Μετάβαση στο περιεχόμενο

Πολιορκία της Καμάχας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πολιορκία της Καμάχας
Image
δεδομένα (π  σ  ε )

Η πολιορκία της Καμάχας από το χαλιφάτο των Αββασιδών έλαβε χώρα το φθινόπωρο τού 766, και περιελάμβανε την πολιορκία τού στρατηγικά σημαντικού Ρωμαϊκού φρουρίου τής Καμάχας στην ανατολική όχθη τού ποταμού Ευφράτη, καθώς και μία μεγάλης κλίμακας επιδρομή στην ανατολική Καππαδοκία, από ένα μέρος τού στρατού εισβολής των Αββασιδών. Και οι δύο επιχειρήσεις απέτυχαν, με την πολιορκία να συνεχίζεται μέχρι τον χειμώνα, πριν εγκαταλειφθεί, και τη δύναμη επιδρομών να περικυκλώνεται και να ηττάται βαριά από τούς Ρωμαίους. Η εκστρατεία ήταν μία από τις πρώτες μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις των Αββασιδών εναντίον τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και είναι μία από τις λίγες εκστρατείες των Αραβο-Ρωμαϊκών Πολέμων για τις οποίες διασώζονται λεπτομερείς πληροφορίες, αν και σπάνια αναφέρεται στις Αραβικές ή στις Ρωμαϊκές πηγές.

Μετά τους εμφύλιους πολέμους των Ομεϋαδών τής δεκαετίας τού 740 και την αναταραχή τής Εγέξερσης των Αββασιδών, οι Ρωμαίοι υπό τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ (βασ. 741–775) ανέκτησαν την πρωτοβουλία στα ανατολικά σύνορά τους, και ακολούθησαν μία επιθετική -αλλά περιορισμένη- στρατηγική απέναντι στο χαλιφάτο: αντί να επιχειρήσουν την ανακατάληψη, μέσω τής απέλασης των παραμεθόριων πληθυσμών, και τής παρεμπόδισης των μουσουλμανικών προσπαθειών οχύρωσης, ο Κωνσταντίνος Ε΄ επιδίωξε την εγκαθίδρυση μίας μόνιμης ουδέτερης ζώνης μεταξύ των Ρωμαίων και των μουσουλμανικών κτήσεων, η οποία θα προστάτευε τη Μ. Ασία και θα εμπόδιζε τις μουσουλμανικές επιδρομές εναντίον της. [1] Μεταξύ των φρουρίων που κατέλαβαν οι Ρωμαίοι το 754/755, ήταν η Καμάχα (στα αραβικά: Hisn Kamkh). [2] Στρατηγικά τοποθετημένη σε ένα οροπέδιο επάνω από τις όχθες τού Άνω Ευφράτη, βρισκόταν στα ανατολικότερα άκρα τής Ρωμαϊκής επικράτειας, και από την πρώτη της κατάληψη από τούς Άραβες το 679, είχε αλλάξει χέρια πολλές φορές.

Μετά την ανατροπή των Ομεϋαδών, το νέο καθεστώς των Αββασιδών επανέλαβε γρήγορα τις επιθέσεις των προκατόχων του στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: η πρώτη καταγράφηκε το 756. Παρά τις μερικές επιτυχίες και από τις δύο πλευρές, συμπεριλαμβανομένης μίας σημαντικής Αραβικής νίκης το 760, τα πέντε χρόνια που ακολούθησαν ήταν σχετικά ήρεμα, με τον Κωνσταντίνο Ε΄ να συμμετέχει στους πολέμους του εναντίον των Βουλγάρων, και το χαλιφάτο των Αββασιδών να επικεντρώνεται στην καταστολή των εξεγέρσεων, και στην αντιμετώπιση των εισβολών των Χαζάρων. [1] [2]

Στις αρχές του 766 πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή αιχμαλώτων μεταξύ των δύο κρατών στη δυτική Κιλικία, ακολουθούμενη από επανάληψη μεγάλης κλίμακας εχθροπραξιών. Τον Αύγουστο τού 766, ένας μεγάλος στρατός των Αββασιδών, που αποτελούνταν από πολλά διαφορετικά εθνικά τμήματα, υπό τον αλ-Χασάν ιμπν Καχταμπά και τον αλ-Αμπάς ιμπν Μουχαμάντ, αδελφό τού χαλίφη αλ-Μανσούρ (βασ. 754–775), εισέβαλε σε Ρωμαϊκό έδαφος από την Άνω Μεσοποταμία και κατευθύνθηκε προς την Καμάχα. Η εκστρατεία αναφέρεται συνοπτικά από Μουσουλμάνους ιστορικούς όπως ο αλ-Ταμπαρί, αλλά καταγράφεται πλήρως σε μία σύγχρονη συριακή χριστιανική πηγή, το λεγόμενο Χρονικό Ζουκνίν, γραμμένο από έναν μοναχό τής Μονής Ζουκνίν κοντά στην Άμιδα.

Η δύναμη των Αββασιδών δεν συνάντησε αντίσταση, καθώς λεηλατούσε τον δρόμο της προς το φρούριο. Μόλις έφθασαν εκεί, άρχισαν να κατασκευάζουν πολιορκητικές μηχανές και να προσπαθούν να γεμίσουν την τάφρο, αλλά η πρόοδός τους παρεμποδίστηκε από το ίδιο το πυροβολικό των αμυνόμενων. Στη συνέχεια οι Αββασίδες προσπάθησαν να εξαπολύσουν μία αιφνιδιαστική νυκτερινή επίθεση εναντίον ενός τμήματος τού φρουρίου, όπου δεν υπήρχαν τείχη. Η επίθεση αποκρούστηκε από τούς Ρωμαίους, οι οποίοι εκτόξευσαν εναντίον τους μεγάλα ξύλα, βεβαρυμένα με πέτρες. [3]

Σε αυτό το σημείο, οι Μουσουλμάνοι χώρισαν τις δυνάμεις τους: το μεγαλύτερο μέρος τού στρατού, υπό τον Αμπάς, παρέμεινε στην Καμάχα για να συνεχίσει την πολιορκία, ενώ το υπόλοιπο (μία -προφανώς υπερβολική- δύναμη 50.000 ανδρών σύμφωνα με τον χρονικογράφο Ζουκνίν) στάλθηκε για να επιτεθεί περαιτέρω στα Ρωμαϊκά εδάφη και να λεηλατήσει. Η πολιορκία συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια τού φθινοπώρου, και οι Άραβες, οι οποίοι συνήθως δεν έπαιρναν μαζί τους πολλές προμήθειες, άρχισαν να υποφέρουν από έλλειψη προμηθειών. Για να λύσουν τα προβλήματα εφοδιασμού τους, δημιούργησαν μία αγορά για εμπόρους από τη Μεσοποταμία και αλλού. Τελικά, με τον χειμώνα να πλησιάζει, ο Αμπάς αναγκάστηκε να άρει την πολιορκία, και να υποχωρήσει νότια, καίγοντας τη μεγάλη αγορά, για να μην πέσει στα χέρια των Ρωμαίων. [2] [3]

Το άλλο μισό τού στρατού είχε χειρότερη κατάσταση: ελλείψει οδηγών με τοπικές γνώσεις, έχασε πολλούς άνδρες από πείνα και δίψα στις περιπλανήσεις του μέσα από τα έρημα σύνορα, πριν φθάσει στις εύφορες πεδιάδες τής Καππαδοκίας γύρω από την Καισάρεια. Αφού λεηλάτησαν την περιοχή, στράφηκαν νότια και κατευθύνθηκαν προς τη Συρία. Στον δρόμο τους, εντοπίστηκαν από μία Ρωμαϊκή δύναμη 12.000 ανδρών, η οποία κάλεσε γρήγορα ενισχύσεις. Οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν στη συνέχεια τη νύχτα, νικώντας τον στρατό των Αββασιδών και ανακτώντας τα λάφυρά του. Τα επιζώντα στρατεύματα των Αββασιδών διασκορπίστηκαν, με μερικούς να ακολουθούν έναν από τούς ηγέτες τους, τον Ραντάντ, στη Μαλάτεια, και περίπου 5.000 υπό τον Μαλίκ ιμπν Ταούκ βρήκαν καταφύγιο στην Καλικάλα. Από την τελευταία ομάδα άντλησε τις πληροφορίες του ο χρονικογράφος Ζουκνίν. [2] [3] Η εκστρατεία είναι μία από τις λίγες τέτοιες συνοριακές επιδρομές που είναι γνωστές λεπτομερώς, και όπως σχολιάζει ο ισλαμικός ιστορικός Χιου Ν. Κένεντι, «Πιθανότατα πλησιάζουμε πολύ περισσότερο στην πραγματικότητα τού πολέμου στα σύνορα, με τις συγχύσεις, τις δυσκολίες και τις αποτυχίες του, σε αυτήν την αφήγηση, παρά στις σύντομες και εξευγενισμένες εκδοχές, που παρέχουν οι Άραβες ιστορικοί». [3]

Παρά την αποτυχία αυτή, η αραβική πίεση άρχισε σταδιακά να αυξάνεται, ειδικά μετά τη λεηλασία τής Λαοδίκειας Κομβούστα το 770. Οι Ρωμαίοι ήταν ακόμη ικανοί για σημαντικές αντεπιθέσεις, και σημείωσαν μερικές νίκες στο πεδίο τής μάχης, αλλά το 782 το χαλιφάτο κινητοποίησε τούς πόρους του, και εξαπέλυσε μία μαζική εισβολή υπό τον Αββασίδη διάδοχο, Χαρούν αλ-Ρασίντ (βασ. 786–809), η οποία ανάγκασε την Αυτοκρατορία να παραχωρήσει τριετή εκεχειρία, και την καταβολή μίας μεγάλης εισφοράς. Όταν ο πόλεμος επανελήφθη το 785, και μέχρι το ξεκίνημα τού Αββασιδικού εμφυλίου πολέμου μετά το τέλος τού Χαρούν το 809, οι Αββασίδες εγκαθίδρυσαν και διατήρησαν μία σαφή στρατιωτική υπεροχή, αν και η σθεναρή Ρωμαϊκή αντίσταση απαγόρευσε οποιαδήποτε σχέδια για άμεση κατάκτηση. [4] [5] Η ίδια η Καμάχα παραδόθηκε στους Άραβες από την Αρμενική φρουρά της το 793, αλλά ανακτήθηκε από τούς Ρωμαίους τα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος τού Χαρούν. Έπεσε ξανά σε μουσουλμανικά χέρια το 822, και τελικά ανακαταλήφθηκε από τούς Ρωμαίους μέχρι το 851. [6]

  1. 1 2 Rochow 1994, σελίδες 74–78.
  2. 1 2 3 4 Brooks 1923, σελ. 122.
  3. 1 2 3 4 Kennedy 2001, σελ. 107.
  4. Lilie 1976, σελίδες 164–165, 178–179.
  5. Lilie 1976, σελ. 165.
  6. ODB, σελ. 1097.