Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δουκάτο της Κροατίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

 

Δουκάτο της Κροατίας
Kneževina Hrvatska  (κροατική)
Ducatus Chroatorum (Λατινικά)
Image
Σημαία
Image
Τοποθεσία της χώρας στον κόσμο
Νοτιανατολική Ευρώπη περίπου το 850 Μ.Χ. Το δουκάτο της Κροατίας με ροζ χρώμα.
Μη σταθερή έδρα[1]

Νιν
Κλις
Μπιάτσι
Σόλιν
Κνιν
Θρησκεία
Χώρα
Δούκας
  • Πατέρας του Ποργά και Ποργά (πρώτος Άρχων)
  • Μπόρνα (πρώτος γνωστός Δούκας)
  • Τόμισλαβ (τελευταίος Δούκας)
Δουκάτο
Υποτέλεια στους Φράγκους
Παπική αναγνώριση

δεκαετία του 790
7 Ιουνίου 879
Μετατροπή σε βασίλειο

Το Δουκάτο της Κροατίας (σύγχρονα κροατικά: Kneževina Hrvatska, επίσης Δουκάτο των Κροατών, σύγχρονα κροατικά: Kneževina Hrvata, λατινικά: Ducatus Chroatorum, ελληνικά: Χρωβατία) ήταν ένα μεσαιωνικό κράτος, που ιδρύθηκε από Λευκούς Κροάτες, που μετανάστευσαν στην περιοχή της πρώην ρωμαϊκής επαρχίας της Δαλματίας περίπου τον 7ο αιώνας μ.Χ. Καθ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του το Δουκάτο είχε πολλές έδρες, συγκεκριμένα τις πόλεις Κλις, Σόλιν, Κνιν, Μπιάτσι και Νιν. Αποτελούσε την παράκτια - το παράκτιο τμήμα της σημερινής Κροατίας - εκτός από την Ίστρια, και περιλάμβανε επίσης ένα μεγάλο μέρος της ορεινής ενδοχώρας.

Οι Κροάτες εγκαταστάθηκαν στη Δαλματία, αφού νίκησαν τους Παννόνιους Αβάρους την εποχή του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ηράκλειου Α'. Το Δουκάτο βρισκόταν στο επίκεντρο του ανταγωνισμού μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας για κυριαρχία στην περιοχή. Ο ανταγωνισμός της Κροατίας με τη Βενετία εμφανίστηκε στις πρώτες δεκαετίες του 9ου αιώνα και θα συνεχιζόταν στους επόμενους αιώνες. Η Κροατία έδωσε επίσης μάχες με τη Βουλγαρική Αυτοκρατορία (ίδρυση ~681, οι σχέσεις Βουλγαρίας-Κροατίας βελτιώθηκαν πολύ στη συνέχεια) και με τους Άραβες. Επιδίωξε επίσης να επεκτείνει τον έλεγχό της σε σημαντικές παράκτιες πόλεις-κράτη υπό την κυριαρχία του Βυζαντίου. Η Κροατία γνώρισε περιόδους υποτέλειας στους Φράγκους ή στους Βυζαντινούς και ντε φάκτο ανεξαρτησίας μέχρι το 879, όταν ο Δούκας Μπράνιμιρ αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητος ηγεμόνας από τον Πάπα Ιωάννη Η'. Το Δουκάτο διοικήθηκε από τις δυναστείες Τρπιμίροβιτς και Ντομαγόγεβιτς από το 845 έως το 1091. Γύρω στο 925, κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Ταμισλάου, η Κροατία έγινε βασίλειο.

Η «Δαλματική Κροατία» (Dalmatinska Hrvatska) και η «Παράκτια Κροατία» (Primorska Hrvatska) είναι σύγχρονες ονομασίες μεταξύ των ιστορικών για το Δουκάτο. Το κράτος αποκαλείται μερικές φορές πριγκιπάτο, δηλαδή «Πριγκιπάτο της Κροατίας». Το πρώτο καταγεγραμμένο όνομα για το Δουκάτο ήταν «Γη των Κροατών» (λατινικά: regnum Croatorum) το 852[2]. Η Κροατία δεν ήταν ακόμη βασίλειο εκείνη την εποχή και ο όρος regnum χρησιμοποιείται γενικά ως χώρα[3]. Στις βυζαντινές πηγές η οντότητα ονομαζόταν συνήθως Χρωβατία[4].

Ο πρώτος γνωστός δούκας, ο Μπόρνα, ονομάστηκε «Δούκας της Δαλματίας» (λατινικά: Dux Dalmatiae)[5] και αργότερα «Δούκας της Δαλματίας και της Λιβυρνίας» (λατινικά: Dux Dalmatiae atque Liburniae)[6]. Το κροατικό όνομα καταγράφεται σε σύγχρονους χάρτες Κροατών δουκών από το δεύτερο μισό του 9ου αιώνα. Ο Τρπίμιρ Α' ονομάστηκε «Δούκας των Κροατών» (λατινικά: Dux Chroatorum) σε λατινικό χάρτη που εκδόθηκε το 852[7], ενώ ο Μπράνιμιρ ορίστηκε ως «Δούκας των Κροατών» (λατινικά: Dux Cruatorvm) σε μια διατηρημένη επιγραφή από το Σόποτ κοντά στο Μπένκοβατς[8].

Στην περιοχή της ρωμαϊκής επαρχίας της Δαλματίας, διάφορες φυλετικές ομάδες, που οι Βυζαντινοί ονομάζονταν Σκλαβηνούς, εγκαταστάθηκαν κατά μήκος των ακτών της Αδριατικής. Η Κροατία στον πρώιμο Μεσαίωνα ήταν μια περιοχή, που οριοθετείτο από την ενδοχώρα της Ανατολικής Αδριατικής από τη μία πλευρά, στη συνέχεια επεκτεινόταν σε ένα τμήμα της δυτικής Ερζεγοβίνης, της δυτικής και κεντρικής Βοσνίας, μετά στη Λίκα, στον ποταμό Γκάτσκα και στην Κρμπάβα και βορειοδυτικά με το Βίνοντολ και το Λαμπίν στην κροατική παράκτια περιοχή[9]. Αρκετές παράκτιες πόλεις-κράτη της Δαλματίας ήταν υπό την κυριαρχία των Βυζαντινών, συμπεριλαμβανομένου του Σπλιτ, του Ζαντάρ, του Κότορ και του Ντουμπρόβνικ, καθώς και των νησιών Χβαρ και Κρκ[10]. Στα νότια, η Κροατία συνόρευε με τη γη των Ναρεντίνων, η οποία εκτεινόταν από τους ποταμούς Τσέτινα έως τον Νέρετβα, και είχε στην κατοχή της τα νησιά Μπρατς, Χβαρ, Κόρτσουλα, Μλιετ, Βις και Λάστοβο[11]. Στο νότιο τμήμα της Δαλματίας, υπήρχε η Ζαχλουμία, η Τερβουνία και η Διόκλεια (σημερινό Μαυροβούνιο). Βόρεια της Κροατίας υπήρχε το Δουκάτο της Κάτω Παννονίας. Η Κροατία, όπως και άλλα πρώιμα μεσαιωνικά κράτη, δεν είχαν μόνιμη πρωτεύουσα και Κροάτες δούκες διέμεναν σε διάφορα μέρη στις αυλές τους. Το πρώτο σημαντικό κέντρο της Κροατίας ήταν το Κλις κοντά στο Σπλιτ, όπου διέμενε ο δούκας Τρπίμιρ Α'. Άλλοι δούκες κυβέρνησαν από τις πόλεις Σόλιν, Κνιν, Μπιάτσι και Νιν[12][13].

Οι ρωμαϊκές επαρχίες και οι αυτόχθονες πληθυσμοί στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της επαρχίας της Δαλματίας και άλλων περιοχών της πραιτοριανής υπαρχίας του Ιλλυρικού, δέχθηκαν επίθεση και κατακτήθηκαν από τους Ούννους και τους Γότθους, με τους τελευταίους Οστρογότθους να σχηματίζουν το Οστρογοτθικό Βασίλειο (493-553). Αρχαιολογικά ευρήματα περονών και άλλων τέχνεργων επιβεβαιώνουν την παρουσία Οστρογότθων και Γεπίδων στη Βόρεια Δαλματία[14][15][16] και στην Παννονία[17].

Παρόλο που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατάφερε να ανακαταλάβει την επικράτεια (παρά την Πανώλη του Ιουστινιανού και την Ύστερη Μικρή Εποχή των Παγετώνων)[18], από τα μέσα του 6ου αιώνα ακολούθησαν ακόμη πιο καταστροφικές εισβολές και μεταναστεύσεις των Πρωτοσλάβων[18]. Το μεγαλύτερο μέρος της ρωμαϊκής επαρχίας τον 7ο αιώνα πιέστηκε από το Χαγανάτο των Αβάρων, μια νομαδική συνομοσπονδία υπό την ηγεσία των Παννονικών Αβάρων, που υπέταξαν τις γύρω σλαβικές φυλές[19]. Περίπου το 614 οι Άβαροι και οι Σλάβοι λεηλάτησαν και κατέστρεψαν αποφασιστικά την πρωτεύουσα της επαρχίας της Δαλματίας, τα Σάλωνα, και διατήρησαν τον άμεσο έλεγχο της περιοχής[20].

Σύμφωνα με το έργο Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, οι Λευκοί Κροάτες είτε προσκλήθηκαν στην επαρχία της Δαλματίας από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ηράκλειο (610–641) και τους επέτρεψε να εγκατασταθούν εκεί, αφού νίκησαν τους Αβάρους, είτε, επικρατώντας των Αβάρων μετά τον μακροχρόνιο πόλεμο, οι Κροάτες μετανάστευσαν μέσω του Σάβα από τη δική τους Παννονία Σαβία[21]. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι Κροάτες οδηγούνταν από πέντε αδέρφια (Κλούκας, Λόμπελος, Κοσέντζης, Μούχλο, Χρόβατος) και δύο αδερφές (Τούγκα, Μπούγκα), ο πρώτος τους άρχοντας κατά τους πολέμους των Αβάρων και τον εποικισμό τους ήταν ο ανώνυμος πατέρας του Ποργά και ο πρώτος εκχριστιανισμός έγινε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του ίδιου του Ποργά (και οι δύο σύγχρονοι του Ηρακλείου, κατά την πηγή)[22]. Ωστόσο, οι μαρτυρίες έχουν ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως από τους ιστορικούς: ότι ο πόλεμος της Κροατίας εναντίον των Αβάρων πιθανώς ήταν μια εξέγερση, αφού οι Κροάτες είχαν ήδη εγκατασταθεί στη Δαλματία, υποστηρίχθηκαν διπλωματικά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά την ανεπιτυχή Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (626)[23][24][25] ή ήταν μια αναφορά στους φραγκοαβαρικούς πολέμος στα τέλη του 8ου και αρχές του 9ου αιώνα[26]. Αν και ο εκχριστιανισμός των Κροατών ξεκίνησε αμέσως μετά την άφιξή τους στη Δαλματία, στις αρχές του 9ου αιώνα ένα μέρος των Κροατών ήταν ακόμα ειδωλολάτρες[27], οπότε επρόκειτο για μια σταδιακή διαδικασία, που συνεχίστηκε τον 8ο έως τα μέσα του 9ου αιώνα[28][29].

Στις αρχές του 9ου αιώνα, η Κροατία εμφανίστηκε ως πολιτική οντότητα με έναν δούκα ως αρχηγό του κράτους, εδαφικά στις λεκάνες των ποταμών Τσέτινα, Κρκα και Ζρμάνια. Διοικήθηκε σε 11 επαρχίες (ζουπάνιγια)[30].  

Τα στοιχεία για την άφιξη του νέου σλαβικού (-κροατικού) πληθυσμού του 7ου αιώνα είναι ταφές αποτέφρωσης, κεραμική πολιτισμού της Πράγας, περόνες και άλλα τεχνουργήματα που βρέθηκαν κοντά τους, τα οποία είναι άτυπα για έναν ρωμαϊκό και χριστιανικό πληθυσμό εκείνη την εποχή[31][32][33][34][35][36][37], καθώς και καταστροφές οικισμών και ναών και αλλαγή του τρόπου ζωής των ιθαγενών[38]. Στην περίπτωση των πρώιμων Κροατών, ο ενταφιασμός γινόταν επίσης φτιάχνοντας έναν ταφικό θάλαμο με ξύλινη ή πέτρινη κατασκευή, η οποία «ήταν μια παράδοση, που προερχόταν από την αρχική πατρίδα των Κροατών στο βορρά και δεν είχε παραλληλισμούς στους γηγενείς περιφερειακούς πολιτισμούς»[39]. Ωστόσο, αν και ο υλικός πολιτισμός αποδεικνύει τη μετανάστευση των Σλάβων, είναι πρακτικά αδύνατο να διαφοροποιηθούν με τον πρώιμο σλαβικό υλικό πολιτισμό οι σλαβικές φυλετικές εθνοτικές ταυτότητες από τη γενική μάζα των Σλάβων[40][41].

Ο εκχριστιανισμός πιθανώς άρχισε να γίνεται ευρύτερα αποδεκτός από τον 8ο αιώνα[42]. Τις ταφές καύσης στις αρχές του 8ου αιώνα ακολούθησαν νεκροταφεία σε σειρές με ειδωλολατρικές ταφικές πρακτικές μέχρι τα μέσα του 9ου αιώνα, στη συνέχεια νεκροταφεία σε σειρές με παγανιστικές και χριστιανικές ταφικές πρακτικές και νεκροταφεία σε σειρές με αποκλειστικά χριστιανικές ταφικές πρακτικές μέχρι το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα και νεκροταφεία δίπλα σε εκκλησίες με ενταφιασμό από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα, με υποχρεωτικές ταφές δίπλα σε εκκλησίες από το δεύτερο τρίτο του 11ου αιώνα[43][29].

Στο παννονικό τμήμα της Κροατίας βρέθηκαν τόσο πρώιμα όσο και ύστερα τεχνουργήματα των Αβάρων, ενώ στο παράκτιο τμήμα της Κροατίας τα ευρήματα αβαρικής προέλευσης είναι σχεδόν ανύπαρκτα (τρία) και χρονολογούνται μόνο στην Ύστερη Αβαρική περίοδο[44]. Στη Δαλματία πιθανότατα ήταν πολεμικά λάφυρα από τους Φραγκο-Αβαρικούς Πολέμους (788–803) ή τη Μάχη του Κούπα (819)[45].

Image
Καρολίγγεια ξίφη από την πρώιμη μεσαιωνική Κροατία.

Οι Κροάτες από τα τέλη του 8ου και τον 9ο αιώνα έχουν υψηλή συγκέντρωση καρολίγγειων-Βίκινγκ σπαθιών (πάνω από 24[46], κυρίως τύπου Κ, αλλά και τύπου 1 και τύπου Η[47][48], μετα-Καρολίγειας εμφάνισης τύπου R και τύπου X[49] και άλλου τύπου Χ[50] (συμπεριλαμβανομένου ενός μακριού μαχαιριού, μακριού δόρατος και βελών, καθώς και μποτών με σπιρούνια, και άλλων καρολίγγειας επιρροής)[51], ορισμένα θεωρούμενα ως απόδειξη της συμμετοχής της Κροατίας στους Φραγκοαβαρικούς Πολέμους στα τέλη του 8ου και στις αρχές του 9ου αιώνα (αν και οι φράγκικες πηγές δεν αναφέρουν το κροατικό εθνώνυμο μεταξύ των αρχών του 7ου και τελών του 9ου αιώνα[52]) και μέρος του κεντροευρωπαϊκού και καρολίγγειου πολιτικού και πολιτιστικού κόσμου επιρροής τουλάχιστον από τον δούκα Μπόρνα (~810–821)[53][54]. Ωστόσο, η διανομή και η συγκέντρωση σπαθιών τύπου Κ στην Ευρώπη δεν ανταποκρίνεται στην υπόθεση ότι ήταν επίσημος οπλισμός του φράγκικου στρατού[55]. Δεν αποτελούν ούτε απόδειξη μετανάστευσης Κροατών στα τέλη του 8ου και στις αρχές του 9ου αιώνα, όπως υποστήριξαν ορισμένοι μελετητές, αλλά ως φράγκικα δώρα πίστης[56] είχαν επιρροή στην εδραίωση της ταυτότητας και της εθνογένεσης της κροατικής ελίτ εκείνη την εποχή[57][58]. Η διανομή όπλων και εξοπλισμού ιππικού στη σημερινή Κροατία και Βοσνία-Ερζεγοβίνη, που βρέθηκαν κοντά σε παλιούς δρόμους και συχνά με χρυσά νομίσματα του Κωνσταντίνου Ε' (741–775), που ήταν ακόμη σε χρήση[59], είναι εντός των συνόρων και αντιστοιχούν σε ιστορικά γεγονότα, που σχετίζονται με το Δουκάτο της Κροατίας και το Βασίλειο της Κροατίας[60].

Image
Χρυσά σπιρούνια με σετ στήριξης από την Κάτω Παννονία.

Πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα στην Κάτω Παννονία, συμπεριλαμβανομένης της πλούσιας ταφής (χρυσά σπιρούνια με σετ στήριξης, μενταγιόν με κρύσταλλο, χρυσό νόμισμα του Κωνσταντίνου Ε', ρούχα υφασμένα με χρυσές κλωστές) που ανήκαν σε έναν τοπικό δούκα της Μπόινα, που έχουν πολύ παρόμοιες αναλογίες στην Μπισκούπια κοντά στο Κνιν και στην Μορπόλατσα στη Δαλματία[61], υποδεικνύουν ότι ανήκε σε Κροάτες που διέδωσαν τον έλεγχο στην περιοχή γύρω από το Σίσακ[62].

Σκουλαρίκια (σταφυλοειδή από πολύτιμα μέταλλα) και άλλα περιλαμβάνουν «παραδείγματα χειροτεχνίας Βυζαντινών χρυσοχόων, πιθανώς εισαγόμενα μέσω μιας από τις πόλεις της Δαλματίας που ήταν υπό βυζαντινή κυριαρχία», αλλά «είναι γνωστό ότι βρέθηκαν στη Δυτική Παννονία»[63]. Πιο απλά κοσμήματα από ασήμι και μπρούτζο είναι σκουλαρίκια τύπου S (τυπικά Σκλαβηνών) και ψευδο-S, βυζαντινής προέλευσης μενταγιόν τύπου ωμέγα και σε σχήμα αστεριού και πολλά δαχτυλίδια και περιδέραια[63]. Σπάνια δοχεία κατασκευασμένα από κέρατα και χαραγμένα με εικονογραφία (δύο κερασφόρα ζώα που βλέπουν το δέντρο της ζωής ανάμεσά τους) βρέθηκαν επίσης μόνο στη Δυτική Παννονία (Σόπρον και Ζαλαβάρ, Ουγγαρία)[64]. Αντικείμενα από οστά, μαζί με άλλα αναφερόμενα, εξαφανίστηκαν ξαφνικά με την καθιέρωση της χριστιανικής ταφής από τα μέσα του 9ου αιώνα, καθώς και εγκαταλειμμένες παγανιστικές νεκροπόλεις (κοντά στις οποίες αναδύονται νεκροταφεία χριστιανικής τελετουργίας), αλλά δεν υπήρξε καμία καταστροφή, κάτι που δείχνει ότι «η υιοθέτηση του Χριστιανισμού από τους Κροάτες επιβλήθηκε χωρίς μεγάλους κοινωνικούς αναβρασμούς»[65]. Αρκετά αρχαιολογικά ευρήματα και επιγραφές, που χρονολογούνται στα τέλη του 8ου και στο πρώτο μισό του 9ου αιώνα στην επικράτεια της πρώιμης μεσαιωνικής Κροατίας, δείχνουν την ιεραποστολική δραστηριότητα του Πατριαρχείου της Ακουιλείας[66].

Image
Γενική εξάπλωση των τεχνουργημάτων των πολιτισμών της Παλαιάς Κροατίας και της Παννονίας- Μπιέλο Μπρντο κατά τη διάρκεια της Πρώιμης Μεσαιωνικής περιόδου (κατά Sokol, 1999).

Μερικά από τα ευρήματα «είναι χαρακτηριστικό της κροατικής παραγωγής»[47]. Από τα μέσα του 9ου αιώνα άκμασε μια χαρακτηριστική παραγωγή κοσμημάτων κροατικού τύπου (πιο αξιοσημείωτα ήταν τα μεγάλα σκουλαρίκια σε σχήμα χάντρας «χωρίς σύγχρονο ευρωπαϊκό παράλληλο», ενώ στατιστικά με σειρά συχνότητας σκουλαρίκια, μενταγιόν, δαχτυλίδια, κουμπιά, περιδέραια)[67]. Οι αρχαιολόγοι αναγνωρίζουν και διακρίνουν δύο πολιτιστικές παραλλαγές της «παλαιο-κροατικής» αρχαιολογικής περιόδου (7/9ος-11ος αιώνας [68] ), έναν Παλαιο-Κροατικό ή Κροατικό-Δαλματικό/Παράκτιο πολιτισμό, και τον πολιτισμό Μπιέλο Μπρντο της Παννονίας (από τα μέσα του 10ου αιώνα[69])[70][71], σύγχρονοι με τον πολιτισμός της Καρινθίας-Κέτλαχ στα δυτικά[72][73]. Τα ευρήματα της κροατικής-δαλματικής παραλλαγής βρέθηκαν από την Ίστρια μέχρι το Ντουμπρόβνικ, στην ενδοχώρα κοντά στους ποταμούς Νερέτβα, Βρμπας και Μπόσνα και στη νοτιοδυτική Παννονία, ενώ η δεύτερη παραλλαγή ήταν κυρίως παρούσα μεταξύ της περιοχής ΣάβαΔράβου στην Κροατία και στη βόρεια Βοσνία-Ερζεγοβίνη με ορισμένα ευρήματα στην ακτή και την ενδοχώρα[74][75]. Τα αρχαιολογικά ευρήματα του κροατο-δαλματικού πολιτισμού στην Κάτω Παννονία και τη βορειοδυτική Βοσνία-Ερζεγοβίνη, καθώς και στην Ίστρια και ανατολικά τμήματα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, μπορούν να αποδοθούν στην επιρροή και στο εμπόριο, αλλά και στην επέκταση της πρώιμης μεσαιωνικής Κροατίας[76].

Υποτέλεια στους Φράγκους

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Φράγκοι απέκτησαν τον έλεγχο της Παννονίας και της Δαλματίας τη δεκαετία του 790 και την πρώτη δεκαετία του ένατου αιώνα[77]. Το 788 ο Καρλομάγνος, αφού κατέκτησε τη Λομβαρδία, στράφηκε ανατολικότερα και υπέταξε την Ίστρια. Στη δεκαετία του 790, ο Δούκας Βόινομιρ της Παννονίας αποδέχτηκε τη φραγκική κυριαρχία, τη γη της οποίας οι Φράγκοι έθεσαν υπό την Μοίρα του Φριούλι και προσπάθησαν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στους Κροάτες της Δαλματίας. Το 799, οι Φράγκοι υπό την ηγεσία του Ερρίκου του Φριούλι ηττήθηκαν στη μάχη του Τρσατ στη Λιβυρνία. Ωστόσο, από το 803 η Φραγκοκρατία αναγνωρίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Δαλματίας[78]. Οι Φράγκοι διεξήγαγαν επίσης πολέμους με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μέχρι που υπογράφηκε μια συνθήκη ειρήνης, γνωστή ως Ειρήνη του Νικηφόρου Α', το 812. Με αυτή τη συνθήκη οι Βυζαντινοί διατήρησαν τον έλεγχο των παράκτιων πόλεων και νησιών στη Δαλματία, ενώ αναγνώρισαν την κυριαρχία των Φράγκων στην Ίστρια και τη Δαλματική ενδοχώρα[79].

Περίπου από το 810 ο Μπόρνα κυβέρνησε το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Δαλματίας και ήταν υποτελής της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας[78]. Ο Μπόρνα ήταν δούκας των Γουδουσκάνων (και αργότερα δούκας της Δαλματίας, καθώς και της Δαλματίας και της Λιβυρνίας ), μιας φυλής που πιθανότατα ζούσε στην περιοχή Γκάτσκα (σήμερα στη Λίκα). Η κυριαρχία του σημαδεύτηκε από την εξέγερση του Λιούντεβιτ κατά των Φράγκων και ο Λιούντεβιτ νίκησε τον Μπόρνα στη μάχη του Κούπα (819) κάπου κοντά στον ποταμό Κούπα και άρχισε να λυμαίνεται τη Δαλματία, αλλά οι σκληρές συνθήκες και οι συνεχείς επιθέσεις των ανδρών του Μπόρνα ανάγκασαν τον Λιούντεβιτ σε υποχώρηση. Το 821 ο Μπόρνα πέθανε και τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του, Βλαδισλάβος, και ο θείος του, Λιουντεμίσλ (ο οποίος κατάφερε να σκοτώσει τον Λιούντεβιτ).

Η υποτέλεια και η σύγκρουση μεταξύ Σλάβων της Κάτω Παννονίας και Φράγκων, επίσης πιθανώς επηρεασμένη από τη σύγκρουση του δεύτερου 9ου αιώνα κατά τη διάρκεια του Κροατού δούκα Ντομαγκόι, αντανακλάται πιθανώς στην αφήγηση του 30ού κεφαλαίου του Περί Αυτοκρατορικής Διοικήσεως ότι «μέχρι πολύ πρόσφατα οι Κροάτες της Δαλματίας υπόκεινταν επίσης στους Φράγκους… Οι Κροάτες, μη μπορώντας να αντέξουν μια τέτοια μεταχείριση από τους Φράγκους, ξεσηκώθηκαν από αυτούς και σκότωσαν αυτούς που είχαν για τους άρχοντες. Λόγω αυτού, ένας μεγάλος στρατός από τη Φραγκία ήρθε εναντίον τους και, αφού πολεμούσαν αλλήλους για εφτά χρόνια, εν τέλει, και με δυσκολία, οι Κροάτες κατάφεραν να κυριαρχήσουν και σκότωσαν όλους τους Φράγκους και τον άρχοντά τους»[80][81].

Μεταξύ Ανατολής και Δύσης

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Αντιπροσωπεία Κροατών και Σέρβων στον Βασίλειο Α' (867–886), στη Σύνοψι Ιστοριών (12ος αιώνας).
Image
Η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού του 9ου αιώνα στη Νιν.
Image
Επιγραφή Μπράνιμιρ (879–892), μια λατινική αναφορά στον δούκα Μπράνιμιρ ως Dux Cruatorum .

Το Δουκάτο της Κροατίας βρισκόταν μεταξύ δύο μεγάλων δυνάμεων του Μεσαίωνα: της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή, που έλεγχε τις πόλεις και τα νησιά της Δαλματίας και στόχευε να επεκτείνει την κυριαρχία τους σε ολόκληρη την πρώην ρωμαϊκή επαρχία της Δαλματίας, και τους Φράγκους στη Δύση, που προσπαθούσαν να ελέγξουν τα βόρεια και βορειοδυτικά εδάφη[82]. Η βυζαντινή επιρροή στην Κροατία αντανακλάται επίσης στη δημιουργία του κροατικού δικαίου και στο εμπόριο με τις βυζαντινές παράκτιες πόλεις[83].

Στο δεύτερο τέταρτο του 9ου αιώνα οι Κροάτες άρχισαν να αναπτύσσουν ναυτικό. Μαζί με τους Ναρεντίνους, που ήταν ακόμα ειδωλολάτρες εκείνη την εποχή και καταλάμβαναν το έδαφος των εκβολών του ποταμού Νερέτβα, δραστηριοποιούνταν στην Αδριατική Θάλασσα και έκαναν τη ναυτιλία και το ταξίδι στην περιοχή επικίνδυνα, ειδικά για τη Βενετία[84]. Ως εκ τούτου, το 839 οι Ενετοί υπό τον Δόγη Πιέτρο Τραντόνικο επιτέθηκαν στην ανατολική ακτή της Αδριατικής, συμπεριλαμβανομένης της Κροατίας, αλλά κατά τη διάρκεια της επίθεσης υπέγραψαν ειρήνη με τον ηγεμόνα τους, πρίγκηπα Μίσλαβ (λατινικά: principe Muisclavo), που κυβέρνησε από το Κλις κοντά στο Σπλιτ. Η συνθήκη ειρήνης υπογράφηκε σε ένα μέρος που ονομαζόταν Άγιος Μαρτίνος. Ο Δόγης επιτέθηκε επίσης στα νησιά των Ναρεντίνων, αλλά δεν κατάφερε να τα νικήσει και έκανε ειρήνη με τον αρχηγό τους, ο οποίος αναφέρεται ως κόμης Δροσαϊκός από τον χρονικογράφο Ιωάννη τον Διάκονο. Ωστόσο, η συνθήκη ειρήνης ήταν βραχύβια και τον επόμενο χρόνο οι Βενετοί ηττήθηκαν από τους Ναρεντίνους[85]. Η πειρατεία συνεχίστηκε στην Αδριατική, καθώς και η εχθρότητα προς τη Βενετία, όπως φαίνεται από τη σύμβαση μεταξύ του αυτοκράτορα Λοθάριου Α' και του Δόγη Τραντόνικο, στην οποία ο Δόγης δεσμεύτηκε να υπερασπιστεί τις πόλεις στην Ιταλία και την Ίστρια από τις σλαβικές επιθέσεις[86].

Τον Δούκα Μίσλαβ διαδέχθηκε γύρω στο 845 ο Τρπιμίρ Α΄, ο οποίος συνέχισε την επίσημη κληρονομιά του να είναι υποτελής του Φράγκου βασιλιά Λοθάριου Α΄ (840–855), αν και κατάφερε να ενισχύσει την προσωπική του κυριαρχία στην Κροατία. Οι αραβικές εκστρατείες αποδυνάμωσαν πλήρως τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη Βενετία, η οποία χρησιμοποιήθηκε στην προέλαση του Κροάτη δούκα το 846 και το 848. Το 846, ο Τρπιμίρ επιτέθηκε με επιτυχία στις βυζαντινές παράκτιες πόλεις και στον πατρίκιό τους. Μεταξύ 854 και 860, υπερασπίστηκε επιτυχώς τη γη του από τη βουλγαρική εισβολή υπό τον κνιαζ Βόρις Α' της Βουλγαρίας, κάπου στη βορειοανατολική Βοσνία, συνάπτοντας μια συνθήκη ειρήνης με τον Βόρις και ανταλλάσσοντας δώρα. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος αναφέρει την παραδοσιακή φιλία μεταξύ Βουλγάρων και Κροατών, που μέχρι τότε συνυπήρχαν ειρηνικά[87][88].

Σε έναν λατινικό χάρτη που σώζεται σε επανεγγραφή του 1568, που χρονολογείται στις 4 Μαρτίου 852 ή, σύμφωνα με μια νεότερη έρευνα, περίπου το 840[89], ο Τρπιμίρ αναφέρεται στον εαυτό του ως «αρχηγός των Κροατών με τη βοήθεια του Θεού» (λατινικά: dux Croatorum iuvatus munere divino). Η γη του ονομάζεται «Βασίλειο των Κροατών» (λατινικά: regnum Croatorum) και μπορεί απλώς να ερμηνευθεί ως «Επικράτεια των Κροατών», αφού ο Τρπιμίρ δεν ήταν βασιλιάς. Ο όρος regnum χρησιμοποιήθηκε και από άλλους δούκες εκείνης της εποχής ως ένδειξη της ανεξαρτησίας τους[90]. Αυτός ο χάρτης τεκμηριώνει επίσης την ιδιοκτησία του στο Φρούριο Κλις, από όπου επικεντρώθηκε η κυριαρχία του, και αναφέρει τις δωρεές του Μίσλαβ στην Αρχιεπισκοπή του Σπλιτ. Κοντά στην αυλή του στο Κλις, στο Ριζίνιτσε, ο Τρπιμίρ έχτισε μια εκκλησία και το πρώτο μοναστήρι των Βενεδικτίνων στην Κροατία. Το όνομά του είναι εγγεγραμμένο σε ένα πέτρινο θραύσμα από ένα τέμπλο του βωμού της εκκλησίας του μοναστηριού Ριζίνιτσε[91]. Τον θυμούνται σαφώς ως τον ιδρυτή της Δυναστεία των Τρπιμίροβιτς, μιας ιθαγενούς κροατικής δυναστείας, που κυβέρνησε, με διακοπές, από το 845 έως το 1091 στην Κροατία[92].

Το 864 ο Δούκας Ντομαγκόι, ιδρυτής της Δυναστεία των Ντομαγκόγεβιτς, σφετερίστηκε τον θρόνο μετά το θάνατο του Τρπιμίρ και ανάγκασε τους γιους του, συμπεριλαμβανομένου του Ζντέσλαβ, να καταφύγουν στην Κωνσταντινούπολη[8]. Κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Ντομαγκόι, η πειρατεία ήταν μια κοινή πρακτική στην Αδριατική. Οι πειρατές επιτέθηκαν σε χριστιανούς ναύτες, συμπεριλαμβανομένου ενός πλοίου με παπικούς κληρικούς, που επέστρεφαν από την Όγδοη Καθολική Οικουμενική Σύνοδο[93] αναγκάζοντας έτσι τον Πάπα να παρέμβει ζητώντας από τον Ντομαγκόι να σταματήσει την πειρατεία, αλλά οι προσπάθειές του δεν είχαν αποτέλεσμα. Ο Ντομαγκόι διεξήγαγε πολέμους με τους Άραβες, τους Ενετούς και τους Φράγκους. Το 871, βοήθησε τους Φράγκους, ως υποτελής τους, να καταλάβουν το Μπάρι από τους Άραβες, αλλά αργότερα οι ενέργειες των Φράγκων υπό την κυριαρχία του Καρλομάνου της Βαυαρίας οδήγησαν σε εξέγερση του Ντομαγκόι κατά της Φραγκοκρατίας. Η εξέγερση πέτυχε και η φραγκική κυριαρχία στη Δαλματία έληξε, αλλά επρόκειτο να συνεχιστεί λίγο περισσότερο στην Κάτω Παννονία[94]. Η κυριαρχία του Ντομαγκόι είδε επίσης αυξημένη βυζαντινή επιρροή στην περιοχή, που αντανακλάται ιδιαίτερα στην ίδρυση του Θέματος της Δαλματίας. Μετά τον θάνατό του το 876, ο Ζντέσλαβ, ο οποίος είχε στενούς δεσμούς με το Βυζάντιο, επέστρεψε από την εξορία, σφετερίστηκε το θρόνο από έναν ανώνυμο γιο του Ντομαγκόι και αποκατέστησε την ειρήνη με τη Βενετία το 878[95].

Ανεξάρτητο βασίλειο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Χάρτης του Δούκα Μούνσιμιρ από το 892. (μεταγραφή): divino munere Croatorum dux («με τη βοήθεια του Θεού, Δούκας των Κροατών»).

Η βασιλεία του Δούκα Ζντέσλαβ ήταν σύντομη και έληξε το 879, όταν ο Μπράνιμιρ του Οίκου Ντομαγκόγεβιτς τον σκότωσε και σφετερίστηκε τον θρόνο[96]. Ο Μπράνιμιρ ήταν, σε αντίθεση με τον Ζντεσλάβ, υποστηρικτής της Ρώμης και επέστρεψε τη χώρα στη ρωμαϊκή επιρροή. Είχε τακτικές επαφές με τον Πάπα Ιωάννη Η', στον οποίο έστειλε επιστολή αποκαλύπτοντας τις προθέσεις του να εμπιστευτεί τον λαό του και τη χώρα του στην Αποστολική Έδρα. Ο Πάπας απάντησε στα αιτήματά του επαινώντας την πρωτοβουλία του και το 879 το Δουκάτο υπό τον Μπράνιμιρ, απαλλαγμένο πλέον από τη φραγκική επικυριαρχία, έλαβε παπική αναγνώριση ως κράτος[94][97].

Το δεύτερο μισό του 9ου αιώνα σηματοδότησε μια σημαντική αύξηση της παπικής επιρροής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο Πάπας Ιωάννης Η' παραπονέθηκε στον Ντομαγκόι για την εμμονή του Πατριάρχη Ιγνατίου, ο οποίος αρνήθηκε τη δικαιοδοσία του στη Βουλγαρία και διόρισε νέο αρχιεπίσκοπο. Ο Πάπας ζήτησε επίσης από τους Δούκες Ζντέσλαβ και Μπράνιμιρ βοήθεια και προστασία για τους λεγάτους του, που διέσχιζαν την Κροατία στο δρόμο τους προς τη Βουλγαρία. Αν και η ακριβής γεωγραφική έκταση του Δουκάτου δεν είναι γνωστή, αυτά τα αιτήματα επιβεβαιώνουν τη γεωγραφική γειτνίαση μεταξύ της Κροατίας και της Βουλγαρίας, η οποία συνόρευε πιθανώς κάπου στη Βοσνία[97].

Ο Μούνσιμιρ (ονομαζόμενος επίσης Μούτιμιρ), ο μικρότερος γιος του Τρπιμίρ, ήρθε στο θρόνο μετά τον θάνατο του Μπράνιμιρ (περίπου 892), ο οποίος σηματοδότησε την επιστροφή του Οίκου Τρπιμίροβιτς στην εξουσία. Μια λατινική χάρτα από το Μπιάτσι κοντά στο Τρογκίρ με ημερομηνία 28 Σεπτεμβρίου 892 με το ονόμασε τον Μούνσιμιρ «Δούκα των Κροατών» (λατινικά: Croatorum dux)[98]. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, στα τέλη του 9ου αιώνα οι Ούγγροι διέσχισαν τα Καρπάθια και εισήλθαν στη λεκάνη των Καρπαθίων[99]. Εισέβαλαν στη βόρεια Ιταλία και νίκησαν επίσης τον δούκα Μπράσλαβ από το Δουκάτο της Παννονίας, θέτοντας σε κίνδυνο την Κροατία[100].

Ο Μούνσιμιρ κυβέρνησε μέχρι το 910 περίπου, όταν τον διαδέχθηκε ο Τόμισλαβ, ο τελευταίος δούκας και ο πρώτος βασιλιάς της Κροατίας. Ο Βενετός χρονικογράφος Ιωάννης ο Διάκονος έγραψε ότι το 912 ένας Βενετός πρέσβης, επιστρέφοντας από τη Βουλγαρία, πέρασε από την κροατική επικράτεια πριν φτάσει στη γη Ζαχλουμία[101], που υποδηλώνει ότι η Κροατία εκείνη την εποχή συνόρευε επίσης με τη Βουλγαρία, τότε υπό την κυριαρχία του Συμεών Α'[102]. Στην Historia Salonitana, ένα χρονικό του 13ου αιώνα που γράφτηκε από τον Θωμά τον Αρχιδιάκονο από το Σπλιτ, ο Τόμισλαβ αναφέρθηκε ως Δούκας της Κροατίας το 914[103]. Η Κροατία είχε τότε 100.000 πεζούς και 60.000 ιππείς, 80 μεγάλα πλοία και 100 μικρότερα σκάφη[104], αλλά αυτοί οι αριθμοί θεωρούνται ως σαφής υπερβολή και υπερβολική έμφαση των κροατικών δυνάμεων. Η Κροατία έδωσε επίσης μάχες με τους Μαγυάρους στις αρχές του 10ου αιώνα[100]. Σύμφωνα με την παλαιογραφική ανάλυση του αρχικού χειρογράφου του De Administrando Imperio, που υποτίθεται ότι ο αριθμός των κατοίκων στη μεσαιωνική Κροατία υπολογίζεται μεταξύ 440.000 και 880.000 ατόμων και ο στρατιωτικός αριθμός Φράγκων και Βυζαντινών, η στρατιωτική δύναμη πιθανότατα αποτελούνταν από 20.000-100.000 πεζικό και 3.000–24.000 ιππείς οργανωμένους σε 60 αλλάγια[105][106].

Κατά τον πόλεμο μεταξύ Βυζαντίου και Βουλγαρίας του Συμεών Α', το 923 περίπου, οι Βυζαντινοί συνήψαν συμμαχία με την Κροατία. Πριν από αυτό οι Βούλγαροι είχαν αρκετές αποφασιστικές νίκες κατά των Βυζαντινών, καταλαμβάνοντας την Αδριανούπολη και θέτοντας σε κίνδυνο την Κωνσταντινούπολη. Το 924, ο Συμεών Α' καθαίρεσε τον Ζαχαρία από τη Σερβία, ο οποίος κατέφυγε στην Κροατία. Το 926, τα στρατεύματα του Συμεών εισέβαλαν στην Κροατία, αλλά ηττήθηκαν σοβαρά στη Μάχη των Βοσνιακών Υψίπεδων[107][108]. Το 927 ο Πάπας Ιωάννης Ι' έστειλε τους λεγάτους του να μεσολαβήσουν για μια συνθήκη ειρήνης μεταξύ Κροατών και Βουλγάρων[109].

Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών η Κροατία ανυψώθηκε στο καθεστώς του βασιλείου. Λέγεται γενικά ότι ο Δούκας Τόμισλαβ στέφθηκε βασιλιάς το 925, αλλά αυτό δεν είναι βέβαιο, αφού δεν είναι γνωστό πότε και πού στέφθηκε ή αν στέφθηκε. Ωστόσο, ο Τόμισλαβ ήταν ο πρώτος Κροάτης ηγεμόνας, τον οποίο η Παπική καγκελαρία τίμησε με τον τίτλο του βασιλιά[110]. Ο Τόμισλαβ αναφέρεται ως βασιλιάς σε δύο διατηρητέα έγγραφα που δημοσιεύθηκαν στην Ιστορία των Σαλώνων και στο Χρονικό του Ιερέα της Ντούκλια, όπου η κυριαρχία του Τόμισλαβ προσδιορίστηκε στα 13 χρόνια. Σε ένα σημείωμα πριν από το κείμενο των συμπερασμάτων του Συμβουλίου στο Σπλιτ το 925 γράφεται ότι ο Τόμισλαβ είναι ο βασιλιάς «στην επαρχία των Κροατών και στις περιοχές της Δαλματίας» (in prouintia Croatorum et Dalmatiarum finibus Tamisclao rege). Στον 12ο κανόνα των συμπερασμάτων της Συνόδου το 925 ο ηγεμόνας των Κροατών αποκαλείται «βασιλιάς» ( rex et proceres Chroatorum )[111], ενώ σε μια επιστολή που έστειλε ο Πάπας Ιωάννης Ι', ο Τόμισλαβ ονομάζεται «Βασιλιάς των Κροατών» (Tamisclao, regi Crouatorum )[112]. Αν και δεν υπάρχουν επιγραφές του Τόμισλαβ που να επιβεβαιώνουν τον τίτλο, μεταγενέστερες επιγραφές και χάρτες επιβεβαιώνουν ότι οι διάδοχοί του του 10ου αιώνα αυτοαποκαλούνταν «βασιλείς»[109].

  1. Neven Budak – Prva stoljeća Hrvatske, Zagreb, 1994., σελ. 13 (Κροατικά)
  2. Šišić, Ferdo (1990). Povijest Hrvata u vrijeme narodnih vladara. Nakladni zavod Matice hrvatske. σελ. 651. ISBN 978-86-401-0080-9.
  3. Goldstein 1995, σελ. 198.
  4. Ferdo Šišić: Pregled povijesti hrvatskoga naroda 600. – 1526. prvi dio, σελ. 156
  5. Annales regni Francorum DCCCXVIIII (έτος 819)
  6. Annales regni Francorum DCCCXXI (έτος 821)
  7. Codex Diplomaticus Regni Croatiæ, Dalamatiæ et Slavoniæ, Α' τόμος, σσ. 4–8
  8. 1 2 Curta 2006, σελ. 139–140.
  9. Goldstein 1995, σελ. 31.
  10. Goldstein 1995, σελ. 148.
  11. Goldstein 1995, σελ. 153.
  12. Ferdo Šišić, Povijest Hrvata; pregled povijesti hrvatskog naroda 600. – 1918., σσ. 159–160 Ζάγκρεμπ
  13. Neven Budak – Prva stoljeća Hrvatske, Zagreb, 1994., σελ. 20 (Κροατικά)
  14. Belošević, Janko (1965). «Prvi arheološki tragovi velike seobe naroda na području sjeverne Dalmacije». Diadora 3 (3): 129–146.
  15. Uglešić, Ante (2007). «Najnoviji germanski nalazi seobe naroda iz sjeverne Dalmacije [The Latest Germanic Finds from the Migration Period from Northern Dalmatia]». Prilozi 24: 273–276. https://hrcak.srce.hr/25733. Ανακτήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2024.
  16. Uglešić, Ante (2017). «Nalaz fibule seobe naroda iz Brguda kod Benkovca [The find from the migration period from Brgud near Benkovac]». Archaeologia Adriatica 3 (1): 183–190. doi:10.15291/archeo.1057. https://www.researchgate.net/publication/318496942. Ανακτήθηκε στις 16 December 2024.
  17. Papeša, Anita Rapan (2012). «Fibule seobe naroda s vinkovačkog područja [Fibulae from the Migration Period in the Vinkovci Area]». Starohrvatska prosvjeta Γ' (39): 7–17. https://hrcak.srce.hr/clanak/136364. Ανακτήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2024.
  18. 1 2 Katičić 1999, σελ. 156.
  19. Fine 1991, σελ. 251.
  20. Fine 1991, σελ. 34–35.
  21. Katičić 1999, σελ. 150–151.
  22. Katičić 1999, σελ. 151.
  23. Goldstein 1999, σελ. 170.
  24. Sedov 2013, σελ. 182, 450.
  25. Heather 2010, σελ. 406, 425, 444.
  26. Margetić 1999, σελ. 198–199.
  27. Goldstein 1995, σελ. 235.
  28. Šanjek 1999, σελ. 219, 228–229.
  29. 1 2 Vedriš, Trpimir (2015). «Pokrštavanje i rana kristijanizacija Hrvata». Στο: Zrinka Nikolić Jakus, επιμ. Nova zraka u europskom svjetlu: Hrvatske zemlje u ranome srednjem vijeku (o. 550. – o. 1150.) (PDF) (στα Κροατικά). Zagreb: Matica hrvatska. σελ. 173–200. ISBN 978-953-150-942-8. Ανακτήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2025.
  30. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος στο De Administrando Imperio
  31. Belošević, Janko (2000). «Razvoj i osnovne značajke starohrvatskih grobalja horizonta 7.-9. stoljeća na povijesnim prostorima Hrvata» (στα hr). Radovi 39 (26): 71–97. doi:10.15291/radovipov.2231. https://morepress.unizd.hr/journals/index.php/pov/article/view/2231. Ανακτήθηκε στις 30 June 2022.
  32. Petrinec, Maja (2005). «Dva starohrvatska groblja u Biskupiji kod Knina» (στα hr). Vjesnik Za Arheologiju I Povijest Dalmatinsku 98 (1): 173, 192–197. https://hrcak.srce.hr/2526. Ανακτήθηκε στις 30 June 2022. «Nalaze grobne keramike s područja Hrvatske u više je navrata razmatrao J. Belošević, te došao do zaključka da se otkriveno posuđe s obzirom na oblik može podijeliti na ono tipično slavenskih oblika (jajoliki i kružno-jajoliki lonci poput primjerka s Bukorovića podvornice) i ono koje odražava kasnoantičke tradicije (lonci s ručkama i vrčevi s izljevom).119 U tehnološkom smislu, kao i zbog načina ukrašavanja, može se zaključiti da sve to posuđe nastaje pod utjecajem kasnoantičke keramičke produkcije. Ono, međutim, ne predstavlja dokaz o znatnijem sudjelovanju starosjedilačkoga stanovništva u oblikovanju nove etničke slike u Dalmaciji, kako je to, na osnovi pojedinih keramičkih nalaza, pokušao protumačiti A. Milošević.120 Upravo obrnuto, pojava posuđa u grobovima prvi je materijalni dokaz kojim je obilježena prisutnost novog naroda na ovim prostorima, a nikad i nigdje nije zabilježena na grobljima 6. i ranog 7. stoljeća, koja se sa sigurnošću mogu pripisati starijem stanovništvu (npr. Knin-Greblje, Korita-Duvno).121 Osim toga, prilaganje posuđa povezano je s poganskim pogrebnim običajima kakvi su, bez obzira na određeni stupanj barbarizacije, nespojivi s kršćanskom pripadnošću spomenutog stanovništva...».
  33. Bilogrivić, Goran (2010). «Čiji kontinuitet? Konstantin Porfirogenet i hrvatska arheologija o razdoblju 7–9. stoljeća [Whose continuity? Constantine Porphyrogenitus and Croatian archaeology on the period of the 7th to the 9th centuries]» (στα hr). Radovi (Zagreb: Institute of Croatian History, Faculty of Philosophy Zagreb, FF press) 42 (1): 37–48. https://hrcak.srce.hr/63323.
  34. Fabijanić, Tomislav (2013). «14C date from early Christian basilica gemina in Podvršje (Croatia) in the context of Slavic settlement on the eastern Adriatic coast». The early Slavic settlement of Central Europe in the light of new dating evidence. Wroclaw: Institute of Archaeology and Ethnology of the Polish Academy of Sciences. σελίδες 251–260. ISBN 978-83-63760-10-6.
  35. Gusar, Karla (2013). «A Contribution to Research on the Early Slavs in Croatia – New data from Krneza». The early Slavic settlement of Central Europe in the light of new dating evidence. Wroclaw: Institute of Archaeology and Ethnology of the Polish Academy of Sciences. σελίδες 223–235. ISBN 978-83-63760-10-6.
  36. Bekić, Luka (2013). «New 14C dates from Slavic settlements in northwestern Croatia». The early Slavic settlement of Central Europe in the light of new dating evidence. Wroclaw: Institute of Archaeology and Ethnology of the Polish Academy of Sciences. σελίδες 237–250. ISBN 978-83-63760-10-6.
  37. Stingl, Sebastijan (2016). «Ranosrednjovjekovni paljevinski ukopi u Hrvatskoj» (στα hr). Rostra 7 (7): 41–42, 47, 49, 53, 57. https://hrcak.srce.hr/en/169379. Ανακτήθηκε στις 30 June 2022.
  38. Bekić 2020, σελ. 348–355.
  39. Sokol 1999, σελ. 118.
  40. Bilogrivić 2018b, σελ. 16.
  41. Filipec 2020, σελ. 155–156, 166, 170.
  42. Jarak 2021, σελ. 225.
  43. Petrinec 2009, σελ. 8–9, 271–279.
  44. Petrinec, Maja (2022). «Avar finds on the eastern coast of the Adriatic». Στο: Papeša, Anita Rapan; Dugonjić, Anita, επιμ. Avars and Slavs: Two Sides of the Belt Strap End - Avars on the North and the South of the Khaganate, proceedings of the international scientific conference held in Vinkovci 2020. Zagreb, Vinkovci: Arheološki muzej u Zagrebu, Gradski muzej Vinkovci. σελ. 378. ISBN 9789538143588.CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: editors list (link)
  45. Petrinec 2009, σελ. 158–159.
  46. Bekić & Uglešić 2020, σελ. 240.
  47. 1 2 Sokol 1999, σελ. 120.
  48. Bilogrivić 2009, σελ. 126.
  49. Sokol 1999, σελ. 137.
  50. Petrinec 2009, σελ. 263, 273.
  51. Sokol 1999, σελ. 117, 120, 123, 137.
  52. Margetić 1999, σελ. 197–198.
  53. Sokol 1999, σελ. 117, 119–120.
  54. Jurčević 2011, σελ. 138–140.
  55. Bilogrivić 2009, σελ. 147.
  56. Bilogrivić 2009, σελ. 148–149.
  57. Bilogrivić 2018a, σελ. 86–99.
  58. Bilogrivić 2019a, σελ. 118–119, 134–135.
  59. Jurčević 2011, σελ. 112–114, 133–138.
  60. Petrinec 2012, σελ. 109–116.
  61. Madiraca και άλλοι 2017, σελ. 173–182.
  62. Budak 2018, σελ. 182–183.
  63. 1 2 Sokol 1999, σελ. 124.
  64. Sokol 1999, σελ. 119, 139.
  65. Sokol 1999, σελ. 124–126.
  66. Petrinec 2010, σελ. 193–194.
  67. Sokol 1999, σελ. 126–128, 130–132.
  68. Bilogrivić 2019b, σελ. 215–216, 219.
  69. Petrinec 2009, σελ. 206, 226, 229–234, 253–256, 276–277.
  70. Sokol 1999, σελ. 117.
  71. Bilogrivić 2019b, σελ. 207–214, 223–224.
  72. Goldstein 1999, σελ. 172.
  73. Bilogrivić 2019b, σελ. 212, 223.
  74. Sokol 1999, σελ. 130.
  75. Petrinec 2009, σελ. 276.
  76. Bilogrivić 2019b, σελ. 222–223.
  77. Fine 1991, σελ. 51.
  78. 1 2 Fine 1991, σελ. 251–255.
  79. Curta 2006, σελ. 135.
  80. Dvornik 1962, σελ. 119.
  81. Živković 2012, σελ. 124–133.
  82. Neven Budak –Prva stoljeća Hrvatske, Zagreb, 1994., σελ. 51
  83. Goldstein 1995, σελ. 212.
  84. Fine 1991, σελ. 256.
  85. Iohannes Diaconus, Istoria Veneticorum, p. 124 (στην Latin)

    "Sclaveniam bellicosis navibus expugnaturum adivit. Sed ubi ad locum qui vocatur sancti Martini curtis perveniret,

    pacem cum illorum principe Muisclavo nomine firmavit. Deinde pertransiens ad Narrantanas insulas cum Drosaico,

    Marianorum iudice, similiter fedus instituit, licet minime valeret et sic postmodum ad Veneciam reversus est.

    Ubi diu commorari eum minime licuit. Sed denuo preparavit exercitum adversum Diuditum Sclavum ubi plus

    quam centum Veneticis interfecti fuerunt et absque triumpho reversus est.
    "
  86. Neven Budak - Prva stoljeća Hrvatske, Ζ'αγκρεμπ, 1994. σελ. 12
  87. Nada Klaić, Povijest Hrvata u ranom srednjem vijeku, Ζάγκρεμπ, 1975. σσ. 227–231
  88. Fine 1991, σελ. 52.
  89. Margetić, Lujo, Prikazi i diskusije, Split, 2002, pp. 508–509 (ISBN 953-163-164-6)
  90. Rudolf Horvat: Povijest Hrvatske I. (od najstarijeg doba do g. 1657.), 17. Mislav i Trpimir
  91. Curta 2006, σελ. 139.
  92. Ivo Perić: A history of the Croats, 1998, σελ. 25
  93. Liber pontificalis 108, LIX–LX (184 f.): „... "post dies aliquot navigantes (legati Romani), in Sclavorum deducti Domagoi manus pro dolor!
    inciderunt; bonis omnibus ac authentico, in quo subscriptiones omnium fuerant, denudati sunt ipsique capite plecterentur, nisi ab his, qui ex illis aufugerant, timeretur.
    " (Λατινικά)
  94. 1 2 Fine 1991, σελ. 261.
  95. Iohannes Diaconus, Istoria Veneticorum, p. 140 (στην Latin)

    "His diebus Sedesclavus, Tibimiri ex progenie, imperiali fultus presidio Constantinopolim veniens, Scavorum ducatum arripuit filiosque Domogor exilio trusit."
  96. Iohannes Diaconus, Istoria Veneticorum, p. 142 (στην Latin) "His diebus quidam Sclavus, nomine Brenamir, interfecto Sedescavo, ipsius ducatum usurpavit."
  97. 1 2 Betti, Maddalena (24 Οκτωβρίου 2013). The Making of Christian Moravia (858-882): Papal Power and Political Reality. BRILL. σελ. 130. ISBN 978-90-04-26008-5.
  98. Codex Diplomaticus Regni Croatiæ, Dalamatiæ et Slavoniæ, Α' τόμος, σελ. 23
  99. Gyula Kristó, Encyclopedia of the Early Hungarian History - 9-14th centuries
  100. 1 2 Fine 1991, σελ. 262.
  101. Iohannes Diaconus, Istoria Veneticorum, p. 150 (στην Latin)"Qui dum Chroatorum fines rediens transire vellet, a Michahele Sclavorum duce fraude deceptus,

    omnibusque bonis privatus atque Vulgarico regi, Simeoni nomine, exilii pena transmissus est.
    "
  102. Fine 2005, σελ. 63.
  103. Archdeacon), Thomas (Spalatensis (1 Ιανουαρίου 2006). Historia Salonitanorum Atque Spalatinorum Pontificum. Central European University Press. σελ. 61. ISBN 978-963-7326-59-2.
  104. De Administrando Imperio, XXXI.
  105. Vedriš, Trpimir (2007). «Povodom novog tumačenja vijesti Konstantina VII. Porfirogeneta o snazi hrvatske vojske [On the occasion of the new interpretation of Constantine VII Porphyrogenitus'report concerning the strength of the Croatian army]» (στα hr). Historijski zbornik 60: 1–33. https://www.academia.edu/34978219. Ανακτήθηκε στις 29 July 2020.
  106. Budak 2018, σελ. 223–224.
  107. Fine 1991, σελ. 264.
  108. De Administrando Imperio, XXXII.
  109. 1 2 Curta 2006, σελ. 196.
  110. Neven Budak – Prva stoljeća Hrvatske, Ζάγκρεμπ, 1994. σελ. 22
  111. Codex Diplomaticus Regni Croatiæ, Dalamatiæ et Slavoniæ, Α' τόμος, σελ. 32
  112. Codex Diplomaticus Regni Croatiæ, Dalamatiæ et Slavoniæ, Α' τόμος, σελ. 34

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]