Κοινωνική οικονομία της αγοράς
| Τμήμα μιας σειράς λημμάτων |
| Χριστιανοδημοκρατία |
|---|
|
|
Η κοινωνική οικονομία της αγοράς (γερμανικά: soziale Marktwirtschaft), επίσης γνωστή ως καπιταλισμός του Ρήνου, το μοντέλο του Ρήνου ή και κοινωνικός καπιταλισμός,[1][2] είναι ένα κοινωνικοοικονομικό μοντέλο που συνδυάζει ένα οικονομικό σύστημα ελεύθερης αγοράς με κοινωνικές πολιτικές και αρκετή ρύθμιση για τη δημιουργία θεμιτού ανταγωνισμού εντός της αγοράς και γενικά ενός κράτους πρόνοιας.[3][4] Η κοινωνική οικονομία της αγοράς προωθήθηκε και εφαρμόστηκε αρχικά στη Δυτική Γερμανία από τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση υπό τον καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ το 1949[5] και σήμερα χρησιμοποιείται από τους ορδοφιλελεύθερους, τους κοινωνικά φιλελεύθερους και τους σοσιαλδημοκράτες. Η προέλευσή του μπορεί να εντοπιστεί στη μεσοπολεμική σχολή οικονομικής σκέψης του Φράιμπουργκ.[6]
Η κοινωνική οικονομία της αγοράς αποτελεί μια προσπάθεια εύρεσης της μέσης οδού, μεταξύ της ελεύθερης οικονομίας (laissez-faire) και των σοσιαλιστικών πολιτικών. Η κοινωνική οικονομία της αγοράς αποτελεί μια προσπάθεια εύρεσης της μέσης οδού, μεταξύ της ελεύθερης οικονομίας (laissez-faire) και των σοσιαλιστικών πολιτικών (αστικός σοσιαλισμός, σοσιαλδημοκρατία κτλ)[7].
Η κοινωνική οικονομία της αγοράς σχεδιάστηκε για να είναι ένας ενδιάμεσος δρόμος μεταξύ των μορφών του laissez-faire καπιταλισμού και σοσιαλιστικών πολιτικών (αστικός σοσιαλισμός, σοσιαλδημοκρατία κτλ).[8] Ήταν έντονα εμπνευσμένη από τον ορδοφιλελευθερισμό,[9] ο οποίος ήταν επηρεασμένος από την πολιτική ιδεολογία της χριστιανοδημοκρατίας.[10] Η κοινωνική αγορά απείχε από τις προσπάθειες σχεδιασμού και καθοδήγησης της παραγωγής, του εργατικού δυναμικού ή των πωλήσεων, αλλά υποστήριζε τις προγραμματισμένες προσπάθειες επηρεασμού της οικονομίας μέσω των οργανικών μέσων μιας ολοκληρωμένης οικονομικής πολιτικής σε συνδυασμό με την ευέλικτη προσαρμογή στις μελέτες της αγοράς. Συνδυάζοντας νομισματικές, πιστωτικές, εμπορικές, φορολογικές, τελωνειακές, επενδυτικές και κοινωνικές πολιτικές, καθώς και άλλα μέτρα, αυτός ο τύπος οικονομικής πολιτικής στοχεύει στη δημιουργία μιας οικονομίας που εξυπηρετεί την ευημερία και τις ανάγκες ολόκληρου του πληθυσμού, εκπληρώνοντας έτσι τον τελικό στόχο της.[11]
Ο όρος χρησιμοποιείται από ορδοφιλελεύθερους (φιλελεύθεροι που υποστηρίζουν όμως την μικτή οικονομία), σοσιαλφιλελεύθερους και σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι γενικά απορρίπτουν την πλήρη κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αλλά υποστηρίζουν την ισότιμη διανομή όλων των αγαθών και υπηρεσιών σε ένα τμήμα της αγοράς. Η προέλευση του όρου εντοπίζεται στη μεσοπολεμική σχολή οικονομικής σκέψης του Φράιμπουργκ.[2] Οι κοινωνικές του πολιτικές συχνά συγχέονται λανθασμένα με τον σοσιαλισμό από τους δεξιούς κριτικούς.[12][13] Αν και οι απόψεις έχουν επιρροή από τον δημοκρατικό σοσιαλισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, η προσέγγιση της κοινωνικής αγοράς απορρίπτει τις σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές ιδέες της αντικατάστασης της ατομικής ιδιοκτησίας και των αγορών με την κοινωνική ιδιοκτησία και τον οικονομικό σχεδιασμό. Το κοινωνικό στοιχείο του μοντέλου αναφέρεται στην υποστήριξη της παροχής ίσων ευκαιριών και της προστασίας εκείνων που δεν μπορούν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας λόγω γήρατος, αναπηρίας ή ανεργίας.[14]
Μερικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο κοινωνικός καπιταλισμός με περίπου την ίδια έννοια με την κοινωνική οικονομία της αγοράς.[15][16][17] Ονομάζεται επίσης και καπιταλισμός του Ρήνου,[18] συνήθως όταν έρχεται σε αντίθεση με το αγγλοσαξονικό μοντέλο του καπιταλισμού.[19][20][21] Αντί να το βλέπουν ως αντίθεση, μερικοί συγγραφείς περιγράφουν τον καπιταλισμό του Ρήνου ως μια επιτυχημένη σύνθεση του αγγλοαμερικανικού μοντέλου με τη σοσιαλδημοκρατία. Το γερμανικό μοντέλο αντιπαραβάλλεται και συγκρίνεται με άλλα οικονομικά μοντέλα, μερικά από τα οποία περιγράφονται επίσης ως ενδιάμεσοι τρόποι ή περιφερειακές μορφές του καπιταλισμού, συμπεριλαμβανομένου του Τρίτου Δρόμου του Τόνι Μπλερ, του ολλανδικού μοντέλου πόλντερ, του σκανδιναβικού μοντέλου, του ιαπωνικού επιχειρηματικού μοντέλου της Ανατολικής Ασίας και της σύγχρονης κινεζικής σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς.[22]
Ένα συγκριτικό εγχειρίδιο πολιτικής του 2012 κάνει διάκριση μεταξύ του «συντηρητικού-κορπορατιστικού κράτους πρόνοιας» (που προέρχεται από τη γερμανική κοινωνική οικονομία της αγοράς) και του «εργατικού σοσιαλδημοκρατικού κράτους πρόνοιας». Η έννοια του μοντέλου έχει έκτοτε επεκταθεί στην ιδέα μιας οικο-κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο την κοινωνική ευθύνη της ανθρωπότητας αλλά και τη βιώσιμη χρήση και προστασία των φυσικών πόρων. Οι χώρες με κοινωνική οικονομία της αγοράς περιλαμβάνουν την Αυστρία, την Τσεχία, την Κροατία, τη Γερμανία, την Πολωνία και την Ιαπωνία.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Tristan Claridge (9 Μαΐου 2017). «Social Capitalism and Social Capital – Definitions and Discussion». Socialcapitalresearch.com. Ανακτήθηκε στις 1 Μαρτίου 2020.
- 1 2 Mau, Steffen (Ιούνιος 2004). The Moral Economy of Welfare States: Britain and Germany Compared. Routledge. ISBN 978-1-134-37055-9.
- ↑ "Social Market". Economics Dictionary. The Economist.
- ↑ Ralph M. Wrobel, Social Market Economy as Alternative Approach of Capitalism after the Financial and Economic Crisis, http://www.kasyp.net/fileadmin/kasyp_files/Documents/reused/Social_Market_Economy/Wrobel-_Social_market_economy_1_.pdf, ανακτήθηκε στις 21 October 2015
- ↑ Spicka 2007, σελ. 2.
- ↑ Steffen Mau (2003). Moral Economy of Welfare States. Routledge. σελ. 74. ISBN 978-1-134-37055-9.
- ↑ Werner Abelshauser (2004). Deutsche Wirtschaftsgeschichte seit 1945. C. H. Beck. σελίδες 89–93. ISBN 978-3-406-51094-6.
- ↑ Abelshauser 2004, σελ. 89-93.
- ↑ Nils Goldschmidt, Hermann Rauchenschwandtner (2007). The Philosophy of Social Market Economy: Michel Foucault's Analysis of Ordoliberalism. Universität Freiburg, Freiburger Diskussionspapiere zur Ordnungsökonomik. hdl:10419/4374.
- ↑ Lamberts, Emiel (1997). Christian Democracy in the European Union, 1945/1995: Proceedings of the Leuven Colloquium, 15–18 November 1995 (στα Αγγλικά). Leuven University Press. σελ. 478. ISBN 9789061868088.
- ↑ «GHDI - Document - Page». German History. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2022.
- ↑ Reynolds, David B. (2002). Taking the High Road: Communities Organize for Economic Change. M.E. Sharpe. σελ. 31. ISBN 978-0-7656-0745-4.
- ↑ Van Schie, P. G. C.· Voermann, Gerrit (2006). The Dividing Line Between Success and Failure: A Comparison of Liberalism in the Netherlands and Germany in the 19th and 20th Centuries. LIT Verlag Münster. σελ. 103. ISBN 978-3-8258-7668-5.
- ↑ Marktanner, Marcus (Ιουνίου 2010). «Addressing the Marketing Problem of the Social Market Economy» (PDF). Konrad-Adenauer-Stiftung. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2022.
- ↑ Matthias Zimmer (1997). Germany--phoenix in Trouble?. University of Alberta. σελ. 157. ISBN 978-0-88864-305-6.
- ↑ Lowell Turner (1998). Fighting for Partnership: Labor and Politics in Unified Germany
. Cornell University Press. σελ. 18. ISBN 0-8014-8483-9. - ↑ Steven Hill (2010). Europe's Promise: Why the European Way is the Best Hope in an Insecure Age. University of California Press. σελίδες 19–20. ISBN 978-0-520-24857-1.
- ↑ Naoshi Yamawaki (2002). «Walter Eucken and Wilhelm Röpke. A reappraisal of their economic thought and the policy of ordoliberalism». Στο: Yuichi Shionoya, επιμ. German Historical School. Routledge. σελ. 199. ISBN 1-134-62044-6.
- ↑ Abigail B. Bakan· Eleanor MacDonald (2002). Critical Political Studies: Debates and Dialogues from the Left. McGill-Queen's Press. σελίδες 69–70. ISBN 978-0-7735-6956-0.
- ↑ Sally Wheeler (2002). Corporations and the Third Way. Hart Publishing. σελ. 17. ISBN 978-1-901362-63-3.
- ↑ Tadeusz Kowalik (2003). «Systemic Variety under the Conditions of Globalization and Integration». Στο: Grzegorz W. Kołodko, επιμ. Emerging Market Economies: Globalization and Development. Ashgate Publishing. σελίδες 214–215. ISBN 978-0-7546-3706-6.
- ↑ Melanie Walker· Jon Nixon (2004). Reclaiming Universities from a Runaway World. McGraw-Hill International. σελ. 78. ISBN 978-0-335-21291-0.