
ΤΣΑΚΑΛΑΚΗΣ Κ.: ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ
ΤΣΑΚΑΛΑΚΗΣ Κ.: ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ
i
ii
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 3
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΣΙΜΕΝΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ (2010) 3
• Παρούσα κατάσταση 3
• Οικονομική σημασία της τσιμεντοβιομηχανίας και της βιομηχανίας έτοιμου 7
σκυροδέματος
1. Ποσότητα ασβεστολιθικών πρώτων υλών για την παραγωγή τσιμέντου 8
2. Ποσότητα ασβεστολιθικών πρώτων υλών (αδρανών) για την παραγωγή 8
σκυροδέματος
3. Συνολική ποσότητα ασβεστολιθικών πρώτων υλών για την παραγωγή 9
τσιμέντου και σκυροδέματος
4. Αξία παραγόμενων προϊόντων (τσιμέντο, σκυρόδεμα κλπ.) 9
1. Αξία εξαγόμενου τσιμέντου 9
2. Αξία παραγόμενου σκυροδέματος 9
3. Συνολικά έσοδα βιομηχανίας τσιμέντου και σκυροδέματος 9
2. ΤΣΙΜΕΝΤΟ 17
2.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 17
iii
• Οι τύποι των περιστροφικών καμίνων-Μέθοδοι και φάσεις παραγωγής 38
• Παρατηρήσεις επί της διεργασίας έψησης 49
• Η ψύξη του κλίνκερ 50
v
5.5. Ενυδάτωση ασβεστο-αργιλικών φάσεων τσιμέντου (C3A και C4AF) 153
5.6. Ενυδάτωση ασβεστο-αργιλικών φάσεων – Συγκεντρωτικά 155
5.7. Στάδια διεξαγωγής αντιδράσεων ενυδάτωσης των ασβεστο-πυριτικών 156
φάσεων του τσιμέντου
• Παρατηρήσεις 158
5.8. Ποζολάνες – Ποζολανικά τσιμέντα 162
5.8.1. Ποζολανικά υλικά-Χαρακτηριστικά 162
5.8.2. Συσχέτιση ενυδάτωσης κοινού τσιμέντου Πόρτλαντ έναντι του 162
Τσιμέντου με ποζολάνη
5.8.3. Ελληνικές φυσικές ποζολάνες 163
5.8.4. Πλεονεκτήματα από τη χρήση ποζολανών στα σύνθετα τσιμέντα 163
5.8.5. Τσιμέντα που παράγονται στην Ελλάδα 165
5.8.6. Συμπεράσματα από τη χρήση των σύνθετων τσιμέντων με ποζολάνη 166
5.9. Προσβολή σκυροδέματος από θειϊκά άλατα 167
5.9.1. Γενικά 167
5.9.2. Μηχανισμός – αντιδράσεις προσβολής σκυροδέματος από θειϊκές 167
ενώσεις
5.9.3. Παράγοντες που επηρεάζουν την αντοχή του σκυροδέματος σε 169
θειϊκά άλατα
5.9.4. Συμπεράσματα 173
5.10. Τσιμέντα του Ευρωπαϊκού και Αμερικανικού προτύπου 173
5.11. Χαρακτηριστικές φυσικοχημικές ιδιότητες των τσιμέντων 180
5.11.1. Κοκκομετρία ή λεπτότητα (Fineness) 180
5.11.2. Υγεία ή σταθερότητα όγκου (Soundness) 183
5.11.3. Συνεκτικότητα ή Συνάφεια (Consistency) 184
5.11.4. Setting time (Χρόνος πήξης) 185
5.11.5. Αντοχή σε θλίψη (compressive strength) 194
5.11.6. Θερμότητα ενυδάτωσης (Heat of Hydration) 195
6. ΑΔΡΑΝΗ 198
6.1. Εισαγωγή 198
6.2. Διατάξεις και διαγράμματα ροής παραγωγής αδρανών υλικών 199
6.3. Ιδιότητες των αδρανών υλικών 204
1. Ανάλυση των ιδιοτήτων των αδρανών 204
2. Ειδικό βάρος αδρανών (bulk specific gravity) 206
1. Ειδικό βάρος χονδρομερών αδρανών και προσδιορισμός του 206
2. Ειδικό βάρος λεπτομερών αδρανών και προσδιορισμός του 207
3. Περιεχόμενη υγρασία (Moisture content) των αδρανών 208
4. Απορρόφηση και επιφανειακή υγρασία 209
6.4. Ταξινόμηση των φυσικών αδρανών 213
6.5. Δειγματοληψία 214
6.6. Σχήμα και υφή των τεμαχίων 218
6.7. Πρότυπα για το σχήμα και την επιφανειακή υφή των τεμαχίων 219
6.8. Έλεγχος καταλληλότητας αδρανών σύμφωνα με τα διάφορα πρότυπα 223
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 356
ΒΙΒΛΙΑ 356
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ 356
viii
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το βιβλίο αυτό είχε στόχο να καλύψει καταρχήν τις διδακτικές ανάγκες του μαθήματος
«Τεχνολογία παραγωγής τσιμέντου και σκυροδέματος» του 8ου εξαμήνου της Σχολής
Μηχ. Μεταλλείων-Μεταλλουργών Ε.Μ.Π., μάθημα για το οποίο οι σπουδαστές της
Σχολής μέχρι τώρα δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Όμως, με την πάροδο του χρόνου έγινε προσπάθεια απλουστευμένης, κατά το δυνατόν,
αλληλοσύνδεσης των διαφόρων μεταλλευτικών-μεταλλουργικών διεργασιών (εξόρυξη,
θραύση, προομογενοποίηση, λειοτρίβηση, άλεση, πυρομεταλλουργική κατεργασία των
πρώτων υλών, χρήση ορυκτών και άλλων καυσίμων στην παραγωγή θερμότητας μέσα
στην κάμινο, πυρίμαχα), ώστε να γίνει κατανοητή η σημαντικότητά τους στην παραγωγή
καλής ποιότητας κλίνκερ-τσιμέντου. Έχει καταβληθεί επίσης προσπάθεια να διαφανεί η
δυνατότητα της σημαντικής συμβολής των αποφοίτων Μεταλλειολόγων-Μεταλλουργών
στις παραπάνω διεργασίες. Είναι προφανές ότι το βιβλίο αυτό απευθύνεται ως βασικό
βοήθημα και στις άλλες ειδικότητες τεχνικών, που απασχολούνται στη βιομηχανία
τσιμέντου, αδρανών υλικών και σκυροδέματος, χωρίς βέβαια από μόνο του να επαρκεί
στην κάλυψη όλων των αντικειμένων που πραγματεύεται.
Αν, μέσα από το βοήθημα, γίνει αντιληπτό ότι η τσιμεντοβιομηχανία και κατ’επέκταση
οι μονάδες παραγωγής αδρανών υλικών και σκυροδέματος αποτελούν ένα από τους
ζωτικούς χώρους δραστηριοποίησης και επαγγελματικής απασχόλησης των αποφοίτων
της Σχολής και αν επίσης συμβάλει στην καλύτερη επιμόρφωσή τους στα παραπάνω
αντικείμενα, τότε ένα σημαντικό μέρος του αρχικού στόχου θα έχει επιτευχθεί.
Όμως, εναπόκειται στους ίδιους να πείσουν για τις δυνατότητές τους και να δώσουν το
ιδιαίτερο στίγμα της εκπαίδευσής τους σ’αυτό τον εξαιρετικά δυναμικό κλάδο της
ελληνικής βιομηχανίας, ώστε, μέσα από τις σχετικές με τα αντικείμενα αυτά γνώσεις που
αποκτούν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, να συμβάλουν στην ενίσχυση της θέσης
του κλάδου μεταλλείας – μεταλλουργίας στον τεχνικό κόσμο της χώρας.
Στις διάφορες μέχρι τώρα ετήσιες αναθεωρήσεις, τόσο του περιεχομένου όσο και της
δομής του κειμένου, έχει γίνει προσπάθεια διόρθωσης λαθών ή παραλείψεων που
πάντοτε διαπιστώνονται. Όμως, επισημάνσεις αβλεψιών ή κάθε είδους υποδείξεις από
τους αναγνώστες/μελετητές με στόχο βελτίωση του περιεχομένου και του κειμένου, είναι
πάντα καλοδεχούμενες στο kostsakg@[Link].
Αθήνα, Δεκέμβριος 2019
1
2
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΣΙΜΕΝΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ (2010)
• Παρούσα κατάσταση
Εργοστάσια τσιμέντου: Οκτώ (-8-) στην Ελλάδα και δέκα (-10-) της εταιρείας ΤΙΤΑΝ
Α.Ε. στο εξωτερικό
1. ΤΙΤΑΝ τέσσερα (-4-) στην Ελλάδα (Καμάρι Βοιωτίας 1, Ελευσίνα 1,
Θεσσαλονίκη (Ευκαρπία) 1, Δρέπανο Αχαϊας 1) + δέκα (-10-) στο εξωτερικό
(U.S.A. 2, Αίγυπτος 2, Τουρκία 1, Βουλγαρία 1, Σερβία 1, Αλβανία 1, Σκόπια 1,
Κόσοβο 1)
2. ΑΓΕΤ «ΗΡΑΚΛΗΣ» (Lafarge Group) στην Ελλάδα (Βόλος 1, Χαλκίδα 1,
Μηλάκι Αλιβερίου 1)
3. Τσιμέντα «ΧΑΛΥΨ» (Heidelberg Cement Group) στην Ελλάδα (Ασπρόπυργος
1).
Σημείωση:
3
Σχήμα 1. Κατανομή ελληνικών εργοστασίων παραγωγής τσιμέντου.
4
Σχήμα 3. Eτήσια (2007) ελληνική παραγωγή τσιμέντου: 15.331.000 τόννους περίπου*.
5
Σχήμα 4. Εξέλιξη πωλήσεων του παραγόμενου τσιμέντου στην Ελλάδα.*
6
Σχήμα 5. Εξέλιξη εξαγωγών ελληνικού τσιμέντου (1998-2007).
Είναι γνωστό ότι για την παραγωγή 1 τόννου τσιμέντου απαιτούνται περίπου 1,6-1,65
τόννοι πρώτων υλών. Από αυτές το 75%, δηλ. περίπου, δηλαδή
0.75x1.65x16.1 εκατ. τόννοι = 19.92 x 106 τόννοι ετήσια, είναι ασβεστολιθικά
πετρώματα που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα για την παραγωγή τσιμέντου και επίσης
4-4.5 x 106 τόννοι περίπου ετήσια είναι τα μη ασβεστολιθικά πετρώματα
(αργιλοπυριτικά πετρώματα, χαλαζιακή άμμος, βωξίτες, ποζολάνες κλπ.).
Οι πρώτες ύλες και τα προϊόντα (πεδία εφαρμογής) της τσιμεντοβιομηχανίας δίνονται
στo Σχήμα 6.
7
Σχήμα 6. Πρώτες ύλες και προϊόντα (πεδία εφαρμογής) της βιομηχανίας τσιμέντου και
σκυροδέματος.
(62.14 x 106 /0.70) ≈ 88.8 x 106 τόννοι ασβεστολιθικού πετρώματος για την παραγωγή
του σκυρόδεματος.
8
3. Συνολική ποσότητα ασβεστολιθικών πρώτων υλών για την παραγωγή
τσιμέντου και σκυροδέματος
Οι συνολικοί τόννοι ασβεστολιθικού υλικού για τσιμέντο και σκυρόδεμα ετησίως είναι:
5.77x106 τόννοι x 70 €/τόννο = 404 εκατομμύρια ευρώ ετησίως ή 0.404 δις ευρώ ετησίως
Για μέση τιμή του σκυροδέματος στην ελληνική αγορά (συμπεριλαμβανομένου και του
Φ.Π.Α) 100 €/m3 περίπου, τα άκαθάριστα έσοδα από την πώληση των 31.07x106 m3
σκυροδέματος ανέρχονται σε:
31.07x106 m3 σκυροδέματος x 100 €/m3 = 3107 x106 € ετησίως (περίπου 3.1 δις ευρώ
ετησίως)
9
Αν ληφθούν δε υπόψη και τα προϊόντα τσιμέντου (τσιμεντόλιθοι, έτοιμα κονιάματα κλπ.)
που παράγονται, δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα αν λεχθεί ότι ο ετήσιος
κύκλος εργασιών των βιομηχανιών τσιμέντου και σκυροδέματος ανέρχεται σε 4.0-5.0
δισεκατομμύρια ευρώ περίπου.
Παρατήρηση
Από τα παραπάνω ήταν προφανές ότι οι τομείς του τσιμέντου και του σκυροδέματος
ήταν μέχρι το 2008 από τους δυναμικότερους της ελληνικής βιομηχανίας με σημαντική
συμμετοχή στο Α.Ε.Π. της χώρας Το μέλλον τους προβλεπόταν ευοίωνο για τα χρόνια
που ακολουθούσαν, δεδομένης της αύξησης της παραγωγικής τους δυναμικότητας με την
εξαγορά ομοειδών επιχειρήσεων του εξωτερικού, με την αύξηση διεθνώς του αριθμού
των κέντρων διανομής των προϊόντων τους και την κατάσταση της οικοδομικής και
κατασκευαστικής δραστηριότητας της χώρας. Όμως η οικονομική κρίση που
εμφανίστηκε μετά το 2008, επιβάρυνε σημαντικά τη θέση τους με αποτέλεσμα την πολύ
μεγάλη μείωση της παραγωγής τσιμέντου και σκυροδέματος, λόγω έλλειψης
απορρόφησης από την ελληνική αγορά εξαιτίας της μείωσης της κατασκευαστικής
δραστηριότητας.
10
1. ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΠΡΟΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ
ΠΑΡΑΓΟΜΕΝΩΝ ΤΥΠΩΝ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ
Σύμφωνα με απόφαση της ΕΕ, από 01/04/01 τα τσιμέντα που θα κυκλοφορούν σε όλες
τις χώρες κράτη μέλη πρέπει να είναι πιστοποιημένα, να φέρουν σήμανση CΕ και να
είναι σύμφωνα με τα νέα Ευρωπαϊκά Πρότυπα, τα οποία είναι:
• ΕΝ 197-1: Τσιμέντο Μέρος-1: «Σύνθεση, προδιαγραφές και κριτήρια
συμμόρφωσης για κοινά τσιμέντα» και
• ΕΝ 197-2 : Τσιμέντο Μέρος-2 : «Αξιολόγηση συμμόρφωσης»
Το τσιμέντο, όπως και τα άλλα δομικά υλικά, ως υλικό που διέπεται από την ευρωπαϊκή
οδηγία CPD 89/106, λόγω της σπουδαιότητάς του για την ασφάλεια των δομικών
κατασκευών, θα πρέπει να πληροί ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις, όσον αφορά στις
ιδιότητες και στη σταθερότητα της ποιότητας παραγωγής του. Για τους παραπάνω
λόγους η ποιότητα του τσιμέντου, σε αντίθεση με άλλα υλικά, ελέγχεται και
πιστοποιείται με το αυστηρότερο σύστημα αξιολόγησης συμμόρφωσης από
αναγνωρισμένο φορέα πιστοποίησης, με ανεξάρτητη εξωτερική δειγματοληψία.
Κατά την σύνταξη των παραπάνω προτύπων συμπεριλήφθηκαν και κωδικοποιήθηκαν
όλα τα κοινής αποδοχής και ευρείας χρήσης τσιμέντα, που παράγονται στις χώρες μέλη
της ΕΕ, με στόχο τη δημιουργία κοινής ορολογίας για όλους τους μελετητές - χρήστες -
κατασκευαστές δομικών έργων της ΕΕ.
11
1.2. ΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ
Οι τύποι των τσιμέντων που παρασκευάζονται σε κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
εξαρτώνται από τις διαθέσιμες πρώτες ύλες, όπως επίσης από τη ζήτηση κάθε τύπου
τσιμέντου. Έτσι, ανάλογα με τις διαθέσιμες και χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες,
δημιουργήθηκαν οι διάφοροι τύποι τσιμέντων που μπορούν να παραχθούν. Οι τύποι
αυτοί είναι το κοινό τσιμέντο Portland, τα τσιμέντα με ποζολάνη, ιπτάμενη τέφρα
(πυριτική ή ασβεστιτική), τσιμέντα με σκωρία υψικαμίνου, τσιμέντα με πυριτική
παιπάλη, με ασβεστόλιθο κλπ.
Γι' αυτό το λόγο, το πρότυπο προβλέπει μεγάλο αριθμό προϊόντων τσιμέντου (Πίνακας
5.4, σελ. 174), τα οποία, για προφανείς λόγους, όμως δεν κυκλοφορούν κατ' ανάγκη όλα
σε κάθε χώρα μέλος. Στον Πίνακα δίνονται αναλυτικά, σύμφωνα με το πρότυπο, το είδος
και το ποσοστό των συστατικών του τσιμέντου, τα οποία χρησιμοποιούνται για την
παραγωγή και καθορίζουν τα 27 διαφορετικά είδη τσιμέντων του Πίνακα.
Όμως, το πρότυπο ΕΝ 197-1 προδιαγράφει σε γενική μορφή τους εξής πέντε (-5-) τύπους
τσιμέντου (Πίνακας 1.1).
Επίσης, το νέο πρότυπο προδιαγράφει και 6 κατηγορίες αντοχών, στις οποίες τα τσιμέντα
κατατάσσονται ανάλογα με την αντοχή σε θλίψη κονιάματος πρότυπης σύνθεσης και
τρόπου παρασκευής, σύμφωνα με το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 196-1 (Μέθοδοι δοκιμών
τσιμέντου - Μέρος 1 : Προσδιορισμός αντοχών).
Κάθε κατηγορία αντοχής ορίζεται από ένα κατώτερο και ένα ανώτερο όριο αντοχής. Το
κατώτερο όριο αντοχής σε θλίψη (28 ημερών) χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη κατηγορία.
Κάθε μία από τις παραπάνω κατηγορίες περιλαμβάνει δύο υποκατηγορίες πρώιμης
αντοχής N και R (Πίνακας 1.2).
12
Πίνακας 1.2. Απαιτήσεις μηχανικές και φυσικές οριζόμενες ως χαρακτηριστικές τιμές
Σχήμα 1.1 . Συμβολισμός των διαφόρων τύπων τσιμέντου του ευρωπαϊκού προτύπου.
13
Τα κύρια δευτερεύοντα συστατικά, που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή σύνθετων
τσιμέντων και εμφανίζονται στον αναλυτικό πίνακα του ευρωπαϊκού προτύπου EN 197-1
(Πίνακας 5.1), δίνονται παρακάτω με το χαρακτηριστικό κεφαλαίο λατινικό γράμμα που
αναφέρεται σε κάθε ένα από αυτά:
• S – blastfurnace slag (σκωρία υψικαμίνων)
• D – silica fume (πυριτική παιπάλη)
• P – natural pozzolana (φυσική ποζολάνη)
• Q – natural calcined pozzolana (φυσική ποζολάνη μετά από πύρωση)
• V – siliceous fly ash (πυριτική ιπτάμενη τέφρα)
• W – calcareous fly ash (ασβεστιτική ιπτάμενη τέφρα)
• L, LL – limestone (ασβεστόλιθος)
• T – burnt shale (τέφρα καύσης βιτουμενιούχων σχιστολίθων)
• M – two or more of the above (μείγμα των παραπάνω).
Οι διαφορές στις κατηγορίες αντοχών του Ελληνικού Κανονισμού (ΠΔ 244/80), που
εφαρμόζονταν παλαιότερα, και του προτύπου ΕΛΟΤ ΕΝ 197-1 δίνονται στον Πίνακα
1.3.
Σχήμα 1.2. Ποσοστιαία % κατανομή (κατά τύπο) των παραγόμενων ευρωπαϊκών τσιμέντων
(Πηγή: CEMBUREAU, 2006).
Σχήμα 1.3. Εξέλιξη της Ευρωπαϊκής παραγωγής τσιμέντων κατά τύπο (2000-2010).
15
Σχήμα 1.4. Μείωση εκπομπών CO2 συναρτήσει του ποσοστού αντικατάστασης τσιμέντου από
λειοτριβημένη σκωρία υψικαμίνων (περιβαλλοντικό και οικονομικό όφελος)
Πηγή: [Link] .
Σχήμα 1.5. Πηγές και ποσοστά % έκλυσης CO2 διεργασιών παραγωγής κλίνκερ τσιμέντου.
16
2. ΤΣΙΜΕΝΤΟ
2.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το σκυρόδεμα είναι σήμερα το συνηθέστερο δομικό υλικό για τις κατασκευές κτιρίων
και έργων κοινής ωφέλειας. Το τσιμέντο σε ανάμειξη με το νερό (τσιμεντόπαστα) είναι
το συνδετικό υλικό, που χρησιμοποιείται στην παραγωγή του σκυροδέματος. Υπάρχουν
πολλών ειδών (τύποι) τσιμέντα, με συνηθέστερο αυτό που καλείται κοινό τσιμέντο
Portland (OPC, Ordinary Portland Cement). Το κοινό τσιμέντο είναι ένα γκρίζο
λεπτομερές υλικό, που προκύπτει από τη λειοτρίβηση/άλεση του κλίνκερ τσιμέντου. Ο
λόγος τιμή (αξία) προς βάρος είναι πολύ μικρός για το τσιμέντο γεγονός που το κάνει να
είναι πολύ ακριβό για μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις. Επίσης, επειδή οι πρώτες ύλες
(θραυσμένος ασβεστόλιθος, αργιλικά πετρώματα, χαλαζιακά πετρώματα,
σιδηρομετάλλευμα, βωξίτης) για την παραγωγή του τσιμέντου είναι ακόμη χαμηλότερης
αξίας, για την ελαχιστοποίηση του κόστους μεταφοράς των πρώτων υλών οι μονάδες
παραγωγής τσιμέντου χωροθετούνται πολύ κοντά στις πηγές πρώτων υλών (ιδιαίτερα
κοντά στο λατομείο ασβεστολιθικού πετρώματος). Η μεγαλύτερη ποσότητα του
παραγόμενου τσιμέντου, για τους παραπάνω λόγους, πρέπει να διατίθεται σε περιοχές
και μονάδες παραγωγής σκυροδέματος σχετικώς κοντά στα εργοστάσια παραγωγής του.
Εικόνα 2.1. Πρώτες ύλες, ενδιάμεσα προϊόντα και τελικό προϊόν στη διεργασία παραγωγής
τσιμέντου.
17
2.2. Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ
• Οι πρώτες ύλες
Η σημαντικότερη πρώτη ύλη για την παραγωγή του κλίνκερ τσιμέντου είναι τα
ασβεστολιθικά πετρώματα, που εξορύσσονται επιφανειακά κοντά στη μονάδα
παραγωγής του τσιμέντου. Επειδή, ποσοστό περίπου 80% από τους 1.60-1.65 τόννους
πρώτων υλών, που απαιτούνται για την παραγωγή 1 τόννου κλίνκερ, είναι ασβεστολιθικό
υλικό, είναι προφανής η αναγκαιότητα γειτνίασης της θέσης εξόρυξης ασβεστολιθικών
πετρωμάτων και της μονάδας παραγωγής κλίνκερ τσιμέντου. Ενδεικτικό ισοζύγιο
πρώτων υλών και οι πρώτες ύλες, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή
τσιμέντου, δίνονται στο Σχήμα 2.1 και στον Πίνακα 2.1.
Σχήμα 2.1. Ισοζύγιο πρώτων υλών και προϊόντων στην παραγωγή 1 kg σύνθετου τσιμέντου.
18
και κατόπιν τροφοδοτείται σε περιστροφική κάμινο (rotary kiln) και υποβάλλεται σε
πυρομεταλλουργική κατεργασία. Στην περιστροφική κάμινο (Σχήματα 2.2 και 2.3), οι
λειοτριβημένες πρώτες ύλες, με χρήση καυσίμων (petcoke, φυσικό αέριο, μαζούτ,
γαιάνθρακες ή και εναλλακτικά καύσιμα), θερμαίνονται σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες.
Έτσι, με φυσικοχημικές διεργασίες, μετατρέπονται σε ένα υλικό γκριζοπράσινου
χρώματος μορφής σφαιριδίων διαμέτρου 10-25 mm (Εικόνα 2.2), το οποίο ονομάζεται
κλίνκερ τσιμέντου.
Πίνακας 2.1. Ενδεικτική σύνθεση (χημική σύσταση %) τριών πρώτων υλών (1, 2 και 3) για την
παραγωγή τσιμέντου, [1]
Οι ποσότητες των πρώτων υλών που θα χρησιμοποιηθούν εξαρτώνται από τις χημικές
και ορυκτολογικές τους ιδιότητες και από τις ιδιότητες (απαιτήσεις) του κλίνκερ που θα
παραχθεί. Μετά τη θραύση (πρωτογενή-δευτερογενή) των ορυκτων πρώτων υλών, την
προομογενοποίηση των κύριων Π.Υ. (ασβεστολιθικό και αργιλικό υλικό), ακολουθεί ο
προσδιορισμός της κατάλληλης σύνθεσης του φορτίου. Κατόπιν οι πρώτες ύλες (για
ξηρή μέθοδο παραγωγής τσιμέντου) αναμειγνύονται μέσω της άλεσης στο μύλο φαρίνας
με παραγωγή ενός ομοιόμορφου μείγματος (φαρίνα). Η τελική ομογενοποίηση γίνεται
στο silo της αλεσμένης φαρίνας, πριν τροφοδοτηθούν στην κάμινο. Στο Σχήμα 2.2
δίνονται αναλογίες δεδομένων πρώτων υλών, μέση σύσταση της τροφοδοσίας και
προϊόντων παραγωγής κλίνκερ κοινού τσιμέντου, όπου (C = CaO, S = SiO2, A = Al2O3
19
και F = Fe2O3). Η καλή ανάμειξη των ομογενοποιημένων Π.Υ. εξασφαλίζει ομοιόμορφη
κατανομή των πρώτων υλών στην τροφοδοσία του κυκλώματος θραύσης και
λειοτρίβησης και οδηγεί στην παραγωγή κλίνκερ ομοιόμορφης ποιότητας. Οι αναλογίες
των πρώτων υλών καθορίζονται με τη βοήθεια τριών δεικτών ποιότητας κλίνκερ και
συγκεκριμένα του δείκτη κορεσμού σε άσβεστο LSF (Lime saturation factor), του
πυριτικού δείκτη SR (Silica ratio) και του αργιλικού δείκτη AR (Alumina ratio). Τα
συνήθη όρια μεταβολής των δεικτών είναι 0.92-0.98 για τον LSF, 2.2-2.8 για τον SR και
1.2-2.0 για τον AR.
% Al 2 O3
και AR =
% Fe2 O3
Εικόνα 2.2. Σφαιρίδια (pellets) μεγέθους 15-25 mm του κλίνκερ τσιμέντου (προϊόν της
διεργασίας πυροσυσσωμάτωσης στην περιστροφική κάμινο).
20
Σχήμα 2.2. Αναλογίες δύο πρώτων υλών για την παραγωγή κοινού τύπου τσιμέντου [10].
Η τέφρα ενσωματώνεται σε ποσοστό περίπου 70-80% στο κλίνκερ και επηρεάζει τις
τιμές των LSF και SR του, οπότε πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον προσδιορισμό της
αναλογίας των πρώτων υλών της τροφοδοσίας (φαρίνα).
21
2.3. ΠΡΟ-ΟΜΟΓΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΛΙΝΚΕΡ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ
1. Εισαγωγή
Είναι γνωστό ότι στην παραγωγική διαδικασία του κλίνκερ τσιμέντου, εκτός των άλλων,
σημαντικότατη επίδραση έχουν τα φυσικομηχανικά χαρακτηριστικά των κύριων πρώτων
υλών (ασβεστόλιθος, αργιλοπυριτικά πετρώματα). Και τούτο επειδή, εκτός της χημικής
και ορυκτολογικής καταλληλότητας του υλικού τροφοδοσίας της καμίνου η οποία
εξασφαλίζεται μέσω των τιμών που τίθενται για τους δείκτες ποιότητας κλίνκερ (LSF,
SR, AR), για την προσαρμογή στις απαιτήσεις του μείγματος των Π.Υ, είναι απαραίτητη
και η κατάλληλη προετοιμασία του υλικού από πλευράς κοκκομετρίας, ώστε να
διευκολύνεται η εψησιμότητα. Όμως, η εξασφάλιση ομοιομορφίας στην κοκκομετρική
σύνθεση της τροφοδοσίας της καμίνου δεν είναι πάντοτε εύκολη, επειδή τα διάφορα
ορυκτά των πρώτων υλών (ασβεστίτης, χαλαζίας, αργιλικά ορυκτά) δεν έχουν
ομοιόμορφη συμπεριφορά κατά την άλεση στο μύλο της «φαρίνας» (raw mill) με
αποτέλεσμα τα πιο δυσάλεστα και δύστηκτα χαλαζιακά ορυκτά να παραμένουν
χονδρομερέστερα (μεγάλο ποσοστό τεμαχίων >45 μm), οπότε παράγεται ανομοιογενές
(από πλευράς κοκκομετρίας) υλικό τροφοδοσίας της καμίνου (φαρίνα) και
δημιουργούνται προβλήματα κατά την έψηση.
Επίσης είναι γνωστό ότι, οι διακυμάνσεις στη μέση σύσταση του τροφοδοτούμενου
υλικού στην τσιμεντοβιομηχανία, οφείλονται:
1. Στην πιθανότητα ανεπιθύμητης «ανάμειξης» με το στείρο κατά την εξόρυξη
(ανατίναξη ή μηχανική εξόρυξη) ή και κατά τη μηχανική φόρτωση στο δάπεδο της
βαθμίδας του λαομείου-ορυχείου (πιθανόν και λόγω ατελούς αρχικής οριοθέτησης
του κοιτάσματος)
2. Στον τύπο και τη γεωμετρία του κοιτάσματος
3. Σε πιθανές τεκτονικές διαταραχές (ρήγματα, διακλάσεις, εφιππεύσεις κλπ.) που
διαφοροποιούν κατά θέσεις το κοίτασμα
4. Σε προβλήματα που έχουν σχέση αποκλειστικά με τις γεωλογικές συνθήκες γένεσης,
από τις οποίες εξαρτώνται τα φυσικοχημικά και -μηχανικά χαρακτηριστικά του
κοιτάσματος (π.χ. φακοί διαφορετικού υλικού εντός του κοιτάσματος).
Η «αραίωση» που προκύπτει, λόγω των παραπάνω αιτίων, στο τροφοδοτούμενο υλικό
κυμαίνεται από 5-10%.
22
Είναι επίσης προφανές ότι, δεν είναι πάντοτε συμφέρουσα ούτε και αποδοτική η
εφαρμογή μεθόδων εκλεκτικής εξόρυξης για την αντιμετώπιση των παραπάνω
προβλημάτων.
2. ΠΡΟ-ΟΜΟΓΕΝΟΠΟΙΗΣΗ
23
Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και με στόχο την εξάλειψη ή την «απόσβεση»
προβλημάτων ανομοιογένειας του υλικού, το θραυσμένο υλικό αποθηκεύεται και
αποτίθεται κατά καθορισμένο τρόπο, συνήθως με τη βοήθεια μεταφορικών ταινιών ή
ειδικών αποθετών, σε σωρούς (επιμήκεις ή κυκλικού σχήματος) μεγάλου όγκου (15-50
χιλιάδων m3) αμέσως μετά την ολοκλήρωση των σταδίων της πρωτογενούς και
δευτερογενούς θραύσης (μέγεθος τεμαχίων προϊόντος θραύσης 25-50 mm). Με τον
τρόπο αυτό, ανάλογα με τη διαθέσιμη επιφάνεια απόθεσης, γίνεται προσπάθεια
δημιουργίας μεγάλης ποσότητας υλικού (25000-70000 τόννων), κατά το δυνατόν
ομοιόμορφης σύστασης (χημική, ορυκτολογική, κοκκομετρική). Επίσης, με αυτό τον
τρόπο γίνεται προσπάθεια «διασποράς» π.χ. σκληρών ενδιάμεσων ενστρώσεων ή
εγκλεισμάτων διαφορετικού υλικού (φακών) ή άλλων ανεπιθύμητων ορυκτών
(δολομίτης, αλκάλια) του κοιτάσματος, σε μεγαλύτερη μάζα της θραυσμένης
τροφοδοσίας, ώστε να επιτευχθεί «αραίωση» και να ελαχιστοποιηθούν ενδεχόμενες
δυσμενείς επιπτώσεις τους κατά την παραγωγική διαδικασία (προετοιμασία υλικού,
έψηση, άλεση κλίνκερ, ποιότητα τσιμέντου).
Ο μεγάλος όγκος των σωρών εξασφαλίζει:
1. Επάρκεια τροφοδοσίας της καμίνου με υλικό ομοιόμορφης σύστασης, για σχετικά
μεγάλο χρονικό διάστημα
2. Σταθερότητα στη λειτουργία της καμίνου και
3. Ευνοϊκές συνθήκες παραγωγής προϊόντων (κλίνκερ και τσιμέντο) σταθερής
ποιότητας.
24
4. Η υγρασία και
5. Η θερμοκρασία του υλικού
Επίσης, το θραυσμένο πέτρωμα (crushed rock), το οποίο περιέχει μεγάλο εύρος μεγεθών
και ακανόνιστης μορφής γωνιώδη τεμάχια, εμφανίζει μεγαλύτερη γωνία απόθεσης. Αυτό
συμβαίνει προφανώς, επειδή γίνεται αλληλεμπλοκή των τεμαχίων μεταξύ τους, η οποία
δυσκολεύει την παράσυρση λόγω βαρύτητας και τη μείωση της γωνίας απόθεσης του
υλικού.
25
Σχήμα 2.5. Σχέση μεταξύ γωνίας απόθεσης και μορφής τεμαχίων
Για τον προσδιορισμό του συνολικού όγκου του σωρού εφαρμόζονται οι εξισώσεις:
26
Σχήμα 2.6. Προσδιορισμός όγκου επιμήκους σωρού.
Παράδειγμα
Επιμήκης σωρός υλικού πλάτους Β = 30m με γωνία α απόθεσης του υλικού (angle of
repose α = 35O) και συνολικό όγκο V = V1+2V2 = 15000 m3, έχει σύμφωνα με τους
παραπάνω τύπους:
27
Είναι προφανές ότι, αν μειωθεί η γωνία α απόθεσης του υλικού (α = 32O), τότε, για ίδιο
πλάτος σωρού Β = 30m και ίδιο όγκο V = V1+2V2 = 15000 m3, μειώνεται το ύψος σε Η =
9.4 m (όπως είναι αναμενόμενο) και αυξάνουν τα μήκη του πρίσματος και το ολικό
μήκος:
Παρατηρήσεις
Από το συνολικό όγκο του σωρού και τη φαινόμενη πυκνότητα του υλικού, μπορεί να
προσδιοριστεί η μάζα του σωρού. Οπότε, για δεδομένη παραγωγή εργοστασίου
προσδιορίζεται η ετήσια απαίτηση σε ομογενοποιημένο υλικό, από την οποία προκύπτει
η χρονική «επάρκεια» του σωρού για κάλυψη των αναγκών του εργοστασίου. Όμως, η
«επάρκεια» του σωρού επιτρέπει τον προσδιορισμό του αριθμού των όμοιων σωρών που
πρέπει να δημιουργηθούν ετησίως. Από τα παραπάνω είναι δυνατή η διαστασιολόγηση
των μηχανημάτων (μεταφορικές ταινίες, αποθέτες, απολήπτες κλπ.), που
χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία τους, όπως επίσης μπορούν να καθοριστούν και να
ρυθμιστούν οι συνθήκες λειτουργίας τους.
Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των σωρών διαφέρουν μεταξύ τους
και επηρεάζουν τον τρόπο απόθεσης του υλικού σε στρώματα (layers). Η μέθοδος
απόληψης του υλικού διενεργείται με αποξεστήρες πλευρικής ή εγκάρσιας απόληψης
(“προσβολή» σωρού κατά μέτωπο), οι οποίοι παραλαμβάνουν υλικό από όλη την
πλευρική ή την εγκάρσια επιφάνεια (μέτωπο), εξασφαλίζοντας την
αντιπροσωπευτικότητα του τροφοδοτούμενου υλικού.
28
3. Η μέθοδος Windrow (Σχήμα 2.11) κατά την οποία η απόθεση των διαφόρων
στρωμάτων γίνεται με συγκεκριμένη αλληλουχία για την επίτευξη καλής
ανάμειξης μεταξύ τους.
4. Η μέθοδος ConeShell απόθεσης διαδοχικών κωνικών σωρών σε σειρά (Σχήμα
2.12). Η απόληψη του υλικού με πλευρική απόξεση των διαδοχικών σωρών
επιτυγχάνει την ανάμειξη των διαφορετικών αποθέσεων και την απόληψη
αντιπροσωπευτικού μέσης σύστασης υλικού.
5. Η μέθοδος κυκλικής απόθεσης (μέθοδος Chevcon) κατά μήκος της ελικοειδούς
κορυφής του σωρού με αμφίπλευρη απόθεση (Σχήμα 2.13). Κατά τη μέθοδο
αυτή, οι εργασίες απόθεσης και απόληψης υλικού γίνονται στον ίδιο σωρό, ο
οποίος όμως παρουσιάζει το μειονέκτημα της αδυναμίας μελλοντικής επέκτασης
σε περίπτωση ανάγκης αύξησης όγκου.
Είναι προφανές ότι κάθε μια από τις παραπάνω μεθόδους παρουσιάζει πλεονεκτήματα
και μειονεκτήματα, από τα οποία εξαρτάται κάθε φορά η επιλογή της πλέον κατάλληλης
μεθόδου για δημιουργία σωρού προ-ομογενοποίησης.
Όπου k σταθερά που κυμαίνεται μεταξύ 0.5 και 0.7 και Ν ο αριθμός των απαιτούμενων
στρωμάτων για την επίτευξη του στόχου sout.
29
Για sin = 2.7 %, sout = 0.35% και k = 0.6, τότε Ν = 165.3 διαδοχικά στρώματα.
Οι συνήθεις τιμές του Ν μεταβάλλονται από 50-350.
30
Σχήμα 2.9. Δημιουργία σωρού με τη μέθοδο της αμφίπλευρης απόθεσης. (μέθοδος Chevron).
33
Σχήμα 2.13. Συνδυασμένη μέθοδος απόθεσης σε κυκλικό σωρό και εγκάρσια (μετωπική)
απόληψη (Chevcon).
34
Σχήμα 2.14. Διάταξη επιμήκων σωρών προ-ομογενοποίησης σε σειρά (Α, Β) με πλευρική ή
εγκάρσια απόληψη.
35
2.4. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΚΑΜΙΝΟΙ
Ο χρόνος παραμονής του υλικού μέσα στην κάμινο μπορεί να φτάσει, από περίπου 20
min για καμίνους του τύπου προθέρμανσης-προπύρωσης (preheater-precalciner) της
φαρίνας μέχρι 2 ώρες για καμίνους κατεργασίας «υγρής» φαρίνας (wet kilns). Στις
μεθόδους preheater-precalciner, η φαρίνα παραμένει μέσα στον πύργο προθέρμανσης-
προπύρωσης (Σχήμα 2.24) από 20-90 s (δευτερόλεπτα).
36
1. Εξάτμιση του ελεύθερου νερού (υγρασία πρώτων υλών)
2. Απομάκρυνση του κρυσταλλικού νερού (συνδεδεμένο νερό) κυρίως από τα
αργιλικά πετρώματα (πρώτες ύλες)
3. Διάσπαση (πύρωση) του ασβεστολίθου (CaCO3)
4. Σχηματισμός των φάσεων του κλίνκερ τσιμέντου
• ενώσεις πυριτικού ασβεστίου (C2S, 2∙CaO∙SiO2 και C3S, 3∙CaO∙SiO2)
• αργιλικού ασβεστίου (C3Α, 3∙CaO∙Al2O3)
• αργιλοσιδηρούχου ασβεστίου (C4AF, 4CaO∙Al2O3 ∙Fe2O3)
5. Ψύξη του κλίνκερ (clinker)
Σχήμα 2.16. Διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στη διάταξη της περιστροφικής καμίνου για την
παραγωγή του κλίνκερ.
Στη συνέχεια, για την παραγωγή του κοινού τύπου τσιμέντου (OPC, ordinary Portland
cement), ακολουθούνται οι παρακάτω διεργασίες (Σχήμα 2.17):
37
Σχήμα 2.17. Συμβατικό κύκλωμα λειοτρίβησης (άλεσης) κλίνκερ για την παραγωγή τσιμέντου.
Οι διάφορες μέθοδοι και διατάξεις, που χρησιμοποιήθηκαν με την πάροδο του χρόνου
για την παραγωγή του κλίνκερ τσιμέντου, φαίνονται στο Σχήμα 2.18.
Σχήμα 2.18. Σχέση μεταξύ μεθόδου παραγωγής του κλίνκερ τσιμέντου και του μήκους της
περιστροφικής καμίνου και κατανομή των ζωνών κατεργασίας μέσα στην κάμινο [37].
38
Το αναλυτικό διάγραμμα ροής των διεργασιών παραγωγής τσιμέντου παρουσιάζεται στο
Σχήμα 2.19.
Σήμερα, για λόγους μείωσης της καταναλισκόμενης ενέργειας και του χρόνου παραμονής
του υλικού μέσα στην κάμινο, η κύρια μέθοδος παραγωγής κλίνκερ τσιμέντου είναι η
ξηρή μέθοδος (Σχήμα 2.20) με προθέρμανση της φαρίνας και μερική διάσπαση (πύρωση)
του ασβεστολίθου (Preheater-precalciner).
Στα διάφορα στάδια της ξηρής αυτής κατεργασίας γίνονται οι παρακάτω διεργασίες:
39
Σχήμα 2.19. Αναλυτικό διάγραμμα ροής διεργασιών παραγωγής τσιμέντου.
40
Σχήμα 2.20. Διάταξη ξηρής μεθόδου παραγωγής κλίνκερ με προθέρμανση της τροφοδοσίας και
πύρωση του ασβεστολίθου (Preheater/Precalciner).
Το καύσιμο, που εισάγεται στον precalciner, καίεται με τη βοήθεια των θερμών αερίων
που προέρχονται από την κάμινο ή από την ψύξη του κλίνκερ σε θερμοκρασίες
χαμηλότερες και η διεργασία της καύσης έχει μεγάλη απόδοση. Το ομογενοποιημένο
υλικό (φαρίνα) κινείται κατ’ άντιρροή με τα ανερχόμενα θερμά αέρια και παραμένει λίγα
μόνο δευτερόλεπτα (20-90 s) στη θερμότερη περιοχή (θερμοκρασία 850-900°C) του
precalciner, η δε διάσπαση του ασβεστολίθου ολοκληρώνεται σε ποσοστό 90-95% πριν
την εισαγωγή της φαρίνας στην περιστροφική κάμινο. Η τέφρα από το καύσιμο
ενσωματώνεται ικανοποιητικά στη φαρίνα και τελικώς στο κλίνκερ. Στις διατάξεις αυτές
διοχετεύεται μικρότερη ποσότητα καυσίμων/παραγωγής θερμότητας στην έξοδο της
καμίνου, οπότε η προ-διάσπαση (precalcination) του ασβεστολίθου στον πύργο επιτρέπει
την ταχύτερη διέλευση του υλικού μέσα από το κυρίως τμήμα της περιστροφικής
καμίνου.
Στο Σχήμα 2.21 δίνεται η κατανομή του χρόνου και η διακύμανση των θερμοκρασιών
στις διάφορες ζώνες εντός της καμίνου.
41
Σχήμα 2.21. Ξηρή μέθοδος παραγωγής κλίνκερ με προθέρμανση της τροφοδοσίας και πύρωση
του ασβεστολίθου (Preheater/Precalciner)-Θερμοκρασιακό προφίλ και χρόνος παραμονής του
υλικού σε κάθε περιοχή.
Έτσι, επιτυγχάνεται μείωση του μήκους και της διαμέτρου της καμίνου όπως επίσης και
του χρόνου παραμονής-κατεργασίας του υλικού, μείωση του κόστους επένδυσης και
προκαλείται επιμήκυνση του χρόνου ζωής της πυρίμαχης επένδυσης (πυρίμαχα τούβλα).
Στη διάταξη αυτή (Σχήμα 2.22) μειώνονται αντιστοίχως οι επικαθήσεις-εμφράξεις, που
συμβαίνουν από τη μεταφορά (μέσω των θερμών αερίων), την υγροποίηση και τη
βαθμιαία στερεοποίηση των πτητικών ενώσεων (κυρίως χλωριούχων ενώσεων αλκαλίων)
στις ψυχρότερες περιοχές, δηλαδή στις εσωτερικές επιφάνειες του preheater και
precalciner,.
Επίσης, οι ποσότητες των αερίων NOx, που παράγονται, είναι μικρότερες λόγω της
χαμηλότερης θερμοκρασίας καύσης του καυσίμου, ενώ στη διάταξη precalciner είναι
δυνατή η καύση καυσίμων υποδεέστερης θερμογόνου δύναμης.
Στο Σχήμα 2.23 δίνεται διάγραμμα ξηρής μεθόδου παραγωγής κλίνκερ μόνο με
προθέρμανση (preheating) της φαρίνας. Από το σχήμα διαπιστώνονται εύκολα οι
διαφοροποιήσεις ως προς την προηγούμενη περίπτωση, δηλαδή της κατεργασίας φαρίνας
με ταυτόχρονη προθέρμανση - πύρωση (Preheater/Precalciner) του ασβεστολίθου. Από
τα Σχήματα 2.21 και 2.23 είναι φανερό ότι έχει επιτευχθεί σημαντική μείωση του χρόνου
παραμονής της φαρίνας στην κάμινο από περίπου 40-45 min σε 20 min μόνο.
42
Σχήμα 2.22. Επικαθήσεις χλωριούχων ενώσεων αλκαλίων στο σύστημα preheater/precalciner.
44
Οι φυσικοχημικές - ορυκτολογικές διεργασίες και μετατροπές, που λαμβάνουν χώραν
μέσα στην περιστροφική κάμινο κατά τη διαδικασία προθέρμανσης, πύρωσης και
έψησης της φαρίνας, απεικονίζονται στα Σχήματα 2.25 και 2.26 και αναλύονται
παρακάτω.
Κάποιες από αυτές είναι εξώθερμες, αλλά γίνονται ταυτόχρονα με την πύρωση
των ανθρακικών ενώσεων
3. Παρουσία SO3- το σχηματιζόμενο C2S με το υπάρχον CaO οδηγεί στην παραγωγή
sulfoespurrite (C2S·CaSO4)
4. Επίσης, μπορεί να σχηματιστεί carboespurrite (C2S·CaCO3)
46
10. Στους 1338°C, το C3A και C4 AF έχουν τακεί (λειώσει) πλήρως και έχει
επιτευχθεί ευτηκτική ισορροπία με 54.8% CaO, 22.7% SiO2, 16.5% Al2O3 και 6%
Fe2O3.
11. Η μορφή του βC2S→αC2S (μετασχηματισμός-μετατροπή φάσης)
12. Παρουσία της υγρής φάσης, το C3S συνεχίζει να παράγεται ως προϊόν αντίδρασης
των αC2S και του διαθέσιμου CaO.
3. Περιοχή (1338-1450°C)
13. Αν και έχει σχηματιστεί όλη η υγρή φάση στους 1450°C, αυτή συνεχίζει να
υπάρχει μέχρι την περιοχή της ζώνης σχηματισμού των σφαιριδίων του κλίνκερ,
δηλαδή μέχρι τη θερμοκρασία 1230°C (κατά την ψύξη του κλίνκερ). Η κύρια
αντίδραση, που γίνεται γύρω από τη θερμοκρασία αυτή (1450°C), είναι:
47
Όμως στην περίπτωση αυτή, επειδή απουσιάζουν τα οξείδια του σιδήρου που
δημιουργούν ευτηκτικό περιβάλλον, το σύστημα γίνεται πιο δύστηκτο και απαιτείται
υψηλότερη θερμοκρασία έψησης (κλινκεροποίηση), η οποία όμως στη συνέχεια οδηγεί
σε αύξηση του μεγέθους των κρυστάλλων του αλίτη και υποβάθμιση της ποιότητας του
παραγόμενου τσιμέντου. Ο αλίτης όμως, που παράγεται σε αναγωγικό περιβάλλον και
περιέχει FeO στη θέση του CaO, αποσυντίθεται πολύ εύκολα σε βελίτη και ελεύθερη
άσβεστο (CaOfree), ιδιαιτέρως όταν το κλίνκερ ψύχεται αργά. Η επανοξείδωση του FeO
σε Fe2O3 (σε θερμοκρασίες κάτω από 1300°C κατά την ψύξη του κλίνκερ), προκαλεί
αποβολή του Fe2O3 από το πλέγμα του αλίτη, ένωσή του με το CaO του αλίτη και
σχηματισμό μιας σύνθετης φάσης του τύπου (C2F·C2S) στα όρια των κρυσταλλικών
επιπέδων του αλίτη, γεγονός που μεταβάλλει τα ποσοστά των διαφόρων φάσεων στο
κλίνκερ.
Στο Σχήμα 2.27 δίδονται οι βέλτιστες συνθήκες έψησης του κλίνκερ, που αφορούν στα
όρια μεταβολής των δεικτών LSF, SR και AR, όπως επίσης και οι επιπτώσεις τους στην
πυρίμαχη επένδυση της καμίνου. Οι τιμές των δεικτών αυτών καθορίζουν τόσο την
αναλογία των πρώτων υλών στη φαρίνα όσο και την εψησιμότητά της.
Σχήμα 2.27. Βέλτιστα όρια μεταβολής των τιμών δεικτών ποιότητας κλίνκερ για εξασφάλιση
κατάλληλων συνθηκών έψησης του κλίνκερ [55].
48
Επίσης, στο Σχήμα 2.28 φαίνεται σταθερότητα λειτουργίας της περιστροφικής καμίνου
ως συνάρτηση της θερμοκρασίας και του ποσοστού % της ελεύθερης ασβέστου CaOfree
του προϊόντος (κλίνκερ). Διαπιστώνεται ότι, βέλτιστες συνθήκες λειτουργίας στην
περιστροφική κάμινο επικρατούν, όταν το CaOfree κυμαίνεται μεταξύ 1-2.4 %.
Σχήμα 2.28. Βέλτιστη θερμοκρασιακή περιοχή έψησης της φαρίνας συναρτήσει της επιθυμητής
περιεκτικότητας του παραγόμενου κλίνκερ σε ελεύθερη άσβεστο.
49
• Φαρίνες με τιμή αργιλικού δείκτη (AR) στην περιοχή του 1.4 ψήνονται
ευκολότερα απ’ ό,τι στις περιπτώσεις χαμηλότερων ή υψηλότερων τιμών,
επειδή σε χαμηλές θερμοκρασίες η ποσότητα της υγρής φάσης είναι
μεγαλύτερη, λόγω της παρουσίας του Fe2O3. Η παρουσία MgO στη φαρίνα
μεταβάλλει ελαφρά τη βέλτιστη αυτή τιμή του AR = 1.4
• Η ενδογενής δραστικότητα διαφόρων μορφών των πρώτων υλών της φαρίνας,
π.χ. οι διάφορες φάσεις του πυριτικού επηρεάζουν την εψησιμότητα της
φαρίνας.
Έχει διαπιστωθεί ότι ουσιαστικό ρόλο στην ποιότητα του κλίνκερ και στις ιδιότητες του
παραγόμενου τσιμέντου παίζουν οι διεργασίες ψύξης του εξερχόμενου από την κάμινο
κλίνκερ. Σημαντικό επίσης οικονομικό όφελος προσφέρει η αξιοποίηση ποσοστού 35%
περίπου της απαγόμενης από το κλίνκερ θερμότητας, μέσω του αέρα ψύξης.
Η θερμότητα που ανακτάται αξιοποιείται για την προθέρμανση της τροφοδοσίας των
πρώτων υλών και για την έναυση του καυσίμου στον ασβεστοποιητή, συμβάλλοντας
στην ενεργειακή βελτιστοποίηση της διεργασίας παραγωγής κλίνκερ (Σχήμα 2.23).
Οι κύριοι τύποι ψυκτών κλίνκερ είναι τύπου κινούμενης εσχάρας, περιστροφικού ή
πλανητικού τύπου.
Το κλίνκερ που εξέρχεται από την περιστροφική κάμινο, διέρχεται, με τη βοήθεια
κινούμενης διάτρητης εσχάρας, από θάλαμο (Σχήματα 2.29 και 2.30) και ψύχεται με τη
βοήθεια αέρα που εμφυσάται από ανεμιστήρες. Με τη βοήθεια του αέρα ψύξης, μέρος
της θερμότητας που περιέχει απάγεται από το κλίνκερ και θερμαίνει τον αέρα ψύξης, του
οποίου μέρος ανακυκλώνεται και οδηγείται στον πύργο προθέρμανσης για αξιοποίηση
της θερμότητάς του.
Όπως προαναφέρθηκε, οι ιδιότητες του παραγόμενου κλίνκερ εξαρτώνται κατά κύριο
λόγο από την ταχύτητα, δηλαδή από το ρυθμό ψύξης του κλίνκερ. Και τούτο, διότι
ταχεία ψύξη, λίγο πριν την έξοδο της καμίνου, αλλά ιδιαίτερα στους ψύκτες του κλίνκερ
έχει σημαντική επίδραση στο μέγεθος των κρυστάλλων των φάσεων αλίτη και βελίτη
που παράγονται. Το μέγεθος όμως των κρυστάλλων έχει μεγάλη σημασία για τις
ιδιότητες του κλίνκερ και του τσιμέντου που θα παραχθεί από αυτό.
50
Σχήμα 2.29. Διάταξη ψύξης κλίνκερ στην έξοδο της καμίνου.
Έχει διαπιστωθεί ότι ταχεία ψύξη του κλίνκερ παράγει μικρούς κρυστάλλους αλίτη,
επειδή δεν προλαβαίνουν, λόγω της αυξημένης ταχύτητας, να αναπτυχθούν σε μέγεθος.
Επίσης, ο ρυθμός ψύξης έχει σημαντική επίδραση στην κατανομή, στο είδος και την
«υγεία» των φάσεων του κλίνκερ, στα ποσοστά ασβέστου (CaO) και μαγνησίας (MgO),
που δεσμεύονται στην υγρή φάση ή παραμένουν υπό μορφή ελεύθερης ασβέστου
51
(CaOfree) και περίκλαστου (MgO) στο κλίνκερ και ως εκ τούτου εμφανίζονται αργότερα
μετά την άλεση στο τσιμέντο.
Είναι γνωστό επίσης ότι, σε υψηλές θερμοκρασίες κλινκεροποίησης (>1500˚C), η
μαγνησία (MgO) συγκεντρώνεται στην υγρή φάση μαζί με τις αλουμινούχες (C3A) και
φερριτικές (C4AF) φάσεις. Σε συνθήκες λοιπόν ταχείας ψύξης, το MgO δεν προλαβαίνει
να κρυσταλλωθεί και να αποβληθεί από το διάλυμα της υγρής φάσης και ενσωματώνεται
σε αυτό. Έτσι, μικρή μόνο ποσότητα κρυστάλλων υπό μορφή περίκλαστου εμφανίζεται
στο κλίνκερ. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή σε συνθήκες αργής ψύξης του κλίνκερ,
λαμβάνει χώρα σχεδόν ολοκληρωτική κρυστάλλωση των φάσεων C3A και C4AF σε
μορφή χονδρών κόκκων, η οποία ακολουθείται από κρυστάλλωση και του MgO σε
μορφή περίκλαστου. Στην περίπτωση αυτή, μόνο περίπου το 1.5% κ.β. της περιεχόμενης
ποσότητας μαγνησίας παραμένει στο στερεοποιημένο διάλυμα, ενώ το υπόλοιπο
κρυσταλλώνεται σε μορφή περίκλαστου στο κλίνκερ και κατά συνέπεια εμφανίζεται και
στο παραγόμενο τσιμέντο, όπου και προκαλεί τα ανεπιθύμητα φαινόμενα διόγκωσης
κατά την ενυδάτωση σε βάθος χρόνου. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να έχει καταστροφικές
συνέπειες στο σκυρόδεμα, όπως εξηγήθηκε παραπάνω. Αυτό εξηγεί και την απαίτηση για
περιεκτικότητα MgO στη φαρίνα μικρότερη από 6%, επειδή σε συνήθεις θερμοκρασίες
κλινκεροποίησης <1450˚C, η υπάρχουσα μαγνησία στην τροφοδοσία, λόγω υψηλού
σημείου τήξης, δεν οδηγείται στην υγρή φάση, οπότε και εμφανίζεται υπό μορφή μικρών
κρυστάλλων περίκλαστου στο κλίνκερ, ανεξάρτητα από την ταχύτητα ψύξης του
κλίνκερ.
52
φάση, φαινόμενο το οποίο έχει σημαντική επίπτωση στην ταχύτητα ενυδάτωσης και
πήξης (setting) του τσιμέντου
53
2.5. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΙΚΩΝ ΚΑΜΙΝΩΝ ΚΛΙΝΚΕΡ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ
• Γενικά
1. ΠΥΡΙΜΑΧΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ
54
Η διαφοροποίηση της πυρίμαχης επένδυσης κατά μήκος της καμίνου εξαρτάται
από την αλληλουχία των διαφορετικών χημικών δράσεων που γίνονται μέσα σε αυτή,
από το θερμοκρασιακό και χημικό περιβάλλον που επικρατεί στις διαφορετικές περιοχές
εντός της καμίνου και από τη φύση των μηχανικών καταπονήσεων που υφίσταται η
επένδυση (Σχήμα 2.32).
55
Σχήμα 2.33. Ποσοστιαίες % καταναλώσεις πυριμάχων σε εγκατάσταση παραγωγής κλίνκερ
τσιμέντου ανάλογα με τη θέση τοποθέτησής τους.
56
διάμετρο καμίνου D ≅ 5m και μήκος L ≅15m της ζώνης έψησης (burning zone) (Σχήμα
2.32, περιοχή 3).
Κύριος λοιπόν στόχος για τους παραγωγούς τσιμέντου πρέπει να είναι η
επιμήκυνση της ωφέλιμης διάρκειας ζωής των πυρίμαχων της καμίνου με σκοπό τη
μείωση στο ελάχιστο του χρόνου διακοπής της παραγωγικής διαδικασίας για επισκευή ή
αντικατάσταση των στοιχείων της πυρίμαχης επένδυσης.
Ως εκ τούτου, μεγάλη σημασία πρέπει να δίνεται στη συνέχεια και στη
σταθερότητα λειτουργίας της καμίνου. Δεν πρέπει να γίνονται συχνές αδικαιολόγητες και
μεγάλης διάρκειας παύσεις, επανεκκινήσεις λειτουργίας της καμίνου, ιδιαίτερα όταν οι
κάμινοι έχουν επενδύσεις από πυρότουβλα ευαίσθητα στις περιβαλλοντικές συνθήκες
(π.χ. δολομιτικά πυρότουβλα τα οποία είναι ευαίσθητα στην ατμοσφαιρική υγρασία,
λόγω του κινδύνου διόγκωσης εξαιτίας ενδεχόμενης ενυδάτωσης).
2. ΠΥΡΙΜΑΧΑ-ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ-ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
58
Σχήμα 2.35. Τύπος μαγνησιακού πυρότουβλου.
• Όξινα πυρίμαχα - Αυτά τα πυρίμαχα δεν είναι ανθεκτικά και προσβάλλονται από
τα αλκάλια (βασικές σκωρίες). Χρησιμοποιούνται σε περιοχές όπου οι σκωρίες
59
και η ατμόσφαιρα είναι όξινες. Τέτοια πυρίμαχα είναι τα πυριτικά πυρίμαχα, τα
πυρίμαχα ζιρκονίας (ZrO2) και τα αργιλοπυριτικά πυρίμαχα.
• Βασικά πυρίμαχα - Βασικά πυρίμαχα είναι εκείνα τα οποία προσβάλλονται από
όξινες σκωρίες αλλά είναι σταθερά σε αλκαλικές σκωρίες, σκόνες και ατμούς σε
υψηλές θερμοκρασίες. Δεδομένου ότι δεν αντιδρούν με τις αλκαλικές σκωρίες,
αυτά χρησιμοποιούνται σε επενδύσεις καμίνων εκεί όπου το περιβάλλον είναι
αλκαλικό (π.χ. στη ζώνη έψησης των περιστροφικών καμίνων κλίνκερ). Τα
σημαντικότερα βασικά πυρίμαχα είναι τα μαγνησιακά πυρίμαχα (MgO), τα
δολομιτικά πυρίμαχα (MgO·CaO), τα μαγνησιακά σε συνδυασμός με σπινελλίους
και τα μαγνησιο-χρωμιτικά πυρίμαχα (MgO·Cr2 O3) σε διάφορες αναλογίες. Η
χρησιμοποιούμενη μαγνησία (MgO) πρέπει οπωσδήποτε να έχει μετατραπεί με
έντονη θερμική κατεργασία σε δίπυρη μαγνησία (deadburned ή dead burnt
magnesia) δηλ. να γίνει αδρανής στην υγρασία και να μην αντιδρά με το CO2
προς MgCO3.
• Ουδέτερα πυρίμαχα - Τα ουδέτερα πυρίμαχα είναι χημικά σταθερά σε όξινο και
βασικό περιβάλλον και χρησιμοποιούνται σε περιοχές όπου οι σκωρίες και η
ατμόσφαιρα είναι είτε όξινες είτε βασικές. Συνηθισμένα παραδείγματα αυτών των
πυριμάχων είναι τα αλουμινούχα πυρίμαχα, τα χρωμιτικά πυρίμαχα και αυτά από
άνθρακα (γραφίτης) που είναι περισσότερο αδρανής. Επειδή ο γραφίτης είναι ο
πιο αδρανής στις χημικές αντιδράσεις, χρησιμοποιείται εκτεταμένα σε
μεταλλουργικές καμίνους όπου η διεργασία της οξείδωσης μπορεί να ελεγχθεί.
• Ειδικά πυρίμαχα τα οποία είναι ακριβά υλικά και κατασκευάζονται με σύντηξη
χρησιμοποιώντας συνθετικούς κόκκους απαλλαγμένους από ακαθαρσίες, υπό
εξαιρετικά ελεγχόμενες συνθήκες παραγωγής. Χρησιμοποιούνται για ειδικούς
σκοπούς όπως η κατασκευή χωνευτηρίων, ειδικών μερών καμίνων και για
ερευνητικούς σκοπούς κ.λπ., όπου το κόστος των πυρίμαχων δεν θεωρείται
κρίσιμος παράγοντας. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται υλικά όπως η
καθαρή αλουμίνα, ενώσεις Si-Al-O-N, θορία (ThO2), βηρυλλία (BeO), ζιρκονία,
νιτρίδιο βορίου, οι σπινέλιοι κλπ.
60
• Ταξινόμηση πυριμάχων με βάση τη χημική τους σύσταση
61
9. Πυρίμαχα ζιρκονίας (zirconia refractories) με κύριο συστατικό το ZrO2 για
εφαρμογές σε θερμοκρασίες >1900°C, λόγω της χαμηλής θερμικής τους
αγωγιμότητας της μεγάλης αντοχής τους σε τήγματα μετάλλων.
10. Πυρίμαχα γραφίτη (carbon refractories) με κύριο συστατικό τον C (υψηλό
σημείο τήξης). Χρήση σε αναγωγικό περιβάλλον (έλλειψη οξυγόνου) και
ιδιαίτερη αντοχή σε προσβολή από σκωρίες.
1) Σημείο τήξης
Το μέγεθος και το σχήμα των πυρίμαχων υλικών είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό
του σχεδιασμού τους, καθώς επηρεάζει τη σταθερότητα οποιασδήποτε δομής που
παράγεται κατά τη χρήση τους. Το μέγεθος και η ακρίβεια των διαστάσεων είναι
εξαιρετικά σημαντικά χαρακτηριστικά για τη σωστή τοποθέτηση του πυρίμαχου
σχήματος και για την ελαχιστοποίηση του πάχους και των αρμών της πυρίμαχης
επένδυσης. Επίσης, πολύ σημαντική είναι η συμπεριφορά τους κατά τη θέρμανση σε
υψηλές θερμοκρασίες και για μεγάλο χρονικό διάστημα (σε συνθήκες λειτουργίας
καμίνου) όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από το Σχήμα 2.36. Είναι προφανές ότι για τη
σταθερότητα της πυρίμαχης επένδυσης επιδιώκεται η μη μόνιμη διόγκωση των
πυρίμαχων τούβλων.
63
Πίνακας 2.2. Θερμοκρασίες τήξης καθαρών ενώσεων
64
Σχήμα 2.36. Συμπεριφορά πυρίμαχων σε παρατεταμένη θερμική καταπόνηση [9].
Σχήμα 2.37. Εσωτερική δομη πυρότουβλου με ανοικτούς και κλειστούς πόρους [9] (σελ. 82).
65
Όσο μεγαλύτερο το πορώδες ενός πυρίμαχου, τόσο χαμηλότερη αναμένεται να
είναι η αντοχή του στις διάφορες καταπονήσεις (θερμικές και μηχανικές). Πυρίμαχα με
χαμηλό πορώδες αναμένεται να έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην προσβολή από
σκωρίες, αλλά μεγαλύτερη ευαισθησία στις θερμοκρασιακές διακυμάνσεις, επειδή η
θερμική τους αγωγιμότητα είναι μεγαλύτερη.
Συγκεντρωτικά, το πορώδες (Σχήμα 2.37) επηρεάζει:
• Την ογκική πυκνότητα (bulk density)
• Τη θερμική αγωγιμότητα (thermal conductivity)
• Την αντοχή στη θερμότητα
• Τη μηχανική αντοχή τόσο σε θερμοκρασία περιβάλλοντος όσο και σε ακραίες
συνθήκες λειτουργίας
• Την αντοχή στη διάβρωση και σε χημικές προσβολές (corrosion, chemical attack)
• Τις επιφανειακές ιδιότητες (επιφανειακή δομή και ανάγλυφο)
• Την απορροφητικότητα στα ρευστά (absorption, penetration)
66
Η ογκική πυκνότητα γενικά συσχετίζεται με το ανοιχτό και το κλειστό πορώδες.
Για πολλά πυρίμαχα, η ογκική πυκνότητα παρέχει μια γενική ένδειξη της ποιότητας του
προϊόντος, επειδή υπάρχει η αίσθηση ότι τα πυρίμαχα με μεγαλύτερη ογκική πυκνότητα
(χαμηλό πορώδες) θα είναι καλύτερης ποιότητας.
Μία αύξηση της ογκικής πυκνότητας αυξάνει τη σταθερότητα διαστάσεων, τη
θερμοχωρητικότητα, την αντίσταση σε φθορές από εκτριβή καθώς επίσης δυσχεραίνει τη
διείσδυση της ρευστής σκωρίας, λόγω χαμηλού φαινόμενου πορώδους.
Από τα δεδομένα του Σχήματος 2.38 είναι προφανές ότι μπορεί να προσδιοριστεί η
ογκική πυκνότητα σε g/cm3 (bulk density, Bd) του πυρίμαχου, η οποία δίνεται από την
εξίσωση:
Για τον προσδιορισμό τόσο του ποσοστού του ολικού πορώδους (true or total porosity)
όσο και του κλειστού (closed porosity του πυρίμαχου, απαιτείται και η πυκνότητα (d) του
πυρίμαχου υλικού, η οποία προφανώς είναι μεγαλύτερη από την ογκική πυκνότητα. Οι
εξισώσεις που δίνουν το τόσο ολικό πορώδες (true porosity) όσο και το κλειστό πορώδες
(closed porosity), είναι:
67
6) Πυριμαχότητα ή προσδιορισμός της θερμοκρασίας μαλάκυνσης μέσω της δοκιμής
PCE (πυρομετρικός ισοδύναμος κώνος, Pyrometric cone equivalent ASTM 24-09) ή
εναλλακτικά κώνος SEGER (γερμανική μέθοδος)
68
Σχήμα 2.39. Μέθοδος πυρομετρικού ισοδύναμου κώνου (PCE).
Ο ερπυσμός είναι ιδιότητα που εξαρτάται από το χρόνο και προσδιορίζει την τιμή
της παραμόρφωσης ενός υλικού όταν υφίσταται μηχανική καταπόνηση για δεδομένο
χρονικό διάστημα υπό δεδομένη θερμοκρασία. Ως γνωστό, τα πυρίμαχα υλικά πρέπει να
διατηρούν σταθερότητα διαστάσεων σε ακραίες θερμοκρασίες (συμπεριλαμβανόμενων
των επαναλαμβανόμενων θερμικών κύκλων) και σταθερή συμπεριφορά σε διάβρωση από
πολύ θερμά ρευστά και αέρια. Το κριτήριο αποδοχής που συνήθως υιοθετείται είναι: ότι
ο ερπυσμός σε συνθήκες θλίψης (η τιμή της παραμόρφωσης για δεδομένο χρονικό
διάστημα φόρτισης σε δεδομένη θερμοκρασία) δεν πρέπει να υπερβαίνει το 0,3% για
κανονικές συνθήκες «λειτουργίας» και θερμοκρασίας κατά τις πρώτες 50 ώρες της
δοκιμής. Η τιμή αυτή της ποσοστιαίας παραμόρφωσης εξασφαλίζει ότι ο ρυθμός
ερπυσμού μειώνεται κατά ένα αμελητέο ποσοστό στο τέλος της προβλεπόμενης περιόδου
69
και επομένως το πυρίμαχο μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές για χρήση για πολύ μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα.
Η αστοχία των πυριμάχων εξαρτάται επίσης από το χρόνο έκθεσης στο φορτίο και
στη θερμότητα. Μεγαλύτερος χρόνος έκθεσης σε θερμική και μηχανική καταπόνηση
(φόρτιση) έχει ως αποτέλεσμα την αστοχία του πυρίμαχου υλικού ακόμη και σε
συνθήκες σχετικά χαμηλού φορτίου και θερμοκρασίας. Ομοίως με αυξημένο φορτίο, τα
πυρίμαχα αστοχούν ακόμη και σε χαμηλότερη θερμοκρασία «λειτουργίας».
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η «πυριμαχότητα» (σημείο τήξης και αστοχίας
πυρίμαχου) μειώνεται, όταν το πυρίμαχο βρίσκεται υπό συνθήκες «φόρτισης».
Επομένως, ό προσδιορισμός της πυριμαχότητας υπό φόρτιση (RUL, refractoriness under
load) είναι πιο σημαντική ιδιότητα από την κλασσική «πυριμαχότητα».
70
Σχήμα 2.40. Πυρίμαχη επένδυση καμίνου με την «προστατευτική» επικάλυψη (Source:
[Link]
sium%20-%[Link] ).
Γενικά
72
Κατά την εκκίνηση μιας ψυχρής καμίνου, είναι σημαντικό να δίνεται επαρκής
χρόνος στους ελαστικούς δακτυλίους περιστροφής της καμίνου να διασταλούν
παράλληλα δηλ. με ομοιόμορφο ρυθμό θερμικής διαστολής (ταχύτητα) με αυτόν του
κελύφους των καμίνων (Σχήμα 2.41).
Εάν ο ρυθμός θέρμανσης της καμίνου είναι πολύ μεγάλος, τότε οι ψυχρότεροι
εξωτερικοί ελαστικοί δακτύλιοι που δεν έχουν διασταλεί «συσφίγγουν» το κέλυφος και
μπορούν να προκαλέσουν παραμόρφωσή του, παραμορφώνοντας και καταστρέφοντας
έτσι την πυρίμαχη επένδυση, που καλύπτει εσωτερικά το κέλυφος (Σχήμα 2.42). Επίσης,
όταν ο ελαστικός δακτύλιος διασταλεί αργότερα και αποκτήσει πλήρως τις λειτουργικές
του διαστάσεις, αυτό μπορεί να προκαλέσει χαλάρωση της σύσφιγξης, παραμόρφωση και
«ελλειπτικό σχήμα, ovality» στο κέλυφος της καμίνου. Τα πυρίμαχα, που δεν έχουν
υποστεί ήδη ζημιά από την προηγούμενη καταπόνηση, θα υποστούν κατόπιν φθορά από
ακτινική εκτριβή, με αποτέλεσμα την πιθανή ολοκληρωτική καταστροφή της επένδυσης
(Σχήμα 2.42).
73
Σε άλλες θέσεις της πυρίμαχης επένδυσης λαμβάνουν χώρα χαλαρώσεις της δομής,
λόγω εφελκυστικών τάσεων και σε άλλες θέσεις συμπίεση της δομής λόγω θλιπτικών
τάσεων. Τα αποτελέσματα όλων αυτών των δράσεων πάνω στην επένδυση φαίνονται στο
Σχήμα 2.42 (Πηγή: [Link]
Σχήμα 2.42. Αποτελέσματα μη ελεγχόμενης παραγωγής θερμότητας κατά την εκκίνηση της
καμίνου (Source: [Link] ).
Ο ρυθμός θέρμανσης κατά την έναρξη λειτουργίας της καμίνου πρέπει να είναι
σταθερός, στην αρχή και για 36h περίπου με ρυθμό ≅25°C/h και στη συνέχεια με λίγο
μεγαλύτερο ρυθμό, αλλά οπωσδήποτε με ρυθμό ≤50°C/h. Επίσης, η ταχύτητα ψύξης,
μετά τη ζώνη πύρωσης, πρέπει να είναι ≤50°C/h, επειδή μεγαλύτερη ταχύτητα ψύξης
μπορεί να καταστρέψει την επένδυση λόγω θερμοκρασιακού αιφνιδιασμού (thermal
shock) των πυρίμαχων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, δύο παράγοντες είναι πολύ μεγάλης σημασίας για τη
βέλτιστη λειτουργία της καμίνου: α) ο έλεγχος της διεργασίας της καύσης (ομαλός
ρυθμός αύξησης θερμοκρασίας μέσω της παροχής του καυσίμου) και β) η κατάλληλη
μορφή, το μήκος και η κατεύθυνση της φλόγας, ώστε να μην «προσβάλλει» άμεσα και
κατά μέτωπο την πυρίμαχη επένδυση.
74
Χρήση εναλλακτικών καυσίμων σε περιστροφικές καμίνους κλίνκερ τσιμέντου
75
αλκαλικούς ατμούς και περιορίζει την κινητικότητά τους. Ακόμη, επειδή η υαλώδης
φάση έχει υψηλό ιξώδες, μπορεί να μειώσει την ταχύτητα με την οποία οι κόκκοι του
πυρίμαχου απομακρύνονται με φορέα τη ρευστή σκωρία της επικάλυψης.
Η διαφοροποίηση των εναλλακτικών καυσίμων (απόβλητα) είναι τεράστια όσον
αφορά στη θερμογόνο δύναμη, στο % ποσοστό υγρασίας, στην % περιεκτικότητα στα
διάφορα ορυκτά συστατικά και στο % ποσοστό τέφρας κατά την καύση τους, επειδή
σημαντικό ποσοστό της μάζας των εναλλακτικών καυσίμων είναι ανόργανο υλικό το
οποίο δεν καίεται κατά την καύση και μετατρέπεται σε τέφρα. Επίσης συνήθως, η
περιεκτικότητά τους σε πτητικές θειούχες και χλωριούχες ενώσεις αλκαλίων είναι
υψηλή. Αυτές οι ενώσεις συχνά μειώνουν σημαντικά την απόδοση των καμίνων, καθώς ο
σχηματισμός επικαλύψεων και επικαθίσεων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σοβαρός στα
χαμηλότερα τμήματα των κυκλώνων προθέρμανσης της φαρίνας, στο ανοδικό τμήμα του
αγωγού θερμών αερίων και κοντά στην είσοδο της καμίνου.
Επιπλέον, οι παραγόμενες αέριες φάσεις μπορούν να διεισδύσουν στην πυρίμαχη
επένδυση να προσκολληθούν στις ορυκτές φάσεις της, προκαλώντας δομικές αλλαγές
στην επένδυση και τελικά αστοχία και θραύση.
Η κατανόηση λοιπόν της συμβατότητας των καυσίμων σε σχέση με τη χημική
σύσταση και την περιεκτικότητά τους σε τέφρα και η επίδραση αυτών των
χαρακτηριστικών στις πυρίμαχες επενδύσεις είναι ζωτικής σημασίας για την αποφυγή
σοβαρών προβλημάτων που έχουν σχέση με το πρόβλημα των επικαθίσεων και των
εμφράξεων στο σύστημα της περιστροφικής καμίνου του κλίνκερ τσιμέντου.
76
Σχήμα 2.43. Επιλογή κατάλληλης πυρίμαχης επένδυσης – παράγοντες επιλογής
Παρακάτω αναλύονται όσα πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη σωστή επιλογή της
κατάλληλης πυρίμαχης επένδυσης περιστροφικής καμίνου (Harbison-Walker, 2005, σελ.
82).
Παράγοντες που έχουν σχέση με τη λειτουργία των καμίνων
1. Τύπος/είδος καμίνων
2. Στοιχεία σχεδιασμού και διαστάσεις καμίνων
3. Φορτίσεις πυρίμαχης επένδυσης καμίνου
77
4. Συνθήκες θέρμανσης καμίνων (τοπική ή σε πολλές πλευρές)
5. Ποιότητα μόνωσης καμίνων
6. Τρόπος ψύξης με νερό ή αέρα
7. Τρόπος κατασκευής πυρίμαχης επένδυσης (μορφοποιημένα ή μονολιθικά
πυρίμαχα
8. Μέθοδος σταθεροποίησης και στερέωσης της επένδυσης
9. Πρόβλεψη θερμικής ή μη διόγκωσης
10. Επιπτώσεις κινούμενων μηχανικών μερών της καμίνου
Παράγοντες σχετικοί με τα πυρίμαχα
78
Είδος και τύπος πυρίμαχης επένδυσης περιστροφικώνς καμίνων κλίνκερ
τσιμέντου
79
αποκένωσης του κλίνκερ (έξοδος κλίνκερ). Η επιλογή μεταξύ δολομιτικών ή πυρίμαχων
μαγνησίας-σπινελίου στη ζώνη έψησης εξαρτάται από σειρά παραγόντων όπως η
σταθερότητα του στρώματος της επικάλυψης, ο τύπος των χρησιμοποιούμενων καυσίμων
στη ζώνη έψησης, η εμφύσηση ανθρακικού νατρίου ή χλωριούχου ασβεστίου στη ζώνη
καύσης, καθώς και ο ετήσιος συντελεστής λειτουργίας της καμίνου (ποσοστό % των
8760 ωρών του έτους), αν αφαιρεθεί ο χρόνος προγραμματισμένων συντηρήσεων.
Το πλεονέκτημα των πυριμάχων μαγνησίας - σπινελίου έναντι των δολομιτικών
στη ζώνη έψησης είναι η μεγαλύτερη αντοχή τους στον κίνδυνο καταστροφής της δομής
τους όταν λάβει χώρα αστοχία και απομάκρυνση της προστατευτικής επικάλυψης.
Μειονεκτήματά τους είναι το υψηλότερο κόστος, η μικρότερη επικαλυπτικότητα (τάση
δημιουργίας επικάλυψης λόγω επιφανειακής δομής) και η πιθανότητα αντίδρασης του
σπινελίου με το τηγμένο κλίνκερ.
Στην ζώνη που ακολουθεί εκείνη της πύρωσης (safety zone, Σχήμα 2.44), λόγω μεγάλων
θερμοκρασιακών διακυμάνσεων, υπάρχει πιθανότητα να λάβουν χώρα χημική προσβολή
των τούβλων (ευτηκτικές αντιδράσεις) και χημική προσβολή τους από ενώσεις
αλκαλίων. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται βασικά πυρίμαχα ουδέτερης
συμπεριφοράς, χαμηλού πορώδους (<16%), μέσης περιεκτικότητας σε αλούμινα (50-
60% σε Al2O3). Αυτά παρουσιάζουν υψηλή αντοχή σε θερμοκρασιακές διακυμάνσεις και
χαμηλή θερμική αγωγιμότητα, χαρακτηριστικά που ευνοούν τη μείωση των θερμικών
απωλειών στην περιοχή αυτή, όπου λαμβάνουν ακόμη χώρα ενδόθερμες αντιδράσεις.
Στη ζώνη ψύξης, λόγω μεγάλων θερμικών και μηχανικών καταπονήσεων και
αναγκαιότητας μεγάλης αντοχής σε εκτριβή από τα σφαιρίδια του κλίνκερ,
χρησιμοποιούνται μεγάλης πυκνότητας, ανθεκτικά σε εκτριβή αλουμινούχα πυρότουβλα
με >80% Al2O3 ενισχυμένα με ανθρακοπυρίτιο (SiC).
81
Βιβλιογραφία πυριμάχων
82
2.6. Η ΑΛΕΣΗ ΤΟΥ ΚΛΙΝΚΕΡ
Οι ιδιότητες του τσιμέντου, όσο και η συμπεριφορά κατά τη χρήση του στην παραγωγή
σκυροδέματος, εξαρτώνται, εκτός των άλλων σημαντικά και από τη λεπτότητά του
δηλαδή από την κοκκομετρική του ανάλυση. Η λεπτότητα του τσιμέντου εκφράζεται από
την τιμή του δείκτη Blaine, που δίνεται σε μονάδες cm2/g ή m2/kg και κυμαίνεται από
2800-6000 cm2/g (280-600 m2/kg), ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται.
Η ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται στην παραγωγή τσιμέντου κυμαίνεται από 100-110
kWh/tonne τσιμέντου (Σχήμα 2.45). Σύμφωνα με το παραπάνω σχήμα, το 63.7% της
ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στην παραγωγή τσιμέντου αφορά στις
διεργασίες θραύσης, λειοτρίβησης και ξήρανσης των πρώτων υλών και επίσης στην
άλεση του κλίνκερ, της γύψου και των πρόσθετων.
Επίσης είναι γνωστό ότι η καταναλισκόμενη ενέργεια κατά τη λειοτρίβηση και την
άλεση έχει σχέση με το μέγεθος της τροφοδοσίας (διαστάσεις των τεμαχίων κλίνκερ), με
το μέγεθος του προϊόντος, με τα φυσικά χαρακτηριστικά του υλικού (σκληρότητα,
δείκτης έργου, πυκνότητα), τα χαρακτηριστικά του μύλου (διαστάσεις, σχέση μήκους
προς διάμετρο) και τα χαρακτηριστικά λειτουργίας του (συντελεστής πλήρωσης,
σύνθεση του φορτίου). Είναι επίσης γνωστό ότι η ειδική επιφάνεια του τσιμέντου
(λεπτότητα) εξαρτάται από το μέγεθος των τεμαχίων του προϊόντος.
Κατανομή κατανάλωσης Η.Ε. στην παραγωγή τσιμέντου
Κατανάλωση Η.Ε. σε kWh/t τσιμέντου
35 35
Ποσοστιαία % κατανάλωση Η.Ε.
30 30
25 25
20 20
15 15
30
26,1
24,6
10 10
5 5
5,1
4,4
5
3,2
0 0
α.
α
ση
ρ
.
ν
ου
.Υ
.Υ
ακ
κ.
κε
ώ
Π
Π
ντ
θρ
υλ
ρα
ίν
ση
η
μέ
κλ
η
άν
ω
ξή
ησ
ησ
ν
σι
τω
ρτ
η
η
ί
οί
η,
τ
ύξ
ο
ρώ
ησ
φό
οπ
ή
π
ησ
γ
νο
ίβ
ω
π
η,
εν
ίβ
ρ,
τρ
γε
αγ
η
ισ
τρ
ογ
κε
υξ
ιο
μο
αρ
κκ
ιο
ν
ομ
Λε
όρ
ί
οο
Λε
κλ
σά
π
η,
εξ
ρ-
πρ
εν
γή
ει ξ
κε
&
η-
ά,
ίν
άμ
η
αγ
ύσ
ορ
κλ
υψ
Αν
αρ
ρα
αφ
η
άλ
εσ
Π
Θ
ετ
οκ
Άλ
Μ
Απ
Σχήμα 2.45. Κατανάλωση και ποσοστιαία κατανομή κατανάλωσης Η.Ε. στην παραγωγή
τσιμέντου.
83
Έχει διαπιστωθεί ότι η ειδική ενέργεια άλεσης είναι συνάρτηση της σκληρότητας του
κλίνκερ (δείκτης έργου ή δείκτης Bond, Bond work index wi), της λεπτότητας Blaine
(κοκκομετρία) του τσιμέντου που θα παραχθεί και με πολύ καλή προσέγγιση, δίνεται
από:
E = 10 (1.74×10 )
−4
× FBl + 0.035× wi + 0.4714
όπου Ε η ενέργεια άλεσης του κλίνκερ σε kWh/tonne, FBl η λεπτότητα του τσιμέντου
(Blaine) σε cm2/g και wi ο δείκτης έργου (work index) σε kWh/short ton. Στους
συντελεστές της εξίσωσης έχει ενσωματωθεί ο συντελεστής μετατροπής 1 short ton (s.t.)
= 0.907 tonne.
Για την άλεση των πρώτων υλών, του κλίνκερ και των πρόσθετων (γύψου, σκωρίας
υψικαμίνων, ποζολάνης, ιπτάμενης τέφρας κλπ.), χρησιμοποιούνται σφαιρόμυλοι
λειοτρίβησης (άλεσης), κατακόρυφοι μύλοι περιστρεφόμενων κυλίνδρων μεγάλης
απόδοσης ή συνδυασμοί κυλινδρόπρεσσας και σφαιρόμυλων για τη μείωση του κόστους,
την αύξηση της δυναμικότητας της διάταξης και την αύξηση της λεπτότητας του
προϊόντος.
Στο Σχήμα 2.46 δίνεται η σημερινή κατάσταση όσον αφορά στις διεργασίες άλεσης στη
βιομηχανία παραγωγής τσιμέντου [49].
Από το Σχ. 2.46 διαπιστώνεται η ευρύτατη εφαρμογή που έχουν βρεί οι κατακόρυφοι
μύλοι στην αρχική άλεση των πρώτων υλών (παραγωγή φαρίνας) και των σκωριών, ενώ
οι συμβατικοί σφαιρόμυλοι διατηρούν ακόμη κυρίαρχη θέση στην άλεση του κλίνκερ για
παραγωγή τσιμέντου.
84
Σχήμα 2.46. Μέθοδοι λειοτρίβησης και άλεσης πρώτων υλών και προϊόντος στην
τσιμεντοβιομηχανία [49].
85
Σχήμα 2.48. Σφαιρόμυλος άλεσης κλίνκερ για παραγωγή τσιμέντου.
87
Σχήμα 2.49. Διάταξη προκαταρκτικής άλεσης (pregrinding) του κλίνκερ με κυλινδρόπρεσσα
(Roller press) και τελική άλεση σε σφαιρόμυλο (κατά FLSmidth).
Στον Πίνακα 2.3 γίνεται σύγκριση της ειδικής κατανάλωσης ενέργειας (kWh/t) μεταξύ
τριών διαφορετικών διαδικασιών άλεσης του κλίνκερ. Συγκεκριμένα, συγκρίνονται η
συμβατική μέθοδος άλεσης με σφαιρόμυλο σε κλειστό κύκλωμα με αεροδιαχωριστή, η
διαδικασία χονδρομερούς προκαταρκτικής άλεσης του κλίνκερ σε κυλινδρόπρεσσα και
τελική άλεση σε σφαιρόμυλο και η διαδικασία «ημιτελικής» άλεσης σε κυλινδρόπρεσσα
και τελική άλεση σε κλειστό κύκλωμα σφαιρόμυλου-διαχωριστή (ταξινομητή).
88
Σχήμα 2.50. Διάταξη ημιτελικής άλεσης (semi-finish grinding) του κλίνκερ με κυλινδρόπρεσσα
(Roller press) και τελική άλεση σε σφαιρόμυλο (κατά FLSmidth).
Από τον πίνακα διαπιστώνεται η σημαντική μείωση της ειδικής κατανάλωσης ενέργειας
δηλαδή της ηλεκτρικής ενέργειας, όταν η άλεση του κλίνκερ υποβοηθάται από τη χρήση
κυλινδρόπρεσσας στα αρχικά στάδια. Η μείωση (κατά 10 και 20% έναντι της συμβατικής
διαδικασίας, αντιστοίχως) είναι πολύ σημαντική για τον έλεγχο του κόστους παραγωγής
του τσιμέντου. Και τούτο, επειδή τα οικονομικά περιθώρια (σχέση κόστους παραγωγής-
τιμής πώλησης ανά τόννο) είναι πολύ στενά στη διαδικασία παραγωγής του τσιμέντου.
89
Πίνακας 2.3. Σύγκριση ειδικής κατανάλωσης ενέργειας άλεσης
90
Σχήμα 2.52. Διάταξη άλεσης κλίνκερ με κατακόρυφο μύλο (κατά FLSmidth).
Μια εναλλακτική μεθοδολογία που αποτελεί μια σύγχρονη μέθοδο άλεσης, η οποία
εφαρμόζεται σε πολλές τσιμεντοβιομηχανίες σήμερα, χρησιμοποιεί κατακόρυφους
μύλους άλεσης (Σχήμα 2.51). Στην περίπτωση αυτή, το ολοκληρωμένο κύκλωμα άλεσης
-μαζί με το σύστημα αποκονίωσης - για την παραλαβή τελικού προϊόντος (αλεσμένη
φαρίνα, τσιμέντο ή αλεσμένη σκωρία υψικαμίνων), δίνεται στο Σχήμα 2.52. Επίσης, στο
Σχήμα 2.53 συσχετίζεται το κόστος του κύριου μηχανολογικού εξοπλισμού άλεσης,
συναρτήσει της δυναμικότητας άλεσης κλίνκερ (t/ημέρα), για διάφορες εναλλακτικές
περιπτώσεις διατάξεων άλεσης κλίνκερ και γύψου.
91
Σχήμα 2.53. Συσχέτιση κόστους του κύριου εξοπλισμού άλεσης, συναρτήσει της δυναμικότητας
άλεσης κλίνκερ (t/ημέρα) [49].
Η συμπεριφορά όμως του κλίνκερ κατά την άλεση εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη
χημική, την ορυκτολογική, την κοκκομετρική ανάλυση (λεπτότητα) των συστατικών της
φαρίνας (τροφοδοσία), την ποιότητα ομογενοποίησης των πρώτων υλών, τις συνθήκες
πυροσυσσωμάτωσης (χρόνος παραμονής, θερμοκρασία) εντός της καμίνου και από την
ταχύτητα ψύξης του κλίνκερ.
Προφανώς όλα τα παραπάνω επιδρούν σημαντικά, τόσο στη συμπεριφορά του κλίνκερ
κατά την άλεση (κατανάλωση ενέργειας, λεπτότητα δηλ. κοκκομετρική ανάλυση του
παραγόμενου τσιμέντου), αλλά και στη συμπεριφορά του τσιμέντου κατά την ενυδάτωσή
του, αφού είναι γνωστό ότι λεπτότερο τσιμέντο ενυδατώνεται πολύ γρήγορα, εκλύει
μεγάλη ποσότητα θερμότητας και επιδρά σημαντικά στην πρώϊμη ανάπτυξη αντοχών.
Επίσης, μεγάλα ποσοστά ελεύθερης ασβέστου αλλά και περίκλαστου, κατά την
92
ενυδάτωση μετατρέπονται σε υδροξείδια [Ca(OH)2] και Mg(OH)2 (μπρουσίτης, brucite),
τα οποία ευθύνονται για τις καταστροφικές για το σκυρόδεμα διογκώσεις και διαρρήξεις
μετά την πήξη του, δηλαδή προκαλούν προβλήματα σταθερότητας όγκου.
Οι κρύσταλλοι του αλίτη (C3S) συνήθως είναι γωνιώδεις και συμπεριφέρονται ψαθυρά
(θραύονται χωρίς σημαντική παραμόρφωση). Επίσης, λόγω των μικρορωγματώσεων
(cracks) που περιέχουν ως αποτέλεσμα της ταχείας ψύξης του κλίνκερ, λειοτριβούνται
(αλέθονται) σχετικώς εύκολα. Οι κρύσταλλοι του βελίτη (C2S) είναι αποστρογγυλεμένοι,
συμπεριφέρονται πλαστικά και παραμορφώνονται σημαντικά πριν από τη θραύση τους,
άρα είναι πιο ανθεκτικοί στη θραύση.
Τα παραπάνω δίνουν ενδείξεις για την κατανάλωση ενέργειας κατά την άλεση του
κλίνκερ τσιμέντου όπως και για την αναμενόμενη κοκκομετρική ανάλυση του τσιμέντου
που θα παραχθεί, σε σχέση με την ποσοστιαία αναλογία των δύο φάσεων αλίτη - βελίτη
στο κλίνκερ, όπως επίσης και με το μέγεθος των κρυστάλλων των φάσεων αυτών στο
κλίνκερ που σχετίζεται με το ρυθμό ψύξης.
Στα Σχήματα 2.54 και 2.55 απεικονίζονται ενδεικτικά δύο μερικές περιπτώσεις
εμφάνισης κλίνκερ (Α και Β), σε σχέση με την περιεκτικότητά τους στις κύριες φάσεις
C3S και C2S και με το μέγεθος των σχηματιζόμενων κρυστάλλων κατά την ψύξη.
Σχήμα 2.54. Κατάταξη μορφών κλίνκερ ως προς την αλεστικότητά τους, συναρτήσει της
περιεκτικότητάς του σε αλίτη και βελίτη [51].
93
Σχήμα 2.55. Κατάταξη μορφών κλίνκερ ως προς την αλεστικότητά τους, συναρτήσει της
περιεκτικότητάς του σε αλίτη και βελίτη [51].
Σχήμα 2.56. Συσχέτιση δύο διαφορετικών κλίνκερ (Α, Β) με το μέγεθος των παραγόμενων
κρυστάλλων αλίτη-βελίτη και με την αντοχή τους κατά την άλεση [51].
94
2.7. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΘΕΡΜΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΙΚΗ ΚΑΜΙΝΟ
95
Η θερμότητα για τη λειτουργία της περιστροφικής καμίνου και την επιτέλεση των
αντιδράσεων πυροσυσσωμάτωσης (κλινκεροποίηση) προκύπτει από την καύση των
χρησιμοποιούμενων καυσίμων.
Πίνακας 2.4. Ενεργειακές απαιτήσεις στην παραγωγή του κλίνκερ (επεξεργασία δεδομένων [8],
Taylor, 1997, p.61)
Η καύση είναι η χημική αντίδραση (οξείδωση) του άνθρακα, του υδρογόνου και του
θείου του καυσίμου με το οξυγόνο του αέρα, αντιδράσεις που είναι εντόνως εξώθερμες.
Οι παραπάνω αντιδράσεις καύσης αφορούν σε πλήρη καύση των καυσίμων, ενώ όταν
γίνεται ατελής καύση του καυσίμου, η αντίδραση που λαμβάνει χώρα είναι:
Η ατελής αντίδραση, παρά το γεγονός ότι και αυτή είναι εξώθερμη, εκλύει περίπου το
1/3 (≅ 2500 kcal/kg) της θερμότητας που εκλύει η πλήρης καύση και γίνεται αντιληπτή
από το μαύρο καπνό που παράγεται και υποδηλώνει άνθρακα ο οποίος δεν έχει «καεί»
για να παράξει θερμότητα.
96
Για να λάβουν χώρα οι αντιδράσεις πλήρους καύσης πρέπει να ικανοποιούνται δύο
προϋποθέσεις:
• Πρέπει να υπάρχει επαρκής ποσότητα οξυγόνου (από τον αέρα) για ανάμειξη με
το καύσιμο και η πραγματική ποσότητα του εισαγόμενου αέρα πρέπει να είναι
μεγαλύτερη της θεωρητικά απαιτούμενης, δηλαδή να υπάρχει περίσσεια αέρα. Η
περίσσεια αέρα (%) εξαρτάται από τον τύπο του καυσίμου, το σύστημα έναυσης,
το μέγεθος των τεμαχίων του καυσίμου προκειμένου περί στερεών ή το μέγεθος
των σταγονιδίων προκειμένου περί υγρών καυσίμων
• Πρέπει να διατηρείται δεδομένη ελάχιστη θερμοκρασία για την έναυση του
μείγματος καυσίμου-οξυγόνου.
Το οξυγόνο της αντίδρασης προέρχεται από τον αέρα, ο οποίος περιέχει περίπου 78.1%
κ.ο. (75.5% κ.β.) άζωτο και 20.9% κ.ο. (23% κ.β.) οξυγόνο, οπότε για να επιτευχθεί
πλήρης καύση απαιτούνται τουλάχιστον 5 όγκοι αέρα για κάθε ένα όγκο οξυγόνου που
απαιτείται για την πλήρη καύση.
Τόσο ή έλλειψη όσο και η υπερβολική περίσσεια αέρα έχουν δυσμενείς οικονομικές
επιπτώσεις στη διεργασία παραγωγής κλίνκερ στις περιστροφικές καμίνους. Η έλλειψη,
επειδή παράγει μικρότερες ποσότητες της αναγκαίας θερμότητας διεξαγωγής των
αντιδράσεων πυροσυσσωμάτωσης, λόγω ατελούς καύσης. Επίσης, η υπερβολική
περίσσεια αέρα έχει οικονομικές επιπτώσεις στη διεργασία. Αυτό συμβαίνει, επειδή
ποσοστό της παραγόμενης θερμότητας καταναλώνεται για την ανύψωση της
θερμοκρασίας της περίσσειας του αέρα (άζωτο και υπολειπόμενο οξυγόνο από το
απαιτούμενο στις αντιδράσεις καύσης) και κατόπιν απάγεται ως λανθάνουσα θερμότητα
στα καπναέρια, αντί να χρησιμοποιείται στην κυρίως διεργασία της πυροσυσσωμάτωσης.
Εκτός των άλλων, υπερβολική περίσσεια αέρα και θερμότητα στην περιοχή του άκρου
εισόδου της τροφοδοσίας (περιοχή αλύσεων προθέρμανσης) μπορεί να οδηγήσει σε
εκδήλωση πυρκαϊάς, λόγω του άνθρακα που περιέχεται στο υλικό (χάλυβας) των
αλύσεων. Άρα, οι συνθήκες καύσης μέσα στην κάμινο πρέπει να είναι κατάλληλες ώστε
να γίνεται πλήρης καύση του καυσίμου που υπάρχει, χωρίς σημαντικές απώλειες
θερμότητας στο περιβάλλον, φαινόμενο που έχει οικονομικές επιπτώσεις στο κόστος της
διεργασίας. Οι υποδείξεις των κατασκευαστών καυστήρων προτείνουν, ανάλογα με τον
τύπο του καυσίμου, τα παρακάτω ποσοστά % περίσσειας αέρα:
97
Πετρέλαιο 10-20%
Λειοτριβημένος άνθρακας 20-25%
Τα αέρια καύσιμα, κυρίως φυσικό αέριο (≅ 95% CH4), επειδή είναι το φθηνότερο από
τα υπόλοιπα αέρια και έχει μεγάλη θερμογόνο δύναμη, λόγω και του περιεχόμενου
υδρογόνου. Χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στην τσιμεντοβιομηχανία και παρουσιάζει
ουσιαστικά πλεονεκτήματα έναντι των άλλων ορυκτών καυσίμων. Αυτά είναι τα εξής:
• Δεν χρειάζεται καμιά προετοιμασία ξήρανση, λειοτρίβηση ή προθέρμανση, όπως
τα στερεά ή τα υγρά, αντιστοίχως
98
• Η καύση λαμβάνει χώραν μόλις αναμειχθεί με την κατάλληλη ποσότητα αέρα και
η θερμοκρασία έναυσης φθάσει στην επιθυμητή τιμή της
• Η ατμόσφαιρα στη ζώνη καύσης είναι «διαυγής» σε σχέση με αυτή που
εμφανίζεται στις περιπτώσεις καύσης πετρελαίου ή άνθρακα
• Χρησιμοποιούνται απλά συστήματα καύσης χωρίς ουσιαστική ανάγκη
συντήρησης
• Παρουσιάζουν περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα, λόγω χαμηλών εκπομπών αερίων
του θερμοκηπίου και άλλων εκπομπών
• Επιπλέον, πλεονέκτημα της έναυσης του φυσικού αερίου θεωρείται η μη
αναγκαιότητα σημαντικής ποσότητας αρχικού αέρα, ώστε η δευτερογενής παροχή
θερμού αέρα χρησιμοποιείται αποκλειστικά στην καύση μέσα στην κάμινο.
Επειδή η θερμοκρασία, που επικρατεί στη ζώνη έναυσης της καμίνου, είναι υψηλότερη
στην περίπτωση χρήσης φυσικού αερίου, σε σχέση με τα άλλα καύσιμα, απαιτείται
κατάλληλη προσαρμογή του καυστήρα και της θέσης του στην έξοδο της καμίνου σε
περίπτωση αλλαγής τύπου καυσίμου.
Ως στερεά καύσιμα θεωρούνται οι παντός είδους ορυκτοί άνθρακες, ξύλα και επίσης
άχρηστα ελαστικά αυτοκινήτων, στερεά οργανικά απόβλητα, τα οποία μπορούν να
χρησιμοποιηθούν στην τσιμεντοβιομηχανία για την παραγωγή ενέργειας (θερμότητα)
• Οι ορυκτοί άνθρακες κατατάσσονται σε τρεις κύριες κατηγορίες και
συγκεκριμένα σε ανθρακίτες, βιτουμενιούχους άνθρακες και λιγνίτες
Η χημική σύσταση των ανθράκων έχει σημαντική επίδραση στην καύση τους και οι
ιδιότητές τους διακρίνονται στις φυσικές και τις χημικές
• Οι φυσικές ιδιότητες των ανθράκων περιλαμβάνουν τη θερμογόνο δύναμή τους,
το ποσοστό υγρασίας, την περιεκτικότητά τους σε πτητικά και την
περιεκτικότητά τους σε τέφρα ενώ,
Το ποσοστό υγρασίας των ανθράκων κυμαίνεται από 0.5-10% περίπου και θεωρείται ως
«μειονέκτημα» των ανθράκων, επειδή αντικαθιστά μέρος της καύσιμης ύλης και μειώνει
τη θερμογόνο δύναμή τους.
Τα πτητικά συστατικά των ανθράκων είναι εύφλεκτα αέρια (μεθάνιο, υδρογόνο,
μονοξείδιο του άνθρακα) και μη εύφλεκτα αέρια όπως διοξείδιο του άνθρακα και οξείδια
αζώτου. Είναι φανερό ότι μεγάλη περιεκτικότητα σε πτητικά συμβάλει στην εύκολη
ανάφλεξη των ανθράκων.
100
Πίνακας 2.6. Είδος και θερμογόνος δύναμη καυσίμων τσιμεντοβιομηχανίας
101
Σχήμα 2.57. Ποσοστιαία % και απόλυτη κατανάλωση (×106 tonnes) εναλλακτικών καυσίμων
στην ευρωπαϊκή τσιμεντοβιομηχανία.
• Ο μόνιμος άνθρακας
Ο μόνιμος άνθρακας (Fixed carbon, FC) είναι η κύρια πηγή έκλυσης θερμότητας
κατά την καύση και χρησιμοποιείται για τον κατ’ εκτίμηση προσδιορισμό της
θερμογόνου δύναμης των ανθράκων
Ιδιαίτερη σημασία και προσοχή πρέπει να δίνεται στην περίπτωση χρήσης ανθράκων στις
περιστροφικές καμίνους, επειδή τα λεπτομερή τεμάχια άνθρακα, που προκύπτουν από τη
διακίνησή τους και από τις διεργασίες ελάττωσης μεγέθους, προκαλούν προβλήματα και
εγκυμονούν κινδύνους στην καύση. Στις περιπτώσεις αυτές, και για να αποφευχθεί η
απόμειξη (segregation) των λεπτομερών τεμαχίων από τα χονδρομερή στους σωρούς
αποθήκευσης, επιβάλλεται διαβροχή των λεπτομερών και ανάμειξη των
102
συσσωματωμάτων με χονδρομερή τεμάχια. Η παραπάνω πρακτική μειώνει το ποσοστό
του άνθρακα που δεν καίεται και επίσης την απαιτούμενη % περίσσεια αέρα.
Στον Πίνακα 2.8 δίνονται ενδεικτικά χαρακτηριστικές φυσικές και χημικές ιδιότητες
ορυκτών καυσίμων που χρησιμοποιούνται στην τσιμεντοβιομηχανία.
4000 kcal/kg =
16.74 GJ/t
Ενδεικτικές τιμές 9350 kcal/Nm3
10500-10700 Κυμαίνεται μεταξύ
Ανώτερη (Συνήθως
kcal/kg 4000-6000 kcal/kg
Θερμογόνος δύναμη, κυμαίνεται από
ή (16.74-25.3 GJ/t),
GCV (Gross 9000-11000
43.9-44.8 GJ/t Εξαρτάται από τη
calorific value), kcal/Nm3)
γεωλογική του
ηλικία
103
• Η τέφρα της καύσης – Ενσωμάτωση στο κλίνκερ - Επίδραση στην αναλογία
των πρώτων υλών παραγωγής κλίνκερ
Η τέφρα αποτελεί την ανόργανη ύλη των ανθράκων (καύσιμα), η οποία
κυμαίνεται μεταξύ 5-40% στους άνθρακες και αποτελεί το κατάλοιπο της καύσης
Η περιεκτικότητα του καυσίμου σε ανόργανες ύλες άρα και του προϊόντος της
καύσης σε τέφρα επηρεάζει την απόδοση της καύσης. Επίσης, έχει επίδραση στο
προϊόν της διεργασίας πυροσυσσωμάτωσης (κλίνκερ), επειδή, λόγω της χημικής
συγγένειάς της με τα οξείδια της φαρίνας, ενσωματώνεται σε κάποιο ποσοστό
(≈70-80%) στις παραγόμενες φάσεις του κλίνκερ μεταβάλλοντας την αναλογία
των διαφόρων οξειδίων στο κλίνκερ, οπότε επηρεάζει τις τιμές των δεικτών
στόχων (LSF, SR) και ως εκ τούτου πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε υπόψη
(Πίνακας 2.9). Επίσης, έχει σημαντική επίδραση στον εξοπλισμό ελέγχου της
αέριας ρύπανσης και απαιτεί ειδικό εξοπλισμό διαχείρισης των στερεών
καταλοίπων της διεργασίας αλλά και του SO2, που παράγεται λόγω του
περιεχόμενου θείου του καυσίμου. Παρακάτω αναλύεται η επίδραση της
ενσωμάτωσης της τέφρας του καυσίμου στο κλίνκερ.
Πίνακας 2.9. Επίπτωση ενσωμάτωσης τέφρας του καυσίμου στο παραγόμενο κλίνκερ [10]
1 2 3 4
Μείγμα πρώτων % Προκύπτον κλίνκερ
Κλίνκερ
υλών (φαρίνα), περιεκτικότητα (ενσωμάτωση 80%
% περιεκτικότητα
Συμβολισμοί % περιεκτικότητα οξειδίων τέφρας στο κλίνκερ
οξειδίων στο
οξειδίων, τέφρας και κατανάλωση
κλίνκερ, δείκτες
επιθυμητές τιμές καυσίμου καυσίμου 0.15t/t
κλίνκερ, κλπ.
δεικτών κλίνκερ κλίνκερ)
C = % CaO 43.74 8 68.45 67.72
S = % SiO2 14.53 48 22.73 63.12/0.639 23.03
63.12
A = % Al2O3 3.41 29 5.36 = 98.78 5.64
F = % Fe2O3 1.44 10 2.25 2.34
Υπόλοιπο, R
100-63.12 36.88 5 1.22 100-98.78 1.27
CO2, H2O κλπ.
LSF, % 96 - 96 93.2
SR 3.0 - 3.0 2.89
• Από τον προσδιορισμό της αναλογίας ανάμειξης τριών (-3-) δεδομένων πρώτων
υλών για την παραγωγή κλίνκερ (με δείκτες στόχους LSF 96% και SR 3.0),
προέκυψε μια μέση χημική ανάλυση φαρίνας η οποία δίνεται στη στήλη 1 του
Πίνακα 2.8. Το κλίνκερ που θα παραχθεί θα έχει τη χημική ανάλυση της στήλης 3
104
του Πίνακα 2.9. Έχει γίνει η υπόθεση ότι κατά την κλινκεροποίηση θα
απομακρυνθεί, ως CO2 (34.37%) και H2O, μόνο το 36.1% (από το 36.88%, Στήλη
1, Πίνακας 2.9) του υπολοίπου των πρώτων υλών. Οπότε η αναγωγή των
περιεκτικοτήτων της στήλης 1 ως προς το υπόλοιπο 63.9% = (100-36.1)%, δίνει τη
σύσταση της στήλης 3.
Όμως, αν στη διεργασία παραγωγής κλίνκερ χρησιμοποιηθεί καύσιμο με
κατανάλωση 0.15t καυσίμου/t κλίνκερ και τέφρα 10% με χημική ανάλυση της
στήλης 2, και αν υποτεθεί ότι το 80% της τέφρας αυτής θα ενσωματωθεί στο
κλίνκερ, τότε η ποσότητα της τέφρας που θα καταλήξει στο κλίνκερ θα είναι
0.8x0.15x0.10 = 0.012 t τέφρας/t κλίνκερ. Οπότε, η τελική σύνθεση του
προκύπτοντος τελικού κλίνκερ (100%) θα συνίσταται από 98.8% κλίνκερ της στήλης
3 και 1.2% τέφρα της στήλης 2. Άρα, το τελικό κλίνκερ θα έχει σύσταση όπως αυτή
που δίνεται στη στήλη 4 του Πίνακα 2.9. Όμως, λόγω της ενσωμάτωσης της τέφρας
στο κλίνκερ, μεταβάλλονται οι τιμές των δεικτών στόχων και παίρνουν τις τιμές LSF
= 93.2% αντί 96% και SR = 2.89 αντί της τιμής 3.0. Οι παραπάνω διαφοροποιήσεις
πρέπει να λαμβάνονται οπωσδήποτε υπόψη κατά τον προσδιορισμό της αναλογίας
των πρώτων υλών της φαρίνας με μικρή αύξηση των τιμών των δεικτών στόχων (π.χ.
των LSF και SR), ώστε οι τιμές των δεικτών στόχων τελικώς να προσεγγίζονται
ικανοποιητικά μετά την ενσωμάτωση της τέφρας στο κλίνκερ.
Ως γενικός κανόνας για την καύση ισχύει ότι, η πιο αποδοτική και συμφέρουσα χρήση
του καυσίμου γίνεται όταν η συγκέντρωση του CO2, που προέρχεται απ΄την καύση, στα
απαέρια είναι μέγιστη. Θεωρητικά αυτό συμβαίνει όταν η παροχή του αέρα είναι τέτοια
ώστε να περιέχει την απαιτούμενη ποσότητα O2 που χρειάζεται ο άνθρακας του
καυσίμου για την καύση του και αναφέρεται ως θεωρητικά απαιτούμενη ποσότητα
αέρα. Η ποσότητα του εισαγόμενου αέρα εξαρτάται από τη χημική σύσταση του
καυσίμου και από την παροχή (ρυθμός τροφοδοσίας) του στον καυστήρα (kg/h, m3/min
κλπ). Επίσης, ο σχεδιασμός αλλά και η κατάσταση του καυστήρα παίζει σημαντικό ρόλο
στην ποιότητα καύσης, δηλαδή στην ποσότητα του απαιτούμενου αέρα καύσης. Είναι
105
προφανές ότι η θεωρητικά απαιτούμενη ποσότητα αέρα δεν είναι ποτέ αρκετή για πλήρη
καύση.
Η απαιτούμενη ποσότητα αέρα για την καύση συγκεκριμένου καυσίμου (θερμογόνος
δύναμη και περιεκτικότητα σε υγρασία) επιβάλει τον καταρχήν υπολογισμό της
θεωρητικά απαιτούμενης ποσότητας αέρα, που είναι συνάρτηση των φυσικοχημικών
ιδιοτήτων του καυσίμου. Η ποσότητα αυτή του αέρα προκύπτει από τη στοιχειομετρική
επεξεργασία των εξώθερμων αντιδράσεων καύσης που θα λάβουν χώρα μέσα στην
κάμινο.
Για να επιτευχθούν συνθήκες πλήρους καύσης του καυσίμου, πρέπει η πραγματική
ποσότητα του αέρα που θα εισαχθεί στην κάμινο να είναι μεγαλύτερη από αυτή που
προέκυψε από το στοιχειομετρικό υπολογισμό (θεωρητικά απαιτούμενη). Η διαφορά των
ποσοτήτων αυτών ανηγμένη %, ως προς τη θεωρητικά απαιτούμενη ποσότητα, αποτελεί
την % περίσσεια αέρα, δηλαδή
Πραγματική − Θεωρητική
% Περίσσεια αέρα = x100
Θεωρητική
Μάζα O2
Μάζα αέρα =
0.23
επειδή είναι γνωστό ότι, η κατά βάρος συμμετοχή του O2 στον αέρα είναι 23% και του
N2 75.5%, ενώ οι κατ΄όγκο περιεκτικότητες 20.95% και 78.1% περίπου.
Στο διεθνές σύστημα μονάδων η ελάχιστη ποσότητα (kg) αέρα, που απαιτείται για την
καύση δεδομένου καυσίμου (άνθρακα), είναι (Peray, 1986):
106
Παροχή αέρα (kg αέρα/kg άνθρακα) = 10.478×SCF ,
όπου SCF (standard coal factor) που δίνεται από την εξίσωση:
100 − a B
SCF = × ,
100 7000
Όπου:
α είναι το ποσοστό υγρασίας του τροφοδοτούμενου άνθρακα και
Β η θερμογόνος δύναμη του τροφοδοτούμενου άνθρακα σε kcal/kg άνθρακα
Η παραπάνω υπολογιζόμενη τιμή αναφέρεται σε 5% περίσσεια της θεωρητικά
απαιτούμενης ποσότητας αέρα καύσης.
Μια άλλη εξίσωση από την οποία υπολογίζεται η ελάχιστη παροχή αέρα (σε kg αέρα/kg
καυσίμου), συναρτήσει της στοιχειακής ανάλυσης του καυσίμου (για στερεά και υγρά
καύσιμα), είναι:
και:
m% είναι το ποσοστό % περίσσειας τροφοδοτούμενου αέρα (χρησιμοποιείται 5%)
C% είναι το ποσοστό % του περιεχόμενου C στο καύσιμο
H% είναι το ποσοστό % του περιεχόμενου Η στο καύσιμο
O% είναι το ποσοστό % του περιεχόμενου Ο στο καύσιμο
S% είναι το ποσοστό % του περιεχόμενου S στο καύσιμο
Όπου ρ είναι η πυκνότητα του αέρα, p είναι η απόλυτη πίεση, R είναι η ειδική σταθερά
του ξηρού αέρα 287.05 J/(kg·˚K) στο διεθνές σύστημα μονάδων και T είναι η απόλυτη
θερμοκρασία του αέρα.
Πίνακας 2.10. Πυκνότητα ξηρού αέρα συναρτήσει της θερμοκρασίας σε πίεση 760 mm Hg
Ένας από τους κύριους λόγους θερμικών απωλειών στην περοστροφική κάμινο είναι η %
περίσσεια αέρα κατά την καύση.
Η γενική σχέση μεταξύ του παρεχόμενου O2 (στον αέρα) και των CO2 και CO στα
απαέρια δίνεται στο Σχήμα 2.58, από το οποίο διαπιστώνεται ότι, όσο η παρεχόμενη
ποσότητα προσεγγίζει τη θεωρητικά απαιτούμενη, η συγκέντρωση του CO στα απαέρια
μειώνεται γρήγορα. Αυτό συμβαίνει, επειδή άτομα οξυγόνου ενώνονται με το CO και
σχηματίζουν CO2. Η επιπλέον παροχή αέρα συμβάλει στη σταδιακή αύξηση της
συγκέντρωσης του CO2 στα απαέρια.. Όμως, παραπέρα αύξηση (περίσσεια) του
παρεχόμενου αέρα (O2 και N2) προκαλεί αραίωση των απαερίων, με αποτέλεσμα να
μειώνεται η συγκέντρωση του CO2 (Πίνακας 2.12), αλλά και να αυξάνουν οι θερμικές
απώλειες της διεργασίας. Η μέγιστη δυνατή περιεκτικότητα απαερίων CO2 (max)
αντιστοιχεί σε πλήρη καύση του καυσίμου και είναι συγκεκριμένη για κάθε τύπο
108
καυσίμου (άνθρακες, πετρέλαιο, φυσικό αέριο κλπ.) (Πίνακας 2.11), δηλαδή κατά κύριο
λόγο εξαρτάται από την περιεκτικότητά σε μόνιμο άνθρακα και είναι 17-20.0% περίπου
για τους διαφόρους τύπους ανθράκων και 15.5-16.5%, 11.8% περίπου στις περιπτώσεις
καύσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, αντιστοίχως. Τα παραπάνω ποσοστά
αναφέρονται στη «σπάνια» περίπτωση της στοιχειομετρικής πλήρους καύσης των
καυσίμων.
Σχήμα 2.58. Διακύμανση περιεκτικοτήτων CO, CO2 και O2 στα απαέρια συναρτήσει της
περίσσειας αέρα (τύπος καύσης).
Πίνακας 2.11. Μέγιστη περιεκτικότητα απαερίων σε CO2 συναρτήσει των χαρακτηριστικών των
καυσίμων
Ιδιότητες καυσίμου Άνθρακας Πετρέλαιο Πετρέλαιο Προπάνιο Φυσικό Κώκ
#2 #6 αέριο
% Άνθρακας, C 94.5 85.84 87.49 81.82 70.93 98.2
% Υδρογόνο, H2 5.2 12.46 9.92 18.18 23.47 1.5
kcal/kg HHV 7438 10840 10167 12038 12148 9184
kcal/kg LHV 7168 10198 9560 11075 10910 9107
CO2 max 17 15.6 16.5 13.8 11.8 20.1
% Θείο, S 0.034 1.6 1.4 0 0 0
% Υγρασία 0.12 0 0 0 0 0.5
109
Πίνακας 2.12. Περιεκτικότητες CO2 και O2 στα απαέρια συναρτήσει της % περίσσειας αέρα
0 12 15.5 18 20 0
20 10.5 13.5 15.5 16.5 3
40 9 12 13.5 14 5
60 8 10 12 12.5 7.5
80 7 9 11 11.5 9
100 6 8 9.5 10 10
Η περίσσεια του αέρα καύσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί παρά μόνο από τη
συγκέντρωση (περιεκτικότητα %) είτε του οξυγόνου, είτε του διοξειδίου του άνθρακα
που προέρχεται από την καύση, στα απαέρια.
Στην πράξη είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται η μέθοδος μέσω της συγκέντρωσης
οξυγόνου για δύο λόγους:
Το ποσοστό % του Ο2 στα απαέρια της καμίνου δείχνει τις συνθήκες καύσης που
επικρατούν μέσα στην κάμινο, επειδή το οξυγόνο που προσδιορίζεται στα απαέρια έχει
άμεση σχέση με την ποσότητα του εισαγόμενου αέρα. Απουσία Ο2 στα απαέρια δείχνει
ότι δεν έχει εισαχθεί περίσσεια αέρα, ενώ ταυτόχρονη ανίχνευση CO στα απαέρια δείχνει
συνθήκες ατελούς καύσης μέσα στην κάμινο, λόγω έλλειψης οξυγόνου ή ελλειπούς
110
ανάμειξης καυσίμου-αέρα, και επιβάλει άμεσο «συναγερμό» στην εγκατάσταση για την
πρόληψη κινδύνου εκρήξεων στα ηλεκτροστατικά φίλτρα (Η.Φ.).
Η εξίσωση, από την οποία προσδιορίζεται με σχετική ακρίβεια η % περίσσεια αέρα,
είναι:
% O 2 (μετρούμενη)
% Περίσσεια αέρα = x100
20.9 - % O 2 (μετρούμενη)
Επίσης, υπάρχουν διαγράμματα που δίνουν την % περίσσεια του τροφοδοτούμενου αέρα
συναρτήσει του ποσοστού % του Ο2 που ανιχνεύεται στα απαέρια, η οποία εξαρτάται,
όπως φαίνεται από το Σχήμα 2.59, από τον τύπο του καυσίμου που χρησιμοποιείται.
Οι σύγχρονες ενεργειοβόρες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπως είναι οι περιστροφικές
κάμινοι, έχουν συστήματα συνεχούς ανάλυσης και αυτόματης καταγραφής των αερίων
συγκεντρώσεων (Ο2, CO και CO2) μέσα στην κάμινο όσο και στις καπνοδόχους των
απαερίων, για λόγους προστασίας των εγκαταστάσεων και των εργαζομένων από τις
επικίνδυνες εκπομπές αερίων (π.χ CO), αλλά και για λόγους ελέγχου των θερμικών
απωλειών (π.χ. υπερβολική αραίωση CO2 στα απαέρια).
Σχήμα 2.59. Προσδιορισμός της % περίσσειας αέρα συναρτήσει του ποσοστού % Ο2 στα
απαέρια.
111
Διοξείδιο του άνθρακα (CO2) στα απαέρια της καμίνου
Όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα, το ποσοστό του οξυγόνου (Ο2) στα απαέρια της
καμίνου προέρχεται αποκλειστικά από τον εισαγόμενο αέρα καύσης και είναι συνάρτηση
της ποσότητας του εισαγόμενου αέρα αλλά και του είδους του καυσίμου.
Για τον προσδιορισμό της % περιεκτικότητας των απαερίων σε CO2 που οφείλονται στην
καύση του καυσίμου είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται ο έμμεσος τρόπος
προσδιορισμού, μέσω της % περιεκτικότητας των απαερίων σε O2 και της μέγιστης
δυνατής περιεκτικότητας απαερίων σε CO2 (max) του χρησιμοποιούμενου καυσίμου. Και
τούτο, επειδή μέρος του CO2 που ανιχνεύεται στα απαέρια προέρχεται από την πύρωση
του ασβεστολίθου των πρώτων υλών. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται η παρακάτω
σχέση:
Ο έμμεσος προσδιορισμός του CO2 από την παραπάνω σχέση δικαιολογείται από το
Σχήμα 2.58, απ’ όπου διαπιστώνεται ότι ίδια % περιεκτικότητα σε CO2 στα απαέρια
αντιστοιχεί σε δύο διαφορετικές καταστάσεις καύσης (πρβλ. σημεία 1 και 2), δηλαδή σε
συνθήκες είτε ατελούς είτε πλήρους καύσης. Οπότε, η ανίχνευση O2 στα απαέρια
εξασφαλίζει ότι επικρατούν συνθήκες πλήρους καύσης.
Όμως όπως προαναφέρθηκε, το ποσοστό του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στα απαέρια
είναι συνάρτηση τόσο της διεργασίας πύρωσης του ασβεστολίθου όσο και της διεργασίας
καύσης. Εάν δεν υπάρχει έκλυση CO2 από την πύρωση του ασβεστολίθου και υπό
ιδανικές συνθήκες καύσης λειοτριβημένου άνθρακα (στοιχειομετρική πλήρης καύση του
άνθρακα και απουσία περίσσειας αέρα στα απαέρια), το μέγιστο δυνατό ποσοστό CO2
(CO2,max) στα απαέρια κυμαίνεται, όπως προαναφέρθηκε, από 11.8-20.0%, ανάλογα με
τον τύπο του καυσίμου (πρβλ. και Σχήμα 2.60 για μηδενική περίσσεια αέρα). Είναι
προφανές ότι οποιαδήποτε περίσσεια αέρα καύσης θα προκαλέσει μείωση αυτού του
ποσοστού, λόγω της αραίωσης του CO2 στα απαέρια (υπολειπόμενο οξυγόνο και άζωτο
του αέρα). Επειδή όμως το ποσοστό του CO2 στα απαέρια κυμαίνεται συνήθως από 22-
28%, είναι προφανές ότι μέρος αυτού (η διαφορά από την παραπάνω προσδιορισμένη
τιμή) οφείλεται στη διεργασία πύρωσης του ασβεστολίθου.
112
Υποθέτοντας ότι το ποσοστό του CO2, που προέρχεται από τη διάσπαση του
ασβεστολίθου της φαρίνας τροφοδοσίας παραμένει σταθερό, είναι προφανές ότι
οποιαδήποτε μείωση της τιμής του % CO2 στα απαέρια οφείλεται σε περίσσεια του
τροφοδοτούμενου αέρα. Μεγάλη περίσσεια αέρα προκαλεί μείωση της απόδοσης καύσης
του καυσίμου, λόγω απαγωγής στο περιβάλλον ποσότητας της παραγόμενης θερμότητας,
οπότε, η κατανάλωση καυσίμου ανά τόνο παραγόμενου κλίνκερ είναι μεγαλύτερη. Από
τα παραπάνω είναι προφανές ότι το % ποσοστό του CO2 στα απαέρια πρέπει να
διατηρείται στη μέγιστη δυνατή τιμή κατά τη λειτουργία της καμίνου, για λόγους
περιορισμού των θερμικών απωλειών και χρησιμοποίησης της μέγιστης δυνατής
ποσότητας της εκλυόμενης θερμότητας του καυσίμου στις διεργασίες κλινκεροποίησης
(πυροσυσσωμάτωση).
Σχήμα 2.60. Μεταβολή περιεκτικοτήτων CO2 και O2 στα απαέρια συναρτήσει της % περίσσειας
αέρα και του τύπου του καυσίμου.
113
Από διάγραμμα (Σχήμα 2.61) μπορεί να προσδιοριστεί με καλή προσέγγιση η %
περίσσεια του τροφοδοτούμενου αέρα για καύση πετρελαίου, συναρτήσει του ποσοστού
% του CO2 που ανιχνεύεται στα απαέρια. Από το παραπάνω διάγραμμα και για αποδεκτή
ποιότητα καύσης πετρελαίου (με περιεκτικότητα καυσαερίων 9-13% σε CO2 στα
καυσαέρια), η περίσσεια αέρα που απαιτείται κυμαίνεται μεταξύ 20-70%.
Σχήμα 2.61. Προσδιορισμός της % περίσσειας αέρα συναρτήσει του ποσοστού % CO2 στα
απαέρια, κατά την καύση πετρελαίου.
Ακόμη και σε χαμηλές συγκεντρώσεις, το CO είναι εκρηκτικό αέριο και είναι ιδιαίτερα
επικίνδυνο για πρόκληση εκρήξεων. Για την ασφαλή λειτουργία των εγκαταστάσεων
παραγωγής κλίνκερ, είναι απαραίτητο να ελέγχονται προσεκτικά με συνεχείς μετρήσεις
οι περιεκτικότητες σε CO και NOx (οξείδια του αζώτου) στα απαέρια, ώστε να
εξασφαλίζεται πάντοτε περίσσεια αέρα καύσης που είναι απαραίτητη για την επίτευξη
πλήρους καύσης του άνθρακα σε CO2. Οι περιστροφικές κάμινοι συνήθως λειτουργούν
με τέτοια περίσσεια αέρα ώστε να διαπιστώνεται περιεκτικότητα O2 τουλάχιστον 1.5-
2.5% στα απαέρια, γεγονός που εξασφαλίζει την επίτευξη συνθηκών πλήρους καύσης.
Ως συμπληρωματικό μέτρο ασφάλειας χρησιμοποιείται η συνεχής μέτρηση της
συγκέντρωσης του CO, η οποία σε περίπτωση έλλειψης περίσσειας αέρα αυξάνει (Σχήμα
2.61).
114
Επίσης, πιθανή παρουσία μονοξείδιου του άνθρακα (CO) στην περιοχή του πύργου
προθέρμανσης οφείλεται τόσο στην έλλειψη περίσσειας αέρα καύσης όσο και στη
θερμοκρασία. Άλλη περίπτωση κινδύνου αύξησης της συγκέντρωσης και διαπίστωσης
παρουσίας CO στην ίδια περιοχή οφείλεται στη δέσμευση (άρα έλλειψη για την καύση)
ποσότητας O2 για το σχηματισμό των θειϊκών και χλωριούχων ενώσεων των αλκαλίων,
λόγω συμπύκνωσης των πτητικών ενώσεων στα τοιχώματα του συστήματος
προθέρμανσης/ασβεστοποίησης.
Σχήμα 2.62. Σχέση μεταξύ συγκέντρωσης CO, περιεκτικότητας (%) O2 στα απαέρια και %
περίσσειας αέρα καύσης.
115
2.9. ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΛΗΣ ΚΑΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΜΙΝΟ
Σχήμα 2.63. Γενική απεικόνιση διεργασιών καύσης και συγκεντρώσεων αερίων στα απαέρια
116
Σχήμα 2.64. Σχέση μεταξύ % απόδοσης καύσης και % περίσσειας αέρα στα απαέρια.
Σχήμα 2.65. Σχέση μεταξύ % απόδοσης καύσης πετρελαίου και θερμοκρασίας απαερίων.
117
Σχήμα 2.66. Σχέση μεταξύ % απωλειών θερμότητας – θερμοκρασιακής διαφοράς εισαγόμενου
αέρα και απαερίων (για διάφορες τιμές % περιεκτικότητας CO2).
118
3. ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ TOY ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ-ΕΞΙΣΩΣΕΙΣ Bogue
Το κοινό τσιμέντο Portland (OPC, Ordinary Portland Cement, Type I) είναι γενικώς
κατάλληλο για παραγωγή σκυροδέματος, στις περιπτώσεις όμως που δεν υπάρχει επαφή
του σκυροδέματος με θειϊκές ενώσεις (τόσο στο έδαφος όσο και στα υπόγεια νερά με τα
οποία πιθανόν έρχεται σε επαφή). Προέρχεται από την συνάλεση (λεπτομερής
λειοτρίβηση) ≈ 95% κατά βάρος κλίνκερ και ≈5% γύψου. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό
πρότυπο ENV 197-1:1992, η κατά βάρος % περιεκτικότητα σε (C3S+C2S) πρέπει να
είναι μεγαλύτερη ή ίση του 2/3=67%, ο λόγος μαζών CaO/SiO2≥ 2.0 και η
περιεκτικότητα σε MgO ≤ 5-6 % δηλ.
(C3S+C2S) ≥ 67%
CaO/SiO2 ≥ 2
MgO ≤ 5-6 %
% SiO2 S
SR = =
% Al 2 O3 + % Fe2 O3 A + F
120
εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη ποσότητα υγρής φάσης (άρα ευκολία στην έψηση) σε
σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες στην περιστροφική κάμινο.
% Al2 O3 A
AR = =
% Fe2 O3 F
Σχήμα 3.1. Βέλτιστα όρια μεταβολής των τιμών δεικτών ποιότητας κλίνκερ για εξασφάλιση
κατάλληλων συνθηκών έψησης του κλίνκερ [55].
• Γενικές παρατηρήσεις
Το πυριτικό τριασβέστιο (C3S) περιέχεται σε ποσοστά 55-65% στο κοινό τσιμέντο
Portland (OPC, Ordinary Portland Cement). Η εψησιμότητα των πρώτων υλών, με
πιθανό σχηματισμό C3S σε περιεκτικότητα μεγαλύτερη από 65% στο κλίνκερ, είναι
προβληματική. Το (C2S) αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 20-25% του βάρους του
κλίνκερ. Επειδή όμως απαιτούνται υψηλότερες θερμοκρασίες για το σχηματισμό του C3S
έναντι του C2S, χαμηλότερη θερμοκρασία έψησης οδηγεί τις διεργασίες προς την
κατεύθυνση σχηματισμού C2S σε βάρος του C3S, γεγονός που έχει σημαντική επίπτωση
στο είδος και τον τύπο του τσιμέντου που τελικά προκύπτει.
121
Στο Σχήμα 3.2 δίνεται η ταχύτητα ενυδάτωσης των φάσεων του τσιμέντου και τα
προϊόντα (ενώσεις) που σχηματίζονται.
Σχήμα 3.2. Ταχύτητα ενυδάτωσης των διαφόρων φάσεων του τσιμέντου και τα προϊόντα
ενυδάτωσής τους.
Στον Πίνακα 3.1 (σελ. 127), καταγράφονται και αναλύονται οι παράγοντες ελέγχου της
διεργασίας έψησης και η επίπτωση στις ιδιότητες του κλίνκερ και του τσιμέντου.
Το αργιλικό τριασβέστιο (C3Α, 3CaO∙Al2O3) είναι υπεύθυνο για την εργασιμότητα
(workability) της τσιμεντοκονίας και για την αρχική θερμότητα ενυδάτωσης και πήξης
του τσιμέντου, οπότε μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε C3Α στο τσιμέντο προσδίδει
ιδιότητες αυξημένης εργασιμότητας στο τσιμέντο. Όμως, τσιμέντα με υψηλό % ποσοστό
C3Α δεν έχουν αντοχή σε θειϊκές ενώσεις του εδάφους ή των υπογείων υδάτων σε
αντίθεση με τσιμέντα χαμηλής περιεκτικότητας σε C3Α.
Το αργιλοσιδηρούχο τετρασβέστιο (C4AF) προσδίδει το χαρακτηριστικό του χρώματος
στα τσιμέντα (τα λευκά τσιμέντα έχουν %Fe2O3 ≤ 0.6). Όσο μεγαλύτερο ποσοστό C4AF
υπάρχει στο κλίνκερ, τόσο πιο σκούρο είναι ένα τσιμέντο. Επίσης, επειδή ο σίδηρος δρα
ως «ρευστοποιητής» (δηλ. μειώνει τη θερμοκρασία τήξης) κατά τη διεργασία παραγωγής
του κλίνκερ, όταν υπάρχει Fe2O3 στις πρώτες ύλες, η θερμοκρασία σχηματισμού του
122
κλίνκερ αναμένεται να είναι χαμηλότερη. Αυτό σημαίνει, εκτός των άλλων, ότι η
παραγωγή των λευκών τσιμέντων είναι περισσότερο ενεργειοβόρα, γεγονός που
δικαιολογεί μαζί με την επιλογή των πρώτων υλών και μεγαλύτερο κόστος παραγωγής
όπως και τιμής πώλησης.
Το C3S ενυδατώνεται και σκληραίνει πολύ γρήγορα και είναι υπεύθυνο για την αρχική
πήξη και την αρχική αντοχή. Γενικώς, η ανάπτυξη πρώϊμης (αρχικής) αντοχής του
σκυροδέματος είναι μεγαλύτερη, όσο αυξημένη είναι η περιεκτικότητα του τσιμέντου σε
C3S. Τα κύρια χαρακτηριστικά της παρουσίας του C3S στο τσιμέντο είναι:
⇒ Το κυριότερο συστατικό του clinker στο τσιμέντο, συνήθως περισσότερο από
50% κ.β.
⇒ Ταχεία ανάπτυξη αντοχής – Το C3S αντιδρά ταχύτερα από το C2S
⇒ Μεγάλη συνεισφορά στην τελική αντοχή
⇒ Ανθεκτική ένωση σε παρουσία θείου (θειικές ενώσεις)
⇒ Το 25% του προστιθέμενου νερού στο σκυρόδεμα ενώνεται και αντιδρά κατά τη
διεργασία ενυδάτωσης του C3S
⇒ Αναπτυσσόμενη θερμότητα: ≈500 kJ/kg
⇒ Η διεργασία ενυδάτωσης του C3S επηρεάζεται μέχρι κάποιου σημείου από την
παρουσία του C3Α και της γύψου. Το C3Α και η γύψος δρούν «διεγερτικά» στην
ενυδάτωση του C3S. Επίσης και τα αλκάλια έχουν σχετική επίδραση στην
ενυδάτωση του C3S.
⇒ Η γενική αντίδραση ενυδάτωσης του C3S είναι:
Ca3SiO5 + (y+z)H2O = zCa(OH)2 + Ca(3-z)SiO(5-z)⋅yH2O
⇒ Σύμφωνα με τη μέθοδο Bogue το C3S υπολογίζεται από την εξίσωση:
C3S = 4.071⋅CaO(%) – (7.6⋅SiO2 + 6.718⋅Al2O3 + 1.43⋅Fe2O3 + 2.852⋅SO3)(%)
124
Συγκρινόμενο με το C3S αντιδρά πολύ γρήγορα με το νερό δίνοντας δυο
διαφορετικά ένυδρα προϊόντα σύμφωνα με την αντίδραση:
2⋅C3 Α + 21⋅Η = C4AH13 + C2AH8
Οι ενώσεις αυτές σχηματίζουν «πετάλια» μέσα στο τσιμέντο και μετατρέπονται
σε C3AH6, που σχηματίζεται πολύ γρήγορα και ευθύνεται για τη δημιουργία
κρυσταλλικού δικτύου κατά την ενυδάτωση. Παρουσία όμως ελεύθερης
ασβέστου στο τσιμέντο, ευνοείται ο σχηματισμός C4AH13, που επιβραδύνει το
σχηματισμό C3AH6, αλλά ακόμη και στην περίπτωση αυτή ο σχηματισμός
C4AH13 προκαλεί πολύ γρήγορη πήξη του τσιμέντου. Για την αποφυγή της
ταχείας πήξης του τσιμέντου αλλά και για τη βελτίωση της διαδικασίας
ανάπτυξης αντοχών, προστίθεται γύψος στο τσιμέντο και σχηματίζεται το ορυκτό
εττριγκίτης (ettringite) κατά την ενυδάτωση σύμφωνα με την αντίδραση:
ή C6AŠ3H(31-32) ,
ο οποίος όμως είναι η αιτία για την πιθανή διόγκωση των προϊόντων ενυδάτωσης
του τσιμέντου και τελικά του σκυροδέματος.
125
Το C4AF μειώνει (ελαττώνει) τη θερμοκρασία μετατροπής σε κλίνκερ και έτσι
συμβάλλει θετικά στην κατανάλωση ενέργειας κατά την παραγωγή του τσιμέντου.
Ενυδατώνεται και αυτό σχετικά γρήγορα, αλλά δεν συμβάλλει σχεδόν καθόλου στην
ανάπτυξη αντοχής. Οι περισσότεροι χρωματισμοί του τσιμέντου οφείλονται στην
παρουσία C4AF και των ένυδρων ενώσεών του.
126
Πίνακας 3.1. Παράγοντες ελέγχου της διεργασίας έψησης και επίπτωση στις ιδιότητες του κλίνκερ και του τσιμέντου
Επιπτώσεις
Δείκτης Εξισώσεις Περιορισμοί Τιμές μεγαλύτερες από τις συνήθεις
(LSF) – Lime 1. Δυσκολεύει την εψησιμότητα της φαρίνας
Saturation Όταν: 2. Οδηγεί στην παραγωγή κακής ποιότητας
Factor τσιμέντου (με μεγάλη περιεκτικότητα σε ελεύθερη
100 C / (2.8S +1.65A +0.35F) AM >0.64 άσβεστο CaOfree)
Όρια 100C / ( 2.8 S + 1.1 A + 0.7 F ) AM < 0.64 3. Αυξάνει την ποσότητα του παραγόμενου C3S εις
διακύμανσης βάρος της περιεκτικότητας σε C2S
0.66-1.02 100 (C+0.75 M) / 2.8S + 1.18 A +0.65 F 100 M < 2.0 % 4. Έχει ως αποτέλεσμα την αργή πήξη, αλλά με
( C + 1.5M) / 2.8 S + 1.8 A+0.65 F M > 2.0 % μεγάλη ανάπτυξη αρχικής αντοχής
Συνήθεις τιμές
0.92 – 0.98
1. Δυσκολεύει την εψησιμότητα της φαρίνας και
αυξάνει την κατανάλωση καυσίμων
SR ή SM 2. Οδηγεί στην παραγωγή κακής ποιότητας
Silica Ratio, τσιμέντου λόγω μεγάλης περιεκτικότητα σε ελεύθερη
Silica Modulus SR ή SM άσβεστο CaOfree
3. Δυσκολεύει το σχηματισμό δακτυλιοειδούς
Όρια S / (A+F) Επιθυμητές επένδυσης εσωτερικά (θωράκισης) της καμίνου με
διακύμανσης τιμές αποτέλεσμα την απώλεια μεγάλης ποσότητας
1.9 – 3.2 2.3 – 2.8 θερμότητας λόγω ακτινοβολιών
4. Μειώνει τη διάρκεια ζωής των πυρίμαχων
τούβλων της καμίνου
5. Έχει ως αποτέλεσμα την αργή πήξη και
σκλήρυνση του τσιμέντου
1. Δυσκολεύει την εψησιμότητα της φαρίνας και
AR ή AM αυξάνει την κατανάλωση καυσίμων
Alumina Ratio ή 2. Αυξάνει το ποσοστό του C3A και μειώνει το
Alumina ποσοστό του C4AF
AR ή AM
Modulus 3. Αυξάνει τα ποσοστά των C3S και C2S
A/F 4. Μειώνει την ποσότητα της υγρής φάσης και της
Επιθυμητή τιμή
Όρια δυναμικότητας της καμίνου
διακύμανσης ≈ 1.4 5. Προσδίδει ιδιότητες ταχείας αρχικής πήξης και
1.0 – 2.5 ανάπτυξης αρχικής αντοχής στο τσιμέντο
6. Αυξάνει το ιξώδες της υγρής φάσης υπό
σταθερή θερμοκρασία
127
1. Αυξάνει τις ενεργειακές καταναλώσεις
Ελεύθερο 2. Δυσκολεύει το σχηματισμό δακτυλιοειδούς
SiO2 free θωράκισης
Όσο το δυνατόν 3. Επιδρά δυσμενώς στη πυρίμαχη επένδυση της
Όρια μικρότερη καμίνου
διακύμανσης περιεκτικότητα 4. Αυξάνει τις απώλειες θερμότητας μέσω
ακτινοβολιών
0–3% 5. Αυξάνει τη θερμοκρασία εξόδου των απαερίων
(απώλειες θερμότητας)
1. Μειώνει το ιξώδες και την επιφανειακή τάση
της υγρής φάσης και αυξάνει την ιοντική
κινητικότητα
2. Ευνοεί τη διάλυση του C2S και του CaOfree σε
Οξείδιο του υψηλότερες θερμοκρασίες και οδηγεί σε
μαγνησίου ταχύτερο σχηματισμό C3S
(MgO), M Επιθυμητές 3. Οδηγεί σε σφαιροποίηση του υλικού στη ζώνη
τιμές κλινκεροποίησης, και επιδρά σημαντικά στη
Όρια (MgO), M λειτουργία της καμίνου
διακύμανσης 0–2% 4. Οδηγεί στην παραγωγή κακής ποιότητας
τσιμέντου (προβλήματα σταθερότητας όγκου),
0–6% λόγω μεγάλης περιεκτικότητας σε περίκλαστο
όταν 2.0% < M (MgO) < 6 %
5. Αυξάνει τα ποσοστά του C3S και του τήγματος,
χωρίς όμως καμμιά επίδραση στο C2S ( για M <
2 %)
Όπου: C = CaO %, S = SiO2 %, A = Al2O3 %, F = Fe2O3 % και Μ = MgO %
128
3.3. Διαμόρφωση εξισώσεων Bogue
4. Γενικά
Για όσους ασχολούνται με τη ρύθμιση των πρώτων υλών για την παραγωγή τσιμέντου, οι τύποι
(εξισώσεις) που προτάθηκαν από τον Bogue είναι οι συνηθέστερα χρησιμοποιούμενοι «δείκτες»
για την περιγραφή των ιδιοτήτων που αναμένεται να έχουν το κλίνκερ ή το τσιμέντο. Τα
συστατικά, που προσδιορίζονται από τις εξισώσεις του Bogue, δίνουν μόνο την πιθανή σύνθεση,
όταν το κλίνκερ έχει παραχθεί και ψυχθεί σε δεδομένες (κανονικές) συνθήκες. Διαφοροποιήσεις
στη θερμοκρασία παραγωγής και στο ρυθμό ψύξης μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές
αλλαγές στην πραγματική σύσταση του προϊόντος.
Ο ποσοτικός προσδιορισμός των φάσεων του κλίνκερ τσιμέντου γίνονταν μέχρι τώρα
χρησιμοποιώντας τις εξισώσεις του Bogue, με δεδομένα που είχαν προκύψει από χημικές
αναλύσεις του τσιμέντου ή από οπτική μικροσκοπία.
Με την εφαρμογή ακτινοδιαγνωστικών μεθόδων (περίθλαση ακτίνων Χ, XRD) σε συνδυασμό με
τη μέθοδο ποσοτικής ανάλυσης Rietveld λαμβάνονται ακριβέστερα αποτελέσματα
προσδιορισμού της σύστασης του κλίνκερ.
Όταν μέσω της χημικής ανάλυσης ανιχνευθούν σημαντικά ποσοστά SO3 και Mn2O3 στο κλίνκερ,
οι τιμές της χημικής ανάλυσης πρέπει να διορθωθούν κατάλληλα για να μπορούν να
χρησιμοποιηθούν στις εξισώσεις Bogue. Με τη μέθοδο αυτή πρέπει να ληφθούν υπόψη τα
ποσοστά του CaO, που είναι πιθανόν να ενωθούν με το SO3 και να δώσουν CaSO4, πρέπει να
υπολογιστεί η ελεύθερη άσβεστος (free lime, CaOfree) και να ληφθεί υπόψη η περιεκτικότητα σε
Mn2O3.
Οι τιμές των περιεκτικοτήτων, που θα χρησιμοποιηθούν στις εξισώσεις του Bogue γίνονται:
129
Βήμα 1.
Εάν (%Κ2Ο/%SO3) < 1.176, τότε μέρος του SO3 ενώνεται με το Κ2Ο και παράγει K2SO4, οπότε :
%SO3 (στο Κ2Ο) = 0.85(%Κ2Ο)
Βήμα 2.
Εάν (%Νa2Ο/%SO3(απομένον)) < 0.774, τότε μέρος του SO3(απομένον) ενώνεται με το Νa2Ο και
παράγει Νa2SO4, οπότε :
CaO (στο SO3) = 0.7 [%SO3 -%SO3 (στο Κ2Ο)-%SO3 (στο Να2Ο)]
= 0.7 [%SO3 - 0.85(%Κ2Ο) - 1.292 (%Να2Ο)] (3)
Το υπόλοιπο CaO, δηλαδή αυτό που απομένει αν από το ποσοστό της χημικής ανάλυσης
αφαιρεθεί η ποσότητα που δεσμεύεται ως CaSO4, χρησιμοποιείται στις εξισώσεις του Bogue.
Επίσης, για τις εξισώσεις Bogue, εκτός από την εξίσωση (2), χρησιμοποιείται και η εξίσωση (1),
που αφορά στην περιεκτικότητα (συνολική) σε %Fe2O3 (Bogue) .
Όταν οι εξισώσεις Bogue χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της σύνθεσης (αναλογία
πρώτων υλών) της τροφοδοσίας για την παραγωγή του κλίνκερ, τότε πρέπει να ληφθούν
προσεκτικά υπόψη και τα παρακάτω:
1. Χρησιμοποίηση των χημικών αναλύσεων των Π.Υ., αφού αναχθούν στις πραγματικές %
συγκεντρώσεις μετά την αφαίρεση του % ποσοστού των απωλειών (π.χ. απώλειες πύρωσης)
• Τροποποίηση των συγκεντρώσεων των οξειδίων ή των άλλων χημικών ενώσεων λόγω της
παραγωγής τέφρας (κατάλοιπο) από την καύση των ορυκτών καυσίμων κατά τη διεργασία
της πυροσυσσωμάτωσης (έψηση πρώτων υλών).
• Οι απώλειες ως σκόνη στα απαέρια
130
Ο προσδιορισμός του τύπου του τσιμέντου γίνεται με χρήση των εξισώσεων Bogue, αφού γίνει
ορυκτολογική και χημική ανάλυση με μεθόδους XRD και XRF ή με κλασσική χημική ανάλυση
και οπτική/ηλεκτρονική μικροσκοπία και κατόπιν προσδιορισμός των ενώσεων/φάσεων του
τσιμέντου (C3S, C2S, C3A, C4AF) με τη βοήθεια των εξισώσεων Bogue ακολουθώντας τα εξής
βήματα:
ή σύμφωνα με την πιο πάνω εξίσωση (2), όταν συνυπάρχουν Κ2Ο και Νa2O.
2. Το Fe2O3 ενώνεται με το Al2O3 και το CaO για παραγωγή C4AF. Σύμφωνα με τη χημική
ανάλυση σε %Fe2O3 (αφού ληφθεί υπόψη και το Mn2O3), υπολογίζονται οι ποσότητες
των παραπάνω οξειδίων που δεσμεύει το Fe2O3. Αυτές είναι:
3. Το υπόλοιπο Al2O3 ενώνεται με το CaO και δίνει C3A. Η ποσότητα του CaO, που
χρειάζεται για την αντίδραση, είναι:
131
η οποία είναι η δεύτερη εξίσωση Bogue.
4. Το υπόλοιπο CaO, μετά την αφαίρεση όλων των ποσοτήτων που έχουν δεσμευτεί
προηγουμένως, χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό κατ΄αρχήν του C2S (πιο εύκολα
παραγόμενο λόγω χαμηλότερης θερμοκρασίας σχηματισμού) και κατόπιν του C3S.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, διαμορφώνονται οι εξισώσεις του Bogue, που είναι:
B. Περίπτωση II: A/F < 0.64 (αναλογία μοριακών βαρών Al2O3 και Fe2O3)
132
Παράδειγμα:
Δεδομένα: Περιεκτικότητα % κ.β. των πρώτων υλών σε οξείδια (Raw material oxide
composition)
• CaO = 63 (% κ.β.)
• SiO2 = 20
• Al2O3 = 6
• Fe2O3 = 3
• MgO = 1.5
• SO3 = 2
• Αλκάλια (Κ2Ο, Νa2O) = 1
Επειδή, A/F = 6/3 = 2 (> 0.64), οπότε εμπίπτει στην περίπτωση Ι.
133
4. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΙΓΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ
ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΛΙΝΚΕΡ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ
Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζεται η μαθηματική μεθοδολογία προσδιορισμού της αναλογίας των
πρώτων υλών που θα χρησιμοποιηθούν με στόχο την παραγωγή τσιμέντου συγκεκριμένου τύπου,
δηλαδή τσιμέντου που θα παρουσιάζει συγκεκριμένη συμπεριφορά κατά την ενυδάτωσή του και
θα προσδίδει σε βάθος χρόνου κατάλληλες ιδιότητες στο σκυρόδεμα για το οποίο θα
χρησιμοποιηθεί. Ως δεδομένα χρησιμοποιούνται η χημική και ορυκτολογική σύσταση των
δεδομένων πρώτων υλών στα διάφορα οξείδια και ο τύπος του τσιμέντου που επιδιώκεται να
παραχθεί. Ο τύπος του τσιμέντου εκφράζεται από τους δείκτες ποιότητας του κλίνκερ που έχουν
καθιερωθεί διεθνώς.
Επίσης, γίνεται διερεύνηση της επίδρασης των τιμών των δεικτών ποιότητας του κλίνκερ στη
διαδικασία σύνθεσης της μέσης τροφοδοσίας και προκύπτουν χρήσιμα συμπεράσματα.
Εισαγωγή
Για την παραγωγή τσιμέντου συγκεκριμένου τύπου, δηλαδή τέτοιου ώστε να παρουσιάζει
συγκεκριμένη συμπεριφορά κατά την ενυδάτωσή του και να προσδίδει κατάλληλες ιδιότητες στο
σκυρόδεμα για το οποίο χρησιμοποιείται, είναι απαραίτητη η παραγωγή κλίνκερ τσιμέντου με
ορισμένα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά (ορυκτολογική σύσταση, κατάλληλη περιεκτικότητα
και αναλογία των διαφόρων φάσεων μεταξύ τους κλπ.).
Τα χαρακτηριστικά όμως του κλίνκερ εξαρτώνται από τις πρώτες ύλες που επιλέγονται, από την
αναλογία τους στο μείγμα, από την πυρομεταλλουργική κατεργασία στην οποία υποβάλλονται
και από την ταχύτητα ψύξης του.
Το μείγμα των πρώτων υλών (τροφοδοσία), εκτός των άλλων, πρέπει να έχει την κατάλληλη
μέση χημική και ορυκτολογική σύσταση, ώστε μετά την πυροσυσσωμάτωσή τους το κλίνκερ να
παρουσιάζει ορισμένη σύσταση στα κύρια οξείδια CaO, SiO2, Al2O3 και Fe2O3 που εμφανίζονται
στο κλίνκερ υπό τη μορφή των φάσεων C3S, C2S, C3 A και C4AF. Η ποσοστιαία % σύσταση του
κλίνκερ στις ενώσεις αυτές επηρεάζει, σε συνδυασμό με το βαθμό λεπτότητας (Blaine fineness)
κατά την άλεση, τη χημική συμπεριφορά του τσιμέντου που θα παραχθεί και καθορίζει τα πεδία
εφαρμογής του (καταλληλότητα) για ορισμένες χρήσεις.
Παρακάτω αναπτύσσεται η μεθοδολογία και ο τρόπος προσδιορισμού της αναλογίας των
πρώτων υλών υπό «στατικές» συνθήκες (steady state conditions) με στόχο την παραγωγή του
τσιμέντου συγκεκριμένου τύπου. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιείται το μαθηματικό λογισμικό
134
Mathcad, το οποίο επιτρέπει τη διεξαγωγή των διαφόρων υπολογισμών με μεγάλη ταχύτητα και
ακρίβεια.
Τα τσιμέντα τύπου II κατά ASTM είναι μέσης αρχικής αντοχής (μέσης αρχικής θερμότητας
ενυδάτωσης) και μέσης αντοχής σε θειϊκές ενώσεις με μέγιστο ποσοστό περιεχόμενου C3A 8%.
Έχουν ευρύτατη χρήση σήμερα, επειδή έχουν ίδια συμπεριφορά με αυτά του τύπου I. Η τυπική
τους σύσταση είναι:
51% (C3S), 24% (C2S), 6% (C3A), 11% (C4AF), 2.9% MgO, 2.5% (SO3), 0.8% απώλεια
πύρωσης και 1.0% ελεύθερη άσβεστος (CaOfree).
Τα τσιμέντα τύπου III χαρακτηρίζονται ως τσιμέντα υψηλής αρχικής αντοχής και έχουν
περιεκτικότητα σε C3S παρεμφερή με αυτή των κοινών τσιμέντων (τύπου I) ή και λίγο
μεγαλύτερη και επίσης παρουσιάζουν μεγαλύτερη λεπτότητα (Blaine fineness), μέσω της
άλεσης απ’ ό,τι τα κοινά τσιμέντα, γεγονός που εξασφαλίζει μεγαλύτερη αρχική ταχύτητα
ενυδάτωσης και ως εκ τούτου και αρχική αντοχή, αλλά ελάχιστα μικρότερη αντοχή σε βάθος
χρόνου. Η τυπική τους σύσταση, κατά προσέγγιση, είναι : 57% (C3S), 19% (C2S), 10% (C3A),
7% (C4AF), 3.0% MgO, 3.1% (SO3), 0.9% απώλεια πύρωσης, και 1.3% ελεύθερη άσβεστος
(CaOfree). Τσιμέντα αυτού του τύπου χρησιμοποιούνται σε προκατασκευασμένα στοιχεία
σκυροδέματος, σε επισκευαστικά κονιάματα, σε βάσεις έδρασης μηχανών κλπ.
135
Το ποσοστό σε C3A δεν μπορεί να υπερβαίνει το 7% και το C3S το 35%, αντιστοίχως. Τα
χαρακτηριστικά αυτά τα κάνουν κατάλληλα για ογκώδεις κατασκευές (φράγματα κλπ.) με
μεγάλο λόγο όγκου προς εξωτερική επιφάνεια, όπου η απότομη αύξηση της εκλυόμενης
θερμότητας ενυδάτωσης πρέπει να αποφεύγεται για λόγους προστασίας των έργων από
ρωγματώσεις. Έχουν το χαρακτηριστικό ότι μετά την πάροδο δύο ετών η αντοχή των
κατασκευών είναι μεγαλύτερη, εφόσον βέβαια έχουν συντηρηθεί σωστά.
Η τυπική τους σύσταση είναι:
28% (C3S), 49% (C2S), 4% (C3A), 12% (C4AF), 1.8% MgO, 1.9% (SO3), 0.9% απώλεια
πύρωσης, και 0.8% ελεύθερη άσβεστος (CaOfree).
Τα τσιμέντα τύπου V κατά ASTM παρουσιάζουν χαμηλό ποσοστό (≤ 5%) σε C3A και επίσης,
πρέπει να ικανοποιούν τον περιορισμό (C4AF%)+(2·C3A%)≤20%. Είναι ανθεκτικά σε θειϊκές
ενώσεις (π.χ. κατάλληλα για έργα σκυροδέματος σε θαλάσσιο περιβάλλον) και η τυπική τους
σύσταση είναι:
38% (C3S), 43% (C2S), 4% (C3A), 9% (C4AF), 1.9% MgO, 1.8% (SO3), 0.9% απώλεια πύρωσης,
και 0.8% ελεύθερη άσβεστο (CaOfree).
Τα τσιμέντα αυτού του τύπου, όπως και αυτά τύπου ASTM Type IV, δεν παρασκευάζονται
συχνά σήμερα και τείνουν να αντικατασταθούν από διμερή σύνθετα τσιμέντα (κοινό+αλεσμένη
σκωρία υψικαμίνων, OPC+GGBFS) ή από τριμερή με σύσταση: (κοινό τσιμέντο + αλεσμένη
σκωρία + ιπτάμενη τέφρα, OPC + slag + fly ash).
Στον Πίνακα 4.1 δίνεται η σύσταση των διαφόρων τύπων τσιμέντων σύμφωνα με το αμερικανικό
πρότυπο ASTM.
Επίσης, στον Πίνακα 4.2 δίνονται οι τυπικές τιμές των δεικτών SR (πυριτικός δείκτης), AR
(αργιλικός δείκτης), Leq (υδραυλικός δείκτης) και LSF (βαθμός κορεσμού σε άσβεστο) των
τσιμέντων του αμερικανικού πρότυπου του Πίνακα 4.1.
Είναι γνωστό ότι οι LSF, SR, AR και Leq χαρακτηρίζονται ως δείκτες ποιότητας του κλίνκερ και
κατ’ επέκταση και του τσιμέντου, που θα παραχθεί με συνάλεση του κλίνκερ με διάφορες άλλες
ανόργανες προσθήκες. Οι τιμές των δεικτών εκφράζονται από τις εξισώσεις (1), (2), (3) και (4).
136
Πίνακας 4.1. Σύσταση διαφόρων τύπων αμερικανικών τσιμέντων Portland, [2], σελ. 339
Όπου: C3S = 3CaO∙SiO2, C2S = 2CaO∙SiO2, C3A = 3CaO∙Al2O3, C4AF = 4CaO Al2O3 Fe2O3 είναι οι
κυριότερες φάσεις του κλίνκερ, των οποίων η % ποσοστιαία συμμετοχή προσδιορίζεται με
διάφορες μεθόδους (Bogue, Rietveld, XRD, οπτική μικροσκοπία κλπ.).
S SiO 2(% )
SR = =
A + F ( Al 2O 3 + Fe2O 3)% (1)
A Al 2O 3(%)
AR = = (2)
F Fe2O 3(%)
100 ⋅ C
LSF = (% )
2.8 ⋅ S + 1.18 ⋅ A + 0.65 ⋅ F (3)
C (% ) CaO(% )
Leq = =
( S + A + F )(% ) (SiO 2 + Al 2O3 + Fe2O3)(% ) (4)
Από τις σχέσεις (1), (2), (3) και (4), με κατάλληλη επεξεργασία, προέκυψε ότι η σχέση, που
συνδέει τους δείκτες ποιότητας κλίνκερ μεταξύ τους, είναι:
100 ⋅ Leq ⋅ ( AR + 1) ⋅ ( SR + 1)
LSF = (5)
2.8 ⋅ SR ⋅ ( AR + 1) + 1.18 ⋅ AR + 0.65
137
Πίνακας 4.2. Τυπικές τιμές των δεικτών SR, AR, Leq και του LSF για την ανάμειξη των πρώτων υλών
προς παραγωγή τσιμέντων του αμερικανικού πρότυπου (ASTM) του Πίνακα 4.1. [2], σελ. 339
Τύπος LSF,
SR AR Leq ,
τσιμέντου (βαθμός
(πυριτικός (αργιλικός (υδραυλικός
κατά κορεσμού σε
δείκτης) δείκτης) δείκτης)
ASTM άσβεστο), %*
I1 2.6 2.3 2.2 95.43
Ι2 2.9 1.6 2.1 90.04
I
I3 3.3 2.2 2.3 96.45
I4 2.3 2.7 2.1 92.69
II1 2.2 1.0 2.0 90.46
II
II2 3.9 1.9 2.2 90.46
III1 2.6 2.1 2.4 102.81
III
III2 2.9 2.6 2.3 98.00
IV1 2.4 0.9 1.8 80.30
IV
IV2 3.7 1.2 2.0 83.19
V1 3.8 0.9 2.1 87.34
V
V2 2.9 0.7 2.0 86.78
* O LSF υπολογίστηκε από τη σχέση μεταξύ Leq και LSF, AR και SR,
που διαμορφώθηκε παρακάτω
Με τη βοήθεια της εξίσωσης (5) διαμορφώθηκε ο Πίνακας 4.2, που αναφέρεται στα τσιμέντα του
αμερικανικού προτύπου του Πίνακα 4.1, με τις αντίστοιχες τιμές του LSF.
Από τις % περιεκτικότητες των φάσεων C3S, C2S, C3A και C4AF (πιθανή σύσταση κατά
Bogue), που φαίνονται στον Πίνακα 4.1, διαπιστώνεται ότι τα τσιμέντα I1, I3, III1 και III2
θεωρούνται ως «κοινού τύπου» (ordinary Portland cements), ενώ όλα τα υπόλοιπα τσιμέντα
μπορούν να χαρακτηριστούν ως «βελιτικά» (σημαντικό ποσοστό σε C2S).
Ο δείκτης LSF είναι ο σπουδαιότερος δείκτης για τον χαρακτηρισμό της ποιότητας του
τσιμέντου και οι τιμές του μπορούν να κυμαίνονται μεταξύ 0.66-1.02.
Το ανώτερο όριο του LSF (1.02) εξασφαλίζει ότι, κατά τη μετατροπή των πρώτων υλών σε
κλίνκερ, δεν παραμένει ελεύθερο οξείδιο του ασβεστίου (CaOfree), που έχει ως αποτέλεσμα την
παρουσία του και τη συμμετοχή του κατά τη διεργασία ενυδάτωσης του τσιμέντου. Τιμή του
LSF μικρότερη από 0.66, προκαλεί σοβαρά προβλήματα κατά την πυροσυσσωμάτωση (έψηση)
και έχει ως αποτέλεσμα χαμηλό ποσοστό C3S στο παραγόμενο κλίνκερ. Έτσι, το σκυρόδεμα δεν
μπορεί να αποκτήσει σημαντική πρώϊμη αντοχή, που οφείλεται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό
στην ενυδάτωση τυο πυριτικού τριασβέστιου (C3S, 3CaO⋅SiO2 ).
Ο πυριτικός δείκτης SR δίνει τη σχετική τιμή του συνόλου πυριτικών φάσεων (C3S+C2S) % προς
τις φάσεις C3Α και C4ΑF που υπάρχουν στο κλίνκερ. Οι τιμές του συνήθως κυμαίνονται μεταξύ
138
1.9-3.2 με επιθυμητές αυτές μεταξύ 2.2 και 2.8. Αύξηση της τιμής του λόγου SR έχει ως
αποτέλεσμα την αύξηση των περιεχόμενων πυριτικών φάσεων εις βάρος των C3Α και C4ΑF, που
καθορίζουν την ποσότητα της υγρής φάσης κατά την τήξη των πρώτων υλών. Ο λόγος ΑR
ελέγχει τη σύνθεση του κλίνκερ όσον αφορά στις αναλογίες μεταξύ των C3Α και C4 ΑF. Οι τιμές
του αργιλικού δείκτη στα τσιμέντα κοινού τύπου κυμαίνονται μεταξύ 1.0 και 2.5.
Η συνολική % περιεκτικότητα του κλίνκερ του τσιμέντου στις πυριτικές φάσεις C3S και C2S
κυμαίνεται μεταξύ 70-82%, ενώ εκτός των παραπάνω φάσεων στο κλίνκερ υπάρχουν και τα
παρακάτω:
• 0-17 % C3A
• 1-17% C4AF
• 0.5-6% MgO
• 0.5-3% Na2SO4, K2SO4 και ενώσεις που περιέχουν αυτές
• 0.2-4% ελεύθερη άσβεστο (CaOfree)
Στους Πίνακες 4.3, 4.4 και 4.5, που ελήφθησαν από τη βιβλιογραφία και αφορούν σε σύνθεση
της τροφοδοσίας από τέσσερεις (4), τρεις (3) και δύο (2) πρώτες ύλες αντίστοιχα, δίνεται η
τυπική ανάλυση (ορυκτολογική, χημική, ποσοστιαία % κατά βάρος) πρώτων υλών για την
παραγωγή τσιμέντων κοινού τύπου (OPC) και επίσης φαίνεται η μέση περιεκτικότητα της
τροφοδοσίας (φαρίνα) που επιδιώκεται να παραχθεί από τις συγκεκριμένες πρώτες ύλες.
Η απλούστερη μέθοδος δημιουργίας της μέσης περιεκτικότητας της τροφοδοσίας για την
παραγωγή του τσιμέντου, που είχε υιοθετηθεί και εφαρμόζονταν για πολλά χρόνια σ’όλες τις
χώρες που παράγουν τσιμέντο, ήταν η ανάμειξη δύο (2) διαφορετικών συμβατών μεταξύ τους
από πλευράς χημικής σύστασης πρώτων υλών, επειδή απαιτούσε τον ελάχιστο έλεγχο στη
ρύθμιση της μέσης τροφοδοσίας. Το πρόβλημα όμως της παραγωγής ειδικών τύπων τσιμέντου
απαιτεί σήμερα την ανάμειξη περισσότερων από δύο πρώτων υλών για την επίτευξη της
κατάλληλης μέσης περιεκτικότητας τροφοδοσίας. Στις περιπτώσεις αυτές είναι απαραίτητη
οπωσδήποτε η χρήση μιας πρώτης ύλης με περιεκτικότητα σε CaCO3 τουλάχιστον 80-85% (44.8-
47.6% CaO) και επίσης η χρησιμοποίηση και άλλων πρώτων υλών (αργιλοπυριτικά πετρώματα,
βωξίτες, σιδηρομεταλλεύματα, χαλαζιακές άμμοι κ.α.). Το ίδιο πρόβλημα ανακύπτει στις
περιπτώσεις που είναι απαραίτητη η ρύθμιση της μέσης περιεκτικότητας σε αλκάλια στην
139
παραγωγή του τσιμέντου και επίσης για τον έλεγχο της ευτηκτικής φάσης που πρέπει να
δημιουργείται στη ζώνη πυροσυσσωμάτωσης.
Η ποσότητα της ευτηκτικής φάσης υπολογίζεται από ορισμένους τύπους, ανάλογα με την
επιζητούμενη τιμή του αργιλικού δείκτη AR (A/F) του κλίνκερ και τη μέση περιεκτικότητα της
τροφοδοσίας σε MgO και η τιμή της (%) καθορίζει την εμφάνιση και τη μορφή των δακτυλίων
προστασίας της επένδυσης των περιστροφικών καμίνων (Σχήμα 2.40), γεγονός που επηρεάζει
σημαντικά τη διεργασία παραγωγής του τσιμέντου.
Στη διαδικασία παραγωγής της κατάλληλης τροφοδοσίας σημαντικότατο ρόλο επίσης παίζουν,
όχι μόνο η χημική σύσταση, αλλά και οι φυσικομηχανικές ιδιότητες (σκληρότητα, αντοχή,
κοκκομετρία κλπ.) των πρώτων υλών που επιδρούν στην ποιότητα του παραγόμενου τσιμέντου,
στη λειτουργία της καμίνου αλλά και στην προετοιμασία από πλευράς μεγέθους τεμαχίων της
τροφοδοσίας.
Λόγω των διαφορετικών φυσικομηχανικών ιδιοτήτων των πρώτων υλών, κατά την προετοιμασία
της τροφοδοσίας του τσιμέντου (θραύση, λειοτρίβηση, άλεση), η κοκκομετρική κατανομή που
επιτυγχάνεται είναι διαφορετική για κάθε υλικό, οπότε αυτό έχει σημαντική επίδραση στην
περιεκτικότητα κάθε κοκκομετρικού κλάσματος όπως επίσης και στη μέση τροφοδοσία στα
διάφορα οξείδια (CaO, SiO2, Al2O3 και Fe2O3) στη φαρίνα. Το πρόβλημα αυτό επιβάλλει την
ύπαρξη διαφορετικών θερμοκρασιών (διαφορές μέχρι και 150οC) για την τήξη και την έψηση
των διαφόρων κοκκομετρικών κλασμάτων και την επίτευξη ομοιομορφίας ως προς το ιξώδες
(ρευστότητα) της υγρής φάσης. Τα παραπάνω έχουν σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην
κατανάλωση καυσίμων (κόστος λειτουργίας της μεθόδου), στην προστασία των πυρίμαχων
επενδύσεων της περιστροφικής καμίνου, όσο και στην παραγόμενη ποσότητα της ελεύθερης
ασβέστου που προκύπτει.
Για την επίτευξη συνθηκών καλής τήξης, αποδοτικότητας και οικονομίας της διεργασίας έψησης,
επιβάλλεται το μέγεθος τεμαχιδίων για τα χαλαζιακά πετρώματα να είναι μικρότερο από 45 μm
(325 mesh) και των ασβεστολιθικών πετρωμάτων μικρότερο από 125 μm (80 mesh).
140
Πίνακας 4.3. Τυπική ανάλυση τροφοδοσίας πρώτων υλών για την παραγωγή κοινού τύπου τσιμέντου (OPC, Ordinary Portland Cement) κατά
ASTM [9], σελ. 339
141
Πίνακας 4.4. Σύνθεση (χημική σύσταση %) τριών πρώτων υλών (1, 2 και 3) για την παραγωγή
τσιμέντου, [1], σελ. 339
Στόχος, % κ.β. Κατά βάρος %
Πρώτες ύλες (ξηρό υλικό), %
σύνθεση ξηρών περιεκτικότητα του
Χημική ένωση πρώτων υλών 1 2 3 παραγόμενου κλίνκερ
παραγωγής κλίνκερ Ασβεστόλιθος Αργιλοπυριτικό Χαλαζιακή (χωρίς απορρόφηση τέφρας
υλικό άμμος καυσίμου)
SiO2 14.35 4.83 65.0 91.58 21.5*
Al2O3 4.04 1.85 24.0 2.83 6.1*
Fe2O3 0.92 0.64 2.5 2.53 1.4*
CaO 43.55 50.5 4.0 0.92 65.3*
Ελεύθερη
- - - - 1.0*
άσβεστος (CaO)
CaCO3 77.8 90.18 7.14 1.64 -
C3S (Bogue) - - - - 55.4
C2S (Bogue) - - - - 19.9
C3A (Bogue) - - - - 13.8
C4AF (Bogue) - - - - 4.3
Ποσοστιαία (κατά
*Τιμές για χρήση στις
βάρος) % συμμετοχή 85.02 13.61 1.37
εξισώσεις Bogue
πρώτων υλών
Πίνακας 4.5. Σύνθεση (χημική σύσταση %) δύο πρώτων υλών (1 και 2) για την παραγωγή τσιμέντου,
[2], σελ. 339
Στόχος, % κ.β. Πρώτες ύλες
σύνθεση ξηρών (ξηρό υλικό), % Κατά βάρος % περιεκτικότητα του
Χημική ένωση πρώτων υλών παραγόμενου κλίνκερ (χωρίς απορρόφηση
παραγωγής 1 2 τέφρας καυσίμου)
κλίνκερ
SiO2 13.7 6.9 15.9 20.5*
Al2O3 4.0 1.9 4.7 6.0*
Fe2O3 1.6 0.6 1.9 2.4*
CaO 43.55 49.0 41.7 65.5*
Ελεύθερη
- - - 1.0*
άσβεστος (CaO) Αναγωγή % στο υπόλοιπο
CaCO3 77.8 87.5 74.5 - 65.78% του υλικού μετά
C3S (Bogue) - - - 63 την κλινκεροποίηση
C2S (Bogue) - - - 11.0 (34.22% CO2 αντιστοιχεί σε
C3A (Bogue) - - - 11.8 43.55% CaO)
C4AF (Bogue) - - - 7.3
Ποσοστιαία *Τιμές για χρήση
(κατά βάρος) % στις εξισώσεις
- 25 75
συμμετοχή Bogue
πρώτων υλών
143
4.3. Μέθοδος του συστήματος των γραμμικών εξισώσεων για τον προσδιορισμό της
αναλογίας των πρώτων υλών στην παραγωγή τσιμέντου ([1], σελ. 339)
Για να εξασφαλιστεί η ταχύτητα και ακρίβεια στους υπολογισμούς των παροχών των πρώτων
υλών W1, W2, W3 , W4 , W5, ..., WΝ, που συμμετέχουν στη διαμόρφωση της μέσης
περιεκτικότητας της τροφοδοσίας στο σύστημα του μύλου λειοτρίβησης σε οποιαδήποτε
χρονική στιγμή, είναι απαραίτητη η χρήση ενός κατάλληλου υπολογιστικού συστήματος και
μαθηματικού αλγορίθμου ανάμειξης-καθορισμού της αναλογίας πρώτων υλών. Ο αλγόριθμος
αυτός πρέπει να μπορεί να υπολογίζει τη βέλτιστη λύση λαμβάνοντας υπόψη περιορισμούς,
που αφορούν στην ποιότητα της φαρίνας των πρώτων υλών (μέσω των γνωστών δεικτών)
όπως επίσης και στα όρια διακύμανσης των ολικών-μερικών παροχών των διαφόρων
τροφοδοσιών.
Η βασική υπόθεση που γίνεται όσον αφορά στην ποιότητα των πρώτων υλών είναι ότι έχει
προηγηθεί επαρκής προομογενοποίηση κάθε πρώτης ύλης σε προηγούμενα στάδια, δηλαδή
σε ομογενοποιητές τύπου σωρού, πριν τροφοδοτηθεί στο κύκλωμα ανάμειξης πρώτων υλών.
Ως εκ τούτου, η αρχή της μέσης ποιότητας των πρώτων υλών πάνω στην οποία βασίζονται οι
υπολογισμοί που ακολουθούν μπορεί να θεωρηθεί ως ρεαλιστική. Με κατάλληλη επιλογή της
ποσοτικής αναλογίας συμμετοχής κάθε μεμονωμένης πρώτης ύλης στη φαρίνα, είναι φανερό
ότι παράγεται μια μέση τροφοδοσία με δεδομένη και επιθυμητή χημική σύσταση. Τα
κριτήρια πάνω στα οποία βασίζεται η μεθοδολογία σύνθεσης της φαρίνας είναι κατά κύριο
λόγο οι δείκτες κορεσμού σε άσβεστο (Lime saturation factor, LSF), ο πυριτικός δείκτης
(Silica ratio, SR) και ο αργιλικός δείκτης (Alumina ratio, AR), οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως
ποιοτικοί δείκτες της τροφοδοσίας.
Οι τιμές αυτών των δεικτών υπολογίζονται από τις γνωστές μαθηματικές σχέσεις και από τις
επί τοις % περιεκτικότητες c, s, a και f του μείγματος των πρώτων υλών (φαρίνα) σε οξείδια
του ασβεστίου (CaO), του πυριτίου (SiO2), του αργιλίου (Al2O3) και του σιδήρου (Fe2O3),
αντίστοιχα.
Επίσης, για τη διευκόλυνση του προσδιορισμού της βέλτιστης λύσης για τις τροφοδοσίες W1,
W2, W3 , W4 , W5, ..., WΝ, που προκύπτει υπό τους παραπάνω περιορισμούς και για
οικονομικούς λόγους, η επιλογή των αναμειγνυόμενων μεμονωμένων πρώτων υλών πρέπει να
144
γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε αυτές να διαφέρουν εμφανώς μεταξύ τους όσον αφορά στη
χημική τους σύσταση στα παραπάνω οξείδια. Είναι επίσης προφανές ότι κάθε μια από τις
πρώτες ύλες, που χρησιμοποιούνται, πρέπει να περιέχει τουλάχιστον ένα από τα παραπάνω
οξείδια.
Εάν θεωρηθεί ότι αναμειγνύονται Ν πρώτες ύλες και ότι η χημική τους σύσταση στα τέσσερα
οξείδια είναι γνωστή, τότε οι τιμές των αντίστοιχων περιεκτικοτήτων είναι:
c1 c2 c3 … cN
s1 s2 s3 … sN
a1 a2 a3 … aN
f1 f2 f3 … fN
Έστω επίσης ότι οι παροχές των Ν πρώτων υλών είναι W1, W2, W3 , W4 , ..., WΝ . Τότε, οι
αναμενόμενες μέσες περιεκτικότητες c, s, a και f της τροφοδοσίας (φαρίνα) στα οξείδια
δίνονται από τις μαθηματικές σχέσεις:
c1 ⋅ W1 +c 2 ⋅W 2 + c 3 ⋅ W3 + ⋅ ⋅ ⋅ + c N ⋅ W N = c ⋅ WT
s1 ⋅ W1 + s 2 ⋅W 2 + s 3 ⋅ W3 + ⋅ ⋅ ⋅ + s N ⋅ W N = s ⋅ WT (6)
a1 ⋅ W1 + a 2 ⋅W2 + a3 ⋅ W3 + ⋅ ⋅ ⋅ + a N ⋅ W N = a ⋅ WT
f 1 ⋅ W1 + f 2⋅W 2 + f 3 ⋅ W3 + ⋅ ⋅ ⋅ + f N ⋅ W N = f ⋅ WT
όπου WT = W1 + W2 + W3 + W4 + ⋅ ⋅ ⋅ + W N (7)
Επιπροσθέτως, περιορισμοί ελέγχου ποιότητας επιβάλλονται όσον αφορά στα κάτω και άνω
όρια διακύμανσης των δεικτών LSF, SR και AR που δίνονται από τις σχέσεις:
100 ⋅ c
l 2 < LSF < h2 = (8)
2.8 ⋅ s + 1.18 ⋅ a + 0.65 ⋅ f
s
l 3 < SR < h3 = (9)
a+ f
και
a
l 4 < AR < h4 = (10)
f
145
Είναι δυνατόν επίσης να επιβληθούν περιορισμοί (constraints) στις διακυμάνσεις των τιμών,
που αφορούν τόσο στη συνολική παροχή τροφοδοσίας WT (l1 < WT < h1 ) όσο και στις τιμές
των διαφορετικών παροχών τροφοδοσίας W1, W2, W3 , W4 , ..., WΝ ή ακόμη στο ποσοστό μιας
τροφοδοσίας σε σχέση με κάποια άλλη (σχέση μεταξύ δύο παροχών τροφοδοσίας).
Είναι προφανές ότι, αν χρησιμοποιηθούν δεδομένες τιμές για τους δείκτες LSF, SR και AR
μαζί με τα αποδεκτά όρια διακύμανσής τους, τότε είναι δυνατή μια μοναδική λύση για τις
παροχές τροφοδοσίας, μόνο στην περίπτωση που ο αριθμός των άγνωστων παροχών N
υπερβαίνει κατά ένα (-1-) τον αριθμό των δεικτών ποιότητας της σχεδιαζόμενης μέσης
τροφοδοσίας μαζί με την εξίσωση ολικού ισοζυγίου των παροχών τροφοδοσίας, δηλαδή ο
αριθμός των αγνώστων ισούται με τον αριθμό των μαθηματικών σχέσεων που μπορούν να
διαμορφωθούν. Στην περίπτωση αυτή [σύστημα εξισώσεων (11)] οι άγνωστοι είναι οκτώ (W1,
W2, W3, W4, c, s, a και f) και οι εξισώσεις που διαμορφώνονται είναι επίσης οκτώ (-8-). Οι
τέσσερεις από αυτές αφορούν στις μέσες περιεκτικότητες των τεσσάρων οξειδίων (c, s, a και
f) της τροφοδοσίας, μία (-1-) εξίσωση είναι αυτή του ολικού ισοζυγίου μάζας και τρείς (-3-)
εξισώσεις είναι αυτές που προκύπτουν από τους τρεις δείκτες ποιότητας (LSF, SR και AR).
Πολλές φορές όμως, αυτή η λύση μπορεί να δίνει τιμές μη αποδεκτές, οπότε προκύπτει η
ανάγκη για αντιμετώπιση του προβλήματος προς την κατεύθυνση της βέλτιστης προσέγγισης.
c1 c2 c3 c4 −Wtot 0 0 0 W1 0
s1 W2 0
s2 s3 s4 0 −Wtot 0 0
a1 a2 a3 a4 0 0 −Wtot 0 W3 0
f1 x W4 =
f2 f3 f4 0 0 0 −Wtot 0
1 1 1 1 0 0 0 0
c Wtot
0 0 0 0 −100 2.8xLSF 1.18xLSF 0.65xLSF s 0
0 0 0 0 0 −1 SR SR
a 0
0 0 0 0 0 0 −1 AR f 0 (11)
Η παραπάνω μεθοδολογία περιγράφεται με τη μορφή της θεωρίας πινάκων από την εξίσωση:
Bxb = C (13)
όπου Β είναι ο πίνακας που δίνει τις ποσότητες και τις περιεκτικότητες (ποιότητα) των
αναμειγνυόμενων πρώτων υλών.
Στην περίπτωση όπου ο αριθμός των αναμειγνυόμενων πρώτων υλών είναι Ν = 4, τότε ο
πίνακας Β είναι (8 x 8) δηλαδή είναι τετραγωνικός (αντιστρέψιμος) και b είναι το διάνυσμα
που δίνει τη λύση του προβλήματος (εξίσωση 7).
146
b = B −1 xC , (14)
όπου Β-1 ο αντίστροφος πίνακας του Β.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ο αριθμός των αναμειγνυόμενων πρώτων υλών είναι Ν = 3 ή Ν =
2, για να μετατραπεί ο πίνακας Β σε αντιστρέψιμο παραλείπονται ένας (-1-) ή δύο (-2-)
δείκτες ποιότητας αντιστοίχως δηλ. ο AR και οι (SR, AR), οπότε οι πίνακες Β γίνονται (7x7)
και (6x6) οι οποίοι έχουν αντίστροφους και παρέχουν λύση.
Η λύση που προκύπτει με εφαρμογή της παραπάνω διαδικασίας μπορεί να δώσει
αποτελέσματα τα οποία δεν έχουν φυσική σημασία (π.χ. αρνητικές τιμές σε μια από τις τιμές
των παροχών τροφοδοσίας Wi (i = 1, 2, …, N). Στην περίπτωση αυτή πρέπει να
διαφοροποιηθεί ο πίνακας Β και το διάνυσμα C στο σύστημα εξισώσεων (11) ώστε να
προκύπτει φυσικώς αποδεκτή λύση, δηλαδή οι παροχές W1, W2, W3 , W4 , ..., WΝ. > 0. Για το
σκοπό αυτό, παραλείπεται στον πίνακα Β και το διάνυσμα C ο παράγοντας που αφορά στον
αργιλικό δείκτη AR και εισάγεται ο παράγοντας που στην προηγούμενη επίλυση παρουσίαζε
πρόβλημα (π.χ. ο W3) με τον αντίστοιχο περιορισμό. Ο πίνακας Β και το διάνυσμα C που
διαμορφώνεται για την αντιμετώπιση του προβλήματος (π.χ. για αρχικά αρνητική τιμή W3)
είναι αυτός που δίνεται παρακάτω
c1 c2 c3 c4 −Wtot W1
0 0 0
W2 0
s1 −Wtot
0
s2 s3 s4 0 0 0
a1 a2 a3 a4 0 0 −Wtot 0 W3 0
f1 x W4 =
f2 f3 f4 0 0 0 −Wtot 0
1 1 1 1 0 0 0 0
c
Wtot
0 0 0 0 −100 2.8xLSF 1.18xLSF 0.65xLSF s 0
0 a
0 0 0 0 −1 SR SR 0
0 0 1 0 0 0 0 0 f W3min (15)
Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, η σειρά σημαντικότητας των δεικτών ποιότητας για να
διαμορφωθεί το σύστημα των εξισώσεων είναι η LSF, SR και AR, οπότε, αν πρέπει κάποιος
δείκτης ποιότητας να παραλειφθεί από το σύστημα, η σειρά τους είναι αντίστροφη της σειράς
σημαντικότητας.
Η μέθοδος Powell [1] είναι μια άλλη μέθοδος προσδιορισμού των παροχών τροφοδοσίας σε
προβλήματα ανάμειξης πρώτων υλών και εφαρμοζεται εναλλακτικά στο «ζήτημα»
147
προσδιορισμού της βέλτιστης λύσης (βέλτιστη προσέγγιση των τιμών στόχων LSF, SR και
AR) για προβλήματα υπό «στατικές» (steady state) συνθήκες.
Η μέθοδος είναι μια «επαναληπτική» μέθοδος σύγκλισης των αποτελεσμάτων προς τις
αποδεκτές τιμές των παροχών τροφοδοσίας. Εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο αριθμός
των μεταβλητών και των περιορισμών είναι μεγαλύτερος από αυτούς που υπάρχουν στα
συνήθη προβλήματα ανάμειξης πρώτων υλών. Με τη μέθοδο αυτή εξασφαλίζεται ότι, στην
επαναληπτική διαδικασία που εφαρμόζεται, είναι βέβαιη η επίτευξη βέλτιστης λύσης
ανεξάρτητα από το σημείο (δεδομένο, initial point) εκκίνησης της διαδικασίας σύγκλισης.
όπου l1, h1 είναι τα κάτω και άνω όρια του περιορισμού που έχει επιβληθεί στη συνάρτηση Xn
και Υn είναι η αντίστοιχη συνάρτηση χωρίς περιορισμούς.
(
F ( x) = e j 2 = a LSF − LSF j )2 + b(SR − SR j )2 + c(AR − AR j )2 + (WT − WT J
)2 (17)
148
Οι τιμές των συντελεστών της συνάρτησης (17) κυμαίνονται από 0 ≤ α, b, c ≤1, ανάλογα με
το επίπεδο σημαντικότητας των δεικτών ποιότητας LSF, SR και AR στη διαδικασία σύνθεσης
των διαφόρων πρώτων υλών. Όταν ο δείκτης ποιότητας παραλείπεται, ο αντίστοιχος
συντελεστής παίρνει τιμή 0, ενώ έχει τιμή 1 στην περίπτωση που ο σχετικός δείκτης
ποιότητας πρέπει οπωσδήποτε να περιληφθεί στη λύση.
Εάν α = b = c = 1, τότε οι δείκτες ποιότητας LSF, SR και AR θεωρούνται ότι έχουν ίδια
σημαντικότητα στο αποτέλεσμα της λύσης του προβλήματος, ενώ στην πραγματικότητα ο
LSF έχει τη μεγαλύτερη και ο AR τη μικρότερη.
Στην παραπάνω μέθοδο ο αριθμός των περιορισμών που επιβάλλονται στις διάφορες
μεταβλητές μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των διαθέσιμων πρώτων υλών, ενώ
στην περίπτωση του συστήματος των εξισώσεων πρέπει να είναι ίσος. Αυτό σημαίνει ότι,
στην τροποποιημένη μέθοδο Powell μπορούν να επιβάλλονται και να χρησιμοποιηθούν
περιορισμοί, οι οποίοι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στη μέθοδο του γραμμικού
συστήματος εξισώσεων.
149
5. ΕΝΥΔΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ
5.1. Γενικά
Η βασική δράση του τσιμέντου, βασίζεται στις συγκολλητικές ιδιότητες τις οποίες
εμφανίζει το μίγμα του σε κατάλληλη αναλογία με το νερό μετά την πάροδο ορισμένου
χρόνου από την ανάμειξή τους. Η συγκολλητική αυτή ουσία είναι αναγκαία για τη
συγκόλληση των αδρανών μεταξύ τους δηλ. αυτών που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή
τσιμεντοκονιαμάτων και σκυροδέματος. Η παραγωγή της είναι αποτέλεσμα αλληλουχίας
εξώθερμων αντιδράσεων των φάσεων του τσιμέντου (Σχήμα 5.1) και του νερού και
αναφέρεται ως ενυδάτωση των φάσεων του τσιμέντου. Οι αντιδράσεις ενυδάτωσης
διεξάγονται και ολοκληρώνονται σε βάθος χρόνου και προκαλούν σταδιακά πήξη,
σκλήρυνση του μίγματος νερού-τσιμέντου-αδρανών και τελικά το σύστημα αποκτά κυρίως
μεγάλη θλιπτική και μικρή εφελκυστική αντοχή.
Στα «κοινά» τσιμέντα, η κατά προσέγγιση % περιεκτικότητα (Πίνακας 5.1.) του
κλίνκερ στις ενώσεις (φάσεις) του είναι:
Πίνακας 5.1. Κατά προσέγγιση % περιεκτικότητα του κλίνκερ στις ενώσεις (φάσεις) του
Φάσεις κλίνκερ Χημικός τύπος Σύντμηση Ποσοστό (περίπου), %
Πυριτικό τριασβέστιο 3CaO⋅SiO2 C3S 50
Πυριτικό διασβέστιο 2CaO⋅SiO2 C2S 25
Αργιλικό τριασβέστιο 3CaO⋅Al2O3 C3A 10
Αργιλοσιδηρούχο
4CaO⋅Al2O3⋅Fe2O3 C4AF 10
τετρασβέστιο
Γύψος (προσθήκη-άλεση) CaSO4⋅2H2O 5
Είναι οι ιδιότητες που έχουν ορισμένα υλικά, όπως π.χ. το τσιμέντο, να σχηματίζουν
κάτω από την επίδραση νερού (μέσω των αντιδράσεων ενυδάτωσης) σταθερές
ένυδρες ενώσεις που είναι ελάχιστα υδατοδιαλυτές και έχουν μεγάλη συνάφεια
μεταξύ τους και με τα αδρανή.
Οι ενώσεις αυτές με την πάροδο του χρόνου αυξάνουν τη συνοχή των πολτών και των
κονιαμάτων που παράγονται από το τσιμέντο και τα αδρανή με αποτέλεσμα την
ανάπτυξη αντοχών.
150
5.3. Παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της ενυδάτωσης
Η % σύσταση του τσιμέντου στις διάφορες φάσεις (C3S, C2S, C3A, C4AF, γύψος) και
η παρουσία ξένων ιόντων στο πλέγμα των φάσεων
Η λεπτότητα του τσιμέντου (η ειδική επιφάνεια και η ποσοστιαία % κατανομή του
μεγέθους των κόκκων τσιμέντου)
Ο λόγος μάζας νερού προς τη μάζα τσιμέντου (W/C)
Η θερμοκρασία συντήρησης (curing) των δομικών στοιχείων νερού-τσιμέντου και
αδρανών (τσιμεντοκονιάματα, σκυρόδεμα)
η παρουσία προσθέτων (συνήθως οργανικές χημικές ενώσεις σε μικρά ποσοστά στο
τσιμέντο για έλεγχο του ρυθμού ενυδάτωσης και των ιδιοτήτων της πάστας)
Η παρουσία άλλων κύριων συστατικών στο τσιμέντο με ποζολανικές ιδιότητες (π.χ.
φυσικές ποζολάνες, ιπτάμενη τέφρα, πυριτική «παιπάλη», τέφρα φλοιού ρυζιού,
σκωρία υψικαμίνων κ.ά.).
Σχήμα 5.1. Κόκκος τσιμέντου στον οποίο εμφανίζονται οι διάφορες φάσεις του κλίνκερ που
ενυδατώνονται [51].
Όταν προστεθεί νερό στο τσιμέντο αρχίζουν, οι αντιδράσεις της ενυδάτωσης, της οποίας
αποτέλεσμα είναι η πήξη και σκλήρυνση του σκυροδέματος με ταυτόχρονη έκλυση μεγάλων
ποσοτήτων θερμότητας.
151
Είναι γνωστό ότι μόνο οι ασβεστοπυριτικές ενώσεις (C3S και C2S) συμμετέχουν
σημαντικά, μετά από ενυδάτωση, στην αύξηση της αντοχής του σκυροδέματος (το
C3S της πρώϊμης και το C2S σε βάθος χρόνου), Σχήμα 5.2.
Και οι φάσεις C3Α και C4AF του τσιμέντου ενυδατώνονται, αλλά δεν συμβάλλουν
σημαντικά στην αντοχή του σκυροδέματος (Σχήμα 5.2)
Η εκλυόμενη θερμότητα, κατά την ενυδάτωση, οφείλεται στη δημιουργία και
καταστροφή των χημικών δεσμών που δημιουργούνται με την επίδραση του νερού
Οι ταχύτητες διεξαγωγής των αντιδράσεων ενυδάτωσης των ενώσεων/φάσεων του
τσιμέντου (απουσία γύψου) κατατάσσονται ως εξής: C3Α > C3S > C4AF > C2S
(Σχήμα 5.3, κλίση καμπυλών)
152
Σχήμα 5.3. Ταχύτητα ενυδάτωσης φάσεων κλίνκερ τσιμέντου (κατά Taylor, Cement
Chemistry).
Η πρώτη αντίδραση είναι ταχύτατη, ενώ η δεύτερη διεξάγεται πιο αργά. Το τελικό προϊόν
(C3AH6) της αντίδρασης ονομάζεται hydrogarnet. Οι αντιδράσεις αυτές εκλύουν
σημαντικότατες ποσότητες θερμότητας οι οποίες συμβάλλουν σημαντικά στην πήξη.
• Στην πραγματικότητα όμως, οι αργιλικές φάσεις του κλίνκερ (C3A, C4AF) και οι
παρούσες θειϊκές φάσεις (π.χ. η προστιθέμενη γύψος στη διεργασία άλεσης του
κλίνκερ που είναι ιδιαίτερα διαλυτή ένωση), με την παρουσία νερού, διίστανται και
αντιδρούν πολύ γρήγορα μεταξύ τους και με μεγάλη έκλυση θερμότητας και αύξηση
της θερμοκρασίας του διαλύματος κατά πολλούς βαθμούς. Κατά τη διαδικασία αυτή
παράγονται ενώσεις τύπου γέλης-gel), που είναι οι «πρόδρομες» ενώσεις
σχηματισμού του εττρινγκίτη και συμβάλλουν ελάχιστα στην πρώϊμη αντοχή (Σχήμα
153
5.4., στάδιο 1). Στο στάδιο 1 φαίνεται η μικρή χρονική διάρκεια του σταδίου της
υδρόλυσης της φάσης C3A του τσιμέντου.
• Η προσθήκη της γύψου έχει ως στόχο τον έλεγχο της ταχύτητας ενυδάτωσης των
αργιλικών φάσεων και τον έλεγχο της ακαριαίας πήξης (flash set) της
τσιμεντόπαστας. Δηλαδή, ο σκοπός της προσθήκης γύψου (CaSO4 2H2O, CŠΗ2) είναι
η αποτροπή του ενδεχόμενου της ταχύτατης αντίδρασης C3A-νερού. Η επιβραδυντική
δράση της γύψου αποδίδεται στο σχηματισμό μιας στοιβάδας εττρινγκίτη πάνω στην
επιφάνεια των κόκκων του αργιλικού τριασβεστίου, γεγονός που παρεμποδίζει την
πρόσβαση του νερού στις απομένουσες αργιλικές φάσεις, οπότε η διεργασία της
ενυδάτωσής τους επιβραδύνεται και η έκλυση θερμότητας μειώνεται, λόγω και του
σχετικά μικρού % ποσοστού του C3A στο τσιμέντο.
• Επομένως, η παρουσία των θειϊκών ιόντων Š = SO3- οδηγεί καταρχάς το C3A στην
παρακάτω αντίδραση ενυδάτωσης:
155
CH [υδράσβεστος, Ca(OH)2], C3AH6 (Hydrogarnet), C6AŠ3H32 (εττρινγκίτης, ettringite)
C4AŠH12 μονοθειϊκό άλας
Για τους παραπάνω λόγους, η περιεκτικότητα % του τσιμέντου σε C3A πρέπει να είναι
χαμηλή ώστε να μη διεξάγεται η αντίδραση επανασχηματισμού εττρινγκίτη που δημιουργεί
ανεπιθύμητη διόγκωση του σκυροδέματος και τα συνεπακόλουθα ως προς την ανθεκτικότητά
του σε χημική προσβολή. Η πρώτη αντίδραση, από τις δύο που δίνονται στη (10), δυστυχώς
είναι αναπόφευκτη, επειδή ούτως ή άλλως το Ca(OH)2 προκύπτει από τις αντιδράσεις
ενυδάτωσης των C3S και C2S. Άρα η πρώτη αντίδραση θα διεξαχθεί και θα προκαλέσει τη
σχετική διόγκωση και τάσεις μέσα στο σκυρόδεμα.
Μετά το στάδιο 2 (Σχήμα 5.4), σχεδόν αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου ωρίμανσης, αρχίζει
η κύρια αντίδραση της ενυδάτωσης καταρχάς του C3S, δηλαδή η σταδιακή πήξη και
σκλήρυνση του σκυροδέματος με παράλληλη έκλυση σημαντικής ποσότητας θερμότητας. Οι
«φάσεις» αυτές της ενυδάτωσης αναφέρονται στα στάδια 3 και 4 (Σχήματα 5.5 και 5.6). Το
στάδιο 5 αρχίζει πρακτικά μετά την πάροδο 36 ωρών και κατά τη διάρκειά του συνεχίζεται ο
αργός σχηματισμός των ένυδρων ασβεστοπυριτικών ενώσεων, εφόσον βέβαια
• συνεχίζουν να υπάρχουν μη ενυδατωμένες πυριτικές φάσεις,
• υπάρχει ή εξασφαλίζεται με διαβροχή του σκυροδέματος η παρουσία νερού και
επίσης
• είναι δυνατή η πρόσβαση του νερού σε αυτές τις μη ενυδατωμένες φάσεις.
Οι αντιδράσεις ενυδάτωσης των ασβεστο-πυριτικών φάσεων C3S και C2S δίνονται από:
Υδρόλυση των ενώσεων πυριτικού ασβεστίου (C3S και C2S) και διάσταση του νερού
→ παραγωγή ιόντων Ca+ και (OH)-
Συνέχιση παραγωγής ιόντων Ca+ και (OH)- με χαμηλότερο ρυθμό μέχρι κορεσμού του
συστήματος. Το pH του περιβάλλοντος γίνεται βασικό περίπου 12, λόγω της
παρουσίας των ιόντων (OH)-. Όμως, αυτή η αρχική υδρόλυση επιβραδύνεται γρήγορα
156
μετά την έναρξη της ενυδάτωσης. Ο ρυθμός της αντίδρασης μειώνεται σχετικώς
σύντομα και συνοδεύεται από μείωση της εκλυόμενης ποσότητας θερμότητας. Η
παραγωγή ιόντων Ca+ και (OH)- (υδρόλυση) συνεχίζεται με χαμηλότερο ρυθμό μέχρι
κορεσμού του συστήματος. Αφού συμβεί αυτό, δηλαδή αφού το διάλυμα γίνει
υπέρκορο σε ιόντα ασβεστίου και οδηγείται στην παραγωγή νέων φάσεων.
Κρυστάλλωση των ελεύθερων ιόντων Ca+ και (OH)- σε Ca(OH)2
Μετατροπή των C3S και C2S σε ενώσεις ένυδρου πυριτικού ασβεστίου (π.χ.
Ca3Si2O7∙4H2O, C-S-H), Σχήμα 5.5.
Τα Ca(OH)2 και το C-S-H αποτελούν τους «πυρήνες» ανάπτυξης (Σχήμα 5.6), που
αρχίζουν να καλύπτονται από διαδοχικά στρώματα C-S-H, τα οποία συνεχώς
διευρύνονται, καλύπτουν το χώρο μεταξύ τους και εμποδίζουν, λόγω του πάχους του
στρώματος του C-S-H, και παρεμποδίζουν την προσέγγιση του νερού στις μη
ενυδατωμένες φάσεις. Επειδή λοιπόν ο χώρος αυτός περιορίζεται, η ταχύτητα
ενυδάτωσης των μη ενυδατωμένων τεμαχίων C3S μειώνεται.
Ο σχηματισμός των φάσεων C-S-H παράγει θερμότητα και μικρή διόγκωση, ενώ η
έναρξη συνένωσης των παραπάνω ενώσεων προσδίδει στο μίγμα μικρή συνοχή και η
φάση αντιστοιχεί στο σημείο έναρξης πήξης (initial set, Σχήμα 5.4). Όσο συνεχίζεται
η συνένωση αυτών των φάσεων, το δομικό στοιχείο (π.χ. σκυρόδεμα) αποκτά
ανθεκτικότητα, ώστε κάποια χρονική στιγμή γίνεται «βατό». Αυτό το χρονικό σημείο
χαρακτηρίζεται ως σημείο τελικής πήξης (final set, Σχήμα 5.4)
Ο ρυθμός διεξαγωγής και συνέχισης των αντιδράσεων ενυδάτωσης ρυθμίζεται πλέον
από την ταχύτητα (δυνατότητα) διάχυσης των μορίων του νερού μέσα από τους
κρυστάλλους του C-S-H. Επειδή λοιπόν το πάχος της επικάλυψης διαρκώς μεγαλώνει,
ο ελεύθερος χώρος (δίοδοι) συνεχώς περιορίζεται. Το γεγονός αυτό έχει ως
αποτέλεσμα τη μείωση της ταχύτητας ενυδάτωσης των μη ενυδατωμένων
κρυστάλλων C3S και του ρυθμού παραγωγής C-S-H (Διαγράμματα a, b, c και d,
Σχήμα 5.7).
157
Σχήμα 5.5. Στάδια ενυδάτωσης κόκκων Σχήμα 5.6. Συνέχιση ενυδάτωσης κόκκων
τσιμέντου [52]. τσιμέντου [52].
Σχήμα 5.7. Σχηματική αναπαράσταση του πορώδους της τσιμεντόπαστας κατά την ενυδάτωση κόκκων του
τσιμέντου.
Στο Σχήμα 5.7 (a, b, c και d) απεικονίζονται τα στάδια εξέλιξης των πόρων στη μάζα του
σκυροδέματος κατά το σχηματισμό του ένυδρου πυριτικού ασβεστίου. Στο τμήμα (a) του
σχήματος δεν έχει αρχίσει ακόμη η ενυδάτωση και τα διάκενα μεταξύ των τεμαχιδίων του
τσιμέντου απλώς γεμίζουν με νερό. Το τμήμα (b) απεικονίζει την έναρξη της ενυδάτωσης.
Στο τμήμα (c) συνεχίζεται η ενυδάτωση, ενώ στο (d) απεικονίζεται η ενυδατωμένη αλλά μη
πλήρως σκληρυμένη τσιμεντόπαστα. Παρατηρείται δε ότι σχεδόν ότι σχεδόν ολόκληρος ο
χώρος έχει καλυφθεί από ένυδρο πυριτικό ασβέστιο. Η ενυδάτωση, είναι προφανές, ότι θα
συνεχιστεί για όσο διάστημα υπάρχει παρουσία νερού και μη ενυδατωμένα συστατικά μέσα
στην τσιμεντόπαστα, τα οποία όμως πρέπει να μπορούν να έρθουν σε επαφή με το νερό.
• Παρατηρήσεις
Είναι γνωστό ότι το C3S ευθύνεται για την αύξηση της αντοχής του
σκυροδέματος τις πρώτες 7 ημέρες μετά τη διάστρωσή του (αντιδρά πολύ
γρηγορότερα με το νερό), ενώ το C2S αντιδρά με αργότερους ρυθμούς και
αυξάνει την αντοχή του σκυροδέματος στα μετέπειτα στάδια.
158
Το C2S είναι πολύ λιγότερο διαλυτό από το C3S, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα
την πολύ μικρότερη ταχύτητα ενυδάτωσής του. Λόγω αυτού, η ενυδάτωση του
C2S συμβάλλει ελάχιστα στην πρώϊμη (αρχική) αντοχή του τσιμέντου, αλλά
«ευθύνεται» και συμβάλλει σημαντικά στην τελική αντοχή της
τσιμεντόπαστας άρα και του σκυροδέματος δηλ. συμμετέχει με χαμηλή
ταχύτητα στη συνέχιση της ενυδάτωσης για μεγάλο χρονικό διάστημα όπως
φαίνεται στο Σχήμα 5.3.
Πίνακας 5.2. Ταχύτητα αντίδρασης των φάσεων κλίνκερ με το νερό κατά την ενυδάτωση-Επίδραση
κάθε φάσης στην εκλυόμενη θερμότητα ενυδάτωσης και στην αντοχή
Συμμετοχή στην
Ποσότητα
Φάση Ταχύτητα
εκλυόμενης Συνολική
κλίνκερ αντίδρασης
θερμότητας Αντοχή εκλυόμενη
τσιμέντου ενυδάτωσης
αντίδρασης θερμότητα
159
Στα Σχήματα 5.8 – 5.12 απεικονίζεται η αλληλουχία των σταδίων ενυδάτωσης των φάσεων
του τσιμέντου, ενώ στο Σχήμα 5.13 φαίνεται η επίδραση της ποσότητας του
χρησιμοποιούμενου νερού (λόγος W/C, Νερό:Τσιμέντο) στην ενυδάτωση του τσιμέντου, στις
ιδιότητες της τσιμεντόπαστας και κατ’ επέκταση στις ιδιότητες του σκυροδέματος που θα
παραχθεί.
Σχήμα 5.8. Ενώσεις τύπου γέλης-gel (C-A-S-H) από Σχήμα 5.9. Υδρόλυση των φάσεων του τσιμέντου και
την υδρόλυση του C3A και της γύψου [52] παραγωγή ιόντων Ca+ και (ΟΗ)- [52].
Σχήμα 5.10. Έναρξη σχηματισμού ενώσεων ένυδρου Σχήμα 5.11. Συνέχιση σχηματισμού ενώσεων ένυδρου
πυριτικού ασβεστίου (C-S-H) και κρυστάλλωσης πυριτικού ασβεστίου (C-S-H) και κρυστάλλωσης
υδροξειδίου του ασβεστίου [Ca(OH)2, CH] [52]. υδροξειδίου του ασβεστίου [Ca(OH)2, CH] [52].
160
Σχήμα 5.12 Εξάπλωση των ενώσεων ένυδρου πυριτικού
ασβεστίου (C-S-H) με τη διεργασία της «πυρηνοποίησης» [52].
Στο Σχήμα 5.13 φαίνεται η επίδραση της ποσότητας του χρησιμοποιούμενου νερού (λόγος W/C,
Νερό:Τσιμέντο) στην ενυδάτωση του τσιμέντου, στις ιδιότητες της τσιμεντόπαστας και κατ’
επέκταση στις ιδιότητες του σκυροδέματος που θα παραχθεί.
161
5.8. Ποζολάνες – Ποζολανικά τσιμέντα
Ως ποζολανικά υλικά θεωρούνται, όχι μόνο αυτά που έχουν ορυκτή προέλευση
(ηφαιστειακές τέφρες, ελαφρόπετρα, ηφαιστειακοί τόφφοι κλπ.), αλλά και βιομηχανικά
παραπροϊόντα (πυριτική «παιπάλη»-silica fume, σκωρία υψικαμίνων-GGBFS) και επίσης τα
ανόργανα κατάλοιπα (ιπτάμενες τέφρες από ορυκτούς άνθρακες, τέφρα καύσης φλοιού
ρυζιού κλπ.) δηλ. τα παραπροϊόντα της καύσης υλικών οργανικής προέλευσης, αρκεί να
έχουν παρεμφερή ορυκτολογική σύσταση με τις φυσικές ποζολάνες, κατάλληλο μέγεθος
τεμαχίων μετά την άλεση και να μην έχουν υπολειπόμενο άνθρακα.
162
C2S + aq (H) → C-S-H + CH (Μέση)
Στην Ελλάδα, φυσικές ποζολάνες εξορύσσονται κυρίως στη Μήλο των οποίων τα
κοιτάσματα έχουν προκύψει ως αποτέλεσμα ηφαιστειακής δράσης και έντονων τεκτονικών
δυνάμεων. Ενεργά ορυχεία ποζολανικών υλικών βρίσκονται επίσης στην Κίμωλο, στη νήσο
Γυαλί στα Δωδεκάνησα και στην επαρχία Αριδαίας της Πέλλας, ενώ παλαιότερα μεγάλες
ποσότητες θηραϊκής γης (ποζολανικό υλικό ηφαιστειακής προέλευσης) εξορύχθηκε στο
σύμπλεγμα των νησιών της Θήρας.
Εξαιτίας των ποζολανικών τους ιδιοτήτων, μετά από άλεση, χρησιμοποιούνται στη
βιομηχανία τσιμέντου και σκυροδέματος για την παραγωγή καταρχάς σύνθετων τσιμέντων
και στη συνέχεια ανθεκτικών κονιαμάτων και σκυροδέματος για δομικά στοιχεία.
163
τσιμέντο, οπότε προκύπτει μικρότερο κόστος κατ’ όγκο. Σε ορισμένες
περιπτώσεις μπορεί να αντικατασταθεί τετραπλάσια μάζα τσιμέντου, οπότε
προκύπτουν λιγότερο ογκώδεις κατασκευές οι οποίες μπορούν να φέρουν το
ίδιο φορτίο. Επίσης, δεν είναι αμελητέες οι θετικές επιπτώσεις από την
περιβαλλοντική διαχείριση απορριμμάτων (ιπτάμενη τέφρα, πυριτική παιπάλη,
σκωρίες κ.α.) βιομηχανικών διεργασιών
2. Μείωση της θερμότητας ενυδάτωσης: Η αντίδραση μεταξύ ποζολανών και του
ελεύθερου Ca(OH)2 εκλύει λιγότερη θερμότητα, που έχει ως αποτέλεσμα τη
μείωση πιθανών ρωγματώσεων από υπερβολική έκλυση θερμότητας, όταν
μέρος του κοινού τσιμέντου υποκαθίσταται από ποζολάνες (σύνθετα τσιμέντα)
3. Μεγαλύτερη αντοχή: Επειδή οι ποζολάνες συνεχίζουν να αντιδρούν με το
ελεύθερο Ca(OH)2 αυξάνοντας την αντοχή σε βάθος χρόνου, συμβάλλουν στο
φαινόμενο της «αυτοϊασης» του ασθενώς ρωγματωμένου σκυροδέματος μέσω
της αργής και «ήπιας» διόγκωσης
4. Μείωση της διαπερατότητας: Η δημιουργία δομής αυξημένης πυκνότητας και
η συνεχιζόμενη ποζολανική δράση, με δέσμευση του ελεύθερου Ca(OH)2,
μειώνει την περατότητα και την δυνατότητα εισόδου και διάχυσης βλαπτικών
διαλυμάτων χημικών ενώσεων στο περιβάλλον του σκυροδέματος
5. Αυξημένη ανθεκτικότητα σε φαινόμενα παγώματος-απόψυξης: Λόγω της
πυκνότερης δομής (χαμηλό πορώδες και περατότητα), μειώνεται η απώλεια
νερού μέσω εξίδρωσης (bleeding), η διείσδυση νερού στους πόρους και έτσι
ελαχιστοποιούνται τα δυσμενή αποτελέσματα του φαινόμενου «παγώματος-
απόψυξης»
6. Πολύ μικρή δυνατότητα διάχυσης ιόντων χλωρίου: Οι ποζολάνες, λόγω της
δημιουργίας δομής αυξημένης πυκνότητας (μειωμένη διαπερατότητα)
παρουσιάζουν μεγάλη αντίσταση στο θαλασσινό νερό
7. Αύξηση της αντοχής σε τριβή και θλίψη: Η χρησιμοποίηση ποζολανών
αυξάνει την αντοχή στην τριβή και σε θλίψη, λόγω δημιουργίας πυκνότερης
δομής δηλ. μικρότερης διαπερατότητας και ανθεκτικότερης σε βάθος χρόνου
8. Αυξημένη αντίσταση σε θειϊκές ενώσεις: Οι ποζολάνες δεσμεύουν το
ελεύθερο Ca(OH)2, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να αντιδράσει με τα
θειϊκά και να προκαλέσει καταστροφική διόγκωση (εττρινγκίτης).
9. Αυξημένη αντίσταση στη διεξαγωγή της αντίδρασης με το πυριτικό των
αδρανών: Οι ποζολάνες δεσμεύουν τα αλκάλια του τσιμέντου, τα οποία θα
164
μπορούσαν να αντιδράσουν με το SiO2 των αδρανών υλικών και να προκληθεί
καταστροφική διόγκωση μέσω της αντίδρασης ASR (Alkali Silica Reaction).
10. Μείωση της απόμειξης: Η αύξηση της συνάφειας μεταξύ των διαφόρων
συστατικών του ποζολανικού κονιάματος μειώνει την πιθανότητα απόμειξης,
η οποία διαφορετικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανομοιογένεια δομής και
ελαττώματα του σκυροδέματος
11. Μείωση της κάθισης (εξάπλωση): Η παραγωγή σκυροδέματος αποδεκτού
ιξώδους με μικρότερο λόγο νερού/τσιμέντο επιτρέπει την εργασία για
μεγαλύτερο χρονικό διάστημα - κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε περίπτωση
αυξημένης θερμοκρασίας περιβάλλοντος κατά τη σκυροδέτηση
12. Βελτίωση της αντλησιμότητας: To σκυρόδεμα που περιέχει ιπτάμενη τέφρα
(Fly ash, FA) αντλείται ευκολότερα*, συνεπώς είναι δυνατή η μεταφορά του
μέσω αντλίας και η διάστρωσή του σε μεγαλύτερες αποστάσεις.
13. Βελτίωση της εργασιμότητας: Σκυρόδεμα με ιπτάμενη τέφρα είναι ευκολότερο
να διαστρωθεί και να συμπυκνωθεί, δηλαδή συμπεριφέρεται καλύτερα στην
πλήρωση των καλουπιών των δομικών στοιχείων *[“Ball bearing effect”, FA
ως “λιπαντικό”]
14. Βελτίωση της εξωτερικής εμφάνισης: Με χρήση ιπτάμενης τέφρας
επιτυγχάνεται ευκολότερα καλό αισθητικό αποτέλεσμα στην εξωτερική
επιφάνεια, λόγω μείωσης του ιξώδους του μείγματος και καλής πλήρωσης των
καλουπιών κατά τη διάστρωση. Επίσης, ελαττώνονται τα αντιαισθητικά
επιφανειακά άλατα, λόγω αντίδρασής τους με το ελεύθερο Ca(OH)2 ή από τον
εγκλωβισμό τους στην πυκνότερη δομή
Τα τσιμέντα, που παράγονται στην Ελλάδα, είναι κατά κύριο λόγο τύπου CEM I (κοινό
τσιμέντο), CEM II (σύνθετο τσιμέντο) και λιγότερο τσιμέντα τύπου CEM IV του προτύπου
ΕΝ 197-1. Αυτό συμβαίνει, λόγω:
• Της αφθονίας ορυκτών πρώτων υλών (ποζολάνες, ασβεστόλιθοι) ή ποζολανικών
παραπροϊόντων (ασβεστούχες ιπτάμενες τέφρες από την καύση λιγνιτών) που μπορούν να
υποκαταστήσουν το τσιμέντο στο σκυρόδεμα
• της αναγκαιότητας μείωσης του κόστους παραγωγής του τσιμέντου και του
σκυροδέματος
165
• της ανάγκης προσαρμογής των ελληνικών τσιμεντοβιομηχανιών στις σύγχρονες
περιβαλλοντικές απαιτήσεις μείωσης των εκπομπών CO2 και για λόγους περιβαλλοντικής
διαχείρισης των βιομηχανικών παραπροϊόντων (π.χ των ιπταμένων τεφρών)
• και επίσης για λόγους που συνδέονται με τις ιδιότητες, τη δράση των ποζολανών και
την τεχνολογική συμπεριφορά των σύνθετων τσιμέντων κατά τη χρήση τους
166
• Επίσης, σημαντικό πλεονέκτημα θεωρείται η «ήπια» διόγκωση που προκύπτει από
την ποζολανική αντίδραση που μειώνει το πορώδες - περατότητα του σκυροδέματος. Έτσι,
προστατεύεται από τη διείσδυση βλαπτικών χημικών ενώσεων με αποκατάσταση των
μικρορωγματώσεων, δηλαδή συμβάλλει στο φαινόμενο της «αυτοίασης» και την προστασία
από χημική προσβολή του οπλισμού του σκυροδέματος.
Ένα ενδιαφέρον πεδίον εφαρμογής των ποζολανικών τσιμέντων αποτελεί αυτό της
παραγωγής σκυροδεμάτων ανθεκτικών στις θειϊκές ενώσεις, που έχει σχέση επίσης με τα
αντικείμενα της ενυδάτωσης των φάσεων του τσιμέντου και με τη συμπεριφορά αυτών των
φάσεων όσο και των προϊόντων ενυδάτωσης παρουσία θειϊκών ενώσεων. Το αντικείμενο
αυτό συσχετίζεται με τα παραπάνω, γιαυτό κρίνεται σκόπιμο να αναλυθεί και έπεται των
παραπάνω αντικειμένων.
5.9.1. Γενικά
167
Υπάρχουν δύο κύριες χημικές αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα κατά την προσβολή
του σκυροδέματος από θειϊκές ενώσεις:
Εκτός από τα παραπάνω, το θειικό μαγνήσιο αντιδρά (εξίσωση 14) με όλες τις ενώσεις
του τσιμέντου, συμπεριλαμβανομένων των ένυδρων ασβεστοπυριτικών φάσεων [C-S-H]
σχηματίζοντας γύψο, ένυδρο πυριτικό μαγνήσιο [M-S-H] και στη συνέχεια εττρινγκίτη, ενώ
το Mg(OH)2 μπορεί να αντιδράσει με τις ζελατινοειδείς πυριτικές ενώσεις για να σχηματίσει
ένυδρο πυριτικό μαγνήσιο [M-S-H], που είναι ένα μαλακό υλικό και επηρεάζει την αντοχή
του σκυροδέματος.
168
Αν όμως το Ca(OH)2 της 1ης αντίδρασης δεσμευτεί από ποζολανικό υλικό (σύνθετα
τσιμέντα), τότε τα δυσμενή αποτελέσματα από την παραγωγή δευτερογενούς γύψου και την
παραγωγή παραπέρα εττρινγκίτη μειώνονται, όχι μόνο επειδή διεξάγεται η παρακάτω
αντίδραση από την οποία προκύπτει ένυδρη ασβεστοπυριτική ένωση (C-S-H) αντί του
εττρινγκίτη, αλλά και επειδή τα λεπτομερή ποζολανικά πρόσθετα μειώνουν την περατότητα
του σκυροδέματος και ως εκ τούτου και τις επιπτώσεις από τη δράση των θειϊκών:
Η σοβαρότητα της προσβολής του σκυροδέματος από τα θειικά εξαρτάται από τους
παρακάτω παράγοντες:
■ Την κινητικότητα των διαλυμάτων δηλ. από το εάν το διάλυμα θειϊκής ένωσης
είναι συνεχούς ροής ή στάσιμο
169
κινήσεις νερού) από ό,τι σε σκυρόδεμα το οποίο είναι πλήρως εμβαπτισμένο στο νερό και
συνεχώς σε επαφή με το διάλυμα.
■ Την πίεση
Πλέον σοβαρή είναι η προσβολή από θειϊκά διαλύματα υπό αυξημένη πίεση γιατί αυτά
τείνουν να διεισδύσουν ευκολότερα στο σκυρόδεμα
■ Τη θερμοκρασία
Όπως συμβαίνει σε οποιαδήποτε χημική αντίδραση, η ταχύτητα της αντίδρασης αυξάνει
με τη θερμοκρασία
170
τσιμέντο, ανάλογα με τη συγκέντρωση των βλαπτικών ενώσεων στο περιβάλλον του
σκυροδέματος.
Το λόγο νερού-τσιμέντου
Η χαμηλή διαπερατότητα του σκυροδέματος είναι ένας σημαντικός παράγοντας που
επηρεάζει θετικά την αντοχή του σε προσβολή από τα θειικά.
Υπό την προϋπόθεση χρησιμοποίησης κατάλληλου τύπου και καλής ποιότητας πρώτων
υλών (τσιμέντο, αδρανή), σε σωστή αναλογία και εφαρμογής καλών πρακτικών παρασκευής
σκυροδέματος (συμπύκνωση, συντήρηση), η διαπερατότητα του σκυροδέματος είναι άμεση
συνάρτηση του λόγου νερό-τσιμέντο (συνδετικό υλικό) και του χρόνου πήξης-σκλήρυνσης
(Σχήμα 5.16).
Όπως διαπιστώνεται, η ένταση της προσβολής του σκυροδέματος είναι ένα σύνθετο
φαινόμενο που επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Ωστόσο, στην πράξη είναι δύσκολο να
εξεταστούν όλοι οι παράγοντες που υπεισέρχονται στη φθορά του σκυροδέματος από χημική
προσβολή, και στις περισσότερες περιπτώσεις, η σοβαρότητα της προσβολής έχει σχέση
κυρίως με το είδος, τη συγκέντρωση θειικών ενώσεων και με την ποιότητα του
σκυροδέματος, οπότε και οι ενέργειες για την αντιμετώπισή τους καθορίζονται ανάλογα.
Σχήμα 5.14. Σχέση ποσότητας τσιμέντου στο σκυρόδεμα και σχετικής διόγκωσης κατά την προσβολή
από θειϊκές ενώσεις [64].
171
Σχήμα 5.15. Σχέση ρυθμού φθοράς σκυροδέματος, ποσότητας τσιμέντου και ποσοστού C3A στο τσιμέντο
[64].
Σχήμα 5.16. Σχέση μεταξύ ρυθμού φθοράς σκυροδέματος και λόγου νερό/τσιμέντο (w/c) στο σκυρόδεμα
[64].
172
5.9.4. Συμπεράσματα
3. Να έχει χαμηλό λόγο νερού/συνδετικό υλικό (w/cm ≤ 0.45) για σχετικά υψηλές
συγκεντρώσεις θειϊκών στο περιβάλλον (έδαφος, νερό) ώστε να παράγεται σκυρόδεμα
χαμηλής περατότητας και πορώδους
173
μέρους του κλίνκερ στην παραγωγή και χρήση του τσιμέντου. Η συμβατότητα αυτών των
υλικών με το τσιμέντο φαίνεται από τη θέση τους στο τριμερές διάγραμμα CaO-SiO2 -Al2O3
(Σχήμα 5.17).
174
Πίνακας 5.4. Τσιμέντα Ευρωπαϊκού Προτύπου (prEN 197-1)
175
Πίνακας 5.5. Χαρακτηριστικά τσιμέντων του Ευρωπαϊκού Προτύπου (prEN 197-1)
176
Πίνακας 5.7. Ιδιότητες τσιμέντων Ευρωπαϊκού Προτύπου (prEN 197-1)
177
Πίνακας 5.8. Ιδιότητες τσιμέντων Ευρωπαϊκού Προτύπου (prEN 197-1)
178
Πίνακας 5.9. Ιδιότητες τσιμέντων Ευρωπαϊκού Προτύπου (prEN 197-1)
179
Πίνακας 5.11. Σύσταση διαφόρων τύπων τσιμέντων κατά το Αμερικανικό Πρότυπο ASTM C 150
* Αφορά στη μέγιστη περιεκτικότητα που επιτρέπεται από το Αμερικάνικο Πρότυπο ASTM C 150.
Οι βασικές ιδιότητες των τσιμέντων που επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους στις διάφορες
χρήσεις (π.χ. παρασκευή σκυροδέματος, κονιαμάτων κλπ.), όπως επίσης και τα διάφορα
πρότυπα που έχουν καθιερωθεί και εφαρμόζονται για τον έλεγχό τους, περιγράφονται
παρακάτω.
Η λεπτότητα του τσιμέντου επιδρά στη θερμότητα που απελευθερώνεται όπως επίσης και
στο ρυθμό (ταχύτητα) ενυδάτωσης. Σήμερα η λεπτότητα του τσιμέντου εκφράζεται από την
κοκκομετρική του ανάλυση (Σχήματα 5.18 και 5.19) και από τον αριθμό Blaine (ειδική
επιφάνεια, Σχήμα 5.19) σε μονάδες cm2/g ή m2/kg (1 m2/kg = 10 cm2/g και αντιπροσωπεύει τη
συνολική εξωτερική επιφάνεια των τεμαχιδίων που περιέχονται σε μάζα 1 g ή 1 kg
τσιμέντου. Είναι προφανές ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η λεπτότητα του τσιμέντου τόσο
μεγαλύτερη είναι η ποσότητα της ενέργειας που έχει καταναλωθεί για την παραγωγή του
(μεγαλύτερη διάρκεια άλεσης του κλίνκερ, άρα και κατανάλωση ενέργειας στο μύλο).
Η μεγαλύτερη λεπτότητα τσιμέντου αυξάνει την ταχύτητα ενυδάτωσης, λόγω μεγαλύτερης
επιφάνειας αντίδρασης με το νερό, και έτσι επιταχύνεται η ταχύτητα ανάπτυξης αντοχής,
ιδιαιτέρως τις πρώτες 7 ημέρες, ενώ στο Σχήμα 5.20 συσχετίζεται η αναπτυσσόμενη αντοχή
σε θλίψη με τη λεπτότητα των τσιμέντων, συναρτήσει του χρόνου.
Η λεπτότητα του τσιμέντου προσδιορίζεται με τις παρακάτω μεθόδους:
α) Wagner turbidimeter σύμφωνα με το πρότυπο ASTM C 115
β) Blaine air-permeability test (σύμφωνα με το πρότυπο ASTM C 204)
180
γ) Με προσδιορισμό, μέσω κοσκίνισης, του κλάσματος –45μm (325 mesh), [σύμφωνα
με το πρότυπο ASTM C 430].
181
Σχήμα 5.19. Καμπύλες κοκκομετρικών αναλύσεων τσιμέντου ως συνάρτηση της λεπτότητας και
αντιστοιχία τους σε μονάδες Blaine (cm2/g).
Σχήμα 5.20. Συσχέτιση της αναπτυσσόμενης αντοχής σε θλίψη με τη λεπτότητα των τσιμέντων
συναρτήσει του χρόνου.
182
5.11.2. Υγεία ή σταθερότητα όγκου (Soundness)
Είναι η ικανότητα της σκληρυμένης τσιμεντόπαστας να διατηρεί τον όγκο της μετά την
πήξη. Ένα τσιμέντο χαρακτηρίζεται ως μη «υγιές» εάν, μετά την πάροδο κάποιου χρόνου
από τη χρήση του (ενυδάτωση), εμφανίσει διόγκωση (expansion) η οποία θεωρείται
καταστροφική για το σκυρόδεμα. Η διόγκωση οφείλεται στην παρουσία στο τσιμέντο
περίσσειας ελεύθερων οξειδίων του ασβεστίου και μαγνησίου (ελεύθερη άσβεστος, CaO
και μαγνησία MgO-περίκλαστο) που κατά την ενυδάτωση δημιουργούν υδροξείδια με
παράλληλη αύξηση του όγκου της τσιμεντοκονίας.
Η σταθερότητα όγκου ή «υγεία» ελέγχεται με τις μεθόδους:
α) Επιταχυνόμενη δοκιμή ενυδάτωσης κατά Le-Chatelier (BS 4550 : Part 3 και EN
197-1) για το ελεύθερο CaO, Σχήμα 5.21.
β) Δοκιμή διόγκωσης σε αυτόκλειστο (ASTM C 151) για τα ελεύθερα CaO και MgO
183
Εάν, κατά τη μέθοδο Le Chatelier, η διαφορά (L2-L1) της απόστασης x των άκρων των ακίδων
που προσδιορίζεται μετά τη διεξαγωγή των δύο διαδοχικών δοκιμών είναι ≤ 10 mm, το
τσιμέντο χαρακτηρίζεται ως υγιές, ενώ κατά τη μέθοδο με το αυτόκλειστο (ASTM C 151) η
αύξηση του μήκους του δοκιμίου δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 0.8%.
Έχει διαπιστωθεί ότι το περίκλαστο σε ποσοστό μέχρι 2% της μάζας του τσιμέντου ενώνεται με
τα συστατικά (φάσεις) του τσιμέντου, ενώ η παρουσία του σε μεγαλύτερο ποσοστό προκαλεί
διόγκωση. Στις περιπτώσεις αυξημένου ποσοστού MgO η διόγκωση μπορεί να ελεγθεί με την
προσθήκη στο τσιμέντο υλικών με ενεργό πυριτικό όπως π.χ. η ιπτάμενη τέφρα.
Επίσης, ενώ η γύψος, που προστίθεται κατά την άλεση του κλίνκερ, έχει ως στόχο να ελέγξει
την ταχύτητα πήξης του τσιμέντου, η παρουσία περίσσειας γύψου αυτής που αντιστοιχεί στην
περιεκτικότητα του τσιμέντου σε C3A, έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση διόγκωσης σε βάθος
χρόνου και ως εκ τούτου προβλήματα σταθερότητας όγκου.
Τα αποτελέσματα, που λαμβάνονται μέσω της μεθόδου του αυτοκλείστου, οφείλονται όχι μόνο
στα συστατικά (οξείδια CaO, MgO) που αποδεδειγμένα προκαλούν διόγκωση μετά από
ενυδάτωση, αλλά και στην περιεκτικότητα του τσιμέντου σε C3A όσο και στα «τσιμεντοειδή»
πρόσθετα που αναμειγνύονται με το τσιμέντο.
Περιγράφει την ιδιότητα της τσιμεντοκονίας να ρέει. Δηλαδή εξαρτάται από το λόγο
νερό/τσιμέντο, από τη λεπτότητα του τσιμέντου και την ταχύτητα διεξαγωγής των αντιδράσεων
ενυδάτωσης. Προσδιορίζεται με τη συσκευή Vicat και δίνει το ποσοστό % του προστιθέμενου
νερού για την παρασκευή τσιμεντόπαστας, η οποία επιτρέπει τη βύθιση του εμβόλου της
συσκευής κατά 10 mm ±1 mm, ή αφορά στο ιξώδες της τσιμεντόπαστας το οποίο επιτρέπει στη
βελόνα να βυθιστεί μέχρι 5-7 mm απόσταση από τον πυθμένα του καλουπιού της συσκευής
(Σχήμα 5.22).
184
Σχήμα 5.22. Συσκευή Vicat προσδιορισμού συνάφειας και χρόνου πήξης τσιμεντόπαστας.
Στο παρόν κεφάλαιο αναπόφευκτα επαναλαμβάνονται μερικά στοιχεία από όσα αφορούν στην
ενυδάτωση των ασβεστο-αργιλικών φάσεων (σελ. 153-156), τα οποία επηρεάζουν το χρόνο
πήξης των παραγόμενων κονιαμάτων, ώστε το κεφάλαιο να θεωρηθεί ολοκληρωμένο.
Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της έναρξης ανάμιξης του τσιμέντου με το νερό
και της σκλήρυνσης της τσιμεντόπαστας (χρόνος «απώλειας» της πλαστικότητάς της) καλείται
χρονικό διάστημα πήξης (setting time period). Ανάλογα με τον τύπο του χρησιμοποιούμενου
τσιμέντου και με τις ιδιότητές του, το χρονικό διάστημα πήξης της τσιμεντόπαστας κυμαίνεται
μεταξύ 2 και 10 ωρών.
Η πήξη του τσιμέντου προκαλείται από την ανάπτυξη αλληλοεμπλεκόμενων δομών των
προϊόντων ενυδάτωσης του τσιμέντου μετά την περίοδο ωρίμανσης.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν το χρόνο πήξης κατά την ενυδάτωση του τσιμέντου είναι: η
λεπτότητα του τσιμέντου, το % ποσοστό του αργιλικού τριασβεστίου (C3A), το ποσοστό της
ελεύθερης ασβέστου (% CaOfree ή fCaO) και οι μορφές του CaSO4 που υπάρχουν στο τσιμέντο.
Σύμφωνα με εμπειρική εξίσωση που έχει προταθεί, ο αρχικός χρόνος πήξης (Vicat Initial
Setting Time, VIST) μπορεί να προσδιοριστεί κατά προσέγγιση από:
185
Για CaOfree = 2%, Blaine = 360 m2/kg, και 7% C3A, ο αρχικός χρόνος πήξης αναμένεται να
είναι:
Από την παραπάνω εμπειρική εξίσωση είναι φανερό, ότι ο αρχικός χρόνος πήξης (Vicat)
εξαρτάται σημαντικά από την περιεκτικότητα του τσιμέντου σε % CaOfree, ενώ δεν επηρεάζεται
σημαντικά από τη λεπτότητα Blaine (κοκκομετρία) του τσιμέντου και ακόμη λιγότερο από την
% περιεκτικότητά του στη φάση C3A.
• Γενικά
Οι αργιλικές φάσεις του κλίνκερ (C3A, C4 AF) και οι θειϊκές φάσεις (π.χ. η γύψος που είναι
ιδιαίτερα διαλυτή ένωση), μετά την προσθήκη νερού, διίστανται και αντιδρούν πολύ γρήγορα
μεταξύ τους και με μεγάλη έκλυση θερμότητας σχηματίζοντας ενώσεις τύπου γέλης-gel), που
είναι οι πρόδρομες ενώσεις σχηματισμού εττρινγκίτη. Κατ΄ αυτό τον τρόπο, οι παραπάνω
ζελατινοειδείς ενώσεις παρεμποδίζουν την πρόσβαση του νερού στις απομένουσες αργιλικές
φάσεις, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση των αντιδράσεων ενυδάτωσής τους και τη μείωση της
έκλυσης θερμότητας, λόγω και του σχετικά μικρού % ποσοστού των αργιλικών φάσεων στο
τσιμέντο (Σχήματα 5.23 και 5.24).
Όπως έχει προαναφερθεί, η συνάλεση γύψου - κλίνκερ (και τελικώς η παρουσία της στο
τσιμέντο) έχει ως στόχο τον έλεγχο της ταχύτητας ενυδάτωσης των αργιλικών φάσεων του
τσιμέντου.
Κατά τη διάρκεια των αντιδράσεων ενυδάτωσης των αργιλικών φάσεων και τη δημιουργία των
ενώσεων γέλης, λόγω και της σχετικώς μικρής διάρκειας του φαινομένου (2-4 ώρες περίοδος
ωρίμανσης), το σκυρόδεμα (προϊόν τσιμέντου, νερού, αδρανών) έχει χαμηλή θερμοκρασία,
είναι πλαστικό και έχει χαμηλό ιξώδες (μεταφέρεται και είναι ακόμη “εργάσιμο”).
186
Σχήμα 5.23. Ενυδάτωση C3A – αρχική φάση Σχήμα 5.24. Ενυδάτωση C3A – τελική φάση
δημιουργίας επικάλυψης εττρινγκίτη [62] δημιουργίας επικάλυψης εττρινγκίτη [62]
Η γύψος (CaSO4·2H2Ο) είναι ένωση χημικώς σταθερή και μέτριας διαλυτότητας. Όταν όμως η
γύψος θερμαίνεται, αφυδατώνεται και μετατρέπεται σε ημιυδρίτη CaSO4·½Η2Ο (plaster of
Paris) και σε υψηλότερες θερμοκρασίες σε ανυδρίτη (CaSΟ4). Και τα δύο τα προϊόντα
αφυδάτωσης της γύψου είναι σημαντικά πιο διαλυτά από ό,τι η γύψος. Η αφυδάτωση της γύψου
πραγματοποιείται σε σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες από 100oC έως 160oC. Τέτοιες όμως
θερμοκρασίες αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας άλεσης του τσιμέντου.
Επομένως, πρέπει να υπάρχει αυστηρός έλεγχος της θερμοκρασίας που αναπτύσσεται κατά τη
διάρκεια της διαδικασίας άλεσης.
Οι παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες κατά την άλεση του τσιμέντου μπορούν να
προκαλέσουν το σχηματισμό ημιυδρίτη και ανυδρίτη από τη γύψο. Οι συγκεκριμένες ορυκτές
φάσεις μπορούν να αντιδράσουν πάλι εύκολα με το νερό και να μετατραπούν πάλι σε γύψο.
Επίσης, η γύψος επιδρά σημαντικά στην αλεστικότητα του κλίνκερ, δηλαδή επηρεάζει την
κατανάλωση ενέργειας της άλεσης.
Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να επαναληφθούν μερικά θεωρητικά στοιχεία που
αφορούν σε θέματα ενυδάτωσης ασβεστο-αργιλικών φάσεων του τσιμέντου και αναφέρθηκαν
προηγουμένως στο αντικείμενο ενυδάτωσης, επειδή αυτά επηρεάζουν το χρόνο πήξης των
διαφόρων τύπων κονιαμάτων (τσιμεντοκονιάματα, σκυρόδεμα).
187
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ: C = CaO, Š = SO3- H = H2O → CŠH2= Γύψος C6AŠH6 (Hydrogarnet),
C6AŠ3H32 (εττρινγκίτης, ettringite) C4AŠH12 μονοθειϊκό άλας
Όταν το C3A ενυδατώνεται μόνο με παρουσία καθαρού νερού, προκύπτουν ταχύτατα ένυδρες
ασβεσταργιλικές ενώσεις που οδηγούν σε ανεπιθύμητη πήξη του τσιμέντου (flash set).
Οι διαδοχικές αντιδράσεις, που γίνονται, είναι:
Η πρώτη αντίδραση με προϊόντα (C4AH13 και C2AH8) είναι ταχύτατη, ενώ η δεύτερη αντίδραση
διεξάγεται πιο αργά. Το τελικό προϊόν των δύο αντιδράσεων (C3AH6), ονομάζεται hydrogarnet.
Οι αντιδράσεις αυτές εκλύουν σημαντικότατες ποσότητες θερμότητας οι οποίες προκαλούν την
ταχεία πήξη.
Ο σκοπός της προσθήκης γύψου (CŠΗ2) στο κλίνκερ του τσιμέντου Πόρτλαντ, κατά την άλεση,
είναι η αποτροπή του ενδεχόμενου της ταχύτατης αντίδρασης C3 A-νερού και της ακαριαίας
πήξης του τσιμέντου, ώστε να διεξαχθεί η παρακάτω αντίδραση ενυδάτωσης.
188
2C3A (απομένον) + C6AŠ3H32 + 4·H → 3C4AŠH12
Παρουσία περίσσειας θειϊκών ενώσεων, δηλ. από το παραχθέν προηγουμένως μονοθειϊκό άλας
και τη γύψο προκύπτει πάλι εττρινγκίτης κατά την αντίδραση:
επειδή αυτός (ο εττρινγκίτης) τελικά οδηγεί σε διόγκωση και στα δυσμενή αποτελέσματα ως
προς την ανθεκτικότητα του σκυροδέματος.
189
• Συγκεντρωτικά αποτελέσματα της δράσης της γύψου κατά την ενυδάτωση
Η προσθήκη γύψου στην άλεση του κλίνκερ, εκτός από τον έλεγχο του χρόνου πήξης κατά την
ενυδάτωση του τσιμέντου, επηρεάζει επίσης και άλλες ιδιότητες των προϊόντων ενυδάτωσης. Οι
πιο σημαντικές από αυτές τις ιδιότητες είναι η θλιπτική αντοχή, ο ρυθμός ανάπτυξης αντοχής
και η σταθερότητα όγκου των κονιαμάτων.
Δηλ. έχει επιβεβαιωθεί ότι, η προσθήκη γύψου στο κλίνκερ κατά την άλεση συμβάλλει:
Σχήμα 5.25. Επίδραση % ποσοστού θειϊκών στη Σχήμα 5.26. Επίδραση % ποσοστού θειϊκών στο %
θλιπτική αντοχή [62]. ποσοστό συρρίκνωσης [62].
190
• Βέλτιστη ποσότητα προσθήκης γύψου στην άλεση του κλίνκερ
Σχήμα 5.27. Επίδραση % ποσοστού γύψου και % Σχήμα 5.28. Επίδραση % ποσοστού γύψου και %
C3A στο χρόνο πήξης [62]. C3A στο χρόνο πήξης [62].
Για τη βέλτιστη % SO3- στο τσιμέντο έχουν προταθεί οι παρακάτω γραμμικές εξισώσεις:
• Τελικά συμπεράσματα
Ο χρόνος πήξης του τσιμέντου οφείλεται κυρίως στις αντίδράσεις ενυδάτωσης του αργιλικού
τριασβεστίου (C3A), το οποίο είναι η φάση που αντιδρά ευκολότερα από τις τέσσερεις φάσεις
του κλίνκερ τσιμέντου.
191
Απουσία γύψου, η αντίδραση του C3A με το νερό διεξάγεται πολύ γρήγορα. Το C3A
μετατρέπεται σε ένυδρο αργιλικό ασβέστιο 4CaO·Al2O3·19H2O, το οποίο σχηματίζει γέφυρες
μεταξύ των τεμαχιδίων τσιμέντου. Κατ’ αυτό τον τρόπο μειώνεται η κινητικότητα των
τεμαχιδίων τσιμέντου και παράγεται μια σταθερή δομή, η οποία υποδηλώνει την πήξη του
μίγματος τσιμέντου. Αυτή η ταχεία πήξη γίνεται σχεδόν ακαριαία και είναι μη αναστρέψιμη
διεργασία.
Η παρουσία γύψου στο τσιμέντο, επιβραδύνει την αντίδραση του C3A με το νερό. Η
γύψος που διαλύεται εύκολα στο νερό, αντιδρά με το C3A και σχηματίζει εττρινγκίτη (ettringite,
3CaΟ·Al2Ο3·3CaSO4·32Η2Ο). Ο εττρινγκίτης αρχικά έχει τη μορφή πολύ λεπτών κρυστάλλων,
οι οποίοι επικαλύπτουν την επιφάνεια των τεμαχιδίων C3A (Σχήμα 5.16). Οι κρύσταλλοι στην
αρχή είναι πολύ μικροί για να γεφυρώσουν τα κενά μεταξύ των τεμαχιδίων του τσιμέντου,
οπότε, το μίγμα τσιμέντου συνεχίζει να ενυδατώνεται και να παραμένει πλαστικό. Μετά τις
αρχικές αντιδράσεις ενυδάτωσης του τσιμέντου, ακολουθεί μία σχετικά αδρανής περίοδος κατά
την οποία οι κρύσταλλοι του εττρινγκίτη συνεχίζουν να αναπτύσσονται και τελικά γίνονται
αρκετά μεγάλοι ώστε εμποδίζουν την κινητικότητα των τεμαχιδίων τσιμέντου (Σχήμα 5.24),
οπότε μειώνεται σημαντικά ο ρυθμός ενυδάτωσης του τσιμέντου. Σε αυτό το στάδιο αρχίζει να
εμφανίζεται η πήξη. Είναι πιθανόν επίσης να σχηματιστεί μονοθειϊκό άλας από την αντίδραση
περίσσειας C3A και εττρινγκίτη.
Στην περίπτωση παρουσίας περίσσειας γύψου στο τσιμέντο ή θειϊκών ενώσεων στο
περιβάλλον, προκύπτει οπωσδήποτε ως τελικό προϊόν εττρινγκίτης. Η παραγωγή του οφείλεται
στο C3A του τσιμέντου και στη γύψο η οποία είναι το προϊόν αντίδρασης του Ca(OH)2 της
ενυδάτωσης και των θειϊκών ενώσεων των αλκαλίων. Ο εττρινγκίτης είναι η αιτία της
διόγκωσης των κονιαμάτων και του σκυροδέματος. Το γεγονός αυτό επιβάλλει τη χρήση
τσιμέντων χαμηλής περιεκτικότητας σε C3A, στην περίπτωση περίσσειας θειϊκών ενώσεων στο
περιβάλλον.
Η επίδραση των θειϊκών ενώσεων και του περιεχόμενου C3A στην ταχύτητα και την «ποιότητα»
πήξης φαίνεται στα Σχήματα 5.29 και 5.30, αντιστοίχως και επίσης καταγράφεται συνοπτικά
στον Πίνακα 5.12.
192
Σχήμα 5.29. Επίδραση του τύπου της γύψου στην πήξη του τσιμέντου
Σχήμα 5.30. Σχέση μεταξύ % περιεκτικότητας σε C3A και % περιεκτικότητας σε SO3 στην πήξη του τσιμέντου.
193
Πίνακας 5.12. Σχέση μεταξύ % περιεκτικότητας σε C3A και % περιεκτικότητας σε SO3 (θειϊκές ενώσεις) στην
πήξη του τσιμέντου
Για τους παραπάνω λόγους, η ρύθμιση του χρόνου πήξης του τσιμέντου ελέγχεται με προσθήκη
γύψου κατά την άλεση του κλίνκερ (έλεγχος της ταχύτατης αντίδρασης ενυδάτωσης της φάσης
C3A του τσιμέντου). Ο χρόνος πήξης ελέγχεται επίσης με χρήση χημικών πρόσθετων
(admixtures), ενώ επηρεάζεται από το λόγο W/C (νερό/τσιμέντο).
Ο χρόνος πήξης προσδιορίζεται σύμφωνα με το πρότυπο ASTM C 150 και πρέπει να βρίσκεται
μεταξύ των ορίων του προτύπου. Για τον προσδιορισμό του χρησιμοποιούνται η συσκευή Vicat
ή η «βελόνα» Gillmore (ASTM C 266).
Ο αρχικός χρόνος πήξης αφορά στη βύθιση της βελόνας σε ύψος 5 mm από τον πυθμένα και
είναι περίπου 60 min, ενώ ο τελικός χρόνος αντιστοιχεί στο χρόνο κατά τον οποίο
δημιουργείται “αποτύπωμα” πάνω στην επιφάνεια χωρίς να μπορεί να βυθιστεί η βελόνα και
αντιστοιχεί περίπου σε 10 ώρες (από την έναρξη της ανάμιξης νερού-τσιμέντου) για τα κοινά
τσιμέντα Portland.
Η αντοχή σε θλίψη είναι σημαντική ιδιότητα του τσιμέντου και προσδιορίζεται σύμφωνα με το
πρότυπο ASTM C 109 σε κύβους πλευράς 2 inch (50.8 mm), που παρασκευάζονται από
τσιμεντοκονία και άμμο συγκεκριμένου τύπου και συντηρούνται με προκαθορισμένο τρόπο.
Η αντοχή σε θλίψη εξαρτάται από τον τύπο τσιμέντου ή ακριβέστερα από τη σύσταση του
τσιμέντου στις φάσεις C3S, C2S, C3A και C4AF και από τη λεπτότητά του (Blaine fineness).
Γενικώς, οι αντοχές του τσιμέντου που υπολογίζονται σε κύβους τσιμεντοκονίας δεν
αντιστοιχούν στις αντοχές του σκυροδέματος, εξαιτίας των διαφορών στα χαρακτηριστικά των
αδρανών του σκυροδέματος, της σύνθεσης του σκυροδέματος και των διαδικασιών παρασκευής
των δοκιμίων.
194
Σχήμα 5.31. Ρυθμός απόκτησης της θλιπτικής αντοχής 28 ημερών ως συνάρτηση των διαφόρων τύπων
χρησιμοποιούμενων τσιμέντων του Αμερικανικού προτύπου κατά PCA (Portland Cement Association).
Στο Σχήμα 5.31 δίνεται ο ρυθμός (ταχύτητα) απόκτησης της θλιπτικής αντοχής 28 ημερών
ανάλογα με τον τύπο των χρησιμοποιούμενων τσιμέντων του Αμερικανικού προτύπου.
Πίνακας 5.13. Θερμότητα εκλυόμενη κατά την ενυδάτωση των ενώσεων του τσιμέντου
195
Belite, C2S Ferrite, C4AF Alite, C3S C3A
100
Σχήμα 5.32. Ταχύτητα ενυδάτωσης διαφόρων φάσεων του τσιμέντου συναρτήσει του χρόνου [60].
Ο λόγος W/C, η λεπτότητα του τσιμέντου και η θερμοκρασία συντήρησης επηρρεάζουν επίσης
τη θερμότητα ενυδάτωσης. Αύξηση των τιμών παραπάνω παραγόντων αυξάνει την εκλυόμενη
θερμότητα ενυδάτωσης.
Σε ογκώδη έργα (μεγάλος όγκος σκυροδέματος), ο ρυθμός και η ποσότητα της θερμότητας που
εκλύεται είναι καθοριστικής σημασίας επειδή, αν η εκλυόμενη θερμότητα δεν απάγεται
γρήγορα, προκαλεί αύξηση της θερμοκρασίας της μάζας του σκυροδέματος. Επίσης, ο μη
ελεγχόμενος ρυθμός μείωσης της θερμοκρασίας του σκληρυμένου σκυροδέματος στη
θερμοκρασία περιβάλλοντος δημιουργεί ανεπιθύμητες εσωτερικές τάσεις στη μάζα του
σκυροδέματος και τελικώς ρωγματώσεις, λόγω θερμικής συστολής.
Αφ’ ετέρου όμως, η αύξηση της θερμοκρασίας εξαιτίας των αντιδράσεων ενυδάτωσης έχει
ευεργετικά αποτελέσματα σε εξωτερικό περιβάλλον χαμηλών θερμοκρασιών, επειδή
εξασφαλίζει ευνοϊκές συνθήκες συντήρησης (αύξησης της αντοχής με την πάροδο του χρόνου
δηλ. συνέχιση των αντιδράσεων ενυδάτωσης του τσιμέντου). Η θερμότητα ενυδάτωσης
ελέγχεται σύμφωνα με το πρότυπο ASTM C 186.
Κατά προσέγγιση οι ποσότητες θερμότητας που εκλύονται κατά τις πρώτες 7 ημέρες για τους
διάφορους τύπους τσιμέντων (Πίνακας 5.11), συγκρινόμενες με αυτή (100%) του κοινού
τσιμέντου Portland (Type I) είναι:
196
Πίνακας 5.14. Ποσότητες θερμότητας ενυδάτωσης, κατά προσέγγιση, που εκλύονται κατά τις πρώτες 7 ημέρες για
τους διάφορους τύπους τσιμέντων.
197
6. ΑΔΡΑΝΗ
6.1. Εισαγωγή
Τα αδρανή στην Ελλάδα είναι χημικώς αδρανή τεμάχια ασβεστολιθικών κυρίως πετρωμάτων τα
οποία χρησιμοποιούνται στην παραγωγή σκυροδέματος και ως υλικά οδοστρωσίας, ενώ τα
μεγάλου μεγέθους τεμαχα ως σκύρα («έρμα») σιδηροδρομικών γραμμών.
Η ολοκληρωμένη αλληλουχία φάσεων παραγωγής αδρανών υλικών δίνεται στο Σχήμα 6.1.
Η κύρια χρήση των αδρανών είναι στην παραγωγή σκυροδέματος. Αυτά, λόγω γωνιώδους και
ακανόνιστου σχήματος συνδέονται μεταξύ τους και συγκρατούνται στο σκυρόδεμα με τη
βοήθεια της τσιμεντόπαστας (μείγμα τσιμέντου+νερού). Όμως, επειδή το τσιμέντο έχει πολύ
μεγάλη συμμετοχή στο κόστος των πρώτων υλών του σκυροδέματος, η περιεχόμενη ποσότητά
του στο σκυρόδεμα πρέπει να ελαχιστοποιείται υπό την προϋπόθεση βέβαια διατήρησης
ικανοποιητικής της αντοχής του.
Το 70-80% κατά βάρος του σκυροδέματος αποτελείται από αδρανή, γεγονός που συμβάλλει στο
να διατηρείται χαμηλό το κόστος του σκυροδέματος, επειδή τα αδρανή είναι σχετικώς φθηνά
198
υλικά, τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως διαδικασία παραγωγής. Δρουν δηλαδή ως «πληρωτικά»
στο σκυρόδεμα.
Αυτό δεν είναι το μοναδικό πλεονέκτημα από τη χρήση αδρανών. Τα αδρανή, εκτός των άλλων,
προσφέρουν αξιόλογα πλεονεκτήματα και από τεχνικής άποψης στο σκυρόδεμα. Επηρεάζουν
θετικά τη στατική συμπεριφορά των κατασκευών από σκυρόδεμα, εξασφαλίζουν μεγάλη
“σταθερότητα όγκου” και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής των κατασκευών σε σχέση με την
περίπτωση χρήσης μόνο τσιμεντοκονιάματος.
Τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά (προδιαγραφές αντοχής και χρήσης) του σκυροδέματος
καθορίζουν τα φυσικομηχανικά χαρακτηριστικά των αδρανών που πρέπει να χρησιμοποιηθούν.
Είναι γνωστό ότι, χαμηλής πυκνότητας αδρανή με μεγάλο πορώδες παράγουν ασθενές (χαμηλής
αντοχής) σκυρόδεμα με μικρή αντίσταση σε φθορά, ενώ μεγάλης πυκνότητας και σκληρά
αδρανή συμβάλλουν στην παραγωγή σκυροδέματος μεγάλης αντοχής (σε θλίψη και εκτριβή).
Τα αδρανή του σκυροδέματος πρέπει να είναι σκληρά, μεγάλης αντοχής, καθαρά, χωρίς
επιφανειακή σκόνη («παιπάλη»), χωρίς αργιλικές και οργανικές ύλες και πλυμμένα.
Τα αδρανή που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή σκυροδέματος έχουν διάφορα μεγέθη και
ακανόνιστο σχήμα. Κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με το μέγεθός τους ως
εξής:
Άμμος –8 mm ή –3/8″= -9.5 mm (100%) και -4 mm (95%),
Γαρμπίλι (λεπτό ή χονδρό) 5-12.5 mm
Σκύρα 12.5-38 mm ή ακόμη μεγαλύτερα.
• Άμμος (0-4 mm )*
• Ρυζάκι (4- 8 mm)
• Γαρμπίλι (8-16 mm) και
• Χαλίκι (16-31,5 mm).
199
θραύσης σε δονούμενα κόσκινα για την παραγωγή των διαφόρων κοκκομετρικών κλασμάτων
(πρβλ. και ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤ, σελ. 324).
Τα μηχανήματα θραυστήρες και κόσκινα, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις παραπάνω
φάσεις θραύσης και ταξινόμησης, περιγράφονται διεξοδικά στά βιβλία «Εμπλουτισμός
Μεταλλευμάτων και Βιομηχανικών Ορυκτών» του τ. Καθ. Ε.Μ.Π. Αντώνη Ζ. Φραγκίσκου
([Link] και «Μηχανική Προπαρασκευή
Μεταλλευμάτων, Βιομηχανικών Ορυκτών και Πετρωμάτων» του τ. Αναπλ. Καθηγητή Ε.Μ.Π.
Γεωργίου Α. Σταμπολτζή.
Διατάξεις θραύσης-ταξινόμησης και διαγράμματα ροής παραγωγής αδρανών υλικών δίνονται
στα Σχήματα 6.2, 6.3, 6.4 και 6.5, που ακολουθούν, όπως και στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤ (σελ.
324).
200
Σχήμα 6.3. Διατάξεις θραύσης-ταξινόμησης για την παραγωγή αδρανών σκυροδέματος (σε πλάγια όψη
και κάτοψη κατά BROWN LENOX Ltd).
201
1 2
3
32
16
-16 mm
4 5 8
10
4
+32 mm
6 -4 mm
Α/Α ΜΗΧΑΝΗΜΑ
1 Τροφοδότης προδιαλογέας
2 Θραυστήρας σιαγόνων απλής ενέργειας
3 Κόσκινο προδιαλογής (scalp screen)
4 Γυροσκοπικός θραυστήρας
5 Κόσκινο διπλού καταστρώματος (32 mm και 16 mm)
6 Κόσκινο διπλού καταστρώματος (8 mm και 4 mm)
7 Αποθήκες προϊόντων (silos)
8 Αναβατόριο
9 Κωνικός θραυστήρας
10 Σωρός υλικού 3Α (προδιαλογή/υλικό οδοστρωσίας)
11 Λεπτομερές υλικό φίλτρων
Σχήμα 6.4. Διάγραμμα ροής μονάδας παραγωγής αδρανών σκυροδέματος (κατά Svedala Arbra).
202
Σχήμα 6.5. Απλοποιημένο διάγραμμα ροής μονάδας παραγωγής αδρανών σκυροδέματος
203
6.3. Ιδιότητες των αδρανών υλικών
204
Σχήμα.6.6. Επιφανειακή δομή και πορώδες αδρανών.
Σχήμα 6.7. Τεμάχια αδρανών μερικώς (3) και πλήρως (4) κορεσμένα με νερό αλλά επιφανειακά ξηρά.
205
Σχήμα.6.8. Τεμάχιο αδρανών πλήρως κορεσμένο με νερό και καλυμμένο από επιφανειακό στρώμα
νερού.
Το ειδικό βάρος των αδρανών, με τις «εκφράσεις» που χρησιμοποιείται στην παρασκευή
σκυροδέματος, διακρίνεται σε δύο (-2-) κατηγορίες όπως παρακάτω:
A
• Ειδικό βάρος χονδρομερών αδρανών (I) =
B−C
B
• Ειδικό βάρος χονδρομερών αδρανών (II) (αδρανή κορεσμένα με νερό) = , όπου:
B−C
Α είναι η μάζα των τελείως ξηρών τεμαχίων (Σχήμα 6.6, τεμάχιο 1),
Β είναι η μάζα των ίδιων (όπως παραπάνω) τεμαχίων κορεσμένων με νερό (Σχήμα 6.7,
τεμάχιο 4), αλλά επιφανειακά ξηρών (χωρίς επιφανειακή υγρασία) και
206
C είναι η μάζα των ίδιων (όπως παραπάνω) τεμαχίων κορεσμένων με νερό (Σχήμα 6.7,
τεμάχιο 4), όταν αυτά είναι εμβαπτισμένα μέσα σε νερό.
Παράδειγμα:
Δεδομένα:
Α = 3168.5 g
B = 3190.0 g
C = 1972.0 g
3168.5
Ειδικό βάρος χονδρομερών αδρανών Ι = = 2.60 g/cm3
3190.0 − 1972.0
3190.0
Ειδικό βάρος χονδρομερών αδρανών ΙΙ = = 2.62 g/cm3
3190.0 − 1972.0
B
• Ειδικό βάρος λεπτομερών II (αδρανή κορεσμένα με νερό) =
B+C −D
Όπου:
Α είναι η μάζα των τελείως ξηρών τεμαχίων (Σχήμα 6.6., τεμάχιο 1)
Β είναι η μάζα των ίδιων (όπως παραπάνω) τεμαχίων κορεσμένων με νερό (Σχήμα 6.7,
τεμάχιο 4), αλλά επιφανειακά ξηρών (χωρίς επιφανειακή υγρασία)
C είναι η μάζα της ληκύθου (δοχείο μέτρησης πυκνότητας) γεμάτης με νερό μέχρι τη
χαραγή και
D είναι η μάζα της ληκύθου με δείγμα και νερό μέχρι τη χαραγή
207
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, ο παρονομαστής (B+C-D) των κλασμάτων
αντιπροσωπεύει τον όγκο των κορεσμένων με νερό τεμαχίων.
Παράδειγμα:
Δεδομένα:
490.7
Ειδικό βάρος λεπτομερών αδρανών Ι = = 2.51 g/cm3
501.4 + 647.2 − 953.5
Τα τεμάχια των αδρανών μπορούν να περιέχουν νερό στο εσωτερικό τους και επίσης εξωτερική
επιφανειακή υγρασία, που οφείλονται στο χώρο και τον τρόπο αποθήκευσής τους. Το πορώδες
των αδρανών δίνει τη δυνατότητα απορρόφησης νερού από τα ξηρά αδρανή, γεγονός που έχει
ως αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο νερό που είναι απαραίτητο για τις αντιδράσεις
ενυδάτωσης του τσιμέντου. Αντιθέτως, εάν τα αδρανή έχουν περίσσεια νερού (στο εσωτερικό
τους αλλά και στην επιφάνειά τους), συνεισφέρουν νερό για τις αντιδράσεις ενυδάτωσης.
Με βάση τα παραπάνω, τα τεμαχίδια των αδρανών διακρίνονται στις παρακάτω τέσσερεις
κατηγορίες, όσον αφορά στην κατάσταση τους από πλευράς υγρασίας.
1. Τελείως ξηρά (Oven-dry ή OD); χωρίς καθόλου υγρασία δηλαδή έχουν υποστεί
ολοκληρωτική ξήρανση
2. Μερικώς ξηρά (Air-dry ή AD); όπου οι εσωτερικοί τους πόροι είναι μερικώς γεμάτοι με
νερό, ενώ η επιφάνειά τους είναι ξηρή.
3. Τεμάχια με πόρους γεμάτους με νερό (Saturated-surface-dry ή SSD); ενώ η επιφάνειά
τους δεν έχει υγρασία.
208
4. Τεμάχια με πόρους γεμάτους με νερό (Damp ή Wet); ενώ η επιφάνειά τους είναι
καλυμμένη με στρώμα (φίλμ) νερού.
Από τις παραπάνω τέσσερεις καταστάσεις η πλέον χαρακτηριστική είναι η κατάσταση 3 (Σχήμα
6.7), η οποία είναι μια κατάσταση ισορροπίας, όπου τα αδρανή ούτε απορροφούν αλλά ούτε και
αποδίδουν νερό στην τσιμεντόπαστα. Η κατάσταση αυτή χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό
του ειδικού βάρους των αδρανών που χρησιμοποιούνται στο σκυρόδεμα.
WSSD − WOD
AC = ⋅ 100(%)
WOD
501.4 − 490.7
Απορροφητική ικανότητα (AC) = ⋅ 100 = 2.18%
490.7
Η συνολική περιεχόμενη υγρασία (%) προσδιορίζεται σύμφωνα με το πρότυπο ASTM C 566
εφαρμόζοντας τη σχέση:
W − WOD
Συνολική υγρασία (%)= ⋅ 100 , όπου
WOD
209
WOD = μάζα του πλήρως ξηραμένου (OD) δείγματος
Αφορά στην ποσοστιαία δυνατή (εφικτή) ποσότητα νερού, που μπορούν να απορροφήσουν τα
αδρανή, ώστε να μεταπέσουν από την κατάσταση μερικού κορεσμού (AD) των πόρων τους
στην κατάσταση πλήρους κορεσμού τους (SSD), η οποία στα συνήθη αδρανή κυμαίνεται από 0-
8%.
WSSD − W AD
Δίνεται από την εξίσωση: EA = ⋅ 100(%)
WSSD
Η μάζα του νερού (Wabs), που μπορεί να απορροφηθεί από δεδομένη μάζα Wagg αδρανών
κατάστασης μερικού κορεσμού (AD), προσδιορίζεται από:
Αφορά στην ποσοσστιαία περίσσεια νερού, λόγω επιφανειακής υγρασίας των τεμαχίων, σε
σχέση με την κατάσταση του πλήρους κορεσμένου αλλά επιφανειακά στεγνού τεμαχίου (SSD).
Wwet − WSSD
SM = ⋅ 100(%)
WSSD
Wadd = ( SM ) ⋅W agg
Η ποσοστιαία προσφερόμενη από τα αδρανή υγρασία (Moisture content ή MC) δίνεται από:
WStock − WSSD
MC = ⋅ 100(%)
WSSD
Εάν η τιμή του MC > 0, τότε τα αδρανή εμφανίζουν επιφανειακή υγρασία, ενώ εάν MC < 0,
τότε τα αδρανή έχουν δυνατότητα απορρόφησης νερού από την τσιμεντόπαστα. Οπότε, η
210
συνολική υγρασία των αδρανών χαρακτηρίζει την αναμενόμενη συμπεριφορά τους κατά την
παρασκευή σκυροδέματος.
WMC = ( MC ) ⋅ Wagg
Παράδειγμα:
Ένα δείγμα αδρανών έχει αποροφητική ικανότητα (AC) 1.2% και μάζα 847.3 g, όταν είναι
πλήρως κορεσμένο και επιφανειακά υγρό (damp ή wet). Μετά από πλήρη ξήρανση (OD) σε
ξηραντήριο η μάζα του βρίσκεται 792.7 g. Η % συνολική υγρασία του και το ποσοστό της
επιφανειακής υγρασίας του.
W − WOD
Συνολική υγρασία (%)= ⋅ 100 = 847.3 − 792.7 ⋅ 100 = 6.9%
WOD 792.7
Επειδή όμως η απορροφητική του ικανότητα είναι 1.2%, τότε το % ποσοστό της επιφανειακής
του υγρασίας είναι:
Σχήμα. 6.9. Εικόνες για τον προσδιορισμό της φαινόμενης πυκνότητας «συμπυκνωμένων» αδρανών.
Οι παραπάνω φυσικές ιδιότητες έχουν μεγάλη σημασία για τις ιδιότητες του σκυροδέματος
(φρέσκου ή σκληρυμένου) μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου.
Σχεδόν πάντα, από καλής ποιότητας αδρανή παράγεται καλής ποιότητας σκυρόδεμα, ενώ το
αντίθετο δεν συμβαίνει πάντα, δηλαδή από μέσης ποιότητας αδρανή δεν παράγεται πάντοτε
χαμηλής ποιότητας σκυρόδεμα.
Π.χ. δεν είναι πάντα σίγουρο ότι αδρανή, τα οποία αποσυντίθενται σε παγετό, θα “μεταδώσουν”
την ίδια αδυναμία και στο σκυρόδεμα. Ειδικά στις περιπτώσεις, που τα αδρανή καλύπτονται
212
από μία τσιμεντόπαστα χαμηλής διαπερατότητας, προστατεύονται από την απορρόφηση νερού,
αιτία που συνήθως οδηγεί στην αποσύνθεσή τους λόγω πήξης του νερού και διάρρηξης του
πετρώματος. Εντούτοις, αδρανή που θεωρούνται “ακατάλληλα” σε περισσότερες από μια
ιδιότητές τους πρέπει να αναμένεται ότι θα “παράγουν” χαμηλών προδιαγραφών σκυρόδεμα,
οπότε, ο προσδιορισμός των ιδιοτήτων τους συνεισφέρει στην εκτίμηση της καταλληλότητάς
τους για χρήση στο σκυρόδεμα.
ΑΔΡΑΝΗ
213
Επίσης, είναι απαραίτητο να αναγνωρίζονται και να επισημαίνονται π.χ. οι μετασταθείς φάσεις
του SiO2 στα αδρανή, φάσεις οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά τις ιδιότητές τους.
Επίσης, μεγάλη σημασία για τις ιδιότητές των αδρανών έχουν οι τρόποι παραγωγής (μέθοδοι
θραύσης, μηχανήματα) και επεξεργασίας τους (π.χ. έκπλυση).
6.5. Δειγματοληψία
Με την προϋπόθεση ότι τα πιο σύνθετα προβλήματα δηλ. αυτά του "ελέγχου" παραγωγής
έχουν αντιμετωπιστεί σωστά, τα δείγματα που λαμβάνονται για επαλήθευση της ποιότητας
πρέπει να προκύπτουν ως προϊόν «τυχαίας» λήψης αντιπροσωπευτικών δειγμάτων κυρίως
κατά την αποθήκευση και τη μεταφορά. Τα δείγματα που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία
της μεταφοράς εξυπηρετούν το σκοπό της διασφάλισης της ποιότητας του υλικού κατά την
αποστολή. Ιδιαίτερη μέριμνα και μεθοδολογία πρέπει να λαμβάνεται για τη λήψη
αντιπροσωπευτικών δειγμάτων τόσο από τα κινούμενα μέσα μεταφοράς αδρανών όσο και
από τα «στατικά» σημεία αποθήκευσης (σωροί και σιλό). Π.χ. το δείγμα πρέπει να
παίρνεται με τη βοήθεια ειδικού πτύου (scoop) και όχι με κλασσικού τύπου πτύο (φτυάρι),
ώστε να εξασφαλίζεται η λήψη υλικού που δεν έχει υποστεί «απόμειξη» (segregation,
Σχήμα 6.11).
214
Σχήμα 6.11. «Απόμειξη» αδρανών - Διαφορική ταξινόμηση κατά μέγεθος κατά την απόθεση.
Το δείγμα πρέπει να λαμβάνεται σταδιακά, τουλάχιστον από 10 διαφορετικά σημεία (ύψη) του
συνολικού όγκου του υλικού για την κατά το δυνατόν μεγαλύτερη αντιπροσωπευτικότητά του
και με ορισμένο τρόπο κατά τη διαδικασία μεταφοράς. Εάν όμως το δείγμα “παίρνεται” από μη
ομοιόμορφο υλικό (π.χ. σωρός «απομειγμένου» υλικού), τότε πρέπει να αυξηθούν τόσο ο
αριθμός των σταδίων όσο και η μάζα του δείγματος. Στον Πίνακα 6.1 δίνεται η ελάχιστη μάζα
αρχικού δείγματος σύμφωνα με το πρότυπο ASTM D75, το οποίο αν αφορά σε μείγμα
λεπτομερών και χονδρομερών αδρανών αντιστοιχεί στην ποσότητα του μέγιστου τεμαχίου
χονδρομερούς υλικού προσαυξημένο κατά 10 kg περίπου.
Πίνακας 6.1. Ελάχιστη ποσότητα αρχικού δείγματος αδρανών σε kg (κατά ASTM D75).
Ονομαστικό μέγιστο μέγεθος τεμαχίων, mm Ελάχιστη μάζα αρχικού δείγματος, kg
Λεπτομερή αδρανή
2.36 mm 10
4.75 mm 10
Χονδρομερή αδρανή
9.5 mm 10
12.5 mm 15
19.0 mm 25
25.0 mm 50
37.5 mm 75
50 mm 100
63 mm 125
75 mm 150
90 mm 175
215
Επίσης, για τον προσδιορισμό των ιδιοτήτων των αδρανών είναι απαραίτητη η παραλαβή
αντιπροσωπευτικού δείγματος του προς εξέταση υλικού, του οποίου η ποσότητα εξαρτάται από
τις προδιαγραφές και απαιτήσεις των δοκιμών ελέγχου για τις οποίες θα χρησιμοποιηθούν.
Επειδή λοιπόν για την εργαστηριακή εξέταση, απαιτείται πολύ μικρότερη ποσότητα από αυτή
του δείγματος, πρέπει να γίνεται παραπέρα ελάττωση της μάζας του δείγματος (με
αντιπροσωπευτική δειγματοληψία), φροντίζοντας παράλληλα να διατηρείται ο «χαρακτήρας»
του προς εξέταση υλικού, δηλαδή ως προς το αρχικό δείγμα και κατά το δυνατόν ως προς την
αρχική πηγή των αδρανών (π.χ. σωρός, αποθήκη ή μεταφορική ταινία).
Η απαιτούμενη μάζα του δείγματος κατά το Βρετανικό πρότυπο BS 812 Part 102:1989
εξαρτάται από το μέγεθος των αδρανών (κοκκομετρικό κλάσμα) και δίνεται στους Πίνακες 6.1.
και 6.2.
Πίνακας 6.2. Ελάχιστη μάζα δείγματος κατά το Βρετανικό πρότυπο BS 812 Part 102:1989 για τον
έλεγχο των ιδιοτήτων των αδρανών
Αριθμός διαδοχικών
Ελάχιστη μάζα δείγματος
Μέγιστο μέγεθος τεμαχίων επαναλήψεων
που λαμβάνεται για
αδρανών, mm δειγματοληψίας (για
έλεγχο ιδιοτήτων, kg
συμπλήρωση ποσότητας)
28 mm ή μεγαλύτερο 50 20
Μεταξύ 5-28 mm 25 10
Μικρότερο από 5 mm 10 10 (1/2 ποσότητας)*
Η μέθοδος ελάττωσης της αρχικής μάζας του δείγματος και λήψης του τελικού δείγματος (για
τον έλεγχο των ιδιοτήτων του) γίνεται συνήθως με μία από τις δύο μεθόδους, οι οποίες είναι:
216
Σχήμα 6.12. Μεθοδολογία τεταρτόμησης ή τετραμερισμού δείγματος
217
λήψη του στους υποδοχείς. Αυτό επιτυγχάνεται με «διάκενα» μεγαλύτερα τουλάχιστον κατά
50% από τη διασταση του μέγιστου τεμαχίου αδρανών.
Εκτός από τον πετρολογικό χαρακτήρα των τεμαχίων, μεγάλη σημασία παίζουν και τα
εξωτερικά χαρακτηριστικά (σχήμα και επιφανειακή υφή) των τεμαχίων των αδρανών.
Το σχήμα των τρισδιάστατων στερεών είναι δύσκολο να περιγραφεί και να προσδιοριστούν τα
γεωμετρικά χαρακτηριστικά των ακανόνιστων τεμαχίων.
Η σφαιρικότητα είναι η ιδιότητα με την οποία χαρακτηρίζονται τα τεμάχια από πλευράς
γωνιώδους μορφής, οξύτητας των ακμών και των γωνιών τους.
Η σφαιρικότητα των τεμαχίων εξαρτάται από την αντοχή και την αποξεστικότητα του μητρικού
πετρώματος και από τη φθορά που έχουν υποστεί τα τεμάχια κατά τη διαδικασία θραύσης
(τύπος θραυστήρα και λόγος ελάττωσης μεγέθους).
Τα τεμάχια χαρακτηρίζονται από πλευράς σχήματος σύμφωνα με το πρότυπο BS 812 : Part
1:1989 όπως παρακάτω:
• Στρογγυλεμένα
• Ακανόνιστα
• Πεπλατυσμένα
• Γωνιώδη
• Επιμήκη
• Πεπλατυσμένα και επιμήκη
Οι συνήθεις παράμετροι (Σχήμα 6.14) που εξετάζονται για το χαρακτηρισμό του σχήματος των
τεμαχίων είναι η απόκλιση από τη σφαιρικότητα (sphericity) και η «στρογγυλότητα»
(roundness), που είναι δείκτης εξωτερικού αναγλύφου.
6.7. Πρότυπα για το σχήμα και την επιφανειακή υφή των τεμαχίων
• Βρετανικά Πρότυπα
Οι Βρετανικοί κανονισμοί, που διέπουν τους παράγοντες σχήματος των τεμαχίων των αδρανών,
είναι:
B.S. 882: 1992 και
B.S. 882 Section 105.1: 1989
Ενώ παλαιότερα το σχήμα των τεμαχίων θεωρούνταν ως βασικός παράγων για την ποιότητα
του σκυρόδεματος, σήμερα, με τις μοντέρνες μεθόδους και τεχνικές παραγωγής σκυροδέματος,
ουσιαστικός έλεγχος πρέπει να γίνεται μόνο για το “πεπλατυσμένο” των τεμαχίων. Και τούτο,
επειδή είναι πιθανή η δέσμευση νερού κάτω από τα αδρανή, που έχει ως αποτέλεσμα επιφάνειες
“αδυναμίας” ή μεγαλύτερη κατανάλωση νερού και τελικά παραγωγή σκυροδέματος μικρότερης
αντοχής.
219
Σχήμα 6.14. Παράμετροι χαρακτηρισμού σχήματος τεμαχίων αδρανών υλικών.
Το πρότυπο BS 882: 1992 περιορίζει, σε σχέση με το BS 882 : S 105.1Q 1989, την τιμή του
δείκτη “πεπλατυσμένου” σε 50% για αυτογενές υλικό και 40% για θραυσμένο πέτρωμα ή
θραυσμένες κροκάλες. Μικρότερες όμως τιμές του δείκτη “πεπλατυσμένου” αφορούν σε
τεμάχια που είναι κατάλληλα μόνο για την παρασκευή σκυροδέματος για σκυροδέματα
οδοστρωσίας ή ασφαλτοτάπητες.
Επειδή ο βαθμός “συμπύκνωσης” (packing) μιας μόνο κοκκομετρικής ομάδας, εξαρτάται από
τη μορφή και το σχήμα των τεμαχίων, το κλάσμα των κενών (πορώδες, voids) σε δείγμα που
έχει “συμπυκνωθεί” με συγκεκριμένο τρόπο, συσχετίζεται με τη μορφή (γωνιώδες) των
αδρανών, σύμφωνα με τις αρχές του προτύπου BS 812 : Part 1:1989.
Από την παραπάνω διαδικασία καθορίζεται η τιμή “γωνιώδους”, η οποία παίρνεται ως 67%
μείον το ποσοστό του πραγματικού όγκου που καταλαμβάνουν τα στερεά σ’ ένα δοχείο που έχει
πληρωθεί με συγκεκριμένο τρόπο.
Οι κοκκομετρικές ομάδες τεμαχίων που ελέγχονται ως προς το πορώδες (κενά μεταξύ τους),
πρέπει να είναι στενές και θα πρέπει (κατά προτίμηση) να είναι οι: -20 + 14 mm, -14 + 10 mm,
-10 + 6.3 mm και -6.3 + 5.0 mm.
220
Άλλος τρόπος περιγραφής του σχήματος των τεμαχίων είναι η “σφαιρικότητά τους”, που είναι
συνάρτηση του λόγου της επιφάνειας του τεμαχίου προς τον όγκο του.
Δηλαδή η μεγάλη τιμή του λόγου επιφάνεια/όγκο τεμαχίου έχει μεγάλη σημασία, γιατί μειώνει
την εργασιμότητα του μείγματος τσιμεντόπαστας - αδρανών. Τέτοια τεμάχια είναι τα «επιμήκη»
και τα «πεπλατυσμένα». Τα πεπλατυσμένα τεμάχια επιδρούν αρνητικά και στη διάρκεια ζωής
του σκυροδέματος γιατί διατάσσονται μόνο σε μια κατεύθυνση (οριζόντια) δεσμεύοντας νερό
και αέρα κάτω από αυτά.
Η παρουσία πεπλατυσμένων τεμαχίων, σε ποσοστό μεγαλύτερο από 10-15% του βάρους των
χονδρομερών αδρανών, θεωρείται γενικά ανεπιθύμητη χωρίς όμως να έχουν τεθεί συγκεκριμένα
όρια.
Ως δείκτης “επιμήκων” και δείκτης “πεπλατυσμένων” παίρνεται ο λόγος του βάρους των
επιμήκων ή πεπλατυσμένων προς το συνολικό βάρος του δείγματος, ανηγμένος %.
Τα τεμάχια που είναι ταυτόχρονα επιμήκη και πεπλατυσμένα παίρνονται υπόψη και ελέγχονται
και ως προς τις δύο κατηγορίες.
Ως “επιμήκη” θεωρούνται τα τεμάχια με μέγιστη διάσταση 1.8 φορές του μέσου μεγέθους του
κλάσματος στο οποίο ανήκουν, ενώ “πεπλατυσμένα” θεωρούνται εκείνα που η ελάχιστη
διάστασή τους είναι 0.6 φορές του μέσου μεγέθους κλάσματος στο οποίο ανήκουν.
Ο βαθμός «επιμήκoυς» και το σχήμα του χονδρομερούς αδρανούς έχει επίσης σημαντική
επίδραση στην «εργασιμότητα» του σκυροδέματος.
Η μορφή (δομή) της επιφάνειας εξαρτάται από το βαθμό λείανσης της επιφάνειας των
τεμαχίων, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως λεία, ομαλή ή αδρή.
Η δομή της επιφάνειας εξαρτάται από τη σκληρότητα, το μέγεθος των κόκκων, τα
χαρακτηριστικά των πόρων του μητρικού πετρώματος και επίσης από τον τρόπο επιβολής των
δυνάμεων κατά τη διαδικασία θραύσης (θλίψη, συμπίεση, κρούση κλπ.).
Σκληρά, συμπαγή, μεγάλης πυκνότητας και μικροκρυσταλλικά πετρώματα παρουσιάζουν,
γενικώς, ομαλές επιφάνειες θραύσης. Φαίνεται ότι η μορφή και η επιφανειακή δομή των
τεμαχίων επηρεάζουν διαφορετικά την αντοχή του σκυροδέματος, ως προς την ελεγχόμενη
ιδιότητα, (π.χ. η αντοχή σε κάμψη επηρεάζεται περισσότερο από την αντοχή σε θλίψη).
Στον Πίνακα 6.3. δίνεται η επίδραση του σχήματος και της επιφανειακής δομής των αδρανών
στην αντοχή του σκυροδέματος.
221
Πίνακας 6.3. Επίδραση του σχήματος και της επιφανειακής δομής των αδρανών στην
αντοχή του σκυροδέματος
Σχήμα 6.15. Επίδραση της κοκκομετρικής σύνθεσης των αδρανών στον όγκο των κενών.
222
Στο Σχήμα 6.15 η επιφάνεια των υγρών μέσα στους ογκομετρικούς σωλήνες A και Β, η οποία
αντιστοιχεί στον όγκο των κενών των αδρανών, είναι στο ίδιο ύψος από τον πυθμένα. Αυτό
σημαίνει ότι ο όγκος των κενών είναι ίδιος για τις δύο διαφορετικές στενές κοκκομετρίες (A
χονδρομερών και Β λεπτομερών) αδρανών. Όταν όμως αναμειγνύονται διαφορετικά μεγέθη
τεμαχίων (κοκκομετρίες αδρανών), τότε ο όγκος των κενών μειώνεται (περίπτωση C), επειδή τα
λεπτομερή εισέρχονται και γεμίζουν τα κενά των χονδρομερών αδρανών.
223
Παρεμφερείς προδιαγραφές υπάρχουν και στα Βρετανικά (BS 812) και Ευρωπαϊκά (CEN/TC
154) πρότυπα, τα οποία καταγράφονται στους Πίνακες 6.3 και 6.4, αντιστοίχως.
Πίνακας 6.4. Βρετανικά (BS) και Αμερικανικά Πρότυπα (ASTM) για τον έλεγχο καταλληλότητας
αδρανών υλικών (παράθεση σχετικών προτύπων)
224
Impact value BS 812 : Pt 121 : 1990
Αντοχή σε κρούση SS 73 : 1974
Los Angeles Abrasion ASTM C 131-89
Δείκτης Los Angeles ASTM C 535-89 & SS 73 : 1974
Chloride content BS 812: Pt 117 : 1988
Περιεκτικότητα σε χλωριόντα SS 73 : Pt 17 : 1992
Sulphate content BS 812 : Pt 118 : 1988
Περιεκτικότητα σε θειϊκά SS 73 : Pt 18 : 1992
Σχήμα 6.16. Εναρμονισμένο ελληνικό πρότυπο προϊόντων που αφορά στις κατασκευές από σκυρόδεμα.
225
Πίνακας 6.3. Οι μέθοδοι δοκιμών των αδρανών σκυροδέματος που εφαρμόζονται σύμφωνα με το
πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 12620.
EN 932-1
Δοκιμές προσδιορισμού γενικών χαρακτηριστικών- Μέθοδοι δειγματοληψίας αδρανών
υλικών
EN 932-2
Δοκιμές προσδιορισμού γενικών χαρακτηριστικών- Μέθοδοι μείωσης εργαστηριακών
δειγμάτων
ΕΝ 932-3 Απλοποιημένη Πετρογραφική Περιγραφή
ΕΝ 933-1
Δοκιμές προσδιορισμού των γεωμετρικών χαρακτηριστικών αδρανών- Προσδιορισμός της
κοκκομετρίας- Κοκκομετρική ανάλυση με κοσκίνιση
ΕΝ 933-3
Δοκιμές προσδιορισμού γεωμετρικών χαρακτηριστικών των αδρανών - Προσδιορισμός του
δείκτη πλακοειδούς
Δοκιμές προσδιορισμού γεωμετρικών χαρακτηριστικών των αδρανών - Προσδιορισμός του
ΕΝ 933-4
σχήματος των αδρανών- Δείκτης σχήματος
Δοκιμές Προσδιορισμού των γεωμετρικών χαρακτηριστικών των αδρανών -
ΕΝ 933-7
Προσδιορισμός της περιεκτικότητας σε κελύφη
EN 933-8
Δοκιμές προσδιορισμού γεωμετρικών χαρακτηριστικών - Προσδιορισμός Παιπάλης -
Δοκιμή Ισοδυνάμου άμμου
ΕΝ 933-9
Δοκιμές προσδιορισμού γεωμετρικών χαρακτηριστικών - Προσδιορισμός Παιπάλης -
Δοκιμή Μπλε του μεθυλενίου
Δοκιμές προσδιορισμού γεωμετρικών χαρακτηριστικών - Προσδιορισμός Παιπάλης -
ΕΝ 933-10
Κοκκομετρική ανάλυση των φίλλερ (air jet sieving)
Δοκιμές προσδιορισμού μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών των αδρανών. -Δοκιμή
ΕΝ 1097-1
micro-Deval
EN 1097-2
Δοκιμές προσδιορισμού μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών των αδρανών - Μέθοδοι
προσδιορισμού αντοχής σε θρυμματισμό- Δοκιμή Los Angeles
Δοκιμές προσδιορισμού μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών των αδρανών - Μέθοδοι
EN 1097-2
προσδιορισμού αντοχής σε θρυμματισμό- Δοκιμή Schlagversuch
Δοκιμές προσδιορισμού των μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών- Προσδιορισμός
EN 1097-3
του χαλαρού φαινόμενου βάρους και των κενών μεταξύ των κόκκων
ΕΝ 1097-5
Δοκιμές προσδιορισμού μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών αδρανών -
Προσδιορισμός φυσικής υγρασίας με ξήρανση σε ξηραντήριο ανακυκλούμενου αέρα
EN 1097-6
Δοκιμές προσδιορισμού μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών αδρανών -
Προσδιορισμός ειδικού βάρους και υδαταπορροφητικότητας
Δοκιμές προσδιορισμού μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών των αδρανών - Δοκιμή
EN 1097-8
προσδιορισμού της τιμής στίλβωσης
ΕΝ 1097-8 Δοκιμές προσδιορισμού μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών των αδρανών -
(Annex A) Δοκιμή προσδιορισμού τιμής απότριψης των αδρανών
Δοκιμές προσδιορισμού μηχανικών και φυσικών χαρακτηριστικών των αδρανών -
ΕΝ 1097-9 Προσδιορισμός της αντίστασης σε φθορά λόγω απότριψης η οποία προκαλείται από
λάστιχα με καρφιά (Σκανδιναβική μέθοδος)
Δοκιμές Προσδιορισμού των Ιδιοτήτων των αδρανών σε θερμικές και καιρικές μεταβολές -
ΕΝ 1367-1
Αντοχή σε ψύξη -απόψυξη
Δοκιμές Προσδιορισμού των Ιδιοτήτων των αδρανών σε θερμικές και καιρικές μεταβολές-
ΕΝ 1367-2
Δοκιμή θειικού μαγνησίου
Δοκιμές Προσδιορισμού των Ιδιοτήτων των αδρανών σε θερμικές και καιρικές μεταβολές -
ΕΝ 1367-4
Προσδιορισμός Συστολής Ξήρανσης
ΕΝ 1744-1 Προσδιορισμός χημικών χαρακτηριστικών των αδρανών - Χημική ανάλυση
226
Σύμφωνα με το νέο ΚΤΣ 2016, ως «παιπάλη» (fines), ορίζεται το κατά βάρος % του αδρανούς
που περνάει από το κόσκινο 0.063 mm (-63 μm) και προσδιορίζεται σύμφωνα με το πρότυπο
ΕΛΟΤ ΕΝ 933-1.
Η «παιπάλη» των χονδρόκοκκων αδρανών δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1.5% του ξηρού βάρους
τους.
Η «παιπάλη» του θραυστού λεπτόκοκκου αδρανούς (άμμου) δεν πρέπει να υπερβαίνει το 16%
του ξηρού βάρους του.
Η παιπάλη του συλλεκτού λεπτόκοκκου αδρανούς (άμμου) δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του
ξηρού βάρους του.
Το Εναρμονισμένο, προς τις ευρωπαϊκές προδοαγραφές, ελληνικό πρότυπο προϊόντων που
αφορούν στις κατασκευές από σκυρόδεμα είναι το ΕΛΟΤ ΕΝ 206 (σελ. 225).
227
7. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΤΟΙΜΟΥ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ
Το σκυρόδεμα είναι μίγμα τσιμέντου, νερού/αέρα, λεπτομερών και χονδρομερών αδρανών.
Σύμφωνα με την PCA (Portland Cement Association), η κατ’όγκο συμμετοχή των πρώτων υλών
στο σκυρόδεμα δίνεται κατά προσέγγιση στο Σχήμα 7.1.
Σχήμα 7.1. Κατά προσέγγιση συμμετοχή των πρώτων υλών στο σκυρόδεμα.
Ο Κανονισμός ΚΤΣ 2016 αφορά σε «κοινό» σκυρόδεμα κανονικού βάρους δηλ. αυτό που έχει
πυκνότητα (επί ξηρού) από 2000 kg/m3 έως 2600 kg/m3, όπως αυτή προσδιορίζεται με το
πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 12390.07. Το σκυρόδεμα αυτό, παρασκευάζεται με συνήθη αδρανή
ορυκτής προέλευσης, κανονικής πυκνότητας κόκκων - ρrd - (εν ξηρώ) μεγαλύτερη από 2000
kg/m3 και μικρότερη από 3000 kg/m3 όπως αυτή προσδιορίζεται, σύμφωνα με το πρότυπο
ΕΛΟΤ ΕΝ 1097-6. Είναι δηλαδή προφανές ότι στον ΚΤΣ 2016 δεν περιλαμβάνονται ειδικά
σκυροδέματα π.χ. με ελαφροβαρή αδρανή, αυτοσυμπυκνούμενα, σκυροδέματα ογκωδών έργων,
ινοπλισμένα, εκτοξευόμενα, προενταμένα, σκυρόδεμα προκατασκευασμένων στοιχείων,
σκυρόδεμα οδοστρωμάτων, το σκυρόδεμα υψηλής αντοχής (HPC) με κατηγορία αντοχής: fck >
C50/60 MPa), το σκυρόδεμα με τεχνητά καθώς και ανακυκλωμένα αδρανή κλπ.
228
Σχήμα 7.2. Ποσοστιαία % κατά βάρος και κατ’ όγκο σύσταση σκυροδέματος.
229
Κατά την υγρή μέθοδο παρασκευής, ακριβείς ποσότητες όλων των συστατικών του
σκυροδέματος (τσιμέντο ή υποκατάστατά του, αδρανή υλικά, νερό και χημικά πρόσθετα)
τροφοδοτούνται σε μηχανικό αναμικτήρα (Σχήματα 7.3 και 7.4).
Το προϊόν της διεργασίας ανάμιξης, που είναι το έτοιμο σκυρόδεμα (ready mixed concrete)
μεταφέρεται κατόπιν με ειδικά φορτηγά (συνεχώς αναδευόμενο ως ρευστό μεγάλου ιξώδους)
στη θέση (έργο), όπου θα χρησιμοποιηθεί. Εκεί το σκυρόδεμα αποχύνεται σε καλούπια και
δονείται ώστε να συμπυκνωθεί και να πάρει τη μορφή του στοιχείου του έργου.
Κατά την ξηρή μέθοδο παρασκευής, οι ακριβώς υπολογισμένες ποσότητες των στερεών πρώτων
υλών τροφοδοτούνται μαζί με την αναγκαία (λόγος W/C) ποσότητα νερoύ στο περιστρεφόμενο
τύμπανο του οχήματος (π.χ. φορτηγού) παρασκευής-μεταφοράς. Ταυτόχρονα επίσης,
προστίθενται στο τύμπανο οι αναγκαίες ποσότητες χημικών πρόσθετων και η ανάμιξη όλων των
συστατικών γίνεται εντός του περιστρεφόμενου κάδου, κατά τη μετακίνηση του οχήματος και
τη μεταφορά του σκυροδέματος στο κατασκευαζόμενο έργο (Σχήμα 7.4).
Σχήμα 7.3. Διάταξη μηχανημάτων και αποθηκών πρώτων υλών κατά την υγρή μέθοδο παρασκευής
έτοιμου σκυροδέματος.
Στό Σχήμα 7.5 φαίνεται ένα αναλυτικό διάγραμμα ροής διεργασιών σύγχρονης μονάδας
παραγωγής έτοιμου (ready mixed concrete) στο οποίο φαίνονται επίσης και οι απαραίτητες
230
συμπληρωματικές διεργασίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στο κύκλωμα, ώστε η παραγωγή
του σκυροδέματος να γίνεται με τον πιο οικονομικό αλλά και «περιβαλλοντικά» φιλικό τρόπο.
Στο ίδιο διάγραμμα φαίνεται ο τρόπος διαχείρισης του αχρησιμοποίητου (περίσσευμα)
σκυροδέματος, το οποίο πρέπει στην πλειονότητα των περιπτώσεων να επιστρέφεται στη
μονάδα και επίσης υποδεικνύεται ο τρόπος διαχείρισης των παντός είδους στερεών και υγρών
αποβλήτων που προκύπτουν, τα οποία σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να απορρίπτονται στο
περιβάλλον χωρίς προηγουμένως να έχουν υποστεί την απαραίτητη επεξεργασία.
Η «περιβαλλοντική» διάσταση της παραγωγής του σκυροδέματος είναι μια παράμετρος η οποία
πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την ανέγερση και τη λειτουργία μονάδων
παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος.
Λεπτομερέστερη ανάλυση του παραπάνω προβλήματος γίνεται σε σχετική εργασία που
παρατίθεται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ (σελ. 298).
232
7.2. Προσδιορισμός της σύνθεσης του σκυροδέματος - Εισαγωγή
Οι δυο κύριες μέθοδοι προσδιορισμού της σύνθεσης του μίγματος για την παρασκευή του
σκυροδέματος είναι:
• Η αυτοτελής μέθοδος δοκιμής και σφάλματος (trial-batch method)
• Η μέθοδος προσδιορισμού απολύτου όγκου των συστατικών του σκυροδέματος
Η επιλογή των συστατικών για την παρασκευή του σκυροδέματος πρέπει να γίνεται πάντοτε με
γνώμονα, τη με οικονομικό τρόπο χρήση των διαθέσιμων υλικών για την παραγωγή
σκυροδέματος, τη μεγάλη αντοχή σε θλίψη (compressive strength), την ανθεκτικότητα στη
διάρκεια του χρόνου με ταυτόχρονη όμως εξασφάλιση ικανοποιητικής εργασιμότητας κατά τη
χρήση (διάστρωση). Η χρήση βασικών μαθηματικών σχέσεων και εργαστηριακές δοκιμές
δίνουν τη δυνατότητα σύνθεσης σκυροδέματος ικανοποιητικών ιδιοτήτων. Από πολυάριθμες
παρατηρήσεις έχει διαπιστωθεί ότι οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία αυτή
είναι:
Για την παραγωγή σκυροδέματος πολύ καλής ποιότητας, ο ρόλος του νερού, που μετριέται
μέσω του λόγου νερού προς τσιμέντο (W/C), είναι πολύ σημαντικός:
233
Το σκυρόδεμα, που θα προκύψει, πρέπει να είναι «εργάσιμο» (workable), δηλαδή να έχει
κατάλληλο ιξώδες που να του επιτρέπει να ρέει, να μορφοποιείται μέσα στον ξυλότυπο
(καλούπι) και αποκτά αντοχή μετά την πάροδο κάποιου χρόνου.
Το νερό προκαλεί μέσω της αντίδρασης ενυδάτωσης (hydration) πήξη και σκλήρυνση του
σκυροδέματος. Η πήξη και σκλήρυνση του σκυροδέματος διατηρεί τα αδρανή υλικά
συγκολλημένα μεταξύ τους. Το νερό πρέπει να είναι καθαρό για να μη γίνονται εκτός της
ενυδάτωσης και άλλες αντιδράσεις που παράγουν τελικά ασθενές (χαμηλής αντοχής)
σκυρόδεμα.
Ο λόγος νερού προς τσιμέντο (W/C) καθορίζεται από διάφορους παράγοντες που εξαρτώνται
από την απαιτούμενη αντοχή του σκυροδέματος, από το είδος του σκυροδέματος που
σχεδιάζεται να παραχθεί και από τις συνθήκες του περιβάλλοντος οι οποίες αναμένεται να
επικρατήσουν μετά τη διάστρωσή του. Η διαμόρφωση της τιμής του (W/C) καθορίζεται με τη
βοήθεια στοιχείων από Πίνακες (Πίνακας 7.2.), που ακολουθούν.
Η γενική αρχή που ισχύει στην παραγωγή σκυροδέματος είναι:
Μεγάλος λόγος (W/C), δηλαδή περίσσεια νερού, προκαλεί παραγωγή ασθενούς
σκυροδέματος, ενώ μικρός λόγος κάνει το σκυρόδεμα «μη εργάσιμο», δεν «δουλεύεται»
ικανοποιητικά (έχει πολύ μεγάλο ιξώδες).
Ο μεγάλος λόγος (W/C) επιτρέπει στα αδρανή να κατακάθονται μέσα στο αραιό μείγμα και έτσι
στην επιφάνεια της κατασκευής απομένει τσιμεντόπαστα (μείγμα νερού και τσιμέντου). Επίσης,
λόγω της «υδαρότητας» (χαμηλού ιξώδους) του σκυροδέματος, προκαλείται διαφορική
ταξινόμηση (ταξινόμηση κατά μέγεθος ή απόμειξη) των αδρανών του σκυροδέματος μέσα στα
καλούπια (Εικόνα 7.1, σελ. 227) και απορροή της τσιμεντόπαστας από τα διάκενα του
ξυλότυπου ή «εξίδρωση» (bleeding) στην ελεύθερη επιφάνεια του σκυροδέματος. Τελικώς,
αυτό έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη συνδετικής ύλης μεταξύ των αδρανών, δηλαδή την
παραγωγή σκυροδέματος ανομοιόμορφης δομής και χαμηλής αντοχής.
234
Πίνακας 7.2. Λόγος νερού προς τσιμέντο (W/C) ως συνάρτηση του είδους του σκυροδέματος
Κανονικό σκυρόδεμα
Συνθήκες έκθεσης σκυροδέματος (Απόλυτος λόγος νερού προς τσιμέντο
W/C κατά βάρος)
Σκυρόδεμα προστατευμένο από συνθήκες Επιλογή του λόγου W/C ανάλογα με την
ψύξης-απόψυξης (freezing and thawing) ή αντοχή του, την εργασιμότητά του και
από αντιπαγωτικά χημικά τις ανάγκες φινιρίσματος
Στεγανό σκυρόδεμα*
• Σε φυσικό νερό 0.50
• Σε θαλασσινό νερό 0.45
Σκυρόδεμα ανθεκτικό στον παγετό
• Σκυρόδεμα πάχους μικρότερου από 0.45
5 cm πάνω από τον οπλισμό ή
εκτεθειμένο σε αντιπαγωτικά χημικά
• Όλες οι υπόλοιπες κατασκευές 0.50
Σκυρόδεμα εκτεθειμένο σε θειϊκές
ενώσεις*
• Μέτρια έκθεση 0.50
• Έντονη έκθεση 0.45
Ποσότητα τσιμέντου όχι μικρότερη από
Σκυρόδεμα μέσα σε νερό
386 kg/m3
Επιλογή του λόγου W/C ανάλογα με την
αντοχή του σκυροδέματος και επίσης
Σκυρόδεμα δαπέδων ανάλογα με τις ελάχιστες απαιτήσεις σε
τσιμέντο λόγω μεγέθους αδρανών
(Πίνακας 8.1)
* Για τις ιδιότητες του στεγανού σκυροδέματος, του ανθεκτικού σε παγετό και του
εκτεθειμένου σε θειϊκές ενώσεις πρέπει να χρησιμοποιούνται οι αντοχές που
αναφέρονται στα σκυροδέματα με χρήση αερακτικού
235
7.3. Τα υλικά του σκυροδέματος
7.3.1. Τα αδρανή στην παραγωγή σκυροδέματος
• Γενικά
Τα αδρανή που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή σκυροδεμάτων κατατάσσονται σε τρεις
κύριες ομάδες μεγεθών τεμαχίων:
1. Χονδρομερή αδρανή με τεμάχια μεγαλύτερα από 9.5 mm (3/8 in.)
2. Ενδιάμεσου μεγέθους αδρανή με τεμάχια από 2.36 – 9.5 mm mm (8 mesh-3/8 in.) και τα
3. Λεπτομερή αδρανή με τεμάχια μικρότερα από 2.36 mm (8 mesh)
236
Οι ομάδες μεγεθών (2) και (3), που αφορούν στα ενδιάμεσου μεγέθους και λεπτομερή αδρανή,
περιγράφονται στο Σχήμα 7.6 με τον όρο «FINE», ενώ η ομάδα (1), η οποία συμμετέχει με το
μεγαλύτερο ποσοστό σκυρόδεμα, ως «COARSE». Κάθε κατηγορία έχει το περιθώριο να
κινηθεί στην περιοχή μεταξύ των διακεκομμένων γραμμών διατηρώντας το χαρακτηρισμό της.
Σε κάθε περίπτωση, για την παραγωγή σκυροδέματος υψηλών προδιαγραφών, απαιτούνται
τουλάχιστον δύο στενές κοκκομετρικές ομάδες τεμαχίων (π.χ. λεπτομερή ≤ 5 mm ή άμμος και
χονδρομερή ≥ 5 mm), Σχήμα 7.7.
237
δαπέδου (επίπεδες επιφάνειες) από μη οπλισμένο σκυρόδεμα, το μέγιστο μέγεθος τεμαχίου
αδρανούς δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1/3 του πάχους της κατασκευής.
• Λεπτομερή αδρανή
Ο χαρακτηρισμός των λεπτομερών αδρανών συναρτήσει της τιμής του συντελεστή λεπτότητάς
τους, δίνεται στον Πίνακα 7.4.
Πίνακας 7.4. Χαρακτηρισμός λεπτομερών αδρανών ως συνάρτηση του συντελεστή λεπτότητάς τους
Λεπτομερής άμμος
2.3 to 2.59
Fine Sand
Ενδιάμεση άμμος
2.6 to 2.89
Medium Sand
Χονδρομερής άμμος
2.9 to 3.10
Coarse Sand
238
• Επίδραση των λεπτομερών αδρανών στη σύνθεση αδρανών σκυροδέματος
Σχήμα 7.8. Ικανοποιητική διαβάθμιση από πλευράς μεγέθους (grading) σύνθεσης αδρανών υλικών
μέγιστου μεγέθους 12.7 mm (1/2-inch).
Σχήμα 7.9. Ικανοποιητική διαβάθμιση από πλευράς μεγέθους (grading) σύνθεσης αδρανών υλικών
μέγιστου μεγέθους 25.4 mm (1-inch).
Όμως, από τη σύγκριση των δύο παραπάνω σχημάτων διαπιστώνεται ότι, με αντικατάσταση
μέρους τεμαχίων, με μέσο μέγεθος 12.7 mm (Σχήμα 7.8), από τεμάχια διαμέτρου 19 έως 25.4
mm (Σχήμα 7.9), μειώνονται τόσο η ειδική επιφάνεια όσο και το πορώδες της σύνθεσης
τεμαχίων, με άμεσο θετικό αντίκτυπο στην κατανάλωση τσιμεντόπαστας.
239
Η ποσοτική επίδραση της προσθήκης λεπτομερών αδρανών σε χονδρομερή αδρανή δίνεται στο
Σχήμα 7.10, στο οποίο φαίνεται η ποσοστιαία % μείωση όγκου των κενών, η οποία επηρεάζει
σημαντικά την κατανάλωση τσιμεντόπαστας στο σκυρόδεμα.
Σχήμα 7.10. Μεταβολή του όγκου των κενών αδρανών ως συνάρτηση της ποσοστιαίας προσθήκης
λεπτομερούς άμμου.
240
Σχήμα 7.11. Κατανάλωση τσιμέντου συναρτήσει του ποσοστού λεπτομερών αδρανών στο
σκυρόδεμα.
100-% Αθροιστικό διερχόμενο από κόσκινο 2.36 mm = % Αθροιστικό παραμένον σε κόσκινο 2.36
mm.
242
Σχήμα 7.12. Σχέση μεταξύ «Δείκτη χονδρομερούς» αδρανών και «Δείκτη εργασιμότητας» του
σκυροδέματος.
Ο Shilstone [14] συνιστά να επιδιώκεται «στόχος» 60 για το «Δείκτη χονδρομερούς» και 35 για
το Δείκτη εργασιμότητας (Περιοχή ΙΙ). ΄Ομως, όταν το μέγιστο μέγεθος τεμαχίων αδρανών
κυμαίνεται από 25 mm – 37.5 mm, τότε ο Δείκτης χονδρομερούς πρέπει να είναι περίπου 52 και
ο Δείκτης εργασιμότητας να κυμαίνεται από 34 έως 38, ενώ όταν ο Δείκτης χονδρομερούς είναι
68 τότε ο Δείκτης εργασιμότητας πρέπει να παίρνει τιμές από 32 έως 36. Από τα παραπάνω
προκύπτει ότι αποδεκτή περιοχή για σύνθεση αδρανών σκυροδέματος είναι η II (Σχήμα 7.12).
Συνθέσεις αδρανών που προσεγγίζουν το κάτω όριο της περιοχής ΙΙ φαίνονται να έχουν
περίσσεια χονδρομερούς υλικού, ενώ οι συνθέσεις αδρανών, που «υπερπηδούν» το κάτω όριο
της ΙΙ και ανήκουν στην περιοχή V, φαίνεται να έχουν υπερβολική ποσότητα χονδρομερούς
υλικού και έλλειψη λεπτομερών αδρανών (άρα έλλειψη τσιμενοκονιάματος). Αυτές οι
συνθέσεις είναι προφανές ότι δεν είναι αποδεκτές για την παραγωγή σκυροδέματος. Οι
συνθέσεις που προσεγγίζουν το άνω όριο της ΙΙ εμφανίζουν υπερβολική ποσότητα λεπτομερών
αδρανών, ενώ όταν εισέλθουν στην περιοχή IV απαιτούν, λόγω της λεπτότητάς τους, μεγάλη
ποσότητα νερού που οδηγεί πιθανώς σε «απόμειξη»* (segregation) των αδρανών και παραγωγή
243
τελικώς ασθενούς σκυροδέματος. Συνθέσεις αδρανών, που ανήκουν στην περιοχή Ι (Δείκτης
χονδρομερούς μεγαλύτερος του 75), παράγουν μείγματα με έλλειψη κοκκομετρικών
κλασμάτων, με μειωμένη εργασιμότητα και πιθανότητα εμφάνισης του φαινομένου της
απόμειξης, δηλαδή «ασθενή» σκυροδέματα. Οι συνθέσεις αδρανών που ανήκουν στην περιοχή
ΙΙΙ αντιπροσωπεύουν μίγματα αδρανών κατάλληλα για σκυρόδεμα όταν τα μεγέθη αδρανών
είναι μικρότερα από 3/4" (19 mm).
*(Ως «απόμειξη, των αδρανών στο σκυρόδεμα χαρακτηρίζεται το φαινόμενο της διαφορικής καθ΄ύψος κατανομής,
λόγω μεγέθους, των αδρανών στη μάζα του σκυροδέματος, Εικόνα 7.1).
Εικόνα 7.1. Φαινόμενο «απόμειξης» αδρανών υλικών στο σκυρόδεμα (εντονότερο στη δεξιά
φωτογραφία)
Το διάγραμμα αυτό απεικονίζει τα ποσοστά του % παραμένοντος της σύνθεσης των αδρανών
σκυροδέματος σε κάθε άνοιγμα κοσκίνου (Σχήμα 7.15). Εάν ενωθούν τα διαδοχικά σημεία
μεταξύ τους, παράγεται μια τεθλασμένη γραμμή, η οποία αντιπροσωπεύει την κοκκομετρική
ανάλυση της σύνθεσης των αδρανών. Μια αποδεκτή σύνθεση δεν έχει σημαντικό αριθμό
«κορυφών» ή «βυθίσεων» και οφείλει, για να θεωρηθεί αποδεκτή κατά τον Shilstone, να δίνει
για δύο διαδοχικά κόσκινα άθροισμα % παραμενόντων τουλάχιστον 13%. Τα ποσοστά αυτά του
% παραμένοντος σε κάθε κόσκινο πρέπει να περιλαμβάνονται μεταξύ των ορίων 8 και 18%,
όπως φαίνεται στο Σχήμα 7.15.
Στο Σχήμα 7.16 η κοκκομετρική σύνθεση αδρανών, η οποία δεν υπακούει στους παραπάνω
κανόνες, δεν θεωρείται αποδεκτή και χαρακτηρίζεται ως σύνθεση με έλλειψη κάποιων κοκ.
κλασμάτων (gap graded aggregate combination).
245
Σχήμα 7.13. Αποδεκτή καμπύλη κοκκομετρικής διαβάθμισης αδρανών μέγιστου τεμαχίου 25.4 mm (μικρή απόκλιση από ευθεία μέγιστης
πυκνότητας 0.45)
246
Σχήμα 7.14. Μη αποδεκτή καμπύλη κοκκομετρικής διαβάθμισης αδρανών μέγιστου τεμαχίου 25.4 mm (σημαντική απόκλιση από ευθεία
μέγιστης πυκνότητας 0.45)
247
Σχήμα 7.15. Ομαλή και συνεχής κοκκομετρική διαβάθμιση αδρανών σκυροδέματος.
248
• Βέλτιστη σύνθεση αδρανών σκυροδέματος (Optimum Aggregate Blend)
249
Οι άλλες μέθοδοι (Εξίσωση δύναμης με εκθέτη 0.45 και Διάγραμμα
παραμένοντος %) είναι οι δευτερεύουσες μέθοδοι που επιβεβαιώνουν την
ορθότητα των υπολογισμών του διαγράμματος «Δείκτη χονδρομερούς
/εργασιμότητας» και προσδιορίζουν τις περιοχές απόκλισης της σύνθεσης
από την ομαλή κοκκομετρική διαβάθμιση αδρανών.
Στο Σχήμα 7.17, με συνεχή γραμμή φαίνεται μια ομαλή (αποδεκτή) κοκκομετρική
διαβάθμιση αδρανών (a), ενώ με διακεκομένη τεθλασμένη γραμμή δείχνεται μια
κοκκομετρική διαβάθμιση (b) με έλλειψη κάποιων κλασμάτων. Στη γραμμή (b), όπως
είναι προφανές, ελλείπουν τα κοκκομετρικά κλάσματα -4.75+2.36 mm, -2.36+1.18 mm
και -1.18+0.6 mm (τρία κλάσματα), ενώ υπάρχει σε περίσσεια το κλάσμα -1+3/8 in.(-
25.4+9.5 mm) που είναι χονδρομερές υλικό. Εάν από μια σύνθεση αδρανών ελλείπουν
μόνο δύο διαδοχικά κοκκομετρικά κλάσματα, τότε είναι πιθανό τα γειτονικά αυτών που
ελλείπουν να αποκαταστήσουν αυτή την ασυνέχεια στη διαβάθμιση, πράγμα που είναι
εντελώς αδύνατο να συμβεί σε περίπτωση έλλειψης τριών διαδοχικών κλασμάτων.
250
Οι κοκκομετρικές ομάδες τεμαχίων που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή
σκυροδέματος, σύμφωνα με τον νέο Ελληνικό Κανονισμό Τεχνολογίας Σκυροδέματος
(ΚΤΣ-2016), δίνονται στα Σχήματα 7.18, 7.19, 7.20, και 7.21 και δίνουν το ποσοστό %
αθροιστικώς διερχόμενου από κόσκινα τετραγωνικών βροχίδων (σε mm) σύμφωνα με τη
Γερμανική τυποποίηση DIN 4187 και 4188, (Κανονισμός Τεχνολογίας Σκυροδέματος
2016, ΚΤΣ 2016, ΕΛΟΤ ΕΝ 12620 Πρότυπο για τα αδρανή).
251
Σχήμα 7.19. Όρια κοκκομετρικής διαβάθμισης μίγματος αδρανών μέγιστου τεμαχίου 16 mm
(Γερμανικά κόσκινα), σύμφωνα με τον ΚΤΣ 2016.
252
Σχήμα 7.21. Όρια κοκκομετρικής διαβάθμισης μίγματος αδρανών μέγιστου τεμαχίου
63 mm, σύμφωνα με τον ΚΤΣ 2016.
253
7.3.2. Χημικά πρόσθετα και υποκατάστατα τσιμέντου στην παρασκευή
σκυροδέματος - Η δράση τους
254
Σχήμα 7.22. Δράση της διάβρωσης του σιδηροπλισμού του οπλισμένου σκυροδέματος.
• Επιβραδυντικό πήξης (Retarding admixture). Η κύρια δράση του είναι προς την
κατεύθυνση της επιμήκυνσης του χρόνου (κατά μία 1 ώρα ή και περισσότερο)
εντός του οποίου το έτοιμο σκυρόδεμα πρέπει να μεταφερθεί, να διαστρωθεί και να
συμπυκνωθεί. Συνήθως προστίθεται στο σκυρόδεμα κατά την παραγωγή του με
στόχο να επιβραδύνει την πήξη και σκλήρυνσή του, ιδιαιτέρως όταν επικρατούν
υψηλές θερμοκρασίες κατά τη σκυροδέτηση, ώστε να ελεγχθούν φαινόμενα
επιτάχυνσης των αντιδράσεων ενυδάτωσης. Λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που
255
επικρατούν, ιδιαιτέρως σε περιπτώσεις ογκωδών κατασκευών όπου λαμβάνει χώρα
έντονη έκλυση θερμότητας κατά την ενυδάτωση των C3A και C3S, η χρήση τους
είναι προφανής και απαραίτητη. Χρησιμοποιείται επίσης, όταν για «αισθητικούς»
λόγους της εμφάνισης του σκυροδέματος απαιτείται αρκετός χρόνος για τη
διαμόρφωση της εμφανούς επιφάνειάς του, δηλαδή δεν είναι επιθυμητή π.χ. η
εμφάνιση στην εξωτερική του επιφάνεια του σκυροδέματος των κόκκων των
αδρανών υλικών. Στις περιπτώσεις αυτές επαλείφεται εσωτερικά ο ξυλότυπος με
επιβραδυντικό πρόσθετο πήξης, το οποίο συντελεί τοπικά στην επιβράδυνση της
ταχύτητας πήξης-σκλήρυνσης του σκυροδέματος.
Πολλά επιβραδυντικά της πήξης δρουν επίσης θετικά στην κατεύθυνση της
μείωσης του απαιτούμενου νερού για την ενυδάτωση του τσιμέντου με
αποτέλεσμα, λόγω της μείωσης του χρησιμοποιούμενου νερού, να παράγεται
σκυρόδεμα αυξημένης τελικής αντοχής (καλύπτονται από την προδιαγραφή ASTM
C 494 Types B και D).
256
Σχήμα 7.23. Δράση των φυσαλίδων αέρα μέσα στο σκυρόδεμα.
Εικόνα 7.2. Μεγέθυνση τομής σκυροδέματος στην οποία φαίνονται οι φυσαλίδες αέρα στο
εσωτερικό του.
257
(εργασιμότητα) του σκυροδέματος για ίδια περιεκτικότητα σε νερό (ίδιο λόγο
νερό/τσιμέντο). Τα αντιδραστήρια αυτά συμβάλλουν επίσης στην αύξηση της
αντίστασης του σκυροδέματος σε προσβολή από θειϊκά ιόντα και στη μείωση της
περατότητας του. Η μείωση του νερού που προκαλούν είναι συνήθως της τάξης
του 5-10% και καλύπτονται από την προδιαγραφή ASTM C 494 (Type Α). Τα
ευρέος φάσματος πρόσθετα (High range water reducers, HRWR) αυτής της
κατηγορίας μπορούν να προκαλέσουν μείωση της τάξης του 12-30% με
διατήρηση εξαιρετικής εργασιμότητας του σκυροδέματος, είναι όμως σχετικώς
ακριβά και δεν συμφέρει να χρησιμοποιούνται σε συνήθεις αλλά μόνο σε ειδικές
κατασκευές από σκυρόδεμα. Τα ειδικά αυτά χημικά αντιδραστήρια ονομάζονται
επίσης υπερ-ρευστοποιητικά (superplasticizers) και καλύπτονται από τις
προδιαγραφές ASTM C 494 (Types F και G) και ASTM C 1017 (Types 1 και 2).
Τα σκυροδέματα στα οποία χρησιμοποιούνται αυτού του τύπου τα υπερ-
ρευστοποιητικά αποκτούν τη συνηθισμένη κάθιση 75-100 mm εντός χρονικού
διαστήματος 30-60 min.
258
1ο στάδιο (Αντίδραση ενυδάτωσης τσιμέντου, Hydration process):
Cement + H2O → C-S-H gel + Ca(OH)2 (Ταχεία)
Η συμβολή τους στην παραγωγή και τις ιδιότητες του σκυροδέματος είναι:
259
8. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΟΓΚΟΜΕΤΡΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ
ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ACI (American Concrete Institute)
8.1. Γενικά
Εκτός των προαναφερθέντων προδιαγραφών (ελάχιστη αντοχή σε θλίψη π.χ. 28
ημερών, προβλεπόμενες κλιματικές συνθήκες και περιβάλλον έκθεσης του σκυροδέματος
στη διάρκεια ζωής του), για τον προσδιορισμό της ογκομετρικής σύνθεσης του
σκυροδέματος στις αναγκαίες πρώτες ύλες, είναι απαραίτητα και τα παρακάτω δεδομένα,
τα οποία είτε είναι γνωστά και επιβάλλονται, είτε προσδιορίζονται εύκολα στο
εργαστήριο:
Από τις παραπάνω τιθέμενες προδιαγραφές και τα χαρακτηριστικά των πρώτων υλών,
που θα χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του σκυροδέματος, μπορούν να προκύψουν
οι κλασματικές (κατ’ όγκον ή κατά βάρος) αναλογίες τους, με τη βοήθεια των παρακάτω
Πινάκων και Διαγραμμάτων.
260
Πίνακας 8.1. Κατά προσέγγιση απαιτούμενο νερό σκυροδέματος (kg/m3 ή l/ m3) και % ποσοστό αέρα συναρτήσει της επιδιωκόμενης κάθισης (κατά
ACI, American Concrete Institute)
Απαιτούμενη ποσότητα νερού σκυροδέματος συναρτήσει του ονομαστικού μέγιστου μεγέθους αδρανών, mm
Κάθιση ή 9.5 12.5 19 25 37.5 50 75 150
εξάπλωση, mm ↓
Σκυρόδεμα χωρίς αερακτικό (χωρίς δημιουργία φυσαλίδων με χημικό πρόσθετο)
25-50 207 199 190 179 166 154 130 113
75-100 228 216 205 193 181 169 145 124
150-175 242 228 216 202 190 178 160 -
Κατά προσέγγιση 3 2.5 2 1.5 1 0.5 0.3 0.2
εγκλωβισμένος αέρας, %
Σκυρόδεμα με προσθήκη αερακτικού (δημιουργία φυσαλίδων με χημικό πρόσθετο)
25-50 181 175 168 160 150 142 122 107
75-100 202 193 184 175 165 157 133 119
150-175 216 205 197 184 174 166 154 -
Συνιστώμενη περιεκτικότητα σε αέρα, %
Συνθήκες ήπιας έκθεσης 4.5 4.0 3.5 3.0 2.5 2.0 1.5 1.0
σκυροδέματος 1
Συνθήκες μέσης έκθεσης 6.0 5.5 5.0 4.5 4.5 4.0 3.5 3.0
σκυροδέματος 2
Συνθήκες έντονης έκθεσης 7.5 7.0 6.0 6.0 5.5 5.0 4.5 4.0
σκυροδέματος 3
1
Ήπια έκθεση (δεν χρειάζεται δημιουργία φυσαλίδων αέρα με χημικό πρόσθετο για αύξηση αντοχής στη διάρκεια του χρόνου)
2
Μέση έκθεση (όταν το σκυρόδεμα δεν είναι εκτεθειμένο συνεχώς σε περιβάλλον νερού πριν εκτεθεί σε παγετό και σε αντιπαγωτικά άλατα)
3
Έντονη έκθεση (όταν χρησιμοποιούνται αντιπαγωτικά άλατα ή όταν το σκυρόδεμα είναι κορεσμένο με νερό πριν από παγετό)
261
Σχήμα 8.1. Κάθιση (slump) ή εξάπλωση του σκυροδέματος.
Η σχέση μεταξύ της αναμενόμενης θλιπτικής αντοχής 28 ημερών δοκιμίων σκυροδέματος και
των λόγων νερό/υλικό με ποζολανικές ιδιότητες ή νερό/τσιμέντο δίνεται στον Πίνακα 8.2 και
στα Σχήματα 8.2 και 8.3, από τα οποία διαπιστώνεται η σημαντική επίδραση της σχέσης μαζών
νερού και τσιμέντου στην αντοχή του παραγόμενου σκυροδέματος.
Στον Πίνακα 8.3 δίνεται το κλάσμα όγκου χονδρομερών αδρανών στη μονάδα όγκου
σκυροδέματος ως συνάρτηση του συντελεστή ή δείκτη λεπτότητας των λεπτομερών αδρανών,
σύμφωνα με το ACI (American Concrete Institute, προδιαγραφή ACI 211-1-91).
262
Σχήμα 8.2. Λόγος νερού/υλικό με υδραυλικές ή ποζολανικές ιδιότητες (W/Cm) συναρτήσει
της επιζητούμενης αντοχής σε θλίψη 28 ημερών (κατά American Concrete Institute, ACI).
Σχήμα 8.3. Όρια μεταβολής θλιπτικής αντοχής 28 ημερών καλά συντηρημένων κυλινδρικών
δοκιμίων σκυροδέματος (κατά Cement Association of Canada, 2006).
263
Πίνακας 8.3. Κλάσμα όγκου χονδρομερών αδρανών στη μονάδα όγκου σκυροδέματος ως συνάρτηση
του συντελεστή ή δείκτη λεπτότητας των λεπτομερών αδρανών, (Πηγή: American Concrete Institute,
προδιαγραφή ACI 211-1-91).
Ο Πίνακας 8.4 και το Σχήμα 8.4 είναι ενδεικτικά της ελάχιστης απαιτούμενης ποσότητας
τσιμέντου και υποκατάστατών του (υλικά με ποζολανικές ιδιότητες) στο σκυρόδεμα, ως
συνάρτηση του μέγιστου μεγέθους τεμαχίων αδρανών και της επιζητούμενης αντοχής σε θλίψη
του σκυροδέματος.
Πίνακας 8.4. Ελάχιστη ποσότητα απαιτούμενου τσιμέντου ως συνάρτηση του μέγιστου μεγέθους
τεμαχίων αδρανών
1 25.0 308.7 6
3/4 19.0 320 6
1/2 12.7 350 7
3/8 9.5 362 7.5
264
Σχήμα 8.4. Ισοδύναμη (ελάχιστη) περιεκτικότητα τσιμέντου στο σκυρόδεμα (kg/m3) ως συνάρτηση της αντοχής σε θλίψη σε MPa.
265
8.2. Τεχνικές απαιτήσεις για τον προσδιορισμό της σύνθεσης του σκυροδέματος
Ο προσδιορισμός της σύνθεσης του σκυροδέματος πρέπει να γίνεται για αντοχή σε θλίψη (fcr ), η
οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με τις παρακάτω μαθηματικές σχέσεις:
f c r = f c + 1.4 ⋅ σ , όταν η αντοχή σε θλίψη fc του παραγόμενου σκυροδέματος έχει τυπική απόκλιση
σ (από προηγούμενη εργοταξιακή εμπειρία) μέχρι 3.5 MPa
f c r = f c + 2.4 ⋅ σ − 3.5 , όταν η τυπική απόκλιση σ της αντοχής σε θλίψη fc του παραγόμενου
σκυροδέματος (από προηγούμενη εργοταξιακή εμπειρία) είναι μεγαλύτερη
από 3.5 MPa
Όπου fc είναι η ελάχιστη αντοχή σε θλίψη (συνήθως 28 ημερών), που τίθεται εξαρχής ως
προαπαίτηση για το συγκεκριμένο έργο και σ η τυπική απόκλιση που έχει παρατηρηθεί ή
αναμένεται να υπάρχει στα παραγόμενα σκυροδέματα.
Επίσης, είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη οι κλιματικές συνθήκες ή το περιβάλλον
(θαλάσσιο, θειϊκά άλατα κλπ.) στα οποία θα εκτεθεί το σκυρόδεμα στη διάρκεια ζωής του
Για τον προσδιορισμό της ογκομετρικής σύνθεσης του σκυροδέματος στις αναγκαίες πρώτες ύλες,
εκτός των παραπάνω προδιαγραφών (ελάχιστη αντοχή σε θλίψη π.χ. 28 ημερών, προβλεπόμενες
κλιματικές συνθήκες και περιβάλλον έκθεσης του σκυροδέματος στη διάρκεια ζωής του), είναι
απαραίτητα και τα παρακάτω δεδομένα, τα οποία, είτε είναι γνωστά είτε προσδιορίζονται εύκολα
στο εργαστήριο:
266
• Τα χαρακτηριστικά των χονδρομερών αδρανών με το μέγιστο ονομαστικό μέγεθος των
τεμαχίων τους, η % απορροφητικότητά τους, η υγρασία τους κλπ.
• H πυκνότητα (συμπεριλαμβανομένων των κενών μεταξύ των τεμαχίων) και το % ποσοστό
κενών των δονημένων (fully compacted aggregates) χονδρομερών αδρανών (Εικόνα 8.1)
Από τις παραπάνω τιθέμενες προδιαγραφές και τα χαρακτηριστικά των πρώτων υλών, που θα
χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή του σκυροδέματος, μπορούν να προκύψουν οι κλασματικές
(κατ’ όγκον ή κατά βάρος) αναλογίες τους, όπως περιγράφεται παρακάτω στο αριθμητικό
παράδειγμα.
1. Προσδιορισμός (από σχετικό Πίνακα 8.1) της απαιτούμενης ποσότητας προσθήκης νερού
(kg ή λίτρα νερού L / m3 σκυροδέματος), που υπολογίζεται συναρτήσει:
• Της αποδεκτής κάθισης ή εξάπλωσης (σε mm), η οποία έχει σχέση με την εργασιμότητα
του σκυροδέματος και τίθεται ως προαπαίτηση από το είδος και τις απαιτήσεις του έργου
• Του ονομαστικού μέγιστου μεγέθους τεμαχίων αδρανών (σε mm).
2. Μετά τον προσδιορισμό της ποσότητας του νερού ανά m3 σκυροδέματος, προσδιορίζεται η
απαιτούμενη ποσότητα τσιμέντου (kg τσιμέντου/ m3 σκυροδέματος) από διάγραμμα (Σχήμα
8.2.) ή Πίνακα 8.2, μέσω του λόγου (W/Cm, νερό προς υλικό με ποζολανικές ή υδραυλικές
ιδιότητες), όταν υπάρχει ως δεδομένο από τις απαιτήσεις του έργου η ελάχιστη αντοχή σε
θλίψη 28 ημερών (fcr).
3. Ακολούθως, προσδιορίζεται (Πίνακας 8.3) η ογκομετρική συμμετοχή (κλασματικά ή
ποσοστιαία) των χονδρομερών αδρανών στο σκυρόδεμα, συναρτήσει:
• του ονομαστικού μέγιστου μεγέθους τεμαχίων αδρανών (σε mm) και
• του δείκτη λεπτότητας των διατιθέμενων λεπτομερών αδρανών (ο δείκτης λεπτότητας
υπολογίζεται εύκολα από την κοκκομετρική τους ανάλυση).
Σημείωση: ο όγκος αυτός μετατρέπεται σε μάζα (σε kg) με τη βοήθεια της φαινόμενης
πυκνότητας (συνυπολογιζόμενων των κενών) των χονδρομερών αδρανών και κατόπιν με την
πραγματική πυκνότητα του πετρώματος προκύπτει ο πραγματικός όγκος που
καταλαμβάνουν τα χονδρομερή αδρανή στο σκυρόδεμα (χωρίς τα κενά).
267
4. Μετά τον ογκομετρικό υπολογισμό των παραπάνω, υπολογίζεται η ογκομετρική συμμετοχή
(κλασματικά ή ποσοστιαία) των λεπτομερών αδρανών στο σκυρόδεμα με αφαίρεση από τη
μονάδα (1 m3 σκυροδέματος), όπως φαίνεται παρακάτω.
Ο όγκος των λεπτομερών αδρανών, που απαιτούνται για την πλήρωση των κενών μεταξύ των
χονδρομερών αδρανών και για την εξασφάλιση εργασιμότητας, προκύπτει με αφαίρεση του
αθροίσματος των επί μέρους όγκων από τον όγκο της μονάδας όγκου σκυροδέματος, όπως φαίνεται
παρακάτω:
Γνωρίζοντας τις πυκνότητες των πρώτων υλών (νερού, τσιμέντου, αέρα, χονδρομερών και
λεπτομερών αδρανών) οι παραπάνω ογκομετρικές συμμετοχές (ανά m3 σκυροδέματος) μπορούν να
μετατραπούν σε μάζες (kg ή t) και να παρουσιαστούν σε μορφή συγκεντρωτικού Πίνακα.
Στην παραπάνω διαδικασία έχουν υπολογιστεί οι όγκοι των διαφόρων πρώτων υλών που
συμμετέχουν στην παραγωγή σκυροδέματος (υπό ξηρή μορφή). Όμως επειδή, κατά τη διεργασία
παραγωγής του σκυροδέματος, τα αδρανή τροφοδοτούνται με δοσομετρικούς τροφοδότες και
περιέχουν συνήθως ποσοστό υγρασίας, η υγρασία αυτή πρέπει να συνυπολογιστεί στη διαδικασία
ανάμιξης, λόγω του ότι επηρεάζει σημαντικά τη μάζα τους άρα και την ποσότητα των
προστιθέμενων πρώτων υλών.
Είναι επίσης προφανές ότι, το είδος της περιεχόμενης υγρασίας στα αδρανή (υγρασία πόρων
αδρανών, επιφανειακή υγρασία, κατάσταση κορεσμού τους κλπ.), επηρεάζει επίσης την ποσότητα
του απαιτούμενου νερού ανάμιξης. Εξαιτίας του πορώδους τους ή της υγρασίας αυτής, τα αδρανή,
είτε απορροφούν είτε συνεισφέρουν νερό στη διεργασία.
268
8.5. Αριθμητικό παράδειγμα προσδιορισμού σύνθεσης πρώτων υλών σκυροδέματος
Υλικό
Ιδιότητα Χονδρομερή
Τσιμέντο Λεπτομερή αδρανή
αδρανή
Ειδικό βάρος 3.15 2.60 2.70
Πυκνότητα (δονημένων)
χονδρομερών αδρανών, - 1602 -
kg/m3 (με κενά, φαινόμενη))
Δείκτης λεπτότητας, - - 2.80
Fineness modulus
Απόκλιση υγρασίας από την
πλήρως κορεσμένη - +2.5 +0.5
κατάσταση, (%)
269
Εικόνα 8.1. Προσδιορισμός της φαινόμενης πυκνότητας χονδρομερών αδρανών.
270
• 1-(0.4375+0.099+0.181+0.01) = 0.2725 m3 λεπτομερών αδρανών / m3 σκυροδέματος, και
η μάζα τους: 0.2725×2700 = 736 kg λεπτομερών αδρανών / m3 σκυροδέματος
Όμως, λόγω της περιεχόμενης υγρασίας στα χονδρομερή (0.5%) και λεπτομερή αδρανή (2.5%),
πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις, οι οποίες επηρεάζουν τις ποσότητες των αδρανών που
ζυγίζονται και τροφοδοτούνται και επίσης την παροχή του προστιθεμενου νερού.
1. 312 kg τσιμέντου
2. 736 + 0.025∙736 = 754.4 kg λεπτομερών αδρανών (όπως είναι αποθηκευμένα)
3. 1137.42 + 0.005∙1137.42 =1143.1 kg χονδρομερών αδρανών (όπως είναι
αποθηκευμένα)
4. 156.92 kg νερού (μείωση της ποσότητας του νερού λόγω υγρασίας αδρανών)
ΣΥΝΟΛΟ 2366.42 kg / m3 σκυροδέματος.
Ανάλογες διορθώσεις θα πρέπει να γίνουν, εάν είναι γνωστή και ληφθεί υπόψη και η ικανότητα
απορρόφησης των αδρανών, δηλαδή ο όγκος των πόρων τους, ο οποίος μπορεί να απορροφήσει και
να γεμίσει με νερό, το οποίο όμως θα χρειαζόταν για την ενυδάτωση του τσιμέντου.
271
9. ΓΡΗΓΟΡΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΒΑΡΟΣ (%) ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ
ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ
Πίνακας 9.1. Κατά βάρος σύσταση πρώτων υλών σκυροδέματος συναρτήσει του λόγου (W/C).
Οι αναλογίες πρώτων υλών για την παρασκευή 1 m3 σκυροδέματος υπολογίζονται από τη γνωστές
σχέσεις (εξισώσεις 1 και 2), από τις τιμές των λόγων W/C (νερό προς τσιμέντο) και Β1/(Β1 + Β2) =
(λεπτομερή προς συνολικό βάρος αδρανών ανά m3 σκυροδέματος). Η ποσοστιαία κατά βάρος
σύσταση πρώτων υλών σκυροδέματος (Πίνακας 9.1) αφορά σε διάφορους τύπους σκυροδεμάτων
συναρτήσει του λόγου W/C.
W C B1 B2
+ + + = 1 m3 σκυροδέματος (1)
1000 1000 ⋅ ρ c 1000 ⋅ ρ1 1000 ⋅ ρ 2
όπου :
C + W + B1 + B 2 = 2478.3 kg (2)
Οπότε, για λόγους W/C = 0.5 και Β1/(Β1 + Β2) = 41.6% και πυκνότητα (ή μάζα m3 ) σκυροδέματος
2478.3 kg/ m3, από τις εξισώσεις (1) και (2) προκύπτουν:
C = 297.4 kg τσιμέντου
W = 148.7 kg νερού,
Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η πυκνότητα του σκυροδέματος είναι ≈ 2.48 t/m3, η οποία στην
πραγματικότητα είναι σημαντικά μικρότερη λόγω του περιεχόμενου αέρα (3-6%) στο σκυρόδεμα.
Σημείωση: Η παραπάνω έκφραση της εξίσωσης (1) αναφέρεται στην περίπτωση υπολογισμού των
πρώτων υλών παραγωγής σκυροδέματος σε kg (με τα ειδικά βάρη σε t/m3), ενώ στην περίπτωση
W C B1 B2
+ + + = 1 m3 σκυροδέματος (1)
1 ρ c ρ1 ρ 2
273
10. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ - ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΣΙΜΕΝΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ
2. E: Ποιά είναι τα κύρια συστατικά του σκυροδέματος και σε ποιά αναλογία περίπου
χρησιμοποιούνται;
Α: Τσιμέντο, νερό, αδρανή (χονδρομερή και λεπτομερή), αέρας και χημικά πρόσθετα. Η
κατά βάρος επί τοις % περιεκτικότητα (σύνθεση του σκυροδέματος) δίνεται στον
Πίνακα 10.1
Πίνακας 10.1. Κατά βάρος σύσταση πρώτων υλών σκυροδέματος συναρτήσει του λόγου (W/C).
Συστατικό Βάρος, % Βάρος, % Βάρος, %
W/C (νερό/τσιμέντο) 0.5 0.4 0.45
Τσιμέντο Πόρτλαντ 12 12 13
Άμμος (Λεπτομερή αδρανή) 34 34.56 33.85
Χονδρομερή αδρανή 48 48.60 47.3
Νερό 6 4.84 5.85
Αέρας - - -
Σύνολο 100 100 100
274
Α: Το σκυρόδεμα θεωρείται εργάσιμο, όταν έχει αποδεκτό ιξώδες και χωρίς δυσκολία
αποχύνεται και γεμίζει καλούπια δηλαδή μορφοποιείται. Μετράται με τη δοκιμή
«κάθισης ή εξάπλωσης» (slump test), δηλ. με τη βοήθεια χαλύβδινου διάτρητου (στην
κορυφή και τη βάση του) κώνου που γεμίζεται με σκυρόδεμα. Ο κώνος μετά
αναστρέφεται και το σκυρόδεμα αδειάζεται σε οριζόντια επιφάνεια. Από την τιμή της
υποχώρησης της κορυφής του κώνου σε σχέση με το αρχικό του ύψος χαρακτηρίζεται το
σκυρόδεμα ως αποδεκτό ή μη αποδεκτό. Αν το ύψος του κώνου, μετά την απόχυση είναι
το 50-75% του αρχικού του ύψους, το σκυρόδεμα θεωρείται ότι είναι αποδεκτά
«εργάσιμο».
275
συνάλεσης γύψου (CaSO4·2H2O) με το κλίνκερ. Η γύψος χρησιμοποιείται ως
επιβραδυντικό πήξης (retarder).
276
Η σκλήρυνση του σκυροδέματος είναι το αποτέλεσμα της αντίδρασης ενυδάτωσης, που
λαμβάνει χώραν όμως μόνο παρουσία νερού (υγρασίας) και σε κατάλληλο
θερμοκρασιακό εύρος. Η διαδικασία (διεργασία) της συντήρησης για τα κοινά
σκυροδέματα διαρκεί μεταξύ 5-7 ημερών κατά τη διάρκεια των οποίων διατηρείται υγρό
με διαβροχή, με καταιονισμό ή με κάλυψη με υγρή λινάτσα ή με επιφανειακή κάλυψη
με ειδικά χημικά που δρουν ως φράγματα υγρασίας (μειώνουν την εξάτμιση).
Κάτω από κατάλληλες συνθήκες ανάμειξης υπάρχει μεγάλη ποικιλία αναλογιών των
διαφόρων συστατικών για την παρασκευή καλής ποιότητας σκυροδέματος. Ένας γενικός
κανόνας στις Η.Π.Α. είναι αυτός που αναφέρεται και ως κανόνας των έκτων (6’s rule).
I. Ελάχιστη ποσότητα τσιμέντου 6 σακκιά / κυβική υάρδα = 6 (42.64 kg)/(0.9144 m3)=
334.6 kg/m3 .
II. Μέγιστη ποσότητα νερού 6 γαλόνια (6 x 4.55 = 27.27 liters) για κάθε σακκί τσιμέντο
III. Συντήρηση σκυροδέματος για 6 (έξι) ημέρες τουλάχιστον μετά τη διάστρωση και
277
IV. Ποσοστό περιεχόμενου αέρα 6% κ.ο (εάν το σκυρόδεμα θα υφίσταται κατά τη
διάρκεια της ζωής του διαδοχικές φάσεις παγώματος και τήξης του νερού).
9. Τι πρέπει να προστεθεί στο σκυρόδεμα για την επιβράδυνση της πήξης και σκλήρυνσης;
Τι θα προσφέρει η επιβράδυνση αυτής της διεργασίας;
Μπορεί να προστεθεί ζάχαρη για την επιβράδυνση της διεργασίας και αυτό γίνεται όταν το
σκυρόδεμα πρέπει να μεταφερθεί σε μεγάλη απόσταση για να διαστρωθεί. Σ’ αυτές τις
περιπτώσεις προστίθενται επιβραδυντικά της πήξης και σκλήρυνσης.
10. Τι πρέπει να προστεθεί στο σκυρόδεμα για την επιτάχυνση της πήξης και της
σκλήρυνσης; Πότε είναι αναγκαία η επιτάχυνση της διεργασίας;
Προσθήκη χλωριούχου ασβεστίου (CaCl2) επιταχύνει την αντίδραση πήξης και σκλήρυνσης
και αυτό επιβάλλεται να γίνεται σε περιπτώσεις διάστρωσης σκυροδέματος υπό συνθήκες
χαμηλής θερμοκρασίας περιβάλλοντος. Στην περίπτωση αυτή επιταχύνεται η διεργασία με
παράλληλη αύξηση της εκλυόμενης θερμότητας ενυδάτωσης.
11. Τι θα συμβεί στην περίπτωση που το σκυρόδεμα πήξει και σκληρυνθεί πολύ γρήγορα;
12. Σχολιάστε τη σπουδαιότητα του κατάλληλου λόγου βάρος νερού / βάρος τσιμέντου στο
σκυρόδεμα.
Ο λόγος νερό/τσιμέντο καθορίζει σημαντικά την αντοχή του σκυροδέματος. Όσο λιγότερο νερό
προστίθεται στο σκυρόδεμα (υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι παράγεται «εργάσιμο» σκυρόδεμα
δηλ. ικανοποιητικού ιξώδους για την εξασφάλιση ροής στα καλούπια), τόσο μεγαλύτερη αντοχή
αναμένεται να αποκτήσει το σκυρόδεμα.
14. Ποιές είναι οι συνηθέστερες δοκιμές ελέγχου της ποιότητας του σκυροδέματος;
Η δοκιμή κάθισης είναι η δοκιμή ελέγχου της εργασιμότητας του σκυροδέματος (ιξώδες ή
flowability), που ελέγχεται στην Ελλάδα σύμφωνα με τη Μέθοδο Ελέγχου ΣΚ-309 του ΕΛΟΤ.
Εάν το σκυρόδεμα έχει μεγάλο ιξώδες, τότε δεν μπορεί να περάσει ανάμεσα από τα κενά του
σιδηροπλισμού και να γεμίσει τα καλούπια και δεν μπορεί επίσης να συμπυκνωθεί με δόνηση.
Εάν είναι πολύ ρευστό τότε η τσιμεντόπαστα (μείγμα νερού και τσιμέντου) διαφεύγει μέσα από
τα κενά των καλουπιών, τα αδρανή καθιζάνουν στον πυθμένα των καλουπιών με αποτέλεσμα
την απόμειξη (διαχωρισμός κατά μέγεθος, segregation) των αδρανών μέσα στα καλούπια. Το
τελικό αποτέλεσμα είναι χαμηλής αντοχής σκυρόδεμα.
Με τη δοκιμή προσδιορισμού του περιεχόμενου αέρα υπολογίζεται το ποσοστό (%) του αέρα
μέσα σε δείγμα «φρέσκου» σκυροδέματος, αλλά αυτή δεν αποτελεί και ένδειξη του τελικού
ποσοστού μετά την πήξη και σκλήρυνση του σκυροδέματος.
279
11. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΣΙΜΕΝΤΟ, ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ ΚΑΙ
ΑΔΡΑΝΗ)
Για τον παραπάνω προσδιορισμό, απαραίτητο δεδομένο είναι η στοιχειακή ανάλυση του πετρελαίου
(βαρύ κλάσμα), η οποία δίνεται στον Πίνακα 1.
Συστατικό % περιεκτικότητα
κατά βάρος
Άνθρακας, C 85.9
Υδρογόνο, H 12
Οξυγόνο, O 0.7
Άζωτο, N 0.5
Θείο, S 0.5
Υγρασία 0.35
Τέφρα (ash) 0.05
Θερμογόνος δύναμη,
10880 kcal/kg
G.C.V. ή H.H.V.
Με δεδομένη την παραπάνω ανάλυση και υποθέτοντας ότι έχουμε ένα βαρύ κλάσμα πετρελαίου
μάζας 100 kg, υπολογίζονται οι ποσότητες O2 που είναι απαραίτητες για την πλήρη καύση του
άνθρακα, του υδρογόνου και του θείου, σύμφωνα με τις αντιδράσεις:
όπου: C = 12, O =16, H = 1, S = 32 και N = 14 τα ατομικά βάρη των στοιχείων και επίσης CO2 =
44, H2O = 18, SO2 = 64 τα μοριακά βάρη των ενώσεων.
Παίρνοντας υπόψη την επί τοις % στοιχειακή ανάλυση του πετρελαίου (Πίνακας 1) προκύπτουν:
280
(85.9) C + (85.9 x 32/12) O2 → 314.97 CO2, όπου 32/12 η αναλογία O / C στο CO2
(12) H2 + (12 x 16/2) O2 → (12 x 9 ) H2O, όπου 16/2 η αναλογία O / H στο H2O και
(0.5) S + (0.5 x 32/32) O2 → 1.0 SO2, όπου 32/32 η αναλογία O / S στο SO2
Από τα παραπάνω υπολογίζεται η συνολική ποσότητα του απαιτούμενου O2 για τις αντιδράσεις
πλήρους καύσης 100 kg του πετρελαίου, που είναι:
Επειδή όμως στα 100 kg καυσίμου περιέχεται ποσότητα 0.7 kg O2, προκύπτει ότι η
συμπληρωματική ποσότητα O2 που απαιτείται είναι: 325.57 - 0.7 = 324.87 kg O2 / 100 kg
καυσίμου.
Δεδομένης της κατά βάρος σύστασης του αέρα (23.2% O2 και 75.47% N2), η απαιτούμενη
ποσότητα αέρα για τη στοιχειομετρική καύση του πετρελαίου ανέρχεται σε:
324.87 kg O2 / 0.232 = 1400.30 kg αέρα / 100 kg πετρελαίου ή
14.003 kg αέρα / kg πετρελαίου
Τα αέρια που εμφανίζονται, κατά την πλήρη στοιχειομετρική καύση όλων των καυσίμων, στα
απαέρια είναι CO2, N2 και SO2, επειδή το νερό στη θερμοκρασία των απαερίων έχει ήδη εξατμιστεί.
Επίσης, από τα παραπάνω αποτελέσματα προκύπτει ότι το άζωτο (N2) του τροφοδοτούμενου αέρα
για την καύση 100 kg πετρελαίου, ανέρχεται σε:
N2 = 1400.30 kg αέρα– 324.87 kg O2 = 1075.43 kg
Οπότε:
Moles CO2 στα απαέρια = (314.97 kg) / 44·10-3 kg/mole = 7.158·103 moles
Moles N2 στα απαέρια = (1075.43 kg) / 28·10-3 kg/mole = 38.41·103 moles
Moles SO2 στα απαέρια = 1 kg/ 64·10-3 kg/mole = 15.625 moles
Οπότε, η % κατ’ όγκο θεωρητική περιεκτικότητα CO2 (CO2 max) στα απαέρια =
(moles CO2 x 100) / συνολικά moles αερίων (ξηρό)
= (7158 x 100) / (7158 + 38410 + 15.625) = 15.70% CO2
281
Είναι προφανές ότι η τιμή αυτή αντιστοιχεί στη μέγιστη δυνατή περιεκτικότητα (% κ.ο) CO2,max
των απαερίων για τη στοιχειομετρική πλήρη καύση βαρέος κλάσματος πετρελαίου.
Είναι γνωστό ότι δεδομένη ποσότητα περίσσειας αέρα είναι απαραίτητη για την πλήρη καύση όλων
των καυσίμων και το ποσοστό της περίσσειας εξαρτάται από τον τύπο του καυσίμου.
Για τον προσδιορισμό της % περίσσειας του τροφοδοτούμενου αέρα καύσης είναι απαραίτητος ο
προηγούμενος προσδιορισμός (μέτρηση) της % περιεκτικότητας των απαερίων σε O2.
Εάν μετρηθεί στα απαέρια συγκέντρωση π.χ. 2.8% σε O2 (σίγουρα πλήρης καύση του καυσίμου),
τότε είναι εύκολος ο υπολογισμός της % περίσσειας αέρα (κ.ο.) από τη γνωστή σχέση:
% O 2 (μετρούμενη)
% Περίσσεια αέρα = × 100
20.9-% O 2 (μετρούμενη)
Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει:
2. 8
% Περίσσεια αέρα = × 100 = 15.47%
20.9 − 2.8
Η κατ’ όγκο περιεκτικότητα των απαερίων, που προσδιορίστηκε παραπάνω, ανάγεται σε moles:
Moles CO2 στα απαέρια = 314.97 / 44·10-3 kg/mole = 7.158·103 moles
282
Moles SO2 στα απαέρια = 1/ 64·10-3 kg/mole = 15.625 moles
Moles ελεύθερου O2 στα απαέρια = 50.26 / 32·10-3 kg/mole = 1.57063·103 moles
Moles N2 στα απαέρια = 1241.8 / 28·10-3 kg/mole = 44.35·103moles
Συνολική ποσότητα απαερίων = 53094.26 moles
= 13.48% CO2
Σύγκριση της παραπάνω θεωρητικής τιμής με την υπολογιζόμενη από την εξίσωση
Επειδή είχε υπολογιστεί η θεωρητική μέγιστη περιεκτικότητα των απαερίων σε CO2,max (15.70%)
και μετρήθηκε % περιεκτικότητα των απαερίων 2.8% σε O2, από τη γνωστή σχέση έμμεσου
υπολογισμού της περιεκτικότητας απαερίων σε CO2, προσδιορίζεται:
20.9 − 2.8
%CO2 (κατ΄ όγκο) = 15.7 × = 13.60%CO2
20.9
Οι παραπάνω τιμές (13.48 και 13.60%) συγκρίνονται με τη θεωρητική μέγιστη περιεκτικότητα των
απαερίων σε CO2,max (15.7%). Όμως, όσο μικρότερη, από την CO2,max, είναι η % περιεκτικότητα σε
CO2 των απαερίων, πράγμα που σημαίνει μεγάλη αραίωση της συγκέντρωσής του στα απαέρια
(λόγω μεγάλης % περίσσειας αέρα), τόσο μεγαλύτερες είναι και οι θερμικές απώλειες στα απαέρια.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχουν δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στη διεργασία καύσης
και παραγωγής θερμότητας.
283
Β. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΙΚΩΝ
ΕΞΙΣΩΣΕΩΝ [1] ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ
ΥΛΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΛΙΝΚΕΡ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ (ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
4 ΤΩΝ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ)
• Πρώτες ύλες για τον προσδιορισμό της σύνθεσης της μέσης τροφοδοσίας
Για τον προσδιορισμό της ποσοστιαίας % αναλογίας των πρώτων υλών στη διαμόρφωση της μέσης
τροφοδοσίας παραγωγής των τσιμέντων αμερικανικού τύπου του Πίνακα 4.1 (σελ. 90) θα
διερευνηθεί η χρήση διαφόρων συνθέσεων πρώτων υλών. Η χημική σύσταση των πρώτων υλών,
που χρησιμοποιούνται, φαίνεται στους πίνακες 4.6, 4.7, 4.8 και 4.9, όπου αυτές οργανώνονται σε
τετράδες (1, 2, 3 και 4) όπως επίσης και σε τριάδες (1, 2, 3). Οι στόχοι (περιορισμοί) που
χρησιμοποιούνται είναι οι δείκτες ποιότητας (LSF, SR και AR) του κλίνκερ το οποίο επιδιώκεται να
παραχθεί κάθε φορά. Οι τιμές των δεικτών στόχων λαμβάνονται από τον Πίνακα 4.2 και αφορούν
στους διάφορους τύπους τσιμέντων του αμερικανικού προτύπου ASTM του Πίνακα 4.1 (σελ. 106).
Πίνακας 4.2. Τυπικές τιμές των δεικτών SR, AR ,Leq και του LSF για την ανάμειξη των πρώτων υλών προς
παραγωγή τσιμέντων του αμερικανικού πρότυπου (ASTM) του Πίνακα 4.1. [2].
Τύπος LSF,
SR AR Leq ,
τσιμέντου (βαθμός
(πυριτικός (αργιλικός (υδραυλικός
κατά κορεσμού σε
δείκτης) δείκτης) δείκτης)
ASTM άσβεστο), %*
I1 2.6 2.3 2.2 95.43
Ι2 2.9 1.6 2.1 90.04
I
I3 3.3 2.2 2.3 96.45
I4 2.3 2.7 2.1 92.69
II1 2.2 1.0 2.0 90.46
II
II2 3.9 1.9 2.2 90.46
III1 2.6 2.1 2.4 102.81
III
III2 2.9 2.6 2.3 98.00
IV1 2.4 0.9 1.8 80.30
IV
IV2 3.7 1.2 2.0 83.19
V1 3.8 0.9 2.1 87.34
V
V2 2.9 0.7 2.0 86.78
* O LSF υπολογίστηκε από τη σχέση μεταξύ Leq και LSF, AR και SR,
που διαμορφώθηκε παρακάτω
284
Πίνακας 4.6. Χημική σύσταση πρώτων υλών τσιμέντου
Χημική ένωση 1 2 3
Ασβεστόλιθος Σιδηρο- Χαλαζιακή
μετάλλευμα άμμος
CaO 50.5 2.7 1.0
SiO2 4.83 2.7 95.0
Al2O3 1.85 6.6 1.4
Fe2O3 0.64 84.0 1.3
CaCO3 90.2 4.8 1.8
Ελεύθερη άσβεστος Όσο προβλέπεται στον Πίνακα 4.1 (κατά ASTM) για
(CaO), SO3 κάθε τύπο τσιμέντου
Προσδιορισμός της αναλογίας των πρώτων υλών, της μέσης σύστασης της τροφοδοσίας και
της πιθανής σύστασης (κατά Bogue) του παραγόμενου κλίνκερ
Στην παρούσα εργασία, με δεδομένα από τους Πίνακες 4.2, 4.6, 4.7, 4.8 και 4.9 και εφαρμόζοντας
τη μαθηματική ανάλυση του συστήματος γραμμικών εξισώσεων με τη βοήθεια των λογισμικών
Mathcad και Excel, διαμορφώνονται οι Πίνακες 4.10, 4.11, 4.12, 4.13, 4.14, 4.15, 4.16 και 4.17.
Οι Πίνακες 4.10 και 4.11 αφορούν στην παραγωγή τσιμέντων «κοινού τύπου» του αμερικανικού
προτύπου (I1, I3, III1 και III2 του Πίνακα 4.1) που αναμένεται να προκύψουν με χρήση των
τεσσάρων (-4-) διαφορετικών πρώτων υλών των Πινάκων 4.6 και 4.7 με δεδομένα τις τιμές των
LSF, SR και AR (Πίνακας 4.2).
Ο Πίνακας 4.12 αναφέρεται στην παραγωγή τσιμέντων «κοινού τύπου» του αμερικανικού προτύπου
(I1, I3, III1 και III2 του Πίνακα 4.1) που αναμένεται να προκύψουν με χρήση τριων (-3-)
διαφορετικών πρώτων υλών του Πίνακα 4.8 με δεδομένα τις τιμές των LSF, SR από τον Πίνακα 4.2.
Στον Πίνακα 4.13 δίνονται τα αποτελέσματα για τη σύνθεση της μέσης τροφοδοσίας και η πιθανή
σύνθεση (κατά Bogue) του κλίνκερ που αναμένεται να προκύψει, με χρήση τεσσάρων (-4-)
διαφορετικών πρώτων υλών του Πίνακα 4.6 με δεδομένα (LSF, AR) για τα βελιτικά τσιμέντα I2, I4,
II1, II2, IV1, IV2, V1 και V2 του Πίνακα 4.2.
Στον Πίνακα 4.14 καταγράφονται οι δοκιμές βελτίωσης του βελιτικού τσιμέντου από 4 πρώτες ύλες
(τροφοδοσίες Πίνακα 4.6) με μεταβολή των τιμών για τον δείκτη LSF.
Στους Πίνακες 4.15 και 4.16 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα διαμόρφωσης του μείγματος τριών
(-3-) πρώτων υλών με σκοπό παραγωγής βελιτικών τσιμέντων του αμερικανικού προτύπου από
τροφοδοσίες των Πινάκων 4.8 και 4.9, ενώ στον Πίνακα 4.17 δίνεται το αποτέλεσμα «διόρθωσης»
286
της αρνητικής τιμής τροφοδοσίας του Πίνακα 4.16 με επιβολή, κατά τη μαθηματική επεξεργασία.,
μηδενικής τιμής (W2 = 0) στη δεύτερη τροφοδοσία του Πίνακα 4.9 (σιδηρομετάλλευμα).
287
Πίνακας 4.10. Παραγωγή κοινών τσιμέντων από 4 πρώτες ύλες (τροφοδοσίες Πίνακα 4.6)
288
Πίνακας 4.11. Παραγωγή κοινών τσιμέντων από 4 πρώτες ύλες (τροφοδοσίες Πίνακα 4.7)
289
Πίνακας 4.12. Παραγωγή κοινών τσιμέντων από 3 πρώτες ύλες του Πίνακα 4.8 (Δεδομένα LSF, SR)
290
Πίνακας 4.13. Παραγωγή βελιτικών τσιμέντων από 4 πρώτες ύλες (τροφοδοσίες Πίνακα 4.6)
Πιθανή σύνθεση BOGUE % για
Παρατηρήσεις
Τύπος Δείκτες μέσης τροφοδοσίας % Παροχή τροφοδοσίας ή t/h Μέση σύσταση ελεύθερη άσβεστο CaO όπως Πίνακας
(Χ)
τσιμέντου τροφοδοσίας, % 4.1
Μη αποδεκτό
LSF SR AR 1 2 3 4 C3S C2S C3A C4AF
CaO 42.602 Βελιτικό μέσης
SiO2 15.085 αρχικής αντοχής
I2 0.9004 2.90 1.60 74.54 15.99 8.37 1.104 Al2O3 3.201 45.97 30.19 7.65 9.13 μέσης αντοχής σε
θειϊκά άλατα,
Fe2O3 2.001
ASTM Type II
CaO 42.311
Βελιτικό
SiO2 14.042
I4 0.9269 2.30 2.70 78.26 0.229 3.686 17.822 36.84 32.60 13.53 7.51
Al2O3 4.455
ASTM Type I
Fe2O3 1.65
CaO 42.154 Βελιτικό μέσης
SiO2 14.49 αρχικής αντοχής
II1 0.9046 2.20 1.0 73.63 16.01 7.704 2.654 Al2O3 3.293 43.18 29.74 4.73 15.03 ανθεκτικό σε θειϊκά
άλατα,
Fe2O3 3.293 ASTM Type IV
CaO 43.198 Βελιτικό μέσης
SiO2 15.628 αρχικής αντοχής
II2 0.9046 3.9 1.9 74.64 12.495 10.32 0.544 Al2O3 2.625 45.26 33.07 6.93 6.31 μέσης αντοχής σε
θειϊκά άλατα,
Fe2O3 1.382 ASTM Type II
CaO 41.208 Βελιτικό χαμηλής
SiO2 16.161 αρχικής αντοχής
IV1 0.8030 2.4 0.90 72.069 15.122 9.832 2.977 Al2O3 3.19 22.32 52.66 3.69 16.18 ανθεκτικό σε θειϊκά
άλατα,
Fe2O3 3.544
ASTM Type IV
CaO 42.42 Βελιτικό χαμηλής
SiO2 16.698 αρχικής αντοχής
IV2 0.8319 3.70 1.20 75.53 11.05 12.02 1.40 Al2O3 2.462 32.42 47.35 4.58 9.36 ανθεκτικό σε θειϊκά
άλατα,
Fe2O3 2.051 ASTM Type IV
CaO 43.027 Βελιτικό μέσης
SiO2 16.198 αρχικής αντοχής
V1 0.8734 3.80 0.90 77.47 8.10 12.63 1.80 Al2O3 2.019 46.90 34.28 2.33 10.24 ανθεκτικό σε θειϊκά
άλατα,
Fe2O3 2.243 ASTM Type V
CaO 42.511 Βελιτικό μέσης
SiO2 15.805 αρχικής αντοχής
V2 0.8678 2.90 0.70 76.18 9.13 11.79 2.90 Al2O3 2.244 45.08 33.96 0.78 14.63 ανθεκτικό σε θειϊκά
άλατα,
Fe2O3 3.206
ASTM Type V
291
Πίνακας 4.14. Δοκιμές βελτίωσης βελιτικού τσιμέντου από 4 πρώτες ύλες (τροφοδοσίες Πίνακα 4.6)
292
Πίνακας 4.15. Παραγωγή βελιτικών τσιμέντων από 3 πρώτες ύλες (τροφοδοσίες Πίνακα 4.8)
Πιθανή σύνθεση BOGUE % για
Δείκτες μέσης τροφοδοσίας
% Παροχή τροφοδοσίας ή t/h Μέση σύσταση ελεύθερη άσβεστο CaO όπως Παρατηρήσεις
Τύπος Δεδομένα (LSF, SR)
τροφοδοσίας, % Πίνακας 4.1 (Χ)
τσιμέντου Μη αποδεκτό
LSF SR AR 1 2 3 C3S C2S C3A C4AF
(Υπολογ.)
CaO 42.582
14.962 Βελιτικό
SiO2
I2 0.9004 2.90 2.968 79.961 13.901 6.138 42.12 32.57 12.04 5.93
Al2O3 3.859 ASTM Type I
Fe2O3 1.30
CaO 42.276
14.007 Βελιτικό
SiO2
I4 0.9269 2.30 3.06 77.916 18.802 3.282 35.73 33.28 14.44 6.85
Al2O3 4.59 ASTM Type I
Fe2O3 1.50
CaO 41.907
14.136 Βελιτικό
SiO2
II1 0.9046 2.20 3.079 76.659 20.562 2.779 45.65 32.64 9.07 4.78
Al2O3 4.85 ASTM Type I
Fe2O3 1.575
CaO 43.269
15.596 Βελιτικό
SiO2
II2 0.9046 3.9 2.816 83.123 7.796 9.08 31.55 36.99 15.28 7.19
Al2O3 2.951 ASTM Type I
Fe2O3 1.048
CaO 40.913
SiO2 15.739
IV1 0.803 2.4 3.058 74.453 21.238 4.308 11.81 58.78 15.54 7.38 X
Al2O3 4.942
Fe2O3 1.616
CaO 42.35
SiO2 16.519 Βελιτικό
IV2 0.8319 3.70 2.858 80.558 10.231 9.211 27.44 50.34 10.21 5.28
Al2O3 3.307 ASTM Type I
Fe2O3 1.157
CaO 42.882
15.971 Βελιτικό
SiO2
V1 0.8734 3.80 2.838 82.032 8.863 9.105 40.09 38.44 9.58 5.00
Al2O3 3.108 ASTM Type I
Fe2O3 1.095
CaO 42.216
SiO2 15.391 Βελιτικό
V2 0.8678 2.90 2.972 78.997 14.672 6.331 34.60 40.08 12.39 6.10
Al2O3 3.971 ASTM Type I
Fe2O3 1.336
293
Πίνακας 4.16. Δοκιμή παραγωγής βελιτικών τσιμέντων από 3 πρώτες ύλες (τροφοδοσίες Πίνακα 4.9)
Δείκτες μέσης τροφοδοσίας Πιθανή σύνθεση BOGUE % για
% Παροχή τροφοδοσίας ή t/h Παρατηρήσεις
Τύπος Δεδομένα (LSF, AR) Μέση σύσταση ελεύθερη άσβεστο CaO όπως Πίνακας 4.1
(Χ)
τσιμέντου SR τροφοδοσίας, %
LSF AR 1 2 3 C3S C2S C3A C4AF Μη αποδεκτό
(Υπολογ.)
CaO 43.913 OPC,
SiO2 16.39 ανθεκτικό σε
I2 0.9004 5.55 1.60 86.677 0.492 12.831 54.91 29.06 4.34 5.18
Al2O3 1.816 θειϊκά άλατα,
Fe2O3 1.135 Type V
CaO 44.312
SiO2 16.166
I4 0.9269 6.59 2.70 87.502 -0.072 12.57 53.56 29.11 5.43 3.03 Χ
Al2O3 1.79
Fe2O3 0.663
CaO 43.683 OPC,
SiO2 16.032 ανθεκτικό σε
II1 0.9046 4.31 1.0 86.182 1.363 12.455 52.47 29.36 2.67 8.49
Al2O3 1.859 θειϊκά άλατα,
Fe2O3 1.859 Type V
CaO 44.018 OPC,
SiO2 16.397 ανθεκτικό σε
II2 0.9046 5.94 1.9 86.895 0.27 12.835 50.69 32.28 4.76 4.34
Al2O3 1.805 θειϊκά άλατα,
Fe2O3 0.95 Type V
CaO 42.649 Βελιτικό
SiO2 17.704 ανθεκτικό σε
IV1 0.803 4.50 0.90 84.085 1.6 14.315 30.08 53.45 2.15 9.44
Al2O3 1.862 θειϊκά άλατα,
Fe2O3 2.068 Type V
CaO 43.137 Βελιτικό
SiO2 17.392 ανθεκτικό σε
IV2 0.8319 5.18 1.20 85.092 0.954 13.954 36.35 47.37 3.41 6.97
Al2O3 1.833 θειϊκά άλατα,
Fe2O3 1.527 Type V
CaO 43.328 Βελιτικό
SiO2 16.448 ανθεκτικό σε
V1 0.8734 4.17 0.90 85.456 1.621 12.923 47.76 34.70 2.16 9.48
Al2O3 1.869 θειϊκά άλατα,
Fe2O3 2.076 Type V
CaO 43.041 Βελιτικό
SiO2 16.278 ανθεκτικό σε
V2 0.8678 3.52 0.70 84.489 2.399 12.752 47.35 34.28 0.67 12.43
Al2O3 1.907 θειϊκά άλατα,
Fe2O3 2.724 Type V
294
Πίνακας 4.17. Διόρθωση της αρνητικής τιμής της τροφοδοσίας κατά την παραγωγή βελιτικού τσιμέντου από 3 πρώτες ύλες (τροφοδοσίες Πίνακα 4.9)
295
Παρατηρήσεις-Συμπεράσματα
Από τους Πίνακες 4.10 και 4.11, που αφορούν στην παραγωγή κλίνκερ από
τις πρώτες ύλες των Πινάκων 4.6 και 4.7 αντιστοίχως και με δεδομένα τα LSF, SR
και AR (Πίνακας 4.2), διαπιστώνεται ότι οι δύο διαφορετικές συνθέσεις τροφοδοσίας
(4 τροφές), που χρησιμοποιούνται, παράγουν όμοιου τύπου «κοινά» τσιμέντα, επειδή
αυτά τα τσιμέντα ικανοποιούν και τους τρεις δείκτες ποιότητας κλίνκερ.
Από τον Πίνακα 4.13 διαπιστώνεται ότι, με χρήση των τεσσάρων (-4-)
τροφοδοσιών του Πίνακα 4.6 παράγονται «βελιτικά» τσιμέντα τύπων ASTM Ι, ΙΙ, IV
και V για τους διάφορους συνδυασμούς δεικτών (LSF, SR και AR). Από τα
αποτελέσματα του Πίνακα 4.14 αποδεικνύεται ότι αύξηση της τιμής του LSF σε τιμές
≥ 0.80 δίνει τσιμέντα βελιτικού τύπου (ASTM Type IV) ανθεκτικά σε θειϊκές
ενώσεις. Αυτό αποδεικνύει τη μεγάλη σημαντικότητα του LSF στην παραγωγή του
κατάλληλου κλίνκερ.
Από τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ανάμειξη τεσσάρων (4)
πρώτων υλών παράγει τσιμέντα ίδια με αυτά που καθορίζουν οι τιμές στόχοι των
τριών δεικτών ποιότητας κλίνκερ (κοινά ή ειδικού τύπου).
Είναι δυνατή η «διόρθωση» του παραγόμενου τύπου τσιμέντου, μέ τη βοήθεια
της δεδομένης μαθηματικής διερεύνησης, με αλλαγή της τιμής του δείκτη στόχου
(π.χ. του LSF), όπως αποδεικνύεται από τον Πίνακα 4.14.
Η χρήση τριών (-3-) τροφοδοσιών, όπως αυτές των Πινάκων 4.8 και 4.9,
παράγει τσιμέντα τόσο «κοινού» όσο και ειδικού τύπου (Πίνακες 4.15 και 4.16). Ο
τύπος του τσιμέντου, που θα παραχθεί, εξαρτάται από τις τιμές των δεικτών στόχων
(LSF και SR) ή (LSF και AR) όσο και από τις πρώτες ύλες που θα χρησιμοποιηθούν.
Δηλαδή, διαφορετικές πρώτες ύλες με ίδιες τιμές (στόχους) για τους LSF, SR και AR
θα δώσουν διαφορετικούς τύπους τσιμέντων. Απαιτείται λοιπόν διεξοδική
μαθηματική διερεύνηση για την επιλογή των κατάλληλων πρώτων υλών που θα
χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή του επιδιωκόμενου τύπου τσιμέντου.
Στην περίπτωση επίσης που, κατά τη χρησιμοποίηση τριών (-3-) πρώτων
υλών, προκύψει αρνητική τιμή για κάποια τροφοδοσία, τότε είναι είναι δυνατή η
διόρθωση με επιβολή μηδενικής τιμής σαυτή την τροφοδοσία. Τότε όμως ο αριθμός
των πρώτων υλών, που πρέπει να χρησιμοποιηθούν, υποβιβάζεται κατά μία, ο δε
τύπος του τσιμέντου που επιδιώκεται μπορεί να είναι είτε κοινού είτε ειδικού τύπου
(Πίνακας 4.17).
296
Η παραπάνω μεθοδολογία επιτρέπει τόσο την ταχεία διερεύνηση του τύπου του
τσιμέντου που θα παραχθεί απο δεδομένες πρώτες ύλες με τιμές στόχους για τους
δείκτες ποιότητας κλίνκερ, όσο και τη διερεύνηση της μεταβολής των τιμών των
δεικτών ποιότητας στον τύπο του παραγόμενου τσιμέντου στην περίπτωση
δεδομένων πρώτων υλών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Τσίμας. Σ. & Τσιβιλής Σ., 2000, Επιστήμη και Τεχνολογία Τσιμέντου, Τμήμα
Χημικών Μηχανικών, Ε.Μ.Π., Αθήνα.
2. Lea’s Chemistry of Cement and Concrete, 1998, 4th Edition, Edited by P.C.
Hewlett, Arnold, London.
3. Schofield G.C., 1980, Homogenisation/Blending Systems Design and Control for
Mineral Processing, Series on Bulk Materials Handling Vol. 2, Trans Tech
Publications.
4. SME, 1985, Mineral Processing Handbook, Edited by N.L. Weiss, S.W. MUDD
SERIES, New York.
297
Γ. «Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΚΑΙ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥΣ»
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Είναι γνωστό ότι τα βασικά συστατικά του σκυροδέματος είναι (α) το τσιμέντο
Πόρτλαντ, (β) η άμμος (λεπτομερή αδρανή), (γ) τα χονδρομερή αδρανή, (δ) το νερό
και (ε) ο αέρας. Η κατά βάρος συμμετοχή των παραπάνω υλικών στην παρασκευή
του σκυροδέματος δίνεται στον Πίνακα 1.
Το τσιμέντο είναι το βασικό συστατικό στα προϊόντα σκυροδέματος και δρα σε
ανάμειξη με το νερό ως συνδετική ουσία των παντός είδους αδρανών στο σκυρόδεμα.
Το τσιμέντο Πόρτλαντ αντιπροσωπεύει το 60% περίπου των παραγόμενων
παγκοσμίως ειδών τσιμέντου, εξαιτίας των υποχρεώσεων περιορισμού των εκπομπών
CO2. Για την παραγωγή του, απαιτούνται οι παρακάτω πρώτες ύλες:
298
2. αργιλικά πετρώματα (π.χ. σχιστόλιθοι) και χαλαζιακή άμμος (πηγές Al2O3
τριοξειδίου του αργιλίου και SiO2 διοξειδίου του πυριτίου, αντιστοίχως),
3. σιδηρομετάλλευμα (πηγή οξειδίου του σιδήρου Fe2O3) ή
4. βωξίτης (πηγή τριοξειδίου του αργιλίου Al2O3 και SiO2 διοξειδίου του
πυριτίου) σε ειδικού τύπου τσιμέντα.
299
Την παραγωγή τσιμέντου ακολουθεί η παραγωγή του σκυροδέματος που απαιτεί,
εκτός από τη χρήση τσιμέντου και νερού, αδρανών υλικών με κατάλληλα
φυσικοχημικά χαρακτηριστικά και επίσης διάφορα χημικά πρόσθετα για τον έλεγχο
και τη ρύθμιση των αντοχών του.
Είναι επίσης γνωστό ότι με την παραγωγή του τσιμέντου και την εξόρυξη των
αδρανών υλικών, που αποτελούν βιομηχανικά και περιβαλλοντικά εντατικές
δραστηριότητες, επιβαρύνεται σημαντικά αλλά και αναπόφευκτα το περιβάλλον και
πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την κατά το δυνατόν ελαχιστοποίηση των
δυσμενών περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή την αναμόρφωση του εξορυγμένου χώρου.
300
3. Η ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ ΚΑΙ ΑΔΡΑΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ
Αν υποτεθεί ότι το 75% του διατιθέμενου στην ελληνική αγορά τσιμέντου (δηλαδή
0.75 × 7.1 εκατ. τόνοι = 5.3 εκατ. τόνοι) χρησιμοποιείται για την παραγωγή σκυρο-
δέματος, τότε, δεδομένου ότι για κάθε m3 σκυροδέματος απαιτούνται περίπου 300 kg
τσιμέντου, παράγονται (5. 3/0.3) × 106 = 17.8 × 106 m3 σκυροδέματος. Επειδή όμως
απαιτούνται περίπου 2 τόνοι αδρανών υλικών/m3 σκυροδέματος, τότε απαιτούνται
επίσης 35.6 εκατ. τόνοι αδρανών υλικών για σκυρόδεμα.
Οι 35.6 εκατ. τόνοι αδρανών υλικών είναι προϊόν εξόρυξης και το αξιοποιήσιμο
υλικό (κατάλληλα κοκκομετρικά κλάσματα μετά τη θραύση) είναι κατά μέγιστο
περίπου 75% αυτού που εξορύσσεται, δηλαδή πρέπει να εξορυχθούν τουλάχιστον
35.6 × 106/0.75 = 47.4 εκατ. τόνοι αδρανών υλικών για σκυρόδεμα.
301
Οι συνολικοί τόνοι ασβεστολιθικού υλικού για τσιμέντο και σκυρόδεμα ετησίως
είναι: (17.8 + 47.4)×106 = 65.2 εκατ. τόνοι. Με λόγο αποκάλυψης (υπερκείμενα :
ασβεστολιθικό υλικό) 1:5 σύμφωνα με μέτριους υπολογισμούς, η ποσότητα αυτή
προσαυξάνεται 20% δηλ. η συνολική ποσότητα του εξορυσσόμενου υλικού ανέρχεται
σε (65.2 × 106) × 1.2 = 78.2 εκατ. τόνοι ή περίπου 30 × 106 m3 ασβεστολιθικών
πετρωμάτων (ειδικό βάρος ασβεστολίθου περίπου 2.65 τόνοι/m3)
Σ’ αυτήν την ποσότητα δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι μη ασβεστολιθικές πρώτες ύλες
στη βιομηχανία παραγωγής τσιμέντου, οι οποίες είναι το 25% περίπου των
ασβεστολιθικών δηλαδή 18 × 106 εκατ. τόνοι ή 7-7.5 × 106 m3 επιπλέον.
302
εξαγορά ομοειδών επιχειρήσεων του εξωτερικού και την αύξηση του αριθμού των
κέντρων διανομής των προϊόντων τους.
Καταναλώνεται επίσης και ηλεκτρική ενέργεια περίπου 100 kWh/t τσιμέντου (πο-
σοστό 5−8% της συνολικής), που κατανέμεται ως εξής [9]:
303
Σήμερα, μετά από 25 χρόνια περίπου η απαιτούμενη ενέργεια έχει μειωθεί κατά
25% περίπου από 7.2 σε 5.5 GJ/t τσιμέντου. Τα 5.5 GJ/t τσιμέντου αντιστοιχούν σε
1528 kWh/t τσιμέντου. Η αντιστοιχία αυτή σε kWh/t είναι τελείως ενδεικτική της
ενεργειακής «έντασης» της διεργασίας (Πίνακες 3 και 4).
Η μεγαλύτερη ποσότητα της ενέργειας που καταναλώνεται στην παραγωγή
τσιμέντου χρησιμοποιείται για τη λειτουργία της περιστροφικής καμίνου.
Η μεγάλη κατανάλωση ενέργειας είναι το σπουδαιότερο περιβαλλοντικό
πρόβλημα στην παραγωγή τσιμέντου και σκυροδέματος [8, 9, 12]. Επειδή δε η
παραγωγή τσιμέντου είναι μία ενεργειοβόρος βιομηχανική δραστηριότητα, κατά
συνέπεια και στο σκυρόδεμα ως δευτερογενές προϊόν ενσωματώνονται μεγάλες
ποσότητες ενέργειας.
Στόν Πίνακα 3 δίνεται η απαιτούμενη ποσότητα ενέργειας ανά t τσιμέντου [1].
Στoν Πίνακα 4 γίνεται αναγωγή της ενέργειας ανά m3 σκυροδέματος, σύμφωνα με τις
κατά βάρος αναλογίες πρώτων υλών στο σκυρόδεμα. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι η
ενσωματωμένη ενέργεια ανά m3 σκυροδέματος, οφείλεται κατά 91.5% περίπου στην
ενέργεια που χρειάστηκε στην παραγωγή του περιεχόμενου τσιμέντου (εξόρυξη
πρώτων υλών, μεταφορά, θραύση, λειοτρίβηση, περιστροφική κάμινος, άλεση του
κλίνκερ κ.λπ.) και μόνο το 8.5% στα αδρανή υλικά του σκυροδέματος.
Πίνακας 3. Είδος καυσίμου και θερμική ενέργεια για την παραγωγή ενός τόνου τσιμέντου
κατά την Portland Cement Association (PCA) [1].
2
Ως ηλεκτρική ενέργεια εδώ λαμβάνεται το θερμικό δυναμικό (θερμογόνος δύναμη) της
πρώτης ύλης που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Θεωρείται ότι
είναι περίπου 2.5 φορές του πραγματικού αποδιδόμενου (μέσω της ηλεκτρικής ενέργειας)
δηλαδή (2.5 × 420.1 × 103 BTU = 2.5 × 123.1 kWh, με απόδοση 40%).
305
την καύση των απορριμμάτων. Οι μονάδες παραγωγής τσιμέντου συμβάλλουν θετικά
στην περιβαλλοντική διαχείριση των άχρηστων απορριμμάτων, ενώ παράλληλα
εκμεταλλεύονται το θερμικό δυναμικό τους στην παραγωγή ενέργειας και τελικά
στην παραγωγή χρήσιμου υλικού, του τσιμέντου.
Η υψηλή θερμοκρασία της φλόγας μέσα στην περιστροφική κάμινο (> 1870°C)
και η μεγάλη διάρκεια καύσης προκαλεί ολοκληρωτική καταστροφή των άχρηστων
υλικών. Η Αμερικανική Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (US EPA) απαιτεί
απόδοση 99.99% (καταστροφή ή εξουδετέρωση) στους αποτεφρωτές και τις άλλες
μονάδες επεξεργασίας βλαβερών αποβλήτων, πράγμα που πετυχαίνεται εύκολα στις
περιστροφικές καμίνους με ταυτόχρονη όμως ανάκτηση ενέργειας.
Τα ανακυκλωμένα οργανικά απόβλητα καίγονται ως καύσιμα και τα συνοδεύοντα
ανόργανα (π.χ. μεταλλική ενίσχυση ελαστικών) είτε δεσμεύονται στο κρυσταλλικό
πλέγμα του τσιμέντου, είτε καταλήγουν στο τέλος στη σκόνη (παραπροϊόν) της
περιστροφικής καμίνου, η οποία τα διαχειρίζεται σχετικώς ανώδυνα για το
περιβάλλον. Είναι γνωστό ότι για ίδιο βάρος καυσίμου π.χ. ελαστικού αυτοκινήτων
και άνθρακα, το ελαστικό έχει πολύ μεγαλύτερο θερμικό δυναμικό. Αναφέρεται ότι
100 παλαιά λάστιχα αυτοκινήτων έχουν θερμικό δυναμικό όσo η θερμογόνος δύναμη
(calorific value) 1 t άνθρακα (≈ 5000 kcal/kg άνθρακα).
H διαδικασία παραγωγής τσιμέντου πρέπει να υπακούει στις αυστηρές
προδιαγραφές εκπομπών αερίων και σκόνης στην ατμόσφαιρα και η χρήση
απορριμμάτων ως καύσιμων δεν αλλάζει ουσιαστικά το είδος των εκπομπών αυτών
και συντελεί μεταξύ άλλων και στην υποκατάσταση ικανών ποσοτήτων ορυκτών
ανθράκων (άνθρακας, φυσικό αέριο, πετρέλαιο) που τα αποθέματά τους είναι
πεπερασμένα.
Στην παραγωγή σκυροδέματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν επίσης και
απορρίμματα (π.χ. θραυσμένο και ταξινομημένο σκυρόδεμα από κατεδαφίσεις) ως
υποκατάστατο αδρανών υλικών.
306
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν περίπου 2 εκατ. οχήματα. Αν υποτεθεί ότι αλλάζουν
ελαστικά κάθε τέσσερα χρόνια σημαίνει ότι προκύπτουν περίπου 2 εκατ. άχρηστα
ελαστικά ετησίως. Παίρνοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η ποσότητα αυτή
ελαστικών αντιστοιχεί σε 2 × 106/100 = 20.000 t άνθρακα. Αν επίσης υποτεθεί ότι 1
kg άνθρακα έχει θερμογόνο δύναμη 5000 kcal, τότε οι 20.000 t άνθρακα έχουν
θερμογόνο δύναμη 20.000t × (5×106 kcal /1000 kg άνθρακα) = 1011 kcal. Δεδομένου
ότι από αυτή τη θερμογόνο δύναμη μόνο το 50% περίπου θα μετατραπεί σε ενέργεια
τότε θα παραχθούν 5 × 1010 kcal. Η ενέργεια αυτή ισοδυναμεί με ηλεκτρική ενέργεια
58.106.000 kWh ή 58.106 MWh. Την ενέργεια αυτή παράγει μια μονάδα ισχύος 7.33
MW ετησίως. Η ίδια ενέργεια αντιστοιχεί σε ετήσια οικιακή κατανάλωση (300
kWh/μήνα) πόλης 65.000 κατοίκων.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στην Ελλάδα (1997) παράγονταν 14.8 εκατ. t
τσιμέντου ετησίως και η μέση κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είναι περίπου 100
kWh/t τσιμέντου. Η απαιτούμενη συνολική ηλεκτρική ενέργεια ανερχόταν σε 14.8 ×
108 kWh ετησίως. Η ενέργεια που μπορεί να ανακτηθεί από 2 εκατ. ελαστικά είναι
(%): (58.106 × 106/14.8 × 108) × 100 = 3.93%.
Το ενεργειακό (οικονομικό) όφελος είναι λοιπόν σημαντικό. Βεβαίως, στους
παραπάνω υπολογισμούς δεν έχει ληφθεί υπόψη το κόστος συλλογής και μεταφοράς
των άχρηστων ελαστικών στις μονάδες παραγωγής τσιμέντου, που υπερκαλύπτεται
όμως από το τεράστιο περιβαλλοντικό όφελος τόσο της ανεξέλεγκτης απόρριψης όσο
και της οικονομίας σε πεπερασμένες πρώτες ύλες καυσίμων (π.χ. άνθρακα).
307
Το «φαινόμενο του θερμοκηπίου» που προέρχεται από τις εκπομπές αερίων στην
ατμόσφαιρα (CO2, μεθάνιο, όζον, ΝΟx, προωθητικά αέρια στα σπρέι, κ.λπ.)
αναμένεται σύμφωνα με υπολογισμούς να προκαλέσει μια αύξηση στη θερμοκρασία
του περιβάλλοντος κατά 1.9 έως 5.3°C. Το πρόβλημα αυτό για να αντιμετωπιστεί
επιβάλλει τoν έλεγχο των αερίων εκπομπών στην ατμόσφαιρα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση
έχει συστήσει στα μέλη την εφαρμογή νέας φορολογικής πολιτικής των καυσίμων και
της ενέργειας ώστε οι εκπομπές του CO2 να περιοριστούν στα επίπεδα του 1990.
Παγκοσμίως υπολογίζεται ότι η βιομηχανία τσιμέντου παράγει 1.6 δισ. t CO2, που
αντιστοιχεί στο 5% περίπου των συνολικών εκπομπών CO2 από όλες τις ανθρώπινες
δραστηριότητες. Είναι λοιπόν υπεύθυνη για μεγάλες ποσότητες εκπομπών CO2 στην
ατμόσφαιρα. Οι ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης παράγουν στις τσιμεντοβιομηχανίες
τους πολύ μικρότερες ποσότητες CO2/t τσιμέντου σε σύγκριση με τις
αναπτυσσόμενες χώρες και είναι φανερό ότι μια προσπάθεια μείωσης των
παραγόμενων και εκπεμπόμενων ποσοτήτων στις χώρες αυτές θα είχε ανασταλτικά
αποτελέσματα στη βιομηχανία τους.
Οι εκπομπές αυτές προέρχονται:
θερμότητα
CaCO3(s) → CaO(s) + CO2(g) (1)
100 56 44
308
Είναι γνωστό όμως ότι για την παραγωγή 1 t τσιμέντου απαιτούνται περίπου 1.21 t
CaCO3, που σύμφωνα με την παραπάνω αντίδραση παράγουν: (44/100) × 1.21 ≈
0.532 t CO2.
Η υπόλοιπη ενέργεια για την παραγωγή του τσιμέντου προέρχεται κατα 60%
περίπου από καύσιμα (στερεά, υγρά και αέρια), τα οποία καίγονται και
απελευθερώνουν ενέργεια σύμφωνα με την εξώθερμη αντίδραση:
C(s) +O2(g) → CO2(g) − 94.052 cal/mole (2)
12 32 44
309
(φυσικό αέριο, τσόφλια καρπών ροδάκινων, κ.λπ.) που παράγουν μικρότερες
ποσότητες CO2, και η χρησιμοποίηση για καύση απορριμμάτων (εναλλακτικά
καύσιμα) με θερμικό δυναμικό.
1
0.2974 × (15/100) × 1651 kWh/t = 73.65 kWh/t μείωση κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας
310
Η ιπτάμενη τέφρα ως γνωστόν αντιδρά με το Ca(OH)2 που προκύπτει από την
ενυδάτωση του τσιμέντου και σχηματίζει ένυδρο πυριτικό ασβέστιο, που έχει
παρεμφερείς ιδιότητες με το πυριτικό τριασβέστιο και διασβέστιο. Μέσω αυτής της
διεργασίας, η ιπτάμενη τέφρα συμβάλλει θετικά στην αντίσταση του σκυροδέματος
σε θειϊκές ενώσεις, μειώνει την διαπερατότητα του, συνεισφέρει στη μείωση του
λόγου νερό / τσιμέντο (W/C) και βελτιώνει τη ρευστότητα (ιξώδες) και το εργάσιμο
του σκυροδέματος.
Ο ρυθμός όμως απόκτησης της πρώιμης αντοχής (early strength) του
σκυροδέματος εξαρτάται από τoν τύπο της χρησιμοποιούμενης τέφρας (τύπος F, C ή
άλλοι τύποι). Περισσότερο ευνοϊκή, ως προς το θέμα αυτό, συμπεριφορά παρουσιάζει
η τέφρα τύπου C έναντι της F, ενώ μακροπρόθεσμα η αντοχή που προσδίδουν είναι
μεγαλύτερη από τού κοινού σκυροδέματος [11, 15].
311
Μικρότερης αλλά όχι αμελητέας σπουδαιότητας είναι και οι εκπομπές άλλων
ατμοσφαιρικών ρυπαντών (διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου, τριοξείδιο του
θείου κ.λπ.). Η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος γίνεται συνήθως με χρήση ως
καυσίμων πρώτων υλών χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο και η δέσμευση των
αερίων με τις σύγχρονες μεθόδους και με κατάλληλο εξοπλισμό περιβαλλοντικού
ελέγχου.
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι τομείς του τσιμέντου και του
σκυροδέματος είναι από τους δυναμικότερους της ελληνικής βιομηχανίας με
σημαντική συμμετοχή στο ΑΕΠ και με σημαντική εισροή συναλλάγματος. Η σχέση
τους με την εξορυκτική, τη μεταλλουργική βιομηχανία και τη βιομηχανία κατασκευής
τεχνικών έργων είναι στενή και είναι γνωστό ότι εξασφαλίζουν σημαντικό αριθμό
θέσεων εργασίας στους αντίστοιχους επιστημονικούς κλάδους.
Η τσιμεντοβιομηχανία είναι εξαιρετικά ενεργειοβόρος βιομηχανία και συμβάλλει
σημαντικά στις εκπομπές CO2 και άλλων αερίων εκπομπών στην ατμόσφαιρα. Είναι
αναγκαίο λοιπόν το σκυρόδεμα να χρησιμοποιείται σήμερα με ορθολογικό τρόπο στις
312
κατασκευές λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που
παρουσιάζουν οι διαδικασίες παραγωγής των πρώτων υλών του και η χρήση του (π.χ.
ορθολογική χρήση υλικών για παραγωγή ενέργειας, αξιοποίηση απορριμμάτων,
αντικατάσταση μέρους του τσιμέντου με ιπτάμενη τέφρα, ανακύκλωση του
σκυροδέματος από κατεδαφίσεις κ.λπ.). Επίσης, είναι προφανές ότι είναι αναγκαίος ο
προσανατολισμός της μεταλλευτικής, μεταλλουργικής και περιβαλλοντικής
εκπαίδευσης της Σχολής Μηχανικών Μεταλλείων-Μεταλλουργών Ε.Μ.Π. και προς
τα αντικείμενα αυτά (τσιμέντο, σκυρόδεμα).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
313
Δ. ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΚΑΤΑΝΑΛΙΣΚΟΜΕΝΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΗΣ
ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ (BLAINE) ΣΤΗΝ ΑΛΕΣΗ ΚΛΙΝΚΕΡ ΣΕ ΣΦΑΙΡΟΜΥΛΟΥΣ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Είναι γνωστό ότι η καταναλισκόμενη ενέργεια κατά τη λειοτρίβηση και την άλεση έχει
σχέση με το μέγεθος της τροφοδοσίας (διαστάσεις των τεμαχίων προς λειοτρίβηση), με
το μέγεθος του προϊόντος, με τα φυσικά χαρακτηριστικά του υλικού (σκληρότητα,
δείκτης έργου, πυκνότητα), τα χαρακτηριστικά του μύλου (διαστάσεις, σχέση μήκους
προς διάμετρο) και τα χαρακτηριστικά λειτουργίας του (συντελεστής πλήρωσης,
σύνθεση του φορτίου). Είναι επίσης γνωστό ότι η ειδική επιφάνεια του τσιμέντου
(λεπτότητα) εξαρτάται από το μέγεθος των τεμαχίων του προϊόντος.
Στην παρούσα εργασία διερευνάται η μαθηματική σχέση και διαμορφώνεται μια
εμπειρική εξίσωση που υπάρχει μεταξύ της καταναλισκόμενης ενέργειας, του δείκτη
έργου του κλίνκερ και της ειδικής επιφάνειας (λεπτότητα Blaine) του παραγόμενου
τσιμέντου κατά την άλεση του κλίνκερ τσιμέντου σε σφαιρόμυλους.
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Είναι γνωστό ότι η παραγωγή του τσιμέντου είναι μια εξαιρετικά ενεργειοβόρος
διεργασία. Το κόστος παραγωγής τσιμέντου διαμορφώνεται κατά 30-35% από το
κόστος ενέργειας. Για την παραγωγή του χρειάζονται τόσο ορυκτά καύσιμα (κυρίως
άνθρακας, μαζούτ και φυσικό αέριο) για τις διεργασίες μετατροπής των πρώτων υλών
σε κλίνκερ όσο και ηλεκτρική ενέργεια για τις διεργασίες που φαίνονται στο Σχήμα 1.
Για τον έλεγχο του κόστους παραγωγής του τσιμέντου, αλλά και για
περιβαλλοντικούς λόγους, εφαρμόζονται σήμερα πρακτικές χρήσης εναλλακτικών
καυσίμων μεγάλης θερμογόνου δύναμης που υποκαθιστούν τα ορυκτά καύσιμα ή
περιορίζεται η συμμετοχή του κλίνκερ στο τσιμέντο με υποκατάστασή του από άλλα
υλικά (π.χ. ιπτάμενη τέφρα, ποζολάνες, ζεόλιθοι κλπ.) με παρεμφερείς φυσικοχημικές
ιδιότητες και συμπεριφορά (ποζολανικότητα) με το τσιμέντο.
Οι ιδιότητες του τσιμέντου, όσο και η συμπεριφορά του κατά τη χρήση του στην
παραγωγή σκυροδέματος, εξαρτώνται, εκτός των άλλων σημαντικά, και από τη
λεπτότητά του δηλαδή από την κοκκομετρική του ανάλυση. Η λεπτότητα του
τσιμέντου εκφράζεται από την τιμή του δείκτη Blaine (ειδική επιφάνεια τεμαχίων),
δίνεται σε μονάδες cm2/g ή m2/kg και κυμαίνεται από 2800-6000 cm2/g (280-600
m2/kg), ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται.
2. ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΤΣΙΜΕΝΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
Με την τεχνολογική εξέλιξη που έχει συντελεστεί την τελευταία τριακονταπενταετία
(1965-2000), με τη μετατροπή της μεθόδου παραγωγής τσιμέντου από υγρή (wet) σε
314
ξηρή (dry) ή ημιυγρή (semi-dry), έγινε δυνατή η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας
από 6000 MJ/tonne κλίνκερ στα όρια από 3000-3800 MJ/tonne κλίνκερ. Σύμφωνα με
την Ευρωπαϊκή Ένωση (1993), οι δυνατότητες παραπέρα μείωσης της κατανάλωσης
ενέργειας στην τσιμεντοβιομηχανία είναι μόνο 2.2% περίπου [1]. Η κατανάλωση
άνθρακα στην παραγωγή τσιμέντου Portland υπολογίζεται ότι ανέρχεται σήμερα
[2,3,4] σε (0.110-0.140) tonnes άνθρακα /tonne τσιμέντου (θερμογόνος δύναμη
ανθρακίτη 27000 MJ/tonne) περίπου.
Η ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζεται επίσης στην παραγωγή τσιμέντου [4]
κυμαίνεται από 100-110 kWh/tonne τσιμέντου (Σχήματα 1 και 2). Σύμφωνα με το
Σχήμα 2, το 63.7% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στην παραγωγή
τσιμέντου αφορά στις διεργασίες θραύσης, λειοτρίβησης και ξήρανσης των πρώτων
υλών και επίσης στην άλεση του κλίνκερ και της γύψου. Η τιμή της kWh στην
Ελλάδα είναι περίπου 0.055 €/ kWh [5] για την υψηλή τάση με την οποία
τροφοδοτούνται οι τσιμεντοβιομηχανίες. Το κόστος του εισαγόμενου (θερμικού)
άνθρακα στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια
και οι τιμές του κυμαίνονται από 50-55 €/ tonne [5]. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι
το κόστος ενέργειας στην παραγωγή τσιμέντου διαμορφώνεται ως εξής:
(110 kWh/tonne τσιμέντου x 0.055 €/kWh) + (0.14 tonnes άνθρακα /tonne τσιμέντου
επειδή είναι γνωστό [1,2,3] ότι το 30-35% του κόστους παραγωγής τσιμέντου αφορά
σε κόστος ενέργειας. Η τιμή αυτή του ενεργειακού κόστους (≈ 14 €/tonne
τσιμέντου), εκ πρώτης όψεως, φαίνεται χαμηλή σε σχέση με την τιμή πώλησης του
τσιμέντου, που είναι περίπου 70 €/tonne τσιμέντου.
315
Κατανομή κατανάλωσης Η.Ε. στην παραγωγή τσιμέντου
35 35
30
26,1
24,6
10 10
5 5
5,1
4,4
5
3,2
0 0
α.
α
ση
ρ
.
ν
ου
.Υ
.Υ
ακ
κ.
κε
ώ
αν
Π
Π
ντ
θρ
υλ
ίν
ση
ήρ
ση
μέ
κλ
η
άν
ω
ησ
ν
σι
τω
,ξ
ίη
ρτ
ξη
η
οί
τ
ο
η
ρώ
ησ
φό
ύ
οπ
γή
π
ησ
ψ
νο
ίβ
ω
π
η,
εν
ίβ
ρ,
τρ
γε
αγ
η
ισ
τρ
ογ
κε
υξ
ιο
μο
αρ
κκ
ιο
ίν
ομ
Λε
όρ
οο
Λε
κλ
σά
π
η,
εξ
ρ-
πρ
εν
γή
ει ξ
κε
&
η-
ά,
ίν
άμ
η
αγ
ύσ
ορ
κλ
υψ
Αν
αρ
ρα
αφ
η
άλ
εσ
Π
Θ
ετ
οκ
Άλ
Μ
Απ
100%
Μεταφορά, ενσάκκιση,
90% φόρτωση κ.α., 5.1%
Παραγωγή κλίνκερ, ψύξη
στις διεργασίες παραγωγής τσιμέντου
24,6
80% κλίνκερ, 24.6%
Ποσοστιαία % κατανάλωση Η.Ε.
Ανάμειξη, ομογενοποίηση
70%
Π.Υ., 1.6%
60% 4,4 Αποκάλυψη & εξόρυξη
Διεργασίες θραύσης, λειοτρίβησης
Π.Υ. και άλεσης κλίνκερ 63.7%
πρώτων υλών, 5%
50%
Λειοτρίβηση άνθρακα, 4.4%
30
40%
Άλεση κλίνκερ-παραγωγή
30% τσιμέντου, 30%
20% Λειοτρίβηση Π.Υ., ξήρανση,
26,1 26.1%
10% Θραύση-προομογενοποίηση
3,2 Π.Υ., 3.2%
0%
316
3. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ ΕΞΙΣΩΣΗΣ
E = 10(1.74×10 )
−4
× FBl + 0.035× wi + 0.4714
(1)
όπου Ε η ενέργεια άλεσης του κλίνκερ σε kWh/tonne, FBl η λεπτότητα του τσιμέντου
(Blaine) σε cm2/g και wi ο δείκτης έργου (work index) σε kwh/short ton. Στους
συντελεστές της εξίσωσης (1) έχει ενσωματωθεί ο συντελεστής μετατροπής 1 short
ton (s.t.) = 0.907 tonne.
Εφαρμόζοντας την εξίσωση (1) για διάφορες τιμές (από 3200-5000, με βήμα
μεταβολής 200 cm2/g) του δείκτη λεπτότητας Blaine του τσιμέντου και για 3
διαφορετικές τιμές (12, 14 και 16 kWh/s.t.) δείκτη έργου του κλίνκερ, υπολογίζονται
οι τιμές της ενέργειας άλεσης κλίνκερ.
Οι τιμές αυτές συγκρινόμενες με τις αντίστοιχες πειραματικές διαμορφώνουν το
Σχήμα 3, από το οποίο διαπιστώνεται ότι η προτεινόμενη εξίσωση προσδιορίζει με
ακρίβεια την απαιτούμενη ενέργεια της άλεσης του κλίνκερ σε kWh/tonne,
συναρτήσει του δείκτη έργου του κλίνκερ και της λεπτότητας του τσιμέντου που
παράγεται.
317
Δείκτης έργου Wi =12 kWh/s.t.
60
kWh/tonne 50
40
30
30 40 50 60 70
Σχήμα 3. Σύγκριση πειραματικών και υπολογιζόμενων από την εξίσωση (1) τιμών ενέργειας
άλεσης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
318
Ε. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΙΣΚΟΜΕΝΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΣΕ
ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΛΕΙΟΤΡΙΒΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΕΣΗΣ ΚΛΙΝΚΕΡ
Τσακαλάκης Κωνσταντίνος
Σχολή Μηχ. Μεταλλείων-Μεταλλουργών, Ε.Μ.Πολυτεχνείο, 15780 Ζωγράφου-Αθήνα
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στην παρούσα εργασία συσχετίζεται ένα εμπειρικό μοντέλο το οποίο εκφράζει την
ειδική ενέργεια λειοτρίβησης ή άλεσης Ε του κλίνκερ ως συνάρτηση της λεπτότητας
FBl (Blaine) του τσιμέντου και του δείκτη έργου Bond (wi) του κλίνκερ, με
παλαιότερο μοντέλο, που δίνει την ειδική ενέργεια λειοτρίβησης Ε ως συνάρτηση του
δείκτη έργου Bond (wi) του κλίνκερ, του λόγου ελάττωσης μεγέθους (λόγος
κατάτμησης) R και του χαρακτηριστικού μεγέθους d80 του προϊόντος άλεσης.
Από τη διαδικασία που αναπτύχθηκε έγινε δυνατή η συσχέτιση της λεπτότητας του
κλίνκερ με το μέγεθος του προϊόντος άλεσης d80. Οι προσδιοριζόμενες τιμές d80 είναι
τελείως ενδεικτικές, δεδομένου ότι τσιμέντα ίδιας λεπτότητας εμφανίζουν εντελώς
διαφορετικές κατανομές μεγέθους τεμαχίων. Παρόλα αυτά οι προσδιορισμένες τιμές
d80 προσεγγίζουν πολύ καλά το χαρακτηριστικό αυτό μέγεθος των κατανομών που
χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό.
Η μεθοδολογία που προτείνεται συνεισφέρει στον προσδιορισμό της ενέργειας
λειοτρίβησης σε kWh/t, στον υπολογισμό του κόστους λειοτρίβησης και συμβάλλει
ουσιαστικά στη διαδικασία μοντελοποίησης των διεργασιών λειοτρίβησης και άλεσης
σε συμβατικούς μύλους λειοτρίβησης.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Είναι γνωστό ότι η παραγωγή του τσιμέντου είναι μια εξαιρετικά ενεργειοβόρος
διεργασία. Το κόστος παραγωγής τσιμέντου διαμορφώνεται κατά 30-35% (πρβλ.
Υπολογισμούς σε προηγούμενη εργασία ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ, σελ. 314) από το κόστος
ενέργειας. Για την παραγωγή του χρειάζονται τόσο ορυκτά καύσιμα (κυρίως
άνθρακας, πετρέλαιο και φυσικό αέριο) για τις διεργασίες μετατροπής των πρώτων
υλών σε κλίνκερ όσο και ηλεκτρική ενέργεια για τις διεργασίες που φαίνονται στο
Σχήμα 1.
Οι ιδιότητες του τσιμέντου, όσο και η συμπεριφορά του κατά τη χρήση του στην
παραγωγή σκυροδέματος, εξαρτώνται, εκτός των άλλων σημαντικά, και από τη
λεπτότητά του δηλαδή από την κοκκομετρική του ανάλυση. Η λεπτότητα του
τσιμέντου εκφράζεται από την τιμή του δείκτη Blaine. Δίνεται σε μονάδες cm2/g ή
m2/kg και κυμαίνεται από 2800-6000 cm2/g (280-600 m2/kg), ανάλογα με τη χρήση
319
για την οποία προορίζεται και εξαρτάται σημαντικά από το δείκτη έργου Bond (wi)
του κλίνκερ και τα χαρακτηριστικά μεγέθη Df της τροφοδοσίας (κλίνκερ) και d80 του
προϊόντος (τσιμέντο) ή από το λόγο κατάτμησης R.
Με την τεχνολογική εξέλιξη [μετατροπή της μεθόδου παραγωγής τσιμέντου από υγρή
(wet) σε ξηρή (dry) ή ημιυγρή (semi-dry)], η οποία έχει συντελεστεί την τελευταία
τριακονταπενταετία (1965-2000), έγινε δυνατή η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας
από 6000 MJ/tonne κλίνκερ στα όρια από 3000-3800 MJ/tonne κλίνκερ.
Η ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζεται επίσης στην παραγωγή τσιμέντου κυμαίνεται
από 100-110 kWh/tonne τσιμέντου. Σύμφωνα με το Σχήμα 1, το 63.7% της
ηλεκτρικής ενέργειας, που καταναλώνεται στην παραγωγή τσιμέντου, αφορά στις
διεργασίες θραύσης, λειοτρίβησης και ξήρανσης των πρώτων υλών και επίσης στην
άλεση του κλίνκερ, της γύψου και άλλων πρόσθετων.
Σχήμα 1. Ποσοστιαία % κατανομή της καταναλισκόμενης Η.Ε. στις διάφορες διεργασίες παραγωγής
τσιμέντου.
320
αναπτύχθηκαν εμπειρικές εξισώσεις υπολογισμού της καταναλισκόμενης Η.Ε. στην
άλεση του κλίνκερ τσιμέντου με συμβατικές μεθόδους λειοτρίβησης (σε
σφαιρόμυλους).
Με εφαρμογή πολλαπλής παλινδρόμησης ελαχίστων τετραγώνων σε πειραματικά
δεδομένα εταιρειών κατασκευής μύλων και διατάξεων άλεσης κλίνκερ,
διαμορφώθηκε η εξίσωση:
E = 10 (1.74×10 )
−4
×FBl + 0.035×wi + 0.4714
(1)
όπου: Ε η ενέργεια άλεσης του κλίνκερ σε kWh/tonne, FBl η λεπτότητα του τσιμέντου
(Blaine) σε cm2/g και wi ο δείκτης έργου (work index) σε kwh/short ton. Στους
συντελεστές της Εξ. (1) έχει ενσωματωθεί ο συντελεστής μετατροπής 1 short ton
(s.t.) = 0.907 tonne.
όπου: E, όπως είχε οριστεί προηγουμένως στην Εξ. (1), R = Df /d80 είναι ο λόγος
κατάτμησης ή λόγος ελάττωσης μεγέθους του κλίνκερ, Df είναι το χαρακτηριστικό
μέγεθος της τροφοδοσίας (κλίνκερ) που αναφέρεται σε 80% διερχόμενο και d80 είναι
το χαρακτηριστικό μέγεθος του προϊόντος (τσιμέντο), που αναφέρεται επίσης σε 80%
διερχόμενο.
321
γίνεται στο 1ο διαμέρισμα και η δεύτερη, με τροφοδοσία το προϊόν της πρώτης
άλεσης, λαμβάνει χώραν στο 2ο διαμέρισμα. Ο λόγος κατάτμησης της πρώτης
διαδικασίας θραύσης είναι R1 και της δεύτερης διαδικασίας θραύσης είναι R2, ο δε
συνολικός λόγος κατάτμησης δίνεται από το γινόμενο των δύο επιμέρους λόγων, και
είναι: R = R1 x R2.
Οπότε, η Εξ. (3) πρέπει να εφαρμοστεί ως: E = E1 + E2.
όπου, E1 είναι η καταναλισκόμενη ενέργεια άλεσης του πρώτου σταδίου και
E2 είναι η καταναλισκόμενη ενέργεια του δεύτερου σταδίου άλεσης.
Ο παράγοντας 0.87 στην Εξ. (5), αφορά σε μείωση κατά 13% περίπου της
απαιτούμενης ενέργειας άλεσης, λόγω «κοινού» μηχανισμού περιστροφής 1ου και 2ου
διαμερίσματος και επίσης στο ότι οι απώλειες λόγω τριβών έχουν ήδη υπολογιστεί
στην Εξ. (4). Δηλαδή:
E = 23.7 × wi × D f 0.193 × din −0.962 + 0.87 × 23.7 × wi × din 0.193 × d80 −0.962 (6)
Από το συνδυασμό των εξισώσεων (1), (6) για wi = 14.5 kWh/short ton, Df = 16000
μm και επίλυση ως προς d80, προκύπτει ο Πίνακας 1, στον οποίο συγκρίνονται οι
τιμές που προκύπτουν από το Σχήμα 3 με αυτές που προσδιορίζονται από τη
μαθηματική επεξεργασία.
322
Αθροιστικό διερχόμενο, %
Μέγεθος τεμαχίων x, μm
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
323
ΣΤ. ΒΕΛΤΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΑΔΡΑΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ
Κωνσταντίνος Γ. Τσακαλάκης
Καθηγητής Ε.Μ.Π .- Σχολή Μηχ. Μεταλλείων-Μεταλλουργών
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
324
Πίνακας 1. Μηχανήματα θραύσης κατά στάδιο θραύσης και μέγεθος τεμαχίων τροφοδοσίας
και προϊόντος. Πηγή: [Link] (2007) & Σταμπολτζής (1994)
Jaw crusher
Πρωτογενής, (Σιαγονωτός)
700-1000 100-300
Primary Gyratory crusher
(Γυροσκοπικός)
Cone crusher
(Κωνικός)
HSI crusher
Δευτερογενής,
(οριζόντιος 100-250 20-100
Secondary
κρουστικός)
Jaw crusher
(σπανίως)
Cone crusher
(Κωνικός)
Τριτογενής, VSI crusher
14-100 10-50
Tertiary (κατακόρυφος
κρουστικός τύπου
Barmac)
VSI crusher
(κατακόρυφος
Τεταρτογενής
κρουστικός τύπου
κ.ο.κ., 10-40 10-20
Barmac)
Quaternary
Cone crusher
(Κωνικός)
325
Κεφάλαιο (Εξοπλισμός κλπ.), 13%
Ενέργεια, 9%
13,0%
Ανταλλακτικά-Συντήρηση, (3+7) %
27,8%
9,0% Μισθοδοσία, 2%
Διάτρηση, 11%
10,0%
Ανατίναξη, 13%
Όπως φαίνεται (Πίνακας 2), το ποσοστό του λεπτόκοκκου (-5 mm) υλικού αυξάνει
από την πρωτογενή στη δευτερογενή και στα επόμενα στάδια θραύσης και εξαρτάται
σημαντικά από το στάδιο θραύσης, τον τύπο μηχανήματος και τον τύπο του
πετρώματος.
Επίσης, το ποσοστό του υλικού αυτού στο προϊόν της πρωτογενούς θραύσης
εξαρτάται σημαντικά από τη διαδικασία ανατίναξης (blasting). Η εξόρυξη ενός
πετρώματος χωρίς τη χρήση εκρηκτικών μπορεί να μειώσει σημαντικά (μέχρι 10-
15%) το ποσοστό των λεπτομερών που παράγονται στο στάδιο της πρωτογενούς
θραύσης.
Στην παρούσα εργασία εξετάζεται η παραγωγή αδρανών υλικών από τη διαδικασία
ελάττωσης μεγέθους ασβεστολιθικού υλικού, μέγιστου μεγέθους τεμαχίων 700 mm,
για την παραγωγή κατάλληλων κοκκομετρικών κλασμάτων αδρανών υλικών
σκυροδέματος με εφαρμογή των παρακάτω δύο διαφορετικών μεθοδολογιών:
1. Με συνδυασμό θραυστήρα σιαγόνων ως πρωτογενή θραυστήρα και με
χρησιμοποίηση κωνικού θραυστήρα για τη δευτερογενή θραύση
2. Με συνδυασμό θραυστήρα σιαγόνων ως πρωτογενή θραυστήρα και με
χρησιμοποίηση κρουστικού-περιστροφικού θραυστήρα για τη δευτερογενή
θραύση
326
3. Η δυναμικότητα της εγκατάστασης παραγωγής αδρανών υλικών είναι 440 t/h.
Αυτό σημαίνει ότι, για λειτουργία της μονάδας σε δύο βάρδιες το 24ωρο (14
ώρες), η συνολική ετήσια παραγωγή (300 ημέρες λειτουργίας) είναι:
1.848.000 t/χρόνο
Ενδεικτικές κοκκομετρικές αναλύσεις προϊόντων θραύσης που χρησιμοποιούνται για
τη διαμόρφωση των ισοζυγίων των διακινούμενων υλικών και το σχεδιασμό των
αντίστοιχων διαγραμμάτων ροής δίνονται στο Σχήμα 2. Στην ίδια εικόνα δίνονται οι
πολυωνυμικές εξισώσεις που περιγράφουν τις κοκκομετρικές αναλύσεις. Στα
Σχήματα 3 και 4 δίνονται οι κοκκομετρικές αναλύσεις των προϊόντων, για τους δύο
τύπους θραυστήρων (κωνικός, κρουστικός) που διερευνώνται, συναρτήσει των
κλειστών ανοιγμάτων αποκένωσής τους (close side setting, c.s.s.). Τα σχήματα αυτά
κατασκευάστηκαν από δεδομένα της εταιρείας Metso Minerals (2007).
Πίνακας 2. Ποσοστό λεπτομερούς υλικού (-5 mm) στο προϊόν του θραυστήρα (% κατά
βάρος) συναρτήσει του σταδίου θραύσης (τύπος μηχανήματος) και του τύπου του
πετρώματος (Πηγή: [Link], 2007)
1. Εκρηξιγενή +
1. 3 - 6% (Σιαγονωτός) έως 10 -
Μεταμορφωμένα
15% (Γυροσκοπικός)
(Igneous +
2. 6 - 7% (Σιαγονωτός) έως 20%
Πρωτογενής, metamorphic)
(Κρουστικός)
Primary 2. Ασβεστολιθικό
3. 1 - 2% (Σιαγονωτός) έως 15 -
(Limestone)
20% (Σιαγονωτός &
3. Χαλαζιτικό
Γυροσκοπικός)
(Sandstone)
1. Εκρηξιγενή +
Μεταμορφωμένα
(Igneous + 1. 0 - 23% (Κωνικός)
Δευτερογενής, metamorphic) 2. 15 - 25% (Κωνικός) έως <30%
Secondary 2. Ασβεστολιθικό (Κρουστικός)
(Limestone) 3. 10 - 15% (Κωνικός)
3. Χαλαζιτικό
(Sandstone)
1. Εκρηξιγενή +
Μεταμορφωμένα 1. 5 - 30% (Κωνικός) έως 40%
(Igneous + (Κρουστικός)
Τριτογενής metamorphic) 2. <20% (Κρουστικός) έως 40%
κ.ο.κ., Tertiary 2. Ασβεστολιθικό (Σφυρόμυλος)
(Limestone) 3. ~15% (Κωνικός) έως 40%
3. Χαλαζιτικό (Κρουστικός)
(Sandstone)
327
100
y = 0,0002x3 - 0,0377x + 3,067x + 9,4486
2
90 2
R = 0,9997 (3)
% Αθροιστικό διερχόμενο
80
3
70
60 2
50 2
y = -0,0003x3 + 0,0316x + 0,3502x + 3,1645
2
R = 0,9969 (2)
40
30 1
20
3 2
y = 2E-06x - 0,0006x + 0,4319x + 0,4908
10 2
R = 0,9977 (1)
0
1 10 100 1000
Μέγεθος τεμαχίων, mm
Σχήμα 2. Ενδεικτικές κοκκομετρικές αναλύσεις προϊόντων θραύσης (1-Θρ. Σιαγόνων, 2-Θρ.
Κωνικός, 3-Θρ. Κρουστικός)
51 mm 50 27 12 5 6
45 mm
του θραυστήρα, mm
38 35 14 6 7
38 mm 24 46 15 7 8
32 mm 10 51 21 8 10
25 mm 2 38 30 13,5 16,5
22 mm 0 30 36 16 18
0 10 20 30 40 50 60 70 80 90 100
% Ποσοστό κοκ. κλάσματος στο π ροϊόν του κωνικού θραυστήρα
328
+ 38 mm -38+20 mm -20+10 mm -10+5 mm -5 mm
150 m m 60 15 10 6 9
100 m m 48 18 14 12
θραυστήρα
80 m m 40 21 15,2 9,8 14
60 m m 30 23,5 17,5 11 18
50 m m 20 23,5 19,5 13 24
40 m m 12 24 21 14 29
0 10 20 30 40 50 60 70 80 90 100
% Ποσοστό κοκ. κλάσματος στο προϊόν του κρουστικού θραυστήρα
Σχήμα 4. Κοκκομετρικές αναλύσεις προϊόντος κρουστικού θραυστήρα συναρτήσει του
κλειστού ανοίγματος αποκένωσης.
329
Σχήμα 5. Διάγραμμα ροής παραγωγής αδρανών υλικών (Συνδυασμός θραυστήρα σιαγόνων-
κωνικού ανοίγματος αποκένωσης 22 mm).
330
Σχήμα 7. Διάγραμμα ροής παραγωγής αδρανών υλικών (Συνδυασμός θραυστήρα σιαγόνων-
κωνικού ανοίγματος αποκένωσης 38 mm).
331
Σχήμα 9. Διάγραμμα ροής παραγωγής αδρανών υλικών (Συνδυασμός θραυστήρων σιαγόνων
και κρουστικού ανοίγματος αποκένωσης 60 mm).
3. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Τα αποτελέσματα που προέκυψαν δίνονται συγκεντρωτικά στον Πίνακα 3.
ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ
ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΘΡΑΥΣΤΗΡΑΣ ΣΙΑΓΟΝΩΤΟΣ
ΚΥΚΛΩΜΑΤΟΣ
440 t/h
(Άνοιγμα αποκένωσης 175 mm)
Παραγόμενα Α. ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΘΡΑΥΣΤΗΡΑΣ Β. ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ
κοκκομετρικά (Κωνικός) ΘΡΑΥΣΤΗΡΑΣ (Κρουστικός)
κλάσματα, c.s.s.: 22, 25 και 38 mm c.s.s.: 50 και 60 mm
Ποσοστό % κατά Άνοιγμα Άνοιγμα Άνοιγμα Άνοιγμα Άνοιγμα
βάρος 22 mm 25 mm 38 mm 50 mm 60 mm
-38+20 mm 31.5 40.1 56 30.9 35
-20+10 mm 36 30.6 23.5 24.9 25.4
-10+5 mm 15.7 13.6 10.5 16.2 15.6
-5 mm 16.8 15.7 10 28.0 24.0
ΣΥΝΟΛΟ 100 100 100 100 100
c.s.s. (close side setting): κλειστό άνοιγμα αποκένωσης θραυστήρα
4. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Mitchell, C., Benn, A., «Quarry Fines Minimisation: Process Optimisation Case
Study 4» British Geological Survey & Metso Minerals (UK) Ltd (2007),
[Link]
Σταμπολτζής, Γ.Α., «Μηχανική Προπαρασκευή Μεταλλευμάτων Βιομηχανικών
Ορυκτών και Πετρωμάτων (Υδροαυτοκαθαρισμός-Κατάτμηση-Ταξινόμηση)», Αθήνα
(1994)
333
Tσακαλάκης, Κ.Γ., "Αξιολόγηση και υπολογισμός κλειστών κυκλωμάτων θραύσης
με νομογραφήματα", Μεταλλειολογικά - Μεταλλουργικά Χρονικά, Τόμος 6, τεύχος 1
(1996), 25-36
334
Ζ. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΔΟΝΟΥΜΕΝΩΝ ΚΟΣΚΙΝΩΝ
Ζ.1. ΘΕΩΡΙΑ
Εισαγωγή
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και χρήσιμο αντικείμενο της διεργασίας της
κοσκίνισης είναι ο προσδιορισμός της αναγκαίας επιφάνειας (σε m2) πλέγματος
(κοσκίνου) για την ταξινόμηση κατά μέγεθος των τεμαχίων θραυσμένων
μεταλλευμάτων, βιομηχανικών ορυκτών ή πετρωμάτων. Ο ορθός υπολογισμός
επηρεάζει σημαντικά το σχεδιασμό των εγκαταστάσεων θραύσης-ταξινόμησης και τις
διεργασίες που ακολουθούν την κοσκίνιση.
Ο υπολογισμός αυτός εξαρτάται από την παροχή του υλικού τροφοδοσίας (t/h),
από τα χαρακτηριστικά του προς κοσκίνιση υλικού (κοκκομετρική ανάλυση, σχήμα
τεμαχίων, υγρασία κλπ.), από τις απαιτήσεις που τίθενται όσον αφορά στον αριθμό των
προϊόντων που θα προκύψουν (αριθμός διαφορετικών πλεγμάτων), στην επιδιωκόμενη
απόδοση % των υπολογιζόμενων κοσκίνων ανά κοκκομετρικό κλάσμα (προϊόν) κλπ. Η
μεθοδολογία που εφαρμόζεται περιγράφεται παρακάτω.
Για τον προσδιορισμό της επιφάνειας κοσκίνισης, όταν η τροφοδοσία του
κοσκίνου είναι Τ (t/h) και περιέχει Ο (t/h) υπερμέγεθος, χρησιμοποιείται η παρακάτω
εξίσωση, που περιλαμβάνει στον παρονομαστή διορθωτικούς συντελεστές (παράγοντες)
στην περίπτωση «εκτροπής» από δεδομένες συνθήκες κοσκίνισης. Επίσης, στην
περίπτωση κοσκίνων πολλαπλού καταστρώματος) είναι απαραίτητος ο ίδιος
υπολογισμός για κάθε πλέγμα χωριστά και η επιλογή της μεγαλύτερης επιφάνειας που
προκύπτει από τους υπολογισμούς.
(Τ - Ο : είναι το υπομέγεθος στην τροφοδοσία κάθε πλέγματος)
T-O
Επιφάνεια κοσκίνου (S) = (m 2 )
A × B × C × D × F × H × J × M ×W
335
βοήθεια των εξισώσεων, οι οποίες, όπως φαίνεται προσεγγίζουν πολύ
ικανοποιητικά τα δεδομένα.
200
Βασική δυναμικότητα A , t / m 2 & h
180
160
(2) y = 0,8559x + 27,375
140
R2 = 0,9966
120
100
80
2
(1) y = -0,058x + 3,3564x + 4,4034
60
R2 = 0,9955
40
20
0
1 10 100 1000
Μέγεθος διαχωρισμού (άνοιγμα κοσκίνου), mm
336
1,3
1,2
337
2,5
y = 1,5215x 2 + 0,8061x + 0,4045
R2 = 0,9989
2
Τιμή του παράγοντα C
1,5
0,5
**Προσοχή!!! Το x τίθεται στην εξίσωση υπό μορφή κλάσματος
(π.χ. το 45.3% ως 0.453)
0
0% 10% 20% 30% 40% 50% 60% 70% 80% 90% 100%
Ποσοστό υπομεγέθους μισού ανοίγματος στην τροφοδοσία του
πλέγματος του κοσκίνου
338
5. Η χρήση του παράγοντα F εφαρμόζεται για κοσκίνιση υλικών φαινόμενου
ειδικού βάρους διαφορετικού από 1.6 t / m3 (100 Lbs./ ft3), σύμφωνα με τις
τιμές που δίνονται στον Πίνακα 2.
339
Πίνακας 4. Προσδιορισμός της τιμής του παράγοντα J.
Επιδιωκόμενη
Παράγοντας J
απόδοση κοσκίνισης Ε
95% 1.00
90% 1.15
85% 1.35
80% 1.50
75% 1.70
70% 1.90
340
Όμως, άλλοι κατασκευαστές κοσκίνων προτείνουν για την τιμή του παράγοντα W
(Πίνακας 7).
341
Ζ. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΔΟΝΟΥΜΕΝΩΝ ΚΟΣΚΙΝΩΝ
Ζ.2. ΕΦΑΡΜΟΓΗ
100
Αθροιστικό διερχόμενο, %
90
80
y = -0,0011x 3 + 0,0476x 2 + 2,2109x + 2,8477
70
R2 = 0,9986
60
50
40
30
20
10
0
1 10 100
Μέγεθος τεμαχίων, m m
Λύση
Από την εξίσωση του Σχήματος 1, για τα τρία ανοίγματα πλέγματος του κοσκίνου,
προκύπτει η κοκκομετρική ανάλυση που δίνεται στον Πίνακα 1.
342
Πίνακας 1. Κοκκομετρική ανάλυση αρχικής τροφοδοσίας
Μέγεθος τεμαχίων, mm Αθροιστικό διερχόμενο, %
32 86.3
20 57.30
16 45.90
10 28.61
5 15
2.5 8.7
Βασική δυναμικότητα
Άνοιγμα κοσκίνου
Α
(βροχίδα), mm
(t / m2∙h)
32 54.76
20 48.33
10 32.17
5 19.74
343
Στην περίπτωση πραγματικών συνθηκών κοσκίνισης (απόδοση Ε = 90% για κάθε πλέγμα) και με τη βοήθεια του Πίνακα 1, προκύπτει το Σχήμα 2.
Σχήμα 2. Διαμόρφωση ισοζυγίου παροχών τροφοδοσίας και τελικών προϊόντων (σε t/h και %) στην περίπτωση των πραγματικών συνθηκών κοσκίνισης.(E = 90%).
344
Από τη γνωστή εξίσωση, χρησιμοποιώντας τις τιμές των διορθωτικών συντελεστών
(παραμέτρων), που υπολογίστηκαν παραπάνω, προσδιορίζονται οι επιφάνειες των τριών
πλεγμάτων, όπως φαίνεται παρακάτω:
430.6
S (32 mm) = = 5.58 (m 2 )
54.76 × 1.105 × 1.095 × 1.0 × 1.125 × 1.15 × 0.9
285.9
S (20 mm) = = 6.25 (m 2 )
48.33 × 0.9948 × 0.9072 × 0.9 × 1.125 × 1.15 × 0.9
142.8
S (10 mm) = = 7.44 (m 2 )
32.17 × 0.834 × 0.768 × 0.8 × 1.125 × 1.15 × 0.9
Έλεγχος πάχους στρώματος παραμένοντος υλικού στο άκρο αποκένωσης του πλέγματος
1. Διαστάσεις κοσκίνου
Ως επιφάνεια του κοσκίνου θεωρείται η μεγαλύτερη από αυτές που υπολογίστηκαν
παραπάνω, η οποία όμως πρέπει να προσαυξηθεί κατά 10-12% περίπου, επειδή μέρος της
υπολογισμένης επιφάνειας του κοσκίνου καλύπτεται από τα περιμετρικά ελάσματα στήριξης
του πλέγματος τα οποία μειώνουν την «ενεργή» επιφάνεια.
Στην περίπτωση του πλέγματος των 10 mm, προκύπτει τελικά:
Ως γενική αρχή ισχύει ότι, το μέγιστο επιτρεπόμενο πάχος στρώματος παραμένοντος υλικού
στο άκρο αποκένωσης του πλέγματος του κοσκίνου είναι 4πλάσιο του ανοίγματος πλέγματος
(βροχίδα). Δηλαδή, για μέγεθος διαχωρισμού (βροχίδα) a = 10 mm το μέγιστο πάχος
στρώματος στην αποκένωση είναι 4×10 mm = 40 mm, ενώ για a = 15 mm αυτό μπορεί να
φθάσει μέχρι 60 mm.
345
1. την παροχή τροφοδοσίας (t/h ή m3/h) του παραμένοντος, 2. το φαινόμενο ειδικό βάρος της
τροφοδοσίας, 3. την ταχύτητα του υλικού πάνω στο πλέγμα και 4. το πλάτος του κοσκίνου.
Η εξίσωση που ισχύει, για το πάχος στρώματος Dσ υλικού στο άκρο αποκένωσης, είναι:
(TP / Φ ) × 1000
Dσ = (mm),
V × Wid
Όπου:
1. ΤP είναι το παραμένον επί του πλέγματος σε t/h,
2. Φ είναι το φαινόμενο ειδικό βάρος του υλικού σε t / m3,
3. V είναι η ταχύτητα* του υλικού επί του πλέγματος (σε m/h), που κυμαίνεται μεταξύ
1080-2160 m/h.
4. Wid το πλάτος του κοσκίνου σε m
*Η ταχύτητα V του υλικού πάνω στο πλέγμα εξαρτάται: από το υλικό (φαινόμενο ειδικό
βάρος, μέγεθος τεμαχίων, υγρασία), από το μηχανισμό δόνησης και από την κλίση του
κοσκίνου [τα όρια μεταβολής της ταχύτητας είναι (18-36 m/min) ή σε άλλες μονάδες (0.30-
0.60 m/s].
Για τέλεια κοσκίνιση (απόδοση Ε = 95-100%, σε κάθε πλέγμα), με τη βοήθεια του Πίνακα 1,
διαμορφώνεται το Σχήμα 3 και ο Πίνακας 5.
346
499 t/h
100 % T = OT + UT = 68.4 + 430.6 = 499 t/h
a1 = 32 mm
13.7 % (68.4 t/h)
86.3 %
a2 = 20 mm
29.0 % (144.7 t/h)
57.3 %
a3 = 10 mm
28.69 % (143.2 t/h)
Σχήμα 3. Γραφική παράσταση κατανομής προϊόντων υπό την προϋπόθεση τέλειας κοσκίνισης
(απόδοση Ε = 95-100%).
347
Οι διορθωτικοί συντελεστές F και M παραμένουν οι ίδιοι, όπως στον Πίνακα 4, ενώ ο
συντελεστής J παίρνει την τιμή 1.0.
Οι επιφάνειες κοσκίνισης που προκύπτουν (για τέλεια Ε = 95-100% απόδοση κοσκίνων) είναι
οι παρακάτω:
430.6
S (32 mm) = = 6.42 (m 2 )
54.76 × 1.105 × 1.095 × 1.0 × 1.125 × 0.9
285.9
S (20 mm) = = 8.31 (m 2 )
48.33 × 0.93 × 0.84 × 0.9 × 1.125 × 0.9
142.8
S (10 mm) = = 9.69 (m 2 )
32.17 × 0.785 × 0.72 × 0.8 × 1.125 × 0.9
Αυτές οι διαφορές είναι λογικές, εφόσον για να επιτευχθεί μεγαλύτερη απόδοση κοσκίνισης
(95-100 %) απαιτούνται μεγαλύτερες επιφάνειες κοσκίνισης. Επίσης, οι αυξήσεις στις
υπολογιζόμενες τιμές επιφανειών οφείλονται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά (%
υπερμέγεθος και % υπομέγεθος 1/2 ανοίγματος) της τροφοδοσίας κάθε πλέγματος (Πίνακας
5). Τα διαφορετικά χαρακτηριστικά της τροφοδοσίας, μαζί με την τιμή του συντελεστή
απόδοσης κοσκίνισης (J = 1.0) αντί του J = 1.15 (στις πραγματικές συνθήκες), επηρεάζουν
σημαντικά τις τιμές των διορθωτικών συντελεστών Β και C και τελικώς τις υπολογιζόμενες
επιφάνειες (m2) και παροχές (% και t/h) των τελικών προϊόντων (Σχήμα 3) και συγκριτικός
Πίνακας 7.
348
Η. ΑΓΓΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
Absorption απορρόφηση
περιεκτικότητα ιόντων (-SO3) σε ευδιάλυτο με
Acid-soluble sulfate content, AS
οξύ θειικό άλας
Additive πρόσθετο
Admixture πρόσμικτο
Aggregate αδρανές υλικό (για σκυρόδεμα, κονίαμα κλπ.)
Aggregates Abrasion Value, AAV τιμή αντοχής σε απότριψη
Aggregates for bituminous mixtures αδρανή για παρασκευή ασφαλτομιγμάτων
Aggregates for concrete αδρανή σκυροδέματος
Aggregates for mortar αδρανή κονιαμάτων
Aggregates for railway track ballast αδρανή για έρμα σιδηροδρομικής γραμμής
Aggregates for unbound and αδρανή υλικά για βάσεις και υποβάσεις
hydraulically bound materials for use σταθεροποιημένες ή όχι για χρήση σε
civil engineering work and road οδοστρώματα και δομικά έργα
construction
Air content περιεχόμενος αέρας
Air-entrained concrete σκυρόδεμα με αερακτικό
Air lime αερική άσβεστος
Air-cooled blastfurnace slag σκωρία υψικαμίνου με ψύξη στον αέρα
All-in aggregates μίγμα αδρανών (συνεχής κατανομή αδρανών)
Alternative fuels εναλλακτικά καύσιμα τσιμεντοβιομηχανίας
Alite, C3S πυριτικό τριασβέστιο (αλίτης)
Aluminate cement αλουμινούχο τσιμέντο
Ash τέφρα
Armourstone αδρανή για βράχους θωράκισης-ογκολίθους
Background υπόστρωμα
Ball mill σφαιρόμυλος
Batch παρτίδα
Belite, C2S πυριτικό διασβέστιο (βελίτης)
Bending tensile strength αντοχή σε εφελκυσμό με κάμψη
Binder συνδετικό υλικό
Blaine fineness of cement λεπτότητα τσιμέντου Blaine
Blast furnace slag σκωρία υψικαμίνων
Bleeding εξίδρωση σκυροδέματος
Bond strength αντοχή πρόσφυσης
Bond work index, Wi δείκτης έργου bond (δείκτης αντοχής ελάττωσης
μεγέθους)
τέφρα χονδρομερών τεμαχιδίων από την καύση
Bottom ash
ανθράκων
Building elements οικοδομικά (δομικά) στοιχεία
Building lime δομική άσβεστος
Building materials δομικά υλικά
Bulk density φαινόμενη πυκνότητα (συμπεριλαμβανόμενου του
349
όγκου των κενών μεταξύ των τεμαχίων)
Burnability εψησιμότητα
CACs (calcium aluminate cements) αλουμινούχα τσιμέντα
Calcareous fly ash ασβεστιτική ιπτάμενη τέφρα
Calcination διάσπαση με πύρωση του ασβεστολίθου
Calorific value (fuels) θερμογόνος δύναμη (καυσίμων)
Capillary action τριχοειδής συμπεριφορά
Capillary water absorption απορρόφηση νερού μέσω τριχοειδών
Carbonate Content περιεκτικότητα σε ανθρακικά
κυψελωτό σκυρόδεμα (χαμηλής πυκνότητας
Cellular concrete
σκυρόδεμα, λόγω περιεχόμενου αέρα ή κενών)
Cement τσιμέντο
Cement fineness λεπτότητα τσιμέντου
Cement PSD (particle size κοκκομετρική κατανομή (ανάλυση) τσιμέντου
distribution)
Cement paste τσιμεντοκονία
Cement plant εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου
Cement mortar τσιμεντοκονίαμα
Cement clinker σφαιρίδια κλίνκερ για παραγωγή τσιμέντου
Clinker σφαιρίδια κλίνκερ για παραγωγή τσιμέντου
Chloride content, C περιεκτικότητα σε χλωριόντα
στοιχεία τοιχοποιίας από άργιλο, αργιλικά
Clay masonry units, clay bricks
λιθοσώματα, οπτόπλινθοι, τούβλα
Coarse aggregates χονδρόκοκκα (χονδρομερή) αδρανή
Coat επίστρωση, επικάλυψη
Coloured rendering mortar έγχρωμο εξωτερικό επίχρισμα
Combustibility αναφλεξιμότητα (υλικών, καυσίμων κλπ.)
Composition σύνθεση
Composite cements σύνθετα τσιμέντα
Compressive strength αντοχή σε θλίψη ή θλιπτική αντοχή
Concrete (Beton) σκυρόδεμα (μπετόν)
- Air-entrained - με αερακτικό
- Self compacting - αυτo-συμπυκνούμενο
- Self- levelling - αυτo-επιπεδούμενο
Concrete masonry units λιθοσώματα από σκυρόδεμα
Conformity συμμόρφωση
conformity criteria κριτήριο συμμόρφωσης
Consistence, consistency συνεκτικότητα, συνάφεια
περιεκτικότητα χονδρόκοκκων (με μέγεθος > 2
Content of coarse Lightweight organic
mm) σε ελαφροβαρείς (ανεπιθύμητες) οργανικές
Contaminants, LPC
προσμίξεις
Conventional (fossil) fuels συμβατικά (ορυκτά) καύσιμα
Conveyor belts μεταφορικές ταινίες (ταινιόδρομοι)
Cooler ψύκτης
Crushed or broken and totally rounded ποσοστό θραυσμένων ή σπασμένων τεμαχίων και
350
particles percentage των ολικώς αποστρογγυλεμένων τεμαχίων
αδρανών
Crusher θραυστήρας (σπαστήρας)
- Cone - κωνικός
- Gyratory - γυροσκοπικός
- Jaw - σιαγονωτός
- Impact - κρουστικός περιστροφικός
- Roll - κυλίνδρων
Curing (concrete) συντήρηση (σκυροδέματος)
Dense aggregate concrete masonry units τσιμεντόλιθοι με συμπαγή αδρανή
Designed mortar σχεδιασμένο κονίαμα
Dicalcium silicate c2s, πυριτικό διασβέστιο (βελίτης)
η διάσταση του μεγαλύτερου κόκκου ενός
Dimension, D
κοκκομετρικού κλάσματος αδρανούς
η διάσταση του μικρότερου κόκκου ενός
Dimension, d
κοκκομετρικού κλάσματος αδρανούς
Dormancy (dormant) period περίοδος ωρίμανσης
ξηρά έτοιμα κονιάματα (κονιάματα στις
Dry mortar κατάλληλες αναλογίες για επιχρίσματα,
κονιάματα τοιχοποίας κλπ.)
Drying shrinkage συρρίκνωση λόγω ξήρανσης
Durability ανθεκτικότητα στη διάρκεια του χρόνου
Electric arc furnace slag, EAF slag σκωρία καμίνων ηλεκτρικού τόξου
Elongated particles επιμήκη τεμάχια
Elongation index δείκτης επιμήκους (τεμαχίων)
Energy consumption κατανάλωση ενέργειας
φυσαλίδες αέρα σκυροδέματος για την
Entrained air αντιμετώπιση προβλημάτων εργασιμότητας ή
ψύξης απόψυξης
Entrapped air εγκλωβισμένος αέρας
Excess air περίσσεια αέρα
Expansive cement διογκούμενο τσιμέντο
Factory made mortar κονίαμα εργοστασιακής παραγωγής
αδρανές filler, το οποίο είναι το διαβαθμισμένο
λεπτομερές αδρανές υλικό με μέγιστο κόκκο 2
Filler aggregate
mm και διερχόμενο ποσοστό 70-100% από το
κόσκινο 0.063 mm
Final coat τελική στρώση (επικάλυψη)
Fine aggregates λεπτόκοκκα (λεπτομερή) αδρανή
Fineness Modulus, FΜ μέτρο ή δείκτης λεπτότητας
παιπάλη (το κλάσμα του αδρανούς που διέρχεται
Fines, f από κόσκινο με άνοιγμα βροχίδας 0.063mm ή
0.075mm)
Flakiness Index, FI δείκτης πλακοειδούς (σχήμα αδρανών)
Flexural strength αντοχή σε κάμψη ή καμπτική αντοχή
Flow coefficient, FCS συντελεστής ροής
Flow table τράπεζα εξαπλώσεως (για ιξώδες σκυροδέματος)
351
Flue gas απαέρια (π.χ. καύσης)
Fly ash ιπτάμενη τέφρα
Forms καλούπια
ορυκτά καύσιμα (άνθρακες, φυσικό αέριο,
Fossil fuels
πετρέλαιο)
Free lime ελεύθερη άσβεστος
Freeze-thaw resistance, F ανθεκτικότητα σε ψύξη-απόψυξη
Fresh mortar νωπό κονίαμα
Frost resistant ανθεκτικό σε παγετό
Fuel καύσιμο
Fuel consumption κατανάλωση καυσίμων
General purpose mortar κονίαμα γενικής χρήσης
Grading, G κοκκομετρική διαβάθμιση
Grinding άλεση, λειοτρίβηση
- autogenous - αυτογενής (χωρίς σφαίρες, ράβδους κλπ.)
- Clinker - άλεση κλίνκερ
- media - μέσα άλεσης
Grout ένεμα
GGBFS (Ground granulated blast αλεσμένη (κοκκοποιημένη) σκωρία υψικαμίνων
furnace slag)
Heat of hydration θερμότητα εκλυόμενη κατά την ενυδάτωση
Heat released εκλυόμενη θερμότητα
Heavy Mass grading, HM διαβάθμιση ογκολίθων μεγάλης πυκνότητας
High early strength cement τσιμέντο υψηλής αρχικής (πρώϊμης) αντοχής
Hydraulic lime υδραυλική άσβεστος
Hydration ενυδάτωση
Impact value, SZ (Schlagversuch) τιμή κρούσης στη μέθοδο Schlagversuch
Impact crusher κρουστικός περιστροφικός θραυστήρας
Inorganic binder ανόργανο συνδετικό υλικό
Internal plaster εσωτερικό επίχρισμα
Kiln Κάμινος
Length-to-Thickness ratio > 3, L:T λόγος μήκος/ πλάτος >3
Light Mass grading διαβάθμιση μείγματος ελαφροβαρών αδρανών
Lightweight aggregate-concrete with σκυρόδεμα ελαφροβαρών αδρανών ανοικτής
open structure δομής
Lightweight mortar ελαφροβαρές κονίαμα
Lime άσβεστος (οξείδιο του ασβεστίου, CaO)
Limestone ασβεστόλιθος
Los Angeles coefficient, LA συντελεστής Los Angeles (δοκιμή απότριψης)
Loss on ignition (L.O.I.) απώλεια πύρωσης
Magnesium sulfate value, MS τιμή θειικού μαγνησίου (δοκιμή υγείας)
τεχνητά αδρανή, τα οποία έχουν προκύψει ως
προϊόντα ή παραπροϊόντα βιομηχανικής
Manufactured aggregate
διεργασίας από χημική ή θερμική επεξεργασία
πρώτων υλών ορυκτής ή άλλης προέλευσης
352
Masonry units στοιχεία τοιχοποιίας, λιθοσώματα
Methylene Blue value τιμή μπλε του μεθυλενίου
Micro-Deval coefficient, MDE συντελεστής Micro-Deval (δοκιμή απότριψης)
Modulus of rupture μέτρο θραύσης (σε κάμψη)
Mohs
- Hardness - σκληρότητα Mohs
- Scale - κλίμακα Mohs
Moisture υγρασία
Mortar κονίαμα
φυσικά αδρανή, τα οποία έχουν προκύψει από
πετρώματα με διεργασίες θραύσης, κοσκίνισης ή
Natural aggregates
και έκπλυσης ή φυσικές διεργασίες (εκτριβή,
αποσάθρωση, απολέπιση κλπ.)
Natural graded aggregates φυσικώς διαβαθμισμένα αδρανή
τιμή αντοχής σε απότριψη σκανδιναβικής
Nordic Abrasion value, AN
μεθόδου (απότριψη από λάστιχα με καρφιά)
OPC (ordinary portland cement) κοινό τσιμέντο
Overall limits and tolerances of a όρια και ανοχές κοκκομετρικής διαβάθμισης
grading
Particle density, ρcm, ρ πυκνότητα κόκκων
Passing percentage, P διερχόμενο ποσοστό
σφαιροποίηση (συσσωμάτωση λεπτομερούς
Pelletizing
υλικού)
Permeability διαπερατότητα
PFA (pulverized fly ash) αλεσμένη ιπτάμενη τέφρα
«πεταλίδες» (επιφανειακή απολέπιση
Pitting και popping
σκυροδέματος ή κονιαμάτων)
Plasticity Index δείκτης πλαστικότητας
Plunger penetration διείσδυση βελόνας
τιμή αντοχής σε στίλβωση (αντίσταση αδρανών
Polished Stone Value, PSV
σε στίλβωση)
ποζολάνη (αργιλοπυριτκό ηφαιστειακό πέτρωμα,
Pozzolana υποκατάστατο τσιμέντου, παρουσία υγρασίας και
υδροξειδίου του ασβεστίου)
Pre-batched mortar έτοιμο κονίαμα, προετοιμασμένο κονίαμα
προπύρωση ή προασβεστοποίηση του
Pre-calcination
ασβεστολίθου (διάσπαση εκτός της καμίνου)
Precast concrete προκατασκευασμένα στοιχεία σκυροδέματος
Preheating προθέρμανση
Premixed lime-sand-mortar προαναμιγμένο ασβεστοκονίαμα
Prescribed mortar κονίαμα με συγκεκριμένη σύνθεση
PSD (particle size distribution) κοκκομετρική κατανομή (ανάλυση) τσιμέντου
κισσηρόλιθοι, ελαφροβαρές σκυρόδεμα με
Pumice concrete units
αδρανή από ελαφρόπετρα
Pyrometric cone πυρομετρικός κώνος
Quarry λατομείο (επιφανειακό ορυχείο)
353
Quarrying λατόμευση (εξόρυξη πετρωμάτων)
Rapid setting (hardening) cement τσιμέντο ταχείας πήξης
μείγμα πρώτων υλών για παραγωγή κλίνκερ
Raw feed/meal/mix
(φαρίνα)
Raw feed/meal/mix proportioning προσδιορισμός αναλογίας πρώτων υλών κλίνκερ
Ready-mixed concrete έτοιμο σκυρόδεμα
ανακυκλωμένα αδρανή, τα οποία προκύπτουν από
Recycled aggregates την επεξεργασία και επαναχρησιμοποίηση
δομικών υλικών από υφιστάμενες κατασκευές
Refractory bricks πυρότουβλα
καύσιμο που προέρχεται από επεξεργασία
Refuse-derived fuel (RDF)
στερεών αστικών απορριμμάτων
Reinforced concrete οπλισμένο σκυρόδεμα
Reinforced masonry οπλισμένη τοιχοποιία
Renovation mortar επισκευαστικό κονίαμα
Reproducibility επαναληψιμότητα (δοκιμής, πειράματος κλπ.)
Residue υπόλειμμα
Resistance to fragmentation αντοχή σε θρυμματισμό
Resistance to wear/ attrition αντοχή σε φθορά/τριβή
Rod mill ραβδόμυλος
Roller mill (vertical, VRM) κατακόρυφος μύλος με κυλίνδρους
Rollerpress κυλινδρόπρεσσα (τύπος θραυστήρα)
Rotary kiln περιστροφική κάμινος
Sand Equivalent value, SE τιμή ισοδυνάμου άμμου
Screen κόσκινο
- Aperture - άνοιγμα (βροχίδα)
- Cloth - επιφάνεια (πλέγμα) κοσκίνισης
Screening
- Area - επιφάνεια (διαστάσεις) κοσκίνου
- Efficiency - απόδοση κοσκίνισης
- Surface - επιφάνεια πλέγματος κοσκίνου
απόμειξη (διαχωρισμός) των συστατικών κατά
μέγεθος (κατανομή αδρανών κατά μέγεθος
Segregation τεμαχίων, π.χ. μεγάλα κάτω, μικρά επάνω με
αποτέλεσμα την ανομοιομορφία στη δομή του
σκυροδέματος)
κονίαμα εργοστασιακής παραγωγής σε ημιτελή
Semi-finished factory made mortar
μορφή
Setting πήξη και σκλήρυνση (σκυροδέματος, κονιάματος)
Setting retarder αντιδραστήριο επιβραδυντικό πήξης
Shape Index, SI δείκτης σχήματος
Shotcrete εκτοξευόμενο σκυρόδεμα
Sieve size μέγεθος (άνοιγμα) πλέγματος κοσκίνου
Silica fume πυριτική παιπάλη
Siliceous fly ash πυριτική ιπτάμενη τέφρα
Site-made mortar εργοταξιακό κονίαμα
354
Slag σκωρία
δοκιμή εξάπλωσης (μέθοδος ελέγχου της
Slump test
«εργασιμότητας» ή ιξώδους του σκυροδέματος)
Solid waste management διαχείριση στερεών αποβλήτων
Soundness υγεία (ιδιότητα τσιμέντων, αδρανών)
Specifications προδιαγραφές
Stockpile σωρός (αδρανών)
Substitute υποκατάστατο (κλίνκερ, τσιμέντου κλπ.)
χημική δράση θειϊκών ενώσεων του εδάφους ή
Sulfate attack των υπογείων νερών που προκαλεί διόγκωση και
αποσύνθεση του σκυροδέματος
Strength αντοχή
- Compressive - σε θλίψη
- Fatigue - σε κόπωση
- Flexural - σε κάμψη
- Tensile - σε εφελκυσμό
ανθεκτικό σε θειϊκές ενώσεις (τσιμέντο με
Sulfate resistant (cement)
χαμηλή περιεκτικότητα σε c3a)
Surface area ειδική επιφάνεια
Thermal conductivity index συντελεστής (δείκτης) θερμικής αγωγιμότητας
Thermal conductivity θερμική αγωγιμότητα
Thermal insulating mortar θερμομονωτικό κονίαμα
Thermal insulation θερμομόνωση
Thermal resistance θερμική αντίσταση
Thermal shock θερμικό «πλήγμα» (θερμική καταπόνηση)
Thickness, E (Τ) ελάχιστη διάσταση / πάχος
Total sulfur, S ολικό θείο
Tetracalcium aluminoferrite C4AF, αργιλοσιδηρούχο τετρασβέστιο
Tricalcium aluminate C3A, αργιλικό τριασβέστιο
Tricalcium silicate C3S, πυριτικό τριασβέστιο (αλίτης)
Undercoat αστάρωμα (υπόστρωμα χρώματος)
Viscosity ιξώδες
κενά μεταξύ κόκκων αδρανούς σε συγκεκριμένο
Voids, v
χώρο/ δοχείο,
Volume stability of steel slag σταθερότητα όγκου σκωρίας χαλυβουργείου
Water absorption υδαταπορρόφηση
Water absorption, WA (Wcm) υδαταπορροφητικότητα
Water density, ρw πυκνότητα σώματος εμβαπτισμένου σε νερό
πρόσθετο σκυροδέματος που επιδρά στην
Water reducer ποσότητα του προστιθέμενου (νερού ή τσιμέντου)
και μεταβάλλει την εργασιμότητά του
Water Solubility υδατοδιαλυτότητα
Water vapour permeability διαπερατότητα σε υδρατμούς
Workability εργασιμότητα (σκυροδέματος, κονιάματος)
СЄ, Conformity Marking СЄ, σήμα συμμόρφωσης
355
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΒΙΒΛΙΑ
1. Schofield G. C., 1980, Homogenisation/Blending Systems Design and Control for
Mineral Processing, Series on Bulk Materials Handling Vol. 2, Trans Tech
Publications.
2. SME, 1985, Mineral Processing Handbook, Edited by N.L. Weiss, S.W. MUDD
SERIES, New York.
3. Peray E. K., 1986, The Rotary Cement Kiln, Chemical Publishing Co.,Inc., N.Y.
4. Ghosh N. S., 1991, Cement and Concrete Science and Technology, Volume I, Part I,
ABI Books Ltd., India.
5. Popovics Sandor, 1992, CONCRETE MATERIALS, Properties, Specifications and
Testing, 2nd Edition, NOYES PUBLICATIONS, New Jersey.
6. Οικονόμου Χ. Μ., 1993, Τεχνολογία του Σκυροδέματος, 2η Έκδοση, Εκδόσεις ART
OF TEXT, Θεσσαλονίκη.
7. Kosmatka, S. H. and Panarese, W. C., 1994, Design and Control of Concrete
Mixtures, 13th Edition, PCA, Illinois.
8. Taylor H. F. W., 1997, Cement Chemistry, 2nd Edition, Thomas Telford, London.
9. Lea’s Chemistry of Cement and Concrete, 1998, 4th Edition, Edited by P.C. Hewlett,
Arnold, London.
10. Bye C. G., 1999, Portland Cement, 2nd Edition, Thomas Telford.
11. Neville, A. M., 2000, Properties of Concrete, 4th Edition, Prentice Hall.
12. Τσίμας Σ. & Τσιβιλής Σ., 2010, Επιστήμη και Τεχνολογία Τσιμέντου,
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα.
13. Κανονισμός Τεχνολογίας Σκυροδέματος 2016 (ΚΤΣ 2016), ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ TΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ Τεύχος Β’ 1561/02.06.2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
14. Shilstone, Sr., J.M., 1990, Concrete Mixture Optimization, ACI Concrete International
12.6.:3339.
15. Τσακαλάκης Κ.Γ., 1990, Κατανομές μεγέθους τεμαχίων προιόντος θραύσης
Γυροσκοπικού θραυστήρα βιομηχανικού μεγέθους, Μεταλλειολογικά-Μεταλλουργικά
Χρονικά, Τεύχος 75, Μάϊος-Αύγουστος 1990, σελ. 41-48.
16. ENV (1993), Cement and Concrete: Environmental Considerations, vol. 2, no. 2,
March/April.
17. Σταμπολτζής Γ.Α., Τσακαλάκης Κ.Γ., 1993, Υπολογισμός ισχύος μύλων κυλιόμενου
φορτίου, Μεταλλειολογικά - Μεταλλουργικά Χρονικά, Τόμος 3, Τεύχος 1,
Ιανουάριος-Μάρτιος 1993, σελ. 17-26.
18. Ισαακίδης, Α., 1997, «Υπάρχουσα κατάσταση σε σχέση με τα επικίνδυνα απόβλητα
στην Ελλάδα». Δημοσίευση στην ημερίδα «Η διαχείριση των επικίνδυνων
αποβλήτων», Τεχνικά Χρονικά, ΤΕΕ, Αθήνα.
356
19. Νισκόπουλος, Κ., 1997, «Τσιμεντοβιομηχανία: μια αξιόπιστη λύση διαχείρισης
αποβλήτων», Δημοσίευση στην ημερίδα «Η διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων»,
Τεχνικά Χρονικά, ΤΕΕ, Αθήνα.
20. ΙΟΒΕ (1997), Executive Summary of the Greek Cement Industry, June.
21. UNIDO & Sustainable Industrial Development (1998), “Energy conservation in the
cement industry”.
22. Ζευγώλης, Μ. Ν., Γαϊτάνος, Γ. Φ. και Κοντός, Γ. Λ. (1999), «Η Διαχείριση των
Μεταλλουργικών Σκωριών στη Γ.Μ. & Μ. Α.Ε. ΛΑΡΚΟ», Ε.Μ.Π., Περιοδικό
Πυρφόρος, Νο. 2.
23. Μουτσάτσου, Α. και Τσίμας, Σ.,1999, Η ιπτάμενη τέφρα ως μέσο προστασίας του
περιβάλλοντος, Ε.Μ.Π., Περιοδικό Πυρφόρος, Νο. 2.
24. Όμιλος ΑΕ Τσιμέντων «ΤΙΤΑΝ», Ενοποιημένη Συνοπτική Λογιστική Κατάσταση της
30.6.2000, Αθήνα.
25. CEMBUREAU, The European Cement Association, “Best available techniques for the
cement industry”, Brussels, December 1999.
26. Portland Cement Association-PCA, 2000, The Cement Industry, January.
27. Cadence Environmental Energy Inc. (2000), “Using Whole Scrap Tires as Fuel in a
Cement Kiln”.
28. IEA GREENHOUSE R&D PROGRAMME (2000), “Emission Reduction of
Greenhouse Gases from the Cement Industry”.
29. Τσακαλάκης, Κ.Γ., 2000, Η οικονομική σημασία της ελληνικής βιομηχανίας
τσιμέντου και σκυροδέματος και η ενεργειακή και περιβαλλοντική διάσταση των
διεργασιών παραγωγής τους, Μεταλλειολογικά – Μεταλλουργικά Χρονικά (ΜΜΧ)
2/2000, σελ. 79-92.
30. European Commission, 2001, Integrated Pollution Prevention and Control (IPPC),
Reference Document on Best Available Techniques in the Cement and Lime
Manufacturing Industries, December 2001.
31. COMPETITIVENESS OF THE EUROPEAN CEMENT INDUSTRY, The European
Cement Association, CEMBUREAU, [Link].
32. Stoiber W., 2002, Comminution Technology and Energy Management, LAFARGE
Cement Division in Verein Deutscher Zementwerke (VDZ) Kongress, September.
33. Modigell M., 2002, Thermochemical process modeling of clinker burning, GTT
Workshop 2002.
34. Tsakalakis, K.G., 2003, The Greek cement industry sector and its potential towards
sustainable development, Sustainable Development Indicators in the Mineral Industry
(SDIMI 2003), 21-23 May, Milos, Greece.
35. ENERGY AND TRANSPORT IN FIGURES 2004, European Commission
Directorate-General for Energy and Transport in Cooperation with Eurostat, European
Union, November 2004.
36. Tsakalakis K.G. and Stamboltzis G.A., 2004, Modelling the specific grinding energy
and ball-mill scale up, 11th IFAC Symposium on Automation in Mining, Mineral and
Metal Processing, Nancy.
357
37. Schnatz, R., 2004, Optimization of continuous ball mills used for finish-grinding of
cement by varying the L/D ratio, ball charge filling ratio, ball size and residence time,
Int. J. Miner. Process. 74S, pp. S55-S63.
38. Forschungsinstitut der Zementindustrie, 2004, Zemente mit mehreren
Hauptbestandteilen; AIF-Forschungsvorhaben 13198N,
[Link]
39. Van Oss G.H., 2005, Background Facts and Issues Concerning Cement and Cement
Data, U.S. Geological Survey, Open-File Report 2005-1152.
40. Τσακαλάκης, Κ.Γ., 2005, Σχέση μεταξύ καταναλισκόμενης ενέργειας και ειδικής
επιφάνειας (Blaine) στην άλεση κλίνκερ σε σφαιρόμυλους, 5ο Πανελλήνιο
Επιστημονικό Συνέδριο Χημικής Μηχανικής, Θεσσαλονίκη, σελ. 445-448.
41. Τσακαλάκης Κ.Γ., Ιωακείμ Ι. Ε., 2005, Παραγωγή ενέργειας από συμβατικά ορυκτά
καύσιμα, Μεταλλειολογικά-Μεταλλουργικά Χρονικά (ΜΜΧ 1/2005), σελ. 15-44.
42. Tsakalakis, K.G., 2006, Conventional Clinker Grinding-A new Approach to the
Prediction of Power Consumption, Ultrafine Grinding 06 (UFG 06), June 12-13,
Minerals Engineering International (MEI), Falmouth-Cornwall, U.K.
43. Τσακαλάκης Κ.Γ., 2006, Ο ρόλος των δεικτών ποιότητας LSF, SR και AR στη
ρύθμιση της τροφοδοσίας για παραγωγή τσιμέντων συγκεκριμένου τύπου, 15ο
Συνέδριο Σκυροδέματος, 25-27 Οκτωβρίου, Αλεξανδρούπολη, σελ. 648-665.
44. Τσακαλάκης Κ.Γ., 2006, Προσδιορισμός της σύνθεσης του μείγματος των πρώτων
υλών στην παραγωγή του κλίνκερ τσιμέντου, Περιοδικό Ορυκτός Πλούτος, No
140/2006, σελ. 7-26.
45. Tsakalakis K.G., 2006, Modelling the crushing-sizing procedure of industrial gyratory
crushers, 11th European Symposium on Comminution, 9-12 October, Budapest,
Hungary.
46. Schnatz, R., 2006, Selection of Finish Grinding Systems according to Technical and
Economical Points of View, Cement International, 4/2006, pp. 60–69.
47. Tsakalakis K.G., 2007, Scrap Tyres Management in the EU Cement Industry - an
economic/environmental Approach, ZKG (Zement Kalk und Gips), No 4, pp. 43-55.
48. Τσακαλάκης, Κ.Γ., 2007, Προσδιορισμός της καταναλισκόμενης ενέργειας σε
διεργασίες συμβατικής λειοτρίβησης και άλεσης κλίνκερ, 6ο Πανελλήνιο
Επιστημονικό Συνέδριο Χημικής Μηχανικής, Αθήνα, σελ. 701-704.
49. Joachim Harder, 2007, Developments in the grinding of raw materials, clinker and
slag, ZKG INTERNATIONAL No. 3-2007 (Volume 60), pp. 33-45.
50. Metso Minerals, “Crushing and Screening Handbook”, Brochure No. 2051-04-07-
CBL/ Tampere (2007).
51. Hills [Link], 2007, Clinker Microstructure and Grindability: Updated Literature
Review, Portland Cement Association, [Link].
52. IMCP Manual, 2007, Cement Hydration: The Basics, Centre for Transportation
Research and Education (CTRE), Iowa State University.
53. Τσακαλάκης, Κ.Γ., 2008, Βελτιστοποίηση διεργασιών παραγωγής αδρανών υλικών,
1ο Συνέδριο Δομικών Υλικών και Στοιχείων, Τ.Ε.Ε., 21-23 Μαϊου, Αθήνα.
358
54. Tsakalakis K.G., Stamboltzis G.A, 2008, Correlation of the Blaine value and the d80
size of the cement particle size distribution, ZKG INTERNATIONAL No. 3-2008
(Volume 61), pp. 60-67.
55. Tsakalakis K.G., 2009, The approximate cement production cost and the viability and
competitiveness of the Greek cement industry, 3rd AMIREG International Conference
(2009): Assessing the Footprint of Resource Utilization and Hazardous Waste
Management, 7-9 September, Athens, Greece.
56. Τσακαλάκης Κ.Γ., 2009, Τεχνικοοικονομική διερεύνηση διεργασιών παραγωγής
αδρανών υλικών, 16ο Συνέδριο Σκυροδέματος, Τ.Ε.Ε. & Ε.Τ.Ε.Κ., 21-23 Οκτωβρίου,
Πάφος, Κύπρος.
57. Fuller Traylor Grinding Mill Systems, GATX-FULLER, Bulletin M-2 5M 6/76,
PENNSYLVANIA, U.S.A.
58. MARCY, Ball and Rod Mills, MINE AND SMELTER SUPPLY Co., CATALOG
101-B.
59. The Alite Group, [Link]@[Link].
60. Copeland, L.E. & Kantro, D.L., Kinetics of the hydration of Portland cement, In Proc.
Symp. Chem. Cement, Washington, 1960, National Bureau of Standards Monograph
No. 43, Washington, 1962, pp. 443–53.
61. Bhanumathidas N. and Kalidas N., Dual role of gypsum: Set retarder and strength
accelerator, The Indian Concrete Journal, March 2004.
62. The Role of Gypsum in Cement QCL Group Technical Notes, March 99,
[Link] .
63. Prasad J., Jain D.K. and Ahuja A.K., Factors Influencing the Sulphate Resistance of
Cement Concrete and Mortar, ASIAN JOURNAL OF CIVIL ENGINEERING
(BUILDING AND HOUSING), VOL. 7, NO. 3 (2006), pages 259-268.
64. Sulfate-resisting Cement and Concrete, Cement Concrete and Aggregates Australia,
July 2002, [Link] .
65. Mather Bryant, Effects of Seawater on Concrete, 18th Congress of the Permanent
International Association of Navigation.
66. ACI 201.2R-08, Guide to Durable Concrete, Reported by ACI Committee 201, 1st
Printing June 2008.
359