Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Χριστοφόρος
| Αρχιεπίσκοπος Χριστοφόρος | |
|---|---|
| Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας | |
| Εκκλησία | Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας |
| Έδρα | Τίρανα |
| Από | 12 Απριλίου 1937 |
| Έως | 25 Αυγούστου 1949 |
| Προκάτοχος | Βησσαρίων (Τζουβάνη) |
| Διάδοχος | Παΐσιος (Βόδιτσα) |
| Ιεροσύνη | |
| Χειροτονία | 2 Νοεμβρίου 1917 ως Επίσκοπος |
| Προσωπικά στοιχεία | |
| Κοσμικό Όνομα | Σωτήριος Κίσσι (Sotir Kissi) |
| Γέννηση | 1881 Βεράτιο, Βιλαέτι των Ιωαννίνων, Οθωμανική Αυτοκρατορία |
| Θάνατος | 17 Ιουνίου 1958 (77 ετών) Τίρανα, ΛΣΔ της Αλβανίας |
| Εθνικότητα | |
| Υπογραφή | |
| Δόγμα | Ανατολικός Ορθόδοξος Χριστιανισμός |
| Πρώην τίτλος | Επίσκοπος Συνάδων (1948-1949) |
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστοφόρος (κατά κόσμον Σωτήριος Κίσσι, αλβανικά: Sotir Kissi, Βεράτιο, 1881 - Τίρανα, 17 Ιουνίου 1958) ήταν Αλβανός επίσκοπος της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας και προκαθήμενός της, από τις 12 Απριλίου 1937 μέχρι τις 25 Αυγούστου 1949, ως Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας. Δηλητηριάστηκε το 1958.
Βιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γεννήθηκε το 1881 κοντά στο Βεράτιο, του Βιλαετίου των Ιωαννίνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (τώρα Μπεράτ, Αλβανία).
Το 1908 αποφοίτησε από τη Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Μετά την αποφοίτησή του, διορίστηκε δάσκαλος στο ελληνικό Μπάγκειο γυμνάσιο στην Κορυτσά.
Πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, το 1911 διορίστηκε ιεροκήρυκας στην εκκλησία της Αγίας Μαρίας στην περιοχή Πέραν (Μπέγιογλου). Υπηρέτησε ως ιερέας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης.
Το 1916 εκάρη μοναχός και στις 2 Νοεμβρίου 1917 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Συνάδων,[1] εφημέριος της Ιεράς Μητροπόλεως Δέρκων.
Τον Αύγουστο του 1923 στάλθηκε στην Αλβανία για να ξεπεράσει τις αναταραχές στην εκκλησιαστική ζωή, όπου έγινε εντάχθηκε στην απομονωμένη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας και στις 18 Νοεμβρίου του ίδιου έτους του απονεμήθηκε ο τίτλος του Μητροπολίτη Βερατίου.[2]
Κατόπιν αιτήματος του Προσωρινού Ανωτάτου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Αλβανίας, μαζί με τον Επίσκοπο Μελιτουπόλεως Ιερόθεο (Γιαχτόπουλο), στις 21 Νοεμβρίου 1923, στον καθεδρικό ναό του Αγίου Γεωργίου στην Κορυτσά, χειροτόνησαν τον αρχιμανδρίτη Θεοφάνη Στυλιανό (Νόλι) ως Επίσκοπο Δυρραχίου με την ανάδειξή του στο βαθμό του Μητροπολίτη και την υιοθέτηση του τίτλου του Προκαθήμενου πάσης Αλβανίας.
Το 1926 συμμετείχε σε σαρανταήμερες διαπραγματεύσεις μεταξύ εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, που είχαν ως στόχο την επίλυση της κανονικής θέσης της, με αποτέλεσμα να συνταχθεί «Σχέδιο Συμφωνίας» και να της αποδοθεί καθεστώς Αυτονομίας εντός του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι Αλβανοί εκκλησιαστικοί ηγέτες, ωστόσο, δεν θεώρησαν το θέμα ολοκληρωμένο και προσπάθησαν για πλήρη ανεξαρτησία, την οποία διακήρυξαν, με την υποστήριξη των κοσμικών αρχών, το 1929. Μη θέλοντας να λάβει μέρος σε αντικανονικές πράξεις, ο επίσκοπος Χριστόφορος αποσύρθηκε στην Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου (Αρδενίτσα). Σύντομα, η μη αναγνώριση της αυτοαποκαλούμενης Αυτοκεφαλίας από άλλες Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες εντάθηκε, ενέτεινε την ρωμαιοκαθολική προπαγάνδα και την εχθρική στάση, απέναντι στην Ορθοδοξία, της κυβέρνησης του Αχμέτ Ζώγου φέρνοντας την Εκκλησία σε δύσκολες συνθήκες. Ξεκίνησαν νέες διαπραγματεύσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπό τους όρους των οποίων ο Αρχιεπίσκοπος Βησσαρίων (Τζουβάνι) παραιτήθηκε από τη θέση του προκαθήμενου της Αλβανικής Εκκλησίας τον Μάιο του 1936 και τον Απρίλιο του 1937 η αλβανική εκκλησιαστική αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη είχε επικεφαλής τον επίσκοπο Χριστόφορο. Μετά από διαπραγματεύσεις, στις 12 Απριλίου του ίδιου έτους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, Βενιαμίν, με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο, παραχώρησε Αυτοκέφαλο καθεστώς στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας. Ο Επίσκοπος Συνάδων, Χριστόφορος, έγινε προκαθήμενος της με τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας.
Ηγήθηκε της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας κατά την περίοδο της προπολεμικής συγκρότησής της και εισπήδησε σε μέρος της κανονικής επικράτειας της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1942, παρά τις πιέσεις των Ιταλών, αρνήθηκε να εισαγάγει ουνίτες επισκόπους στη δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας. Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας ορίστηκε στα τέλη Μαΐου 1943 στα Τίρανα.
Αφού η Αλβανία συμπεριλήφθηκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής μετά τον πόλεμο, για αρκετά χρόνια παρέμεινε ο μόνος Ορθόδοξος επίσκοπος της παλαιάς τάξης στη χώρα που ήταν ελεύθερος. Αφότου οι άθεες αρχές θεώρησαν ότι δεν ήταν δυνατό να τον αντικαταστήσουν, συνελήφθη το 1948. Στις 25 Αυγούστου 1949, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, μετά από αίτημα των κρατικών αρχών, καθαίρεσε τον Αρχιεπίσκοπο Χριστοφόρο.
Όντας απομονωμένος, έζησε στον Ιερό Ναό του Αγίου Προκοπίου μέχρι τον θάνατό του. Βρέθηκε νεκρός, ως αποτέλεσμα δηλητηρίασης, το 1958. Η θέση του ως προκαθημένου ανατέθηκε σε έναν έμπιστο του κομμουνιστικού καθεστώτος, τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Παΐσιο.[3]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Παππά, Φιλαρέτη, «Η ορθόδοξη πίστη στην Αλβανία από την απελευθέρωση της χώρας το 1912 έως το 1944», Θεσσαλονίκη, 2014, σ. 32
- ↑ «Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Χριστοφόρος Κίσσης (+ 17-06-1958)». Ανακτήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2025.
- ↑ Rehabilitation Centre for Trauma and Torture Albania. «Genocidi Mbi Elitën Intelektuale të Kombit Shqiptar» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 3 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2025.
