έκβαση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | έκβαση | οι | εκβάσεις |
| γενική | της | έκβασης* | των | εκβάσεων |
| αιτιατική | την | έκβαση | τις | εκβάσεις |
| κλητική | έκβαση | εκβάσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εκβάσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έκβαση < (καθαρεύουσα) έκβασις < (ελληνιστική κοινή) ἔκβασις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έκβαση θηλυκό
- Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ολοκληρώνεται ή καταλήγει μια υπόθεση, διαδικασία, προσπάθεια, αγώνας κ.λπ.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- έκβαση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- έκβαση - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)