Μετάβαση στο περιεχόμενο

τίς ἀγορεύειν βούλεται

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τίς ἀγορεύειν βούλεται <  δείτε τη λέξη τίς (ερωτηματική), ἀγορεύειν (να αγορεύει), απαρέμφατο του ἀγορεύω και βούλεται (θέλει, επιθυμεί), 3ο πρόσωπο του βούλομαι

Image Έκφραση

[επεξεργασία]

τίς ἀγορεύειν βούλεται;

  • ποιος θέλει να αγορεύσει; ποιος θέλει να πάρει το λόγο; (πρόσκληση με την οποία καλούσε ο κήρυκας στην εκκλησία του δήμου της αρχαίας Αθήνας στην Πνύκα) τους Αθηναίους ποιος θέλει να μιλήσει, να λάβει τον λόγο)
    χρειάζεται παράθεμα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]