Σταυροφορία της Σαβοΐας
Η Σταυροφορία της Σαβοΐας ήταν μία σταυροφορική εκστρατεία στα Βαλκάνια το 1366-67. Γεννήθηκε από τον ίδιο σχεδιασμό που οδήγησε στη Σταυροφορία της Αλεξάνδρειας και ήταν πνευματικό τέκνο του πάπα Ουρβανού Ε΄. Ηγήθηκε από τον Αμεδαίο ΣΤ΄ κόμη της Σαβοΐας και κατευθυνόταν εναντίον της αναπτυσσόμενης Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην ανατολική Ευρώπη. Αν και προοριζόταν ως συνεργασία με το βασίλειο της Ουγγαρίας και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η σταυροφορία εκτράπηκε από τον κύριο σκοπό της, που ήταν η επίθεση στη Β΄ Βουλγαρική αυτοκρατορία. Εκεί οι σταυροφόροι σημείωσαν μικρές προόδους, τις οποίες παρέδωσαν στους Ρωμαίους. Πήρε πίσω κάποια εδάφη από τους Οθωμανούς κοντά στην Κωνσταντινούπολη και στην Καλλίπολη, αλλά όλες αυτές οι κατακτήσεις ανατράπηκαν μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια από τους Οθωμανούς.
Σημειώνοντας τη μεγαλύτερη προσοχή που δινόταν στη Βουλγαρία παρά στους Τούρκους, ο ιστορικός Νικολάε Γιόργκα υποστήριξε ότι «δεν ήταν το ίδιο με σταυροφορία, αλλά αυτή η εκστρατεία έμοιαζε περισσότερο με μία περιπέτεια». [2] [α] Ωστόσο η κατάληψη της Καλλίπολης, σύμφωνα με τον Όσκαρ Χαλέκι, ήταν «η πρώτη επιτυχία που επέτυχαν οι Χριστιανοί στον αγώνα τους για την υπεράσπιση της Ευρώπης, και ταυτόχρονα η τελευταία μεγάλη χριστιανική νίκη [επί των Οθωμανών] σε όλο τον 14ο αι.». [4]
Προετοιμασίες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι όρκοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 31 Μαρτίου 1363, Μεγάλη Παρασκευή, στην Παπική Αβινιόν, ο Ιωάννης Β΄ της Γαλλίας και ο Πέτρος Α΄ της Κύπρου, έδωσαν σταυροφορικούς όρκους να πάνε στους Αγίους Τόπους, και έλαβαν από τον πάπα Ουρβανό Ε΄ το σημείο του σταυρού (signum crucis) να το ράψουν στα ενδύματά τους, ως ένδειξη τού όρκου τους. Αυτή ήταν η αρχή της σταυροφορίας της Σαβοΐας, αν και ο Ιωάννης Β΄ δεν θα εκπλήρωνε ποτέ τον όρκο του προσωπικά, και ο Πέτρος Α΄ τελικά δεν συνεργάστηκε με τον κόμη της Σαβοΐας στην επιχείρηση. [5] Ο τελευταίος δεν έδωσε τον σταυροφορικό του όρκο, επίσης μπροστά από τον Ουρβανό Ε΄, μέχρι πιθανώς στις 19 Ιανουαρίου 1364, όταν πραγματοποιήθηκε στην Αβινιόν ένα συμβούλιο περιφερειακών μεγιστάνων, για να σχηματίσουν μία συμμαχία (colligatio) αντί των ελεύθερων εταιρειών που έκαναν λεηλασίες. Αυτή ήταν σίγουρα η περίσταση, που ο πάπας απένειμε στον Αμεδαίο ΣΤ΄ το Χρυσό Ρόδο, και ο κόμης ίδρυσε το ιπποτικό Τάγμα του Κολάρου για να αντικαταστήσει το προηγούμενο, και πιθανώς ανενεργό, Τάγμα του Μαύρου Κύκνου. [5] [1] Τα αρχικά μέλη του Τάγματος του Κολάρου ήταν αφοσιωμένοι ακόλουθοι, και συχνά συγγενείς, του Αμεδαίου ΣΤ΄ και όλοι πιθανότατα είχαν δεσμευτεί να τον συνοδεύσουν στη σταυροφορία. Στην περίπτωση αυτή, όλοι εκτός από δύο που δεν μπόρεσαν να πάνε για λόγους υγείας, ταξίδεψαν ανατολικά. [1] Το Τάγμα, όπως και η σταυροφορία, ήταν αφιερωμένο στην Παναγία. Η προθεσμία που ορίστηκε για την αναχώρηση της σταυροφορίας ήταν η 1η Μαρτίου 1365, αν και ο πάπας ανέμενε ότι τόσο ο Πέτρος Α΄ της Κύπρου όσο και ο Αμεδαίος της Σαβοΐας θα αναχωρούσαν νωρίτερα. [5] Η προθεσμία δεν τηρήθηκε από κανέναν, αν και στις 27 Ιουνίου ο βασιλιάς της Κύπρου έφυγε από τη Βενετία για την Σταυροφορία της Αλεξάνδρειας. [1]

Τον Μάιο του 1363 ο Ουρβανός Ε΄ είχε απευθύνει έκκληση στον Λουδοβίκο Α΄ της Ουγγαρίας για σταυροφορία εναντίον των Οθωμανών, και ο βασιλιάς πέρασε τον χειμώνα του 1364-65 προετοιμάζοντας έναν στρατό για μία μεγάλη επίθεση, που είχε ως στόχο να εκδιώξει τους Οθωμανούς από την Ευρώπη. Τον Ιανουάριο του 1365, όπως αναφέρεται στη Βενετία, δέκα γαλέρες συγκεντρώνονταν στην Προβηγκία για χρήση από τον Λουδοβίκο Α΄, και ο Λουδοβίκος Α΄ είχε εκδώσει έκκληση για υποστήριξη στο Ζαντάρ (Ζάρα) και τη Δαλματία. Την άνοιξη εισέβαλε, όχι στο υπό Οθωμανική κατοχή μέρος της Ευρώπης (Ρωμυλία), αλλά μάλλον στο βόρειο τμήμα της Βουλγαρίας, που τότε κυβερνούσε ο δεύτερος γιος του τσάρου, ο Ιβάν Σρατσιμίρ. Κατέκτησε και κατέλαβε το Βίντιν, και πήρε τον Σρατσιμίρ αιχμάλωτο πίσω στην Ουγγαρία. Η εκστρατεία του ολοκληρώθηκε έτσι εγκαίρως, ώστε να συνεργαστεί με τον Αμεδαίο ΣΤ΄ σε μία κοινή επίθεση εναντίον των Οθωμανών την άνοιξη του 1366. [5]
Τα οικονομικά
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Την 1η Απριλίου 1364, ο Ουρβανός Ε΄ κατέβαλε σοβαρή προσπάθεια να χρηματοδοτήσει την εκστρατεία του Αμεδαίου ΣΤ΄ με μία σειρά από επτά αποφάσεις (βούλες), που του παρείχαν διάφορες νέες πηγές εισοδήματος. Όλα τα κατασχεμένα «παράνομα αποκτηθέντα κέρδη» (male acquisita) από κλοπή, λεηλασία ή τοκογλυφία, τα οποία δεν μπορούσαν να επιστραφούν (στα θύματα), επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για τα επόμενα έξι χρόνια για τη σταυροφορία. Επιπλέον, «όλα τα μέχρι τότε αχρησιμοποίητα κληροδοτήματα, δώρα, κατασχέσεις, πρόστιμα και μετάνοιες που είχαν κληροδοτηθεί, δοθεί, εκχωρηθεί ή επιβληθεί pro dicto passagio et Terre Sancte subsidio (για τη μετάβαση στους Αγίους Τόπους και την ευημερία τους) στην κομητεία της Σαβοΐας και τα εξαρτώμενα εδάφη της για τα προηγούμενα δώδεκα χρόνια και για τα επόμενα έξι» ανατέθηκαν στον κόμη για την εκστρατεία του. Τέλος, η Εκκλησία επρόκειτο να πληρώσει τη δεκάτη (ένα δέκατο) των δεκάτων της στον κόμη για τη σταυροφορία, εκτός από τους ιερείς που είχαν λάβει άδεια να πάνε οι ίδιοι στο ταξίδι. [5]
Στρατός και στόλος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις αρχές του 1366, ο Αμεδαίος ΣΤ΄ βρισκόταν στη Σαβοΐα συγκεντρώνοντας τον στρατό του. Περισσότεροι από τους μισούς στρατούς αποτελούνταν από τους κληρονομικούς υποτελείς του κόμη της Σαβοΐας, και σχεδόν καμία οικογένεια στις κτήσεις του δεν ήταν χωρίς εκπροσώπηση. Ο ετεροθαλής αδελφός του Οζιέ και ο ανιψιός του Ουμβέρτος, γιος του ετεροθαλούς αδελφού του Ουμβέρτου, εντάχθηκαν και οι δύο. Ο Αίμων, νεότερος αδελφός του Ιακώβου του Πεδεμοντίου, και οι δύο νόθοι γιοι του Αμεδαίου ΣΤ΄, που ονομάζονταν και οι δύο Αντώνιος, συμμετείχαν. [β] Μεταξύ των σταυροφόρων ήταν ο Άγγλος ιππότης Ρίτσαρντ Μιζάρ, ο εξάδελφος του κόμη Γουλιέλμου ντε Γκρανσόν, ο Αίμων Γ΄, διάδοχος του Αμεδαίου Γ΄ της Γενεύης, ο οποίος ήταν πολύ άρρωστος για να εκπληρώσει τον όρκο του, και ο Λουδοβίκος ντε Μπωζέ, πατέρας ντ'Αλουινέ, ο οποίος έπαιρνε τη θέση του Αντώνιου ντε Μπωζέ. [1] Μέχρι να φθάσει στη Βενετία, αυτός ο στρατός είχε οργανωθεί σε τρία τάγματα υπό την επίβλεψη του στρατάρχη Γκασπάρ ντε Μονμαγιέρ: το πρώτο είχε επικεφαλής τους Αμεδαίο, Γκασπάρ, Αϊμάρ ντε Κλερμόν και τους αδελφούς Γκυ και Ζαν ντε Βιέν· το δεύτερο από τον Ετιέν ντε λα Μπωμ, τον πατέρα ντε Μπασέ (πιθανώς τον Ραλφ Μπασέ) και τον πατέρα ντε Σεντ-Αμούρ· το τρίτο και μεγαλύτερο, το μεγάλο τάγμα, είχε διοικητές τους Γουλιέλμο ντε Γκρανσόν, Αντέλμ ντ'Ουρτιέρ και Φλοριμόν ντε Λεσπάρ, και περιλάμβανε τους συγγενείς του κόμη. [1]
Βλέποντας ότι η Σταυροφορία της Αλεξάνδρειας είχε βλάψει τις εμπορικές της σχέσεις με τις Ισλαμικές δυνάμεις, η Δημοκρατία της Βενετίας ήταν απρόθυμη να συμμετάσχει στην προγραμματισμένη σταυροφορία, ή να τής παράσχει μεταφορά προς τα ανατολικά. [5] [1] Μία επιστολή του πάπα Ουρβανού Ε΄ τον Μάρτιο του 1365 δεν τους έπεισε για το αντίθετο, αλλά μία πρεσβεία από τον Αμεδαίο ΣΤ΄ εξασφάλισε την υπόσχεση για δύο γαλέρες, λαμβάνοντας υπόψη το αίτημα του κόμη για πέντε (και δύο πλοία φούστες). Ο Ουρβανός Ε΄, ο αρχιτέκτονας της σταυροφορίας, διαπραγματεύτηκε με τη Γένοβα και τη Μασσαλία για την προμήθεια πλοίων, αλλά η υπόσχεση μεταφοράς από τον βασιλιά της Γερμανίας Κάρολο Δ΄ δεν εκπληρώθηκε ποτέ. Ένας μεγάλος αριθμός μισθοφόρων από τις ελεύθερες εταιρείες είχε ενταχθεί στη σταυροφορία, και είχε συγκεντρωθεί στο Τουρνούς υπό τον Αρνώ ντε Σερβόλ, αλλά όταν αυτός δολοφονήθηκε στις 25 Μαΐου 1366 κοντά στο Μακόν, οι μισθοφόροι εγκατέλειψαν την εκστρατεία. [1]
Πέρασμα προς την Ανατολή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σαβοΐα προς Βενετία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 3 Ιανουαρίου 1366 στο Λε Μπουρζέ-ντυ-Λακ, ο Aμεδαίος ΣΤ΄, προετοιμαζόμενος για την αναχώρησή του, διόρισε τη σύζυγό του Βόννη της Βουρβόνης, αντιβασίλισσα κατά την απουσία του, και να επικουρείται από ένα συμβούλιο επτά ατόμων, τουλάχιστον δύο από τα οποία έπρεπε πάντα να είναι μάρτυρες των διαταγών της για να είναι αποτελεσματικές. Ίσως ως διαμαρτυρία για την καθυστέρηση αυτών των προσπαθειών ή για τον προτεινόμενο προορισμό, που δεν ήταν οι Άγιοι Τόποι, στις 6 Ιανουαρίου ο πάπας Ουρβανός Ε΄ ανακάλεσε τις βούλες της 1ης Απριλίου 1364, διακόπτοντας έτσι μία σημαντική πηγή χρηματοδότησης. Αν και ο Aμεδαίος ΣΤ΄ πήγε στην Αβινιόν για να διαμαρτυρηθεί, και προφανώς έλαβε παπική ευλογία για την περιπέτειά του, οι βούλες παρέμειναν άκυρες. [1] Ο κόμης αναγκάστηκε να απαιτήσει γενική επιδότηση (φόρο) για το viagio ultramarino (ταξίδι στο εξωτερικό), αλλά αυτό παρέμεινε ανείσπρακτο μέχρι το 1368 και το κόστος των ναυτικών μεταφορών έπρεπε να καλυφθεί με δάνεια (10.000 φιορίνια) από ορισμένες τράπεζες της Λυών και την ενεχυρίαση του οικογενειακού αργύρου. Στις 8 Φεβρουαρίου ο Αμεδαίος ΣΤ΄ ξεκίνησε το ταξίδι του δια ξηράς προς τη Βενετία. [1]
Ο Αμεδαίος ΣΤ΄ είχε φτάσει στο Ρίβολι στις 15 Φεβρουαρίου και στην Παβία, όπου εξουσίαζε ο κουνιάδος του Γκαλεάτσο Β' Βισκόντι, μέχρι τα μέσα Μαρτίου. Στη συνέχεια, επισκέφθηκε τον Άγιο Ιωάννη του Μωριέν πριν επιστρέψει στην Παβία στα τέλη Μαΐου, ως νονός στη βάπτιση τού γιου τού ανιψιού του Τζαν Γκαλεάτσο Β'. Η αδελφή του, η μητέρα τού μεγαλύτερου Τζαν Γκαλεάτσο, Λευκή, έκανε μία δωρεά στο πολεμικό του ταμείο εκείνη την εποχή, και ο κουνιάδος του έδωσε δάνεια, τόσο σε χρήματα όσο και σε άνδρες: 25.000 φιορίνια και 25 οπλίτες, εξακόσιους brigandi (μισθοφόρους) και 16 κοντόσταυλους υπό τον νόθο γιο του, Καίσαρα, που θα πληρώνονταν με έξοδα του Γκαλεάτσο για τους πρώτους έξι μήνες. Το μισό του στρατού των σταυροφόρων υπό τον Ετιέν ντε λα Μπωμ πήγε από εκεί στη Γένοβα, για να επιβιβαστεί στον στόλο που τον περίμενε. και να τον μεταφέρει στη Βενετία. Την 1η Ιουνίου το υπόλοιπο τού στρατού υπό τον Αμεδαίο ΣΤ΄ αναχώρησε για την Πάντοβα, όπου η άρχουσα οικογένεια, οι Καρραρέζι, του πρόσφερε τη χρήση του παλατιού τους στη Βενετία. Στις 8 Ιουνίου ο Αμεδαίος ΣΤ΄ και ο κύριος στρατός έφτασαν στη Βενετία, όπου οι Βενετοί, πληροφορημένοι ότι η σταυροφορία δεν κατευθυνόταν προς τους Αγίους Τόπους, προσέφεραν περισσότερη βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων πλοίων και ανδρών, εάν οι σταυροφόροι καταλάμβαναν την Τένεδο από τους Γενουάτες (κάτι που δεν θα έκαναν). Η αναχώρηση του στόλου πραγματοποιήθηκε γύρω στις 21 Ιουνίου. [1]
Βενετία προς Καλλίπολη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο στόλος έπλευσε κατά μήκος των Δαλματικών ακτών, σταματώντας στην Πούλα (Πόλα), στο Ντουμπρόβνικ (Ραγούσα), στην Κέρκυρα και τέλος στην Κορώνη (Κόρον), η οποία βρισκόταν υπό βενετικό έλεγχο. Εκεί ο Αμεύδαίος ΣΤ΄ έμαθε ότι η Μαρία των Βουρβόνων, κόρη του Λουδοβίκου Α΄ δούκα του Μπουρμπόν, του οποίου η ανιψιά Μπόννη ήταν σύζυγος το Αμεδαίου, πολιορκούνταν στο κάστρο της στην Πύλο (Ναβαρίνο) από τον αρχιεπίσκοπο των Πατρών, Άντζελο Ατσαγιόλι, ο οποίος είχε καταλάβει τα εδάφη της για λογαριασμό του Φιλίππου Β΄ πρίγκιπα του Τάραντα, του κουνιάδου της, ο οποίος αμφισβήτησε την αξίωση του πριγκιπάτου της Αχαΐας από τη Μαρία για λογαριασμό του νεαρού γιου της, Ούγου, του οποίου ο πατέρας ήταν ο αποβιώσας Ροβέρτος του Τάραντα. Στις αρχές του 1366, η Μαρία και ο Ούγος είχαν συγκεντρώσει έναν στρατό μισθοφόρων από την Κύπρο και την Προβηγκία, και είχαν αρχίσει να ανακτούν τα εδάφη του πριγκιπάτου που διεκδικούσε. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ο καστελάνος της Μαρίας στην Πύλο, Γουλιέλμος ντε Ταλέ, είχε συλλάβει τον Σιμόν ντελ Πότζιο, τον βάιλο του Φιλίππου Β΄ του Τάραντα, και τον είχε φυλακίσει στα μπουντρούμια της Πύλου. Μέχρι την άφιξη του Αμεδαίου ΣΤ΄, μία αντεπίθεση με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο είχε στριμώξει τη Μαρία και τον Ούγο στην Πύλο. Ο κόμης της Σαβοΐας κλήθηκε να διαιτητεύσει. Αποφάσισε ότι η Μαρία έπρεπε να παραιτηθεί από κάθε αξίωση επί της Πάτρας, και ότι ο αρχιεπίσκοπος έπρεπε να εκκενώσει τα στρατεύματά του από τη νότια Αχαΐα, και να αφήσει τη Μαρία σε ειρηνική κατοχή της. Αφού διασώθηκε η «νεαρή που βρισκόταν σε κίνδυνο» και υπερασπίστηκε «τα δικαιώματα της Εκκλησίας», ο Αμεδαίς ΣΤ΄ επέστρεψε στα πλοία του. [γ]
Στην Κορώνη, ο βενετσιάνικος στόλος, με επικεφαλής τον Αντέλ ντ'Ουρτιέρ, καπετάνιο της γαλέρας του κόμη, συναντήθηκε με τους Γενουάτες για να σχηματίσουν έναν στόλο δεκαπέντε πλοίων υπό τη γενική διοίκηση του ναυάρχου Ετιέν ντε λα Μπωμ. Ο στρατός χωρίστηκε μεταξύ των γαλερών με βάση τη γεωγραφία: υπήρχε ένα πλοίο για τους άνδρες της Βρέστης (Breysse), ένα άλλο για τους «άνδρες του Φωσινύ» (des gens de Foucignie), ένα άλλο για εκείνους της κυρίως Σαβοΐας (Savoye), κ.λπ. Όλα τα πλοία έπρεπε να πλέουν σε οπτική επαφή μεταξύ τους, και κανένα να μην πλέει μπροστά από του κόμη, με πρόστιμα για παραβιάσεις αυτών των εντολών. Τα σήματα σημαίας την ημέρα και τα φανάρια τη νύχτα χρησιμοποιούνταν για την επικοινωνία μεταξύ των πλοίων. Τα σήματα επίθεσης δίνονταν από σαλπιγκτές στο πλοίο του κόμη. Ολόκληρο το ταξίδι ελέγχονταν αυστηρά από τον κόμη της Σαβοΐας. [1] Από την Κορώνη ο στόλος προχώρησε προς τον Άγιο Γεώργιο (San Giorgio d'Albora) στην Ύδρα, από εκεί στη Χαλκίδα (Negroponte) και τέλος στον Εύριπο, την τελευταία στάση πριν εισέλθουν σε οθωμανική επικράτεια. [1] Εκεί αγόρασαν καθαρό νερό, και ο γιατρός του κόμη, Γκυ Αλμπίν, αγόρασε saculi pro stomaco, κάποιο είδος απολυμαντικού για το στομάχι. [1]
Εκστρατείες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Καλλίπολη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παρόλο που οι σταυροφόροι ήλπιζαν σε βοήθεια από τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, Αυτοκράτορα των Ρωμαίων, ο πάπας είχε εξαρτήσει την επαναφορά της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε κοινωνία με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία —και υπό παπική κυριαρχία— παρόλο που η σταυροφορία προσπαθούσε να ανακουφίσει την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από την οθωμανική πίεση. [1] Οι σταυροφόροι ανέμεναν επίσης υποστήριξη από τον Λουδοβίκο Α΄ της Ουγγαρίας, αν και το μόνο που έλαβαν ήταν δύο βασιλικούς άρχοντες που υπηρετούσαν τον Αμεδαίο ΣΤ΄ «στις βουλγαρικές επαρχίες» (in partibus Burgarie). [1] Την άνοιξη του 1366 ο Ιωάννης Ε΄ ταξίδεψε στην ουγγρική αυλή για να δεχτεί στρατιωτική βοήθεια, και να ορκιστεί εκ μέρους του εαυτού του και των γιων του να ασπαστούν τον Καθολικισμό. Την 1η Ιουλίου, ο πάπας Ουρβανός Ε΄ είχε δώσει στον Λουδοβίκο Α΄ την άφεση για τη Σταυροφορία, αλλά στις 22 Ιουλίου μία επιστολή του πάπα ανέστειλε τα προνόμια που είχαν χορηγηθεί νωρίτερα τον ίδιο μήνα για ένα χρόνο, αναβάλλοντας την βοήθεια προς τους Έλληνες μέχρι την επιστροφή τους στην Καθολική Εκκλησία, και πείθοντας τον Λουδοβίκο Α΄ να μην βοηθήσει τον «σχισματικό», αν και ο πάπας δεν του το είχε απαγορεύσει ρητά. [1] [5] Κατά την επιστροφή του μέσω Βουλγαρίας, ο οποίος είχε πρόσφατα δεχθεί επίθεση από τον επίδοξο σύμμαχό του, ο Ιωάννης Ε΄ βρέθηκε παγιδευμένος, φυλακισμένος είτε περικυκλωμένος, από βουλγαρικές δυνάμεις, και ανίκανος να συνεχίσει προς την επικράτειά του, όπου εκεί ο γιος του Ανδρόνικος Δ΄, νυμφευμένος με τη Μαρία Κυράτζα, κόρη του Βούλγαρου τσάρου, είχε αναλάβει τον έλεγχο της κυβέρνησης. Ο Αμεδαίος Δ΄ και ο Ιωάννης Ε΄ ήταν εξαδέλφια, καθώς η μητέρα τού Ιωάννη, Άννα της Σαβοΐας, ήταν αδελφή τού Αίμωνα, πατέρα τού Αμεδαίου ΣΤ΄. [1]
Ενημερωμένος για την κατάσταση στη Βουλγαρία και τις τουρκικές θέσεις στην Ευρώπη, ο Αμεδαίος ΣΤ΄ οδήγησε τον στόλο του στα Δαρδανέλια, όπου ενώθηκε με έναν στολίσκο υπό τον Φραγκίσκο Α΄ Γατελούζιο, πρίγκιπα της Λέσβου και γαμπρό του παγιδευμένου Αυτοκράτορα. Τα χρονικά της Σαβοΐας καταγράφουν ότι συνάντησαν ένα απόσπασμα του Ρωμαϊκού στρατού υπό τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Στις 22 Αυγούστου, ο συνδυασμένος σταυροφορικός στόλος εξαπέλυσε επίθεση στην Καλλίπολη (νυν Γκελίμπολου), τη δεύτερη πόλη των Ευρωπαίων Οθομανών. Ενώ ο στρατός επιτίθετο στα τείχη, οι Ουωμανοί εγκατέλειψαν την πόλη κατά τη διάρκεια της νύχτας, και το πρωί οι κάτοικοι άνοιξαν τις πύλες στους σταυροφόρους. [1] Οι πηγές ρίχνουν περιορισμένο φως σε αυτό το σύντομο επεισόδιο. Σύμφωνα με το μητρώο του κόμη, τόσο η πόλη όσο και η ακρόπολη βρίσκονταν στα χέρια των Σαβοΐων μέχρι τις 26 Αυγούστου. Διορίστηκαν φρουρές και διοικητές για την καθεμία -ο Τζάκομο ντι Λουζέρνα για την πόλη, και ο Αϊμόνε Μικαέλε για την ακρόπολη, με ευθύνη, όχι μόνο για την υπεράσπιση της Καλλίπολης, αλλά και για τη φύλαξη της εισόδου στα στενά. Στις 27 Αυγούστου στάλθηκε ένας αγγελιοφόρος προς τα δυτικά με την είδηση της «πρώτης -και πιο διάσημης- νίκης τού κόμη εναντίον των ειδωλολατρών Ουωμανών». [1]
Τα χρονικά εξηγούν την ταχεία επιτυχία της τουρκικής υποχώρησης, αλλά είναι επίσης γνωστό ότι στις 12 Σεπτεμβρίου, στο Πέραν (νυν Μπέγιογλου) στην Κωνσταντινούπολη, ο κόμης προετοίμαζε τις κηδείες αρκετών από τους άνδρες του που σκοτώθηκαν στην επίθεση της Καλλίπολης, συμπεριλαμβανομένων των Σιμόν ντε Σαιντ-Αμούρ και Ρολάν ντε Βεσύ, και οι δύο ιππότες του Κολάρου. Ο ταμίας του κόμη, Αντουάν Μπαρμπιέ, αγόρασε δεκαοκτώ θυρεούς που έφεραν το «σύστημα του Κολάρου» (devisa collarium) για την κηδεία τους. Ογδόντα μία κηρώδεις δάδες και ελεημοσύνες πληρώθηκαν για την ταφή του Ζιράρ Μαρεσάλ από τη Σαβοΐα και του Ζαν ντ'Υβερντόν από το Βωντουά. [1] Μία καταιγίδα στη Θάλασσα του Μαρμαρά εμπόδισε τους υπόλοιπους της σταυροφορίας να φύγουν από την Καλλίπολη, αλλά μέχρι τις 4 Σεπτεμβρίου είχαν φθάσει δια θαλάσσης στην Κωνσταντινούπολη. Ο στόλος αποβιβάστηκε στο Πέραν, τη γενουατική συνοικία όπου διέμεναν οι περισσότεροι άνδρες του, αν και κάποιοι κατέληξαν στον Γαλατά, τη συνοικία των Βενετών (borgo de Veneciis). Ο ίδιος ο Αμεδαίος ΣΤ΄ αγόρασε ένα ανεπίπλωτο σπίτι στην πόλη. Εκτός από το κόστος των επίπλων και των κηδειών, ο κόμης πλήρωσε στον διερμηνέα του, Πάολο, τρεις μήνες μισθό. [1]

Βουλγαρία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Από την Κωνσταντινούπολη, ο Αμεδαίος ΣΤ΄ έστειλε μία πρεσβεία της Σαβοΐας στον Ιωάννη Ε΄, ο οποίος προφανώς βρισκόταν στο Βιντίν. Φαίνεται ότι ζήτησε ένοπλη επέμβαση για να τον απελευθερώσει, και να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του. Η αυτοκράτειρα σύζυγός του Ελένη Καντακουζηνή, πρόσφερε στον κόμη της Σαβοΐας χρήματα για μία στρατιωτική εκστρατεία στη Βουλγαρία. Αν και ο Αμεδαίος ΣΤ΄ δεν είχε ένταλμα από τον πάπα να επιτεθεί στους Βουλγάρους, ομοεθνείς του Χριστιανούς, αν και "σχισματικοί" (ως μη Καθολικοί). Αφήνοντας ένα απόσπασμα πίσω στην Κωνσταντινούπολη, ο κόμης οδήγησε έναν στόλο στις ακτές του Εύξεινου Πόντου στη Βουλγαρία στις 4 Οκτωβρίου. Σε δύο ημέρες έφθασαν στο λιμάνι του "Λορφενάλ" (l'Orfenal) και στη συνέχεια στη Σωζόπολη, η οποία υποτίθεται ότι βρισκόταν σε Ρωμαϊκά χέρια, αλλά τώρα φαίνεται να ανήκε στους Βουλγάρους. Δεν έγινε μάχη΄, και δεν είναι σαφές αν η πόλη παραδόθηκε, ή απλώς παρακάμφθηκε. Οι λογαριασμοί εξόδων του Αμεδαίου ΣΤ΄ δείχνουν ότι βρισκόταν "στη Σωζόπολη" (apud Tisopuli) από τις 17 έως τις 19 Οκτωβρίου, αλλά μπορεί να στρατοπέδευσε μόνο έξω από τα τείχη της. Είναι ωστόσο πιθανό να κατέλαβε το Μπουργκάς. Στις 20 Οκτωβρίου καταλήφθηκε η πόλη Μεσημβρία (Νεσέμπαρ) και το φρούριό της. Αφού προέβαλαν σθεναρή αντίσταση που προκάλεσε το τέλος πολλών Χριστιανών ιπποτών και συνοδών (squires), οι Μεσεμβριανοί σφαγιάστηκαν, χωρίς να γλιτώσουν οι γυναίκες και τα παιδιά, και η πόλη λεηλατήθηκε. Στη συνέχεια καταλήφθηκε η Αγχίαλος (Πομόριε), το οποίο οι Σαβόιοι ονόμαζαν Λασίλο ή Λ'Ασίλο (από το Αξίλο, ie Αγχίαλο), και ίσως επίσης η Μακρόπολις (Μανχοπόλυ) και η Σκαφίδα (Σταφίδα), και οι Σαβόιοι έλεγξαν τον Κόλπο του Μπουργκάς. [1]
Η παράκτια περιοχή της Βουλγαρίας, η σύγχρονη Δοβρουτσά, ήταν εκείνη την εποχή το ημιανεξάρτητο πριγκιπάτο της Καρβούνα, που κυβερνιόταν από τη Ντομπροτίτσα ως συνοριακή επαρχία του Βουλγαρικού βασιλείου. Η κύρια πόλη της, παλαιότερα μητρόπολη, ήταν η Βάρνα. Στις 25 Οκτωβρίου οι σταυροφόροι έφθασαν έξω από τη Βάρνα, και έστειλαν πρεσβεία στους πολίτες ζητώντας τους να παραδοθούν. Αρνήθηκαν, αλλά υποσχέθηκαν να στείλουν τούς δικούς τους αγγελιοφόρους στον τσάρο Ιβάν Σισμάν, του οποίου η πρωτεύουσα ήταν το Βελίκο Τάρνοβο (νυν Τίρνοβο), ζητώντας του να επιτρέψει στον Ιωάννη Ε΄ να περάσει, αν και ο Σισμάν δεν έλεγχε το Βιντίν εκείνη την εποχή, το οποίο βρισκόταν στα χέρια του αδελφού του, Ιβάν Σρατσιμίρ. Εν τω μεταξύ, οι κάτοικοι της Βάρνας εφοδίασαν τον σταυροφορικό στρατό και ανταλλάχθηκαν αρκετές πρεσβείες μεταξύ του Τίρνοβο και του κόμη της Σαβοΐας. Προκειμένου να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση, ο Αμεδαίος ΣΤ΄ επιτέθηκε και κατέλαβε την Εμόνα (Λεμόνα, λ'Εμόνα), ένα φρούριο στο ακρωτήριο Εμινέ, νοτιότερα κατά μήκος της ακτής. Μετά τη συνθηκολόγησή τους, οι κάτοικοι της Εμόνα εξεγέρθηκαν, και έπρεπε να συντριβούν. Εγκαθιστώντας εκεί φρουρά, ο Αμεδαίος ΣΤ΄ επέστρεψε στη Βάρνα. [1]
Καθώς η εκεχειρία μεταξύ της Βάρνας και του κόμη της Σαβοΐας συνεχιζόταν, μία ομάδα νεαρών σταυροφόρων τόλμησε δια θαλάσσης να καταλάβει το μικρό κάστρο τού «Καλόκαστρου» τη νύχτα. Ανακαλύφθηκαν από τους φρουρούς, καθώς προσπαθούσαν να σκαρφαλώσουν στα τείχη, και τους σφαγίασαν. Αν και εξέφρασε την αποδοκιμασία του για την ανεξάρτητη δράση τους, ο Αμεδαίος ΣΤ΄ ηγήθηκε μίας εκστρατείας αντιποίνων, που είχε ως αποτέλεσμα τη σφαγή του πληθυσμού του Καλόκαστρου. Οι διαπραγματεύσεις με τους Βουλγάρους συνεχίστηκαν μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, και, πιθανώς με την επιμονή του τσάρου, ο Αμεδαίος ΣΤ΄ έλυσε την πολιορκία τής Βάρνας, και υποχώρησε στο Νεσέμπαρ, αφήνοντας μία φρουρά στην Εμόνα, πριν από τις 18 Νοεμβρίου. [1] Στις 23 Δεκεμβρίου ο τσάρος Σισμάν έστειλε μήνυμα στον Αμεδαίο ΣΤ΄ ότι ο Αυτοκράτορας είχε λάβει άδεια να μεταβεί από το Βιντίν στην Καληάκρα, στην επικράτεια τής Ντομπροτίτσα. Ο κόμης έστειλε μία ομάδα υποδοχής να τον περιμένει εκεί, και πέρασε τον χειμώνα στο Νεσέμπαρ, όπου διοικούσε την πόλη πλήρως, εισπράττοντας φόρους κάθε είδους. Στις αρχές τού Ιανουαρίου τού 1367, ο κόμης μετέφερε την αυλή του στην απέναντι πλευρά τού κόλπου, στη Σωζόπολη, όπου ο Αυτοκράτορας έφθασε τελικά στις 28 Ιανουαρίου, χωρίς να έχει σταματήσει στην Καληάκρα. [1]
Κοντά στην Κωνσταντινούπολη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στα τέλη Ιανουαρίου ή στις αρχές Φεβρουαρίου, οι πολίτες της Ρμόνας επαναστάτησαν. Στις 15 Μαρτίου, πιθανώς μετά την αναχώρηση του Αυτοκράτορα για την Κωνσταντινούπολη, έχοντας υποσχεθεί να καλύψει το κόστος τής εκστρατείας τού Αμεδαίου ΣΤ΄ στη Βουλγαρία με αντάλλαγμα την παραλαβή των πόλεων που είχε κατακτήσει, ο κόμης πήγε στο Νεσέμπαρ, για να επιβλέψει τις τελικές προετοιμασίες, για την αναχώρησή του, συμπεριλαμβανομένων των λύτρων όλων των ανδρών του, που μέχρι τότε κρατούνταν ακόμη αιχμάλωτοι στις Βουλγαρικές φυλακές. Μέχρι τις 9 Απριλίου όλα είχαν ολοκληρωθεί, και οι σταυροφόροι επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου, σύμφωνα με τα λόγια των χρονικογράφων της Σαβοΐας, «ο Αυτοκράτορας, για να υποδεχτεί τον εξάδελφό του, τον κόμη, με μεγαλύτερη τιμή και σεβασμό, ετοίμασε τους ιερείς, τα κολέγια και όλα τα θρησκευτικά τάγματα, κυρίους, πολίτες, εμπόρους, λαό, γυναίκες και παιδιά, και [όλοι] πήγαν στην παραλία, για να υποδεχτούν τον κόμη φωνάζοντας «ζήτω ο κόμης της Σαβοΐας, που έσωσε την Ελλάδα από τους Τούρκους και τον Αυτοκράτορα, κύριό μας, από τα χέρια τού τσάρου τής Βουλγαρίας». [1] Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ιωάννης Ε΄ συμφώνησε τελικά να καταβάλει 15.000 χρυσά φιορίνια για τα έξοδα της βουλγαρικής εκστρατείας, αν και τελικά εισπράχθηκαν μόνο περίπου 10.000. [1]
Ο Αμεδαίος ΣΤ΄ εξακολουθούσε να σκοπεύει να διεξάγει πόλεμο εναντίον των Οθωμανών, αλλά τα μέσα του για να το πράξει είχαν μειωθεί από την κατάληψη της Καλλίπολης. Παρ' όλα αυτά, στις 14 Μαΐου κατέλαβε το οθωμανικό κάστρο τής Ενεακοσίας στη βόρεια ακτή του Μαρμαρά, το οποίο ο Έλληνας ιστορικός Ιωάννης (ΣΤ΄) Καντακουζηνός μας πληροφορεί ότι ήταν το «φρούριο κοντά στο Ρήγιον», το σύγχρονο Κιουτσούκ-τσεκμετζέ. Ένας από τους στρατιώτες τής Σαβοΐας ανταμείφθηκε, επειδή τοποθέτησε το λάβαρο της Σαβοΐας στην κορυφή τού πύργου κατά τη διάρκεια τής συμπλοκής. [5] Τον ίδιο μήνα, ο Αμεδαίος ΣΤ΄ έπρεπε να σπεύσει βόρεια, για να υπερασπιστεί τη Σωζόπολη από μία οθωμανική επίθεση. [1] Στις 24 Μαΐου ή κοντά σε αυτήν, οι άνδρες του έβαλαν φωτιά στο οθωμανικό φρούριο που ονομάζεται Καλόνευρο, το οποίο πιθανώς αντιπροσωπεύεται από τα Ρωμαϊκά ερείπια στο Μπουγιούκ-τσεκμετζέ. Καθ' όλη τη διάρκεια του Απριλίου-Μαΐου, το κύριο μέλημα της σταυροφορίας ήταν η εξόφληση των πλοιοκτητών, και η συγκέντρωση χρημάτων για το ταξίδι της επιστροφής. [5] [1]

Το ταξίδι επιστροφής
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Κατά το υπόλοιπο της παραμονής του Αμεδαίου ΣΤ΄ στην Κωνσταντινούπολη, προσπάθησε -χωρίς επιτυχία- να διαπραγματευτεί ένα τέλος στο Σχίσμα Ανατολής-Δύσης. Παρόλο που είχε εγκαταστήσει τον Παύλο, Λατίνο Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, στην Καλλίπολη και όχι στην Κωνσταντινούπολη -σε ένδειξη σεβασμού προς τους Έλληνες- ο Παύλος επέστρεψε στην Ιταλία με τη σταυροφορία, φεύγοντας από την Κωνσταντινούπολη στις 9 Ιουνίου 1367. Ο κόμης τής Σαβοΐας ταξίδευσε με μία νέα γαλέρα, που ο άνθρωπός του, Τζιοβάνι ντι Κόντε, αγόρασε στο Πέραν. Στις 13/14 Ιουνίου, οι σταυροφόροι έφτασαν στην Καλλίπολη. Ο Αμεδαίος ΣΤ΄ πλήρωσε τη φρουρά, και παρέδωσε την πόλη και την ακρόπολη στους Ρωμαίους. Μέχρι τις 16 Ιουνίου, ο στόλος έφτασε στην Τένεδο. Μεταξύ 20 και 22 Ιουνίου παρέμεινε στη Χαλκίδα, όπου ο Αμεδαίος πλήρωσε τέσσερα χρυσά perperi (υπέρπυρα) σε δύο τροβαδούρους του Ρογήρου ντε Λούρια, γενικού βικάριου του δουκάτου των Αθηνών, οι οποίοι είχαν έρθει φέρνοντας τούς χαιρετισμούς τού κυρίου τους, και έμειναν για να φιλοξενηθούν το βράδυ. [5] [1]
Στη Χαλκίδα πολλοί εγκατέλειψαν τη σταυροφορία για να πάνε στην Κύπρο, και να πολεμήσουν υπό τον βασιλιά Πέτρο Α΄, που υποσχόταν περισσότερες ευκαιρίες για να πολεμήσουν τους άπιστους (και λιγότερο να πολεμήσουν σχισματικούς αδελφούς στην πίστη). Οι σταυροφόροι που επέστρεψαν, σταμάτησαν στη Μεθώνη (Μοντόν) και τη Γλαρέντζα (Κλαρέντσια), φτάνοντας στην Κέρκυρα στις 10 Ιουλίου. Μία εβδομάδα αργότερα, σταμάτησαν στο Ντουμπρόβνικ, και στις 29 Ιουλίου αποβιβάστηκαν στη Βενετία. Τα νέα για τις νίκες τους προηγήθηκαν. [5] [1]
Ο Αμεδαίος ΣΤ΄ παρέμεινε στο παλάτι των Καρραρέζι στη Βενετία για πέντε εβδομάδες: αποπληρώνοντας χρέη, κάνοντας ευχαριστήριες δωρεές σε εκκλησίες, παίρνοντας περισσότερα δάνεια (8.872 δουκάτα από τον Μπαρτολόμεο Μικαέλις και 10.346 από τον Φεντερίκο Κορνάρο). Επισκέφθηκε το Τρεβίζο για κάποιες εορταστικές εκδηλώσεις, η σημασία των οποίων είναι ασαφής (23-26 Αυγούστου). Για να εκπληρώσει τούς όρκους του, ο Αμεδαίος ,ΣΤ΄ αναγκάστηκε να πάρει τους πρέσβεις τού Ιωάννη Ε' στη Ρώμη. Πήγε δια ξηράς στην Παβία, όπου έφτασε στις 18 Σεπτεμβρίου για να περιμένει τις αποσκευές του που έφταναν από τα νερά του Πάδου, και το θησαυροφυλάκιό του που κατέβαινε από τη Σαβοΐα, για να χρηματοδοτήσει το τελευταίο του προσκύνημα στη Ρώμη. Στις 25 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε για την Πίζα και από εκεί για το Βιτέρμπο, όπου συνάντησε τον πάπα Ουρβανό Ε΄ και παρουσίασε τη Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) πρεσβεία. Συνέχισε με την παπική συνοδεία στη Ρώμη, όπου ο πάπας Ουρβανός Ε΄ εισήλθε επίσημα στην πόλη στις 12 Οκτωβρίου, ο πρώτος πάπας στη Ρώμη από το 1305. Ο Αμεδαίος ΣΤ΄ παρέμεινε στη Ρώμη περίπου δύο εβδομάδες πριν επιστρέψει στο Σαμπερύ τα Χριστούγεννα μέσω Περούτζιας και Φλωρεντίας (αρχές Νοεμβρίου), μετά μέσω Παβίας (μέσα Νοεμβρίου), Πάρμας, Μπόργκο Σαν Ντονίνο και Καστέλ Σαν Τζιοβάνι. Καθ' όλη τη διάρκεια τού ταξιδιού του από τη Βενετία στη Ρώμη και στη Σαβοΐα, ο κόμης τιμήθηκε ως θριαμβευτής σταυροφόρος. [1]
Απώλεια της Εμόνα και της Καλλίπολης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμεδαίος ΣΤ΄ άφησε την πόλη της Εμόνα στα χέρια τού νόθου γιου του, του μεγαλύτερου Αντώνιου, με μία μικρή φρουρά. Σύμφωνα με τους χρονικογράφους της Σαβοΐας, Ζάν Σερβιόν και Ζαν ντ'Ορονβίλ Καμπαρέ, οι κάτοικοι εξαπάτησαν τους Σαβόιους με πράξεις καλοσύνης, πριν τους οδηγήσουν σε ενέδρα όπου συνελήφθη ο Αντώνιος. Ο Αντώνιος υποτίθεται ότι παρέμεινε σε βουλγαρική φυλακή μέχρι το τέλος του. Αν και αυτή η αφήγηση δεν επιβεβαιώνεται από παλαιότερες πηγές, είναι βέβαιο ότι η Εμόνα χάθηκε στους Βουλγάρους, και ότι ο μεγαλύτερος Αντώνιος δεν εμφανίζεται στους λογαριασμούς τού θησαυροφυλακίου τού πατέρα του μετά τη σταυροφορία. [1]
Η Καλλίπολη δεν χάθηκε για τη Χριστιανοσύνη, λόγω κάποιας ενέργειας των Οθωμανών. Μετά από τρία χρόνια εμφυλίου πολέμου μεταξύ τού Ιωάννη Ε΄ και τού γιου του, Ανδρόνικου Δ΄, τους παραδόθηκε από τον τελευταίο ως πληρωμή για την υποστήριξή τους. Έτσι καταλήφθηκε, μετά από δέκα χρόνια χριστιανικής κατοχής, τον χειμώνα του 1376-77 από τον σουλτάνο Μουράτ Α΄. [5]
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ "Ce n'était pas même une croisade ... cette expédition, qui ressembla beaucoup à une équipée"[3]
- ↑ Distinguished as Antonius, bastardus de Sabaudie, junior and senior
- ↑ Per Cox (1967), σελίδες 213–215, this historical event is essentially garbled in the Gestez et Croniques de la Mayson de Savoye, which call Marie, the "desposte des Inus", a cousine rather than a niece of Bonne. Her castle is "Jungs" on the bay known as "Port de Junch" or "Junke", from the Venetian Zonklon. The count's expense records refer to it as the castrum de Jonc. The Chronique also renders the result as a victory for the archbishop, who "cherished [the count] and praised him greatly and gave him many fine relics." According to Aziz Atiya, The Crusade in the Later Middle Ages (London, 1928), 387, the disputed possessions were at "Zuchio and the castle of Manolada."[6]
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]== Αναφορές ==
Περαιτέρω ανάγνωση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Ντάτα, Πιέτρο. (1826). Spedizione in Oriente di Amadeo VI, Conte di Savoia . Τορίνο: Alliana e Paravia.
- Ντέβλιν, Μαίρη Ακινάτη. (1929). «Ένας Άγγλος Ιππότης της Περικνημίδας στο Ισπανικό Παρεκκλήσι στη Φλωρεντία». Speculum, 4:3, 270–81.
- Housley, Norman . (1984). «Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ο Μέγας της Ουγγαρίας και οι Σταυροφορίες, 1342–82». The Slavonic and East European Review, 62:2, 192–208.
- Μουρατόρε, Ντίνο. (1905). «La nascita e il battesimo del primogenito di Gian Galeazzo Visconti e la politica viscontea nella primavera del 1366». Archivio Storico Lombardo, 32, 265–72.