High Quality
Open the downloaded document, and select print from the file menu (PDF reader required).
Abstract
In this paper I’ll try to demonstrate that it is possible, using a deictic approach, to reveal the
traits of Agamemnon’s character in the third episode of Aeschylus’ Agamemnon (782-974).
The presentation of Agamemnon in the carpet scene has been the focus of much of the
controversy about character in Aeschylus. In my opinion, those scholars maintaining that
Agamemnon agrees to walk on the purple tapestries because of his hybris are mistaken.
Besides the text itself and in particular its deictic features i.e. the poetics of deixis offer no
basis for explaining Agamemnon’s yielding as due to his inner hybris.
Στην εργασία αυτή θα επιχειρήσω να εντοπίσω τις δειξικές εκείνες πληροφορίες που
συμβάλλουν στην ηθογραφική παρουσίαση του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας στο
τρίτο επεισόδιο του Αγαμέμνονα του Αισχύλου, σε μια σκηνή που έχει προβληματίσει
ιδιαίτερα τους μελετητές. Συγκεκριμένα θα με απασχολήσει κυρίως ο τρόπος με τον οποίο ο
ποιητής οργανώνει το δεικτικό περικείμενο στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιώντας τις
εκφράσεις προσωπικής δείξης (λειτουργία των αντωνυμιών αλλά και των ρηματικών
καταλήξεων). 1 Παράλληλα θα εξετάσω την «oμιλητική» λειτουργία της δείξεως (προσωπικής
- κοινωνικής - κειμενικής) και πώς αυτή συμβάλλει στην επικοινωνία των δύο πόλων του
ομιλητικού ζεύγους. 2 Στην εργασία αυτή δεν θα με απασχολήσει καθόλου η
«παραστασιμότητα» του κειμένου. 3Το πρώτο ζητούμενο της μελέτης αυτής είναι να δούμε πώς συγκροτείται το ήθος του
Αγαμέμνονα 4 στους στίχους 810-854, με δεδομένη την αρχή ότι ο λόγος είναι «η λεξική κρυστάλλωση του ήθους». 5 Το θέμα της ηθογραφικής παρουσίασης του Αγαμέμνονα συναρτάται άμεσα και με ένα άλλο επίμαχο ζήτημα της βιβλιογραφίας, αυτό της ενοχής ή της
αθωότητας του βασιλιά, που υποχωρεί τελικά στο επίμονο αίτημα της συζύγου του και
εισέρχεται στο παλάτι πατώντας πάνω σε πορφυρό χαλί, καθιστώντας την ύβριν του
ολοφάνερη. 6Αναντίρρητα η σκηνή αυτή, ως επιστέγασμα του πολεμικού θριάμβου του Αγαμέμνονα,
μεταφέρει με καθαρά θεατρικούς και συμβολικούς όρους 7 την ενεχόμενη ύβριν9 και την επερχόμενη πτώση του βασιλιά επικυρώνοντας την απόλυτη κυριαρχία της Κλυταιμνήστρας˙
ωστόσο δεν πρέπει να οδηγεί σε μια «προγραμματισμένη» ανάγνωση 8 του ήθους του
σχέσης μεταξύ των ομιλητών αποτελούν γλωσσικά στοιχεία της κοινωνικής δείξης. Δεικτικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται προκειμένου να παραπέμψουν τον ακροατή σε τμήματα του λόγου, προγενέστερα ή μεταγενέστερα, αποτελούν στοιχεία κειμενικής δείξης.
τα ίδια τα κειμενικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν μια τέτοια ανάγνωση. 9Από την αρχή ο ποιητής, με την προσφώνηση του Χορού προς τον Αγαμέμνονα (782-
809), θέτει το πλαίσιο πρόσληψης του λόγου του βασιλιά προσδιορίζοντας ένα διπλό
κριτήριο ηθογραφικής αποτίμησης: 1) την αρνητική εικόνα του βασιλιά έτσι όπως εκτέθηκε
σε προηγούμενα χορικά 10 (801 κάρτ' ἀπομούσως ἦσθα γεγραμμένος) ή γενικότερα την αρνητική ηθογραφική του παρουσίαση στην προγενέστερη λογοτεχνική παράδοση. Η
αναφορά στην μούσα (ἀπο-μούσως) αποδεικνύει ότι η κριτική του Χορού δεν αφορά τον τομέα της κυβερνητικῆς τέχνης του Αγαμέμνονα αλλά τον τρόπο παρουσίασής της στη λογοτεχνία. Επίσης και ο όρος γράφειν παραπέμπει στο χώρο των αναπαραστατικών τεχνών
και ενισχύει την άποψή μας. 11 2) τη θετική αξιολόγηση των ενεργειών του που δηλώνεται στους στ. 805-806 (νῦν δ' οὐκ ἀπ' ἄκρας φρενὸς οὐδ' ἀφίλως / εὔφρων πόνον εὖ τελέσασιν <ἐγώ>) με όρους όπως οὐδ' ἀφίλως και εὔφρων που ρυθμίζουν τη δεκτικότητα του θεατή.
Ο Αγαμέμνονας, κατανοώντας τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται από το Χορό
(830-831 τὰ δ' ἐς τὸ σὸν φρόνημα, μέμνημαι κλύων / καὶ φημὶ ταὐτὰ καὶ συνήγορόν μ' ἔχεις), οργανώνει το λόγο του έτσι ώστε να αναδείξει το θετικό του πρόσωπο, αυτό του ευσεβούς και δημοκρατικού ηγέτη.
Ειδικότερα τα στοιχεία που προκύπτουν από την ανάλυση των στίχων 810-854 είναι τα
εξής:
1) Η τριπλή αναφορά στην δίκην (811 δίκη, 812 δικαίων, 813 δίκας) σε τρεις διαδοχικούς
στίχους και η εμφατική επανάληψη της λέξης θεός (810, 813, 821, 829, 844, 852) 12 σε συνδυασμό με την αδιαμφισβήτητη θεϊκή επικύρωση της νίκης των Ελλήνων (811 τοὺς ἐμοὶ μεταιτίους, 13 815 οὐ διχορρόπως) αναδεικνύουν την ευσέβεια του βασιλιά και κατοχυρώνουν την καταστροφή της Τροίας ως πράξη δίκαιας ανταπόδοσης (822-23
2) Η θεοσέβεια του Αγαμέμνονα υποστηρίζεται και από την κειμενική δείξη καθώς με μια
σειρά εκφράσεων ο ομιλητής ταυτοποιεί τα τμήματα του λόγου του σε συνάρτηση με την
αναφορά στους θεούς: πρῶτον μὲν . θεοὺς ἐγχωρίους δίκη προσειπεῖν (810-811) ῀ θεοῖς μὲν ἐξέτεινα φροίμιον τόδε (829). Το φροίμιον ανακαλεί την έκφραση πρῶτον μὲν 14 και κατοχυρώνει στη συνείδηση του κοινού αυτόν τον εκτενή χαιρετισμό (ἐξέτεινα.τόδε) ως το καταλληλότερο προοίμιο του λόγου, καθιστώντας εμφανή τη δομή του (829 τόδε: η
αντωνυμία επιτελεί αυτοαναφορική δείξη που προσδιορίζει τους στίχους 810-829). Αυτο-
αναφορική δείξη εντοπίζουμε και στους στ. 821-822 (τούτων θεοῖσι χρὴ πολύμνηστον χάριν / τίνειν) τόσο στη χρήση της αντωνυμίας τούτων (παραπέμπει σε όσα ανέφερε ήδη ο Αγαμέμνονας στο λόγο του) 15 όσο και στη χρήση του προσδιορισμού πολύμνηστον, που παραπέμπει στην πολλαπλή αναφορά (πολύ-μνηστον) της λέξης θεός με την οποία ο
Αγαμέμνονας εκφράζει την ευγνωμοσύνη του (χάριν). 163) Τα γραμματικά ίχνη του πρώτου προσώπου στο λόγο του Αγαμέμνονα είναι
περιορισμένα. Συγκεκριμένα σε σύνολο 45 στίχων χρησιμοποιεί μόνο τέσσερις αντωνυμίες
του πρώτου προσώπου (811, 831, 840, 842) και οκτώ ρηματικούς τύπους του πρώτου ενικού
προσώπου (812 ἐπραξάμην, 829 ἐξέτεινα, 830 μέμνημαι, 831 φημί, 838 λέγοιμ' ἂν . ἐξεπίσταμαι, 844 λέγω, 852 δεξιώσομαι). Ο θριαμβευτικός τόνος του ἐπραξάμην (812) και η εγωιστική προβολή του ρόλου του Αγαμέμνονα στη νίκη αμβλύνεται με την αναφορά
στους θεούς (811 τοὺς ἐμοὶ μεταιτίους) και ανασκευάζεται στο στίχο 823, όπου η πολεμική επιτυχία αποδίδεται στο σύνολο του στρατού (ἐπραξάμεσθα). Η έννοια της συλλογικής ευθύνης, που ενέχεται στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο
ἐπραξάμεσθα, επεκτείνεται και σε ζητήματα άσκησης της εξουσίας και εσωτερικής πολιτικής: τὰ δ’ ἄλλα πρὸς πόλιν τε καὶ θεοὺς / κοινοὺς ἀγῶνας θέντες ἐν πανηγύρει / βουλευσόμεσθα˙ καὶ τὸ μὲν καλῶς ἔχον / ὅπως χρονίζον εὖ μενεῖ βουλευτέον, / ὅτῳ δὲ καὶ δεῖ φαρμάκων παιωνίων, / ἤτοι κέαντες ἢ τεμόντες εὐφρόνως / πειρασόμεσθα πῆμ' ἀποστρέψαι νόσου (844-850). Οι εκφράσεις προσωπικής δείξης (βουλευσόμεσθα - βουλευτέον - πειρασόμεσθα) προβάλλουν το δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτικού
συστήματος που επικροτεί ο Αγαμέμνων.
Το σύστημα αυτό με τις δημοκρατικές διαδικασίες (κοινοὺς ἀγῶνας) εξασφαλίζει την κοινωνική συνοχή, 17 παρά τα δραστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν (κέαντες ἢ τεμόντες). Η προσθήκη του επιρρηματικού προσδιορισμού εὐφρόνως καθορίζει ένα πλαίσιο λήψης των πολιτικών αποφάσεων που επικεντρώνεται στη στάθμιση των γνωστικών δεδομένων (εὐφρόνως - β' συνθετικό η λέξη φρήν) και υπαγορεύεται από το ρυθμιστικό ρόλο της βούλησης των πολιτών. Με τη χρήση του εὐφρόνως ο Αγαμέμνων επικυρώνει την πολιτική στάση του Χορού έτσι όπως εκφράζεται στους στίχους 797 (εὔφρονος ἐκ διανοίας) και 805-
806 (νῦν δ' οὐκ ἀπ' ἄκρας φρενὸς οὐδ' ἀφίλως / εὔφρων πόνον εὖ τελέσασιν <ἐγώ>) και την εκλαμβάνει ως το μέτρο με βάση το οποίο ο ίδιος ως βασιλιάς ρυθμίζει, σχεδόν
αντανακλαστικά, την πολιτική του˙ το εὐφρόνως αναδεικνύει τη διπλή όψη της πολιτικής τέχνης: δεξιότητα (εὐφρόνως = με τη σωστή και σώφρονα χρήση του νυστεριού) και ικανότητα προσαρμογής στις πολιτικές καταστάσεις (εὐφρόνως = με γνώμονα το πολιτικό κριτήριο του Χορού). 184) Αυτή η πολιτικώς ορθή στάση του Αγαμέμνονα εντάσσεται σ' ένα ευρύτερο
θρησκευτικό πλαίσιο, στο οποίο αποδίδεται προτεραιότητα, όπως φαίνεται από την αρχή και
το τέλος του λόγου του (810 πρῶτον μὲν . θεοὺς . δίκην προσειπεῖν / 852-853 ἐλθὼν θεοῖσι πρῶτα δεξιώσομαι, / οἵπερ πρόσω πέμψαντες ἤγαγον πάλιν). Η επανάληψη πρῶτον μὲν - πρῶτα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για την πρωτεύουσα θέση που κατέχει η τήρηση των θρησκευτικών καθηκόντων στη σκέψη του Αγαμέμνονα.
Αυτή τη ρητά εκπεφρασμένη πολιτική και θρησκευτική ορθότητα του Αγαμέμνονα
επιχειρεί να «παραμορφώσει» ο Ted Hughes στη μετάφρασή του. 19 Συγκεκριμένα παρατηρούμε: 1) Ποσοτική διεύρυνση ως προς τις εκφράσεις προσωπικής δείξης (13
αντωνυμίες πρώτου προσώπου σε σχέση με τις 4 του αρχαίου κειμένου) χωρίς αντίστοιχη
επιμήκυνση του κειμένου (49 στίχοι το μετάφρασμα – 45 στίχοι το αρχαίο κείμενο). 2) Ενώ
στο αρχαίο κείμενο υπάρχει μόνο μία τοπωνυμική αναφορά στην Τροία και αυτή έμμεση
(814 Ἰλιοφθόρους) και άλλες τρεις φορές η Τροία ανακαλείται ως πόλις Πριάμου (812-813) ή απλώς πόλις (818, 824), στη μετάφραση του Hughes εμφατικά επανέρχεται το τοπωνύμιο
«Τροία» (9 φορές). Αυτή η ερμηνευτική παρέμβαση του μεταφραστή συγκροτεί μια
διαφορετική εικόνα του Αγαμέμνονα, ο οποίος προβάλλει την ηρωική στρατηγία του
υπενθυμίζοντας διαρκώς το κατόρθωμά του. Το τοπωνύμιο της Τροίας, ανακαλώντας σχεδόν
αντανακλαστικά τον τρωικό πόλεμο, σε συνδυασμό με την τάση εγωιστικού
αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει και η μετατόπιση στην απόδοση της προσφώνησης του
Χορού προς τον Αγαμέμνονα: King! Crusher of Troy! King! Η έμφαση δίνεται στη βασιλική
του ιδιότητα (διπλασιασμός της προσφώνησης βασιλεῦ) ενώ με την απάλειψη του πατρωνυμικού Ἀτρέως γένεθλον (784) επιχειρείται μια αποσιώπηση του οδυνηρού παρελθόντος που ενέχει τη δυσοίωνη μελλοντική προοπτική. 20 Ενώ ο τρόπος κατονομασίας στο μετάφρασμα δεν μεταβάλλει την οντολογική ταυτότητα του προσφωνούμενου
προσώπου, δημιουργεί ένα διαφορετικό πλαίσιο πρόσληψης: το σημείο στο οποίο θα πρέπει
να εστιάσει ο θεατής είναι η εικόνα του θριαμβευτή πτολίπορθου βασιλιά. 21Κατά συνέπεια για την Κλυταιμνήστρα του Hughes δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να πείσει
τον Αγαμέμνονα να εισέλθει στο παλάτι πατώντας στα πορφυρά χαλιά. Ωστόσο για την
Κλυταιμνήστρα του πρωτοτύπου, η πρότασή της προσκρούει στη σαφώς εκπεφρασμένη
πολιτική και θρησκευτική ορθότητα του βασιλιά. Συνεπώς στους στίχους 855-913 επιχειρεί
να κάμψει την αντίδρασή του στοχεύοντας στη ματαιοδοξία του επιτυχημένου στρατηλάτη.
Με την τριπλή αναφορά στο τοπωνύμιο της Τροίας (860 οὗτος ἦν ὑπ' Ἰλίῳ, 882-883 τόν θ' ὑπ' Ἰλίῳ σέθεν / κίνδυνον, 906‐907 μὴ χαμαὶ τιθεὶς / τὸν σὸν πόδ', ὦναξ, Ἰλίου πορθήτορα) επιχειρεί να θέσει νέους όρους συσχέτισης παρελθόντος-παρόντος: οι εμπρόθετοι προσδιορισμοί ὑπ' Ἰλίῳ δεν είναι απλώς εκφράσεις τοπικής δείξης αλλά ανακαλούν και τη θέση αδυναμίας στην οποία βρισκόταν ο Αγαμέμνονας στην προσπάθειά
του να κυριεύσει την Τροία. Η δραματική αλλαγή του σκηνικού περιγράφεται στους στίχους
906-907 με την αναφορά στο πόδι του Αγαμέμνονα που έθεσε υπό την κυριαρχία του την
Τροία. Με την αποδοχή της πρότασης της Κλυταιμνήστρας, ο Αγαμέμνονας θα
αισθητοποιήσει την απόλυτη μεταβολή της σχέσης του με την Τροία και θα μετατρέψει το
ὑπ' Ἰλίῳ σε εικόνα θριάμβου. Εξάλλου η Κλυταιμνήστρα στον εκτενή λόγο της, παρά το ότι σε ένα μεγάλο τμήμα του
περιγράφει τοὺς φιλάνορας τρόπους της ίδιας (856), φροντίζει να σημαίνει τη φυσική παρουσία του Αγαμέμνονα με δεικτικές αντωνυμίες (860 οὗτος, 867 ἁνὴρ ὅδ', 896 ἄνδρα
Αυτό το είδος τριτοπρόσωπης ταυτοποίησης του ουσιαστικού αποδέκτη του λόγου της 22 έχει και συναισθηματικές συνδηλώσεις, καθώς η εγγύτητά τους σε επίπεδο χώρου (τοπική δείξη)
δεν καλύπτει τη συναισθηματική απόσταση και αποξένωση ανάμεσα στους δύο συζύγους.
Η μετάβαση στο δεύτερο τμήμα του λόγου της (877-886) σηματοδοτεί ένα διαφορετικό
στάδιο στη σχέση των δύο συζύγων. Η έκφραση κειμενικής δείξης (877 ἐκ τῶνδέ τοι) σε συνδυασμό με τη φατική λειτουργία που επιτελεί το μόριο τοι επισύρει την προσοχή του
Αγαμέμνονα σ' αυτούς τους στίχους αναδεικνύοντας τη σημασία του μηνύματος. 23 Η ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει ο Αγαμέμνων στην κοινή γνώμη 24 και στους πολιτικούς θεσμούς αξιοποιείται από την Κλυταιμνήστρα για να δικαιολογήσει την απουσία του Ορέστη
(883-884 εἴ τε δημόθρους ἀναρχία / βουλὴν καταρρίψειεν). 25 Οι εκφράσεις προσωπικής δείξης που χρησιμοποιούνται σ' αυτό το τμήμα του λόγου της, κυρίως στους στ. 877-879 (ἐκ τῶνδέ τοι παῖς ἐνθάδ' οὐ παραστατεῖ / ἐμῶν τε καὶ σῶν κύριος πιστωμάτων, / ὡς χρῆν, Ὀρέστης˙ μηδὲ θαυμάσῃς τόδε) και 882-883 (τὸν θ' ὑπ' Ἰλίῳ σέθεν / κίνδυνον) σηματοδοτούν τη μετάβαση από την τυπικότητα και τη συναισθηματική απόσταση της
τριτοπρόσωπης ταυτοποίησης σ' ένα πλαίσιο πιο προσωπικό. Συγκεκριμένα η συμπλοκή τε
καί (ἐμῶν τε καὶ σῶν) αναδεικνύοντας το σαφή συντακτικό σύνδεσμο και την απόλυτη ισοτιμία των μελών του οίκου συγκροτεί την ενότητα των τριών προσώπων (παῖς και γονείς) σ' έναν ομιλητικό θύλακα. Μ' αυτόν τον τρόπο η Κλυταιμνήστρα διαβεβαιώνει τον
Αγαμέμνονα ότι η ισορροπία του οίκου δεν έχει διαταραχθεί, ενώ με τη χρήση της
αντωνυμίας του δευτέρου προσώπου (σέθεν) στην εμφατική τελευταία θέση του στίχου,
προβάλλει το έντονο ενδιαφέρον της για το σύζυγό της. Το ενδιαφέρον αυτό επικυρώνεται
από τη διπλή επανάληψη της διατύπωσης ἀμφί σοι (890, 893) με την οποία ο Αγαμέμνων προβάλλει αφενός μεν ως το εστιακό κέντρο της ζωής της Κλυταιμνήστρας και αφετέρου ως
το εστιακό σημείο του αμέσως επόμενου τμήματος του λόγου της (895-905).
Ο έπαινος του νικητή οριοθετείται με σαφήνεια από τις εκφράσεις λέγοιμ' ἄν (896) και τοιοῖσδέ τοι νιν ἀξιῶ προσφθέγμασιν (903), όπου και πάλι επανέρχεται η τριτοπρόσωπη
Στο τελευταίο τμήμα του λόγου της (905-913) παρατηρούμε μια δεικτική μεταβολή που επιτείνει το συναισθηματικό τόνο (905-907 νῦν δέ μοι, φίλον κάρα, / ἔκβαιν' ἀπήνης τῆσδε, μὴ χαμαὶ τιθεὶς / τὸν σὸν πόδ' ὦναξ, Ἰλίου πορθήτορα). Κυρίως η χρήση των αντωνυμιών του πρώτου και του δευτέρου προσώπου και η προσφώνηση φίλον κάρα αποτελούν γλωσσικά στοιχεία που ταυτοποιούν τους συνομιλιακούς ρόλους της ομιλήτριας και του ακροατή μειώνοντας τη συναισθηματική απόσταση, 26 ενώ η προσφώνηση ὦναξ επαναφέρει στο προσκήνιο την πολιτική θέση του Αγαμέμνονα και έμμεσα του υπαγορεύει την αντίδραση στην πρόταση της Κλυταιμνήστρας: η αποδοχή της πρότασής της θα ισχυροποιήσει αυτή τη θέση του.
Στην απάντηση του Αγαμέμνονα (914-930) οι δεικτικές συντεταγμένες είναι αποκαλυπτικές. Παρά το ότι απορρίπτει την πρόταση της Κλυταιμνήστρας επικαλούμενος ένα σύστημα αξιών που απαρτίζει ένα κανονιστικό πρότυπο πολιτικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς 27 (917 παρ' ἄλλων χρὴ τόδ' ἔρχεσθαι γέρας, 922 θεούς τοι τοῖσδε τιμαλφεῖν χρεών, 928-929 ὀλβίσαι δὲ χρὴ / βίον τελευτήσαντ' ἐν εὐεστοῖ φίλῃ) οι εκφράσεις προσωπικής δείξης (7 αντωνυμικοί τύποι του πρώτου προσώπου και μάλιστα οι 5 απ' αυτούς σε εμφατικές θέσεις των στίχων: 914 δωμάτων ἐμῶν φύλαξ, 915 ἀπουσίᾳ μὲν εἴπας εἰκότως ἐμῇ, 918-919 καὶ τἄλλα μὴ γυναικὸς ἐν τρόποις ἐμὲ / ἅβρυνε, 919-920 μηδὲ . χαμαιπετὲς βόαμα προσχάνης ἐμοί, 923-924 ἐν ποικίλοις δὲ θνητὸν ὄντα κάλλεσιν / βαίνειν ἐμοὶ μὲν οὐδαμῶς ἄνευ φόβου, 925 λέγω κατ' ἄνδρα, μὴ θεόν, σέβειν
ἐμέ, 930 εἰ πάντα δ' ὣς πράσσοιμ' ἄν, εὐθαρσὴς ἐγώ) αποκαλύπτουν τον έντονο εγωκεντρισμό του ομιλητή. 29
Παρά την εκπεφρασμένη του ευσέβεια προς τους θεούς [η λέξη επαναλαμβάνεται τρεις φορές 922, 925, 928 και μάλιστα η μορφή του στίχου 928 συμβάλλει στη συγκρότηση ενός κανονιστικού πλαισίου ηθικής συμπεριφοράς (χρή στο τέλος του στίχου) που υπαγορεύεται
Οι στίχοι 931, 932 και 943 ολοκληρώνουν το ανάπτυγμα της δείξεως και σηματοδοτούν την τελική νίκη της Κλυταιμνήστρας. Η διατύπωση του στίχου 931 είναι αριστουργηματική: καὶ μὴν τόδ' εἰπὲ μὴ παρὰ γνώμην ἐμοί. Η Κλυταιμνήστρα με την προσθήκη της αντωνυμίας τόδ'(ε) διαφοροποιεί τη συνήθη στερεότυπη φράση εἰπέ μοι που εισάγει ερωτήσεις. Πιστεύω πως η αντωνυμία τόδε επιτελεί μια σύνθετη λειτουργία δείξεως, καθώς ανακαλεί την πρόταση της Κλυταιμνήστρας και προεξοφλεί την αποδοχή του Αγαμέμνονα υπαγορεύοντας την απάντησή του στο ερώτημά της. Παράλληλα, η εμφατική τοποθέτηση της προσωπικής αντωνυμίας ἐμοί στο τέλος του στίχου αποσκοπεί στο να του επιβάλει τη γνώμη της. Ενώ του ζητάει να μιλήσει μὴ παρὰ γνώμην η συντακτική δόμηση της φράσης υπαγορεύει στον αποδέκτη της ακριβώς το αντίθετο. Εξάλλου σ' αυτόν τον ἀγῶνα λόγων το διακύβευμα είναι ποιου η βούληση θα επικρατήσει, της Κλυταιμνήστρας ή του Αγαμέμνονα (η εναλλαγή ἐγώ / ἐμοί / ἐμέ στους στίχους 930, 931, 932 απεικονίζει ανάγλυφα αυτή τη σύγκρουση βουλήσεων). 30
Ο Αγαμέμνονας στην απάντησή του τονίζει την απόφασή του να μείνει σταθερός στη γνώμη του: γνώμην μὲν ἴσθι μὴ διαφθεροῦντ' ἐμέ (932). Η τοποθέτηση της προσωπικής αντωνυμίας ἐμέ στο τέλος του στίχου προβάλλει την πεποίθησή του ότι η δική του άποψη θα επικρατήσει τελικά. Ωστόσο η διατύπωση γνώμην μέν, με τη χρήση του ανανταπόδοτου μέν, υποβάλλει τη σκέψη πως ο Αγαμέμνονας μένει αταλάντευτος ως προς τη γνωστική πλευρά της απόφασής του (γνώμην μέν), 31 αλλά δεν ελέγχει την παρόρμησή του που τον οδηγεί προς την αποδοχή της πρότασης της Κλυταιμνήστρας. 33 Η λογική που συνέχει την πολιτική και
Η απάντηση του Αγαμέμνονα (944-957) επικυρώνει την επικράτηση της βούλησης της Κλυταιμνήστρας (944 ἀλλ' εἰ δοκεῖ σοι ταῦθ') και αποδεικνύει το πόσο καθοριστική είναι η στιχομυθία των στίχων 931-43 στη μεταστροφή του. 34 Ωστόσο ο λόγος του χαρακτηρίζεται και πάλι από πολιτική και θρησκευτική ορθότητα. Η συνάφεια ὄμμα - αἰδώς (947 μή τις πρόσωθεν ὄμματος βάλοι φθόνος, 948 πολλὴ γὰρ αἰδὼς δωματοφθορεῖν ποσὶν) σε συνάρτηση με τη διπλή επανάληψη της λέξης θεός (946, 952) προβάλλει το πλέγμα των υποχρεώσεων που απορρέουν από την κοινωνική λειτουργία του βλέμματος (952 θεὸς πρόσωθεν εὐμενῶς προσδέρκεται) και τη σημασία που διαδραματίζει στη διατήρηση της ηθικής - κοινωνικής - θρησκευτικής τάξης, την οποία ο Αγαμέμνονας ευελπιστεί να μην διαταράξει με την πράξη του. 35 Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει και η χρήση της δείξης: παρά τη φαινομενική ισορροπία ανάμεσα στους δύο πόλους του ομιλητικού ζεύγους που εξασφαλίζει η χρήση δύο αντωνυμικών τύπων του πρώτου προσώπου (946 καὶ τοῖσδέ μ' ἐμβαίνονθ' ἁλουργέσιν θεῶν, 954‐955 αὕτη . ἐμοὶ ξυνέσπετο) και δύο τύπων του δευτέρου προσώπου (944 εἰ δοκεῖ σοι, 956 ἐπεὶ δ' ἀκούειν σοῦ κατέστραμμαι τάδε), η διατύπωση του στίχου 956 και κυρίως η χρήση του κατέστραμμαι προβάλλει την απόλυτη επικράτηση της βούλησης της Κλυταιμνήστρας 37 και συνεπώς παρέχει ελαφρυντικά στον Αγαμέμνονα. Αντίθετα ο Hughes επιφέρει μια σημαντική δεικτική μεταβολή που ενισχύει και επικυρώνει την τάση εγωιστικού αυτοπροσδιορισμού του Αγαμέμνονα (8 αντωνυμικοί τύποι του πρώτου προσώπου – 2 αντωνυμικοί τύποι του δευτέρου προσώπου), ο οποίος ακόμη και
συναισθηματική παρόρμηση που υπονομεύει το γνωστικό υπόβαθρο της απόφασης παραπέμπει ο ανανταπόδοτος μέν) that make them do self-destrucive things».
Bιβλιογραφία
Αμπατζοπούλου, Φ., (1998). Ο Άλλος εν Διωγμώ. Η εικόνα του Εβραίου στη Λογοτεχνία. Ζητήματα Ιστορίας και Μυθοπλασίας. Αθήνα: Θεμέλιο. Brown, H.P., (2006). “Addressing Agamemnon: A Pilot Study of Politeness & Pragmatics in the Iliad”. TAPA 136: 1-46. Γκαστή, Ε., (1998). “Σοφοκλέους Αας: Η τραγωδία της όρασης”. Δωδώνη (Φιλολογία) 27, 165-204.
____ (2000). “Σοφοκλέους Αίας 430-595: Η ρητορική της συζυγικής ομιλίας”. Δωδώνη (Φιλολογία) 29, 131-189. Conacher, D.J., (1987). Aeschylus’ Oresteia. A Literary Commentary. Toronto – Buffalo – London: Univ. of Toronto Pr.
Danielewicz, J., (1990). “Deixis in Greek Choral Lyric”. QUCC 34, 7-17.
Dawe, R.D., (1963). “Inconsistency of Plot and Character in Aeschylus”. PCPhS n.s. 9, 21-62. De Jong, I. J.F., (1993). “Studies in Homeric Denomination”. Mnemosyne 46, 289-306. Denniston, D. & D. Page, (eds.) (1957). Aeschylus, Agamemnon. Oxford.
Easterling, P.E., (1973). “Presentation of Character in Aeschylus”. G&R 20, 3-19. Elam, K., (2001). Η Σημειωτική Θεάτρου και Δράματος, μτφρ. – εισαγωγή – σημειώσεις Καίτη Διαμαντάκου, επιμ. μτφρ. Δ. Τσατσούλης. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Felson, N., (2004). “Introduction”. Arethusa 37, 253-266 (εισαγωγικό άρθρο στο αφιέρωμα του περιοδικού για την ποιητική της δείξεως). Fraenkel, E., (ed.) (1950). Aeschylus Agamemnon. Oxford. (3 τόμοι). [Με τη συντομογραφία 1950.2 δηλώνεται η παραπομπή στο δεύτερο τόμο]. Friedrich, P. & J. Redfield, (1999). “Speech as a Personality Symbol: The case of Achilles”. In I.J.F. de Jong (ed.), Homer Critical Assessments, τ. IV (Homer’s Art). London & N. York, 231-61. Garton, C., (1957). “Characterisation in Greek Tragedy”. JHS 77, 250-253.
Goheen, R.F., (1955). “Aspects of Dramatic Symbolism: Three Studies in the Oresteia”. AJPh, 113-37. Huart, P., (1968). Le Vocabulaire de l’analyse psychologique dans l’œuvre de Thucydide. Paris.
____ (1973). Γνώμη chez Thucydide et ses contemporains (Sophocle – Euripide – Antiphon – Andocide – Aristophane). Contribution à l’histoire des idées à Athènes dans la seconde moitié du Ve siècle av. J.-C. Paris.
Hughes, T., (1999). The Oresteia by Aeschylus. London: Faber & Faber. Jakobson, R., (1998). Δοκίμια για τη γλώσσα της Λογοτεχνίας, Eισαγωγή – Μτφρ. Α. Μπερλής. Αθήνα: Εστία.
Jones, J., (1962). On Aristotle and Greek Tragedy. London. Karavites, P., (1990). “Gnome’s Nuances: From its Beginning to the End of the Fifth Century”. CB 66, 11-13.
Knox, B., (2000). “Uglification”. The New Republic April 17 & 24, 79-85.
Konishi, H., (1989). “Agamemnon’s Reasons for Yielding”. AJPh 110, 210-22. Lanahan, W.F., (1974). “Levels of Symbolism in the Red Carpet Scene of the Agamemnon”. CB 51, 24-26.
Lebeck, A., (1971). The Oresteia: A Study in Language and Structure. Washington D.C. Lloyd – Jones, H., (1962). “The Guilt of Agamemnon”. CQ 12, 187-99.
____ (1979). Aeschylus: Oresteia. London.
Lyons, J., (1977). Semantics, vol. 2. Cambridge-London-N.York-Melbourne: Cambridge Univ. Pr.
___ (1999). Γλωσσολογική Σημασιολογία. μτφρ. Γ. Ανδρουλάκης, Επιμέλεια: Γ. Καρανάσιος. Αθήνα: Πατάκης. Μαρωνίτης, Δ., (1999). Ομηρικά Μεγαθέματα. Πόλεμος – Ομιλία – Νόστος. Αθήνα: Κέδρος.
Martin, R.P., (1989). The Language of Heroes: Speech and Performance in the Iliad. Ithaca. Morrell, K.S., (1997). “The Fabric of Persuasion: Clytaemnestra, Agamemnon, and the Sea of Garments”. CJ 92, 141-65. Νάκας, Θ., (1995). “Οι επικοινωνιακές λειτουργίες της γλώσσας”. Στο Μια Πολυεπιστημονική Θεώρηση της γλώσσας. Ηράκλειο: ΠΕΚ / εκδ. Παν/μίου Πατρών, 193-232. Πεφάνης, Γ., (1999). Το θέατρο και τα Σύμβολα. Διαδικασίες Συμβόλισης του Δραματικού Λόγου. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Philippides, S.N., (1984). A Grammar of Dramatic Technique: The Dramatic Structure of the carpet scene in Aeschylus’ Agamemnon. Irvine: Univ. of California. Ruijgh, C.J., (2006). “The Use of the Demonstratives ὃδε, οὗτος, and (ἐ)κενος in Sophocles”. In I.J.F. de Jong & A. Rijksaron (eds), Sophocles and the Greek Language. Aspects of Diction, Syntax and Pragmatics. Leiden – Boston. Mn. Suppl. 269, 151-161. Schenker, D.J., (1999). “Dissolving differences: Character overlap and audience response”. Mnemosyne 52, 641-657.
Simpson, M., (1971). “Why Does Agamemnon Yield?” P 26: 94-101. Snell, B., (1924). Die Ausdrücke für den Begriff des Wissens in der vorplatonischen Philosophie. Berlin.
___ (31989). Η Ανακάλυψη του Πνεύματος. Ελληνικές Ρίζες της Ευρωπαϊκής Σκέψης, μτφρ. Δ. Ιακώβ. Αθήνα: ΜΙΕΤ.
Winnington – Ingram, R.P., (1983). Studies in Aeschylus. Cambridge. Χατζηανέστης, E., (2000). Αισχύλος Αγαμέμνων, Β΄ τόμος, Σχόλια. Αθήνα: Δαίδαλος. Χειμωνάς, Γ., (1984). Έξι μαθήματα για τον Λόγο. Αθήνα: Ύψιλον / βιβλία.
Add a Comment