Μετάβαση στο περιεχόμενο

έκβαση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έκβαση οι εκβάσεις
      γενική της έκβασης* των εκβάσεων
    αιτιατική την έκβαση τις εκβάσεις
     κλητική έκβαση εκβάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εκβάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
έκβαση < (καθαρεύουσα) έκβασις < (ελληνιστική κοινή) ἔκβασις

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

έκβαση θηλυκό

  • Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ολοκληρώνεται ή καταλήγει μια υπόθεση, διαδικασία, προσπάθεια, αγώνας κ.λπ.
    ※  Ξέρω πως αυτή μου η μανία να εξαρτώ από τυχαία γεγονότα την έκβαση ουσιαστικών για μένα πραγμάτων είναι κάτι έξω από κάθε λογική. (Γιώργος Βέης, Αλέξανδρος Μπάρας, εκδ. Γαβριηλίδης, 2004, σελ. 37)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]