Μάχη του Αγίου Γεωργίου

Η Μάχη του Αγίου Γεωργίου έλαβε χώρα στις 9 Σεπτεμβρίου 1320 μεταξύ του πριγκιπάτου της Αχαΐας και των δυνάμεων του Ρωμαίου (Βυζαντινού) κυβερνήτη του Μυστρά, στο φρούριο του Αγίου Γεωργίου στα Σκόρτα της Αρκαδίας. Ως αποτέλεσμα της μάχης, η Αρκαδία, η καρδιά του Μωρέα, τέθηκε υπό Ρωμαϊκό (Βυζαντινό) έλεγχο.
Η εποχή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Περίπου από το 1315 και μετά, το λατινικό πριγκιπάτο της Αχαΐας, το οποίο ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου του Μωρέα (Πελοποννήσου) στη νότια Ελλάδα, εισήλθε σε μία περίοδο αστάθειας, καθώς ο πριγκιπικός τίτλος αμφισβητήθηκε από πολλαπλούς διεκδικητές. Μία Καταλανική εισβολή το 1315 προς υποστήριξη των αξιώσεων της Ισαβέλλας ντε Σαμπράν ηττήθηκε στη μάχη της Μανωλάδας το 1316, αλλά ο πρίγκιπας της Αχαΐας Λουδοβίκος της Βουργουνδίας απεβίωσε λίγο αργότερα, αφήνοντας τον τίτλο του αμφισβητούμενο μεταξύ τής συζύγου του Ματθίλδης του Αινώ (εξαδέλφης της Ισαβέλλας), των Ανζού της Νάπολης που ως επικυρίαρχοι του πριγκιπάτου την ανάγκασαν να παντρευτεί τον συγγενή τους Ιωάννη της Γκραβίνας, και τον αδελφό του Λουδοβίκου Εύδη Δ΄ δούκα της Βουργουνδίας . Ένας βάιλος των Ανζού, ο Φεντερίκο ντε Τρογκίζιο στάλθηκε για να κυβερνήσει το πριγκιπάτο το 1318, αλλά το ζήτημα διευθετήθηκε μόλις το 1322, με τις αξιώσεις του Εύδη Δ΄ να αγοράζονται από τους Ανζού και τη Ματθίλδη να περιορίζεται ουσιαστικά στη Νάπολη. [1] Σε αντίθεση με τις αναταραχές του πριγκιπάτου της Αχαΐας, η Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) επαρχία του Μυστρά, που περιλάμβανε τον νοτιοανατολικό Μωρέα, κατά την ίδια περίοδο (1316– π. 1323 ) τέθηκε υπό τη σταθερή και αποτελεσματική διακυβέρνηση του Ανδρόνικου Ασάν, ανιψιού του Αυτοκράτορα των Ρωμαίων Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου . Ως ικανός ηγέτης, ο Ασάν συνέχισε τον αέναο πόλεμο εναντίον των Λατίνων της Αχαΐας με σημαντικό σθένος. [2] [3]
Η εκστρατεία του Ασάν το 1320 και η μάχη στο κάστρο του Αγίου Γεωργίου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σύμφωνα με τις γαλλικές και αραγωνικές εκδοχές του Χρονικού του Μορέως, το 1320 ο Ασάν ξεκίνησε μία εκστρατεία στην Αρκαδία, την κεντρική περιοχή του Μορέα, και πολιόρκησε το κάστρο του Αγίου Γεωργίου στα Σκόρτα [2] [3] (μεταξύ Καρύταινας και Βελιγοστής). Το κάστρο είχε κτιστεί από τους Λατίνους στις αρχές της δεκαετίας του 1290, και ήταν μέρος μίας αλυσίδας φρουρίων που φύλαγαν τα περάσματα των βουνών των Σκορτών. Το κάστρο είχε χαθεί παλαιότερα από τους Ρωμαίους (Βυζαντινούς) λόγω προδοσίας περίπου το 1294, και καταλήφθηκε από τους Λατίνους σε κάποια άγνωστη ημερομηνία μετά. [4]
Σε απάντηση, ο βάιλος Τρογίζιο συγκέντρωσε στρατό για να ανακουφίσει το κάστρο, ζητώντας βοήθεια από τους υποτελείς του πριγκιπάτου: μεταξύ αυτών ήταν ο επίσκοπος της Ωλένης Ιάκωβος της Κύπρου, ο μέγας κοντόσταυλος Βαρθολομαίος Β΄ Γκίζι και οι διοικητές των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη και των Τευτόνων Ιπποτών στην Αχαΐα. [2]
Μαθαίνοντας για την προσέγγιση των Λατίνων ο Ασάν ενέτεινε την πολιορκία, και στις 9 Σεπτεμβρίου ο Έλληνας καστελάνος του, Νικολούχος της Πάτρας, παραδόθηκε. Καταλαμβάνοντας το κάστρο, ο Ασάν άφησε τα λάβαρα της Αχαΐας να κυματίζουν, ώστε να παραπλανήσει την ενισχυτική δύναμη. Το τέχνασμα επέτυχε, και καθώς ο αχαϊκός στρατός πλησίαζε το κάστρο, πιστεύοντας ότι εξακολουθούσε να κατέχεται από τους συμμάχους τους και ότι οι Ρωμαίοι (Βυζαντινοί) είχαν εγκαταλείψει την πολιορκία, έπεσαν στην στην παγίδα του Ασάν. Οι Ρωμαίοι νίκησαν στη μάχη και σκότωσαν πολλούς από τους Λατίνους, συμπεριλαμβανομένου του διοικητή των Τευτόνων Ιπποτών. Πολλοί άλλοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, συμπεριλαμβανομένου του Βαρθολομαίου Β΄ Γκίζι και του επισκόπου της Ωλένης. Ο τελευταίος αφέθηκε αμέσως ελεύθερος, ενώ ο Γκίζι και οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. [2] [3]
Στην ίδια εκστρατεία –οι Αραγωνικές και οι Γαλλικές εκδοχές διαφωνούν ως προς το αν αυτό συνέβη πριν ή μετά την πολιορκία του Αγίου Γεωργίου [5]– οι Ρωμαίοιί συνέχισαν να εξασφαλίζουν, δωροδοκώντας τους διοικητές τους, τα κάστρα της Καρύταινας, της Άκοβας και του Πολύφεγγου. [2] [3]
Συνέπεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η εκστρατεία του Ασάν το 1320 εξασφάλισε το αρκαδικό οροπέδιο για τους Ρωμαίους, και περιόρισε το πριγκιπάτο της Αχαΐας στις δυτικές και βόρειες ακτές του Μορέα, περιλαμβάνοντας τις σύγχρονες περιφερειακές ενότητες της Μεσσηνίας, της Ηλείας, της Αχαΐας, της Κορινθίας και της Αργολίδας. [6] Τα φρούρια, που για πενήντα χρόνια αποτελούσαν αμυντικό προπύργιο ενάντια στις Ρωμαϊκές προσπάθειες επέκτασης τής επαρχίας τους, είχαν πλέον χαθεί. [2] Εκείνη την εποχή, πολλοί από τους Λατίνους αποίκους στην Αρκαδία, αρκετοί από τους οποίους είχαν Ελληνίδες μητέρες, εγκατέλειψαν την Καθολική Εκκλησία και ασπάστηκαν την Ελληνική Ορθοδοξία. [1]
Οι Ρωμαϊκές επιτυχίες και η προφανής αδυναμία των Ανζού επικυριάρχων να τους προστατεύσουν, οδήγησαν τους κορυφαίους βαρόνους του πριγκιπάτου να στείλουν τον Φραγκισκανό ηγούμενο Πέτρο Γραδενίγο στον δόγη της Βενετίας τον Ιούνιο του 1321, προσφέροντας το πριγκιπάτο, καθώς και την επικυριαρχία επί της κυριότητας του Νεγροπόντε, στη Δημοκρατία της Βενετίας. [6] [4] Τίποτε δεν προέκυψε από αυτές τις προτάσεις, παρά μόνο ένας νέος βάιλος των Ανζού: ο Λιγκόριο Γκουιντάτσο, έφτασε κάποια στιγμή το 1321. Η θητεία του ήταν σύντομη -περίπου έναν χρόνο- και μέτρια. [4] Την ίδια περίοδο, ο Ιωάννης της Γραβίνα άρχισε να προετοιμάζει μία εκστρατεία στον Μορέα, αλλά μόλις τον Ιανουάριο του 1325 ο πρίγκιπας της Αχαΐας έφυγε από την Ιταλία για το πριγκιπάτο του, με 25 γαλέρες, 400 ιππείς και 1.000 πεζούς. Κατέλαβε την Κεφαλονιά και αποκατέστησε τον έλεγχο των Ανζού στην Αχαΐα, καθώς οι βαρόνοι και οι υποτελείς άρχοντες της Λατινικής Ελλάδας ήρθαν να του αποτίσουν φόρο υποτέλειας, αλλά η προσπάθειά του να ανακαταλάβει την Καρύταινα απέτυχε λόγω της ενεργητικής αντίστασης τής φρουράς της, των επιδρομών που εξαπέλυσε ο Ρωμαίος κυβερνήτης σε λατινικά εδάφη, και του ότι πλησίαζε ο χειμώνας. Την άνοιξη του 1326, ο Ιωάννης της Γραβίνα εγκατέλειψε ξανά τον Μορέα, αφήνοντας για άλλη μία φορά τη διακυβέρνησή του σε βραχύβιους βάιλους. [4] [1] Ο δούκας της Νάξου, Νικόλαος Α΄ Σανούδος, τον οποίο ο Ιωάννης της Γραβίνας άφησε επικεφαλής των στρατιωτικών επιχειρήσεων, κατάφερε να νικήσει έναν μεγαλύτερο Ρωμαϊκό στρατό, που επιτέθηκε στο πριγκιπάτο σε μία σκληρή μάχη λίγο αργότερα, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να αναχαιτίσει τη Ρωμαϊκή δύναμη στον Μορέα μακροπρόθεσμα. [7] [8]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Bon, Antoine (1969). La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d'Achaïe [The Frankish Morea. Historical, Topographic and Archaeological Studies on the Principality of Achaea] (in French). Paris: De Boccard. OCLC 869621129.
- Topping, Peter (1975). "The Morea, 1311–1364". In Setton, Kenneth M.; Hazard, Harry W. (eds.). A History of the Crusades, Volume III: The Fourteenth and Fifteenth Centuries. Madison and London: University of Wisconsin Press. pp. 104–140. ISBN 0-299-06670-3.