανθρώπινες μελέτες.
• Ποσοτικά είναι η αναλογία που δίδεται με την θανατηφόρο η
τοξική δόση διαιρούμενη με την θεραπευτική δόση.

36

Ισχύς, συγγένεια, αποτελεσματικότητα


• Ισχύς είναι το μέτρο της φαρμακευτικής δραστηριότητας που
εκφράζεται με όρους του ποσού που απαιτείται για να προκληθεί
μια δράση ορισμένης έντασης.
• Ένα φάρμακο μεγάλης ισχύος όπως η μορφίνη έχει μεγάλη
απάντηση σε χαμηλές συγκεντρώσεις, ενώ ένα φάρμακο
μικρότερης ισχύος δίνει μικρή απάντηση σε χαμηλές
συγκεντρώσεις.
• Είναι ανάλογη με την συγγένεια και την αποτελεσματικότητα.
• Η συγγένεια είναι η ικανότητα του φαρμάκου να δεσμεύεται με
τον υποδοχέα του.
• Αποτελεσματικότητα είναι η σχέση μεταξύ κατάληψης του
υποδοχέα και της ικανότητας έναρξης μιας απάντησης σε μοριακό,
κυτταρικό, ιστικό η συστημικό επίπεδο.

37
Απεικόνιση της έννοιας της ισχύος

38

Αντοχή (1/8)
Φαρμακευτική αντοχή είναι μία κατάσταση μειωμένης
ευαισθησίας σε κάποια ουσία, εξαιτίας της συνεχούς λήψης
της.
• Η φαρμακευτική αντοχή εμφανίζεται με δύο τρόπους: όταν
μία συγκεκριμένη δόση δεν έχει πλέον την
αποτελεσματικότητα που είχε κάποτε ή όταν απαιτείται
μεγαλύτερη δόση από την ουσία για να υπάρξει το ίδιο
αποτέλεσμα. Η φαρμακευτική αντοχή είναι ουσιαστικά μία
μετατόπιση της καμπύλης δόσης-απόκρισης προς τα δεξιά.
• Υπάρχουν τρία βασικά γνωρίσματα στο θέμα της
φαρμακευτικής αντοχής.
39
Αντοχή (2/8)
• Το πρώτο είναι ότι η έκθεση σε μια ουσία μπορεί να
προκαλέσει αντοχή και σε άλλες ουσίες που δρουν μέσω του
ίδιου μηχανισμού. Το φαινόμενο είναι γνωστό με το όνομα
διασταυρούμενη αντοχή.
• Το δεύτερο είναι ότι η φαρμακευτική αντοχή μπορεί να
εμφανίζεται για ορισμένα αποτελέσματα μιας ουσίας και όχι
για κάποια άλλα. Στην πραγματικότητα μάλιστα, μπορεί από
τη μια να υπάρχει αντοχή σε μερικές συνέπειες της ουσίας
και από την άλλη να αυξάνεται η ευαισθησία σε κάποιες
άλλες –η αύξηση της ευαισθησίας απέναντι σε μια ουσία
λέγεται ευαισθητοποίηση στην ουσία (drug sensitization).

40

Αντοχή (3/8)
• Το τρίτο είναι ότι η ιδιαιτερότητα της φαρμακευτικής αντοχής
δεν αποτελεί ένα ενιαίο φαινόμενο. Αυτό σημαίνει ότι δεν
υπάρχει ένας συγκεκριμένος μηχανισμός πίσω από όλα τα
παραδείγματα φαρμακευτικής αντοχής. Όταν μία ουσία
λαμβάνεται σε δραστικές δόσεις, υπάρχουν πολλά είδη
προσαρμοστικών αλλαγών που μπορούν να συμβούν
προκειμένου να μειωθούν οι επιπτώσεις του.

41
Αντοχή (4/8)
• Στην φαρμακευτική αντοχή, υπάρχουν δύο κατηγορίες
αλλαγών:
• 1) η μεταβολική και 2) η λειτουργική.
• Η φαρμακευτική αντοχή που είναι αποτέλεσμα των αλλαγών,
οι οποίες μειώνουν την ποσότητα της ουσίας που εισέρχεται
στις θέσεις δράσης της, λέγεται μεταβολική αντοχή.

42

Αντοχή (5/8)
• Η φαρμακευτική αντοχή που είναι αποτέλεσμα των αλλαγών,
οι οποίες μειώνουν την αντιδραστικότητα των θέσεων
δράσης της ουσίας, λέγεται λειτουργική αντοχή.
• Η αντοχή στις ψυχοδραστικές ουσίες είναι κατά ένα μεγάλο
μέρος λειτουργική. Η λειτουργική αντοχή στις ψυχοδραστικές
ουσίες μπορεί να είναι αποτέλεσμα αρκετών διαφορετικών
ειδών νευρικών αλλαγών. Για παράδειγμα, η έκθεση σε μια
ψυχοδραστική ουσία μπορεί να μειώσει τον αριθμό των
υποδοχέων της, να μειώσει την αποτελεσματικότητα με την
οποία προσδένεται στους υπάρχοντες υποδοχείς της ή να
ελαχιστοποιήσει την επίδραση της πρόσδεσης των
υποδοχέων στη δραστηριότητα του κυττάρου.

43
Αντοχή (6/8)
• Όταν μία ουσία λαμβάνεται συνέχεια σε σημαντικές
ποσότητες, η ξαφνική διακοπή της λήψης της μπορεί να
προκαλέσει μία δυσμενή σωματική αντίδραση, που
ονομάζεται στερητικό σύνδρομο.
• Οι επιπτώσεις της στέρησης μιας ουσίας είναι σχεδόν πάντα
αντίθετες με τις αρχικές της επιπτώσεις. Για παράδειγμα, η
διακοπή των σπασμολυτικών ουσιών συχνά προκαλεί
σπασμούς, ενώ η διακοπή των υπνωτικών χαπιών πολλές
φορές προκαλεί αϋπνία.
• Τα άτομα που υφίστανται τις επιπτώσεις από τη διακοπή
μιας ουσίας λέγεται ότι είναι σωματικά εξαρτημένα από
αυτή την ουσία.
44

Αντοχή (7/8)
• Το γεγονός ότι τα στερητικά συμπτώματα είναι συχνά
αντίθετα από τις αρχικές επιπτώσεις της ουσίας, υποδεικνύει
ότι οι τα συμπτώματα στέρησης μπορούν να προκληθούν
από τις ίδιες νευρολογικές αλλαγές που προκαλούν τη
φαρμακευτική αντοχή. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η
έκθεση σε μία ουσία προκαλεί αντισταθμιστικές αλλαγές στο
νευρικό σύστημα, οι οποίες εξισορροπούν τις επιπτώσεις της
ουσίας και προκαλούν αντοχή.
• Έπειτα, όταν η ουσία αποβάλλεται από το σώμα, αυτές οι
αντισταθμιστικές νευρικές αλλαγές, χωρίς να υπάρχει ουσία
να τις εξισορροπήσει, εμφανίζονται ως συμπτώματα
στέρησης αντίθετα με τις αρχικές επιπτώσεις της ουσίας.

45
Αντοχή (8/8)
• Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων στέρησης εξαρτάται από
την εκάστοτε ουσία, από τη διάρκεια και το βαθμό της
έκθεσης στην ουσία που προηγήθηκε και από την ταχύτητα
με την οποία η ουσία αποβάλλεται από το σώμα.
• Σε γενικές γραμμές, όσο πιο μεγάλης διάρκειας είναι η
έκθεση σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις και έπεται μια ακόμη
πιο γρήγορη αποβολή της ουσίας, τότε τα συμπτώματα
στέρησης είναι εντονότερα.

46

Εθισμός (1/4)
• Εθισμένοι είναι εκείνοι οι συστηματικοί χρήστες ουσιών
(κυρίως των ονομαζομένων ναρκωτικών), που εξακολουθούν
να κάνουν χρήση της ουσίας, ανεξάρτητα από τις δυσμενείς
τους επιπτώσεις στην υγεία τους και στην κοινωνική τους ζωή
και ανεξάρτητα από τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειές
τους να σταματήσουν τη χρήση της.
• Η μεγαλύτερη σύγχυση σχετικά με τη φύση του εθισμού, έχει
να κάνει με τη σωματική εξάρτηση.
• Οι εθισμένοι, μπορεί πράγματι κάποιες φορές να κάνουν
χρήση ουσιών προκειμένου να αποφύγουν ή να
ανακουφίσουν τα συμπτώματα στέρησης, αλλά αυτό σπάνια
αποτελεί τον βασικό λόγο της εξάρτησής τους.
47
Εθισμός (2/4)
• Την εποχή που επικρατούσε η αντίληψη ότι η βασική αιτία
εθισμού ήταν η σωματική εξάρτηση, επινοήθηκε ο όρος
ψυχολογική εξάρτηση για να συμπεριλάβει τις εξαιρέσεις
αυτού του γενικού κανόνα.
• Η ψυχολογική εξάρτηση θεωρούνταν η αιτία κάθε
παθολογικής λήψης ουσιών, όταν δεν υπήρχε σωματική
εξάρτηση.
• Εν τούτοις, τώρα που είναι σαφές ότι η σωματική εξάρτηση
δεν αποτελεί τον βασικό παράγοντα που προκαλεί τον
εθισμό, μάλλον δεν υπάρχει ανάγκη για ειδική κατηγορία
ψυχολογικής εξάρτησης.
48

Εθισμός (3/4)
• Ο ρόλος της μάθησης στη φαρμακευτική αντοχή και στη στέρηση
ουσιών
• Ψυχοφαρμακολογικές έρευνες έδειξαν ότι η εκμάθηση παίζει
μεγάλο ρόλο, τόσο στη φαρμακευτική αντοχή, όσο και στη
στέρηση ουσιών. Απέδειξαν ότι, στις προσπάθειές μας να
κατανοήσουμε τις επιπτώσεις των ψυχοδραστικών φαρμάκων, θα
πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη τα βιώματα και τη συμπεριφορά των
ατόμων, διαφορετικά οι απαντήσεις που θα λάβουμε θα είναι
ελλιπείς.
• Οι έρευνες που αφορούν την μάθηση και τον ρόλο της στην
φαρμακευτική αντοχή, επικεντρώθηκαν σε δύο φαινόμενα: την
φαρμακευτική αντοχή συσχέτισης, την εξαρτημένη
φαρμακευτική αντοχή.

49
Εθισμός (4/4)
Βιοψυχολογικές θεωρίες εθισμού
Απόψεις για τη σωματική εξάρτηση και το θετικό έναυσμα του
εθισμού
• Οι πρώτες προσπάθειες να εξηγηθεί το φαινόμενο του εθισμού
κατέληξαν στο να τον αποδώσουν στη σωματική εξάρτηση.
Σύμφωνα με διάφορες θεωρίες σωματικής εξάρτησης του
εθισμού, η σωματική εξάρτηση παγιδεύει τους εθισμένους σε έναν
φαύλο κύκλο μεταξύ της λήψης της ουσίας και των στερητικών
συμπτωμάτων.
• Οι χρήστες ουσιών, στους οποίους η λήψη της ουσίας έχει φτάσει
σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο ώστε να προκαλεί σωματική
εξάρτηση, ωθούνται από τα στερητικά τους συμπτώματα να
αυτοχορηγούν την ουσία κάθε φορά που προσπαθούν να
διακόψουν τη λήψη της.

50

Αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων (1/4)


• Αλληλεπίδραση φαρμάκων: Φαινόμενο κατά το οποίο
παρατηρείται μια οποιαδήποτε μεταβολή των
φυσικοχημικών, φαρμακοκινητικών ή φαρμακοδυναμικών
ιδιοτήτων ενός φαρμάκου εξαιτίας της επίδρασης ενός
άλλου, ταυτόχρονα χορηγούμενου φαρμάκου σε κάποιον
ασθενή.
• Πολλών τύπων αλληλεπιδράσεις μπορούν να συμβούν στο
ίδιο ζεύγος χημικών ουσιών.

51
Αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων (2/4)
• Όταν συμβεί μια αλληλεπίδραση, το καθαρό φαρμακολογικό
αποτέλεσμα μπορεί να προέλθει από:
1. Επίταση της δράσης του ενός ή και των δύο φαρμάκων.
2. Ανάπτυξη εντελώς καινούργιων δράσεων που δεν
εκδηλώνονται όταν το κάθε φάρμακο χορηγείται
χωριστά.
3. Αναστολή της δράσης του ενός ή και των δύο φαρμάκων.
4. Μεταβολή της κινητικής ή του μεταβολισμού του ενός ή
και των δύο φαρμάκων, χωρίς καμία αλλαγή στο καθαρό
φαρμακολογικό αποτέλεσμα του κάθε φαρμάκου.

52

Αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων (3/4)


Ταξινόμηση των αλληλεπιδράσεων των φαρμάκων ως προς:
1. Το αποτέλεσμα:
a. Ευεργετικές,
b. Βλαβερές.
2. Το σημείο όπου προκαλούνται:
a. Εξωτερικές,
b. Εσωτερικές.

53
Αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων (4/4)
3. Το μηχανισμό πρόκλησής τους:
a. Φαρμακοδυναμικές,
b. Φαρμακοκινητικές,
c. Φυσιολογικές,
d. Φυσικοχημικές.

54

Ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων


(Παρενέργειες των φαρμάκων) (1/2)
• Ανεπιθύμητη ενέργεια είναι μια απόκριση σε ένα φάρμακο
που είναι επιβλαβής.
Πως διαχωρίζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες:
• Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν διαβαθμίσεις ανάλογα με
την επικινδυνότητά τους για τη υγεία του ασθενούς που
λαμβάνει το φάρμακο. Διαχωρίζονται έτσι στις
"αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες", στις "σοβαρές
ανεπιθύμητες ενέργειες" και στις "μη αναμενόμενες
ανεπιθύμητες ενέργειες".

55
Ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων
(Παρενέργειες των φαρμάκων) (2/2)
• Ως «αναμενόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια» χαρακτηρίζονται όλες
οι ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι γνωστές για την χρήση της
συγκεκριμένης δραστικής ουσίας και αναφέρονται στο Φύλλο
Οδηγιών Χρήστη που βρίσκεται εντός της συσκευασίας κάθε
φαρμακευτικού σκευάσματος.
• Ως «σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια» χαρακτηρίζεται η
ανεπιθύμητη ενέργεια που επιφέρει θάνατο, θέτει σε κίνδυνο την
ζωή του ασθενούς, απαιτεί νοσοκομειακή νοσηλεία ή παράταση
νοσοκομειακής νοσηλείας, οδηγεί σε μόνιμη ή σημαντική
αναπηρία ή ανικανότητα, ή εκφράζεται με συγγενή ανωμαλία /
διαμαρτία διαπλάσεως.
• Ενώ ως «μη αναμενόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια» εννοείται η
ανεπιθύμητη ενέργεια της οποίας η φύση, η σοβαρότητα ή το
αποτέλεσμα δεν είναι σύμφωνα με την Περίληψη
Χαρακτηριστικών του Προϊόντος ή το Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
56

Ενότητα 3: Αντιβιοτικά
Αντιβιοτικά
• Τα αντιβιοτικά (αντιμικροβιακά) φάρμακα είναι φάρμακα
ενάντια των λοιμώξεων.
• Παράγονται από μικροοργανισμούς (μύκητες/βακτηρίδια)
και κατευθύνονται εναντίον της ζωής σε κάθε φυλλογενετικό
επίπεδο (προκαρυωτικά και ευκαρυωτικά κύτταρα).

Χημειοθεραπευτικοί παράγοντες

• Προέρχονται από χημική σύνθεση.


• Αυτή η διάκριση έχει χαθεί στην κλινική πράξη.

2
Καταστροφή μικροβίων
• Η καταστροφή μικροβίων γίνεται πρακτικά όταν μια ουσία
επιδρά σε κάποια μεταβολική διαδικασία των μικροβίων,
αλλά όχι των ξενιστών.
• Αυτό πρακτικά σημαίνει παρεμπόδιση στο σχηματισμό
(σύνθεση) του κυτταρικού τοιχώματος, διότι τόσο τα
ανθρώπινα όσο και τα ζωικά κύτταρα δεν έχουν κυτταρικό
τοίχωμα.

Δράση των αντιμικροβιακών φαρμάκων


• Η δράση των αντιμικροβιακών φαρμάκων φαίνεται in vitro.
Τα βακτηρίδια πολλαπλασιάζονται σε καλλιεργητικό υλικό
(τριβλία).
• Εάν το υλικό περιέχει έναν αντιμικροβιακό παράγοντα, 2
πιθανότητες υπάρχουν :
o Τα βακτηρίδια φονεύονται = βακτηριοκτόνο αποτέλεσμα,
o Τα βακτηρίδια επιβιώνουν, αλλά δεν πολλαπλασιάζονται =
βακτηριοστατικό αποτέλεσμα.

4
Αντοχή
• Όταν τα βακτηρίδια συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται παρά
την προσθήκη αντιμικροβιακού παράγοντα, τότε εμφανίζεται
βακτηριδιακή αντοχή.

Φυσική και επίκτητη αντοχή


• Μερικά μεταβολικά χαρακτηριστικά των μικροβίων μπορεί να
προσφέρουν φυσική έλλειψη ευαισθησίας σε ένα φάρμακο,
και αυτό καλείται φυσική αντοχή (natural resistance) των
μικροβίων στο συγκεκριμένο φάρμακο.
• Μπορεί όμως, μικρόβια που αρχικά ήταν ευαίσθητα στην
φονική επίδραση ενός φαρμάκου, με τον καιρό να
αναπτύξουν αντοχή που καλείται επίκτητη (acquired
resistance), συνήθως μετά από μια γενετική μετάλλαξη.

6
Φάσμα δράσης αντιβιοτικών
• Ανάλογα εάν το φάρμακο επηρεάζει πολλούς τύπους
βακτηριδίων η μόνον λίγους, ονομάζουμε τον αντιμικροβιακό
παράγοντα ευρέως φάσματος (πχ τετρακυκλίνες) ή μη
ευρέως φάσματος (πχ πενικιλλίνη G).

Ι. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την


σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος (1 από 3)

• Τα περισσότερα βακτηρίδια έχουν ένα κυτταρικό τοίχωμα


που τα περιβάλλει και τα προστατεύει από τις εξωτερικές
επιδράσεις. Η σταθερότητα του κυτταρικού τοιχώματος
οφείλεται κύρια σε πεπτιδογλυκάνες.

8
Ι. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την
σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος (2 από 3)
• Τα αντιμικροβιακά φάρμακα που παρεμποδίζουν την
σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος των μικροβίων είναι
κατάλληλοι φαρμακευτικοί παράγοντες, διότι τα ζωικά και τα
ανθρώπινα κύτταρα δεν έχουν όπως είπαμε κυτταρικό
τοίχωμα.
• Η επίδραση τέτοιων φαρμάκων είναι μικροβιοκτόνος.

Ι. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την


σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος (3 από 3)
Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν τα αντιβιοτικά της β-
λακτάμης, όπως :
1) Οι πενικιλίνες,
2) Οι κεφαλοσπορίνες και
3) Η βακιτρακίνη και η βανκομυκίνη.

10
ΙΑ. Πενικιλίνες (1 από 8)
• Το πρότυπο φάρμακο αυτής της κατηγορίας είναι η
πενικιλίνη G (βενζυλπενικιλίνη).
• Λαμβάνεται από καλλιέργειες μύκητα (μούχλα),
συγκεκριμένα από τον μύκητα Penicillium Notatum.

11

ΙΑ. Πενικιλίνες (2 από 8)


• Η πενικιλίνη G έχει την δομή που είναι κοινή σε όλες τις
πενικιλίνες, το 6-αμινο-πενικιλαμινικό-οξύ που αποτελείται
από ένα δακτύλιο θειαζολιδίνης και ένα τετραμερή
δακτύλιο β-λακτάμης.
• Οι πενικιλίνες δρουν διακόπτοντας την σύνθεση του
κυτταρικού τοιχώματος παρεμποδίζοντας την
τρανσπεπτιδάση, έτσι τα μικρόβια διογκώνονται και
διανοιγόμενα, αποβιώνουν.

12
ΙΑ. Πενικιλίνες (3 από 8)
• Γενικά οι πενικιλίνες είναι καλά ανεκτές. Η δόση της
πενικιλίνης G είναι 0.6 g ΙΜ η 10 διεθνείς μονάδες η 1 μέγα
μονάδα (MU).
• Η κυριότερη παρενέργεια οφείλεται σε υπερευαισθησία
(έως 5% επίπτωση).
• Το φάσμα υπερευαισθησίας κυμαίνεται από εξανθήματα
μέχρι αναφυλακτικού shock (επίπτωση<0.05%).

13

ΙΑ. Πενικιλίνες (4 από 8)


• Έτσι γνωστή αλλεργία σε πενικιλίνες αποτελεί αντένδειξη για
θεραπεία με πενικιλίνη. Σε τέτοιους ασθενείς οι πενικιλίνες
δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ούτε τοπικά.
• Σπάνια όταν χορηγηθούν γρήγορα ενδοφλέβια η ενδοθηκικά
μπορούν να προκαλέσουν νευροτοξική δράση δεδομένου ότι
ανταγωνίζονται το GABA και να οδηγήσουν σε σπασμούς.

14
ΙΑ. Πενικιλίνες (5 από 8)
• Οι πενικιλίνες αποβάλλονται γρήγορα και σχεδόν ανέπαφες
από τα νεφρά (t1/2=0.5 hs).
• Όταν θέλουμε να παραταθεί η δράση τους, τότε:
o ή χρησιμοποιούμε μεγαλύτερες δόσεις
o ή γίνεται συνδυασμός με προβενεσίδη
o ή χορηγείται ενδομυϊκή ένεση σε μορφή Depot.
o Παρ’ ότι η πενικιλίνη G είναι καλά ανεκτή, έχει ωστόσο
διάφορα μειονεκτήματα που περιόρισαν την χορήγησή της.

15

ΙΑ. Πενικιλίνες (6 από 8)


1) Αδρανοποιείται από το γαστρικό υγρό που καταστρέφει τον
β-λακταμικό δακτύλιο και έτσι χρειάζεται παρεντερική
χορήγηση.
2) Ο δακτύλιος της β-λακτάμης μπορεί να διανοιγεί από
βακτηριδιακά ένζυμα, τις β-λακταμάσες (πχ στελέχη
σταφυλοκόκκων παράγουν την πενικιλινάση).
3) Το αντιβιοτικό φάσμα δεν είναι ευρύ – επιδρά στα
περισσότερα gram θετικά βακτήρια αλλά πολλά gram
αρνητικά δεν επηρεάζονται.

16
ΙΑ. Πενικιλίνες (7 από 8)
• Με διάφορες υποκαταστάσεις στο 6-αμινοπενικιλαμινικό
οξύ, επιτυγχάνονται :
1) Αντίσταση στα οξέα ώστε να μην αδρανοποιούνται και να
μπορούν να δοθούν από του στόματος, πχ πενικιλίνη V.
2) Αντοχή στην πενικιλινάση των βακτηριδίων πχ
ισοξαζοπενικιλίνες (οξασιλίνη, δικλοξακιλίνη,
φλουκλοξακιλίνη).
3) Ευρύ φάσμα όπως συμβαίνει με την αμινοπενικιλίνη
αμοξισιλίνη που είναι δραστική σε πολλά μικροβιακά
στελέχη.

17

ΙΑ. Πενικιλίνες (8 από 8)


• Το συγγενές αντιβιοτικό αμπικιλίνη παρ’ ότι έχει επίσης
μεγάλο φάσμα, εν τούτοις απορροφάται σε μικρό βαθμό
(<50%), προκαλεί δε μεγάλη διαταραχή στην μικροβιακή
χλωρίδα του εντέρου και πρέπει να δίδεται παρεντερικά.
• Ευρύτερου φάσματος πενικιλίνες είναι οι καρβοξυπενικιλίνες
(καρβενικιλίνη, τικαρκιλίνη) και οι ακυλαμινοπενικιλίνες
(μεζκλοσιλίνη, αζκλοσιλίνη, πιπερασιλίνη), όμως δεν είναι
ούτε σταθερές στα οξέα ούτε ανθεκτικές στην πενικιλινάση.

18
ΙΒ. Κεφαλοσπορίνες (1 από 4)
• Και αυτά τα αντιβιοτικά είναι τύπου β-λακτάμης και
προϊόντα μυκήτων.
• Έχουν βακτηριοκτόνο δράση, διότι παρεμποδίζουν την
τρανσπεπτιδάση.
• Η κοινή βασική τους δομή είναι το 7-αμινοκεφαλοσπορανικό
οξύ (όπως φαίνεται στην κεφαλεξίνη).
• Είναι όλες σταθερές στα οξέα, πολλές όμως απορροφώνται
πτωχά. Έτσι δίδονται παρεντερικά. Έχουν επομένως κύρια
νοσοκομειακή χρήση.

19

ΙΒ. Κεφαλοσπορίνες (2 από 4)


• Ειδικά η κεφαλεξίνη δίδεται από του στόματος.

o Είναι ανθεκτικές στην πενικιλινάση.


o Είναι ευρέως φάσματος.
o Είναι δε καλώς ανεκτές.

20
ΙΒ. Κεφαλοσπορίνες (3 από 4)
• Νεότερα σκευάσματα (κεφοταξίμη, κεφμενοζίνη,
κεφοπεραζόνη, κεφταξιδίμη, μοξαλακτάμη) είναι ευρέως
φάσματος και πιάνουν πολλά παθογόνα ανθεκτικά σε πολλά
αντιμικροβιακά φάρμακα.
• Όλες μπορεί να κάνουν αλλεργικές αντιδράσεις.

21

ΙΒ. Κεφαλοσπορίνες (4 από 4)


• Διαταυρούμενη ευαισθησία με τις πενικιλίνες.
• Επίσης μπορεί να προκαλέσουν νεφρική βλάβη, δυσανεξία
στο αλκοόλ, καθώς και ανταγωνισμό με την βιταμίνη Κ και
κατά συνέπεια αιμορραγία.

22
ΙΓ. Βακιτρακίνη και βανκομυκίνη
• Επηρεάζουν την μεταφορά πεπτιδογλυκανών μέσω
κυτταρικής μεμβράνης και είναι δραστικές στα gram θετικά
βακτηρίδια.
• Η βακιτρακίνη είναι νεφροτοξική.
• Η βανκομυκίνη χρησιμοποιείται σε εντερικές φλεγμονές μετά
από βακτηριδιακή θεραπεία.

23

ΙΙ. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την σύνθεση


του τετραυδροφυλλικού οξέος (THF) (1 από 2)
• Το THF είναι συνένζυμο στην σύνθεση των βάσεων πουρίνης
και πυριμιδίνης που αποτελούν συστατικά του DNA και του
RNA, και χρειάζεται για την ανάπτυξη και των
πολλαπλασιασμό των κυττάρων.
• Η έλλειψη του THF οδηγεί σε αναστολή κυτταρικού
πολλαπλασιασμού.
• To THF προέρχεται από το διυδροφυλλικό οξύ (DHF)
παρουσία αναγωγάσης και το DHF από το φυλλικό που
λαμβάνεται εξωγενώς.

24
ΙΙ. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την σύνθεση
του τετραυδροφυλλικού οξέος (THF) (2 από 2)

• Το ανθρώπινο σώμα δεν συνθέτει φυλλικό αλλά το παίρνει


εξωγενώς, πολλά όμως βακτηρίδια μπορούν να συνθέτουν
φυλλικό οξύ και συγκεκριμένα DHF.
• Ορισμένα αντιβιοτικά που παρεμβαίνουν στην σύνθεση του
THF από τα μικρόβια χρησιμοποιούνται στην φαρμακευτική.
• Είναι οι σουλφοναμίδες και η τριμεθοπρίμη, καθώς και η
σουλφόνη δαψόνη.

25

ΙΙΑ. Σουλφοναμίδες (1 από 3)


• Δομικά μοιάζουν με το p-αμινοβενζοικό οξύ (PABA),το
οποίο είναι πρόδρομο στην βακτηριδιακή σύνθεση του DHF.
Έτσι παρεμποδίζουν (false substrate) την σύνθεση του PABA
και τελικά την σύνθεση του DHF. Επειδή τα βακτηρίδια δεν
μπορούν να λάβουν εξωγενώς φυλλικό, τελικά παραμένουν
χωρίς DHF και ο πολλαπλασιασμός τους σταματά.
• Οι σουλφοναμίδες δρουν μικροβιοστατικά ενάντια σε ένα
ευρύ φάσμα παθογόνων μικροοργανισμών.

26
ΙΙΑ. Σουλφοναμίδες (2 από 3)
• Οι περισσότερες απορροφώνται καλώς από το έντερο και
μεταβολίζονται μέσω των νεφρών.
• Όσες δεν απορροφώνται καλά από το έντερο
χρησιμοποιούνται στις εντερικές λοιμώξεις.
• Ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν συνήθως
αλλεργικές αντιδράσεις.
• Μερικές φορές μπορεί να προκαλέσουν και σοβαρή
δερματική βλάβη.

27

ΙΙΑ. Σουλφοναμίδες (3 από 3)


• Στα νεογνά μπορεί να προκαλέσουν πυρηνικό ίκτερο και
αντενδείκνυνται τόσο τις τελευταίες εβδομάδες της κύησης
όσο και στην νεογνική ηλικία.
• Τα βακτηρίδια εύκολα αναπτύσσουν αντοχή στις
σουλφοναμίδες και έτσι παρ’ ότι είναι αντιβιοτικά ευρέως
φάσματος, σήμερα σπάνια χρησιμοποιούνται.

28
Τριμεθοπρίμη
• Παρεμποδίζει την αναγωγάση του DHF (το ανθρώπινο ένζυμο
είναι πολύ λιγότερο ευαίσθητο του μικροβιακού).
• Χημικά είναι 2,4-διαμινοπυριμιδίνη και έχει
βακτηριδιοστατική δραστηριότητα σε ευρύ φάσμα
παθογόνων.
• Σήμερα χρησιμοποιείται πιο πολύ σαν στοιχείο της κο-
τριμοξαζόλης.

29

Κο-τριμοξαζόλη
• Επίσης συνδυασμός τριμεθοπρίμης και της σουλφοναμίδης
σουλφαμεθοξαζόλης.
• Το σκεύασμα παρεμποδίζει την σύνθεση του THF σε δύο
συνεχόμενα, και έτσι η κο-τριμοξαζόλη είναι πιο
αποτελεσματική από το καθένα σκεύασμα ξεχωριστά.
• Είναι σπάνιο να συναντήσουμε ανθεκτικά στελέχη.

30
Σουλφαμεθοξαζόλη
(Σαλαζοσουλφαπυρυριδίνη)
• Αρχικά χρησιμοποιήθηκε σαν αντιρευματικός παράγοντας,
αλλά τώρα χρησιμοποιείται σαν θεραπευτικό στοιχείο στην
φλεγμονώδη εντερική νόσο (ελκώδης κολίτις, τελική ειλείτις,
νόσος Crohn’s).
• Τα βακτηρίδια του εντέρου διαχωρίζουν αυτήν την ουσία σε
μια σουλφοναμίδη, την σουλφαπυριδίνη και σε μια άλλη, την
μεσαλαμίνη (5-αμινοσαλικυλλικό οξύ).
• Αυτή η δεύτερη ουσία είναι μάλλον αυτή που δρα
αντιφλεγμονωδώς στο έντερο, αλλά απαιτείται μεγάλη
συγκέντρωση αυτής.

31

Δαψόνη
• Είναι συγγενής ουσία με πολλές φαρμακευτικές χρήσεις,
όπως θεραπεία της λέπρας, προφύλαξη της μαλάριας
(ελονοσίας), της τοξοπλάσμωσης και της ακτινομύκωσης.

32
ΙΙΙ. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την
σύνθεση ή την λειτουργία του DNA (1 από 2)
• Το DNA βρίσκεται στον πυρήνα και χρησιμεύει σαν template
για την σύνθεση του RNA.
• Το RNA οδηγεί σε πρωτεϊνοσύνθεση και έτσι σε κυτταρική
ανάπτυξη. Το DNA χρειάζεται για την κυτταρική διαίρεση

33

ΙΙΙ. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν την


σύνθεση ή την λειτουργία του DNA (2 από 2)
• Φάρμακα που επηρεάζουν την σύνθεση του DNA
βακτηριδίων χωρίς να επιδρούν στο DNA των ανθρωπίνων
κυττάρων είναι:
1) Οι αναστολείς της γυράσης και
2) Τα παράγωγα της αζομυσίνης.

34
ΙΙΙΑ. Οι αναστολείς της γυράσης (1 από 2)
• Η γυράση είναι ένα ένζυμο που βοηθά τις περιελίξεις του
μικροβιακού DNA.
• Η αναστολή αυτού του ενζύμου επιδρά στην λειτουργική
ικανότητα του DNA.
• Ουσίες που αναστέλλουν την γυράση αποτελούν παράγωγα
του 4-κινολονο-3-καρβοξυλλικού οξέος και δρουν
βακτηριδιοστατικά.

35

ΙΙΙΑ. Οι αναστολείς της γυράσης (2 από 2)


• Παραδείγματα αποτελούν το ναλιδιξικό οξύ (gram αρνητικά
βακτηρίδια), η νορφλοξασίνη, η οφλοξασίνη, η
σιπροφλοξασίνη και η ενοξασίνη.
• Αυτές οι ουσίες προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως
γαστρεντερικές διαταραχές και αλλεργίες.
• Επίσης έχουν παρενέργειες από το ΚΝΣ (σύγχυση,
ψευδαισθήσεις, σπασμούς). Δεν δίδονται στην εγκυμοσύνη,
την γαλουχία και σε περιόδους ανάπτυξης.

36
ΙΙΙΒ. Παράγωγα αζομυσίνης
(νιτροιμιδαζόλης) (1 από 2)

• Καταστρέφουν το DNA είτε με την δημιουργία


συμπλεγμάτων, είτε με σπάσιμο ελίκων.
• Ένα κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η ουσία
μετρονιδαζόλη, δραστική ενάντια στις λοιμώξεις με
ιστολυτική αμοιβάδα, τριχομονάδα κτλ.

37

ΙΙΙΒ. Παράγωγα αζομυσίνης


(νιτροιμιδαζόλης) (2 από 2)

• Η μετρονιδαζόλη θεωρείται μιτογόνος, καρκινογόνος και


τερατογόνος στους ανθρώπους, γι’ αυτό και δεν
χρησιμοποιείται για περισσότερο από 10 ημέρες.
Αποφεύγεται στην κύηση και στην γαλουχία.
• Άλλη ουσία παρόμοια με την μετρονιδαζόλη είναι η
τιμιδαζόλη.

38
ΙΙΙΓ. Ριφαμπικίνη
• Παρεμποδίζει το ένζυμο DNA – dependent RNA polymerase
που καταλύει την αντίδραση μεταγραφής του DNA σε RNA.
• Η ριφαμπικίνη δρα βακτηριοστατικά ενάντια στα
μυκοβακτηρίδια της φυματίωσης και της λέπρας καθώς και σε
αρκετά gram θετικά και αρνητικά βακτηρίδια.
• Απορροφάται καλά από του στόματος.
• Με συχνή χρήση της ριφαμπικίνης παρατηρείται αντίσταση
(αντοχή) γι’ αυτό και το φάρμακο χρησιμοποιείται
αποκλειστικά στην θεραπεία της φυματίωσης και της λέπρας.
• Αντενδείκνυται στο πρώτο τρίμηνο της κύησης και στην
γαλουχία.
39

IV. Αντιβιοτικά που παρεμποδίζουν


την πρωτεϊνοσύνθεση
• Διάφορα βήματα στην αλυσίδα της πρωτεϊνοσύνθεσης
μπορεί να ανασταλούν με την χρήση των αντιβιοτικών.
• Μερικά από αυτά τα αντιβιοτικά είναι :

40
IVA. Τετρακυκλίνες (1 από 3)
• Παρεμποδίζουν την ένωση του t-RNA με συμπλέγματα
αμινοξέων στο ριβόσωμα. Έχουν βακτηριοστατική δράση και
ευρύ φάσμα.
• Η απορρόφησή τους από το γαστρεντερικό σωλήνα διαφέρει
από ουσία σε ουσία, είναι απόλυτη δε για την δοξυκυκλίνη
και την μινοκυκλίνη. Σπάνια χρειάζονται για IV χορήγηση.
• Η ουσία ρολιτετρακυκλίνη κυκλοφορεί μόνο για IV
χορήγηση.

41

IVA. Τετρακυκλίνες (2 από 3)


• Η συχνότερη παρενέργεια είναι οι γαστρεντερικές
διαταραχές (ναυτία, έμετοι, διάρροιες), διότι οι
τετρακυκλίνες έχουν απ’ ευθείας ερεθιστική επίδραση στον
γαστρεντερικό βλεννογόνο και καταστρέφουν την
μικροβιακή χλωρίδα, επιτρέποντας την εποίκηση με
μύκητες τύπου Candida.

42
IVA. Τετρακυκλίνες (3 από 3)
• Εάν δοθούν αντιόξινα για αντιμετώπισή των παρενεργειών,
επακολουθεί αδρανοποίηση των τετρακυκλινών, λόγω του
ότι οι τετρακυκλίνες δημιουργούν αδιάλυτες ενώσεις με το
Ca, Mg, Al, Fe.
• Ακριβώς και επειδή δημιουργούν χηλικές ενώσεις με το Ca,
έχουν την ικανότητα να ενσωματώνονται στα
αναπτυσσόμενα δόντια και οστά. Έτσι, αποφεύγονται να
δίδονται στο δεύτερο μήνα της κύησης και δεν
συγγράφονται σε παιδιά κάτω των 8 ετών. Άλλες
παρενέργειες περιλαμβάνουν φωτοευαισθησία και ηπατική
βλάβη μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
43

IVB. Αμινογλυκοσίδες (1 από 2)


• Προκαλούν σύνδεση λανθασμένου t-RNA-ΑΑ και έτσι
οδηγούν σε σύνθεση λανθασμένων πρωτεϊνών.
• Είναι βακτηριοκτόνες.
• Συνήθως επιδρούν σε Gram αρνητικά βακτηρίδια.
• Η στρεπτομυκίνη και η καναμυκίνη χρησιμοποιούνται κύρια
στην θεραπεία της φυματίωσης.
• Εγγράφεται – mycin όταν προέρχεται από είδη
στρεπτομύκητα και – micin όταν προέρχεται από είδη
μικροσπόρων.

44
IVB. Αμινογλυκοσίδες (2 από 2)
• Σαν ουσίες, οι αμινογλυκοσίδες περιέχουν στο μόριό τους
πολλά υδροξύλια και αμινομάδες που δεσμεύουν πρωτόνια.
Είναι πολικές ουσίες, δεν διαπερνούν τις μεμβράνες, δεν
απορροφώνται καλά από το έντερο.
• Η νεομυκίνη και η παρομομυκίνη δίδονται από του
στόματος για προεγχειρητική προετοιμασία του εντέρου.
• Σε σοβαρές λοιμώξεις δίδονται ενέσιμες (γενταμικίνη,
τομπραμυκίνη, αμικασίνη, νετιλμισίνη, σισομυκίνη).
Δυνατόν να προκαλέσουν νεφροτοξικότητα και
ωτοτοξικότητα.

45

IVΓ. Χλωραμφαινικόλη (1 από 2)


• Αναστέλλει την συνθετάση των πεπτιδίων.
• Σήμερα λόγω της απλότητας του μορίου της παρασκευάζεται
συνθετικά.
• Έχει ευρύ φάσμα δράσης.
• Απορροφάται πλήρως από του στόματος. Γρήγορα διαχέεται
στα διαμερίσματα του σώματος και περνά τον
αιματεγκεφαλικό φραγμό.

46
IVΓ. Χλωραμφαινικόλη (2 από 2)
• Παρά τα προτερήματά της, η χλωραμφαινικόλη σπάνια
χορηγείται λόγω βλάβης του μυελού. Προκαλεί 2 τύπους
καταστολής του μυελού των οστών :
1) Τοξική, εξαρτώμενη από την δόση και
2) Μη δοσοεξαρτώμενη και συχνά θανατηφόρα, εβδομάδες
μετά την χορήγηση.
• Η καταστολή του μυελού μπορεί να είναι σοβαρή και να
συμβεί και μετά από τοπική χρήση, πχ κολλύρια.

47

IVΔ. Ερυθρομυκίνη (1 από 2)

• Αναστέλλει την προωθητικότητα των ριβοσωμάτων.


• Είναι κύρια βακτηριοστατική και ενάντια σε gram αρνητικά
βακτηρίδια.
• Από το στόμα χορηγείται υπό μορφή άλατος η εστέρος. Είναι
καλά ανεκτή και είναι υποκατάστατο για όσους είναι
αλλεργικοί στις πενικιλίνες.
• Ανήκει στα μακρολίδια.

48
IVΔ. Ερυθρομυκίνη (2 από 2)

• Νεώτερα φάρμακα του τύπου της ερυθρομυκίνης είναι η


αζιθρομυκίνη, η κλαριθρομυκίνη και η ροξιθρομυκίνη που
έχουν μεγαλύτερη σταθερότητα στα οξέα και καλύτερη
βιοδιαθεσιμότητα.
• Η ερυθρομυκίνη, άσχετα με την αντιβιοτική της δράση,
μιμείται την δράση της ορμόνης μοτιλίνης (αυξάνει την
κινητικότητα του εντέρου ανάμεσα στα γεύματα).

49

IVE. Κλινδαμυκίνη
• Η αντιμικροβιακή δράση της μοιάζει με εκείνη της
ερυθρομυκίνης.
• Δρα κύρια στα gram θετικά αερόβια μικρόβια.
• Προέρχεται ημισυνθετικά από την λινκομυκίνη και είδη
στρεπτομύκητα.
• Απορροφάται καλά από του στόματος.

50
V. Φάρμακα για την θεραπεία νόσων που
οφείλονται σε μυκοβακτηρίδια
(Αντιφυματικά φάρμακα) (1 από 2)

• Τα μυκοβακτηρίδια είναι υπεύθυνα για δύο παθήσεις, την


φυματίωση (mycobacterium tuberculosis) και την λέπρα
(mycobacterium leprae).
• Και στις δύο παθήσεις, η θεραπευτική αρχή περιλαμβάνει
συνδυασμό δύο η περισσοτέρων φαρμάκων. Ο συνδυασμός
προστατεύει από την ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών.
• Επειδή η δράση των φαρμάκων είναι αθροιστική, όταν γίνονται
συνδυασμοί φαρμάκων χρησιμοποιούνται μικρότερες δόσεις.

51

V. Φάρμακα για την θεραπεία νόσων που


οφείλονται σε μυκοβακτηρίδια
(Αντιφυματικά φάρμακα) (2 από 2)

• Στα αντιφυματικά ανήκει η ισονιαζίδη, ριφαμπικίνη, η


εθαμβουτόλη, σε συνδυασμό με στρεπτομυκίνη και
πυραζιναμίδη.
• Φάρμακα δεύτερης επιλογής, λιγότερο καλά ανεκτά είναι το
παρααμινοσαλικυλικό οξύ, η κυκλοσερίνη, η βιομυκίνη, η
καναμυκίνη, η αμικασίνη, η καπρεομυκίνη και η εθιοναμίδη.

52
VA. Ισονιαζίδη
Δρα με άγνωστο μηχανισμό αναστέλλοντας την ανάπτυξη του M
Tubelculosis. Απορροφάται καλά από το στόμα.
• Αδρανοποιείται με ακετυλίωση στο ήπαρ. Η ταχύτης
αδρανοποίησης εξαρτάται από την φυλή (fast and slow
acetylators).
• Ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η περιφερική νευροπάθεια και
η οπτική νευρίτις που προλαμβάνεται με ταυτόχρονη
χορήγηση Β6 (πυριδοξίνη).

53

VA. Ριφαμπικίνη και εθαμβουτόλη


• VB. ΡΙΦΑΜΠΙΚΙΝΗ – Βλέπε επίσης αντιβιοτικά που δρουν στο DNA.
• Είναι καλώς ανεκτή, έχει ωστόσο μερικές φορές παρενέργειες, πχ
βάφει ροζ/πορτοκαλί τα υγρά του σώματος, προκαλεί αντιδράσεις
υπερευαισθησίας, ηπατική βλάβη και επαγωγή των ηπατικών
ενζύμων.

• VC. ΕΘΑΜΒΟΥΤΟΛΗ – Άγνωστος ο μηχανισμός με τον οποίο


επιτυγχάνεται η αντιφυματική δράση.
• Δίδεται από του στόματος, και γενικά είναι καλά ανεκτή, εκτός του
ότι προκαλεί καταστροφή/βλάβη του οπτικού νεύρου (dose
dependent) με ανάλογες διαταραχές οράσεως (διαταραχή, ελείματα
του οπτικού πεδίου, διαταραχή στην αντίληψη του
κόκκινου/πράσινου χρώματος.

54
Άλλα αντιφυματικά φάρμακα
• VD. ΠΥΡΑΖΙΝΑΜΙΔΗ – Αντιφυματική δράση με άγνωστο
μηχανισμό. Δίδεται από του στόματος. Μπορεί να επηρεάσει
την ηπατική λειτουργία και μπορεί να οδηγήσει σε
υπερουριχαιμία, λόγω αποβολής του ουρικού οξέος.
• VE. ΣΤΡΕΠΤΟΜΥΚΙΝΗ – Πρέπει να δίδεται IV όπως και οι
άλλες αμινογλυκοσίδες. Παραβλάπτει το έσω ους και τον
λαβύρινθο. Η νεφροτοξικότητα είναι συγκριτικά μικρή.

55

VI. Φάρμακα που χρησιμοποιούνται


στην θεραπεία των μυκητιάσεων
• Συνήθως οι μυκητιάσεις προσβάλλουν το δέρμα η τους
βλεννογόνους. Σπανιότερα, σε ανασοκαταστολή, μπορεί να
επηρεάσουν τα εσωτερικά όργανα.
• Έτσι, συστηματικές και βαθιές μυκητιάσεις μπορεί να
συμβούν.
• Οι μυκητιάσεις συνήθως οφείλονται σε δερματόφυτα που
επηρεάζουν το δέρμα, το τριχωτό της κεφαλής και τα νύχια.
• Η Candida albicans, παρ’ ότι βρίσκεται συχνά σε επιφάνειες,
μπορεί επίσης να προσβάλλει και τα εσωτερικά όργανα.

56
VIA. Παράγωγα ιμιδαζόλης (1 από 2)
Εμποδίζουν την σύνθεση της εργοστερόλης, ενός
στεροειδούς που αποτελεί συστατικό της
κυτταροπλασματικής μεμβράνης των μυκήτων και είναι
ανάλογο της χοληστερόλης των ζωικών κυττάρων.
• Οι μύκητες παρουσία ιμιδαζόλης ή αποθνήσκουν ή
σταματούν να πολλαπλασιάζονται.
• Μεγάλο φάσμα μυκήτων επηρεάζεται από αυτά τα φάρμακα.
Απορροφώνται πτωχά και γίνονται δύσκολα ανεκτά, γι’ αυτό
και τα περισσότερα χρησιμοποιούνται τοπικά
(κοτριμοξαζόλη, εκοναζόλη, οξικοναζόλη, ισοκοναζόλη,
μπιφοναζόλη).
57

VIA. Παράγωγα ιμιδαζόλης (2 από 2)


• Η μικοναζόλη δίδεται τοπικά η συστηματικά με έγχυση.
• Από του στόματος δίδεται η κετοκοναζόλη (μπορεί να
προκαλέσει ηπατική βλάβη η να εμποδίσει την
επινεφριδιακή και γοναδική στερεοειδογένεση).
• Νεώτερα παράγωγα είναι η φλουκοναζόλη και η
νιτροκοναζόλη (παράγωγα τριαζόλης).

58
VIB. Αντιβιοτικά πολυένης (1 από 4)
Όπως η αμφοτερικίνη Β και η νυστατίνη που προέρχονται από
βακτηρίδια. Εισέρχονται μέσα στις μυκητιασικές κυτταρικές
μεμβράνες και προκαλούν υδρόφιλα κανάλια.
• Έτσι αυξάνεται η διαπερατότητα των μεμβρανών σε ιόντα Κ+ και
έχουν μυκητιασιτοκτόνο δράση.

59

VIB. Αντιβιοτικά πολυένης (2 από 4)


• Η αμφοτερικίνη Β είναι δραστική στις περισσότερες
συστηματικές λοιμώξεις.
Δεν απορροφάται καλά και πρέπει να δίδεται συστηματικά.
Έχει δε μικρή ανεκτικότητα (ρίγη, πυρετός, διαταραχές ΚΝΣ,
νεφρικές διαταραχές, φλεβίτιδα στην περιοχή της ένεσης).
Τοπικά, για δερματική χρήση, είναι χρήσιμη για τις
καντιντιάσεις.
• Η νυστατίνη χρησιμοποιείται μόνον τοπικά.

60
VIB. Αντιβιοτικά πολυένης (3 από 4)
• Η γκριζεοφουλβίνη προέρχεται από μούχλα και είναι
δραστική στα δερματόφυτα.
Προφανώς δρα δηλητηριωδώς στη μίτωση
(πολλαπλασιασμό) των μυκήτων. Ενσωματώνεται στην
νεοσχηματισμένη κερατίνη του δέρματος, η οποία με την
σειρά της γίνεται ακατάλληλη για τροφή μυκήτων. Έτσι ο
χρόνος που χρειάζεται για την εξάλειψη των μυκήτων είναι ο
χρόνος που χρειάζεται για την ανανέωση δέρματος, ονύχων
και τριχών. Οι παρενέργειές της δεν έχουν χαρακτηριστεί
καλά. Επειδή δε, χρειάζεται μακροχρόνια θεραπεία, δεν
χρησιμοποιείται ευρέως.
61

VIB. Αντιβιοτικά πολυένης (4 από 4)


• Η φλουκυτοσίνη είναι αντιμεταβολίτης και διασπά την
σύνθεση του DNA και RNA. Έτσι είναι μυκητοκτόνος.
Απορροφάται από του στόματος γρήγορα. Είναι καλά ανεκτή
και συχνά συνδυάζεται με αμφοτερικίνη Β, ώστε νε
ελαττώνεται η δόση της αμφοτερικίνης.

62
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις
(1 από 7)
• Οι ιοί, αποτελούνται από γενετικό υλικό (νουκλεινικά οξέα)
και ένα περίβλημα (envelope) από πρωτεΐνες(εξάγωνα),
συχνά περιβαλλόμενες από μια στοιβάδα φωσφολιπιδίων.
Πάνω στην στοιβάδα των φωσφολιπιδίων, υπάρχουν
μικρότερες κινητές πρωτεΐνες.
• Δεν έχουν μεταβολικό σύστημα και έτσι εξαρτώνται από το
κύτταρο όπου παρασιτούν, τόσο για ανάπτυξη όσο και για
πολλαπλασιασμό.

63

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις


(2 από 7)
• Η θεραπεία των ιώσεων στοχεύει ενάντια στον
πολλαπλασιασμό των ιών. Μέχρι σήμερα, η επιτυχία είναι
περιορισμένη. Ο οργανισμός, φυσιολογικά, μπορεί να
αναχαιτίσει τον πολλαπλασιασμό των ιών, με την βοήθεια
των κυτταροτοξικών Τ-λεμφοκυττάρων που αναγνωρίζουν
και καταστρέφουν τα κύτταρα που παράγουν ιούς ή με
αντισώματα που δεσμεύουν εξωκυτταρικά στοιχεία των
ιών.

64
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις
(3 από 7)
• Οι ιντερφερόνες (IFN) είναι γλυκοπρωτεΐνες που εκκρίνονται από
κύτταρα μολυσμένα με ιούς. Στα γειτονικά κύτταρα, οι ιντερφερόνες
διεγείρουν την παραγωγή αντιικών πρωτεϊνών. Αυτές,
παρεμποδίζουν την σύνθεση πρωτεϊνών των ιών αναχαιτίζοντας η
καταστρέφοντας το DNA των ιών. Οι ιντερφερόνες δεν
καταφέρονται σε ένα είδος ιού, αλλά έχουν ευρύ αντιικό φάσμα.
• Στους ανθρώπους χρησιμοποιείται ιντερφερόνη που λαμβάνεται
από ανθρώπινες πηγές (πχ λευκοκύτταρα=IFN-a, ινοβλάστες=IFN-b,
η λεμφοκύτταρα=IFN-γ). Οι ιντερφερόνες χρησιμοποιούνται επίσης
ενάντια σε ορισμένες κακοήθειες και αυτοάνοσες διαταραχές
(χρόνια ηπατίτιδα, κατά πλάκας σκλήρυνση κτλ).

65

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις


(4 από 7)
• Οι αντιμεταβολίτες των ιών είναι κομμάτια λανθασμένου
DNA η λανθασμένα νουκλεοσίδια.
• Ένα νουκλεοσίδιο (θυμιδίνη) αποτελείται από μια βάση
(θυμίνη) και το σάκχαρο δεοξυριβόζη. Στους αντιμεταβολίτες,
ένα συστατικό του νουκλεοσιδίου είναι λανθασμένο.

66
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις
(5 από 7)
• Ισοξουριδίνη – ενσωματώνεται στο DNA και το καταστρέφει.
Αυτό ισχύει τόσο για το DNA των ιών όσο και το ανθρώπινο
DNA. Γι’ αυτό η ισοξουριδίνη είναι κατάλληλη μόνο για
τοπική χρήση πχ στην κερατίτιδα του απλού έρπητα.
• Βινταραβίνη – εμποδίζει την πολυμεράση του DNA των ιών,
πολύ περισσότερο από το ανθρώπινο. Χρησιμοποιείται
τοπικά για έντονες λοιμώξεις από απλό έρπητα. Παλαιότερα
έπαιζε ρόλο στην αντιμετώπιση εγκεφαλίτιδας από απλό
έρπητα, όμως σήμερα έχει αντικατασταθεί από το Acyclovir.

67

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις


(6 από 7)
• Acyclovir – έχει την καλύτερη εξειδίκευση και ιδανική
ανεκτικότητα, διότι ενεργοποιείται μόνον ενάντια σε
μολυσμένα από ιούς κύτταρα, όπου παρεμποδίζει την
σύνθεση του DNA.
• Αναστέλλει την πολυμεράση του DNA των ιών.
• Η θεραπευτική του αξία φαίνεται σε σοβαρές λοιμώξεις (πχ
εγκεφαλίτιδες απλού έρπητος, γενικευμένη λοίμωξη με
varcella-zoster) και σε αυτές τις λοιμώξεις μπορεί να
χορηγηθεί και ενδοφλέβια με έγχυση. Δίδεται και από του
στόματος αλλά η απορρόφησή του δεν είναι πλήρης (15-30%).
Αποβάλλεται αναλλοίωτο από τα ούρα (t1/2=2.5h).
68
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ιώσεις
(7 από 7)
• Famcyclovir – για τον γεννητικό και απλό έρπητα.
• Ganciclovir – για τον κυτταρομεγαλοιό.
• Foscarnet – για κυτταρομεγαλοιό και AIDS.
• Αμανταδίνη - για την ινφλουέντζα Α - Είναι επίσης
αντιπαρκινσονικό.

69

Φάρμακα για AIDS (1 από 3)


• Ο ιός HIV είναι ο ιός στον οποίο οφείλεται το AIDS. Το RNA των ιών
HIV πρέπει αρχικά να ενσωματωθεί στο DNA και αυτό καταλύεται
από ένα ειδικό ένζυμο, την ανάστροφη τρανσκριπτάση.
• Έτσι η διπλή έλικα DNA ενσωματώνεται στο γενετικό υλικό του
ξενιστή.
• Με την βοήθεια του DNA των ιών, αρχίζει η αναδίπλωση και ο
πολλαπλασιασμός των ιών. Συντίθεται RNA ιού καθώς και
πρωτεΐνες, ανάστροφη τρανσκριπτάση καθώς και δομικές
πρωτεΐνες του περιβλήματος των HIV ιών.
• Οι πρωτεΐνες των ιών συγκεντρώνεται πολλές μαζί με την μορφή
των πολυπρωτεϊνών.

70
Φάρμακα για AIDS (2 από 3)
• Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με AIDS
διακρίνονται σε :
1) Αναστολείς της ανάστροφης τρανσκριπτάσης
I. Νουκλεοτίδια (ανάλογα θυμίνης, ανάλογα αδενίνης,
ανάλογα κυτοσίνης και ανάλογα γουανίνης) που όλα έχουν
ένα κοινό χαρακτηριστικό, μια λανθασμένη σακχαρούχο
μονάδα και όλα τελικά διασπούν το DNA ενσωματούμενα
στην διπλή έλικα.
II. Αναστολείς που δεν είναι νουκλεοτίδια (νεβιραπίνη,
ντελαβιρδίνη, εβαφιρέντζ και παρεμποδίζουν την
ανάστροφο τρανσκριπτάση να ενεργοποιηθεί).
71

Φάρμακα για AIDS (3 από 3)


2) Αναστολείς της πρωτεάσης του ιού HIV
Συνήθως φέρονται ως Saquinavir, Ritonavir, Indinavir και
Neflinavir και είναι ανώμαλες πρωτεΐνες με μεγάλη αντιική
δραστηριότητα

72
Ανθελονοσιακά φάρμακα (1 από 3)
• Τα κυριότερα ανθελονοσιακά φάρμακα είναι η χλωροκίνη
και η κινίνη που συγκεντρώνονται μέσα στα όξινα κυστίδια
των σχιζοζωιτών (ενδοερυθροκυτταρική φάση) και
παρεμποδίζουν τον πολυμερισμό της αίμης και τα παράσιτα
σκοτώνονται.
• Η προγουανίλη, η δαψόνη και η πυριμεθαμίνη εμποδίζουν
την αναγωγάση του DHF.
• Η σουλφοναμίδη σουλφαδοξίνη εμποδίζει την σύνθεση του
DHF.

73

Ανθελονοσιακά φάρμακα (2 από 3)


• Αυτό που μας ενδιαφέρει για τα ανθελονοσιακά φάρμακα
είναι το κατά πόσον είναι καλά ανεκτά, κατά πόσον τα
πλασμώδια αναπτύσσουν αντοχή και το κατά πόσον
χρειάζεται να γίνει συνδυασμός μεταξύ τους.

74
Ανθελονοσιακά φάρμακα (3 από 3)
• Χημειοπροφύλαξη
• Όπου ενδημεί η ελονοσία, χρειάζεται να γίνει
χημειοπροφύλαξη.
• Θεραπεία εκλογής είναι η χλωροκίνη.
• Σε περιοχές όπου ενδημεί το πλασμώδιο Falciparum που
είναι ανθεκτικό στην χλωροκίνη, χρησιμοποιούνται
θεραπευτικά σχήματα που εναλλάσσουν την χλωροκίνη με
συνδυασμό μεθαμίνης/σουλφαδοξίνης (η προγουανίλης η
δοξυκυκλίνης).

75

Ενότητα 4: Αναλγητικά – Αντιπυρετικά


Μαρία Bενετίκου, MD, MSc, DipEndo, PhD,
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (1 από 9)
• Περιλαμβάνουν την ακεταμινοφαίνη, το ακετυλοσαλικυλικό
οξύ, την ιβουπροφαίνη και άλλα καθώς και μερικά
παράγωγα πυραζολόνης όπως η αμινοπυρίνη και η
διπυρόνη. Ονομάζονται αντιπυρετικά αναλγητικά, ώστε να
διακρίνονται από τα οπιοειδή αναλγητικά καθώς τα ανωτέρω
φάρμακα έχουν την ικανότητα να ελαττώνουν τον πυρετό.

Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (2 από 9)


• Η ακεταμινοφαίνη (παρακεταμόλη) έχει καλή αναλγητική
αποτελεσματικότητα σε πονόδοντο και κεφαλαλγία αλλά
χαμηλή όσον αφορά τον φλεγμονώδη και τον σπλαχνικό
πόνο. Δίδεται από του στόματος η σε μορφή υπόθετων (0.5-
1g). Το παυσίπονο αποτέλεσμα της ακεταμινοφαίνης είναι
φανερό μετά 30’ και διαρκεί περίπου 3 ώρες. Μετά την
χορήγηση, η ακεταμινοφαίνη μετατρέπεται σε γλυκουρονίδιο
η σουλφίδιο με επακόλουθη νεφρική αποβολή του
συζευγμένου προϊόντος.

2
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (3 από 9)
• Σε μεγάλη ή παρατεταμένη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε
ηπατική βλάβη η ηπατική νέκρωση. Η ηπατική νέκρωση
μπορεί να προληφθεί με μια ουσία την Ν-ακετυλοκυστείνη αν
δοθεί ενδοφλέβια μέσα σε 6-8 ώρες από την λήψη
υπερβολικής δόσης ακεταμινοφαίνης.

Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (4 από 9)


• Ακετυλοσαλυκυλικό Οξύ (ASA). Είναι η γνωστή ασπιρίνη.
Έχει αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση.
Πιθανώς δρα μέσω αναστολής της κυκλοοξυγενάσης. Η ASA
δίδεται σε δισκία, σε αναβράζοντα δισκία ή ενίεται
συστηματικά σε μορφή λυσίνης (0.5-1g). Υφίσταται γρήγορη
εστερική υδρόλυση, πρώτα στο έντερο και μετά στο αίμα.

4
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (5 από 9)
• H ASA δρα ερεθιστικά στον βλεννογόνο του στομάχου (τόσο
με απ’ ευθείας μηχανισμό, όσο και με αναστολή της
σύνθεσης των κυτταροπροστατευτικών προσταγλαδινών.
Μπορεί να προκαλέσει βρογχοσυστολή (άσθμα ασπιρίνης)
λόγω του ότι αναστέλλει την σύνθεση της PGE2 και
υπερπαραγωγή λευκοτριενών. Η ASA αναστέλλει την
συσσώρευση των αιμοπεταλίων και παρατείνει τον χρόνο
ροής. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με
διαταραχές πήξεως.

Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (6 από 9)


• Επίσης χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται σε νέους η
παιδιά λόγω του συνδρόμου Reye. Το σύνδρομο αυτό
παρατηρήθηκε σε συνδυασμό ιογενών λοιμώξεων και
ταυτόχρονη λήψη ασπιρίνης. Η πρόγνωση του συνδρόμου
Reye είναι πτωχή και οδηγεί σε ηπατική και εγκεφαλική
βλάβη. Η χορήγηση ASA στην εγκυμοσύνη, ιδίως τους
τελευταίους μήνες μπορεί να οδηγήσει σε αιμορραγικές
διαθέσεις μητέρας και νεογνού, καθώς και πρώιμη σύγκλειση
του ανοιχτού βοττάλειου πόρου. Τα όξινα μη στεροειδή
αντιφλεγμονώδη έχουν προέλθει από την ασπιρίνη.

6
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (7 από 9)
• Την υψηλότερη αποτελεσματικότητα από τα αντιπυρετικά
αναλγητικά έχει η διπυρόνη (μεταμιζόλη). Είναι επίσης
αποτελεσματική στον σπλαχνικό πόνο. Ο τρόπος δράσης της
μεταμιζόλης δεν είναι ακριβώς γνωστός, αλλά πιθανώς
διαφέρει και από την ακεταμινοφαίνη και από την ασπιρίνη.
Από του στόματος απορροφάται γρήγορα, αλλά και από του
ορθού.

Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (8 από 9)


• Η διπυρόνη σχετίζεται με χαμηλή αλλά συμβατή πιθανότητα
ακοκκιοκυτταραιμίας. Σε ευαισθητοποιημένα άτομα μπορεί
να παρατηρηθεί κυκλοφορική κατέρρειψη (collapse), ιδίως
μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Έτσι η χρήση της έχει
περιοριστεί και χορηγείται μόνο σε περιπτώσεις όπου τα
άλλα αναλγητικά δεν δρουν.

8
Ι. Αντιπυρετικά – Αναλγητικά (9 από 9)
• Η προπυλφαιναζόνη πιθανώς δρα όπως η μεταμιζόλη
φαρμακολογικά και τοξικολογικά.

ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη


(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (1 από 7)

• Σε πολύ υψηλές δόσεις, η ASA είναι φάρμακο


αντιφλεγμονώδες σε ρευματικές νόσους (ρευματοειδής
αρθρίτις). Σε αυτές όμως τις δόσεις μπορεί να συμβούν
συμπτώματα υπερδοσολογίας όπως εμβοές, ίλιγγος, υπνηλία
κτλ.

10
ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (2 από 7)
• Η έρευνα για καλύτερα αναλγητικά οδήγησε στην ανακάλυψη
των NSAIDs. Σήμερα υπάρχουν περισσότερα από 30. Δομικά
είναι ομαδοποιημένα σε καρβονικά οξέα (δικλοφαινάκη,
ιβουπρουφαίνη, ναπροξένη, ινδομεθακίνη) η σε ενολικά
οξέα (αζαπροπαζόνη, πιροξικάμη καθώς και το λιγότερο
γνωστό σε μηχανισμό αλλά αποτελεσματικό φάρμακο
φαινυλβουταζόνη.

11

ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη


(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (3 από 7)

• Όπως η ASA έτσι και οι ανωτέρω ουσίες έχουν αντιπυρετική,


αντιφλεγμονώδη και αναλγητική δράση. Αντίθετα με την ASA
παρεμποδίζουν την κυκλοοξυγενάση με αντιστρεπτό τρόπο.
Επιπλέον δεν είναι κατάλληλες για αναστολή της
συγκόλλησης των αιμοπεταλίων.

12
ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (4 από 7)

• Τα NSAIDs απορροφώνται από το έντερο. Συνδέονται πολύ


με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Καθένα απομακρύνεται
από τον οργανισμό με την δική του ταχύτητα (πχ η
δικλοφαινάκη έχει χρόνο ημισείας ζωής 1-2 ώρες, ενώ η
πιροξικάμη 50 ώρες.

13

ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη


(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (5 από 7)

• Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αυτών των φαρμάκων μπορούν


να αποδοθούν στην αναστολή της κυκλοοξυγενάσης. Το πιο
συχνό πρόβλημα είναι ο τραυματισμός του γαστρικού
βλεννογόνου και ο κίνδυνος γαστρικού έλκους που
προκαλείται από ελαττωμένη σύνθεση προσταγλαδινών και
από καθαρά τοπική δράση. Οι γαστρικές ανεπιθύμητες
ενέργειες μπορεί να προληφθούν χορηγώντας το παράγωγο
προσταγλαδινών μισοπροστόλη

14
ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (6 από 7)

• Στον γαστρεντερικό σωλήνα, η παρεμπόδιση της σύνθεσης


των προσταγλαδινών μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη του
βλεννογόνου και εντεροπάθεια. Σε ορισμένα άτομα με
προδιάθεση μπορεί να παρατηρηθούν ασθματικές κρίσεις,
ίσως λόγω έλλειψης κάποιας βρογχοδιασταλτικής
προσταγλαδίνης η ελάττωσης λευκοτριενών. Αυτοί οι
κίνδυνοι είναι δυνατοί με όλα τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα
NSAIDs.

15

ΙΙ. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη


(αντιρευματικά) φάρμακα
NSAIDs-non steroidal anti-inflammatory drugs (7 από 7)

• Άλλες παρενέργειες είναι ελάττωση της νεφρικής ροής,


νεφρική βλάβη, οίδημα, αύξηση της αρτηριακής πιέσεως.
Με την ινδομεθακίνη μπορεί να παρατηρηθεί υπνηλία και
κεφαλαλγία, με την πιροξικάμη, φωτοευαισθητοποίηση και
με την φαινυλοβουταζόνη, ακοκκιοκυτταραιμία.

16
ΙΙΙ. Απιοειδή αναλγητικά – Τύπου μορφίνης
(1 από 4)
• Η μορφίνη είναι ένα αλκαλοειδές του οπίου. Εκτός της
μορφίνης, το όπιο έχει και αλκαλοειδή χωρίς αναλγητική
δραστηριότητα (όπως το σπασμολυτικό παπαβερίνη), που και
αυτά ονομάζονται αλκαλοειδή του οπίου. Όλα τα
ημισυνθετικά παράγωγα (υδρομορφόνη) και τα τελείως
συνθετικά (πενταζοσίνη, πεθιδίνη (μεπεριδίνη), μεθαδόνη,
φαιντανύλη), εκφέρονται με τον γενικό όρο οπιοειδή.

17

ΙΙΙ. Απιοειδή αναλγητικά – Τύπου μορφίνης


(2 από 4)
• Η υψηλή αναλγητικότητα αυτών των φαρμάκων οφείλεται
στην δράση τους σε ειδικούς υποδοχείς του σώματος (κ,μ,λ)
όπου δρουν τα ενδογενή οπιοειδή πεπτίδια του οργανισμού,
οι ενδορφίνες και οι εγκεφαλίνες. Υποδοχείς οπιοειδών
υπάρχουν σε πολλές εγκεφαλικές περιοχές, στην σπονδυλική
στήλη, στα ενδοτοιχωματικά νευρικά πλέγματα του
γαστρεντερικού και ουρογεννητικού συστήματος. Οι δράσεις
των οπιοειδών ουσιών καταργούνται από ουσίες
ανταγωνιστικές όπως είναι η ναλοξόνη.

18
ΙΙΙ. Απιοειδή αναλγητικά – Τύπου μορφίνης
(3 από 4)
• Η πιο πιθανή δράση αναλγητικού τύπου είναι αποτέλεσμα
αναστολής της αλγεινής μετάδοσης στην σπονδυλική στήλη
καθώς και αναστολή αντίληψης του πόνου από τον
εγκέφαλο. Υπάρχει και αλλαγή της διάθεσης που είναι
ανάλογη με το τι διάθεση επικρατούσε στον ασθενή την
στιγμή της χορήγησης των οπιοειδών.

19

ΙΙΙ. Απιοειδή αναλγητικά – Τύπου μορφίνης


(4 από 4)
• Επίσης, μαζί με την ανακούφιση του πόνου υπάρχει ευφορία,
“detachment”, ιδιαίτερα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Τα
ανωτέρω οδηγούν σε κατάχρηση και ψυχολογική εξάρτηση.
Σωματική εξάρτηση επισυμβαίνει και προσπάθεια διακοπής
σε εθισμένους οδηγεί σε συμπτώματα στέρησης όπως
καρδιαγγειακές διαταραχές, αλλά και άγχος, ανησυχία,
κατάθλιψη καθώς και παρόρμηση (compulsion) λήψης της
ουσίας.

20
Ενότητα 5: Αντιυπερτασικά, αντιστηθαγχικά, φάρμακα στο
έμφραγμα, στην καρδιακή ανεπάρκεια, αντιαρρυθμικά και
αντιπηκτικά φάρμακα

Αντιυπερτασικά φάρμακα (1 από 3)


Αρχικά μέτρα για την ιδιοπαθή υπέρταση.
1. Ελάττωση του βάρους
2. Δίαιτα χαμηλή σε περιεκτικότητα άλατος
3. Φαρμακευτική αγωγή
o Σκοπός είναι η ελάττωση του καρδιακού output
o και των περιφερικών αντιστάσεων.

1
Αντιυπερτασικά φάρμακα (2 από 3)
I. Μονοθεραπεία (β αναστολείς/διουρητικά)
a) Οι β-αναστολείς νεανική υπέρταση με ταχυκαρδία και
αυξημένο καρδιακό output.
b) Διουρητικά της θειαζίδης σε υπέρταση με συμφορητική
καρδιακή ανεπάρκεια (προσοχή στα επίπεδα Κ+).
c) Εάν η υπέρταση έχει και στηθάγχη τότε δίνουμε και β-
αναστολέα η ανταγωνιστή Ca++ (βεραπαμίλη έχει
καρδιοανασταλτική δράση σε αντίθεση με την νιφεδιπίνη).
d) α-blockers- προτιμούνται σε ασθενείς με υπέρταση και
υπερτροφία προστάτου.

Αντιυπερτασικά φάρμακα (3 από 3)


• Μέχρι σήμερα τα διουρητικά και οι β-αναστολείς έχουν
υποστεί πολλές δοκιμές και έχουν αποδείξει ότι ελαττώνουν
την αρτηριακή πίεση και οδηγούν σε ελαττωμένη νοσηρότητα
και θνητότητα κυρίως σε σχέση με εγκεφαλικά επεισόδια και
συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
II. Πολυθεραπεία – Συνδυασμοί

3
Αντιυπερτασικά – β-αναστολείς (1 από 4)
I. Β-αναστολείς – ανταγωνίζονται ΝΕ / Ε στους β-υποδοχείς.
• Προστατεύουν την καρδιά από την φθορά Ο2 που συμβαίνει
από την ινότροπη δράση του συμπαθητικού συστήματος,
μπλοκάροντας τους β-υποδοχείς και έτσι η καρδιακή
λειτουργία δεν μπορεί να αυξηθεί πέραν των βασικών ορίων.
• Οι β-υποδοχείς ελαττώνουν την καρδιακή συχνότητα και
ελαττώνουν την αυξημένη αρτηριακή πίεση. Τοπικά
χρησιμοποιούνται στην θεραπεία του γλαυκώματος.

Αντιυπερτασικά – β-αναστολείς (2 από 4)


Ανεπιθύμητες ενέργειες
1. Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια η οποία εμφανίζεται
όταν μπλοκάρεται η συμπαθητική δραστηριότητα
2. Βραδυκαρδία (Α-V block)
3. Βρογχικό άσθμα (παροξυσμική σύσπαση και συστολή του
βρογχικού δένδρου)
4. Υπογλυκαιμία σε διαβητικούς ασθενείς
5. Διαταραχές αγγειακής λειτουργίας (cold hands and feet)
6. Έχουν μια αγχολυτική δράση (ελαττώνουν τις έκτακτες
συστολές), αλλά αυξάνουν τον φόβο σκηνής (stage fright).

5
Αντιυπερτασικά – β-αναστολείς (3 από 4)
• Η βασική τους πλευρική δομή είναι η πλευρική άλυσος των β-
συμπαθητικομιμητικών.
• Η βασική δομή συνδέεται με αρωματικό δακτύλιο (πυρήνα)
από μεθυλένιο και γέφυρα Ο2.
• Οι αριστερόστροφες ουσίες έχουν 100 φορές μεγαλύτερη
χημική συγγένεια με τον β-υποδοχέα. Επειδή είναι
«αμφίφιλα» έχουν μια σταθεροποιητική χημική δράση, διότι
τα πιο λιπόφιλα εμποδίζουν την αντλία Να+ και την
αγωγιμότητά της καρδιακής ίνας.

Αντιυπερτασικά – β-αναστολείς (4 από 4)


• Μερικοί β-blockers : πινδολόλη, ισοπροτερενόλη,
μετπρολόλη, ασεβουτόλη, ατενολόλη, προπαρανολόλη,
αλπρενολόλη, σοταλόλη, τιμολόλη, βεταξολόλη και
τερτατολόλη.

7
Αντιυπερτασικά – Διουρητικά (1 από 2)
II. ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ
• Έχουν απ’ ευθείας νεφρική δράση.
• Χρησιμεύουν για
o Απομάκρυνση οιδημάτων,
o Αντιυπερτασική αγωγή,
o Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια,
o Προφύλαξη στην νεφρική ανεπάρκεια ειδικά μετά από
μαζική αιμορραγία και κυκλοφορική ανεπάρκεια.
• Μπορεί να προκαλέσουν υπόταση και κυκλοφορική
καταπληξία (collapse, shock).

Αντιυπερτασικά – Διουρητικά (2 από 2)


1. Διουρητικά θειαζίδης (υδροχλωροθειαζίδη, βενζοθειαζίδη,
τριχλωροθειαζίδη, χλωρθαλιδόνη),
2. Διουρητικά αγκύλης (φουροσεμίδη, πιρετανίδη)
3. Διουρητικά σουλφοναμίδης (ακεταζολαμίδη),
4. Καλιοσυντηρητικά (potassium sparing diuretics)
τριαμτερένη, αμιλορίδη, σπιρονολακτόνη) ,
5. Ανταγωνιστές αλδοστερόνης ( σπιρονολακτόνη).

9
Αντιυπερτασικά - Ανταγωνιστές ασβεστίου
III. Ανταγωνιστές ασβεστίου – Νιφεδιπίνη – Βεραπαμίλη.
IV. α- blockers : πραζοσίνη.
V. Ανταγωνιστές του μετατρεπτικού ενζύμου της
αγγειοτενσίνης (αMEA)(Angiotensin enzyme inhibitors) και
αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης (τα
νεότατα) – καπτοπρίλη, εναλαπρίλη).

10

Αντιυπερτασικά – ανταγωνιστές του μεττρεπτικού


ενζύμου της αγγιοτενσίνης (αΜΕΑ)
• Οι αΜΕΑ ελαττώνουν την αρτηριακή πίεση και αυξάνουν το
καρδιακό output.
Παρενέργειες
• Ξηρός βήχας, νεφρική ανεπάρκεια, εξάνθημα,
ουδετεροπενία, πρωτεινουρία και αγγειονευρωτικό οίδημα.
• Είναι πολλές φορές τα πιο επιθυμητά αντιυπερτασικά (πχ
Διαβητικοί με υπέρταση κτλ).

11
Αντιυπερτασικά – ειδικές καταστάσεις
(1 από 2)
Σε πολυφαρμακία μία καλή προτίμηση είναι ο συνδυασμός β-
blocker και νιφεδιπίνης καθώς και αγγειοδιασταλτικών
ουσιών (υδραλαζίνης και μινοξιδίλης).
Σε υπερτασική κρίση
• Νιφεδιπίνη.
• Κλονιδίνη.
• Διυδραλαζίνη.
• Νιτροπρωσσικό νάτριο.
• Φαιντολαμίνη αλλά μόνο σε φαιοχρωμοκύττωμα.

12

Αντιυπερτασικά – ειδικές καταστάσεις


(2 από 2)
Σε εγκυμοσύνη
• Υπερεκλεκτικούς αναστολείς των β-υποδοχέων,
• Μεθυλδόπα,
• Διυδραλαζίνη (πχ σε εκλαμψία IV).

13
Αντιστηθαγχικά φάρμακα (1 από 6)
1. Νιτρώδη.
2. Ανταγωνιστές του Ca+.
3. Β- αναστολείς.

1. Νιτρώδη – αυξάνουν την ροή του αίματος στα στεφανιαία


αγγεία. Αυξάνουν το Ο2 λόγω της ελάττωσης της
διαστολικής τάσης των αγγείων και έτσι ελαττώνουν την
αντίσταση του μυοκαρδίου, παρακάμπτοντας τον σπασμό
του μυοκαρδίου (εφ’ όσον υπάρχει σπασμός) η
επιδιορθώνοντας την περιέγχυση αίματος στα φυσιολογικά
επίπεδα.
14

Αντιστηθαγχικά φάρμακα (2 από 6)


• Η δράση τους είναι περισσότερο εμφανής στα φλεβικά απ’
ότι στα αρτηριακά μέρη. Ελαττώνουν τον φόρτο έργου του
καρδιακού μυός και βελτιώνουν την ισορροπία του οξυγόνου.
Εάν η δόση αυξηθεί η χορηγηθούν επί μακρόν τότε
αναπτύσσεται αντοχή (αντοχή των νιτρωδών). Ελαττώνουν
τον τόνο των λείων μυικών ινών λόγω ενεργοποίησης του
cGMP και πιθανώς εκλύουν ΝΟ από οργανικά νιτρώδη (το ΝΟ
είναι μόριο μεταβιβαστής – αγγελιοφόρος).

15
Αντιστηθαγχικά φάρμακα (3 από 6)
Ανεπιθύμητες ενέργειες νιτρωδών αποτελούν :
• Κεφαλαλγία λόγω αγγειοδιαστολής,
• Ανοχή,
• Υπόταση,
• Αντανακλαστική ταχυκαρδία,
• Κυκλοφορική καταπληξία (circulatory collapse).

16

Αντιστηθαγχικά φάρμακα (4 από 6)


Παραδείγματα νιτρωδών
• Νιτρογλυκερίνη (NTG)
• Δινιτρική ισοσορβίδη
• Διπρωσσικό νάτριο
 Δίδονται είτε υπογλώσσια είτε σε spray είτε σε αυτοκόλλητα
(TTS).

17
Αντιστηθαγχικά φάρμακα (5 από 6)
2. Ανταγωνιστές του ασβεστίου – εμποδίζουν την ροή εντός
των κυττάρων των ιόντων του ασβεστίου (influx)
επηρεάζοντας εντός το Να και εκτός το Κ. Είναι παράγωγα
της διυδροπυριδίνης όπως η νιφεδιπίνη που προκαλεί
αρτηριακή αγγειοδιαστολή, ελαττώνει το καρδιακό
μεταφορτίο και τις απαιτήσεις σε Ο2, προλαμβάνει δε τον
αρτηριακό σπασμό των στεφανιαίων.
 Μπορεί να προκαλέσουν αντανακλαστική ταχυκαρδία και
προκνημιαίο μυξοίδημα.

18

Αντιστηθαγχικά φάρμακα (6 από 6)


• Άλλα είναι η φελοδιπίνη, νιμοδιπίνη και βεραπαμίλη.
• Η βεραπαμίλη είναι κατιονικό αμφίφιλο μόριο με αρνητική
χρονότροπο και δρομότροπο ινοτροπική δράση, κύρια
αντιαρρυθμικό φάρμακο. Δρα προφυλακτικά στην στηθάγχη,
μπορεί δε να προκαλέσει αντανακλαστική ταχυκαρδία.
3. Β-αναστολείς (όπως υπέρταση) (βλ. αντιυπερτασικά).

19
Καρδιακή ανεπάρκεια – Καρδιακές
γλυκοσίδες (1 από 5)
• Φάρμακα καρδιοτονωτικά με ινοτροπικές δράσεις
(κλασσικός εκπρόσωπος digitalis).
• Ενώνονται με την εξωκυτταρική πλευρά της Na/K/ATPase
(δηλ αντλίας νατρίου-καλίου) των καρδιακών μυικών
κυττάρων, και εμποδίζουν την ενζυματική δραστηριότητα.
• Διατηρούν το αρνητικό δυναμικό ενέργειας και την
φυσιολογική ηλεκτρική δραστηριότητα.

20

Καρδιακή ανεπάρκεια – Καρδιακές


γλυκοσίδες (2 από 5)
• Αυξάνουν την δύναμη συστολής κινητοποιώντας το ποσό του
Ca++ στην συστολή. Το ενδοφλέβιο Ca+ +έτσι αυξάνεται.
• Μπορεί να διεγείρουν την δραστηριότητα του
πνευμονογαστρικού νεύρου (παρασυμπαθητικό σύστημα).
Με αυτόν τον τρόπο ελαττώνεται η καρδιακή αγωγιμότητα
και προκαλείται βραδυκαρδία.

21
Καρδιακή ανεπάρκεια – Καρδιακές
γλυκοσίδες (3 από 5)
• Η θεραπευτική δόση είναι κοντά στην τοξική (στενό
θεραπευτικό παράθυρο – close therapeutic window) και
χρειάζεται προσοχή στην δοσολογία και στενή
παρακολούθηση (close monitoring).
• Επίσης ημερήσιες η διημερήσιες διακοπές του φαρμάκου
ανά εβδομάδα συνηθίζονται προς αποφυγή του φαινομένου
του τοξικού δακτυλιδισμού.
• Εκπρόσωποι είναι η διγιτοξίνη, η διγοξίνη και η ουαμπαίνη.

22

Καρδιακή ανεπάρκεια – Καρδιακές


γλυκοσίδες (4 από 5)
Οι καρδιακές γλυκοσίδες δίδονται σε :
1. Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια,
2. Σε κολπικό πτερυγισμό και
3. Σε κολπική μαρμαρυγή.

Άρα σε καρδιακή ανεπάρκεια δίδουμε :


1. Διουρητική αγωγή (πχ θειαζίδη),
2. εάν σοβαρότερα συμπτώματα προσθέτουμε τις γλυκοσίδες
(πχ διγοξίνη).

23
Καρδιακή ανεπάρκεια – Καρδιακές
γλυκοσίδες (5 από 5)
Φαινόμενα τοξίκωσης με καρδιακές γλυκοσίδες υποψιαζόμαστε
όταν έχουμε :
1. Καρδιακές αρρυθμίες (βραδυκαρδία, κολποκοιλιακό
αποκλεισμό).
2. Διαταραχές από το ΚΝΣ (ξανθοψία, διέγερση και σύγχυση).
3. Γαστρεντερικές διαταραχές όπως ανορεξία, έμετο και
διάρροια.
4. Νεφρικές διαταραχές ( ελάττωση ύδατος και ηλεκτρολυτών).

24

Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου

• Παθοφυσιολογικά επισυμβαίνει οξεία θρομβωτική απόφραξη


της στεφανιαίας αρτηρίας.

25
Φάρμακα κατά του εμφράγματος (1 από 2)
Σε υποψία εμφράγματος λόγω κλινικής εικόνας , δίνουμε :
• Ακετυλοσαλυκιλικό οξύ (ASA),
• Νιτρώδη (Εάν δεν υπάρχει ανταπόκριση σε 30 min),
• Μορφίνη (+ αντιεμετική ουσία - Προλαμβάνει την έμεση που
προκαλείται από την μορφίνη),
• (Μεταφορά στο νοσοκομείο, Ο2, ΗΚΓ, μονάδα, monitoring)
κτλ,
• Θρομβολυτική αγωγή (στρεπτοκινάση, διάταση balloon,
ηπαρίνη),
• Αντιαρρυθμική αγωγή (β-αναστολέα για αρρυθμίες ή
πρόληψη κοιλιακών αρρυθμιών με λιδοκαΐνη),
• Παραμονή στην μονάδα και παρακολούθηση.

26

Φάρμακα κατά του εμφράγματος (2 από 2)


Μακροχρόνια στο έμφραγμα του μυοκαρδίου, δίδεται :
• β-αναστολέας,
• Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτανσίνης
(αΜΕΑ), προφυλακτική θρομβόλυση (ASA κτλ), ανάλογη
αντιαρρυθμική αγωγή ως ενδείκνυται),
• Αποκατάσταση στην φυσιολογική ζωή, αλλαγή συνηθειών και
τρόπου διαβίωσης, δραστηριότητας κα.

27
Υπόταση
• Εάν είναι ιδιοπαθής, πρωτοπαθής και μη σημαντική
συνιστάται άσκηση και βελτίωση.
• Εάν δευτεροπαθής (ανάλογα την αιτία)
1. Μετά από καρδιακή ανεπάρκεια, γλυκοσίδες.
2. Εάν μετά ελάττωση του όγκου του πλάσματος, plasma
expanders.
3. Εάν υπάρχει έλλειψη της αλδοστερόνης, αλδοστερόνη –
φλουδροκορτιζόνη.
4. Εάν είναι ιδιοπαθής αλλά σχετικά σοβαρή,
φλουδροκορτιζόνη.
5. Οξεία υπόταση και αύξηση της καρδιακής συχνότητας, Nacl,
εργοταμίνη και συμπαθητικομιμητικά.

28

Αντιαρρυθμικά φάρμακα
• Τα φάρμακα αυτά χρειάζονται άλλοτε μόνα, άλλοτε σε
συνδυασμό με άλλα καρδιολογικά φάρμακα για την
αντιμετώπιση των αρρυθμιών που είναι ποικίλες τόσο σε
κλινική οντότητα όσο και σε βαθμό.

29
Θεωρία σχετικά με τα αντιαρρυθμικά
φάρμακα
• Φαινόμενο re-entry.
• Φαινόμενα έκτοπης δραστηριότητας καρδιακού βηματοδότη.
• Καρδιακός αποκλεισμός (καθυστέρηση στην εκπόλωση και
αύξηση του ενδοκυτταρίου ασβεστίου).
• Αυξημένη συμπαθητική δραστηριότητα και έκτοπη
δραστηριότητα βηματοδότη.

30

Τάξεις αντιαρρυθμικών (1 από 3)


• Τα αντιαρρυθμικά φάρμακα διαχωρίζονται σε τάξεις (classes)
και συγγράφονται ανάλογα των αναγκών, της κλινικής
εικόνας των ασθενών και το προηγούμενο ιστορικό τους.

31
Τάξεις αντιαρρυθμικών (2 από 3)
• Class I
o Εμποδίζουν τα κανάλια Να, δρουν σε φάση Ο και
σχετίζονται με γρήγορη εκπόλωση.
o Ια – κινιδίνη (παλαιά, ιστορικής αξίας), προκαιναμίδη,
δισοπυραμίδη.
o Ιβ – λιδοκαΐνη, (IV, κοιλιακές αρρυθμίες), φαινυντοΐνη (με
προσοχή-αντιεπιληπτικό φάρμακο).
o Ιγ φλεκαϊνίδη, ενκανιδίνη (έκτοπες κοιλιακές).
• Class II – (phase 2 – plateau)
o β – αναστολείς (προπρανολόλη, ατενολόλη).

32

Τάξεις αντιαρρυθμικών (3 από 3)


• Class III – (phase 3)
o Αμιοδαρόνη και Σοταλόλη,
o Αναστέλλουν μερικά από τα κανάλια του Κ,
o Είναι αποτελεσματικά αντιαρρυθμικά φάρμακα.
• Class IV
o Από του στόματος,
o βεραπαμίλη και διλτιαζέμη (Tildiem),
o Η βεραπαμίλη και η διγοξίνη μπορούν να χορηγηθούν
μαζί σε μη καλώς ελεγχόμενη κολπική μαρμαρυγή.

33
Φάρμακα που επηρεάζουν την πήξη
του αίματος
• Από φυσιολογία, φυσιολογία της αιμόστασης
(αγγειοσύσπαση, συσσώρευση των αιμοπεταλίων, παραγωγή
ινώδους μέσω μονοπατιών και παραγόντων πήξεως όπως
έχει συζητηθεί στην φυσιολογία και σε αυτούς που κάνουν
παθολογική φυσιολογία, μηχανισμοί της θρόμβωσης και των
φαινομένων του εμβολισμού.

34

Αντιπηκτικά φάρμακα (1 από 5)


• Αντιαιμοπεταλικά φάρμακα - αναστέλλουν την συσσώρευση
των αιμοπεταλίων
• Ασπιρίνη (ASA) (Acetylosalicylic acid) αναστέλλει την
κυκλοοξυγενάση και την θρομβοξάνη. Έτσι ελαττώνει την
φωσφορική αδενοσίνη και τα αιμοπετάλια.
Επίσης,
• Ουροκινάση,
• Στρεπτοκινάση.

35
Αντιπηκτικά φάρμακα (2 από 5)
Κουμαρινικά παράγωγα
• Βαρφαρίνη (Ουαρφαρίνη) (Sintrom),
• Ανήκει στα κουμαρινικά παράγωγα και ανταγωνίζεται την
βιταμίνη Κ,
• Αναστέλλει επίσης την σύνθεση των παραγώγων ΙΙ, VII, IX, X
στο ήπαρ,
• Απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα και ο χρόνος
ημισείας ζωής της είναι 36 ώρες,
• Έναρξη δράσης σε τουλάχιστον 2 ημέρες και διάρκεια δράσης
περίπου 72 ώρες.

36

Αντιπηκτικά φάρμακα (3 από 5)


• Η μέτρηση του αποτελέσματος γίνεται με μέτρηση του
χρόνου προθρομβίνης (PT).
• Μεταβολίζεται στο ήπαρ (P450).
• Αντίδοτο αιμορραγίας είναι το φρέσκο πλάσμα (FFP) ή η
βιταμίνη K (η οποία ωστόσο αργεί να δράσει).
• Με την έναρξη αγωγής με βαρφαρίνη ο ασθενής παραμένει
στην ηπαρίνη 3-5 μέρες μέχρις ότου επιτευχθεί ο κατάλληλος
χρόνος προθρομβίνης (PT).

37
Αντιπηκτικά φάρμακα (4 από 5)
Ηπαρίνη
• Είναι θεϊκή γλυκοζαμινογλυκάνη.
• Δεσμεύεται με την αντιθρομβίνη ΙΙΙ και πολλαπλασιάζει κατά
1000 φορές την δράση της εναντίον της θρομβίνης και των
παραγόντων IXa, Xa.
• (*a=activated).
• Δεν απορροφάται από το γαστρεντερικό σύστημα και
χορηγείται ενδοφλεβίως σε συνεχή έγχυση.
• Η καλσιπαρίνη χορηγείται υποδορίως.
• Υπάρχει και χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνη η οποία
χορηγείται επίσης υποδορίως η Fraxiparine.
38

Αντιπηκτικά φάρμακα (5 από 5)


• Η έναρξη της δράσης της ηπαρίνης είναι άμεση.
• Διαρκεί 4 ώρες.
• Ο χρόνος ημισείας ζωής του φαρμάκου είναι 1.5 ώρες.
• Η μέτρηση του αποτελέσματος δράσης γίνεται με τον χρόνο
ενεργού θρομβοπλαστίνης (APTT).
• Το φάρμακο μεταβολίζεται στο ήπαρ.
• Η ηπαρίνη μετριέται διεθνείς μονάδες (International Units –
IU).
• Επί αιμορραγίας αντίδοτο αποτελεί η θειική πρωταμίνη (1
mg πρωταμίνης για 100 μονάδες ηπαρίνης).

39
Ενότητα 6: Ψυχοφάρμακα (α’ μέρος)

Υπνωτικά φάρμακα (1 από 4)


• Τα υπνωτικά φάρμακα κατατάσσονται σε διάφορες
κατηγορίες. Περιλαμβάνουν τις βενζοδιαζεπίνες, διάφορα
βαρβιτουρικά, την ζολπιδέμη, την ζοπικλόνη, την ένυδρο
χλωράλη και διάφορα αντιισταμινικά Η1.
• Οι βενζοδιαζεπίνες (τριαζολάμη, τεμαζεπάμη, κλομαζεπάμη,
νιτραζεπάμη) δρουν σε ειδικό υποδοχέα.
• Τα βαρβιτουρικά (εξοβαρβιτάλη, πεντοβαρβιτάλη), τα
αντιισταμινικά και η χλωράλη δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο
πως δρουν.

1
Υπνωτικά φάρμακα (2 από 4)
• Όλα όμως τα υπνωτικά ελαττώνουν τον χρόνο που διανύεται
στην φάση REM. Με συνεχή όμως χορήγηση, ο χρόνος που
δαπανάται σε REM και non REM επανέρχεται στο φυσιολογικό
παρά την συνεχή χορήγηση του φαρμάκου. Όταν το υπνωτικό
σταματήσει απότομα, έχουμε rebound REM που εξαντλείται σιγά-
σιγά με τις μέρες. Όταν ο ύπνος έχει πολύ REM, υπάρχουν πολλά
και έντονα όνειρα και έτσι ο ασθενής δεν χαρακτηρίζει αυτό τον
ύπνο ανανεωτικό (refreshing).
• Σε προσπάθεια διακοπής του υπνωτικού, τα άτομα με την αίσθηση
του μη ξεκούραστου ύπνου, θέλουν να συνεχίσουν το υπνωτικό,
πράγμα που συντελεί στην αύξηση της εξάρτησης από το
φάρμακο.
• Ανάλογα με τα επίπεδά τους στο αίμα, οι βενζοδιαζεπίνες έχουν
και αγχολυτική επίδραση
2

Υπνωτικά φάρμακα (3 από 4)


• Αντίθετα με τα βαρβιτουρικά, οι βενζοδιαζεπίνες δεν έχουν
καμιά αναισθητική δράση και δεν προκαλούν αναπνευστική
παράλυση ακόμη και σε μεγάλες δόσεις.
• Επίσης με τις βενζοδιαζεπίνες, οι αυτόνομες λειτουργίες
(αρτηριακή πίεση (ΑΠ), καρδιακή συχνότητα, θερμότητα) δεν
επηρεάζονται.
• Γι’ αυτό, οι βενζοδιαζεπίνες σε σχέση με τα βαρβιτουρικά
κατέχουν πολύ ευρύτερη θέση. Τα βαρβιτουρικά σήμερα
πολύ σπάνια χρησιμοποιούνται.

3
Υπνωτικά φάρμακα (4 από 4)
• Η ζολπιδέμη και η ζοπικλόνη έχουν διαφορετική χημική
δομή, αλλά παρ’ όλα αυτά έχουν αγωνιστική δραστηριότητα
στον υποδοχέα της βενζοδιαζεπίνης.
• Η ένυδρος χλωράλη οδηγεί γρήγορα σε ανοχή. Έτσι,
χρησιμοποιείται μόνο για μικρό χρονικό διάστημα
• Τόσο οι βενζοδιαζεπίνες όσο και τα βαρβιτουρικά εθίζονται.
• Τα αντισταμινικά (over the counter) (διφαινυδραμίνη,
δοξυλαμίνη) είναι δημοφιλή για την υπναγωγική τους
επίδραση).

Αγχολυτικά (1 από 14)


Βενζοδιαζεπίνες
• Τροποποιούν τις συναισθηματικές απαντήσεις σε αισθητηριακές
αντιλήψεις. Ειδικότερα, το άτομο γίνεται αδιάφορο προς τα
αγχογόνα ερεθίσματα (αγχολυτική δράση).
• Επιπλέον έχουν ηρεμιστική, αντιισπασμολυτική (αντιεπιληπτική)
και μυοχαλαρωτική δράση.
• Όλες οι δράσεις τους επιτυγχάνονται αυξάνοντας την
δραστηριότητα των ανασταλτικών νευρώνων και δρουν μέσω
ειδικών υποδοχέων (benzodiazepine receptors) που αποτελούν
ενιαίο σύμπλεγμα με τον υποδοχέα GABAα και του καναλιού
χλωρίου. Αύξηση της διαβατότητας χλωρίου οδηγεί σε
ελαττωμένες απαντήσεις στις διαβιβαστικές ώσεις.
5
Αγχολυτικά (2 από 14)
Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
Θεραπευτικές ενδείξεις των βενζοδιαζεπινών είναι:
• Αγχώδεις καταστάσεις, συνδυασμένες με νευρωτικά και φοβικά
στοιχεία,
• Αυπνία (διαταραχές ύπνου),
• Προεγχειρητική προετοιμασία,
• Επιληψία ως συμπληρωματική θεραπεία,
• Έμφραγμα μυοκαρδίου (ελάττωση της καρδιακής διέγερσης λόγω
άγχους),
• Συμπληρωματικά με τα αντικαταθλιπτικά στην κατάθλιψη,
• Σε μυικές υπερτονίες.

Αγχολυτικά (3 από 14)


Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
• Οι βενζοδιαζεπίνες έχουν καθαρά κεντρική νευρολογική δράση
(λόγω του ότι το GABA βρίσκεται στον κεντρικό νευρικό ιστό).
Έτσι δεν επηρεάζουν την αυτόνομη λειτουργία και ο ρυθμός της
καρδιάς, αναπνοής και θερμοκρασίας σώματος δεν επηρεάζεται.
Έτσι είναι 10 φορές πιο αποτελεσματικές από άλλες ηρεμιστικές
ουσίες αφού ο θεραπευτικός δείκτης είναι 100.
• Διάφορες βενζοδιαζεπίνες κυκλοφορούν στο εμπόριο και οι
διαφορές τους έγκειται στον χρόνο δράσης τους.
• Όλες μπορούν να επηρεάσουν την συνέργεια των κινήσεων
(οδήγηση) καθώς επηρεάζουν την απαντητικότητα στα εξωγενή
ερεθίσματα καταστέλλοντάς
7
Αγχολυτικά (4 από 14)
Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
• Είναι καλά ανεκτές, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος της φυσικής
εξάρτησης και η μακροχρόνια χορήγηση καθώς και η
απότομη διακοπή τους οδηγούν σε rebound άγχος και
ανησυχία.
• Ακόμη και σπασμοί μπορεί να συμβούν.
• Αυτά τα συμπτώματα ενισχύουν την συνέχιση της λήψης των
βενζοδιαζεπινών παράλληλα κυρίως με την συνεχή
συνύπαρξη προσωπικών και κοινωνικών προβλημάτων

Αγχολυτικά (5 από 14)


Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
• Παρ’ όλα αυτά είναι τα συχνότερα αγχολυτικά που
χρησιμοποιούνται.
• Αναπτύσσεται λοιπόν ανοχή και σε απότομη διακοπή,
σύνδρομο στέρησης.

9
Αγχολυτικά (6 από 14)
Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
Επιδημιολογία βενζοδιαζεπινών
• Η διαζεπάμη ακόμη συγγράφεται στο 6% του πληθυσμού.
Στην Βρετανία και στις ΗΠΑ, αποτελούν το 11% και 12%
αντίστοιχα.
• Συχνότερα συγγράφονται σε γυναίκες και κυρίως σε γυναίκες
άνω των 45 ετών. Οι γυναίκες αποτελούν το 75% των
καταναλωτών. Από αυτές που αρχίζουν τις βενζοδιαζεπίνες,
το 20% τις παίρνει 6 μήνες αργότερα. Πιο επιρρεπείς είναι
εκείνες με ποικίλα κοινωνικά προβλήματα και μεγαλύτερης
ηλικίας.

10

Αγχολυτικά (7 από 14)


Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
Βενζοδιαζεπίνες και οδήγηση
• Σε Νορβηγικές μελέτες, το 20% εκείνων που βρέθηκαν σε
νοσοκομείο μετά από αυτοκινητιστικό ατύχημα, είχαν
ανιχνεύσιμα επίπεδα διαζεπάμης σε σχέση με το 2% εκείνων
που βρέθηκαν για άλλους λόγους.
• Οι βενζοδιαζεπίνες φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάσουν την 1)
την κρίση 2) τον χρόνο αντίδρασης και 3) να αυξήσουν την
επίδραση του αλκοόλ.

11
Αγχολυτικά (8 από 14)
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
• Per os: καλή και γρήγορη,
• IM λιγότερο: γρήγορη από την per os,
• IV: γρήγορα επιτυγχάνονται υψηλές συγκεντρώσεις,
• Είναι λιπόφιλες και περνούν γρήγορα τον αιματεγκεφαλικό
φραγμό, κατανέμονται στο μεταιχμιακό σύστημα, στον δικτυωτό
σχηματισμό και στον θάλαμο. Οι περισσότερες δεν είναι
υδατοδιαλυτές (έτσι δεν είναι πρόβλημα για per os). Η διαζεπάμη
για ενδοφλέβια χορήγηση χορηγείται σε εναιώρημα (diazemoles,
diazemuls).

12

Αγχολυτικά (9 από 14)


• Δέσμευση πρωτεϊνών: υψηλή πχ 95% για την διαζεπάμη
• Μεταβολισμός: Δεσμεθυλίωση για τις περισσότερες (πχ
δεσμεθυλδιζεπάμη)
o Το ήπαρ μεταβολίζει τις περισσότερες με τα μικροσωμιακά
ένζυμα κυρίως.

• Απέκκριση: Συζευγμένα προϊόντα στα ούρα


o Ο χρόνος ημισείας ζωής αυξάνει με την ηλικία, καθώς αυξάνει
και ο όγκος κατανομής

13
Αγχολυτικά (10 από 14)
Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
Τόπος δράσης υποδοχείς
• Πιστεύεται ότι διευκολύνουν την δράση του υποδοχέα GABA.
Υπάρχουν 2 είδη υποδοχείς GABAα και GABAβ.
• Ο GABAα όταν διεγείρεται αυξάνει την διαπερατότητα του
χλωρίου. Ο GABAα είναι οι θέσεις δράσης των βενζοδιαζεπινών,
των βαρβιτουρικών και του αλκοόλ. Βρίσκονται κυρίως στον
ιππόκαμπο, στον φλοιό και στο μεταιχμιακό σύστημα.
• Με την διέγερση του GABAα αυξάνει η διέλευση χλωρίου και τα
αρνητικά δυναμικά των νευρώνων αυξάνουν επίσης (ανασταλτικά
δυναμικά).
• Η τελική επίδραση αυτής της δράσης είναι αγχολυτική, ηρεμιστική,
υπνωτική και αντισπασμωδική (σπασμολυτική).

14

Αγχολυτικά (11 από 14)


Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
• Ταχείας δράσης
– Λοραζεπάμη, λορμεταζεπάμη, λορπραζολάμη, οξαζεπάμη,
τεμαζεπάμη, τριαζολάμη. Όσο πιο ταχείας δράσης είναι, τόσο
πιο κατάλληλες είναι για υπνωτικά.

• Κυρίως χρησιμοποιούνται για υπνωτικά


– Νιτραζεπάμη, φλουνιταζεπάμη, φλουραζεπάμη, λορπαζολάμη,
λορμετζεπάμη, τεμαζεπάμη, τριαζολάμη.

15
Αγχολυτικά (12 από 14)
Βενζοδιαζεπίνες (συνέχεια)
• Κυρίως χρησιμοποιούνται ως αγχολυτικά
o Διαζεπάμη, αλπραζολάμη, βρωμαζεπάμη, χλωροδιαζεποξείδη,
κλομπαζάμη, χλωραζεπάτη, μεδαζεπάμη
o Σε κρίση πανικού χρησιμοποιείται ενδοφλέβια η λοραζεπάμη
και η διαζεπάμη
• Η περίπτωση της τριαζολάμης
o Αυτή η βενζοδιαζεπίνη δύναται να επηρεάσει την λειτουργία της
μνήμης (anterograde amnesia) και προκαλεί rebound άγχος και
σύγχυση στην διάρκεια της μέρας. Αναφέρθηκαν συχνότερα
παράδοξες αντιδράσεις (εχθρικότητα, ψευδαισθήσεις) και έτσι
σε πολλές χώρες δεν χορηγείται η τριαζολάμη.
o Η χλωροδιαζεποξείδη χορηγείται σε αντιμετώπιση
συμπτωμάτων στέρησης αλκοόλ και σε ηλικιωμένους. 16

Αγχολυτικά (13 από 14)


Παραδείγματα κυκλοφορούντων βενζοδιαζεπινών

• Αλπραζολάμη (Xanax), • Φλουραζεπάμη (Dalmane),


• Βρωμαζεπάμη (Lexotanil), • Λοραζεπάμη (Tavor),
• Χλωροδιαζεποξείδη (Librium), • Μεταζεπάμη (Nobrium),
• Κλομπαζάμη (Frisium), • Νιτραζεπάμη (Mogadon),
• Διαζεπάμη (Valium), • Τεμαζεπάμη (Temazepam),
• Φλουνιτραζεπάμη (Rohypnol). • Τριαζολάμη (Halcion).

17
Αγχολυτικά (14 από 14)
Ανταγωνιστές βενζοδιαζεπινών
• Φλουμαζενίλη
o Έχει συγγένεια με τον υποδοχέα των βενζοδιαζεπινών, αλλά όχι
ενδογενή δράση τύπου βενζοδιαζεπίνης.
o Χρησιμοποιείται ως αντίδοτο σε περιπτώσεις ηθελημένης
λήψης υπερβολικών ποσοτήτων βενζοδιαζεπινών (αυτοκτονία).

18

Αντικαταθλιπτικά (1 από 40)


• Τρικυκλικά,
• Τετρακυκλικά,
• Δικυκλικά,
• SSRIs,
• Αναστολείς ΜΑΟ (παλαιότερα αντικαταθλιπτικά).

19
Αντικαταθλιπτικά (2 από 40)
Α) Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά
• Πρωτότυπο φάρμακο είναι η ιμιπραμίνη. Είναι τα φάρμακα που
έχουν χρησιμοποιηθεί κυριότερα στην θεραπεία της κατάθλιψης
και έχουν την πλέον μακροχρόνια ιστορία. Την τελευταία δεκαετία
φαίνεται ότι η χρήση τους χάνει έδαφος σε σχέση με τα νεότερα
φάρμακα τους ανταγωνιστές της επαναπρόσληψης της
σεροτονίνης (Serotonin Selective Re-Uptake Inhibitors (SSRIs) –
πρωτότυπο φλουοξετίνη).
• Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά έχουν κεντρικό δακτύλιο και 2
πλάγιους αρωματικούς δακτυλίους που στον χώρο σχηματίζουν
γωνία 120ο σε αντιδιαστολή με τους flat δακτυλίους που
βρίσκονται στα νευροληπτικά φάρμακα του τύπου των
φαινοθειαζινών.

20

Αντικαταθλιπτικά (3 από 40)


Α) Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (συνέχεια)
• Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά είναι λιποδιαλυτά και
απορροφούνται καλά.
• Μετά την λήψη, είναι δυνατόν λόγω της αντιχολινεργικής τους
δράσης, να επιβραδύνουν την γαστρική κένωση και με αυτόν τον
τρόπο να επιβραδύνουν και την απορρόφησή τους.
• Η δέσμευση πρωτεϊνών είναι υψηλή (90% για την κλομιπραμίνη).
Αυτή η υψηλή δέσμευση πρωτεϊνών μαζί με τον μεγάλο όγκο
κατανομής των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών οδηγούν σε χαμηλή
διαλυτότητα μετά από υπερβολική λήψη (άρα επικίνδυνα σε
υπερβολική λήψη λόγω καθυστέρησης της απέκκρισής τους).

21
Αντικαταθλιπτικά (4 από 40)
Α) Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (συνέχεια)
Μεταβολισμός
• Αρχικά απομεθυλίωση. Μερικά μεθυλιωμένα παράγωγα έχουν
επίσης αντικαταθλιπτική δράση.
• Επίσης υφίστανται υδρόλυση του δακτυλίου τους.
• Ο μεταβολισμός εξαρτάται από την γενετική προδιάθεση, την
σύγχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων και την οξινοποίηση των
ούρων (διότι αυτή οδηγεί σε ταχύτερη απέκκριση).
Αποβολή
• Υπάρχει υψηλή δίοδος (first-pass) από το ήπαρ. Σχετικά χαμηλή
συγκέντρωση με ευρύ όγκο κατανομής και σχετικά μεγάλο χρόνο
ημισείας ζωής που επιτρέπει να χορηγούνται τα αντικαταθλιπτικά
μια φορά την ημέρα.
22

Αντικαταθλιπτικά (5 από 40)


• Χορηγούνται σε χαμηλότερες δόσεις στους ηλικιωμένους. Η
δράση τους χρειάζεται 2-4 εβδομάδες μέχρι να φανεί, ενώ για να
αποδώσουν τα μέγιστα θα πρέπει να φτάσουν σε ιδεώδη επίπεδα
πλάσματος και να μην αποσυρθούν από την θεραπεία πρώιμα.
• Ενδείκνυνται στην θεραπεία της ενδογενούς κατάθλιψης, της
διαταραχής πανικού.
• Μερικά χρησιμοποιούνται επίσης στην αντιμετώπιση στοματικού
και προσωπικού πόνου, και στην νυχτερινή ενούρηση των
παιδιών.
• Ειδικά, ένα εξ’ αυτών, η κλομιπραμίνη χρησιμοποιείται στην
ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και για την αντιμετώπιση της
ναρκοληψίας.

23
Αντικαταθλιπτικά (6 από 40)
Δράση αντικαταθλιπτικών
• Έχουν χημική συγγένεια τόσο για υποδοχείς όσο και για αμινικούς
νευρομεταβιβαστές και συμπεριφέρονται και στους δύο σαν
ανταγωνιστές.
• Παρεμποδίζουν την επαναπρόσληψη της νορεπινεφρίνης, της
σεροτονίνης και έτσι αυξάνεται η δραστικότητα και των δύο
νευρομεταβιβαστών. Μπλοκάρουν επίσης τους μουσκαρινικούς
υποδοχείς της ακετυλοχολίνης, τους α-νοραδρενεργικούς και
μερικούς σεροτονινεργικούς και ισταμινικούς υποδοχείς.
• Δεν φαίνεται να έχουν επίδραση στο σύστημα της δοπαμίνης.
• Το γιατί αυτές οι μεταβολές στις αμίνες αλλά και στους υποδοχείς
τους μεταφράζονται ως αντικαταθλιπτική δράση στην πράξη,
παραμένει δυσεξήγητο ακόμη και σήμερα.
24

Αντικαταθλιπτικά (7 από 40)


Δράση αντικαταθλιπτικών (συνέχεια)
• Παρ’ ότι οι αμινικές μεταβολές γίνονται γρήγορα, ωστόσο, η
αντικαταθλιπτική δράση χρειάζεται 2-4 εβδομάδες για να
φανεί τόσο στην διάθεση όσο και στην επιθυμία
δραστηριότητας.
• Στους υγιείς, τα τρικυκλικά δεν φαίνεται να προκαλούν
αλλαγές της διάθεσης.
• Μερικά έχουν ιδιαίτερες δράσεις, πχ η αμιτρυπτιλίνη είναι
περισσότερο αγχολυτική, η δεσιπραμίνη βοηθά την
ψυχοκινητική κινητοποίηση, η δε ιμιπραμίνη φαίνεται να έχει
ενδιάμεση θέση σε αυτές τις δύο.

25
Αντικαταθλιπτικά (8 από 40)
Κυριότερα σκευάσματα

• Ιμιπραμίνη (Tofranil), • Αμυτριπτιλίνη (Tryptizol),


• Δεσιπραμίνη (Pertofan), • Νορτριπτυλίνη (Aventyl),
• Λοφεπραμίνη (Gamanil), • Δοξεπίνη (Sinequan),
• Τριμιπραμίνη (Surmontil), • Δοθαεπίνη (Dothiepin,
Prothiden).
• Κλομιπραμίνη (Anafranil),

26

Αντικαταθλιπτικά (9 από 40)


Παρενέργειες τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών
• Αντιχολινεργική δράση: Η δράση αυτή είναι
αντιμουσκαρινική. Παρατηρείται διάταση της κόρης,
διαταραχή της όρασης, ξηροστομία, ναυτία, δυσκοιλιότητα
(σπάνια παραλυτικός ειλεός), εφίδρωση, έμετος,
ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, κατακράτηση ούρων,
επιδείνωση γλαυκώματος κλειστής γωνίας.
• Η αντιχολινεργική δράση είναι καλύτερα ανεκτή, όταν η
θεραπεία αρχίζει με μικρές δόσεις και με τον καιρό
παρουσιάζεται κάποια ανοχή.

27
Αντικαταθλιπτικά (10 από 40)
Παρενέργειες τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (συνέχεια)
Καρδιακές δράσεις
A. Σε θεραπευτικές δόσεις παρατηρούνται αλλαγές στο ΗΚΓ –
επιπεδοποίηση του κύματος Τ, παράταση του QT, κατάσπαση
του ST, ταχυκαρδία
B. Σε υψηλότερες των θεραπευτικών δόσεων παρατηρείται
κολπικός πτερυγισμός, κολπική μαρμαρυγή, κολποκοιλιακός
αποκλεισμός, κοιλιακός πτερυγισμός

28

Αντικαταθλιπτικά (11 από 40)


Παρενέργειες τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (συνέχεια)
Δράσεις στο ΚΝΣ
• Αταξία, λεπτός τρόμος, ελάττωση του ύπνου REM, σύγχυση
στους ηλικιωμένους, κεφαλαλγία, παραισθήσεις, σπασμοί,
υπομανία.
• Σπάνια παρατηρείται επιθετική συμπεριφορά, παραλήρημα,
δυσαρθρία, μυόκλονος, νυσταγμός, περιφερική
νευροπάθεια, χοριοαθετωσικές κινήσεις, tardive dyskinesia
(κινήσεις του στόματος και της γλώσσης κυρίως με
αμοξαπίνη).
• Σπανιότατα με αντικαταθλιπτικά έχει αναφερθεί κακόηθες
νευροληπτικό σύνδρομο.
29
Αντικαταθλιπτικά (12 από 40)
Παρενέργειες τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (συνέχεια)
Αιματολογικές δράσεις
• Ηωσινοφιλία, Λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία,
ακοκκιοκυτταροπενία.
Αλλεργικές δράσεις
• Αλλεργικός χολοστατικός ίκτερος, και διάφορες
δερματολογικές αντιδράσεις.
Σεξουαλική συμπεριφορά
• Στυτική δυσλειτουργία, διαταραχές της εκσπερμάτισης,
καθυστέρηση οργασμού.

30

Αντικαταθλιπτικά (13 από 40)


Παρενέργειες τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (συνέχεια)
Άλλα
• Διαταραχή γλυκόζης, ηπατική νέκρωση, αύξηση της
αλκαλικής φωσφατάσης, αύξηση των τρανσαμινασών,
ελάττωση της χοληστερόλης, και αύξηση του βάρους έχουν
διαπιστωθεί.
• Επίσης έχουν αναφερθεί αιφνίδιοι θάνατοι λόγω αρρυθμιών
η κολποκοιλιακού αποκλεισμού.

31
Αντικαταθλιπτικά (14 από 40)
Β) Νεωτέρα σκευάσματα
• Μαπροτιλίνη (Ludiomil)
o Τετρακυκλικό σκεύασμα με χαμηλή αντιχολινεργική δράση, που
όμως μπορεί να πυροδοτήσει επιληπτικούς σπασμούς και
εξανθήματα. Έχει ηρεμιστική δράση.
• Βιλοξαζίνη (Vivalan)
o Δικυκλικό Ισοδύναμο με την ιμιπραμίνη. Έχει λιγότερες
αντιχολινεργικές δράσεις και λιγότερη ηρεμιστική δράση.
• Αμοξαπίνη (Ascendis)
o Τρικυκλική διβενζοδιαζεπίνη. Προκαλεί εξωπυραμιδική δράση,
γαλακτόρροια και tardive dyskinesia.

32

Αντικαταθλιπτικά (15 από 40)


Β) Νεωτέρα σκευάσματα (συνέχεια)
• Μιανσερίνη (Bolvidon)
o Ισοδύναμο με την αμιτρυπτιλίνη (Triptyzol) Η μιανσερίνη είναι
τετρακυκλικό. Δεν έχει όμως αντιχολινεργικές και
καρδιοτοξικές παρενέργειες. Μπορεί ωστόσο να προκαλέσει
λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική αναιμία,
αρθραλγίες, αρθρίτιδα, ίκτερο, και χρειάζεται συχνές εξετάσεις
(κάθε 4 εβδομάδες αρχικά και μετά κάθε 3 μήνες).
• Τραζοντόνη (Madipaxin)
o Παρ’ ότι ισοδύναμο της αμιτρυπτιλίνης, είναι ωστόσο SSRI.
o Δεν έχει αντιχολινεργική δράση και είναι λιγότερο καρδιοτοξικό
φάρμακο από τα συνήθη τρικυκλικά.

33
Αντικαταθλιπτικά (16 από 40)
Γ) SSRIs
• Φλουβοξαμίνη (Faverin)
o Αναστολέας της παλίνδρομης πρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI)
o Είναι μη τοξικό και μη αντιχολινεργικό
o Προκαλεί ναυτία, έμετο, ζάλη, διάρροια, άγχος, κεφαλαλγία,
τρόμο, ταχυκαρδία, σπασμούς.
• Φλουοξετίνη (Prozac, Ladose)
o Είναι και αυτό SSRI. Προκαλεί ναυτία, έμετο, ζάλη, κεφαλαλγία,
ξηροστομία, διάρροια, ανορεξία και απώλεια βάρους. Επίσης
εξανθήματα, γαστρεντερικές διαταραχές, αγγειίτιδα,
αναφυλαξία, πυρετό, σπασμούς κτλ. Επίσης αύξηση των
τρανσαμινασών και σεξουαλική δυσλειτουργία.
• Άλλο επίσης SSRIs είναι η σερταλίνη και η παροξετίνη.
34

Αντικαταθλιπτικά (17 από 40)


Αναστολείς της μονοαμινοξειδασης (ΜΑΟ) – MAO Inhibitors
(MAOIs)
• Η ΜΑΟ μαζί με την κατεχολ-Ο-μεθυλτρανσφεράση (COMPT)
καταστρέφουν τις κατεχολαμίνες (ΝΑ, Α, DA) και τις
ινδολεαμίνες (serotonin, histamine) (στις συνάψεις των
νευρώνων).
• Η ΜΑΟ βρίσκεται σε αφθονία στα τελόδενδρα των νευρώνων,
στο ήπαρ και στο έντερο.
• Όταν παρεμποδίζεται η δράση της ΜΑΟ έχουμε αύξηση των
επιπέδων των αμινών και κλινική βελτίωση της διάθεσης.

35
Αντικαταθλιπτικά (18 από 40)
Αναστολεις της μονοαμινοξειδασης (ΜΑΟ) – MAO Inhibitors
(MAOIs) (συνέχεια)
• Οι MAOIs προκαλούν μη αναστρέψιμη αναστολή του
ενζύμου, η οποία βέβαια υπερνικάται με την νέα σύνθεση
του ενζύμου.
• Μόνο η τρανυλκυπρομίνη προκαλεί αναστρέψιμη
αναστολή της ΜΑΟ (10 μέρες).
• Για ασθενείς που παίρνουν ΜAΟΙs, η δραστηριότητα της
ΜΑΟ (ΜΑΟβ) στα αιμοπετάλια είναι ένας χρήσιμος δείκτης.

36

Αντικαταθλιπτικά (19 από 40)


Αναστολεις της μονοαμινοξειδασης (ΜΑΟ) – MAO Inhibitors
(MAOIs) (συνέχεια)
• Για να υπάρξει θεραπευτική απάντηση η ΜΑΟβ των
αιμοπεταλίων πρέπει να ελαττωθεί κατά 80% στην
δραστικότητά της.
• Με τους αναστολείς της ΜΑΟ πρέπει να ακολουθείται ειδική
δίαιτα.
• Αν δεν ακολουθείται, περισσότερα των επιθυμητών επίπεδα
αμινών εκλύονται και μπορεί να επακολουθήσει υπερτασική
κρίση.

37
Αντικαταθλιπτικά (20 από 40)
Οι MAOIs είναι :
1. Υδραζίνες 3. Μείγματα
a) φενελζίνη (Nardil), a) Τρανυλκυπρομίνη και
b) ισοκαρβοξαζίδη (Marplan), τριφλουοπεραζίνη
(Parstelin).
c) ιπρονιαζίδη (Marsilid).
4. Εκλεκτικοί
2. Μη υδραζίνες
a) κλοργυλίνη ΜΑΟαΙ,
a) τρανυλκυπρομίνη (Parnate)
b) σελεγιλίνη ΜΑΟβΙ.

38

Αντικαταθλιπτικά (21 από 40)


Γενικά Χαρακτηριστικά ΜΑΟΙs
• Απορρόφηση
o Είναι λιποδιαλυτά φάρμακα με καλή από του στόματος
απορρόφηση.

• Μεταβολισμός
o Οι ΜΑΟΙs μεταβολίζονται κύρια με ακετυλίωση. Οι μισοί
Αμερικανοί και Ευρωπαίοι και ακόμη περισσότεροι Ασιάτες
είναι βραδείς στην ακετυλίωση (slow acetylators). Σε αυτούς,
μπορεί να δημιουργηθούν ευκολότερα τοξικά επεισόδια.

39
Αντικαταθλιπτικά (22 από 40)
Γενικά Χαρακτηριστικά ΜΑΟΙs (συνέχεια)
• Δράση
o Οι αναστολείς της ΜΑΟ αναστέλλουν την ΜΑΟ. Το maximum
της δράσης τους επιτυγχάνεται σε 5-10 μέρες. Η
αντικαταθλιπτική τους όμως δράση χρειάζεται 3-6 εβδομάδες.
Η μέτρηση της δραστικότητας της ΜΑΟ των αιμοπεταλίων,
μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν δείκτης αναστολής της ΜΑΟ.
Πρέπει η δραστικότητα της ΜΑΟ των αιμοπεταλίων να
ελαττωθεί στο 80% ώστε να επιτευχθεί θεραπευτική απάντηση
(η ΜΑΟ αιμοπεταλίων είναι β τύπος).
o Η αναστολή είναι μη αναστρέψιμη και το σώμα χρειάζεται
περίπου 2 εβδομάδες για την σύνθεση νέων επιπέδων ΜΑΟ.
Γι’ αυτό οι διαιτητικοί περιορισμοί πρέπει να συνεχίζονται για 2
εβδομάδες μετά την διακοπή των MAOIs.
40

Αντικαταθλιπτικά (23 από 40)


Διαιτητικοί Περιορισμοί
• Αποφυγή αλκοόλ (μπύρα, και κρασί κυρίως Chianti). Μπορεί
να χορηγείται λίγο ουίσκι, τζιν, βότκα ή σέρυ. Αποφυγή
τυριών (aged cheese) όπως camembert, edam, cheddar.
• Cream cheese και cottage cheese επιτρέπονται.
• Αποφυγή ήπατος βοδινού και κότας.
• Αποφυγή των καπνιστών ψαριών και της ρέγγας.
• Όχι τουρσί.

41
Αντικαταθλιπτικά (24 από 40)
Διαιτητικοί Περιορισμοί (συνέχεια)
• Όχι έτοιμες σούπες.
• Όχι χαβιάρι.
• Όχι εκχυλίσματα κρέατος (Bovril, Marmite).
Τα ανωτέρω έχουν πολύ υψηλά ποσά τυραμίνης.
• Χαμηλότερα (μέτρια) ποσά τυραμίνης έχουν οι σάλτσες
σόγιας, οι γλυκόξινες κρέμες, οι μπανάνες (κυρίως η φλούδα)
τα αβοκάντος, οι μελιτζάνες, τα δαμάσκηνα, οι σταφίδες το
σπανάκι, οι τομάτες και το γιαούρτι.

42

Αντικαταθλιπτικά (25 από 40)


Ενδείξεις χορήγησης αναστολέων της ΜΑΟ
1. Κατάθλιψη κύρια με αγχώδη και φοβικά στοιχεία ή όταν
υπάρχει αστοχία των άλλων αντικαταθλιπτικών.
2. Επίσης σε αγοραφοβία, σε χρόνια νόσο του προσωπικού,
στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και σε εντοπισμένο
παραλήρημα παρασιτικής μόλυνσης (delusions of
infestation).

43
Αντικαταθλιπτικά (26 από 40)
Ανεπιθύμητες ενέργειες των MAOIs
• Συνηθέστερες
o Ορθοστατική υπόταση (δίνουμε florinef), αύξηση του βάρους,
οίδημα, σεξουαλική δυσλειτουργία, αυπνία, γαστρεντερικές
διαταραχές.
• Σπανιότερες
o (ιδίως όταν δεν ακολουθηθεί η δίαιτα η συνδυάζονται
ορισμένα φάρμακα όπως l-dopa, methyldopa, amphetamines,
ephedrine). Υπέρταση, έντονη ινιακή κεφαλαλγία, έκτακτες
συστολές, υποστερνικός πόνος, ναυτία, έμετος, ωχρότητα,
υπεριδρωσία, φωτοφοβία, μυδρίαση, υπερτασική κρίση, και
διάφορα νευρολογικά συμπτώματα.
44

Αντικαταθλιπτικά (27 από 40)


Ανεπιθύμητες ενέργειες των MAOIs (συνέχεια)
Σπανιότατες
o Ενδοκρανιακή αιμορραγία, ημιπάρεση, ημιπληγία, λευκοπενία,
θάνατος κ.α

• Η διακοπή των αναστολέων της ΜΑΟ πρέπει να γίνεται


βαθμιαία.
• Η δίαιτα πρέπει να συνεχίζεται και μετά την διακοπή όπως
ήδη αναφέραμε.

45
Αντικαταθλιπτικά (28 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug)
• Το λίθιο (Li) είναι το ελαφρότερο από τα αλκαλικά στοιχεία.
Βρίσκεται κάτωθεν του Να, Κ, ρουβιδίου, καισίου (στην
ομάδα ΙΑ του περιοδικού συστήματος).
• Είναι μονοσθενικό ιόν.
• Εισήχθηκε στην θεραπευτική το 1940 από τον Cade στην
Αυστραλία.
• Κυκλοφορεί σε γρήγορα και σε αργά διαλυόμενα δισκία.
• Ενδείκνυται για την θεραπεία της μανίας, την συντήρηση του
θεραπευτικού αποτελέσματος στην κατάθλιψη και στην
μανία και γενικά στην διπολική διαταραχή.
46

Αντικαταθλιπτικά (29 από 40)


Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Φαρμακοκινητική
• Μετά την λήψη από του στόματος απορροφάται γρήγορα. Για τις
κοινές παρασκευές λιθίου τα ύψιστα επίπεδα επιτυγχάνονται
γρήγορα σε 0.5-2 ώρες. Αν δοθούν δισκία slow release τα ύψιστα
επίπεδα παρατηρούνται σε 4-4.5 ώρες.
• Το Li δεν δεσμεύεται καθόλου από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Έτσι, ουδόλως μεταβολίζεται. Με αυτόν τον τρόπο διανέμεται
ισοδύναμα σε όλο το σώμα. Έχει χρόνο ημισείας ζωής περίπου 20
ώρες. Ο χρόνος ημισείας ζωής αυξάνεται με την ηλικία (ως 36
ώρες στους ηλικιωμένους).
• Σχεδόν εξ ολοκλήρου αποβάλλεται από τα νεφρά.

47
Αντικαταθλιπτικά (30 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Φαρμακοκινητική
• Η κάθαρση/αποβολή από τα νεφρά ελαττώνεται στην νεφρική
ανεπάρκεια, στην εγκυμοσύνη και στην λοχεία.
• Το ιόν όμως γενικά περνά εύκολα την νεφρική διήθηση και το 70-
80% επαναρροφάται στο εγγύς εσπειραμένο ουροφόρο
σωληνάριο, ενώ 0% απορροφάται από το άπω.
• Έτσι δεν επηρεάζεται από διουρητικά που επιδρούν απ’ ευθείας
στο άπω εσπειραμένο.
• Το λίθιο και το Na ανταγωνίζονται για επαναρρόφηση στο εγγύς
εσπειραμένο. Έτσι το λίθιο κατακρατείται σε έλλειψη Na ή σε
διούρηση Na.
48

Αντικαταθλιπτικά (31 από 40)


Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Ενδείκνυται
1. Μανία,
2. Προφύλαξη σε μονοπολική και σε διπολική διαταραχή,
3. Επιθετική και αυτοτραυματική συμπεριφορά,
4. Αλκοολισμός.

49
Αντικαταθλιπτικά (32 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Φαρμακοδυναμική (Li)
• Μέσα στους νευρώνες, το λίθιο μπλοκάρει την ινοσιτόλη-1-
φωσφατάση (συνδέεται με τον δεύτερο μεταβιβαστή της
φωσφατιδοινοσιτόλης). Έτσι ελαττώνεται η απαντητικότητα
στους νευρομεταβιβαστές.
• Πριν αρχίσει η θεραπεία με λίθιο, ελέγχονται οι
ηλεκτρολύτες, η ουρία, η κρεατινίνη, η 24ωρη κάθαρση
κρεατινίνης, η γενική αίματος, η θυρεοειδική λειτουργία, το
ΗΚΓ και γίνεται και τεστ κυήσεως.

50

Αντικαταθλιπτικά (33 από 40)


Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Φαρμακοδυναμική (Li)
• Μακροχρόνια στην θεραπεία ελέγχεται η λήψη ύδατος από
τον ασθενή, τα επίπεδα λιθίου στο αίμα και θυρεοειδική
λειτουργία.
• Η θεραπεία αρχίζει με 200-300 mg μια η δυο φορές
ημερησίως. Σκοπός είναι η δόση να φτάσει 900-2100 mg
ημερησίως. Τον πρώτο μήνα, το λίθιο στο αίμα
παρακολουθείται μια φορά εβδομαδιαίως, μετά δύο μήνες
ανά 15 ημέρες. Μετά εξάμηνο, τα επίπεδα λιθίου ελέγχονται
ανά δίμηνο. Αργότερα και εφ’ όσον ο ασθενής είναι
σταθερός, τα επίπεδα ελέγχονται 3-4 φορές τον χρόνο.
51
Αντικαταθλιπτικά (34 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Κυκλοφορεί ως:
1. Καρβονικό λίθιο (Camcolit, Priadel, Liskonium, Phasal –
επίπεδα 0.6-1.2 mEq/L)
2. Κιτρικό λίθιο (Litarex-slow release) - επίπεδα 0.6-1.2 mEq/L)

52

Αντικαταθλιπτικά (35 από 40)


Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Ανεπιθύμητες ενέργειες:
1. Γαστρεντερικές (ναυτία, έμετος, διάρροια, ξηροστομία).
2. Άλλες, όπως ελαφρύς τρόμος, νεφρογενής
πολυδιψία/πολυουρία, ίλιγγος, αδυναμία, αύξηση του
βάρους.
3. Σπανιότερα, ψωρίαση, ακμή, εξανθήματα, επίταση ακμής,
υπερασβαιστιαιμία, υπερμαγνησιαιμία, υποκαλιαιμία,
υπερπαραθυρεοειδισμός, αύξηση της αντιδιουρητικής.

53
Αντικαταθλιπτικά (36 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Ανεπιθύμητες ενέργειες :
• Μακροχρόνια: βρογχοκήλη, υπό ή υπερθυρεοειδισμό,
διαταραχή της μνήμης, νεφροτοξικότητα (συνήθως αρχικά
πολυουρία, αλλά αργότερα ιστολογική βλάβη), αρρυθμίες
και επιπέδωση του επάρματος Τ στο ΗΚΓ.

54

Αντικαταθλιπτικά (37 από 40)


Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Ανεπιθύμητες ενέργειες:
• Συνήθως τα πρώιμα συμπτώματα λήψης λιθίου είναι η
διούρηση, ο τρόμος, η ξηροστομία, η μεταλλική γεύση, η
αδυναμία, και η κόπωση. Αργότερα, εμφανίζεται η
πολυουρία, η πολυδιψία, ο άποιος διαβήτης, η αύξηση του
βάρους, σε 5% βρογχοκήλη και σε 20% υποθυρεοειδισμό.
• Χρειάζεται έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας ανά εξάμηνο.

55
Αντικαταθλιπτικά (38 από 40)
Λίθιο (the antimanic drug) (συνέχεια)
Ανεπιθύμητες ενέργειες :
• Στην εγκυμοσύνη, σχετίζεται με καρδιακές ανωμαλίες του
εμβρύου. Αν χρειαστεί να χορηγηθεί στην εγκυμοσύνη, τα
επίπεδα πρέπει να διατηρούνται χαμηλά, διότι το λίθιο
περνά ελεύθερα στον πλακούντα.

56

Αντικαταθλιπτικά (39 από 40)


Τοξίκωση λιθίου
1. Ήπια-μέτρια (Li 1.5-2 mEq/L)
o Γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως έμετος, ξηροστομία,
κοιλιακοί πόνοι,
o Νευρολογικά συμπτώματα όπως ζάλη, δυσαρθρία, νυσταγμός,
αταξία, μυική αδυναμία, λήθαργος η διέγερση.
2. Μέτρια – Σοβαρή (Li 2.0-2.5 mEq/L)
o Γαστρεντερικά (παραμένουσα ναυτία, έμετος),
o Νευρολογικά όπως διαταραχές όρασης, δεσμιδώσεις,
ινιδώσεις, κλονικές κινήσεις μελών, αύξηση των
αντανακλάσεων, χοριοαθετωσικές κινήσεις, σπασμοί,
παραλήρημα, διαταραχές ΗΚΓ, καρδιακή ανεπάρκεια,
(υπόταση, αρρυθμίες), συγκοπτικές κρίσεις, Stupor, κώμα.
57
Αντικαταθλιπτικά (40 από 40)
Τοξίκωση λιθίου (συνέχεια)
3. Σοβαρή (Li>2.5 mEq/L)
o Γενικευμένοι σπασμοί, ολιγουρία, νεφρική ανεπάρκεια,
θάνατος.

58

Ενότητα 7: Ψυχοφάρμακα (β’ μέρος)


Νευροληπτικά (αντιψυχωτικά φάρμακα)
Α) Φαινοθειαζίνες,
Β) Θειοξανθίνες,
Γ) Βουτυροφαινόνες,
Δ) Διφαινυλβουτυρπιπεριδίνες,
Ε) Παράγωγα Βενζαμίνης,
ΣΤ) Άλλα.

Κατά κατηγορίες

2
Α. Φαινοθειαζίνες (1 από 13)
Α) Φαινοθειαζίνες (1950) Αρχικά ανακαλύφθηκε η προμεθαζίνη
και κατόπιν η χλωροπρομαζίνη. Ο κοινός δακτύλιος των
φαινοθειαζινών έχει 3 εξαμελείς δακτυλίους και R1 και R2
σειρές ανθράκων.
Α) Με αντικατάσταση στο R1 έχουμε :
1) Αλειφατικές,
2) Πιπεραζινικές,
3) Πιπεραδινικές.

Α. Φαινοθειαζίνες (2 από 13)


Β) Με αντικατάσταση στο R2
o Με αλογόνα, ακετύλια, θειομεθύλια, μεθοξύ και άλλες ρίζες.
o Τα σκευάσματα είναι έτσι χημικά σμιλευμένα, ώστε να
ταιριάζουν στον δοπαμινεργικό υποδοχέα, όπου δρουν
μπλοκάροντας την μεταβίβαση της δοπαμίνης.
o Η δέσμευση με τους δοπαμινεργικούς υποδοχείς είναι ανάλογη
της κλινικής τους ικανότητας.
o Οι φαρμακολογικές τους ικανότητες εξαρτώνται από την
ηλεκτρική φύση του φαινοθειαζινικού δακτυλίου και
περιλαμβάνουν απόδοση ηλεκτρονίων. Όσο λιγότερες
αντικαταστάσεις υπάρχουν στον R2 δακτύλιο, τόσο λιγότερο
δραστικά είναι τα σκευάσματα

4
Α. Φαινοθειαζίνες (3 από 13)
Φαρμακοκινητική
• Απορρόφηση
o Ελλιπής απορρόφηση από του στόματος για την
χλωροπρομαζίνη (CMZ)
• Βιοδιαθεσιμότητα 30%
o Σε αντίθεση, η αλοπεριδόλη έχει καλή απορρόφηση με
βιοδιαθεσιμότητα 60%. Όταν χορηγούνται ΙΜ, σε depot
ενέσιμα σκευάσματα, παρακάμπτεται η φάση Ι του
μεταβολισμού από το ήπαρ και έτσι αυξάνεται η
βιοδιαθεσιμότητα.
o Η δέσμευση των πρωτεϊνών είναι υψηλή (90-95%) για την CMZ.

Α. Φαινοθειαζίνες (4 από 13)


Φαρμακοκινητική (συνέχεια)
• Μεταβολισμός
o Α) για CMZ: με συζευγμένα παράγωγα όπως γλυκουρονίδια και
θειικά παράγωγα, απομεθυλίωση (nor1 και nor2 CMZ), με
υδροξυλίωση (3OH CMZ, 7OH CMZ), με οξείδωση (Ν-οξείδια και
σουλφοξείδια). Μερικοί μεταβολίτες είναι ενεργοί.

6
Α. Φαινοθειαζίνες (5 από 13)
Β) Αλλοπεριδόλη
• Μεταβολισμός
o Επάγει τα ηπατικά ένζυμα – ηπατική αποαλκυλίωση (hepatic
oxidative dealkylation). Οι μεταβολίτες της δεν θεωρούνται
ενεργοί. Δεν έχει δειχθεί να επάγει τα ηπατικά ένζυμα όπως η
χλωροπρομαζίνη.

Α. Φαινοθειαζίνες (6 από 13)


Β) Αλλοπεριδόλη (συνέχεια)
• Αποβολή - συγκρίσεις
o Η CMZ έχει χρόνο ημισείας ζωής 6-24 ώρες (6 ώρες βασικά,
αλλά παραμένει συνδεδεμένη στους διάφορους ιστούς). Είναι
λιποδιαλυτή με μεγάλο όγκο κατανομής και χαμηλή σχετικά
μέση συγκέντρωση.
o Η αλλοπεριδόλη έχει χρόνο ημισείας ζωής 12-38 ώρες.
o Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις CMZ βρίσκονται στους
πνεύμονες, στο ήπαρ, στον σπλήνα και στα επινεφρίδια. Στον
εγκέφαλο, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις CMZ παρατηρούνται
στον υποθάλαμο, τα βασικά γάγγλια, στον θάλαμο και στον
ιππόκαμπο.

8
Α. Φαινοθειαζίνες (7 από 13)
Μερικά γενικά για φαινοθειαζίνες
I. Φαινοθειαζίνες με αλειφατική πλάγια άλυσο
• [(CMZ, Largactil), Thorazine, Promazine, Sparine]
• Ενδείξεις
o Ενδείκνυται στην σχιζοφρένεια και σε άλλες ψυχώσεις, σε
έντονη ανησυχία, σε διαταραγμένη συμπεριφορά, σε αύξηση
του βάρους, σε ανορεξία (πχ anorexia nervosa).

Α. Φαινοθειαζίνες (8 από 13)


Παρενέργειες
• Καρδιαγγειακές παρενέργειες
o Ορθοστατική υπόταση, αρρυθμίες, διαταραχές του ΗΚΓ,
κατάσπαση του επάρματος Τ, αύξηση του διαστήματος QT,
οδοντωτά Τ (T notching).

• Αναπνευστικές όπως καταστολή.


• Νευρολογικές όπως οξείες δυστονίες, δυσκινησίες, ακαθισία,
παρκινσονισμός, tardive dyskinesias.

10
Α. Φαινοθειαζίνες (9 από 13)
Παρενέργειες (συνέχεια)
• Αντιχολινεργικές όπως διαταραχές οράσεως, γλαύκωμα
κλειστής γωνίας, ξηροστομία, έμετος, ναυτία, ελάττωση του
ιδρώτα, ταχυκαρδία, κατακράτηση ούρων, υπόταση,
δυσκοιλιότητα, παραλυτικός ειλεός.
• Ενδοκρινικές όπως υπερπρολακτιναιμία με γαλακτόρροια,
γυναικομαστία και εμμηνορρυσιακές διαταραχές,
ανικανότητα, αύξηση του βάρους.
• Αντιδράσεις υπερευαισθησίας και εξανθήματα εξ επαφής
o Ακοκκιοκυτταραιμία, Λευκοπενία, λευκοκυττάρωση, αιμολυτική
αναιμία, ίκτερος, φωτοευαισθησία.

11

Α. Φαινοθειαζίνες (10 από 13)


Παρενέργειες (συνέχεια)
• Άλλα όπως υπο- και υπερθερμία, απάθεια, υπνηλία, αυπνία,
εφιάλτες, κατάθλιψη η σπανιότερα υπερδιέγερση,
θολερότητα του φακού και σπάνια μελάγχρωση δέρματος,
επιπεφυκότος και ιδιαίτερα του κερατοειδούς και του
σκληρού χιτώνα. Αναφέρεται και κακόηθες σύνδρομο από
νευροληπτικά.

12
Α. Φαινοθειαζίνες (11 από 13)
II. Φαινοθειαζίνες με πιπεριδινική άλυσο (μεσοριδαζίνη,
περισυαζίνη, θειοριδαζίνη-melleril)
• Αυτές είναι περισσότερο ηρεμιστικές, άλλοι ωστόσο
ισχυρίζονται ότι είναι λιγότερο ηρεμιστικές από την CMZ.
• Προκαλούν λιγότερες εξωπυραμιδικές παρενέργειες.
Σπανιότερα υποθερμία.
• Χρησιμοποιούνται συχνά στην υπερδιέγερση και ειδικά η
θειοριδαζίνη στους ηλικιωμένους. Είναι πιο πιθανό να
προκαλέσουν υπόταση.

13

Α. Φαινοθειαζίνες (12 από 13)


• Ειδικά η θειοριδαζίνη σε υψηλές δόσεις προκαλεί
μελαγχρωματική αμφιβληστροειδοπάθεια με ελάττωση της
οπτικής οξύτητας και καφεοειδή όραση. Έχει δράση
κινολόνης και μπορεί να αναστείλει την ινοτροπική δράση της
διγοξίνης, ενώ μπορεί να προκαλέσει και ανάστροφο
εκσπερμάτιση.

14
Α. Φαινοθειαζίνες (13 από 13)
III. Φαινοθειαζίνες με πιπεραζινική άλυσο
• Φλουφαιναζίνη (Moditen),
• Περφαιναζίνη (Fentazin),
• Προχλωπεραζίνη (Stemetil),
• Τριφλουοπεραζίνη (Stelazine).
• Έχουν λιγότερα αντιχολινεργικά και ηρεμιστικά
αποτελέσματα από τις αλειφατικές φαινοθειαζίνες αλλά
περισσότερα εξωπυραμιδικά.
• Κυκλοφορούν και σε Depot, πχ ενανθική φλουφαιναζίνη
(Moditen Enanthate), δεκανοική φλουφαιναζίνη (Moditen
decanoate), παλμιτική πιποθειαζίνη (Piportil Depot).
15

Β. Θειοξανθίνες
• Ο κεντρικός δακτύλιος είναι ίδιος με τις φαινοθειζίνες με μία
μόνο αντικατάσταση.
o Φλουπενθιξόλη (Fluanxol) ανάλογο της φλουφαιναζίνης
(περισσότερα εξωπυραμιδικά),
o Ζουκλοπενθιξόλη,
o Χλωρπροθιξένη (Taractan), ανάλογο της CMZ,
o Κλοπενθιξόλη (Clopixol), ανάλογο της περφαιναζίνης,
o Θειοθιξένη (Navane) ανάλογο της τριοπροπερζίνης,
o Δεκανοική κλοπενθιξόλη (Clopixol Depot),
o Δεκανοική φλουπενθιξόλη (Depixol Depot).

16
Γ. Βουτυροφαινόνες (1 από 2)
• Μπενπεριδόλη (Frenatil). Έχει χρησιμοποιηθεί σε άτομα μετά
από σεξουαλικά εγκλήματα και πολύ λιγότερο σε
ψυχωσικούς.
• Δροπεριδόλη (Droleptan). Μπορεί να χορηγηθεί και
ενδοφλέβια σε επείγουσες καταστάσεις.
• Αλλοπεριδόλη (Haldol, Serenace). Σε ψυχώσεις, μανία και σε
σύνδρομο Giles de la Tourette.
• Τριφλουοπεριδόλη (Triperidd).
• Δεκανοική Αλλοπεριδόλη (Haloperidol Depot).

17

Γ. Βουτυροφαινόνες (2 από 2)
• Σε σχέση με την CMZ, η αλοπεριδόλη mg προς mg είναι πολύ
ισχυρότερη ως φάρμακο. Ανταγωνίζεται τους υποδοχείς της
δοπαμίνης σε νεφρικές και μεσεντερικές περιοχές. Είναι
φάρμακα ισχυρά αντιεμετικά. Προκαλούν υπόταση. Σε σχέση
με την CMZ, η αλλοπεριδόλη έχει λιγότερα αντιχολινεργικά,
ηρεμιστικά και υποτασικά αποτελέσματα, αλλά έχει
περισσότερα αντιπαρκινσονικά κυρίως ακαθισία και
δυστονικές διαταραχές.

18
Δ. Διφαινυλπιπεριδίνες (1 από 2)
• Πιμοζίδη (Orap), μόνο από στόματος
• Φλουσπιριλίνη για ενδομυική χορήγηση
• Προέρχονται από τις βουτυροφαινόνες, αλλά η δράση τους
διαρκεί περισσότερο. Σε σχέση με την CMZ, ανταγωνίζεται
πιο ειδικά τους δοπαμινεργικούς υποδοχείς. Είναι λιγότερο
ηρεμιστικές ουσίες από την CMZ.
• Πριν την έναρξή τους χρειάζεται ΗΚΓ, αντενδείκνυται δε σε
αρρυθμίες η σε παράταση του QT. Έτσι αποφεύγονται σε
συνδυασμό με τα τρικυκλικά. Δεν έχουν υποτασικές ούτε
ηρεμιστικές ιδιότητες. Είναι ανταγωνιστές του ασβεστίου
πολύ ισχυρότεροι από τα άλλα αντιψυχωτικά.

19

Δ. Διφαινυλπιπεριδίνες (2 από 2)
• Ειδικά, η πιμοζίδη έχει πολύ μεγάλο χρόνο ημισείας ζωής (53
ώρες). Έτσι έχει δυνατότητες συσσώρευσης με συνεχή
χορήγηση. Έχει μια ιδιαίτερη δράση, είναι πολύ
αποτελεσματική σε υποχονδριακό παραλήρημα
παρασίτωσης.

20
Ε. Παράγωγα βενζαμιδίου
• Έχουν λιγότερα εξωπυραμιδικά συμπτώματα από την CMZ.
Δεν προκαλούν εύκολα tardive dyskinesia. Συνήθως
μπλοκάρουν τους D2 υποδοχείς. Είναι εξ’ ίσου
αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας με την
CMZ. Δεν χρησιμοποιούνται σε φαιοχρωμοκύττωμα, και η
δόση τους ελαττώνεται σε περίπτωση νεφρικής βλάβης.
Ειδικά η σουλπιρίδη έχει και συγγένεια περισσότερο με
τους D4 παρά με τους D3 υποδοχείς και μπορεί να
προκαλέσει γαλακτόρροια, λόγω του ότι και μικρές δόσεις
σουλπιρίδης αυξάνουν τα επίπεδα προλακτίνης
– Σουλπιρίδη (Dolmatil).

21

Στ. Άλλα νευροληπτικά


αντιψυχωτικά (1 από 4)
1. Τετραβεναζίνη: είναι συνθετική βενζοκινολόνη που μοιάζει
με την ρεζερπίνη. Ελαττώνει δηλαδή και αυτή τις αποθήκες
των αμινών. Είναι χρήσιμη στην tardive dyskinesia.
2. Οξυπερτίνη: Είναι ινδόλη και δεν συνδυάζεται με MAOIs.
3. Λοξαπίνη: Είναι διβενζοξαπίνη με όμοια πιθανώς
αποτελεσματικότητα με την CMZ.
4. Μολινδόνη.
5. Ρισπεριδόνη: Είναι άτυπο αντιψυχωτικό που μπλοκάρει τους
D2 και τους 5ΗΤ2 υποδοχείς. Φαίνεται ότι έχει λιγότερες
παρενέργειες και ότι είναι χρήσιμο τόσο στα θετικά όσο και
στα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας.
6. Κλοζαπίνη: Είναι άτυπη διβενζοξαπίνη. 22
Στ. Άλλα νευροληπτικά
αντιψυχωτικά (2 από 4)
6. Κλοζαπίνη
• Είναι άτυπη διβενζοξαπίνη και ισχυρό αντιψυχωτικό.
Ενδείκνυται για σχιζοφρενικές ψυχώσεις που είναι
ανθεκτικές στην θεραπεία. Χρειάζονται επίπεδα πλάσματος >
από 350 ng/ml για αποτελεσματικότητα. Πιθανώς αλλοιώνει
την ισορροπία μεταξύ δοπαμίνης (DA) και σεροτονίνης (5ΗΤ).
Μπορεί να προκαλέσει ουδετεροπενία στο 3% των
πασχόντων και στο 1% ουδετεροπενία. Επίμονη σιελόρροια
είναι ακόμη μια παρενέργεια της κλοζαπίνης.

23

Στ. Άλλα νευροληπτικά


αντιψυχωτικά (3 από 4)
6. Κλοζαπίνη (συνέχεια)
• Χρειάζεται monitoring της γενικής αίματος, τόσο αρχικά όσο
και αργότερα στην θεραπεία. Για 18 εβδομάδες, η γενική
αίματος γίνεται εβδομαδιαία και κάθε 2 εβδομάδες αργότερα
(The Clozaril Patient Monitoring Scheme – CPMS).
Επιδρά στην τάξη ΙΙ των δοπαμινεργικών υποδοχέων (D1-D5)
κύρια όμως στους D4 υποδοχείς, αλλά και σε Η1 υποδοχείς,
υποδοχείς ακετυλοχολίνης, νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης
(5ΗΤ2).

24
Στ. Άλλα νευροληπτικά
αντιψυχωτικά (4 από 4)
6. Κλοζαπίνη (συνέχεια)
• Έχει λιγότερα εξωπυραμιδικά αποτελέσματα και γίνεται
καλώς ανεκτό. Μπορεί ωστόσο να προκαλέσει σιελόρροια,
ναυτία, έμετο, υπόταση και να ελαττώσει τον ουδό των
σπασμών.
• Αρχικά δίνουμε 25-30 mg ημερησίως μέχρι 300 mg
ημερησίως μέσα σε 2 εβδομάδες. Το maximum είναι 900
mg/ημερησίως. Εάν σταματήσει το φάρμακο είναι καλόν να
σταματήσει σταδιακά, διότι σε απότομη διακοπή, μπορεί ο
ασθενής να εμφανίσει rebound ψύχωση. Αυτή είναι δύσκολα
ελεγχόμενη από άλλα νευροληπτικά φάρμακα.
• Βελτιώνονται τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά
συμπτώματα της σχιζοφρένειας. 25

Παρενέργειες νευροληπτικών φαρμάκων


(1 από 5)
Εξωπυραμιδικές
1) Δυστονίες,
2) Ψευδοπαρκινσονισμός,
3) Ακαθισία,
4) Tardive dyskinesia.
• Τα 3 πρώτα εξαρτώνται από την δόση και εξαφανίζονται όταν το
φάρμακο σταματά.
• H tardive dyskinesia είναι μη αντιστρεπτή.
• Τα εξωπυραμιδικά συμπτώματα είναι πιο συχνά με τα πιπεραζινικά
νευροληπτικά και εξαίρεση παρουσιάζουν τα παράγωγα του
βενζαμιδίου (σουλπιρίδη). Τόσο η θεοριδαζίνη όσο και η
κλοζαπίνη έχουν λιγότερα εξωπυραμιδικά.
26
Παρενέργειες νευροληπτικών φαρμάκων
(2 από 5)
Εξωπυραμιδικές (συνέχεια)
• Οξείες δυστονίες: είναι αθέλητες συσπάσεις σκελετικών
μυών κεφαλής, λαιμού, κορμού, άκρων και κρίσεις
βολβοστροφισμού. Μπορεί να διαρκέσουν ώρες και είναι
ενοχλητικότατες. Είναι συχνότερες τις πρώτες 1-2 μέρες της
θεραπείας και συχνότερες στους νεαρούς άρρενες. Απαντούν
στην χορήγηση προσυκλιδίνης (Kemadrin IM/IV) η της
βιπεριδίνης (Akineton IM/IV).

27

Παρενέργειες νευροληπτικών φαρμάκων


(3 από 5)
Εξωπυραμιδικές (συνέχεια)
• Ο ψευδοπαρκινσονισμός: μιμείται τον ιδιοπαθή
παρκινσονισμό. Τα μέλη έχουν δυσκαμψία, τρόμο,
σιελόρροια, σμηγματόρροια, ελάττωση της εκφραστικότητας.
Οι άνθρωποι μπορεί κυριολεκτικά να έχουν έλλειψη της
κινητικότητας. Συμβαίνει κυρίως 11-12 εβδομάδες μετά την
αρχή της θεραπείας. Ελαττώνουμε την δόση του
νευροληπτικού η διακόπτουμε το φάρμακο και μετά δίνουμε
βενζεχόλη (Artane), η προσυκλιδίνη (Kemadrin) η
ορφεναδρίνη (Dissipal).

28
Παρενέργειες νευροληπτικών φαρμάκων
(4 από 5)
Εξωπυραμιδικές (συνέχεια)
• Ακαθισία (20%): Υποκειμενικό αίσθημα τάσης και κινητικής
ανησυχίας. Εσωτερική αναταραχή (πόδια) που καθώς
προχωρά τα συμπτώματα γίνονται εντονότερα. Παρατηρείται
τις πρώτες εβδομάδες και εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες.
Χρειάζεται ελάττωση της δόσης του νευροληπτικού.
• Tardive dyskinesia: Συνεχείς κινήσεις στόματος και γλώσσας.
Δεν υποχωρούν με ελάττωση της δόσης του νευροληπτικού
και δεν υπάρχει ειδική θεραπεία

29

Παρενέργειες νευροληπτικών φαρμάκων


(5 από 5)
Εξωπυραμιδικές (συνέχεια)
• Κακόηθες σύνδρομο νευροληπτικών: σπάνιο και
ιδιοσυγκρατικό σύνδρομο αλλά δυνητικά θανατηφόρο.
Μυική δυσκαμψία, υπερθερμία, αυτόνομη αστάθεια, και
ποικίλο επίπεδο συνείδησης. Διακοπή του νευροληπτικού και
χορήγηση δανδρολένης και βρωμοκρυπτίνης.

30
Ενότητα 8: Υπόφυση και Θυρεοειδής αδένας

Ορμόνες της πρόσθιας υπόφυσης (1 από 6)


Αυξητική ορμόνη (GH)
• Είναι γνωστό ότι η υπερέκκριση της GH οδηγεί σε γιγαντισμό
στα παιδιά και μεγαλακρία στους ενήλικες, ενώ η έλλειψή της
οδηγεί σε υποφυσιακό νανισμό.
• Στο παρελθόν, η έλλειψη της GH αντιμετωπιζόταν με
χορήγηση πτωματικής ορμόνης. Άλλωστε η αυξητική ορμόνη
είναι species specific και κανενός άλλου είδους αυξητική
ορμόνη δεν δρα στον άνθρωπο.
• Η γενετική όμως μηχανική καθιστά πλέον δυνατή την
παραγωγή μιας ουσίας ταυτόσημης με την GH
(σωματοτροπίνη).
1
Ορμόνες της πρόσθιας υπόφυσης (2 από 6)
• Η σερμορελίνη είναι ένα συνθετικό ανάλογο της εκλυτικής
της GH ορμόνης (GHRH), η οποία διεγείρει την έκκριση της GH
από την πρόσθια υπόφυση.
• Η σερμορελίνη χρησιμοποιείται διαγνωστικά για τον
προσδιορισμό της ικανότητας της υπόφυσης να εκκρίνει GH,
σε περιπτώσεις που τα επίπεδα της GH είναι μειωμένα.

Ορμόνες της πρόσθιας υπόφυσης (3 από 6)


• Η πεγκβισομάντη είναι ένα γενετικά τροποποιημένο ανάλογο
της ανθρώπινης αυξητικής ορμόνης.
• Είναι ένας υπερεκλεκτικός ανταγωνιστής του υποδοχέα της
GH, που έχει εγκριθεί για την θεραπεία της μεγαλακρίας σε
ασθενείς με μη ικανοποιητική ανταπόκριση σε χειρουργική
επέμβαση η ακτινοβολία.

3
Ορμόνες της πρόσθιας υπόφυσης (4 από 6)
Προλακτίνη
• Η βρωμοκρυπτίνη και η καβεργολίνη και η κιναγολίδη είναι
φάρμακα με δράση ανάλογη εκείνη της δοπαμίνης, δηλαδή δρουν
σαν δοπαμινεργικοί αγωνιστές στους υποδοχείς της δοπαμίνης. Τα
φάρμακα αυτά αναστέλλουν την έκκριση της προλακτίνης και άρα
αναστέλλουν την παραγωγή του γάλακτος.
• Ειδικά η βρωμοκρυπτίνη έχει χρησιμοποιηθεί και σε άλλες
περιπτώσεις. Για παράδειγμα αναστέλλει την έκκριση της GH και
έτσι μερικές φορές χρησιμοποιείται σε μεγάλες δόσεις στην
θεραπεία της μεγαλακρίας, ενώ έχει χρησιμοποιηθεί και στην νόσο
του Parkinson.
• Τα πιο συχνά αδενώματα της υπόφυσης είναι τα προλακτινώματα
που υπερπαράγουν PRL.
4

Ορμόνες της πρόσθιας υπόφυσης (5 από 6)


• Η βρωμοκρυπτίνη είναι ο πρώτος δοπαμινεργικός αγωνιστής που
χρησιμοποιήθηκε, αποτελώντας και την πρώτη επιτυχή
φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση υποφυσιακών
αδενωμάτων (κυρίως προλακτινωμάτων). Η θεραπεία με
βρωμοκρυπτίνη είναι ανεκτή και αποτελεσματική. Η έναρξη της
θεραπείας γίνεται με χαμηλή δόση, σταδιακά αυξανόμενη κατά
1,25 mg ανάλογα με το θεραπευτικό αποτέλεσμα, προς
ελαχιστοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών. Στις περισσότερες
γυναίκες δόση 2.5 mg έως 5mg την ημέρα είναι επαρκής για την
ομαλοποίηση των επιπέδων της PRL.
• Η νεότερη κιναγολίδη είναι καλύτερα ανεκτή από τη
βρωμοκρυπτίνη και έχει αποδειχθεί αποτελεσματική σε 50%
περίπου, των ασθενών, που εμφανίζουν αντοχή στην αγωγή με
βρωμοκρυπτίνη. 5
Ορμόνες της πρόσθιας υπόφυσης (6 από 6)
• Η καβεργολίνη αποτελεί το νεότερο δοπομινεργικό αγωνιστή και
διαθέτει εξαιρετική φαρμακοκινητική και καλύτερη εικόνα
ασφάλειας από τη βρωμοκρυπτίνη. Επιπλέον, είναι δραστικότερη,
όσον αφορά τη μείωση των επιπέδων της PRL και του μεγέθους
του όγκου, και αποδεικνύεται αποτελεσματική σε σημαντικό
ποσοστό (70%) αδενωμάτων ανθεκτικών στη βρωμοκρυπτίνη.
Δόση 0,25mg έως 0,5mg δύο φορές την εβδομάδα είναι συνήθως
επαρκής για την ομαλοποίηση των επιπέδων της PRL και την
αποκατάσταση της φυσιολογικής γοναδικής λειτουργίας. Για τους
λόγους αυτούς, η καβεργολίνη αποτελεί σήμερα το
δοπαμινεργικό αγωνιστή εκλογής για τη θεραπεία των
προλακτινωμάτων.

Ορμόνες της οπίσθιας υπόφυσης (1 από 2)


• Η δεσμοπρεσσίνη είναι ένα ανάλογο της ADH (AVP) και
χρησιμοποιείται στην θεραπεία του άποιου διαβήτη, μιας
νόσου που χαρακτηρίζεται από ανεπάρκεια έκκρισης της ADH
και η οποία σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει και
σε θάνατο από απώλεια μεγάλου όγκου υγρών.
• Η δεσμοπρεσσίνη επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για
την θεραπεία της νυχτερινής ενούρησης στα παιδιά.
Αυξάνει τα επίπεδα του παράγοντα πήξης VII και του
παράγοντα του von Willenbrand και μπορεί να
χρησιμοποιηθεί σε αιμοφιλικούς ως προφυλακτική θεραπεία
κατά την εξαγωγή δοντιών.

7
Ορμόνες της οπίσθιας υπόφυσης (2 από 2)
• Επίσης χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση αιμορραγίας επί
οισοφαγικών κιρσών. Αυτές οι χρήσεις αποδίδονται στις
αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες της ουσίας.
• Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της δεσμποπρεσσίνης σχετίζονται
επίσης με τις αγγειοσυσπαστικές της ιδιότητες και η ουσία
πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κακή
περιφερική κυκλοφορία, ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς με
στηθάγχη.

Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στις


ασθένειες του θυρεοειδούς (1 από 5)
Υπερθυρεοειδισμός
• Η δραστηριότητα του θυρεοειδούς μπορεί να μειωθεί με φάρμακα
που αναστέλλουν την ενσωμάτωση του ιωδίου στις τυροσίνες
(θυρεοστατικά), με την χορήγηση μεγάλων δόσεων ιωδίου που
αναστέλλει την έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών, η με
ραδιενεργό ιώδιο που ακτινοβολεί και καταστρέφει τον ιστό όπου
και παράγεται η θυρεοσφαιρίνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο
θυρεοειδικός ιστός αφαιρείται χειρουργικά.
• Στόχος όμως τόσο της φαρμακευτικής όσο και της χειρουργικής
αγωγής είναι να παραμείνει αρκετός θυρεοειδικός ιστός για την
φυσιολογική παραγωγή των ορμονών του θυρεοειδούς.

9
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στις
ασθένειες του θυρεοειδούς (2 από 5)
• Η χορήγηση ιωδίου σε μεγάλες δόσεις εμποδίζει την
ιωδίωση των τυροσινών στην θυρεοσφαιρίνη και, επίσης
μειώνει την απελευθέρωση των ορμονών. Το αποτέλεσμα
εμφανίζεται γρήγορα, μέσα σε 1-2 ημέρες, και
χρησιμοποιείται τόσο στην θυρεοτιξική κρίση όσο και στην
προεγχειρητική θεραπεία πριν την χειρουργική αφαίρεση
θυρεοειδικού ιστού για την μείωση της ιστικής αγγείωσης. Η
θεραπεία δεν πρέπει να χρησιμοποιείται επί μακρόν καθώς
το αντιθυρεοειδικό αποτέλεσμα μειώνεται μετά από 10-15
ημέρες.

10

Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στις


ασθένειες του θυρεοειδούς (3 από 5)
• Το ραδιενεργό ιώδιο χρησιμοποιείται σε ηλικιωμένους
ασθενείς και στην θεραπεία τοξικών αδενωμάτων. Το
ραδιενεργό ιώδιο συγκεντρώνεται στον θυρεοειδικό ιστό και
τον καταστρέφει ώστε να μειωθεί η ορμονική παραγωγή.
Μεγάλες δόσεις ραδιενεργού ιωδίου οδηγούν σε
υποθυρεοειδισμό ο οποίος πρέπει να αντιμετωπίζεται με
θεραπεία υποκατάστασης.
• Η χειρουργική αφαίρεση χρησιμοποιείται σε μεγάλες
βρογχοκήλες οι οποίες αν αφεθούν χωρίς θεραπεία μπορεί να
μεγαλώσουν τόσο ώστε να ασκούν πίεση η και να αποκλείσουν
την τραχεία. Η επέμβαση μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση των
φωνητικών χορδών λόγω της πιθανότητας τρώσης του
παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου κατά την διάρκειά της.
11
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στις
ασθένειες του θυρεοειδούς (4 από 5)
• Τα θυρεοστατικά φάρμακα, όπως καρβιμαζόλη και η
προπυλθειουρακίλη είναι ουσίες που αναστέλλουν την
παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών.
• Είναι παράγωγα της θειουρίας. Είναι η θεραπεία εκλογής σε
παιδιά και νεαρούς ενήλικες.
• Και τα δύο φάρμακα χορηγούνται από το στόμα. Η
καρβιμαζόλη είναι αδρανής και μεταβολίζεται σε μεθιμαζόλη
που είναι και ο ενεργός μεταβολίτης.

12

Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στις


ασθένειες του θυρεοειδούς (5 από 5)
• Η καρβιμαζόλη και η προπυλθειουρακίλη συγκεντρώνονται στα
θυλακιώδη κύτταρα του θυρεοειδή και αναστέλλουν την ιωδίωση
των τυροσινών του μορίου της θυρεοσφαιρίνης. Επιπλέον φαίνεται
ότι αναστέλλουν την σύζευξη των ΜΙΤ και DIT, ώστε να μειώνεται η
παραγωγή των Τ4 και Τ3.
• Στα κύτταρα-στόχους των θυρεοειδικών ορμονών, η Τ4 πρέπει να
αποιωδιωθεί σε Τ3 για να έχει μέγιστη δράση. Η διαδικασία αυτή
αναστέλλεται από την προπυλθειουρακίλη.
• Τα δύο φάρμακα δεν έχουν επίδραση στις ήδη σχηματισμένες (κατά
την έναρξη της θεραπείας) θυρεοειδικές ορμόνες. Χρειάζονται 3-4
εβδομάδες για να επιστρέψουν οι ορμόνες σε φυσιολογικά επίπεδα.

13
Ανεπιθύμητες ενέργειες των
θυρεοστατικών φαρμάκων (1 από 2)
• Η κυριότερη και σοβαρότερη παρενέργεια των
θυρεοστατικών φαρμάκων είναι η καταστολή του μυελού
των οστών με συνέπεια ακοκκιοκυτταραιμία και
θρομβοπενία που εμφανίζονται σε 3-6 εβδομάδες στο 0.5%
των ασθενών και είναι αναστρέψιμες με την διακοπή της
θεραπείας.
• Μια μικρή μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων μπορεί
να προκύψει αλλά αυτός δεν είναι λόγος διακοπής της
θεραπείας, χρήζει όμως στενής παρακολούθησης.

14

Ανεπιθύμητες ενέργειες των


θυρεοστατικών φαρμάκων (2 από 2)
• Έχουν αναφερθεί επίσης εξανθήματα κεφαλαλγίες,
αρθραλγίες και ηπατίτιδα.
• Σε σχέση με την καρβιμαζόλη, η προπυλθειουρακίλη είναι
λιγότερο πιθανό να διαπεράσει τον πλακούντα η να εισέλθει
στο μητρικό γάλα.
• Η προπυλθειουρακίλη προτιμάται στην εγκυμοσύνη, και τα
δύο όμως δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στις θηλάζουσες
μητέρες.

15
Β-αναστολείς
• Πολλά από τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού
μπορούν να μειωθούν με την χρήση των β-αναστολέων, οι
οποίοι αναστέλλουν την αυξημένη αδρενεργική
δραστηριότητα που εμφανίζεται στον υπερθυρεοειδισμό.
• Αποτελούν συμπτωματική ανακούφιση και όχι μακροχρόνια
θεραπευτική αγωγή.

16

Υποθυρεοειδισμός (1 από 2)
• Η θεραπεία του υποθυρεοειδισμού γίνεται με υποκατάσταση
των θυρεοειδικών ορμονών.
• Ο στόχος της θεραπείας υποκατάστασης είναι να καταστεί ο
ασθενής ευθυρεοειδικός και να μειωθούν τα προβλήματα
που σχετίζονται με τον χαμηλό μεταβολικό ρυθμό.
• Η θεραπεία υποκατάστασης στον υποθυρεοειδισμό
επιτυγχάνεται με την χορήγηση της συνθετικής Τ4
(λεβοθυροξίνης) και της συνθετικής Τ3 (λιοθυρονίνης).
• Και οι δύο απορροφώνται ικανοποιητικά μετά την από του
στόματος χορήγηση.

17
Υποθυρεοειδισμός (2 από 2)
• Ο χρόνος για να δράσει η Τ3 είναι μικρότερος από εκείνον
που χρειάζεται η Τ4.
• Είναι όμως συνηθέστερο να δίδεται η Τ4 διότι παρέχει
μικρότερη διακύμανση συγκέντρωσης στο πλάσμα και απαιτεί
μια μόνο δόση την ημέρα. Η πλήρης δράση επιτυγχάνεται σε
4-6 εβδομάδες.
• Οι Τ3 και η Τ4 προσδένονται ισχυρά με πρωτεΐνες και έτσι η
απαιτούμενη δόση ελέγχεται με την μέτρηση των
συγκεντρώσεων της ελεύθερης Τ4 και της TSH στο πλάσμα
καθώς και με το κλινικό αποτέλεσμα.

18

Ενότητα 9: Επινεφρίδια – Γονάδες


Φυλετικές ορμόνες
Διαταραχές και θεραπείες (1 από 2)
• Θεραπεία της υπερανδρογοναιμίας
Η θεραπεία της υπερανδρογοναιμίας εξαρτάται από τα αίτια
που την προκαλούν και μπορεί να είναι χειρουργική ή
φαρμακευτική. Οι φαρμακευτικές είναι:
• Αντιανδρογόνα
Τα αντιανδρογόνα αποτελούν ουσίες που συνδέονται με
τους υποδοχείς των ανδρογόνων και αποτρέπουν την
πρόσδεση και την επακόλουθη δράση των ανδρογόνων στους
ιστούς- στόχους.

Φυλετικές ορμόνες
Διαταραχές και θεραπείες (2 από 2)
• Τα αντιανδρογόνα διακρίνονται σε δύο μεγάλες ομάδες, τα
στεροειδή και τα μη στεροειδή.
• Στους άνδρες χρησιμοποιούνται, συνήθως, για τη θεραπεία
του καρκίνου του προστάτη. Στις γυναίκες, χρησιμοποιούνται
για το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, τη συγγενή
υπερπλασία των επινεφριδίων, την ιδιοπαθή υπερτρίχωση,
την ακμή, την σμηγματόρροια και την αλωπεκία ανδρικού
τύπου. Η θεραπεία πρέπει να είναι μακροχρόνια, και η
διακοπή της έχει ως αποτέλεσμα την υποτροπή των
συμπτωμάτων και των σημείων της υπερανδρογοναιμίας.

2
Στεροειδή αντιανδρογόνα
• Οξεική κυπροτερόνη: Αναστέλλει τη δράση των ανδρογόνων
και αναστέλλει τη μετάθεση του ορμονικού συμπλέγματος
στον κυτταρικό πυρήνα. Το φάρμακο έχει σημαντική
προγεστερονική και μέτρια γλυκοκορτικοειδική δράση.
• Σπιρονολακτόνη: Πρόκειται για τον ανταγωνιστή της
αλδοστερόνης, που είναι και ισχυρό αντιανδρογόνο. Η
σπιρονολακτόνη δεν ανταγωνίζεται όλες τις δράσεις των
ανδρογόνων. Αλληλεπιδρά και με άλλους στεροειδικούς
υποδοχείς και με ενζυμικά στεροειδικά συστήματα. Έχει
κάποιες προγεστερονικές και, ενδεχομένως, αντιοιστρογονικές
δράσεις. Επιπλέον, η σπιρονολακτόνη ελαττώνει τη
βιοσύνθεση των ανδρογόνων στις γονάδες και στα
στεροειδοπαραγωγά κύτταρα των επινεφριδίων.
3

Μη στεροειδή αντιανδρογόνα
• Τα αμιγή μη στεροειδή αντιανδρογόνα συνδέονται με τον
υποδοχέα των ανδρογόνων με μεγάλη συγγένεια και δεν
εμφανίζουν προγεστερονική, γλυκορτικοειδή ή άλλη ορμονική
και αντιορμονική δραστικότητα.
• Φλουταμίδη: Είναι το πιο γνωστό αμιγές μη στεροειδές
αντιανδρογόνο, το οποίο συνδέεται με τρόπο μη αντιστρεπτό
με τον ανδρογονικό υποδοχέα. Πρόκειται για ένα σχετικά
ασθενές αντιανδρογόνο που, ύστερα από τη λήψη του,
μεταβολίζεται σε ισχυρό αντιανδρογόνο, την 2-υδροξυ-
φλουταμίδη. Η φλουταμίδη και η 2-υδροξυ-φλουταμίδη
αναστέλλουν τη σύνδεση της DHT με τον υποδοχέα των
ανδρογόνων και μειώνουν τη μετάθεσή του στον πυρήνα.

4
Θεραπεία του υπογοναδισμού
(γενική θεώρηση μόνον, γυναίκες)
• Η θεραπεία του υπογοναδισμού συνίσταται στην
υποκατάσταση των στεροειδών του φύλου με αιθυνυλ-
οιστραδιόλη ή συνεζευγμένα οιστρογόνα με την προσθήκη
προγεσταγόνου στη δεύτερη φάση του κύκλου για την
επίτευξη εμμήνου ρύσεως.

Θεραπεία της υπογονιμότητας


(γυναίκες) (1 από 4)
• Η θεραπεία περιλαμβάνει τη χορήγηση κιτρικής κλομιφένης
από το στόμα, την κατά ώσεις χορήγηση GnRH και την
ενδομυϊκή χορήγηση συνδυασμού γοναδοτροπινών.

6
Θεραπεία της υπογονιμότητας
(γυναίκες) (2 από 4)
• Η θεραπεία με γοναδοτροπίνες ακολουθεί τα κλασικά
σχήματα πρόκλησης ωοθυλακιορρηξίας με χορήγηση
συνδυασμού LH και FSH (150 IU την ημέρα) ενώ δεν
απαιτείται η καταστολή της ενδογενούς έκκρισης με
συγχορήγηση GnRH αγωνιστή ή ανταγωνιστή λόγω
ανεπάρκειας γοναδοτροπινών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι
γυναίκες με υπογοναδοτροπικό υπογοναδισμό όπως και οι
γυναίκες με υποφυσιακή ανεπάρκεια χρειάζονται απαραίτητα
και την LH για την ωρίμανση ωοθυλακίου. Η ανασυνδυασμένη
LH προσφέρει την επιπλέον δυνατότητα ρύθμισης της
πρόκλησης ωοθυλακιορρηξίας με μεγαλύτερη ακρίβεια. Το
κύριο μειονέκτημα είναι το υψηλό κόστος της θεραπείας.
7

Θεραπεία της υπογονιμότητας


(γυναίκες) (3 από 4)
• Τέλος στην πρόκληση πολλαπλής ωοθυλακιορρηξίας με
στόχο την εξωσωματική γονιμοποίηση (in vitro fertilization-
IVF), η θεραπεία με γοναδοτροπίνες είναι η μόνη
ενδεδειγμένη θεραπεία. Τα ποσοστά επιτυχίας των δύο
μεθόδων αγγίζουν 97% έως 99% ενώ εγκυμοσύνη κατά τον
μέσο όρο επιτυγχάνεται ύστερα από τρεις έως τέσσερις
κύκλους θεραπείας. Παράγοντες που επηρεάζουν την
θεραπεία της χρόνιας ανωοθυλακιορρηξίας είναι η ηλικία, το
σωματικό βάρος, η συνύπαρξη υπερπρολακτιναιμίας ή
υπερανδρογοναιμίας και ο βαθμός έκπτωσης της
υποθαλαμικής λειτουργίας.

8
Θεραπεία της υπογονιμότητας
(γυναίκες) (4 από 4)
• Η θεραπεία με GnRH είναι η θεραπεία εκλογής επί
αποτυχίας της θεραπείας με γοναδοτροπίνες. Η δε
θεραπεία με γοναδοτροπίνες είναι η μόνη ενδεδειγμένη
θεραπεία όταν το επίπεδο της βλάβης εδράζεται μόνο στην
υπόφυση ή όταν συνυπάρχει και υποφυσιακή βλάβη.

Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στην υποβοήθηση


της αναπαραγωγής στην γυναίκα (1 από 2)
• Κιτρική κλομιφένη: Η κιτρική κλομιφένη ασκεί ήπια
αντιοιστρογονική δράση. Η δομική ομοιότητά της με τα
οιστρογόνα της επιτρέπει να συνδέεται και να δεσμεύει τους
οιστρογονικούς υποδοχείς.

10
Φάρμακα χρησιμοποιούμενα στην υποβοήθηση
της αναπαραγωγής στην γυναίκα (2 από 2)
• Η βασική ένδειξη για την χορήγηση κιτρικής κλομιφένης είναι
η ανωοθυλακιορρηξία.
• Το φάρμακο χορηγείται για πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας στις
γυναίκες της Ομάδας 2, σύμφωνα με την κατάταξη της
Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (WHO), σε γυναίκες, δηλαδή,
με φυσιολογικά επίπεδα γοναδοτροπινών και οιστραδιόλης,
στις οποίες, όμως, δεν παρατηρείται κυκλική έκκριση
γοναδοτροπινών.
• Πρέπει να αποκλεισθούν οργανικές βλάβες της υπόφυσης,
των επινεφριδίων και του θυρεοειδή αδένα, που απαιτούν
ειδική θεραπεία πριν από την έναρξη χορήγηση κλομιφένης.
11

Οιστρογόνα
Γενικές φαρμακευτικές δράσεις (1 από 3)
• Η κύρια χρήση των οιστρογονικών σκευασμάτων είναι στην
χημική αντισύλληψη και στην μετεμμηνοπαυσιακή
θεραπεία υποκατάστασης.
• Η αντισύλληψη επιτυγχάνεται με την τροποποίηση της
φυσιολογικής έκκρισης των οιστρογόνων.
• Η θεραπεία υποκατάστασης στην εμμηνόπαυση μειώνει την
απασβέστωση των οστών και διατηρεί την ελαστικότητα των
επιθηλιακών βλεννογόνων. Επιπλέον τα προβλήματα της
θερμορύθμισης μειώνονται (εξάψεις).

12
Οιστρογόνα
Γενικές φαρμακευτικές δράσεις (2 από 3)
• Γενικά οι φαρμακευτικές δόσεις οιστρογόνων αυξάνουν την
πηκτικότητα του αίματος επιδρώντας σε διάφορους
παράγοντες πήξης. Αυτός είναι και ο λόγος του αυξημένου
κινδύνου θρομβοεμβολικής νόσου σε γυναίκες που
παίρνουν κάποιες μορφές αντισυλληπτικών δισκίων.
• Τα οιστρογονικά σκευάσματα οδηγούν επίσης σε
κατακράτηση άλατος και νερού, ευαισθησία των μαστών,
ναυτία και ανορεξία.
• Μερικές γυναίκες αναφέρουν αύξηση του σωματικού τους
βάρους.

13

Οιστρογόνα
Γενικές φαρμακευτικές δράσεις (3 από 3)
• Η μετεμμηνοπαυσιακή υποκατάσταση των οιστρογόνων
μπορεί να οδηγήσει σε αιμορραγία τύπου εμμήνου ρύσεως
και υπερπλασία του ενδομητρίου.
• Ο κίνδυνος γενικά της περίσσειας εξωγενούς λήψης
οιστρογόνων και προγεστερόνης είναι ότι
ορμονοεξαρτώμενοι ιστοί, όπως ο μαστός και το ενδομήτριο
μπορεί να εξαλλαγούν και να δημιουργηθεί υπερπλασία.
Υπάρχει δε και ο κίνδυνος θρομβοεμβολικών νοσημάτων
όπως εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης καθώς και καρδιακής
νόσου και εγκεφαλικών επεισοδίων.

14
Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (1 από 7)
• Τα αντισυλληπτικά δισκία αποτρέπουν την εγκυμοσύνη
αποτρέποντας την ωορρηξία, μειώνοντας την οιστρογονο-
εξαρτώμενη αύξηση του ενδομητρίου και μεταβάλλοντας την
γλοιότητα της βλέννας στον τράχηλο. Αυτό εμποδίζει την
προσέγγιση του ωαρίου από το σπέρμα και κάνει το
ενδομήτριο λιγότερο δεκτικό στην υποδοχή του
γονιμοποιημένου ωαρίου.

15

Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (2 από 7)


• Υπάρχουν δύο τύποι αντισυλληπτικών δισκίων.
• Τα συνδυασμένα σκευάσματα και τα μίνι χάπια (mini pills)
• Τα συνδυασμένα σκευάσματα περιέχουν οιστρογόνα και
προγεστερόνη.
• Αυτός ο τύπος χαπιών μπορεί να διαιρεθεί σε 2
υποκατηγορίες. Η μια περιέχει σταθερή ποσότητα
οιστρογόνου (μονοφασικά σκευάσματα), ενώ η άλλη περιέχει
ποικίλες ποσότητες οιστρογόνου (σκευάσματα αλληλουχίας,
η χάπια 3 φάσεων).
• Τα σκευάσματα αλληλουχίας περιέχουν συνολικά
χαμηλότερη δόση ορμονών από τα μονοφασικά σκευάσματα.
16
Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (3 από 7)
• Το «χάπι» λαμβάνεται μια φορά την μέρα για 3 εβδομάδες και
ακολουθεί μια εβδομάδα χωρίς λήψη. Σε μερικά σκευάσματα η
ελεύθερη χαπιών εβδομάδα αντικαθίσταται με εβδομάδα λήψης
χαπιών placebo. Την εβδομάδα αυτή υπάρχει αιμορραγία τύπου
εμμήνου ρύσεως.
• Η αποτελεσματικότητα των χαπιών συνδυασμού στην αποτροπή της
κύησης είναι σχεδόν 100% αν τα χάπια λαμβάνονται όπως πρέπει.
• Τα μίνι «χάπια» περιέχουν μόνον προγεστερόνη. Λαμβάνονται
καθημερινά κατά την διάρκεια όλου του κύκλου, περιλαμβανομένων
και των ημερών της αιμορραγίας. Δεν είναι τόσο αποτελεσματικά
στην αποτροπή της εγκυμοσύνης όσο τα συνδεδυασμένα
σκευάσματα.
17

Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (4 από 7)


• Γενικά με την λήψη συνδεδυασμένων σκευασμάτων, το σώμα
δέχεται οιστρογόνα και προγεστερόνη σε συγκεντρώσεις που
καταστέλλουν την παραγωγή FSH (οιστρογόνα) και της LH
(προγεστερόνη).
• Η ανάπτυξη του ωοθυλακίου αναστέλλεται και η ωορρηξία
αποτρέπεται.
• Με τον ίδιο τρόπο το ενδομήτριο γίνεται εχθρικό στην εμφύτευση
γονιμοποιημένου ωαρίου.
• Η προγεστερόνη των μίνι «χαπιών» κάνει την τραχηλική βλέννη
πιο ιξώδη, ώστε το σπέρμα να έχει μεγαλύτερη δυσκολία στην
προσέγγιση και στην γονιμοποίηση του ωαρίου.
• Επίσης εμποδίζει την ομαλή ανάπτυξη του ενδομητρίου.

18
Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (5 από 7)
• Οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες των χαμηλής δόσης
συνδεδυσμένων σκευασμάτων περιλαμβάνουν μικρή
αιμορραγία κατά την διάρκεια όλου του κύκλου, ναυτία,
αύξηση βάρους και μελάγχρωση του δέρματος. Μερικές
γυναίκες παρουσιάζουν μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας
και δεν έχουν αιμορραγία.
• Μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης εν τω
βάθει φλεβοθρόμβωσης με επακόλουθη πνευμονική
εμβολή, έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκεφαλικό
επεισόδιο.

19

Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (6 από 7)


• Πιο ευάλωτες είναι οι γυναίκες που έχουν και άλλους
επιβαρυντικούς παράγοντες όπως παχυσαρκία, κάπνισμα,
υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, ηλικία μεγαλύτερη των
35 ετών η οικογενειακό ιστορικό εμφράγματος.
• Έχει προταθεί πως τα από του στόματος αντισυλληπτικά
δισκία πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή αν υπάρχει
ένας παράγοντας κινδύνου για αγγειακή νόσο και να
αποφεύγονται αν υπάρχουν δύο η περισσότεροι.

20
Αντισύλληψη – Αντισυλληπτικά (7 από 7)
• Τα αντισυλληπτικά δισκία πρέπει να διακόπτονται
τουλάχιστον 14 ημέρες πριν από χειρουργική επέμβαση λόγω
του κινδύνου θρομβοεμβολικής διαταραχής.
• Η χρήση των συνδυασμένων σκευασμάτων προστατεύει από
τον καρκίνο των ωοθηκών και του ενδομητρίου.
• Υπάρχει μια πιθανή σχέση μεταξύ του χαπιού και της
ανάπτυξης του καρκίνου του μαστού.

21

Πίνακας αντισυλληπτικών
• Συνδυασμένα αντισυλληπτικά-χαμηλής ισχύος
Αιθυνυλοιστραδιόλη με νορεθιστερόνη, δεσογεστρέλη,
γεστοδένη.
• Συνδυασμένα αντισυλληπτικά-σταθερής ισχύος
Αιθυνυλοιστραδιόλη, με λεβογεστρέλη, νορεθιστερόνη,
νοργεστιμάτη, δεσογεστρέλη, δροσπιρενόνη, γεστοδένη,
οξεϊκή κυπροτερόνη.
• Προγεσταγόνα-μόνον αντισυλληπτικά
(από το στόμα, παρεντερικά, εμφυτεύματα στην μήτρα)
Δεσογεστρέλη, ετυνοδιόλη, λεβονογεστρέλη, νορεθιστερόνη.

22
Εμμηνόπαυση και θεραπεία ορμονικής
υποκατάστασης (ΘΟΥ) (1 από 3)
• Ως εμμηνόπαυση ορίζουμε τη μόνιμη διακοπή της εμμήνου
ρύσεως για ένα έτος, η οποία σχετίζεται με την πτώση της
έκκρισης των οιστρογόνων, ως αποτέλεσμα της απώλειας της
λειτουργικότητας των ωοθυλακίων. Η μέση ηλικίας
εμφάνισής της είναι τα 51 έτη και καθορίζεται από γενετικούς
και όχι από φυλετικούς ή διατροφικούς παράγοντες.
• Στην ΘΟΥ τόσο τα οιστρογόνα όσο και ο συνδυασμός
οιστρογόνων και προγεστερόνης χρησιμοποιούνται.
• Για την μετεμμηνοπαυσιακή χρήση, η δόση των οιστρογόνων
που χρησιμοποιούνται είναι μικρότερη από αυτή που
χρησιμοποιείται στο αντισυλληπτικό δισκίο.
23

Εμμηνόπαυση και θεραπεία ορμονικής


υποκατάστασης (ΘΟΥ) (2 από 3)
• Η ΘΟΥ έχει αμφισβητηθεί. Για πολλά χρόνια θεωρήθηκε ότι
η διατήρηση κατάλληλων ορμονικών επιπέδων ήταν
ωφέλιμη.
• Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κίνδυνοι που
σχετίζονται με την ΘΟΥ μπορεί να υπερκεράσουν τα οφέλη,
αφού οι κίνδυνοι ανάπτυξης καρκίνου του μαστού και του
ενδομητρίου, φλεβικής θρομβοεμβολής και εγκεφαλικών
επεισοδίων είναι αυξημένοι.
• Όταν είναι απαραίτητη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η
ελάχιστη αποτελεσματική δόση ΟΘΥ για το μικρότερο δυνατό
διάστημα.

24
Εμμηνόπαυση και θεραπεία ορμονικής
υποκατάστασης (ΘΟΥ) (3 από 3)
• Ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σχετίζεται με την
διάρκεια χρήσης ΘΟΥ. Οι γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό
καρκίνου του μαστού παρουσιάζουν ιδιαίτερο κίνδυνο.
• Πριν από εγχείρηση, η ΘΟΥ πρέπει να διακόπτεται για 4-6
εβδομάδες.
• Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι γυναίκες με πρώιμη
εμμηνόπαυση βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης
οστεοπόρωσης.
• Σε τέτοιες περιπτώσεις η ΘΟΥ μπορεί να παραταθεί μέχρι
την ηλικία της φυσιολογικής εμμηνόπαυσης.

25

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται ως ΘΟΥ


• Οιστρογόνα για θεραπεία υποκατάστασης
Συνδυασμένα οιστρογόνα, οιστρογόνα συνδυασμένα με
προγεσταγόνα, οιστραδιόλη, οιστραδιόλη με προγεσταγόνα,
οιστριόλη, οιστρόνη, αιθυνυλοιστραδιόλη.
• Άλλα
o Τιμπολόνη, ραλοξιφένη.
o Σε γυναίκες με άθικτη μήτρα, ένα οιστρογόνο με κυκλική
προγεστερόνη για το δεύτερο μισό του κύκλου μπορεί να προταθεί.
o Σε γυναίκες με υστερεκτομή προτείνεται μόνον η χρήση οιστρογόνου.
o Τοπική ΘΟΥ μπορεί να εφαρμοσθεί για μικρό χρονικό διάστημα σε
γυναίκες με μετεμμηνοπαυσιακή ατροφική κολπίτιδα για βελτίωση
του κολπικού βλενογόνου.
o Επίσης κολπικά δισκία τροποποιημένης έκκρισης και κολπικοί
δακτύλιοι είναι διαθέσιμοι. 26
Γενικές φαρμακευτικές χρήσεις των
ανδρογόνων (1 από 2)
• Γενικά οι ανδρικές ορμόνες (τεστοστερόνη, μεστερολόνη)
χορηγούνται όταν υπάρχει έλλειψη σαν θεραπεία
υποκατάστασης πχ στον υπογοναδοτροφικό υπογοναδισμό,
όπου υπάρχει ανεπαρκής διέγερση των όρχεων από τις
ορμόνες της υπόφυσης.
• Στον αθλητισμό γίνεται συχνά κατάχρηση των αναβολικών
στεροειδών (νανδρολόνη), τα οποία αυξάνουν την μυική
μάζα και περιλαμβάνονται στην λίστα των απαγορευμένων
σκευασμάτων.

27

Γενικές φαρμακευτικές χρήσεις των


ανδρογόνων (2 από 2)
• Τα στεροειδή αυτά έχουν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες
με την μορφή της αυξημένης επιθετικότητας και βίας.
• Οι μεγάλες δόσεις αναστέλλουν την υποφυσιακή λειτουργία
(μηχανισμός παλίνδρομης αρνητικής ρύθμισης-negative
feedback) και οδηγούν σε στειρότητα λόγω καταστολής της
έκκρισης της FSH, η οποία είναι απαραίτητη για την
παραγωγή του σπέρματος.
• Υπάρχει επίσης αυξημένος κίνδυνος ηπατικής βλάβης από
παρατεταμένη χρήση.

28
Φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη
Adrenocorticotropic hormone, ACTH (1 από 2)
Βιολογικές Δράσεις:
• Η υποφυσιακή ορμόνη που ρυθμίζει την έκκριση της
επινεφριδιακής κορτιζόλης και εν μέρει της αλδοστερόνης
είναι η ACTH.
• Δρα στον φλοιό των επινεφριδίων και προάγει την
βιοσύνθεση των ορμονών κυρίως των γλυκοκορτικοειδών
αλλά και των επινφριδιακών ανδρογόνων.
• Προέρχεται από το πρόδρομο πεπτίδιο την προ-
οπιομελανοκορτίνη (POMC) με πρωτεόλυση.

29

Φλοιοεπινεφριδιοτρόπος ορμόνη
Adrenocorticotropic hormone, ACTH (2 από 2)
• Η σύνθεση και η απελευθέρωση της ACTH ελέγχεται και
ρυθμίζεται:
1. Από την CRH του υποθαλάμου
2. Τα επίπεδα των γλυκοκορτικοειδών (κυρίως κορτιζόλης) στο
αίμα με μηχανισμό αρνητικής ανάδρασης (negative
feedback).
• Η έκκριση της ACTH υπόκειται σε έναν αυτόματο
«νυχθημερήσιο ρυθμό» (Day-Night Rhythm) με τις μέγιστες
τιμές το πρωί (περίπου 6 π.μ) και τις ελάχιστες το βράδυ. (Το
ρυθμό αυτό ακολουθεί φυσικά και η απελευθέρωση των
τελικών ορμονών του φλοιού των επινεφριδίων).
30
Ορμόνες των επινεφριδίων
• Από τον φλοιό των επινεφριδίων εκκρίνεται μια ομάδα
ορμονών, τις οποίες ονομάζουμε γενικά κορτικοστεροειδή ή
κορτικοειδή. Ανήκουν στις στεροειδείς ορμόνες και
περιλαμβάνουν τρεις υποομάδες. Τα αλατοκορτικοειδή, οι
φυλετικές (γεννητικές) ορμόνες και τα γλυκοκορτικοειδή.

31

Γλυκοκορτικοειδή (1/10)
• Τα γλυκοκορτικοειδή μετέχουν μαζί με την ινσουλίνη, την
γλυκαγόνη και τις κατεχολαμίνες στη ρύθμιση του
μεταβολισμού και του ενεργειακού ισοζυγίου του
οργανισμού. Τα γλυκοκορτικοειδή έχουν διαφορετικές
δράσεις σε διάφορους ιστούς. Είναι σημαντικά για την
ρύθμιση του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των
πρωτεϊνών και των λιπών και έχουν ανοσορρυθμιστική και
αντιφλεγμονώδη δράση.

32
Γλυκοκορτικοειδή (2/10)
• Ο κύριος εκπρόσωπος της ομάδας είναι η κορτιζόλη.
Παράγεται κυρίως στη στηλιδωτή ζώνη του φλοιού.
• Δεν αποθηκεύονται στα κύτταρα που τα παράγουν και γι’ αυτό
η συγκέντρωσή τους στο αίμα εξαρτάται από ρυθμό
παραγωγής τους.
• Η έκκρισή της ελέγχεται από την ACTH του πρόσθιου λοβού της
υπόφυσης με ένα ρυθμιστικό μηχανισμό αρνητικής αντίδρασης,
η οποία πάλι βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της CRH (εκλυτικός
παράγων της κορτικοτροπίνης) του υποθαλάμου.

33

Γλυκοκορτικοειδή (3/10)
Βιολογικές Δράσεις γλυκοκορτικοειδών:
1. Στο αίμα, τα γλυκοκορτικοστεροειδή, συνδέονται με μια
ειδική σφαιρίνη, την CBG (corticotropic binding globulin) ή και
με την λευκωματίνη και μεταφέρονται έτσι συνδεδεμένα
μέχρι τα όργανα-στόχους, όπου συνδέονται με τους ειδικούς
υποδοχείς-πρωτεΐνες που βρίσκονται στο κυτταρόπλασμα. Το
σύμπλεγμα αυτό μεταφέρεται στον πυρήνα και επηρεάζει τη
δραστηριότητα των γονιδίων (παραγωγή ενζύμων κλπ) (βλ
generals, δράση στεροειδών).
2. Τα γλυκοκορτικοειδή αυξάνουν την γλυκονεογένεση
(σύνθεση γλυκόζης) και την παραγωγή γλυκογόνου στο ήπαρ.

34
Γλυκοκορτικοειδή (4/10)
Βιολογικές Δράσεις γλυκοκορτικοειδών:
3. Ταυτόχρονα ο μεταβολισμός του μυικού και του λιπώδους
ιστού μετατοπίζεται από την κατανάλωση υδατανθράκων
στην κατανάλωση αμινοξέων και λίπους.
4. Με αυτόν τον τρόπο συνεισφέρουν στην αύξηση της στάθμης
της γλυκόζης στο πλάσμα.
5. Στους μυς δημιουργείται καταβολική κατάσταση με
αποδόμηση των πρωτεϊνών η οποία οδηγεί σε μείωση της
μυικής μάζας.
6. Στον λιπώδη ιστό, η λιπολυτική δραστηριότητα αυξάνεται και
γίνεται ανακατανομή του λίπους στο σώμα.
35

Γλυκοκορτικοειδή (5/10)
• Με την χρόνια χρήση γλυκοκορτικοειδών, παρατηρείται αλλαγή
των σωματικών χαρακτηριστικών, όπως φαίνεται στο Cushing.
• Τα αντιφλεγμονώδη και ανοσοκατασταλτικά αποτελέσματα των
γλυκοκορτικοειδών είναι πολύπλοκα.
• Η αντιφλεγμονώδης δράση τους συμβαίνει λόγω αύξησης στην
παραγωγή της λιποκορτίνης, που αναστέλλει την φωσφολιπάση
Α2, μειώνοντας έτσι την έκλυση αραχιδονικού οξέος από τις
κυτταρικές μεμβράνες και αναστέλλεται η παραγωγή
λευκοτριενίων και προσταγλαδινών. Με αυτόν τον τρόπο
προκαλείται αγγειοδιαστολή και οίδημα στις φλεγμαίνουσες
περιοχές.

36
Γλυκοκορτικοειδή (6/10)
• Στην οξεία φλεγμονή ο αριθμός και η δραστικότητα των
λευκοκυττάρων μειώνεται, και στην χρόνια φλεγμονή υπάρχει
μείωση των μονοκυττάρων, μείωση του πολλαπλασιασμού νέων
αγγείων καθώς και μείωση της ίνωσης. Σημαντικό επίσης
αποτέλεσμα είναι επίσης η μείωση του πολλαπλασιασμού των Β
και Τα λεμφοκυττάρων στον λεμφικό ιστό και κατά συνέπεια η
μείωση των Τ-ενεργοποιημένων κυτοκινών.
• Επομένως όταν ο αριθμός των λευκοκυττάρων και
λεμφοκυττάρων είναι μειωμένος, τόσο η ανοσολογική όσο και οι
φλεγμονώδεις απαντήσεις που ξεκινούν με έκλυση προ-
φλεγμονωδών μεσολαβητών από τα κύτταρα αυτά,
αναστέλλονται επίσης, ενώ ταυτόχρονα αναστέλλεται και η
απελευθέρωση ισταμίνης από τα μαστοκύτταρα.
37

Γλυκοκορτικοειδή (7/10)
Χρησεις γλυκοκορτικοειδών
1. Με βάση τα ανωτέρω, στην ιατρική, τα γλυκοκορτικοειδή έχουν ένα
μεγάλο εύρος δράσεων και χρησιμοποιούνται σε αλλεργικά, σε
φλεγμονώδη και αυτοάνοσα νοσήματα καθώς και την θεραπεία της
αναφυλακτικής καταπληξίας.
2. Επίσης χρησιμοποιούνται για την πρόληψη απόρριψης οργάνων
μετά από μεταμόσχευση καθώς και στην θεραπεία κακοήθων
νοσημάτων σε συνδυασμό με κυτταροτοξικά φάρμακα.
3. Ενώ η κορτιζόλη είναι το ενδογενές παραγόμενο γλυκοκορτικοειδές,
με διακυμαινόμενη ημερήσια παραγωγή (η συγκέντρωσή της στο
αίμα ποικίλλει από 110 nmol/l στις 4 πμ μέχρι περίπου 450 nmol/l
στις 8πμ), τα συνθετικά γλυκοκορτικοειδή περιλαμβάνουν την
πρεδνιζολόνη, την δεξαμεθαζόνη, και την βουδεσονίδη.
38
Γλυκοκορτικοειδή (8/10)
Χρησεις γλυκοκορτικοειδών
4. Όταν τα γλυκοκορτοειδή χρησιμοποιούνται επί μακρόν εξωγενώς,
λόγω του μηχανισμού της αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης, η
ενδογενής παραγωγή ελαττώνεται και ο επινεφριδιακός άξονας
καταστέλλεται.
5. Τέτοιοι ασθενείς επομένως δεν έχουν λειτουργικό άξονα
υπόφυσης-φλοιού επινεφριδίων, και η απότομη διακοπή χρήσης
εξωγενών γλυκοκορτικοειδών, θα οδηγήσει σε οξεία ανεπάρκεια
του επινεφριδιακού φλοιού, λόγω μη έκκρισης ενδογενούς
κορτιζόλης.
6. Γι’ αυτό η διακοπή χρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών
οφείλει να είναι πολύ σταδιακή.

39

Γλυκοκορτικοειδή (9/10)
• Η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή σχετίζεται με προβλέψιμες
και δοσοεξαρτώμενες παρενέργειες.
• Κυρίως παρατηρούνται σε χρόνια αγωγή. Θεραπεία μέχρι 14
ημερών δεν προκαλεί εμφανείς παρενέργειες.
• Σε τέτοιες αγωγές επίσης δεν είναι απαραίτητη η σταδιακή
διακοπή της θεραπείας.
• Μετά από μακροχρόνια αγωγή υψηλών δόσεων όμως οι
χρήστες οφείλουν να έχουν κάρτα χρήσης στεροειδών για
ενημέρωση, αφού η απότομη διακοπή μπορεί να είναι
επικίνδυνη.

40
Γλυκοκορτικοειδή (10/10)
• Άλλες παρενέργειες είναι η μειωμένη άμυνα κατά των
λοιμώξεων, ο υπέρμετρος καταβολισμός των πρωτεϊνών που
οδηγεί σε μυική αδυναμία, η μειωμένη επούλωση των
πληγών λόγω μειωμένης παραγωγής συνδετικού ιστού, η
όπως ήδη αναφέραμε καταστολή της παραγωγής ενδογενών
γλυκοκορτικοειδών, οι μεταβολικές διαταραχές τύπου
Cushing, η αφαλάτωση των οστών, η διαβητογόνος δράση
όταν υπάρχει μειωμένη περιφερική χρήση της γλυκόζης και
αυξημένη παραγωγή της από το ήπαρ.
• Ταυτόχρονα αυξάνεται η έκκριση υδροχλωρικού οξέος και
πεψίνης από το στομάχι με κίνδυνο βλάβης του γαστρικού
βλεννογόνου.

41

Αλατοκορτικοειδή
• Τα αλατοκορτικοειδή όπως αλδοστερόνη και η
φλουδροκορτιζόνη αυξάνουν την επαναρρόφηση του
νατρίου στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια, ενώ ταυτόχρονα
αυξάνουν την αποβολή καλίου και των υδρογονοκατιόντων.
• Τα αλατοκορτικοειδή χρησιμοποιούνται μόνον ως θεραπεία
υποκατάστασης όταν υπάρχει ανεπάρκεια ενδογενούς
σύνθεσης, για την ρύθμιση της έκκρισης νατρίου και καλίου.
• Οι ανταγωνιστές της αλδοστερόνης, πχ η σπειρονολακτόνη
χρησιμοποιούνται στην θεραπεία της υπέρτασης και δρουν
αναστέλλοντας την κατακράτηση νατρίου από την
αλδοστερόνη. Με τον τρόπο αυτό προκαλούν διούρηση.

42
Ενότητα 10: Παχυσαρκία - Διαβήτης

Διαιτητική αντιμετώπιση της


παχυσαρκίας (1 από 2)
• Ο γενικός κανόνας είναι η απώλεια 0,5-1 kg εβδομαδιαίως
συνδυάζοντας μείωση της πρόσληψης και αύξηση της
κατανάλωσης.
• Διάφορες δίαιτες 800-1000 Kcal/ημερησίως έχουν προταθεί
βασιζόμενες στη μείωση των επονομαζομένων κενών θερμίδων,
τέτοιες είναι το λίπος, η ζάχαρη και το αλκοόλ. Μέτριος
περιορισμός των υδατανθράκων μειώνει ουσιαστικά τις θερμίδες.
• Ενδιαφέρον είναι ότι σε νεότερες μελέτες φάνηκε ότι ο
περιορισμός κυρίως του λίπους φέρνει καλύτερα αποτελέσματα
από ότι οι υποθερμιδικές δίαιτες γενικώς.

1
Διαιτητική αντιμετώπιση της
παχυσαρκίας (2 από 2)
• Η εξασφάλιση ικανοποιητικής ποσότητας βιταμινών είναι
ικανοποιητική στις δίαιτες με αρκετούς υδατάνθρακες και λίγα
λιπαρά από ότι στις υποθερμιδικές.
• Τα πιο δραστικά προγράμματα αδυνατίσματος είναι
βραχυπρόθεσμα επιτυχή αλλά μεγάλο μέρος των ασθενών
επανακτούν το βάρος τους μετά από λίγους μήνες.
• Οι δίαιτες που πρέπει να ακολουθούνται εκτός εξαιρέσεων να είναι
από 1000 Kcal /ημερησίως μέχρι 1500 ή και 1700 Kcal/ ημερησίως
με 50℅ υδατάνθρακες, 30℅ λίπος που κατά προσέγγιση μόνο το
10℅ να αποτελείται από κεκορεσμένα λιπαρά, 10℅ πολυακόρεστα,
10℅ μονοακόρεστα, 20℅ πρωτεΐνες.

Τρόποι φαρμακολογικής παρέμβασης


Η φαρμακευτική παρέμβαση στην αντιμετώπιση της
παχυσαρκίας ενδείκνυται :
1. Ως βραχυχρόνια θεραπεία
i. Για ιατρικούς λόγους
ii. Για ψυχολογικούς λόγους
iii. Για ασφαλιστικούς λόγους
2. Ως μακροχρόνια θεραπεία
i. Σε παχύσαρκους με ΒΜΙ μεγαλύτερο από 30kg/m2 και κεντρική
κατανομή του λίπους
ii. Σε παχύσαρκους με νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η
αρτηριακή υπέρταση, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, το σύνδρομο
της αποφρακτικής άπνοιας, η εκφυλιστική οστεοαρθρίτιδα κλπ. 3
Ιδανικό φάρμακο
Το ιδανικό φάρμακο για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας θα
πρέπει να εκπληρώνει τις εξής προϋποθέσεις :
• Να επιφέρει απώλεια βάρους μειώνοντας εκλεκτικά τον
λιπώδη ιστό,
• Το απολεσθέν βάρος να μην επανακτάται μετά τη διακοπή
του,
• Να είναι ασφαλές σε μακροχρόνια χορήγηση,
• Να στερείται ανεπιθύμητων ενεργειών,
• Να μην προκαλεί εθισμό.

Κατηγορίες φαρμάκων στην παχυσαρκία


• Τα φάρμακα για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας
διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες :
I. Ανορεξιογόνα φάρμακα, που μειώνουν την επιθυμία
πρόσληψης τροφής.
II. Φάρμακα που αναστέλλουν την απορρόφηση της τροφής
από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
III. Θερμογενετικά ή λιπολυτικά φάρμακα, που αυξάνουν την
κατανάλωση ενέργειας.

5
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (1 από 9)
Τα ανορεξιογόνα φάρμακα καταστέλλουν την όρεξη, με
αποτέλεσμα τη μείωση της πρόσληψης τροφής και τη
συνεπακόλουθη απώλεια βάρους. Δρουν στο κεντρικό νευρικό
σύστημα και με βάση τον μηχανισμό δράσης τους διακρίνονται :
I. Στα δρώντα μέσω αδρενεργικών υποδοχέων.
II. Στα δρώντα μέσω σεροτονινεργικών υποδοχέων.
III. Στα δρώντα μέσω και των δύο ειδών υποδοχέων.

Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (2 από 9)


i. Στα ανορεξιογόνα που δρουν μέσω αδρενεργικών
υποδοχέων ανήκουν
o Αμφεταμίνες και τα παράγωγά τους.
o Φεντερμίνη.
o Μαζιντόλη.
o Φαινυλπροπανολαμίνη.
o Ναλοξόνη.

7
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (3 από 9)
• Οι αμφεταμίνες δρουν στον υποθάλαμο. Ο ακριβής μηχανισμός
δράσης των αμφεταμινών είναι η αύξηση της παραγωγής και της
έκκρισης της νοραδρεναλίνης στις συνάψεις και ασήμαντη
παρεμπόδιση της επαναπρόσληψής της από τον προσυναπτικό
νευρώνα.
• Οι αμφεταμίνες και τα παράγωγα τους, εκτός από την κεντρική
μέσω των αδρενεργικών υποδοχέων δράση, χαρακτηρίζονται
από σημαντικές καρδιαγγειακές δράσεις, προκαλώντας αύξηση
της αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής συχνότητας. Επιπλέον, η
διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος προκαλεί
ψυχικές διαταραχές, υπερκινητικότητα, εξάρτηση και εθισμό,
παρενέργειες που υπερισχύουν της ανορεκτικής δράσης με
αποτέλεσμα να μην χρησιμοποιούνται πλέον ως ανορεξιογόνα.
8

Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (4 από 9)


• Η φεντερμίνη, μαζιντόλη και φαινυλπροπανολαμίνη
παρουσιάζουν σε μικρότερο βαθμό τις ανεπιθύμητες
ενέργειες των αμφεταμινών και μπορούν να
χρησιμοποιηθούν με πολύ προσοχή σε περιπτώσεις
υπερφαγικής παχυσαρκίας με ιστορικό κατάθλιψης

9
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (5 από 9)
ii. Στα ανορεξιογόνα που δρουν μέσω σεροτονινεργικών
υποδοχέων ανήκουν
• Φενφλουραμίνη
• Δεξφενφλουραμίνη
• Φλουοξετίνη
• Ο τρόπος δράσεως των σεροτονινεργικών ανορεξιογόνων
φαρμάκων, δια μεν τη φενφλουραμίνη είναι ο πλάγιος
υποθάλαμος, για δε τη δεξφενφλουραμίνη είναι ο διάμεσος
υποθάλαμος.

10

Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (6 από 9)


• Οι φενφλουραμίνες προκαλούν αύξηση της σύνθεσης και
απελευθέρωσης της σεροτονίνης από τον προσυναπτικό
νευρώνα καθώς και σημαντική παρεμπόδιση της
επαναπρόσληψης της σεροτονίνης από τον προσυναπτικό
νευρώνα.
• Η φενφλουραμίνη, το πρώτο φάρμακο της σειράς των
σεροτονινεργικών ανορεξιογόνων που χρησιμοποιήθηκε κατά
της παχυσαρκίας, παρουσιάζει ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως
υπνηλία, κατάθλιψη και ξηροστομία.

11
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (7 από 9)
• Η δεξφενφλουραμίνη έχει διπλάσια ανορεκτική
δραστηριότητα από το ρακεμικό μείγμα της φενφλουραμίνης
και σημαντικά λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Προκαλεί
μείωση της επιθυμίας για πρόσληψη ενδιάμεσων γευμάτων
και ιδιαίτερα κατανάλωσης τροφών πλούσιων σε
υδατάνθρακες και λίπη, χωρίς να επηρεάζεται η κανονική
λήψη πρωτεϊνών.
• Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, όπως αποδεικνύεται
από μελέτες μικρής διάρκειας αλλά και διάρκειας ενός έτους
κρίνεται ικανοποιητική.

12

Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (8 από 9)


• Αναφορικά με τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα, η
δεξφενφλουραμίνη αποτρέπει το φαινόμενο της μείωσης του
βασικού μεταβολικού ρυθμού και της θερμογένεσης από γλυκόζη,
που συνήθως εμφανίζονται μετά από απώλεια βάρους και
θεωρούνται υπεύθυνα για τη μείωση του ρυθμού της απώλειας
βάρους.
• Η δεξφενφλουραμίνη προκαλεί επιλεκτική απώλεια σπλαχνικού
λίπους.
• H εμφάνιση πνευμονικής υπέρτασης οδήγησε τον Αμερικανικό
Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) στην απόσυρση του
συγκεκριμένου φαρμάκου.

13
Ι. Ανορεξιογόνα Φάρμακα (9 από 9)
• Η φλουοξετίνη είναι αντικαταθλιπτικό με ανορεξιογόνο δράση.
Αναστέλλει την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης από τους
προσυναπτικούς νευρώνες. Είναι αποτελεσματική στην απώλεια
βάρους, ιδιαίτερα σε παχύσαρκα άτομα με κατάθλιψη.
iii. Στα ανορεξιογόνα τα οποία δρουν τόσο στους αδρενεργικούς όσο
και στους σεροτονινεργικούς υποδοχείς ανήκει η σιμπουτραμίνη.
• Δρα μέσω δύο μεταβολιτών, οι οποίοι αναστέλλουν την
επαναπρόσληψη από τον προσυναπτικό νευρώνα των αντίστοιχων
νευροδιαβιβαστών.
• Η απώλεια βάρους προκαλείται με τη μείωση της προσλαμβανόμενης
τροφής λόγω πρόκλησης κορεσμού και παράλληλα αύξησης της
ενεργειακής κατανάλωσης, λόγω αύξησης της θερμογένεσης.

14

ΙΙ. Φάρμακα που αναστέλλουν την απορρόφηση της


τροφής από το γαστρεντερικό σωλήνα (1 από 4)

Τα φάρμακα αυτά διακρίνονται :

i. Φάρμακα που αναστέλλουν τη γαστρική κένωση

ii. Φάρμακα που αναστέλλουν την εντερική απορρόφηση

15
ΙΙ. Φάρμακα που αναστέλλουν την απορρόφηση της
τροφής από το γαστρεντερικό σωλήνα (2 από 4)

i. Τα φάρμακα που αναστέλλουν τη γαστρική κένωση είναι :

– Το χολοκιτρικό οξύ,

– Η χολοκυστοκινίνη,

– Η σωματοστατίνη.

16

ΙΙ. Φάρμακα που αναστέλλουν την απορρόφηση της


τροφής από το γαστρεντερικό σωλήνα (3 από 4)
ii. Τα φάρμακα που αναστέλλουν την εντερική απορρόφηση είναι :
1. Οι φυτικές ίνες.
2. Η ακαρβόζη είναι ένας ψευδοτετρασακχαρίτης, ο οποίος έχει
μεγαλύτερη χημική συγγένεια με τα ένζυμα του λεπτού
εντέρου, της α-γλυκοσιδάσης. Παρεμποδίζει τη διάσπαση των
πολυσακχαριτών σε μονοσακχαρίτες δια της αναστολής της
δράσεως των α-γλυκοσιδασών στα ανώτερα τμήματα του
λεπτού εντέρου σε ποσοστό 50℅, με συνέπεια την επιβράδυνση
της απορρόφησης της γλυκόζης από τις εντερικές λάχνες. Το
τελικό αποτέλεσμα είναι η ομαλοποίηση των μεταγευματικών
τιμών της γλυκόζης στο αίμα. Η χορήγησή της δεν ενδείκνυται
για την απώλεια βάρους.
17
ΙΙ. Φάρμακα που αναστέλλουν την απορρόφηση της
τροφής από το γαστρεντερικό σωλήνα (4 από 4)

3. Τα διγουανίδια, τα οποία προκαλούν ένα σύνδρομο


δυσαπορρόφησης.
4. Bay n2928, πειραματικό φάρμακο, το οποίο αναστέλλει
την απορρόφηση υδατανθράκων και λιπών.
5. Η ορλιστάτη.
• Η ορλιστάτη προκαλεί ανατρέψιμη αναστολή των
γαστρεντερικών λιπασών, με αποτέλεσμα τη μείωση της
απορρόφησης των τριγλυκεριδίων της τροφής ως και 30℅.

18

ΙΙΙ. Θερμογενετικά ή λιπολυτικά φάρμακα


Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής αυξάνουν τη θερμογένεση,
αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο τον βασικό μεταβολισμό. Στην
κατηγορία αυτή ανήκουν :
• Οι θυρεοειδικές ορμόνες,
• Δινιτροφαινόλη,
• Η καφεΐνη,
• Η νικοτίνη,
• Συμπαθητικομιμητικά φάρμακα,
• Β-αδρενεργικοί αγωνιστές,
• Τα ανορεξιογόνα,
• Ορμόνες.
19
Χειρουργική αντιμετώπιση νοσογόνου
παχυσαρκίας
Κριτήρια, όπως αυτά καθιερώθηκαν διεθνώς από την Παγκόσμια
Οργάνωση Χειρουργικής της Παχυσαρκίας, για θετικότερα
αποτελέσματα είναι:
• ΒΜΙ μεγαλύτερο από 40 ή σωματικό βάρος μεγαλύτερο από 60℅ του
ιδανικού.
• Να έχει κάνει επανειλημμένες ανεπιτυχείς προσπάθειες
αδυνατίσματος με δίαιτα ή άλλες συντηρητικές μεθόδους.
• Να υπάρχουν προβλήματα ή επιπλοκές από την παχυσαρκία και να
απειλείται άμεσα η ζωή του.
• Να μην πάσχει από ορμονικό ή μεταβολικό νόσημα και η παχυσαρκία
του να οφείλεται στην πολυφαγία.
• Να υπάρχουν έντονα ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα
οφειλόμενα στην παχυσαρκία.
• Να έχει ενημερωθεί πλήρως ο άρρωστος για την εγχείρηση, τα
προβλήματα και τις επιπλοκές και να τα έχει αποδεχτεί
ανεπιφύλακτα. 20

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (1 από 42)

i. ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ


1. Είναι γεγονός ότι η σωστή διατροφή του ατόμου με
σακχαρώδη διαβήτη αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στην
καλή ρύθμιση του διαβήτη, η οποία είναι ο κύριος στόχος
της θεραπευτικής αντιμετώπισής του. Μακροπρόθεσμα, ο
άριστος έλεγχος της γλυκόζης του αίματος συντελεί στην
πρόληψη των μίκρο- και μάκρο-αγγειοπαθειών του διαβήτη.

21
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (2 από 42)

2. Η μεγάλη σημασία της σωστής διατροφής φαίνεται από


έρευνες που δείχνουν ότι οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής
(δίαιτα, άσκηση) μπορούν να μειώσουν την επίπτωση του
σακχαρώδη διαβήτη σε άτομα υψηλού κινδύνου.
Συγκεκριμένα, για τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα με
διαταραχές της γλυκόζης, είναι πολύ σημαντική η απώλεια
βάρους, ώστε να προληφθεί ή να καθυστερήσει η εμφάνιση
της νόσου.

22

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (3 από 42)

3. Συνιστάται για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη το


«υγιεινό» πρόγραμμα διατροφής, αυτό που είναι πλούσιο
σε φυτικές ίνες και περιορισμένο σε λίπος και ζάχαρη,
δηλαδή αυτό που συστήνεται και για το γενικό πληθυσμό. Το
πρόγραμμα διατροφής αυτό περιέχει όλα τα απαραίτητα
θρεπτικά συστατικά και θεωρείται ιδανικό όταν καλύπτουν
οι πρωτεΐνες το 15-20%, οι υδατάνθρακες το 45-60% και τα
λίπη το 25-35% των θερμίδων της καθημερινής πρόσληψης
(ADA, 2001).

23
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (4 από 42)

ii. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ


• Αντιδιαβητικά από το στόμα.
o Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι σουλφονυλουρίες και τα
διγουανίδια. Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στους
διαβητικούς τύπου ΙΙ και πρέπει να συνταγογραφούνται μετά
από την αποτυχία της διαιτητικής αγωγής επί 1 μήνα
τουλάχιστον.
o Θα πρέπει να δίδονται για να ενισχύσουν το θεραπευτικό
αποτέλεσμα της δίαιτας και όχι να την αντικαταστήσουν.

24

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (5 από 42)

1. ΣΟΥΛΦΟΝΥΛΟΥΡΙΕΣ
• Διακρίνονται σε σουλφονυλουρίες πρώτης γενεάς
(τολβουταμίδη,τολαζαμίδη,ακετοεξαμίδη και
χλωροπροπαμίδη) και σε σουλφονυλουρίες δεύτερης γενεάς
(γλιβενκλαμίδη,γλικλαζίδη,γλιπιζίδη). Αν και οι τελευταίες
δεν διαφέρουν πολύ από τις σουλφονυλουρίες πρώτης γενιάς
είναι όμως αποτελεσματικές σε μικρότερες δόσεις.

25
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (6 από 42)

Όσων αφορά στον τρόπο ενέργειας των σουλφονυλουριών


υποστηρίζονται τρείς τουλάχιστον μηχανισμοί :
• Προαγωγή της έκλυσης ινσουλίνης από τα β-κύτταρα των
νησιδίων του παγκρέατος
• Αύξηση του αριθμού των υποδοχέων της ινσουλίνης
• Μείωση των επιπέδων της γλυκαγόνης του αίματος.
 Η ισχύς των παραγώγων της σουλφονυλουρίας εξαρτάται από
τον ρυθμό με τον οποίο μεταβολίζονται, από την δραστικότητα
των μεταβολικών προϊόντων που προκύπτουν και από τον
ρυθμό απέκκρισης.

26

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (7 από 42)

Ανεπιθύμητες ενέργειες (σουλφονυλουρίες)


Οι σουλφονυλουρίες και ιδιαίτερα αυτές της δεύτερης γενεάς
είναι καλά ανεκτές από τους διαβητικούς και σπανίως οι
ανεπιθύμητες ενέργειες επιβάλουν τη διακοπή τους.
• Οι πιο συνηθισμένες είναι από το πεπτικό σύστημα όπως για
παράδειγμα ναυτία, έμετοι.
• Επίσης μπορεί να παρατηρηθούν ήπιες νευρολογικές
εκδηλώσεις (αδυναμία, παραισθήσεις).

27
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (8 από 42)

Ανεπιθύμητες ενέργειες (σουλφονυλουρίες)


• Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να παρουσιαστούν τοξικές
επιδράσεις στο αιμοποιητικό σύστημα (λευκοπενία,
θρομβοπενία, απλαστική ή αιμολυτική αναιμία) σπάνιες είναι
επίσης και οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας οι οποίες
περιλαμβάνουν παροδικά εξανθήματα, φωτοευαισθησία,
πυρετό, ίκτερο.

28

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (9 από 42)

Ανεπιθύμητες ενέργειες (σουλφονυλουρίες)


• Ερύθημα προσώπου μετά από λήψη οινοπνεύματος μπορεί να
παρατηρηθεί με χλωροπροπαμίδη ή τολβουταμίδη.
Αλληλεπιδράσεις : η υπογλυκαιμική ενέργεια των
σουλφονυλουριών ενισχύεται από την λήψη φαρμάκων τα
οποία εκτοπίζουν τις σουλφονυλουρίες από τις δεσμευτικές
θέσεις τους στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Τα φάρμακα αυτά
είναι: σαλυκυλικά, μη στερινοειδή, σουλφοναμίδες,
κοτριμοξαζόλη, προβενσίδη, κλοφιβράτη.

29
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (10 από 42)

Ανεπιθύμητες ενέργειες (σουλφονυλουρίες)


• Αντίθετα η υπογλυκαιμική ενέργεια των σουλφονυλουριών
ελαττώνεται από την χορήγηση φαρμάκων που επηρεάζουν τον
μεταβολισμό της γλυκόζης ή και την δράση της ινσουλίνης. Τα
φάρμακα αυτά είναι: κορτικοστεροειδή, διουρητικά, οιστρογόνα,
αντισυλληπτικά, ριφαμπικίνη, θυρεοειδικά σκευάσματα, ισονιαζίδη
κ.τ.λ
• Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε διαβητικούς με καρδιαγγειακή νόσο,
καθώς επίσης και σε ηλικιωμένα άτομα λόγω αυξημένου κινδύνου
σοβαρής υπογλυκαιμίας.
• Eπίσης προσοχή απαιτείται σε καρδιοπαθείς που θεραπεύονται με
χλωροπροπαμίδη λόγω του κινδύνου κατακράτησης ύδατος.

30

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (11 από 42)

• ΣΟΥΛΦΟΝΥΛΟΥΡΙΕΣ ΠΡΩΤΗΣ ΓΕΝΕΑΣ


• ΧΛΩΡΟΠΡΟΠΑΜΙΔΗ.

• ΣΟΥΛΦΟΝΥΛΟΥΡΙΕΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΕΝΕΑΣ


• ΓΛΙΒΕΝΚΛΑΜΙΔΗ.
• ΓΛΙΜΕΠΙΡΙΔΗ.
• ΓΛΙΚΛΑΖΙΔΗ.
• ΓΛΙΠΙΖΙΔΗ.

31
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (12 από 42)
2. ΔΙΓΟΥΑΝΙΔΙΑ
• Τα διγουανίδια φαινφορμίνη και μετφορμίνη έχουν
διαφορετικό τρόπο δράσης από εκείνον των
σουλφονυλουρίων.
• Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αν καν στερούνται της
ινσουλινοτρόπου δράσης των σουλφονυλουριών έχουν
ανάγκη την παρουσία λειτουργικών β-κυττάρων των
νησιδίων του παγκρέατος για να ασκήσουν τη δράση τους.

32

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (13 από 42)
Τρόποι ενέργειας των διγουανιδίων :
i. Η προαγωγή της αναερόβιας γλυκόλυσης στους
περιφερικούς ιστούς με αποτέλεσμα την αυξημένη
πρόσληψη γλυκόζης στο αίμα.
ii. Η αναστολή της ηπατικής νεογλυκογένεσης.
iii. Η ελάττωση της εντερικής απορρόφησης της γλυκόζης.
iv. Η προαγωγή της δέσμευσης της ινσουλίνης από τους
υποδοχείς της στους περιφερικούς ιστούς.

33
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (14 από 42)
• Η χρήση της φαινφορμίνης έχει απαγορευθεί σε αρκετές
χώρες εξαιτίας του κινδύνου της γαλακτικής οξέωσης
ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική, ηπατική, καρδιακή
ανεπάρκεια.
• Η εμφάνιση γαλακτικής οξέωσης ευνοείται σε άτομα άνω
των 65 ετών, σε αλκοολικούς και σε δόση άνω των 100
mg/24ωρο.

34

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (15 από 42)
• Υποψήφιοι για χορήγηση διγουανιδίων θα πρέπει να θεωρούνται
οι διαβητικοί στους οποίους έχει αποτύχει η σωστή θεραπευτική
αγωγή (δίαιτα ή δίαιτα και σουλφονυλουρίες) και αρνούνται την
χορήγηση ινσουλίνης.
• Ενδείξεις : μη ινσουλινοεξερτώμενος σακχαρώδης διαβήτης,
ιδιαίτερα σε παχύσαρκα άτομα που δε ρυθμίζεται με σωστή δίαιτα
και σουλφονυλουρίες.
• Αντενδείξεις : σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών σε ασθενείς που
πάσχουν από καρδιαγγειακά νοσήματα ή αναπνευστική, ηπατική,
νεφρική ανεπάρκεια, σε ασθενείς που έχουν λοίμωξη ή γάγγραινα,
σε αλκοολισμό, στην κύηση και την γαλουχία.

35
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (16 από 42)
• Ανεπιθύμητες ενέργειες : η γαλακτική οξέωση επί
φαινφορμίνης αποτελεί την σοβαρότερη και πιο επικίνδυνη
παρενέργεια.
• Επίσης υπάρχει απώλεια βάρους, κεφαλαλγία, εξανθήματα,
αδυναμία, μείωση της απορρόφησης της βιταμίνης B12 ,
ανάπτυξη πνευμονικής υπέρτασης.

36

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (17 από 42)
• Αλληλεπιδράσεις : οι β-αδρενεργικοί αναστολείς και το
οινόπνευμα ενισχύουν τη δράση τους. με το οινόπνευμα επίσης
αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης γαλακτικής οξέωσης. Τα
κορτικοστεροειδή, διαζοξείδη, αντισυλληπτικά και γενικώς τα
φάρμακα με υπεργλυκαιμική δράση ανταγωνίζονται την
υπογλυκαιμική τους ενέργεια.
• Η θνησιμότητα από την γαλακτική οξέωση υπερβαίνει το 50%και
για τον λόγο αυτό θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά οι ενδείξεις
και οι αντενδείξεις. Να αποφεύγεται η λήψη τους προεγχειρητικά
καθώς και η σύγχρονη λήψη οινοπνεύματος και η υπέρβαση της
συνιστώμενης δόσης.

37
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (18 από 42)
3. ΑΛΛΑ ΑΝΤΙΔΙΑΒΗΤΙΚΑ
• ΑΚΑΡΒΟΖΗ : Πρόκειται για αναστολέα της α-γλυκοσιδάσης η οποία
προκαλεί φυσιολογικώς αποικοδόμηση των πολυσακχαρίτων της
τροφής με συνέπεια να παρεμποδίζεται η αύξηση της γλυκόζης
που ακολουθεί ένα υδατανθρακούχο γεύμα.
• MIΓΛΙΤΟΛΗ.
• ΠΙΟΓΛΙΤΑΖΟΝΗ.
• ΡΕΠΑΓΛΙΝΙΔΗ.
• ΡΟΣΙΓΛΙΤΑΖΟΝΗ.

38

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (19 από 42)
4. ΙΝΣΟΥΛΙΝΕΣ
• Η ινσουλίνη είναι μία ορμόνη πρωτεϊνικής φύσεως, που
φυσιολογικά παράγεται στα β-κύτταρα των νησιδίων του Largerhans
του παγκρέατος. Τα άτομα που δεν έχουν διαβήτη, μπορούν να
παράγουν αρκετή ποσότητα ινσουλίνης, ώστε να διατηρούν το
σάκχαρο του αίματος σε φυσιολογικά επίπεδα.
• Η ινσουλίνη που χρησιμοποιείται στο εμπόριο, διακρίνεται σε δύο
μορφές όσον αφορά την παραγωγή τους:
o Ημισυνθετική η οποία παράγεται από την χημική μετατροπή της
ινσουλίνης του βοδιού ή του γουρουνιού με την μέθοδο της
ανακρυστάλλωσης,
o Βιοσυνθετική η οποία παράγεται με γενετικές τεχνικές από
βακτηρίδια. 39
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (20 από 42)
• Η εταιρία Lilly των ΗΠΑ κατόρθωσε να παράγει τεχνητά ινσουλίνη,
όμοια με την ανθρώπινη παγκρεατική, απαλλαγμένη από τις
διάφορες προσμίξεις που είχαν οι ζωϊκές ινσουλίνες. Η παραγωγή
έγινε με την συμμετοχή της βιοτεχνολογίας και την μέθοδο της
ανασύνθεσης του DNA στο στέλεχος Κ12 του βακτηριδίου
Esherihia Coli. Η ινσουλίνη αυτή ονομάζεται Humulin. Επιπλέον η
εταιρία Novo-Nordisk της Δανίας, λίγο αργότερα κυκλοφόρησε την
HM και αυτή όμοια με την ανθρώπινη, χρησιμοποιώντας την ίδια
μέθοδο, με την μοναδική διαφορά ότι παράγεται από την
ανασύνθεση του DNA των ζυμομυκήτων της ζύμης.

40

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (21 από 42)
• Η ινσουλίνη μετριέται σε μονάδες. Στην χώρα μας
κυκλοφορεί σε πυκνότητα 100 μονάδων σε κάθε κυβικό
εκατοστό διαλύματος. Σε μερικές χώρες κυκλοφορεί και σε
πυκνότητα των 40 μονάδων που σημαίνει ότι
χρησιμοποιούνται διαφορετικές σύριγγες ινσουλίνης.

41
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (22 από 42)
Οι ενδείξεις της ινσουλινοθεραπείας είναι:
• Στον διαβήτη τύπου I, όπου υπάρχει έλλειψη ινσουλίνης και
έτσι η θεραπεία αποτελεί κατά κάποια έννοια, θεραπεία
υποκατάστασης, χωρίς την οποία ο ασθενής δεν μπορεί να
επιβιώσει.
• Στον διαβήτη κύησης.
• Σε διαβητική κετοοξέωση.
• Στον διαβήτη τύπου II.

42

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (23 από 42)
Ενδείξεις της ινσουλινοθεραπείας (συνέχεια)
• Ανεπαρκής μεταβολική ρύθμιση.
• Κύηση ή επιθυμία για κύηση.
• Διαβητική κετοοξέωση.
• Σε οξείες καταστάσεις (όπως λοιμώξεις, χειρουργικές
επεμβάσεις, οξύ έμφραγμά του μυοκαρδίου, αγγειακό
εγκεφαλικό επεισόδιο, σοβαρές αιμορραγίες).
• Διαβητικές επιπλοκές (χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, επώδυνη
νευροπάθεια, ηπατική ανεπάρκεια).

43
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (24 από 42)
Η διάκριση της ινσουλίνης γίνεται ανάλογα με το χρόνο έναρξης της
δράσης και τη διάρκεια της δράσης:
• Ταχείας δράσης ινσουλίνη (short-acting insulin)
Η ταχείας δράσης ινσουλίνη είναι διαυγές διάλυμα και συνήθως
χορηγείται 15-30 λεπτά πριν από το γεύμα. Η έναρξη της δράσης της
είναι 30 λεπτά περίπου από τη χορήγηση. Έχει την μεγαλύτερη δράση
της 2-4 ώρες μετά την ένεση (χρόνος μέγιστης δράσης) και παύει
πλήρως μετά από 6-8 ώρες (διάρκεια δράσης). Όταν χορηγηθεί
ενδοφλεβίως έχει πολύ σύντομο χρόνο ζωής, μόλις 5 λεπτών και η
δράση της εξαφανίζεται μέσα σε 30 λεπτά. Στην προσπάθεια της
βιοτεχνολογίας να δώσει πιο ευέλικτες επιλογές στη θεραπεία του
διαβήτη, δημιουργήθηκαν τα ανάλογα ινσουλίνης. Έχουν ταχύτερη
έναρξη δράσης και μικρότερη διάρκεια. Στόχος τους είναι η χρήση
αμέσως πριν από τα γεύματα, χωρίς τον κίνδυνο καθυστερημένης
υπογλυκαιμίας.
44

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (25 από 42)
• Ενδιάμεσης δράσης ινσουλίνη (Intermediate-acting insulin)
Οι ενδιάμεσης δράσης ινσουλίνες αρχίζουν να δρουν μέσα σε
1-3 ώρες από την ένεση. Φθάνουν στην μεγαλύτερη δράση
τους σε 6-12 ώρες και μπορούν να συνεχίσουν να δρουν
μέχρι 16-24 ώρες από την ένεση. Δεν χορηγούνται
ενδοφλεβίως.

45
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (26 από 42)
• Μακράς δράσης ινσουλίνες (Long-acting insulin)
Η μακράς δράσης ινσουλίνη δεν αρχίζει τη δράση της πριν
περάσουν 4-8 ώρες από την ένεση. Έχει σχετικά βραδεία και
παρατεταμένη μέγιστη δράση, που παρατηρείται 12-18 ώρες
από την ένεση και συνεχίζει να δρα έως και 24-48 ώρες.
Περιλαμβάνουν τη πρωταμινική ψευδαργυρούχο ινσουλίνη
(Protamine zinc insulin) και το ψευδαργυρούχο εναιώρημα
της κρυσταλλικής ινσουλίνης (Ultralente). Δεν χορηγούνται
ενδοφλεβίως.

46

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (27 από 42)
• Μείγματα ινσουλινών
Οι δόσεις μικτής ινσουλίνης παρέχουν στον οργανισμό, μια
πρώτη αιχμή δράσης, που καλύπτει το γεύμα, που
καταναλώνεται, αμέσως μετά από την ένεση, ενώ
ταυτόχρονα παρέχει παρατεταμένης δράσης ινσουλίνη που
καλύπτει κατά την διάρκεια της ημέρας ή της νύκτας. Συχνά η
ταχεία ινσουλίνη αναμιγνύεται με ενδιάμεσης ή μακράς
δράσης ινσουλίνη σε διάφορες αναλογίες ( 10/90, 20/80,
30/70, 40/60,50/50).

47
Τύποι ινσουλινών 1/5

ΕΝΑΡΞΗ ΜΕΓΙΣΤΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ


ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΣΚΕΥΑΣΜΑ
ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ (100 U/ML)
Ταχείας Φιαλίδιο 10 ml
Actrapid 1-3 8
δράσεως 30΄ Φύσιγγα(Penfill) 3.0ml
(NOVO) ώρες ώρες
ινσουλίνη
Φιαλίδιο 10 ml
Humulin Ταχείας
1-3 5-7 Φύσιγγα(Cartidge)
Regular δράσεως 30΄
ώρες ώρες 3.0ml x 5
(LILLY) Ινσουλίνη

Ισοφανική Φιαλίδιο 10ml


Protaphane Ινσουλίνη NPH 4-12 24 Φύσιγγα (Penfill)
90΄
(NOVO) Ενδιάμεσης ώρες ώρες 3.0ml x 5
δράση
Ισοφανική
Φιαλίδιο 10 ml
Humulin NPH Ινσουλίνη NPH 2-8 16-18
60΄ Φύσιγγα(Cartidge)
(LILLY) Ενδιάμεση ώρες ώρες
3.0ml x 5
δράση
48

Τύποι ινσουλινών 2/5


ΕΝΑΡΞΗ ΜΕΓΙΣΤΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΣΚΕΥΑΣΜΑ
ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ (100 U/ML)
Μείγμα
ινσουλινών
Φιαλίδιο 10 ml
Humulin M3 30% Humulin 1-8 ½ 14-15
30΄ Φύσιγγα(Cartidge)
(LILLY) Reg ώρες ώρες
3.0ml x 5
70% Humulin
NPH
Μείγμα
Mixtard 30 ινσουλινών 2-8 24 Φιαλίδιο 10 ml
30΄΄
(NOVO) 30% Actrapid ώρες ώρες Φύσιγγα(Penfill) 3.0ml
70% Photaphage
Μείγμα
Mixtard 40 ινσουλινών 2-8 24
30΄ Φύσιγγα(Penfill) 3.0ml
(NOVO) 40% Actrapid ώρες ώρες
60% Photaphage
Μείγμα
Mixtard 50 ινσουλινών 2-8 24
30΄ Φύσιγγα(Penfill) 3.0ml
(NOVO) 50% Actrapid ώρες ώρες
50% Photaphage 49
Τύποι ινσουλινών 3/5
ΕΝΑΡΞΗ ΜΕΓΙΣΤΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΣΚΕΥΑΣΜΑ
ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ (100 U/ML)
Φιαλίδιο 10 ml
Ινσουλίνη
Humalog 3.5-4 Φύσιγγα(Cartidge)
LISPRO 15΄ 1ώρα
(LILLY) ώρες 3.0ml x 5
Ταχύανάλογο

Novorapid Ινσουλίνη Φιαλίδιο 10 ml


1-3 3-5
(NOVO) ASPART 10΄ Flex Pen 3.0ml x 5
ώρες ώρες
Ταχύ ανάλογo
Φιαλίδιο 10 ml
Φύσιγγα(Cartidge)
3.0ml x 5
Ινσουλίνη
Apidra 1-2 3-4 Προγεμισμένη σύριγγα
Glulisine 5-15΄
(AVENTIS) ώρες ώρες (Optiset) 3.0ml x 5
Ταχύ ανάλογο
Προγεμισμένη σύριγγα
Apidra Solostar

50

Τύποι ινσουλινών 4/5


ΕΝΑΡΞΗ ΜΕΓΙΣΤΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΣΚΕΥΑΣΜΑ
ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ (100 U/ML)
Εναιώρημα
30% διαλυτής
NovoMix 30 ινσουλίνης
1-8 Εώς 24
Flex Pen Aspart 70% 10΄ Flex Pen 3.0ml x 5
ώρες ώρες
(NOVO) κρυστάλλων
Aspart
πρωταμίνης
Φιαλίδιο 10 ml
Φύσιγγα(Cartidge)
3.0ml x 5
3-4
Lantus Ινσουλίνη Χωρίς 24+ Προγεμισμένη σύριγγα
ώρες
(ANENTIS) Glargine κορύφωση ώρες (Optiset) 3.0ml x 5
Προγεμισμένη σύριγγα
Lantus Solostar

51
Τύποι ινσουλινών 5/5
ΕΝΑΡΞΗ ΜΕΓΙΣΤΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΣΚΕΥΑΣΜΑ
ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ ΔΡΑΣΕΩΣ (100 U/ML)
25% ενέσιμη
ινσουλίνη
Humalog mix
Lispro Φύσιγγα(Cartidge)
25 15΄ 1 ώρα 15 ώρες
75% 3.0ml x 5
(LILLY)
προταμινική
ινσουλίνη
50% ενέσιμη
ινσουλίνη
Humalog mix
Lispro Φύσιγγα(Cartidge)
50 15΄ 1 ώρα 15 ώρες
50% 3.0ml x 5
(LILLY)
προταμινική
ινσουλίνη
Levemir Flex
Ινσουλίνη 3-4 Χωρίς 17.5-21.5 Flex Pen 3.0ml x 5
Pen
Detemir ώρες κορύφωση ώρες
(NOVO)

52

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (28 από 42)
Οδοί χορήγησης ινσουλίνης
• Από του στόματος δεν χορηγείται μέχρι σήμερα, διότι αποδομείται
ταχύτατα στον γαστρεντερικό σωλήνα.
• Υποδόρια χορήγηση: είναι ο συνηθέστερος τρόπος χορήγησης της
ταχείας, της ενδιάμεσης, της μακράς και των μειγμάτων ινσουλίνης.
• Ενδοφλέβια χορήγηση: γίνεται μόνο σε νοσοκομειακή περίθαλψη και
από τον θεράποντα ιατρό. Η ενδοφλέβια χορήγηση γίνεται μόνο με
ταχείας δράσης ινσουλίνη σε μικρές απευθείας ποσότητες ή σε συνεχή.
• Ενδοφλέβια έγχυση μέσα σε ορό (γρήγορα αποτελέσματα).
• Μερικές φορές δύναται να χορηγηθεί ενδομυϊκά, μόνο έπειτα από
εντολή ιατρού, εφόσον υπάρχει επείγουσα ανάγκη (φυσικά η βελόνη
της σύριγγας ινσουλίνης αλλάζει με εκείνη που χρησιμοποιείται για
ενδομυϊκή ένεση).
53
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (29 από 42)
Θέσεις ενέσεων της ινσουλίνης
Οι ενέσεις ινσουλίνης γίνονται υποδορίως στις εξής περιοχές
του σώματος:
• Στο έξω και πλάγιο μέρος των βραχιόνων
• Στους γλουτούς
• Στη πρόσθια και έξω περιοχή των μηρών
• Στο προσθιοπλάγιο και κάτω κοιλιακό τοίχωμα.

54

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (30 από 42)
Θέσεις ενέσεων της ινσουλίνης (συνέχεια)
• Η απορρόφηση της ινσουλίνης είναι ταχύτερη από το δέρμα της
κοιλιάς
• και ακολουθούν κατά σειρά ταχύτητας απορρόφησης οι βραχίονες,
οι μηροί και οι γλουτοί. Αυτό συμβαίνει λόγω διαφοράς
πυκνότητας τριχοειδικού δικτύου.
• Οι ενέσεις πρέπει να γίνονται κάθετα στο σημείο. Πρέπει να
αποφεύγεται η επανειλημμένη ένεση στο ίδιο σημείο. Ο
σωστότερος τρόπος χορήγησης είναι ο κυκλικός ή ωρολογιακός
για να αποφεύγονται οι τοπικές επιπλοκές από την ένεση και έτσι
να υπάρχει αρμονία στην απορρόφηση.

55
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (31 από 42)
Τρόποι χορήγησης ινσουλίνης
• Σύριγγες ινσουλίνης: αποτελεί το πιο συχνό τρόπο χορήγησης
ινσουλίνης. Είναι μίας χρήσεως. Κυκλοφορούν μίας χρήσεως 100
μονάδων (1ml) και εκείνες των 50 μονάδων (0,5ml).
• Στυλό: έχουν το μέγεθος και το σχήμα στυλογράφου και είναι δύο
ειδών:
o Περιορισμένης χρήσης (προγεμισμένες με ινσουλίνη).
o Πολλών χρήσεων (γεμίζουν με ειδικά φυαλίδια ινσουλίνης).
o Η βελόνη που χρησιμοποιείται είναι των 8 mm και πρέπει να
αλλάζει μετά από κάθε χρήση.

56

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (32 από 42)
Τρόποι χορήγησης ινσουλίνης (συνέχεια)
• Συσκευές διαδερμικής χορήγησης υπό πίεση: λειτουργούν χωρίς
βελόνα και χορηγούν την ινσουλίνη διαδερμικά με πίεση. Αυτή η
μέθοδος έχει πολλά μειονεκτήματα για αυτό δεν χρησιμοποιείται:
o Μειώνει τον συνολικό χρόνο δράσης της ινσουλίνης.
o Η θέση της ένεσης εάν δεν είναι κάθετη εντελώς μπορεί εύκολα η
ινσουλίνη να χυθεί έξω.
o Η μακροχρόνια χρήση μπορεί να προκαλέσει τοπικές βλάβες
στους ιστούς.
o Παρουσιάζουν τεχνικά προβλήματα με μεγάλο κόστος επισκευής.

57
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (33 από 42)
Τρόποι χορήγησης ινσουλίνης (συνέχεια)
• Αντλίες συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης: πρωτοεμφανίστηκαν το
1976 από τους Pickup και Keen στα πλαίσια ερευνών και είχαν το
μέγεθος μεγάλης τσάντας. Σήμερα έχει το μέγεθος ενός κινητού
τηλεφώνου. Με την αντλία πραγματοποιείται μία συνεχής
χορήγηση ινσουλίνης υποδορίως κατά την διάρκεια ολόκληρου του
24ωρου, σε δοσολογία που έχει ρυθμιστεί εκ των προτέρων και η
οποία μπορεί να μεταβάλλεται από ώρα σε ώρα, ανάλογα με τις
ανάγκες του ασθενή. Επίσης υπάρχει η δυνατότητα έγχυσης
επιπλέον μονάδων ινσουλίνης, ανάλογα με την ποσότητα
υδατανθράκων ή τις θερμίδες της τροφής και με το μετρούμενο
κάθε φορά σάκχαρο αίματος.

58

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (34 από 42)
Τρόποι χορήγησης ινσουλίνης (συνέχεια)
• Για την τοποθέτηση της αντλίας χρειάζεται νοσηλεία σε
νοσοκομείο για λίγες ημέρες. Στη διάρκεια της νοσηλείας,
καθορίζεται η έγχυση με μετρήσεις των πρώτων ημερών και ο
ασθενής εκπαιδεύεται σχετικά με τον χειρισμό της συσκευής,
εκμάθηση του ποσού των υδατανθράκων ή των θερμίδων
διαφόρων τροφών (για να γίνεται ο υπολογισμός των επιπλέον
δόσεων πριν από τα γεύματα) καθώς και η σωστή τοποθέτηση του
καθετήρα έγχυσης, ο οποίος πρέπει να αλλάζει κάθε 2 έως 3
ημέρες.
• Η εξωτερική αντλία απαιτεί τέσσερις τουλάχιστον μετρήσεις του
σακχάρου αίματος ημερησίως.

59
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (35 από 42)
• Τα θεραπευτικά σχήματα με ινσουλίνη, εξατομικεύονται σε
κάθε άτομο με διαβήτη ξεχωριστά και πρέπει να
προσαρμόζονται στις προσωπικές ανάγκες κάθε διαβητικού.
Σκοπός είναι να επιτευχθεί, ανάλογα με την εκάστοτε
περίπτωση, ο καλύτερος δυνατός έλεγχος του διαβήτη,
αποφεύγοντας με κάθε τρόπο τις υπογλυκαιμίες που μπορεί
να συμβούν.

60

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (36 από 42)
• Τα συνηθέστερα σχήματα είναι :
• Χορήγηση ινσουλίνης μία φορά το 24ωρο, το πρωί ή το βράδυ πριν
το φαγητό (ενδιάμεσης δράσης ινσουλίνη),
• Συμβατικό σχήμα: χορήγηση ινσουλίνης δύο φορές το 24ωρο.
Αποτελεί το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο σχήμα και κάθε ένεση
μπορεί να αποτελείται από ενδιάμεσης δράσης ινσουλίνη ή μείγμα
ινσουλινών
• Εντατικοποιημένη ινσουλινoθεραπεία: το σχήμα αυτό
περιλαμβάνει πολλαπλές ενέσεις ινσουλίνης το 24ωρο, με τρεις
δόσεις ταχείας δράσης ινσουλίνης πριν από τα γεύματα (γευματική
ινσουλίνη) και μία δόση ενδιάμεσης ή βραδείας δράσης ινσουλίνη
πριν από τη νυχτερινή κατάκλιση (βασική ινσουλίνη). Αυτό το σχήμα
χρησιμοποιείται σε άτομα τα οποία δυσκολεύονται να πετύχουν
ιδανικό γλυκαιμικό έλεγχο με δύο ενέσεις το 24ωρο.
61
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (37 από 42)
Παρενέργειες ινσουλινών
• Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και οι ινσουλίνες μπορεί να
προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Η πλέον πιο συχνή
παρενέργεια όλων των προϊόντων ινσουλίνης είναι η
υπογλυκαιμία. Μπορεί να εμφανιστεί όταν η δόση της ινσουλίνης
είναι πολύ υψηλή σε σχέση με τις απαιτήσεις σε ινσουλίνη.
• Η σοβαρή υπογλυκαιμία ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλεια των
αισθήσεων ή/και σπασμούς και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα
την παροδική ή και μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του
εγκεφάλου.

62

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (38 από 42)
Παρενέργειες ινσουλινών (συνέχεια)
Πιο σπάνια παρουσιάζονται:
• Διαταραχές στην όραση : κατά την έναρξη της θεραπείας, η οποία
υποχωρεί σταδιακά.
• Λιποδυστροφία : αν η ένεση της ινσουλίνης γίνεται πολύ συχνά στο
ίδιο σημείο, ο λιπώδης ιστός κάτω από το δέρμα στο σημείο αυτό
θα συρρικνωθεί (λιποατροφία) ή θα διογκωθεί (λιποϋπερτροφία).
Τέτοιες μεταβολές στο δέρμα μπορούν να αποφευχθούν
αλλάζοντας το σημείο ένεσης.
• Ενδείξεις αλλεργίας : μπορεί να εμφανιστούν ερυθρότητα, οίδημα,
κνησμός στο σημείο της ένεσης, που συνήθως υποχωρούν μετά από
λίγες εβδομάδες.
63
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (39 από 42)
Παρενέργειες ινσουλινών (συνέχεια)
• Νευροπάθεια : μπορεί να προκληθεί πόνος σαν καύσος,
μούδιασμα ή ηλεκτρισμός.
• Οίδημα των αρθρώσεων : η κατακράτηση νερού μπορεί να
προκαλέσει οίδημα γύρω από τους αστραγάλους και άλλες
αρθρώσεις.
• Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια : εάν υπάρχει ήδη και τα
επίπεδα γλυκόζης αίματος βελτιώνονται πολύ γρήγορα η
αμφιβληστροειδοπάθεια μπορεί να επιδεινωθεί.

64

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (40 από 42)
Εισπνεόμενη ινσουλίνη
• Η εισπνεόμενη ινσουλίνη αποτελεί μία μέθοδο που
αναμενόταν να δώσει λύση σε όσους αποφεύγουν τη
θεραπεία ινσουλίνης, λόγω του ενέσιμου τρόπου χορήγησής
της. Στην Ελλάδα η κυκλοφορία του προϊόντος άρχισε τον
Ιούνιο του 2007, διακόπηκε όμως λίγους μήνες αργότερα. Η
εμπορική της ονομασία ήταν Exubera.

65
Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή
Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (41 από 42)
Εισπνεόμενη ινσουλίνη (συνέχεια)
• Σύμφωνα με την εταιρία Pfizer η απόσυρση έγινε για οικονομικούς
λόγους. Κρίθηκε ασύμφορη στην παρασκευή του, διότι τα έσοδα
δεν κάλυπταν τα έξοδα. Σε αντίθεση με την εταιρία έρχεται ο
Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων, σύμφωνα με τον οποίο σε
έρευνες που πραγματοποιήθηκαν, παρατηρήθηκαν περιστατικά
καρκίνου του πνεύμονα σε ασθενείς που έκαναν λήψη του
προϊόντος. Ο μικρός αριθμός περιστατικών (7), οι περιορισμένες
πληροφορίες και το γεγονός ότι συνέβησαν σε ασθενείς που είχαν
υπάρξει καπνιστές, δεν επιτρέπει να καταλήξουμε σε οριστικά
συμπεράσματα.

66

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή


Ενδοκρινές πάγκρεας – Σακχαρώδης διαβήτης (42 από 42)
Εισπνεόμενη ινσουλίνη (συνέχεια)
• Το προϊόν αυτό είναι σκόνη για εισπνοή ινσουλίνης ταχείας
δράσης. Η δραστική ουσία του σκευάσματος είναι η
ανθρώπινη ινσουλίνη σε περιεκτικότητα του 1mg ή των 3mg.
Παράγεται με την γνωστή μέθοδο τεχνολογίας
ανασυνδυασμένου DNA.

67
Ενότητα 11: Νευρικό Σύστημα

Νευρικό σύστημα – Φαρμακευτικές ουσίες


(1/2)
• Οι νευρικές νόσοι προκαλούν ως επί το πλείστον διαταραχές
αγωγιμότητας είτε στο νευρικό σύστημα αυτό καθ’ αυτό, είτε
μεταξύ νευρικού συστήματος και εκτελεστικών οργάνων.
• Στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ο νευρικός ιστός δεν
αναγεννάται, αλλά στο περιφερικό σύστημα, όταν
καταστραφεί ένας νευράξονας υπάρχει δυνατότητα
αναγέννησής του.

1
Νευρικό σύστημα – Φαρμακευτικές ουσίες
(2/2)
• Πολλές φαρμακευτικές ουσίες χρησιμοποιούνται για την
αντιμετώπιση των νόσων του κεντρικού και του περιφερικού
συστήματος.
• Τα κυριότερα φάρμακα ωστόσο που έχουν επιδείξει
αποτελεσματικότητα στην ποιότητα ζωής των ασθενών είναι
τα αντιπαρκινσονικά και τα αντιεπιληπτικά, και τα φάρμακα
που χρησιμοποιούνται στην μυασθένεια.

Νόσος Parkinson (1/6)


Τα τρία κύρια χαρακτηριστικά της νόσου είναι:
• Τρόμος – ακούσιες, γρήγορες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις,
συνήθως με την μορφή κινήσεων οδοντωτού τροχού,
εντονότερες στην ανάπαυση.
• Δυσκαμψία-συσπαστικότητα των μυών, με εμφάνιση
παθητικής αντίστασης στην κίνηση.
• Βραδυκινησία-εκδηλώνεται τόσο στην έναρξη όσο και στην
διακοπή της κίνησης καθώς και με κινήσεις που εκτελούνται
πολύ αργά.

3
Νόσος Parkinson (2/6)
• Η βλάβη στην νόσο Parkinson εντοπίζεται στα βασικά γάγγλια.

“Basal Ganglia lateral-el”, από Badseed


διαθέσιμo ως κοινό κτήμα

Βασικά γάγγλια (1/3)


• Τα βασικά γάγγλια (ή βασικοί πυρήνες) είναι μια ομάδα από
πυρήνες στον εγκέφαλο που διασυνδέονται με τον
εγκεφαλικό φλοιό, το θάλαμο και το εγκεφαλικό στέλεχος. Τα
βασικά γάγγλια των θηλαστικών συσχετίζονται με μια
ποικιλία λειτουργιών: κινητικός έλεγχος, γνωσιακές
διεργασίες, συναισθήματα και μάθηση. Στην περίπτωση των
βασικών γαγγλίων, η σύγχρονη χρήση του όρου ‘γάγγλια’
θεωρείται λάθος, καθώς η λέξη γάγγλιο αναφέρεται σε
συγκεντρώσεις νευρικών πυρήνων στην περιφέρεια μόνο
(αυτές του αυτόνομου νευρικού συστήματος), και προτιμάται
ο όρος "βασικοί πυρήνες".

5
Βασικά γάγγλια (2/3)
Οι πέντε ανεξάρτητοι πυρήνες που αποτελούν τα βασικά
γάγγλια των πρωτευόντων, μαζί με τις υποδιαιρέσεις τους:
• Κεφαλικά,
• το ραβδωτό βασικό που αποτελείται από:
– Κέλυφος,
– κερκοφόρος πυρήνας.
• εξωτερική μοίρα της ωχράς σφαίρας ,
• εσωτερική μοίρα της ωχράς σφαίρας,

Βασικά γάγγλια (3/3)


• Ουραία,
• υποθαλαμικός πυρήνας,
• μέλαινα ουσία
– συμπαγής μοίρα της μέλαινας ουσίας,
– δικτυωτή μοίρα της μέλαινας ουσίας,
– substantia nigra pars lateralis (SNL).
• Υπάρχουν δύο ομάδες βασικών γαγγλίων στον εγκέφαλο των
θηλαστικών, στο αριστερό και στο δεξί ημισφαίριο, που
έχουν κατοπτρική σχέση.

7
Νόσος Parkinson (3/6)
• Η νόσος αυτή είναι νόσος της μέλαινας ουσίας η οποία μέσω
δοπαμινεργικών οδών επηρεάζει GABA εργικά κύτταρα του
ραβδωτού σώματος.
• Στα αίτια συγκαταλέγεται η κληρονομική προδιάθεση που
στην μέση η μεγάλη ηλικία οδηγεί σε εκφύλιση των
δοπαμινεργικών νευρώνων της μέλαινας ουσίας.
• Άλλα αίτια είναι ο τραυματισμός στους πυγμάχους (Punch-
drunk syndrome), φλεγμονές (εγκεφαλίτιδες), αθηρομάτωση,
όγκοι και δηλητηριάσεις από CO, μαγγάνιο, η MPTP που
χρησιμοποιήθηκε ως υποκατάστατο της ηρωίνης. εκούσια
κινητικότητα.
8

Νόσος Parkinson (4/6)


• Για την εμφάνιση των συμπτωμάτων απαιτείται καταστροφή πάνω
από το 70% των νευρώνων της μέλαινας ουσίας.
• Η απώλεια κυττάρων της μέλαινας ουσίας μειώνει την
δοπαμινεργική νεύρωση του ραβδωτού σώματος. Αυτό οδηγεί σε
μη αναστολή των γλουταμινεργικών νευρώνων του υποθαλαμικού
πυρήνα και επομένως σε ενισχυμένη ενεργοποίηση της έσω
μοίρας της ωχράς σφαίρας και της δικτυωτής μοίρας της μέλαινας
ουσίας.
• Κατά δεύτερο λόγο, η δοπαμινεργική ενεργοποίηση των νευρώνων
του ραβδωτού σώματος τερματίζεται. Φυσιολογικά αναστέλλει
κατευθείαν τους νευρώνες στην μέλαινα ουσία και την εσωτερική
μοίρα της ωχράς σφαίρας.
• Όλες αυτές οι διεργασίες οδηγούν τελικά σε υπερβολική αναστολή
του θαλάμου. Η αναστολή του θαλάμου αναστέλλει την εκούσια
κινητικότητα.
9
Νόσος Parkinson (5/6)
• Οι ασθενείς δυσκολεύονται στην έναρξη της κίνησης η μπορούν να
την πραγματοποιήσουν ως αντίδραση στα εξωτερικά ερεθίσματα
(υποκινησία).
• Ο μυικός τόνος είναι αυξημένος (ακαμψία).
• Συχνός είναι ο τρόμος ηρεμίας (4-8 ανά δευτερόλεπτο) με
εναλλασσόμενες κινήσεις των χεριών και των δακτύλων (κίνηση
που γίνεται στην καταμέτρηση χρημάτων).
• Η υποκινησία αναγκάζει το άτομο να υιοθετεί μετρίως κυρτή
στάση με ελαφρώς γωνιωμένους βραχίονες και σκέλη. Οδηγεί σε
μια μάλλον άκαμπτη έκφραση του προσώπου, σε μικρογραφία και
σε απαλή μονότονη και ακατάληπτη ομιλία.
• Επίσης συνυπάρχει σιελόρροια, κατάθλιψη, δυνατόν και άνοια.

10

Νόσος Parkinson (6/6)


• Στην αγωγή της νόσου γίνεται προσπάθεια αύξησης του
σχηματισμού δοπαμίνης από τους μελανοραβδωτούς
νευρώνες με την χορήγηση της L-Dopa, πρόδρομης ουσίας
της δοπαμίνης.
• Έχει επιχειρηθεί μετεμφύτευση κυττάρων που σχηματίζουν
δοπαμίνη στο ραβδωτό σώμα με σκοπό την τοπική αύξηση
δοπαμίνης.

11
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson

• Η αρχή στην οποία βασίζεται η θεραπεία της νόσου του


Parkinson είναι η επαναφορά της ισορροπίας μεταξύ της
δοπαμινεργικής και της χολινεργικής δραστηριότητας.
• Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με την αύξηση της
δοπαμινεργικής δραστηριότητας, είτε με την μείωση της
χολινεργικής.
• Φαίνεται πως η θεραπεία δεν επιφέρει αιτιολογική
αντιμετώπιση της νόσου, ωστόσο, έχει την δυνατότητα να
βελτιώνει την ποιότητα ζωής των περισσοτέρων ασθενών.

12

Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-


Λεβοντόπα (1/10)
• Επειδή η δοπαμίνη, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί,
χρησιμοποιείται μια πρόδρομη ουσία, η λεβοντόπα, που
διαπερνά εύκολα τον αιματεγκεφαλικό φραγμό και στην
συνέχεια μεταβολίζεται σε δοπαμίνη μέσω του ενζύμου
αποκαρβοξυλάση στους δοπαμινεργικούς νευρώνες.
• Στο κεντρικό νευρικό σύστημα, η μεταβολιζόμενη σε
δοπαμίνη λεβοντόπα

13
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (2/10)
• Με την χρήση της λεβοντόπα, βελτιώνεται η βραδυκινησία, ο
τρόμος και η δυασκαμψία των ασθενών.
• Υπάρχει μια δυσκολία στον υπολογισμό της δόσης και της
συχνότητας χορήγησης ώστε να επιτευχθεί κατάλληλη
συγκέντρωση στα βασικά γάγγλια.
• Φαίνεται πως η λεβοντόπα είναι αποτελεσματική στα πρώτα
στάδια της Parkinson.
• Θεωρείται ότι το θεραπευτικό αποτέλεσμα είναι πρόσκαιρο
και εξαφανίζεται στα 3-5 χρόνια.

14

Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-


Λεβοντόπα (3/10)
• Η λεβοντόπα απορροφάται από τους δοπαμινεργικούς
νευρώνες και μεταβολίζεται σε δοπαμίνη.
• Ο μεταβολισμός μπορεί να λάβει χώρα και σε περιφερικούς
ιστούς.
• Μόλις το 1% της χορηγούμενης λεβοντόπα φτάνει στο
κεντρικό νευρικό σύστημα όταν χορηγηθεί από το στόμα.
• Ο συνδυασμός της λεβοντόπα με τους αναστολείς της
αποκαρβοξυλάσης όπως η καρβιντόπα και η βενζεραζίδη,
μειώνει τον περιφερικό μεταβολισμό της λεβοντόπα και έτσι
να χορηγηθούν μικρότερες δόσεις του φαρμάκου

15
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (4/10)
• Η λεβοντόπα έχει μικρό χρόνο ημισείας ζωής και γι’ αυτόν τον
λόγο έχει και μεγάλη διακύμανση στις δράσεις της. Λόγω
ανταγωνισμού με αμινοξέα της τροφής στην απορρόφησή
της από το έντερο και την μεταφορά της από τον
αιματεγκεφαλικό φραγμό, η λεβοντόπα πρέπει να χορηγείται
στα ενδιάμεσα των γευμάτων.
• Ενέχει δε αρκετές παρενέργειες, που είναι δοσοεξαρτώμενες,
όταν η συγκέντρωσή της στο ΚΝΣ γίνει πολύ υψηλή.
• Οι σημαντικότερες ενέργειες είναι οι ακούσιες κινήσεις που
συνοδεύονται από υπόταση, ψυχολογικά συμπτώματα, όπως
σύγχυση, μανία, ευερεθιστότητα, ψευδαισθήσεις και
παρανοϊκό ιδεασμό.
16

Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-


Λεβοντόπα (5/10)
• Ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο της θεραπείας με λεβοντόπα είναι
το φαινόμενο των μεταβολών λειτουργικότητας, γνωστό ως
ON/OFF. Κατά το φαινόμενο αυτό, τα συμπτώματα της νόσου
εμφανίζονται για κάποιο χρονικό διάστημα και μετά
εξαφανίζονται. Αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται μετά από χρόνια
όταν η θεραπεία είναι αναποτελεσματική.
• Κατά την φάση ON υπάρχει καλός έλεγχος των κινήσεων, αν και
πρέπει να σημειωθεί ότι η πλειοψηφία των ασθενών ενοχλούνται
κυρίως από την υποκινησία παρά από τις ακούσιες κινήσεις. Στην
φάση OFF τα συμπτώματα της νόσου επανεμφανίζονται. Το
φαινόμενο πιθανώς εξαρτάται από την δοσοεξαρτώμενη ημερήσια
διακύμανση των επιπέδων δοπαμίνης.
• Οι συχνότερες περιφερικές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι οι
διαταραχές του καρδιακού ρυθμού με ταχυκαρδία και οι έκτακτες
κοιλιακές συστολές.
17
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (6/10)
• Αμανταδίνη
Αντιικό φάρμακο που δρα αυξάνοντας την απελευθέρωση
δοπαμίνης από τις νευρικές απολήξεις και παρεμποδίζοντας την
επαναπρόσληψή της από την συναπτική σχισμή. Είναι λιγότερο
ισχυρό από την λεβοντόπα, με μικρότερο χρόνο δράσης και
μικρή επίδραση στον τρόμο. Οι ανεπιθύμητες ενέργειές της
μοιάζουν με εκείνες της λεβοντόπα.

18

Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-


Λεβοντόπα (7/10)
• Βρωμοκρυπτίνη, καβεργολίνη, λισουρίδη, περγολίδη,
πραμιπεζόλη, ροπινιρόλη
Τα φάρμακα αυτά είναι αγωνιστές της δοπαμίνης και
δεσμεύονται στους υποδοχείς της στο ΚΝΣ. Η δράση τους είναι
παρόμοια με της δοπαμίνης, αλλά η φαρμακευτική τους δράση
είναι πολύ ασθενέστερη της λεβοντόπα. Συνδυάζονται με την
λεβοντόπα προκειμένου να μειωθεί το φαινόμενο ON/OFF. Οι
συχνότερες παρενέργειές τους είναι η ναυτία, η ζάλη, ο έμετος,
η ζάλη και κόπωση. Νοητικές διαταραχές εμφανίζονται
εντονότερα με την χρήση της βρωμοκρυπτίνης.

19
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (8/10)
• Σελεγιλίνη
 Αναστέλλει την μονοαμινοοξειδάση Β (ΜΑΟ-Β). Το φάρμακο αυτό
μειώνει τον μεταβολισμό της δοπαμίνης, ενώ ο μεταβολισμός της
νοραδρεναλίνης (NA) και της σερονονίνης (5HT)επηρεάζονται σε
πολύ μικρό βαθμό, επειδή επηρεάζονται από την ΜΑΟ-Α.
 Η σελεγιλίνη συνδυάζεται με την λεβοντόπα, ενισχύοντας την
δράση της.
 Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι παρόμοιες με εκείνες της αγωγής
με λεβοντόπα. Είναι σημαντικό να ενθυμούμεθα τις πιθανές
αλληλεπιδράσεις με τα αντικαταθλιπτικά, που μεταβολίζονται από
την ΜΑΟ-Α και την COMPT.
 Αν δώσουμε μεγάλες δόσεις σελεγιλίνης, το εκλεκτικό αποτέλεσμα
στην ΜΑΟ-Β εξαφανίζεται, με συνέπεια την εμφάνιση
υπερτασικών κρίσεων, λόγω αναστολής της ΜΑΟ-Α και της COMPT,
και του μεταβολισμού της ΝΑ και της 5HT. 20

Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-


Λεβοντόπα (9/10)
Άλλα φάρμακα
• Εντακαπόνη
Εμποδίζει την διάσπαση της λεβοντόπα που βρίσκεται στην
περιφέρεια και αναστέλλει το ένζυμο COMPT. Έτσι, επιτρέπει
μεγαλύτερη είσοδο λεβοντόπας στον εγκέφαλο. Συνδυάζεται ως
συμπλήρωμα του συνδυασμού λεβοντόπας και
αποκαρβοξυλάσης.

21
Φαρμακευτική αγωγή στην νόσο Parkinson-
Λεβοντόπα (10/10)
Φάρμακα που μειώνουν το χολινεργικό αποτέλεσμα
• Βιπεριδίνη, ορφεναδρίνη, βενζοτροπίνη
Αναστέλλουν τους χολινεργικούς υποδοχείς στο ραβδωτό σώμα
και μεταβάλλουν την ισορροπία μεταξύ δοπαμινεργικών και
χολινεργικών οδών που συντονίζουν τις εκούσιες κινήσεις. Είναι
αποτελεσματικά περισσότερο στην θεραπεία τρόμου παρά στην
θεραπεία υποκινησίας.

22

Επιληψία (1/5)
• Επιληψία είναι μια οικογένεια από διαφορετικές διαταραχές
που έχουν ως κοινό σημείο τους επαναλαμβανόμενους
παροξυσμούς με αιφνίδια, υπέρμετρη και ανώμαλη
εκφόρτιση εγκεφαλικών νευρώνων.
• Οι επιληπτικοί παροξυσμοί μπορεί να προκαλούν σπασμούς
(εάν συμμετέχει ο κινητικός φλοιός) ή και οπτικές, ακουστικές
ή οσφρητικές ψευδαισθήσεις (εάν συμμετέχει ο βρεγματικός
ή ο ινιακός φλοιός).

23
Επιληψία (2/5)
Αιτιολογία
• Πρωτοπαθής: Όταν δεν εμφανίζεται συγκεκριμένο αίτιο που
προκαλεί παροξυσμούς, το σύνδρομο καλείται πρωτοπαθής ή
ιδιοπαθής επιληψία.
• Δευτεροπαθής: Ένας αριθμός αναστρέψιμων διαταραχών,
όπως είναι οι όγκοι, ο τραυματισμός της κεφαλής, η
υπογλυκαιμία, οι λοιμώξεις των μηνίγγων, η απότομη
στέρηση του αλκοόλ σε αλκοολικό, μπορεί να προκαλέσει την
εκδήλωση επιληπτικών κρίσεων.

24

Επιληψία (3/5)
Ταξινόμηση των επιληψιών
• Η συμπτωματολογία κάθε τύπου επιληψίας εξαρτάται από
την εντόπιση της νευρικής εκφόρτισης και από το βαθμό
εξάπλωσης της ηλεκτρικής δραστηριότητας σε άλλους
εγκεφαλικούς νευρώνες.

25
Επιληψία (4/5)
• Μερική ή Εστιακή
– Απλή: η ηλεκτρική διαταραχή δεν εξαπλώνεται, ο ασθενής
δεν παρουσιάζει απώλεια συνείδησης, παρατηρείται σε
οποιαδήποτε ηλικία.
– Σύνθετη: ο ασθενής εμφανίζει σύνθετες ψευδαισθήσεις,
νοητικές διαταραχές, απώλεια συνείδησης, κινητική
δυσλειτουργία, παρατηρείται σε οποιαδήποτε ηλικία.

26

Επιληψία (5/5)
• Γενικευμένη
– Τονικοκλονική (grand mal): η πιο συχνή και δραματική που
συνοδεύεται από απώλεια συνείδησης, τονικές και κλονικές
φάσεις. Μετά τον παροξυσμό ακολουθεί περίοδος σύγχυσης
και εξάντλησης.
– Αφαίρεση (petit mal): σύντομη, απότομη και
αυτοπεριοριζόμενη απώλεια συνείδησης, εμφανίζεται σε
ηλικίες 3-5 ετών μέχρι την εφηβεία.
– Μυοκλονική: σύντομα επεισόδια σύσπασης των μυών ως
αποτέλεσμα νευρολογικής βλάβης. Είναι σπάνια.
– Πυρετικοί σπασμοί: σε ηλικίες 3-5 μηνών, μικρά παιδιά
εμφανίζουν σπασμούς σε ασθένειες που συνοδεύονται από
υψηλό πυρετό, εντελώς καλοήθεις.
– Επιληπτική κατάσταση (status epilepticus): οι παροξυσμοί
επανέρχονται κατά σύντομα χρονικά διαστήματα.
27
Φάρμακα στην επιληψία (1/4)
• Στην επιλογή των αντιεπιληπτικών με σκοπό την μείωση ή και
εξαφάνιση των επιληπτικών κρίσεων, προσβλέπουμε
1. Αύξηση της νευροδιαβίβασης μέσω GABA, όπως με τις
βενζοδιαζεπίνες και την βιγκαμπατρίνη
2. Αναστολή των διαύλων Να όπως με την φαινυντοΐνη, την
καρβαμαζεπίνη, το βαλπροΐκό οξύ και την λαμοτριγίνη
3. Αναστολή των διαύλων ασβεστίου όπως με την
εθουσοξιμίδη και το βαλπροΐκό οξύ.
• Αρχικός στόχος είναι η μονοθεραπεία.

28

Φάρμακα στην επιληψία (2/4)


Παλαιότερα αντιεπιληπτικά (1)
• Φαινυντοΐνη η δράση της αποδίδεται στην αναστολή των διαύλων
Να. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κύτταρο χρειάζεται ισχυρά
ερεθίσματα για να εκπολωθεί. Ισχυρό αντισπασμωδικό, μειώνει τις
συχνότητες των κρίσεων.
• Καρβαμαζεπίνη η δράση της αποδίδεται επίσης στην αναστολή
των διαύλων Να. Δίδεται και σε γενικευμένες και σε εστιακές
επιληπτικές κρίσεις. Έχει ανασταλτική δράση και στην νευραλγία
του τριδύμου, πιθανώς μέσω του ιδίου μηχανισμού.
• Βαλπροΐκό οξύ η δράση του αποδίδεται επίσης στην αναστολή
των διαύλων Να αλλά και Ca.

29
Φάρμακα στην επιληψία (3/4)
Παλαιότερα αντιεπιληπτικά (2)
• Εθουσοξιμίδη η δράση της αποδίδεται επίσης στην αναστολή
των διαύλων Να αλλά και Ca.
• Φανοβαρβιτάλη η δράση της αποδίδεται επίσης στην
αναστολή των διαύλων Ca.
• Πριμιδόνη μεταβολίζεται και δρα ως φαινοβαρβιτάλη.
• Βενζοδιαζεπίνες δρουν ενισχύοντας την δράση του GABA.

30

Φάρμακα στην επιληψία (4/4)


Νεότερα αντιεπιληπτικά (1)
• Λαμοτριγίνη σε εστιακές και γενικευμένες κρίσεις. η δράση
της αποδίδεται επίσης στην αναστολή των διαύλων Να.
• Βιγκαμπατρίνη Ο μηχανισμός δράσης της οφείλεται σε
αναστολή του μηχανισμού του GABA.
• Γκαμπαπεντίνη αυξάνει την σύνθεση του GABA.
• Φελβαμάτη αυξάνει την δράση του GABA.
• Τομιραμάτη βασίζεται στην αναστολή των διαύλων Να.
• Λεβεπιρακετάμη έχει άγνωστο μηχανισμό δράσης

31
Μυασθένεια (Myasthenia Gravis)
Είναι σοβαρή και μπορεί και θανατηφόρος ασθένεια της τελικής
κινητικής πλάκας. Κατ΄αυτήν, είναι τώρα γνωστόν ότι
κυκλοφορούν αντισώματα κατά των νικοτινικών υποδοχέων της
Ach στην τελική μνητική πλάκα.
Αυτά, είτε καταστρέφουν, είτε δεσμεύουν τους υποδοχείς κι η
μυϊκή μεμβράνη τους παίρνει με ενδοκυττάρωση.
Γιατί δημιουργούνται αντισώματα είναι άγνωστο.

32

Φάρμακα στην μυασθένεια


• Χρησιμοποιούνται οι αναστολείς της ακετυλοχολινεστεράσης,
όπως το εδροφώνιο και η νεοστιγμίνη
• Επίσης, χρησιμοποιούνται και τα ανοσοκατασταλτικά όπως η
αζαθειοπρίμη, η κυκλοσπορίνη και τα κορτικοστεροειδή

33
Νόσος Alzheimer (1/15)
Παθογένεια - παθοφυσιολογία
Γενικά-Επιδημιολογικά στοιχεία
• Η νόσος του Alzheimer (που λέγεται και άνοια τύπου
Alzheimer) είναι ένας τύπος άνοιας που χαρακτηρίζεται από
προοδευτική, μη αναστρέψιμη έκπτωση των νοητικών
λειτουργιών. Η άνοια οδηγεί σε διαταραχή βασικών
λειτουργιών του εγκεφαλικού φλοιού, όπως η διενέργεια
αριθμητικών πράξεων, η ικανότητα μάθησης, η ομιλία και η
κρίση. Η διαταραχή των γνωσιακών λειτουργιών
συνοδεύεται, συνήθως, και από απώλεια του ελέγχου των
συναισθημάτων και της κοινωνικής συμπεριφοράς, καθώς και
από έλλειψη ενδιαφέροντος και ενεργητικότητας.
34

Νόσος Alzheimer (2/15)


• Η απώλεια της μνήμης είναι συνήθως το πρώτο σημείο της
νόσου του Alzheimer. Οι διαταραχές της μνήμης είναι στην
αρχή ήπιες και τα μέλη της οικογένειας και οι φίλοι μπορεί να
μην υποψιασθούν το πρόβλημα έως ότου η νόσος
προχωρήσει και τα συμπτώματα γίνουν πιο εμφανή. Τα μέλη
της οικογένειας μπορεί ακόμη vα αρνούνται τα συμπτώματα
και να καλύπτουν τη διαταραχή έως ότου το άτομο
εκδηλώσει επικίνδυνη ή άκρως ασυνήθιστη συμπεριφορά.

35
Νόσος Alzheimer (3/15)
• Η πρόοδος της νόσου ποικίλλει, αλλά η φυσική πορεία της
περιλαμβάνει μια σταδιακή απώλεια της αντίληψης
• και της κρίσης και, τελικά, έκπτωση των σωματικών
λειτουργιών και απώλεια της ικανότητας του ατόμου να
εκτελέσει τις καθημερινές του δραστηριότητες. Με την
απώλεια της ικανότητας του ατόμου να ανταποκριθεί ακόμη
και στις πιο βασικές δραστηριότητες της καθημερινής ζωής,
το βάρος της αντιμετώπισης των αναγκών του ασθενούς
μεταπίπτει στα άτομα που του παρέχουν φροντίδα

36

Νόσος Alzheimer (4/15)


• Η νόσος Alzheimer είναι η συχνότερη εκφυλιστική
νευρολογική νόσος και η πιο συχνή αιτία γνωσιακών
διαταραχών Ευθύνεται για τα 2/3 περίπου των περιπτώσεων
άνοιας στις ΗΠΑ,
• προσβάλλοντας ενηλίκους μέσης προς μεγάλης ηλικίας.
Υπολογίζεται ότι περισσότερα από 4 εκατομμύρια ατόμων
παρουσιάζουν νόσο του Alzheimer και ότι ο αριθμός των
ατόμων με τη νόσο αυτή διπλασιάζεται για κάθε 5 έτη μετά
το 65ο έτος της ηλικίας.

37
Νόσος Alzheimer (5/15)
Θεραπείες για τα γνωστικά συμπτώματα
• Η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) έχει
εγκρίνει δύο τύπους φαρμάκων για τη θεραπεία των
γνωστικών συμπτωμάτων της νόσου του Αλτσχάιμερ. Τα
φάρμακα αυτά επηρεάζουν τη δραστηριότητα των δύο
διαφορετικών χημικών ουσιών που εμπλέκονται στην
εκτέλεση των μηνυμάτων μεταξύ των νευρικών κυττάρων του
εγκεφάλου.
• Οι αναστολείς χολινεστεράσης εμποδίζουν την κατανομή της
ακετυλοχολίνης, όπου αποτελεί χημικό αγγελιοφόρο
σημαντικό για τη μάθηση και τη μνήμη.

38

Νόσος Alzheimer (6/15)


Οι αναστολείς χολινεστεράσης
• Δονεπεζίλη (Aricept), που εγκρίθηκε για τη θεραπεία σε όλα
τα στάδια της νόσου.
• Rivastigmine (Exelon), που εγκρίθηκε για τη θεραπεία της
ήπιας έως μέτριας βαρύτητας νόσου.
• Γκαλανταμίνης (Razadyne), που εγκρίθηκε για τη θεραπεία
της ήπιας έως μέτριας βαρύτητας νόσου.
• Memantine (Namenda) Λειτουργεί με τη ρύθμιση της
δραστηριότητας του γλουταμινικού οξέος, διαφορετικό
χημικό αγγελιοφόρο που εμπλέκεται στη μάθηση και τη
μνήμη.

39
Νόσος Alzheimer (7/ 15)
Memantine:
• Εγκρίθηκε το 2003 για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής
νόσου.
• Είναι σήμερα το μόνο φάρμακο του είδους του που έχει
εγκριθεί για τη θεραπεία της νόσου Alzheimer.
• Προσωρινά καθυστερεί την επιδείνωση των συμπτωμάτων σε
μερικούς ασθενείς. Πολλοί ειδικοί θεωρούν το βαθμό
βοήθειας ότι είναι παρόμοιο με εκείνο των αναστολέων
χολινεστεράσης.

40

Νόσος Alzheimer (8/15)


Φάρμακα για τις διαταραχές της συμπεριφοράς:
• Τα φάρμακα θα πρέπει να στοχεύουν ειδικά συμπτώματα, ώστε τα
αποτελέσματά τους μπορεί να ελέγχεται. Η αποτελεσματική
αντιμετώπιση των βασικών συμπτωμάτων μπορεί μερικές φορές
να βοηθήσει στην ανακούφιση και από άλλα συμπτώματα. Όπως
για παράδειγμα, ορισμένα αντικαταθλιπτικά μπορεί να βοηθήσουν
τους ασθενής να κοιμούνται καλύτερα. Τα άτομα που λαμβάνουν
φάρμακα για τα συμπτώματα συμπεριφοράς πρέπει να
παρακολουθούνται στενά. Οι άνθρωποι με άνοια όμως, είναι
επιρρεπείς σε σοβαρές παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων του
εγκεφαλικού επεισοδίου και αυξημένο κίνδυνο θανάτου από
αντιψυχωσικά φάρμακα. Μερικές φορές τα φάρμακα μπορεί να
προκαλέσουν αύξηση των συμπτωμάτων. Χωρίς προσεκτική
αξιολόγηση, ορισμένοι φορείς ιατρικών υπηρεσιών μπορεί να
αυξήσουν αντί να μειώσουν τη δόση, βάζοντας το άτομο σε
μεγαλύτερο κίνδυνο.
41
Νόσος Alzheimer (9/15)
Παραδείγματα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται συνήθως για
τη θεραπεία της συμπεριφοράς και ψυχιατρικών συμπτωμάτων
της νόσου Αλτσχάιμερ, είναι:
• Αντικαταθλιπτικά φάρμακα για χαμηλή διάθεση και
ευερεθιστότητα:
– Σιταλοπράμη
– Φλουοξετίνη
– Παροξετίνη
– Σερτραλίνη
– Τραζοντόνη

42

Νόσος Alzheimer (10/15)


• Αγχολυτικά για το άγχος, ανησυχία, προφορικά, ανάρμοστη
συμπεριφορά και την αντοχή:
– λοραζεπάμη
– οξαζεπάμη

43
Νόσος Alzheimer (11/15)
• Αντιψυχωτικά φάρμακα για παραισθήσεις, παραλήρημα,
επιθετικότητα, διέγερση, επιθετικότητα
– κλοζαπίνη (Clozaril),
– αλοπεριδόλη (Haldol),
– ολανζαπίνη (Zyprexa),
– ρισπεριδόνη (Risperdal)

44

Νόσος Alzheimer (12/15)


Συνένζυμο Q10
• Το συνένζυμο Q10, είναι ένα αντιοξειδωτικό που εμφανίζεται
φυσικά στο σώμα και είναι απαραίτητο για τη φυσιολογική
αντίδραση των κυττάρων. Αυτή η ένωση δεν έχει μελετηθεί
για την αποτελεσματικότητά του στη θεραπεία της νόσου.
• Συνθετική μορφή αυτής της ένωσης δοκιμάστηκε για τη νόσο
Alzheimer, αλλά δεν έδειξε ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Λίγα είναι γνωστά σχετικά με το τι δόση του συνενζύμου Q10,
θεωρείται ασφαλής, και θα μπορούσε να υπάρξει επιβλαβείς
επιπτώσεις όπου λαμβάνεται σε μεγάλες δόσεις.

45
Νόσος Alzheimer (13/15)
Coral ασβέστιο
• Τα Coral συμπληρώματα του ασβεστίου υπάρχουν σε μεγάλο
βαθμό στην αγορά και χρησιμοποιούνται ως θεραπεία στην
νόσο καθώς και άλλες σοβαρές ασθένειες. Θεωρείται ότι δεν
έχουν κάποιο όφελος.

46

Νόσος Alzheimer (14/15)


Ωμέγα-3 λιπαρά οξέα
• Τα Ω-3 είναι ένα είδος πολυακόρεστων λιπαρών οξέων.
Έρευνες έχουν συνδέσει ορισμένα είδη ω-3 μειώνουν τον
κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίων νόσων και εγκεφαλικών
επεισοδίων. Επίσης η υψηλή πρόσληψη ω-3 μπορεί να
οδηγήσει σε μια πιθανή μείωση του κινδύνου της άνοιας ή
της γνωστικής εξασθένησης.

47
Νόσος Alzheimer (15/15)
Φωσφατιδυλσερίνη
• Η Φωσφατιδυλσερίνη είναι ένα είδος λιπιδίων ή λίπος, που
αποτελεί το κύριο συστατικό των μεμβρανών που
περιβάλλουν τα νευρικά κύτταρα. Στη νόσο αυτή, αλλά και σε
παρόμοιες διαταραχές, τα νευρικά κύτταρα εκφυλίζονται για
λόγους που είναι δεν έχουν γίνει ακόμα κατανοητοί.
• Η θεωρία πίσω από τη θεραπεία με φωσφατιδυλσερίνη είναι
ότι με την χρήση τους ενδεχομένως να προστατεύουν τα
κύτταρα από τον εκφυλισμό.

48

Ενότητα 12: Φάρμακα του γαστρεντερικού (πεπτικού) συστήματος


Σημασία του πεπτικού συστήματος
• Το γαστρεντερικό σύστημα είναι μείζονος σημασίας στην
υγεία του ανθρώπινου οργανισμού μια και χρησιμεύει στην
θρέψη του ανθρώπου.
• Η διάσπαση και απορρόφηση τροφών γίνεται σε όλο το
μήκος του γαστρεντερικού συστήματος, με αποτέλεσμα την
κατάλληλη είσοδο θρεπτικών ουσιών στον οργανισμό.

Ανατομική οργάνωση πεπτικού


Αποτελείται από:
1. ΟΡΓΑΝΑ: ΣΤΟΜΑΤΙΚΗ ΚΟΙΛΟΤΗΤΑ ΦΑΡΥΓΓΑΣ ΟΙΣΟΦΑΓΟΣ
ΣΤΟΜΑΧΙ ΛΕΠΤΟ ΕΝΤΕΡΟ ΠΑΧΥ ΕΝΤΕΡΟ
• Όλα μαζί αποτελούν τον ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΩΛΗΝΑ
2. ΑΔΕΝΕΣ:
• ΜΙΚΡΟΥΣ (που βρίσκονται στο τοίχωμα του εντερικού
σωλήνα).
• ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΠΑΡΩΤΙΔΕΣ ΥΠΟΓΝΑΘΙΟΙ ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟΙ ΗΠΑΡ
ΠΑΓΚΡΕΑΣ Οι οποίοι εκβάλλουν στον γαστρεντερικό σωλήνα.
Πεπτικό σύστημα 1/2

“Digestive system diagram en”, από Badseed διαθέσιμο ως κοινό κτήμα

Πεπτικό σύστημα 2/2

“Blausen 0432 GastroIntestinalSystem”, από BruceBlaus διαθέσιμο με άδεια CC BY 3.0


Οισοφάγος
• ΟΙΣΟΦΑΓΟΣ
Ινομυώδης σωλήνας 25εκ. Αποτελεί τη συνέχεια προς τα
κάτω του φάρυγγα και φτάνει μέχρι το στομάχι. Πορεύεται
μπροστά από τη σπονδυλική στήλη (Α6 – Θ5) και χωρίζεται
σε 4 μοίρες: Τραχηλική Θωρακική Διαφραγματική Κοιλιακή
Εξυπηρετεί μαζί με το φάρυγγα τη μεταφορά της τροφής από
τη στοματική κοιλότητα στο στομάχι (κατάποση).
• ΣΤΕΝΩΜΑΤΑ ΟΙΣΟΦΑΓΟΥ
Στο όριο με το φάρυγγα Στο ύψος του αορτικού τόξου Στο
ύψος του αριστερού βρόγχου Κατά το πέρασμα του από το
διάφραγμα.

Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠ)


Θεραπευτικοί στόχοι
• Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠ)είναι η αναγωγή
(παλινδρόμηση) του γαστρικού περιεχομένου στον οισοφάγο.
• Η φαρμακευτική αγωγή στην ΓΟΠ έχει στόχο:
1. Την αύξηση του τόνου του γαστροοισοφαγικού σφιγκτήρα
και την βελτίωση της γαστρεντερικής κινητικότητας.
2. Την προστασία του οισοφαγικού βλεννογόνου.
3. Την μείωση του υδροχλωρικού οξέος στο στομάχι.
4. Την αναστολή της γαστρικής έκκρισης οξέος.
5. Την ανακούφιση του πόνου και της δυσφαγίας.
Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠ)
Φάρμακα 1/2
Φάρμακα που προκαλούν αύξηση του τόνου του γαστροοισοφαγικού
σφιγκτήρα και την βελτίωση της γαστρεντερικής κινητικότητας.
• Μετοκλοπραμίδη
Προκαλεί αύξηση της ακετυλοχολίνης τοπικά μέσα στον
γαστρεντερικό σωλήνα με αποτέλεσμα την αύξηση του τόνου στο
κατώτερο του οισοφάγου. Η γαστρική κινητικότητα ταυτόχρονα
διεγείρεται και βελτιώνει την κένωση του στομάχου και του
δωδεκαδακτύλου. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση της κένωσης του
στομάχου και η μείωση της ΓΟΠ. Μπορεί ωστόσο να προκαλέσει
καταστολή, εξωπυραμιδικά συμπτώματα, ζάλη, ανησυχία και
διάρροια. Επειδή αποβάλλεται από τους νεφρούς, οι ασθενείς με
νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να παίρνουν μειωμένη δόση.

Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (ΓΟΠ)


Φάρμακα 2/2
Φάρμακα για προστασία του οισοφαγικού βλεννογόνου
• Αντιόξινα
o Τα αντιόξινα εμποδίζουν την παλινδρόμηση της τροφής προς τον
οισοφάγο.
o Τα φάρμακα αυτά αυξάνουν το pH του γαστρικού περιεχομένου
που φυσιολογικά είναι πολύ χαμηλό. Τέτοια είναι το αλκαλικό
αργίλιο, το μαγνήσιο και/ή το ανθρακικό νάτριο ή το υδροξείδιο
του αργιλίου. Η χορήγηση ενός αντιόξινου σκευάσματος μπορεί
να αυξήσει το pH μέσω της αλκαλοποίησης. Παράλληλα μειώνουν
την δράση της πεψίνης και αυξάνουν την πίεση του κάτω
οισοφαγικού στομίου.
o Τα άλατα του αργιλίου τείνουν να προκαλούν δυσκοιλιότητα, ενώ
τα άλατα του μαγνησίου είναι υπακτικά.
Οισοφάγος και στόμαχος

Peristalsis από Josea

Στόμαχος
• Είναι η προς τα κάτω συνέχεια του οισοφάγου και η πιο
πλατιά μοίρα του γαστρεντερικού σωλήνα.
• Χρησιμεύει για τη πέψη των τροφών οι οποίες διασπώνται σε
απλούστερες ουσίες με τη βοήθεια του γαστρικού υγρού που
εκκρίνεται από τους αδένες του.
• Στη συνέχεια το περιεχόμενο προωθείται στο λεπτό έντερο
με τις περισταλτικές κινήσεις του μυϊκού χιτώνα του
τοιχώματός του.
Πεπτικό έλκος
• Τα έλκη δημιουργούνται τόσο στο στομάχι όσο και στο
δωδεκαδάκτυλο, σε περιοχές όπου το επιθήλιο εκτίθεται σε
πεψίνη και οξύ. Η κατάσταση συνδέεται με φλεγμονώδη
βλάβη του βλεννογόνου και των υποκειμένων δομών.
• Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού είναι ένα σπειροειδές
βακτηρίδιο που ανευρίσκεται στην βλέννη που επικαλύπτει
τον γαστρικό βλεννογόνο η είναι προσκολλημένο στα
κύτταρα του βλεννογόνου.
• Η θεραπεία εκρίζωσης του βακτηριδίου είναι ιδιαίτερα
αποτελεσματική για την εκρίζωση των ελκών.

Έκκριση υδροχλωρικού οξέος, τρόπος δράσης των


ανταγωνιστών της ισταμίνης και των ανταγωνιστών
της αντλίας πρωτονίων
Determinants of Gastric Acid Secretion από
Vanwa71 διαθέσιμο με άδεια CC BY 3.0
Φαρμακευτική αγωγή του πεπτικού
έλκους
Η φαρμακευτική αγωγή στοχεύει:
1. Μείωση της έκκρισης οξέος.
2. Αύξηση της προστασίας του βλεννογόνου.
3. Εξουδετέρωση του υδροχλωρικού οξέος.
4. Εκρίζωση του ελικοβακτηριδίου.
5. Ανακούφιση του πόνου .
 Στην πράξη ο πόνος ανακουφίζεται με την μείωση της
έκκρισης του οξέος ή με την αναστολή ανάπτυξης του έλκους
και της φλεγμονής.

Φάρμακα για το έλκος που μειώνουν την


έκκριση του οξέος 1/4
1. Ανταγωνιστές των Η2 υποδοχέων της ισταμίνης
• Μειώνουν τόσο την βασική όσο και την διεγειρόμενη έκκριση οξέος
από τον γαστρικό βλεννογόνο.
• Μειώνουν την ενδοκυττάρια συγκέντρωση cAMP και την δράση της
πρωτεϊνικής κινάσης, άρα και την λειτουργία της αντλίας πρωτονίων.
Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της έκκρισης του οξέος στο στόμαχο.
• Τα φάρμακα αυτά συμβάλλουν πολύ στην θεραπεία και
ανακουφίζουν γρήγορα τον ασθενή από τα συμπτώματα.
• Σε κανονικές δόσεις έχουν πολύ λίγες παρενέργειες. Αναφέρεται ότι
με την σιμετιδίνη μπορεί να παρουσιαστεί γυναικομαστία. Η
ρανιτιδίνη σε φυσιολογικές δόσεις δεν φαίνεται να συνδέεται με την
ανωτέρω παρενέργεια.
Δράση Η2 ανταγωνιστών σε επίπεδο
υποδοχέων

“Control-of-stomach-acid-sec”, από
Saperaud διαθέσιμο με άδεια CC BY-SA 3.0

Ανταγωνιστές των Η2 υποδοχέων της


ισταμίνης
Φάρμακα για το έλκος που μειώνουν την
έκκριση του οξέος 2/4
2. Προσταγλαδίνες
• Οι προσταγλαδίνες Ε1 και Ι2 συντίθενται στα κύτταρα του
γαστρικού βλεννογόνου και αναστέλλουν την
αδενυλκυκλάση, ώστε να παράγεται μικρότερη ποσότητα
cAMP. Κατά συνέπεια η αντλία πρωτονίων δέχεται μειωμένα
ερεθίσματα για την έκκριση οξέος.
• Η μισοπροστόλη είναι ανάλογο της προσταγλαδίνης Ε1 που
διεγείρει τους προσταγλαδινικούς υποδοχείς στο γαστρικό
βλεννογόνο και αναστέλλει την αδενυλκυκλάση με
αποτέλεσμα την μείωση παραγωγής οξέος. Όσον αφορά τις
παρενέργειες, μπορεί να παρατηρηθεί δοσοεξαρτώμενη
διάρροια.

Φάρμακα για το έλκος που μειώνουν την


έκκριση του οξέος 3/4
3. Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων
• Αυτοί είναι και οι πιο αποτελεσματικοί στην έκκριση γαστρικού
οξέος.
• Η ομεπραζόλη αναστέλλει το ένζυμο Η/K/ATPάση που δρα ως αντλία
πρωτονίων. Είναι δε και το τελευταίο στάδιο της έκκρισης του
υδροχλωρικού οξέος στην γαστρική κοιλότητα. Η αναστολή της
αντλίας μειώνει την οξύτητα των γαστρικών υγρών με μέγιστη δράση
δύο ώρες μετά την χορήγηση.
• Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αυτής της ομάδας φαρμάκων είναι
σπάνιες. Αναφέρεται κεφαλαλγία, ναυτία, διάρροια και μετεωρισμός
που είναι και οι πιο συχνές.
• Άλλα πλην της ομεπραζόλης, είναι η εσομεπραζόλη, λανοσοπραζόλη,
παντοπραζόλη, ροβεπραζόλη.
Φάρμακα για το έλκος που μειώνουν την
έκκριση του οξέος 4/4
4. Φάρμακα που αυξάνουν την αντίσταση του βλεννογόνου
o Σουκραλφάτη.
5. Φάρμακα που εξουδετερώνουν το υδροχλωρικό οξύ
o Αντιόξινα.
6. Αντικαταθλιπτικά και αντιχολινεργικά.
7. Εκρίζωση του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού
o Αντιβιοτικά όπως αμοξικιλλίνη, κλαριθρομυκίνη,
μετρονιδαζόλη.

Φάρμακα ναυτίας και εμέτου


• Χρησιμοποιούνται κυρίως φάρμακα όπως
1. Ανταγωνιστές των 5HT-3 υποδοχέων όπως η γρανισετρόνη,
οντασετρόνη, τροπισετρόνη.
2. Ανταγωνιστές της δοπαμίνης όπως δομπεριδόνη,
μετοκλοπραμίδη.
3. Αντιψυχωτικά όπως χλωροπρομαζίνη, αλοπεριδόλη,
λεβοπρομαζίνη, περφαιναζίνη, προχλωρπεραζίνη,
τριφλουοροπεραζίνη.
4. Αντιισταμινικά όπως σινναριζίνη, κυκλιζίνη, μεκλοζίνη,
προμεθαζίνη.
Λεπτό έντερο (δωδεκαδάκτυλο)
• ΛΕΠΤΟ ΕΝΤΕΡΟ
Αποτελεί τη συνέχεια του στομάχου. Ξεκινάει από τον πυλωρό και
φτάνει μέχρι το παχύ έντερο με την ειλεοτυφλική βαλβίδα .
Βρίσκεται στη κάτω κοιλία και περιβάλλεται από το παχύ έντερο το
οποί σχηματίζει μια ατελή στεφάνη. Έχει συνολικό μήκος 6-7 μέτρα.
Διακρίνεται σε 3 μέρη: Δωδεκαδάκτυλο Νήστιδα Ειλεό.
• ΔΩΔΕΚΑΔΑΚΤΥΛΟ
Αποτελεί τη πρώτη μοίρα του λεπτού εντέρου με μήκος 25-30 εκ.
Ξεκινά από τη πυλωρική βαλβίδα και φτάνει στη
νηστιδοδωδεκαδακτυλική καμπή. Έχει σχήμα αγκύλης που
περιβάλει τη κεφαλή του παγκρέατος. Στον αυλό του εκβάλλουν οι
εκφορητικοί πόροι ήπατος και παγκρέατος. Το έκκριμά τους μαζί με
αυτό των δωδεκαδακτυλικών αδένων συμβάλλει στη πέψη των
τροφών.

Νήστις
Ξεκινάει από τη νηστιδοδωδεκαδακτυλική καμπή.
Στο εσωτερικό της παρουσιάζει:
1. Κυκλικές πτυχές τις λάχνες (προσεκβολές του βλεννογόνου)
2. Λεμφοζίδια (αθροίσματα λεμφοκυττάρων)
3. Πλάκες Peyer ( μικρά επάρματα του βλεννογόνου με
λεμφοζίδια που βρίσκονται κυρίως στον ειλεό)
Γίνεται απορρόφηση και πέψη τροφών.
Ειλεός
• Είναι η συνέχεια της νήστιδας και το εσωτερικό της είναι
σχεδόν ίδιο με αυτή. Μαζί αποτελούν το ελικώδες έντερο το
οποίο είναι ευκίνητο και κρέμεται από το πίσω κοιλιακό
τοίχωμα από μια πτυχή του περιτόναιου, το μεσεντέριο.

Παχύ έντερο
• Αρχίζει από την ειλεοτυφλική βαλβίδα και φτάνει μέχρι το
πρωκτό. Έχει μήκος 1,5 μέτρο , και σχηματίζει μια στεφάνη
που περιβάλλει το λεπτό έντερο. Χωρίζεται σε 3 μέρη: Το
τυφλό (στο οποίο βρίσκεται η σκωληκοειδής απόφυση). Το
κόλο (ανιόν, εγκάρσιο , κατιόν σιγμοειδές) Το ορθό ή
απευθυσμένο.
• ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΟ ΛΕΠΤΟ ΕΝΤΕΡΟ
Μεγαλύτερο πλάτος, κολικές ταινίες Εκκολπώματα.
Επιπλοϊκές αποφύσεις. Δεν έχει λάχνες και πλάκες Peyer (
έχει όμως λεμφοζίδια και βλεννώδεις αδένες).
Λειτουργίες παχέος εντέρου
• Διάσπαση και απορρόφηση θρεπτικών ουσιών , βιταμινών,
ηλεκτρολυτών , νερού Έκκριση βλέννας.
• Συμπύκνωση υπολειμμάτων τροφής (κόπρανα).
• Η φυσιολογική του χλωρίδα (κολοβακτηρίδια) βοηθά στη
πέψη και αν καταστραφεί από αντιβιοτικά έχουμε διάρροιες.

Αντιδιαρροικά φάρμακα
• Τα οπιοειδή μειώνουν την εντερική κινητικότητα σε μεγάλο
βαθμό, για αυτό και παλαιότερα είχαν πολύ χρησιμοποιηθεί
σε διαρροϊκές καταστάσεις.
• Η λοπεραμίδη είναι συνθετικό οποιοειδές με πιθανή τοπική
δράση στο έντερο. Καθυστερεί και την εντερική κινητικότητα
αλλά και την δίοδο του εντερικού περιεχομένου.
• Η λοπεραμίδη δεν διέρχεται τον εγκεφαλικό φραγμό και έτσι
δεν υπάρχει κίνδυνος εθισμού. Στις συνήθεις δόσεις δεν έχει
παρενέργειες, σε μεγάλες δόσεις θα οδηγήσει σε
δυσκοιλιότητα.
Φάρμακα στην δυσκοιλιότητα
• Καθαρτικά που αυξάνουν τον όγκο του εντερικού περιεχομένου
Μεθυλοελλουλόζη, στερκούλια.
• Οσμωτικά καθαρτικά
Λακτουλόζη, macrogels, άλατα μαγνησίου.
• Μαλακτικά
Αραχιδέλαιο, υγρή παραφίνη.
• Διεγερτικά καθαρτικά
Βισασκοδύλη, δαντρόνη, δοκουσάτη, γλυκερίνη, σέννα.

Καθαρτικά 1/2
• Καθαρτικά που αυξάνουν τον όγκο του εντερικού
περιεχομένου
Είναι φάρμακα που αποτελούνται από μακριές αλυσίδες
πολυσακχαριτών και αλάτων που δεσμεύουν νερό και
αυξάνουν τον όγκο του εντερικού περιεχομένου.
• Καθαρτικά ωσμωτικά
Περιέχουν άλατα μαγνησίου ή νατρίου και δεσμεύουν νερό
όταν φτάσουν στο έντερο. Αυτά που περιέχουν μαγνήσιο
μπορεί να οδηγήσουν σε υπερμαγνησιαιμία σε ασθενείς με
νεφρική ανεπάρκεια και εκείνα που περιέχουν νάτριο μπορεί
να επιδεινώσουν καρδιακή ανεπάρκεια όταν υπάρχει.
Καθαρτικά 2/2
• Καθαρτικά που ρευστοποιούν το εντερικό περιεχόμενο
Η υγρή παραφίνη είναι ορυκτό έλαιο που απορροφάται σε
μικρό βαθμό από το έντερο, όμως λιπαίνει και μαλακώνει το
εντερικό περιεχόμενο
• Καθαρτικά που διεγείρουν το έντερο
Διεγερτικά καθαρτικά όπως η σέννα, αυξάνουν την έκκριση
και διεγείρουν τις περισταλτικές κινήσεις του εντέρου.
Αντενδείκνυνται σε μακροχρόνια χρήση, αλλά ενδείκνυνται
πριν από προετοιμασία του εντέρου για εξετάσεις.

Ενότητα 13: Χημειοθεραπευτικά Φάρμακα


(Αντινεοπλασματικά)
Φάρμακα στην αντιμετώπιση του
καρκίνου (1/3)
• Φάρμακα που εκριζώνουν τα καρκινικά κύτταρα ονομάζονται
κυτταροτοξικά η κυτταροτοξίνες.
• Όσα φάρμακα έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία 60 χρόνια
στοχεύουν κυρίως στην κυτταρική καταστολή.
• Σκοπός είναι να αναστείλουν το DNA, το RNA, και τις πρωτεΐνες.
• Η έρευνα αποδεικνύει ότι προκαλούν και κυτταρική βλάβη
οδηγώντας στην απόπτωση (κυτταρικό θάνατο).
• Ο τρόπος με τον οποίο επέρχεται η απόπτωση δεν είναι επαρκώς
γνωστός.
• Σκοπός της χρήσης τέτοιων φαρμάκων είναι η πλήρης
απομάκρυνση του καρκινικού όγκου και η ίαση του ασθενούς.
1

Μηχανισμοί δράσης χημειοθεραπευτικών


φαρμάκων

[Link]
2
Φάρμακα στην αντιμετώπιση του
καρκίνου (2/3)
• Ακόμη γνωρίζουμε ότι η χειρουργική αφαίρεση των όγκων
εγκαταλείπει κύτταρα που στην πραγματικότητα μπορούν να
οδηγήσουν σε υποτροπή του καρκίνου.
• Έτσι, παράλληλα με την χειρουργική αγωγή, στους καρκίνους
εφαρμόζεται τόσο η ακτινοθεραπεία όσο και η κατάλληλη
φαρμακευτική αγωγή.
• Σκοπός των συνδεδυασμένων θεραπευτικών ενεργειών στην
αγωγή του καρκίνου είναι να παραμείνουν περίπου 100
εκατομμύρια καρκινικά κύτταρα με την ελπίδα ότι το
ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς θα μπορέσει να τα
εκριζώσει.
• Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι τα αντικαρκινικά φάρμακα
καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα, οπότε ο ανωτέρω
αναφερόμενος στόχος είναι δύσκολο να επιτευχθεί.
• Έτσι, συχνά απαιτούνται επαναλαμβανόμενες θεραπείες.
3

Φάρμακα στην αντιμετώπιση του


καρκίνου (3/3)
• Σε περίπτωση που ο στόχος είναι η ίαση χρησιμοποιούνται
διάφορα κυτταροτοξικά φάρμακα σε εντατική αγωγή.
• Σε περίπτωση που τα φάρμακα δεν κρίνεται ότι θα φέρουν ίαση
και η θεραπεία είναι παρηγορητική με την έννοια της παράτασης
της ζωής του ασθενούς, τότε πρέπει να λαμβάνονται πολλοί
παράγοντες υπ’ όψη όσον αφορά την χορήγησή τους.
Συγκεκριμένα, λαμβάνουμε υπ’ όψη τις επιθυμίες του ασθενούς,
την γενική του κατάσταση αλλά και την ποιότητα της ζωής, με
τέτοιο τρόπο ώστε οι παρενέργειες των φαρμάκων να μην
υπερβαίνουν και υπερκαλύπτουν την δράση των φαρμάκων.
• Όταν τα κυτταροτοξικά φάρμακα αποτελούν επικουρική θεραπεία,
δηλαδή χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες, όπως η
χειρουργική θεραπεία και η ακτινοθεραπεία, στόχος είναι η
πρόληψη της διασποράς της νόσου μέσω της χειρουργικής
αφαίρεσης καθώς και η εκρίζωση των εναπομεινάντων κυττάρων
στην περιοχή η των μεταστάσεων. 4
Ι. Αντιμεταβολίτες
• Είναι χημικές ενώσεις οι οποίες προσομοιάζουν στα μόρια
που χρησιμοποιεί το κύτταρο είτε για να ωριμάσει, είτε για
να διαιρεθεί.
• Οι αντιμεταβολίτες ενσωματώνονται στις κυτταρικές δομές ή
αναστέλλουν ένζυμα απαραίτητα στο κύτταρο με
αποτέλεσμα η κυτταρική διαίρεση να αναστέλλεται.
• Είναι ανάλογα των μορίων που συμμετέχουν στην σύνθεση
των πουρινών και των πυριμιδινών.
• Το γνωστότερο φάρμακο αυτής της κατηγορίας είναι η
μεθοτρξάτη.
• Άλλα φάρμακα είναι η μερκαπτοπουρίνη και η
φλουορουρακίλη.
5

Μεθοτρεξάτη (1/3)
• Είναι ανάλογο του φολικού οξέος.
• Αναστέλλει το ένζυμο διυδροφολική ρεδουκτάση, που
μεταβολίζει το φολικό σε αναγμένο φολικό οξύ, το οποίο
συμμετέχει στην σύνθεση της θυμιδίνης. Η δε θυμιδίνη είναι
απαραίτητο συστατικό του DNA. Με τον τρόπο αυτό η
μεθοτρεξάτη αναστέλλει την σύνθεση του DNA των κυττάρων
και μειώνει την ικανότητα της κυτταρικής διαίρεσης.
• Αυτό συμβαίνει σε όλους τους ιστούς που έχουν διαιρούμενα
κύτταρα.

6
Μεθοτρεξάτη (2/3)
• Η μεθοτρεξάτη είναι και η θεραπεία εκλογής στις οξείες
λεμφογενείς λευχαιμίες αλλά και σε πολλές άλλες
νεοπλασίες. Όταν υπάρχουν μεταστάσεις στο ΚΝΣ, η
μεθοτρεξάτη εγχέεται ενδοραχιαία στο ΕΝΥ. Αυτό συμβαίνει
γιατί από μόνη της η μεθοτρεξάτη περνά δύσκολα τον
αιματεγκεφαλικό φραγμό,
• Πλην των κακοηθειών χρησιμοποιείται και σε αυτοάνοσες
νόσους και στην ψωρίαση και στην ρευματοειδή αρθρίτιδα
σε μικρές δόσεις.

Μεθοτρεξάτη (3/3)
• Για να προληφθούν οι τοξικές επιδράσεις της μεθοτρεξάτης
στον μυελό των οστών χορηγείται ταυτόχρονα και η
λευκοβορίνη.
• Η λευκοβορίνη είναι ανάλογο του τετραυδροφυλλικού.
• Προστατεύει τα κύτταρα από την τοξικότητα της
μεθοτρεξάτης.
• Χορηγείται αρκετό χρόνο μετά την έναρξη αγωγής με
μεθοτρεξάτη.
• Χωρίς την χορήγηση λευκοβορίνης οι ασθενείς θα πέθαιναν
από την καταστολή του μυελού των οστών.

8
Μερκαπτοπουρίνη
• Είναι πουρινικό ανάλογο που αναστέλλει την σύνθεση του
DNA.
• Όπως και η μεθοτρεξάτη αποτελεί φάρμακο εκλογής στην
θεραπεία της οξείας λεμφογενούς λευχαιμίας.
• Η αζαθειοπρίνη, ουσία που χρησιμοποιείται για
ανοσοκαταστολή, στον οργανισμό μεταβολίζεται σε
μερκαπτοπουρίνη.

Φλουορουρακίλη
• Αναστέλλει την σύνθεση του DNA.
• Είναι ανάλογο της ουρακίλης.
• Χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές καρκίνου του εντέρου.

10
ΙΙ. Αλκυλιωτικοί παράγοντες (1/2)
• Είναι ενώσεις που παράγονται ομοιοπολικά με μόρια του
DNA προσθέτοντας αλκυλικές ομάδες. Προκαλούν κατάτμηση
του DNA, καθώς και σχηματισμό γεφυρών μεταξύ των δύο
ελίκων του DNA οι οποίες δεν μπορούν να διαχωριστούν
φυσιολογικά για την αντιγραφή και την μεταγραφή.
• Είναι περισσότερο τοξικοί για τα κύτταρα στην φάση της
διαίρεσής τους.
• Προκαλούν ναυτία μέσω δράσης στο ΚΝΣ και έχουν ισχυρή
τοξική επίδραση στον μυελό των οστών.

11

ΙΙ. Αλκυλιωτικοί παράγοντες (2/2)


• Σε αυτή την κατηγορία ανήκει η κυκλοφωσφαμίδη που δρα
αφού μεταβολιστεί.
• Οι αντιμεταβολίτες αποβάλλονται από τα νεφρά και
ενδέχεται να οδηγήσουν σε αιμορραγική κυστίτιδα.
• Για πρόληψη χορηγείται mesna (ουρομιτεξάνη) που είναι
αντίδοτο στους μεταβολίτες.

12
ΙΙΙ. Κυτταροτοξικά αντιβιοτικά
• Ορισμένα αντιβιοτικά δρουν στα ανθρώπινα κύτταρα
συνδεόμενα με το DNA.
• Με αυτόν τον τρόπο αναστέλλουν την αντιγραφή και την
μεταγραφή του DNA.
• Η δοξορουβισίνη ανήκει σε αυτήν την κατηγορία
αντινεοπλασματικών φαρμάκων και προκαλεί αναστολή του
ενζύμου τοποϊσομεράση ΙΙ, που αποκόπτει και συνδέει το
μόριο του DNA κατά την αντιγραφή και την μεταγραφή του.
• Ο μεταβολισμός των κυτταροτοξικών αντιβιοτικών προκαλεί
την παραγωγή ριζών οξυγόνου που πιστεύεται ότι έχουν
καρδιοτοξική δράση.

13

IV. Φυτικά αλκαλοειδή


• Τα φυτικά αλκαλοειδή είναι παράγοντες που αναστέλλουν
την μίτωση συνδεόμενοι με σωληνίσκους της ατράκτου των
κυττάρων.
• Με αυτόν τον τρόπο, αναστέλλεται η μίτωση και έτσι η
κυτταρική διαίρεση σταματά.
• Ονομάζονται και τοξίνες της ατράκτου.
• Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν η βινκριστίνη και η
βινβλαστίνη.

14
V. Άλλα κυτταροστατικά (1/2)
• Η σισπλατίνη και η καρβοπλατίνη είναι σύνθετες ενώσεις του
λευκόχρυσου. Τα φάρμακα αυτά συνδέονται με το DNA και
με αυτόν τον τρόπο προκαλούν βλάβη τοξική στα κύτταρα.
• Η ασπαραγινάση είναι ένζυμο που διασπά το αμινοξύ
ασπαραγίνη. Χρησιμοποιείται εκλεκτικά διότι δρα στους
λευχαιμικούς λεμφοβλάστες που μη μπορώντας να
συνθέσουν ασπαραγίνη εξαρτώνται από την εξωγενή
χορήγηση.

15

V. Άλλα κυτταροστατικά (2/2)


• Η ταμοξιφένη και η τορεμιφένη είναι αντιοιστρογόνα που
δεσμεύονται από τους υποδοχείς των οιστρογόνων,
αναστέλλοντας έτσι τα ενδογενή οιστρογόνα.
Χρησιμοποιούνται στις ορμονοεξαρτώμενες μορφές
καρκίνων του μαστού.
• Η βικαλουταμίδη είναι αντιανδρογόνο και χρησιμοποιείται
στην ανδρογονοεξαρτώμενη μορφή καρκίνου του προστάτη.

16
Ομάδα σισπλατίνης

17

Ανεπιθύμητες ενέργειες των


χημειοθεραπευτικών (1/4)
• Το βασικό πρόβλημα των χημειοθεραπευτικών είναι η έλλειψη
εκλεκτικότητας δράσης αυτών σε καρκινικά και μη καρκινικά
κύτταρα.
• Έχουν ποικίλες παρενέργειες που περιορίζουν τον χρόνο και την
δοσολογία της χορήγησής τους.
• Οι παρενέργειες εμφανίζονται διότι διαταράσσουν την κυτταρική
λειτουργία σε όλο της το φάσμα (καρκινική και μη καρκινική), ιδίως
σε ιστούς που εμφανίζουν μεγάλη κυτταρική διαίρεση.
• Τέτοια όργανα είναι ο μυελός των οστών, το γαστρεντερικό
σύστημα και οι θύλακοι των τριχών.
• Οι παρενέργειες αυτές είναι τόσον δοσοεξαρτώμενες όσο και
προβλέψιμες.

18
Ανεπιθύμητες ενέργειες των
χημειοθεραπευτικών (2/4)
• Από τον μυελό των οστών οι παρενέργειες εκδηλώνονται υπό
την μορφή της λευκοπενίας, που αντιμετωπίζεται με
προφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικών με σκοπό την αποφυγή
των λοιμώξεων.
• Παρατηρείται επίσης μείωση των αιμοπεταλίων και κατά
συνέπεια θρομβοπενία, οπότε αυξάνεται ο κίνδυνος
αιμορραγιών.
• Εκτός αυτού ενδέχεται να εμφανισθεί αναιμία λόγω μείωσης
του αριθμού των ερυθρών.

19

Ανεπιθύμητες ενέργειες των


χημειοθεραπευτικών (3/4)
• Ναυτία και έμετος αναφέρονται συχνά με την χρήση των
χημειοθεραπευτικών. Αυτό οφείλεται σε δράση των φαρμάκων
αυτών στο ΚΝΣ. Φάρμακα τέτοιου τύπου είναι κυρίως η σισπλατίνη
που προκαλεί συχνά ναυτία. Προς αντιμετώπιση χρησιμοποιούμε
συχνά αντιεμετικά φάρμακα όπως ανταγωνιστές σεροτονίνης,
μετοκλοπραμίδη σε υψηλές δόσεις.
• Πολλά από τα χημειοθεραπευτικά προκαλούν αλωπεκία, άλλοτε
άλλου βαθμού, συνήθως μεγάλη. Η παρενέργεια αυτή θεωρείται
αναστρέψιμη.
• Τα χημειοθεραπευτικά, λόγω του κυτταρικού θανάτου που
προκαλούν αυξάνουν και τα επίπεδα του ουρικού οξέος και
δυνατόν να προκαλέσουν ουρική αρθρίτιδα ή και νεφρική βλάβη.
Δίνουμε αλλοπουρινόλη.

20
Ανεπιθύμητες ενέργειες των
χημειοθεραπευτικών (4/4)
• Πολλά δε κυτταροστατικά είναι μεταλλαξιογόνα και
τερατογόνα.
• Η ίδια μεταλλαξιογόνος δράση μπορεί να προκαλέσει
καρκίνο.
• Δευτερογενείς κακοήθειες έχουν παρατηρηθεί σε πολλούς
ασθενείς και πιστεύεται ότι είναι λόγω της αγωγής.
• Τερατογόνος δράση έχει συνδεθεί με εμβρυικό θάνατο.
• Τα χημειοθεραπευτικά μπορεί να προκαλέσουν στειρότητα
τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες.
• Συμβουλεύεται κατάψυξη του σπέρματος και φύλαξη. Στις
γυναίκες μπορεί να παρατηρηθούν διαταραχές της περιόδου
καθώς και εμμηνόπαυση. 21

You might also like