Μετάβαση στο περιεχόμενο

Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία
Image
Η θυρέος του Πατριαρχείου της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας
ΚατηγοριοποίησηΧριστιανική εκκλησία
ΠροσανατολισμόςΑνατολική Καθολική Εκκλησία
Συριακή χριστιανική
ΚείμενοΠεσίτα
ΘεολογίαΚαθολική θεολογία
ΔιακυβέρνησηΙερά Σύνοδος της Χαλδαϊκής Εκκλησίας
ΔομήΙδιαίτερη εκκλησία (sui iuris)
ΠάπαςΠάπας Λέων ΙΔ΄
ΠατριάρχηςΛουίς Ραφαήλ Α΄ Σάκο
ΠεριοχήΙράκ, Ιράν, Μικρά Ασία, Συρία, Λίβανος, διασπορά στη Βόρεια Αμερική, στην Ευρώπη και στην Αυστραλία
ΤελετουργίαΑνατολικό Συριακό Τυπικό
ΈδραΚαθεδρικός Ναός της Παναγίας Μητέρα των Θλίψεων, στην Βαγδάτη του Ιράκ
ΙδρυτήςΣυνήθως ανάγεται πίσω στον Απόστολο Θωμά μέσω του Αντάι και του Μαρί. Εγκαδραιώθηκε το 1552 υπό την ηγεσία του Σιμούν Η΄ Ιωάννη Σουλάκα
ΔιαχωρισμοίΕκκλησία της Ανατολής
Αριθμός πιστών616.639 (2018)

Η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία (Κλασική Συριακή: ܥܕܬܐ ܟܠܕܝܬܐ ܩܬܘܠܝܩܝܬܐ, ʿĒdtā Kalḏāytā Qāṯōlīqāytā· αραβ.: الكنيسة الكلدانية, αλ-Κανίσα αλ Καλντάνιγια· λατ.: Ecclesia Chaldaeorum Catholica) είναι ανατολική Καθολική ιδιαίτερη εκκλησία (sui iuris) σε πλήρη κοινωνία με την Αγία Έδρα και την παγκόσμια Καθολική Εκκλησία. Χρησιμοποιεί το Ανατολικό Συριακό Τυπικό (East Syriac Rite) στη συριακή γλώσσα και αποτελεί μέρος της συριακής παράδοσης του Χριστιανισμού.

Η εκκλησία προΐσταται από τον πατριάρχη της Βαβυλώνας των Χαλδαίων, επί του παρόντος Λουίς Ραφαήλ Α΄ Σάκο, και εδρεύει στον Καθεδρικό Ναό της Παναγίας των Θλίψεων στη Βαγδάτη, στο Ιράκ. Σύμφωνα με στοιχεία του 2018, αριθμούσε περίπου 616.639 μέλη παγκοσμίως, με τη συντριπτική πλειονότητα να διαμένει στο Ιράκ και σημαντικές διασπορικές κοινότητες στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και την Αυστραλία.

Η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία αναδύθηκε μετά του Ρωμαιοκαθολικού Σχίσματος του 1552, όταν ένα τμήμα της Εκκλησίας της Ανατολής επιδίωξε να αποκαταστήσει την κοινωνία με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Σιμούν Η΄ Ιωάννης Σουλάκα εκλέχθηκε πατριάρχης και ταξίδεψε στη Ρώμη, όπου ο πάπας Ιούλιος Γ΄ επιβεβαίωσε τη θέση του το 1553.

Δημογραφικές πληροφορίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την Επιτροπή των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (United States Comission on International Religious Freedom), επικαλούμενη το Ιρακινό Χριστιανικό Ίδρυμα (Iraqi Christian Foundation), περίπου το 80% των Ιρακινών χριστιανών είναι Χαλδαίοι Καθολικοί.[1] Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ του 2018 εκτίμησε ότι το 67% των χριστιανών στο Ιράκ ανήκε στη Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία.[2] Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο ανέφερε παρόμοια ποσοστά στην καθοδήγηση της χώρας για το 2019.[3]

Εθνοτική ταυτότητα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πλειονότητα των οπαδών είναι εθνοτικοί Χαλδαίοι, που συχνά συγχέονται με τους Ασσυρίους. Μερικές φορές αναφέρονται επίσης ως Βαβυλώνιοι.[4][5][6][7] Οι χαλδαϊκές κοινότητες εντοπίζονται κυρίως στο βόρειο Ιράκ, ιδιαίτερα σε πόλεις όπως οι Αλκός, Ανκάβα, Αράντεν, Τελ Κέπε και Σακλάβα, καθώς και ανάμεσα σε πληθυσμούς της διασποράς.

Η Εκκλησία της Ανατολής

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία εντοπίζει τις απαρχές της στην Εκκλησία της Ανατολής, η οποία ιδρύθηκε κατά την περίοδο της Παρθικής Αυτοκρατορίας. Οι Πράξεις των Αποστόλων αναφέρουν τους Παρθίους ανάμεσα σε εκείνους στους οποίους κήρυξαν οι απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής (Πράξεις 2:9). Ο Απόστολος Θωμάς, ο Θαδδαίος της Έδεσσας και ο Απόστολος Βαρθολομαίος θεωρούνται καταγωγικοί ιδρυτές της. Είναι μία από τις σύγχρονες εκκλησίες που επικαλείται την καταγωγή της από αυτήν δηλώνει ότι είναι «η Εκκλησία στη Βαβυλώνα» που αναφέρεται στην 1 Πέτρου 5:13 και ότι ο Πετρός την επισκέφθηκε.[8]

Κατά την κυριαρχία της Αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, που ανέτρεψε τους Παρθικούς το 224, η Εκκλησία της Ανατολής συνέχισε να αναπτύσσει τη διακεκριμένη της ταυτότητα μέσω της χρήσης της συριακής γλώσσας και της συριακής γραφής. Ένας «πέρσης» επίσκοπος ήταν παρών στην Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας (325).[9] Δεν αναφέρεται συμμετοχή Περσών στη Πρώτη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (381), στην οποία επίσης το δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν συμμετείχε.

Η Σύνοδος της Σελεύκιας–Κτησιφώντος του 410, που συνήλθε στην πρωτεύουσα των Σασσανιδών, αναγνώρισε τον επίσκοπο της πόλης, Ησαΐα (Ισάακ), ως Καθολικό (Catholicos), με εξουσία σε όλη την Εκκλησία της Ανατολής. Οι διαρκείς πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των Σασσανιδών και της πλέον εκχριστιανισμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έκαναν τους Πέρσες να υποψιάζονται την Εκκλησία της Ανατολής για συμπάθεια προς τον εχθρό. Αυτό, με τη σειρά του, ώθησε την Εκκλησία της Ανατολής να αποστασιοποιηθεί όλο και περισσότερο από την εκκλησία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Παρότι σε περίοδο ειρήνης η σύνοδος του 420 αποδέχθηκε ρητά τα διατάγματα ορισμένων «δυτικών» συνόδων, συμπεριλαμβανομένης της Νίκαιας, το 424 αποφάσισε ότι στο εξής δεν θα παραπέμπει ζητήματα πειθαρχίας ή θεολογίας σε οποιαδήποτε εξωτερική αρχή, ειδικά όχι σε «δυτικούς» επισκόπους ή συνόδους.[10][11]

Η θεολογική διαμάχη που ακολούθησε τη Σύνοδο της Εφέσου το 431 αποτέλεσε σημείο καμπής στην ιστορία της Εκκλησίας της Ανατολής. Η Σύνοδος καταδίκασε ως αιρετική τη χριστολογία του Νεστόριου, του οποίου η άρνηση να αποδώσει στη Παναγία τον τίτλο Θεοτόκο (δηλαδή να την αναγνωρίσει ως Μητέρα του Θεού) ερμηνεύτηκε ως ένδειξη ότι πίστευε στην ύπαρξη δύο χωριστών προσώπων (αντί δύο ενώμενων φύσεων) εντός του Χριστού. Ο Σασσανιδής αυτοκράτορας παρείχε καταφύγιο σε όσους, στο Νεστοριανικό σχίσμα, απέρριψαν τα διατάγματα της Συνόδου της Εφέσου που εφαρμόζονταν στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία.[12] Το 484 εκτέλεσε τον φιλορωμαίο Καθολικό Μπαβοβάι. Υπό την επιρροή του Βαρσαούμα, επισκόπου της Νισίβης, η Εκκλησία της Ανατολής αποδέχθηκε επισήμως ως κανονική τη διδασκαλία όχι τόσο του ίδιου του Νεστορίου, αλλά του δασκάλου του, Θεόδωρου Μοψουεστίας, των έργων του οποίου η Δεύτερη Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης (553) καταδίκασε ως νεστοριανά, αν και ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές τα θεωρούν ορθόδοξα.[13] Η θέση που αποδόθηκε στον Θεόδωρο στην Εκκλησία της Ανατολής ενισχύθηκε σε αρκετές μεταγενέστερες συνόδους παρά τη αντίθετη διδασκαλία του Ηνάνα του Αντιαβήμου.[14]

Μετά τον διαχωρισμό της από τη Δύση και την υιοθέτηση μιας θεολογίας που ορισμένοι αποκάλεσαν νεστοριανισμό, η Εκκλησία της Ανατολής επεκτάθηκε ραγδαία κατά τη μεσαιωνική περίοδο λόγω της αποστολικής της δραστηριότητας. Μεταξύ 500 και 1400, το γεωγραφικό της εύρος επεκτάθηκε πολύ πέρα από τον πυρήνα της στο σημερινό βόρειο Ιράκ, στη βορειοανατολική Συρία και στην νοτιοανατολική Μικρά Ασία, ιδρύοντας κοινότητες σε όλη την Κεντρική Ασία και ακόμη έως την Κίνα — όπως μαρτυρεί η Στήλη της Σιάν, μια επιγραφή της δυναστείας Τανγκ σε κινεζική γραφή του έτους 781 που τεκμηρίωνε 150 χρόνια χριστιανικής παρουσίας στην Κίνα.[15] Η πλέον διαρκής προσθήκη ήταν οι Θωμαϊστές στην ακτή Μαλαμπάρ της Ινδίας, όπου είχαν περίπου 10 εκατομμύρια πιστούς.[16]

Ωστόσο, ήδη από την εποχή του Γιαχμπαλλαχά Γ΄ είχε αρχίσει παρακμή, όταν η Εκκλησία της Ανατολής έφτασε στο μεγαλύτερο γεωγραφικό της εύρος, στο νότιο και κεντρικό Ιράκ και στο νότο, κέντρο και ανατολή της Περσίας είχε μόλις τέσσερις επισκοπές, ενώ στο τέλος του 9ου αιώνα είχε τουλάχιστον 54,[17] και ο ίδιος ο Γιαμπαλλαχά πέθανε από έναν οχλό μουσουλμάνων.

Γύρω στο 1400 εμφανίστηκε ο τουρκο-μογγόλος νομαδικός κατακτητής Ταμερλάνος από τις ευρασιατικές στέπες, ο οποίος οδήγησε στρατιωτικές εκστρατείες σε όλη τη Δυτική, Νότια και Κεντρική Ασία, τελικά υποτάσσοντας μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού κόσμου μετά τις νίκες επί των Μαμελούκων της Αιγύπτου και της Συρίας, της αναδυόμενης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του φθίνοντος Σουλτανάτου του Δελχί. Οι κατακτήσεις του Ταμερλάνου κατασπάραξαν τις περισσότερες ασσυριακές επισκοπές και κατέστρεψαν την τετράχιλια ετών πολιτιστική και θρησκευτική πρωτεύουσα του Ασσούρ. Μετά την καταστροφή που προκάλεσε ο Τμαερλάνος, η μαζική και οργανωμένη δομή της Εκκλησίας της Ανατολής περιορίστηκε κατά κύριο λόγο στην περιοχή προέλευσής της, με εξαίρεση τους Θωμαϊστές στην Ινδία.

Η Εκκλησία της Ανατολής έχει γνωρίσει πολλούς ανταγωνισμούς σχετικά με τη θέση του Καθολικού (Catholicos). Σύνοδος το 539 αποφάσισε ότι κανένας από τους δύο διεκδικητές, Ελισαίο και Ναρσαΐ, που είχαν εκλεγεί από ανταγωνιστικές ομάδες επισκόπων το 524, δεν ήταν νομιμοποιημένος.[18] Παρόμοιες συγκρούσεις σημειώθηκαν ανάμεσα σε Βαρσαούμα και Ακάκιο της Σελεύκιας–Κτησιφώντος και ανάμεσα σε Χνανίσσο Α΄ και Ιωάννη (Γιοχανάν) τον Λεπρό. Η σύγκρουση του 1552 δεν αφορούσε μόνο δύο πρόσωπα αλλά εκτεινόταν σε δύο ανταγωνιστικές γραμμές πατριαρχών, όπως και το σχίσμα του 1964 μεταξύ όσων σήμερα ονομάζονται Εκκλησία των Ασσυρίων και Αρχαία Εκκλησία της Ανατολής.

Image
Πιστοποιητικά του Αμπντίσο Δ΄ Μαρόν, ο διάδοχος του Σουλάκα, στο Σύνοδο του Τριδέντο το 1562

Η δυσαρέσκεια για την πρακτική της κληρονομικής διαδοχής στο Πατριαρχείο, συνήθως από θείο σε ανιψιό, οδήγησε το 1552 ομάδα επισκόπων από τις βόρειες περιοχές του Αμίντ και Σαλμάς να εκλέξει ως αντίπαλο Πατριάρχη τον ηγούμενο της Μονής Ραμπάν Χορμίζντ, Ιωάννη (Γιοχανάν) Σουλάκα. Για να ενισχύσουν τη θέση του υποψηφίου τους, οι επίσκοποι τον έστειλαν στη Ρώμη να διαπραγματευθεί νέα ένωση με τον πάπα.[19] Κατά την παράδοση, ένας πατριάρχης μπορούσε να χειροτονηθεί μόνο από κάποιον αρχιεπισκοπικό (μητροπολιτικό) βαθμό, βαθμό στον οποίο μόνο μέλη εκείνης της οικογένειας προάγονταν. Ο Σουλάκα επομένως ταξίδεψε στη Ρώμη, όπου, παρουσιαζόμενος ως ο νέος εκλεγμένος πατριάρχης, εισήλθε σε κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία στις 20 Φεβρουαρίου 1553, χειροτονήθηκε από τον πάπα Ιούλιο Γ΄ και αναγνωρίστηκε ως πατριάρχης στις 9 Απριλίου.[20]

Ο τίτλος ή η περιγραφή με την οποία ο Σουλάκα αναγνωρίστηκε ως πατριάρχης αποδίδεται ποικιλοτρόπως ως «Πατριάρχης της Μοσούλης στην Ανατολική Συρία»,[21] «Πατριάρχης της Εκκλησίας των Χαλδαίων της Μοσούλης»,[22] «Πατριάρχης των Χαλδαίων»,[23][24][25][26] «Πατριάρχης της Μοσούλης»,[20][27][28] ή «Πατριάρχης των Ανατολικών Ασσυρίων», η τελευταία εκδοχή όπως δίνεται από τον Πιέτρο Στρότσι στο έργο του De Dogmatibus Chaldaeorum. [29] Οι «Ανατολικοί Ασσύριοι», οι οποίοι, αν δεν ήταν Καθολικοί, θεωρούνταν Νεστοριανοί, διακρίνονταν από τους «Δυτικούς Ασσυρίους» (αυτούς δυτικά του Τίγρη), οι οποίοι θεωρούνταν Ιακωβίτες, δηλαδή μέρος της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας.[30][31][32]Ως Πατριάρχης των «Ανατολικών Ασσυρίων» δηλώθηκε ότι συμμετείχε στη Σύνοδο του Τριδέντου ο διάδοχος του Σουλάκα, Αμπντίσο Δ΄ Μαρόν.[33]

Τα ονόματα που ήδη χρησιμοποιούνταν (εκτός του όρου «Νεστοριανός») εφαρμόστηκαν στην υπάρχουσα εκκλησία (όχι σε μία καινούργια) για την οποία ζητήθηκε η χειροτονία του πατριάρχη από απεσταλμένους που έδιναν την εντύπωση ότι η πατριαρχική έδρα ήταν κενή.[34][25][35]

Ο Σουλάκα επέστρεψε στην πατρίδα τον ίδιο χρόνο και, μη μπορώντας να αναλάβει την παραδοσιακή πατριαρχική έδρα κοντά στο Αλκοσ (Alqosh), εγκαταστάθηκε στο Αμίντ (Amid). Προτού οδηγηθεί σε θάνατο κατ’ εντολή μερών που υποστήριζαν τον πατριάρχη από τον οποίο είχε αποσχιστεί, Shemon VII Ishoyahb, χειροτόνησε δύο μητροπολίτες και τρεις άλλους επισκόπους.[25][36][20] Αυτό εγκαινίασε νέα εκκλησιαστική ιεραρχία υπό τη λεγόμενη «δυναστεία Σιμούν» των πατριαρχών, που σύντομα κινήθηκαν ανατολικά από το Αμίντ, εγκατασταθέντες, μετά από πολλούς ενδιάμεσους τόπους, στο απομονωμένο χωριό Κουντσάνις υπό περσική κυριαρχία. Ο Ισογιάμπ, εν τω μεταξύ, διαδέχθηκε από τον ανιψιό του Ηλεία Δ΄, στην οποία δυναστεία αποδόθηκε η ονομασία «δυναστεία Ηλεία».

Διαδοχικοί ηγέτες εκείνων που βρίσκονταν σε κοινωνία με τη Ρώμη

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι διάδοχοι του Σουλάκα εισήλθαν σε κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία, αλλά μέσα σε διάστημα άνω του ενός αιώνα ο δεσμός τους με τη Ρώμη εξασθένησε. Ο τελευταίος που ζήτησε και έλαβε επίσημη παπική αναγνώριση πέθανε το 1600. Υιοθέτησαν την κληρονομική διαδοχή στο πατριαρχείο, πρακτική που είχε προκαλέσει το σχίσμα του 1552. Το 1672, ο Σιμούν ΙΓ΄ Ντίνκα διέκοψε επίσημα την κοινωνία με τη Ρώμη, υιοθετώντας ομολογία πίστεως αντίθετη με εκείνη της Ρώμης, ενώ διατήρησε την ανεξαρτησία του από την πατριαρχική «γραμμή Ηλία» του Αλκός. Η «γραμμή Σιμούν» κατέληξε να αποτελέσει την πατριαρχική γραμμή αυτού που από το 1976 ονομάζεται επισήμως Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής.[37][38][39][40]

Η ηγεσία όσων επιθυμούσαν να παραμείνουν σε κοινωνία με τη Ρώμη πέρασε τότε στον αρχιεπίσκοπο Ιωσήφ Α΄ του Αμίντ. Το 1677 η ηγεσία του αναγνωρίστηκε πρώτα από τις τουρκικές πολιτικές αρχές και κατόπιν, το 1681, από τη Ρώμη. (Μέχρι τότε, η εξουσία του πατριάρχη του Αλκός επί του Αμίντ –που υπήρξε κατοικία του Σουλάκα αλλά την οποία οι διάδοχοί του εγκατέλειψαν λόγω μετακίνησης προς την περιοχή της Σαφαβιδικής Περσίας– είχε αναγνωριστεί από τις τουρκικές αρχές.)

Όλοι οι (μη κληρονομικοί) διάδοχοι του Ιωσήφ Α΄ στο Αμίντ, ο οποίος το 1696 παραιτήθηκε για λόγους υγείας και έζησε στη Ρώμη έως το 1707, έφεραν το όνομα Ιωσήφ: Ιωσήφ Β΄ (1696–1713), Ιωσήφ Γ΄ (1713–1757), Ιωσήφ Δ΄ (1757–1781). Για τον λόγο αυτό είναι γνωστοί ως η «γραμμή Ιωσήφ». Ο Ιωσήφ Δ΄ υπέβαλε την παραίτησή του το 1780 και αυτή έγινε δεκτή το 1781, οπότε παρέδωσε τη διοίκηση του πατριαρχείου στον ανιψιό του, που δεν ήταν ακόμη επίσκοπος, και αποσύρθηκε στη Ρώμη, όπου έζησε έως το 1791.[41]

Ο διορισμός του ανιψιού ως πατριάρχη θα φαινόταν σαν αποδοχή της αρχής της κληρονομικής διαδοχής. Επιπλέον, η «γραμμή Ηλία» του Αλκός πλησίαζε όλο και περισσότερο στη Ρώμη, ενώ η φιλοκαθολική παράταξη ανάμεσα στους οπαδούς της γινόταν κυρίαρχη. Για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και οι εκκλησιαστικές αλλά και πολιτικές αναταραχές στην Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η Ρώμη αδυνατούσε για μεγάλο διάστημα να επιλέξει ανάμεσα στους δύο αντίπαλους διεκδικητές της ηγεσίας των Χαλδαίων Καθολικών.

Η αποδοχή της νεστοριανής διδασκαλίας το 1672 από τη «γραμμή Σιμούν» είχε ακολουθηθεί σε ορισμένες περιοχές από ευρεία αποδοχή της αντίθετης χριστολογίας που υποστήριζε η Ρώμη. Αυτό συνέβη όχι μόνο στην περιοχή Αμίντ–Μαρντίν, για την οποία με τουρκικό διάταγμα ο Ιωσήφ Α΄ αναγνωρίστηκε πατριάρχης, αλλά και στην πόλη της Μοσούλης, όπου μέχρι το 1700 σχεδόν όλοι οι Ανατολικοί Σύροι ήταν καθολικοί.[42] Η Μονή Ραμπάν Χορμίζδ, που αποτελούσε την έδρα της «γραμμής Ηλία» των πατριαρχών, βρίσκεται 2 χλμ. από το χωριό Αλκός και περίπου 45 χλμ. βόρεια της Μοσούλης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Πατριάρχης Ηλίας ΙΑ΄ έγραψε στον πάπα Κλήμη ΙΒ΄ και στον διάδοχό του Βενέδικτο ΙΔ΄ το 1735, το 1749 και το 1756, ζητώντας ένωση. Έπειτα, το 1771, τόσο εκείνος όσο και ο καθορισμένος διάδοχός του Ισογιάβ υπέγραψαν ομολογία πίστεως που έγινε δεκτή από τον πάπα Κλήμη ΙΔ΄, εδραιώνοντας κατ’ αρχήν την κοινωνία. Όταν ο Ηλίας ΙΑ΄ πέθανε το 1778, οι μητροπολίτες αναγνώρισαν ως διάδοχό του τον Ισογιάβ, που έλαβε το όνομα Ηλίας ΙΒ΄. Για να κερδίσει υποστήριξη, ο Ηλίας διακήρυξε την καθολική πίστη, αλλά σχεδόν αμέσως την απαρνήθηκε και δήλωσε υποστήριξη στην παραδοσιακή (νεστοριανή) άποψη.

Ο Ιωάννης Χορμίζδ, μέλος της οικογένειας της «γραμμής Ηλία», αντιτάχθηκε στον Ηλία ΙΒ΄ (1778–1804), τον τελευταίο αυτής της γραμμής που εξελέγη κανονικά πατριάρχης. Το 1780 ο Ιωάννης εξελέγη παρατύπως πατριάρχης, όπως είχε συμβεί και με τον Σουλάκα το 1552. Κατόρθωσε να προσελκύσει στην κοινωνία με τη Ρώμη την πλειοψηφία των οπαδών της «γραμμής Ηλία». Η Αγία Έδρα δεν τον αναγνώρισε ως πατριάρχη, αλλά το 1791 ο πάπας Πίος ΣΤ΄ τον διόρισε αρχιεπίσκοπο του Αμίντ και διαχειριστή του καθολικού πατριαρχείου. Οι βίαιες διαμαρτυρίες του ανιψιού του Ιωσήφ Δ΄, που βρισκόταν τότε στη Ρώμη, και οι υποψίες που προέβαλαν άλλοι για την ειλικρίνεια της μεταστροφής του Ιωάννη, εμπόδισαν την εφαρμογή αυτής της απόφασης.[42]

Το 1793 συμφωνήθηκε ο Ιωάννης να αποσυρθεί από το Αμίντ και να παραμείνει στη Μοσούλη, την επισκοπική έδρα που ήδη κατείχε, αλλά το αξίωμα του πατριάρχη να μη δοθεί στον αντίπαλό του, τον ανιψιό του Ιωσήφ Δ΄. Το 1802 ο τελευταίος διορίστηκε μητροπολίτης του Αμίντ και διαχειριστής του πατριαρχείου, αλλά όχι πατριάρχης. Ωστόσο, ήταν ευρύτερα γνωστός ως Ιωσήφ Ε΄. Πέθανε το 1828. Ο αντίπαλος του Ιωάννη για τον τίτλο του πατριάρχη του Αλκός είχε πεθάνει το 1804 και οι οπαδοί του είχαν μειωθεί τόσο, ώστε δεν εξέλεξαν κανέναν διάδοχο, γεγονός που έφερε το τέλος της γραμμής Αλκός ή Ηλία.[42]

Τελικά, το 1830, ενάμιση αιώνα αφότου η Αγία Έδρα είχε παραχωρήσει την ηγεσία των Χαλδαίων Καθολικών στον Ιωσήφ Α΄ του Αμίντ, ο πάπας Πίος Η΄ αναγνώρισε ως Πατριάρχη τον Ιωάννη, του οποίου η (μη κληρονομική) πατριαρχική διαδοχή συνεχίζεται αδιάκοπα από τότε στην Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία.

Νεότερη ιστορία της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Ιωσήφ, Ανκάβα, Αρχιεπισκοπή της Αρβήλας.
Image
Η Εκκλησία του Αγίου Ιωσήφ στην Τεχεράνη
Image
Ο Φαϊζάλ Α΄ του Ιράκ with Μαρ Ιωσήφ Εμμανουήλ Β΄ Θωμά , Πατριάρχης από το 1900–1947, και άλλοι Χαλδαίοι επίσκοποι

Το 1838, οι Κούρδοι του εμιράτου του Σοράν επιτέθηκαν στη Μονή Ραμπάν Χορμίζδ και στο Αλκός, θεωρώντας, όπως φαίνεται, ότι οι κάτοικοι ήταν Γιαζίντι υπεύθυνοι για τη δολοφονία Κούρδου αρχηγού, και σκότωσαν πάνω από 300 Χαλδαίους Καθολικούς, ανάμεσά τους τον Γαβριήλ Ντάμπο, επανιδρυτή της μονής, και άλλους μοναχούς.[43]

Το 1846, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που προηγουμένως κατατάσσει ως Νεστοριανούς όσους αποκαλούσαν εαυτούς Χαλδαίους, τους αναγνώρισε ως ιδιαίτερο μιλλέτι.[44][45]

Ο διασημότερος πατριάρχης της Χαλδαϊκής Εκκλησίας τον 19ο αιώνα ήταν ο Ιωσήφ ΣΤ΄ Όντο, γνωστός και για τις συγκρούσεις του με τον πάπα Πίο Θ΄ κυρίως λόγω των προσπαθειών του να επεκτείνει τη χαλδαϊκή δικαιοδοσία στους καθολικούς του Μαλαμπάρ. Αυτή ήταν περίοδος άνθισης για τη Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία.

Η δράση του τουρκικού στρατού και των Κούρδων και Αράβων συμμάχων τους, εν μέρει ως απάντηση στην ένοπλη στήριξη προς τη Ρωσία στην επικράτεια του πατριαρχείου των Κοτσάνης, έφερε καταστροφή και στις χαλδαϊκές επισκοπές του Αμίντ, στο Σύρτη και της Τζίζρε· οι μητροπολίτες Αντάι Σερ του Σιίρτ και Φιλίπ-Ζακ Αβραάμ της Τζίζρε σκοτώθηκαν το 1915.[46]

Ο Φαϊζάλ Α΄ του Ιράκ με τον Μαρί Ιωσήφ ΣΤ΄ Εμμανουήλ Β΄ Θωμά, Πατριάρχη (1900–1947), και τους χαλδαίους επισκόπους.

Τον 21ο αιώνα, ο π. Ραγίντ Αζίζ Γάνι, ο εφημέριος της Χαλδαϊκής Εκκλησίας του Αγίου Πνεύματος στη Μοσούλη, που αποφοίτησε το 2003 από το Παπικό Πανεπιστήμιο του Αγίου Θωμά Ακινάτη (Angelicum) στη Ρώμη με άδεια στην Οικουμενική Θεολογία, δολοφονήθηκε στις 3 Ιουνίου 2007 στη Μοσούλη μαζί με τους υποδιακόνους Μπασμάν Γιούσεφ Νταούντ, Ουαχίντ Χάνα Ίσο και Γκασάν Ισάμ Μπιντάουεντ, αφού είχε τελέσει τη Θεία Λειτουργία.[47][48] Ο Γάνι έχει έκτοτε ανακηρυχθεί Δούλος του Θεού.[49]

Ο Χαλδαίος Αρχιεπίσκοπος Παύλος Φαράζ Ράχο και τρεις σύντροφοί του απήχθησαν στις 29 Φεβρουαρίου 2008 στη Μοσούλη και δολοφονήθηκαν λίγες ημέρες αργότερα.[50]

21ος αιώνας: διεθνής διασπορά

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Image
Μια ιστορική εκκλησία στην γειτονιά των Χαλδαίων (Chaldean Town), μια γειτονιά της Ασσυριακής διασποράς στο Ντιτρόιτ

Υπάρχουν πολλοί Χαλδαίοι Ασσύριοι στη διασπορά στον δυτικό κόσμο, κυρίως στις αμερικανικές πολιτείες του Μίσιγκαν, του Ιλινόι και της Καλιφόρνια.[51]

Το 2006 ιδρύθηκε η Επισκοπή Ωκεανίας, με τον τίτλο Άγιος Θωμάς ο Απόστολος του Σίδνεϊ των Χαλδαίων, με δικαιοδοσία που περιλαμβάνει τις Χαλδαϊκές Καθολικές κοινότητες της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας.[52] Ο πρώτος επίσκοπος, που ονομάστηκε από τον πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄ στις 21 Οκτωβρίου 2006, ήταν ο αρχιεπίσκοπος Τζιμπραΐλ (Τζιμπραήλ) Κασάμπ, μέχρι τότε αρχιεπίσκοπος της Βασόρας στο Ιράκ.[53]

Υπήρξε μεγάλος αριθμός μεταναστών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα στο West Bloomfield και στην κομητεία Όκλαντ στη νοτιοανατολική περιοχή του Μίσιγκαν.[54] Αν και ο μεγαλύτερος πληθυσμός βρίσκεται στη νοτιοανατολική Μίσιγκαν, υπάρχουν επίσης κοινότητες σε περιοχές της Καλιφόρνια και της Αριζόνα, που όλες υπάγονται στην Επισκοπή Αγίου Θωμά του Αποστόλου στο Ντιτρόιτ. Επιπλέον, ο Καναδάς τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιάσει αυξανόμενες κοινότητες σε επαρχίες όπως το Οντάριο.

Το 2008, ο Μπαουάι Σόρο της Ασσυριακής Εκκλησίας της Ανατολής και 1.000 ασσυριακές οικογένειες έγιναν δεκτοί σε πλήρη κοινωνία με τη Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία.[55]

Την Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011, ο πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ ίδρυσε μια νέα χαλδαϊκή καθολική επισκοπή στο Τορόντο, Οντάριο, Καναδάς, και διόρισε τον αρχιεπίσκοπο Ιωάννη Ζόρα, ο οποίος εργαζόταν επί σχεδόν 20 χρόνια δίπλα σε τέσσερις ιερείς με τους καθολικούς του Τορόντο (τη μεγαλύτερη κοινότητα Χαλδαίων) και ήταν προηγουμένως αρχιεπίσκοπος ad hominem (διατηρώντας αυτόν τον τίτλο ως επικεφαλής της επισκοπής) και αρχιεπίσκοπος της Αρχιεπισκοπής της Αχβάζ (από το 1974). Η νέα επισκοπή, ή επισκοπική περιφέρεια, θα είναι γνωστή ως Χαλδαϊκή Καθολική Επισκοπή του Μαρ Αδδαί. Στον Καναδά υπάρχουν 38.000 Χαλδαίοι Καθολικοί. Ο αρχιεπίσκοπος Ζόρα γεννήθηκε στη Μπάτναγια του Ιράκ στις 15 Μαρτίου 1939. Χειροτονήθηκε το 1962 και εργάστηκε σε ιρακινές ενορίες προτού μετατεθεί στο Ιράν το 1969.[56]

Η απογραφή της Αυστραλίας του 2006 κατέγραψε συνολικά 4.498 Χαλδαίους Καθολικούς στη χώρα.[57]

Ιστορικές απογραφές μελών

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά τις εσωτερικές διενέξεις κατά τη διάρκεια των πατριαρχιών του Ιωάννη Ορμιζντ (1830–1838), του Νικολάου Α΄ Ζάγια (1839–1847) και του Ιωσήφ ΣΤ΄ Όντο (1847–1878), ο 19ος αιώνας υπήρξε περίοδος σημαντικής ανάπτυξης για τη Χαλδαϊκή Εκκλησία, κατά την οποία επεκτάθηκε η εδαφική της δικαιοδοσία, ενισχύθηκε η ιεραρχία της και σχεδόν διπλασιάστηκε ο αριθμός των μελών της. Το 1850, ο Αγγλικανός ιεραπόστολος George Percy Badger κατέγραψε τον πληθυσμό της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας σε 2.743 χαλδαϊκές οικογένειες, δηλαδή λίγο λιγότερους από 20.000 ανθρώπους.[84]

Οι αριθμοί του Badger δεν συμβαδίζουν με τα στοιχεία που καταγράφηκαν από τον Fulgence de Sainte Marie το 1796 (λίγο πάνω από 4.000 χαλδαϊκές οικογένειες), ούτε με τα ελαφρώς μεταγενέστερα στοιχεία του Paulin Martin το 1867. Είναι γνωστό ότι ο Badger κατέταξε ως Νεστοριανά αρκετά χωριά στην περιοχή του Άκρα, τα οποία εκείνη την περίοδο ήταν χαλδαϊκά, ενώ παρέλειψε επίσης να συμπεριλάβει πολλά σημαντικά χαλδαϊκά χωριά σε άλλες επισκοπές. Η εκτίμησή του θεωρείται σχεδόν σίγουρα πολύ χαμηλή.[58]

Πληθυσμός της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, 1850

Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. εκκλησίων Αρ. ιερέων Αρ. οικογένειων Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. εκκλησίων Αρ. ιερέων Αρ. οικογένειων
Μοσούλη 9 15 20 1,160 Σύρτη 11 12 9 300
Βαγδάτη 1 1 2 60 Γκαζάρτα 7 6 5 179
Αμεντίγια 16 14 8 466 Κόρκυρα 7 8 9 218
Αμιντ 2 2 4 150 Σάλμας 1 2 3 150
Μαρντίν 1 1 4 60 Σύνολο 55 61 64 2,743

Η στατιστική έρευνα του Paulin Martin το 1867, μετά τη δημιουργία των επισκοπών Άκρα, Ζάχο, Βασόρας και Σέχνα από τον Ιωσήφ Όντο, κατέγραψε συνολικό αριθμό μελών 70.268, δηλαδή περισσότερο από τρεις φορές μεγαλύτερο από την εκτίμηση του Badger. Οι περισσότεροι πληθυσμιακοί αριθμοί αυτής της στατιστικής έχουν στρογγυλοποιηθεί στον πλησιέστερο χιλιάδα και ενδέχεται να έχουν ελαφρώς υπερεκτιμηθεί, ωστόσο ο αριθμός των μελών της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας εκείνης της περιόδου ήταν σίγουρα πιο κοντά στις 70.000 ψυχές παρά στις 20.000 του Badger.[59]

Πληθυσμός της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, 1867

Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. ιερέων Αρ. πιστών Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. εκκλησίων Αρ. πιστών
Μοσούλη 9 40 23,030 Μαρντίν 2 2 1,000
Άκρα 19 17 2,718 Σύρτη 35 20 11,000
Αμεντίγια 26 10 6,020 Σάλμας 20 10 8,000
Βασόρα 1,500 Σένα 22 1 1,000
Αμιντ 2 6 2,000 Ζάχο 15 3,000
Γκαζάρτα 20 15 7,000 Κόρκυρα 10 10 4,000
Σύνολο 160 131 70,268

Μία στατιστική έρευνα της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας που πραγματοποιήθηκε το 1896 από τον J. B. Chabot περιλάμβανε, για πρώτη φορά, λεπτομέρειες σχετικά με διάφορα πατριαρχικά βικαριάτα που είχαν ιδρυθεί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα για τις μικρές χαλδαϊκές κοινότητες στην Άδανα, στο Χαλέπι, στη Βηρυτό, στο Κάιρο, στη Δαμασκό, στην Έδεσσα, στο Κερμανσάχ και στην Τεχεράνη· για τους ιεραποστολικούς σταθμούς που δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 1890 σε διάφορες πόλεις και χωριά της πατριαρχίας του Κουντσανίς· και για τη νεοϊδρυθείσα χαλδαϊκή επισκοπή του Ουρμί.

Σύμφωνα με τον Chabot, υπήρχαν ιεραποστολικοί σταθμοί στην πόλη Σεράι ντ΄ Μαχμίντεχ στην περιοχή Ταϊμάρ και στα χωριά των Χάκαρι Μαρ Μπεχίσο, Σατ, Ζαρνέ και «Σαλαμάκα» (Ragula d'Salabakkan).[60]

Πληθυσμός της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, 1896

Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. ιερέων Αρ. πιστών Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. ιερέων Αρ. πιστών
Βαγδάτη 1 3 3,000 Αμεντίγια 16 13 3,000
Μοσούλη 31 71 23,700 Άκρα 12 8 1,000
Βασόρα 2 3 3,000 Σάλμας 12 10 10,000
Αμιντ 4 7 3,000 Ουρμί 18 40 6,000
Κόρκυρα 16 22 7,000 Σεχνά 2 2 700
Μαρντίν 1 3 850 Βικαριάτα 3 6 2,060
Γκαζάρτα 17 14 5,200 Ιεραποστολές 1 14 1,780
Σύρτη 21 17 5,000 Ζάχο 20 15 3,500
Σύνολο 177 248 78,790

Η τελευταία απογραφή της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε το 1913 από τον χαλδαίο ιερέα Ιωσήφ Τφίνκτζι (Joseph Tfinkdji), έπειτα από μία περίοδο σταθερής ανάπτυξης από το 1896. Τότε περιλάμβανε το πατριαρχικό αρχιεπισκοπείο Μοσούλης και Βαγδάτης, τέσσερα άλλα αρχιεπισκοπεία (Αμίντ, Κόρκυρα, Σύρτη και Ουρμί) και οκτώ επισκοπές (Άκρα, Αμεντίγια, Γκαζάρτα, Μαρντίν, Σάλμας, Σένα, Ζάχο και τη νεοϊδρυθείσα επισκοπή του Βαν). Είχαν επίσης ιδρυθεί πέντε νέα πατριαρχικά βικαριάτα (Αχβάζ, Κωνσταντινούπολη, Βασόρα, Ασσάρ και Ντέιρ εζ-Ζορ), ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό στα δώδεκα.[61][62]

Ο Tfinkdji κατέγραψε 101.610 καθολικούς σε 199 χωριά· ο αριθμός θεωρείται ελαφρώς υπερβολικός, καθώς περιλάμβανε 2.310 ονομαστικούς καθολικούς σε 21 «νεοφώτιστα» ή «ημινστοριανά» χωριά στις επισκοπές Αμίντ, Σιίρτ και Άκρα. Παρ’ όλα αυτά, είναι σαφές ότι η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία είχε αναπτυχθεί σημαντικά από το 1896. Με περίπου 100.000 πιστούς το 1913, ο αριθμός των μελών της ήταν μόνο ελαφρώς μικρότερος από εκείνον της πατριαρχίας του Κουντσανίς (περίπου 120.000 συριακών χριστιανών συνολικά). Οι ενορίες της συγκεντρώνονταν σε σαφώς λιγότερα χωριά και με 296 ιερείς (αναλογία περίπου 3 ανά 1.000 πιστούς) εξυπηρετούνταν πιο αποτελεσματικά από το κλήρο της. Μόνο περίπου δώδεκα χωριά –κυρίως στις επισκοπές Σιίρτ και Άκρα– δεν διέθεταν δικούς τους ιερείς το 1913.

Πληθυσμός της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, 1913

Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. εκκλησίων Αρ. ιερέων Αρ. πιστών Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. εκκλησίων Αρ. ιερέων Αρ. πιστών
Μοσούλη 13 22 56 39,460 Αμεντίγια 17 10 19 4,970
Βαγδάτη 3 1 11 7,260 Γκαζάρτα 17 11 17 6,400
Βικαριάτα 13 4 15 3,430 Μαρντίν 6 1 6 1,670
Αμιντ 9 5 12 4,180 Σάλμας 12 12 24 10,460
Κόρκυρα 9 9 19 5,840 Σένα 1 2 3 900
Σύρτη 37 31 21 5,380 Βαν 10 6 32 3,850
Ουρμί 21 13 43 7,800 Ζάχο 15 17 13 4,880
Άκρα 19 10 16 2,390 Σύνολο 199 153 296 101,610

Οι στατιστικές του Τφίνκτζι αναδεικνύουν επίσης την επίδραση που είχαν οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του πατριάρχη Ιωσήφ ΣΤ΄ Όντο στη Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία. Στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Εκκλησία εξαρτιόταν λιγότερο από το μοναστήρι του Ραμπάν Ορμιζντ και το Κολλέγιο της Προπαγάνδας για την εκπαίδευση των επισκόπων της. Από το 1879 έως το 1913 χειροτονήθηκαν δεκαεπτά επίσκοποι, εκ των οποίων μόνο ένας (Στέφανος Ιωάννης Καϊνάγια) μορφώθηκε αποκλειστικά στο μοναστήρι του Ραμπάν Ορμιζντ. Έξι εκπαιδεύτηκαν στο Κολλέγιο της Προπαγάνδας (Ιωσήφ Γαβριήλ Αντάμο, Τόμα Όντο, Ιερεμίας Τιμόθεος Μακντάσι, Ισαάκ Χουνταμπάχας, Θεόδωρος Μσάγεχ και Πέτρος Αζίζ).[63]

Ο μελλοντικός πατριάρχης Ιωσήφ ΣΤ΄ Εμμανουήλ Β΄ Θωμάς εκπαιδεύτηκε στο ιεροσπουδαστήριο του Γκαζίρ, κοντά στη Βηρυτό. Από τους υπόλοιπους εννέα επισκόπους, δύο (Αντάι Σερ και Φραγκίσκος Δαβίδ) εκπαιδεύτηκαν στο Συροχαλδαϊκό σεμινάριο της Μοσούλης, ενώ επτά (Φίλιππος Γιακούμπ Αβραάμ, Γιακούμπ Ιωάννης Σάχχαρ, Ηλίας Ιωσήφ Χαγιάτ, Σλεϊμούν Σάμπαχ, Γιακούμπ Αουγκίν Μάνα, Ορμιζντ Στέφανος Τζίμπρι και Ισραήλ Όντο) στο πατριαρχικό σεμινάριο της Μοσούλης.[63]

Πληθυσμός της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, 1928

Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. ιερέων Αρ. πιστών
Μοσούλη και Βαγδάτη 10 50 18,350
Αμεντίγια 18 22 3,765
Αμιντ 1 3 500
Κόρκυρα 7 18 4,800
Σύρτη 1,600
Ουρμί 10 10 2,500
Άκρα 1,000
Επισκοπή Αρ. χωριών Αρ. ιερέων Αρ. πιστών
Γκαζάρτα 1,600
Μαρντίν 1 2 400
Σάλμας 1 1 400
Σένα 3 5 894
Βαν
Ζάχο 16 18 8,000
Σύνολο 137 129 43,809

Πληθυσμός της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, 1937

Επισκοπή Αρ. εκκλησίων Αρ. ιερέων Αρ. πιστών
Βαγδάτη και Βασόρα 6 13 29,578
Μοσούλη 24 40 44,314
Κόρκυρα 8 18 7,620
Ζάχο 16 18 10,852
Αμεντίγια 16 17 5,457
Άκρα 13 5 2,779
Ουρμί - - 6,000
Σάλμας 4 3,350
Επισκοπή Αρ. εκκλησίων Αρ. ιερέων Αρ. πιστών
Αμιντ 1 1 315
Μαρντίν 1 1 400
Σύρτη 0 0 3,500
Γκαζάρτα 1 1 2,250
Συρία και Λίβανος 2 11 3,107
Βικαριάτα 8 14 9,177
Μετανάστευση 0 4 9,889
Σένα 2 5 1,932
Σύνολο 98 163 140,720
Image
Εκκλησία του Αγίου Αντωνίου στο Ντιγιαρμπακίρ, Τουρκία

Η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία έχει τις ακόλουθες επισκοπές:

  • Πατριαρχείο Βαγδάτης
  • Μητροπολιτικές Αρχιεπισκοπές: Βαγδάτης, Κόρκυρας (Κιρκούκ), Τεχεράνης, Ουρμίας-Σάλμας
  • Αρχιεπισκοπές: Αχβάζ, Βασόρας, Ντιγιαρμπακίρ, Αρβήλας (Ερμπίλ), Μοσούλης
  • Επισκοπές: Χαλεπίου, Αλκός, Βηρυτού, Καΐρου, Σαν Ντιέγκο, Ντιτρόιτ, Τορόντο, Σίδνεϊ, Αμιντιγιάχ-Ζάχο
  • Εδάφη εξαρτώμενα από τον Πατριάρχη: Ιερουσαλήμ, Ιορδανία
Image
Χάρτης των δικαιοδοσίων της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας

Το λατινικό όνομα της εκκλησίας είναι Ecclesia Chaldaeorum Catholica.

Ο σημερινός Πατριάρχης είναι ο Λουίς Ραφαήλ Α΄ Σάκο, εκλεγμένος τον Ιανουάριο του 2013. Τον Οκτώβριο του 2007, ο προκάτοχός του, Εμμανουήλ Γ΄ Ντέλλυ, έγινε ο πρώτος Χαλδαίος Καθολικός Πατριάρχης που ανυψώθηκε στον βαθμό του Καρδιναλίου μέσα στην Καθολική Εκκλησία.[64]

Το σημερινό χαλδαϊκό επισκοπικό σώμα (Ιανουάριος 2014) έχει ως εξής:

  • Λουίς Ραφαήλ Α΄ Σάκο, Πατριάρχης Βαγδάτης (από τον Φεβρουάριο 2013)
  • Εμίλ Σιμόν Νόνα, Επίσκοπος του Αγίου Θωμά του Αποστόλου, Χαλδαϊκής και Ασσυριακής Καθολικής Επισκοπής Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας (από το 2015)
  • Μπασάρ Γουάρντα, Αρχιεπίσκοπος Αρβήλας (Ερμπίλ) (από τον Ιούλιο 2010)
  • Ραμζί Γκάρμο, Αρχιεπίσκοπος Τεχεράνης (από το 1999) και Αρχιεπίσκοπος Αμίντ (Ντιγιαρμπακίρ) (από το 2020)
  • Θωμάς Μεράμ, Αρχιεπίσκοπος Ουρμίας και Σάλμας (από το 1984)
  • Τζιμπραΐλ Κασάμπ, Επίσκοπος επί τιμή, πρώην Επίσκοπος Σίδνεϊ (2006–2015)
  • Ζακ Ισάκ, Τιτουλάριος Αρχιεπίσκοπος Νίσιβις και επισκοπικός σύμβουλος (από τον Δεκέμβριο 2005)
  • Χαμπίμπ Αλ-Νουφάλι, Αρχιεπίσκοπος Βασόρας (από το 2014)
  • Γιούσιφ Μίρκις, Αρχιεπίσκοπος Κόρκηρας (Κιρκούκ) και Σουλεϊμανίγια (από το 2014)
  • Μίχα Πόλα Μακντάσι, Επίσκοπος Αλκός (από τον Δεκέμβριο 2001)
  • Σλεϊμούν Γουαρντούνι, επισκοπικός σύμβουλος (από το 2001)
  • Σαάντ Σιρόπ, βοηθός Επίσκοπος (από το 2014) και Αποστολικός Επισκέπτης των Χαλδαίων Καθολικών στην Ευρώπη (από το 2017)
  • Αντώνιος Όντο, Επίσκοπος Χαλεπίου (από τον Ιανουάριο 1992)
  • Μιχαήλ Κασάρτζι, Επίσκοπος Λιβάνου (από το 2001)
  • Ραμπάν Αλ-Κας, Επίτιμος Επίσκοπος, πρώην Επίσκοπος Αμαντίγια (2001–2022)
  • Ιμπραήμ Ιμπραήμ, Επίτιμος Επίσκοπος, πρώην Επίσκοπος Αγίου Θωμά του Αποστόλου Ντιτρόιτ (Απρίλιος 1982 – 2014)
  • Φράνσις Καλαμπάτ, Επίσκοπος Αγίου Θωμά του Αποστόλου στο Ντιτρόιτ (από τον Ιούνιο 2014)
  • Σάρχαντ Γιαουσίπ Τζάμμο, Επίτιμος Επίσκοπος, πρώην Επίσκοπος Αγίου Πέτρου του Αποστόλου στο Σαν Ντιέγκο (2002–2016)
  • Μπαβάι Σόρο, Επίτιμος Επίσκοπος, πρώην Επίσκοπος της Επισκοπής του Αγίου Αντάι στο Καναδά (2017–2021)
  • Μιχαήλ Νατζίμπ, Αρχιεπίσκοπος της Χαλδαϊκής Καθολικής Αρχιεπισκοπής Μοσούλης (από το 2018)
  • Σαάντ Φέλιξ Σάμπι, Επίσκοπος του Ζάχο (από το 2020)
  • Ρόμπερτ Τζάρτζις, πρώην Βοηθός Επίσκοπος Βαγδάτης (2018–2022) και Τιτουλάριος Επίσκοπος Αρσαμοσάτας (από το 2019), Επίσκοπος της Επισκοπής του Αγίου Αντάι Καναδά (από το 2021)
  • Εμανουήλ Χάνα Σαλέτα, Επίσκοπος Αγίου Πέτρου του Αποστόλου στο Σαν Ντιέγκο, ΗΠΑ (από το 2016)
  • Μπαζέλ Γιαλντό, Επισκοπικός σύμβουλος και Τιτουλάριος Επίσκοπος του BethZabda (από το 2015)
  • Παύλος Θαμπέτ Μάκο, βοηθός Επίσκοπος του Αλκός (από το 2021)
  • Αζάντ Σάμπρι Σάμπα, Επίσκοπος του Ντόχουκ και της Αμαντίγια (από το 2022)

Αρκετές έδρες παραμένουν κενές. Συμπεριλαμβάνονται οι: Αρχιεπισκοπή Αχβάζ, η Επισκοπή της Άκρας και η Επισκοπή του Καΐρου.

Αδελφές της Αμώμου Μαρίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αδελφές της Αμώμου Μαρίας (Sisters of Immaculate Mary) είναι ένα χαλδαϊκό καθολικό αποστολικό τάγμα με πατριαρχικά δικαιώματα, ιδρυμένο στη Βαγδάτη στις 7 Αυγούστου 1922, κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του Μαρ Ιωσήφ Εμμανουήλ Β΄ Θωμά.[65]

Το τάγμα ιδρύθηκε από τον πατέρα Αντών Ζεμπούνι (γεν. 17 Ιανουαρίου 1883, στη Μοσούλη), ο οποίος χειροτονήθηκε ιερέας στις 15 Μαΐου 1907 από τον Πατριάρχη Εμμανουήλ Β΄ Θωμά. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν πολλοί στο Ιράκ βίωναν φτώχεια και δυσκολίες, ο Ζεμπούνι, συγκινημένος από τις συνθήκες, ίδρυσε με την άδεια του Πατριάρχη το τάγμα, αφιερωμένο στην Άμωμο Παναγία.[66]

Η αποστολή του τάγματος περιλαμβάνει ζωή προσευχής και αποστολικού έργου, με σκοπό τη σωτηρία των ψυχών. Αρχικά στόχευε να στηρίξει τα ορφανά χαλδαϊκά παιδιά. Το 1927, ίδρυσαν ορφανοτροφείο στη Βαγδάτη, το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε και τελικά εγκαταστάθηκε στο Αλκός.

Σήμερα το τάγμα αριθμεί περίπου 100 μοναχές και δραστηριοποιείται σε Ιράκ, Λίβανο, Ρώμη, Αυστραλία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ντιτρόιτ, Σικάγο, Αριζόνα, Τέρλοκ και Σαν Ντιέγκο.[67]

Οι αδελφές έχουν σημαντική συνεισφορά στην εκπαίδευση και στις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως σχολεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία. Το 2022, εόρτασαν τα 100 χρόνια από την ίδρυσή τους με εκδήλωση συγκέντρωσης πόρων στο Farmington Hills, στο Μίσιγκαν.[68]

Το σύνθημά τους είναι: «Με τη Μαρία προς τα Ύψη», που υπογραμμίζει την ταπείνωση και την αφοσίωση στην υπηρεσία.

Η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία χρησιμοποιεί το Ανατολικό Συριακό Τυπικό.

Μια μικρή μεταρρύθμιση της λειτουργίας τέθηκε σε ισχύ από τις 6 Ιανουαρίου 2007, και στόχευε στην ενοποίηση των πολλών διαφορετικών χρήσεων κάθε ενορίας, στην αφαίρεση προσθηκών αιώνων που απλώς μιμούνταν το Ρωμαϊκό Τυπικό, και για ποιμαντικούς λόγους. Τα κύρια στοιχεία των παραλλαγών είναι: η Αναφορά να λέγεται φωναχτά από τον ιερέα, η επιστροφή στην αρχαία αρχιτεκτονική των εκκλησιών, η αποκατάσταση της αρχαίας πρακτικής όπου ο άρτος και ο οίνος προετοιμάζονται πριν από την έναρξη της ακολουθίας, και η αφαίρεση από το Σύμβολο της Πίστεως της φράσης Filioque.[69]

Οικουμενικές σχέσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σχέσεις της Εκκλησίας με τους ομοεθνείς Ασσύριους στην Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής έχουν βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια. Το 1994, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Βʹ και ο πατριάρχης Δίνκα Δ΄ της Ασσυριακής Εκκλησίας της Ανατολής υπέγραψαν μια Κοινή Χριστολογική Διακήρυξη.[70] Την 20ή Ιουλίου 2001, η Αγία Έδρα εξέδωσε, σε συμφωνία με την Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής, ένα έγγραφο με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για την πρόσβαση στην Ευχαριστία μεταξύ της Χαλδαϊκής Εκκλησίας και της Ασσυριακής Εκκλησίας της Ανατολής», το οποίο επιβεβαίωσε επίσης την εγκυρότητα της Αναφοράς του Αδδάι και Μαρὶ (Anaphora of Addai and Mari).[71]

Το 2015, ενώ η πατριαρχία της Ασσυριακής Εκκλησίας της Ανατολής ήταν κενή μετά τον θάνατο του Δίνκα Δ΄ ο Χαλδαίος Πατριάρχης Λουίς Ραφαήλ Αʹ Σάκο πρότεινε την ενοποίηση των τριών σύγχρονων πατριαρχιών σε μια επαναπατριαρχευμένη Εκκλησία της Ανατολής με έναν ενιαίο Πατριάρχη σε πλήρη κοινωνία με τον Πάπα.[72] Η Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής απέρριψε με σεβασμό αυτή την πρόταση επικαλούμενη «εκκλησιολογικές αποκλίσεις που παραμένουν»,[73] και προχώρησε στην εκλογή νέου πατριάρχη.

Σύγχρονη δραστηριότητα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2024, ο Πατριάρχης Λουίς Ραφαήλ Σάκο, επικεφαλής της χαλδαϊκής καθολικής εκκλησίας στο Ιράκ, οδήγησε τους χριστιανούς της χώρας του σε τριήμερο νηστείας για την ειρήνη στο Ιράκ, την Παλαιστίνη, την Ουκρανία και τον υπόλοιπο κόσμο.

Οι πιστοί της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας συχνά αυτοπροσδιορίζονται —και αναγνωρίζονται— ως «Χαλδαίοι» αλλά, όπως και οι πιστοί της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Συριακής Καθολικής Εκκλησίας, της Ασσυριακής Εκκλησίας της Ανατολής και της Αρχαίας Εκκλησίας της Ανατολής που επίσης ζουν ή προέρχονται από την Άνω Μεσοποταμία, είναι εθνοτικά Ασσύριοι και αυτοαποκαλούνται Σούραγιε (Νεο-Αραμαϊκά: ܣܘܼܖ̈ܵܝܹܐ). Οι Χαλδαίοι Καθολικοί προέρχονται από αρχαίες κοινότητες που κατοικούσαν και είναι ιθαγενείς στο βόρεια Ιράκ/Μεσοποταμία, κάποτε γνωστή ως Ασσυρία (από τον 25ο αι. π.Χ. έως τον 7ο αι. μ.Χ.).[74][75][76] Οι Χαλδαίοι Καθολικοί φέρουν σε μεγάλο βαθμό τα ίδια οικογενειακά και προσωπικά ονόματα, μοιράζονται το ίδιο γενετικό προφίλ, κατάγονται από τα ίδια χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις στο βόρειο Ιράκ, νοτιοανατολική Μικρά Ασία, στη βορειοανατολική Συρία και στο βορειοδυτικό Ιράν, όπως και οι γείτονές τους άλλων θρησκευτικών δογμάτων.[77] Η Χαλδαϊκή Νεο-Αραμαϊκή, η Ασσυριακή Νεο-Αραμαϊκή και οι διάλεκτοι Σουραϊτ/Τουρόγιο δεν αντιστοιχούν απαραιτήτως στις συνήθως συνεδεδεμένες θρησκευτικές ονοματοδοσίες (Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία, Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής, Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία).

Το 1908, πριν από τη γενοκτονία των Ασσυρίων, τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία νέων κρατών στη Μέση Ανατολή όπως το Ιράκ, ένα άρθρο στην Catholic Encyclopedia αναφέρει: «Αυστηρά μιλώντας, το όνομα των Χαλδαίων δεν είναι πλέον σωστό· στην ίδια την Χαλδαία, εκτός από τη Βαγδάτη, τώρα υπάρχουν πολύ λίγοι πιστοί αυτού του τυπικού, το μεγαλύτερο μέρος του χαλδαϊκού πληθυσμού βρίσκεται στις πόλεις της Κόρκυρας, της Αρβήλας και της Μοσούλης, στην καρδιά της κοιλάδας του Τίγρη, στην κοιλάδα του Ζαμπ, και στα βουνά του Κουρδιστάν. Είναι στην πρώην εκκλησιαστική επαρχία Ατόρ (Ασσυρία) που βρίσκονται τώρα οι πιο ακμάζουσες κοινότητες των Χαλδαίων Καθολικών. Ο αυτόχθονος πληθυσμός αποδέχεται το όνομα Atoraya-Kaldaya (Ασσύριο-Χαλδαίοι), ενώ στη νεοσυριακή καθομιλουμένη οι χριστιανοί γενικά είναι γνωστοί ως Σύριοι.»[78] Οι επακόλουθες αναταραχές προκάλεσαν και έξοδο πληθυσμών —ιδιαίτερα (αλλά όχι αποκλειστικά) από την περιοχή που σήμερα ανήκει στην Τουρκία προς άλλες χώρες— και μια περισσότερο αστικοποιημένη Χαλδαϊκή Εκκλησία εντός του Ιράκ.[79][80]

Ενώ η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία είναι κατά κύριο λόγο ασσυριακή, η εκκλησία έχει στο παρελθόν υιοθετήσει στάσεις που αποσύνδεαν τους οπαδούς της από την ασσυριακή ταυτότητα. Τέτοιες πολιτικές έχουν συχνά αποβεί επιζήμιες για την πολιτική θέση των Χαλδαίων Καθολικών στο Ιράκ και έχουν απειλήσει προηγούμενες πρωτοβουλίες όπως η Κοινή Χριστολογική Διακήρυξη.[81] Το 2017, η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία εξέδωσε επίσημη δήλωση από τη Σύνοδο των Επισκόπων της —του σώματος που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να θεσπίζει νόμους για ολόκληρη την εκκλησία και που είναι το δικαστήριο της—[82] όπου επαναβεβαίωσε ότι στηρίζει τη διακριτή χαλδαϊκή ταυτότητα, η οποία αναγνωρίζεται στο Σύνταγμα του Ιράκ. Στη δήλωση αναφέρεται μεταξύ άλλων:

«Ως γνήσιο χαλδαϊκό έθνος, απέρριπτουμε επίσημα τις ετικέτες που διαστρεβλώνουν την χαλδαϊκή μας ταυτότητα, όπως το σύνθετο όνομα “Χαλδαίος Συριακός Ασσυριακός” που χρησιμοποιείται στην Περιφέρεια του Κουρδιστάν, αντίθετα με την ονομασία που καθιερώνεται στο ιρακινό σύνταγμα.[83] Καλούμε τις κόρες και τους γιους μας να απορρίψουν αυτές τις ετικέτες, να προσκολληθούν στην χαλδαϊκή τους ταυτότητα χωρίς φανατισμό, και να σεβαστούν τα άλλα ονόματα όπως ‘Ασσύριοι’, ‘Συριακοί’, και ‘Αραμαίοι’. Καλούμε τις αρχές της περιοχής να τα σεβαστούν, και ενθαρρύνουμε τους Χαλδαίους μας να συνεργαστούν με όλους για το κοινό καλό και να μην διχαστούν σε απροσδιόριστες ομάδες ή να ακολουθήσουν ψευδαισθησιακά σχέδια που βλάπτουν τους Χριστιανούς. Επίσης τους καλούμε να εμπλακούν στα δημόσια πράγματα και στη διαδικασία της πολιτικής ως γνήσιοι εταίροι αυτής της ευλογημένης γης, και να παίξουν ρόλο μαζί με τους συμπολίτες τους στην οικοδόμηση ενός σύγχρονου και ισχυρού πολιτικού κράτους που να αρμόζει στον πολιτισμό και τη δόξα της πατρίδας τους, ενός κράτους που σέβεται τα δικαιώματα και την ισότητα όλων. Εκφράζουμε επίσης την υποστήριξή μας προς τη Χαλδαϊκή Λίγκα που επιδιώκει να εδραιώσει δεσμούς μεταξύ των Χαλδαίων σε όλο τον κόσμο.»[84]

Πολλοί Χαλδαίοι Καθολικοί Ασσύριοι έχουν από τότε μετοικήσει σε δυτικές χώρες, όπου σχηματίζουν μεγάλη διασπορά. Οι πρόσφατες αιτίες μετανάστευσης περιλαμβάνουν θρησκευτικό και εθνοτικό διωγμό, δυσμενείς οικονομικές συνθήκες κατά τη διάρκεια των κυρώσεων εναντίον του Ιράκ, και την επισφαλή ασφάλεια μετά την εισβολή το 2003. Τουλάχιστον 20.000 από αυτούς διέφυγαν μέσω του Λιβάνου για να ζητήσουν επανεγκατάσταση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.[85] Καθώς πολιτικές αλλαγές πλήττουν πολλές αραβικές χώρες, οι Ασσύριοι έχουν εκφράσει ανησυχία για τις εξελίξεις και το μέλλον τους στην περιοχή.[86]

Εσωτερικά σκάνδαλα στην Εκκλησία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία διέρχεται βαθιά κρίση ηγεσίας, η οποία κορυφώθηκε με πρόσφατα γεγονότα τον Ιούλιο του 2024. Πέντε επίσκοποι, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Μπασάρ Γουάρντα, μποϊκόταραν την υποχρεωτική Σύνοδο της Χαλδαϊκής Εκκλησίας. Αυτή η πράξη ανυπακοής ακολούθησε την αποχώρησή τους από έναν πνευματικό αναχωρητήριο τον Αύγουστο και την απομάκρυνση των μαθητών τους από το Χαλδαϊκό Σεμινάριο. Ο Καρδινάλιος Λουίς Σάκο, βαθιά ανήσυχος για την ακεραιότητα της Εκκλησίας, θεώρησε αυτές τις ενέργειες «σοβαρή ρήξη» της εκκλησιαστικής ενότητας. Σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της ομόνοιας, ο Καρδινάλιος Σάκο εξέδωσε τελεσίγραφο στις 28 Αυγούστου 2024, ζητώντας δημόσια συγγνώμη από τους εξεγερμένους επισκόπους έως τις 5 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, ο Αρχιεπίσκοπος Γουάρντα και οι σύμμαχοί του παρέμειναν ανυπότακτοι, αρνούμενοι να ζητήσουν συγγνώμη και επικρίνοντας την ηγεσία του Σάκο. Αντιμέτωπος με αυτή τη συνεχιζόμενη αντίσταση, ο Καρδινάλιος Σάκο εξέτασε την επιβολή κανονικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας αφορισμού, για να διαφυλάξει την ενότητα της Εκκλησίας.[87] Τον Σεπτέμβριο του 2024, ο Σάκο υπέβαλε αναφορά για τους πέντε επισκόπους, συμπεριλαμβανομένου του Γουάρντα, απευθείας στον Πάπα Φραγκίσκο.[88]

Image
Ο αρχιεπίσκοπος Μπασάρ Γουαρντά. Σύμφωνα με τον πατριάρχη της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, ο Γουαρντά συνεργάζεται με το Κίνημα Βαβυλώνα, που έχει κατηγορηθεί για διάφορες κακουργίες

Η οξύτατη διαμάχη μεταξύ του Καρδινάλιου Λουίς Σάκο και του Αρχιεπισκόπου Μπασάρ Γουάρντα έχει εξελιχθεί σε προσωπική έχθρα, με τον Σάκο να κατηγορεί τον Γουάρντα για συνωμοσία με σκοπό την κατάληψη του πατριαρχείου. Ο Σάκο αντιλαμβάνεται τον Γουάρντα ως ευνοιοκράτη, που κινείται για να τοποθετήσει τον εαυτό του ως τον επόμενο πατριάρχη. Αυτή η αντίληψη για το ανελέητο παιχνίδι εξουσίας που αποδίδει στον Γουάρντα ανάγκασε τον Σάκο να εγκαταλείψει τα σχέδια παραίτησης του και να υπερασπιστεί τη Χαλδαϊκή Καθολική Εκκλησία, παρά τη δική του προηγούμενη δέσμευση να αποσυρθεί στα 75.[89]

Ο Λουίς Σάκο, επικεφαλής της Χαλδαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, υποστηρίζει ότι ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αρβήλας, Μπασάρ Γουάρντα, έχει συνομωτήσει με τον Ραγιάν αλ-Κιλντάνι, ηγέτη του διαβόητου ιρακινού κόμματος Κίνημα της Βαβυλώνας, σε μια προσπάθεια να υπονομεύσει την εξουσία του και να ενθαρρύνει την απομάκρυνσή του από τη θέση. Επιπλέον, ο Γουάρντα κατηγορείται ότι στηρίζει τον αλ-Κιλντάνι παρά τις σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχει διαπράξει το κίνημα του, όπως λεηλασίες σπιτιών, αρπαγές γης, εκφοβισμοί, εκβιασμοί, κακοποίηση γυναικών, δίωξη μειονοτήτων και βασανιστήρια κρατουμένων. Οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στον αλ-Κιλντάνι λόγω αυτών των παραβιάσεων, περιλαμβάνοντας την τιμωρία οντοτήτων που συναλλάσσονται μαζί του. Ο Σάκο αποκάλεσε τον Γουάρντα «νονό» του Κινήματος Βαβυλώνα, ενώ ο Γουάρντα κατηγορείται ότι υπερασπίζεται τα οφέλη από τον αλ-Κιλντάνι πάνω από τα συμφέροντα και τις ανάγκες της εκκλησίας.[90][91]

Ο Λουίς Σάκο, μαζί με χριστιανούς βουλευτές του ιρακινού Κοινοβουλίου, έχει δηλώσει ότι το υποστηριζόμενο από το Ιράν Κίνημα Βαβυλώνα δεν είναι πραγματικά χριστιανικό αλλά χρησιμοποιεί την ετικέτα για πολιτικά οφέλη. Παρότι ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί χριστιανούς, η πλειοψηφία των μελών και των ψηφοφόρων του είναι σιίτες μουσουλμάνοι. Παρ’ όλα αυτά, ο Αρχιεπίσκοπος Μπασάρ Γουάρντα εξακολουθεί να προωθεί την επιρροή τους.[92][93]

  1. «Brief Summary on Iraqi Christians» (PDF). USCIRF. Μαρτίου 2019. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2025.
  2. «Iraq 2018 International Religious Freedom Report» (PDF). U.S. Department of State. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2025.
  3. «Country Guidance: Iraq (June 2019)» (PDF). EUAA. σελ. 70. Ανακτήθηκε στις 22 Ιουλίου 2025.
  4. «Chaldean Catholic Church | Catholics & Cultures». www.catholicsandcultures.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2025.
  5. Rassam, Suha (2005). Christianity in Iraq: Its Origins and Development to the Present Day (στα Αγγλικά). Gracewing Publishing. ISBN 978-0-85244-633-1.
  6. «ECUMENICAL COUNCIL OF FLORENCE (1438-1445) | EWTN». EWTN Global Catholic Television Network (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2025.
  7. Hanish, Shak (2008). «The Chaldean Assyrian Syriac People of Iraq: An Ethnic Identity Problem». Digest of Middle East Studies 17 (1): 32–47. doi:10.1111/j.1949-3606.2008.tb00145.x.
  8. «Holy Apostolic Catholic Assyrian Church of the East». Oikoumene.org. Ιανουαρίου 1948. Ανακτήθηκε στις 15 Μαΐου 2016. St Peter, the chief of the apostles added his blessing to the Church of the East at the time of his visit to the see at Babylon, in the earliest days of the church: '... The chosen church which is at Babylon, and Mark, my son, salute you' (I Peter 5:13).
  9. David M. Gwynn (20 Νοεμβρίου 2014). Christianity in the Later Roman Empire: A Sourcebook. Bloomsbury Publishing. σελ. 46. ISBN 978-1-4411-3735-7.
  10. Hill 1988, σελ. 105.
  11. Cross, F.L. & Livingstone E.A. (eds), Oxford Dictionary of the Christian Church, Oxford University Press, 1997, p. 351
  12. Outerbridge 1952.
  13. Georgetown University, Mesopotamian Scholasticism: A History of the Christian Theological School in the Syrian Orient: Introduction to Junillus's Instituta Regularia
  14. Baum & Winkler 2003, σελ. 37.
  15. Hill 1988, σελ. 108-109.
  16. K. C. Zachariah (1 Νοεμβρίου 2001). «The Syrian Christians of Kerala: A Narsai (Nestorian patriarch)Demographic and Socioeconomic Transition in the Twentieth Century» (PDF). www.cds.edu. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 28 Ιουλίου 2019. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2016.
  17. Wilmshurst 2000, σελ. 17.
  18. Baum & Winkler 2003, σελ. 30.
  19. Anthony O'Mahony· Emma Loosley (16 Δεκεμβρίου 2009). Eastern Christianity in the Modern Middle East. Routledge. σελ. 45. ISBN 978-1-135-19371-3.
  20. 1 2 3 Frazee 2006, σελ. 57.
  21. Patriarcha de Mozal in Syria orientali (Anton Baumstark (editor), Oriens Christianus, IV:1, Rome and Leipzig 2004, p. 277)
  22. Chaldaeorum ecclesiae Musal Patriarcha (Giuseppe Simone Assemani (editor), Bibliotheca Orientalis Clementino-Vaticana (Rome 1725), vol.
  23. Anthony O'Mahony· Emma Loosley (16 Δεκεμβρίου 2009). Eastern Christianity in the Modern Middle East. Routledge. σελ. 45. ISBN 978-1-135-19371-3.
  24. "L'Église nestorienne" in Dictionnaire de théologie catholique (Librairie Letourzey et Ané (1931), vol.
  25. 1 2 3 Baumer 2006, σελ. 248.
  26. John Newton (12 Ιουλίου 2023). The Eastern Catholic Churches – A Short Introduction. ACN. σελ. 57. ISBN 978-1-907541-04-9.
  27. Dietmar W. Winkler (12 Δεκεμβρίου 2018). «7. The Syriac Church Denomination: An overview». Στο: Daniel King, επιμ. The Syriac World. Taylor & Francis. σελ. 194. ISBN 978-1-317-48211-6.
  28. Mar Aprem Mooken, The History of the Assyrian Church of the East (St. Ephrem Ecumenical Research Institute, 2000), p. 33
  29. Pietro Strozzi (1617). De dogmatibus chaldaeorum disputatio ad Patrem ... Adam Camerae Patriarchalis Babylonis ... ex typographia Bartholomaei Zannetti.
  30. Hannibal Travis (20 Ιουλίου 2017). The Assyrian Genocide: Cultural and Political Legacies. Taylor & Francis. σελ. 94. ISBN 978-1-351-98025-8.
  31. Johnson, Ronald (1994). «Assyrians». Στο: Levinson, David, επιμ. Encyclopedia of World Cultures. 9. G.K. Hall & Company, σσ. 27–28. ISBN 0-8161-1815-9. http://1.droppdf.com/files/5qiFZ/encyclopedia-of-world-cultures-volume-9-africa-and-the-middle-east-1995-.pdf. Ανακτήθηκε στις 16 July 2020.
  32. Assyrian International News Agency Peter BetBasoo, "Brief History of Assyrians"
  33. Marcantonius Amulilus (1562). R.d. patriarchae Orientalium Assyriorum de Sacro oecumenico Tridentini [!] concilio approbatio, & professio, et literae illustrissimi domini Marciantonij cardinalis Amulij ad legatos Sacri concilij Tridentini.MDLXII.
  34. Dietmar W. Winkler (12 Δεκεμβρίου 2018). «7. The Syriac Church Denomination: An overview». Στο: Daniel King, επιμ. The Syriac World. Taylor & Francis. σελ. 194. ISBN 978-1-317-48211-6.
  35. K. Christian Girling, "The Chaldean Catholic Church: A study in modern history, ecclesiology and church-state relations (2003–2013)" (University of London, 2015, p. 35
  36. Dietmar W. Winkler (12 Δεκεμβρίου 2018). «7. The Syriac Church Denomination: An overview». Στο: Daniel King, επιμ. The Syriac World. Taylor & Francis. σελ. 194. ISBN 978-1-317-48211-6.
  37. Baum & Winkler 2003, σελ. 4.
  38. Eckart Frahm (24 Μαρτίου 2017). A Companion to Assyria. Wiley. σελ. 1132. ISBN 978-1-118-32523-0.
  39. Joseph 2000, σελ. 1.
  40. «Fred Aprim, "Assyria and Assyrians Since the 2003 US Occupation of Iraq"» (PDF). Ανακτήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2019.
  41. Annuaire Pontifical Catholique de 1914, pp. 459−460
  42. 1 2 3 Wilmshurst 2000, σελ. 28-30.
  43. Wilmshurst 2000, σελ. 32, 253.
  44. George Percy Badger (1852). The Nestorians and Their Rituals, with the Narrative of a Mission to Mesopotamia and Coordistan in 1842-1844, and of a Late Visit to Those Countries in 1850: Also, Researches Into the Present Condition of the Syrian Jacobites, Papal Syrians, and Chaldeans, and an Inquiry Into the Religious Tenets of the Yezeedees. Joseph Masters. σελ. 169.
  45. O’Mahony 2006, σελ. 528.
  46. Wilmshurst 2000, σελ. 37.
  47. AsiaNews.it. «A Chaldean priest and three deacons killed in Mosul». www.asianews.it. Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2018.
  48. «The Chaldean Church mourns Fr. Ragheed Ganni and his martyrs». AsiaNews. Ανακτήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 2019.
  49. «Servant of God, Fr Ragheed Ganni». Pontifical Irish College, Rome. 27 Μαΐου 2018. Ανακτήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 2019.
  50. «Kidnappers take Iraqi Archbishop, Kill his three companions». Catholic News Service. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Μαρτίου 2008. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2008.
  51. «Chaldean Americans at a-glance». Chaldean American Chamber of Commerce. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2020.
  52. Πρότυπο:Catholic-hierarchy
  53. Πρότυπο:Catholic-hierarchy
  54. Πρότυπο:Catholic-hierarchy
  55. «Assyrian Bishop Mar Bawai Soto explains his journey into communion with the Catholic Church». kaldaya.net. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Ιουνίου 2008. Ανακτήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2012.CS1 maint: Unfit url (link)
  56. «CNS NEWS BRIEFS Jun-10-2011». Catholicnews.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 11 Μαΐου 2013.
  57. 2006 Religious Affiliation (Full Classification). «» 2006 Religious Affiliation (Full Classification) The Census Campaign Australia». Census-campaign.org.au. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Απριλίου 2013. Ανακτήθηκε στις 11 Μαΐου 2013.
  58. Badger, Nestorians, i. 174–5
  59. Martin, La Chaldée, 205–12
  60. Chabot 1896, σελ. 433-453.
  61. Tfinkdji 1914, σελ. 476–520.
  62. Wilmshurst 2000, σελ. 362.
  63. 1 2 Wilmshurst 2000, σελ. 360-363.
  64. AP
  65. «About Us – Daughters of Mary Immaculate». Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2024.[χρειάζεται μη πρωτογενή πηγή]
  66. «Daughters of Mary Immaculate». Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2024.[χρειάζεται μη πρωτογενή πηγή]
  67. «Daughters of Mary Immaculate: Chaldean Sisters Celebrate 100 Years». Chaldean News. Μαρτίου 2022. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2024.[χρειάζεται μη πρωτογενή πηγή]
  68. «Chaldean Sisters 100th Anniversary Dinner». Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2024.[χρειάζεται μη πρωτογενή πηγή]
  69. «Q & A on the Reformed Chaldean Mass». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Ιανουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2016.
  70. «Common Christological Declaration between the Catholic Church and the Assyrian Church of the East». Vatican. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Ιανουαρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 1 Απριλίου 2009.
  71. «Guidelines issued by the Pontifical Council for Promoting Christian Unity». Vatican. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Νοεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 1 Απριλίου 2009.
  72. Valente, Gianni (25 Ιουνίου 2015). «Chaldean Patriarch gambles on re-establishing "Church of the East"». Vatican Insider. Ανακτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2025.
  73. «Assyrian Bishop Mar Awa Royel Replies to the Unity offer by Chaldean Catholic Patriarch». 10 Ιουλίου 2015. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Σεπτεμβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 9 Μαρτίου 2021.
  74. Parpola, Simo (2004). "National and Ethnic Identity in the Neo-Assyrian Empire and Assyrian Identity in Post-Empire Times" (PDF Αρχειοθετήθηκε 2020-05-22 στο Wayback Machine.). Journal of Assyrian Academic Studies (JAAS) 18 (2): 22.
  75. Mar Raphael J Bidawid. The Assyrian Star. September–October, 1974:5.
  76. Nisan 2002, σελ. ?.
  77. Travis 2010.
  78. Jérôme Labourt, "Chaldean Christians" in The Catholic Encyclopedia (New York 1908). Retrieved 6 September 2020.
  79. Yasmeen Hanoosh. The Chaldeans: Politics and Identity in Iraq and the American Diaspora. Bloomsbury Publishing; 30 May 2019. (ISBN 978-1-78672-596-7). p. 149 et passim.
  80. Richard T. Schaefer. Encyclopedia of Race, Ethnicity, and Society. SAGE; 20 March 2008. (ISBN 978-1-4129-2694-2). p. 160.
  81. «Common Christological Declaration between the Catholic Church and the Assyrian Church of the East». Vatican. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Ιανουαρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 1 Απριλίου 2009.
  82. Code of Canons of the Eastern Churches, canon 110; English translation
  83. «Iraq's Constitution of 2005, article 125» (PDF). Ανακτήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2020.
  84. [Statement of the Synod of the Chaldean Church Bishops held in Rome 4–8 October 2017, published on the website of the Catholic Patriarchate of Babylon]
  85. Martin Chulov (2010) "Christian exodus from Iraq gathers pace"The Guardian. Retrieved June 12, 2012
  86. R. Thelen (2008) Daily Star, Lebanon retrieved June 12, 2012
  87. «At deadline, Chaldean bishops not planning apology». pillarcatholic.com (στα Αγγλικά). 5 Σεπτεμβρίου 2024. Ανακτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
  88. «Baghdad patriarch reports five bishops to the Pope». The Tablet (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
  89. «Iraq's feuding bishops». pillarcatholic.com (στα Αγγλικά). 30 Αυγούστου 2024. Ανακτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
  90. Flynn, J. D. «Iraq's feuding bishops». The Pillar (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2025.
  91. «Iran-linked militia leader wresting control of Iraq's Ninevah Plains after IS defeat». Voice of America (στα Αγγλικά). 3 Σεπτεμβρίου 2024. Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2025.
  92. «New threats for Iraqi Christians as Iranian-backed militias gain power in Nineveh». Medya News (στα Αγγλικά). 23 Αυγούστου 2024. Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2025.
  93. «Sako appeals for Church unity to save Iraq's Christian population». The Tablet (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2025.

 

Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]