Μετάβαση στο περιεχόμενο

κύστη

Από Βικιλεξικό
Image Δείτε επίσης : κίστη, κύστις

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κύστη οι κύστεις
      γενική της κύστης* των κύστεων
    αιτιατική την κύστη τις κύστεις
     κλητική κύστη κύστεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, κύστεως
Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κύστη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύστις < κύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱeuh₁- (φουσκώνω, πρήζομαι)
με την ιατρική σημασία: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική kyste

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κύστη θηλυκό

  1. (ανατομία) υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
  2. θύλακας ελαστικός, φούσκα
  3. (ιατρική) νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως
  4. (ζωολογία) η νηκτική κύστη
  5. ειδική σακούλα που γεμίζει με κάτι (π.χ. κρύο νερό, πάγο κ.λπ.) και χρησιμοποιείται για ιατρικούς ή άλλους λόγους
    → δείτε τη λέξη παγοκύστη

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Image Μεταφράσεις

[επεξεργασία]