χρηματοκαπιταλιστικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρηματοκαπιταλιστικός < χρήμα + -ο- + καπιταλιστικός
Επίθετο
[επεξεργασία]χρηματοκαπιταλιστικός, -ή, -ό
- (οικονομία, σπάνιο) που έχει σχέση με το καπιταλιστικό σύστημα και το χρήμα ή αναφέρεται σ’ αυτά
- ※ Ανεξαιρέτως με το πως αποκτούν τα απαιτούμενα μέσα τα εμπόλεμα μέρη, σημαντική διάσταση αποτελεί το γεγονός της χρηματοδότησης που λαμβάνει μέρος σε ένα πολύπλοκο και παράλληλα σκιώδες χρηματοκαπιταλιστικό δίκτυο. Η συνεχείς ροή χρηματοδότησης σε αντίθεση με αυτά που ισχύουν στους κλασικούς πολέμους μεταξύ κρατών, αποτελεί μια σημαντική πτυχή της ίδιας της διεξαγωγής του πολέμου, καθώς συμβάλει αποφασιστικά στην παράταση της πολεμικής σύρραξης, διαιωνίζοντας συχνά για ολόκληρες δεκαετίες τους πολέμους. (https://ikee.lib.auth.gr)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρηματοκαπιταλιστικός
|
|
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)