π. ΖΗΣΗΣ Θ. - Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε' ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
&K110C6lt; lOV RMOVC
~ιevtvvτ*c, ~+aόrΦ~ ζ-ιir-ttς.
ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ν. ΖΗΣΗ
Καitηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ fPHfOPIOΣ Ε' ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ fΕΝΟΥΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
1986
Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε'
ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Εκδοτι:κ:ός Οiκος Αφών Κυρι.ακiδη
Κ. Μελενiκου 5 και. 9 ~ 210.067 και. 208.540 546 35 Θεσσαλονίκη
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σελ.
Πρόλογος
···················•·······•······•·····•··············•···············
ΜΕΡΟΣ Α'
7
Ο ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ
1.' Ο Σταυρός τού Χριστού . ... ...... ...... ..... ..... ... ... .. ...... ...... 2.' Ο ~ταυρός τού Πατριάρχου . .... ... ... .......... ...... .... ......... 3. Πότε έξαφανίζεται Εν α Wνος; .......... ... .. ...... .. ..... ........ 4. Τό είκονοστάσι τού Γένους ξηλώνεται άπό νέους είκονομάχους .... .. . . .. ......... ... .... .. .... .. ... . .. .... .. .. .. .. .. ..... .. .... .. 5. Θά ξαναζωντανέψη τό κρυφό-σχολειό ....................... 6.' Από τόν πολιτικό έκμηδενισμό στα πρόftυρα νέας αύτοκρατορίας . ;........ ............... ............ ......................... 7. Οί άποτυχίες προηγουμένων κινημάτων έπιβάλλουν cp(?01f11<11l ••.•.•••••••••••.••.•••.•••••...•••••...•••...••••...•••••...••.•..•••.•. 8. Δέν μοιάζει μέ τή Γαλλική ή ·Ελληνική 'Επανάσταση 9. ·Απειλείται γενική σφαγή, ίερός πόλεμος. ·Ο πατριάρχης άρνείται νά φύγη ................ ........ ............. ..............
13 14 15 16 16
17
20
.
22 25
26
1Ο.· Ο
άφορισμός τής 'Επαναστάσεως ήταν είκονικός. 'Η
dρση τού άφορισμού
...................................................
11. ·Ο άπαγχονισμός τού Πατριάρχου έπιδρά εύνοϊκά στον 1Ια ••••·••••••••••••••••••·••••••••••••••••••••••••••••••••••·••••·•··••••·••••· iJ() 12. Οί τιμές τής Ρωσίας καί τής ·Ελλάδος πρός τό λείψανο τού Πατριάρχου .......................... ................................... 32 13.) Επίλογος ........................................................................ 35
ΜΕΡΟΣ Β'
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
1.' Ο άφορισμός τής .'Επαναστάσεως καί ή aρση του . 39 2. ·Ο άφορισμός ήταν προ'ίόν βίας καί άνάγκης. Δέν έξέ φραζε τήν πραγματική fiέληση τού Πατριάρχου .. .... 61
6 3.
Τό μαρrορικό τέλος καί τό καταδικαστικό ~γγραφο
(1fLCJGP~~) ······································································· 4. Οί τιμές τού λειψάνου στήν αύτοκρατορική Ρωσία... 5. · Η εύνοϊκή γιά τόν άγώνα άπήχηση άπό την ttανάτωση τού Πατριάρχου ............................................................ 6. Οί τιμές στό έλεύt)ερο έλληνικό κράτος .................... 1. ·Η άνοικοδόμησις νέου ναού τού άγίου Γρηγορίου Ε'
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤ' ΕΠΙΛΟΓΉΝ
f)~ 91
132 160
είς τό "'Αγιον "Ορος ... ..... .. ...... .. ... .. ... ........ ..... .............. 269
........................... 273
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
·Η παραχάραξη της ίστορίας με αύttαίρετες έρμηνείες τών γεγονότων καί τών ίστορικών προσώπων είναι συνη{)ισμένο
φαινόμενο στίς ήμέρες μας. Πιστεύουμε δτι πρόκειται γιά
κατευt)υνόμενη καί καλά όργανωμένη προσπάt)εια πού ~χει ώς
στόχο νά γκρεμίση τά παραδοσιακά ίδεολογικά έρείσματα, γιά
νά οίκο~ομήση νέα, μέ ύλικά παρμένα άπό ξένες πρός τόν
' Ελληνισμό · έκφράζει
καί τήν
' Ορ{tοδοξία
ίδεολογίες. Πρώτος στόχος ή
'Εκκλησία, γιατί αύτή περισσότερο άπό κάitε aλλο {)εσμό,
τήν αύτοσυνειδησία τού Γένους, αύτή άποτελεί,
δπως έλέχitη προσφυώς, τή ραχοκοκκαλιά τού ~{)νους. 'Από τήν πολεμική αύτή έναντίον τής ' Εκκλησίας, ή όποία παρέλαβε
τό
1453
τό Γένος έξουt)ενωμένο καί έκμηδενισμένο άπό τά
χέρια τών πολιτικών ήγετών, καί τό κατέστησε πρώτη οίκονο
μική καί πολιτιστική δύναμη μέσα στήν τορία τίς παραμονές τού
· Οt)ωμανική
αύτοκρα
1821, δέν γλύτωσε καί ό πρωταt)λητής
τής 'Επαναστάσεως, ·ό πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε'.
·Η παρούσα ~κδοση άποσκοπεί νά ένημερώση γιά τήν ίστορική άλή{)εια κυρίως τούς νέους, τούς μαt)ητάς τών
σχολείων, πού πάνω στόν νεανικό ένitουσιασμό τους καί στό
εύμετάβολο τής γνώμης λόγω τής ήλικίας τους υίοitετούν χωρίς
πολλή βάσανο άνιστόρητες άπόψεις. Ν ά όπλίση άκόμη μέ
έπιχειρήματα τούς δασκάλους καί καt)ηγητάς, πού βλέπουν μέ
πόνο ψυχής νά ξηλώνεται τό είκονοστάσι τού Γένους άπό
άδίστακτους νέους είκονομάχους. Διαιρείται σέ δύο μέρη. Στό
πρώτο περιέχεται ένας τολμηρός πανηγυρικός λόγος, πού
έκφωνή'6ηκε στίς
10
Άπριλίου τού
1983,
ήμέρα της μνήμης
τού άγίου έitνομάρτuρος Γρηγορίου τού Ε', στόν ίερό ναό τής
·Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης. Μέσα στό γενικό μούδιασμα καί
8
τή σιωπή άπό τή δρασύτητα τής άντιεκκλησιαστικής καί
άντε-6νικής ίδεολογίας, ή τόλμη τών έπιχειρημάτων καί τής
άναλύσεως τάραξε τή σιωπή καί προκάλεσε dίσδηση.
·Ο
γράφων 'ftά ένfiυμείται πάντοτε τούς δακρυσμένους γέροντες
καί μεσήλικες πού περίμεναν έξω άπό τό ίερό τού ναού γιά νά
τόν συγχαρούν, μερικοί μάλιστα γιά νά τόν έναγκαλισf}ούν .
.,. Η ταν
άπό τίς ώραιότερες στιγμές τής διδασκαλικής του
Τά δάκρυα τών όρttοφρονούντων είχαν
δραστηριότητος.
σάν άντίστοιχο άπό τήν άλλη όχfiη τήν όργή καί τό &υμό, γιατί τόλμησε ενας πανεπιστημιακός δάσκαλος δημοσίς.ι να ψαύση τήν άλήttεια, νά έλέγξη τό ψεύδος, τήν παραχάραξη. 'Ενημε
ρώδηκε άμέσως ή έφη μερίς
«' Ελευδεροτυπία»
ή όποία τή
Δευτέρα,
11
'Απριλίου, στή στήλη «Πολιτικά παρασκήνια»,
μιλούσε γιά «κατάπτυστη έπί8εση κατά τής πολιτικής καί πνευματικής. ήvεσίας », πού έγινε «μπροστά aτόν μητροπο
λίτη Θεσσαλονίκης κ. Παντελεήμονα καί προφανώς είχε
τύχει τής έγκρίσεώς του». Τήν άλλη μέρα μετά άπό έπικοινω
νία τού ·Υπουργού Βορείου ·Ελλάδος μέ τόν μητροπολίτη
βρέ-6ηκε ό γράφων στό γραφείο τού 'Υπουργού, γιά νά δώση έξηγήσεις καί νά παραδώσει τό χειρόγραφο τής όμιλίας του.
Τό κείμενο τού λόγου δημοσιεύt)ηκε στή συνέχεια στόν «·Ελληνικό Βορρά», ό όποίος στίς
19
·Απριλίου, στή στήλη«· Η
γνώμη μας» καί μέ τίτλο «·Ο Γρηγόριος Ε·» έγραφε τά έξής:
'Υπήρξε μιά άποστομωτική άπάvτηση aτούς ΒεΒήλους οί
όποίοι έπιχειρούν συστηματικά νά κλ~νίσουν τόν σεθασμό
τών 'Ελλήνων οτήν ίερά μνήμη τού Πατριάρχου Γρηγορίου
τού Ε' καίτήνπίοτητουςοτήν Όρθοδοξίακαίτό 'Έθνοςτό
άρθρο τού καθηγητού κ. Ζfίαη, πού δημοσιεύθηκε aτόν
'Ελληνικό Βορρά τής Κυριακής. Ή άποδεικτική συνοχή
τών γραφομένων καί ή δέσμη τών ίστορικών έπιχειρημάτων
γιά τό ρόλο τού έθνομάρτυρος Πατριάρχου σχηματίζουν ρόπαλο κινούμενο κατά τών κεφαλών τής ψευδολογίας καί
τής παραποιήσεως, πού σάν Λερναία 'Ύδρα άπειλεί νά
πνίξη τήν ίατορική άλήθεια καί νά μαράνη τό φρόνημα τού 'Έ8vους. Καί 8ά μπορούσε vά προσ8έση κανείς, σέ δσα
ύποστήριξε καί άπέδειξε ό κ. καθηγητής γιά τό νόημα πού
9
εlχε ό aφορισμός τώV έπαναστατών έκ μέρου·ς τού Πατριάρ χου, ώς μέτρου οίκονομίας, ότι δηλαδή ό dφορισμός δέν ήταν πραγματικός, τή λαϊκή παροιμία, πού ήταν οέ εύρύτα
τη χρήση κατά τούς χρόνους έκείνους aτούς 'Έλληνες,
«πίσκοπος κρεμάμενος, έγραφε κι' άπόγραφε». 'Ήξεραν
συνεπώς οί έπαvαστατήσαντες 'Έλληνες τi ήταν έκεϊνος ό
«aφορισμός». Πολύ περισσότερο δταν ό μέyας έκείνος
«Πίοκοπος» κρεμάστηκε πραγματικά κι έδωσε τόν έαυτό
του λύτρον άντί πολλών
.
Άλλά πώς vά συγχωρήσουν οί
σύγχρονοι aρνητές τήν ύπαρξη τέτοιων έ8νικών μορφών καί τήv προσφορά τέτοιων 8vοιών, όταν δέν ταιριά,ουν aτούς
σκοπούς των; Προσπαθούν λοιπόν μα'ί μέ τούς Τούρκους
νά κρεμάσουν τόν Γρηγόριο άκόμη μιά φορά...
·Η δημοσίευση τού κειμένου τού λόγου στον
« ·Ελληνικό
Βορρά» συνετέλεσε στό νά δεχ6ή ό γράφων πλη-6ύν τηλεφω
νημάτων συγχαρητηρίων καί συστάσεις καί παρακλήσεις νά
δημοσιευ-6ή
σέ τευχίδιο ό λόγος. Μετά ώριμότερη
σκέψη
άποφασίσαμε νά δημοσιεύσουμε τήν όμιλία συνοδευομένη
δμως στό β' μέρος άnό άν-6ολόγιο κειμένων καί γνωμών γιά τόν
πατριάρχη, μέ τά όποία πλαισιώνεται καί κατοχυρώνονται
καλύτερα οί -6έσεις τής όμιλίας. ·Η διάταξη δέ τού άν-6ολογίου
είναι συγχρόνως -6εματική καί ίστορική. Μπορεί έτσι κανείς καί
νά άντλήση έπιχειρήματα καί νά παρακολου-6ήση ίστορικά πώς έξέφρασε τό Γένος τήν έκτίμηση καί τήν εύγνωμοσύνη του
πρός τόν πρωταftλητή τής 'Ελευ-6ερίας του.
Θεσσαλονίκη,
25
Μαρτίου
1985
Ό Γρηγόριος ό Ε'
84λους, οΙ 6ποϊοι tnιχειροϋν συστημοrικΟ νΟ ιιΑονfοουν τόν σεβασμό τών Έλλ4νων ΟΥ4ν Ιερό μν4μη τοϋ Πσrριόρχου Γρηyορlαυ τοϋ Ε', καΙ τ4ν n/στη τσυς σr4ν
Όρβοδοξ/ο κο/ τό "Εβνος, τ6 δρβρο τοϋ κοβηyητοϋ κ.
Υ
. ηι1ρξε μι6 ιlιοσrομωτικ4 {m6nqoη στούς 8ε-
Κηpύyματα
Κcιτάπαιστη επιθεση κcιτά της πο λιτικής και πvεuμαnκής ηyεσicις tt'u
Ζι\frη, nού δημοσιεύθηκε στόν "·Ελληνικό Bopρii• τί'jς Κυ·
ρισκίjς. Ή ιΠισδειιιτιιι4 συνοχ4 τών ypllfoptνων κο/ ή δtομη τών Ιστσρικών tnιχειρημ6των yι6 τ6 ρ6λο ιοϋ tβνο μόρτυρος Ποτρι6ρχου σχημσr/ζουν ρόπαλο κινούμενο κστ6 τών ιιεφολών τής ψευδολσy/σς καΙ τί'jς nοροιισι4σεως, πού σ6ν Λερνο/ο Ύδρα 6πειλεί ν6 nνlξη τ4ν Ισrορική 6λή8ειο κο/ ν6 μσρόνη τό φρόνημα τσϋ fβνους. ΚαΙ
μnοροϋσε
τόποu εξαπέλυσε χθες από τον Α μ βωνά της Ayiαc; Σοφίας Θεnσαλ.ονί
Ι(ης ο θεολόοyος κ. θ. Ζήσης, κατάy yειλ.αν αναyνώστες τ11ς οιΕ». Από αφορμ'fι τη μνήμη τοο Πα τριάρχη Γρηοyορίοο τοu ε· ο θεολό γος αuτός εlnε: « Υπάρχοι>ν περίοδοι της Ορθοδο ξιας, ποu ο λαός ξεφε6yει από τον δρόμο της εRλησιας ...τότε βρισιcον
ται ηyέτεc; ποu τον επαναφέρουν, ε
86
v6
nροσ&t;οιι κανε/ς,
at
δοα ύnσσιήριξε κοl
ιmtδειξε ό κ. Κσβηyητης yι6 τ6 v6ημο πού ι:Ιχε
μέτρου οlιιοvσμlος
6 6φορι
δέν ήταν
εύρύιατη
σμός ιών έnσvσσrσrών tιι μέρους τοϋ Ποιρι6ρχου, ώς
-
ότι δηλαδή
6 6tορισμός
nρσyμοτιιιός, τη λοiιι4 nοροιμlα, πού ήταν
at
χρήση κατό τούς ΧΡόνους έκεlνους ιπούς 'Έλληνες, ·ΠΙ·
σιιοnσς ιιρεμόμεvσς, tyρotε κι ιm6yρσφε ... "Ηξεραν σuν·
:ιtαναφtροuν τον λαό cιτον σωστό
δρόμο ... Σήμερα, όμως, από τον δρό μο, δεν tχει ξεφ6yει μόνο ο λαός, αλ Μ και οι ηytτει; tou... ι. • Και ιcάνονmς ... ιδιαίtερη τιμή ιcαι στον δημΟνο νομικά άπέναντι τού κατακτητού γιά ό,τιδήποτε συνέ
βαινε μεταξύ τών υποδούλων. Κουβαλούσε ό Γρηγόριος στό
μεγάλο
καί uπεύth>νο
αυτό
. λειτούργημά
ό πρώτος
του
μακραίωνη
παράδοση πού
τή {)εμελίωσε
μετά τήν δλωση
πατριάρχης Γενάδιος Β' Σχολάριος μέ τά. Προνόμια πού τού
παρεχώρησε ό Μωάμε{), άπό {)αυμασμό πρός τη σοφία καί τήν
άκτινοβολία του. Προδομένο καί τότε τό Γένος, τό
1453,
άπό
τούς συμμάχους καί άποκοιμισμtνο άπό τούς πολιτικούς του ήγέτας βρήκε στήριγμα καί στέγη στήν ·Εκκλησία, πού τό παρέλαβε κυριολεκτικά εκμηδενισμένο άπό τά χέρια τών
πολιτικών ήγετών, aτό χείλος τής άβύσσου καί τής καταστρο
φής2, τού έγιάτρεψε τίς πληγές καί τό κατέστησε πρώτη πρώτη πνευματική καί οικονομική δύναμη τής μεγάλης
· Οδω
μανικής αύτοκρατορίας, πού κατήντησε νά κυβερνάται άπό
τούς εUφυεί.ς καί δραστήριους "Ελληνες Φαναριώτες, οί όποίο ι
δέν διέφυγαν καί αUτοί τή λασπολογία στρατευμένων ίστορι
κών3.
·Ο
·Ελληνισμός
τών
χρόνων
τού
Γρηγορίου
ήταν
2.
'Ανάλυση κριτική γιά τήν εύttύνη τής πολιτικής ήγεσίας τής τότε
έποχής βλ.
έν Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β' Σχολάριος. Βίος-σvyyράμματα
διδασκαλία, Θεσσαλονίκη
1981,
σελ.
186
έ.έ.
3.
Περί τών Φαναριωτών γράφει μέ i)αυμασμό ό Έπαμ. Σταματιάδης,
Βιο-γραφίαι τών 'Ελλήνων Με-γάλων Διερμηνtων τού Ό/Jωμανικού Κρά τους, · Αi)ήνα 1865, Θεσσαλονίκη 1973, ύπό Π. Ποvρναρά, σελ. 14-15· «Φαναριώται! δνομα προφερόμενον σήμερον παρά τινων άγνοούντων ή μή έπισταμένως μελετησάντων τήν πάτριον Ιοτορ(αν μετά φρίκης! Φαναριώται! δνομα 6εωρούμενον σήμερον παρά πολλών ώς συνώνυμον τής χαμερπείας, tταμότητος καί πάσης κακοηi)είας. Καί δμ.ως, άν ήμεi)α δίκαιοι, όφείλομεν νά 6αυμάσωμεν τούς μεγάλους έκείνους άνδρας, όίτινες ένώ δλη ή · Ελλάς έκοιμάτο τόν βαρύν τής δουλείας καί άπαιδεvσίας ύπνον, μόνοι άντεπροσώ
πεvον τήν έλληνικήν εύφυtαν, έκράτουν έν τfi παλάμη των τήν τύχην άχανούς αύτοκρατορίας, έκόλαζον τάς κατά τών όμοyενών των άγρίας όρέξεις τού
φανατισμού καί τής βαρβαρότητος, έκαλλιέργησαν τάς Μούσας διά τρόπου άξιοi)αυμάστοu, προσέφεραν δείγματα πατριωτισμού καταπληκτικού, καί
20
άκμαιότερος ύλικά καί πνευματικά τού σημερινού
σμού, ό όποίος γιά πρώτη φορά στήν ίστορία
· Ελληνι
του εχει
συρρικνωttεί γεωγραφικά στά όρια τfjς μητροπολιτικής
· Ελλά
δος, ατή δυτική μόνο πλευρά τού Αίγαίου πελάγους, πνευματι κά δέ είναι περισσότερο συρρικνωμένος, γιατί άπομόνωσε καί
κατέστησε δυσχερή τήν τονωτική έπίδραση τής ·Εκκλησίας,
ίδιαίτερα στίς νέες γενιές. 'Επισυμβαίνει μπροστά στά μάτια
όλων μας ένας πνευματικός έξανδραποδισμός τών νέων μας, μιά μ~οδευμένη άπό ξένα κέντρα άποφάσεων ffiνική άπα
νεύρωση. Σέ λίγο καιρό οί νέες γενιές {}ά νοιώ{}ουν ξένες καί
άλλοτριωμένες άπό τά ίδανικά πού πυρπολούσαν μέχρι τώρα τούς 'Έλληνες καί έξασφάλιζαν τήν έ{}νική τους έπιβίωση. 'Ελπίζουμε ότι ~ά συνέλttουν γρήγορα ή πολιτική ήγεσία καί οί πολυπραγμονούντες λόγιοι, καί δέν t)ά χρειασf)fj αύτοί μέν
άκινδύνως νά πάρουν τό δρόμο πρός τή Δύση, δπως εκαναν
καί τότε πρίν καί μετά τήν δλωση, νά πληρώσουν δέ τά λά{}η ό
λαός καί ή έκκλησιαστική ήγεσία, ή όποία πάντοτε μένει κοντά
στο ποιμνιο της και πρωτη γευεται τα μαρτυρια και το σταυρο.
,
ι, ι,
'
'
,
,,
ι
7.
Οί άποτυχίες προηγουμένων κινημάτων
φρόνηση.
έπιβάλλουv
'Έχοντας λοιπόν τήν εύttύνη γιά τή ζωή καί τήν ϋπαρξη τού
Γένους
ό
πατριάρχης
Γρηγόριος
άντιμετώπισε μέ σπάνια
σύνεση καί παραδειγματικό ήρω"ίσμό τό ξέσπασμα τής έπανα στάσεως κατ' άρχήν μέν στήν Μολδοβλαχία μέ ήγέτη τόν
'Αλέξανδρο 'Υψηλάντη, κατόπιν δέ στήν ίδιαίτερη πατρίδα
του, τήν Πελοπόννησο, όπου μάλιστα ό Παλαιών Πατρών
Γερμανός, πού εύλόγησε τούς όπλαρχηγούς καί τό λάβαρο τού
διά τού dίματος αύτών έξηγίασαν βίον έ~νικόν καί άμώμητον. ··ισως καί μεταξύ αύτών εύρέ'6ησάν τινες tχοντες έλλείψεις (καί τίς dνt}ρωπος ό μή έχων
τοιαύτας!) άλλ' αί έλλείψεις αύται έξαφανίζονται έν τfι πλη6ύϊ τών άρετών, ούδέ δύναται νά μή συνομολογήσπ τις δτι μέρος τής έ'6νικής της ύπάρξεως όφείλει ή ·Ελλάς είς τούς λεγομένους Φαναριώtας».
21
άγώνος στήν 'Α γ ία Λαύρα, ήταν ίδικός του προστατευόμενος
καί συγγενής. 'Όπως ήταν φυσικό οί Τούρκοι άνησύχησαν μέ
τίς έπαναστατικές αύτές κινήσεις. Πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί ή παρουσία τού 'Υψηλάντη έρμηνευόταν ώς προστασία καί ύποκίνηση τού κινήματος άπό τή Ρωσία. Διεδόfiη δτι
πρόκειται γιά έπέτρεπε aτόν γενικό ξεσηκωμό τών Ρωμηών στόν όποίο νά διατάξει γενική σφαγή τών μετείχε έπίσημα καί ή ήγεσία, ό πατριάρχης, πράγμα πού σουλτάνο Χριστιανών. 'Ο πατριάρχης άναμέτρησε τίς εύWνες του γιά
τόν aοπλο πληftυσμό, πού fiά άφηνόταν άνυπεράσπιστος στήν έκδικητική μανία τού δχλου καί τών ·Γενιτσάρων. Είχαν
καταγραφή αλλωστε στήν έ{)νική μνήμη οί φοβερές σφαγές
πού άκολού{)ησαν μετά άπό άποτυχόντα προηγούμενα κινή
ματα, τού Διονυσίου τού Φιλοσόφου π.χ. στή Θεσσαλία, καί πιό
πρόσφατα στά
· Ορλωφικά
στήν Πελοπόννησο. Στό πρώτο
μάλιστα ό λαός μέ δημοτικό τραγούδι έπέρριψε, κατά κάποιο τρόπο, τήν εύfiύνη γιά τόν άκαιρο ξεσηκωμό στό δεσπότη, aτόν μητροπολίτη Λαρίσης Διονύσιο Φιλόσοφο η Σκυλόσοφο,
πού τόλμησε στίς άρχές τού 17ου αίώνος νά ξεσηκώση τούς σκλάβους στή Θεσσαλία καί στήν 'Ήπειρο:
Λ εαπότη μου τί αήκωαες τόν κόσμο ατό σεφέρι καί ρήμαξαν τά Γιάνενα καί ρήμαξεν ό τόπος,
μείναν τά σπίτια άδειανά, γέμισαν τά χαντάκια
κι· ό Τούρκος δέν άπόαωαε νά κόfJη καί νά καίη; 'Εδώ άρπάζουν κόρακες κι' έκεί οί Γιαουντήδες. Λέν έχ
Κι
·
ή μάννα πιά παιδιά καί τά παιδιά γονέους.
'
έαένα τό τομάρι αου τό στείλανε στήν Π όλη,
νά τρών' οί κόττες πίπουρα νά νταfJουλάν οί γύφτοι,
γιά νά ξυπνriη ή Τουρκιά νά κάνη ραμαζάνι.
22
8.
Δέν μοιάtει μέ τή fαλλιχή ή ·Ελληνική 'Επανάσταση
Δέν ήταν ή πρώτη φορά τό
1821
πού ξεσηκωνόταν τό
σκλαβωμένο Γένος, άλλά μία άπό τίς πολλές. 'Αποδεικνύει καί
αύτό έναντίον τών άπόψεων τών σημερινών διαστροφέων τής
ίστορίας μας ότι οι
'Έλληνες
δέν περίμεναν τή Γαλλική άποκορύφωμα σέ σειeά
μέ κοινωνικές
'Επανάσταση, γιά νά διδαχi)ούν καί νά έμπνευσitούν άπό τίς άρχές της. 'Η έπανάσταση τού
στασηs.
1821,
παρομοίων έξεγέρσεων, δέν έχει σχέση με τή Γαλλική 'Επανά
' Εκεί έπρόκειτο περί έμφυλίου πολέμου
καί πολιτικές διεκδικήσεις, ένώ έδώ περί κοινού έδνικού άγώνος τών άρχόντων, τού κλήρου καί τού λαού έναντίον ξένου καί άλλοitρήσκου κατακτητού. ·Η Γαλλική 'Επανάσταση
έμπνευσμένη άπό τίς άρχές τού άitεϊστικού Διαφωτισμού ήταν
άντιχριστιανική καί φανατικά άντικληρική. ·Εκατοντάδες κλη ρικών καί μοναχών πέρασαν άπό τήν γκιλοτίνα μt τήν
κατηγορία ότι ήσαν δήitεν μοναρχικοί, βασιλικοίs. 'Αντίf)ετα ή
4.
Δημοσιεύ'6ηκε πρόσφατα στόν τύπο δτι ό πάπας Παύλος. ό στ'
άποκατέστησε έπί τέλους στή συνείδηση τών Ρωμαιοκαf)ολικών τά &ύματα τής
Γαλλικfjς ·Επαναστάσεως, άνακηρύσσοντας σέ όσίους καί μάρτυρες πολλούς
κληρικούς καί μοναχούς πού σφαyιάσt)ηκαν άπό τούς έπαναστάτες.
5.
Είναι κατηγορηματικός γιά τό t)έμα αύτό ό γέρος τού Μωρηά στό λόγο
του πρός τούς φοιτητάς πάνω στήν Πνύκα καί είναι άπορίας αξιο πώς
ξεπερνούν τή γνώμη τουt δσοι t)έ'λουν τήν ' Ελληνική ' Επανάσταση έπηρεασμέ
νη άπό τή Γαλλική. ταξικό καί κοινωνικό κίνημα τών πτωχών έναντίον τών
κοτζαμπάσηδων καί τών δεσποτάδων. Λέγει ό Κολοκοτρώνης-
« 'Η έπαvάσrα
σις ή lδική μας δέν όμοιάζει μέ καμμι.άν άπ · δ σας Ύίvοvται τήv σήμερον είς
τήν Εύρώπηv. Τής Εύρώπης αί έπαvαστάσεις έvιiντίοv τών διοικήσεών τωv
είναι tμφVλιός πόλεμος. ·Ο έδικός μας πόλεμος ήταν ό πλέον δίκαιος ήταν έ/Jνος μt dλλο l/Jvoς, ήταν μέ ενα λαόν δπου ποτέ δtν ή/Jtλησε νά
dvayvωρισ/Jή ώς τοιούτος ούτε vά όρκισ/Jή παρά μόνο δ,τι έκανε ή 8ία. Ούτε ό σουλτάνος ή/Jtλησε ποτέ νά /Jεωρήση τόν έλληνικόν λαόν, άλλ · ώς
οκλά8οvς... 'Όταν άποφασίσαμε νά κάμω με τήv tπανάσταση δtν tσυλο
Ύtσ/Jήκαμε ούτε πόσοι ε'ίμ.ε/Jα ούτε πώς δέν έχομε άρματα ούτε δτι
ol
Τσύρκοι t8αοτσύοαν τά κάσrρα καί τάς πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος
μάς είπε 'πού πάτε tδώ νά πολεμήσετε μt σιταροκάρα8α 8ατσtλα' άλλ · ώς μία 8ροχή έπεοε εlς δλους ή tπι/Jυμία τής tλεv/Jερίας μας, καί δλοι, καί ό κλήρος μας καί οί προεστοί καί οί καπετανtοι καί οί πεπαιδευμένοι καί ol
23
·Ελληνική 'Επανάσταση, δ πως τό βεβαιώνουν στίς άπλο'ίκές , , ,
τους γραφες οι πρωταγωνισται του
.
_,_
αγωνος,
οι
.
στρατηγοι
Κολοκοτρώνης
καί Μακρυγιάννης,
άλλά καί τά πολεμικά
συν6ήματα, είχε σάν κίνητρο πρώτα τή δρησκευτική έλευδε ρία, τή δρησκεία, καί κατόπιν τήν έδνική άπελευδέρωση, τήν
πατρίδα:
«Γιά τού
Χριστού
τήν πίστη
τήν άγία, 'γιά τής
πατρίδος τήν έλευ.δερία». Στίς τάξεις τών πρωτεργατών στά διάφορα κινήματα τά πιό έπίλεκτα στελέχη οί κληρικοί, δπως ό
Διονύσιος Φιλόσοφος, καί στή συνέχεια ό παπα-Βλαχάβας, ό
tμποροι, μικροί καί μεyάλοι, ολοι έουμφωνήσαμε εlς αύτό τό σκοπό καί
έκάμαμε τήν έπανάσrασι». Καί ό στρατηγός Μακρυγιάννης διηγείται άπλοϊκά γιατί άποφάσι.σε νά άναμειχ6ή στόν άγώνα μέ τή μύησή του στή Φιλική
·Εταιρία. ~Οχι βέβαια για νά κάνη κοινωνικό καί ταξικό άγώνα. ·Αλλ' άς άκούσουμε τόνuι.διο,.νά διηγείται πώς τόν tμύησε στήν 'Εταιρεία ό φίλος του
ιερεύς- «ΚατεΒάζει τίς είκόνες καί μ' όρκίζει καί άρχινάyει νά μέ Βάλη είς
τό μυ_στήριον... Πήyα στοχάστηκα καί τdΒαλα δλα όμπρός καί σκοτωμόν καί κιντtίνους καί άyώνες -8ά τά πάlJr» διά τήν λεvτερίαν τής πατρίδος μου
καί τής 8ρησκείας μου. Πήyα καί τού είπα· 'Είμαι dξιος'. Τού φίλησα τό χέρι, όρκlστηκα... Καί ή εύχή τού παπά τού εύλοyημtνου καί τής πατρίδος μου καί 8ρησκείας μου, ώς τήν σήμερον δέν μ' dφησε ό Θεός νά
ντροπιαστώ. ΤράΒηξα δεινά, πληyές καί κινrονους, δμως είμαι καλά σάν
8έλει ό Θεός... ». Καί μετά άπό αύτό είναι άπορίας άλλά καί δακρύων άξιον
πώς βρίσκονται tκπαιδευτικοί, οί όποϊοι στό tπίσημο δελτίο τής ΟΛΜΕ
(Μάρτης
1983)
σέ κύριο άρ{)ρο μέ τίτλο
«25
Μαρτίου
1821:
Wνική λαϊκή
tξέγερση» διαστρέφουν τό νόημα τής tπαvαστάσεως λέγοντας δτι <<τό αίτημα
yιά έδνική άνεξαρτησία καί όλοκλήρωση συνδυαζόταν στενά μέ τό αίτημα
yιά κοινωνική δικαιοσύνη καί άποκατάσrαση τών πλατιών λαίΚών μαζών, μέ πρωτοπορία τήν έξεyερμένη άyροτιά, ποtί κtίριος στόχος της ήταν ή
άναδιανομή τής yής, τούς Βιοτέχνες καίτούς μικρεμπόρους. 'Εμπόδιο στά
α(τήματα αύτά ήταν όχι μόνο ή Τουρκική κυριαρχία, άλλά καί τά ντόπια φεουδαρχικά δεσμά τών κοτζαμπάσηδων, πού άντισrρατεύονται όποιαδή ποτε κοινωνική έξέλιξη πού lJά tlJεrε σέ κίνδυνο τά προνόμιά τους.
Ol
κοτσαμπάσηδες
καί ό
άνώτερος κλήρος στήν πλειοψηφία τους εlτε
σύρlJηκαν στήν έπανάσrαση, yιατί δέν μπορούσαν νά κάνουν διαφορετικά μπροστά ατό yενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν ύσrερόΒουλα άποΒλέ
ποντας σέ μιά νέα μορφή κυριαρχίας πάνω aτόν έπαναστατημένο λαό».
Πώς 6ά άναλύσουν στά παιδιά τά κείμενα τού
Κολοκοτρώνη καί τού
Μακρυγιάννη καί δλες τίς tπίσημες διακηρύξεις τού άγώνος; "Ας παρουσιά σουν ~να κείμενο πού νά λέγη γιά tμφύλιο πόλεμο, γιά ταξικό άγώνα, γιά πάλη τών τάξεων, γιά άντικληρικό πνεύμα.
24
Παπαφλέσσας, ό 'Αftανάσιος Διάκος, ό καλόγερος Σαμουήλ
στό Κούγκι, ό ήγούμενος μέ τούς καλογήρου ς στό 'Αρκάδι τής
Κρήτης άργότερα 6 • "Αφηναν συχνά τό άγιοriότηρο, γιά νά πιάσουν τό καριοφίλι πού είναι άγιασμένο στή συνείδηση τού·
λαού. Είναι χαρακτηριστικό έπί τού προκειμένου αύτό πού
διασώζει ό ποιητής 'Ι. Πολέμης σάν άπάντηση κάποιας γιαγιάς
πρός τόν έγγονό της, πού άπορούσε γιατί τήν έβλεπε κάfiε βράδυ μετά τόν έσπερινό, μαζύ μέ τά είκονίσματα νά -6υμιατίζη
καί τό καριοφίλι. Δέν άμφιβάλουμε δτι ftά βρεftοϋν οί γνωστοί «Είρηνιστές», πού σίγουρα δέν έχουν μεγαλύτερη ώριμότητα
άπό τού μικρού έγγονού, νά κατακρίνουν τήν έκκλησία πού
συντηρούσε τήν έ'δνική συνείδηση καί έξαγίαζε τήν έξέγερση
έναντίον τών aλλοftρήσκων. 'Η άπάντηση τής ωριμης γερόντι
σας, εiναι άπάντηση τής γηραιάς έλληνικής ίστορίας στούς
άνώριμους μελετητάς της:
Τό καριοφίλι πού Βωρεϊς
ψηλά aτόν τοίχο νά ακουριάζη,
παιδάκι μου, μήν άπορεϊς,
άγιολι6άνι τού ταιριάζει·
γιατί χωρίς αύτό, χωρίςχωρίς τό φλογερό του στόμα
/Jάμαατε ακλά6οι ακλά6οι άκόμα.
6.
'Από τό μοναστήρι, άπό τόν ήγούμενο μα6αίνει ό λαός τό μυστικό τού
ξεσηκωμού, δπως τραγουδά ό 'ίδιος σέ δημοτικό τραγούδι. Στόχος δέν είναι νά
διώξουν τούς Κοτζαμπάσηδες καί τσύς δεσποτάδες, άλλά τόν άλλό6ρησκο καί
άλλοε6νή κατακτητή: Κρυφά τ6 λένε τά πουλιά, κρυφά τ6 λέν τ· άηδόνια
κρυφά τ6 λέει ό Γούμενος άπό τήν 'Άγια Λαύρα. Παιδιά yιά μεταλά6ετε, yιά ξεμολογηθήτε,
· ό περσινός καιρός κι ό φετειv6ς χειμώνας, μάς ήρlJ · ή aνοιξη πικρή, τό καλοκαίρι μαύρο,
γιατί σηκώlJη πόλεμος καί πολεμούν τοιίς Τούρκους.
δέν είν
Ν ά διώξουμ' ολη τήν Τουρκιά iί νά χαθούμε ούλοι.
25
9.
'Απειλείται γενική σφαγή, ίερός πόλεμος. 'Ο πατριάρ χης άρνείται νά φύγη.
"Ας έπανέλδουμε
δτι
δμως aτόν
ό
έttνομάρτυρα πατριάρχη.
εδωσε έντολή είς τόν
Πληροφορήttηκε
σουλτάνος
σε"ίχούλ-ίσλάμην, τόν Τούρκο δηλαδή πρωttιερέα, νά έκδώση
φετφά, τό σχετικό δηλαδή εγγραφο, μέ τό όποίο ttά έκηρύσσε το ίερός πόλεμος έναντίον τών ·Ελλήνων, τών ραγιάδων πού τόλμησαν νά σηκώσουν κεφάλι.
'Η
σφαγή κρεμόταν πάνω άπό
τά κεφάλια τού άμάχου πληttυσμού. Θά ή'μπορούσε κάλλισταό
πατριάρχης νά φύγη καί νά σωttή, όπως τού συνιστούσαν
πολλοί άπό τούς aρχοντας καί οί ξένες πρεσβείες, πού πάντοτε
είναι καλά ένημερωμένες. 'Η άπάντησή του είναι τό άντάξιο,
τό κατάλληλο προοίμιο, στίς Ενδοξες σελίδες ίστορίας πού σέ
λίγο {}ά γραφόταν μέ τό μαρτυρικό του ttάνατο:
Μή μέ προτρέπετε είς φυγήν· μάχαιρα lJά διέλlJn
τάς ρύμας τής Κωνσταντινουπόλεως καί τών λοιπών
πόλεων τών χριστιανικών έπαρχιών.
'Υμείς έπιlJυ
μείτε, έγώ μετημφιεσμένος νά καταφύγω είς πλοίον,
. ήτοι κλεισlJείς έν οίκίςr οίουδήποτε εύεργετικού ήμίν · πρέσ8εως νά άκούω, πώς είς τάς όδούς οί δήμιοι
κατακρεουργούν τόν χηρεύσαντα λαόν! Ούχί. 'Εγώ
διά τούτο είμαι πατριάρχης, όπως σώσω τό llJνoς
μου, οvχί δέ δπως δι. έμού άπολεσlJfj διά τών χειρών
τών Γενιτσάρων.
Ό lJάνατός μου ίσως έπιφέρει
μεγαλυτέραν ώφέλειαν άπό τήν ζωήν μου. Οί ξένοι Χριστιανοί ήγεμόνες, έκπλαγέντες έκ τής dδικίας
τού lJαvάτου μου, δέν lJά lJεωρήσωσιν dδιαφόρως,
πώς ή πίστις αύτών έξυ8ρίσlJη έv τφ προσώπφ μου.
Οί δέ 'Έλληνες, οί άνδρες τής μάχης lJά μάχωνται
μετά μεγαλυτέρας μανίας, δπερ συχνάκις δωρείται τήν νίκην· είς τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε
μεlJ
· ύπομονής
είς
6, τι
καί άν μοί συμ8ή. Σήμερον (ι
Κυριακήν τών Βαtων) lJά φάγωμεν ίχlJύας, dλλά μετά
τινας ήμέρας, καί ϊσως κατά ταύτην τήν έ8δομάδα,
26
ίχ8ύες 8ά μάς φάyωαι ... Ναί, άς μή yίvω χλ.εύααμα
τών ζώντων. Δέν Βά dνεχΒώ ώστε είς τάς όδούς τής Όδησσοϋ, τής Κερκύρας καί τής Άyκώνος, διερχό μενον έν μέσφ τών dyvιών, vά μέ δακτvλοδεικτούαι
λέyοντες Ίδού έρχεται ό φονεύς πατριάρχης. 'Άν δέ τό έδνος μου σωlJfj καί 8ριαμ8εύσrι, τότε πέποι8α, 8ά μοί dποδώσrι 8vμίαμα έπαίνοv καί τιμών, διότι έ
ξεπλήρωσα τό χρέος μου.
Δέν έφυγε λοιπόν ό ήρωϊκός πατριάρχης καί άρνήf)ηκε τήν
προφορά τών ξένων νά τόν φυγαδεύσουν η νά τόν κρύψουν. 'Έμεινε όρiΜς νά άντιμετωπίση παλληκαρίσια τήν κατάσταση· νά δώση, ώς καλός ποιμήν, τήν ζωήν του ύπέρ τού ποιμνίου, νά προστατεύση τόν λαό άπό τή σφαγή. 'Επισκέπτεται τόν σεϊχούλ-ίσλάμην καί τού ύπενΟυμίζει μέ παρρησία τά προνόμια
πού παρεχώρησε ό πορ~ητής. ·Εκείνος ζητά κάποια έπίσημη
διαβεβαίωση περί τού δτι δέν συμμετέχει όλο τό έ~νος είς τό
κίνημα. Ό Τούρκος πρω6ιερεύς, δίκαιος καί φιλάν6ρωπος,
παίζει ό 'ίδιος μέ τή ζωή του, ψάχνοντας νά βρή τρόπο νά
βοη6ήση τούς Χριστιανούς καί νά μήν έκδώση τά έγγραφα πού
6ά κήρυσσαν ίερό πόλεμο. Συσκέπτεται ό πατριάρχης μέ τούς
προκρίτους καί τούς άρχιερείς καί δέν δυσκολεύεται νά
άποφασίση· έκδίδει τόν γνωστό άφορισμό τής έπαναστάσεως, βέβαιος ών δτι αύτό δέν 6α είχε καμμία έπίπτωση στόν άγώνα, διότι 6ά καταλάβαιναν οί ήγέται τής έπαναστάσεως δτι ό
άφορισμός είναι είκονικός, δτι εγινε μετά άπό πίεση καί βία,
μόνο καί μόνο γιά νά άποφευχ'δή ή γενική σφαγή.
10.
·Ο άφοοισμός τής ·Επαναστάσεως ήταν εικονικός. ·Η άοση τού άφοοισμού.
Αύτός λοιπόν ό είκονικός τής έπαναστάσεως άφορισμός
είναι τό μεγάλο έπιχείQημα τών σημερινών στρατευμένων
πολεμίων τής ·Εκκλησίας καί τού Γρηγορίου. 'Όλοι έκατάλα
βαν δτι επρόκειτο περί διπλωματικού φαναριωτικού έλιγμοϋ·
27
δτι ό πατριάρχης άλλα έπίστευε καί άλλα ~γραφε. "Ολοι έκατάλαβαν καί καταλαβαίνουν, έκτός έκείνων πού οί δογμα τικές άντιεκκλησιαστικές -δέσεις τής ίδεολογίας των τούς
έμποδίζουν νά σκέφτωνται έλεύ-δερα. 'Εκατάλαβε άμέσως ό 'Αλέξανδρος 'Υψηλάντης καί δέν ~λαβε κα{)όλου ύπ' δψιντόν
άφορισμό, δπως φαίνεται άπό δσα ~γραφε στίς
19 ' Ιανουαρίου
πρός τόν Κολοκοτρώνη καί πρός τούς Σουλιώτες. ·Ο μέν πατριάρχης 6ιαζόμενος παρά τής Πόρτας
σάς στέλλει άφοριστικά καί έξάρχοvς παρακινώντας
αας νά έvωθήτε μέ τήν Πόρτα, έαείς όμως νά τά
θεωρijτε ταύτα ώς άκυρα, καθότι γίνονται μέ Βίαν
καί δυναστείαν καί άνευ θελήσεως τού πατριάρχου.
Καί δέν ήταν κα{)όλου δύσκολο νά καταλάβη όχι μόνον ό
'Υψηλάντης, ό ~μπειρος διπλωμάτης, άλλά καί ό όποιοσδήπο
τε, ό πλέον άγράμματος, διότι ήδη είχε περάσει ατή λαϊκή
σοφία ή τακτική αύτή τών κληρικών δπως φαίνεται άπό τήν
παροιμία:
Πίσκοπος κρεμάμενος, έγραφε κι άπόγραφε
'Υπάρχουν άλλωστε καί άλλα στοιχεία πού άποδεικνύουν
τόν είκονικό χαρακτήρα τού άφορισμού, μπροστά στά όποία
κλείνουν τά μάτια, σάν τή στρου-6οκάμηλο, οί μαρξισταί
ίστορικοί Κορδάτος, Σκαρίμπας, Καρανικόλας. Σέ άρ-6ρο πού
δημοσίευσε ό άείμνηστος κα-6ητητής τής Νομικής Σχολής τού Πανεπιστημ(ου Θεσσαλονίκης Περικλής Βιζουκίδης μέ f)έμα
«·Η 'Εκκλησία καί ό ίερός άγών» άποκαλύπτει δτι ύπέγραφαν μέν ό πατριάρχης καί οί συνοδικοί τό άφοριστικό !γγραφο:
«διότι
εύρίσκοντο
πρό
τού
φοΒερού
διλήμματος
ή νά
άποδοκιμάσωσι καί άφορίσωσι έργον άγιον καί ίερόν είς ό
καί αύτοί ήσαν μεμvημένοι καί συνεργάται ή νά άπολέαωσι
δχι έαvτούς, άπαγε, περί αύτών ούδείς λόγος, ως τό
άπέδειξαν όλίγον 6ραδύτερον, άλλά τό ταλαίπωρον έ/Jνος,
tναντίον τού όποίοv lJά έστρέφετο, ώς ήπείλει, ή aοvλτανι-
28
κή 6ργή καί λύσσα». Στή συνέχεια δέ κατά τόν καδηγητή Βιζουκίδη, τήν 'ίδια νύκτα μετά τήν ύπογραφή τού άφορισμού, ό πατριάρχης μαζύ μέ τούς δώδεκα συνοδικούς άρχιερείς
κατέβηκαν στόν πατριαρχικό ναό καί σέ είδική μυστική τελετiι,
έν μέσφ λυγμών καί δακρύων έλυσαν καί άκύρωσαν τόν
άφορισμό «έπευλοyούντες νοερώς τά δπλα τών ύπέρ πίστε
ως καί Πατρίδος άyωνιζομένων άδελφών» 7 •
'Υπάρχει έπίσης έπιστολή τού ίδίου τού πατριάρχου
Γρηγορίου πρός τό δραστήριο μέλος τής φιλικής ·Εταιρείας,
τόν έπίσκοπο Σαλώνων 'Ησαία, στήν όποία τού συνιστά νά τηρή άπέναντι τού τυράννου τήν διπλωματική αύτή τακτική.
Τό
κείμενο τής
έπιστολής,
δπου
φαίνεται
έπίσης
δτι
ό
πατριάρχης
έτέλει έν γνώσει τών
προετοιμασιών
διά τήν
έξέγερση έχει ώς έξής:
Άμφοτέρας τάς τιμίας έπιστολάς, διά τού άγα8ού πατριώ
του Φούvτα Γαλαξειδιώτου, άσφαλώς έδεξάμην καί τούς έν
αύταίς τιμίους σου λόγους έyνων. Έχεμυ8ίας, άδελφέ, μεγίστη χρεία καί προφύλαξις περί πάν διάΒημα· οί γάρ
χρόνοι πονηροί είσι καί έν τοϊς φιλοπατριώταις έστι καί μοχlJηρών ζύμη, άφ' ής ώς άπό ψωραλέου προΒάτου
φυλάττεσlJε. Κακόν γάρ πολλοί μηχανώνται διά τό τής φιλοπλουτίας έγκλημα. Δ ιό τήν άγα8ήν έξελέξω μερίδα
κοινολογών μοι, έμπιστευμένοις πατριώταις, τά έχεμvlJίας
δεόμενα. Οί Γαλαξειδιώται, οϋς έπιατέλλεις μοι συνεχώς, πεφροντισμένως ένερyούσι, καί άφ
·
ών έyνων άδύνατον
dvτί παντός τιμίου ούδ' έλάχιστον λόγον έρκος όδόντων
φυγείν· ού μόνον τά σά, άλλά καί τά τών έν Μωρέ α άδελφών
γράμματα κομίζουσί μοι. Ή τού Παπανδρέα πράξις πατριω τική μέν τοίς γινώσκουσι τά μύχια, κατακρίνουσι δέ οί μή είδότες τόν άνδρα. Κρύφα ύπερασπίζου αύτόν έν φανερφ
δέ άyνοιαν ύποκρίνου, έστι δέ δτε καί έπίκρινε τοίς 8εοσε-
6έσιν άδελφοίς καί άλλοφύλοις. Ίδία πράϋνον τόν Βεζύρην
σία
7. Περικλή Βιζοvκίδη, καlJηyητοϋ Παν/μίου Θεσlνίκης. Ή 'Εκκλη καί ό ίερός άyών, tν Γρηγόριος Παλαμάς 21 (1937) 141-143.
29
λόyοις καί ύποαχέσεσιν άλλά μή παραδο8ήτω είς λέοντος
στόμα. 'Άαπααον σύν ταίς έμαίς · εύχαϊς τούς dνδρείους
άδελφούς, προτρέπων είς κρυψίνοιαν διά τόν φόΒον τών
Ίου δα ίων.
τού Κυρίου
Ά νδρω8ήτωσαν ώσπερ λέοντες καί ή εvλοyία
κρατυνεί αύτούς έyyύς δέ έστι τού Σωτήρος τό
Π άαχα. Αί εύχαί τής έμής μετριότητας έπί τής κεφαλής σου άδελφέ μου Ήσαία. Γεώρyει dκαμάτως καί όλΒια yεώρyια
δώσει σοι ό Πανύψιστος.
Καλύτερα δμως άπό κά-δε άλλον τόν είκονικό και παρα
πλανητικό χαρακτήρα τού άφοριστικού έγγράφου άντελήφ-δη
ή ·Υψηλή Πύλη, ή όποία έκτός τού ότι έξώρισε καί τελικώς
έφόνευσε τόν άτυχη πρωftιερέα τών Τούρκων, διότι έπίστευσε τούς άπίστους ραγιάδες, ώδήγησε τελικώς μετά άπό πολλά
μαρτύρια πολλούς άρχιερεϊς στόν -δάνατο, κορυφαίο δέ καί πρώτο μεταξύ αύτών τόν πατριάρχη Γρηγόριο, άμέσως μετά τή
λειτουργία τού Πάσχα, στί.ς
10
'Απριλίου του
1821.
Άπηγχονί
σδη ατή μεσαία πύλη τής είσόδου τού Πατριαρχείου. 'Επάνω ατό στη-δος «ήν ή αίτία αύτού γεγραμμένψ>, κρεμάσ-δηκε τό
έκτ~νές καταδικαστικό έγγραφο, ό γιαφτάς, πού καί μόνο
άρκεί
νά συντρίψη
σέ χίλια κομμάτια τί.ς γραφίδες
τών
στρατευμένων διαστροφέων τής ίστορίας μας. Μεταξύ άλλων
έγραφε καί τά έξής:
Ό άπιστος πατριάρχης τών 'Ελλήνων dδύνατον νά
8εωρη8ή άλλότριος τών στάσεων τού έ8νους του ...
Άλλ' έξ αίτίας τής διαφ8οράς τής καρδίας του όχι
μόνο δέν είδοποίησεν, ούδ' έπαίδευαε τούς dπατη-
8έvτας, άλλά κα8' δλα τά φαινόμενα ήτο καί ό ίδιος
αύτός, ώς dρχηyός, μυστικός συμμέτοχος τής έπα
ναατάαεως. ΕϊμεlJα πληροφορημένοι δτι έγεννή8η ό
ϊδιος έν Π ελοποννήσφ καί δτι είναι συνένοχος δλων τών άταξιών, όσας οί άποπλανη8έν:rες ραγιάδες έπραξαν κατά τήν έπαρχίαν τών ΚαλαΒρύτων. Ού
τος λοιπόν είναι αϊτιος τού παντελούς άφανισμού
τόν όποϊον μέλλουν διά τής 8είας 8οη8είας νά
πάlJωσιν οί άποπλαvηlJέντες ραyιάδες.
'Επειδή δέ
30
έ8ε6αιώlJημεν πανταχόδεv περί τής προδοσίας του
όχι μόνον είς 8λά6ην τής 'Υψηλής Πύλης, άλλά καί είς όλεlJρον τού ίδίου έlJνους του, άνάyκη ήτο νά λείψη ό άνlJρωπος ούτος άπό τού προσώπου τής yής καί διά τούτο έκρεμάσδη πρός σωφρονισμόν τών
άλλων.
11.
·Ο άπαnοvισμός τού Πατριάρχου έπιδρά εύvοϊκά στόν άyώνα.
·Η σύγχυση καί τό μίσος τού σουλτάνου τόν ώδή-γησαν στήν
πράξη τού άπαγχονισμού τού πατριάρχου, πού έφερε εύνοϊκά
γιά τόν άγώνα άποτελέσματα, δπως άλλωστε είχε προβλέψει προφητικά ό ήρωϊκός ειtνομάρτuς. ·Η έπίσημος Εύρώπη, πού έκυριαρχείτο άπό τόν μισελληνισμό τού Μέττερνιχ καί τής ·Ιεράς Συμμαχίας, άρχίζει γιά πρώτη φορά νά βλέπη μέ συμπάf)εια τό έλληνικό ζήτημα· ό φιλελληνισμός φουντώνει. Οί
'Έλληνες άντί νά καμφf)ούν καί νά σωφρονι.σt}ούν, ξεσηκώfiη
καν καί άγρίεψαν περισσότερο ζητώντας έκδίκηση, γιατί στό πρόσωπο τού πατριάρχου -6εώρησαν ότι άτιμάζεται καί περι
φρονείται τό Γένος. 'Όπως γράφει ό Τερτσέτης «είς τήν κόψιν
τού έλληνικού σπαf)ιού ήτο γραμμένον τό όνομα τού πατριάρ
χου καί ffiέριζε». Αύτό δέ τό πάf>ος τής ίεράς έκδικήσεως
άπέδωσε -6αυμάσια ό 'Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, όταν τό μπροστά στόν νεότευκτο άνδριάνtα τού Γρηγορίου,
1872,
στά
προπύλαια τού Πανεπιστημίου, στόν'ίδιο άνδριάντα τόν όποίον
σήμερα άσεβεϊς καί άγνώμονες ά~όγονοι,
κάτω άπό μία
παράξενη άνοχή, σπάζουν, μουντζουρώνουν καί ύβρίζουν, άπήγγειλε μέσα σέ νεκρική άπό τή συγκίνηση σιγή, παρουσία
τής κυβερνήσεως, τού κλήρου καί τού λαού, τό -6αυμάσιο, τό
άριστουργηματικό έκείνο ποίημαs:
8.
·ΟΛόκληρο τό ποίημα δημοσιεύεται έ:δώ στό άνf}ολόγιο τών κειμένων.
31
Πώς μάς lJωρείς άκίνητος, πού τρέχει ό λογισμός
σου
Τά φτερωτά σου δνειρα, γιατί ατό μέτωπό σου
νά μή φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές έλπίδες δσες μάς δίδει ή δψις σου παρηγοριές κι' έλπίδες;
Τώρα αέ Βλέπει γίγαντα, πατέρα, ή lJάλαααά σου.
Τό λείψανό σου τό φτωχό, τό ποδοπατημένο τ' άνάατησε ή άγάπη μας, κ
·
έδώ μαρμαρωμένο
lJά ατέκη όλόρlJο, άκλόνητο-καί αίώνια {)έ νά ζήση νάναι φοΒέρα άδιάκοπη α· άvατολή καί δύση.
Στό μοναδικό λοιπόν αύτό καί συγκλονιστικό ποιητικό
άριστούργημα, πού δείχνει περισσότερο άπό κά-6ε aλλο
στοιχείο τόν σεβασμό τού ~-6νους πρός τόν ήρω'ίκό πατριάρχη
καί κάνει ~σι νά φαίνεiαι πιό άπαίσια ή σημερινή άσέβεια τών
παρασυρμένων νέων μας, πού fφ-6ασαν μέχρι τού σημείου νά
σπάσουν άπό τόν άνδριάντα μέρος τής ράβδου, παρουσιάζει ό
ποιητής ενα κυνηγημένο πουλί, προφανώς τόν δικέφαλο άετό,
σάν ~κφραση τού Γένους, νά σκοτεινιάζη τόν ούρανό μέ τά
φτερά του,
Καί μέ φωνη πού ξέσχιζε σκληρά τά αωlJικά του έφώναξε καί έμούγκρισε. Χτυπάτε, Πολεμάρχοι,άπ'
άκρη α' άκρη ό χαλασμός. Κρεμούν τόv πατριάρχη.
'Η
'ίδια ίερή μανία νά έκδικη-6ή τό Γένος τόν aδικο καί
προσβλητικό -6άνατο τού πατριάρχου έκφράζεται καί άπό τόν
Wνικό μας ποιητή, τόν Διονύσιο Σολωμό, στόν έ-6νικό μας ύμνο, τόν όποίον τουλάχιστον ~πρεπε νά μή τολμούν νά
ψάλλουν οί ύβρισταί τής μνήμης του: 'Όλοι κλαύστε· άπο8αμένος
ό άρχηγός τής 'Εκκλησιάς, κλαύατε, κλαύστε· κρεμασμένος ώααν νάτανε φονιάς
32
'Έχει όλάνοικτο τό στόμα π' ώρες πρώτα είχε γεvδή
τ' 'Άγιον Αίμα, τ' 'Άγιον Σώμα
λές πώς δέ δά ξανα8γή
η καταρα που ειχε αφηαει
" , ,
τ
'
,
λίγο πρίν άδικηδή
είς όποίον δέν πολεμήσει
καί ήμπορεί νά πολεμή Τήv άκοvω, Βροντάει, δέv παύει
είς τό πέλαγος, είς τήv γή
την αιωνια αστραπη.
καί μ.ουγκρι'ζοντας άvά8ει , , ' ,
~
Καί δέν ηταν δυνατόν νά γίνη άλλωςt παρά νά άποδώσουν οί δύο έδνικοί μας ποιηταί τό έμπεδωμένο στή συνείδηση τού
λαού ύψηλό dίσδημα έκτιμήσεως τής trυσίας τού πατριάρχουt
τό όποίο περιέργως παρασιωπούν οί δήfiεν έν όνόματι τού
λαού άγωνιζόμ.ενοι, σέ άλλους δμως κυρίους δουλεύοντες
κονδυλοφόροι.
12.
Οί τιμές τής Ρωσίας καί τής ·Ελλάδος πρός τό λείψανο
του πατριαρχου.
-
,
Μετά τόν άπαγχονισμό έπί τρεΙς ήμέρες ~μεινε τό aγιο
σκήνωμα τού έδνομάρτυρος ατά χέρια τού άγρίου όχλου καί
τών 'Εβραίωνt μέχρις δτου στίς
13
·Απριλίου τό ~ρριξαν στή
t>άλασσα τού Κερατίου κόλπου. Τό Σάββατο τού Θωμάt
16
· Απριλίουt άνέλπιστα προσκολλήt>ηκε στό πλοίο τού
έκ Κεφαλ
ληνίας Νικ. Σκλάβου καί μέσα στή γενική τού πληρώματος συγκίνηση μεταφέρt>ηκε στήν 'Οδησσό. 'Από τή στιγμή έκείνη άρχίζει ή t>αυμαστή ίστορία τής άποδόσεως πρωτοφανών στό λείψανο τού πατριάρχου τιμών. 'Ο Γρηγόριος ξεφεύγει πλέον
άπό τά πλαίσια τών άνδρωπίνων νόμωνt τής άνδρωπίνης
33
έκτιμήσεως~ καί είσάγεται άπό τήν πρόνοια τού Θεού στά άγια
τών άγίων τού Γένους.' Αντί τών χλευασμών καί τής καταφρό νιας πού έδοκίμασε ζών, άπολαμβάνει τώρα νεκρός τίς τιμές
πού τού aξιζαν. Συνεγείρεται ή 'Οδησσός στό aκουσμα δτι
έρχεται τό λείψανο τού πατριάρχου. ·Η αυτοκρατορική
'Ορ-δόδοξος Ρωσία σέ συμφωνία μέ τό λα"ίκό άίσ-δημα όργάνω
σε τήν ύποδοχή καί έτίμησε τό λείψανο, δπως ταίριαζε στόν οίκουμενικό τής 'Ορ{)οδοξίας πατριάρχη. Στήν 'Οδησσό
έξεφώνησε
δύο -δαυμασίους
πρός τόν πατριάρχη λόγους,
έπικήδειο καί μετά ενα χρόνο επιμνημόσυνο, ό μεγάλος ρήτωρ
καί διδάσκαλος τού Γένους Κωνσταντίνος Οίκονόμος ό έξ
Οίκονόμων9. ·Ο πρώτος άρχίζει ώς έξής:
'Έμελλες άρα, Παναγιώτατε Πατριάρχα Γρηγόριε, dφ
'
ού μοί έδωκας πολλάς πολλών λόγων ύπο8έσεις
καί dφορμάς, έμελλες τέλος νά κινήσης τήν dσ8ενή
μου γλώσσαν καί είς τόν έπιτάφιον λόγον σου.
Πενήντα χρόνια άργότερα, τό έλεύ{)ερο πλέον έλληνικό
κράτος ένέκρινε μέ άπόφαση τής Βουλής dίτημα τού μητροπο
λίτου 'Α{}ηνών Θεοφίλου, τό
1871,
νά μεταφερ'δούν άπό τή
Ρωσία τά λείψανα τού πατριάρχου στήν έλεύ{)ερη πατρίδα,
διότι, δπως έγράφετο, «ή έ-δνική εύνωμοσύνη έπιβάλλει ήμίν
τό ίερόν
κα-δήκον νά
έκπληρώσωμεν i}δη τόν άγνόν καί
φυσικόν τούτον πό{)ον τής άγίας έκείνης ψυχής»ιο. Πολυμελής άντιπροσωπεία έπιβιβασ-δείσα στό πλοίο «Βυζάντιον» έφ-δασε στήν ·Οδησσό, δπου έπί τfι άναχωρήσει τού λειψάνου έπανε
λήφ{)ησαν οί λαμπρές τελετές, πού έλαβαν χώρα κατά τήν
aφιξή του. Στήν 'Αi>ήνα ήταν συγκινητική στό έπακρο καί πάνδημη ή ύποδοχή. Είχαν φ-δάσει στόν Πειραιά στίς 'Απριλίου τού
14
1871.
Οί βασιλείς, ή ίερά σύνοδος, ή κυβέρνηση,
καί πλή'δη παραληρούντος λαού άπέδωσαν τιμές καί ύποδέ'
9. Τά κείμενα δημοσιεύονται έδώ στό 10. Βλέπε τό κείμενο στό άν6ολόγιο.
άν6ολόγιο.
34
χ-δηκαν σέ έλεύ{)ερο εδαφος τόν πρωτομάρτυρα τής έλευ{)ε
ρίας, δπως προφητικά καί πάλι είχε προβλέψει. Τό λείψανο
τοποδετή-δηκε στόν μητροπολιτικό ναό 'Α-δηνών, δπου βρί
σκεται μέχρι σήμερα, τό έπόμενο δέ ετος έπανελήφ-δησαν οί
τιμητικές έκδηλώσεις, δταν εγινε ή άποκάλυψη τού άνδριά
ντος στά προπύλαια άπήγγειλε, τό τού Πανεπιστημίου του ποίημα 'Α-δηνών, ό όπότε συγκλονιστικό 'Αριστοτέλης
Βαλαωρίτης. 'Έτσι δπως παρατηρεί σtήν έξαίQετη γιά τόν
πατριάρχη μονογραφία του ό Τάκης Κάνδηλώρος: Τόν πατριάρχην έστέγασε νεκρόν ή άγάπη συμπά
σης τής Όρ/Jοδοξίας τοvς έμπτvσμοvς τού σεπτού
προσώπου του έκά/Jηρε τό αίμα τόσων χιλιάδων
Τούρκων, πεσόντων έv τφ έλληνικφ άγώνι. Ή
πανελλήνιος Μούσα τφ έψαλλε τόσα /Jούρια, μία
μεγάλη αύτοκρατορία τφ άπένειμεν ύπερόχους έπι
κηδείους τιμάς, τό δέ έλεvlJερον Έλληνικόν Κράτος
τόν ύπεδέχ/Jη καί τόν ένε/Jρόνισε έσαεί είς τό
άφlJιτον ΠάνlJεον τών έλληνικών καρδιώνΙ2.
'Επιστέγασμα δέ αύτής τής τιμής ήταν ή άπόφαση τής στίς
· Ι.
Συνόδου τής 'Εκκλησίας τής ·Ελλάδος, ή όποία συνελ-δούσα
8
'Απριλίου τού
1921
είς εκτακτον σuνεδρίαν άποφάσισε
τήν ένταξη τού Γρηγορίου είς τό άγιολόγιον τής 'Ορδοδόξου 'ΕκκλησίαςΙ2 μέ άφορμή τή συμπλήρωση έκατονταετίας άπό
τού μαρτυρικού του δανάτου, ένώ τό 'ίδιο ετος ό σοφός.
κα-δηγητής Χρ. 'Ανδρούτσος έξεφώνησε i>αυμάσιο πανηγυ ρικό πού τόν δημοσιεύομε στό β' μέρος τού παρόντος. ·Η
πράξη τής ίεράς συνόδου μεταξύ άλλων λέγει:
11. 12.
Τ. Κανδηλώρου, eνΟ' άνωτ., σελ.
247-248.
'Ολόκληρον τό κείμενον τής συναριfiμήσεως τού Γρηγορίου μετά τών
άγίων τής 'Ορ{)οδόξου σκευτική καί Ή8ική
πληροφορίες.
' Εκκλησίας,
στό β' μέρος, στό άν6ολόγιο κειμένων.
Πολύ συγκροτημένο είναι τό άγιολογικό aρ{)ρο τού Μπεκατώρου, στήν Θρη
'Εγκυκλοπαίδεια, δπου βρίσκει κανείς τίς σχετικές
35
Όρ~ώς έγνω συνευδοκούντος καί τού συμπαριστd μένου κατ' αύτήν πατριάρχου 'Αλεξανδρείας Φω τίου κα8ιερω8ήναι άπό τού νύν καί έπισήμως τ.ήν
έως τούδε αύ8ορμήτως άναφερομένην τιμήν τrjj
άοιδίμφ
Άρχιεπισκόπφ Κωνσταντινουπόλεως καί
Οίκουμενικψ Πατριάρχn Γρηγορίψ τφ δι' άγχόνης
ύπέρ Χριστού καί τού ποιμνίου μεμαρτvρηκότι τfj ι· 'Απριλίου τού σωτηρίου έiους αωκα' καί ουντετάχ8αι τού λοιπού τό ίερόν αύτού όνομα έν ταϊς
μνήμαις τών κηρύκων, εύαγγελιοτών, μαρτύρων, ό
μολογητών, έγκρατευτών, ίερομαρτύρων, ω άγίου
~ορταζομένου έν πάσι τοίς ίεροϊς ναοϊς τής άνά τήν 'Ελλάδα πάσαν 'Εκκλησίας αύτfj δέ τfj ήμέρ~ τού μαρτυρίου, τfj δεκάτn δήλον ότι 'Απριλίου παντός
έτους, είς αίώνα τόν άπαντα είς δόξαν τού άγιά σαvτος αύτόν ούρανίοv τής 'Εκκλησίας Νυμφίου, μεγάλου Θεού καί Σωτήρος ήμών 'Ιησού Χριστού.
'Επίλογος
Παναγιώτατε, οί 'ύβρισταί καί χ~υασταί τής ζωής καί τής
μνήμης τού άγίου πατριάρχοtί καί άλλων μορφών τής
· Εκκλη
σίας καί τού γένους δέν είναι πλέον έκ τών ξένων καί άλλοτρίων
άλλά ίδικοί μας, όμόφυλοι καί όμόitρησκο,ι.
·Η
εύWνη όλων
μας είναι τώρα μεγαλυτέρα. Είναι τόση ή: διάβρωση, 'ύπό τό
πρόσχημα μιάς προοδευτικής καί φωτισμένης καί άνεξάρτητης
δήitεν έπιστήμης, ωστε ένώ δέν είχε κοπάσει άκόμη ό άπόηχος
.άπό τίς
έκδηλώσεις γιά τά
150 χρόνια
άπό τήν έδνεγερσία, πού
όργανώt)ηκαν τό
1971,
βρέftηκε δυστυχώς καi}ηγητής Θεολο
γικής Σχολής, ό όποϊος συνέγραψε δυσφημιστικόν καί άσεβές έργο για τόν πατριάρχη Γρηγόριο Ε' η ... Ησαν σπάνιοι παλαιό-
12.
Πρόκειται περί τού fργου τού κα6ηγητού τού Θεολογικού Τμήματος
τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νικολάου Ζαχα ροπούλου, Γρηyόριος Ε Ό Σαφής tκφρααις τής έκκληαιαατικής πολιτικής
36
τερα οί ύβρισταί της 'Εκκλησίας καί τού κλήρου, τόσο δέ άποκομμένοι άπό τό κοινό dίσf)ημα, ωστε ούτε τό όνομά τους
τολμούσαν νά ttέσουν στίς άκριτες καί έμπα-δείς συγγραφές
τους. 'Η «'Ελληνική Νομαρχία», ενα έμπαttές καί άναξιόπιστο
κείμενο, προβάλλεται τελευταία φορτικά άπό τά μέσα ένημε ρώσεως, ένώ άγνοούνται δεκάδες συγγραφών καί άπομνημο
νευμάτων τών άγωνιστών τού
21.
'Ένας λόγιος παλαιότερα, ό
Ροίδης, έτόλμησε νά χλευάση τήν 'Εκκλησία, είσέπραξε δμως τήν γενική τού λαού καί τών λογίων κατακραυγή. Γιά τόν έμπο τισμένο άπό τό πνεύμα τής άρνήσεως λόγιο γράφει χαρακτηρι στικά ό Σπ. Μελάς στή Νεοελληνική του Λογοτεχνία (σ.
277):
«'Ένας λαός, πού μόλις έΒγαινε άπό μιά έπανάατα
ση, πού έπιχείρησε μέ /Jρησκεvτικό αίσ/Jημα καί τήν έκκληοία του έπί κεφαλής, σωστό ραχοκόκκαλο τού
έ/Jνικού σώματος, άπό κά/Jε άλλο είχε άνάyκη, παρά άπό τούς σαρκασμούς καί τίς είρωνείες τού Ροίδη
κατά τής /Jρηaκείας καί τής 'Εκκλησίας». Δέν πρέπει νά έπιτρέψουμε νά εύδοκιμήσουν ή ύβρις, ή
άγνωμοσύνη καί ή προδοσία.
προστατευ'fiή άπό
'Η δόξα τού έttνομάρτυρος
άρνητάς, γιατ( έτσι
Γρηγορίου, δόξα καί τιμή τού 'ίδιου τού έttνους, πρέπει νά
τούς λασπολόγους προστατεύεται καί ή ίστορία. Είναι καιρός νά άναστήσουμε τήν
ίστορική άλή-δεια, νά άποκαταστήσουμε, μαζύ μέ τούς ttραυ
σμένους άνδριάντας, τίς ίερές μνήμες τών μεγάλων μορφών τής Wνικής μας ίστορίας.
έπί Τοvρκοκρατ{rJς, Θεσσαλονίκη
1974.
Είς τό τέλος μεταξύ τών κειμένων
δημοσιεύομε συντριπτική κριτική τού γνωστού ίστορικού Τ. Γριτσοπούλου, γιά
τό άπσράδεκτο πράγματι αtιτό βιβλίο ένός κα6ηγητού Θεολογικής Σχολής,
πού τολμά νά έξευτελίζει έ{)νομάρτυρες καί άγίοuς tής ·Εκκλησίας. Δημοσιεύ
ονται έπίσης δσα είπεν ό γράφων (Θ. Ζήσης) στή συνεδρία τής Θεολογικής Σχολής κατά τή διαδικασία έκλογής καί δείγματα γραφής τού Ν. Ζαχαροπού λου. Βλ. Ανδολόγιο. Δημοσιεύονται έπίσης δσα είπε στή συνεδρία τής
Θεολογικής Σχολής κατά τή διαδικασία έκλογής τού Ν. Ζαχαροπούλου ώς
κα6ηγητού τής Θεολογικής Σχολής ό έκ τών εισηγητών σεβασμιώτατος
μητροπολίτης Τυρολόης καί Σερεντίου Παντελεήμων Ροδόπουλος.
ΜΕΡΟΣ Β'
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
1. ·Ο άφορισμός τής ·Επαναστάσεως καί η άρση του
'Εν τφ μεταξύ ό tρε{}ισμός τού Τουρκικού όχλου tπετείνε το. Τά τεμένη tπληρούντο πιστών δεομένων σωτηρίας έκ τής
κα-δολικής έπιβουλής τών ραγιάδων, πρός μείζονα δέ έξέγερσιν αiιτών έπλάσ{)η προκήρυξις τού Σου λτάνου άφορίζουσα τούς
άπει-δείς καί λέγουσα έν τέλει: «Μικροl μεγάλοι, γέροντες καl νέοι νά άρματω-δήτε καί προσέχετε νύχτα καί ήμέρα».
'Ήρχισε λοιπόν ό συρφετός νά όπλίζεται καί πυροβολft είς
τόν άέρα. Τρόμος κατέλαβε τόν Έλληνικόν κόσμον. Ληστείαι διεπράττοντο ματά των. κα-δ' όδόν κατά Χριστιανών. 'Ήρχισαν καί
tπι'ftέσεις κατά tμπορικών, έξ ού πολλοί ~κλεισαν τά καταστή·
'Αλλ' ή Πύλη διέταξε «Κριμινάλε», όποιος δέν άνοίγει τό κατάστημά του· διένεμε δέ συγχρόνως καί πυρίτιδα καί όπλα είς τόν όχλον πρός έκφόβισιν τών Χριστιανών. Τόσοι δέ ήσαν οί πυροβολισμοί ωστε αί καδίναι των χαρεμίων τών
άνακτόρων παρεπονέ-δησάν ότι δέν ήδύναντο τήν νύκτα νά κοιμη-δούν. Οί Τουρκόπαιδες έπυροβόλουν δοκιμάζοντες τά
όπλα των tπί άόπλων 'Ελλήνων κα{}' όδόν. 'Όλαι αί όδοί ήρημώt}ησαν. 'Έκαστος tνόμιζεν έαυτόν άγόμενον είς τήν
σφαγήν ή είς τήν άγχόνην. Πανταχού δέ δέν έφαίνοντο ή
λύπαι, άναστεναγμοί, δάκρυα ποταμηδόν καί τελεία άπελπισία.
"Οσοι είχον έταιρικά ~γγραφα ή βιβλία μέ μα-δηματικά σχήματα
τά έξη(ράνιζον καί έν γένει μέγας κατέλαβε πανικός τήν Κ/λιν,
έκ τής έγέρσεως τής όποίας ήλπιζεν ό ·Υψηλάντης τήν πλήρη άνάστασιν τού 'Ελληνισμού. Καί αtιτός ό χαιρετισμός μεταξύ
'Ελλήνων καί Τούρκων είχεν άπαγορευ-δft. 'Όντως δέ ό Μαχμούτ είχε κηρυχ-δft ύπέρ τών aκρων μέτρων κατά τών ·Ελλήνων ύπηκόων του.' Αλλ' fί-δελε πρώτον
νά διαγνώσn τούς άπειλουμένους έξωτερικούς κινδύνους. Ή
40
συμμετοχή τού Σούτσου ένέτεινε τάς ύπονοίας αύτού περί ένδεχομένης βοηfiείας τών Ρώσων, μάτην δέ κατ' έπανάληψιν
διεμα"ρτυρήδη έκ μέρους τής Κυβερνήσεώς του ό Στρογανώφ.
Είς πρόληψιν δέ πρός τφ Μολδοβλαχικφ καί Σερβικού
κινήματος, ή
πύλη έγνω νά φυλάξn
τούς έπτά Σέρβους
άντιπροσώπους, έν όις διέπρεπον ε.,.ις άρχιερεύς καί ό · Αβράμι
ος Πετρόνοβιτς πρώτος σύμβουλος τού Μιλόσχη.
Κατά τό έσπέρας λοιπόν τής β· Κυριακής τών νηστειών
(6
Μαρτίου) έκάλεσεν ό Ρείζ έφένδης τόν Γρηγόριον είς τήν
Πύλην, δστις μεταβάς εύρεν έν τφ προδρόμφ καί τόν δι
ερμηνέα Κ. Μουρούζην, άγνοούντα καί τούτον τό dίτιον τής
προσκλήσεως. "Οτε δέ είσήχttησαν, ό ύπουργός μετά φιλοφρο
σύνης άνεκοίνωσεν είς τόν Πατριάρχην δτι κατ' έΠιστολήν τού
Σουλτάνου άνατίttεται αύτφ ή αύστηρά έπιτήρησις τών έν
Γαλατ(Χ διαμενόντων Σέρβων. 'Επειδή δέ ό Γρηγόριος ίσχυρί
σ6η δτι ή φύλαξις ήτο δυσχερής λόγφ τής άποστάσεως καί διότι
ούτοι κατοικούντες είς οίκίαν άπόκεντρον ηύλίζοντο διά τε ξηράς καί -δαλάσσης, τήν έπομένην διετάχfiη ή μεταφορά των
έν τοίς Πατριαρχείοις εν6α καί διέμειναν μέχρι τού μαρτυρίου, κατόπιν δέ έκρατήi)ησαν ώς δμηροι έν Κ/λει μέχρι τού
δτε μετά τό Ρωσσικόν τελεσίγραφον άπελύttησαν. Εiιρών δ' 'ίσως έκ τής συρροής ταύτης άφορμήν ό
1826
Γρηγόριος έγραψεν είς τήν Πύλην δτι τά Πατριαρχεία δέν είνε
κατοικητήρια λα'ίκών άλλά κληρικών, οϋτω δέ άπεμάκρυνεν έκ
τών Πατριαρχείων τούς iιπό τήν φύλαξίν του όμήρους τής Μάνης, δηλ. τόν άδελφόν τού Πετρόμπεη
υ ίόν του Γεώργιον. 'Ο Μητροπολίτης
· Αντώνιον
καί τόν
'Εφέσου Διονύσιος
Καλλιάρχης, διότι έτυχε νά ήνε άδελφός πρώην ήγεμόνος
φυγάδος, συνελήφ{)η καί άπηγχονίσttη κατά τήν όδόν ίχttυο
πωλείου (Βαλούκ-παζάρ)~ άφού άταράχως ώμίλησε περί τής
άδίκου καταδίκης του. Εις 'Έλλην δακρύσας έπί τfi fiέg τού -δύματος συνελήφ{)η καί έξηφανίσ{)η. Συγχρόνως δέ διετάχttη ή σύλληψις τού πρώην ήγεμόνος
·Αλεξάνδρου Χατζερή άλλ' ούτος με{)' δλης τής οίκογενείας
του
έδραπέτευσεν έκ
τού
Μπαλτά Λιμάν.
Μετά
τούτον
έδραπέτευσε καί ό Γεώργιος Καρατζάς, υίός πρώην ήγεμόνος,
41
μετά τινων &λλων έν όις καί ό μεγαλέμπορος Γ. Χρηστόπουλος, έξ ού έκμανείς ό Σουλτάνος έκοινοποίησεν είς τά Πατριαρχεία
διάταγμα περί μετοικεσίας πασών τών έν τφ Βοσπόρφ
κατοικουσών άρχοντικών οίκογενειών έντός τής συνοικίας τού
Φαναρίου, 'ίνα οϋτω προληφ6ft ή δραπέτευσις αύτών.
'Ήρξατο δέ εύttύς ή μετοικεσία, άλλ' ό Γρηγόριος φρονών δτι διά τού μέτρου τούτου συνεσωρεύοντο έπί τό άσφαλέστε
ρον τά έπί σφαγήν προοριζόμενα 'fiύματα καί δτι αί κατά τών
προκρίτων λα'ίκών καί κληρικών καταδρομαί δέν {)ά άνεστέλ
λοντο, συνεκάλεσεν έν τοίς Πατριαρχείοις συμβούλιον τών
έγκρίτων 'Ελλήνων 'ίνα μετά τής Συνόδου συσκεφttώσι περί τού ποιητέου. ·Ιδού δέ πώς ό άνώνυμος βιογράφος αύτού
περιγράφει τάς συνεπείας τού ληψιtέντος μέτρου: «'Εν τft συνελεύσει ταύτη ένεκρί'δη νά ύποβάλωσιν άναφοράν είς τήν
Πύλην, δι' ής aπαντες οί τού γένους πρόκριτοι νά έγγυώνται
ύπέρ άλλήλων περί τής έν Κωνσταντινουπόλει διαμονής αύτών,
ώς πιστοί τής βασιλείας ύπήκοοι, και περί τής συμπράξεως αύτών, έφ' δσον δυνηttώσιν, είς άποκατάστασιν τής κοινής
ήσυχίας. Τήν άλληλέγγυον άναφοράν ταύτην μετά τριών 'Αρχιερέων συνωδευμένος ό Πατριάρχης άπήλ'δεν είς τήν
Πύλην νά δώσn είς τόν Βεζύρην τft
13
Μαρτίου, Κυριακft τής
Σταυροπροσκυνήσεως. Μ ή εύρεt)έντος δμως έκεί τού Διερμη
νέως, εχοντος συνέντευξιν είς 'Ορτάκιο·ί μετά τού 'Ιντερνου
τζίου, ήναγκάσδη ό Πατριάρχης νά παρουσιασδft είς τόν
Κεχαγιάν (Τοποτηρητήν) τού 'Υπουργού Τζανήπ 'Εφέντην,
τόν τά μάλιστα Χριστιανομάχον. 'Ο Μουσουλμάνος αuτος, ύποδεχδείς κατ' άρχάς φιλοφρόνως τόν Πατριάρχην καί τούς 'Αρχιερείς λέγει επειτα άποτόμως είς αύτόν: «Πατριάρχα τών
Ρωμαίων, πώς σέ έφάνησαν τά τής έπαναστάσεως τού ε&νους
σου;» Ό Πατριάρχης άπεκρίδη, δτι <<μέ μεγάλην άπορίαν καί
άμετρον λύπην ήκουσε τάς συμβάσας τοπικάς ταραχάς, άίτινες
άντίκεινται πρός τήν τών ύπηκόων όφειλομένην πίστιν καί
ύπακοήν είς τήν άνω{) εν έφ' ήμάς τεταγμένην κραταιάν
βασιλείαν· άντιβαίνουσι δέ καί είς τάς έντολάς τής
' Εκκλησίας
καί τού Εύαγγελίου δπου ό Θεός ήμών μάς προστάζει: «Πάσα
ψυχή
έξουσίαις ύπερεχούσας ύποτασσέσδω, τόν Βασιλέα
42
τιμάτε». 'Εν δέ τφ μεταξύ τούτφ προσκαλείται ό Πατριάρχης ·νά άναβfί είς τό όίκημα τού Μεγάλου Βεζύρου 'Αλή Πασά, καl είσελttών μετά τών 'Αρχιερέων, ών έις ήν καί ό Θεσσαλονίκης,
έδωκε τήν άναφοράν· ύπεδέξατο δέ αύτούς φιλοφρόνως ό
μέγας 'Αρχισατράπης, καί καttίσας τόν Πατριάρχην άνέγνω τήν άναφοράν καί λίαν εύμενώς πρός αύτόν άποβλέψας «πολύ καλά», είπεν· έπειτα, μεταξύ λόγω~ αλλων άδιαφόρων γενομέ
νων, άvέφερεν δτι ύπήρξε άλλοτε Πασάς της Πελοποννήσου
καί ένf)υμείται τόν τόπον έκείνον, καί παρευttύς έρωτ(Χ τόν
Πατριάρχην: «ποία ή πατρίς σου;» ·Ο δέ άπήντησε εύWς «ή
Πελοπόννησος. Δημητσάνα λέγεται ό τόπος μου».
Καί
ό
Βεζύρης
άποβλέψας
πρός
τόν Θεσσαλονίκης:
«Βέβαια, λέγει, πολύν καιeόν έχει ό γέρων Πατριάρχης, άφ' οtι δέν είδε τήν πατρίδα του». «Ναί, ·Υψηλότατε, άπεκρίttη ό Θεσσαλονίκης, έτι παιδίον άνεχώρησεν έκείttεν». Καί ό Βεζύ
ρης ύπεμειδίασεν· έπειτα, μικρόν έπισχών καί σύννους φανείς,
λέγει πρός τόν άτρόμητον Γρηγόριον: «Πατριάρχα τών 'Ρω
μαίων· ερίας. Τούς ήνάγκασα νά έκδώσωσι κατά
ρας κατά τών άποστατών, όμόσας τήν έμήν κεφαλήν, ότι, άν
δέν ύπακούσωσι, f}έλω πάραυτ'
άποκεφαλίσει κατασφάξας αύτοί, καftώς φαίνεται,
ήβηδόν όλον αύτών τό Wνος- άλλ'
σώζοντες τό γένος αύτών άπό τής όργής μου, κατηρώντο διά
στόματος τούς έπαναστάτας, καί τούς ηϋχοντο είς τά βάf}η τών
καρδιών των.
· Εξέδιδον
είς τό φανερόν άφορισμούς, καί είς τό
κρυπτόν έπλήthινον εύλογίας. Πώς δέν ήλftον νά προδώσωσι κάνένα τών ένόχων, όσους έμαt>ον; Πώς δέν έδραμον καί έξ
άρχής νά μηνύσωσιν είς τήν φλογεράν μου Πόρταν τούς περί
τής άνταρσίας σκοπούς τών όμογενών των; 'Ή τάχα δέν τούς προήξευραν, καί δέν τούς έμελέτων καί αύτοί;
Κωvσταντίvοv Οiκοvόμοv τού έξ Οίκοvόμωv, Λόγος είς τό μνημόαvvον
τού dοιδίμοv πατριάρχοv Κων/πόλεως Γρηγορίοv ... 28.
·Ο Σουλτάνος Μαχμούτ β', έξαγριωftείς έκ τών πρώτων είδήσεων περί τής έπαναστάσεως, προεκήρυξεν ίερόν πόλεμον
κατά τών «άπίστων» καί έξήγειρε κατ' αuτών τόν έκφανατισ
δέντα τουρκικόν όχλον. 'Επί πλέον άπήτησεν ό αίμοβόρος σουλτάνος παρά του σείχ-ούλ-ίσλάμ Χατζή Χαλήλ τήν t:κδοσιν «φετφά» περί έξοντώσεως τών ·Ελλήνων διά γενικής σφαγής.
·Ο πατριάρχης διά καταλλήλου ένεργείας παρά τφ Χατζή
Χαλήλ προέλαβε τήν εκδοσιν τού φετφά ύπό τόν δρον τής
63
άποδείξεως δτι τό έλληνικόν έ{)νος δέν μετέχει τού κινήματος
τών έπαναστατών. 'Ο Χατζή Χαλήλ άρνηδείς νά έκδώση τόν φετφάν έπαύδη καί έξορισδείς έδανατώδη. Καί διωρίσδη μέν
ετερος Σείχ-ούλ-ίσλάμ, άντικατεστάδη δέ καί ό Μ. Βεζύρης,
άλλ' αί πρώται σκέψεις τού σουλτάνου περί γενικής σφαγής
τών
·Ελλήνων
ν'
μετεβλήδησαν.
άφορίση τόν
·Ο
σουλτάνος
διέταξε
τόν
τόν
γενικόν άφοπλισμόν αύτών καί ήξίωσε παρά τού πατριάρχου
Γρηγορίου 'Αλέξανδρον
· Υψηλάντην,
ήγεμόνα τής Μολδα\Jας Μιχαήλ Σούτσον καί τούς συνεργάτας
των, νά συστήση είς τούς 'Έλληνας άποχήν άπό τής 'Επανα στάσεως καί καταστήση ύπευδύνους τούς κατά τόπους
άρχιερείς. Αί άξιώσεις τού σουλτάνου διετυπώδησαν έν είδικ<ρ
διατάγματι (φιρμανίφ) άναγνωσδέντι ύπό τού Μ. Διερμηνέως
τής Ύ. Πύλης Κωνσταντίνου Μουρούζη τft
3
Μαρτίου
1821
ένώπιον τού πατριάρχου καί τών συνειλεγμένων κληρικών καί
λαϊκών. 'Αλίμονον! ·Ο πατριάρχης δέν ήδύνατο νά μή έκτελέση
.τάς άξιώσεις τού τυράννου, έξέδωκε δέ τft
23
Μαρτίου
1821 τό
άφοριστικόν γράμμα. 'Αλλ' ό ·Υψηλάντης καλώς έγίνωσκεν δτι
ό άφορισμός έκείνος, ύπαγορευδείς ύπό τού Τούρκου τυράν
νου, δέν είχε σημασίαν. Πρός τόν άντιπρόσωπον τής Ρωσίας
Στρόγανωφ βραδύτερον ('Ιούνιος
1821)
έδήλου ή· Υ. Πύλη δτι
«αύτη είχε τό δικαίωμα καί τήν δύναμιν νά έξολοδρεύσn πάν τό έλληνικόν έδνος, άλλ' άντί τούτου μακροδύμως φερομένη
διέτάξε τόν πατριάρχην νά καταπνίξn τήν έπανάστασιν διά τού άφορισμού ». Ούχ ήττον ό σουλτάνος καί μετά τήν έκδοσιν τού
εκβιαστικού έκείνου έγγράφου καί παρά τήν ύπόσχεσίν του δτι έμελλε νά παράσχn άμνηστείαν είς τούς 'Έλληνας, έστράφη
άγρίως κατά τών κορυφών τής ·Εκκλησίας καί τού έδνους.
'Αρχιεπισκόπου Άδηvώv Χρvαοατόμοv Παπαδόποvλοv, Μεγάλη Έλλ. Έγκvκλ., τόμ. 8, σελ. '124.
·Ο πατριάρχης Γρηγόριος ό Ε' 'ίνα προλάβη τήν άπειλουμέ
νην καταστροφήν τού Γένους, δι' άναφοράς πρός τήν Πύλην
παρείχε τήν διαβεβαίωσιν πίστεως τού έλληνικού στοιχείου τής
Κωνσταντινουπόλεως καί έδήλου δτι τούτο δά συμπράξn πρός
64
καταστολήν τής στάσεως. Συγχρόνως έπεσκέφθ'η τόν σε·ίχου λισλάμην, τόν όποίον έξελιπάρησε νά μή έγκρίνn ώς άνώτατος τηρητής τού μωαμεttανικού νόμου τήν γενικήν σφαγήν τών
ραγιάδων. Πράγματι ό σεϊχουλισλάμης ήρνήftη νά έκδώσn
φετφάν περί γενικής σφαγής τών άπίστων ώς άντίftετον πρός
τά κελεύσματα τού Κορανίου. Κατά προτροπή του, ό Γρηγό ριος Ε' μετά τής Συνόδου έξέδωκεν έπιτίμιον κατά τού Ύψηλάντου καί τού Σούτσου.
Άπόστ. Δασκαλάκη, Μεγ. Έλλ. Έyκυκλοπαιδεία, τόμ.
10,
σελ.
305.
Κατά τήν ίδίαν ή μέρα ftορυ βώδης διαδήλωσις μουσουλμά
νων άνερχομένων είς δέκα χιλιάδας περίπου μέ ούλεμάδες καί δερβίσηδες έπί κεφαλής, περιήλttε μέ άλαλαγμούς τούς δρό
μους καί κατέληξε πρό τής κατοικίας τού σε'ίχουλισλάμ καί
έζήτησε παρά τού άνωτάτου ftρησκευτικού άρχηγού τήν
κήρυξιν τού ίερού Πολέμου κατά τών χριστιανών καί τών
άρχιερέων των. Τούτο έσήμαινε τήν ένέργειαν σφαγών δλων
τών ·Ελλήνων. Μετ' όλίγον ό σε·ίχουλισλάμ κληftείς μετέβη είς τά άνάκτορα, δ που ό σουλτάνος τού έζήτησεν aνευ περιστρο
φών νά έκδώση φετφάν διά τήν κήρυξιν τού ίερού πολέμου,
άποτελούντα δικαίωμα κατά τόν έκ τού Κορανίου νόμον τού
ftρησκευτικού ιJeχηγού. Τό aπιστον γένος έπρεπε νά έξολο f}ρευftή. 'Αλλ' ό σεϊχουλισλάμ έζήτησεν όλίγον καιρόν διά νά
σκεφftή. Δέν ήτο δυνατόν νά άποφασισftή είς μίαν στιγμήν ή
σφαγή έκατομμυρίων ά'Vορώπων. Ό σουλτάνος έδυσφόρησεν,
άλλ' ήναγκάσΟη νά περιμείνη.
' Εν
τ φ μεταξύ ό Γρηγόριος
έπληροφορή{tη τά διατρέξαντα καί παραλαβών καί τόν πα
τριάρχην 'Ιεροσολύμων Πολύκαρπον έπεσκέφf}η τόν σε'ίχου
λισλάμ καί άφοϋ έβεβαιώ{tη παρά τούτου περί τών διαμειφftέν των είς τά άνάκτορα, προσεπάfiησε νά τόν πείσn δτι ό
έλληνικός πλη&υσμός τής Κωνσταντινουπόλεως ήτο άμέτοχος
είς τήν έπανάστασιν καί τόν έξώρκισεν έν όνόματι τού Θεού
καί τού άνftρωπίνου δικαίου νά άποτρέψη τήν είς ό>ρας όργής
άποφασισftείσαν aδικον σφαγήν. 'Εκείνος έζήτησεν άπό τόν
65
πατριάρχην νά τού δώσn τήν άπόδειξιν δτι ό πολύς έλληνικός
λαός ήτο ξένος πρός τό κίνημα καί τού ύπέδειξεν δτι άν μετά
τής Συνόδου τής Μεγάλης 'Ε εκκλησίας προέβαινε δι· έπισή μου γραπτής άποφάσεως είς τήν άποδοκιμασίαν τής επανα στάσεως καί είς τόν άφορισμόν τού 'Αλ.
· Υψηλάντου
καί τού
Μιχ.
Σούτσου,
δέν ftά ύπέγραφε
τόν φετφάν τού
ίερού
πολέμου. 'Υπό τήν δαμόκλειον αύτήν σπά'f1ην τήν κρεμαμένην άπό μιάς κλωστής έπί τής κεφαλής τού έλληνικού πληttυσμού
τής Κωνσταντινουπόλεως, ό Γρηγόριος μετά τής Συνόδου άπεδοκίμασε διά γραπτού πρακτικού τήν έπανάστασιν καί
έξέδωκεν επιτίμια διά τόν 'Αλ. 'Υψηλάντην καί τόν Σούτσον.
· Επρόκειτο
έγγράφου
περί πράξεως πού ύπηγόρευεν ή σύνεσις. ·Επί τού
·
τούτου
έστηρίχ'f1η
ό
σε'ίχουλισλάμ καί ήρνή'f1η
τελικώς τήν έκδοσιν τού φετφά. Ό σουλτάνος ώργίσ-ι1η καί
έκήρυξεν εκπτωτον τόν σεϊχουλισλάμ καί τόν έξώρισε, χωρίς
δμως νά τολμήσn νά ζητήσn άπό τόν διάδοχόν του τήν έκδοσιν τού φετφά έκ τού φόβου νέας άρνήσεως. Ταυτοχρόνως έπαυσε
τόν μέγαν βεζύρην Σαίδ
· Αλή
πασσάν καί μετά τούτον τόν
διάδοχόν του Βεντελή
· Αλή
πασσάν, διότι ή πολιτική καί τών
δύο άπέναντι τών 'Ελλήνων τού έφαίνετο ήπία.
Διονυσίου Κοκκίνου, Νεώτερον Έγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν 'Ηλίου,
τόμ.
?,
σελ.
346.
'Η
-δέσις λοιπόν τού πατριάρχου ήτο επικινδύνως δυσχε
ρής. Καί ό έλάχιστος κακός χειρισμός ήδύνατο νά καταστρέΨη
αίώνων σύνεσιν καί έλπίδας. Βοη'f1ών, έστω καί έμμέσως, ήτο διά τούτο ύποχρεωμένος νά ένεργfί ό Γρηγόριος μετά τοιαύτης προσοχής, ώστε νά διαφεύγn καί αύτήν τήν μυt>ώδη καχυπο ψίαν τού σουλτάνου. Έγνώριζε βεβαίως καλώς δτι δέν ήδύνατο τελικώς νά άποφύγn τάς συνεπείας τού διλήμματος.
·Η 6υσία ήτο άνέκκλητος. 'Έπρεπε δμως νά όρισfifί διά τήν
στιγμήν, καδ · fίν ή Μοίρα 'f1ά ήδύνατο νά έπηρεασt}fi έκ ταύτης
εύμενώς ύπέρ τού Γένους. Καί πρός τό τέλος τούτο έπορεύ{)η
ό μάρτυς μετά στα6ερότητος καί άτέγκτου άποφασιστικότη τος, ώς τόν είχε διδάξει ή μακροχρόνιος καί βαρεία είς τά
66
έρημητήρια τών σπουδών καί τής έξορίας του aσκησις. ·Η εναρξις τού ·Αγώνος έσήμανε καί την κρίσιμον στιγμήν τού
πατριάρχου καί τού Γένους του. Τήν 23η Μαρτίου
1821
ήναγκάζετο ούτος νά άπολύσn γράμμα άφοριστικόν κατά τού
Κινήματος. ~Η το ή τελευταία δυνατή προσποίησις. Τά άπελευ
ftερωτικά
στρατεύματα
είσήρχοντο
τήν
ίδίαν
ήμέραν
είς
Καλαμάταν. "Εν βήμα μακρότερον εύρίσκετο τό σημείον τής
ftυσίας. ·Ο Γρηγόριος ούδεμίαν ταραχήν ήσftάνετο δι' έαυτόν.
·Εν άπολύτφ λοιπόν ήρεμίg ό πατριάρχης Γρηγόριος Ε' μετά όκτώ άλλων περί αύτόν άρχιερέων έν τφ πατριαρχικφ ναφ
έτέλεσε τήν λειτουργίαν τής
Πάσχα
'Αναστάσεως τήν νύκτα τού
(10
'Απριλίου)
1821.
Καί ηύχήftη. ·Η έπομένη ήτο τό
τέλος. «'Αγνώμων πρός τήν Ύψηλήν Πύλην καί άπιστος δειχlJείς », κατά τό κατηγορητήριον τού σουλτανικού έγγρά
φου, τού έπί τού στήftους του άναρτηftέντος, έπαύfi'η καί
άπαχf}είς έρρίφ{)η είς τάς φυλακάς. ·Ολίγας <δρας άργότερον
έσύρftη δέσμιος είς τήν μεσημβρινήν πύλην τού πατριαρχείου
καί τήν 3ην άπογευματινήν τού Πάσχα άπηγχονίσttη. ΠληWς άλλων άρχιερέων καί κληρικών άπετέλεσε τόν χορόν τής
συνοδίας του είς τήν αίωνιότητα. Μετέωρος έπί τριήμερον ό
νεκρός πατριάρχης τού Γένους περιυβρίζετο ύπό τού όχλου καί έλιδοβολείτο, 'Εβραίοι δέ τινες άγοράσαντες επειτα τόν
νεκρόν περιέφερον αύτόν άνά τάς όδούς καί τελικώς τόν
ερριψαν είς τόν Κεράτιον. Κεφαλλήν τις πλοίαρχος, Μαρίνος
Σκλάβος, περισυλλέξας τό έπιπλέον είς τήν ftάλασσαν σκήνωμα τό μετέφερε κρυφίως είς
· Οδησσόν
καί έκεί έκηδεύttη μετά
τιμών καί έτάφη είς τόν έλληνικόν ναόν τής 'Αγίας Τριάδος.
Γενική Παγκόσμιος Έγκvκλοπαιδεία Πάπυρος- Λαρούς, τόμ. 5, σελ.
293.
·Επομένως ή στάσις τού Γρηγορίου ήτο ή πλέον συνετή καί ένδεδειγμένη, άναμφιβόλως δέ ώφέλησεν αύτήν ταύτην τήν
ύπό'fiεσιν τού άγώνος πολλαπλώς.
·Η
σοβαρά φυσιογνωμία καί
ό αύστηρός χαρακτήρ τού πατριάρχου συνετέλεσαν ωστε νά
67
δώση πίστιν ή Πύλη είς τάς διαβεβαιώσεις του και να κερδη-θ'ή
χρόνος πολυτιμότατος κατά τήν έναρξιν τού κιyήματος_.
Δεύτερον άπεφεύχδησαν αί εύρείας έκτάσεως σφαγαί έντός
τής Κων/πόλεως καί καδ' aπασαν τήν έπικράτειαν ... 'Η άποκήρυξις τού κινήματος ύπό τής πατριαρχικής
συνόδου ύπήρξε έργον βίας καί έγινε μέ δλους τούς τύπους τής
νομιμότητος καί τής Wιμοτυπίας, μέ γλώσσαν αύστηράν, διότι
άκριβώς είς αύτάς τάς λεπτομερείας έδιδον μεγίστην σημασίαν
οί
καχύποπτοι
Τούρκοι
καί
έπρεπεν
ή
'Αντίστασις
τής
·Εκκλησίας νά κρατηftή μέχρι τέλους. Τό άντίftετον ούδόλως -θ'ά ώφέλει τό κίνημα, ftά έξέ-θ'ετε άντιδέτως είς μέγαν κίνδυνον τήν φυλήν. Πάντες δέχονται δτι έπεβλή-θ'η είς τήν 'Εκκλησίαν
καί έπρόλαβε τήν αίματοχυσίαν. ·Επί πλέον ήνοιξε τόν δρόμον
πρός τήν
ftu σ ίαν. ·
323
έ.
Τ. Γριτσοπούλου, Μονή Φιλοσόφου, σελ.
Καταδικάζων τόν άγώνα κατ' έπιταγήν τών κρατούντων ό
Γρηγόριος έγνώριζε καλώς δτι δέν τόν Εβλαπτε. ·Αλλά διά τής ένεργείας του ταύτης καί τών συστατικών έπιστολών πρός σημαίνοντα ήγετικά στελέχη, ά'ιτινες δέν έπρόκειτο νά φδά
σουν ποτέ, συνεκράτει τούς έξωργισμένους Τούρκους άπό
βιαίας ένεργείας έναντίον άμάχων καί έκέρδιζε χρόνον πολύτι
μον διά τήν έξέλιξιν τού άγώνος.
Τ. Γριτσοπούλου, Θρησκευτική καί Ή8ική Έγκυκλοπαιδεία, τόμ.
στ.
4,
'140.
Ή πράξη αύτή τού πατριάρχη Γρηγορίου Ε' δέν ήταν άποτέλεσμα όλιγοπιστίας άπό άδυναμία, άλλά πράξη συνέσεως καί σκληρή προσπά-θ-εια γιά άποτροπή τού μεγάλου κακού, τών σφαγών.
Δ. Κοκκίvου, Ή Έλληvική 'Επανάστασις, τόμ.
1,
σελ.
251.
68
·Επικρί-θ-ηκε ό πατριάρχης καί έπικρίνεται άκόμη έπειδή εστερξεν είς τόν άφορισμόν καί έστειλε τίς νομο-θ-ετικές έγκυκλίους. Οί έπικριτές δμως δέν άναλογίζονται τί -θ'ά πά-θ-αινε
τό 'Έ-θ-νος, aν ό Πατριάρχης τηρούσε άρνητική στάσι άπέναντι στίς άξιώσεις τού Σουλτάνου. Συμμορφώ-θ-ηκε, άλλωστε, τότε ό
Πατριάρχης πρός τή σταttερή παράδοση τής 'Εκκλησίας πού
μέ παρόμοια στάση κατώρttωσε, σέ άνάλογες κρίσιμες περι
στάσεις, νά σώζει τό Γένος. "Άλλωστε ttά ήταν έντελώς
παράλογη
καί
άνεύttυνη
διαφορετική
άπόφαση.
"Αν δέν
γινόταν ό άφορισμός, ήταν σχεδόν βέβαιο δτι δά έξοντώνονταν έκατοντάδες χιλιάδες 'Ορ-θ'οδόξων Χριστιανών. "Αν γινόταν,
ήταν άπλώς πιttανό νά έπέλttει άποftάρρυνση γιά τήν
' Επανά
σταση, άλλά σέ πολύ περιωρισμένο βαttμό. Οί 'Έλληνες -θ'ά κατανοούσαν, πίστευε ό Πατριάρχης, δτι ό άφορισμός καί οί έγκύκλιοι ήταν προ"ίόντα βίας καί άνάγκης καί έπομένως οί
δυσμενείς συνέπειές τους ttά ήταν άσήμαντες ...
'Ιστορία 'Ελληνικού νΕlJνους, 'Εκδοτικής ΆlJηνών, τόμ.
12,
σελ.
36.
3.
Τό μαρτυρικό τέλος καί τό καταδικαστικό έyyραφο
(yιαφτάς)
Τό σήμαντρον τών Πατριαρχείων έλαχίστους προσείλκυ
σεν είς τήν λειτουργίαν τής 'Αναστάσεως. Διά πρώτην φοράν
έλειψε
καί ό
Στρογανώφ
καί
οί ·πλείστοι τών έπισήμων
' Ελλήνων.
Καί αύτάς ό Πατριάρχης συναι.σi}ανόμενος έκλι
πούσας τάς φυσικάς αύτού δυνάμεις έστειλε καί ήρώτησέ τινα
τών έπιστηftίων Συνοδικών aν τφ έπιτρέπεται νά μή λειτουργή
ση. 'Απαντησάντων δ' έκείνων δτι τούτο ήttελεν'ίσως παράσχη τft Πύλη άφορμήν αίτιάσεως, <<'ίωμεν, είπεν ό Γρηγόριος, έπί τό
ίερόν ttυσιαστήριον»
καί κατέβη
είς τόν ναόν. Κατά τήν
διήγησιν συνιερουργήσαντος αύτόπτου πρός τόν Γούδαν <<'ίσως
ούδέποτε αλλοτε ό Γρηγόριος ήτο ζωηρότερος καί ούδέποτε
έξετέλεσε λαμπροτέραν, κατανυκτικωτέραν, έμφαντικωτέραν καί διαρκεστέραν λειτουργίαν. 'Από τών όφf}αλών του έξή
στραπτε ftεία τις dίγλη>>. Κατά τήν προσκόμισιν έμνημόνευσε
πάντων τών φίλων καί ίδίως τών πικρανάντων αύτόν έν τφ βίφ
συγχωρήσας τούς τεttνεώτας καί εύχηttείς ύπέρ τών ζώντων.
'Ο
δέ παρατυχών έν τft λειτουργίQ Γ. Μαυροκορδάτος
«έttαύμασε, γράφει, τήν ίεράν έκείνην όμήγυριν. 'Εντός τού
άγίου βήματος 'ίστατο έπί τήν άψίδα τού ίερού συνttρόνου
αύτού ό παναγιώτατος πατριάρχης, έχων ένttεν καί ένttεν τούς
δώδεκα άρχιερείς καί πλήftος ίερέων καί ίεροδιακόνων. Καί ύψών τάς χαριτοβρύτους χείρας αύτού καί εύλογών πάντας
τούς έν τft πατριαρχική περιφερείι.χ αύτού χριστιανούς, έψαλλε μετά δακρύων «Κύριε σώσον τούς εύσεβείς καί έπάκουσον
ήμών». Καί λαβών είς χείρας τά δικηροτρίκηρα προέβη πρό τής
ώραίας πύλης καί τρίς έπανέλαβε κατανυκτικώτατα: Κύριε! Κύριε! έπίβλεψον έξ ούρανού καί 'ίδε καί έπίσκεψαι τήν
70
άμπελον ταύτην καί κατάρτισε αύτήν, ην έφύτεσε ή δεξιά σου! ~Ην δέ ή άμπελος αϋτη δλη ή περιφέρεια τού οίκουμενικοϋ
'θ-ρόνου, δλη δηλ. ή έπαναστατήσασα κατά τών τυράννων 'Ελλάς. 'Ότε δέ οί χοροί εψαλλον τό «άγαπήσω σε Κύριε ή ίσχύς
μου, Κύριος στερέωμά μου καί καταφυγή μου καί ρύστης μου»,
καί κατόπιν τό «Χριστός 'Ανέστη» ό Πατριάρχης fισπάσ{)η
aπαντας τούς άρχιερεϊ.ς μετά καρτερίας καί γενναιότητος άλλά
καί
μετά τινος
συγκινήσεως
άφράστου,
ητις
ζωηρότερον
έξεδηλώf>η δτε προσήλf>εν ό άρχιδιάκονος καί έπ' άδελφφ
άνεψιός του Δανήλ, καί άνήγγειλεν αύτφ μετά δέους, ,δτι οί
Γενίτσαροι σuνεπυκνούντο καί έπλησίαζον είς τό Πατριaρχεί
ον: «Ούτος λοιπόν είπεν άταράχως ό Πατριάρχης άς χρησιμεύ ση ήμίν καί ώς νεκρώσιμος άσπασμός» καί τόν ησπάσf}η
περιπαf}έστατα.
Ληξάσης τής λειτουργίας
χάση τήν Κυριακήν έις τόν
ηύλόγησε
ο"'"ικόν του,
καί ηύχή'θ'η
τούς
έκκλησιασ6έντας, παραγγείλας αύτοϊ.ς, δπως εκαστος έφησu
καf>όσον δέν f}ά κατήρχετο νά έκτελέση άπόγευμα καί τήν δευτέραν 'Ανάστα
σιν. Μετά τούτο άνήλf>εν είς τά πατριαρχεία, παραf}είς είς τούς
άρχιερείς τόν Πασχαλινόν ζωμόν.
Μετά τινας
δέ στιγμάς
περιλύπου σιγής οί μέν συνοδικοί άπήλf>ον, αύτός δέ άπεσύρ
f>η είς τόν κοιτώνά του. Τότε προσελ'θ'ών τις τών οίκείων είπεν
αύτφ δτι Έπτανησιακόν πλοίον άφικόμενον έκ Πελοποννή
σου έπεβεβαίωσε τή~ γενικήν έξέγερσιν, «καί τώρα, ήρώτησε,
τί έχει νά γείνη;». «Καί τώρα, άπήντησεν ό Γρηγόριος, καί
πάντοτε γενέσ6ω τό f>έλημα ·τού Κυρίου» καί άπεκοιμήf>η
ήσύχως.
Κατά
τήν
νύκτα
τού
Μεγάλου
Σαββάτου
πρός
τήν
Κυριακήν ούδεμία διεπράχftη βιαιοπραγία κατά τινος τών
έκκλησιασ6έντων η κληρικών ύπό τών περιπολούντων γενιτσά ρων. 'Όλως δέ μυftικά είσί τά έν τφ έπικηδείφ τού Οίκονόμου, δτι οί δήμιοι ηρπασαν καί έφυλάκισαν μετά τών dλλων άρχιερέων τόν Γρηγόριον εύf>ύς μετά τήν λειτουργίαν!
· Υπερ
δεματίζοντες είς τήν μυftοπλαστίαν καί πολλοί aλλοι ξένοι
χρονογράφοι καί συγγραφείς άνακοινούσιν ήμίν δτι δήftεν ό
Γρηγόριος άπηγχονίσ'θ'η εύδύς άμέσως, φορών τά βαρύτιμα
aμφιά του!!
71
Μετά τινας ωρας άνέτειλεν ή Κυριακή. Τί εlνε τό Πάσχα
διά τούς χριστιανούς; Σταftμός εύφροσύνης καί έλπίδος
ερεισμα μετά τήν έξέλιξιν τής άδικωτέρας κατά τού Θεανftρώ
που καταδρομής. Θρίαμβος τής 'Ιδέας κατά τής βαναυσοτάτης έκδηλώσεως τού χαμερπούς συμφέροντος. Θρίαμβος τής
'Αξίας, ~αίτοι έχούσης καf}nμαγμένον τό μέτωπον έκ τού
άκανftίνου στεφάνου τών κατατροπωf}έντων Φαρισαίων. Συμ
βολισμός τέλος τού Παραδείσου, έν φ ftά εύφρανftfι έν καιρ4) τού άληftούς χριστιανού ή -ψυχή καί aν έν τfi γfi ύποστf,
άνέκφραστα μαρτύρια. Τοιούτον πιστεύοντες τό Πάσχα οί
δούλοι Πανέλληνες ηϋχοντο έν τ4) έτησίφ έορτασμφ αύτού τήν
'Εftνικήν άπολύτρωσιν, δικαίως προσομοιάζοντες τά πάftη τού
Χριστού πρός τάς συμφοράς τής πατρίδος. 'Αλλ' έν4> εξαλλοι έκ χαράς ήλάλαζον οί έν τfι έπαναστάσn ·Ελλάδι καί άνύμνουν ήδη τόν Χριστόν, χαρισάμενον αύτοίς ζωήν καί άνάστασιν μετά τεσσάρων αίώνων ταφήν της 'Εf}νικής δόξης, έν Κ/λει aλλη
παρίστατο τών πραγμάτων ή όψις.
Γνωρίζων τήν σημασίαν τού Πάσχα παρά τοίς Χριστιανοίς
ό Σουλτάνος διενοήf}η νά καταστήσn αύτό ήμέραν πένftους καί συμφορών. Διά νά
σασαν καί
προκαλέσn γενικήν
άποf}άρρυνσιν καί
έν τφ
κατάπνιξιν τού κινήματος, έσκέφf}η νά ύβρίσn τήν προστατεύ
προσωπφ
,
του
άνακηρύξασαν τόν , ,_
κορυφαιου αυτης και κατα την επισημοτατην
άγώνα ·Εκκλησίαν , , , '
,
τών χριστιανικών πανηγύρεων. Ούδεμίαν δέ f}ά είχε δυσκολίαν νά άρπάσn τόν Γρηγόριον κατά τήν λειτουργίαν τού Πάσχα καί νά κρεμάσn αύτόν μέ τά aμφιά του, 'ίνα χλευάσn καί αύτόν καί
τήν εκκλησίαν πλειότερον, aν μή έφοβείτο τάς διαμαρτυρίας
τής Ρωσσίας, ητις διετέλει ύπό τό πνευματικόν τού Οίκουμενι κού Πατριάρχου κράτος. Καί διά τούτο ό Μ. Βεζύρης
Μπερδελής έκάλεσε τόν νέον διερμηνέα 'Αριστάρχην καί
παρέδωκεν αύτφ φιρμάνιον, δι' ου έξέπιπτε μέν τού {)ρόνου ό Γρηγόριος, καταδικαζόμενος ώς aπιστος καί έπίβουλος είς
f}άνατον, διετάσσετο δέ ή aμεσος έκλογή νέου Πατριάρχου, 'ίνα
γινομένης ταύτης πρό τού μαρτυρίου μή εχn δικαίωμα νά
έκφράσn παράπονα ό Στρογανώφ.
'Αλλ' ό Μέγας Διερμηνεύς παρετfιρησεν, δτι μετά τήν
72
γνώσιν τοιαύτης καταδίκης ούδείς τών Συνοδικών ttά έδέχετο ν' άνέλttn έπί τού ftρόνου καί όρttής κριttείσης τής παρατηρή
σεως έσχίσttη έκείνο τό φιρμάνιον καί έγένοντο άντ' αύτού
δύο, έξ ών τό μέν πρώτον έκήρυττεν εκπτωτον τού ttρόνου
πρός τιμωρίαν τόν Πατριάρχην τό δέ δεύτερον διέτασσε τήν
νέαν έκλογήν παρά τής οϋτω μενούσης άνυπόπτου Συνόδου. Λαβών δέ ταύτα ό άκούσιος έκτελεστής τών άπαισίων διατα γών, εσπευσε περί τήν δεκάτην πρω"ίνήν έπισήμως είς τά Πατριαρχεία καtt' ην ιδραν ~Γρηγόριος τότε μόλις έγερttείς έκ
τής κλίνης είχε διατάξn νά παρατεttn αύτφ έντός τού κοιτώνος
όλίγη σούπα έξ όρύζης. 'Αγγελttείσης δέ ύπό διακόνου τινός
τής άφίξεως τού Διερμηνέως ό Γρηγόριος ένόμισεν δτι προϋ
κειτο περί άπλής έπισκέψεως καί διατάξας νά είσαχttή ό φίλτατος αύτφ 'Αριστάρχης ήγέρttη καί άνέμενε, δτε δεύτερος
διάκονος άγγέλλει δτι ό Διερμηνεύς διά τής έτέρας κλίμακος
άνήρχετο είς τό Μέγα Συνοδικόν. ·Ο Γρηγόριος εστειλε τότε
τόν άνεψιόν του νά τφ άγγείλn, ότι ttά άνέλ{}n καί αύτός εύttύς
είς τό Συνοδικόν, άλλ' ό Άριστάρχης συγκαλύψας δάκρυ
«σπεύσε είπε καί είπέ είς τόν Παναγιώτατον νά περιμένn όλίγον καί ttά ελttω έγώ μετ' όλίγον είς συνάντησίν του», καί ό
μέν Γρηγόριος άκούσας ταύτα ήσύχαζεν έν τφ δωματίφ αύτού,
άνήσυχος βεβαίως διά τά τεκταινόμενα, ό δέ 'Αριστάρχης
άνήλttεν είς τήν Μεγάλην Κίttουσαν καί δι· έκτάκτων άπεσταλ
μένων συνεκάλεσεν εύttύς τούς παροικούντας συνοδικούς, έξ ών κατά Μαttάν συνέτρεξαν έλάχιστοι.
Μετά τινα ιδραν προσήλδον μετά ttορύβου εφιπποι είς τά
Πατριαρχεία δύο άξιωματικοί ών ό μέν Τσαουλάρ 'Εμίνης άνήλftεν παρά τφ 'Αριστάρ~η, ό δέ Κεσεδάρης, ύπάλληλος τού
ύπουργείου
τών
έξωτερικών
έπί
τών
κεφαλικών
ποινών,
είσήλttεν είς τό δωμάτιον τού Πατριάρχου.
' Ιδών
δέ έκείνος
άντί τού άναμενομένου διερμηνέως τήν άγριωπήν μορφήν τού Τούρκου ένόησε τά πάντα, άλλ' άταραξίαν έπιδείl;ας διέταξε
νά τφ φέρουν καφέν καί τσιμπούκι. 'ο· Κεσεδάρης; δμως δέν είχε καιρόν νά άναμένn μετά τινας δt «άΎροίκους φιλοφρονή σεις πρός παρηγορίαν τού ttύματος, τόν διέταξε νά τόν άκολουttήση. Καί ό Γρηγόριος περιβληftείς τό ράσσον· καί τό
73
έπικαμήλαυχον καί λαβών τήν ράβδον του ήκολούfiησε τόν
Τούρκον,
κατερχόμενος
δέ
τήν
κλίμακα
είπε
πρός
τόν
άρχιδιάκονον Δανιήλ νά τόν άκολουitήση, λαμβάνων μεt}'
έαυτού καί όλίγα χρήματα διά τούς ttυρωρούς τών μεγιστάνων τής Πύλης παρ· ο~ις ένόμιζεν δ,τι πρό της άπαγγελίας της καταδίκης έδει πρωτίστως νά όδηγηδft, μή πιστεύων δτι έμελλε
νά καταδικασθ'ft
aκριτος καί άναπολόγητος. Καί αύτοί οί
· Εβραίοι, καί το ι άπό τής έσπέρας τών Βαίων είχαν καταδικά σει τόν ' Ι ησούν, έν τούτοις τηρούντες τά προσχήματα έξήτα
σαν ψευδομάρτυρας καί τόν έδίκασαν κατά τύπους. Κατά τόν Φιλήμονα καί τόν Τρικούπην άνήλftεν ό Γρηγόριος είς τό Συνοδικόν καί ηκουσε μόνος τήν καταδίκην. Τούτο δμως δέν
φαίνεται
άκριβές,
διότι
ό
Πατριάρχης
άπήχδη ύπό
τού
Κεσεδάρη άπό τού κοιτώνός του, άφού πρώτον ό Σταυρ.
'Αριστάρχης άνέγνωσεν ένώπιον τών προσελttόντων Συνοδι κών τό πρώτον φιρμάνιον έχον περίπου ώς έξής: «'Επειδή ό
Πατριάρχης Γρηγόριος έφάνη άνάξιος τού πατριαρχικού δρό νου, άχάριστος καί άπιστος πρός τήν Πύλην καί ραδιούργος,
γίνεται εκπτωτος τής δέσεώς του καί τφ προσδιορίζεται διαμονή τό Καδί Κιοί μέχρι δευτέρας διαταγής». 'Απαχttέντος
δέ τού Πατριάρχου άνεγνώσδη καί τό δεύτερον φιρμάνιον έχον
οϋτως: «'Επειδή ή 'Υψηλή Πύλη δέν έπιttυμεί νά στερήση τούς
πιστούς της ύπηκόους άπό τής πνευματικής κηδεμονίας τού κοινού πατρός των, διατάττει νά έκλέξωσι πατριάρχην κςιτά
τήν άνέκαftεν συνήftειάν των». Καί ήρξατο έπί μικράς <δρας συζήτησις έπί τής έκλογής τού διαδόχου τού Γρηγορίου, δν οί
Συνοδικοί έφαντάζοντο έξορισttέντα τής πρωτευούσης, <.3ς καί
άλλοτε συνέβη δίς αuτφ. Πρός εϋρεσιν διεξόδου προϋτεινάν
τινες νά άνακληt}ft ό προκάτοχος τού Γρηγορίου Κύριλλος ό
ΣΤ' έξ 'Αδριανουπόλεως, έvftα έφησύχαζεν, άλλ' ό Τούρκος
γραμματεύς έτόνισεν δτι οuδέ <δραν πρέπει νά μείνη ό Θρόνος
κενός, δftεν έξηκολούftησεν άκαρπος ή έπί τής διαδοχής
συζήτησις.
'Εν τ φ μεταξύ ό Κεσεδάρης δέν ώδήγησε τόν Γρηγόριον. είς
τήν Χαλκηδόνα, άλλ · έπιβιβάσας άκατίου είς τήν άποβάftραν τού Φαναρίου διήλftε τάς yεφύρας τού Κερατίου κόλπου καί
74
τόν άπεβίβασεν είς τό Γυαλί Κιόσκι (παράλιον έξώστεγον) καί
έκείttεν τόν άπήγαγεν είς τά ένδότερα τών 'Ανακτόρων παρά
τήν φυλακήν τού 'Αρχικηπουρού, δστις τόν παρηγόρησε έίτε συγκινηttείς είτε ttέλων νά τόν σκώψη, λέγων δτι ό Σου λ τάτος, δστις τρίς μέχρι τούδε τόν άνεκάλεσεν έπί τού -δρόνου καί
πάλιν {}ά τόν έπαναφέρn ταχέως. "Αλλοι δμως έπηρώτων αύτόν
περι των αρχηγων της αποστασιας και σιωπωντα τον ενεπαι-
,_'
--ι
ι
ι
-
,,,
ζον. Παρηκολούt)ουν δέ ταύτα περίλυποί τινες τών οίκείων
συνοδεύσαντες αύτόν καί έτοιμοι νά τόν άκολουt)ήσουν είς
έξορίαν δηλ. ό άρχιδιάκονος 'Αγάπιος, ό Δανιήλ ό Νικηφ. κλ. Τά γραφέντα κατόπιν ύπό τού Πουκεβίλ καί άλλων τινών, δτι έν τft φυλακn έκείνn έβασανίσt)η σκληρότατα ό Πατριάρ
χης, φαίνονται δλως άπί-δανα. Οί παρακολουδήσαντες αύτόν οίκείοι ούδέν περί βασάνων άνέφεράν ποτε είς τούς σπουδαιο τέρους τών χρονογράφων. Τ ό κατεξηντλημένον άλλως τε έκ τής νηστείας καί τού γήρατος σώμα τού Γρηγορίου δέν ήτο δεκτικόν βασανισμών, όίτινες ήτο πιttανόν νά τόν φονεύσωσι
πρό τής διατεταγμένης ιδρας. Τούναντίον βεβαιούται δτι οί φύλακες παρέσχον αύτφ άνεσιν καί τφ προσέφεραν τροφήν. 'Αλλ' ό Πατριάρχης, άρνούμενος νά φάγn, «πρό μικρού είπεν
έφαγον ούράνιον καί γλυκύτατον (iρτον δν ύμείς δέν γνωρίζε
τε», νοών τήν t)είαν μετάληψιν. Είτα ό Κεσεδάρης τφ είπεν, ότι
έχει διαταγήν νά τόν έπαναφέρn είς τόν Θρόνον, aν έφανέρωνε τούς άρχηγούς τών άποστατών. Σιωπώντος δ' έκείνου, ώς άλλοτε καί ό Χριστός, προσέttηκε: «Διατί σιωπάς;" Αν είσαι, ώς
λέγεις, άttώος όμολόγησον τούς ένόχους διά νά πάttουν έκεϊνοι καί σύ νά σωt}flς». Είς τόν προτείναντα δέ αύτφ, έπί άπειλfl
βασανιστηρίων, άλλαξοπιστίαν, ό είς ούδέν άλλο άπαντών ούδέ παραπονούμενος Γρηγόριος: «Μ ή κοπιάζετε μάτην, είπεν. ·Ο Πατριάρχης τών Χριστιανών, χριστιανός t)ά άποfiάνψ>.
·Ολίγον πρό τής μεσημβρίας τής Κυριακής προσήλt)έ τις
πρός τόν άρχηγόν της φρουρaς καί ώμίλησεν αύτφ κρυφίως. Ούτος δέ διέταξε τόν Γρηγόριον νά τόν άκολουt)ήση, 'ίνα τόν όδηγήση είς τά Πατριαρχεία, συνεπείςι ληφδείσης διαταγής.
ΚατήλDον λοιπόν είς τήν παραλίαν fvf)α άνέμενον πολλαί
τρίκωποι λέμβοι, έφ · ών πρός άσφάλειαν έπέβησαν άνά
4
ή
5
75
σωματοφύλακες.
' Αλλ'
dίφνης έγνώσδη δτι είς τούς παρακο
λουftούντας οίκείους δέν ftά έπετρέπετο ή συνεπιβίβασις. Καί
τότε έπηκολούftησε σπαρακτική σκηνή αίωνίου χωρισμού έν
όλολυγμοϊς καί δακρύοις, διακοπτομένοις ύπό τών βλασφημι
ών
καί τών
βαναύσων ώftήσεων τών Τούρκων. Τέλος ό
Γρηγόριος εύρέδη έν ένί τών άκατίων παρά τό πλευρόν τού Κοτσίμπαση (άρχιβασανιστού έπί τών στρεβλώσεων) βαδίζων
έν μέσ φ άνόμων είς τήν όδόν τού μαρτυρίου, ύπό τάς εύχάς καί εύλογίας τού άνισταμένου έλληνισμού.
"Οταν δέ τά άκάτια έπλησίασαν είς τήν άποβάδραν τού Φαναρίου τό συνωδούμενον έν τft συνήδει πλατείςτ των
έκτελέσεων ένοπλον Μουσουλμανικόν πλήδος ήλάλαξεν έν
δριάμβφ. Σύν αύτοίς δ' έμυκτήριζον τό Wμα καί πλείστοι
· Εβραίοι όίτινες,
ένώ άλλοτε πρός έμπαιγμόν τού Χριστιανικού
Πάσχα έφόρουν τά ρυπαρώτερα καί είδεχ{)έστερα ένδύματα,
ήδη προσήλftον ώς έν πανηγύρει μετ' άδαμάντων καί λαχωρί
ων. ·Ο Γρηγόριος ίδών τούς έπί τής πλατείας δεωμένους είπέ
τι, έρωτηδείς δέ ύ~ό τού λεμβούχου έδειξε τόν δχλον, άλλ' ό παρακείμενος στρεβλωτάρχης είπεν άποτόμως: «Αύτοί δέν
συνήχ{}ησαν διά σέ» ύπονοών ότι ώς τόπος τού μαρτυρίου δέν
είχε όρισ{}ft έκείνος. Μή έννοήσας δέ τούτο ό Γρηγόριος έξήλ{}ε τού άκατίου, έβάδισεν έν συνοδείςτ όλίγα βήματα καί
ποιήσας τό σημείον τού σταυρού έγονάτισε καί κλίνας τήν
λευκότριχα αύτού κεφαλήν άνέμενε τήν μάχαιραν τού δημίου.
Οίου σκληρού μεγαλείου άπαράμιλλος είκών... ·Ο έ6νάρχης
άκριτος έπέσπευδε τήν έκτέλεσιν τής άδίκου ποινής, 'ίνα λήξη καί ή ίδία αύτού βάσανος καί τής
' Εκκλησίας
ό διασυρμός.
'Αλλ· έδοξεν άλλως τοίς παρανόμοις. 'Ο άρχιβασανιστής λακτίσας τό γονυκλινές δύμα «κάλκ γιούρουν, έγείρου καί βάδιζε» έγρύλλισε. ·Ο δέ Γρηγόριος κλονισδείς δέν ήδυνήδη
μόvος νά έγερ{}fj, έκτοτε δέ διαταγfj τού φρουράρχου ύπεβα
στάζετο ένίοτε ύπό δύο στρατιωτών καί έβάδιζε μετά τής άπαισίας αύτού άκολουδίας καί είσήλδεν είς τήν Πύλην τού
Φαναρίου, έν{}α ό Φρούραρχος ζητήσας όδηγίας έκ τών
Πατριαρχείων εμαδεν δτι δέν είχον ετι συντελεσftfι πάντες οί
τύποι τής Πατριαρχικής έκλογilς. Παρίσταται λοιπόν άνάγκη ν·
76
ειση-yα~εν τό ,&ϋμα είς παρακείμενον παντοπωλείον, πρός :rά δεξια της μεγάλης όδού τού Φαναρίου. Λέγεται δέ δτι καί πάλιν
ό δήμιος έπρότεινεν αύτφ νά άλαξοπιστήση όλλ' ό Γρηγόριος
γονατίσας καί σταυροκοπηf}είς: «τούτον, είπε, τόν σταυρόν
πιστεύω, καί δι' αύτόν άποδνήσκω, ού δέ κάμε τό χρέος σου». Δέν ήτο όμως προωρισμένον ν' άποδάνη μαχαίρςι, ούδ'
ήγγικεν έτι ή στιγμή τής μεγάλης δυσίας.
'Ιδού τέλος ή έκλογή τού νέου Πατριάρχου σuνετελέσf}η.
ά_ν~βληitfj έπί τ~να έτι χρόνον ή έκτέλεσις καί ό Φρούραρχος
Πάντων τών Συνοδικών έπί μακράς ιδρας άρνουμένων μετά
δακρύων καί παρακλήσεων νά δεχ6ώσιν ένεκα φόβου, τού δέ
Τούρκου γραμματέως άξιούντος νά άποδεχδft έις έκ τών παρόντων, ήλf}ε νεωτέρα διαταγή τής πύλης έντονωτάτη, καί
τότε άνέστη ό Πισιδίας Εύγένιος, δηλών ότι άποδέχεται τήν
Πατριαρχείαν. ΕύWς δέ έφοδιασf}είς διά τής συνήf}ους συστα τικής άναφοράς άπεστάλη είς τήν Π ύλην, 'ίνα καί διά Βερατίου
άναγνωρισf}ft τό νόμιμον τής έκλογής. Μετά μακράν δέ πάλιν
προσδοκίαν έπέστρεψεν έκείδεν ό Εuγένιος μετά μεγίστης
πομπής, άσυνήftους είς προηγη6έντας Πατριάρχας, διότι έκ
πονηρίας ή Πύλη ήt)έλησε νά περιβάλn διά τιμών διακεκριμέ
νων τόν νέον 'Ιεράρχην, δεικνύΌυσα δήδεν δι'
αύτοQ Γρηγόριον.
αυτού ότι
έσέβετο μέν τόν Πατριαρχικόν άξίωμα, έτιμώρει δέ τόν άνάξιον
Μόλις λοιπόν είδεν ό Φρούραρχος διελ{)όντα τόν νέον
Πατριάρχην, ιδδευσε καί αύτός μετά τού t>ύματος, δεδεμένας
εχοντος τάς χείρας όπισf}εν, τήν αύτήν πορείαν.
· Ωδήγει
τόν
Πατριάρχην, κα6ηρημένον πλέον κατά τήν γνώμην τής Πύ
λης ... άλλά πού; Είς τά Πατριαρχεία! Είς τά Πατριαρχεία έκείνα
τά όποία άνέκτισε τά όποία έτίμησε, τά όποία έλάμπρυνε!
'Όσφ καί aν έσκόπει ό Σουλτάνος ν' άποφύvn τόν φόνον ένός
Πατριάρχου, δσα καί αν έλαβεν έλαφρυντικά πρός τούτο μέτρα
ή Πρόνοια δέν έπέτρεψεν αύτφ ούδέ τό πρόσχημα τούτο. Διότι
ή όδός τής Νέας Σιών είς ήν τόν ώδήγουν τό 'ϋστατον, μαρτυρεί είς τάς γενεάς τών αίώνων δτι Πατριάρχην άπηγχόνισε έπ' αύτής τής Πύλης τών ·Ανακτόρων Του, Εν6α ού δύναμις
άπλοίς itνητοίς itανατωitήναι. Πατριάρχην έφόνευσεν, όλλ'
77
άφού πρώτον άπέσπασεν αύτόν έκ τής χορείας τών σuνήitων
Πατριαρχών, άφού τόν περιέβαλε διά τού itείου τίτλου τού Μεγίστου Μάρτυρος, τού κατ' έξοχήν πνευματικού 'Εitνάρ
χου
...
Καί ήν άνάντης ή όδός, καί ή τού Γρηγορίου έξάντλησις
πρόδηλος. 'Όδεν δύο βοηfiοί τού δημίου ύπεβάσταζον τό
γηραιόν καί σεβάσμιον έκείνο fiύμα, 'ίνα συντελέσn τόν
έπίγειον προορισμόν αύτού, 'ίνα άνέλfin τήν πρός τά Πατριαρ χεία λιfiόστρωτον λεωφόρον. Καί έπί τfι άνελπίστφ δέςt τοιαύ
της πομπής, itρήνος καί κλαυδμός ήκούσfiη έκ τών παρακειμέ
νων 'Ελληνικών οίκιών, άπροκαλύπτως έκδηλουμένης πλέον
τής καταπλήξεως καί τής όδύνης έπί τφ μελετωμένφ φόνφ.
«'Έφεραν νά σκοτώσουν τόν Πατριάρχην!», έκραύγαζον άπέλ πιδες αί γυναίκες, καί τρόμος έκ τούτου κατέλαβε τόν Εύγένιον καί τούς περί αύτόν έπισκόπους, όίτινες ένόμιζον τόν Γρηγόριον έξόριστον καί ούχί κατάδικον. Αί οίμωγαί όμως τών
χριστιανών κατεπνίγοντο έκ τών κραυγών τού παρακολου
fiούντος άλλοπίστου πλήδους, όπερ έστη πρό τών Πατριαρχεί
ων, τών έχόντων τρείς Πύλας, μίαν μέν πρός τό βάitος καί
έναντι τής Λεωφόρου, όδηγούσαν τότε πρός τά δωμάτια τών
κληρικών, έτέραν άριστερό{}εν πρός τήν εύρείαν αύλήν τής 'Εκκλησίας καί τρίτην δεξιό{}εν πρός τά πατριαρχικά δώματα.
· Εκ
τούτων ή πρώτη είχεν όρισt}fl πρός άνάρτησιν τής άγχόνης.
Καί ό μαύρος δήμιος άνήλ{}ε διά κλίμακος, 'ίνα έμπήξn έπί τής
ούδού τόν άπαίσιον κρίκον, άφ' ού fiά έξηρτάτο τό σχοινίον.
«Δύο ήσαν κατά τόν Στεφ. Ξένον οί δήμιοι τού Γρηγορίου ό έις ύψηλός Αίftίοψ καί ό έτερος λευκός χριστιανός έξωμότης,
'Αχμέτ μετονομασ6είς. 'Όλην όμως τήν έργασίαν έξετέλεσε
σχεδόν ό μαύρος, έκείνος δέ έβοήfiει».
'Αλλ· dίφνης παρατηρούσιν ότι τό μέχρι τού έδάφους
διάστημα ήτο βραχύ. 'Η Πύλη τού Πατριαρχείου εύρέδη μικρά διά νά περιλάβη τό σκήνος τού -yίγαντος τών Πατριαρχών! Καί ένώπιον τού Γρηγορίοιυ, άπαfiώς δεωμένου τά γινόμενα, ένεπήχ6η ύψηλότερα μία δοκός καί έπί ταύτης έδέ{tη ό
βρόχος. Μίαν όλόκληρον ραν διήρκεσε τό μαρτύριον έκείνο, καδ' δ ή άγγελική τού Πατριάρχου ψυχή ύπέστη όδύνην 'ίσως
78
βαfhιτέραν έκείνης, ην έδοκίμασεν ό Χριστός dίρων πρός τόν
Γολγοttάν τόν σταυρόν αύτού. Καί δμως δέν έλιποftύμησε, δέν έδωκεν άφορμήν έμπαιγμών είς τούς περιστοιχίζοντας αύτόν
άνόμους! ·Ο Δήμιος, πωλήσας μετά εν έτος τό κομβολόγιον τού
Πατριάρχου Γρηγορίου, διηγείτο μετά μεγίστου ttαυμασμού
τήν μεγαλοψυχίαv καί τήν καρτερίαν τού Πατριάρχου κατά τό
μαρτύριον, διαπιστών τήν άδιαφορίαν μεtt' ής ύπέστη τάς
βαναύσους διαταγάς του.
Τότε πλησιάσας ό άρχηγός τής Σουλτανικής φρουράς
είπεν αύτφ βροντοφώνως: «Κακούργε! δέν είσαι σύ ό διαφttεί
ρας τούς λόγους τού Σουλτάνου, τού καταφυγίου τού Κόσμου:
Δέν είσαι σύ ό ώδήσας τούς άπίστους ύπηκόους είς τήν
άποστασίαν; Δέν είσαι σύ, σκύλε άκάδαρτε, δστις έπραξες
αύτάς τάς προδοσίας;». Σιγώντας δέ τού Γρηγορίου καί συντελεσttείσης τής παρασκευής παρέδωκε τό δύμα τφ δημίφ.
'Ότε δέ έπεσεν έκ τύχης τό καμηλαύχιόν του διέταξε καί τό
άπέδεσαν πάλι έπί τής κεφαλής τού Γρηγορίου, είπών: «'Εγώ
διετάχδην νά κρεμάσω Πατριάρχην καί όχι άπιστον!». 'Εκτεί
νας δέ τότε ό Γρηγόριος τάς χείρας πρός εύλογίαν, άνεβόησεν:
«Κύριε 'Ιησού Χριστέ δέξαι τό πνεύμά μου καί σώσε τόν
περιούσιον λαόν σου». Τότε άπεσπάσδη έκ τών χειρών τού
Δημίου καί άπετέ{)η έπί τών ώμων πελωρίου άχδοφόρου, δστις ϋψωσε τό δύμα μέχρι τού αίδίοπος άρχιδημίου άνω{)εν
ίσταμένου έπί της κλίμακας. Περιτυλίξας δ' έκείνος τόν λαιμόν
τού Γρηγορίου διά τού βρόχου, άφήκε μετέωρον τό σώμα καί
ύπό τό βάρος αύτού ό Πατριάρχης άπηγχονίσδη, παραδούς άκαριαίως τό πνεύμα είς τόν Πλάστην. Οί όφδαλμοί του
έμειναν άνοικτοί, άτενίζοντες είς τό κενόν ώς έν έκστάσει, ή
κεφαλή έκλινεν ύπό τού πόνου είς τά πλάγια καί τό ήμιανοι κτόν στόμα του έφαίνετο ώς συνεχίζον τήν προσευχήν πρός
τόν δωρητήν τής αίωνίου ζωής ...
«' Ανάβαινε!
'Ανάβαινε Πατριάρχα πρός αύτήν ήδη τήν
aκραν τής στενής καί τραχείας όδού τήν όποίαν ωδευσας διά
βίου. Πλησίασαν είς τήν έπώδυνον καί τε{)λιμμένην πύλην τής
ζωής. Διάδοχε τών άποστόλων καί τών μαρτύρων πέταξαν δι·
αύτής πρός αύτούς είς τούς ούρανούς», (Οίκ. έπιμν.) Κατά τόν
79
Κ. Σάftαν «ό προετοιμάσας τήν έπανάστασιν τού
1821
Γρηγόριος ό Ε', ώς πρωτόλειον αuτής σφάγιον, δίκην ληστού, έκρέματο πρό τού έν Κ/λει Πατριαρχείου Κληροδοτών ό άοίδι
μος έδνάρχης είς τό γένος ήμών, τού όποίου τήν έλευδερίαν
πολλάκις ώνειρεύδη καί πολλά δι' αuτήν έμόχttησε, τόν καt) ημαγμένον όποίου βρόχον τής άγίας του άγχόνης, άπήρχετο 'ίνα (Χρυσαλλίς Γ'
μεσιτεύσn καί παρά τφ Πλάστη ύπέρ τού εttνους του, τού
πρωτομάρτυς άνεδείχttψ>
65).
Καί
άλλαχού γράφει, δτι: «έκραγείσης τής 'Επαναστάσεως, είς ήν
καί ό άοίδημος οϋτος έδνομάρτυς είργάσδη μεγάλως, ύπέστη
τόν δι' άγχόνης ttάνατον καt)αγιάσας, διά τού άίματός του τήν
' Ελλ.
έπί
πολιγγενεσίαν καί έπισφραγίσας τούς διωγμούς καί τάς
καταδιώξεις, aς τό τουρκοκρατούμενον εttνος είχεν ύποστft
400
έτη, πολιτικώς μέν ύπόδουλον, έσωτερικώς .δέ ζών»
(Σάttα Ν. Φ
625).
Συντελεσttέντος τού φόνου τού Πατριάρχου οί άφώνως
t)εώμενοι τό δράμα ύπερτετρακισχίλιοι Τούρκοι έπίσημοι καί μή, έξερράγησαν dίφνης είς παντοίας ϋβρεις καί λοιδωρίας, καί
άγρίας έξέβαλλον άναφωνήσεις χαράς, ένώ έτέρωttεν άπερί
γραπτοί όλολυγμοί καί ttρήνοι έδόνουν τάς κατακλείστους
οίκίας τού Φαναρίου καί τά ένδότερα τών Πατριαρχείων. ·Ο άρχηγός τής πίστεως τού Χριστού, ό σεμνός καί άπέριττος Πατριάρχης, έκρέματο ώς ό έσχατος τών κακούργων άπό τού άπαισίου βρόχου. Λέγουσιν ότι ό Ε\Jγένιος μετά τήν έπί τft
άναρρήσει του τυπικήν δοξολογίαν, μόλις έδέχftη τά συγχαρη
τήρια τών συνοδικών, προκύψας άπό τού παραttύρου καί ίδών
τόν
Γρηγόριον κρεμάμενον, τοσούτον συνεκλονίσt)η, ιδστε
έκτοτε μέχρι τέλους τού βίου του κατείχετο ύπό περιοδικής παραφροσύνης. Μετά τινα ιδραν ήρξαντο άποσυρόμενοι οί έπίσημοι Τούρκοι, άφού έκάρφωσαν έπί τού στήttους τού Γρηγορίου τόν γιαφτάν, ήτοι έγγραφον έπίσημον τού Σουλτά νου έκτι{)έμενον τήν αίτίαν τής καταδίκης καί έχον οϋτω:
«Χρέος τών άρχηyών τών ύπ6 τήν έξουαίαν μου
διαφ6ρων λαών είναι νά έπαyρυπνώαι νύκτα καί ήμέραν
τούς ύπ6 τήν όδηyίαν των, νά παρατηρώαι τήν διαyωyήν των καί νά άνακαλvπτωαι καί άναφέρωαιν είς τήν κυΒέρνησιν
80
μου τάς dtJεμίτους πράξεις των. Οί δέ πατριάρχαι, 6ντες έξ αίτίας τής δέσεως των άρχηγοί τών ραγιάδων, ζώντων έν dσφαλεί~ ύπό τήν σκιάν τής αύτοκρατορικής μου έξουσίας, όφείλουν νά ήναι ύπέρ πάντα άλλον άνεπίληπτοι, τίμιοι,
πιστοί καί είλικρινείς. 'Έχοντες δέ αύτάς τάς άρετάς όφείλουν, όσάκις παρατηρήσουν τάς κακάς κλίσεις τού λαού των, νά τάς έμποδίζωσι δι' άπειλών καί συμΒουλών, ή,
των, και τοιουτοτροπως να φαινωνται εvγνωμονες εν μερει
άν άναγκαίον, καί διά ποινών κατά τά έ8ιμα τής 8ρησκείας '· , , , , ' ,
)
πρός τήν ύψηλήν Πύλην διά τάς χάριτας καί τάς έλευ8ερί ας, τάς όποίας άπολαμΒάνουν ύπό τήν άγα{)οποιόν σκιάν
της.
« Άλλ'
ό άπιστος πατριάρχης τών Έλλήνων, ό όποίος
έδωκεν άλλοτε
δείγματα τής πρός τήν ύψηλήν Πύλην
άδύνατον νά 8εωρη8fι άλλότριος τών
άφοσιώσεώς του,
στάσεων τού έlJνους του, τάς όποίας διάφοροι κακότροποι καί άναίσΒητοι, παρασυρόμενοι ύπό χιμαιρικών καί διαΒο
λικών έλπίδων, διήγειραν, καί χρέος του ήτο νά διδάξrι τούς
άπλούς, ότι τό τόλμημα ήτο μάταιον καί άτελεσφόρητον·
διότι
τά
κακά
διαΒούλια
δέν
είναι
δυνατόν ποτέ νά
εύδοκιμήσωσιν έναvτίον τής Μωαμε8ανικής έξουσίας καί 8ρησκείας, αί όποίαι έλαΒον τήν ϋπαρξιν των Βεό8εν πρό
ύπερχιλίων έτών καί lJά διατηρηtJούν μέχρι τής συντελείας τού αίώνος, κα8ώς μάς ΒεΒαιούν άνωlJεν αί άποκαλύψεις καί τά 8αύματα. Άλλ' έξ αίτίας τής διαφδοράς τής καρδίας του, όχι μόνον δέν είδοποίησεν, ούδ' έπαίδευσε τούς άπατηtJέvτας, άλλά κα8' όλα τά φαινόμενα ήτο καί ό ίδιος
αύτός, ώς άρχηγός, μυστικός συμμέτοχος τής έπαναστάσε
ως, καί άδύνατον νά μήν άφανισlJfι καί νά μή πέσrι είς τήν
όργήν τού Θεού όλον σχεδόν τό έ8νος τών Έλλήνων, άν καί
έν αύτφ είναι καί πολλοί ά8ώοι.
«Κα{)' όν καιρόν έyνώσ8η ή άποστασία, ή ύψηλή Πύλη,
συμπά8ειαν λα6ούσα πρός τούς ά8λίους ραγιάδες της,
ένασχολή8η νά έπαναφέρn τούς πλανη8έvτας διά τής γλυκύτητος είς τήν όδόν τής σωτηρίας των, καί έπ' αύτφ τφ
σκοπφ έξέδωκε καί προστάγματα, διαττάτουσα καί συμ6ου-
'
81
λεύουσα τόν πατριάρχην τά πρός τόν σκοπόν τούτον~ καί προσκαλούσα αύτόν ν. άφορίαrι ολους τούς άποστατήσαν
τας ραγιάδες, οπου καί dν ήσαν άλλ' άντί νά δαμάσrι τούς άποστάτας καί νά δώσrι πρώτος τό παράδειγμα τής έπιστρο φής
. είς
τά
καΒήκοντά των,
δ άπιστος
ούτοι; έyινεν ό
πρωταίτιος δλων τών dναφυεισών ταραχών. ΕίμεΒα πληρο
φορημένοι, δτι έΎεννήΒη δ ίδιος έν τfί Πελοποννήσφ, καί οτι
είναι συνένοχοι; ολων τών dταξιών, οσας οί άποπλανηΒέy
τει; ραγιάδες έπραξαν κατά τήν έπαρχίαν τών ΚαλαΒρύτων.
Ούτοι; λοιπ6ν είναι ό αίτιος τού παντελούς άφανισμού,,τόν όποίον μέλλουν διά τάι; Βείαι; θοηΒείαι;, νά πάΒωσιν οί dποπλανηΒέντες ραγιάδες. 'Επειδή δέ πανταχόΒεν έθε θαιώΒημεν περί τής προδοσίας του όχι μόνο είι; θλάθην τής
ύψηλήι; Πύλης άλλά καί είς όλεΒρον τού ίδίου έ8νουι; του,
άvάγκη ήτο νά λείψrι ό άνΒρωποι; ούτοι; dπό τού προσώπου
τής γήι;, καί διά τούτο έκρεμάσΒη πρόι; αωφρονισμόν τών
άλλων».
ΈξεδόΒη τfί 19rι τού μηνός Ρεδτσίθ
1230 (10 'Απριλίου
1821).
Θυμάτων τής t)ηριωδίας τής έξουσίας δέν έστερή{)η ποτέ ή
Βασιλεύουσα, έπομένως ό στραγγαλισμός ένός άτόμου ούδ'
άπλήν άλλοτε προυκάλει περιέργειαν. ·Η περιωπή δμως τού
Wματος καί ή ψυχολογία τής στιγμής, ~δωκαν άφετηρίαν είς ~κχυσιν δλου τού t)ρησκευτικού
ξαιρέτως οί
καί έt)νικού μίσους τού
Μωαμεt)ανισμού κατά τού άντάρτου ύποτελούς. Πάντες άνε
'Qt)ωμανοί τής Κ/λεως άδιακρίτως γένους καί ήλικίας συνέρρευσαν έκ πασών τών συνοικιών καί δι' ύβρεων καί βλασφημιών καί έμπτυσμών έξεδήλωσαν τήν πρός τό
λείψανον τού μάρτυρος καταφρόνησίν των. Γραtδια φανατικά
~τυπτον αύτόν διά ράβδων καί έσφενδόνιζον έπί τών ένδυμά
των του ρύπους τών όδών. Ρόπαλα κατεφέροντο καί έγχειρί
δια έβυitίζοντο είς τάς άψύχους σάρκας. Εύρέitη δέ καί τραύμα διαμπερές διά σφαίρας όπλου ύπό τόν μαστόν, έξ ής 'ίσως
προήλitεν άιμα καί ύδωρ ... Τό έξηγριωμένον ~οπλον πλήitος
ήπείλει αυτόχρημα τόν διαμελισμόν τού λειψάνου καί ή έξουσία μόλις ήδύνατο νά σuγκρατήση τήν τάξιν, άπωitούσαν βίQ τόν
82
φρενητιώντα συρφετόν. Τινές δμως έκ τών πεπαιδευμένων
Τούρκων προσήρχοντο καί άνεγίνωσκον τόν γιαφτάν έπιλέγον
τες: «έάν τά περιεχόμενά είσιν άληiΗ'j δικαίως επαttεν, άλλως
· ούαί
είς τούς καταδικάσαντας αύτόν, όίτινες fl'ά δώσωσί ποτε
λόγον έν ήμέρι;χ κρίσεως».
Ούδενός δ' ύστερούντες καί οί ·Εβραίοι τής συνοικίας
Μπαλατά, ρακενδύται καί έπίσημοι, πανοικεί συνωστίζον'tΌ 'ίνα
έν διατόροις κραυγαίς καί φλυάροις λοιδωρίαις έκδηλώσωσι τό
πρός τόν Πατριάρχην φυλετικόν των μίσος. Λέγεται δτι καί οί καδολικοί άνεμίχttησαν μεταξύ τών μυκτηρισάντων τό δύμα καί δτι καί δοξολογίαν έψαλαν έπί τfi ταπεινώσει τής 'Ορδοδο
ξίας!! ·Ο Μέγας Βεζύρης Βενδερλής προσέρχεται δπως άπο
λαύση τής δέας τού σφαγιασf}έντος ύπ'
αύτού 'Εδνάρχου,
άνισχύρου πλέον δπως πράξη πρός τήν Π ύλην κακόν. Ζητήσας
δέ σκαμνίον καί τσιμπούκι, κατά τόν Πρόκες "Οστεν, ήτένιζεν
έπί πολύ σύννους τό Wμα έν μέσφ τολυπών καπνού, με{)' δ άπήλttεν fφιππος, άφού συνέστησε τήν άκριβή φύλαξιν τού
λειψάνου. Κατ' άλλους έκίνησεν τήν κεφαλ'ήν έπειπών σκυ
δρωπώς
«ώ τής άδικίας!». Λέγεται,
δτι περί τό έσπέρας
προσήλt)ε καί αύτός ό Σουλτάνος μετά τού Χαλέτ μετημφιε
σμένος ώς Δερβίσης καί είδε
μακρόδεν τόν Πατριάρχην:
«Βλέπετε Μεγαλειότατε, fλεγεν αύτφ ό Χαλέτ, πόσον τρόμον έπήγαγεν είς τούς άπίστους ή άπαγχόνισις τού άρχηγού των.
"Αν έκρεμώμεν άμέσως καί αύτόν καί τούς άλλαχού όμοίους
του, ή έπανάστασις της Πελοποννήσου δέν εύωδούτο». Οϋτω φρουρούμενον καί προπηλακιζόμενον τό λείψανον εμεινεν· έξηρτημένον άπό τού βρόχου μέχρι τής πρωίας τής
Τετάρτης. Είς μάτην ό νέος Πατριάρχης έζήτησεν έiτανειλημμέ
νως νά τό έξαγοράση δι' άδρών χρημάτων παρά τών δημίων,
'ίνα τό itάΨη κρυφίως. Περιωρίσitη λοιπόν ή Μεγάλη 'Εκκλησία
είς
τήν
νεκρώσιμον
άκολουftίαν,
ητις
έψάλη
εύftύς
τήν
Κυριακήν, ώς καί tίς σιγηλάς κατόπιν δεήσεις, άναμένουσα έν
ύψίστη άγωνίQ τήν λήξιν τής άνηκούστου κατά τής 'Ορftοδο ξίdς ϋβρεως. Δέν είχεν δμως λήξει ετι τό τρομερόν σχέδιον τής
Τουρκικής έκδικήσεως. "Αλλοτε οί 'Εβραίοι ϋβρισαν παντοιο
τρόπως καί έσταύρωσαν τόν Χριστόν έν βασάνοις, άπέδωκαν
83
δμως προttύμως τό σώμα είς τόν Νικόδημον καί τόν 'Ιωσήφ,
όίτινες σαβανώσαντες αύτό, εttαψαν έν τάφφ εύπρεπεϊ ύπό
τούς κοπετούς τών τεttλιμμένων οίκείων. 'Αλλ' ό Γρηγόριος,
'ίνα ύβρισΟfl πλειότερον, έδει νά στερη'6f1 καί αύτής τής ταφής.
Είς μάτην προσήλftον καί ίκέτευσαν ίσχυροί φίλοι. 'Η Πύλη ήρνήftη την χάριν, ής άπολαύει καί ό εύτελέστατος τών
άχttοφόρων.
' Επέπρωτο
δέ 'ίνα άφε'δft είς τούς ' Εβραίους ή βδελυρωτέ
ρα σελίς τού Μαρτυρίου τού Πατριάρχου. Λέγουσί τινες δτι προσήλftον καί έξηγόρασαν τό λείψανον άντί
800
γροσίων,
άλλά καί άν είνε τούτο άνακριβές, ή Πύλη προWμως παρεχώ
ρησεν αύτό δωρεάν, 'ίνα άποφύνn μείζονας διαμαρτυρίας τής
Ρωσσίας καί ίδού οί δήμιοι την πρωίαν τής Τετάρτης έν
συνοδεί~ είκοσάδος ·Εβραίων, άποκαttήλωσαν τόν βρόχον καί έξεγύμνωσαν μέχρι καί τού ύποκαμίσου τό λείψανον καί
διαμερισf}έντες τά ίμάτιά του παρέδωκαν τοίς
' Εβραίοις
«τόν
μιαρόν έκείνον σκύλλον, 'ίνα τόν ρίψουν είς τά βά{)η τής
6-αλάσσης». Γυμνώσαντες δέ οί ·Εβραίοι τούς βραχίονάς των
πρός μείζονα εύκολίαν, έδεσαν τούς πόδας τού Πατριάρχου διά σχοινίων καί εσuραν έν άτελευτήτοις γίουχα'ίσμοϊς πρηνές τό σεπτόν· σκήνος πρός τήν ttάλασσαν. Τό πρόσωπον αύτού καί ή πάλλευκος γενειάς του έβυftίζετο είς τόν δυσώδη βόρβορον τής λεωφόρου καί τής πλατείας τού Φαναρίου, ό δέ
βρόχος μή άποσπασDείς έκ τού λαιμού έσύρετο όπισftεν, παράγων δυσεξηγήτως άπαίσιον σuριγμόν, δν έπέστεφον
κραυγαί άσεβεϊς τών άκολουftούντων άπίστων, <«Ϊς κατέβη
λοιπόν ό Χριστός σου διά νά σέ άναστήσrι!» η «αύτά πάσχουν οί άποστάται έχftροί τού Σουλτάνου!».
Ούτω λοιπόν ύβρίσαντες τό λείψανον οί ·Εβραίοι έφi}ασαν
είς τήν παραλίαν καί τό ερριψαν είς τήν ftάλασσαν έν χλευα
σμοϊς καί βλασφημίαις. Εύ{)ύς δέ ό δήμιος έπιβάς άκατίου έσuρεν αύτό άπό τού βρόχου μέχρι τού μέσου τού Κερατίου
Κόλπου, μεταξύ Φαναρίου καί Τέρσ-χανέ, ένfi'α δέσας διά τού
σχοινίου όγκώδη λί{)ον, όν έφερε με{)' έαυτού, προσεπάftησε μάτην νά τό βυftίση. Τήν μή καταβύttισιν είδεν ίδίοις δμμασι ό τότε νεαρός Βυζάντιος. 'Ένεκα τούτου έπέστρεψεν ό δήμιος
84
είς τήν άκτήν καί έλαβε δύο έτι όγκώδεις λίftους, οϋς, δεωμένων τών ·Εβραίων καί Μουσουλμάνων, έδεσαν είς τά σχοινία τών ποδών, τρυπήσας δέ καί τό πτώμα δι· έγχειριδίου πολλαχού, 'ίνα είσορμών τό ϋδωρ καταστήσn αύτό βαρύτερον,
κατώρftωσε τέλος νά τό βυδίση. Κατά τόν Κατακουζηνόν (σημ.
12),
αύτόπται διηγούντο, ότι τόν δεύτερον λίftον προσέδεσαν
έκ τής όσφύος οί 'Εβραίοι δι' άλλου σχοινίου, άφού έσπάρα ξαν πρώτον τήν κοιλίαν τού λειψάνου. Καί οϋτω συνετελέσδη
πληρέστατα τής Πύλης ή έπιftυμία. ·Ο νεκρός ύβρίσftη καί
έβεβηλώδη καί περιεφρονήftη δεινότατα. ·Αντί νά κλείσωσι
τούς όφ{tαλμούς του οί φίλτατοι τών έμπίστων, έρύπαναν , ,
αυτους οι εμπτυσμοι των ανομων· αντι να συντροφευσωσι το
' , tt , ",
:ι,,
σκήνός
του
τά
μοιρολόγια
καί
οί
κοπετοί τών
άληftώς
πονούντων, ήτο έπί τριήμερον άντικείμενον τών προπηλακι
σμών τών άπίστων· άντί στρωμνής μαλακής, ό βρόχος ό άγριος
άντί σαβάνου λευκού, οί ρύποι τών όδών τού Φαναρίου· άντί κηδείας σεμνής, τών ·Εβραίων ή άχρεία πομπή καί άντί τάφου
έλαφρού, τής ftαλάσσης τά βά{)η.
Καί όμως παρά τούς άνδρωπίvους ύπολογισμούς τά άποτελέσματα ύπήρξαν όλως άλλοία τών πρόσδοκη~έντων.
"Αν ή Πύλη. έτιμώρει τόν Γρηγόριον δι'
άφάνειαν, μειουμένης κατ' άνάγκην αύτόν
άπλής καί πάλιν
χρόνου τής ήτις πάντως
έξορίας, -ταχέως ftά περιέπιπτεν ή μνήμη τούτου είς σχετικήν
διά τού ζωής, σημασίας καί αύτής τής φιλεκπαιδευτικής καί έftνικής του δράσεως. Στερήσασα όμως προκειμένου περί γέροντος της
70
έτών {)ά ήτο όλιγοχρόνιος, καί
τιμωρήσασα αύτόν διά τού έν τοίς Πατριαρχείους μαρτυρίου,
τόν άvύψωσεν είς τήν 'Α6ανασίαν διά τής άφfΗτου dίγλης τού
'Εδνομάρτυρος, ητις ού μόνον δέν ώχριά ποτέ άλλά καί άνανεούται καί κρατύνεται διά τής παρόδου τών αίώνων. ·Η
δεία πρόνοια τιμωρεί τούς μή σεβομένους τούς ftείους καί
άνδρωπίνους νόμους καί συντρίβει τών βεβήλων τά έναγή
όνειρα, ύψούσα τούς μετριόφρονας τών άν{)ρωπίνων δικαιωμά
των προασπιστάς. Καί ίδού ό Γρηγόριος ίiντί τής χλεύης τών
συγχρόνων καί τής ήftικής άνυπαρξίας, aτινα ένόμισεν άφευ
κτα ή Πύλη, έτυχε καί νεκρός άπείρων τιμών καί ftά τιμάται ή
85
μνήμη του έφόσον δά κατοικώσι τήν Ύfιν aνi}ρωποι σεβόμενοι τήν έλευδερίαν τού άτόμου. Παρά τάς άπαγορεύσεις τής
Πύλης, η μάλλον ενεκεν αύτών άκριβώς, τόν έστέγασε νεκρόν ή
άγάπη συμπάσης τής
· Ορttοδοξίας,
έκάttηρε τό
τούς έμπτυσμούς τού
σεπτού
προσώπου
του
άιμα τόσων χιλιάδων
Τούρκων πεσόντων έν τφ ύπερόχους έπικηδείους
· Ελλ.
τιμάς,
άγώνι, ή Πανελλήνιος Μούσα τό δέ έλευt)ερω-6έν
τφ εψαλε τόσα {)ούρια, μία μεγάλη αύτοκρατορία τφ άπένειμεν
· Ελλ.
Κράτος τόν ύπεδέχttη ώς Βασιλέα καί τόν ένεttρόνισεν έσαεί είς τό aφδιτον Πάνi}εον τών 'Ελληνικών καρδιών. Κατά τάς άνεξηγήτους βουλάς τής ftείας Προνοίας τό
λείψανον, προσκαίρως βυttισftέν είς τά ϋδατα τού Κερατίου Κόλπου, άπεσπάσftη τών προσδεδέντων λίftων καί τήν έσπέ ραν τού Σαββάτου τού Θωμά
(16
'Απριλίου) διελttόν άνεξηγή
τως τάς γεφύρας έφάνη έπιπλέον παρά τόν Γαλατάν μεταξύ
τών έτοίμων πρός άπόπλουν πλοίων, προσορμισftέν είς τά πλάγια ένός τούτων, όνομαζομένου "Α ν. Νικόλαος καί άνήκον
τος είς τόν Κεφαλλήν α Νικ. Σκλάβον. ·Η όψις τής δαλάσσης ένέπνεε τήν φρίκην είς τού~ ttεωμένους αύτήν, καttόσον ύπό
τήν γαληνιαίαv- · έπιφάνειαν έκρυπτε τόσα πτώματα!
'Υπό
τοιαύτας έντυπώσεις ό φρουρός τού πλοίου τού Σκλάβου,
καταβιβάσας τό ύδροφόρον άγγείον, ήσftάνi)η τούτο προσ
κρούσαν έίς τι άντικείμενον. Προσέξας δέ καί ίδών πτώμα
άνttρώπινον, έξύπνησεν εύttύς τούς κοιμωμένους ναύτας καί
τόν πλοίαρχον, όστις διέγνωσε πτώμα λευκότριχος γέροντος, προφανώς ίερωμένου. Κιφνης ό έν τφ πλοίφ πρόσφυξ πρωτο
σύγγελος Σωφρόνιος, ό έξ 'Άνδρου, ίδών τό πτώμα άνέκραξε
κλαίων: «·Ο Πατριάρχης μου! 'Ιδού, αύτός είνε ό καλός καί
ένάρετος Γρηγόριος, ό πατήρ μας». «Σιώπα, άπήντησεν ό
Σκλάβος, μή κλαίης καί ftά τόν λάβωμεν συνταξειδιώτην».
Βεβαιω'6είσης δέ καί ύπ' aλλων προσφύγων τής ταυτότη
τος τού Γρηγορίου, έρριψαν άμέσως έπί τού γυμνού λειψάνου
ψάδαν, όταν δέ προ"ίούσης τής νυκτός έκράτησεν έν τοίς πέριξ
άπόλυτος ήσυχία, τό άνείλκυσαν άδορύβως καί περιβαλόντες διά λευκού σαβάνου, τό έκρυψαν είς τά βάi}η τού κύτους.
Κατά
τόν
Πουκεβίλ
«τό
λείψανον
άποπλυttέν ύπό
τών
86
κυμάτων διετηρείτο έντελέστατα καί ή άγχόνη, ή τό πρόσωπον αύτού χρωματίσασα, πρσέδιδεν έξοχον μεγαλείον είς τήν φυσιογνωμίαν αύτού». Τήν πρωίαν ό Σκλάβος, έχων άπό τής προτεραίας έν τάξει τά ναυτιλιακά του έγγραφα, άπέπλευίJεν άνενόχλητος καί διελδών τόν Βόσπορον έφ{)ασεν είς Ρωσσίαν
τfι
11
Μαtου
1821.
ην ή Πύλη έσκέφf}η νά
·Η Κυριακή τού Πάσχα, καft'
ύβρίσn τήν ·Εκκλησίαν, τιτρώσκουσα αύτήν είς τά καίρια διά
τού φόνου τού Πατριάρχου, ύπήρξεν άφετηρία ftεοστυγούς
αίματοχυσίας. Πρώτοι δέ έδει νά πέσουν οί έγκάftειρκτοι
άρχιερεί.ς.
· Αφού
μάτην οί είσελδόντες είς τήν είρκτήν δήμιοι
προσεπάftησαν νά πείσωσιν αύτούς είς έξισλαμισμόν, μετέλα βον διά ξηρού άρτου τών άχράντων μυστηρίων καί κατόπιν δέσμιοι ώδηγή-δησαν είς τάς βορβορωδεστέρας συνοικίας τής πρωτευούσης πρός δανάτωσιν. ·Ο 'Επτανήσιος 'Αγχιάλου,
άναβιβασδείς είς τήν λεγομένην Κιγκλιδωτήν Πύλην, έδέχftη
τήν άγχόνην καρτερικώτατα.
·Ο
Ν ικομηδείας, έξέπνευσε κατά
τό παρμάκ-καπί πρίν η ό δήμιος τόν ύψώση, τούτο όμως δέν
άνέστειλε τόν άπαγχονισμόν α\Jτού τού πτώματος. Συγχρόνως
άπηγχονίσ6ησαν
άλλαχού
ό
Δέρκων,
ό Θεσσαλονίκης, ό
Τυρνόβου καί ό 'Αδριανουπόλεως. Τά σώματά των προπηλακι
σδέντα καί κατασπιλω6έντα ύπό τών Μουσουλμάνων, προ
σελt)όντες καί πάλιν προftύμως οί ·Εβραίοι τά έσυρον είς τήν ftάλασσαν καί τά κατεπόντισαν. Περί τών λοιπών μιαιφονιών τής Πύλης δά διαλάβωμεν βραδύτερον.
Τ. Καvδηλώρου,
ivlJ' άvωτ., σελ. 234-249.
Προβλέπων τήν είς ftάνατον κατaδίκην αύτού μετά τήν
έκρηξιν τής
· Ελληνικής ' Επαναστάσεως
καί τήν σύλληψιν καί
τήν φυλάκισιν τού Μητροπολίτου 'Εφέσσου Διονυσίου, τήν έν
Κων/πόλει άποκεφάλισιν άπάντων τών εύγενών, τών έχόντων συγγενείς έν Μολδοβλαχίc:.χ, τήν κατά τήν τρίτην έβδομάδα τών νηστειών κατά τό ~ος
1821
φυλάκισιν
τών
συνοδικών
·άρχιερέων Νικομηδείας
· Αftανασίου,
Δέρκων Γρηγορίου καί
87
'Αγ)(ιάλου Εύγενίου, τήν κατά τήν πρωtαν τής Μ. Δευτέρας
(2
'Απριλίου) άποκεφάλισιν τού μεγάλου διερμηνέως Κωνσταντί
νου Μουρούζου, τόν έν Κων/πολει σφαγιασμόν έτέρων έπισή
μων, ίδίως έκ Πελοποννήσου καταγομένων, παρέμεινεν άτάρα
χος, άπτόητος καί πιστός είς τό ποιμαντικόν αύτού καδήκον,
άποκρούων τάς συνεχείς συστάσεις τής ρωσικής πρεσβείας καί
τών έν Κων/πόλει προκρίτων όμογενών, δπως, δραπετεύων δι' άσφαλούς όδού, διασωftft, πρός όφελος τού 'Έftνους. Μεταβαί
νων ό Πατριάρχης ούτος, δπως ίερουργήση κατά τήν ήμέραν
τού Πάσχα είπε πρός τούς 'Αρχιερείς καί τούς Πρεσβυτέρους «'ίωμεν έπί τό ίερόν ftυσιαστήριον». 'Αναφωνών μετά χαράς καί
έλπίδος τό
« 'Αναστήτω
ό Θεός καί διασκορπισftήτωσαν οί
έχftροί αύτού» κατά τήν τελευταίαν ταύτην λειτουργίαν του, προοιωνίζετο τήν έλευ'6ερίαν τού δούλου "Εttνους. 'Ολίγον άργότερον, περί ώραν 10ην πρω'ίνήν, συνελήφt)η έντός τού
Πατριαρχείου ύπό τών Τούρκων, μετά τήν τέλεσιν τής '6είας
. λειτουργίας.
Οί δήμιοι ώδήγησαν τόν Πατριάρχην διά μικράς
άκάτου είς τάς φυλακάς, δπου ύπέβαλον τούτον είς φρικτά βασανιστήρια, καft'
a έπίεζον
αύτόν 'ίνα δεχt}ft τόν
' Ισλαμι
σμόν. ·Ο Πατριάρχης άπήντησεν είς τάς προτάσεις ταύτας
κατηγορηματικώς «είς μάτην κοπιάζετε· ό Πατριάρχης τών
Χριστιανών, Χριστιανός έγεννήttη, Χριστιανός ttά άποttάνη».
'Εξαχftείς έκ τής φρικώδους φυλακής ώδηγήftη ό Γρηγόριος μέ δεδεμένας τάς χείρας πρός τά όπίσω είς τήν άποβάftραν τού
Φαναρίου.
' Ενταύt}α
άνατείνας τούς όφttαλμούζ πρός τόν
ούρανόν, ποιήσας τό σημείον τού σταυρού καί γονυπετήσας, fκλινε τόν αύχένα πρός άποκεφαλισμόν. Λακτιζόμενος δμως
ύπό τού δημίου ήγέρδη καί έπορεύετο βασταζόμενος πρός τό μαρτύριον, δπερ περιγράφει ό ·Αναστάσιος Γούδας ώς άκο
λούftως- «Κλονιζομένοv δέ τού μάρτυρος, δύο
8οηΒοί τού
δημίου, ύποατηρίζοντες αύτόν έκατέρωΒεν, είσήγαγον εϊς τι
παντοπωλείον, κατά τήν γωνίαν πρός τά δεξιά τής μεγάλης
όδού τού Φαναρίοv κείμενον... Οί δ'ήμιοι ώδήγησαν τόν μάρτυρα άπό τού παντοπωλείου είς τάς πύλας τού Πατριαρ χείου ... Αύται δέ, σμικράν τινα τετράγωνον πλατείαν σχημα
τίζοvααι, εlσί τρείς ... ΈνταύΒα λοιπόν έν τfΊ έπαράτφ ταύτrι
88
μεσαί~ πύλrι, ήτις έκτοτε μένει έπιμελώς κεκλεισμένη, είχαν διαταχlJή οί δήμιοι νά άπαγχονίαωσι τόν άοίδιμον Γρηγόρι ον. Άλλά καί πρό τής άπαγχονίσεως aυτού ό μάρτυς ύπέατη καί ένiαύlJα έτερον μαρτύριον. Είχε μέν έπιστρέψει
μόλις πρό όλίγων στιγμών ό νέος Πατριάρχης (ό έκλεγείς είς άντικατάατασιν τού Γρηγορίου Ε', πρώην Πιαιδίας Εύγένι ος), άλλ' ή κρεμάlJρα δέν είχεν εlσέτι κατασκευασδή. Πρός τούτο οί δήμιοι ένόμιζον, ότι ούδεμίαν άνάγκην έχουσι προπαρασκευής. Άλλά τό ύψος τής lJύρας εύρέlJη μικρόν.
'Εδέησε λοιπόν νά παραμείνrι έκεϊ όρlJιος ό μάρτυς, τάς χείρας πάντοτε δεδεμένας έχων πρός τά όπίσω μέχρις ού οί θοηlJοί τών δημίων προμηlJευlJώσι καταλλήλους τινάς δο
κούς,
καί έμπήξωσι καί καρφώσωσι δύο μέν καlJέτως,
καί έν τφ μέσφ αύτής δέσωσι τόν
έκατέρωlJεν δηλαδή τής έπαράτου Πύλης μίαν δέ έπ' αύτών όριζόντιον, έπάρατον Βρόχον. Ταύτα πάντα έγένοντο ύπό τάς όψεις τού μάρτυρος, όν λαθών τότε είς τών δημίων προαήγyισεν ύπό
τόν Βρόχον, έrερος δέ τις, λα6ών τό lJύμα έν άyκάλαις,
έlJεσεν έπί τόν ώμον πελωρίου τινός άχlJοφόρου, 'ίνα ύψώσrι άπό τού έδάφους τής γής, καί τρίτος δήμιος, έπί τήν στέγην
τής μεσαίας Πύλης άνα6άς, καlJεϊλεν έτοιμον τό άπάρατοv
σχοινίον. Τότε ό πρώτος δήμιος 8είς τόν Βρόχον περί τόν
τράχηλον τού μάρτυρος, διέταξε τόν πελώριον άχlJοφόροννά άποσυρlJfι, καί ούτως άπηγχονίσlJη ό μάρτυς. Κατά τήν στιγμήν έκείνην έπεσεν άπό τής κεφαλής αύτού τό καλιμαύ
χιον, άλλ · είς τών δημίων έδεσε καί αύlJις αύτό είπών·
«Πατριάρχην διετάχlJημεν νά άπαyχοvίσωμεν καί ούχί
άπιστον» ... Πλήδος τότε γυναικών ΌΙJωμανικών, πλήlJος
ρακενδύτωv ·Ι ου δα ίων ώς χείμαρος ώρμησεν έπί τό κρεμά μενον ίερόν λείψανον. Οί μέν έπτυαν αύτό κατά πρόσωπον, άλλοι έχλεύαζον διά τών άπρεπεστάτων φράσεων· καί άλλοι
έξύ6ριζοv, εύχόμεvοι όμοίαν τύχην είι; άπαντας τούς
άπίστους. Τινές μέν έ6αλλον τό σώμα διά τών προστυχόντων
πραγμάτων, ώς έπί τό πλείστον άκαlJάρτωv καί ρυπαρών,
τινές δέ άλλοι καί διά ροπάλων καί άλλοι δι' αίχμηρώv
όργάνων. Έν δέ τφ ίερφ αύτού λειψάνφ εύρέδη ύπό τόv
89
μαατόν μετά τήν άπό τijς κρεμάlJρας κατάΒααιν καί διαμπερές τραύμα, διά σφαίρας πυροΒόλου όπλου γεν6με
νον. ·Ή το δέ άδύνατον νά άποσυρlJfί τού φρικώδους τούτου
lJέματος τό φρενητιών καί έξηγριωμένον πλijlJoς, άνευ τής
χρήσεως Βίας ... Τότε δέ rίiρμηααν καί αύlJις μετ' άγρίων
φωνών καί άλλαλαγμών τά ρυπαρά καί ρακένδυτα καlJάρ
ματα
'Ιουδαίων τε καί ΌlJωμανών καί παραλαΒόντα τό
λείψανον άπό τώv δημίων έαυρον κατά γής, γυμνόν τό πρόσωπον έπί τού ρυπαρού έδάφους έστραμμένον, έχον καί φέρον πάντοτε τό έπάρατοv Βρόχον. Πρός πλειοτέραν δέ χλεύην δέν ήρκέαlJηααν νά σύρωαι αύτό άπό τού σημείου
τούτου, άλλά τούτο μέν άφησαν νά αυμπαρααύρηται κατό
πιν τijς κεφαλής τού μάρτυρος, περί δέ τόν άατράγαλον
lJατέρου τών ποδών αύτού έlJεααν έτέρους Βρόχους, καί
οϋτω έν φωναίς καί άλλαλαγμοίς 'Ιουδαίοι καί ΌlJωμανοί
έσυρον τό λείψανον, δι' όλων τών ρυπών καί άκαlJαραιών
τής όδού καί τής δυσώδους πλατείας τού Φαναρίου μέχρι τής άποΒάlJρας αύτού· έκεί δέ παρέλαΒον αύτό καί αύlJις οί δήμιοι καί έπεΒί6αααν έν άκατίφ. διετρύπηααν δι
κωλύαn τήν
'Εκεί δέ πρώτον μέν
'
αίχμηρών όργάνων άπαντα τ?ν κορμόν, ίνα
τfj έπιφανείQ τής lJαλάσσης άνάδυσιν.
διέλlJn πανταχού τού σώματος τό lJαλάααιον ϋδωρ καί
έν
'Έπειτα δέ έδεσαν διά τε τού περί τόν τράχηλον Βρόχου, διά τών περί τούς aστραγάλους καί δι· έτέρων έπίτηδες περί τάς χείρας τεlJέντας, όγκώδεις καί Βαρείς λίlJους καί οϋτω
κατεπόvτισαν έν τφ μέσφ τού Κερατίου κόλπου, έχοντος
ένlJεv μέν τήν παρ αλί αν τού Φαναρίου, ένlJεν δέ καί κατ'
άντικρυ αύτού, τόν ναύαταlJμον καί τήν ρυπαρωτάτην
συνοικίαν τού Κασιμπασά».
Κατά δείαν πράγματι οίκονομίαν οί λίitοι άπελύδησαν άπό τού τραχήλου, τών ποδών καί τών χειρών. Ούτω τό λείψανον
τού Πατριάρχου, '6εαδέν έπιπλέον κάτωδι τών γεφυρών κατά
τόν Γαλατάν, παρελήφδη κρυφίως παρά τού πλοιάρχου ·Ιωάννου Σκλάβου τού έκ Κεφαλληνίας καί μετεφέρδη είς 'Οδησσόν, ένttα έκηδεύitη μέ αύτοκρατορικάς τιμάς. Τφ
1871
έπί τft έπετείφ τής πεντηκονταετηρίδος τού ύπέρ τής άνεξαρ-
90
τησίας άγώνος, μετεφέρttη τό λείψανον τούτο είς · Α{)ήνας Καί έναπετέf}η έν μέσ φ τιμών είς τόν ναίσκον τού ' Α γ ίου · Ελευ{)ε. ρίου καί κατά τό έπόμενον έτος έν τφ Ν αφ τής Μητροπόλεως έντός μεγαλοπρεπούς τύμβου. Tft 10.4.1921 ό μάρτυς ούτο~ τής πίστεως ήμών άνεκηρύχδη &γιος ύπό συνόδου 25 άρχιερέ· ων έν · Α{}ήναις καί παραμένει έν τft συνειδήσει τού · Ορ{)οδό. ξου 'Ελληνικού Λαού φωτεινόν μετέωρον τής διά τήν πίστιν
καί τήν πατρίδα αύτοt>υσίας.
Ί. Περαντώvη, Λεξικόv Νεομαρτύρων, τόμ. 1, σελ. 134-138.
4.
Οί τιμέ~ τού λειψάνου στήν αύτο)(ρατοριχή Ρωσία
Μετά
λιμένα
24
ήμερών τρικυμιώδη πλούν είσήρχετο ό «'Άγιος
Νικόλαος» μ.έ τήν
τής
· Ιονικήν
Τό
του σημαίαν μεσίστιον είς τόν
πέν6ος τούτο ένέπνευσε τήν
'Οδησσού.
ύπόνοιαν είς τάς άρχάς καί τόν λαόν δτι νόσος λοιμική είχε
ftερίσει μέγα μέρος τού πληρώματος καί εύWς έστάλη λέμβος τού λιμεναρχείου πρός έξέτασιν. ·Αλλ' έν άκαρεί μετεδόftη είς
τήν πόλιν ή χαρμόσυνος άλλά συνάμα καί ftλιβερά έίδησις δτι
τό λείψανον τού Πατριάρχου προσωρμίζετο είς γήν φίλην καί
όμόδοξον, ζητούν άσυλον καί όλίγον χώμα πρός ταφήν. Ούδείς, ώς ίστορεί αύτόπτης, δύναται νά περιγράΨn τήν βαf)είαν συγκίνησιν τής έμπορικής εκείνης μεγαλοπόλεως έπί τfί τοιαύτη άπροόπτφ εύτυχί<;t. ·Ο ίατρός τού ύγειονομείου γέρων
· Εμ.
Περσιάνης, (προσφυγών πρό έτών έν Ρωσσία μετά τού Κ.
άφού άνεγνώρwε τόν νεκρόν τού Γρηγορίου, καί άγγέλλει τό γεγονός πρός τόν τότε
Ύψηλάντου)
σπεύδει χαίρων
διοικητήν τής Μικράς Ρωσσίας κόμητα 'Αλέξανδρον Λανζε
ρών, δστις Γάλλος ών τήν καταγωγήν καί πολλά ύποστάς έπί τής Γαλλικής έπαναστάσεως, κατετάχftη πρό πολλού είς τόν
Ρωσσικόν σταυρόν, ήδη δέ διQ}κει τήν περιφέρειαν τής 'Οδησσού τιμώμενος διά τής φιλίας τού Τσάρου. Ό Λανζε
ρών έδέχετο μετά ·πλείστης συμπα6είας τούς έκ Κ/λεως
'Έλληνας πρόσφυγας, μετά μεγίστης δέ χαράς ήκουσε τήν προσόρμwιν τού λειψάνου τού άρχηγού τής όρftοδοξίας.
Προκειμένου δέ νά έφαρμοσftn ή τήρησις τής νενομwμένης
καftάρσεως, δι.ώρwεν εύWς έξαμελή έπιτροπήν έκ τών Περ σιάνη, Ν. Σούτσου 'Αλ. Χατζερή, ι Καρατζά, ·ι Σχινά, Σεβαστοπούλου καί Σαματά ήτις, γραμματεύοντος τού διηγου
μ.ένου ταύτα Κ. Γ. Καλλιστράτη, άνέλαβε τήν διάλυσιν πάσης
άμφιβολίας περί τής ταυτότητος τού Πατριάρχου.
92
Εύτuχώς δέ τό λείψανον διετ-ηρη{)η aσηπτον ενεκα της
ίσχνότητος τού Γρηγορίου καί τής έπί ήμέρας έν τft 'δαλάσση διαμονής, 'ίσως δέ καί διότι ό Σκλάβος έδηκεν αύτό έν κάδφ
οίνοπνεύματος, άν είνε άληδής ή παράδοσις.
·Η
ταυτότης
λοιπόν έβεβαιώi}η εύκόλως ύπό τώv κληttέντων έν τφ πλοίφ
προσφύγων ·Ελλήνων καί ίδίι;χ τών συμπολιτών του Βελ. καί τού Οίκονόμου τού έξ Αιογενείδου, Παναγ. Σέκκερη
Οίκ!>νόμων.
Τό
συνταχ{)έν
πρωτόκολλον
τής ταυτότητος,
προσυπογραφέν ύπό πολλών μάρτύρων καί δη καδολικών τινων
τού Σταυροδρομίου, άπέστειλεν ό Λανζερών μετά λεπτομερούς
έκ6έσεως δι' έκτάκτου ταχυδρόμου είς Πετρούπολιν, ζητών
όδηγίας παρά τού Τσάρου περί τής ταφής. 'Εν τφ μεταξύ διέταξε νά τοπο{)ετηδft
σεως δλος ό
τό λείψανον είς τόν Πύργον τού
λαός
Λοψοκα6αρτηρίου. Γνωσδείσης δέ τής ήμέρας τής άποβιβά
φιλόδρησκος
· τής ' Οδησσού
καί τών
περιχώρων κατijλ6εν έν άπεριγράπτφ συγκινήσει καί σuνωστι σμφ είς τήν παραλίαν. Καί αύτοί οί φύλακες τής ύγειονομικής
ζώνης άνεμίχδησαν μετά τού λαού. Εις κανονιοβολισμός τής
φρεγάτας τού στόλου άνήγγειλε τήν έπί λέμβου έπιβίβασιν τού
λειψάνου, δπερ κεκαλυμμένον ύπό δύο σημαιών, 'Ιονικής καί
Ρωσσικής, καί κροτούντος άνά πάν λεπτ-όν τού πυροβόλου
άπεβιβάσ()η είς την παραλίαν καί συνοδευόμενον μακρόδεν ύπό τής έπιτροπής, ύπό τού άνωτέρου κλήρου καί ύπό τών
Ρωσ. άρχών, μετεφέρδη είς τό έπίτηδες εύτρεπισ6έν δωμάτιον
τού λοιμοκαδαρτηρίου, όπως ύποστft τριακον6ήμερον κάδαρ σιν. "Άσβεστοι κανδήλαι καί λαμπάδες γιγάντιοι έπί κηροπηγί
ων πολυτελών διέσπειρον πέριξ τού σεπτού λειψάνου aπλετον
φώς καί άδιάλειπτος ήκούετο ήμέρας καί ννκτός δέησις τών έκ περιτροπής άγρυπνούτων ίερέων. Τό κιβώτιον έν φ εύρίσκετο
τό λείψανον έκαλύφδη διά βαρυτίμου βελουδίνου ύφάσματος,
έφ · ού μεγαλοπρεπής σταυρός, δωρηδέντων άμφοτέρων εύλα
βώς ύπό τού Μητροπολίτου Χερσώνος, είς ον ύπέκειτο ή
'Οδησσός.
Μετά τινας ήμέρας έφδσαν οί ταχυδρόμοι είς Πετρούπολιν
καί έπί τη άφίξει τού λειψάνου aφδονα έρρευσαν δάκρυα έκ
τών όφδαλμών τού εύαισδήτου Τσάρου 'Αλεξάνδρου καί τών
93
έπισήμων μεγιστάνων, κληρικών καί λαϊκών, ζωηρά δέ καί
άδελφική έξεδηλώt)η πάντοδεν συμπάttεια έν τn πρωτευούση
ύπέρ τών ·Ελλήνων ώς σφαζομένων ύπέρ τής Πίστεως.
·Ο
Τσάρος διέταξε νά διανεμηδώσιν έκατόν χιλ. ρουβλίων είς τούς
πρόσφυγας 'Έλληνας, νά τελεσδft δέ μεγαλοπρεπεστάτη ή
κηδεία τού Πατριάρχου, άπονεμομένων α\rrφ τιμών Προέδρου της Ρωσσικής Συνόδου έν συνδυασμφ μετά τιμών γερουσια
στού
έν ένεργείςι.
Ταυτοχρόνως άπέστειλεν είς
· Οδησσόν
πολύτιμον άδαμάντινον σταυρόν, ή δέ Τσαρίνα βαρύτιμον μίτραν, διάλιδον έγκόλπιον καί πάγχρυσον Πατριαρχικήν
στολήν συντελεσδείσαν προσωπική Αύτής έπιβλέψει. Τά δώρα
ταύτα ώς καί aλλα πολλά τών εύγενώς άμιλλωμένων μελών της
Αύτοκρατορικής οίκογενείας, έκόσμησαν τήν νέαν ύψηλήν
λάρvακα, έφ · ής άπετέδη τft
λαμπάδων ό Γρηγόριος.
15
'Ιουνίου έν μέσφ πλείστων
· Επικειμένης
δέ τής λήξεως τής καf)άρσεως έκανονίσf)ησαν
αί λεπτομέρειαι τής κηδείας. Διαταγft τής Ρωσ. Συνόδου ό
·Αρχιεπίσκοπος Κινσοβίου καί Χοτίνου Δημήτριος μετά τών
Μητροπολιτών Είρηνουπόλεως Γρηγορίου καί Σερβίας Λεοντί-
·
ου, παρακολουδούντος καί πολλού κατωτέρου κλήρου, έφδα
σαν είς Έν Όδησσόν, ένf)α παρετύγχανε καί ό γηραιότερος
Κύριλλος ό Δρύστρας.
Όδησσφ διέμενεν άπό
15
έτών καί ό έπίσκοπος
Νηρίτσης
· Αδανάσιος
όστις κατά τήν δευτέραν Πατριαρχείαν
τού Γρηγορίου είχε κηρυχδft έκπτωτος, άλλ' ούδεμίαν αίσδα
νόμενος μνησικακίαν προσεφέρδη προf)ύμως νά συμμετάσχη
είς τήν κηδείαν. Συγχρόνως συνέρρευσαν είς Όδησσόν συν
τάγματα στρατού διαφόρων όπλων έκ τών πέριξ, στρατοπεδεύ
σαντα είς τήν παρά τήν Γερμανικήν άποικίαν πεδιάδα, προσέτι δέ καί πληδος όρδοδόξων 'Ελλήνων καί Ρώσσων έκ της
έπαρχίας Χερσώνος, Ποδολίας, Κιέβου, Αίκατερινοσλάβ κλ. οϋτως ώστε μετά μεγίστης δυσκολίας fιδυνήδη ή ·Οδησσός νά
τούς φιλοξενrlση καί τούς στεγάσn. Τήν πρωίαν τής
17
'Ιουνίου, ήμέρας Παρασκευής, ένώ
λαμπρός ύψούτο ό i]λιος, τά διάφορα στρατιωτικά σώματα
ήρξαντο καταλαμβάνοντα τάς όρισttείσας αύτοίς 6έσεις, μόλις
94
δυνάμενα νά διασχίσωσι τά πλή{)η τά άπό βα-δέως όρ-δου
συνωστιζόμενα περί τάς όδούς, δι' ών έκανονίσ-δη νά διέλttη ό νεκρός τού Πατριάρχου. Συγχρόνως ό ίππότης Κεσφίλ, καt}η~
γητής τής Θεολογίας, έξήγαγε μετά τού Περσιάνη τό λείψανον
καί κατέt}ηκεν αύτό έν τfj αύλfj τού λοιμοκαδαρτηρίου έπί
πολυτελούς ίκριώματος στεγασμένου δι' ούρανού έξ όλοσηρι~
κού. Περατω6εισών δέ πασών τών παρασκευών ~φ6ασεν ό Λανζερών μετά λαμπρού έπιτελείου είς τό λοιμοκαδαρτήριον,
ένώ ~ηκολού6ουν σημαίνοντες πενδίμως πάντες οί κώδωνες
τών ναών τής 'Οδησσού.
ΕύWς δέ κατόπιν περιεκύκλωσαν τήν λάρνακα οί έπίσκο~ ποι, ό κλήρος καί αί τοπικαί άρχαί καί ψαλέντος το~ τρισαγίου, έτέ{)η ό νεκρός έφ' άμάξης συρομένης ύπό εξ μελανειμονούν~
των 'ίππων, ούτω δέ τήν
11
π.μ. ώραν άνοιχf)είσης τής μεγάλης
thJρας, ήρξατο ή πορεία, άγγελ{}εϊσα ύπό κανονιοβολισμού τού
έλαφρού πυροβολικού της μικράς προκυμαίας τών δημητρια κών. Παρά τήν πύλην τού Λοιμοκα{}αρτηρίου προσήλ{}ε παρά
τό φέρετρον ό. Μητροπολίτης καί παρουσιάζοντος όπλα τού
στρατού
καί
γονυπετούντος
τού
λαού
κλήρου
άνέπεμψε
δέησιν
κατανυκτικωτάτην.
'Ενώ δέ τού
αί χρυσΟ'ι1φαντοι
στολαί άπήστραπτον ύπό τάς λαμπράς τοϋ ήλίου άκτίνας,
άπαντα τά έν τφ λιμένι πλοία, ~χοντα πενf)ίμως άνηρτημένας τάς σημαίας, i]ρξαντο κανονιοβολοϋντα τά μέν πολεμικά καί τό
φρούριον άνά
101
φοράς τά δέ έμπορικά άνά
51.
Μετά τήν δέησιν ή πομπή προέβη κατά τήν έξής τάξιν. 'Ηγείτο έν μέσ φ δύο φανών μέγας άργυρόχρυσος σταυρός, έίποντο αί σημαίαι πασών τών έλληνορωσσικών έκκλησιών είς διπλούς στίχους μεfi' τόν ίερόν άς διάκονοι ~φερον έπί χρυσών μέν έγκόλπιον. Είπετο κατόπιν τό προσκεφαλαίων τήν άρχιερατικήν ράβδον έπί βυσσινοχρόων δέ μανδύαν καί τό κάλυμμα τής λάρνακος καί ~κλειε τήν πρωτοπορίαν χορός
μελφδικών ψαλτών. Κατόπιν, ήγουμένου μεγίστου κηροπηγίου
μέ ύψηλήν λαμπάδα, ήκολούfiουν οί μοναχοί, οί ίερείς, οί
άρχιμανδρίται καί εν τέλει οί ίεράρχαι μετά πλήfiους διακόνων,
κρατούντες κηρία καί fiυμιατήρια. Εύfiύς δέ κατόπιν έίπετο ή
πολυτελεστάτη νεκροφόρος, ής τούς πενf)Lμως περιβεβλημέ-
95
νους 'ίππους ώδήγουν εξ μελανειμονούντες ίπποκόμοι. Πέριξ της άμάξης τέσσαρες διάκονοι έ6υμιάτιζον, εξ δέ άξιωματικοί -rού καδαρτηρίου καί όκτώ ίερείς έκράτουν τόν βελούδινον καί χρυσοποίκιλτον ούρανόν, καί δώδεκα προ\Jχοντες 'Οδησσηνοί
έκράτουν πέριξ άνημμένας λαμπάδας. Πρώτος μετά τήν
aμαξαν ήκολούδει ό Λανζερών ώς άντιπρόσωπος τού Τσάρου,
περιστοιχιζόμενος ύπό έπιτελείου πολιτικών έκ -rών ήγεμονι
κών οίκων τής Μολδοβλαχίας. πένδους.
' Εφεξής
δέ έίπετο aπειρος λαός
έν ποικιλωτάταις ένδυμασίαις, φέρων δεξιόf)εν τό σημείον τού
·Η δλη πομπή βαδίζουσα έπί τής παραλιακής όδού tν μέσφ
παρατεταγμένου άτελευτήτως στρατού, ο\Jτινος άπήστραπτον
αί λόγχαι, έφf)ασε βραδέως είς τήν προκυμαίαν τού εσωτερι
κού λιμένος, έν τfί μεγάλη πλατείQ τής όποίας είχε καδορισ{}fί
μικρά άνάπαυσις. 'Απετέιtη λοιπόν ή λάρναξ ύπό τήν έπίτηδες
κατεσκευασμένην καί στίλβουσαν έκ χρυσού καί άργύρου
μικράν σκιάδα, έκεί δέ οί ψάλται έμελφδουν νεκρώσιμα καί οί
τού καιομέ~'συ μυροβόλου λιβάνου καί τών άνημμένων μυριο
πληδών λαμπάδων. Παρελδούσης ήμισείας <.δρας άναπαύσεως
ό Μητροπολίτης Χερσώνος άνέγνωσε τήν εύχήν τής συγχωρή
ίερείς άνεγ.Lνωσκον εύχάς, ένώ νέφη καπνού άνέ6ρωσκον έκ
σεως, ήν έπανέλαβον πάντες οί άρχιερείς, δτε δέ ήλ6εν ή σειρά
τού Νηρίτσης, ήρξατο ούτος άναγινώσκων τήν εύχήν
· Ελληνι
στί, άλλ' εύf)ύς τρέμων δλος έπεσεν ύπτιος. Συνελδών δέ μετ'
όλίγον έξηκολούf)ησε τήν άνάγνωσιν μέ φωνήν τόσον συντε τριμμένην καί μέ τόσα δάκρυα είς τούς όφf)αλμούς, ιδστε έν άκαρεί οί λυγμοί τού έκπτώτου άρχιερέως μετεδό{)ησαν εtς δλον τό πλήδος, δπερ έξερράγη είς όλολυγμούς καί άκράτητον
6λίψιν. Τήν δεινήν ταύτην ψυχικήν κρίσιν, έπλήρωσεν εύ{)ύς κατόπιν ό Ν ηρίτσης διά μακράς άσδενείας, άφού δμως
ήκολούf)ησεν ύποστηριζόμενος ύπό κληρικών τήν έκφοράν
μέχρι τέλους.
Ψαλείσης δέ έν τfί σκιάδι τijς πλατείας καί τής λοιπής
νεκρωσίμου άκολουδίας, τά πεζικά συντάγματα έπυροβόλη σαν tρίς, έγένετο δέ κατόπιν πρό τού φερέτρου παρέλασις
δλων tών Ρωσσικών στρατιωτικών σωμάτων, παρουσιαζόντων
96
όπλα είς πυκνοτάτας φάλαγγας. Είτα έκαστον σώμα fλαβε τήv
6έσιν του, τό μέν πεζικόν έκατέρωδεν τού φερέτρου, τό δέ
6ωρακοφόρον ίππικόν έπικεφαλής, ήγούμενον τής πορείας καί κλεϊον όπισ6εν τήν έπίσημον συνοδείαν. Ούτω δέ τό λείψανον, άρftέν ύψηλά, διηυWν6η διά τής λεωφόρου είς τό
έσωτερικόν τής πόλεως, είς τρία σημεία τής όποίας έv μέσφ
πρωτοφανούς συνωστισμού έψάλησαν δεήσεις καί μετά
μακράν καί βραδυτάτην πορείαν fφδασεν είς tόν καδεδρικόv
ναόν τού Σαμπορίου (Μεταμορφώσεως). ·ο ναός ούτος fχει
μέγα προαύλιον καί πέριξ αύτού έκτείνεται εύρυτάτη πλατεία, ήν είχε καταλάβει άπό πρωίας ό λαός, άναμιχ6είς ήδη άσφυκτικώς μετά τού στρατού καί τού λαού τής συνοδείας. Τά
παρά6υρα καί οί έξώσται τών πέριξ ώραίων οίκιών είχοv
καταληφ{}fi uπό άπειραρίδμου πλήfiους άνδρών καί γυναικών
6εωμένων έν δάκρυσι τό διερχόμενον λείψανον. Τέλος, τών τηλεβόλων καί πάλιν κροτούντων καί τών κωδώνων ήχούντων
έν μέσφ ψαλμφδιών μελαγχολικών είσήχ{)η ό νεκρός είς τόν
ναόν, ένφ ή μουσική άνέκρουεν έν τft πλατείςι πένftιμοv
έμβάτήριον, καί κατετέ{)η έπί ύψηλού ίκρίου, όπερ έντολfi τής Τσαρίνας Μαρίας κατεσκευάσ6η βαρύτιμον καί κατάχρυσον. Περί τούτο έκαιον δώδεκα πανύψηλοι λαμπάδες, τέσσσαρες δέ
διάκονοι είς τάς γωνίας έδυμιάτιζον άδιακόπως. ·Η έκκλησία
ήτο κατάφωτος. ΣυντελεσΟείσης τής λειτουργίας κατανυκτι κώτατα, άπεχώρησαν αί άρχαί καί ό κλήρος, άφffiη δέ τό λείψανον, τών ίερέων διηνεκώς εύχομένων καί τών διακόνων ftυμιώντων, έπί δύο ήμέρας είς προκύνημα τού λαού, όστις
πάντο6εν άf)ρόως προσήρχετο, 'ίνα προσφέρη φόρον λατρείας
καί γονυπετήση πρό τού μεγάλου τής πίστεως μάρτυρος καί
άρχηγού τής όρδοδοξίας.
·Η
μικρά Ρωσσία, ή Μόσχα, ή
Βεσσαραβία, ή μικρά ·Ασία, ή Ταυρίς, ή Μολδοβλαχία ά6ρόους
fστειλαν άντιπροσώπους είς τό προσκύνημα καί ούτω σειeά
άτελεύτητος ·Ελλήνων, Ρώσσων, Κοζάκων, Γεωργιανών, Δα
κών καί Τατάρων χριστιανών παρήλαυνε πρό τού μεγάλου
νεκρού.
Μόνον οί ·Ιουδαίοι κα-6' όλον τόν μεσολαβήσαντα χρόνον fμενον κεκλεισμένοι είς τούς όίκους των, ένεκα τής έν Κ/λει
97
βεβηλώσεως τού λειψάνου ύπό τών όμοδρήσκων των. Τόση δέ
ήτο ή άγανάκτησις τών χριστιανών, ωστε παντού, δπου άπήντων
· Ιουδαίον
κατεδίωκον αύτόν. Καί είς τάς οίκίας άκόμη αύτών
καί μέχρι τής συναγωγής των ~δραμον πολλοί καί έλιttοβόλουν
αύτούς, ωστε μετά πολλού κόπου ήδυνήδη ή έξουσία νά άναχαιτίση τού πλήftους τήν όρμήν καί άγανάκτησιν. Διά τούτο δέν έπετράπη κατά τήν κηδείαν νά παρακολουδήση κανείς 'Ιουδαίος, δλοι δέ πρός άποφυγήν ταραχών διετάχδησαν νά
κλεισf)ώσιν είς τάς οίκίας των.
Τήν πρωίαν τής Κυριακής οί κώδωνες πάλιν πενf)ίμως
σημαίνοντες ύπέμνησαν είς τήν 'Οδησσόν, ότι ή γή έζήτει τό
πολύαδλον σώμα. 'Αποφασισδείσης δέ τής ταφής τού λειψά
νου έντός τού
' Ελληνικού
ναού τής 'Αγίας Τριάδος, ~δει νά
γείνη νέα έκφορά έκ τού καδεδρικού ναού. ·Αλλά πρό ταύτης
έπί τού πρό τού φερέτρου μικρού βήματος άνήλ-θ'εν ίερεύς
μεγαλόσχημος καί έπιβλητικώτατος πυκνόν ~χων τόν μέλανα
πώγωνα καί τήν ~κφρασιν ολως λάμπουσαν. 'Ήτο ό Κ. Οίκονόμος, ό οίκουμενικός ίεροκήρυξ, όστις προσευχη-θ'είς
πρώτον έν κατανύξει, άvήγειρεν dίφνης τήν ώραίαν κεφαλήν
καί άποσείσας πρός τά όπίσω τήν κόμην ήρξατο άπαγγέλλων
άπό στήδους μετά φωνής έναρμονίου καί ζωηρότητος άνεκ φράστου έν μέσφ βα{}είας σιωπής έπί δύο ώρας, τόν περιλάλη τον έκείνον έπίκήδειον, όστις έφάμιλλος, κατά Φιλήμονα, τού λόγου τού Γρηγορίου πρός τόν Μέγαν Βασίλειον «έ-θ'αυμάσ-θ'η
καί δέλει 6αυμάζεσ-θ'αι ώς
έκ τών άριστουργημάτων τής
έξαισίας ρητορικής εύγλωτίας τού άνδρός, ϋψους ένεκα καί
περινοίας, εύ-θ'ύτητος έννοιών καί εύρυΟμίας σχημάτων, άλη6είας έν γένει καί πατριωτικών έμπνεύσεων. Μεγάλη ύπόftεσις, ό πολυπα6ής καί 6είος Γρηγόριος, καί δεινή ρητορεία, ό
πολυμα-θ-ής καί ίεροδιδάσκαλος Οίκονόμος, ~τυχον καταλληλό
τητος άμοιβαίας. Κα{)· όλον δέ τόν λόγον τούτον τό πλήδος
περιεχέετο ύπό τών 6ερμοτέρων δακρύων».
Τ. Κανδηλώροv,
f.vlJ ' dvωτ., σελ. 249-254
98
'Ο βυ6ισDείς τfί ιγ' 'Απριλίου νεκρός τού ίερομάρτuρος
Γρηγορίου, άνελftών έπί τής έπιφανείας, ώftήftη ύπό τών κυμάτων μέχρι τού Γαλατά κατά τό Καρά-κιοί, δπου έλλιμενί ζετο καί εν έλληνικόν ίόνιον πλοίον, τό τού 'Ιωάννου Σκλάβου, έκ Κεφαλληνίας, ρωσσικήν φέρον σημαίαν καί Ετοιμον ον πρός άπόπλουν. Τί άλλο δύναταί τις είπείν, ή δτι καί αύτή «ή
ftάλασσα είδε καί fφριξεν» είς τήν τοσαύτην τής βαρβαρότητας
άσέβειαν πρός τόν ούρανόν, είς τήν τοσαύτην κατά τής
άνttρωπότητος 6ηριωδίαν; 'Εν τφ πλοίφ τού Σκλάβου ύπήρχε,
προσφυγών μετά τήν άπαγχόνισιν τού Γρηγορίου, καί ό μέγας πρωτοσύγκελλος αύτού Σωφρόνιος, "Ανδριος. Περί τό έσπέ ρας τής ις' 'Απριλίου είδεν ό Σκλάβος άπό τού καταστρώμα τος σώμά τι παρά τά πλευρά τού πλοίου, έχον περίλευκον τήν
κεφαλήν, καί ταύτην φέρουσαν μικράν γενειάδα· έκ δέ τού δεδεμένου περί τόν λαιμόν σχοινίου ύπενόησεν αύτό ώς τόν
νεκρόν τινος τών άπαγχονισ6έντων άρχιερέων, ή καί αύτού τού
πατριάρχου Γρηγορίου, ον ήγνόει ζώντα. 'Εν τή άμφιβολίg
ταύτη έρωτηftείς ό πρωτοσύγκελλος καί παρατηρήσας, άνέ
κραξεν εύWς, συγκινηftείς σφόδρα καί πλήρης γενόμενος
δακρύων· «Ό Πατριάρχης μου!! ό Γρηγόριος!!». Ό Σκλάβος, καftησυχάσας τότε αύτόν καί έπιβαλών σιωπήν είς όλον τό πλήρωμα, έλαβε διά νυκτός τό λείψανον, καί καταftέσας έντός
τού eρματος, άνέπλευσε τήν έπαύριον πρός τόν Εϋξεινον πόντον, καί έν τφ λιμένι της ·Οδησσού ήγκυροβόλησε τft ια'
Μαίου, ήτοι μετά είκοσιτέσσαρας ήμέρας, eνεκα τών έναντίων
άνέμων.
Παραδέχεται άρα καί ό μάλλον
έφεκτικός ώς άπλήν
συνδρομήν περιστάσεων τuχαίαν τήν άνάδυσιν τού σώματος,
εί καί συνέδεσεν ό δήμιος κατά τήν παράδοσιν, τό σχοινίον
μετά λίftου
εύμεγέδεους,
τήν
ώftησιν
τούτου
είς
πλοίον
έλληνικόν, τό μόνον έπί τής έποχής έκείνης καί έν τft άκτfl έκείνn ύπάρχον τοιούτο; τήν είκασίαν μάλιστα καί ίδέαν τού
πλοιάρχου Σκλάβου, καί έπί τέλους τήν παρουσίαν αύτού τού
πρωτοσυγκέλλου τού Γρηγορίου; Τής ftείας ταύτης οίκονομίας δείγμα έχομεν καί ετερον, τό άσαπές τού διασπαρακτού
μάλιστα σώματος καί με-6 · όλην τριακονDημερίαν, c>ιον παρέ-
99
δωκεν αύτό είς τάς άρχάς τής ' Οδησσού ό Σκλάβος, ώς παρακαταf}ήκην ίεράν τών πράγματι «σκλάβων» τής Τουρκίας καί τών ύπέρ έλευftερίας μαχομένων · Ελλήνω':'. Τίς αλλως
δυνατή ήτον έξέλεγξις καί άναγνώρισις τής ταυτότητος, συνομολογηftείσης καί μαρτυρηftείσης έγγράφως παρά πάντων
τών έκεί πολυπληftών φυγάδων τής Κωνσταντινουπόλεως;
Μετά τήν πράξιν ταύτην, τό μέν σώμα άπετέftη έντός κιβωτίου
κατά τό λοιμοκαftαρτήριον, παννυχίων καιομένων δύο λαμπά
δων t τούς ψαλμούς καί τό εύαγγέλιον άναγινωσκόντων άλληλο
διαδόχως δύο ίερέων· ό δέ ·Αλέξανδρος Θεοδωρίδης Λανζε-·
ρώνt γενικός διοικητής τής Μικράς
διά ταχυδρόμου έκτάκτου τάς
· Ρωσσίαςt
προεκάλεσε
τής
άνηκούσας
διαταγάς
Πετρουπόλεως.
·Οποία καί έν τfί Πετρουπόλει, ώς καί έν τft 'Οδησσφ,
έγένετο γενικώς ή παftητική συγκίνησις τότε! · Οπόσα fρρευσαν δάκρυα ftερμά άπό τών όφftαλμών τού εύλογημένου αύτοκρά
τρορος 'Αλεξάνδρου, δλων τών έν τέλει, τού ίερού κλήρου καί
τού λαού τής πρωτευούσης ταύτης!
· Οποία έξήφftησαν
αίσδή
ματα συμπαftείας άδελφικής περί τών ·Ελλήνων, ώς σφαζομέ
νων ύπέρ πίστεως καί πατρίδος, καί άγανάκτησις έγκάρδιος
κατά τών βαρβάρων, ώς ύ βριστών τών ίερωτέρων καί σφαγέων καί αύτών fτι τών άνωτέρων λειτουργών τού ·Υψίστου!
'Αμέσως ό Αύτοκράτωρ καί ή ίερά Σύνοδος διέταξαν τήν
κηδείαν τιμιωτάτην καί μεγαλοπρεπή, μάλλον δέ βασιλικήν κηδείαν τού Γρηγορίου, ώς κοιvού τών όρftοδόξων πατρός, καί
συγχρόνως δώρα βασιλικά έπέμφftησαν, ήτοι στολή πάγχρυσος πατριαρχική, μίτρα πολυτιμοτάτη καί έγκόλπιον διάλιftον: δι' ών περιβαλόντες τόν νεκρόν fftηκαν τότε έν λάρνακι ύψηλfί έπί τής fξω τού λοιμοκαftαρτηρίου αύλής. 'Ιερείς, λαμπάδες καί ftυμιάματα περιεκύκλουν τήν λάρνακα. ·Ημέρα τής κηδείας ώρίσftη ή ιζ' 'Ιουνίου, καft' ήν,
άρξαμένης τής κωδωνοκρουσίας τών έκκλησιών, πρώτος ό Λανζερών μεft' δλων τών πολιτικών καί στρατιωτικών άρχών έν
στολfί, καί άκολούftως οί ά{}χιερείς, ένδεδυμένοι τάς άρχιερα
τικάς αύτών στολάς, ό Δρύστας Κύριλλος, ό Είρηνουπόλεως
Γρηγόριος καί ό Βενδερίου καί 'Ακκερμανίου 'Δημήτριος
100
προσήλftον μετά τού ίερού κλήρου περί τήν λάρνακα. Ψαλέν τος τού τρισαγίου, οί ίερεϊς εttηκαν έφ' άμάξης αύτήν, δτε τό φρούριον καί τά έν τφ λιμένι πολεμικά καί έμπορικά πλοία,
ύψώσαντα πενftίμους τάς σημαί_ας, ήρξαντο τηλεβολείν, τά μέν πρώτα άνά έκατόν εν, τά δέ δεύτερα άνά πεντήκοντα εν εκαστον. 'Εγένετο δ' ή τάξις τής έκφοράς τοιαύτη. Προηγούντο σταυρός άργυρόχρυσος μέγας καί φανοί
πολύφωτοι, κρατούμενοι ύπό άναγνωστών, καί αί σημαίαι τών
έκκλησιών· διάκονοι δέ άκολουttούντες εφερον, τέσσαρες μέν
τό πώμα τής λάρνακος, iις τήν άρχιερατικήν ράβδον, καί δύο
έτεροι ό μέν τόν μανδύαν, ό δέ τό άρχιερατικόν έγκόλπιον έπί χρυσών προσκεφαλαίων. Κατόπιν έίποντο ό χορός, ψάλλων τό
νεκρώσιμον, μοναχοί, ίερείς, άρχιμανδρίται καί οί άρχιερεϊς· άμαξα δέ 'ίππων έξ μελανοσκεπών ε. .ιλκε τήν λάρνακα, καί κατά
μέν τάς τέσσαρας γωνίας ταύτης διάκονοι ίσάριμοι έttυμίαζον,
κατά δέ τάς πλευράς, άνά τρείς έκατέρωftεν, έκράτουν ούρανόν έκ σηρικού έρυftρού καί κροσσωτών διαχρύσων,
δώδεκα δέ τών διαφερόντων κατοίκων λαμπάδας άνημμένας.
Μετά δέ τήν άμαξαν ήρχοντο πενftηφορούσαι αί πολιτικαί καί στρατιωτικαί άρχαί, οί έπισημότεροι τών φυγάδων τής· Κων
σταντινουπόλεως καί Μολδοβλαχίας, καί ό λαός, πεπηγώς
οίονεί είς εν όλον στερεόν σώμα.
·Η
πομπή ώδευε μεταξύ δύο
γραμμών στρατιωτών έπί μίαν ώραν άπό τού λοιμοκαttαρτηρί ου μέχρι τού ρωσσικού ναού τής Μεταμορφώσεως έπέστη δέ
τρίς κα-6'
Οϋτως
όδόν, δτε άνά ε-ις
άπετέttη ό
έκαστος τών τριών άρχιερέων
έν τφ μητροπολιτικφ καί
άνέγνωσεν εύαγγέλιον κατά πάσαν στάσιν. νεκρός
όλολαμπεί ήδη ναφ ύπό πάγχρυσον ούρανόν, ftυμιαζόντων
άδιακόπως τεσσάρων κατά τάς γωνίας τούτου διακόνων, καί δώδεκα :rί:ερί αύτόν μεγάλων κηροπηγίων καιόντων. Κύκλφ τού
λειψάνου έτέftησαν ό μανδύας, ή ποιμενική ράβδος καί τό
ίερόν έγκόλπιον έπί σκιμπόδων. Τελεσftείσης δέ πρώτον τής
ttείας λειτουργίας ύπό τού πρεσβυτέρου τής έκκλησίας καί aλλων ίερέων' έψάλη συνεπώς ή νεκρώσιμος άκολουftία, δτε
περί τό ίερόν τού μάρτυρος λείψανον 'ίσταντο οί τρείς άρχιερεϊς, άναγινώσκοντες τά τεταγμένα εύαγγέλια. Καί ήδη
101
μέν ήσ:ττάσδησαν αύτό οί άρχιερεί.ς καί ό ίερός κλήρος·
τριήμερον δέ άκολούttως έν τφ ναφ κατησπάζετο μεt)' δλης τής εύλαβείας πλήttος μέγα συρρεόντων έκ τών πλησιεστέρων
έπαρχιών τής Μικράς
· Ρωσσίας,
Ίουνίου,
όλων φερόντων τό πένftιμον
σημείον.
Tft
δέ
ιtt'
πληttούσης
καί πάλιν τής
έκκλησίας καί έπαναληφttέντος μετά τήν f>είαν λειτουργίαν τού
τρισαγίου, έις τών μεγάλων διδασκάλων τού γένους, ό τής
καttόλου άνατολικής έκκλησίας ίεροκήρυξ Κωνσταντίνος Οί κονόμος, φυγάς έκ Κωνσταντινουπόλεως κατά τήν έποχήν
αύτήν τού διωγμού καί τών σφαγών, έξεφώνησε τόν έπιτάφιον
λόγον τού Γρηγορίου. Κα6ώς ποτε ό πρός τόν μέγαν Βασίλειον
λόγος τού Γρηγορίου, ούτω καί ό τού Οίκονόμου πρός τόν πατριάρχην Γρηγόριον έftαυμάσδη, καί ttέλει ttαυμάζεσδαι, ώς
έν τών άριστουργημάτων τής έξαισίας ρητορικής εύγλωττίας
τού άνδρός, ύψους ένεκα καί περινοίας, εύttύτητος έννοιών καί
εύρυttμίας σχημάτων, άληttείας έν γένει καί πατριωτικών
έμmιεύσεων. Μεγάλη ύπόttεσις ό πολυπαttής καί ttείος Γρηγό ριος, καί δεινή ρητορεία ό πολυμαf)ής καί ίεροδιδάσκαλος Οίκονόμος, έτυχον καταλληλότητος άμοιβαίας. Kαft' όλον τόν
λόγον τούτον τό πλήttος περιεχέετο ύπό τών ttερμοτέρων δακρύων. Μετά δέ ταύτα πάντα, μετενεχttείς διά τής αύτής παρατά ξεως ό νεκρός είς τόν έλληνικόν ναόν τής ·Αγίας Τριάδος,
έτάφη έν μνήματι καινφ καί καταντικρύ τής ώραίας πύλης τού πρός νότον παρεκκλησίου τού άγίου Σπυρίδωνος ώς λείψανον ίερομάρτυρος μονόλιttον δέ τετράγωνον ύψώttη, κατά τόν
τρόπον τών βασιλικών μαυσωλείων, καί διάχρυσος ούρανός
καλύπτει τό μνήμα μέχρι τής σήμερον. Τέλος δέ έπί πλακός
μεταλλίτιδος, προσκολληttείσης τφ παρακειμένφ τοίχφ, έχαρά χttησαν έπιγράμματα τρία, ποιηttέντα παρά τού αύτού Οίκονό μου. Προτάσει δέ τού άρχιεπισκόπου
· Ιννοκεντίου
καί άποφά
σει τής ίεράς έν Πετρουπόλει συνόδου, τελείται άπό τού
τής ψυχής τού μάρτυρος.
1848
έτησίως καί κατά πάσαν ιtt' ·Ιουνίου μνημόσυνον ίερόν ύπέρ
Τοιούτον έδειξε πνεύμα δικαιοσύνης καί άδελφότητος
ftρησκευτικής, τοιαύτας άπένειμεν έξόχους τιμάς ή πιστή τής
102
άνατολικής έκκλησίας,f}υγάτηρ
· Ρωσσία
είς τόν νεκρόν τού
πολυάftλου πατριάρχου Γρηγόριου. Ούδεμία αλλη δυνατή ήτο διαμαρτυρία έπισημοτέρα κατά τής Τουρκικής τυραννίας,
ούδεμία έξήγησις πασιφανεστέρα ύπέρ τού δικαίου τού
έλληνικού άγώνος. 'Όταν ό πατριάρχης Γρηγόριος άντιπροσώ·
πευε καί έκκλησιαστικώς καί πολιτικώς τήν δλην πολιτικήν κοινωνίαν, όταν έν τφ σωματικφ παf}ήματι, τφ έπί τοσούτον
μάλιστα άδίκφ, έκδικητικφ, άγρίφ καί άτιμωτικφ παδήματι
τούτου, έπαδεν ήδικώς ή δλη έλληνική κοινωνία, προγραφείσα
καί παρά τού τυράννου καί παρά τής διπλωματίας αύτής
έπεται άναντίρρητον, ότι, όσα άν έγένοντο περί αύτού έν τfi
Πετρουπόλει καί τft 'Οδησσφ, αύτήν άπέβλεπον τήν έλληνικήν ύπόftεσιν, καί ούδέν
WJ..o
ήσαν κατ' ούσίαν καί κατά τύπον, ή
αύτή ή λευκή ψήφος, ην ή
· Ρωσσία
πανδήμως έδιδεν είς τό
μεταξύ τουρκικής τυραννίας
καί έλληνικής έπαναστάσεως
ζήτημα τής έποχής. 'Εντεύftεν προέκυψε, καί όρftώς, έκείνη ή
ήδική άναπτέρωσις, ή τά πάντα υποσχομένη δε ία έγκαρδίωσις,
ήν έλαβον όί τε μαχόμενοι καί οί έτι ύποκείμενοι των ·Ελλήνων,
ώς ίδόντες καί οί πρώτοι καί οί δεύτεροι άγαπωμένους μέν,
τιμωμένους καί προστατευομένους έαυτούς υπό δυνάμεως
κραταιάς, πιftανωτέραν δέ, ή πρότερον, τήν κήρυξιν τού
' Ρωσ·
σικού κατά τής Τουρκίας πολέμου, καί βραχυτέραν τήν διάρκει·
αν μιάς βαρβάρου, άντιχριστιανικής καί άπανΟρώπου τυραννί·
ας έν τfι Εύρώπrι. 'Εντε'Ο6εν έ6εωρή6ησαν φρούδαι καί τής έν
Κωνσταντινουπόλει διπλωματίας αί "προγρ~φαί κατά τής επα
ναστάσεως, καί τά άρνητικά ύπέρ τής Τουρκίας μέτρα αύτής κατά τών φυγάδων, καί αί έν τφ Σταυροδρομίφ, δσφ μισάνΟρω ποι, τόσφ άποτρό:τtαιοι, έπιδείξεις τινών έτεροδόξων υπέρ τής άπαγχονίσεως τού Πατριάρχου των όρftοδόξων. Καί βεβαίως, έάν ό σουλτάνος τών Τούρκων έκήρυξεν aπιστον καί άποστά
την τούτον, ό Αύτοκράτωρ τών
· Ρώσσων
έάν ό
άντεκήρυξεν αύτόν
πιστόν είς τήν σuνείδησιν καί άποστολήν έαυτού καί άνεύ{)υ
νον
ένώπιον
τής
τυραννίας·
Μαχμούτ
έφήρμοσεν
έναντίον τούτου τήν ποινήν τού κακούργου, άπεστράφη δέ αύτόν ως τι σκύβαλον τής άν6ρωπίνης κοινωνίας, καί ερριψεν είς τήν fiάλασσαν ώς τι fiνησιμαίον κτήνος ό 'Αλέξανδρος έξ
103
έναντί ας, δι· δσων διέταξεν, έστιγμάτισεν έπί κακουργί<;t αύτόν
τόν Μαχμούτ, σεβασf)είς τό λείψανον τού δικαίου καί άποδό σας τούτφ καί ταφήν καί τάς άνηκούσας τιμάς, ώς πρωftιεράρ χη καί Wνάρχη. Πλήρη δ· οϋτω ίκανοποίησιν έλαβον η τε itεία
καί άνΟρωπίνη δικαιοσύνη κατά τής βίας καί άδικίας, ή τε
·Ελλάς καί η όρftόδοξος χριστιανωσύνη κατά τής έσχάτης γενομένης περιφρονήσεως είς τήν μόνην άληftή τού Χριστού
· Εκκλησίαν.
Γ. Παπαδοπούλοv,
σα.
'Ιστορία Γρηyορίοu Ε', πατριάρχου Κωνσταvτι
νοuπ6λεως, Πρωτα/Jλητού τής 'Ελληνικής Έπαvαστάσεως, Ά/Jήναι, d.χ.
100-104.
Θείου Γρηγορίου πατριάρχεω πάσα μέν ·Ελλάς,
Πάς δέ ναός τελέftει μνήμά τε καί τέμενος
Σώμα δ· άεδλοφόρον παραδόξως έσχεν .·Οδησσός Βυζαντιόδεν· δαύμα μέγ · έσσομένοις.
· Ως
γάρ ζών ό νέκυς διενήξατο κύματα Πόντου·
Σήμ' άναδυομένης ·Ελλάδος έξ άβύσσου .
•Τού
πατριάρχου Γρηγορίου τούτο μέν
Τό μνήμα σηκός τιμία δ· όστέων κόνις·
Καλός δ' ό πότμος- εύκλεής δ' ό πάς βίος
·Ο
δ' σίτος, έπαινος άφftιτον δ' άftλων στέφος
Στήλη δέ, Πα~ρίς πτώσεως όρδουμένη,
Πίπτοντος αύτού πρός ttεοδμήτφ νεφ.
Τοιαύτα δ' έντάφι · εύσεβών κοινού πατρός Ούκ δρφνα σιγής, ούκ άμαυρώσει χρόνος, Πάντη δ' άγήρως ή ρετή ttελήσεται· Δέλτοις τε, κάν άστεσι, κάν πόλου πrυχαίς,
Ψυχαίσι t)' άγναίς μνήστις έγγεγράψεται· Κα( νύξ ύμνήσει, χρυσέας τ' ήούς στόμα,
Ν ότου τε πvοαί Βορρέου τ' εύρύ σf)ένος,
'Αένναον μέλψουσι μυρίον κλέος
Τού πατριάρχου Γρηγορίου μάκαρος.
104
·Η μήτηρ τών έκκλησιών, Κόρη τfi Χριστοφόρφ,
Ή Γραικική τft Ρωσσικfi, πένης τfί Σταυροφόρφ,
Τό Γρηγορίου ζώνεκρον σώμα τού πατριάρχου,
ΝεομαρτUρων πίστεως τού πρώτου ταξιάρχου,
Δώρον· μνημείον ί.ερόν τών άt)λων τών μυρίων,
Είς δόξαν τού νικήσαντος
· Αρνίου
τό ttηρίον.
Τά έπί τού τάφου στήv 'Οδησσό έπιγράμματα, ποίημα Κωvσταvτlvου
Οίκοvόμου τού έξ Οίκοvόμωv.
·Ο μέγας διδάσκαλος τού Γένους Κ~ν/νος Οίκονόμος ό έξ
Οίκονόμων πού εγνώρισε καλά τόν πατριάρχη άπήγγειλε δύο
t)αυμασίους λόγους ένα επιτάφιο καί ενα επιμνημόσυνο.
.ο
πρώτος εξεφωνήt)η στήν · Οδησσό στή Ρωσσική ' Εκκλησία τής
Μεταμορφώσεως στίς
Κυριακή τού Θωμά,
19 ' Ιουνίου 1821 καί ό δεύτερος τήν στίς 10 ·Απριλίου τού 1822. Δημοσιεύομεν
όλόκληρον τό κείμενον τού πρώτου καί μέρος μόνον τού
δευτέρου, τήν άρχή καί τό τέλος.
Α'
Κωνσταντίνου τού εξ Οίκονόμων πρεσβυτέρου καί Οί
κονόμου τού Οίκουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου, λόγος επιτάφιος είς τόν Qείμνηστον Πατριάρχην Κωνσταντι
νουπόλεως Γρηγόριον.
« Έv
γεvει;i αύτού έδοξάσ8η, καl ή
Σοφ. Σειφ.
δόξα αύτού ούκ έξαλειφ8ήσεται»
44, 8.13.
1.
'Έμελλες άρα, Παναγιώτατε Πατριάρχα Γρηγόριε, άφ'
ού μοί έδωκας πολλάς πολλών λόγων ύποδέσεις καί άφορμάς, έμελλες, τέλος, νά κινήσης τήν άσ6ενij μου γλώσσαν καί είς τόν
επιτάφιον λόγον σου. Καί πρ<.ρην ένδεδυμένος επί τού πατριαρ
χιακού σου ttρόνου πάσαν τήν λαμπρότητα τής άξίας σου, μέ
105
έγκαρδίωνες νά εύαγγελί.ζωμαι τής fiείας Δικαιοσύνης τούς λόγους είς τήν Μεγάλην σου ' Εκκλησίαν· άλλά τώρα, ξένος είς ξένην γην προκείμενος νεκρός, γίνεσαι Σύ αύτός ύπόfiεσις λυπηράς άκροάσεως είς τούς συνελttόντας καί άντί νά
έμψυχώσης, μαραίνεις έξ έναντίας καί συγκόπτεις μου τήν
φωνήν, ήτις έφυλάττετο, καfiώς φαίνεται, καί είς τήν ξενιτείαν
διωρισμένη διά τό πολυδάκρυτον τούτο ύπούργημα. «Φωvή
lJρηvούvτος
ήκούαlJη
περί Σέ,
καί φωνή
όδυνωμένου
άνήγγειλε τ6v έπαιv6v σου».
2.
'Αλλά τί λέγω; πώς, κυριευμένος ύπό τού πάf:)ους, δέν
βλέπω τήν λάμψιν, ητις περικυκλώνει τόν ένδοξον τούτον
νεκρόν; 'Όχι, Σεβασμιώτατε Πατριάρχα, δέν άπέβαλες, άλλ' έμεγάλυνας, ά'λλ'
δόξαν σου.
έπλάτυνας, άλλά διαιώνισας μάλιστα τήν παρίστασαι μετά παρρησίας είς τόν
"Α ν καί δέν στολίζεις πλέον τόν Θρόνον τόν
Οίκουμενικόν,
άλλά
Θρόνον τής Μεγαλωσύνης τού ·Υψίστου. "Αν καί δέν άρχεις
πνευματικώς τήν Μεγάλην τού Χριστού 'Εκκλησίαν, άλλά
διαπρέπεις μακαριστώς είς τήν ούράνιον 'Εκκλησίαν τών
Πρωτοτόκων. "Αν καί δέν σέ περιστέφει πλέον ή άγιωτάτη σου
Σύνοδος, άλλά περιστο~χούσι τό λείψανόν σου, ώς στελέχη
φοινίκων, σεβάσμιοι Ποιμένες καί ·Ιερείς έκ μέρους τής
άγιωτάτης Συνόδου τής
· Ρωσσικής
·Εκκλησίας. "Αν καί δέν
ένταφιάζεσαι είς τήν ένδοξον μέν άλλά στενάζουσαν i]δη γήν
της ·Ελλάδος ά'λλ' ένταφιάζεσαι ένδόξως είς γην έλευttέραν, καί τιμάσαι λαμπρώς ύπό τε τών παρόντων όμογενών σου, καί ύπό τών γενναίων καί δεοσεβών
· Ρώσσων,
τών όποίων ή τής
πίστεως εύσέβεια, συμφωνούσα πρός τών νικηφόρων αύτών
όπλων τήν
ίσχύν,
ήξεύρει νά τιμ~ καί νά ύπερασπίζηται
δημοσίως τά δεία καί άνf}ρώmνα δικαιώματα.
3.
Πανιερώτατοι τών 'Αποστόλων διάδοχοι, δσοι συνελ
fiόντες εύλογείτε τόν ίσαπόστολον· 'Εξοχώτατε Κόμη, όστις, δι' αύτοκρατορικής εύσεβούς έπινεύσεως παρών μετ' άλλων
έπισήμων άξιωματικών τής
· Ρωσσίας,
τιμ(Χς καί διατάττεις
μεγαλοπρεπώς τήν κηδείαν τού Μεγάλου τής
· Εκκλησίας
Πατρός ·Εκλαμπρότατοι Πρίγκηπες καί άλλη σκυfiρωπή τών · Ελλήνων χορεία, όσοι έχομεν καύχημα τής εύγενούς ήμών
106
δυστυχίας νά σuνοδεύσωμεν τόν ν~κρόν, τόν κοινόν τών · Ορ{)οδόξων Πατέρα είς τούτο τής Εύσεβείας τό άσυλον·
χριστιανοί άδελφοί, έλ6ετε νά 6εωρήσωμεν διά τού λόγου, πώς
ό παναyιώτατος άρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας
·Ρώμης καί Οίκουμενικός Πατριάρχης έδοξάσ6η καί είς τήν ζωήν αύτού καί είς τόν 6άνατον, δόξαν άνεξάλειπτον. «'Εν
γενεά αύτού έδοξάσ8η, καί ή δόξα αύτού ούκ έξαλειφ8ήσε
ται>>.
4.
«Ο Νικών, ποιήσω αύτόν στVλον έν τφ ναrjj τού Θεού
μου, καί έξω ού μή έξέλ8n, έτι· καί έπιγράψω έπ · αύτφ τό
όνομα τού Θεού μου, καί τό όνομα τής Πόλεως τού Θεού
μου, τής καινής 'Ιερουσαλήμ ήτις καταΒαίνει έξ Ούρανού dπό τού Θεού μου, καί τό όνομά μου τό καινόν» 1 • 'Ιδού,
άγαπητοί, πώς ζωγραφίζει τό Πνεύμα τό 'Άγιον είς τό μυστηριώδες βιβλίον τής 'Αποκαλύψεως όλους τούς νικηφό ρους καί δεδοξασμένους αύτών ό άμνός τού ήρωας τής άρετής. Κα6έκαστον Θεού τόν όνομάζει στύλον ύψηλόν,
άκλόνητον, στα{)ερόν είς τήν 'Εκκλησίαν του. Είς κα6έκάστον
έπιγράφει τρία όνόματα, σύντομον καί ύψηλήν έπιγραφήν· α'.
τό φοβερόν όνομα τού Θεού, τό όποίον φανερώνει τήν πρός
τόν Θεόν έγκάρδιον πίστιν· β' . τό δνομα τής νέας · Ιερουσαλήμ,
τό όποίον σημαίνει τήν πρός τήν 'Εκκλησίαν τών πιστών 6ερμουργόν άγάπην· καί γ'. τό νέον όνομα τού 6εαν6ρώπου 'Ιησού, τό όποίον ύποδηλοί τήν, έίτε διά 6λίψεων, έίτε καί δι' άίματος άκολου6ίαν είς τά 'ίχνη τού Σωτήρος μέχρι τέλους τής
ζωής ήμών. Ταύτα τά όνόματα χαρακτηρίζουσι τούς καλλινί κους ά6λητάς τής άγίας ήμών 'Εκκλησίας καί ταύτα 6εωρή
σατε, άδελφοί, νοερώς έπιyεγραμμένα είς τόν άοίδιμον Πα
τριάρχην Γρηγόριον· τά δύο πρώτα όνόματα, είς τό ένδοξον τής
ζωής αύτού στάδιον, τό δέ τρίτον, είς τόν δι' αίώνος εύκλεέ στατον αύτού 6άνατον.
« Έν
γενε(i αύτού έδοξάσ8η, καί ή
δόξα αύτού ούκ έξαλειφ8ήσεται».
1.
Άποκ.
3,12.
107
«'Εν yεvε(i αύτού έδοξάοlJη». 'Όλη ή δόξα καί ή τιμή τού άνδρώπου ttεμελιώνεται κυρίως είς τήν πρός τόν Θεόν
5.
έγκάρδιον πίστιν. «Πάσα ή τιμή, λέγει ό ttείος ·Απόστολος Πέτρος, πάσα 'ή τιμή τοίς πιοτεύουοι» 1 • Τούτο τό δώρον τό
ύψηλότατον καί ftειότατον έμπιστεύει ό Θεός είς aπαντα τής
άγίας αύτού έκλογής τά πολύδοξα σκεύη, καί τούτο έξ άρχής
έφάνη καί είς τήν γέννησιν, καί είς τήν άνατροφήν, καί εLς τήν
πρόοδον τού πανευκλεούς Πατριάρχου. ·Εκ γονέων γεννηftείς
ttεοσεβεστάτων, καί βυζάξας μετά τού μητρφου γάλακτος, καί τών τής όρttοδοξίας δογμάτων τό νέκταρ, έδειξεν έξ άπαλών όνύχων δλα τά προτερήματα, δσα χαρακτηρίζουσι τόν γενναίον της πίστεως στρατιώτην. 'Όλος καιόμενος ύπό τού έρωτος τής
σοφίας, ήτις είναι καλή τής άμωμήτου πίστεως λάτρις καί σύμ
μαχος, καί τού λογικού άν6ρώπου χειραγωγός πρός τόν Θεόν άνέκραξεν ό άείμνηστος, ώς άλλος Σολομών, πρός τόν 'Ύψι
στον τών φώτων Πατέρα· «Δ 6ς μ οι τήν τών οών lJρ6vωv
πάρεδροv οοφίαv, καί μή με άποδοκιμάσrις έκ παίδων οου»2. Καί άφ' ού έστήριξεν είσάπαξ τήν έαυτού καρδίαν είς τήν
πέτραν τ~ύ ftείου φόβου, δστις ύπάρχει πάσης σοφίας ή
ftεμελιώδης άρχήJ, έδραμεν είς τά Σχολεία, σπουδάζων νά
κερδήση τόν ftησαυρόν τής γνώσεως τών ttείων καί aν6ρωπί
νων πραγμάτων, των όποίων έπλάσ6η παρά Θεού ό άν6ρωπος
δεωρός. 'Η μεγάλη τού νοός αirtoϋ έφυtα, καί ή μνήμη, καί ή
κρίσις ήσαν πολλά μικρά προτερήματα, ώς προς την σωφροσύ
νην καί μετριότητα, καί χρηστότητα, διά τών όποίων έγίνετο καλόν παιδείας παράδειγμα είς τούς πεπαιδευμένους καί είς
τούς άπαιδεύτους. 'Αληttώς, ή γνώσις φυσιοί, κατά τόν δείον
'Απόστολον. Εύρίσκονται πολλοί άνf}ρωποι είς τόν κόσμον,
dίτινες, δσον κερδαίνουσιν άπό μέρους τής μαttήσεως καί τών
γνώσεων, άλλο τόσον χάνουσιν άπό μέρους τής μετριοφροσύ-
1.
2.
ΑΌ Πέτρ. Σοφ. ΣοΑ.
2,7.
9,4.
3.
Παροιμ.
1,7.
108
νης. 'Αλλ' ό Γρηγόριος, δσον έπροχώρει είς τήν σοφίαν, τόσον
έγνώριζε τήν ούδαμινότητα τού άνδρώπου, τόσον έταπεινώνε
το έμπροσftεν είς τήν άέναον πηγήν της ούραν.ίου σοφίας, τής.
όποίας έφερε τά κάλλιστα γνωρίσματα. «·Η άνω8εν σοφία,
λέγει ό ttείος ·Ιάκωβος, πρώτον μέν άγνή έατιν, έπειτα
είρηvική, έπιεικής, εύπει8ής, μεστή έλέοvς καί καρπών
άγαΒώv, άδιάκριτος καί άνvπόκριτος » 1 •
6.
Τοιούτος ό Γρηγόριος έφάνη πανταχού, δπου aν έκαμε
τάς σπουδάς· Πελοπόννησος, ή πατρίς αύτού, καί τό &γιον
"Ορος καί ή Πάτμος, καί ή Σμύρνη έ6αύμασαν τά προτερήμα
τα τής κοσμιωτάτης αύτού νεότητος. Παντού, δπου aν ήσαν δούλοι τού Θεού καί τής σοφίας έργάται, έτρεχεν ό Γρηγόριος.
· Εγίνοντο
περί τής πίστεως καί άρετής συνομιλίαι ψυχωφελείς,
έκεί ό Γρηγόριος.
· Ετύγχανον
συναναστροφαί πονηραί καί
διεφ6αρμέναι; aφαντος ό Γρηγόριος. "Ομοιος τφ aστρφ τής
.αύγής,
διέτρεχε τού βίου τούτου τήν πολυπλάνητον νύκτα,
παρακολουδών τόν 'Ήλιον τής 6είας σοφίας καί προπορευό
.μενος έμπροσf}εν τής ήμέρας τής άρετής.
7.
Άλλά, τέλος, ή πρόνοια τού 'Υψίστου, τής όποίας ό άνάγει καί τόν Γρηγόριον είς τό έργον, όπου
δάκτυλος όδηγεί κα6έκαστον είς τόν δρόμον τής έαυτού
σωτηρίας
προώρισεν αύτόν, 'ίνα δοξασ6ft λαμπρότερον. ·Ο Γρηγόριος είς τi]ν Σμύρνην άγκαλίζεται τήν άνωτάτην φιλοσοφίαν, ένδύεται
τό άγγελικόν σχήμα, χειeοτονείται διάκονος, προχειρίζεται ίε
ρεύς, καί μετ' όλίγον προβιβάζεται είς τήν Μητρόπολιν τής
Σμύρνης, όπως ύπηρετi]ση δημοσίως όν έγκαρδίως ήγάπα Θεόν. Είς ταύτην τής ζωής αύrού τήν έποχήν, τό βα6έως έν αύ
τφ έγγεγραμμένον δνομα τού 'Υψίστου παρευWς έξέλαμψε
φαεινούς καί φλέγοντας χαρακτήρας.
'Ως aλλος Σαμουήλ,
άφιερωμένος έκ βρέφους είς τόν Θεόν, έν6ουσι{i καί νά
εύαρεστήση τόν Θεόν. Διδάσκει, συμβουλεύει, έλέγχει, παρα
καλεί, γίνεται τό πάν είς τό λογικόν αύτού ποίμνιον, δπως
ι.
r.
Ίάκ.
17.
109
tκπληρώσn πρεπόντως τού ύψηλού επαγγέλματος τά καfiή κον'tα. · Οφδαλμέ τής ·Ασίας, μεγαλόπολις Σμύρνη, σύ κήρυ ξον τούτου σου τού ποιμένος τάς άγαfiοεργίας, τάς όποίας
σπεύδων ό λόγος δέν μοι συγχωρεί κατά μέρος vά άπαριfiμήσω.
Κάλλιστοι Ναοί τής καλής έκείνης πόλεως, διότι σάς μόνον δέv
δύναμαι νά παρατρέξω σιωπών· Ναοί μεγαλοπρεπείς, τούς όποίους άνήγειρεν έκ βάfiρων ό Γρηγόριος μετά πολλών
κινδύνων, δσους ύπέμεινεν ύπέρ τής πίστεως όπό τών άγρίων
τής πίστεως έχfiρών. Σείς διά τών fiείων Qσμάτων κηρύξατε
πανταχού τόν ζήλον τής εύσεβείας τού Γρηγορίου. 'Άγγελοι ούράνιοι, όίτινες παρεστέκεσf)ε άοράτως είς τάς άναιμάκτους αύτού fiυσίας, καί άνεφέρετε είς τόν 6ρόνον τού 'Υψίστου, τό 6υμίαμα τών άγίων αύτού προσευχών, σείς, ώ φιλάνδρωπα
πνεύματα, παραστήοατε καί είς τόν ήμέτερον νοϋν τήν ζέσιν
tfjς καρδίας έκείνης, ήτις, τετρωμένη όπό τού βέλους τού ftείου
πό:Οου, άνυψώνετο είς τήν 6εωρίαν τών τής πίστεως μυστηρίων.
Σείς, ώ καfiαρώτατοι νόες, έβλέπετε συχνάκις προχεόμενα τά τακερά τών δακρύων αύτού ρείfiρα, διά τών όποίων tξέπλυvε
καfi · έκάστην τάς τών άμαρτημάτων κηλίδας, δσας ή άνftρωπίνη
άσ6ένεια
άφινε
κ{tποτε ό
νά
σκιάζωσι τήν άγα{)ήν αύτοϋ άμαρτίας
καρδίαν. Ναί, Χριστιανοί, καί είς αύτάς τάς έναρέτους ψυχάς είσχωρεί πολλάκις κονιορτός, λεπτός καί έπίβουλος της άπό τής όποίας τού ρύπου ουδείς άν6ρωπος
καfiαρός έστιν είς τήν γην, «ούδ' aν μία ήμέρα ύπάρχn ό 6ίος
αύτού» 1 καfiώς είπε τό Πνεύμα τό άγιον διά τού 'Ιο)β. 'Αλλ'
αυτοί ούτοι οί ένάρετοι άνδρες τόσον σεβασμιώτεροι γίνονται,
όσον πρσδυμότερον σπουδάζουσιν είς τήν έρευvαν καί διόρ6ωσιν τών σφαλμάτων αύτών. ·Η περί ταύτα προσεκτική fiεωρία καί διάγνωσις, ήτις έστί βάσις έν ταύτφ καί φύλαξ τής
μετριοφροσύνης, δέν τους άφίνει νά άπομακρύνωvται παντά
πασιν άπό tfjς άρετfjς τοιαύτη τις, άγαπητοί, είναι ή φύσις τής
άν6ρωπίνης ψυχής· ώς καί αuταί της αί άρρωστίαι τft βοηfiού-
1. 'Ιώβ 14,5.
110
σιν'ίνα μη άποttάνrJ. "Ας φρίξωμεν δσοι, λησμονούντες έαυτούς καί τόν Θεόν, έξετάζομεν καί κρίνομεν ώς καί τά μικρά τών άλλων παραπτώματα. Παρατηρούμεν τό μικρόν καί κούφον
άχυρον, δ,που σκιάζει τά βλέφαρα τού πλησίον, μη προσέχον
τες είς τήν μεγάλην δοκόν, ήτις έπιβαρύνει τήν ήμετέραν κεφαλήν, έπαπειλούσα τόν ψυχικόν ήμών δλ-εttρον. "Αν6ρωπε
Χριστιανέ! «Τί Βλέπεις τό κάρφος, τό έv τφ όφlJαλμφ τού
dδελφού- σου, τήv δέ έv τφ σ φ όφlJαλμφ δοκόv ού κατανο
είς » 1•
8.
'Αλλ.'
ό ίερός
Γρηγόριος, ένδοξος διά τάς άρετάς,
έδοξάζετο καί διά τήν τών σφαλμάτων αύτού διόρi)ωσιν.
Συμβαίνει ποτε πολιτική διχόνοια μεταξύ τών τής Σμύρνης
Χριστιανών. Είς μάτην ό άρχιερεύς έσπούδασε νά τούς είρη
νεύση · οί άνf)ρωποι μαν6άνουσι καί συνειiΗζουσιν εύκόλως τά.
πάντα, πλήν τής ήσυχίας καί τής έξ αύτής ευδαιμονίας αύτών. Παρεσύρttη λοιπόν ό Γρηγόριος είς τό έτερον τών άντιδιαφε ρομένων μερών, καί, κατά δυστυχίαν, τό άδικώτερον. 'Αλλ'
εύttύς γνωρίζει τό παράπτωμα. ·"Οδεν κατ' αί>τήν αυτού τήν
ίεράν Μητρόπολιν, ήμέραν έορτάσιμον, συνηγμένου πολυαρί6μου λαού, πρώτον μέν δημηγορεί περί είρήνης καί όμονοίας,
καί έπειτα καταβάς άπό τού ttρόνου, φορών τήν άρχιερατικήν
αύτού στολήν, τό σχήμα ταπεινός, τήν καρδίαν συντετριμμέ
νος, πλήρης δακρύων τούς όφ6αλμούς, όμολογεί τό άμάρτημα,
καί προσπίπτει, καί ζητεί παρά πάντων τήν συγχώρησιν. Τούτο τό ύψηλόν τής ταπεινοφροσύνης αύτού κίνημα συνεκλόνισε
τάς καρδίας τών διαφερομένων, καί τάς άνέλυσεν είς δάκρυα,
καί τάς συνεχώνευσεν είς όμόνοιαν καί ε~ήνην. Τοσαύτη ύπήρχε ή εύαι.σttησία τής συνειδήσεως αύτού, καί ή γνησία πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον άγάπη. Καί τοιούτος είναι ό χαρακτήρ τών άξίων τού παναγάttου Θεού λειτουργών. Τούτων ή άρετή χωρίς δγκου, χωρίς ύποκρίσεως, χωρίς τινος
έπιτηδεύσεως έπεκτεινομένη πρός τά έμπροσftεν, έφ' δσον
ι.
ΜατD.
7,3.
111
αίσftάνεται
σεως καί
τήν
τής
άσttένειαν
προαιρέσεως
τής
άνttρωπίνης
καρδίας,
έπί
τοσούτον γίνεται φιλανttρωποτέρα· καί ή μεταξύ τής συνειδή
αύτών έπικρατούσα γλυκερά
συμφωνία τούς καttιστa, καί είς αυτά τά παραπτώματά των,
διδασκάλους τόύ λαού, τόν όποίον ένεπιστεύ6ησαν παρά Θεού νά κυβερνώσιν, δχι περισσότερον διά τού λόγου, παρά διά τών πειστικωτάτων παραδειγμάτων τής έναρέτου ζωής αύτών.
'Αλλά φttάνει πλέον, ώ Γρηγόριε, ή κατά μέρος ποιμαντορία σου. 'Ανάβα είς τόν ttρόνον τόν Οίκουμενικόν, όttεν μέλλει νά έκλάμΨn φανώτατον είς δλους καί τό όνομα τής νέας · Ιερουσα
λήμ, τό όποίον έπέγραψεν είς τήν ίεράv σου καρδίαν ό άμνός τού Θεού. «Καί tπεyρdψω έπ' αVτφ τό όνομα τής πόλεως
τού Θεού, τής καινής
'1 ερουσαλήμ».
9. ·Η
Χριστού
άποστολική καί άνατολική άγία καί μεγάλη τού 'Εκκλησία, ή μήτηρ πασών τών 'Εκκλησιών, καί
καttολική νομοttέτρια τής όρttοδοξίας έπιζητεί τής δόξης αύτής άνάλογον Πατριάρχην. 'Ο i)ρόνος τών Γρηγορίων καί Χρυσο
στόμων καί Γενναδίων άπαιτεί τόν άξιον τούτων διάδοχον· καί ίδού φωνή τού ούρανού καί φωνή τής άγιωτάτης Συνόδου προσκαλεί τόν Σμύρνης Γρηγόριον είς τήν πατριαρχικήν έπίσκεψιν τής νέας Σιών, τής μυστικής πόλεως τού Θεού. 'Αναβαίνει λοιπόν ό Πατριάρχης, ώς άλλος Μωϋσής, είς τό όρος τό ύψηλόν μετά δόξης, ώστε νά μεταδίδη είς τόν λαόν τού
Θεού τάς ttείας διαταγάς. 'Ενδεδυμένος, ώς άλλος 'Ααρών, τήν
πατριαρχικήν αύτού στολήν, καί φορών είς τό στήttος έγγε γραμμένον τό όνομα τού Θεού, καί τό τής άγίας αύτού πόλεως, είσέρχεται είς τά άδυτα, καί εξέρχεται είς πνευματικήν τών λαών αύτού ttεραπείαν. Είς τούτο τό ύψηλόν αύτού λειτούργη
μα μοί φαίνεται παρόμοιος τής μυστικής έκείνης άμάξης, τήν όποίαν είδεν έν πνεύματι ό προφήτης 'Ιεζεκιήλ 1 • Πνεύμα πυρώδες καί φωτεινόν έμψύχωνεν έκείνο τό πολύτροχον καί
πτερωτόν όχημα· καί ό μέν άήρ έσχίζετο ύnό τά κουφότατα
ι. Ίεζεκ. ι.
112
αύτού 'ίχνη, οί δέ έμψυχοι τροχοί άνέβαινον μετέωροι, καί
κατέβαινον προσγειότεροι άκολουδούντες τήν ίσχυράν τού
πνεύματος όρμήν. Παρομοίως καί ό τρισόλβιος Πατριάρχης,
όδηγούμ.ενος ύπό τού πνεύματος τού Θεού, πότε μέν άνέβαι
νεν είς τήν 6εωριαν τών έπουρανίων καί ύπερφυών μυστηρίων, πότε δέ πάλιν κατέβαινεν είς τής πρακτικής εύσεβείας τάς άγαδοεργίας. όρδοδόξων
· Ηγρύπνει, · έτρεχεν, έπέτα πρός πάσας τών λαών τάς άνάγκας. · Εχρειάζετο άρχιερέως τινός
'Εχρειάζετο ναών οίκοδομή, η άλλου ύπεράσπισις άδικου μένων, ό
έκλογή; ό Γρηγόριος έτοιμος νά κυρώσn τόν άξιώτερον είς
ποιμαντορίαν ψυχών. νά τό κατορδώση.
τινος κοινωφελούς άγαttού σύστασις; ό Γρηγόριος δραστήριος
· Εχρειάζετο
Γρηγόριος πρόDυμος νά ttυσιάση, άν τύχη, καί τήν ίδίαν έαυτού
ζωήν. Πεπιστευμένος τήν μέριμναν πασών τών 'Εκκλησιών, έγίνετο τοίς πάσι τά πάντα, ίνα τούς πάντας, ή πάντως τινάς
σώσy. Ποσάκις ό άοίδιμος κατεπάλαισεν άνδρείως, ή φρονίμως φκονόμησε προσταγάς τuραννικάς, άίτινες άπέβλεπον είς
καταφρόνησιν τής 'Εκκλησίας τού Χριστού! Πόσους ίδρώτας έχυσεν, 'ίνα διατηρήση τά προνόμια τής όρ{)οδοξίας, διά τών όποίων καί είς τήν κοσμικήν αύτής δουλείαν περιεχαράκωσεν
αύτήν ή πρόνοια τού 'Υψίστου! 'Ανήγειρεν έκ βά6ρων τό
πατριαρχείον κατά τήν ένδεχομένην λαμπρότητα. Συνέστησεν
έν αύτφ τυπογραφείον πρός εύκολωτέραν τών τής παιδείας
φώτων μετάδοσιν είς τό πνευματικόν αύτού ποίμνιον. 'Εξέδω κε 6εσπίσματα καί τόμους συνοδικούς άφορώντας είς τού
κλήρου τήν κοσμιότητα καί τήν εύζωίαν τών Χριστιανών.
« •Εγtνετο ώς άστήρ έωδιv6ς έv μtσφ νεφtλης, καί ώς ήλιος
έκλάμπτων έν ναφ Κvρίοv»ι.
10.
Πολλά καί καλά καί μεγάλα ύπήρξαν, άγαπητοί, τά
παραδείγματα τής άρετής τού άοιδίμου τούτου πατρός. Τό τών
· Ελλήνων
όρδοδόξων γένος, τό σεβάσμιον καί είς αύτόν αύτοϋ
της δυστυχίας τόν ζυγόν, εϋρηκε τόν Πατριάρχην Γρηγόριον
1.
Σειράχ.
50,6.
113
κοινόν πατέρα καί προστάτην άκάματον εLς τάς πολλάς αύτού καί βαρείας άνάγκάς. Πόσον άόκνως καί μεγαλοπρεπώς
6
άείμνηστος διέλαμπε μεταξύ τής άγιωτάτης Συνόδου, -6ερα
πεύων τάς ποικίλας τών κατd τόπους επισκοπών περιστάσεις, καί στηρίζων
•
τούς
ίερούς τής
εύσεβείας καί δικαιοσύνης
I
χρησμούς! Μεταξύ τής συναγωγής των, οος είπεν
κατά χάριν Θεού προεξάρχων
6
Προφήτης,
6
Πατριάρχης έφερε τήν εικόνα
τής δικαιοσύνης τού· Θεού, δστις έφίσταται άοράτως είς τούς
ίερούς μάλιστα Συλλόγους, καί κρίνει καί αύτούς τούς σεβασμί
ους Κριτάς. «·Ο Θεός έστη έν αvναγωγfl Θεών, tν μέαφ δέ
Θεούς διακρινεί» 1 • Πόσον δέ πάλιν ήπίως καί ταπεινώς ήκουε
. τάς άπλάστους τής ειλικρινείας φωνός -πόσον πρ(ιως καί
·πατρικώς ύπεδέχετο καί διήλλατtε τούς διαφερομένους πόσον
ύπομονητικώς καί :yενναίως ύπέφερε τάς πολλάζ τής άρετής
•
αύτοϋ δοκιμάς πόσον τελευταίον, προ{)ύμως καί φιλαν-6ρώ
πως .διεσκόρπιζε πανταχού τάς εύεργεσίας! δυνατόν νά άκουσ{)ώσιν
.. Α!
καί aν ήτο αύτού
ένταϋf)α πάσαι τών ύπ'
εύεργετημένων πτωχών αί φωναί πρός εύλογίαν τού περικλε
ούς αύτού όνόματος- ώl ~ού εί~ε χήραι, καί όρφανά καί
παρ-6ένοι τάς όποίας διέσωσε; Πού είσιtε πένητες πάσης
tάξεως καί άγνωστοι καί γνωστοί; ]Jτωχοί, άοικοι, πεινώντες,
aρρωστοι, παραλυτικοί, λελωβημένοι, έλλεινά τής άν-6ρωπότη τος λείψανα! Σείς άν ήσ{)ε παρόντες, διά μόνων τών στεναγμών σας ήfiέλετε πλέξει λαμπρότατον τού φιλοπτώχου Πατριάρχου
I
έγΚώμιον. Σείς καί μνημονεύετε καί κηρύττετε είς τήv γήν καί
εις
,
τους
,
ουρανους
,
,
τας
,
αειμνηστους
,
,
ευεργεσιας του
'
,
-·-
ιερου
τούτου των όρfiοδόξων Πατρός. << Έακόρπιαεν, έδωκε τοίς
πέvηαιν, ή δικαιοσύνη αύτού μένει λ είς τόν αίώνα τού
αιωνος».
.
,
-
11. Τοιουτοτρόπως, άδελφοί μου, 6 κλεινός Γρηγόριος
έδοξάσ{)η είς τήν πατριαρχικήν αύτού ζωήν, δεικνύων έγyε
yραμμένον είς' τήν έdύτοϋ καρδίαν τό δνομα τού Θεού, καί τό
1. · Ψαλμ. 81,1.
114
ονομα τής καινής ·Ιερουσαλήμ. Δίς έξεβλήttη τής πατριαρχεία
6
μακάριος, ώς άλλος Χρυσόστομος ύπό τής έξουσίας το~
σκότους. Δίς άπήλ-6εν είς τό τού "Αδωνος ορος, οuχ 'ίνα ήσυχάση άργός, άλλ' 'ίνα μεταλλάξη τούς πολυπόνους άγώνας. 'Εκεί έγίνετο τύπος καί ύπογραμμός τής μοναδικής πολιτείας. 'Εκεί συνέγραφε τά έκδο-6έντα καί άλλα άνέκδοτα ψυχωφελή
συγγράμματα. 'Εκεί όμοιούμενος πελεκάν ι έρημικφ, κατά τόν
Προφήτην, έπανήρχετο πάλιν ώς άετός ύψιπέτης είς τήν πατριαρχικήν αύτού καδέδραν, έπίσης ποt)εινός καί γλυκύς,
κα-6ώς μετά τήν συννεφίαν τρίτης αύτού
6
ήλιος. ·Αλλά τελευταίον, έπί τής είς τήν όποίαν ήλitε, καt)ώς
πατριαρχείας,
φαίνεται, μόνον καί μόνον 'ίνα άπο-6άνη ύπέρ Χριστού, έδειξε
μάλλον έκπεφασμένως καί τό τρίτον ονομα τό ύπέρ πάν ονομα, τό προσκυνητόν καί ύπερύμνητον όνομα τού i}εαν-6ρώπου
'Ιησού, τό 6ποίον προγραφέν είς τήν αύτού καρδίαν διά τών f>λίψεων, έμελλεν'ίνα λαμπρυν-6fι καί διά τού μαρτυρικού αύτού
dίματος, καί καταστήσn τήν δόξαν αύτού άνεξάλειπτον. «Ή
δόξα αύτού ούκ έξαλειφlJήσεται».
12.
πάσιν
Δέν είναι χρεία, νομίζω, άγαπητοί, νά άποδείξω είς τάς άνδρωπος διοικείται κατά τάς αίωνίους βουλάς τής
χριστιανικάς άκοάς σας, δτι σύμπας ούτος ό κόσμος, καί έπί
6
προνοίας τού παντεπόπτου Θεού.
·Ο
βασιλεύς τών αίώνων
έκριζώνει καί φυτεύει βασιλείας, ταπεινώνει καί άνιστ(i ffiνη,
κρατεί τού ήλίου τόν δρόμον, διασχίζει ttαλάσσας, άφανίζει
γαίας, συγκλονεί τήν φύσιν όλην διά τούς έκλεκτούς αύτού -6εράποντας. 'Από ταύτης τής άvεξερευνήτου τών -6είων
κριμάτων
άβύσσου
έξερράyη
καί ό
παρών πολιτικός τής
'Ελλάδος κλονισμός έπί τής τρίτης πατριαρχείας τού Γρηγο ρίου. 'Ήχησεν ή τής επαναστάσεως σάλπιγξ, καί εύWς μάχη,
καί τρόμος, καί φρίκη διεσκορπίσt)η παντόύ. Παντού δπλα,
παντού φόνοι, παντού ΟΟώων dίματα βάπτουσι καί με-6ύουσι
τής βασιλευούσης τό έδαφος. ·Ο γηραιός Πατριάρχης, δσον
ήδύνατο,
καί δσον ήκούετο, έτρεχεν 'ίνα οtκονομήση τάς
άνοικονομήτους καί φοβεράς περιστάσεις τού ε6νους- καί έν
τούτφ τόν ήκολού-6ει κατόπιν βηματίζουσα βήματα μεγάλα ή
δόξα τού μαρτυρίου ... Ηλ-6εν η μεγάλη έβδομάς καί ό γενναίος
115
Γρηγόριος. μεταξύ μυρίων βαρβαρικών όπλων καί κραυγών καί
σφαγών. έτέλεσεν εύλαβώς τήν άκολουtΗαν τών κοσμοσωτηρί
ων παδών, δακρύων συγχρόνως καί τών f}λιβομένων 6μοφUλων
τά πάf}η.
· Εφ ίσταται
ηλιος.
δέ τέλος καί ή ένδοξος ή μέρα τής
άναστάσεως, καί συνανατέλλει μετ' αύτής δόξης αύτού 'Εκτελέσας μετ'
6
φανώτατος τής
άκρας γαλήνης τούς
ίερούς τής άναστάσεως ϋμνους, έλειτούργησε τήν έσχάτην έπί
γής
ίερουργίαν,
καί
έφαγεν
έπί τής
άyίας τραπέζης τό
τελευταίον πάσχα τό μυστικόν, περί τού 6ποίου, κα6ώς δεσπότης καί διδάσκαλος Χριστός, ήδύνατο καί αύτός
6 6
μακάριος νά είπη πρός τούς συνιερουργούντας άρχιερείς καί
ίερείς.
« ΈπιlJvμία
έπεδύμησα τούτο τό πάαχα φαγείv μεδ ·
ώ Θεέ
ύμώv προτού με παδείv»ι.
13.
Μόλις έξήλt}εν άπό τής 'Εκκλησίας ... όλλ'
'Ύψιστε! άνύψωσον ταύτην τήν ώραν καί τόν νούν μου καί τήν
φωνην, όπως δυνηt}ώ νά παραστήσω πρός τήν σεβασμίαν
ταύτην όμήγυριν τού Πατριάρχου τήν γενναιότητα. Μόλις έξήλt}εν άπό τής
' Εκκλησίας,
καί
ίδού
τής
άσεβείας οί
ύπηρέται τόν άρπάζουσι βιαίως, έμβάζουσιν είς άχαρι πλοίον,
καί καταβιβάζουσιν εις σκοτεινήν φυλακήν, όπου έκ τοσούτων
αίώνων άκούονται συχνοί τής βασανιζομένης άνf)ρωπότητος
στεναγμοί. 'Εκεί εύρίσκει
6
Πατριάρχης τήν άγίαν αύτού
Σύνοδον δεδεμένην είς άλύσεις καί πάσχουσαν καί αύτήν ύπέρ
τής τού Χριστού ·Εκκλησίας. 'Εκεί, έκεί είς τό σκοτεινότατον
χάος άνέλαμψεν ή μεγαλοπρέπεια τών πολυτίμων λίt}ων τού
t}υσιαστηρίου, όχι πλέον είς τήν ίερατικήν αύτών λαμπρότητα,
άλλ' είς τήν μαρτυρικήν αύτών γενναιότητα. ·Εκεί
6
άγγελος
τού ·Υψίστου, έν φ τούς ίεράρχας ένίσχυεν άοράτως πρός τό
τού μαρτυρίου ποτήριον, φαίνεται ότι έλεγε συγχρόνως πρός τούς άγρίους στ:ρεβλώνετε, αύτών βασανιστάς. καί μαστίζετε καί
«.. Ω
άνδρες αίμάτων, τί τούς νέους
καταξαίνετε
ίερομάρτυρας; Ποία βάσανος, ή {:}άνατος, ή ζωή f)έλει τούς
1.
Λουκ.
22,15.
116
χωρίσει άπό τής άγάπης τού Χριστού; Ποίον άγαfiόν, ή ποίον κακόν τής παρούσης ζωής δύναται νά βιάση τούτούς νά
άλλάξωσι τήν άμώμητον πίστιν πρός τήν άσέβειαν, είς τήν όποίαν τολμάτε, μιαρDί, νά τούς προσκαλήτε, είς μάτην
κουράζετε καt τάς βλασφήμους γλώσσας καί τάς αίμοχαρείς
χείράς σας. 'Όσον πλέον τούς βασανίσητε, τόσον πλέονbέλετε
καταισχυν{:}ή· τόσον πλέον {:}έλετε λαμπρύνει τήν πορφύραν
τής ·Εκκλησίας, τήν όποίαν έβαψαν πρότερον διά τού άίματος
τοσούτων μαρτύρων οί άσεβεϊς πατέρες σας. ·Αλλ· δμως
πληρώσατε καί σεϊς τό μέτρον τών.προγόνων σας. Τό ποτήριQν τής fiείας · όργής γεμwατέ το μέχρι στεφάνης, δπως έπέλδη
κατά τών κεφαλών σας πάν α""ιμα δίκαιο~, έκχυt)έν άΠό τής
άλώσεως, μέχρι τής έλευi)ερώσεως τής νέας Σιών, τής πόλεως
τού Θεού» ..
14. . Αλλά,
τέλος, άπέκαμον οι βασανισταί πρίν ά:ι:tοκάμη
τόν βασανιζομένφν άγίων ή καρτερία.
· Αφρίζοντες,
καί λυσ
σών;rες, καί βλασφημοϋντες οί άνομοι σύρουσιν αVτούς είς,τόν
τόπον τής Κ\Σταδίκης. Πλή{:}ος άμετρον άσεβών συρρέσuσι πανταχό{:}εν, τών όποίων αί 'f)ηριοοδεις κραυγαί άναDιχίνουσιν εως είς τόν αί6έρα. ·Αλλ· οί γενναίοι ίερομάρτυρες άφορώντες
.
.
είς τούς ούρανούς, καί βλέποντες, ώς ό πρωτομάρτυς Στέφα νος, τήν περιμένουσα~ αύτούς δόξαν, προσεύχΌνται πρός τόν
Θεόν ύπ,J:ρ τής 'Εκκλησίας, lJιδάσκουσι τοvς διώκτας, εύλο
γούσι τούς ύπερασπιστάς αύτής καί δέχονται τέλος εύχαρίστως
τόν δι' άγχόνης πολυώδυνον itάνατον. Δι· δλης τής τριημέρου
άναστάσεως έκρέμαΥ.Q έπί ξύλου ό παναγιώτατος- Πατριάρχης
μετά τών τριών κορύψαίων τής άγίας Συνόδού· καί μετέπειτα
παραδίδονται ε(ς τούς 'Εβραίους τά πολύαttλα αύτών σώματα έπί σκοπφ νά τά έμπαίξωσι καί ούτοι, καί νά δείξωοι καί τώρα,
δτι αύτοί είναι οί υίοί τών σταυρωσάντων της δόξης τόν Κύριον.
Τελευταίον, τά σεβάσμια λείψανα, περισυρέντα είς τούς όδούς,
έρρίφi}ησαν είς τήν itάλασσαν. Καί ό μέν ίερός Διονύσιος, ό τής
' Εφέσου
σεβασμιώτατος ποιμενάρχης καί :ι:fiς 'Ελλάδ?ς άοίδι"
μος εύεργέτης, άνευρε{:}είς ύπό χειρών εύσεβών, έτάφη, κα{:}ώg
λέγουσιν, έξω που του Σταvροδρομίου, 'ίνα παραμένn είς τήν
έαυτού πατρίδα διηνεκής έφορος, καί διά τών π9ός Θέό~
117
αύτού πρεσβειών συνεργός είς ταχυτέραν έλευδέρωσιν τής τού
.
·
Χριστού
'Εκκλησίας,
κατά τής όποίας
«Πύλαι ι1δοv ού
κατιαχύσοvαι» 1 •
15.
Σέ δέ, παναγιώτατε Πατριάρχα, δοξασδέντα διά τού ώδήγησεν έτι πορρωτέρω ή {:}εία πρόνοια,
μαρτυρίου, σέ
βουλομένη νά έπεκτείνη έπί πλέον τήν άδυτον δόξαν τής
'Εκκλησίας. Αύτόματος, άγαπητοί, μετά τρείς ήμέρας άνέδυ έκ τού βυfiού τής {:}αλάσσης ό πατριάρχης, κράζων καί νεκρός τά
προφητικά έκείνα λόγια· « Άπέρ~ιψdv με είς fJd!Joς καρδίας θαλdααηr;, Μ.αί έκ tώv dfJύaaωv dvήyαyέr; με, καί έv τfj fJovλfj σου ώδήyηαάς με, καί μετά δόξης προσελάfJοv με»2. 'Οχούμενος άσφαλώς, ώς ό Πέτρος, είς τής {:}αλάσσης τά νώτα,
καί ύπηρετούμενος ύπό . γαληνίων κυμάτων ό τρισόλβιος νεκρός .άντιπλέει πρός τά ρεύματά, καί καταφεύγει ύπό τόν
Σταυρόν τής άνικήτου σημαίας των 'Ρώσσων, πλησιάσας είς τό
πλοίον άνδρός όμογενούς, άγαttού καί {:}εοφιλούς. ·Ο εύλαβής
Σκλάβος, ου τινος τό όνομα {}έλει μνη'μονεύεσδαι είς τήν
ίστορίάν πολύ λαμπQότερον παρά τό όνομα τής φιλανttρώπου
γυναικός έκείνης, ητις ~f)αψ~ν είς τήν Μεγαρίδα τά λείψανα
τού έναρέτου Φωκίωνος, ό εύλαβής καραβοκύριος βλέπει τόν Πατριάρχην, τόν γνωρίζει, τόν άρπάζεt, τόν περιστέλλει, τόν
•
μετακομίζει, τόν έμπιστεύ~ι είς τούτο τό άσυλον τής εύσεβείας, δλου σχεδόν μηνός διαμείναντα καί
νεκρόν άφ{}ορον δι'
άκήρατον ... Ω βάttος πλούτου τής {:}είας προνοίας άναξερεύνη
τον! 'Εδώ, άδελφοί μου, παρατηρήσατε τήν οίκονομίαν τής
σοφίας
τού
Θεού.
Πολλαί πόλεις
καί χώραι καί πρQ)ην
εύλογήttησαν έκλεχ{:}είσαι {:}εόfiεν είς ξένων άγίων λειψάνων
οίκητήρια. Τάς Λιπαράς έδιάλεξεν εtς πρόσκαιρον κατοικίαν
τού ίερού αύτού λειψάνου ό άπόστολος Βαρνάβας. Είς τήν νήσον τών Κορυφ(δν διεύ{:}υνε τάς τρίβους αύτού διά ttαλάσσης
ό {}εοφόρος άγιος Σπυρίδων· καί ό ίερός Γρηγόριος έξελέξατο
ι.
Mat"(t.
'Ιων.
ιι,s.
2.
2, 16,
Ψαλμ.
70, 72.
118
τήν 'Οδησσόν. 'Αλλά τό ετι δαυμαστότερον, δτι τώρα μετά
τοσούτους αίώνας άνανεώνει πάλιν ό Πατριάρχης. δι' έξωτερι κών σημείων τόν μεταξύ τής Γραικικής καί
· Ρωσσικής
'Εκκλησίας έσωτερικόν
καί άδιάσπαστον σύνδεσμον. Πρό
έννέα περίπου αίώνων ήνωσε μετά τής 'Ορδοδοξίας καί γάμος
τάς δύο ταύτας 'Εκκλησίας. 'Ο φιλόχριστος τών 'Ρώσσων
βασιλεύς,
ό άγιος Βασίλειος
ό Βλαδίμηρος eλαβε καί τό
βάπτισμα καί τήν νύμφην αύτού έκ τής Κωνσταντινουπόλεως,
καί έκ τής Κωνσταντινουπόλεως είδεν ή
· Ρωσσία
συγχρόνως
καί τό φώς τής πίστεως καί τήν πρώτην έαυτής εύσεβή
Βασίλισσαν, τήν μακαρίαν 'Άνναν τήν πορφυρογέννητον. Καί
τότε μtν εύημερούσα ή Γραικική ·Εκκλησία παρέδιδε γάμους καί ύμεναίους καί εύσεβή βασιλίδα Κωνσταντινουπολίτιν, ώς ένέχυρον τής έαυτής άγάπης είς τήν έκκλησίαν τήν 'Ρωσσικήν.
'Αλλά τώρα τε6λιμμένη παραδίδει πάλιν είς τούς κόλπους αύτής άλλον άνάλογον -6ησαυρόν, τόν Πατριάρχην τής Κωνστα·
ντινουπόλεως. «Πρός σέ, μοί φαίνεται, ότι λέγει ή σεβασμία αύτη μήτηρ πρός τήν άγιωτάτην καί άποστολικήν αύτής
Πρός σέ, φιλτάτη μου άδελφή, άποστέλλω καί δυγατέρα.
τούτον τόν {)ησαυρόν μου. Είς τής ένεστώσης όδύνης μου τάς
ήμέρας, Σύ είσαι ή παραμυ6ία μου, ή άνάπαυσις τών κροτάφων
μου, ή προστάτρια τών δικαιωμάτων μου. Ό ίερός ούτος
πατήρ, σφαγιασ6είς ύπό τών διωκτών τής πίστεώς σου,
προσέρχεται είς τήν σκέπην σου καί νεκρός, πρέσβυς καί
ίκέτης ύπέρ τής εύσεβείας, διωκομένης καί περιυβριζομένης
είς όλον αύτοϋ τό εttνος, τού όποίου πολλάκις μέλη πιστώς Σέ
ύπηρέτησαν. Ύπόδεξαι, άδελφή μου, τόν Πατριάρχην μου
εύλαβώς, ώς διάδοχον τών πρώτων τής διδασκάλων· καί μνημόνευε τών
' Ορ6οδοξίας
Σου
δεσμώvΙ
τούς όποίους
ύπομένω, έως άν πληρωl.Jώσι καιροί έ8vώv»2.
1. 2.
Γαλάτ.
Λουκ.
6,12. 21,24.
119
16.
Καί τφ δντι ή
άγιωτάτη
' Εκκλησία
τών 'Ρώσσων
ύπήκουσε τής όδυνομένης μητρός τάς φωνάς. 'Ο ftεόχριστος
τού άγίου Βλαδιμήρου διάδοχος καί ΤΡΙΣΣΕΒΑΣΤΟΣ 'Υπερα
σπιστής τής Καftολικής τού Χριστού 'Εκκλησίας, ό Εύσεβέ
στατος καί Κραταιότατος Αύτοκράτωρ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΥ ΛΙΔΗΣ, έν φ φυτεύει τά τρόπαια τών μεγάλων Αύτού άρετών καί εξω καί έντός τής άχανεστάτης Αύτού ·Επικρατείας, είς
τήν όποίαν πώποτε δέν δύει ό ήλιος, έν ταύτφ άμιλλάται καί
πρός τούς εύσεβάστους Αύτού Προπάτορας κατά τά Ερyα τής εύσεβείας.
·Η
βασιλικωτάτη καί μεγαλόδωρος Αύτού δεξιά
άγιάζεται καί τώρα διά τών ftεοφιλών καί διαψιλεστάτων Αύτής εύεργεσιών. Στολίζει λαμπρώς τόν άοίδιμον Πατριάρχην πολυ
τιμότατα άμφια, τιμ«) τήν ίεράν αύτού κηδείαν διά δαπάνης
άφδονωτάτης, άvαλαμβάνει γενναίως καί εύεργετεί πατρικώς τούς ταλαιπώρους 'Έλληνας, τούς μετά· τού Πατριάρχου καταφυγόντας ύπό τάς πτέρυγας τού άηττήτου τής αύτού Αύτοκρατορίας άετού. ·Η δέ άyιωτάτη διοικούσα Σύνοδος τής
· Ρωσσίας ύποδέχεται τόν ίερώτατον νεκρόν είς τούς κόλπους τής · Εκκλησίας, καί διά τών άγίων αύτής λειτουργών στεφανώ
νει τόν τάφον αύτού περιβάλλουσα τά σεμνά καί όσια τής
ε:ιJσεβείας παράσημα. Οί γενναίοι
Πατέρα.
· Ρώσσοι
δεικνύουσιν όλον
τής εύσεβείας τό σέβας πρός τόν κοινόν τών όρδοδόξων
·Η
'Οδησσός πλουτίζεται. ·Ο Σταυρός -6ριαμβεύει.
Τό ονομα τού ·Ιησού άνυμνείται, καί δι' αύτοϋ δοξάζεται καί άποf)ανών ό άοίδιμος Πατριάρχης, δόξαν άνεξάλειπτον.
ται».
« Έν
γενε~ αύτού έδοξάσδη, καί ή δόξα αύτού ούκ έξαλειφδήαε
17.
Δοξάζου λοιπόν, ςtείμνηστε Γρηγόριε, καί είς τήν γήν,
κα-6ώς καί είς τούς ούρανούς. 'Αναπαύου τό μέν ίερόν σου λείψανον είς τήν Όδησσόν, τήν δ' άγίαν σου ψυχήν είς τήν
βασιλείαν τών Ούρανών. ·Εκεί μετά τού Πατριάρχου ·Αβραάμ καί πάντων τών άγίων ·Ιεραρχών, έκεί έμπροσftεν είς τόν δρόνον τού 'Αρνίου, ένδεδυμένος τήν λευκήν τής άδωότητος
στολήν, τήν όποίαν έλεύκανας
διά τού άίματος τού
· Αρνίου
καί τού άίματος τού μαρτυρίου σου, κράτει τόν φοίνικα τής
νίκης, καί δοξολόyει τής δόξης τόν Κύριον. Καί τό αύτοσχέδιον
120
τοvτο καί πρός τάς παρούσας περιστάσεις συστενούμενον καί
μικρόν τών μεγάλων άρετών σου έγκώμιον εύμενώς άποδεχό
μενος, έπίβλεψον ίλαρός έπί τούς όμογενείς σου, καί έμπνευ σον είς τάς καρδίας αύτών τήν πρός άλλήλους όμόνοιαν, καί
συμπάftt:ιαν, καί άγάπην.
18.
Ναί, άδελφοί μου, κάτοικοι καί πάροικοι τής
· Οδησ
σού, πρός ύμάς στρέφω τόν λόγον, διότι Σεϊς, φαίνεται, ότι έχετε χρείαν πλέον τών·άλλων, καί μάλιστα κατά τό παρόν, νά
σάς
έν6υμίσn κανείς τά καttήκοντάς σας, όσα ό καιρός
συγχωρεί νά άναφερttσώσιν.'
· Αδελφοί,
άγαπάτε άλ).ήλουι;.
Μακράν πλέον άπό τού _μέσου σας ό φttόνος, ή μνησικακία, ή
ύπερηφανία, ή πλεονε~ία, δλα τά άγρια πάttη, όσα διακόπτουσι
τής πρός άλλήλους άγάπης τόν σύνδεσμον. Είναι άνομία
μεγίστη: καί μάλιστα είι; τάς πενttίμους ταύτας ήμέρας τής
'Εκκλησίας καί τής Πατρίδος, νά κατατριQνητε άλλήλους;
άναισttητούντες είς τάς τού γένους κοινάς συμφοράς. 'Ενttυ- •
•
μή-6ητε, ότι ή πικρά διχόνοια κατέστησε πτώματα έλεεινά τούς;
Προπν άλλων τών κατά σέ
φιλανδρώπων άνδρών άναφαίνεται ώc;
.. Ιρις
παρηγορητική
·μεταξύ τών σκοτεινών τής δυστυχίας νεφών, τά όποία συσκιά
ζουσι τά δεδακρυμένα πρόσωπα τών ξέvων 'Ελληνων, όσοι
κατέφυγον έκ' τού κατά μέρους κατακλυσμού τής Πατρίδος είς
τό ύψηλόν δροc; τήc; ρωσσ~κής προστασίας.· ι Αδελφοί 'Έλλη:.
νες εύγνώμονείτε πρός τάς τοιαύτας άγα6οεργίας τού τρισσε βάστου MONΆPJCOY, δς τις, ώς άλλος ήλιος, σάς ζωογονεί καί σά<; .~περ,ιttάλπει έντός της '_Επικρατείας αύτοϋ· κα~ δεύτε συμφώνως έπάρατε τάς ψυχάς σας μετά τfίς υ
φωνής πρός · τόν 'Ύψώτον ήμών Πατέρα, 'ίνα έπικαλεσftώμεν
τήν άπειρον αύτού εύ~πλαγχνίαν.
•
·
. 19.
·Ώ .. Θεέ τού έλέους, έπόυράνιε τή'c; κτίσεως Βασιλεύ!
έπίβλεψον,έξ ούρανού, καί'ίδε τήν κάκωσιν τού ~αού σου. 'Έως.
πότε, Κύριε, μέλλει νά έξυβρίζη rtανάt}έσμως είς τό πανάγιδν
Σου όνομα ό βάρβαρος έχttρός τού Σταυρού; 'Έως πότε :f)tλει
χύνει τό άttώο\ι άιμα τής έκλεκτής Σού κληρονομίας; Κύριε τώ~
. δυνάμεων,
ίδού βλέπεις τήν·μανίαν τών κα6ι ήμάς ι Ασσυρίων,
έβεβήλωσαν, τάς σάρκας τών όσίων Σου πρdσέρριψαν είς'τά ttηρία τής γής .καί ttαλάσσης. ι Ιδού Δέσποτα, έσμικρύνδημεν
παρά πάντα τά fttνη, έγενήttημεν όνειδος παρά τοίς tιttροίς
σου, έλογίσttημεν ώς πρόβατα σφαγής 1 • Διά τάς άμαρτίας ήμών
τήν άγία'! Σιών. Σου κατέσκαψαν, ·τούς ίερούς Σpυ ναpύς·
.
.
'
μάς fδειξςις πολλά καί σκληρά,• μάς έψtδμισ,αc; δάκρυα καί
. πικρίμν, έπότισας ~μάς ο~νον κατανύξεως. ι Αλλ ι ίκανοuσttω,
Κύριε, ή όργή Σου. "Ω .Κύριε, σώσον δή· ώ Κόριε εύόδωσαv δή. Μή παραδφης ήμάς εις τέλος, καί μή άποστήσnc; τό fλεόc; σου
άφι ήμών,'·διά πάντας το{)ς ήγαπημένους άγίουc; Σου, καί διά
τούς νέους Σου μάρτυρας. ·Ο . Θεός, ό Θεός τών Πατέρων
ήμών, ό ποιήσας τά fνδοξα πάνtα, ό κτίζων νέα έκ παλαιών,..
καί τό πάν έκ τού μηδενός, ό δημιουργήσας έκ σκότους τό
φώς, καί άνιστών έκ τών τάφων τούς νεκρούς είς έλευttερίαν,
I
•
1.
Ψαλμ. 43ι23 .
.
122
άστραψον τό κράτος τής παντοδυναμίας Σου.
· Ράξον
τήν
όρyήν Σου έπί τά έihιη τά μή γινώσκοντά Σε. 'Απόστειλον τόν
"Αγγελόν Σου σωτήρα τού τεταπεινωμένου λαού Σου. Βασιλεϋ
"Α γιε έπάκουσον τής φωνής τής δεήσεως ήμών· καί τόν
χριστόν Σου, τόν πιστόν καί φιλανftρωπότατον Αύτοκράτορα
στερέωσον, δόξασον, κραταίωσαν, ύπόταξον ύπό τούς νικηφό
ρους Αύτού Πόδας πάντα έχttρόν καί πολέμιον άπό περάτων
έως περάτων, έως ού dνταvαιρεθfj ή Σελήνη ι. Τό φιλάδελφον
έt}νος τών γενναίων
· Ρώσσων
εύλόγησον, τήν πόλιν ταύτην καί
πάσαν πόλιν τών πιστών άβλαβείς διατήρησον, καί πάντας τούς
εύσεβείς λατρευτάς τού
βασιλείαν Σου. ·Αμήν!
όνόματός Σου παράλαβε είς τήν
Β'
Τού αύτού Λόγος είς τό μνημόσυνον τού άοιδίμου Πατριάρχου Κων ντινουπόλεως Γρηγορίου, καί τών σύν αύτφ μαρτυρησάν των ζtειμνήστων τριών Μητροπολιτών, τού 'Εφέσου Διο
νυσίου τού Καλλιάρχου, καί τού Ν ικομηδείας
σίου, καί τού ·Αγχιάλου Εύγενίου.
· Α'6ανα
«Μή γίνου dπιστοι;; άλλά πιστόι;; ».
Ίωάw.
20,27.
1.
Συνηγμένοι ήσαν, άδελφοί μου, μετά τήν σταύρωσιντοϋ
'Ιουδαίων, κλαίοντες πικρώς τόν άπό τού
Σωτήρος ?ί ' Απόστολοι, καί συγκεκλεισμένοι είς ένα τόπον διά
τόν φόβον τών Διδασκάλου χωρισμόν, καί δυσπιστούντες έκttαμβοι πρός τά πρώτα περί τής αύτού άναστάσεως εύαγγέλια τών Μυροφό-
ι. Ψάλμ.
71,7.
123
ρων. ·Αλλ' έξαίφνης, τών {)υρών κεκλεισμένων, έπιφανείς είς τό τάς μέσον αύτών ό Σωτήρ, έχάρισεν αύτοίς τήν μακαρίαν αύτού χείρας καί τούς πόδας, δπως έγερσιν είρήνην, ένέπνευσε τήν χάριν τού παναγίου Πνεύματος, έδειξε προσηλω'δείσας τήν πληροφορη'δώσι έκ νεκρών τριήμερον αύτού
έπιστοποίησε, τέλος, καί αύτόν τόν πάντη δύσπιστον Θωμάν, καί είς δλους έπροξένησεν άνέκφραστον χαράν.
« 'Εχάρησαν
ούν οί Μα/Jηταί ίδόντες τόν Κύριον» 1 •
2.
Συνηγμένοι σήμερον έίμε'δα καί ήμείς είς τούτο τής
εύσεβείας τό άσυλον, δπου κατεφύγομεν διά τόν έκ τών
άπίστων διωγμόν. ·Ο κίνδυνος τής Πατρίδος, καί τής
· Εκκλη
σίας ή -δλίψις, ή διά τάς έπαλλήλους σφαγάς τών όμογενών,
συνέχουσιν ήμάς σκυ'δρωπούς καί τε'δλιμμένους έν μέσφ τών
ίερών αύτών πανηγύρεων τής είς τάς εύδαίμονας ταύτας χώρας βασιλευούσης όρ'δοδοξίας.
πρός ήμάς νοερώς ό τού
'Αλλ·
έπιφαίνεται σήμερον καί
Σωτήρ, καf)ώς ποτε
κόσμου
σωματικώς έν μέσφ τών άγίωv αύτού Μαδητών, καί μάς
είρηνεύει 'δορυβουμένους, μάς παρηγορεί διά τάς δλίψεις, μάς
έν6αρρύνει είς τούς κινδύνους, μάς στηρίζει είς τήν άμώμητον
πίστιν, μάς χαροποιεί διά τής μακαρίας έλπίδος, δτι, «yνόντες
αύτόν, καί τήν δύναμιν τής dναστάσεως αύτού, καί τήν
κοινωνίαν τών παlJημάτων αύτού, καί συμμορφούμενοι τφ
lJανάτφ αύτού, καταντήαομεν καί ήμείς είς τήν έξανάστα
αιν τών νεκρών»2. Προσκυνοϋμεν λοιπόν μετά χαράς τόν ύπέρ
ήμών άπο'δανόντα καί άναστάντα 'Ιησούν. Αύτός άπέ'δανε διά τάς άμαρτίας ήμών καί άνέστη διά τήν δικαίωσιν ήμών· αίχμαλώτους, καί άνέστη, νά άπέ6ανε, νά λυτρώση τούς
στηρίξη τούς έλευδέρους- άπέ'δανε, νά καταργήση τής άπιστί~
ας τήν τυραννίαν, καί · άνέστη, νά συστήση τήν αίώνιον τής
πίστεως βασιλείαν· άπέ'δανε, νά κλείση τάς καt}' ήμών
άνεφγμένας πύλας τού ζiδου, καί άνέστη, νά μάς άνοίξη τάς
1. Ίωάνν. 20,20. 2. Φιλιn. 3,10.
.
124
'
κεκλεισμένος πύλας τoii ούρανού· «όπου πρόδρομος ύπέρ
ήμών είαήλlJεν ό Ίηαοϋς » 1• ~
.
Τοιαύτα είναι· τά μεγαλεία τής' πίστεωι τά όποία λαμπρά λαμπρ(ϊ)ς ή ένεστωσα κηρύ't'τει πανήyυρ'ις. ·Αλλ· είς
3.
ταύτην πρqστί-δεται καί ή μνήμη τού Πατριaρχου καί τώνtrριών
άρχιερέων, τών · όποίων σή.Jiερον. έπιτελοίψεν τό έτήσιοv
. μνημόσυνον. Πέρυσιν, άδέλφοί μου, τήν ήμέραν . τής άναστά-:.
σεως, ήτις ~τον ή αύτή καί ή'σήμερονάρι-δμουμένη ήμέρα τού
.
μηνός, έκρέματο κατάδικος ό μακάριος Πάτριάρχης μετά τών
έκλεκτών τής Συνόδου· φωστήρων; .άλλά σήμεροv ·ή πίσ:τις μάς
παριστάνει τούτους
.. άνα~άσεως τού Σωτήρός. Ναί! Σέ ·βλέπω, σεβαστέ Γρηγόριε, ·
όχι σuνεσταλμένον είς τή\ι Κωνσταντινόύπολιν καί σuγκεΚρυμ~· .
μένον διά τόν φόβον τόν τών 'Αγαρηνώ\ι; ούδέ νεκρόν
δε~οξασμένους
είς τόν ~gίαμ,βον τής
.
πρ~σπλέρντα είς τήν · Οδησσόν; όπου προσφυγών άνέπαυσας ·
τών ίερώv λειψάνων σου τήν κόνι~ ύπ? τήν 6-ριαμβεύουσαν
.
σημαίαν τής. πίστεως άλλά ζώντj:ι f!έ βλέπω καί χαίQοντα
λαμπρώς καί περιφάνώς είς τήν ούράνιον 'Εκκλησίαν · τών πρωτοτόκων· βλέηω κα.~ Σέ καί τα~ς με;rά Σού σι.ιμμαρτυρή~
σαντας όσίους άρχιερεϊς, δτι μετά τών άγίων 'Αποa:τόλων, τών
όποίων διεδέχ'δητε τήν διακονίαν καί τούς άyώνaς, περικυκλώ~
.
νετε τόν Σωτήρα τού κόσμου είς τά πάμφωτα παλάτια τής . · Α-δανασίας. Δέν ψηλαφάτε τήν πλενράν αύτού, κα-δώς ό
.
Θωμάς; ούδέ '6εωρεϊτε 'μετ' άμφιβολίας τούς τύπους τώ~ ήλων,
τά προοίμια τής αίωνίου μακαριότητας, τήν όποίαν ύπrοχέ-δη αύτός ~ Σωτήρ· είς τούς, δσοι,
άλλά τόν βλέπετε. πρόσωπον πρός· πρόσωπον, καί ά3tολαύε-ι;ε
καί χΟ>Qίς νά τόν 'ίδωο:ί
σωματικώς είς τήν γήν, έπίστευσαν είς αύτόν ηίσ~ιν ζώσαν' καί
άκλόνητονΌ «Μακaριοι οί μή ίδόντες καί πιστεύσαvτες»Ι. ·
33.
Σέ δέ ('ιείμνηστε •' Εφέσου, ώς κΘρυφαίον· τών 'άλιέων
μα'δητήν, aπήγαγqν είς τών ίχ&ύων τήν άγοράν.: Εκβί μεταξύ,
είς σύννεφα βαρβάρων προbαγόμενος ό · μd~άριος · πρός τήν
..
ι.
Έβρ. 6,2ο.
2. · Ιω. 20,29.
< ••
125
·κατα.δίκην, έπιστραφείς πρός τόν rt"αρακολουttούvτα π~τόν
άρχιδιάκονον, έγχειρίζει κρυφίως ~ολυτιμότατον έγκόλπιόν εχον δησαυρούς άγίων λειψάνων, τό όποίον εφερε πάντοτε
μεit' έαυwύ, καί τόν λέγει πρ~έως καί παραγγελματικώς. «ΤΩ τέκνον, τούτο μόνο~ μέχρι τού νύν έμεινεν ίδικόν· μου .
. Παράλαβέ το, κaί φρό.ντισον ν(!τό δί.άμόιράσης aχρις όβολού είς τόύς πτωχούς. καί. χαίρε, καί ύπαγε είς ·είρήνην». .. Ω
φιλόπτωχος τού ίεράρχου ψυχή, τόν άγώνα έiρεχε τού
δανcΠου, καί τούς πτωχούς είχεν πάλι Πρό 6φ6αλμ<'i>ν! ούτως,
.Qύδ' άπόδνήσει πώποτε! Μετά ταύτα πηδQ μετά πQοδυμίάς ό "γενναίος .atJλ'ητής είς τό ύψωμα, όπου ι έμελλε νά δεχ&fj; 'καί
αύi:ός τόν δι'· άγχόνης 6άνατον. 'Εκεί τόσον σεβάσμιος, καί τόσον ίλα~ός καί φαιδρός, καttώς κaί έπί τού 6ρόνου της
(tρχιερατείας, κατασείσας τήν χεiρα πρός τόν β~άζοντα βάρβα
cίδελφοί μόυ, ή άληttής άγάπη δέν δειλιQ, ούδ' άποκάμνει,
_ρον. όχλον νά σιωπήσn, έστρεψεν όλων τά πρόσωπα ΠQός
έαυτόν, Καί ούτε όψp-αλμός έσχόλαζε νά βλέπn άΧλο τι παρά τόν <Πάραχον'χαί δαυμαστόν κατάδικον, ούτε άκοή νά άκούση
·
τι άλλο παρά τούς λόγους έκείνου· ό δέ λέγει μεγαλοφώνως.
«..Ω
λαέ τών ·'ΟlJωμανών! έγώ .μέν Καί ΟΟώος ων άποδνήσκω
•προ&ίιμ(ι)ς- ό έμός διδάσκαλος 'Ιησούς έ"κρεμάσδη είς τόν
Σταυρόν, καί έγώ μετ~ χαQάς ttέλω ·κρεμασδή είς τό ξύλον.
·
Καυχιbμαι μάλλον, άντί νά έπαισχυνttφ .είς τήν καταδίκην καί
τα(Jτην. νομίζω λαμπρ~ν της {)νητής. μου ζωής τελευτή~ καί
. κλίμακα
πρός iήt έν ούρανοίς μακαρίαν. ά6ανασίαν. "AJJ...ά
όείς, ιό 'ΙσJ!αηλίται, παύσατε πλέον ~ο~οντες τούς άδώους
Χριστιανούς. Καί σείς καί έκείνοι ένα έχετε κοινόν καί αίώνιον aδίκους δυνάστας, καί ύπερασπίζεται τούς ύπ' αύτών άδικου
βασιλtα, 'τόν Βασιλέα' τών Ούρανών 1 • όστις )$ρημνίζει τούς
μένq~ς. · ΕΗεί\ιου φοβήttητε tήν όργήν, καί μή πλέον έπιβάλλε..
'δrςοίους, καί σείς όμοΜ,είτε, ότι παρελάβετ' ένέχυρα ΠΟQ.ά
τε jcέ(eα φονι~ήν ·είς ~ς άόπλους ύπηχό.ους σας, τούς
'τού Θεο'?. Αuτός τούς παρέδωκεν είς τάς χείράς σας αύτός, aν
'()έλη, δύνατdι πάλιν καί νtΧ τούς έξαιρέσn. Φωνάξ_ατε είς τά ώτα
τού μεγάλου σας δυνάστου, ότι είς τόν 6ρόvον τόύ ·Υψίστου
άναβαίνουσιν
•
ώς
καί
τού
καταπατουμένου
μύρμηκος σi
126
στεναγμοί, πολλφ μάλλον αί κραυγαί τών άδίκως βασανιζομέ
νών λογικών
αύτού
πλασμάτων.
Καί
άνίσως ό δυνάστης
έξακολουtttJ συχνώς τάς φονοκτονίας, aς τρέμn τής i}είας δίκης
τούς κεραυνούς, όίτινες ήδη έπικρέμανται έπάνω τής αύτού κεφαλής. Σύ δέ, Σώτερ τών όλων, σώσον τό γένος μου,
διαφύλαξον τήν 'Εκκλησίαν σου, συγχώρησον τούς φονεϊς μου, δέξαι τό πνεύμά μου». Τοιαύτα είπών παρέδωκε παρευ{}ύς τό
μέν ίερόν αύτού λαιμόν είς τήν άγχόνην, τήν δέ μακαρίαν αύτού ψυχήν είς χείρας Θεού. Βοή φρικώδης καί ttρούς ταραχής, ώς
τραχεία βροντή, παρευttύς έξερράγη καί έβραζεν έν μέσφ τών
άσεβών. Οί μέν έκραζον έπαινούντες τούς λόγους, οί δ'
έκρότουν i}αυμάζοντες, οί δέ καί έβλασφήμουν τού άριστέως
τήν καρτερίαν. Μεταξύ δέ τούτων νέος τις χριστιανός, έκ τού παρακειμένου κουρείου παρατυχών, άνέκραξε μετά δακρύων·
«ΤΩ άοίδιμε άρχιερεύ τής 'Εφέσου, μακαρία ή μνήμη σου,
αίωνία ή
δόξα σου! Ούαί, ούαί
'Οttωμανοί, ποίον άνδρα
έφονεύσατε;» Δέν είχε τελειώσει τόν λόγον, καί παρευWς iις
έκ τών παρεστώτων διαπερ(i τήν μάχαιραν είς τήν καρδίαν του,
καί προσ6έτει aλλο σφάγιον ίερόν, καλόν τού ίερομάρτυρος
συνοδίτην καί συνέκδημον είς τούς ούρανούς.
34.
Οϋτως είς τήν αύτήν ήμέρα, άδελφοί, καί τήν αύτήν Πολλά τότε καί άλλα άλλαχού
τόν έπιστάτην τής,
σχεδόν ώραν έλαβον οί τρισόλβιοι άριστείς καί ίεράρχαι τού
μαρτυρίου τόν στέφανον.
άγαi}όν έπίσκοπον
συνεσώρευσαν οί βάρβαροι σφάγια Χριστιανών, έν στις καί τόν
Θεοδωρουπόλεως,
'Εκκλησίας τού έν Καταστένφ 'Αρναουκοtου. Μετά δέ τινας
ώρας έξήλfiεν έφιππος ό τύραννος λιμάσσων καί σφαδάζων νά
βοσκήση τά αίμοχαρή του βλέμματα είς τά λείψανα τών άγίων. Είδεν έπιστάς βλοσυρός τόν Πατριάρχην, είδε καί τούς άρχιερεϊς κρεμαμένους, ώς βότρεις τής πίστεως. 'Επρόσταξε δέ καί είς αύτούς νά έπιγραφώσιν έπιγραφαί παρόμοιοι τft τού Πατριάρχου. «Ούτοι άνέσειον τόν δχλον, καί άπέστρεφον
τόν λαόν είc; άποστασίαν»ι. Τήν δέ τρίτην ήμέραν κατεσπά-
1.
Λουκ.
23,5. 14.
127
σδησαν τά σώματα τών άρχιερέων, καί συρi)έντα άτίμως
έσφενδον~ησαν είς τήν δάλασσαν, δttεν χείρες ttεοφιλεϊς άνείλκυσαν διά νυκτός τόν ίερόν 'Εφέσου, καί τόν ένεταφίασαν, ώς λέγεται, περί τό Σταυροδρόμιον· άvέσυραν δέ καί τούς
αλλους δύο ίεράρχας, δάψαντες αύτούς, ώς μέν αλλοι φημί
ζουσιν είς τούς
· Επτά
Πύργους, πληρώσαντες δόσιν χρημάτων
άδράν, ώς δέ aλλοι, είς τάς παρακειμέναc; νήσους, ή είς αλλους τινας τόπους, τών όποίων ή έπικρατούσα ταραχή συγχέει τά
όνόματα· άλλ' όπου αν έφυσυχάζη ή μακαρία κόνις αυτών,
πανταχού όσίως άναπαύεται, καί περιμένει τήν μέλλουσαν
άδανασίαν καί δόξαν τής ·Αναστάσεως. Τού δέ άοιδίμου
Πατριάρχου τόν νεκρόν έφυβρισ6έντα, καί παρασυρ6έντα είς
τάς όδούς, τόν κατεπόντισαν είς τό πέλαγος, τόν έσεβάσttη τρία νυχδήμερα ό βυ6ός, τόν άvεκούφιζε κατ' άρχάς παραδό
ξως ό έκ τού τραχήλου κρεμάμενος λίt}ος, τόν άνεβίβαζον,
άντίπορον άναπλέοντα, τά καταρρέοντα τού πόντου ρεύματα, τόν ύπεδέχ6η ό 6εοσεβής καραβοκύριος αύτόματον προσελ6όντα είς πλοίον 'Ελληνικόν ύπό τήν σημαίαν τήν
· Ρωσσικήν,
καί τέλος, μετά μακρόν ταξείδιον άπαντες έίδομεν αυτόν είς
τήν 'Οδησσόν σώον καί άκέραιον, ώς νωπόν καί σύγκαιeον, όχι
ώς ένός μηνός νεκρόν. Καί ίδού σήμερον περί τόν τάφον αυτού
λιτανεύοντες, τήν μέν τούτου μνήμην ευκλεώς μακαρίζομεν, δοξάζοντες τόν Θεόν, τόν 6αυαμστόν έν τοίς άγίοις αύτού. Εύλογοϋμεν δέ καί τόν εύσέβαστον Βασιλέα, δστις, ώς aλλος πάγκαλος 'Ιωσήφ, ύπεδέχ6η τόν πνευματικόν αυτού πατέρα 'Ιακώβ, καί τήν τούτου κηδείαν έτίμησε μεγαλοπρεπώς, τιμών δι' αύτού τήν Μητέρα τήν 'Εκκλησίαν, καί ταύτης τά
πολυπαi)ή καί πολυώδυνα τέκνα, τούς πρόσφυγας ικtτας τής
αύτού Βασιλείας, πλέον παρά δεκακισχιλίους τόν άριt}μόν ύπεδέχt}η φιλαν6ρώπως, καί παρεμύf>ησε, καί διέσωσε. Ζήτω ό Θεόστεπτος Αύτοκράτωρ καί Φιλόχριστος τής 'Ορi)οδοξίας προστάτης, «δτι προσήνεγκε τψ Θ εφ προσφοράν άγαΙJήν καί
όομήν εύωδίας πνευματικής. ΜνηοΙJείη Κύριος καί ταύτης
καί πάσης dλλης εύσε8ούς αύτού ΙJvσίας, καί τ6 όλοκαύτω μα αύτού πιανάτω, καί πληρώααι πdντα τ6 αίτήματα τής
καρδίας αύτού καί κρατύναι τήν δεξιάν αύτού τού ποιεϊν
πάντοτε σωτηρίαν καί δικαιοαύνην έπί τής γής ».
128
35. · Ηκούσατε, άδελφοί, πώς ό Πατριάρχης καί οί μετ' ·
αύτού σuναf}λήσάντες ίεράρχαι ήρίστευσαν άγωνισfiέντες κατά
•
τής άπιστίaς ύπέρ τής Πίστεως. Είδετε πώς καί διά της
_ύπομονfjς ~αί διά τής μετανοία'ς .καί διά τού μαρτυρικού f}ανάτου άπέβησαν ίερό6υτά σφάγιa, προσενεγκόντες έαυτούς &u;σίαν ό:yίαν καί εύπρόσδεκτον είς
.
τούς
. ούραν~ύς.
.
Τούτους,· άδελφοί, χρεωστούμεν καί ήμεϊς νά μιμώμεi}α μετά .
ζήλου, έκπληρούντες.τήν ένtο~ήν τού Δεpπότου Χριστού. «Μ ή
.
yίvov άπιστος». Χριστ'ιανοί, «Γένος έκλεκτ6ν, έlJνος άγιον,
(Jασίλειον ίεράτεvμα» 1 , και σείς είσf}ε,,διά τού t)είου βοπτί
σματος καfiιερωμένοι νά προσφέQητε πρός τόν. Θεόν f)υσίαν
άγίαν, τάς πράξεις τής άρετής καί τήν έκπλήρωσιν τ'ών τής
Πίστεως έντολών. Σείς βέβαιά, κατοικούντες τό μέγα. τούτο καί
·
εύνομούμενον βασίλειον τής · · Ορf)οδοξίας, δέν ~ετε ·νά
φοβηt)ήτε τούς· παρά τών άπίσ:-rων διωΎμούς- άλλ • δμως έχετε
καί
σείς
μεγάλους
έjιf}ρούς
καί
διώ~τας, τά
άλοΎα
· καί
κακούργα καί μοχ6ηρά πάf)η, τά όποία, πολύ παρά τούς άπίστους φοβερώτεροy, pσφ καί πλησιέστερον, συνοικο'ύντά
μετά τής ψυχής τού ά:νf:)ρCδπου, τήν ,επιβουλεύονται καί τήν
πολεμούσιν άδιακόπως, .καί, μή προσέχουσαν, τήν αίχμαλωtί-
ζουσι, καί τήν άπαλλοτριώνουσ'ιν άπό τής Πίστεως, )tαί τέλος τήν άπεργάζονται ·wμα τής άπιστίας. 'Ώστε άγαπητοί, π.άς
Χρι<πιύς.
ζήλου, έκπληρούντες.τήν ένtο~ήντού Δε~πότου Χριστού. «Μή
Τούτους,· άδελφοί, χρεωστούμεν καί ήμείς νά μιμώμε{)α μετά .
.
yίvov άπιστος». Χριστίανοί, «Γένος έκλεκτόv, έlJvoς dyιov,
Βασίλειον ίεράτεvμα» 1 , και σείς είσDε,,διά τού itείου βgπτί
σματος κα-θιερωμένοι νά aτροσφέeητε πρός τόν. Θεόν 6υσίαν
άγίαν, τάς πράξεις τής άρετής καί τήν έκπλήρωσιν τ&ν τής Πίστεως έντολών. Σείς βέβαιά, κατοικούντεςτό μέγα.ταότο καί · εύνt>μούμενον βt:χσίλειον τής ·' Ορf)οδοξίας, δέν ~ετε ·νά
φοβη&ητε τούς· παρά τών άπίστων διωγμούς άλλ' δμως έχετε
καί_ σείς
μεγάλους
έχftρούς
καί
διώ'Κτας, τά
άλογα· καί
κακούργα καί μοχ&ηρά aτά&η, τά όποία, πολύ παρά τούς
άπίστους φοβερώτεροy, .δσφ καί πλησιέστερον, συνοικούντα
μετά τής ψυχής τού άνt}ρίδπου, τήν .έπιβουλεύονται καί τήν πολεμούσιν άδιακόπως, .καί, μή προσέχουσαν, τήν αίχμαλωtί-
ζουσι, καί τήν άπaλλοτριώνουσ'ιν άπό τής Πίστεως, ~αί τέλος τήν άπεργάζονται iffiμα τής άπιστίας. ·Ώστε άγαπητοί, π,άς . Χρι<πιqνός είς τούτον τον μετά σώματος βίον δύναται νά ~ΧΠ
.
.
.
.
.
τήν έαυτού
i} τής πίστεως, ή τής άπιστίας, η τής άρετής, ή τής κακlας, ή τού ~αίμ~ος, ή· τού
Θεού. ·Ο μόνον τ' δνομα χριστιανός, τό δέ πράγμα'δούλος τών .
παftών καί τ~ύ κόσμου, και9μενος ύπό τού 'βεβήλού καί
μιαρού πυρός τών έμπqftών κινήσεων τής ψυχής του, ihJσιάζει
καρδίαν '6υσιαστήριον
.
καί τούς κόπους καί τqς πρqξε,ις κα~ τόν νούν καί τήν ftέλησιν
σπουδάζων νά εύχαριατήσn τό δαιμόνιον tής ίδίας έπtόυμίας,
τό όποίον βασιλεύει στηλωμένον έσω τής καρδίας aύτού· ό φιλάργυρος τήν αίσχροκέρδειαν, ό άσελγήι; τήν φιληδονίαν; ό
1.
ΑΌ_ Πέτρ.
2,9.
129
ύψηλόφρων τήν ύπερηφανίαν, ό βάσκανος τόν φtΜνον, ό φίλεχf)ρος τό μίσος καί τήν μνησικακίαν, καί aλλος αλλο πάttος
πονηρόν καί δαιμονώδες, τό όποίον ttεραπεύει πιστότατα, καί
λατρεύει προτιμών παρά τόν νόμον τού Θεού. Τοιούτος
χριστιανός τί αλλο δύναται νά ήναι, εί μή, δούλος τής άμαρτίας,
καί πάντn ξένος τής είς Χριστόν πίστεως καί άγάπης; έπειδή πίστις μόνον διά λόγων καί είς τό φαινόμενον, είναι πίστις
νεκρά καί άνωφελής· δστις δ' άληttώς πιστεύει καί άyαπά τόν Σωτήρα Χριστόν, έκείνος έκπληρώνει τάς άγίας αύτοϋ έντολάς «ό έχων τάς έντολάς μου καί τηρών αύτάς, έκείνός έστιν ό dγαπών με» 1 • άγάπης, Ό πιστός λοιπόν χριστιανός έχει πάντοτε καιόμενον έν τfi καρδίςι τό ίερόν πύρ τής πρός τόν Θεόν είς τό όποίον ttυσιάζει καί τήν ttέλησιν καί τήν διάνοιαν καί ήttη καί λόγους καί πράξεις καί πάσας αύτού τάς
δυνάμεις, προσφέρων (ιείποτε ttυσίαν ζώσαν καί λογικήν τήν έκπλήρωσιν τών έντολών τού Θεού. Τού πιστού χριστιανού ή
ψυχή έστι λαμπρόν τής βλέπει πάντοτε εύσεβείας άγιαστήριον, καί ναός
άχειροποίητος τού ζώντος Θεού, τόν όποίον ό πιστός αύτού
λάτρης παρόντα καί διοικούντα τό πάν,
καttενός τήν ζωήν, κατά τούς άνεξερευνήτους λόγους τής άπειραγάttου αύτού σοφ~ας. Τούτου τού έπουρανίου πατρός
τήν φωνήν άκούει πάντοτ' ένηχούσαν είς τά βάttη τής έαuτού
συνειδήσεως. Τούτου τήν ttείαν χάριν έχει φώς μέγα καί ίλαρόν,
i]τις πάντοτε τόν περιλάμπει καί τόν ένισχύει εις τούς κόπους
τού έπαγγέλματος καί τήν έρyασίαν τής άρετής. Τούτου τήν
δεξιάν βλέπει διά παντός έτοίμην νά τόν ένισχύη πρός τάς ttλίψεις τού κόσμου, νά τόν άνεyείρn άπό τής πτώσεως τής
σαρκικής άσf)ενείας, νά τόν συμμαχή πρός τήν νίκην τήν κατά
τών παttών, νά τόν διατηρft τέλος, άδούλωτον καί σταttερόν είς
τήν έλευttερίαν τών τέκνων τού Θεού, τό μέγα δώρον τής είς
Χριστόν πίστεως2. Προσπίπτει λοιπόν μετά πάσης εύλαβείας
1. 2.
"Ιω.
14,21. 5,13.
Γαλ.
130
καί προσκυνεί τόν ύπεράγα{)ον αύτού Θεόν καί πατέρα, καί
προσφέρει πρός αύτόν «lJυσίαν αίνέσεως » τούτέστι τήν άπό
ψυχής καί στόματος δοξολογίαν, «καρπόν χειλέων όμολο γούντων τφ όνόματι αύτού » καί «lJυαίαν δικαιοσύνης», τούτέστι τά τής πρακτικής λατρείας κα-6ήκοντα, καί τής πρός τόν πλησίον άγάπης τά έργα, «τήν φιλοξενίαν· καί εύποιίαν
καί κοινωνίαν, τοιαύταις γάρ /Jυσίας εύαρεστεϊται ό Θεός»'.
36.
Ούτος, άδελφοί, είναι τού πιστού χριστιανού ό χαρα
κτήρ τόν όποίον καί σείς χρεωστείτε πάντοτε νά διατηρήτε, ώς άλη6ινοί λάτρεις τού.' Ιησού Χριστού καί υίοί Θεού κατά χάριν διά τής πίστεως. 'Ενέγκατε, λοιπόν, ώ τέκνα τής όρftοδόξου
'Εκκλησίας, προσφέρετε πρός τόν Θεόν καί πατέρα ήμών τήν
ftυσίαν τών πράξεων τής εύσεβείας καί άρετής.
«
'Ενέγκατε τφ
Κvρίφ ύιοί Θεού»2. πάντες προσφέρετε πρός τόν 'Ύψιστον Κύριον καί Δεσπότην· μηδείς aς μή προσέρχηται τάς χείρας
έχων κενάς μηδείς άς μή μένη aftυτος καί άκαλλιέργητος,
μηδείς άκαρποφόρητος καί άργός·
« Έvέγκατε
τψ Κvρίφ
υίούς κριών». Ένέγκατε· προσφέρετε πρός τόν Κύριον τέκνα
κριών, όχι ζώων τετραπόδων, άρνία βληχητικά, άλλά γενναίων καί eιρρενωπών λογισμών aμωμα καί aκακα γεννήματα, τά φρονήματα τής άμωμήτου πίστεως έκφραζόμενα είς τά ένάρε τα έρ-γα τής. χριστιανικής σας ζωής.
« Ένέγκατε
τψ Κvρίφ
δόξαν καί τιμήν». Προσφέρετε πρός τόν ύπερένδοξον Κύριον
δόξαν καί τιμήν άξίαν τής με-γαλωσύνης αύτού, δλην {)είαν,
όλην άγίαν καί έπουράνιον· ποία δέ είναι αϋτη; όχι μόνον ή διά στόματος καί φωνής άναπεμπομένη, άλλ' ή μάλιστα διά τών έργων τής άρετής άποτελουμένη. Διότι τά έργα τής πρός τόν
Θεόν καί πρός τόν πλησίον άγάπης, λάμποντα φωτός τηλαυγέ
στερον, διεγείρουσι τάς λογικάς ψυχάς νά δοξάζωσι τόν πατέρα ήμών τόν έν τοίς ούρανοϊς 3 • καftώς πάλιν διά τά έργα τής
1. 2.
Έβρ. Ψαλμ.
·Ρω μ.
13,15. 16. 28. 2,24.
3.
131
κακίας άτιμάζεται ή Πίστις, καί βλασφημείται \.ιiτό τών έ6νών
τό εύλογητόν καί ύπερύμνητον όνομα τού Θεού. '«Δι' ήμάς »,
λέγει ό άπόστολος Παύλος πρός τούς τών ftείων έντολών
παραβάτας Χριστιανούς, δι
·
1
fιμάς τό
όνομα τού
Θεού
fJλααφημείται έν τοίς έ1Jνεαι» • Προσφέρετε λοιπόν, άδελφοί,
τφ Κυρίφ τήν άπό τής έναρέτου πολιτείας δόξαν καί τιμήν, καί
άλλοτε μέν πάντοτε, μάλιστα δέ κατά τάς παρούσας 6λίψεις τής πατρίδος ημών καί τής 'Εκκλησίας, όπότε έφρύαξαν reνη, καί συνήχ6ησαν αί δυνάμεις τού σκότους κατά τού Κυρίου καί κατά τού Χριστού αύτού καί τού 6είου Εύαγγελίου· τώρα μάλιστα προσφέρετε πρός τόν Κύριον τήν ένδοξον λατρείαν
τών έναρέτων πράξεων. 'Ενέγκατε! προσφέρετε καρδίαν
συντετριμμένην, καί πνεύμα τεταπεινωμένον, προσευχόμενοι
συνεχώς νά έλεήση τούς πολεμουμένους ήμών άδελφούς, καί
νά άνοικοδομήση τά κατεσκαμμένα τείχη τής ·Ιερουσαλήμ, τής
άγίας αύτού
' Εκκλησίας. ' Ενέγκατε!
προσφέρετε κα6είς πρός
τόν πλησίον άγάπην άνυπόκριτον καί πρός τούς πάσχοντας
όμογενείς τήν δυνατήν βοή6ειαν καί συνδρομήν είς 6εραπείαν
τών όδυνών αύτών καί δόξαν τού t}είου όνόματος.
« ·Ενέγκατε
τφ ΚvρίQ δόξαν όνόματι αύτού». Τοιουτοτρόπως δοξάζετε
τόν Θεόν άλη6ώς, προσάγοντες πρός αύτόν {)υσίαν ζώσαν καί
λογικήν, ώς πιστοί λάτρεις τού
ατός».
'Ιησού Χριστού, κατά τήν
Δεσποτικήν αύτού έντολήν. «Μή γίνου άπιστος, άλλά πι
ι. ΜατD.
5,16.
5.
·Η εύvοϊκή γιά τόv άγώvα άπήχηση άπό τή ttαvάτωση
τού πατριάρχου.
Σάς έξορκίζω, τέκνα, είς τήν άγίαν κρεμάλαν τού Πατριάρ
χου τού Γένους μου, νά λάβετε τά δπλα, διότι κινδυνεύει ή
πατρίς. Δέν ζηλεύετε τόν δάνατον τών _ύπέρ πίστεως καί
πατρίδος πεσόντων; Διά ποίαν aλλην αίτίαν, παρά διά μόνην
τήν πατρίδα, έχύδηκαν τόσα ποτάμια άίματος καί ό Πατριάρ
χης τού γένους μας φεύ! ύπό τών δημίων, ως παράνομος
κακούργος, έσύρδηκεν είς τήν κρεμάλαν! Αί πτέρυγες κατέπε
σαν τού άντιχρίστου, ό καιρός κράζει, άνάστα! Τί καδεύδεις!. ..
Τίς Χριστιανός άκούων δτι ό άπό λύσσαν φρυάττων τύραννος,
άρπάσας τήν ή μέραν τής Λαμπράς ίερουργούντα τόν όγδοηκο
νταετή παναγιώτατον πατριάρχην άπό τήν άγίαν τράπεζαν έκρέμασεν αύτόν μέ τά ίερά του άμφια ένδεδυμένον όμού με
τά τών έξ συλλειτουργούντων αύτφ σεβασμίων άρχιερέων έμ προσ6εν τής πύλης τού Πατριαρχείου δέν ήftελε τρέξει ώς λέων ήγριωμένος κατά τού μιαρού τυράνου τούτου, τού τέρατος τής
άνδρωπότητος, διά νά έκδικήση τήν ύβρισi)είσαν ίεράν δρη
σκείαν του;
Προκήρυξη τού έπισκόποv Λιδωρικίοv Ίωαννικίοv μέ τίτλο «Ή
έξανισταμένη Έλλάς» πού γράφτηκε τό Μάϊο τού
1821
yιά νά ξεσηκώση
τούς κατοίκους τής Δvτ. ·Ελλάδος. Βλ. Γ. Παπαδοπούλοv, έν/J · άνωτ., σελ.
274. 284.
·Η έκ τής άσεβούς ftυσίας τού πατριάρχου Γρηγορίου καί τών άγρίων τρόπων αύτής γενική έντύπωσις ύπερτερεί δλων
όμού τών έπί τής rορας έκείνης καί μετέπειτα γενομένων έντυπώσεων τοιούτου έίδους. Ούτε έπαυσεν αϋτη, καίτοι
133
παρερχομένης fιδη τεσσαρακονταετίας, οϋτε είς αίώνα τόν aπαντα έξαλειφftήσεται, καί aν μία έπί τής yiiς μείνη ζώσα
πνοή 'Έλληνος καί όρ'fiοδόξου. Πατριάρχας μέν είδε πολλούς ό
έλληνικός καί όρ'fiόδοξος κόσμος άπ' αίώνων· Γρηγορίους δμως
έλαβεν όλίγους, σπανιωτάτους. Διά δέ τούτο έftρήνησαν οί πάντες ούχί μόνον τόν πατριάρχην, άλλά καί τόν Γρηγόριον, τόν δσιον τών ίερών, τόν άttλητήν τών καλών, τόν άληttή άνώτατον πνευματικόν ποιμένα Γρηγόριον. 'Εν μέν τφ άξιώ
ματι αύτού καttυβρίσttησαν παρά τών βαρβάρων ή ttρησκεία, ή έκκλησία, έν γένει ό χριστιανισμός- έν δέ τφ προσώπφ ή άρετή, ή δικαιοσύνη, έν γένει ό έλληνισμός. 'Αδιάφορον, έάv διά τήν
άπαγχόνισιν τούτου νόttοι τινές καί παράφοροι μέχρις έλεεινό τητος Κατόλικοι ίερείς έδοξολόγησαν τόν ttεόν τής άληttείας
καί τής άγάπης έν τft δυτική έκκλησίc;ι τού Σταυροδρομίου.
'Απ' έναντίας όμόttυμος aπας ό ήttικός χριστιανικός κόσμος πάσης δοξασίας καί έttνικότητος ήσftάνttη τό μέγα καί άκρον άνοσιούργημα αύτό τών βαρβάρων τού Μωχαμεttανισμού· είδεν, ότι συγκαttυβρίσftη, συνεπροπηλακίσttη, καί έλαβεν
ίδέαν περί τού άγώνος τών 'Ελλήνων συμπαttεστέραν μέν,
όρttοτέραν όμως. Ούτε άπατώμεttα aρα ttεωρούντες, οϋτε κρυπτόμεttα μή όμολογούντες τήν άπαγχόνισιν τού Γρηγορίου
ώς τό μοναδικώτερον όλων τών έκτάκτων συμβάντων τού
Εννεαετούς άγώνος.
· Ανώτερον
μάλιστα πάσης άνttρωπίνης
διανοίας τό μέγα αύτό συμβεβηκός καttιστώσι τά άκόλουttα.
Ί. Φιλήμονος, Δοκίμιον ίστορικόν περί τής 'Ελληνικής 'Επαναστάσε ως, Βλ. Γ. Παπδοπούλοv, lνlJ · άνωτ. σελ. 99-100.
Βροντή καί άστραπή τού ούρανού δέν άντιβοούν τόσον είς
τά πλάγια τών βουνών, όσον ό σκοτωμός τού Πα'fριάρχου είς
τήν καρδίαν τών ·Ελλήνων. Οί ttαλασσινοί Ε"/ιναν άτρόμητοι καί καίουν μεγάλα καράβια τού έχttροϋ· έντός όλίγων μηνών
άπό τόν σκοτωμόν, παραδόttηκε Τριπολιτσά,· Αfiήνα, Σάλωνα.
Είς τήν κόψιν τού
· Ελληνικού
σπαttιού ήταν γραμμένο τό
όνομα τού Πατριάρχου καί έttέριζε.
134
'Αγωνίζομαι νά χαράξω είς τό πνεύμα σας δτι ό φόνος τού μακαρίτου Πατριάρχου έστά{)η <δρα κρίσιμη διά τό Γέν~ς μας άπεφάσισε καί έftρεψε τήν όργήν καί τό πείσμα τού
· Ελληνι
κού πολέμου διά τήν άπόκτησιν τής αύτονομίας. Είς αύτούς
τούς πρώτους καιρούς εύκολώτερα ij{)ελε γραφ-6ούν συνftή
καις άγάπης μεταξύ λεόντων καί άνftρώπων, μεταξύ λύκων καί άρνιών, παρά μεταξύ 'Ο{)ωμανών καί ·Ελλήνων.· Ο Σουλτάνος
ηιtέλησε ttανατώνοντας τόν έt)νάρχην τής φυλής νά χτυπήση
είς τήν καρδίαν τό Wνος, νά τού μαράνη μέ μιάς τήν ζωήν.
Πλήν έσυνέβη δλον τό έναντίον. Τό κέντρον άλη{)ιvά έρρatσ{)η,
έλειψε, άλλ · aπλωσε έσκόρπισε παντού είς τά μέρη· ό κα-6έvας
αύτοχειροτονή{)η Wνάρχης:
· Εχά{tηκε
ό πατριάρχης, έμεινα
έγώ. ''Αν δέν τό είπαν όλοι, τό είπαν οί γενναιότεροι.
Γ. Τερτσέτη, 'Ομιλία περί τού dοιδίμου Γρηγορίου, Πατριάρχου
ΆΙ)ήναι
Κωνσταντινουπόλεως tκφωνη8εϊσα έv τfί 6ι6λιο8ήκrι τής Β ουλής τfί 5η
'Απριλίου
1853,
1853.
Ταύτην δέ τήν αύτόχρημα άνανδρον καί δειλήν πράξιν
πράξας ό τύραννος καί ώς μέγα κατόρ{)ωμα ύπολαβών, σατανικόν έπειτα άνακαγχάσας καί άχρείον καταρρήξας γέλω τα, έστρεφε μεγαλαυχών πέριξ τούς άποτροπαίους αύτού
όφttαλμούς, καί άξεβακχεύετο παραφόρως έπί τfi νίκη, καί τής
' Ελλάδος
τήν έλευttερίαν ώς μωρίαν πανταχού διεσάλπιζε. Καί
ταύτα έποίει νομίζων δτι έματαίωσε τής {)είας. Προνοίας τάς
βουλάς. Νήπιος- ούδ' έφριξεν, ούδ' έταράχ{)η ποσώς έκ τής
έμφαντικής έκείνης φωνής, ήν σύν τfί τελευταίςι πνοή άφήκεν ό
Πατριάρχης· «'ίδοι Κύριος καί κρινάτωl».
Καί γελQ. λοιπόν ό έχ{)ρός καί μαίνεται ή 'Ελλάς ύπό τής
όδύνης. 'Αλλά τό όλοκαύτωμα ήδη προσηνέχttη · καί τού
έλληνικού 'Έttνους αί άμαρτίαι άφέttησαν! Τού Πατριάρχου τό άιμα έχύttη· καί ποταμός πύρινος έν πολλοίς έλιγμοίς, ώς φλογερός δράκων, όρμητικώς ρέων, περιεκύκλου τού τυράν
νου τό μεστόν τρυφηλότητος καί νωttρείας μέγαρον! 'Η
έκραγεϊσα τijς έπαναστάσεως ttύελλα καί τών 'Ελλήνων τό
135
ttάρρος ού μόνον δέν περιεστάλησαν, άλλ' όσημέραι μάλιστα έπετείνοντο καί τάς έλπίδας τού τυράννου κενάς καί γελοίας
έξήλεγχον.
· Ως
άνέμου βιαία πνοή διεδόttη ό ttάνατος τού Πατριάρχου
άπό περάτων είς πέρατα, καί ούδαμού ούδεμία χριστιανική
ψυχή, όντως ύπό τής εύαγγελικής άκτίνος καταυγασttεϊσα,
εύρέttη μή συγκινηttείσα έπί τφ φρικτφ άνοσιουργήματι!
'Αστραπηδόν κατά τήν αύτήν ήμέραν τού Πατριάρχου ό φόνος
έφημίσttη άπό aκρου είς <'iκρον τής σιδηροφορούσης
«Καί κόψονται έπ' αύτόν κοπετόν,
' Ελλά·
δος, καί κοπετόν καί όδύνην έξήγειρε παρά πάσι τοίς "Ελλησι!
ώς έπ' άγαπητφ καί
όδυνηttήσονται όδύνην ώς έπί
πρωτοτόκφ 1
'Έκτοτε πάσα
έλπίς συνδιαλλαγής τυραννούντων καί τυραννουμένων έξέλιπε, καί ή μεταξύ αύτών συμβίωσις τού λοιπού κατέστη τελέως
άδύνατος.
Καί άντεπεξήλftε λοιπόν ή βία κατά τής βίας άμείλικτος- ή δικαιοσύνη κατά τής άδικίας άδυσώπητος- καί ή ίερά έλευttε·
ρ ία στεναγμόν βαttύν στενάξασα, καί έκ τής είρκτής άνατιναχ
ttείσα, κατέttραυσε τής αίχμαλωσίας τά χρόνια δεσμά, καί τήν
έαυτής στιβαράν δεξιάν όπλίσασα, έπάταξε μετά δυνάμεως καί βίας τήν είδεχf}ή καί πεφυσημένην κεφαλήν τής τυραννίας. Διό
δυναταί τις- άνενδοιάστως είπείν δτι ό ttάνατος τού Πατριάρχου ύπήρξε τής
· Ελλάδος
ή άνάστασις- καί ή καταστροφή αύτού ή
τού διεσπαρμένου έλληνικού 'Έttνους συναρμογή καί συνένω
σις.
Διά τού άίματος λοιπόν αύτοϋ ό μέν άγών καόαγιασttείς
καί χαρακτήρα ίερόν καί aγιον λαβών παρεσκεύασε τήν νίκην κατά τού τυράννου, δν έπί τέλους έttριάμβευσεν, ήμείς δέ
ζώμεν σήμερον ούχί ώς δούλοι, άλλ' ώς έλεύttεροι, καί τόν
φαεινότατον τούτον ηλιον μετ' εύφροσύνης πολλής βλέπομεν, καί άκωλύτως πρός τόν διαυγή καί άστερόεντα τούτον
ούρανόν τούς όφttαλμούς άνυψούμεν, καί μετ' άδείας τήν
γλυκείαν ταύτην τής έλευttερίας αϋραν πνέομεν.
ι. Ζαχ.
12,10.
136.
Αί βασιλικαί τιμαί, έν αίς έτιμή6η τό ίερόν αύτού λείψανον
ύπό τής κραταιάς καί όμοδόξου ρωσσικής Μοναρχίας αί
έκκλησιαστικαί πομπαί, με6 · ών έδεξιώδη ύπό τής εύσεβεστά
της Συνόδου τής άπεράντου έκείνης Αύτοκρατορίας καί οί
γλαφυροί λόγοι,
οϋς
έκ
τής
σκοπιάς
έκείνης
εύγλώττως
άπήγγελεν ετις τών γλαφυρωτέρων παρ. ημϊν εκκλησιαστικών ρητόρων, ένεψύχουν τούς ύπέρ τών δλων άγωνιζομένους τότε
·Έλληνας
καί
γεναιοτέρους
καί
καρτερικωτέρους
αύτούς
κατειργάζοντο πρός τόν ύπέρ έλευ6ερίας ίερόν άγώνα. "Ωστε
ό Πατριάρχης Γρηγόριος ού μόνον ζών καί έπί τού οίκουμενι
κού Θρόνου ίστάμενος καί φ6εγγόμενος, άλλά πολλφ μάλλον
καί 6ανών, καί έν τfι έσχατι(i έκείνη άπνους κείμενος μυστηριωδώς συνέτρεχεν είς έπ(ρρωσιν καί εύόδωσιν τού ύπέρ Πίστεως καί Πατρίδος άγώνος. 'Εκεϊfiεν λοιπόν ώς διά μυρίων
γλωσσών έκάλει τούς άπανταχού διεσπαρμένους 'Έλληνας καί
παρεκελεύετο πατρικώς 'ίνα μετά σπουδής καί 6άρρους
τάττωνται ύπό τάς σημαίας τής άγωνιζομένης αύτών Πατρίδος,
καί συντρέχωσι παντοιοτρόπως είς τάς μυρίας αύτής άνάγκας
καί τάς άπείρους στερήσεις. Τό δέ ονομα αύτού, · ώς έκ τής μαρτυρικής χάριτος, 6είαν τινά ένέργειαν καί δύναμιν λαβόν, κατέστη σύμβολον τής είς τήν Πίστιν καί τήν Πατρίδα είλικρινούς άφοσιώσεως, καί έπ' αύτφ έκ τών βαftυτάτων
μυχών τής καρδίας συγκινούμενος καί δάκρυ δαψιλές έκχέων,
ώμνυε πάς γενναίος όπλίτης καί πάς άτρόμητος πολεμιστής.
Νικηφόρου ΚαλΟ'yερά, Αόyος κατ' έvτολήν τijς 'Εκκλησίας έκφωνηiJείς κατά τήν έξ 'Οδησσού εlς ΆΙJήνας μετακομιδήν τών ίερών λειψάνων τού
άοιδίμοv πατριάρχου Κων/πόλεως Γρηyορίοv τΟύ Ε Ί ΆIJήνησιν 1871, σελ. 10-11, 13.
'Ως
'Έδνους
άληδή
καί πραγματικόν
άρχοντα τού
'Ελληνικού
άρχή τόν
έftεώρησε
λοιπόν τότε ή
· Οttωμανική
άοίδιμον Πατριάρχην, καί έκ τής πεποιfiήσεως ταύτης όρμω
μένη, έφαντάσδη δτι, άποκοπτομένης τής κεφαλής, νεκρά ttά
κατέπιπτον καί τά λοιπά μέλη τού έ6νικού όργανισμού. Αί δέ
τελεσftείσαι άνοσιουργίαι έπί τού μαρτυρικού λειψάνου ούδέν
137
σλλο έσήμαινον ει μή
προσώπου τής
κολαφισμούς καί ύβρεις .κατά τού
· Ελλάδος.
·Η
έντύπωσις, ην παρήγαγεν έπί τής ψυχής τών μαχομένων
·Ελλήνων ή άπαγχόνισις τού άρχηγού τής όρttοδόξου 'Ανατο
λικής ·Εκκλησίας, ύπήρξε τρομερά. 'Έπεσαν κατά γής άπό τών
χειρών τών γενναιοτέρων πολεμιστών παράλυτα τά δπλα καί ttρήνος μέγας καί κοπετός άπερίγραπτος έξερράγη άπό τών σπλάγχνων τού 'Ελληνισμού. 'Αλλ' εύttύς μετά ταύτα άσβε
στος δίψα έκδικήσεως καί ή κοινή συναίσttησις, δτι ή μεγάλη
καί άγία ψυχή τού Γρηγορίου είχε κατοικήσει έν τft καρδίQ τών ύπέρ πίστεως καί πατρίδος μαχομένων, άvεζωογόνησε τόν
άγώνα
καί
έδωκεν
είς
αύτόν χαρακτήρα ώρισμένον
καί
άμετάτρεπτον. 'Ιδού διατί έν τφ έπομένφ στιχουργήματι τά
σπουδαιότερα ΟΟλα τής έπαναστάσεως καί ή άκαταμάχητος καρτερία τού γένους έν ταίς συμφοραίς παρίστανται ώς άκτίνες
φωτοβόλοι έκπεμπόμεναι άπό τής άγχόνης τού Μεγαλομάρ-αι
ρος Πατριάρχου ώς άπό μυστηριώδους καί άκοιμήτου φλογός.
'Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, Πρόλοyος στήv έκδοση τού ποιήματος τοv
«Ό
άvδριάς τού άοιδίμου Γρηyορίοv τού Ε
',
πατριάρχου Κωvlπόλεως », σελ.
6.
Είχε προβάλει άπό μακρά πουλί κυνηγημένο
Σά σύγνεφο μt τό βορειά καί μαυροφορεμένο
Σκοτείδιασε τόν ούρανό μέ τά πλατειά φτερά του,
Καί μέ φωνή πού έξέσχιζε σκληρά τά σωttικά του
' Ερέκαξε κ' έβρόντησε... «Χ -αιπάτε, πολεμάρχοι!. .. » 'Απ' άκρη' ς άκρη ό χαλασμός ... Κρεμούν τόν Πατρι
άρχη))
Τού μυστικού διαλαλητή πέφτει 'ς τή γή, ·ς τό κύμα
· Τό
_φλογερό τό μήνυμα κι' άπό ένα τέτοιο κρίμα
'Ε φύτρωσε άσβεστη φωτιά καί μέ τή δύναμή σου
'Εttέριεψε, έζωντάνεψε τ' άτιμο τό σχοινί σου Κ' έγινε φίδι φτερωτό ·ς τόν κόρφο τού φονιά σου .. .
Καλόγερες, πώς δέν ξυπνQς νά ίδtϊς τά ttαύματά σου; .. .
138
'Αναστηλώνεται ό Μωριάς ... 'Η 'Ρούμελη μουγκρίζει. .. 'Ιδρώνουν α'"ιμα τά βουνά, τό δάκρυ πλημμυρίζει ...
Παντού παράπονο βαttύ κι' άλαλαγμοί καί 'δρήνοι ... Διαβαίνει μαύρ · ή &νοιξη ... Τά ρόδα μας, οί κρίνοι Λησμονημένοι τήκονται καί τά πουλιά σκιασμένα 'Αφίνουν ερμη τή φωλειά καί φεύγουνε 'ς τά ξένα ...
'Σ τού Γερμανού τό μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζει
Τού γένους τό ξημέρωμα ... Πάσα ματιά του σφάζει ...
Διωγμέν' άπό τόν Κάλαμο, μέ τήν ψυχή 'ς τό στόμα
Χιλιάδες γυναικόπαιδα, δέ βρίσκουν φούχτα χώμα
νά μείνουν άκυνήγητα ... κι' ό Χάρος δεκατίζει ...
'Ρυάζεται ό Βάλτος, σά ftεριό τή χαίτη του άνεμίζει .. . Φλόγα παντού καί σίδερο ... δέ
ftρα ...
ft'
άπομείνη λόftρα .. .
'Σ τήν Κιάφα νεκρανάσταση ... 'ς τού Πέτα καταβό Πέτρα δέ μένει άσάλευτη ... κλαρί χωρίς κρεμάλα ...
•
'Ερμιά καί ξεftεμέλιωμα 'ς τήν Τρίπολη, 'ς τού Λάλα ...
Κι' δταν τό χέρι έχόρταινε κ' επεφτε στομωμένο
Νά ξανασάνη τό σπαftί 'ς τή ftήκη ξαπλωμένο
'Εφώναζε ό άντίλαλος ... «Χτυπάτε, πολεμάρχοιl. ..
»·Απ' άκρη
ι
π ατριαρχη» ....
Φριμάζουν τά Καλάβρυτα... Καπνίζει τό Ζητούνι ...
,
'ς
άκρη
ό
χαλασμός ... Κρεμούν
τόν
Κ· η Μάνη η άνυπόταχτη τεντώνει τό ρουftούνι
Σάν τό καftάριο τ' &λογο, νά μυρισfifl τ' άγέρι Πού, ταχυδρόμος τ' ούρανού μέ τά φτερά του φέρει Τού Διάκου τή σπιftοβολή καί ~ήν άναλαμπή του.
'Ο γυιός τ'
κορμιτου
,
'Ανδρούτζου 'ς τή Γραβιά στηλώνει τό
κ· έπάνω του, σάν νάτανε ftεόχτιστο κοτρώνι,
Συντρίβεται η 'Αρβανητιά μέ τόν 'Ομέρ Βρυώνη ... Φεγγοβολοϋν τά πέλαγα 'ς τήν Τένεδο, 'ς τή Σάμο
Καί κάftε κύμα π<δρχεται νά ξαπλω-Οfi 'ς τόν &μμο Ξερνώντας άιμα καί φωτιά, φωνάζει... «Πολεμάρχοι!.
«'Εκδίκηση ... aσπλαχνη ... παντού ... Κρεμούν τόν Πατριαρχη.»
,
ι
...
'Αριστοτέλη Βαλαωρίτη
'Από τό yvωοτό ποίημα τού
«Ό
άνδριάς».
139
·Αλλ' ό δάνατος τού Γρηγορίου ώς έκ τού τρόπου, καf)' δν
έγένετο, ώς έκ τού τόπου, ενδα έγένετο, καί πρό παντός ώς έκ
τού χρόνου, άποτελεί πρωτοφανή προσβολήν καί έξύβρισιν τής
· Εκκλησίας καί τού
'Έf)νους.
·Ο
άvώτατος άρχων τής 'Εκκλη
σίας καί τού εδνους, τήν πάνσεπτον ήμέραν τού Πάσχα, μετά
τήν · έπιτέλεσιν τής δείας λειτουργίας νά κρεμασ6fι έν τοίς
προπυλαίοις τών Πατριαρχείων καί ή άπαγχόνισις νά παρατεί νεται έπί τρε~ κατά συνέχειαν ήμέρας\1 Πάντες άνεξαιρέτως οί ίστορικοί, οί έξετάσαντες τήν έπί -τόν
· Ελληνικόν
άγώνα
έπίδρασιν τού φόνου τού Γρηγορίου, άποφαίνονται όμοφώνως δτι, άν δέν διεδραματίζετο ή πρό τού Πατριαρχικού αύλώνος
τραγωδία, 'ίσως
'Αλλ' ή
συνεβιβάζοντο τά
πράγματα,
καί 'ίσως ό
'Ελληνικός άγών, μετά τάς πρώτας άποπείρας, κατεβάλλετο.
άδικωτάτη άπαγχόνισις τού 'Ε&v;άρχου, τρώσασα βαδύτατα τήν καρδίαν τών ·Ελλήνων, έξύψωσε τήν άγανάκτη σιν καί τό μίσος αύτών πρός τούς τυράννους, διεχώρισεν άvά
μέσον τού σταυρού καί τής ήμισελήνου, ένέπνευσε δύναμιν
άκατάβλητον είς τούς άγωνιστάς, άvαδείξασα ηρωα τόν δειλόν χωρικόν καί 'Αμαζόνα τήν άσδενή παρf)ένον, καί ούτως
έξήγγειλε είς τόν κόσμον τήν άναμφισβήτητον άλήδειαν ότι ούχί τά μεγέi)η τής χώρας, ούχί οί μυρίανδροι στόλοι καί αί
μυριοτευχε~ μάχαι, άλλ' ό ίερός ένt)ουσιασμός, ό άπό γενεάς
είς γενεάν παραδιδόμενος είνε ό ίστών τά έν Βαλτετσίφ, τά έν
Δερβενακίοις, τά έν Τριπόλει καί πολλαχού άλλαχού τρόπαια καί μηδενίζων μεγάλων κολοσσών τάς πυκνάς παρατάξεις.
·Αλλ.' ού μόνον έπί τούς 'Έλληνας, άλλ' ό φόνος τού
Πατριάρχου έπέδρασε καί έπί τόν πεπολιτισμένον κόσμον διεγείρας τήν άγανάκτησιν τής κοινής γνώμης, παρασκευάσας
τήν ρijξιν τής Ρωσσίας καί τής Τουρκίας, άφυπνίσας τάς συμπαfiείας τής κοιμωμένης Εύ_ρώπης καί διά τού πρώτου τιναγμού, δν εδωκε εtς τήν καδεύδουσαν εύσπαγχνίαν τού χριστιανικού κόσμου άvάψας τούς πρώτους σπινδήρας, οίτινες
έφεξής ύπό διαφόρων ·Ελληνικών ΟΟλων άναρριπιζόμενοι
άπετέλεσαν τήν λαμπράν φλόγα τού Ναυαρίνου.
Τήν σημασίαν ταύτην τής δυσίας τού Γρηγορίου έκφέρων έν κεφαλαίφ ό περιώνυμος ίστορικός τής ·Ελληνικής
· Επανα-
140
στάσεως Γερβίνος παρατηρεί aριστα τά έξής
«Ή
κατά τού
Πατριάρχου Γρηγορίου dπηνrjς συμπεριφορά τής Πύλης, ποιrjσασα τό πρώτον ρήγμα είς τrjν Τουρκικήν δυναατείαν παρεακεύααε τrjν έλευ/Jέρωαιν τής 'Ελλάδος. Έξήλειψεv
έv τfj καρδίq, τών τε φίλων καί έχlJρών τού Πατριάρχου
πάσας τάς τού παρελlJόντος δυσαρέστους dναμνήαεις ... ό Πατριάρχης έγένετο άγιος καί μάρτυς. Ό ΙJάνατος αύτού
έδωκεν έν πάσαις ταίς έπαρχίαις τό σύνlJημα τρομερωτάτων
έκδικήσεων.
Έστιγμάτισε πρό τών όφlJαλμών πάντων τών
Έλλrjνων διά στίγματος dνεξαλείπτου τόν Σουλτάνον, όν
έκάλουν τού λοιπού σφαγέα. Ένετύπωσεν είς τόν πόλεμον
τόν χαρακτήρα άγώνος έξολοlJρεύσεως έν όνόματι τής
ΙJρησκείας. Έξηφάνισε πάσαν σκέψιν περί τού δυνατού
διαλλαyής τινος ή συμΒιΒασμού ή ύποταγής. Άφύπνισε τάς
συμπαlJείας πάσης τής Χριστιανωσύνης ύπέρ τού δυστύ
χούς 'Ελληνικού λαού, καί έδωκε τήν dποφασιστικήν
κίνησιν, τήν έπενεγκούσαν τήν μεταξύ τής Ρωσσίας καί τής
Πύλης ι}ήξιν. dνδρί,
Ή Πύλη ήσκημένη ν·
άποκεφαλίζn μίαν φαινόμενα καί καινοφανών δι
έπανάστασιν ώς έν άτομον καί συνηlJέστατα έν ένί μόνον
έμενεν έκπεπληγμένη πεϊραν
6λέπουσα όλως
λαμΒάνουσα
πραγμάτων
·
αύτήν, ότε ή κεφαλή τού Πατριάρχου πίπτουσα άντί νά καταπνίξrι τήν έπανάστασιν ηύρvνεν καί έτράχυνεν αύτήν».
Οϋτω λοιπόν ό Γρηγόριος πεσών, ώς επεσεν, ύπέρ τού
'Έthιους, ήσκησεν έπί τήν έπανάστασιν έπ'ίδρασιν, δσην καί
όίαν ούδείς ποτε ήσκησεν στρατηγός η. ήγεμών πίπτων έν τφ πεδίφ της μάχης ή στρατηλάτης dφοσιούμενος έν καιρφ
κινδύνου κατά τό έν τfί Ρωμα"ίκfί ίδίως ίστορία εδος. 'Ως
ήγεμών ή στρατηλάτης πίπτων itά παρήγεν ένουσιασμόν καί dίσδημα έκδικήσεως κατά τό μάλλον ή ήττον παροδικόν. 'Ως
μάρτυς δμως δυσιαζόμενος τήν ήμέραν τού Πάσχα μετά τήν λειτουργίαν, καί διά τής αύτοδυσίας ταύτης άποδεικνύων
έαυτόν μιμητήν τού έσταυρωμένου, περιβάλλεται dίγλην καί μεγαλείον άφάνταστον, κατανύσσων έσαεί τήν 'Ελληνικήν
ψυχήν καί έξαίρων αυτήν είς ϋψη αίδέρια. Οϋτως ό δάνατος τού Γρηγορίου άποβαίνει ήδική νίκη καί δρίαμβος αυτού. 'Εκ
141
τής άγχόνης άνέttορε πάραυτα λάμψις, κα( ή λάμψις αύτη περιαυγάζουσα έρείπια ήτο η άνατολή άστέρος tω6ινοϋ, δστις, προβάλλων όσημέραι λαμπρότερος καί τά νέφη τής δουλείας διαλύων, όδηγεί εκτοτε έπί τάς νίκας κατά βαρβάρων τούς
'Έλληνας άετούς. ·Η δέ σήμερον ήμέρα είνε ή κατ' έξοχήν
έt)νική tορτή, διότι, aν ή ήμέρα τού Εύαγγελισμού τά εύαγγέλια
τής σωτηρίας άγγέλουσα είνε έt)νικώς ή ήμέρα τής συλλήψεως
καί κυοφορίας τού τής άπελευ6ερώσεως σχεδίου, ή σήμερον, καtt' ην δυσιαζομένου τού μεγάλου άρχιWτου, έξασφαλίζεται
ή άνάστασις τού 'Έ-6νους, είνε ή ή μέρα τής ένσαρκώσεως τής ίδέας, υπερβάλλουσα έκείνην, ώς ή γενεσιουργία τήν σύλληψιν,
ή έκτέλεσις τό σχέδιον, ή πλήρωσις τήν ίδέαν, ή καρποφορία
τήν φύτευσιν, τό Πάσχα τόν Εύαγγελισμόν. 'Ορδώς δδεν
άείμνηστος
σίους τής Β'
Σπυρίδων Τρικούπης fλεγε πρός τούς πληρεξου
έγράφη
' Ε&v;οσυνελεύσεως: « Ή· dνεξαρτησία ήμών δέν τό πρώτον έν τφ συντάγματι τού 1843, dλλά τφ 1821
καί /Jέλετε νά σάς είπω κατά ποίαν ήμέραν; 'Εγράφη κατά τήν ήμέραν έκείνην, κα/J' ήν ό μέγας Ποιμενάρχης τών
Χριστιανικών λαών έξερχόμενος dπό τά άγια τών άγίων
έκρεμάσl)η, άγιdζων καί άγιαζόμενος καί τρώγων dκόμη τόv
άγιον άρτον καί πίνων dκόμη τό άγιον αίμα τού Κυρίου.
'Εκείνην τήν ήμέραν ύπεγράφη τό δόγμα τής dνεξαρτησίας καί /Jέλετε νd σάς είπω διά ποίας ύλης έγράφη; Δ ιά τού αί
ματος τού Πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε'. Τοιούτον έγγρα
φον, κύριοι, είναι· ποτέ δυνατόν νά έξαλειφ/Jή; ».
Χρήστου 'Ανδρούτσου, Λόγος πανηγυρικός είς τόν Πατριάρχην
Γρηγόριον τόν ΕΊ Ά8ήναι
1821, σελ.17-18.
Κqτά τόν κ. Καρολίδην (Β'
211)
«τό περί τόν Πατριάρχην
τελεσ6έν
τόλμημα καί
καί
οι
άλλοι
κατά τών άρχηγων τής διωγμοί, μεγάλην
· Εκκλησίας
τού
f-6νους
γενόμενοι
ilσκησαν ροπήν είς τήν περαιτέρω πορείαν τού
· Ελλ.
άγώνος
καί παρέσχον αύτφ ένώπιον τού κόσμου χαρακτήρα νέον ή
μάλλον άπεκάλυψαν τόν τέως λαν6άνοντα χαρακτήρα καί
142
έγένοντο άφορμή καί άφετηρία νέας έξελίξεως σπουδαιοτάτης
διά τό 'Ελληνικόν Wνος καί διά τόν πολιτικόν κόσμον». Δέον
δδεν πρωτίστως νά έξετ:άσωμεν τήν διεδνή σημασίαν τού
φόνου τού Πατριάρχου, διότι ο'ότος «έγένετο άρχή καί
άφετηρία τού πολιτικού καί διπλωματικού μέρους τού 'Ελλη
νικού ζητήματος» (Καρολ. Β'
228) καί διότι ούτος «καδαγιάσας
δρησκευτικώς καί έξάρας ήδικώς τόν άγώνα έν τft συνειδήσει τού άγωνιζομένου έftνους τοσαύτα καt τοιαύτα έπήνεγκεν άποτελέσματα ήδικά, έναντία μέν πάμπαν είς τάς έντεύδεν προσδοκίας τών διαπραξάντων τόν φόνον, σωτήρια δέ είς τήν
πρόοδον καί ένίσχυσιν τού άγ'ωνος έν τοίς άγωνιζομένοις
αύτοίς, καί τοσούτον άποτόμως μετέβαλε τάς έν τφ χριστιανι
κφ κόσμφ πεπλανημένας περί τού χαρακτήρος τού άγώνος
γνώμας, καί τοσούτον έξήγειρεν uπέρ αύτού τάς συμπαδείας
τού πεπολιτισμένου κόσμου, ώστε εύλόγως πάνυ, έπικυροί έν
τfi συνειδήσει ήμών τήν μεγάλην έκ τών διδαγμάτων καί τών
πορισμάτων τijς περί τά άνftρώπινα σοφίας έν τfi ίστορίQ
διαβεβαιουμένην ήftικήν άλήftειαν, ότι δηλαδή ούδέν ήftικώς
μέγα καί άληδώς γενναίον άπόλλυται έν τfi ίστορίQ τών
άν6ρώπων καί τών λαών άνευ άποτελέσματος μεγάλου» (αύτ.
235).
τής διά τής
. · Ιερ~
Συμμαχίας συνησπισμένης- ΕύρώΠης έν
·Η είσβολή τού 'Υψηλάντου εγνώσ6η πρός τούς ήγεμόνας
Λαϋβάχn, fvitα είχαv συγκεντρωfifi πρός λήψιν μέτρων κατά
τών επαναστάσεων τών έγερftεισών τφ 1820 έν Ν εαπόλει καί
Πεδεμοντίφ καί έν
τής είσβολής τού
· ΙσπανίQ
καί ΠορτογαλλίQ. Τό εν ταίς
ένίσχυσε τάς uπονοίας τού
Ήγεμονείας κίνημα τού Βλαδιμηρέσκου, προηγηftέν όλίγον
· Υψηλάντου,
Τσάρου, ότι προϋκειτο περί επαναστάσεφς παρεμφερούς πρός
τάς έν
· ΙσπανίQ
εκ τού
καί Νεαπόλει, καί διά τούτο προέβη είς τήν
άποκήρυξιν τού
· Υψηλάντου
καταλόγου
καί τήν εξάλειψιν τού όνόματος
αύτού
τού
'Ρωσ.
στρατού, διατάξας
συγχρόνως τά μέν παρά τόν Προύftον Ρωσ. στρατεύματα νά
τηρήσωσιν αύστηράν ούδετερότητα, τόν δέ Στρογανώφ νά συνδράμn τήν Πύλην πρός κατάπνιξιν τής επαναστάσεως. Είς
τά μέτρα ταύτα tξώfiει τόν Τσάρον· ό Μετερνϊχος, έκμεταλ-
143
λευόμενος άσήμαντόν τινά στάσιν έν 'Ρωσσίg καί έπιδεικνύων
πλαστάς έπιστολάς τού
· Υψηλάντου
πρός τούς έν
· Ιταλίg
καί
'Ισπανίg άρχηγούς τών ταραχών. Οϋτω λοιπόν ύπό πάσης τής έν Λαϋβάχn Συνόδου, t]τις άπεφάσισε τήν παντί μέσφ κατά
πνιξιν τών έν Εuρώπn ταραχών, κατεδικάσfiη τό κίνημα τού
· Υψηλάντου
καί Σούτσου, άποσταλείσης ύπό τού Μετερνίχου
καί τής σχετικής έ'yχυκλίου.
·Αλλά ένώ διά τής χειeός τού Καποδιστρίου ό Τσάρος
άπεδοκίμαζε
τόν
· Υψηλάντην,
ό έτερος τών έν
· Ρωσσίςι
ύπουργών τών
'Εξωτερικών Ν εσερλώδε, έγραφε πρός τόν
· Υψηλάντην νά διαλύση
εί δυνατόν τόν στρατόν του καί άν είχε
δικαίας τινάς άπαιτήσεις πρός τήν Πύλην, νά ύποβάλη αύτάς διά τού Στρογανώφ, λαβόντος πρός τούτο όδηγίας. 'Αλλά τάς οϋτω ύποβληδείσας προτάσεις τού αύτονομία είς τάς
· Υψηλάντου
περί άποχω
ρήσεώς του έκ τών ήγεμονειών, άφού πρώτον παραχωρηδft
· Ελληνικάς
χώρας, άπέρριψεν ή Πύλη μετ'
όργfJς καί έξέφραζε τήν άπορίαν της διά τήν ώς άποδεδειγμένως ύπό τής
· Ρωσ.
μεσολάβη
σιν ύπέρ τοιούτου κακούργου καί προδότου, δν κατήγγελλον
· Ρωσσίας
κινούμενον. 'Εν τφ
μεταξύ ήλδον νέαι όδηγίαι τού Τσάρου, δπως σταλft τάχιστα ό
Καλλιμάχης είς Βλαχίαν μετά στρατού ίκανού νά έπιφέρη τήν
τάξιν, συγχρόνως δέ διεβεβαιο:ϋτο ή Πύλη περί τής εύttύτητος
τής πολιτικής τής συν6ήκας. 'Αλλ·
· Ρωσσίας
ή Πύλη
καί τής έμμονής της είς μόνας τάς δυσπιστούσα έτι, έζήτησε νέαν
άποκήρυξιν τού
τών είς τήν
· Υψηλάντου
ύπό τού Τσάρου, έρευναν τών
άποπλεόντων πλοίων (δρα άvωτέρω σελ.
225),
καί παράδοσιν
· Ρωσσίαν
καταφυγόντων προσφύγων. 'Ίνα μετριά
σn τάς άξιώσεις ταύτας ό Στρογανώφ, έδέχδη κατ' άρχήν τήν
άποστολήν Τουρκικού στρατού κατοχής είς τάς Ήγεμονείας,
έφαίνετο δέ προσεχής ή πλήρης συμφωνία Τουρκίας καί
· Ρωσσίας.
έξηγρίωσε
·Αλλ'
ή άγγελία τών έν Πελοπ.οννήσφ ταραχών
τήν
Πύλην,
ητις
μανδάνουσα ότι έν
· Ρωσσί<Χ
έξηγεί.ρετο μέγας φιλελληνισμός, ήξίου νά άποκηρυχδft ριζικώς τό κίνημα. Μή έχων όμως πρός τούτο όδηγίας ό Στρογανώφ,
έπέμενε νά γείνουν δεκταί αί προτάσεις τού · Υψηλάντου, προσπάttησε δέ νά έμποδίση τήν είς τάς ·Ηγεμονίας είσβολήν
144
τού Τουρκικού στρατού, άλλ' είς μάτην, διότι ο'\Jτος διέβη τόν
Δούναβιν, τής Τουρκίας μάλιστα δηλωσάσης δτι δέν itά διορίση
πλέον 'Έλληνας ήγεμόνας.
Οϋτως είχον τά πράγματα δτε τft
1Ο
'Απριλίου άπηγχονί
σ6η ό Πατριάρχης. Αύftημερόν ό Στρογανώφ έπέδωσε διακοί
νωσιν έκφράζουσαν τήν βαfl'είαν αύτού δλίψιν «διά τό aτιμον
τής πράξεως ταύτης», έκάλεσε δέ τούς πρέσβεις ·Αγγλίας,
Γαλλίας καί Πρωσσίας, 'ίνα διαμαρτυρηδώσιν άπό κοινού καί άπειλήσωσιν έπιδρομήν τών ξένων στόλων. ·Αλλ' ούτοι είση γήσει τού "Αγγλου Στάγγφορδ δέν άπεδέχftησαν τήν πρότασιν,
'ίνα μή περιπλακώσι πλειότερον τά πράγματα.
· Απομονωδείς
δέ ούτω ό Στρογανώφ, άνέμενε διαταγάς τού Τσάρου, πρός δν
έγραψεν, άγωνιζόμενος έν τφ μεταξύ νά περιστείλn τάς έν ταίς
· Ηγεμονείας
ώμότητας τού
Τουρκικού
στρατού, είς τούς
άρχηγούς τού όποίου άνέftηκεν ή Πύλη καί τήν διοίκησιν τών ·
χωρών μέχρις, ώς έλεγε, τής παραδόσεως τών προσφύγων καί
ίδίQ τού Μ. Σούτσου. Τόν φόνον δμως τού Πατριάρχου καί τών
5
άρχιερέων
έπηκολούftησαν έν Κ/λει καί άλλαχού σκηναί όλέftρου καί
συμφορών, ήτοι κατά τόν Χάου «σφαγαί άνδρών, γυναικών καί
τών τέκνων αύτών,
έφημερίδες»
καί
διά τών σπαραξικαρδίων λεπτομερών
έκδέσεων τών όποίων έπληρούντο έπί μήνας αί εύρωπα"ίκαί
(' Αγγ.
Α'
330).
Ούτως έκτός τών έν ταίς σελ.
225 25
231
μνημονευftέντων έφονεύftησαν κατά τό Πάσχα μέν έν ό πρώην Πατριάρχης Κύριλλος ό Στ' μετά
· Αδριανουπόλει
άλλων κληρικών καί λα'ίκών, έν Κ/λει δέ Δαν. 'Αγγελόπουλος ό
Στεφ. Μαυρογένης, ό άνεψιός τού Πατριάρχου, ό Κ. Γεράκης,
οί
Ίωάν. καί Μιχ. Παπαρρηγόπουλοι, ό Δ. Σκαναβής, ό
ό Κ. Κάλφας, ό Γ. Παχαρνικός, ό Ζαφ. πάντες οί 'Έλλ.
Χατζηβασίλης,
Κλουτσιάρης, ό Στρατής Πετροκόκκινος,
ύπάλληλοι τού Ναυστάftμου τά τέκνα τού έκ Δημητσάνης
Νικήτα Γυαλά ή Κουντουροπούλου, Σταυράκης καί Θεόδω
ρος, ό Δημήτριος Σαρής, ό Πρωτοσύyγελος τού
· Εφέσου,
ό έκ
Μάνης Κουμουνδουράκης, ό Πιέρος · Αλουπέας ό Δημ. Τσελί κης καί aπειροι ίερείι;, πρόκριτοι καί έμπορευόμενοι. 'Εν τφ
μεταξύ διηρπάyησαν πάμπολλα καταστήματα, πρός στιγμήν δέ
145
ήπειλή{}η δλον τό Σταυροδρόμιον διά πυρπολήσεως. Πλείσται
έκκλησίαι διηρπάγησαν καί έκρημνίσδησαν, έλεηλατήttησαν δέ
καί αύτά τά Πατριαρχεία, τού Εύγενίου διασυρδέντος καί
φυλακισδέντος.
Πρός τούτοις έφυλακίσ'6ησαν πολλαί γυναίκες τών Μου
ρουζών καί λοιπών Φαναριωτών, ό Γκιούσκος με{)' όλων τών
·Ελλήνων ναυτών κλ. 'Εξωρίσf)ησαν δέ άπειροι ώς λ. χ. ό καδ' όδόν ftανών Γ. Νέγρης, ό φονευδείς είς τήν έξορίαν μετά τής
οικογενείας του ήγεμών Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ό Κ. Μάνος, ό Λ. Μαυροκορδάτος, ό έπίσης φονευδείς έν Πολού Σταυράκης
'Αριστάρχης κλ. 'Εκ τής έπιτροπής τού Κιβωτίου τού ·Ελέους
(δρα άνωτέρω σελ.
77)
έφονεύδησαν ό Χατζή Πανανός καί ό
Μισέρ Θεοδόσιος, έξωρίσδη ό 'Ε μ. Δανέζης καί έδραπέτευσαν
είς 'Οδησσόν οί Σαματάς καί Σεβαστόπουλος, ώς καί ό Π.
Σέκερης. Προσέτι έδραπέτευσαν μετά τών οίκογενειών των είς
'Οδησσόν μεσολαβήσει τού Αύστριακού ύπηκόου Κυριάκου
Κουμπάρη πλήν τών οίκογενειών Μουρούζη ή Δόμνα Μαυρο
κορδάτου, ό
· Ιεραπόλεως
Φιλόf)εος,
ό Δ. Παπάς, ό Σπ.
Κωσταντάς, ό Δ. Λεονάρδος, ό 'Αδ. Βασιλείου καί πλείστοι
άλλοι (Φ. Α' τούς
302-6).
'Εν Σμύρνη, έν6α άπό τινος διέμενε καί ό
'Ι. Παπαρρηγόπουλος, έσφάγησαν μέχρι τής
1Ο
'Απριλίου περί
100
καί μετά τόν φόνον τού Πατριάρχου άπει.eοι. 'Εν
Χανίοις ήρξαντο έπίσης συλλήψεις τών άρχιερέων καί σφαγαί
πολιτών.
' Εσφάγησαν
δέ ή άπηγχονίσf)ησαν έν ταίς έπαρχίαις
των ή έν Κ/λει οί άρχιερείς Μυριοφύτου, "Αρτης, Λαρίσσης,
'Ιωαννίνων, Γρεβενών, Γ άνου καί Χώρας, Σωζοπόλεως καί
προσέτι ό Τυρνόβου, ό Καισαρείας, ό Θεοδωρουπόλεως, ό
Κρήτης, ό Κίτρους καί ό Κύπρου μετά τών ύπ'
έπισκόπων (Φρ. Α'
αύτόν
4
257,
Άγγ. Α'
477,
Μ. Οίκ.
101).
Έν
Κυδωνίαις καί ΚασάνδρQ έγειναν τρομεραί σφαγαί, αί δέ αίχμάλωτοι παρδένοι καί οι νεανίαι έπωλούντο πρός
25 γρόσια
έν τft άγορ(i τής Κ/λεώς.
Μετά τάς σφαγάς ταύτας ού μόνον ήρνήδη έντόνως ό
Στρογανώφ τήν παράδοσιν τών προσφύγων, άλλά καί έδικαιο
λόγει τήν παροχήν άσύλου λόγφ τού άσκουμένου ύπό της Πύλης τοιούτου καταδιωγμού τών Χριστιανών, άποδεικνύων
146
αύτόν άντιβαίνοντα καί είς αύτά τά ρητά τού Κορανίου,
tv
τέλει δέ έδήλου οτι itά φύγπ έκ Κ/λεως έάν δέν έπαυον αί
σφαγαί. ·Ο Ρείζ έφένδης άπήτησε κατά πρόσχημα τήν άμεσον
άναχώρησιν αύτού, άλλ' ήμπόδισε τήν. μετακόμισιν τών έπί
πλων του είς Βα6υρύακα, καί έδεσε φουράν είς τήν Πρεσβείαν. 'Ο Στρογανώφ τών ομως έπεμψε τft
24
ό
Μαίου
διακοίνωσιν ζητών
έπιμένων είς τάς άξιώσεις τής Ρωσσίας καί δικαιολογών τήν
διακοπήν
σχέσεων.
Συγχρόνως
Σουλτάνος,
ύπεκφυyήν, έγραψε τfί 15η 'Ιουνίου διά τού ύπουργού τών 'Εξωτερικών άπευδείας πρός τό Ρωσσικόν άνακτοβούλιον,
κατηγορών τόν Στρογανώφ καί δικαιολογών τά ληφ6έντα
κατά τού Πατριάρχου καί τών άλλων τιμωρηδέντων μέτρα, διότι ή έπανάστασις άντί νά καταπνιγft διά τού «διαταχitέντος» άφορισμού, τουναντίον έξερράγη έν Καλαβρύτοις, τft γενεttλίφ
(!) δηλ. τού Πατριάρχου πόλει καί έν τφ Αίγαίφ, ύπεμίμνησκε
δέ πρός δικαιολογίαν, δτι καί ό Τσάρος Πέτρος ό Α' είχεν δfjftεν τφ
1715 δανατώσει ένα συνωμότην Ρώσσον Πατριάρχην,
φαντασιώδες. ·Αλλά μέχρις οό φftάσει τό
δπερ ήτο δλως
έγγραφον τούτο, ό Τσάρος είχε ήδη λάβει άποφάσεις, μόλις
έφ6ασεν έκ Λαϋβάχης είς Πετρούπολιν.
"Οτε τfί
30
·Απριλίου διελύετο ή έν Λαϋβάχη Σύνοδος,
έκεί μόνον αί πρώται είδήσεις περί τών έν
είχον γνωσ6ή
Πελοποννήσφ ταραχών, ά'ιτινες έftεωρήftησαν ύπό τών άντι
προσώπων της Εύρώπης ώς άντίκτυπος τών ένεργειών τού
Ύψηλάντου. Άλλά καft' ήν ήμέραν ό Τσάρος άπijλδεν έκ
Λαϋβάχης, έμαftε παρά τού Κ.αποδιστρίου καft' όδόν έκ τής
έκftέσεως τοu Στρογανώφ τόν στραγγαλισμόν τού Πατριάρχου
καί κατόπιν έκ μεταγενεστέρων έκftέσεων έν Πετρουπόλει τάς
~οιπάς έν Τουρκίςt σπαρακτικάς μιαιοφονίας, dίτινες μέγαν έν Ρωσσίg είχον προκαλέσει έρεitισμόν κατά τών Τούρκων. Τό
tv
Ρωσσίc;c στρατιωτικόν κόμμα, τό άνέκαitεν δυσηρεστημένον
κατά τής προσκολλήσεως τού Τσάρου είς τάς Μετερνιχείους
άρχάς της ·Ιεράς Συμμαχίας, μετά φρίκης ηδη παρηκολούδει
τά παftήματα τών έν
Τουρκίg όμοπίστων.
Ό στρατηγός
Γερμαλώφ καί άλλοι άνώτεροι στρατιωτικοί έσταυροκοπούντο μετ' εύσεβούς εύλαβείας καί ίεράς άγανακτήσεως, όσάκις
147
ηκουον προφερόμενον τό δνομα τού μάρτυρος ΠατρLάρχου
Γρηγορίου (Καρ. Β'
415).
έπέδρασε παρά τφ Τσάρφ
·Η κοινή λοιπόν γνώμη έν Ρωσσίςχ, ή t)εωρούσα ίερόν τόν κατά τής Τουρκίας πόλεμον,
τοσούτον, ώστε ό Καποδίστριας καί πάλιν άνέλαβεν έλευt)ερί
αν ένεργείας έν τfi διπλωματική άλληλογραφίςχ. Καί ένώ άφ' ένός διετάσσετο ό Λαντζερών νά τελέση μετά πάσης μεγαλο πρεπείας τήν κηδείαν τού Πατριάρχου έν 'Οδησσφ, καί νά προστατεύση ώς άδελφούς τούς πρόσφυγας 'Έλληνας, άφ ·
έτέρου άπέστειλεν ό Τσάρος τfi
τριών ύπομνημάτων πρός τάς
10
'Ιουλίου έγκύκλιον μετά
Κυβερνήσεις,
Εuρωπα·ίκάς
κηρύττων, δτι ή Πύλη διά τής κατά τής Έλλ. έκκλησίας
προσβολής ϋβριζεν aπασαν τήν Χριστιανικήν 'Εκκλησίαν καί προεκάλει τάς Δυνάμεις είς ύπεράσπισιν τής ούτω προσβαλλο
μένης ·Εκκλησίας, συμφώνως πρός τάς συνt)ήκας καί τάς άπό τής ·Αλώσεως άξιώσεις τής Εύρώπης. Τονίζουσα δέ ή Ρωσσία
τό δικαίωμα τής προστασίας, δπερ είχεν άπό τής Συν()ήκης τού
Κουτσούκ Καϊναρτζή είς συντήρησιν προνομίων τινών τής
Πελοποννήσου καί τών νήσων, ήρώτα τάς Δυνάμεις νά
άποφανt)ώσι
ι)
ποίαν
t)έσιν t)ά
λάβωσιν έν περιπτώσει
πολέμου τής Ρωσσίας κατά τής Τουρκίας καί
2)
όποίου έίδους
σύστημα t)ά άντι~αταστήση τό Τουρκικόν κράτος έν περιπτώ σει νίκης τής Ρωσσίας. 'Επί πάσι προσεκάλει τάς Δυνάμεις 'ίνα
πρός άποφυγήν πολέμου uποστηρίξωσι τόν Στρογανώφ, έντελ λόμενον νά άξιώση παρά τής Πύλης διοικητικήν αύτονομίαν είς
τάς έπαρχίας τής Εύρωπαϊκής Τουρκίας, άλλως δέ δηλώση ότι
τά στρατεύματα τής Ρωσσίας t)ά είσελάσωσι.
Τοιουτοτρόπως ό φόνος τού Πατριάρχου καί αί έν Κ/λει
σκηναί έδημιούργουν
καt)όσον τfι
Έλλ. ζήτημα εύρυτάτων διαστάσεων,
16
·Ιουνίου έστέλλετο είς τόν Στρογανώφ διακοί
νωσις πρός τήν .Πύλην, μνημονεύουσα έν άρχft «τού τραγικού τέλους τού σεβαστού 'Αρχηγού τής 'Ελλ. έκκλησίας καί τών πρώτων ποιμεναρχών» eδνους, τηρηftώσι δέ καί άξιούσα νά παύση ή φυλετική
λύσσα τών Τούρκων καί ό άγών πρός έξόντωσιν τού
· Ελλ.
τφ
εύλαβώς
αί σuν6ήκαι.
'Εν
δέ
συνημμένφ σχεδίφ τού τελεσιγράφου, ή · Ρωσσία διεμαρτύρετο
148
χαρακτηρίζουσα άπαραδειγμάτιστον τήν φρικτήν τιμωρίαν
Πατριάρχου έν αύτοίς τοίς Πατριαρχείοις καί τούτο έν ήμέρςι fjν σέβεται πάσα ή χριστιανωσύνη καί άφού ό σεβαστός ούτος ποιμενάρχης είχεν έκδώσει τόν αίτηftέντα άφορισμόν καί έδηλούτο δτι πρός συνύπαρξιν της Τουρκίας έν Εύρώπη εδει ή
Πύλη νά σεβασ6ft πρωτίστως τήν Πίστιν καί τήν ζωήν τών χριστιανών ύπηκόων της, ήξίου δέ ή
· Ρωσσία
έκ μέρους τής
Εύρώπης νά δo6ft εύWς παρά τής Τουρκίας πανηγυρική
ίκανοποίησις διά τόν φόνον τού Πατριάρχου καί τάς λοιπάς
βεβηλώσεις, νά άvακτισ6ώσιν αί λεηλατηttείσαι έκκλησίαι καί
νά παραχωρηttώσιν είς τούς έπαναοτατήσαντας καί μή διοικη τικαί μεταρρυftμίσεις. Τό
· Ρωσσικόν σχέδιον άπέβλεπε τότε είς 415-426).
τόν σχηματισμόν αύτονόμων χριστιανικών έπαρχιών κατά τό
παράδειγμα τών Ήγεμονειών. (Καρολ. Β'
Μετά τήν εκπνευσιν τής προttεσμίας τού τελεσιγράφου έπήλttεν ή διακοπή τών διπλωματικών σχέσεων, άπελttόντος
τού Στρογανώφ τft
29 ' Ιουλίου
έκ Κ/λεως είς 'Οδησσόν, άλλά
καί πάλιν ή Πύλη έφαίνετο ύποχωρητική, τό μέν διατάσσουσα
τάς άρχάς αύτής νά ποιώνται διάκρισιν αύστηράν μεταξύ ένόχων καί άftώων, τό δέ προσκαλέσασα έντόνως τόν Πατριάρ χην Εύγένιον 'ίνα διά ποιμαντικής έπιστολής άνακαλέση είς ύποταγήν τούς έπαναοτάτας. Συγχρόνως άπέστειλεν είς Πε
τρούπολιν άπάντησιν είς τό τελεσίγραφον, ίσχυριζομένη δτι
κατείχεν άποδείξεις περί τής ένοχής τού Γρηγορίου, ήτοι
12
κατασχεttείσας έπιστολάς του πρός τούς έν Πολοποννήσφ
έταίρους
καί
έκftέσεις
σχετικάς
πιστών
τινων ύπηκόων,
έδικαιολογείτο δέ ή Πύλη λέγουσα, δτι τόν άποδειχftέντα
evοχον Πατριάρχην έφόνευσεν, άφού πρώτον τόν καttήρεσε χωρίς νά προσέξη δτι ήτο Πάσχα κατά τήν ή μέραν τής τιμωρίας
(Καρολ. Β'
435).
Δυστυχώς τό έν ταίς
· Ηγεμονείας
κίνημα τού
'Υψηλάντου, άδόξως καταπνιγέν, εδιδεν δπλα είς τήν Τουρκι
κήν πονηρίαν δπως άξιοί έλευttερίαν πρός όμοίαν τιμωρίαν καί
τών λοιπών έν έπαναοτάσει διατελουσών έπαρχιών.
Διαφεύγει τά δρια τής παρούσης συγγραφής ή λεπτομερής
έξιστόρησις τής διπλωματικής ίστορίας τού
· Ελλ.
άγώνος.
Περιοριζόμεttα μόνον νά άναφέρωμεν δτι τήν aμεσον έπιβολήν
149
είρηνικώς η διά πολέμου τών άξιώσεων τής Ρωσσίας έματαίω
σεν ή άντίδρασις τής 'Αγγλίας καί τής Αύστρίας, διότι ό Τσάρος
'Αλέξανδρος διστακτικός ων έκυμαίνετο μεταξύ φιλελληνι σμού καί σεβασμού τής
· Ιεράς
Συμμαχίας. Δυστυχώς ό τότε
μισσεληνισμός τής 'Αγγλίας, φοβουμένης τήν Ρωσσικήν είς Τουρκίαν έπιδρομήν, έματαίωσε τάς άγα6άς προ6έσεις τού
Τσάρου .. Καί ένώ ό Στράγγφορδ ούδεμίαν άντέταξε διαμαρτυ ρίαν κατά τών έν Κ/λει μιαιφονιών, ό Καστερλήγος άπαντών είς τήν διακοίνωσιν τής Ρωσσίας ώμολόγει μέν δτι ή άν6ρωπότης
μετά φρίκης παρέστη ttεατής τών διαπραχttεισών φρικαλεοτή
των, άλλ' άντέτασσεν δτι μεταβολή τού έν Τουρκίςχ κα6εστώ
τος ήτο τι άδύνατον. ·Ο δέ Μετερνίχος, ό άποδοκιμάσας τά έν Κ/λει διαπραχf)έντα, διεκοίνου μέν πρός τήν Ρωσσίαν τήν
άγανάκτησιν τού Αύτοκράτορος τής Αύστρίας έπί τφ φόνφ τού Πατριάρχου, ttεωρών κατά τόν Πρόκες τό γεγονός έπίσης
δεινόν ώσεί προϋκειτο περί τού φόνου τού Πάπα (Καρολ. Β·
231
καί
446),
άλλά παντί σ6ένει ένίσχυε τήν Πύλην πρός
κατάπνιξιν τής 'Αγγλίας καί
· Ελλ.
'Επαναστάσεως. Κατόπιν, συναινούσης πρός τούς 'Έλληνας προκήρυξις
καί τής Πρωσσίας, άπεφασίσ6η νά γνωστοποιηδfi ύπό τής Αύστρίας
δηλούσα αύτοίς. δτι ούδεμίαν έπρεπε νά άναμείνωσι βοήttειαν
παρά τής Εύρώπης, άλλά νά ύποταχf)ώσι τφ νομίμφ αύτών Κυρίφ. Πρός ένίσχυσιν δέ τής προκηρύξεως έζήτησαν νά
έκδώση ό Σουλτάνος φιρμάνιον άμνηστείας καί ό Πατριάρχης
Εύγένιος παραινετικήν έπιστολήν ύποταγής. ·Αλλ' άρνήσει τής
Τουρκίας άξιούσης τιμωρίαν τών άνταρτών καί τής Ρωσσίας
ttεωρούσης τούς 'Έλληνας άξίους προστασίας, έματαιώt)η τό
άνftελληνικώτατον έκείνο σχέδιον (Καρόλ. Β'
452).
· Αντιστρόφως
να «τού
δμως πρός τήν ψυχρότητα τών Κυβερνήσεων ή άξιοftρήνητος μοίρα διήγειρε κα{)'
σφοδρός ήρξατο έγειρόμενος φιλλεληνισμός. Κατά τόν Γόρδω
Γρηγορίου
aπασαν τήν Εύρώmιν βαthJτατον dίσ6ημα φρίκης καί δεκα πλασίως ήρέttισε καί έπηύξησε τήν έχttραν τών 'Ελλήνων».
·Αλλά μέχρις ού ή φωνή τών λαών καί ίδίςι έν Γαλλί? καί
Άγγλίq. έπιδράση άποτελεσματικώς έπί τών Κυβερνήσεων,
παρήλδε χρόνος πολύς. 'Ένεκα τούτου ή 'Ρωσσία, άπομονω-
150
ttείσα εύftύς έξ άρχής, ήναγκάζετο νά άνταλλάσn πρός τάς Δυνάμεις καί τήν Τουρκίαν άτελεύτητα διπλωματικά εγγραφα,
τού Τσάρου μή άποφασίζοντος νά κηρύξη τόν πόλεμον καί τής Τουρκίας μή άvαγνωριζούσης καί ϋπαρξιν κδν 'Ελληνικού
ζητήματος άλλ' άξιούσης τυφλήν ύποταγήν. Μόνον είς τό ζήτημα τής έκκενώσεως τών ήγεμονειών έδέχετο συζήτησιν ή Πύλη, άλλ · ή 'Ρωσσία πάντοτε συνεδύαζε τάς άξιώσεις αύτής μετά τής αύτονομίας τών έν Εύρώπη ·Ελληνικών ·Επαρχιών.
Θέλουσα δέ ή Πύλη νά δείξη τήν δήttεν καλήν αύτής πίστιν, άπένειμε τφ
1822
είς τόν νεκρόν τού ttανόντος Πατριάρχου
ύπέβαλε πρός τάς Δυνάμεις υπόμνημα
Εύγενίου τιμάς μεγαλοπρεπείς. ·Αλλ' ή Ρωσσία δέν ύπεχώρει.
'Αρχομένου τού
1824
δι' ού έδήλου ότι έδέχετο τήν έπανάληψιν τών διπλωματικών
σχέσεων αύτής πρός τήν Τουρκίαν ύπό τόν όρον 'ίνα, μετά Εύρωπα'ίκήν συνδιάσκεψιν, διαιρεttώσιν αί
· Ελληνικαί
χώραι
είς τέσσαρα μικρά φόρου ύποτελή τφ Σουλτάνφ κράτη, τό α'
έκτης 'Ακαρνανίας, Αίτωλίας, 'Ηπείρου καί Νοτ. 'Αλβανίας,
τό β' έκ τής Θεσσαλίας, λοιπής Στερεάς καί Εύβοίας, τό γ' έκ
τής Πελοποννήeου καί Κρήτης καί τό δ' έκ τών λοιπών νήσων, άντιπροσωπευόμενα πάντα έν Κ/λει ύπό τού Πατριάρχου,
έπέχοντος τρόπον τινά ttέσιν ξένου πρέσβεως παρά τft Πύλη
καί όντος άρχηγού τής 'Ορfiοδοξίας, άναγνωριζομένης άνε
ξαρτήτου άπό τού Σουλτάνου καί προστατευομένης ύπό τής
· Ρωσσίας.
Τό σχέδιον τούτο, εχον τήν άρχήν έν τft Συνt)ήκn
τού Κουτζούκ Κα'ίναρτζή, διετυπώfiη σαφέστερον ύπό τής
Ρωσσίας μετά (Καρολ. Β'
30 ετη 523).
καί προυκάλεσε τόν Κριμαϊκόν πόλεμον
Κατά τού σχεδίου δμως τούτου, δπερ έδέχttησαν διατα κτικώς αί δυνάμεις, έξηγέρttησαν ού μόνον οί Τούρκοι, άλλά καί οί 'Έλληνες, όίτινες καίτοι πολεμούντες ήδη καί μετά τού
Αίγυπτίου 'Ιβραήμ δέν έδέχοντο ύποτέλειαν, άλλά πλήρη άνεξαρτησίαν. Οί δέ Τούρκοι άντέταξαν άνένδοτον άρνησιν, μή άναγνωρίζοντες είς τήν έν Πετρουπόλει άρξαμένην συνδιάσκε ψιν νά διαμελίζn τό κράτος αύτών, δντες έν γνώσει άλλως τε δτι ή ·Αγγλία καί ή Αύστρία, οίαιδήποτε καί άν έλαμβάνοντο
άποφάσεις, ούδέποτε ttά έδέχοντο ενοπλον κατά τής Τουρκίας
151
έξαναγκασμόν. Τά 'Αγγλικά δμως πράγματα διηύttυνεν ήδη ό
Κάνιγγ, δστις ήτο κατά βάttος φιλέλλην, καίτοι δέ έδεσμεύετο
ύπό τών συμφερόντων τής 'Αγγλίας ήttελε νά άναλάβη πρωτοβουλίαν τινά είς τήν λύσιν τού
· Ελλ.
ζητήματος, κη
ρυττομένης αύτονόμου τούλάχιστον τής Πελοποννήσου. Βλέ
πων δέ
ητις τόν
έπί ttύραις πλέον τόν
8βριον τού
· Ρωσσοτουρκικόν
τfi
πόλεμον,
έδειξε δια-δέσεις εύμενούς συννενοήσεως πρός τήν
· Ρωσσίαν,
τήν
1825
παρεχώρησε
'Ayyλίq.
πρωτοβουλίαν τής λύσεως. ·Αλλ' έν τφ μεταξύ άπέttανεν ό Τσάρος ·Αλέξανδρος, ό δέ διαδεξάμενος αύτόν άδελφός του
Νικόλαος έγκατέλιπε μέν τft 'Α yyλίq. τήν πρωτοβουλίαν διά τήν
λύσιν τού
· Ελλ.
ζητήματος, ύπογραφέντος έν Πετρουπόλει τού
πρωτοκόλλου tής τών
23
Μαρτίου
1826,
άλλ' ώς πρός τά ζητήματα
· Η γεμονειών
καί τά άλλα έκκρεμή έπέδωκε συγχρόνως τft
Τουρκίq. τελεσίγραφον. Αύτη δέ άγνοούσα τό πρωτόκολλον καί
παρασυρttείσα ύπό τής Αύστρίας έδέχ{)η τούς προτεινομένους
· Ρωσσικούς
·Αλλά
δρους καί έστάλη είς Κ/λιν έτέttη
· Ρώσσος
πρέσβυς.
τάχιστα
έπί τού τάπητος τό
'Ελλ. ζητήμα,
προσχωρησάσης τφ
1827
καί τής Γαλλίας, ούτω δέ διελύttη καί
ή τρομερά Αί
· Ιερά
Συμμαχία. δμως τής Πύλης νά δεχt)ft άνακωχήν
δυστροπίαι
παρέλυον έπί μακρόν τάς διαπραγματεύσεις, μέχρις ού μετά τόν ttάνατον τού Κάνιγγ έπήλttεν ή καταστροφή τού Ναυαρί νου ύπό των ήνωμένων στόλων τών συμμάχων. Δυστυχώς δμως
ούδέ τό γεγονός τούτο έλυσε τό ζήτημα, έπρεπε δέ νά κηρυχftή
ό Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τφ
'Αδριανουπόλεως, τότε δέ
1828
καί νά φttάσουν τφ
άπειλουμένης
1829
τής
νικηφόρα τά Ρωσσικά στρατεύματα μέχρι Τραπεζούντος καί καί μόνον,
Κ/λεως, έδέχttη ό Σουλτάνος νά άναγνωρίση τήν άνεξαρτησίαν
τής έν τφ μεταξύ έπί fτη μακρά γενναίως μαχομένης καί μή
καταβαλλομένης ·Ελλάδος. Ούτω λοιπόν ύπογραφείσης τόν
Σεπτέμβριον τού πρό
1829
τής Είρήνης τής
'Αδριανουπόλεως,
έλύ{)η τό μεταξύ τής Ρωσσίας καί Τουρκίας ζήτημα, τό τεttέν
9
έτών aμα τφ φόνφ τού Πατριάρχου έν Κ/λει καί
παρελκυσ{)έν ενεκα τής κακοπιστίας τών λοιπών Δυνάμεων
καί κυριώτατα τής Αύστρίας.
152
·Ο Φόνος τού Πατριάρχου δέον νά έξετασθ'fί διακεκριμέ νως άπό Τουρκικής καί άπό ·Ελληνικής άπόψεως. Διά τήν Πύλην ό έκάστοτε Πατριάρχης είνε έγγυητής τής ήσυχίας τών ύπηκόων, διαταραττομένης δέ ταύτης έθ'εωρεϊτο πάντοτε
ύπεύttυνος, έστω καί διότι δέν προέλαβε τάς ταραχάς. ·Αλλά
κατά κανόνα ή έπιβαλλομένη ποινή ήτο ή άτίμωσις καί ή έξορία, διότι ό Κατακτητής Μωάμεtt σύν τοϊς aλλοις προνομί οις έδωρήσατο καί τό άttικτον τής ζωής τών Πατριαρχών.
· Υπάρχουσιν δμως καί έξαιρέσεις. Οϋτω τφ 1638 τόν πεντάκις πατριαρχεύσαντα
ριν, Μεχμέτ δέ ό Δ' κατά μ.έν τφ Πατριάρχην Γαρβριήλ. Τφ
ό Μουράτ ό Δ' έπνιξε Κύριλλον τόν Λούκα
1650
τόν
έκπτωτον
1769
έστρεβλώttη καί έξώσftη ό
Πατριάρχης Μελέτιος. 'Αλλά κατά τάς περιστάσεις ταύτας αί άφορμαί άφεώρων· μάλλον τά πρόσωπα τών Πατριαρχών καί
ούχί λόγους 'Εttνικούς.
Κατά τό
1821
δμως ό Σουλτάνος εύρέttη πρό κινήματος
έttνικού ριζικωτάτου καί ένώ έφ' ένός έξήγειρεν όλον τόν
Μουσουλμανικόν κόσμον, ψέγων τήν τρυφηλότητα καί τήν πολυτέλειαν, έν ή ούτος μέχρι τούδε διήγε, καί προσκαλών
αύτόν είς πόλεμον '6ρησκευτικόν έξονiώσεος τών ραγιάδων
πρός ένίσχυσιν τού νόμου τού Μωάμε-6, άφ' έτέρου έν τφ
προσώπφ τού Γρηγορίου έπληττεν έπισήμως καί πανηγυρικώς
τό
· Ελληνικόν
Γερβίνον
'Έftνος καί τήν έκκλησίαν αύτού, διότι κατά μέν «ούδέποτε οϋτως ή Τουρκία είχεν άπειληftή ύπό δέ τόν Πρόκες έπικινδύνου » κατά
τόν
έπαναστάσεως
"Οστεν «ή Πύλη έβλεπεν έαυτήν προδιδομένην καί κηρυσσό
μενον κατ' αύτής πόλεμον έξολοttρεύσεως, σκοπούντα ούχί νά έκβιάση τήν έπιείκειαν αύτής άλλά νά καταστρέΨη τήν
δύναμιν, τό κράτος καί 'αύτήν τήν ϋπαρξιν αύτής». Διά τούτο
λοιπόν είς τόν άναρτηttέντα έπί τού στήttους τού Γρηγορίου
Γιαφτάν ού μόνον έχαρακτηρίζετο ούτος ώς συνεργός τών Φιλικών καί ώς άνειλικρινώς άφορίσας τούς έπαναστάτας, άλλά
καί προηγγέλλετο ή ένεκα τής άπιστίας του ώς 'Εttνάρχου καταστραφή όλοκλήρου τού
· Ελλ.
Γένους, μή έξαιρουμένων
ούδέ τών άttώων.
•Ο
Τρικούπης, φ έπεται καί ό κ. Καρολίδης, προσπαftεί νά
153
άποδείξη δτι ό Γρηγόριος δέν ήτο προσωπικώς ενοχος καί δτι ή
Πύλη μόνον δπως εϋρη πρόσχημα ισχυρίζετο ότι είχεν είς
χείράς της 12 έπιστολάς αύτού πρός τούς έπαναστάτας, διότι
εύδύς άμέσως προκληttείσα ύπό τού Στρογανώφ ήρνήi)η νά
έπιδείξη τάς έπιστολάς ταύτας. ·Αλλ' έίτε ό Γρηγόριος
άπηγχονίσ(}η
ώς άποδειχttείς προσωπικώς ενοχος, έίτε ώς
πνευματικός άρχηγός τού έπαναστήσαντος Γένους, διά τούς
'Έλληνας άπό έttνικής άπόψεως ήτο τό αύτό. Ό Γρηγόριος
είχε ριζωttή έν ταίς καρδίαις τού πανελληνίου ώς ό κατ' έξοχήν
Πατριάρχης τής έκπαιδευτικής άναμορφώσεως τού 'Ελληνι σμού. Οί επιφανέστεροι τών Φιλικών έγνώριζον καί τάς ύπέρ
τής έγέρσεως μυστικάς αύτού ένεργείας, άλλ' ό πολύς λαός ήγνόει τελείως ταύτας, έγνώριζεν όμως καλώς δτι ό {)ρόνος τών Πατριαρχείων άντικατέστησεν άμυδρώς τόν δικέφαλον άετόν
τών 'Ελλήνων Αότοκρατόρων καί έσυμβόλιζε τήν Lδέαν τής
ένότητος τού ·Ελληνισμού ύπό τό πνευματικόν τής
· Εκκλησί
ας
σκήπτρον.
'Επομένως
καί τό
'Ελλ. Wνος παρίστατο
«'Εκάτερος τών
άείποτε συντεταγμtνον έναντι τών τυράννων αύτού.
Κατά τόν κ. Καρολίδην (Β'
207-235):
διαμαχομένων είχε τό έκ τής ίστορίας πηγάζον καί άπορρέον δίκαιον αύτού, δι' ού ήttελε νά καταστρέΨη τό τού έτέρου. ·Επρόκειτο, περί άγώνος έξολοttρεύσεως πολιτικού, φυλετι κού, έ{)νικού, {)ρησκευτικού καί καttόλου ίστορικού, έπρόκει
το περί άναδημιουργήσεως όλοκλήρου τού ίστορικού κόσμου τής 'Ανατολής ... 'Ο Σουλτάνος λοιπόν καί ύπό τήν έποψιν τού
δικαίου τού κράτους, έδικαιούτο άληttώς νά έξολοttρεύσn
όλόκληρον τό 'Έttνος καί τήν έκκλησίαν αύτού. 'Όταν δέ δύο γίγαντες ή ήρωες άγωνίζονται τόν ύπέρ πάντων άγώνα, ού ή έκβασις φαίνεται ζωή τού ένός καί δάνατος τού έτέρου, ό {)εατής δέν έξετάζει τίνι άνήκει τό δίκαιον άλλά τίνας δυνάμεις
άνέπτυξεν
έκάτερος
καί
τίνος
τό
δίκαιον έστtφf)η
ύπό
{)ρ ιάμβου. 'Εκ τοιαύτης περιωπής καί έκ τών ύστέρων έκ τού δλου τών πραγμάτων· ό φόνος τού Πατριάρχου ήτο μία ήττα
ή{)ική τού Σουλτάνου, αύξήσασα τήν άδυναμίαν αύτού καί μία νίκη καί {)ρίαμβος ή{)ικός διά τόν άνταγωνιστήν, προαγωγών τήν δύναμιν καί τήν ρώμην αύτού καί προδικάσας καί έξασφαλίσας αύτφ τήν όριστικήν καί τελικήν νίκην».
154
«·Η κατά τού Πατριάρχου Γρηγορίου άπηνής διαγωγή,
λέγει ό Γερβίνος, ποιήσασα τό πρώτον ρfjγμα είς τήν Τ ουρκι
κήν δυναστείαν, προπαρεσκεύασε τήν έλευftέρωσιν τής' Ελλά δος. 'Εξήλειψεν έν τfί καρδίQ τών τε φίλων καί έχ6ρών τού Πατριάρχου πάσας τάς τού παρελttόντος δυσαρέστους άνα μνήσεις· ούδείς πλέον είχε τό ttάρρος καί τήν έπιttυμίαν νά έρωτήσn καί νά έξετάσn άν ήτο ένοχος η μή. 'Ο Πατριάρχης έγένετο άγιος καί μάρτυς ό t)άνατος αύτού έδωκεν έν πάσαις ταίς έπαρχίαις τό σύνf)ημα τών τρομερωτάτων έκδικήσεων έστιγμάτισε πρό τών όφftαλμών πάντων τών 'Ελλήνων διά
στίγματος άvεξαλείπτου τόν Σου λτάνον, δν έκάλουν τού
λοιπού σφαγέα· ένετύπωσεν είς τόν πόλεμον τόν χαρακτήρα άγώνος έξολοttρεύσεως έν όνόματι τής ttρησκείας έξηφάνισε τήν έσχάτην σκέψιν περί τού δυνατού διαλλαγής τινος ή
συμβιβασμού ή ύποταγής άφύπνισε τάς σuμπα()είας πάσης τής
χριστιανωούνης ύπέρ τού δυστυχούς τούτου ·Ελληνικού λαού, καί έδωκε τήν άποφασιστικήν κίνησιν τήν έπενεγκούσαν τήν μεταξύ Ρωσσίας καί Πύλης ρήξιν».·
« 'Ησκημένη
ή Πύλη, λέγει
πάλιν άλλαχού ό Γερβίνος, ν' άποκε(ραλίζn μίαν έπανάστασιν
ώς εν άτομον, καί συνηttέστατα έν ένί μόνον άνδρί, έμεινεν έκπεπληγμένη βλέπουσα φαινόμενα καί λαμβάνουσα πεϊeαν
πραγμάτων δλως καινοφανών δι' αύτήν, όπότε ή κεφαλή τού
Πατριάρχου πίπτουσα, άντί νά καταπνίξη τήν έπανάστασιν, ηϋρυνε κ~ί έτράχυνεν αύτήν». Κατά δέ τόν Γόρδωνα, ό φόνος
τού Γρηγορίου, ό προξενήσας τήν φρίκην τής Εύρώπης, «ήρέttισε δικαπλασίως καί έπηύξησε τό έχttος τών
' Ελλήνων
καί κατέστησεν οϋτω τήν διαλλαγήν αύτών μετά τής Πύλης
άκατόρttωτον. Ή διαγωγή τού Σουλτάνου, τού άποκόπτειν
ούτως όμοttυμαδόν τούς έν τοίς ύψίστοις έκκλησιαστικοίς
άξιώμασι, τά άvτικείμενα τής εύλαβείας τού λαού, ήτο σκληρά
καί ούχί πολιτικής φρονήσεως έργον». Κατά δέ τόν φιλότουρ
κον Φίλναϋ «ό Γρηγόριος γνωρίζων τά τής συνωμοσίας ώφειλε
νά άπαρνηttf) τά ήttικά του αίσttήματα. 'Επειδή δέ δέν έπραξε
τούτο (μή καταδούς δηλ. τούς Φιλικούς) έttανατώttη παρά τού
σουλτάνου, συμμορφωttέντος'αύστηρώς πρός τούς νόμους τού
'Οttωμανικού Κράτους, καί ένώ οί Τούρκοι έχαρακτήρισαν
155
αύτόν ώς προδότην, οί 'Έλληνες έως τού νϋν μνημονεύουσιν
αύτού ώς 'Αγίου μάρτυρος».
Διότι κατά τόν κ. Καρολίδην «δταν άφανίζεται ό άρχηγός ό έκπροσωπών άπλώς μίαν ίδέαν, έκ τού δλου έ6νους καί έκ τού βίου αύτού τού πνευματικού καί τού ίστορικού άπορρέουσαν, 6υσιάζεται ύπέρ τής ίδέας, καί διά τής τοιαύτης 6υσίας ύψοί
έτι μάλλον καί έξαίρει εν έαυτφ καί κα6ίστησιν αίσ6ητήν τήν
ή6ικήν έννοιαν καί δύναμιν τής ίδέας, ής εγένετο 6ύμα, καί καδαγιαζόμενος έτι μάλλον έν τfi συνειδήσει τών 6ιασωτών
ταύτης, έτι μάλλον άνυψοί καί εξαίρει έν τft συνειδήσει τού
λαού τό ή6ικόν ύψος τής ίδέας, ύπέρ ής έδυσιάσDη αύτός ώς
iiτομον. Καί ό 6άνατος καί ή άγχόνη καί ό τάφος αύτού καttίστανται ίσχυρά ήttικά ελατήρια άγάπης μέν πρός τούς
iiνδρας, λατρείας δέ καί άφοσιώσεως εύλαβούς πρός αύτόν τε
καί πρός τήν έν αύτοίς ένσαρκωμένην ίδέαν. Καί δσφ μείζων ή
προσβολή καί άπηνής ό διωγμός, τοσούτφ ίσχυρότερον εξεγεί
ρεται τό τής εκδικήσεως dίσ6ημα ... Διά τής αύταπαρνήσεως
αύταQ ό Γρηγόριος δπως ώς άρχων καί ήγέτης 6ύση έαυτόν
ύπέρ τής τών πολλών σωτηρίας, παρέσχεν είκόνα άλη6ούς
μαttητού καί μιμητού τού Θεανt)ρώπου ίδρυτού τής πίστεως,
καταστάς άληttής ήγέτης, άρχιστράτηγος καί βασιλεύς τού έ6νους, εμπνέων εκ τού τόπου τής άγχόνης πάντα τά ύψηλά
εκείνα αίσ6ήματα τά «άπορρέοντα εκ τών ύπό τών άρχηγών επί τού
«ό
πεδίου τής
τής
μάχης διδομένων τοίς άγωνιζομένοις
'Εκκλησίας καί ύπέρτατος
παραδειγμάτων». Καί κατωτέρω επάγεται ό κ. Καρολίδης δτι
άρχηγός
Wνικός ήγέτης
· Ορf)οδόξου τού · Ελληνι~ού
έ6νους δέν παρίστησιν ήμίν
βεβαίως εικόνα i]ρωος πίπτοντος έπί τού πεδίου τής μάχης η άφοσιουμένου έν και.ρφ τού ϋπερτάτου κινδύνου κα{)οσιουμέ
νου στρατηλάτου, άλλ' δμως περιβάλλεται τήν έτι μείζονα καί ίσχυρότερον επί τό ή6ικόν dίσ6ημα επενεργούσαν dίγλην τού μεγάλου μάρτυρος καί ίερού Wματος. Διότι έν τft πολιτείQ καί εν τοϊς άγώσι τής στρατευομένης ·Εκκλησίας ό μέγας μάρτυς
είναι ό μέγας i]ρως. 'Αλλαχού ποιούμενοι λόγον περί τής ήttικής επιδράσεως, ην ήσκησεν ό μαρτυρικός 'fiάνατος τού πρωταDλητού τού άγώνος ·Ρήγα έπί τήν άνάστασιν τού
156
ft}νους, έλέγομεν ότι ό άγών τού δικαίου καί τής άρετής
υψαyται Ετι μάλλον καί έξαίρεται κατά τήν έσωτερικήν αυτού
δύναμιν καί άξίαν, άκριβώς όταν δέν είναι νικηφόρος, διότι ή
άληftής καί μεγάλη άξία τού τοιούτου άγώνος κείται οuχί έν τfi νίκη, άλλ' έν τft αύταπαρνήσει, ήτις έν τft άτυχίQ καfiίσταται
καταφανεστέρα καί έπί τάς ψυχάς τών άνt}ρώπων έπαισt}ητο
τέρα. 'Αλλά ό πρό τής 'Εκκλησίας καί τού βωμού τό μαρτύριον ύφιστάμενος άρχηγός τής 'Εκκλησίάς, ούχί άπλώς διά τής
άτυχούσης άρετής,
άλλά διά τής έν αύτφ t}ριαμβευούσης
ήt>ικής δυνάμεως τής 'Εκκλησίας καί τής άρετής τής προση
κούσης είς τόν άνώτατον λειτουργόν τής
' Εκκλησίας,
έμποιεί
ήt}ικήν κατάνυξιν, άμα δέ καί ήttικήν έξαρσιν τής ψυχής. Καί
κατά τούτο άληttώς νίκη καί f>ρίαμ.βος διά τόν Γρηγόριον ήτο ό
μαρτυρικός ύπέρ τής πίστεως καί τής πατρίδος ttάνατος».
'Έσχε δέ ό ttάνατος τού Γρηγορίου ώφελιμωτέραν έπίδρα σιν έπί τού άyώνος, η ά:v άrtέf>νησκεν έις στρατιωτικός
άρχηγός. 'Η δολοφονία τών στρατηγών τών Μυρίων έξέttεσεν
αύτούς είς πλείστους κινδύνους έν τft Μικρ(i · Ασίg καί έπρεπε νά άναf>άλn ό Ξενοφών 'ίνα τούς όδηγήσn νικηφόρως είς τά παράλια τού Εύξείνου Πόντου, αλλως t)ά έt)άπτοντο έκεί
πάντες. ·Ο φόνος τού στρατιωτικού άρχηγού στερεί τό
στράτευμά του τών στρατηγικών αύτού φώτων καί τής έπί τής άνδρείας τού πεποιttήσεως τών όπλιτών. 'Ενώ ό φόνος τού Πατριάρχου, πνευματικού όντος μόνον άρχηγού κάί ήγέτου μιάς ·Ιδέας καί ούχί στρατιάς, ένώ ένδυναμώνει τήν έπιβολήν
τής 'Ιδέας ταύτη(;, φανατίζει έτέρωDεν τούς στρατευομένους
ύπέρ αύτής, δπλον άκαταγώνιστον καfuστάμενος έν ταίς χερσί
τών στράτηλ~τών άρχηγών. «Πρέπει νά γινώσκn τις τόν '6ρη
σκευτικόν τών
· Ελλήνων
ζήλον, γράφει ό Ραφενέλ, όπως συλ
λάβn ίδέαν τής έν Πελοποννήσφ καί ταϊς νήσοις έκραγείσης άγανακτήσεως, δτε έμαfiον τόν ttάνατον τού Πατριάρχου.
'Έκτοτε ήν άδύνατος πλέον η διαλλαγή μεταξύ αύτών καί τών 'Οfiωμανών. 'Ο πόλεμος έξηκολούt)ησε μανιωδώς. Τρομεραί
άντεκδικήσεις έλαβον χώραν έκατέρωttεν. Οί συμπράξαντες είς
τήν ίεροσυλίαν τών βαρβάρων
νων».
' Ιουδαίοι
έfiεωρήf}ησαν ώς
έχt}ροί fiεού καί άνt}ρώπων ύπό τών άγανακτησάντων
· Ελλή
157
'Αλλά καί έν τfl ΣτερεQ fτυχεν ό φόνος τού Πατριάρχου.
ούσιωδεστάτης έκμεταλλεύσεως. Εύ'fiύς άρξαμένου τού άγώ νος ό έπίσκοπος Λιδωρικίου 'Ιωαννίκιος έστειλε πρός τούς μή έπαναστατήσαντας fτι Στερεοελλαδίτας ένfiουσιώδη προκή
ρυξιν, ητις διανεμηδείσα περί τά μέσα Μαtου
1821
πολύν
παρήγαγεν έvδουσιασμόν: «Σάς έξορκίζω, έγραφε, τέκνα είς
τήν άγίαν κρεμάλαν τού Πατριάρχου τού Γένους μου νά λάβετε
τά δπλα, διότι κινδυνεύει ή πατρίς. Δέν ζηλεύετε τόν i)άνατον τών ύπέρ πίστεως καί πατρίδος πεσόντων; Διά ποίαν άλλην αίτίαν, παρά διά μόνην τήν πατρίδα έχύt)ηκαν τόσα ποτάμια
άίματος, καί ό Πατριάρχης τού Γένους μας φεύ! έσύρfiηκεν
ύπό τού δημίου είς τήν κρεμάλαν ώς παράνομος κακούργος; Αί
πτέρυγες
κατέπεσαν
τού
· Αντιχρίστου,
ό καιρός κράζει
'Ανάστα! τί καt}εύδεις;! Τής φωνής μου άκούσατε ... ». Καί
κατωτέρω έν τft προκηρύξει γράφει: «Τίς χριστιανός άκούων
δτι ό άπό λύσσαν φρυάττων τύραννος ... έκρέμασε τόν Πατρι
άρχην, δέν ήttελε τρέξει ώς λέων έξηγριωμένος κατά τού μιαρού
τούτου, τού τέρατος τής άνi)ρωπ,ότητος, διά νά έκδικήση τήν
ύβρισi)εϊσαν 'fiρησκείαν τους ... ».
Κατά τφ
1821 συνεγράφη, κατά Φιλήμονα εν φυλλάδιον
«ή ψυχή τού Πατριάρχου» κυκλοφορήσαν
έπιγραφόμενον
έκτοτε εύρέως, δι' ού ή παρίστατο ή σκιά τού Γρηγορίου
έπικαλουμένη άπό τών ουρανών τήν έκδίκησιν τών 'Ελλήνων
κατά τής τυραννμίας τών Τούρκων, ενεκα τού χυfiέντος
άίματός του. (Δ.Φ.
352).
Ή έπιστολή αϋτη ούσα, κατά τόν
Καλλίνικον Καστόρχην, συντεταγμένη μέ πολύ πνεύμα καί
πολύ πά6ος καί προτρέπουσα τούς "Ελληνας είς έκδίκησιν τού
φρικτού fiανάτου, ήτο χειρόγραφος καί ούχί έντυπος, άνεγινώ
σκετο δέ μετά πολλού πόνου είς τά στρατόπεδα τών ·Ελλήνων
καί έπιστεύετο ώς καταβάσα έξ ούρανού, καί αύτός ό
Καστόρχης έκρινε συμφέρον νά τήν άναγινώσκn ώς ίεροκήρυξ τού ·Αγώνος έίς τε τά στρατόπεδα καί τά χωρία, ένi)α διέβαινε.
Καί τούτο μtν τό χειρόγραφον άπωλέσ6η, έσώi)η δμως παρ'
αύτφ έντυπος ό
« 'Αφορισμός
τού Πάπα» Π ίου τού Ζ ·, δστις
άναγινωσκόμενος είς τά στρατόπεδα σύν τfi έπισiολfl τού
Πατριάρχου συνετέλεό'ε πολύ είς τόν ένfiουσιασμόν τών ύπέρ
πίστεως καί πατρίδος μαχομένων. Τό λίαν άμφιβόλου γνησιό-
158
τητος Παπικόν τούτο έγγραφον άπηυt}ύνετο πρός τούς
βασιλείς, πρίγγηπας καί καt}ολικούς λαούς τής ύφηλίου Α'
(' Αγγ.
253-6).
Άλλά καί οί Τούρκοι τόν φόνον τού Πατριάρχου
μετεχειρίζοντο ώς φόβητρον κατά τών έπαναστάντων. Οϋτω
καί ό Χασάναγας προσελt}ών είς τήν φυλακήν τών έν Τριπόλει
όμήρων άρχιερέων καί προκρίτων, Ζαφειροπ. ήπείλησεν αύτούς δτι
κρεμασt}έντος τού Πατριάρχου t}ά στείλωσι καί τά ίδικά των
κεφάλια είς Κ/λιν
(' Ιωσ.
41). 1821
καί
'Εκ τών προσώπων τών μνημονευttέντων έν τφ έργω τούτφ
ό μέν Βεζύρης Βενδερλής έπαύttη τfl 18η Άπριλ.
έξορισt}είς είς Κύπρον έφονεύ{)η ώς έπιβουλευt}είς τήν ίσχύν
τού Χαλέτ, ό δέ διαδεξάμενος αύτόν Σαλή χ έξωρίσt}η τ φ
1822.
'Ο Σεϊχούλ-' Ισλάμης Φείζ πλέων παρά τήν Χίον συνελήφt}η τφ
1821
ύπό τών 'Ελλήνων καί έκρεμάσt}η. Ό Ί. Φαρμάκης
συλληφttείς έν ταίς ήγεμονείαις άπήχttη αίχμάλωτος είς Κ/λιν
Μα καί ύπέστη i>νατον μαρτuρικόν τφ
1821. "Ενεκα στάσεως
τών Γενιτσάρων κατά
τό
1822,
ό Μαχμούτ έξώρισε τόν Χαλέτ είς
· Ικόνιον,
έν{)α καί τόν άπεκεφάλισε. ·Ο 'Αλή Πασάς μή
βλέπων Ρωσσικά στρατεύματα νά σπεύδουν πρός βοήttειάν
του, καί άντιλαμβανόμενος έ6νικόν τόν άγώνα τών ·Ελλήνων
άνέκραξεν:
«άνά{)εμά σε
"Οταν δέ
Παπαρηγόπουλε!»
έγνώσt}η ότι τό
('Αραβ.
313)
καί
άντισχών δέ έπί τινα χρόνον έτι παρεδόttη τφ
άπεκεφαλίσt}η.
1822
λείψανον τού
Γρηγορίου έφttασε σώον είς 'Οδησσόν, ό Σουλτάνος διέταξε
καί άπεκεφάλισαν τόν δήμιον αύτού.
Καί τίς οίδε πόσον ttά ηύφραίνετο έν τοίς ούρανοίς ή ψυχή τού Πατριάρχου καttορώντος οιον έξέχον πρόσωπον διεδρα μάτισαν έν τφ άγώνί τινες έκ τών μετ' αύτού κατά τήν δράσιν
τής Φιλικής ·Εταιρείας έπικοινωσάντων κληρικών καί λαϊκών. Πλήν τών μαρτυρησάντων ύπέρ Πίστεως καί Πατρίδος, ό Γερμανός ϋψωσε τήν σημαίαν καί έδρασεν ώς έις τών
πρωταt}λητών τού άγώνος, ό δέ έπίσκοπος Σαλώνων 'Ησαίας
έφονεύ6η ήρω'ίκώς μαχόμενος μετά τού άδελφοϋ του Παπα~
γιάννη τόν 'Απρίλιον τού
έπαυσεν έίτε έν
1821. · Ο Παπαρηγόπουλος ούδέποτε Σμύρνη έίτε έν · Επτανήσφ έίτε έν · Ελλάδι
ύπηρετών καί σώζων τούς άγωνιζομένους. Ό Μητροπολίτης
159
'Αt}ηνών Διονύσιος δράσας μετά τον άπαγχονισμόν τού
συμπολίτου καί t}είου αύτού Γρηγορίου έδηλητηριάσt}η tιπό
λύπης
( · Α γγ.
Α'
414). · Η
έν γένει δέ δράσις τού Κλήρου
ύπήρξε κα-δ· δλον τόν άγώνα άπαραμίλλως ήρωική διότι καί οί
άρχιερείς σχεδόν πάντες καί οί ίερεί.ς έξέβαλον τά ίερά των
ένδύματα καί ένέδυσαν πανοπλίαν, iiν μέχρι τέλους τού άγώνος
δέν άπέβαλον (Φρ. Α' λβ' καί
87).
'Εννοείται δέ ότι πρός
τοιούτους ίερούς πολεμιστάς ούδεμίαν εσχεν έπίδρασιν ή μετά
τήν κήρυξιν τού Ρωσοτουρκικού πολέμου άποστολή tιπό τού Πατριάρχου 'Αγαt}αγγέλου έπιτροπής έντεταλμένης νά έπιβά
λn διά τών άρχιερέων τήν iιπόταγήν τής 'Ελλάδος. Διότι πάντες
κατενόουν δτι ή άποστολή αύτή ήτο τόσον είλικρινής δσον καί ό κατά τού μαρτύριον πρός τού τούς
· Υψηλάντου
καταδεικνύει
άφορισμός τού Γρηγορίου. έπί πάσι καί ή έκφράζουσα τό
Ποίαν δέ σημασίαν είχεν έν τft σuνειδήσει τών ' Ελλήνων τό
κα{)ολικόν φρόνημα ρητορική άποστροφή τού Σπ. Τρικούπη
πληρεξουσίους άλλά τφ τής Β' Wνοσυνελεύσεως:
«· Η
·Ανεξαρτησία, είπε, δέν έγράφη τό πρώτον έν τφ συντάγματι
1843,
1821.
Καί t}έλετε νά σάς έίπω ποίαν
ήμέραν; 'Εγράφη κατά τήν ήμέραν έκείνην, κatt' ήν ό μέγας
ποιμενάρχης τών χριστιανικών λαών έξερχόμενος άπό τά άγια
τών άγίων έκρεμάσιtη άγιάζων καί άγιαζόμενος καί τρώγων άκόμη τόν άγιον dρτον καί πίνων άκόμη τό άγιον άιμα τού
Κυρίου! ·Εκείνην τήν ήμέραν έγράφη τό δόγμα τής άνεξαρτη
σίας- καί f}έλετε νά σάς έίπω διά ποίας ύλης έγράφη; Διά τού
άίματος τού Πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε'. Τοιούτον Εγγρα
φον κύριοι είνε δυνατόν ποτέ νά έξαλειφtη};>>
Τάκη Κανδηλώρου, lν8 · dνωτ., σελ.
( 'Ayy.
Α'
362).
261-276, tπί τfί 6dαει κυρίως τού
Π. Καρολίδη καί dλλων 'Ελλήνων καί ξένων ίατορικών.
6.
Οί τιμές οτό έλεύ-Dερο έλληνικό κράτος
·Η έλευ{)έρα τή τού
· Ελλάς τίμησε
παντοιοτρόπως τόν πρωτα{)λη Μεγάλοι σταδμοί στίς
άπελευ{)ερωτικού
άγώνος.
τιμητικές γιά τόν πατριάρχη έκδηλώσεις είναι οί γιορτές πού
όργανώ{)ηκαν τό
1871
μέ άφορμή τή συμπλήρωση πενήντα
έτών άπό τό μαρτυρικό του ttάνατο καί τή μεταφορά τών λειψάνων του άπό τήν 'Οδησσό, οί παρόμοιες γιορτές τού μέ τή συμπλήρωση έκατό έτών δπως καί οί γιορτές τού
1921 1971
γιά τά
150
χρόνια άπό τήν έπανάσταση, όπότε μέσα στόν
γενικό έορτασμό έξήρ{)η ή ttυσία καί ή συμβολή τού Πατριάρ
χου. 'Από τίς έορταστικές αύτές έκδηλώσεις ttά μεταφέρουμε
έδώ μερικά κείμενα καί περιγραφές.
α. Πρίν dπ6 τήν πεντηκονταετία.
Πάντως πρίν συμπληρω6εί ή πρώτη πεντηκονταετία έγινε
αίσttητό τό χρέος τής τιμής καί εύγνωμοσύνης τού Γένους
πρός τόν τελευταίο έttνάρχη τού ύποδούλου ·Ελληνισμού πού
aνοιξε μέ τή ttυσία του τό δρόμο τής έλευ6ερίας. Τό
1847
προετοιμάσ{)ηκε μνημόσυνο τού πατριάρχου πού ttά γινόταν στόν τότε καf}εδρικό ναό τής 'Αγίας Είρήνης, καί πού τελικώς δέν έγινε γιά πολύ μικροπρεπείς διαφορές άνάμεσα στόν μητροπολίτη 'Α6ηνών καί τόν πρόεδρο τής ·Ιεράς Συνόδου, πού τότε δέν συνέπιπταν σέ ένα πρόσωπο. 'Ανετέ{)η πάντως
στόν καf}ηγητή τότε τής Θεολογικής Σχολής μετέπειτα μητροπολίτη 'Α6ηνών Μιχαήλ
' Α6ηνών
καί
'Αποστολίδη νά
έτοιμάση κατάλληλον λόγον, τού όποίου άποσπάσματα διεσώ
f}ησαν (βλ. Γ. Παπαδοπούλου, Εν{)' άνωτ., σελ.
236 έ.). Τό 1853
161
ό γνωστός ποιητής καί ίστορικός Γ. Τερτσέτης έξεφώνησε στή
Βιβλιοttήκη τής Βουλής όμιλία γιά τόν Πατριάρχη Γρηγόριο ε·, στίς
5
'Απριλίου, άντί τής 25ης Μαρτίου πού είχε προγραμμα..
τισδή. Τήν όμιλία αύτή άφιερώνει ό Τερτσέτης στόν Σπυρίδωνα
Μαυρογιάννη, στόν όποίον μεταξύ άλλων γράφει:
Τήν ήμέραν τής έκφωνήαεως τού λ6γου μου τ6
όνομα τού άειμνήατου Πατριάρχου iαvρε πuκν6ν dκροατήριον. Φαίνεται δτι ή χάρις τού άγίου dν δρ6ς δέν μ· έγκατέλειψε καί ώμίληαα όχι άναξίως
τής άρετής του, δέν δυσηρέοτηαα άρμοδίους κρι
τάς.
Παραδέτομε στή συνέχεια τήν άρχή καί τό τέλος τού λόγου
ώς δείγμα τής έκτιμήσεως πρός τό πρόσωπο τού έδνομάρτυρος
πού ~τρεφε ό έλληνικός λαός πολύ πρίν όργανω{)οϋν έπίσημοι
έορτασμοί.
Ο Μ Ι ΛΙΑ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ
ΠΑΤΡΙΆΡΧΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
Έκφωνη/Jεϊσα είς τήν 6ι6λιο/Jήκην τής Βουλής
τfί
5
'Απριλίου
1853
'Η βασιλεία τών ούρανών είναι τών μικρών παιδιών, λέγει τό Εύαγγέλιον. "Αν άDώα ψυχή, ~τιμοι Κύριοι άκροαταί, κερδίζn τήν βασιλείαν τών ούρανών, καρδίαν άDώαν, ψυχήν καλήν
πρέπει νά έχη καί δποιος βούλεται νά όμιλήση ~ίως διά τούς
μακαρίους ούρανοπολίτας. Πρέπον καί δίκαιον φαίνεται, ό
καftαρός νά όμιλfί διά τούς καftαρούς- ~πειτα, aν έίμαστε άDώοι, έννοοϋμεν καί καλήτερα τήν ά{)ωότητα τών άλλων· τό άDώον τής ψυχής μας χρησιμεύει ώς όφ-6αλμός λαμπρός, πού
βλέπει τό κάλλος τής άρετής τών άγα-6ών. Ά-6ωότητος αtσitάνομαι άνάγκην σήμερον, βουλόμενος νά σάς όμιλήσω διά
162
τόν μακαρίτην Γρηγόριον, Πατριάρχην καί 'Αρχιεπίσκοπον
Κωνσταντινουπόλεως. 'Αλλά πώς εϋκολον, κατορδωτόν πώς;
'Όσοι ζούμεν τήν κοσμικήν ζωήν, άποχαιρετήσαμεν πρό
πολλού καί τήν παιδικήν ήλικίαν, πώς νά εύροϋμεν είς τά
σπλάγχνα μας τήν ποδουμένην άδωότητα, χάριν τής όποίας
νά δώσωμεν ζωήν καί κάλλος είς τό έγκώμιον τών 'Αγίων;
'Έβαψαν τήν καρδίαν μας τά πάδη τής κοινωνίας, ή δυσπιστία, ό φδόνος, τό φιλήδονον, ή διχόνοια, δσα τέλος μάχονται τήν
άδωότητα. "Αν δμως συμβfi καί νοήσετε σήμερον είς τά λόγιά
μου χάριν η άξιοπρέπειαν, άποδόσετέ το είς τό εϋμορφο κείμενο
. πού
έπήρα νά σχολιάσω, είς τήν ερευναν της άρετής
τού Παναγιωτάτου Πατριάρχου .. Ως συμβαίνει, αν ταξειδεύω μεν είς aγρια δύσβατα μέρη, καί αίφνιδίως ευφραίνονται οί
όφδαλμοί μας, άν ίδούμεν εμπροσδέν μας κάμπους, περιβόλια εϋμορφα, καδίζομεν είς τούς 'ίσκιους τών δέδρων καί πέρνομεν χαρά άπό τά αν6η καί άπό τούς καρπούς- όμοίως καί έγώ, ώς
άφιερώδηκα είς τήν έξέτασιν, καί είς τήν μελέτην τής ψυχής τού άειμνήστου· Πατριάρχου, μού έφάνη νά πνέω τόν γλυκύν
άέρα καί νά χαίρωμαι δλην τήν γαλήνην τής πρώτης άρχα'ίκής
άδωότητος τών άν6ρώπων. Θα ίστορήσω λοιπόν τήν άftώαν του ζωήν, τήν κλίσιν, τόν
ερωτα τού μακαρίτου πρός τήν έπιστήμην, δά σχολιάσω τήν φιλομάδειαν, τόν πατριωτισμόν του, δά κλείσω τόν λόγον μου
μέ τήν διήγησιν τού μαρτυρίου του· μή γένοιτο, φttάνωντας έγώ είς αuτά τά πέρατά τής όμιλίας μου νά κινήσω είς δάκρυα καί
είς '6ρήνους τό άκροατήριον! οί '6ρήνοι, τά δάκρυα άρμόζουν
είς τήν ταφόπετραν νέου παλληκαριού, πού δέν εζησε νά δείξn τούς καρπούς τής μεστής ήλικίας, όχι είς γέροντα, ό όποϊος έπλήρωσε μέ τιμή καί δόξα τό μακρόβιον τής ήλικίας του· οϋτε πάλαι f}ά τινάξω είς τούς όφf}αλμούς σας λαμπάδα
έκδικήσεως μή γένοιτο! είς α\Jτό τό παρακκλήσι τής έπιστήμης,
είς
γαληνιαίο
οίκοδόμημα
βιβλιο'6ήκης,
νά
σαλπίσω
έγώ
σάλπιγγα ά'ιματος, νά προκαλέσω φόνον άντί φόνου. 'Όψιμοι
υίοί τού πολιτισμού τού κόσμου χρεωστούμεν καί είς άπασαν
τήν οίκουμένην τήν άπόδειξιν δτι καρπούμεf}α τού περασμέ
νου καιρού τά μαf}ήματα, δτι προοιμιάζομεν τάξιν σοφήν νέου
163
κόσμου, δτι έίμεδα κοντολογής aκρη καί άρχή αίώνων· οί
είδήμονες τού περασμένου καιρού καί οί προορατικοί τού
μέλλοντος μού φαίνεται νά μάς λέγουν, Καλλιεργείτε τόν νούν σας, τελειοποιείτε τήν καρδίαν σας είς τό καλό, προκόβετε είς
ταίς έπιστήμαις καί είς ταίς τέχναις, τώρα πού ·ή μακαρία είρήνη φωτίζει τήν πατρίδα σας, καλλιεργείτε, σέβεσδε τό
φιλελεύ{)ερο πολίτευμα τής πατρίδος σας- καλύτερην aλλην έκδίκησιν δέν δύνασδε νά πάρετε άπό τούς έχδρούς σας,
καλύτερην εύχαρίστησιν νά δώσετε είς τούς φίλους σας .
.
Πιστός είς πνεύμα, ώς πιστεύω, καλής διδασκαλίας γράφω
τό έγκώμιον τού μακαρίου Πατριάρχου τής Κωνσταντινουπό λεως τού όποίου ζωή καί τέλος είναι κείμενο σεβασμού, λύπης καί άγάπης είς τά σοφά εttνη καί είς τό έδνος μας· τό f}είόν του λείψανον έστοίχειωσε f}εμέλια έλευδερίας στοχασf)ήτε τί
κείμενον σεβασμού διά τούς έλευ6ερωμένους! καί έγώ έλπίζω,
δτι ή όμιλία μου δέν f}ά σάς δυσαρεστήσn σήμερον, άν ώς
ζωγράφος τής άρετής τού Δημητσανίτου άνδρός δέν φανώ πολύ κατώτερος τού όσιωτάtου. πρωτοτύπου.
. . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . .
'Αλλ' aς λαλήσωμεν τώρα καί διά τόν μακαρίτην Γρηγόριον,
πληρόνωντας τήν ύπόσχεσίν μου νά σάς όμιλήσω καί διά τούς
τρείς. Καί μά τήν άλήf}ειαν δέν ή μπορώ νά μή κηρύξω τόν ayιον
Πατριάρχην εύτυχέστερον τών aλλων δύο, έπειδή αύτός
εύτύχησε νά σφραγίσn μέ -6υσίαν τής ζωής του τήν άγάπην του
διά τό γένος τqυ, καί τήν εύσέβειάν του πρός τόν 'Ύψιστον, όχι
δτι καί οί aλλ.οι δέν ήτον άρμόδιοι τόσης άρετής· άλλά τέλος πάντων είς αύτόν ετυχεν ό πολυτιμότερος λαχνός.
'Ανήμερα τής έορτής τών Βdtων, τήν Κυριακήν, φίλοι τού
Ελεγαν καί τόν
παρακαλούσαν
καί
άνδρες έπίσημοι τών
πρεσβειών, νά φύγn, νά σω-6ft· τά μέτρα τής Όf}ωμανικής
Κυβερνήσεως έγίνοντο aγρια, άνήμερα, καί κα-ftένας ήμπορού
σε νά προϊδft τό μέλλον· τόν παρακαλούσαν λοιπόν νά φύγn,
τού έπρόσφεραν καί τά μέσα. Μήν με παρακινήτε είς φυγήν,
έίπε είς τούς φίλους, μήν Οέλετε νά σω()ώ· ή <δρα τής φυγής μου
δά ήτον άρχή σφαγής, <δρα σπαθ-ιού είς τήν Κωνσταντινούπο
λιν, καί τήν αλλην Χριστιανωσύνην· εϋμορφο πράγμα δέλετε νά κάμω, μεταμορφωμένος μέ καμμία προβιά είς τήν πλάτην νά
164
φεύγω είς τά καράβια, η σφαλισμένος είς πρεσβείαν φιλικήν νά
άκούω είς τούς δρόμους τά όρφανά τοϋ ε-ονους μου νά
σπαράττουν είς τά χέρια τοϋ δημίου. ΕΙμαι Πατριάρχης διά νά
σώσω τόν λαόν μου, όχι νά τόν ρήξω είς τά μαχαίρια τής
γιανιτζαριάς ό '6άνατός μου 'ίσως χρησιμεύσει περισσότερο
παρ' δ,τι. έδύνομουν ποτέ νά φαντασ{)ώ πώς ttά ώφελήσει η
ζωή μου. Οί ξένοι βασιλείς '6ά ταραχ-6ούν είς τήν άδικίαν τοϋ
'6ανάτου μου· δέν δά ίδούν 'ίσω'ς μέ άδιαφορίαν ύβρισμένη τήν
πίστιν τους είς τό πρόσωπόν μου, καί δ που είναι άνδρες
άρμάτων 'Έλληνες '6ά πολεμήσουν μέ άπελπισίαν πολέμου πού
συχνά χαρίζει τήν νίκην, είμαι βέβαιος κάμετε λοιπόν ύπομο· νήν είς δ,τι μού συμβft. Σήμερον τών Βαίων, άς φάγωμεν είς τό τραπέζι ψάρια τού γιαλού, καί παρεμπρός, έντός 'ίσως τής
έβδομάδος άς φάγουν καί αύτά άπό ήμάς.- 'Όχι δέν '6ά
χρησιμεύσω έγώ περίγελο τών ζώντων, καί περπατώντας μέ
Διάκους καί μέ άρχοντας είς τούς δρόμους τής 'Οδησσού, τής
' Επτανήσου
ίδού ό
ή τής 'Αγκώνας νά μέ δαχτυλοδείχνουν τά παιδιά,
Πατριάρχης! άν τό έδνος μου σωδft καί
φονιάς
'6ριαμβεύση δά μ' άποζημιώση, ελπίζω, μέ δυμιάματα τιμής καί
επαίνου, επειδή έκαμα τό χρέος μου· Τέταρτη φορά δέν δά
άναιβώ πλέον είς τά μοναστήρια τού "Αδωνος, δέν τό '6έλω·
χαίρετε σπήλαια καί κορυφαίς τού ίερού βουνού· χαίρε
δαλάσσιον κύμα· χαίρε Σπάρτη καί 'Αδήνα, δπου ijδελα νά
συστήσω σχολεία επιστημών διά τούς νέους τής πατρίδος
χαίρε γή τής γεννήσεώς μου, Δημητζάνα. Έγώύπάγω· δπου μέ
καλεί, μέ βιάζει ή γνώμη μου, ή μελέτη μοίρα τού έ-6νους, καί ό
ούράνιος '6εός, έφορος δείων καί άνδρωπίνων πραγμάτωy.
Χρεωστώ είς εναν τών άκροατών μου, τόν σεβάσμιον
Μάρκον Δραγούμην, τήν όμιλίαν τού Πατριάρχου είς τούς
φίλους του· καί ή
πού
προφητεία τής όμιλίας του άλήδευσε·
ένέπνεαν χαράν άπό τό καί πίστιν είς τούς πηγμένον είς τό
άνήμερα τής λαμπρής ή γεροντική κεφαλή του, ό ζωηρός
όφδαλμός του, Χριστιανούς
έμελάνιασαν
άιμα
πρόσωπο του· άλλά τί εσυνέβη; Κύριοι άκροαταί, ή τρικυμίαις γής καί δαλάσσης ε1ναι φτωχή παρομοίωσις τών τρικυμιών τής
ψυχής· βροντή καί άστραπή τού ούρανού δέν άντιβοούν τόσον
165
είς τά πλάγια τών βουνών, δσον ό σκοτωμός τού Πατριάρχου
είς τήν καρδίαν καί ·Ελλήνων· οί ttαλασσινοί έγειναν άτρόμη
τοι, καί καίουν μεγάλα καράβια τού έχδρού· έντός όλίγων
μηνών άπό τόν σκοτωμόν παραδόδηκε Τριπολιτσά, Σάλωνα· είς τήν κόψιν τού
· Αttήνα,
· Ελληνικού
σπαttιού ήττον γραμμέ
νον τό δνομα τού Πατριάρχου Γρηγορίου, καί έ'δέριζε· όργή πολέμου έ'δανάτωσε άδιακρίτως πολεμικούς avδρας καί άδώα βρέφη είς τούς κόρφους τών μητέρων· δέν άκούετε άπό τό
φρούριο
τών Σαλώνων,
άπό τούς
δρόμους τών
· Αf}ηνών
κλάϋμα, φωνή παιδιών, γυναικών; παρακαλούν, δέονται διά τήν σωτηρίαν τής ζωής των, ζητούν τήν χάριν μέ φωνήν
· Ελληνικήν·
έδώ, είς χώματα ·Ελληνικά γεννήδηκαν, καί δέν
γνωρίζουν σχεδόν aλλην γλώσσαν, καί είς τήν γέννησίν τους ερρεαν πλούτη καί μεγαλεία. Μάταια παρακαλέσματα! τό μολύβι καί τό σπαδί άστράφτουν καί καίουν· πλησίον τού
στρατώνος, είς έκείνο τό στενό σοκάκι τό άιμα έτρεξε αύλάκι, άιμα άπό ταίς f}υγατέραις καί άδώα άνήλικα τών άλλοφύλων.
Μ ή γένοιτο, νά ζωγραφίζω ένώπιόν σας ώς καύχημα τήν
σφαγήν άδώων παιδιών καί γυναικών, άκρόαμα καί καύχημα
άναρμόδιον είς τόσο εύαίσδητο καί έκλεκτό άκροατήριον·
μόνον άγωνίζομαι νά χαράξω είς τό πνεύμά σας δτι ό φόνος τού
μακαρίτου Πατριάρχου έστάf}η οορα κρίσιμη διά τό γένος μας καί άπεφάσισε καί έδρεψε τήν όργήν καί τό πείσμα τού
·Ελληνικού πολέμου διά τήν άπόκτησιν της αύτονομίας. Είς
αύτούς τούς πρώτους καιρούς εύκολώτερα ή6ελε γραφδούν
συνδήκαις άγάπης μεταξύ λεόντων καί άνf}ρώπων, μεταξύ
λύκων καί άρνιών, παρά μεταξύ
· 06ωμανών
καί ·Ελλήνων. ·Ο
Σουλτάνος ήf}έλησε, δανατώνωντας τόν έ6νάρχην τής φυλής
νά χτυπήση είς τήν καρδίαν τό έttνος, νά τού μαράνη μέ μιάς
τήν ζωήν· πλήν έσυνέβη δλο τό έναντίον· τό κέντρον άληf}ινά
ερραtσ6η, έλειψε· άλλ' aπλωσε, έσκόρπισε παντού, είς τά μέρη· ό καttένας έίπε τόν έαυτόν του κέντρον· ό κα6ένας αύτοχειροτονήttη έδνάρχης- έχά6ηκε ό πατριάρχης, έμεινα έγώ· aν δέ τό είπαν δλοι, τό είπαν οί γενναιότεροι. ' Εννοήσετε
τώρα, φίλοι άκροαταί, διατί οί γέροντες τού άγώνος, μικροί καί
μεγάλοι, ό καttείς -δα(?(>εί τόν έαυτόν του dίτιον τών ήρωϊκών
166
κατορ{)ωμάτων· βαWνετε είς τήν καρδίαν τους, άλλοι τό
λέγουν σκεπαστά, άλλοι τό λέγουν άνοικτά, μή -οαρρείτε πώς
{)έλουν νά μάς γελάσουν· τό πιστεύουν, καί μά τήν άλή{)ειαν, τό
εύλογον καί τό aδικον κρατιούνται άπό τό χέρι είς τήν· γνώμην
τους. ·Από δοξάρι τόσο τεντωμένο, τό β.έλος έμελλε νά χυ6ft
βροντερό καί 6ανατηφόρο.
'Εγώ, Κύρωι άκροαταί, τού μακαρίου Πατριάρχου Γρηγο ρίου έξετάζωντας άπαi}ώς τήν Μωότητα τής νεότητός του, τό
δσιον τού άνδρός ώς ίερέως, τόν νούν του, φίλον, λάτριν έπιστήμης, τήν γενναιότητα τού ttανάτου του, μετρώντας τό καλό πού προήλttε είς τό έttνος μας άπό τήν ttυσίαν του, πρώτη
κοινωνία άίματος χυμένου ίστpρίας, είς τήν άράδα
είς τών
άνάστασιν έλευδερίας, δέν εύεργετών τών άγίων τής
δειλιάζω νά τόν κηρύξω ώς ενα τών ένδοξοτάτων άνδρών τής άνttρωπότητος, άπό καταβολής κόσμου.
·Η
εύχή του μέ ήμάς,
μέ δλον τό γένος, ή ~ύχή του μέ δλους τούς Χριστιανούς τής γής, περιπλέον άκόμη, μέ χριστιανούς καί μέ μή Χριστιανούς,
rοστε ή εύχή του νά τούς κατευοδώσn είς όδόν σωτηρίας, καί
άπό έχδροί καί φονείς του νά γίνουν προσκυνηταί του καί
τέκνα του! Μού φαίνεται κύριοι, πώς έίμεδα άρκετά προχωρη μένοι είς πολιτισμόν, άρκετά άναγεννημένοι είς τήν χάριν τού
πνεύματος, άφού δέν καταρώμεttα, δέν άναfiεματίζομεν
πλέον· άλλά δεόμε{)α ύπέρ τού φωτισμού τής ψυχής τών δσων
δέν χαίρονται άκόμα φώτα καί κάλλος Χριστιανισμού. Αύτά τά
αίσfiήματα, αυτά τά λόγια μου, τά όποία έγώ, μά τήν άλήitειαν,
δανείζομαι άπό τόσο σεβαστό καί έλληνικό άκροατήριο
γυναικών καί άνδρών, αύτά τά λόγια μας, είμαι βέβαιος, είναι
τά πλέον εύώδη avftη, μέ τά όποία κατά τό έτήσιόν μας ffiιμον,
στολίζομεν
Μαρτίου.
καί
τήν
φετεινήν
έttνικήν
πανήγυριν
τής
25
167
6'
Οί έορτές τής πεντηκονταετίας άπό τή 8ανάτωση τού
Πατριάρχου. Ή μεταφορά τών λειψάνων. Καλλιτεχνική
καί λογοτεχνική παραγωγή. (1871).
Μετά τήν έν τφ ναφ τής ·Α γ. Τριάδος τής ·Οδησσού ταφήν
τού λειψάνου, ύψώ-θη avω-θεν τού τάφου τετράγωνον μονόλι
ftον στεγαζόμενον ύπό τού διαχρύσου μεταξίνου ούρανού, έπί δέ τού τοίχου άνηρτήttη μεταλλίνη πλάξ φέρουσα κεχαραγμέ
να τρία έπιγQάμματα τού Κ. Οίκονόμου (δρα ταύτα έν Άyy.
Α'.
44).
Κατά τό έπόμενον Ετος, τήν Κυριακήν τού Θωμά,
έτελέσ{}η έν 'Οδησσφ μνημόσυνον ύπέρ τού Γρηγορίου καί τών φονευ6έντων κατά τφ
1821
μετ'
αύτού άρχιερέων έν
Κ/λει, έξεφώνησε δέ καί πάλιν ό Κ. Οίκονόμος 6αυμάσιον
έπιμνημόσυνον
(' Αγγ.
Β'
185-237).
Μετά τήν λήξιν όμως τού
πολέμου ούδεμία παραδόξως έγίνετο μνεία τού Γρηγορίου οϋτε έν Ρωσσίςχ οϋτε έν ·Ελλάδι, μέχρις ού ή πρώτη μετά τήν μεταπολίτευσιν της Γ' Σεπτεμβρίου
1843
συνελ6ούσα Έλλ.
Βουλή ήκουσεν εύμενώς πρότασιν γενομένην τfί
6n
'Ιουνίου
1844
περί ίδρύσεως μνημείου τού Πατριάρχου. Καί παρεπέμ
φ-θη μέν ή πρότασις είς τήν άρμοδίαν έπιτροπήν, άλλ' ή τότε
Κυβέρνησις ούδέν έλαβε μέτρον. Τρία έτη μετάταύτακατηρτί σ{}η αύτοβούλως έπιτροπή έκ τών έν 'Α6ήναις Δημητσανιτών
Καλλινίκου καί Εύ-θυμίου Καστόρχη, Κ. Κοντογόνη, Θ. Λεο νάρδου κλ. πρός τέλεσιν μνημοσύνου έν τfι ·Α γ. Είρήνn ύπέρ
τού Γρηγορίου καί τού Γερμανού, άνετέ-θη δέ είς τόν κα6ηγη
τήν τού Πανεπιστημίου Μιχαήλ 'Αποστολίδην ή έκφώνησις τού πανηγυρικού, ά).λ' dίφνης άνεφύη μεταξύ τού τότε
Προέδρου τής ·Ιεράς συνόδου καί τού μητροπολίτου' Α6ηνών έρις περί τού τίς έσται ό τελετάρχης καί ό προέχων καί τό
μνημόσυνον έματαιώ-θη! Εύτυχώς συνεχωνεύ6ησαν κατόπιν τά δύο ταύτα άξιώματα καί έλυτρώ6ημεν άπό τοιούτων Βυζαντι
νισμών (Άγγ. Α'
412,
Β'
236). 1848
προτάσει τού
'Ενώ δέ πολυετής καί πάλιν νάρκη έκράtησεν έν ταίς έλληνικαίς ψυχαίς, τούναντίον άπό τού Μητροπολίτου Χερσώνος 'Ιννοκεντίου ή ·Ιερά Σύνοδος τής
Ρωσσίας ffiέσπισε νά τελήται έτήσιον μνημόσυνον τού Γρηγο-
168
ρίου. Τφ πρός
1859
δέ ό έφημέριος τής 'Α γ. Τριάδος Γρηγόριος μετά πολυτελούς
δέ τούτο έν
τού Νικ. Βερναρδάκη κατέβαλον τό πλείστον τής δαπάνης άνέγερσιν μαυσωλείου
τφ ναφ
τού
Πατριάρχου.
μετά
Κατεσκαυάσttη
τετράπλευρον
κωνοειδούς
όροφής
περί τήν
όποίαν
έζωγραφίσfiησαν ή
σύλληψίς του, ή άπαγωγή του είς τήν είρκτήν, ή ύπό τών
'Ιουδαίων χλεύη, ή άνάδυσίς του έκ τής fiαλάσσης, καί ή είς
'Οδησσόν έλευσις καί ή κηδεία του. 'Ο δλος τάφος παρίστα
περίχρυσον aρμα, ίστάμενον έπί έτοίμων νά πετάξωσιν άετών.
'Έκτοτε δέ έτοποfiετήttη παρά τόν τάφον είκών τού Γρηγορί
ου, κανδήλα καί κηροπήγιον, ό δέ Ρωσσικός λαός προσήρχετο
σύν γυναιξί καί τέκνοις καί i]ναπτε κηρία άσπαζόμενος τήν
είκόνα τού κατ' αύτούς μάρτυρος τής 'Ορttοδοξίας.
'Έπρεπε δέ μετά έτη πολλά, μόλις κατά τό
1862
κατά τά
ϋστατα τής βασιλείας τού 'Όttωνος, νά εύρεfiή συγγενής τού
Γρηγορίου, 'ίνα νeαν μεταδώση όρμήν ύπέρ τής μνήμης τού
ttείου του, ό 'ίλαρχος Γεώργιος 'Αγγελόπουλος, ό ύπό τόν Γόρδωνα ύπουργός ύπηρετήσας Χ. ώς ύπασπιστής. ένέκρινε Αίτήσει τούτου ό διά Β.Δ. έπιτροπήν Χριστόπουλος
άποτελεσfiείσαν έκ τού Μητροπολίτου 'Αttηνών Μισ. 'Απο στολίδου καί έκ τών Σπ. 'Αντωνιάδου, Γ. Παπαδοπούλου καί
Λασκ. Λασκαρίδου, ητις i}ρξατο συλλέγουσα έράνους Πανελ
ληνίους πρός 'ίδρυσιν μνημείου, τών ύπουργών πάντων ώttούν
των τάς άρχάς δι' έγκυκλίων. Τό προεδρείον τής Βουλής οορισε
καί δευτέραν έπιτροπήν, ή δέ ·Ιερά Σύνοδος παρώρμησεν
ένfiέρμως τόν άνώτερον καί κατώτερον κλήρον εις είσφοράς. Παρεμπεσούσης δμως τής έκttρονίσεως τού 'Όttωνος, άνεστά λη πάσα ένέργεια μέχρι τού
1864, δτε
χαί αύttις άνεγνωρίσf)η ή
έπιτροπή. Τήν γνώμην τού ύπουρ-γείου δπως έγερ{tft ύπό τόν
Λυκαβητόν ένοριακός ναός 'ίνα tν αύτφ τoπottετηfift ό τάφος, άφού μετακομισfifι κατά παλαιάν ύπόδειξιν τού 'Αποστολίδου τό λείψανον έξ 'Οδησσού, δέν tδέχttη ή έπιτροπή. Συναριfiμη
{tέντων δέ καί τών ύπέρ tγέρσεως ναού τού Άγ. Σώζοντος
συνειλεγμένων χρημάτων, τά διά τό μνημείον τού Γρηγορίου
ύπάρχοντα κατά τό τέλος
1864
χρήματα άνήρχοντο είς
13,483
δρ. ·Αλλά καί πάλιν έμεσολάβησε πολυετής νάρκη, μέχρις ού ό
169
Γ. 'Αβέρωφ έπεφάσισε νά ίδρύση ίδίQ δαπάνη τόν άνδριάντα τού Γρηγορίου πρό τού
Τή
'Εδνικού Πανεπιστημίου, δν καί
παρήγγειλεν είς τό έργαστήριον Φυτάλη.
10
Φεβρουαρίου
1871
ό
Μητροπολίτης
Άttηνών
Θεόφιλος καί ό Γ. 'Αγγελόπουλος άπηύttυναν, άναφοράν πρός
τήν Βουλήv τών ·Ελλήνων, παρακαλούντες'ίνα ζητηttfι άρμοδί
ως παρά τού Τσάρου τό λείψανον τού Γρηγορίου, δπως ταφfι
έν Δημητσάνη. Οί βουλευταί άπεδέχδησαν όμ.οt)υμαδόν μετά
συγκινήσεως καί ένt)ουσιασμού τήν πρότασιν, μεδ' δ προτάσει
τού ύπουργικού Συμβουλίου ό Βασιλεύς Γεώργιος έτηλεγρά φησε πρός τόν Τσάρον 'Αλέξανδρον τόν Β', όστις άπεδέξατο προttύμως τήν παράκλησιν τής· Ελλάδος. Ούτω λοιπόν κατηρ τίσttη πενταμελής έπιτροπή έκ τών έπισκόπων Φδιώτιδος Καλλινίκου Καστόρχη καί Ζακύνδου Νικολάου καί έκ τών
· Αβερκίου
Λ. Γαμπίρη γραμματέως τής Συνόδου,
· Αγαttαγγέ
λου Λεκοπούλου, ίεροκήρυκος 'Αττικής, καί τού Γ. 'Αγγελο
πούλου, ητις έπιβιβασ6είσα τού «Βυζαντίου» άπέπλευσε τήν
Μεγάλην Παρασκευήν
(26 Μαρτίου)
έκ Πειραιώς 'ίνα κομίση τό
λείψανον έγκαίρως, διότι έκανονίσδη 'ίνα κατά τήν
10 · Απριλί
ου έπέτειον τού άπαγχονισμού τού Πατριάρχου, έορτασδfι
καί ή πεντηκονταετηρίς τής έγέρσεως τού ·Ελληνικού άγώ
νος.
'Ότε δέ τfι
30
Μαρτίου εφttασε τό «Βυζάντιον» είς Κ/λιν, 'Αλής έζήτησε
γενόμενον δεκτόν ύπό πλήδους 'Ελλήνων καί τιν~ν Ρώσσων,
έμαttεν ή έπιτροπή δτι ό τότε Μ. Βεζύρης παρά τού Πρέσβεως τής Ρωσσίας νά παραδοttft είς τήν Πύλην
τό λείψανον τού Γρηγορίου ώς Τούρκου ύπηκόου, διότι ό
Σουλτάνος 'Αβδούλ 'Αζίζ έκρινεν aδικον καί καταδικαστέαν
τήν άπαγχόνισίν του, ύποσχόμενος νά παρακαταδέση τό λείψανον μετά μεγάλης πομπής καί έπισημότητος, παρισταμέ
νου καί τού Βεζύρου, έν τοίς Πατριαρχείοις η όπου άλλού δελήσωσιν οί 'Έλληνες. Καί ό μέν 'Ιγνάτιεφ άπέκρουσε τήν
dίτησιν, προφασιζόμενος τήν έκκρεμότητα τού μεταξύ τής
·Ελλάδος καί Τουρκίας ζητήματος τής ίttαγενείας. ·Ο Μ.
Βεζύρης, μή δέλων νά άποκτήση ή ·Ελλάς τοιούτον έttνικόν κειμήλιον, όπερ διηνεκώς δά τήν ώttft είς έκδίκησιν, έτηλεγρά-
170
φησε πρός τόν έν Πετρουπόλει πρέσβυν της Τουρκίας νά παραστησn τά δίκαια της Πύλης καί νά ζητήσn τό λείψανον.
Ταύτα μαttών ό πρέσβυς τής ·Ελλάδος Ραγκαβής παρέστησεν
είς τόν Μ. Βεζύρην δτι τό λείψανον τού Πατριάρχου έζήτησαν
οί Δημητσανίται, 'ίνα τό ttάψουν έν τft πατρίδι του Δημητσάνn,
καί δτι δέν ftά ταφft έν 'Αftηναις, ένttα έφοβείτο ό Βεζύρης δτι ftά είνε έστία πυρκαϊάς. Τούναντίον παρέστησε λίαν έπικίνδυ· νον διά τήν Τουρκίαν την έν Κ/λει ταφην του καίτοι αϋτη
«έπισημως γινομένη ttά ήτο τφ όντι ή μεγαλειτέρα ίκανοποίη
σις τού
·Ελληνισμού καί ό ένδοξότερος τής
' Ορftοδοξίας
fiρίαμβος».
'Ο Τσάρος δμως έλυσε τό ζήτημα είπών, δτι
ύπεσχέfiη ήδη τό λείψανον είς τόν Βασιλέα Γεώργιον καί αί
άπαντήσεις τής Πύλης έναυάγησαν.
Τό έσπέρας τής 'Οδησσόν, τήν δ·
1
'Απριλίου έφftασε τό «Βυζάντιον» είς ή πόλις έγένετο άνάστατος,
έπομένην
σημαιοστολισθ'έντων δλων τών πλοίων καί πάντων Ρώσσων καί
·Ελλήνων σπευδόντων νά δεξιωftώσι τήν έπιτροπήν. 'Ένεκα
δμως πασχαλινού τινος έπεισοδίου μεταξύ 'Εβραίων καί
Χριστιανών, ό διοικητης Κουτσουμπούς έδήλωσεν δτι δέν έπρεπε νά γείνη ή άνακομιδή πρό τής
11
·Απριλίου.
·Η
έπιτροπή έπεσκέφ{tη τόν τάφον τού Γρηγορίου έν τφ ναφ τής ·Α γ. Τριάδος, κατόπιν τόν Μητροπολίτην Χερσώνος Γρηγόρι
ον, τόν Διοικητήν, καί τόν Νομάρχην, μετά μεσημβρίαν δέ
παρέστη είς δοξολογίαν ύπέρ τού Τσάρου. Τούς δύο άρχιερείς
έξένισεν ό Γρ. Μαρασλής, τούς δέ λοιπούς μέσφ ήμών ijδη τόν Πατριάρχην φέροντα ώς παράσημον λαμπρόν τόν άμαράντινον τού μαρτυ ρίου στέφανον, δν, ποικιλανftώς πλέξασα καί ρεϊftρα έκβαλού σα δακρύων, χερσίν άγνοτάταις έπέftηκεν έπί τής σεβασμίας
αύτού κορυφής ή πότνια καί τλήμων 'Ελλάς ώς άνεξίτηλον σημείον εύγνωμοσύνης.
'Αλλ·
έν ταύτη τft στιγμfί, Πανιερώτατε Μητροπ~λίτα,
Σεβασμιώτατοι
· Ιεράρχαι,
καί πάντες οί παρόντες άγαπητοί έν
Χριστφ άδελφοί, έν ταύτη, λέγφ, τft στιγμή έκτός τής ϋλης γινόμενος κα{}ορώ τfι διανοίςι τόν Πατριάρχην μάλλον ήμών άμφιταλαντευόμενον καί διστάζοντα καί αύτόν, αν άληfiή είναι καί πραγματικά δσα ή μακαρία αύτού ψυχή καftορ(l κατά
185
ταύτην τήν <δραν. λέγοντος κοιμώμαι ·Ακούω καί αύτού οίονεί καft' άρά γε έαυτόν καί ύπνώττω, η γρηγορώ καί
άγρυπνώ; μεσονύκτιον είναι καί σκότος πυκνόν τυραννίας
έφίσταται τοίς βλεφάροις μου, καί ή φαντασία μου ρεμβομέ
νη ίνδαλματίζει 'Ελλάδα έλευftέραν καί Πατρίδα αύτόνομον, ή
εχονται άληftείας καί ύποστάσεώς τινος τά φαινόμενα;
"Απαγε, Παναγιώτατε Πατριάρχα! Οϋτε άπατηλοί ονειροι,
ούτε τής φαντασίας ίνδάλματα, άλλά πραγματικά καί βέβαια
είναι aπερ σήμερον καftορ~ ή πατριαρχική σου ψυχή .. ο δέ λόγος σαφής, καί σύ οψει εύt)ύς τάληftές τών πραγμάτων, έάν,
εύδοκήσας, έπί σμικρόν προσχfις τοίς ύπ · έμοϋ λεγομένοις τόν νούν. 'Ανάνευσον πρός στιγμήν τούς πατριαρχικούς σου
όφftαλμούς πρός τά &νω, καί ό γλαυκός ούτος καί γλυκύτατος
τής ·Αττικής ούρανός, τήν πανηγυρικήν καί έορτώδη κυανό
χρουν αύτού στολήν ένδεδυμένος, μετά μειδιώσης ίλαρότητος
δεικνύει σοι δτι
τά
ζοφερά τής τυραννίας νέφη
τελέως
διεσκεδάσδησαν. Καί τί &λλο δηλούσι τά πέριξ χρυσίζοντα ταύ τα όρη, αί άνftοστόλιστοι αύται πεδιάδες καί ή καftόλου χαριε στάτη καί παγκάλη αϋτη φύσις, έν fι τών ύψιπετών πτηνών ή ι{:>δικωτάτη άρμονική συναυλία έν έαριναίς χάρισιν εύφρόσuνον
συγκροτεί έορτήν, η δτι τά στίφη τών βαρβάρων άπεκρούσftη σαν καί έφυγαδεύt>ησαν, καί ή πνιγηρά καί δυσώδης αύτών πν~ή ούκέτι καταμαραίνει ούδέ καταμαυροί αύτών τήν λαμ πρότητα; Τί δέ &λλο βούλεται νά παραστήσn ό i]λιος, τό φαιδρόν τούτο καί τηλαυγές &στρον, τό φαιδρότερον καί τηλαυγέστερον έαυτού ένταύt>α άνατέλλον καί διά τών έαυτού
μαρμαρυγών πάσαν τήν όψιν τής πολυυμνήτου ταύτης χώρας εύφραίνον, η δτι έξηφαvίσt)η τής τυραννίας ή πλήρης δακρύων
όμίχλη καί άχλύς; Τί δέ &λλο μαρτυρούσι τά πολυπληftή ταύτα
καί μεγαλοπρεπή τών
' Επιστημών
μελφδίας
ένδιαιτήματα, έν οις αί
ftεσπέσιαι Μούσαι ώς έν τfi πρώτη αύτών κοιτίδι άναftάλλουσι καί τfι ήδύτητι τής πάντας τούς φιλομούσους καταδέλγουσιν, ή δτι ή ίερά 'Ελευftερία ήγεμονεύει ένταύftα
εύκλεώς, καί έπιχαρίτως ταύτας δεξιούται, καί aσυλον παρέχει άσφαλές;
' Εάν
δέ ετι ύπό δυσπιστίας κατέχηται ή μακαρία σου
ψυχή, άλλ' δδευσον πρός όλίγον διά τής έν πολλοίς έξαισίοις
186
φιλοτεχνήμασι φιλοτίμως καί κομψώς καttωρα·ίζομένης ταύτης
πόλεως, έν fι ούτε οίμωγαί καί στεναγμοί καί γοεραί φωναί μετά
δακρύων λαού τυραννουμένου άκούονται, καί πρός τοίς &λλοις ναοί χριστιανικοί πάγκαλοι ~αί μεγαλοπρεπείς άνά πάν βήμα
προκύπτουσιν, ούδέν δέ άχαρι σκήνωμα τών άποτροπαίων τής "Α γαρ υ ίών· ταύτα δέ πάντα μι(Ϊ φωνft καί γλώσση δέν
έξαγγέλουσιν δτι ή χριστιανική ttρησκεία, πορφύραν βασιλικήν
ένδεδυμένη, έπί τού βασιλικού ttρόνου ένταύ{}α σεμνοπρε
πώς κά{}ηται, κατισχύσασα τού άγρίου 'Ισλαμισμού; Πλήν ο'ίμοι! δτι έκ τής άνατε{}είσης μοι σοβαράς ταύτης λειτουργίας, σκοτισΟέντος τού τής διανοίας λογισμού, παρα δραμών τάς Εναργείς μαρτυρίας, είς άσttενείς λόγους κατέφυ γον δπως πείσω τήν μακαρίαν σου ψυχήν δτι δέν είναι δναρ και σκιά τά σήμερον ύπό σού όρώμενα, άλλ' άληttής καί ύποστατι
κή πραγμάτων ούσία, ταύτα δή τά τών όνείρων άπιστότερα. Διό στρέψον, Παναγιώτατε Πατριάρχα, πέριξ τούς όφftαλμούς σου καί ίδέ δτι περιστοιχίζουσί σου τήν ίεράν λάρνακα ό κραταιότα
τος τής ·Ελλάδος "Αναξ καί ή κραταιοτάτη "Ανασσα .
.,. Αρον
κύκλφ τούς όφ{)αλμούς σου καί 'ίδε τούς 'Υπουργούς τήν ίεράν τής 'Εκκλησίας τής 'Ελλάδος Σύνοδον· τήν Βουλήν τού 'Έttνους έν σώματι, καί &παν τό χριστεπώνυμον πλήρωμα άfiρόον συντρέχον καί μετά δακρύων κατασπαζόμενον τήν
σεβασμίαν σου λάρνακα. Καί ταύτα ίδών πείσ{}ητι τέλος ότι ή
'Ελλάς έν μέρει διατελεί νϋν έλευttέρα, καί ύψώσας τάς χείρας
εύλόγησον αύτήν, καί τόν Θεόν δόξασον τόν ώς όλοκαύτωμα ftυσίας προσδεξάμενον τό μαρτυρικόν σου άιμα καί φιλανftρώ πως έκπληρώσαντα τάς τελευταίας τής ψυχής σου εύχάς. «Καί
ώς άπέftνησκεν είπεν, 'ίδοι Κύριος καί κρινάτω».
Τοιαύτη, Σεβασμιώτατοι · Ιεράρχαι καί πάντες οί παρόν
τες, τοιαύτη είναι ή φύσις τών μεγάλων πραγμάτων πάντοτε, καί τοσούτον δύσπιστος ύπάρχει ή έκβασις αύτών, καί δταν
αϋτη βεβαιώται ύπό τών αίσftήσεων καί τής πείρας. 'Αλλ' δσον
άληttής
καί
βεβαία ύπάρχει τών παρόντων
πραγμάτων ή
ϋπαρξις, τοσούτον σπουδαία καttίσταται τών άφορμών, dίτινες
ταύτα παρήγαγον, ή μελέτη καί έξέτασις. 'Επειδή δέ τό έργον τούτο εlναι όντως μέγα καί δυσχερές, έγώ δέ ό τήν λειτουργίαν
187
καί τήν εκτέλεσιν αύτού έντολfί τής 'Εκκλησίας άναδεξάμενος
άσδενείς σφόδρα καί ανεπαρκείς τάς σμικράς μου αίσδάνομαι
δυνάμεις, διά τούτο παρακαλώ καί ίκετεύω πάντας όμοίως
ύμάς, aρχοντάς τε καί Ctρχομένους, δπως, επινεύσαντες, έπιδαψιλεύσησδέ μοι εύμενή καί επιεική άκρόασιν, βουλομένφ
ώς όιόν τε συντόμως νά άφηγηδώ τά καταστήσαντα προσφιλή εttνικήν εορτήν τήν παρούσαν ήμέραν.
«Καί ώς άπέδνησκεν είπεν, 'ίδοι Κύριος καί κρινάτω)).
Καί πάντοτε μέν, άγαπητοί άδελφοί, καί πάντοτε άπό τής
άποφράδος εκείνης ή μέρας, καδ' · ην ή Πρωτεύουσα τής
έλληνικής Αύτοκρατορίας κρίμασιν, όις οίδε Κύριος, έάλω,
πολυστένακτος διετέλει ούσα καί όδυνηρά τής ύποδουλωδεί
σης
' Ελλάδος
ή
κατάστασις.
Καί πάντοτε μέν
πανταχού
στεναγμοί γοεροί τού σκληρώς τυραννουμένου έλληνικού λαού, ώς βαρείς μυκηttμοί, ήκούοντο, καί σημεία διαμαρτυρήσεως
· έξεδηλούντο
ραν χρόνους,
κατά τήν ύποφώσκουσαν άμυδράν η έναργεστέ
·Αλλ' δμως κατά τούς Γρηγόριος ό οϋς ό άοίδιμος Πατριάρχης
έλπίδα τής άπελευδερώσεως. καtt'
πέμπτος, ένδεδυμένος τήν πανοπλίαν τού Πνεύματος, επαξίως
είς τόν Χρυσοστομικόν άνυψούτο δρόνον καί ώς πνευματικός
καί πολιτικός &μα 'Αρχηγός τού κατακλυδωνιζομένου έttνικού
σκάφους τούς όίακας 'ίttυνεν, ή τρομερά πίεσις τής ζοφεράς
τού κατακτητού δεσποτείας κατέστη άφόρητος. Αί έξορίαι, αί
φυλακίσεις, αί δημεύσεις τών ύπαρχόντων, αί βεβηλώσεις τών ίερών, αί σφαγαί τών άttώων, αί άτιμώσεις, αί βιοπραγίαι καί αί
&λλαι κακώσεις αί άπερίγραπτοι, aπερ τήν ίσχύν καί τό κράτος
φυλής πολεμίας τφ χριστιανισμφ καί τφ πολιτισμφ ούσιωδώς
εχαρακτήριζον, έπλήρωσαν μέχρι στεφάνης τό τής πικρίας
ποτήριον καί είς παράτολμον διάβημα προσώδουν πάντας
άνεξαιρέτως τούς 'Έ~ηνας. Καί ποίος βασάνου τρόπος, ποίον
μαρτυρίου ε1δος, ποία ϋβρις τής τιμής, ποίαι άρπαγαί περιου
σίας, ποία άσέβεια πρός τά δε ία δέν έπενοείτο μετά λελογισμέ νης πονηρίας καί δέν διεπράττετο μετά άκολάστου άναισχυν τία καί παρά πάσης τής άγρίας έκείνης φυλής κοινώς, καί παρ·
ένός έκάστου τών 'Αγαρηνών ίδίως; 'Η καταστροφή, ή δήωσις,
ή έρήμωσις, ή άγχόνη, τό ξίφος, οί αίκισμοί καί ή βία ύπήρχον
188
παρ αύτοίς τά μόνα νόμιμα μέσα τής διοικήσεως. Καί
κατέστη, φεύ! κοιλάς κλαυftμώνος ή πατρίς τών Χαρίτων! Καί eνftα πρίν αί έπιστήμαι, αί τέχναι, ό πολιτισμός, αί Μ ούσαι καί ή εϋκλεια έβλάστησαν καί άνέ{)αλον, έδέσποζον ήδη οί χttόνιοι δαίμονες, καί ttρήνοι μόνον καί όδυρμοί ήκούοντο πολλοί. 'Ένt)εν μέν λοιπόν ταύτα τής άνομίας τού τυράννου τά
άνόσια όργια· eνt)εν δέ ή όδύνη, με δ' ή ς ό "Ελλην άνεμιμνήσκε
το πάντοτε τήν πτώσιν τής έαυτού Πατρίδος καί τήν άπώλειαν τής ίδίας αύτονομίας, ών ενεκα ούδέ σπιttαμή γής έναπελείπε
το αύτφ έλευttέρα όπως τηρή άμόλυντα τά ίερά καί τάς ttήκας
τών πατέρων, καί τών έλληνίδων Μουσών ίδρύη σεμνά
καttιδρύματα, κατέστησαν τήν συμβίωσιν Μωαμεttανών καί 'Ελλήνων πάντη άδύνατον. Καί έκορυφούτο λοιπόν όσημέραι
ή μήνις καί ό κότος, καί ώς έν ζέοντι λέβητι έttερμαίνετο έν τοίς
στήttεσι τών ·Ελλήνων ή κατά τής τυραννίας άγανάκτησις. Καί
τήν μέν φλόγα άνερρίπιζον πολλοί καί τολμηροί, τάς διαστάσεις αύτής όμως τίς τών thιητών ήδύνατο νά προίδη; Ταύτα δέ
πάντα κα'Οίστων, ώς είκός, τήν ttέσιν τού τότε 'Αρχηγού το.ύ
'Έthιους καί τής 'Εκκλησίας δυσχερεστέραν καί κρισιμωτέραν
ή άλλοτέ ποτε.
Καί έκά{}ητο λοιπόν σύννους ό περινούστατος έκείνος
άνήρ, ό Πατριάρχης, έπί τών οίάκων τής ύπ' αυτού κυβέρνω μένης έttνικής όλκάδος, καί έσκέπτετο έμβρι'Οώς είς όιον
πέλαγος κινδύνων καί συμφορών έμελλε νά έξαγάγη αύτήν. Καί
ωσπερ ό έπί τών οίάκων κα'Οήμενος κυβερνήτης, όταν τών
άτάκτων κυμάτων ταχεία βλέπη τήν ρύμην καί τών βιαίων
πνευμάτων άκατάσχετον τήν φοράν, τόν δέ τοίς πλέουσι χειραγωγόν άστέρα έν σκοτεινή καί άσελήν~ νυκτί μή μαρμαί ροντα, σπουδάζει δπως έντός λιμένος άσφαλίση τήν ναύν· οϋτω
καί ό έπί τών οίάκων τής έftνικής νηός καftήμενος Πατριάρχης
περιαλγώς παρετήρει ούχί άστέρων σελαγίζουσαν dίγλην, ούδέ
εύδίαν, η τούλάχιστον σπιλάδας σμικράς, άλλά πάντοttεν νέφη,
βαρύν καί χαλεπόν τόν χειμώνα προμηνύοντα, άλλά τυράννων
φρυάγματα δίκην
πελωρίων
κυμάτων
άνορftούμενα,
άλλά
προπαρασκευάς σφαγών καί aλλων μυρίων κακουργημάτων,
καί έσπούδαζε τό γ' έπ' αύτφ, ώς καλός κυβερνήτης, "ινα έν
189
άσφαλείι:;χ τηρft τούς έαυτού, δ πως μή διά τήν τού μέλλοντος
άδηλίαν άπροόπτως ύποστft ναυάγιον τρομερόν.
'Αλλά μάτην· διότι τό φρόνημα τού έλληνικοϋ λαού, κατά
τήν τελευταίαν μάλιστα τού Πατριάρχου Γρηγορίου Πατριαρ
χείαν, έξεδηλώ&η τρανώτατα· καί εκτοτε κυρίως τής
I
Ελλάδος
τό δνομα άνεξιτήλοις γράμμασι μυστηριωδώς κατεγράφετο έν
τfl ίερ(i βίλβφ τής ζωής καί ή φυγαδευδείσα δόξα, ητις έπί
μακρόν iiλλοτε ηνδησεν έν
I
Ελλάδι χρόνον, έπανέκαμπτεν είς
τήν πρώτην αύτής έστίαν δ άλλου σα. Καί εύλόγως- διότι δταν τά dίσχη τής τυραννίας έκδηλώνται όσημέραι έαυτών άσχημονέ
στερα· καί δταν δούλος λαός τήν ίδίαν εύγένειαν αίσδανδfl καί
εντιμον ttάνατον νομίση άτίμου δουλείας προτιμότερον, τότε
ε1ναι ή μυστηριώδης καί κρίσιμος έκείνη στιγμή, καδ' ήν λαοί τινες ώς έδνη αύτόνομα καταγράφονται έν τft βίβλφ τής ζωής, κdν οί δυνάσται τής γής καί οί iiρχοντες καί αύτήν αύτών ετι
τήν ϋπαρξιν έν τφ κόσμφ δλως άρνώνται καί ώς πλάσμα
έξημμένης φαντασίας χλευάζωσι.
Φωνή τις μόνον ιi>φειλε νά άνυψωδft, δπως άκολουδήσn
εύ&ύς ή έκβασις τών πραγμάτων. Καί ή φωνή αϋτη τής
έλευδερίας τής
' Ελλάδος, ώς άπό δείας προσταγής, διαπρύσιος
ήκούσδη· καί ώς ύπό ήλεκτρικού σπινδήρος άνεφλέχδη τής
φιλοπατρίας τών 'Ελλήνων τό dίσδημα. Καί όποίας εύγενούς
καί εύαισδήτου καρδίας αί μυχαίταται χορδαί ήδύναντο νά μή
κρουσ{tώσιν έντονώτατα ύπό τού σφοδρού i]χου τής όξείας
φωνής έκείνης; Διό ε1χεν iiν τις ίδείν κατά τάς μεγάλας έκείνας
ήμέρας ίερείς καί ίεράρχας σεβαστούς, άρχοντας καί εύγενείς,
γέροντας πολιούς, νεανίας εύσταλείς καί άκμαίους, γυναίκας
σεμνάς καί παρδένους άβράς μετά διακρυβρέκτων όφδαλμών
άνυψούντας χείρας ίκέτιδας πρός ούρανόν καί όμνύοντας
έλευδερίαν τής γλυκεράς αύτών Πατρίδος η ttάνατον. 'Αλλ' aμα τής σάλπιγγας τόν παιάνα τής έλευδερίας
σαλπισάσης, κατεσείσδη έκ βάδρων σύν τριγμφ τρομερφ τό
έτοιμόρροπον καί σαδρόν τής τυραννίας οίκοδόμημα, έν φ αί κτηνώδεις. όρέξεις, αί έκτεδηλυμέναι τρυφαί καί ήδυπαθ'είς
άσωτείαι, στήσασαι τόν έαuτών δρόνον, αν άδείι:;χ μεγάλη
ήγεμόνευον. 'Ο δέ τούτων δουλοπρεπής καί πειδήνιος δερά-
190
πων, ό χαύνος καί δεοστυγής τύραννος, :n:εφοβημένος καί
εντρομος καί ψυχρφ περιρρεόμενος ίδρώτι, έκ τής κρ·αιπάλης τών ήδονών dίφνης άνατιναχδείς, καί ώς εξαλλος καί μαινόμε
νος καί φρυάσσων τfiδε κάκεϊσε άγχιστρόφως άναπηδών καί
σφαδάζων καί σφύζων, πανταχού λυσσωδώς έζήτει δύματα,'ίνα κορέσn τά πάδη αύτού τά φλογερά καί άπάvf}ρωπα. 'Ανέφρι
ξαν έλίγδην αί τρίχες τής κεφαλής αύτού καί άνωρδώδησαν ώς
φαρμακεροί δφεις οί σκυδροί αύτού όφδαλμοί έσπιvf}ηροβό
λουν σπινδήρας φλογός τό δέ παμφάγον αύτού στόμα καπνόν
έξερευγόμενον φλογώδη, ώς ή Α:ίτνη, εχαινε φρικαλέως καί
ήτοιμάζετο νά καταβροχδίσn τήν ·Ελλάδα, τήν δύσμοιρον καί καταπεπονημένην ·Ελλάδα! «""Ω Κύριε, σώσον δή, ώ Κύριε,
εύόδωσαν δή!» ι.
Τό ϋπουλον κάλυμμα, ύφ' ού καλυπτομένη ή δηριώδης τυραννίς έ'δώπευε τούς aρχοντας τfις 'Εκκλησίας καί τού
Γένους ήμών, 'ίνα κρατfi δι' αύτών ύποχείριον, ώς άνδράποδον, λαόν εύγενεστάτης καταγωγής, πνεύσας ό ζέφυρος τής έλευ δερίας άνερρίπισε, καί ή είδεχttής μορφή έν. πάση αύτής τfj
φυσική 'δηριωδίc:;ι φανεϊσα, τούς πάντας τρόμου καί φρίκης
ένέπλησε! Τό προσωπείον τό έπίπλαστον άφnρέ'δη· καί ή
πελιδνή καί κατεσκληκυία οψις τού δημίου τυρ·άννου δίκην
καταχΟονίου τινός φάσματος έμφανισ'δεϊσα, τοίς πάσι φόβον
πανικόν ένεποίησε! Καί έσπάσατο λοιπόν μετά παραφόρου
όργής ή μιαιφόνος τού τέρατος χείρ έκ τής αίματοφύρτου 'δήκης τό φονικώτατον ξίφος, καί όπλισ'δεϊσα έπέπεσε κατά παντός τού Γένους ήμών! Καί έπληρώ'δn, dίμοι! ή γή καί ή ttάλασσα
τόν
δακρύων
καί
καί αίμάτων!...
αί δερμαί
καί αί οίμωγαί καί οί
τών κινδυνευόντων
στεναγμοί τών μυριάδων fiυμάτων δίκην καπνού έπεσκότισαν όρίζοντα· δεήσεις
άνυψούντο, ώς qτήλη πυρός, μέχρι τού ούρανού!
« 'Ώ
Κύριε,
σώσον δή, ω Κύριε, εύόδωσον δή>>.
'Επειδή δέ έν τfi Έκκλησίc:;ι ένεφώλευεν, ώς έν κέντρφ, τό
πρώτον ζώπυρον τής έ'δνικής ήμών ζωής· καί έπειδή τό τέρας
τής τυραννίας τόν
βιαίως διαρρήξαντα τάς
άλύσεις λαόν
1.
Ψαλ. ριζ.
24.
191
ένόμιζεν ώς δράκοντα μέλλοντα νά καταφάγη αύτό, διά τούτο
ωφειλε νά κατευδύνη τό ξίφος πρώτον κατά τής κεφαλής.
Τούτο άπό πολλού i;δη ένόει ό Πατριάρχης καί ήσδάνετο. ·Αλλά καίπερ δυνάμενος νά άπαλλάξn έαυτόν τής τυραννικής
μανίας, προύτίμησεν δμως, ώς όντως άληδής καί καλός Ποιμήν, 'ίνα δη τήν ψυχήν αύτού πρώτος ύπέρ τών προβάτων καί προσενέγκn
αύτού.
έαυτόν
όλοκαύτωμα τφ Θεφ ύπέρ τού λαού
Συλλαμβάνει λοιπόν τόν Πατριάρχην ό τύραννος, η μάλλον είπεϊν, έκεϊνος έαυτόν πρός τόν τύραννον παραδίδωσι, καί άναρτ(ι αύτόν τού ίκριώματος, καί έπί τρεϊς δλας ή μέρας τηρεί
τό σεβάσμιον αύτού σώμα άνηρτημένον άπέναντι τής πύλης '
όράτε τής Πατρίδος τήν συμφοράν καί τής τυραννίας τό δράσος! ·Ο τέως λαμπρός τής 'Εκκλησίας στολισμός καί τά
πράγματα τού Γένους διοικών έν τη έσχάτη
τών Πατριαρχείων πρός χλεύην καί παραδειγματισμόν. Καί
ταπεινότητι
κρέμαται ώς κακούργος! ·Ο τοσαύτης τιμής ήξιωμένος καί
χάριτος καταχλευάζεται ώς ό άδοξότατος δνητών άπάντων!
Καί ό τοσούτον περίβλεπτος Οίκουμενικός Πατριάρχης, ό
ύψών τάς χείρας καί μυριάδας μυριάδων όρδοδόξων εύλογών,
άναιρείται καί άτιμάζεται ύπό εύαρίδμων άπίστων, καί ούδέ της κοινής άξιούται ταφής!
Ταύτην δέ τήν αύτόχρημα aνανδρον καί δειλήν πράξιν
πράξας
τα
ό τύραννος
καί ώς
μέγα κατόρδωμα ύπολαβών,
άποτροπαίους αύτού
σατανικόν eπειτα άνακαγχάσας καί άχρείον καταρρήξας γέλω
eστρεφε μεγαλαυχών πέριξ τούς όφδαλμούς, καί έξεβακχεύετο παραφόρως έπί τη νίκη καί τής
·Ελλάδος τήν έλευδερίαν ώς μωρίαν πανταχού διεσάλπιζε. Καί
ταύτα έποίει νομίζων δτι έματαίωσε τής δείας Προνοίας τάς
βουλάς. Νήπιος· ούδ' εφριξεν, ούδ' έταράχδη ποσώς έκ τής
έμφαντικής έκείνης φωνής, ην σύν τft τελευταίc:;t πνοή άφήκεν ό
Πατριάρχης· «'ίδοι Κύριος καί κρινάτω!».
Καί γελ(ι λοιπόν ό έχδρός καί μαίνεται ή ·Ελλάς ύπό τής
όδύνης. ·Αλλά τό όλοκαύτωμα ηδη προσηνέχδη· καί τού
έλληνικού 'Έδνους αί άμαρτίαι άφέδησαν! Τού Πατριάρχου τό
aιμα έχύδη· καί ποταμός :πύρινος έν πολλοίς έλιγμοϊς, ώς φλογερός δράκων, όρμητικώς ρέων, περιεκύκλου τού τuράν-
192
νου τό μεστόν τρυφηλότητος καί νω{}ρείας μέγαρον! ·Η
έκραγείσα τής έπαναστάσεως -θύελλα καί τών 'Ελλήνων τό {}άρρος ού μόνον δέν περιεστάλησαν, άλλ' όσημέραι μάλιστα έπετείνοντο καί τάς έλπίδας τού τυράννου κενάς καί γελοίας
έξήλεγχον.
' Ως
άνέμου βιαία πνοή διεδό{}η ό 'ftάνατος τού Πατριάρχου
άπό περάτων είς πέρατα, καί ούδαμού ούδεμία χριστιανική
ψυχή, όντως ύπό της εύαγγελικής άκτϊνος καταυγασδεϊσα,
εύρέ{}η μή συγκινηttείσα έπί τφ φρικτφ άνοσιουργήματι!
'ΑστραΠηδόν κατά τήν αύτήν ή μέραν τού Πατριάρχου ό φόνος
έφημίσ{}η άπό aκρου είς aκρον τής σιδηροφορούσης
«Καί κόψονται έπ' αύτόν κοπετόν, ώς έπ'
' Ελλά
δος, καί κοπετόν καί όδύνην έξήγειρε παρά πάσι τοίς 'Έλλησι!
άγαπητφ, καί
όδυνηttήσονται όδύνην ώς έπί πρωτοτόκφ»ι. 'Έκτοτε πάσα έλπίς συνδιαλλαγής τυραννούντων καί τυραννουμένων έξέλιπε,
καί ή μεταξύ αύτών συμβίωσις τού λοιπού κατέστη τελέως
άδύνατος.
Καί άντεπεξήλ{}ε λοιπόν ή βία κατά τής βίας άμείλικτος ή δικαιοσύνη κατά τής άδικίας άδυσώπητος καί ή ίερά έλευ{}ε
ρία στεναγμόν βαtrύν στενάξασα, καί έκ τής είρκτής άνατιναχ
{}εϊσα, κατέ{}ραυσε τής αίχμαλωσίας τά χρόνια δεσμά, καί τήν έαυτής στιβαράν δεξιάν όπλίσασα, έπάταξε μετά δυνάμεως καί βίας τήν είδεχl)ή καί πεφυσημένην κεφαλήν τής τυραννίας. Διό δύναταί τις άνενδοιάστως είπείν δτι ό ftάνατος τού Πατριάρχου
ύπήρξε τής
· Ελλάδος
ή άνάστασις καί ή καταστροφή αύτού ή
τού διεσπαρμένου tλληνικού 'Έ&νους συναρμογή καί συνένω σις. Διά τού άίματος λοιπόν αύτού ό μέν άγών καttαyιασ{)είς καί χαρακτήρα ίερόν καί αγιον λαβών παρεσκεύασε τήν νίκην
κατά τού τυράννου, δν έπί τέλους έttριάμβευσεν, ήμεϊς δέ
ζώμεν σήμερον ούχί ώς δούλοι, άλλ · ώς έλεύ{}εροι, καί τόν
φαεινότατον τούτον ηλιον μετ' εύφροσύνης πολλής βλέπομεν,
καί άκωλύτως πρός τόν διαυγή καί άστερόεντα τούτον
ούρανόν τούς όφ{}αλμούς άνυψού μεν, καί μετ'
γλυκείαν ταύτην τής έλευftερίας αϋραν πνέομεν.
άδείας τήν
1.
Ζαχ. ΙΒ.,
10.
193
Καί έτήρει λοιπόν πρός χλεύην ό τύραννος τό πατριαρχι
κόν σώμα έπί τρεϊς δλας ήμέρας άνηρτημένον τού ίκριώματος.
'Αλλ' οϋτε είς τούτο ήρκέσfi'η, άλλ' eτερον πολλφ τού πρώτου
{}ηριωδέστερον έπεχείρει κατά τού νεκρού κακούργημα· διότι ώς τών πονηρών καί άνημέρων fi'ηρίων, οϋτω καί τής τυραννίας ή φύσις πάντοτε έπιδεικνύει τήν μοχfi'ηράν κακίαν ού μόνον είς
τά έμψυχα τών σωμάτων, άλλά καί είς αύτά τά aψυχα. Καί προστάσσει λοιπόν τόν ώμότατον τών άπίστων όχλον, καί άφαρπάζουσιν, ώς κύνες λυσσαλέοι, τόν νεκρόν, καί σύρουσι πρός έμπαιγμόν τού Γένους είς τάς όδούς τής πόλεως μετ' αίσχύνης, καί ρίπτουσιν έπί τέλους είς τού πόντου τόν βυfi'όν.
Καί τούτο, 'ίνα έξαφανίση τελέως τόν Πατριάρχην, ώς τήν ύπ'
αύτού καfi'αγιασ{}είσαν τού έλληνικού 'Έ{}νους έξανάστασιν
έξηφανισμένην ένόμιζε. «Καί είπε τόν aνδρα, δς συνετέλεσεν
έφ' ήμάς, καί δς παρελογίσατο έξολοfi'ρεύσαι ήμάς, άφανίσω μεν αύτόν, τού μή έστάναι αύτόν έν παντί όρίφ Ίσραήλ» 1 • 'Αλλά καί κατά τούτο έδείχ{}η νήπιος ό τύραννος fi'έλων νά
έναντιωfi'ft πρός τάς τής {}είας Προνοίας βουλάς διότι έρρίφ{}η
μέν τό πατριαρχικόν πτώμα είς τού πόντου τόν βυttόν, άλλ' ό
Κύριος έξαπέστειλεν έξ ϋψους καί προσελάβετο αύτό· «έξαπέ
στειλεν έξ ϋψους καί eλαβέ με, προσελάβετό με έξ ύδάτων
πολλών»2.
Καί ώσπερ ό πυροειδής τού ήλίου δίσκος aμα τfi eφ άνυψούται μεγαλοπρεπώς καί έν σμικρ(τ καιρού ροπή πάσαν
τήν γήν καί τήν fi'άλασσαν, πάντα τά όρη καί τάς νάπας καί
καfi'όλου τό περιέχον καταfi'ερμαίνει ταϊς τών άκτίνων βολαϊς·
οϋτω καί ό νεκρός τού Πατριάρχου, δτε ή φαεινή έκείνη αύγή
ύπέφωσκε καί ώς ύπό κροκωτού τινος πέπλου έφοινίσσετο ή
άνατολή τής έλληνικfjς παλιγγενεσίας, άνεδύετο ώς aλλος ήλιος
μεγαλοπρεπώς έκ τού βυfi'οϋ τού πόντου καί άνέφλεγε πάλιν
πολλφ ή πρίν fi'ερμότερον τών άπανταχού ·Ελλήνων τό
dίσ{}ημα. "Α μα δέ ναύς έλληνική, όιά τις πτερόεσσα περιστερά,
έπί τών έαυτής πτερύγων τό ίερόν λείψαον έπιδείσα, μετήνεγ-
1.
2.
Βασιλ. Β
..
κά.
5.
Ψαλ. ιζ',
19.
194
κ εν αύτό είς πόλιν εύσεβούσαν, καί εύηγγελίσατο, ώς έκείνη η έπί Νώε, χαρμόσυνα πάσι τοϊς όρδοδόξοις εύαγγέλια. Καί πάλιν λοιπόν ό Πατριάρχης Γρηγόριος ώς άστήρ φαεινός έν
μέσφ άνέτειλε νεφέλης, καί ώς ηλιος έκλάμπων έν ναφ Κυρίου. Αί βασιλικαί τιμαί, έν ciις έτιμήδη τό ίερόν αύτού λείψανον ύπό τής κραταιάς καί όμοδόξου ρωσσικής Μοναρχίας αί έκκλησιαστικαί πομπαί, μεδ. ών έδεξιώδη uπό τής εύσεβεστά
της Συνόδου τής άπεράντου έκείνης Αύτοκρατορίας καί οί
γλαφυροί λόγοι, οϋς έκ τής σκοπιάς έκείνης εύγλώττως
άπήγγελλεν έις τών γλαφυρωτέρων παρ· ήμίν έκκλησιαστικών
ρητόρων, ένεψύχουν τούς υπέρ τών δλων άγωνιζομένους τότε
"Ελληνας
καί γενναιοτέρους
καί
καρτερικωτέρους αύτούς
κατειργάζοντο πρός τόν ύπέρ έλευδερίας ιερόν άγώνα. 'Ώστε
ό Πατριάρχης Γρηγόριος ού μόνον ζών καί έπί τού οίκουμενι
κού Θρόνου ίστάμενος καί φδεγγόμενος, άλλά πολλ4) μάλλον
καί δανών,
καί
έν
τft
έσχατι~
εκείνη
aπνους
κείμενος
μυστηριωδώς συνέτρεχεν είς έπίρρωσιν καί εύόδωσιν τού ύπέρ Πίστεως καί Πατρίδος άγώνος. παρεκελεύετο πατρικώς 'ίνα
· Εκείitεν
μετά
λοιπόν ώς διά μυρίων καί ttάρρους
γλωσσών έκάλει τούς άπανταχού διεσπαρμένους "Ελληνας καί σπουδής
τάττωνται ύπό τάς σημαίας της άγωνιζομένης αύτών Πατρίδος, , , , ', ',_,,
και συντρεχωσι παντοιοτροπως εις τας μυριας αυτης αναγκας
καί τάς άπείρους στερήσεις. Τό δέ ονομα αύτού, ώς έκ τής
μαρτυρικής χάριτος, δείαν τινά ένέργειαν καί δύναμιν λαβόν,
κατέστη
σύμβολον
τής
είς
τήν
Πίστιν
καί τήν
Πατρίδα
είλικρινούς άφοσιώσεως, καί έπ ·
αύτφ έκ τών βαttυτάτων
μυχών τής καρδίας συγκινούμενος καί δάκρυ δαψιλές έκχέων, ωμνυε πάς γενναίος όπλίτης καί πάς άτρόμητος πολεμιστής.
Πεντήκοντα δλα ετη διέμενεν έν τfl εύσεβεί έκείνη πόλει
· Οδησσφ,
τη τοσούτφ προσφιλεί ήμίν τοίς 'Έλλησι καταστάση,
ώς &γιον τιμώμενον καί σεβόμενον τό μαρτυρικόν τού Πατριάρ
χου Γρηγορίου λείψανον. Πεντηκονταετηρίς δλη παρήλftε, καί η
μακαρία αύτού κόνις έπανεπαύετο μακράν τής φίλης αύτφ
Πατρίδος, ijς χάριν τόν μαρτυρικόν έδέξατο {tάνατον. 'Αλλ' δτε αί ήμέραι τής χρονικής έκείνης περιόδου έπληρώδησαν,
καί ή
έλληνική
Κυβέρνησις
κατά τόν διακαή πόttον τών
έλευfi'έρων ·Ελλήνων καί τfι τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολί-
195
του αίτήσει έξητεϊτο τήν μετακομιδήν, καί ή κραταιοτάτη
εύμενές τό αuς προσχούσα είς τήν φωνήν τής 'Ρωσσία,
·Ελλάδος, συνευδόκει, καί άνεταράσσετο πάλιν τού τάφου ό
χούς · τότε νέα ι αUδις άνεκαινίζοντο όδύναι πολλφ τών παλαιών
όδυνηρότεραι. τίς οίδε τού Κυρίου τά κρίματα; «Τά κρίματά
σου ώσεί aβυσσος ΠΟλλή» 1 •
Μετά πεντήκοντα δλα άπουσίας έτη διέπλεεν ό Πατριάρ
χης έπί νηός έλληνικής παρά τόν αίγιαλόν, τίνος; τής Κωνσταν
τινουπόλεως! Διέπλεε· καί, ώς aν εί άπό τής λάρνακος άναστάς,
έδεάτο μακρό-δεν τά Πατριαρχεία, aπερ αύτός πόνοις άτρύτοις καί κινδύνοις πολλοίς άνήγειρεν· έδεάτο τά αλλα σκηνώματα τής δόξης τού Θεού, aπερ πολλάκις τfi πατριαρχική κατηγλαϊ
σμένος στολfι κατελάμπρυνεν· έδεάτο πάλιν τήν άγίαν Σοφίαν, ητις άπειράκις σκέψεων βαδυτάτων άφορμή αύτφ έγένετο·
έδεάτο
τήν ήμισέληνον έδεάτο
άγερώχως κυματίζουσαν έτι πρός σύμπαν τό ήγαπημένον αύτού
χλεύην τού Σταυρού, ή μάλλον πρός αίσχος τού χριστιανικού
πολιτισμού· τέλος ποίμνιον Όπερ, καίτοι άδρόον συρρέον έπί τήν άκτήν καί
διαπύρως ποδούν 'ίνα μετά τοσούτον χρόνον κατασπάσηται
πάλιν τού δεοδοξάστου πνευματικού αύτού πατρός τά ίερά
λείψανα, όλλ' όμως ύπό τού φόβου άνεστέλλετο καί τό αλγημα
αύτού άνεκαινίζετο· «Καί τό dλγημά μου άνεκαινίσδη». ·Αλλά
ποίος λόγος, ή ποίος ήμίν διαρκέσει χρόνος πρός τήν τούτων
άκριβή άφήγησίν τε καί κατανόησιν; διότι ένταϋδα τfi άληitείc:;ι καί ό όξύτερος νούς καί ό δεξιώτερος κάλαμος άμηχανοϋσι νά
νοήσωσι καί παραστήσωσι τήν άλήδειαν τών πραγμάτων, ήν
μόνη οiδε πιστώς έκφράζειν ή παντός λόγου κρείττων σιγή. Καί τίς δύναται νά αίσδανδfί καί περιγράΨΩ τήν κατασχοϋ
σαν τήν δύστηνον έκείνην χριστιανικήν κοινωνίαν κατή
φειαν καί άδυμίαν, ητις ώς νέφος άπέκρυψε πάσαν εύδυμίαν
καί χαράν, δτε ή άτμήρης ή φέρουσα τά όστά τού ποδητού
αuτfί πνευματικού ποιμένος aμα φανείσα καί κατέστη aφαν τος; Τίς δύναται νά αίσδανδft τήν έσωτερικώς άνακοχλάζουσαν
αύτής συγκίνησιν, μή τολμώσης δι, αuδενός έξωτερικού σημείου, οϋτε διά τών φυσικών α'\Jτών δακρύων νά κατασβέση
1.
Ψαλ. λε',
5.
196
τής όδύνης τήν φλόγα; διότι καδώς δταν ύετός καταρραγfi σφοδρός, αίδρία γίνεται καftαρά· οϋτω καί δταν τά δάκρυα καταρρέωσι, γαλήνη πως γίνεται καί εύδία είς τήν τεταραγμέ
νην ψυχήν, καί τό έκ της λύπης προερχόμενον πάδος
μετριάζεται.
Καί
τέμνουσα
λοιπόν
τής
δαλάσσης
τά
κύματα
καί
κρουσμένη τάς πλευράς ύπό τών κυμάτων διέβαινεν έπισπερ
χώς ή πυροκίνητος ναύς, ή τό βαρύτιμον φορτίον φέρουσα· καί
κατελείπετο ή χριστιανική έκείν.η ποίμνη άπαρηγόρητος!
'Αλλά στάδμευσον έν τφ σταttμφ τούτφ, Παναγιώτατε Πατριάρχα, καί άvαπαύδητι καί κατασκήνωσον έν τφ dίκφ τούτφ τής δόξης τού Θεού, μέχρις σu πληρωδώσι καιροί έf)νών
κατά τάς βουλάς τού 'Υψίστου·
« Ήγαπημένος ύπό Κυρίου
κατασκηνώσει πεποιδώς». Τότε δέ μετενεχδήσεται καί τό ίερόν σου λείψανον είς τήν άγαπητήν σοι έκείνην Μητρόπολιν καί κατατεδήσεται παρά ταίς δήκαις τών Χρυσοστόμων, τών Γρηγορίων, τών Φωτίων, τών Γενναδίων καί τής άλλης σεμνής χορείας τών ευκλεών Πατριαρχών, ών εύκλεής έχρημάτισας
διάδοχος.
Καί μένε λοιπόν πρός καιρόν παρ' ήμίν, καί νου'Οέτει ήμάς, καί παρηγόρει έν ταίς 'Ολίψεσι, καί παραμυδού έν ταίς
περιστάσεσιν, άλλά καί έπιτίμα καί έλεγχε ήμάς πταίοντας διά
της μυριοφi)όγγου πατριαρχικής σου φωνής, ητις έξέρχεται
διαπρύσιος έκ τής σιγώσης ταύτης λάρνακος τών σεπτών σου
λειψάνων· διότι σωτήριος ήμίν τε καί τfi φίλη Πατρίδι έσται ή
πατριαρχική σου φωνή καί καδ' ύπερβολήν ήδεία, ου μόνον
δταν αϋτη μειλιχίως παρηγορft καί συμβουλεύη, άλλά καί δταν
μετά δριμύτητος έλέγχη τούς τε "Αρχοντας ήμών, δ ταν ούτοι
τυχόν τήν 'Αρχήν άναπαύσεως καί άvέdεως άφορμήν νομίζωσι· τούς τε παρ' ήμίν πολιτευομένους, δταν ούτοι περί τά
χαμαίζηλα άμοιβαία πά'Οη κατατριβόμενοι τότε ένεστώς καί τό
μέλλον τής 'Ελλάδος καταστρέφωσι, καί κα-δόλου πάσαν τήν
νεωτέραν γενεάν, τήν γλυκείαν ταύτην τού μέλλοντος τής
Πατρίδος έλπίδα, δταν αϋτη τών άγνών ή~ών τών προγόνων
άφισταμένη περί πάντα νεωτερίζη κούφως καί παιδιαριωδώς.
Καί ύπομίμνησκε λοιπόν, Παναγιώτατε Πατριάρχα, καί
197
ίδιώτας καί aρχοντας, καί πλουσίους καί πένητας, καί άμαδείς
καί σοφούς, καί σμικρούς καί μεγάλους τάς συμφοράς τάς
παλλάς, τάς καταστροφάς τάς δεινάς, τούς παντοίους κινδύ νους, τά άπερίγραπτα μαρτύρια καί τούς φονικωτάτους
δανάτους, είς οϋς ύπέκυψε ή καδόλου Πατρίς, δπως καταστή
σn αύτόνομον καί έλευδέραν τήν σμικράν ταύτην τής · Ελλάδος γωνίαν. Καί δεικνύων αύτοίς έκ τής στήλης, έφ' ή ς μετ' όλίγον ό άνδριάς σου τε'θ'ήσεται, τάς πυρποληδείσας πόλεις, τάς
έρημωδείσας χώρας, τούς βεβηλωδέντας ναούς καί τόν στενά
ζοντα ετι ύπό τόν σιδηρούν ζυγόν χριστιανικόν λαόν, παρότρυ
νον είς τήν άρετήν καί τήν εύσέβειαν, δι' ών τά τε ύπάρχοντα
άγαΟά περιφρουρούνται άσφαλώς καί τά ποδούμενα προσκτών
ται Qςtδίως- διότι ταύτα άπό σού οί πάντες άκούοντες καί ώς
ύπσΟήκας πατρικάς εύλαβώς τηρούντες, αίσιώτερον μέλλομεν νά διαπλέωμεν τήν πολυκύμαντον ταύτην ttάλασσαν, έν ή
κατακλυδωνίζεται τό έttνικόν ήμών σκάφος, μέχρις ου ό χειμών
καί ή ζάλη παρέλttη, καί γαλήνη καί εύδία έπικρατήσn κατά τό ttέλημα τού Θεού, δστις μόνος, ναί μόνος, καί ούχί οί ίσχυροί
τής γής, άλλοιοί χρόνους καί καιρούς. «Καί αύτός άλλοιοί
καιρούς καί χρόνους» ι.
·Ημείς δέ πάντες άγαπητοί, εύλογούντες έκ βάδους ψυχής τόν 'Ύψιστον, ούτινος ή πανσ'θ'ενής δεξιά κατώρ{)ωσεν έν ήμίν
τά δαυμάσια ταύτα τά μεγάλα, καί εύχαριστούντες αύτφ δτι ήξίωσεν ήμάς 'ίνα έορτάσωμεν τής έδνικής ήμών παλιγγενεσίας
τήν πρώτην πεντηκονταετηρίδα, δεηδώμεν αύτού μετά δακ ρύων ttερμών 'ίνα έν τfi έρχομένη δευτέρQ :ττεντηκονταετηρίδι, εύδοκήσας, άποτελέσn τό έργον τής πανσ6ενούς αύτού
δυνάμεως, καί καταξιώσn τήν μεδ' ήμάς γενεάν 'ίνα έορτάσn τήν τελείαν τού έλληνικού 'Έδνους παλιγγενεσίαν έν τφ τής
ttείας Σοφίας ναφ.
Τέλος δέ τήν ίεράν λάρνακα τού πρώτου μάρτυρος τής έλληνικής άνεξαρτησίας μετά υίϊκού φίλτρου καί εύλαβείας κατασπαζόμενοι, άνακράξωμεν τρίς έν κατανύξει καρδίας:
1.
Δανιήλ β',
21.
198
Αίωνία έ6νική εύγνωμοσύνη πρός τόν πρωτομάρτυρα τής
έλληνικής άνεξαρτησίας Γρηγόριον τόν Οίκουμενικόν Πατριάρ
χην Κωνσταντινουπόλεως.
Τό yvωστό δαυμάσιο ποίημα του 'Αριστοτέλη Βαλαωρί
τη. Προτάσσονται τά σχετικά έγγραφα:
Η ΠΡΥΤΑΝΕΙΑ
ΤΟΥ
ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗΝ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΝ
Τήν
25
τού προσεχούς Μαρτίου, μετά τήν έν τφ ίερφ ναφ
συνή6η δοξολογίαν πρός τόν 'Ύψιστον ύπέρ τής τού 'Έ6νους
κατά τήν ήμέραν ταύτην παλιγγενεσίας, μέλλει τό Πανεπιστή
μιον νά τελέσn πανδήμως τά άποκαληπτήρια τού πρώτου
άνδριάντος, δν ή τού 'Έ6νους εύγνωμοσύνη, δαπάναις τού έν 'ΑλεξανδρείQ γενναιόφρονος όμογενούς, Κυρίου Γ.
· Αβέρωφ,
έγείeει πρό τών προWρων τού Πανελληνίου Πανδιδακτηρίου, είς τόν ύπέρ τής έλευδερίας ήμών έκουσίως δυσιασ6έντα
άοίδιμον Πατριάρχην Γρηγόριον τόν Ε'. Τήν έ{}νικήν ταύτην καί άκαδημα"ίκήν πανήγυριν 6έλοντες
νά λαμπρύνωμεν άξίως καί τής ήμέρας καί τού μεγαλωνύμου Πατριάρχου καί νά κοσμήσωμεν μέ άει6αλή στέφανον έξ άν6έων τού μεν ύμάς,
' Ελικώνος,
κρίνομεν άναγκαίον νά παρακαλέσω
κύριε Βαλαωρίτη, δπως διά τής ήδυεπούς καί
έ6νικωτάτης ύμών γλώσσης προσάyορεύσητε τόν άνδριάντα
τού άδανάτου τούτου τέκνου τής νεωτέρας 'Ελλάδος τού
παρασκευάσαντος δ σον τό έπ · αύτφ τά τού μεγάλου ήμών άγώνος καί τελεταίον Wσαντος καί τήν ψυχήν αύτού ύπέρ τής
ήμετέρας έλευftερίας. ·Επειδή ύμείς, ποιητά, είσttε έκ τών πρώτων καί έκλεκτών
παιδευμάtων τού Πανεπιστημίου, προσδοκQ τούτο παρά τής
Πανελληνίου ύμών μούσης ϋμνον άντάξιον τής τε ήμέρας καί
199
τού Πατριάρχου καί δικαιούται, νομίζω, νά μή διστάζη δτι
δέλετε άποδεχδfl τήν παράκλησιν ήμών ταύτην διά τής
ίδιαζούσης ήμών προδυμίας πρός πάν δ,τι συντελεί είς δόξαν
καί τιμήν τών μεγάλων τού ίερού άγώνος άνδρών. 'Έτοιμοι δ'
οντες νά χορηγήσωμεν πάσαν έίδησιν, ijτις δυνατόν νά ήναι
χρήσιμος είς τήν ποιητικήν ύμών φαντασίαν, άναμένομεν τήν περί τούτου δήλωσιν τής ύμετέρας δελήσεως.
Έν ΑΘΗΝΑΙΣ, τfι
1
Φεβρουαρίου
1872.
'Ο Πρύτανις
ΕΥΘ. ΚΑΣΤΟΡΧΗΣ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΥΤΑΝΙΝ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ Κ. ΕΥΘ.ΚΑΣΤΟΡΧΗΝ
Καίτοι συναισδανόμενος τήν άδυναμίαν μου καί μόλις
τολμών νά προσηλώσω τά βλέμματά μου έπί τού ούρανωυ
σκηνώματος ενιtα βασιλεύει ή ψυχή τού μεγάλου τής νεωτέρας 'Ελλάδος ά{}λητού, άποδέχομαι μετά βα{tυτάτης συγκινήσεως
τήν ύψηλήν Εντολήν, ην εύηρεστήδητε νά μοί διαπιστευδήτε.
· Εστέ
ενφ
δέ βέβαιοι δτι ύπείκων είς τήν ύμετέραν πρόσκλησιν, μή διαψεύσω τάς περί έμού έλπίδας τού
φοβούμαι
'Εtrvικού
Πανεπιστημίου,
άφ'
έτέρου
παρηγορούμαι
καί
Ενισχύομαι προσδοκών κρίσιν έπιεική παρ' ύμών, dίτινες μόνοι δύνασttε νά καταμετρήσητε τό ύψος καί τάς διαστάσεις {}έματος άλη{}ώς γιγαντιαωυ, περικλεωντος έν έαυτ<ί) άπέραν τον ίστορίαν Ενδόξων άναμνήσεων καί προκειμένου νά περιο ρισttft δι· έμού έντός τών στενωτάτων όρίων ένός ϋμνου ή ένός δι{}υράμβου. 'Η εύχή τού άοιδίμου Γρηγορίου γένοιτό μοι άρωγός καί
προστάτις!
Έν ΛΕΥΚΑΔΙ, rfι
10
Φεβρουαρίου
1872.
ΑΡΙΣΤ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
200
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ
«ΑΝΔΡΙΑΣ
Τό 'Ελληνικόν 'ΈDνος, κατά τήν άπέραντον καί ζοφεράν
νύκτα τής δουλείας, ού μόνον διετήρησεν άκμαίαν τήν περι
άναγεννήσεως καί πλήρους αύτού άποκαταστάσεως πίστιν
του, άλλά διέσωσεν άλώβητον καί τήν ίδέαν τής ένότητός του.
·Η
· ΟρDόδοξος
'Ανατολική ·Εκκλησία ύπήρξε πρό πάντων
ή ίερά κιβωτός ένDα προσέφυγε καί δαυμασίως διεσώDη άπό
τής πλημμύρας τών άλλο φύλων τό dίσt)ημα τής 'Εδνότητος.
·Επειδή δέ όρατή κεφαλή τής έκκλησίας ταύτης ύπήρχεν ό
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, έπόμενον ήτο νά δεωρήται
ούτος ώς πατήρ καί ώς ήγέτης τής φυλής άπάσης.
Κατά τήν έναρξιν τού ίερού άγώνος κατείχε τόν Πατριαρ
χικόν δρόνον Γρηγόριος ό Ε', δστις ώς άνώτατος πνευματικός "Αρχων τών άπανταχού ·Ελλήνων, έκράτει άνά χείρας πάντα
τά μυστηριώδη νήματα τής μεγάλης ήτων έκείνων ένεργειών δι'
· Ελληνικής
συνωμοσίας
καί διετέλει έν πλήρει γνώσει τών άκαταπαύστων καί άκατανο
ών οί Φιλικοί ώργάνιζον καί
προπαρεσκεύαζον τήν έπανάστασιν.
Δοt>έντος τού συνδήματος καί μόλις κροτήσαντος τού πρώτου πυροβόλου, ή Όδωμανική άρχή δέλουσα δι' ένός φοβερού κτυπήματος ή νά καρατομήσn άμέσως τόν άγώνα ή νά έμπνεύσn είς τούς πρωταt>λητάς αύτού τοιούτον τρόμον οοστε νά παραλύσn τήν πρώτην άκατάσχετον όρμήν του,
άνενδοιάστως συνέλαβε, κατά τήν ήμέραν τής ·Αναστάσεως τόν Πατριάρχην καί μετά μυρίας ήδικάς καί φυσικάς βασάνους άπηγχόνισεν αύτόν έπί παρουσίι;ι τών Μεγάλων Χριστιανικών
τής Εύρώπης Δυνάμεων, ποταπώς τότε καί άνάνδρως περιποι ουμένων τόν ήγεμονεύοντα Μαχμούτ, λά{}ρα δέ ύποδαυλιζου σών 'ίσως καί τήν κα{}' ήμών λύσσαν του·.
Τό ίερόν λείψανον τού μεγάλου τής ·Ελλάδος έt>νομάρτυ
ρος έμεινε τρεί.ς όλας ήμέρας κρεμάμενον έπί τής άγχόνης, ϋστερον δέ παρεδό{}η εί.ς χείρας τού μαινομένου όχλου τών
δημίων καί διασυρftέν κα{}' δλας τάς ρύμας καί τάς άγυιάς τού
Βυζαντίου, ως τι ftνησιμαίον άνάξιον ένταφιασμού έρρίφδη είς
.201
τά βά{}η τού Βοσπόρου. ·Αλλ' ό Θεός ό 'Ύψιστος παρέλαβεν αύτό έκ τών κόλπων τής ftαλάσσης καί τό διεπιστεύ'fiη είς χείρας τής όρftοδόξου
· Ρωσσίας,
ήτις άπέδωκεν αύτφ τιμάς
αύτοκρατορικάς καί λατρείαν άνάλογον πρός τόν τερατώδη όγκον τού διαπραχftέντος στύγερού κακουργήματος καί τής
ύψηλής 'fiέσεως, ήν κατείχεν έν τφ πληρώματι τής ·Εκκλησίας ό
άπηγχονισ'fiείς Ποιμενάρχης.
'Ως
άλ.η-δή
καί πραγματικόν άρχοντα τού
·Ελληνικού
'Έ'fiνους
έ{}εώρησε λοιπόν τότε ή
Όftωμανική άρχή τόν
άοίδιμον Πατριάρχην, καί έκ τής πεποιftήσεως ταύτης όρμωμέ
νη, έφαντάσftη δτι, άποκοπτομένης τής κεφαλής, νεκρά ftά
κατέπιπτον καί τά λοιπά μέλη τού έ6νικού όργανισμού. Αί δέ τελεσftείσαι άνοσιουργίαι έπί τού μαρτυρικού λειψάνου ούδέν άλλο έσήμαινον εί μή κολαφισμούς καί ϋβρεις κατά τού
προσώπου τής
· Ελλάδος.
'Η έντύπωσις, ήν παρήγαγεν έπί τής ψυχής τών μαχομένων
·Ελλήνων ή άπαγχόνισις τού άρχηγού τής όρftοδόξου 'Ανατο λικής ·Εκκλησίας, ύπήρξε τρομερά. 'Έπεσαν κατά γής άπό τών χειρών τών γενναιοτέρων πολεμιστών παράλυτα τά δπλα καί
δρήνος μέγας καί κοπετός άπερίγραπτος έξερράγη άπό τών
σπλάγχνων τού 'Ελληνισμού. 'Αλλ· εύt)ύς μετά ταύτα άσβε στος δίψα έκδικήσεως καί ή κοινή συναίσftησις, δτι ή μεγάλη
καί άγία ψυχή τού Γρηγορίου είχε κατοικήσει έν τft καρδίg τών
ύπέρ πίστεως καί πατρίδος μαχομένων, άνεζωαyόνησε τόν
άγώνα καί έδωκεν είς αύτόν χαρακτήρα ώρισμένον καί
άμετάτρεπτον. 'Ιδού διατί έν τφ έπομένφ στιχουργήματι τά σπουδαιότερα άttλα τής έπαναστάσεως καί ή άκαταμάχητος
καρτερία τού γένους έν ταίς σuμφοραίς παρίστανται ώς άκτίνες
φωτοβόλοι έκπεμπόμεναι άπό τής άγχόνης τού Μεγαλομάρ τυρας Πατριάρχου ώς άπό μυστηριώδους καί άκοιμήτου
φλογός.
·Αλλά
μετά τήν
κατάρτισιν τού
· Ελληνικού
Βασιλείου
(κρίμασιν ο"'ις οίδε Κύριος!) ή ψυχή τού 'Ελληνισμού ώς aν
ηftελεν άπροσδοκήτως άπολι'fiωδή, έμεινεν άδρανής. 'Ο δρκος τών Φιλικών έλησμονήδη καί κατ' όλίγον έσβέσftη ή έκ τού
μαρτυρίου τού Πατριάρχου προκύψασα έντύπωσις καί ό έξ
202
αύτής γεννηitείς έν τfi καρδίι;χ τού 'Έitνους πόitος αίωνίας
έκδικήσεως.
Τού άπαισίου τούτου ψυχικού λη-θ·άργου πιστήν έκπροσώ
πευσιν Wεώρησα τόν άνδριάντα τού άοιδίμου Γρηγορίου, άλλά συνάμα έξέλαβον αύτόν καί ώς σύμβολον μελλούσης άναστά
σεως. 'Ηitέλησα δέ πιστώς ύπείκων είς τάς δοξασίας μου νά
διακηρύξω καί πάλιν δτι οϋτε ή άπελευ6έρωσις μικράς τινος γωνίας τής 'Ελληνικής γής, ούτε αί καλλοναί τής πρωτευούσης,
ούτε τά itυμιάματα ήμών τών μεταγενεστέρων, δύνανται νά
έξυπνήσωσι τήν κοιμωμένην ψυχήν τού ·Ελληνισμού, καί δτι
πεπρωται να προκοπτn και να επιτuγχανn πας αγων αφορων
μόνον διά τών αύτών έκείνων ένεργειών καί παt>ημάτων δι' ών , , , , ,, , -,.,'
-
είς τήν πλήρη άποκατάστασιν μιάς φυλής, Dά κατορ'δώσωμεν
καί ημείς ν' άνακτήσωμεν τήν κληρονομίαν τών πατέρων μας. Αύτη είναι η κυρία ίδέα η άπ' άρχής μέχρι τέλους
έμπνέουσα τό στιχούργημά μου.
Προσκληt>είς ύπό τού πρυτάνεως τού 'Εδνικού Πανεπι
στημίου Κυρίου Καστόρχη, τού καί συντελέσαντος μεγάλως διά
τών άκαμάτων αύτού προσπαδειών είς τήν άνακομιδήν τού
ίερού λειψάνου, νά προσφωνήσω διά στιχουργήματος τόν άνδριάντα δν έδωρήσατο ημίν ό άκραιφνής πατριωτισμός τού ήμετέρου 'Αβέρωφ, όμολογώ δτι έδίστασα ν' άποδεχt}ώ ού μόνον διότι μ' έφόβιζεν η εύρύτης καί τό ύψος τού t>έματος, άλλά καί διότι, κακft τύχη, ίδέαι τινές, καίτοι φιλοστόργως
διαttρέψασαι
τό
ειtνος
έπί μακρούς
αίώνας,
'δεωρούνται
σήμερον ώς ληρήματα κενά καί ώς καπνοί ποιητικοί έξερχόμε
νοι τού έγκεφάλου όλίγων φαντασιοκόπων ή πηγάζοντες έκ
τών κερδοσκοπικών διαttέσεων πολιτικών τινων ρςιδιούργων. "Αλλως τε καί πώς νά περικλείσn τις τό μεγαλείον μιάς άπο{}εώσεως καί τήν δόξαν πολυετούς άγώνος, έντός τού
στενωτάτου χώρου ένός ϋμνου ή ένός διitυράμβου; Καί δμως έδέχt>ην τήν τιμήν καί τό βάρος τοιαύτης
προσφωνήσεως έν τfι πεποιt>ήσει δτι, δοξασίαι τινες πρέπει νά έκδηλώνται καί νά διακηρύσσωνται πολύ περισσότερον δταν
διώκωνται καί χλευάζωνται, παρ' άνάγκην ύποστηρίξεως. δταν, μεταβαλλόμεναι είς
κοινήν πεποίftησιν καί είς καttολικήν πίστιν ούδεμίαν έχωσιν
203
Τήν ύψηλήν ταύτην έντολήν εχει καί σήμερον ή 'Ελληνική
ποίησις, 'fiέλει δέ έκπληρώσει αύτήν μένουσα πιστώς προσκε
κολλημένη
είς τάς άρχαίας Wνικάς παραδόσεις καί μετά
fiρησκευτικής άφοσιώσεως άναμιμνήσουσα πάντοτε είς δσους
{tέλουσι νά τήν άκούσωσιν, ότι άφέ{)η άτελείωτον τό εργον τών πατέρων μας καί ότι πρέπει νά συμπληρω{}fj.
'Εν ΑΘΗΝΑΙΣ, τ-fl
25
Μαρτ-ίου
1872
ΑΡΙΣΤ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Ο ΑΝΔΡΙΑΣ ΤΟΥ
ΑΟΙΔΙΜΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Ε'.
ΠΑΤΡΙΆΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝτΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΥΠΟ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΒΑΛΑΩΡΙτΟΥ
Πώς μάς ttωρείς άκίνητος; ... Πού τρέχει ό λογισμός σου
Τά φτερωτά σου τά όνειρα; ... Γιατί 'ς τό μέτωπό σου
Νά μή φυτρώνουν, γέροντα, τόσαις χρυσαϊς άχτίδαις
"Οσαις μάς δίδ' ή όψη σου παρηγοριαίς κ' έλπίδαις; ...
Γιατί ·ς τά ούράνια χείλη σου νά μή γλυκοχαράζη
Πατέρα, ένα χαμόγελο; ... Γιατί νά μή σπαράζη
Μέσα ·ς τά στήttη σου ή καρδιά καί πώς ·ς τό βλέφαρό σου
Οϋτε · ένα δάκρυ έπρόβαλε, οϋτ' tλαμψε τό φώς σου; ...
·
·Ολόγυρά σου τά βουνά κ' οί 'λόγγοι στολισμένοι
Τό λυτρωτή τους χαιρετούν ... ·Η ftάλασσ' άγριωμένη
·Από μακρά σ· έγνώρισε καί μ· άφρισμένο στόμα
Φιλεί, πατέρα μου γλυκέ, τό έλεύδερο τό χώμα
Πού σέ κρατεί· ς τά σπλάχνα του ... Θυμάται τήν ήμέρα
· Οπού
κι· αύτή ς τόν κόρφο της, σαν τρυφερή μητέρα,
204
Πατέρα μου, σ' έδέχδηκε ... Θυμάται ·ς τό λαιμό σου
Τό ματωμένο τό σχοινί, καί 'ς τ' άγιο πρόσωπό σου τ· άτιμα τά ραπίσματα ... τό βόγκο ... τή λαχτάρα .. .
Τού κόσμου τήν ποδοβολή ... Θυμάται τήν άντάρα .. . Τήν πέτρα πού σού έκρέμασαν ... τήν γύμνια τού νεκρού σου ... Τό φοβερό τό άvάβρασμα τού καταποντισμού σου ...
Δέν έλησμόνησε τή γή πού σώγινε πατρίδα,
Ούτε τό χέρι πού εύσπλαχνο μ' όλόχρυση χλαμίδα
Τή σάρκα σου έσαβάνωσε τή t}αλασσοδαρμένη 'Όταν, πατέρα μου, άκαρδοι, γονατισμέν' οί ξένοι Τό άιμα σου έγλυφαν κρυφά ·ς τά νύχια τού φονιά σου .. .ι Τώρα σέ βλέπει γίγαντα, πατέρα, ή t}άλασσά σου ... Τό λείψανό σου τό φτωχό τό ποδοπατημένο,
τ' άνάστησε ή άγάπη μας κ' έδώ μαρμαρωμένο
Θά στέκη όλόρδο, άκλόνητο κ' αίώνιο t}ά νά ζήση
Νάναι φοβέρα άδιάκοπη ·ς 'Ανατολή καί Δύση ... Πενήντα χρόνοι έπέρασαν σάν νάτανε μιά μέρα!. ..
Γιά σάς όπού ήσt>ε ά6άνατοι φεύγουν γλυκαίς, πατέρα,
Πετούν ή ώραις άμετραις 'ς τού τάφου τό λιμάνι ...
Γιά μάς ... καί μόνη μιά στιγμή άρκεί νά μάς μαράνη ...
Πενήντα χρόνοι έπέρασαν κι' άκόμ' ή άνατριχύλα
Βαt>ειά μάς βόσκει τήν καρδιά.,. Μέ τά χλωρά τά φύλλα 'Αν6οβολεί κι' ό τάφος σου καί 'ς τό μνημόσuνό σου 'Υψώνεται ·ς τόν ούρανό τό νεκρολίβανό σου Μέ τών άνt>ών τή μυρωδιά καί μέ τό καρδιοχτύπι
ι. Ε\ιWς μετά τήν καρατομίαν τού Κωνσταντίνου Μουρούζη έξεδόt}η διάταγμα άnαγορεύον, tnί noινfl 6ανάτου, τήν άnόδρασιν όίου δήnοτε ραγιά
καί ύnό πάσαν ξένην σημαίαν. ·Ο Σουλτάνος έζήτησε τήν άναγνώρισιν τού
τοιούτου φονικού διατάγματος καί t:λαβε διά τής τόσφ έτοίμου δσφ καί
άνεξηγήτου σγκαταΟέσεως τών άντιnροσώnων τών Ε\ιρωπα'ίκών Δυνάμεων, τό
δικαίωμα τής άμέσου έρείινης παντός άnοnλέοντος πλοίου. Μόνος έξ δλων ό
τής
· Ρωσσίας
Παύλος 'Αλεξανδρίδης Στωργανώφ ήναντιώ6η διά διαγγέλματος
κατά τής παραδοχής άρχής τοιαύτης ώς άντιβαινούσης εl.ς τάς συν6ήκας.
(Φιλήμονος Δοκ. Ίστ. Μέρος Γ
.
Κερ. Χ·. Σελ.
213).
205
Τού κόσμου πού έζωντάνεψες ... Γέροντα, τί σού λείπει; .. .
Πώς μάς -δωρείς άκίνητος; ... Πού τρέχει ό λογισμός σου; .. . Ποιός είν' ό πό-δος σου ό κρυφός καί ποιό τό μυστικό σου;
Είχαν ξυπνήσει άνέλπιστα οι νεκρωμένοι δούλοι
Κι' άπό τό γέρο Δούναβη ώς τ' άγριο Κακοσούλι
'Έβραζε γή καί -δάλασσα ... Σεισμός, φωτιά; τρομάρα,
Σπαttί καί ψυχομάχημα καί δάκρυ καί κατάρα ...
'Εβρόντουν κι' aστραφταν παντού τά κλέφτικα λημέρια ... Γοργά τού Χάρου έttέριζαν τ' άχόρταγα τά χέρια, κ· ήταν ό πόλεμος χαρά, τά φονικά παιγνίδια ...
Μέ μιάς ttολώνουν τού 'Όλυμπου τά χιονισμένα φρύδια Καί μαύρα νέφη άπλώνονται ·ς τού Κίσσαβου τή ράχη ...
'Ανατριχιάζουν τά κλαριά καί τά νερά κ! οί βράχοι
Μένουν παράλυτα, νεκρά, σάν νάχε διαπεράσει
Κρυφό μαχαίρι αύτήν τή γή κ· έσκότωσε τήν πλάση ... Είχε προβάλει άπό μακρά πουλί κυνηγημένο Σά σύγνεφο μέ τό βορειά καί μαυροφορεμένο
Σκοτείδιασε τόν ούρανό μέ τά πλατειά φτερά του,·
Καί μέ φωνή πού έξέσχιζε σκληρά τά σω-δικά του
Έρέκαξε κ' έβρόντησε ... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!. .. «'Απ' άκρη 'ς άκρη ό χαλασμός ... Κρεμούν τόν Πατριάρχη>>!
Τού μυστικού διαλαλητή πέφτει 'ς τή γή, ·ς τό κύμα Τό φλογερό τό μήννμα κι' άπό ενα τέτοιο κρίμα
' Εφύτρωσε
άσβεστη φωτιά καί μέ τή δύναμή σου
'Ε'θ'έριεψε, έζωντάνεψε τ' άτιμο τό σχοινί σου
Κ· εγινε φίδι φτερωτό 'ς τόν κόρφο τού φονιά σου .. . Καλόγερε, πώς δέν ξυπν(Χς νά ίδής τά t)αύματά σου; .. .
·Αναστηλώνεται ό Μωριάς ... ·Η ·Ρούμελη μουγκρίζει ...
·Ιδρώνουν άιμα τά βουνά, τό δάκρυ πλημμυρίζει... Παντού παράπονο βαW κι· άλαλαγμοί καί ttρήνοι ...
Διαβαίνει μαύρ' ή άνοιξη ... Τά ρόδα μας, οί κρίνοι
Λησμονημένοι τήκονται καί τά πουλιά σκιασμένα
'Αφίνουν ερμη τή φωλειά καί φεύγουνε 'ς τά ξένα ...
206
'Σ τού Γερμανού τό μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζει
Τού γένους τό ξημέρωμα ... Πάσα ματιά του σφάζει ...
Διωγμέν' άπό τόν Κάλαμο, μέ τήν ψυχή 'ς τό στόμα
Χιλιάδες γυναικόπαιδα, δέ βρίσκουν φούχτα χώμα
Ν ά μείνουν άκυνήγητα. .. κι' ό Χάρος δεκατίζει ...
·Ρυάζεται ό Βάλτος, σά {)εριό τή χαίτη του άνεμίζει .. .
Φλόγα παντού καί σίδερο ... δέ
{) ·
άπομείνn λόttρα .. .
'Σ τήν Κιάφα νεκρανάσταση ... 'ς τού Πέτα καταβόttρα ... Πέτρα δέ μένει άσάλευτη ... κλαρί χωρίς κρεμάλα ... 'Ερμιά καί ξε{)εμέλιωμα 'ς τήν Τρίπολη, 'ς τού Λάλα ...
Κι' όταν τό χέρι έχόρταινε κ' έπεφτε στομωμένο
Ν ά ξανασάνn τό σπαttί 'ς τή {)ήκη ξαπλωμένο 'Εφώναζε ό άντίλαλος... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!. ..
«'Απ' άκρη 'ς άκρη ό χαλασμός ... Κρεμούν τόν Πατριάρχη»!. ..
Φριμάζουν τά Καλάβρυτα ... Καπνίζει τό Ζητούνι ...
Κ' ή Μάνη ή άvυπόταχτη τεντώνει τό ρουttούνι Σάν τό καDάριο τ' άλογο,.νά μυρισδfι τ' άγέρι
Πού, ταχυδρόμος τ' ούραvού μέ τά φτερά του φέρει
Τού Διάκου τή σπιttοβολή καί τήν άναλαμπή του ... ·Ο γυιός τ' 'Ανδρούτζου 'ς τή Γραβιά στηλώνει τό κορμί του
Κ' έπάvω του, σάv νάτανε ttεόχτιστο κοτρώνι,
Συντρίβεται ή 'Αρβανητιά μέ τόν 'Ομέρ Βρυώνη ... Φεγγοβολούν τά πέλαγα ·ς τήν Τένεδο, 'ς τή Σάμο
Καί κά{)ε κύμα πώρχεται νά ξαπλω-6fι 'ς τόν άμμο Ξερνώντας άιμα καί φωτιά, φωνάζει ... «Πολεμάρχοι!. ..
«'Εκδίκηση ... άσπλαχνη ... παντού ... Κρεμούν τόν Πατριάρχη!» ...
Τ ό Σούλι τό άνυπόμονο ψηλά 'ς τό Καρπενfισι
Τού Βότζαρή σου τήν ψυχή Ύιά νά σέ προσκυνήσn
Σού στέλλει αίματοστάλαχτη... 'Σ τόν τάφο του κλεισμένο
Τό ΜισολόVΎι σκέλεδρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,
Δέν παραδίδει τ' άρματα, δέ γέρνει τό κεφάλι ...
Κρατεί γιά νεκροδάφτη του τό Χρήστο τόν Καψάλη, Τό ράσο τού Δεσπότη του φορεί γιά σάβανό του,
Καί φλογερό μετέωρο πετQ
'ς
τόν σύρανό του
Καί {}άφτεται όλοζώvτανο ... 'Σ τό διάβα του τρομάζουν,
207
Γ άστέρια πού τό κύτταζαν καί ταπεινά μεριάζουν ...
Κλαρί δέ φαίνεται χλωρό καί τό στερνό χορτάρι
Πιδμενε άκόμα πράσινο, τ' άράπικο ποδάρι
Τό μάρανε, τό σκότωσε ... Χορτάσαν οί κοράκοι ... 'Σ τή
· Ράχοβα,
'ς τό Δίστομο μέ τόν Καρα·ίσκάκη
'Αδερφωμένο πολεμQ τής Λιάκουρας τό χιόνι ...
Θερίζει τ' άσπλαχνο σπα-δί κι' ό πάγος σαβανώνει ...
Πλαταίνει πάντα ή ~ρημιά καί τό σχοινί σου σφίγγει Τού λύκου μας τού έφτάψυχου τ' άχόρταγο λαρύγγι ...
·Ο
κόσμος άνταριάζεται... Καί τά σκυλόδοντά του
Ξερριζωμένα πνίγονται μέ τά Qυασήματά του
·Σ τού Ναβαρίνου τά νερά
... καί
φεύγει ... 'Ανάttεμά τον! ...
'Εσκόρπισαν τά σύγνεφα μέ τ' άστραπόβροντά των Καί κούφια άπέμεινε ή βοή τού μαύρου καταρράχτη ...
Μ' αύτά ... μ' αύτά τά κόκκαλα, τά τρίμματα, τή στάχτη
'Εχτίσαμε, πατέρα μου, τή φτωχική φωλειά μας,
Κ' έκείtt' έφύτρωσε ή μυρτιά καί τά δαφνόκλαρά μας Π' άνf}οβολούν τριγύρω σου... Γιατί τά δάχτυλά σου
'Ακίνητα δέν εύλογούν τά μαύρα τά παιδιά σου; ... 'Σ τ' άνδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρ' άπό τήν 'Ελλάδα 'Ερρίζωσε τόσο βαttειά τού Χάρου ή φαρμακάδα
Π' οϋτε τού
' Ρήγα
ή συντροφιά, καλόγερε, δέ φδάvει
Τά σφραγισμένα χείλη σου ν' άνοίξn, νά γλυκάνn; ... '
Οϋτε τό φώς τό άκοίμητο πού 'ς τό πλευρό σου χύνει Αύτό μας τό περήφανο τό φλογερό καμίνι; ... 2
Οϋτε τά δένδρα, τά πουλιά, τά πράσινα χορτάρια ...
Οϋτε τά Βασιλόπουλα, τού Θρόνου μας βλαστάρια,
Πού ftάρχωνται νά χαιρετούν τού ποιητή τήν λύρα,
Καί νά ρωτούν πώς fγινε τό ράσο σου πορφύρα; ...
1. 2.
Γνωστόv δτι ό άνδριάς τού ·Ρήγα άνηγέρδη κατά τήν δεξιάν πλευράν
τού Πανεπιστημίου. Τό Πανεπιστήμιον.
208
Τί δέλεις, γέροντ' άπό μάς; ... Δέ νοιώδεις μιά ματιά σου Πόσαις δά έφλόγιζε καρδιαίς κι' άπό τά σω{)ικά σου
Πόση δά έβλάστανε ζωή; ... Πώς δέν ξυπνάς, πατέρα, ...
Δέ φέγγει μές 'ς τό μνfίμα σου οϋτε μιά τέτοια μέρα; ...
,Τό μάρμαρο μένει βουβό ... Καί δά νά μείνη άκόμα
Ποιός ξέρει ως πότ' άμίλητο τό νεκρικό του στόμα ...
Κοιμάται κι' όνειρεύεται... Καί τότε δά ξυπνή ση
'Όταν 'ς τά δάση, ·ς τά βουνά, ·ς τά πέλαγα βροντήσn
Τό φοβερό μας κήρυγμα ... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!. ..
Μή λησμονfjτε τό σχοινί, παιδιά, τού Πατριάρχη!» ...
'Αριστοτέλους Β αλαωρίτου. Άπό τήv ώδή ατόv lJάvaτo
τού Σολωμού.
·········•••••········•·•····•··································•···········•••••········•
'Επέρασε τό λάλημα
Λόγγους, βουνά, λιβάδια, Καί τό νεράκι πώτρεχε
Κρυφά μές τά λαγκάδια, Χαρούμενο σάν τάκουσε Μές τόν άφρό τό παίρνει
Καί τρέχοντας τό φέρνει
Στό κύμα τού γιαλού.
Κ' εύWς τό κύμα φούσκωσε·
'Εμάνιωσε, δηριεύει,
Βλέπει τή γήν έλεύδερη
Καί βράζει καί ζηλεύει. Βογκάει κι' άνδρειεύεται, 'Αφρίζει, μεγαλόνει
Καί τήν κορφή ψηλόνει Σάν τήν κορφήν βουνού. "Αχ! τότε πόσα βλέμματα,
Πάστράφταν σάν άστέρια,
209
'Εκύτταξαν τή δάλασσα· Καί πόσα, πόσα χέρια,
Σάν νάταν άπό μάρμαρο Βαρειά κι' άνδρειωμένα,
' Εδείχναν
τεντωμένα
Τό κύμα στό γιαλό. Γιατί κρυφός χτυπόκαρδος
Τούς είπε πώς -6ά ίδούνε
Μιά μέρα ν' άνεμίζουνε,
Στ' άγέρι νά πετούν ε,
Φλάμπουρα γαλανόλευκα,
Σάν κύ ματ' άφρισμένα,
Περίφαν' άπλωμένα
Σέ πέλαγο έttνικό.
·Ωστόσο πάντα ή -6άλασσα
Γρούζει, βογκ(ί, μουκρίζει,
Πάντα σπαράζει, δέρνεται
Βράχους, βουνά κλονίζει ...
Κρύψου βα-6ειά στά σύγνεφα Καί μή φανfiς, φεγγάρι, Δέ βλέπεις τόν Κανάρη Πού στή βοή ξυπνά;
· Εξύπνησε
σά βάρυπνος,
Πετιέτ' άπό τό μνήμα
Καί τρέχει κι' άγκαλιάζεται
Μέ τaγριο τό κύμα,
Καί δίνουνε άχώριστη
Καί τρομερή φιλία
Δύο aσπονδα στοιχεία Τό κύμα κ' ή φωτιά. Καί σάν άνταμω-6ήκανε
κ· έβγηκαν ν' άρμενίσουν,
Πλακόνει μαύρος t)άνατος
210
'Εκείνους π' άπαντήσουν. Είναι πλατύ κι' εύρύχωρο Τό μνήμα τής ttαλάσσης ...
Κανάρη, μή δειλιάσnς,
Θυμήσου τά Ψ αρά. Γιατί, γιατί δέν ήμουνα
Τού κεραυνού σου άχτίδα,
Γιατί κι' έγώ τής fiάλασσας
δέν ημουν μιά ρανίδα,
Ν άλttω μ' έσένα συντροφιά,
Κανάρη, κειό τό βράδυ,
Σάν άνοιξες τόν (iδη Κ' tφαγες τήν Τουρκιά;
Γιά νά σού λέγω πάντοτε,
Κανάρη, μή δειλιάζnς
Νά καϊς νά πνίγnς, νά χαλgς,
Τούς άπιστους νά σφάζnς
Κι' άνάμεσα στά γαίματα
Ν' άνάφτω τήν όργή σου Φωνάζοντας, «Θυμήσου
Τά λόγια τ' άηδονιού!»
Τά λόγια πού σού έλάλησε
Γλυκά στό περιβόλι, Τότε σάν ήλfiε σκούζοντας τ ό ερμο άπό τήν πόλι,
Καί σούπε πώς άπάντησε "Α γιο κορμί πνιμμένο,
Στήν άκρη πεταμένο
Τού tρημου γιαλού.
Καί σούπε πώς έσίμωσε
Γιά νά τό ψηλαφήσn,
Καί βλέπει ... κι' άνατρίχιασε ...
211
Καί πέφτει νά φιλήση. Κ· έκεί πού έπλησίασε
Στού μάρτυρα τά χείλη,
Σχοινί γιά πετραχήλι
Τού βλέπει στό λαιμό.
Καί τόσο aσπλαχν' ή ftηλειά
Τόν Πατριάρχη σφίγγει,
τόσο τού χώνεψε βαftειά,
Πιδκοψε στόμα δεύτερο,
πού μέρα νύχτα κράζει καί πάντα σάς φωνάζει «·Εκδίκηση ζητώ». Τό φοβερό τό μήνυμα
Σάν εφερε τάηδόνι,
Τραβιέτ' έπάνω στά βουνά
Καί τά φτερά διπλόνει,
Κι' άναγαλλιάζει βλέποντας
Τή δάφνη του ν' άνftίζn Στά μαύρα τά όρφανά.
·········································~················································
Μέ άφορμή τόν έορτασμό τής πεντηκονταετίας άπό τό
μαρτυρικό ftάνατο τού πατριάρχου καί τή μεταφορά τών
λειψάνων εγιναν καί πολλές aλλες έκδηλώσεις καί παρετηρήfiη
ζωηρή λογοτεχνική παραγωγή. ·Ο γνωστός μεγάλος βυζαντινο
λόγος
καί
πολιτικός Σπυρίδων Λάμπρος
άνέγνωσε στόν
'Απριλίου
Φιλολοyικό Σύλλογο «Παρνασσόρ>, στίς
άφιερωμένο στόν πατριάρχη β' μέρος.
24
1871,
'δαυμάσιο διμερές ποίημα άπό τό όποίο παραf}έτουμε τό
Σιωπηλοί, άλλά φαιδροί καί έστεφανωμένοι κηδεύουσιν οί 'Έλληνες πολύδακρυν νεκρόν.
212
"Αttικτος ή μεγάλη του καρδία έτι μένει, τά χείλη τά Qοφήσαντα τό πόμα τό πικρόν.
Κλίνατε, γόνυ, 'Έλληνες, καί κλαύσατε έκεϊνον,
καί δι' άν{)έων στέψατε τόν άνδρα εύωδών.
Κηδεύεται Γρηγόριος ό πρώτος τών 'Ελλήνων,
είς δν ό ·Ρήγας ijνοιξε μαρτυρικήν όδόν.
Τό έitνος πλέον έπαυσε τόν δούλιον ύπνώττον·
άπό τής Λαύρας έλαμψε πορφύρα τής ήούς, άκτίνες δπλων χρυσαυγείς καί πυροβόλον πρώτον
άνατολήν άνήγγειλαν ήμέρας έκλεούς.
·Η "Ανοιξις περιστεφής, γελώσα έγκολπούται
έπανιούσαν τήν σεπτήν έξόριστον itεάν· αύτή μέ τής άνοίξεως τά ρόδα στεφανούται,
καί τείνουσιν ώς γνώριμοι άρχαίοι δεξιάν.
'Ελευttερία, "Ανοιξις έπί πτερών άνέμου χείρα μέ χείρα, άδελφαί προβάλλουν γελασταί,
καί μ' άνttη στεφανόνουσι τά δπλα τοϋ πολέμου, δπου, ·Ελλάς, άγωνι(Χς κ' ύβρίζεσαι, Χριστέ. Γενναίοι, δρέψατ' άφειδώς τάς δάφνας τών λειμώνων
κοσμείτε τά τροπαϊά σας μέ μύρτους εύ{)αλεϊς·
μέ ciιμα έποτίσitησαν τοσούτον ήδη χρόνον, καί νίκας άναμένοντες ύψούνται δαψιλείς.
Ναυβάται, στέλλει ζέφυρον ή άνοιξις εύώδη·
ό πόνrος ηπλωσεν ώς σείς σημαίαν κυανήν.
Φωτίσατε μέ τούς δαυλούς τά σκότη τά ροώδη, δότε σπινitηρακίζουσαν είς Πλοία καλλονήν.
A1t
σάς γνωρίζει, σάς πονεί ή i}άλασσα, ναυμάχοι.
Κοιμάται είς τούς κόλπους της ή μήτηρ σας ·Ελλάς. Πολλάκις άπό aιμ · αuτής τό στήitός της έβράχη,
καί σπλάγχνα της έπόρφυραν τάς κυανάς στολάς.
213
Μίαν ήμέραν άλγεινήν πρό πάντων ένθυμείται.
-«Ίί έχεις φίλη;». κ· έσταζε τό άιμα κρουνηδόν,
-τοιούτον άιμα &γιον ποτέ δέν λησμονείται
καί τήν 'Ελλάδα έπνιγε βαρεία άλγηδών. Πονεί, παραπολύ πονεί, τό άιμα τής καρδίας, όπόταν φεύγη ζωηρόν άκόμη καί ttερμόν.
Είναι σκηνή όδυνηρά άγρίας τραγφδίας,
έμπλέκουσα τήν ϋπαρξιν είς δίκτυ σπαραγμών.
Καί ήτο ό Γρηγόριος καρδία τής πατρίδος, καί ή 'Ελλάς σπαρακτικήν
(·,,,
ηκεν οίμωγήν.
'Η itάλασσα τήν ijκουσε καί σπεύδει μετ' έλπίδος
νά έπουλώση τήν σκληράν, τήν στάζουσαν πληγήν.
Είς τών ύγρών πυitμένων της τό βαth>κύμον στρώμα
κρεουργημένον έρριψαν, κατεσκληκός, γυμνόν
τό πρώην χρυσοστόλιστον τού Πατριάρχου σώμα, έν φ ψυχή διέμενε φυγάς τών ούρανών. Λούει, μυρόνει τόν νεκρόν ή itάλασσα λαβούσα,
στολίζει τούς πλοκάμους του μέ φι:·κη χλοερά,
τφ ψάλλει μυρολόγια τού κύματος ή Μούσα,
καί είς τά νώτα εύλαβής τόν dίρει τά ύγρά.
Σ' ε'\Jγνωμονούμεν, itάλασσα τού Κερατίου φίλη,
ή διασώσασα ήμίν τόν άνδρα τόν σεπτόν,
σ' εύχαριστούσιν, 'Οδησσός, τού 'Έλληνος τά χείλη ή έπ' αίώνα ήμισυν λατρεύσασα αύτόν.
Καί σήμερον, κηδεύοντες τόν πρώτον τών 'Ελλήνων,
μνημόσυνον είς aπαντας τελούμεν έορτήν, δσοι είς νύκτα σκοτεινήν δουλείας καί κινδύνων
έλευitερίας i]λπισαν άκτίνα ποitητήν,
'Όσοι έν φ ήπλόνοντο νεφέλαι καταιγίδος
κ' έπέκειντο τής κεφαλής φλογώδεις κεραυνοί,
214
άτρόμητοι τά σήματα άνύψουν τής πατρίδος
κ' ή άστραπή τούς έκαιε τήν δεξιάν δεινή,
'Όσοι, έν φ πύρ έβαλλον τά τής πατρίδος χείλη,
καί τάς άγκάλας έτεινεν αύτή πυριφλεγείς,
έρρίπτοντο άκά{}εκτοι -ήτο 'Ελλάς, ώμίλεικαί πάλιν δούλοι έ{}νησκον πεσόντες κατά γής,
'Όσοι λαμπρών έτύχετε μαρμάρου μαυσωλείων,
δσους ταφεϊον έκρυψεν άπέριττον, πτωχόν,
δσοι κοιμώνται είς βυ{}ούς πυ{}μένων {}αλασσίων
ή τάφον τής καρδίας μας άνεύρον τόv μυχόν.
τους ταφους των μαρτυρων μας κοσμησωμεν σεμνως
Ν αί πλέξωμεν, ώ 'Έλληνες, στεφάνους νεκραν{}έμων, , , , , -
-
aς κλίνωμεν τό γόνυ μας κλονούμενον καί τρέμον, καί σπείσωμεν εν δάκρυον λειβόμενον κοινώς.
Καί δταν 'ίδη ή ·Ελλάς, μετά μορφής πεν{}ίμου
τά τέκνα της τήν έορτήν τελούντα τών νεκρών,
{}ά έίπn «εlνε άξιοι τής δόξης οί υίοί μου,
άδίκως τώρα κύπελλον ποτίζονται πικρόν».
·Ο ·Αλέξανδρος Κατακουζηνός έπίσης σέ άφηγηματικό ποίημα έκ{}έτει τά τού μαρτυρίου καί τής δόξης τού πατριάρ
χου περιγράφων είς δύο μέρη τά λαβόντα χώραν είς τήν Κωνσταντινούπολιν καί τήν · Οδησσόν. Παρα{}έτομεν μικρόν
δείγμα.
Α' Κωνσταντινούπολις
·····································•·····················•·····················•········•············
'Από τού πατριαρχείου τό κλεινόν ήρπάγη Wμα
Καί πρός τό πατριαρχείον όδηγούν αύτού τό βήμα,
Περιφέροντες ώς πταίστην τόν άγνόν κακίας πάσης
'Επί τής ξηράς ήπείρου, έπί τής ύγράς {}αλάσσης,
215
Λακτιζόντων τών δημίων, 'Εμπαιζόντων τών άγρίων, 'Ίνα δώσι μαρτυρίας
Ούρανός καί γή καί πόντος τής τοσαύτης άδικίας
Τήν όδόν τήν πλείστην ηδη τήν πολύδακρυν βαδίσας Τάς δυνάμεις του ήσ-δάνδη ό πρεσβύτης έκλυ6είσας.
Διά βραχιόνων τότε φύλακες αύτόν προ{)ύμων Εις έκ δεξιών έκράτει, ετερος έξ εύωνύμων, κ· έν τφ μέσcρ τών άνόμων
' Η κολού-δησε τόν δρόμον, · Ως τό τέκνον τής άσπίλου
Μεταξύ κακούργων δύω άνηρτή{)η έπί ξύλου.
' Επί
τέλους είς τήν itέσιν εφftασαν τού μαρτυρίου,
Πρό τού dίκου τού ·Υψίστου καί πρό τού πατριαρχείου .
.ο
πολύαfiλος τό πνεύμα εμελλεν έδώ ν' άφήσn· Σύμβολον ά{)ανασίας
Στέμμ' αύτόν έδώ ένδόξου μαρτυρίου νά κοσμήση,
· Αλη-δούς
καί μακαρίας,
Καί παράδειγμ' άειμνήστου
Πρός τό ποίμνιον άγάπης ποιμενάρχου φιλοχρίστου.
'Αλλ' ώ ftρήνων πλήρης <δρα! "Ω στιγμή πικρών δακρύων!
'Έξω ϋβρις καί άγχόνη, κ' εσω τών πατριαρχείων Παραδίδεται είς aλλον ό τού πατριάρχου ttρόνος
Κ' εύφημίαι άντηχούσι· καί ύψούνται ταύτοχρόνως
·Ο
μέν έις είς τήν άγρίαν
Τού ftανάτου τιμωρίαν,
Ό δέ αλλος είς τόν itρόνον,
Τόν διά δεκατεσσάρων διαλάμποντα αίώνων .
.,. Ω
Γρηγόριε, τό νέον κόσμημα τής έκκλησίας,
Καύχημα τών όρftοδόξων καί ό στύλος τής {)ρησκείας,
'Όστις τού Δικαιοκρίτου τώρα κά{)ησαι πλησίον Καί τά τάγματα στολίζεις τών μαρτύρων καί άγίων,
216
Καί είς δόξαν aνευ τέλους Θεωρείς τούς άρχαγγέλους,
Μή παρίδnς μου τά έπη·
Τό γνωρίζω ποίος αίνος, ποίος ϋμνος είς σέ πρέπει.
·Αλλά σύ ό συγχωρήσας τοίς βαρβάροις σου δημίοις Πρός τήν άσ{}ενη φωνήν μου συγκατάβασιν δεικνύεις.
Είf)ε άξιώτερός τις τήν σήν δόξαν άνυμνήσn,
Καί τών άρετών σου άινον επαξίως μελφδήση·
"Αλλου έί{} · εν{}ουσιώσα
Σού τά πά{}η μέλΨη γλώσσα
Καί τόν νεκρικόν σου {}ρήνον,
Πρός αίσχύνην τών βαρβάρων καί πρός δόξαν τών 'Ελλήνων
I
Ι
I
I
I
I
Ι
I
I
Ι
I
I
ι
Ι
I
I
ι
ι
I
ι
"
I
I
I
I
I
I
I
I
I
I
Ι
I
I
I
Ι
Ι
Ι
I
I
ι
I
I
Ι
Ι
ι
1
Ι
ι
ι
I
I
I
I
I
I
I
Α~ .αύταί άπάύστως ϋβρεις καί κραυγαί καί βλασφημίαι·
Αί αύταί λι{}οβολήσεις, σαρκασμοί καί λοιδορίαι.
Κ· επί χάρτου γεγραμμένην άνεγίνωσκε τό πλή{}ος
Τού f)ανάτου τήν αίτίαν είς τού μάρτυρος τό στήf)ος Πρός στιγματισμόν τής {}είας
Καί μεγάλης εκκλησίας
«Ούτος ή ν συμπατριώτης
Τών επαναστατησάντων καί άντάρτης καί προδότης».
Οί έκτελεσταί ώσαύτως τής βουλής τών Φαρισαίων,
Οί σταυρώσαντες άδίκως
' Ι ησούν
τόν Ν αζωραίον,
Τόν υίόν καταφροντούντες τού Πατρός τού αίωνίου 'Έγραψαν επί τού ξύλου τού ενδόξου μαρτυρίου "Ο που ώς εγκληματίας
·Α νηρτή{}η ό Μεσσίας
Μετ' άνόμων καί φονέων· «'Ιησούς ό Ναζωραίος, βασιλεύς τών 'Ιουδαίων».
Ποία τώρα νέα ϋβρις τόν πρεσβύτην περιμένει;
Τίνες, μυσαροί τήν δψιν, ρυπαρώς ένδεδυμένοι
Τό συνηδροισμένον πλή'δος άπωt)ούντες διασχίζουν
Καί κακίαν μελετώντες πρός τόν μάρτυρα βαδίζουν;
217
Οί ρακένδυτοι έκείνοι
·Η
τού κόσμου καταισχύνη,
Είναι aπιστοι 'Εβραίοι, Τήν ψυχήν διεφf)αρμένοι καί τό σώμα ψωραλέοι. Είναι aπιστοι 'Εβραίοι, συνεργάται τών δημίων, Προfiυμούμενοι δι' έρ-γων ν' άποδείξουν άναξίων,
'Ότι άληδώς ύπάρχουν έκ-γονοι τών σταυρωσάντων Τόν υίόν τής παναμώμου καί τόν πλάστην τών άπάντων, Οίτινες ύψούντες χείρα
· Εμαστί-γουν
τόν Σωτήρα,
Καί άντί διά χρυσίνου 'Έστεψαν διά στεφάνου τόν Δεσπότην άκαν{)ίνου.
'Από τής άγχόνης ηδη ό νεκρός κατεβιβάσ6η, 'Αλλ· αύτφ καινόν μνημείον λαξευτόν δέν ήτοιμάσ6η.
Οί παράνομοι 'Εβραίοι σύροντες έκ τού σχοινi.ου Είς τάς άγυιάς τό σώμα περιφέρουν τού ά-γίου,
Καί σωρός λαού ύβρίζων
Καί κρ·αυγάζων καί ουρίζων
Συνωfiεί καί συνωitείται,
Καί άγεληδόν κατόπιν τού fiεάματος κινείται.
Τούς άνόσια τελούντος δέχεται ή παραλία.
· Επί
πόντου άταράχου σιωπή καί ήουχία.
Είς αίγιαλόν γελώντα μόλις έπαιζε τό κύμα, Ώς νά έλεγεν ό πόντος· «'Ώ ληστών άδίκων ΟΟμα,
Είς τά βάδη τής f}αλάσσης
Πρόψ6ασον νά ήσυχάσnς,
'Αφού νόμος άπανf)ρώπων
Τής έν Ύfi σοί άπαρνείται άναπαύσεως τόν τόπον».
218
Β''Οδησσός
·Ο νεκρός έκεί έκείνου τού άδίκως φονευδέντος-
.Ο
νεκρός τού παρανόμως είς τήν ftάλασσαν ριφftέντος.
Κηδευδείς έκεί έτέ{}η ό νεκρός τού Γρηγορίου
Είς ήσύχους κόλπους ϋπνου εύσεβούς καί μακαρίου.
'Ο έγκαταλελειμμένος
~αί ταφής έστερημένος
' Εν
τφ οίκφ τού Κυρίου
Μνήματος κατηξιώttη περιδόξου κ· αίωνίου.
'Ώ διαφορά συμβάντων! "Ω άντί{}εσις όποία!
·Εν Βοσπόρφ ποία χλεύη, έμπαιγμός καί άτιμία!
Κ' έν τft πόλει τού Εύξείνου ποία δόξα, ποίον κλέος
Τόν κλεινόν νεκρόν έδέχ{}η τού κλεινού άρχιερέως! 'Ύβρις ποία, δόξα ποία
Καί διάφορος πορεία
· Εκ
τής γής πρός χαίνον κύμα,
κ· έκ i}αλάσσης πολυφλοίσβου πρός γαληνιαίον μνήμα!
Σύ ό ύποστάς τοιαύτα τραύματα πικρού ttανάτου Καί έκ χάριτος έκλάμπων {}ε"ίκής καί άοράτου·
'Ο μετά πομπής μεγάλης,· μετά μεγαλοπρεπείας
'Ενεχftείς ύπό τήν στέγην τής έσχάτης κατοικίας, Σύ τό πνεύμα φώτισέ μου, Σύ τόν νούν όδήγησέ μου, 'Ίνα, ώς τάς συμφοράς σου,
Τήν πομπήν σκιαγραφήσω τής ένδόξου έκφοράς σου. 'Ήλιος έκ τής ttαλάσσης φωταυγής άνέδυ μόλις ·Ο λαός κινείται σύμπας συνταράσσεται ή πόλις. ·Ηχηρών κωδώνων τόνος έκ τών κωδωνοστασίων Διαδίδεται πενδίμως, tκφοράν νεκρού μηνύων.
'Ιερείς, λαμπαδοφόροι, Στρατηγέται, όπλοφόροι,
Ξένοι, χωρικοί, πολίται
Συνωi}ούμενοι δεικνύουν, δτι μέγα τι τελείται.
219
Τούς σφοδρούς άκούεις κρότους έκ τής κυανfις ttαλάσσης
'Α ντηχούντας είς άπάσας τού αΗtέρος τάς έκτάσεις;
Τά έν τφ λιμένι πλοία σύμπαντα πυροβολούσι·
Πένttιμοι αύτά σημαίαι κυματί.ζουσαι κοσμούσι.
.ο
καπνός τήν οχttην κρύπτει
Καί τήν 'fiάλασσαν καλύπτει,
Καί φλογών άπείρων γλώσσαι
Διαλάμπουσι, τό σκότος τού καπνού διαπερώσαι.
Τόν νεκρόν ίδού άνείλον καί ή έκφορά τελείται. 'Ελαφρά ή χώρα τρέμει καί ή ttάλασσα κινείται.
'Ένttεν κ· ενttεν στρατιώται, κατά στίχον τεttειμένοι,
Περιμένουσι, καί πρώτον άργυρόχρυσον προβαίνει
·Εν τφ μέσφ φαναρίων
Μέγα τού σταυρού σημείον,
Καί κατόπιν αί σημαίαι
Τών έκκλησιών ύψούνται πολυχρώματοι, ώραίαι.
Άπό τόv Περιπλανώμενο τού Άλ. Σούτσου
t 8 • 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8. 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 ι 8 8 8 8 8 ι 8 I 8 8 8 I 8 8 ι 8 I I 8 I 8 8 8 8 I I 8 8 8 ι 8 I 8 I 8 8 ι 8 8 8 8 8 8 8 I 8 8 8 8
t 8 8 I 8 8 8 8 I I 8 8 8
«Σύρουσι τά τετριμμένα σάβανά των, καί συγχρόνως
» · Αννψούσι μαυροφόρον τήν σημαίαν τού άγώνος, »Τών Βασιλικών, τής Λάλας, τής Βαλτέζης, τής Γραβίας,
»Τών Θερμοπυλών, τής Χίου, τών Ψαρών, τής Σφακτηρίας »Οί Στρατάρχαι· μετά νέων σαλπισμάτων καί ςtσμάτων »Είς τήν Πίνδον, είς τήν 'Όσσαν φέρουσι τά βήματά των,
»'Εν φ στόματα όργάνων
»Χαύνα μέλη έκφωνούσι κύκλφ μου άντί παιάνων.
» 'Ότε » Καί
κράζων είς τά οπλα τό cίιματωμένον Γένος
»'Ο νεκρός τού Γρηγορίου έπλεεν ήγχονισμένος,
τάς δύο πλευράς &μα τής Εύρώπης καί ·Ασίας έκείνος ότι ό σωτήρ τού Γένους κλήρος,
»Πλήττουσα ή κεφαλή του ήγειρε κατά Τουρκίας-
»'Έλεγεν
220
»·Ο είς τάς άλύσεις μάρτυς καί είς τούς πολέμους i]ρως,
»Προωρίζετο άttλία
»Τών
έτεροδόξων χλεύη καί τού Παπισμού thJσία;
·······•······•···•···•······••····•····•··•···•·················•·····•····•·········•···•·•·•··•••··•
Τού ίδίου, άπό τό Ποιητικό Κοαμόραμα
•····•·•·······•······•···•······•··•··········•••·•··•···•··········•······•·······•···•····•···••···•
«. . Ω
σύ οστις προεξάρχων φαίνεσαι τών Καλογήρων,
»Είς τάς καλλιτεύκτους σκήτας πώς μέ φέρεις τών Ίβήρων;
»-Εϊσελttε είς ταύτας τέκνον,
... καρδιόκτυπον
αίσ{}άν6ης,
»Καί λιβανωτόν όσίου ένοικήσαντος ώσφράν6ης;
))
ι ο γεννήτωρ σου είς ταύτας μέρος τού λαμπρού του βίου
»Μετά τού κλεινού διήλ-θ'ε Πατριάρχου Γρηγορίου· »ι Οπαδοί αύτοί τών Γάλλων τάς είσόδους τού Βοσπόρου
» 'Έφραξαν
κατά τού 'Άγγλου Ποσειδώνος δαυλοφόρου».
Τού ίδίου, Είς τήν προτομήν πού έφιλοτέχνηαεν ό
Κόσα ο ς
'Ι.
···················•··············•···························•··••················••······•······•···•
Τό αύτό έκείνο βλέμμα τό σβυσ-θ'έν .είς τήν άγχόνην! Καδώς τότε άνυψούται πρός τήν -θ'είαν χάριν μόνην,
Καί άπό τόν ούρανόν Προκαλεί τόν κεραυνόν!
Τής Εύρώπης, της 'Ασίας καί τάς δύο aκρας σείσας,
"Εφttασεν είς τήν ι Ρωσσίαν ό νεκρός του κολυμβήσας,
Καί τών Τούρκων τάς δειλάς Κατετάραξε φυλάς.
Πώς ή δψις τού ttανάτου είς τό μάρμαρον έχύ{)η·
'Αναζήσας αύτός ήδη τάς βασάνους ένttυμήftη, Καί ό aπνους καί ψυχρός Λίttος εγεινεν ώχρός.
Δι' αύτού ύπό τού Κόσμου τήν χορηγόν ζωής σμίλην
221
·ο Μεγαλομάρτυς εχει καί τήν nαρειάν του κοίλην,
Καί ή πέτρα έκφωνεί
'Ότι καί αύτή πονεί.
Προτομή τού Γρηγορίου τήρει λύπην βαδυτάτην, 'Έως ού τήν νέαν
· Ρώμην
άναλάβης στυλοβάτην,
Καί είς τήν ύποταγήν
Τήν διt>άλασσόν της γήν!
'Έργα γλυπτικής καί ζωγραφικής
·Η t>υσία τού πατριάρχου δέν έκίνησε μόνον τών ποιητών
τόν κάλαμον καί τών ρητόρων. 'Έδωσε ύλικόν καί είς τούς
μυ{) ιστοριογράφους καί είς τούς t)εατρικούς συγγραφείς καί μέ
οργανα τή σμίλη τών γλυπτών καί τό χρωστήρα τών ζωγράφων
καί τών άγιογράφων παρήχt>ησαν όαυμάσια μνημεία τέχνης.
Πολλά έξ αύτών εχει άποτυπώσει ό Γ. Παπαδόπουλος στήν
μνημονευt>είσα συλλογή του μέ τίτλο 'Ιστορία Γρηγορίου τού
Ε',
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως πρωτα8λητού τής
Έλληvικής Έπαvαατάαεως, Ά8ήvαι ά.χ., δπου ήμπορεί νά άνατρέξη ό έπιόυμών πληρέστερον κατατοπισμόν.
γ'. Οί έκδηλώσεις τής έκατονταετίας.
1921.
·Η
Δύο κείμενα δίδουν τό βάρος σ· αύτές τίς έκδηλώσεις.
έπίσημη άνακήρυξη τού ffiνομάρτuρος είς aγιον τής 'Ορ6οδό ξου 'Εκκλησίας καί ό όαυμάσιος λόγος τού σοφού κα6ηγητού
τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου 'Α6ηνών Χρ.
'Ανδρούτσου. Δημοσιεύονται έδώ άμφότερα.
Α'
Πράξις τής κατά τ6 1921 γενομένης άνακηρύξεως τού
ίερομάρτυρος Γρηγορίου τού Ε' ώς άγίου τfj συμμετοχfj τού
222
τότε έν Άδήναις παρεπιδημούντος Πάπα καί Πατριάρχου 'Αλεξανδρείας Φωτίου τού Α
Πνεύματος 'Αμήν.
'.
Είς τό όνομα τού Πατρός καί τού Υίού καί τού 'Αγίου Δαυίδ μέν ό Θεοπάτωρ, ον «κατά τήν καρδίαν αύτού εύρεν ό Θεός», έξομολογούμενος τφ Κυρίφ δτι φοβερός έ'δαυμαστώ
'δη, άνέκραξεν έν εύχft έξάρσεως ίεράς «έμοί δέ λίαν έτιμή'δη σαν· οί φίλοι Σου ό Θεός»' ή δ' άγία μήτηρ 'Εκκλησία τήν τιμήν ταύτην αίτίαν δοξολογίας πρός τόν 'Υπεράγιον Θεόν τοίς
πιστοίς 'δεσπίζουσα, «αίνείτε», προστάσσει, «τόν Θεόν έν τοίς
αγιοις αυτου».
c , ' -
Τούτφ δέ τφ ίερφ προστάγματι κατακολου'δούντες καί οί
εύσεβείς αύτής υίοί έξ δλης ήδη έκατονταετηρίδος αίνούσι τόν
Παντευλόγητον έν Γρηγορίφ τφ ίερομάρτυρι, εν τε Κωνσταντι
νουπόλει, ενσα τήν ψυχήν αύτού εσετο ύπέρ τού ποιμνίου
κατά τήν 'δείαν έντολήν, εν τε Ρωσσίg, ενσα τό ίερόν αύτού
σκήνος -6αυμαστώς καταπλεύσαν έτε'δησαύριστο έφ' δλην άπό
τού μαρτυρίου πεντηκονταετίαν, καί ένταύ{)α δή παρ' ήμίν, έξ
έτέρων αύδις δεκάδων έτών πέντε, τόν 'δησαυρόν τούτον, τόν
aγιον 'δείg χάριτι κατέχειν καί σέβειν καί τιμάν ήξιωμένοις μετά
παντός τού
· Ελληνικού.
"Απας γάρ ό έν 'Ελλάδι καί άπανταχού περιούσιος λαός
οίδε τ'
άπό τής ίστορίας καί άνομολογεί, δτι ό άοίδιμος
·Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας 'Ρώμης καί Οί
κουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ό Ε', τού νόμου τού Θεού
ούδέποτ' έπιλαδόμενος, ούδ' άπό τών έντολών αύτού πλανη
'()είς ούδέ τών μαρτυρίων αύτού έκκλίνας, έξεζήτησεν έν ολη καρδίι;χ τάς έντολάς αύτού καί πιστώς έφύλαξε, περιέκρυψεν έν τft ΨUΧή τά λόγια αύτού, καί έξήγγειλεν αύτού τά κρίματα τής
δικαιοσύνης, καί τήν όδόν τής άληfiείας αύτού αίρετισάμενος
καί τήν τρίβον τών έντολών αύτού 'δελήσας, έλάλει έν τοίς
μαρτυρίοις αύτού έναντίον βασιλέων, δτε «άρχοντες έκάttηντο
καί κατ' αύτού κατελάλοι:ν», δτε «σχοινία άμαρτωλών αύτφ
περιεπλέκοντο», δτε άγχόνη αύτφ ήτοιμάζετο, δι' δ καί ώς &γιον αύτόν τιμ(% τε καί σέβει καί λογίζεται καί ώς ύπέρ τού ποιμνίου τήν ψυχήν αύτού t)έ~νον, καί μαρτύριον ύπέρ τής
223
πίστεως προελόμενον, μάρτυρά τε αύτόν οίδε κάν τft σεπτή
χορείc;χ τών άγίων ίερομαρτύρων συναριttμεί. Ταύτα δ' άκριβώς καί ήμείς έξ άπαλών όνύχων παρά τών πατέρων ήμών δεδιδαγμένοι, καί είδότες «τίμιον μέν εναντίον
Κυρίου τόν δάνατον τών όσίων αύτού», Γρηγόριον δέ τόνΕ'
δσιόν τε τφ βίφ παντί δεδειγμένον, δι' άρετήν παντοίαν, καί τφ
Ούρανίφ Πατρί καttωσιωμένον, καί ttεοφιλούς τελειότητος
άγαστόν παράδειγμα έν τφ Εύαγγελίφ ttείςι χάριτι, είς φωτισμόν τών πιστών ώς λύχνον φαεινόν έni τήν λυχνίαν τεttειμένον, 'ίνα πάσι λάμπη τοίς εν τft οίκίc;:c, ητοι τft τού Θεού άγίc;:c 'Εκκλησψ., συνελttόντες σήμερον τfl όγδόη τού μηνός ·Απριλίου τού
χιλιοστού έννεακοσιοστού είκοστού πρώτου σωτηρίου ετους,
έν τφ Ίερφ ναφ τής Μητροπόλεως Άttηνών, είς συνεδρίαν
έκτακτον πρώτον μέν τήν άνωttεν χάριν καί τόν ttείον
φωτισμόν τού Παναγίου Πνεύματος έν καρδίας ταπεινώσει καί διανοίας ύποταγfl 'fiερμώς ήτησάμεttα, δλη ψυχfl τόν Θεόν
δοξολογούντες τόν τούς εύαρεστούντας αύτφ καtt · έκάστην
γενεάν
έκλεγόμενον,
ύπό
μελέτη δ'
είτα τόν ίερόν βίον
Γρηγορίου τού Ε' ttέμενοι, καί ίδόντες τήν τε αλλην άρετήν, τήν
καtt' aπαντα τόν βίον αύτού άγλαώς διαλάμπουσαν, έίtt' ώς
άπλού
ας,
μαftητού τού Εύ αγγελίου, έίtt'
ώς τής
' Εκκλησίας
εν αύτόν
λειτουργού, έίtt' ώς αύτής ποιμένος, έν παντί βαttμφ διακονί ίδόντες, δτι τής άγάπης τού Χριστού ούδ'
έχώρισεν, ού ttλίψις, ού στενοχωρία, ού διωγμός, ού λιμός, ού
γυμνότης, ού κίνδυνος, ούδέ μάχαιρα, ούτε ftάνατος, οϋτε ζωή,
οϋτ' aγγελοι, σuτε άρχαί, ώς φησίν ό 'Απόστολος, οϋτε
δυνάμεις, ούτε ένεστώτα, ούτε μέλλοντα, ούχ ϋψωμα, ούδέ
βάttος, ούδέ κτίσις τις έτέρα, άλλά μυρίους ύπομένων όνειδι
σμούς καί μυρίου ς ύφιστάμενος διωγμούς, καί καtt · ή μέραν τού Κυρίου ενεκεν ttανατούμενος ούκ άπεδειλίασεν, όλλ' έν άποστολικfi δυνάμει «έξήγγειλε τάς άρετάς τού έκ σκότους καλέσαντος ήμάς είς τό ttαυμαστόν αύτού φώς», ίδόντες οτι ύπέρ πάντας τούς διωγμούς, τάς άντιttέσεις, τούς κινδύνους, τάς άπειλάς, χάριτι Θεού «ύπερενίκησεν έν πάσι τούτοις διά
τού άγαπήσαντος ήμάς» καί παραδοttείς είς ttλίψιν καί μίσος καί ttάνατον άξιος γέγονε τού μακαρισμού «μακάριοι έστέ δταν
224
όνειδίσωσιν ύμάς καί διώξωσι ... χαίρετε έν έκείνn τfi ήμέρι;χ καί
άγαλλιάσf}ε δτι ό μισ-6ός ύμών πολύς έν τοίς ούρανοίς», τού
μακαρισμού, δν ό άδελφό-6εος 'Ι-άκωβος έγγύην ποιείται τής αίωνίου δόξης λέγων «μακάριος άνήρ δς ύπομένει πειρασμόν, δτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τόν στέφανον τής ζωής»,
κα-6ορώντες, δτι άποστάς άπό τού κακού καί τό άγα-6όν
έγκολπωσάμενος, άπέδειξεν έαυτόν «σκεύος είς τιμήν, ήγια σμένον, εϋχρηστον τφ Δεσπότη είς πάν έργον άγαttόν», καί «έλπίσας έπί τήν φερομένην ήμίν χάριν έν άποκαλύψει 'Ιησού
Χριστού» έγένετο &γιος κατά τόν καλέσαντα ήμάς &γιον, «δτι ώμοίασεν αύτόν δόξη άγίων», ώς άλλον Μωϋσήν ό έν τοί.ς άγίοις αύτού δαυμαστός Θεός, eγνωμεν κα6ιερω'6ήναι άπό τού νύν καί έπισήμως τήν εως τούδ' αύδορμήτως άναφερομένην τιμήν τιi) άοιδίμφ
· Αρχιεπισκόπφ
Κωνσταντινουπόλεως καί Οίκου
'Απριλίου τού σωτηρίου άναπαυσαμέ
μενικφ Πατριάρχη Γρηγορίφ τφ δι' άγχόνης ύπέρ Χριστού καί
τού ποιμνίου μεμαρτυρηκότι τfl Ι'
ετους, αωκα'
καί συντετάχ-6αι τού λοιπού τό ίερόν αύτού
όνομα έν ταϊς μνήμαις τών άγίων «τών έν πίστει
νων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, άποστό
λων, κηρύκων, εύαγγελιστών, μαρτύρων, όμολογητών, έγκρα
τευτών, ίερομαρτύρων, ώς άγίου έορταζομένου έν πάσι τοί.ς
ίεροί.ς ναοίς τής άνά τήν 'Ελλάδα πάσαν 'Εκκλησίας, αύτfl δή
τfl ήμέρςι τού μαρτυρίου, τfl δεκάτη δήλον δτι 'Απριλίου παντός hους, είς αίώνα τόν άπαντα, είς δόξαν τού άγιάζοντος
αύτόν Ούρανίου τής 'Εκκλησίας Νυμφίου, μεγάλου Θεού καί
Σωτήρος ήμών 'Ιησού Χριστού.
Δεόμεδα δέ τού Κυρίου, ταίς πρεσβείαις τού έν άγίοις
πατρός ήμών Γρηγορίου 'Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπό
λεως τού
· Ιερομάρτυρος,
εύλογείν ές άεί τό ηt;Jλογημένον ήμών
γένος, χει.ραγωγείν πάντας ήμάς έπί τήν όδόν τής σωτηρίας καί έκχέειν τήν χάριν αύτού δαψιλή έφ' ήμάς πάντας. 'Αμήν. Θείι;χ χάριτι παραστάντες καί ήμεϊς έν τfl ίερ(Χ ταύτη πράξει
υπογραφομεν
.
,
t
ό Πατριάρχης ·Αλεξανδρείας Φώτιος άποφαίνεται
t · Ο · Αδηνών
Θεόκλητος
t ΌΖακύνttουΔιονύσιος tόΛαρίσης Άρσένιος, tόΦωκίδος
225
'ΑμΒρόσιος, ό Φαναρίου καί Θεσσαλιώτιδος ΕύlJύμιος,
t
ό Μεσσηνίας Μελέτιος,
tό
·Αργολίδος ΆlJ~νdσιος,
tό
Μαντινείας Γερμανός,
t
ό Πατρών Αντώνιος,
t
ό Σύρου
ΆlJανdσιος,
t
ό Λευκάδος καί 'Ηtάκης Δανιήλ,
ΆγαlJdγγελος,
λείας Τιμόθεος, ρόθεος.
t
t
tό
Θήρας
ό 'Ύδρας καί Σπετσών Προκόπιος,
t
ό
Θηβών καί Λεβαδείας Σvνέσιος,
t
ό Καλαβρύτων καί Αίγια
ό 'Άρτης Σπυρίδων,
t ό Παροναξίας
'Ιε
ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΙΎΡΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ ΤΟΝ Ε' ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣ ΕΝΤΟΛΗι ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙτΡΟΠΕΙΑΣ
ΤΗΣ ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛ. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
ΤΗι
10
ΑΠΡΙΛΙΟΥ
1921
ΕΠΙ ΤΗι ΕΚΑΓΟΣΤΗι ΕΠΕΤΕΙΩι ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΑΥΤΟΥ
ΕΝ ΤΗι ΜΕΓΑΛΗι ΑΙΘΟΥΣΗι ΤΩΝ ΤΕΛΕΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
ΥΠΟ
ΧΡΉΣΤΟΥ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ
Τακτικού καΟηγητοϋ τού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.
Τού
· Ιερομάρτυρος
Γρηγορίου :rελούντες, Μεγαλειότατε,
τήν έπέτειον, dίρομεν τό βλέμμα πρός τάς μεγάλας τού ίερού άγώνος μορφάς, τάς καταβαλούσας τά 6εμέλια τής ήμετέρας
έλευ6ερίας καί τόν φόρον τής ευγνωμοσύνης είς αUτάς άποτίοντες, άτενίζομεν εύλαβώς ίδίςι πρός τήν έν τfi Πύλη τών Πατριαρχείων κατά τήν σήμερον ήμέραν στη{)είσαν άγχόνην, έφ' ή ς πρό έκατονταετίας έψυχορράγησεν Γρηγόριος ό Ε', ό
μέγιστος μετά τήν άλωσιν Οίκουμενικός Πατριάρχης.
Βεβαίως ενεκα τών ίδεών καί τών συναισ{)ημάτων, &τινα έπέφερε έν τφ μεταξύ έπελ6ών ό μακρός χρόνος, Ενεκα τής μακράς συνη'θ'είας, ητις 6άττον η βραδύτερον κατά τόν
226
ποιητήν φέρει νάρκωσιν πνευματικήν, δέν δυνάμε'θ'α σήμερον
νά αίσ6αν0ώμεν οί πάντες τήν σημασίαν τού μαρτυρίου τού
Πατριάρχου, καί έπομένως νά άρ'δώμεν είς τό ϋψος καί είς τό
άμήχανον τής ήμέρας μεγαλείον. Καί δσοι δέ αίσf}άνονται τήν σημασίαν τής ήμέρας, καί ούτοι στηρίζονται μάλλον έπί άσαφούς καί άορίστου αίσ'δήματος η έπί έναργούς ίδέας,
δυναμένης νά όρισ'δή η περιγραφή λογικώς. Πρός σχηματισμόν τελείας τού 'δανάτου τού Γρηγορίου έννοίας, άνάγκη πάσα νά
ένthJμη'δώμεν πάντα τά περιστατικά, ύφ, α προσηνέχ'δη πρός ttυσίαν ό Πατριάρχης καί νά ύπολογίσωμεν άκριβώς τήν ροπήν, ήν ησκησεν έπί τόν ίερόν άγώνα ό άνευ σκήπτρου καί
διαδήματος Βασιλεύς ούτος τών δούλων· Ελλήνων. Πρός τούτο
συνεκάλεσεν ήμάς ή πρός πανηγυρισμόν τής δος τής 'Επαναστάσεως συστάσα τό ttέμα ήμών, άποδεχδέντων μετά
· Εκατονταετηρί·
καί τούτο εiνε δυσωπίας τήν
' Επιτροπεία,
τινος
παράκλησιν αύτής, δπως έκφωνήσωμεν τόν προσήκοντα τft ήμέρg λόγον.
' Επεξερχόμενοι
τάς περιστάσεις, ύφ' aς διεδρα·
ματίσttη ή ttυσία τού ήμετέρου ύπήρξεν
τόν
Πατριάρχου καί άναμετρούντες τήν δτι ό Πατριάρχης aμα δέ Γρηγόριος καί
ροπήν, ήν ήσκησεν καί άσκεί αύτη έπί τήν άνάστασιν τού
γένους, aμα μέν
τής
βλέπομεν f>ύμα η
μάρτυς,
νικητής
'δριαμβευτής. Καί ώς μέν Wμα η μάρτυς άπεικονίζει καί έξαίρει
έ'δνικόν ήμετέρας 'Εκκλησίας χαρακτήρα, ώς δέ νικητής καί ttριαμβευτής άσφαλίζει καί τελειοί τήν άπελευttέ·
ρωσιν τού Γένους. Είς άμφοτέρας ταύτας τάς οψεις τού ίερού
μαρτυρίου fiά έπιστήσωμεν τήν ύμετέραν προσοχήν έν τοϊς
έξής.
Τό
κύριον γνώρισμα, Μεγαλειότατε, τό διακρίνον τήν ·Εκκλησία διατηρεί ζηλοτύπως τόν κα-δόλου καί
'Ορttόδοξοv ·Εκκλησίαν, είνε ό έΟνικός αύτής χαρακτήρ. 'Ενώ
ή Δυτική
ύπερεttνή τού Χριστιανισμού χαρακτήρα, ένφ ό Προτεσταντι·
σμός δέν εχει κυρίως είπείν δύναμιν καί ροπήν 'Εκκληdιαστι·
κήν, ή
· Ορfiόδοξος
·Εκκλησία συνάπτεται στενώτατα μετά τής
ζωής τών άποτελούντων αύτήν λαών, διατηρ~ύσα τάς παραδό·
σεις καί τά ήftη αύτών, καλλιεργούσα τόν σύνδεσμον αύτών
πρός τήν άρχαιότητα, fiερμαίνουσα τούς πόi)ους καί τά
227
ίδανικά αυτων καί καθ-όλου τάς τύχας αύτής μετά τού 'Ε{)νικού βίου συνυφαίνουσα. "Αν δέ έν πάσι τοίς όρ-ιtοδόξοις
Λαοίς ή συνάφεια αϋτη 'Έ-ιtνους καί 'Εκκλησίας είνε καταφα νής, έν τfι
· Ελληνικfι
'Εκκλησίςι ό σύνδεσμος ούτος είνε οϋτω
στενός καί όργανικός, ωστε άδύνατον πάντη κα-ιtίσταται νά διαχωρίση τις έν τfι πράξει όξέως τό -ιtρησκευτικόν άπό τού έ-ιtνικού στοιχείον. Αί μεγάλαι {)ρησκευτικαί έορταί είνε έν ταυτφ καί έ-ιtνικαί. Αί ήμέραι λ.χ. τού Εύαγγελισμού καί τού
Πάσχα, έξάγγελοι τής άπαλλαγής άπό τής άμαρτίας &μα καί άπό τής δουλείας, ή προσέλευσις είς τήν 'Ορ{)οδοξίαν είνε
συγχρόνως καί έ-ιtνοποίησις, καί πάς ό τήν -ιtρησκευτικήν ένότητα ταράσσων ύπολαμβάνεται εύλόγως ώς συνωμότης
κατά τού μεγάλου μέλλοντος τής Πατρίδος.
'Η παρ' ήμϊν Ενωσις αϋτη τού ''Ε{)νους μετά τής 'Εκκλησί
ας όπωσδήποτε καί άν έρμηνευt1fl, έίτε ώς προελ-ιtούσα έκ τής
φύσεως τής
' Ορ'fiοδόξου ' Εκκλησίας,
στερουμένης
ίδίας
ένεργητικότητος καί άναπληρούσης ώς έκ τούτου τό κενόν διά τής έ6νικής ζωής τού Λαού, ώς 'θ'έλουσιν οί ξένοι κριτικοί, έίτε
μάλλον καδ' ήμάς ώς προϊόν τών ίστορικών περιστάσεων, ύφ'
άς εύρέ'θ'η ~κπαλαι ή 'Ορ'θ'οδοξία, τήν δλην αύτής ίκανότητα διαπτύξασα είς διατήρησιν πάλαι μέν τής παρακατα'θ'ήκης τής πίστεως, άπό δέ τής άλώσεως καί είς διατήρησιν έαυτής καί τού
'Έ{)νους, ή ενωσις, λέγω, αϋτη είνε άνεπίδεκτος διαμφισβητή σεως, προσπίπτουσα είς πάντα τής μεσήλικος ήμών ίστορίας
άναγνώστην. Περιπόν λοιπόν νά πιστώσωμεν α'\Jτήν ίστορικώς
λέγοντες πρός είδότας, ότι ό
· Ελληνισμός,
ύπό τού
καταρρέων έν τοίς
Ρωμαϊκοϊς χρόνοις καί πρός τόν όλεf)ρον αύτού άσφαλώς
βαίνων,
έσώt)η
ζωογονηδείς
Χριστιανισμού
καί
συνανυψώ{)η είς όργανον της διαδόσεως τού Εύαγγελίου καί
είς παράγοντα τής ήμερώσεως τής άνf}ρωπότητος σπουδαιότα
τον. Περιττόν δ' όμοίως νά έπαναλάβωμεν πρός 'Έλληνας, δτι
καί τών έλληνικών γραμμάτων τήν καλλιέργειαν εν τε τft
Βυζαντινfi περιόδφ καί κατά τούς χρόνους τής δουλείας είχε
κατά τό πλείστον ό κλήρος, δτι δέ, άν ή ·Ελλάς φέρουσα έπί
κεφαλής τό διάδημα τού Μ. Κωνσταντίνου διεξήγαγε μακρούς
καί νικηφόρους έν τφ μεσαιώνι άγώνας κατά τών 'Αράβων καί
228
τών dλλων βαρβάρων, καί έφεξής dν έν τοίς ζοφεροίς τής
δουλείας χρόνοις ό ·Ελληνισμός δέν άπωλέσfi'η, άλλά τούναντί
ον παρεσκεύασε τήν έδνικήν αύτοϋ άναγέννησιν, ή δύναμις, ή
συγκρατούσα αύτόν καί τόν τής φιλοπατρίας σπινtlήρα διηνε
κώς έν τfί καρδί<.Χ αύτού άναφλέγουσα, ήτο ή 'Εκκλησία. Ούδ' είνε άνάγκη νά προσ{}έσωμεν έν τέλει δτι καί τού άγώνος τής
έfi'νικής άνεξαρτησίας ή 'Εκκλησία ύπήρξεν ή ζωογόνος καί
κινητήριος δύναμις; καί ό ίερός κλήρος άπό τού Πατριάρχου
μέχρι τού τελευταίου διακόνου, ό ύπέρ παντός έδνικώς
χρησίμου πρωτοστατών, έδωκε τό σίινf}ημα τής έξεγέρσεως Καί παρέδωκεν έαυτόν άfi'ρόως σφάγιον έκούσιον είς τόν βωμόν
τής Πατρίδος.
Τού έfi'νικού τούτου τής ήμετέρας 'Εκκλησίας χαρακτή
ρος τύπος άκραιφνής καί άπαράμιλλος έν πάσιν, ύπήρξεν ό σήμερον έορταζόμενος μεγαλομάρτυς Γρηγόριος. 'Εκ τής γενεfi'λίου αύτού πόλεως έλαβε πάντα τά στοιχεία τά είς τό μέλλον ένδοξον αύτού στάδιον παρασκευάζοντα, καί ίδί<.Χ τήν
εύσέβειαν καί τήν φιλομά{}ειαν, τά έφόδια, δι' ών άπό τής
άλώσεως γινώσκει νά προικίζn τούς έκλεκτούς αύτής υίούς ή
εύανδρος Γορτυνία καί κατ' έξοχήν ή πρωτεύουσα αύτής Δημητσάνα. Διότι δσον καί aν τά προσόντα ταύτα είνε καί
καfi'όλου γνωρίσματα τής ·Ελληνικής φυλής, βλαστάνοντα έν πάση τάξει καί γωνί<.Χ
· Ελληνικfί,
άναντίρρητον δμως είνε δτι
ταύτα ριζοβολούσι καί καρποφορούσι κατά προτίμησιν είς τήν
γόνιμον γήν τών οίκογενειακών καί τών τοπικών παραδόσεων,
καί τοιαύτη ύπήρξεν ή Γορτυνία, τό καλλίγονον τούτο τού άνωτέρου κλήρου φυτώριον, τό άπό τής άλώσεως
ίεράρχας, Γρηγόριος
100
μέν
7
δέ Πατριάρχας χορηγήσαν είς τήν διακονίαν τής
Προαχfi'εί.ς είς τήν 'Αρχιεπισκοπήν Σμύρνης ό
' Εκκλησίας.
καί
είτα
είς
τήν
ύπάτην
τής
Μ.
'Εκκλησίας
περιωπήν έξετέλεσεν άπαρεγκλίτως πάντα τής μετά τήν δλωσιν
' Ορfi'οδόξου ' Εκκλησίας
τά έργα, ή ς, ώς έίπομεν, ή το σ~λος
καί ένfi'ερμος άπόστολος.
Καί λοιπόν έργον τής μετά τήν ίίί.ωσιν ·Εκκλησίας ήτο νά
διαδίδn τά της παιδείας φώτα είς τούς όμογενείς, οϋς ό βάρβαρος i)δελεν νά κρατfί είς κατάστασιν άνδραπόδων, καί
229
είς το εργον τούτο άφωσιώδη, ώς μάλιστα, ό Πατριάρχης, συστήσας τυπογραφείον έν τφ Πατριαρχείφ, ίδρύων σχολεία
άπανταχού, έρμηνεύων συνεχώς τάς ίεράς Γραφάς, έκδίδων
παραφράσεις
των
λόγων
τού
Χρυσοστόμου
καί τού
Μ.
Βασιλείου καί πρό παντός φροντίζων περί τής καλλιεργείας τού
'Έλληνος λόγου, ούτινος ήτο ένδουσιώδης έραστής, καί περί
τής άειζώου πατρίου παιδείας, δι' ην τφ
1807
έξέδωκε τήν
περιώνυμον έγκύκλιον, ητις τόν πρός 'ίδρυσιν σχολείων ζήλον άνάψασα καί μεγάλην έκπαιδευτικήν κίνησιν παραγαγούσα
άπανταχού τού ·Ελληνικού, άρκεί καί μόνη ν' άπαδανατίση
τόν συντάξαντα αύτήν.
'Έτερον εργον τής μετά τήν άλωσιν ήμετέρας 'Εκκλησίας
ήτο νά συγκρατft πολυτρόπως τούς στενάζοντας ύπό τόν
βαρύτατον τής δουλείας ζυγόν όμογενείς, άναφλέγουσα έν τft
καρδίςt αύτών τήν περί χρηστοτέρου μέλλοντος έλπίδα καί τήν
έfi'νικήν άπολύτρωσιν παρασκευάζουσα, καί τό Εργον τούτο
έξετέλει άπαραμίλλως ό άγρυπνος Πατριάρχης, παραμυδών,
έλεών, άνακουφίζων, άποφυλακίζων, προλαμβάνων εξισλαμί
σεις καί έπανάγων τούς έκπίπτοντας, πανταχού ώς άετός
έφιπτάμενος, 'ίνα δεραπεύσn τάς άνάγκας καί μετριάσn τάς fi'λίψεις των τυραννουμένων. Τό φιλάνδρωπον καί φιλελεήμον
τού Πατριάρχου ήfi'ος έξεδηλούντο είς άδιαλείπτους εύεργεσί
ας μέχρι τοσούτου χωρούσας, <δστε καί πολύτιμον δώρον τού
Σουλτάνου, μίαν μηλωτήν, σχίσας είς δύο τεμάχια έχάρισεν είς
τάς {}υγατέρας άπόρων χηρών, 'ίνα πωλούμενα χρησιμεύσωσιν ώς προίξ αύτών.
Τρίτον εργον τής μετά τήν άλωσιν ffiνικής ήμών 'Εκκλησί
ας ήτο οί εκπροσωπούντες αύτήν ποιμένες νά συγκακοπα()ώσι
μετά τού λαού, ύπομένοντες πάσας τάς καταδρομάς καί τούς διωγμούς, fi'ανατούμενοι δλην τήν ήμέραν, πάντοτε ά'ιροντες
τόν σταυρόν αύτών καί πάντοτε εtοιμοι νά δυσιάσωσι τήν ζωήν αύτών, 'ίνα σώσωσι τό ποίμνιον άπό τής μανίας τών περικυ
κλούντων λύκων.
«Ό
ποιμήν ό καλός τήν ψυχήν αύτού
τίlJησιν ύπέρ τών προΒάτων». Καί τάς βασάνους ταύτας καί
ταλαιπωρίας ύπέμενεν άγογγύστως ό ίερομάρτυς, δίς έξορι σθ'είς είς 'Άγιον 'Όρος, πατών άείποτε έπί άκανδων καί
230
τριβόλων καί μυρίας ύφιστάμενος κακουχίας καί δή καί τόν
δλως μαρτuρικόν αύτού βίον, τόν άποτελούντα μίαν λαμπάδα
καιομένην είς τόν βωμόν τής πρός τό 'Έftνος άγάπης,
έπισφραγίσας διά &υσίας, ής παρομοίαν ούδεμίαν γινώσκει
μετά τήν &λωσιν ή ήμετέρα ίστορία. τφ δντι ή μετά τήν &λωσιν ίστορία μνημονεύει μέν πλήρεις αύταπαρνήσεως ίεράρχας ύπέρ τού ποιμνίου αύτών ταλαιπωρηfi'έντας, διακρινομένοuς
γαστρι και τη ραστωνπ τα παντα μετρουντες και το σαρκιον
πάντη τών χαύνων έκείνων καί άναξίων ποιμένων, dίτινες τfi , ,_ , , , ,, ,
-
αύτών
τοϊς
περιέποντες,
έν
είρήνn
μέν
παραδίδονται είς τήν
άναξιοπρεπείας,
εύμάρειαν καί είς τάς ποικίλας τής εύζωtας διατριβάς, έν δέ
διωγμοϊς πρόκεινται έλεεινά δειλίας,
καταπτώσεως καί έξευτελισμού παραδείγματα.
·Ομοίως δέ
μνημονεύει αϋτη
σφαγάς
καί t>ανατώσεις ίεραρχών ύπέρ
πίστεως καί πατρίδος τελειωt>έντων, άλλά μαρτύριον, όιον τού
Γρηγορίου, είνε μοναδικόν καί πρωτοφανές. 'Ολίγαι λέξεις είς
άναπαράστασιν αύτού δέν t}ά ήσαν περιτταί.
Καt>' δν χρόνον, Μεγαλειότατε, ηχησεν έν Δακίg ή σάλπιγξ τής
· Ελληνικής ' Επαναστάσεως,
καt>' δν χρόνον ό τύραννος
ταραχt}είς κατεστρώννυε ώς aλλος Ταρκύνιος τούς ύπερέχον
τας τής 'Εκκλησίας καί τού "Ε &νους στάχεις, άποκεφαλίζών
τούς Μουρούζας, τόν Παπαρρηγόπουλον, τόν Σκαναβήν καί
aλλους, δτε ή νύξ τού fi'ανάτου ήπλούτο περί τό κέντρον τού
δούλου 'Έftνους, τήν Μ. 'Εκκλησίαν, ό Γρηγόριος, τό τρίτον
τούς όίακας τής 'Εκκλησίας διευWνων, διέσωζε άκλόνητον τό
φρόνημα τής ψυχής. Ύπερπηδών καt}' όδόν τά πτώματα τών
ομογενων ων η
t ~
t
γενικη σφαγη, αν οχι κατα τuπον, πραγματι
,
' " ,
,
,
,
διετάχt}η καt} · όλον τό Κράτος, ήγωνίζετο νά μαλάξn τήν
καρδίαν τών άρχόντων καί νά σώσn άπό τής σφαγής τούς
άόπλους πληfi'υσμούς. Βεβαίως δέν έξετίt}έτο είς τήν τουρκι κήν κατασκοπείαν καί κακοπιστίαν, άλλά διατηρών τό εϋψυ
χον ύπετάσσετο έξωτερικώς, άναγκασftείς μάλιστα έν συγ
κρούσει καfi'ηκόντων νά έκδώσn
καί έπιτίμιον κατά τών
έπαναστατών, άλλά τούτο επραξε έκ φρονήσεως, δπως στα
ματήσn τήν σφαγήν τών άόπλων, ούχί δέ έκ φόβου περί έαυτού. 'Εξ έναντίας προκειμένου περί τής ζωής αύτού ό
231
Γρηγόριος διέμεινε μέχρι τής τελευταίας στιγμής τού ένδόξου αύτού σταδίου άπτόητος καί άνδρείος, ώς ό άνώτατος παρά τφ τυράννφ άντιπρόσωπος καί έγγυητής τού'Έδνους. Καί προέ
βλεπε μέν τόν έπικείμενον κίνδυνον, δι' δ καί ήρώτα κατά τάς παραμονάς «Ποίος δάνατος είνε προτιμότερος, ό διά καρατο
μήσεως η ό δι' άγχόνης», άλλ' άπέκρουεν άείποτε έντόνως τάς
έπανειλημμένας συστάσεις τής Ρωσσικής πρεσβείας καί τών
προκρίτων όμογενών, δπως δραπετεύση δι' άσφαλούς όδού·
καί σωδft. «Μή μέ παρακινείτε, έλεγεν, είr; φυγήν. Πώr; lJά
έγκαταλείψω τό ποίμνιόν μου ..-. είμαι Πατριάρχης διά νά
σώσω τόν λαόν μου, όχι νά τόν ρίψω είr; τά μαχαίρια τών
Γενιτσάρων. ·Ο lJάνατός μου lJά χρησιμεύσrι περισσότερον
η
ή
ζωή
μου.
Οί
ξένοι Χριστιανοί ήγεμόνεr;
δέν lJά
lJεωρήσωσι μέ άδιαφορίαν τήν έν τφ προσώπφ μου ϋ6ριν τήr; πίστεώς των. 'Εκ δέ τών 'Ελλήνων οί άνδρες τών δπλων lJά
μάχωνται μέ άπελπισίαν, fίτις συχνά χαρίζει τήν νίκην. 'Όχι,
δέν lJά χρησιμεύσω ώς περίγελωr; τού κόσμου, δέν lJά
άνεχlJώ διερχόμενος διά τών όδών τήr; 'Οδησσού, ή τής
Κερκύρας ή τήr; Άγκώνος νά μέ δακτvλοδεικτώσι λέγοντεr;,
«ίδού ό φονεύr; πατριάρχης»· ύπάγω δπου μέ καλεί ή
μεγάλη μοίρα τού 'ΈlJνουr; μου καί ό Θεός, ό έφορος τών lJείων καί τών άνlJρωπίνων πραγμάτων». 'Ό,τι προέβλεπεν ό
· Εδνάρχης
τούτο καί έγένετο καί δή
μετά πρωτοφανούς άγριότητος καί δηριωδίας. Τήν σήμερον ή μέραν, ή μέραν τότε τού Πάσχα, ίερουργrlσας έν τ φ Πατριαρχι
κφ ναφ, τφ περιεζωσμένφ ύπό τρισχιλίων Γενιτσάρων, μετ'
άταραξίας καί ήρεμίας μεγαλειώδους, ην διέκοψε μόνον ή συγκίνησις καί τά δάκρυα, καtt' ην rοραν ψαλλομένου τού
«άγαπήσω σε, Κύριε, ή ίσχύς μου» ήσπάζετο τόν τελευταίον άσπασμόν τούς συνιερουργήσαντας άρχιερείς, έξελt>ών συνε
λήφ{}η καί κηρυχttείς έκπτωτος τού {}ρόνου άπήχt>η είς τό δεσμωτήριον. 'Εκεί ύποβλη{}είς είς πολυτρόπους βασάνους
καί είς έρωτήσεις έμπαικτικάς έτήρησε μεγαλειώδη σιωπήν.
Τήν σιωπήν ταύτην aπαξ καί μόνον διέκοψε είς τάς αύt>άδεις
τών βασανιστών προτροπάς, δπως έξομόσn τήν είς Χριστόν
πίστιν καί σωδfj, άπαντήσας «·ο Πατριάρχης τών Χριατια-
232
νών, Χριστιανός άποl:Jνήσκει». Μετά τινας ωρας όδηγηδείς
\.ιπό πολυαρίttμου φρουράς είς τήν άποβάttραν τού Φαναρίου
καί νομίqας ώς έκ τού αότόttι συρρεύσαντος άπειραρίttμου τών
Τούρκων πλήttους δτι έκεί ήτο ό τόπος τής καταδίκης αύτού, άνέτεινε τούς όψδλαμούς είς τόν ούρανόν καί ποιήσας τό
σημείον τού σταυρού καί γονυπετή σας εκλινε τόν αύχένα πρός
άποκεφαλισμόν. είπών: καταδίκης». Μή
'Αλλ'
ό
άρχιβασανιστής δέν είνε τής έκ
έλάκτισε
αύτόν
« 'Εγέρttητι
καί βάδιζε,
έδώ ό τόπος τής καί τών
δυνάμενος
έξαντλήσεως
τοσούτων
σωματικών
κα:
ήttικών
βασάνων ύπό
νά
έγερttft ό
έβδομηκοντούτης
γέρων,
ύπεβοηttήttη
τών δημίων,
όίτινες
προαγαγόντες
αύτόν
διά
τού
πλήttους μέχρι τών
Πατριαρχείων έκρέμασαν αύτόν έν τft μεσαίςχ πύλη αύτών, τft
εκτοτε μενού ση κλειστft έκτείνοντα τάς χείρας είς ευλογίαν τών πιστών καί λέγοντα: «Κύριε Ίησού Χριστέ, δέξαι τό πνεύμά
μου». Ταύτα πάντα ουνέβαινον καtt · ην ώραν οί έν τοίς
Πατριαρχείοις άγνοούντες τά εξωttεν γινόμενα καί νομίζοντες
τόν Γρηγόριον είς έξορίαν μόνον άπαχttέντα, άνευφήμουν τόν
νέον
Πατριάρχην.
'Επί τού
άσπαί{?οντος
ετι
σώματος ό
φρούραρχος προσελttών προσήλωσε χάρτην, δηλούντα διά μακρών ότι ό Πατριάρχης τών Ρωμαίων άπηγχονίσttη ώς
άχάριστος καί ώς άπιστος πρός τήν
· Υψηλήν
Π ύλην, καδ ·όλα
δέ τά φαινόμενα
Πελοποννήσου.
ώς άρχηγός καί μυστικός συνένοχος τής
έπαναστάσεως καί ώς καταγόμενος ~κ τής έπαναστατησάσης
· Ο νεκρός τού Πατριάρχου έκQέματο έπί τρεϊς κατά
συνέχειαν ήμέρας ttέαμα καί σκοπός τής χλεύης καί τής ϋβρεως τών διαβαινόντων βαρβάρων, μεtt' άς καttελόντες αύτόν παρέδωκαν ήμίγυμνον είς τούς έπί τούτφ συνδραμόντας
άλήτας, όίτινες έν άλαλαγμοϊς περιέσυρον αύτόν έπί τών
λιttοστρώτων άγυιών τού Φαναρίου, μέχρις ού άποκαμόντες
τόν ερριψαν uβρίζοντες είς τήν ttάλασσαν~ Τότε δέ ό δήμιος,
έπιβάς άκατίου, εσυρεν αύτόν έκ τού σχοινίου μέχρι τών μέσων
τού Κερατείου κόλπου, καί έκεί προσδέσας λί'6-ον είς τόν λαιμόν αύτού καί διατρυπήσας αύτόν διά μαχαίQας έπανειλημ· μένως, δπως καταβυ6ισtt'fi, τόν άφήκεν καί άνεχώρησεν.
233
Τοιούτον dτιμον καί σκληρότατον ttάνατον έπέβαλον είς
τόν
· Εiτνάρχην
οί μισόχριστοι, 'ίνα τρομοκρατούντες τούς
'Έλληνας πνίξωσι τήν έπανάστασιν, καί 'ίνα καταισχύνωσι τό
· Ελληνικόν
'Έihιος καί τήν ·Εκκλησίαν αύτού. Πλήν άλλως
~δοξε τφ 'Υψίστφ. ·Ο νεκρός τού Πατριάρχου άναδύεται έκ τού βυ6ού τής ttαλάσσης καί ύπό τών κυμάτων τfιδε κςικείσε παραρριπτόμενος προσεγγίζει εl.ς έλληνικόν τι πλοίον, όπου
άναγνωρισ6είς άναλαμβάνεται κρυφίως τήν νύκτα καί μεταφέ
ρεται πάση σπουδft ύπό τού Κεφαλλήνος πλοιάρχου Σκλάβου είς
· Οδησσόν.
·Εκεί διατηρούμενος dσηπτος καί άοσμος, ώς
βεβαιούσι
τά ύπό τών Ρωσσικών
'Αρχών καταρτισDέντα
πρωτόκολλα, ένταφιάζεται μετ' αύτοκρατορικής μεγαλοπρε
πείας έν τft 'Ελληνική Έκκλησίςι τής 'Αγίας Τριάδος, έν
βαftυτάτη συγκινήσει άπάσης τής όρttοδόξου Ρωσσίας, άπό τού εύσεβεστάτου Αύτοκράτορος μέχρι τού τελευταίου χρι στιανού. τφ υπέρ
1871,
έπί ή) έορτ'fi τής πεντηκονταετηρίδας τού
άνεξαρτησίας άγώνος, άνακομίζεται τό ίερόν αύτοϋ
λείψανον έξ ·Οδησσού είς
τής Μητροπόλεως
· Αttήνας
έν βασιλική πομπfi καί
μεγαλοπρεπεί παρατάξει, κατατεttέν έν τέλει είς τόν ίερόν ναόν
· Α{)ηνών.
'Αλλά ταύtα πάντα άποτελούσι
τήν έτέραν όψιν, τήν hδοξον, τού πατριαρχικού μαρτυρίου,
καί ήμείς 6εωρήσαντες τό 6ύμα καί τόν μάρτυρα, φέρε ήδη
6αυμάσωμεν καί τόν νικητήν καί ttριαμβευτήν.
Οί λόγοι τού tκπνέοντος Πατριάρχου
« ·Ο
θάνατός μοv
IJά έπιφέρrι μεyαλειτέραν ώφέλειαν η ή 'ωή μοv», άπεδεί
χfiησαν άληfiώς προφητικοί. Διότι ή μεγάλη τού Πατριάρχου
f:tυσία, είκών τελεία τού ttρησκευτικού τού ήμετέρου άγώνος
χαρακτήρος, ήσκησε τήν μεγίστην ροπήν έπί τήν πορείαν τού
άγώνος, καfiαγιάσασα αύτόν καί άσφαλίσασα τήν άνάστασιν τού ήμετέρου Γένους. Συνέβη δηλαδή περί τήν 6υσίαν ταύτην
ό,τι καί έν γένει περί τά μαρτύρια τών μεγάλων τής πολεμουμέ
νης ίδέας λειτουργών. Πίπτοντες ούτοι ώς μάρτυρες τής ίδέας,
όρ6ούνται πάραυτα ώς dγγελοι φωτός προπορευόμενοι, λειαί
νοντες τήν όδόν, dίροντες τούς φραγμούς καί όδηγούντες τούς
όπαδούς είς πραγμάτωσιν τής ίδέας, ής έπεσον Wματα αύτοί. Οϋτω καί τό μαρτύριον τού ίερού Γρηγορίου, άπαύγασμα τού
234
fiρησκευτικού πνεύματος τής έπαναστάσεως, έγένετο συγχρό
νως ζωοποιός δύναμις έν τft συνειδήσει τών ·Ελλήνων, έξαίQουσα τόν ίερόν τού άγώνος χαρακτήρα, άναπτεροϋσα τό
φρόνημα, τρέφουσα τό συναίσ6ημα καί χρηστάς ύποτείνουσα
τάς έλπίδας.
Βεβαίως ό ύπέρ έλευitερίας άγών τού
1821,
δπως καί πάς
έν γένει εύγενής καί δίκαιος άγών, είνε άγών κατ' ούσίαν fiρησκευτικός. Διότι έκ τών fiρησκευτικών έμπνεύσεων, έκ της
πίστεως δτι ό κόσμος ούτος δέν είνε μωρόν καί άσκοπον παίγνιον τυφλών δυνάμεων, άλλ' δτι έν αύτφ aρχει τό άγαfiόν καί νικQ έπί τελευτής τό δίκαιον, έκ τής πίστεως ταύτης τής
άποτελούσης
τήν
ούσίαν
πάσης
fiρησκείας,
έκπορεύεται
άείποτε η μεγάλη δύναμις, ήτις, λύουσα τών δεσμών τής ϋλης
τούς άγωνιστάς καί είς τήν χώραν τού ίδανικού έξαίρουσα,
άφt)αρσίας ένδύει εύπρέπειαν, ή μεγάλη δύναμις, ήτις μετατί-
6ησι τά όρη τών έμποδίων καί δημιουργεί τάς μεγάλας έν τfi ίστορίςι μεταβολάς. Τό άίσδημα τής φιλοπατρίας, λανδάνον έν
τft ψυχft τού άγωνιστού, άνάπτει είς φλόγα ή ίερά αύτη τής πίστεως πνοή. ·Αλλ' άν ό ύπέρ τής άνεξαρτησίας άγών είνε
άγών
fiρησκευτικός,
τόν fiρησκευτικόν αύτού χαρακτήρα
κατέστησε έμφανή καί έξήρεν έν τοϊς μάλιστα ό fiάνατος τού
μεγαλομάρτυρος Πατριάρχου. Βεβαίως καί άλλοι Πατριάρχαι,
είτε έν ένεργείςι,
είτε πρώην' έν έξορίςι ή δια'δεσιμότητι
οί εξ, Κύριλλος ό Α· ό Λουκαρις
διατελούντες, έ6ανατώ6ησαν κατά καιρούς ύπό τών Σουλτά
νων καί τοιούτοι είνε
(t 27
Όξύς
ό ς'
ώς σιν
·Ιουνίου
1638
έν Βοσπόρφ), Κύριλλος ό Β' ό Κουντα
ρfiς(t1640 έν Τριπολίτιδι τής 'Αφρικής, Παρδένιος ό Β' ό
(t
Μάιου έν Κωνσταντινουπόλει), Γαβριήλ ό άπό Γά
νου καί Χώρας
(t 3
Δεκεβρίου
1659
έν Προύση) καί Κύριλος
(t 30
'Απριλίου
1821
έν Άδριανουπόλει). 'Αλλ' ό fiά
καί πρό παντός ώς έκ
νατος τού Γρηγορίου ώς έκ τού τρόπου, κα-6' δν έγένετο, έκ τού τόπου, τής ·Εκκλησίας εν{)α έγένετο, καί τού
τού χρόνου,
άποτελεϊ πρωτοφανή
προσβολήν καί έξύβρι
'Έthιους.
·Ο
άνώτατος
ίiρ
χων τής ·Εκκλησίας καί τού 'Έ&νους, τήν πάνσεπτον ήμέραν
τού Πάσχα, μετά τήν έπιτέλεσιν τής t)είας λειτουργίας νά κρε μασt}ft έν τοϊς προπυλαίοις τών Πατριαρχείων καί ή άπαγχόνι-
235
σις νά παρατείνεται έπί τρεϊ.ς κατά συνέχειαν ήμέραςΙ! Πάντες
άνεξαιρέτως οί ίστορικοί,
ot
έξετάσαντες τήν έπί τόν 'Ελληνι
κόν άγώνα έπίδρασιν τού φόνου τού Γρηγορίου, άποφαίνονται
όμοφώνως δτι, aν δέν διεδραματίζετο ή πρό τού Πατριαρχικού
αύλώνος τραγωδίι;χ, 'ίσως συνεβιβάζοντο τά πράγματα, καί'ίσως
ό
· Ελληνικός
άγών, μετά τάς πρώτας άποπείQας, κατεβάλλετο.
'Αλλ' ή άδικωτάτη άπαγχόνισις τού 'Ε{)νάρχου, τρώσασα βα
ttύτατα τήν καρδίαν τών
· Ελλήνων,
έξύψωσε τήν άγανάκτησιν
καί τό μίσος αύτών πρός τούς τυράννους, διεχώρισεν άνά
μέσον τού σταυρού καί τής ήμισελήνου, ένέπνευσε δύναμιν
άκατάβλητον είς τούς άγωνιστάς, άvαδείξασα ηρωα τόν δειλόν
χωρικόν καί ·Αμαζόνα τήν άσttενij παρttένον, καί οϋτως
έξήγγειλε είς τόν κόσμον τήν άναμφισβήτητον άλήttειαν δτι
ούχί τά μεγέf)η τής χώρας, ούχί οί μυρίανδροι στόλοι καί αί μυριοτευχεί.ς μάχαι, άλλ' ό ίερός ένttουσιασμός, ό άπό γενεάς
είς γενεάν παραδιδόμενος είνε ό ίστών τά έν Βαλτετσίφ, τά έν
Δερβενακίοις, τά έν Τριπόλει καί πολλαχού άλλαχού τρόπαια
καί μηδενίζων μεγάλων κολοσσών τάς πυκνάς παρατάξεις.
·Αλλ· ού μόνον έπί τούς _'Έλληνας, άλλ · ό φόνος τού
Πατριάρχου έπέδρασε καί έπί τόν πεπολιτισμένον κόσμον
διεγείρας τήν άγανάκτησιν τής κοινής γνώμης, παρασκεύασας τήν ρήξιν τής Ρωσίας καί τής Τουρκίας, άφυπνίσας τάς συμπαttείας τής κοιμωμένης Εύρώπης καί διά τού πρώτου
τιναγμού, δν έδωκε είς τήν καttεύδουσαν εύσπλαγχνίαν τού
χριστιανικού κόσμου άνάψας τούς πρώτους σπιν6ήρας όίτινες
έφεξής ύπό διαφόρων ·Ελληνικών άttλων άναρριπιζόμενοι
άπετέλεσαν τήν λαμπράν φλόγα τού Ναυαρίνου.
Τήν σημασίαν ταύτην τής ttυσίας τού Γρηγορίου έκφέρων
έν κεφαλαίφ ό περιώwμος ίστορικός τής 'Ελληνικής · Επανα
στάσεως Γερβίνος παρατηρεί άριστα τά έξής- « Ή κατά τού Πατριάρχου Γρηγορίου dπηνής συμπεριφορά τής Πύλης, ποιήσασα τό πρώτον ρήγμα είς τήν Τουρκικήν δυναατείαν
παρεακεύασε τήν έλευiJέρωαιν τής 'Ελλάδος. Έξήλειψεv
• έν
τfj καρδίq, τών τε φίλων καί έχ{)ρών τού Πατριάρχου
πάσας τάς τού παρελΙJόvτος dναμνήσεις .... Ό Πατριάρχης έγένετο άγιος καί μάρτυς. Ό ΙJάνατος αύτού έδωκεν έν πάααις ταϊς έπαρχίαις τ6 αύνΙJημα τρομερωτάτων εκδική-
236
αεων. Έστιγμάτιαε πρό τών όφ!Jαλμών πάντων τών 'Ελ
λήνων
διά ατίyματος
άνεξαλείπτοv
τόν Σοvλτάνον,
ον
έκάλοvν τού λοιπού σφαγέα. Ένετύπωαεν είς τόν πόλεμον
τόν χαρακτήρα άγώνος έξολο!Jρεύαεως έν dνόματι τής
lJρηακείας.
Έξηφάνιαε πάααν ακέψιν περί τού δυνατού
διαλλαγής τινος ή αυμfJιfJααμού ή ύποταyής. Άφύπvιαε τάς
αυμπα/Jείας πάαης τής Χριστιανωαύνης ύπέρ τού δυστυ χούς ·Ελληνικού λαού, καί έδωκε τήν
ν·
άποφααιατικήν
κίνηαιν, τήν έπενεγκούααν τrjν μεταξύ τής Ρωααίας καί τής Πύλης {}ήξιν. άνδρί, έμενεν ·Η Πύλη ήακημένη έκπεπληγμένη άποκεφαλίζn μίαν φαινόμενα καί καινοφανών δι' έπανάστααιν ώς έν dτομον καί συνη/Jέστατα έν ένί μόνον Βλέπουαα όλως λαμΒάνουσα πείραν πραγμάτων
αύτήν, ότε ή κεφαλή τού Πατριάρχου πίπτουσα άντί νά
καταπνίξ17 τήν έπανάστασιν ηvρυνεν καί.έτράχυνεν αύτήν». Οϋτω λοιπόν ό Γρηγόριος πεσών, ώς έπεσεν, ύπέρ τού έf}νους, ήσκησεν έπί τήν έπανάστασιν έπίδρασιν, όσην καί όίαν ούδείς ποτε ήσκησεν στρατηγός ή ήγεμών πίπτων έν τφ πεδίφ τής μάχης ή στρατηλάτης άφοαιούμενος έν καιρφ κινδύνου
κατά τό έν τft Ρωμα'ίκft ίδίως ίστορί<;t εttος.
· Ως
ήγεμών ή
στρατηλάτης πίπτων 'ftά παρήγεν ένftουσιασμόν καί dίσfiημα
έκδικήσεως κατά τό μάλλον ή ήττον παροδικόν. ·Ως μάρτυς
όμως fiυσιαζόμενος τήν ήμέραν τού Πάσχα μετά τήν λειτουργί
αν,
καί διά τής
αύτοfiυσίας ταύτης άποδεικνύων έαυτόν Έλληνικήν ψυχήν καί
ό fiάνατος τού
μιμητήν τού εσταυρωμένου, περιβάλλεται dίγλην καί μεγαλείον άφάνταστον, κατανύσσων έσαεί :rήν
έξαίρων αύτήν είς ϋψη αίfiέρια. Ούτως
Γρηγορίου άποβαίνει ή'ftική νίκη καί 'ftρίαμβος αύτού. ·Εκ τής
άγχόνης άvέδορε πάραυτα λάμψις, καί ή λάμψις αϋτη περιαυ
γάζουσα έρείπια ήτο ή άvατολή άστέρος έωfiινού, όστις,
προβάλλων όσημέραι λαμπρότερος καί τά νέφη τής δουλείας
διαλύων, όδηγεί έκτοτε έπί τάς νίκας κατά βαρβάρων τούς 'Έλληνας άετούς. ·Η δέ σήμερον ήμέρα είνε ή κατ' έξοχήν
έδνική έορτή, διότι, aν ή ήμέρα τού Εύαγγελισμού τά εύαγγέλια τής σωτηρίας άγγέλλουσα είνε έδνικώς ή ήμέρα τής συλλήψεως καί κυοφορίας τού τής άπελευδερώσεως σχεδίου, ή σήμερον, καf)' ην fiυσιαζομένου τού μεγάλου άρχιWτου, έξασφαλίζεται
237
ή άνάστασις τού 'Έttνους, είνε ή ήμέρα τής ένσαρκώσεως τής ίδέας, ύπερβάλλουσα έκείνην, ώς ή γενεσιουρΎία τήν σύλληψιν, ή έκτέλεσις τό σχέδιον, ή πλήρωσις τήν ίδέαν, ή καρποφορία
τήν φύτευσιν, τό Πάσχα τόν Εύαγγελισμόν. 'Ορttώς δttεν ό άεί
μνηστος Σπυρίδων Τρικούπης Ελεγε πρός τούς πληρεξουσίους
τής Β' · Εttνοσυνελεύσεως: «Ή dνεξαρτησία ήμών δέν έyρά
φη τό πρώτον έν τψ συντάγματι τού
1843,
άλλά τrjj
1821
καί
ίJέλετε νά σάς εϊπω κατά ποίαν ή μέραν; 'Εγράφη κατά τήν
ήμέραν έκείνην, κα{)' ijν ό μέγας Ποιμενάρχης τών Χριστι
ανικών λαών, έξερχόμενος άπό τά άγια τών άγίων έκρεμά σ{)η, άγιάζων καί άγιαζόμενος καί τρώγων άκόμη τόν άγιον dρτον καί πίνων άκόμη τό άγιον αίμα τού Κυρίου. 'Εκείνην τήν ήμέραν ύπεγράφη τό δόγμα τής dνεξαρτησίας. Καί
{)έλετε νά σάς εϊπως διά ποίας ύλης έγράφrι; Διά τού
αϊματος τού Πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε'. Τοιούτον
έγγραφον, κύριοι, είνε ποτέ δυνατόν νά έξαλειφίJfί»;
·Αναπαύου λοιπόν, άγιώτατε τής άvεξαρτησίας στυλοβάτα. Τό μοναδικόν σου μαρτύριον άπεικονίζει τόν δλον · Ελληνικόν
άγώνα. 'Επί τής άγχόνης καί έν ταίς άγυιαίς συρόμενος είσαι ό
έπί τέσσαρας αίώνας τuραννούμενος, ttανατούμενος καί άτιμα ζόμενος 'Έλλην. Έν τφ βυttφ τού Κερατείου κόλπου, είσαι ό
'Έλλην,
δν έκ ·των κακώσεων ύπελάμβανεν άδύνατον είς
έξέΎερσιν ό δυνάστης.
'Αποπλέων είς 'Οδησσόν καί έκεί
μεΎαλοπρεπώς κηδευόμενος, συμβολίζεις τήν άλησμόνητον
σκέπην καί προστασίαν, ήν φεύγοντας τάς φρικαλέας σφαγάς
παρείχεν είς τούς πατέρας ήμών ή τότε Ρωσσία, ή πάσης τιμής
καί εύγνωμοσύνης άξία. Είς τήν έλευttέραν ·Ελλάδα άvακομι ζόμενος καί ώς έfi'νομάρτυς άνυμνούμενος είσαι aμα μέν ή
φαεινή τής έλευt>ερίας κρηπίς, aμα δέ ό άρραβώντής πατρώας
κληρονομίας καί τής άποκαταστάσεως τού δλου 'Έf)νους.
Παραλλήλως πρός τήν πρόοδον τής άνεξαρτησίας βαίνει καί ή δόξα σου ίερομάρτυς. τφ
1821
κηδεύεσαι έν τfί ξένη,
διότι κατά τό fτος τούτο δέν ύπάρχει έλευt>έρα σπιttαμή γης
'Ελληνικής, 'ίνα καλύΨn τό σκήνός σου. τφ
1871
τιμάσαι ώς
έttνομάρτυς έν τft πατρίδι έλευttέρQ μέν άλλά σχετικώς μικρ(Χ.
Καί ήδη τφ
1921
μεγαλύνεσαι iιπό μεγαλυνttείσης ·Ελλάδος ώς
iiΎιος, διότι πρός ϋμνον τών ttαυμασίων σου δέν άξαρκούσι
238
ποιήματα καί άσματα. Πρός τούτο άπαιτούνται ίδιόμελα καί
ώδαί πνευματικαί.
'Αναπαύου λοιπόν, καλλίνικε τής έλευftερίας ίεροφάντα. 'Η ·Ελλάς σου ή νεκρά, χάρις είς τήν πνοήν σου είνε ήδη άνάστασις καί ζωή. ·Η ·Ελλάς σου, i]τις είχε πάντοτε τό
δίκαιον, είνε ήδη καί δύναμις, καταδιώκουσα τούς διώκτας της έκεί πέραν είς τήν 'Ασίαν, είς τά σκοτεινά αύτών όρμητήρια.
Πού είνε ή ·Ελλάς; ήρώτα τφ
1816
ό Μεταιρνίχος. Πού είνε ή
Τουρκία; άν δέν τό ήρωτήσαμεν άκόμη, ftά τό έίπωμεν μετ'
όλίγον ήμεϊς, ώς εύχόμεftα καί ώς έλπίζομεν.
Βεβαίως δέν συνετελέσftη είσέτι ό ftρίctμβός σου, διότι δέν
συνετελέσΟη καί ή άνάστασις τού Γένους. 'Ο ftρίαμβός σου ftά
συντελεσΟft δταν ή λάρναξ σου μετακομισ6'fi είς τόν Πατριαρ
χικόν πυλώνα, έκεί ένt)α πρό έκατονταετίας διεπράχftη τό άποτρόπαιον εγκλημα, δταν εύλογήσης τόν λαόν σου άπό τής σκοπιάς έκείνης, άφ' ής έκπνέων προσεπάftεις νά τανύσης
πρός εύλαyίαν τάς χείράς σου. Είς τούτο ftά συντελέσωσιν
έκεϊνοι έκεί οί λεοντόth.ιμοι ηρωες, όίτινες φέροντες έπ' ιδμων τήν άγχόνην σου καί έπί τού μνήματός σου τό ξίφος αύτών
άκονίζοντες, άγωνίζονται σήμερον συντάττοντες, ώς έλπίζομεν,
τόν ένδοξον έπίλογον τού ύπέρ έλευftερίας άγώνος, δπως διανοίξωσι τήν όδόν, δι' ής ftά _διέλttη άνακομιζομένη είς τήν
Βασιλίδα τών πόλεων ή σορός σου. Τότε ό περί τόν τρούλον τής ά'γίας Σοφίας περίίπτaμενος
άκτινοβόλος σταυρός ftά παγιωftft έν αύτφ «άνταναιρών τήν σελήνην», τότε ftά ήχήσουσι τής Μεγάλης 'Εκκλησίας τά τετρακόσια σήμαντρα, καλούντα τούς πιστούς είς συνέχισιν τής κατά τήν άλωσιν διακοπείσης ίερουργίας, τότε ή πύλη τής
άγχόνης σου, ή κεκλεισμένη, ή φέρουσα τό πένftος σου,
άνοιvn είς διέλευσιν τής πομπής σου έπενερχομένου
{)'
έν
πανελληνίφ ftριάμβφ καί παρατάξει, έν παρατάξει, ην ftά περιστέφη ώς 'Ίριδος τόξον ό διάκοσμος πάντων τών ύπέρ πίστεως καί πατρίδος ά'γωνισftέντων, έν παρατάξει, ής ftά ήγήται έκείνος, δστις, καftήμενος ηδη έπί τού ftρόνου δν
έπλασε τό άιμά σου, έκληρονόμησε ού μόνον τό όνομα, άλλά καί τήν αίματόβρεκτον σημαίαν τού παρά τήν Πύλην τού Ρωμανού ψυχορραγήσαντος τελευταίου "Ελληνος Αύτοκράτο-
239
ρος. Τότε {}ά συντελεσδfι ό {}ρίαμβό~ σου.
δ ΌΟί έκδηλώσεις τής tκατονπεντηκονταετηρίδος.
1971.
Τά έκατόν πενήντα χρόνια άπό τής έπαναστάσεως τού
1821
γιορτάσδηκαν μέ έξαιρετική λαμπρότητα. 'Η ·Εκκλησία
τής ·Ελλάδος συμμετείχε έκτός τών άλλων μέ μία σειρά μικρών
βιβλίων, πού έξέδωκε ή 'Αποστολική Διακονία. Στόν τόμο
4
αύτής τής σειράς ό Δ. Φερούαης άνάμεσα στίς άλλες Μορφές
τού Γένους άφιερώνει στόν Γρηγόριο Ε' ένα κεφάλαιο μέ τίτλο
«'Ο
· Εttνάρχης»
(σελ.
83-92).
·Η ·Ακαδημία 'Αfiηνών έπίσης
προκήρυξε βραβείο γιά τή συγγραφή πραγματείας περί τής
συμβολής τής 'Εκκλησίας είς τόν άγώνα τού
1821.
Έβραβεύ
ftη ή δίτομος συγγραφή τού άρχιμανδρίτου Θεοφίλου Σ ιμο
πούλου, Μάρτυρες καί άγωνιαταί Ίεράρχαι τής 'Ελληνικής
ΈΒνεγεραίας
τούτου
1821-1823,
ΆΒήναι
1972.
Τά έκ τού βιβλίου
άvαφερόμενα είς τόν έf>νομάρτuρα πατριάρχην ό
συγγραφεύς έπεξέτεινε καί έξέδωσε ώς ίδιαίτερη μονογραφία,
Ό 'Ι εροεlJνομάρτυς πατριάρχης Γρηγόριος ό Ε Ί Ά8ήναι
1973.
·Η Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης έπίσης έξέδωσε
συλλογικό τόμο μέ μελέτες τών κα6ηγητών της άφιερωμένες στόν ύπέρ τής άvεξαρτησίας άγώνα. ·Ο τόμος φέρει τόν τίτλο
«Μνήμη
1821».
ε Ό 'Ένα dαε8ές καί dντιεπιατημονικό 8ι8λίο καlJηγητού
Θεολογικής Σχολής. Δυστυχώς τρία μόλις χρόνια μετά τόν έορτασμό αύτό ή 'ίδια
Σχολή ένέκρινε ώς διατριβή έπί ύφηγεσία τή μελέτη τού
Νικολάου Ζαχαροπούλου, Γρηγόριος Ε Ό Σαφής έκφρασις
τής Έκκλησιαατικής πολιτικής έπί Τουρκοκρατίας. Θεσ
σαλονίκη
στιγμές
1974.
Τό έργο σημαδεύει μιά άπό τίς χειρότερες
τών προσφάτων χρόνων καί
τής
ίστοριογραφίας
προσβάλλει τήν ίστορική συνείδηση τού 'Έf>νους άσεβώντας
στήν ίερή μνήμη τού έf>νομάρτuρος καί άγίου Γρηγορίου τού
240
Ε'. Εύτuχώς πού εύρέftη ό παντός έπαίνου aξιος έμβριftής
ίστορικός Τ. Γριτσόπουλος, γιά νά άποκαταστήση τήν ίστορική
άλήftεια. Παραttέτουμε έδώ δειγματοληπτικώς μερικά άπο σπάσματα άπό τό άπαράδεκτο βιβλίο τού Ν. Ζαχαροπούλου
καί στή συνέχεια tπίσης έκτενfj άποσπάσματα τής κριτικής τού
Τ. Γριτσοπούλου ώς καί τήν ίδικήν μας γνώμη κατά τήν
συνεδρία tκλογής τού Ν. Ζαχαροπούλου ώς κα{}ηγητού τής
Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 'Επί
σης τήν γνώμη τού καf)ηγητού μητρΌπολίτου Τυρολόης Παντε λεήμονος Ροδοπούλου ό όποίος ώς είσηγητής διεχώρισε τήν ftέση του άπό τούς dλλους δύο σuνεισηγητάς πού t~ρότειναν τόν Ζαχαρόπουλο ώς καf}ηγητή. Ν. Ζαχαρ6πουλος:
'Η πλειονότης τών μαftητών τού 'Ιεροftέου έμεινεν aκρως
συντηρητική, έγγίσασα μάλιστα τά δρια μιάς άνασταλτικής, dρα
καί άνεδαφικής, συντηρητικότητας. Μεταξύ τούτων άνήκει καί
ό Γρηγόριος. ·Η πρός τήν συντήρησιν φυσική διάftεσις αύτού
ένισχύftη ίδιαιτέρως έντός τού περιβάλλοντος τής Εύαγγελικής
Σχολής τής Σμύρνης (σελ.
15).
'Εν τοσούτφ αί ώφέλειαι αί προκύψασαι διά τόν Γρηγόριο έκ τών ώς aνω συνttηκών ζωής δέν ήσαν όλίγαι. Συνεδέftη ού
τος tν πρώτοις μετά προσώπων ίσχυρών, ώς ήσαν ό Προκόπιος
καί ό 'ΆνΟιμος Καράκαλος, καί έξησφάλισε τά πρός τό ζήν
πλουσιοπαρόχως, ώς φαίνεται, έφ' δσον λίαν συντρόμως εσχε
τήν δυνατότητα «νά κυβερνηftή» καί νά ύπανδρεύση τάς δύο
άδελφάς του διά παροχής μάλιστα ούχί άσημάντου προικός.
Διά τής έν γένει άποκαταστάσεώς του συνεφιλιώ{)η πρός τήν
ίδέαν τής διαβιώσεως ύπό τόν τουρκικόν ζυγόν καί έξησφάλισε τοιουτοτρόπως μάλλον άπροσκόπτως τήν περαιτέρω aνοδόν
του. Τούτο μάλιστα έπεξέτεινεν είς βασικήν άρχήν του δσον
άφορά είς τό πρόβλημα τής συνυπάρξεως ·Ελλήνων καί Τούρ
κων έν τft Όftωμανικfi Αύτοκρατορίg (σελ.
19).
·Ο κατ· έπίφασιν έκδημοκρατισμ6ς ούτος (ση μ. ύπ6 τού Γρηγορίου) ύπε6οήΒει τά μέγιστα είς τήν έπι6ολήν τών ήδη
προηγουμένως ίσχυ6ντων καί έπί τής τουρκοκρατίας ένι
σχυΒέντων κυριαρχικών δικαιωμάτων τού κλήρου έπί τού
241
λαού. Πνεύμα «γεροντισμού», κλίμα εύνοιοκρατίας, κυρι
αρχικαί τάσεις,
διοικητική αύτοδυναμία,
διαΒίωσις τού
ποιμνίου έν είρήνη, ένίσχυσις τών προσωπικών συμφερόν
των, έλιγμοί ύψηλής πολιτικής, σκόπευσις dπωτέρων καί
άνωτέρων στόχων, κατ' έπίφασιν έν γένει έκδημοκρατισμός τής 'Εκκλησίας, άποτελούν όχι μόνον τά κίνητρα τού Γρηγορίου, άλλά καί τό έπιτελεσ/Jέν ύπ' αύτού ώς έκκλη
σιαστικού άρχοντος έργον (σελ.
23-24).
· Αναφερόμενος
(ό Κοραής) εξ αλλου συγκεκριμένως πλέον
είς τούς κληρικούς άποκαλεί αύτούς «βαρβάρους καλογερί
σκους» όεωρών τούτους χει.ροτέρους τών «εξωτερικών τυράν
νων»' διότι, εκείνοι μέν εμφανιζόμενοι ώς λύκοι δίδουν τήν
εύκαιρίαν είς τό ποίμνιον νά προφυλάσσεται εκ τών ένεργειών
τούτων, ούτοι δμως παρουσιαζόμενοι ώς πρόβατα, τό εξαπα
τούν (σελ.
26).
' Εξ
άλλου τό άπολυταρχικόν εκκλησιαστικόν διοικητικόν
σύστημα, όμοιάζον εν πολλοίς πρός τό επικρατούν εν τfi
'Οftωμανικfj α-ύτοκρατορί<_χ, άποτελεί διά πολλούς ε-tερόν τινα
ζυγόν τυραννίας, καfi' δτι δυσκόλως ήδύνατο νά διαφοροποι
ηttή τής τυραννίας τών 'Οftωμανών είς τάς συνειδήσεις τών
άπλο·ίκών καί άπαιδεύτων, ώς επί τό πλείστον, υποδούλων 'Ελλήνων (σελ.
30).
·Εν τοσούτφ παρουσιάζει άναμφιβόλως ό Γρηγόριος &παν
τα σχεδόν τά χαρακτηριστικά τών εκπροσώπων τής 'Εκκλησί
ας επί τουρκοκρατίας καί δή ίδιαιτέρως έντονα ώς εκ τών περί
αύτόν διαδραματισόέντων (σελ.
31).
·Ο Γρηγόριος, ώς καί πάς εtερος συντηρητικός τής εποχής του, διεπνέετο υπό ώρισμένων βασικών άρχών, μία τών όποίων ήτο ή διατήρησις τού πολιτεύματος έκείνου, δπερ ώμοίαζεν ώς σί,στημα πρός τό όεοκρατικόν ίουδαϊκόν καί τό καισαροπαπι κόν χριστιανικόν, διότι τούτο καί μόνο διησφάλιζε τήν άκεραι
ότητα τής ·Εκκλησίας. Τά χορηγηttέντα πρός τούς Χριστια
νούς άρχικώς προνόμια υπό τού Μωάμ.ε-6, άλλά καί τά
όσημέραι επαυξανόμενα τοιαύτα άποτελούν διά τόν Γρηγόριον έπαρκή αίτίαν διά τήν τήρησιν τής άρχής ταύτης. Οtιτος
άναμφιβόλως έδιδεν ίδιαιτέραν σημασίαν είς τήν διατήρησιν
242
τού κατεστημένου, άδυνατών νά διανοη{)ή οίανδήποτε διατά
ραξιν αύτού (σελ.
78).
Έξ dλλου τό έκκλησιαστικόν διοικητικόν σύστημα, όσον
καί άν έπαρουσιάζετο έν τfi 'Ανατολή «δημοκρατικόν» τουλά
χιστον έσωτερικώς
καί έπί τής πνευματικής
βάσεώς του,
έξωτερικώς όμως, όπερ ήτο έμφανέστερον καί πλέον έκφρα στικόν είς τήν κ α{}' ή μέραν ζωήν ήτο αύταρχικόν, δεσποτικόν συντηρητικόν ... 'Ο Γρηγόριος άπευδυνόμενος πρός τόν 'Υψη λάντην, διαρρήδην έξεφράσ{)η κατά τής δημοκρατίας, είπών,
ότι, όπου αϋτη έμφανισ{)ή, έκεί έπικρατεί «άκαταστασία»
(σελ.
79).
Ν. Ζαχαροποvλοv, ΓρηΎόριος Ε'. Σαφής έκφρασις τής έκκληαιαατι-
κής πολιτικής έπί τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1974.
·
Τ. Γριταόπουλος:
'Ένας άκόμη άναχρονισμός είναι, ότι ό σ. σημειώνει ότι είς
τά σχολεία της Τουρκοκρατίας «ή γλωσσική κατάρτισις τών σπουδαστών έγίνετο ύποτυπωδώς καί ούχί έπί τft βάσει τών γλωσσικών προτύπων τής κα{)ημερινής ζωής>> (σ.
12). Κρίνει μέ
σημερινά κριτήρια, ώς έάν άγνοft τά ίσχύοντα είς τά σχολεία τής
Τουρκοκρατίας. 'Η άρνητική κατάληξις είναι πλέον κοινός
τόπος, ότι έδημιουργείτο πνεύμα συντηρητικόν καί έφράσσον το οί εύρεϊς όρίζοντες τών νέων, διά τούς όποίους έδιψούσαν.
Αύτά, φυσικά, τά ύποftέτει ό σ., διότι ούδένα κανονισμόν σχολείου γνωρίζει μέ πρόγραμμα μαftημάτων, σύστημα διδα σκαλίας, διδακτικά βιβλία κλπ.
' Απλώς
πρέπει νά ύπενftυμί
σωμεν ότι τότε πρό πάντων σχολείον ήτο ό διδάσκαλος.
· Ασφαλώς
εύρέ{)ησαν διδάσκαλοι μέ φωτεινόν πνεύμα καί
άνέδειξαν τά σχολεία των μέ τήν διδασκαλίαν τών Φυσικών έπιστημών, της Φιλοσοφίας κλπ. ·Ο χαρακτήρ τών σχολείων της Τουρκοκρατίας μετεβλήδη αίσιtητώς, όταν είχαν πολλα
πλασιασf>ή
κατά τούς
προεπαναστατικούς χρόνους καί ή
διδασκαλία ήτο συστηματική καί ώργανωμένη πολύ καλύτερα
243
ή προηγουμένως. ·Η κριτική τής διδασκαλίας έδώ είναι άνεδαφική καί φαίνεται δτι ύποτιμ(i τόν άftλον τής παλαιοτέ
ρας μορφής μέ Ψαλτήρι καί
· Οκτώηχον
κοντά είς τόν τρόμον
καί τήν άνησυχίαν.
'Αλλά είς τήν έξέτασιν τής μορφώσεως τού Γρηγορίου τί δέσιν ~χει ή έπίδεσις τού σ. κατά τού Γρηγορίου δτι «τά συγγράμματά του (άδώα προσπάδεια μεταφράσεως πατερι κων κειμένων) είναι μαρτυρία τής στενότητος άντιλήψεως αύτού»; Κατηγορείται άνεπικαίρως ό Γρηγόριος δτι «άπέφυγε τήν συγγραφήν πρωτοτύπων έργασι&ν», ήτο έπιφυλακτικός ώς πρός τάς έκ τής Δύσεως νέας δεωρίας, «ώργάνωσε τήν λογοκρισίαν των βιβλίων, διφκησε τήν 'Εκκλησίαν άπολυταρ χικώς». 'Όλα α\πά ύπήρξαν προ"ίόντα «τής έν Σμύρνη παραμο
νής καί τών σπουδών έν τft Εύαγγελικn Σχολή», ψυχή τής όποίας ύπήρξεν ό σοφός άλλά «συντηρητικός» · Ιερόδεος. Διά
τόν συγγραφέα σπουδαίαν άξίαν είχε τό Φιλολογικόν Γυμνά σιον Σμύρνης
(1812-1819),
τού όποίου aλλως όμολογείται τό
έργον ώς έπιβλητικόν καί καρποφόρον διά τό έf}νος
Εύαγγελική έφημίζετο ώς ό φάρος τής 'Ανατολής.
, aν
καί ή
' Οφείλομεν
νά έίπωμεν είς τόν σ. δτι ή παιδεία τής
άσόφων, παλαιών ή νέων άρχών
περιόδου τής δουλείας ώφέλησεν -έν τφ συνόλφ της τό Γένος,
διότι διά τών σοφών ή
διδασκάλων συλλήβδην έπολεμή{)η ή άμάδεια, έδημιουργήδη σαν προσωπικότητες, έκαλλιεργήt)η συνείδησις καί μέ τόν συντελούμενον φρονηματισμόν οί ραγιάδες έγιναν aξιοι τής ίστορίας των, ήρχισαν νά νοσταλγούν τήν έλευδερίαν, καί άντί νά περιμένουν άπό τούς ξένους ή τόν δεόν νά τούς έλευδερώ
σουν, κατώρt)ωσαν νά ξαναπλάσουν τούς μεσαιωνικούς καί πρό πάντων τούς άρχαίους ήρωας. ·Ο έρως έλευt)ερίας
έβλάστησεν ϋστερα άπό τήν άνάπτuξιν τής παιδείας.
· Ως πρός
τάς δύο σχολάς τής Σμύρνης γνωστή είναι ή άναταραχή πού
έδημιουργήδη. Καί παρά ταύτην ή Εύαγγελική δέν έξηφανί
σδη, α\πή πού έξέδρεψε τόσους λογίους καί διδασκάλους,
μεταξύ τών όποίων καί αUτόν τόν σοφόν της πολέμιον 'Αδ.
Κοραήν. Τού δέ Φιλολογικού Γυμνασίου διέπρεψαν οί μαδηταί.
"Αν ήμπορούσαμεν νά παρακολουδήσωμεν αύτούς είς τήν
244
σταδιοδρομίαν των καί τήν προσφοράν των, τότε μόνον δά
ώμιλούσαμεν μέ {)ετικά συγκεκριμένα στοιχεία περί τής
ώφελείας. τού Γένους άπό τήν λειτουργίαν τών προοδευτικού wπου σχολείων. Τώρα περιοριζόμε{)α είς τήν γενικήν διαπί
στωσιν περί τών άγα{)ών πού προσέφεραν τά σχολεία δλων τών
τύπων τής
δουλείας.
Καί πάντως
άναπόδεικτον είναι δτι
άνετράπησαν μεσαιωνικαί μέ{)οδοι καί έλυτρώδη ό κόσμος καί
τό καthJστερημένον πνεύμα τής «άνεδαφιχής συντηρητικότη
τας» ή δτι αύτομάτως έπήλδεν ή άναγέννησις τού έδνους, είς
πείσμα τών άρτηριοσκληρωτικών καλογήρων, πού ύπηρετού σαν τήν συντηρητικήν (άντιδραστικήν) διανόησιν.
·Ο σ. άλλην πορείαν άκολουδών, έπιζητεί ν' άποδείξn δτι μέ τήν σχολαστικήν στάσιν τής 'Εκκλησίας είς τήν έκπαίδευσιν
ή στροφή τού Κορυδαλλέως πρός τάς νέας φιλοσοφικός τάσεις
έπροκάλεσεν «άναστάτωσιν, άντεγκλήσεις καί διαμάχας, τάς
όποίας τόσον έντόνως ftά τάς άπαντήσωμεν καί είς τήν έποχήν
τού Γρηγορίου Ε'» (σ.
43).
Μέ τήν ήftελημένην αύτήν άρχήν
λοιπόν καί μέ μεγαλοποιημένον «άγώνα έναντίον τής φιλοσο
φίας άπό μέρους πολλών έκπροσώπων τής 'Εκκλησίας», ό σ. φftάνει είς τό συμπέρασμα, δτι «έν τφ έλληνικφ χώρφ παράγεται άναταρχή καί σύγχυσις», ταυτόν είπείν πολεμική τής συντηρητικής 'Εκκλησίας κατά τής σκέψεως καί έπιστή μης. «Αί έπιστημονικαί συζητήσεις, λέγει, άνήγοντο είς ftρη
σκευτικάς-ftεολογικάς
κατεδιώκοντο
καί
άντιμετωπίζοντο
έπαύοντο,
ώς
έσωτερικαί
διδασκαλία
ύποftέσεις τής 'Εκκλησίας». 'Ο συντηρητισμός έπεξετείνετο, οί διδάσκαλοι, πάσα
έμπνεομένη άπό τό πνεύμα τού Διαφωτισμού έχαρακτηρίζετο ώς όδηγούσα είς άΟε'ίσμόν. ·Η διδομένη είς τήν άνάπτυξιν τού κεφαλαίου τούτου εύκαιρία, έftεωρήftη κατάλληλος διά νά στραφft ό λόγος καί πρός τόν Διαφωτισμόν καί τήν πρός αύτόν έχftρότητα τής συντηρητικής όμάδος 'Ελλήνων λογίων. Ό σ.
διδάσκει δτι «ή διαμάχη περιεστράφη περί τά δέματα τής
μεδόδου, τής έρεύνης καί τής διδασκαλίας, τής χρήσεως τής
γλώσσης έν τοϊς σχολείοις καί ταίς συγγραφαίς, τής μελέτης καί
έρεύνης έν τφ πεδίφ τών φυσικών λεγομένων έπιστημών,
μαδηματικών, φυσικής, άστρονομίας». Διά τό «γλωσσικόν
245
{}έμα>> λέγει δτι τούτο «έπηρέασε μεγάλως πάσαν πνευματικήν έκδήλωσιν» κλπ., άλλά δέν είναι δυνατόν νά γίνn άντικείμενον τής παρούσης αύτού τό μελέτης καί μόνον επισημαίνεται τό ζήτημα. 'Εν τούτοις γίνεται άντικείμενον ταχείας έξετάσεως {}έμα τών προδρομικών εργων λογοτεχνίας μετά «διαφω
τιστικής» προελεύσεως σχολίων καί συμπερασμάτων, καταλλή
λων πρός στήριξιν τών ttέσεων τού σ. έπί τής τεttειμένης
γραμμής του καί δή τό γλωσσικόν ζήτημα συζητείται ώς έάν πρόκειται περί τής σημερινής μορφής του. 'Όποιος μελετ(Χ
προσεκτικά καί είς τό σύνολόν του τό ttέμα τής παιδείας τού ύπό δουλείαν ·Ελληνισμού ή μπορεί νά γνωρίση τήν πορείαν
τής διπλής πνευματικής παραδόσεως, λογίας καί δημώδους, νά
είσχωρήση είς τό βά{}ος τού παραλλήλου δρόμου τών δύο πτυχών καί καttεμιάς χωριστά καί τής προσφοράς τών
έκπροσώπων των καί νά έρμηνεύσn ήρεμα καί χωρίς προσκόλ λησιν έίς ώρισμένην διαφωτιστικήν όμάδα τά φαινόμενα έντός τής έποχής πού διεδραματίσttησαν, όχι τής σημερινής, όπότε
{}'
άνηληφ{}ft δτι τά δύο αύτά ρεύματα, πού τό ένα συμπληρώ
νει τό άλλο, άποτελούν μαζί τήν δλην πνευματικήν παρακατα δήκην τού έf>νους.
·Η
άvαζήτησις τών έξ Εύρώπης επιδράσεων βάσει τών
ίδεών καί τάσεων πού διεμορφώ{}ησαν εκεί επιδιώκεται κυρίως
μέ δύο έν συνεχείQ ύποδιαι.ρέσεις τής ένότητος. Συζητείται ή
διατήρησις ή άνατροπή τού κατεστημένου (κοινωνικώς καί
πολιτικώς) καί τό ttέμα ttρησκείας καί ήttικής. Σχηματίζει
κανείς, λέγει ό σ., έποπτείαν τινά τών πολιτικοκοινωνικών
προβλημάτων τής έποχής κατατάσσων αύτά είς δύο γενικωτά
τους τομείς «ίδέαι»-«γεγονότ(Χ». Διά νά ζωντανεύσn τό πρώτον
σκέλος, άνατρέχει είς «τήν έντονον πολιτικοκοινωνικήν δρα στηριότητα τών εν Εύρώπη λαών» κατά τούς ΙΗ' καί ΙΘ ·
αίώνας καί συγκεκριμένως άναφέρει ό σ. δτι «άναπτύσσεται
ραγδαίως ή ίδέα τού δικαίου». Καί προσttέτει δτι «ή ίδέα τού
δικαίου, έχουσα τάς βαttείας ρίζας έν τfi άναγεννηttείσn Εύρώπn, συντελέσασα είς βασικάς καί άξιολόγους μεταβολάς
τής άν{)ρωπίνης ζωής ... , ~σχε τεραστίας σημασίας επιδράσεις
έπί τών 'Ελλήνων». Πρός άπόδειξιν τών άτεκμηριώτων τούτων
246
καί άλλων παραπεμπόμεftα είς τάς «άξιολόγους συγγραφάς έν τφ έλληνικφ πνευματικφ χώρφ» ( άναγραφάς (Legrand, Σάδα, Παπαδοπούλου-Βρετού), «μέγα μέρος τών όποίων ούδεμία άμφιβολία ύφίσταται δτι έχει βαδείας τάς ρίζας αύτού είς τά έν
Εύρώπn έμφανισ{) έντα ... ».
'Υπό τήν έπήρειαν «τών ίδεών καί τών γεγονότων τής
γαλλικής έπαναστάσεως», ύποστηρίζει ό σ., διά τών εύρωπa·ί κών έπιδράσεων ή ίδέα τού δικαίου είς τόν έλληνικόν χώρον
έμφανίζει διπήν μορφήν, α) ώς άνακαινιστική πνοή, πού
όδηγεί είς φιλελευftερισμόν καί έπαναστατικόν δίκαιον· β) ώς διατήρησις τού παραδοσιακού δικαίου, στηριζομένου έπί τού
έκκλησιαστικού καί πολιτικού κατεστημένου. Στήριγμα τών έπόψεων τούτων τά γεγονότα τής Σμύρνης, ή διαμάχη Κοραή
Γρηγορίου Ε', όπότε τό λα"ίκόν στοιχείον έπεδίωκε νά λαμβάνn μέρος είς τήν διοίκησιν κοινότητος-έκκλησίας. «Τό έν τft Δύσει
έπικρατήσαν κυρίως άπό τής γαλλικής έπαναστάσεως φιλοσο
φικόν καί ίστορικόν καί έν δίκαιον ... , τφ διδάσκει ό σ., έπικρατεί κόσμφ», προοδευτικώς ύποδούλφ χριστιανικφ
άκριβέστερον· δέχεται «μετά βεβαιότητος» δτι «κατόπιν τών έν
Εύρώπη συμβάντων έγεννήftη παρά τοί.ς "Ελλησι ή έφεσις πρός
τό φιλοσοφικόν δίκαιον». 'Αλλ' ή 'Εκκλησία άντέστη είς τήν πραγμάτωσιν <<τών ύπό τού δικαίου προβαλλομένων άρχών κοινωνικοπολιτικής ζωής», παρά τούς άγώνας τού λαού, πού
έπέτυχε «κυρίως διά τών κοινωνικών συσσωματώσεων τήν
πραγμάτωσιν τής ύψηλής ταύτης ίδέας». Καί λοιπόν «ή ήγετική
τάξις τής ftρησκευτικής συσσωματώσεως, τής νόμφ κρατούσης
·Εκκλησίας, όχι μόνον δέν συμπαρεστάftη, άλλά καί άντέστη .. »
(σ.
61).
Συναφώς ό σ. όμιλεί περί άναπτύξεως τής έftνικής τών
συνειδήσεως. Παραδόξως νομίζει δτι δι' αύτήν
·Ελλήνων
«δείκτης άξιόλογος» είναι «ή ζήτησις'νέων μορφών γλώσσης, ή
συστηματοποίησις αύτής», ή σχετική συζήτησις καί διαμάχη μεταξύ τών λογίων, τέλος δέ δτι συνετέλεσε πολύ είς άνάπτυξιν έftνικής συνειδήσεως «ή στροφή τών λογίων πρός τόν ίστορι
σμόν» καί άκόμη «τό γεγονός τής γαλλικής έπαναστάσεως» (σ.
64).
Είς δλα αύτά άνήκουν αί άκόλουftοι παρατηρήσεις. 'Εν
247
πρώτοις χρησιμοποιών ό σ. μελέτας άλλων περιορίζεται κατά
τήν συνή{}ειάν του νά παραπέμπη είς εν σημείον, νά τό
γενικεύn καί έπ' αύτού ύστερα προσπα{}εϊ νά οίκοδομήσn, άδιαφορών δτι aλλα πράγματα προκύπτουν άπό τήν μελέτην πού επικαλείται. Πρόχειeον παράδειγμα αί μελέται τού κα{}ηγ.
Ν. Ι. Πανταζοπούλου, τάς όποίας χρησιμοποιεί. 'Ο σ. όμιλεί
περί τών κοινωνικών συσσωματώσεων, άντιτι{}εμtνων πρός τήν 'Εκκλησίαν καί περί γενέσεως νέου δικαίου άπό τήν ήρέμα
έξελισσομένην αύτόνομον συσσωμάτωσιν, τήν κοινότητα. ·Η κοινότης εlναι πολιτικής μορφής συσσωμάτωσις, δπως {}ρη
σκευτικής είναι ή
'Εκκλησία, στρατιωτικής τά άρματολίκια
(καπετανάτα) καί ~ίκονομικής τά έσνάφια η ρουφέτια καί aλλαι συντεχνίαι. 'Ο Ν. Πανταζόπουλος όμιλεί περί «αύτονό μου λειτουργίας τών τεσσάρων μορφών συσσωματώσεως» καί περί «έναρμονισμού τών, άρχικώς άντιτι{}εμtνων μεταξύ των,
με{}όδων δράσεως». ·Ο 'ίδιος προσ{}έτει άκόμη ότι «τό έν χρήσει είς τάς έλληνικάς κοινότητας σύστημα δημοκρατικής
αύτοδιοικήσεως έπιδρ(Χ άρχικώς έπί τής
σαν κατά τά τέλη τού
' Εκκλησίας,
συντελέ
τού
18ου αίώνος έπί Σαμουήλ Α'
Χατζερή είς τήν άναδιοργάνωσιν τού πατριαρχικού {}εσμού». Τά περί άνατροπής τού έκκλησιαστικού καί πολιτικού κατεστημένου άπό τήν άνακαινιστικής πνοής δημιουργίαν
έίδους έπαναστατι~ού δικαίου δέν άνήκουν είς τήν όρ{}όδοξον
ίστοριογραφίαν. ·Ο κα6ηγ. Ν. Πανταζόπουλος άναφέρει δτι αί έλληνικαί κοινότητες προσεπάt)ησαν νά έπιβάλουν 'ίδιον έκά
στη έt)ιμικόν δίκαιον, τό όποίον κατ' άνάγκην ήλδεν είς
άντίfiεσιν πρός τό τουρκικόν καί τό Πατριαρχικόν, τονίζει δέ δτι ή τοιαύτη άντίt)εσις προσέλαβεν ίδιαιτέραν όξύτητα είς Σμύρνην. Πάσαν τήν δικαστικήν δικαιοδοσίαν τής 'Εκκλησίας άπό τών Βυζαντινών χρόνων καί ώς διεμορφώδη άπό τής
·Αλώσεως ό αύτός συγγραφεύς άναλυτικώς παρουσιάζει μετά
τής άπαραιτήτου τεκμηριώσεως είς τήν αύτήν μελέτην, όμιλών δι' όλον τό πλάτος τού ίδιωτικού δικαίου καί διά τά όργανα καί τήν νομοfiεσίαν πού έχρησιμοποιείτο καί διά τήν σύγκρουσιν
πρός τό uπό τών κοινοτικών δικαστηρίων έφαρμοζόμενον
έ6ιμικόν δίκαιον. Κατ'
ούσίαν αί κοινότητες είς άντίδεσιν
248
εύρίσκοντο πρός τόν κατακτητήν καί τό τουρκικόν δίκαιον,
πρός τό όποίον συνεκρούσδη καί αύτή ή 'Εκκλησία ίδίως είς
τό ζήτημα τού γάμου.
Διά τό συνυποσχετικόν τής Σμύρνης μόνον έπαινετικοί
λόγοι ήμπορούν ν' άκουσδούν διά τόν μητροπολίτην. Δέν εiναι
προϊόν άντιδέσεως τής κοινωνικής συσσωματώσεως κατά τού
έκκλησιαστικού κατεστημένου ύπό τήν έπίδρασιν τών ίδεών
τής Γαλλικής 'Επαναστάσεως, διά τόν άπλούστατον λόγον, δτι
τά γεγονότα συνέβησαν τό
1785,
πέντε όλόκληρα χρόνια πρό
αύτής. 'Επειδή πολύς λόγος καί ύπό τού σ. καί παρ' άλλων
γίνεται περί μηνυμάτων καί έπιδράσεων τής Γαλλικής 'Επανα στάσεως έπί τών 'Ελλήνων, ιδστε νά ξεσηκωδούν ενοπλοι πρός
κaτάκτησιν τής έλευδερίας των, όφείλομεν νά έίπωμεν δ,τι τό περιεχόμενον τής Γαλλικής 'Επαναστάσεως ήτο κοινωνικόν διά λαόν άνεξαρτήτου κράτους, χάριν τού όποίου διεκηρuσσε
το ίσότης, άδελφότης, δικαιοσύνη. Είς τήν πράξιν αί ίδέαι αύταί
παταγωδώς άπέτυχαν καί είς τό γαλλικόν σκάφος έπεβλήδη ή
μορφή τού πανισχύρου αύτοκράτορος Ν απολέοντος. Παρά
τούτο, ίσχυρός καί γοητευτικός παρέμεινεν έπί χρόνον μακρόν είς τάς νεανικάς ίδίω·ς καρδίας, ό άπόηχος τών διακηρύξεων καί τών άγώνων τού κινήματος. Οί λόγιοι τών άρχών τού ΙΘ'
αίώνος τάς ίδέας έκείνας παρέλαβαν ώς τήν πλέον έλευδέραν
εκφρασιν πίστεώς των. Οί 'Έλληνες τής προεπαναστατικής
περιόδου, ρεύματα δσον τού καί άν συνεκινήδησαν διαφωτισμού, άπό τά σύγχρονα καλά-καλά ν' γαλλικού χωρίς
άφομοιώνουν τά κύρια γνωρίσματά των, δέν ήτο δυνατόν νά
άναλάβουν ενοπλον άγώνα χάριν τής κοινωνικής δικαιοσύνης,
τήν στιγμήν πού τούς ελειπεν ή έδνική έλευδερία. Οί λόγιοι τής έποχής δέν διετείνοντο δτι ήσαν κοινωνικοί άναμορφωταί,
ωστε νά έργασδούν διά κοινωνικού χαρακτήρος έξέγερσιν,
άφού τοιούτου έίδους προϋποδέσεις είς τήν ·Ελλάδα δέν ύπήρχαν. Δέν έβλεπαν οί aνδρωποι δτι ήσαν καταπιεζόμενοι
φεουδαρχών, διά νά μελετήσουν τής ήγεσίας των τήν άνaτρο
πήν δι' έπαναστάσεως. 'Απόδειξις τούτου εiναι, δτι αύτούς
τούς έκκλησιαστικούς καί πολιτικούς άρχοντας ήκολούδησεν
ό κόσμος τό
1821
καί μέ αύτούς ήγωνίσfiη διά τήν πολιτικήν
249
του άποκατάστασιν. Οϋτε οί Φιλικοί έκινήδησαν ύπό τήν
τών άρχών τής Γαλλικής ·Επαναστάσεως οϋτε
έπήρειαν
πληδυνόμενοι λόγιοι καί έγγράμματοι τής προεπαναστατικής
περιόδου άποτελούσαν τήν έκφρασιν τής κοινωνικής ζωής τής
τουρκορκατουμένης 'Ελλάδος, διά νά δεχδώμεν ότι άνάπτυξις
τής περί δικαίου ίδέας καί τής ίδέας τής έ6νικής συνειδήσεως «ώδήγησαν είς δέσεις καί άντιδέσεις καί έτσι, ώς ό σ.
άποδέχεται, «έν τφ βαλκανικφ χώρφ ή δράσις άναμφιβόλως
έγεννάτο διά τού έπικρατούντος κοινωνικοοικονομικής φύσε
ως άναβρασμού τού λαού», κατά τήν κομμουνιστικήν άντίλη ψιν. ·Η κατά τής ·Εκκλησίας κατακραυγή, ή σπίλωσις ύπολήψεων, ό μύδος καταπιέσεων κλπ. είναι νεώτερα έφευρή
ματα χάριν ερμηνείας φαινομένων ύπό συμφέρουσαν τοποδέ
τησιν. 'Εντελώς aλλο πράγμα είναι δτι ή 'Εκκλησία, ώς φορεύς συντηρητικού καί φύλαξ παραδεδομένου πνεύματος, άντι
δρούσεν έστω καί ύπερβολικά καί φανατικά διά τόν κίνδυνον
έξωδεν έρχομένων καί μή άφομοιουμένων ίδεών καί σuνηδειών,
δι· δ έλάμβανεν έκάστοτε μέτρα, πού χαρακτηρίζονται σήμερα
ώς άνασχετικά τής προόδου καί τού έκσυγχρονισμοϋ. Συχνά
ένέργειαι τής ·Εκκλησίας ήσαν ύπερβολικαί έναντι τής ύγιούς έξελίξεως καί άντίδετοι πρός τόν παλμόν τής ζωής· 'ίσως ή στάσις της ήτο ύπεράγαν αύστηρά καί άδικαιολόγητος, άπέ
βλεπεν δμως βασικώς είς προστασίαν τής ήδικής προσωπικό
τητος καί τού πληρώματος.
·Εξ &λλου ύποστηρίζει ό σ. δτι «προσήλωσιν πρός τό γήινον καί ύλικόν έκφράζουν τά δημοτικά aσματα καί ή λοιπή λα'ίκή παραγωγή» καί μαρτυρούν τήν λα'ίκήν άντίδεσιν πρός τήν
δρησκείαν καί τήν ύπερβατικήν διδασκαλίαν αύτής έξ αίτίας
τής πρός τόν κλήρον άντιδέσεως. 'Αλλ' αύτά είναι παράδοξα,
διότι αί έπιβιούσαι παγανιστικαί άντιλήψεις είς τά μνημεία τού
λόγου είναι παλαιαί, οuδόλως δέ σχετίζονται μέ «τά μύχια τού έδνους» ώς έκφρασις άντιδέσεως, τήν στιγμήν πού δταν ό λαός
τραγουδάn τόν πόνον του, τόν έρωτα, τήν φύσιν, τήν άνδρείαν,
δέν δεολογεί. Οϋτε κατανοεί ό λαός τά δόγματα τής δρησκείας,
διά νά έκφρασδft έπ' αύτών, έστω χωρίς λόγον. Δέν ::~U~ ι δυνατόν λοιπόν νά έχουν δέσιν έδώ τοιαύται ύπερβ9ΑιΚαί. · . "·
, .
·' :. ~ I
ι
I •:' Ι
I
... ~·. .
. '\
250
διαπιστώσεις, δτι άνετράπησαν αί άξίαι καί διεσπάσf}η ή
παράδοσις τού εttνους, δτι μέρος τού έ{)νους προσεκολλή'δη
είς τό πνευματικόν άρμα τής Δυτικής ·Εκκλησίας, αλλο μέρος
έκινήt}η πρός νέα f}ρησκευτικοφιλοσοφικά καί κοινωνικοη'δι κά σχήματα καί f:ιλλο άπεμακρύνδη άπό τήν ·Εκκλησίαν.
·Αλλά πότε συνέβησαν αύτά καί δέν έπέφεραν πλήρη έδνικήν
διάλυσιν τών ·Ελλήνων; Χωρίς πειστικάς άποδείξεις, νομίζω,
παραμένουν καινοφανείς δεωρίαι.
"Αν εχη νά έπιδείξη κάτι άξιόλογον ό δρησκευτικός βίος
κατά τήν περίοδον τής δουλείας, τούτο είναι ή ένότης καί μέσα
είς τήν άφελή έκφρασιν ή βαδεία πίστις. 'Ο ύπόδουλος κόσμος μόνην παρηγορίαν είχε τήν ·Εκκλησίαν. Τά σποραδικά δείγμα
τα πού συνεκέντρωσε διά νά γενικεύση ό σ. δέν δημιουργούν
κανόνα. Τό έ'δνος συνεκρατήδη χάρις καί είς τό άιμα τών
νεομαρτύρων, πού άφετηρίαν εχει τό συντηρητικόν πνεύμα της
'Εκκλησίας. Συντηρητικής φύσεως όργανισμός ή ·Εκκλησία
ώφειλε ν' άντιδρg έκάστοτε, όσάκις ένεφανίζοντο άπειλητικά
συμπτώματα, διά νά προλάβη τά περαιτέρω. ·Ημπορεί νά έγράφη ή άντικληρική ·Ελληνική Νομαρχία άπό τόν διστάζον τα νά έκφρασδft έπωνύμως άνώνuμον. 'Ημπορεί νά έκφρά
ζωνται συγγραφείς, χρονογράφοι, ξένοι περιηγηταί μέ δυσμέ
νειαν ~ικαίως η ύπερβολικώς έναντίον τής 'Εκκλησίας ή
ώρισμένων κληρικών. Γεγονός είναι εν. 'Ότι ό 'δεσμός ύπήρξεν
εύεργετικός καί έπροστάτευσεν ύπό τάς πτέρυγάς του τό
ύπόδουλον χριστιανικόν πλήρωμα, άνεξαρτήτως έδνικότητος.
'Από αυτόν τόν συντηρητικόν όργανισμόν έξεπήδησαν έπανα στάται κληρικοί είς τόν κατάλληλον καιρόν.
Τό Γ' κεφάλαιον τού βιβλίου άποτελεί καί τό κύριον μέρος
αυτού. Τό δέμα έντοπίζεται πλέον είς τήν πολιτικήν τού
Γρηγορίου. Ή πρώτη άπό τάς μικροτέρας ένότητας τού κεφαλαίου είναι αί πολιτικα6ρησκευτικαί δικαιοδοσίαι (σσ.
71-
81).
'Εδώ σχολιάζονται τά κύρια κα{)ήκοντα τού Γρηγορίου, έξ
αυτού τού άξιώματός του άπορρέοντα. 'Ήσκησε, λέγει ό σ.,
φαναριωτικήν πολιτικήν. Σφοδρά άντιπολιτευόμενος τόν Γρη·
γόριον ό Σέργιος Μακραίος άναφέρει δτι προέβη είς έπέκτασιν
τών πατριαρχικών οίκοδομών, ένεργών έξω τών άποκλειστικών
251
καθ'ηκόντων του καί έπί τft βάσει «κοσμικών καί ύλαίων». "Αν
ή έπισκευή τών Πατριαρχείων εύρίσκετο έξω τών καδηκόντων
καί άρμοδιοτήτων τού πατριάρχου, τίνος έργον ήτο τούτο; Τών Τούρκων; 'Ο σ. συνάγει οτι ό Γρηγόριος ένήργησεν «άναμφι βόλως πρός ένίσχυσιν τής 'θ'έσεώς του», δηλ. «πρός έπίδειξιν
τής παρουσίας καί δυνάμεως τών πατριαρχών», άφού κατώρ ftωσε τόν νά έπιτύχη «τούτο εν σχετικήν άδειαν, τινι μέτρφ πράγμα πού μαρτυρεί δτι ό
«Πόσον στεναί ήσαν αί σχέσεις αύτού πρός τήν Πύλην». Κατά
σ., κατανοείται έκ τού
πατριάρχης υπηρέτει τήν Πύλην» χάριν τού {)εσμού καί τού
ταλαιπώρου Γένους!
· Αναφέρονται καί άλλαι φυσικαί ένέργειαι
χαρακτηριζόμεναι ώς πολιτικαί. Καί έτι περαιτέρω μάλιστα
ύποστηρίζεται δτι ό πατριάρχης έπεδίωκε «τήν αϋξησιν τών
δικαιωμάτων του είς τόν πολιτικόν τομέα», δτι «Κατέστησεν
έαυτόν 'ίσον πρός τά λοιπά δργανα τού κρατικού μηχανισμού
τής όδωμανικής αυτοκρατορίας, έλάμβανε διαταγάς παρά το~ σουλτάνου, τάς όποίας έσπευδε μετά προth.ιμίας νά έκτελέση
κα{)ιστάμενος ένίοτε όργανον αmού )), Αύτά καί dλλα μαρτυρούν δτι ό σ. δέν έχει κατανοήσει τήν
μορφήν τής ζωής υπό τούς Τούρκους καί τήν 6έσιν τού
πατριάρχου-έδνάρχου. ·Αδικεί μάλιστα καί ίστορικώς τόν
δεσμόν ~ού Οίκουμενικού Πατριαρχείου, δταν υποστηρίζη δτι ~νας έκ τών πλέον διαπρεπών πατριαρχών, ό Γρηγόριος, έφρονούσεν οτι ή διασφάλισις τής άκεραιότητος τής όftωμα
νικής αυτοκρατορίας άποτελούσεν έγγύησιν «διά τήν διατήρη
σιν τής έκκλησιαστικής έλευttερίας, τήν διαφύλαξιν τής πίστε ως άλωβήτου καί τών προνομίων άκεραίων καί έπηυξημένων».
·Ο
πατριάρχης-έttνάρχης i)το άκων έγγυητής τής μονίμου
υποταγής τών ραγιάδων είς τόν κατακτητήν καί χάριν αύτού ή δρησκευτική του έξουσία διηυρύνδη καί έγινε καί πολιτική. Διά
νά μή είναι μονίμως τεταμέναι αί σχέσεις Πατριαρχείου-Πύλης,
έπεβάλλετο μετριοπα{)ής πολιτική. Χωρίς διπλωματικούς χειρι
σμούς οί πατριάρχαι έftεωρούντο άπείftαρχοι η καδίσταντο ϋποπτοι είς τό παραμικόν καί έξε'θ'ρονίζοντο. ·Ο σ. στενεύει πολύ τήν άποστολήν τού οικουμενικού Πατριαρχείου. 'Εν
συνεχείι;t δεινώς παρερμηνεύει τά πράγματα, διότι προσπαftεί
252
νά στηριχftfί είς τήν κυριολεξίαν τών έγγράφων. 'Αλλά τά
πατριαρχικά, μάλιστα αύτά, έγγραφα έχουν άνάγκην άποκρυ πτογραφήσεως, σπανίως πληροφορούν εύδέως, συνηδως πα
ραπλανούν, άλλοτε μέ τάς δνευ ίδιαιτέρας σημασίας γενικό
τητας, άλλοτε μέ τήν ήδελημένην μεγαλοστομίαν, aλλοτε μέ τήν
συνήt)ως περίπλοκον διατύπωσιν καί αλλοτε μέ δυσνόητον
χρήσιν λέξεω-ν καί φράσεων. Πάντα τά σχήματα ταύτα έχουν τόν σκοπόν των. Οί Τούρκοι ήσαν καχύποπτοι, πολλά έζητού σαν, τά πάντα παρακολουδούσαν, έδυστροπούσαν, έξηγορά ζοντο, έξεδικούντο, διύλιζαν τόν κώνωπα, έξεμεταλλεύοντο
πάσαν εύκαιρίαν. Είναι πλάνη νά ζητήται κυριολεκτικόν νόημα
είς πάσης φύσεως πατριαρχικά κείμενα καί τά πλέον άπλά καί άσήμαντα
πάντοτε
καί τά σοβαρά
κάτω άπό τά
καί έπικίνδυνα.
τών
Κάτι κρύβεται
πατριαρχών. Τό
γραφόμενα
Πατριαρχείον έπρεπε νά είναι άψογον είς τάς σχέσεις του μέ
τήν Π ύλην καί νά τό δε ίχνη είς κάδε εύκαιρίαν. 'Αλλ' αύτά πού
έδείκνυε
παιδείαν
δέν
καί
ήταν
τήν
αύτά
πού
τού
ήftελεν.
'Αλίμονον είς τήν
άν παρά τάς
εύφυίαν
Γρηγορίου,
βασικώς συντηρητικάς άρχάς του, έπίστευεν ότι ή εύτυχία τού
ποιμνίου του εύρίσκετο είς τήν ταυτότητα τού ftεοκρατικού
ίουδαϊκού συστήματος μέ τό καισαροπαπικόν χριστιανικόν, δπως λέγει ό σ., διότι τάχα αύτό έξησφάλιζε τήν άκεραιότητα τής Έκκλησίας. "Αν, ώς ύποστηρίζει ό σ., τά προνόμια
άποτελούσαν «έπαρκή αίτίαν. διά τήν τήρησιν τής τοιαύτης
άρχής τού Γρηγορίου» καί aν «ού-rος άναμφιβόλως έδιδεν
ίδιαιτέραν σημασίαν είς τήν διατήρησιν τού κατεστημένου»,
τότε καταδικάζων τό έδνος του είς μόνιμον δουλείαν δά ήτο
άνάξιος πατριάρχης-έt>νάρχης αύτού. 'Εξ aλλου δέν είναι ό κατάλληλος χώρος έδώ διά νά συγκρίνωμεν καί διαστείλωμεν
δύο προσωπικότητας διαφορετικής κατευδύνσεως, όπως ό Γρηγόριος καί ό Ρήγας, άλλ' έπί τέλους δέν είναι νοητόν νά
ζητούμεν άπό μίαν άσκητικήν φύσιν νά έπαινέση τό Σχολείον
ντελικάτων έραστών τού Ρήγα. Δευτέρα προσπάftειαν ένότης τού Γ· κεφαλαίου τού ή έκκλησιαστική έλληνορδοδόξου πολιτική τού Γρηγορίου (σσ. «διά τήν
81-101),
συγκεντρουμένη είς τήν
άναμόρφωσιν
253
πνευματικού ποιμνίου», καfiώς λέγει ό σ., ύπό τού όποίου είδικώτερα έξετάζεται α) ή διοίκησις, β) ή δικαστική έξουσία
καί νομοftεσία, γ) ή λειτουργική ζωή καί δ) ή διευftέτησις αίρέσεων καί διαμαχών. Είς τό fiέμα τής διοικήσεως ό συντηρη τικός Γρηγόριος άποκαλείται «μέγας πολιτικός νούς τής
νεωτέρας 'Ελλάδος», κρινόμενος άπό τόν συνοδικόν τόμον τού
1806,
περί χρηστής άσκήσεως τής άρχιερατικής έξουσίας. Είς
τά έν γένει μέτρα τού Γρηγορίου είς τόν διοικητικόν τομέα
καταγράφεται ή άπομάκρυνσις τών είς ΚΠολιν συγκεντρωμέ νων άρχιερέων. Τά περί συμμετοχής τού λα'ίκού στοιχείου είς τήν διοίκησιν (Μ. Διερμηνεύς, δημογέροντες, έπίτροποι, έφο
ροι κλπ.) δέν είναι ftέμα άντιλήψεως τού Γρηγορίου βεβαίως. Δέν δά σχολιάσωμεν τά γραφόμενα καί τά συναγόμενα τού σ.,
διότι aν άληδεύουν, έκf)έτουν τήν νοημοσύνην τού Γρηγορίου, πού δήftεν έξέφραζεν άπόψεις τής ·Υψηλής Πύλης, τάς όποίας
αύτός συνεμερίζετο χάριν διατηρήσεως τών προνομίων.· Εδώ ό
σ. είσερχόμενος βιαίως είς την σκέψιν τού Γρηγορίου έκ τής
δυσερευνήτου πολιτείας αύτού, διαπιστώνει δτι «ήτο δυνατόν
νά γίνη δεκτή πολιτική δουλεία άντάλλαγμα τής ttρησκευτικής
έλευttερίας». Τοιούτου ε'ίδους άκροβατισμούς είναι άδύνατον καί νά συζητήση κανείς, έστω καί aν καταλήγουν είς τήν
σύνftεσιν της γνωστής ύψηλαντικής τάσεως, περί συστάσεως τής βασιλείας Ρωμαίων «διά τής διαβρώσεως τής όδωμανικής ' ' αυτοκρατοριας».
·Ο Γρηγόριος, λέγει ό σ. παρακάτω, έπέδειξεν ένδιαφέρον ίδιαίτερον διά τήν δικαστικήν έξουσίαν, πρός ένίσχυσιν τής
διοικητικής ήδη άπό τήν έποχήν πού ήτο μητροπολίτης
Σμύρνης καί προσfiέτει δτι αί δικαιοδοσίαι τής 'Εκκλησίας έπί
Γρηγορίου Ε' ύπήρξαν σταδεραί, ένιχυόμεναι πάντοτε άπό βασιλικούς όρισμούς. ·Επομένως καί έδώ ή διατήρησις τής αύτονομίας ήτο δουλική έξάρτησις, ήδελημένη, άπό τόν
κατακτητήν. ·Ως πρός τήν λειτουργικήν ζωήν ό σ. λέγει δτι
αϋτη έστήριζε «τήν διατήρησιν τής Wνικής συνοχής)>. Λόγος
γίνεται άκολούδως περί τής σημασίας τού ίερατικού άξιώμα
τος, περί τής τελέσεως τών μυστηρίων καί περί τών ταραχών
πού έσημειώftησαν άπό τό ζήτημα πού είχεν έγείρει ώ<; πρός τό
254
δέμα τού άναβαπτισμού ό γνωστός μοναχός Αύξέντιος. · Αρύε
ται ό σ. είδήσεις άπό τόν Μα{)δν διά ftέμα είδικόν παλαιότερον τής έποχής ταύτης, διά τό όποίον ύπάρχει καί είδικωτέρα βιβλιογραφία. · Ακολουttεί ή άνάπτυξις δραστηριότητος τού Γρηγορίου πρός «διευftέτησιν έκκλησιαστικών έρίδων». Συγκε
κριμένως πρόκειται διά τήν περί τελέσεως τών μνημοσύνων
συνταρακτικήν έριν. Ό σ. παραδέχεται μέν δτι τού Γρηγορίου
«ή έπέμβασις ύπήρξεν ή πλέον συντελεστική πρός έξομάλυνσιν
τής ύποftέσεως», έν τοσούτφ δμως έκftέτων τό δλον ζήτημα
διαβλέπει δτι είς τό κίνημα τών κολλυβάδων «έν τfj πράξει
παρετηρείτο τάσις τις έπαναστατική καί φιλελευftέρα, δι· ής
έπεζητείτο
σίας».
ή
δυνατότης
τής
έκφράσεως γνώμης καί τής
διατυπώσεως ftεωριών καί άνευ τής έγκρίσεως τής
· Εκκλη
· Ηγέρftη
ένώπιον τού Γρηγορίου έν ζήτημα, τό όποίον
μέ τάς διαστάσεις πού έλαβεν έπληξε τήν έκκλησιαστικήν γα
λήνην. ·Ο σ. δέν όμολογεί εύftέως δτι ήτο σπουδαία ή λύσις πού
έδόftη καί ή μόνη όρftή, άξία ένός άληt>ινού ήγέτου καί δεξιού
κυβερνήτου τού πνευματικού σκάφους. Λέγει δτι ή έπιτυχία τού πατριάρχου «όφείλεται προφανώς είς τόν ίδιαίτερον αύτοϋ τρόπον τού πολιτεύεσftαι, δστις είναι δυνατόν νά fi'εωρηftfj ώς
άποβλέπων είς τήν διαφύλαξιν τής παραδόσεως»
(σ.
94).
·Επίσης τό ζήτημα τής συχνής μεταλήψεως άνεστάτωσε τό
πλήρωμα καί έδημιούργησε μέγα πρόβλημα, διά τό όποίον ό
Γρηγόριος έγνωμάτευσεν ώς ό πλέον έγκυρος διδάσκαλος καί
αύt>εντικός έρμηνευτής. Καί έδώ ό Γρηγόριος έπαινείται διά
σύνεσιν, ζήλον, ίκανότητα τού πολιτεύεσftαι, δι· ένίσχυσιν τού t)εσμού τής ·Εκκλησίας καί «δι· όρftο.τάτην όργανωτικήν του
ένέργειαν» καί μόνον διά τήν όρftήν ttεολογικήν του είς
άμφότερα τά άκανftώδη ζητήματα ftέσιν δέν γίνεται λόγος. ·Αλλά παρακεκινδυvευμέναι είναι γενικώς τού σ. αί ftέσεις.
·Η έξέτασις τής κοινωνικής πολιτικής τού Γρηγορίου (σσ.
101-111)
μάτων.
άρχίζει μέ τό μέγα δέμα τής προικός καί τών τραχω
Ή
σύνοψις
τού
ttέματος
καί τής
έναντι
αύτού
πολιτικής προηγουμένων Πατριαρχών πείftουν τόν σ. δτι ή
στάσις τή Γρηγορίου (σιγίλλιον
1798)
μαρτυρεί ρεαλιστικήν
τακτικήν. Ό Γρηγόριος άντελήφt)η δτι έμεναν χριστιανοί
255
έκτός τής ·Εκκλησίας μέ τά «κοινωφελέστατα» μέν ftεσπίσμα τα προηγουμένων πατριαρχών, πού δμως εύρίσκοντο έκτός
τού πράγματος καί ώδηγούσαν είς άδιέξοδον. 'Ο σ. διαβλέπει τού Γρηγορίου «τό ένδιαφέρον νά διατηρήση τήν ένότητα τής έκκλησίας καί νά διαφυλάξη άρραγές τό κοινόν αύτής» (σ.
105).
·Αλλ' ό Γρηγόριος άποδεικνύεται συμβιβαστής κοινωνι
κών άντιftέσεων μέ ftυσίαν τών f)εωρητικών ήftικών άρχών τής
χριστιανικής διδασκαλίας, διότι έβλεπεν οτι δλοι καταπολε
μούσαν ftεωρητικώς άλλά δέν έστεργαν έν τft πράξει εν μακράς παραδόσεως έttιμον, πού δέν τό έξερίζωσεν ούδ' ή αστατος μέ
δημοκρατικήν έπιφάνειαν καί έξειλιγμένας κοινωνικάς άντιλή
ψεις έποχή μας. 'Έτσι χωρίς ύποκριτικούς άφορισμούς παρέ
μεινεν ή προίξ ώς άναγκαίον κακόν, μέ προσπάόειαν δμως
περιστολής τών ύπερβολών.
Είς τό δέμα τού πολυκρότου «Κιβωτίου i:ού ·Ελέους» ό σ.
κρατεί άρνητικήν στάσιν δι· όρf)ολογιστικών έπιχειρημάτων
καί δή δεωρεί αύτό «ώς τό πλέον δηλωτικόν τής κοινωνικής πολιτικής τού Γρηγορίου». Δι· δ έπαινεί τόν πατριάρχην, διότι
άπεδείχftη φιλεύσπαγχνος, διορατικός «καί &ριστος όργανωτής
τής κοινωνικής ζωής τού ποιμνίου του», τού άφαιρεί δμως τήν
μετοχήν είς τάς Φιλικάς ένεργείας, άρνούμενος οτι τό Κιβώτιον
τού ·Ελέους σχετίζεται πρός αύτάς.
Τά ίστορικά προβλήματα δέν άντιμετωπίζονται μέ λογικήν
έπιχειρηματολογίαν καί τά ίστορικά φαινόμενα δέν ερμηνεύον ται μέ ttεολογικόν φακόν ύπό τό φώς άρνητικής κριτικής,
άπομονούμενα τών μετ' αύτών συνηρτημένων. ·ο πατριάρχης
είχεν είς τήν διά6εσίν του τό «κοινόν» ταμείον. Τόν σ. δέν προβληματίζει ή σύστασις τού «Κιβωτίου · τού
' Ελέους».
« Έσκέφδη,
λέγει, όμού μετά τών προυχόντων, ίδίQ τού μεγ.
διερμηνέως 'Ι. Καλλιμάχη, δτι ύφίστατο άδήριτος άνάγκη νά
έξευρεδούν έτεροι πόροι διά τήν άνακούφισιν τών πενήτων· πρός τούτο συνεστήδη
διερμηνεύς».
ίδιαίτερον «Κιβώτιον»· έφοροι καί
προστάται αύτού ήσαν ό πατριάρχης Γρηγόριος καί ό μέγας Τί ήttελεν ό συγγραφεύς, νά γράφη ό πατριάρχης οτι
ένεργεί έρανον χάριν έπικειμένου άyώνος; Τό «Κιβώτιον τού
256
'Ελέους» συνεξετάζεται μέ τήν περίφημον Σχολήν άνωτέρων
μαδημάτων, τής όποίας ό Γρηγόριος καί ό ήγεμών Σ. Καλλιμά χης ύπήρξαν ένttερμοι ύποστηρικταί, οί πατριάρχαι ΚΠόλεως καί 'Ιεροσολύμων κατέστησαν τής Σχολής έπιστάται. 'Όσα έγραφεν ό Γρηγόριος πρός τόν Πετρόμπεην Μαυρομιχάλην καί
πρός τόν δραγομάνον Γ. Λεβέντην «περί μελετωμένου δεαρέ
στου έργου» κλπ. άνεφέροντο είς πραγματικήν σχολήν; ·Η
σύστασις τού «Κιβωτίου τού 'Ελέους» έπρεπε νά έμφανισδft
ώς αύδύπαρκτον ταμείον. Μεταξύ τών πηγών αύτού, αί όποίαι
ήτο άνάγκη όπωσδήποτε νά είναι πηγαί άληδοφανείς, περιε
λαμβάνετο καί αύτό τό «Κοινόν» τής Μ. ·Εκκλησίας. Τούτο μαρτυρεί δτι έλαβεν ό όργανισμός άνάλογον δομήν, διά νά γίνn
πιστευτός καί νά μή προκαλέσn ύποψίας. Τά επιχειρήματα τού σ. άκριβώς ένισχύουν τήν έρμηνείαν αύτήν. «Οί ίσχυρισμοί τής
συστάσεως τού «Κιβωτίου 'Ελέους» διά τήν εύόδωσιν τών
σκοπών τής 'Επαναστάσεως δέν εύστα6ούν», άποφαίνεται ό
σ.,
ενφ
άκριβώς
αύτοί οί ίσχυρισμοί,
δτι πρόκειται περί
προστασίας τών :τ:rενήτων, φωνάζουν δτι άλλο πράγμα κρύπτε
ται μέ τήν καλώς άρχιτεκτονημένην δικαιολόγησιν τής δημιουρ
γίας νέου, εκτάκτου καί σοβαρού ταμείου pιά τήν μεγάλην ύπόδεσιν. «Ποία λογική, έρωτg, ό σ., είναι δυνατόν νά έπιτρέΨn τήν σκέψιν δτι χρήματα συγκεντρούμενα διά τόν άγώνα διεσκορπίζοντο τftδε κάκείσε κατά τάς παραμονάς τής ένάρξεώς του;». Αί συνωμοτικοί πράξεις άπαιτούν μεγάλην προφύλαξιν. Καί έτσι οί Φιλικοί έλάμβαναν τά μέτρα των, διά τών όποίων πολύ περισσότερον έπρεπε νά κατοχυρωδft πλήρως ό πατριάρχης. Δέν ήμπορούμεν νά έξιχνιάσωμεν πού
έκάστοτε έδίδοyτο τά χρήματα, άλλά βέβαιον ήμπορεί νά
δεωρηt}ft δτι έδίδοντο δπου δεί, όχι «τftδε κάκείσε». Πολύ
ενωρίτερα άπό τάς παραμονάς τής ένάρξεώς του ό προετοιμα
ζόμενος άπελευδερωτικός άγών έχρειάζετο χρήματα καί ίδού
δτι τά έξεύρισκεν. 'Η μαρτυρία τού Φιλήμονος είναι άψευδής
καί πλησίον τού Γρηγορίου έκινείτο ό συνετός Π. Σέκερης,
πρόσωπον κύρους καί έμπιστοσύνης.
Τετάρτη ύποδιαίρεσις τού Γ' κεφαλαίου: έδνική πολιτική. ·Εξετάζεται τό t)έμα τής Παιδείας (ώς πρός τά σχολεία, τά
257
τυπογραφεία, καί τάς εκδόσεις) καί τού ύπέρ τής άνεξαρτησί ας άγώνος. Μέριμναν περί πνευματικής άναπτύξεως τού Γένους, λέγει ό σ., άπαιτοϋσαν ή εποχή καί καftιέρωσε «σειeά λογίων, ήγεμόνων, πατριαρχών, διδασκάλων, ίερέων καί εμπο
ρευομένων ήδη άπό τού προσπάttειά του,
· Αλεξ.
Μαυροκορδάτου». Διά τόν
Γρηγόριον λέγει δτι εκινήftη δραστηρίως, δι' δ έπηνέftη ή
«flτις όπωσδήποτε ήτο σύμφωνος πρός
εκείνην τού Κοραή». Είς τό Α'
καί Β' κεφ. ό Γρηγόριος
ένεφανίζετο εντελώς διαφορετικός. Τώρα ή γνώμη τού σ.
περιορίζεται είς τό δτι «ό Γρηγόριος f1σκησεν άναμφιβόλως
έκπαιδευτικήν χροιάν» (σ. πολιτικήν, ητις έχει σαφή έκκλησιαστικήν
113).
·Εν τοσούτφ έπαινείται καί διότι «διεκήρυσ
σε τήν άνάγκην δπως έκτός τής εκκλησιαστικής μορφώσεως πραγματοποιείται (γρ. πραγματοποιήται) διά τής μεταδόσεως
τών ιερών γραμμάτων καί ή διδασκαλία τών έλληνικών μαδημά
των»
(σ.
114).
Καί τό σπουδαιότερον, ό σ. δέχεται δτι ό
Γρηγόριος, ό συντηρητικός καί ύποστηρικτής τού κατεστημέ νου, ένήργησεν όπωσδήποτε τό εύρύτερον πρόγραμμα παιδεί ας τήν έπικράτησιν τού όποίου επεδίωκον καί οί έν καλή όργάνωσίς των, άλλά
· Εσπερίg
καί
σπουδάσαντες λόγιοι τού Γένους». 'Ίδρυσις σχολείων λοιπόν, «παιδεία εκκλησιαστική»
πρόγραμμα εύρύτερον. Αύτό είναι τό διφορούμενον συμπέρα
σμα τού σ.
· Ενφ
παρακάτ.ω ό λόγος στρέφεται πρός τήν 'ίδρυσιν καί
λειτουργίαν τού Πατριαρχικού Τυπογραφείου, τήν .fκδοσιν
διαφόρων βιβλίων καί τήν επιβληδείσαν λογοκρισίαν, άναμειγ
νύονται πολλά καί άλλα καί συνάγονται διάφορα συμπεράσμα
τα περί τού ρυftμού τών έκδόσεων διά τού Τυπογραφείου, περί
πενιχρού άποτελtσματος,περί επιπολαίας άντιμετωπίσεως δια
φόρων προβλημάτων λειτουργίας αύτού κλπ. ·Αξία προσοχής είναι μεταξύ άλλων ή παρατήρησις τού σ., δτι ή έγκρισις τού
σουλτάνου διά τήν 'ίδρυσιν τού .Πατριαρχικού Τυπογραφείου
ήτο παραχώρησις λόγφ διαπιστωμένης κοινής διαftέσεως
«φανεράς συνεργασίας τού πατριάρχου μετά τής όftωμανικής
άρχής», ή δέ «συνεργασία τών δύο 'Αρχηγών δημιουργεί
ίδιαίτερόν τι κύκλωμα σχέσεων», δτι μέ άλλας λέξεις τό
258
Πατριαρχείον ητο όργανον τής τουρκικής έξουσίας καί σuγκε~
κριμένως «είς τάς σχέσεις 'Εκκλησίας καί πολιτείας ένεφανί~
ζετο τό σύστημα τής έπαλληλίας» (σ.
119).
'Ασφαλώς χωρίς «Προσκυνητόν όρισμόν» ήτο άδύνατον νά
ίδρυ'θ'fi τό Πατριαρχικόν τυπογραφείον. Ματαίως ό σ. προσπα~
ttεί (σ.
114)
νά έρμηνεύσn γλωσσικώς τό έπίttετον «προσκυνη~
τός» (όρισμός), διότι πρόκειται περί τυποποποιημένου δρου.
Δι' αύτού άποκτούσεν aδειαν λειτουργίας τό Τυπογραφείον, άλλά διά νά λειτουργήση ώς Πατριαρχικόν, δηλ. ύπεύ'θ'υνον
διά πάν ό,τι ttά έξέδιδεν, έπρεπε νά ύπάρχη λογοκρισία.
Σήμερα
(1977)
ήμπορεί τό Πατριαρχείον ΚΠόλεως νά τυπώνη
κείμενα τής άρεσκείας αύτοϋ; 'Αλίμονόν του, άν τό έπιχειρήση.
Πώς ttά τό έπιχειρούσεν ή έποχή Γρηγορίου τού Ε';
« · Υπήρξεν ·
άνασταλτικός τής πνευματικής προόδου ό eλεγχος πάντων τών
βιβλίων», λέγει ό σ. καί έρωτζχ «ποίος ttά ήσκει τόν έλεγχον καί έπί τfi βόσει τίνων κριτηρίων». ·Απλούστατα, διά νά μή έκttέτη τήν Μ. 'Εκκλησίαν eναντι τών κρατούντων. Οί κρατούντες δέν
ήσαν ίσότιμος όρχή μέ τό Πατριαρχείον διά νά έναλλάσσωνται
αί ένέργειαι «τών δύο 'Αρχών», ήσαν κρατούντες καί έζητού
σαν ό,τι ήttελαν. Οί λόγιοι, ή μπορούσαν νά τυπώσουν μόνοι τά
έργα των είς άνεγνωρισμένα ξένα τυπογραφεία, όχι πάντοτε
άκινδύνως, όπότε ttά ήσαν οί 'ίδιοι ύπεύt>υνοι εναντι τής έξου
σίας, ή όποία άφορμήν έζητούσε· διατί ν' άναμειγνύουν έπικιν
δύνως τήν' Εκκλησίαν;" Αλλο πράγμα, φυσικά, είναι ή σύγκρου
σις ίδεών καί ή διαμάχη μεταξύ νεωτεριζόντων-προοδευτικών
καί διστακτικών-συντηρητικών.' Ως πρός τούτο, γνωστόν είναι
ότι ή πραγματική πρόοδος κερδίζεται χάρις είς τάς συγκρού
σεις τών άντιτιttεμένων, ή δέ ϋπαρξις άντιttέσεων ώφελεί, διότι
άγει είς νέαν σύνttεσιν. 'Αλλ' ή 'Εκκλησία δέν είχε λόγον, ώς
έκ τού χαρακτήρος αύτής, νά διακινδυνεύση τήν άποστολήν
της μέ άνοικτόν πόλεμον μέ τήν Πύλην, διά νά είσαγάγη τάς έκ
Δύσεως έρχομένας νέας ίδέας. Πόσον βέβαιον είναι, ότι κατ'
άξίωσιν τής έξουσίας έτίttεντο οι περιορισμοί, ttά άντιληφttώ
μεν aν ένt)υμηttώμεν δτι άπό τών στιγμών τής ·Αλώσεως
άπηγορεύftη
πάσα
έπαφή
μέ
τήν Δύσιν καί
αύτήν τήν
Καttολικήν 'Εκκλησίαν. Δέν ύπάρχει άπορία, πώς έδόttη ή
259
aδεια ίδρύσεως Τυπογραφείου η άνακαινίσεως τού Πατριαρχι
κού όίκου, διά τόν όποίον ό σ. ίδιαιτέρως καταγίνεται (σ.
73-
74).
'Εδόδη δι'
άδράς δαπάνης άπ'
αύτήν τήν πηγήν τής
έξουσίας καί χωρίς ούσιαστικάς δυσκολίας, είς άμφοτέρας τάς περιπτώσεις
πού αύτά
καί είς
δέν
άπείρους
είς
αλλας, γνωστής οϋσης τής
τά έγγραφα, ούδέ είς τά
φιλοχρηματίας -άπληστίας δά έλεγα- τών Τούρκων. Μόνον γράφονται προσωπικά στοιχεία τού πατριάρχου.
Τέλος έρχόμεδα είς τήν πολιτικήν τού Γρηγορίου έναντι
τού ύπέρ τής άνεξαρτησίας 'Αγώνος (σσ.
122-139).
Φυσικά
άπορρίπτεται οίαδήποτε συμμετοχή τού πατριάρχου είς τάς
προετοιμασίας τής έξεγέρσεως. Δέν έμφανίζεται είς έγγραφα
καί τούτο, κατά τόν σ., όφείλεται «είς βασικάς τινας άρχάς αί
όποίαι διήπον (γρ. διείπον) τήν ζωήν τών έκκλησιαστικών
άνδρών». Αί άρχαί αύταί άποτελούσαν γνώρισμα τού χαρα
κτήρος καί τής άποστολής των, νά διαφυλάττουν τήν είρήνην, όχι νά διεγείρουν
δτι
τόν λαόν είς
τά
σφαγάς
καί φόνους,
ώς
γνωματεύει Σέργιος ό Μακραίος, τόν όποίον ό σ. άκολουδεί
γράφων «άναμφιβόλως ύπό Σεργίου σημειωδέντα
άπηχούν τάς άπόψεις τής διοικούσης 'Εκκλησίας καί αύτού
τού Γρηγορίου». 'Εν τούτοις είναι όλως άνεπαρκής ή βιβλιο
γραφική κάλυψις τοιούτων γνωμών, τήν στιγμήν πού σειρά
έκκλησιαστικών τού
άνδρών
διήγειρε
τόν
λαόν
είς
ένόπλους
έξεγέρσεις κατά τών τυράννων καί αύτήν τήν
' Επανάστασιν
1821
ύπηρέτησαν τόσοι κληρικοί. "Α ν ή
' Εκκλησία είς τάς
περιπτώσεις αύτάς έσπευδε νά λάβη μέτρα αύστηρά, τούτο
έγίνετο κατ' άξίωσιν η πρός συγκράτησιν τών κρατούντων, διά νά προληφ{)ούν τά χειρότερα. "Αλλως τε άπό τήν έκπροσω
πούσαν τήν άγάπην καί τήν είρήνην 'Εκκλησίαν έπεβάλλετο
{}εωρητικώς νά ύποστηρίζn τά δύο αύτά χαρακτηριστικά τής
κοινωνικής ήσυχίας ύπό οίονδήποτε καδεστώς. τί έκαναν
κρυφά άξιόλογοι έκκλησιαστικοί aνδρες χάριν τού έδνους των,
είναι dλλο πράγμα. Δέν έπλήρωσαν μέ τήν ζωήν των μερικοί;
·Η άμείλικτος κριτική έπί «τής διαδρυληδείσης άρχηγίας τού ίεροϋ άγώνος ύπό τού Γρηγορίου Ε' ή καί τής στενής συμπράξεως αύτού μετά τών ήγετικών στελεχών του» άποβαί-
260
νει άρνητική, διότι ετέftη καί εκινήttη έπί έσφαλμένης βάσεως.
Λέγει ό σ. οτι «έπ' ούδενί λόγφ» επιτρέπουν αί πηγαί -δπως αύτός τάς βασανίζει- νά καταλήξωμεν είς τό συμπέρασμα, «δτι
ό πατριάρχης fδρα ώς έταϊρος τής Φιλικής ·Εταιρείας καί ώς
ύποκινητής τού δλης μελέτης,
επαναστατικού τό πρώτον
κινήματος η σκέλος τής
fστω άπλώς {}έσεως δέν
ύποστηρικτής του». ·Η {}έσις αύτή άποτελεί τό κέντρον τής
άλλά
χρειάζεται κοπιαστικήν έπιχειρηματολογίαν διά νά στερεω{}fj,
Κανένας σοβαρός έρευνητής δέν ίσχυρίσ-δη δτι ό Γρηγόριος
ένεργούσεν ώς Φιλικός καί ύποκινητής τής
' Επαναστάσεως,
άφού Φιλικός δέν ήτο καί επαναστάτης δέν ήτο. "Αν δ' αύτόν τόν σκοπόν έγράφη τό βιβλίον, μάταιος κόπος. Τό aλλο σκέλος
δμως
δημιουργεί πρόβλημα:
'Εγνώριζεν ό Γρηγόριος τήν
καί τήν ύπ' αύτής προετοιμα
ϋπαρξιν τής Φιλικής
' Εταιρείας
ζομένην
ένοπλον
έξέγερσιν τού
έ6νους;
'Εν καταφατικfj
περιπτώσει, ποίαν {}έσιν έλάμβανεν, ώς πατριάρχης καί άτομον
('Έλλην), είς τάς έπικινδύνους έκ πάσης όψεως καί πλευράς ενεργείας αύτάς τών Ψιλικών;
·Ο σ. μελετών τάς πηγάς, ώς ίσχυρίζεται, άποφαίνεται δτι
«είς ούδέν έκ τών διασω-δέντων έγγράφων του ό Γρηγόριος
παρουσιάζεται ένισχύων η συμμεριζόμενος τάς άπόψεις καί
τόν τρόπον ένεργείας τών πρωτοστατησάντων είς τόν ύπέρ τής
άνεξαρτησίας άγώνd» (σ.
123).· ·Η
διαβεβαίωσις αύτή δέν είναι
δικαιολογημένη καί τό γνωρίζει ό σ., δι' δ παρακάτω άναγκά
ζεται,
δι'
διά ν'
άποκλείσn
πάσαν ένδειξιν
άναμείξεως τού
πατριάρχου είς τάς προεπαναστατικός κινήσεις, νά προσβάλn άσt}ενούς έπιχειρηματολογίας τήν γνησιότητα μερικών
έγγράφων, άδιαφορών διά τήν ύποχρέωσιν πού είχε νά έπιση
μάνn τόν πλαστογράφον μέ πειστικάς ένδείξεις, άν μή άποδεί
ξεις, είς κά{)ε περίπτωσιν. Νά 'ίδωμεν δείγματος χάριν ~ν άπό
τά {)εωρούμενα ϋποπτα έγγραφα καί δή συγκεκριμένως τήν διά τόν Δημ. Θέμελην συστατικήν έπιστολήν άπό ρίου
10
'Ιανουα
1821.
Παρατηρείται κάποια σύγχυσις είς τόν ύπό τού σ.
αύτής (σ.
σχολιασμόν
125).
η δέν
·Εν
πρώτοις
χαρακτηρίζεται
«επιστολή κοινή συστατική όμοία πρός άλλας» τού Γρηγορίου. 'Επομένως; 'Εστάλη έστάλη; Έπί πλέον είς τήν
261
έπιστολήν γίνεται μνεία όμοίας συστατικής έπιστολής τού δραγομάνου τού στόλου Ν. Μουρούζη. Κατά τόν σ. τούτο
«δεικνύει δτι έπιχειρεϊται νά φανούν ένεργούντες άπό κοινού ό
πατριάρχης καί ό διερμηνεύς τού στόλου», δηλ. συνιστώντες
κατά τρόπον άόριστον είς τούς χριστιανούς τού Αίγαίου τόν Δ.
Θέμελην. Κατά ταύτα, ώς συνάγει ό σ., τούτο τό τελευταίον
«σημαίνει δτι ό πατριάρχης όχι μόνον άπλώς ύποστηρίζει
ένεργώς τούς Φιλικούς, άλλ' εύρίσκεται είς τήν κορυφήν τής
διοικήσεως τής ·Εταιρείας». 'Υπερβολή, λέγει ό σ., άμάρτυρος,
άντί'ftετος πρός τάς πηγάς (περί μή μυήσεως τού Γρηγορίου),
έπομένως «γεννQ ύποψίαν περί μή γνησιότητος τού κειμένου
τούτου».
Τί ύποστηρίζει ό σ. δέν φαίνεται κα'ftαρά. "Οτι δέν έστάλη
τοιαύτη έπιστολή; Τότε κάποιος τήν έκυκλοφόρησε (πότε άyνωστον) δι' ώρισμένον σκοπόν, π.χ. ν' άποδείξη δτι ό Γρηγόριος ήτο φιλικός καί «εύρίσκετο είς τήν κορυφήν τής διοικήσεως». Πώς δμως ή έπιστολή ήμπορεϊ καί νά όμοιάζη πρός άλλας συστατικάς καί νά έχη τόν τύπον τών έπιστολών τών Φιλικών; Μήπως συνετάχfiη σκοπίμως έπάνω είς αύτά τά
μοτίβα;
'Εν
γνώσει
ή
άγνοίςι
τού
πατριάρχου;
'Εστάλη
πράγματι; 'Υπέστη μεταβολάς; Τί άπό δλα ό σ. ύποfiέτει; Νομίζω δτι, τό πολύ-πολύ ό σ. fiά ήμπορούσε νά ίσχυρισ'6ft δτι ή έπιστολή συνετάχfiη κατά τέτοιον τρόπον ώστε, όταν ό Δ.
Θέμελης fiά άπεκάλυπτε τούς πραγματικούς σκοπούς τής
μεταβάσεώς του είς τάς νήσους τού Αίγαίου, νά άφηνε τήν
έντύπωσιν δτι οί δύο πού τόν συνιστούσαν -πατριάρχης, δραγομάνος- έτελούσαν είς γνώσιν τής άποστολής του καί τήν
ένέκριναν. Δέν είναι δμως είς τήν περίπτωσιν αύτήν πλαστή ή
έπιστολή. Γνωρίζομεν άλλως τε δτι τέτοια μέσα οί Φιλικοί δέν
έδυσκολεύοντο νά χρησιμοποιούν. Έν προκειμένφ δμως fiά ήσαν πρόfiυμοι άνttρωποι άσχετοι πρός τάς κινήσεις των,
άξιωματούχοι, ύψηλά ιστάμενοι, ν.ά ύπογράψουν σuστατικάς
έπιστολάς μέ διφορούμενον νόημα, άν πράγματι ήσαν ξένοι
πρός δσα έγίνοντο; Καί άς σημειωfift δτι καί διά τόν Ν.
Μουρούζην ένδείξεις ύπάρχουν δτι ήτο Φιλικός, μία ένδειξις
ίσχυρά μάλιστα είναι ή συστατική τού Δ. Θέμελη έπιστολή άπό
262 7
'Ιανουαρίου
1821,
προηγη-6είσα τού Γρηγορίου κατά τρε~
ήμέρας. 'Ότι καί αί δύο έπιστολαί είναι συν-6ηματικαί, άκίνδυ νοι έξωτερικώς καί άμοιβαίως έξηρτημέναι, νομίζω ότι δέν
ύπάρχει άμφιβολία καί ούδείς μέχρι σήμερον διενοή{)η ν'
άμφισβητήση τήν γνησιότητα τής μιάς.
'Από τήν προσεκτικήν, λέγει ό σ. (σσ.
130-131),
μελέτην
τών έγγράφων συνάγεται ότι ό Γρηγόριος άνέκαftεν ύπεστήρι ζεν ότι «ύπηγορεύετο είς τούς ραγιάδες ύπό τής κρατικής έξουσίας, τής λογικής καί αuτής τής Γραφής ή άνάγκη τής
πολιτικής ύποταγής των». 'Αλλ' ένώ δέχεται ότι ώρισμένα
έγγραφα τού Πατριαρχείου «έγράφησαν κατόπιν έντολής η;·
τουρκικής άρχής», κρατεί δι' έαυτόν τό δικαίωμα νά έπιλέγη αuτός ποία είναι έκφραστικά τών άντιλήψεων τού Γρηγορίου
καί ποία τού έπεβλή{)ησαν. 'Έτόι καταλήγομεν είς τόν παραλο γισμόν, δτι διεκηρύσσετο ή μόνιμος δουλεία, ή έκφρασις
ευγνωμοσύνης πρός τόν σου λτάνον πού έπέτρεπε τήν ζωήν είς
τούς ύπηκόους κλπ. Αuτού τού έίδους οί έξωφρενισμοί έγρά
φοντο είς τά πατριαρχικά έγγραφα, διά νά τά διαβάζη ό 'ίδιος ό
σουλτάνος, νά ήσυχάζη καί ν' άποκοιμίζεται. "Αν ό σ. είχεν
άντιληφftή ότι αί ύπηρεσίαι τού συ λτ άνου παρακολου6ούσαν άγρύπνως δλας τάς πατριαρχικός ένεργείας; -καί τάς παραμι
κράς-, ftά είχε προφυλαχ{)ή άπό τοιούτου έίδους όλισΟηρά ,
συμπερασματα.
·Ο
Γρηγόριος κατεδίκασεν η
άσφαλώς ύπεχρεώftη νά
καταδικάση τήν Έπανάστασιν. Ό σ. (σ.
137)
χρησιμοποιεί
φράσεις τής περιφήμου έπιστολής πρός τόν μητροπολίτην
Πλαγηνών, λέγων δτι έπεδιώκετο «δπως καταστft φανερόν δτι
διά τού κινήματος κατεσυκοφαντείτο «άσυνειδήτως» δλον τό
Γένος έξ αίτίας ώρισμένων ... ». 'Ακριβώς αuτή ήτο ή γραμμή
τού πατριάρχου, νά προφυλάl;η τό Γένος άπό όμαδικάς
σ φαγάς. 'Η ·Εκκλησία έτηρούσε μετά σχολαστικότητος στάσιν
aψογον έναντι τής Πύλης καί τήν έκράτησε μέχρι τέλους.
"Οταν έζητήftη νά καταδικάση καί νa άφορίση τό κίνημα τού
· Υψηλάντου,
άφορισμοί.
ιδφειλε νά τό κάμη είς τόν πειστικώτερον τρόπον.
"Οταν έγενικεύftη ή
' Επανάστασις,
καί οί
δέν έχρειάζοντο πλέον
·Ο
πατριάρχης
συνοδικοί
. tπρεπε
νά
263
πληρώσουν, διότι εiχαν τελειώσει τά ψέματα. Καί επλήρωσαν.
'Ο Γρηγόριος δέν ήτο επαναστάτης οϋτε ώς aτομον οϋτε ώς
άρχηγός τής
·Εκκλησίας.
'Έτ~ι έκρινεν δτι συνέφερε καί
επιμελώς αύτό έκαμνεν. Ύπεκρίνετο καί είχε γίνει πιστευτός μέχρι τήν τελευταίαν στιγμήν.
Είς τήν εσχάτην τού βιβλίου τούτου σ.
(139)
τοποδετείται
δι' όλίγων στίχων τό τελικόν τού σ. συμπέρασμα, πού δέν
συμφωνεί πλήρως μέ δσα ι5ιά τών δύο προηγουμένων κεφαλαί
ων παρεσκευάσδησαν. ·Ο πατριάρχης, άπογυμνωμένος Εντε
λώς άπό τήν ε-6-νικήν του
δόξαν, επαινείται διότι ησκησε
«Πολιτικήν ούχί aστοχον». Κατά τόν σ., σκοπός του ήτο «νά διασφαλίση τά προνόμια .τών όρftοδόξων, νά διασφαλίση τήν ζωήν τών πιστών, ν' άποκοιμίση τούς μαινομένους Τούρκους, νά έκμεταλλευftft πάσαν περίστασιν πρός πνευματικόν όφελος
τών πιστών ... » κλπ. Πίστών δμως είς μίαν σκοτεινήν · Ορ{}οδο
ξίαν καί είς ενα βάρβαρον κατακτητήν, πρός τόν όποίον ό άρχηγός τής όρ{}οδόξοϋ πίστεως τούς πιστούς κατεδίκαζεν είς
μόνιμον ύποταγήν!
Οί στοχαστικοί κύκλοι, εντός τών όποίων ό σ. έκινή{}η,
διεγράφησαν σαφώς. ·Η όρftόδοξος 'Εκκλησία κατηγορείται
δεινώς διά τής έξετάσεως τού βίου καί τt]ς πολιτείας ένός εκ
τών διαπρεπεdτέρων ήγετών αύτής. ·Επηρεασμένος έξεκίνη σεν ό ftεολόγQς συγγραφεύς διά νά διαγράΨη πάσαν φιλελευttέ
ραν πνοήν άπό τούς κόλπους τής προσάΨn ύποτελείας τήν άτιμωτικήν μομφήν, ·Εκκλησίας καί νά τής δτι i]σκησε πολιτικήν
καί δουλικής έξυπηρετήσεως τών βουλών τού
κυριάρχου, δή{}εν κατ' άπαίτησιν αύτής τής ·Αγίας Γραφής
καί χάριν έξυπηρετήσεως αύτών τών συμφερόντων τού
· Ελλη
νισμού. 'Η ψυχο'ίστορική μέttοδος παρέσυρεν ενα δεολόγον σ.
νά καταδικάσn τόν μέγαν ftεσμόν τού Πατριαρχείου. Αί περί
εκκλησιαστικής πολιτικής f}εωρίαι του είναι ό έξωιστορικός καρπός τής «πρωτοτύπου» έρεύνης.
Πόσον βέβαιος είναι ό σ. διά τήν όρftότητα τών συμπερα
σμάτων του μαρτυρεί ό κατηγορηματικός τόνος τής έκφράσε ως αύτού καί αύτή ή κατά κόρον, άλλ' i]κιστα έπιστημονική, χρήσις τών έπιρρημάτων «άναμφιβόλως», «άναμφισβητήτως»,
264
«ούδεμία άμφιβολία», «άσφαλώς», «μετά βεβαιότητος» κ.τ.δ.
Μέ άναφοράν είς τά βιογραφικά τού Γρηγορίου διά «νέας
μεt}όδου έρεύνης» ό σ. ή{)έλησε νά ψΟάση μέχρι «tών βασικών
χαρακτηριστικών αύτού » καί μέχρι «Τών ριζών τής πολιτικής
του», διά νά έρμηνεύσn τάς έν γένει ένεργείας του ώς πρός τήν διοίκησιν καί άντιμετώπισιν τών προβλημάτων τού Πατριαρ χείου καί ώς πρός τάς σχέσεις του μέ τό ποίμνιον καί τούς
κατακτητάς. Τά συμπεράγματα δμως τής «νέας μορφής
έρεύνης»
είναι έσφαλμένα,
δπως έίδαμεν διά τής ταχείας
έξετάσεως τών κεφαλαίων τού βιβλίου. Τί είς έσχάτην άνάλυσιν άνεκάλυψεν ό συγγραφεύς τού
βιβλίου τούτου; 'Ότι ό Γρηγόριος ήτο λαμπρός συντηρητικός
( = άvτιδραστικός) ήγέτης τού δουλεύοντος 'Ελληνισμού, δέν
ή{)ελε τήν έπανάστασιν, δέν ήτο Φιλικός, δέν έβοή{)ησε τόν 'Αγώνα. 'Ερωτώ καί πάλιν: -Έγνώριζε τήν ϋπαρξιν τής
Φιλικής
'Εταιρείας; Καί δταν έφ{)ασαν αί παραμοναί τής
'Επαναστάσεως, έβλεπε πού ώδηγούντο τά πράγματα; Αύτό
τό έρώτημα άποτελεί πρόβλημα. ·Αλλά δέν έξετάζεται σκοπί μως. Διότι άν δσf}ούν άπαντήσεις σωσταί, άνατρέπονται τά
συμπεράσματα τού σ. έντελώς. Κατά τόν σ. δέν έπιτρέπουν τά
έγγραφα
οίανδήποτε
συμμετοχήν
τού
Γρηγορίου
είς τόν
'Αγώνα. Καί είς δ σα σημεία έπιτρέπουν τά έγγραφα, δέν έπιτρέπει ή νέα μέ{)οδος έρμηνείας τών πραγμάτων.· Απλώς οί Φιλικοί aφηναν νά πιστεύεται γενικώς δτι ό πατριάρχης καί ή
σαν τον σκοπον, ενφ εις την πραγματικοτητα, κατα τον σ., «τα
'Εκκλησία συμπορευόμενο ι είς τάς προετοιμασίας έβοη{)ού, , ,_,, , ,, ,
διασωtΜντα κείμενα μάς πεί{)ουν δτι ό πατριάρχης Γρηγόριος
άντέδρασε σ()εναρώς τόσον είς τήν ίδέαν δσον καί είς τήν
πράξιν πρός άποτίναΚι\ι τού τουρκικού ζυγού» (σ.
ϋπαρξιν καί δράσιν τής Φιλικής ·Εταιρείας,
130).
όποίαν
Καί δμως. ·Ο Γρηγόριος δέν είναι δυνατόν ν' άγνοούσε τήν
τήν
έγνώριζεν δλος ό κόσμος, τό περιβάλλον του, οί φίλοι του, οί
συνεργάται του,
oL ύποτακτικοί του,
οί μέχρι τών περάτων τής
ύποδούλου έπικρατείας άναμένοντες κάτι σπουδαίον νά έκδη λω{}ft. Δέν ήτο ήλί{)ιος ό πατριάρχης. Καί ήκουε καί έβλεπε καί ήσ{)άνετο καί έμάνf}ανε καί άντελαμβάνετο πολλά. Τά f\ξερεν
265
ολα. 'Αλλ' έλεγεν όλίγα, ύποκρινόμενος δτι ούδέν γνωρίζει, διότι έτσι συνέφερε. Καί έπρεπεν ~τσι. 'Ο Γρηγόριος νά
γνωρίζn καί νά κάμn τό καfiήκον του. ·Ο πατριάρχης καί νά μή γνωρίζn καί πάλιν νά πράττn τό καf)ήκον του. Αύτή ή διπλρthJ
μία καfiιστούσε τραγικήν προσωπικότητα τόν Γρηγόριον καί
φαινομενικώς άντιφατικήν. Τιμιώτερον fiά ήτο, μόλις άντελαμ
βάνετο δτι οί Φιλικοί είχαν άποφασίσει νά αίματοκυλίσουν τό ffiνoς, νά σπεύσn νά καταστήσn γνωστά τά όνόματά των είς τήν Π ύλην, νά τούς έξοντώσn καί νά γλυτώσn τό t&vo;ς του, νά έξασφαλίσn μόνιμον είρήνην είς τήν Έκκλησίαν, μέ τά
προνόμιά της. Διατί έκαμώνετο; Χάρτινος πατριάρχης δέν ητο
ό Γρηγόριος ν' άγνοfί αύτός δσα έγνώριζαν οί διάκονοί του.
' Εφοβείτο
μίαν ενοπλον έξέγερσιν καί Ετρεμεν είς τήν ένδεχο
μένην έπανάληψιν τών
· Ορλωφικών.
·Ε κρατούσε τήν άναπνο
ήν του καί προσηύχετο είς τόν 6εόν νά γίνn τό fiέλημά του.
· Εβοη6ούσεν
είς δ,τι τού έζητείτο μέ μυρίας προφυλάξεις, διά
νά μή προκαλέσn ύποψίας τής Πύλης.
θλιβερόν συμπέρασμα τού σ.: «·Ο Γρηγόριος εζησεν έντός τού κλίματος τής προετοιμασίας τού ύπέρ τής άνεξαρτησίας
άγώνος
καί
άπέfiανεν,
ώς
γνωστόν,
εύfiύς
μετά τήν
έν
Πελοποννήσφ eναρξιν αύτού» (σ.
122). Δέν είναι γνωστόν δτι ό
Γρηγόριος άπέlJανεν/ Πασίγνωστον είναι δτι ό Ο.ίκουμενικός
Πατριάρχης Γρηγόριος Ε' έμαρτύρησεν ύπέρ τού έttνους του
άνήμερα τό Πάσχα, τήν
10
·Απριλίου
1821.
Τό αίμα τού
πρώτου αύτού fiύματος eβαψε τόν άπελευfiερωτικόν 'Αγώνα
τών ·Ελλήνων, άλλ.ά τόν έγιγάντωσε, διότι έφανάτισε τούς
άγωνιστάς.
Τάσος ΆΒ. Γριτσόποvλος, Παρατηρήσεις tπί μιάς vέας μελέτης περί τοiίπατριάρχοvΚωv/πόλεως Γρηγορίου Ε',Μvημοσύvη
6 (1976-1977)299-
332.
Θ. Ζήσης: ·Εκ τών έργων τού κ. Ζαχαροπούλου έκείνο πού σκιάζει περισσότερον τήν περί αύτού είκόνα, ώς ίκανού έπιστήμονος,
266
άμερολήπτως καί άντικειμενικώς χρησιμοποιούντος τάς πηγάς καί μή παρασυρομένου .άπό ύποκειμενικάς άξιολογήσεις, είναι
τό περί τού πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε' eργον. Βεβαίως ή
έπιστημονική σκέψις καί ή έρευνα είναι έλεύ'δεραι καί ημπορεί κανείς νά γράφη δ,τι t)έλει. Αύτό δμως δέν ίσχύει διά τήν ίστοριογραφίαν ή όποία είναι ύποχρεωμένη νά σέβεται τάς
πληροφορίας τών πηγών καί νά μή {}έτη αύτάς είς τήν προκρούστειον κλίνην τών οίωνδήποτε προσωπικών άπόψεων καί προκαταλήψεων, ίδιαιτέρως δέ διά τήν έκκλησιαστικήν
ίστοριογραφίαν, ή όποία όφείλει μέ σεβασμόν νά άντιμετωπίζη πρόσωπα, ή περί τών όποίων κρίσις καί έκτίμησις έχουν κατασταλάξει είς έκκλησιαστικήν πίστιν καί συνείδησιν. ·Ο κ.
Ζαχαρόπουλος ώς πρός τό πρώτον δέν έστηρίχt}η είς τάς πηγάς
καί είς τήν περί Γρηγορίου τού Ε' βιβλιογραφίαν, τό σύνολον σχεδόν τής όποίας δίδει t}ετικωτάτην είκόνα περί τού προσώ που καί τού έργου τού πατριάρχου, άλλά είς μίαν αύ6αίρετον
καί άt}εμελίωτον προσπάt}ειαν ψυχογραφήσεως τού πατριάρ
χου, μέt}οδον τήν όποίαν πολλοί άποκρούουν ώς έπισφαλή καί ό ίδιος μάλιστα ό ύποψήφιος, ό όποϊος είς τήν μελέτη ν του περί
Βουλησμά έπικρίνει τόν "Αλκη
'Αγγέλου, διότι έπεχείρησε
ψυχολογικήν έρμηνείαν τών γεγονότων, ή όποία, ώς λέγει
«είναι άναμφιβόλως άξιόλογος, πλήν όμως έπισφαλής διά τήν έξαγωγήν ίστορικών συμπερασμάτων» (σελ.
127).
Δέν ήδυνή
t}ην νά άντιληφ{)ώ διά ποίον λόγον έγραψεν ό ύποψήφιος
αύτήν τήν μελέτην. Είς τόν πρόλογον γράφει δτι ήσχολήfiη μέ
τό t}έμα, διά νά διαλύση τήν σύγχυσιν. Δέν έπεκράτει όμως σύγχυσις, διότι ό πατριάρχης έξ άρχής άπήλαυε τιμής καί
σεβασμού, ώς άποδεικνύεται έκ τής πανδήμου ύποδοχής τού λειψάνου του είς τήν 'Οδησσόν, τού δαυμασίου λόγου τού Κων
σταντίνου Οίκονόμου τού έξ Οίκονόμων, τών έκδηλώσεων είς
'Αftήνας κατά τήν μεταφοράν τών λειψάνων, τού συγκλονιστι
κού ποιήματος πού άπήγγειλε τό έπόμενον έτος πρό τού άνδριάντος τού πατριάρχου ό 'Αριστοτέλης Βαλαωρίτης καί
τής άνακηρύξεως του έν τέλει τό
1921
είς άγιον τής 'Ορftοδό
ξου ·Εκκλησίας είς τόν όποίον μάλιστα άφιερώνονται τώρα καί
ναοί. Τήν σύγχυσιν δημιουργεί πρώτος έκ τών έκκλησιαστικών
267
καί δεολογικών κύκλων ό κ. ύποψήφιος, ό όποϊος τόν
παρουσιάζει αύδαιρέτως ώς εύνοιοκράτην καί ρουσφετολό γον, ώς φιλότουρκον καί ώς τύραννον τού όρftοδόξου λαού, μή
διαφέροντα τών τυράννων Τούρκων. 'Απορεί κανείς πώς
ot
δύο δρου
συνεισηγηταί
ένετόπισαν,
όρftώς
βέβαια,
μικράν
καί
άνώδυνον άσάφειαν τού κ. «Φαναριώται»,
γιά δημιούργησαν,
· Αγγελοπούλου
περί τήν χρήσιν τού «τόν δρον αύτόν
κληρικούς τού
παρατηρούντες δτι
νά χαρακτηρίζουν τούς
Οίκουμενικού Πατριαρχείου Σέρβοι καί Βούλγαροι ίστορικοί,
οί όποίοι μέ αύτόν έννοούν κληρικούς κακού i]δους, πονηρούς
καί διεφftαρμένους» (σελ.
9), · καί
παρασιωπούν τήν βοώσαν
μελέτην τού κ. Ζαχαροπούλου, ή όποία είς τό πρόσωπον τού
έ6νομάρτυρος
παρουσιάζει
καί
μέγα
άγίου
πατριάρχου
Γρηγορίου
καί
τού
Ε',
πρότυπον
διεφftαρμένου
πονηρού
κληρικού Φαναριώτου. Αί μαρτυρίαι έκ τού Κοραή μικράν
άξίαν έχουν, διότι είναι γνωστή ή άντιεκκλησιαστική καί άντορftόδοξος τοποftέτησίς του. Εύτυχώς πού άνέλαβε κάποι
ος «ftύραftεν» νά άποκαταστήση τά πράγματα, ό Τάσος Γρι
τσόπουλος.
·Η
Σχολή πάντως εύρίσκεται πρό μεγάλης εύftύνης
κατά τήν έκ νέου άξιολόγησιν τώρα τού έργου αύτού τού κ. Ζαχαροπούλου ό όποϊος σιωπά καί μετά τήν ftεμελιωμένην
κριτικήν τού Γριτσοπούλου. Δυστυχώς όμως έσιώπησαν καί οί
δύο κ.κ. σuνεωηγηταί.
Συνεδρία Θεολοyικής Σχολής άρι/Jμός
951, 20-2-1982.
f!αντελεήμων Ροδόπουλος,
Σερεντίου:
μητροπολίτης
Τυρολόης και
Περί τής έπί ύφηγεσί<;Ι διατριβής, δμως, έχομεν νά παρατη
ρήσωμεν δτι ή Σχολή δέν ήξιολόγησε δεόντως τάς ύπό τού είσηγητού τής διατριβής έντοπισftείσας άσ6ενεϊς, άδίκους καί
άftεμελιώτους ftέσεις τού κ. uποψ. περί τής μεγάλης έκκλησια στικής καί έf)νικής προσωπικότητος τού
· Εftνομάρτυρος
Πατριάρχου Γρηγορίου τού Ε'. Αί καταφανείς άδυναμίαι της
268
μελέτης προεκάλεσαν τήν καταλυτικήν κριτικήν τού
!·
Γρι·
τσοπούλου, είδικού περί τού βίου καί τού έργου τού Γρηγορίου
τού Ε', δημοσιευδείσαν είς τό περιοδικόν «Μνημοσύνη)) τού
1978,
σσ.
299-332.
Είς τήν κριτικήν αύτήν δέν άπήντησε μέχρι
σήμερον ό κ. ύποψ., ώς ώφειλε, πρός ύποστήριξιν τών -δέσεών
του καί διαφύλαξιν τού κύρους τής τιμησάσης αύτόν Σχολής.
•Αφήνει
ούτω άναπάντητα καίρια σημεία τής κριτικής Γριτσο
πούλου, τά όποία, ώς άναπάντητα ύπό τού κ. ύποψ., άχρη
στεύουν τήν περί Γρηγορίου Ε' μελέτην καί καδιστούν αύτήν
άρνητικόν στοιχείον κατά τής ύποψηφιότητός του. ·Ο κ. ύποψ. τάς άνωτέρω συντριπτικάς παρατηρήσεις είς βασικά -δέματα
τής έπί ύφηγεσίQ διατριβής του προετίμησε νά τάς παρακάμΨn διά τής σιωπijς, ή όποία έρμηνεύεται ώς άδυναμία ύποστηρί·
ξεως τών δέσεώντου δι' επιστημονικού διαλόγου. Είς μάτην δέ καί είς_ τό ·Υπόμνημα τού κ. ύποψ. προσεπαδήσαμεν νά άνεύρωμεν έστω καί άπλήν μνείαν τής άνωτέρω βιβλιοκρισίας,
τήν όποίαν καί έδώ άποσιωπά διά λόγους εύνοήτους. ·Η παρά
τού κ. ύποψ. ίστορική κακομεταχείρισις τού μεγάλου 'Εδνο μάρτυρος Πατριάρχου, ή όποία δυστυχώς, δι' άλλους λόγους, επιχειρείται καί ύπό ώρισμένων άλλων κύκλων, άρκεί καί μόνον αύτή, διά τήν ύπό τής Σχολής άπόρριψιν της ύποψηφιότητος
τού κ. Ζαχαροπούλου.
Συνεδρία Θεολογικής Σχολής
951, 20
Φε6ροναρίου
1982.
7.
·Η άνοικοδόμησις νέου ναού τού άyίσυ fρηγορίου Ε' είς
τό 'Άγιον 'Όρος.
Παραδέτομεν έπwτολήν τώv προηγουμένων τής
· Ιεράς
Μονής 'Ιβήρων τού ·Αγίου 'Όρους σχετικώς μέ τήν άνέγερσιν
ναού πρός τιμήν τού ίερομάρτυρος, ό όποίος έμόνασε πολλά έτή είς τήν μονήν τών Ίβήρων. Ή έπιστολή έδημοσιεύ{tη είς
« Όρ{tόδοξον Τύπον», 2 Μαρτίου 1984, τεύχος 597.
Κύριε Διευ6υντά, Διά τού παρόντος, δερμήν παράκλησιν ποιούμεν, όπως
δημοσιεύσητε είς τήν !:γκριτον έφημερίδα 'Υμών τά όνόματα
τών δωρητών, ύπέρ άποπερατώσεως τού ·Ιερού Ναού ίεροε-6νομάρτυρος ·Αγίου Γρηγορίου τού Ε·, άτινα παραitέτομεν κατωτέρω, ήτοι:
1)
Γερβάσιος ·Ιερομόναχος ·Ι. Μ.
· Ιβήρων 5.000
δρχ.,
2)
'Ανώνυμος έξ 'Αμερικής
9.450 δρχ., 3)
·Ανώνυμος έξ 'Αδηνών
4) 'Αρχιμ. ·Ιάκωβος Στα6ούλης 'Άγιος Μάμας Χαλκιδικής 10.000 δρχ., 5) Πολιτική Διοίκησις 'Αγίου 'Όρους 200.000 δρχ., 6) ·Ιερεύς 'Αντώνιος Χαραλαμπίδης έκ Κρήτης 3.000 δρχ., 7) Καλακώνας Πέτρος 'Ιατρός έκ Θεσσαλονίκης .1 000 δρχ., 8) Γιαννόπουλος 'Ιωάννης έκ Πειραιώς 500 δρχ., 9) Δημητρακόπουλος Νικ. έκ Θεσσαλονίκης 10.000 δρχ., 10) Μαργαρίτα Καταγά 500 δρχ., 11) • Αφές Γερολυμάτου Λουτρά κι Κορινftίας 5.000 δρχ., 12) Δημητριάδης Βασίλειος έξ 'Αttηνών 10.000 δρχ., 13) Καλομοίρης έξ · Α{tηνών 2.000 δρχ., 1000
δρχ.,
270 14)
'Ανώνυμος έκ Κατερίνης
1.600
δρχ.,
15)
Γεράσιμος έκ
Ζακύνδου 2.000 δρχ., 16) Μαγδαληνή Γενοπούλου έκ Πειραι ώς 2.000 δρχ., 17) Μοναχός ·Ιωάννης 'Ι. Μ. Διονυσίου "Α γιον
23.500 δρχ., 18) Παναγιώτα · Αντωνακοπούλου έκ Πατρών 2.000 δρχ., 19) Σταttάκης Πότας 'Αρφαρά Μεσσηνίας 4.000 δρχ., 20) 'Αναστασίου 'Αttανάσιος έξ 'Αttηνών 10.000 δρχ., 21) Εύσέβιος Μοναχός Ίβηρίτης 1000 δρχ., 22) Γεράσι μος έκ Κεφαλληνίας 2.000 δρχ., 23) Ψαttάς Γεώργιος έκ Πολυγύρου 2.000 δρχ., 24) 'Ιερεύς Σαράντης Σαράντος έξ 'Αttηνών 1000 δρχ., 25) Παπαγιάννης Γεώργιος έκ Δημητσάνης 1.500 δρχ., 26) Παλλάδας Δημήτριος έκ Καβάλας 1000 δρχ., 27) Δημοτικόν Σχολείον Μουσttένης Καβάλας 1000 δρχ., 28) Εύttαλία Κωνσταντινίδη έξ 'Αttηνών 3.000 δρχ.
Πρός άπαντας τούς άνωτέρω συνδρομητάς έκφράζομεν
ttερμάς εύχαριστίας, εύχόμενοι πρός αύτούς πλουσίαν τήν χάριν τού 'Αγίου Γρηγορίου τού Ε'. Πρός ένημέρωσιν δέ νέων
συνδρομητών γνωστοποιούμεν δτι: Κατόπιν ttείας t}ελήσεως,
'Όρος
ύπό τής 'Ιεράς Μονής τών Ίβήρων 'Αγίου 'Όρους 'Ά-δω,
άνελήφttη άπό πενταετίας καί πλέον προσπάttεια άνεγέρσεως
'Ι. Ναού, πρός τιμήν τού ίεροε&νομάρτυρος 'Αγίου Γρηγορίου
τού Ε', Πατριάρχου Κων/λεως.
' Ως γνωστόν, Γρηγόριος ό Ε', ό
«μέγιστος προστάτης τής Όρf)οδοξίας μας)) κατά Κ. Οίκονό μον, άχρι τής στιγμής έστερείτο ίδιαιτέρου Ί. Ναού. Πρός
τούτο
ώς
τόπος
άνεγέρσεώς
του
έξελέγη
ό
λόφος τού
Προφήτου 'Ηλιού, πλησίον τής 'Ιεράς Μονής τών
· Ιβήρων,
ένttα διετέλεσεν έκεί ό "Α γιος ώς έξόριστος ύ1tό τών άγαρηνών, έπί μίαν δεκαπενταετίαν περίπου, είς δύο φάσεις.Τό έργον, μέ τήν βοήttειαν τού
' Α γ ίου
ώς καί τήν εύγενή προσφοράν
εύσεβών Χριστιανών, i]δη εύρίσκεται έν άποπερατώσει.
ώς είναι φυσικόν,
· Υπο
λείπονται δμως ώρισμέναι έσωτερικαί έργασίαι καί έπομένως,
άπαιτείται έξ δσων άναγνωρίζουσιν τήν προσπά-δειαν ώς σημαντικήν, νέα οίκονομική ένίσχυσις. Ύπενttυμίζομεν δτι: Σύμπας ό 'Ελληνικός λαός όφείλει χρέος καί τιμήν πρός τόν ίεροε-δνομάρτυρα Γρηγόριον τόν Ε'.
Χρέος, διότι χάρις είς τήν διάκρισιν καί διορατικότητα τούτου, διεφυλάχ{}η τό Γένος μας άπό γενικόν έξαφανισμόν, όταν τά
271
γιαταγάνια τών Τούρκων, διά διαταγής τού αίμοσταγούς Σουλτάνου έδέριζον άσταμάτητα... Τιμήν δέ, διότι ό 'ίδιος
επεσεν ύπέρ Πίστεως καί Πατρίδος, {}εσμοί πού τήν σήμερον άδεώς καταπατούνται, διό καί ό 'ίδιος βάλλεται. Εύχόμεδα ή
συμμετοχή δλων τών ·Ελλήνων είς τήν άνωτέρφ ένέργειάν μαςt εστω καί μέ τό «λεπτόν τής χήρας» νά βγάλη κούφια τά
τυφέκια τών άγιομάχων λασπολόγων.
Μετά τιμής καί εύχαριστιών πολλών, διά τήν φιλοξενίαν διατελούμεν, οί 'Επίτροποι τής ·Ιεράς Μονής τών Άγίου 'Όρους 'Ά{}ω:
· Ιβήρων
t t t
προηγ. ΜΑΞΙΜΟΣ Γέρων ΚΛΕΟΝΙΚΟΣ Γέρων ΓΝΝΑΔΙΟΣ.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤ' ΕΠΙΛΟΓΗΝ
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, τ., Συλλογή έκ τών γραφέντων καί παραδο
ίJέντων περί τού οίκουμενικού πατριάρχου Γρη
γορίου Ε',
· Α{}fjναι 1863.
1921.
ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ, χ., Αόγος πανηγυρικός είς τόν πατριάρχην Γρη
γόριον Ε', Ά'(}ήναι
ΑΝΩΝΥΜΟΥ, Βίος καί πολιτεία τού ίερομάρτvρος Γρηγορίου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως,
· Αfiήναι 1852.
ΓΕΝΝΆΔΙΟΥ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ, «Μία aγvωστος περιπέτεια τού έ{}νο
μάρτυρος Γρηγορίου Ε', εν άνέκδοτον γράμμα
του)), Έπετηρίς Έταιρείας Βυζαντινών Σπου
δών
19 (1949). 1980. 14
ΓΚΕΝΑΚΟΥ-ΜΟΥΡΟΥΤΗ, Ζ., Στόχος ή άλήίJεια· Γρηγόριος Ε',
προδότης ή έίJνομάρτυρας;, 'Α{}ήνα
ΓΡΙτΣΟΠΟΥΛΟΥ, Τ., «Γρηγόριος Ε', ό πατριάρχης τού έ{}νους)),
Δελτίον 'Ιστορικής ΈίJνολογικής 'Εταιρείας
(1960) 164-230.
ΤΟΥ Α ΥΤΟΥ, «Παρατηρήσεις έπί μιάς νέας μελέτης περί τού Πα τριάρχου
ΙΩΑΚΕΙΜ ΙΒΗΡΙτΟΥ,
Κωνσταντινουπόλεως
Γρηγορίου
Ε'»,
Μνημοσύνη
6 (1976-77) 279-332.
δια{}ήκη τού πατριάρχου Γρη
«' Iδιόγραφος
γορίου τού Ε')), Γρηγόριος Παλαμάς
1 (1917)
233
έ.
ΚΑΛΟΓΕΡΑ, Ν., Αόγος κατ' έντολήν τής 'Εκκλησίας εκφωνη
ίJείς κατά τήν έξ 'Οδησσού είς ΆίJήνας μετακο μιδήν τών ίερών λειψάνων τού άοιδίμου πατρι
άρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου,
ναι
· Α{}ή
1871. 1909.
ΚΑΝΔΗΛΩΡΟΥ, Τ., 'Ιστορία τού έίJνομάρτvρος Γρηγορίου Ε',
Ά'(}ήναι
274
ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Γρηγόριος Ε', Άttήναι
1921. 33 (1956) 154-160.
ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΑΚΟΥ, Π.,
« '0
Πατριάρχης Γρηγόριος Ε' καί ή έλ
ληνική παιδεία, 'Εκκλησία
ΚΩΝΣΤΑΝτΙΝΟΥ OIKONOMOY τού έξ Οίκονόμων, Λόγος έπιτάφι
ος είς τόν άείμνηατον πατριάρχην Κωνσταντι
νουπόλεως Γρηγόριον, Πετρούπολις
1821.
ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Λόyος είς τό μνημόσυνον τού dοιδίμου πατριάρ
χου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου καί τών , , ' ,
συν αυτφ μαρτυρησαντων αειμνηστωv τριωv μη~-
-
τροπολιτών, τού 'Εφέσου Διονυσίου τού Καλλι
άρχου, καί τού Ν ικομηδείας Ά8ανασίου, καί
τού 'Αγχιάλου Εύγενίου, Πετρούπολις
1821.
ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ, Α., Λόγος πανηγυρικός είς τήν πεντηκονταετηρί
δα τού ύπέρ τής dνεξαρτησίας dγώvος καί τήν έξ 'Οδησσού είς ΆΒήνας μετακομιδήν τού ίε
ρού λειψάνου τού άοιδίμου πατριάρχου Κων
σταντινουπόλεως
Ά8ήvησι τfί κε' Σύρου
Γρηγορίου
'Απριλίου
Ε',
έκφωνη8είς
Έρμούπολις
1871,
1871.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ, Σ., Τό χρονικόν τού dπαγχονισμού τού πατρι άρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου Ε',
(1821)
κατ' άφήγησιν τού πρψην Μετρώνκαίεί
τα ~ηλυμ6ρίας,
· Αttήναι 1964.
1954.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, Β., «Προσπά6ειαι άγιοποιήσεως Γρηγορίου
Ε'», 'Ελληνική Δημιουργία ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ, Χ., Γρηγόριος Ε', τό έργον του ύπέρ τής παιδείας καί ή άγχόvη. ·Ο ίερομάρτυς καί έ8vο μ,άρτυς πατριάρχης διά τής ίστορίας, 'Α{)ήναι
1982. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, r.,
Τό κατά τόv dοίδιμον πρωτα/Jλητήν τού
Έλλήvων dγώvος, τόv πατριάρχην Άγyελοπούλοv,
ίερού τώv
Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριοv Ε Ό ~υλλεγέvτα
δέ καί έκδοδέντα ύπό Γ. Π.
'Α&ηναι
1865/1866,
τόμ.
1-2.
ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, 'Ιστορία Γρηγορίου Ε' πατριάρχου Κωνσταντι
νουπόλεως, πρωταδλητού τής έλληνικijς έπανα
στάσεως, 'Α6ήναι, ά.χ.
275
πιΛΑΒΙΟΥ, Γ., Τά κατά τ6ν πατριάρχην Γρηγ6ριον τ6ν Ε', 'Α6ήναι
1871.
ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ Θ., άρχιμανδρίτου, Ό ίεροεΒνομάρτvς Πατριάρ
χης Γρηγ6ριος ό Ε',
· Α{}ήναι 1973. 25 ·
ΤΕΡΤΣΕΤΗ, Γ., ·Ομιλία περί τού dοιδίμου Γρηγορίου, πατριάρ
χου Κωνσταντινουπ6λεως αυντε/)είαα διά τήν
Μαρτίου,
· Α{}ήναι 1853.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΝ ΛΕΟΝΤΟΠΟΛΕΩΣ, «Τά κατά τόv άοίδιμον πρωτα
{}λητήν τού ίερού άyώνος, τόν πατριάρχην Κων
σταντινουπόλεως Γρηγόριον τόv Ε'», Εύαγγελι
κ6ς Κήρυξ
9 (1865) 197-205, 252-261, 298-305.
Add a Comment