Ναυμαχία της Σένα Γαλατικής (551)
| Ναυμαχία της Σένα Γαλατικής (551) | |
|---|---|
| δεδομένα () |
Η Ναυμαχία της Σένα Γαλατικής, λατιν.: Sena Gallica, ήταν μία ναυμαχία που διεξήχθη στα ανοικτά των ιταλικών ακτών τής Αδριατικής το φθινόπωρο τού 551, μεταξύ ενός Ρωμαϊκού και ενός Οστρογοτθικού στόλου, κατά τη διάρκεια τού Γοτθικού Πολέμου (535–554). Σηματοδότησε το τέλος τής σύντομης προσπάθειας των Γότθων να αρνηθούν τις θάλασσες στους Ρωμαίους, και την αρχή τής Ρωμαϊκής αναγέννησης στον πόλεμο υπό την ηγεσία τού Ναρσή.
Ήταν επίσης η τελευταία μεγάλη ναυμαχία, που διεξήχθη στη Μεσόγειο για περισσότερο από έναν αιώνα, μέχρι τη Μάχη των Ιστών το 654.
Η εποχή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 550 ο Γοτθικός Πόλεμος βρισκόταν στο 15ο έτος του. Τα πρώτα χρόνια τού πολέμου είχαν σημειώσει μία σειρά επιτυχιών για τη σχετικά μικρή Ρωμαϊκή δύναμη ανκατάκτησης υπό τον Βελισάριο, η οποία είχε οδηγήσει στην ανάκτηση τής Ραβέννας και στην αποκατάσταση τής αυτοκρατορικής κυριαρχίας στην Ιταλία μέχρι το 540. Στη συνέχεια, ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ ανακάλεσε τον Βελισάριο. Οι διοικητές που έμειναν πίσω, σύντομα άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους, ενώ οι Γότθοι συσπείρωσαν τις δυνάμεις τους. Υπό την ηγεσία τού χαρισματικού νέου βασιλιά τους Τωτίλα, σύντομα ανέτρεψαν την κατάσταση, κατατροπώνοντας τις αυτοκρατορικές δυνάμεις. Ούτε καν η επιστροφή τού Βελισάριου δεν μπόρεσε να ανακόψει την Οστρογοτθική παλίρροια: μέχρι το 550, οι Ρωμαίοι είχαν μείνει με μία δράκα παράκτια οχυρά στην ηπειρωτική χώρα, και την άνοιξη τού ίδιου έτους ο Τωτίλας εισέβαλε ακόμη και στη Σικελία, τη στρατηγική βάση των Ρωμαίων. Επιθυμώντας να στερήσει από τούς αυτοκρατορικούς την εύκολη πρόσβαση στην Ιταλία, και τη δυνατότητα να αποβιβάσουν νέα στρατεύματα ή να ενισχύσουν τα φυλάκιά τους, ο Τωτίλας είχε επίσης δημιουργήσει ένα ναυτικό 400 πολεμικών πλοίων, για να ανταγωνιστεί στις θάλασσες με την Αυτοκρατορία. Ταυτόχρονα, ο Ιουστινιανός Α΄ προετοίμασε μία τελευταία σημαντική προσπάθεια για την ανάκτηση τής Ιταλίας, υπό τον ευνούχο Ναρσή.
Ο Τοτίλας, γνωρίζοντας την επικείμενη απειλή, ήταν αποφασισμένος να στερήσει από τούς εχθρούς του τις τελευταίες σημαντικές βάσεις τους σε ιταλικό έδαφος, με πιο αξιοσημείωτες τον Κρότωνα και την Αγκόνα. Αφού αποσύρθηκε από τη Σικελία φορτωμένος λάφυρα, ο Τωτίλας έστειλε τα στρατεύματά του να πολιορκήσουν την Αγκόνα: 47 πλοία την απέκλεισαν από τη θάλασσα, και ο υπόλοιπος γοτθικός στόλος με 300 πλοία στάλθηκε, για να επιδράμει τις ακτές τής Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων. [1] Η Αγκόνα ήταν πιθανό να πέσει σύντομα, και ως εκ τούτου ο Ρωμαίος στρατηγός Βαλεριανός, διοικητής τής Ραβέννας, κάλεσε τον ανιψιό του Ιωάννη, έναν πολύ έμπειρο στρατηγό που βρισκόταν στα Σάλωνα τής Δαλματίας περιμένοντας την άφιξη τού Ναρσή και τού στρατού του, να στείλει μία δύναμη ανακούφισης. Ο Ιωάννης αμέσως επάνδρωσε 38 πλοία με τούς βετεράνους του, και σύντομα ενώθηκε με 12 ακόμη πλοία από τη Ραβέννα υπό τον ίδιο τον Βαλεριανό. Ο κοινός στόλος απέπλευσε για τη Σένα Γαλατική, περίπου 25 χλμ βόρεια τής Ανκόνα.
Μάχη και επακόλουθα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Καθώς οι δύο στόλοι ήταν σχεδόν ισότιμοι, οι δύο Γότθοι διοικητές, ο Ιντούλφ και ο Γκιβάλ (ο πρώτος αποστάτης υπηρέτης τού Βελισάριου), αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν αμέσως τούς Ρωμαίους σε μάχη, και απέπλευσαν για να τούς συναντήσουν.
Σε αντίθεση με την κλασική Αρχαιότητα, τα πολεμικά πλοία τού 6ου αι. δεν διέθεταν κριούς (έμβολα). Η ναυμαχία κυριαρχούνταν επομένως από ανταλλαγές βλημάτων και επιβίβαση. Σε αυτή τη μορφή μάχης, η εμπειρία και η ικανότητα διατήρησης σχηματισμού πλοίων ήταν απαραίτητες, και τα Ρωμαϊκά πληρώματα είχαν το πλεονέκτημα έναντι των άπειρων Γότθων. Σύντομα, μέσα στη ζέστη τής μάχης, ορισμένα γοτθικά πλοία απομακρύνθηκαν από το κύριο σώμα και καταστράφηκαν εύκολα, ενώ άλλα έπλεαν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, και δεν μπόρεσαν να κάνουν ελιγμούς. Στο τέλος ο κουρασμένος γοτθικός στόλος διαλύθηκε, και τα πλοία τους τράπηκαν σε φυγή, όσο καλύτερα μπορούσαν. Έχασαν 36 πλοία, και ο Γκιβάλ αιχμαλωτίστηκε, ενώ ο Ιντούλφ με τούς υπόλοιπους τράπηκαν σε φυγή προς την Αγκόνα. Μόλις πλησίασε το στρατόπεδο τού γοτθικού στρατού, έβγαλε τα πλοία του στην ακτή, και τα πυρπόλησε. [2]
Αυτή η συντριπτική ήττα αποθάρρυνε τη Γοτθική δύναμη, η οποία εγκατέλειψε αμέσως την πολιορκία τής Αγκόνας, και υποχώρησε. Λίγο αργότερα ακολούθησε μία σειρά από ρωμαϊκές επιτυχίες: η ναυμαχία τής Σένα Γαλατικής σηματοδότησε την έναρξη τής στροφής τού Γοτθικού πολέμου υπέρ τής Αυτοκρατορίας.
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Procopius, De Bello Gothico IV.23 (= Wars VIII.23)
- Bury, John Bagnell (1923). History of the Later Roman Empire: From the Death of Theodosius I to the Death of Justinian. London: MacMillan & Co.
- Hocker, Frederick M. (1995). "Late Roman, Byzantine, and Islamic Galleys and Fleets". In Morrison, John S.; Gardiner, Robert (eds.). The Age of the Galley: Mediterranean Oared Vessels Since Pre-Classical Times. London: Conway Maritime Press. pp. 86–100. ISBN 0-85177-554-3.