Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος (ύπατος το 235 π.Χ.)
| Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος (ύπατος το 235 π.Χ.) | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Όνομα στη μητρική γλώσσα | T. Manlius T.f.T.n. Torquatus (Λατινικά) |
| Γέννηση | 279 π.Χ. (περίπου)[1] Αρχαία Ρώμη |
| Θάνατος | 202 π.Χ.[2] |
| Χώρα πολιτογράφησης | Αρχαία Ρώμη |
| Εκπαίδευση και γλώσσες | |
| Ομιλούμενες γλώσσες | Λατινικά |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
| Ιδιότητα | πολιτικός στρατιωτικός |
| Οικογένεια | |
| Τέκνα | Aulus Manlius Torquatus |
| Γονείς | Titus Manlius Torquatus |
| Οικογένεια | Manlii Torquati |
| Στρατιωτική σταδιοδρομία | |
| Πόλεμοι/μάχες | Battle of Cornus |
| Αξιώματα και βραβεύσεις | |
| Αξίωμα | Ρωμαίος δικτάτορας Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[3] Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (235 π.Χ.)[3] |
Ο Τίτος Μάνλιος Τορκουάτος, λατιν.: Titus Manlius Torquatus (πριν από το 279 π.Χ. – 202 π.Χ.) ήταν πολιτικός της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Είχε μία μακρά και διακεκριμένη σταδιοδρομία, καθώς ήταν ύπατος το 235 π.Χ. και το 224 π.Χ., τιμητής το 231 π.Χ. και δικτάτορας το 208 π.Χ. Ήταν σύμμαχος του Φάβιου Μάξιμου "Αναβλητικού".
Καταγωγή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Τίτος ανήκε στο γένος των Μανλίων πατρικίων, ένα από τα σημαντικότερα γένη της Δημοκρατίας. Αυτό είχε ήδη 13 υπάτους και 14 υπατικούς τριβούνους πριν από αυτόν. Η καταγωγή του Τίτου είναι λίγο αβέβαιη, καθώς οι Πίνακες Υπάτων (Fasti Consulares) τον αναφέρουν με την ίδια καταγωγή ("Τ.f. n.T., δηλ. γιος του Τίτου, εγγονός του Τίτου") με τον Aύλο Μάνλιο Τορκουάτο Αττικό, ο οποίος ήταν ύπατος δύο φορές το 244 π.Χ. και το 241 π.Χ., καθώς και τιμητής το 247 π.Χ. Ο Mύντσερ υπέθετε διστακτικά ότι ο Aύλος ήταν θείος του Τίτου. Ο πατέρας και ο παππούς τού Τίτου δεν είναι γνωστοί, αλλά ο προπάππους του —ονομαζόμενος επίσης Τίτος— ήταν ύπατος το 299 π.Χ.
Το επίθετο (cognomen) Torquatus ελήφθη για πρώτη φορά από τον πρόγονο του Τίτου, Tίτο Μάνλιο "Αγέρωχο" (Imperiosus) το 361 π.Χ., όταν είχε νικήσει έναν Γαλάτη σε μονή μάχη και πήρε το περιδέραιό του (torque) ως τρόπαιο. Το περιδέραιο έγινε τότε το έμβλημα της οικογένειας, τα μέλη της οποίας το έβαζαν περήφανα στα νομίσματα που έκοψαν. Ο Imperiosus Torquatus ήταν διάσημος για τη σοβαρότητά του: σκότωσε τον ίδιο του τον γιο, αφού εκείνος τον είχε παρακούσει κατά τη διάρκεια μίας μάχης.
Πολιτική σταδιοδρομία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ύπατος (235 π.Χ.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η πρώιμη σταδιοδρομία του Τίτου δεν είναι γνωστή, επειδή τα βιβλία του T. Λίβιου για τα έτη 292 π.Χ. – 220 π.Χ. χάθηκαν. Ωστόσο, ο Μπρόουτον υποθέτει ότι εισήλθε στο σύλλογο των ποντιφίκων στη νεότητά του, αφού προσπάθησε να γίνει μέγιστος ποντίφηξ (pontifex maximus) το 212 π.Χ., και ως εκ τούτου ήταν ένα από τα ανώτερα μέλη του.
Η πρώτη του καταγεγραμμένη αναφορά ήταν η εκλογή του ως υπάτου το 235 π.Χ., μαζί με τον Γάιο Ατίλιο Βάλβο, έναν πληβείο που ήταν ήδη ύπατοος το 245 π.Χ. Ο Ευτρόπιος και ο Κασσιόδωρος —οι οποίοι βασίστηκαν στον Λίβιο— περιέγραψαν τον Τίτο ως τον consul prior, πράγμα που σημαίνει ότι η Συνέλευση των Εκατό τον εξέλεξε πριν από τον Ατίλιο.

Ο Τίτος στάλθηκε στη Σαρδηνία, η οποία μόλις είχε περιέλθει στον έλεγχο των Ρωμαίων στον απόηχο του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου (264 π.Χ. – 241 π.Χ.). Η πολεμική αποζημίωση που ζητούσε η Ρώμη ήταν τόσο υψηλή, που η Καρχηδόνα δεν μπορούσε να πληρώσει τους μισθοφόρους της, οι οποίοι εξεγέρθηκαν. Ενώ η Καρχηδόνα πολεμούσε τους μισθοφόρους στην Αφρική, οι μισθοφόροι της που στάθμευαν στη Σαρδηνία αποφάσισαν επίσης να εξεγερθούν. Η Ρώμη αρχικά αρνήθηκε να υποστηρίξει τους εξεγερμένους της Σαρδηνίας, αλλά το 237 π.Χ. η Ρώμη εμπόδισε την Καρχηδόνα να ανακτήσει το νησί, με το πρόσχημα ότι ο στρατός της είχε στραφεί πραγματικά εναντίον της Ρώμης. Η αποστολή του Τίτου ήταν λοιπόν να ειρηνεύσει το νησί, κάτι που έκανε με επιτυχία. Ως αποτέλεσμα, τέλεσε θρίαμβο για τη νίκη του επί των εξεγερμένων. Αρκετοί αρχαίοι συγγραφείς λένε ότι μετά τη νίκη του, ο Τίτος έκλεισε τις πόρτες του Ναού του Ιανού, που συμβολικά σημαίνει ότι η Ρώμη και οι γείτονές της ήταν σε ειρήνη. Ήταν μόνο η πρώτη φορά που ο ναός έκλεισε μετά τη βασιλεία του Nουμά Πομπίλιου —του θρυλικού δεύτερου βασιλιά της Ρώμης —και παρέμεινε έτσι για οκτώ χρόνια. Οι πύλες του παρέμειναν ανοιχτές, μέχρι που ο Αύγουστος τις έκλεισε ξανά μετά τη μάχη του Ακτίου το 31 π.Χ. Ωστόσο, ο Λίβιος λέει ότι αυτό το γεγονός έλαβε χώρα «μετά τον Α΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο», έτσι ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές το τοποθετούν το 241 π.Χ., όταν ο Aύλος Μάνλιος Τορκουάτος —θείος του Τίτου— ήταν ύπατος για να εορτάσει το τέλος του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου. Ωστόσο, αυτή η άποψη αμφισβητήθηκε.
Η υπατεία του Τίτου σηματοδοτεί την επιστροφή στην κανονικότητα, μετά την επιθετική εξωτερική πολιτική των προκατόχων του, Λεύκιου και Πόπλιου Κορνήλιου Λέντουλου Καυδινού, υποστηρικτών μιας επεκτατικής στρατηγικής κατά της Καρχηδόνας και των Κελτών στη Βόρεια Ιταλία. Αυτή η πολιτική διήρκεσε μέχρι το 232 π.Χ. και την πρώτη υπατεία του Κ. Φάβιου Μαξίμου, του σημαντικότερου Ρωμαίου πολιτικού του β΄ μισού του 3ου αι., και αρχηγού της «ειρηνευτικής φατρίας» στη Ρώμη. Το πολύ ισχυρό γένος των Φαβίων ήταν επίσης σύμμαχος με τους Mανλίους τουλάχιστον από τον 4ο αι.
Τιμητής και ύπατος για δεύτερη φορά (231–224 π.Χ.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 231 π.Χ. ο Τίτος εξελέγη τιμητής πριν από τον Κόιντο Φούλβιο Φλάκο, ο οποίος ήταν ήδη ύπατος το 237 π.Χ. Λόγω ενός ελαττώματος στην εκλογή τους, έπρεπε να παραιτηθούν, και δεν μπορούσαν να ολοκληρώσουν την τελετουργική κάθαρση (lustrum) του ρωμαϊκού λαού. Αντικαταστάθηκαν τον επόμενο χρόνο από τους Κ. Φάβιο Μάξιμο και Mάρκο Σεμπρώνιο Τουδιτανό.
Το 224 π.Χ. ο Τίτος εξελέγη ύπατος για δεύτερη φορά, με τον πρώην συνάδελφό του για σύντομο χρονικό διάστημα, Κ. Φούλβιο Φλάκο, και χαρακτηρίστηκε για άλλη μια φορά ως ύπατος. Ο Τίτος και ο Φούλβιος στάλθηκαν βόρεια εναντίον των Bοίων, μιας κελτικής φυλής που πολεμούσε με τη Ρώμη από το 225. Οι ύπατοι οδήγησαν τον πρώτο ρωμαϊκό στρατό να διασχίσει τον ποταμό Πάδο, και στη συνέχεια νίκησαν τους Boίους εκεί. Οι Κέλτες έχασαν 23.000 άνδρες και 5.000 από αυτούς αιχμαλωτίστηκαν, αλλά οι ύπατοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, λόγω των κακών καιρικών συνθηκών και των θανάτων μεταξύ των στρατευμάτων τους.
Ο Ντε Σάνκτις θεώρησε ότι αυτή η νίκη, καθώς και η διάσχιση του Πάδου, ήταν μεταγενέστερες επινοήσεις, αφού οι Πίνακες Θριάμβων (Fasti Triumphales) δεν καταγράφουν αυτή τη νίκη, η οποία κανονικά θα έπρεπε να είχε επιβραβευθεί με έναν θρίαμβο για τους υπάτους. Προσθέτει ότι ο Πολύβιος λέει ελάχιστα γι' αυτό, απλώς ότι οι ύπατοι ηγήθηκαν ενός ισχυρού στρατού και τρομοκρατούσαν τους Βοΐους, οι οποίοι ως αποτέλεσμα υποτάχθηκαν.
Ρόλος κατά τον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο (218–202 π.Χ.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 216 π.Χ. ως ανώτερος συγκλητικός, ο Τίτος αντιτάχθηκε επιτυχώς στην εξαγορά των Ρωμαίων που αιχμαλωτίστηκαν στη μάχη των Καννών, με το σκεπτικό ότι δεν είχαν κάνει καμία προσπάθεια να ξεφύγουν από τις γραμμές των Καρχηδονίων.
Το 215 π.Χ. ως πραίτορας, ο Τίτος στάλθηκε στη Σαρδηνία με στρατό, αφού αρρώστησε ο Κόιντος Μούκιος Σκαιβόλας κυβερνήτης της Σαρδηνίας, και η Σύγκλητος ανακάλυψε ότι οι Καρχηδόνιοι σχεδίαζαν μία προσπάθεια να ανακτήσουν το νησί. Νίκησε έναν συνδυασμένο στρατό Καρχηδονίων και εξεγερμένων της Σαρδηνίας υπό τον Ασδρούβα τον Φαλακρό και τον Αμψικόρα στη μάχη του Δεκιμομάνου και εξασφάλισε τη Σαρδηνία για τη Ρώμη. [4]
Ωστόσο, υπέστη και αρκετές ανατροπές. Το 212 π.Χ., αυτός και ο Φλάκος διεκδίκησαν τη θέση του μεγίστου αρχιερέως της Ρώμης: και οι δύο έχασαν από έναν νεότερο και λιγότερα διακεκριμένο άνδρα, τον Πόπλιο Λικίνιο Κράσσο. Δεν είναι σαφές από την αφήγηση του Λίβιου, εάν ο Π. Λικίνιος Κράσσος ωφελήθηκε από την αναπόφευκτη κατανομή των ψήφων μεταξύ των δύο πρώην τιμητών, ή αν ήταν πάντα ευνοημένος για τη θέση.
Το 210 π.Χ. ήταν ο γηραιότερος εν ζωή πατρίκιος συγκλητικός, αλλά δεν επελέγη πρώτος της Συγκλήτου (princeps Senatus). Ο τιμητής Πόπλιος Σεμπρώνιος Τουδιτανός προτίμησε να δοθεί η τιμή στον νεότερο, αλλά πιο διακεκριμένο συγκλητικό, ο οποίος ήταν, κατά την άποψή του, ο Κ. Φάβιος Μάξιμος "Αναβλητικός" (Verrucosus), ένας άνθρωπος που ήταν ύπατος το 233 π.Χ. και τιμητής το 230 π.Χ. Ο άλλος τιμητής, ο Mάρκος Κορνήλιος Κηθεγός, προτιμούσε να ακολουθηθεί η παραδοσιακή συνήθεια (mos maiorum) του να δοθεί στον γηραιότερο, αλλά η επιλογή ήταν του Tουδιτανού.
Ο Φράνσις Ράιαν πρότεινε ότι λόγω του κλεισίματος του Ναού του Ιανού, ο Τίτος συνδέθηκε με την ειρήνη και ενήργησε εναντίον του σε αυτή την εποχή ολοκληρωτικού πολέμου εναντίον του Αννίβα.
Δύο χρόνια αργότερα (208 π.Χ.) διορίστηκε δικτάτορας, προκειμένου να διεξαχθούν οι εκλογές, και να προεδρεύσει στους αγώνες που είχε υποσχεθεί ο πραίτορας Μ. Αιμίλιος.
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Τίτος απεβίωσε το 202 π.Χ. Καθώς ο γιος του είχε αποβιώσει πριν από αυτόν, έμεινε από τους δύο εγγονούς του, τον Τίτο και τον Αύλο, που έγιναν ύπατοι το 165 π.Χ. και το 164 π.Χ. αντίστοιχα. Ο μεγαλύτερος εγγονός, ο Τίτος, ήταν ιδιαίτερα γνωστός για τη σοβαρότητά του, καθώς οργάνωσε μια ιδιωτική δίκη τού γιου του για δωροδοκία, ο οποίος αυτοκτόνησε, αφού ο πατέρας τον έδιωξε από τα μάτια του. Ως εκ τούτου, ο ύπατος του 165 π.Χ. μιμήθηκε τη σοβαρότητα των προγόνων του, συμπεριλαμβανομένου του παππού του, οι πράξεις του οποίου αναφέρθηκαν από τους χρονογράφους ως παραδείγματα της imperia Manliana, των «διαταγών των Μανλίων».
Οι Toρκουάτοι ήταν επίσης γνωστοί για τις νεκρικιές μάσκες των προγόνων τους, που εκτίθονταν στο αίθριο του οικογενειακού σπιτιού. Είναι πιθανό ότι η μάσκα του Τίτου είχε τοποθετηθεί εκεί, δίπλα σε αυτές του Μάρκου Μάνλιου Καπιτωλίνου και του Αγέρωχου Τορκουάτου.
Γενεαλογία των Mανλίων Τορκουάτων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Γενεαλογία παρμένη από τον Münzer μέχρι τον "A. Mάνλιο Τορκουάτο, απεβ. 208", και μετά από τον Mitchell, με διορθώσεις. Όλες οι ημερομηνίες είναι π.Χ.
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 787. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2021.
- ↑ «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 787. Ανακτήθηκε στις 29 Ιουνίου 2021.
- 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
- ↑ Lazenby, John Francis (1998). Hannibal's War: A Military History of the Second Punic War. Norman, OK: University of Oklahoma Press. σελ. 98. ISBN 0-8061-3004-0.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αρχαία έργα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Cassiodorus, Chronica.
- Eutropius, Brevarium.
- Titus Livius (Livy), History of Rome, Periochae.
- Orosius, Historiae Adversus Paganos (Histories against the Pagans).
- Plutarch, Parallel lives.
- Polybius, Historiae (The Histories).
- Valerius Maximus, Factorum ac Dictorum Memorabilium (Memorable Deeds and Sayings).
Σύγχρονα έργα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Michael C. Alexander, Trials in the Late Roman Republic, 149 to 50 BC, University of Toronto Press, 1990.
- T. Robert S. Broughton, The Magistrates of the Roman Republic, American Philological Association, 1952–1986.
- Michael Crawford, Roman Republican Coinage, Cambridge University Press (1974–2001).
- J. A. Crook, F. W. Walbank, M. W. Frederiksen, R. M. Ogilvie (editors), The Cambridge Ancient History, vol. VIII, Rome and the Mediterranean to 133 B.C., Cambridge University Press, 1989.
- Harriet I Flower, The Art of Forgetting: Disgrace & Oblivion in Roman Political Culture, University of North Carolina Press, 2006.
- Dexter Hoyos, Unplanned Wars: The Origins of the First and Second Punic Wars, Berlin & New York, Walter de Gruyter, 1998.
- Christina S. Kraus, John Marincola, Christopher Pelling (editors), Ancient Historiography and Its Contexts, Studies in Honour of A. J. Woodman, Oxford University Press, 2010.
- Harold Mattingly, Edward A. Sydenham, C. H. V. Sutherland, The Roman Imperial Coinage, vol. I, from 31 BC to AD 69, London, Spink & Son, 1923–1984.
- Jane F. Mitchell, "The Torquati", in Historia: Zeitschrift für Alte Geschichte, vol. 15, part 1, (January 1966), pp. 23–31.
- Friedrich Münzer, Roman Aristocratic Parties and Families, translated by Thérèse Ridley, Johns Hopkins University Press, 1999 (originally published in 1920).
- August Pauly, Georg Wissowa, et alii, Realencyclopädie der Classischen Altertumswissenschaft, J. B. Metzler, Stuttgart (1894–1980).
- Francis X. Ryan, Rank and Participation in the Republican Senate, Stuttgart, Franz Steiner Verlag, 1998.
- Lily Ross Taylor and T. Robert S. Broughton, "The Order of the Two Consuls' Names in the Yearly Lists", Memoirs of the American Academy in Rome, 19 (1949), pp. 3–14.
- F. W. Walbank, A. E. Astin, M. W. Frederiksen, R. M. Ogilvie (editors), The Cambridge Ancient History, vol. VII, part 2, The Rise of Rome to 220 B.C., Cambridge University Press, 1989.
- Stephen P. Oakley, A Commentary on Livy, Books VI–X, Volume IV: Book X, Oxford University Press, 2005.