Μετάβαση στο περιεχόμενο

ευγενής

Από Βικιλεξικό
Image Δείτε επίσης : εὐγενής

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευγενής η ευγενής το ευγενές
      γενική του ευγενούς* της ευγενούς του ευγενούς
    αιτιατική τον ευγενή την ευγενή το ευγενές
     κλητική ευγενή(ς) ευγενής ευγενές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευγενείς οι ευγενείς τα ευγενή
      γενική των ευγενών των ευγενών των ευγενών
    αιτιατική τους ευγενείς τις ευγενείς τα ευγενή
     κλητική ευγενείς ευγενείς ευγενή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Δείτε και την κλίση των ουσιαστικοποιημένων.
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.vʝeˈnis/
τυπογραφικός συλλαβισμός : ευ‐γε‐νής

Image Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ευγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐγενής < αρχαία ελληνική εὐγενής (ευγενικής καταγωγής, με ανώτερα αισθήματα), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική noble[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -γενής.

Image Επίθετο

[επεξεργασία]

ευγενής, -ής, -ές, συγκριτικός :  ευγενέστερος, υπερθετικός :  ευγενέστατος

  1. χαρακτηριζόμενος από ευγένεια
    παράδειγμα ευγενής συμπεριφορά, ευγενείς τρόποι
    ≈ συνώνυμα: ευγενικός
  2. σχετιζόμενος με την κοινωνική τάξη των ευγενών
    παράδειγμα ευγενής καταγωγή
    ≈ συνώνυμα: αριστοκρατικός
  3. εξαιρετικής ποιότητας, ξεχωριστός από τα ομοειδή του
    παράδειγμα ευγενή υλικά
    ≈ συνώνυμα: εκλεκτός
  4. (κατ’ επέκταση) βασισμένος σε υψηλά ιδανικά

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ευγενής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εὐγενής < αρχαία ελληνική εὐγενής (ευγενικής καταγωγής, με ανώτερα αισθήματα), και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική noble, με λόγιο θηλυκό χωρίς διάκριση γένους[1][2]. Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -γενής.
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ευγενής οι ευγενείς
      γενική του
του/της
ευγενή
ευγενούς
των ευγενών
    αιτιατική τον/την ευγενή τους/τις ευγενείς
     κλητική ευγενή ευγενείς
Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό.
Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος.
Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού,
σε -ους, σε -η, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «συγγενής».
Δείτε και την κλίση του επιθέτου.
Κατηγορία όπως «συγγενής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ευγενής αρσενικό ή θηλυκό

  1. (κοινωνιολογία, πληθυντικός) «ευγενείς» κοινωνική τάξη κατατασσόμενη αμέσως υπό την βασιλική οικογένεια, σε ορισμένες κοινωνίες με επίσημη αριστοκρατία
    ≈ συνώνυμα: τάξη των ευγενών
  2. μέλος αυτής της κοινωνικής τάξης· άνθρωπος με τίτλο ευγενείας
    ≈ συνώνυμα: αριστοκράτης, άρχοντας, ευπατρίδης, γαλαζοαίματος

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Image Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 ευγενής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. 1 2 ευγενής - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)