Ροβέρτος του Καϊάτσο
| Ροβέρτος του Καϊάτσο | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Γέννηση | 1065 |
| Θάνατος | 1115 |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | στρατιωτικός |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Ρανούλφος Β΄ του Αλίφε Ριχάρδος της Ρουπεκανίνα Gaitelgrima di Puglia |
| Γονείς | Ρανούλφος του Καϊάτσο |
| Οικογένεια | Οικογένεια Καρέλ-Ντρενγκώ |
Ο Ροβέρτος, ιταλ.: Roberto di Caiazzo e, Αlife (απεβ. το 1116) ήταν ευγενής τής Νότιας Ιταλίας, που κυβέρνησε τις κομητείες Καϊάτσο, Aλίφε, Αϊρόλα, Σαντ' Αγκάτα και Tελέζε από το 1088 μέχρι το τέλος του. Ήταν επίτροπος τής Κάπουα το 1090-93 και ήταν ουσιαστικά ανεξάρτητος από οποιονδήποτε άρχοντα μετά το 1105. Ήταν σημαντικός προστάτης εκκλησιών και μοναστηριών, και επίσης παρήγγειλε αρκετά βιβλία.
Καταγωγή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γεννημένος στη νότια Ιταλία, ο Ροβέρτος ανήκε στη δεύτερη γενιά της Ιταλο-Νορμανδικής αριστοκρατίας. [1] Ανήκε σε έναν κλάδο τού Οίκου των Ντρένγκοτ . Ο άλλος κλάδος κυβερνούσε το πριγκιπάτο τής Κάπουα από το 1058. Ο πατέρας τού Ροβέρτου, Ραινούλφος Α΄, έλαβε αρκετές κομητείες στο βόρειο τμήμα τού πριγκιπάτου από τον ανιψιό του, Ιορδάνη Α΄ πρίγκιπα της Κάπουα, το 1078. Αυτές οι κομητείες είχαν κατασχεθεί από τους Λομβαρδούς επικυριάρχους τους μετά από μία μεγάλη εξέγερση κατά της Νορμανδικής κυριαρχίας το 1063-65. [2] Σε ένα διάταγμα της 4ης Ιουλίου 1066, ο Ιορδάνης Α΄ και ο πατέρας του, Ριχάρδος Α΄ πρίγκιπας της Κάπουα, αναφέρονται στην «προδοσία των κόμητων τού Καγιάτσο», για να δικαιολογήσουν την αναδιανομή των κατασχεμένων γαιών. [3] Ο τελευταίος Λομβαρδός κόμης που ήταν γνωστός με το όνομά του ήταν ο Πέτρος, και είτε αυτός, είτε ο γιος του έχασαν την κομητεία το 1065 ή στις αρχές του 1066. [4] Ο Ροβέρτος διαδέχθηκε όλες τις κομητείες τού πατέρα του Ρανούλφου Α΄ μετά το τέλος εκείνου το 1088. Στα δικά του έγγραφα, ο Ροβέρτος δεν απαριθμούσε όλες τις κομητείες που κατείχε, προτιμώντας ένα ανοιχτό ύφος: «Ροβέρτος, κόμης τού Καγιάτσο, τού Αλίφε, τής Σαντ' Αγκάτα και πολλών άλλων». [5]
Η σύζυγος τού Ροβέρτου ήταν η Γκαϊτελγρίμα Ι. [6] Απέκτησαν δύο γιους -τον Ραινούλφο Β΄ και τον Ριχάρδο [7]- και μία κόρη, που ονομάστηκε Γκαϊτελγρίμα ΙΙ από τη μητέρα της. Η κόρη παντρεύτηκε τον Γουλιέλμο Β΄ δούκα τής Απουλίας το 1114. Δεν απέκτησαν παιδιά. Ήταν ακόμα ζωντανή, όταν απεβίωσε ο Γουλιέλμος Β΄ το 1127. [8] Ο Ροβέρτος είχε έναν νόθο γιο ονόματι Μπανσολίνο, και πιθανώς τουλάχιστον έναν ακόμη γιο ονόματι Αλέξανδρο. [9] Μετά το τέλος του τον διαδέχθηκε ο γιος του Ρανούλφος Β΄. [10]
Η πολιτική τής Κάπουα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Όταν ο Ιορδάνης πρίγκιπας της Κάπουα απεβίωσε το 1090, τον διαδέχθηκε ανήλικος γιος του, ο Ριχάρδος Β΄ πρίγκιπας τής Κάπουα. Ο Ροβέρτος έγινε κηδεμόνας τού Ριχάρδου Β΄ μέχρι την ενηλικίωση εκείνου το 1093. [10] Το 1092, υπό την ηγεσία τού Λάντο Δ΄, ενός από τους κόμητες τού Τεάνο, [11] η πόλη τής Κάπουα επαναστάτησε εναντίον τού Ριχάρδου Β΄ [12] Στις αρχές του 1093, ο Ριχάρδος Β΄, ακόμη υπό την κηδεμονία τού Ροβέρτου, κατάφερε να ανακτήσει για λίγο την Κάπουα, αν και δεν θα την ανακτούσε οριστικά μέχρι μια επιτυχημένη πολιορκία το 1098. [13] Κατά τη σύντομη ανάκτηση τής Κάπουα, στις 27 Ιανουαρίου 1093, ο Ροβέρτος, που περιγράφεται ως ο μάγιστρος (υπουργός) τού Ριχάρδου Β΄, «έπεισε» τον πρίγκιπα να κάνει μία δωρεά στο αβαείο τού Σαντ' Άντζελο ιν Φόρμις. [14]
Όταν ο Ριχάρδος Β΄ ενηλικιώθηκε, η σχέση τού Ροβέρτου με τον κατ' όνομα επικυρίαρχό του εξασθένησε. Προφανώς διέθετε τη δική του Αυλή, με ένα σκριπτόριον, [15] και τα διατάγματά του μιμούνταν το ύφος των πριγκιπικών διαταγμάτων, χωρίς όμως να κάνουν κάποια αναφορά στα χρόνια τής πριγκιπικής βασιλείας, στα οποία κανονικά χρονολογούνταν τα διατάγματα των υπηκόων τού πρίγκιπα. Το τελευταίο διάταγμα στο οποίο ο Ροβέρτος αναγνώρισε ρητά την κυριαρχία του Ριχάρδου Β΄ χρονολογείται το 1105, εποχή κατά την οποία βρίσκονταν σε κοινή στρατιωτική εκστρατεία στο βόρειο τμήμα τού πριγκιπάτου. Μετά από αυτό το μεμονωμένο παράδειγμα ρεαλιστικής αναγνώρισης από την πλευρά τού Ροβέρτου, ο κόμης του Καγιάτσο ήταν de facto ανεξάρτητος από την εξουσία τής Κάπουα. [10] Το 1105 μάλιστα αυτοαποκαλέστηκε «κόμης τού Καγιάτσο και πολλών άλλων [τόπων] με την εύνοια τής θεϊκής δύναμης», μία έκφραση (βλ. Dei gratia rex) που συνήθως προορίζεται για ηγεμόνες. [16]
Το 1103 ο Γκιγιώμ ντε Μπλοσεβίλ σφετερίστηκε το δουκάτο τής Γκαέτα και έδιωξε τον δούκα του, Γκουαλγκάνο Ριντέλ. Ο Γκουαλγκάνος, ο οποίος ήταν νυμφευμένος με την αδελφή τού Ροβέρτου, υποχώρησε στην κομητεία του, το Ποντεκόρβο. Απεβίωσε λίγο αργότερα, αφήνοντας το Ποντεκόρβο στη χήρα του. Σύντομα κατηγορήθηκε για συνωμοσία με τους εχθρούς τού πρίγκιπα τής Κάπουα, και ο πρίγκιπας Ριχάρδος Β΄ δήμευσε την κομητεία τής χήρας, και την παραχώρησε στον αδελφό της. Στις 13 Ιανουαρίου 1105 ο Ροβέρτος έδωσε το Ποντεκόρβο στο αβαείο τού Μόντε Κασίνο, ένα μέρος ως δωρεά και ένα μέρος ως πώληση, ώστε τα χρήματα να χρησιμοποιηθούν ως προίκα για την ανιψιά του. Στις 25 Ιανουαρίου ο πρίγκιπας Ριχάρδος Β΄ επιβεβαίωσε τη δωρεά και την πώληση. Λίγο αργότερα, τόσο ο Ροβέρτος όσο και ο Ριχάρδος Β΄ ορκίστηκαν ενώπιον τού ηγουμένου Οδερίσιου Α΄ να υπερασπιστούν το Ποντεκόρβο από τους εχθρούς τού αβαείου. [17] [18]
Προστάτης της Εκκλησίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι κομητείες τού Ροβέρτου βρίσκονταν κοντά στο αβαείο τού Μόντε Κασίνο και τις εκτεταμένες εκτάσεις γης του, τη λεγόμενη «γη τού Αγίου Βενεδίκτου» ή terra Sancti Benedicti. Ήταν ένας σημαντικός ευεργέτης τού Μόντε Κασίνο καθ' όλη τη διάρκεια τής σταδιοδρομίας του. [14] Τον Δεκέμβριο του 1094 δώρισε το γυναικείο μοναστήρι τής Σάντα Μαρία ιν Τσίνγκλα στο Μόντε Κασίνο. [4] Αυτό προκάλεσε μία μεγάλη διαμάχη μεταξύ τού Μόντε Κασίνο και των (γυναικών) μοναχών τής Σάντα Μαρία ντε Κάπουα, οι οποίες προηγουμένως είχαν εξουσία στην Τσίνγκλα. [4] Η Τζέμα, ηγουμένη τής Σάντα Μαρία ντε Κάπουα, ήταν κόρη τού Πέτρου, τού πρώην Λομβαρδού κόμη τού Καγιάτσο, και είτε ο πατέρας της, είτε ο αδελφός της είχαν καθαιρεθεί από το Καγιάτσο με κατηγορίες για προδοσία γύρω στο 1066. Για την Τζέμα, η προσβλολή τής κατάσχεσης μίας από τις εκκλησίες της από τον Νορμανδό κόμη τού Καγιάτσο ήταν πιθανώς προσωπική. [4] Σύμφωνα με τα λόγια τού Ροβέρτου, το έκανε «για την υγεία τής ψυχής μου και την καλή μνήμη τού πατέρα μου, κόμη Ρανούλφου, και όλων των συγγενών μου» [19], όταν άκουσε ότι το μοναστήρι στην Τσίνγκλα ήταν «για πολύ καιρό... ερειπωμένο και διαλυμένο από κακούς ανθρώπους, και η λειτουργία τού Θεού εκτελούνταν πολύ απρόσεκτα εκεί». [20] Η δωρεά -ή η μεταφορά εξουσίας από τη Σάντα Μαρία ντε Κάπουα στο Μόντε Κασίνο- επιβεβαιώθηκε από τους πάπες Ουρβανό Β' και Πασχάλη Β', πριν ανακληθεί από τον γιο του Ροβέρτου, Ρανούλφο Β΄, κατόπιν επιμονής της Αλφεράδας Β' ηγουμένης τής Σάντα Μαρία ντε Κάπουα. [4]

Λίγο μετά τη δωρεά τού μοναστηριού τής Σίνγκλα στο Μόντε Κασίνο, ο Ροβέρτος ορκίστηκε να είναι πιστός στον ηγούμενο Οδερίσιο, και δεσμεύτηκε να υπερασπιστεί τη γη τού Αγίου Βενεδίκτου (terra Sancti Benedicti) από όλους τους αντιπάλους εκτός από τους άρχοντές του, τον πρίγκιπα Ριχάρδο και τον Ούγο κόμη τού Μολίζε. [4]
Το 1092 ο Ροβέρτος μεσολάβησε στον πρίγκιπα Ριχάρδο Β΄ εκ μέρους τού Γκουαρίνου ηγουμένου τού Αγίου Λαυρεντίου στην Αβέρσα. [13] Ο Άγιος Λαυρέντιος ήταν ένα από τα λίγα μοναστήρια στη νότια Ιταλία, που είχαν ιδρυθεί από τους Νορμανδούς. Το 1106 ο Ροβέρτος έπεισε τον Πέτρο επίσκοπο τού Καϊάτσο να παραχωρήσει ένα μοναστήρι της επισκοπής του στον Άγιο Λαυρέντιο. [21]
Κατά τη διάρκεια τής διακυβέρνησης τού Ροβέρτου, τα λείψανα ενός παλιού τοπικού αγίου-ερημίτη, τού Μεννά, ανακαλύφθηκαν ξανά στο Μόντε Πεντίμε κοντά στο Βιτουλάνο. Το 1094 ο Ροβέρτος τα μετέφερε από την τοποθεσία τού παλαιού ασκητηρίου στον καθεδρικό ναό τού Καγιάτσο. [4] Ανέθεσε στον ηγούμενο τού Μόντε Κασίνο, Οδερίσιο Α΄, να ετοιμάσει μία βιογραφία τού Μεννά και μία περιγραφή τής ανακομιδής των λειψάνων του. Ο Οδερίσιος ανέθεσε την εργασία στον βιβλιοθηκάριο του, Λέοντα τής Όστιας, ο οποίος αναδιατύπωσε το Vita Sancti Mennatis τού πάπα Γρηγορίου Α΄, και πρόσθεσε τη δική του translatio (ανακομιδή) σε αυτό. Δεδομένου ότι το όρος Πεντίμε βρισκόταν εντός τής αρχιεπισκοπής τού Μπενεβέντο, ο αρχιεπίσκοπος Ροφρέντο Α΄ αμφισβήτησε το δικαίωμα τού επισκόπου τού Καγιάτσο, υποτακτικού τής αρχιεπισκοπής τ'ης Κάπουα, να κατέχει τα λείψανα τού Μεννά. Ο Ροβέρτος έλυσε αυτή τη διαμάχη υπέρ του, ιδρύοντας ένα μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Μεννά στη Σάντα Αγάτα. Κτισμένο μεταξύ 1102 και 1107, το κτίριο διαμορφώθηκε με πρότυπο τη νέα βασιλική τού Μόντε Κασίνο. [14] [15] [4] (Ο πατέρας τού Ροβέρτου ήταν παρών στα εγκαίνια τής νέας βασιλικής το 1071.) Το μοναστήρι έχει δάπεδο σε στιλ κοσματέσκ, σε απομίμηση αυτού τού Μόντε Κασίνο, το οποίο πιθανώς είχε ζητήσει συγκεκριμένα ο Ροβέρτος. Η επιγραφή στο υπέρθυρο τής πόρτας αναφέρει:
- Crimina dimittat, qui liminis alta subintrat.
- Templum, si poscat, / sub Petro principe noscat,
- quod cum fundasti, Rotberte comes, decorasi.
- Δηλ. Τις αμαρτίες του ας αποβάλει, όποιος το κατώφλι το υψηλό [αυτό] εισέρχεται.
- Τον ναό, αν ρωτήσει [ποιος τον έφτιαξε], υπό [την προστασία] τού Πέτρου πρίγκιπα [των Αποστόλων] να ξέρει,
- ότι εσείς ιδρύσατε, Ροβέρτε κόμη, [και] κοσμήσατε.
Αυτό το νέο μοναστήρι καθαγιάστηκε επίσημα από τον πάπα Πασχάλη Β΄ στις 4 Σεπτεμβρίου 1110. Ο Ροβέρτος παρέδωσε το μοναστήρι στην Καθολική Εκκλησία επ' αόριστον, χωρίς όρους. Ανέθεσε επίσης στον Λέοντα να γράψει μία περιγραφή τής δεύτερης μεταφοράς των λειψάνων τού Μεννά το 1107. [14] [15] [4] Ο Λέων έγραψε επίσης ένα Miracula (Θαύμα), μία περιγραφή των θαυμάτων που εκτέλεσε ο Μέννας, και τα οποία είδαν οι επισκέπτες τού ιερού του. [22] Οι περιγραφές τού Λέοντα είναι όλες ιδιαίτερα κολακευτικές για τον Ροβέρτο. Απεικονίζεται ως έντονα ανήσυχος για την απόκτηση λειψάνων για τον νέο καθεδρικό ναό στο Καγιάτσο, πριν από την ανακάλυψη (inventio) των λειψάνων τού Μέννα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι θεραπεύτηκε από κάποια ασθένεια με την παρέμβαση τού αγίου μετά τη δεύτερη μεταφορά των λειψάνων, και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης παρευρέθηκε σε μία εορταστική επέτειο την ημέρα τού αγίου. [23] Ο Λέων σημειώνει, ότι ενώ ο Ροβέρτος θα μπορούσε να είχε ετοιμάσει τα βιβλία που ήθελε «στη δική του Αυλή» (in curia sua), υπονοώντας ότι είχε ένα σκριπτόριον και απασχολούσε έμπειρους γραμματείς, προτίμησε να τα αναθέσει στο Μόντε Κασίνο, λόγω τής ευσέβειάς του. [15]
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Oldfield 2014, σελ. 64.
- ↑ Loud 2004, σελ. 109.
- ↑ Loud 1981a, σελ. 122.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 Bloch 1986.
- ↑ Bloch 1986, σελ. 1508: Robertus Alife, Caiatianorum, S. Agatae et multorum aliorum comes.
- ↑ Bloch 1986, σελ. 1508.
- ↑ Takayama 1993, σελ. 221.
- ↑ Houben 2002, σελ. 37 n. 12.
- ↑ Gambella 2007, σελ. 107.
- 1 2 3 Loud 2013.
- ↑ Gloria 1870, σελ. 248.
- ↑ Loud 2007, σελ. 78.
- 1 2 Loud 1981a, σελ. 127.
- 1 2 3 4 Loud 2007.
- 1 2 3 4 Bottiglieri 2013.
- ↑ Bloch 1986, σελ. 261: divina favente potencia Calacianorum atque aliorum multorum comes.
- ↑ Loud 1981a, σελ. 133.
- ↑ Bloch 1986, σελ. 396.
- ↑ Bloch 1986, σελ. 252: pro salute animae meae et bonae memoriae patris mei comitis Rainulfi et omnium parentum meorum.
- ↑ Bloch 1986, σελ. 252: quod ex multo tempore per malos ordinatos devastaretur et dissiparetur et Dei servicium nimis neglegenter ibi fierit.
- ↑ Loud 2007, σελ. 102.
- ↑ Oldfield 2014, σελ. 263.
- ↑ Oldfield 2014.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Bloch, Herbert (1986). Monte Cassino in the Middle Ages. Volume I (Parts I–III). Cambridge, MA: Harvard University Press.
- Bottiglieri, Corinna (2013). «Literary Themes and Genres in Southern Italy during the Norman Age: The Return of the Saints». Norman Tradition and Transcultural Heritage: Exchange of Cultures in the 'Norman' Peripheries of Medieval Europe. Ashgate, σσ. 97–124.
- Gambella, Angelo (2007). Medioevo Alifano: Potere e Popolo nello Stato Normanno di Alife. Studi Storici sul Medioevo Italiano. Rome: Drengo.
- Gloria, Andrea (1870). Compendio delle lezioni teorico-pratiche di paleografia e diplomatica. Padua: Pietro Prosperini.
- Houben, Hubert (2002). Roger II of Sicily: A Ruler Between East and West. Cambridge: Cambridge University Press.
- Loud, G. A. (1981a). «A Calendar of the Diplomas of the Norman Princes of Capua». Papers of the British School at Rome 49: 99–143. doi:.
- Loud, G. A. (1981b). «The Norman Counts of Caiazzo and the Abbey of Montecassino». Monastica: Scritti raccolti in memoria del xv centenario della nascità di S. Benedetto (480–1980), vol. I. Miscellanea Cassinese. 44, σσ. 199–217.
- Loud, G. A. (2004). «Southern Italy in the Eleventh Century». The New Cambridge Medieval History, Volume 4: c. 1024–c. 1198 (Part II). Cambridge: Cambridge University Press, σσ. 94–119.
- Loud, G. A. (2007). The Latin Church in Norman Italy. Cambridge: Cambridge University Press.
- Loud, G. A. (2013) [2000]. The Age of Robert Guiscard: Southern Italy and the Northern Conquest. Oxford: Routledge.
- Oldfield, Paul (2014). Sanctity and Pilgrimage in Medieval Southern Italy, 1000–1200. Cambridge: Cambridge University Press.
- Takayama, Hiroshi (1993). The Administration of the Norman Kingdom of Sicily. Leiden: E. J. Brill.
- Tescione, Giuseppe (1975). «Roberto Conte normanno di Alife, Caiazzo e S. Agata dei Goti». Archivio Storico di Terra di Lavoro 4: 9–52.