The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20131020050745/http://zh.scribd.com/doc/84512076/%CE%97-%CE%A0%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%99%CE%91-%CE%94%CE%99%CE%91%CE%98%CE%97%CE%9A%CE%97-%CE%9C%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%AD%CE%BA%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%9A%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%BF
P. 1
Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (Μονοτονική έκδοση (Πολιτικό Καφενείο)

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ (Μονοτονική έκδοση (Πολιτικό Καφενείο)

Ratings: 0|Views: 310|Likes:

More info:

Published by: Βήχος Παναγιώτης on Mar 08, 2012
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd

08/02/2013

pdf

text

original

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

Απόδοση βάσει της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')
(Μονοτονική έκδοση)

Επιμέλεια αντιτύπου eBooks4Greeks.gr

Το eBooks4Greeks.gr προτείνει:

el.wikipedia.org/1 , el.wikipedia.org , psigmataorthodoxias1.wordpress.com

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ύμνοι και ωδές πνευματικές, δοξολογίες και ευχαριστίες οφείλονται στον Κύριο της δόξης, της χάριτος και της ιστορίας, διότι με την παρούσα έκδοση η Εκκλησία της Ελλάδος αποκτά την ιδική της έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης βάσει της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο'). Τό κείμενο αυτό έχει γίνει αποδεκτό από τη συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος και απετέλεσε τη βάση θεολογικών συζητήσεων, άρα δε και των αποφάσεων των τοπικών και οικουμενικών Συνόδων, ως και την πολλαπλή έγκριση της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Η Παλαιά Διαθήκη, ως γνωστόν, περιέχει το λόγο του Θεού όπως τον απεκάλυψεν ο ίδιος στους Ισραηλίτες πριν να έλθει ο Χριστός στον κόσμο. Η αποκάλυψη αυτή έγινε με τους αγίους άνδρες, τους Πατριάρχες, τον Μωυσή και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και είχε ως σκοπόν της την προετοιμασία των ανθρώπων στο να κατανοήσουν καλύτερα και να πιστέψουν ευκολότερα στις αλήθειες της Καινής Διαθήκης, όπως ακριβώς τις απεκάλυψε στον κόσμο πλήρως και τελείως ο Υιος του Θεού. Η θεία αποκάλυψη συνιστά ενέργεια του Θεού, με την οποία κάνει γνωστά στον άνθρωπο τα μυστικά της φύσεώς Του, καθώς και το περιεχόμενο του θείου θελήματός Του. Η Παλαιά Διαθήκη ως έκφραση της εν τόπω και χρόνω γενομένης αποκαλύψεως του Θεού, διατηρούσα πάντοτε την επικαιρότητά της, προσφέρει τις θεμελιώδεις αρχές της υπερφυσικής θείας αποκαλύψεως ως αντικείμενο πίστεως. Τα βιβλία της Αγίας Γραφής που εγράφησαν πριν από την έλευση του Χριστού, αποτελούν την Παλαιά Διαθήκη, εκείνα δε που εγράφησαν μετά Χριστόν, συνιστούν την Καινή Διαθήκη. Η Παλαιά Διαθήκη περιέχει σαράντα εννέα βιβλία. Τα βιβλία της είναι ιστορικά, διδακτικά και προφητικά. Ο Θεός φανερώνεται στον Αδάμ, στον Παράδεισο, και πριν και μετά την πτώση του, θέλοντας να τον καθοδηγήσει στο δρόμο της αρετής. Επίσης φανερώνεται στον Αβραάμ και σε πολλούς δικαίους ανθρώπους της εποχής εκείνης. Εκλέγει τον προφήτη Μωυσή και αυτοαποκαλύπτεται σ ‘ αυτόν στο όρος Σινά δεκαπέντε περίπου αιώνες προ της ελεύσεως του Χριστού. Η αποκάλυψη του Θεού και η παράδοση του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

3

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Νόμου Του με τη μορφή των δέκα εντολών στο Μωυσή, συνεχίστηκε με μια σειρά από αγίους προφήτες δια μέσου των αιώνων. Ο Θεός ήθελε να διαπαιδαγωγήσει τον εκλεκτό του λαό, τον Ισραήλ, στο δρόμο της αλήθειας. Μέ την ενανθρώπηση δε του Χριστού, ο Θεός απεκάλυψε την πλήρη αλήθεια. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας το τονίζει γράφοντας ότι «ο Νόμος (της Παλαιάς Διαθήκης) δια Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» ( Ιωάν. α 17). Η χάρις δε αυτή απελευθερώνει τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας και τον αναγεννά. Η πρώτη αποκάλυψη του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη ήταν ατελής, ενώ η δεύτερη στην Καινή Διαθήκη ήταν πλήρης και τελεία. Η μία προετοίμασε το δρόμο της κατανοήσεως και αποδοχής της άλλης. Έτσι η χριστιανική θρησκεία γεννήθηκε μέσα στο πλήρωμα της αληθείας. *** Η παρούσα συλλογική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης των Ο' στην ελληνική γλώσσα, έχει μεγάλη σημασία και δια τον Ελληνισμόν, καθότι απέβη η «παιδαγωγός εις Χριστόν» τόσον των Ελληνιστών Ιουδαίων, όσον και των Εθνικών. Μέχρι της ολοκληρώσεως του Κανόνος της Καινής Διαθήκης, η μετάφραση των Ο' ήταν δια την Εκκλησία η αποκληστική Βίβλος, στην οποία αναφέρονται τόσον ο Κύριος όσον και οι Μαθητές Του. Η μετάφραση των Ο είναι η πλέον παλαιά από τις γνωστές σε μας μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης, σ ‘ αυτήν δε εστηρίχθησαν οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας και αυτήν πλείστοι από αυτούς υπομνημάτισαν και ερμήνευσαν δια μέσου των αιώνων. Αυτή απολαμβάνει θείας αυθεντίας και κύρους ως η Βίβλος της αδιαιρέτου Εκκλησίας των οκτώ πρώτων αιώνων. Συνιστά την Παλαιά Διαθήκη, το επίσημο κείμενο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και παραμένει το αυθεντικό κείμενο βάσει του οποίου έγιναν και οι επίσημες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης των άλλων αδελφών ορθοδόξων Εκκλησιών· υπήρξε το θείο όργανο του προ Χριστού ευαγγελισμού και απετέλεσε τη βάση της ορθοδόξου Θεολογίας. Πρόκειται δε περί σπουδαιοτάτου και μοναδικού μνημείου του Ελληνισμού και του Πολιτισμού του με αδιάκοπη και καταπλήσσουσα παράδοση των «χειρογράφων» της μέχρι σήμερα. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί και η υπό της Εκκλησίας μας λειτουργική χρήση της, καθότι στις τρεις θείες Λειτουργίες, στα ευχολόγια και στα λοιπά λειτουργικά βιβλία και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

4

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

κείμενα των ιερών Ακολουθιών, γίνεται ευρύτατη χρήση αγιογραφικών χωρίων, προφητειών κ.λ.π. από την Παλαιά Διαθήκη των Ο'. Ευελπιστούμε ότι η πρόνοια του Μεγάλου Θεού, θα ευλογήσει τα πράγματα, ωστε, πολύ σύντομα η Εκκλησία μας, να έχει την Παλαιά Διαθήκη των Ο' σε νεοελληνική απόδοση, δια να γίνεται αυτή καταληπτή από όλους, το φιλακόλουθον πλήρωμα της Εκκλησίας μας και ιδιαίτερα από τους νέους μας, που αποτελούν την ελπίδα της Εκκλησίας και του Έθνους μας. Η προσεκτική ανάγνωση και μελέτη της Αγίας Γραφής αποτελεί μεγάλη ασφάλεια δι ‘ όλους μας, εις το να μην αμαρτάνουμε, μας καθοδηγεί στο θέλημα του Θεού, στον αγώνα δια την απόκτηση των αρετών και στο κέρδισμα της αιωνίου ζωής.

+ Ο Χριστουπόλεως ΠΕΤΡΟΣ Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας

-------------------------------------------------------

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

5

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

1 ΕΝ αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην. 2 η δε γη ην αόρατος και ακατασκεύαστος, και σκότος επάνω της αβύσσου, και πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος. 3 και είπεν ο Θεός· γενηθήτω φως· και εγένετο φως. 4 και είδεν ο Θεός το φως, ότι καλόν· και διεχώρισεν ο Θεός ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους. 5 και εκάλεσεν ο Θεός το φως ημέραν και το σκότος εκάλεσε νύκτα. και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα μία. 6 Και είπεν ο Θεός· γενηθήτω στερέωμα εν μέσω του ύδατος και έστω διαχωρίζον ανά μέσον ύδατος και ύδατος. και εγένετο ούτως. 7 και εποίησεν ο Θεός το στερέωμα, και διεχώρισεν ο Θεός ανά μέσον του ύδατος, ό ην υποκάτω του στερεώματος, και αναμέσον του ύδατος του επάνω του στερεώματος. 8 και εκάλεσεν ο Θεός το στερέωμα ουρανόν. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν, και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα δευτέρα. 9 Και είπεν ο Θεός· συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά. και εγένετο ούτως. και συνήχθη το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις τας συναγωγάς αυτών, και ώφθη η ξηρά. 10 και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν γην και τα συστήματα των υδάτων εκάλεσε θαλάσσας. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν. 11 και είπεν ο Θεός· βλαστησάτω η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ ‘ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτω κατά γένος επί της γης. και εγένετο ούτως. 12 και εξήνεγκεν η γη βοτάνην χόρτου σπείρον σπέρμα κατά γένος και καθ ‘ ομοιότητα, και ξύλον κάρπιμον ποιούν καρπόν, ου το σπέρμα αυτού εν αυτω κατά γένος επί της γης. 13 και είδεν ο Θεός, ότι καλόν. και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα τρίτη. 14 Και είπεν ο Θεός· γενηθήτωσαν φωστήρες εν τω στερεώματι του ουρανού εις φαύσιν επί της γης, του διαχωρίζειν ανά μέσον της ημέρας και ανά μέσον της νυκτός· και έστωσαν εις
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

6

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

σημεία και εις καιρούς και εις ημέρας και εις ενιαυτούς· 15 και έστωσαν εις φαύσιν εν τω στερεώματι του ουρανού, ωστε φαίνειν επί της γης. και εγένετο ούτως. 16 και εποίησεν ο Θεός τους δύο φωστήρας τους μεγάλους, τον φωστήρα τον μέγαν εις αρχάς της ημέρας και τον φωστήρα τον ελάσσω εις αρχάς της νυκτός, και τους αστέρας. 17 και έθετο αυτούς ο Θεός εν τω στερεώματι του ουρανού, ωστε φαίνειν επί της γης 18 και άρχειν της ημέρας και της νυκτός και διαχωρίζειν ανά μέσον του φωτός και ανά μέσον του σκότους. και είδεν ο Θεός, ότι καλόν. 19 και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα τετάρτη. 20 Και είπεν ο Θεός· εξαγαγέτω τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και πετεινά πετόμενα επί της γης κατά το στερέωμα του ουρανού. και εγένετο ούτως. 21 και εποίησεν ο Θεός τα κήτη τα μεγάλα και πάσαν ψυχήν ζώων ερπετών, α εξήγαγε τα ύδατα κατά γένη αυτών, και παν πετεινόν πτερωτόν κατά γένος. και είδεν ο Θεός, ότι καλά. 22 και ευλόγησεν αυτά ο Θεός, λέγων· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε τα ύδατα εν ταις θαλάσσαις, και τα πετεινά πληθυνέσθωσαν επί της γης. 23 και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα πέμπτη. 24 Και είπεν ο Θεός· εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος, τετράποδα και ερπετά και θηρία της γης κατά γένος. και εγένετο ούτως. 25 και εποίησεν ο Θεός τα θηρία της γης κατά γένος, και τα κτήνη κατά γένος αυτών και πάντα τα ερπετά της γης κατά γένος αυτών. και είδεν ο Θεός, ότι καλά. 26 και είπεν ο Θεός· ποιήσωμεν άνθρωπον κατ ‘ εικόνα ημετέραν και καθ ‘ ομοίωσιν, και αρχέτωσαν των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί γης γης. 27 και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ ‘ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς. 28 και ευλόγησεν αυτούς ο Θεός, λέγων· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης. 29 και είπεν ο Θεός· ιδού δέδωκα υμίν πάντα χόρτον σπόριμον σπείρον σπέρμα, ό εστιν επάνω πάσης της γης, και παν ξύλον, ό έχει εν εαυτω καρπόν σπέρματος σπορίμου, υμίν έσται εις βρώσιν· 30 και πάσι τοις θηρίοις της γης και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και παντί ερπετω έρποντι επί της γης, ό έχει εν εαυτω ψυχήν ζωής, και πάντα χόρτον χλωρόν εις βρώσιν. και εγένετο ούτως. 31 και είδεν ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν. και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωϊ, ημέρα έκτη.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

7

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

1 ΚΑΙ συνετελέσθησαν ο ουρανός και η γη και πας ο κόσμος αυτών. 2 και συνετέλεσεν ο Θεός εν τη ημέρα τη έκτη τα έργα αυτού, α εποίησε, και κατέπαυσε τη ημέρα τη εβδόμη από πάντων των έργων αυτού, ων εποίησε. 3 και ευλόγησεν ο Θεός την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν· ότι εν αυτη κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ων ήρξατο ο Θεός ποιήσαι. 4 Αύτη η βίβλος γενέσεως ουρανού και γης, ότε εγένετο· ή ημέρα εποίησε Κύριος ο Θεός τον ουρανόν και την γην 5 και παν χλωρόν αγρού προ του γενέσθαι επί της γης και πάντα χόρτον αγρού προ του ανατείλαι· ου γαρ έβρεξεν ο Θεός επί την γην, και άνθρωπος ουκ ην εργάζεσθαι αυτήν· 6 πηγή δε ανέβαινεν εκ της γης και επότιζε παν το πρόσωπον της γης. 7 και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν. 8 Και εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς και έθετο εκεί τον άνθρωπον, ον έπλασε. 9 και εξανέτειλεν ο Θεός έτι εκ της γης παν ξύλον ωραίον εις όρασιν και καλόν εις βρώσιν και το ξύλον της ζωής εν μέσω του παραδείσου και το ξύλον του ειδέναι γνωστόν καλού και πονηρού. 10 ποταμός δε εκπορεύεται εξ Εδέμ ποτίζειν τον παράδεισον· εκείθεν αφορίζεται εις τέσσαρας αρχάς. 11 όνομα τω ενί Φισών· ούτος ο κυκλών πάσαν την γην Ευιλάτ, εκεί ου εστι το χρυσίον· 12 το δε χρυσίον της γης εκείνης καλόν· και εκεί εστιν ο άνθραξ και ο λίθος ο πράσινος. 13 και όνομα τω ποταμω τω δευτέρω Γεών· ούτος ο κυκλών πάσαν την γην Αιθιοπίας. 14 και ο ποταμός ο τρίτος Τίγρις· ούτος ο προπορευόμενος κατέναντι Ασσυρίων. ο δε ποταμός ο τέταρτος Ευφράτης. 15 Και έλαβε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον, ον έπλασε, και έθετο αυτόν εν τω παραδείσω της τρυφής, εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν. 16 και ενετείλατο Κύριος ο Θεός τω Αδάμ λέγων· από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή, 17 από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ ‘ αυτού· ή δ ‘ αν ημέρα φάγητε απ ‘ αυτού, θανάτω αποθανείσθε. 18 Και είπε Κύριος ο Θεός· ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αυτω βοηθόν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

8

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

κατ ‘ αυτόν. 19 και έπλασεν ο Θεός έτι εκ της γης πάντα τα θηρία του αγρού και πάντα τα πετεινά του ουρανού και ήγαγεν αυτά προς τον Αδάμ, ιδείν τι καλέσει αυτά. και παν ό εάν εκάλεσεν αυτό Αδάμ ψυχήν ζώσαν, τούτο όνομα αυτω. 20 και εκάλεσεν Αδάμ ονόματα πάσι τοις κτήνεσι και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και πάσι τοις θηρίοις του αγρού· τω δε Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτω. 21 και επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ, και ύπνωσε· και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού και ανεπλήρωσε σάρκα αντ ‘ αυτής. 22 και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν, ην έλαβεν από του Αδάμ, εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ. 23 και είπεν Αδάμ· τούτο νυν οστούν εκ των οστέων μου και σάρξ εκ της σαρκός μου· αύτη κληθήσεται γυνή, ότι εκ του ανδρός αυτής ελήφθη αύτη· 24 ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν. 25 και ήσαν οι δύο γυμνοί, ό τε Αδάμ και η γυνή αυτού, και ουκ ησχύνοντο.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

1 Ο δε όφις ην φρονιμώτατος πάντων των θηρίων των επί της γης, ων εποίησε Κύριος ο Θεός. και είπεν ο όφις τη γυναικί· τι ότι είπεν ο Θεός, ου μη φάγητε από παντός ξύλου του παραδείσου; 2 και είπεν η γυνή τω όφει· από καρπού του ξύλου του παραδείσου φαγούμεθα, 3 από δε του καρπού του ξύλου, ό εστιν εν μέσω του παραδείσου, είπεν ο Θεός, ου φάγεσθε απ ‘ αυτού, ου δε μη άψησθε αυτού, ίνα μη αποθάνητε. 4 και είπεν ο όφις τη γυναικί· ου θανάτω αποθανείσθε· 5 ήδει γαρ ο Θεός, ότι ή αν ημέρα φάγητε απ ‘ αυτού, διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν. 6 και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίόν εστι του κατανοήσαι, και λαβούσα από του καρπού αυτού έφαγε· και έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ ‘ αυτής, και έφαγον. 7 και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο, και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν, και έρραψαν φύλλα συκής και εποίησαν εαυτοίς περιζώματα.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

9

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

8 Και ήκουσαν της φωνής Κυρίου του Θεού περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν, και εκρύβησαν ό τε Αδάμ και η γυνή αυτού από προσώπου Κυρίου του Θεού εν μέσω του ξύλου του παραδείσου. 9 και εκάλεσε Κύριος ο Θεός τον Αδάμ και είπεν αυτω· Αδάμ, που ει; 10 και είπεν αυτω· της φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω και εφοβήθην, ότι γυμνός ειμι, και εκρύβην. 11 και είπεν αυτω ο Θεός· τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει, ει μη από του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν, απ ‘ αυτού έφαγες; 12 και είπεν ο Αδάμ· η γυνή, ην έδωκας μετ ‘ εμού, αύτη μοι έδωκεν από του ξύλου, και έφαγον. 13 και είπε Κύριος ο Θεός τη γυναικί· τι τούτο εποίησας; και είπεν η γυνή· ο όφις ηπάτησέ με, και έφαγον. 14 και είπε Κύριος ο Θεός τω όφει· ότι εποίησας τούτο, επικατάρατος συ από πάντων των κτηνών και από πάντων των θηρίων των επί της γης· επί τω στήθει σου και τη κοιλία πορεύση και γην φαγή πάσας τας ημέρας της ζωής σου. 15 και έχθραν θήσω ανά μέσον σου και ανά μέσον της γυναικός και ανά μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής· αυτός σου τηρήσει κεφαλήν, και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν. 16 και τη γυναικί είπε· πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου· εν λύπαις τέξη τέκνα, και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου, και αυτός σου κυριεύσει. 17 τω δε Αδάμ είπεν· ότι ήκουσας της φωνής της γυναικός σου και έφαγες από του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνου μη φαγείν, απ ‘ αυτού έφαγες, επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου· εν λύπαις φαγή αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου· 18 ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι, και φαγή τον χόρτον του αγρού. 19 εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου, έως του αποστρέψαι σε εις γην γην, εξ ης ελήφθης, ότι γη ει και εις γην απελεύση· 20 και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων. 21 Και εποίησε Κύριος ο Θεός τω Αδάμ και τη γυναικί αυτού χιτώνας δερματίνους και ενέδυσεν αυτούς. 22 και είπεν ο Θεός· ιδού Αδάμ γέγονεν ως εις εξ ημών, του γινώσκειν καλόν και πονηρόν· και νυν μη ποτε εκτείνη την χείρα αυτού και λάβη από του ξύλου της ζωής και φάγη και ζήσεται εις τον αιώνα. 23 και εξαπέστειλεν αυτόν Κύριος ο Θεός εκ του παραδείσου της τρυφής εργάζεσθαι την γην, εξ ης ελήφθη. 24 και εξέβαλε τον Αδάμ και κατώκισεν αυτόν απέναντι του παραδείσου της τρυφής και έταξε τα Χερουβίμ και την φλογίνην ρομφαίαν την στρεφομένην φυλάσσειν την οδόν του ξύλου της ζωής.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

10

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

1 ΑΔΑΜ δε έγνω Εύαν την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκε τον Κάϊν και είπεν· εκτησάμην άνθρωπον δια του Θεού. 2 και προσέθηκε τεκείν το αδελφόν αυτού, τον Άβελ. και εγένετο Άβελ ποιμήν προβάτων, Κάϊν δε ην εργαζόμενος την γην. 3 και εγένετο μεθ ‘ ημέρας ήνεγκε Κάϊν από των καρπών της γης θυσίαν τω Κυρίω, 4 και Άβελ ήνεγκε και αυτός από των πρωτοτόκων των προβάτων αυτού και από των στεάτων αυτών. και επείδεν ο Θεός επί Άβελ και επί τοις δώροις αυτού, 5 επί δε Κάϊν και επί ταις θυσίαις αυτού ου προσέσχε. και ελυπήθη Κάϊν λίαν, και συνέπεσε τω προσώπω αυτού. 6 και είπε Κύριος ο Θεός τω Κάϊν· ίνα τι περίλυπος εγένου, και ίνα τι συνέπεσε το πρόσωπόν σου; 7 ουκ εάν ορθώς προσενέγκης, ορθώς δε μη διέλης, ήμαρτες; ησύχασον· προς σε η αποστροφή αυτού, και συ άρξεις αυτού. 8 και είπε Κάϊν προς Άβελ τον αδελφόν αυτού· διέλθωμεν εις το πεδίον. και εγένετο εν τω είναι αυτούς εν τω πεδίω, ανέστη Κάϊν επί Άβελ τον αδελφόν αυτού και απέκτεινεν αυτόν. 9 και είπε Κύριος ο Θεός προς Κάϊν· που έστιν Άβελ ο αδελφός σου; και είπεν· ου γινώσκω· μη φύλαξ του αδελφού μου ειμί εγώ; 10 και είπε Κύριος· τι πεποίηκας; φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς με εκ της γης. 11 και νυν επικατάρατος συ από της γης, ή έχανε το στόμα αυτής δέξασθαι το αίμα του αδελφού σου εκ της χειρός σου· 12 ότε εργά την γην, και ου προσθήσει την ισχύν αυτής δούναί σοι· στένων και τρέμων έση επί της γης. 13 και είπε Κάϊν προς Κύριον τον Θεόν· μείζων η αιτία μου του αφεθήναί με· 14 ει εκβάλλεις με σήμερον από προσώπου της γης και από του προσώπου σου κρυβήσομαι, και έσομαι στένων και τρέμων επί της γης, και έσται πας ο ευρίσκων με, αποκτενεί με. 15 και είπεν αυτω Κύριος ο Θεός· ουχ ούτως, πας ο αποκτείνας Κάϊν επτά εκδικούμενα παραλύσει. και έθετο Κύριος ο Θεός σημείον τω Κάϊν του μη ανελείν αυτόν πάντα τον ευρίσκοντα αυτόν. 16 εξήλθε δε Κάϊν από προσώπου του Θεού και ώκησεν εν γη Ναίδ κατέναντι Εδέμ. 17 Και έγνω Κάϊν την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκε τον Ενώχ. και ην οικοδομών πόλιν και επωνόμασε την πόλιν επί τω ονόματι του υιού αυτού, Ενώχ. 18 εγεννήθη δε τω Ενώχ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

11

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γαϊδάδ, και Γαϊδάδ εγέννησε τον Μαλελεήλ, και Μαλελεήλ εγέννησε τον Μαθουσάλα, και Μαθουσάλα εγέννησε τον Λάμεχ. 19 και έλαβεν εαυτω Λάμεχ δύο γυναίκας, όνομα τη μια Αδά, και όνομα τη δευτέρα Σελλά. 20 και έτεκεν Αδά τον Ιωβήλ· ούτος ην πατήρ οικούντων εν σκηναίς κτηνοτρουφων. 21 και όνομα τω αδελφω αυτού Ιουβάλ· ούτος ην ο καταδείξας ψαλτήριον και κιθάραν. 22 Σελλά δε και αυτή έτεκε τον Θόβελ, και ην σφυροκόπος χαλκεύς χαλκού και σιδήρου· αδελφή δε Θόβελ Νοεμά. 23 είπε δε Λάμεχ ταις εαυτού γυναιξίν· Αδά και Σελλά, ακούσατέ μου της φωνής, γυναίκες Λάμεχ, ενωτίσασθέ μου τους λόγους, ότι άνδρα απέκτεινα εις τραύμα εμοί και νεανίσκον εις μώλωπα εμοί· 24 ότι επτάκις εκδεδίκηται εκ Κάϊν, εκ δε Λάμεχ εβδομηκοντάκις επτά. 25 Έγνω δε Αδάμ Εύαν την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκεν υιόν, και επωνόμασε το όνομα αυτού Σηθ, λέγουσα· εξανέστησε γαρ μοι ο Θεός σπέρμα έτερον αντί Άβελ, ον απέκτεινε Κάϊν. 26 και τω Σηθ εγένετο υιος, επωνόμασε δε το όνομα αυτού Ενώς· ούτος ήλπισεν επικαλείσθα το όνομα Κυρίου του Θεού.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

1 ΑΥΤΗ η βίβλος γενέσεως ανθρώπων· ή ημέρα εποίησεν ο Θεός τον Αδάμ, κατ ‘ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν· 2 άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς και ευλόγησεν αυτούς· και επωνόμασε το όνομα αυτού Αδάμ, ή ημέρα εποίησεν αυτούς· 3 έζησε δε Αδάμ τριάκοντα και διακόσια έτη, και εγέννησε κατά την ιδέαν αυτού και κατά την εικόνα αυτού και επωνόμασε το όνομα αυτού Σηθ. 4 εγένοντο δε αι ημέραι του Αδάμ, ας έζησε μετά το γεννήσαι αυτόν τον Σηθ, έτη επτακόσια, και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 5 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Αδάμ, ας έζησε, τριάκοντα και εννακόσια έτη, και απέθανεν. 6 Έζησε δε Σηθ πέντε και διακόσια έτη και εγέννησε τον Ενώς. 7 και έζησε Σηθ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ενώς επτά έτη και επτακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 8 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Σηθ δώδεκα και εννακόσια έτη, και απέθανε.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

12

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

9 Και έζησεν Ενώς έτη εκατόν ενενήκοντα και εγέννησε τον Καϊνάν. 10 και έζησεν Ενώς μετά το γεννήσαι αυτόν τον Καϊνάν πεντεκαίδεκα έτη και επτακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 11 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Ενώς πέντε έτη και εννακόσια, και απέθανε. 12 Και έζησε Καϊνάν εβδομήκοντα και εκατόν έτη, και εγέννησε τον Μαλελεήλ. 13 και έζησε Καϊνάν μετά το γεννήσαι αυτόν τον Μαλελεήλ τεσσαράκοντα και επτακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 14 και εγένοντο πάσαι αι ημέρα Καϊνάν δέκα έτη και εννακόσια, και απέθανε. 15 Και έζησε Μαλελεήλ πέντε και εξήκοντα και εκατόν έτη και εγέννησε τον Ιάρεδ. 16 και έζησε Μαλελεήλ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ιάρεδ έτη τριάκοντα και επτακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 17 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Μαλελεήλ, έτη πέντε και ενενήκοντα και οκτακόσια, και απέθανε. 18 Και έζησεν Ιάρεδ δύο και εξήκοντα έτη και εκατόν και εγέννησε τον Ενώχ. 19 και έζησεν Ιάρεδ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ενώχ οκτακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 20 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Ιάρεδ δύο και εξήκοντα και εννακόσια έτη, και απέθανε. 21 Και έζησεν Ενώχ πέντε και εξήκοντα και εκατόν έτη και εγέννησε τον Μαθουσάλα. 22 ευηρέστησε δε Ενώχ τω Θεω μετά το γεννήσαι αυτόν τον Μαθουσάλα διακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 23 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Ενώχ πέντε και εξήκοντα και τριακόσια έτη. 24 και ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεω και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός. 25 Και έζησε Μαθουσάλα επτά έτη και εξήκοντα και εκατόν και εγέννησε τον Λάμεχ. 26 και έζησε Μαθουσάλα μετά το γεννήσαι αυτόν τον Λάμεχ δύο και οκτακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 27 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Μαθουσάλα, ας έζησεν, εννέα και εξήκοντα και εννακόσια έτη, και απέθανε. 28 Και έζησε Λάμεχ οκτώ και ογδοήκοντα και εκατόν έτη και εγέννησεν υιόν. 29 και επωνόμασε το όνομα αυτού Νώε λέγων· ούτος διαναπαύσει ημάς από των έργων ημών και από των λυπών των χειρών ημών και από της γης, ης κατηράσατο Κύριος ο Θεός. 30 και έζησε Λάμεχ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Νώε πεντακόσια και εξήκοντα και πέντε έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας. 31 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Λάμεχ επτακόσια και πεντήκοντα τρία έτη, και απέθανε.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

13

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

32 Και ην Νώε ετών πεντακοσίων και εγέννησε τρεις υιούς, τον Σημ, τον Χαμ, και τον Ιάφεθ.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΚΑΙ εγένετο ηνίκα ήρξαντο οι άνθρωποι πολλοί γίνεσθαι επί της γης, και θυγατέρες εγεννήθησαν αυτοίς. 2 ιδόντες δε οι υιοί του Θεού τας θυγατέρας των ανθρώπων ότι καλαί εισιν, έλαβον εαυτοίς γυναίκας από πασών, ων εξελέξαντο. 3 και είπε Κύριος ο Θεός· ου μη καταμείνη το πνεύμά μου εν τοις ανθρώποις τούτοις εις τον αιώνα δια το είναι αυτούς σάρκας, έσονται δε αι ημέραι αυτών εκατόν είκοσιν έτη. 4 οι δε γίγαντες ήσαν επί της γης εν ταις ημέραις εκείναις· και μετ ‘ εκείνο, ως αν εισεπορεύοντο οι υιοί του Θεού προς τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εγεννώσαν εαυτοίς· εκείνοι ήσαν οι γίγαντες οι απ ‘ αιώνος, οι άνθρωποι οι ονομαστοί. 5 Ιδών δε Κύριος ο Θεός, ότι επληθύνθησαν αι κακίαι των ανθρώπων επί της γης και πας τις διανοείται εν τη καρδία αυτού επιμελώς επί τα πονηρά πάσας τας ημέρας, 6 και ενεθυμήθη ο Θεός ότι εποίησε τον άνθρωπον επί της γης, και διενοήθη. 7 και είπεν ο Θεός· απαλείψω τον άνθρωπον, ον εποίησα από προσώπου της γης, από ανθρώπου έως κτήνους και από ερπετών έως πετεινών του ουρανού, ότι μετεμελήθην ότι εποίησα αυτούς. 8 Νώε δε εύρε χάριν εναντίον Κυρίου του Θεού. 9 Αύται δε αι γενέσεις Νώε· Νώε άνθρωπος δίκαιος, τέλειος ων εν τη γενεά αυτού· τω Θεω ευηρέστησε Νώε. 10 εγέννησε δε Νώε τρεις υιούς, τον Σημ, τον Χαμ, τον Ιάφεθ. 11 εφθάρη δε η γη εναντίον του Θεού, και επλήσθη η γη αδικίας. 12 και είδε Κύριος ο Θεός την γην, και ην κατεφθαρμένη, ότι κατέφθειρε πάσα σάρξ την οδόν αυτού επί της γης. 13 και είπε Κύριος ο Θεός τω Νώε· καιρός παντός ανθρώπου ήκει εναντίον μου, ότι επλήσθη η γη αδικίας απ ‘ αυτών, και ιδού εγώ καταφθείρω αυτούς και την γην. 14 ποίησον ουν σεαυτω κιβωτόν εκ ξύλων τετραγώνων· νοσσιάς ποιήσεις την κιβωτόν και ασφαλτώσεις αυτήν έσωθεν και έξωθεν τη ασφάλτω. 15 και ούτω ποιήσεις την κιβωτόν· τριακοσίων πήχεων το μήκος της κιβωτού και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

14

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πεντήκοντα πήχεων το πλάτος και τριάκοντα πήχεων το ύψος αυτής· 16 επισυνάγων ποιήσεις την κιβωτόν και εις πήχυν συντελέσεις αυτήν άνωθεν· την δε θύραν της κιβωτού ποιήσεις εκ πλαγίων· κατάγαια διώροφα και τριώροφα ποιήσεις αυτήν. 17 εγώ δε ιδού επάγω τον κατακλυσμόν, ύδωρ επί την γην καταφθείραι πάσαν σάρκα, εν ή εστι πνεύμα ζωής, υποκάτω του ουρανού· και όσα εάν ή επί της γης, τελευτήσει. 18 και στήσω την διαθήκην μου μετά σου· εισελεύση δε εις την κιβωτόν συ και οι υιοί σου και η γυνή σου και αι γυναίκες των υιών σου μετά σου. 19 και από πάντων των κτηνών και από πάντων των ερπετών και από πάντων των θηρίων και από πάσης σαρκός, δύο δύο από πάντων εισάξεις εις την κιβωτόν, ίνα τρέφης μετά σεαυτού· άρσεν και θήλυ έσονται. 20 από πάντων των ορνέων των πετεινών κατά γένος, και από πάντων των κτηνών κατά γένος και από πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης κατά γένος αυτών, δύο δύο από πάντων εισελεύσονται προς σε τρέφεσθαι μετά σου, άρσεν και θήλυ. 21 συ δε λήψη σεαυτω από πάντων των βρωμάτων, α έδεσθε, και συνάξεις προς σεαυτόν, και έσται σοι και εκείνοις φαγείν. 22 και εποίησε Νώε πάντα, όσα ενετείλατο αυτω Κύριος ο Θεός, ούτως εποίησε.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΚΑΙ είπε Κύριος ο Θεός προς Νώε· είσελθε συ και πας ο οίκός σου εις την κιβωτόν, ότι σε είδον δίκαιον εναντίον μου εν τη γενεά ταύτη. 2 από δε των κτηνών των καθαρών εισάγαγε προς σε επτά επτά, άρσεν και θήλυ, από δε των κτηνών των μη καθαρών δύο δύο, άρσεν και θήλυ, 3 και από των πετεινών του ουρανού των καθαρών επτά επτά, άρσεν και θήλυ, και από πάντων των πετεινών των μη καθαρών δύο δύο, άρσεν και θήλυ, διαθρέψαι σπέρμα επί πάσαν την γην. 4 έτι γαρ ημερών επτά εγώ επάγω υετόν επί την γην τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας και εξαλείψω παν το ανάστημα, ό εποίησα, από προσώπου πάσης της γης. 5 και εποίησε Νώε πάντα, όσα ενετείλατο αυτω Κύριος ο Θεός. 6 Νώε δε ην ετών εξακοσίων, και ο κατακλυσμός του ύδατος εγένετο επί της γης. 7 εισήλθε δε
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

15

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Νώε και οι υιοί αυτού και η γυνή αυτού και αι γυναίκες των υιών αυτού μετ ‘ αυτού εις την κιβωτόν δια το ύδωρ του κατατακλυσμού. 8 και από των πετεινών των καθαρών και από των πετεινών των μη καθαρών και από των κτηνών των καθαρών και από των κτηνών των μη καθαρών και από πάντων των ερπόντων επί της γης 9 δύο δύο εισήλθον προς Νώε εις την κιβωτόν, άρσεν και θήλυ, καθά ενετείλατο ο Θεός τω Νώε. 10 και εγένετο μετά τας επτά ημέρας και το ύδωρ του κατακλυσμού εγένετο επί της γης. 11 εν τω εξακοσιοστω έτει εν τη ζωή του Νώε, του δευτέρου μηνός, εβδόμη και εικάδι του μηνός, τη ημέρα ταύτη ερράγησαν πάσαι αι πηγαί της αβύσσου, και οι καταρράκται του ουρανού ηνεώχθησαν. 12 και εγένετο υετός επί της γης τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. 13 εν τη ημέρα ταύτη εισήλθε Νώε, Σημ, Χαμ, Ιάφεθ, οι υιοί Νώε, και η γυνή Νώε και αι τρεις γυναίκες των υιών αυτού μετ ‘ αυτού εις την κιβωτόν. 14 και πάντα τα θηρία κατά γένος και πάντα τα κτήνη κατά γένος και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης κατά γένος και παν όρνεον πετεινόν κατά γένος αυτού 15 εισήλθον προς Νώε εις την κιβωτόν, δύο δύο άρσεν και θήλυ από πάσης σαρκός, εν ω εστι πνεύμα ζωής. 16 και τα εισπορευόμενα άρσεν και θήλυ από πάσης σαρκός εισήλθε, καθά ενετείλατο ο Θεός τω Νώε. και έκλεισε Κύριος ο Θεός την κιβωτόν έξωθεν αυτού. 17 Και εγένετο ο κατακλυσμός τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας επί της γης, και επεπληθύνθη το ύδωρ και επήρε την κιβωτόν, και υψώθη από της γης. 18 και επεκράτει το ύδωρ και επληθύνετο σφόδρα επί της γης, και επεφέρετο η κιβωτός επάνω του ύδατος. 19 το δε ύδωρ επεκράτει σφόδρα σφόδρα επί της γης και εκάλυψε πάντα τα όρη τα υψηλά, α ην υποκάτω του ουρανού· 20 πεντεκαίδεκα πήχεις υπεράνω υψώθη το ύδωρ και επεκάλυψε πάντα τα όρη τα υψηλά. 21 και απέθανε πάσα σάρξ κινουμένη επί της γης των πετεινών και των κτηνών και από θηρίων και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης και πας άνθρωπος. 22 και πάντα, όσα έχει πνοήν ζωής, και παν, ό ην επί της ξηράς, απέθανε. 23 και εξήλειψε παν το ανάστημα, ό ην επί προσώπου της γης, από ανθρώπου έως κτήνους και ερπετών και των πετεινών του ουρανού, και εξηλείφθησαν από της γης· και κατελείφθη μόνος Νώε και οι μετ ‘ αυτού εν τη κιβωτω. 24 και υψώθη το ύδωρ επί της γης ημέρας εκατόν πεντήκοντα.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

16

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΚΑΙ ανεμνήσθη ο Θεός του Νώε και πάντων των θηρίων και πάντων των κτηνών και πάντων των πετεινών και πάντων των ερπετών των ερπόντων, όσα ην μετ ‘ αυτού εν τη κιβωτω, και επήγαγεν ο Θεός πνεύμα επί την γην, και εκόπασε το ύδωρ, 2 και επεκαλύφθησαν αι πηγαί της αβύσσου και οι καταρράκται του ουρανού, και συνεσχέθη ο υετός από του ουρανού. 3 και ενεδίδου το ύδωρ πορευόμενον από της γης, και ηλαττονούτο το ύδωρ μετά πεντήκοντα και εκατόν ημέρας. 4 και εκάθισεν η κιβωτός εν μηνί τω εβδόμω, εβδόμη και εικάδι του μηνός, επί τα όρη τα Αραράτ. 5 το δε ύδωρ ηλαττονούτο έως του δεκάτου μηνός· και εν τω δεκάτω μηνί, τη πρώτη του μηνός, ώφθησαν αι κεφαλαί των ορέων. 6 και εγένετο μετά τεσσαράκοντα ημέρας ηνέωξε Νώε την θυρίδα της κιβωτού, ην εποίησε, και απέστειλε τον κόρακα του ιδείν, ει κεκόπακε το ύδωρ· 7 και εξελθών, ουκ ανέστρεψεν έως του ξηρανθήναι το ύδωρ από της γης. 8 και απέστειλε την περιστεράν οπίσω αυτού ιδείν, ει κεκόπακε το ύδωρ από της γης. 9 και ουχ ευρούσαι η περιστερά ανάπαυσιν τοις ποσίν αυτής, ανέστρεψε προς αυτόν εις την κιβωτόν, ότι ύδωρ ην επί παν το πρόσωπον της γης, και εκτείνας την χείρα έλαβεν αυτήν, και εισήγαγεν αυτήν προς εαυτόν εις την κιβωτόν. 10 και επισχών έτι ημέρας επτά ετέρας, πάλιν εξαπέστειλε την περιστεράν εκ της κιβωτού· 11 και ανέστρεψε προς αυτόν η περιστερά το προς εσπέραν, και είχε φύλλον ελαίας κάρφος εν τω στόματι αυτής, και έγνω Νώε ότι κεκόπακε το ύδωρ από της γης. 12 και επισχών έτι ημέρας επτά ετέρας, πάλιν εξαπέστειλε την περιστεράν, και ου προσέθετο του επιστρέψαι προς αυτόν έτι. 13 και εγένετο εν τω ενί και εξακοσιοστω έτει εν τη ζωή του Νώε, του πρώτου μηνός, μια του μηνός, εξέλιπε το ύδωρ από της γης· και απεκάλυψε Νώε την στέγην της κιβωτού, ην εποίησε, και είδεν ότι εξέλιπε το ύδωρ από προσώπου της γης. 14 εν δε τω δευτέρω μηνί εξηράνθη η γη, εβδόμη και εικάδι του μηνός. 15 Και είπε Κύριος ο Θεός προς Νώε λέγων· 16 έξελθε εκ της κιβωτού, συ και η γυνή σου και οι υιοί σου και αι γυναίκες των υιών σου μετά σου 17 και πάντα τα θηρία, όσα εστί μετά σου, και πάσα σάρξ από πετεινών έως κτηνών, και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης εξάγαγε
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

17

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μετά σεαυτού· και αυξάνεσθε και πληθύνεσθε επί της γης. 18 και εξήλθε Νώε και η γυνή αυτού και οι υιοί αυτού και αι γυναίκες των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. 19 και πάντα τα θηρία, και πάντα τα κτήνη, και παν πετεινόν, και παν ερπετόν κινούμενον επί της γης κατά γένος αυτών, εξήλθοσαν εκ της κιβωτού. 20 και ωκοδόμησε Νώε θυσιαστήριον τω Κυρίω, και έλαβεν από πάντων των κτηνών των καθαρών και από πάντων των πετεινών των καθαρών και ανήνεγκεν εις ολοκάρπωσιν επί το θυσιαστήριον. 21 και ωσφράνθη Κύριος ο Θεός οσμήν ευωδίας, και είπε Κύριος ο Θεός διανοηθείς· ου προσθήτω έτι καταράσασθαι την γην δια τα έργα των ανθρώπων, ότι έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού· ου προσθήσω ουν έτι πατάξαι πάσαν σάρκα ζώσαν, καθώς εποίησα. 22 πάσας τας ημέρας της γης, σπέρμα και θερισμός, ψύχος και καύμα, θέρος και έαρ, ημέραν και νύκτα ου καταπαύσουσι.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΚΑΙ ευλόγησεν ο Θεός τον Νώε και τους υιούς αυτού και είπεν αυτοίς· αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής. 2 και ο τρόμος και ο φόβος υμών έσται επί πάσι τοις θηρίοις της γης, επί πάντα τα πετεινά του ουρανού και επί πάντα τα κινούμενα επί της γης και επί πάντας τους ιχθύας της θαλάσσης· υπό χείρας υμίν δέδωκα. 3 και παν ερπετόν, ό εστι ζων, υμίν έσται εις βρώσιν· ως λάχανα χόρτου δέδωκα υμίν τα πάντα. 4 πλήν κρέας εν αίματι ψυχής ου φάγεσθε· 5 και γαρ το υμέτερον αίμα των ψυχών υμών εκ χειρός πάντων των θηρίων εκζητήσω αυτό και εκ χειρός ανθρώπου αδελφού εκζητήσω την ψυχήν του ανθρώπου. 6 ο εκχέων αίμα ανθρώπου, αντί του αίματος αυτού εκχυθήσεται, ότι εν εικόνι Θεού εποίησα τον άνθρωπον. 7 υμείς δε αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην, και κατακυριεύσατε αυτής. 8 Και είπεν ο Θεός τω Νωε και τοις υιοίς αυτού μετ ‘ αυτού λέγων· 9 και ιδού εγώ ανίστημι την διαθήκην μου υμίν και τω σπέρματι υμών μεθ ‘ υμάς 10 και πάση ψυχή ζώση μεθ ‘ υμών,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

18

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

από ορνέων και από κτηνών, και πάσι τοις θηρίοις της γης, όσα εστί μεθ ‘ υμών από πάντων των εξελθόντων εκ της κιβωτού. 11 και στήσω την διαθήκην μου προς υμάς, και ουκ αποθανείται πάσα σάρξ έτι από του ύδατος του κατακλυσμού, και ουκ έτι έσται κατακλυσμός ύδατος του καταφθείραι πάσαν την γην. 12 και είπε Κύριος ο Θεός προς Νώε· τούτο το σημείον της διαθήκης, ό εγώ δίδωμι ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον πάσης ψυχής ζώσης, ή εστι μεθ' υμών εις γενεάς αιωνίους· 13 το τόξον μου τίθημι εν τη νεφέλη, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και της γης. 14 και έσται εν τω συννεφείν με νεφέλας επί την γην, οφθήσεται το τόξον εν τη νεφέλη, 15 και μνησθήσομαι της διαθήκης μου, ή εστιν ανά μέσον εμού και υμών, και ανά μέσον πάσης ψυχής ζώσης εν πάση σαρκί, και ουκ έσται έτι το ύδωρ εις κατακλυσμόν, ωστε εξαλείψαι πάσαν σάρκα. 16 και έσται το τόξον μου εν τη νεφέλη, και όψομαι του μνησθήναι διαθήκην αιώνιον ανά μέσον εμού και της γης και ανά μέσον ψυχής ζώσης εν πάσι σαρκί, ή εστιν επί της γης. 17 και είπεν ο Θεός τω Νώε· τούτο το σημείον της διαθήκης, ης διεθέμην ανά μέσον εμού και ανά μέσον πάσης σαρκός, ή εστιν επί της γης. 18 Ήσαν δε οι υιοί Νώε, οι εξελθόντες εκ της κιβωτού, Σημ, Χαμ, Ιάφεθ· Χαμ δε ην πατήρ Χαναάν. 19 τρεις ούτοί εισιν υιοί Νώε· από τούτων διεσπάρησαν επί πάσαν την γην. 20 Και ήρξατο Νώε άνθρωπος γεωργός γης και εφύτευσεν αμπελώνα. 21 και έπιεν εκ του οίνου και εμεθύσθη και εγυμνώθη εν τω οίκω αυτού. 22 και είδε Χαμ ο πατήρ Χαναάν την γύμνωσιν του πατρός αυτού και εξελθών ανήγγειλε τοις δυσίν αδελφοίς αυτού έξω. 23 και λαβόντες Σημ και Ιάφεθ το ιμάτιον επέθεντο επί τα δύο νώτα αυτών και επορεύθησαν οπισθοφανώς και συνεκάλυψαν την γύμνωσιν του πατρός αυτών, και το πρόσωπον αυτών οπισθοφανώς, και την γύμνωσιν του πατρός αυτών ουκ είδον. 24 εξένηψε δε Νώε από του οίνου και έγνω όσα εποίησεν αυτω ο υιος αυτού ο νεώτερος, 25 και είπεν· επικατάρατος Χαναάν· παις οικέτης έσται τοις αδελφοίς αυτού. 26 και είπεν· ευλογητός Κύριος ο Θεός του Σημ, και έσται Χαναάν παις οικέτης αυτού. 27 πλατύναι ο Θεός τω Ιάφεθ, και κατοικησάτω εν τοις οίκοις του Σημ και γενηθήτω Χαναάν παις αυτού. 28 Έζησε δε Νώε μετά τον κατακλυσμόν έτη τριακόσια πεντήκοντα. 29 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Νώε εννακόσια πεντήκοντα έτη, και απέθανεν.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

19

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΑΥΤΑΙ δε αι γενέσεις των υιών Νώε, Σημ, Χαμ, Ιάφεθ, και εγεννήθησαν αυτοίς υιοί μετά τον κατακλυσμόν. 2 Υιοί Ιάφεθ· Γαμέρ και Μαγώγ και Μαδοί και Ιωύαν και Ελισά και Θοβέλ και Μοσόχ και Θείρας. 3 και υιοί Γαμέρ· Ασχανάζ και Ριφάθ και Θοργαμά. 4 και υιοί Ιωύαν· Ελισά και Θάρσεις, Κίτιοι, Ρόδιοι. 5 εκ τούτων αφωρίσθησαν νήσοι των εθνών εν τη γη αυτών, έκαστος κατά γλώσσαν εν ταις φυλαίς αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών. 6 Υιοί δε Χαμ· Χους και Μερσαϊν Φουδ και Χαναάν. 7 υιοί δε Χους· Σαβά και Ευϊλά και Σαβαθά και Ρεγμά και Σαβαθακά. υιοί δε Ρεγμά· Σαβά και Δαδάν. 8 Χους δε εγέννησε τον Νεβρώδ. ούτος ήρξατο είναι γίγας επί της γης· 9 ούτος ην γίγας κυνηγός εναντίον Κυρίου του Θεού· δια τούτο ερούσιν, ως Νεβρώδ γίγας κυνηγός εναντίον Κυρίου. 10 και εγένετο αρχή της βασιλείας αυτού Βαβυλών και Ορέχ και Αρχάδ και Χαλάννη εν τη γη Σεναάρ. 11 εκ της γης εκείνης εξήλθεν Ασσούρ και ωκοδόμησε την Νινευϊ και την Ροωβώθ πόλιν και την Χαλάχ 12 και την Δασή ανά μέσον Νινευϊ και ανά μέσο Χαλάχ· αύτη η πόλις μεγάλη. 13 και Μεσραϊν εγέννησε τους Λουδιείμ και τους Ενεμετιείμ και τους Λαβιείμ και τους Νεφθαλιείμ και τους Πατροσωνιείμ 14 και τους Χασλωνιείμ, όθεν εξήλθε Φυλιστιείμ, και τους Καφθοριείμ. 15 Χαναάν δε εγέννησε τον Σιδώνα πρωτότοκον αυτού 16 και τον Χετταίον και τον Ιεβουσαίον και τον Αμορραίον και τον Γεργεσαίον και τον Ευαίον και τον Αρουκαίον 17 και τον Ασενναίον και τον Αράδιον και τον Σαμαραίον και τον Αμαθί. 18 και μετά τούτο διεσπάρησαν αι φυλαί των Χαναναίων, 19 και εγένετο τα όραι των Χαναναίων από Σιδώνος έως ελθείν εις Γεραρά και Γαζάν, έως ελθείν έως Σοδόμων και Γομόρρας, Αδαμά και Σεβωϊμ έως Δασά. 20 ούτοι υιοί Χαμ, εν ταις φυλαίς αυτών, κατά γλώσσας αυτών, εν ταις χώραις αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών. 21 Και τω Σημ εγεννήθη και αυτω, πατρί πάντων των υιών ΄Εβερ, αδελφω Ιάφεθ του μείζονος. 22 υιοί Σημ· Ελάμ και Ασσούρ και Αρφαξάδ και Λούδ και Αράμ και Καϊνάν. 23 και υιοί Αράμ· Ούζ και Ούλ και Γατέρ και Μοσόχ. 24 και Αρφαξάδ εγέννησε τον Καϊνάν, και Καϊνάν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

20

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εγέννησε τον Σαλά, Σαλά δε εγέννησε τον ΄Εβερ. 25 και τω ΄Εβερ εγεννήθησαν δύο υιοί· όνομα τω ενί Φαλέγ, ότι εν ταις ημέραις αυτού διεμερίσθη η γη, και όνομα τω αδελφω αυτού Ιεκτάν. 26 Ιεκτάν δε εγέννησε τον Ελμωδάδ και Σαλέθ και τον Σαρμώθ και Ιαράχ και Οδορρά και Αιβήλ και Δεκλά 27 και Ευάλ και Αβιμαέλ και Σαβά 28 και Ουφείρ και Ευειλά και Ιωβάβ. 29 πάντες ούτοι υιοί Ιεκτάν. 30 και εγένετο η κατοίκησις αυτών από Μασσή έως ελθείν εις Σαφηρά, όρος ανατολών. 31 ούτοι υιοί Σημ, εν ταις φυλαίς αυτών, κατά γλώσσας αυτών, εν ταις χώραις αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών. 32 Αύται αι φυλαί υιών Νώε κατά γενέσεις αυτών, κατά έθνη αυτών· από τούτων διεσπάρησαν νήσοι των εθνών επί της γης μετά τον κατακλυσμόν.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

1 ΚΑΙ ην πάσα η γη χείλος εν, και φωνή μία πάσι. 2 και εγένετο εν τω κινήσαι αυτούς από ανατολών, εύρον πεδίον εν γη Σενναάρ και κατώκησαν εκεί. 3 και είπεν άνθρωπος τω πλησίον αυτού· δεύτε πλινθεύσωμεν πλίνθους και οπτήσωμεν αυτάς πυρί. και εγένετο αυτοίς η πλίνθος εις λίθον, και άσφαλτος ην αυτοίς ο πηλός. 4 και είπαν· δεύτε οικοδομήσωμεν εαυτοίς πόλιν και πύργον, ου έσται η κεφαλή έως του ουρανού, και ποιήσωμεν εαυτοίς όνομα προ του διασπαρήναι ημάς επί προσώπου πάσης της γης. 5 και κατέβη Κύριος ιδείν την πόλιν και τον πύργον, ον ωκοδόμησαν οι υιοί των ανθρώπων. 6 και είπε Κύριος· ιδού γένος εν και χείλος εν πάντων, και τούτο ήρξαντο ποιήσαι, και νυν ουκ εκλείψει απ ‘ αυτών πάντα, όσα αν επιθώνται ποιείν. 7 δεύτε και καταβάντες συγχέωμεν αυτών εκεί την γλώσσαν, ίνα μη ακούσωσιν έκαστος την φωνήν του πλησίον. 8 και διέσπειρεν αυτούς Κύριος εκείθεν επί πρόσωπον πάσης της γης, και επαύσαντο οικοδομούντες την πόλιν και τον πύργον. 9 δια τούτο εκλήθη το όνομα αυτής Σύγχυσις, ότι εκεί συνέχεε Κύριος τα χείλη πάσης της γης, και εκείθεν διέσπειρεν αυτούς Κύριος επί πρόσωπον πάσης της γης.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

21

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

10 Και αύται αι γενέσεις Σημ. και ην Σημ υιος εκατόν ετών, ότε εγέννησε τον Αρφαξάδ, δευτέρου έτους μετά τον κατακλυσμόν. 11 και έζησε Σημ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Αρφαξάδ έτη πεντακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 12 Και έζησεν Αρφαξάδ εκατόν τριάκοντα πέντε έτη και εγέννησε τον Καϊνάν. 13 και έζησεν Αρφαξάδ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Καϊνάν έτη τετρακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. Και έζησε Καϊνάν εκατόν και τριάκοντα έτη και εγέννησε τον Σαλά. και έζησε Καϊνάν μετά το γεννήσαι αυτόν τον Σαλά έτη τριακόσια τριάκοντα και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 14 Και έζησε Σαλά εκατόν τριάκοντα έτη και εγέννησε τον ΄Εβερ. 15 και έζησε Σαλά μετά το γεννήσαι αυτόν τον ΄Εβερ τριακόσια τριάκοντα έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 16 Και έζησεν ΄Εβερ εκατόν τριάκοντα τέσσαρα ετη και εγέννησε τον Φαλέγ. 17 και έζησεν ΄Εβερ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Φαλέγ έτη διακόσια εβδομήκοντα και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 18 Και έζησε Φαλέγ τριάκοντα και εκατόν έτη και εγέννησε τον Ραγαύ. 19 και έζησε Φαλέγ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ραγαύ εννέα και διακόσια έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 20 Και έζησε Ραγαύ εκατόν τριάκοντα και δύο έτη και εγέννησε τον Σερούχ. 21 και έζησε Ραγαύ μετά το γεννήσαι αυτόν τον Σερούχ διακόσια επτά έτη και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 22 και έζησε Σερούχ εκατόν τριάκοντα έτη και εγέννησε τον Ναχώρ. 23 Και έζησε Σερούχ, μετά το γεννήσαι αυτόν τον Ναχώρ, έτη διακόσια και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 24 Και έζησε Ναχώρ έτη εκατόν εβδομήκοντα εννέα και εγέννησε τον Θάρα. 25 και έζησε Ναχώρ, μετά το γεννήσαι αυτόν τον Θάρα, έτη εκατόν εικοσιπέντε και εγέννησεν υιούς και θυγατέρας και απέθανε. 26 Και έζησε Θάρα εβδομήκοντα έτη και εγέννησε τον Άβραμ και τον Ναχώρ και τον Αρράν. 27 Αύται αι γενέσεις Θάρα· Θάρα εγέννησε τον Άβραμ και τον Ναχώρ και τον Αρράν, και Αρράν εγέννησε τον Λωτ. 28 και απέθανεν Αρράν ενώπιον Θάρα του πατρός αυτού εν τη γη,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

22

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ή εγεννήθη, εν τη χώρα των Χαλδαίων. 29 και έλαβον Άβραμ και Ναχώρ εαυτοίς γυναίκας· όνομα τη γυναικί Άβραμ Σάρα, και όνομα τη γυναικί Ναχώρ Μελχά, θυγάτηρ Αρράν και πατήρ Μελχά και πατήρ Ιεσχά. 30 και ην Σάρα στείρα και ουκ ετεκνοποίει. 31 και έλαβε Θάρα τον Άβραμ υιόν αυτού και τον Λωτ υιόν Αρράν, υιόν του υιού αυτού, και την Σάραν την νύμφην αυτού, γυναίκα Άβραμ του υιού αυτού, και εξήγαγεν αυτούς εκ της χώρας των Χαλδαίων πορευθήναι εις γην Χαναάν και ήλθον έως Χαρράν και κατώκησεν εκεί. 32 και εγένοντο πάσαι αι ημέραι Θάρα εν γη Χαρράν διακόσια πέντε έτη, και απέθανε Θάρα εν Χαρράν.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

1 ΚΑΙ είπε Κύριος τω Άβραμ· έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου και δεύρο εις την γην, ην αν σοι δείξω· 2 και ποιήσω σε εις έθνος μέγα και ευλογήσω σε και μεγαλυνώ το όνομά σου, και έση ευλογημένος· 3 και ευλογήσω τους ευλογούντάς σε και τους καταρωμένους σε καταράσομαι· και ενευλογηθήσονται εν σοί πάσαι αι φυλαί της γης. 4 και επορεύθη Άβραμ, καθάπερ ελάλησεν αυτω Κύριος, και ώχετο μετ ‘ αυτού Λωτ. Άβραμ δε ην ετών εβδομηκονταπέντε, ότε εξήλθε εκ Χαρράν. 5 και έλαβεν Άβραμ Σάραν την γυναίκα αυτού και τον Λωτ υιόν του αδελφού αυτού και πάντα τα υπάρχοντα αυτών, όσα εκτήσαντο, και πάσαν ψυχήν, ην εκτήσαντο εκ Χαρράν, και εξήλθοσαν πορευθήναι εις γην Χαναάν. 6 και διώδευσεν Άβραμ την γην εις το μήκος αυτής έως του τόπου Συχέμ, επί την δρύν την υψηλήν· οι δε Χαναναίοι τότε κατώκουν την γην. 7 και ώφθη Κύριος τω Άβραμ και είπεν αυτω· τω σπέρματί σου δώσω την γην ταύτην. και ωκοδόμησεν εκεί Άβραμ θυσιαστήριον Κυρίω τω οφθέντι αυτω. 8 και απέστη εκείθεν εις το όρος κατά ανατολάς Βαιθήλ και έστησεν εκεί την σκηνήν αυτού, Βαιθήλ κατά θάλασσαν και Αγγαί κατά ανατολάς· και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον τω Κυρίω και επεκαλέσατο επί τω ονόματι Κυρίου. 9 και απήρεν Άβραμ και πορευθείς εστρατοπέδευσεν εν τη ερήμω.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

23

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

10 Και εγένετο λιμός επί της γης, και κατέβη Άβραμ εις Αίγυπτον παροικήσαι εκεί, ότι ενίσχυσεν ο λιμός επί της γης. 11 εγένετο δε, ηνίκα ήγγισεν Άβραμ εισελθείν εις Αίγυπτον, είπεν Άβραμ Σάρα τη γυναικί· γινώσκω εγώ, ότι γυνή ευπρόσωπος ει· 12 έσται ουν, ως αν ίδωσί σε οι Αιγύπτιοι, ερούσιν ότι γυνή αυτού εστιν αυτή, και αποκτενούσί με, σε δε περιποιήσονται. 13 ειπόν ουν, ότι αδελφή αυτού ειμι, όπως αν εύ μοι γένηται δια σε, και ζήσεται η ψυχή μου ένεκέν σου. 14 εγένετο δε, ηνίκα εισήλθεν Άβραμ εις Αίγυπτον, ιδόντες οι Αιγύπτιοι την γυναίκα αυτού, ότι καλή ην σφόδρα, 15 και είδον αυτήν οι άρχοντες Φαραώ και επήνεσαν αυτήν προς Φαραώ και εισήγαγον αυτήν εις τον οίκον Φαραώ· 16 και τω Άβραμ εύ εχρήσαντο δι ‘ αυτήν, και εγένοντο αυτω πρόβατα και μόσχοι και όνοι και παίδες και παιδίσκαι και ημίονοι και κάμηλοι. 17 και ήτασεν ο Θεός τον Φαραώ ετασμοίς μεγάλοις και πονηροίς και τον οίκον αυτού περί Σάρας της γυναικός Άβραμ. 18 καλέσας δε Φαραώ τον Άβραμ είπε· τι τούτο εποίησάς μοι, ότι ουκ απήγγειλάς μοι, ότι γυνή σου εστίν; 19 ινατί είπας ότι αδελφή μου εστί; και έλαβον αυτήν εμαυτω γυναίκα, και νυν ιδού η γυνή σου έναντί σου· λαβών απότρεχε. 20 και ενετείλατο Φαραώ ανδράσι περί Άβραμ συμπροπέμψαι αυτόν και την γυναίκα αυτού και πάντα, όσα ην αυτω.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ

1 ΑΝΕΒΗ δε Άβραμ εξ Αιγύπτου, αυτός και η γυνή αυτού και πάντα τα αυτού και Λωτ μετ ‘ αυτού, εις την έρημον. 2 Άβραμ δε ην πλούσιος σφόδρα κτήνεσι και αργυρίω και χρυσίω. 3 και επορεύθη όθεν ήλθεν εις την έρημον έως Βαιθήλ, έως του τόπου, ου ην η σκηνή αυτού το πρότερον, ανά μέσον Βαιθήλ και ανά μέσον Αγγαί, 4 εις τον τόπον του θυσιαστηρίου, ου εποίησεν εκεί την αρχήν· και επεκαλέσατο εκεί Άβραμ το όνομα του Κυρίου. 5 και Λωτ τω συμπορευομένω μετά Άβραμ ην πρόβατα και βόες και σκηναί. 6 και ουκ εχώρει αυτούς η γη κατοικείν άμα, ότι ην τα υπάρχοντα αυτών πολλά, και ουκ εχώρει αυτούς η γη κατοικείν άμα. 7 και εγένετο μάχη ανά μέσον των ποιμένων των κτηνών του Άβραμ και ανά μέσον των
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

24

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ποιμένων των κτηνών του Λωτ· οι δε Χαναναίοι και οι Φερεζαίοι τότε κατώκουν την γην. 8 είπε δε Άβραμ τω Λωτ· μη έστω μάχη ανά μέσον εμού και σου και ανά μέσον των ποιμένων μου και ανά μέσον των ποιμένων σου, ότι άνθρωποι αδελφοί εσμεν ημείς. 9 ουκ ιδού πάσα η γη εναντίον σου εστί; διαχωρίσθητι απ ‘ εμού· ει συ εις αριστερά, εγώ εις δεξιά· ει δε συ εις δεξιά, εγώ εις αριστερά. 10 και επάρας Λωτ τους οφθαλμούς αυτού, επείδε πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου, ότι πάσα ην ποτιζομένη προ του καταστρέψαι τον Θεόν Σόδομα και Γόμορρα, ως ο παράδεισος του Θεού και ως η γη Αιγύπτου, έως ελθείν εις Ζόγορα. 11 και εξελέξατο εαυτω Λωτ πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου, και απήρε Λωτ από ανατολών, και διεχωρίσθησαν έκαστος από του αδελφού αυτού. 12 Άβραμ δε κατώκησεν εν γη Χαναάν, Λωτ δε κατώκησεν εν πόλει των περιχώρων και εσκήνωσεν εν Σοδόμοις· 13 οι δε άνθρωποι οι εν Σοδόμοις πονηροί και αμαρτωλοί εναντίον του Θεού σφόδρα. 14 Ο δε Θεός είπε τω Άβραμ μετά το διαχωρισθήναι τον Λωτ απ ‘ αυτού· ανάβλεψον τοις οφθαλμοίς σου και ίδε από του τόπου, ου νυν συ ει, προς βορράν και λίβα και ανατολάς και θάλασσαν· 15 ότι πάσαν την γην, ην συ οράς, σοί δώσω αυτήν και τω σπέρματί σου έως αιώνος. 16 και ποιήσω το σπέρμα σου ως την άμμον της γης· ει δύναταί τις εξαριθμήσαι την άμμον της γης, και το σπέρμα σου εξαριθμηθήσεται. 17 αναστάς διόδευσον την γην εις τε το μήκος αυτής και εις το πλάτος, ότι σοί δώσω αυτήν και τω σπέρματί σου εις τον αιώνα. 18 και αποσκηνώσας Άβραμ, ελθών κατώκησε παρά την δρύν την Μαμβρή, ή ην εν Χεβρώμ, και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον τω Κυρίω.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ

1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε εν τη βασιλεία τη Αμαρφάλ βασιλέως Σενναάρ, και Αριώχ βασιλέως Ελλασάρ, Χοδολλογομόρ βασιλεύς Ελάμ και Θαργάλ βασιλεύς εθνών 2 εποίησαν πόλεμον μετά Βαλλά βασιλέως Σοδόμων και μετά Βαρσά βασιλέως Γομόρρας και μετά Σενναάρ βασιλέως Αδαμά και μετά Συμοβόρ βασιλέως Σεβωείμ, και βασιλέως Βαλάκ (αύτη εστί Σηγώρ). 3 πάντες ούτοι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

25

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

συνεφώνησαν επί την φάραγγα την αλυκήν (αύτη η θάλασσα των αλών). 4 δώδεκα έτη αυτοί εδούλευσαν τω Χοδολλογομόρ, τω δε τρισκαιδεκάτω έτει απέστησαν. 5 εν δε τω τεσσαρεσκαιδεκάτω έτει ήλθε Χοδολλογομόρ και οι βασιλείς μετ ‘ αυτού και κατέκοψαν τους γίγαντας τους εν Ασταρώθ και Καρναϊν, και έθνη ισχυρά άμα αυτοίς και τους ‘Ομμαίους τους εν Σαυή τη πόλει 6 και τους Χορραίους τους εν τοις όρεσι Σηείρ, έως της τερεβίνθου της Φαράν, ή εστιν εν τη ερήμω. 7 και αναστρέψαντες ήλθον επί την πηγήν της κρίσεως (αύτη εστί Κάδης) και κατέκοψαν πάντας τους άρχοντας Αμαλήκ και τους Αμορραίους τους κατοικούντας εν Ασασονθαμάρ. 8 εξήλθε δε βασιλεύς Σοδόμων και βασιλεύς Γομόρρας και βασιλεύς Αδαμά και βασιλεύς Σεβωείμ και βασιλεύς Βαλάκ (αύτη εστί Σηγώρ) και παρετάξαντο αυτοίς εις πόλεμον εν τη κοιλάδι τη αλυκή, 9 προς Χοδολλογομόρ βασιλέα Ελάμ και Θαργάλ βασιλέα εθνών και Αμαρφάλ βασιλέα Σενναάρ και Αριώχ βασιλέα Ελλασάρ, οι τέσσαρες βασιλείς προς τους πέντε. 10 η δε κοιλάς η αλυκή, φρέατα ασφάλτου. έφυγε δε βασιλεύς Σοδόμων και βασιλεύς Γομόρρας και ενέπεσαν εκεί, οι δε καταλειφθέντες εις την ορεινήν έφυγον. 11 έλαβον δε την ίππον πάσαν την Σοδόμων και Γομόρρας και πάντα τα βρώματα αυτών και απήλθον. 12 έλαβον δε και τον Λωτ τον υιόν του αδελφού Άβραμ και την αποσκευήν αυτού και απώχοντο· ην γαρ κατοικών εν Σοδόμοις. 13 Παραγενόμενος δε των ανασωθέντων τις απήγγειλεν Άβραμ τω περάτη· αυτός δε κατώκει παρά τη δρυϊ τη Μαμβρή Αμορραίου του αδελφού Εσχώλ και του αδελφού Αυνάν, οί ήσαν συνωμόται του Άβραμ. 14 ακούσας δε Άβραμ ότι ηχμαλώτευται Λωτ ο αδελφιδούς αυτού, ηρίθμησε τους ιδίους οικογενείς αυτού, τριακοσίους δέκα και οκτώ, και κατεδίωξεν οπίσω αυτών έως Δάν. 15 και επέπεσεν επ ‘ αυτούς την νύκτα αυτός και οι παίδες αυτού, και επάταξεν αυτούς και κατεδίωξεν αυτούς έως Χοβά, ή εστιν εν αριστερά Δαμασκού. 16 και απέστρεψε πάσαν την ίππον Σοδόμων, και Λωτ τον αδελφιδούν αυτού απέστρεψε και πάντα τα υπάρχοντα αυτού και τας γυναίκας και τον λαόν. 17 Εξήλθε δε βασιλεύς Σοδόμων εις συνάντησιν αυτω, μετά το υποστρέψαι αυτόν από της κοπής του Χοδολλογομόρ και των βασιλέων των μετ ‘ αυτού, εις την κοιλάδα του Σαβύ (τούτο ην το πεδίον των βασιλέων). 18 και Μελχισεδέκ βασιλεύς Σαλήμ εξήνεγκεν άρτους και οίνον· ην δε ιερεύς του Θεού του υψίστου. 19 και ευλόγησε τον Άβραμ και είπεν· ευλογημένος Άβραμ τω Θεω τω υψίστω, ος έκτισε τον ουρανόν και την γην. 20 και ευλογητός ο Θεός ο
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

26

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ύψιστος, ος παρέδωκε τους εχθρούς σου υποχειρίους σοι. και έδωκεν αυτω Άβραμ δεκάτην από πάντων. 21 είπε δε βασιλεύς Σοδόμων προς Άβραμ· δος μοι τους άνδρας, την δε ίππον λάβε σεαυτω. 22 είπε δε Άβραμ προς τον βασιλέα Σοδόμων· εκτενώ την χείρά μου προς Κύριον τον Θεόν τον ύψιστον, ος έκτισε τον ουρανόν και την γην, 23 ει από σπαρτίου έως σφυρωτήρος υποδήματος λήψομαι από πάντων των σών, ίνα μη είπης, ότι εγώ επλούτισα τον Άβραμ· 24 πλήν ων έφαγον οι νεανίσκοι και της μερίδος των ανδρών των συμπορευθέντων μετ ‘ εμού, Εσχώλ, Αυνάν, Μαμβρή, ούτοι λήψονται μερίδα.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ

1 ΜΕΤΑ δε τα ρήματα ταύτα εγενήθη ρήμα Κυρίου προς Άβραμ εν οράματι, λέγων· μη φοβού Άβραμ, εγώ υπερασπίζω σου· ο μισθός σου πολύς έσται σφόδρα. 2 λέγει δε Άβραμ· δέσποτα Κύριε, τι μοι δώσεις; εγώ δε απολύομαι άτεκνος· ο δε υιος Μασέκ της οικογενούς μου, ούτος Δαμασκός Ελιέζερ. 3 και είπεν Άβραμ· επειδή εμοί ουκ έδωκας σπέρμα, ο δε οικογενής μου κληρονομήσει μοι. 4 και ευθύς φωνή Κυρίου εγένετο προς αυτόν λέγουσα· ου κληρονομήσει σε ούτος, αλλ ‘ ος εξελεύσεται εκ σου, ούτος κληρονομήσει σε. 5 εξήγαγε δε αυτόν έξω και είπεν αυτω· ανάβλεψον δη εις τον ουρανόν και αρίθμησον τους αστέρας, ει δυνήση εξαριθμήσαι αυτούς. και είπεν· ούτως έσται το σπέρμα σου. 6 και επίστευσεν Άβραμ τω Θεω, και ελογίσθη αυτω εις δικαιοσύνην. 7 είπε δε προς αυτόν· εγώ ο Θεός ο εξαγαγών σε εκ χώρας Χαλδαίων, ωστε δούναί σοι την γην ταύτην κληρονομήσαι. 8 είπε δε, Δέσποτα Κύριε, κατά τι γνώσομαι ότι κληρονομήσω αυτήν; 9 είπε δε αυτω· λάβε μοι δάμαλιν τριετίζουσαν και αίγα τριετίζουσαν και κριόν τριετίζοντα και τρυγόνα και περιστεράν. 10 έλαβε δε αυτω πάντα ταύτα και διείλεν αυτά μέσα και έθηκεν αυτά αντιπρόσωπα αλλήλοις, τα δε όρνεα ου διείλε. 11 κατέβη δε όρνεα επί τα σώματα, επί τα διχοτομήματα αυτών, και συνεκάθησεν αυτοίς Άβραμ. 12 περί δε ηλίου δυσμάς έκστασις επέπεσε τω Άβραμ, και ιδού φόβος σκοτεινός μέγας επιπίπτει αυτω. 13 και ερρέθη προς Άβραμ· γινώσκων γνώση ότι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

27

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πάροικον έσται το σπέρμα σου εν γη ουκ ιδία, και δουλώσουσιν αυτούς και κακώσουσιν αυτούς και ταπεινώσουσιν αυτούς τετρακόσια έτη. 14 το δε έθνος, ω εάν δουλεύσωσι, κρινώ εγώ· μετά δε ταύτα εξελεύσονται ώδε μετά αποσκευής πολλής. 15 συ δε απελεύση προς τους πατέρας σου εν ειρήνη, τραφείς εν γήρα καλω. 16 τετάρτη δε γενεά αποστραφήσονται ώδε· ούπω γαρ αναπεπλήρωνται αι αμαρτίαι των Αμορραίων έως του νυν. 17 επεί δε ο ήλιος εγένετο προς δυσμάς, φλόξ εγένετο, και ιδού κλίβανος καπνιζόμενος και λαμπάδες πυρός, αι διήλθον ανά μέσον των διχοτομημάτων τούτων. 18 εν τη ημέρα εκείνη διέθετο Κύριος τω Άβραμ διαθήκην λέγων· τω σπέρματί σου δώσω την γην ταύτην, από του ποταμού Αιγύπτου έως του ποταμού του μεγάλου, ποταμού Ευφράτου, 19 τους Κεναίους και τους Κενεζαίους και τους Κεδμωναίους 20 και τους Χετταίους και τους Φερεζαίους και Ραφαείν και τους Αμορραίους και τους Χαναναίους και τους Ευαίους και τους Γεργεσαίους και τους Ιεβουσαίους.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ

1 ΣΑΡΑ δε γυνή Άβραμ ουκ έτικτεν αυτω. ην δε αυτη παιδίσκη Αιγυπτία, ή όνομα Άγαρ. 2 είπε δε Σάρα προς Άβραμ· ιδού συνέκλεισέ με Κύριος του μη τίκτειν· είσελθε ουν προς την παιδίσκην μου, ίνα τεκνοποιήσωμαι εξ αυτής. υπήκουσε δε Άβραμ της φωνής Σάρας. 3 και λαβούσα Σάρα η γυνή Άβραμ Άγαρ την Αιγυπτίαν την εαυτής παιδίσκην, μετά δέκα έτη του οικήσαι Άβραμ εν γη Χαναάν, έδωκεν αυτήν τω Άβραμ ανδρί αυτής αυτω γυναίκα. 4 και εισήλθε προς Άγαρ, και συνέλαβε. και είδεν ότι εν γαστρί έχει, και ητιμάσθη η κυρία εναντίον αυτής. 5 είπε δε Σάρα προς Άβραμ· αδικούμαι εκ σου· εγώ δέδωκα την παιδίσκην μου εις τον κόλπον σου, ιδούσα δε ότι εν γαστρί έχει, ητιμάσθην εναντίον αυτής· κρίναι ο Θεός ανά μέσον εμού και σου. 6 είπε δε Άβραμ προς Σάραν· ιδού η παιδίσκη σου εν ταις χερσί σου· χρώ αυτη ως αν σοι αρεστόν ή. και εκάκωσεν αυτήν Σάρα, και απέδρα από προσώπου αυτής. 7 Εύρε δε αυτήν άγγελος Κυρίου επί της πηγής του ύδατος εν τη ερήμω, επί της πηγής εν τη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

28

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

οδω Σουρ. 8 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου. Άγαρ, παιδίσκη Σάρας, πόθεν έρχη και που πορεύη; και είπεν· από προσώπου Σάρας της κυρίας μου εγώ αποδιδράσκω. 9 είπε δε αυτη ο άγγελος Κυρίου· αποστράφηθι προς την κυρίαν σου και ταπεινώθητι υπό τας χείρας αυτής. 10 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου· πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου, και ουκ αριθμηθήσεται υπό του πλήθους. 11 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου· ιδού, συ εν γαστρί έχεις και τέξη υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ισμαήλ, ότι επήκουσε Κύριος τη ταπεινώσει σου. 12 ούτος έσται άγροικος άνθρωπος αι χείρες αυτού επί πάντας, και αι χείρες πάντων επ ‘ αυτόν, και κατά πρόσωπον πάντων των αδελφών αυτού κατοικήσει. 13 και εκάλεσεν Άγαρ το όνομα Κυρίου του λαλούντος προς αυτήν· συ ο Θεός ο επιδών με, ότι είπε· και γαρ ενώπιον είδον οφθέντα μοι. 14 ένεκεν τούτου εκάλεσε το φρέαρ Φρέαρ ου ενώπιον είδον· ιδού ανά μέσον Κάδης και ανά μέσον Βαράδ. 15 Και έτεκεν Άγαρ τω Άβραμ υιόν, και εκάλεσεν Άβραμ το όνομα του υιού αυτού, ον έτεκεν αυτω Άγαρ, Ισμαήλ. 16 Άβραμ δε ην ετών ογδοηκονταέξ, ηνίκα έτεκεν Άγαρ τω Άβραμ τον Ισμαήλ.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ

1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε Άβραμ ετών ενενηκονταεννέα, και ώφθη Κύριος τω Άβραμ και είπεν αυτω· εγώ ειμι ο Θεός σου· ευαρέστει ενώπιον εμού και γίνου άμεμπτος, 2 και θήσομαι την διαθήκην μου ανά μέσον εμού και ανά μέσον σου και πληθυνώ σε σφόδρα. 3 και έπεσεν Άβραμ επί πρόσωπον αυτού, και ελάλησεν αυτω ο Θεός λέγων· 4 και εγώ ιδού η διαθήκη μου μετά σου, και έση πατήρ πλήθους εθνών, 5 και ου κληθήσεται έτι το όνομά σου Άβραμ, αλλ ‘ έσται το όνομά σου Αβραάμ, ότι πατέρα πολλών εθνών τέθεικά σε. 6 και αυξανώ σε σφόδρα σφόδρα και θήσω σε εις έθνη, και βασιλείς εκ σου εξελεύσονται. 7 και στήσω την διαθήκην μου ανά μέσον σου και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε, εις τας γενεάς αυτών, εις διαθήκην αιώνιον, είναί σου Θεός και του σπέρματός σου μετά σε. 8 και δώσω σοι και τω σπέρματί σου
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

29

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μετά σε την γην, ην παροικείς, πάσαν την γην Χαναάν, εις κατάσχεσιν αιώνιον και έσομαι αυτοίς εις Θεόν. 9 και είπεν ο Θεός προς Αβραάμ· συ δε την διαθήκην μου διατηρήσεις, συ και το σπέρμα σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών. 10 και αύτη η διαθήκη, ην διατηρήσεις, ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών· περιτμηθήσεται υμών παν αρσενικόν, 11 και περιτμηθήσεσθε την σάρκα της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και υμών. 12 και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμίν, παν αρσενικόν εις τας γενεάς υμών, ο οικογενής και ο αργυρώνητος, από παντός υιού αλλοτρίου, ος ουκ έστιν εκ του σπέρματός σου. 13 περιτομή περιτμηθήσεται ο οικογενής της οικίας σου και ο αργυρώνητος, και έσται η διαθήκη μου επί της σαρκός υμών εις διαθήκην αιώνιον. 14 και απερίτμητος άρσην, ος ου περιτμηθήσεται την σάρκα της ακροβυστίας αυτού τη ημέρα τη ογδόη, εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του γένους αυτής, ότι την διαθήκην μου διεσκέδασε. 15 Και είπεν ο Θεός τω Αβραάμ· Σάρα η γυνή σου ου κληθήσεται το όνομα αυτής Σάρα, αλλά Σάρρα έσται το όνομα αυτής. 16 ευλογήσω δε αυτήν, και δώσω σοι εξ αυτής τέκνον· και ευλογήσω αυτό, και έσται εις έθνη, και βασιλείς εθνών εξ αυτού έσονται. 17 και έπεσεν Αβραάμ επί πρόσωπον αυτού και εγέλασε και είπεν εν τη διανοία αυτού λέγων· ει τω εκατονταετεί γενήσεται υιος; και ει η Σάρρα ενενήκοντα ετών τέξεται; 18 είπε δε Αβραάμ προς τον Θεόν· Ισμαήλ ούτος ζήτω εναντίον σου. 19 είπε δε ο Θεός προς Αβραάμ· ναί· ιδού Σάρρα η γυνή σου τέξεταί σοι υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ισαάκ, και στήσω την διαθήκην μου προς αυτόν εις διαθήκην αιώνιον, είναι αυτω Θεός και τω σπέρματι αυτού μετ ‘ αυτόν. 20 περί δε Ισμαήλ ιδού επήκουσά σου· και ιδού ευλόγηκα αυτόν και αυξανώ αυτόν και πληθυνώ αυτόν σφόδρα· δώδεκα έθνη γεννήσει και δώσω αυτόν εις έθνος μέγα. 21 την δε διαθήκην μου στήσω προς Ισαάκ, ον τέξεταί σοι Σάρρα εις τον καιρόν τούτον, εν τω ενιαυτω τω ετέρω. 22 συνετέλεσε δε λαλών προς αυτόν και ανέβη ο Θεός από Αβραάμ. 23 Και έλαβεν Αβραάμ Ισμαήλ τον υιόν εαυτού και πάντας τους οικογενείς αυτού και πάντας τους αργυρωνήτους και παν άρσεν των ανδρών των εν τω οίκω Αβραάμ και περιέτεμε τας ακροβυστίας αυτών εν τω καιρω της ημέρας εκείνης, καθά ελάλησεν αυτω ο Θεός. 24 Αβραάμ δε ενενηκονταεννέα ην ετών, ηνίκα περιετέμετο την σάρκα της ακροβυστίας αυτού. 25 Ισμαήλ δε ο υιος αυτού ην ετών δεκατριών, ηνίκα περιετέμετο την σάρκα της ακροβυστίας αυτού. 26
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

30

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εν δε τω καιρω της ημέρας εκείνης περιετμήθη Αβραάμ και Ισμαήλ ο υιος αυτού· 27 και πάντες οι άνδρες του οίκου αυτού και οι οικογενείς αυτού και οι αργυρώνητοι εξ αλλογενών εθνών, περιέτεμεν αυτούς.

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ

1 ΩΦΘΗ δε αυτω ο Θεός προς τη δρυϊ τη Μαμβρή, καθημένου αυτού επί της θύρας της σκηνής αυτού μεσημβρίας. 2 αναβλέψας δε τοις οφθαλμοίς αυτού είδε, και ιδού τρεις άνδρες ειστήκεισαν επάνω αυτού· και ιδών προσέδραμεν εις συνάντησιν αυτοίς από της θύρας της σκηνής αυτού και προσεκύνησεν επί την γην. 3 και είπε· κύριε, ει άρα εύρον χάριν εναντίον σου, μη παρέλθης τον παίδά σου· 4 ληφθήτω δη ύδωρ, και νιψάτωσαν τους πόδας υμών, και καταψύξατε υπό το δένδρον· 5 και λήψομαι άρτον, και φάγεσθε, και μετά τούτο παρελεύσεσθε εις την οδόν υμών, ου ένεκεν εξεκλίνατε προς τον παίδα υμών. και είπαν· ούτω ποίησον, καθώς είρηκας. 6 και έσπευσεν Αβραάμ επί την σκηνήν προς Σάρραν και είπεν αυτη· σπεύσον και φύρασον τρία μέτρα σεμιδάλεως και ποίησον εγκρυφίας. 7 και εις τας βόας έδραμεν Αβραάμ και έλαβεν απαλόν μοσχάριον και καλόν και έδωκε τω παιδί, και ετάχυνε του ποιήσαι αυτό. 8 έλαβε δε βούτυρον, και γάλα, και το μοσχάριον ό εποίησε, και παρέθηκεν αυτοίς, και έφαγον· αυτός δε παρειστήκει αυτοίς υπό το δένδρον. 9 Είπε δε προς αυτόν· που Σάρρα η γυνή σου; ο δε αποκριθείς είπεν· ιδού εν τη σκηνή. 10 είπε δε· επαναστρέφων ήξω προς σε κατά τον καιρόν τούτον εις ωρας, και έξει υιόν Σάρρα η γυνή σου. Σάρρα δε ήκουσε προς τη θύρα της σκηνής, ούσα όπισθεν αυτού. 11 Αβραάμ δε και Σάρρα πρεσβύτεροι προβεβηκότες ημερών, εξέλιπε δε τη Σάρρα γίνεσθαι τα γυναικεία. 12 εγέλασε δε Σάρρα εν εαυτη, λέγουσα· ούπω μεν μοι γέγονεν έως του νυν, ο δε κύριός μου πρεσβύτερος. 13 και είπε Κύριος προς Αβραάμ· τι ότι εγέλασε Σάρρα εν εαυτη, λέγουσα· άρά γε αληθώς τέξομαι; εγώ δε γεγήρακα. 14 μη αδυνατήσει παρά τω Θεω ρήμα; εις τον καιρόν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

31

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

τούτον αναστρέψω προς σε εις ωρας· και έσται τη Σάρρα υιος. 15 ηρνήσατο δε Σάρρα λέγουσα· ουκ εγέλασα· εφοβήθη γαρ. και είπεν αυτη· ουχί, αλλά εγέλασας. 16 Εξαναστάντες δε εκείθεν οι άνδρες κατέβλεψαν επί πρόσωπον Σοδόμων και Γομόρρας. Αβραάμ δε συνεπορεύετο μετ ‘ αυτών συμπροπέμπων αυτούς. 17 ο δε Κύριος είπεν· ου μη κρύψω εγώ από Αβραάμ του παιδός μου, α εγώ ποιώ. 18 Αβραάμ δε γινόμενος έσται εις έθνος μέγα και πολύ, και ενευλογηθήσονται εν αυτω πάντα τα έθνη της γης. 19 ήδειν γαρ ότι συντάξει τοις υιοίς αυτού και τω οίκω αυτού μετ ‘ αυτόν, και φυλάξουσι τας οδούς Κυρίου ποιείν δικαιοσύνην και κρίσιν, όπως αν επαγάγη Κύριος επί Αβραάμ πάντα, όσα ελάλησε προς αυτόν. 20 είπε δε Κύριος· κραυγή Σοδόμων και Γομόρρας πεπλήθυνται προς με, και αι αμαρτίαι αυτών μεγάλαι σφόδρα. 21 καταβάς ουν όψομαι, ει κατά την κραυγήν αυτών την ερχομένην προς με συντελούνται, ει δε μη, ίνα γνώ. 22 και αποστρέψαντες εκείθεν οι άνδρες ήλθον εις Σόδομα. Αβραάμ δε έτι ην εστηκώς εναντίον Κυρίου. 23 και εγγίσας Αβραάμ είπε· μη συναπολέσης δίκαιον μετά ασεβούς και έσται ο δίκαιος ως ο ασεβής; 24 εάν ώσι πεντήκοντα δίκαιοι εν τη πόλει, απολείς αυτούς; ουκ ανήσεις πάντα τον τόπον ένεκεν των πεντήκοντα δικαίων, εάν ώσιν εν αυτη; 25 μηδαμώς συ ποιήσεις ως το ρήμα τούτο, του αποκτείναι δίκαιον μετά ασεβούς, και έσται ο δίκαιος ως ο ασεβής. μηδαμώς· ο κρίνων πάσαν την γην, ου ποιήσεις κρίσιν; 26 είπε δε Κύριος· εάν ώσιν εν Σοδόμοις πεντήκοντα δίκαιοι εν τη πόλει, αφήσω όλην την πόλιν και πάντα τον τόπον δι ‘ αυτούς. 27 και αποκριθείς Αβραάμ είπε· νυν ηρξάμην λαλήσαι προς τον Κύριόν μου, εγώ δε ειμι γη και σποδός· 28 εάν δε ελαττονωθώσιν οι πεντήκοντα δίκαιοι εις τεσσαρακονταπέντε, απολείς ένεκεν των πέντε πάσαν την πόλιν; και είπεν· ου μη απολέσω, εάν εύρω εκεί τεσσσαρακονταπέντε. 29 και προσέθηκεν έτι λαλήσαι προς αυτόν, και είπεν· εάν δε ευρεθώσιν εκεί τεσσαράκοντα; και είπεν· ου μη απολέσω ένεκεν των τεσσαράκοντα. 30 και είπε· μη τι κύριε, εάν λαλήσω; εάν δε ευρεθώσιν εκεί τριάκοντα; και είπεν· ου μη απολέσω ένεκεν των τριάκοντα. 31 και είπεν· επειδή έχω λαλήσαι προς τον κύριον· εάν δε ευρεθώσιν εκεί είκοσι; και είπεν· ου μη απολέσω, εάν εύρω εκεί είκοσι. 32 και είπε· μήτι κύριε, εάν λαλήσω έτι άπαξ· εάν δε ευρεθώσιν εκεί δέκα; και είπεν· ου μη απολέσω ένεκεν των δέκα. 33 απήλθε δε ο Κύριος, ως επαύσατο λαλών τω Αβραάμ, και Αβραάμ απέστρεψεν εις τον τόπον αυτού.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

32

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ

1 ΗΛΘΟΝ δε οι δύο άγγελοι εις Σόδομα εσπέρας· Λωτ δε εκάθητο παρά την πύλην Σοδόμων. ιδών δε Λωτ, εξανέστη εις συνάντησιν αυτοίς και προσεκύνησε τω προσώπω επί την γην. 2 και είπεν· ιδού κύριοι, εκκλίνατε εις τον οίκον του παιδός υμών και καταλύσατε και νίψασθε τους πόδας υμών, και ορθρίσαντες απελεύσεσθε εις την οδόν υμών. και είπαν· ουχί, αλλ ‘ εν τη πλατεία καταλύσομεν. 3 και κατεβιάζετο αυτούς, και εξέκλιναν προς αυτόν και εισήλθον εις τον οίκον αυτού. και εποίησεν αυτοίς πότον, και αζύμους έπεψεν αυτοίς, και έφαγον. 4 προ του κοιμηθήναι δε, οι άνδρες της πόλεως οι Σοδομίται περικύκλωσαν την οικίαν από νεανίσκου έως πρεσβυτέρου, άπας ο λαός άμα. 5 και εξεκαλούντο τον Λωτ και έλεγον προς αυτόν· που εισιν οι άνδρες οι εισελθόντες προς σε την νύκτα; εξάγαγε αυτούς προς ημάς, ίνα συγγενώμεθα αυτοίς. 6 εξήλθε δε Λωτ προς αυτούς προς το πρόθυρον, την δε θύραν προσέωξεν οπίσω αυτού. 7 είπε δε προς αυτούς· μηδαμώς αδελφοί, μη πονηρεύσησθε. 8 εισί δε μοι δύο θυγατέρες, αι ουκ έγνωσαν άνδρα· εξάξω αυτάς προς υμάς, και χράσθε αυταίς, καθά αν αρέσκη υμίν· μόνον εις τους ανδρας τούτους μη ποιήσητε άδικον, ου είνεκεν εισήλθον υπό την σκέπην των δοκών μου. 9 είπαν δε αυτω· απόστα εκεί. εισήλθες παροικείν· μη και κρίσιν κρίνειν; νυν ουν σε κακώσωμεν μάλλον ή εκείνους. και παρεβιάζοντο τον άνδρα τον Λωτ σφόδρα. και ήγγισαν συντρίψαι την θύραν. 10 εκτείναντες δε οι άνδρες τας χείρας εισεσπάσαντο τον Λωτ προς εαυτούς εις τον οίκον, και την θύραν του οίκου απέκλεισαν· 11 τους δε άνδρας τους όντας επί της θύρας του οίκου επάταξαν εν αορασία από μικρού έως μεγάλου, και παρελύθησαν ζητούντες την θύραν. 12 Είπαν δε οι άνδρες ή προς Λωτ· εισί σοι ώδε γαμβροί ή υιοί ή θυγατέρες; ή είτις σοι άλλος εστίν εν τη πόλει, εξάγαγε εκ του τόπου τούτου· 13 ότι ημείς απόλλυμεν τον τόπον τούτον, ότι υψώθη η κραυγή αυτών έναντι Κυρίου, και απέστειλεν ημάς Κύριος εκτρίψαι αυτήν. 14 εξήλθε δε Λωτ και ελάλησε προς τους γαμβρούς αυτού τους ειληφότας τας θυγατέρας αυτού και είπεν· ανάστητε και εξέλθετε εκ του τόπου τούτου, ότι εκτρίβει Κύριος την πόλιν. έδοξε δε
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

33

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

γελοιάζειν εναντίον των γαμβρών αυτού. 15 ηνίκα δε όρθρος εγίνετο, εσπούδαζον οι άγγελοι τον Λωτ λέγοντες· αναστάς λάβε την γυναίκά σου και τας δύο θυγατέρας σου, ας έχεις, και έξελθε, ίνα μη και συ συναπόλη ταις ανομίαις της πόλεως. 16 και εταράχθησαν· και εκράτησαν οι άγγελοι της χειρός αυτού και της χειρός της γυναικός αυτού και των χειρών των δύο θυγατέρων αυτού, εν τω φείσασθαι Κύριον αυτού. 17 και εγένετο, ηνίκα εξήγαγον αυτούς έξω και είπαν· σώζων σωζε την σεαυτού ψυχήν· μη περιβλέψη εις τα οπίσω, μηδέ στης εν πάση τη περιχώρω· εις το όρος σώζου, μήποτε συμπαραληφθής. 18 είπε δε Λωτ προς αυτούς· δέομαι κύριε, 19 επειδή εύρεν ο παις σου έλεος εναντίον σου και εμεγάλυνας την δικαιοσύνην σου, ό ποιείς επ ‘ εμέ του ζήν την ψυχήν μου, εγώ δε ου δυνήσομαι διασωθήναι εις το όρος, μήποτε καταλάβη με τα κακά και αποθάνω. 20 ιδού η πόλις αύτη εγγύς του καταφυγείν με εκεί, ή εστι μικρά, και εκεί διασωθήσομαι· ου μικρά εστι; και ζήσεται η ψυχή μου ένεκέν σου. 21 και είπεν αυτω· ιδού εθαύμασά σου το πρόσωπον και επί τω ρήματι τούτω του μη καταστρέψαι την πόλιν, περί ης ελάλησας· 22 σπεύσον ουν του σωθήναι εκεί· ου γαρ δυνήσομαι ποιήσαι πράγμα, έως του ελθείν σε εκεί. δια τούτο εκάλεσε το όνομα της πόλεως εκείνης Σηγώρ. 23 ο ήλιος εξήλθεν επί την γην, και Λωτ εισήλθεν εις Σηγώρ, 24 και Κύριος έβρεξεν επί Σόδομα και Γόμορρα θείον, και πυρ παρά Κυρίου εξ ουρανού 25 και κατέστρεψε τας πόλεις ταύτας και πάσαν την περίχωρον και πάντας τους κατοικούντας εν ταις πόλεσι και τα ανατέλλοντα εκ της γης. 26 και επέβλεψεν η γυνή αυτού εις τα οπίσω και εγένετο στήλη αλός. 27 Ώρθρισε δε Αβραάμ τω πρωϊ εις τον τόπον, ου ειστήκει εναντίον Κυρίου. 28 και επέβλεψεν επί πρόσωπον Σοδόμων και Γομόρρας και επί πρόσωπον της περιχώρου και είδε, και ιδού ανέβαινε φλόξ εκ της γης, ωσεί ατμίς καμίνου. 29 και εγένετο εν τω εκτρίψαι Κύριον πάσας τας πόλεις της περιοίκου, εμνήσθη ο Θεός του Αβραάμ και εξαπέστειλε τον Λωτ εκ μέσου της καταστροφής, εν τω καταστρέψαι Κύριον τας πόλεις, εν αις κατώκει εν αυταίς Λωτ. 30 Ανέβη δε Λωτ εκ Σηγώρ και εκάθητο εν τω όρει αυτός και αι δύο θυγατέρες αυτού μετ ‘ αυτού· εφοβήθη γαρ κατοικήσαι εν Σηγώρ. και κατώκησεν εν τω σπηλαίω, αυτός και αι δύο θυγατέρες αυτού μετ ‘ αυτού. 31 είπε δε η πρεσβυτέρα προς την νεωτέραν· ο πατήρ ημών πρεσβύτερος, και ουδείς εστιν επί της γης, ος εισελεύσεται προς ημάς, ως καθήκει πάση τη γη· 32 δεύρο και ποτίσωμεν τον πατέρα ημών οίνον και κοιμηθώμεν μετ ‘ αυτού και εξαναστήσωμεν εκ του πατρός ημών σπέρμα. 33 επότισαν δε τον πατέρα αυτών οίνον εν τη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

34

και εφεισάμην σου του μη αμαρτείν σε εις εμέ· ένεκα τούτου ουκ αφήκά σε άψασθαι αυτής. έθνος αγνοούν και δίκαιον απολείς. μη ποτε αποκτείνωσιν αυτόν οι άνδρες της πόλεως δι ‘ αυτήν. 36 και συνέλαβον αι δύο θυγατέρες Λωτ εκ του πατρός αυτών. βασιλεύς Γεράρων. και ουκ ήδει εν τω κοιμηθήναι αυτόν και αναστήναι. γνώση ότι αποθανή συ και πάντα τα σά. και παρώκησεν εν Γεράροις. ότι προφήτης εστί και προσεύξεται περί σου και ζήση· ει δε μη αποδίδως. 3 και εισήλθεν ο Θεός προς Αβιμέλεχ εν ύπνω την νύκτα και είπεν· ιδού συ αποθνήσκεις περί της γυναικός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νυκτί εκείνη. και εισελθούσα η νεωτέρα εκοιμήθη μετά του πατρός αυτής. 38 έτεκε δε και η νεωτέρα υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Αμμάν. 6 λίγο είπε δε αυτω ο Θεός καθ ‘ ύπνον· καγώ έγνων ότι εν καθαρά καρδία εποίησας τούτο. εν καθαρά καρδία και εν δικαιοσύνη χειρών εποίησα τούτο. 8 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 35 . ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εκίνησεν εκείθεν Αβραάμ ει γην προς λίβα και ώκησεν ανά μέσον Κάδης και ανά μέσον Σουρ. λέγουσα· υιος γένους μου· ούτος πατήρ Αμμανιτών έως της σήμερον ημέρας. και ουκ ήδει εν τω κοιμηθήναι αυτόν και εν τω αναστήναι. αύτη δε εστι συνωκηυία ανδρί. 4 Αβιμέλεχ δε ουχ ήψατο αυτής και είπε· Κύριε. απέστειλε δε Αβιμέλεχ. ότι αδελφή μου εστίν· εφοβήθη γαρ ειπείν ότι γυνή μου εστί. αδελφή μου εστί. και εξαναστήσωμεν εκ του πατρός ημών σπέρμα. 2 είπε δε Αβραάμ περί Σάρρας της γυναικός αυτού. 35 επότισαν δε και εν τη νυκτί εκείνη τον πατέρα αυτών οίνον. 5 ουκ αυτός μοι είπεν. και αύτη μοι είπεν. 7 νυν δε απόδος την γυναίκα τω ανθρώπω. και εισελθούσα κοιμήθητι μετ' αυτού. 34 εγένετο δε εν τη επαύριον και είπεν η πρεσβυτέρα προς την νεωτέραν· ιδού εκοιμήθην χθές μετά του πατρός ημών· ποτίσωμεν αυτόν οίνον και εν τη νυκτί ταύτη. ης έλαβες. και εισελθούσα η πρεσβυτέρα εκοιμήθη μετά του πατρός αυτής εν τη νυκτί εκείνη. και έλαβε την Σάρραν. 37 και έτεκεν η πρεσβυτέρα υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Μωάβ λέγουσα· εκ του πατρός μου· ούτος πατήρ Μωαβιτών έως της σήμερον ημέρας. αδελφός μου εστίν.

ότι αδελφός μου εστίν. 7 και είπε· τις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 36 . και έτεκον· 18 ότι συγκλείων συνέκλεισε Κύριος έξωθεν πάσαν μήτραν εν τω οίκω Αβιμέλεχ. καθά ελάλησεν αυτω Κύριος. 10 είπε δε Αβιμέλεχ τω Αβραάμ· τι ενιδών εποίησας τούτο. ότι επήγαγες επ ‘ εμέ και επί την βασιλείαν μου αμαρτίαν μεγάλην. 6 είπε δε Σάρρα· γέλωτά μοι εποίησε Κύριος· ος γαρ αν ακούση. 15 και είπεν Αβιμέλεχ τω Αβραάμ· ιδού η γη μου εναντίον σου· ου εάν σοι αρέσκη. εις τον καιρόν. πεποίηκάς μοι. 16 τη δε Σάρρα είπεν· ιδού δέδωκα χίλια δίδραχμα τω αδελφω σου· ταύτα έσται σοι εις την τιμή του προσώπου σου και πάσαις ταις μετά σου· και πάντα αλήθευσον. εμέ τε αποκτενούσιν ένεκεν της γυναικός μου. 12 και γαρ αληθώς αδελφή μου εστίν εκ πατρός. και είπεν αυτω· τι τούτο εποίησας ημίν. 4 περιέτεμε δε Αβραάμ τον Ισαάκ τη ημέρα τη ογδόη. ένεκεν Σάρρας της γυναικός Αβραάμ. 13 εγένετο δε. συγχαρείταί μοι. και ιάσατο ο Θεός τον Αβιμέλεχ και την γυναίκα αυτού και τας παιδίσκας αυτού. 9 και εκάλεσεν Αβιμέλεχ τον Αβραάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ώρθρισεν Αβιμέλεχ τω πρωϊ και εκάλεσε πάντας τους παίδας αυτού και ελάλησε πάντα τα ρήματα ταύτα εις τα ώτα αυτών. 5 και Αβραάμ ην εκατόν ετών. 17 προσηύξατο δε Αβραάμ προς τον Θεόν. ειπόν εμέ. ον έτεκεν αυτω Σάρρα. Ισαάκ. αλλ ‘ ουκ εκ μητρός· εγενήθη δε μοι εις γυναίκα. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ Κύριος επεσκέψατο την Σάρραν. και εποίησε Κύριος τη Σάρρα καθά ελάλησε. άρα ουκ έστι θεοσέβεια εν τω τόπω τούτω. 3 και εκάλεσεν Αβραάμ το όνομα του υιού αυτού του γενομένου αυτω. και είπα αυτη· ταύτην την δικαιοσύνην ποιήσεις εις εμέ. καθά είπε. καθά ενετείλατο αυτω ο Θεός. εφοβήθησαν δε πάντες οι άνθρωποι σφόδρα. ηνίκα εξήγαγέ με ο Θεός εκ του οίκου του πατρός μου. ηνίκα εγένετο αυτω Ισαάκ ο υιος αυτού. εις πάντα τόπον ου εάν εισέλθωμεν εκεί. έργον. 11 είπε δε Αβραάμ· είπα γαρ. 2 και συλλαβούσα έτεκε τω Αβραάμ υιόν εις το γήρας. ό ουδείς ποιήσει. μήτι ημάρτομεν εις σε. κατοίκει. 14 έλαβε δε Αβιμέλεχ χίλια δίδραχμα και πρόβατα και μόσχους και παίδας και παιδίσκας και έδωκε τω Αβραάμ και απέδωκεν αυτω Σάρραν την γυναίκα αυτού.

εγένετο δε τοξότης. 18 ανάστηθι και λαβέ το παιδίον και κράτησον τη χειρί σου αυτό· εις γαρ έθνος μέγα ποιήσω αυτό. απελθούσα δε επλανάτο κατά την έρημον. κατά το φρέαρ του όρκου. 12 είπε δε ο Θεός τω Αβραάμ· μη σκληρόν έστω εναντίον σου περί του παιδίου και περί της παιδίσκης· πάντα αν όσα είπη σοι Σάρρα. ότι θηλάζει παιδίον Σάρρα. και ηυξήθη. ουδέ συ μοι απήγγειλας. ου μη ίδω τον θάνατον του παιδίου μου. ου εστιν. και είδε φρέαρ ύδατος ζώντος και επορεύθη και έπλησε τον ασκόν ύδατος και επότισε το παιδίον. 25 και ήλεγξεν Αβραάμ τον Αβιμέλεχ περί των φρεάτων του ύδατος. 24 και είπεν Αβραάμ· εγώ ομούμαι. 22 Εγένετο δε εν τω καιρω εκείνω και είπεν Αβιμέλεχ και Οχοζάθ ο νυμφαγωγός αυτού και Φιχόλ ο αρχιστράτηγος της δυνάμεως αυτού προς Αβραάμ λέγων· ο Θεός μετά σου εν πάσιν. 16 απελθούσα δε εκάθητο απέναντι αυτού μακρόθεν ωσεί τόξου βολήν· είπε γαρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναγγελεί τω Αβραάμ. 14 ανέστη δε Αβραάμ το πρωϊ και έλαβεν άρτους και ασκόν ύδατος και έδωκε τη Άγαρ και επέθηκεν επί των ώμων αυτής το παιδίον και απέστειλεν αυτήν. και εκάθισεν απέναντι αυτού. 19 και ανέωξεν ο Θεός τους οφθαλμούς αυτής. 11 σκληρόν δε εφάνη το ρήμα σφόδρα εναντίον Αβραάμ περί του υιού αυτού. οίς εάν ποιής· 23 νυν ουν όμοσόν μοι τον Θεόν. ου ην. ότι σπέρμα σόν εστιν. και έλαβεν αυτω η μήτηρ γυναίκα εκ γης Αιγύπτου. και εποίησεν Αβραάμ δοχήν μεγάλην. 20 και ην ο Θεός μετά του παιδίου. 8 Και ηυξήθη το παιδίον και απεγαλακτίσθη. 15 εξέλιπε δε το ύδωρ εκ του ασκού. ότι εν Ισαάκ κληθήσεταί σοι σπέρμα. ος εγένετο τω Αβραάμ. παίζοντα μετά Ισαάκ του υιού αυτής· 10 και είπε τω Αβραάμ· έκβαλε την παιδίσκην ταύτην και τον υιόν αυτής· ου γαρ μη κληρονομήσει ο υιος της παιδίσκης ταύτης μετά του υιού μου Ισαάκ. ην εποίησα μετά σου. άκουε της φωνής αυτής. και έρριψε το παιδίον υποκάτω μιάς ελάτης. ποιήσεις μετ ‘ εμού. 17 εισήκουσε δε ο Θεός της φωνής του παιδίου εκ του τόπου. 13 και τον υιόν δε της παιδίσκης ταύτης εις έθνος μέγα ποιήσω αυτόν. μη φοβού· επακήκοε γαρ ο Θεός της φωνής του παιδίου εκ του τόπου. 9 ιδούσα δε Σάρρα τον υιόν Άγαρ της Αιγυπτίας. 21 και κατώκησεν εν τη ερήμω τη Φαράν. αναβοήσαν δε το παιδίον έκλαυσεν. ων αφείλοντο οι παίδες του Αβιμέλεχ. ουδέ εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 37 . 26 και είπεν αυτω Αβιμέλεχ· ουκ έγνων τις εποίησέ σοι το ρήμα τούτο. ότι έτεκον υιόν εν τω γήρα μου. μη αδικήσειν με μηδέ το σπέρμα μου. ή ημέρα απεγαλακτίσθη Ισαάκ ο υιος αυτού. μηδέ το όνομά μου· αλλά κατά την δικαιοσύνην. ή συ παρώκησας εν αυτη. και εκάλεσεν άγγελος Θεού την Άγαρ εκ του ουρανού και είπεν αυτη· τι εστιν Άγαρ. και τη γη. και κατώκησεν εν τη ερήμω.

ο δε είπε· τι εστι. τον Ισαάκ. ότι εκεί ώμοσαν αμφότεροι. και διέθεντο αμφότεροι διαθήκην. 4 και αναβλέψας Αβραάμ τοις οφθαλμοίς αυτού. 33 και εφύτευσεν· Αβραάμ άρουραν επί τω φρέατι του όρκου και επεκαλέσατο εκεί το όνομα Κυρίου. 30 και είπεν Αβραάμ. αλλ ‘ ή σήμερον. 27 και έλαβεν Αβραάμ πρόβατα και μόσχους. Φρέαρ ορκισμού. ότι τας επτά αμνάδας λήψη παρ ‘ εμού. και επέστρεψαν εις την γην των Φυλιστιείμ. ο δε είπεν· ιδού εγώ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 38 . ότι εγώ ώρυξα το φρέαρ τούτο. ας έστησας μόνας. ων αν σοι είπω. 8 είπε δε Αβραάμ· ο Θεός όψεται εαυτω πρόβατον εις ολοκάρπωσιν. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά τα ρήματα ταύτα ο Θεός επείρασε τον Αβραάμ και είπεν αυτω· Αβραάμ. 3 αναστάς δε Αβραάμ το πρωϊ επέσαξε την όνον αυτού· παρέλαβε δε μεθ ‘ εαυτού δύο παίδας και Ισαάκ τον υιόν αυτού και σχίσας ξύλα εις ολοκάρπωσιν. ανέστη δε Αβιμέλεχ και Οχοζάθ ο νυμφαγωγός αυτού και Φιχόλ ο αρχιστράτητος της δυνάμεως αυτού. τέκνον. ον ηγάπησας. είπε δε· ιδού το πυρ και τα ξύλα· που εστι το πρόβατον το εις ολοκάρπωσιν. τη ημέρα τη τρίτη. και πορεύθητι εις την γην την υψηλήν και ανένεγκον αυτόν εκεί εις ολοκάρπωσιν εφ ‘ εν των ορέων. αναστάς επορεύθη και ήλθεν επί τον τόπον. 31 δια τούτο επωνόμασε το όνομα του τόπου εκείνου. 28 και έστησεν Αβραάμ επτά αμνάδας προβάτων μόνας. 6 έλαβε δε Αβραάμ τα ξύλα της ολοκαρπώσεως και επέθηκεν Ισαάκ τω υιω αυτού· έλαβε δε μετά χείρας και το πυρ και την μάχαιραν. Θεός αιώνιος. 2 και είπε· λαβέ τον υιόν σου τον αγαπητόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήκουσα. ον είπεν αυτω ο Θεός. ίνα ώσί μοι εις μαρτύριον. Αβραάμ. 34 παρώκησε δε Αβραάμ εν τη γη των Φυλιστιείμ ημέρας πολλάς. 5 και είπεν Αβραάμ τοις παισίν αυτού· καθίσατε αυτού μετά της όνου. είδε τον τόπον μακρόθεν. και επορεύθησαν οι δύο άμα. 29 και είπεν Αβιμέλεχ τω Αβραάμ· τι εισιν αι επτά αμνάδες των προβάτων τούτων. εγώ δε και το παιδάριον διελευσόμεθα έως ώδε και προσκυνήσαντες αναστρέψομεν προς υμάς. 32 και διέθεντο διαθήκην εν τω φρέατι του ορκισμού. 7 είπε δε Ισαάκ προς Αβραάμ τον πατέρα αυτού· πάτερ. και έδωκε τω Αβιμέλεχ.

ου είνεκεν εποίησας το ρήμα τούτο. Αβραάμ. και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου. έτεκε και αυτή τον Ταβέκ και τον Ταάμ και τον Τοχός και τον Μοχά. λέγων· 16 κατ ‘ εμαυτού ώμοσα. ανθ ‘ ων υπήκουσας της εμής φωνής. και συμποδίσας Ισαάκ τον υιόν αυτού. 12 και είπε· μη επιβάλης την χείρά σου επί το παιδάριον μηδέ ποιήσης αυτω μηδέν· νυν γαρ έγνων. 15 και εκάλεσεν άγγελος Κυρίου τον Αβραάμ δεύτερον εκ του ουρανού. 21 τον Ούζ πρωτότοκον και τον Βαύξ αδελφόν αυτού και τον Καμουήλ πατέρα Σύρων 22 και τον Χαζάδ και Αζαύ και τον Φαλδές και τον Ιελδάφ και τον Βαθουήλ· 23 Βαθουήλ δε εγέννησε την Ρεβέκκαν. 11 και εκάλεσεν αυτόν άγγελος Κυρίου εκ του ουρανού και είπεν· Αβραάμ. ως τους αστέρας του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τέκνον. πορευθέντες δε αμφότεροι άμα. 24 και η παλλακή αυτού. επέθηκεν αυτόν επί το θυσιαστήριον επάνω των ξύλων. και αναστάντες επορεύθησαν άμα επί το φρέαρ του όρκου. λέγει Κύριος. Κύριος είδεν. εν τω όρει Κύριος ώφθη. ον είπεν αυτω ο Θεός. και κληρονομήσει το σπέρμα σου τας πόλεις των υπεναντίων· 18 και ενευλογηθήσονται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης. και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι ‘ εμέ. 17 ή μην ευλογών ευλογήσω σε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 39 . οκτώ ούτοι υιοί. 19 απεστράφη δε Αβραάμ προς τους παίδας αυτού. 13 και αναβλέψας Αβραάμ τοις οφθαλμοίς αυτού είδε. 14 και εκάλεσεν Αβραάμ το όνομα του τόπου εκείνου. ή όνομα Ρεημά. ο δε είπεν· ιδού εγώ. και κατώκησεν Αβραάμ επί το φρέαρ του όρκου. 10 και εξέτεινεν Αβραάμ την χείρα αυτού λαβείν την μάχαιραν σφάξαι τον υιόν αυτού. ους έτεκε Μελχά τω Ναχώρ τω αδελφω Αβραάμ. ότι φοβή συ τον Θεόν και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι ‘ εμέ. ίνα είπωσι σήμερον. και ωκοδόμησεν εκεί Αβραάμ το θυσιαστήριον και επέθηκε τα ξύλα. και ιδού κριός εις κατεχόμενος εν φυτω Σαβέκ των κεράτων· και επορεύθη Αβραάμ και έλαβε τον κριόν και ανήνεγκεν αυτόν εις ολοκάρπωσιν αντί Ισαάκ του υιού αυτού. 9 ήλθον επί τον τόπον. 20 Εγένετο δε μετά τα ρήματα ταύτα και ανηγγέλη τω Αβραάμ λέγοντες· ιδού τέτοκε Μελχά και αυτή υιούς τω Ναχώρ τω αδελφω σου.

βασιλεύς παρά Θεού συ ει εν ημίν· εν τοις εκλεκτοίς μνημείοις ημών θάψον τον νεκρόν σου· ουδείς γαρ ημών ου μη κωλύσει το μνημείον αυτού από σου του θάψαι τον νεκρόν σου εκεί. κύριε. και θάψω τον νεκρόν μου εκεί. ος εστι κατά πρόσωπον Μαμβρή. 10 Εφρών δε εκάθητο εν μέσω των υιών Χετ· αποκριθείς δε Εφρών ο Χετταίος προς Αβραάμ είπεν. και άκουσόν μου· τον αγρόν και το σπήλαιον το εν αυτω σοί δίδωμι· εναντίον πάντων των πολιτών μου δέδωκά σοι· θάψον τον νεκρόν σου· 12 και προσεκύνησεν Αβραάμ εναντίον του λαού της γης 13 και είπε τω Εφρών εις τα ώτα εναντίον του λαού της γης· επειδή προς εμού ει. το ον εν μέρει του αγρού αυτού· αργυρίου του αξίου δότω μοι αυτό εν υμίν εις κτήσιν μνημείου. 9 και δότω μοι το σπήλαιον το διπλούν. εις κτήσιν εναντίον των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 40 . και παν δένδρον. 16 και ήκουσεν Αβραάμ του Εφρών. τοις υιοίς του Χετ. 14 απεκρίθη δε Εφρών τω Αβραάμ λέγων· 15 ουχί κύριε. γη τετρακοσίων διδράχμων αργυρίου. 8 και ελάλησε προς αυτούς Αβραάμ λέγων· ει έχετε τη ψυχή υμών. ή εστιν εν τω κοιλώματι (αύτη εστί Χεβρών) εν τη γη Χαναάν. λέγων· 11 παρ ‘ εμοί γενού. και θάψω τον νεκρόν μου απ ‘ εμού. ήλθε δε Αβραάμ κόψασθαι Σάρραν και πενθήσαι. 18 τω Αβραάμ. ό ην εν τω αγρω. αλλά τι αν είη τούτο ανά μέσον εμού και σου. ωστε θάψαι τον νεκρόν μου από προσώπου μου. 5 απεκρίθησαν δε οι υιοί Χετ προς Αβραάμ λέγοντες· μη κύριε· 6 άκουσον δε ημών. 7 αναστάς δε Αβραάμ προσεκύνησε τω λαω της γης. ακήκοα γαρ. 17 και έστη ο αγρός Εφρών. τετρακόσια δίδραχμα αργυρίου δοκίμου εμπόροις. ό ην εν αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε η ζωή Σάρρας έτη εκατόν εικοσιεπτά. ο αγρός και το σπήλαιον. ος ην εν τω διπλω σπηλαίω. 2 και απέθανε Σάρρα εν πόλει Αρβόκ. ό εστιν αυτω. και παν ό εστιν εν τοις ορίοις αυτού κύκλω. συ δε τον νεκρόν σου θάψον. άκουσόν μου· το αργύριον του αγρού λάβε παρ ‘ εμού. ό ελάλησεν εις τα ώτα των υιών Χετ. 3 και ανέστη Αβραάμ από του νεκρού αυτού και είπεν Αβραάμ τοις υιοίς του Χετ λέγων· 4 πάροικος και παρεπίδημος εγώ ειμι μεθ ‘ υμών· δότε μοι ουν κτήσιν τάφου μεθ ‘ υμών. και αποκατέστησεν Αβραάμ τω Εφρών το αργύριον. ακουόντων των υιών Χετ και των εισπορευομένων εις την πόλιν πάντων. ακούσατέ μου και λαλήσατε περί εμού Εφρών τω του Σαάρ.

8 εάν δε μη θέλη η γυνή πορευθήναι μετά σου εις την γην ταύτην. 19 μετά ταύτα έθαψεν Αβραάμ Σάρραν την γυναίκα αυτού εν τω σπηλαίω του αγρού τω διπλω. ηνίκα εκπορεύονται αι υδρευόμεναι. ό εστιν απέναντι Μαμβρή (αύτη εστί Χεβρών) εν τη γη Χαναάν. ος έλαβέ με εκ του οίκου του πατρός μου και εκ της γης. και ο Κύριος ηυλόγησε τον Αβραάμ κατά πάντα. 12 και είπε· Κύριε ο Θεός του κυρίου μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 41 . 3 και εξορκιώ σε Κύριον τον Θεόν του ουρανού και τον Θεόν της γης. τω Αβραάμ εις κτήσιν τάφου παρά των υιών Χετ. 4 αλλ ‘ ή εις την γην μου. πορεύση και εις την φυλήν μου και λήψη γυναίκα τω υιω μου Ισαάκ εκείθεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Χετ και πάντων των εισπορευομένων εις την πόλιν. 10 Και έλαβεν ο παις δέκα καμήλους από των καμήλων του κυρίου αυτού και από πάντων των αγαθών του κυρίου αυτού μεθ ‘ εαυτού και αναστάς επορεύθη εις την Μεσοποταμίαν εις την πόλιν Ναχώρ. ου εγεννήθην. ος ελάλησέ μοι και ος ώμοσέ μοι λέγων· σοί δώσω την γην ταύτην και τω σπέρματί σου. 11 και εκοίμισε τας καμήλους έξω της πόλεως παρά το φρέαρ του ύδατος το προς οψέ. καθαρός έση από του όρκου μου· μόνον τον υιόν μου μη αποστρέψης εκεί. μη αποστρέψης τον υιόν μου εκεί. μεθ ‘ ων εγώ οικώ εν αυτοίς. όθεν εξήλθες εκείθεν. αυτός αποστελεί τον άγγελον αυτού έμπροσθέν σου. 5 είπε δε προς αυτόν ο παις· μη ποτε ου βούληται η γυνή πορευθήναι μετ ‘ εμού οπίσω εις την γην ταύτην· αποστρέψω τον υιόν σου εις την γην. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ Αβραάμ ην πρεσβύτερος προβεβηκώς ημερών. 7 Κύριος ο Θεός του ουρανού και ο Θεός της γης. ης εγεννήθην. και λήψη γυναίκα τω υιω μου εκείθεν. 9 και έθηκεν ο παις την χείρα αυτού υπό τον μηρόν Αβραάμ του κυρίου αυτού και ώμοσεν αυτω περί του ρήματος τούτου. 2 και είπεν Αβραάμ τω παιδί αυτού τω πρεσβυτέρω της οικίας αυτού τω άρχοντι πάντων των αυτού· θές την χείρά σου υπό τον μηρόν μου. 6 είπε δε προς αυτόν Αβραάμ· πρόσεχε σεαυτω. ίνα μη λάβης γυναίκα τω υιω μου Ισαάκ από των θυγατέρων των Χαναναίων. ό ην εν αυτω. 20 και εκυρώθη ο αγρός και το σπήλαιον.

21 ο δε άνθρωπος κατεμάνθανεν αυτήν και παρεσιώπα του γνώναι. και εν τούτω γνώσομαι ότι εποίησας έλεος μετά του κυρίου μου Αβραάμ. αι δε θυγατέρες των οικούντων την πόλιν εκπορεύονται αντλήσαι ύδωρ. 15 και εγένετο προ του συντελέσαι αυτόν λαλούντα εν τη διανοία αυτού. 30 και εγένετο ηνίκα είδε τα ενώτια και τα ψέλλια εν ταις χερσί της αδελφής αυτού και ότε ήκουσε τα ρήματα Ρεβέκκας της αδελφής αυτού λεγούσης· ούτω λελάληκέ μοι ο άνθρωπος. ηνίκα επαύσαντο πάσαι αι κάμηλοι πίνουσαι. 23 και επηρώτησεν αυτήν και είπε· θυγάτηρ τίνος ει. 18 η δε είπε· πίε. έως επαύσατο πίνων. ος ουκ εγκατέλιπε την δικαιοσύνην αυτού και την αλήθειαν από του κυρίου μου· εμέ τε ευώδωκε Κύριος εις οίκον του αδελφού του κυρίου μου. πίε συ. ίνα πίω. επίκλινον την υδρίαν σου. ή αν εγώ είπω. 22 εγένετο δε. 20 και έσπευσε και εξεκένωσε την υδρίαν εις το ποτιστήριον και έδραμεν επί το φρέαρ αντλήσαι πάλιν και υδρεύσατο πάσαις ταις καμήλοις. αδελφού δε Αβραάμ. ανάγγειλόν μοι. ον έτεκε τω Ναχώρ. και τας καμήλους σου ποτιώ. ευόδωσον εναντίον εμού σήμερον και ποίησον έλεος μετά του κυρίου μου Αβραάμ. και είπη μοι. 26 και ευδοκήσας ο άνθρωπος προσεκύνησε τω Κυρίω και είπεν· 27 ευλογητός Κύριος ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αβραάμ. έχουσα την υδρίαν επί των ώμων αυτής. 13 ιδού εγώ έστηκα επί της πηγής του ύδατος. εγώ δε ητοίμασα την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 42 . και έσπευσε και καθείλε την υδρίαν επί τον βραχίονα αυτής και επότισεν αυτόν. ταύτην ητοίμασας τω παιδί σου τω Ισαάκ. 28 Και δραμούσα η παις ανήγγειλεν εις τον οίκον της μητρός αυτής κατά τα ρήματα ταύτα. ανήρ ουκ έγνω αυτήν. 24 η δε είπεν αυτω· θυγάτηρ Βαθουήλ ειμι του Μελχάς. έως αν πάσαι πίωσι. 16 η δε παρθένος ην καλή τη όψει σφόδρα· παρθένος ην. και ήλθε προς τον άνθρωπον εστηκότος αυτού επί των καμήλων επί της πηγής 31 και είπεν αυτω· δεύρο είσελθε· ευλογητός Κυρίου· ινατί έστηκας έξω. κύριε. 25 και είπεν αυτω· και άχυρα και χορτάσματα πολλά παρ ‘ ημίν και τόπος του καταλύσαι. και ιδού Ρεβέκκα εξεπορεύετο η τεχθείσα Βαθουήλ. 29 τη δε Ρεβέκκα αδελφός ην ω όνομα Λάβαν· και έδραμε Λάβαν προς τον άνθρωπον έξω επί την πηγήν. έως αν παύσωνται πίνουσαι. 14 και έσται η παρθένος. ει ευώδωκε Κύριος την οδόν αυτού ή ου. 17 επέδραμε δε ο παις εις συνάντησιν αυτής και είπε· πότισόν με μικρόν ύδωρ εκ της υδρίας σου. καταβάσα δε επί την πηγήν έπλησε την υδρίαν αυτής και ανέβη. υιω Μελχάς της γυναικός Ναχώρ. ει έστι παρά τω πατρί σου τόπος ημίν του καταλύσαι. έλαβεν ο άνθρωπος ενώτια χρυσά ανά δραχμήν ολκής και δύο ψέλλια επί τας χείρας αυτής. 19 και είπε· και ταις καμήλοις σου υδρεύσομαι. δέκα χρυσών ολκή αυτών.

καμήλους και όνους. και περιέθηκα αυτη τα ενώτια και τα ψέλλια περί τας χείρας αυτής· 48 και ευδοκήσας προσεκύνησα τω Κυρίω και ευλόγησα Κύριον τον Θεόν του κυρίου μου Αβραάμ. 34 Και είπε· παις Αβραάμ εγώ ειμι. και υψώθη· και έδωκεν αυτω πρόβατα και μόσχους και αργύριον και χρυσίον. 45 και εγένετο προ του συντελέσαι με λαλούντα εν τη διανοία μου. 39 είπα δε τω κυρίω μου· μήποτε ου πορεύσεται η γυνή μετ ‘ εμού. και τας καμήλους σου ποτιώ. έως του λαλήσαί με τα ρήματά μου. 43 ιδού εγώ εφέστηκα επί της πηγής του ύδατος. ανάγγειλόν μοι. αυτός εξαποστελεί τον άγγελον αυτού μετά σου και ευοδώσει την οδόν σου. ος ευώδωσέ με εν οδω αληθείας. και έδωκεν αυτω όσα ην αυτω. παίδας και παιδίσκας. 41 τότε αθωος έση από της αράς μου· ηνίκα γαρ εάν έλθης εις την φυλήν μου και μη σοι δώσι. λαβείν την θυγατέρα του αδελφού του κυρίου μου τω υιω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 43 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οικίαν και τόπον ταις καμήλοις. ή αν εγώ είπω. αύτη η γυνή. και έπιον και τας καμήλους επότισε. 36 και έτεκε Σάρρα η γυνή του κυρίου μου υιόν ένα τω κυρίω μου μετά το γηράσαι αυτόν. και έση αθωος από του ορκισμού μου. 35 Κύριος δε ηυλόγησε τον κύριόν μου σφόδρα. και έσται η παρθένος. ότι πεποίηκας έλεος τω κυρίω μου Αβραάμ. 33 και παρέθηκεν αυτοίς άρτους φαγείν. η δε έφη· θυγάτηρ Βαθουήλ ειμι του υιού Ναχώρ. είπα δε αυτη· πότισόν με. 37 και ωρκισέ με ο κύριός μου. ον έτεκεν αυτω Μελχά. και λήψη γυναίκα τω υιω μου εκ της φυλής μου και εκ του οίκου του πατρός μου. και είπαν· λάλησον. 32 εισήλθε δε ο άνθρωπος εις την οικίαν και απέσαξε τας καμήλους και έδωκεν άχυρα και χορτάσματα ταις καμήλοις και ύδωρ νίψασθαι τοις ποσίν αυτού και τοις ποσί των ανδρών των μετ ‘ αυτού. 42 και ελθών σήμερον επί την πηγήν είπα· Κύριε ο Θεός του κυρίου μου Αβραάμ. 44 και είπη μοι. και είπεν· ου μη φάγω. πότισόν με εκ της υδρίας σου μικρόν ύδωρ. εν οίς εγώ παροικώ εν τη γη αυτών. εν ή νυν εγώ πορεύομαι εν αυτη. λέγων· ου λήψη γυναίκα τω υιω μου από των θυγατέρων των Χαναναίων. 38 αλλ ‘ ή εις τον οίκον του πατρός μου πορεύση και εις την φυλήν μου και λήψη γυναίκα τω υιω μου εκείθεν. ην ητοίμασε Κύριος τω εαυτού θεράποντι Ισαάκ. ει συ ευοδοίς την οδόν μου. 47 και ηρώτησα αυτήν· και είπα· θυγάτηρ τίνος ει. και αι θυγατέρες των ανθρώπων της πόλεως εκπορεύονται αντλήσαι ύδωρ. και εν τούτω γνώσομαι. ευθύς Ρεβέκκα εξεπορεύετο έχουσα την υδρίαν επί των ώμων και κατέβη επί την πηγήν και υδρεύσατο. 40 και είπέ μοι· Κύριος ο Θεός. ω ευηρέστησα εναντίον αυτού. 46 και σπεύσασα καθείλε την υδρίαν επί τον βραχίονα αυτής αφ ‘ εαυτής και είπε· πίε συ. και συ πίε και ταις καμήλοις σου υδρεύσομαι.

ίνα επιστρέψω εις δεξιάν ή αριστεράν. 51 ιδού Ρεβέκκα ενώπιόν σου· λαβών απότρεχε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 44 . και Κύριος ευώδωσε την οδόν μου εν εμοί· εκπέμψατέ με. 50 Αποκριθείς δε Λάβαν και Βαθουήλ είπαν· παρά Κυρίου εξήλθε το πρόσταγμα τούτο· ου δυνησόμεθα ουν σοι αντειπείν κακόν ή καλόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. η δε λαβούσα το θέριστρον περιεβάλετο. 52 εγένετο δε εν τω ακούσαι τον παίδα του Αβραάμ των ρημάτων τούτων. απαγγείλατέ μοι. η δε είπε· πορεύσομαι. 61 αναστάσα δε Ρεβέκκα και αι άβραι αυτής. 66 και διηγήσατο ο παις τω Ισαάκ πάντα τα ρήματα. καθά ελάλησε Κύριος. 54 και έφαγον και έπιον και αυτός και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού όντες. ίνα απέλθω προς τον κύριόν μου. 55 είπαν δε οι αδελφοί αυτής και η μήτηρ· μεινάτω η παρθένος μεθ ‘ ημών ημέρας ωσεί δέκα. απαγγείλατέ μοι. 57 οι δε είπαν· καλέσωμεν την παίδα και ερωτήσωμεν το στόμα αυτής. προσεκύνησεν επί την γην τω Κυρίω. 64 και αναβλέψασα Ρεβέκκα τοις οφθαλμοίς είδε τον Ισαάκ και κατεπήδησεν από της καμήλου. Και αναστάς το πρωϊ είπεν· εκπέμψατέ με. 63 και εξήλθεν Ισαάκ αδολεσχήσαι εις το πεδίον το προς δείλης και αναβλέψας τοις οφθαλμοίς αυτού είδε καμήλους ερχομένας. και ηγάπησεν αυτήν· και παρεκλήθη Ισαάκ περί Σάρρας της μητρός αυτού. και αναλαβών ο παις την Ρεβέκκαν απήλθεν. και εγένετο αυτού γυνή. α εποίησεν. 58 και εκάλεσαν την Ρεβέκκαν και είπαν αυτη· πορεύση μετά του ανθρώπου τούτου. ίνα απέλθω προς τον κύριόν μου. 67 εισήλθε δε Ισαάκ εις τον οίκον της μητρός αυτού και έλαβε την Ρεβέκκαν. 59 και εξέπεμψαν Ρεβέκκαν την αδελφήν αυτών και τα υπάρχοντα αυτής και τον παίδα του Αβραάμ και τους μετ ‘ αυτού. και μετά ταύτα απελεύσεται. και έστω γυνή τω υιω του κυρίου σου. 62 Ισαάκ δε διεπορεύετο δια της ερήμου κατά το φρέαρ της οράσεως· αυτός δε κατώκει εν τη γη τη προς λίβα. 65 και είπε τω παιδί· τις εστιν ο άνθρωπος εκείνος ο πορευόμενος εν τω πεδίω εις συνάντησιν ημίν. 56 ο δε είπε προς αυτούς· μη κατέχετέ με. και εκοιμήθησαν. είπε δε ο παις· ούτός εστιν ο κύριός μου. 49 ει ουν ποιείτε υμείς έλεος και δικαιοσύνην προς τον κύριόν μου. ει δε μη. 60 και ευλόγησαν Ρεβέκκαν και είπαν αυτη· αδελφή ημών ει· γίνου εις χιλιάδας μυριάδων. 53 και εξενέγκας ο παις σκεύη αργυρά και χρυσά και ιματισμόν έδωκε τη Ρεβέκκα και δώρα έδωκε τω αδελφω αυτής και τη μητρί αυτής. και κληρονομησάτω το σπέρμα σου τας πόλεις των υπεναντίων. επέβησαν επί τας καμήλους και επορεύθησαν μετά του ανθρώπου.

εκατόν εβδομηκονταπέντε έτη. ή εστι κατά πρόσωπον Αιγύπτου. 3 Ιεζάν δε εγέννησε και τον Θαιμάν τον Σαβά και τον Δεδάν· υιοί δε Δεδάν εγένοντο Ραγουήλ και Ναβδεήλ και Ασσουριείμ και Λατουσιείμ και Λαωμείμ. 9 και έθαψαν αυτόν Ισαάκ και Ισμαήλ οι υιοί αυτού εις το σπήλαιον το διπλούν. 7 ταύτα δε τα έτη ημερών της ζωής Αβραάμ όσα έζησεν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 45 . και Κηδάρ και Ναβδεήλ και Μασσάμ 14 και Μασμά και Δουμά και Μασσή 15 και Χοδδάν και Θαιμάν και Ιετούρ και Ναφές και Κεδμά. 8 και εκλείπων απέθανεν Αβραάμ εν γήρα καλω πρεσβύτης και πλήρης ημερών και προσετέθη προς τον λαόν αυτού. 6 και τοις υιοίς των παλλακών αυτού έδωκεν Αβραάμ δόματα και εξαπέστειλεν αυτούς από Ισαάκ του υιού αυτού. εκεί έθαψαν Αβραάμ και Σάρραν την γυναίκα αυτού. 5 Έδωκε δε Αβραάμ πάντα τα υπάρχοντα αυτού Ισαάκ τω υιω αυτού. 16 ούτοί εισιν οι υιοί Ισμαήλ και ταύτα τα ονόματα αυτών εν ταις σκηναίς αυτών και εν ταις επαύλεσιν αυτών· δώδεκα άρχοντες κατά έθνη αυτών. 17 και ταύτα τα έτη της ζωής Ισμαήλ· εκατόν τριακονταεπτά έτη· και εκλείπων απέθανε και προσετέθη προς το γένος αυτού. ό εκτήσατο Αβραάμ παρά των υιών του Χετ. ον έτεκεν Άγαρ η Αιγυπτία η παιδίσκη Σάρρας τω Αβραάμ. ή όνομα Χεττούρα. έτι ζώντος αυτού. πάντες ούτοι ήσαν υιοί Χεττούρας. ευλόγησεν ο Θεός τον Ισαάκ υιόν αυτού· και κατώκησεν Ισαάκ παρά το φρέαρ της οράσεως. 10 τον αγρόν και το σπήλαιον. 11 εγένετο δε μετά το αποθανείν Αβραάμ. 13 και ταύτα τα ονόματα των υιών Ισμαήλ κατ ‘ ονόματα των γενεών αυτού· πρωτότοκος Ισμαήλ Ναβαιώθ. εις τον αγρόν Εφρών του Σαάρ του Χετταίου. έως ελθείν προς Ασσυρίους· κατά πρόσωπον πάντων των αδελφών αυτού κατώκησε. προς ανατολάς εις γην ανατολών. 12 Αύται δε αι γενέσεις Ισμαήλ του υιού Αβραάμ. 18 κατώκησε δε από Ευϊλάτ έως Σουρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΠΡΟΣΘΕΜΕΝΟΣ δε Αβραάμ έλαβε γυναίκα. 2 έτεκε δε αυτω τον Ζομβράν και τον Ιεζάν και τον Μαδάλ και τον Μαδιάμ και τον Ιεσβώκ και τον Σωκέ. 4 υιοί δε Μαδιάμ Γεφάρ και Αφείρ και Ενώχ και Αβειρά και Ελδαγά. ος εστιν απέναντι Μαμβρή.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 19 Και αύται αι γενέσεις Ισαάκ του υιού Αβραάμ· 20 Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ. 21 εδέετο δε Ισαάκ Κυρίου περί Ρεβέκκας της γυναικός αυτού. Ισαάκ δε ην ετών εξήκοντα. 29 ήψησε δε Ιακώβ έψημα· ήλθε δε Ησαύ εκ του πεδίου εκλείπων. Ιακώβ δε άνθρωπος άπλαστος. ότι η θήρα αυτού βρώσις αυτω· Ρεβέκκα δε ηγάπα τον Ιακώβ. ότε έτεκεν αυτούς Ρεβέκκα. 27 Ηυξήθησαν δε οι νεανίσκοι. 31 είπε δε Ιακώβ τω Ησαύ· απόδου μοι σήμερον τα πρωτοτόκιά σου εμοί. και δύο λαοί εκ της κοιλίας σου διασταλήσονται· και λαός λαού υπερέξει. 34 Ιακώβ δε έδωκε τω Ησαύ άρτον και έψημα φακού. δια τούτο εκλήθη το όνομα αυτού Εδώμ. όλος ωσεί δορά δασύς· επωνόμασε δε το όνομα αυτού Ησαύ. 26 και μετά τούτο εξήλθεν ο αδελφός αυτού. και τηδε ην δίδυμα εν τη κοιλία αυτής. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε λιμός επί της γης χωρίς του λιμού του πρότερον. και ίνα τι μοι ταύτα τα πρωτοτόκια. ότι στείρα ην· επήκουσε δε αυτού ο Θεός. και έφαγε και έπιε και αναστάς ώχετο· και εφαύλισεν Ησαύ τα πρωτοτόκια. 2 ώφθη δε αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 46 . ότε έλαβε την Ρεβέκκαν θυγατέρα Βαθουήλ του Σύρου εκ της Μεσοποταμίας Συρίας. 24 και επληρώθησαν αι ημέραι του τεκείν αυτήν. 33 και είπεν αυτω Ιακώβ· όμοσόν μοι σήμερον. 32 και είπεν Ησαύ· ιδού εγώ πορεύομαι τελευτάν. 25 εξήλθε δε ο πρωτότοκος πυρράκης. και ην Ησαύ άνθρωπος ειδώς κυνηγείν. άγροικος. 28 ηγάπησε δε Ισαάκ τον Ησαύ. εαυτω εις γυναίκα. και συνέλαβεν εν γαστρί Ρεβέκκα η γυνή αυτού. και η χείρ αυτού επειλημμένη της πτέρνης Ησαύ· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιακώβ. 23 και είπε Κύριος αυτη· δύο έθνη εν γαστρί σου εισί. 30 και είπεν Ησαύ τω Ιακώβ· γεύσόν με από του εψήματος του πυρρού τούτου. 22 εσκίρτων δε τα παιδία εν αυτη· είπε δε. ότι εκλείπω. ην δε Ισαάκ ετών τεσσαράκοντα. και ο μείζων δουλεύσει τω ελάσσονι. ος εγένετο εν τω καιρω του Αβραάμ· επορεύθη δε Ισαάκ προς Αβιμέλεχ βασιλέα Φυλιστιείμ εις Γέραρα. επορεύθη δε πυθέσθαι παρά Κυρίου. οικών οικίαν. αδελφήν Λάβαν του Σύρου. ει ούτω μοι μέλλει γίνεσθαι. και ώμοσεν αυτω· απέδοτο δε Ησαύ τα πρωτοτόκια τω Ιακώβ. ίνα τι μοι τούτο.

μήποτε αποκτείνωσιν αυτόν οι άνδρες του τόπου περί Ρεβέκκας. τι ότι είπας. 12 έσπειρε δε Ισαάκ εν τη γη εκείνη και εύρεν εν τω ενιαυτω εκείνω εκατοστεύουσαν κριθήν· ευλόγησε δε αυτόν Κύριος. και επήγαγες αν εφ ‘ ημάς άγνοιαν. 6 κατώκησε δε Ισαάκ εν Γεράροις. ον ώμοσα τω Αβραάμ τω πατρί σου. και ευλογηθήσονται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη της γης. 19 και ώρυξαν οι παίδες Ισαάκ εν τη φάραγγι Γεράρων και εύρον εκεί φρέαρ ύδατος ζώντος. ή αν σοι είπω. και επωνόμασεν αυτοίς ονόματα κατά τα ονόματα. και είπεν· αδελφή μου εστίν· εφοβήθη γαρ ειπείν ότι γυνή μου εστί. ενέφραξαν αυτά οι Φυλιστιείμ και έπλησαν αυτά γης. και εκάλεσαν το όνομα του φρέατος Αδικία· ηδίκησαν γαρ αυτόν. 20 και εμαχέσαντο οι ποιμένες Γεράρων μετά των ποιμένων Ισαάκ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος και είπε· μη καταβής εις Αίγυπτον· κατοίκησον δε εν τη γη. α ωνόμασεν ο πατήρ αυτού. ότι ωραία τη όψει ην. 11 συνέταξε δε Αβιμέλεχ παντί τω λαω αυτού. 9 εκάλεσε δε Αβιμέλεχ τον Ισαάκ και είπεν αυτω· άρά γε γυνή σου εστί. ότι δυνατώτερος ημών εγένου σφόδρα. 8 εγένετο δε πολυχρόνιος εκεί· και παρακύψας Αβιμέλεχ ο βασιλεύς Γεράρων δια της θυρίδος. 17 και απήλθεν εκείθεν Ισαάκ και κατέλυσεν εν τη φάραγγι Γεράρων και κατώκησεν εκεί. λέγων· πας ο αψάμενος του ανθρώπου τούτου ή της γυναικός αυτού. α ώρυξαν οι παίδες Αβραάμ του πατρός αυτού και ενέφραξαν αυτά οι Φυλιστιείμ μετά το αποθανείν Αβραάμ τον πατέρα αυτού. είπε δε αυτω Ισαάκ· είπα γαρ. εζήλωσαν δε αυτόν οι Φυλιστιείμ. έως ου μέγας εγένετο σφόδρα· 14 εγένετο δε αυτω κτήνη προβάτων και κτήνη βοών και γεώργια πολλά. 18 και πάλιν Ισαάκ ώρυξε τα φρέατα του ύδατος. 21 απάρας δε Ισαάκ εκείθεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 47 . 16 είπε δε Αβιμέλεχ προς Ισαάκ· άπελθε αφ ‘ ημών. θανάτω ένοχος έσται. 15 και πάντα τα φρέατα. 13 και υψώθη ο άνθρωπος. αδελφή μου εστίν. 3 και παροίκει εν τη γη ταύτη. 7 Επηρώτησαν δε οι άνδρες του τόπου περί Ρεβέκκας της γυναικός αυτού. 4 και πληθυνώ το σπέρμα σου ως τους αστέρας του ουρανού και δώσω τω σπέρματί σου πάσαν την γην ταύτην. 5 ανθ ‘ ων υπήκουσεν Αβραάμ ο πατήρ σου της εμής φωνής και εφύλαξε τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου και τα δικαιώματά μου και τα νόμιμά μου. φάσκοντες αυτών είναι το ύδωρ. α ώρυξαν οι παίδες του πατρός αυτού εν τω χρόνω του πατρός αυτού. είδε τον Ισαάκ παίζοντα μετά Ρεβέκκας της γυναικός αυτού. 10 είπε δε αυτω Αβιμέλεχ· τι τούτο εποίησας ημίν. και έσομαι μετά σου και ευλογήσω σε· σοί γαρ και τω σπέρματί σου δώσω πάσαν την γην ταύτην και στήσω τον όρκον μου. και προβαίνων μείζων εγίνετο. μήποτε αποθάνω δι ‘ αυτήν. μικρού εκοιμήθη τις εκ του γένους μου μετά της γυναικός σου.

24 και ώφθη αυτω Κύριος εν τη νυκτί εκείνη και είπεν· εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου· μη φοβού· μετά σου γαρ ειμι και ευλογήσω σε και πληθυνώ το σπέρμα σου δι ‘ Αβραάμ τον πατέρα σου. και διαθησόμεθα μετά σου διαθήκην. καθότι ουκ εβδελυξάμεθά σε ημείς. 22 απάρας δε εκείθεν ώρυξε φρέαρ έτερον. ου ώρυξαν. και απώχοντο απ ‘ αυτού μετά σωτηρίας. θυγατέρα Ελών Χετταίου. 33 και εκάλεσεν αυτό Ορκος· δια τούτο εκάλεσεν όνομα τη πόλει εκείνη Φρέαρ όρκου έως της σήμερον ημέρας. και είπαμεν· γενέσθω αρά ανά μέσον ημών και ανά μέσον σου. 25 και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον και επεκαλέσατο το όνομα Κυρίου και έπηξεν εκεί την σκηνήν αυτού· ώρυξαν δε εκεί οι παίδες Ισαάκ φρέαρ εν τη φάραγγι Γεράρων. 29 μη ποιήσαι μεθ ‘ ημών κακόν. 23 Ανέβη δε εκείθεν επί το φρέαρ του όρκου. και εξαπέστειλεν αυτούς Ισαάκ. και έφαγον και έπιον· 31 και αναστάντες το πρωϊ. και είπαν· ουχ εύρομεν ύδωρ. θυγατέρα Βεώχ του Χετταίου και την Βασεμάθ. 26 και Αβιμέλεχ επορεύθη προς αυτόν από Γεράρων και Οχοζάθ ο νυμφαγωγός αυτού και Φιχόλ ο αρχιστράτηγος της δυνάμεως αυτού. 32 εγένετο δε εν τη ημέρα εκείνη και παραγενόμενοι οι παίδες Ισαάκ απήγγειλαν αυτω περί του φρέατος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ώρυξε φρέαρ έτερον. και ον τρόπον εχρησάμεθά σοι καλώς και εξαπεστείλαμέν σε μετ ‘ ειρήνης· και νυν ευλογημένος συ υπό Κυρίου. υμείς δε εμισήσατέ με και εξαπεστείλατέ με αφ ‘ υμών. 27 και είπεν αυτοίς Ισαάκ· ίνα τι ήλθετε προς με. 34 Ην δε Ησαύ ετών τεσσαράκοντα και έλαβε γυναίκα Ιουδίθ. ότι ην Κύριος μετά σου. λέγων· διότι νυν επλάτυνε Κύριος ημίν και ηύξησεν ημάς επί της γης. 30 και εποίησεν αυτοίς δοχήν. εκρίνοντο δε και περί εκείνου· και επωνόμασε το όνομα αυτού Εχθρία. 28 οι δε είπαν· ιδόντες εωράκαμεν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 48 . ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε μετά το γηράσαι τον Ισαάκ και ημβλύνθησαν οι οφθαλμοί αυτού του οράν. ώμοσεν έκαστος τω πλησίον αυτού. 35 και ήσαν ερίζουσαι τω Ισαάκ και τη Ρεβέκκα. και ουκ εμαχέσαντο περί αυτού· και επωνόμασε το όνομα αυτού Ευρυχωρία.

13 είπε δε αυτω η μήτηρ· επ ‘ εμέ η κατάρα σου. και εποίησεν η μήτηρ αυτού εδέσματα. και έξελθε εις το πεδίον και θήρευσόν μοι θήραν 4 και ποίησόν μοι εδέσματα. τέκνον. ο δε είπεν· ιδού εγώ· τις ει συ τέκνον. 19 και είπεν Ιακώβ τω πατρί· εγώ Ησαύ ο πρωτότοκός σου· πεποίηκα καθά ελάλησάς μοι· αναστάς κάθισον και φάγε από της θήρας μου. ίνα φάγω. ους εποίησεν εις τας χείρας Ιακώβ του υιού αυτής. είπε δε· πάτερ. ως φιλώ εγώ. ως φιλεί. 20 είπε δε Ισαάκ τω υιω αυτού· τι τούτο. καθά εγώ σοι εντέλλομαι. και εψηλάφησεν αυτόν και είπεν· η μεν φωνή φωνή Ιακώβ. και ποιήσω αυτούς εδέσματα τω πατρί σου. 14 πορευθείς δε έλαβε και ήνεγκε τη μητρί. 21 είπε δε Ισαάκ τω Ιακώβ· έγγισόν μοι και ψηλαφήσω σε. εγώ δε ανήρ λείος· 12 μη ποτε ψηλαφήση με ο πατήρ. ει συ ει ο υιος μου Ησαύ ή ου. 9 και πορευθείς εις τα πρόβατα λαβέ μοι εκείθεν δύο ερίφους απαλούς και καλούς. όπως ευλογήση με η ψυχή σου. τον ελάσσω· ιδέ. 15 και λαβούσα Ρεβέκκα την στολήν Ησαύ του υιού αυτής του πρεσβυτέρου την καλήν. ο δε είπεν· ό παρέδωκε Κύριος ο Θεός σου εναντίον μου. 8 νυν ουν. καθά εφίλει ο πατήρ αυτού. 5 Ρεβέκκα δε ήκουσε λαλούντος Ισαάκ προς Ησαύ τον υιόν αυτού. αι δε χείρες χείρες Ησαύ. όπως ευλογήση σε ο πατήρ σου προ του αποθανείν αυτόν. 2 και είπεν· ιδού γεγήρακα και ου γινώσκω την ημέραν της τελευτής μου· 3 νυν ουν λαβέ το σκεύός σου. 10 και εισοίσεις τω πατρί σου και φάγεται. και έσομαι εναντίον αυτού ως καταφρονών και επάξω επ' εμαυτόν κατάραν και ουκ ευλογίαν. 22 ήγγισε δε Ιακώβ προς Ισαάκ τον πατέρα αυτού. ή ην παρ ‘ αυτη εν τω οίκω. 18 και εισήνεγκε τω πατρί αυτού. υιε μου. τέκνον· μόνον υπάκουσόν μοι της φωνής και πορευθείς ένεγκέ μοι. ω τέκνον. την τε φαρέτραν και το τόξον. ό ταχύ εύρες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εκάλεσεν Ησαύ τον υιόν αυτού τον πρεσβύτερον και είπεν αυτω· υιε μου· και είπεν· ιδού εγώ. ενέδυσεν αυτήν Ιακώβ τον υιόν αυτής τον νεώτερον 16 και τα δέρματα των ερίφων περιέθηκεν επί τους βραχίονας αυτού και επί τα γυμνά του τραχήλου αυτού 17 και έδωκε τα εδέσματα και τους άρτους. όπως ευλογήση σε η ψυχή μου πριν αποθανείν με. και ένεγκέ μοι. επορεύθη δε Ησαύ εις το πεδίον θηρεύσαι θήραν τω πατρί αυτού· 6 Ρεβέκκα δε είπε προς Ιακώβ τον υιόν αυτής. 11 είπε δε Ιακώβ προς Ρεβέκκαν την μητέρα αυτού· έστιν Ησαύ ο αδελφός μου ανήρ δασύς. άκουσόν μου. 23 και ουκ επέγνω αυτόν· ήσαν γαρ αι χείρες αυτού ως αι χείρες Ησαύ του αδελφού αυτού δασείαι· και ευλόγησεν αυτόν 24 και είπε· συ ει ο υιος μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 49 . ήκουσα του πατρός σου λαλούντος προς Ησαύ τον αδελφόν σου λέγοντος· 7 ένεγκόν μοι θήραν και ποίησόν μοι εδέσματα. ίνα φαγών ευλογήσω σε εναντίον Κυρίου προ του αποθανείν με.

27 και εγγίσας εφίλησεν αυτόν. 30 Και εγένετο μετά το παύσασθαι Ισαάκ ευλογούντα Ιακώβ τον υιόν αυτού και εγένετο. 34 εγένετο δε. 33 εξέστη δε Ισαάκ έκστασιν μεγάλην σφόδρα και είπε· τις ουν ο θηρεύσας μοι θήραν και εισενέγκας μοι. και φάγομαι από της θήρας σου. 26 και είπεν αυτω Ισαάκ ο πατήρ αυτού· έγγισόν μοι και φίλησόν με τέκνον. ο καταρώμενός σε επικατάρατος. ο δε είπεν· εγώ. και προσήνεγκεν αυτω. και εκλύσης τον ζυγόν αυτού από του τραχήλου σου. τέκνον. και Ησαύ ο αδελφός αυτού ήλθεν από της θήρας. ευλόγησον δη καμέ. και προσκυνησάτωσάν σοι άρχοντες· και γίνου κύριος του αδελφού σου. πάτερ. 38 είπε δε Ησαύ προς τον πατέρα αυτού· μη ευλογία μία σοί εστι. όπως ευλογήση με η ψυχή σου. πάτερ. 25 και είπε· προσάγαγέ μοι. 39 αποκριθείς δε Ισαάκ ο πατήρ αυτού είπεν αυτω· ιδού από της πιότητος της γης έσται η κατοίκησίς σου και από της δρόσου του ουρανού άνωθεν. πάτερ. 37 αποκριθείς δε Ισαάκ είπε τω Ησαύ· ει κύριον αυτόν πεποίηκά σου και πάντας τους αδελφούς αυτού πεποίηκα αυτού οικέτας. 32 και είπεν αυτω Ισαάκ ο πατήρ αυτού· τις ει συ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 50 . ον ευλόγησε Κύριος. 31 και εποίησε και αυτός εδέσματα και προσήνεγκε τω πατρί αυτού. ο δε ευλογών σε ευλογημένος. κατανυχθέντος δε Ισαάκ ανεβόησε φωνή Ησαύ και έκλαυσεν. και προσκυνήσουσί σε οι υιοί του πατρός σου. και έφαγον από πάντων προ του ελθείν σε και ευλόγησα αυτόν. ηνίκα ήκουσεν Ησαύ τα ύρήματα του πατρός αυτού Ισαάκ. και ωσφράνθη την οσμήν των ιματίων αυτού και ευλόγησεν αυτόν και είπεν· ιδού οσμή του υιού μου ως οσμή αγρού πλήρους. 40 και επί τη μαχαίρα σου ζήση και τω αδελφω σου δουλεύσεις· έσται δε ηνίκα εάν καθέλης. σοί δε τι ποιήσω. ως εξήλθεν Ιακώβ από προσώπου Ισαάκ του πατρός αυτού. ίνα ευλογήση σε η ψυχή μου. και έπιε. πάτερ. 28 και δώη σοι ο Θεός από της δρόσου του ουρανού και από της πιότητος της γης και πλήθος σίτου και οίνου. ο δε είπεν· εγώ ειμι ο υιος σου ο πρωτότοκος Ησαύ. 36 και είπε· δικαίως εκλήθη το όνομα αυτού Ιακώβ· επτέρνικε γαρ με ιδού δεύτερον τούτο· τα τε πρωτοτόκιά μου είληφε και νυν έλαβε την ευλογίαν μου· και είπεν Ησαύ τω πατρί αυτού· ουχ υπελίπου μοι ευλογίαν. 35 είπε δε αυτω· ελθών ο αδελφός σου μετά δόλου έλαβε την ευλογίαν σου. τέκνον. σίτω και οίνω εστήριξα αυτόν. και είπε τω πατρί· αναστήτω ο πατήρ μου και φαγέτω από της θήρας του υιού αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ησαύ. ανεβόησε φωνήν μεγάλην και πικράν σφόδρα και είπεν· ευλόγησον δη καμέ. και έφαγε· και εισήνεγκεν αυτω οίνον. και ευλογημένος έσται. 29 και δουλευσάτωσάν σοι έθνη.

44 και οίκησον μετ ‘ αυτού ημέρας τινάς. και επιλάθηται α πεποίηκας αυτω. εις τον οίκον Βαθουήλ του πατρός της μητρός σου και λάβε σεαυτω εκείθεν γυναίκα εκ των θυγατέρων Λάβαν του αδελφού της μητρός σου. 3 ο δε Θεός μου ευλογήσαι σε και αυξήσαι σε και πληθύναι σε. και απώχετο εις την Μεσοποταμίαν Συρίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 51 . ην έδωκεν ο Θεός τω Αβραάμ. ίνα τι μοι το ζήν. αδελφόν Ρεβέκκας της μητρός Ιακώβ και Ησαύ. και πέμψασα εκάλεσεν Ιακώβ τον υιόν αυτής τον νεώτερον και είπεν αυτω· ιδού Ησαύ ο αδελφός σου απειλεί σοι του αποκτείναί σε· 43 νυν ουν. και αποστείλασα μεταπέμψομαί σε εκείθεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 41 Και ενεκότει Ησαύ τω Ιακώβ περί της ευλογίας ης ευλόγησεν αυτόν ο πατήρ αυτού· είπε δε Ησαύ εν τη διανοία αυτού· εγγισάτωσαν αι ημέραι του πένθους του πατρός μου. 42 απηγγέλη δε Ρεβέκκα τα ρήματα Ησαύ του υιού αυτής του πρεσβυτέρου. άκουσόν μου της φωνής και αναστάς απόδραθι εις την Μεσοποταμίαν προς Λάβαν τον αδελφόν μου εις Χαρράν. 45 έως του αποστρέψαι τον θυμόν και την οργήν του αδελφού σου από σου. 5 και απέστειλεν Ισαάκ τον Ιακώβ και επορεύθη εις την Μεσσοποταμίαν προς Λάβαν τον υιόν Βαθουήλ του Σύρου. μη ποτε αποτεκνωθώ από των δύο υμών εν ημέρα μια. και έση εις συναγωγάς εθνών· 4 και δώη σοι την ευλογίαν Αβραάμ του πατρός μου σοί και τω σπέρματί σου μετά σε. ίνα αποκτείνω Ιακώβ τον αδελφόν μου. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΠΡΟΣΚΑΛΕΣΑΜΕΝΟΣ δε Ισαάκ τον Ιακώβ ευλόγησεν αυτόν και ενετείλατο αυτω λέγων· ου λήψη γυναίκα εκ των θυγατέρων των Χαναναίων· 2 αναστάς απόδραθι εις την Μεσοποταμίαν. 6 Είδε δε Ησαύ ότι ευλόγησεν Ισαάκ τον Ιακώβ. 46 Είπε δε Ρεβέκκα προς Ισαάκ· προσώχθικα τη ζωή μου δια τας θυγατέρας των υιών Χετ· ει λήψεται Ιακώβ γυναίκα από των θυγατέρων της γης ταύτης. τέκνον. κληρονομήσαι την γην της παροικήσεώς σου.

και αύτη η πύλη του ουρανού. 9 επορεύθη Ησαύ προς Ισμαήλ και έλαβε την Μαελέθ θυγατέρα Ισμαήλ του υιού Αβραάμ. ου αν πορευθής. και τω σπέρματί σου. και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη. προς ταις γυναιξίν αυτού γυναίκα. 19 και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Οίκος Θεού· και Ουλαμλούζ ην όνομα τη πόλει το πρότερον. και δω μοι άρτον φαγείν και ιμάτιον περιβαλέσθαι 21 και αποστρέψη με μετά σωτηρίας εις τον οίκον του πατρός μου. και έσται Κύριός μοι εις Θεόν. εγώ δε ουκ ήδειν. 8 ιδών δε και Ησαύ ότι πονηραί εισιν αι θυγατέρες Χαναάν εναντίον Ισαάκ του πατρός αυτού. έως του ποιήσαί με πάντα όσα ελάλησά σοι. και οι άγγελοι του Θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ ‘ αυτής. και ενευλογηθήσονται εν σοί πάσαι αι φυλαί της γης και εν τω σπέρματί σου. αδελφήν Ναβεώθ. ότι ου μη σε εγκαταλίπω. ον έστησα στήλην. και πάντων. και έστησεν αυτόν στήλην και επέχεεν έλαιον επί το άκρον αυτής. 11 και απήντησε τόπω και εκοιμήθη εκεί· έδυ γαρ ο ήλιος· και έλαβεν από των λίθων του τόπου. και επ ‘ ανατολάς. 20 και ηύξατο Ιακώβ ευχήν λέγων· εάν ή Κύριος ο Θεός μετ ‘ εμού και διαφυλάξη με εν τη οδω ταύτη. 13 ο δε Κύριος επεστήρικτο επ ‘ αυτής και είπεν· εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ του πατρός σου. και έθηκε προς κεφαλής αυτού και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω. έσται μοι οίκος Θεού. 14 και έσται το σπέρμα σου ως η άμμος της γης και πλατυνθήσεται επί θάλασσαν και επί λίβα και επί βορράν. σοί δώσω αυτήν. εφ ‘ ης συ καθεύδεις επ ‘ αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαβείν εαυτω γυναίκα εκείθεν εν τω ευλογείν αυτόν και ενετείλατο αυτω λέγων· ου λήψη γυναίκα εκ των θυγατέρων των Χαναναίων. και ο Θεός Ισαάκ· μη φοβού· η γη. και αποστρέψω σε εις την γην ταύτην. 10 Και εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου και επορεύθη εις Χαρράν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 52 . ον υπέθηκεν εκεί προς κεφαλής αυτού. 22 και ο λίθος ούτος. 15 και ιδού εγώ ειμι μετά σου διαφυλάσσων σε εν τη οδω πάση. 17 και εφοβήθη και είπεν· ως φοβερός ο τόπος ούτος· ουκ έστι τούτο αλλ ‘ ή οίκος Θεού. 16 και εξηγέρθη Ιακώβ εκ του ύπνου αυτού και είπεν· ότι έστι Κύριος εν τω τόπω τούτω. ης η κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν. 12 και ενυπνιάσθη. 7 και ήκουσεν Ιακώβ του πατρός και της μητρός αυτού και επορεύθη εις την Μεσοποταμίαν Συρίας. 18 και ανέστη Ιακώβ το πρωϊ και έλαβε τον λίθον. δεκάτην αποδεκατώσω αυτά σοι. ή εγώ πορεύομαι. ων εάν μοι δως.

12 και απήγγειλε τη Ραχήλ. και ιδού Ραχήλ η θυγάτηρ αυτού ήρχετο μετά των προβάτων. 7 και είπεν Ιακώβ· έτι εστίν ημέρα πολλή. όνομα τη μείζονι Λεία. 8 οι δε είπαν· ου δυνησόμεθα έως του συναχθήναι πάντας τους ποιμένας. οι δε είπαν· υγιαίνει. αδελφόν δε Ρεβέκκας μητρός Ιακώβ και Ησαύ. 2 και ορά και ιδού φρέαρ εν τω πεδίω. και διηγήσατο τω Λάβαν πάντας τους λόγους τούτους. ούπω ωρα συναχθήναι τα κτήνη· ποτίσαντες τα πρόβατα απελθόντες βόσκετε. 11 και εφίλησεν Ιακώβ την Ραχήλ· και βοήσας τη φωνή αυτού έκλαυσε. τις ο μισθός σου εστί. και δραμούσα απήγγειλε τω πατρί αυτής κατά τα ρήματα ταύτα. 10 εγένετο δε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ εξάρας Ιακώβ τους πόδας επορεύθη εις γην ανατολών προς Λάβαν τον υιόν Βαθουήλ του Σύρου. οι δε είπαν· εκ Χαρράν εσμέν. και ποτιούμεν τα πρόβατα. 6 είπε δε αυτοίς· υγιαίνει. πόθεν εστέ υμείς. 4 είπε δε αυτοίς Ιακώβ· αδελφοί. λίθος δε ην μέγας επί τω στόματι του φρέατος. ως είδεν Ιακώβ την Ραχήλ την θυγατέρα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. και προσελθών Ιακώβ απεκύλισε τον λίθον από του στόματος του φρέατος και επότιζε τα πρόβατα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. 3 και συνήγοντο εκεί πάντα τα ποίμνια και απεκύλιον τον λίθον από του στόματος του φρέατος και επότιζον τα πρόβατα και αποκαθίστων τον λίθον επί το στόμα του φρέατος εις τον τόπον αυτού. 16 τω δε Λάβαν ήσαν δύο θυγατέρες. ου δουλεύσεις μοι δωρεάν· απάγγειλόν μοι. 9 έτι αυτού λαλούντος αυτοίς και ιδού Ραχήλ η θυγάτηρ Λάβαν ήρχετο μετά των προβάτων του πατρός αυτής· αυτή γαρ έβοσκε τα πρόβατα του πατρός αυτής. 5 είπε δε αυτοίς· γινώσκετε Λάβαν τον υιόν Ναχώρ. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 53 . ήσαν δε εκεί τρία ποίμνια προβάτων αναπαυόμενα επ ‘ αυτού· εκ γαρ του φρέατος εκείνου επότιζον τα ποίμνια. 13 εγένετο δε. 14 και είπεν αυτω Λάβαν· εκ των οστών μου και εκ της σαρκός μου ει συ. οι δε είπαν· γινώσκομεν. και ην μετ ‘ αυτού μήνα ημερών. έδραμεν εις συνάντησιν αυτω και περιλαβών αυτόν εφίλησε και εισήγαγεν αυτόν εις τον οίκον αυτού. και αποκυλίσουσι τον λίθον από του στόματος του φρέατος. και τα πρόβατα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. 15 Είπε δε Λάβαν τω Ιακώβ· ότι γαρ αδελφός μου ει. ότι αδελφός του πατρός αυτής εστι και ότι υιος Ρεβέκκας εστί. ως ήκουσε Λάβαν το όνομα Ιακώβ του υιού της αδελφής αυτού.

και ιδού ην Λεία. 33 και συνέλαβε πάλιν και έτεκεν υιόν δεύτερον τω Ιακώβ και είπεν· ότι ήκουσε Κύριος ότι μισούμαι. είπε δε Ιακώβ τω Λάβαν· τι τούτο εποίησάς μοι. 35 και συλλαβούσα έτι έτεκεν υιόν και είπε· νυν έτι τούτο εξομολογήσομαι τω Κυρίω· δια τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Ιούδαν. 24 έδωκε δε Λάβαν Λεία τη θυγατρί αυτού Ζελφάν την παιδίσκην αυτού αυτη παιδίσκην. και προσέδωκέ μοι και τούτον· εκάλεσε δε το όνομα αυτού Συμεών· 34 και συνέλαβεν έτι και έτεκεν υιόν και είπεν· εν τω νυν καιρω προς εμού έσται ο ανήρ μου. έτι επτά έτη έτερα. και έδωκεν αυτω Λάβαν Ραχήλ την θυγατέρα αυτού αυτω γυναίκα. ήνοιξε την μήτραν αυτής· Ραχήλ δε ην στείρα· 32 και συνέλαβε Λεία και έτεκεν υιόν τω Ιακώβ· εκάλεσε δε το όνομα αυτού Ρουβήν λέγουσα· διότι είδέ μου Κύριος την ταπείνωσιν. και ήσαν εναντίον αυτού ως ημέραι ολίγαι. 31 Ιδών δε Κύριος ο Θεός ότι εμισείτο Λεία. όπως εισέλθω προς αυτήν. και έστη του τίκτειν. Ραχήλ δε ην καλή τω είδει και ωραία τη όψει σφόδρα. και λαβών Λείαν την θυγατέρα αυτού εισήγαγε προς Ιακώβ και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ. τέτοκα γαρ αυτω τρεις υιούς· δια τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Λευεί. δούναι την νεωτέραν πριν ή την πρεσβυτέραν· 27 συντέλεσον ουν τα έβδομα ταύτης. 29 έδωκε δε Λάβαν τη θυγατρί αυτού Βαλλάν την παιδίσκην αυτού αυτη παιδίσκην. πεπλήρωνται γαρ αι ημέραι. ου περί Ραχήλ εδούλευσα παρά σοί. 19 είπε δε αυτω Λάβαν· βέλτιον δούναί με αυτήν σοι. 25 εγένετο δε πρωϊ. 21 είπε δε Ιακώβ τω Λάβαν· δος μοι την γυναίκά μου. παρά το αγαπάν αυτόν αυτήν. και έδωκέ μοι υιόν· νυν ουν αγαπήσει με ο ανήρ μου. 22 συνήγαγε δε Λάβαν πάντας τους άνδρας του τόπου και εποίησε γάμον. ή δούναί με αυτήν ανδρί ετέρω· οίκησον μετ ‘ εμού. 20 και εδούλευσεν Ιακώβ περί Ραχήλ επτά έτη. και ινατί παρελογίσω με. 28 εποίησε δε Ιακώβ ούτως και ανεπλήρωσε τα έβδομα ταύτης. 18 ηγάπησε δε Ιακώβ την Ραχήλ και είπε· δουλεύσω σοι επτά έτη περί Ραχήλ της θυγατρός σου της νεωτέρας. 23 και εγένετο εσπέρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όνομα τη νεωτέρα Ραχήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 54 . 26 απεκρίθη δε Λάβαν· ουκ έστιν ούτως εν τω τόπω ημών. 30 και εισήλθε προς Ραχήλ· ηγάπησε δε Ραχήλ μάλλον ή Λείαν· και εδούλευσεν αυτω επτά έτη έτερα. και δώσω σοι και ταύτην αντί της εργασίας. 17 οι δε οφθαλμοί Λείας ασθενείς. ης εργά παρ ‘ εμοί.

είπε δε Ραχήλ· ουχ ούτως· κοιμηθήτω μετά σου την νύκτα ταύτην αντί των μανδραγορών του υιού σου. 17 και επήκουσεν ο Θεός Λείας. εν τύχη· και επωνόμασε το όνομα αυτού Γάδ. και εκοιμήθη μετ ‘ αυτής την νύκτα εκείνην. 15 είπε δε Λεία· ουχ ικανόν σοι ότι έλαβες τον άνδρα μου. τελευτήσω εγώ. 11 και είπε Λεία. και εισήλθε προς αυτήν 10 και συνέλαβε Ζελφά η παιδίσκη Λείας και έτεκε τω Ιακώβ υιόν. και τεκνοποιήσομαι καγώ εξ αυτής. και τέξεται επί των γονάτων μου. 8 και είπε Ραχήλ· συναντελάβετό μου ο Θεός. 2 θυματωθείς δε Ιακώβ τη Ραχήλ είπεν αυτη· μη αντί Θεού εγώ ειμι. 4 και έδωκεν αυτω Βαλλάν την παιδίσκην αυτής αυτω γυναίκα· και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ. 14 Επορεύθη δε Ρουβήν εν ημέρα θερισμού πυρών και εύρε μήλα μανδραγορών εν τω αγρω και ήνεγκεν αυτά προς Λείαν την μητέρα αυτού· είπε δε Ραχήλ Λεία τη αδελφή αυτής· δος μοι των μανδραγορών του υιού σου. ανθ ‘ ου έδωκα την παιδίσκην μου τω ανδρί μου· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ισσάχαρ. και έλαβε Ζελφάν την παιδίσκην αυτής και έδωκεν αυτήν τω Ιακώβ γυναίκα. 6 και είπε Ραχήλ· έκρινέ μοι ο Θεός και επήκουσε της φωνής μου και έδωκέ μοι υιόν· δια τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Δάν. και συνανεστράφην τη αδελφή μου και ηδυνάσθην· και εκάλεσε το όνομα αυτού Νεφθαλείμ. 13 και είπε Λεία· μακαρία εγώ. και εζήλωσε Ραχήλ την αδελφήν αυτής και είπε τω Ιακώβ· δος μοι τέκνα· ει δε μη. και εξήλθε Λεία εις συνάντησιν αυτω και είπε· προς εμέ εισελεύση σήμερον· μεμίσθωμαι γαρ σε αντί των μανδραγορών του υιού μου. ότι μακαριούσί με αι γυναίκες· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ασήρ. και συλλαβούσα έτεκε τω Ιακώβ υιόν πέμπτον. 9 Είδε δε Λεία ότι έστη του τίκτειν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΙΔΟΥΣΑ δε Ραχήλ ότι ου τέτοκε τω Ιακώβ. 16 εισήλθε δε Ιακώβ εξ αγρού εσπέρας. μη και τους μανδραγόρας του υιού μου λήψη. 19 και συνέλαβεν έτι Λεία και έτεκεν υιόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 55 . 18 και είπε Λεία· δέδωκέ μοι ο Θεός τον μισθόν μου. 7 και συνέλαβεν έτι Βαλλά η παιδίσκη Ραχήλ και έτεκεν υιόν δεύτερον τω Ιακώβ. 3 είπε δε Ραχήλ τω Ιακώβ· ιδού η παιδίσκη μου Βαλλά· είσελθε προς αυτήν. ό εστι μισθός. 12 και συνέλαβεν έτι Ζελφά η παιδίσκη Λείας και έτεκε τω Ιακώβ υιόν δεύτερον. ος εστέρησέ σε καρπόν κοιλίας. 5 και συνέλαβε Βαλλά η παιδίσκη Ραχήλ και έτεκε τω Ιακώβ υιόν.

38 και παρέθηκε τας ράβδους. κεκλεμμένον έσται παρ ‘ εμοί. 20 και είπε Λεία· δεδώρηται ο Θεός μοι δώρον καλόν εν τω νυν καιρω· αιρετιεί με ο ανήρ μου. 34 είπε δε αυτω Λάβαν· έστω κατά το ρήμά σου. είπε δε Ραχήλ· αφείλεν ο Θεός μου το όνειδος· 24 και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιωσήφ λέγουσα· προσθέτω ο Θεός μοι υιόν έτερον. 31 και είπεν αυτω Λάβαν· τι σοι δώσω. 36 και απέστησεν οδόν τριών ημερών ανά μέσον αυτών και ανά μέσον Ιακώβ. ποικίλον. οιωνισάμην αν· ευλόγησε γαρ με ο Θεός επί τη σή εισόδω. πάλιν ποιμανώ τα πρόβατά σου και φυλάξω. 23 και συλλαβούσα έτεκε τω Ιακώβ υιόν. και παν ό ην λευκόν εν αυτοίς. Ιακώβ δε εποίμανε τα πρόβατα Λάβαν τα υπολειφθέντα. 35 και διέστειλεν εν τη ημέρα εκείνη τους τράγους τους ραντούς και τους διαλεύκους και πάσας τας αίγας τας ραντάς και τας διαλεύκους και παν. ας ελέπισεν εν τοις ληνοίς των ποτιστηρίων του ύδατος. εγκισσήσωσι τα πρόβατα εις τας ράβδους· 39 και ενεκίσσων τα πρόβατα εις τας ράβδους και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 56 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έκτον τω Ιακώβ. ίνα ως αν έλθωσι τα πρόβατα πιείν ενώπιον των ράβδων. ελθόντων αυτών πιείν. και ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός επί τω ποδί μου. ην δεδούλευκά σοι. ότι εστίν ο μισθός μου ενώπιόν σου· παν. περί ων δεδούλευκά σοι. 37 έλαβε δε εαυτω Ιακώβ ράβδον στυρακίνην χλωράν και καρυϊνην και πλατάνου. 29 είπε δε Ιακώβ· συ γινώσκεις α δεδούλευκά σοι και όσα ην κτήνη σου μετ ‘ εμού· 30 μικρά γαρ ην όσα σοι εναντίον εμού. νυν ουν πότε ποιήσω καγώ εμαυτω οίκον. ό εάν μη ή ραντόν και διάλευκον εν ταις αιξί και φαιόν εν τοις άρνασι. ό ελέπισε. και δώσω. 32 παρελθέτω πάντα τα πρόβατά σου σήμερον. και έδωκε δια χειρός των υιών αυτού. και επήκουσεν αυτής ο Θεός και ανέωξεν αυτής την μήτραν. 22 Εμνήσθη δε ο Θεός της Ραχήλ. 25 Εγένετο δε ως έτεκε Ραχήλ τον Ιωσήφ. και διαχώρισον εκείθεν παν πρόβατον φαιόν εν τοις άρνασι και παν διάλευκον και ραντόν εν ταις αιξίν· έσται μοι μισθός. είπε δε αυτω Ιακώβ· ου δώσεις μοι ουδέν· εάν ποιήσης μοι το ρήμα τούτο. 26 απόδος τας γυναίκάς μου και τα παιδία μου. ό ην φαιόν εν τοις άρνασι. τέτοκα γαρ αυτω υιούς εξ· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ζαβουλών. ίνα απέλθω· συ γαρ γινώσκεις την δουλείαν. 21 και μετά τούτο έτεκε θυγατέρα και εκάλεσε το όνομα αυτής Δείνα. είπεν Ιακώβ τω Λάβαν· απόστειλόν με. ίνα απέλθω εις τον τόπον μου και εις την γην μου. 27 είπε δε αυτω Λάβαν· ει εύρον χάριν εναντίον σου. και ηυξήθη εις πλήθος. και ελέπισεν αυτάς Ιακώβ λεπίσματα λευκά περισύρων το χλωρόν· εφαίνετο δε επί ταις ράβδοις το λευκόν. 33 και επακούσεταί μοι η δικαιοσύνη μου εν τη ημέρα τη επαύριον. 28 διάστειλον τον μισθόν σου προς με.

ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΗΚΟΥΣΕ δε Ιακώβ τα ρήματα των υιών Λάβαν λεγόντων· είληφεν Ιακώβ πάντα τα του πατρός ημών και εκ των του πατρός ημών πεποίηκε πάσαν την δόξαν ταύτην. 41 εγένετο δε εν τω καιρω. 4 αποστείλας δε Ιακώβ εκάλεσε Λείαν και Ραχήλ εις το πεδίον. 8 εάν ούτως είπη. και ιδού ουκ ην προς αυτόν ωσεί εχθές και τρίτην ημέραν. 43 και επλούτισεν ο άνθρωπος σφόδρα σφόδρα. και ιδού οι τράγοι και οι κριοί αναβαίνοντες επί τα πρόβατα και τας αίγας διάλευκοι και ποικίλοι και σποδοειδείς ραντοί. ου ην τα ποίμνια. 6 και αυταί δε οίδατε. 2 και είδεν Ιακώβ το πρόσωπον του Λάβαν. 12 και είπεν· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 57 . 3 είπε δε Κύριος προς Ιακώβ· αποστρέφου εις την γην του πατρός σου και εις την γενεάν σου. ουκ ετίθει· εγένετο δε τα μεν άσημα του Λάβαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έτικτον τα πρόβατα διάλευκα και ποικίλα και σποδοειδή ραντά. τα λευκά έσται σου μισθός. ω ενεκίσσων τα πρόβατα εν γαστρί λαμβάνοντα. 10 και εγένετο ηνίκα ενεκίσσων τα πρόβατα εν γαστρί λαμβάνοντα. ότι εν πάση τη ισχύϊ μου δεδούλευκα τω πατρί υμών. και έσομαι μετά σου. 7 ο δε πατήρ υμών παρεκρούσατό με και ήλλαξε τον μισθόν μου των δέκα αμνών. ότι ουκ έστι προς εμού ως εχθές και τρίτην ημέραν· ο δε Θεός του πατρός μου ην μετ ‘ εμού. 40 τους δε αμνούς διέστειλεν Ιακώβ και έστησεν εναντίον των προβάτων κριόν διάλευκον και παν ποικίλον εν τοις αμνοίς· και διεχώρισεν εαυτω ποίμνια καθ ‘ εαυτόν και ουκ έμιξεν αυτά εις τα πρόβατα Λάβαν. τα δε επίσημα του Ιακώβ. και ουκ έδωκεν αυτω ο Θεός κακοποιήσαί με. έθηκεν Ιακώβ τας ράβδους εναντίον των προβάτων εν τοις ληνοίς του εγκισσήσαι αυτά κατά τας ράβδους· 42 ηνίκα δ ‘ αν έτεκε τα πρόβατα. και παιδίσκαι και κάμηλοι και όνοι. και εγένετο αυτω κτήνη πολλά και βόες και παίδες. και είδον τοις οφθαλμοίς μου εν τω ύπνω. 11 και είπέ μοι ο άγγελος του Θεού καθ ‘ ύπνον· Ιακώβ· εγώ δε είπα· τι εστι. και τέξεται πάντα τα πρόβατα ποικίλα· εάν δε είπη. 5 και είπεν αυταίς· ορώ εγώ το πρόσωπον του πατρός υμών. τα ποικίλα έσται σου μισθός. και τέξεται πάντα τα πρόβατα λευκά· 9 και αφείλετο ο Θεός πάντα τα κτήνη του πατρός υμών και έδωκέ μοι αυτά.

ποίει. ην περιεποιήσατο εν τη Μεσοποταμία. 22 ανηγγέλη δε Λάβαν τω Σύρω τη ημέρα τη τρίτη. μήποτε λαλήσης μετά Ιακώβ πονηρά. ινατί κρυφή απέδρας και εκλοποφόρησάς με και απήγαγες τας θυγατέρας μου ως αιχμαλώτιδας μαχαίρα. εξαπέστειλα αν σε μετ ‘ ευφροσύνης και μετά μουσικών και τυμπάνων και κιθάρας. ημίν έσται και τοις τέκνοις ημών. νυν δε αφρόνως έπραξας. 31 αποκριθείς δε Ιακώβ είπε τω Λάβαν· ότι εφοβήθην· είπα γαρ· μη ποτε αφέλης τας θυγατέρας σου απ ‘ εμού και πάντα τα εμά. 21 και απέδρα αυτός και τα αυτού πάντα και διέβη τον ποταμόν και ωρμησεν εις το όρος Γαλαάδ. και πάντα τα αυτού απελθείν προς Ισαάκ τον πατέρα αυτού εις γην Χαναάν. 18 και απήγαγε πάντα τα υπάρχοντα αυτω. ου ήλειψάς μοι εκεί στήλην και ηύξω μοι εκεί ευχήν· νυν ουν ανάστηθι και έξελθε εκ της γης ταύτης και άπελθε εις την γην της γενέσεώς σου. 27 και ει ανήγγειλάς μοι. 14 και αποκριθείσαι Ραχήλ και Λεία είπαν αυτω· μη εστιν ημίν έτι μερίς ή κληρονομία εν τω οίκω του πατρός ημών. και έσομαι μετά σου. ην αφείλετο ο Θεός του πατρός ημών. 20 έκρυψε δε Ιακώβ Λάβαν τον Σύρον του μη αναγγείλαι αυτω. 25 και κατέλαβε Λάβαν τον Ιακώβ· Ιακώβ δε έπηξε την σκηνήν αυτού εν τω όρει· Λάβαν δε έστησε τους αδελφούς αυτού εν τω όρει Γαλαάδ. και ιδέ τους τράγους και τους κριούς αναβαίνοντας επί τα πρόβατα και τας αίγας διαλεύκους και ποικίλους και σποδοειδείς ραντούς· εώρακα γαρ όσα σοι Λάβαν ποιεί· 13 εγώ ειμι ο Θεός ο οφθείς σοι εν τόπω Θεού. 16 πάντα τον πλούτον και την δόξαν. 24 ήλθε δε ο Θεός προς Λάβαν τον Σύρον καθ ‘ ύπνον την νύκτα και είπεν αυτω· φύλαξε σεαυτόν. νυν ουν όσα σοι είρηκεν ο Θεός. 29 και νυν ισχύει η χείρ μου κακοποιήσαί σε· ο δε Θεός του πατρός σου εχθές είπε προς με λέγων· φύλαξε σεαυτόν. 28 και ουκ ηξιώθην καταφιλήσαι τα παιδία μου και τας θυγατέρας μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανάβλεψον τοις οφθαλμοίς σου. 17 Αναστάς δε Ιακώβ έλαβε τας γυναίκας αυτού και τα παιδία αυτού επί τας καμήλους. και πάσαν την αποσκευήν αυτού. 30 νυν ουν πεπόρευσαι· επιθυμία γαρ επεθύμησας απελθείν εις τον οίκον του πατρός σου· ινατί έκλεψας τους θεούς μου. εδίωξεν οπίσω αυτού οδόν ημερών επτά και κατέλαβεν αυτόν εν τω όρει Γαλαάδ. 15 ουχ ως αι αλλότριαι λελογίσμεθα αυτω. 32 και είπεν Ιακώβ· παρ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 58 . ότι απέδρα Ιακώβ. 19 Λάβαν δε ώχετο κείραι τα πρόβατα αυτού· έκλεψε δε Ραχήλ τα είδωλα του πατρός αυτής. ότι αποδιδράσκει. πέπρακε γαρ ημάς και καταβρώσει κατέφαγε το αργύριον ημών. 26 είπε δε Λάβαν τω Ιακώβ· τι εποίησας. μη ποτε λαλήσης μετά Ιακώβ πονηρά. 23 και παραλαβών τους αδελφούς αυτού μεθ ‘ εαυτού.

ότι Ραχήλ η γυνή αυτού έκλεψεν αυτούς. 34 Ραχήλ δε έλαβε τα είδωλα και ενέβαλεν αυτά εις τα σάγματα της καμήλου και επεκάθισεν αυτοίς. 42 ει μη ο Θεός του πατρός μου Αβραάμ και ο φόβος Ισαάκ ην μοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ω αν εύρης τους θεούς σου. 43 αποκριθείς δε Λάβαν είπε τω Ιακώβ· αι θυγατέρες θυγατέρες μου. και ουκ επέγνω παρ ‘ αυτω ουδέν. ου ζήσεται εναντίον των αδελφών ημών· επίγνωθι τι εστι παρ ‘ εμοί των σών και λαβέ. και παρελογίσω τον μισθόν μου δέκα αμνάσιν. εμά εστι και των θυγατέρων μου· τι ποιήσω ταύταις σήμερον ή τοις τέκνοις αυτών. 47 και είπεν αυτω Λάβαν· ο βουνός ούτος μαρτυρεί ανά μέσον εμού και σου σήμερον. 36 ωργίσθη δε Ιακώβ και εμαχέσατο τω Λάβαν· αποκριθείς δε Ιακώβ είπε τω Λάβαν· τι το αδίκημά μου και τι το αμάρτημά μου. εισήλθε δε και εις τον οίκον Ραχήλ. Ιακώβ δε εκάλεσεν αυτόν Βουνός μάρτυς. ότι κατεδίωξας οπίσω μου 37 και ότι ηρεύνησας πάντα τα σκεύη του οίκου μου. τι εύρες από πάντων των σκευών του οίκου σου. 48 και εκάλεσεν αυτόν Λάβαν Βουνός της μαρτυρίας. ην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 59 . θές ώδε ενώπιον των αδελφών σου και των αδελφών μου. 45 λαβών δε Ιακώβ λίθον έστησεν αυτόν στήλην. κύριε· ου δύναμαι αναστήναι ενώπιόν σου. και συνέλεξαν λίθους και εποίησαν βουνόν. οίς έτεκον. και πάντα. ουκ ήδει δε Ιακώβ. 33 εισελθών δε Λάβαν ηρεύνησεν εις τον οίκον Λείας και ουχ εύρεν· και εξήλθεν εκ του οίκου Λείας και ηρεύνησε τον οίκον Ιακώβ και εν τω οίκω των δύο παιδισκών και ουχ εύρεν. και τα κτήνη κτήνη μου. και οι υιοί υιοί μου. και έφαγον εκεί επί του βουνού. 44 νυν ουν δεύρο διαθώμεθα διαθήκην εγώ τε και συ. 46 είπε δε Ιακώβ τοις αδελφοίς αυτού· συλλέγετε λίθους. και ελεγξάτωσαν ανά μέσον των δύο ημών. ο Θεός μάρτυς ανά μέσον εμού και σου. όσα συ οράς. 35 και είπε τω πατρί αυτής· μη βαρέως φέρε. είπε δε Λάβαν τω Ιακώβ· ιδού ο βουνός ούτος και η στήλη. και αφίστατο ο ύπνος μου από των οφθαλμών μου. και έσται εις μαρτύριον ανά μέσον εμού και σου. εγώ απετίννυον παρ' εμαυτού κλέμματα ημέρας και κλέμματα νυκτός· 40 εγενόμην της ημέρας συγκαιόμενος τω καύματι και τω παγετω της νυκτός. 41 ταύτά μοι είκοσιν έτη εγώ ειμι εν τη οικιία σου· εδούλευσά σοι δεκατέσσαρα έτη αντί των δύο θυγατέρων σου και εξ έτη εν τοις προβάτοις σου. είπε δε αυτω· ιδού ουδείς μεθ ‘ ημών εστιν. 38 ταύτά μοι είκοσιν έτη εγώ ειμι μετά σου· τα πρόβατά σου και αι αίγές σου ουκ ητεκνώθησαν· κριούς των προβάτων σου ου κατέφαγον· 39 θηριάλωτον ουκ ενήνοχά σοι. ιδέ. ότι τα κατ ‘ εθισμόν των γυναικών μοι εστίν· ηρεύνησε δε Λάβαν εν όλω τω οίκω και ουχ εύρε τα είδωλα. νυν αν κενόν με εξαπέστειλας· την ταπείνωσίν μου και τον κόπον των χειρών μου είδεν ο Θεός και ήλεγξέ σε εχθές.

μαρτυρεί ο βουνός ούτος. 54 και ώμοσεν Ιακώβ κατά του φόβου του πατρός αυτού Ισαάκ. και εχρόνισα έως του νυν. 49 και η Ορασις. και μαρτυρεί η στήλη αύτη· δια τούτο εκλήθη το όνομα αυτού. 52 εάν τε γαρ εγώ μη διαβώ προς σε μηδέ συ διαβής προς με τον βουνόν τούτον και την στήλην ταύτην επί κακία. και αποστραφείς Λάβαν απήλθεν εις τον τόπον αυτού. και διείλε τον λαόν τον μεθ ‘ εαυτού και τους βόας και τας καμήλους και τα πρόβατα εις δύο παρεμβολάς. 53 ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ναχώρ κρινεί ανά μέσον ημών. 5 και εγένοντό μοι βόες και όνοι και πρόβατα και παίδες και παιδίσκαι. 8 και είπεν Ιακώβ· εάν έλθη Ησαύ εις παρεμβολήν μίαν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 60 . ίνα εύρη ο παις σου χάριν εναντίον σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έστησα ανά μέσον εμού και σου. και συνήντησαν αυτω οι άγγελοι του Θεού. ει λήψη γυναίκας προς ταις θυγατράσι μου. ουδείς μεθ ‘ ημών εστιν ορών· Θεός μάρτυς μεταξύ εμού και μεταξύ σου. ότι αποστησόμεθα έτερος αφ ‘ ετέρου. 55 αναστάς δε Λάβαν το πρωϊ κατεφίλησε τους υιούς και τας θυγατέρας αυτού και ευλόγησεν αυτούς. και απέστειλα αναγγείλαι τω κυρίω μου Ησαύ. και έθυσε θυσίαν εν τω όρει και εκάλεσε τους αδελφούς αυτού. και ιδού αυτός έρχεται εις συνάντησίν σοι και τετρακόσιοι άνδρες μετ ‘ αυτού. 51 και είπε Λάβαν τω Ιακώβ· ιδού ο βουνός ούτος και μάρτυς η στήλη αύτη. και αναβλέψας είδε παρεμβολήν Θεού παρεμβεβληκυίαν. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ Ιακώβ απήλθεν εις την οδόν εαυτού. Βουνός μαρτυρεί. ηνίκα είδεν αυτούς· παρεμβολή Θεού αύτη· και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Παρεμβολαί. ην είπεν· επίδοι ο Θεός ανά μέσον εμού και σου. όρα. 7 εφοβήθη δε Ιακώβ σφόδρα. 3 Απέστειλε δε Ιακώβ αγγέλους έμπροσθεν αυτού προς Ησαύ τον αδελφόν αυτού εις γην Σηείρ. 50 ει ταπεινώσεις τας θυγατέρας μου. 4 και ενετείλατο αυτοίς λέγων· ούτως ερείτε τω κυρίω μου Ησαύ· ούτως λέγει ο παις σου Ιακώβ· μετά Λάβαν παρώκησα. και έφαγον και έπιον και εκοιμήθησαν εν τω όρει. εις χώραν Εδώμ. και ηπορείτο. 6 και ανέστρεψαν οι άγγελοι προς Ιακώβ λέγοντες· ήλθομεν προς τον αδελφόν σου Ησαύ. 2 είπε δε Ιακώβ.

21 και προεπορεύετο τα δώρα κατά πρόσωπον αυτού. έσται η παρεμβολή η δευτέρα εις το σώζεσθαι. μη ποτε ελθών πατάξη με και μητέρα επί τέκνοις. εάν μη με ευλογήσης. εκ χειρός Ησαύ. 26 και είπεν αυτω· απόστειλόν με· ανέβη γαρ ο όρθρος. και ήψατο του πλάτους του μηρού αυτού. όνους είκοσι και πώλους δέκα. 9 είπε δε Ιακώβ· ο Θεός του πατρός μου Αβραάμ και ο Θεός του πατρός μου Ισαάκ. αυτός δε εκοιμήθη την νύκτα εκείνην εν τη παρεμβολή. και διάστημα ποιείτε ανά μέσον ποίμνης και ποίμνης. 16 και έδωκεν αυτά τοις παισίν αυτού ποίμνιον κατά μόνας. ότι ου δύναται προς αυτόν. και μετά τούτο όψομαι το πρόσωπον αυτού· ίσως γαρ προσδέξεται το πρόσωπόν μου. κριούς είκοσι. 25 είδε δε. 19 και ενετείλατο τω πρώτω και τω δευτέρω και τω τρίτω και πάσι τοις προπορευομένοις οπίσω των ποιμνίων τούτων. και τα παιδία αυτών τριάκοντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κόψη αυτήν. λέγων· εάν σοι συναντήση Ησαύ ο αδελφός μου και ερωτά σε. 17 και ενετείλατο τω πρώτω. ο δε είπεν· ου μη σε αποστείλω. ή ουκ αριθμηθήσεται από του πλήθους. 13 και εκοιμήθη εκεί την νύκτα εκείνην. 27 είπε δε αυτω· τι το όνομά σου εστίν. 28 και είπεν αυτω· ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 61 . πρόβατα διακόσια. ταύρους δέκα. 22 Αναστάς δε την νύκτα εκείνην έλαβε τας δύο γυναίκας και τας δύο παιδίσκας και τα ένδεκα παιδία αυτού και διέβη την διάβασιν του Ιαβώκ· 23 και έλαβεν αυτούς και διέβη τον χειμάρρουν και διεβίβασε πάντα τα αυτού. 12 συ δε είπας· εύ σε ποιήσω και θήσω το σπέρμα σου ως την άμμον της θαλάσσης. και έλαβεν ων έφερε δώρα και εξαπέστειλεν Ησαύ τω αδελφω αυτού. βόας τεσσαράκοντα. 10 ικανούσθω μοι από πάσης δικαιοσύνης και από πάσης αληθείας. είπε γαρ· εξιλάσομαι το πρόσωπον αυτού εν τοις δώροις τοις προπορευομένοις αυτού. Κύριε συ ο ειπών μοι. 15 καμήλους θηλαζούσας. λέγων· τίνος ει και που πορεύη. και ενάρκησε το πλάτος του μηρού Ιακώβ εν τω παλαίειν αυτόν μετ ‘ αυτού. 11 εξελού με εκ χειρός του αδελφού μου. ης εποίησας τω παιδί σου· εν γαρ τη ύράβδω μου ταύτη διέβην τον Ιορδάνην τούτον. και τίνος ταύτα τα προπορευόμενά σου. ο δε είπεν· Ιακώβ. είπε δε τοις παισίν αυτού· προπορεύεσθε έμπροσθέν μου. λέγων· κατά το ρήμα τούτο λαλήσατε Ησαύ εν τω ευρείν υμάς αυτόν 20 και ερείτε· ιδού ο παις σου Ιακώβ παραγίνεται οπίσω ημών. τράγους είκοσι. 18 ερείς· του παιδός σου Ιακώβ· δώρα απέσταλκε τω κυρίω μου Ησαύ. 24 υπελείφθη δε Ιακώβ μόνος. 14 αίγας διακοσίας. νυνί δε γέγονα εις δύο παρεμβολάς. και ιδού αυτός οπίσω ημών. και επάλαιεν άνθρωπος μετ ‘ αυτού έως πρωϊ. απότρεχε εις την γην της γενέσεώς σου και εύ σε ποιήσω. ότι φοβούμαι εγώ αυτόν.

Είδος Θεού· είδον γαρ Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον. ο δε είπεν· ίνα εύρη ο παις σου χάριν εναντίον σου. και είπεν· ινατί τούτο ερωτάς συ το όνομά μου. 6 και προσήγγισαν αι παιδίσκαι και τα τέκνα αυτών και προσεκύνησαν. ό ενάρκησεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κληθήσεται έτι το όνομά σου Ιακώβ. 3 αυτός δε προήλθεν έμπροσθεν αυτών και προσεκύνησεν επί την γην επτάκις έως του εγγίσαι τω αδελφω αυτού. έως της ημέρας ταύτης. 30 και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου εκείνου. ό ενάρκησεν. αδελφέ· έστω σοι τα σά. 11 λαβέ τας ευλογίας μου. 8 και είπε· τι ταύτά σοι εστί. 5 και αναβλέψας Ησαύ είδε τας γυναίκας και τα παιδία και είπε· τι ταύτά σοι εστίν. ότι ηλέησέ με ο Θεός και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 62 . αις απήντηκα. ως αν τις ίδοι πρόσωπον Θεού. κύριε. ό εστιν επί του πλάτους του μηρού. και διείλεν Ιακώβ τα παιδία επί Λείαν και επί Ραχήλ και τας δύος παιδίσκας. ο δε είπε· τα παιδία. 9 είπε δε Ησαύ· έστι μοι πολλά. 4 και προσέδραμεν Ησαύ εις συνάντησιν αυτω και περιλαβών αυτόν προσέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν και έκλαυσαν αμφότεροι. 2 και έθετο τας δύο παιδίσκας και τους υιούς αυτών εν πρώτοις και Λείαν και τα παιδία αυτής οπίσω και Ραχήλ και Ιωσήφ εσχάτους. 7 και προσήγγισε Λεία και τα τέκνα αυτής και προσεκύνησαν. και ευδοκήσεις με. 10 είπε δε Ιακώβ· ει εύρον χάριν εναντίον σου. 31 ανέτειλε δε αυτω ο ήλιος. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΑΝΑΒΛΕΨΑΣ δε Ιακώβ τοις οφθαλμοίς αυτού είδε και ιδού Ησαύ ο αδελφός αυτού ερχόμενος και τετρακόσιοι άνδρες μετ ‘ αυτού. ότι ήψατο του πλάτους του μηρού Ιακώβ του νεύρου. πάσαι αι παρεμβολαί αύται. αλλ ‘ Ισραήλ έσται το όνομά σου. 29 ηρώτησε δε Ιακώβ και είπεν· ανάγγειλόν μοι το όνομά σου. και ευλόγησεν αυτόν εκεί. ηνίκα παρήλθε το είδος του Θεού· αυτός δε επέσκαζε τω μηρω αυτού· 32 ένεκεν τούτου ου μη φάγωσιν υιοί Ισραήλ το νεύρον. οίς ηλέησεν ο Θεός τον παίδά σου. και μετά ταύτα προσήγγισε Ραχήλ και Ιωσήφ και προσεκύνησαν. και μετ ‘ ανθρώπων δυνατός έση. δέξαι τα δώρα δια των εμών χειρών· ένεκεν τούτου είδον το πρόσωπόν σου. ότι ενίσχυσας μετά Θεού. και εσώθη μου η ψυχή. ας ήνεγκά σοι.

5 Ιακώβ δε ήκουσεν. 15 είπε δε Ησαύ· καταλείψω μετά σου από του λαού του μετ ‘ εμού. και παρενέβαλε κατά πρόσωπον της πόλεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έστι μοι πάντα. ότι εύρον χάριν εναντίον σου. καταμαθείν τας θυγατέρας των εγχωρίων. παρά Εμώρ πατρός Συχέμ εκατόν αμνών. 14 προελθέτω ο κύριός μου έμπροσθεν του παιδός αυτού. έως του ελθείν με προς τον κύριόν μου εις Σηείρ. ότι εμίανεν ο υιος Εμμώρ Δείναν την θυγατέρα αυτού· οι δε υιοί αυτού ήσαν μετά των κτηνών αυτού εν τω πεδίω. 16 απέστρεψε δε Ησαύ εν τη ημέρα εκείνη εις την οδόν αυτού εις Σηείρ. ή εστιν εν γη Χαναάν. 3 και προσέσχε τη ψυχή Δείνας της θυγατρός Ιακώβ και ηγάπησε την παρθένον και ελάλησε κατά την διάνοιαν της παρθένου αυτη. και εβιάσατο αυτόν και έλαβε· 12 και είπεν· απάραντες πορευσώμεθα επ ‘ ευθείαν. ότι τα παιδία απαλώτερα και τα πρόβατα και αι βόες λοχεύονται επ ‘ εμέ· εάν ουν καταδιώξω αυτά ημέραν μίαν. 8 και ελάλησεν Εμμώρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 63 . εγώ δε ενισχύσω εν τη οδω κατά σχολήν της πορεύσεως της εναντίον μου και κατά πόδα των παιδαρίων. 20 και έστησεν εκεί θυσιαστήριον και επεκαλέσατο τον Θεόν Ισραήλ. 4 είπε Συχέμ προς Εμμώρ τον πατέρα αυτού λέγων· λαβέ μοι την παίδα ταύτην εις γυναίκα. 17 Και Ιακώβ απαίρει εις σκηνάς· και εποίησεν εαυτω εκεί οικίας και τοις κτήνεσιν αυτού εποίησε σκηνάς· δια τούτο εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου. κύριε. κατενύγησαν οι άνδρες. 19 και εκτήσατο την μερίδα του αγρού. αποθανούνται πάντα τα κτήνη. ου έστησεν εκεί την σκηνήν αυτού. 13 είπε δε αυτω· ο κύριός μου γινώσκει. 7 οι δε υιοί Ιακώβ ήλθον εκ του πεδίου· ως δε ήκουσαν. ο άρχων της γης και λαβών αυτήν. 2 και είδεν αυτήν Συχέμ ο υιος Εμμώρ ο Ευαίος. 6 εξήλθε δε Εμμώρ ο πατήρ Συχέμ προς Ιακώβ λαλήσαι αυτω. ικανόν. 18 και ήλθεν Ιακώβ εις Σαλήμ πόλιν Σικίμων. και λυπηρόν ην αυτοίς σφόδρα. Σκηναί. και ουχ ούτως έσται. εκοιμήθη μετ ‘ αυτής και εταπείνωσεν αυτήν. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΕΞΗΛΘΕ δε Δείνα η θυγάτηρ Λείας. παρεσιώπησε δε Ιακώβ έως του ελθείν αυτούς. ότε επανήλθεν εκ της Μεσοποταμίας Συρίας. ην έτεκε τω Ιακώβ. ότι άσχημον εποίησεν εν Ισραήλ κοιμηθείς μετά της θυγατρός Ιακώβ. ο δε είπεν· ινατί τούτο.

και ό εάν είπητε. 13 απεκρίθησαν δε οι υιοί Ιακώβ τω Συχέμ και Εμμώρ τω πατρί αυτού μετά δόλου και ελάλησαν αυτοίς. 19 και ουκ εχρόνισεν ο νεανίσκος του ποιήσαι το ρήμα τούτο· ενέκειτο γαρ τη θυγατρί Ιακώβ· αυτός δε ην ενδοξότατος πάντων των εν τω οίκω του πατρός αυτού. εάν γένησθε ως ημείς και υμείς εν τω περιτμηθήναι υμών παν αρσενικόν. λαβόντες την θυγατέρα ημών απελευσόμεθα. 11 είπε δε Συχέμ προς τον πατέρα αυτής και προς τους αδελφούς αυτής· εύροιμι χάριν εναντίον υμών. καθά και αυτοί περιτέτμηνται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς λέγων· Συχέμ ο υιος μου προείλετο τη ψυχή την θυγατέρα υμών· δότε ουν αυτήν αυτω γυναίκα 9 και επιγαμβρεύσασθε ημίν· τας θυγατέρας υμών δότε ημίν και τας θυγατέρας ημών λάβετε τοις υιοίς υμών. 15 μόνον εν τούτω ομοιωθησόμεθα υμίν και κατοικήσομεν εν υμίν. 22 εν τούτω μόνον ομοιωθήσονται ημίν οι άνθρωποι του κατοικείν μεθ ‘ ημών. και δώσω καθότι αν είπητέ μοι. ότε ήσαν εν τω πόνω. και οικήσουσι μεθ ‘ ημών. 17 εάν δε μη εισακούσητε ημών του περιτεμέσθαι. 25 εγένετο δε εν τη ημέρα τη τρίτη. και δώσατέ μοι την παίδα ταύτην εις γυναίκα. δούναι την αδελφήν ημών ανθρώπω. έλαβον οι δύο υιοί Ιακώβ Συμεών και Λευί αδελφοί Δείνας έκαστος την μάχαιραν αυτού και εισήλθον εις την πόλιν ασφαλώς και απέκτειναν παν αρσενικόν· 26 τον τε Εμμώρ και Συχέμ τον υιόν αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 64 . ωστε είναι λαόν ένα. μεθ ‘ ημών οικείτωσαν επί της γης και εμπορευέσθωσαν αυτήν. δώσομεν. η δε γη ιδού πλατεία εναντίον αυτών. και η γη ιδού πλατεία εναντίον υμών· κατοικείτε και εμπορεύεσθε επ ‘ αυτής και εγκτάσθε εν αυτη. τας θυγατέρας αυτών ληψόμεθα ημίν γυναίκας και τας θυγατέρας ημών δώσομεν αυτοίς. 20 ήλθε δε Εμμώρ και Συχέμ ο υιος αυτού προς την πύλην της πόλεως αυτών και ελάλησαν προς τους άνδρας της πόλεως αυτών λέγοντες· 21 οι άνθρωποι ούτοι ειρηνικοί εισι. 18 και ήρεσαν οι λόγοι εναντίον Εμμώρ και εναντίον Συχέμ του υιού Εμμώρ. εν τω περιτεμέσθαι ημών παν αρσενικόν. ος έχει ακροβυστίαν· έστι γαρ όνειδος ημίν. ότι εμίαναν Δείνα την αδελφήν αυτών. 16 και δώσομεν τας θυγατέρας ημών υμίν και από των θυγατέρων υμών ληψόμεθα ημίν γυναίκας και οικήσομεν παρ ‘ υμίν και εσόμεθα ως γένος εν. 10 και εν ημίν κατοικείτε. 24 και εισήκουσαν Εμμώρ και Συχέμ του υιού αυτού πάντες οι εμπορευόμενοι την πύλην της πόλεως αυτών και περιετέμοντο την σάρκα της ακροβυστίας αυτών πας άρσην. 23 και τα κτήνη αυτών και τα τετράποδα και τα υπάρχοντα αυτών ουχ ημών έσται· μόνον εν τούτω ομοιωθώμεν αυτοίς. 12 πληθύνατε την φερνήν σφόδρα. 14 και είπαν αυτοίς Συμεών και Λευί οι αδελφοί Δείνας· ου δυνησόμεθα ποιήσαι το ρήμα τούτο.

6 ήλθε δε Ιακώβ εις Λουζά. 7 και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον και εκάλεσε το όνομα του τόπου Βαιθήλ. εκεί γαρ εφάνη αυτω ο Θεός εν τω αποδιδράσκειν αυτόν από προσώπου Ησαύ του αδελφού αυτού. 30 είπε δε Ιακώβ προς Συμεών και Λευί· μισητόν με πεποιήκατε. ωστε πονηρόν με είναι πάσι τοις κατοικούσι την γην. 27 οι δε υιοί Ιακώβ εισήλθον επί τους τραυματίας και διήρπασαν την πόλιν. ος ην μετ ‘ εμού και διέσωσέ με εν τη οδω. και συναχθέντες επ ‘ εμέ συγκόψουσί με. και εκτριβήσομαι εγώ και ο οίκός μου. 4 και έδωκαν τω Ιακώβ τους θεούς τους αλλοτρίους. 31 οι δε είπαν· αλλ ‘ ωσεί πόρνη χρήσονται τη αδελφή ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέκτειναν εν στόματι μαχαίρας. και ου κατεδίωξαν οπίσω των υιών Ισραήλ. 28 και τα πρόβατα αυτών και τους βόας αυτών και τους όνους αυτών. όσα τε ην εν τη πόλει και όσα ην εν τω πεδίω. ος ην μετ ‘ αυτού. εν τε τοις Χαναναίοις και εν τοις Φερεζαίοις· εγώ δε ολιγοστός ειμι εν αριθμω. 29 και πάντα τα σώματα αυτών και πάσαν την αποσκευήν αυτών και τας γυναίκας αυτών ηχμαλώτευσαν. έλαβον. και εγένετο φόβος Θεού επί τας πόλεις τας κύκλω αυτών. ή επορεύθην. οί ήσαν εν ταις χερσίν αυτών. και κατέκρυψεν αυτά Ιακώβ υπό την τερέβινθον την εν Σικίμοις και απώλεσαν αυτά έως της σήμερον ημέρας. 3 και αναστάντες αναβώμεν εις Βαιθήλ και ποιήσωμεν εκεί θυσιαστήριον τω Θεω τω επακούσαντί μου εν ημέρα θλίψεως. αυτός και πας ο λαός. εν ή εμίαναν Δείναν την αδελφήν αυτών. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΕΙΠΕ δε ο Θεός προς Ιακώβ· αναστάς ανάβηθι εις τον τόπον Βαιθήλ και οίκει εκεί και ποίησον εκεί θυσιαστήριον τω Θεω τω οφθέντι σοι εν τω αποδιδράσκειν σε από προσώπου Ησαύ του αδελφού σου. ή εστι Βαιθήλ. 8 απέθανε δε Δεβώρα η τροφός Ρεβέκκας και ετάφη κατώτερον Βαιθήλ υπό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 65 . και διήρπασαν όσα τε ην εν τη πόλει και όσα ην εν ταις οικίαις. ή εστιν εν γη Χαναάν. 5 και εξήρεν Ισραήλ εκ Σικίμων. και τα ενώτια τα εν τοις ωσίν αυτών. 2 είπε δε Ιακώβ τω οίκω αυτού και πάσι τοις μετ ‘ αυτού· άρατε τους θεούς τους αλλοτρίους τους μεθ ‘ υμών εκ μέσου υμών και καθαρίσθητε και αλλάξατε τας στολάς υμών. και έλαβον την Δείναν εκ του οίκου του Συχέμ και εξήλθον.

11 είπε δε αυτω ο Θεός· εγώ ο Θεός σου· αυξάνου και πληθύνου· έθνη και συναγωγαί εθνών έσονται εκ σου. Λευί. εγένετο δε ηνίκα ήγγισεν εις Χαβραθά του ελθείν εις την Εφραθά. ούτοι υιοί Ιακώβ. και εκάλεσε το όνομα αυτού Ισραήλ. 14 και έστησεν Ιακώβ στήλην εν τω τόπω. 29 και εκλείπων Ισαάκ απέθανε και προσετέθη προς το γένος αυτού πρεσβύτερος και πλήρης ημερών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την βάλανον. εν ω ελάλησε μετ ‘ αυτού εκεί ο Θεός. επορεύθη Ρουβήν και εκοιμήθη μετά Βαλλάς της παλλακής του πατρός αυτού Ιακώβ· και ήκουσεν Ισραήλ. και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα αυτής Βάλανος πένθους. και ευλόγησεν αυτόν ο Θεός. εις πόλιν του πεδίου (αύτη εστί Χεβρών) εν γη Χαναάν. 20 και έστησεν Ιακώβ στήλην επί του μνημείου αυτής· αύτη εστίν η στήλη επί του μνημείου Ραχήλ έως της ημέρας ταύτης. ω ελάλησε μετ ‘ αυτού ο Θεός. 17 εγένετο δε εν τω σκληρώς αυτήν τίκτειν. 18 εγένετο δε εν τω αφιέναι αυτήν την ψυχήν. 10 και είπεν αυτω ο Θεός· το όνομά σου ου κληθήσεται έτι Ιακώβ. ας έζησεν. Ιούδας. 27 Ήλθε δε Ιακώβ προς Ισαάκ τον πατέρα αυτού εις Μαμβρή. Ζαβουλών. 15 και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου. και έσπεισεν επ' αυτήν σπονδήν και επέχεεν επ ‘ αυτήν έλαιον. 26 υιοί δε Ζελφάς παιδίσκης Λείας· Γάδ και Ασήρ. σοί δέδωκα αυτήν· σοί έσται. Ισσάχαρ. 24 υιοί δε Ραχήλ· Ιωσήφ και Βενιαμίν. 19 απέθανε δε Ραχήλ και ετάφη εν τη οδω του ιπποδρόμου Εφραθά (αύτη εστί Βηθλεέμ). 12 και την γην. και βασιλείς εκ της οσφύος σου εξελεύσονται. 9 Ώφθη δε ο Θεός τω Ιακώβ έτι εν Λουζά. ου παρώκησεν Αβραάμ και Ισαάκ. 23 υιοί Λείας· πρωτότοκος Ιακώβ Ρουβήν. εκάλεσε το όνομα αυτού Υιος οδύνης μου· ο δε πατήρ εκάλεσε το όνομα αυτού Βενιαμίν. 21 εγένετο δε ηνίκα κατώκησεν Ισραήλ εν τη γη εκείνη. έπηξε την σκηνήν αυτού επέκεινα του πύργου Γαδέρ. και πονηρόν εφάνη εναντίον αυτού. Συμεών. έτη εκατόν ογδοήκοντα. 25 υιοί δε Βαλλάς παιδίσκης Ραχήλ· Δάν και Νεφθαλείμ. έτεκε Ραχήλ και εδυστόκησεν εν τω τοκετω. οί εγένοντο αυτω εν Μεσοποταμία της Συρίας. και γαρ ούτός σοί εστιν υιος. είπεν αυτη η μαία· θάρσει. ότε παρεγένετο εκ Μεσοποταμίας της Συρίας. απέθνησκε γαρ. 16 Απάρας δε Ιακώβ εκ Βαιθήλ. 28 εγένοντο δε αι ημέραι Ισαάκ. ου ελάλησε μετ ‘ αυτού. στήλην λιθίνην. και τω σπέρματί σου μετά σε δώσω την γην ταύτην. 22 Ήσαν δε οι υιοί Ιακώβ δώδεκα. αλλ ‘ Ισραήλ έσται το όνομά σου. και έθαψαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 66 . ην έδωκα Αβραάμ και Ισαάκ. Βαιθήλ. 13 ανέβη δε ο Θεός απ ‘ αυτού εκ του τόπου.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΑΥΤΑΙ δε αι γενέσεις Ησαύ (αυτός εστιν Εδώμ)· 2 Ησαύ δε έλαβε τας γυναίκας εαυτω από των θυγατέρων των Χαναναίων. 18 ούτοι δε υιοί ‘Ολιβεμάς γυναικός Ησαύ· ηγεμών Ιεούλ. και Βασεμάθ έτεκε τον Ραγουήλ. 14 ούτοι δε υιοί ‘Ολιβεμάς θυγατρός Ανά του υιού Σεβεγών. 17 και ούτοι υιοί Ραγουήλ υιού Ησαύ· ηγεμών Ναχώθ. 9 Αύται δε αι γενέσεις Ησαύ πατρός Εδώμ εν τω όρει Σηείρ. γυναικός Ησαύ· έτεκε δε τω Ησαύ τον Ιεούς και τον Ιεγλόμ και τον Κορέ. οί εγένοντο αυτω εν γη Χαναάν. ηγεμών Ζαρέ. Ζαρέ. ηγεμών Κορέ· ούτοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 67 . 15 ούτοι ηγεμόνες υιοί Ησαύ· υιοί Ελιφάς πρωτοτόκου Ησαύ· ηγεμών Θαιμάν. 16 ηγεμών Κορέ. ηγεμών Σωφάρ. ηγεμών Ιεγλόμ. ηγεμών Μοζέ· ούτοι ηγεμόνες Ραγουήλ εν γη Εδώμ· ούτοι υιοί Βασεμάθ γυναικός Ησαύ. και ουκ ηδύνατο η γη της παροικήσεως αυτών φέρειν αυτούς από του πλήθους των υπαρχόντων αυτών. Σωφάρ. ηγεμών Ωμάρ. Ωμάρ. και επορεύθη Ησαύ εκ της γης Χαναάν από προσώπου Ιακώβ του αδελφού αυτού. 8 κατώκησε δε Ησαύ εν τω όρει Σηείρ ( Ησαύ αυτός εστιν Εδώμ).Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ αυτόν Ησαύ και Ιακώβ οι υιοί αυτού. και Μοζέ· ούτοι ήσαν υιοί Βασεμάθ γυναικός Ησαύ. Σομέ. 4 έτεκε δε αυτω Αδά τον Ελιφάς. 6 έλαβε δε Ησαύ τας γυναίκας αυτού και τους υιούς αυτού και τας θυγατέρας αυτού και πάντα τα σώματα του οίκου αυτού και πάντα τα υπάρχοντα αυτού και πάντα τα κτήνη και πάντα όσα εκτήσατο και πάντα όσα περιεποιήσατο εν γη Χαναάν. 11 εγένοντο δε Ελιφάς υιοί· Θαιμάν. Γοθώμ και Κενέζ· 12 Θαμνά δε ην παλλακή Ελιφάς του υιού Ησαύ και έτεκε τω Ελιφάς τον Αμαλήκ· ούτοι υιοί Αδάς γυναικός Ησαύ. ηγεμών Γοθώμ. 5 και ‘Ολιβεμά έτεκε τον Ιεούς και τον Ιεγλόμ και τον Κορέ· ούτοι υιοί Ησαύ. ηγεμών Σομέ. την Αδά θυγατέρα Αιλώμ του Χετταίου και του ‘Ολιβεμά θυγατέρα Ανά του υιού Σεβεγών του Ευαίου 3 και την Βασεμάθ θυγατέρα Ισμαήλ αδελφήν Ναβεώθ. 10 και ταύτα τα ονόματα των υιών Ησαύ· Ελιφάς υιος Αδάς γυναικός Ησαύ και Ραγουήλ υιος Βασεμάθ γυναικός Ησαύ. 13 ούτοι δε υιοί Ραγουήλ· Ναχόθ. ηγεμών Κενέζ. ηγεμών Αμαλήκ· ούτοι ηγεμόνες Ελιφάς εν γη Ιδουμαία· ούτοι υιοί Αδάς. 7 ην γαρ αυτών τα υπάρχοντα πολλά του οικείν άμα.

42 ηγεμών Κενέζ. ότε ένεμε τα υποζύγια Σεβεγών του πατρός αυτού. 28 ούτοι δε υιοί Ρισών· -Ως και Αράν. ηγεμών Ρισών. 31 Και ούτοι οι βασιλείς οι βασιλεύσαντες εν Εδώμ προ του βασιλεύσαι βασιλέα εν Ισραήλ. 22 εγένοντο δε υιοί Λωτάν· Χορρί και Αιμάν· αδελφή δε Λωτάν Θαμνά. ηγεμών Σεβεγών. υιού Μαιζοώβ. 27 ούτοι δε υιοί Ασάρ· Βαλαάμ και Ζουκάμ και Ιουκάμ. και όνομα τη πόλει αυτού Γετθαίμ. ούτοι ηγεμόνες Εδώμ εν ταις κατωκοδομημέναις εν τη γη της κτήσεως αυτών. Σεβεγών. 32 και εβασίλευσεν εν Εδώμ Βαλάκ υιος Βεώρ. θυγάτηρ Ματραϊθ. 43 ηγεμών Μαγεδιήλ. 29 ούτοι δε ηγεμόνες Χορρί· ηγεμών Λωτάν. ηγεμών Ιεθέρ. 30 ηγεμών Δησών. και όνομα τη πόλει αυτού Φογώρ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ασώμ εκ της γης Θαιμανών. ηγεμών Μαζάρ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Αδάδ υιος Βαράδ ο εκκόψας Μαδιάμ εν τω πεδίω Μωάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηγεμόνες ‘Ολιβεμάς θυγατρός Ανά γυναικός Ησαύ. ηγεμών Θαμνά. 24 και ούτοι υιοί Σεβεγών· Αϊέ και Ανά· ούτός εστιν Ανά. ος εύρε τον Ιαμείν εν τη ερήμω. 25 ούτοι δε υιοί Ανά· Δησών και ‘Ολιβεμά θυγάτηρ Ανά. 23 ούτοι δε υιοί Σωβάλ· Γωλάμ και Μαναχάθ και Γαιβήλ και Σωφάρ και Ωμάρ. όνομα δε τη γυναικί αυτού Μετεβεήλ. 19 ούτοι υιοί Ησαύ. ηγεμών Σωβάλ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Αράδ υιος Βαράδ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Σαμαδά εκ Μασεκκάς. ηγεμών Θαιμάν. ηγεμών Ανά. 36 απέθανε δε Αδάδ. ούτοι ηγεμόνες Χορρί εν ταις ηγεμονίαις αυτών εν γη Εδώμ. Ανά 21 και Δησών και Ασάρ και Ρισών· ούτοι ηγεμόνες του Χορραίου του υιού Σηείρ εν τη γη Εδώμ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Βαλαεννών υιος Αχοβώρ. ηγεμών Γωλά. ηγεμών Ηλάς. 37 απέθανε δε Σαμαδά. και ούτοι ηγεμόνες αυτών. 39 απέθανε δε Βαλαεννών υιος Αχοβώρ. 41 ηγεμών ‘Ολιβεμάς. 34 απέθανε δε Ιωβάβ. 26 ούτοι δε υιοί Δησών· Αμαδά και Ασβάν και Ιθράν και Χαρράν. ηγεμών Φινών. 20 Ούτοι δε υιοί Σηείρ του Χορραίου του κατοικούντος την γην· Λωτά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 68 . και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Σαούλ εκ Ροωβώθ της παρά ποταμόν. εν ταις χώραις αυτών και εν τοις έθνεσιν αυτών. 38 απέθανε δε Σαούλ. 40 Ταύτα τα ονόματα των ηγεμόνων Ησαύ εν ταις φυλαίς αυτών κατά τόπον αυτών. 35 απέθανε δε Ασώμ. ούτοί εισιν υιοί Εδώμ. ηγεμών Ζαφωίν. και όνομα τη πόλει αυτού Δενναβά. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ιωβάβ υιος Ζαρά εκ Βοσόρρας. ούτος Ησαύ πατήρ Εδώμ. 33 απέθανε δε Βαλάκ. ηγεμών Ασάρ. Σωβάλ.

3 Ιακώβ δε ηγάπα τον Ιωσήφ παρά πάντας τους υιούς αυτού. άρά γε ελθόντες ελευσόμεθα εγώ τε και η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου προσκυνήσαί σοι επί την γην. ό ενυπνιάσθης. 6 και είπεν αυτοίς· ακούσατε του ενυπνίου τούτου. 10 και επετίμησεν αυτω ο πατήρ αυτού και είπεν αυτω· τι το ενύπνιον τούτο. δεύρο αποστείλω σε προς αυτούς. μετά των υιών Βαλλάς και μετά των υιών Ζελφάς των γυναικών του πατρός αυτού· κατήνεγκαν δε Ιωσήφ ψόγον πονηρόν προς Ισραήλ τον πατέρα αυτών. 8 είπαν δε αυτω οι αδελφοί αυτού· μη βασιλεύων βασιλεύσεις εφ ‘ ημάς ή κυριεύων κυριεύσεις ημών. και προσέθεντο έτι μισείν αυτόν ένεκεν των ενυπνίων αυτού και ένεκεν των ρημάτων αυτού. 15 και εύρεν αυτόν άνθρωπος πλανώμενον εν τω πεδίω· ηρώτησε δε αυτόν ο άνθρωπος λέγων· τι ζητείς. 13 και είπεν Ισραήλ προς Ιωσήφ· ουχί οι αδελφοί σου ποιμαίνουσιν εις Συχέμ. ότι αυτόν ο πατήρ φιλεί εκ πάντων των υιών αυτού. και απέστειλεν αυτόν εκ της κοιλάδος της Χεβρών. και είπεν· ιδού ενυπνιασάμην ενύπνιον έτερον. ου παρώκησεν ο πατήρ αυτού. περιστραφέντα δε τα δράγματα υμών προσεκύνησαν το εμόν δράγμα. 16 ο δε είπε· τους αδελφούς μου ζητώ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 69 . 11 εζήλωσαν δε αυτόν οι αδελφοί αυτού. 5 Ενυπνιασθείς δε Ιωσήφ ενύπνιον απήγγειλεν αυτό τοις αδελφοίς αυτού. ωσπερ ο ήλιος και η σελήνη και ένδεκα αστέρες προσεκύνουν με. ποιμαίνων τα πρόβατα του πατρός αυτού μετά των αδελφών αυτού. ων νέος. ότι υιος γήρως ην αυτω· εποίησε δε αυτω χιτώνα ποικίλον. ει υγιαίνουσιν οι αδελφοί σου και τα πρόβατα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΚΑΤ†ΚΕΙ δε Ιακώβ εν τη γη. εμίσησαν αυτόν και ουκ ηδύναντο λαλείν αυτω ουδέν ειρηνικόν. είπε δε αυτω· ιδού εγώ. 4 ιδόντες δε οι αδελφοί αυτού. 12 Επορεύθησαν δε οι αδελφοί αυτού βόσκειν τα πρόβατα του πατρός αυτών εις Συχέμ. ου ενυπνιάσθην· 7 ώμην υμάς δεσμεύειν δράγματα εν μέσω τω πεδίω. εν γη Χαναάν. 2 αύται δε αι γενέσεις Ιακώβ· Ιωσήφ δε δέκα και επτά ετών ην. και ανάγγειλόν μοι. ο δε πατήρ αυτού διετήρησε το ρήμα. 14 είπε δε αυτω Ισραήλ· πορευθείς ιδέ. 9 είδε δε ενύπνιον έτερον και διηγήσατο αυτω τω πατρί αυτού και τοις αδελφοίς αυτού. και ήλθεν εις Συχέμ. και ανέστη το εμόν δράγμα και ωρθώθη.

και ιδού οδοιπόροι Ισμαηλίται ήρχοντο εκ Γαλαάδ. και κατήγαγον τον Ιωσήφ εις Αίγυπτον. 28 και παρεπορεύοντο οι άνθρωποι οι Μαδιηναίοι έμποροι. εγώ δε που πορεύομαι έτι. τι έσται τα ενύπνια αυτού. 17 είπε δε αυτω ο άνθρωπος· απήρκασιν εντεύθεν. ύδωρ ουκ είχεν. χείρα δε μη επενέγκητε αυτω· όπως εξέληται αυτόν εκ των χειρών αυτών και αποδω αυτόν τω πατρί αυτού. 34 διέρρηξε δε Ιακώβ τα ιμάτια αυτού και επέθετο σάκκον επί την οσφύν αυτού και επένθει τον υιόν αυτού ημέρας πολλάς. και αι κάμηλοι αυτών έγεμαν θυμιαμάτων και ρητίνης και στακτής· επορεύοντο δε καταγαγείν εις Αίγυπτον. ήκουσαν δε οι αδελφοί αυτού. που βόσκουσιν. 26 είπε δε Ιούδας προς τους αδελφούς αυτού· τι χρήσιμον. εξέδυσαν Ιωσήφ τον χιτώνα τον ποικίλον τον περί αυτόν 24 και λαβόντες αυτόν έρριψαν εις τον λάκκον· ο δε λάκκος κενός. και εξείλκυσαν και ανεβίβασαν τον Ιωσήφ εκ του λάκκου και απέδοντο τον Ιωσήφ τοις Ισμαηλίταις είκοσι χρυσών. 18 προείδον δε αυτόν μακρόθεν προ του εγγίσαι αυτόν προς αυτούς και επονηρεύοντο του αποκτείναι αυτόν. 35 συνήχθησαν δε πάντες οι υιοί αυτού και αι θυγατέρες και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 70 . 29 ανέστρεψε δε Ρουβήν επί τον λάκκον και ουχ ορά τον Ιωσήφ εν τω λάκκω. αι δε χείρες ημών μη έστωσαν επ ‘ αυτόν. 19 είπε δε έκαστος προς τον αδελφόν αυτού· ιδού ο ενυπνιαστής εκείνος έρχεται· 20 νυν ουν δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν και ρίψωμεν αυτόν εις ένα των λάκκων και ερούμεν· θηρίον πονηρόν κατέφαγεν αυτόν· και οψόμεθα. 27 δεύτε αποδώμεθα αυτόν τοις Ισμαηλίταις τούτοις. εάν αποκτείνωμεν τον αδελφόν ημών και κρύψωμεν το αίμα αυτού. ότι αδελφός ημών και σάρξ ημών εστιν. επίγνωθι ει χιτών του υιού σου εστιν ή ου. και είπε· το παιδάριον ουκ έστιν. και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. 25 Εκάθισαν δε φαγείν άρτον και αναβλέψαντες τοις οφθαλμοίς είδον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απάγγειλόν μοι. 23 εγένετο δε ηνίκα ήλθεν Ιωσήφ προς τους αδελφούς αυτού. 21 ακούσας δε Ρουβήν εξείλετο αυτόν εκ των χειρών αυτών και είπεν· ου πατάξωμεν αυτόν εις ψυχήν. 22 είπε δε αυτοίς Ρουβήν· μη εκχέητε αίμα· εμβάλλετε αυτόν εις ένα των λάκκων τούτων των εν τη ερήμω. θηρίον ήρπασε τον Ιωσήφ. και είπαν· τούτον εύρομεν. 33 και επέγνω αυτόν και είπε· χιτών του υιού μου εστι· θηρίον πονηρόν κατέφαγεν αυτόν. 31 Λαβόντες δε τον χιτώνα του Ιωσήφ έσφαξαν έριφον αιγών και εμόλυναν τον χιτώνα τω αίματι. 32 και απέστειλαν τον χιτώνα τον ποικίλον και εισήνεγκαν τω πατρί αυτών. 30 και επέστρεψε προς τους αδελφούς αυτού. ήκουσα γαρ αυτών λεγόντων· πορευθώμεν εις Δωθαείμ. και επορεύθη Ιωσήφ κατόπισθεν των αδελφών αυτού και εύρεν αυτούς εν Δωθαείμ.

12 Επληθύνθησαν δε αι ημέραι και απέθανε Σαυά η γυνή Ιούδα· και παρακληθείς Ιούδας ανέβη επί τους κείροντας τα πρόβατα αυτού. και απέκτεινεν αυτόν ο Θεός. 10 πονηρόν δε εφάνη εναντίον του Θεού. αυτός και Ειράς ο ποιμήν αυτού ο ‘Οδολλαμίτης εις Θαμνά. 2 και είδεν εκεί Ιούδας θυγατέρα ανθρώπου Χαναναίου. ή όνομα Σαυά. ωσπερ και οι αδελφοί αυτού. ω όνομα Ειράς. ηνίκα έτεκεν αυτούς. 9 γνούς δε Αυνάν ότι ουκ αυτω έσται το σπέρμα. και έλαβεν αυτήν και εισήλθε προς αυτήν. 3 και συλλαβούσα έτεκεν υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Ήρ. και εθανάτωσε και τούτον. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε εν τω καιρω εκείνω. ή όνομα Θάμαρ. απελθούσα δε Θάμαρ εκάθητο εν τω οίκω του πατρός αυτής. αρχιμαγείρω. 4 και συλλαβούσα έτεκεν υιόν έτι και εκάλεσε το όνομα αυτού Αυνάν. εξέχεεν επί την γην του μη δούναι σπέρμα τω αδελφω αυτού. και ουκ ήθελε παρακαλείσθαι λέγων ότι· καταβήσομαι προς τον υιόν μου πενθών εις άδου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήλθον παρακαλέσαι αυτόν. κατέβη Ιούδας από των αδελφών αυτού και αφίκετο έως προς άνθρωπόν τινα ‘Οδολλαμίτην. 6 και έλαβεν Ιούδας γυναίκα Ήρ τω πρωτοτόκω αυτού. ότι εποίησε τούτο. 5 και προσθείσα έτεκεν υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Σηλώμ. 11 είπε δε Ιούδας Θάμαρ τη νύμφη αυτού· κάθου χήρα εν τω οίκω του πατρός σου έως μέγας γένηται Σηλώμ ο υιος μου. εγίνετο όταν εισήρχετο προς την γυναίκα του αδελφού αυτού. και έκλαυσεν αυτόν ο πατήρ αυτού. περιεβάλετο θέριστρον και εκαλλωπίσατο και εκάθισε προς ταις πύλαις Αινάν. 8 είπε δε Ιούδας τω Αυνάν· είσελθε προς την γυναίκα του αδελφού σου και επιγάμβρευσαι αυτήν και ανάστησον σπέρμα τω αδελφω σου. 14 και περιελομένη τα ιμάτια της χηρεύσεως αφ ‘ εαυτής. 13 και απηγγέλη Θάμαρ τη νύμφη αυτού λέγοντες· ιδού ο πενθερός σου αναβαίνει εις Θαμνά κείραι τα πρόβατα αυτού. αύτη δε ην εν Χασβί. είπε γαρ· μη ποτε αποθάνη και ούτος. 36 οι δε Μαδιηναίοι απέδοντο τον Ιωσήφ εις Αίγυπτον τω Πετεφρή τω σπάδοντι Φαραώ. 7 εγένετο δε Ήρ πρωτότοκος Ιούδα πονηρός έναντι Κυρίου. ή εστιν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 71 .

εγώ εν γαστρί έχω. και είπεν· επίγνωθι. εφ ‘ ω ην επί τη χειρί αυτού το κόκκινον· και εκάλεσε το όνομα αυτού Ζαρά. και ουκ επέγνω αυτήν. 27 Εγένετο δε ηνίκα έτικτε. η δε είπε· τι μοι δώσεις. ο εις προεξήνεγκε την χείρα· λαβούσα δε η μαία έδησεν επί την χείρα αυτού κόκκινον λέγουσα· ούτος εξελεύσεται πρότερος. συ δε ουχ εύρηκας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 72 . 19 και αναστάσα απήλθε και περιείλετο το θέριστρον αυτής αφ ‘ εαυτής και ενεδύσατο τα ιμάτια της χηρεύσεως αυτής. έως του αποστείλαί σε. 26 επέγνω δε Ιούδας και είπε· δεδικαίωται Θάμαρ ή εγώ. 23 είπε δε Ιούδας· εχέτω αυτά. και έδωκεν αυτη και εισήλθε προς αυτήν. ούτινος ταύτά εστιν. είπε δε Ιούδας· εξαγάγετε αυτήν. 30 και μετά τούτο εξήλθεν ο αδελφός αυτού. 15 και ιδών αυτήν Ιούδας έδοξεν αυτήν πόρνην είναι· κατεκαλύψατο γαρ το πρόσωπον αυτής. 24 Εγένετο δε μετά τρίμηνον ανηγγέλη τω Ιούδα λέγοντες· εκπεπόρνευκε Θάμαρ η νύμφη σου και ιδού εν γαστρί έχει εκ πορνείας. αυτός δε ουκ έδωκεν αυτήν αυτω γυναίκα. και τηδε ην δίδυμα εν τη γαστρί αυτής. και κατακαυθήτω. και εν γαστρί έλαβεν εξ αυτού. 17 ο δε είπεν· εγώ σοι αποστελώ έριφον αιγών εκ των προβάτων μου. η δε είπεν· εάν δως μοι αρραβώνα. 21 επηρώτησε δε τους άνδρας τους εκ του τόπου· που εστιν η πόρνη η γενομένη εν Αινάν επί της οδού. και ου προσέθετο έτι του γνώναι αυτήν. 18 ο δε είπε· τίνα τον αρραβώνά σοι δώσω. και την ράβδον την εν τη χειρί σου. και εκάλεσε το όνομα αυτού Φαρές. εάν εισέλθης προς με. η δε είπε· τον δακτύλιόν σου και τον ορμίσκον. και ουχ εύρεν αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρόδω Θαμνά· είδε γαρ ότι μέγας γέγονε Σηλώμ. τίνος ο δακτύλιος και ο ορμίσκος και η ράβδος αύτη. 20 απέστειλε δε Ιούδας τον έριφον εξ αιγών εν χειρί του ποιμένος αυτού του ‘Οδολλαμίτου κομίσασθαι παρά της γυναικός τον αρραβώνα. 25 αυτή δε αγομένη απέστειλε προς τον πενθερόν αυτής λέγουσα· εκ του ανθρώπου. ου ένεκεν ουκ έδωκα αυτήν Σηλών τω υιω μου. η δε είπε· τι διεκόπη δια σε φραγμός. και οι άνθρωποι οι εκ του τόπου λέγουσι μη είναι ώδε πόρνην. 22 και απεστράφη προς Ιούδαν και είπεν· ουχ εύρον. και ευθύς εξήλθεν ο αδελφός αυτού. 28 εγένετο δε εν τω τίκτειν αυτήν. αλλά μη ποτε καταγελασθώμεν· εγώ μεν απέσταλκα τον έριφον τούτον. 16 εξέκλινε δε προς αυτήν την οδόν και είπεν αυτη· έασόν με εισελθείν προς σε· ου γαρ έγνω ότι νύμφη αυτού εστίν. και είπαν· ουκ ην ενταύθα πόρνη. 29 ως δε επισυνήγαγε την χείρα.

3 ήδει δε ο κύριος αυτού. έδωκε δια χειρός Ιωσήφ. και ουχ υπήκουεν αυτη καθεύδειν μετ ‘ αυτής του συγγενέσθαι αυτη. και εγενήθη ευλογία Κυρίου εν πάσι τοις υπάρχουσιν αυτω εν τω οίκω και εν τω αγρω αυτού. όσα ην αυτω. οί κατήγαγον αυτόν εκεί. 8 ο δε ουκ ήθελεν. και κατέστησεν αυτόν επί του οίκου αυτού και πάντα. 13 και εγένετο ως είδεν. και καταλιπών τα ιμάτια αυτού εν ταις χερσίν αυτής έφυγε και εξήλθεν έξω. και ευηρέστησεν αυτω. ουδέ υπεξήρηται απ ‘ εμού ουδέν πλήν σου. ο αρχιμάγειρος. 6 και επέτρεψε πάντα. Κύριος ευοδοί εν ταις χερσίν αυτού. ου ήσθιεν αυτός. και αμαρτήσομαι εναντίον του Θεού. ανήρ Αιγύπτιος. 2 και ην Κύριος μετά Ιωσήφ. όσα ην αυτω. 4 και εύρεν Ιωσήφ χάριν εναντίον του κυρίου αυτού. όσα εστίν αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ 1 ΙΩΣΗΦ δε κατήχθη εις Αίγυπτον. 5 εγένετο δε μετά το καταστήναι αυτόν επί του οίκου αυτού και επί πάντα. και ην ανήρ επιτυγχάνων και εγένετο εν τω οίκω παρά τω κυρίω αυτού τω Αιγυπτίω. 7 και εγένετο μετά τα ρήματα ταύτα και επέβαλεν η γυνή του κυρίου αυτού τους οφθαλμούς αυτής επί Ιωσήφ και είπε· κοιμήθητι μετ ‘ εμού. είπε δε τη γυναικί του κυρίου αυτού· ει ο κύριός μου ου γινώσκει δι ‘ εμέ ουδέν εν τω οίκω αυτού. και ουδείς ην των εν τη οικία έσω. Και ην Ιωσήφ καλός τω είδει και ωραίος τη όψει σφόδρα. 10 ηνίκα δε ελάλει τω Ιωσήφ ημέραν εξ ημέρας. εις χείρας Ιωσήφ και ουκ ήδει των καθ ‘ αυτόν ουδέν πλήν του άρτου. εκ χειρών των Ισμαηλιτών. 14 και εκάλεσε τους όντας εν τη οικία και είπεν αυτοίς λέγουσα· ίδετε. όσα ην αυτω. και πάντα. δια το σε γυναίκα αυτού είναι. και εισήλθεν Ιωσήφ εις την οικίαν ποιείν τα έργα αυτού. και Πως ποιήσω το ρήμα το πονηρόν τούτο. 11 εγένετο δε τοιαύτη τις ημέρα. και ηυλόγησε Κύριος τον οίκον του Αιγυπτίου δια Ιωσήφ. έδωκεν εις τας χείράς μου 9 και ουχ υπερέχει εν τη οικία ταύτη ουδέν εμού. 12 και επεσπάσατο αυτόν των ιματίων λέγουσα· κοιμήθητι μετ ‘ εμού. και εβόησα φωνή μεγάλη· 15 εν δε τω ακούσαι αυτόν ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 73 . ότι ο Κύριος ην μετ ‘ αυτού και όσα εάν ποιή. και εκτήσατο αυτόν Πετεφρής ο ευνούχος Φαραώ. εισήγαγεν ημίν παίδα Εβραίον εμπαίζειν ημίν· εισήλθε προς με λέγων· κοιμήθητι μετ ‘ εμού. ότι καταλιπών τα ιμάτια αυτού εν ταις χερσίν αυτής έφυγε και εξήλθεν έξω.

και εθυμώθη οργή. εις τον τόπον. οι όντες εν τω δεσμωτηρίω. καταλιπών τα ιμάτια αυτού παρ ‘ εμοί έφυγε και εξήλθεν έξω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ύψωσα την φωνήν μου και εβόησα. ου Ιωσήφ απήκτο εκεί. καταλιπών τα ιμάτια αυτού παρ ‘ εμοί έφυγε και εξήλθεν έξω. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε μετά τα ρήματα ταύτα ήμαρτεν ο αρχιοινοχόος του βασιλέως Αιγύπτου και ο αρχισιτοποιός τω κυρίω αυτών βασιλεί Αιγύπτου. εμπαίξαί μοι και είπέ μοι· κοιμηθήσομαι μετά σου· 18 ως δε ήκουσεν ότι ύψωσα την φωνήν μου και εβόησα. και όσα αυτός εποίει. 22 και έδωκεν ο αρχιδεσμοφύλαξ το δεσμωτήριον δια χειρός Ιωσήφ και πάντας τους απηγμένους. εις τον τόπον. 16 και καταλιμπάνει τα ιμάτια παρ ‘ εαυτη. 4 και συνέστησεν ο αρχιδεσμώτης τω Ιωσήφ αυτούς. και πάντα όσα ποιούσιν εκεί. 17 και ελάλησεν αυτω κατά τα ρήματα ταύτα λέγουσα· εισήλθε προς με ο παις ο Εβραίος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 74 . ον εισήγαγες προς ημάς. και παρέστη αυτοίς· ήσαν δε ημέρας εν τη φυλακή. ως ήκουσεν ο κύριος αυτού τα ρήματα της γυναικός αυτού. 23 ουκ ην ο αρχιδεσμοφύλαξ του δεσμωτηρίου γινώσκων δι ‘ αυτόν ουδέν· πάντα γαρ ην δια χειρός Ιωσήφ δια το τον Κύριον μετ ‘ αυτού είναι. 2 και ωργίσθη Φαραώ επί τοις δυσίν ευνούχοις αυτού. 21 Και ην Κύριος μετά Ιωσήφ και κατέχεεν αυτού έλεος και έδωκεν αυτω χάριν εναντίον του αρχιδεσμοφύλακος. και ήσαν τεταραγμένοι. 5 και είδον αμφότεροι ενύπνιον εν μια νυκτί· η δε όρασις του ενυπνίου του αρχιοινοχόου και αρχισιτοποιού. 20 και λαβών ο κύριος Ιωσήφ ενέβαλεν αυτόν εις το οχύρωμα. 6 εισήλθε δε προς αυτούς Ιωσήφ τω πρωϊ και είδεν αυτούς. όσοι εν τω δεσμωτηρίω. 7 και ηρώτα τους ευνούχους Φαραώ. επί τω αρχιοινοχόω και επί τω αρχισιτοποιω. οί ήσαν τω βασιλεί Αιγύπτου. 3 και έθετο αυτούς εν φυλακή εις το δεσμωτήριον. ο Κύριος ευώδου εν ταις χερσίν αυτού. έως ήλθεν ο κύριος εις τον οίκον αυτού. ην αύτη. όσα ελάλησε προς αυτόν. αυτός ην ποιών. εν ω οι δεσμώται του βασιλέως κατέχονται εκεί εν τω οχυρώματι. λέγουσα· ούτως εποίησέ μοι ο παις σου. 19 εγένετο δε.

και είπε τω Ιωσήφ· καγώ είδον ενύπνιον και ώμην τρία κανά χονδριτών αίρειν επί της κεφαλής μου· 17 εν δε κανω τω επάνω από πάντων των γενών. και εποίει πότον πάσι τοις παισίν αυτού. αλλ ‘ επελάθετο αυτού. διηγήσασθε ουν μοι. 22 τον δε αρχισιτοποιόν εκρέμασε. και έδωκε το ποτήριον εις την χείρα Φαραώ. αλλ ‘ ενέβαλόν με εις τον λάκκον τούτον. 23 και ουκ εμνήσθη ο αρχιοινοχόος του Ιωσήφ. λέγων· τι ότι τα πρόσωπα υμών σκυθρωπά σήμερον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 75 . 16 και είδεν ο αρχισιτοποιός. 20 εγένετο δε εν τη ημέρα τη τρίτη. 21 και αποκατέστησε τον αρχιοινοχόον επί την αρχήν αυτού. 18 αποκριθείς δε Ιωσήφ είπεν αυτω· αύτη η σύγκρισις αυτού· τα τρία κανά τρεις ημέραι εισίν· 19 έτι τριών ημερών και αφελεί Φαραώ την κεφαλήν σου από σου και κρεμάσει σε επί ξύλου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οί ήσαν μετ ‘ αυτού εν τη φυλακή παρά τω κυρίω αυτού. και ποιήσεις εν εμοί έλεος και μνησθήσει περί εμού προς Φαραώ και εξάξεις με εκ του οχυρώματος τούτου· 15 ότι κλοπή εκλάπην εκ γης Εβραίων και ώδε ουκ εποίησα ουδέν. 11 και το ποτήριον Φαραώ εν τη χειρί μου· και έλαβον την σταφυλήν και εξέθλιψα αυτήν εις το ποτήριον και έδωκα το ποτήριον εις την χείρα Φαραώ. και τα πετεινά του ουρανού κατήσθιεν αυτά από του κανού του επάνω της κεφαλής μου. ότι ορθώς συνέκρινε. και ο συγκρίνων ουκ έστιν αυτό. 8 οι δε είπαν αυτω· ενύπνιον είδομεν. 12 και είπεν αυτω Ιωσήφ· τούτο η σύγκρισις αυτού· οι τρεις πυθμένες τρεις ημέραι εισίν· 13 έτι τρεις ημέραι και μνησθήσεται Φαραώ της αρχής σου και αποκαταστήσει σε επί την αρχιοινοχοϊαν σου. ημέρα γενέσεως ην Φαραώ. όταν εύ γένηταί σοι. και δώσεις το ποτήριον Φαραώ εις την χείρα αυτού κατά την αρχήν σου την προτέραν. και αυτή θάλλουσα ανενηνοχυία βλαστούς· πέπειροι οι βότρυες σταφυλής. καθά συνέκρινεν αυτοίς Ιωσήφ. 9 και διηγήσατο ο αρχιοινοχόος το ενύπνιον αυτού τω Ιωσήφ και είπεν· εν τω ύπνω μου ην άμπελος εναντίον μου· 10 εν δε τη αμπέλω τρεις πυθμένες. ων Φαραώ εσθίει έργον σιτοποιού. ως ήσθα οινοχοών. 14 αλλά μνήσθητί μου δια σεαυτού. και εμνήσθη της αρχής του οινοχόου και της αρχής του σιτοποιού εν μέσω των παίδων αυτού. είπε δε αυτοίς Ιωσήφ· ουχί δια του Θεού η διασάφησις αυτών εστι. και φάγεται τα όρνεα του ουρανού τας σάρκας σου από σου.

12 ην δε εκεί μεθ ‘ ημών νεανίσκος παις Εβραίος του αρχιμαγείρου. 2 και ιδού ωσπερ εκ του ποταμού ανέβαινον επτά βόες καλαί τω είδει και εκλεκταί ταις σαρξί και εβόσκοντο εν τω Άχει. 17 ελάλησε δε Φαραώ τω Ιωσήφ λέγων· εν τω ύπνω μου ώμην εστάναι παρά το χείλος του ποταμού. ούτω και συνέβη. και αποστείλας εκάλεσε πάντας τους εξηγητάς Αιγύπτου και πάντας τους σοφούς αυτής. και ήλθε προς Φαραώ. 8 Εγένετο δε πρωϊ και εταράχθη η ψυχή αυτού. 14 Αποστείλας δε Φαραώ εκάλεσε τον Ιωσήφ. 11 και είδομεν ενύπνιον αμφότεροι εν νυκτί μια εγώ και αυτός. 9 και ελάλησεν ο αρχιοινοχόος προς Φαραώ λέγων· την αμαρτίαν μου αναμιμνήσκω σήμερον. 18 και ωσπερ εκ του ποταμού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 76 . και ιδού επτά στάχυες ανέβαινον εν τω πυθμένι ενί εκλεκτοί και καλοί· 6 και ιδού επτά στάχυες λεπτοί και ανεμόφθοροι ανεφύοντο μετ ‘ αυτούς· 7 και κατέπιον οι επτά στάχυες οι λεπτοί και ανεμόφθοροι τους επτά στάχυας τους εκλεκτούς και τους πλήρεις. και διηγησάμεθα αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε μετά δύο έτη ημερών. και ουκ ην ο απαγγέλλων αυτό τω Φαραώ. και εξήγαγον αυτόν από του οχυρώματος και εξύρησαν αυτόν και ήλλαξαν την στολήν αυτού. εμέ τε και τον αρχισιτοποιόν. 3 άλλαι δε επτά βόες ανέβαινον μετά ταύτας εκ του ποταμού αισχραί τω είδει και λεπταί ταις σαρξί και ενέμοντο παρά τας βόας επί το χείλος του ποταμού· 4 και κατέφαγον αι επτά βόες αι αισχραί και λεπταί ταις σαρξί τας επτά βόας τας καλάς τω είδει και τας εκλεκτάς ταις σαρξί. καθώς συνέκρινεν ημίν. 15 είπε δε Φαραώ προς Ιωσήφ· ενύπνιον εώρακα. και ο συγκρίνων ουκ έστιν αυτό· εγώ δε ακήκοα περί σου λεγόντων. και ην ενύπνιον. έκαστος κατά το αυτού ενύπνιον είδομεν. και συνέκρινεν ημίν. ακούσαντά σε ενύπνια συγκρίναι αυτά. 13 εγενήθη δε. ηγέρθη δε Φαραώ. εκείνον δε κρεμασθήναι. εμέ τε αποκατασταθήναι επί την αρχήν μου. και διηγήσατο αυτοίς Φαραώ το ενύπνιον αυτού. 5 και ενυπνιάσθη το δεύτερον. 16 αποκριθείς δε Ιωσήφ τω Φαραώ είπεν· άνευ του Θεού ουκ αποκριθήσεται το σωτήριον Φαραώ. Φαραώ είδεν ενύπνιον· ώετο εστάναι επί του ποταμού. 10 Φαραώ ωργίσθη τοις παισίν αυτού και έθετο ημάς εν φυλακή εν τω οίκω του αρχιμαγείρου. ηγέρθη δε Φαραώ.

19 και ιδού επτά βόες έτεραι ανέβαινον οπίσω αυτών εκ του ποταμού πονηραί και αισχραί τω είδει και λεπταί ταις σαρξίν. και ενέμοντο εν τω Άχει. 33 νυν ουν σκέψαι άνθρωπον φρόνιμον και συνετόν και κατάστησον αυτόν επί γης Αιγύπτου· 34 και ποιησάτω Φαραώ και καταστησάτω τοπάρχας επί της γης. ότι αληθές έσται το ρήμα το παρά του Θεού. 25 Και είπεν Ιωσήφ τω Φαραώ· το ενύπνιον Φαραώ εν εστιν· όσα ο Θεός ποιεί. έδειξε τω Φαραώ. 27 και αι επτά βόες αι λεπταί αι αναβαίνουσαι οπίσω αυτών επτά έτη εστί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανέβαινον επτά βόες καλαί τω είδει και εκλεκταί ταις σαρξί. και αι όψεις αυτών αισχραί. 32 περί δε του δευτερώσαι το ενύπνιον Φαραώ δις. είπα ουν τοις εξηγηταίς. 28 το δε ρήμα. και ταχυνεί ο Θεός του ποιήσαι αυτό. 31 και ουκ επιγνωσθήσεται η ευθηνία επί της γης από του λιμού του εσομένου μετά ταύτα· ισχυρός γαρ έσται σφόδρα. και αποπεμπτωσάτωσαν πάντα τα γεννήματα της γης Αιγύπτου των επτά ετών της ευθηνίας 35 και συναγαγέτωσαν πάντα τα βρώματα των επτά ετών των ερχομένων των καλών τούτων. 39 είπε δε Φαραώ τω Ιωσήφ· επειδή έδειξεν ο Θεός σοι πάντα ταύτα. και ωσπερ επτά στάχυες ανέβαινον εν πυθμένι ενί πλήρεις και καλοί· 23 άλλοι δε επτά στάχυες λεπτοί και ανεμόφθοροι ανεφύοντο εχόμενοι αυτών. 21 και εισήλθον εις τας κοιλίας αυτών και ου διάδηλοι εγένοντο. και ουκ ην ο απαγγέλλων μοι αυτό. α έσονται εν γη Αιγύπτου. 37 Ήρεσε δε το ρήμα εναντίον Φαραώ και εναντίον πάντων των παίδων αυτού. βρώματα εν ταις πόλεσι φυλαχθήτω· 36 και έσται τα βρώματα τα πεφυλαγμένα τη γη εις τα επτά έτη του λιμού. 24 και κατέπιον οι επτά στάχυες οι λεπτοί και ανεμόφθοροι τους επτά στάχυας τους καλούς και τους πλήρεις. οίας ουκ είδον τοιαύτας εν όλη γη Αιγύπτου αισχροτέρας· 20 και κατέφαγον αι επτά βόες αι αισχραί και λεπταί τας επτά βόας τας πρώτας τας καλάς και τας εκλεκτάς. και ουκ εκτριβήσεται η γη εν τω λιμω. και επιλήσονται της πλησμονής της εσομένης εν όλη Αιγύπτω. 26 αι επτά βόες αι καλαί επτά έτη εστί. ότι εισήλθον εις τας κοιλίας αυτών. 38 και είπε Φαραώ πάσι τοις παισίν αυτού· μη ευρήσομεν άνθρωπον τοιούτον. ουκ έστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 77 . και συναχθήτω ο σίτος υπό χείρα Φαραώ. ος έχει πνεύμα Θεού εν αυτω. 29 ιδού επτά έτη έρχεται ευθηνία πολλή εν πάση γη Αιγύπτου· 30 ήξει δε επτά έτη λιμού μετά ταύτα. έδειξε τω Φαραώ. και οι επτά στάχυες οι λεπτοί και ανεμόφθοροι έσονται επτά έτη λιμού. ό είρηκα Φαραώ. όσα ο Θεός ποιεί. καθά και την αρχήν· εξεγερθείς δε εκοιμήθην 22 και είδον πάλιν εν τω ύπνω μου. και αναλώσει ο λιμός την γην. και οι επτά στάχυες οι καλοί επτά έτη εστί· το ενύπνιον Φαραώ εν εστι.

εν οίς ην η ευθυνία εν τη γη Αιγύπτου. έκραξε δε ο λαός προς Φαραώ περί άρτων· είπε δε Φαραώ πάσι τοις Αιγυπτίοις· πορεύεσθε προς Ιωσήφ. Εξήλθε δε Ιωσήφ από προσώπου Φαραώ. 53 Παρήλθε δε τα επτά έτη της ευθηνίας. και διήλθε πάσαν γην Αιγύπτου. ότε έστη εναντίον Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου. βρώματα των πεδίων της πόλεως των κύκλω αυτής έθηκεν εν αυτη. ότι επιλαθέσθαι με εποίησεν ο Θεός πάντων των πόνων μου και πάντων των του πατρός μου. περιέθηκεν αυτόν επί την χείρα Ιωσήφ και ενέδυσεν αυτόν στολήν βυσσίνην και περιέθηκε κλοιόν χρυσούν περί τον τράχηλον αυτού· 43 και ανεβίβασεν αυτόν επί το άρμα το δεύτερον των αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 78 . ου γαρ ην αριθμός. 41 είπε δε Φαραώ τω Ιωσήφ· ιδού καθίστημί σε σήμερον επί πάσης γης Αιγύπτου. έως ουκ ηδύνατο αριθμηθήναι. καθά είπεν Ιωσήφ. ποιήσατε. και ό εάν είπη υμίν. 47 και εποίησεν η γη εν τοις επτά έτεσι της ευθηνίας δράγματα· 48 και συνήγαγε πάντα τα βρώματα των επτά ετών. 55 και επείνασε πάσα η γη Αιγύπτου. 57 και πάσαι αι χώραι ήλθον εις Αίγυπτον αγοράζειν προς Ιωσήφ· επεκράτησε γαρ ο λιμός εν πάση τη γη. 42 και περιελόμενος Φαραώ τον δακτύλιον από της χειρός αυτού. Ψονθομφανήχ· και έδωκεν αυτω την Ασεννέθ θυγατέρα Πετεφρή ιερέως Ηλιουπόλεως αυτω εις γυναίκα. 54 και ήρξατο τα επτά έτη του λιμού έρχεσθαι. 56 και ο λιμός ην επί προσώπου πάσης της γης· ανέωξε δε Ιωσήφ πάντας τους σιτοβολώνας και επώλει πάσι τοις Αιγυπτίοις. ους έτεκεν αυτω Ασεννέθ η θυγάτηρ Πετεφρή ιερέως Ηλιουπόλεως. και έθηκε τα βρώματα εν ταις πόλεσι. 44 είπε δε Φαραώ τω Ιωσήφ· εγώ Φαραώ. και εγένετο λιμός εν πάση τη γη. άνευ σου ουκ εξαρεί ουδείς την χείρα αυτού επί πάσης γης Αιγύπτου. και εκήρυξεν έμπροσθεν αυτού κήρυξ· και κατέστησεν αυτόν εφ ‘ όλης γης Αιγύπτου. 46 Ιωσήφ δε ην ετών τριάκοντα. 50 Τω δε Ιωσήφ εγένοντο υιοί δύο προ του ελθείν τα επτά έτη του λιμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνθρωπος φρονιμώτερος και συνετώτερός σου· 40 συ έση επί τω οίκω μου. εν δε πάση τη γη Αιγύπτου ήσαν άρτοι. και επί τω στόματί σου υπακούσεται πας ο λαός μου· πλήν τον θρόνον υπερέξω σου εγώ. 45 και εκάλεσε Φαραώ το όνομα Ιωσήφ. 51 εκάλεσε δε Ιωσήφ το όνομα του πρωτοτόκου Μανασσή. 52 το δε όνομα του δευτέρου εκάλεσεν Εφραϊμ. 49 και συνήγαγεν Ιωσήφ σίτον ωσεί την άμμον της θαλάσσης πολύν σφόδρα. ότι ηύξησέ με ο Θεός εν γη ταπεινώσεώς μου. α εγένοντο εν τη γη Αιγύπτου.

κατανοήσαι τα ίχνη της χώρας ήκατε. 21 και είπεν έκαστος προς τον αδελφόν αυτού· ναί. 13 οι δε είπαν· δώδεκά εσμεν οι παίδες σου αδελφοί εν γη Χαναάν. ο δε έτερος ουχ υπάρχει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΙΔΩΝ δε Ιακώβ ότι εστί πράσις εν Αιγύπτω. 20 και τον αδελφόν υμών τον νεώτερον αγάγετε προς με. 17 και έθετο αυτούς εν φυλακή ημέρας τρεις. υμείς δε απάχθητε έως του φανερά γενέσθαι τα ρήματα υμών. ούτος επώλει παντί τω λαω της γης· ελθόντες δε οι αδελφοί Ιωσήφ προσεκύνησαν αυτω επί πρόσωπον επί την γην. ίνα ζήσωμεν και μη αποθάνωμεν. ου μη εξέλθητε εντεύθεν. 2 ιδού ακήκοα ότι εστί σίτος εν Αιγύπτω· κατάβητε εκεί και πρίασθε ημίν μικρά βρώματα. 12 είπε δε αυτοίς· ουχί. αυτοί δε βαδίσατε και απαγάγετε τον αγορασμόν της σιτοδοσίας υμών. αλλά τα ίχνη της γης ήλθετε ιδείν. 9 και εμνήσθη Ιωσήφ των ενυπνίων αυτού. 10 οι δε είπαν· ουχί. οι δε είπον· εκ γης Χαναάν αγοράσαι βρώματα. 5 Ήλθον δε οι υιοί Ισραήλ αγοράζειν μετά των ερχομένων· ην γαρ ο λιμός εν γη Χαναάν. ότι κατάσκοποί εστε· 15 εν τούτω φανείσθε· νή την υγίειαν Φαραώ. ουκ εισίν οι παίδές σου κατάσκοποι. 8 επέγνω δε Ιωσήφ τους αδελφούς αυτού. 3 κατέβησαν δε οι αδελφοί Ιωσήφ οι δέκα πρίασθαι σίτον εξ Αιγύπτου· 4 τον δε Βενιαμίν τον αδελφόν Ιωσήφ ουκ απέστειλε μετά των αδελφών αυτού. και είπεν αυτοίς· κατάσκοποί εστε. ή μην κατάσκοποί εστε. και πιστευθήσονται τα ρήματα υμών· ει δε μη. ων είδεν αυτός. 18 Είπε δε αυτοίς τη ημέρα τη τρίτη· τούτο ποιήσατε και ζήσεσθε. 14 είπε δε αυτοίς Ιωσήφ· τούτό εστιν ό είρηκα υμίν λέγων. 6 Ιωσήφ δε ην ο άρχων της γης. νή την υγίειαν Φαραώ. αδελφός υμών κατασχεθήτω εις εν τη φυλακή. εποίησαν δε ούτως. αποθανείσθε. είπε τοις υιοίς αυτού· ινατί ραθυμείτε. ει αληθεύετε ή ου· ει δε μη. και ιδού ο νεώτερος μετά του πατρός ημών σήμερον. κύριε. τον Θεόν γαρ εγώ φοβούμαι· 19 ει ειρηνικοί εστε. εάν μη ο αδελφός υμών ο νεώτερος έλθη ώδε. εν αμαρτίαις γαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 79 . είπε γαρ· μη ποτε συμβή αυτω μαλακία. 7 ιδών δε Ιωσήφ τους αδελφούς αυτού επέγνω και ηλλοτριούτο απ ‘ αυτών και ελάλησεν αυτοίς σκληρά και είπεν αυτοίς· πόθεν ήκατε. 16 αποστείλατε εξ υμών ένα και λάβετε τον αδελφόν υμών. οι παίδές σου ήλθομεν πρίασθαι βρώματα· 11 πάντες εσμέν υιοί ενός ανθρώπου· ειρηνικοί εσμεν. αυτοί δε ουκ επέγνωσαν αυτόν.

Συμεών ουκ έστι. 36 είπε δε αυτοίς Ιακώβ ο πατήρ αυτών· εμέ ητεκνώσατε. αλλ ‘ ότι ειρηνικοί εστε. και είδε τον δεσμόν του αργυρίου αυτού. 25 ενετείλατο δε Ιωσήφ εμπλήσαι τα αγγεία αυτών σίτου και αποδούναι το αργύριον αυτών εκάστω εις τον σάκκον αυτού και δούναι αυτοίς επισιτισμόν εις την οδόν. 27 λύσας δε εις τον μάρσιππον αυτού δούναι χορτάσματα τοις όνοις αυτού. και ιδού τούτο εν τω μαρσίππω μου. και τον Βενιαμίν λήψεσθε. 24 αποστραφείς δε απ ‘ αυτών έκλαυσεν Ιωσήφ. τον δε αγορασμόν της σιτοδοσίας του οίκου υμών λαβόντες απέλθατε. και ουκ ηκούσατέ μου. ουκ εσμέν κατάσκοποι· 32 δώδεκα αδελφοί εσμεν. και γνώσομαι ότι ου κατάσκοποί εστε. ότε κατεδέετο ημών. υιοί του πατρός ημών· ο εις ουχ υπάρχει. και εφοβήθησαν. 35 εγένετο δε εν τω κατακενούν αυτούς τους σάκκους αυτών. επ ‘ εμέ εγένετο ταύτα πάντα. Ιωσήφ ούκ έστι. 29 Ήλθον δε προς Ιακώβ τον πατέρα αυτών εις γην Χαναάν και απήγγειλαν αυτω πάντα τα συμβάντα αυτοίς. και ην εκάστου ο δεσμός του αργυρίου εν τω σάκκω αυτών· και είδον τους δεσμούς του αργυρίου αυτών αυτοί και ο πατήρ αυτών. και εξέστη η καρδία αυτών. 38 ο δε είπεν· ου καταβήσεται ο υιος μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 80 . και πάλιν προσήλθε προς αυτούς και είπεν αυτοίς· και έλαβε τον Συμεών απ ‘ αυτών και έδησεν αυτόν εναντίον αυτών. 31 είπαμεν δε αυτω· ειρηνικοί εσμέν. 23 αυτοί δε ουκ ήδεισαν ότι ακούει Ιωσήφ· ο γαρ ερμηνευτής ανά μέσον αυτών ην. και τη γη εμπορεύσεσθε. εάν μη αγάγω αυτόν προς σε· δος αυτόν εις την χείρά μου. 26 και επιθέντες τον σίτον επί τους όνους αυτών απήλθον εκείθεν. ου κατέλυσαν. καγώ ανάξω αυτόν προς σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εσμεν περί του αδελφού ημών. ότι υπερείδομεν την θλίψιν της ψυχής αυτού. και ιδού το αίμα αυτού εκζητείται. και ουκ εισηκούσαμεν αυτού· και ένεκεν τούτου επήλθεν εφ ‘ ημάς η θλίψις αύτη. 34 και αγάγετε προς με τον αδελφόν υμών τον νεώτερον. λέγοντες· 30 λελάληκεν ο άνθρωπος ο κύριος της γης προς ημάς σκληρά και έθετο ημάς εν φυλακή ως κατασκοπεύοντας την γην. και τον αδελφόν υμών αποδώσω υμίν. 33 είπε δε ημίν ο άνθρωπος ο κύριος της γης· εν τούτω γνώσομαι ότι ειρηνικοί εστε· αδελφόν ένα άφετε ώδε μετ ‘ εμού. και εταράχθησαν προς αλλήλους λέγοντες· τι τούτο εποίησεν ο Θεός ημίν. 37 είπε δε Ρουβήν τω πατρί αυτών λέγων· τους δύο υιούς μου απόκτεινον. ο δε μικρός μετά του πατρός ημών σήμερον εν γη Χαναάν. 22 αποκριθείς δε Ρουβήν είπεν αυτοίς· ουκ ελάλησα υμίν λέγων. και εγενήθη αυτοίς ούτως. μη αδικήσητε το παιδάριον. και ην επάνω του στόματος του μαρσίππου· 28 και είπε τοις αδελφοίς αυτού· επεδόθη μοι το αργύριον.

ημαρτηκώς έσομαι εις σε πάσας τας ημέρας. ίνα ζώμεν και μη αποθάνωμεν και ημείς και συ και η αποσκευή ημών. 4 ει δε μη αποστέλλης τον αδελφόν ημών μεθ ‘ ημών. εκ χειρός μου ζήτησον αυτόν· εάν μη αγάγω αυτόν προς σε και στήσω αυτόν εναντίον σου. και απηγγείλαμεν αυτω κατά την επερώτησιν ταύτην. λέγων· ουκ όψεσθέ μου το πρόσωπον. ο γαρ άνθρωπος είπεν ημίν. 11 και το αργύριον δισσόν λάβετε εν ταις χερσίν υμών· και το αργύριον το αποστραφέν εν τοις μαρσίπποις υμών αποστρέψατε μεθ ‘ υμών· μη ποτε αγνόημά εστι. θυμίαμά τε και στακτήν και τερέβινθον και κάρυα. τούτο ποιήσατε· λάβετε από των καρπών της γης εν τοις αγγείοις υμών και καταγάγετε τω ανθρώπω δώρα της ρητίνης και του μέλιτος. 12 και τον αδελφόν υμών λάβετε και αναστάντες κατάβητε προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 81 . και είπεν αυτοίς ο πατήρ αυτών· πάλιν πορευθέντες πρίασθε ημίν μικρά βρώματα. ότι ο αδελφός αυτού απέθανε και αυτός μόνος καταλέλειπται· και συμβήσεται αυτόν μαλακισθήναι εν τη οδω. εάν μη ο αδελφός υμών ο νεώτερος μεθ ‘ υμών ή· 3 ει μεν ουν αποστέλλης τον αδελφόν ημών μεθ ‘ ημών. ον ήνεγκαν εξ Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεθ ‘ υμών. 8 εγώ δε εκδέχομαι αυτόν. 6 οι δε είπαν· ερωτών επηρώτησεν ημάς ο άνθρωπος και την γενεάν ημών λέγων· ει έτι ο πατήρ υμών ζη και ει έστιν υμίν αδελφός. εάν μη ο αδελφός υμών ο νεώτερος μεθ ‘ υμών ή. και αναστάντες πορευσόμεθα. 39 ο δε λιμός ενίσχυσεν επί της γης. 7 είπε δε Ιούδας προς Ισραήλ τον πατέρα αυτού· απόστειλον το παιδάριον μετ ‘ εμού. και αγοράσομέν σοι βρώματα. 2 είπε δε αυτω Ιούδας λέγων· διαμαρτυρία μεμαρτύρηται ημίν ο άνθρωπος ο κύριος της γης λέγων· ουκ όψεσθε το πρόσωπόν μου. ήδη αν υπεστρέψαμεν δις. αναγγείλαντες τω ανθρώπω ότι εστίν υμίν αδελφός. και κατάξετέ μου το γήρας μετά λύπης εις άδου. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε ηνίκα συνετέλεσαν καταφαγείν τον σίτον. 5 είπε δε Ισραήλ· τι εκακοποιήσατέ με. 9 ει μη γαρ εβραδύναμεν. 10 είπε δε αυτοίς Ισραήλ ο πατήρ αυτών· ει ούτως εστί. μη ήδειμεν ότι ερεί ημίν· αγάγετε τον αδελφόν υμών. καταβησόμεθα. ή εάν πορεύησθε. ου πορευσόμεθα.

έτι ζη. είπαν· δια το αργύριον το αποστραφέν εν τοις μαρσίπποις ημών την αρχήν ημείς εισαγόμεθα του συκοφαντήσαι ημάς και επιθέσθαι ημίν του λαβείν ημάς εις παίδας και τους όνους ημών. κατέβημεν την αρχήν πρίασθαι βρώματα· 20 εγένετο δε ηνίκα ήλθομεν εις το καταλύσαι και ηνοίξαμεν τους μαρσίππους ημών. και το αργύριον υμών ευδοκιμούν απέχω. 28 αναβλέψας δε τοις οφθαλμοίς αυτού Ιωσήφ είδε Βενιαμίν τον αδελφόν αυτού τον ομομήτριον και είπεν· ούτος ο αδελφός υμών ο νεώτερος. 25 Εισήλθε δε Ιωσήφ εις την οικίαν. 17 ιδόντες δε οι άνδρες ότι εισήχθησαν εις τον οίκον του Ιωσήφ. και είπεν αυτοίς· ει υγιαίνει ο πατήρ υμών ο πρεσβύτης. 26 ηρώτησε δε αυτούς. 14 Λαβόντες δε οι άνδρες τα δώρα ταύτα και το αργύριον διπλούν έλαβον εν ταις χερσίν αυτών και τον Βενιαμίν και αναστάντες κατέβησαν εις Αίγυπτον και έστησαν εναντίον Ιωσήφ. και είπεν· ο Θεός ελεήσαι σε τέκνον. και τόδε το αργύριον εκάστου εν τω μαρσίππω αυτού· το αργύριον ημών εν σταθμω απεστρέψαμεν νυν εν ταις χερσίν ημών 21 και αργύριον έτερον ηνέγκαμεν μεθ ‘ εαυτών αγοράσαι βρώματα· ουκ οίδαμεν. ητέκνωμαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον άνθρωπον. και εισήγαγε τους ανθρώπους εις τον οίκον Ιωσήφ. 27 οι δε είπαν· υγιαίνει ο παις σου ο πατήρ ημών. Πως έχετε. 22 είπε δε αυτοίς· ίλεως υμίν. και εζήτει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 82 . 13 ο δε Θεός μου δώη υμίν χάριν εναντίον του ανθρώπου. έτι ζη· και είπεν· ευλογημένος ο άνθρωπος εκείνος τω Θεω. κύριε. 29 εταράχθη δε Ιωσήφ. καθά είπεν Ιωσήφ. και αποστείλαι τον αδελφόν υμών τον ένα και τον Βενιαμίν· εγώ μεν γαρ καθάπερ ητέκνωμαι. 16 εποίησε δε ο άνθρωπος. 15 είδε δε Ιωσήφ αυτούς και τον Βενιαμίν τον αδελφόν αυτού τον ομομήτριον και είπε τω επί της οικίας αυτού· εισάγαγε τους ανθρώπους εις την οικίαν και σφάξον θύματα και ετοίμασον· μετ ‘ εμού γαρ φάγονται οι άνθρωποι άρτους την μεσημβρίαν. τις ενέβαλε το αργύριον εις τους μαρσίππους ημών. και κύψαντες προσεκύνησαν αυτω. 24 ητοίμασαν δε τα δώρα έως του ελθείν τον Ιωσήφ μεσημβρίας· ήκουσαν γαρ ότι εκεί μέλλει αριστάν. και προσήνεγκαν αυτω τα δώρα. και εξήγαγε προς αυτούς τον Συμεών 23 και ήνεγκεν ύδωρ νίψαι τους πόδας αυτών και έδωκε χορτάσματα τοις όνοις αυτών. εις τον οίκον και προσεκύνησαν αυτω επί πρόσωπον επί την γην. ον είπατε προς με αγαγείν. συνεστρέφετο γαρ τα έγκατα αυτού επί τω αδελφω αυτού. α είχον εν ταις χερσίν αυτών. μη φοβείσθε· ο Θεός υμών και ο Θεός των πατέρων υμών έδωκεν υμίν θησαυρούς εν τοις μαρσίπποις υμών. ον είπατε. 18 προσελθόντες δε προς τον άνθρωπον τον επί του οίκου του Ιωσήφ ελάλησαν αυτω εν τω πυλώνι του οίκου 19 λέγοντες· δεόμεθα.

33 ήραν δε μερίδας παρ ‘ αυτού προς αυτούς· εμεγαλύνθη δε η μερίς Βενιαμίν παρά τας μερίδας πάντων πενταπλασίως προς τας εκείνων. βδέλυγμα γαρ εστι τοις Αιγυπτίοις. 32 εκάθισαν δε εναντίον αυτού. υμείς δε έσεσθε καθαροί. 7 οι δε είπαν αυτω· ινατί λαλεί ο κύριος κατά τα ρήματα ταύτα. 10 ο δε είπε· και νυν ως λέγετε. εγενήθη δε κατά το ρήμα Ιωσήφ. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ 1 ΚΑΙ ενετείλατο ο Ιωσήφ τω όντι επί της οικίας αυτού λέγων· πλήσατε τους μαρσίππους των ανθρώπων βρωμάτων. μη γένοιτο τοις παισί σου ποιήσαι κατά το ρήμα τούτο. εν ω πίνει ο κύριός μου. 30 και νιψάμενος το πρόσωπον εξελθών ενεκρατεύσατο και είπε· παράθετε άρτους. 5 ου τούτό εστιν. αποθνησκέτω· και ημείς δε εσόμεθα παίδες τω κυρίω ημών. έσται μου παις. 8 ει το μεν αργύριον. και εμβάλετε εκάστου το αργύριον επί του στόματος του μαρσίππου 2 και το κόνδυ μου το αργυρούν εμβάλετε εις τον μάρσιππον του νεωτέρου και την τιμήν του σίτου αυτού. 3 το πρωϊ διέφαυσε. αυτός δε οιωνισμω οιωνίζεται εν αυτω. ο πρωτότοκος κατά τα πρεσβεία αυτού και ο νεώτερος κατά την νεότητα αυτού· εξίσταντο δε οι άνθρωποι έκαστος προς τον αδελφόν αυτού. και Ιωσήφ είπε τω επί της οικίας αυτού· αναστάς επιδίωξον οπίσω των ανθρώπων και καταλήψη αυτούς και ερείς αυτοίς· τι ότι ανταπεδώκατε πονηρά αντί καλών. 4 εξελθόντων δε αυτών την πόλιν. καθώς είπε. ουκ απέσχον μακράν. Πως αν κλέψαιμεν εκ του οίκου του κυρίου σου αργύριον ή χρυσίον. πονηρά συντετελέκατε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κλαύσαι· εισελθών δε εις το ταμείον έκλαυσεν εκεί. 11 και έσπευσαν και καθείλαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 83 . ούτως έσται· παρ ‘ ω αν ευρεθή το κόνδυ. ινατί εκλέψατέ μου το κόνδυ το αργυρούν. αυτοί και οι όνοι αυτών. 9 παρ ‘ ω αν εύρης το κόνδυ των παίδων σου. 31 και παρέθηκαν αυτω μόνω και αυτοίς καθ ‘ εαυτούς και τοις Αιγυπτίοις τοις συνδειπνούσι μετ ‘ αυτού καθ ‘ εαυτούς· ου γαρ εδύναντο οι Αιγύπτιοι συνεσθίειν μετά των Εβραίων άρτους. απεστρέψαμεν προς σε εκ γης Χαναάν. και οι άνθρωποι απεστάλησαν. όσα εάν δύνωνται άραι. α πεποιήκατε. ο εύρομεν εν τοις μαρσίπποις ημών. έπιον δε και εμεθύσθησαν μετ ‘ αυτού. 6 ευρών δε αυτούς είπεν αυτοίς κατά τα ρήματα ταύτα.

24 εγένετο δε ηνίκα ανέβημεν προς τον παίδά σου πατέρα ημών. και μη θυμωθής τω παιδί σου. απηγγείλαμεν αυτω τα ρήματα του κυρίου ημών. ότι συ ει μετά Φαραώ. συ ηρώτησας τους παίδάς σου. και ο αδελφός αυτού απέθανεν. έτι αυτού όντος εκεί. και είπατε ότι θηριόβρωτος γέγονε. ουκ οίδατε ότι οιωνισμω οιωνιείται ο άνθρωπος. ιδού εσμεν οικέται τω κυρίω ημών. κύριε· λαλησάτω ο παις σου ρήμα εναντίον σου. ή τι δικαιωθώμεν. και επέστρεψαν εις την πόλιν. η δε ψυχή αυτού εκκρέμαται εκ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 84 . 16 είπε δε Ιούδας· τι αντερούμεν τω κυρίω. λέγων· ει έχετε πατέρα ή αδελφόν. 27 είπε δε ο παις σου. ο πατήρ ημών προς ημάς· υμείς γινώσκετε ότι δύο έτεκέ μοι η γυνή· 28 και εξήλθεν ο εις απ ‘ εμού. του αδελφού ημών του νεωτέρου μη όντος μεθ ‘ ημών. παρ ‘ ω ευρέθη το κόνδυ αυτός έσται μου παις. 26 ημείς δε είπομεν· ου δυνησόμεθα καταβήναι. 14 εισήλθε δε Ιούδας και οι αδελφοί αυτού προς Ιωσήφ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έκαστος τον μάρσιππον αυτού επί την γην και ήνοιξαν έκαστος τον μάρσιππον αυτού. 21 είπας δε τοις παισί σου· καταγάγετε αυτόν προς με. υμείς δε ανάβητε μετά σωτηρίας προς τον πατέρα υμών. 18 Εγγίσας δε αυτω Ιούδας είπε· δέομαι. ο δε πατήρ αυτόν ηγάπησεν. και ημείς και παρ ‘ ω ευρέθη το κόνδυ. αυτός δε μόνος υπελείφθη τη μητρί αυτού. 25 είπε δε ο πατήρ ημών· βαδίσατε πάλιν και αγοράσατε ημίν μικρά βρώματα. ου προσθήσεσθε ιδείν το πρόσωπόν μου. 17 είπε δε Ιωσήφ· μη μοι γένοιτο ποιήσαι το ρήμα τούτο· ο άνθρωπος. 30 νυν ουν εάν εισπορεύωμαι προς τον παίδά σου. οίος εγώ. 20 και είπαμεν τω κυρίω· έστιν ημίν πατήρ πρεσβύτερος και παιδίον γήρους νεώτερον αυτω. και κατάξετέ μου το γήρας μετά λύπης εις άδου. ο Θεός δε εύρε την αδικίαν των παίδων σου. και εύρε το κόνδυ εν τω μαρσίππω του Βενιαμίν. και έπεσον εναντίον αυτού επί την γην. και επιμελούμαι αυτού. 23 συ δε είπας τοις παισί σου· εάν μη καταβή ο αδελφός υμών ο νεώτερος μεθ ‘ υμών. 13 και διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών και επέθηκαν έκαστος τον μάρσιππον αυτού επί τον όνον αυτού. πατέρα δε ημών. έως ήλθεν επί τον νεώτερον. ή τι λαλήσομεν. 22 και είπαμεν τω κυρίω· ου δυνήσεται το παιδίον καταλιπείν τον πατέρα αυτού· εάν δε καταλίπη τον πατέρα. αποθανείται. 12 ηρεύνησε δε από του πρεσβυτέρου αρξάμενος. και το παιδίον μη ή μεθ ‘ ημών. 15 είπε δε αυτοίς Ιωσήφ· τι το πράγμα τούτο εποιήσατε. 19 κύριε. και ουκ είδον αυτόν άχρι νυν· 29 εάν ουν λάβητε και τούτον εκ του προσώπου μου και συμβή αυτω μαλακία εν τη οδω. καταβησόμεθα· ου γαρ δυνησόμεθα ιδείν το πρόσωπον του ανθρώπου. αλλ ‘ ει μεν ο αδελφός ημών ο νεώτερος καταβαίνει μεθ ‘ ημών.

α ευρήσει τον πατέρα μου. 9 σπεύσαντες ουν ανάβητε προς τον πατέρα μου και είπατε αυτω· τάδε λέγει ο υιος σου Ιωσήφ· εποίησέ με ο Θεός κύριον πάσης γης Αιγύπτου· κατάβηθι ουν προς με και μη μείνης· 10 και κατοικήσεις εν γη Γεσέμ Αραβίας και έση εγγύς μου συ και οι υιοί σου και οι υιοί των υιών σου. και κατάξουσιν οι παίδές σου το γήρας του παιδός σου. 32 ο γαρ παις σου παρά του πατρός εκδέδεκται το παιδίον λέγων· εάν μη αγάγω αυτόν προς σε και στήσω αυτόν ενώπιόν σου. και έτι λοιπά πέντε έτη. και ακουστόν εγένετο εις τον οίκον Φαραώ. μετά λύπης εις άδου. πατρός δε ημών. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ 1 ΚΑΙ ουκ ηδύνατο Ιωσήφ ανέχεσθαι πάντων των παρεστηκότων αυτω. του παιδίου μη όντος μεθ ‘ ημών. ημαρτηκώς έσομαι εις τον πατέρα πάσας τας ημέρας. και είπεν· εγώ ειμι Ιωσήφ ο αδελφός υμών. ότι απέδοσθέ με ώδε· εις γαρ ζωήν απέστειλέ με ο Θεός έμπροσθεν υμών· 6 τούτο γαρ δεύτερον έτος λιμός επί της γης. 31 και έσται εν τω ιδείν αυτόν μη ον το παιδίον μεθ ‘ ημών. 3 είπε δε Ιωσήφ προς τους αδελφούς αυτού· εγώ ειμι Ιωσήφ. έτι ο πατήρ μου ζη. υπολείπεσθαι υμίν κατάλειμμα επί της γης και εκθρέψαι υμών κατάλειψιν μεγάλην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 85 . αλλ ‘ είπεν· εξαποστείλατε πάντας απ ‘ εμού. εν οίς ουκ έστιν αροτρίασις ουδέ άμητος· 7 απέστειλε γαρ με ο Θεός έμπροσθεν υμών. 11 και εκθρέψω σε εκεί· έτι γαρ πέντε έτη λιμός· ίνα μη εκτριβής συ και οι υιοί σου και πάντα τα υπάρχοντά σου. 2 και αφήκε φωνήν μετά κλαυθμού· ήκουσαν δε πάντες οι Αιγύπτιοι. 8 νυν ουχ υμείς με απεστάλκατε ώδε. οικέτης του κυρίου· το δε παιδίον αναβήτω μετά των αδελφών αυτού. τα πρόβατά σου και οι βόες σου και όσα σοι εστί. τελευτήσει. 33 νυν ουν παραμενώ σοι παις αντί του παιδίου. ον απέδοσθε εις Αίγυπτον. 4 είπε δε Ιωσήφ προς τους αδελφούς αυτού· εγγίσατε προς με. ίνα μη ίδω τα κακά. αλλ ‘ ή ο Θεός. μηδέ σκληρόν υμίν φανήτω. και εποίησέ με ως πατέρα Φαραώ και κύριον παντός του οίκου αυτού και άρχοντα πάσης γης Αιγύπτου. 5 νυν ουν μη λυπείσθε. και ου παρειστήκει ουδείς τω Ιωσήφ. ηνίκα ανεγνωρίζετο τοις αδελφοίς αυτού. και ήγγισαν. 34 Πως γαρ αναβήσομαι προς τον πατέρα. και ουκ ηδύναντο οι αδελφοί αποκριθήναι αυτω· εταράχθησαν γαρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τούτου ψυχής.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 86 . 22 και πάσιν έδωκε δισσάς στολάς. 14 και επιπεσών επί τον τράχηλον Βενιαμίν του αδελφού αυτού έκλαυσεν επ ‘ αυτω. και δώσω υμίν πάντων των αγαθών Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 ιδού οι οφθαλμοί υμών βλέπουσι και οι οφθαλμοί Βενιαμίν του αδελφού μου. 25 Και ανέβησαν εξ Αιγύπτου και ήλθον εις γην Χαναάν προς Ιακώβ τον πατέρα αυτών. ει έτι Ιωσήφ ο υιος μου ζη· πορευθείς όψομαι αυτόν προ του αποθανείν με. και αυτός άρχει πάσης γης Αιγύπτου. 27 ελάλησαν δε αυτω πάντα τα ρηθέντα υπό Ιωσήφ. 21 εποίησαν δε ούτως οι υιοί Ισραήλ· έδωκε δε Ιωσήφ αυτοίς αμάξας κατά τα ειρημένα υπό Φαραώ του βασιλέως και έδωκεν αυτοίς επισιτισμόν εις την οδόν. λαβείν αυτοίς αμάξας εκ γης Αιγύπτου τοις παιδίοις υμών και ταις γυναιξίν υμών. και Βενιαμίν έκλαυσεν επί τω τραχήλω αυτού. 28 είπε δε Ισραήλ· μέγα μοί εστιν. 24 εξαπέστειλε δε τους αδελφούς αυτού και επορεύθησαν· και είπεν αυτοίς· μη οργίζεσθε εν τη οδω. 23 και τω πατρί αυτού απέστειλε κατά τα αυτά και δέκα όνους αίροντας από πάντων των αγαθών Αιγύπτου και δέκα ημιόνους αιρούσας άρτους τω πατρί αυτού εις οδόν. τούτο ποιήσατε· γεμίσατε τα φορεία υμών και απέλθετε εις γην Χαναάν 18 και αναλαβόντες τον πατέρα υμών και τα υπάρχοντα υμών ήκετε προς με. όσα είπεν αυτοίς. 15 και καταφιλήσας πάντας τους αδελφούς αυτού έκλαυσεν επ ‘ αυτοίς. εχάρη δε Φαραώ και η θεραπεία αυτού. ανεζωπύρησε το πνεύμα Ιακώβ του πατρός αυτών. τα γαρ πάντα αγαθά Αιγύπτου υμίν έσται. 26 και ανήγγειλαν αυτω λέγοντες· ότι ο υιος σου Ιωσήφ ζη. 17 είπε δε Φαραώ προς Ιωσήφ· ειπόν τοις αδελφοίς σου. ότι το στόμα μου το λαλούν προς υμάς. τω δε Βενιαμίν έδωκε τριακοσίους χρυσούς και πέντε εξαλλασσούσας στολάς. 19 συ δε έντειλαι ταύτα. και αναλαβόντες τον πατέρα υμών παραγίνεσθε· 20 και μη φείσησθε τοις οφθαλμοίς των σκευών υμών. 13 απαγγείλατε ουν τω πατρί μου πάσαν την δόξαν μου την εν Αιγύπτω και όσα είδετε. 16 Και διεβοήθη η φωνή εις τον οίκον Φαραώ λέγοντες· ήκασιν οι αδελφοί Ιωσήφ. και φάγεσθε τον μυελόν της γης. και εξέστη τη διανοία Ιακώβ· ου γαρ επίστευσεν αυτοίς. και ταχύναντες καταγάγετε τον πατέρα μου ώδε. και μετά ταύτα ελάλησαν οι αδελφοί αυτού προς αυτόν. ας απέστειλεν Ιωσήφ ωστε αναλαβείν αυτόν. ιδών δε τας αμάξας.

και Δείναν την θυγατέρα αυτού· πάσαι αι ψυχαί. τον Μανασσή και τον Εφραϊμ. 15 ούτοι υιοί Λείας. 20 εγένοντο δε υιοί Ιωσήφ εν γη Αιγύπτου. και Ιωσήφ επιβαλεί τας χείρας αυτού επί τους οφθαλμούς σου. 12 υιοί δε Ιούδα· Ήρ και Αυνάν και Σηλώμ και Φαρές και Ζαρά· απέθανε δε Ήρ και Αυνάν εν γη Χαναάν· εγένοντο δε υιοί Φαρές· Εσρών και Ιεμουήλ. 3 ο δε λέγει αυτω· εγώ ειμι ο Θεός των πατέρων σου· μη φοβού καταβήναι εις Αίγυπτον· εις γαρ έθνος μέγα ποιήσω σε εκεί. Καάθ και Μεραρί. υιοί δε Βαριά· Χοβόρ και Μελχιίλ. 11 υιοί δε Λευϊ· Γηρσών. 8 Ταύτα δε τα ονόματα των υιών Ισραήλ των εισελθόντων εις Αίγυπτον άμα Ιακώβ τω πατρί αυτών. υιοί και θυγατέρες. Ιακώβ. ους έτεκε τω Ιακώβ εν Μεσοποταμία της Συρίας. 6 και αναλαβόντες τα υπάρχοντα αυτών και πάσαν την κτήσιν. 13 υιοί δε Ισσάχαρ· Θωλά και Φουά και Ιασούβ και Ζαμβράμ. και εγώ αναβιβάσω σε εις τέλος. ην εκτήσαντο εν γη Χαναάν. Ιακώβ και παν το σπέρμα αυτού μετ ‘ αυτού. 5 ανέστη δε Ιακώβ από του φρέατος του όρκου. και ανέλαβον οι υιοί Ισραήλ τον πατέρα αυτών και την αποσκευήν και τας γυναίκας αυτών επί τας αμάξας ας απέστειλεν Ιωσήφ άραι αυτόν. 7 υιοί και υιοί των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. ους έτεκεν αυτω Ασεννέθ θυγάτηρ Πετεφρή ιερέως Ηλιουπόλεως. Ιεσσουά και Ιεούλ και Βαριά και Σάρα αδελφή αυτών. 9 υιοί δε Ρουβήν· Ενώχ και Φαλλούς. τριάκοντα τρεις. ή έτεκε τούτους τω Ιακώβ δεκαέξ ψυχάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ 1 ΑΠΑΡΑΣ δε Ισραήλ. θυγατέρες και θυγατέρες των θυγατέρων αυτού· και παν το σπέρμα αυτού ήγαγεν εις Αίγυπτον. 19 υιοί δε Ραχήλ γυναικός Ιακώβ· Ιωσήφ και Βενιαμίν. ήλθεν επί το φρέαρ του όρκου και έθυσε θυσίαν τω Θεω του πατρός αυτού Ισαάκ. αυτός και πάντα τα αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 87 . 17 υιοί δε Ασήρ· Ιεμνά. εισήλθον εις Αίγυπτον. ο δε είπε· τι εστιν. 16 υιοί δε Γάδ· Σαφών και Αγγίς και Σαυνίς και Θασοβάν και Αηδείς και Αροηδείς και Αρεηλείς. ειπών· Ιακώβ. 4 και εγώ καταβήσομαι μετά σου εις Αίγυπτον. ην έδωκε Λάβαν Λεία τη θυγατρί αυτού. Ιακώβ και υιοί αυτού· πρωτότοκος Ιακώβ Ρουβήν. 10 υιοί δε Συμεών· Ιεμουήλ και Ιαμείν και Αώδ και Ιαχείν και Σαάρ και Σαούλ υιος της Χανανίτιδος. 2 είπε δε ο Θεός τω Ισραήλ εν οράματι της νυκτός. 18 ούτοι υιοί Ζελφάς. 14 υιοί δε Ζαβουλών· Σερέδ και Αλλών και Αχοήλ. Ασρών και Χαρμί.

29 ζεύξας δε Ιωσήφ τα άρματα αυτού ανέβη εις συνάντησιν Ισραήλ τω πατρί αυτού καθ ‘ Ηρώων πόλιν και οφθείς αυτω επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και έκλαυσε κλαυθμω πίονι. ήκασι προς με· 32 οι δε άνδρες εισί ποιμένες· άνδρες γαρ κτηνοτρόφοι ήσαν· και τα κτήνη και τους βόας και πάντα τα αυτών αγηόχασιν. 28 Τόν δε Ιούδαν απέστειλεν έμπροσθεν αυτού προς Ιωσήφ συναντήσαι αυτω καθ ‘ Ηρώων πόλιν. 27 υιοί δε Ιωσήφ οι γενόμενοι αυτω εν γη Αιγύπτω ψυχαί εννέα. 31 είπε δε Ιωσήφ προς τους αδελφούς αυτού· αναβάς απαγγελώ τω Φαραώ και ερώ αυτω· οι αδελφοί μου και ο οίκος του πατρός μου. 24 και υιοί Νεφθαλείμ· Ασιήλ και Γωυνί και Ισσάαρ και Συλλήμ. ίνα κατοικήσητε εν γη Γεσέμ Αραβίας· βδέλυγμα γαρ εστιν Αιγυπτίοις πας ποιμήν προβάτων. 26 πάσαι δε αι ψυχαί αι εισελθούσαι μετά Ιακώβ εις Αίγυπτον. πάσαι ψυχαί οίκου Ιακώβ αι εισελθούσαι μετά Ιακώβ εις Αίγυπτον ψυχαί εβδομηκονταπέντε. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ 1 ΕΛΘΩΝ δε Ιωσήφ απήγγειλε τω Φαραώ λέγων· ο πατήρ μου και οι αδελφοί μου και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 88 . οί ήσαν εν γη Χαναάν. επεί εώρακα το πρόσωπόν σου· έτι γαρ συ ζής. 25 ούτοι υιοί Βαλάς. ους έτεκεν αυτω η παλλακή η Σύρα. εις γην Ραμεσσή. πάσαι ψυχαί εξηκονταέξ. Γηρά δε εγέννησε τον Αράδ. ή έτεκε τούτους τω Ιακώβ· πάσαι αι ψυχαί επτά. ην έδωκε Λάβαν Ραχήλ τη θυγατρί αυτού. οι εξελθόντες εκ των μηρών αυτού. 21 υιοί δε Βενιαμίν· Βαλά και Χοβώρ και Ασβήλ· εγένοντο δε υιοί Βαλά· Γηρά και Νεομάν και Αγχίς και Ρώς και Μαμφίμ και ‘Οφιμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγένοντο δε υιοί Μανασσή. ους έτεκε τω Ιακώβ· πάσαι αι ψυχαί δεκαοκτώ. 23 υιοί δε Δάν· Ασόμ. υιοί δε Εφραϊμ αδελφού Μανασσή· Σουταλαάμ και Ταάμ. τον Μαχίρ· Μαχίρ δε εγέννησε τον Γαλαάδ. 22 ούτοι υιοί Ραχήλ. υιοί δε Σουταλαάμ· Εδέμ. 30 και είπεν Ισραήλ προς Ιωσήφ· αποθανούμαι από του νυν. και ημείς και οι πατέρες ημών. 34 ερείτε· άνδρες κτηνοτρόφοι εσμέν οι παίδές σου εκ παιδός έως του νυν. 33 εάν ουν καλέση υμάς Φαραώ και είπη υμίν· τι το έργον υμών εστίν. χωρίς των γυναικών υιών Ιακώβ.

4 είπαν δε τω Φαραώ· παροικείν εν τη γη ήκαμεν· ου γαρ εστι νομή τοις κτήνεσι των παίδων σου. και ηυλόγησεν Ιακώβ τον Φαραώ. 6 και είπε Φαραώ προς Ιωσήφ λέγων· ο πατήρ σου και οι αδελφοί σου ήκασι προς σε· ιδού η γη Αιγύπτου εναντίον σου εστίν· εν τη βελτίστη γη κατοίκισον τον πατέρα σου και τους αδελφούς σου. ενίσχυσε γαρ ο λιμός εν γη Χαναάν· νυν ουν κατοικήσωμεν οι παίδές σου εν γη Γεσέμ. 11 και κατώκισεν Ιωσήφ τον πατέρα αυτού και τους αδελφούς αυτού και έδωκεν αυτοίς κατάσχεσιν εν γη Αιγύπτω εν τη βελτίστη γη. 5 είπε δε Φαραώ τω Ιωσήφ· κατοικείτωσαν εν γη Γεσέμ· ει δε επίστη ότι εισίν εν αυτοίς άνδρες δυνατοί. Ήλθον δε εις Αίγυπτον προς Ιωσήφ Ιακώβ και οι υιοί αυτού. ήλθον δε πάντες οι Αιγύπτιοι προς Ιωσήφ. 8 είπε δε Φαραώ τω Ιακώβ· πόσα έτη ημερών της ζωής σου. 7 εισήγαγε δε Ιωσήφ Ιακώβ τον πατέρα αυτού και έστησεν αυτόν εναντίον Φαραώ. 3 και είπε Φαραώ τοις αδελφοίς Ιωσήφ· τι το έργον υμών. 15 και εξέλιπε παν το αργύριον εκ γης Αιγύπτου και εκ γης Χαναάν. 9 και είπεν Ιακώβ τω Φαραώ· αι ημέραι των ετών της ζωής μου. και έδωκεν αυτοίς Ιωσήφ άρτους αντί των ίππων και αντί των προβάτων και αντί των βοών και αντί των όνων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 89 . και εισήνεγκεν Ιωσήφ παν το αργύριον εις τον οίκον Φαραώ. οι δε είπαν τω Φαραώ· ποιμένες προβάτων οι παίδές σου. ας ημέρας παρώκησαν. κατάστησον αυτούς άρχοντας των εμών κτηνών. 2 από δε των αδελφών αυτού παρέλαβε πέντε άνδρας και έστησεν αυτούς εναντίον Φαραώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κτήνη και οι βόες αυτών και πάντα τα αυτών ήλθον εκ γης Χαναάν και ιδού εισιν εν γη Γεσέμ. και εσιτομέτρει αυτοίς. και δώσω υμίν άρτους αντί των κτηνών υμών. εκλέλοιπε γαρ το αργύριον ημών. 10 και ευλογήσας Ιακώβ τον Φαραώ εξήλθεν απ ‘ αυτού. ου ηγόραζον. 17 ήγαγον δε τα κτήνη αυτών προς Ιωσήφ. λέγοντες· δος ημίν άρτους. 12 και εσιτομέτρει Ιωσήφ τω πατρί αυτού και τοις αδελφοίς και παντί τω οίκω του πατρός αυτού σίτον κατά σώμα. και ινατί αποθνήσκομεν εναντίον σου. εξέλιπε δε η γη Αιγύπτου και η γη Χαναάν από του λιμού. ει εκλέλοιπε το αργύριον υμών. 14 συνήγαγε δε Ιωσήφ παν το αργύριον το ευρεθέν εν γη Αιγύπτου και εν γη Χαναάν του σίτου. καθά προσέταξε Φαραώ. και ήκουσε Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου. ουκ αφίκοντο εις τας ημέρας των ετών της ζωής των πατέρων μου. 16 είπε δε αυτοίς Ιωσήφ· φέρετε τα κτήνη υμών. ας παροικώ. 13 Σίτος δε ουκ ην εν πάση τη γη· ενίσχυσε γαρ ο λιμός σφόδρα. και ημείς και οι πατέρες ημών. εν γη Ραμεσσή. εκατόν τριάκοντα έτη· μικραί και πονηραί γεγόνασιν αι ημέραι των ετών της ζωής μου.

27 Κατώκησε δε Ισραήλ εν γη Αιγύπτω επί γης Γεσέμ και εκληρονόμησαν επ ‘ αυτής και ηυξήθησαν και επληθύνθησαν σφόδρα. χωρίς της γης των ιερέων μόνον· ουκ ην τω Φαραώ. 23 είπε δε Ιωσήφ πάσι τοις Αιγυπτίοις· ιδού κέκτημαι υμάς και την γην υμών σήμερον τω Φαραώ· λάβετε εαυτοίς σπέρμα και σπείρατε την γην. 22 χωρίς της γης των ιερέων μόνον· ουκ εκτήσατο ταύτην Ιωσήφ. και εκάλεσε τον υιόν αυτού Ιωσήφ και είπεν αυτω· ει εύρηκα χάριν εναντίον σου. και ήσθιον την δόσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εξέθρεψεν αυτούς εν άρτοις αντί πάντων των κτηνών αυτών εν τω ενιαυτω εκείνω. 25 και είπαν· σέσωκας ημάς. και προσεκύνησεν Ισραήλ επί το άκρον της ράβδου αυτού. επεκράτησε γαρ αυτών ο λιμός· και εγένετο η γη τω Φαραώ. υπόθες την χείρά σου υπό τον μηρόν μου και ποιήσεις επ ‘ εμέ ελεημοσύνην και αλήθειαν του μη με θάψαι εν Αιγύπτω. 21 και τον λαόν κατεδουλώσατο αυτω εις παίδας απ ‘ άκρων ορίων Αιγύπτου έως των άκρων. 31 είπε δε· όμοσόν μοι. εύρομεν χάριν εναντίον του κυρίου ημών και εσόμεθα παίδες τω Φαραώ. και ώμοσεν αυτω. και αρείς με εξ Αιγύπτου και θάψεις με εν τω τάφω αυτών. ίνα σπείρωμεν και ζώμεν και μη αποθάνωμεν και η γη ουκ ερημωθήσεται. 29 ήγγισαν δε αι ημέραι Ισραήλ του αποθανείν. και ήλθον προς αυτόν εν τω έτει τω δευτέρω και είπαν αυτω· μη ποτε εκτριβώμεν από του κυρίου ημών. 26 και έθετο αυτοίς Ιωσήφ εις πρόσταγμα έως της ημέρας ταύτης. 24 και έσται τα γεννήματα αυτής και δώσετε το πέμπτον μέρος τω Φαραώ. ει γαρ εκλέλοιπε το αργύριον ημών και τα υπάρχοντα και τα κτήνη προς σε τον κύριον. ο δε είπεν· εγώ ποιήσω κατά το ρήμά σου. 30 αλλά κοιμηθήσομαι μετά των πατέρων μου. 18 εξήλθε δε το έτος εκείνο. 19 ίνα ουν μη αποθάνωμεν εναντίον σου και η γη ερημωθή. και ουχ υπολέλειπται ημίν εναντίον του κυρίου ημών αλλ ‘ ή το ίδιον σώμα και η γη ημών. εν δόσει γαρ έδωκε δόμα τοις ιερεύσι Φαραώ. 20 και εκτήσατο Ιωσήφ πάσαν την γην των Αιγυπτίων τω Φαραώ· απέδοντο γαρ οι Αιγύπτιοι την γην αυτών τω Φαραώ. και εσόμεθα ημείς και η γη ημών παίδες τω Φαραώ· δος σπέρμα. 28 επέζησε δε Ιακώβ εν γη Αιγύπτω δεκαεπτά έτη· και εγένοντο αι ημέραι Ιακώβ ενιαυτών της ζωής αυτού εκατόν τεσσαρακονταεπτά έτη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 90 . επί γης Αιγύπτου τω Φαραώ αποπεμπτούν. ην έδωκεν αυτοίς Φαραώ· δια τούτο ουκ απέδοντο την γην αυτών. τα δε τέσσαρα μέρη έσται υμίν αυτοίς εις σπέρμα τη γη και εις βρώσιν υμίν και πάσι τοις εν τοις οίκοις υμών. κτήσαι ημάς και την γην ημών αντί άρτων.

ως Ρουβήν και Συμεών έσονταί μοι· 6 τα δε έκγονα. ους έδωκέ μοι ο Θεός ενταύθα. 13 λαβών δε Ιωσήφ τους δύο υιούς αυτού. ω ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού. 5 νυν ουν οι δύο υιοί σου οι γενόμενοί σοι εν γη Αιγύπτω προ του με ελθείν προς σε εις Αίγυπτον. εξ αριστερών δε Ισραήλ. ήγγισεν αυτούς αυτω. 12 και εξήγαγε αυτούς Ιωσήφ από των γονάτων αυτού. εμοί εισιν. 11 και είπεν Ισραήλ προς Ιωσήφ· ιδού του προσώπου σου ουκ εστερήθην. 7 εγώ δε ηνίκα ηρχόμην εκ Μεσοποταμίας της Συρίας. και ιδού έδειξέ μοι ο Θεός και το σπέρμα σου. ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης. τον δε Μανασσή εξ αριστερών. 14 εκτείνας δε Ισραήλ την χείρα την δεξιάν επέβαλεν επί την κεφαλήν Εφραϊμ. Εφραϊμ και Μανασσή. απέθανε Ραχήλ η μήτηρ σου εν γη Χαναάν. 15 και ευλόγησεν αυτούς και είπεν· ο Θεός. και εφίλησεν αυτούς και περιέλαβεν αυτούς. και κατώρυξα αυτήν εν τη οδω του ιπποδρόμου (αύτη εστί Βηθλεέμ). 8 ιδών δε Ισραήλ τους υιούς Ιωσήφ είπε· τίνες σοι ούτοι. εκ δεξιών δε Ισραήλ. έσονται επί τω ονόματι των αδελφών αυτών· κληθήσονται επί τοις εκείνων κλήροις. Αβραάμ και Ισαάκ. και την αριστεράν επί την κεφαλήν Μανασσή. εναλλάξ τας χείρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΕΝΕΣΙΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε μετά τα ρήματα ταύτα και απηγγέλη τω Ιωσήφ. ήλθε προς Ιακώβ. τον Μανασσή και τον Εφραϊμ. ίνα ευλογήσω αυτούς. τον τε Εφραϊμ εν τη δεξιά. ότι ο πατήρ σου ενοχλείται. και είπεν Ιακώβ· προσάγαγέ μοι αυτούς. α εάν γεννήσης μετά ταύτα. 9 είπε δε Ιωσήφ τω πατρί αυτού· υιοί μου εισιν. 2 απηγγέλη δε τω Ιακώβ λέγοντες· ιδού ο υιος σου Ιωσήφ έρχεται προς σε. και αναλαβών τους δύο υιούς αυτού. 10 οι οφθαλμοί δε Ισραήλ εβαρυώπησαν από του γήρως. και ενισχύσας Ισραήλ εκάθησεν επί την κλίνην. 3 και είπεν Ιακώβ τω Ιωσήφ· ο Θεός μου ώφθη μοι εν Λουζά εν γη Χαναάν και ευλόγησέ με 4 και είπέ μοι· ιδού εγώ αυξανώ σε και πληθυνώ σε και ποιήσω σε εις συναγωγάς εθνών και δώσω σοι την γην ταύτην και τω σπέρματί σου μετά σε εις κατάσχεσιν αιώνιον. και προσεκύνησαν αυτω επί πρόσωπον επί της γης. 16 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 91 . εγγίζοντός μου κατά τον ιππόδρομον Χαβραθά της γης του ελθείν Εφραθά. ούτος δε ην ο νεώτερος. και ουκ ηδύνατο βλέπειν· και ήγγισεν αυτούς προς αυτόν.

20 και ευλόγησεν αυτούς εν τη ημέρα εκείνη λέγων· εν υμίν ευλογηθήσεται Ισραήλ λέγοντες· ποιήσαι σε ο Θεός ως Εφραϊμ και ως Μανασσή. πάτερ. υιοί Ιακώβ. τι απαντήσει υμίν επ ‘ εσχάτων των ημερών· 2 αθροίσθητε και ακούσατέ μου. και η μήνις αυτών. και έθηκε τον Εφραϊμ έμπροσθεν του Μανασσή. 5 Συμεών και Λευϊ αδελφοί· συνετέλεσαν αδικίαν εξ αιρέσεως αυτών. ην έλαβον εκ χειρός Αμορραίων εν μαχαίρα μου και τόξω. ότι εσκληρύνθη· διαμεριώ αυτούς εν Ιακώβ και διασπερώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 92 . και επικληθήσεται εν αυτοίς το όνομά μου και το όνομα των πατέρων μου Αβραάμ και Ισαάκ. και αντελάβετο Ιωσήφ της χειρός του πατρός αυτού αφελείν αυτήν από της κεφαλής Εφραϊμ επί την κεφαλήν Μανασσή. ίνα αναγγείλω υμίν. μη εκζέσης· ανέβης γαρ επί την κοίτην του πατρός σου· τότε εμίανας την στρωμνήν. αλλά είπεν· οίδα. τέκνον. και ούτος υψωθήσεται· αλλά ο αδελφός αυτού ο νεώτερος μείζων αυτού έσται. 17 ιδών δε Ιωσήφ ότι επέβαλεν ο πατήρ αυτού την χείρα την δεξιάν αυτού επί την κεφαλήν Εφραϊμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο άγγελος ο ρυόμενός με εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα. 19 και ουκ ηθέλησεν. 4 εξύβρισας ως ύδωρ. βαρύ αυτω κατεφάνη. συ ισχύς μου και αρχή τέκνων μου. και πληθυνθείησαν εις πλήθος πολύ επί της γης. ούτος γαρ ο πρωτότοκος· επίθες την δεξιάν σου επί την κεφαλήν αυτού. ότι αυθάδης. και έσται ο Θεός μεθ ‘ υμών και αποστρέψει υμάς εις την γην των πατέρων υμών· 22 εγώ δε δίδωμί σοι Σίκιμα εξαίρετον υπέρ τους αδελφούς σου. σκληρός φέρεσθαι και σκληρός αυθάδης. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ 1 ΕΚΑΛΕΣΕ δε Ιακώβ τους υιούς αυτού και είπεν αυτοίς· συνάχθητε. 18 είπε δε Ιωσήφ τω πατρί αυτού· ουχ ούτως. 3 Ρουβήν. ου ανέβης. 6 εις βουλήν αυτών μη έλθοι η ψυχή μου. πρωτότοκός μου. και το σπέρμα αυτού έσται εις πλήθος εθνών. και επί τη συστάσει αυτών μη ερείσαι τα ήπατά μου. 21 είπε δε Ισραήλ τω Ιωσήφ· ιδού εγώ αποθνήσκω. 7 επικατάρατος ο θυμός αυτών. οίδα· και ούτος έσται εις λαόν. ακούσατε Ισραήλ του πατρός υμών. ότι εν τω θυμω αυτών απέκτειναν ανθρώπους και εν τη επιθυμία αυτών ενευροκόπησαν ταύρον.

και αυτός παρ ‘ όρμον πλοίων. επιδιδούς εν τω γεννήματι κάλλος. υπέθηκε τον ώμον αυτού εις το πονείν και εγενήθη ανήρ γεωργός. εγκαθήμενος επί τρίβου. και αυτός δώσει τρυφήν άρχουσι. σε αινέσαισαν οι αδελφοί σου· αι χείρές σου επί νώτου των εχθρών σου· προσκυνήσουσί σοι οι υιοί του πατρός σου. 30 εν τω σπηλαίω τω διπλω. 25 και εβοήθησέ σοι ο Θεός ο εμός και ευλόγησέ σε ευλογίαν ουρανού άνωθεν και ευλογίαν γης εχούσης πάντα· είνεκεν ευλογίας μαστών και μήτρας. 16 Δάν κρινεί το λαόν αυτού. 9 σκύμνος λέοντος Ιούδα· εκ βλαστού. 22 υιος ηυξημένος Ιωσήφ. 11 δεσμεύων προς άμπελον τον πώλον αυτού και τη έλικι τον πώλον της όνου αυτού· πλυνεί εν οίνω την στολήν αυτού και εν αίματι σταφυλής την περιβολήν αυτού· 12 χαροποιοί οι οφθαλμοί αυτού από οίνου. πειρατήριον πειρατεύσει αυτόν. 19 Γάδ. και ταύτα ελάλησεν αυτοίς ο πατήρ αυτών και ευλόγησεν αυτούς. 10 ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς εν Ισραήλ. ανέβης· αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος· τις εγερεί αυτόν. 17 και γενηθήτω Δάν όφις εφ ‘ οδού. 23 εις ον διαβουλευόμενοι ελοιδόρουν. και εξελύθη τα νεύρα βραχιόνων χειρός αυτών δια χείρα δυνάστου Ιακώβ. έως εάν έλθη τα αποκείμενα αυτω. έκαστον κατά την ευλογίαν αυτού ευλόγησεν αυτούς. και αυτός προσδοκία εθνών. και λευκοί οι οδόντες αυτού ή γάλα. 18 την σωτηρίαν περιμένων Κυρίου. 14 Ισσάχαρ το καλόν επεθύμησεν αναπαυόμενος ανά μέσον των κλήρων· 15 και ιδών την ανάπαυσιν ότι καλή. δάκνων πτέρναν ίππου. αυτός δε πειρατεύσει αυτόν κατά πόδας. υιος μου νεώτατος· προς με ανάστρεψον. υιος ηυξημένος μου ζηλωτός. 13 Ζαβουλών παράλιος κατοικήσει. πίων αυτού ο άρτος. 28 Πάντες ούτοι υιοί Ιακώβ δώδεκα. τω απέναντι Μαμβρή. εν γη Χαναάν. ωσεί και μία φυλή εν Ισραήλ. ό εκτήσατο Αβραάμ το σπήλαιον παρά Εφρών του Χετταίου εν κτήσει μνημείου· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 93 . 26 ευλογίας πατρός σου και μητρός σου· υπερίσχυσεν υπέρ ευλογίας ορέων μονίμων και επ ‘ ευλογίαις θινών αενάων· έσονται επί κεφαλήν Ιωσήφ και επί κορυφής ων ηγήσατο αδελφών. 21 Νεφθαλείμ στέλεχος ανειμένον. και πεσείται ο ιππεύς εις τα οπίσω. 20 Ασήρ. 29 και είπεν αυτοίς· εγώ προστίθεμαι προς τον εμόν λαόν· θάψατέ με μετά των πατέρων μου εν τω σπηλαίω. εκείθεν ο κατισχύσας Ισραήλ· παρά Θεού του πατρός σου. ό εστιν εν τω αγρω Εφρών του Χετταίου. 8 Ιούδα. και παρατενεί έως Σιδώνος. και ενείχον αυτω κύριοι τοξευμάτων· 24 και συνετρίβη μετά κράτους τα τόξα αυτών. υιε μου. 27 Βενιαμίν λύκος άρπαξ· το πρωϊνόν έδεται έτι και εις το εσπέρας δίδωσι τροφήν. και την γην ότι πίων.

εκεί έθαψαν Ισαάκ και Ρεβέκκαν την γυναίκα αυτού. 12 και εποίησαν αυτω ούτως οι υιοί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 94 . και συνανέβησαν μετ ‘ αυτού πάντες οι παίδες Φαραώ και οι πρεσβύτεροι του οίκου αυτού και πάντες οι πρεσβύτεροι της γης Αιγύπτου. έκλαυσεν αυτόν και εφίλησεν αυτόν. 33 και κατέπαυσεν Ιακώβ επιτάσσων τοις υιοίς αυτού και εξάρας τους πόδας αυτού επί την κλίνην εξέλιπε και προσετέθη προς τον λαόν αυτού. 10 και παρεγένοντο εις άλωνα Ατάδ. και ενεταφίασαν οι ενταφιασταί τον Ισραήλ. εκεί έθαψα Λείαν 32 εν κτήσει του αγρού και του σπηλαίου του όντος εν αυτω παρά των υιών Χετ. και επένθησεν αυτόν Αίγυπτος εβδομήκοντα ημέρας. 9 και συνανέβησαν μετ ‘ αυτού και άρματα και ιππείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 31 εκεί έθαψαν Αβραάμ και Σάρραν την γυναίκα αυτού. και την συγγένειαν αυτού και τα πρόβατα και τους βόας υπελίποντο εν γη Γεσέμ. ελάλησεν Ιωσήφ προς τους δυνάστας Φαραώ λέγων· ει εύρον χάριν εναντίον υμών λαλήσατε περί εμού εις τα ώτα Φαραώ λέγοντες· 5 ο πατήρ μου ωρκισέ με λέγων· εν τω μνημείω ω ώρυξα εμαυτω εν γη Χαναάν. 8 και πάσα η πανοικία Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού και πάσα η οικία η πατρική αυτού. 7 και ανέβη Ιωσήφ θάψαι τον πατέρα αυτού. και εκόψαντο αυτόν κοπετόν μέγαν και ισχυρόν σφόδρα· και εποίησε το πένθος τω πατρί αυτού επτά ημέρας. καθάπερ ωρκισέ σε. εκεί με θάψεις· νυν ουν αναβάς θάψω τον πατέρα μου και επανελεύσομαι. 6 και είπε Φαραώ τω Ιωσήφ· ανάβηθι. 3 και επλήρωσαν αυτού τεσσαράκοντα ημέρας· ούτω γαρ καταριθμούνται αι ημέραι της ταφής. και εγένετο η παρεμβολή μεγάλη σφόδρα. ΓΕΝΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν 1 ΚΑΙ επιπεσών Ιωσήφ επί πρόσωπον του πατρός αυτού. 4 Επεί δε παρήλθον αι ημέραι του πένθους. ό εστι πέραν του Ιορδάνου. ό εστι πέραν του Ιορδάνου. θάψον τον πατέρα σου. 2 και προσέταξεν Ιωσήφ τοις παισίν αυτού τοις ενταφιασταίς ενταφιάσαι τον πατέρα αυτού. 11 και είδον οι κάτοικοι της γης Χαναάν το πένθος επί άλωνι Ατάδ και είπαν· πένθος μέγα τούτό εστι τοις Αιγυπτίοις· δια τούτο εκάλεσε το όνομα αυτού Πένθος Αιγύπτου.

23 και είδεν Ιωσήφ Εφραϊμ παιδία έως τρίτης γενεάς. ή επισκέψηται ο Θεός υμάς. Ισαάκ και Ιακώβ. και συνανοίσετε τα οστά μου εντεύθεν μεθ ‘ υμών. 18 και ελθόντες προς αυτόν είπαν· οίδε ημείς σοί ικέται. Αβραάμ. ότι πονηρά σοι ενεδείξαντο· και νυν δέξαι την αδικίαν των θεραπόντων του Θεού του πατρός σου. του γαρ Θεού ειμι εγώ. κατέναντι Μαμβρή. 26 και ετελεύτησεν Ιωσήφ ετών εκατόν δέκα· και έθαψαν αυτόν και έθηκαν εν τη σορω εν Αιγύπτω. και οι υιοί Μαχείρ του υιού Μανασσή ετέχθησαν επί μηρών Ιωσήφ. και έκλαυσεν Ιωσήφ λαλούντων αυτών προς αυτόν. 24 και είπεν Ιωσήφ τοις αδελφοίς αυτού λέγων· εγώ αποθνήσκω· επισκοπή δε επισκέψεται ο Θεός υμάς και ανάξει υμάς εκ της γης ταύτης εις την γην. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 95 . ην ώμοσεν ο Θεός τοις πατράσιν ημών. ο δε Θεός εβουλεύσατο περί εμού εις αγαθά. 14 και υπέστρεψεν Ιωσήφ εις Αίγυπτον. ό εκτήσατο Αβραάμ το σπήλαιον εν κτήσει μνημείου παρά Εφρών του Χετταίου. 22 Και κατώκησεν Ιωσήφ εν Αιγύπτω. 19 και είπεν αυτοίς Ιωσήφ· μη φοβείσθε. και έζησεν Ιωσήφ έτη εκατόν δέκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού 13 και ανέλαβον αυτόν οι υιοί αυτού εις γην Χαναάν και έθαψαν αυτόν εις το σπήλαιον το διπλούν. όπως αν γενηθή ως σήμερον και τραφή λαός πολύς. και παρεκάλεσεν αυτούς και ελάλησεν αυτών εις την καρδίαν. 25 και ωρκισεν Ιωσήφ τους υιούς Ισραήλ λέγων· εν τη επισκοπή. 16 και παραγενόμενοι προς Ιωσήφ είπαν· ο πατήρ σου ωρκισε προ του τελευτήσαι αυτόν λέγων· 17 ούτως είπατε Ιωσήφ· άφες αυτοίς την αδικίαν και την αμαρτίαν αυτών. είπαν· μη ποτε μνησικακήση ημίν Ιωσήφ και ανταπόδομα ανταποδω ημίν πάντα τα κακά. αυτός και οι αδελφοί αυτού και πάσα η πανοικία του πατρός αυτού. 20 υμείς εβουλεύσασθε κατ ‘ εμού εις πονηρά. 21 και είπεν αυτοίς· μη φοβείσθε· εγώ διαθρέψω υμάς και τας οικίας υμών. αυτός και οι αδελφοί αυτού και οι συναναβάντες θάψαι τον πατέρα αυτού. 15 Ιδόντες δε οι αδελφοί Ιωσήφ ότι τέθνηκεν ο πατήρ αυτών. α ενεδειξάμεθα εις αυτόν.

εάν μεν άρσεν ή. περιποιείσθε αυτό. 4 Δάν και Νεφαθλείμ. 19 είπαν δε αι μαίαι τω Φαραώ· ουχ ως γυναίκες Αιγύπτου αι Εβραίαι. 3 Ισσάχαρ. τω πηλω και τη πλινθεία και πάσι τοις έργοις τοις εν τοις πεδίοις. 13 και κατεδυνάστευον οι Αιγύπτιοι τους υιούς Ισραήλ βία 14 και κατωδύνων αυτών την ζωήν εν τοις έργοις τοις σκληροίς. έκαστος πανοικί αυτών εισήλθοσαν. τοσούτω πλείους εγίγνοντο. επλήθυνε δε η γη αυτούς. κατά πάντα τα έργα. 2 Ρουβήν. Ζαβουλών και Βενιαμίν. προστεθήσονται και ούτοι προς τους υπεναντίους και εκπολεμήσαντες ημάς εξελεύσονται εκ της γης. και επλήθυνεν ο λαός και ίσχυε σφόδρα. 7 οι δε υιοί Ισραήλ ηυξήθησαν και επληθύνθησαν και χυδαίοι εγένοντο. και το όνομα της δευτέρας Φουά. και ίσχυον σφόδρα σφόδρα· και εβδελύσσοντο οι Αιγύπτιοι από των υιών Ισραήλ. μη ποτε πληθυνθή. και ηνίκα αν συμβή ημίν πόλεμος. 16 και είπεν· όταν μαιούσθε τας Εβραίας και ώσι προς τω τίκτειν. ή εστιν Ηλιούπολις. ίνα κακώσωσιν αυτούς εν τοις έργοις· και ωκοδόμησαν πόλεις οχυράς τω Φαραώ. 9 είπε δε τω έθνει αυτού· ιδού το γένος των υιών Ισραήλ μέγα πλήθος και ισχύει υπέρ ημάς· 10 δεύτε ουν κατασοφισώμεθα αυτούς. Συμεών. 8 Ανέστη δε βασιλεύς έτερος επ ‘ Αίγυπτον. Γάδ και Ασήρ. 17 εφοβήθησαν δε αι μαίαι τον Θεόν και ουκ εποίησαν καθότι συνέταξεν αυταίς ο βασιλεύς Αιγύπτου. αποκτείνατε αυτό. και εζωογόνουν τα άρσενα. 18 εκάλεσε δε ο βασιλεύς Αιγύπτου τας μαίας και είπεν αυταίς· τι ότι εποιήσατε το πράγμα τούτο και εζωογονείτε τα άρσενα. Ιούδας. και κατίσχυον σφόδρα σφόδρα. 15 Και είπεν ο βασιλεύς των Αιγυπτίων ταις μαίαις των Εβραίων· τη μια αυτών όνομα Σεπφώρα. 6 ετελεύτησε δε Ιωσήφ και πάντες οι αδελφοί αυτού και πάσα η γενεά εκείνη. ος ουκ ήδει τον Ιωσήφ. 20 εύ δε εποίει ο Θεός τας μαίας. 11 και επέστησεν αυτοίς επιστάτας των έργων. την τε Πειθώμ και Ραμεσσή και Ων. Λευϊ. ήσαν δε πάσαι ψυχαί εξ Ιακώβ πέντε και εβδομήκοντα. ων κατεδουλούντο αυτούς μετά βίας. εάν δε θήλυ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΤΑΥΤΑ τα ονόματα των υιών Ισραήλ των εισπεπορευμένων εις Αίγυπτον άμα Ιακώβ τω πατρί αυτών. 12 καθότι δε αυτούς εταπείνουν. 5 Ιωσήφ δε ην εν Αιγύπτω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 96 . τίκτουσι γαρ πριν ή εισελθείν προς αυτάς τας μαίας· και έτικτον.

22 συνέταξε δε Φαραώ παντί τω λαω αυτού λέγων· παν άρσεν. 13 εξελθών δε τη ημέρα τη δευτέρα ορά δύο άνν αυτόν ραίους διαπληκτιζομένους και λέγει τω αδικούντι· δια τι συ τύπτεις τον πλησίον. 4 και κατεσκόπευεν η αδελφή αυτού μακρόθεν μαθείν. εισήγαγεν αυτό προς την θυγατέρα Φαραώ. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΗΝ δε τις εκ της φυλής Λευϊ. έλαβεν αυτω η μήτηρ αυτού θίβιν και κατέχρισεν αυτήν ασφαλτοπίσση και ενέβαλε το παιδίον εις αυτήν και έθηκεν αυτήν εις το έλος παρά τον ποταμόν. 6 ανοίξασα δε ορά παιδίον κλαίον εν τη θίβει. 5 κατέβη δε η θυγάτηρ Φαραώ λούσασθαι επί τον ποταμόν. εις τον ποταμόν ρίψατε· και παν θήλυ. 2 και εν γαστρί έλαβε και έτεκεν άρσεν· ιδόντες δε αυτό αστείον εσκέπασαν αυτό μήνας τρεις. και ιδούσα την θίβιν εν τω έλει. και εγενήθη αυτη εις υιόν· επωνόμασε δε το όνομα αυτού Μωυσήν λέγουσα· εκ του ύδατος αυτόν ανειλόμην. ζωογονείτε αυτό. ό εάν τεχθή τοις Εβραίοις. αποστείλασα την άβραν ανείλατο αυτήν. και εφείσατο αυτού η θυγάτηρ Φαραώ και έφη· από των παιδίων των Εβραίων τούτο. εγώ δε δώσω σοι τον μισθόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 21 επεί δε εφοβούντο αι μαίαι τον Θεόν. έκρυψεν αυτόν εν τη άμμω. 3 επεί δε ουκ ηδύναντο αυτό έτι κρύπτειν. έλαβε δε η γυνή το παιδίον και εθήλαζεν αυτό. 8 η δε είπεν η θυγάτηρ Φαραώ· πορεύου. 11 Εγένετο δε εν ταις ημέραις ταις πολλαίς εκείναις μέγας γενόμενος Μωυσής. τι το αποβησόμενον αυτω. ος έλαβε των θυγατέρων Λευϊ. 14 ο δε είπε· τις σε κατέστησεν άρχοντα και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 97 . 7 και είπεν η αδελφή αυτού τη θυγατρί Φαραώ· θέλεις καλέσω σοι γυναίκα τροφεύουσαν εκ των Εβραίων και θηλάσει σοι το παιδίον. εποίησαν εαυταίς οικίας. 9 είπε δε προς αυτήν η θυγάτηρ Φαραώ· διατήρησόν μοι το παιδίον τούτο και θήλασόν μοι αυτό. ελθούσα δε η νεάνις εκάλεσε την μητέρα του παιδίου. εξήλθε προς τους αδελφούς αυτού τους υιούς Ισραήλ. και αι άβραι αυτής παρεπορεύοντο παρά τον ποταμόν. 10 αδρυνθέντος δε του παιδίου. κατανοήσας δε τον πόνον αυτών ορά άνθρωπον Αιγύπτιον τύπτοντά τινα Εβραίον των εαυτού αδελφών των υιών Ισραήλ· 12 περιβλεψάμενος δε ώδε και ώδε ουχ ορά ουδένα και πατάξας τον Αιγύπτιον.

20 ο δε είπε ταις θυγατράσιν αυτού· και που εστι. και ορά ότι ο βάτος καίεται πυρί. 24 και εισήκουσεν ο Θεός τον στεναγμόν αυτών. ο δε είπεν αυταίς· διατί εταχύνατε του παραγενέσθαι σήμερον. 17 παραγενόμενοι δε οι ποιμένες εξέβαλλον αυτάς· αναστάς δε Μωυσής ερρύσατο αυτάς και ήντλησεν αυταίς και επότισε τα πρόβατα αυτών· 18 παρεγένοντο δε προς Ραγουήλ τον πατέρα αυτών. 15 ήκουσε δε Φαραώ το ρήμα τούτο και εζήτει ανελείν Μωυσήν· ανεχώρησε δε Μωυσής από προσώπου Φαραώ και ώκησεν εν γη Μαδιάμ. όπως φάγη άρτον. 2 ώφθη δε αυτω άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ του βάτου. και εμνήσθη ο Θεός της διαθήκης αυτού της προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ Μωυσής ην ποιμαίνων τα πρόβατα Ιοθόρ του γαμβρού αυτού του ιερέως Μαδιάμ και ήγαγε τα πρόβατα υπό την έρημον και ήλθεν εις το όρος Χωρήβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δικαστήν εφ ‘ ημών. ο δε βάτος ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 98 . και εξέδοτο Σεπφώραν την θυγατέρα αυτού Μωυσή γυναίκα. και κατεστέναξαν οι υιοί Ισραήλ από των έργων και ανεβόησαν. 21 κατωκίσθη δε Μωυσής παρά τω ανθρώπω. μη ανελείν με συ θέλεις. 23 Μετά δε τας ημέρας τας πολλάς εκείνας ετελεύτησεν ο βασιλεύς Αιγύπτου. 16 τω δε ιερεί Μαδιάμ ήσαν επτά θυγατέρες ποιμαίνουσαι τα πρόβατα του πατρός αυτών Ιοθόρ· παραγενόμεναι δε ήντλουν έως έπλησαν τας δεξαμενάς ποτίσαι τα πρόβατα του πατρός αυτών Ιοθόρ. 19 αι δε είπαν· άνθρωπος Αιγύπτιος ερρύσατο ημάς από των ποιμένων και ήντλησεν ημίν και επότισε τα πρόβατα ημών. ελθών δε εις γην Μαδιάμ εκάθισεν επί του φρέατος. και ανέβη η βοή αυτών προς τον Θεόν από των έργων. ον τρόπον ανείλες χθές τον Αιγύπτιον. εφοβήθη δε Μωυσής. και είπεν· ει ούτως εμφανές γέγονε το ρήμα τούτο. 22 εν γαστρί δε λαβούσα η γυνή έτεκεν υιόν. καλέσατε ουν αυτόν. και επωνόμασε Μωυσής το όνομα αυτού Γηρσάμ λέγων· ότι πάροικός ειμι εν γη αλλοτρία. 25 και επείδεν ο Θεός τους υιούς Ισραήλ και εγνώσθη αυτοίς. και ινατί ούτως καταλελοίπατε τον άνθρωπον.

Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ απέσταλκέ με προς υμάς· τούτό μου εστιν όνομα αιώνιον και μνημόσυνον γενεών γενεαίς. εις τον τόπον των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Γεργεσαίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων 9 και νυν ιδού κραυγή των υιών Ισραήλ ήκει προς με. 6 και είπεν· εγώ ειμι ο Θεός του πατρός σου. ον οι Αιγύπτιοι θλίβουσιν αυτούς. 3 είπε δε Μωυσής· παρελθών όψομαι το όραμα το μέγα τούτο. γη αγία εστί. 14 και είπεν ο Θεός προς Μωυσήν λέγων· εγώ ειμι ο ων. 13 και είπε Μωυσής προς τον Θεόν· ιδού εγώ εξελεύσομαι προς τους υιούς Ισραήλ. 15 και είπεν ο Θεός πάλιν προς Μωυσήν· ούτως ερείς τοις υιοίς Ισραήλ· Κύριος ο Θεός των πατέρων ημών. και είπεν· ούτως ερείς τοις υιοίς Ισραήλ· ο ων απέσταλκέ με προς υμάς. ότι πορεύσομαι προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου. λέγων· επισκοπή επέσκεμμαι υμάς και όσα συμβέβηκεν υμίν εν Αιγύπτω. 12 είπε δε ο Θεός Μωυσή λέγων· ότι έσομαι μετά σου. ερωτήσουσί με· τι όνομα αυτω. 5 ο δε είπε· μη εγγίσης ώδε. Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ. 4 ως δε είδε Κύριος ότι προσάγει ιδείν. ο δε είπε· τι εστι. 18 και εισακούσονταί σου της φωνής· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 99 . και ερώ προς αυτούς· ο Θεός των πατέρων ημών απέσταλκέ με προς υμάς. ότι ου κατακαίεται ο βάτος. εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι. εκάλεσεν αυτόν ο Κύριος εκ του βάτου λέγων· Μωυσή. και εξάξεις τον λαόν μου τους υιούς Ισρήλ εκ γης Αιγύπτου. καγώ εώρακα τον θλιμμόν. Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ. 11 και είπε Μωυσής προς τον Θεόν· τις ειμι εγώ. 16 ελθών ουν συνάγαγε την γερουσίαν των υιών Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· Κύριος ο Θεός των πατέρων ημών ώπταί μοι. εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι. Μωυσή. 17 και είπεν· αναβιβάσω υμάς εκ της κακώσεως των Αιγυπτίων εις την γην των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Γεργεσαίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων. και τούτό σοι το σημείον. λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου· ο γαρ τόπος. και ότι εξάξω τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. απέστρεψε δε Μωυσής το πρόσωπον αυτού· ευλαβείτο γαρ κατεμβλέψαι ενώπιον του Θεού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατεκαίετο. 8 και κατέβην εξελέσθαι αυτούς εκ χειρός των Αιγυπτίων και εξαγαγείν αυτούς εκ της γης εκείνης και εισαγαγείν αυτούς εις γην αγαθήν και πολλήν. τι ερώ προς αυτούς. εν ω συ έστηκας. 7 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ιδών είδον την κάκωσιν του λαού μου του εν Αιγύπτω και της κραυγής αυτών ακήκοα από των εργοδιωκτών· οίδα γαρ την οδύνην αυτών. ότι εγώ σε εξαποστέλλω εν τω εξαγαγείν σε τον λαόν μου εξ Αιγύπτου και λατρεύσετε τω Θεω εν τω όρει τούτω. 10 και νυν δεύρο αποστείλω σε προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου.

και έρριψεν αυτήν επί την γην. και εγένετο όφις· και έφυγε Μωυσής απ ‘ αυτού. και εισήνεγκε την χείρα αυτού εις τον κόλπον αυτού· και εξήνεγκε την χείρα αυτού εκ του κόλπου αυτού. τι ερώ προς αυτούς. ότι ουκ ώπταί σοι ο Θεός. και επιθήσετε επί τους υιούς υμών και επί τας θυγατέρας υμών και σκυλεύσετε τους Αιγυπτίους. Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ. και μετά ταύτα εξαποστελεί υμάς. και πάλιν αποκατέστη εις την χρόαν της σαρκός αυτής. μηδέ εισακούσωσι της φωνής σου. λήψη από του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 100 . 19 εγώ δε οίδα ότι ου προήσεται υμάς Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου πορευθήναι. ο δε είπε· ράβδος. και εισήνεγκε την χείρα εις τον κόλπον αυτού· και εξήνεγκεν αυτήν εκ του κόλπου αυτού. 7 και είπε πάλιν· εισένεγκον την χείρά σου εις τον κόλπον σου. 3 και είπε· ρίψον αυτήν επί την γην. και εγένετο ράβδος εν τη χειρί αυτού· 5 ίνα πιστεύσωσί σοι ότι ώπταί σοι ο Θεός των πατέρων αυτών. 9 και έσται εάν μη πιστεύσωσί σοι τοις δυσί σημείοις τούτοις. 2 είπε δε αυτω Κύριος· τι τούτό εστι το εν τη χειρί σου. 4 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρα και επιλαβού της κέρκου· εκτείνας ουν την χείρα επελάβετο της κέρκου. εάν μη μετά χειρός κραταιάς. 21 και δώσω χάριν τω λαω τούτω εναντίον των Αιγυπτίων· όταν δε αποτρέχητε. μηδέ εισακούσωσι της φωνής μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισελεύση συ και η γερουσία Ισραήλ προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και ερείς προς αυτόν· ο Θεός των Εβραίων προσκέκληται ημάς· πορευσόμεθα ουν οδόν τριών ημερών εις την έρημον. ουκ απελεύσεσθε κενοί· 22 αλλά αιτήσει γυνή παρά γείτονος και συσκήνου αυτής σκεύη αργυρά και χρυσά και ιματισμόν. οίς ποιήσω εν αυτοίς. 20 και εκτείνας την χείρα πατάξω τους Αιγυπτίους εν πάσι τοις θαυμασίοις μου. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΠΕΚΡΙΘΗ δε Μωυσής και είπεν· εάν μη πιστεύσωσί μοι. και εγενήθη η χείρ αυτού ωσεί χιών. ερούσι γαρ. μηδέ εισακούσωσι της φωνής του σημείου του πρώτου. 8 εάν δε μη πιστεύσωσί σοι. πιστεύσουσί σοι της φωνής του σημείου του δευτέρου. 6 είπε δε αυτω Κύριος πάλιν· εισένεγκον την χείρά σου εις τον κόλπον σου. ίνα θύσωμεν τω Θεω ημών.

βλέποντα και τυφλόν. Κύριε. ποιήσεις αυτά εναντίον Φαραώ· εγώ δε σκληρυνώ την καρδίαν αυτού. εν ή ποιήσεις εν αυτη τα σημεία. και αυτός έσται σου στόμα. και τις εποίησε δύσκωφον και κωφόν. 19 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν εν Μαδιάμ· βάδιζε. και ου μη εξαποστείλη τον λαόν. 21 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· πορευομένου σου και αποστρέφοντος εις Αίγυπτον. 12 και νυν πορεύου. όρα πάντα τα τέρατα. ον αποστελείς. 24 εγένετο δε εν τη οδω εν τω καταλύματι συνήντησεν αυτω άγγελος Κυρίου και εζήτει αυτόν αποκτείναι. αίμα επί του ξηρού. ει έτι ζώσι. όρα ουν. 16 και αυτός σοι λαλήσει προς τον λαόν. ίνα μοι λατρεύση· ει μεν ουν μη βούλει εξαποστείλαι αυτούς. προχείρισαι δυνάμενον άλλον. 14 και θυμωθείς οργή Κύριος επί Μωυσήν είπεν· ουκ ιδού Ααρών ο αδελφός σου ο Λευϊτης. 26 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 101 . και εγώ ανοίξω το στόμα σου. α δέδωκα εν ταις χερσί σου. 10 είπε δε Μωυσής προς Κύριον· δέομαι. 17 και την ράβδον ταύτην την στραφείσαν εις όφιν λήψη εν τη χειρί σου. και έσται το ύδωρ. ουκ εγώ ο Θεός. 20 αναλαβών δε Μωυσής την γυναίκα και τα παιδία ανεβίβασεν αυτά επί τα υποζύγια και επέστρεψεν εις Αίγυπτον· έλαβε δε Μωυσής την ράβδον την παρά του Θεού εν τη χειρί αυτού. 18 Επορεύθη δε Μωυσής και απέστρεψε προς Ιοθόρ τον γαμβρόν αυτού και λέγει· πορεύσομαι και αποστρέψω προς τους αδελφούς μου τους εν Αιγύπτω και όψομαι. και συμβιβάσω σε. Κύριε. 25 και λαβούσα Σεπφώρα ψήφον περιέτεμε την ακροβυστίαν του υιού αυτής και προσέπεσε προς τους πόδας αυτού και είπεν· έστη το αίμα της περιτομής του παιδίου μου. ό μέλλεις λαλήσαι. 11 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· τις έδωκε στόμα ανθρώπω. εγώ αποκτενώ τον υιόν σου τον πρωτότοκον. συ δε αυτω έση τα προς τον Θεόν. ό εάν λάβης από του ποταμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ύδατος του ποταμού και εκχεείς επί το ξηρόν. ουχ ικανός ειμι προ της χθές. ουδέ αφ ‘ ου ήρξω λαλείν τω θεράποντί σου· ισχνόφωνος και βραδύγλωσσος εγώ ειμι. επίσταμαι ότι λαλών λαλήσει αυτός σοι· και ιδού αυτός εξελεύσεται εις συνάντησίν σοι και ιδών σε χαρήσεται εν εαυτω. και είπεν Ιοθόρ Μωυσή· βάδιζε υγιαίνων. άπελθε εις Αίγυπτον· τεθνήκασι γαρ πάντες οι ζητούντές σου την ψυχήν. 15 και ερείς προς αυτόν και δώσεις τα ρήματά μου εις το στόμα αυτού· και εγώ ανοίξω το στόμα σου και το στόμα αυτού και συμβιβάσω υμάς α ποιήσετε. μετά δε τας ημέρας τας πολλάς εκείνας ετελεύτησεν ο βασιλεύς Αιγύπτου. ουδέ προ της τρίτης ημέρας. 13 και είπε Μωυσής· δέομαι. 22 συ δε ερείς τω Φαραώ· τάδε λέγει Κύριος· υιος πρωτότοκός μου Ισραήλ· 23 είπα δε σοι· εξαπόστειλον τον λαόν μου.

ίνα μοι εορτάσωσιν εν τη ερήμω. 2 και είπε Φαραώ· τις εστιν ου εισακούσομαι της φωνής αυτού. α ενετείλατο αυτω. 4 και είπεν αυτοίς ο βασιλεύς Αιγύπτου· ινατί Μωυσή και Ααρών διαστρέφετε τον λαόν από των έργων. απέλθατε έκαστος υμών προς τα έργα αυτού. και εποίησε τα σημεία εναντίον του λαού. ωστε εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ μετά ταύτα εισήλθε Μωυσής και Ααρών προς Φαραώ και είπαν αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· εξαπόστειλον τον λαόν μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 102 . 31 και επίστευσεν ο λαός και εχάρη. καθ ‘ εκάστην ημέραν επιβαλείς αυτοίς. και κατεφίλησαν αλλήλους. 28 και ανήγγειλε Μωυσής τω Ααρών πάντας τους λόγους Κυρίου. ης αυτοί ποιούσι. 29 επορεύθη δε Μωυσής και Ααρών και συνήγαγον την γερουσίαν των υιών Ισραήλ. 3 και λέγουσιν αυτω· ο Θεός των Εβραίων προσκέκληται ημάς· πορευσόμεθα ουν οδόν τριών ημερών εις την έρημον. ους απέστειλε. α ελάλησεν ο Θεός προς Μωυσήν. 8 και την σύνταξιν της πλινθείας. διότι είπεν· έστη το αίμα της περιτομής του παιδίου μου. ουκ αφελείς ουδέν· σχολάζουσι γαρ· δια τούτο κεκράγασι λέγοντες· εγερθώμεν και θύσωμεν τω Θεω ημών. 5 και είπε Φαραώ· ιδού νυν πολυπληθεί ο λαός· μη ουν καταπαύσωμεν αυτούς από των έργων. και πάντα τα σημεία. 27 Είπε δε Κύριος προς Ααρών· πορεύθητι εις συνάντησιν Μωυσή εις την έρημον· και επορεύθη και συνήντησεν αυτω εν τω όρει του Θεού. όπως θύσωμεν Κυρίω τω Θεω ημών. 6 συνέταξε δε Φαραώ τοις εργοδιώκταις του λαού και τοις γραμματεύσι λέγων· 7 ουκέτι προστεθήσεσθε διδόναι άχυρον τω λαω εις την πλινθουργίαν καθάπερ χθές και τρίτην ημέραν· αλλ ‘ αυτοί πορευέσθωσαν και συναγαγέτωσαν εαυτοίς άχυρα. 9 βαρυνέσθω τα έργα των ανθρώπων τούτων. 30 και ελάλησεν Ααρών πάντα τα ρήματα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και απήλθεν απ ‘ αυτού. μη ποτε συναντήση ημίν θάνατος ή φόνος. ουκ οίδα τον Κύριον και τον Ισραήλ ουκ εξαποστέλλω. ότι επεσκέψατο ο Θεός τους υιούς Ισραήλ και ότι είδεν αυτών την θλίψιν· κύψας δε ο λαός προσεκύνησε.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και μεριμνάτωσαν ταύτα και μη μεριμνάτωσαν εν λόγοις κενοίς. 18 νυν ουν πορευθέντες εργάζεσθε· το γαρ άχυρον ου δοθήσεται υμίν. 17 και είπεν αυτοίς· σχολάζετε. 16 άχυρον ου δίδοται τοις οικέταις σου. 19 εώρων δε οι γραμματείς των υιών Ισραήλ εαυτούς εν κακοίς λέγοντες· ουκ απολείψετε της πλινθείας το καθήκον τη ημέρα. οι κατασταθέντες επ ‘ αυτούς υπό των επιστατών του Φαραώ. και την σύνταξιν της πλινθείας αποδώσετε. 10 κατέσπευδεν δε αυτούς οι εργοδιώκται και οι γραμματείς και έλεγον προς τον λαόν λέγοντες· τάδε λέγει Φαραώ· ουκέτι δίδωμι υμίν άχυρα· 11 αυτοί υμείς πορευόμενοι συλλέγετε εαυτοίς άχυρα. εκάκωσε τον λαόν τούτον. 21 και είπαν αυτοίς· ίδοι ο Θεός υμάς και κρίναι. και ιδού οι παίδές σου μεμαστίγωνται· αδικήσεις ουν τον λαόν σου. και ινατί απέσταλκάς με. λέγοντες· διατί ου συνετελέσατε τας συντάξεις υμών της πλινθείας καθάπερ χθές και τρίτην ημέραν. 23 και αφ ‘ ου πεπόρευμαι προς Φαραώ λαλήσαι επί τω σω ονόματι. Κύριε· τι εκάκωσας τον λαόν τούτον. 22 επέστρεψε δε Μωυσής προς Κύριον και είπε· δέομαι. εκπορευομένων αυτών από Φαραώ. 20 συνήντησαν δε Μωυσή και Ααρών ερχομένοις εις συνάντησιν αυτοίς. και το της σήμερον. αποκτείναι ημάς. όθεν εάν εύρητε. συναγαγείν καλάμην εις άχυρα· 13 οι δε εργοδιώκται κατέσπευδον αυτούς λέγοντες· συντελείτε τα έργα τα καθήκοντα καθ ‘ ημέραν. και ουκ ερρύσω τον λαόν σου. και την πλίνθον ημίν λέγουσι ποιείν. δούναι ρομφαίαν εις τας χείρας αυτού. 14 και εμαστιγώθησαν οι γραμματείς του γένους των υιών Ισραήλ. ου γαρ αφαιρείται από της συντάξεως υμών ουδέν. καθάπερ και ότε το άχυρον εδίδοτο υμίν. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν· ήδη όψει α ποιήσω τω Φαραώ· εν γαρ χειρί κραταιά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 103 . 15 εισελθόντες δε οι γραμματείς των υιών Ισραήλ κατεβόησαν προς Φαραώ λέγοντες· ινατί συ ούτως ποιείς τοις σοίς οικέταις. ότι εβδελύξατε την οσμήν ημών εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού. θύσωμεν τω Θεω ημών. σχολασταί εστε· δια τούτο λέγετε· πορευθώμεν. 12 και διεσπάρη ο λαός εν όλη γη Αιγύπτω.

Χεβρών και ‘Οζειήλ· και τα έτη της ζωής Καάθ εκατόν τριακοντατρία έτη. και Πως εισακούσεταί μου Φαραώ. 22 και υιοί ‘Οζειήλ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 104 . ειπόν τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· εγώ Κύριος και εξάξω υμάς από της δυναστείας των Αιγυπτίων και ρύσομαι υμάς εκ της δουλείας και λυτρώσομαι υμάς εν βραχίονι υψηλω και κρίσει μεγάλη 7 και λήψομαι εμαυτω υμάς λαόν εμοί και έσομαι υμών Θεός. ωστε εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. 19 και υιοί Μεραρεί· Μοολεί και Ομουσεί. 20 και έλαβεν Αμβράμ την Ιωχαβέδ θυγατέρα του αδελφού του πατρός αυτού εαυτω εις γυναίκα. ην παρωκήκασιν. ον οι Αιγύπτιοι καταδουλούνται αυτούς. υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ· Ενώχ και Φαλλούς. και το όνομά μου Κύριος ουκ εδήλωσα αυτοίς· 4 και έστησα την διαθήκην μου προς αυτούς ωστε δούναι αυτοίς την γην των Χαναναίων. 6 βάδιζε. οίκοι πατριάς αυτών. και εμνήσθην της διαθήκης υμών. 10 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 11 είσελθε. Καάθ και Μεραρεί· και τα έτη της ζωής Λευί εκατόν τριακονταεπτά. λάλησον Φαραώ βασιλεί Αιγύπτου. και ουκ εισήκουσαν Μωυσή από της ολιγοψυχίας και από των έργων των σκληρών. ούτοι οι οίκοι πατριών Λευί κατά συγγενείας αυτών. 2 Ελάλησε δε ο Θεός προς Μωυσήν και είπε προς αυτόν· εγώ Κύριος· 3 και ώφθην προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Γεδσών. εν ή και παρώκησαν επ ‘ αυτής. και δώσω υμίν αυτήν εν κλήρω· εγώ Κύριος. 21 και υιοί Ισσαάρ· Κορέ και Ναφέκ και Ζεχρεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξαποστελεί αυτούς και εν βραχίονι υψηλω εκβαλεί αυτούς εκ της γης αυτού. 14 Και ούτοι αρχηγοί οίκων πατριών αυτών. ίνα εξαποστείλη τους υιούς Ισραήλ εκ της γης αυτού. 13 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών και συνέταξεν αυτοίς προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου. την γην. δούναι αυτήν τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. 17 και ούτοι υιοί Γεδσών· Λοβενεί και Σεμεεί. 16 και ταύτα τα ονόματα των υιών Λευί κατά συγγενείας αυτών. 18 και υιοί Καάθ· Αμβράμ και Ισαάρ. 12 ελάλησε δε Μωυσής έναντι Κυρίου λέγων· ιδού οι υιοί Ισραήλ ουκ εισήκουσάν μου. 8 και εισάξω υμάς εις την γην. και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών ο εξαγαγών υμάς εκ της καταδυναστείας των Αιγυπτίων. 5 και εγώ εισήκουσα τον στεναγμόν των υιών Ισραήλ. 9 ελάλησε δε Μωυσής ούτω τοις υιοίς Ισραήλ. Ασρών και Χαρμεί· αύτη η συγγένεια Ρουβήν. και εγέννησεν αυτω τον τε Ααρών και τον Μωυσήν και Μαριάμ την αδελφήν αυτών· τα δε έτη της ζωής Αμβράμ εκατόν τριακονταδύο έτη. Θεός ων αυτών. 15 και υιοί Συμεών· Ιεμουήλ και Ιαμείν και Αώδ και Ιαχείν και Σαάρ και Σαούλ ο εκ της Φοινίσσης· αύται αι πατριαί των υιών Συμεών. εις ην εξέτεινα την χείρά μου. εγώ δε άλογός ειμι.

23 έλαβε δε Ααρών την Ελισαβέθ θυγατέρα Αμειναδάβ αδελφήν Ναασσών αυτω γυναίκα. 8 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 9 και εάν λαλήση προς υμάς Φαραώ λέγων· δότε ημίν σημείον ή τέρας. οίς είπεν αυτοίς ο Θεός εξαγαγείν τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου συν δυνάμει αυτών· 27 ούτοί εισιν οι διαλεγόμενοι προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και εξήγαγον τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου· αυτός Ααρών και Μωυσής. 25 και Ελεάζαρ ο του Ααρών έλαβε των θυγατέρων Φουτιήλ αυτω γυναίκα. 24 υιοί δε Κορέ· Ασείρ και Ελκανά και Αβιάσαφ· αύται αι γενέσεις Κορέ. και εξάξω τους υιούς Ισραήλ εκ μέσου αυτών. 30 και είπε Μωυσής εναντίον Κυρίου· ιδού εγώ ισχνόφωνός ειμι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μισαήλ και Ελισαφάν και Σεγρεί. και Πως εισακούσεταί μου Φαραώ. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· ιδού δέδωκά σε θεόν Φαραώ. 26 ούτος Ααρών και Μωυσής. και έτεκεν αυτω τον Φινεές. 4 και ουκ εισακούσεται υμών Φαραώ· και επιβαλώ την χείρά μου επ ‘ Αίγυπτον και εξάξω συν δυνάμει μου τον λαόν μου τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου συν εκδικήσει μεγάλη. ηνίκα ελάλησε προς Φαραώ. 5 και γνώσονται πάντες οι Αιγύπτιοι. ωστε εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ εκ της γης αυτού. και έτεκεν αυτω τον τε Ναδάβ και Αβιούδ και τον Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. όσα σοι εντέλλομαι. 29 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· εγώ Κύριος· λάλησον προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου όσα εγώ λέγω προς σε. 6 εποίησε δε Μωυσής και Ααρών καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Κύριος. και Ααρών ο αδελφός σου έσται σου προφήτης· 2 συ δε λαλήσεις αυτω πάντα. ούτως εποίησαν. και ερείς Ααρών τω αδελφω σου· λάβε την ράβδον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 105 . 7 Μωυσής δε ην ετών ογδοήκοντα. Ααρών δε ο αδελφός αυτού ετών ογδοηκοντατριών. ο δε Ααρών ο αδελφός σου λαλήσει προς Φαραώ. 28 -… ημέρα ελάλησε Κύριος Μωυσή εν γη Αιγύπτω. 3 εγώ δε σκληρυνώ την καρδίαν Φαραώ και πληθυνώ τα σημείά μου και τα τέρατα εν γη Αιγύπτω. ότι εγώ ειμι Κύριος εκτείνων την χείρά μου επ ‘ Αίγυπτον. αύται αι αρχαί πατριάς Λευιτών κατά γενέσεις αυτών.

και μεταβαλεί εις αίμα· 18 και οι ιχθύες οι εν τω ποταμω τελευτήσουσι. καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Κύριος. 25 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 106 . 19 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ειπόν Ααρών τω αδελφω σου· λάβε την ράβδον σου εν τη χειρί σου και έκτεινον την χείρά σου επί τα ύδατα Αιγύπτου και επί τους ποταμούς αυτών και επί τας διώρυγας αυτών και επί τα έλη αυτών και επί παν συνεστηκός ύδωρ αυτών. 15 βάδισον προς Φαραώ το πρωϊ· ιδού αυτός εκπορεύεται επί το ύδωρ. ίνα μοι λατρεύση εν τη ερήμω· και ιδού ουκ εισήκουσας έως τούτου. και εγένετο αίμα εν πάση γη Αιγύπτου εν τε τοις ξύλοις και εν τοις λίθοις. και ουκ ηδύναντο οι Αιγύπτιοι πιείν ύδωρ εκ του ποταμού. 20 και εποίησαν ούτως Μωυσής και Ααρών. και εποίησαν και οι επαοιδοί των Αιγυπτίων ταις φαρμακείαις αυτών ωσαύτως. και έση συναντών αυτω επί το χείλος του ποταμού και την ράβδον την στραφείσαν εις όφιν λήψη εν τη χειρί σου. 22 εποίησαν δε ωσαύτως και οι επαοιδοί των Αιγυπτίων ταις φαρμακείαις αυτών· και εσκληρύνθη η καρδία Φαραώ. 11 συνεκάλεσε δε Φαραώ τους σοφιστάς Αιγύπτου και τους φαρμακούς. 10 εισήλθε δε Μωυσής και Ααρών εναντίον Φαραώ και των θεραπόντων αυτού και εποίησαν ούτως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ρίψον επί την γην εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού. και επώζεσεν ο ποταμός. και ουκ εισήκουσεν αυτών. καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Κύριος· και έρριψεν Ααρών την ράβδον εναντίον Φαραώ. 12 και έρριψαν έκαστος την ράβδον αυτών. 16 και ερείς προς αυτόν· Κύριος ο Θεός των Εβραίων απέσταλκέ με προς σε λέγων· εξαπόστειλον τον λαόν μου. καθάπερ είπε Κύριος. και ουκ εισήκουσεν αυτών. και εγένετο δράκων. 24 ώρυξαν δε πάντες οι Αιγύπτιοι κύκλω του ποταμού ωστε πιείν ύδωρ. 13 και κατίσχυσεν η καρδία Φαραώ. καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Κύριος· και επάρας τη ράβδω αυτού επάταξε το ύδωρ το εν τω ποταμω εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού και μετέβαλε παν το ύδωρ το εν τω ποταμω εις αίμα. και ην το αίμα εν πάση γη Αιγύπτου. και ουκ ηδύναντο πιείν ύδωρ από του ποταμού. και εποζέσει ο ποταμός. και έσται αίμα. και εγένοντο δράκοντες· και κατέπιεν η ράβδος η Ααρών τας εκείνων ράβδους. και εναντίον των θεραπόντων αυτού. και έσται δράκων. 17 τάδε λέγει Κύριος· εν τούτω γνώση ότι εγώ Κύριος· ιδού εγώ τύπτω τη ράβδω τη εν χειρί μου επί το ύδωρ το εν τω ποταμω. 14 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· βεβάρηται η καρδία Φαραώ του μη εξαποστείλαι τον λαόν. και ου δυνήσονται οι Αιγύπτιοι πιείν ύδωρ από του ποταμού. 23 επιστραφείς δε Φαραώ εισήλθεν εις τον οίκον αυτού και ουκ επέστησε τον νουν αυτού ουδέ επί τούτω. 21 και οι ιχθύες οι εν τω ποταμω ετελεύτησαν.

πλήν εν τω ποταμω υπολειφθήσονται. και περιελέτω τους βατράχους απ ‘ εμού και από του εμού λαού. και αναβάντες εισελεύσονται εις τους οίκους σου και εις τα ταμιεία των κοιτώνων σου και επί των κλινών σου και επί τους οίκους των θεραπόντων σου και του λαού σου και εν τοις φυράμασί σου και εν τοις κλιβάνοις σου· 29 και επί σε και επί τους θεράποντάς σου και επί τον λαόν σου αναβήσονται οι βάτραχοι. 26 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· είσελθε προς Φαραώ και ερείς προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· εξαπόστειλον τον λαόν μου. 3 εποίησαν δε ωσαύτως και οι επαοιδοί των Αιγυπτίων ταις φαρμακείαις αυτών και ανήγαγον τους βατράχους επί γην Αιγύπτου. ίνα ειδής ότι ουκ έστι άλλος πλήν Κυρίου· 7 και περιαιρεθήσονται οι βάτραχοι από σου και από των οικιών υμών και από των επαύλεων και από των θεραπόντων σου και από του λαού σου. και εξαποστελώ αυτούς. 6 ο δε είπεν· εις αύριον. 5 είπε δε Μωυσής προς Φαραώ· τάξαι προς με πότε εύξομαι περί σου και περί των θεραπόντων σου και του λαού σου αφανίσαι τους βατράχους από σου και από του λαού σου και εκ των οικιών υμών. 8 εξήλθε δε Μωυσής και Ααρών από Φαραώ· και εβόησε Μωυσής προς Κύριον περί του ορισμού των βατράχων. ιδού εγώ τύπτω πάντα τα όριά σου τοις βατράχοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανεπληρώθησαν επτά ημέραι μετά το πατάξαι Κύριον τον ποταμόν. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν· ειπόν Ααρών τω αδελφω σου· έκτεινον τη χειρί την ράβδον σου επί τους ποταμούς και επί τας διώρυγας και επί τα έλη και ανάγαγε τους βατράχους· 2 και εξέτεινεν Ααρών την χείρα επί τα ύδατα Αιγύπτου και ανήγαγε τους βατράχους· και ανεβιβάσθη ο βάτραχος και εκάλυψε την γην Αιγύπτου. είπεν ουν· ως είρηκας. πλήν εν τω ποταμω υπολειφθήσονται. ίνα μοι λατρεύσωσιν· 27 ει δε μη βούλει συ εξαποστείλαι. και θύσωσι τω Κυρίω. ως ετάξατο Φαραώ. 4 και εκάλεσε Φαραώ Μωυσήν και Ααρών και είπεν· εύξασθε περί εμού προς Κύριον. 9 εποίησε δε Κύριος καθάπερ είπε Μωυσής και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 107 . 28 και εξερεύξεται ο ποταμός βατράχους.

ίνα ειδής ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός πάσης της γης. 18 και παραδοξάσω εν τη ημέρα εκείνη την γην Γεσέμ. εφ ‘ ης ο λαός μου έπεστιν επ ‘ αυτής. 16 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· όρθρισον το πρωϊ και στήθι εναντίον Φαραώ· και ιδού αυτός εξελεύσεται επί το ύδωρ. και ώζεσεν η γη. ίνα μοι λατρεύσωσιν εν τη ερήμω· 17 εάν δε μη βούλη εξαποστείλαι τον λαόν μου. καθάπερ είπε Κύριος ημίν. 21 εκάλεσε δε Φαραώ Μωυσήν και Ααρών λέγων· ελθόντες θύσατε Κυρίω τω Θεω υμών εν τη γη. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 108 . και εξωλοθρεύθη η γη από της κυνομυίης. και εσκληρύνθη η καρδία Φαραώ. εφ ‘ ης ουκ έσται εκεί η κυνόμυια. 12 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ειπόν Ααρών. εβαρύνθη η καρδία αυτού. ιδού εγώ εξαποστέλλω επί σε και επί τους θεράποντάς σου και επί τον λαόν σου και επί τους οίκους υμών κυνόμυιαν. 20 εποίησε δε Κύριος ούτως. και εγένοντο οι σκνίφες εν τε τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσιν. 19 και δώσω διαστολήν ανά μέσον του εμού λαού και ανά μέσον του σου λαού· εν δε τη αύριον έσται το σημείον τούτο επί της γης. και εγένοντο οι σκνίφες εν τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσι. 11 ιδών δε Φαραώ ότι γέγονεν ανάψυξις. 22 και είπε Μωυσής· ου δυνατόν γενέσθαι ούτως· τα γαρ βδελύγματα των Αιγυπτίων θύσομεν Κυρίω τω Θεω ημών· εάν γαρ θύσωμεν τα βδελύγματα των Αιγυπτίων εναντίον αυτών. και ερείς προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· εξαπόστειλον τον λαόν μου. καθάπερ ελάλησε Κύριος. 24 και είπε Φαραώ· εγώ αποστέλλω υμάς. και πλησθήσονται αι οικίαι των Αιγυπτίων της κυνομυίης και εις την γην. 25 είπε δε Μωυσής· Οδε εγώ εξελεύσομαι από σου και εύξομαι προς τον Θεόν. καθάπερ ελάλησε Κύριος. και έσονται σκνίφες εν τε τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσι και εν πάση γη Αιγύπτου. λιθοβοληθησόμεθα. εφ ‘ ης εισιν επ ‘ αυτής. 13 εξέτεινεν ουν Ααρών τη χειρί την ράβδον και επάταξε το χώμα της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ετελεύτησαν οι βάτραχοι εκ των οικιών και εκ των επαύλεων και εκ των αγρών· 10 και συνήγαγον αυτούς θημωνίας θημωνίας. έκτεινον τη χειρί την ράβδον σου και πάταξον το χώμα της γης. και θύσατε τω Θεω υμών εν τη ερήμω. αλλ ‘ ου μακράν αποτενείτε πορευθήναι· εύξασθε ουν περί εμού προς Κύριον. και ουκ εισήκουσεν αυτών. 23 οδόν τριών ημερών πορευσόμεθα εις την έρημον και θύσομεν τω Θεω ημών. και παρεγένετο η κυνόμυια πλήθος εις τους οίκους Φαραώ και εις τους οίκους των θεραπόντων αυτού και εις πάσαν την γην Αιγύπτου. 14 εποίησαν δε ωσαύτως και οι επαοιδοί ταις φαρμακείαις αυτών εξαγαγείν τον σκνίφα και ουκ ηδύναντο. 15 είπαν ουν οι επαοιδοί τω Φαραώ· δάκτυλος Θεού εστι τούτο. και εν παντί χώματι της γης εγένοντο οι σκνίφες. και ουκ εισήκουσεν αυτών.

φλυκτίδες αναζέουσαι. εξαπατήσαι του μη εξαποστείλαι τον λαόν θύσαι Κυρίω. φλυκτίδες αναζέουσαι. εβαρύνθη η καρδία Φαραώ. θάνατος μέγας σφόδρα. 26 εξήλθε δε Μωυσής από Φαραώ και ηύξατο προς τον Θεόν· 27 εποίησε δε Κύριος καθάπερ είπε Μωυσής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 109 . 8 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· λάβετε υμείς πλήρεις τας χείρας αιθάλης καμιναίας. 6 και εποίησε Κύριος το ρήμα τούτο τη επαύριον. 3 ιδού χείρ Κυρίου επέσται εν τοις κτήνεσί σου τοις εν τοις πεδίοις. 9 και γενηθήτω κονιορτός επί πάσαν την γην Αιγύπτου. και ου κατελείφθη ουδεμία. και περιείλε την κυνόμυιαν από Φαραώ και των θεραπόντων αυτού και του λαού αυτού. 5 και έδωκεν ο Θεός όρον λέγων· εν τη αύριον ποιήσει Κύριος το ρήμα τούτο επί της γης. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν· είσελθε προς Φαραώ και ερείς αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός των Εβραίων· εξαπόστειλον τον λαόν μου. και πασάτω Μωυσής εις τον ουρανόν εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού. 4 και παραδοξάσω εγώ εν τω καιρω εκείνω ανά μέσον των κτηνών των Αιγυπτίων και ανά μέσον των κτηνών των υιών Ισραήλ· ου τελευτήσει από πάντων των του Ισραήλ υιών ρητόν. από δε των κτηνών των υιών Ισραήλ ουκ ετελεύτησεν ουδέν. και έσται επί τους ανθρώπους και επί τα τετράποδα έλκη. 10 και έλαβε την αιθάλην της καμιναίας εναντίον Φαραώ. και ουκ ηθέλησεν εξαποστείλαι τον λαόν. 28 και εβάρυνε Φαραώ την καρδίαν αυτού και επί του καιρού τούτου. ίνα μοι λατρεύσωσιν· 2 ει μεν ουν μη βούλει εξαποστείλαι τον λαόν μου. αλλά έτι εγκρατείς αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απελεύσεται η κυνόμυια και από των θεραπόντων σου και από του λαού σου αύριον· μη προσθής έτι. Φαραώ. εν τε τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσι και εν πάση γη Αιγύπτου. 7 ιδών δε Φαραώ ότι ουκ ετελεύτησεν από πάντων των κτηνών των υιών Ισραήλ ουδέν. εν τε τοις ίπποις και εν τοις υποζυγίοις και ταις καμήλοις και βουσί και προβάτοις. και εγένετο έλκη. και ουκ εξαπέστειλε τον λαόν. και έπασεν αυτήν Μωυσής εις τον ουρανόν. και ετελεύτησε πάντα τα κτήνη των Αιγυπτίων.

επί τε τους ανθρώπους και τα κτήνη και επί πάσαν βοτάνην την επί της γης. 20 ο φοβούμενος το ρήμα Κυρίου των θεραπόντων Φαραώ συνήγαγε τα κτήνη αυτού εις τους οίκους· 21 ος δε μη προσέσχε τη διανοία εις το ρήμα Κυρίου. ίνα ενδείξωμαι εν σοί την ισχύν μου. και πάντα τα ξύλα τα εν τοις πεδίοις συνέτριψεν η χάλαζα· 26 πλήν εν γη Γεσέμ. ου ήσαν οι υιοί Ισραήλ. εκπετάσω τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 110 . αφήκε τα κτήνη εν τοις πεδίοις. 24 ην δε η χάλαζα και το πυρ φλογίζον εν τη χαλάζη· η δε χάλαζα πολλή σφόδρα. ήτις τοιαύτη ου γέγονεν εν Αιγύπτω. 22 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρά σου εις τον ουρανόν. και ουκ εισήκουσεν αυτών. και τον λαόν σου θανατώσω. καθά συνέταξε Κύριος. 18 ιδού εγώ ύω ταύτην την ωραν αύριον χάλαζαν πολλήν σφόδρα. ίνα ειδής ότι ουκ έστιν ως εγώ άλλος εν πάση τη γη· 15 νυν γαρ αποστείλας την χείρα πατάξω σε. τελευτήσει. και έβρεξε Κύριος χάλαζαν επί πάσαν γην Αιγύπτου. και ουκέτι προστεθήσεσθε μένειν. και διέτρεχε το πυρ επί της γης. ήτις τοιαύτη ου γέγονεν εν Αιγύπτω. 25 επάταξε δε η χάλαζα εν πάση γη Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους. 27 αποστείλας δε Φαραώ εκάλεσε Μωυσήν και Ααρών και είπεν αυτοίς· ημάρτηκα το νυν· ο Κύριος δίκαιος. και έσται χάλαζα επί πάσαν γην Αιγύπτου. 19 νυν ουν κατάσπευσον συναγαγείν τα κτήνη σου και όσα σοί εστιν εν τω πεδίω· πάντες γαρ οι άνθρωποι και τα κτήνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τε τοις ανθρώποις και εν τοις τετράποσι. αφ ‘ ης ημέρας γεγένηται επ ‘ αυτής έθνος. και όπως διαγγελή το όνομά μου εν πάση τη γη. 11 και ουκ ηδύναντο οι φαρμακοί στήναι εναντίον Μωυσή δια τα έλκη· εγένετο γαρ τα έλκη εν τοις φαρμακοίς και εν πάση γη Αιγύπτω. 29 είπε δε αυτω Μωυσής· ως αν εξέλθω την πόλιν. και εκτριβήση από της γης· 16 και ένεκεν τούτου διετηρήθης. εγώ δε και ο λαός μου ασεβείς. και πάσαν βοτάνην την εν τω πεδίω επάταξεν η χάλαζα. 17 έτι ουν συ εμποιή του λαού μου του μη εξαποστείλαι αυτούς. 12 εσκλήρυνε δε Κύριος την καρδίαν Φαραώ. 28 εύξασθε ουν περί εμού προς Κύριον. όσα εάν ευρεθή εν τοις πεδίοις και μη εισέλθη εις οικίαν. 13 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· όρθρισον το πρωϊ και στήθι εναντίον Φαραώ και ερείς προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός των Εβραίων· εξαπόστειλον τον λαόν μου. ουκ εγένετο η χάλαζα. και παυσάσθω του γενηθήναι φωνάς Θεού και χάλαζαν και πυρ· και εξαποστελώ υμάς. και Κύριος έδωκε φωνάς και χάλαζαν. 23 εξέτεινε δε Μωυσής την χείρα εις τον ουρανόν. πέση δε επ ‘ αυτά η χάλαζα. ίνα λατρεύσωσί μοι· 14 εν τω γαρ νυν καιρω εγώ εξαποστέλλω πάντα τα συναντήματά μου εις την καρδίαν σου και των θεραπόντων σου και του λαού σου. αφ ‘ ης ημέρας έκτισται έως της ημέρας ταύτης.

και κατέδεται παν ξύλον το φυόμενον υμίν επί της γης· 6 και πλησθήσονταί σου αι οικίαι και αι οικίαι των θεραπόντων σου και πάσαι αι οικίαι εν πάση γη των Αιγυπτίων. 32 ο δε πυρός και η ολύρα ουκ επλήγησαν. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· είσελθε προς Φαραώ· εγώ γαρ εσκλήρυνα αυτού την καρδίαν και των θεραπόντων αυτού. και ου δυνήση κατιδείν την γην. εξαπόστειλον τους ανθρώπους. 4 εάν δε μη θέλης συ εξαποστείλαι τον λαόν μου. προσέθετο του αμαρτάνειν και εβάρυνεν αυτού την καρδίαν και των θεραπόντων αυτού. ουδ ‘ οι πρόπαπποι αυτών. ό κατέλιπεν υμίν η χάλαζα. 33 εξήλθε δε Μωυσής από Φαραώ εκτός της πόλεως και εξέτεινε τας χείρας προς Κύριον. 31 το δε λίνον και η κριθή επλήγη· η γαρ κριθή παρεστηκυία. αφ ‘ ης ημέρας γεγόνασιν επί της γης έως της ημέρας ταύτης. 3 εισήλθε δε Μωυσής και Ααρών εναντίον Φαραώ και είπαν αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός των Εβραίων· έως τίνος ου βούλη εντραπήναί με. το δε λίνον σπερματίζον. 8 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 111 . και κατέδεται παν το περισσόν της γης το καταλειφθέν. όψιμα γαρ ην. 30 και συ και οι θεράποντές σου. και τα σημείά μου. ιδού εγώ επάγω ταύτην την ωραν αύριον ακρίδα πολλήν επί πάντα τα όριά σου. ίνα λατρεύσωσί μοι. καθάπερ ελάλησε Κύριος τω Μωυσή. όπως λατρεύσωσι τω Θεω αυτών· ή ειδέναι βούλη ότι απόλωλεν Αίγυπτος. ίνα γνως ότι του Κυρίου η γη. και εκκλίνας Μωυσής εξήλθεν από Φαραώ. και η χάλαζα και ο υετός ουκ έσται έτι. εξαπόστειλον τον λαόν μου. και ουκ εξαπέστειλε τους υιούς Ισραήλ. 34 ιδών δε Φαραώ ότι πέπαυται ο υετός και η χάλαζα και αι φωναί. και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. α εποίησα εν αυτοίς. 7 και λέγουσιν οι θεράποντες Φαραώ προς αυτόν· έως τίνος έσται τούτο ημίν σκώλον. 35 και εσκληρύνθη η καρδία Φαραώ. α ουδέποτε εωράκασιν οι πατέρες σου. και ο υετός ουκ έσταξεν έτι επί την γην. και αι φωναί παύσονται. όσα εμπέπαιχα τοις Αιγυπτίοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χείράς μου προς τον Κύριον. ίνα εξής επέλθη τα σημεία ταύτα επ ‘ αυτούς· 2 όπως διηγήσησθε εις τα ώτα των τέκνων υμών και τοις τέκνοις των τέκνων υμών. επίσταμαι ότι ουδέπω πεφόβησθε τον Κύριον. και αι φωναί επαύσαντο και η χάλαζα. 5 και καλύψει την όψιν της γης.

και ουκ εξαπέστειλε τους υιούς Ισραήλ. ον υπελίπετο η χάλαζα. εξέβαλον δε αυτούς από προσώπου Φαραώ. και είπεν αυτοίς· πορεύεσθε και λατρεύσατε Κυρίω τω Θεω υμών· τίνες δε και τίνες εισίν οι πορευόμενοι. Κύριος μεθ ‘ υμών· καθότι αποστέλλω υμάς. 11 μη ούτως· πορευέσθωσαν δε οι άνδρες. και ο άνεμος ο νότος ανέλαβε την ακρίδα 14 και ανήγαγεν αυτήν επί πάσαν την γην Αιγύπτου. εν πάση γη Αιγύπτου. ψηλαφητόν σκότος. και εγένετο σκότος γνόφος. οίς κατεγίνοντο. 16 κατέσπευδε δε Φαραώ καλέσαι Μωυσήν και Ααρών λέγων· ημάρτηκα εναντίον Κυρίου του Θεού υμών και εις υμάς· 17 προσδέξασθε ουν μου την αμαρτίαν έτι νυν και προσεύξασθε προς Κύριον τον Θεόν υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέστρεψαν τον τε Μωυσήν και Ααρών προς Φαραώ. πλήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 112 . και εφθάρη η γη· και κατέφαγε πάσαν βοτάνην της γης και πάντα τον καρπόν των ξύλων. θύελλα επί πάσαν γην Αιγύπτου τρεις ημέρας. ος υπελείφθη από της χαλάζης· ουχ υπελείφθη χλωρόν ουδέν εν τοις ξύλοις και εν πάση βοτάνη του πεδίου. 10 και είπε προς αυτούς· έστω ούτω. και ουκ εξανέστη ουδείς εκ της κοίτης αυτού τρεις ημέρας· πάσι δε τοις υιοίς Ισραήλ φως ην εν πάσιν. και κατέπαυσεν επί πάντα τα όρια Αιγύπτου πολλή σφόδρα· προτέρα αυτής ου γέγονε τοιαύτη ακρίς και μετά ταύτα ουκ έσται ούτως. 24 και εκάλεσε Φαραώ Μωυσήν και Ααρών λέγων· βαδίζετε. και λατρευσάτωσαν τω Θεω· τούτο γαρ αυτοί εκζητείτε. 19 και μετέβαλε Κύριος άνεμον από θαλάσσης σφοδρόν. συν τοις υιοίς και θυγατράσι και προβάτοις και βουσίν ημών· έστι γαρ εορτή Κυρίου του Θεού ημών. 18 εξήλθε δε Μωυσής από Φαραώ και ηύξατο προς τον Θεόν. 13 και επήρε Μωυσής την ράβδον εις τον ουρανόν. 20 και εσκλήρυνε Κύριος την καρδίαν Φαραώ. 15 και εκάλυψε την όψιν της γης. μη και την αποσκευήν υμών. 12 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρα επί γην Αιγύπτου. και περιελέτω απ ‘ εμού τον θάνατον τούτον. όλην την ημέραν εκείνην και όλην την νύκτα· το πρωϊ εγενήθη. και ανέλαβε τον ακρίδα και έβαλεν αυτήν εις την ερυθράν θάλασσαν. 21 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρά σου εις τον ουρανόν. και ουχ υπελείφθη ακρίς μία εν πάση γη Αιγύπτου. λατρεύσατε Κυρίω τω Θεω υμών. 23 και ουκ είδεν ουδείς τον αδελφόν αυτού τρεις ημέρας. ίδετε ότι πονηρία πρόσκειται υμίν. και γενηθήτω σκότος επί γης Αιγύπτου. και Κύριος επήγαγεν άνεμον νότον επί την γην. και αναβήτω ακρίς επί την γην και κατέδεται πάσαν βοτάνην της γης και πάντα τον καρπόν των ξύλων. 22 εξέτεινε δε Μωυσής την χείρα εις τον ουρανόν. 9 και λέγει Μωυσής· συν τοις νεανίσκοις και πρεσβυτέροις πορευσόμεθα.

ος κάθηται επί του θρόνου. και ουχ υπολειψόμεθα οπλήν· απ ‘ αυτών γαρ ληψόμεθα λατρεύσαι Κυρίω τω Θεω ημών. 8 και καταβήσονται πάντες οι παίδές σου ούτοι προς με και προσκυνήσουσί με λέγοντες· έξελθε συ και πας ο λαός σου. από πρωτοτόκου Φαραώ. 4 Και είπε Μωυσής· τάδε λέγει Κύριος· περί μέσας νύκτας εγώ εισπορεύομαι εις μέσον Αιγύπτου. 2 λάλησον ουν κρυφή εις τα ώτα του λαού. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν· έτι μίαν πληγήν εγώ επάξω επί Φαραώ και επ ‘ Αίγυπτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των προβάτων και των βοών υπολείπεσθε· και η αποσκευή υμών αποτρεχέτω μεθ ‘ υμών. 5 και τελευτήσει παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω. 29 λέγει δε Μωυσής· είρηκας· ουκ έτι οφθήσομαί σοι εις πρόσωπον. εξήλθε δε Μωυσής από Φαραώ μετά θυμού. και αιτησάτω έκαστος παρά του πλησίον σκεύη αργυρά και χρυσά και ιματισμόν. και έχρησαν αυτοίς· και ο άνθρωπος Μωυσής μέγας εγενήθη σφόδρα εναντίον των Αιγυπτίων και εναντίον Φαραώ και εναντίον των θεραπόντων αυτού. ήτις τοιαύτη ου γέγονε και τοιαύτη ουκ έτι προστεθήσεται. συν παντί εκβαλεί υμάς εκβολή. 3 Κύριος δε έδωκε την χάριν τω λαω αυτού εναντίον των Αιγυπτίων. 28 και λέγει Φαραώ· άπελθε απ ‘ εμού· πρόσεχε σεαυτω έτι προσθείναι ιδείν μου το πρόσωπον· ή δ ‘ αν ημέρα οφθής μοι. 9 είπε δε Κύριος προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 113 . όπως ειδής όσα παραδοξάσει Κύριος ανά μέσον των Αιγυπτίων και του Ισραήλ. 7 και εν πάσι τοις υιοίς Ισραήλ ου γρύξει κύων τη γλώσση αυτού από ανθρώπου έως κτήνους. α ποιήσομεν Κυρίω τω Θεω ημών· 26 και τα κτήνη ημών πορεύσεται μεθ ‘ ημών. αποθανή. έως του ελθείν ημάς εκεί. ου συ αφηγή· και μετά ταύτα εξελεύσομαι. και μετά ταύτα εξαποστελεί υμάς εντεύθεν· όταν δε εξαποστέλλη υμάς. 25 και είπε Μωυσής· αλλά και συ δώσει ημίν ολοκαυτώματα και θυσίας. 6 και έσται κραυγή μεγάλη κατά πάσαν γην Αιγύπτου. 27 εσκλήρυνε δε Κύριος την καρδίαν Φαραώ και ουκ εβουλήθη εξαποστείλαι αυτούς. ημείς δε ουκ οίδαμεν τι λατρεύσομεν Κυρίω τω Θεω ημών. και έως πρωτοτόκου της θεραπαίνης της παρά τον μύλον και έως πρωτοτόκου παντός κτήνους.

10 ουκ απολείψετε απ ‘ αυτού έως πρωϊ και οστούν ου συντρίψετε απ ‘ αυτού· τα δε καταλειπόμενα απ ‘ αυτού έως πρωϊ εν πυρί κατακαύσετε. κεφαλήν συν τοις ποσί και τοις ενδοσθίοις. και όψομαι το αίμα και σκεπάσω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 114 . 4 εάν δε ολιγοστοί ώσιν εν τη οικία. ωστε μη είναι ικανούς εις πρόβατον. ενιαύσιον έσται υμίν· από των αρνών και των ερίφων λήψεσθε. 2 ο μην ούτος υμίν αρχή μηνών. 6 και έσται υμίν διατετηρημένον έως της τεσσαρεσκαιδεκάτης του μηνός τούτου. και ουκ εισήκουσεν εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. εν αις υμείς εστε εκεί. ίνα πληθύνων πληθυνώ μου τα σημεία και τα τέρατα εν γη Αιγύπτω. 5 πρόβατον τέλειον. έκαστος πρόβατον κατ ‘ οικίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μωυσήν· ουκ εισακούσεται υμών Φαραώ. 3 λάλησον προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ λέγων· τη δεκάτη του μηνός τούτου λαβέτωσαν έκαστος πρόβατον κατ ‘ οίκους πατριών. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών εν γη Αιγύπτου λέγων. 12 και διελεύσομαι εν γη Αιγύπτω εν τη νυκτί ταύτη και πατάξω παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω από ανθρώπου έως κτήνους και εν πάσι τοις θεοίς των Αιγυπτίων ποιήσω την εκδίκησιν· εγώ Κύριος. εν οίς εάν φάγωσιν αυτά εν αυτοίς. 10 Μωυσής δε και Ααρών εποίησαν πάντα τα σημεία και τα τέρατα ταύτα εν γη Αιγύπτω εναντίον Φαραώ· εσκλήρυνε δε Κύριος την καρδίαν Φαραώ. 7 και λήψονται από του αίματος και θήσουσιν επί των δύο σταθμών και επί την φλιάν εν τοις οίκοις. και αι βακτηρίαι εν ταις χερσίν υμών· και έδεσθε αυτό μετά σπουδής· πάσχα εστί Κυρίω. και τα υποδήματα εν τοις ποσίν υμών. αλλ ‘ ή οπτά πυρί. 11 ούτω δε φάγεσθε αυτό· αι οσφύες υμών περιεζωσμέναι. συλλήψεται μεθ ‘ εαυτού τον γείτονα τον πλησίον αυτού κατά αριθμόν ψυχών· έκαστος το αρκούν αυτω συναριθμήσεται εις πρόβατον. πρώτός εστιν υμίν εν τοις μησί του ενιαυτού. 8 και φάγονται τα κρέα τη νυκτί ταύτη· οπτά πυρί και άζυμα επί πικρίδων έδονται. 13 και έσται το αίμα υμίν εν σημείω επί των οικιών. και σφάξουσιν αυτό παν το πλήθος συναγωγής υιών Ισραήλ προς εσπέραν. άρσεν. 9 ουκ έδεσθε απ ‘ αυτών ωμόν ουδέ ηψημένον εν ύδατι.

όταν παίω εν γη Αιγύπτω. 22 λήψεσθε δε δέσμην υσσώπου. 29 Εγενήθη δε μεσούσης της νυκτός και Κύριος επάταξε παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω. 28 και απελθόντες εποίησαν οι υιοί Ισραήλ καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και Ααρών. πλήν όσα ποιηθήσεται πάση ψυχή. ούτως εποίησαν. 18 εναρχόμενοι τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου αφ ‘ εσπέρας έδεσθε άζυμα έως ημέρας μιάς και εικάδος του μηνός. 17 και φυλάξετε την εντολήν ταύτην· εν γαρ τη ημέρα ταύτη εξάξω την δύναμιν υμών εκ γης Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμάς. 21 Εκάλεσε δε Μωυσής πάσαν γερουσίαν υιών Ισραήλ και είπε προς αυτούς· απελθόντες λάβετε υμίν αυτοίς πρόβατον κατά συγγενείας υμών και θύσατε το πάσχα. 26 και έσται εάν λέγωσι προς υμάς οι υιοί υμών· τις η λατρεία αύτη. 14 και έσται η ημέρα υμίν αύτη μνημόσυνον· και εορτάσετε αυτήν εορτήν Κυρίω εις πάσας τας γενεάς υμών· νόμιμον αιώνιον εορτάσετε αυτήν. 19 επτά ημέρας ζύμη ουχ ευρεθήσεται εν ταις οικίαις υμών· πας ος αν φάγη ζυμωτόν. καθότι ελάλησε. ως εσκέπασε τους οίκους των υιών Ισραήλ εν Αιγύπτω. ηνίκα επάταξε τους Αιγυπτίους. και ουκ έσται εν υμίν πληγή του εκτριβήναι. 16 και η ημέρα η πρώτη κληθήσεται αγία. από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 115 . και ποιήσετε την ημέραν ταύτην εις γενεάς υμών νόμιμον αιώνιον. και παρελεύσεται Κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολοθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. φυλάξασθε την λατρείαν ταύτην. ό εστι παρά την θύραν· υμείς δε ουκ εξελεύσεσθε έκαστος την θύραν του οίκου αυτού έως πρωϊ. από δε της ημέρας της πρώτης αφανιείτε ζύμην εκ των οικιών υμών· πας ος αν φάγη ζύμην. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εξ Ισραήλ από της ημέρας της πρώτης έως της ημέρας της εβδόμης. 23 και παρελεύσεται Κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επί της φλιάς και επ ‘ αμφοτέρων των σταθμών. και βάψαντες από του αίματος του παρά την θύραν καθίξετε της φλιάς και επ ‘ αμφοτέρων των σταθμών από του αίματος. έως εσπέρας. και τοις υιοίς σου έως αιώνος. 27 και ερείτε αυτοίς· θυσία το πάσχα τούτο Κυρίω. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ συναγωγής Ισραήλ. 25 εάν δε εισέλθητε εις την γην. ην αν δω Κύριος υμίν. 15 επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. τούτο μόνον ποιηθήσεται υμίν. 24 και φυλάξασθε το ρήμα τούτο νόμιμον σεαυτω. και κύψας ο λαός προσεκύνησε. εν τε τοις γειώραις και αυτόχθοσι της γης· 20 παν ζυμωτόν ουκ έδεσθε. τους δε οίκους ημών ερρύσατο. και η ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν· παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυταίς. εν παντί δε κατοικητηρίω υμών έδεσθε άζυμα.

ωστε πάσι τοις υιοίς Ισραήλ είναι εις γενεάς αυτών. 38 και επίμικτος πολύς συνανέβη αυτοίς και πρόβατα και βόες και κτήνη πολλά σφόδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρωτοτόκου Φαραώ του καθημένου επί του θρόνου έως πρωτοτόκου της αιχμαλωτίδος της εν τω λάκκω και έως πρωτοτόκου παντός κτήνους. περιτεμείς αυτού παν αρσενικόν. και τότε προσελεύσεται ποιήσαι αυτό και έσται ωσπερ και ο αυτόχθων της γης· πας απερίτμητος ουκ έδεται απ ‘ αυτού. ευλογήσατε δε καμέ. έτη τετρακόσια τριάκοντα. 31 και εκάλεσε Φαραώ Μωυσήν και Ααρών νυκτός και είπεν αυτοίς· ανάστητε και εξέλθετε εκ του λαού μου και υμείς και οι υιοί Ισραήλ· βαδίζετε και λατρεύσατε Κυρίω τω Θεω υμών. 47 πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ ποιήσει αυτό. 43 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών· ούτος ο νόμος του πάσχα· πας αλλογενής ουκ έδεται απ ‘ αυτού· 44 και πάντα οικέτην ή αργυρώνητον περιτεμείς αυτόν. 42 προφυλακή εστι τω Κυρίω. 33 και κατεβιάζοντο οι Αιγύπτιοι τον λαόν σπουδή εκβαλείν αυτούς εκ της γης· είπαν γαρ. εν ή ουκ ην εν αυτη τεθνηκώς. 35 οι δε υιοί Ισραήλ εποίησαν καθά συνέταξεν αυτοίς Μωυσής. εγκρυφίας αζύμους· ου γαρ εζυμώθη· εξέβαλον γαρ αυτούς οι Αιγύπτιοι. ην κατώκησαν εν γη Αιγύπτω και εν γη Χαναάν. 41 και εγένετο μετά τα τετρακόσια τριάκοντα έτη. 40 η δε κατοίκησις των υιών Ισραήλ. και ήτησαν παρά των Αιγυπτίων σκεύη αργυρά και χρυσά και ιματισμόν· 36 και έδωκε Κύριος την χάριν τω λαω αυτού εναντίον των Αιγυπτίων. 30 και αναστάς Φαραώ νυκτός και οι θεράποντες αυτού και πάντες οι Αιγύπτιοι και εγενήθη κραυγή μεγάλη εν πάση γη Αιγύπτω· ου γαρ ην οικία. 37 Απάραντες δε οι υιοί Ισραήλ εκ Ραμεσσή εις Σοκχώθ εις εξακοσίας χιλιάδας πεζών. 46 εν οικία μια βρωθήσεται. 34 ανέλαβε δε ο λαός το σταίς αυτών προ του ζυμωθήναι τα φυράματα αυτών ενδεδεμένα εν τοις ιματίοις αυτών επί των ώμων. ό εξήνεγκαν εξ Αιγύπτου. και έχρησαν αυτοίς· και εσκύλευσαν τους Αιγυπτίους. και ουκ εξοίσετε εκ της οικίας των κρεών έξω· και οστούν ου συντρίψετε απ ‘ αυτού. ωστε εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου· εκείνη η νύξ αύτη προφυλακή Κυρίω. πλήν της αποσκευής. 39 και έπεψαν το σταίς. οι άνδρες. και ουκ ηδυνήθησαν επιμείναι ουδέ επισιτισμόν εποίησαν εαυτοίς εις την οδόν. και τότε φάγεται απ ‘ αυτού· 45 πάροικος ή μισθωτός ουκ έδεται απ ‘ αυτού. εξήλθε πάσα η δύναμις Κυρίου εκ γης Αιγύπτου νυκτός. καθά λέγετε· 32 και τα πρόβατα και τους βόας υμών αναλαβόντες πορεύεσθε. 49 νόμος εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 116 . ότι πάντες ημείς αποθνήσκομεν. 48 εάν δε τις προσέλθη προς υμάς προσήλυτος ποιήσαι το πάσχα Κυρίω.

και ερείς αυτω. τα αρσενικά. ην ώμοσε τοις πατράσι σου δούναί σοι γην ρέουσαν γάλα και μέλι. εξήγαγε Κύριος τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου συν δυνάμει αυτών. 11 και έσται ως αν εισαγάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην των Χαναναίων. 9 και έσται σοι σημείον επί της χειρός σου και μνημόσυνον προ οφθαλμών σου. ουδέ έσται σοι ζύμη εν πάσι τοις ορίοις σου. λυτρώση αυτό. τα αρσενικά αγιάσεις τω Κυρίω. εν ή εξήλθετε εκ γης Αιγύπτου. ως εξεπορευόμην εξ Αιγύπτου. 13 παν διανοίγον μήτραν όνου αλλάξεις προβάτω· εάν δε μη αλλάξης. 50 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και Ααρών προς αυτούς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΕΙΠΕ δε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 αγίασόν μοι παν πρωτότοκον πρωτογενές διανοίγον πάσαν μήτραν εν τοις υιοίς Ισραήλ από ανθρώπου έως κτήνους· εμοί εστιν. ότι εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 117 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έσται τω εγχωρίω και τω προσελθόντι προσηλύτω εν υμίν. εξ οίκου δουλείας· εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγεν υμάς Κύριος εντεύθεν· και ου βρωθήσεται ζύμη. 3 Είπε δε Μωυσής προς τον λαόν· μνημονεύετε την ημέραν ταύτην. όπως αν γένηται ο νόμος Κυρίου εν τω στόματί σου· εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγέ σε Κύριος ο Θεός εξ Αιγύπτου. 51 και εγένετο εν τη ημέρα εκείνη. 4 εν γαρ τη σήμερον υμείς εκπορεύεσθε εν μηνί των νέων. παν πρωτότοκον ανθρώπου των υιών σου λυτρώση. και δώσει σοι αυτήν. 14 εάν δε ερωτήση σε ο υιος σου μετά ταύτα λέγων· τι τούτο. και ποιήσεις την λατρείαν ταύτην εν τω μηνί τούτω. 5 και έσται ηνίκα εάν εισαγάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Ευαίων και Ιεβουσαίων και Γεργεσαίων και Φερεζαίων. 12 και αφελείς παν διανοίγον μήτραν. ουκ οφθήσεταί σοι ζυμωτόν. 6 εξ ημέρας έδεσθε άζυμα. όσα εάν γένηταί σοι. ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. τω Κυρίω· παν διανοίγον μήτραν εκ βουκολίων ή εν τοις κτήνεσί σου. 8 και αναγγελείς τω υιω σου εν τη ημέρα εκείνη λέγων· δια τούτο εποίησε Κύριος ο Θεός μοι. αφ ‘ ημερών εις ημέρας. ούτως εποίησαν. 10 και φυλάξασθε τον νόμον τούτον κατά καιρούς ωρών. τη δε ημέρα τη εβδόμη εορτή Κυρίου· 7 άζυμα έδεσθε επτά ημέρας.

τα αρσενικά. και παν πρωτότοκον των υιών μου λυτρώσομαι. και αποστρέψη εις Αίγυπτον. 3 και ερεί Φαραώ τω λαω αυτού· οι υιοί Ισραήλ πλανώνται ούτοι εν τη γη· συγκέκλεικε γαρ αυτούς η έρημος. 18 και εκύκλωσεν ο Θεός τον λαόν οδόν την εις την έρημον. 16 και έσται εις σημείον επί της χειρός σου και ασάλευτον προ οφθαλμών σου· εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγέ σε Κύριος εξ Αιγύπτου. και αποστρέψαντες στρατοπεδευσάτωσαν απέναντι της επαύλεως. δείξαι αυτοίς την οδόν. ενώπιον αυτών στρατοπεδεύσεις επί της θαλάσσης. και εποίησαν ούτως. ημέρας μεν εν στύλω νεφέλης. τω Κυρίω. από πρωτοτόκων ανθρώπων έως πρωτοτόκων κτηνών· και δια τούτο εγώ θύω παν διανοίγον μήτραν. πέμπτη δε γενεά ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. 19 και έλαβε Μωυσής τα οστά Ιωσήφ μεθ ‘ εαυτού· όρκω γαρ ωρκισε τους υιούς Ισραήλ λέγων· επισκοπή επισκέψεται υμάς Κύριος και συνανοίσετέ μου τα οστά εντεύθεν μεθ ‘ υμών. 17 Ως δε εξαπέστειλε Φαραώ τον λαόν. ανά μέσον Μαγδώλου και ανά μέσον της θαλάσσης. και γνώσονται πάντες οι Αιγύπτιοι ότι εγώ ειμι Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειρί κραταιά εξήγαγε Κύριος ημάς εκ γης Αιγύπτου. εξεναντίας Βεελσεπφών. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. εξ οίκου δουλείας· 15 ηνίκα δε εσκλήρυνε Φαραώ εξαποστείλαι ημάς. ότι εγγύς ην· είπε γαρ ο Θεός· μήποτε μεταμελήση τω λαω ιδόντι πόλεμον. ουχ ωδήγησεν αυτούς ο Θεός οδόν γης Φυλιστιείμ. 4 εγώ δε σκληρυνώ την καρδίαν Φαραώ. 20 εξάραντες δε οι υιοί Ισραήλ εκ Σοκχώθ εστρατοπέδευσαν εν ‘Οθώμ παρά την έρημον. εις την ερυθράν θάλασσαν. 21 ο δε Θεός ηγείτο αυτών. και καταδιώξεται οπίσω αυτών· και ενδοξασθήσομαι εν Φαραώ και εν πάσι τη στρατιά αυτού. απέκτεινε παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω. την δε νύκτα εν στύλω πυρός· 22 ουκ εξέλιπε δε ο στύλος της νεφέλης ημέρας και ο στύλος του πυρός νυκτός εναντίον του λαού παντός. 5 και ανηγγέλη τω βασιλεί των Αιγυπτίων ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 118 .

ό ελαλήσαμεν προς σε εν Αιγύπτω. ενδοξαζομένου μου εν Φαραώ και εν τοις άρμασι και ίπποις αυτού. και εισελεύσονται οπίσω αυτών· και ενδοξασθήσομαι εν Φαραώ και εν πάση τη στρατιά αυτού και εν τοις άρμασι και εν τοις ίπποις αυτού. όπως δουλεύσωμεν τοις Αιγυπτίοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέφευγεν ο λαός· και μετεστράφη η καρδία Φαραώ και των θεραπόντων αυτού επί τον λαόν. και διήλθεν η νύξ. 11 και είπαν προς Μωυσήν· παρά το μη υπάρχειν μνήματα εν γη Αιγύπτω εξήγαγες ημάς θανατώσαι εν τη ερήμω. ην ποιήσει ημίν σήμερον· ον τρόπον γαρ εωράκατε τους Αιγυπτίους σήμερον. και ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 119 . στήτε και οράτε την σωτηρίαν την παρά του Κυρίου. και εφοβήθησαν σφόδρα· ανεβόησαν δε οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον. 18 και γνώσονται πάντες οι Αιγύπτιοι ότι εγώ ειμι Κύριος. κρείσσον γαρ ημάς δουλεύειν τοις Αιγυπτίοις ή αποθανείν εν τη ερήμω ταύτη. λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. και οι Αιγύπτιοι εστρατοπέδευσαν οπίσω αυτών. 8 και εσκλήρυνε Κύριος την καρδίαν Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου και των θεραπόντων αυτού. και πάσα η ίππος και τα άρματα Φαραώ και οι ιππείς και η στρατιά αυτού απέναντι της επαύλεως εξεναντίας Βεελσεπφών. 19 εξήρε δε ο άγγελος του Θεού ο προπορευόμενος της παρεμβολής των υιών Ισραήλ και επορεύθη εκ των όπισθεν· εξήρε δε και ο στύλος της νεφέλης από προσώπου αυτών και έστη εκ των οπίσω αυτών. και υμείς σιγήσετε. ου προσθήσεσθε έτι ιδείν αυτούς εις τον αιώνα χρόνον· 14 Κύριος πολεμήσει περί υμών. τι τούτο εποίησας ημίν εξαγαγών εξ Αιγύπτου. και είπαν· τι τούτο εποιήσαμεν του εξαποστείλαι τους υιούς Ισραήλ. 9 και κατεδίωξαν οι Αιγύπτιοι οπίσω αυτών και εύροσαν αυτούς παρεμβεβληκότας παρά την θάλασσαν. του μη δουλεύειν ημίν. και εισελθάτωσαν οι υιοί Ισραήλ εις μέσον της θαλάσσης κατά το ξηρόν. και κατεδίωξεν οπίσω των υιών Ισραήλ· οι δε υιοί Ισραήλ εξεπορεύοντο εν χειρί υψηλή. 10 και Φαραώ προσήγε· και αναβλέψαντες οι υιοί Ισραήλ τοις οφθαλμοίς ορώσι. και αναζευξάτωσαν· 16 και συ έπαρον τη ράβδω σου και έκτεινον την χείρά σου επί την θάλασσαν και ρήξον αυτήν. 20 και εισήλθεν ανά μέσον της παρεμβολής των Αιγυπτίων και ανά μέσον της παρεμβολής Ισραήλ και έστη· και εγένετο σκότος και γνόφος. 13 είπε δε Μωυσής προς τον λαόν· θαρσείτε. 6 έζευξεν ουν Φαραώ τα άρματα αυτού και πάντα τον λαόν αυτού συναπήγαγε μεθ ‘ εαυτού 7 και λαβών εξακόσια άρματα εκλεκτά και πάσαν την ίππον των Αιγυπτίων και τριστάτας επί πάντων. 12 ου τούτο ην το ρήμα. λέγοντες· πάρες ημάς. 15 Είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· τι βοάς προς με. 17 και ιδού εγώ σκληρυνώ την καρδίαν Φαραώ και των Αιγυπτίων πάντων.

28 και επαναστραφέν το ύδωρ εκάλυψε τα άρματα και τους αναβάτας και πάσαν την δύναμιν Φαραώ. εις την θάλασσαν. πας ίππος Φαραώ και τα άρματα και οι αναβάται. 2 βοηθός και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 120 . και είπαν οι Αιγύπτιοι· φύγωμεν από προσώπου Ισραήλ. 29 οι δε υιοί Ισραήλ επορεύθησαν δια ξηράς εν μέσω της θαλάσσης. και τείχος εξ ευωνύμων. ενδόξως γαρ δεδόξασται· ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν. 24 εγενήθη δε εν τη φυλακή τη εωθινή και επέβλεψε Κύριος επί την παρεμβολήν των Αιγυπτίων εν στύλω πυρός και νεφέλης και συνετάραξε την παρεμβολήν των Αιγυπτίων 25 και συνέδησε τους άξονας των αρμάτων αυτών και ήγαγεν αυτούς μετά βίας. και εσχίσθη το ύδωρ. και υπήγαγε Κύριος την θάλασσαν εν ανέμω νότω βιαίω όλην την νύκτα και εποίησε την θάλασσαν ξηράν. το δε ύδωρ αυτής τείχος εκ δεξιών. 26 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έκτεινον την χείρά σου επί την θάλασσαν. 31 είδε δε Ισραήλ την χείρα την μεγάλην. επί τε τα άρματα και τους αναβάτας. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΤΟΤΕ ήσε Μωυσής και οι υιοί Ισραήλ την ωδήν ταύτην τω Θεω και είπαν λέγοντες· άσωμεν τω Κυρίω. τους εισπορευομένους οπίσω αυτών. εις μέσον της θαλάσσης. α εποίησε Κύριος τοις Αιγυπτίοις· εφοβήθη δε ο λαός τον Κύριον και επίστευσαν τω Θεω και Μωυσή τω θεράποντι αυτού. 27 εξέτεινε δε Μωυσής την χείρα επί την θάλασσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συνέμιξαν αλλήλοις όλην την νύκτα· 21 εξέτεινε δε Μωυσής την χείρα επί την θάλασσαν. και το ύδωρ αυτής τείχος εκ δεξιών και τείχος εξ ευωνύμων· 23 και κατεδίωξαν οι Αιγύπτιοι και εισήλθον οπίσω αυτών. και ου κατελήφθη εξ αυτών ουδέ εις. ο γαρ Κύριος πολεμεί περί αυτών τους Αιγυπτίους. 22 και εισήλθον οι υιοί Ισραήλ εις μέσον της θαλάσσης κατά το ξηρόν. και αποκαταστήτω το ύδωρ και επικαλυψάτω τους Αιγυπτίους. και αποκατέστη το ύδωρ προς ημέραν επί χώρας· οι δε Αιγύπτιοι έφυγον υπό το ύδωρ. και εξετίναξε Κύριος τους Αιγυπτίους μέσον της θαλάσσης. 30 και ερρύσατο Κύριος τον Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη εκ χειρός των Αιγυπτίων· και είδεν Ισραήλ τους Αιγυπτίους τεθνηκότας παρά το χείλος της θαλάσσης.

κατέδυσαν εις βυθόν ωσεί λίθος. εκάλυψεν αυτούς θάλασσα· έδυσαν ωσεί μόλιβος εν ύδατι σφοδρω. το τύμπανον εν τη χειρί αυτής. 7 και τω πλήθει της δόξης σου συνέτριψας τους υπεναντίους· απέστειλας την οργήν σου και κατέφαγεν αυτούς ως καλάμην. 8 και δια πνεύματος του θυμού σου διέστη το ύδωρ· επάγη ωσεί τείχος τα ύδατα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σκεπαστής εγένετό μοι εις σωτηρίαν· ούτός μου Θεός. Κύριε. θαυμαστός εν δόξαις. 13 ωδήγησας τη δικαιοσύνη σου τον λαόν σου τούτον. 15 τότε έσπευσαν ηγεμόνες Εδώμ. έως αν παρέλθη ο λαός σου ούτος. και άρχοντες Μωαβιτών. 12 εξέτεινας την δεξιάν σου. ό ητοίμασαν αι χείρές σου. 22 Εξήρε δε Μωυσής τους υιούς Ισραήλ από θαλάσσης ερυθράς και ήγαγεν αυτούς εις την έρημον Σουρ· και επορεύοντο τρεις ημέρας εν τη ερήμω και ουχ ηύρισκον ύδωρ ωστε πιείν. ποιών τέρατα. Κύριε. 20 Λαβούσα δε Μαριάμ. ενδόξως γαρ δεδόξασται· ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν. 14 ήκουσαν έθνη και ωργίσθησαν· ωδίνες έλαβον κατοικούντας Φυλιστιείμ. μεριώ σκύλα. 19 ότι εισήλθεν ίππος Φαραώ συν άρμασι και αναβάταις εις θάλασσαν. 6 η δεξιά σου. και υψώσω αυτόν. ον εκτήσω. 4 άρματα Φαραώ και την δύναμιν αυτού έρριψεν εις θάλασσαν. και δοξάσω αυτόν. 3 Κύριος συντρίβων πολέμους. 11 τις όμοιός σοι εν θεοίς. 9 είπεν ο εχθρός. η προφήτις. ανελώ τη μαχαίρα μου. πικρόν γαρ ην· δια τούτο επωνόμασε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 121 . Θεός του πατρός μου. 16 επιπέσοι επ ‘ αυτούς τρόμος και φόβος. εμπλήσω ψυχήν μου. Κύριε. Κύριε. ον ελυτρώσω. 23 ήλθον δε εις Μερρά και ουκ ηδύναντο πιείν εκ Μερράς. έθραυσεν εχθρούς. και εξήλθοσαν πάσαι αι γυναίκες οπίσω αυτής μετά τυμπάνων και χορών. κατέπιεν αυτούς γη. κυριεύσει η χείρ μου. δεδοξασμένος εν αγίοις. Κύριε. δεδόξασται εν ισχύϊ· η δεξιά σου χείρ. ετάκησαν πάντες οι κατοικούντες Χαναάν. επάγη τα κύματα εν μέσω της θαλάσσης. τις όμοιός σοι. διώξας καταλήψομαι. εις έτοιμον κατοικητήριόν σου. και επήγαγεν επ ‘ αυτούς Κύριος το ύδωρ της θαλάσσης· οι δε υιοί Ισραήλ επορεύθησαν δια ξηράς εν μέσω της θαλάσσης. ό κατηρτίσω. παρεκάλεσας τη ισχύϊ σου εις κατάλυμα άγιόν σου. έως αν παρέλθη ο λαός σου. μεγέθει βραχίονός σου απολιθωθήτωσαν. 21 εξήρχε δε αυτών Μαριάμ λέγουσα· άσωμεν τω Κυρίω. 10 απέστειλας το πνεύμά σου. 17 εισαγαγών καταφύτευσον αυτούς εις όρος κληρονομίας σου. 18 Κύριος βασιλεύων τον αιώνα και επ ‘ αιώνα και έτι. Κύριος όνομα αυτω. 5 πόντω εκάλυψεν αυτούς. η αδελφή Ααρών. επιλέκτους αναβάτας τριστάτας κατεπόντισεν εν ερυθρά θαλάσση. έλαβεν αυτούς τρόμος. αγίασμα. Κύριε.

και έδειξεν αυτω Κύριος ξύλον. 7 και πρωϊ όψεσθε την δόξαν Κυρίου εν τω εισακούσαι τον γογγυσμόν υμών επί τω Θεω· ημείς δε τι εσμεν ότι διαγογγύζετε καθ ‘ ημών. ουκ επάξω επί σε· εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός σου ο ιώμενός σε. ό εστιν ανά μέσον Αιλείμ και ανά μέσον Σινά. 27 Και ήλθοσαν εις Αιλείμ. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΑΠ…ΡΑΝ δε εξ Αιλείμ και ήλθοσαν πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ εις την έρημον Σίν. όπως πειράσω αυτούς. 2 διεγόγγυζε πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ επί Μωυσήν και Ααρών. 25 εβόησε δε Μωυσής προς Κύριον. 26 και είπεν· εάν ακοή ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου και τα αρεστά εναντίον αυτού ποιήσης και ενωτίση ταις εντολαίς αυτού και φυλάξης πάντα τα δικαιώματα αυτού. 3 και είπαν προς αυτούς οι υιοί Ισραήλ· όφελον απεθάνομεν πληγέντες υπό Κυρίου εν γη Αιγύπτω. ει πορεύσονται τω νόμω μου ή ου· 5 και έσται εν τη ημέρα τη έκτη και ετοιμάσουσιν ό αν εισενέγκωσι. και εξελεύσεται ο λαός και συλλέξουσι το της ημέρας εις ημέραν. ην επήγαγον τοις Αιγυπτίοις. και ήσαν εκεί δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντα στελέχη φοινίκων· παρενέβαλον δε εκεί παρά τα ύδατα. όταν εκαθίσαμεν επί των λεβήτων των κρεών και ησθίομεν άρτους εις πλησμονήν· ότι εξήγαγε ημάς εις την έρημον ταύτην αποκτείναι πάσαν την συναγωγήν ταύτην εν λιμω. 6 και είπε Μωυσής και Ααρών προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ· εσπέρας γνώσεσθε ότι Κύριος εξήγαγεν υμάς εκ γης Αιγύπτου. 4 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού εγώ ύω υμίν άρτους εκ του ουρανού. τη δε πεντεκαιδεκάτη ημέρα τω μηνί τω δευτέρω εξεληλυθότων αυτών εκ γης Αιγύπτου. 24 και διεγόγγυζεν ο λαός επί Μωυσή λέγοντες· τι πιόμεθα. και έσται διπλούν ό εάν συναγάγωσι το καθ ‘ ημέραν εις ημέραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το όνομα του τόπου εκείνου Πικρία. και εγλυκάνθη το ύδωρ. 8 και είπε Μωυσής· εν τω διδόναι Κύριον υμίν εσπέρας κρέα φαγείν και άρτους το πρωϊ εις πλησμονήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 122 . πάσαν νόσον. και ενέβαλεν αυτό εις το ύδωρ. εκεί έθετο αυτω δικαιώματα και κρίσεις και εκεί αυτόν επείρασε.

τι ην. 11 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 εισακήκοα τον γογγυσμόν των υιών Ισραήλ· λάλησον προς αυτούς λέγων· το προς εσπέραν έδεσθε κρέα και το πρωϊ πλησθήσεσθε άρτων· και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. πέσσετε. ον υμείς διαγογγύζετε καθ ‘ ημών· ημείς δε τι εσμεν. 9 είπε δε Μωυσής προς Ααρών· ειπόν πάση συναγωγή υιών Ισραήλ· προσέλθετε εναντίον του Θεού· εισακήκοε γαρ τον γογγυσμόν υμών. ετήκετο. ου γαρ καθ ‘ ημών εστιν ο γογγυσμός υμών· αλλ ‘ ή κατά του Θεού. 24 και κατελίποσαν απ ‘ αυτού εις το πρωϊ. έστι γαρ σάββατα σήμερον τω Κυρίω· ουχ ευρεθήσεται εν τω πεδίω. 21 και συνέλεξαν αυτό πρωϊ πρωϊ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δια το εισακούσαι Κύριον τον γογγυσμόν υμών. και όσα εάν έψητε. έψετε· και παν το πλεονάζον καταλείπετε αυτό εις αποθήκην εις το πρωϊ. είπε δε Μωυσής αυτοίς· ούτος ο άρτος. 10 ηνίκα δε ελάλει Ααρών πάση συναγωγή υιών Ισραήλ. 27 εγένετο δε εν τη ημέρα τη εβδόμη εξήλθοσάν τινες εκ του λαού συλλέξαι και ουχ εύρον. 18 και μετρήσαντες γομόρ. 26 εξ ημέρας συλλέξετε· τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα. έκαστος το καθήκον αυτω· ηνίκα δε διεθέρμαινεν ο ήλιος. έκαστος συν τοις συσκηνίοις υμών συλλέξατε. αλλά κατέλιπόν τινες απ ‘ αυτού εις το πρωϊ· και εξέζεσε σκώληκας και επώζεσε· και επικράνθη επ ‘ αυτοίς Μωυσής. ουδέ σκώληξ εγένετο εν αυτω. 17 εποίησαν δε ούτως οι υιοί Ισραήλ και συνέλεξαν ο το πολύ και ο το έλαττον. 25 είπε δε Μωυσής· φάγετε σήμερον. ωσεί πάγος επί της γης. συνέλεξαν τα δέοντα διπλά. καθώς συνέταξεν αυτοίς Μωυσής· και ουκ επώζεσεν. ότι ουκ έσται εν αυτη. γομόρ κατά κεφαλήν κατά αριθμόν ψυχών υμών. και ανέβη ορτυγομήτρα και εκάλυψε την παρεμβολήν· το πρωϊ εγένετο καταπαυομένης της δρόσου κύκλω της παρεμβολής 14 και ιδού επί πρόσωπον της ερήμου λεπτόν ωσεί κόριον λευκόν. 19 είπε δε Μωυσής προς αυτούς· μηδείς καταλειπέτω απ ‘ αυτού εις το πρωϊ. ό ελάλησε Κύριος. και ο το έλαττον ουκ ηλαττόνησεν· έκαστος εις τους καθήκοντας παρ ‘ εαυτω συνέλεξαν. ον έδωκε Κύριος υμίν φαγείν· 16 τούτο το ρήμα ό συνέταξε Κύριος· συναγάγετε απ ‘ αυτού έκαστος εις τους καθήκοντας. 20 και ουκ εισήκουσαν Μωυσή. ου γαρ ήδεισαν. 13 εγένετο δε εσπέρα. και επεστράφησαν εις την έρημον. 22 εγένετο δε τη ημέρα τη έκτη. και η δόξα Κυρίου ώφθη εν νεφέλη. δύο γομόρ τω ενί· εισήλθοσαν δε πάντες οι άρχοντες της συναγωγής και ανήγγειλαν Μωυσή· 23 είπε δε Μωυσής προς αυτούς· ου τούτο το ρήμά εστιν. σάββατα ανάπαυσις αγία τω Κυρίω αύριον· όσα εάν πέσσητε. 28 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· έως τίνος ου βούλεσθε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 123 . ουκ επλεόνασεν ο το πολύ. 15 ιδόντες δε αυτό οι υιοί Ισραήλ είπαν έτερος τω ετέρω· τι εστι τούτο.

30 και εσαββάτισεν ο λαός τη ημέρα τη εβδόμη. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ απήρε πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ εκ της ερήμου Σίν κατά παρεμβολάς αυτών δια ρήματος Κυρίου και παρενεβάλοσαν εν Ραφιδείν· ουκ ην δε ύδωρ τω λαω πιείν. 6 όδε εγώ έστηκα εκεί προ του σε επί της πέτρας εν Χωρήβ· και πατάξεις την πέτραν. έτι μικρόν και καταλιθοβολήσουσί με. λαβέ δε σεαυτω από των πρεσβυτέρων του λαού· και την ράβδον. 34 ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. το δε γεύμα αυτού ως εγκρίς εν μέλιτι. λαβέ εν τη χειρί σου και πορεύση.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισακούειν τας εντολάς μου και τον νόμον μου. 35 οι δε υιοί Ισραήλ έφαγον το μάν έτη τεσσαράκοντα. έως παρεγένοντο εις μέρος της Φοινίκης. και εξελεύσεται εξ αυτής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 124 . ον εφάγετε υμείς εν τη ερήμω. και διεγόγγυζεν εκεί ο λαός προς Μωυσήν λέγοντες· ινατί τούτο. μάν· ην δε ωσεί σπέρμα κορίου λευκόν. 29 ίδετε. έως ήλθον εις γην οικουμένην· εφάγοσαν το μάν. και απέθηκεν Ααρών εναντίον του μαρτυρίου εις διατήρησιν. 5 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· προπορεύου του λαού τούτου. 4 εβόησε δε Μωυσής προς Κύριον λέγων· τι ποιήσω τω λαω τούτω. 31 και επωνόμασαν οι υιοί Ισραήλ το όνομα αυτού. εν ή επάταξας τον ποταμόν. 36 το δε γομόρ το δέκατον των τριών μέτρων ην. ο γαρ Κύριος έδωκεν υμίν σάββατα την ημέραν ταύτην· δια τούτο αυτός έδωκεν υμίν τη ημέρα τη έκτη άρτους δύο ημερών· καθήσεσθε έκαστος εις τους οίκους υμών. ίνα πίωμεν. 33 και είπε Μωυσής προς Ααρών· λάβε στάμνον χρυσούν ένα και έμβαλε εις αυτόν πλήρες το γομόρ του μάν και αποθήσεις αυτό εναντίον του Θεού εις διατήρησιν εις τας γενεάς υμών. 2 και ελοιδορείτο ο λαός προς Μωυσήν λέγοντες· δος ημίν ύδωρ. ίνα ίδωσι τον άρτον. ό συνέταξε Κύριος· πλήσατε το γομόρ του μάν εις αποθήκην εις τας γενεάς υμών. 32 είπε δε Μωυσής· τούτο το ρήμα. μηδείς εκπορευέσθω εκ του τόπου αυτού τη ημέρα τη εβδόμη. και είπεν αυτοίς Μωυσής· τι λοιδορείσθέ μοι. 3 εδίψησε δε εκεί ο λαός ύδατι. ανεβίβασας ημάς εξ Αιγύπτου αποκτείναι ημάς και τα τέκνα ημών και τα κτήνη τω δίψει. ως εξήγαγεν υμάς Κύριος εκ γης Αιγύπτου. και τι πειράζετε Κύριον.

ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 125 . και εκάθητο επ ‘ αυτού. και πίεται ο λαός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ύδωρ. 2 έλαβε δε Ιοθόρ ο γαμβρός Μωυσή Σεπφώραν την γυναίκα Μωυσή μετά την άφεσιν αυτής 3 και τους δύο υιούς αυτής· όνομα τω ενί αυτών Γηρσάμ λέγων· πάροικος ήμην εν γη αλλοτρία· 4 και το όνομα του δευτέρου Ελιέζερ λέγων· ο γαρ Θεός του πατρός μου βοηθός μου και εξείλατό με εκ χειρός Φαραώ. και η ράβδος του Θεού εν τη χειρί μου. 15 και ωκοδόμησε Μωυσής θυσιαστήριον Κυρίω και επωνόμασε το όνομα αυτού Κύριος καταφυγή μου· 16 ότι εν χειρί κρυφαία πολεμεί Κύριος επί Αμαλήκ από γενεών εις γενεάς. και ιδού εγώ έστηκα επί της κορυφής του βουνού. 9 είπε δε Μωυσής τω Ιησού· επίλεξον σεαυτω άνδρας δυνατούς και εξελθών παράταξαι τω Αμαλήκ αύριον. και εξελθών παρετάξατο τω Αμαλήκ· και Μωυσής και Ααρών και Ωρ ανέβησαν επί την κορυφήν του βουνού. και Ααρών και Ωρ εστήριζον τας χείρας αυτού. εποίησε δε Μωυσής ούτως εναντίον των υιών Ισραήλ. 13 και ετρέψατο Ιησούς τον Αμαλήκ και πάντα τον λαόν αυτού εν φόνω μαχαίρας. δια την λοιδορίαν των υιών Ισραήλ και δια το πειράζειν Κύριον λέγοντας· ει έστι Κύριος εν ημίν ή ου. 11 και εγίνετο όταν επήρε Μωυσής τας χείρας. κατίσχυεν Αμαλήκ. 5 και εξήλθεν Ιοθόρ ο γαμβρός Μωυσή και οι υιοί και η γυνή προς Μωυσήν εις την έρημον. 14 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· κατάγραψον τούτο εις μνημόσυνον εν βιβλίω και δος εις τα ώτα Ιησού. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΗΚΟΥΣΕ δε Ιοθόρ ιερεύς Μαδιάμ ο γαμβρός Μωυσή πάντα όσα εποίησε Κύριος Ισραήλ τω εαυτού λαω· εξήγαγε γαρ Κύριος τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου. εντεύθεν εις και εντεύθεν εις· και εγένοντο αι χείρες Μωυσή εστηριγμέναι έως δυσμών ηλίου. 8 Ήλθε δε Αμαλήκ και επολέμει Ισραήλ εν Ραφιδείν. 10 και εποίησεν Ιησούς καθάπερ είπεν αυτω Μωυσής. ότι αλοιφή εξαλείψω το μνημόσυνον Αμαλήκ εκ της υπό τον ουρανόν. 12 αι δε χείρες Μωυσή βαρείαι· και λαβόντες λίθον υπέθηκαν υπ ‘ αυτόν. 7 και επωνόμασε το όνομα του τόπου εκείνου Πειρασμός και Λοιδόρησις. κατίσχυεν Ισραήλ· όταν δε καθήκε τας χείρας.

15 και λέγει Μωυσής τω γαμβρω. ό συ ποιείς τω λαω. ος εστι μετά σου· βαρύ σοι το ρήμα τούτο. και έσται ο Θεός μετά σου. ένεκεν τούτου ότι επέθεντο αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρενέβαλεν επ ‘ όρους του Θεού. θεοσεβείς. και ησπάσαντο αλλήλους· και εισήγαγεν αυτούς εις την σκηνήν. διατί συ κάθησαι μόνος. 16 όταν γαρ γένηται αυτοίς αντιλογία και έλθωσι προς με. γίνου συ τω λαω τα προς τον Θεόν και ανοίσεις τους λόγους αυτών προς τον Θεόν. 12 και έλαβεν Ιοθόρ ο γαμβρός Μωυσή ολοκαυτώματα και θυσίας τω Θεω· παρεγένετο δε Ααρών και πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ συμφαγείν άρτον μετά του γαμβρού Μωυσή εναντίον του Θεού. 14 και ιδών Ιοθόρ πάντα όσα ποιεί τω λαω. 20 και διαμαρτύρη αυτοίς τα προστάγματα του Θεού και τον νόμον αυτού και σημανείς αυτοίς τας οδούς. 17 είπε δε ο γαμβρός Μωυσή προς αυτόν· ουκ ορθώς συ ποιείς το ρήμα τούτο· 18 φθορά καταφθαρήση ανυπομονήτω και συ και πας ο λαός ούτος. οίς εποίησεν αυτοίς Κύριος. 13 Και εγένετο μετά την επαύριον συνεκάθισε Μωυσής κρίνειν τον λαόν· παρειστήκει δε πας ο λαός Μωυσή από πρωϊθεν έως δείλης. όσα εποίησε Κύριος τω Φαραώ και πάσι τοις Αιγυπτίοις ένεκεν του Ισραήλ. 6 ανηγγέλη δε Μωυσή λέγοντες· ιδού ο γαμβρός σου Ιοθόρ παραγίνεται προς σε. 19 νυν ουν άκουσόν μου και συμβουλεύσω σοι. τα δε βραχέα των κριμάτων κρινούσιν αυτοί και κουφιούσιν από σου και συναντιλήψονταί σοι. άνδρας δικαίους. ου δυνήση ποιείν συ μόνος. διακρίνω έκαστον και συμβιβάζω αυτούς τα προστάγματα του Θεού και τον νόμον αυτού. 10 και είπεν Ιοθόρ· ευλογητός Κύριος. ότι παραγίνεται προς με ο λαός εκζητήσαι κρίσιν παρά του Θεού. εν αις πορεύσονται εν αυταίς. και καταστήσεις επ ‘ αυτόν χιλιάρχους και εκατοντάρχους και πεντηκοντάρχους και δεκαδάρχους. 8 και διηγήσατο Μωυσής τω γαμβρω πάντα. 22 και κρινούσι τον λαόν πάσαν ωραν· το δε ρήμα το υπέρογκον ανοίσουσιν επί σε. πας δε ο λαός παρέστηκέ σοι από πρωϊθεν έως δείλης. 9 εξέστη δε Ιοθόρ επί πάσι τοις αγαθοίς. ότι εξείλατο αυτούς εκ χειρός Αιγυπτίων και εκ χειρός Φαραώ· 11 νυν έγνων ότι μέγας Κύριος παρά πάντας τους θεούς. ότι εξείλατο αυτούς εκ χειρός Αιγυπτίων και εκ χειρός Φαραώ. και η γυνή και οι δύο υιοί σου μετ ‘ αυτού. και δυνήση Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 126 . 23 εάν το ρήμα τούτο ποιήσης. 7 εξήλθε δε Μωυσής εις συνάντησιν τω γαμβρω και προσεκύνησεν αυτω και εφίλησεν αυτόν. 21 και συ σεαυτω σκέψαι από παντός του λαού άνδρας δυνατούς. μισούντας υπερηφανίαν. και τα έργα α ποιήσουσι. λέγει· τι τούτο. κατισχύσει σε ο Θεός. και πάντα τον μόχθον τον γενόμενον αυτοίς εν τη οδω και ότι εξείλατο αυτούς Κύριος εκ χειρός Φαραώ και εκ χειρός των Αιγυπτίων.

5 και νυν εάν ακοή ακούσητε της εμής φωνής και φυλάξητε την διαθήκην μου. και πας ο λαός ούτος εις τον εαυτού τόπον μετ ‘ ειρήνης ήξει. 7 ήλθε δε Μωυσής και εκάλεσε τους πρεσβυτέρους του λαού και παρέθηκεν αυτοίς πάντας τους λόγους τούτους. και πλυνάτωσαν τα ιμάτια· 11 και έστωσαν έτοιμοι εις την ημέραν την τρίτην· τη γαρ ημέρα τη τρίτη καταβήσεται Κύριος επί το όρος το Σινά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 127 . 8 απεκρίθη δε πας ο λαός ομοθυμαδόν και είπαν· πάντα. ους συνέταξεν αυτω ο Θεός. ίνα ακούση ο λαός λαλούντός μου προς σε και σοί πιστεύσωσιν εις τον αιώνα. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΤΟΥ δε μηνός του τρίτου της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου τη ημέρα ταύτη ήλθοσαν εις την έρημον του Σινά. 25 και επέλεξε Μωυσής άνδρας δυνατούς από παντός Ισραήλ και εποίησεν αυτούς επ ‘ αυτών χιλιάρχους και εκατοντάρχους και πεντηκοντάρχους και δεκαδάρχους. ποιήσομεν και ακουσόμεθα. ανήγγειλε δε Μωυσής τα ρήματα του λαού προς Κύριον. έσεσθέ μοι λαός περιούσιος από πάντων των εθνών· εμή γαρ εστι πάσα η γη· 6 υμείς δε έσεσθέ μοι βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον. 2 και απήραν εκ Ραφιδείν και ήλθοσαν εις την έρημον του Σινά. και απήλθεν εις την γην αυτού. 10 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· καταβάς διαμάρτυραι τω λαω και άγνισον αυτούς σήμερον και αύριον. παν δε ρήμα ελαφρόν εκρίνοσαν αυτοί. ταύτα τα ρήματα ερείς τοις υιοίς Ισραήλ. 9 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού εγώ παραγίνομαι προς σε εν στύλω νεφέλης. και παρενέβαλεν εκεί Ισραήλ κατέναντι του όρους. 3 και Μωυσής ανέβη εις το όρος του Θεού· και εκάλεσεν αυτόν ο Θεός εκ του όρους λέγων· τάδε ερείς τω οίκω Ιακώβ και αναγγελείς τοις υιοίς Ισραήλ· 4 αυτοί εωράκατε όσα πεποίηκα τοις Αιγυπτίοις. 24 ήκουσε δε Μωυσής της φωνής του γαμβρού και εποίησεν όσα είπεν αυτω. ανήνεγκε δε Μωυσής τους λόγους τούτους προς τον Θεόν. 27 εξαπέστειλε δε Μωυσής τον εαυτού γαμβρόν. 26 και εκρίνοσαν τον λαόν πάσαν ωραν· παν δε ρήμα υπέρογκον ανεφέροσαν επί Μωυσήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παραστήναι. όσα είπεν ο Θεός. και ανέλαβον υμάς ωσεί επί πτερύγων αετών και προσηγαγόμην υμάς προς εμαυτόν.

μη προσέλθητε γυναικί. και παρέστησαν υπό το όρος. 16 εγένετο δε τη ημέρα τη τρίτη γενηθέντος προς όρθρον και εγίνοντο φωναί και αστραπαί και νεφέλη γνοφώδης επ ‘ όρους Σινά. 25 κατέβη δε Μωυσής προς τον λαόν και είπεν αυτοίς. 13 ουχ άψετε αυτού χείρ· εν γαρ λίθοις λιθοβοληθήσεται ή βολίδι κατατοξευθήσεται· εάν τε κτήνος εάν τε άνθρωπος. 17 και εξήγαγε Μωυσής τον λαόν εις συνάντησιν του Θεού εκ της παρεμβολής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 128 . 12 και αφοριείς τον λαόν κύκλω λέγων· προσέχετε εαυτοίς του αναβήναι εις το όρος και θίγειν τι αυτού· πας ο αψάμενος του όρους θανάτω τελευτήσει. 21 και είπεν ο Θεός προς Μωυσήν λέγων· καταβάς διαμάρτυραι τω λαω. 15 και είπε τω λαω· γίνεσθε έτοιμοι τρεις ημέρας. μη ποτε εγγίσωσι προς τον Θεόν κατανοήσαι και πέσωσιν εξ αυτών πλήθος· 22 και οι ιερείς οι εγγίζοντες Κυρίω τω Θεω αγιασθήτωσαν. εκείνοι αναβήσονται επί το όρος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εναντίον παντός του λαού. όταν αι φωναί και αι σάλπιγγες και η νεφέλη απέλθη από του όρους. μη ποτε απαλλάξη απ ‘ αυτών Κύριος. ο δε Θεός απεκρίνατο αυτω φωνή· 20 κατέβη δε Κύριος επί το όρος το Σινά επί την κορυφήν του όρους· και εκάλεσε Κύριος Μωυσήν επί την κορυφήν του όρους. φωνή της σάλπιγγος ήχει μέγα· και επτοήθη πας ο λαός ο εν τη παρεμβολή. 14 κατέβη δε Μωυσής εκ του όρους προς τον λαόν και ηγίασεν αυτούς. και ανέβη Μωυσής. και εξέστη πας ο λαός σφόδρα· 19 εγίνοντο δε αι φωναί της σάλπιγγος προβαίνουσαι ισχυρότεραι σφόδρα· Μωυσής ελάλει. 24 είπε δε αυτω Κύριος· βάδιζε. ου ζήσεται. κατάβηθι και ανάβηθι συ και Ααρών μετά σου· οι δε ιερείς και ο λαός μη βιαζέσθωσαν αναβήναι προς τον Θεόν. και έπλυναν τα ιμάτια. 18 το όρος το Σινά εκαπνίζετο όλον δια το καταβεβηκέναι επ ‘ αυτό τον Θεόν εν πυρί. 23 και είπε Μωυσής προς τον Θεόν· ου δυνήσεται ο λαός προσαναβήναι προς το όρος το Σινά· συ γαρ διαμεμαρτύρησαι ημίν λέγων· αφόρισαι το όρος και αγίασαι αυτό. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος πάντας τους λόγους τούτους λέγων· 2 εγώ ειμι Κύριος ο Θεός σου. και ανέβαινεν ο καπνός ωσεί καπνός καμίνου. μη ποτε απολέση απ ‘ αυτών Κύριος.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όστις εξήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου. ίνα μη αμαρτάνητε. 7 ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω· ου γαρ μη καθαρίση Κύριος ο Θεός σου τον λαμβάνοντα το όνομα αυτού επί ματαίω. 11 εν γαρ εξ ημέραις εποίησε Κύριος τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς και κατέπαυσε τη ημέρα τη εβδόμη· δια τούτο ευλόγησε Κύριος την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. εξ οίκου δουλείας. 9 εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· 10 τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεω σου· ου ποιήσεις εν αυτη παν έργον. Θεός ζηλωτής. ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε όσα τω πλησίον σου εστί. 21 ειστήκει δε ο λαός μακρόθεν. ίνα εύ σοι γένηται. 13 ου μοιχεύσεις. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου. αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα. 22 είπε δε Κύριος προς Μωυσήν· τάδε ερείς τω οίκω Ιακώβ και αναγγελείς τοις υιοίς Ισραήλ· υμείς εωράκατε ότι εκ του ουρανού λελάληκα προς υμάς· 23 ου ποιήσετε υμίν αυτοίς θεούς αργυρούς και θεούς χρυσούς ου ποιήσετε υμίν αυτοίς. 14 ου κλέψεις. όπως αν γένηται ο φόβος αυτού εν υμίν. ου ην ο Θεός. ουδέ μη λατρεύσεις αυτοίς· εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός σου. 20 και λέγει αυτοίς Μωυσής· θαρσείτε. όσα εν τω ουρανω άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. 18 Και πας ο λαός εώρα την φωνήν και τας λαμπάδας και την φωνήν της σάλπιγγος και το όρος το καπνίζον· φοβηθέντες δε πας ο λαός έστησαν μακρόθεν. ο παις σου και η παιδίσκη σου. και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης της αγαθής. 4 ου ποιήσεις σεαυτω είδωλον. 8 μνήσθητι την ημέρα των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. ουδέ παντός ομοίωμα. 15 ου φονεύσεις. 16 ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή. και μη λαλείτω προς ημάς ο Θεός. 5 ου προσκυνήσεις αυτοίς. ένεκεν γαρ του πειράσαι υμάς παρεγενήθη ο Θεός προς υμάς. έως τρίτης και τετάρτης γενεάς τοις μισούσί με 6 και ποιών έλεος εις χιλιάδας τοις αγαπώσί με και τοις φυλάσσουσι τα προστάγματά μου. 19 και είπαν προς Μωυσήν· λάλησον συ ημίν. 3 ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλήν εμού. 24 θυσιαστήριον εκ γης ποιήσετέ μοι και θύσετε επ ‘ αυτού τα ολοκαυτώματα υμών και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 129 . Μωυσής δε εισήλθεν εις τον γνόφον. ο βούς σου και το υποζύγιόν σου και παν κτήνός σου και ο προσήλυτος ο παροικών εν σοί. 17 ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου. μη αποθάνωμεν. 12 τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου.

απολυτρώσει αυτήν· έθνει δε αλλοτρίω ου κύριός εστι πωλείν αυτήν. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ ταύτα τα δικαιώματα. ουκ απελεύσεται. εξελεύσεται και η γυνή αυτού. ότι ηθέτησεν εν αυτη. 4 και εάν δε ο κύριος δω αυτω γυναίκα. 26 ουκ αναβήση εν αναβαθμίσιν επί το θυσιαστήριόν μου. δώσω σοι τόπον. τα δέοντα και τον ιματισμόν και την ομιλίαν αυτής ουκ αποστερήσει. και δουλεύσει αυτω εις τον αιώνα. ου εάν επονομάσω το όνομά μου εκεί. ηγάπησα τον κύριόν μου και την γυναίκα και τα παιδία. ουκ αποτρέχω ελεύθερος· 6 προσάξει αυτόν ο κύριος αυτού προς το κριτήριον του Θεού και τότε προσάξει αυτόν επί την θύραν επί τον σταθμόν. θανάτω θανατούσθω. 11 εάν δε τα τρία ταύτα μη ποιήση αυτη. όπως αν μη αποκαλύψης την ασχημοσύνην σου επ ‘ αυτού. 17 ος εάν κλέψη τις τινα των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 130 . 25 εάν δε θυσιαστήριον εκ λίθων ποιής μοι. 8 εάν μη ευαρεστήση τω κυρίω αυτής ην αυτω καθωμολογήσατο. και τρυπήσει ο κύριος αυτού το ους τω οπητίω. εξελεύσεται δωρεάν άνευ αργυρίου. θανάτω θανατούσθω· 13 ο δε ουχ εκών. 12 Εάν δε πατάξη τις τινα. 9 εάν δε τω υιω καθομολογήσηται αυτήν. 15 ος τύπτει πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού. κατά το δικαίωμα των θυγατέρων ποιήσει αυτη. και αποθάνη. και μόνος εξελεύσεται· εάν δε γυνή συνεισέλθη μετ ‘ αυτού. και τέκη αυτω υιούς ή θυγατέρας. ουκ οικοδομήσεις αυτούς τμητούς· το γαρ εγχειρίδιόν σου επιβέβληκας επ ‘ αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σωτήρια υμών και τα πρόβατα και τους μόσχους υμών εν παντί τόπω. αλλ ‘ ο Θεός παρέδωκεν εις τας χείρας αυτού. α παραθήση ενώπιον αυτών. 14 εάν δε τις επιθήται τω πλησίον αποκτείναι αυτόν δόλω και καταφύγη. 10 εάν δε άλλην λάβη εαυτω. και μεμίανται. ου φεύξεται εκεί ο φονεύσας. 5 εάν δε αποκριθείς είπη ο παις. 2 εάν κτήση παίδα Εβραίον. ωσπερ αποτρέχουσιν αι δούλαι. από του θυσιαστηρίου μου λήψη αυτόν θανατώσαι. η γυνή και τα παιδία έσται τω κυρίω αυτού. 7 εάν δε τις αποδώται την εαυτού θυγατέρα οικέτιν. αυτός δε μόνος εξελεύσεται. εξ έτη δουλεύσει σοι· τω δε εβδόμω έτει απελεύσεται ελεύθερος δωρεάν. 3 εάν αυτός μόνος εισέλθη. και ήξω προς σε και ευλογήσω σε. 16 ο κακολογών πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού τελευτήσει θανάτω.

35 εάν δε κερατίση τινός ταύρος τον ταύρον του πλησίον και τελευτήση. 27 εάν δε τον οδόντα του οικέτου ή τον οδόντα της θεραπαίνης αυτού εκκόψη. αργυρίου τριάκοντα δίδραχμα δώσει τω κυρίω αυτών. 33 εάν δε τις ανοίξη λάκκον ή λατομήση λάκκον και μη καλύψη αυτόν. 26 εάν δε τις πατάξη τον οφθαλμόν του οικέτου αυτού ή τον οφθαλμόν της θεραπαίνης αυτού. και διαμαρτύρωνται τω κυρίω αυτού. αποτίσει ταύρον αντί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 131 . ουκ εκδικηθήσεται· το γαρ αργύριον αυτού εστιν. μώλωπα αντί μώλωπος. πόδα αντί ποδός. και εμπέση εκεί μόσχος ή όνος. 31 εάν δε υιόν ή θυγατέρα κερατίση. οδόντα αντί οδόντος. δίκη εκδικηθήσεται. δώσει λύτρα της ψυχής αυτού όσα εάν επιβάλωσιν αυτω. θανάτω τελευτάτω. δώσει μετά αξιώματος· 23 εάν δε εξεικονισμένον ή. αθωος έσται ο πατάξας· πλήν της αργίας αυτού αποτίσει και τα ιατρεία. και μη αφανίση αυτόν. και ευρεθή εν αυτω. και τον ταύρον τον τεθνηκότα διελούνται. 36 εάν δε γνωρίζηται ο ταύρος ότι κερατιστής εστι προ της χθές και προ της τρίτης ημέρας. αποδώσονται τον ταύρον τον ζώντα και διελούνται το αργύριον αυτού. λίθοις λιθοβοληθήσεται ο ταύρος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Ισραήλ και καταδυναστεύσας αυτόν αποδώται. δώσει ψυχήν αντί ψυχής. 20 εάν δε τις πατάξη τον παίδα αυτού ή την παιδίσκην αυτού εν ράβδω και αποθάνη υπό τας χείρας αυτού. τραύμα αντί τραύματος. ο ταύρος λιθοβοληθήσεται και ο κύριος αυτού προσαποθανείται. 34 ο κύριος του λάκκου αποτίσει· αργύριον δώσει τω κυρίω αυτών. 32 εάν δε παίδα κερατίση ο ταύρος ή παιδίσκην. και ου βρωθήσεται τα κρέα αυτού· ο δε κύριος του ταύρου αθωος έσται. 24 οφθαλμόν αντί οφθαλμού. ελευθέρους εξαποστελεί αυτούς αντί του οφθαλμού αυτών. ανέλη δε άνδρα ή γυναίκα. 28 Εάν δε κερατίση ταύρος άνδρα ή γυναίκα και αποθάνη. 18 εάν δε λοιδορώνται δύο άνδρες και πατάξη τις τον πλησίον λίθω ή πυγμή. επιζήμιον ζημιωθήσεται· καθότι αν επιβάλη ο ανήρ της γυναικός. κατακλιθή δε επί την κοίτην. 22 εάν δε μάχωνται δύο άνδρες και πατάξωσι γυναίκα εν γαστρί έχουσαν και εξέλθη το παιδίον αυτής μη εξεικονισμένον. και ο ταύρος λιθοβοληθήσεται. και μη αποθάνη. και διαμεμαρτυρημένοι ώσι τω κυρίω αυτού. και εκτυφλώση. και μη αφανίση αυτόν. 29 εάν δε ο ταύρος κερατιστής ή προ της χθές και προ της τρίτης. κατά το δικαίωμα τούτο ποιήσωσιν αυτω. χείρα αντί χειρός. 30 εάν δε λύτρα επιβληθή αυτω. ελευθέρους εξαποστελεί αυτούς αντί του οδόντος αυτών. 25 κατάκαυμα αντί κατακαύματος. 21 εάν δε διαβιώση ημέραν μίαν ή δύο. το δε τετελευτηκός αυτω έσται. 19 εάν εξαναστάς ο άνθρωπος περιπατήση έξω επί ράβδου.

και συντριβή ή τελευτήση ή αιχμάλωτον γένηται. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΕΑΝ δε τις κλέψη μόσχον ή πρόβατον και σφάξη ή αποδώται.τι ουν αν ή. και ο αλούς δια του Θεού αποτίσει διπλούν τω πλησίον· 10 εάν δε τις δω τω πλησίον υποζύγιον ή μόσχον ή πρόβατον ή παν κτήνος φυλάξαι. ό. αποτίσει εκ του αγρού αυτού κατά το γέννημα αυτού· εάν δε πάντα τον αγρόν καταβοσκήση. αποτίσει τω κυρίω. εάν δε μη υπάρχη αυτω. ουκ αποτίσει· εάν δε μισθωτός ή. διπλά αυτά αποτίσει. αποτίσει· 15 εάν δε ο κύριος ή μετ ‘ αυτού. και ουκ αποτίσει. ο δε κύριος μη ή μετ ‘ αυτού. 11 όρκος έσται του Θεού ανά μέσον αμφοτέρων. 5 εάν δε καταβοσκήση τις αγρόν ή αμπελώνα και αφή το κτήνος αυτού καταβοσκήσαι αγρόν έτερον. και συντριβή ή αποθάνη ή αιχμάλωτον γένηται. 14 εάν δε αιτήση τις παρά του πλησίον. 7 εάν δε τις δω τω πλησίον αργύριον ή σκεύη φυλάξαι. αποτίσει ο το πυρ εκκαύσας. προσελεύσεται ο κύριος της οικίας ενώπιον του Θεού και ομείται ή μην μη αυτόν πεπονηρεύσθαι εφ ‘ όλης της παρακαταθήκης του πλησίον. άξει αυτόν επί την θήραν και ουκ αποτίσει. 6 εάν δε εξελθόν πυρ εύρη ακάνθας και προσεμπρήση άλωνα ή στάχυς ή πεδίον. ο δε τετελευτηκώς αυτω έσται. και μηδείς γνω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 132 . πραθήτω αντί του κλέμματος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ταύρου. 2 εάν δε εν τω διορύγματι ευρεθή ο κλέπτης και πληγείς αποθάνη. ή μην μη αυτόν πεπονηρεύσθαι καθόλου της παρακαταθήκης του πλησίον· και ούτως προσδέξεται ο κύριος αυτού. 4 εάν δε καταληφθή και ευρεθή εν τη χειρί αυτού το κλέμμα από τε όνου έως προβάτου ζώντα. αποτίσει το διπλούν· 8 εάν δε μη ευρεθή ο κλέψας. 9 κατά παν ρητόν αδίκημα. 12 εάν δε κλαπή παρ ‘ αυτού. περί τε μόσχου και υποζυγίου και προβάτου και ιματίου και πάσης απωλείας της εγκαλουμένης. ένοχός εστιν. πέντε μόσχους αποτίσει αντί του μόσχου και τέσσαρα πρόβατα αντί του προβάτου. έσται αυτω αντί του μισθού αυτού. ενώπιον του Θεού ελεύσεται η κρίσις αμφοτέρων. εάν ευρεθή ο κλέψας. ανταποθανείται. ουκ έστιν αυτω φόνος· 3 εάν δε ανατείλη ο ήλιος επ ‘ αυτω. τα βέλτιστα του αγρού αυτού και τα βέλτιστα του αμπελώνος αυτού αποτίσει. 13 εάν δε θηριάλωτον γένηται. και κλαπή εκ της οικίας του ανθρώπου.

εισακούσομαι αυτού· ελεήμων γαρ ειμι. θανάτω αποκτενείτε αυτούς. προ δυσμών ηλίου αποδώσεις αυτω· 27 έστι γαρ τούτο περιβόλαιον αυτού. 30 ούτω ποιήσεις τον μόσχον σου και το πρόβατόν σου και το υποζύγιόν σου· επτά ημέρας έσται υπό την μητέρα. και κεκράξαντες καταβοήσωσι προς με. αργύριον αποτίσει τω πατρί καθ ‘ όσον εστίν η φερνή των παρθένων. 19 παν κοιμώμενον μετά κτήνους. 20 ο θυσιάζων θεοίς θανάτω εξολοθρευθήσεται. 2 ουκ έση μετά πλειόνων επί κακία. 25 εάν δε αργύριον εκδανείσης τω αδελφω τω πενιχρω παρά σοί. 28 θεούς ου κακολογήσεις και άρχοντα του λαού σου ου κακώς ερείς. ωστε εκκλίναι κρίσιν. ουδέ μη θλίψητε αυτόν· ήτε γαρ προσήλυτοι εν γη Αιγύπτω. τω κυνί απορρίψατε αυτό. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΟΥ παραδέξη ακοήν ματαίαν. ου προστεθήση μετά πλήθους εκκλίναι μετά των πλειόνων. και έσονται αι γυναίκες υμών χήραι και τα παιδία υμών ορφανά. 29 απαρχάς άλωνος και ληνού σου ου καθυστερήσεις· τα πρωτότοκα των υιών σου δώσεις εμοί. 31 και άνδρες άγιοι έσεσθέ μοι. ουκ έση αυτόν κατεπείγων. φερνή φερνιεί αυτήν αυτω γυναίκα. ου παρελεύση αυτό. ουκ επιθήσεις αυτω τόκον. 4 εάν δε συναντήσης τω βοϊ του εχθρού σου ή τω υποζυγίω αυτού πλανωμένοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 16 Εάν δε απατήση τις παρθένον αμνήστευτον και κοιμηθή μετ ‘ αυτής. 6 ου διαστρέψεις κρίμα πένητος εν κρίσει αυτού. ακοή εισακούσομαι της φωνής αυτών 24 και οργισθήσομαι θυμω και αποκτενώ υμάς μαχαίρα. εάν ουν καταβοήση προς με. αποστρέψας αποδώσεις αυτω. 17 εάν δε ανανεύων ανανεύση και μη βούληται ο πατήρ αυτής δούναι αυτήν αυτω γυναίκα. τη δε ογδόη ημέρα αποδώσεις μοι αυτό. 26 εάν δε ενεχύρασμα ενεχυράσης το ιμάτιον του πλησίον. ου συγκαταθήση μετά του αδίκου γενέσθαι μάρτυς άδικος. 5 εάν δε ίδης το υποζύγιον του εχθρού σου πεπτωκός υπό τον γόνον αυτού. μόνον τούτο το ιμάτιον ασχημοσύνης αυτού· εν τίνι κοιμηθήσεται. 3 και πένητα ουκ ελεήσεις εν κρίσει. αλλά συναρείς αυτό μετ ‘ αυτού. πλήν Κυρίω μόνω. 22 πάσαν χήραν και ορφανόν ου κακώσετε· 23 εάν δε κακία κακώσητε αυτούς. 7 από παντός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 133 . 21 και προσήλυτον ου κακώσετε. 18 φαρμακούς ου περιποιήσετε. και κρέας θηριάλωτον ουκ έδεσθε.

17 τρεις καιρούς του ενιαυτού οφθήσεται παν αρσενικόν σου ενώπιον Κυρίου του Θεού σου. και εορτήν συντελείας επ ‘ εξόδου του ενιαυτού εν τη συναγωγή των έργων σου των εκ του αγρού σου. 21 πρόσεχε σεαυτω και εισάκουε αυτού και μη απείθει αυτω· ου γαρ μη υποστείληταί σε. εχθρεύσω τοις εχθροίς σου και αντικείσομαι τοις αντικειμένοις σοι· 23 πορεύσεται γαρ ο άγγελός μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 134 . 13 πάντα. όσα είρηκα προς υμάς. 8 και δώρα ου λήψη· τα γαρ δώρα εκτυφλοί οφθαλμούς βλεπόντων και λυμαίνεται ρήματα δίκαια. καθάπερ ενετειλάμην σοι. ην ητοίμασά σοι. 20 Και ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου. ταύτα τα ρήματα ερείς τοις υιοίς Ισραήλ· εάν ακοή ακούσητε της φωνής μου και ποιήσητε πάντα όσα αν είπω σοι. 14 τρεις καιρούς του ενιαυτού εορτάσατέ μοι. ίνα αναπαύσηται ο βούς σου και το υποζύγιόν σου. ούτω ποιήσεις τον αμπελώνά σου και τον ελαιώνά σου. ουχ εψήσεις άρνα εν γάλακτι μητρός αυτού. ου θύσεις επί ζύμη αίμα θυσιάσματός μου. υμείς δε έσεσθέ μοι βασίλειον ιεράτευμα και έθνος άγιον. ουδέ μη ακουσθή εκ του στόματος υμών. φυλάξασθε. όπως εισαγάγη σε εις την γην. ου δε μη κοιμηθή στέαρ της εορτής μου έως πρωϊ. 18 όταν γαρ εκβάλω τα έθνη από προσώπου σου και εμπλατύνω τα όριά σου. και ίνα αναψύξη ο υιος της παιδίσκης σου και ο προσήλυτος. τη δε ημέρα τη εβδόμη ανάπαυσις. 9 και προσήλυτον ου θλίψετε· υμείς γαρ οίδατε την ψυχήν του προσηλύτου· αυτοί γαρ προσήλυτοι ήτε εν γη Αιγύπτω. όσα αν εντείλωμαί σοι. ουκ οφθήση ενώπιόν μου κενός. το γαρ όνομά μου εστιν επ ‘ αυτω. 10 Εξ έτη σπερείς την γην σου και συνάξεις τα γεννήματα αυτής· 11 τω δε εβδόμω άφεσιν ποιήσεις και ανήσεις αυτήν. και έδονται οι πτωχοί του έθνους σου. κατά τον καιρόν του μηνός των νέων· εν γαρ αυτω εξήλθες εξ Αιγύπτου. Και όνομα θεών ετέρων ουκ αναμνησθήσεσθε. τα δε υπολειπόμενα έδεται τα άγρια θηρία. ίνα φυλάξη σε εν τη οδω. 12 εξ ημέρας ποιήσεις τα έργα σου. 19 τας απαρχάς των πρωτογεννημάτων της γης σου εισοίσεις εις τον οίκον Κυρίου του Θεού σου. 15 την εορτήν των αζύμων φυλάξασθε ποιείν· επτά ημέρας έδεσθε άζυμα. έσεσθέ μοι λαός περιούσιος από πάντων των εθνών· εμή γαρ εστι πάσα η γη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ρήματος αδίκου αποστήση· αθωον και δίκαιον ουκ αποκτενείς και ου δικαιώσεις τον ασεβή ένεκεν δώρων. 22 εάν ακοή ακούσητε της εμής φωνής και ποιήσης πάντα. ων εάν σπείρης εν τω αγρω σου. 16 και εορτήν θερισμού πρωτογεννημάτων ποιήσεις των έργων σου. και φυλάξητε την διαθήκην μου.

έως αν αυξηθής και κληρονομήσης την γην. και προσκυνήσουσι μακρόθεν τω Κυρίω· 2 και εγγιεί Μωυσής μόνος προς τον Θεόν. 4 και έγραψε Μωυσής πάντα τα ρήματα Κυρίου. έως της θαλάσσης της Φυλιστιείμ και από της ερήμου έως του μεγάλου ποταμού Ευφράτου· και παραδώσω εις τας χείρας υμών τους εγκαθημένους εν τη γη και εκβαλώ αυτούς από σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηγούμενός σου και εισάξει σε προς τον Αμορραίον και Χετταίον και Φερεζαίον και Χαναναίον και Γεργεσαίον και Ευαίον και Ιεβουσαίον. εις ους συ εισπορεύη εις αυτούς. 31 και θήσω τα όριά σου από της ερυθράς θαλάσσης. 24 ου προσκυνήσεις τοις θεοίς αυτών. αυτοί δε ουκ εγγιούσιν· ο δε λαός ου συναναβήσεται μετ ‘ αυτών. ου δε μη λατρεύσης αυτοίς· ου ποιήσεις κατά τα έργα αυτών. ορθρίσας δε Μωυσής το πρωϊ ωκοδόμησε θυσιαστήριον υπό το όρος και δώδεκα λίθους εις τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 135 . 25 και λατρεύσεις Κυρίω τω Θεω σου. και ευλογήσω τον άρτον σου και τον οίνόν σου και το ύδωρ σου. 32 ου συγκαταθήση αυτοίς και τοις θεοίς αυτών διαθήκην. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ Μωυσή είπεν· ανάβηθι προς τον Κύριον συ και Ααρών και Ναδάβ και Αβιούδ και εβδημήκοντα των πρεσβυτέρων Ισραήλ. ποιήσομεν και ακουσόμεθα. 30 κατά μικρόν εκβαλώ αυτούς από σου. 3 εισήλθε δε Μωυσής και διηγήσατο τω λαω πάντα τα ρήματα του Θεού και τα δικαιώματα· απεκρίθη δε πας ο λαός φωνή μια λέγοντες· πάντας τους λόγους. αλλά καθαιρέσει καθελείς και συντρίβων συντρίψεις τας στήλας αυτών. 27 και τον φόβον αποστελώ ηγούμενόν σου και εκστήσω πάντα τα έθνη. ους ελάλησε Κύριος. 26 ουκ έσται άγονος ουδέ στείρα επί της γης σου· τον αριθμόν των ημερών σου αναπληρών αναπληρώσω. και εκτρίψω αυτούς. ίνα μη αμαρτείν σε ποιήσωσι προς με· εάν γαρ δουλεύσης τοις θεοίς αυτών. ούτοι έσονταί σοι πρόσκομμα. και εκβαλείς τους Αμορραίους και τους Ευαίους και τους Χαναναίους και τους Χετταίους από σου. 29 ουκ εκβαλώ αυτούς εν ενιαυτω ενί. και αποστρέψω μαλακίαν αφ ‘ υμών. ίνα μη γένηται η γη έρημος και πολλά γένηται επί σε τα θηρία της γης. 33 και ουκ εγκαθήσονται εν τη γη σου. και δώσω πάντας τους υπεναντίους σου φυγάδας. 28 και αποστελώ τας σφηκίας προτέρας σου.

και εκάλυψεν η νεφέλη το όρος. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ειπόν τοις υιοίς Ισραήλ. και είπαν· πάντα όσα ελάλησε Κύριος. 18 και εισήλθε Μωυσής εις το μέσον της νεφέλης και ανέβη εις το όρος και ην εκεί εν τω όρει τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. ποιήσομεν και ακουσόμεθα. ας έγραψα νομοθετήσαι αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώδεκα φυλάς του Ισραήλ· 5 και εξαπέστειλε τους νεανίσκους των υιών Ισραήλ. το δε ήμισυ του αίματος προσέχεε προς το θυσιαστήριον. 12 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ανάβηθι προς με εις το όρος και ίσθι εκεί· και δώσω σοι τα πυξία τα λίθινα. και ανήνεγκαν ολοκαυτώματα και έθυσαν θυσίαν σωτηρίου τω Θεω μοσχάρια. τον νόμον και τας εντολάς. 13 και αναστάς Μωυσής και Ιησούς ο παρεστηκώς αυτω ανέβησαν εις το όρος του Θεού· 14 και τοις πρεσβυτέροις είπαν· ησυχάζετε αυτού. 16 και κατέβη η δόξα του Θεού επί το όρος το Σινά. 17 το δε είδος της δόξης Κυρίου ωσεί πυρ φλέγον επί της κορυφής του όρους εναντίον των υιών Ισραήλ. έως αναστρέψωμεν προς υμάς· και ιδού Ααρών και Ωρ μεθ ‘ υμών· εάν τινι συμβή κρίσις. και λήψεσθε τας απαρχάς μου. ου ειστήκει ο Θεός του Ισραήλ· και τα υπό τους πόδας αυτού ωσεί έργον πλίνθου σαπφείρου και ωσπερ είδος στερεώματος του ουρανού τη καθαριότητι. 7 και λαβών το βιβλίον της διαθήκης ανέγνω εις τα ώτα του λαού. 9 Και ανέβη Μωυσής και Ααρών και Ναδάβ και Αβιούδ και εβδομήκοντα της γερουσίας Ισραήλ 10 και είδον τον τόπον. 15 και ανέβη Μωυσής και Ιησούς εις το όρος. 6 λαβών δε Μωυσής το ήμισυ του αίματος ενέχεεν εις κρατήρας. 8 λαβών δε Μωυσής το αίμα κατεσκέδασε του λαού και είπεν· ιδού το αίμα της διαθήκης. 11 και των επιλέκτων του Ισραήλ ου διεφώνησεν ουδέ εις· και ώφθησαν εν τω τόπω του Θεού και έφαγον και έπιον. προσπορευέσθωσαν αυτοίς. ης διέθετο Κύριος προς υμάς περί πάντων των λόγων τούτων. 3 και αύτη εστίν η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 136 . οίς αν δόξη τη καρδία. και εκάλυψεν αυτό η νεφέλη εξ ημέρας· και εκάλεσε Κύριος τον Μωυσήν τη ημέρα τη εβδόμη εκ μέσου της νεφέλης. και λάβετε απαρχάς παρά πάντων.

και ποιήσεις αυτη στεφάνην παλαιστού κύκλω· 24 και ποιήσεις στρεπτόν κυμάτιον τη στεφάνη κύκλω. 20 και επιθήσεις το ιλαστήριον επί την κιβωτόν άνωθεν· και εις την κιβωτόν εμβαλείς τα μαρτύρια. 17 και ποιήσεις δύο Χερουβίμ χρυσοτορευτά και επιθήσεις αυτά εξ αμφοτέρων των κλιτών του ιλαστηρίου. 25 και ποιήσεις τέσσαρας δακτυλίους χρυσούς και επιθήσεις τους τέσσαρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 137 . και τα πρόσωπα αυτών εις άλληλα· εις το ιλαστήριον έσονται τα πρόσωπα των Χερουβίμ. έσωθεν και έξωθεν χρυσώσεις αυτήν· και ποιήσεις αυτη κυμάτια χρυσά στρεπτά κύκλω. 21 και γνωσθήσομαί σοι εκείθεν και λαλήσω σοι άνωθεν του ιλαστηρίου ανά μέσον των δύο Χερουβίμ των όντων επί της κιβωτού του μαρτυρίου και κατά πάντα. όσα εάν εντείλωμαί σοι προς τους υιούς Ισραήλ. 12 ποιήσεις δε αναφορείς ξύλα άσηπτα και καταχρυσώσεις αυτά χρυσίω· 13 και εισάξεις τους αναφορείς εις τους δακτυλίους τους εν τοις κλίτεσι της κιβωτού αίρειν την κιβωτόν εν αυτοίς· 14 εν τοις δακτυλίοις της κιβωτού έσονται οι αναφορείς ακίνητοι. 18 ποιηθήσονται Χερούβ εις εκ του κλίτους τούτου και Χερούβ εις εκ του κλίτους του δευτέρου του ιλαστηρίου· και ποιήσεις τους δύο Χερουβίμ επί τα δύο κλίτη. 7 και ποιήσεις μοι αγίασμα. δύο πήχεων το μήκος και πήχεως το εύρος και πήχεως και ημίσους το ύψος. δύο πήχεων και ημίσους το μήκος και πήχεως και ημίσους το πλάτος και πήχεως και ημίσους το ύψος. και οφθήσομαι εν υμίν· 8 και ποιήσεις μοι κατά πάντα όσα σοι δεικνύω εν τω όρει. δύο δακτυλίους επί το κλίτος το εν και δύο δακτυλίους επί το κλίτος το δεύτερον. 10 και καταχρυσώσεις αυτήν χρυσίω καθαρω. συσκιάζοντες εν ταις πτέρυξιν αυτών επί του ιλαστηρίου. 16 και ποιήσεις ιλαστήριον επίθεμα χρυσίου καθαρού. 15 και εμβαλείς εις την κιβωτόν τα μαρτύρια. 23 και ποιήσεις αυτη στρεπτά κυμάτια χρυσά κύκλω. 19 έσονται οι Χερουβίμ εκτείνοντες τας πτέρυγας επάνωθεν. ην λήψεσθε παρ ‘ αυτών· χρυσίον και αργύριον και χαλκόν 4 και υάκινθον και πορφύραν και κόκκινον διπλούν και βύσσον κεκλωσμένην και τρίχας αιγείας 5 και δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα και δέρματα υακίνθινα και ξύλα άσηπτα 6 και λίθους σαρδίου και λίθους εις την γλυφήν εις την επωμίδα και τον ποδήρη. 22 Και ποιήσεις τράπεζαν χρυσήν χρυσίου καθαρού. το παράδειγμα της σκηνής και το παράδειγμα πάντων των σκευών αυτής· ούτω ποιήσεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απαρχή. α αν δω σοι. δύο πήχεων και ημίσους το μήκος και πήχεως και ημίσους το πλάτος. 11 και ελάσεις αυτη τέσσαρας δακτυλίους χρυσούς και επιθήσεις επί τα τέσσαρα κλίτη. α αν δω σοι. 9 Και ποιήσεις κιβωτόν μαρτυρίου εκ ξύλων ασήπτων.

και φανούσιν εκ του ενός προσώπου. 39 πάντα τα σκεύη ταύτα τάλαντον χρυσίου καθαρού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δακτυλίους επί τα τέσσερα μέρη των ποδών αυτής υπό την στεφάνην. 40 όρα. ποιήσεις κατά τον τύπον τον δεδειγμένον σοι εν τω όρει. 33 και εν τη λυχνία τέσσαρες κρατήρες εκτετυπωμένοι καρυϊσκους· εν τω ενί καλαμίσκω σφαιρωτήρες και τα κρίνα αυτής. σφαιρωτήρ και κρίνον· ούτω τοις εξ καλαμίσκοις τοις εκπορευομένοις εκ της λυχνίας. τρεις καλαμίσκοι της λυχνίας εκ του κλίτους του ενός αυτής και τρεις καλαμίσκοι της λυχνίας εκ του κλίτους του δευτέρου. 26 και έσονται οι δακτύλιοι εις θήκας τοις αναφορεύσιν. 28 και ποιήσεις τα τρυβλία αυτής και τας θυϊσκας και τα σπονδεία και τους κιάθους. εν οίς σπείσεις εν αυτοίς· εκ χρυσίου καθαρού ποιήσεις αυτά. 29 και επιθήσεις επί την τράπεζαν άρτους ενωπίους εναντίον μου διαπαντός. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ την σκηνήν ποιήσεις δέκα αυλαίας εκ βύσσου κεκλωσμένης και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου· Χερουβίμ εργασία υφάντου ποιήσεις αυτάς. 32 και τρεις κρατήρες εκτετυπωμένοι καρυϊσκους εν τω ενί καλαμίσκω. τορευτήν ποιήσεις την λυχνίαν· ο καυλός αυτής και οι καλαμίσκοι και οι κρατήρες και οι σφαιρωτήρες και τα κρίνα εξ αυτής έσται. και σφαιρωτήρ υπό τους τέσσαρας καλαμίσκους εξ αυτής· ούτω τοις εξ καλαμίσκοις τοις εκπορευομένοις εκ της λυχνίας. 27 και ποιήσεις τους αναφορείς εκ ξύλων ασήπτων και καταχρυσώσεις αυτούς χρυσίω καθαρω. 2 μήκος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 138 . 34 ο σφαιρωτήρ υπό τους δύο καλαμίσκους εξ αυτής. 38 και τον επαρυστήρα αυτής και τα υποθέματα αυτής εκ χρυσίου καθαρού ποιήσεις. ωστε αίρειν εν αυτοίς την τράπεζαν. 36 οι σφαιρωτήρες και οι καλαμίσκοι εξ αυτής έστωσαν· όλη τορευτή εξ ενός χρυσίου καθαρού. 30 Και ποιήσεις λυχνίαν εκ χρυσίου καθαρού. και αρθήσεται εν αυτοίς η τράπεζα. 35 και εν τη λυχνία τέσσαρες κρατήρες εκτετυπωμένοι καρυϊσκους. 37 και ποιήσεις τους λύχνους αυτής επτά· και επιθήσεις τους λύχνους. 31 εξ δε καλαμίσκοι εκπορευόμενοι εκ πλαγίων.

εκ του μήκους των δέρρεων της σκηνής. ούτω ποιήσεις πάσι τοις στύλοις της σκηνής. ίνα καλύπτη. ένδεκα δέρρεις ποιήσεις αυτάς. 18 και ποιήσεις στύλους τη σκηνή. 14 και ποιήσεις κατακάλυμμα τη σκηνή δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα. 20 και το κλίτος το δεύτερον το προς νότον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της αυλαίας της μιάς οκτώ και είκοσι πήχεων και εύρος τεσσάρων πήχεων η αυλαία η μία έσται· μέτρον το αυτό έσται πάσαις ταις αυλαίαις. είκοσι στύλους εκ του κλίτους του προς βορράν. 10 και ποιήσεις αγκύλας πεντήκοντα επί του χείλους της δέρρεως της μιάς. της ανά μέσον κατά συμβολήν. έσται συγκαλύπτον επί τα πλάγια της σκηνής ένθεν και ένθεν. 5 πεντήκοντα αγκύλας ποιήσεις τη αυλαία τη μια. 8 το μήκος της δέρρεως της μιάς. και έσται η σκηνή μία. και πεντήκοντα αγκύλας ποιήσεις εκ του μέρους της αυλαίας κατά την συμβολήν της δευτέρας. και τας εξ δέρρεις επί το αυτό. και τεσσάρων πήχεων το εύρος της δέρρεως της μιάς· το αυτό μέτρον έσται ταις ένδεκα δέρρεσι. και έσται εν. τριάκοντα πήχεων. και πήχυν εκ τούτου. 4 και ποιήσεις αυταίς αγκύλας υακινθίνας επί του χείλους της αυλαίας της μιάς εκ του ενός μέρους εις την συμβολήν και ούτω ποιήσεις επί του χείλους της αυλαίας της εξωτέρας προς τη συμβολή τη δευτέρα. 19 και τεσσαράκοντα βάσεις αργυράς ποιήσεις τοις είκοσι στύλοις. 15 και ποιήσεις στύλους της σκηνής εκ ξύλων ασήπτων. 21 και τεσσαράκοντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 139 . και δύο βάσεις τω στύλω τω ενί εις αμφότερα τα μέρη αυτού. και επιδιπλώσεις την δέρριν την έκτην κατά πρόσωπον της σκηνής. 13 πήχυν εκ τούτου. το ήμισυ της δέρρεως το υπολελειμμένον υποκαλύψεις εις το πλεονάζον των δέρρεων της σκηνής. 9 και συνάψεις τας πέντε δέρρεις επί το αυτό. εκ του υπερέχοντος των δέρρεων. αντιπίπτοντας έτερον τω ετέρω. υποκαλύψεις οπίσω της σκηνής. είκοσι στύλους. 11 και ποιήσεις κρίκους χαλκούς πεντήκοντα. της συναπτούσης της δευτέρας. και πέντε αυλαίαι έσονται συνεχόμενοι ετέρα τη ετέρα. 6 και ποιήσεις κρίκους πεντήκοντα χρυσούς. 16 δέκα πήχεων ποιήσεις τον στύλον τον ένα. αντιπρόσωποι αντιπίπτουσαι αλλήλαις εις εκάστην. και συνάψεις τας αυλαίας ετέραν τη ετέρα τοις κρίκοις. 12 και υποθήσεις το πλεονάζον εν ταις δέρρεσι της σκηνής. δύο βάσεις τω στύλω τω ενί εις αμφότερα τα μέρη αυτού. και πεντήκοντα αγκύλας ποιήσεις επί του χείλους της δέρρεως. και πήχεως ενός και ημίσους το πλάτος του στύλου του ενός. 7 και ποιήσεις δέρρεις τριχίνας σκέπην επί της σκηνής. και συνάψεις τας δέρρεις. 3 πέντε δε αυλαίαι έσονται εξ αλλήλων εχόμεναι η ετέρα εκ της ετέρας. και επικαλύμματα δέρματα υακίνθινα επάνωθεν. 17 δύο αγκωνίσκους τω στύλω τω ενί. και συνάψεις τους κρίκους εκ των αγκυλών.

και καταχρυσώσεις τους μοχλούς χρυσίω. και κοκκίνου κεκλωσμένου. 29 και τους στύλους καταχρυσώσεις χρυσίω. ούτω ποιήσεις αμφοτέραις ταις δυσί γωνίαις. και δύο βάσεις τω στύλω τω ενί εις αμφότερα τα μέρη αυτού. 35 και θήσεις την τράπεζαν έξωθεν του καταπετάσματος και την λυχνίαν απέναντι της τραπέζης επί μέρους της σκηνής το προς νότον και την τράπεζαν θήσεις επί μέρους της σκηνής το προς βορράν. 30 και αναστήσεις την σκηνήν κατά το είδος το δεδειγμένον σοι εν τω όρει. 28 και ο μοχλός ο μέσος αναμέσον των στύλων διικνείσθω από του ενός κλίτους εις το έτερον κλίτος. και βύσσου νενησμένης. και αι βάσεις αυτών αργυραί δέκα εξ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 140 . 32 και επιθήσεις αυτό επί τεσσάρων στύλων ασήπτων κεχρυσωμένων χρυσίω. 22 και εκ των οπίσω της σκηνής κατά το μέρος το προς θάλασσαν ποιήσεις εξ στύλους. 23 και δύο στύλους ποιήσεις επί των γωνιών της σκηνής εκ των οπισθίων. και χωνεύσεις αυτοίς πέντε βάσεις χαλκάς. και διοριεί το καταπέτασμα υμίν ανά μέσον του αγίου και ανά μέσον του αγίου των αγίων. και αι κεφαλίδες αυτών χρυσαί. και αι κεφαλίδες αυτών χρυσαί. και τους δακτυλίους ποιήσεις χρυσούς. 37 και ποιήσεις τω καταπετάσματι πέντε στύλους και χρυσώσεις αυτούς χρυσίω. και εισοίσεις εκεί εσώτερον του καταπετάσματος την κιβωτόν του μαρτυρίου. 26 και ποιήσεις μοχλούς εκ ξύλων ασήπτων· πέντε τω ενί στύλω εκ του ενός μέρους της σκηνής. 27 και πέντε μοχλούς τω στύλω τω ενί κλίτει της σκηνής τω δευτέρω. κατά το αυτό έσονται ίσοι εκ των κεφαλών εις σύμβλησιν μίαν. έργον υφαντόν ποιήσεις αυτό Χερουβίμ. και αι βάσεις αυτών τέσσαρες αργυραί. 31 και ποιήσεις καταπέτασμα εξ υακίνθου. δύο βάσεις τω στύλω τω ενί εις αμφότερα τα μέρη αυτού. 25 και έσονται οκτώ στύλοι. 34 και κατακαλύψεις τω καταπετάσματι την κιβωτόν του μαρτυρίου εν τω αγίω των αγίων. 36 και ποιήσεις επίσπαστρον τη θύρα της σκηνής εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου και βύσσου κεκλωσμένης. ίσαι έστωσαν. 33 και θήσεις το καταπέτασμα επί των στύλων. και πορφύρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βάσεις αυτών αργυράς. δύο βάσεις τω ενί στύλω εις αμφότερα τα μέρη αυτού. 24 και έσται εξ ίσου κάτωθεν. έργον ποικιλτού. εις ους εισάξεις τους μοχλούς. και δύο βάσεις τω στύλω τω ενί. και πέντε μοχλούς τω στύλω τω οπισθίω τω κλίτει της σκηνής τω προς θάλασσαν.

11 ούτως τω κλίτει τω προς απηλιώτην ιστία. 16 και τη πύλη της αυλής κάλυμμα. και οι κρίκοι αυτών και αι ψαλίδες αργυραί. και έστωσαν αναφορείς κατά πλευρά του θυσιαστηρίου εν τω αίρειν αυτό. 12 το δε εύρος της αυλής το κατά θάλασσαν ιστία πεντήκοντα πήχεων· στύλοι αυτών δέκα. και αι βάσεις αυτών τρεις. μήκος εκατόν πήχεων τω ενί κλίτει· 10 και οι στύλοι αυτών είκοσι. τετράγωνον έσται το θυσιαστήριον. 2 και ποιήσεις τα κέρατα επί των τεσσάρων γωνιών· εξ αυτού έσται τα κέρατα· και καλύψεις αυτά χαλκω. και αι βάσεις αυτών είκοσι χαλκαί. 13 και εύρος της αυλής της προς νότον. 15 και το κλίτος το δεύτερον δεκαπέντε πήχεων των ιστίων το ύψος· στύλοι αυτών τρεις. και βάσεις αυτών δέκα. 5 και υποθήσεις αυτούς υπό την εσχάραν του θυσιαστηρίου κάτωθεν· έσται δε η εσχάρα έως του ημίσους του θυσιαστηρίου. πέντε πήχεων το μήκος και πέντε πήχεων το εύρος. 17 πάντες οι στύλοι της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 141 . ιστία πεντήκοντα πήχεων· στύλοι αυτών δέκα. και αι βάσεις αυτών τρεις. εκατόν πήχεων μήκος· και οι στύλοι αυτών είκοσι και αι βάσεις αυτών είκοσι χαλκαί. είκοσι πήχεων το ύψος. 14 και πεντεκαίδεκα πήχεων το ύψος των ιστίων τω κλίτει τω ενί· στύλοι αυτών τρεις. 7 και εισάξεις τους αναφορείς εις τους δακτυλίους. 9 Και ποιήσεις αυλήν τη σκηνή· εις το κλίτος το προς λίβα ιστία της αυλής εκ βύσσου κεκλωσμένης. και βάσεις αυτών δέκα. ούτω ποιήσεις αυτό. 4 και ποιήσεις αυτω εσχάραν έργω δικτυωτω χαλκήν· και ποιήσεις τη εσχάρα τέσσαρας δακτυλίους χαλκούς υπό τα τέσσαρα κλίτη. 3 και ποιήσεις στεφάνην τω θυσιαστηρίω και τον καλυπτήρα αυτού και τας φιάλας αυτού και τας κρεάγρας αυτού και το πυρείον αυτού· και πάντα τα σκεύη αυτού ποιήσεις χαλκά. και αι βάσεις αυτών περιηργυρωμέναι αργυρίω. 6 και ποιήσεις τω θυσιαστηρίω αναφορείς εκ ξύλων ασήπτων και περιχαλκώσεις αυτούς χαλκω. 8 κοίλον σανιδωτόν ποιήσεις αυτό· κατά το παραδεχθέν σοι εν τω όρει. εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου και βύσσου κεκλωσμένης τη ποικιλία του ραφιδευτού· στύλοι αυτών τέσσαρες και αι βάσεις αυτών τέσσαρες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ ποιήσεις θυσιαστήριον εκ ξύλων ασήπτων. και οι κρίκοι και αι ψαλίδες των στύλων. και τριών πήχεων το ύψος αυτού.

και εύρος πεντήκοντα επί πεντήκοντα. και αι κεφαλίδες αυτών αργυραί. ίνα καίηται λύχνος διαπαντός. επί τοις δυσί μέρεσιν εξηρτημέναι· 8 και το ύφασμα των επωμίδων. και ύψος πέντε πήχεων. κατά την ποίησιν εξ αυτού έσται εκ χρυσίου καθαρού και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης· 9 και λήψη τους δύο λίθους. 18 το δε μήκος της αυλής εκατόν εφ ‘ εκατόν. 20 Και συ σύνταξον τοις υιοίς Ισραήλ και λαβέτωσάν σοι έλαιον εξ ελαιών άτρυγον καθαρόν κεκομμένον εις φως καύσαι. 3 και συ λάλησον πάσι τοις σοφοίς τη διανοία. 5 και αυτοί λήψονται το χρυσίον και τον υάκινθον και την πορφύραν και το κόκκινον και την βύσσον. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ συ προσαγάγου προς σεαυτόν τον τε Ααρών τον αδελφόν σου και τους υιούς αυτού εκ των υιών Ισραήλ ιερατεύειν μοι. και γλύψεις εν αυτοίς τα ονόματα των υιών Ισραήλ. 19 και πάσα η κατασκευή και πάντα τα εργαλεία και οι πάσσαλοι της αυλής χαλκοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυλής κύκλω κατηργυρωμένοι αργυρίω. 21 εν τη σκηνή του μαρτυρίου έξωθεν του καταπετάσματος του επί της διαθήκης καύσει αυτό Ααρών και οι υιοί αυτού αφ ‘ εσπέρας έως πρωϊ εναντίον Κυρίου· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών παρά των υιών Ισραήλ. ους ενέπλησαν πνεύματος σοφίας και αισθήσεως. Ααρών και Ναδάβ και Αβιούδ και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ υιούς Ααρών. εκ βύσσου κεκλωσμένης. έργον υφαντόν ποικιλτού· 7 δύο επωμίδες συνέχουσαι έσονται αυτω ετέρα την ετέραν. και ποιήσουσι την στολήν την αγίαν Ααρών εις το άγιον. 4 και αύται αι στολαί. ας ποιήσουσι· το περιστήθιον και την επωμίδα και τον ποδήρη και χιτώνα κοσυμβωτόν και κίδαριν και ζώνην· και ποιήσουσι στολάς αγίας Ααρών και τοις υιοίς αυτού εις το ιερατεύειν μοι. και αι βάσεις αυτών χαλκαί. και αι βάσεις αυτών χαλκαί. λίθους σμαράγδου. 2 και ποιήσεις στολήν αγίαν Ααρών τω αδελφω σου εις τιμήν και δόξαν. 6 και ποιήσουσι την επωμίδα εκ βύσσου κεκλωσμένης. εν ή ιερατεύσει μοι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 142 . ό εστιν επ ‘ αυτω. 11 έργον λιθουργικής τέχνης. 10 εξ ονόματα επί τον λίθον τον ένα και τα εξ ονόματα τα λοιπά επί τον λίθον τον δεύτερον κατά τας γενέσεις αυτών.

17 και καθυφανείς εν αυτω ύφασμα κατάλιθον τετράστιχον. και έσται επί του στήθους Ααρών. διπλούν. 26 και επιθήσεις επί το λογείον της κρίσεως την δήλωσιν και την αλήθειαν. 13 και ποιήσεις ασπιδίσκας εκ χρυσίου καθαρού· 14 και ποιήσεις δύο κροσσωτά εκ χρυσίου καθαρού. συνδεδεμένα εν χρυσίω. 16 τετράγωνον έσται. 12 και θήσεις τους δύο λίθους επί των ώμων της επωμίδος· λίθοι μνημοσύνου εισί τοις υιοίς Ισραήλ· και αναλήψεται Ααρών τα ονόματα των υιών Ισραήλ έναντι Κυρίου επί των δύο ώμων αυτού. διαγλύψεις τους δύο λίθους επί τοις ονόμασι των υιών Ισραήλ. όταν εισπορεύηται εις το άγιον έναντι Κυρίου. μνημόσυνον εναντίον του Θεού. ωσεί εξανθούσης ρόας ροϊσκους εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης επί του λώματος του υποδύτου κύκλω· το αυτό είδος ροϊσκους χρυσούς και κώδωνας αναμέσον τούτων περικύκλω· 30 παρά ροϊσκον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 143 . έργον υφάντου. 29 και ποιήσεις επί το λώμα του υποδύτου κάτωθεν. τοπάζιον και σμάραγδος. 22 και ποιήσεις επί το λογείον κρωσσούς συμπεπλεγμένους. σάρδιον. έστωσαν κατά στίχον αυτών. σπιθαμής το μήκος αυτού και σπιθαμής το εύρος. έστωσαν εις δεκαδύο φυλάς. και οίσει Ααρών τας κρίσεις των υιών Ισραήλ επί του στήθους έναντι Κυρίου διαπαντός. 21 και οι λίθοι έστωσαν εκ των ονομάτων των υιών Ισραήλ δεκαδύο κατά τα ονόματα αυτών· γλυφαί σφραγίδων. 27 και ποιήσεις υποδύτην ποδήρη όλον υακίνθινον. την συμβολήν συνυφασμένην εξ αυτού. ίνα μη ραγή. 15 και ποιήσεις λογείον των κρίσεων. ώαν έχον κύκλω του περιστομίου. λιγύριον. στίχος λίθων έσται. 28 και έσται το περιστόμιον εξ αυτού μέσον. έκαστος κατά το όνομα. μνημόσυνον περί αυτών. 23 και λήψεται Ααρών τα ονόματα των υιών Ισραήλ επί του λογείου της κρίσεως επί του στήθους. έργον αλυσιδωτόν εκ χρυσίου καθαρού. 24 και θήσεις επί το λογείον της κρίσεως τους κρωσσούς· τα αλυσιδωτά επ ‘ αμφοτέρων των κλιτών του λογείου επιθήσεις 25 και τας δύο ασπιδίσκας επιθήσεις επ ‘ αμφοτέρους τους ώμους της επωμίδος κατά πρόσωπον. έργον ποικιλτού· κατά τον ρυθμόν της επωμίδος ποιήσεις αυτό· εκ χρυσίου και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου κεκλωσμένου και βύσσου κεκλωσμένης ποιήσεις αυτό.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γλύμμα σφραγίδος. καταμεμιγμένα εν άνθεσιν. άνθραξ και σάπφειρος και ίασπις· 19 και ο στίχος ο τρίτος. χρυσόλιθος και βηρύλλιον και ονύχιον· περικεκαλυμμένα χρυσίω. αχάτης και αμέθυστος· 20 και ο στίχος ο τέταρτος. εισιόντι εις το άγιον. έργον πλοκής· και επιθήσεις τα κροσσωτά τα πεπλεγμένα επί τας ασπιδίσκας κατά τας παρωμίδας αυτών εκ των εμπροσθίων. ο στίχος ο εις· 18 και ο στίχος ο δεύτερος.

δεκτόν αυτοίς έναντι Κυρίου. και έσται επί της μίτρας· κατά πρόσωπον της μίτρας έσται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χρυσούν κώδωνα και άνθινον επί του λώματος του υποδύτου κύκλω. εισιόντι εις το άγιον έναντι Κυρίου και εξιόντι. και ουκ επάξονται προς εαυτούς αμαρτίαν. λήψη μοσχάριον εκ βοών εν και κριούς αμώμους δύο 2 και άρτους αζύμους πεφυραμένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω· σεμίδαλιν εκ πυρών ποιήσεις αυτά. 6 και επιθήσεις την μίτραν επί την κεφαλήν αυτού και επιθήσεις το πέταλον το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 144 . ωστε ιερατεύειν μοι αυτούς. ίνα ιερατεύωσί μοι. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ ταύτά εστιν. ως αν εισπορεύωνται εις την σκηνήν του μαρτυρίου ή όταν προσπορεύωνται λειτουργείν προς το θυσιαστήριον του αγίου. έργον ποικιλτού. 33 και επιθήσεις αυτό επί υακίνθου κεκλωσμένης. παντός δόματος των αγίων αυτών· και έσται επί του μετώπου Ααρών διαπαντός. και εξαρεί Ααρών τα αμαρτήματα των αγίων. 32 και ποιήσεις πέταλον χρυσούν καθαρόν και εκτυπώσεις εν αυτω εκτύπωμα σφραγίδος Αγίασμα Κυρίου. 4 και Ααρών και τους υιούς αυτού προσάξεις επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και λούσεις αυτούς εν ύδατι. 37 και ενδύσεις αυτά Ααρών τον αδελφόν σου. 31 και έσται Ααρών εν τω λειτουργείν ακουστή η φωνή αυτού. 34 και έσται επί του μετώπου Ααρών. 35 και οι κοσυμβωτοί των χιτώνων εκ βύσσου· και ποιήσεις κίδαριν βυσσίνην και ζώνην ποιήσεις. 5 και λαβών τας στολάς ενδύσεις Ααρών τον αδελφόν σου και τον χιτώνα τον ποδήρη και την επωμίδα και το λογείον και συνάψεις αυτω το λογείον προς την επωμίδα. 39 και έξει Ααρών αυτά και υιοί αυτού. ίνα μη αποθάνωσι· νόμιμον αιώνιον αυτω και τω σπέρματι αυτού μετ ‘ αυτόν. 3 και επιθήσεις αυτά επί κανούν εν και προσοίσεις αυτά επί τω κανω και το μοσχάριον και τους δύο κριούς. 36 και τοις υιοίς Ααρών ποιήσεις χιτώνας και ζώνας και κιδάρεις ποιήσεις αυτοίς εις τιμήν και δόξαν. ίνα μη αποθάνη. 38 και ποιήσεις αυτοίς περισκελή λινά καλύψαι ασχημοσύνην χρωτός αυτών· από οσφύος έως μηρών έσται. και τους υιούς αυτού μετ ‘ αυτού· και χρίσεις αυτούς και εμπλήσεις αυτών τας χείρας και αγιάσεις αυτούς. όσα αν αγιάσωσιν οι υιοί Ισραήλ. α ποιήσεις αυτοίς αγιάσαι αυτούς.

και επί τους λοβούς των ώτων των υιών αυτού των δεξιών και επί τα άκρα των χειρών αυτών των δεξιών και επί τα άκρα των ποδών αυτών των δεξιών. 8 και τους υιούς αυτού προσάξεις και ενδύσεις αυτούς χιτώνας 9 και ζώσεις αυτούς ταις ζώναις. και έσται αυτοίς ιερατεία μοι εις τον αιώνα. 22 και λήψη από του κριού το στέαρ αυτού και το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν και τον λοβόν του ήπατος και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών και τον βραχίονα τον δεξιόν· έστι γαρ τελείωσις αύτη· 23 και άρτον ένα εξ ελαίου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 145 . 12 και λήψη από του αίματος του μόσχου και θήσεις επί των κεράτων του θυσιαστηρίου τω δακτύλω σου· το δε λοιπόν παν αίμα εκχεείς παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου. 15 και τον κριόν λήψη τον ένα. και τελειώσεις Ααρών τας χείρας αυτού και τας χείρας των υιών αυτού. και λήψη του αίματος αυτού και επιθήσεις επί τον λοβόν του ωτός Ααρών του δεξιού και επί το άκρον της δεξιάς χειρός και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. 18 και ανοίσεις όλον τον κριόν επί το θυσιαστήριον. και επιθήσουσιν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του μόσχου έναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου· 11 και σφάξεις τον μόσχον έναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. και επιθήσει Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού· 20 και σφάξεις αυτόν. 7 και λήψη του ελαίου του χρίσματος και επιχεείς αυτό επί την κεφαλήν αυτού και χρίσεις αυτόν. ολοκαύτωμα τω Κυρίω εις οσμήν ευωδίας· θυσίασμα Κυρίω εστί. 14 τα δε κρέατα του μόσχου και το δέρμα και την κόπρον κατακαύσεις πυρί έξω της παρεμβολής· αμαρτίας γαρ εστι. 17 και τον κριόν διχοτομήσεις κατά μέλη και πλυνείς τα ενδόσθια και τους πόδας ύδατι και επιθήσεις επί τα διχοτομήματα συν τη κεφαλή. 21 και λήψη από του αίματος του από του θυσιαστηρίου και από του ελαίου της χρίσεως και ρανείς επί Ααρών και επί την στολήν αυτού και επί τους υιούς αυτού και επί τας στολάς των υιών αυτού μετ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αγίασμα επί τη μίτραν. 19 και λήψη τον κριόν τον δεύτερον. 10 και προσάξεις τον μόσχον επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. και περιθήσεις αυτοίς τας κιδάρεις. και επιθήσουσιν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού· 16 και σφάξεις αυτόν και λαβών το αίμα προσχεείς προς το θυσιαστήριον κύκλω. και αγιασθήσεται αυτός και η στολή αυτού και οι υιοί αυτού και αι στολαί των υιών αυτού μετ ‘ αυτού· το δε αίμα του κριού προσχεείς προς το θυσιαστήριον κύκλω. 13 και λήψη παν το στέαρ το επί της κοιλίας και τον λοβόν του ήπατος και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών και επιθήσεις επί το θυσιαστήριον.

ή εστιν Ααρών. 29 και η στολή του αγίου. και έσται το θυσιαστήριον άγιον του αγίου· πας ο απτόμενος του θυσιαστηρίου αγιασθήσεται. 34 εάν δε καταλειφθή από των κρεών της θυσίας της τελειώσεως και των άρτων έως πρωϊ. κατακαύσεις τα λοιπά πυρί· ου βρωθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λάγανον εν από του κανού των αζύμων των προτεθειμένων έναντι Κυρίου 24 και επιθήσεις τα πάντα επί τας χείρας Ααρών και επί τας χείρας των υιών αυτού και αφοριείς αυτά αφόρισμα έναντι Κυρίου. 39 τον αμνόν τον ένα ποιήσεις το πρωϊ και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το δειλινόν· 40 και δέκατον σεμιδάλεως πεφυραμένης εν ελαίω κεκομμένω τω τετάρτω του είν και σπονδήν το τέταρτον του είν οίνου τω αμνω τω ενί· 41 και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το δειλινόν. και αλλογενής ουκ έδεται απ ‘ αυτών· έστι γαρ άγια. α ποιήσεις επί του θυσιαστηρίου· αμνούς ενιαυσίους αμώμους δύο την ημέραν επί το θυσιαστήριον ενδελεχώς. 32 και έδονται Ααρών και οι υιοί αυτού τα κρέα του κριού και τους άρτους τους εν τω κανω παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου· 33 έδονται αυτά. κατά την θυσίαν την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 146 . ος αφώρισται και ος αφήρηται από του κριού της τελειώσεως από του Ααρών και από των υιών αυτού. 38 Και ταύτά εστιν. 35 και ποιήσεις Ααρών και τοις υιοίς αυτού ούτω κατά πάντα. χρισθήναι αυτούς εν αυτοίς και τελειώσαι τας χείρας αυτών. 25 και λήψη αυτά εκ των χειρών αυτών και ανοίσεις επί το θυσιαστήριον της ολοκαυτώσεως εις οσμήν ευωδίας έναντι Κυρίου· κάρπωμά εστι Κυρίω. 26 και λήψη το στηθύνιον από του κριού της τελειώσεως. ό εστιν Ααρών. 28 και έσται Ααρών και τοις υιοίς αυτού νόμιμον αιώνιον παρά των υιών Ισραήλ· έστι γαρ αφαίρεμα τούτο και αφαίρεμα έσται παρά των υιών Ισραήλ από των θυμάτων των σωτηρίων των υιών Ισραήλ. εν οίς ηγιάσθησαν εν αυτοίς τελειώσαι τας χείρας αυτών. 31 και τον κριόν της τελειώσεως λήψη και εψήσεις τα κρέα εν τόπω αγίω. 30 επτά ημέρας ενδύσεται αυτά ο ιερεύς ο αντ ‘ αυτού εκ των υιών αυτού. αγίασμα γαρ εστι. ος εισελεύσεται εις την σκηνήν του μαρτυρίου λειτουργείν εν τοις αγίοις. όσα ενετειλάμην σοι· επτά ημέρας τελειώσεις τας χείρας αυτών. 36 και το μοσχάριον της αμαρτίας ποιήσεις τη ημέρα του καθαρισμού και καθαριείς το θυσιαστήριον εν τω αγιάζειν σε επ ‘ αυτω και χρίσεις αυτό ωστε αγιάσαι αυτό. και έσται σοι εν μερίδι. 37 επτά ημέρας καθαριείς το θυσιαστήριον και αγιάσεις αυτό. και αφοριείς αυτό αφόρισμα έναντι Κυρίου. αγιάσαι αυτούς. 27 και αγιάσεις το στηθύνιον αφόρισμα και τον βραχίονα του αφαιρέματος. κάρπωμα ενδελεχισμού. αφαίρεμα Κυρίω. έσται τοις υιοίς αυτού μετ ‘ αυτόν.

θυμιάσει επ ‘ αυτού. τετράγωνον έσται. την εσχάραν αυτού και τους τοίχους αυτού κύκλω και τα κέρατα αυτού. θυσίαν· και σπονδήν ου σπείσεις επ ‘ αυτού. 3 και καταχρυσώσεις αυτά χρυσίω καθαρω. 11 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 εάν λάβης τον συλλογισμόν των υιών Ισραήλ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 147 . και δύο πήχεων το ύψος· εξ αυτού έσται τα κέρατα αυτού. 46 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών. και ποιήσεις αυτω στρεπτήν στεφάνην χρυσήν κύκλω. επί θύρας της σκηνής του μαρτυρίου έναντι Κυρίου. 8 και όταν εξάπτη Ααρών τους λύχνους οψέ. εν οίς γνωσθήσομαί σοι εκείθεν. ωστε λαλήσαί σοι. 10 και εξιλάσεται επ ‘ αυτού Ααρών επί των κεράτων αυτού άπαξ του ενιαυτού· από του αίματος του καθαρισμού καθαριεί αυτό εις γενεάς αυτών· άγιον των αγίων εστί Κυρίω. επικληθήναι αυτοίς και είναι αυτών Θεός. εν οίς γνωσθήσομαί σοι εκείθεν. 43 και τάξομαι εκεί τοις υιοίς Ισραήλ και αγιασθήσομαι εν δόξη μου· 44 και αγιάσω την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον και Ααρών και τους υιούς αυτού αγιάσω ιερατεύειν μοι. θυμιάσει επ ‘ αυτού· θυμίαμα ενδελεχισμού δια παντός έναντι Κυρίου εις γενεάς αυτών. 9 και ουκ ανοίσεις επ ‘ αυτού θυμίαμα έτερον. ο εξαγαγών αυτούς εκ γης Αιγύπτου. ωστε αίρειν αυτό εν αυταίς. κάρπωμα. 45 και επικληθήσομαι εν τοις υιοίς Ισραήλ και έσομαι αυτών Θεός. 6 και θήσεις αυτό απέναντι του καταπετάσματος του όντος επί της κιβωτού των μαρτυρίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρωϊνήν και κατά την σπονδήν αυτού ποιήσεις εις οσμήν ευωδίας. 7 και θυμιάσει απ ‘ αυτού Ααρών θυμίαμα σύνθετον λεπτόν· το πρωϊ πρωϊ. 4 και δύο δακτυλίους χρυσούς καθαρούς ποιήσεις υπό την στρεπτήν στεφάνην αυτού. εις τα δύο κλίτη ποιήσεις εν τοις δυσί πλευροίς· και έσονται ψαλίδες ταις σκυτάλαις. 5 και ποιήσεις σκυτάλας εκ ξύλων ασήπτων και καταχρυσώσεις αυτάς χρυσίω. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ ποιήσεις θυσιαστήριον θυμιάματος εκ ξύλων ασήπτων· 2 και ποιήσεις αυτό πήχεως το μήκος και πήχεως το εύρος. κάρπωμα Κυρίω. όταν επισκευάζη τους λύχνους. 42 θυσίαν ενδελεχισμού εις γενεάς υμών.

21 νίψονται τας χείρας και τους πόδας ύδατι· όταν εισπορεύωνται εις την σκηνήν του μαρτυρίου. 14 πας ο παραπορευόμενος εις την επίσκεψιν από εικοσαετούς και επάνω. 15 ο πλουτών ου προσθήσει και ο πενόμενος ουκ ελαττονήσει από του ημίσους του διδράχμου εν τω διδόναι την εισφοράν Κυρίω εξιλάσασθαι περί των ψυχών υμών. ίνα μη αποθάνωσι· και έσται αυτοίς νόμιμον αιώνιον. 32 επί σάρκα ανθρώπου ου χρισθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τη επισκοπή αυτών. 19 και νίψεται Ααρών και οι υιοί αυτού εξ αυτού τας χείρας και τους πόδας ύδατι. 16 και λήψη το αργύριον της εισφοράς παρά των υιών Ισραήλ και δώσεις αυτό εις το κάτεργον της σκηνής του μαρτυρίου. αυτω και ταις γενεαίς αυτού μετ ‘ αυτόν. 20 όταν εισπορεύωνται εις την σκηνήν του μαρτυρίου. μύρον μυρεψικόν τέχνη μυρεψού· έλαιον χρίσμα άγιον έσται. και έσται τοις υιοίς Ισραήλ μνημόσυνον έναντι Κυρίου εξιλάσασθαι περί των ψυχών υμών. το δε ήμισυ του διδράχμου εισφορά Κυρίω. 26 και χρίσεις εξ αυτού την σκηνήν του μαρτυρίου και την κιβωτόν της σκηνής του μαρτυρίου 27 και πάντα τα σκεύη αυτής και την λυχνίαν και πάντα τα σκεύη αυτής και το θυσιαστήριον του θυμιάματος 28 και το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και πάντα αυτού τα σκεύη και την τράπεζαν και πάντα τα σκεύη αυτής και τον λουτήρα και την βάσιν αυτού 29 και αγιάσεις αυτά. και ουκ έσται εν αυτοίς πτώσις εν τη επισκοπή αυτών. και δώσουσιν έκαστος λύτρα της ψυχής αυτού Κυρίω. νίψονται ύδατι. 22 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 23 και συ λάβε ηδύσματα. ωστε νίπτεσθαι· και θήσεις αυτόν ανά μέσον της σκηνής του μαρτυρίου και ανά μέσον του θυσιαστηρίου και εκχεείς εις αυτόν ύδωρ. το άνθος σμύρνης εκλεκτής πεντακοσίους σίκλους και κινναμώμου ευώδους το ήμισυ τούτου διακοσίους πεντήκοντα και καλάμου ευώδους διακοσίους πεντήκοντα 24 και ίρεως πεντακοσίους σίκλους του αγίου και έλαιον εξ ελαιών είν 25 και ποιήσεις αυτό έλαιον χρίσμα άγιον. νίψονται ύδατι και ου μη αποθάνωσιν· ή όταν προσπορεύωνται προς το θυσιαστήριον λειτουργείν και αναφέρειν τα ολοκαυτώματα Κυρίω. και έσται άγια των αγίων· πας ο απτόμενος αυτών αγιασθήσεται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 148 . 13 και τούτό εστιν ό δώσουσιν όσοι αν παραπορεύωνται την επίσκεψιν· το ήμισυ του διδράχμου. 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 ποίησον λουτήρα χαλκούν και βάσιν αυτω χαλκήν. δώσουσι την εισφοράν Κυρίω. 30 και Ααρών και τους υιούς αυτού χρίσεις και αγιάσεις αυτούς ιερατεύειν μοι. ό εστιν κατά το δίδραχμον το άγιον· είκοσιν οβολοί το δίδραχμον. 31 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις λέγων· έλαιον άλειμμα χρίσεως άγιον έσται τούτο υμίν εις τας γενεάς υμών.

όθεν γνωσθήσομαί σοι εκείθεν· άγιον των αγίων έσται υμίν. και ος αν δω απ ‘ αυτού αλλογενεί. 34 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· λάβε σεαυτω ηδύσματα. όσα εγώ ενετειλάμην σοι. 36 και συγκόψεις εκ τούτων λεπτόν και θήσεις απέναντι των μαρτυρίων εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 37 θυμίαμα κατά την σύνθεσιν ταύτην ου ποιήσετε υμίν εαυτοίς· αγίασμα έσται υμίν Κυρίω· 38 ος αν ποιήση ωσαύτως ωστε οσφραίνεσθαι εν αυτω. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ιδού ανακέκλημαι εξ ονόματος τον Βεσελεήλ τον του Ουρείου τον Ωρ. μυρεψικόν έργον μυρεψού. έργον άγιον. 3 και ενέπλησα αυτόν πνεύμα θείον σοφίας και συνέσεως και επιστήμης εν παντί έργω διανοείσθαι 4 και αρχιτεκτονήσαι. και τα σάββατά μου φυλάξεσθε· σημείόν εστι παρ ‘ εμοί και εν εμοί εις τας γενεάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 149 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και κατά την σύνθεσιν ταύτην ου ποιήσετε υμίν εαυτοίς ωσαύτως· άγιόν εστι και αγίασμα έσται υμίν. 12 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 13 και συ σύνταξον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· οράτε. όνυχα. 7 την σκηνήν του μαρτυρίου και την κιβωτόν της διαθήκης και το ιλαστήριον το επ ‘ αυτής και την διασκευήν της σκηνής 8 και τα θυσιαστήρια και την τράπεζαν και πάντα τα σκεύη αυτής και την λυχνίαν την καθαράν και πάντα τα σκεύη αυτής 9 και τον λουτήρα και την βάσιν αυτού 10 και τας στολάς τας λειτουργικάς Ααρών και τας στολάς των υιών αυτού ιερατεύειν μοι 11 και το έλαιον της χρίσεως και το θυμίαμα της συνθέσεως του αγίου· κατά πάντα. εργάζεσθαι κατά πάντα τα έργα. χαλβάνην ηδυσμού και λίβανον διαφανή. καθαρόν. εξολοθρευθήσεται εκ του λαού αυτού. ποιήσουσι. εργάζεσθαι το χρυσίον και το αργύριον και τον χαλκόν και την υάκινθον και την πορφύραν και το κόκκινον το νηστόν 5 και τα λιθουργικά και εις τα έργα τα τεκτονικά των ξύλων. 33 ος αν ποιήση ωσαύτως. μεμιγμένον. απολείται εκ του λαού αυτού. εκ της φυλής Ιούδα. 6 και εγώ έδωκα αυτόν και τον Ελιάβ τον του Αχισαμάχ εκ φυλής Δάν και παντί συνετω καρδία δέδωκα σύνεσιν. και ποιήσουσι πάντα όσα συνέταξά σοι. στακτήν. ίσον ίσω έσται· 35 και ποιήσουσιν εν αυτω θυμίαμα.

οί προπορεύσονται ημών· ο γαρ Μωυσής ούτος ο άνθρωπος. οίτινες ανεβίβασάν σε εκ γης Αιγύπτου. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ ιδών ο λαός ότι κεχρόνικε Μωυσής καταβήναι εκ του όρους. θανατωθήσεται. και εκάθισεν ο λαός φαγείν και πιείν και ανέστησαν παίζειν. τας δύο πλάκας του μαρτυρίου. 2 και λέγει αυτοίς Ααρών· περιέλεσθε τα ενώτια τα χρυσά τα εκ τοις ωσί των γυναικών υμών και θυγατέρων και ενέγκατε προς με. 6 και ορθρίσας τη επαύριον ανεβίβασεν ολοκαυτώματα και προσήνεγκε θυσίαν σωτηρίου. συνέστη ο λαός επί Ααρών και λέγουσιν αυτω· ανάστηθι και ποίησον ημίν θεούς. τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα. ίνα γνώτε ότι εγώ Κύριος ο αγιάζων υμάς. Ισραήλ. ότι άγιον τούτό εστι Κυρίω υμίν· ο βεβηλών αυτό θανάτω θανατωθήσεται· πας ος ποιήσει εν αυτω έργον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμών. 14 και φυλάξεσθε τα σάββατα. ος εξήγαγεν ημάς εκ γης Αιγύπτου. 16 και φυλάξουσιν οι υιοί Ισραήλ τα σάββατα ποιείν αυτά εις τας γενεάς αυτών· διαθήκη αιώνιος. 17 εν εμοί και τοις υιοίς Ισραήλ σημείόν εστιν εν εμοί αιώνιον· ότι εξ ημέραις εποίησε Κύριος τον ουρανόν και την γην και τη ημέρα τη εβδόμη επαύσατο και κατέπαυσε. 7 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· βάδιζε το τάχος. και εκήρυξεν Ααρών λέγων· εορτήν του Κυρίου αύριον. ουκ οίδαμεν τι γέγονεν αυτω. ης ενετείλω αυτοίς· εποίησαν εαυτοίς μόσχον και προσκεκυνήκασιν αυτω και τεθύκασιν αυτω και είπαν· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 150 . κατάβηθι εντεύθεν· ηνόμησε γαρ ο λαός σου. 5 και ιδών Ααρών ωκοδόμησε θυσιαστήριον κατέναντι αυτού. 15 εξ ημέρας ποιήσεις έργα. 3 και περιείλαντο πας ο λαός τα ενώτια τα χρυσά τα εν τοις ωσίν αυτών και ήνεγκαν προς Ααρών. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ μέσου του λαού αυτού. ανάπαυσις αγία τω Κυρίω· πας ος ποιήσει έργον τη ημέρα τη εβδόμη. 18 Και έδωκε Μωυσή. 4 και εδέξατο εκ των χειρών αυτών και έπλασεν αυτά εν τη γραφίδι και εποίησεν αυτά μόσχον χωνευτόν και είπεν· ούτοι οι θεοί σου. ηνίκα κατέπαυσε λαλών αυτω εν τω όρει τω Σινά. πλάκας λιθίνας γεγραμμένας τω δακτύλω του Θεού. ον εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου· 8 παρέβησαν ταχύ εκ της οδού.

12 μη ποτε είπωσιν οι Αιγύπτιοι λέγοντες· μετά πονηρίας εξήγαγεν αυτούς αποκτείναι εν τοις όρεσι και εξαναλώσαι αυτούς από της γης. ορά τον μόσχον και τους χορούς. και εξήλθεν ο μόσχος ούτος. και οργισθείς θυμω Μωυσής έρριψεν από των χειρών αυτού τας δύο πλάκας. κύριε· συ γαρ οίδας το όρμημα του λαού τούτου. ουδέ φωνή εξαρχόντων τροπής. Κύριε. 13 μνησθείς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ των σών οικετών. και η γραφή γραφή Θεού κεκολαμμένη εν ταις πλαξί. και καθέξουσιν αυτήν εις τον αιώνα. ένθεν και ένθεν ήσαν γεγραμμέναι· 16 και αι πλάκες έργον Θεού ήσαν. 11 και εδεήθη Μωυσής έναντι Κυρίου του Θεού και είπεν· ινατί. 24 και είπα αυτοίς· ει τινι υπάρχει χρυσία. κατέκαυσεν αυτόν εν πυρί και κατήλεσεν αυτόν λεπτόν και έσπειρεν αυτόν επί το ύδωρ και επότισεν αυτό τους υιούς Ισραήλ. ότι επήγαγες επ ‘ αυτούς αμαρτίαν μεγάλην. 17 και ακούσας Ιησούς της φωνής του λαού κραζόντων λέγει προς Μωυσήν· φωνή πολέμου εν τη παρεμβολή. παύσαι της οργής του θυμού σου και ίλεως γενού επί τη κακία του λαού σου. 22 και είπεν Ααρών προς Μωυσήν· μη οργίζου. 9 και νυν έασόν με και θυμωθείς οργή εις αυτούς εκτρίψω αυτούς 10 και ποιήσω σε εις έθνος μέγα. και έδωκάν μοι· και έρριψα εις το πυρ. και πάσαν την γην ταύτην. ίτω προς με. οί προπορεύσονται ημών· ο γαρ Μωυσής ούτος ο άνθρωπος. 21 και είπε Μωυσής τω Ααρών· τι εποίησέ σοι ο λαός ούτος. ον εποίησαν. 19 και ηνίκα ήγγιζε τη παρεμβολή. περιέλεσθε. διεσκέδασε γαρ αυτούς Ααρών επίχαρμα τοις υπεναντίοις αυτών. ος εξήγαγεν ημάς εξ Αιγύπτου. 23 λέγουσι γαρ μοι· ποίησον ημίν θεούς. 14 και ιλάσθη Κύριος περί της κακίας. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου εν ισχύϊ μεγάλη και εν τω βραχίονί σου τω υψηλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτοι οι θεοί σου. 26 έστη δε Μωυσής επί της πύλης της παρεμβολής και είπε· τις προς Κύριον. αλλά φωνήν εξαρχόντων οίνου εγώ ακούω. θυμοί οργή εις τον λαόν σου. ουκ οίδαμεν τι γέγονεν αυτω. 18 και λέγει· ουκ έστι φωνή εξαρχόντων κατ ‘ ισχύν. 20 και λαβών τον μόσχον. 15 Και αποστρέψας Μωυσής κατέβη από του όρους. 25 και ιδών Μωυσής τον λαόν ότι διεσκέδασται. οίς ώμοσας κατά σεαυτού και ελάλησας προς αυτούς λέγων· πολυπληθυνώ το σπέρμα υμών ωσεί τα άστρα του ουρανού τω πλήθει. ην είπας δούναι τω σπέρματι αυτών. και αι δύο πλάκες του μαρτυρίου εν ταις χερσίν αυτού. πλάκες λίθιναι καταγεγραμμέναι εξ αμφοτέρων των μερών αυτών. ης είπε ποιήσαι τον λαόν αυτού. και συνέτριψεν αυτάς υπό το όρος. οίτινες ανεβίβασάν σε εκ γης Αιγύπτου. Ισραήλ. συνήλθον ουν προς αυτόν πάντες οι υιοί Λευί. 27 και λέγει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 151 .

εις την γην. 3 και εισάξω σε εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι· ου γαρ μη συναναβώ μετά σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· θέσθε έκαστος την εαυτού ρομφαίαν επί τον μηρόν και διέλθατε και ανακάμψατε από πύλης επί πύλην δια της παρεμβολής και αποκτείνατε έκαστος τον αδελφόν αυτού και έκαστος τον πλησίον αυτού και έκαστος το έγγιστα αυτού. ης έγραψας. 5 και είπε Κύριος τοις υιοίς Ισραήλ· υμείς λαός σκληροτράχηλος· οράτε. 35 και επάταξε Κύριος τον λαόν περί της ποιήσεως του μόσχου. ίνα μη εξαναλώσω σε εν τη οδω. ην ώμοσα τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ λέγων· τω σπέρματι υμών δώσω αυτήν. ανάβηθι εντεύθεν συ και ο λαός σου. εξαλείψω αυτούς εκ της βίβλου μου. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν· προπορεύου. 31 υπέστρεψε δε Μωυσής προς Κύριον και είπε· δέομαι. και έπεσαν εκ του λαού εν εκείνη τη ημέρα εις τρισχιλίους άνδρας. 4 και ακούσας ο λαός το ρήμα το πονηρόν τούτο. μη πληγήν άλλην επάξω εγώ εφ ‘ υμάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 152 . δια το λαόν σκληροτράχηλόν σε είναι. Κύριε· ημάρτηκεν ο λαός ούτος αμαρτίαν μεγάλην και εποίησαν εαυτοίς θεούς χρυσούς. ον είπά σοι· ιδού ο άγγελός μου προπορεύσεται προ προσώπου σου· ή δ ‘ αν ημέρα επισκέπτωμαι. 33 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ει τις ημάρτηκεν ενώπιόν μου. 2 και συναποστελώ τον άγγελόν μου προ προσώπου σου. 29 και είπεν αυτοίς Μωυσής· επληρώσατε τας χείρας υμών σήμερον Κυρίω. 34 νυνί δε βάδιζε. εξάλειψόν με εκ της βίβλου σου. ίνα εξιλάσωμαι περί της αμαρτίας υμών. κατάβηθι και οδήγησον τον λαόν τούτον εις τον τόπον. 32 και νυν ει μεν αφείς αυτοίς την αμαρτίαν αυτών. άφες· ει δε μη. και εκβαλεί τον Αμορραίον και Χετταίον και Φερεζαίον και Γεργεσαίον και Ευαίον και Ιεβουσαίον και Χαναναίον. δοθήναι εφ ‘ υμάς ευλογίαν. έκαστος εν τω υιω ή εν τω αδελφω αυτού. επάξω επ ‘ αυτούς την αμαρτίαν αυτών. ου εποίησεν Ααρών. 30 Και εγένετο μετά την αύριον είπε Μωυσής προς τον λαόν· υμείς ημαρτήκατε αμαρτίαν μεγάλην· και νυν αναβήσομαι προς τον Θεόν. 28 και εποίησαν οι υιοί Λευί καθά ελάλησεν αυτοίς Μωυσής. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου. κατεπένθησεν εν πενθικοίς.

14 και λέγει· αυτός προπορεύσομαί σου και καταπαύσω σε. και οικτειρήσω ον αν οικτείρω. ίνα ίδω σε. και στάντες πας ο λαός προσεκύνησαν έκαστος από της θύρας της σκηνής αυτού. 20 και είπεν· ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου· ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται. 21 και είπε Κύριος· ιδού τόπος παρ ‘ εμοί. ον συναποστελείς μετ ‘ εμού· συ δε μοι είπας· οίδά σε παρά πάντας. και ενδοξασθήσομαι εγώ τε και ο λαός σου παρά πάντα τα έθνη. εγώ τε και ο λαός σου. ο δε θεράπων Ιησούς υιος Ναυή νέος ουκ εξεπορεύετο εκ της σκηνής. 19 και είπεν· εγώ παρελεύσομαι πρότερός σου τη δόξη μου και καλέσω τω ονόματί μου. 9 ως δ ‘ αν εισήλθε Μωυσής εις την σκηνήν. μη με αναγάγης εντεύθεν· 16 και Πως γνωστόν έσται αληθώς. μακράν από της παρεμβολής. όσα επί της γης εστι. αλλ ‘ ή συμπορευομένου σου μεθ ‘ ημών. Κύριος εναντίον σου· και ελεήσω ον αν ελεώ. 7 Και λαβών Μωυσής την σκηνήν αυτού έπηξεν έξω της παρεμβολής. ποιήσω· εύρηκας γαρ χάριν ενώπιον εμού. και απελύετο εις την παρεμβολήν. και ίστατο επί την θύραν της σκηνής. όπως αν ω ευρηκώς χάριν εναντίον σου. και δείξω σοι α ποιήσω σοι. στήση επί της πέτρας· 22 ηνίκα δ ‘ αν παρέλθη η δόξα μου. 13 ει ουν εύρηκα χάριν εναντίον σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εξαναλώσω υμάς. 17 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· και τούτόν σοι τον λόγον. κατέβαινεν ο στύλος της νεφέλης. και θήσω σε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 153 . και εκλήθη σκηνή μαρτυρίου· και εγένετο. πας ο ζητών Κύριον εξεπορεύετο εις την σκηνήν την έξω της παρεμβολής. ειστήκει πας ο λαός σκοπεύοντες έκαστος παρά τας θύρας της σκηνής αυτού και κατενοούσαν απιόντος Μωυσή έως του εισελθείν αυτόν εις την σκηνήν. και ελάλει Μωυσή· 10 και εώρα πας ο λαός τον στύλον της νεφέλης εστώτα επί της θύρας της σκηνής. συ δε ουκ εδήλωσάς μοι. 18 και λέγει· εμφάνισόν μοι σεαυτόν. 6 και περιείλαντο οι υιοί Ισραήλ τον κόσμον αυτών και την περιστολήν από του όρους του Χωρήβ. 11 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν ενώπιος ενωπίω. και ίνα γνώ ότι λαός σου το έθνος το μέγα τούτο. ον είρηκας. 15 και λέγει προς αυτόν· ει μη αυτός συ συμπορεύη. ότι εύρηκα χάριν παρά σοί. και οίδά σε παρά πάντας. νυν ουν αφέλεσθε τας στολάς των δοξών υμών και τον κόσμον. 12 Και είπε Μωυσής προς Κύριον· ιδού συ μοι λέγεις· ανάγαγε τον λαόν τούτον. εμφάνισόν μοι σεαυτόν γνωστώς. 8 ηνίκα δ ‘ αν εισεπορεύετο Μωυσής εις την σκηνήν έξω της παρεμβολής. ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον. και χάριν έχεις παρ ‘ εμοί.

8 και σπεύσας Μωυσής. και αφελείς συ τας αμαρτίας ημών και τας ανομίας ημών. έως αν παρέλθω· 23 και αφελώ την χείρα. μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός. μη σοι γένηται πρόσκομμα εν υμίν. 4 και ελάξευσε δύο πλάκας λιθίνας. αις συνέτριψας. όσα εγώ εντέλλομαί σοι. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν· λάξευσον σεαυτω δύο πλάκας λιθίνας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις οπήν της πέτρας και σκεπάσω τη χειρί μου επί σε. 7 και δικαιοσύνην διατηρών και έλεος εις χιλιάδας. και γράψω επί των πλακών τα ρήματα. επάγων ανομίας πατέρων επί τέκνα και επί τέκνα τέκνων. επί τρίτην και τετάρτην γενεάν. 3 και μηδείς αναβήτω μετά σου μηδέ οφθήτω εν παντί τω όρει· και τα πρόβατα και βόες μη νεμέσθωσαν πλησίον του όρους εκείνου. ότι θαυμαστά εστιν. εις ην εισπορεύη εις αυτήν. και εσόμεθα σοί. 5 και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και παρέστη αυτω εκεί· και εκάλεσε τω ονόματι Κυρίου. α εγώ ποιήσω σοι. καθότι συνέταξεν αυτω Κύριος· και έλαβε Μωυσής τας δύο πλάκας τας λιθίνας. 11 πρόσεχε συ πάντα. αφαιρών ανομίας και αδικίας και αμαρτίας. 2 και γίνου έτοιμος εις το πρωϊ και αναβήση επί το όρος το Σινά και στήσει μοι εκεί επ ‘ άκρου του όρους. α ην εν ταις πλαξί ταις πρώταις. α ου γέγονεν εν πάση τη γη και εν παντί έθνει. και τότε όψει τα οπίσω μου. ιδού εγώ εκβάλλω προ προσώπου υμών τον Αμορραίον και Χαναναίον και Φερεζαίον και Χετταίον και Ευαίον και Γεργεσαίον και Ιεβουσαίον· 12 πρόσεχε σεαυτω. τα έργα Κυρίου. συμπορευθήτω ο Κύριός μου μεθ ‘ ημών· ο λαός γαρ σκληροτράχηλός εστι. και όψεται πας ο λαός. καθώς και αι πρώται και ανάβηθι προς με εις το όρος. το δε πρόσωπόν μου ουκ οφθήσεταί σοι. εν οίς ει συ. και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακαύσετε εν πυρί· 14 ου γαρ μη προσκυνήσητε θεοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 154 . μη ποτε θής διαθήκην τοις εγκαθημένοις επί της γης. 10 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού εγώ τίθημί σοι διαθήκην· ενώπιον παντός του λαού σου ποιήσω ένδοξα. κύψας επί την γην προσεκύνησε 9 και είπεν· ει εύρηκα χάριν ενώπιόν σου. καθάπερ και αι πρώται· και ορθρίσας Μωυσής ανέβη εις το όρος το Σινά. 6 και παρήλθε Κύριος προ προσώπου αυτού και εκάλεσε· Κύριος ο Θεός οικτίρμων και ελεήμων. και ου καθαριεί τον ένοχον. 13 τους βωμούς αυτών καθελείτε και τας στήλας αυτών συντρίψετε και τα άλση αυτών εκκόψετε.

και εορτήν συναγωγής μεσούντος του ενιαυτού. και φάγης των αιμάτων αυτών. τους δέκα λόγους. και εκπορνεύσωσιν οπίσω των θεών αυτών και θύσωσι τοις θεοίς αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ετέροις· ο γαρ Κύριος ο Θεός ζηλωτόν όνομα. και εφοβήθησαν εγγίσαι αυτω. εις τον καιρόν εν μηνί των νέων· εν γαρ μηνί των νέων εξήλθες εξ Αιγύπτου. τη δε εβδόμη καταπαύσεις· τω σπόρω και τω αμήτω κατάπαυσις. 32 και μετά ταύτα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 155 . και επεστράφησαν προς αυτόν Ααρών και πάντες οι άρχοντες της συναγωγής. 25 ου σφάξεις επί ζύμη αίμα θυσιασμάτων μου. τα αρσενικά. και εκπορνεύσωσιν αι θυγατέρες σου οπίσω των θεών αυτών. ηνίκα αν αναβαίνης οφθήναι εναντίον Κυρίου του Θεού σου τρεις καιρούς του ενιαυτού. 16 και λάβης των θυγατέρων αυτών τοις υιοίς σου και των θυγατέρων σου δως τοις υιοίς αυτών. 19 παν διανοίγον μήτραν εμοί. και ου κοιμηθήσεται εις το πρωϊ θύματα εορτής του πάσχα. παν πρωτότοκον των υιών σου λυτρώση· ουκ οφθήση ενώπιόν μου κενός. και αι δύο πλάκες επί των χειρών Μωυσή· καταβαίνοντος δε αυτού εκ του όρους. ουχ εψήσεις άρνα εν γάλακτι μητρός αυτού. 20 και πρωτότοκον υποζυγίου λυτρώση προβάτω· εάν δε μη λυτρώση αυτό. παν πρωτότοκον μόσχου και πρωτότοκον προβάτου. 31 και εκάλεσεν αυτούς Μωυσής. 26 τα πρωτογεννήματα της γης σου θήσεις εις τον οίκον Κυρίου του Θεού σου. και εκπορνεύσωσιν οι υιοί σου οπίσω των θεών αυτών. 23 τρεις καιρούς του ενιαυτού οφθήσεται παν αρσενικόν σου ενώπιον Κυρίου του Θεού Ισραήλ· 24 όταν γαρ εκβάλω τα έθνη προ προσώπου σου και πλατύνω τα όριά σου. 15 μη ποτε θής διαθήκην τοις εγκαθημένοις επί της γης. 29 ως δε κατέβαινε Μωυσής εκ του όρους. Μωυσής ουκ ήδει ότι δεδόξασται η όψις του χρώματος του προσώπου αυτού εν τω λαλείν αυτόν αυτω. Θεός ζηλωτής εστι. ουκ επιθυμήσει ουδείς της γης σου. τιμήν δώσεις. καθάπερ εντέταλμαί σοι. 18 και την εορτήν των αζύμων φυλάξη· επτά ημέρας φαγή άζυμα. 21 εξ ημέρας εργά. 27 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν· γράψον σεαυτω τα ρήματα ταύτα· επί γαρ των λόγων τούτων τέθειμαί σοι διαθήκην και τω Ισραήλ. 22 και εορτήν εβδομάδων ποιήσεις μοι. 17 και θεούς χωνευτούς ου ποιήσεις σεαυτω. και καλέσωσί σε. αρχήν θερισμού πυρού. 30 και είδεν Ααρών και πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ τον Μωυσήν και ην δεδοξασμένη η όψις του χρώματος του προσώπου αυτού. και ελάλησεν αυτοίς Μωυσής. 28 και ην εκεί Μωυσής εναντίον Κυρίου τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας· άρτον ουκ έφαγε και ύδωρ ουκ έπιε· και έγραψεν επί των πλακών τα ρήματα ταύτα της διαθήκης.

4 Και είπε Μωυσής προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ λέγων· τούτο το ρήμα. 3 ου καύσετε πυρ εν πάση κατοικία υμών τη ημέρα των σαββάτων· εγώ Κύριος. όσα συνέταξε Κύριος· 10 την σκηνήν και τα παραρύματα και τα κατακαλύμματα και τα διατόνια και τους μοχλούς και τους στύλους 11 και την κιβωτόν του μαρτυρίου και τους αναφορείς αυτής και το ιλαστήριον αυτής και το καταπέτασμα 12 και τα ιστία της αυλής και τους στύλους αυτής 13 και τους λίθους τους της σμαράγδου 14 και το θυμίαμα και το έλαιον του χρίσματος 15 και την τράπεζαν και πάντα τα σκεύη αυτής 16 και την λυχνίαν του φωτός και πάντα τα σκεύη αυτής 17 και το θυσιαστήριον και πάντα τα σκεύη αυτού 18 και τας στολάς τας αγίας Ααρών του ιερέως και τας στολάς. χρυσίον. και εξελθών ελάλει πάσι τοις υιοίς Ισραήλ όσα ενετείλατο αυτω Κύριος. 8 και λίθους σαρδίου και λίθους εις την γλυφήν εις την επωμίδα και τον ποδήρη. ανάπαυσις Κυρίω· πας ο ποιών έργον εν αυτη τελευτάτω. 9 και πας σοφός τη καρδία εν υμίν ελθών εργαζέσθω πάντα. 35 και είδον οι υιοί Ισραήλ το πρόσωπον Μωυσέως ότι δεδόξασται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσήλθον προς αυτόν πάντες οι υιοί Ισραήλ. και περιέθηκε Μωυσής κάλυμμα επί το πρόσωπον εαυτού. ους είπε Κύριος ποιήσαι αυτούς. 6 υάκινθον. επέθηκεν επί το πρόσωπον αυτού κάλυμμα. κόκκινον διπλούν διανενησμένον και βύσσον κεκλωσμένην και τρίχας αιγείας 7 και δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα και δέρματα υακίνθινα και ξύλα άσηπτα. όσα ενετείλατο Κύριος προς αυτόν εν τω όρει Σινά. 2 εξ ημέρας ποιήσεις έργα. αργύριον. ό συνέταξε Κύριος λέγων· 5 λάβετε παρ ‘ υμών αυτών αφαίρεμα Κυρίω· πας ο καταδεχόμενος τη καρδία οίσουσι τας απαρχάς Κυρίω. άγια σάββατα. τη δε ημέρα τη εβδόμη κατάπαυσις. χαλκόν. και ενετείλατο αυτοίς πάντα. πορφύραν. εν αις λειτουργήσουσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 156 . έως αν εισέλθη συλλαλείν αυτω. 33 και επειδή κατέπαυσε λαλών προς αυτούς. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΚΑΙ συνήθροισε Μωυσής πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ και είπεν· ούτοι οι λόγοι. περιηρείτο το κάλυμμα έως του εκπορεύεσθαι. 34 ηνίκα δ ‘ αν εισεπορεύετο Μωυσής έναντι Κυρίου λαλείν αυτω.

και πάντες όσοι ήνεγκαν αφαιρέματα χρυσίου Κυρίω. ήνεγκαν οι υιοί Ισραήλ αφαίρεμα Κυρίω. ων έφερεν η διάνοια αυτών εισελθόντας ποιείν πάντα τα έργα. 23 και παρ ‘ ω ευρέθη βύσσος και δέρματα υακίνθινα και δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα. ήνεγκαν αφαίρεμα Κυρίω εις πάντα τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου και εις πάντα τα κάτεργα αυτής. και εις το έλαιον της χρίσεως και την σύνθεσιν του θυμιάματος. και εις πάσας τας στολάς του αγίου. εκ φυλής Δάν. αις έδοξε τη διανοία αυτών εν σοφία. ήνεγκαν. 22 και ήνεγκαν οι άνδρες παρά των γυναικών. 27 και οι άρχοντες ήνεγκαν τους λίθους της σμαράγδου και τους λίθους της πληρώσεως εις την επωμίδα και το λογείον 28 και τας συνθέσεις. 35 και ενέπλησεν αυτούς σοφίας. ων έφερεν η καρδία αυτών. 30 Και είπε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ· ιδού ανακέκληκεν ο Θεός εξ ονόματος τον Βεσελεήλ τον του Ουρίου τον Ωρ. 24 και πας ο αφαιρών αφαίρεμα. πάντα συνιέναι ποιήσαι τα έργα του αγίου και τα υφαντά και ποικιλτά υφάναι τω κοκκίνω και τη βύσσω. ποιείν παν έργον αρχιτεκτονίας ποικιλίας. 29 και πας ανήρ και γυνή. συνέσεως. ήνεγκαν σφραγίδας και ενώτια και δακτυλίους και εμπλόκια και περιδέξια. και παρ ‘ οίς ευρέθη ξύλα άσηπτα εις πάντα τα έργα της παρασκευής ήνεγκαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 157 . την υάκινθον και την πορφύραν και το κόκκινον και την βύσσον· 26 και πάσαι αι γυναίκες. ήνεγκαν αργύριον και χαλκόν. ένησαν τας τρίχας τας αιγείας. 31 και ενέπλησεν αυτόν πνεύμα θείον σοφίας και συνέσεως και επιστήμης πάντων 32 αρχιτεκτονείν κατά πάντα τα έργα της αρχιτεκτονίας. παν σκεύος χρυσούν. και όσοις έδοξε τη ψυχή αυτών. ποιείν το χρυσίον και το αργύριον και τον χαλκόν 33 και λιθουργήσαι τον λίθον και κατεργάζεσθαι τα ξύλα και ποιείν εν παντί έργω σοφίας· 34 και προβιβάσαι γε έδωκεν εν τη διανοία αυτω τε και τω Ελιάβ τω του Αχισαμάχ. τα αφαιρέματα Κυρίω. 20 και εξήλθε πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ από Μωυσή 21 και ήνεγκαν έκαστος. εκ της φυλής Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν αυταίς. 19 και τους χιτώνας τοις υιοίς Ααρών της ιερατείας και το έλαιον του χρίσματος και το θυμίαμα της συνθέσεως. 25 και πάσα γυνή σοφή τη διανοία ταις χερσί νήθειν ήνεγκαν νενησμένα. διανοίας. όσα συνέταξε Κύριος ποιήσαι αυτά δια Μωυσή. πας ω έδοξε τη διανοία.

ΛΘ 1) τας στολάς των αγίων. έκαστος κατά το αυτού έργον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΞΟΔΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ εποίησε Βεσελεήλ και Ελιάβ και πας σοφός τη διανοία. 8 Και εποίησε πας σοφός εν τοις εργαζομένοις (Κεφ. και αυτοί προσεδέχοντο έτι τα προσφερόμενα παρά των φερόντων το πρωϊ. λίθους μνημοσύνου των υιών Ισραήλ. ωστε συνυφάναι συν τη υακίνθω και τη πορφύρα και συν τω κοκκίνω τω διανενησμένω και τη βύσσω τη κεκλωσμένη. έργον υφαντόν εις άλληλα συμπεπλεγμένον καθ ‘ εαυτό 12 εξ αυτού εποίησαν κατά την αυτού ποίησιν εκ χρυσίου και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. 10 και ετμήθη τα πέταλα του χρυσίου τρίχες. κατά πάντα όσα συνέταξε Κύριος. 3 και έλαβον παρά Μωυσή πάντα τα αφαιρέματα. 2 και εκάλεσε Μωυσής Βεσελεήλ και Ελιάβ και πάντας τους έχοντας την σοφίαν. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και προσκατέλιπον. 9 και εποίησε την επωμίδα εκ χρυσίου και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. ό ειργάζοντο αυτοί. ω εδόθη σοφία και επιστήμη εν αυτοίς συνιέναι ποιείν πάντα τα έργα κατά τα άγια καθήκοντα. 4 και παρεγίνοντο πάντες οι σοφοί οι ποιούντες τα έργα του αγίου. έργον υφαντόν εποίησαν αυτό· 11 επωμίδας συνεχούσας εξ αμφοτέρων των μερών. α ήνεγκαν οι υιοί Ισραήλ εις πάντα τα έργα του αγίου ποιείν αυτά. ω έδωκεν ο Θεός επιστήμην εν τη καρδία. αι εισιν Ααρών τω ιερεί. γεγλυμμένους και εκκεκολαμμένους εγκόλαμμα σφραγίδος εκ των ονομάτων των υιών Ισραήλ· 14 και επέθηκεν αυτούς επί τους ώμους της επωμίδος. 7 και τα έργα ην αυτοίς ικανά εις την κατασκευήν ποιήσαι. 6 και προσέταξε Μωυσής και εκήρυξεν εν τη παρεμβολή λέγων· ανήρ και γυνή μηκέτι εργαζέσθωσαν εις τας απαρχάς του αγίου· και εκωλύθη ο λαός έτι προσφέρειν. έργον υφαντόν ποικιλία κατά το έργον της επωμίδος εκ χρυσίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 158 . 13 και εποίησαν αμφοτέρους τους λίθους της σμαράγδου συμπεπορπημένους και περισεσιαλωμένους χρυσίω. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και πάντας τους εκουσίως βουλομένους προσπορεύεσθαι προς τα έργα. 15 Και εποίησαν λογείον. ωστε συντελείν αυτά. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. όσα συνέταξε Κύριος ποιήσαι. 5 και είπαν προς Μωυσήν· ότι πλήθος φέρει ο λαός κατά τα έργα.

32 και εποίησαν επί του λώματος του υποδύτου κάτωθεν ως εξανθούσης ρόας ροϊσκους. ώαν έχον κύκλω το περιστόμιον αδιάλυτον. 27 και εποίησαν δύο δακτυλίους χρυσούς και επέθηκαν επί τα δύο πτερύγια επ ‘ άκρου του λογείου και επί το άκρον του οπισθίου της επωμίδος έσωθεν. 21 και οι λίθοι ήσαν εκ των ονομάτων των υιών Ισραήλ δώδεκα εκ των ονομάτων αυτών. 35 Και εποίησαν χιτώνας βυσσίνους. εγγεγλυμμένα εις σφραγίδας. έργον υφαντόν. εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης 33 και εποίησαν κώδωνας χρυσούς και επέθηκαν τους κώδωνας επί το λώμα του υποδύτου κύκλω ανά μέσον των ροϊσκων· 34 κώδων χρυσούς και ροϊσκος επί του λώματος του υποδύτου κύκλω εις το λειτουργείν. όλον υακίνθινον· 31 το δε περιστόμιον του υποδύτου εν τω μέσω διϋφασμένον συμπλεκτόν. ο στίχος ο εις· 18 και ο στίχος ο δεύτερος. ίνα μη χαλάται το λογείον από της επωμίδος. έργον εμπλοκίου εκ χρυσίου καθαρού· 23 και εποίησαν δύο ασπιδίσκας χρυσάς και δύο δακτυλίους χρυσούς 24 και επέθηκαν τους δύο δακτυλίους τους χρυσούς επ ‘ αμφοτέρας τας αρχάς του λογείου· 25 και επέθηκαν τα εμπλόκια εκ χρυσίου επί τους δακτυλίους επ ‘ αμφοτέρων των μερών του λογείου και εις τας δύο συμβολάς τα δύο εμπλόκια 26 και επέθηκαν επί τας δύο ασπιδίσκας και επέθηκαν επί τους ώμους της επωμίδος εξεναντίας κατά πρόσωπον. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 22 και εποίησαν επί το λογείον κρωσσούς συμπεπλεγμένους. διπλούν. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. συνεχομένους εκ της υακίνθου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης· 16 τετράγωνον διπλούν εποίησαν το λογείον. σάρδιον και τοπάζιον και σμάραγδος. 17 και συνυφάνθη εν αυτω ύφασμα κατάλιθον τετράστιχον· στίχος λίθων. άνθραξ και σάπφειρος και ίασπις· 19 και ο στίχος ο τρίτος λιγύριον και αχάτης και αμέθυστος· 20 και ο στίχος ο τέταρτος χρυσόλιθος και βηρύλλιον και ονύχιον· περικεκυκλωμένα χρυσίω και συνδεδεμένα χρυσίω. έκαστος εκ του εαυτού ονόματος. 29 και συνέσφιγξε το λογείον από των δακτυλίων των επ ‘ αυτού εις τους δακτυλίους της επωμίδος. έργον υφαντόν. εις τας δώδεκα φυλάς. Ααρών και τοις υιοίς αυτού 36 και τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 159 . 30 Και εποίησαν τον υποδύτην υπό την επωμίδα. σπιθαμής το μήκος και σπιθαμής το εύρος. 28 και εποίησαν δύο δακτυλίους χρυσούς και επέθηκαν επ ‘ αμφοτέρους τους ώμους της επωμίδος κάτωθεν αυτού κατά πρόσωπον κατά την συμβολήν άνωθεν της συνυφής της επωμίδος. συμπεπλεγμένους εις το ύφασμα της επωμίδος.

ΛΗ 9). χρυσίου καθαρού· 39 και έγραψεν επ ‘ αυτού γράμματα εκτετυπωμένα σφραγίδος Αγίασμα Κυρίω· 40 και επέθηκαν επί το λώμα υακίνθυνον. 3 και εποίησαν το καταπέτασμα εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 160 . 13 και επί του νώτου του δευτέρου ένθεν και ένθεν κατά την πύλην της αυλής αυλαίαι πεντεκαίδεκα πήχεων. ωστε επικείσθαι επί την μίτραν άνωθεν. έργον υφάντου Χερουβίμ. 4 και επέθηκαν αυτό επί τέσσαρας στύλους ασήπτους κατακεχρυσωμένους εν χρυσίω και αι κεφαλίδες αυτών χρυσαί. και αι βάσεις αυτών είκοσι· 10 και το κλίτος το προς θάλασσαν αυλαίαι πεντήκοντα πήχεων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κιδάρεις εκ βύσσου και την μίτραν εκ βύσσου και τα περισκελή εκ βύσσου κεκλωσμένης 37 και τας ζώνας αυτών εκ βύσσου και υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ (Κεφ. και αι βάσεις αυτών πέντε χαλκαί. αφόρισμα του αγίου. ιστία 12 πεντεκαίδεκα πήχεων το κατά νώτου. έργον υφάντου Χερουβίμ. (Κεφ. και οι στύλοι αυτών είκοσι. 38 Και εποίησαν το πέταλον το χρυσούν. 7 Και εποίησαν την αυλήν· τα προς λίβα ιστία της αυλής εκ βύσσου κεκλωσμένης εκατόν εφ ‘ εκατόν. 2 οκτώ και είκοσι πήχεων μήκος της αυλαίας της μιάς (το αυτό ην πάσαις) και τεσσάρων πήχεων το εύρος της αυλαίας της μιάς. έργον ποικιλτού. στύλοι αυτών δέκα. 8 και οι στύλοι αυτών είκοσι. και οι στύλοι αυτών τρεις. ΛΣΤ 8) 1 ΚΑΙ εποίησαν τη σκηνή δέκα αυλαίας. 6 και τους στύλους αυτού πέντε και τους κρίκους· και τας κεφαλίδας αυτών και τας ψαλίδας αυτών κατεχρύσωσαν χρυσίω. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και αι βάσεις αυτών δέκα· 11 και το κλίτος το προς ανατολάς πεντήκοντα πήχεων. και αι βάσεις αυτών τρεις. και αι βάσεις αυτών είκοσι· 9 και το κλίτος το προς βορράν εκατόν εφ ‘ εκατόν και το κλίτος το προς νότον εκατόν εφ ‘ εκατόν. και αι βάσεις αυτών τέσσαρες αργυραί. 5 και εποίησαν το καταπέτασμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης.

8 σκιάζοντα ταις πτέρυξιν αυτών επί το ιλαστήριον. 21 και Ελιάβ ο του Αχισαμάχ. και αι βάσεις αυτών τέσσαρες χαλκαί. 20 και Βεσελεήλ ο του Ουρίου. εκ φυλής Ιούδα. 9 Και εποίησε την τράπεζαν την προκειμένην εκ χρυσίου καθαρού· 10 και εχώνευσεν αυτη τέσσαρας δακτυλίους. δύο επί το κλίτος το εν και δύο επί το κλίτος το δεύτερον. εκ φυλής Δάν. πάντες οι στύλοι της αυλής. 3 και εχώνευσεν αυτη τέσσαρας δακτυλίους χρυσούς. 11 και τους διωστήρας της κιβωτού και της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 161 . 2 και κατεχρύσωσεν αυτήν χρυσίω καθαρω έσωθεν και έξωθεν. είκοσι πήχεων το μήκος. καθά συνετάγη Μωυσή. 4 ευρείς τοις διωστήρσιν ωστε αίρειν αυτήν εν αυτοίς. 16 και το καταπέτασμα της πύλης της αυλής έργον ποικιλτού εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου νενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης. και αι κεφαλίδες αυτών περιηργυρωμέναι αργυρίω. 5 και εποίησε το ιλαστήριον επάνωθεν της κιβωτού εκ χρυσίου καθαρού 6 και τους δύο Χερουβίμ χρυσούς. 19 Και αύτη η σύνταξις της σκηνής του μαρτυρίου. 7 Χερούβ ένα επί το άκρον του ιλαστηρίου το εν και Χερούβ ένα επί το άκρον του ιλαστηρίου το δεύτερον. και αι αγκύλαι αυτών αργυραί. εποίησε καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και οι στύλοι περιηργυρωμένοι αργυρίω. ος ηρχιτεκτόνησε τα υφαντά και τα ραφιδευτά και ποικιλτικά υφάναι τω κοκκίνω και τη βύσσω. και αυτοί περιηργυρωμένοι αργυρίω. 15 και αι βάσεις των στύλων αυτών χαλκαί. δύο επί του κλίτους του ενός και δύο επί του κλίτους του δευτέρου. ευρείς ωστε αίρειν τοις διωστήρσιν εν αυτοίς. την λειτουργίαν είναι των Λευιτών δια Ιθάμαρ του υιού Ααρών του ιερέως. και αι κεφαλίδες αυτών περιηργυρωμέναι αργυρίω· 18 και πάντες οι πάσσαλοι της αυλής κύκλω χαλκοί. 14 πάσαι αι αυλαίαι της σκηνής εκ βύσου κεκλωσμένης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ στύλοι αυτών τρεις και αι βάσεις αυτών τρεις. και το ύψος και το εύρος πέντε πήχεων εξισούμενον τοις ιστίοις της αυλής· 17 και οι στύλοι αυτών τέσσαρες. ΛΖ 1) 1 ΚΑΙ εποίησε Βεσελεήλ την κιβωτόν. και αι αγκύλαι αυτών αργυραί. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ (Κεφ.

(Κεφ. α ήσαν τοις ανδράσι τοις καταστασιάσασι μετά της Κορέ συναγωγής. ΛΣΤ 1 34-36) 18 Ούτος περιηργύρωσε τους στύλους και εχώνευσε τω στύλω δακτυλίους χρυσούς και εχρύσωσε τους μοχλούς χρυσίω και κατεχρύσωσε τους στύλους του καταπετάσματος χρυσίω και εποίησε τας αγκύλας χρυσάς. Μ 1 30-31) 2 1 7 και εποίησε τον λουτήρα. στερεόν όλον χρυσούν· 17 και επτά λύχνους επ ‘ αυτής χρυσούς και τας λαβίδας αυτής χρυσάς και τας επαρυστρίδας αυτών χρυσάς. το επ ‘ άκρου του λαμπαδίου. ΛΖ 29) 25 ούτος εποίησε το έλαιον της χρίσεως το άγιον και την σύνθεσιν του θυμιάματος. και τρεις εκ τούτου. (Κεφ. 22 ούτος εποίησε το θυσιαστήριον το χαλκούν εκ των πυρείων των χαλκών. 12 και εποίησε τα σκεύη της τραπέζης. 14 στερεάν τον καυλόν. επί της κορυφής άνωθεν. ίνα ώσιν οι λύχνοι επ ‘ αυτών. αι ενήστευσαν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. χρυσά. και το ενθέμιον το έβδομον. (Κεφ. τρεις εκ τούτου. ΛΗ 8) 26 ούτος εποίησε τον λουτήρα τον χαλκούν και την βάσιν αυτού χαλκήν εκ των κατόπτρων των νηστευσασών. τα τε τρυβλία και τας θυϊσκας και τους κυάθους και τα σπονδεία. καθαρόν έργον μυρεψού. α εστιν επί των άκρων. εξισούμενοι αλλήλοις· 16 και τα λαμπάδια αυτών. ή φωτίζει. 24 ούτος εποίησε θυσιαστηρίω παράθεμα. ΛΗ 20) 21 ούτος εποίησε τους πασσάλους της σκηνής και τους πασσάλους της αυλής χαλκούς. ευρείς τοις μοχλοίς ωστε αίρεν εν αυτοίς το θυσιαστήριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τραπέζης εποίησε και κατεχρύσωσεν αυτούς χρυσίω. 20 ούτος εχώνευσε τας κεφαλίδας τας αργυράς της σκηνής και τας κεφαλίδας τας χαλκάς της θύρας της σκηνής και την πύλην της αυλής και αγκύλας εποίησε τοις στύλοις αργυράς επί των στύλων· ούτος περιηργύρωσεν αυτάς. 13 Και εποίησε την λυχνίαν. και τους καλαμίσκους εξ αμφοτέρων των μερών αυτής· 15 εκ των καλαμίσκων αυτής οι βλαστοί εξέχοντες. ίνα νίπτωνται εξ αυτού Μωυσής και Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών και τους πόδας· εισπορευομένων αυτών εις την σκηνήν του μαρτυρίου ή όταν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 162 . χρυσήν. 23 ούτος εποίησε πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου και το πυρείον αυτού και την βάσιν και τας φιάλας και τας κρεάγρας τας χαλκάς. έργον δικτυωτόν κάτωθεν του πυρείου υπό αυτό έως του ημίσους αυτού. εν οίς σπείσει εν αυτοίς. καρυωτά εξ αυτών· και τα ενθέμια εξ αυτών. εν ή ημέρα έπηξεν αυτήν· (Κεφ. 19 ούτος εποίησε και τους κρίκους της σκηνής χρυσούς και τους κρίκους της αυλής και κρίκους εις το εκτείνειν το κατακάλυμμα άνωθεν χαλκούς. και επέθηκεν αυτω τέσσαρας δακτυλίους εκ των τεσσάρων μερών του παραθέματος του θυσιαστηρίου χαλκούς. (Κεφ.

13 και την καταλειφθείσαν υάκινθον και πορφύραν και το κόκκινον εποίησαν στολάς λειτουργικάς Ααρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσπορεύωνται προς το θυσιαστήριον λειτουργείν. τάλαντον τη κεφαλίδι. ό κατειργάσθη εις τα έργα κατά πάσαν την εργασίαν των αγίων. ενίπτοντο εξ αυτού. κατά τον σίκλον τον άγιον. 4 και εγενήθη τα εκατόν τάλαντα του αργυρίου εις την χώνευσιν των εκατόν κεφαλίδων της σκηνής και εις τας κεφαλίδας του καταπετάσματος. ΛΗ 24) 1 ΠΑΝ το χρυσίον. 3 πας ο παραπορευόμενος την επίσκεψιν από εικοσαετούς και επάνω εις τας εξήκοντα μυριάδας και τρισχίλιοι πεντακόσιοι και πεντήκοντα. ωστε λειτουργείν εν αυταίς εν τω αγίω. καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ (Κεφ. 14 Και ήνεγκαν τας στολάς προς Μωυσήν και την σκηνήν και τα σκεύη αυτής και τας βάσεις και τους μοχλούς αυτής και τους στύλους 15 και την κιβωτόν της διαθήκης και τους διωστήρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 163 . (Κεφ. δραχμή μία τη κεφαλή το ήμισυ του σίκλου. 6 και τους χιλίους επτακοσίους εβδομήκοντα πέντε σίκλους εποίησεν εις τας αγκύλας τοις στύλοις. εγένετο χρυσίου του της απαρχής. και κατεχρύσωσε τας κεφαλίδας αυτών και κατεκόσμησεν αυτούς. ούτως εποίησαν. 12 Τό δε λοιπόν χρυσίον του αφαιρέματος εποίησαν σκεύη εις το λειτουργείν εν αυτοίς έναντι Κυρίου. 5 εκατόν κεφαλίδες εις τα εκατόν τάλαντα. εννέα και είκοσι τάλαντα και επτακόσιοι είκοσι σίκλοι κατά τον σίκλον τον άγιον· 2 και αργυρίου αφαίρεμα παρά των επεσκεμμένων ανδρών της συναγωγής εκατόν τάλαντα και χίλιοι επτακόσιοι εβδομήκοντα πέντε σίκλοι. 8 και εποίησαν εξ αυτού τας βάσεις της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 9 και τας βάσεις της αυλής κύκλω και τας βάσεις της πύλης της αυλής και τους πασσάλους της σκηνής και τους πασσάλους της αυλής κύκλω 10 και το παράθεμα το χαλκούν του θυσιαστηρίου και πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου και πάντα τα εργαλεία της σκηνής του μαρτυρίου. ΛΘ 32) 11 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ. 7 και ο χαλκός του αφαιρέματος εβδομήκοντα τάλαντα και χίλιοι πεντακόσιοι σίκλοι. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή.

ΕΞΟΔΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 εν ημέρα μια του μηνός του πρώτου νουμηνία στήσεις την σκηνήν του μαρτυρίου 3 και θήσεις την κιβωτόν του μαρτυρίου και σκεπάσεις την κιβωτόν τω καταπετάσματι 4 και εισοίσεις την τράπεζαν και προθήσεις την πρόθεσιν αυτής και εισοίσεις την λυχνίαν και επιθήσεις τους λύχνους αυτής. 9 και αγιάσεις το θυσιαστήριον. αι εισιν Ααρών. και τας διφθέρας δέρματα κριών ηρυθροδανωμένα και τα καλύμματα υακίνθινα και των λοιπών τα επικαλύμματα και τους πασσάλους και πάντα τα εργαλεία τα εις τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου· 22 όσα συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 23 και είδε Μωυσής πάντα τα έργα. και το έλαιον του φωτός 18 και την τράπεζαν της προθέσεως και πάντα τα σκεύη αυτής. και τας στολάς των υιών αυτού εις την ιερατείαν 20 και τα ιστία της αυλής και τους στύλους και το καταπέτασμα της θύρας της σκηνής και της πύλης της αυλής. και έσται το θυσιαστήριον άγιον των αγίων. λύχνους της καύσεως. ούτως εποίησαν αυτά· και ευλόγησεν αυτούς Μωυσής. 7 και λήψη το έλαιον του χρίσματος και χρίσεις την σκηνήν και πάντα τα εν αυτη και αγιάσεις αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής και έσται αγία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτής και το θυσιαστήριον και πάντα τα σκεύη αυτού 16 και το έλαιον της χρίσεως και το θυμίαμα της συνθέσεως και την λυχνίαν την καθαράν 17 και τους λύχνους αυτής. 8 και χρίσεις το θυσιαστήριον των καρπωμάτων και πάντα τα σκεύη αυτού. 19 και τας στολάς του αγίου. 5 και θήσεις το θυσιαστήριον το χρυσούν εις το θυμιάν εναντίον της κιβωτού και επιθήσεις κάλυμμα καταπετάσματος επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου 6 και το θυσιαστήριον των καρπωμάτων θήσεις παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και περιθήσεις την σκηνήν και πάντα τα αυτής αγιάσεις κύκλω. ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ πάσαν την αποσκευήν. 21 και πάντα τα σκεύη της σκηνής και πάντα τα εργαλεία αυτής. και τους άρτους τους προκειμένους. και ήσαν πεποιηκότες αυτά ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 10 και προσάξεις Ααρών και τους υιούς αυτού επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και λούσεις αυτούς ύδατι 11 και ενδύσεις Ααρών τας στολάς τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 164 .

ότι επεσκίαζεν επ ‘ αυτήν η νεφέλη και δόξης Κυρίου ενεπλήσθη η σκηνή. έξωθεν του καταπετάσματος της σκηνής. νουμηνία εστάθη η σκηνή· 16 και έστησε Μωυσής την σκηνήν. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 28 Και εκάλυψεν η νεφέλη την σκηνήν του μαρτυρίου. καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 14 και εποίησε Μωυσής πάντα. ούτως εποίησε. εις τας γενεάς αυτών. ανεζεύγνυσαν οι υιοί Ισραήλ συν τη απαρτία αυτών· 31 ει δε μη ανέβη η νεφέλη. 21 και προέθηκεν επ ‘ αυτής άρτους της προθέσεως έναντι Κυρίου. και δόξης Κυρίου επλήσθη η σκηνή· 29 και ουκ ηδυνάσθη Μωυσής εισελθείν εις την σκηνήν του μαρτυρίου. και συνετέλεσε Μωυσής πάντα τα έργα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγίας και χρίσεις αυτόν και αγιάσεις αυτόν. και ιερατεύσουσί μοι· και έσται ωστε είναι αυτοίς χρίσμα ιερατείας εις τον αιώνα. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 22 και έθηκε την λυχνίαν εις την σκηνήν του μαρτυρίου εις το κλίτος της σκηνής το προς νότον 23 και επέθηκε τους λύχνους αυτής έναντι Κυρίου. εν πάσαις ταις αναζυγαίς αυτών. 15 Και εγένετο εν τω μηνί τω πρώτω. ης ανέβη η νεφέλη· 32 νεφέλη γαρ ην επί της σκηνής ημέρας και πυρ ην επ ‘ αυτής νυκτός εναντίον παντός Ισραήλ. τω δευτέρω έτει. ον τρόπον ήλειψας τον πατέρα αυτών. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. όσα ενετείλατο αυτω Κύριος. ουκ ανεζεύγνυσαν έως ημέρας. 24 και έθηκε το θυσιαστήριον το χρυσούν εν τη σκηνή του μαρτυρίου απέναντι του καταπετάσματος 25 και εθυμίασεν επ ‘ αυτού θυμίαμα της συνθέσεως. και επέθηκε το κατακάλυμμα της σκηνής επ ‘ αυτήν άνωθεν. και επέθηκε το κατακάλυμμα του καταπετάσματος και εσκέπασε την κιβωτόν του μαρτυρίου. 30 ηνίκα δ ‘ αν ανέβη η νεφέλη από της σκηνής. ------------------------------------------------------Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 165 . 18 και λαβών τα μαρτύρια ενέβαλεν εις την κιβωτόν και υπέθηκε τους διωστήρας υπό την κιβωτόν 19 και εισήνεγκε την κιβωτόν εις την σκηνήν. και επέθηκε τας κεφαλίδας και διενέβαλε τους μοχλούς και έστησε τους στύλους 17 και εξέτεινε τας αυλαίας επί την σκηνήν. και ιερατεύσει μοι· 12 και τους υιούς αυτού προσάξεις και ενδύσεις αυτούς χιτώνας 13 και αλείψεις αυτούς. εκπορευομένων αυτών εξ Αιγύπτου. 20 και επέθηκε την τράπεζαν εις την σκηνήν του μαρτυρίου επί το κλίτος της σκηνής του μαρτυρίου το προς βορράν. 26 και το θυσιαστήριον των καρπωμάτων έθηκε παρά τας θύρας της σκηνής 27 και έστησε την αυλήν κύκλω της σκηνής και του θυσιαστηρίου.

3 εάν ολοκαύτωμα το δώρον αυτού εκ των βοών. δεκτόν αυτω εξιλάσασθαι περί αυτού. ή από των περιστερών το δώρον αυτού. 12 και διελούσιν αυτό κατά μέλη και την κεφαλήν και το στέαρ. και επιθήσουσιν οι ιερείς τα πάντα επί το θυσιαστήριον· κάρπωμά εστι. και επιθήσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 166 . οσμή ευωδίας τω Κυρίω. 4 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του καρπώματος. 7 και επιθήσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς πυρ επί το θυσιαστήριον και επιστοιβάσουσι ξύλα επί το πυρ. και ελάλησε Κύριος αυτω εκ της σκηνής του μαρτυρίου λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ανεκάλεσε Μωυσήν. 6 και εκδείραντες το ολοκαύτωμα μελιούσιν αυτό κατά μέλη. 5 και σφάξουσι τον μόσχον έναντι Κυρίου. και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος εξ υμών εάν προσαγάγη δώρα τω Κυρίω. και προσχεούσι το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω το επί των θυρών της σκηνής του μαρτυρίου. άρσεν άμωμον προσάξει αυτό και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν αυτού. και προσοίσει ο ιερεύς τα πάντα και επιθήσει επί το θυσιαστήριον· κάρπωμά εστι. οσμή ευωδίας τω Κυρίω. 11 και σφάξουσιν αυτό εκ πλαγίων του θυσιαστηρίου προς βορράν έναντι Κυρίου και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα αυτού επί το θυσιαστήριον κύκλω. και επιστοιβάσουσιν οι ιερείς αυτά επί τα ξύλα τα επί του πυρός τα επί του θυσιαστηρίου. θυσία. 14 Εάν δε από των πετεινών κάρπωμα προσφέρη δώρον αυτού τω Κυρίω. εις ολοκαυτώματα. άρσεν άμωμον προσάξει· προς την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προσοίσει αυτό δεκτόν εναντίον Κυρίου. από των κτηνών και από των βοών και από των προβάτων προσοίσετε τα δώρα υμών. 8 και επιστοιβάσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς τα διχοτομήματα και την κεφαλήν και το στέαρ επί τα ξύλα τα επί του πυρός τα όντα επί του θυσιαστηρίου. και προσοίσει από των τρυγόνων. 13 και τα εγκοίλια και τους πόδας πλυνούσιν ύδατι. 15 και προσοίσει αυτό ο ιερεύς προς το θυσιαστήριον και αποκνίσει την κεφαλήν. 10 Εάν δε από των προβάτων το δώρον αυτού τω Κυρίω. και προσοίσουσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα. 9 τα δε εγκοίλια και τους πόδας πλυνούσιν ύδατι. θυσία. από τε των αρνών και των ερίφων.

ην αν προσφέρητε Κυρίω. θυσία. 10 το δε καταλειφθέν από της θυσίας. εάν δε προσφέρη δώρον θυσίαν πεπεμμένην εν κλιβάνω. επί τα ξύλα τα επί του πυρός· κάρπωμά εστι. Ααρών και τοις υιοίς αυτού· άγια των αγίων από των καρπωμάτων Κυρίου. και επιθήσει αυτό ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον. 3 και το λοιπόν από της θυσίας Ααρών και τοις υιοίς αυτού· άγιον των αγίων από των θυσιών Κυρίου. και επιχεείς επ ‘ αυτά έλαιον. και δραξάμενος απ ‘ αυτής πλήρη την δράκα από της σεμιδάλεως συν τω ελαίω και πάντα τον λίβανον αυτής. 12 δώρον απαρχής προσοίσετε αυτά Κυρίω. 7 εάν δε θυσία από τηγάνου το δώρόν σου. οσμή ευωδίας τω Κυρίω. θυσία εστί Κυρίω. σεμίδαλις πεφυραμένη εν ελαίω. άρτους αζύμους πεφυραμένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα διακεχρισμένα εν ελαίω. και επιχεεί επ ‘ αυτό έλαιον και επιθήσει επ ‘ αυτό λίβανον· θυσία εστί. 13 και παν δώρον θυσίας υμών αλί αλισθήσεται· ου διαπαύσατε άλας διαθήκης Κυρίου από θυσιασμάτων υμών. οσμή ευωδίας τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ στραγγιεί το αίμα προς την βάσιν του θυσιαστηρίου. 5 εάν δε θυσία από τηγάνου το δώρόν σου. δώρον Κυρίω εκ σεμιδάλεως. 2 και οίσει προς τους υιούς Ααρών τους ιερείς. επί δε το θυσιαστήριον ουκ αναβιβασθήσεται εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. σεμίδαλις έσται το δώρον αυτού. και επιθήσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· κάρπωμα. και επιθήσει ο ιερεύς το μνημόσυνον αυτής επί το θυσιαστήριον· θυσία. 14 εάν δε προσφέρης θυσίαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 167 . 6 και διαθρύψεις αυτά κλάσματα. σεμίδαλις εν ελαίω ποιηθήσεται. 8 και προσοίσει την θυσίαν. επί παντός δώρου υμών προσοίσετε Κυρίω τω Θεω υμών άλας. ου ποιήσετε ζυμωτόν· πάσαν γαρ ζύμην και παν μέλι ου προσοίσετε απ ‘ αυτού. και προσοίσει προς τον ιερέα· και προσεγγίσας προς το θυσιαστήριον 9 αφελεί ο ιερεύς από της θυσίας το μνημόσυνον αυτής. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΑΝ δε ψυχή προσφέρη δώρον θυσίαν τω Κυρίω. 17 και εκκλάσει αυτό εκ των πτερύγων και ου διελεί. 11 Πάσαν θυσίαν. άζυμά εστι. ην αν ποιήση εκ τούτων τω Κυρίω. καρπώσαι Κυρίω. 16 και αφελεί τον πρόλοβον συν τοις πτεροίς και εκβαλεί αυτό παρά το θυσιαστήριον κατά ανατολάς εις τον τόπον της σποδού. οσμή ευωδίας τω Κυρίω.

ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΑΝ δε θυσία σωτηρίου το δώρον αυτού τω Κυρίω. και σφάξει αυτό εναντίον Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. άμωμον προσάξει αυτό έναντι Κυρίου. 16 και ανοίσει ο ιερεύς το μνημόσυνον αυτής από των χίδρων συν τω ελαίω και πάντα τον λίβανον αυτής· κάρπωμά εστι τω Κυρίω. εάν τε θήλυ. εάν μεν εκ των βοών αυτού προσαγάγη. και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. και προσοίσεις την θυσίαν των πρωτογεννημάτων 15 και επιχεείς επ ‘ αυτήν έλαιον και επιθήσεις επ ‘ αυτήν λίβανον· θυσία εστί. 2 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν του δώρου. κάρπωμα Κυρίω. και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων κύκλω. και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελών. 8 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν του δώρου αυτού και σφάξει αυτό παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 10 και αμφοτέρους τους νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. το επί των μηρίων. νέα πεφρυγμένα χίδρα ερικτά τω Κυρίω. το στέαρ και την οσφύν άμωμον (συν ταις ψόαις περιελεί αυτό) και παν το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν. άμωμον προσοίσει αυτό. 7 εάν άρνα προσαγάγη το δώρον αυτού. 11 ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· οσμή ευωδίας. προσάξει αυτό έναντι Κυρίου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 168 . άρσεν ή θήλυ. το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 4 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. 6 Εάν δε από των προβάτων το δώρον αυτού θυσία σωτηρίου τω Κυρίω. 5 και ανοίσουσιν αυτά οι υιοί Ααρών οι ιερείς επί το θυσιαστήριον επί τα ολοκαυτώματα επί τα ξύλα τα επί του πυρός επί του θυσιαστηρίου· κάρπωμα. οσμήν ευωδίας Κυρίω. 3 και προσάξουσιν από της θυσίας του σωτηρίου κάρπωμα Κυρίω. και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί. 9 και προσοίσει από της θυσίας του σωτηρίου κάρπωμα τω Κυρίω. εάν τε άρσεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρωτογεννημάτων τω Κυρίω. το επί των μηρίων.

κατά το καταπέτασμα το άγιον· 7 και επιθήσει ο ιερεύς από του αίματος του μόσχου επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου του θυμιάματος της συνθέσεως του εναντίον Κυρίου. 16 και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον· κάρπωμα. παν το στέαρ τω Κυρίω· 17 νόμιμον εις τον αιώνα εις τας γενεάς υμών. και προσρανεί από του αίματος επτάκις έναντι Κυρίου. 5 και λαβών ο ιερεύς ο χριστός ο τετελειωμένος τας χείρας από του αίματος του μόσχου και εισοίσει αυτό εις την σκηνήν του μαρτυρίου 6 και βάψει ο ιερεύς τον δάκτυλον εις το αίμα. 14 και ανοίσει απ ‘ αυτού κάρπωμα Κυρίω το στέαρ το κατακαλύπτον την κοιλίαν και παν το στέαρ το επί της κοιλίας 15 και αμφοτέρους τους νεφρούς και παν το στέαρ το επ ‘ αυτών. 13 και επιθήσει τας χείρας επί την κεφαλήν αυτού. και σφάξουσιν αυτό έναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. οσμή ευωδίας τω Κυρίω. το στέαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 169 . ων ου δεί ποιείν. ό εστιν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· και παν το αίμα του μόσχου εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων. και επιθήσει την χείρα αυτού επί την κεφαλήν του μόσχου έναντι Κυρίου. μόσχον εκ βοών άμωμον τω Κυρίω περί της αμαρτίας. και ποιήσει εν τι απ ‘ αυτών· 3 εάν μεν ο αρχιερεύς ο κεχρισμένος αμάρτη του τον λαόν αμαρτείν. ό εστι παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 4 και προσάξει τον μόσχον παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου έναντι Κυρίου. λέγων· ψυχή εάν αμάρτη έναντι Κυρίου ακουσίως από πάντων των προσταγμάτων Κυρίου. 8 και παν το στέαρ του μόσχου του της αμαρτίας περιελεί απ ‘ αυτού. και τον λοβόν του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί. και προσάξει περί της αμαρτίας αυτού. και σφάξει τον μόσχον ενώπιον Κυρίου. το επί των μηρίων. και προσχεούσιν οι υιοί Ααρών οι ιερείς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. εν πάση κατοικία υμών· παν στέαρ και παν αίμα ουκ έδεσθε. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ. και προσάξει έναντι Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 Εάν δε από των αιγών το δώρον αυτού. ης ήμαρτε.

αμαρτία συναγωγής εστιν. ό εστιν επί των μηρίων. και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς περιελεί αυτό. και ποιήση μίαν από πασών των εντολών Κυρίου του Θεού αυτού. και σφάξουσιν αυτόν εν τόπω. και προσάξει αυτόν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 14 και γνωσθή αυτοίς η αμαρτία. ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα ενώπιον Κυρίου· αμαρτία εστί. ακουσίως. ό εστιν ενώπιον Κυρίου. ην ήμαρτεν εν αυτη. ον τρόπον εποίησε τον μόσχον τον της αμαρτίας. ό εστιν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· και το παν αίμα εκχεεί προς την βάσιν του θυσιαστηρίου των καρπώσεων. και κατακαύσουσιν αυτόν επί ξύλων εν πυρί· επί της εκχύσεως της σποδιάς καυθήσεται. 21 και εξοίσουσι τον μόσχον όλον έξω της παρεμβολής και κατακαύσουσι τον μόσχον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το κατακαλύπτον τα ενδόσθια και παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων 9 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. ου εκχεούσι την σποδιάν. 20 και ποιήσει τον μόσχον. 19 και το παν στέαρ περιελεί απ ‘ αυτού και ανοίσει επί το θυσιαστήριον. ην ήμαρτον εν αυτη. 25 και επιθήσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 170 . 13 Εάν δε πάσα συναγωγή Ισραήλ αγνοήση ακουσίως και λάθη ρήμα εξ οφθαλμών της συναγωγής και ποιήσωσι μίαν από πασών των εντολών Κυρίου. και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον της καρπώσεως. 22 εάν δε ο άρχων αμάρτη. 11 και το δέρμα του μόσχου και πάσαν αυτού την σάρκα συν τη κεφαλή και τοις ακρωτηρίοις και τη κοιλία και τη κόπρω 12 και εξοίσουσιν όλον τον μόσχον έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν. 23 και γνωσθή αυτω η αμαρτία. και πλημμελήσωσι. ον τρόπον κατέκαυσαν τον μόσχον τον πρότερον. ούτω ποιηθήσεται· και εξιλάσεται περί αυτών ο ιερεύς. του προς τη θύρα της σκηνής του μαρτυρίου. και αμάρτη και πλημμελήση. ή ου ποιηθήσεται. 10 ον τρόπον αφαιρείται αυτό από του μόσχου του της θυσίας του σωτηρίου. 15 και επιθήσουσιν οι πρεσβύτεροι της συναγωγής τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του μόσχου έναντι Κυρίου και σφάξουσι τον μόσχον έναντι Κυρίου 16 και εισοίσει ο ιερεύς ο χριστός από του αίματος του μόσχου εις την σκηνήν του μαρτυρίου· 17 και βάψει ο ιερεύς τον δάκτυλον από του αίματος του μόσχου και ρανεί επτάκις έναντι Κυρίου. και αφεθήσεται αυτοίς η αμαρτία. κατενώπιον του καταπετάσματος του αγίου· 18 και από του αίματος επιθήσει ο ιερεύς επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των θυμιαμάτων της συνθέσεως. άρσεν άμωμον. 24 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του χιμάρου. και προσάξει η συναγωγή μόσχον εκ βοών άμωμον περί της αμαρτίας. και προσοίσει το δώρον αυτού χίμαρον εξ αιγών. ή ου ποιηθήσεται.

26 και το παν στέαρ αυτού ανοίσει επί το θυσιαστήριον. θήλειαν άμωμον οίσει περί της αμαρτίας. ή ου ποιηθήσεται. ην ήμαρτεν εν αυτη. και αφεθήσεται αυτω. ον τρόπον περιαιρείται στέαρ προβάτου εκ της θυσίας του σωτηρίου. και αφεθήσεται αυτω. 31 και παν το στέαρ περιελεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο ιερεύς από του αίματος του της αμαρτίας τω δακτύλω επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων και το παν αίμα αυτού εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων. ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα. και επιθήσει αυτό ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον επί το ολοκαύτωμα Κυρίου. 2 η ψυχή εκείνη. ωσπερ το στέαρ θυσίας σωτηρίου. 29 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του αμαρτήματος αυτού και σφάξουσι την χίμαιραν την της αμαρτίας εν τω τόπω. εάν μη απαγγείλη. και ανοίσει ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς. και αφεθήσεται αυτω. 35 και παν αυτού το στέαρ περιελεί. εν τω ποιήσαι μίαν από πασών των εντολών Κυρίου. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας. ήτις εάν άψηται παντός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 171 . ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΕΑΝ δε ψυχή αμάρτη. και επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων· και παν το αίμα αυτής εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου. και ούτος μάρτυς. ή σύνοιδεν. και ακούση φωνήν ορκισμού. ης ήμαρτε. 33 και επιθήσει την χείρα επί την κεφαλήν του της αμαρτίας. θήλυ άμωμον προσοίσει αυτό. και σφάξουσιν αυτό εν τόπω. και πλημμελήση. ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα. ή εώρακεν. 28 και γνωσθή αυτω η αμαρτία. και παν αυτού το αίμα εκχεεί παρά την βάσιν του θυσιαστηρίου της ολοκαυτώσεως. ης ήμαρτε. 27 εάν δε ψυχή μία αμάρτη ακουσίως εκ του λαού της γης. 34 και λαβών ο ιερεύς από του αίματος του της αμαρτίας τω δακτύλω. ον τρόπον περιαιρείται στέαρ από θυσίας σωτηρίου. και οίσει χίμαιραν εξ αιγών. 30 και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος αυτής τω δακτύλω. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς από της αμαρτίας αυτού. επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου της ολοκαρπώσεως. 32 εάν δε πρόβατον προσενέγκη το δώρον αυτού περί της αμαρτίας. λήψεται την αμαρτίαν.

και αφεθήσεται αυτω. 8 και οίσει αυτά προς τον ιερέα. ης ήμαρτεν. μετά τούτο δε γνω. τω σίκλω των αγίων. τιμής αργυρίου σίκλων. αμνάδα ή χίμαιραν εξ αιγών. ότι περί αμαρτίας εστί· 12 και οίσει αυτό προς τον ιερέα. το μνημόσυνον αυτής επιθήσει επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων Κυρίω· αμαρτία εστί. θήλυ από των προβάτων. 10 και το δεύτερον ποιήσει ολοκάρπωμα. ης αν αψάμενος μιανθή. και αφεθήσεται αυτω η αμαρτία. ή θηριαλώτου ακαθάρτου. και πλημμελήση· 4 η ψυχή. 13 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού. περί αμαρτίας· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού. περί ου επλημμέλησε. αφ ‘ ενός τούτων. ως η θυσία της σεμιδάλεως. ή αν ομόση διαστέλλουσα τοις χείλεσι κακοποιήσαι ή καλώς ποιήσαι κατά πάντα. και έλαθεν αυτόν. το δε κατάλοιπον του αίματος καταστραγγιεί επί την βάσιν του θυσιαστηρίου· αμαρτία γαρ εστι. ή θνησιμαίου. οίσει περί της αμαρτίας αυτού. όσα εάν διαστείλη ο άνθρωπος μεθ ‘ όρκου. περί ου ήμαρτε. περί της αμαρτίας ης ήμαρτε. από πάσης ακαθαρσίας αυτού. και λάθη αυτόν προ οφθαλμών. 3 ή άψηται από ακαθαρσίας ανθρώπου. και το επίπεμπτον προσθήσει επ ‘ αυτό και δώσει αυτό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 172 . ης ήμαρτε. και δραξάμενος ο ιερεύς απ ‘ αυτής πλήρη την δράκα. και αμάρτη εν τι τούτων. ή δύο νεοσσούς περιστερών Κυρίω. και εξιλάσεται ο ιερεύς περί της αμαρτίας αυτού. ένα περί αμαρτίας και ένα εις ολοκαύτωμα. το δε καταλειφθέν έσται τω ιερεί. 14 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν. 11 εάν δε μη ευρίσκη η χείρ αυτού ζεύγος τρυγόνων. ης ήμαρτε. 16 και ό ήμαρτεν από των αγίων αποτίσει αυτό. και οίσει το δώρον αυτού. λέγων· 15 ψυχή ή αν λάθη αυτόν λήθη και αμάρτη ακουσίως από των αγίων Κυρίου. 5 και εξαγορεύσει την αμαρτίαν. περί ων ημάρτηκε κατ ‘ αυτής. ή των θνησιμαίων βδελυγμάτων των ακαθάρτων. και ου διελεί· 9 και ρανεί από του αίματος του περί της αμαρτίας επί τον τοίχον του θυσιαστηρίου. και προσάξει ο ιερεύς το περί της αμαρτίας πρότερον· και αποκνίσει ο ιερεύς την κεφαλήν αυτού από του σφονδύλου. και αφεθήσεται αυτω. και οίσει της πλημμελείας αυτού τω Κυρίω κριόν άμωμον εκ των προβάτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πράγματος ακαθάρτου. ως καθήκει. ή δύο νεοσσούς περιστερών. ουδέ επιθήσει επ ‘ αυτω λίβανον. 7 Εάν δε μη ισχύη η χείρ αυτού το ικανόν εις το πρόβατον. ή των θνησιμαίων κτηνών των ακαθάρτων. ης ήμαρτε. δύο τρυγόνας. και ούτος γνω. 6 και οίσει περί ων επλημμέλησε Κυρίω. το δέκατον του οιφί σεμιδάλεως περί αμαρτίας· ουκ επιχεεί επ ‘ αυτό έλαιον.

ωστε αμαρτείν εν τούτοις. και παραθήσει αυτό εχόμενον του θυσιαστηρίου. και αποδω το άρπαγμα. ην εύρεν. ήτις παρετέθη αυτω. και πλημμελήση και λάβη την αμαρτίαν. 18 και οίσει κριόν άμωμον εκ των προβάτων. ου σβεσθήσεται. ό ηδίκησεν. 23 και έσται ηνίκα εάν αμάρτη και πλημμελήση. εις ό επλημμέλησε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω ιερεί· και ο ιερεύς εξιλάσεται περί αυτού εν τω κριω της πλημμελείας. ων ου δεί ποιείν. 4 και εκδύσεται την στολήν αυτού και ενδύσεται στολήν άλλην. ων εποίησε και επλημμέλησεν αυτω. ό ήρπασεν. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι Ααρών και τοις υιοίς αυτού. ων εάν ποιήση ο άνθρωπος. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί της αγνοίας αυτού. 24 από παντός πράγματος. και αφεθήσεται αυτω περί ενός από πάντων. από του θυσιαστηρίου. ην αν καταναλώση το πυρ. και εξοίσει την κατακάρπωσιν έξω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 173 . και ουκ έγνω. ή το αδίκημα. ου ώμοσε περί αυτού αδίκως. και αποτίσει αυτό το κεφάλαιον και το επίπεμπτον προσθήσει επ ‘ αυτό· τίνος εστίν. τιμής. λέγων· ούτος ο νόμος της ολοκαυτώσεως· αυτή η ολοκαύτωσις επί της καύσεως αυτής επί του θυσιαστηρίου όλην την νύκτα έως το πρωϊ. 25 και της πλημμελείας αυτού οίσει τω Κυρίω κριόν από των προβάτων άμωμον. ης ηγνόησε. αυτω αποδώσει ή ημέρα ελεγχθή. και το πυρ του θυσιαστηρίου καυθήσεται επ ‘ αυτού. και αφεθήσεται αυτω. ή την απώλειαν. και αφελεί την κατακάρπωσιν. 3 και ενδύσεται ο ιερεύς χιτώνα λινούν και περισκελές λινούν ενδύσεται περί το σώμα αυτού. 20 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 21 ψυχή ή εάν αμάρτη και παριδών παρίδη τας εντολάς Κυρίου και ψεύσηται τα προς τον πλησίον εν παραθήκη ή περί κοινωνίας ή περί αρπαγής ή ηδίκησέ τι τον πλησίον 22 ή εύρεν απώλειαν και ψεύσηται περί αυτής και ομόση αδίκως περί ενός από πάντων. τιμής αργυρίου εις πλημμέλειαν προς τον ιερέα. και αφεθήσεται αυτω· 19 επλημμέλησε γαρ πλημμελεία έναντι Κυρίου. την ολοκαύτωσιν. ή την παραθήκην. 17 Και η ψυχή ή αν αμάρτη και ποιήση μίαν από πασών των εντολών Κυρίου. 26 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου. και αυτός ουκ ήδει.

ος εάν ραντισθή επ ‘ αυτό. ων εάν εισενεχθή από του αίματος αυτών εις την σκηνήν του μαρτυρίου εξιλάσασθαι εν τω αγίω. εκτρίψει αυτό και εκκλύσει ύδατι. συντριβήσεται· εάν δε εν σκεύει χαλκω εψηθή. ελικτά. ωσπερ το της αμαρτίας και ωσπερ το της πλημμελείας. πλυθήσεται εν τόπω αγίω. ή αν χρίσης αυτόν· το δέκατον του οιφί σεμιδάλεως εις θυσίαν δια παντός. 23 και πάντα τα περί της αμαρτίας. ην προσάξουσιν αυτήν οι υιοί Ααρών έναντι Κυρίου απέναντι του θυσιαστηρίου· 8 και αφελεί απ ‘ αυτού τη δρακί από της σεμιδάλεως της θυσίας συν τω ελαίω αυτής και συν παντί τω λιβάνω αυτής τα όντα επί της θυσίας και ανοίσει επί το θυσιαστήριον κάρπωμα. 7 Ούτος ο νόμος της θυσίας. εν αυλή της σκηνής του μαρτυρίου έδονται αυτήν. το μνημόσυνον αυτής τω Κυρίω. πεφυραμένην οίσει αυτήν. θυσίαν εκ κλασμάτων. 14 επί τηγάνου εν ελαίω ποιηθήσεται. 16 και πάσα θυσία ιερέως ολόκαυτος έσται και ου βρωθήσεται. άπαν επιτελεσθήσεται. σφάξουσι τα περί της αμαρτίας έναντι Κυρίου· άγια αγίων εστίν. 21 και σκεύος οστράκινον. το ήμισυ αυτής το πρωϊ. 11 παν αρσενικόν των ιερέων έδονται αυτήν· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών από των καρπωμάτων Κυρίου. και το ήμισυ αυτής το δειλινόν. ου εάν εψηθή εν αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν. 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού λέγων· ούτος ο νόμος της αμαρτίας· εν τόπω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 174 . ου σφάζουσι το ολοκαύτωμα. αγιασθήσεται. οσμήν ευωδίας. 10 ου πεφθήσεται εζυμωμένη· μερίδα αυτήν έδωκα αυτοίς από των καρπωμάτων Κυρίου· άγια αγίων εστίν. εν αυλή της σκηνής του μαρτυρίου. 20 πας ο απτόμενος των κρεών αυτής αγιασθήσεται· και ω εάν επιρραντισθή από του αίματος αυτής επί το ιμάτιον. θυσίαν εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. ό προσοίσουσι Κυρίω εν τη ημέρα. 9 το δε καταλειφθέν απ ‘ αυτής έδεται Ααρών και οι υιοί αυτού· άζυμα βρωθήσεται εν τόπω αγίω. 15 ο ιερεύς ο χριστός αντ ‘ αυτού εκ των υιών αυτού ποιήσει αυτήν· νόμος αιώνιος. ου σβεσθήσεται. 19 ο ιερεύς ο αναφέρων αυτήν έδεται αυτήν· εν τόπω αγίω βρωθήσεται. 5 και πυρ επί το θυσιαστήριον καυθήσεται απ ‘ αυτού και ου σβεσθήσεται. 12 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 13 τούτο το δώρον Ααρών και των υιών αυτού. πας ος εάν άψηται αυτών. και καύσει επ ‘ αυτού ο ιερεύς ξύλα το πρωϊ πρωϊ· και στοιβάσει επ ‘ αυτού την ολοκαύτωσιν και επιθήσει επ ‘ αυτό το στέαρ του σωτηρίου· 6 και πυρ δια παντός καυθήσεται επί το θυσιαστήριον. 22 πας άρσην εν τοις ιερεύσι φάγεται αυτά· άγια αγίων εστί Κυρίω. ου βρωθήσεται· εν πυρί κατακαυθήσεται.

αυτω έσται. και τον λοβόν τον επί του ήπατος συν τοις νεφροίς. εν τόπω αγίω έδονται αυτά· άγια αγίων εστίν. την αμαρτίαν λήψεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ ούτος ο νόμος του κριού του περί της πλημμελείας· άγια αγίων εστίν. και τη αύριον· 17 και το καταλειφθέν από των κρεών της θυσίας έως ημέρας τρίτης. 12 εάν μεν περί αινέσεως προσφέρη αυτήν. ην προσοίσουσι Κυρίω. βρωθήσεται. 14 και προσάξει εν από πάντων των δώρων αυτού. περιελεί αυτά. λάγανα άζυμα διακεχρισμένα εν ελαίω και σεμίδαλιν πεφυραμένην εν ελαίω· 13 επ ‘ άρτοις ζυμίταις προσοίσει τα δώρα αυτού επί θυσία αινέσεως σωτηρίου. 11 Ούτος ο νόμος θυσίας σωτηρίου. 18 εάν δε φαγών φάγη από των κρεών τη ημέρα τη τρίτη. ης προσφέρει αυτός. 9 και πάσα θυσία. 15 και τα κρέα θυσίας αινέσεως σωτηρίου αυτω έσται. του ιερέως του προσφέροντος αυτήν. 7 ωσπερ το περί της αμαρτίας. το δέρμα της ολοκαυτώσεως. 3 και παν το στέαρ αυτού προσοίσει απ ‘ αυτού. ήτις ποιηθήσεται εν τω κλιβάνω. ή αν ημέρα προσαγάγη την θυσίαν αυτού. 16 και εάν ευχή ή. και προσοίσει επί της θυσίας της αινέσεως άρτους εκ σεμιδάλεως αναπεποιημένους εν ελαίω. και το αίμα προσχεεί επί την βάσιν του θυσιαστηρίου κύκλω. 5 και ανοίσει αυτά ο ιερεύς επί το θυσιαστήριον κάρπωμα τω Κυρίω· περί πλημμελείας εστί. εν πυρί κατακαυθήσεται. 10 και πάσα θυσία αναπεποιημένη εν ελαίω και μη αναπεποιημένη πάσι τοις υιοίς Ααρών έσται. αυτω έσται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 175 . αφαίρεμα Κυρίω. εκάστω το ίσον. σφάξουσι τον κριόν της πλημμελείας έναντι Κυρίου. ου λογισθήσεται αυτω. ή εκούσιον θυσιάζη το δώρον αυτού. αυτω έσται. νόμος εις αυτών· ο ιερεύς όστις εξιλάσσεται εν αυτω. 8 και ο ιερεύς ο προσάγων ολοκαύτωμα ανθρώπου. ήτις εάν φάγη απ ‘ αυτού. 6 πας άρσην εκ των ιερέων έδεται αυτά. βρωθήσεται· ου καταλείψουσιν απ ‘ αυτού εις το πρωϊ. το επί των μηρίων. 2 εν τόπω ου σφάζουσι το ολοκαύτωμα. και πάσα. ου δεχθήσεται αυτω τω προσφέροντι αυτό. και την οσφύν και παν το στέαρ το κατακαλύπτον τα ενδόσθια και παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων 4 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. αυτω έσται. ούτω και το της πλημμελείας. ήτις ποιηθήσεται επ ‘ εσχάρας ή επί τηγάνου. μίασμά εστιν· η δε ψυχή. 19 και κρέα όσα εάν άψηται παντός ακαθάρτου. και εν ή ημέρα δωρείται. τω ιερεί τω προσχέοντι το αίμα του σωτηρίου.

λέγων· ο προσφέρων θυσίαν σωτηρίου. ή ημέρα ενετείλατο τοις υιοίς Ισραήλ προσφέρειν τα δώρα αυτών έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά. ό εστι Κυρίου. και η ακαθαρσία αυτού επ ‘ αυτω. 35 Αύτη η χρίσις Ααρών και η χρίσις των υιών αυτού από των καρπωμάτων Κυρίου. 30 αι χείρες αυτού προσοίσουσι τα καρπώματα Κυρίω· το στέαρ το επί του στηθυνίου. αυτω έσται ο βραχίων ο δεξιός εν μερίδι· 34 το γαρ στηθύνιον του επιθέματος και τον βραχίονα του αφαιρέματος είληφα παρά των υιών Ισραήλ από των θυσιών του σωτηρίου υμών και έδωκα αυτά Ααρών τω ιερεί και τοις υιοίς αυτού. 24 και στέαρ θνησιμαίων και θηριαλώτων ποιηθήσεται εις παν έργον. και φάγη από των κρεών της θυσίας του σωτηρίου. 36 καθά ενετείλατο Κύριος δούναι αυτοίς ή ημέρα έχρισεν αυτούς παρά των υιών Ισραήλ· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς αυτών. 28 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 29 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις. οίσει το δώρον αυτού Κυρίω και από της θυσίας του σωτηρίου. ήτις εάν φάγη από των κρεών της θυσίας του σωτηρίου. 25 πας ο έσθων στέαρ από των κτηνών. ή αν άψηται παντός πράγματος ακαθάρτου. απολείται η ψυχή εκείνη από του λαού αυτής. προσοίσει αυτά. εν πυρί κατακαυθήσεται. και αιγών ουκ έδεσθε. απολείται η ψυχή εκείνη από του λαού αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 176 . ωστε επιτιθέναι δόμα έναντι Κυρίου. και τον λοβόν του ήπατος. 26 παν αίμα ουκ έδεσθε εν πάση τη κατοικία υμών από τε των κτηνών και από των πετεινών. 37 ούτος ο νόμος των ολοκαυτωμάτων και θυσίας και περί αμαρτίας και της πλημμελείας και της τελειώσεως και της θυσίας του σωτηρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ου βρωθήσεται. πας καθαρός φάγεται κρέα. απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. 38 ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή εν τω όρει Σινά. νόμιμον αιώνιον παρά των υιών Ισραήλ. ή αν φάγη αίμα. ή από ακαθαρσίας ανθρώπου. και προβάτων. 21 και ψυχή. 20 η δε ψυχή. απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. εν ή ημέρα προσηγάγετο αυτούς του ιερατεύειν τω Κυρίω. 27 πάσα ψυχή. 31 και ανοίσει ο ιερεύς το στέαρ επί του θυσιαστηρίου. και έσται το στηθύνιον Ααρών και τοις υιοίς αυτού. 22 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 23 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· παν στέαρ βοών. ό εστι Κυρίου. ή παντός βδελύγματος ακαθάρτου. ων προσάξει απ ‘ αυτών κάρπωμα Κυρίω. ή των τετραπόδων των ακαθάρτων. και εις βρώσιν ου βρωθήσεται. 32 και τον βραχίονα τον δεξιόν δώσετε αφαίρεμα τω ιερεί από των θυσιών του σωτηρίου υμών· 33 ο προσφέρων το αίμα του σωτηρίου και το στέαρ το από των υιών Ααρών.

ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 14 και προσήγαγε Μωυσής τον μόσχον τον περί της αμαρτίας. 5 και είπε Μωυσής τη συναγωγή· τούτό εστι το ρήμα. καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και ηγίασεν αυτά· και έχρισε την σκηνήν και πάντα τα σκεύη αυτής και ηγίασεν αυτήν. 10 και έλαβε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως 11 και έρρανεν απ ‘ αυτού επί το θυσιαστήριον επτάκις και έχρισε το θυσιαστήριον και ηγίασεν αυτό και πάντα τα εν αυτω και τον λουτήρα και την βάσιν αυτού. 16 και έλαβε Μωυσής παν το στέαρ το επί των ενδοσθίων και τον λοβόν τον επί του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 177 . 4 και εποίησε Μωυσής ον τρόπον συνέταξεν αυτω Κύριος. και εξεκκλησίασε την συναγωγήν επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. του εξιλάσασθαι επ ‘ αυτού. 6 και προσήνεγκε Μωυσής τον Ααρών και τους υιούς αυτού. 8 και επέθηκεν επ ‘ αυτήν το λογείον και επέθηκεν επί το λογείον την δήλωσιν και την αλήθειαν· 9 και επέθηκε την μίτραν επί την κεφαλήν αυτού και επέθηκεν επί την μίτραν κατά πρόσωπον αυτού το πέταλον το χρυσούν το καθηγιασμένον άγιον. 3 και πάσαν την συναγωγήν εκκλησίασον επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. ό ενετείλατο Κύριος ποιήσαι. και έλαβε Μωυσής από του αίματος και επέθηκεν επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου κύκλω τω δακτύλω και εκαθάρισε το θυσιαστήριον· και το αίμα εξέχεεν επί την βάσιν του θυσιαστηρίου και ηγίασεν αυτό. και έλουσεν αυτούς ύδατι· 7 και ενέδυσεν αυτόν τον χιτώνα και έζωσεν αυτόν την ζώνην και ενέδυσεν αυτόν τον υποδύτην και επέθηκεν επ ‘ αυτόν την επωμίδα και συνέζωσεν αυτόν κατά την ποίησιν της επωμίδος και συνέσφιγξεν αυτόν εν αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάβε Ααρών και τους υιούς αυτού και τας στολάς αυτού και το έλαιον της χρίσεως και τον μόσχον τον περί της αμαρτίας και τους δύο κριούς και το κανούν των αζύμων. 13 και προσήγαγε Μωυσής τους υιους Ααρών και ενέδυσεν αυτούς χιτώνας και έζωσεν αυτούς ζώνας και περιέθηκεν αυτοίς κιδάρεις. και επέθηκεν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας επί την κεφαλήν του μόσχου του της αμαρτίας. 12 και επέχεε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως επί την κεφαλήν Ααρών και έχρισεν αυτόν και ηγίασεν αυτόν. 15 και έσφαξεν αυτόν.

17 και τον μόσχον και την βύρσαν αυτού και τα κρέα αυτού και την κόπρον αυτού κατέκαυσεν αυτά πυρί έξω της παρεμβολής. και προσέχεε Μωυσής το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. του όντος έναντι Κυρίου. και ανήνεγκε Μωυσής όλον τον κριόν επί το θυσιαστήριον· ολοκαύτωμά εστιν εις οσμήν ευωδίας. και ανήνεγκεν αυτά Μωυσής επί το θυσιαστήριον. 25 και έλαβε το στέαρ και την οσφύν και το στέαρ το επί της κοιλίας και τον λοβόν του ήπατος και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών και τον βραχίονα τον δεξιόν· 26 και από του κανού της τελειώσεως. έλαβεν άρτον ένα άζυμον και άρτον εξ ελαίου ένα και λάγανον εν και επέθηκεν επί το στέαρ και τον βραχίονα τον δεξιόν· 27 και επέθηκεν άπαντα επί τας χείρας Ααρών και επί τας χείρας των υιών αυτού· και ανήνεγκεν αυτά αφαίρεμα έναντι Κυρίου. και προσέχεε Μωυσής το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω. επί το ολοκαύτωμα της τελειώσεως. κριόν τελειώσεως· και επέθηκεν Ααρών και οι υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού. 19 και έσφαξε Μωυσής τον κριόν. 22 και προσήγαγε Μωυσής τον κριόν τον δεύτερον. 24 και προσήγαγε Μωυσής τους υιούς Ααρών. ό εστιν οσμή ευωδίας· κάρπωμά εστι τω Κυρίω. και εγένετο Μωυσή εν μερίδι. και επέθηκεν Ααρών και υιοί αυτού τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν του κριού. καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 18 και προσήγαγε Μωυσής τον κριόν τον εις ολοκαύτωμα. 23 και έσφαξεν αυτόν και έλαβε Μωυσής από του αίματος αυτού και επέθηκεν επί τον λοβόν του ωτός Ααρών του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήπατος και αμφοτέρους τους νεφρούς και το στέαρ το επ ‘ αυτών. και επέθηκε Μωυσής από του αίματος επί τους λοβούς των ώτων των δεξιών και επί τα άκρα των χειρών αυτών των δεξιών και επί τα άκρα των ποδών αυτών των δεξιών. και ανήνεγκε Μωυσής επί το θυσιαστήριον. 20 και τον κριόν εκρεανόμησε κατά μέλη και ανήνεγκε Μωυσής την κεφαλήν και τα μέλη και το στέαρ· 21 και την κοιλίαν και τους πόδας έπλυνεν ύδατι. κάρπωμά εστι τω Κυρίω. 30 και έλαβε Μωυσής από του ελαίου της χρίσεως και από του αίματος του επί του θυσιαστηρίου και προσέρρανεν επί Ααρών και τας στολάς αυτού και τους υιούς αυτού και τας στολάς των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. καθάπερ ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 29 και λαβών Μωυσής το στηθύνιον αφείλεν αυτό επίθεμα έναντι Κυρίου από του κριού της τελειώσεως. και ηγίασεν Ααρών και τας στολάς αυτού και τους υιούς αυτού και τας στολάς των υιών αυτού μετ ‘ αυτού. 28 και έλαβε Μωυσής από των χειρών αυτών. 31 και είπε Μωυσής προς Ααρών και τους υιούς αυτού· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 178 .

ον τρόπον συντέτακταί μοι. και προσένεγκε αυτά έναντι Κυρίου· 3 και τη γερουσία Ισραήλ λάλησον. καθό ενετείλατο Μωυσής. εκάλεσε Μωυσής Ααρών και τους υιούς αυτού και την γερουσίαν Ισραήλ. και έβαψε τον δάκτυλον εις το αίμα και επέθηκεν επί τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 179 . ποιήσατε. ίνα μη αποθάνητε· ούτω γαρ ενετείλατό μοι Κύριος ο Θεός. έως ημέρα πληρωθή. και οφθήσεται εν υμίν η δόξα Κυρίου. λέγων· Ααρών και οι υιοί αυτού φάγονται αυτά· 32 και το καταλειφθέν των κρεών και των άρτων εν πυρί κατακαύσατε. 2 και είπε Μωυσής προς Ααρών· λάβε σεαυτω μοσχάριον εκ βοών περί αμαρτίας και κριόν εις ολοκαύτωμα. 6 και είπε Μωυσής· τούτο το ρήμα. ημέραν και νύκτα· φυλάξεσθε τα φυλάγματα Κυρίου. και αμνόν ενιαύσιον εις ολοκάρπωσιν. 8 και προσήλθεν Ααρών προς το θυσιαστήριον και έσφαξε το μοσχάριον το περί της αμαρτίας αυτού. άμωμα. απέναντι της σκηνής του μαρτυρίου. λέγων· λάβετε χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. και προσήλθε πάσα συναγωγή και έστησαν έναντι Κυρίου. 33 και από της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου ουκ εξελεύσεσθε επτά ημέρας. ή ενετείλατο Κύριος του ποιήσαι. ωστε εξιλάσασθαι περί υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εψήσατε τα κρέα εν τη αυλή της σκηνής του μαρτυρίου εν τόπω αγίω και εκεί φάγεσθε αυτά και τους άρτους τους εν τω κανω της τελειώσεως. 35 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου καθήσεσθε επτά ημέρας. καθάπερ ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 36 και εποίησεν Ααρών και οι υιοί αυτού πάντας τους λόγους. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ εγενήθη τη ημέρα τη ογδόη. ημέρα τελειώσεως υμών· επτά γαρ ημέρας τελειώσει τας χείρας υμών. 9 και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν. 7 και είπε Μωυσής τω Ααρών· πρόσελθε προς το θυσιαστήριον και ποίησον το περί της αμαρτίας σου και το ολοκαύτωμά σου και εξίλασαι περί σεαυτού και του οίκου σου· και ποίησον τα δώρα του λαού και εξίλασαι περί αυτών. ους συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 34 καθάπερ εποίησεν εν τη ημέρα ταύτη. και μοσχάριον. ό είπε Κύριος. άμωμα. 5 και έλαβον. 4 και μόσχον και κριόν εις θυσίαν σωτηρίου έναντι Κυρίου και σεμίδαλιν πεφυραμένην εν ελαίω· ότι σήμερον Κύριος οφθήσεται εν υμίν.

αυτά και την κεφαλήν επέθηκεν επί το θυσιαστήριον· 14 και έπλυνε την κοιλίαν και τους πόδας ύδατι και επέθηκεν επί το ολοκαύτωμα επί το θυσιαστήριον. και προσέχεε προς το θυσιαστήριον κύκλω· 19 και το στέαρ το από του μόσχου και του κριού. και είδε πας ο λαός και εξέστη και έπεσαν επί πρόσωπον. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 Και λαβόντες οι δύο υιοί Ααρών Ναδάβ και Αβιούδ έκαστος το πυρείον αυτού επέθηκαν επ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 180 . καθά και τον πρώτον. την οσφύν και το στέαρ το κατακαλύπτον επί της κοιλίας και τους δύο νεφρούς. 12 και έσφαξε το ολοκαύτωμα· και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν. και εκαθάρισεν αυτόν. 15 και προσήνεγκε το δώρον του λαού· και έλαβε τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας του λαού και έσφαξεν αυτόν. 23 και εισήλθε Μωυσής και Ααρών εις την σκηνήν του μαρτυρίου και εξελθόντες ευλόγησαν πάντα τον λαόν. 18 και έσφαξε τον μόσχον. και το στέαρ το επ ‘ αυτών και τον λοβόν τον επί του ήπατος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κέρατα του θυσιαστηρίου και το αίμα εξέχεεν επί την βάσιν του θυσιαστηρίου· 10 και το στέαρ και τους νεφρούς και τον λοβόν του ήπατος του περί της αμαρτίας ανήνεγκεν επί το θυσιαστήριον. 20 και επέθηκε τα στέατα επί τα στηθύνια. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και προσέχεεν επί το θυσιαστήριον κύκλω· 13 και το ολοκαύτωμα προσήνεγκαν αυτό κατά μέλη. 22 και εξάρας Ααρών τας χείρας επί τον λαόν. ως καθήκει. και ώφθη η δόξα Κυρίου παντί τω λαω. τα τε ολοκαυτώματα και τα στέατα. και τον κριόν της θυσίας του σωτηρίου της του λαού· και προσήνεγκαν οι υιοί Ααρών το αίμα προς αυτόν. και τον βραχίονα τον δεξιόν αφείλεν Ααρών αφαίρεμα έναντι Κυρίου. 17 και προσήνεγκε την θυσίαν. 24 και εξήλθε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε τα επί του θυσιαστηρίου. 11 και τα κρέα και την βύρσαν κατέκαυσεν αυτά πυρί. ευλόγησεν αυτούς· και κατέβη ποιήσας το περί της αμαρτίας και τα ολοκαυτώματα και τα του σωτηρίου. έξω της παρεμβολής. 21 και το στηθύνιον. και ανήνεγκε τα στέατα επί το θυσιαστήριον. και έπλησε τας χείρας απ ‘ αυτής και επέθηκεν επί το θυσιαστήριον χωρίς του ολοκαυτώματος του πρωϊνού. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 16 και προσήνεγκε το ολοκαύτωμα και εποίησεν αυτό.

5 και προσήλθον και ήραν αυτούς εν τοις χιτώσιν αυτών έξω της παρεμβολής. υιούς του αδελφού του πατρός Ααρών. και νόμιμον τοις υιοίς σου τούτο από των καρπωμάτων Κυρίου· ούτω γαρ εντέταλταί μοι. ό ου προσέταξε Κύριος αυτοίς. 11 και συμβιβάσεις τους υιούς Ισραήλ άπαντα τα νόμιμα. και είπεν αυτοίς· προσέλθατε και άρατε τους αδελφούς υμών εκ προσώπου των αγίων έξω της παρεμβολής. αφόρισμα αφορίσαι έναντι Κυρίου· και έσται σοι και τοις υιοίς σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 181 . ηνίκα εάν εισπορεύησθε εις την σκηνήν του μαρτυρίου. συ και οι υιοί σου μετά σου. 14 και το στηθύνιον του αφορίσματος και τον βραχίονα του αφαιρέματος φάγεσθε εν τόπω αγίω. ή προσπορευομένων υμών προς το θυσιαστήριον. 6 και είπε Μωυσής προς Ααρών και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς αυτού τους καταλελειμμένους· την κεφαλήν υμών ουκ αποκιδαρώσετε και τα ιμάτια υμών ου διαρρήξετε. λέγων· 9 οίνον και σίκερα ου πίεσθε. 2 και εξήλθε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγεν αυτούς. ον ενεπυρίσθησαν υπό Κυρίου. 12 Και είπε Μωυσής προς Ααρών και προς Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς Ααρών τους καταλειφθέντας· λάβετε την θυσίαν την καταλειφθείσαν από των καρπωμάτων Κυρίου. και κατενύχθη Ααρών. ίνα μη αποθάνητε. 13 και φάγεσθε αυτήν εν τόπω αγίω· νόμιμον γαρ σοί εστι. και απέθανον έναντι Κυρίου. 15 τον βραχίονα του αφαιρέματος και το στηθύνιον του αφορίσματος επί των καρπωμάτων των στεάτων προσοίσουσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ‘ αυτό πυρ και επέβαλον επ ‘ αυτό θυμίαμα και προσήνεγκαν έναντι Κυρίου πυρ αλλότριον. και ανά μέσον των ακαθάρτων και των καθαρών. ό είπε Κύριος λέγων· εν τοις εγγίζουσί μοι αγιασθήσομαι και εν πάση τη συναγωγή δοξασθήσομαι. ίνα μη αποθάνητε· το έλαιον γαρ της χρίσεως το παρά Κυρίου εφ ‘ υμίν. υιούς ‘Οζιήλ. 4 και εκάλεσε Μωυσής τον Μισαδάη και τον Ελισαφάν. 8 Και ελάλησε Κύριος τω Ααρών. 7 και από της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου ουκ εξελεύσεσθε. ον τρόπον είπε Μωυσής. α ελάλησε Κύριος προς αυτούς δια χειρός Μωυσή. 3 και είπε Μωυσής προς Ααρών· τούτό εστιν. και φάγεσθε άζυμα παρά το θυσιαστήριον· άγια αγίων εστί. και ου μη αποθάνητε (νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών) 10 διαστείλαι ανά μέσον των αγίων και των βεβήλων. και επί πάσαν την συναγωγήν έσται θυμός· οι δε αδελφοί υμών πας ο οίκος Ισραήλ κλαύσονται τον εμπυρισμόν. και εποίησαν κατά το ρήμα Μωυσή. συ και οι υιοί σου και ο οίκός σου μετά σου· νόμιμον γαρ σοί και νόμιμον τοις υιοίς σου εδόθη από των θυσιών του σωτηρίου των υιών Ισραήλ.

ότι ουκ ανάγει μηρυκισμόν τούτο. ακάθαρτον τούτο υμίν· 7 και τον ύν. και όδε ενεπεπύριστο· και εθυμώθη Μωυσής επί Ελεάζαρ και Ιθάμαρ τους υιούς Ααρών τους καταλελειμμένους. και τούτο ουκ ανάγει μηρυκισμόν. και συμβέβηκέ μοι τοιαύτα· και φάγομαι τα περί της αμαρτίας σήμερον. ακάθαρτον τούτο υμίν· 8 από των κρεών αυτών ου φάγεσθε και των θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε. ουδέ λεπίδες εν τω ύδατι. 9 Και ταύτα. 4 πλήν από τούτων ου φάγεσθε. α φάγεσθε από πάντων των κτηνών των επί της γης· 3 παν κτήνος διχηλούν οπλήν και ονυχιστήρας ονυχίζον δύο χηλών και ανάγον μηρυκισμόν εν τοις κτήνεσι. ή εν ταις θαλάσσαις και εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 182 . 10 και πάντα όσα ουκ έστιν αυτοίς πτερύγια. 19 και ελάλησεν Ααρών προς Μωυσήν. ακάθαρτον τούτο υμίν· 5 και τον δασύποδα. ότι ουκ ανάγει μηρυκισμόν τούτο. οπλήν δε ου διχηλεί. 20 και ήκουσε Μωυσής. τούτο έδωκεν υμίν φαγείν. και ήρεσεν αυτω. μη αρεστόν έσται Κυρίω. ότι γαρ άγια αγίων εστί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ταις θυγατράσι σου μετά σου νόμιμον αιώνιον. ταύτα φάγεσθε. ακάθαρτα ταύτα υμίν. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. ον τρόπον μοι συνέταξε Κύριος. λέγων· 17 διατί ουκ εφάγετε το περί της αμαρτίας εν τόπω αγίω. ταύτα φάγεσθε. 16 Και τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας ζητών εξεζήτησε Μωυσής. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λαλήσατε τοις υιοίς Ισραήλ λέγοντες· ταύτα τα κτήνη. και ονυχίζει όνυχας οπλής. α φάγεσθε από πάντων των εν τοις ύδασι· πάντα όσα εστίν αυτοίς πτερύγια και λεπίδες εν τοις ύδασι και εν ταις θαλάσσαις και εν τοις χειμάρροις. και οπλήν ου διχηλεί. ότι διχηλεί οπλήν τούτο. από των αναγόντων μηρυκισμόν και από των διχηλούντων τας οπλάς και ονυχιζόντων ονυχιστήρας· τον κάμηλον. και οπλήν ου διχηλεί. ότι ανάγει μηρυκισμόν τούτο. ίνα αφέλητε την αμαρτίαν της συναγωγής και εξιλάσησθε περί αυτών έναντι Κυρίου· 18 ου γαρ εισήχθη του αίματος αυτού εις το άγιον· κατά πρόσωπον έσω φάγεσθε αυτό εν τόπω αγίω. ακάθαρτον τούτο υμίν· 6 και τον χοιρογρύλλιον. λέγων· ει σήμερον προσαγηόχασι τα περί της αμαρτίας αυτών και τα ολοκαυτώματα αυτών έναντι Κυρίου.

βδέλυγμα τούτό εστιν υμίν. 24 και εν τούτοις μιανθήσεσθε. 27 και πας ος πορεύεται επί χειρών εν πάσι τοις θηρίοις. 28 και ο αίρων των θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια αυτού. α πορεύεται επί τέσσαρα. βδέλυγμά εστι· 11 και βδελύγματα έσονται υμίν· από των κρεών αυτών ουκ έδεσθε και τα θνησιμαία αυτών βδελύξεσθε· 12 και πάντα όσα ουκ έστιν αυτοίς πτερύγια. 25 και πας ο αίρων των θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια αυτού. και τα όμοια αυτω και έποπα και νυκτερίδα 20 και πάντα τα ερπετά των πετεινών. 29 Και ταύτα υμίν ακάθαρτα από των ερπετών των επί της γης· η γαλή και ο μύς και ο κροκόδειλος ο χερσαίος. και χαλαβώτης και σαύρα και ασπάλαξ. και από πάσης ψυχής της ζώσης εν τω ύδατι. ων ερεύγεται τα ύδατα. ακάθαρτά εστιν υμίν· πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 13 Και ταύτα. 32 και παν. από πάντων. α έχει σκέλη ανώτερον των ποδών αυτού. οίς εισι τέσσαρες πόδες. ό εστι διχηλούν οπλήν. και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ό αν ποιηθή έργον εν αυτω. εις ύδωρ βαφήσεται και ακάθαρτον έσται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 183 . ακάθαρτα έσονται υμίν· πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· ακάθαρτα ταύτά εστιν υμίν. πας ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. α πορεύεται επί τέσσαρα. α πορεύεται επί τέσσαρα. ακάθαρτον έσται από παντός σκεύους ξυλίνου ή ιματίου ή δέρματος ή σάκκου· παν σκεύος. 23 παν ερπετόν από των πετεινών. εφ ‘ ό αν επιπέση απ ‘ αυτών επ ‘ αυτό τεθνηκότων αυτών. 21 αλλά ταύτα φάγεσθε από των ερπετών των πετεινών. βδελύγματά εστιν υμίν. 26 και εν πάσι τοις κτήνεσιν. βδελύγματά εστιν υμίν. πηδάν εν αυτοίς επί της γης. 31 ταύτα ακάθαρτα υμίν από πάντων των ερπετών των επί της γης· πας ο απτόμενος αυτών τεθνηκότων ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 30 μυγάλη και χαμαιλέων. βδέλυγμά εστι· τον αετόν και τον γρύπα και τον αλιαίετον 14 και τον γύπα και τον ίκτινον και τα όμοια αυτω 15 και στρουθόν και γλαύκα και λάρον και τα όμοια αυτω 16 και πάντα κόρακα και τα όμοια αυτω και ιέρακα και τα όμοια αυτω 17 και νυκτικόρακα και καταρράκτην και ίβιν 18 και πορφυρίωνα και πελεκάνα και κύκνον 19 και ερωδιόν και χαραδριόν. ουδέ λεπίδες. των εν τοις ύδασι. α βδελύξεσθε από των πετεινών. και ου βρωθήσεται. 22 και ταύτα φάγεσθε απ ‘ αυτών· τον βρούχον και τα όμοια αυτω και τον αττάκην και τα όμοια αυτω και οφιομάχην και τα όμοια αυτω και την ακρίδα και τα όμοια αυτη. και ονυχιστήρας ονυχίζει και μηρυκισμόν ου μηρυκάται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τοις χειμάρροις.

βδέλυγμα έσται τούτο υμίν. 43 και ου μη βδελύξητε τας ψυχάς υμών εν πάσι τοις ερπετοίς τοις έρπουσιν επί της γης και ου μιανθήσεσθε εν τούτοις και ουκ ακάθαρτοι έσεσθε εν αυτοίς. 35 και παν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 184 . 34 και παν βρώμα. ακάθαρτον έσται. ό εάν επιπέση από των θνησιμαίων αυτών επ ‘ αυτό. ακάθαρτον έσται· κλίβανοι και χυτρόποδες καθαιρεθήσονται· ακάθαρτα ταύτά εστι και ακάθαρτα ταύτα υμίν έσονται· 36 πλήν πηγών υδάτων και λάκκου και συναγωγής ύδατος. ό πίνεται εν παντί αγγείω. 38 εάν δε επιχυθή ύδωρ επί παν σπέρμα και επιπέση των θνησιμαίων αυτών επ ‘ αυτό. και έσεσθε άγιοι. ακάθαρτόν εστιν υμίν. όσα εάν ένδον ή. ακάθαρτα έσται. ό έρπει επί της γης. 37 εάν δε επιπέση από των θνησιμαίων αυτών επί παν σπέρμα σπόριμον. έσται καθαρόν· ο δε απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται. εις ό εάν πέση από τούτων ένδον. 47 διαστείλαι ανά μέσον των ακαθάρτων και ανά μέσον των καθαρών και ανά μέσον των ζωογονούντων τα εσθιόμενα. ακάθαρτον έσται· και παν ποτόν. ό πολυπληθεί ποσίν εν πάσι τοις ερπετοίς τοις έρπουσιν επί της γης. 41 Και παν ερπετόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έως εσπέρας· και καθαρόν έσται. και ου μιανείτε τας ψυχάς υμών εν πάσι τοις ερπετοίς τοις κινουμένοις επί της γης· 45 ότι εγώ ειμι Κύριος ο αναγαγών υμάς εκ της Αιγύπτου είναι υμών Θεός. και αγιασθήσεσθε και άγιοι έσεσθε. 39 εάν δε αποθάνη των κτηνών. 44 ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. ότι άγιός ειμι εγώ Κύριος. ότι βδέλυγμα υμίν εστι. ου βρωθήσεται. 33 και παν σκεύος οστράκινον. και ανά μέσον των ζωογονούντων τα μη εσθιόμενα. 42 και πας ο πορευόμενος επί κοιλίας και πας ο πορευόμενος επί τέσσαρα διαπαντός. ότι άγιός ειμι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ό εστιν υμίν φαγείν τούτο. ό σπαρήσεται. και αυτό συντριβήσεται. ό έσθεται. ο απτόμενος των θνησιμαίων αυτών ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 40 και ο εσθίων από των θνησιμαίων τούτων πλυνεί τα ιμάτια και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο αίρων από θνησιμαίων αυτών πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. καθαρόν έσται. 46 Ούτος ο νόμος περί των κτηνών και των πετεινών και πάσης ψυχής της κινουμένης εν τω ύδατι και πάσης ψυχής ερπούσης επί της γης. εις ό αν επέλθη επ ‘ αυτό ύδωρ. ου φάγεσθε αυτό.

και λήψεται δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών. και καθαρισθήσεται. και η θρίξ εν τη αφή μεταβάλη λευκή. κατά τας ημέρας του χωρισμού της αφέδρου αυτής. έως αν πληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής. ακάθαρτος έσται· 3 και τη ημέρα τη ογδόη περιτεμεί την σάρκα της ακροβυστίας αυτού· 4 και τριάκοντα και τρεις ημέρας καθήσεται εν αίματι ακαθάρτω αυτής. μίαν εις ολοκαύτωμα και μίαν περί αμαρτίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 185 . ούτος ο νόμος της τικτούσης άρσεν ή θήλυ. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 ανθρώπω εάν τινι γένηται εν δέρματι χρωτός αυτού ουλή σημασίας τηλαυγής. 8 εάν δε μη ευρίσκη η χείρ αυτής το ικανόν εις αμνόν. προσοίσει αμνόν ενιαύσιον άμωμον. παντός αγίου ουχ άψεται και εις το αγιαστήριον ουκ εισελεύσεται. 6 και όταν αναπληρωθώσιν αι ημέραι καθάρσεως αυτής εφ ‘ υιω ή επί θυγατρί. εις ολοκαύτωμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· γυνή. ήτις εάν σπερματισθή και τέκη άρσεν. ή ένα των υιών αυτού των ιερέων. και ακάθαρτος έσται δις επτά ημέρας. και νεοσσόν περιστεράς ή τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα. 7 και προσοίσει αυτόν έναντι Κυρίου και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς και καθαριεί αυτήν από της πηγής του αίματος αυτής. αφή λέπτρας εστί· και όψεται ο ιερεύς. 3 και όψεται ο ιερεύς την αφήν εν δέρματι του χρωτός αυτού. και ακάθαρτος έσται επτά ημέρας. αχθήσεται προς Ααρών τον ιερέα. και γένηται εν δέρματι χρωτός αυτού αφή λέπρας. και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς. 5 εάν δε θήλυ τέκη. και η όψις της αφής ταπεινή από του δέρματος του χρωτός. κατά την άφεδρον αυτής· και εξήκοντα ημέρας και εξ καθεσθήσεται εν αίματι ακαθάρτω αυτής.

εν τω έλκει εξήνθησεν. 23 εάν δε κατά χώραν μείνη το τηλαύγημα και μη διαχέηται. 19 και γένηται εν τω τόπω του έλκους ουλή λευκή. ότι ακάθαρτός εστι· λέπρα εστί. 4 εάν δε τηλαυγής λευκή ή εν τω δέρματι του χρωτός αυτού. και ιδού μετέπεσεν η σημασία εν τω δέρματι. και ιδού αμαυρά η αφή. 12 εάν δε ανθούσα εξανθήση η λέπρα εν τω δέρματι. ουλή του έλκους εστί. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· λέπρα εστί. αυτή δε εστιν αμαυρά. 9 και αφή λέπρας εάν γένηται εν ανθρώπω. και η θρίξ αυτής μετέβαλεν εις λευκήν. και ταπεινόν μη ή από του δέρματος του χρωτός. και ιδού η αφή μένει εναντίον αυτού. και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς την αφήν. και μεταβάλη λευκή. και αύτη μετέβαλε τρίχα λευκήν. 20 και όψεται ο ιερεύς. και ιδού η όψις ταπεινοτέρα του δέρματος. ότι παν μετέβαλε λευκόν. και καθαριεί ο ιερεύς την αφήν· καθαρός εστι. 22 εάν δε διαχύσει διαχέηται εν τω δέρματι. και ελεύσεται προς τον ιερέα. ή πυρρίζουσα. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς και αφοριεί αυτόν. και ταπεινή μη ή η όψις αυτής από του δέρματος. και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας. 14 και ή αν ημέρα οφθή εν αυτω χρώς ζων. και μιανεί αυτόν ο χρώς ο υγιής. ή τηλαυγής λευκαίνουσα. και ιδού ουλή λευκή εν τω δέρματι. ου μετέπεσεν η αφή εν τω δέρματι· και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς· σημασία γαρ εστι· και πλυνάμενος τα ιμάτια αυτού καθαρός έσται. 15 και όψεται ο ιερεύς τον χρώτα τον υγιή. και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας. και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας το δεύτερον. και οφθήσεται τω ιερεί. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 186 . 18 Και σάρξ εάν γένηται εν τω δέρματι αυτού έλκος και υγιασθή. και από του υγιούς της σαρκός της ζώσης εν τη ουλή. ου μετέπεσεν η αφή εν τω δέρματι. 8 και όψεται αυτόν ο ιερεύς. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς. 16 εάν δε αποκαταστη ο χρώς ο υγιής. αφή λέπρας εστίν. 7 εάν δε μεταβαλούσα μεταπέση η σημασία εν τω δέρματι. εν τω έλκει εξήνθησεν. και καλύψη η λέπρα παν το δέρμα της αφής από κεφαλής έως ποδών. 11 λέπρα παλαιουμένη εστίν εν τω δέρματι του χρωτός. 6 και όψεται ο ιερεύς αυτόν τη ημέρα τη εβδόμη το δεύτερον. και ήξει προς τον ιερέα· 10 και όψεται ο ιερεύς. και αυτή ή αμαυρά. μιανθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και μιανεί αυτόν. και οφθήσεται το δεύτερον τω ιερεί. 17 και όψεται ο ιερεύς. ότι λέπρα εστίν. μετά το ιδείν αυτόν τον ιερέα του καθαρίσαι αυτόν. 21 εάν δε ίδη ο ιερεύς. 13 και όψεται ο ιερεύς και ιδού εκάλυψεν η λέπρα παν το δέρμα του χρωτός. 5 και όψεται ο ιερεύς την αφήν τη ημέρα τη εβδόμη. και η θρίξ αυτού ου μετέβαλε τρίχα λευκήν. καθ ‘ όλην την όρασιν του ιερέως. και ιδού μετέβαλεν η αφή εις το λευκόν. ότι ακάθαρτός εστιν. καθαρόν εστι. και ιδού ουκ έστιν εν αυτω θρίξ λευκή.

και ιδού διακέχυται το θραύσμα εν τω δέρματι. 36 και όψεται ο ιερεύς. και μη διαχυθή εν τω δέρματι. και ιδού ουχ η όψις εγκοιλοτέρα του δέρματος. λέπρα εστίν. και θρίξ μέλαινα ανατείλη εν αυτω. υγίακε το θραύσμα· καθαρός εστι. εάν γένηται εν δέρματι της σαρκός αυτού αυγάσματα αυγάζοντα λευκανθίζοντα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 24 Και σάρξ εάν γένηται εν τω δέρματι αυτού κατάκαυμα πυρός. 27 και όψεται αυτόν ο ιερεύς τη ημέρα τη εβδόμη· εάν δε διαχύσει διαχέηται εν τω δέρματι. και θρίξ ξανθίζουσα ουκ έστιν εν αυτη. ουλή του κατακαύμαστός εστι. και ταπεινόν μη ή από του δέρματος. 35 εάν δε διαχύσει διαχέηται το θραύσμα εν τω δέρματι μετά το καθαρισθήναι αυτόν. και πλυνάμενος τα ιμάτια καθαρός έσται. ότι ακάθαρτός εστιν. και ιδού ουκ έστιν εν τω αυγάζοντι θρίξ λευκή. και γένηται εν τω δέρματι αυτού το υγιασθέν του κατακαύματος αυγάζον τηλαυγές λευκόν. εν τω κατακαύματι εξήνθησε· και μιανεί αυτόν ο ιερεύς. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· θραύσμά εστι. εν τω έλκει εξήνθησεν. αυτό δε αμαυρόν. και αφοριεί αυτόν ο ιερεύς επτά ημέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ καθαριεί αυτόν ο ιερεύς. και ιδού ου διεχύθη το θραύσμα εν τω δέρματι μετά το ξυρηθήναι αυτόν. 26 εάν δε ίδη ο ιερεύς. και αφοριεί ο ιερεύς το θραύσμα επτά ημέρας το δεύτερον. 31 και εάν ίδη ο ιερεύς την αφήν του θραύσματος. και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν του θραύσματος επτά ημέρας. 34 και όψεται ο ιερεύς το θραύσμα τη ημέρα τη εβδόμη. 37 εάν δε ενώπιον μείνη επί χώρας το θραύσμα. και ιδού η όψις αυτής εγκοιλοτέρα του δέρματος. 30 και όψεται ο ιερεύς την αφήν. 32 και όψεται ο ιερεύς την αφήν τη ημέρα τη εβδόμη. ουκ επισκέψεται ο ιερεύς περί της τριχός της ξανθής. και η όψις του θραύσματος ουκ έστι κοίλη από του δέρματος. 33 και ξυρηθήσεται το δέρμα. υποπυρρίζον ή έκλευκον. 29 Και ανδρί ή γυναικί εάν γένηται εν αυτοίς αφή λέπρας εν τη κεφαλή ή εν τω πώγωνι. και η όψις του θραύσματος ουκ έστι κοίλη από του δέρματος. το δε θραύσμα ου ξυρηθήσεται. και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς. και η όψις αυτού ταπεινή από του δέρματος. και καθαριεί αυτόν ο ιερεύς· ο γαρ χαρακτήρ του κατακαύματός εστι. 28 εάν δε κατά χώραν μείνη το αυγάζον. 39 και όψεται ο ιερεύς. και ιδού ου διεχύθη το θραύσμα. 38 Και ανδρί ή γυναικί. λέπρα της κεφαλής ή λέπρα του πώγωνός εστι. και ιδού εν δέρματι της σαρκός αυτού αυγάσματα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 187 . και ιδού μετέβαλε θρίξ λευκή εις το αυγάζον. 25 και όψεται αυτόν ο ιερεύς. και μιανεί αυτόν ο ιερεύς· αφή λέπρας εστίν. και θρίξ ξανθίζουσα ουκ έστιν εν αυτη. αυτή δε αμαυρά ή. εν αυτη δε θρίξ ξανθίζουσα λεπτή. και καθαριεί αυτήν ο ιερεύς. αφή λέπρας εστίν.

ή εν παντί σκεύει δερματίνω. ή εν τω στήμονι. 51 και όψεται ο ιερεύς την αφήν εν τη ημέρα τη εβδόμη· εάν δε διαχέηται η αφή εν τω ιματίω. έξω της παρεμβολής αυτού έσται η διατριβή. αλφός εστιν εξανθεί εν τω δέρματι της σαρκός αυτού. όσας εάν ή επ ‘ αυτόν η αφή. 44 άνθρωπος λεπρός εστι· μιάνσει μιανεί αυτόν ο ιερεύς. 47 Και ιματίω εάν γένηται αφή εν αυτω λέπρας εν ιματίω ερέω. ή εν τω δέρματι. ή εν παντί σκεύει δερματίνω. 41 εάν δε κατά πρόσωπον μαδήση η κεφαλή αυτού. ακάθαρτός εστι. 42 εάν δε γένηται εν τω φαλακρώματι αυτού ή εν τω αναφαλαντώματι αυτού αφή λευκή ή πυρρίζουσα. ή εν δέρματι. ή εν τω στήμονι. εν πυρί κατακαυθήσεται. ή εν τη κρόκη. και ή αμαυρά η αφή μετά το πλυθήναι αυτό.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυγάζοντα λευκανθίζοντα. ή εν τω στήμονι. 45 Και ο λεπρός εν ω εστιν η αφή. 53 εάν δε ίδη ο ιερεύς. κατά πάντα όσα εάν ποιηθή δέρματα εν τη εργασίω. λέπρα εστίν εν τω φαλακρώματι αυτού. ή εν τω στήμονι. και ήδε ου μη μετέβαλεν η αφή την όψιν. ή εν παντί εργασίμω δέρματι. και η αφή ου διαχείται. ή εν τη κρόκη. ή εν τη κρόκη. 52 κατακαύσει το ιμάτιον. ή την κρόκην εν τοις ερέοις. ή εν τη κρόκη. και δείξει τω ιερεί. κεχωρισμένος καθήσεται. 50 και όψεται ο ιερεύς την αφήν. αναφάλαντός εστι. ή εν τοις ερέοις. ή εν τω αναφαλαντώματι αυτού. αφή λέπρας εστί. και ακάθαρτος κεκλήσεται· 46 πάσας τας ημέρας. 56 και εάν ίδη ο ιερεύς. ή από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 188 . 40 Εάν δε τινι μαδήση η κεφαλή αυτού. εν ω αν ή εν αυτω η αφή. καθαρός εστιν. φαλακρός εστι. απορρήξει αυτό από του ιματίου. εν πυρί κατακαυθήσεται· εστήρικται εν τω ιματίω. και πλυνεί εφ ‘ ου εάν ή επ ‘ αυτού η αφή. ότι λέπρα έμμονός εστιν. καθαρός εστιν. καθαρός εστι. και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας. ή εν τοις λινοίς. 48 ή εν στήμονι. ακάθαρτόν εστιν. ακάθαρτος ων ακάθαρτος έσται. τα ιμάτια αυτού έστω παραλελυμένα και η κεφαλή αυτού ακάλυπτος. 43 και όψεται αυτόν ο ιερεύς. ως είδος λέπρας εν δέρματι της σαρκός αυτού. εν τη κεφαλή αυτού η αφή αυτού. και αφοριεί ο ιερεύς την αφήν επτά ημέρας το δεύτερον· 55 και όψεται ο ιερεύς μετά το πλυθύναι αυτό την αφήν. ή τον στήμονα. και μη διαχέηται η αφή εν τω ιματίω. ή εν κρόκη. λέπρα έμμονός εστιν η αφή. και ιδού η όψις της αφής λευκή ή πυρρίζουσα εν τω φαλακρώματι αυτού ή εν τω φαλαντώματι αυτού. ή εν ιματίω στυππυίνω. ή εν τοις λινοίς. ή εν τω ιματίω. ή εν παντί σκεύει εργασίμω δέρματος. και περί το στόμα αυτού περιβαλέσθω. 54 και συντάξει ο ιερεύς. 49 και γένηται η αφή χλωρίζουσα ή πυρρίζουσα εν τω δέρματι.

4 και προστάξει ο ιερεύς. και σφάξουσι το ορνίθιον το εν εις αγγείον οστράκινον εφ ‘ ύδατι ζώντι. ή αν ημέρα καθαρισθή· και προσαχθήσεται προς τον ιερέα. και καθαρός έσται. 11 και στήσει ο ιερεύς ο καθαρίζων τον άνθρωπον τον καθαριζόμενον και ταύτα έναντι Κυρίου. και λούσεται εν ύδατι. και καθαρόν έσται. και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι. και όψεται ο ιερεύς. ή εν παντί σκεύει δερματίνω. ή μιάναι αυτό. ή παντός σκεύους δερματίνου. 6 και το ορνίθιον το ζων λήψεται αυτό και το ξύλον το κέδρινον και το κλωστόν κόκκινον και τον ύσσωπον. ό πλυθήσεται. 9 και έσται τη ημέρα τη εβδόμη. εις το καθαρίσαι αυτό. ή από της κρόκης. ή η κρόκη. και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. 3 και εξελεύσεται ο ιερεύς έξω της παρεμβολής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του στήμονος. ή εν τη κρόκη. την κεφαλήν αυτού και τον πώγωνα και τας οφρύς και πάσαν την τρίχα αυτού ξυρηθήσεται· και πλυνεί τα ιμάτια. ή ο στήμων. ή εν τω στήμονι. 12 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 189 . ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ούτος ο νόμος του λεπρού. 8 και πλυνεί ο καθαρισθείς τα ιμάτια αυτού και ξυρηθήσεται αυτού πάσαν την τρίχα. και πλυθήσεται το δεύτερον. και αποστήσεται απ ‘ αυτού η αφή. και καθαρός έσται. ή στυππυίνου. και καθαρός έσται· και εξαποστελεί το ορνίθιον το ζων εις το πεδίον. 59 ούτος ο νόμος αφής λέπρας ιματίου ερέου. και βάψει αυτά και το ορνίθιον το ζων εις το αίμα του ορνιθίου του σφαγέντος εφ ‘ ύδατι ζώντι· 7 και περιρρανεί επί τον καθαρισθέντα από της λέπρας επτάκις. ή κρόκης. λέπρα εξανθούσά εστιν· εν πυρί κατακαυθήσεται εν ω εστιν η αφή. 10 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται δύο αμνούς αμώμους ενιαυσίους και πρόβατον άμωμον ενιαύσιον και τρία δέκατα σεμιδάλεως εις θυσίαν περυραμένης εν ελαίω και κοτύλην ελαίου μίαν. και διατρίψει έξω του οίκου αυτού επτά ημέρας. ξυρηθήσεται πάσαν την τρίχα αυτού. και ιδού ιάται η αφή της λέπρας από του λεπρού. 58 και το ιμάτιον. ή στήμονος. επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. ή παν σκεύος δερμάτινον. 57 εάν δε οφθή έτι εν τω ιματίω. και λήψονται τω κεκαθαρισμένω δύο ορνίθια ζώντα καθαρά και ξύλον κέδρινον και κεκλωσμένον κόκκινον και ύσσωπον· 5 και προστάξει ο ιερεύς. ή από του δέρματος.

λήψεται αμνόν ένα εις ό επλημμέλησεν εις αφαίρεμα. και έσται η μία περί αμαρτίας και η μία εις ολοκαύτωμα· 23 και προσοίσει αυτά τη ημέρα τη ογδόη εις το καθαρίσαι αυτόν προς τον ιερέα. επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου έναντι Κυρίου. και επιθήσει ο ιερεύς επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού. 22 και δύο τρυγόνας. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λήψεται ο ιερεύς τον αμνόν τον ένα. όσα εύρεν η χείρ αυτού. 25 και σφάξει τον αμνόν τον της πλημμελείας. ή δύο νεοσσούς περιστερών. και εξιλάσεται ο ιερεύς περί του καθαριζομένου από της αμαρτίας αυτού· και μετά τούτο σφάξει ο ιερεύς το ολοκαύτωμα. 19 και ποιήσει ο ιερεύς το περί της αμαρτίας. επιθήσει αυτά επίθεμα έναντι Κυρίου. ωστε εξιλάσασθαι περί αυτού. και την κοτύλην του ελαίου. και κοτύλην ελαίου μίαν. ου σφάζουσι τα ολοκαυτώματα και τα περί αμαρτίας. και προσάξει αυτόν της πλημμελείας. επί τον τόπον του αίματος του της πλημμελείας· 18 το δε καταλειφθέν έλαιον το επί της χειρός του ιερέως επιθήσει ο ιερεύς επί την κεφαλήν του καθαρισθέντος. και καθαρισθήσεται. και δέκατον σεμιδάλεως πεφυραμένης εν ελαίω εις θυσίαν. 21 Εάν δε πένηται και η χείρ αυτού μη ευρίσκη. και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος του της πλημμελείας και επιθήσει επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. ωσπερ το της πλημμελείας εστί τω ιερεί. 20 και ανοίσει ο ιερεύς το ολοκαύτωμα και την θυσίαν επί το θυσιαστήριον έναντι Κυρίου· και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς. 14 και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος του της πλημμελείας. 24 και λαβών ο ιερεύς τον αμνόν της πλημμελείας και την κοτύλην του ελαίου. 15 και λαβών ο ιερεύς από της κοτύλης του ελαίου επιχεεί επί την χείρα του ιερέως την αριστεράν 16 και βάψει τον δάκτυλον τον δεξιόν από του ελαίου του όντος επί της χειρός αυτού της αριστεράς και ρανεί τω δακτύλω επτάκις έναντι Κυρίου· 17 το δε καταλειφθέν έλαιον το ον εν τη χειρί επιθήσει ο ιερεύς επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. 26 και από του ελαίου επιχεεί ο ιερεύς επί την χείρα του ιερέως την αριστεράν. και επί το άκρον της χειρός της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός του δεξιού. 27 και ρανεί ο ιερεύς τω δακτύλω τω δεξιω από του ελαίου του εν τη χειρί αυτού τη αριστερά επτάκις έναντι Κυρίου· 28 και επιθήσει ο ιερεύς από του ελαίου του επί της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 190 . και αφοριεί αυτά αφόρισμα έναντι Κυρίου· 13 και σφάξουσι τον αμνόν εν τόπω. άγια αγίων εστί. εν τόπω αγίω· έστι γαρ το περί αμαρτίας.

42 και λήψονται λίθους απεξυσμένους ετέρους. 36 και προστάξει ο ιερεύς αποσκευάσαι την οικίαν. 46 και ο εισπορευόμενος εις την οικίαν πάσας τας ημέρας. κοιλάδας χλωριζούσας. επί τον τόπον του αίματος του της πλημμελείας· 29 το δε καταλειφθέν από του ελαίου το ον επί της χειρός του ιερέως επιθήσει επί την κεφαλήν του καθαρισθέντος. και ιδού διεχύθη η αφή εν τοις τοίχοις της οικίας. και η όψις αυτών ταπεινοτέρα των τοίχων. 38 και εξελθών ο ιερεύς εκ της οικίας επί την θύραν της οικίας. προ του εισελθόντα τον ιερέα ιδείν την αφήν. 41 και την οικίαν αποξύσουσιν έσωθεν κύκλω και εκχεούσι τον χουν τον απεξυσμένον έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. 35 και ήξει τινός αυτού η οικία. 40 και προστάξει ο ιερεύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειρός αυτού επί τον λοβόν του ωτός του καθαριζομένου του δεξιού και επί το άκρον της χειρός αυτού της δεξιάς και επί το άκρον του ποδός αυτού του δεξιού. ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και εκβαλούσιν αυτούς έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. 30 και ποιήσει μίαν από των τρυγόνων ή από των νεοσσών των περιστερών. και μετά ταύτα εισελεύσεται ο ιερεύς καταμαθείν την οικίαν. και αφοριεί ο ιερεύς την οικίαν επτά ημέρας. 45 και καθελούσι την οικίαν και τα ξύλα αυτής και τους λίθους αυτής και πάντα τον χουν εξοίσουσιν έξω της πόλεως εις τόπον ακάθαρτον. 44 και εισελεύσεται ο ιερεύς και όψεται· ει διακέχυται η αφή εν τη οικία. 37 και όψεται την αφήν. και αναγγελεί τω ιερεί λέγων· ωσπερ αφή εώραταί μοι εν τη οικία. εν ω εστιν η αφή της λέπρας. καθότι εύρεν αυτού η χείρ. ην εγώ δίδωμι υμίν εν κτήσει. εν οίς εστιν η αφή. 32 ούτος ο νόμος. και εξιλάσεται ο ιερεύς περί του καθαριζομένου έναντι Κυρίου. 31 την μίαν περί αμαρτίας και την μίαν εις ολοκαύτωμα συν τη θυσία. 39 και επανήξει ο ιερεύς τη εβδόμη και όψεται την οικίαν. και ιδού η αφή εν τοις τοίχοις της οικίας. και εξελούσι τους λίθους. και του μη ευρίσκοντος τη χειρί εις τον καθαρισμόν αυτού. ας αφωρισμένη εστίν. 43 εάν δε επέλθη πάλιν αφή και ανατείλη εν τη οικία μετά το εξελείν τους λίθους και μετά το αποξυσθήναι την οικίαν και μετά το εξαλειφθήναι. και δώσω αφήν λέπρας εν ταις οικίαις της γης της εγκτήτου υμίν. ακάθαρτός εστι. 47 και ο κοιμώμενος εν τη οικία πλυνεί τα ιμάτια αυτού. και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο έσθων εν τη οικία Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 191 . 33 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 34 ως αν εισέλθητε εις την γην των Χαναναίων. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου. λέπρα έμμονός εστιν εν τη οικία. ή πυρριζούσας. και ου μη ακάθαρτα γένηται όσα αν ή εν τη οικία. και αντιθήσουσιν αντί των λίθων και χουν έτερον λήψονται και εξαλείψουσι την οικίαν.

και βάψει αυτό εις το αίμα του ορνιθίου του εσφαγμένου εφ ‘ ύδατι ζώντι. ω εάν γένηται ρύσις εκ του σώματος αυτού. ότι ιάθη η αφή. εκ της ρύσεως. 49 και λήψεται αφαγνίσαι την οικίαν δύο ορνίθια ζώντα καθαρά και ξύλον κέδρινον και κεκλωσμένον κόκκινον και ύσσωπον· 50 και σφάξει το ορνίθιον το εν εις σκεύος οστράκινον εφ ‘ ύδατι ζώντι. ή συνέστηκε το σώμα αυτού δια της ρύσεως. και περιρρανεί εν αυτοίς επί την οικίαν επτάκις. 48 εάν δε παραγενόμενος εισέλθη ο ιερεύς και ίδη. η ρύσις αυτού ακάθαρτός εστι. ης συνέστηκε το σώμα αυτού δια της ρύσεως. ούτος ο νόμος της λέπρας. ακάθαρτός εστι. 4 πάσα κοίτη. και ή ημέρα καθαρισθήσεται. και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και ιδού διαχύσει ου διαχείται η αφή εν τη οικία μετά το εξαλειφθήναι την οικίαν. εφ ‘ ης εάν κοιμηθή επ ‘ αυτής ο γονορρυής. 53 και εξαποστελεί το ορνίθιον το ζων έξω της πόλεως εις το πεδίον και εξιλάσεται περί της οικίας. ακαθαρσία αυτού εστι. και παν σκεύος εφ ‘ ό αν καθίση επ ‘ αυτό ο γονορρυής. ακάθαρτον έσται. πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 6 και ο καθήμενος επί του σκεύους. 54 Ούτος ο νόμος κατά πάσαν αφήν λέπρας και θραύσματος 55 και της λέπρας ιματίου και οικίας 56 και ουλής και σημασίας και του αυγάζοντος 57 και του εξηγήσασθαι ή ημέρα ακάθαρτον. εφ ‘ ό εάν καθίση ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 192 . 52 και αφαγνιεί την οικίαν εν τω αίματι του ορνιθίου και εν τω ύδατι τω ζώντι και εν τω ορνιθίω τω ζώντι και εν τω ξύλω τω κεδρίνω και εν τω υσσώπω και εν τω κεκλωσμένω κοκκίνω. και καθαρά έσται. 51 και λήψεται το ξύλον το κέδρινον και το κεκλωσμένον κόκκινον και τον ύσσωπον και το ορνίθιον το ζων. και καθαριεί ο ιερεύς την οικίαν. 5 και άνθρωπος. ος εάν άψηται της κοίτης αυτού. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. και ερείς αυτοίς· ανδρί ανδρί. αύτη η ακαθαρσία αυτού εν αυτω· πάσαι αι ημέραι ρύσεως σώματος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πλυνεί τα ιμάτια αυτού. 3 και ούτος ο νόμος της ακαθαρσίας αυτού· ρέων γόνον εκ σώματος αυτού.

ω αν εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος. 17 και παν ιμάτιον και παν δέρμα. 21 και πας ος εάν άψηται της κοίτης αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 193 . και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς έναντι Κυρίου από της ρύσεως αυτού. ήτις εάν ή ρέουσα αίματι. 8 εάν δε προσσιελίση ο γονορρυής επί τον καθαρόν. 20 και παν. αφ ‘ ό εάν ή επ ‘ αυτό κοίτη σπέρματος. και έσται η ρύσις αυτής εν τω σώματι αυτής. και εξαριθμηθήσεται αυτω επτά ημέρας εις τον καθαρισμόν αυτού. 15 και ποιήσει αυτά ο ιερεύς μίαν περί αμαρτίας και μίαν εις ολοκαύτωμα. 11 και όσον εάν άψηται ο γονορρυής. εφ ‘ ό εάν κοιτάζηται επ ‘ αυτό εν τη αφέδρω αυτής. 23 εάν δε εν τη κοίτη αυτής ούσης. επτά ημέρας έσται εν τη αφέδρω αυτής· πας ο απτόμενος αυτής ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 10 και πας ο απτόμενος όσα αν ή υποκάτω αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γονορρυής. 12 και σκεύος οστράκινον. εφ ‘ ό αν επιβή επ ‘ αυτό ο γονορρυής. 13 εάν δε καθαρισθή ο γονορρυής εκ της ρύσεως αυτού. πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 22 και πας ο απτόμενος παντός σκεύους. ή επί του σκεύους. και λούσονται ύδατι και ακάθαρτοι έσονται έως εσπέρας. και πλυθήσεται ύδατι και ακάθαρτον έσται έως εσπέρας. ου εάν καθίση επ ‘ αυτω εν τω άπτεσθαι αυτόν αυτής. και τας χείρας ου νένιπται ύδατι. ου εάν καθίση επ ‘ αυτό. πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ακάθαρτον έσται έως εσπέρας. 16 Και άνθρωπος. ου αν άψηται ο γονορρυής. και λούσεται ύδατι παν το σώμα αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 19 Και γυνή. και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και παν εφ ‘ ό εάν επικαθίση επ ‘ αυτό. 14 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται εαυτω δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών και οίσει αυτά έναντι Κυρίου επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και δώσει αυτά τω ιερεί. και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται το σώμα ύδατι και καθαρός έσται. 18 και γυνή εάν κοιμηθή ανήρ μετ ‘ αυτής κοίτην σπέρματος. ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· και ο αίρων αυτά πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ακάθαρτον έσται. πλυνεί τα ιμάτια αυτού. πλυνεί τα ιμάτια αυτού. συντριβήσεται· και σκεύος ξύλινον νιφήσεται ύδατι και καθαρόν έσται. 9 και παν επίσαγμα όνου. ακάθαρτον έσται. ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 7 και ο απτόμενος του χρωτός του γονορρυούς πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας.

3 ούτως εισελεύσεται Ααρών εις το άγιον· εν μόσχω εκ βοών περί αμαρτίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 24 εάν δε κοίτη κοιμηθή τις μετ ‘ αυτής και γένηται η ακαθαρσία αυτής επ ‘ αυτω. τω άρσενι ή τη θηλεία. και οίσει αυτά προς τον ιερέα επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 31 Και ευλαβείς ποιήσεται τους υιούς Ισραήλ από των ακαθαρσιών αυτών. ό εστιν επί της κιβωτού του μαρτυρίου. και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερεύς έναντι Κυρίου από ρύσεως ακαθαρσίας αυτής. ουκ εν καιρω της αφέδρου αυτής. ακάθαρτος έσται. και πάσα κοίτη. και τω ανδρί. καθάπερ αι ημέραι της αφέδρου αυτής. και ουκ αποθανούνται δια την ακαθαρσίαν αυτών εν τω μιαίνειν αυτούς την σκηνήν μου την εν αυτοίς. και κριόν εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 194 . 30 και ποιήσει ο ιερεύς την μίαν περί αμαρτίας και την μίαν εις ολοκαύτωμα. ακάθαρτος έσται επτά ημέρας. και παν σκεύος. πάσαι αι ημέραι ρύσεως ακαθαρσίας αυτής. ακάθαρτον έσται κατά την ακαθαρσίαν της αφέδρου. έσται ακάθαρτος. εφ ‘ ό εάν καθίση επ ‘ αυτό. ή δύο νεοσσούς περιστερών. ωστε μιανθήναι εν αυτη. 26 και πάσα κοίτη. εφ ‘ ή αν κοιμηθή επ ‘ αυτη. 28 εάν δε καθαρισθή από της ρύσεως. ος εάν κοιμηθή μετά αποκαθημένης. και ο γονορρυής εν τη ρύσει αυτού. 29 και τη ημέρα τη ογδόη λήψεται αύτη δύο τρυγόνας. και ουκ αποθανείται· εν γαρ νεφέλη οφθήσομαι επί του ιλαστηρίου. και πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. 27 πας ο απτόμενος αυτής ακάθαρτος έσται. και εξαριθμήσεται αυτη επτά ημέρας και μετά ταύτα καθαρισθήσεται. 33 και τη αιμορροούση εν τη αφέδρω αυτής. εφ ‘ ης εάν κοιμηθή επ ‘ αυτής πάσας τας ημέρας της ρύσεως. κατά την κοίτην της αφέδρου έσται αυτη. 32 ούτος ο νόμος του γονορρυούς. εάν και ρέη μετά την άφεδρον αυτής. και εάν τινι εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν μετά το τελευτήσαι τους δύο υιούς Ααρών εν τω προσάγειν αυτούς πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου και ετελεύτησαν. 25 Και γυνή εάν ρέη ρύσει αίματος ημέρας πλείους. και μη εισπορευέσθω πάσαν ωραν εις το άγιον εσώτερον του καταπετάσματος εις πρόσωπον του ιλαστηρίου. 2 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· λάλησον προς Ααρών τον αδελφόν σου.

13 και επιθήσει το θυμίαμα επί το πυρ έναντι Κυρίου· και καλύψει η ατμίς του θυμιάματος το ιλαστήριον το επί των μαρτυρίων. του απέναντι Κυρίου. και ενδύσεται αυτά. και ούτω ποιήσει τη σκηνή του μαρτυρίου τη εκτισμένη εν αυτοίς εν μέσω της ακαθαρσίας αυτών. και εξιλάσεται περί αυτού και του οίκου αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολοκαύτωμα· 4 και χιτώνα λινούν ηγιασμένον ενδύσεται. 18 και εξελεύσεται επί το θυσιαστήριον το ον απέναντι Κυρίου και εξιλάσεται επ ‘ αυτού. και ουκ αποθανείται. έως αν εξέλθη· και εξιλάσεται περί εαυτού και του οίκου αυτού και περί πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. κατά πρόσωπον του ιλαστηρίου 16 και εξιλάσεται το άγιον από των ακαθαρσιών των υιών Ισραήλ και από των αδικημάτων αυτών περί πασών των αμαρτιών αυτών. 9 και προσάξει Ααρών τον χίμαρον. ιμάτια άγιά εστι. και προσοίσει περί αμαρτίας· 10 και τον χίμαρον. εισπορευομένου αυτού εξιλάσασθαι εν τω αγίω. και ζώνη λινή ζώσεται και κίδαριν λινήν περιθήσεται. τον περί του λαού. κλήρον ένα τω Κυρίω και κλήρον ένα τω αποπομπαίω. 6 και προσάξει Ααρών τον μόσχον τον περί της αμαρτίας αυτού. 5 και παρά της συναγωγής των υιών Ισραήλ λήψεται δύο χιμάρους εξ αιγών περί αμαρτίας και κριόν ένα εις ολοκαύτωμα. και πλήσει τας χείρας θυμιάματος συνθέσεως λεπτής και εισοίσει εσώτερον του καταπετάσματος. και λήψεται από του αίματος του μόσχου και από του αίματος του χιμάρου και επιθήσει επί τα κέρατα του θυσιαστηρίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 195 . έναντι Κυρίου και εισοίσει του αίματος αυτού εσώτερον του καταπετάσματος και ποιήσει το αίμα αυτού. ωστε αποστείλαι αυτόν εις την αποπομπήν. 17 και πας άνθρωπος ουκ έσται εν τη σκηνή του μαρτυρίου. και σφάξει τον μόσχον περί της αμαρτίας αυτού. 14 και λήψεται από του αίματος του μόσχου και ρανεί τω δακτύλω επί το ιλαστήριον κατά ανατολάς· κατά πρόσωπον του ιλαστηρίου ρανεί επτάκις από του αίματος τω δακτύλω. και αφήσει αυτόν εις την έρημον. ον τρόπον εποίησε το αίμα του μόσχου. 15 και σφάξει τον χίμαρον τον περί αμαρτίας. 12 και λήψεται το πυρείον πλήρες ανθράκων πυρός από του θυσιαστηρίου. και ρανεί το αίμα αυτού επί το ιλαστήριον. και περισκελές λινούν έσται επί του χρωτός αυτού. εφ ‘ ον επήλθεν επ ‘ αυτόν ο κλήρος του αποπομπαίου. εφ ‘ ον επήλθεν επ ‘ αυτόν ο κλήρος τω Κυρίω. 7 και λήψεται τους δύο χιμάρους και στήσει αυτούς έναντι Κυρίου παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου· 8 και επιθήσει Ααρών επί τους δύο χιμάρους κλήρους. και εξιλάσεται περί εαυτού και του οίκου αυτού. του εξιλάσασθαι επ ‘ αυτού. και λούσεται ύδατι παν το σώμα αυτού. στήσει αυτόν ζώντα έναντι Κυρίου. 11 και προσάξει Ααρών τον μόσχον τον περί της αμαρτίας αυτού.

και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών. 31 σάββατα σαββάτων ανάπαυσις αύτη έσται υμίν. και εξελθών ποιήσει το ολοκαύτωμα αυτού και το ολοκάρπωμα του λαού και εξιλάσεται περί αυτού και περί του οίκου αυτού και περί του λαού. και εξαποστελεί τον χίμαρον εις την έρημον. ον αν χρίσωσιν αυτόν και ον αν τελειώσωσι τας χείρας αυτού. 22 και λήψεται ο χίμαρος εφ ‘ εαυτω τας αδικίας αυτών εις γην άβατον. ιερατεύειν μετά τον πατέρα αυτού. και περί των ιερέων καθαριεί· και προσάξει τον χίμαρον τον ζώντα. ων το αίμα εισηνέχθη εξιλάσασθαι εν τω αγίω. και ενδύσεται την στολήν την λινήν. και τα δέρματα αυτών και τα κρέα αυτών και την κόπρον αυτών. 23 και εισελεύσεται Ααρών εις την σκηνήν του μαρτυρίου και εκδύσεται την στολήν την λινήν. ην ενδεδύκει εισπορευομένου αυτού εις το άγιον. καθαρίσαι υμάς από πασών των αμαρτιών υμών έναντι Κυρίου. και αποθήσει αυτήν εκεί. ως περί των ιερέων. 21 και επιθήσει Ααρών τας χείρας αυτού επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαγορεύσει επ ‘ αυτού πάσας τας ανομίας των υιών Ισραήλ και πάσας τας αδικίας αυτών και πάσας τας αμαρτίας αυτών και επιθήσει αυτάς επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαποστελεί εν χειρί ανθρώπου ετοίμου εις την έρημον. 33 και εξιλάσεται το άγιον του αγίου και την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον εξιλάσεται. και περί των ιερέων και περί πάσης συναγωγής εξιλάσεται. 32 εξιλάσεται ο ιερεύς. 26 και ο εξαποστέλλων τον χίμαρον τον διεσταλμένον εις άφεσιν πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. 34 και έσται τούτο υμίν νόμιμον αιώνιον εξιλάσκεσθαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 196 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κύκλω 19 και ρανεί επ ‘ αυτό από του αίματος τω δακτύλω επτάκις. 25 και το στέαρ το περί των αμαρτιών ανοίσει επί το θυσιαστήριον. 29 Και έσται τούτο υμίν νόμιμον αιώνιον· εν τω μηνί τω εβδόμω δεκάτη του μηνός ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών και παν έργον ου ποιήσετε ο αυτόχθων και ο προσήλυτος ο προσκείμενος εν υμίν· 30 εν γαρ τη ημέρα ταύτη εξιλάσεται περί υμών. εξοίσουσιν αυτά έξω της παρεμβολής και κατακαύσουσιν αυτά εν πυρί. νόμιμον αιώνιον. 28 ο δε κατακαίων αυτά πλυνεί τα ιμάτια και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. 27 και τον μόσχον τον περί της αμαρτίας και τον χίμαρον τον περί της αμαρτίας. 24 και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι εν τόπω αγίω και ενδύσεται την στολήν αυτού. 20 και συντελέσει εξιλασκόμενος το άγιον και την σκηνήν του μαρτυρίου και το θυσιαστήριον. στολήν αγίαν. και καθαρισθήσεσθε. και καθαριεί αυτό και αγιάσει αυτό από των ακαθαρσιών των υιών Ισραήλ.

και οίσουσι τω Κυρίω επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου προς τον ιερέα και θύσουσι θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω αυτά. ος αν ποιήση ολοκαύτωμα ή θυσίαν 9 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη ποιήσαι αυτό τω Κυρίω. ος εάν σφάξη μόσχον ή πρόβατον ή αίγα εν τη παρεμβολή και ος αν σφάξη έξω της παρεμβολής. οίς αυτοί εκπορνεύουσιν οπίσω αυτών· νόμιμον αιώνιον έσται υμίν εις τας γενεάς υμών. και ος αν σφάξη έξω και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη αυτό. λέγων· 3 άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν. και εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 197 . 10 Και άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 4 και επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου μη ενέγκη. 6 και προσχεεί ο ιερεύς το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω απέναντι Κυρίου παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου και ανοίσει το στέαρ εις οσμήν ευωδίας Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περί των υιών Ισραήλ από πασών των αμαρτιών αυτών· άπαξ του ενιαυτού ποιηθήσεται. ωστε προσενέγκαι δώρον τω Κυρίω απέναντι της σκηνής Κυρίου. όσας αν αυτοί σφάξουσιν εν τοις πεδίοις. και λογισθήσεται τω ανθρώπω εκείνω αίμα· αίμα εξέχεεν. ό ενετείλατο Κύριος. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής· 5 όπως αναφέρωσιν οι υιοί Ισραήλ τας θυσίας αυτών. και επιστήσω το πρόσωπόν μου επί την ψυχήν την έσθουσαν το αίμα και απολώ αυτήν εκ του λαού αυτής· 11 η γαρ ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον προς Ααρών και προς τους υιούς αυτού και προς πάντας υιούς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· τούτο το ρήμα. 7 και ου θύσουσιν έτι τας θυσίας αυτών τοις ματαίοις. ωστε ποιήσαι αυτό εις ολοκαύτωμα ή σωτήριον Κυρίω δεκτόν εις οσμήν ευωδίας. ος αν φάγη παν αίμα. 8 Και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή από των υιών των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν. εξολοθρευθήσεται ο άνθρωπος εκείνος εκ του λαού αυτού.

ότι η ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι· πας ο έσθων αυτό εξολοθρευθήσεται. 13 και άνθρωπος άνθρωπος των υιών Ισραήλ ή των προσηλύτων των προσκειμένων εν υμίν. 9 ασχημοσύνην της αδελφής σου εκ πατρός σου ή εκ μητρός σου ενδογενούς ή γεγεννημένης έξω. και είπα τοις υιοίς Ισραήλ· αίμα πάσης σαρκός ου φάγεσθε. και λήψεται ανόμημα αυτού. εν ή κατωκήσατε επ ‘ αυτη. μήτηρ γαρ σου εστιν. ος αν θηρεύση θήρευμα θηρίον ή πετεινόν. 4 τα κρίματά μου ποιήσετε και τα προστάγματά μου φυλάξεσθε και πορεύεσθε εν αυτοίς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ήτις φάγεται θνησιμαίον ή θηριάλωτον εν τοις αυτόχθοσιν ή εν τοις προσηλύτοις. α ποιήσας αυτά άνθρωπος ζήσεται εν αυτοίς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και ο προσήλυτος ο προσκείμενος εν υμίν ου φάγεται αίμα. 15 Και πάσα ψυχή. πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας και καθαρός έσται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δέδωκα αυτό υμίν επί του θυσιαστηρίου εξιλάσκεσθαι περί των ψυχών υμών· το γαρ αίμα αυτού αντί ψυχής εξιλάσεται. εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί. ου ποιήσετε και τοις νομίμοις αυτών ου πορεύσεσθε. ουκ αποκαλύψεις ασχημοσύνην αυτών. ασχημοσύνη πατρός σου εστιν. 8 ασχημοσύνην γυναικός πατρός σου ουκ αποκαλύψεις. ό έσθεται. 3 κατά τα επιτηδεύματα Αιγύπτου. 6 Άνθρωπος άνθρωπος προς πάντα οικεία σαρκός αυτού ου προσελεύσεται αποκαλύψαι ασχημοσύνην· εγώ Κύριος. και εκχεεί το αίμα και καλύψει αυτό τη γη· 14 η γαρ ψυχή πάσης σαρκός αίμα αυτού εστι. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 12 δια τούτο είρηκα τοις υιοίς Ισραήλ· πάσα ψυχή εξ υμών ου φάγεται αίμα. 16 εάν δε μη πλύνη τα ιμάτια και το σώμα μη λούσηται ύδατι. 5 και φυλάξεσθε πάντα τα προστάγματά μου και πάντα τα κρίματά μου και ποιήσετε αυτά. ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. 10 ασχημοσύνην θυγατρός υιού σου ή θυγατρός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 198 . 7 ασχημοσύνην πατρός σου και ασχημοσύνην μητρός σου ουκ αποκαλύψεις. ου ποιήσετε και κατά τα επιτηδεύματα γης Χαναάν.

28 και ίνα μη προσοχθίση υμίν η γη εν τω μιαίνειν υμάς αυτήν. 17 ασχημοσύνην γυναικός και θυγατρός αυτής ουκ αποκαλύψεις· την θυγατέρα του υιού αυτής και την θυγατέρα της θυγατρός αυτής ου λήψη αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτών. 16 ασχημοσύνην γυναικός αδελφού σου ουκ αποκαλύψεις. ότι σή ασχημοσύνη εστίν. ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. 20 και προς την γυναίκα του πλησίον σου ου δώσεις κοίτην σπέρματός σου. 13 ασχημοσύνην αδελφής μητρός σου ουκ αποκαλύψεις. 21 και από του σπέρματός σου ου δώσεις λατρεύειν άρχοντι και ου βεβηλώσεις το όνομα το άγιον· εγώ Κύριος· 22 και μετά άρσενος ου κοιμηθήση κοίτην γυναικείαν. 26 και φυλάξεσθε πάντα τα νόμιμά μου και πάντα τα προστάγματά μου. 14 ασχημοσύνην αδελφού του πατρός σου ουκ αποκαλύψεις και προς την γυναίκα αυτού ουκ εισελεύση. α γέγονε προ του υμάς. οικεία γαρ μητρός σου εστιν. ον τρόπον προσώχθισε τοις έθνεσι τοις προ υμών. έτι ζώσης αυτής. 29 ότι πας. μυσαρόν γαρ εστι. ομοπατρία αδελφή σου εστιν. 23 και προς παν τετράπουν ου δώσεις την κοίτην σου εις σπερματισμόν. και ου ποιήσετε από πάντων των βδελυγμάτων τούτων. και προσώχθισεν η γη τοις εγκαθημένοις επ ‘ αυτής. οικείαι γαρ σου εισιν· ασέβημά εστι. και γυνή ου στήσεται προς παν τετράπουν βιβασθήναι. βέλυγμα γαρ εστι. συγγενής γαρ σου εστιν. 11 ασχημοσύνην θυγατρός γυναικός πατρός σου ουκ αποκαλύψεις. α εγώ εξαποστέλλω προ προσώπου υμών. 18 γυναίκα επ ‘ αδελφή αυτής ου λήψη αντίζηλον αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτής επ ‘ αυτη. οικεία γαρ πατρός σου εστιν. 12 ασχημοσύνην αδελφής πατρός σου ουκ αποκαλύψεις. εκμιανθήναι προς αυτήν. ασχημοσύνη αδελφού σου εστιν. και ανταπέδωκα αδικίαν αυτοίς δι ‘ αυτήν. και ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 199 . 15 ασχημοσύνην νύμφης σου ουκ αποκαλύψεις. εκμιανθήναι προς αυτό. ος εάν ποιήση από πάντων των βδελυγμάτων τούτων. 19 Και προς γυναίκα εν χωρισμω ακαθαρσίας αυτής ουκ εισελεύση αποκαλύψαι την ασχημοσύνην αυτής. 25 και εξεμιάνθη η γη. ο εγχώριος και ο προσγενόμενος προσήλυτος εν υμίν· 27 πάντα γαρ τα βδελύγματα ταύτα εποίησαν οι άνθρωποι της γης οι όντες πρότερον υμών. 24 Μή μιαίνεσθε εν πάσι τούτοις· εν πάσι γαρ τούτοις εμιάνθησαν τα έθνη. γυνή γαρ υιού σου εστιν. ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτής. 30 και φυλάξετε τα προστάγματά μου. και εμιάνθη η γη. εξολοθρευθήσονται αι ψυχαί αι ποιούσαι εκ του λαού αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυγατρός σου ουκ αποκαλύψεις την ασχημοσύνην αυτών. όπως μη ποιήσητε από πάντων των νομίμων των εβδελυγμένων.

ουκ επιστήση εφ ‘ αίμα του πλησίον σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 10 και τον αμπελώνά σου ουκ επανατρυγήσεις. ου ψεύσεσθε. 15 Ου ποιήσετε άδικον εν κρίσει· ου λήψη πρόσωπον πτωχού. και τα σάββατά μου φυλάξεσθε· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ μιανθήσεσθε εν αυτοίς. ου συντελέσετε τον θερισμόν υμών του αγρού σου εκθερίσαι. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 200 . άθυτόν εστιν. 12 και ουκ ομείσθε τω ονόματί μου επ ‘ αδίκω και ου βεβηλώσετε το όνομα το άγιον του Θεού υμών· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και τα αποπίπτοντα του θερισμού σου ου συλλέξεις. και ου μηνιείς τοις υιοίς του λαού σου. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τη συναγωγή των υιών Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· άγιοι έσεσθε. 8 ο δε έσθων αυτό αμαρτίαν λήψεται. 14 ου κακώς ερείς κωφόν. ότι τα άγια Κυρίου εβεβήλωσε· και εξολοθρευθήσονται αι ψυχαί αι έσθουσαι εκ του λαού αυτών. 9 Και εκθεριζόντων υμών τον θερισμόν της γης υμών. ουδέ τας ρώγας του αμπελώνός σου συλλέξεις· τω πτωχω και τω προσηλύτω καταλείψεις αυτά· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. εν πυρί κατακαυθήσεται. 7 εάν δε βρώσει βρωθή τη ημέρα τη τρίτη. ου δεχθήσεται. 16 ου πορεύση δόλω εν τω έθνει σου. 4 ουκ επακολουθήσετε ειδώλοις και θεούς χωνευτούς ου ποιήσετε υμίν· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. δεκτήν υμών θύσετε. 13 ουκ αδικήσεις τον πλησίον και ουχ αρπάσεις και ου μη κοιμηθήσεται ο μισθός του μισθωτού σου παρά σοί έως πρωϊ. 6 ή αν ημέρα θύσετε. 11 Ου κλέψετε. και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. ότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 17 ου μισήσεις τον αδελφόν σου τη διανοία σου· ελεγμω ελέγξεις τον πλησίον σου και ου λήψη δι ‘ αυτόν αμαρτίαν. και απέναντι τυφλού ου προσθήσεις σκάνδαλον. ουδέ συκοφαντήσει έκαστος τον πλησίον. ουδέ μη θαυμάσης πρόσωπον δυνάστου· εν δικαιοσύνη κρινείς τον πλησίον σου. βρωθήσεται και τη αύριον· και εάν καταλειφθή έως ημέρας τρίτης. 3 έκαστος πατέρα αυτού και μητέρα αυτού φοβείσθω. 18 και ουκ εκδικάταί σου η χείρ. 5 και εάν θύσητε θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω.

24 και τω έτει τω τετάρτω έσται πας ο καρπός αυτού άγιος αινετός τω Κυρίω. και αγαπήσεις αυτόν ως σεαυτόν. 26 Μή έσθετε επί των ορέων και ουκ οιωνιείσθε. ότι προσήλυτοι εγενήθητε εν γη Αιγύπτω· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. εκμιανθήναι εν αυτοίς· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και αυτή λύτροις ου λελύτρωται. ουδέ ορνιθοσκοπήσεσθε. ην Κύριος ο Θεός υμών δίδωσιν υμίν. 25 εν δε τω έτει τω πέμπτω φάγεσθε τον καρπόν. 37 Και φυλάξεσθε πάντα τον νόμον μου και πάντα τα προστάγματά μου και ποιήσετε αυτά· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 201 . ουδέ φθερείτε την όψιν του πώγωνος υμών. επισκοπή έσται αυτοίς. ου βρωθήσεται. και αύτη ή οικέτις διαπεφυλαγμένη ανθρώπω. 32 από προσώπου πολιού εξαναστήση και τιμήσεις πρόσωπον πρεσβυτέρου και φοβηθήση τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και η γη πλησθήσεται ανομίας. 35 ου ποιήσετε άδικον εν κρίσει. 33 Εάν δε τις προσέλθη υμίν προσήλυτος εν τη γη υμών. ην ήμαρτεν. και αφεθήσεται αυτω η αμαρτία. και καταφυτεύσετε παν ξύλον βρώσιμον και περικαθαριείτε την ακαθαρσίαν αυτού· ο καρπός αυτού τρία έτη έσται υμίν απερικάθαρτος. 20 Και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός κοίτην σπέρματος. 23 Οταν δε εισέλθητε εις την γην. εν μέτροις και εν σταθμοίς και εν ζυγοίς. ουκ αποθανούνται. ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου. και ιμάτιον εκ δύο υφασμένον κίβδηλον ουκ επιβαλείς σεαυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν· εγώ ειμι Κύριος. ης ήμαρτε. ου θλίψετε αυτόν· 34 ως ο αυτόχθων εν υμίν έσται ο προσήλυτος ο προσπορευόμενος προς υμάς. 28 και εντομίδας ου ποιήσετε επί ψυχή εν τω σώματι υμών και γράμματα στικτά ου ποιήσετε εν υμίν· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 27 ου ποιήσετε σισόην εκ της κόμης της κεφαλής υμών. 31 ουκ επακολουθήσετε εγγαστριμύθοις και τοις επαοιδοίς ου προσκολληθήσεσθε. 21 και προσάξει της πλημμελείας αυτού τω Κυρίω παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου κριόν πλημμελείας· 22 και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς εν τω κριω της πλημμελείας έναντι Κυρίου περί της αμαρτίας. ότι ουκ απηλευθερώθη. και τον αμπελώνά σου ου κατασπερείς διάφορον. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 19 Τόν νόμον μου φυλάξεσθε· τα κτήνη σου ου κατοχεύσεις ετεροζύγω. 36 ζυγά δίκαια και σταθμία δίκαια και Χους δίκαιος έσται εν υμίν· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 29 ου βεβηλώσεις την θυγατέρα σου εκπορνεύσαι αυτήν και ουκ εκπορνεύσει η γη. πρόσθεμα υμίν τα γενήματα αυτού· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 30 Τα σάββατά μου φυλάξεσθε και από των αγίων μου φοβηθήσεσθε· εγώ ειμι Κύριος. ή ελευθερία ουκ εδόθη αυτη.

ή εάν επακολουθήση εγγαστριμύθοις ή επαοιδοίς. θανάτω θανατούσθωσαν. θανάτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 202 . θανάτω θανατούσθωσαν. ίνα μιάνη τα άγιά μου και βεβηλώση το όνομα των ηγιασμένων μοι. 15 και ος αν δω κοιτασίαν αυτού εν τετράποδι. ένοχος έσται. βδέλυγμα εποίησαν αμφότεροι· θανάτω θανατούσθωσαν. επιστήσω το πρόσωπόν μου επί την ψυχήν εκείνην και απολώ αυτήν εκ του λαού αυτής. 6 και ψυχή. 9 άνθρωπος άνθρωπος. 4 εάν δε υπερόψει υπερίδωσιν οι αυτόχθονες της γης τοις οφθαλμοίς αυτών από του ανθρώπου εκείνου. εν τω δούναι αυτόν του σπέρματος αυτού άρχοντι. ος αν κακώς είπη τον πατέρα αυτού ή την μητέρα αυτού. ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών· 8 και φυλάξεσθε τα προστάγματά μου και ποιήσετε αυτά· εγώ Κύριος ο αγιάζων υμάς. ανόμημά εστιν. ος αν δω του σπέρματος αυτού άρχοντι. θανάτω θανατούσθωσαν αμφότεροι· ησεβήκασι γαρ. ή ος αν μοιχεύσηται γυναίκα του πλησίον. ότι του σπέρματος αυτού έδωκεν άρχοντι. 3 και εγώ επιστήσω το πρόσωπόν μου επί τον άνθρωπον εκείνον και απολώ αυτόν εκ του λαού αυτού. 13 και ος αν κοιμηθή μετά άρσενος κοίτην γυναικός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. εν πυρί κατακαύσουσιν αυτόν και αυτάς. ωστε εκπορνεύσαι οπίσω αυτών. του μη αποκτείναι αυτόν. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις· εάν τις από των υιών Ισραήλ ή από των γεγενημένων προσηλύτων εν Ισραήλ. αμφότεροι ένοχοί εισι. 12 και εάν τις κοιμηθή μετά νύμφης αυτού. 11 και εάν τις κοιμηθή μετά γυναικός του πατρός αυτού. ωστε εκπορνεύειν αυτόν εις τους άρχοντας εκ του λαού αυτών. 10 άνθρωπος ος αν μοιχεύσηται γυναίκα ανδρός. και ουκ έσται ανομία εν υμίν. 5 και επιστήσω το πρόσωπόν μου επί τον άνθρωπον εκείνον και την συγγένειαν αυτού και απολώ αυτόν και πάντας τους ομονοούντας αυτω. ο μοιχεύων και η μοιχευομένη. θανάτω θανατούσθω· το έθνος το επί της γης λιθοβολήσουσιν αυτόν εν λίθοις. 7 και έσεσθε άγιοι. ένοχοί εισι. θανάτω θανατούσθω· πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού κακώς είπεν. ασχημοσύνην του πατρός αυτού απεκάλυψε. 14 ος αν λάβη γυναίκα και την μητέρα αυτής. ένοχοί εισιν.

α εγώ αφώρισα υμίν εν ακαθαρσία. 20 ος αν κοιμηθή μετά της συγγενούς αυτού. εξολοθρευθήσονται ενώπιον υιών γένους αυτών· ασχημοσύνην αδελφής αυτού απεκάλυψεν. άτεκνοι αποθανούνται. ος αν γένηται αυτών εγγαστρίμυθος ή επαοιδός. είναι εμοί. εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί κατοικείν επ ‘ αυτής. αμαρτίαν αποίσονται. ότι εγώ άγιός ειμι Κύριος ο Θεός υμών. την πηγήν αυτής απεκάλυψε. γην ρέουσαν γάλα και μέλι· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 21 ος εάν λάβη γυναίκα του αδελφού αυτού. και αύτη απεκάλυψε την ρύσιν του αίματος αυτής· εξολοθρευθήσονται αμφότεροι εκ της γενεάς αυτών. και ου βδελύξετε τας ψυχάς υμών εν τοις κτήνεσι. ος αν κοιμηθή μετά γυναικός αποκαθημένης και αποκαλύψη την ασχημοσύνην αυτής. ένοχοί εισι. ασχημοσύνην της συγγενείας αυτού απεκάλυψεν. και το τετράπουν αποκτενείτε. θανάτω θανατούσθωσαν αμφότεροι· λίθοις λιθοβολήσετε αυτούς. και εν τοις πετεινοίς και εν πάσι τοις ερπετοίς της γης. 19 και ασχημοσύνην αδελφής πατρός σου και αδελφής μητρός σου ουκ αποκαλύψεις· την γαρ οικειότητα απεκάλυψεν. 23 και ουχί πορεύεσθε τοις νομίμοις των εθνών. 26 και έσεσθέ μοι άγιοι. 18 και ανήρ. ακαθαρσία εστίν· ασχημοσύνην του αδελφού αυτού απεκάλυψεν. και ου μη προσοχθίση υμίν η γη. ήτις προσελεύσεται προς παν κτήνος βιβασθήναι αυτήν υπ ‘ αυτού. άτεκνοι αποθανούνται. και εγώ δώσω υμίν αυτήν εν κτήσει. ους εξαποστέλλω αφ ‘ υμών· ότι ταύτα πάντα εποίησαν. 17 ος αν λάβη την αδελφήν αυτού εκ πατρός αυτού ή εκ μητρός αυτού και ίδη την ασχημοσύνην αυτής και αύτη ίδη την ασχημοσύνην αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 203 . 27 Και ανήρ ή γυνή. ένοχοί εισιν. αποκτενείτε την γυναίκα και το κτήνος· θανάτω θανατούσθωσαν. 24 και είπα υμίν· υμείς κληρονομήσετε την γην αυτών. 16 και γυνή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θανατούσθω. 22 Και φυλάξασθε πάντα τα προστάγματά μου. αμαρτίαν κομιούνται. ο αφορίσας υμάς από πάντων των εθνών. ος διώρισα υμάς από πάντων των εθνών. όνειδός εστιν. και τα κρίματά μου και ποιήσετε αυτά. 25 και αφοριείτε αυτούς ανά μέσον των κτηνών των καθαρών και ανά μέσον των κτηνών των ακαθάρτων και ανά μέσον των πετεινών των καθαρών και των ακαθάρτων. και εβδελυξάμην αυτούς.

ταύτας ου λήψεται. επί τούτοις μιανθήσεται. επί πυρός κατακαυθήσεται. το όνομα του πατρός αυτής αυτή βεβηλοί. ότι το άγιον έλαιον το χριστόν του Θεού επ ‘ αυτω· εγώ Κύριος. ου προσελεύσεται. 10 Και ο ιερεύς ο μέγας από των αδελφών αυτού. του επικεχυμένου επί την κεφαλήν του ελαίου του χριστού και τετελειωμένου ενδύσασθαι τα ιμάτια. 6 άγιοι έσονται τω Θεω αυτών και ου βεβηλώσουσι το όνομα του Θεού αυτών· τας γαρ θυσίας Κυρίου δώρα του Θεού αυτών αυτοί προσφέρουσι και έσονται άγιοι. 18 πας άνθρωπος. αλλ ‘ ή παρθένον εκ του λαού αυτού λήψεται γυναίκα. τινί εάν ή εν αυτω μώμος. 12 και εκ των αγίων ουκ εξελεύσεται και ου βεβηλώσει το ηγιασμένον του Θεού αυτού. επ ‘ αδελφω 3 και επ ‘ αδελφή παρθένω τη εγγιζούση αυτω. επί πατρί και μητρί και υιοίς και θυγατράσιν. ότι άγιος εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτούς. την κεφαλήν ουκ αποκιδαρώσει και τα ιμάτια ου διαρρήξει. 11 και επί πάση ψυχή τετελευτηκυία ουκ εισελεύσεται. 7 γυναίκα πόρνην και βεβηλωμένην ου λήψονται και γυναίκα εκβεβλημένην από ανδρός αυτής. 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 είπον Ααρών· άνθρωπος εκ του γένους σου εις τας γενεάς υμών. τη μη εκδεδομένη ανδρί. 8 και αγιάσεις αυτόν. 2 αλλ ‘ ή εν τω οικείω τω έγγιστα αυτών. 9 και θυγάτηρ ανθρώπου ιερέως εάν βεβηλωθή του εκπορνεύσαι. 13 ούτος γυναίκα παρθένον εκ του γένους αυτού λήψεται· 14 χήραν δε και εκβεβλημένην και βεβηλωμένην και πόρνην. ότι άγιός εστι Κυρίω τω Θεω αυτού. επί πατρί αυτού ουδέ επί μητρί αυτού ου μιανθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· είπον τοις ιερεύσι τοις υιοίς Ααρών και ερείς προς αυτούς· εν ταις ψυχαίς ου μιανθήσονται εν τω έθνει αυτών. 15 και ου βεβηλώσει το σπέρμα αυτού εν τω λαω αυτού· εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτόν. 4 ου μιανθήσεται εξάπινα εν τω λαω αυτού εις βεβήλωσιν αυτού. ου προσελεύσεται προσφέρειν τα δώρα του Θεού αυτού. άνθρωπος τυφλός ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 204 . τα δώρα Κυρίου του Θεού υμών ούτος προσφέρει· άγιος έσται. ω εστιν εν αυτω μώμος. 5 και φαλάκρωμα ου ξυρηθήσεσθε την κεφαλήν επί νεκρω και την όψιν του πώγωνος ου ξυρήσονται και επί τας σάρκας αυτών ου κατατεμούσιν εντομίδας.

8 θνησιμαίον και θηριάλωτον ου φάγεται. εάν μη λούσηται το σώμα αυτού ύδατι 7 και δύη ο ήλιος και καθαρός έσται. ος αν προσέλθη από παντός του σπέρματος υμών προς τα άγια. ό μιανεί αυτόν. ίνα μη λάβωσι δι ‘ αυτά αμαρτίαν και αποθάνωσι δι ‘ αυτά. ότι εγώ ειμι Κύριος ο αγιάζων αυτούς. 21 πας ω εστιν εν αυτω μώμος εκ του σπέρματος Ααρών του ιερέως. και η ακαθαρσία αυτού επ ‘ αυτω ή. ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· ουκ έδεται από των αγίων. ότι μώμον έχει· και ου βεβηλώσει το άγιον του Θεού αυτού. εάν βεβηλώσωσιν αυτά· εγώ Κύριος ο Θεός ο αγιάζων αυτούς. και τότε φάγεται των αγίων. ή λειχήν ή μονόρχις. 22 τα δώρα του Θεού τα άγια των αγίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χωλός ή κολοβόριν ή ωτότμητος 19 ή άνθρωπος. όσα αν αγιάζωσιν οι υιοί Ισραήλ τω Κυρίω. 24 και ελάλησε Μωυσής προς Ααρών και τους υιούς αυτού και προς πάντας υιούς Ισραήλ. 4 και άνθρωπος εκ του σπέρματος Ααρών του ιερέως και ούτος λεπρά ή γονορρυεί. ουκ εγγιεί του προσενεγκείν τας θυσίας τω Θεω σου. ω αν ή εν αυτω σύντριμμα χειρός. των αγίων ουκ έδεται. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη απ ‘ εμού· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 9 και φυλάξονται τα φυλάγματά μου. έως αν καθαρισθή· και ο απτόμενος πάσης ακαθαρσίας ψυχής ή άνθρωπος. και από των αγίων φάγεται· 23 πλήν προς το καταπέτασμα ου προσελεύσεται και προς το θυσιαστήριον ουκ εγγιεί. ω αν εξέλθη εξ αυτού κοίτη σπέρματος. εν ω μιανεί αυτόν κατά πάσαν ακαθαρσίαν αυτού· 6 ψυχή ήτις εάν άψηται αυτών. και ου βεβηλώσουσι το όνομα το άγιόν μου. ή σύντριμμα ποδός 20 ή κυρτός ή έφηλος ή πτίλλος τους οφθαλμούς ή άνθρωπος. 5 ή όστις αν άψηται παντός ερπετού ακαθάρτου. ότι μώμος εν αυτω· τα δώρα του Θεού ου προσελεύσεται προσενεγκείν. 10 και πας αλλογενής ου φάγεται άγια· πάροικος ιερέως ή μισθωτός ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 205 . ή επ ‘ ανθρώπω. 3 είπον αυτοίς· εις τας γενεάς υμών πας άνθρωπος. ότι άρτος αυτού εστι. ω αν ή εν αυτω ψώρα αγρία. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 είπον Ααρών και τοις υιοίς αυτού· και προσεχέτωσαν από των αγίων των υιών Ισραήλ. μιανθήναι αυτόν εν αυτοίς· εγώ Κύριος. όσα αυτοί αγιάζουσί μοι· εγώ Κύριος.

21 και άνθρωπος ος αν προσενέγκη θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω διαστείλας ευχήν ή κατά αίρεσιν ή εν ταις εορταίς υμών. 14 και άνθρωπος. σπέρμα δε μη ή αυτη. μώμος εν αυτοίς. εκ των βουκολίων ή εκ των προβάτων άμωμον έσται εισδεκτόν. 12 και θυγάτηρ ανθρώπου ιερέως εάν γένηται ανδρί αλλογενεί. ούτος φάγεται εκ των άρτων αυτού· και οι οικογενείς αυτού. αυτή των απαρχών αγίου ου φάγεται. 11 εάν δε ιερεύς κτήσηται ψυχήν έγκτητον αργυρίου. α αυτοί αφαιρούσι τω Κυρίω. εις δε ευχήν σου ου δεχθήσεται. 13 και θυγάτηρ ιερέως εάν γένηται χήρα ή εκβεβλημένη. 22 τυφλόν ή συντετριμμένον ή γλωσσότμητον ή μυρμηκιώντα ή ψωραγριώντα ή λειχήνας έχοντα. τη δε ημέρα τη ογδόη και επέκεινα δεχθήσεται εις δώρα. από των άρτων του πατρός αυτής φάγεται· και πας αλλογενής ου φάγεται απ ‘ αυτών. και ούτοι φάγονται τον άρτον αυτού. 26 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 27 μόσχον ή πρόβατον ή αίγα. ως αν τεχθή. επαναστρέψει επί τον οίκον τον πατρικόν κατά την νεότητα αυτής. 28 και μόσχον και πρόβατον. 24 θλαδίαν και εκτεθλιμμένον και εκτομίαν και απεσπασμένον ου προσάξεις αυτά τω Κυρίω και επί της γης υμών ου ποιήσετε. 19 δεκτά υμίν άμωμα άρσενα εκ των βουκολίων ή εκ των προβάτων και εκ των αιγών. ότι φθάρματά εστιν εν αυτοίς. 23 και μόσχον ή πρόβατον ωτότμητον ή κολοβόκερκον σφάγια ποιήσεις αυτά σεαυτω. πας μώμος ουκ έσται εν αυτω. κάρπωμα Κυρίω. και έσται επτά ημέρας υπό την μητέρα. ή των προσηλύτων των προσκειμένων προς αυτούς εν Ισραήλ. ου σφάξεις εν ημέρα μια. 20 πάντα. 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού και πάση συναγωγή Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος άνθρωπος από των υιών Ισραήλ. διότι ου δεκτόν έσται υμίν. 25 και εκ χειρός αλλογενούς ου προσοίσετε τα δώρα του Θεού υμών από πάντων τούτων. και εις κάρπωσιν ου δώσετε απ ‘ αυτών επί το θυσιαστήριον τω Κυρίω. 15 και ου βεβηλώσουσι τα άγια των υιών Ισραήλ. όσα αν προσενέγκωσι τω Θεω εις ολοκαύτωμα. ου προσάξουσι Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φάγεται άγια. και προσθήσει το επίπεμπτον αυτού επ ‘ αυτό και δώσει τω ιερεί το άγιον. εισδεκτόν υμίν θύσετε αυτό· 30 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 206 . ος αν προσενέγκη τα δώρα αυτού κατά πάσαν ομολογίαν αυτών ή κατά πάσαν αίρεσιν αυτών. 16 και επάξουσιν εφ ‘ εαυτούς ανομίαν πλημμελείας εν τω εσθίειν αυτούς τα άγια αυτών· ότι εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτούς. όσα αν έχη μώμον εν αυτω. ος αν φάγη άγια κατ ‘ άγνοιαν. αυτήν και τα παιδία αυτής. ου προσάξουσι ταύτα τω Κυρίω. 29 εάν δε θύσης θυσίαν ευχήν χαρμοσύνην Κυρίω. ου δεχθήσεται ταύτα υμίν.

5 εν τω πρώτω μηνί εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός. ας καλέσετε αυτάς κλητάς αγίας. πρόβατον άμωμον ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα τω Κυρίω. ουκ απολείψετε από των κρεών εις το πρωϊ· εγώ ειμι Κύριος. οσμή ευωδίας Κυρίω· και σπονδήν αυτού το τέταρτον του είν οίνου. ην εγώ δίδωμι υμίν. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτη τη ημέρα εκείνη βρωθήσεται. 31 Και φυλάξετε τας εντολάς μου και ποιήσετε αυτάς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 207 . 12 και ποιήσετε εν τη ημέρα. τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα ανάπαυσις κλητή αγία τω Κυρίω· παν έργον ου ποιήσεις. εν ή αν φέρητε το δράγμα. 32 και ου βεβηλώσετε το όνομα του αγίου. 4 Αύται αι εορταί τω Κυρίω κληταί άγιαι. εγώ Κύριος. 3 εξ ημέρας ποιήσεις έργα. 33 ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου. 14 και άρτον και πεφρυγμένα χίδρα νέα ου φάγεσθε έως εις αυτήν την ημέραν ταύτην. τη επαύριον της πρώτης ανοίσει αυτό ο ιερεύς. έως αν προσενέγκητε υμείς τα δώρα τω Θεω υμών· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάση κατοικία υμών. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε· 8 και προσάξετε ολοκαυτώματα τω Κυρίω επτά ημέρας· και η ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν. 6 και εν τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός τούτου εορτή των αζύμων τω Κυρίω· επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. 7 και ημέρα η πρώτη κλητή αγία έσται υμίν. ας καλέσετε αυτάς εν τοις καιροίς αυτών. και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. αύταί εισιν αι εορταί μου. 9 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 είπον τοις υιοίς Ισραήλ. 13 και την θυσίαν αυτού δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω· θυσία τω Κυρίω. και θερίζητε τον θερισμόν αυτής. ωστε είναι υμών Θεός. σάββατά εστι τω Κυρίω εν πάση κατοικία υμών. και αγιασθήσομαι εν μέσω των υιών Ισραήλ· εγώ Κύριος ο αγιάζων υμάς. και ερείς προς αυτούς· αι εορταί Κυρίου. ανά μέσον των εσπερινών πάσχα τω Κυρίω. και οίσετε το δράγμα απαρχήν του θερισμού υμών προς τον ιερέα· 11 και ανοίσει το δράγμα έναντι Κυρίου δεκτόν υμίν.

και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών· από ενάτης του μηνός. 17 από της κατοικίας υμών προσοίσετε άρτους επίθεμα. επτά εβδομάδας ολοκλήρους. 22 και όταν θερίζητε τον θερισμόν της γης υμών. εξιλάσασθαι περί υμών έναντι Κυρίου του Θεού υμών. 16 έως της επαύριον της εσχάτης εβδομάδος αριθμήσετε πεντήκοντα ημέρας και προσοίσετε θυσίαν νέαν τω Κυρίω. από της ημέρας ης αν προσενέγκητε το δράγμα του επιθέματος. εζυμωμένοι πεφθήσονται πρωτογεννημάτων τω Κυρίω. τω πτωχω και τω προσηλύτω υπολείψεις αυτά· εγώ Κύριος ο Θεός υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 15 Και αριθμήσετε υμίν από της επαύριον των σαββάτων. κλητή αγία έσται υμίν. 32 σάββατα σαββάτων έσται υμίν. 33 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 34 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. εξολοθρευθήσεται εκ του λαού αυτής. και προσάξετε ολοκαύτωμα τω Κυρίω. και ταπεινώσετε τας ψυχάς υμών. 29 πάσα ψυχή. 19 και ποιήσουσι χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας και δύο αμνούς ενιαυσίους εις θυσίαν σωτηρίου μετά των άρτων του πρωτογεννήματος· 20 και επιθήσει αυτά ο ιερεύς μετά των άρτων του πρωτογεννήματος επίθεμα εναντίον Κυρίου μετά των δύο αμνών· άγια έσονται τω Κυρίω. ήτις ποιήσει έργον εν αυτη τη ημέρα ταύτη. και προσάξετε ολοκαύτωμα Κυρίω. 18 και προσάξετε μετά των άρτων επτά αμνούς αμώμους ενιαυσίους και μόσχον ένα εκ βουκολίου και κριούς δύο αμώμους. 31 παν έργον ου ποιήσετε· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάσαις κατοικίαις υμών. 26 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 27 και τη δεκάτη του μηνός του εβδόμου τούτου ημέρα εξιλασμού. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών εν πάση τη κατοικία υμών. 30 και πάσα ψυχή. από εσπέρας έως εσπέρας σαββατιείτε τα σάββατα υμών. λέγων· τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 208 . κλητή αγία έσται υμίν· 25 παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. ήτις μη ταπεινωθήσεται εν αυτη τη ημέρα ταύτη. 23 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. 28 παν έργον ου ποιήσετε εν αυτη τη ημέρα ταύτη· έστι γαρ ημέρα εξιλασμού αύτη υμίν. μνημόσυνον σαλπίγγων. 21 και καλέσετε ταύτην την ημέραν κλητήν· αγία έσται υμίν. δύο άρτους· εκ δύο δεκάτων σεμιδάλεως έσονται. λέγων· του μηνός του εβδόμου μια του μηνός έσται υμίν ανάπαυσις. τω ιερεί τω προσφέροντι αυτά αυτω έσται. απολείται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. και έσονται ολοκαύτωμα τω Κυρίω και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών θυσία οσμή ευωδίας τω Κυρίω. ου συντελέσετε το λοιπόν του θερισμού του αγρού σου εν τω θερίζειν σε και τα αποπίπτοντα του θερισμού σου ου συλλέξεις.

καύσαι λύχνον δια παντός. ας καλέσετε κλητάς αγίας. εν τω εξαγαγείν με αυτούς εκ γης Αιγύπτου· εγώ Κύριος ο Θεός υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεντεκαιδεκάτη του μηνός του εβδόμου τούτου εορτή σκηνών επτά ημέρας τω Κυρίω. και η ημέρα η ογδόη κλητή αγία έσται υμίν. 44 Και ελάλησε Μωυσής τας εορτάς Κυρίου τοις υιοίς Ισραήλ. 5 Και λήψεσθε σεμίδαλιν και ποιήσετε αυτήν δώδεκα άρτους. 36 επτά ημέρας προσάξετε ολοκαυτώματα τω Κυρίω. 37 Αύται εορταί Κυρίω. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ. ότι εν σκηναίς κατώκισα τους υιούς Ισραήλ. όταν συντελέσητε τα γενήματα της γης. ολοκαυτώματα και θυσίας αυτών και σπονδάς αυτών το καθ ‘ ημέραν εις ημέραν· 38 πλήν των σαββάτων Κυρίου και πλήν των δομάτων υμών και πλήν πασών των ευχών υμών και πλήν των εκουσίων υμών. και λαβέτωσάν σοι έλαιον ελάϊνον καθαρόν κεκομμένον εις φως. α αν δώτε τω Κυρίω. ωστε προσενέγκαι καρπώματα τω Κυρίω. εορτάσετε τω Κυρίω επτά ημέρας· τη ημέρα τη πρώτη ανάπαυσις και τη ημέρα τη ογδόη ανάπαυσις. εν τω μηνί τω εβδόμω εορτάσετε αυτήν. 39 Και εν τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του εβδόμου τούτου. και προσάξετε ολοκαυτώματα Κυρίω· εξόδιόν εστι. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. δύο δεκάτων έσται ο άρτος ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 209 . 4 επί της λυχνίας της καθαράς καύσετε τους λύχνους εναντίον Κυρίου έως εις το πρωϊ. 35 και η ημέρα η πρώτη η κλητή αγία· παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. 43 όπως ίδωσιν αι γενεαί υμών. ευφρανθήναι έναντι Κυρίου του Θεού υμών επτά ημέρας του ενιαυτού· 41 νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών. 3 έξωθεν του καταπετάσματος εν τη σκηνή του μαρτυρίου καύσουσιν αυτό Ααρών και οι υιοί αυτού από εσπέρας έως πρωϊ ενώπιον Κυρίου ενδελεχώς· νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών. και κλάδους ξύλου δασείς και ιτέας και άγνου κλάδους εκ χειμάρρου. 42 εν σκηναίς κατοικήσετε επτά ημέρας· πας ο αυτόχθων εν Ισραήλ κατοικήσει εν σκηναίς. 40 και λήψεσθε τη ημέρα τη πρώτη καρπόν ξύλου ωραίον και κάλλυνθρα φοινίκων.

19 και εάν τις δω μώμον τω πλησίον. 15 και τοις υιοίς Ισραήλ λάλησον και ερείς προς αυτούς· άνθρωπος ος εάν καταράσηται Θεόν. ως εποίησεν αυτω. νόμιμον αιώνιον. θανάτω θανατούσθω. 7 και επιθήσετε επί το θέμα λίβανον καθαρόν και άλα. 10 Και εξήλθεν υιος γυναικός Ισραηλίτιδος. 21 ος αν πατάξη άνθρωπον και αποθάνη. και φάγονται αυτά εν τόπω αγίω· έστι γαρ άγια των αγίων τούτο αυτών από των θυσιαζομένων τω Κυρίω. τελευτάτω. θανάτω θανατούσθω· 22 δικαίωσις μία έσται τω προσηλύτω και τω εγχωρίω. εξ άρτους το εν θέμα επί την τράπεζαν την καθαράν έναντι Κυρίου. και έσονται εις άρτους εις ανάμνησιν προκείμενα τω Κυρίω. 9 και έσται Ααρών και τοις υιοίς αυτού. 8 τη ημέρα των σαββάτων προσθήσεται έναντι Κυρίου δια παντός ενώπιον των υιών Ισραήλ. ωσαύτως αντιποιηθήσεται αυτω· 20 σύντριμμα αντί συντρίμματος. διαθήκην αιώνιον. ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και ήγαγον αυτόν προς Μωυσήν· και το όνομα της μητρός αυτού Σαλωμείθ θυγάτηρ Δαβρεί εκ της φυλής Δάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις· 6 και επιθήσετε αυτούς δύο θέματα. 18 και ος αν πατάξη κτήνος και αποθάνη. εν τω ονομάσαι αυτόν το όνομα Κυρίου. οφθαλμόν αντί οφθαλμού. και εξήγαγον τον καταρασάμενον έξω της παρεμβολής και ελιθοβόλησαν αυτόν εν λίθοις· και οι υιοί Ισραήλ εποίησαν καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 12 και απέθεντο αυτόν εις φυλακήν διακρίναι αυτόν δια προστάγματος Κυρίου. αποτισάτω ψυχήν αντί ψυχής. αμαρτίαν λήψεται· 16 ονομάζων δε το όνομα Κυρίου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 210 . καθότι αν δω μώμον τω ανθρώπω. 13 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 14 εξάγαγε τον καταρασάμενον έξω της παρεμβολής. 23 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ. θανάτω θανατούσθω· λίθοις λιθοβολείτω αυτόν πάσα η συναγωγή Ισραήλ· εάν τε προσήλυτος. εάν τε αυτόχθων. και ούτος ην υιος Αιγυπτίου εν τοις υιοίς Ισραήλ. και επιθήσουσι πάντες οι ακούσαντες τας χείρας αυτών επί την κεφαλήν αυτού και λιθοβολήσουσιν αυτόν πάσα η συναγωγή. και εμαχέσαντο εν τη παρεμβολή ο εκ της Ισραηλίτιδος και ο άνθρωπος ο Ισραηλίτης· 11 και επονομάσας ο υιος της γυναικός της Ισραηλίτιδος το όνομα κατηράσατο. ούτω δοθήσεται αυτω. 17 και άνθρωπος ος αν πατάξη ψυχήν ανθρώπου και αποθάνη. οδόντα αντί οδόντος.

και τω παιδί σου και τη παιδίσκη σου και τω μισθωτω σου και τω παροίκω τω προσκειμένω προς σε 7 και τοις κτήνεσί σου. σάββατα τω Κυρίω. επτά έτη επτάκις. 6 και έσται τα σάββατα της γης βρώματά σοι. 9 και διαγγελείτε σάλπιγγος φωνή εν πάση τη γη υμών εν τω μηνί τω εβδόμω τη δεκάτη του μηνός· τη ημέρα του ιλασμού διαγγελείτε σάλπιγγι εν πάση τη γη υμών. άγιον έσται υμίν. και καθότι αν έλαττον των ετών. και απελεύσεται εις έκαστος εις την κτήσιν αυτού. κατά αριθμόν ενιαυτών γενημάτων αποδώσεταί σοι. ελαττονώσει την κτήσιν αυτού. και έκαστος εις την πατριάν αυτού απελεύσεσθε. ην εγώ δίδωμι υμίν. από των πεδίων φάγεσθε τα γενήματα αυτής. και ου τρυγήσετε τα ηγιασμένα αυτής. ην εγώ δίδωμι υμίν. ουδέ αμήσετε τα αυτόματα αναβαίνοντα αυτής. 8 Και εξαριθμήσεις σεαυτω επτά αναπαύσεις αυτών. 11 αφέσεως σημασία αύτη. 16 καθότι αν πλείον των ετών. και έσονταί σοι επτά εβδομάδες ετών εννέα και τεσσαράκοντα έτη. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 211 . 13 Εν τω έτει της αφέσεως σημασίας αυτής επανελεύσεται έκαστος εις την κτήσιν αυτού. ανάπαυσις έσται τη γη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τω όρει Σινά λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην. 3 εξ έτη σπερείς τον αγρόν σου και εξ έτη τεμείς την άμπελόν σου και συνάξεις τον καρπόν αυτής. 4 τω δε έτει τω εβδόμω σάββατα. μη θλιβέτω άνθρωπος τον πλησίον· 15 κατά αριθμόν ετών μετά την σημασίαν κτήση παρά του πλησίον. πληθυνεί την κτήσιν αυτού. και τοις θηρίοις τοις εν τη γη σου έσται παν το γένημα αυτού εις βρώσιν. το έτος το πεντηκοστόν ενιαυτός έσται υμίν· ου σπερείτε. 5 και τα αυτόματα αναβαίνοντα του αγρού σου ουκ εκθερίσεις και την σταφυλήν του αγιάσματός σου ουκ εκτρυγήσεις· ενιαυτός αναπαύσεως έσται τη γη. εάν δε και κτήση παρά του πλησίον σου. 10 και αγιάσετε το έτος τον πεντηκοστόν ενιαυτόν και διαβοήσετε άφεσιν επί της γης πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν· ενιαυτός αφέσεως σημασία αύτη έσται υμίν. σάββατα τω Κυρίω· τον αγρόν σου ου σπερείς και την άμπελόν σου ου τεμείς. και αναπαύσεται η γη. 14 εάν δε αποδω πράσιν τω πλησίον σου. 12 ότι αφέσεως σημασία εστίν.

προς τον αγρόν της γης λογισθήσονται· λυτρωταί διαπαντός έσονται και εν τη αφέσει εξελεύσονται. 26 εάν δε μη ή τινι ο αγχιστεύων και ευπορηθή τη χειρί και ευρεθή αυτω το ικανόν λύτρα αυτού. τι φαγόμεθα εν τω έτει τω εβδόμω τούτω. και έσται η πράσις τω κτησαμένω αυτά έως του έκτου έτους της αφέσεως· και εξελεύσεται εν τη αφέσει. αις ουκ έστιν εν αυταίς τείχος κύκλω. 30 εάν δε μη λυτρωθή έως αν πληρωθή αυτής ενιαυτός όλος. 23 και η γη ου πραθήσεται εις βεβαίωσιν. 21 και αποστέλλω την ευλογίαν μου υμίν εν τω έτει τω έκτω. διότι προσήλυτοι και πάροικοι υμείς εστε εναντίον μου· 24 και κατά πάσαν γην κατασχέσεως υμών λύτρα δώσετε της γης. και ουκ εξελεύσεται εν τη αφέσει. εμή γαρ εστιν η γη. 28 εάν δε μη ευπορηθή αυτού η χείρ το ικανόν. 18 και ποιήσετε πάντα τα δικαιώματά μου και πάσας τας κρίσεις μου και φυλάξεσθε και ποιήσετε αυτά και κατοικήσετε επί της γης πεποιθότες. και λυτρώσεται την πράσιν του αδελφού αυτού. και απελεύσεται εις την κατάσχεσιν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αριθμόν γενημάτων αυτού ούτως αποδώσεταί σοι. οικίαι των πόλεων κατασχέσεως αυτών. και έλθη ο αγχιστεύων ο εγγίζων αυτω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 212 . 29 Εάν δε τις αποδώται οικίαν οικητήν εν πόλει τετειχισμένη. 20 εάν δε λέγητε. και έσται η λύτρωσις αυτής. 25 εάν δε πένηται ο αδελφός σου ο μετά σου και αποδώται από της κατασχέσεως αυτού. ότι κατάσχεσις αιωνία τούτο αυτών εστιν. λυτρωταί διαπαντός έσονται τοις Λευίταις· 33 και ος αν λυτρώσηται παρά των Λευιτών και εξελεύσεται η διάπρασις αυτών οικιών πόλεως κατασχέσεως αυτών εν τη αφέσει. εάν μη σπείρωμεν μηδέ συναγάγωμεν τα γενήματα ημών. ω απέδοτο αυτό αυτω. 34 και οι αγροί αφωρισμένοι ταις πόλεσιν αυτών ου πραθήσονται. φάγεσθε παλαιά παλαιών. 17 μη θλιβέτω άνθρωπος τον πλησίον. κυρωθήσεται η οικία η ούσα εν πόλει τη εχούση τείχος βεβαίως τω κτησαμένω αυτήν εις τας γενεάς αυτού. έως αν έλθη το γένημα αυτής. έως πληρωθή ενιαυτός ημερών. ωστε αποδούναι αυτω. ότι οικίαι των πόλεων των Λευιτών κατάσχεσις αυτών εν μέσω υιών Ισραήλ. 27 και συλλογιείται τα έτη της πράσεως αυτού και αποδώσει ό υπερέχει τω ανθρώπω. 32 και αι πόλεις των Λευιτών. 22 και σπερείτε το έτος το όγδοον και φάγεσθε από των γενημάτων παλαιά έως του έτους του ενάτου. 19 και δώσει η γη τα εκφόρια αυτής και φάγεσθε εις πλησμονήν και κατοικήσετε πεποιθότες επ ‘ αυτής. και ποιήσει τα γενήματα αυτής εις τα τρία έτη. 31 αι δε οικίαι αι εν επαύλεσιν. και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. έσται η λύτρωσις αυτής. και απελεύσεται εις την κατάσχεσιν αυτού.

απ ‘ αυτών κτήσεσθε δούλον και δούλην· 45 και από των υιών των παροίκων των όντων εν υμίν. 47 Εάν δε εύρη η χείρ του προσηλύτου ή του παροίκου του παρά σοί. και φοβηθήση Κύριον τον Θεόν σου. εγώ Κύριος. 37 το αργύριόν σου ου δώσεις αυτω επί τόκω και επί πλεονασμω ου δώσεις αυτω τα βρώματά σου. και πραθή σοι. ου απέδοτο εαυτόν αυτω έως του ενιαυτού της αφέσεως. 41 και εξελεύσεται τη αφέσει και τα τέκνα αυτού μετ ‘ αυτού και απελεύσεται εις την γενεάν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 35 Εάν δε πένηται ο αδελφός σου ο μετά σου και αδυνατήση ταις χερσί παρά σοί. έκαστος τον αδελφόν αυτού ου κατατενεί αυτόν εν τοις μόχθοις. 50 και συλλογιείται προς τον κεκτημένον αυτόν από του έτους. ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου. λυτρούται αυτόν· εάν δε ευπορηθείς ταις χερσί λυτρώται εαυτόν. ους εξήγαγον εκ γης Αιγύπτου· ου πραθήσεται εν πράσει οικέτου. όσοι αν γένωνταί σοι από των εθνών. 43 ου κατατενείς αυτόν εν τω μόχθω. 42 διότι οικέται μου εισιν ούτοι. έστωσαν υμίν εις κατάσχεσιν. 39 Εάν δε ταπεινωθή ο αδελφός σου παρά σοί. και ζήσεται ο αδελφός σου μετά σου. από τούτων κτήσεσθε και από των συγγενών αυτών. 36 ου λήψη παρ ‘ αυτού τόκον. 53 ως μισθωτός ενιαυτόν εξ ενιαυτού έσται μετ ‘ αυτού· ου κατατενείς αυτόν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 213 . προς ταύτα αποδώσει τα λύτρα αυτού από του αργυρίου της πράσεως αυτού· 52 εάν δε ολίγον καταλειφθή από των ετών εις τον ενιαυτόν της αφέσεως. λύτρωσις έσται αυτού· εις των αδελφών αυτού λυτρώσεται αυτόν. αντιλήψη αυτού ως προσηλύτου και παροίκου και ζήσεται ο αδελφός σου μετά σου. έως του έτους της αφέσεως εργάται παρά σοί. ου δουλεύσει σοι δουλείαν οικέτου· 40 ως μισθωτός ή πάροικος έσται σοι. όσοι αν γένωνται εν γη υμών. ουδέ επί πλήθει· και φοβηθήση τον Θεόν σου. 46 και καταμεριείτε αυτούς τοις τέκνοις υμών μεθ ‘ υμάς. 51 εάν δε τινι πλείον των ετών ή. και αποδώσει τα λύτρα αυτού. δούναι υμίν την γην Χαναάν. 44 και παις και παιδίσκη. 49 αδελφός πατρός αυτού ή υιος αδελφού πατρός λυτρώσεται αυτόν ή από των οικείων των σαρκών αυτού. ωστε είναι υμών Θεός. και συλλογιείται αυτω κατά τα έτη αυτού. εκ της φυλής αυτού. όσοι κύκλω σου εισιν. και έσονται υμίν κατόχιμοι εις τον αιώνα· των δε αδελφών υμών των υιών Ισραήλ. 38 εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και απορηθείς ο αδελφός σου πραθή τω προσηλύτω ή τω παροίκω τω παρά σοί ή εκ γενετής προσηλύτω. 48 μετά το πραθήναι αυτω. και έσται το αργύριον της πράσεως αυτού ως μισθίου· έτος εξ έτους έσται μετ ‘ αυτού. εις την κατάσχεσιν την πατρικήν αποδραμείται.

10 και φάγεσθε παλαιά και παλαιά παλαιών. και ο τρυγητός καταλήψεται τον σπόρον. και κοιμηθήσεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω μόχθω ενώπιόν σου. παίδές μου ούτοί εισιν. 12 και εμπεριπατήσω εν υμίν· και έσομαι υμών Θεός. ωστε υμάς μη ποιείν πάσας τας εντολάς μου. και συνέτριψα τον δεσμόν του ζυγού υμών και ήγαγον υμάς μετά παρρησίας. 13 εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. 6 και δώσω ειρήνην εν τη γη υμών. και η γη δώσει τα γενήματα αυτής και τα ξύλα των πεδίων αποδώσει τον καρπόν αυτών. και παλαιά εκ προσώπου νέων εξοίσετε. και πεσούνται εναντίον υμών φόνω· 8 και διώξονται εξ υμών πέντε εκατόν. και ουκ έσται υμάς ο εκφοβών. 2 τα σάββατά μου φυλάξεσθε. και υμείς έσεσθέ μοι λαός. και ου βδελύξεται η ψυχή μου υμάς. ωστε διασκεδάσαι την διαθήκην μου. 15 αλλά απειθήσητε αυτοίς και τοις κρίμασί μου προσοχθίση η ψυχή υμών. ουδέ γλυπτά. 4 και δώσω τον υετόν υμίν εν καιρω αυτού. και φάγεσθε τον άρτον υμών εις πλησμονήν και κατοικήσετε μετά ασφαλείας επί της γης υμών. ουδέ λίθον σκοπόν θήσετε εν τη γη υμών προσκυνήσαι αυτω· εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών. και απολώ θηρία πονηρά εκ της γης υμών. 54 εάν δε μη λυτρώται κατά ταύτα. 7 και διώξεσθε τους εχθρούς υμών. 14 εάν δε μη υπακούσητέ μου. και πόλεμος ου διελεύσεται δια της γης υμών. μη δε ποιήσητε τα προστάγματά μου ταύτα. την τε ψώραν. 5 και καταλήψεται υμίν ο αλοητός τον τρυγητόν. και από των αγίων μου φοβηθήσεσθε· εγώ ειμι Κύριος. ους εξήγαγον εκ γης Αιγύπτου· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. εξελεύσεται εν τω έτει της αφέσεως αυτός και τα παιδία αυτού μετ ‘ αυτού· 55 ότι εμοί οι υιοί Ισραήλ οικέται εισί. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΟΥ ποιήσετε υμίν αυτοίς χειροποίητα. και πεσούνται οι εχθροί υμών εναντίον υμών μαχαίρα. ουδέ στήλην αναστήσετε υμίν. ο εξαγαγών υμάς εκ γης Αιγύπτου. και εκατόν υμών διώξονται μυριάδας. 16 και εγώ ποιήσω ούτως υμίν· και επιστήσω εφ ‘ υμάς την απορίαν. 3 Εάν τοις προστάγμασί μου πορεύησθε και τας εντολάς μου φυλάσσησθε και ποιήσητε αυτάς. 9 και επιβλέψω εφ ‘ υμάς και αυξανώ υμάς και πληθυνώ υμάς και στήσω την διαθήκην μου μεθ ‘ υμών. όντων υμών δούλων. και τον ίκτερα σφακελίζοντα τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 214 . 11 και θήσω την σκηνήν μου εν υμίν.

23 και επί τούτοις εάν μη παιδευθήτε. αλλά πορεύησθε προς με πλάγιοι. και πεσείσθε εναντίον των εχθρών υμών. και αι πόλεις υμών έσονται έρημοι. 36 και τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 215 . 33 και διασπερώ υμάς εις τα έθνη. και ευδοκήσει η γη τα σάββατα αυτής. και πέψουσι δέκα γυναίκες τους άρτους υμών εν κλιβάνω ενί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οφθαλμούς υμών. και προσθήσω του παιδεύσαι υμάς επτάκις επί ταις αμαρτίαις υμών. και αποδώσουσι τους άρτους υμών εν σταθμω. 34 τότε ευδοκήσει η γη τα σάββατα αυτής πάσας τας ημέρας της ερημώσεως αυτής. και παραδοθήσεσθε εις χείρας των εχθρών. και φεύξεσθε ουδενός διώκοντος υμάς. και το ξύλον του αγρού υμών ου δώσει τον καρπόν αυτού. και εξολοθρεύσω τα ξύλινα χειροποίητα υμών. 29 και φάγεσθε τας σάρκας των υιών υμών και τας σάρκας των θυγατέρων υμών φάγεσθε. και πορεύησθε προς με πλάγιοι. και καταφεύξεσθε εις τας πόλεις υμών· και εξαποστελώ θάνατον εις υμάς. και ου δώσει η γη υμών τον σπόρον αυτής. και ερημωθήσονται αι οδοί υμών. και ου μη οσφρανθώ της οσμής των θυσιών υμών. 24 πορεύσομαι καγώ μεθ ‘ υμών θυμω πλαγίω. 22 και αποστελώ εφ ‘ υμάς τα θηρία τα άγρια της γης και κατέδεται υμάς και εξαναλώσει τα κτήνη υμών. και θήσω τον ουρανόν υμίν σιδηρούν και την γην υμών ωσεί χαλκήν. και υμείς έσεσθε εν τη γη των εχθρών υμών· τότε σαββατιεί η γη. ηνίκα κατωκείτε αυτήν. και έδονται οι υπεναντίοι υμών. και εξαναλώσει υμάς επιπορευομένη η μάχαιρα· και έσται η γη υμών έρημος. α ουκ εσαββάτισεν εν τοις σαββάτοις υμών. και μη βούλησθε υπακούειν μου. 20 και έσται εις κενόν η ισχύς υμών. 25 και επάξω εφ ‘ υμάς μάχαιραν εκδικούσαν δίκην διαθήκης. 32 και εξερημώσω εγώ την γην υμών. και ολιγοστούς ποιήσω υμάς. 26 εν τω θλίψαι υμάς σιτοδεία άρτων. και διώξονται υμάς οι μισούντες υμάς. και θήσω τα κώλα υμών επί τα κώλα των ειδώλων υμών. 21 και εάν μετά ταύτα πορεύησθε πλάγιοι. 30 και ερημώσω τας στήλας υμών. 17 και επιστήσω το πρόσωπόν μου εφ ‘ υμάς. προσθήσω υμίν πληγάς επτά κατά τας αμαρτίας υμών. 27 εάν δε επί τούτοις μη υπακούσητέ μου. και παιδεύσω υμάς εγώ επτάκις κατά τας αμαρτίας υμών. και προσοχθιεί η ψυχή μου υμίν. 31 και θήσω τας πόλεις υμών ερήμους και εξερημώσω τα άγια υμών. και την ψυχήν υμών εκτήκουσαν. 35 πάσας τας ημέρας της ερημώσεως αυτής σαββατιεί. 19 και συντρίψω την ύβριν της υπερηφανίας υμών. 18 και εάν έως τούτου μη υπακούσητέ μου. και φάγεσθε και ου μη εμπλησθήτε. και θαυμάσονται επ ‘ αυτη οι εχθροί υμών οι ενοικούντες εν αυτη. και σπερείτε διακενής τα σπέρματα υμών. και πατάξω υμάς καγώ επτάκις αντί των αμαρτιών υμών. 28 και αυτός πορεύσομαι μεθ ‘ υμών εν θυμω πλαγίω.

και αυτοί προσδέξονται τας αυτών ανομίας. ουδέ προσώχθισα αυτοίς ωστε εξαναλώσαι αυτούς. και απολω αυτούς εν τη γη των εχθρών αυτών· τότε εντραπήσεται η καρδία αυτών η απερίτμητος. 40 και εξαγορεύσουσι τας αμαρτίας αυτών και τας αμαρτίας των πατέρων αυτών. 3 έσται η τιμή του άρσενος από εικοσαετούς έως εξηκονταετούς. ότι παρέβησαν και υπερείδόν με. και ερείς αυτοίς· ος αν εύξηται ευχήν ωστε τιμήν της ψυχής αυτού τω Κυρίω. και διώξεται αυτούς φωνή φύλλου φερομένου. και ου δυνήσεσθε αντιστήναι τοις εχθροίς υμών. 39 και οι καταλειφθέντες αφ ‘ υμών καταφθαρήσονται δια τας αμαρτίας αυτών και δια τας αμαρτίας των πατέρων αυτών. και ότι επορεύθησαν εναντίον μου πλάγιοι. 45 και μνησθήσομαι διαθήκης αυτών της προτέρας. και κατέδεται υμάς η γη των εχθρών υμών. εν τη γη των εχθρών αυτών τακήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καταλειφθείσιν εξ υμών επάξω δουλείαν εις την καρδίαν αυτών εν τη γη των εχθρών αυτών. 42 και μνησθήσομαι της διαθήκης Ιακώβ και της διαθήκης Ισαάκ. εν τω όρει Σινά. εν τω ερημωθήναι αυτήν δι ‘ αυτούς. ον έδωκε Κύριος ανά μέσον αυτού και ανά μέσον των υιών Ισραήλ. και φεύξονται ως φεύγοντες από πολέμου. και τοις προστάγμασί μου προσώχθισαν τη ψυχή αυτών. του είναι αυτών Θεός· εγώ ειμι Κύριος. και τότε ευδοκήσουσι τας αμαρτίας αυτών. εξ οίκου δουλείας έναντι των εθνών. 41 και εγώ επορεύθην μετ ‘ αυτών εν θυμω πλαγίω. ότε εξήγαγον αυτούς εκ γης Αιγύπτου. 43 και η γη εγκαταλειφθήσεται απ ‘ αυτών· τότε προσδέξεται η γη τα σάββατα αυτής. εν χειρί Μωυσή. 46 ταύτα τα κρίματά μου και τα προστάγματά μου και ο νόμος. και της διαθήκης Αβραάμ μνησθήσομαι. 38 και απολείσθε εν τοις έθνεσι. ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. ανθ ‘ ων τα κρίματά μου υπερείδον. ουδενός κατατρέχοντος. 44 και ουδ ‘ ως όντων αυτών εν τη γη των εχθρών αυτών ουχ υπερείδον αυτούς. και της γης μνησθήσομαι. και πεσούνται ουδενός διώκοντος· 37 και υπερόψεται ο αδελφός τον αδελφόν ωσεί εν πολέμω. έσται αυτού η τιμή πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 216 . του διασκεδάσαι την διαθήκην μου την προς αυτούς· εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών.

18 εάν δε έσχατον μετά την άφεσιν αγιάση τον αγρόν αυτού. 19 εάν δε λυτρώται τον αγρόν ο αγιάσας αυτόν. τιμήσεται αυτόν ο ιερεύς. δέκα δίδραχμα. εάν δε θήλεια. και καθότι αν τιμήσηται αυτό ο ιερεύς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 217 . και τιμήσεται αυτήν ο ιερεύς. και έσται αυτω. 17 εάν δε από του ενιαυτού της αφέσεως αγιάση τον αγρόν αυτού. ος αν δω από τούτων τω Κυρίω. προσθήσει το επίπεμπτον προς την τιμήν αυτού. 22 Εάν δε από του αγρού ου κέκτηται. ανά μέσον καλής και ανά μέσον πονηράς· ως αν τιμήσηται αυτήν ο ιερεύς. έσται η τιμή αυτού πεντεκαίδεκα δίδραχμα αργυρίου. 20 εάν δε μη λυτρώται τον αγρόν. 5 εάν δε από πεντεαετούς έως είκοσιν ετών. ούτω σταθήσεται. της δε θηλείας δέκα δίδραχμα. στήσεται εναντίον του ιερέως. 7 εάν δε από εξηκονταετών και επάνω. ωσπερ η γη η αφωρισμένη· τω ιερεί έσται κατάσχεσις αυτού. της δε θηλείας τρία δίδραχμα αργυρίου. αφ ‘ ων ου προσφέρεται απ ‘ αυτών δώρον τω Κυρίω. ούτω στήσεται. κόρου κριθών πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου. εάν μεν άρσεν ή. ος αν αγιάση την οικίαν αυτού αγίαν τω Κυρίω. και έσται η τιμή κατά τον σπόρον αυτού. 8 εάν δε ταπεινός ή τη τιμή. ουκέτι μη λυτρώσηται αυτόν. 4 της δε θηλείας έσται η συντίμησις τριάκοντα δίδραχμα. 12 και τιμήσεται αυτό ο ιερεύς ανά μέσον καλού και ανά μέσον πονηρού. προσθήσει επ ‘ αυτό το επίπεμπτον του αργυρίου της τιμής. κατά την τιμήν αυτού στήσεται. έσται άγιον. 10 ουκ αλλάξει αυτό καλόν πονηρω. και τιμήσεται αυτόν ο ιερεύς· καθάπερ ισχύει η χείρ του ευξαμένου. στήσει το κτήνος έναντι του ιερέως. 15 εάν δε ο αγιάσας αυτήν λυτρώται την οικίαν αυτού. ος ουκ έστιν από του αγρού της κατασχέσεως αυτού. και ανθυφαιρεθήσεται από της συντιμήσεως αυτού. 16 Εάν δε από του αγρού της κατασχέσεως αυτού αγιάση άνθρωπος τω Κυρίω. και έσται αυτω. και αποδώται τον αγρόν ανθρώπω ετέρω. 6 από δε μηνιαίου έως πενταετούς έσται η τιμή του άρσενος πέντε δίδραχμα. έσται αυτό και το άλλαγμα άγια. 13 εάν δε λυτρούμενος λυτρώσηται αυτό. προσθήσει το επίπεμπτον του αργυρίου προς την τιμήν αυτού. 21 αλλ ‘ έσται ο αγρός εξεληλυθυίας της αφέσεως άγιος τω Κυρίω. 11 εάν δε παν κτήνος ακάθαρτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σταθμω τω αγίω. 14 Και άνθρωπος. 9 Εάν δε από των πτηνών των προσφερομένων απ ‘ αυτών δώρον τω Κυρίω. έως εις τον ενιαυτόν της αφέσεως. ουδέ πονηρόν καλω· εάν δε αλλάσσων αλλάξη αυτό κτήνος κτήνει. προσλογιείται αυτω ο ιερεύς το αργύριον επί τα έτη τα επίλοιπα. έσται η τιμή του άρσενος είκοσι δίδραχμα.

27 εάν δε των τετραπόδων των ακαθάρτων αλλάξη κατά την τιμήν αυτού. 30 Πάσα δεκάτη της γης από του σπέρματος της γης και του καρπού του ξυλίνου τω Κυρίω εστίν. το επίπεμπτον προσθήσει προς αυτόν. και αποδώσει την τιμήν εν τη ημέρα εκείνη άγιον τω Κυρίω. εν τη σκηνή του μαρτυρίου. τω Κυρίω εστίν. ουκ αποδώσεται. 25 και πάσα τιμή έσται σταθμίοις αγίοις· είκοσιν οβολοί έσται το δίδραχμον. αλλά θανάτω θανατωθήσεται. το δέκατον έσται άγιον τω Κυρίω. 29 και παν. από ανθρώπου έως κτήνους και από αγρού κατασχέσεως αυτού. 32 και πάσα δεκάτη βοών. ουδέ λυτρώσεται· παν ανάθεμα άγιον αγίων έσται τω Κυρίω. ου ην η κατάσχεσις της γης. 26 Και παν πρωτότοκον ό εάν γένηται εν τοις κτήνεσί σου. 28 παν δε ανάθεμα. ου λυτρωθήσεται. ό εάν έλθη εν τω αριθμω υπό την ράβδον. εν μια του μηνός του δευτέρου. έσται τω Κυρίω. και το άλλαγμα αυτού έσται άγιον. ουδέ πονηρόν καλω· εάν δε αλλάσσων αλλάξης αυτό. 34 Αύταί εισιν αι εντολαί. 23 ο ιερεύς λογιείται προς αυτόν το τέλος της τιμής εκ του ενιαυτού της αφέσεως. 31 εάν δε λυτρώται λύτρω άνθρωπος την δεκάτην αυτού. και έσται αυτω. ό εάν ανατεθή από των ανθρώπων. 24 και εν τω ενιαυτω της αφέσεως αποδοθήσεται ο αγρός τω ανθρώπω παρ ‘ ου κέκτηται αυτόν. ου λυτρωθήσεται. έτους δευτέρου εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου λέγων· 2 λάβετε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 218 . και προβάτων και παν. ας ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή προς τους υιούς Ισραήλ εν τω όρει Σινά. άγιον τω Κυρίω. και προσθήσει το επίπεμπτον προς αυτό. ό εάν αναθή άνθρωπος τω Κυρίω από πάντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγιάση τω Κυρίω. όσα αυτω εστιν. ------------------------------------------------------- ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω τη Σινά. και έσται αυτω· εάν δε μη λυτρώται. 33 ουκ αλλάξεις καλόν πονηρω. πραθήσεται κατά το τίμημα αυτού. και ου καθαγιάσει αυτό ουδείς· εάν τε μόσχον εάν τε πρόβατον.

17 και έλαβε Μωυσής και Ααρών τους άνδρας τούτους τους ανακληθέντας εξ ονόματος 18 και πάσαν την συναγωγήν συνήγαγον εν μιιά του μηνός του δευτέρου έτους και επηξονούσαν κατά γενέσεις αυτών. κατά δήμους αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 219 . κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. συ και Ααρών επισκέψασθε αυτούς. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. των Εφραίμ. κατά κεφαλήν αυτών. Ναθαναήλ υιος Σωγάρ· 9 των Ζαβουλών. 25 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ιούδα τέσσαρες και εβδομήκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι. Γαμαλιήλ υιος Φαδασούρ· 11 των Βενιαμίν. 22 τοις υιοίς Συμεών κατά συγγενείας αυτών. Αχιέζερ υιος Αμισαδαϊ· 13 των Ασήρ. κατά δήμους αυτών. Ναασσών υιος Αμιναδάβ· 8 των Ισσάχαρ. κατά δήμους αυτών. 24 τοις υιοίς Ιούδα κατά συγγενείας αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατ' οίκους πατριών έσονται. παν αρσενικόν κατά κεφαλήν αυτών. άρχοντες των φυλών κατά πατριάς αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. 3 πας άρσην από εικοσαετούς και επάνω. κατά πατριάς αυτών. κατά δήμους αυτών. 19 ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή· και επεσκέπησαν εν τη ερήμω του Σινά. πας ο εκπορευόμενος εν δυνάμει Ισραήλ. κατά κεφαλήν αυτών. 16 ούτοι επίκλητοι της συναγωγής. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατ' αριθμόν εξ ονόματος αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. 20 Και εγένοντο οι υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ κατά συγγενείας αυτών. από εικοσαετούς και επάνω. Ελισάφ υιος Ραγουήλ· 15 των Νεφθαλί. 4 και μεθ' υμών έσονται έκαστος κατά φυλήν εκάστου αρχόντων. Αβιδάν υιος Γαδεωνί· 12 των Δάν. Ελισαμά υιος Εμιούδ. 23 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Συμεών εννέα και πεντήκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά κεφαλήν αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. οίτινες παραστήσονται μεθ' υμών· των Ρουβήν. Φαγαϊήλ υιος Εχράν· 14 των Γάδ. των Μανασσή. κατά κεφαλήν αυτών. 26 τοις υιοίς Ισσάχαρ κατά συγγενείας αυτών. Ελιάβ υιος Χαιλών· 10 των υιών Ιωσήφ. Αχιρέ υιος Αινάν. κατ' οίκους πατριών αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. 21 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ρουβήν εξ και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί· 7 των Ιούδα. χιλίαρχοι Ισραήλ εισι. 5 και ταύτα τα ονόματα των ανδρών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αρχήν πάσης συναγωγής Ισραήλ κατά συγγενείας. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. Ελισούρ υιος Σεδιούρ· 6 των Συμεών. κατά κεφαλήν αυτών. επισκέψασθε αυτούς συν δυνάμει αυτών.

κατά κεφαλήν αυτών. 33 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Μανασσή δύο και τριάκοντα χιλιάδες και διακόσιοι. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. 39 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Δάν δύο και εξήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά δήμους αυτών. κατά δήμους αυτών. 28 τοις υιοίς Ζαβουλών κατά συγγενείας αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατ' αριθμόν ονομάτων αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. 38 τοις υιοίς Δάν κατά συγγενείας αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά δήμους αυτών. 32 τοις υιοίς Μανασσή κατά συγγενείας αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. 42 τοις υιοίς Νεφθαλί κατά συγγενείας αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά κεφαλήν αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. 40 τοις υιοίς Ασήρ κατά συγγενείας αυτών. 43 η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 220 . πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά δήμους αυτών. 27 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ισσάχαρ τέσσαρες και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. κατά δήμους αυτών. κατά δήμους αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επάνω. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά κεφαλήν αυτών. 34 τοις υιοίς Βενιαμίν κατά συγγενείας αυτών. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά κεφαλήν αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. 35 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Βενιαμίν πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. πας ο εκπορευόμενος εν τη δυνάμει. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατ' οίκους πατριών αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατά κεφαλήν αυτών. 31 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Εφραίμ τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. κατ' οίκους πατριών αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. 37 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Γάδ πέντε και τεσσαράκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι και πεντήκοντα. κατ' οίκους πατριών αυτών. πάντα αρσενικά από εικοσαετούς και επάνω. κατά κεφαλήν αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. κατά δήμους αυτών. κατά δήμους αυτών. 41 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ασήρ μία και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 36 τοις υιοίς Γάδ κατά συγγενείας αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. 30 τοις υιοίς Ιωσήφ υιοίς Εφραίμ κατά συγγενείας αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. κατά κεφαλήν αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. κατά αριθμόν ονομάτων αυτών. 29 η επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Ζαβουλών επτά και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι.

πας ο εκπορευόμενος παρατάξασθαι εν Ισραήλ. 44 αύτη η επίσκεψις. 48 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 49 όρα. 3 και οι παρεμβάλλοντες πρώτοι κατά ανατολάς. 46 εξακόσιαι χιλιάδες και τρισχίλιοι και πεντακόσιοι και πεντήκοντα. α ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και Αραρών. ούτως εποίησαν. κατά φυλήν οίκων πατριάς ήσαν. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 άνθρωπος εχόμενος αυτού κατά τάγμα. 51 και εν τω εξαίρειν την σκηνήν. και εν τω παρεμβάλλειν την σκηνήν. 52 και παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επίσκεψις αυτών εκ της φυλής Νεφθαλί τρεις και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 45 και εγένετο πάσα η επίσκεψις υιών Ισραήλ συν δυνάμει αυτών από εικοσαετούς και επάνω. τάγμα παρεμβολής Ιούδα συν δυνάμει αυτών. 53 οι δε Λευίται παρεμβαλλέτωσαν εναντίοι κύκλω της σκηνής του μαρτυρίου. και τον αριθμόν αυτών ου λήψη εν μέσω υιών Ισραήλ. 5 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Ισσάχαρ. και ουκ έσται αμάρτημα εν υιοίς Ισραήλ· και φυλάξουσιν οι Λευίται αυτοί την φυλακήν της σκηνής του μαρτυρίου. 47 Οι δε Λευίται εκ της φυλής πατριάς αυτών ουκ επεσκέπησαν εν τοις υιοίς Ισραήλ. καθελούσιν αυτήν οι Λευίται. αναστήσουσι· και ο αλλογενής ο προσπορευόμενος αποθανέτω. 54 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ κατά πάντα. και ο άρχων των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 221 . την φυλήν Λευί ου συνεπισκέψη. 50 και συ επίστησον τους Λευίτας επί την σκηνήν του μαρτυρίου και επί πάντα τα σκεύη αυτής και επί πάντα όσα εστίν εν αυτη· αυτοί αρούσι την σκηνήν και πάντα τα σκεύη αυτής. Ναασσών υιος Αμιναδάβ· 4 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι τέσσαρες και εβδομήκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι. παρεμβαλλέτωσαν οι υιοί Ισραήλ· εναντίοι κύκλω της σκηνής του μαρτυρίου παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ. ην επεσκέψαντο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ. και αυτοί λειτουργήσουσιν εν αυτη και κύκλω της σκηνής παρεμβαλούσι. κατ' οίκους πατριών αυτών. ανήρ εν τη εαυτού τάξει και ανήρ κατά την εαυτού ηγεμονίαν συν δυνάμει αυτών. και ο άρχων των υιών Ιούδα. κατά σημαίας. δώδεκα άνδρες· ανήρ εις κατά φυλήν μίαν.

δύο και τριάκοντα χιλιάδες και διακόσιοι. 22 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Βενιαμίν. 20 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Μανασσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Ισσάχαρ. 16 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Ρουβήν. 25 Τάγμα παρεμβολής Δάν προς βορράν συν δυνάμει αυτών. 24 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Εφραίμ. Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί· 13 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. 29 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Νεφθαλί. συν δυνάμει αυτών πρώτοι εξαιρούσι. επτά και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. εκατόν πεντήκοντα μία χιλιάδες και τετρακόσιοι και πεντήκοντα. Αβιδάν υιος Γαδεωνί· 23 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. Γαμαλιήλ υιος Φαδασσούρ· 21 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. 27 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλή Ασήρ. εννέα και πεντήκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. δύο και εξήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. και ο άρχων των υιών Ασήρ. τέσσαρες και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. συν δυνάμει αυτών τρίτοι εξαρούσι. και ο άρχων των υιών Ρουβήν. 14 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλής Γάδ. τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. Ελισάφ υιος Ραγουήλ· 15 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. και ο άρχων των υιών Ζαβουλών. Αχιέζερ υιος Αμισαδαί· 26 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. 10 τάγμα παρεμβολής Ρουβήν προς λίβα δύναμις αυτών. 9 πάντες οι επεσκεμμένοι εκ της παρεμβολής Ιούδα εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες και εξακισχίλιοι και τετρακόσιοι. και ο άρχων των υιών Γάδ. ούτω και εξαρούσιν έκαστος εχόμενος καθ' ηγεμονίας. και ο άρχων των υιών Δάν. Ελιάβ υιος Χαιλών· 8 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. και ο άρχων των υιών Μανασσή. 18 Τάγμα παρεμβολής Εφραίμ παρά θάλασσαν συν δυνάμει αυτών και ο άρχων των υιών Εφραίμ. Φαγεήλ υιος Εχράν· 28 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. μία και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 7 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι φυλής Ζαβουλών. πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. Ελισαμά υιος Εμιούδ· 19 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. και ο άρχων των υιών Βενιαμίν. 17 και αρθήσεται η σκηνή του μαρτυρίου και η παρεμβολή των Λευιτών μέσον των παρεμβολών· ως και παρεμβαλούσιν. εκατόν χιλιάδες και οκτακισχίλιοι και εκατόν. πέντε και τεσσαράκοντα χιλιάδες και εξακόσιοι και πεντήκοντα. και ο άρχων των υιών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 222 . εξ και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. συν δυνάμει αυτών δεύτεροι εξαρούσι. 12 και οι παρεμβάλλοντες εχόμενοι αυτού φυλής Συμεών. Ναθαναήλ υιος Σωγάρ· 6 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. Ελισούρ υιος Σεδιούρ· 11 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. και ο άρχων των υιών Συμεών.

4 και ετελεύτησε Ναδάβ και Αβιούδ έναντι Κυρίου. έκαστος εχόμενοι κατά δήμους αυτών. 5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάβε την φυλήν Λευί και στήσεις αυτούς εναντίον Ααρών του ιερέως και λειτουργήσουσιν αυτω. ους ετελείωσαν τας χείρας αυτών ιερατεύειν. εν ή ημέρα ελάλησε Κύριος τω Μωυσή εν όρει Σινά. εξακόσιαι χιλιάδες και τρισχίλιοι πεντακόσιοι πεντήκοντα. και Ιθάμαρ. και Αβιούδ. 10 και Ααρών και τους υιούς αυτού καταστήσεις επί της σκηνής του μαρτυρίου. 33 οι δε Λευίται ου συνεπεσκέπησαν εν αυτοίς. 2 και ταύτα τα ονόματα των υιών Ααρών· πρωτότοκος Ναδάβ. 31 πάντες οι επεσκεμμένοι της παρεμβολής Δάν εκατόν και πεντηκονταεπτά χιλιάδες και εξακόσιοι· έσχατοι εξαρούσι κατά τάγμα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Νεφθαλί. Ελεάζαρ. και παιδία ουκ ην αυτοίς· και ιεράτευσεν Ελεάζαρ και Ιθάμαρ μετά Ααρών του πατρός αυτών. 32 αύτη η επίσκεψις των υιών Ισραήλ κατ' οίκους πατριών αυτών· πάσα η επίσκεψις των παρεμβολών συν ταις δυνάμεσιν αυτών. τρεις και πεντήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 11 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 και ιδού εγώ είληφα τους Λευίτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ αντί παντός πρωτοτόκου διανοίγοντος μήτραν παρά των υιών Ισραήλ· λύτρα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 223 . όσα συνέταξε Κύριος τω Μωυσή· ούτω παρενέβαλον κατά τάγμα αυτών και ούτως εξήρον. κατ' οίκους πατριών αυτών. και τας φυλακάς των υιών Ισραήλ κατά πάντα τα έργα της σκηνής. 9 και δώσεις τους Λευίτας Ααρών και τοις υιοίς αυτού τοις ιερεύσι· δεδομένοι δόμα ούτοί μοί εισιν από των υιών Ισραήλ. καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. προσφερόντων αυτών πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά. 7 και φυλάξουσι τας φυλακάς αυτού και τας φυλακάς των υιών Ισραήλ έναντι της σκηνής του μαρτυρίου. 34 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ πάντα. και φυλάξουσι την ιερατείαν αυτών και πάντα τα κατά τον βωμόν και έσω του καταπετάσματος· και ο αλλογενής ο απτόμενος αποθανείται. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ αύται αι γενέσεις Ααρών και Μωυσή. 8 και φυλάξουσι πάντα τα σκεύη της σκηνής του μαρτυρίου. Αχιρέ υιος Αινάν· 30 δύναμις αυτού οι επεσκεμμένοι. 3 ταύτα τα ονόματα των υιών Ααρών. εργάζεσθαι τα έργα της σκηνής. οι ιερείς οι ηλειμμένοι.

28 παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω. 29 οι δήμοι των υιών Καάθ παρεμβαλούσιν εκ πλαγίων της σκηνής κατά λίβα. Χεβρών και ‘Οζιήλ. 24 και ο άρχων οίκου πατριάς του δήμου του Γεδσών. κατά αριθμόν. η κιβωτός και η τράπεζα και η λυχνία και τα θυσιαστήρια και τα σκεύη του αγίου. και δήμος ο Ισαάρ εις. 25 και η φυλακή υιών Γεδσών εν τη σκηνή του μαρτυρίου· η σκηνή και το κάλυμμα. 17 και ήσαν ούτοι οι υιοί Λευί εξ ονομάτων αυτών· Γεδσών. 36 η επίσκεψις της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 224 . όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς και το κατακάλυμμα και πάντα τα έργα αυτών. 23 και οι υιοί Γερσών οπίσω της σκηνής παρεμβαλούσι παρά θάλασσαν. υιος ‘Οζιήλ. Σουριήλ υιος Αβιχαίλ· εκ πλαγίων της σκηνής παρεμβαλούσι προς βορράν. 20 και υιοί Μεραρί κατά δήμους αυτών· Μοολί και Μουσί. και δήμος ο ‘Οζιήλ εις· ούτοί εισιν οι δήμοι του Καάθ. 33 τω Μεραρί δήμος ο Μοολί και δήμος ο Μουσί· ούτοί εισι δήμοι του Μεραρί. Ελεάζαρ ο υιος Ααρών του ιερέως. κατά δήμους αυτών. εξακισχίλιοι και πεντήκοντα· 35 και ο άρχων οίκου πατριών του δήμου του Μεραρί. 18 και ταύτα τα ονόματα των υιών Γερσών κατά δήμους αυτών· Λοβενί και Σεμεϊ. 19 και υιοί Καάθ κατά δήμους αυτών· Αμράμ και Ισσαάρ. 34 η επίσκεψις αυτών κατά αριθμόν. ηγίασα εμοί παν πρωτότοκον εν Ισραήλ από ανθρώπου έως κτήνους· εμοί έσονται. η επίσκεψις αυτών επτακισχίλιοι και πεντακόσιοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών έσονται και έσονται εμοί οι Λευίται· 13 εμοί γαρ παν πρωτότοκον· εν ή ημέρα επάταξα παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτου. Καάθ. 31 και η φυλακή αυτών. 22 η επίσκεψις αυτών κατά αριθμόν παντός αρσενικού από μηνιαίου και επάνω. κατά συγγενείας αυτών· παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω επισκέψασθε αυτούς. 27 τω Καάθ δήμος ο Αμράν εις. 21 τω Γερσών δήμος του Λοβενί και δήμος του Σεμεϊ· ούτοι οι δήμοι του Γεδσών. ον τρόπον συνέταξεν αυτοίς Κύριος. 14 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω Σινά λέγων· 15 επίσκεψαι τους υιούς Λευί κατ' οίκους πατριών αυτών. 30 και ο άρχων οίκου πατριών των δήμων του Καάθ Ελισαφάν. Ελισάφ υιος Δαήλ. και Μεραρί. ούτοί εισι δήμοι των Λευιτών κατ' οίκους πατριών αυτών. 16 και επεσκέψαντο αυτούς Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου. και το κατακάλυμμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 26 και τα ιστία της αυλής και το καταπέτασμα της πύλης της αυλής της ούσης επί της σκηνής και τα κατάλοιπα πάντων των έργων αυτού. παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω. εγώ Κύριος. καθεσταμένος φυλάσσειν τας φυλακάς των αγίων. και δήμος ο Χεβρών εις. οκτακισχίλιοι και εξακόσιοι φυλάσσοντες τας φυλακάς των αγίων. 32 και ο άρχων επί των αρχόντων των Λευιτών.

44 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 45 λάβε τους Λευίτας αντί πάντων των πρωτοτόκων υιών Ισραήλ και τα κτήνη των Λευιτών αντί των κτηνών αυτών. λύτρα των πλεοναζόντων εν αυτοίς. 46 και τα λύτρα τριών και εβδομήκοντα και διακοσίων. 48 και δώσεις το αργύριον Ααρών και τοις υιοίς αυτού. και έσονται εμοί οι Λευίται· εγώ Κύριος. οι πλεονάζοντες παρά τους Λευίτας από των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ. Μωυσής και Ααρών και οι υιοί αυτού φυλάσσοντες τας φυλακάς του αγίου εις τας φυλακάς των υιών Ισραήλ· και ο αλλογενής ο απτόμενος αποθανείται. 49 και έλαβε Μωυσής το αργύριον τα λύτρα των πλεοναζόντων εις την εκλύτρωσιν των Λευιτών. είκοσιν οβολούς του σίκλου. ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου κατά δήμους αυτών. 50 παρά των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ έλαβε το αργύριον. χιλίους τριακοσίους εξηκονταπέντε σίκλους. δύο και είκοσι χιλιάδες. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. κατά τον σίκλον τον άγιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλακής υιών Μεραρί. 39 πάσα η επίσκεψις των Λευιτών. 42 και επεσκέψατο Μωυσής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 225 . και τας βάσεις αυτής και πάντα τα σκεύη αυτών και τα έργα αυτών 37 και τους στύλους της αυλής κύκλω και τας βάσεις αυτών και τους πασσάλους και τους κάλους αυτών. εγώ Κύριος. παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω. τας κεφαλίδας της σκηνής και τους μοχλούς αυτής και τους στύλους αυτής. κατά το δίδραχμον το άγιον λήψη. δια φωνής Κυρίου. αντί πάντων των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ και τα κτήνη των Λευιτών αντί πάντων των πρωτοτόκων εν τοις κτήνεσι των υιών Ισραήλ. 47 και λήψη πέντε σίκλους κατά κεφαλήν. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος παν πρωτότοκον εν τοις υιοίς Ισραήλ· 43 και εγένοντο πάντα τα πρωτότοκα τα αρσενικά κατά αριθμόν εξ ονόματος από μηνιαίου και επάνω εκ της επισκέψεως αυτών δύο και είκοσι χιλιάδες και τρεις και εβδομήκοντα και διακόσιοι. 40 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· επίσκεψαι παν πρωτότοκον άρσεν των υιών Ισραήλ από μηνιαίου και επάνω και λάβε τον αριθμόν εξ ονόματος· 41 και λήψη τους Λευίτας εμοί. 38 οι παρεμβάλλοντες κατά πρόσωπον της σκηνής του μαρτυρίου από ανατολής. 51 και έδωκε Μωυσής τα λύτρα των πλεοναζόντων Ααρών και τοις υιοίς αυτού.

και τα πυρεία και τας κρεάγρας και τας φιάλας και τον καλυπτήρα και πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου· και επιβαλούσιν επ' αυτό κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον. 4 και ταύτα τα έργα των υιών Καάθ εν τη σκηνή του μαρτυρίου· άγιον των αγίων. 12 και λήψονται πάντα τα σκεύη τα λειτουργικά. όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς εν τοις αγίοις. 9 και λήψονται ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσι την λυχνίαν την φωτίζουσαν και τους λύχνους αυτής και τας λαβίδας αυτής και τας επαρυστρίδας αυτής και πάντα τα αγγεία του ελαίου. εν οίς σπένδει. και οι άρτοι οι διαπαντός επ' αυτής έσονται. όσοις λειτουργούσιν επ' αυτω εν αυτοίς. 8 και επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον κόκκινον και καλύψουσιν αυτήν καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και διεμβαλούσι δι' αυτής τους αναφορείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 λάβε το κεφάλαιον των υιών Καάθ εκ μέσου υιών Λευί. 10 και εμβαλούσιν αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής εις κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον και επιθήσουσιν αυτήν επ' αναφορέων. 6 και επιθήσουσιν επ' αυτό κατακάλυμμα δέρμα υακίνθινον και επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον όλον υακίνθινον άνωθεν και διεμβαλούσι τους αναφορείς. 13 και τον καλυπτήρα επιθήσει επί το θυσιαστήριον και επικαλύψουσιν επ' αυτό ιμάτιον ολοπόρφυρον. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν ποιήσαι πάντα τα έργα εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 11 και επί το θυσιαστήριον το χρυσούν επικαλύψουσιν ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσιν αυτό καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και διεμβαλούσι τους αναφορείς αυτού. και διεμβαλούσι τους αναφορείς αυτού· και λήψονται ιμάτιον πορφυρούν και συγκαλύψουσι τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 226 . όταν εξαίρη η παρεμβολή. 14 και επιθήσουσιν επ' αυτό πάντα τα σκεύη. 3 από είκοσι και πέντε ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών. και εμβαλούσιν εις ιμάτιον υακίνθινον και καλύψουσιν αυτά καλύμματι δερματίνω υακινθίνω και επιθήσουσιν επί αναφορείς. και καθελούσι το καταπέτασμα το συσκιάζον και κατακαλύψουσιν εν αυτω την κιβωτόν του μαρτυρίου. κατ' οίκους πατριών αυτών. οίς λειτουργούσιν εν αυτοίς. 7 και επί την τράπεζαν την προκειμένην επιβαλούσιν επ' αυτήν ιμάτιον ολοπόρφυρον και τα τρυβλία και τας θυϊσκας και τους κυάθους και τα σπονδεία. κατά δήμους αυτών. 5 και εισελεύσεται Ααρών και οι υιοί αυτού.

πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου. 16 επίσκοπος Ελεάζαρ υιος Ααρών του ιερέως· το έλαιον του φωτός και το θυμίαμα της συνθέσεως και η θυσία η καθ' ημέραν και το έλαιον της χρίσεως. και η φυλακή αυτών εν χειρί Ιθάμαρ του υιού Ααρών του ιερέως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λουτήρα και την βάσιν αυτού και εμβαλούσιν αυτά εις κάλυμμα δερμάτινον υακίνθινον και επιθήσουσιν επί αναφορείς. ποιήσουσι. ίνα μη αποθάνωσι· ταύτα αρούσιν οι υιοί Καάθ εν τη σκηνή του μαρτυρίου. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν τα έργα αυτού εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 29 οι υιοί Μεραρί κατά δήμους αυτών. προσπορευομένων αυτών προς τα άγια των αγίων· Ααρών και οι υιοί αυτού προσπορευέσθωσαν και καταστήσουσιν αυτούς έκαστον κατά την αναφοράν αυτού. η επισκοπή όλης της σκηνής και όσα εστίν εν αυτη εν τω αγίω. κατά δήμους αυτών. εν πάσι τοις έργοις. και το κατακάλυμμα και αι βάσεις αυτών. και μετά ταύτα εισελεύσονται υιοί Καάθ αίρειν και ουχ άψονται των αγίων. όσα λειτουργούσιν εν αυτοίς. 17 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 18 μη ολοθρεύσητε της φυλής τον δήμον τον Καάθ εκ μέσου των Λευιτών· 19 τούτο ποιήσατε αυτοίς και ζήσονται και ου μη αποθάνωσι. όσα επί της σκηνής του μαρτυρίου. 15 και συντελέσουσιν Ααρών και οι υιοί αυτού καλύπτοντες τα άγια και πάντα τα σκεύη τα άγια εν τω εξαίρειν την παρεμβολήν. 21 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 22 λάβε την αρχήν των υιών Γεδσών. 27 κατά στόμα Ααρών και των υιών αυτού έσται η λειτουργία των υιών Γεδσών κατά πάσας τας λειτουργίας αυτών και κατά πάντα τα έργα αυτών· και επισκέψη αυτούς εξ ονόματος πάντα τα αρτά υπ' αυτών. και τα περισσά και πάντα τα σκεύη τα λειτουργικά. 30 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς επισκέψασθε αυτούς. και τούτους κατ' οίκους πατριών αυτών. 23 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς επίσκεψαι αυτούς. 24 αύτη η λειτουργία του δήμου του Γεδσών. και οι στύλοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 227 . λειτουργείν και αίρειν· 25 και αρεί τας δέρρεις της σκηνής και την σκηνήν του μαρτυρίου και το κάλυμμα αυτής και το κατακάλυμμα το υακίνθινον το ον επ' αυτής άνωθεν και το κάλυμμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 26 και τα ιστία της αυλής. 28 αύτη η λειτουργία των υιών Γεδσών εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 20 και ου μη εισέλθωσιν ιδείν εξάπινα τα άγια και αποθανούνται. 31 και ταύτα τα φυλάγματα των αιρομένων υπ' αυτών κατά πάντα τα έργα αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου· τας κεφαλίδας της σκηνής και τους μοχλούς και τους στύλους αυτής και τας βάσεις αυτής. κατ' οίκους πατριών αυτών επισκέψασθε αυτούς.

44 και εγενήθη η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών. άνδρα κατά άνδρα επί των έργων αυτών και επί ων αίρουσιν αυτοί· και επεσκέπησαν. 48 και εγενήθησαν οι επισκεπέντες οκτακισχίλιοι πεντακόσιοι ογδοήκοντα. 36 και εγένετο η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών δισχίλιοι επτακόσιοι πεντήκοντα. 35 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς. 42 επεσκέπησαν δε και δήμος υιών Μεραρί κατά δήμους αυτών. πας ο λειτουργών εν τη σκηνή του μαρτυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών και το κατακάλυμμα της θύρας της σκηνής 32 και τους στύλους της αυλής κύκλω. και αι βάσεις αυτών και τους στύλους του καταπετάσματος της πύλης της αυλής. δισχίλιοι εξακόσιοι τριάκοντα. εξ ονομάτων επισκέψασθε αυτούς και πάντα τα σκεύη της φυλακής των αιρομένων υπ' αυτών. 49 δια φωνής Κυρίου επεσκέψατο αυτούς εν χειρί Μωυσή. κατ' οίκους πατριών αυτών. 38 και επεσκέπησαν υιοί Γεδσών κατά δήμους αυτών. πας ο εισπορευόμενος προς το έργον των έργων και τα έργα τα αιρόμενα εν τη σκηνή του μαρτυρίου. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 37 αύτη η επίσκεψις δήμου Καάθ. 39 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς. κατ' οίκους πατριών αυτών. και τους πασσάλους αυτών και τους κάλους αυτών και πάντα τα σκεύη αυτών και πάντα τα λειτουργήματα αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 228 . ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου. 33 αύτη η λειτουργία δήμου υιών Μεραρί εν πάσι τοις έργοις αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου εν χειρί Ιθάμαρ του υιού Ααρών του ιερέως. 47 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς. κατ' οίκους πατριών αυτών. 46 πάντες οι επεσκεμμένοι. ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ τους Λευίτας. 41 αύτη η επίσκεψις δήμου υιών Γεδσών. 40 και εγένετο η επίσκεψις αυτών κατά δήμους αυτών. 43 από πέντε και εικοσαετούς και επάνω έως πεντηκονταετούς. πας ο λειτουργών εν τη σκηνή του μαρτυρίου. ους επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου. και τας βάσεις αυτών. τρισχίλιοι και διακόσιοι· 45 αύτη η επίσκεψις δήμου υιών Μεραρί. 34 και επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών και οι άρχοντες Ισραήλ τους υιούς Καάθ κατά δήμους αυτών. κατ' οίκους πατριών αυτών. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν προς τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου. κατ' οίκους πατριών αυτών. εν χειρί Μωυσή. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν εν τη σκηνή του μαρτυρίου. κατά δήμους και κατ' οίκους πατριών αυτών. πας ο εισπορευόμενος λειτουργείν και ποιείν τα έργα εν τη σκηνή του μαρτυρίου. καθά επεσκέψατο Μωυσής και Ααρών δια φωνής Κυρίου. εν χειρί Μωυσή. εν χειρί Μωυσή.

και αποδώσει την πλημμέλειαν το κεφάλαιον και το επίπεμπτον αυτού προσθήσει επ' αυτό.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 πρόσταξον τοις υιοίς Ισραήλ και εξαποστειλάτωσαν εκ της παρεμβολής πάντα λεπρόν και πάντα γονορρυή και πάντα ακάθαρτον επί ψυχή· 3 από αρσενικού έως θηλυκού εξαποστείλατε έξω της παρεμβολής. αναμιμνήσκουσα αμαρτίαν. ουδέ επιθήσει επ' αυτό λίβανον· έστι γαρ θυσία ζηλοτυπίας. αυτω έσται. αυτή δε μεμίανται. ος τις αν ποιήση από πασών των αμαρτιών των ανθρωπίνων. 11 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 12 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. και υπεριδούσα παρίδη αυτόν 13 και κοιμηθή τις μετ' αυτής κοίτην σπέρματος. πλήν του κριού του ιλασμού. και αποδώσει. 10 και εκάστου τα ηγιασμένα αυτού έσται· και ανήρ. όσα εάν προσφέρωσι Κυρίω. τω ιερεί αυτω έσται. το πλημμέλημα το αποδιδόμενον Κυρίω τω ιερεί έσται. 4 και εποίησαν ούτως οι υιοί Ισραήλ και εξαπέστειλαν αυτούς έξω της παρεμβολής· καθά ελάλησε Κύριος Μωυσή. και λάθη εξ οφθαλμών του ανδρός αυτής και κρύψη. δι' ου εξιλάσεται εν αυτω περί αυτού. θυσία μνημοσύνου. αυτή δε μη ή μεμιασμένη. και αυτή μη ή συνειλημμένη. 5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· ανήρ ή γυνή. ος αν δω τω ιερεί. ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ. και παριδών παρίδη και πλημμελήση η ψυχή εκείνη. ωστε αποδούναι αυτω το πλημμέλημα προς αυτόν. 9 και πάσα απαρχή κατά πάντα τα αγιαζόμενα εν υιοίς Ισραήλ. 14 και επέλθη αυτω πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού. ην εποίησε. εάν παραβή η γυνή αυτού. αυτή δε ή μεμιασμένη και μάρτυς μη ην μετ' αυτής. 15 και άξει ο άνθρωπος την γυναίκα αυτού προς τον ιερέα και προσοίσει το δώρον περί αυτής. και ου μη μιανούσι τας παρεμβολάς αυτών. εν οίς εγώ καταγίνομαι εν αυτοίς. τίνι επλημμέλησεν αυτω. το δέκατον του οιφί άλευρον κρίθινον. 16 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 229 . ουκ επιχεεί επ' αυτό έλαιον. 7 εξαγορεύσει την αμαρτίαν. ή επέλθη αυτω πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού. 8 εάν δε μη ή τω ανθρώπω ο αγχιστεύων. και ερείς προς αυτούς· ανδρός ανδρός.

29 ούτος ο νόμος της ζηλοτυπίας. γένοιτο. ή μεμίανσαι και έδωκέ τις την κοίτην αυτού εν σοί. και πρησθήσεται την κοιλίαν. 25 και λήψεται ο ιερεύς εκ χειρός της γυναικός την θυσίαν της ζηλοτυπίας και επιθήσει την θυσίαν έναντι Κυρίου και προσοίσει αυτήν προς το θυσιαστήριον. 17 και λήψεται ο ιερεύς ύδωρ καθαρόν ζων εν αγγείω οστρακίνω και της γης της ούσης επί του εδάφους της σκηνής του μαρτυρίου. και ερεί ο ιερεύς τη γυναικί· δώη σε Κύριος εν αρά και ενόρκιον εν μέσω του λαού σου. 19 και ορκιεί αυτήν ο ιερεύς. και εισελεύσεται εις αυτήν το ύδωρ το επικαταρώμενον του ελεγμού. 26 και δράξεται ο ιερεύς από της θυσίας το μνημόσυνον αυτής και ανοίσει αυτό επί το θυσιαστήριον και μετά ταύτα ποτιεί την γυναίκα το ύδωρ. και την κοιλίαν σου πεπρησμένην. και εισελεύσεται εις αυτήν το ύδωρ του ελεγμού το επικαταρώμενον. και ερεί τη γυναικί· ει μη κεκοίμηταί τις μετά σου. 18 και στήσει ο ιερεύς την γυναίκα έναντι Κυρίου και αποκαλύψει την κεφαλήν της γυναικός και δώσει επί τας χείρας αυτής την θυσίαν του μνημοσύνου. αθώα ίσθι από του ύδατος του ελεγμού του επικαταρωμένου τούτου· 20 ει δε συ παραβέβηκας ύπανδρος ούσα. την θυσίαν της ζηλοτυπίας. και αθώα έσται και εκσπερματιεί σπέρμα. εν τω δούναι Κύριον τον μηρόν σου διαπεπτωκότα. ω αν παραβή η γυνή ύπανδρος ούσα και μιανθή· 30 ή άνθρωπος. και στήση την γυναίκα αυτού έναντι Κυρίου. 24 και ποτιεί την γυναίκα το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου. ω εάν επέλθη επ' αυτόν πνεύμα ζηλώσεως και ζηλώση την γυναίκα αυτού. και ερεί η γυνή· γένοιτο. και λαβών ο ιερεύς εμβαλεί εις το ύδωρ. εάν ή μεμιασμένη και λήθη λάθη τον άνδρα αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσάξει αυτήν ο ιερεύς και στήσει αυτήν έναντι Κυρίου. εν δε τη χειρί του ιερέως έσται το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου τούτου. πλήν του ανδρός σου· 21 και ορκιεί ο ιερεύς την γυναίκα εν τοις όρκοις της αράς ταύτης. και ποιήση αυτη ο ιερεύς πάντα τον νόμον τούτον· 31 και αθωος έσται ο άνθρωπος από αμαρτίας. 28 εάν δε μη μιανθή η γυνή και καθαρά ή. ει μη παραβέβηκας μιανθήναι υπό τον άνδρα τον σεαυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 230 . 22 και εισελεύσεται το ύδωρ το επικαταρώμενον τούτο εις την κοιλίαν σου πρήσαι γαστέρα και διαπεσείν μηρόν σου. και διαπεσείται ο μηρός αυτής. και έσται η γυνή εις αράν τω λαω αυτής. 23 και γράψει ο ιερεύς τας αράς ταύτας εις βιβλίον. 27 και έσται. και η γυνή εκείνη λήψεται την αμαρτίαν αυτής. και εξαλείψει εις το ύδωρ του ελεγμού του επικαταρωμένου.

9 εάν δε τις αποθάνη επ' αυτω εξάπινα. οίνον από στεμφύλων έως γιγάρτου ου φάγεται. 10 και τη ημέρα τη ογδόη οίσει δύο τρυγόνας ή δύο νεοσσούς περιστερών προς τον ιερέα. και εξιλάσεται περί αυτού ο ιερεύς περί ων ήμαρτε περί της ψυχής και αγιάσει την κεφαλήν αυτού εν εκείνη τη ημέρα. και ξυρήσεται την κεφαλήν αυτού ή αν ημέρα καθαρισθή· τη ημέρα τη εβδόμη ξυρηθήσεται. 3 από οίνου και σίκερα αγνισθήσεται και όξος εξ οίνου και όξος εκ σίκερα ου πίεται και όσα κατεργάζεται εκ σταφυλής ου πίεται και σταφυλήν πρόσφατον και σταφίδα ου φάγεται. και προσάξει αμνόν ενιαύσιον εις πλημμέλειαν. 11 και ποιήσει ο ιερεύς μίαν περί αμαρτίας και μίαν εις ολοκαύτωμα. 16 και προσοίσει ο ιερεύς έναντι Κυρίου και ποιήσει το περί αμαρτίας αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 231 . επί τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. και αι ημέραι αι πρότεραι άλογοι έσονται. τας ημέρας της ευχής. ος εάν μεγάλως εύξηται ευχήν αφαγνίσασθαι αγνείαν Κυρίω. 13 Και ούτος ο νόμος του ευξαμένου· ή αν ημέρα πληρώση ημέρας ευχής αυτού. 8 πάσας τας ημέρας της ευχής αυτού άγιος έσται Κυρίω. ότι εμιάνθη η κεφαλή ευχής αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· ανήρ ή γυνή. έως αν πληρωθώσιν αι ημέραι. ότι ευχή Θεού αυτού επ' αυτω επί κεφαλής αυτού. παραχρήμα μιανθήσεται η κεφαλή ευχής αυτού. 4 πάσας τας ημέρας της ευχής αυτού· από πάντων όσα γίνεται εξ αμπέλου. 6 πάσας τας ημέρας της ευχής Κυρίω επί πάση ψυχή τετελευτηκυία ουκ εισελεύσεται· 7 επί πατρί και μητρί και επ' αδελφω και επ' αδελφή. όσας ηύξατο Κυρίω· άγιος έσται τρέφων κόμην τρίχα κεφαλής. προσοίσει αυτός παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου 14 και προσάξει το δώρον αυτού Κυρίω αμνόν ενιαύσιον άμωμον ένα εις ολοκαύτωσιν και αμνάδα ενιαυσίαν μίαν άμωμον εις αμαρτίαν και κριόν ένα άμωμον εις σωτήριον 15 και κανούν αζύμων σεμιδάλεως άρτους αναπεποιημένους εν ελαίω και λάγανα άζυμα κεχρισμένα εν ελαίω και θυσίαν αυτών και σπονδήν αυτών. 5 πάσας τας ημέρας του αγνισμού ξυρόν ουκ επελεύσεται επί την κεφαλήν αυτού. ου μιανθήσεται επ' αυτοίς αποθανόντων αυτών. 12 ή ηγιάσθη Κυρίω.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και το ολοκαύτωμα αυτού 17 και τον κριόν ποιήσει θυσίαν σωτηρίου τω Κυρίω επί τω κανω των αζύμων. λέγοντες αυτοίς· 24 ευλογήσαι σε Κύριος και φυλάξαι σε· 25 επιφάναι Κύριος το πρόσωπον αυτού επί σε και ελεήσαι σε· 26 επάραι Κύριος το πρόσωπον αυτού επί σε και δώη σοι ειρήνην. ούτοι οι παρεστηκότες επί της επισκοπής. κατά δύναμιν της ευχής αυτού. δώδεκα άρχοντες οίκων πατριών αυτών. 22 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 23 λάλησον Ααρών και τοις υιοίς αυτού λέγων· ούτως ευλογήσετε τους υιούς Ισραήλ. άγιον έσται τω ιερεί επί του στηθυνίου του επιθέματος και επί του βραχίονος του αφαιρέματος. 3 και ήνεγκαν το δώρον αυτών έναντι Κυρίου. εξ αμάξας λαμπηνικάς και δώδεκα βόας. και μετά ταύτα πίεται ο ηυγμένος οίνον. εκάστω κατά την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 232 . 19 και λήψεται ο ιερεύς τον βραχίονα εφθόν από του κριού και άρτον ένα άζυμον από του κανού και λάγανον άζυμον εν και επιθήσει επί τας χείρας του ηυγμένου μετά το ξυρήσασθαι αυτόν την ευχήν αυτού· 20 και προσοίσει αυτά ο ιερεύς επίθεμα έναντι Κυρίου. και μόσχον παρά εκάστου. ό εστιν υπό την θυσίαν του σωτηρίου. 21 ούτος ο νόμος του ευξαμένου. ούτοι οι άρχοντες φυλών. και ποιήσει ο ιερεύς την θυσίαν αυτού και την σπονδήν αυτού. χωρίς ων αν εύρη η χείρ αυτού. 4 και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 5 λάβε παρ' αυτών. ος αν εύξηται Κυρίω δώρον αυτού Κυρίω περί της ευχής. άμαξαν παρά δύο αρχόντων. 2 και προσήνεγκαν οι άρχοντες Ισραήλ. και προσήγαγον εναντίον της σκηνής. και εγώ Κύριος ευλογήσω αυτούς. και δώσεις αυτά τοις Λευίταις. και έσονται προς τα έργα τα λειτουργικά της σκηνής του μαρτυρίου. 18 και ξυρήσεται ο ηυγμένος παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου την κεφαλήν της ευχής αυτού και επιθήσει τας τρίχας επί το πυρ. 27 και επιθήσουσι το όνομά μου επί τους υιούς Ισραήλ. ωστε αναστήσαι την σκηνήν και έχρισεν αυτήν και ηγίασεν αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής και το θυσιαστήριον και πάντα τα σκεύη αυτού και έχρισεν αυτά και ηγίασεν αυτά. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο ή ημέρα συνετέλεσε Μωυσής. ην αν εύξηται κατά νόμον αγνείας.

και προσήνεγκαν οι άρχοντες τα δώρα αυτών απέναντι του θυσιαστηρίου. τούτο το δώρον Ναθαναήλ υιού Σωγάρ. 12 Και ην ο προσφέρων εν τη ημέρα τη πρώτη το δώρον αυτού Ναασσών υιος Αμιναδάβ. τούτο δώρον Ναασών υιού Αμιναδάβ. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 16 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 17 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. 24 τη ημέρα τη τρίτη άρχων των υιών Ζαβουλών Ελιάβ υιος Χαιλών. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 26 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 27 μόσχον ένα εκ βοών. κριούς πέντε. 9 και τοις υιοίς Καάθ ου δέδωκεν. 19 και προσήνεγκε το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. κριούς πέντε. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. 18 τη ημέρα τη δευτέρα προσήνεγκε Ναθαναήλ υιος Σωγάρ. 11 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· άρχων εις καθ' ημέραν. έδωκεν αυτά τοις Λευίταις· 7 και τας δύο αμάξας και τους τέσσαρας βόας έδωκε τοις υιοίς Γεδσών κατά τας λειτουργίας αυτών 8 και τας τέσσαρας αμάξας και τους οκτώ βόας έδωκε τοις υιοίς Μεραρί κατά τας λειτουργίας αυτών. κριούς πέντε. άρχων καθ' ημέραν προσοίσουσι τα δώρα αυτών εις τον εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου. τράγους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 233 . ο άρχων της φυλής Ισσάχαρ. 6 και λαβών Μωυσής τας αμάξας και τους βόας. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. τράγους πέντε. τράγους πέντε. 13 και προσήνεγκε το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 14 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 15 μόσχον ένα εκ βοών. εν τη ημέρα ή έχρισεν αυτό. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. δια Ιθάμαρ υιού Ααρών του ιερέως. κριόν ένα. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 28 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 29 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. άρχων της φυλής Ιούδα. 25 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 23 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 20 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 21 μόσχον ένα εκ βοών. 10 και προσήνεγκαν οι άρχοντες εις τον εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου. ότι τα λειτουργήματα του αγίου έχουσιν· επ' ώμων αρούσιν. κριόν ένα. κριόν ένα. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού λειτουργίαν.

αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 40 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 41 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. κριούς πέντε. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 38 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 39 μόσχον ένα εκ βοών. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 52 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 53 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. κριούς πέντε. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. 31 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέντε. 42 τη ημέρα τη έκτη άρχων των υιών Γάδ. τράγους πέντε. κριόν ένα. κριούς πέντε. τούτο το δώρον Ελισούρ υιού Σεδιούρ. 49 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 44 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 45 μόσχον ένα εκ βοών. 54 τη ημέρα τη ογδόη άρχων των υιών Μανασσή Γαμαλιήλ υιος Φαδασσούρ. 30 τη ημέρα τη τετάρτη άρχων των υιών Ρουβήν Ελισούρ υιος Σεδιούρ. τούτο το δώρον Ελισαμά υιού Εμιούδ. τούτο το δώρον Ελισάφ υιού Ραγουήλ. 37 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. 33 μόσχον ένα εκ βοών. 36 τη ημέρα τη πέμπτη άρχων των υιών Συμεών Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. τούτο το δώρον Ελιάβ υιού Χαιλών. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 46 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 47 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. κριόν ένα. κριούς πέντε. 43 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. τράγους πέντε. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. τούτο το δώρον Σαλαμιήλ υιού Σουρισαδαί. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. κριόν ένα. Ελισάφ υιος Ραγουήλ. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 234 . αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 32 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 34 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 35 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 50 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών. τράγους πέντε. 48 τη ημέρα τη εβδόμη άρχων των υιών Εφραίμ Ελισαμά υιος Εμιούδ. 55 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. κριόν ένα. πλήρη θυμιάματος· 51 μόσχον ένα εκ βοών. τράγους πέντε.

κριόν ένα. 61 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 74 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 75 μόσχον ένα εκ βοών. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 58 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 59 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατά τον σίκλον τον άγιον. 60 τη ημέρα τη ενάτη άρχων των υιών Βενιαμίν Αβιδάν υιος Γαδεωνί. κριόν ένα. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. τούτο το δώρον Αβιδάν υιού Γαδεωνί. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα. κριούς πέντε. τούτο το δώρον Αχιέζερ υιού Αμισαδαί. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 62 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 63 μόσχον ένα εκ βοών. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 80 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος. τράγους πέντε. 78 τη ημέρα τη δωδεκάτη άρχων των υιών Νεφθαλί Αχιρέ υιος Αινάν. 73 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν. τούτο το δώρον Γαμαλιήλ υιού Φαδασσούρ. κριούς πέντε. 81 μόσχον ένα εκ βοών. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. κριόν ένα. 82 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 83 και εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 235 . Φαγεήλ υιος Εχράν. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 56 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 57 μόσχον ένα εκ βοών. κριούς πέντε. τράγους πέντε. τράγους πέντε. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. εν. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 70 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 71 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τριάκοντα και εκατόν ολκή αυτού. αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν· 68 θυϊσκην μίαν δέκα χρυσών πλήρη θυμιάματος· 69 μόσχον ένα εκ βοών. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. 72 τη ημέρα τη ενδεκάτη άρχων των υιών Ασήρ. κριόν ένα. 67 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. 79 το δώρον αυτού τρυβλίον αργυρούν εν. τούτο το δώρον Φαγεήλ υιού Εχράν. κριόν ένα. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. φιάλην μίαν αργυράν εβδομήκοντα σίκλων κατά τον σίκλον τον άγιον. 66 τη ημέρη τη δεκάτη άρχων των υιών Δάν Αχιέζερ υιος Αμισαδαί. αμνόν ένα ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα· 64 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 65 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. αμνόν ενιαύσιον ένα εις ολοκαύτωμα· 76 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας· 77 και εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. τράγους πέντε. κριούς πέντε.

3 και εποίησεν ούτως Ααρών· εκ του ενός μέρους κατά πρόσωπον της λυχνίας εξήψε τους λύχνους αυτής. ούτως εποίησε την λυχνίαν. και επελεύσεται ξυρόν επί παν το σώμα αυτών. 85 τριάκοντα και εκατόν σίκλων το τρυβλίον το εν και εβδομήκοντα σίκλων η φιάλη η μία. θυϊσκαι χρυσαί δώδεκα. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. τράγους πέντε. κριούς πέντε. μετά το πληρώσαι τας χείρας αυτού και μετά το χρίσαι αυτόν. και ελάλει προς αυτόν. αμνάδας ενιαυσίας πέντε. 5 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 λάβε τους Λευίτας εκ μέσου υιών Ισραήλ και αφαγνιείς αυτούς. ό εστιν επί της κιβωτού του μαρτυρίου. σίκλοι εν τω σίκλω τω αγίω· 86 θυϊσκαι χρυσαί δώδεκα πλήρεις θυμιάματος· παν το χρυσίον των θυϊσκών είκοσι και εκατόν χρυσοί. και καθαροί έσονται. αμνάδες εξήκοντα ενιαύσιοι άμωμοι. τούτο το δώρον Αχιρέ υιού Αινάν. φιάλαι αργυραί δώδεκα. στερεά όλη· κατά το είδος. ο καυλός αυτής και τα κρίνα αυτής. 84 ούτος ο εγκαινισμός του θυσιαστηρίου. αύτη η εγκαίνωσις του θυσιαστηρίου. 4 και αύτη η κατασκευή της λυχνίας· στερεά χρυσή. 8 και λήψονται μόσχον ένα εκ βοών και τούτου θυσίαν σεμίδαλιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 236 . εκ μέρους κατά πρόσωπον της λυχνίας φωτιούσιν οι επτά λύχνοι. κριοί εξήκοντα. αμνοί ενιαύσιοι δώδεκα και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών· και χίμαροι εξ αιγών δώδεκα περί αμαρτίας. τράγοι εξήκοντα ενιαύσιοι. 7 και ούτω ποιήσεις αυτοίς τον αγνισμόν αυτών· περιρρανείς αυτούς ύδωρ αγνισμού. ό έδειξε Κύριος τω Μωυσή. 89 εν τω εισπορεύεσθαι Μωυσήν εις την σκηνήν του μαρτυρίου λαλήσαι αυτω και ήκουσε την φωνήν Κυρίου λαλούντος προς αυτόν άνωθεν του ιλαστηρίου. ή ημέρα έχρισεν αυτό παρά των αρχόντων των υιών Ισραήλ· τρυβλία αργυρά δώδεκα. ανά μέσον των δύο Χερουβίμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις δύο. κριοί δώδεκα. και πλυνούσι τα ιμάτια αυτών. παν το αργύριον των σκευών δισχίλιοι και τετρακόσιοι σίκλοι. 88 πάσαι αι βόες εις θυσίαν σωτηρίου δαμάλεις εικοσιτέσσαρες. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τω Ααρών και ερείς προς αυτόν· όταν επιτιθής τους λύχνους. 87 πάσαι αι βόες αι εις ολοκαύτωσιν μόσχοι δώδεκα.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 237 . και καθαριείς αυτούς και αποδώσεις αυτούς έναντι Κυρίου· 16 ότι απόδομα αποδεδομένοι ούτοί μοί εισιν εκ μέσου υιών Ισραήλ· αντί των διανοιγόντων πάσαν μήτραν πρωτοτόκων πάντων εκ των υιών Ισραήλ είληφα αυτούς εμοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναπεποιημένην εν ελαίω. 12 οι δε Λευίται επιθήσουσι τας χείρας επί τας κεφαλάς των μόσχων. και ποιήσεις τον ένα περί αμαρτίας και τον ένα εις ολοκαύτωμα Κυρίω εξιλάσασθαι περί αυτών. ούτως ποιήσεις τοις Λευίταις εν ταις φυλακαίς αυτών. 26 και λειτουργήσει ο αδελφός αυτού εν τη σκηνή του μαρτυρίου φυλάσσειν φυλακάς. 23 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 τούτό εστι το περί των Λευιτών· από πέντε και εικοσαετούς και επάνω εισελεύσονται ενεργείν εν τη σκηνή του μαρτυρίου· 25 και από πεντηκονταετούς αποστήσεται από της λειτουργίας και ουκ εργάται έτι. 22 και μετά ταύτα εισήλθον οι Λευίται λειτουργείν την λειτουργίαν αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου έναντι Ααρών και έναντι των υιών αυτού· καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή περί των Λευιτών. έργα δε ουκ εργάται. 13 και στήσεις τους Λευίτας έναντι Κυρίου και έναντι Ααρών και έναντι των υιών αυτού και αποδώσεις αυτούς απόδομα έναντι Κυρίου· 14 και διαστελείς τους Λευίτας εκ μέσου υιών Ισραήλ. ούτως εποίησαν αυτοίς. 11 και αφοριεί Ααρών τους Λευίτας απόδομα έναντι Κυρίου παρά των υιών Ισραήλ. ούτως εποίησαν αυτοίς οι υιοί Ισραήλ. και μόσχον ενιαύσιον εκ βοών λήψη περί αμαρτίας. και έσονται ωστε εργάζεσθαι τα έργα Κυρίου. και απέδωκεν αυτούς Ααρών απόδομα έναντι Κυρίου. 15 και μετά ταύτα εισελεύσονται οι Λευίται εργάζεσθαι τα έργα της σκηνής του μαρτυρίου. ηγίασα αυτούς εμοί 18 και έλαβον τους Λευίτας αντί παντός πρωτοτόκου εν υιοίς Ισραήλ. και έσονται εμοί. 9 και προσάξεις τους Λευίτας έναντι της σκηνής του μαρτυρίου και συνάξεις πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ 10 και προσάξεις τους Λευίτας έναντι Κυρίου. 20 και εποίησε Μωυσής και Ααρών και πάσα η συναγωγή υιών Ισραήλ τοις Λευίταις καθά ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή περί των Λευιτών. 17 ότι εμοί παν πρωτότοκον εν υιοίς Ισραήλ από ανθρώπων έως κτήνους· ή ημέρα επάταξα παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτου. και επιθήσουσιν οι υιοί Ισραήλ τας χείρας αυτών επί τους Λευίτας. και ουκ έσται εν τοις υιοίς Ισραήλ προσεγγίζων προς τα άγια. και εξιλάσατο περί αυτών Ααρών αφαγνίσασθαι αυτούς. 19 και απέδωκα τους Λευίτας απόδομα δεδομένους Ααρών και τοις υιοίς αυτού εκ μέσου υιών Ισραήλ εργάζεσθαι τα έργα των υιών Ισραήλ εν τη σκηνή του μαρτυρίου και εξιλάσκεσθαι περί των υιών Ισραήλ. 21 και ηγνίσαντο οι Λευίται και επλύναντο τα ιμάτια.

ή εν ταις γενεαίς υμών. εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα. και οστούν ου συντρίψουσιν απ' αυτού· κατά τον νόμον του πάσχα ποιήσουσιν αυτό. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. εκάλυψεν η νεφέλη την σκηνήν. ή εστάθη η σκηνή. το προς εσπέραν ποιήσουσιν αυτό. ότι το δώρον Κυρίω ου προσήνεγκε κατά τον καιρόν αυτού. ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ. οί ήσαν ακάθαρτοι επί ψυχή ανθρώπου. μη ουν υστερήσωμεν προσενέγκαι το δώρον Κυρίω κατά καιρόν αυτού εν μέσω υιών Ισραήλ. ος εάν καθαρός ή και εν οδω μακράν ουκ έστι και υστερήση ποιήσαι το πάσχα. τον οίκον του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 238 . και ουκ ηδύναντο ποιήσαι το πάσχα εν τη ημέρα εκείνη. κατά τον νόμον του πάσχα και κατά την σύνταξιν αυτού ποιήσει αυτό· νόμος εις έσται υμίν και τω προσηλύτω και τω αυτόχθονι της γης. και ακούσομαι τι εντελείται Κύριος περί υμών. 4 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ ποιήσαι το πάσχα. 9 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· άνθρωπος άνθρωπος. κατά τον νόμον αυτού και κατά την σύγκρισιν αυτού ποιήσεις αυτό. 6 Και παρεγένοντο οι άνδρες. 5 εναρχομένου τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός εν τη ερήμω του Σινά. 15 Και τη ημέρα. αμαρτίαν αυτού λήψεται ο άνθρωπος εκείνος. 13 και άνθρωπος. λέγων· 2 είπον και ποιείτωσαν οι υιοί Ισραήλ το πάσχα καθ' ωραν αυτού· 3 τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου προς εσπέραν ποιήσεις αυτό κατά καιρούς. και προσήλθον εναντίον Μωυσή και Ααρών εν εκείνη τη ημέρα. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και ποιήσει το πάσχα Κυρίω· 11 εν τω μηνί τω δευτέρω. εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου εν τω μηνί τω πρώτω. 12 ου καταλείψουσιν απ' αυτού εις το πρωϊ. ή εν οδω μακράν υμίν. επ' αζύμων και πικρίδων φάγονται αυτό. 7 και είπαν οι άνδρες εκείνοι προς αυτόν· ημείς ακάθαρτοι επί ψυχή ανθρώπου. ος εάν γένηται ακάθαρτος επί ψυχή ανθρώπου. 8 και είπε προς αυτούς Μωυσής· στήτε αυτού. 14 εάν δε προσέλθη προς υμάς προσήλυτος εν τη γη υμών και ποιήση το πάσχα Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ερήμω Σινά εν τω έτει τω δευτέρω.

και έσται υμίν νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς υμών. και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι προς βορράν· σημασία σαλπιούσιν εν τη εξάρσει αυτών. 7 και όταν συναγάγητε την συναγωγήν. δια φωνής Κυρίου παρεμβαλούσι. και έσονταί σοι ανακαλείν την συναγωγήν και εξαίρειν τας παρεμβολάς. παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ· 19 και όταν εφέλκηται η νεφέλη επί της σκηνής ημέρας πλείους. εκεί παρενέβαλον οι υιοί Ισραήλ. ελατάς ποιήσεις αυτάς. και απαρούσιν ημέρας ή νυκτός· 22 μηνός ημέρας πλεοναζούσης της νεφέλης σκιαζούσης επ' αυτής παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ. ου αν έστη η νεφέλη. και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι παρά θάλασσαν· και σαλπιείτε σημασίαν τετάρτην. και μετά ταύτα απήραν οι υιοί Ισραήλ· και εν τω τόπω. 20 και έσται όταν σκεπάζη η νεφέλη ημέρας αριθμω επί της σκηνής. και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι ανατολάς· 6 και σαλπιείτε σημασίαν δευτέραν. εν αις σκιάζει η νεφέλη επί της σκηνής. 3 και σαλπιείς εν αυταίς και συναχθήσεται πάσα η συναγωγή επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου· 4 εάν δε εν μια σαλπίσωσι. και εξαρούσιν αι παρεμβολαί αι παρεμβάλλουσαι λίβα· και σαλπιείτε σημασίαν τρίτην. 5 και σαλπιείτε σημασίαν. 16 ούτως εγίνετο διαπαντός· η νεφέλη εκάλυπτεν αυτήν ημέρας και είδος πυρός την νύκτα. και ου μη απάρωσιν· 23 ότι δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι. προσελεύσονται προς σε πάντες οι άρχοντες αρχηγοί Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μαρτυρίου· και το εσπέρας ην επί της σκηνής ως είδος πυρός έως πρωϊ. σαλπιείτε και ου σημασία 8 και οι υιοί Ααρών οι ιερείς σαλπιούσι ταις σάλπιγξι. την φυλακήν Κυρίου εφυλάξαντο δια προστάγματος Κυρίου εν χειρί Μωυσή. και φυλάξονται οι υιοί Ισραήλ την φυλακήν του Θεού και ου μη εξάρωσι. 18 δια προστάγματος Κυρίου παρεμβαλούσιν οι υιοί Ισραήλ και δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι· πάσας τας ημέρας. και δια προστάγματος Κυρίου απαρούσι· 21 και έσται όταν γένηται η νεφέλη αφ' εσπέρας έως πρωϊ και αναβή η νεφέλη το πρωϊ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 239 . 17 και ηνίκα ανέβη η νεφέλη από της σκηνής. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 ποίησον σεαυτω δύο σάλπιγγας αργυράς.

και εύ σε ποιήσομεν. και έστη η νεφέλη εν τη ερήμω του Φαράν. 26 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ασήρ Φαγεήλ υιος Εχράν. ότι Κύριος ελάλησε καλά περί Ισραήλ. 17 και καθελούσι την σκηνήν και εξαρούσιν οι υιοί Γεδσών και οι υιοί Μεραρί. και εξήραν συν δυνάμει αυτών. 28 αύται αι στρατιαί υιών Ισραήλ. 11 Και εγένετο εν τω ενιαυτω τω δευτέρω εν τω μηνί τω δευτέρω εικάδι του μηνός ανέβη η νεφέλη από της σκηνής του μαρτυρίου. συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Αχιέζερ ο του Αμισαδαϊ. 18 και εξήραν τάγμα παρεμβολής Ρουβήν συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ελισούρ υιος Σεδιούρ. 16 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ζαβουλών Ελιάβ υιος Χαιλών. και σημανείτε ταις σάλπιγξι και αναμνησθήσεσθε έναντι Κυρίου και διασωθήσεσθε από των εχθρών υμών. 22 και εξαρούσι τάγμα παρεμβολής Εφραϊμ συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ελισαμά υιος Σεμιούδ. τούτον δώσω υμίν· δεύρο μεθ' ημών. 23 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Μανασσή Γαμαλιήλ ο του Φαδασσούρ. 25 και εξαρούσι τάγμα παρεμβολής υιών Δάν. αλλά εις την γην μου και εις την γενεάν μου. 27 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Νεφθαλί Αχιρέ υιος Αινάν. 21 και εξαρούσιν υιοί Καάθ αίροντες τα άγια και στήσουσι την σκηνήν. 14 και εξήραν τάγμα παρεμβολής υιών Ιούδα πρώτοι συν δυνάμει αυτών· και επί της δυνάμεως αυτών Ναασσών υιος Αμιναδάβ. 12 και εξήραν οι υιοί Ισραήλ συν απαρτίαις αυτών εν τη ερήμω Σινά. Σαλαμιήλ υιος Σουρισαδαί. 19 και επί της δυνάμεως φυλής Συμεών. και έσται τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 240 . 31 και είπε· μη εγκαταλίπης ημάς. 20 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Γάδ Ελισάφ ο του Ραγουήλ. 15 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Ισσάχαρ Ναθαναήλ υιος Σωγάρ. ου ένεκεν ήσθα μεθ' ημών εν τη ερήμω. οι αίροντες την σκηνήν. και έση εν ημίν πρεσβύτης· 32 και έσται εάν πορευθής μεθ' ημών. 13 και εξήραν πρώτοι δια φωνής Κυρίου εν χειρί Μωυσή. 29 Και είπε Μωυσής τω ‘Οβάβ υιω Ραγουήλ τω Μαδιανίτη τω γαμβρω Μωυσή· εξαίρομεν ημείς εις τον τόπον ον είπε Κύριος. έσχατοι πασών των παρεμβολών. έως παραγένωνται. και έσται υμίν ανάμνησις έναντι του Θεού υμών· εγώ Κύριος ο Θεός υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 9 εάν δε εξέλθητε εις πόλεμον εν τη γη υμών προς τους υπεναντίους τους ανθεστηκότας υμίν. 24 και επί της δυνάμεως φυλής υιών Βενιαμίν Αβιδάν ο του Γαδεωνί. 30 και είπε προς αυτόν· ου πορεύσομαι. 10 και εν ταις ημέραις της ευφροσύνης υμών και εν ταις εορταίς υμών και εν ταις νουμηνίαις υμών σαλπιείτε ταις σάλπιγξιν επί τοις ολοκαυτώμασι και επί ταις θυσίαις των σωτηρίων υμών.

και η κιβωτός της διαθήκης Κυρίου προεπορεύετο προτέρα αυτών οδόν τριών ημερών κατασκέψασθαι αυτοίς ανάπαυσιν. 12 μη εγώ εν γαστρί έλαβον πάντα τον λαόν τούτον. 36 και η νεφέλη εγένετο σκιάζουσα επ' αυτοίς ημέρας εν τω εξαίρειν αυτούς εκ της παρεμβολής. ή εγώ έτεκον αυτούς. λάβε αυτόν εις τον κόλπον σου. και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί σου. και εύ σε ποιήσομεν. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ην ο λαός γογγύζων πονηρά έναντι Κυρίου. 3 και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Εμπυρισμός. 34 και εγένετο εν τω εξαίρειν την κιβωτόν και είπε Μωυσής· εξεγέρθητι. χιλιάδας μυριάδας εν τω Ισραήλ. κατέβαινε το μάννα επ' αυτής. έκαστον επί της θύρας αυτού· και εθυμώθη οργή Κύριος σφόδρα. και ήκουσε Κύριος και εθυμώθη οργή. 33 Και εξήραν εκ του όρους Κυρίου οδόν τριών ημερών. και ην η ηδονή αυτού ωσεί γεύμα εγκρίς εξ ελαίου· 9 και όταν κατέβη η δρόσος επί την παρεμβολήν νυκτός. και έναντι Μωυσή ην πονηρόν. φυγέτωσαν πάντες οι μισούντές σε. και καθίσαντες έκλαιον και οι υιοί Ισραήλ και είπαν· τις ημάς ψωμιεί κρέα. και ηύξατο Μωυσής προς Κύριον. 11 και είπε Μωυσής προς Κύριον· ινατί εκάκωσας τον θεράποντά σου. 35 και εν τη καταπαύσει είπεν· επίστρεφε. Κύριε. 4 Και ο επίμικτος ο εν αυτοίς επεθύμησεν επιθυμίαν. και διατί ουχ εύρηκα χάριν εναντίον σου. ότι λέγεις μοι. ους ησθίομεν εν Αιγύπτω δωρεάν. ουδέν πλήν εις το μάννα οι οφθαλμοί ημών· 7 το δε μάννα ωσεί σπέρμα κορίου εστί. εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 241 . 5 εμνήσθημεν τους ιχθύας. ότι εξεκαύθη εν αυτοίς παρά Κυρίου. όσα αν αγαθοποιήση Κύριος ημάς. 10 και ήκουσε Μωυσής κλαιόντων αυτών κατά δήμους αυτών. και τους σικύους και τους πέπονας και τα πράσα και τα κρόμμυα και τα σκόρδα· 6 νυνί δε η ψυχή ημών κατάξηρος. επιθείναι την ορμήν του λαού τούτου επ' εμέ. και εκόπασε το πυρ. 2 και εκέκραξεν ο λαός προς Μωυσήν. ωσεί άραι τιθηνός τον θηλάζοντα. και εξεκαύθη εν αυτοίς πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε μέρος τι της παρεμβολής. Κύριε. και το είδος αυτού είδος κρυστάλλου· 8 και διεπορεύετο ο λαός και συνέλεγον και ήληθον αυτό εν τω μύλω και έτριβον εν τη θυϊα και ήψουν αυτό εν τη χύτρα και εποίουν αυτό εγκρυφίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγαθά εκείνα.

16 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· συνάγαγέ μοι εβδομήκοντα άνδρας από των πρεσβυτέρων Ισραήλ. όνομα τω ενί Ελδάδ και όνομα τω δευτέρω Μωδάδ. ίνα μη ίδω την κάκωσίν μου. ος εστιν εν υμίν. ει εύρηκα έλεος παρά σοί. 28 και αποκριθείς Ιησούς ο του Ναυή ο παρεστηκώς Μωυσή. 29 και είπε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 242 . και φάγεσθε κρέα. και εκλαύσατε εναντίον αυτού λέγοντες· ινατί ημίν εξελθείν εξ Αιγύπτου. 22 μη πρόβατα και βόες σφαγήσονται αυτοίς. και συναντιλήψονται μετά σου την ορμήν του λαού. 18 και τω λαω ερείς· αγνίσασθε εις αύριον. ουδέ είκοσιν ημέρας. και αρκέσει αυτοίς. 17 και καταβήσομαι και λαλήσω εκεί μετά σου και αφελώ από του πνεύματος του επί σοί και επιθήσω επ' αυτούς. 19 ουχ ημέραν μίαν φάγεσθε. και συ είπας. και έσται υμίν εις χολέραν. ότι ούτοί εισι πρεσβύτεροι του λαού και γραμματείς αυτών. ότι βαρύτερόν μοί εστι το ρήμα τούτο. 25 και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και ελάλησε προς αυτόν· και παρείλατο από του πνεύματος του επ' αυτω και επέθηκεν επί τους εβδομήκοντα άνδρας τους πρεσβυτέρους· ως δε επανεπαύσατο πνεύμα επ' αυτούς. ουδέ δέκα ημέρας. και φάγονται μήνα ημερών. λέγοντες· δος ημίν κρέα. ότι ηπειθήσατε Κυρίω. και ουκ οίσεις αυτούς συ μόνος. έως αν εξέλθη εκ των μυκτήρων υμών. ο εκλεκτός. κώλυσον αυτούς. και στήσονται εκεί μετά σου. και αρκέσει αυτοίς. ότι κλαίουσιν επ' εμοί. και άξεις αυτούς προς την σκηνήν του μαρτυρίου. απόκτεινόν με αναιρέσει. ότι καλόν ημίν εστιν εν Αιγύπτω. 27 και προσδραμών ο νεανίσκος απήγγειλε Μωυσή και είπε λέγων· Ελδάδ και Μωδάδ προφητεύουσιν εν τη παρεμβολή. ή παν το όψος της θαλάσσης συναχθήσεται αυτοίς. 26 και κατελείφθησαν δύο άνδρες εν τη παρεμβολή. εν οίς ειμι εν αυτοίς. ίνα φάγωμεν. και δώσει Κύριος υμίν φαγείν κρέα. 23 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· μη χείρ Κυρίου ουκ εξαρκέσει. ουδέ πέντε ημέρας. ήδη γνώση ει επικαταλήψεταί σε ο λόγος μου ή ου. 20 έως μηνός ημερών φάγεσθε. ους αυτός συ οίδας. 13 πόθεν μοι κρέα δούναι παντί τω λαω τούτω. 15 ει δ' ούτω συ ποιείς μοι. ουδέ δύο. και επροφήτευσαν και ουκ έτι προσέθεντο. και φάγεσθε κρέα. 14 ου δυνήσομαι εγώ μόνος φέρειν τον λαόν τούτον. ότι εκλαύσατε έναντι Κυρίου λέγοντες· τις ημάς ψωμιεί κρέα. και επανεπαύσατο επ' αυτούς πνεύμα· και ούτοι ήσαν των καταγεγραμμένων και ουκ ήλθον προς την σκηνήν· και επροφήτευσαν εν τη παρεμβολή. 21 και είπε Μωυσής· εξακόσιαι χιλιάδες πεζών ο λαός. είπε· κύριε Μωυσή. 24 και εξήλθε Μωυσής και ελάλησε προς τον λαόν τα ρήματα Κυρίου και συνήγαγεν εβδομήκοντα άνδρας από των πρεσβυτέρων του λαού και έστησεν αυτούς κύκλω της σκηνής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την γην ην ώμοσας τοις πατράσιν αυτών. κρέα δώσω αυτοίς φαγείν.

και ήκουσε Κύριος. και Κύριος εθυμώθη εις τον λαόν. ο το ολίγον. 6 και είπε προς αυτούς· ακούσατε των λόγων μου· εάν γένηται προφήτης υμών Κυρίω. και εγένετο ο λαός εν Ασηρώθ. και τις δώη πάντα τον λαόν Κυρίου προφήτας. ουχί και ημίν ελάλησε. και έψυξαν εαυτοίς ψυγμούς κύκλω της παρεμβολής. 31 και πνεύμα εξήλθε παρά Κυρίου και εξεπέρασεν ορτυγομήτραν από της θαλάσσης και επέβαλεν επί την παρεμβολήν οδόν ημέρας εντεύθεν και οδόν ημέρας εντεύθεν. κυκλω της παρεμβολής. εν είδει και ου δι' αινιγμάτων. 32 και αναστάς ο λαός όλην την ημέραν και όλην την νύκτα και όλην την ημέραν την επαύριον και συνήγαγον την ορτυγομήτραν. 3 και ο άνθρωπος Μωυσής πραϋς σφόδρα παρά πάντας τους ανθρώπους τους όντας επί της γης. εν οράματι αυτω γνωσθήσομαι και εν ύπνω λαλήσω αυτω. 4 και είπε Κύριος παραχρήμα προς Μωυσήν και Ααρών και Μαριάμ· εξέλθετε υμείς οι τρεις εις την σκηνήν του μαρτυρίου· 5 και εξήλθον οι τρεις εις την σκηνήν του μαρτυρίου. και εκλήθησαν Ααρών και Μαριάμ και εξήλθοσαν αμφότεροι. 7 ουχ ούτως ο θεράπων μου Μωυσής· εν όλω τω οίκω μου πιστός εστι· 8 στόμα κατά στόμα λαλήσω αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μωυσής αυτω· μη ζηλοίς εμέ. και απήλθε. 9 και οργή θυμού Κυρίου επ' αυτοίς. 34 και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Μνήματα της επιθυμίας. 35 Από Μνημάτων επιθυμίας εξήρεν ο λαός εις Ασηρώθ. 30 και απήλθε Μωυσής εις την παρεμβολήν αυτός και οι πρεσβύτεροι Ισραήλ. ότι γυναίκα Αιθιόπισσαν έλαβε. 33 τα κρέα έτι ην εν τοις οδούσιν αυτών πρινή εκλείπειν. συνήγαγε δέκα κόρους. και κατέβη Κύριος εν στύλω νεφέλης και έστη επί της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 10 και η νεφέλη απέστη από της σκηνής. και ιδού Μαριάμ λεπρώσα ωσεί χιών· και επέβλεψεν Ααρών επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 243 . 2 και είπαν· μη Μωυσή μόνω λελάληκε Κύριος. όταν δω Κύριος το πνεύμα αυτού επ' αυτούς. ένεκεν της γυναικός της Αιθιοπίσσης ην έλαβε Μωυσής. ωσεί δίπηχυ από της γης. και επάταξε Κύριος τον λαόν πληγήν μεγάλην σφόδρα. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ελάλησε Μαριάμ και Ααρών κατά Μωυσή. ότι εκεί έθαψαν τον λαόν τον επιθυμητήν. και την δόξαν Κυρίου είδε· και διατί ουκ εφοβήθητε καταλαλήσαι κατά του θεράποντός μου Μωυσή.

και τον λαόν τον εγκαθήμενον επ' αυτής. αφορισθήτω επτά ημέρας έξω της παρεμβολής και μετά ταύτα εισελεύσεται. και παρενέβαλον εν τη ερήμω του Φαράν. ην εγώ δίδωμι τοις υιοίς Ισραήλ εις κατάσχεσιν. κύριε. και κατασκεψάσθωσαν την γην των Χαναναίων. τις εστι. 14 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ει ο πατήρ αυτής πτύων ενέπτυσεν εις το πρόσωπον αυτής. 4 και εξαπέστειλεν αυτούς Μωυσής εκ της ερήμου Φαράν δια φωνής Κυρίου· πάντες άνδρες αρχηγοί υιών Ισραήλ ούτοι. ίασαι αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαριάμ. 13 και εβόησε Μωυσής προς Κύριον λέγων· ο Θεός δέομαί σου. και επωνόμασε Μωυσής τον Αυσή υιόν Ναυή Ιησούν. μη συνεπιθή ημίν αμαρτίαν. Γαδί υιος Σουσί· 13 της φυλής Δάν Αμιήλ υιος Γαμαλί· 14 της φυλής Ασήρ Σαθούρ υιος Μιχαήλ· 15 της φυλής Νεφθαλί Ναβί υιος Σαβί· 16 της φυλής Γάδ Γουδιήλ υιος Μακχί· 17 ταύτα τα ονόματα των ανδρών. ει ολίγοι εισίν ή πολλοί· 20 και τις η γη. κατά δήμους πατριών αυτών αποστελείς αυτούς. 15 και αφωρίσθη Μαριάμ έξω της παρεμβολής επτά ημέρας· και ο λαός ουκ εξήρεν. 2 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 3 απόστειλον σεαυτω άνδρας. ουκ εντραπήσεται επτά ημέρας. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ μετά ταύτα εξήρεν ο λαός εξ Ασηρώθ. ει ισχυρός εστιν ή ασθενής. και ιδού λεπρώσα. έως εκαθαρίσθη Μαριάμ. ωσεί έκτρωμα εκπορευόμενον εκ μήτρας μητρός και κατεσθίει το ήμισυ των σαρκών αυτής. άνδρα ένα κατά φυλήν. εις ην ούτοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 244 . ους απέστειλε Μωυσής κατασκέψασθαι την γην. 18 και απέστειλεν αυτούς Μωυσής κατασκέψασθαι την γην Χαναάν και είπε προς αυτούς· ανάβητε ταύτη τη ερήμω και αναβήσεσθε εις το όρος. διότι ηγνοήσαμεν καθ' ότι ημάρτομεν· 12 μη γένηται ωσεί ίσον θανάτω. 11 και είπεν Ααρών προς Μωυσήν· δέομαι. 19 και όψεσθε την γην. 5 και ταύτα τα ονόματα αυτών· της φυλής Ρουβήν Σαμουήλ υιος Ζαχούρ· 6 της φυλής Συμεών Σαφάτ υιος Σουρί· 7 της φυλής Ιούδα Χάλεφ υιος Ιεφοννή· 8 της φυλής Ισσάχαρ Ιλαάλ υιος Ιωσήφ· 9 της φυλής Εφραίμ Αυσή υιος Ναυή· 10 της φυλής Βενιαμίν Φαλτί υιος Ραφού· 11 της φυλής Ζαβουλών Γουδιήλ υιος Σουδί· 12 της φυλής Ιωσήφ των υιών Μανασσή. πάντα αρχηγόν εξ αυτών.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 245 . ας ούτοι κατοικούσιν εν αυταίς. 23 και ανέβησαν κατά την έρημον και απήλθον έως Χεβρών. ον έκοψαν εκείθεν οι υιοί Ισραήλ. 28 και διηγήσαντο αυτω και είπαν· ήλθαμεν εις την γην. ει καλή εστιν ή πονηρά· και τίνες αι πόλεις. αλλά και ούτως ήμεν ενώπιον αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγκάθηνται επ' αυτής. και ο Χετταίος και ο Ευαίος και ο Ιεβουσαίος και ο Αμορραίος κατοικεί εν τη ορεινή. 27 και πορευθέντες ήλθον προς Μωυσήν και Ααρών και προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ. 25 και τον τόπον εκείνον επωνόμασαν Φάραγξ βότρυος δια τον βότρυν. ει εν τειχήρεσιν ή εν ατειχίστοις· 21 και τις η γη. και ούτος ο καρπός αυτής· 29 αλλ' ή ότι θρασύ το έθνος το κατοικούν επ' αυτής. ον εωράκαμεν εν αυτη. και αι ημέραι ημέραι έαρος. ει πίων ή παρειμένη. 26 Και απέστρεψαν εκείθεν κατασκεψάμενοι την γην μετά τεσσαράκοντα ημέρας. εις ην απέστειλας ημάς. και την γενεάν Ενάχ εωράκαμεν εκεί. 22 και αναβάντες κατεσκέψαντο την γην από της ερήμου Σίν έως Ροόβ. αλλά αναβάντες αναβησόμεθα και κατακληρονομήσομεν αυτήν. εισπορευομένων Αιμάθ. 33 και εξήνεγκαν έκστασιν της γης. ότι ου μη δυνώμεθα αναβήναι προς το έθνος. 32 και οι άνθρωποι οι συναναβάντες μετ' αυτού είπαν· ουκ αναβαίνομεν. και αι πόλεις οχυραί τετειχισμέναι μεγάλαι σφόδρα. πρόδρομοι σταφυλής. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. εις την έρημον Φαράν Κάδης και απεκρίθησαν αυτοίς ρήμα και πάση συναγωγή και έδειξαν τον καρπόν της γης. ην κατεσκέψαντο αυτήν προς τους υιούς Ισραήλ. ει έστιν εν αυτη δένδρα ή ου· και προσκαρτερήσαντες λήψεσθε από των καρπών της γης. και κατεσκέψαντο αυτήν· και έκοψαν εκείθεν κλήμα και βότρυν σταφυλής ένα επ' αυτού και ήραν αυτόν επ' αναφορεύσι και από των ροών. ότι δυνατοί δυνησόμεθα προς αυτούς. και εκεί Αχιμάν και Σεσσί και Θελαμί. ότι ισχυρότερον ημών εστι μάλλον. γενεαί Ενάχ· και Χεβρών επτά έτεσιν ωκοδομήθη προ του Τανίν Αιγύπτου. 31 και κατεσιώπησε Χάλεβ τον λαόν προς Μωυσήν και είπεν αυτω· ουχί. γη κατέσθουσα τους κατοικούντας επ' αυτής εστι· και πας ο λαός. ην παρήλθομεν αυτήν κατασκέψασθαι. και από των συκών. και ο Χαναναίος κατοικεί παρά θάλασσαν και παρά τον Ιορδάνην ποταμόν. άνδρες υπερμήκεις· 34 και εκεί εωράκαμεν τους γίγαντας και ήμεν ενώπιον αυτών ωσεί ακρίδες. λέγοντες· την γην. 30 και Αμαλήκ κατοικεί εν τη γη τη προς νότον. 24 και ήλθοσαν έως Φάραγγος βότρυος.

4 και είπαν έτερος τω ετέρω· δώμεν αρχηγόν και αποστρέψωμεν εις Αίγυπτον. και εν στύλω νεφέλης συ πορεύη πρότερος αυτών την ημέραν και εν στύλω πυρός την νύκτα. γη ήτις εστί ρέουσα γάλα και μέλι. και η νεφέλη σου εφέστηκεν επ' αυτών. λέγοντες· 16 παρά το μη δύνασθαι Κύριον εισαγαγείν τον λαόν τούτον εις την γην. 17 και νυν υψωθήτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 246 . αγαθή εστι σφόδρα σφόδρα· 8 ει αιρετίζει ημάς Κύριος. ην κατεσκεψάμεθα αυτήν. 9 αλλά από του Κυρίου μη αποστάται γίνεσθε· υμείς δε μη φοβηθήτε τον λαόν της γης. 2 και διεγόγγυζον επί Μωυσήν και Ααρών πάντες οι υιοί Ισραήλ. και η δόξα Κυρίου ώφθη εν τη νεφέλη επί της σκηνής του μαρτυρίου πάσι τοις υιοίς Ισραήλ. 3 και ινατί Κύριος εισάγει ημάς εις την γην ταύτην πεσείν εν πολέμω. και είπαν προς αυτούς πάσα η συναγωγή· όφελον απεθάνομεν εν τη Αιγύπτω. ή εν τη ερήμω ταύτη ει απεθάνομεν. 11 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· έως τίνος παροξύνει με ο λαός ούτος και έως τίνος ου πιστεύουσί μοι επί πάσι τοις σημείοις. ότι κατάβρωμα ημίν εστιν· αφέστηκε γαρ ο καιρός απ' αυτών. των κατασκεψαμένων την γην. αι γυναίκες ημών και τα παιδία έσονται εις διαρπαγήν· νυν ουν βέλτιον ημίν εστιν αποστραφήναι εις Αίγυπτον. και ερούσι τα έθνη. διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών 7 και είπαν προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ λέγοντες· η γη. οίς εποίησα εν αυτοίς. 10 και είπε πάσα η συναγωγή καταλιθοβολήσαι αυτούς εν λίθοις. 5 και έπεσε Μωυσής και Ααρών επί πρόσωπον εναντίον πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. ότι ανήγαγες τη ισχύϊ σου τον λαόν τούτον εξ αυτών. 15 και εκτρίψεις τον λαόν τούτον ωσεί άνθρωπον ένα. ότι συ ει Κύριος εν τω λαω τούτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ αναλαβούσα πάσα η συναγωγή ενέδωκε φωνήν. 14 αλλά και πάντες οι κατοικούντες επί της γης ταύτης ακηκόασιν. Κύριε. κατέστρωσεν αυτούς εν τη ερήμω. εισάξει ημάς εις την γην ταύτην και δώσει αυτήν ημίν. ην ώμοσεν αυτοίς. 6 Ιησούς δε ο του Ναυή και Χάλεβ ο του Ιεφοννή. ο δε Κύριος εν ημίν· μη φοβηθήτε αυτούς. και έκλαιεν ο λαός όλην την νύκτα εκείνην. 13 και είπε Μωυσής προς Κύριον· και ακούσεται Αίγυπτος. όστις οφθαλμοίς κατ' οφθαλμούς οπτάζη. όσοι ακηκόασι το όνομά σου. 12 πατάξω αυτούς θανάτω και απολώ αυτούς και ποιήσω σε και τον οίκον του πατρός σου εις έθνος μέγα και πολύ μάλλον ή τούτο.

και ουκ εισήκουσαν της φωνής μου. λήψεσθε τας αμαρτίας υμών τεσσαράκοντα έτη και γνώσεσθε τον θυμόν της οργής μου. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών. αλλ' ή Χάλεβ υιος Ιεφοννή και Ιησούς ο του Ναυή· 31 και τα παιδία. ους απέστειλε Μωυσής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 247 . έως αν αναλωθή τα κώλα υμών εν τη ερήμω. και επείρασάν με τούτο δέκατον. πάντες δε οι παροξύναντές με ουκ όψονται αυτήν. 29 εν τη ερήμω ταύτη πεσείται τα κώλα υμών. α εστι μετ' εμού ώδε. α εποίησα εν Αιγύπτω και εν τη ερήμω. και καθαρισμω ου καθαριεί τον ένοχον αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα έως τρίτης και τετάρτης γενεάς. και το σπέρμα αυτού κληρονομήσει αυτήν. 36 και οι άνθρωποι. καθάπερ ίλεως εγένου αυτοίς απ' Αιγύπτου έως του νυν. 32 και τα κώλα υμών πεσείται εν τη ερήμω ταύτη. λέγει Κύριος. όσοι εγόγγυζον επ' εμοί· 30 ει υμείς εισελεύσεσθε εις την γην. ότι πνεύμα έτερον εν αυτω και επηκολούθησέ μοι. ακήκοα. εφ' ην εξέτεινα την χείρά μου κατασκηνώσαι υμάς επ' αυτής. την γόγγυσιν των υιών Ισραήλ. ον τρόπον είπας λέγων· 18 Κύριος μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός. 28 ειπόν αυτοίς· ζω εγώ. 35 εγώ Κύριος ελάλησα· ή μην ούτω ποιήσω τη συναγωγή τη πονηρά ταύτη τη επισυνισταμένη επ' εμέ· εν τη ερήμω ταύτη εξαναλωθήσονται και εκεί αποθανούνται. ή μην ον τρόπον λελαλήκατε εις τα ώτά μου. 26 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 27 έως τίνος την συναγωγήν την πονηράν ταύτην. εις ην εισήλθεν εκεί. ούτω ποιήσω υμίν. πας νεώτερος άπειρος. ημέραν του ενιαυτού. όσοι ουκ οίδασιν αγαθόν ουδέ κακόν. αλλ' ή τα τέκνα αυτών. οδόν θάλασσαν ερυθράν. ην εγόγγυσαν περί υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ η ισχύς. 19 άφες την αμαρτίαν τω λαω τούτω κατά το μέγα έλεός σου. εισάξω αυτούς εις την γην. 25 ο δε Αμαλήκ και ο Χαναναίος κατοικούσιν εν τη κοιλάδι· αύριον επιστράφητε και απάρατε υμείς εις την έρημον. 22 ότι πάντες οι άνδρες οι ορώντες την δόξαν μου και τα σημεία. Κύριε. ην υμείς απέστητε απ' αυτής. 20 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ίλεως αυτοίς ειμι κατά το ρήμά σου· 21 αλλά ζω εγώ και ζων το όνομά μου και εμπλήσει η δόξα Κυρίου πάσαν την γην. 33 οι δε υιοί υμών έσονται νεμόμενοι εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη και ανοίσουσι την πορνείαν υμών. αφαιρών ανομίας και αδικίας και αμαρτίας. α είπατε εν διαρπαγή έσεσθαι. 34 κατά τον αριθμόν των ημερών. τεσσαράκοντα ημέρας. α αυτοί γογγύζουσιν εναντίον μου. και κληρονομήσουσι την γην. εισάξω αυτόν εις την γην. όσας κατεσκέψασθε την γην. και πάσα η επισκοπή υμών και οι κατηριθμημένοι υμών από εικοσαετούς και επάνω. 24 ο δε παις μου Χάλεβ. 23 ή μην ουκ όψονται την γην. τούτοις δώσω την γην.

μεγαλύναι ευχήν ή καθ' εκούσιον ή εν ταις εορταίς υμών ποιήσαι οσμήν ευωδίας τω Κυρίω. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· όταν εισέλθητε εις την γην της κατοικήσεως υμών. ον είπε Κύριος. και Χάλεβ υιος Ιεφοννή έζησαν από των ανθρώπων εκείνων των πεπορευμένων κατασκέψασθαι την γην. 45 και κατέβη ο Αμαλήκ και ο Χαναναίος ο εγκαθήμενος εν τω όρει εκείνω και ετρέψαντο αυτούς και κατέκοψαν αυτούς έως Ερμάν· και απεστράφησαν εις την παρεμβολήν. ολοκάρπωμα ή θυσίαν. το τρίτον του ίν· 7 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 248 . όταν ποιήτε αυτόν εις ολοκαύτωμα ή εις θυσίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατασκέψασθαι την γην και παραγενηθέντες διεγόγγυσαν κατ' αυτής προς την συναγωγήν εξενέγκαι ρήματα πονηρά περί της γης. ει μεν από των βοών ή από των προβάτων. 37 και απέθανον οι άνθρωποι οι κατείπαντες πονηρά κατά της γης εν τη πληγή έναντι Κυρίου 38 και Ιησούς υιος Ναυή. ην εγώ δίδωμι υμίν. 43 ότι ο Αμαλήκ και ο Χαναναίος εκεί έμπροσθεν υμών. ποιήσεις θυσίαν σεμιδάλεως δύο δέκατα αναπεποιημένης εν ελαίω. και ουκ έσται Κύριος εν υμίν. 40 και ορθρίσαντες το πρωϊ ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους λέγοντες· ιδού οίδε ημείς αναβησόμεθα εις τον τόπον. ου είνεκεν απεστράφητε απειθούντες Κυρίω. ουκ εύοδα έσται υμίν. και επένθησεν ο λαός σφόδρα. κάρπωμα οσμήν ευωδίας τω Κυρίω. 4 και προσοίσει ο προσφέρων το δώρον αυτού Κυρίω θυσίαν σεμιδάλεως δέκατον του οιφί αναπεποιημένης εν ελαίω εν τετάρτω του ίν· 5 και οίνον εις σπονδήν το τέταρτον του ίν ποιήσετε επί της ολοκαυτώσεως. 42 μη αναβαίνετε· ου γαρ εστι Κύριος μεθ' υμών. και πεσείσθε μαχαίρα. 3 και ποιήσεις ολοκαυτώματα Κυρίω. και πεσείσθε προ προσώπου των εχθρών υμών. 44 και διαβιασάμενοι ανέβησαν επί την κορυφήν του όρους· η δε κιβωτός της διαθήκης Κυρίου και Μωυσής ουκ εκινήθησαν εκ της παρεμβολής. ή επί της θυσίας· τω αμνω τω ενί ποιήσεις τοσούτο. 41 και είπε Μωυσής· ινατί υμείς παραβαίνετε το ρήμα Κυρίου. ότι ημάρτομεν. 39 Και ελάλησε Μωυσής τα ρήματα ταύτα προς πάντας υιούς Ισραήλ. 6 και τω κριω.

ότι παντί τω λαω ακούσιον. νόμος αιώνιος εις τας γενεάς υμών· ως υμείς και ο προσήλυτος έσται έναντι Κυρίου. εις ην εγώ εισάγω υμάς εκεί. προσάξει αίγα μίαν ενιαυσίαν περί αμαρτίας. 29 τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 249 . και δώσετε Κυρίω αφαίρεμα εις τας γενεάς υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οίνον εις σπονδήν το τρίτον του ίν προσοίσετε εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 22 Οταν δε διαμάρτητε και μη ποιήσητε πάσας τας εντολάς ταύτας. 15 νόμος εις έσται υμίν και τοις προσηλύτοις τοις προσκειμένοις εν υμίν. 16 νόμος εις έσται και δικαίωμα εν έσται υμίν και τω προσηλύτω τω προσκειμένω εν υμίν. 9 και προσοίσει επί του μόσχου θυσίαν σεμιδάλεως τρία δέκατα αναπεποιημένης εν ελαίω ήμισυ του ίν 10 και οίνον εις σπονδήν το ήμισυ του ίν. 25 και εξιλάσεται ο ιερεύς περί πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. και αφεθήσεται αυτοίς· ότι ακούσιόν εστι. 17 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 18 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· εν τω εισπορεύεσθαι υμάς εις την γην. 28 και εξιλάσεται ο ιερεύς περί της ψυχής της ακουσιασθείσης και αμαρτούσης ακουσίως έναντι Κυρίου εξιλάσασθαι περί αυτού. ας ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν. περί των ακουσίων αυτών. ούτως ποιήσετε τω ενί κατά τον αριθμόν αυτών. 24 και έσται εάν εξ οφθαλμών της συναγωγής γενηθή ακουσίως. αφελείτε αφαίρεμα αφόρισμα Κυρίω· απαρχήν φυράματος υμών 20 άρτον αφοριείτε αφαίρεμα αυτό· ως αφαίρεμα από άλω. και ποιήσει πάσα η συναγωγή μόσχον ένα εκ βοών άμωμον εις ολοκαύτωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω και θυσίαν τούτου και σπονδήν αυτού κατά την σύνταξιν και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. 11 ούτω ποιήσεις τω μόσχω τω ενί ή τω κριω τω ενί ή τω αμνω τω ενί εκ των προβάτων ή εκ των αιγών· 12 κατά τον αριθμόν ων εάν ποιήσητε. και ποιήσει κάρπωμα οσμήν ευωδίας Κυρίω. ή εις σωτήριον Κυρίω. 13 πας ο αυτόχθων ποιήσει ούτως τοιαύτα. 27 εάν τε ψυχή μία αμάρτη ακουσίως. 14 εάν δε προσήλυτος εν υμίν προσγένηται εν τη γη υμών. 21 απαρχήν φυράματος υμών. 8 εάν δε ποιήτε από των βοών εις ολοκαύτωσιν ή εις θυσίαν μεγαλύναι ευχήν. ον τρόπον ποιείτε υμείς. 23 καθά συνέταξε Κύριος προς υμάς εν χειρί Μωυσή από της ημέρας. ούτω ποιήσει η συναγωγή Κυρίω. 9 και έσται όταν έσθητε υμείς από των άρτων της γης. ή ος αν γένηται εν υμίν εν ταις γενεαίς υμών. προσενέγκαι καρπώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. 26 και αφεθήσεται κατά πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ και τω προσηλύτω τω προσκειμένω προς υμάς. ούτως αφελείτε αυτόν. και αυτοί ήνεγκαν το δώρον αυτών κάρπωμα Κυρίω περί της αμαρτίας αυτών έναντι Κυρίου. ή συνέταξε Κύριος προς υμάς και επέκεινα εις τας γενεάς υμών. κάρπωμα οσμήν ευωδίας Κυρίω.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγχωρίω εν υιοίς Ισραήλ και τω προσηλύτω τω προσκειμένω εν αυτοίς νόμος εις έσται αυτοίς. 31 ότι το ρήμα Κυρίου εφαύλισε και τας εντολάς αυτού διεσκέδασεν· εκτρίψει εκτριβήσεται η ψυχή εκείνη. 37 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 38 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς και ποιησάτωσαν εαυτοίς κράσπεδα επί τα πτερύγια των ιματίων αυτών εις τας γενεάς αυτών και επιθήσετε επί τα κράσπεδα των πτερυγίων κλώσμα υακίνθινον. ου γαρ συνέκριναν τι ποιήσωσιν αυτόν. εν οίς υμείς εκπορνεύετε οπίσω αυτών. η αμαρτία αυτής εν αυτη. ος εάν ποιήση ακουσίως. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και άνδρες των υιών Ισραήλ πεντήκοντα και διακόσιοι. και ου διαστραφήσεσθε οπίσω των διανοιών υμών και των οφθαλμών υμών. αρχηγοί συναγωγής. 3 συνέστησαν επί Μωυσήν και Ααρών και είπαν· εχέτω υμίν. 35 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· θανάτω θανατούσθω ο άνθρωπος. 30 και ψυχή. 2 και ανέστησαν έναντι Μωυσή. 39 και έσται υμίν εν τοις κρασπέδοις και όψεσθε αυτά και μνησθήσεσθε πασών των εντολών Κυρίου και ποιήσετε αυτάς. 40 όπως αν μνησθήτε και ποιήσητε πάσας τας εντολάς μου και έσεσθε άγιοι τω Θεω υμών. και ελιθοβόλησεν αυτόν πάσα η συναγωγή λίθοις έξω της παρεμβολής. εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 36 και εξήγαγον αυτόν πάσα η συναγωγή έξω της παρεμβολής. ότι πάσα η συναγωγή πάντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 250 . ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κορέ υιος Ισσάαρ υιού Καάθ υιού Λευί και Δαθάν και Αβειρών υιοί Ελιάβ και Αύν υιος Φαλέθ υιού Ρουβήν. 32 Και ήσαν οι υιοί Ισραήλ εν τη ερήμω και εύρον άνδρα συλλέγοντα ξύλα τη ημέρα των σαββάτων. 41 εγώ Κύριος ο Θεός υμών ο εξαγωγών υμάς εκ γης Αιγύπτου είναι υμών Θεός. τον Θεόν ούτος παροξυνεί. 33 και προσήγαγον αυτόν οι ευρόντες συλλέγοντα ξύλα τη ημέρα των σαββάτων προς Μωυσήν και Ααρών και προς πάσαν συναγωγήν υιών Ισραήλ. λιθοβολήσατε αυτόν λίθοις πάσα η συναγωγή. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ του λαού αυτής. 34 και απέθεντο αυτόν εις φυλακήν. σύγκλητοι βουλής και άνδρες ονομαστοί. ήτις ποιήσει εν χειρί υπερηφανίας από των αυτοχθόνων ή από των προσηλύτων.

υιοί Λευί. 4 και ακούσας Μωυσής έπεσεν επί πρόσωπον. και εξαναλώσω αυτούς εισάπαξ. ούτος άγιος· ικανούσθω υμίν υιοί Λευί. Κορέ και πάσα η συναγωγή αυτού. και επίθετε επ' αυτά θυμίαμα έναντι Κυρίου αύριον· και έσται ο ανήρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άγιοι. ότι ανήγαγες ημάς εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι αποκτείναι ημάς εν τη ερήμω. ότι διαγογγύζετε κατ' αυτού. 6 τούτο ποιήσατε· λάβετε υμίν αυτοίς πυρεία. 11 ούτως συ και πάσα η συναγωγή σου η συνηθροισμένη προς τον Θεόν· και Ααρών τις εστιν. 8 και είπε Μωυσής προς Κορέ· εισακούσατέ μου. προσηγάγετο προς εαυτόν. και εν αυτοίς Κύριος. 14 ει και εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι εισήγαγες ημάς και έδωκας ημίν κλήρον αγρού και αμπελώνας. και έστησαν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου Μωυσής και Ααρών. τους οφθαλμούς των ανθρώπων εκείνων αν εξέκοψας· ουκ αναβαίνομεν. 19 και επισυνέστησεν επ' αυτούς Κορέ την πάσαν αυτού συναγωγήν παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. πεντήκοντα και διακόσια πυρεία. 17 και λάβετε έκαστος το πυρείον αυτού και επιθήσετε επ' αυτά θυμίαμα και προσάξετε έναντι Κυρίου έκαστος το πυρείον αυτού. 5 και ελάλησε προς Κορέ και προς πάσαν αυτού την συναγωγήν λέγων· επέσκεπται και έγνω ο Θεός τους όντας αυτού και τους αγίους. 10 και προσηγάγετό σε και πάντας τους αδελφούς σου υιούς Λευί μετά σου και ζητείτε και ιερατεύειν. ότι διέστειλεν ο Θεός Ισραήλ υμάς εκ συναγωγής Ισραήλ και προσηγάγετο υμάς προς εαυτόν λειτουργείν τας λειτουργίας της σκηνής Κυρίου και παρίστασθαι έναντι της σκηνής λατρεύειν αυτοίς. 16 και είπε Μωυσής προς Κορέ· αγίασον την συναγωγήν σου και γίνεσθε έτοιμοι έναντι Κυρίου συ και Ααρών και αυτοί αύριον. επί πάσαν την συναγωγήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 251 . και διατί κατανίστασθε επί την συναγωγήν Κυρίου. Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός. 22 και έπεσαν επί πρόσωπον αυτών και είπαν· Θεός. ει άνθρωπος εις ήμαρτεν. 12 και απέστειλε Μωυσής καλέσαι Δαθάν και Αβειρών υιούς Ελιάβ· και είπαν· ουκ αναβαίνομεν· 13 μη μικρόν τούτο. 7 και επίθετε επ' αυτά πυρ. ον εκλέλεκται Κύριος. 9 μη μικρόν εστι τούτο υμίν. 15 και εβαρυθύμησε Μωυσής σφόδρα και είπε προς Κύριον· μη πρόσχης εις την θυσίαν αυτών· ουκ επιθύμημα ουδενός αυτών είληφα. και συ και Ααρών έκαστος το πυρείον αυτού. ότι κατάρχεις ημών άρχων. και ώφθη η δόξα Κυρίου πάση τη συναγωγή. 18 και έλαβεν έκαστος το πυρείον αυτού και επέθηκαν επ' αυτά πυρ και επέβαλον επ' αυτά θυμίαμα. και προσηγάγετο προς εαυτόν. 20 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 21 αποσχίσθητε εκ μέσου της συναγωγής ταύτης. και ους εξελέξατο εαυτω. ουδέ εκάκωσα ουδένα αυτών.

μη συναπόλησθε εν πάση τη αμαρτία αυτών. ότι λέγοντες· μη ποτε καταπίη ημάς η γη. 28 και είπε Μωυσής· εν τούτω γνώσεσθε ότι Κύριος απέστειλέ με ποιήσαι πάντα τα έργα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οργή Κυρίου. ότι ουκ απ' εμαυτού· 29 ει κατά θάνατον πάντων ανθρώπων αποθανούνται ούτοι. 3 ότι ηγίασαν τα πυρεία των αμαρτωλών τούτων εν ταις ψυχαίς αυτών· και ποίησον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 252 . 33 και κατέβησαν αυτοί και όσα εστίν αυτών ζώντα εις άδου. και ανοίξασα η γη το στόμα αυτής καταπίεται αυτούς και τους οίκους αυτών και τας σκηνάς αυτών και πάντα. και απώλοντο εκ μέσου της συναγωγής. και μη άπτεσθε από πάντων. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Μωυσήν 2 και προς Ελεάζαρ τον υιόν Ααρών τον ιερέα· ανέλεσθε τα πυρεία τα χαλκά εκ μέσου των κατακεκαυμένων και το πυρ το αλλότριον τούτο σπείρον εκεί. 23 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 24 λάλησον τη συναγωγή λέγων· αναχωρήσατε κύκλω από της συναγωγής Κορέ. ων εστιν αυτοίς. ερράγη η γη υποκάτω αυτών. και συνεπορεύθησαν μετ' αυτού πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ. ουχί Κύριος απέσταλκέ με· 30 αλλ' ή εν φάσματι δείξει Κύριος. 31 ως δε επαύσατο λαλών πάντας τους λόγους τούτους. και εκάλυψεν αυτούς η γη. ει και κατ' επίσκεψιν πάντων ανθρώπων επισκοπή έσται αυτών. 35 και πυρ εξήλθε παρά Κυρίου και κατέφαγε τους πεντήκοντα και διακοσίους άνδρας τους προσφέροντας το θυμίαμα. 27 και απέστησαν από της σκηνής Κορέ κύκλω· και Δαθάν και Αβειρών εξήλθον και ειστήκεισαν παρά τας θύρας των σκηνών αυτών και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών και η αποσκευή αυτών. 34 και πας Ισραήλ οι κύκλω αυτών έφυγον από της φωνής αυτών. και γνώσεσθε. όσα εστίν αυτοίς. και καταβήσονται ζώντες εις άδου. 26 και ελάλησε προς την συναγωγήν λέγων· αποσχίσθητε από των σκηνών των ανθρώπων των σκληρών τούτων. 25 και ανέστη Μωυσής και επορεύθη προς Δαθάν και Αβειρών. 32 και ηνοίχθη η γη και κατέπιεν αυτούς και τους οίκους αυτών και πάντας τους ανθρώπους τους όντας μετά Κορέ και τα κτήνη αυτών. ότι παρώξυναν οι άνθρωποι ούτοι τον Κύριον.

καθά ελάλησε Κύριος εν χειρί Μωυσή αυτω. ήρκται θραύειν τον λαόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτά λεπίδας ελατάς περίθεμα τω θυσιαστηρίω. 20 και έσται ο άνθρωπος. 4 και έλαβεν Ελεάζαρ υιος Ααρών του ιερέως τα πυρεία τα χαλκά. και έδωκαν αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 253 . ος ουκ έστιν εκ του σπέρματος Ααρών. εν οίς γνωσθήσομαί σοι εκεί. χωρίς των τεθνηκότων ένεκεν Κορέ. η ράβδος αυτού εκβλαστήσει· και περιελώ απ' εμού τον γογγυσμόν υιών Ισραήλ. 14 και εγένοντο οι τεθνηκότες εν τη θραύσει τεσσαρεσκαίδεκα χιλιάδες και επτακόσιοι. όπως αν μη προσέλθη μηδείς αλλογενής. α αυτοί γογγύζουσιν εφ' υμίν. και έπεσον επί πρόσωπον αυτών. ότι προσηνέχθησαν έναντι Κυρίου και ηγιάσθησαν και εγένοντο εις σημείον τοις υιοίς Ισραήλ. και τήνδε εκάλυψεν αυτήν η νεφέλη και ώφθη η δόξα Κυρίου. 7 και εγένετο εν τω επισυστρέφεσθαι την συναγωγήν επί Μωυσήν και Ααρών και ωρμησαν επί την σκηνήν του μαρτυρίου. 12 και έλαβεν Ααρών. κατά φυλήν οίκου πατριών αυτών δώσουσι. 9 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 10 εκχωρήσατε εκ μέσου της συναγωγής ταύτης. 19 και θήσεις αυτάς εν τη σκηνή του μαρτυρίου. και εκόπασεν η θραύσις. και έδραμεν εις την συναγωγήν· και ήδη ενήρκτο η θραύσις εν τω λαω· και επέβαλε το θυμίαμα και εξιλάσατο περί του λαού 13 και έστη αναμέσον των τεθνηκότων και των ζώντων. όσα προσήνεγκαν οι κατακεκαυμένοι. δώδεκα ράβδους. 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και λάβε παρ' αυτών ράβδον ράβδον κατ' οίκους πατριών παρά πάντων των αρχόντων αυτών. 18 και το όνομα Ααρών επίγραψον επί της ράβδου Λευί· έστι γαρ ράβδος μία. κατ' οίκους πατριών αυτών. 11 και είπε Μωυσής προς Ααρών· λάβε το πυρείον και επίθες επ' αυτό πυρ από του θυσιαστηρίου και επίβαλε επ' αυτό θυμίαμα και απένεγκε το τάχος εις την παρεμβολήν και εξίλασαι περί αυτών· εξήλθε γαρ οργή από προσώπου Κυρίου. και εκάστου το όνομα αυτού επίγραψον επί της ράβδου. και εξαναλώσω αυτούς εισάπαξ. 5 μνημόσυνον τοις υιοίς Ισραήλ. 8 και εισήλθε Μωυσής και Ααρών κατά πρόσωπον της σκηνής του μαρτυρίου. ον αν εκλέξωμαι αυτόν. επιθείναι θυμίαμα έναντι Κυρίου και ουκ έσται ωσπερ Κορέ και η επισύστασις αυτού. κατέναντι του μαρτυρίου. 15 και επέστρεψεν Ααρών προς Μωυσήν επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 21 και ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ. 6 Και εγόγγυσαν οι υιοί Ισραήλ τη επαύριον επί Μωυσήν και Ααρών λέγοντες· υμείς απεκτάγκατε τον λαόν Κυρίου. καθάπερ ελάλησεν αυτω Μωυσής. και εκόπασεν η θραύσις. και προσέθηκαν αυτά περίθεμα τω θυσιαστηρίω.

27 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς Μωυσήν λέγοντες· ιδού εξανηλώμεθα. σημείον τοις υιοίς των ανηκόων. 22 και απέθηκε Μωυσής τας ράβδους έναντι Κυρίου εν τη σκηνή του μαρτυρίου. και ιδού εβλάστησεν η ράβδος Ααρών εις οίκον Λευί και εξήνεγκε βλαστόν και εξήνθησεν άνθη και εβλάστησε κάρυα. φυλήν Λευί. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και προστεθήτωσάν σοι και λειτουργείτωσάν σοι. και ουκ αποθανούνται και ούτοι και υμείς. παρανηλώμεθα· 28 πας ο απτόμενος της σκηνής Κυρίου αποθνήσκει· έως εις τέλος αποθάνωμεν. 2 και τους αδελφούς σου. και ουκ έσται θυμός εν τοις υιοίς Ισραήλ. λειτουργείν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 254 . και είδον και έλαβον έκαστος την ράβδον αυτού. 23 και εγένετο τη επαύριον και εισήλθε Μωυσής και Ααρών εν τη σκηνή του μαρτυρίου. και συ και οι υιοί σου λήψεσθε τας αμαρτίας της ιερατείας υμών. 3 και φυλάξονται τας φυλακάς σου και τας φυλακάς της σκηνής. απολώλαμεν. δήμον του πατρός σου. ούτως εποίησαν. τω άρχοντι τω ενί ράβδον κατ' άρχοντα. 4 και προστεθήσονται προς σε και φυλάξονται τας φυλακάς της σκηνής του μαρτυρίου κατά πάσας τας λειτουργίας της σκηνής· και ο αλλογενής ου προσελεύσεται προς σε. 24 και εξήνεγκε Μωυσής πάσας τας ράβδους από προσώπου Κυρίου προς πάντας υιούς Ισραήλ. 26 και εποίησε Μωυσής και Ααρών. προσαγάγου προς σεαυτόν. και η ράβδος Ααρών ανά μέσον των ράβδων αυτών. και συ και οι υιοί σου μετά σου απέναντι της σκηνής του μαρτυρίου. 6 και εγώ είληφα τους αδελφούς υμών τους Λευίτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ δόμα δεδομένον Κυρίω. 25 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· απόθες την ράβδον Ααρών ενώπιον των μαρτυρίων εις διατήρησιν. και παυσάσθω ο γογγυσμός αυτών απ' εμού. και ου μη αποθάνωσι. δώδεκα ράβδους. πλήν προς τα σκεύη τα άγια και προς το θυσιαστήριον ου προσελεύσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντες οι άρχοντες αυτών ράβδον. 5 και φυλάξεσθε τας φυλακάς των αγίων και τας φυλακάς του θυσιαστηρίου. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Ααρών λέγων· συ και οι υιοί σου και ο οίκος του πατρός σου λήψεσθε τας αμαρτίας των αγίων. κατ' οίκους πατριών αυτών.

όσα αποδιδόασί μοι από πάντων των αγίων. είκοσιν οβολοί εισι. 14 παν ανατεθεματισμένον εν υιοίς Ισραήλ σοί έσται. σοί δέδωκα αυτά. 9 και τούτο έστω υμίν από των ηγιασμένων αγίων των καρπωμάτων. 8 Και ελάλησε Κύριος προς Ααρών· και ιδού εγώ δέδωκα υμίν την διατήρησιν των απαρχών· από πάντων των ηγιασμένων μοι παρά των υιών Ισραήλ σοί δέδωκα αυτά εις γέρας και τοις υιοίς σου μετά σε νόμιμον αιώνιον. κατά πάντα τρόπον του θυσιαστηρίου και το ένδοθεν του καταπετάσματος και λειτουργήσετε τας λειτουργίας δόμα της ιερατείας υμών· και ο αλλογενής ο προσπορευόμενος αποθανείται. 15 και παν διανοίγον μήτραν από πάσης σαρκός. 13 τα πρωτογεννήματα πάντα. 12 πάσα απαρχή ελαίου και πάσα απαρχή οίνου και σίτου. όσα εάν αφέλωσιν οι υιοί Ισραήλ Κυρίω. 19 παν αφαίρεμα των αγίων. σοί έσται· πας καθαρός εν τω οίκω σου έδεται αυτά. 20 Και ελάλησε Κύριος προς Ααρών· εν τη γη αυτών ου κληρονομήσεις. όσα αν ενέγκωσι Κυρίω. από πάντων των δώρων αυτών και από πάντων των θυσιασμάτων αυτών και από πάσης πλημμελείας αυτών και από πασών των αμαρτιών αυτών. σοί έσται· αλλ' ή λύτροις λυτρωθήσεται τα πρωτότοκα των ανθρώπων. άγιά εστι· και το αίμα αυτών προσχεείς προς το θυσιαστήριον και το στέαρ ανοίσεις κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. και τα πρωτότοκα των κτηνών των ακαθάρτων λυτρώση. 21 και τοις υιοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 255 . δέδωκά σοι και τοις υιοίς σου και ταις θυγατράσι σου μετά σου. 11 και τούτο έσται υμίν απαρχή δομάτων αυτών· από πάντων των επιθεμάτων των υιών Ισραήλ σοί δέδωκα αυτά και τοις υιοίς σου και ταις θυγατράσι σου μετά σου. όσα προσφέρουσι Κυρίω από ανθρώπου έως κτήνους. συ και οι υιοί σου· άγια έσται σοι. 16 και η λύτρωσις αυτού από μηνιαίου· η συντίμησις πέντε σίκλων. απαρχή αυτών. 10 εν τω αγίω των αγίων φάγεσθε αυτά· παν αρσενικόν φάγεται αυτά. 18 και τα κρέα έσται σοί· καθά και το στηθύνιον του επιθέματος και κατά τον βραχίονα τον δεξιόν σοί έσται. όσα εν τη γη αυτών. νόμιμον αιώνιον· διαθήκη αλός αιωνίου έστιν έναντι Κυρίου σοί και τω σπέρματί σου μετά σε. κατά τον σίκλον τον άγιον. νόμιμον αιώνιον· πας καθαρός εν τω οίκω σου έδεται αυτά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τας λειτουργίας της σκηνής του μαρτυρίου· 7 και συ και οι υιοί σου μετά σου διατηρήσετε την ιερατείαν υμών. όσα αν δώσι τω Κυρίω. ότι εγώ μερίς σου και κληρονομία σου εν μέσω των υιών Ισραήλ. σοί έσται και τοις υιοίς σου. 17 πλήν πρωτότοκα μόσχων και πρωτότοκα προβάτων και πρωτότοκα αιγών ου λυτρώση. και μερίς ουκ έσται σοι εν αυτοίς.

και αυτοί λήψονται τα αμαρτήματα αυτών. εν μέσω υιών Ισραήλ ου κληρονομήσουσι κλήρον. 3 και δώσεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 256 . 28 ούτως αφελείτε αυτούς και υμείς από πάντων των αφαιρεμάτων Κυρίου από πάντων των επιδεκάτων υμών. 29 από πάντων των δομάτων υμών αφελείτε αφαίρεμα Κυρίω ή από πάντων των απαρχών το ηγιασμένον απ' αυτού. 25 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 26 και τοις Λευίταις λαλήσεις και ερείς προς αυτούς· εάν λάβητε παρά των υιών Ισραήλ το επιδέκατον. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών λέγων· 2 αύτη η διαστολή του νόμου. και δώσετε απ' αυτών αφαίρεμα Κυρίω Ααρών τω ιερεί. και αφελείτε υμείς απ' αυτού αφαίρεμα Κυρίω επιδέκατον από του επιδεκάτου. 30 και ερείς προς αυτούς· όταν αφαιρήτε την απαρχήν απ' αυτού. όσα εάν αφορίσωσι Κυρίω. και ή ουκ επεβλήθη επ' αυτήν ζυγός. και λογισθήσεται τοις Λευίταις ως γένημα από άλω και ως γένημα από ληνού. ήτις ουκ έχει εν αυτη μώμον. 22 και ου προσελεύσονται έτι οι υιοί Ισραήλ εις την σκηνήν του μαρτυρίου λαβείν αμαρτίαν θανατηφόρον. νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς αυτών· και εν μέσω υιών Ισραήλ ου κληρονομήσουσι κληρονομίαν· 24 ότι τα επιδέκατα των υιών Ισραήλ. αφαίρεμα δέδωκα τοις Λευίταις εν κλήρω· δια τούτο είρηκα αυτοίς. 27 και λογισθήσεται υμίν τα αφαιρέματα υμών ως σίτος από άλω και αφαίρεμα από ληνού. ότι μισθός ούτος υμίν εστιν αντί των λειτουργιών υμών των εν τη σκηνή του μαρτυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Λευί ιδού δώδεκα παν επιδέκατον εν Ισραήλ εν κλήρω αντί των λειτουργιών αυτών. ότι αν αφαιρήτε την απαρχήν απ' αυτού· και τα άγια των υιών Ισραήλ ου βεβηλώσετε. όσα εάν λάβητε παρά των υιών Ισραήλ. όσα αυτοί λειτουργούσι λειτουργίαν εν τη σκηνή του μαρτυρίου. 31 και έδεσθε αυτό εν παντί τόπω υμείς και οι οίκοι υμών. ίνα μη αποθάνητε. 32 και ου λήψεσθε δι' αυτό αμαρτίαν. 23 και λειτουργήσει ο Λευίτης αυτός την λειτουργίαν της σκηνής του μαρτυρίου. όσα συνέταξε Κύριος λέγων· λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και λαβέτωσαν προς σε δάμαλιν πυρράν άμωμον. ό δέδωκα υμίν παρ' αυτών εν κλήρω.

όσα ουχί δεσμόν καταδέδεται επ' αυτω. ου καθαρός έσται. και περιρρανεί επί τον οίκον και επί τα σκεύη και επί τας ψυχάς. και ακάθαρτος έσται ο ιερεύς έως εσπέρας. την σκηνήν Κυρίου εμίανεν· εκτριβήσεται η ψυχή εκείνη εξ Ισραήλ. 6 και λήψεται ο ιερεύς ξύλον κέδρινον και ύσσωπον και κόκκινον και εμβαλούσιν εις μέσον του κατακαύματος της δαμάλεως. 8 και ο κατακαίων αυτήν πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται το σώμα αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. και έσται τοις υιοίς Ισραήλ και τοις προσηλύτοις προσκειμένοις νόμιμον αιώνιον. 16 και πας. 17 και λήψονται τω ακαθάρτω από της σποδιάς της κατακεκαυμένης του αγνισμού και εκχεούσιν επ' αυτήν ύδωρ ζων εις σκεύος· 18 και λήψεται ύσσωπον και βάψει εις το ύδωρ ανήρ καθαρός. και εξάξουσιν αυτήν έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν και σφάξουσιν αυτήν ενώπιον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτήν προς Ελεάζαρ τον ιερέα. και το δέρμα και τα κρέα αυτής και το αίμα αυτής συν τη κόπρω αυτής κατακαυθήσεται. πας ο εισπορευόμενος εις την οικίαν και όσα εστίν εν τη οικία. έτι η ακαθαρσία αυτού εν αυτω εστι. ύδωρ ραντισμού. 7 και πλυνεί τα ιμάτια αυτού ο ιερεύς και λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και μετά ταύτα εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. 11 Ο απτόμενος του τεθνηκότος πάσης ψυχής ανθρώπου ακάθαρτος έσται επτά ημέρας· 12 ούτος αγνισθήσεται τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη και καθαρός έσται· εάν δε μη αφαγνισθή τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη. και μη αφαγνισθή. 5 και κατακαύσουσιν αυτήν εναντίον αυτού. 15 και παν σκεύος ανεωγμένον. ακάθαρτός εστιν. όσαι αν ώσιν εκεί. 4 και λήψεται Ελεάζαρ από του αίματος αυτής και ρανεί απέναντι του προσώπου της σκηνής του μαρτυρίου από του αίματος αυτής επτάκις. εάν αποθάνη. ακάθαρτά εστι. ακάθαρτα έσται επτά ημέρας. 13 πας ο απτόμενος του τεθνηκότος από ψυχής ανθρώπου. άγνισμά εστι. 9 και συνάξει άνθρωπος καθαρός την σποδόν της δαμάλεως και αποθήσει έξω της παρεμβολής εις τόπον καθαρόν. και έσται τη συναγωγή υιών Ισραήλ εις διατήρησιν. 14 Και ούτος ο νόμος· άνθρωπος εάν αποθάνη εν οικία. και επί τον ημμένον του οστέου του ανθρωπίνου ή του τραυματίου ή του τεθνηκότος ή του μνήματος· 19 και περιρρανεί ο καθαρός επί τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 257 . ος εάν άψηται επί προσώπου του πεδίου τραυματίου ή νεκρού ή οστέου ανθρωπίνου ή μνήματος. επτά ημέρας ακάθαρτος έσται. ότι ύδωρ ραντισμού ου περιερραντίσθη επ' αυτόν. 10 και ο συνάγων την σποδιάν της δαμάλεως πλυνεί τα ιμάτια αυτού και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας.

10 και εξεκλησίασε Μωυσής και Ααρών την συναγωγήν απέναντι της πέτρας και είπε προς αυτούς· ακούσατέ μου. 21 και έσται υμίν νόμιμον αιώνιον· και ο περιρραίνων ύδωρ ραντισμού πλυνεί τα ιμάτια αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακάθαρτον εν τη ημέρα τη τρίτη και εν τη ημέρα τη εβδόμη. οι απειθείς· μη εκ της πέτρας ταύτης εξάξομεν υμίν ύδωρ. 6 και ήλθε Μωυσής και Ααρών από προσώπου της συναγωγής επί την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου και έπεσον επί πρόσωπον. ακάθαρτός εστι. και κατέμεινεν ο λαός εν Κάδης. τόπος ου ου σπείρεται. 11 και επάρας Μωυσής την χείρα αυτού επάταξε την πέτραν τη ράβδω δις. 7 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 8 λάβε την ράβδον σου και εκκλησίασον την συναγωγήν συ και Ααρών ο αδελφός σου και λαλήσατε προς την πέτραν εναντίον αυτών. και εξοίσετε αυτοίς ύδωρ εκ της πέτρας. και ηθροίσθησαν επί Μωυσήν και Ααρών. 5 και ινατί τούτο. και ώφθη η δόξα Κυρίου προς αυτούς. και ετελεύτησεν εκεί Μαριάμ και ετάφη εκεί. 3 και ελοιδορείτο ο λαός προς Μωυσήν λέγοντες· όφελον απεθάνομεν εν τη απωλεία των αδελφών ημών έναντι Κυρίου· 4 και ινατί ανηγάγετε την συναγωγήν Κυρίου εις την έρημον ταύτην αποκτείναι ημάς και τα κτήνη ημών. εξολοθρευθήσεται η ψυχή εκείνη εκ μέσου της συναγωγής. ούτε ύδωρ εστί πιείν. καθά συνέταξε Κύριος. 20 και άνθρωπος. και δώσει τα ύδατα αυτής. και ποτιείτε την συναγωγήν και τα κτήνη αυτών. ος εάν μιανθή και μη αφαγνισθή. ακάθαρτον έσται. και αφαγνισθήσεται τη ημέρα τη εβδόμη και πλυνεί τα ιμάτια αυτού και λούσεται ύδατι και ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. εν τω μηνί τω πρώτω. ούτε ροαί. ότι τα άγια Κυρίου εμίανεν. και ο απτόμενος του ύδατος του ραντισμού ακάθαρτος έσται έως εσπέρας· 22 και παντός ου εάν άψηται αυτού ο ακάθαρτος. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 258 . ότι ύδωρ ραντισμού ου περιερραντίσθη επ' αυτόν. 2 και ουκ ην ύδωρ τη συναγωγή. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ήλθον οι υιοί Ισραήλ πάσα η συναγωγή εις την έρημον Σίν. ουδέ συκαί. ανηγάγετε ημάς εξ Αιγύπτου παραγενέσθαι εις τον τόπον τον πονηρόν τούτον. και ψυχή η απτομένη ακάθαρτος έσται έως εσπέρας. ουδέ άμπελοι. 9 και έλαβε Μωυσής την ράβδον την απέναντι Κυρίου.

ότι ελοιδορήθησαν οι υιοί Ισραήλ έναντι Κυρίου και ηγιάσθη εν αυτοίς. 18 και είπε προς αυτόν Εδώμ· ου διελεύση δι' εμού. διότι παρωξύνατέ με επί του ύδατος της λοιδορίας. και παρωκήσαμεν εν Αιγύπτω ημέρας πλείους. 28 και εξέδυσε τον Ααρών τα ιμάτια αυτού και ενέδυσεν αυτά Ελεάζαρ τον υιόν αυτού· και απέθανεν Ααρών επί της κορυφής του όρους. ουδέ δι' αμπελώνων. και εξήλθεν Εδώμ εις συνάντησιν αυτω εν όχλω βαρεί και εν χειρί ισχυρά. 15 και κατέβησαν οι πατέρες ημών εις Αίγυπτον. 22 Και απήραν εκ Κάδης· και παρεγένοντο οι υιοί Ισραήλ. ει δε μη. 29 και είδε πάσα η συναγωγή. 12 και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών· ότι ουκ επιστεύσατε αγιάσαι με εναντίον των υιών Ισραήλ. και έπιεν η συναγωγή και τα κτήνη αυτών. οδω βασιλική πορευσόμεθα. 23 και είπε Κύριος προς Μωυσήν και Ααρών εν Ωρ τω όρει επί των ορίων της γης Εδώμ λέγων· 24 προστεθήτω Ααρών προς τον λαόν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξήλθεν ύδωρ πολύ. εκ μέρους των ορίων σου· 17 παρελευσόμεθα δια της γης σου. δια τούτο ουκ εισάξετε υμείς την συναγωγήν ταύτην εις την γην. και νυν εσμεν εν Κάδης πόλει. 25 λάβε τον Ααρών και Ελεάζαρ τον υιόν αυτού και αναβίβασον αυτούς εις Ωρ το όρος έναντι πάσης της συναγωγής 26 και έκδυσον Ααρών την στολήν αυτού και ένδυσον Ελεάζαρ τον υιόν αυτού. πάσα η συναγωγή εις Ωρ το όρος. ην δέδωκα τοις υιοίς Ισραήλ. και εκάκωσαν ημάς οι Αιγύπτιοι και τους πατέρας ημών. και ανεβίβασεν αυτόν εις Ωρ το όρος εναντίον πάσης της συναγωγής. 14 Και απέστειλε Μωυσής αγγέλους εκ Κάδης προς βασιλέα Εδώμ λέγων· τάδε λέγει ο αδελφός σου Ισραήλ· συ επίστη πάντα τον μόχθον τον ευρόντα ημάς. 16 και ανεβοήσαμεν προς Κύριον. 19 και λέγουσιν αυτω οι υιοί Ισραήλ· παρά το όρος παρελευσόμεθα. ότι απελύθη Ααρών. έως αν παρέλθωμεν τα όριά σου. και κατέβη Μωυσής και Ελεάζαρ εκ του όρους. εάν δε του ύδατός σου πίωμεν εγώ τε και τα κτήνη μου. ότι ου μη εισέλθητε εις την γην. και έκλαυσαν τον Ααρών τριάκοντα ημέρας πας οίκος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 259 . ουδέ πιόμεθα ύδωρ εκ λάκκου σου. 21 και ουκ ηθέλησεν Εδώμ δούναι τω Ισραήλ παρελθείν δια των ορίων αυτού· και εξέκλινεν Ισραήλ απ' αυτού. 27 και εποίησε Μωυσής καθά συνέταξε Κύριος αυτω. ουκ εκκλινούμεν δεξιά ουδέ ευώνυμα. και εισήκουσε Κύριος της φωνής ημών και αποστείλας άγγελον εξήγαγεν ημάς εξ Αιγύπτου. ου διελευσόμεθα δι' αγρών. ην δέδωκα αυτοίς. δώσω τιμήν σοι· αλλά το πράγμα ουδέν εστι. 13 τούτο το ύδωρ αντιλογίας. και Ααρών προστεθείς αποθανέτω εκεί. εν πολέμω εξελεύσομαι εις συνάντησίν σοι. παρά το όρος παρελευσόμεθα. 20 ο δε είπεν· ου διελεύση δι' εμού.

ότι ήλθεν Ισραήλ οδόν Αθαρείν. και ηύξατο Μωυσής προς Κύριον περί του λαού. ή εστι κατά πρόσωπον Μωάβ. και αφελέτω αφ' ημών τον όφιν. και έσται εάν δάκη όφις άνθρωπον. και απέθανε λαός πολύς των υιών Ισραήλ. 11 και εξάραντες εξ ‘Ωβώθ. και τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 260 . κατ' ανατολάς ηλίου. 6 και απέστειλε Κύριος εις τον λαόν τους όφεις τους θανατούντας. 2 και ηύξατο Ισραήλ ευχήν Κυρίω και είπεν· εάν μοι παραδως τον λαόν τούτον υποχείριον. και έδακνον τον λαόν. αποκτείναι εν τη ερήμω. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ ήκουσεν ο Χανανείς βασιλεύς Αράδ ο κατοικών κατά την έρημον. η δε ψυχή ημών προσώχθισεν εν τω άρτω τω διακένω τούτω. ότι κατελαλήσαμεν κατά του Κυρίου και κατά σου· εύξαι ουν προς Κύριον. 10 Και απήραν οι υιοί Ισραήλ και παρενέβαλον εν ‘Ωβώθ. και εγένετο όταν έδακνεν όφις άνθρωπον. 3 και εισήκουσε Κύριος της φωνής Ισραήλ και παρέδωκε τον Χανανείν υποχείριον αυτού. και επολέμησε προς Ισραήλ και καταπροενόμευσεν εξ αυτών αιχμαλωσίαν. 4 Και απάραντες εξ Ωρ του όρους οδόν επί θάλασσαν ερυθράν περιεκύκλωσαν γην Εδώμ· και ωλιγοψύχησεν ο λαός εν τη οδω. εξήγαγες ημάς εξ Αιγύπτου. 9 και εποίησε Μωυσής όφιν χαλκούν και έστησεν αυτόν επί σημείου. και παρενέβαλον εν Αχαλγαί εκ του πέραν εν τη ερήμω. 14 δια τούτο λέγεται εν βιβλίω· πόλεμος του Κυρίου την Ζωόβ εφλόγιζε. πας ο δεδηγμένος ιδών αυτόν ζήσεται. αναθεματιώ αυτόν και τας πόλεις αυτού. 8 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ποίησον σεαυτω όφιν και θές αυτόν επί σημείου. και ανεθεμάτισεν αυτόν και τας πόλεις αυτού· και επεκάλεσαν το όνομα του τόπου εκείνου Ανάθεμα. 7 και παραγενόμενος ο λαός προς Μωυσήν έλεγον· ότι ημάρτομεν. και επέβλεψεν επί τον όφιν τον χαλκούν και έζη. 12 και εκείθεν απήραν και παρενέβαλον εις φάραγγα Ζαρέδ. το εξέχον από των ορίων των Αμορραίων· έστι γαρ Αρνών όρια Μωάβ ανά μέσον Μωάβ και ανά μέσον του Αμορραίου. 13 και εκείθεν απάραντες παρενέβαλον εις το πέραν Αρνών εν τη ερήμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Ισραήλ. ότι ουκ έστιν άρτος ουδέ ύδωρ. 5 και κατελάλει ο λαός προς τον Θεόν και κατά Μωυσή λέγοντες· ινατί τούτο.

28 ότι πυρ εξήλθεν εξ Εσεβών. έως παρέλθωμεν τα όριά σου. και από φρέατος εις Μανθαναείν· 19 και από Μανθαναείν εις Νααλιήλ· και από Νααλιήλ εις Βαμώθ· και από Βαμώθ εις Ιανήν. 18 ώρυξαν αυτό άρχοντες. και ούτος επολέμησε βασιλέα Μωάβ το πρότερον και έλαβον πάσαν την γην αυτού από Αροήρ έως Αρνών. ή εστιν εν τω πεδίω Μωάβ από κορυφής του λελαξευμένου το βλέπον κατά πρόσωπον της ερήμου. Μωάβ· απώλου. απεδόθησαν οι υιοί αυτών διασώζεσθαι και αι θυγατέρες αυτών αιχμάλωτοι τω βασιλεί των Αμορραίων Σηών· 30 και το σπέρμα αυτών απολείται. 20 Και απέστειλε Μωυσής πρέσβεις προς Σηών βασιλέα Αμορραίων λόγοις ειρηνικοίς λέγων· 21 παρελευσόμεθα δια της γης σου· τη οδω πορευσόμεθα. και συνήγαγε Σηών πάντα τον λαόν αυτού και εξήλθε παρατάξασθαι τω Ισραήλ εις την έρημον και ήλθεν εις Ιασσά και παρετάξατο τω Ισραήλ. 26 έστι γαρ Εσεβών πόλις Σηών του βασιλέως των Αμορραίων. και κατελάβοντο αυτήν και τας κώμας αυτής και εξέβαλον τον Αμορραίον τον κατοικούντα εκεί. εξελατόμησαν αυτό βασιλείς εθνών εν τη βασιλεία αυτών. 27 δια τούτο ερούσιν οι αινιγματισταί· έλθετε εις Εσεβών. και πρόσκειται τοις ορίοις Μωάβ. 31 Κατώκησε δε Ισραήλ εν πάσαις ταις πόλεσι των Αμορραίων. ό είπε Κύριος προς Μωυσήν· συνάγαγε τον λαόν. και δώσω αυτοίς ύδωρ πιείν. 23 και ουκ έδωκε Σηών τω Ισραήλ παρελθείν δια των ορίων αυτού. ίνα οικοδομηθή και κατασκευασθή πόλις Σηών. 29 ουαί σοι. 15 και τους χειμάρρους κατέστησε κατοικίσαι Ήρ. ουκ εκκλινούμεν ούτε εις αγρόν ούτε εις αμπελώνα. έως υιών Αμμάν· ότι Ιαζήρ όρια υιών Αμμάν εστι. λαός Χαμώς. και αι γυναίκες έτι προσεξέκαυσαν πυρ επί Μωάβ. 32 και απέστειλε Μωυσής κατασκέψασθαι την Ιαζήρ. 16 και εκείθεν το φρέαρ· τούτο το φρέαρ. Εσεβών έως Δαιβών. 33 και επιστρέψαντες ανέβησαν οδόν την εις Βασάν· και εξήλθεν Ωγ βασιλεύς της Βασάν εις συνάντησιν αυτοίς και πας ο λαός αυτού εις πόλεμον εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 261 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειμάρρους Αρνών. 22 ου πιόμεθα ύδωρ εκ φρέατός σου· οδω βασιλική πορευσόμεθα. και κατώκησεν Ισραήλ εν πάσαις ταις πόλεσι των Αμορραίων. εν Εσεβών και εν πάσαις ταις συγκυρούσαις αυτη. εν τω κυριεύσαι αυτών. 17 τότε ήσεν Ισραήλ το άσμα τούτο επί του φρέατος· εξάρχετε αυτω· φρέαρ. φλόξ εκ πόλεως Σηών και κατέφαγεν έως Μωάβ και κατέπιε στήλας Αρνών. 24 και επάταξεν αυτόν Ισραήλ φόνω μαχαίρας και κατεκυρίευσαν της γης αυτού από Αρνών έως Ιαβόκ. 25 και έλαβεν Ισραήλ πάσας τας πόλεις ταύτας.

3 και εφοβήθη Μωάβ τον λαόν σφόδρα ότι πολλοί ήσαν. 4 και είπε Μωάβ τη γερουσία Μαδιάμ· νυν εκλείξει η συναγωγή αύτη πάντας τους κύκλω υμών. 2 και ιδών Βαλάκ υιος Σεπφώρ πάντα όσα εποίησεν Ισραήλ τω Αμορραίω. και εκβαλώ αυτούς εκ της γης· ότι οίδα ους εάν ευλογήσης συ. ωσεί εκλείξαι ο μόσχος τα χλωρά εκ του πεδίου. ότι ισχύει ούτος ή υμείς· εάν δυνώμεθα πατάξαι εξ αυτών. απέστειλεν αυτούς προς με λέγων· 11 ιδού λαός εξελήλυθεν εξ Αιγύπτου και κεκάλυφε την όψιν της γης και ούτος εγκάθηται εχόμενός μου· και νυν δεύρο άρασαί μοι αυτόν. και αποκριθήσομαι υμίν πράγματα. ό εστιν επί του ποταμού γης υιών λαού αυτού. 10 και είπε Βαλαάμ προς τον Θεόν· Βαλάκ υιος Σεπφώρ. ος κατώκει εν Εσεβών. καλέσαι αυτόν λέγων· ιδού λαός εξελήλυθεν εξ Αιγύπτου και ιδού κατεκάλυψε την όψιν της γης και ούτος εγκάθηται εχόμενός μου· 6 και νυν δεύρο άρασαί μοι τον λαόν τούτον. 8 και είπε προς αυτούς· καταλύσατε αυτού την νύκτα. έως του μη καταλιπείν αυτού ζωγρείαν· και εκληρονόμησαν την γην αυτού. και ους εάν καταράση συ. ευλόγηνται. βασιλεύς Μωάβ. 5 και απέστειλε πρέσβεις προς Βαλαάμ υιόν Βεώρ Φαθουρά. και τα μαντεία εν ταις χερσίν αυτών. και ήλθον προς Βαλαάμ και είπαν αυτω τα ρήματα Βαλάκ. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ απάραντες οι υιοί Ισραήλ παρενέβαλον επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ. και Βαλάκ υιος Σεπφώρ βασιλεύς Μωάβ ην κατά τον καιρόν εκείνον. α αν λαλήση Κύριος προς με· και κατέμειναν οι άρχοντες Μωάβ παρά Βαλαάμ. κεκατήρανται. ότι εις τας χείράς σου παραδέδωκα αυτόν και πάντα τον λαόν αυτού και πάσαν την γην αυτού. ει άρα δυνήσομαι πατάξαι αυτόν και εκβαλώ αυτόν από της γης. 35 και επάταξεν αυτόν και τους υιούς αυτού και πάντα τον λαόν αυτού. 34 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· μη φοβηθής αυτόν. 9 και ήλθεν ο Θεός προς Βαλαάμ και είπεν αυτω· τι οι άνθρωποι ούτοι παρά σοι. 12 και είπεν ο Θεός προς Βαλαάμ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 262 . 7 και επορεύθη η γερουσία Μωάβ και η γερουσία Μαδιάμ. και ποιήσεις αυτω καθώς εποίησας τω Σηών βασιλεί των Αμορραίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Εδραείν. και προσώχθισε Μωάβ από προσώπου υιών Ισραήλ.

φραγμός εντεύθεν και φραγμός εντεύθεν· 25 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού προσέθλιψεν εαυτήν προς τον τοίχον και απέθλιψε τον πόδα Βαλαάμ προς τον τοίχον· και προσέθετο έτι μαστίξαι αυτήν. 15 Και προσέθετο Βαλάκ έτι αποστείλαι άρχοντας πλείους και εντιμοτέρους τούτων. 28 και ήνοιξεν ο Θεός το στόμα της όνου. εφ' ης επέβαινες από νεότητός σου έως της σήμερον ημέρας. και εξέκλινεν η όνος εκ της οδού και επορεύετο εις το πεδίον· και επάταξε την όνον εν τη ράβδω αυτού του ευθύναι αυτήν εν τη οδω. 29 και είπε Βαλαάμ τη όνω· ότι εμπέπαιχάς μοι· και ει είχον μάχαιραν εν τη χειρί. ουδέ καταράση τον λαόν· έστι γαρ ευλογημένος. ποιήσω σοι· και δεύρο επικατάρασαί μοι τον λαόν τούτον. εις ον ουκ ην εκκλίναι δεξιάν ή αριστεράν. 27 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού συνεκάθισεν υποκάτω Βαλαάμ· και εθυμώθη Βαλαάμ και έτυπτε την όνον τη ράβδω. ήδη αν εξεκέντησά σε. τούτο ποιήσεις. και γνώσομαι τι προσθήσει Κύριος λαλήσαι προς με. 20 και ήλθεν ο Θεός προς Βαλαάμ νυκτός και είπεν αυτω· ει καλέσαι σε πάρεισιν οι άνθρωποι ούτοι. 24 και έστη ο άγγελος του Θεού εν ταις αύλαξι των αμπέλων. και αυτός επιβεβήκει επί της όνου αυτού. 22 και ωργίσθη θυμω ο Θεός. ό εάν λαλήσω προς σε. αναστάς ακολούθησον αυτοίς· αλλά το ρήμα. ότι επορεύθη αυτός. 18 και απεκρίθη Βαλαάμ και είπε τοις άρχουσι Βαλάκ· εάν δω μοι Βαλάκ πλήρη τον οίκον αυτού αργυρίου και χρυσίου. 30 και λέγει η όνος τω Βαλαάμ· ουκ εγώ η όνος σου. 14 και αναστάντες οι άρχοντες Μωάβ ήλθον προς Βαλάκ και είπαν· ου θέλει Βαλαάμ πορευθήναι μεθ' ημών. μη υπεροράσει υπεριδούσα εποίησά σοι ούτως. 16 και ήλθον προς Βαλαάμ και λέγουσιν αυτω· τάδε λέγει Βαλάκ ο του Σεπφώρ· αξιώ σε. 23 και ιδούσα η όνος τον άγγελον του Θεού ανθεστηκότα εν τη οδω και την ρομφαίαν εσπασμένην εν τη χειρί αυτού. και λέγει τω Βαλαάμ· τι εποίησά σοι ότι πέπαικάς με τρίτον τούτο. ο δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 263 . 21 και αναστάς Βαλαάμ το πρωϊ επέσαξε την όνον αυτού και επορεύθη μετά των αρχόντων Μωάβ. ποιήσαι αυτό μικρόν ή μέγα εν τη διανοία μου· 19 και νυν υπομείνατε αυτού και υμείς την νύκτα ταύτην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ου πορεύση μετ' αυτών. ου δυνήσομαι παραβήναι το ρήμα Κυρίου του Θεού. 13 και αναστάς Βαλαάμ το πρωϊ είπε τοις άρχουσι Βαλάκ· αποτρέχετε προς τον κύριον υμών· ουκ αφίησί με ο Θεός πορεύεσθαι μεθ' υμών. 26 και προσέθετο ο άγγελος του Θεού και απελθών υπέστη εν τόπω στενω. μη οκνήσης ελθείν προς με· 17 εντίμως γαρ τιμήσω σε. και όσα εάν είπης. και δύο παίδες αυτού μετ' αυτού. και ανέστη ο άγγελος του Θεού διαβαλείν αυτόν.

ότι ουκ αστεία η οδός σου εναντίον μου. ό εστιν εκ μέρους των ορίων. 37 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· ουχί απέστειλα προς σε καλέσαι σε. και ανήνεγκε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. και ρήμα. όντως ου δυνήσομαι τιμήσαί σε. 38 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ιδού ήκω προς σε νυν· δυνατός έσομαι λαλήσαί τι. 40 και έθυσε Βαλάκ πρόβατα και μόσχους και απέστειλε τω Βαλαάμ και τοις άρχουσι τοις μετ' αυτού. και πορεύσομαι ει μοι φανείται ο Θεός εν συναντήσει. και ήλθον εις πόλεις επαύλεων. και παρέστη Βαλάκ επί της θυσίας αυτού. 39 και επορεύθη Βαλαάμ μετά Βαλάκ. το ρήμα. 41 και εγενήθη πρωϊ και παραλαβών Βαλάκ τον Βαλαάμ ανεβίβασεν αυτόν επί την στήλην του Βαάλ και έδειξεν αυτω εκείθεν μέρος τι του λαού. και ιδού εγώ εξήλθον εις διαβολήν σου. και επορεύθη Βαλαάμ μετά των αρχόντων Βαλάκ. 33 και ιδούσά με η όνος εξέκλινεν απ' εμού τρίτον τούτο· και ει μη εξέκλινεν. 3 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· παράστηθι επί της θυσίας σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είπεν· ουχί. και Βαλαάμ επορεύθη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 264 . τούτο φυλάξη λαλήσαι. 35 και είπεν ο άγγελος του Θεού προς Βαλαάμ· συμπορεύθητι μετά των ανθρώπων· πλήν το ρήμα. ό εάν είπω προς σε. διατί ουκ ήρχου προς με. εκείνην δ' αν περιεποιησάμην. ή εστιν επί των ορίων Αρνών. αναγγελώ σοι. τούτο λαλήσω. νυν ουν σε μεν απέκτεινα. εξήλθεν εις συνάντησιν αυτω. ό εάν εμβάλη ο Θεός εις το στόμα μου. εις πόλιν Μωάβ. 31 απεκάλυψε δε ο Θεός τους οφθαλμούς Βαλαάμ. 32 και είπεν αυτω ο άγγελος του Θεού· διατί επάταξας την όνον σου τούτο τρίτον. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ είπε Βαλαάμ τω Βαλάκ· οικοδόμησόν μοι ενταύθα επτά βωμούς και ετοίμασόν μοι ενταύθα επτά μόσχους και επτά κριούς. αποστραφήσομαι. 36 Και ακούσας Βαλάκ ότι ήκει Βαλαάμ. ό εάν μοι δείξη. ου γαρ ηπιστάμην ότι συ μοι ανθέστηκας εν τη οδω εις συνάντησιν· και νυν ει μη σοι αρκέσει. 34 και είπε Βαλαάμ τω αγγέλω Κυρίου· ημάρτηκα. 2 και εποίησε Βαλάκ ον τρόπον είπεν αυτω Βαλαάμ. και ορά τον άγγελον Κυρίου ανθεστηκότα εν τη οδω και την μάχαιραν εσπασμένην εν τη χειρί αυτού και κύψας προσεκύνησε τω προσώπω αυτού.

και τις εξαριθμήσεται δήμους Ισραήλ. 14 και παρέλαβεν αυτόν εις αγρού σκοπιάν επί κορυφήν λελαξευμένου και ωκοδόμησεν εκεί επτά βωμούς και ανεβίβασε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. και κατάρασαί μοι αυτόν εκείθεν. και γένοιτο το σπέρμα μου ως το σπέρμα τούτων. και άκουε· ενώτισαι μάρτυς. λαλήσει. 13 Και είπε προς αυτόν Βαλάκ· δεύρο έτι μετ' εμού εις τόπον άλλον. 10 τις εξηκριβάσατο το σπέρμα Ιακώβ. και ιδού ευλόγηκας ευλογίαν. εξ ου ουκ όψει αυτόν εκείθεν. τούτο φυλάξω λαλήσαι. 5 και ενέβαλεν ο Θεός ρήμα εις το στόμα Βαλαάμ και είπεν· επιστραφείς προς Βαλάκ ούτω λαλήσεις. 17 και απεστράφη προς αυτόν. 15 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· παράστηθι επί της θυσίας σου. και είπεν αυτω Βαλάκ· τι ελάλησε Κύριος. ή τι καταράσωμαι ον μη καταράται ο Θεός. ουδέ οφθήσεται πόνος εν Ισραήλ· Κύριος ο Θεός αυτού μετ' αυτού. 12 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ουχί όσα αν εμβάλη ο Θεός εις το στόμα μου. 16 και συνήντησεν ο Θεός τω Βαλαάμ και ενέβαλε ρήμα εις το στόμα αυτού και είπεν· αποστράφηθι προς Βαλάκ και τάδε λαλήσεις. και όδε εφειστήκει επί της ολοκαυτώσεως αυτού. υιος Σεπφώρ. 6 και απεστράφη προς αυτόν. 20 ιδού ευλογείν παρείλημμαι· ευλογήσω και ου μη αποστρέψω. ουδέ μαντεία εν Ισραήλ· κατά καιρόν ρηθήσεται Ιακώβ και τω Ισραήλ. και ουχί εμμενεί. εξ ορέων απ' ανατολών λέγων· δεύρο άρασαί μοι τον Ιακώβ και δεύρο επικατάρασαί μοι τον Ισραήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 265 . και πάντες οι άρχοντες Μωάβ μετ' αυτού. 11 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· τι πεποίηκάς μοι. 9 ότι από κορυφής ορέων όψομαι αυτόν και από βουνών προσνοήσω αυτόν. εις κατάρασιν εχθρών μου κέκληκά σε. και όδε εφειστήκει επί των ολοκαυτωμάτων αυτού. ιδού λαός μόνος κατοικήσει και εν έθνεσιν ου συλλογισθήσεται. ουχί ποιήσει. πάντας δε ου μη ίδης. βασιλεύς Μωάβ. ουδ' ως υιος ανθρώπου απειληθήναι· αυτός είπας. τα ένδοξα αρχόντων εν αυτω· 22 Θεός ο εξαγαγών αυτούς εξ Αιγύπτου· ως δόξα μονοκέρωτος αυτω. και εγενήθη πνεύμα Θεού επ' αυτω. 4 και εφάνη ο Θεός τω Βαλαάμ. 23 ου γαρ εστιν οιωνισμός εν Ιακώβ. αλλ' ή μέρος τι αυτού όψει. εγώ δε πορεύσομαι επερωτήσαι τον Θεόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επερωτήσαι τον Θεόν και επορεύθη ευθείαν. και είπε προς αυτόν Βαλαάμ· τους επτά βωμούς ητοίμασα και ανεβίβασα μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. 21 ουκ έσται μόχθος εν Ιακώβ. 7 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· εκ Μεσοποταμίας μετεπέμψατό με Βαλάκ. 18 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ανάστηθι Βαλάκ. 8 τι αράσωμαι ον μη αράται Κύριος. 19 ουχ ως άνθρωπος ο Θεός διαρτηθήναι. και πάντες οι άρχοντες Μωάβ μετ' αυτού. αποθάνοι η ψυχή μου εν ψυχαίς δικαίων.

8 Θεός ωδήγησεν αυτόν εξ Αιγύπτου. και αυξηθήσεται βασιλεία αυτού. 28 και παρέλαβε Βαλάκ τον Βαλαάμ επί κορυφήν του Φογώρ το παρατείνον εις την έρημον. ει αρέσει τω Θεω. ό εάν λαλήση ο Θεός. 29 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· οικοδόμησόν μοι ώδε επτά βωμούς και ετοίμασόν μοι ώδε επτά μόσχους και επτά κριούς. ως δόξα μονοκέρωτος αυτω· έδεται έθνη εχθρών αυτού και τα πάχη αυτών εκμυελιεί και ταις βολίσιν αυτού κατατοξεύσει εχθρόν· 9 κατακλιθείς ανεπαύσατο ως λέων και ως σκύμνος· τις αναστήσει αυτόν. 30 και εποίησε Βαλάκ καθάπερ είπεν αυτω Βαλαάμ. ουκ επορεύθη κατά το ειωθός εις συνάντησιν τοις οιωνοίς και απέστρεψε το πρόσωπον αυτού εις την έρημον. ας έπηξε Κύριος. φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών. και οι καταρώμενοί σε κεκατήρανται. 26 και αποκριθείς Βαλαάμ είπε τω Βαλάκ· ουκ ελάλησά σοι λέγων. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ ιδών Βαλαάμ ότι καλόν εστιν εναντίον Κυρίου ευλογείν τον Ισραήλ. και αίμα τραυματιών πίεται. 24 ιδού λαός ως σκύμνος αναστήσεται και ως λέων γαυρωθήσεται· ου κοιμηθήσεται. το ρήμα. και κατάρασαί μοι αυτόν εκείθεν. 3 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπε· φησί Βαλαάμ υιος Βεώρ. και εγένετο πνεύμα Θεού εν αυτω. όστις όρασιν Θεού είδεν εν ύπνω. 4 φησίν ακούων λόγια ισχυρού. 27 Και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· δεύρο παραλάβω σε εις τόπον άλλον. αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού· 5 ως καλοί οι οίκοί σου Ιακώβ. και ανήνεγκε μόσχον και κριόν επί τον βωμόν. έως φάγη θήραν. 10 και εθυμώθη Βαλάκ επί Βαλαάμ και συνεκρότησε ταις χερσίν αυτού. αι σκηναί σου Ισραήλ! 6 ωσεί νάπαι σκιάζουσαι και ωσεί παράδεισοι επί ποταμω και ωσεί σκηναί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τι επιτελέσει ο Θεός. 2 και εξάρας Βαλαάμ τους οφθαλμούς αυτού καθορά τον Ισραήλ εστρατοπεδευκότα κατά φυλάς. και ωσεί κέδροι παρ' ύδατα. 25 και είπε Βαλάκ προς Βαλαάμ· ούτε κατάραις καταράση μοι αυτόν ούτε ευλογών μη ευλογήσης αυτόν. και υψωθήσεται ή Γώγ βασιλεία αυτού. τούτο ποιήσω. οι ευλογούντές σε ευλόγηνται. 7 εξελεύσεται άνθρωπος εκ του σπέρματος αυτού και κυριεύσει εθνών πολλών. και είπε Βαλάκ προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 266 .

και το σπέρμα αυτών απολείται. ους απέστειλας προς με. 24 και εξελεύσεται εκ χειρών Κιτιαίων και κακώσουσιν Ασσούρ και κακώσουσιν Εβραίους. όταν θή ταύτα ο Θεός. ελάλησα λέγων· 13 εάν μοι δω Βαλάκ πλήρη τον οίκον αυτού αργυρίου και χρυσίου. τις ζήσεται. επιστάμενος επιστήμην παρά υψίστου και όρασιν Θεού ιδών εν ύπνω. και ουκ εγγίζει· ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ. και έσται κληρονομία Ησαύ ο εχθρός αυτού· και Ισραήλ εποίησεν εν ισχύϊ. φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών. και νυν εστέρησέ σε Κύριος της δόξης. 19 και εξεγερθήσεται εξ Ιακώβ και απολεί σωζόμενον εκ πόλεως. τιμήσω σε. 22 και εάν γένηται τω Βεώρ νοσσιά πανουργίας. και Βαλάκ απήλθε προς εαυτόν. αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού· 17 δείξω αυτω. 18 και έσται Εδώμ κληρονομία. 12 και είπε Βαλαάμ προς Βαλάκ· ουχί και τοις αγγέλοις σου. 14 και νυν ιδού αποτρέχω εις τον τόπον μου· δεύρο συμβουλεύσω σοι. τι ποιήσει ο λαός ούτος τον λαόν σου επ' εσχάτου των ημερών. Ασσύριοι αιχμαλωτεύσουσί σε. 16 ακούων λόγια Θεού. και έφαγεν ο λαός των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 267 . 21 και ιδών τον Κεναίον και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ισχυρά η κατοικία σου· και εάν θής εν πέτρα την νοσσιάν σου. 25 και αναστάς Βαλαάμ απήλθεν αποστραφείς εις τον τόπον αυτού. 20 και ιδών τον Αμαλήκ και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· αρχή εθνών Αμαλήκ. 15 και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπε· φυσί Βαλαάμ υιος Βεώρ. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ κατέλυσεν Ισραήλ εν Σαττείν· και εβεβηλώθη ο λαός εκπορνεύσαι εις τας θυγατέρας Μωάβ. αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ και προνομεύσει πάντας υιούς Σηθ. 2 και εκάλεσαν αυτούς εις τας θυσίας των ειδώλων αυτών. ταύτα ερώ. 23 και ιδών τον Ωγ και αναλαβών την παραβολήν αυτού είπεν· ω ω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Βαλαάμ· καταράσθαι τον εχθρόν μου κέκληκά σε. και αυτοί ομοθυμαδόν απολούνται. και ιδού ευλογών ευλόγησας τρίτον τούτο· 11 νυν ουν φεύγε εις τον τόπον σου· είπα. ου δυνήσομαι παραβήναι το ρήμα Κυρίου ποιήσαι αυτό καλόν ή πονηρόν παρ' εμαυτού· όσα εάν είπη ο Θεός. και ουχί νυν· μακαρίζω.

ος επλήγη μετά της Μαδιανίτιδος. 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· 17 εχθραίνετε τοις Μαδιηναίοις και πατάξατε αυτούς. 5 και είπε Μωυσής ταις φυλαίς Ισραήλ· αποκτείνατε έκαστος τον οικείον αυτού τον τετελεσμένον τω Βεελφεγώρ. άρχων οίκου πατριάς των Συμεών· 15 και όνομα τη γυναικί τη Μαδιανίτιδι τη πεπληγυία Χασβί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 268 . θυγάτηρ Σουρ άρχοντος έθνους ‘Ομμώθ. 3 και ετελέσθη Ισραήλ τω Βεελφεγώρ· και ωργίσθη θυμω Κύριος τω Ισραήλ. Ζαμβρί υιος Σαλώ. 4 και είπε Κύριος τω Μωυσή· λαβέ πάντας τους αρχηγούς του λαού και παραδειγμάτισον αυτούς Κυρίω κατέναντι του ηλίου. και ουκ εξανήλωσα τους υιούς Ισραήλ εν τω ζήλω μου. 13 και έσται αυτω και τω σπέρματι αυτού μετ' αυτόν διαθήκη ιερατείας αιωνία. οίκου πατριάς εστι των Μαδιάμ. και αποστραφήσεται οργή θυμού Κυρίου από Ισραήλ. τον τε άνθρωπον τον Ισραηλίτην και την γυναίκα δια της μήτρας αυτής· και επαύσατο η πληγή από υιών Ισραήλ. 10 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 11 Φινεές υιος Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως κατέπαυσε τον θυμόν μου από υιών Ισραήλ εν τω ζηλώσαί μου τον ζήλον εν αυτοίς. 6 Και ιδού άνθρωπος των υιών Ισραήλ ελθών προσήγαγε τον αδελφόν αυτού προς την Μαδιανίτιν εναντίον Μωυσή και εναντίον πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ. ανθ' ων εζήλωσε τω Θεω αυτού και εξιλάσατο περί των υιών Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυσιών αυτών και προσεκύνησαν τοις ειδώλοις αυτών. αυτοί δε έκλαιον παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. 12 ούτως είπον· ιδού εγώ δίδωμι αυτω διαθήκην ειρήνης. 9 και εγένοντο οι τεθνηκότες εν τη πληγή τέσσαρες και είκοσι χιλιάδες. 18 ότι εχθραίνουσιν αυτοί υμίν εν δολιότητι. 7 και ιδών Φινεές υιος Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως εξανέστη εκ μέσου της συναγωγής και λαβών σειρομάστην εν τη χειρί 8 εισήλθεν οπίσω του ανθρώπου του Ισραηλίτου εις την κάμινον και απεκέντησεν αμφοτέρους. 14 το δε όνομα του ανθρώπου του Ισραηλίτου του πεπληγότος. όσα δολιούσιν υμάς δια Φογώρ και δια Χασβί θυγατέρα άρχοντος Μαδιάμ αδελφήν αυτών την πεπληγυίαν εν τη ημέρα της πληγής δια Φογώρ.

12 και οι υιοί Συμεών· ο δήμος των υιών Συμεών· τω Ναμουήλ δήμος ο Ναμουηλί· τω Ιαμίν δήμος ο Ιαμινί· τω Ιαχίν δήμος Ιαχινί· 13 τω Ζαρά δήμος ο Ζαραϊ· τω Σαούλ δήμος ο Σαουλί. ότε κατέφαγε το πυρ τους πεντήκοντα και διακοσίους. και εγενήθησαν εν σημείω. 14 ούτοι δήμοι Συμεών εκ της επισκέψεως αυτών. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 11 οι δε υιοί Κορέ ουκ απέθανον. 22 υιοί Ζαβουλών κατά δήμους αυτών· τω Σαρέδ δήμος ο Σαρεδί· τω Αλλών δήμος ο Αλλωνί· τω Αλλήλ δήμος ο Αλληλί· 23 ούτοι δήμοι Ζαβουλών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 269 . 19 και υιοί Ισσάχαρ κατά δήμους αυτών· τω Θωλά δήμος ο Θωλαϊ· τω Φουά δήμος ο Φουαϊ· 20 τω Ιασούβ δήμος ο Ιασουβί· τω Σαμράμ δήμος ο Σαμραμί. 7 ούτοι δήμοι Ρουβήν· και εγένετο η επίσκεψις αυτών τρεις και τεσσαράκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι και τριάκοντα. 17 και εγένοντο οι υιοί Φαρές· τω Ασρών δήμος ο Ασρωνί· τω Ιαμούν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά την πληγήν και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν και Ελεάζαρ τον ιερέα λέγων· 2 λαβέ την αρχήν πάσης συναγωγής υιών Ισραήλ από εικοσαετούς και επάνω κατ' οίκους πατριών αυτών. 9 και υιοί Ελιάβ· Ναμουήλ και Δαθάν και Αβειρών· ούτοι επίκλητοι της συναγωγής. τέσσαρες και εξήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 10 και ανοίξασα η γη το στόμα αυτής κατέπιεν αυτούς και Κορέ εν τω θανάτω της συναγωγής αυτού. εξ και εβδομήκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 21 ούτοι δήμοι Ισσάχαρ εξ επισκέψεως αυτών. δύο και είκοσι χιλιάδες και διακόσιοι. ούτοί εισιν οι επισυστάντες επί Μωυσήν και Ααρών εν τη συναγωγή Κορέ. πας ο εκπορευόμενος παρατάξασθαι εν Ισραήλ. εν τη επισυστάσει Κυρίου. 15 υιοί δε Ιούδα· Ήρ και Αυνάν· και απέθανεν Ήρ και Αυνάν εν γη Χαναάν. δήμος ο Ιαμουνί. 18 ούτοι δήμοι του Ιούδα κατά την επίσκεψιν αυτών. υιοί δε Ρουβήν· Ενώχ και δήμος του Ενώχ· τω Φαλλού δήμος του Φαλλουϊ· 6 τω Ασρών δήμος του Ασρωνί· τω Χαρμί δήμος του Χαρμί. και οι υιοί Ισραήλ οι εξελθόντες εξ Αιγύπτου· 5 Ρουβήν πρωτότοκος Ισραήλ. 8 και υιοί Φαλλού Ελιάβ. 16 και εγένοντο οι υιοί Ιούδα κατά δήμους αυτών· τω Σηλώμ δήμος ο Σηλωνί· τω Φαρές δήμος ο Φαρεσί· τω Ζαρά δήμος ο Ζαραϊ. 3 και ελάλησε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς εν Αραβώθ Μωάβ επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ λέγων· 4 από εικοσαετούς και επάνω.

38 ούτοι δήμοι Μανασσή εξ επισκέψεως αυτών. 44 και εγένοντο οι υιοί Βαλέ Αδάρ και Νοεμάν· τω Αδάρ δήμος ο Αδαρί και τω Νοεμάν δήμος ο Νοεμανί. τέσσαρες και τεσσαράκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. και ταύτα τα ονόματα των θυγατέρων Σαλπαάδ· Μαλά και Νουά και Εγλά και Μελχά και Θερσά. 31 ούτοι δήμοι Ασήρ εξ επισκέψεως αυτών. 47 πάντες οι δήμοι Σαμεϊ κατ' επισκοπήν αυτών τέσσαρες και εξήκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 34 και ούτοι υιοί Γαλαάδ· Αχιέζερ δήμος ο Αχιεζερί· τω Χελέγ δήμος ο Χελεγί· 35 τω Εσριήλ δήμος ο Εσριηλί· τω Συχέμ δήμος ο Συχεμί· 36 τω Συμαέρ δήμος ο Συμαερί· και τω ‘Οφέρ δήμος ο ‘Οφερί· 37 και τω Σαλπαάδ υιω ‘Οφέρ ουκ εγένοντο αυτω υιοί. 40 ούτοι υιοί Σουθαλά· τω Εδέν δήμος ο Εδενί. 24 υιοί Γάδ κατά δήμους αυτών· τω Σαφών δήμος ο Σαφωνί· τω Αγγί δήμος ο Αγγί· τω Σουνί δήμος ο Σουνί· 25 τω Αζενί δήμος ο Αζενί· τω Αδδί δήμος ο Αδδί· 26 τω Αροαδί δήμος ο Αροαδί· τω Αριήλ δήμος ο Αριηλί. τρεις και τεσσαράκοντα χιλιάδες και τετρακόσιοι. 52 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 53 τούτοις μερισθήσεται η γη κληρονομείν εξ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 270 . ούτοι δήμοι υιών Ιωσήφ κατά δήμους αυτών. 45 ούτοι οι υιοί Βενιαμίν κατά δήμους αυτών εξ επισκέψεως αυτών. 39 και ούτοι υιοί Εφραίμ· τω Σουθαλά δήμος ο Σουθαλαϊ· τω Τανάχ δήμος ο Ταναχί. τεσσαράκοντα χιλιάδες και τριακόσιοι. πέντε και τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. εξακόσιαι χιλιάδες και χίλιοι και επτακόσιοι και τριάκοντα. εξήκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. 48 υιοί Νεφθαλί κατά δήμους αυτών· τω Ασιήλ δήμος ο Ασιηλί· τω Γαυνί δήμος ο Γαυνί· 49 τω Ιεσέρ δήμος ο Ιεσερί· τω Σελλήμ δήμος ο Σελλημί. 30 και το όνομα θυγατρός Ασήρ Σάρα. 27 ούτοι δήμοι υιών Γάδ εξ επισκέψεως αυτών. 46 και υιοί Δάν κατά δήμους αυτών· τω Σαμέ δήμος ο Σαμεϊ· ούτοι δήμοι Δάν κατά δήμους αυτών. δύο και πεντήκοντα χιλιάδες και επτακόσιοι. 51 αύτη η επίσκεψις υιών Ισραήλ. 42 υιοί Βενιαμίν κατά δήμους αυτών· τω Βαλέ δήμος ο Βαλί· τω Ασυβήρ δήμος ο Ασυβηρί· τω Ιαχιράν δήμος ο Ιαχιρανί· 43 τω Σωφάν δήμος ο Σωφανί. 32 υιοί Ιωσήφ κατά δήμους αυτών· Μανασσή και Εφραίμ. 33 υιοί Μανασσή· τω Μαχίρ δήμος ο Μαχιρί· και Μαχίρ εγέννησε τον Γαλαάδ· τω Γαλαάδ δήμος ο Γαλααδί. 41 ούτοι δήμοι Εφραίμ εξ επισκέψεως αυτών. δύο και τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξ επισκέψεως αυτών. 50 ούτοι δήμοι Νεφθαλί εξ επισκέψεως αυτών. 28 υιοί Ασήρ κατά δήμους αυτών· τω Ιαμίν δήμος ο Ιαμινί· τω Ιεσού δήμος ο Ιεσουϊ· τω Βαριά δήμος ο Βαριαϊ· 29 τω Χοβέρ δήμος ο Χοβερί· τω Μελχιήλ δήμος ο Μελχιηλί. αλλ' ή θυγατέρες.

δήμος ο Χεβρωνί. οί επεσκέψαντο τους υιούς Ισραήλ εν Αραβώθ Μωάβ. και αυτός ουκ ην εν μέσω της συναγωγής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 271 . παν αρσενικόν από μηνιαίου και επάνω· ου γαρ συνεπεσκέπησαν εν μέσω υιών Ισραήλ. κατά φυλάς πατριών αυτών κληρονομήσουσιν· 56 εκ του κλήρου μεριείς την κληρονομίαν αυτών ανά μέσων πολλών και ολίγων. υιού Μαχίρ. πλήν Χάλεβ υιος Ιεφοννή και Ιησούς ο του Ναυή. θυγάτηρ Λευί. 62 και εγενήθησαν εξ επισκέψεως αυτών τρεις και είκοσι χιλιάδες. του δήμου Μανασσή. υιού Γαλαάδ. 60 και εγεννήθησαν τω Ααρών ό τε Ναδάβ και Αβιούδ και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. και Καάθ εγέννησε τον Αμράμ. 59 το δε όνομα της γυναικός αυτού Ιωχαβέδ. δοθήσεται η κληρονομία αυτών. επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. 58 ούτοι οι δήμοι υιών Λευί· δήμος ο Λοβενί. 64 και εν τούτοις ουκ ην άνθρωπος των επεσκεμμένων υπό Μωυσή και Ααρών. δήμος ο Κορέ και δήμος ο Μουσί. 61 και απέθανε Ναδάβ και Αβιούδ εν τω προσφέρειν αυτούς πυρ αλλότριον έναντι Κυρίου εν τη ερήμω Σινά. 57 Και υιοί Λευί κατά δήμους αυτών· τω Γεδσών δήμος ο Γεδσωνί· τω Καάθ δήμος ο Κααθί· τω Μεραρί δήμος ο Μεραρί. ότι ου δίδοται αυτοίς κλήρος εν μέσω υιών Ισραήλ. των υιών Ιωσήφ (και ταύτα τα ονόματα αυτών· Μααλά και Νουά και Εγλά και Μελχά και Θερσά) 2 και στάσαι έναντι Μωυσή και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και έναντι των αρχόντων και έναντι πάσης συναγωγής επί της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου λέγουσιν· 3 ο πατήρ ημών απέθανεν εν τη ερήμω. ους επεσκέψαντο τους υιούς Ισραήλ εν τη ερήμω Σινά· 65 ότι είπε Κύριος αυτοίς· θανάτω αποθανούνται εν τη ερήμω· και ου κατελείφθη εξ αυτών ουδέ εις. ή έτεκε τούτους τω Λευϊ εν Αιγύπτω· και έτεκε τω Αμράμ τον Ααρών και Μωυσήν και Μαριάμ την αδελφήν αυτών. 63 και αύτη η επίσκεψις Μωυσή και Ελεάζαρ του ιερέως. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ προσελθούσαι αι θυγατέρες Σαλπαάδ υιού ‘Οφέρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αριθμού ονομάτων· 54 τοις πλείοσι πλεονάσεις την κληρονομίαν και τοις ελάττοσιν ελαττώσεις την κληρονομίαν αυτών· εκάστω καθώς επεσκέπησαν. 55 δια κλήρων μερισθήσεται η γη· τοις ονόμασι.

18 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· λάβε προς σεαυτόν Ιησούν υιόν Ναυή. 14 διότι παρέβητε το ρήμά μου εν τη ερήμω Σίν εν τω αντιπίπτειν την συναγωγήν αγιάσαι με· ουχ ηγιάσατέ με επί τω ύδατι έναντι αυτών (τούτ' έστι το ύδωρ αντιλογίας εν Κάδης εν τη ερήμω Σίν). 12 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ανάβηθι εις το όρος το εν τω πέραν του Ιορδάνου (τούτο το όρος Ναβαύ) και ιδέ την γην Χαναάν. και ουκ έσται η συναγωγή Κυρίου ωσεί πρόβατα οίς ουκ έστι ποιμήν. 17 όστις εξελεύσεται προ προσώπου αυτών και όστις εισελεύσεται προ προσώπου αυτών και όστις εξάξει αυτούς και όστις εισάξει αυτούς. ότι δι' αμαρτίαν αυτού απέθανε. δώσετε την κληρονομίαν τω αδελφω του πατρός αυτού· 10 εάν δε μη ώσιν αυτω αδελφοί. 21 και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως στήσεται. και έσται τούτο τοις υιοίς Ισραήλ δικαίωμα κρίσεως. 5 και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 6 ορθώς θυγατέρες Σαλπαάδ λελαλήκασι· δόμα δώσεις αυταίς κατάσχεσιν κληρονομίας εν μέσω αδελφών πατρός αυτών και περιθήσεις τον κλήρον του πατρός αυτών αυταίς. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. όπως αν εισακούσωσιν αυτού οι υιοί Ισραήλ. και επιθήσεις τας χείράς σου επ' αυτόν 19 και στήσεις αυτόν έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και εντελή αυτω έναντι πάσης συναγωγής και εντελή περί αυτού εναντίον αυτών 20 και δώσεις της δόξης σου επ' αυτόν. 4 και προσήγαγε Μωυσής την κρίσιν αυτών έναντι Κυρίου. 7 και τοις υιοίς Ισραήλ λαλήσεις λέγων· 8 άνθρωπος εάν αποθάνη και υιος μη ή αυτω. δώσετε την κληρονομίαν τω οικείω τω έγγιστα αυτού εκ της φυλής αυτού κληρονομήσαι τα αυτού. ην εγώ δίδωμι τοις υιοίς Ισραήλ εν κατασχέσει· 13 και όψη αυτήν και προστεθήση προς τον λαόν σου και συ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της επισυστάσης έναντι Κυρίου εν τη συναγωγή Κορέ. 15 και είπε Μωυσής προς Κύριον· 16 επισκεψάσθω Κύριος ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός άνθρωπον επί της συναγωγής ταύτης. και επερωτήσουσιν αυτόν την κρίσιν των δήλων έναντι Κυρίου· επί τω στόματι αυτού εξελεύσονται και επί τω στόματι αυτού εισελεύσονται αυτός και οι υιοί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 272 . και υιοί ουκ εγένοντο αυτω· μη εξαλειφθήτω το όνομα του πατρός ημών εκ μέσου του δήμου αυτού. δώσετε την κληρονομίαν τω αδελφω του πατρός αυτού· 11 εάν δε μη ώσιν αδελφοί του πατρός αυτού. καθά προσετέθη Ααρών ο αδελφός σου εν Ωρ τω όρει. άνθρωπον ος έχει πνεύμα εν εαυτω. περιθήσετε την κληρονομίαν αυτού τη θυγατρί αυτού· 9 εάν δε μη ή θυγάτηρ αυτω. ότι ουκ έστιν αυτω υιος· δότε ημίν κατάσχεσιν εν μέσω αδελφών πατρός ημών.

9 Και τη ημέρα των σαββάτων προσάξετε δύο αμνούς ενιαυσίους αμώμους και δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω εις θυσίαν και σπονδήν. καθά ενετείλατο αυτω Κύριος. επί της ολοκαυτώσεως της δια παντός και την σπονδήν αυτού. και συνέστησεν αυτόν καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και το τρίτον του ίν έσται τω κριω τω ενί. 10 ολοκαύτωμα σαββάτων εν τοις σαββάτοις. αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους. 4 τον αμνόν τον ένα ποιήσεις το πρωϊ και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το προς εσπέραν· 5 και ποιήσεις το δέκατον του οιφί σεμίδαλιν εις θυσίαν αναπεποιημένην εν ελαίω εν τετάρτω του ίν. 6 ολοκαύτωμα ενδελεχισμού. 3 και ερείς προς αυτούς· ταύτα τα καρπώματα όσα προσάξετε Κυρίω· αμνούς ενιαυσίους αμώμους δύο την ημέραν εις ολοκαύτωσιν ενδελεχώς. 11 Και εν ταις νεομηνίαις προσάξετε ολοκαύτωμα τω Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο και κριόν ένα. και το τέταρτον του ίν έσται τω αμνω τω ενί οίνου. 12 τρία δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω κριω τω ενί. τούτο το ολοκαύτωμα μήνα εκ μηνός εις τους μήνας του ενιαυτού. η γενομένη εν τω όρει Σινά εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· 7 και σπονδήν αυτού το τέταρτον του ίν τω αμνω τω ενί. και λαβών τον Ιησούν έστησεν αυτόν εναντίον Ελεάζαρ του ιερέως και εναντίον πάσης συναγωγής 23 και επέθηκε τας χείρας αυτού επ' αυτόν. 15 και χίμαρον εξ αιγών ένα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 273 . 8 και τον αμνόν τον δεύτερον ποιήσεις το προς εσπέραν· κατά την θυσίαν αυτού και κατά την σπονδήν αυτού ποιήσετε εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς λέγων· τα δώρά μου δόματά μου καρπώματά μου εις οσμήν ευωδίας διατηρήσετε προσφέρειν εμοί εν ταις εορταίς μου. 14 η σπονδή αυτών το ήμισυ του ίν έσται τω μόσχω τω ενί. 13 δέκατον δέκατον σεμιδάλεως αναπεποιημένης εν ελαίω τω αμνω τω ενί. 22 και εποίησε Μωυσής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ ομοθυμαδόν και πάσα η συναγωγή. εν τω αγίω σπείσεις σπονδήν σίκερα Κυρίω. θυσίαν οσμήν ευωδίας κάρπωμα Κυρίω.

τοις επτά αμνοίς· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 23 πλήν της ολοκαυτώσεως της δια παντός της πρωϊνής. 29 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. ό εστιν ολοκαύτωμα ενδελεχισμού. αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους· 28 η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. επίκλητος αγία έσται υμίν. δώρον κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω· επί του ολοκαυτώματος του δια παντός ποιήσεις την σπονδήν αυτού. αμνούς ενιαυσίους επτά. 27 και προσάξετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο. τοις επτά αμνοίς· 30 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 31 πλήν του ολοκαυτώματος του δια παντός· και την θυσίαν αυτών ποιήσετέ μοι. κριόν ένα. αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους· 3 η θυσία αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 274 . 25 και ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν. 26 Και τη ημέρα των νέων. 24 ταύτα κατά ταύτα ποιήσετε την ημέραν εις τας επτά ημέρας. 18 και η ημέρα η πρώτη επίκλητος αγία έσται υμίν. επίκλητος αγία έσται υμίν. 2 και ποιήσετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περί αμαρτίας Κυρίω· επί της ολοκαυτώσεως της δια παντός ποιηθήσεται και η σπονδή αυτού. κριόν ένα. μια του μηνός. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε· ημέρα σημασίας έσται υμίν. 16 Και εν τω μηνί τω πρώτω τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός πάσχα Κυρίω. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ τω μηνί τω εβδόμω. όταν προσφέρητε θυσίαν νέαν Κυρίω των εβδομάδων. άμωμοι έσονται υμίν· 20 και η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. 19 και προσάξετε ολοκαυτώματα κάρπωμα Κυρίω μόσχους εκ βοών δύο. και τας σπονδάς αυτών. 17 και τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός τούτου εορτή· επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. μόσχον ένα εκ βοών. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. άμωμοι έσονται υμίν. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. 21 δέκατον δέκατον ποιήσεις τω αμνω τω ενί. κριόν ένα.

17 και τη ημέρα τη δευτέρα μόσχους δώδεκα. 13 και προσάξατε ολοκαυτώματα κάρπωμα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. άμωμοι έσονται· 14 αι θυσίαι αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών και το ολοκαύτωμα το διαπαντός και αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών κατά την σύγκρισιν αυτών εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. κατά την σύγκρισιν αυτών· 22 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. η θυσία αυτής και η σπονδή αυτής κατά την σύγκρισιν εις οσμήν ευωδίας κάρπωμα Κυρίω. αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 21 η θυσία αυτών και η σπονδή αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί. κριούς δύο. άμωμοι έσονται υμίν· 9 η θυσία αυτών σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. καρπώματα Κυρίω. μόσχον εκ βοών ένα. επί τους τέσσαρας και δέκα αμνούς· 16 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. 8 και προσοίσετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας Κυρίω. κριούς δύο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σεμίδαλις αναπεποιημένη εν ελαίω. και δύο δέκατα τω κριω τω ενί. 7 Και τη δεκάτη του μηνός τούτου επίκλητος αγία έσται υμίν. αμνούς ενιαυσίους επτά. και εορτάσατε αυτήν εορτήν Κυρίω επτά ημέρας. επί τους δύο κριούς. αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 18 η θυσία αυτών και η σπονδή αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 275 . τρία δέκατα τω μόσχω τω ενί. 15 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε. τη ημέρα τη πρώτη μόσχους εκ βοών τρεις και δέκα. 20 τη ημέρα τη τρίτη μόσχους ένδεκα. κριούς δύο. κριόν ένα. αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας. τοις τρισκαίδεκα μόσχοις. τοις επτά αμνοίς· 5 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· 6 πλήν των ολοκαυτωμάτων της νουμηνίας. 4 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. και κακώσετε τας ψυχάς υμών και παν έργον ου ποιήσετε. 12 Και τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του εβδόμου τούτου επίκλητος αγία έσται υμίν. 10 δέκατον δέκατον τω αμνω τω ενί εις τους επτά αμνούς· 11 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί υμών· πλήν το περί της αμαρτίας της εξιλάσεως και η ολοκαύτωσις η δια παντός. κατά την σύγκρισιν αυτών· 19 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας.

κριούς δύο. παν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυτη. 35 και τη ημέρα τη ογδόη εξόδιον έσται υμίν. πλήν των ευχών υμών. 26 τη ημέρα τη πέμπτη μόσχους εννέα. 29 τη ημέρα τη έκτη μόσχους οκτώ. κριόν ένα. μόσχον ένα. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. κατά την σύγκρισιν αυτών· 31 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. κριούς δύο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σπονδαί αυτών. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. και τα εκούσια υμών και τα ολοκαυτώματα υμών και τας θυσίας υμών και τας σπονδάς υμών και τα σωτήρια υμών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 276 . αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 27 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. κριούς δύο. 23 τη ημέρα τη τετάρτη μόσχους δέκα. 38 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας αμώμους· 30 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. αμνούς ενιαυσίους επτά αμώμους. αμνούς ενιαυσίους τέσσαρας και δέκα αμώμους· 24 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών κατά την σύγκρισιν αυτών· 25 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. 39 Ταύτα ποιήσετε Κυρίω εν ταις εορταίς υμών. αμνούς ενιαυσίους δεκατέσσαρας αμώμους· 33 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τοις μόσχοις και τοις κριοίς και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. κατά την σύγκρισιν αυτών· 28 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. 36 και προσάξετε ολοκαυτώματα εις οσμήν ευωδίας καρπώματα τω Κυρίω. κατά την σύγκρισιν αυτών. κριούς δύο. κατά την σύγκρισιν αυτών· 34 και χίμαρον εξ αιγών ένα περί αμαρτίας. πλήν της ολοκαυτώσεως της δια παντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. 37 αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών τω μόσχω και τω κριω και τοις αμνοίς κατά αριθμόν αυτών. 32 τη ημέρα τη εβδόμη μόσχους επτά. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών. πλήν της ολοκαυτώσεως της διαπαντός· αι θυσίαι αυτών και αι σπονδαί αυτών.

και παρασιωπήση αυτής ο πατήρ. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. ου μενούσιν. όσα ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. πάντα όσα εάν εξέλθη εκ των χειλέων αυτής κατά τας ευχάς αυτής και κατά τους ορισμούς τους κατά της ψυχής αυτής. ή εάν ημέρα ακούση.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΡΙΘΜΟΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ κατά πάντα. 10 και ευχή χήρας και εκβεβλημένης όσα εάν εύξηται κατά της ψυχής αυτής. ότι ανένευσεν ο πατήρ αυτής. και στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. ποιήσει· 4 εάν δε εύξηται γυνή ευχήν Κυρίω ή ορίσηται ορισμόν εν τω οίκω του πατρός αυτής εν τη νεότητι αυτής και ακούση ο πατήρ αυτής τας ευχάς αυτής και τους ορισμούς αυτής. και ούτω στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής και οι ορισμοί αυτής. ου μενεί αυτη· ο ανήρ αυτής περιείλε. στήσονται. και στήσονται πάσαι αι ευχαί αυτής. 5 και πάντες οι ορισμοί. 6 εάν δε ανανεύων ανανεύση ο πατήρ αυτής. ος αν εύξηται ευχήν Κυρίω ή ομόση όρκον ή ορίσηται ορισμω περί της ψυχής αυτού. 11 εάν δε εν τω οίκω του ανδρός αυτής η ευχή αυτής ή ο ορισμός κατά της ψυχής αυτής μεθ' όρκου 12 και ακούση ο ανήρ αυτής και παρασιωπήση αυτη και μη ανανεύση αυτη. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. 14 πάσα ευχή και πας όρκος δεσμού κακώσαι ψυχήν. ή αν ημέρα ακούση. και Κύριος καθαριεί αυτήν. στήσονται κατ' αυτής. 13 εάν δε περιελών περιέλη ο ανήρ αυτής. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. και Κύριος καθαριεί αυτήν. ο ανήρ αυτής στήσει αυτη και ο ανήρ αυτής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 277 . ή αν ημέρα ακούση πάσας τας ευχάς αυτής και τους ορισμούς. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. ότι ο ανήρ ανένευσεν απ' αυτής. ου βεβηλώσει το ρήμα αυτού· πάντα όσα αν εξέλθη εκ του στόματος αυτού. μενούσιν αυτη. ου στήσονται· και Κύριος καθαριεί αυτήν. ους ωρίσατο κατά της ψυχής αυτής. πάσαι αι ευχαί αυτής και οι ορισμοί αυτής. 9 εάν δε ανανεύων ανανεύση ο ανήρ αυτής. ή αν ημέρα ακούση. ό συνέταξε Κύριος· 3 άνθρωπος άνθρωπος. μενούσιν αυτη. 8 και ακούση ο ανήρ αυτής και παρασιωπήση αυτη. και πάντες οι ορισμοί αυτής. 2 και ελάλησε Μωυσής προς τους άρχοντας των φυλών υιών Ισραήλ λέγων· τούτο το ρήμα. 7 εάν δε γενομένη γένηται ανδρί και αι ευχαί αυτής επ' αυτη κατά την διαστολήν των χειλέων αυτής.

ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 278 . χιλίους εκ φυλής. όσα ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. και λήψεται την αμαρτίαν αυτού. 9 και επρονόμευσαν τας γυναίκας Μαδιάν και την αποσκευήν αυτών. και τα σκεύη τα άγια και αι σάλπιγγες των σημασιών εν ταις χερσίν αυτών. ανά μέσον ανδρός και γυναικός αυτού και αναμέσον πατρός και θυγατρός εν νεότητι εν οίκω πατρός. ότι εσιώπησεν αυτη τη ημέρα. 6 και απέστειλεν αυτούς Μωυσής χιλίους εκ φυλής. χιλίους εκ φυλής συν δυνάμει αυτών και Φινεές υιόν Ελεάζαρ υιού Ααρών του ιερέως. 7 και παρετάξαντο επί Μαδιάν. πέντε βασιλείς Μαδιάν· και τον Βαλαάμ υιόν Βεώρ απέκτειναν εν ρομφαία συν τοις τραυματίαις αυτών. και τον Ευίν και τον Ροκόν και τον Σουρ και τον Ούρ και τον Ροβόκ. δώδεκα χιλιάδας ενωπλισμένοι εις παράταξιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιελεί. εκ πασών φυλών υιών Ισραήλ αποστείλατε παρατάξασθαι. και τους ορισμούς τους επ' αυτής στήσει αυτη. και τα κτήνη αυτών και πάντα τα έγκτητα αυτών και την δύναμιν αυτών επρονόμευσαν· 10 και πάσας τας πόλεις αυτών τας εν ταις κατοικίαις αυτών και τας επαύλεις αυτών ενέπρησαν εν πυρί. καθά ενετείλατο Κύριος Μωυσή. 5 και εξηρίθμησαν εκ των χιλιάδων Ισραήλ χιλίους εκ φυλής. και απέκτειναν παν αρσενικόν· 8 και τους βασιλείς Μαδιάν απέκτειναν άμα τοις τραυματίαις αυτών. και έσχατον προστεθήση προς τον λαόν σου. και στήσει αυτη πάσας τας ευχάς αυτής. ή ήκουσεν. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 εκδίκει την εκδίκησιν υιών Ισραήλ εκ των Μαδιανιτών. 17 ταύτα τα δικαιώματα. 15 εάν δε σιωπών παρασιωπήση αυτη ημέραν εξ ημέρας. 11 και έλαβον πάσαν την προνομήν αυτών και πάντα τα σκύλα αυτών από ανθρώπου έως κτήνους 12 και ήγαγον προς Μωυσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς πάντας υιούς Ισραήλ την αιχμαλωσίαν και τα σκύλα και την προνομήν εις την παρεμβολήν εις Αραβώθ Μωάβ. ην ήκουσε. 3 και ελάλησε Μωυσής προς τον λαόν λέγων· εξοπλίσατε εξ υμών άνδρας και παρατάξασθε έναντι Κυρίου επί Μαδιάν αποδούναι εκδίκησιν παρά του Κυρίου τη Μαδιάν· 4 χιλίους εκ φυλής. 16 εάν δε περιελών περιέλη ο ανήρ αυτής μετά την ημέραν.

24 και πλυνείσθε τα ιμάτια τη ημέρα τη εβδόμη και καθαρισθήσεσθε και μετά ταύτα εισελεύσεσθε εις την παρεμβολήν. αλλ' ή τω ύδατι του αγνισμού αγνισθήσεται· και πάντα όσα εάν μη διαπορεύηται δια πυρός. συ και Ελεάζαρ ο ιερεύς και οι άρχοντες των πατριών της συναγωγής. 14 και ωργίσθη Μωυσής επί τοις επισκόποις της δυνάμεως. διελεύσεται δι' ύδατος. 15 και είπεν αυτοίς Μωυσής· ινατί εζωγρήσατε παν θήλυ. 19 και υμείς παρεμβάλετε έξω της παρεμβολής επτά ημέρας· πας ο ανελών και ο απτόμενος του τετρωμένου αγνισθήσεται τη ημέρα τη τρίτη και τη ημέρα τη εβδόμη υμείς και η αιχμαλωσία υμών· 20 και παν περίβλημα και παν σκεύος δερμάτινον και πάσαν εργασίαν εξ αιγείας και παν σκεύος ξύλινον αφαγνιείτε. και καθαρισθήσεται. 22 πλήν του χρυσίου και του αργυρίου και χαλκού και σιδήρου και μολίβου και κασσιτέρου. 28 και αφελείτε τέλος Κυρίω παρά των ανθρώπων των πολεμιστών των εκπεπορευμένων εις την παράταξιν μίαν ψυχήν από πεντακοσίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εστιν επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. από των ανθρώπων και από των κτηνών και από των βοών και από των προβάτων και από των όνων· 29 και από του ημίσους αυτών λήψεσθε και δώσεις Ελεάζαρ τω ιερεί τας απαρχάς Κυρίου. ζωγρήσατε αυτάς. ήτις έγνω κοίτην άρσενος. ήτις ουκ οίδε κοίτην άρσενος. πάσαν γυναίκα. 25 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 26 λάβε το κεφάλαιον των σκύλων της αιχμαλωσίας από ανθρώπου έως κτήνους. και εγένετο η πληγή εν τη συναγωγή Κυρίου. 23 παν πράγμα. ό διελεύσεται εν πυρί. αποκτείνατε· 18 και πάσαν την απαρτίαν των γυναικών. 16 αύται γαρ ήσαν τοις υιοίς Ισραήλ κατά το ρήμα Βαλαάμ του αποστήσαι και υπεριδείν το ρήμα Κυρίου ένεκεν Φογώρ. χιλιάρχοις και εκατοντάρχοις τοις ερχομένοις εκ της παρατάξεως του πολέμου. 17 και νυν αποκτείνατε παν αρσενικόν εν πάση τη απαρτία. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 Και εξήλθε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς και πάντες οι άρχοντες της συναγωγής εις συνάντησιν αυτοίς έξω της παρεμβολής. ό συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 21 και είπεν Ελεάζαρ ο ιερεύς προς τους άνδρας της δυνάμεως τους ερχομένους εκ της παρατάξεως του πολέμου· τούτο το δικαίωμα του νόμου. 30 και από του ημίσους του των υιών Ισραήλ λήψη ένα από πεντήκοντα από των ανθρώπων και από των βοών και από των προβάτων και από των όνων και από πάντων των κτηνών και δώσεις αυτά τοις Λευίταις τοις φυλάσσουσι τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 279 . και ανά μέσον πάσης συναγωγής. 27 και διελείτε τα σκύλα ανά μέσον των πολεμιστών των εκπεπορευμένων εις την παράταξιν.

ό αφείλον Κυρίω. και έδωκεν αυτά τοις Λευίταις τοις φυλάσσουσι τας φυλακάς της σκηνής Κυρίου. ανήρ ό εύρε σκεύος χρυσούν και χλιδώνα και ψέλλιον και δακτύλιον και περιδέξιον και εμπλόκιον. ό προενόμευσαν οι άνδρες οι πολεμισταί από των προβάτων. και ου διαπεφώνηκεν απ' αυτών ουδέ εις· 50 και προσενηνόχαμεν το δώρον Κυρίω. και το τέλος αυτών Κυρίω δύο και τριάκοντα ψυχαί. 37 και εγένετο το τέλος Κυρίω από των προβάτων εξακόσιαι εβδομήκοντα πέντε· 38 και βόες εξ και τριάκοντα χιλιάδες. 43 και εγένετο το ημίσευμα από της συναγωγής από των προβάτων τριακόσιαι και τριάκοντα χιλιάδες και επτακισχίλια και πεντακόσια 44 και βόες εξ και τριάκοντα χιλιάδες. 53 και οι άνδρες οι πολεμισταί επρονόμευσαν έκαστος εαυτω. 51 και έλαβε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς το χρυσίον παρ' αυτών παν σκεύος ειργασμένον· 52 και εγένετο παν το χρυσίον το αφαίρεμα. πάσαι ψυχαί δύο και τριάκοντα χιλιάδες. και το τέλος Κυρίω εις και εξήκοντα· 40 και ψυχαί ανθρώπων εκκαίδεκα χιλιάδες. 31 και εποίησε Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. και είπαν προς Μωυσήν· 49 οι παίδές σου ειλήφασι το κεφάλαιον των ανδρών των πολεμιστών των παρ' ημίν. και το τέλος Κυρίω δύο και εβδομήκοντα· 39 και όνοι τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι. ους διείλε Μωυσής από των ανδρών των πολεμιστών. 47 και έλαβε Μωυσής από του ημισεύματος των υιών Ισραήλ το εν από των πεντήκοντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλακάς εν τη σκηνή Κυρίου. 32 και εγενήθη το πλεόνασμα της προνομής. εξακόσιαι χιλιάδες και εβδομήκοντα και πέντε χιλιάδες 33 και βόες δύο και εβδομήκοντα χιλιάδες 34 και όνοι μία και εξήκοντα χιλιάδες 35 και ψυχαί ανθρώπων από των γυναικών. 54 και έλαβε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 280 . από των ανθρώπων και από των κτηνών. 45 όνοι τριάκοντα χιλιάδες και πεντακόσιοι 46 και ψυχαί ανθρώπων εξ και δέκα χιλιάδες. 42 από του ημισεύματος των υιών Ισραήλ. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. 41 και έδωκε Μωυσής το τέλος Κυρίω το αφαίρεμα του Θεού Ελεάζαρ τω ιερεί. 48 Και προσήλθον προς Μωυσήν πάντες οι καθεσταμένοι εις τας χιλιαρχίας της δυνάμεως. 36 και εγενήθη το ημίσευμα η μερίς των εκπεπορευμένων εις τον πόλεμον εκ του αριθμού των προβάτων τριακόσιαι και τριάκοντα χιλιάδες και επτακισχίλια και πεντακόσια. χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι. καθά συνέταξε Κύριος τω Μωυσή. αι ουκ έγνωσαν κοίτην ανδρός. εξιλάσασθαι περί ημών έναντι Κυρίου. εκκαίδεκα χιλιάδες και επτακόσιοι και πεντήκοντα σίκλοι παρά των χιλιάρχων και παρά των εκατοντάρχων.

πλήθος σφόδρα· και είδον την χώραν Ιαζήρ και την χώραν Γαλαάδ. ου γαρ συνεπηκολούθησαν οπίσω μου. την γην ην ώμοσα τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. και Ελεαλή και Σεβαμά και Ναβαύ και Βαιάν. 7 και ινατί διαστρέφετε τας διανοίας των υιών Ισραήλ μη διαβήναι εις την γην. και τοις παισί σου κτήνη υπάρχει. 14 ιδού ανέστητε αντί των πατέρων υμών. ότι συνεπηκολούθησαν οπίσω Κυρίου. 12 πλήν Χάλεβ υιος Ιεφοννή ο διακεχωρισμένος και Ιησούς ο του Ναυή. 10 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τη ημέρα εκείνη και ώμοσε λέγων· 11 ει όψονται οι άνθρωποι ούτοι οι αναβάντες εξ Αιγύπτου από εικοσαετούς και επάνω. έως εξανηλώθη πάσα η γενεά οι ποιούντες τα πονηρά έναντι Κυρίου. ότε απέστειλα αυτούς εκ Κάδης Βαρνή κατανοήσαι την γην. 2 και προσελθόντες οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ είπαν προς Μωυσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς τους άρχοντας της συναγωγής λέγοντες· 3 Αταρώθ και Δαιβών και Ιαζήρ και Ναμρά και Εσεβών. 6 και είπε Μωυσής τοις υιοίς Γάδ και τοις υιοίς Ρουβήν· οι αδελφοί υμών πορεύονται εις τον πόλεμον. και ην ο τόπος τόπος κτήνεσι. σύντριμμα ανθρώπων αμαρτωλών. οι επιστάμενοι το αγαθόν και το κακόν. 9 και ανέβησαν Φάραγγα βότρυος και κατενόησαν την γην και απέστησαν την καρδίαν των υιών Ισραήλ. μνημόσυνον των υιών Ισραήλ έναντι Κυρίου. προσθείναι έτι επί τον θυμόν της οργής Κυρίου επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 281 . 8 ουχ ούτως εποίησαν οι πατέρες υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μωυσής και Ελεάζαρ ο ιερεύς το χρυσίον παρά των χιλιάρχων και παρά των εκατοντάρχων και εισήνεγκεν αυτά εις την σκηνήν του μαρτυρίου. δοθήτω η γη αύτη τοις οικέταις σου εν κατασχέσει. όπως μη εισέλθωσιν εις την γην. 5 και έλεγον· ει εύρομεν χάριν ενώπιόν σου. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ κτήνη πλήθος ην τοις υιοίς Ρουβήν και τοις υιοίς Γάδ. 4 την γην ην παραδέδωκε Κύριος ενώπιον των υιών Ισραήλ. και μη διαβιβάσης ημάς τον Ιορδάνην. ην έδωκε Κύριος αυτοίς. 13 και ωργίσθη θυμω Κύριος επί τον Ισραήλ και κατερρόμβευσεν αυτούς εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη. γη κτηνοτρόφος εστί. και υμείς καθήσεσθε αυτού. ην Κύριος δίδωσιν αυτοίς.

έως αν εκτριβή ο εχθρός αυτού από προσώπου αυτού 22 και κατακυριευθή η γη έναντι Κυρίου. και μετά ταύτα αποστραφήσεσθε. 18 ου μη αποστραφώμεν εις τας οικίας ημών. 28 και συνέστησεν αυτοίς Μωυσής Ελεάζαρ τον ιερέα και Ιησούν υιόν Ναυή και τους άρχοντας πατριών των φυλών Ισραήλ. έως αν καταμερισθώσιν οι υιοί Ισραήλ. 16 και προσήλθον αυτω και έλεγον· επαύλεις προβάτων οικοδομήσομεν ώδε τοις κτήνεσιν ημών και πόλεις ταις αποσκευαίς ημών. 24 και οικοδομήσετε υμίν αυτοίς πόλεις τη αποσκευή υμών και επαύλεις τοις κτήνεσιν υμών και το εκπορευόμενον εκ του στόματος υμών ποιήσετε. και διαβιβάσετε την αποσκευήν αυτών και τας γυναίκας αυτών και τα κτήνη αυτών πρότερα υμών εις γην Χαναάν. 23 εάν δε μη ποιήσητε ούτως. 27 οι δε παίδές σου παρελεύσονται πάντες ενωπλισμένοι και εκτεταγμένοι έναντι Κυρίου εις τον πόλεμον. 17 και ημείς ενοπλισάμενοι προφυλακήν πρότεροι των υιών Ισραήλ. πας ενωπλισμένος εις πόλεμον έναντι Κυρίου. αμαρτήσεσθε έναντι Κυρίου και γνώσεσθε την αμαρτίαν υμών. 15 ότι αποστραφήσεσθε απ' αυτού προσθείναι έτι καταλιπείν αυτόν εν τη ερήμω και ανομήσετε εις όλην την συναγωγήν ταύτην. και συγκατακληρονομηθήσονται εν υμίν εν τη γη Χαναάν. έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού· 19 και ουκέτι κληρονομήσομεν εν αυτοίς από του πέραν του Ιορδάνου και επέκεινα. όταν υμάς καταλάβη τα κακά. και κατακυριεύσητε της γης απέναντι υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. 29 και είπε προς αυτούς Μωυσής· εάν διαβώσιν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ μεθ' υμών τον Ιορδάνην. 20 και είπε προς αυτούς Μωυσής· εάν ποιήσητε κατά το ρήμα τούτο. και έσται η γη αύτη υμίν εν κατασχέσει έναντι Κυρίου. 25 και είπαν οι υιοί Ρουβήν και υιοί Γάδ προς Μωυσήν λέγοντες· οι παίδές σου ποιήσουσι καθά ο Κύριος ημών εντέλλεται· 26 η αποσκευή ημών και αι γυναίκες ημών και πάντα τα κτήνη ημών έσονται εν ταις πόλεσι Γαλαάδ. ον τρόπον ο Κύριος λέγει. και δώσετε αυτοίς την γην Γαλαάδ εν κατασχέσει· 30 εάν δε μη διαβώσιν ενωπλισμένοι μεθ' υμών εις τον πόλεμον έναντι Κυρίου. εάν εξοπλίσησθε έναντι Κυρίου εις πόλεμον 21 και παρελεύσεται υμών πας οπλίτης τον Ιορδάνην έναντι Κυρίου. ότι απέχομεν τους κλήρους ημών εν τω πέραν του Ιορδάνου εν ανατολαίς. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 282 . έως αν αγάγωμεν αυτούς εις τον εαυτών τόπον· και κατοικήσει η αποσκευή ημών εν πόλεσι τετειχισμέναις δια τους κατοικούντας την γην. και έσεσθε αθωοι έναντι Κυρίου και από Ισραήλ. ούτω ποιήσωμεν ημείς· 32 διαβησόμεθα ενωπλισμένοι έναντι Κυρίου εις γην Χαναάν. 31 και απεκρίθησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ λέγοντες· όσα ο Κύριος λέγει τοις θεράπουσιν.

την γην και τας πόλεις συν τοις ορίοις αυτής. παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω. την βασιλείαν Σηών βασιλέως Αμορραίων και την βασιλείαν Ωγ βασιλέως της Βασάν. ας ωκοδόμησαν. 8 και απήραν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 283 . 37 και οι υιοί Ρουβήν ωκοδόμησαν την Εσεβών και Ελεάλην και Καριαθάμ 38 και την Βεελμεών. 4 και οι Αιγύπτιοι έθαπτον εξ αυτών τους τεθνηκότας πάντας. 6 και απάραντες εκ Σοκχώθ παρενέβαλον εις Βουθάν. πόλεις οχυράς και επαύλεις προβάτων. ό εστιν απέναντι Βεελσεπφών. ως εξήλθον εκ γης Αιγύπτου συν δυνάμει αυτών εν χειρί Μωυσή και Ααρών· 2 και έγραψε Μωυσής τας απάρσεις αυτών και τους σταθμούς αυτών δια ρήματος Κυρίου. και ούτοι οι σταθμοί της πορείας αυτών. και παρενέβαλον απέναντι Μαγδώλου. 41 και Ιαϊρ ο του Μανασσή επορεύθη και έλαβε τας επαύλεις αυτών και επωνόμασεν αυτάς Επαύλεις Ιαϊρ. 7 και απήραν εκ Βουθάν και παρενέβαλον επί το στόμα Ειρώθ. και την Σεβαμά και επωνόμασαν κατά τα ονόματα αυτών τα ονόματα των πόλεων. 33 και έδωκεν αυτοίς Μωυσής τοις υιοίς Γάδ και τοις υιοίς Ρουβήν και τω ημίσει φυλής Μανασσή υιών Ιωσήφ. 42 και Ναβαύ επορεύθη και έλαβε την Καάθ και τας κώμας αυτής και επωνόμασεν αυτάς Ναβώθ εκ του ονόματος αυτού. και κατώκησεν εκεί. και εν τοις θεοίς αυτών εποίησε την εκδίκησιν Κύριος. 36 και την Ναμράμ και την Βαιθαράν. περικεκυκλωμένας. 5 και απάραντες οι υιοί Ισραήλ εκ Ραμεσσή παρενέβαλον εις Σοκχώθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώσετε την κατάσχεσιν ημίν εν τω πέραν του Ιορδάνου. 40 και έδωκε Μωυσής την Γαλαάδ τω Μαχίρ υιω Μανασσή. ους επάταξε Κύριος. 39 και επορεύθη υιος Μαχίρ υιού Μανασσή εις Γαλαάδ και έλαβεν αυτήν και απώλεσε τον Αμορραίον τον κατοικούντα εν αυτη. πόλεις της γης κύκλω. 3 απήραν εκ Ραμεσσή τω μηνί τω πρώτω τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου· τη επαύριον του πάσχα εξήλθον οι υιοί Ισραήλ εν χειρί υψηλή εναντίον πάντων των Αιγυπτίων. 34 Και ωκοδόμησαν οι υιοί Γάδ την Δαιβών και την Αταρώθ και την Αροήρ 35 και την Σοφάρ και την Ιαζήρ και ύψωσαν αυτάς. ό εστι μέρος τι της ερήμου. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΚΑΙ ούτοι οι σταθμοί των υιών Ισραήλ.

27 και απήραν εκ Καταάθ και παρενέβαλον εις Ταράθ. 19 και απήραν εκ Ραθαμά και παρενέβαλον εν Ρεμμών Φαρές. 29 και απήραν εκ Μαθεκκά και παρενέβαλον εις Σελμωνά. 22 και απήραν εκ Ρεσσάν και παρενέβαλον εις Μακελλάθ. 14 και απήραν εξ Αιλούς και παρενέβαλον εν Ραφιδίν. και παρενέβαλον εκεί παρά το ύδωρ. ότε απέθνησκεν εν Ωρ τω όρει. 28 και απήραν εκ Ταράθ και παρενέβαλον εις Μαθεκκά. 36 και απήραν εκ Γεσιών Γάβερ και παρενέβαλον εν τη ερήμω Σίν. 34 και απήραν εξ Ετεβαθά και παρενέβαλον εις Εβρωνά. 15 και απήραν εκ Ραφιδίν και παρενέβαλον εν τη ερήμω Σινά. 35 και απήραν εξ Εβρωνά και παρενέβαλον εις Γεσιών Γάβερ. και ουκ ην εκεί ύδωρ τω λαω πιείν. 24 και απήραν εκ Σαφάρ και παρενέβαλον εις Χαραδάθ. και παρενέβαλον εις την έρημον Σίν. 10 και απήραν εξ Αιλίμ και παρενέβαλον επί θάλασσαν ερυθράν. 31 και απήραν εκ Μασουρούθ και παρενέβαλον εις Βαναία. 17 και απήραν εκ Μνημάτων της επιθυμίας και παρενέβαλον εν Ασηρώθ. 13 και απήραν εκ Ραφακά και παρενέβαλον εν Αιλούς. 21 και απήραν εκ Λεβωνά και παρενέβαλον εις Ρεσσάν. 11 και απήραν από θαλάσσης ερυθράς. 37 και απήραν εκ Κάδης και παρενέβαλον εις Ωρ το όρος πλησίον γης Εδώμ· 38 και ανέβη Ααρών ο ιερεύς δια προστάγματος Κυρίου και απέθανεν εκεί εν τω τεσσαρακοστω έτει της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου τω μηνί τω πέμπτω μια του μηνός· 39 και Ααρών ην τριών και είκοσι και εκατόν ετών. και ούτος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 284 . και απήραν εκ της ερήμου Σίν και παρενέβαλον εις την έρημον Φαράν· αύτη εστί Κάδης. 32 και απήραν εκ Βαναία και παρενέβαλον εις το όρος Γαδγάδ. 20 και απήραν εκ Ρεμμών Φαρές και παρενέβαλον εν Λεβωνά. 25 και απήραν εκ Χαραδάθ και παρενέβαλον εις Μακηλώθ. 18 και απήραν εξ Ασηρώθ και παρενέβαλον εν Ραθαμά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέναντι Ειρώθ και διέβησαν μέσον της θαλάσσης εις την έρημον και επορεύθησαν οδόν τριών ημερών δια της ερήμου αυτοί και παρενέβαλον εν Πικρίαις. 30 και απήραν εκ Σελμωνά και παρενέβαλον εις Μασουρούθ. 40 και ακούσας ο Χανανίς βασιλεύς Αράδ. 16 και απήραν εκ της ερήμου Σινά και παρενέβαλον εν Μνήμασι της επιθυμίας. 9 και απήραν εκ Πικριών και ήλθον εις Αιλίμ· και εν Αιλίμ δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντα στελέχη φοινίκων. 23 και απήραν εκ Μακελλάθ και παρενέβαλον εις Σαφάρ. 26 και απήραν εκ Μακηλώθ και παρενέβαλον εις Καταάθ. 12 και απήραν εκ της ερήμου Σίν και παρενέβαλον εις Ραφακά. 33 και απήραν εκ του όρους Γαδγάδ και παρενέβαλον εις Ετεβαθά.

ότε εισεπορεύοντο οι υιοί Ισραήλ. 43 και απήραν εκ Φινώ και παρενέβαλον εν ‘Ωβώθ. 46 και απήραν εκ Δαιβών Γάδ και παρενέβαλον εν Γελμών Δεβλαθαίμ. 50 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ λέγων· 51 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εις γην Χαναάν 52 και απολείτε πάντας τους κατοικούντας εν τη γη προ προσώπου υμών και εξαρείτε τας σκοπιάς αυτών και πάντα τα είδωλα τα χωνευτά αυτών απολείτε αυτά και πάσας τας στήλας αυτών εξαρείτε. 55 εάν δε μη απολέσητε τους κατοικούντας επί της γης από προσώπου υμών. 53 και απολείτε πάντας τους κατοικούντας την γην και κατοικήσετε εν αυτη· υμίν γαρ δέδωκα την γην αυτών εν κλήρω. εν τω πέραν επί των ορίων Μωάβ. 54 και κατακληρονομήσετε την γην αυτών εν κλήρω κατά φυλάς υμών· τοις πλείοσι πληθυνείτε την κατάσχεσιν αυτών και τοις ελάττοσιν ελαττώσετε την κατάσχεσιν αυτών· εις ό αν εξέλθη το όνομα αυτού εκεί. 42 και απήραν εκ Σελμωνά και παρενέβαλον εις Φινώ. γη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 285 . εφ' ην υμείς κατοικήσετε. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 2 έντειλαι τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς εισπορεύεσθε εις την γην Χαναάν· αύτη έσται υμίν εις κληρονομίαν. 45 και απήραν εκ Γαϊ και παρενέβαλον εις Δαιβών Γάδ. 48 και απήραν από των ορέων Αβαρίμ και παρενέβαλον επί δυσμών Μωάβ. επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. 47 και απήραν εκ Γελμών Δεβλαθαίμ και παρενέβαλον επί τα όρη τα Αβαρίμ. σκόλοπες εν τοις οφθαλμοίς υμών και βολίδες εν ταις πλευραίς υμών και εχθρεύσουσιν υμίν επί της γης. 44 και απήραν εξ ‘Ωβώθ και παρενέβαλον εν Γαϊ. 49 και παρενέβαλον παρά τον Ιορδάνην ανά μέσον Αισιμώθ έως Βελσατίμ κατά δυσμάς Μωάβ. ποιήσω υμάς. και έσται ους εάν καταλίπητε εξ αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατώκει εν γη Χαναάν. 56 και έσται καθότι διεγνώκειν ποιήσαι αυτούς. 41 και απήραν εξ Ωρ του όρους και παρενέβαλον εις Σελμωνά. απέναντι Ναβαύ. αυτού έσται· κατά φυλάς πατριών υμών κληρονομήσετε.

7 και τούτο έσται υμίν τα όρια προς βορράν· από της θαλάσσης της μεγάλης καταμετρήσετε υμίν αυτοίς παρά το όρος το όρος· 8 και από του όρους το όρος καταμετρήσετε αυτοίς εισπορευομένων εις Εμάθ. και έσται η διέξοδος θάλασσα η αλυκή. και έσται υμίν τα όρια προς λίβα από μέρους της θαλάσσης της αλυκής από ανατολών· 4 και κυκλώσει υμάς τα όρια από λιβός προς ανάβασιν Ακραβίν και παρελεύσεται Σεννά. ην κατακληρονομήσετε αυτήν μετά κλήρου. και έσται η διέξοδος αυτού Αρσεναϊν· τούτο έσται υμίν όρια από βορρά. αύτη έσται υμίν η γη και τα όρια αυτής κύκλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαναάν συν τοις ορίοις αυτής. τούτο έσται υμίν τα όρια της θαλάσσης. ον τρόπον συνέταξε Κύριος δούναι αυτήν ταις εννέα φυλαίς και τω ημίσει φυλής Μανασσή· 14 ότι έλαβε φυλή υιών Ρουβήν και φυλή υιών Γάδ κατ' οίκους πατριών αυτών. και έσται η διέξοδος η θάλασσα. 10 και καταμετρήσετε υμίν αυτοίς τα όρια ανατολών από Αρσεναϊν Σεπφαμάρ· 11 και καταβήσεται τα όρια από Σεπφάμ Αρβηλά από ανατολών επί πηγάς. 3 και έσται υμίν το κλίτος το προς λίβα από ερήμου Σίν έως εχόμενον Εδώμ. και το ήμισυ φυλής Μανασσή απέλαβον τους κλήρους αυτών. 13 και ενετείλατο Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· αύτη η γη. και έσται η διέξοδος αυτού τα όρια Σαραδάκ· 9 και εξελεύσεται τα όρια Δεφρωνά. 18 και άρχοντα ένα εκ φυλής λήψεσθε κατακληρονομήσαι υμίν την γην. 15 δύο φυλαί και ήμισυ φυλής έλαβον τους κλήρους αυτών πέραν του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ από νότου κατά ανατολάς. 16 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 17 ταύτα τα ονόματα των ανδρών. και καταβήσεται τα όρια Βηλά επί νώτου θαλάσσης Χενερέθ από ανατολών· 12 και καταβήσεται τα όρια επί τον Ιορδάνην. 6 και τα όρια της θαλάσσης έσται υμίν· η θάλασσα η μεγάλη οριεί. οί κληρονομήσουσιν υμίν την γην· Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο του Ναυή. 19 και ταύτα τα ονόματα των ανδρών· της φυλής Ιούδα Χάλεβ υιος Ιεφοννή· 20 της φυλής Συμεών Σαλαμιήλ υιος Εμιούδ· 21 της φυλής Βενιαμίν Ελδάδ υιος Χασλών· 22 της φυλής Δάν άρχων Βακχίρ υιος Εγλί· 23 των υιών Ιωσήφ φυλής υιών Μανασσή άρχων Ανιήλ υιος Σουφί· 24 της φυλής υιών Εφραίμ άρχων Καμουήλ υιος Σαβαθάν· 25 της φυλής Ζαβουλών άρχων Ελισαφάν υιος Φαρνάχ· 26 της φυλής υιών Ισσάχαρ άρχων Φαλτιήλ υιος ‘Οζά· 27 της φυλής υιών Ασήρ άρχων Αχιώρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 286 . και εξελεύσεται εις έπαυλιν Αράδ και παρελεύσεται Ασεμωνά· 5 και κυκλώσει τα όρια από Ασεμωνά χειμάρρουν Αιγύπτου. και έσται η διέξοδος αυτού προς λίβα Κάδης του Βαρνή.

ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν επί δυσμών Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατά Ιεριχώ λέγων· 2 σύνταξον τοις υιοίς Ισραήλ και δώσουσι τοις Λευίταις από των κλήρων κατασχέσεως αυτών πόλεις κατοικείν και τα προάστεια των πόλεων κύκλω αυτών δώσουσι τοις Λευίταις. 29 τούτοις ενετείλατο Κύριος καταμερίσαι τοις υιοίς Ισραήλ εν γη Χαναάν. 4 και τα συγκυρούντα των πόλεων. και τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 287 . από των τα πολλά πολλά. και προς ταύταις τεσσαράκοντα και δύο πόλεις· 7 πάσας τας πόλεις δώσετε τοις Λευίταις τεσσαράκοντα και οκτώ πόλεις. 12 και έσονται αι πόλεις υμίν φυγαδευτήρια από του αγχιστεύοντος το αίμα. 8 και τας πόλεις. φυγαδευτήρια έσονται υμίν· 14 τας τρεις πόλεις δώσετε πέραν του Ιορδάνου και τας τρεις πόλεις δώσετε εν γη Χαναάν· 15 φυγαδείον έσται τοις υιοίς Ισραήλ. 6 και τας πόλεις δώσετε τοις Λευίταις. 3 και έσονται αυτοίς αι πόλεις κατοικείν. πας ο πατάξας ψυχήν ακουσίως. τας εξ πόλεις των φυγαδευτηρίων. ας δώσετε από της κατασχέσεως υιών Ισραήλ. ας δώσετε φυγείν εκεί τω φονεύσαντι. 9 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν λέγων· 10 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εις γην Χαναάν 11 και διαστελείτε υμίν αυτοίς πόλεις· φυγαδευτήρια έσται υμίν φυγείν εκεί τον φονευτήν. ην κατακληρονομήσουσι δώσουσιν από των πόλεων τοις Λευίταις. και τα αφορίσματα αυτών έσται τοις κτήνεσιν αυτών και πάσι τοις τετράποσιν αυτών. ταύτας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιος Σελεμί· 28 της φυλής Νεφθαλί άρχων Φαδαήλ υιος Ιαμιούδ. και τα προάστεια αυτών. 13 και αι πόλεις ας δώσετε. και από των ελαττόνων ελάττω· έκαστος κατά την κληρονομίαν αυτού. και η πόλις μέσον τούτου έσται υμίν και τα όμορα των πόλεων. και ου μη αποθάνη ο φονεύων έως αν στη έναντι της συναγωγής εις κρίσιν. από τείχους της πόλεως και έξω δισχιλίους πήχεις κύκλω· 5 και μετρήσεις έξω της πόλεως το κλίτος το προς ανατολάς δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς λίβα δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς θάλασσαν δισχιλίους πήχεις και το κλίτος το προς βορράν δισχιλίους πήχεις. ας δώσετε τοις Λευίταις. τας εξ πόλεις.

του πάλιν κατοικείν επί της γης. 26 εάν δε εξόδω εξέλθη ο φονεύσας τα όρια της πόλεως εις ην κατέφυγεν εκεί. ουδέ ζητών κακοποιήσαι αυτόν. 32 ου λήψεσθε λύτρα του φυγείν εις πόλιν των φυγαδευτηρίων. 24 και κρινεί η συναγωγή ανά μέσον του πατάξαντος και ανά μέσον του αγχιστεύοντος το αίμα. έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας. και αποθάνη. ούτος αποκτενεί αυτόν. ουκ ένοχός εστιν· 28 εν γαρ τη πόλει της καταφυγής κατοικείτω. και τελευτήση.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσηλύτω και τω παροίκω τω εν υμίν έσονται αι πόλεις αύται εις φυγαδευτήριον. και μετά το αποθανείν τον ιερέα τον μέγαν επαναστραφήσεται ο φονεύσας εις την γην της κατασχέσεως αυτού. 17 εάν δε εν λίθω εκ χειρός. φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. 19 ο αγχιστεύων το αίμα. 27 και εύρη αυτόν ο αγχιστεύων το αίμα έξω των ορίων της πόλεως καταφυγής αυτού και φονεύση ο αγχιστεύων το αίμα τον φονεύσαντα. ουκ ειδώς. πατάξη αυτόν. πατάξη αυτόν. δια μαρτύρων φονεύσεις τον φονεύσαντα. εν ω αποθανείται εν αυτω. 30 πας πατάξας ψυχήν. και ουκ εξιλασθήσεται η γη από του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 288 . αυτός δε ουκ εχθρός αυτού ην. 18 εάν δε εν σκεύει ξυλίνω εκ χειρός. κατά τα κρίματα ταύτα. 22 εάν δε εξάπινα ου δι' έχθραν ώση αυτόν ή επιρρίψη επ' αυτόν παν σκεύος ουκ εξ ενέδρου 23 ή παντί λίθω. φυγείν εκεί παντί πατάξαντι ψυχήν ακουσίως. εν ω αποθανείται εν αυτω. και αποθάνη. φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονεύων· ο αγχιστεύων το αίμα αποκτενεί τον φονεύσαντα εν τω συναντήσαι αυτω. 33 και ου μη φονοκτονήσητε την γην. και μάρτυς εις ου μαρτυρήσει επί ψυχήν αποθανείν. θανάτω θανατούσθω ο πατάξας. και επιπέση επ' αυτόν. 16 εάν δε εν σκεύει σιδήρου πατάξη αυτόν. 21 ή δια μήνιν επάταξεν αυτόν τη χειρί. και αποθάνη. ον έχρισαν αυτόν τω ελαίω τω αγίω. φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. 25 και εξελείται η συναγωγή τον φονεύσαντα από του αγχιστεύοντος το αίμα. και αποθάνη. φονευτής εστι· θανάτω θανατούσθω ο φονευτής. και αποκαταστήσουσιν αυτόν η συναγωγή εις την πόλιν του φυγαδευτηρίου αυτού. εξ ου αποθανείται εν αυτω. 20 εάν δε δι' έχθραν ώση αυτόν και επιρρίψη επ' αυτόν παν σκεύος εξ ενέδρου. 29 και έσται ταύτα υμίν εις δικαίωμα κρίματος εις τας γενεάς υμών εν πάσαις ταις κατοικίαις υμών. εις ην υμείς κατοικείτε· το γαρ αίμα τούτο φονοκτονεί την γην. ου κατέφυγε. ούτος αποκτενεί τον φονεύσαντα· όταν συναντήση αυτω. 31 και ου λήψεσθε λύτρα περί ψυχής παρά του φονεύσαντος του ενόχου όντος αναιρεθήναι· θανάτω γαρ θανατωθήσεται. έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας. και κατοικήσει εκεί έως αν αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας. και αποθάνη.

ότι έκαστος εν τη κληρονομία της φυλής της πατριάς αυτού προσκολληθήσονται οι υιοί Ισραήλ. έστωσαν γυναίκες. και τω κυρίω συνέταξε Κύριος δούναι την κληρονομίαν Σαλπαάδ του αδελφού ημών ταις θυγατράσιν αυτού. 8 και πάσα θυγάτηρ αγχιστεύουσα κληρονομίαν εκ των φυλών υιών Ισραήλ ενί των εκ του δήμου του πατρός αυτής έσονται γυναίκες. και εκ του κλήρου της κληρονομίας ημών αφαιρεθήσεται. αλλ' έκαστος εν τη κληρονομία αυτού προσκολληθήσονται οι υιοί Ισραήλ. λέγων· ου αρέσκη εναντίον αυτών. 3 και έσονται ενί των φυλών υιών Ισραήλ γυναίκες. 7 και ουχί περιστραφήσεται κληρονομία τοις υιοίς Ισραήλ από φυλής επί φυλήν. 4 εάν δε γένηται η άφεσις των υιών Ισραήλ. ΑΡΙΘΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ προσήλθον οι άρχοντες φυλής υιών Γαλαάδ υιού Μαχίρ υιού Μανασσή εκ της φυλής υιών Ιωσήφ και ελάλησαν έναντι Μωυσή και έναντι Ελεάζαρ του ιερέως και έναντι των αρχόντων οίκων πατριών των υιών Ισραήλ 2 και είπαν· τω κυρίω ημών ενετείλατο Κύριος αποδούναι την γην της κληρονομίας εν κλήρω τοις υιοίς Ισραήλ. 10 ον τρόπον συνέταξε Κύριος Μωυσή. οίς αν γένωνται γυναίκες. αλλ' επί του αίματος του εκχέοντος. και προστεθήσεται η κληρονομία αυτών επί την κληρονομίαν της φυλής. και από της κληρονομίας φυλής πατριάς ημών αφαιρεθήσεται η κληρονομία αυτών. πλήν εκ του δήμου του πατρός αυτών έστωσαν γυναίκες. ούτως εποίησαν θυγατράσι Σαλπαάδ. 5 και ενετείλατο Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ δια προστάγματος Κυρίου λέγων· ούτως φυλή υιών Ιωσήφ λέγουσι· 6 τούτο το ρήμα. εφ' ης εγώ κατασκηνώ εν υμίν· εγώ γαρ ειμι Κύριος κατασκηνών εν μέσω των υιών Ισραήλ. 11 και εγένοντο Θερσά και Εγλά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 289 . και αφαιρεθήσεται ο κλήρος αυτών εκ της κατασχέσεως των πατέρων ημών και προστεθήσεται εις κληρονομίαν της φυλής. εφ' ης κατοικείτε επ' αυτής. οίς αν γένωνται γυναίκες. ίνα αγχιστεύσωσιν οι υιοί Ισραήλ έκαστος την κληρονομίαν την πατρικήν αυτού· 9 και ου περιστραφήσεται ο κλήρος εκ φυλής επί φυλήν ετέραν. ό συνέταξε Κύριος τοις θυγατράσι Σαλπαάδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αίματος του εκχυθέντος επ' αυτής. 34 και ου μιανείτε την γην.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μελχά και Νούα και Μαλαά θυγατέρες Σαλπαάδ τοις ανεψιοίς αυτών· 12 εκ του δήμου του Μανασσή υιών Ιωσήφ εγενήθησαν γυναίκες. ------------------------------------------------------- ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΟΥΤΟΙ οι λόγοι. ους ελάλησε Μωυσής παντί Ισραήλ πέραν του Ιορδάνου εν τη ερήμω προς δυσμαίς πλησίον της ερυθράς θαλάσσης ανά μέσον Φαράν Τοφόλ και Λοβόν και Αυλών και Καταχρύσεα· 2 ένδεκα ημερών εκ Χωρήβ οδός επ ‘ όρος Σηείρ έως Κάδης Βαρνή. εις όρος και πεδίον και προς λίβα και παραλίαν γην Χαναναίων και Αντιλίβανον έως του ποταμού του μεγάλου Ευφράτου. 3 και εγενήθη εν τω τεσσαρακοστω έτει εν τω ενδεκάτω μηνί μια του μηνός ελάλησε Μωυσής προς πάντας υιούς Ισραήλ κατά πάντα. ην ώμοσα τοις πατράσιν υμών. α ενετείλατο Κύριος εν χειρί Μωυσή επί δυσμών Μωάβ επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. παραδέδωκεν ενώπιον υμών την γην· εισπορευθέντες κληρονομήσατε την γην. 5 εν τω πέραν του Ιορδάνου εν γη Μωάβ. ήρξατο Μωυσής διασαφήσαι τον νόμον τούτον λέγων· 6 Κύριος ο Θεός ημών ελάλησεν ημίν εν Χωρήβ λέγων· ικανούσθω υμίν κατοικείν εν τω όρει τούτω· 7 επιστράφητε και απάρατε υμείς και εισπορεύεσθε εις όρος Αμορραίων και προς πάντας τους περιοίκους Άραβα. 13 Αύται αι εντολαί και τα δικαιώματα και τα κρίματα. 4 μετά το πατάξαι Σηών βασιλέα Αμορραίων τον κατοικήσαντα εν Εσεβών και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν τον κατοικήσαντα εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν. 8 ίδετε. τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ δούναι αυτοίς και τω σπέρματι αυτών μετ ‘ αυτούς. όσα ενετείλατο Κύριος αυτω προς αυτούς. και εγενήθη η κληρονομία αυτών επί την φυλήν δήμου του πατρός αυτών. 9 και είπα προς υμάς εν τω καιρω εκείνω λέγων· ου δυνήσομαι μόνος φέρειν υμάς· 10 Κύριος ο Θεός υμών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 290 .

και ακούσομαι αυτό. και έλαβον εξ υμών δώδεκα άνδρας. αλλ ‘ ηπειθήσατε τω ρήματι Κυρίου του Θεού ημών 27 και διεγογγύζετε εν ταις σκηναίς υμών και είπατε· δια το μισείν Κύριον ημάς. κατά τον μικρόν και κατά τον μέγαν κρινείς. καθότι ελάλησεν υμίν. 16 και ενετειλάμην τοις κριταίς υμών εν τω καιρω εκείνω λέγων· διακούετε ανά μέσον των αδελφών υμών και κρίνατε δικαίως ανά μέσον ανδρός και ανά μέσον αδελφού και ανά μέσον προσηλύτου αυτού. οδόν όρους του Αμορραίου. 24 και επιστραφέντες ανέβησαν εις το όρος και ήλθοσαν έως Φάραγγος βότρυος και κατεσκόπευσαν αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επλήθυνεν υμάς. 20 και είπα προς υμάς· ήλθατε έως του όρους του Αμορραίου. δι ‘ ης αναβησόμεθα εν αυτη. 23 και ήρεσεν εναντίον μου το ρήμα. και ιδού εστε σήμερον ωσεί τα άστρα του ουρανού τω πλήθει· 11 Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών προσθείη υμίν ως εστέ χιλιοπλασίως και ευλογήσαι υμάς. ον τρόπον είπε Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών υμίν· μη φοβείσθε μηδέ δειλιάσητε. και ήλθομεν έως Κάδης Βαρνή. 13 δότε εαυτοίς άνδρας σοφούς και επιστήμονας και συνετούς εις τας φυλάς υμών. ην είδετε. 22 και προσήλθατέ μοι πάντες και είπατε· αποστείλωμεν άνδρας προτέρους ημών. εξήγαγεν ημάς εκ γης Αιγύπτου παραδούναι ημάς εις χείρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 291 . και τας πόλεις εις ας εισπορευσόμεθα εις αυτάς. 17 ουκ επιγνώση πρόσωπον εν κρίσει. 12 Πως δυνήσομαι μόνος φέρειν τον κόπον υμών και την υπόστασιν υμών και τας αντιλογίας υμών. ότι η κρίσις του Θεού εστι· και το ρήμα. 19 και απάραντες εκ Χωρήβ επορεύθημεν πάσαν την έρημον την μεγάλην και την φοβεράν εκείνην. 14 και απεκρίθητέ μοι και είπατε· καλόν το ρήμα ό ελάλησας ποιήσαι. 18 και ενετειλάμην υμίν εν τω καιρω εκείνω πάντας τους λόγους. ους ποιήσετε. και καταστήσω εφ ‘ υμών ηγουμένους υμών. 25 και ελάβοσαν εν ταις χερσίν αυτών από του καρπού της γης και κατήνεγκαν προς υμάς και έλεγον· αγαθή η γη. και εφοδευσάτωσαν ημίν την γην και αναγγειλάτωσαν ημίν απόκρισιν την οδόν. παραδέδωκεν ημίν Κύριος ο Θεός υμών προ προσώπου υμών την γην· αναβάντες κληρονομήσατε. 21 ίδετε. 15 και έλαβον εξ υμών άνδρας σοφούς και επιστήμονας και συνετούς και κατέστησα αυτούς ηγείσθαι εφ ‘ υμών χιλιάρχους και εκατοντάρχους και πεντηκοντάρχους και δεκάρχους και γραμματοεισαγωγείς τοις κριταίς υμών. ανοίσετε αυτό επ ‘ εμέ. ό εάν σκληρόν ή αφ ‘ υμών. άνδρα ένα κατά φυλήν. καθότι ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν. 26 και ουκ ηθελήσατε αναβήναι. ου μη υποστείλη πρόσωπον ανθρώπου. ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν ημίν. ό Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν υμίν.

αλλά και υιούς γιγάντων εωράκαμεν εκεί. και τοις υιοίς αυτού δια το προσκείσθαι αυτόν τα προς Κύριον. ωσεί ποιήσαισαν αι μέλισσαι. όσα ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν. ως ει τις τροφοφορήσαι άνθρωπος τον υιόν αυτού. οδόν όρους του Αμορραίου. 34 και ήκουσε Κύριος την φωνήν των λόγων υμών και παροξυνθείς ώμοσε λέγων· 35 ει όψεταί τις των ανδρών τούτων την γην αγαθήν ταύτην. όστις ουκ οίδε σήμερον αγαθόν ή κακόν. ως ετροφοφόρησέ σε Κύριος ο Θεός σου. οδόν την επί της ερυθράς θαλάσσης. 28 που ημείς αναβαίνομεν. εφ ‘ ην επέβη. έως ήλθετε εις τον τόπον τούτον. 29 και είπα προς υμάς· μη πτήξετε. οι δε αδελφοί υμών απέστησαν την καρδίαν υμών λέγοντες· έθνος μέγα και πολύ και δυνατώτερον ημών και πόλεις μεγάλαι και τετειχισμέναι έως του ουρανού. ου γαρ ειμι μεθ ‘ υμών· και ου μη συντριβήτε ενώπιον των εχθρών υμών· 43 και ελάλησα υμίν. δεικνύων υμίν την οδόν καθ ‘ ην πορεύεσθε επ ‘ αυτής. μηδέ φοβηθήτε απ ‘ αυτών· 30 Κύριος ο Θεός υμών ο προπορευόμενος προ προσώπου υμών αυτός συνεκπολεμήσει αυτούς μεθ ‘ υμών κατά πάντα. ούτος εισελεύσεται εκεί· αυτόν κατίσχυσον. 45 και καθίσαντες εκλαίετε εναντίον Κυρίου του Θεού ημών. και ουκ εισηκούσατέ μου και παρέβητε το ρήμα Κυρίου και παραβιασάμενοι ανέβητε εις το όρος. ούτος όψεται αυτήν. ότι αυτός κατακληρονομήσει αυτήν τω Ισραήλ. 46 και ενεκάθησθε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 292 . 41 και απεκρίθητε και είπατε· ημάρτομεν έναντι Κυρίου του Θεού ημών· ημείς αναβάντες πολεμήσομεν κατά πάντα. κατά πάσαν την οδόν εις ην επορεύθητε. 33 ος προπορεύεται πρότερος υμών εν τη οδω εκλέγεσθαι υμίν τόπον. 40 και υμείς επιστραφέντες εστρατοπεδεύσατε εις την έρημον. και τούτω δώσω την γην. 39 και παν παιδίον νέον. 32 και εν τω λόγω τούτω ουκ ενεπιστεύσατε Κυρίω τω Θεω ημών. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών. ούτοι εισελεύσονται εκεί. και τούτοις δώσω αυτήν. 44 και εξήλθεν ο Αμορραίος ο κατοικών εν τω όρει εκείνω εις συνάντησιν υμίν και κατεδίωξαν υμάς. και αναλαβόντες έκαστος τα σκεύη τα πολεμικά αυτού και συναθροισθέντες ανεβαίνετε εις το όρος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αμορραίων. και ετίτρωσκον υμάς από Σηείρ έως Ερμά. 36 πλήν Χάλεβ υιος Ιεφοννή. εξολοθρεύσαι ημάς. ην είδετε. 37 και εμοί εθυμώθη Κύριος δι ‘ υμάς λέγων· ουδέ συ ου μη εισέλθης εκεί· 38 Ιησούς υιος Ναυή ο παρεστηκώς σοι. όσα εποίησεν υμίν εν γη Αιγύπτω 31 και εν τη ερήμω ταύτη. και ουκ εισήκουσε Κύριος της φωνής υμών ουδέ προσέσχεν υμίν. και αυτοί κληρονομήσουσιν αυτήν. και εν νεφέλη ημέρας. 42 και είπε Κύριος προς με· ειπόν αυτοίς· ουκ αναβήσεσθε ουδέ μη πολεμήσετε. οδηγών υμάς εν πυρί νυκτός.

12 και εν Σηείρ ενεκάθητο ο Χορραίος το πρότερον. ότι εν κλήρω δέδωκα τοις υιοίς Ησαύ το όρος το Σηείρ. και εκυκλώσαμεν το όρος το Σηείρ ημέρας πολλάς. (10 οι ‘Ομμίν πρότεροι ενεκάθηντο επ ‘ αυτής έθνος μέγα και πολύ και ισχύοντες. 2 και είπε Κύριος προς με· 3 ικανούσθω υμίν κυκλούν το όρος τούτο. επιστράφητε ουν επί βορράν· 4 και τω λαω έντειλαι λέγων· υμείς παραπορεύεσθε δια των ορίων των αδελφών υμών υιών Ησαύ. και υιοί Ησαύ απώλεσαν αυτούς και εξέτριψαν αυτούς από προσώπου αυτών και κατωκίσθησαν αντ ‘ αυτών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ επιστραφέντες απήραμεν εις την έρημον. 14 και αι ημέραι. ωσπερ οι Ενακίμ· 11 Ραφαϊν λογισθήσονται και ούτοι ωσπερ και οι Ενακίμ. ας παρεπορεύθημεν από Κάδης Βαρνή έως ου παρήλθομεν την φάραγγα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 293 . και φοβηθήσονται υμάς και ευλαβηθήσονται υμάς σφόδρα. ην δέδωκε Κύριος αυτοίς). ουκ επεδεήθης ρήματος. 13 νυν ουν ανάστητε και απάρατε υμείς και παραπορεύεσθε την φάραγγα Ζαρέτ. 8 και παρήλθομεν τους αδελφούς ημών υιούς Ησαύ. όσας ποτέ ημέρας ενεκάθησθε. τους κατοικούντας εν Σηείρ παρά την οδόν την Άραβα από Αιλών και από Γεσιών Γάβερ και επιστρέψαντες παρήλθομεν οδόν έρημον Μωάβ. οί κατοικούσιν εν Σηείρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εν Κάδης ημέρας πολλάς. τοις γαρ υιοίς Λωτ δέδωκα την Αροήρ κληρονομείν. 5 μη συνάψητε προς αυτούς πόλεμον· ου γαρ δώ υμίν από της γης αυτών ουδέ βήμα ποδός. ον τρόπον ελάλησε Κύριος προς με. 6 αργυρίου βρώματα αγοράσατε παρ ‘ αυτών και φάγεσθε και ύδωρ μέτρω λήψεσθε παρ ‘ αυτών αργυρίου και πίεσθε· 7 ο γαρ Κύριος ο Θεός ημών ευλόγησέ σε εν παντί έργω των χειρών σου· διάγνωθι Πως διήλθες την έρημον την μεγάλην και την φοβεράν εκείνην· ιδού τεσσαράκοντα έτη Κύριος ο Θεός σου μετά σου. ον τρόπον εποίησεν Ισραήλ την γην της κληρονομίας αυτού. 9 και είπε Κύριος προς με· μη εχθραίνετε τοις Μωαβίταις και μη συνάψητε προς αυτούς πόλεμον· ου γαρ μη δώ υμίν από της γης αυτών εν κλήρω. οδόν θάλασσαν ερυθράν. και οι Μωαβίται επονομάζουσιν αυτούς ‘Ομμίν.

ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν ημίν. (20 γη Ραφαϊν λογισθήσεται· και γαρ επ ‘ αυτής κατώκουν οι Ραφαϊν το πρότερον. και ύδωρ αργυρίου αποδώση μοι. έως ου διέπεσε πάσα γενεά ανδρών πολεμιστών αποθνήσκοντες εκ της παρεμβολής. ότι τοις υιοίς Λωτ δέδωκα αυτήν εν κλήρω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ζαρέτ. ωσπερ και οι Ενακίμ. και απώλεσεν αυτούς Κύριος προ προσώπου αυτών. καθότι ώμοσε Κύριος ο Θεός αυτοίς· 15 και η χείρ του Θεού ην επ ‘ αυτοίς εξαναλώσαι αυτούς εκ μέσου της παρεμβολής. οίτινες ακούσαντες το όνομά σου ταραχθήσονται και ωδίνας έξουσιν από προσώπου σου. και οι Αμμανίται επονομάζουσιν αυτούς Ζομζομμίν. ίνα παραδοθή εις τας χείράς σου ως εν τη ημέρα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 294 . και κατεκληρονόμησαν και κατωκίσθησαν αντ ‘ αυτών έως της ημέρας ταύτης· 22 ωσπερ εποίησαν τοις υιοίς Ησαύ κατοικούσιν εν Σηείρ. και οι Καππάδοκες οι εξελθόντες εκ Καππαδοκίας εξέτριψαν αυτούς και κατωκίσθησαν αντ ‘ αυτών). 30 και ουκ ηθέλησε Σηών βασιλεύς Εσεβών παρελθείν ημάς δι ‘ αυτού. ότι εσκλήρυνε Κύριος ο Θεός ημών το πνεύμα αυτού και κατίσχυσε την καρδίαν αυτού. 24 νυν ουν ανάστητε και απάρατε και παρέλθατε υμείς την φάραγγα Αρνών· ιδού παραδέδωκα εις τας χείράς σου τον Σηών βασιλέα Εσεβών τον Αμορραίον και την γην αυτού· ενάρχου κληρονομείν. και πίομαι· πλήν ότι παρελεύσομαι τοις ποσί. τριάκοντα και οκτώ έτη. ουκ εκκλινώ δεξιά ουδ ‘ αριστερά· 28 βρώματα αργυρίου αποδώση μοι. 29 καθώς εποίησάν μοι οι υιοί Ησαύ οι κατοικούντες εν Σηείρ και οι Μωαβίται οι κατοικούντες εν Αροήρ. σύναπτε προς αυτόν πόλεμον. 21 έθνος μέγα και πολύ και δυνατώτερον υμών. ον τρόπον εξέτριψαν τον Χορραίον από προσώπου αυτών και κατεκληρονόμησαν αυτούς και κατωκίσθησαν αντ ‘ αυτών έως της ημέρας ταύτης· 23 και οι Ευαίοι οι κατοικούντες εν Ασηδώθ έως Γάζης. έως ου διέπεσαν. 16 και εγενήθη επειδή έπεσαν πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί αποθνήσκοντες εκ μέσου του λαού. εν τη οδω πορεύσομαι. 17 και ελάλησε Κύριος προς με λέγων· 18 συ παραπορεύση σήμερον τα όρια Μωάβ την Σηείρ 19 και προσάξετε εγγύς υιών Αμμάν· μη εχθραίνετε αυτοίς μηδέ συνάψητε αυτοίς εις πόλεμον· ου γαρ μη δώ από της γης υιών Αμμάν σοι εν κλήρω. και φάγομαι. 25 εν τη ημέρα ταύτη ενάρχου δούναι τον τρόμον σου και τον φόβον σου επί προσώπου πάντων των εθνών των υποκάτω του ουρανού. έως αν παρέλθω τον Ιορδάνην εις την γην. 26 Και απέστειλα πρέσβεις εκ της ερήμου Κεδαμώθ προς Σηών βασιλέα Εσεβών λόγοις ειρηνικοίς λέγων· 27 παρελεύσομαι δια της γης σου.

πάντα τα συγκυρούντα χειμάρρου Ιαβόκ και τας πόλεις τας εν τη ορεινή. ος κατώκει εν Εσεβών. τας πάσας παρέδωκε Κύριος ο Θεός ημών εις τας χείρας ημών· 37 πλήν εγγύς υιών Αμμάν ου προσήλθομεν. και την πόλιν την ούσαν εν τη φάραγγι και έως όρους του Γαλαάδ ουκ εγενήθη πόλις. 31 και είπε Κύριος προς με· ιδού ήργμαι παραδούναι προ προσώπου σου τον Σηών βασιλέα Εσεβών τον Αμορραίον και την γην αυτού· έναρξαι κληρονομήσαι την γην αυτού. τείχη υψηλά. 32 και εξήλθε Σηών βασιλεύς Εσεβών εις συνάντησιν ημίν. ου κατελίπομεν ζωγρείαν· 35 πλήν τα κτήνη επρονομεύσαμεν και τα σκύλα των πόλεων ελάβομεν. πλήν των πόλεων των Φερεζαίων των πολλών σφόδρα. 3 και παρέδωκεν αυτόν Κύριος ο Θεός ημών εις τας χείρας ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 295 . ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ επιστραφέντες ανέβημεν οδόν την εις Βασάν. ή εστι παρά το χείλος χειμάρρου Αρνών. και επατάξαμεν αυτόν και τους υιούς αυτού και πάντα τον λαόν αυτού· 34 και εκρατήσαμεν πασών των πόλεων αυτού εν τω καιρω εκείνω και εξωλοθρεύσαμεν πάσαν πόλιν εξής. πάντα τα περίχωρα Αργόβ βασιλέως Ωγ εν Βασάν. πύλαι και μοχλοί. εξήκοντα πόλεις. εις πόλεμον εις Ιασσά. 33 και παρέδωκεν αυτόν Κύριος ο Θεός ημών προ προσώπου ημών. 36 εξ Αροήρ. αυτός και πας ο λαός αυτού. 4 και εκρατήσαμεν πασών των πόλεων αυτού εν τω καιρω εκείνω· ουκ ην πόλις. καθότι ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν. 5 πάσαι πόλεις οχυραί. εις πόλεμον εις Εδραϊμ. αυτός και πας ο λαός αυτού. ήτις διέφυγεν ημάς. και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν και πάντα τον λαόν αυτού. και επατάξαμεν αυτόν έως του μη καταλιπείν αυτού σπέρμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτη. ότι εις τας χείράς σου παραδέδωκα αυτόν και πάντα τον λαόν αυτού και πάσαν την γην αυτού. 2 και είπε Κύριος προς με· μη φοβηθής αυτόν. και τας γυναίκας αυτών και τα τέκνα αυτών. 6 εξωλοθρεύσαμεν αυτούς. και ποιήσεις αυτω ωσπερ εποίησας Σηών βασιλεί των Αμορραίων. και εξήλθεν Ωγ βασιλεύς της Βασάν εις συνάντησιν ημίν. ην ουκ ελάβομεν παρ ‘ αυτών.

και κατακληρονομήσωσι και ούτοι την γην. 14 και Ιαϊρ Ραφαϊν λογισθήσεται. ην έδωκα υμίν. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου από του χειμάρρου Αρνών και έως Αερμών (9 οι Φοίνικες επονομάζουσι το Αερμών Σανιώρ. εννέα πήχεων το μήκος αυτής και τεσσάρων πήχεων το εύρος αυτής εν πήχει ανδρός. 14 και Ιαϊρ υιος Μανασσή έλαβε πάσαν την περίχωρον Αργόβ έως των ορίων Γαργασί και Μαχαθί· επωνόμασεν αυτάς επί τω ονόματι αυτού την Βασάν Αυώθ Ιαϊρ έως της ημέρας ταύτης. 17 και η Άραβα και ο Ιορδάνης όριον Μαχαναρέθ. και έως θαλάσσης Άραβα. όσα εποίησε Κύριος ο Θεός ημών τοις δυσί βασιλεύσι τούτοις· ούτως ποιήσει Κύριος ο Θεός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 296 . θαλάσσης αλυκής υπό Ασηδώθ την Φασγά ανατολών 18 και ενετειλάμην υμίν εν τω καιρω εκείνω λέγων· Κύριος ο Θεός υμών έδωκεν υμίν την γην ταύτην εν κλήρω· ενοπλισάμενοι προπορεύεσθε προ προσώπου των αδελφών υμών υιών Ισραήλ. κατοικείτωσαν εν ταις πόλεσιν υμών. ή εστι παρά το χείλος χειμάρρου Αρνών. αις έδωκα υμίν. και το ήμισυ του όρους Γαλαάδ και τας πόλεις αυτού έδωκα τω Ρουβήν και τω Γάδ. και τα σκύλα των πόλεων επρονομεύσαμεν εαυτοίς. και ο Αμορραίος επωνόμασεν αυτό Σανίρ). 20 έως αν καταπαύση Κύριος ο Θεός υμών τους αδελφούς υμών. και επαναστραφήσεσθε έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού. και εξωλοθρεύσαμεν πάσαν πόλιν εξής και τας γυναίκας και τα παιδία· 7 και πάντα τα κτήνη. 8 Και ελάβομεν εν τω καιρω εκείνω την γην εκ χειρών δύο βασιλέων των Αμορραίων. οίδα ότι πολλά κτήνη υμίν. ιδού αύτη εν τη άκρα των υιών Αμμάν. 21 Και τω Ιησοί ενετειλάμην εν τω καιρω εκείνω λέγων· οι οφθαλμοί υμών εωράκασι πάντα. 11 ότι πλήν Ωγ βασιλεύς Βασάν κατελείφθη από των Ραφαϊν· ιδού η κλίνη αυτού κλίνη σιδηρά. ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν αυτοίς εν τω πέραν του Ιορδάνου. πάσαν Βασάν εκείνην· γη Ραφαϊν λογισθήσεται. 15 και τω Μαχίρ έδωκα την Γαλαάδ. πόλεις βασιλείας του Ωγ εν τη Βασάν. 16 και τω Ρουβήν και τω Γάδ δέδωκα από της Γαλαάδ έως χειμάρρου Αρνών (μέσον του χειμάρρου όριον) και έως του Ιαβόκ· ο χειμάρρους όριον τοις υιοίς Αμμάν. πας δυνατός· 19 πλήν αι γυναίκες υμών και τα τέκνα υμών και τα κτήνη υμών. 10 πάσαι πόλεις Μισώρ και πάσα Γαλαάδ και πάσα Βασάν έως Ελχά και Εδραϊμ. 13 και το κατάλοιπον του Γαλαάδ και πάσαν την Βασάν βασιλείαν Ωγ έδωκα τω ημίσει φυλής Μανασσή και πάσαν περίχωρον Αργόβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωσπερ εποιήσαμεν τον Σηών βασιλέα Εσεβών. ωσπερ και υμάς. 12 και την γην εκείνην εκληρονομήσαμεν εν τω καιρω εκείνω από Αροήρ.

και είπε Κύριος προς με· ικανούσθω σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών πάσας τας βασιλείας. όσα εγώ διδάσκω υμάς σήμερον ποιείν. εις ην υμείς εισπορεύεσθε εκεί κληρονομείν αυτήν· 6 και φυλάξεσθε και ποιήσετε. ποιήσαι ούτως εν τη γη. 2 ου προσθήσετε προς το ρήμα ό εγώ εντέλλομαι υμίν. Ισραήλ. 29 και ενεκαθήμεθα εν νάπη σύνεγγυς οίκου Φογώρ. εξέτριψεν αυτόν Κύριος ο Θεός υμών εξ υμών. ότι αύτη η σοφία και η σύνεσις υμών εναντίον πάντων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 297 . ότι ούτος διαβήσεται προ προσώπου του λαού τούτου. μη προσθής έτι λαλήσαι τον λόγον τούτον· 27 ανάβηθι επί την κορυφήν του Λελαξευμένου και αναβλέψας τοις οφθαλμοίς σου κατά θάλασσαν και βορράν και λίβα και ανατολάς και ιδέ τοις οφθαλμοίς σου. ότι ου διαβήση τον Ιορδάνην τούτον. όστις ποιήσει καθά εποίησας συ και κατά την ισχύν σου. καθά ενετείλατό μοι Κύριος. όστις επορεύθη οπίσω Βεελφεγώρ. όσα εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. εφ ‘ ας συ διαβαίνεις εκεί· 22 ου φοβηθήσεσθε απ ‘ αυτών. 26 και υπερείδε Κύριος εμέ ένεκεν υμών και ουκ εισήκουσέ μου. το όρος τούτο το αγαθόν και τον Αντιλίβανον. 25 διαβάς ουν όψομαι την γην την αγαθήν ταύτην την ούσαν πέραν του Ιορδάνου. άκουε των δικαιωμάτων και των κριμάτων. 4 υμείς δε οι προσκείμενοι Κυρίω τω Θεω υμών ζήτε πάντες εν τη σήμερον. 23 και εδεήθην Κυρίου εν τω καιρω εκείνω λέγων· 24 Κύριε Θεέ. και ούτος κατακληρονομήσει αυτοίς πάσαν την γην. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ νυν. ότι πας άνθρωπος. ην εώρακας. 3 οι οφθαλμοί υμών εωράκασι πάντα. ίνα ζήτε και πολυπλασιασθήτε και εισελθόντες κληρονομήσητε την γην. 28 και έντειλαι Ιησοί και κατίσχυσον αυτόν και παρακάλεσον αυτόν. ότι Κύριος ο Θεός ημών αυτός πολεμήσει περί υμών. 5 ίδετε. ην Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών δίδωσιν υμίν. δέδειχα υμίν δικαιώματα και κρίσεις. συ ήρξω δείξαι τω σω θεράποντι την ισχύν σου και την δύναμίν σου και την χείρα την κραταιάν και τον βραχίονα τον υψηλόν· τις γαρ εστι Θεός εν τω ουρανω ή επί της γης. και ουκ αφελείτε απ ‘ αυτού· φυλάσσεσθε τας εντολάς Κυρίου του Θεού υμών. όσα εποίησε Κύριος ο Θεός ημών τω Βεελφεγώρ.

ας αυτοί ζώσιν επί της γης. ή ελάλησε Κύριος προς υμάς εν Χωρήβ εν τω όρει εκ μέσου του πυρός. αλλ ‘ ή φωνήν· 13 και ανήγγειλεν υμίν την διαθήκην αυτού. θύελλα. ους εωράκασιν οι οφθαλμοί σου· και μη αποστήτωσαν από της καρδίας σου πάσας τας ημέρας της ζωής σου. 19 και μη αναβλέψας εις τον ουρανόν και ιδών τον ήλιον και την σελήνην και τους αστέρας και πάντα τον κόσμον του ουρανού. ότι ουκ είδετε ομοίωμα εν τη ημέρα. μη επιλάθη πάντας τους λόγους. 14 και εμοί ενετείλατο Κύριος εν τω καιρω εκείνω διδάξαι υμάς δικαιώματα και κρίσεις. α απένειμε Κύριος ο Θεός σου αυτά πάσι τοις έθνεσι τοις υποκάτω του ουρανού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των εθνών. 11 και προσήλθετε και έστητε υπό το όρος. είναι αυτω λαόν έγκληρον ως εν τη ημέρα ταύτη. ό έρπει επί της γης. 15 και φυλάξεσθε σφόδρα τας ψυχάς υμών. 12 και ελάλησε Κύριος προς υμάς εκ μέσου του πυρός φωνήν ρημάτων. και έγραψεν αυτά επί δύο πλάκας λιθίνας. ω εστιν αυτω Θεός εγγίζων αυτοίς. ην έστητε ενώπιον Κυρίου του Θεού ημών εν Χωρήβ τη ημέρα της εκκλησίας. και ακουσάτωσαν τα ρήματά μου. ό πέταται υπό τον ουρανόν. ην ενετείλατο υμίν ποιείν. ην υμείς ηκούσατε. φωνή μεγάλη. 9 πρόσεχε σεαυτω και φύλαξον την ψυχήν σου σφόδρα. όπως μάθωσι φοβείσθαί με πάσας τας ημέρας. και συμβιβάσεις τους υιούς σου και τους υιούς των υιών σου 10 ημέραν. τα δέκα ρήματα. και ομοίωμα ουκ είδετε. 16 μη ανομήσητε και ποιήσητε υμίν εαυτοίς γλυπτόν ομοίωμα πάσαν εικόνα ομοίωμα αρσενικού ή θηλυκού. εξ Αιγύπτου. ως Κύριος ο Θεός ημών εν πάσιν. ομοίωμα παντός ιχθύος. όσοι εάν ακούσωσι πάντα τα δικαιώματα ταύτα και ερούσιν· ιδού λαός σοφός και επιστήμων το έθνος το μέγα τούτο. 17 ομοίωμα παντός κτήνους των όντων επί της γης. οίς εάν αυτόν επικαλεσώμεθα. 7 ότι ποίον έθνος μέγα. ω εστιν αυτω δικαιώματα και κρίματα δίκαια κατά πάντα τον νόμον τούτον. και τους υιούς αυτών διδάξουσι. ον εγώ δίδωμι ενώπιον υμών σήμερον. ότι είπε Κύριος προς με· εκκλησίασον προς με τον λαόν. 21 και Κύριος ο Θεός εθυμώθη μοι περί των λεγομένων υφ ‘ υμών και ώμοσεν ίνα μη διαβώ τον Ιορδάνην τούτον και ίνα μη εισέλθω εις την γην. σκότος. όσα εστίν εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. πλανηθείς προσκυνήσης αυτοίς και λατρεύσης αυτοίς. και το όρος εκαίετο πυρί έως του ουρανού. γνόφος. 8 και ποίον έθνος μέγα. ομοίωμα παντός ορνέου πτερωτού. 20 υμάς δε έλαβεν ο Θεός και εξήγαγεν υμάς εκ της καμίνου της σιδηράς. ποιείν υμάς αυτά επί της γης. 18 ομοίωμα παντός ερπετού. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω· 22 εγώ γαρ αποθνήσκω εν τη γη ταύτη και ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 298 . εις ην υμείς εισπορεύεσθε εκεί κληρονομήσαι αυτήν.

27 και διασπερεί Κύριος υμάς εν πάσι τοις έθνεσι και καταλειφθήσεσθε ολίγοι αριθμω εν πάσι τοις έθνεσιν. ξύλοις και λίθοις. 37 δια το αγαπήσαι αυτόν τους πατέρας σου και εξελέξατο το σπέρμα αυτών μετ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 299 . μη επιλάθησθε την διαθήκην Κυρίου του Θεού ημών. έργοις χειρών ανθρώπων. ουχί πολυχρονιείτε ημέρας επ ‘ αυτής. και επί το άκρον του ουρανού έως του άκρου του ουρανού. αλλ ‘ ή εκτριβή εκτριβήσεσθε. 23 προσέχετε υμείς. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 32 επερωτήσατε ημέρας προτέρας τας γενομένας προτέρας σου από της ημέρας. ης έκτισεν ο Θεός άνθρωπον επί της γης. και τα ρήματα αυτού ήκουσας εκ μέσου του πυρός. και επί της γης έδειξέ σοι το πυρ αυτού το μέγα. ουκ επιλήσεται την διαθήκην των πατέρων σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διαβαίνω τον Ιορδάνην τούτον. 28 και λατρεύσετε εκεί θεοίς ετέροις. και επιστραφήση προς Κύριον τον Θεόν σου και εισακούση της φωνής αυτού· 31 ότι Θεός οικτίρμων Κύριος ο Θεός σου. ει γέγονε κατά το ρήμα το μέγα τούτο. οί ουκ όψονται ουδέ μη ακούσωσιν ούτε μη φάγωσιν ούτε μη οσφρανθώσι. ων συνέταξέ σοι Κύριος ο Θεός σου· 24 ότι Κύριος ο Θεός σου πυρ καταναλίσκον εστί. ει ήκουσται τοιούτο· 33 ει ακήκοεν έθνος φωνήν Θεού ζώντος λαλούντος εκ μέσου του πυρός. και ποιήσητε υμίν εαυτοίς γλυπτόν ομοίωμα πάντων. 36 εκ του ουρανού ακουστή εγένετο η φωνή αυτού παιδεύσαί σε. ότι απωλεία απολείσθε από της γης. ην ώμοσεν αυτοίς Κύριος. 25 Εάν δε γεννήσης υιούς και υιούς των υιών σου και χρονίσητε επί της γης και ανομήσητε και ποιήσητε γλυπτόν ομοίωμα παντός και ποιήσητε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου του Θεού υμών παροργίσαι αυτόν. 29 και ζητήσετε εκεί Κύριον τον Θεόν υμών και ευρήσετε αυτόν. όταν εκζητήσητε αυτόν εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου εν τη θλίψει σου· 30 και ευρήσουσί σε πάντες οι λόγοι ούτοι επ ‘ εσχάτω των ημερών. ούτος Θεός εστι. όσα εποίησε Κύριος ο Θεός ημών εν Αιγύπτω ενώπιόν σου βλέποντος· 35 ωστε ειδήσαί σε ότι Κύριος ο Θεός σου. Θεός ζηλωτής. εις ους εισάξει Κύριος υμάς εκεί. υμείς δε διαβαίνετε και κληρονομήσετε την γην την αγαθήν ταύτην. ην διέθετο προς υμάς. 26 διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην. ον τρόπον ακήκοας συ και έζησας· 34 ει επείρασεν ο Θεός εισελθών λαβείν εαυτω έθνος εκ μέσου έθνους εν πειρασμω και εν σημείοις και εν τέρασι και εν πολέμω και εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω και εν οράμασι μεγάλοις κατά πάντα. ουκ εγκαταλείψει σε ουδέ μη εκτρίψη σε. και ανομήσητε. και ουκ έστιν έτι πλήν αυτού.

ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι πάσας τας ημέρας. 41 Τότε αφώρισε Μωυσής τρεις πόλεις πέραν του Ιορδάνου από ανατολών ηλίου 42 φυγείν εκεί τον φονευτήν. και μαθήσεσθε αυτά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 300 . ος αν φονεύση τον πλησίον ουκ ειδώς. τα δικαιώματα και τα κρίματα. και ουκ έστιν έτι πλήν αυτού· 40 και φυλάξασθε τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς υμάς και εξήγαγέ σε αυτός εν τη ισχύϊ αυτού τη μεγάλη εξ Αιγύπτου 38 εξολοθρεύσαι έθνη μεγάλα και ισχυρότερά σου προ προσώπου σου. δύο βασιλέων των Αμορραίων. εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου 47 και εκληρονόμησαν την γην αυτού και την γην Ωγ βασιλέως της Βασάν. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ εκάλεσε Μωυσής πάντα Ισραήλ. όσα εγώ λαλώ εν τοις ωσίν υμών εν τη ημέρα ταύτη. εγγύς οίκου Φογώρ. ίνα εύ σοι γένηται και τοις υιοίς σου μετά σε. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και καταφεύξεται εις μίαν των πόλεων τούτων και ζήσεται· 43 την Βοσόρ εν τη ερήμω εν τη γη τη πεδινή τω Ρουβήν και την Ραμώθ εν Γαλαάδ τω Γαδδί και την Γαυλών εν Βασάν τω Μανασσή. ον επάταξε Μωυσής και οι υιοί Ισραήλ. όσα ελάλησε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ. ος κατώκει εν Εσεβών. και επί του όρους του Σηών ό εστιν Αερμών. εν γη Σηών βασιλέως των Αμορραίων. εισαγαγείν σε δούναί σοι την γην αυτών κληρονομείν. καθώς έχεις σήμερον. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου κατά ανατολάς ηλίου. 44 Ούτος ο νόμος. 39 και γνώση σήμερον και επιστραφήση τη διανοία ότι Κύριος ο Θεός σου ούτος Θεός εν τω ουρανω άνω και επί της γης κάτω. Ισραήλ. 49 πάσαν την Άραβα πέραν του Ιορδάνου κατά ανατολάς ηλίου υπό Ασηδώθ την λαξευτήν. εν φάραγγι. ή εστιν επί του χείλους χειμάρρου Αρνών. εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου 46 εν τω πέραν του Ιορδάνου. και είπε προς αυτούς· άκουε. ον παρέθετο Μωυσής ενώπιον υιών Ισραήλ· 45 ταύτα τα μαρτύρια και τα δικαιώματα και τα κρίματα. 48 από Αροήρ. και ούτος ου μισών αυτόν προ της χθές και της τρίτης. όπως μακροήμεροι γένησθε επί της γης.

εξ οίκου δουλείας. 7 ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι προ προσώπου μου. 17 ου φονεύσεις. 21 ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου· ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε πάντα όσα τω πλησίον σου εστι. υμείς ώδε πάντες ζώντες σήμερον· 4 πρόσωπον κατά πρόσωπον ελάλησε Κύριος προς υμάς εν τω όρει εκ μέσου του πυρός. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου. ου ποιήσεις εν αυτη παν έργον. ίνα αναπαύσηται ο παις σου και η παιδίσκη σου και το υποζύγιόν σου. 20 ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή. 16 τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου. ωσπερ και συ· 15 και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτω και εξήγαγέ σε Κύριος ο Θεός σου εκείθεν εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω. 2 Κύριος ο Θεός υμών διέθετο προς υμάς διαθήκην εν Χωρήβ· 3 ουχί τοις πατράσιν υμών διέθετο Κύριος την διαθήκην ταύτην. 19 ου κλέψεις. αλλ ‘ ή προς υμάς. 9 ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσης αυτοίς. αποδιδούς αμαρτίας πατέρων επί τέκνα επί τρίτην και τετάρτην γενεάν τοις μισούσί με. 22 Ταύτα τα ρήματα ελάλησε Κύριος προς πάσαν συναγωγήν υμών εν τω όρει εκ μέσου του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 301 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάξεσθε ποιείν αυτά. ότι εφοβήθητε από προσώπου του πυρός και ουκ ανέβητε εις το όρος. ωστε φυλάσσεσθαι την ημέραν των σαββάτων και αγιάζειν αυτήν. λέγων· 6 εγώ ειμι Κύριος ο Θεός σου ο εξαγαγών σε εκ γης Αιγύπτου. 11 ου λήψη το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω· ου γαρ μη καθαρίση Κύριος ο Θεός σου τον λαμβάνοντα το όνομα αυτού επί ματαίω. 8 ου ποιήσεις σεαυτω είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα. όσα εν τω ουρανω άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. Θεός ζηλωτής. 12 φύλαξαι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν. ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου. 5 καγώ ειστήκειν ανά μέσον Κυρίου και υμών εν τω καιρω εκείνω αναγγείλαι υμίν τα ρήματα Κυρίου. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. 10 και ποιών έλεος εις χιλιάδας τοις αγαπώσί με και τοις φυλάσσουσι τα προστάγματά μου. 13 εξ ημέρας εργά και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· 14 τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεω σου. ίνα εύ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης. ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός σου. ο βούς σου και το υποζύγιόν σου και παν κτήνός σου και προσήλυτος ο παροικών εν σοί. δια τούτο συνέταξέ σοι Κύριος ο Θεός σου. 18 ου μοιχεύσεις. ο παις σου και η παιδίσκη σου.

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ αύται αι εντολαί και τα δικαιώματα και τα κρίματα. όσα ελάλησαν προς σε· ορθώς πάντα. και ου προσέθηκε· και έγραψεν αυτά επί δύο πλάκας λιθίνας και έδωκέ μοι. ότι εξαναλώσει ημάς το πυρ το μέγα τούτο. όσα διδάξεις αυτούς. και προσήλθετε προς με πάντες οι ηγούμενοι των φυλών υμών και η γερουσία υμών. όσα ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών διδάξαι υμάς ποιείν ούτως εν τη γη. 27 πρόσελθε συ και άκουσον πάντα. και ζήσεται. και αποθανούμεθα· 26 τις γαρ σάρξ. και λαλήσω προς σε τας εντολάς και τα δικαιώματα και τα κρίματα. ίνα εύ ή αυτοίς και τοις υιοίς αυτών δι ‘ αιώνος. και ζήσεται. και ακουσόμεθα και ποιήσομεν. 25 και νυν μη αποθάνωμεν. όσα ελάλησαν. γνόφος. 33 κατά πάσαν την οδόν. ην κληρονομήσετε. σκότος. 32 και φυλάξεσθε ποιείν ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου· ουκ εκκλινείτε εις δεξιά ουδέ εις αριστερά. ωστε φοβείσθαί με και φυλάσσεσθαι τας εντολάς μου πάσας τας ημέρας. θύελλα. και συ λαλήσεις προς ημάς πάντα. 29 τις δώσει είναι ούτω την καρδίαν αυτών εν αυτοίς. 24 και ελέγετε· ιδού έδειξεν ημίν Κύριος ο Θεός ημών την δόξαν αυτού. όσα αν είπη Κύριος ο Θεός ημών. ήτις ήκουσε φωνήν Θεού ζώντος λαλούντος εκ μέσου του πυρός. ως ημείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πυρός. όσα αν λαλήση Κύριος ο Θεός ημών προς σε. ην εγώ δίδωμι αυτοίς εν κλήρω. φωνή μεγάλη. ην ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου πορεύεσθαι εν αυτη. 23 και εγένετο ως ηκούσατε την φωνήν εκ μέσου του πυρός και το όρος εκαίετο πυρί. εάν προσθώμεθα ημείς ακούσαι την φωνήν Κυρίου του Θεού ημών έτι. και την φωνήν αυτού ηκούσαμεν εκ μέσου του πυρός· εν τη ημέρα ταύτη είδομεν ότι λαλήσει ο Θεός προς άνθρωπον. 28 και ήκουσε Κύριος την φωνήν των λόγων υμών λαλούντων προς με. εις ην υμείς εισπορεύεσθε εκεί κληρονομήσαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 302 . όπως καταπαύση σε και εύ σοι ή και μακροημερεύσητε επί της γης. και ποιείτωσαν ούτως εν τη γη. ειπόν αυτοίς· αποστράφητε υμείς εις τους οίκους υμών· 31 συ δε αυτού στήθι μετ ‘ εμού. 30 βάδισον. και είπε Κύριος προς με· ήκουσα την φωνήν των λόγων του λαού τούτου.

4 Άκουε. τω Αβραάμ και τω Ισαάκ και τω Ιακώβ δούναί σοι. μη επιλάθη Κυρίου του Θεού σου του εξαγαγόντος σε εκ γης Αιγύπτου. 3 και άκουσον. 17 φυλάσσων φυλάξη τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν υμών. ον τρόπον εξεπειράσατε εν τω Πειρασμω. ας ουκ ωκοδόμησας. 15 ότι ο Θεός ζηλωτής Κύριος ο Θεός σου εν σοί. 13 Κύριον τον Θεόν σου φοβηθήση και αυτω μόνω λατρεύσεις και προς αυτόν κολληθήση και επί τω ονόματι αυτού ομή. αμπελώνας και ελαιώνας. πόλεις μεγάλας και καλάς. ους ου κατεφύτευσας. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. ίνα μακροημερεύσητε. 14 ου πορεύεσθε οπίσω θεών ετέρων από των θεών των εθνών των περικύκλω υμών. λάκκους λελατομημένους. και ταύτα τα δικαιώματα και τα κρίματα. καθάπερ ελάλησε Κύριος ο Θεός των πατέρων σου δούναί σοι γην ρέουσαν γάλα και μέλι. 19 εκδιώξαι πάντας τους εχθρούς σου προ προσώπου σου. 2 ίνα φοβήσθε Κύριον τον Θεόν υμών. και έσται ασάλευτον προ οφθαλμών σου· 9 και γράψετε αυτά επί τας φλιάς των οικιών υμών και των πυλών υμών. Ισραήλ. εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου. ους ουκ εξελατόμησας. 11 οικίας πλήρεις πάντων αγαθών ας ουκ ενέπλησας. 6 και έσται τα ρήματα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτήν. εξ οίκου δουλείας. και λαλήσεις εν αυτοίς καθήμενος εν οίκω και πορευόμενος εν οδω και κοιταζόμενος και διανιστάμενος· 8 και αφάψεις αυτά εις σημείον επί της χειρός σου. ίνα εύ σοι γένηται και εισέλθης και κληρονομήσης την γην την αγαθήν. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. μη οργισθείς θυμω Κύριος ο Θεός σου σοι εξολοθρεύση σε από προσώπου της γης. όσα ενετείλατο Κύριος τοις υιοίς Ισραήλ εν τη ερήμω. όπως εύ σοι ή και ίνα πληθυνθήτε σφόδρα. και φύλαξον ποιείν. 10 Και έσται όταν εισαγάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην. όσα ενετείλατό σοι· 18 και ποιήσεις το αρεστόν και το καλόν έναντι Κυρίου του Θεού σου. συ και οι υιοί σου και οι υιοί των υιών σου πάσας τας ημέρας της ζωής σου. ην ώμοσε τοις πατράσι σου. Ισραήλ· Κύριος ο Θεός ημών Κύριος εις εστι· 5 και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου. και φαγών και εμπλησθείς 12 πρόσεχε σεαυτω. 16 ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου. εν τη καρδία σου και εν ψυχή σου· 7 και προβιβάσεις αυτά τους υιούς σου. καθά ελάλησε Κύριος. τα μαρτύρια και τα δικαιώματα. φυλάσσεσθαι πάντα τα δικαιώματα αυτού και τας εντολάς αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 303 .

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 20 Και έσται όταν ερωτήση σε ο υιος σου αύριον λέγων· τι εστι τα μαρτύρια και τα δικαιώματα και τα κρίματα. ίνα εύ ή ημίν πάσας τας ημέρας. 25 και ελεημοσύνη έσται ημίν. και εξάρη έθνη μεγάλα από προσώπου σου. και σε προείλετο Κύριος ο Θεός σου είναι αυτω λαόν περιούσιον παρά πάντα τα έθνη. ίνα ζώμεν ωσπερ και σήμερον. ου διαθήση προς αυτούς διαθήκην. προείλετο Κύριος υμάς και εξελέξατο Κύριος υμάς. 22 και έδωκε Κύριος σημεία και τέρατα μεγάλα και πονηρά εν Αιγύπτω εν Φαραώ και εν τω οίκω αυτού ενώπιον ημών· 23 και ημάς εξήγαγεν εκείθεν δούναι ημίν την γην ταύτην. καθά ενετείλατο ημίν. και λατρεύσει θεοίς ετέροις. και οργισθήσεται θυμω Κύριος εις υμάς και εξολοθρεύσει σε το τάχος. και εξήγαγεν ημάς Κύριος εκείθεν εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω. 21 και ερείς τω υιω σου· οικέται ήμεν τω Φαραώ εν γη Αιγύπτω. εάν φυλασσώμεθα ποιείν πάσας τας εντολάς ταύτας εναντίον Κυρίου του Θεού ημών. και την θυγατέρα αυτού ου λήψη τω υιω σου· 4 αποστήσει γαρ τον υιόν σου απ ‘ εμού. ουδέ μη ελεήσητε αυτούς. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΑΝ δε εισάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην. όσα ενετείλατο Κύριος ο Θεός ημών ημίν. τον Χετταίον και Γεργεσσαίον και Αμορραίον και Χαναναίον και Φερεζαίον και Ευαίον και Ιεβουσαίον. επτά έθνη πολλά και ισχυρότερα υμών. ην ώμοσε δούναι τοις πατράσιν ημών. 7 ουχ ότι πολυπληθείτε παρά πάντα τα έθνη. 5 αλλ ‘ ούτω ποιήσετε αυτοίς· τους βωμούς αυτών καθελείτε και τας στήλας αυτών συντρίψετε και τα άλση αυτών εκκόψετε και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακαύσετε πυρί· 6 ότι λαός άγιος ει Κυρίω τω Θεω σου. 3 ουδέ μη γαμβρεύσητε προς αυτούς· την θυγατέρα σου ου δώσεις τω υιω αυτού. όσα επί προσώπου της γης. 2 και παραδώσει αυτούς Κύριος ο Θεός σου εις τας χείράς σου και πατάξεις αυτούς. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 24 και ενετείλατο ημίν Κύριος ποιείν πάντα τα δικαιώματα ταύτα φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν ημών. υμείς γαρ εστε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 304 . αφανισμω αφανιείς αυτούς.

22 και καταναλώσει Κύριος ο Θεός σου τα έθνη ταύτα από προσώπου σου κατά μικρόν μικρόν· ου δυνήση εξαναλώσαι αυτούς το τάχος. εκ χειρός Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου. τον σίτόν σου και τον οίνόν σου και το έλαιόν σου. Θεός πιστός. ούτος Θεός. 15 και περιελεί Κύριος ο Θεός σου από σου πάσαν μαλακίαν· και πάσας νόσους Αιγύπτου τας πονηράς. τα σημεία και τα τέρατα τα μεγάλα εκείνα. την χείρα την κραταιάν και τον βραχίονα τον υψηλόν. 17 εάν δε λέγης εν τη διανοία σου. ότι σκώλον τούτό εστί σοι. 21 ου τρωθήση από προσώπου αυτών. κατά πρόσωπον αποδώσει αυτοίς. 9 και γνώση ότι Κύριος ο Θεός σου. ως εξήγαγέ σε Κύριος ο Θεός σου. έως αν εκτριβώσιν οι καταλελειμμένοι και οι κεκρυμμένοι από σου. ον ώμοσε τοις πατράσιν υμών. 18 ου φοβηθήση αυτούς· μνεία μνησθήση όσα εποίησε Κύριος ο Θεός σου τω Φαραώ και πάσι τοις Αιγυπτίοις. ουκ επιθήσει επί σε και επιθήσει αυτά επί πάντας τους μισούντάς σε. ους είδοσαν οι οφθαλμοί σου. 20 και τας σφηκίας αποστελεί Κύριος ο Θεός σου εις αυτούς. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον ποιείν. 8 αλλά παρά το αγαπάν Κύριον υμάς και διατηρών τον όρκον. 14 ευλογητός έση παρά πάντα τα έθνη· ουκ έσται εν υμίν άγονος ουδέ στείρα και εν τοις κτήνεσί σου. ους συ φοβή από προσώπου αυτών. ούτω ποιήσει Κύριος ο Θεός υμών πάσι τοις έθνεσιν. 11 και φυλάξη τας εντολάς και τα δικαιώματα και τα κρίματα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολιγοστοί παρά πάντα τα έθνη. και διαφυλάξει Κύριος ο Θεός σου σοι την διαθήκην και το έλεος. ό ώμοσε τοις πατράσιν υμών. ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσι σου δούναί σοι. ότι πολύ το έθνος τούτο ή εγώ. ο φυλάσσων διαθήκην και έλεος τοις αγαπώσιν αυτόν και τοις φυλάσσουσι τας εντολάς αυτού εις χιλίας γενεάς 10 και αποδιδούς τοις μισούσι κατά πρόσωπον εξολοθρεύσαι αυτούς· και ουχί βραδυνεί τοις μισούσι. 19 τους πειρασμούς τους μεγάλους. Θεός μέγας και κραταιός. ας εώρακας. και ου μη λατρεύσης τοις θεοίς αυτών. ότι Κύριος ο Θεός σου εν σοί. 13 και αγαπήσει σε και ευλογήσει σε και πληθυνεί σε και ευλογήσει τα έκγονα της κοιλίας σου και τον καρπόν της γης σου. και όσα έγνως. 12 Και έσται ηνίκα αν ακούσητε τα δικαιώματα ταύτα και φυλάξητε και ποιήσητε αυτά. α Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι· ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτοίς. ίνα μη γένηται η γη έρημος και πληθυνθή επί σε τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 305 . τα βουκόλια των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου επί της γης. 16 και φαγή πάντα τα σκύλα των εθνών. εξήγαγεν υμάς Κύριος εν χειρί κραταιά και βραχίονι υψηλω και ελυτρώσατό σε Κύριος εξ οίκου δουλείας. Πως δυνήσομαι εξολοθρεύσαι αυτούς.

25 τα γλυπτά των θεών αυτών καύσετε πυρί· ουκ επιθυμήσεις αργύριον ουδέ χρυσίον απ ‘ αυτών συ λήψη σεαυτω. όπως αν κακώση σε και πειράση σε και διαγνωσθή τα εν τη καρδία σου. ίνα ζήτε και πολυπλασιασθήτε και εισέλθητε και κληρονομήσητε την γην. γη ελαίας ελαίου και μέλιτος· 9 γη. ότι ανάθημά εστι. ούτω Κύριος ο Θεός σου παιδεύσει σε. μη πταίσης δι ‘ αυτό. ει φυλάξη τας εντολάς αυτού ή ου. εφ ‘ ης ου μετά πτωχείας φαγή τον άρτον σου και ουκ ενδεηθήση επ ‘ αυτής ουδέν· γη. ην ώμοσε Κύριος ο Θεός υμών τοις πατράσιν υμών. συκαί. 6 και φυλάξη τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου πορεύεσθαι εν ταις οδοίς αυτού και φοβείσθαι αυτόν· 7 ο γαρ Κύριος ο Θεός σου εισάξει σε εις γην αγαθήν και πολλήν. 2 και μνησθήση πάσαν την οδόν. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΠΑΣΑΣ τας εντολάς. 4 τα ιμάτιά σου ουκ επαλαιώθη από σου. ίνα αναγγείλη σοι. 23 και παραδώσει αυτούς Κύριος ο Θεός σου εις τας χείράς σου και απολείς αυτούς απωλεία μεγάλη. έως αν εξολοθρεύσητε αυτούς. ας εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. ροαί. ότι ουκ επ ‘ άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος. και εκ των ορέων αυτής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 306 . ην ήγαγέ σε Κύριος ο Θεός σου εν τη ερήμω. 24 και παραδώσει τους βασιλείς αυτών εις τας χείρας υμών. 3 και εκάκωσέ σε και ελιμαγχόνησέ σε και εψώμισέ σε το μάννα. ης οι λίθοι σίδηρος. ό ουκ ήδεισαν οι πατέρες σου. και απολείται το όνομα αυτών εκ του τόπου εκείνου· ουκ αντιστήσεται ουδείς κατά πρόσωπόν σου. τα υποδήματά σου ου κατετρίβη από σου. ιδού τεσσαράκοντα έτη. αλλ ‘ επί παντί ρήματι τω εκπορευομένω δια στόματος Θεού ζήσεται ο άνθρωπος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θηρία τα άγρια. έως αν εξολοθρεύσης αυτούς. άμπελοι. φυλάξεσθε ποιείν. ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου εστι· 26 και ουκ εισοίσεις βδέλυγμα εις τον οίκόν σου και ανάθεμα έση ωσπερ τούτο· προσοχθίσματι προσοχθιείς και βδελύγματι βδελύξη. ου χείμαρροι υδάτων και πηγαί αβύσσων εκπορευόμεναι δια των πεδίων και δια των ορέων· 8 γη πυρού και κριθής. οι πόδες σου ουκ ετυλώθησαν. 5 και γνώση τη καρδία σου ότι ως ει τις άνθρωπος παιδεύση τον υιόν αυτού.

μη επιλάθη Κυρίου του Θεού σου του μη φυλάξαι τας εντολάς αυτού και τα κρίματα και τα δικαιώματα αυτού. όσα Κύριος ο Θεός απολλύει προ προσώπου υμών. 2 λαόν μέγαν και πολύν και ευμήκη. 12 μη φαγών και εμπλησθείς και οικίας καλάς οικοδομήσας και κατοικήσας εν αυταίς 13 και των βοών σου και των προβάτων σου πληθυνθέντων σοι. ως σήμερον. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσι σου. ότι Κύριος ο Θεός σου. διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην. 16 του ψωμίσαντός σε το μάννα εν τη ερήμω. του εξαγαγόντος σοι εκ πέτρας ακροτόμου πηγήν ύδατος. ούτως απολείσθε. ό ουκ ήδεις συ και ουκ ήδεισαν οι πατέρες σου. 17 μη είπης εν τη καρδία σου· η ισχύς μου και το κράτος της χειρός μου εποίησέ μοι την δύναμιν την μεγάλην ταύτην· 18 και μνησθήση Κυρίου του Θεού σου. πόλεις μεγάλας και τειχήρεις έως του ουρανού. 3 και γνώση σήμερον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 307 . Ισραήλ· συ διαβαίνεις σήμερον τον Ιορδάνην εισελθείν κληρονομήσαι έθνη μεγάλα και ισχυρότερα μάλλον ή υμείς. πληθυνθέντων σοι. 15 του αγαγόντος σε δια της ερήμου της μεγάλης και της φοβεράς εκείνης. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΑΚΟΥΕ. 19 και έσται εάν λήθη επιλάθη Κυρίου του Θεού σου και πορευθής οπίσω θεών ετέρων και λατρεύσης αυτοίς και προσκυνήσης αυτοίς. ου όφις δάκνων και σκορπίος και δίψα. ους συ οίσθα και συ ακήκοας· τις αντιστήσεται κατά πρόσωπον υιών Ενάκ. όσων σοι έσται. υιούς Ενάκ. αργυρίου και χρυσίου πληθυνθέντος σοι και πάντων. 11 πρόσεχε σεαυτω. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. ίνα κακώση σε και εκπειράση σε και εύ σε ποιήση επ ‘ εσχάτων των ημερών σου. ης δέδωκέ σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεταλλεύσεις χαλκόν· 10 και φαγή και εμπλησθήση και ευλογήσεις Κύριον τον Θεόν σου επί της γης της αγαθής. ότι απωλεία απολείσθε· 20 καθά και τα λοιπά έθνη. ανθ ‘ ων ουκ ηκούσατε της φωνής Κυρίου του Θεού υμών. ότι αυτός σοι δίδωσιν ισχύν του ποιήσαι δύναμιν και ίνα στήση την διαθήκην αυτού. ου ουκ ην ύδωρ. εξ οίκου δουλείας. 14 υψωθής τη καρδία και επιλάθη Κυρίου του Θεού σου του εξαγαγόντος σε εκ γης Αιγύπτου.

και εθυμώθη Κύριος εφ ‘ υμίν εξολοθρεύσαι υμάς. τω Αβραάμ και τω Ισαάκ και τω Ιακώβ. κατάβηθι το τάχος εντεύθεν. 4 μη είπης εν τη καρδία σου εν τω εξαναλώσαι Κύριον τον Θεόν σου τα έθνη ταύτα προ προσώπου σου λέγων· δια τας δικαιοσύνας μου εισήγαγέ με Κύριος κληρονομήσαι την γην την αγαθήν ταύτην· 5 ουχί δια την δικαιοσύνην σου. πλάκας διαθήκης. 15 και επιστρέψας κατέβην εκ του όρους. 13 και είπε Κύριος προς με λέγων· λελάληκα προς σε άπαξ και δις λέγων· εώρακα τον λαόν τούτον. και επ ‘ αυταίς εγέγραπτο πάντες οι λόγοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτος προπορεύσεται προ προσώπου σου· πυρ καταναλίσκον εστίν· ούτος εξολοθρεύσει αυτούς. και κατεγινόμην εν τω όρει τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας· άρτον ουκ έφαγον και ύδωρ ουκ έπιον. 10 και έδωκέ μοι Κύριος τας δύο πλάκας τας λιθίνας γεγραμμένας εν τω δακτύλω του Θεού. ότι λαός σκληροτράχηλος ει. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν ημών. 17 και επιλαβόμενος των δύο πλακών έρριψα αυτάς από των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 308 . και ιδού λαός σκληροτράχηλός εστι· 14 και νυν έασόν με εξολοθρεύσαι αυτούς. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου· παρέβησαν ταχύ εκ της οδού. και αι δύο πλάκες των μαρτυρίων επί ταις δυσί χερσί μου. ας διέθετο Κύριος προς υμάς. ης ενετείλατο Κύριος υμίν ποιείν. ουδέ δια την οσιότητα της καρδίας σου συ εισπορεύη κληρονομήσαι την γην αυτών. 12 και είπε Κύριος προς με· ανάστηθι. απειθούντες διετελείτε τα προς Κύριον. ότι ηνόμησεν ο λαός σου. και εξαλείψω το όνομα αυτών υποκάτωθεν του ουρανού και ποιήσω σε εις έθνος μέγα και ισχυρόν και πολύ μάλλον ή τούτο. και απολεί αυτούς εν τάχει. 7 μνήσθητι. 6 και γνώση σήμερον ότι ουχί δια τας δικαιοσύνας σου Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι την γην την αγαθήν ταύτην κληρονομήσαι. αλλά δια την ασέβειαν των εθνών τούτων Κύριος εξολοθρεύσει αυτούς από προσώπου σου και ίνα στήση την διαθήκην αυτού. μη επιλάθη όσα παρώξυνας Κύριον τον Θεόν σου εν τη ερήμω· αφ ‘ ης ημέρας εξήλθετε εξ Αιγύπτου έως ήλθετε εις τον τόπον τούτον. και ούτος αποστρέψει αυτούς από προσώπου σου. 8 και εν Χωρήβ παρωξύνατε Κύριον. και το όρος εκαίετο πυρί έως του ουρανού. 9 αναβαίνοντός μου εις το όρος λαβείν τας πλάκας τας λιθίνας. καθάπερ είπέ σοι Κύριος. 16 και ιδών ότι ημάρτετε εναντίον Κυρίου του Θεού υμών και εποιήσατε υμίν αυτοίς χωνευτόν και παρέβητε από της οδού. ους ελάλησε Κύριος προς υμάς εν τω όρει ημέρα εκκλησίας· 11 και εγένετο δια τεσσαράκοντα ημερών και δια τεσσαράκοντα νυκτών έδωκε Κύριος εμοί τας δύο πλάκας τας λιθίνας. πλάκας διαθήκης. ης ενετείλω αυτοίς· και εποίησαν εαυτοίς χώνευμα.

έως ου εγένετο λεπτόν· και εγένετο ωσεί κονιορτός. 22 και εν τω Εμπυρισμω και εν τω Πειρασμω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 309 . τον μόσχον. 28 μη είπωσιν οι κατοικούντες την γην. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου εν τη ισχύϊ σου τη μεγάλη και εν τη χειρί σου τη κραταιά και εν τω βραχίονί σου τω υψηλω. όθεν εξήγαγες ημάς εκείθεν. 24 απειθούντες ήτε τα προς Κύριον από της ημέρας. 18 και εδεήθην εναντίον Κυρίου δεύτερον καθάπερ και το πρότερον τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. και ηυξάμην και περί Ααρών εν τω καιρω εκείνω. μη εξολοθρεύσης τον λαόν σου και την μερίδα σου. οίς ώμοσας κατά σεαυτού· μη επιβλέψης επί την σκληρότητα του λαού τούτου και τα ασεβήματα. ης εγνώσθη υμίν. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου εν τη ισχύϊ σου τη μεγάλη και εν τη χειρί σου τη κραταιά και εν τω βραχίονί σου τω υψηλω· 27 μνήσθητι Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ των θεραπόντων σου. και συνέτριψα εναντίον υμών. 21 και την αμαρτίαν υμών. ην ελυτρώσω. 20 και επί Ααρών εθυμώθη εξολοθρεύσαι αυτόν. άρτον ουκ έφαγον και ύδωρ ουκ έπιον. λέγοντες· παρά το μη δύνασθαι Κύριον εισαγαγείν αυτούς εις την γην. και τα αμαρτήματα αυτών. 19 και έκφοβός ειμι δια τον θυμόν και την οργήν. και εν τοις Μνήμασι της επιθυμίας παροξύναντες ήτε Κύριον τον Θεόν υμών. όσας εδεήθην· είπε γαρ Κύριος εξολοθρεύσαι υμάς· 26 και ηυξάμην προς τον Θεόν και είπα· Κύριε βασιλεύ των θεών. ότι παρωξύνθη Κύριος εφ ‘ υμίν του εξολοθρεύσαι υμάς και εισήκουσε Κύριος εμού και εν τω καιρω τούτω. 29 και ούτοι λαός σου και κλήρός σου. ων ημάρτετε ποιήσαι το πονηρόν εναντίον Κυρίου του Θεού παροξύναι αυτόν. και παρά το μισήσαι αυτούς εξήγαγεν αυτούς εν τη ερήμω αποκτείναι αυτούς. ην εποιήσατε. 25 και εδεήθην έναντι Κυρίου τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. 23 και ότε εξαπέστειλεν υμάς Κύριος εκ Κάδης Βαρνή λέγων· ανάβητε και κληρονομήσατε την γην. και ηπειθήσατε τω ρήματι Κυρίου του Θεού υμών και ουκ επιστεύσατε αυτω και ουκ εισηκούσατε της φωνής αυτού. περί πασών των αμαρτιών υμών. και έρριψα τον κονιορτόν εις τον χειμάρρουν τον καταβαίνοντα εκ του όρους. ην είπεν αυτοίς. έλαβον αυτόν και κατέκαυσα αυτόν εν πυρί και συνέκοψα αυτόν καταλέσας σφόδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δύο χειρών μου. ην δίδωμι υμίν.

11 και είπε Κύριος προς με· βάδιζε. 4 και έγραψεν επί τας πλάκας κατά την γραφήν την πρώτην τους δέκα λόγους. και έδωκεν αυτάς Κύριος εμοί. ίνα εύ σοι ή. α ην εν ταις πλαξί ταις πρώταις. γη χείμαρροι υδάτων. και εισήκουσε Κύριος εμού και εν τω καιρω τούτω. 13 φυλάσσεσθαι τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου και τα δικαιώματα αυτού. αλλ ‘ ή φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν σου και πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και αγαπάν αυτόν και λατρεύειν Κυρίω τω Θεω σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου. ως αι πρώται· και ανέβην εις το όρος και αι δύο πλάκες επί ταις χερσί μου. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και ουκ ηθέλησε Κύριος εξολοθρεύσαι υμάς. άπαρον εναντίον του λαού τούτου. 8 εν εκείνω τω καιρω διέστειλε Κύριος την φυλήν την Λευί αίρειν την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. λειτουργείν και επεύχεσθαι επί τω ονόματι αυτού έως της ημέρας ταύτης. και ιεράτευσεν Ελεάζαρ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. και ανάβηθι προς με εις το όρος· και ποιήσεις σεαυτω κιβωτόν ξυλίνην· 2 και γράψεις επί τας πλάκας τα ρήματα. 5 και επιστρέψας κατέβην εκ του όρους και ενέβαλον τας πλάκας εις την κιβωτόν. 3 και εποίησα κιβωτόν εκ ξύλων ασήπτων και ελάξευσα τας πλάκας λιθίνας. η γη και πάντα όσα εστίν εν αυτη· 15 πλήν τους πατέρας υμών προείλετο Κύριος αγαπάν αυτούς. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών δούναι αυτοίς. καθά ενετείλατό μοι Κύριος. 10 καγώ ειστήκειν εν τω όρει τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 310 . καθότι είπεν αυτω. ας συνέτριψας. 7 εκείθεν απήραν εις Γαδγάδ και από Γαδγάδ εις Ετεβαθά. και εισπορευέσθωσαν και κληρονομήτωσαν την γην. 6 και οι υιοί Ισραήλ απήραν εκ Βηρώθ υιών Ιακίμ Μισαδαϊ· εκεί απέθανεν Ααρών και ετάφη εκεί. 14 ιδού Κυρίου του Θεού σου ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού. Ισραήλ. και εμβαλείς αυτάς εις την κιβωτόν. ους ελάλησε Κύριος προς υμάς εν τω όρει εκ μέσου του πυρός. ωσπερ τας πρώτας. ην εποίησα. 9 δια τούτο ουκ έστι τοις Λευίταις μερίς και κλήρος εν τοις αδελφοίς αυτών· Κύριος αυτός κλήρος αυτού. και ήσαν εκεί. παρεστάναι έναντι Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΕΝ εκείνω τω καιρω είπε Κύριος προς με· λάξευσον σεαυτω δύο πλάκας λιθίνας. τι Κύριος ο Θεός σου αιτείται παρά σου. 12 Και νυν.

έως ήλθετε εις τον τόπον τούτον. και αγαπά τον προσήλυτον δούναι αυτω άρτον και ιμάτιον. 18 ποιών κρίσιν προσηλύτω και ορφανω και χήρα. 6 και όσα εποίησε τω Δαθάν και Αβειρών υιούς Ελιάβ υιού Ρουβήν. ως επέκλυσε το ύδωρ της θαλάσσης της ερυθράς επί προσώπου αυτών καταδιωκόντων αυτών εκ των οπίσω υμών και απώλεσεν αυτούς Κύριος έως της σήμερον ημέρας. 20 Κύριον τον Θεόν σου φοβηθήση και αυτω λατρεύσεις και προς αυτόν κολληθήση και επί τω ονόματι αυτού ομή· 21 ούτος καύχημά σου και ούτος Θεός σου. 16 και περιτεμείσθε την σκληροκαρδίαν υμών και τον τράχηλον υμών ου σκληρυνείτε έτι· 17 ο γαρ Κύριος ο Θεός υμών ούτος Θεός των θεών και Κύριος των κυρίων. 22 εν εβδομήκοντα ψυχαίς κατέβησαν οι πατέρες σου εις Αίγυπτον. ο Θεός ο μέγας· και ισχυρός και φοβερός. 5 και όσα εποίησεν υμίν εν τη ερήμω. ότι ουχί τα παιδία υμών. τα άρματα αυτών και την ίππον αυτών. 7 ότι οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 311 . α είδοσαν οι οφθαλμοί σου. όστις ου θαυμάζει πρόσωπον. ουδ ‘ ου μη λάβη δώρον. όσα εποίησεν εν μέσω Αιγύπτου Φαραώ βασιλεί Αιγύπτου και πάση τη γη αυτού. και την δύναμιν αυτών. όστις εποίησεν εν σοί τα μεγάλα και τα ένδοξα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξελέξατο το σπέρμα αυτών μετ ‘ αυτούς υμάς παρά πάντα τα έθνη κατά την ημέραν ταύτην. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου και φυλάξη τα φυλάγματα αυτού και τα δικαιώματα αυτού και τας εντολάς αυτού και τας κρίσεις αυτού πάσας τας ημέρας. ους ανοίξασα η γη το στόμα αυτής κατέπιεν αυτούς και τους οίκους αυτών και τας σκηνάς αυτών και πάσαν αυτών την υπόστασιν την μετ ‘ αυτών εν μέσω παντός Ισραήλ. 4 και όσα εποίησε την δύναμιν των Αιγυπτίων. 19 και αγαπήσετε τον προσήλυτον· προσήλυτοι γαρ ήτε εν γη Αιγύπτω. 2 και γνώσεσθε σήμερον. νυνί δε εποίησέ σε Κύριος ο Θεός σου ωσεί τα άστρα του ουρανού τω πλήθει. όσοι ουκ οίδασιν ουδέ είδοσαν την παιδείαν Κυρίου του Θεού σου και τα μεγαλεία αυτού και την χείρα την κραταιάν και τον βραχίονα τον υψηλόν 3 και τα σημεία αυτού και τα τέρατα αυτού.

γην ρέουσαν γάλα και μέλι· 10 έστι γαρ η γη. εκ του υετού του ουρανού πίεται ύδωρ. ουχ ωσπερ γη Αιγύπτου εστίν. και απολείσθε εν τάχει από της γης της αγαθής. 13 Εάν δε ακοή ακούσητε πάσας τας εντολάς. μη πλατυνθή η καρδία σου και παραβήτε και λατρεύσητε θεοίς ετέροις και προσκυνήσητε αυτοίς. και κληρονομήσετε έθνη μεγάλα και ισχυρά μάλλον ή υμείς. 17 και θυμωθείς οργή Κύριος εφ ‘ υμίν και συσχή τον ουρανόν. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οφθαλμοί υμών εώρακαν πάντα τα έργα Κυρίου τα μεγάλα. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και η γη ου δώσει τον καρπόν αυτής. 8 και φυλάξεσθε πάσας τας εντολάς αυτού. ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν υμών δούναι αυτοίς. ου εάν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 312 . ίνα ζήτε και πολυπλασιασθήτε και εισελθόντες κληρονομήσετε την γην. 21 ίνα μακροημερεύσητε και αι ημέραι των υιών υμών επί της γης. αγαπάν Κύριον τον Θεόν ημών και πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και προσκολλάσθαι αυτω. όσα εποίησεν εν υμίν σήμερον. και ουκ έσται υετός. όταν σπείρωσι τον σπόρον και ποτίζωσι τοις ποσίν αυτών ωσεί κήπον λαχανείας· 11 η δε γη. 24 πάντα τον τόπον. καθώς αι ημέραι του ουρανού επί της γης. 18 και εμβαλείτε τα ρήματα ταύτα εις την καρδίαν υμών και εις την ψυχήν υμών· και αφάψετε αυτά εις σημείον επί της χειρός υμών. 12 γη. και έσται ασάλευτον προ οφθαλμών υμών· 19 και διδάξετε αυτά τα τέκνα υμών λαλείν εν αυτοίς καθημένους εν οίκω και πορευομένους εν οδω και καθεύδοντας και διανισταμένους. 22 και έσται εάν ακοή ακούσητε πάσας τας εντολάς ταύτας. όθεν εκπεπόρευσθε εκείθεν. οι οφθαλμοί Κυρίου του Θεού σου επ ‘ αυτής απ ‘ αρχής του ενιαυτού και έως συντελείας του ενιαυτού. γη ορεινή και πεδεινή. 23 και εκβαλεί Κύριος πάντα τα έθνη ταύτα από προσώπου υμών. ην Κύριος ο Θεός σου επισκοπείται αυτήν διαπαντός. ης Κύριος έδωκεν υμίν. 20 και γράψετε αυτά επί τας φλιάς των οικιών υμών και των πυλών υμών. 9 ίνα μακροημερεύσητε επί της γης. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον ποιείν. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. αγαπάν Κύριον το Θεόν σου και λατρεύειν αυτω εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 14 και δώσει τον υετόν τη γη σου καθ ‘ ωραν πρώϊμον και όψιμον. και εισοίσεις τον σίτόν σου και τον οίνόν σου και το έλαιόν σου· 15 και δώσει χορτάσματα εν τοις αγροίς σου τοις κτήνεσί σου· 16 και φαγών και εμπλησθείς πρόσεχε σεαυτω. ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν υμών δούναι αυτοίς και τω σπέρματι αυτών μετ ‘ αυτούς.

όσας εγώ δίδωμι ενώπιον υμών σήμερον. ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν υμίν εν κλήρω πάσας τας ημέρας. εάν μη ακούσητε τας εντολάς Κυρίου του Θεού ημών. ους υμείς κληρονομείτε αυτούς. εάν ακούσητε τας εντολάς Κυρίου του Θεού υμών. και απολείται το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 313 . εν οίς ελάτρευσαν εκεί τοις θεοίς αυτών.) 31 υμείς γαρ διαβαίνετε τον Ιορδάνην εισελθόντες κληρονομήσαι την γην. και δώσεις την ευλογίαν επ ‘ όρος Γαριζίν και την κατάραν επ ‘ όρος Γαιβάλ. και κατοικήσετε εν αυτη· 32 και φυλάξεσθε του ποιείν πάντα τα προστάγματα αυτού και τας κρίσεις ταύτας. και πλανηθήτε από της οδού. όσα εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. ης ενετειλάμην υμίν. ους ουκ οίδατε. 28 και την κατάραν. ον τρόπον ελάλησε προς υμάς. υμίν έσται· από της ερήμου και Αντιλιβάνου και από του ποταμού του μεγάλου. (30 ουκ ιδού ταύτα πέραν του Ιορδάνου οπίσω οδόν δυσμών ηλίου εν γη Χαναάν το κατοικούν επί δυσμών εχόμενον του Γολγόλ πλησίον της δρυός της υψηλής. ας υμείς ζήτε επί της γης. 29 και έσται όταν εισαγάγη σε Κύριος ο Θεός σου εις την γην. 3 και κατασκάψετε τους βωμούς αυτών και συντρίψετε τας στήλας αυτών και τα άλση αυτών εκκόψετε και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακαύσετε πυρί. και έως της θαλάσσης της επί δυσμών έσται τα όριά σου. εις ην διαβαίνεις εκεί κληρονομήσαι αυτήν. ποταμού Ευφράτου. όσας εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. επί των ορέων των υψηλών και επί των θινών και υποκάτω δένδρου δασέος. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ταύτα τα προστάγματα και αι κρίσεις. εφ ‘ ης αν επιβήτε επ ‘ αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πατήση το ίχνος του ποδός υμών. 2 απωλεία απολείτε πάντας τους τόπους. ην Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών δίδωσιν υμίν εν κλήρω πάσας τας ημέρας. πορευθέντες· λατρεύειν θεοίς ετέροις. 26 Ιδού εγώ δίδωμι ενώπιον υμών σήμερον την ευλογίαν και την κατάραν· 27 την ευλογίαν. 25 ουκ αντιστήσεται ουδείς κατά πρόσωπον υμών· τον φόβον υμών και τον τρόμον υμών επιθήσει Κύριος ο Θεός υμών επί πρόσωπον πάσης της γης. ας φυλάξετε του ποιείν εν τη γη.

τα πρωτότοκα των βοών υμών και των προβάτων υμών 7 και φάγεσθε εκεί εναντίον Κυρίου του Θεού υμών και ευφρανθήσεσθε επί πάσιν. και κατοικήσετε επί της γης. τα πρωτότοκα των βοών σου και των προβάτων σου και πάσας τας ευχάς. και καταπαύσει υμάς από πάντων των εχθρών υμών των κύκλω. εκεί ανοίσετε τα ολοκαυτώματα υμών και εκεί ποιήσεις πάντα. 18 αλλ ‘ ή εναντίον Κυρίου του Θεού σου φαγή αυτό εν τω τόπω. 14 αλλ ‘ ή εις τον τόπον. και κατοικήσετε μετά ασφαλείας. 11 και έσται ο τόπος. ου εάν επιβάλητε την χείρα. μη ανενέγκης τα ολοκαυτώματά σου εν παντί τόπω. όσα αν εύξησθε Κυρίω τω Θεω υμών. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν εν μια των φυλών σου. 5 αλλ ‘ ή εις τον τόπον. ου εάν ίδης. 8 ου ποιήσετε πάντα όσα ημείς ποιούμεν ώδε σήμερον. 15 αλλ ‘ ή εν πάση επιθυμία σου θύσεις και φαγή κρέα κατά την ευλογίαν Κυρίου του Θεού σου. τα ολοκαυτώματα υμών και τα θυσιάσματα υμών και τα επιδέκατα υμών και τας απαρχάς των χειρών υμών και παν εκλεκτόν των δώρων υμών. υμείς και οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών και οι παίδες υμών και αι παιδίσκαι υμών και ο Λευίτης ο επί των πυλών υμών. έκαστος το αρεστόν ενώπιον αυτού· 9 ου γαρ ήκατε έως του νυν εις την κατάπαυσιν και εις την κληρονομίαν ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν υμίν. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου. 4 ου ποιήσετε ούτω Κυρίω τω Θεω υμών. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου εν μια των πόλεων υμών επονομάσαι το όνομα αυτού εκεί και επικληθήναι. ω αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτω. όσας αν εύξησθε. ην έδωκέ σοι εν πάση πόλει· ο ακάθαρτος εν σοί και ο καθαρός επί το αυτό φάγεται αυτό. όσα εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. και εκζητήσετε και εισελεύσεσθε εκεί 6 και οίσετε εκεί τα ολοκαυτώματα υμών και τα θυσιάσματα υμών και τας απαρχάς υμών και τας ευχάς υμών και τα εκούσια υμών και τας ομολογίας υμών. ης Κύριος ο Θεός ημών κατακληρονομεί υμίν. καθότι ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός σου. εκεί οίσετε πάντα. 16 πλήν το αίμα ου φάγεσθε. 13 πρόσεχε σεαυτω. υμείς και οι οίκοι υμών. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 12 και ευφρανθήσεσθε εναντίον Κυρίου του Θεού υμών. και τας ομολογίας υμών και τας απαρχάς των χειρών υμών. ο παις σου και η παιδίσκη σου και ο προσήλυτος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 314 . επί την γην εκχεείτε αυτό ως ύδωρ 17 ου δυνήση φαγείν εν ταις πόλεσί σου το επιδέκατον του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου. 10 και διαβήσεσθε τον Ιορδάνην. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. ως δορκάδα ή έλαφον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όνομα αυτών εκ του τόπου εκείνου. ότι ουκ έστιν αυτω μερίς ουδέ κλήρος μεθ ‘ υμών.

και ευφρανθήση εναντίον Κυρίου του Θεού σου επί πάντα. καθάπερ ελάλησέ σοι. ου εάν επιβάλης την χείρά σου. εάν ποιήσης το καλόν και το αρεστόν εναντίον Κυρίου του Θεού σου. εάν επιθυμήση η ψυχή σου ωστε φαγείν κρέα. ους εγώ εντέλλομαί σοι. ότι το αίμα αυτού ψυχή· ου βρωθήσεται ψυχή μετά των κρεών. μη εκζητήσης επακολουθήσαι αυτοίς μετά το εξολοθρευθήναι αυτούς από προσώπου σου λέγων· Πως ποιούσι τα έθνη ταύτα τοις θεοίς αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 315 . 27 και ποιήσεις τα ολοκαυτώματά σου· τα κρέα ανοίσεις επί το θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού σου. α εμίσησεν. ο ακάθαρτος εν σοί και ο καθαρός ωσαύτως έδεται. εις ους εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι την γην αυτών. μη εγκαταλίπης τον Λευίτην πάντα τον χρόνον. εν πάση επιθυμία της ψυχής σου φαγή κρέα. το δε αίμα των θυσιών σου προσχεείς προς την βάσιν του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου. ότι τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών κατακαίουσιν εν πυρί τοις θεοίς αυτών. ον τρόπον ενετειλάμην σοι και φαγή εν ταις πόλεσί σου κατά την επιθυμίαν της ψυχής σου· 22 ως έσθεται η δορκάς και η έλαφος. τα δε κρέα φαγή. εάν γένηταί σοι. 20 Εάν δε εμπλατύνη Κύριος ο Θεός σου τα όριά σου. ποιήσω καγώ. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου εκεί επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. από προσώπου σου και κατακληρονομήσης αυτήν. εποίησαν εν τοις θεοίς αυτών. 21 εάν δε μακράν απέχη σου ο τόπος. 31 ου ποιήσεις ούτω τω Θεω σου· τα γαρ βδελύγματα Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο εν ταις πόλεσιν υμών. 24 ου φάγεσθε. όσον αν ζής επί της γης. ων αν δω ο Θεός σοι. ίνα εύ σοι γένηται και τοις υιοίς σου δι ‘ αιώνος. 26 πλήν τα άγιά σου. και θύσεις από των βοών σου και από των προβάτων σου. 23 πρόσεχε ισχυρώς του μη φαγείν αίμα. 28 φυλάσσου και άκουε και ποιήσεις πάντας τους λόγους. και ερείς· φάγομαι κρέα. επί την γην εκχεείτε αυτό ως ύδωρ· 25 ου φαγή αυτό. και τας ευχάς σου λαβών ήξεις εις τον τόπον. 19 πρόσεχε σεαυτω. ίνα εύ σοι γένηται και τοις υιοίς σου μετά σε. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. ούτω φαγή αυτό. εάν ποιήσης το αρεστόν και το καλόν εναντίον Κυρίου του Θεού σου. 29 Εάν δε εξολοθρεύση Κύριος ο Θεός σου τα έθνη. 30 πρόσεχε σεαυτω. και κατοικήσης εν τη γη αυτών.

ό ελάλησε προς σε λέγων· πορευθώμεν και λατρεύσωμεν θεοίς ετέροις. 9 ου συνθελήσεις αυτω και ουκ εισακούση αυτού και ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτω. και αι χείρες παντός του λαού επ ‘ εσχάτω. τούτο φυλάξη ποιείν· ου προσθήσεις επ ‘ αυτό ουδέ αφελείς απ ‘ αυτού. του λυτρωσαμένου σε εκ της δουλείας. και αποθανείται. 11 και λιθοβολήσουσιν αυτόν εν λίθοις. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κατοικείν σε εκεί. ους ουκ οίδατε. εξ οίκου δουλείας. ους ουκ ήδεις συ και οι πατέρες σου. 12 και πας Ισραήλ ακούσας φοβηθήσεται και ου προσθήσωσι ποιήσαι έτι κατά το ρήμα το πονηρόν τούτο εν υμίν. 13 Εάν δε ακούσης εν μια των πόλεών σου. εξώσαί σε από της οδού. ης ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου πορεύεσθαι εν αυτη· και αφανιείς το πονηρόν εξ υμών αυτών. απ ‘ άκρου της γης έως άκρου της γης. 4 ουκ ακούσεσθε των λόγων του προφήτου εκείνου ή του ενυπνιαζομένου το ενύπνιον εκείνο. 5 οπίσω Κυρίου του Θεού υμών πορεύσεσθε και τούτον φοβηθήσεσθε και της φωνής αυτού ακούσεσθε και αυτω προστεθήσεσθε. ει αγαπάτε τον Θεόν υμών εξ όλης της καρδίας υμών και εξ όλης της ψυχής υμών. ουκ επιποθήσεις επ ‘ αυτω ουδ ‘ ου μη σκεπάσης αυτόν· 10 αναγγέλων αναγγελείς περί αυτού. 7 Εάν δε παρακαλέση σε ο αδελφός σου εκ πατρός σου ή εκ μητρός σου ή ο υιος σου ή η θυγάτηρ ή η γυνή σου η εν κόλπω σου ή φίλος ίσος τη ψυχή σου λάθρα λέγων· βαδίσωμεν και λατρεύσωμεν θεοίς ετέροις. ότι εζήτησεν αποστήσαί σε από Κυρίου του Θεού σου του εξαγαγόντος σε εκ γης Αιγύπτου. 2 εάν δε αναστη εν σοί προφήτης ή ενυπνιαζόμενος το ενύπνιον και δω σοι σημείον ή τέρας 3 και έλθη το σημείον ή το τέρας. λεγόντων· 14 εξήλθοσαν άνδρες παράνομοι εξ υμών και απέστησαν πάντας τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 316 . 6 και ο προφήτης εκείνος ή ο το ενύπνιον ενυπνιαζόμενος εκείνος αποθανείται· ελάλησε γαρ πλανήσαί σε από Κυρίου του Θεού σου του εξαγαγόντος σε εκ γης Αιγύπτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΠΑΝ ρήμα ό εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. και αι χείρές σου έσονται επ ‘ αυτόν εν πρώτοις αποκτείναι αυτόν. των εγγιζόντων σοι ή των μακράν από σου. 8 από των θεών των εθνών των περικύκλω υμών. ότι πειράζει Κύριος ο Θεός σου υμάς ειδέναι.

ακάθαρτα ταύτα υμίν εστι· 8 και τον ύν. ταύτα φάγεσθε. και σε εξελέξατο Κύριος ο Θεός σου γενέσθαι σε λαόν αυτω περιούσιον από πάντων των εθνών των επί προσώπου της γης. όρυγα και καμηλοπάρδαλιν· 6 παν κτήνος διχηλούν οπλήν και ονυχιστήρας ονυχίζον δύο χηλών και ανάγον μηρυκισμόν εν τοις κτήνεσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατοικούντας την γην αυτών λέγοντες· πορευθώμεν και λατρεύσωμεν θεοίς ετέροις. φυλάσσειν τας εντολάς αυτού. ακάθαρτον τούτο υμίν· από των κρεών αυτών ου φάγεσθε και των θνησιμαίων αυτών ουχ άψεσθε. ποιείν το καλόν και το αρεστόν εναντίον Κυρίου του Θεού σου. 4 ταύτα κτήνη. ους ουκ ήδειτε. ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΥΙΟΙ εστε Κυρίου του Θεού υμών· ουκ επιθήσετε φαλάκρωμα ανά μέσον των οφθαλμών υμών επί νεκρω· 2 ότι λαός άγιος ει Κυρίω τω Θεω σου. ουκ ανοικοδομηθήσεται έτι. 9 και ταύτα φάγεσθε από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 317 . α φάγεσθε. 7 και ταύτα ου φάγεσθε από των αναγόντων μηρυκισμόν και από των διχηλούντων τας οπλάς και ονυχιζόντων ονυχιστήρας· τον κάμηλον και δασύποδα και χοιρογρύλλιον. και ιδού αληθής σαφώς ο λόγος. μόσχον εκ βοών και αμνόν εκ προβάτων και χίμαρον εξ αιγών. γεγένηται το βδέλυγμα τούτο εν υμίν. αναθέματι αναθεματιείτε αυτήν και πάντα τα εν αυτη 17 και πάντα τα σκύλα αυτής συνάξεις εις τας διόδους αυτής και εμπρήσεις την πόλιν εν πυρί και πάντα τα σκύλα αυτής πανδημεί εναντίον Κυρίου του Θεού σου. ίνα αποστραφή Κύριος από θυμού της οργής αυτού και δώση σοι έλεος και ελεήση σε και πληθύνη σε. 19 εάν ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. και τούτο μηρυκισμόν ου μηρυκάται. και έσται αοίκητος εις τον αιώνα. 16 αναιρών ανελείς πάντας τους κατοικούντας εν τη γη εκείνη εν φόνω μαχαίρας. 18 και ου προσκολληθήσεται ουδέν από του αναθέματος εν τη χειρί σου. 15 και ετάσεις και ερωτήσεις και ερευνήσεις σφόδρα. ότι ανάγουσι μηρυκισμόν και οπλήν ου διχηλούσιν. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 5 έλαφον και δορκάδα και πύγαργον. 3 Ου φάγεσθε παν βδέλυγμα. ότι διχηλεί οπλήν τούτο και ονυχίζει ονυχιστήρας οπλής.

ότι μακράν από σου ο τόπος. ότι ουκ έστιν αυτω μερίς ουδέ κλήρος μετά σου. φάγεσθε. 26 και δώσεις αργύριον επί παντός. και φάγεται. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 12 και ταύτα ου φάγεσθε απ ‘ αυτών· τον αετόν και τον γρύπα και τον αλιαίετον 13 και τον γύπα και τον ίκτινον και τα όμοια αυτω 14 και πάντα κόρακα και τα όμοια αυτω 15 και στρουθόν και γλαύκα και λάρον 16 και ερωδιόν και κύκνον και ίβιν 17 και καταράκτην και ιέρακα και τα όμοια αυτω και έποπα και νυκτικόρακα 18 και πελεκάνα και χαραδριόν και τα όμοια αυτω και πορφυρίωνα και νυκτερίδα. 25 και αποδώση αυτά αργυρίου και λήψη το αργύριον εν ταις χερσί σου και πορεύση εις τον τόπον. 10 και πάντα όσα ουκ έστιν αυτοίς πτερύγια και λεπίδες. ου φάγεσθε. τα πρωτότοκα των βοών σου και των προβάτων σου. επ ‘ οίνω ή επί σίκερα ή επί παντός. 11 παν όρνεον καθαρόν φάγεσθε. 23 και φαγή αυτό εν τω τόπω ω εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 318 . ουχ εψήσεις άρνα εν γάλακτι μητρός αυτού. το γένημα του αγρού σου ενιαυτόν κατ ‘ ενιαυτόν. επί βουσίν ή επί προβάτοις. ου φάγεσθε απ ‘ αυτών. επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί· οίσετε τα επιδέκατα του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου. οίς εάν ποιής. ότι ουκ έστιν αυτω μερίς ουδέ κλήρος μετά σου. ίνα ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις. 24 εάν δε μακράν γένηται η οδός από σου και μη δύνη αναφέρειν αυτά. 29 και ελεύσεται ο Λευίτης. ότι ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου. 20 παν πετεινόν καθαρόν φάγεσθε. 28 μετά τρία έτη εξοίσεις παν το επιδέκατον των γενημάτων σου· εν τω ενιαυτω εκείνω θήσεις αυτό εν ταις πόλεσί σου. 22 Δεκάτην αποδεκατώσεις παντός γενήματος του σπέρματός σου. ή αποδώση τω αλλοτρίω· ότι λαός άγιος ει Κυρίω τω Θεω σου. ου αν επιθυμή η ψυχή σου. ακάθαρτα υμίν εστι. 19 πάντα τα ερπετά των πετεινών ακάθαρτά εστιν υμίν. 21 παν θνησιμαίον ου φάγεσθε· τω παροίκω τω εν ταις πόλεσί σου δοθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντων των εν τω ύδατι· πάντα όσα εστίν εν αυτοίς πτερύγια και λεπίδες. ίνα μάθης φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν σου πάσας τας ημέρας. ου αν επιθυμή η ψυχή σου. και ο προσήλυτος και ο ορφανός και η χήρα η εν ταις πόλεσί σου και φάγονται και εμπλησθήσονται. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν. και φαγή εκεί εναντίον Κυρίου του Θεού σου και ευφρανθήση συ και ο οίκός σου 27 και ο Λευίτης ο εν ταις πόλεσί σου.

και ου δώσεις αυτω. και καταβοήσεται κατά σου προς Κύριον. 5 εάν δε ακοή εισακούσητε της φωνής Κυρίου του Θεού υμών φυλάσσειν και ποιείν πάσας τας εντολάς ταύτας. ό οφείλει σοι ο πλησίον. 9 πρόσεχε σεαυτω. καθότι ενδεείται. 2 και ούτω το πρόσταγμα της αφέσεως· αφήσεις παν χρέος ίδιον. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. και ου λυπηθήση τη καρδία σου διδόντος σου αυτω. δουλεύσει σοι εξ έτη. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω κατακληρονομήσαι αυτήν. δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο λέγων· ανοίγων ανοίξεις τας χείράς σου τω αδελφω σου τω πένητι και τω επιδεομένω τω επί της γης σου. ου αν επιβάλης την χείρά σου· 11 ου γαρ μη εκλίπη ενδεής από της γης σου. σου δε ουκ άρξουσιν. και άρξεις εθνών πολλών. 10 διδούς δώσεις αυτω και δάνειον δανειείς αυτω όσον επιδέεται. ον τρόπον ελάλησέ σοι. ουκ αποστέρξεις την καρδίαν σου ουδ ‘ ου μη συσφίγξης την χείρά σου από του αδελφού σου του επιδεομένου· 8 ανοίγων ανοίξεις τας χείράς σου αυτω και δάνειον δανειείς αυτω όσον επιδέεται. 7 Εάν δε γένηται εν σοί ενδεής εκ των αδελφών σου εν μια των πόλεών σου εν τη γη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΔΙ ‘ επτά ετών ποιήσεις άφεσιν. και τον αδελφόν σου ουκ απαιτήσεις. μη γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα λέγων· εγγίζει το έτος το έβδομον. επικέκληται γαρ άφεσις Κυρίω τω Θεω σου. έτος της αφέσεως. και δανειείς έθνεσι πολλοίς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 319 . ότι ευλογών ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν τη γη. 12 Εάν δε πραθή σοι ο αδελφός σου ο Εβραίος ή Εβραία. τω δε αδελφω σου άφεσιν ποιήσεις του χρέους σου· 4 ότι ουκ έσται εν σοί ενδεής. συ δε ου δανειή. 6 ότι Κύριος ο Θεός σου ευλόγησέ σε. και πονηρεύσηται ο οφθαλμός σου τω αδελφω σου τω επιδεομένω. 3 τον αλλότριον απαιτήσεις όσα εάν ή σοι παρ' αυτω. ουκ εξαποστελείς αυτόν κενόν· 14 εφόδιον εφοδιάσεις αυτόν από των προβάτων σου και από του σίτου σου και από του οίνου σου· καθά ευλόγησέ σε Κύριος ο Θεός σου. 13 όταν δε εξαποστέλλης αυτόν ελεύθερον από σου. και έσται εν σοί αμαρτία μεγάλη. και τω εβδόμω εξαποστελείς αυτόν ελεύθερον από σου. ότι δια το ρήμα τούτο ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις και εν πάσιν.

συ και ο οίκός σου. ότι εύ εστιν αυτω παρά σοί. ότι εν τω μηνί των νέων εξήλθες εξ Αιγύπτου νυκτός. ό εάν τεχθή εν ταις βουσί σου και εν τοις προβάτοις σου. ου θύσεις αυτό Κυρίω τω Θεω σου· 22 εν ταις πόλεσί σου φαγή αυτό. 15 και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτου και ελυτρώσατό σε Κύριος ο Θεός σου εκείθεν· δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο. αγιάσεις Κυρίω τω Θεω σου· ουκ εργά εν τω πρωτοτόκω μόσχω σου και ου μη κείρης τα πρωτότοκα των προβάτων σου· 20 έναντι Κυρίου φαγή αυτό ενιαυτόν εξ ενιαυτού εν τω τόπω. 2 και θύσεις το πάσχα Κυρίω τω Θεω σου πρόβατα και βόας εν τω τόπω. οίς εάν ποιής. 19 Παν πρωτότοκον. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΦΥΛΑΞΑΙ τον μήνα των νέων και ποιήσεις το πάσχα Κυρίω τω Θεω σου. ότι επέτειον μισθόν του μισθωτού εδούλευσέ σοι εξ έτη· και ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσιν. ότι εν σπουδή εξήλθετε εξ Αιγύπτου· ίνα μνησθήτε την ημέραν της εξοδίας υμών εκ γης Αιγύπτου πάσας τας ημέρας της ζωής υμών. 18 ου σκληρόν έσται εναντίον σου εξαποστελλομένων αυτών ελευθέρων από σου. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 320 . ων εάν θύσης το εσπέρας τη ημέρα τη πρώτη εις το πρωϊ. και ου κοιμηθήσεται από των κρεών. και έσται σοι οικέτης εις τον αιώνα· και την παιδίσκην σου ωσαύτως ποιήσεις. 17 και λήψη το οπήτιον. επί την γην εκχεείς αυτό ως ύδωρ. ουκ εξελεύσομαι από σου. 4 ουκ οφθήσεταί σοι ζύμη εν πάσι τοις ορίοις σου επτά ημέρας. και τρυπήσεις το ωτίον αυτού προς την θύραν. 5 ου δυνήση θύσαι το πάσχα εν ουδεμιά των πόλεών σου. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. 21 εάν δε ή εν αυτω μώμος. τα αρσενικά. ο ακάθαρτος εν σοί και ο καθαρός ωσαύτως έδεται ως δορκάδα ή έλαφον· 23 πλήν αίμα ου φάγεσθε. άρτον κακώσεως. ω εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. ω εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου. 16 εάν δε λέγη προς σε. 3 ου φαγή επ ‘ αυτού ζύμην· επτά ημέρας φαγή επ ‘ αυτού άζυμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώσεις αυτω. χωλόν ή τυφλόν ή και πας μώμος πονηρός. 6 αλλ ‘ ή εις τον τόπον. ότι ηγάπηκέ σε και την οικίαν σου.

κατά φυλάς. 22 ου στήσεις σεαυτω στήλην. και έση ευφραινόμενος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 321 . και αποστραφήση το πρωϊ και ελεύση εις τους οίκους σου. 18 Κριτάς και γραμματοεισαγωγείς ποιήσεις σεαυτω εν ταις πόλεσί σου. παν ξύλον. άρξη εξαριθμήσαι επτά εβδομάδας. ο παις σου και η παιδίσκη σου και ο Λευίτης και ο προσήλυτος και ο ορφανός και η χήρα η ούσα εν υμίν. εορτή Κυρίω τω Θεω σου· ου ποιήσεις εν αυτη παν έργον πλήν όσα ποιηθήσεται ψυχή. 15 επτά ημέρας εορτάσεις Κυρίω τω Θεω σου εν τω τόπω. ουδέ επιγνώσονται πρόσωπον ουδέ λήψονται δώρον· τα γαρ δώρα αποτυφλοί οφθαλμούς σοφών και εξαίρει λόγους δικαίων. ου εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν. ίνα ζήτε και εισελθόντες κληρονομήσητε την γην. αις Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. και τη ημέρα τη εβδόμη εξόδιον. εν τω τόπω. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου. και κρινούσι τον λαόν κρίσιν δικαίαν. 7 και εψήσεις και οπτήσεις και φαγή εν τω τόπω. ω αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτω· εάν δε ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις γενήμασί σου και εν παντί έργω των χειρών σου. 13 εορτήν σκηνών ποιήσεις σεαυτω επτά ημέρας εν τω συναγαγείν σε εκ της άλωνός σου και από της ληνού σου· 14 και ευφρανθήση εν τη εορτη σου. παρά το θυσιαστήριον του Θεού σου ου ποιήσεις σεαυτω. 21 Ου φυτεύσεις σεαυτω άλσος. κατά την ευλογίαν Κυρίου του Θεού σου. 19 ουκ εκκλινούσι κρίσιν. θύσεις το πάσχα εσπέρας προς δυσμάς ηλίου εν τω καιρω. 20 δικαίως το δίκαιον διώξη. 12 και μνησθήση ότι οικέτης εγένου εν γη Αιγύπτω. 16 τρεις καιρούς του ενιαυτού οφθήσεται παν αρσενικόν σου εναντίον Κυρίου του Θεού σου εν τω τόπω. όσα αν δω Κύριος ο Θεός σου· 11 και ευφρανθήση εναντίον Κυρίου του Θεού σου. 9 επτά εβδομάδας εξαριθμήσεις σεαυτω· αρξαμένου σου δρέπανον επ ‘ αμητόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. 10 και ποιήσεις εορτήν εβδομάδων Κυρίω τω Θεω σου καθώς η χείρ σου ισχύει. ην έδωκέ σοι. εν τη εορτη των αζύμων και εν τη εορτη των εβδομάδων και εν τη εορτη της σκηνοπηγίας. ω εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου αυτόν επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. ω εξήλθες εξ Αιγύπτου. και φυλάξη και ποιήσεις τας εντολάς ταύτας. συ και ο υιος σου και η θυγάτηρ σου. ουκ οφθήση ενώπιον Κυρίου του Θεού σου κενός· 17 έκαστος κατά δύναμιν των χειρών υμών. α εμίσησε Κύριος ο Θεός σου. 8 εξ ημέρας φαγή άζυμα. ω εάν εκλέξηται αυτόν Κύριος. ο παις σου και η παιδίσκη σου και ο Λευίτης και ο προσήλυτος και ο ορφανός και η χήρα η ούσα εν ταις πόλεσί σου.

6 επί δυσί μάρτυσιν ή επί τρισί μάρτυσιν αποθανείται ο αποθνήσκων· ουκ αποθανείται εφ ‘ ενί μάρτυρι. 2 Εάν δε ευρεθή εν μια των πόλεών σου. ποιήσεις. ος ποιήσει το πονηρόν εναντίον Κυρίου του Θεού σου παρελθύειν την διαθήκην αυτού. και η χείρ του λαού επ ‘ εσχάτων· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. ος αν γένηται εν ταις ημέραις εκείναις. τω ηλίω ή τη σελήνη ή παντί των εκ του κόσμου του ουρανού. και φυλάξη ποιήσαι πάντα όσα αν νομοθετηθή σοι· 11 κατά τον νόμον και κατά την κρίσιν. ανήρ ή γυνή. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου εκεί. 3 και ελθόντες λατρεύσωσι θεοίς ετέροις και προσκυνήσωσιν αυτοίς. 12 και ο άνθρωπος. και εκζητήσεις σφόδρα. 9 και ελεύση προς τους ιερείς τους Λευίτας και προς τον κριτήν. και ιδού αληθώς γέγονε το ρήμα. ος αν ή εν ταις ημέραις εκείναις. και τελευτήσουσιν. ρήματα κρίσεως εν ταις πόλεσιν υμών. ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου εστιν. 4 και αναγγελή σοι. 7 και η χείρ των μαρτύρων έσται επ ‘ αυτω εν πρώτοις θανατώσαι αυτόν. ό αν αναγγείλωσί σοι εκ του τόπου. και αναστάς αναβήση εις τον τόπον. ου εάν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. και εκζητήσαντες αναγγελούσί σοι την κρίσιν. 8 Εάν δε αδυνατήση από σου ρήμα εν κρίσει αναμέσον αίμα αίματος και αναμέσον κρίσις κρίσεως και αναμέσον αφή αφής και αναμέσον αντιλογία αντιλογίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΟΥ θύσεις Κυρίω τω Θεω σου μόσχον ή πρόβατον. δεξιά ουδέ αριστερά. 10 και ποιήσεις κατά το πράγμα. ου εάν αναγγείλωσί σοι. και αποθανείται ο άνθρωπος εκείνος. ος εάν ποιήση εν υπερηφανία ωστε μη υπακούσαι του ιερέως του παρεστηκότος λειτουργείν επί τω ονόματι Κυρίου του Θεού σου ή του κριτού. παν ρήμα πονηρόν. ην αν είπωσί σοι. α ου προσέξατέ σοι. γεγένηται το βδέλυγμα τούτο εν Ισραήλ. ουκ εκκλινείς από του ρήματος. 5 και εξάξεις τον άνθρωπον εκείνον ή την γυναίκα εκείνην και λιθοβολήσετε αυτούς εν λίθοις. και εξαρείς τον πονηρόν εξ Ισραήλ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 322 . εν ω εστιν εν αυτω μώμος.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14 Εάν δε εισέλθης εις την γην. 2 κλήρος δε ουκ έσται αυτοίς εν τοις αδελφοίς αυτών· Κύριος αυτός κλήρος αυτού. παρά των θυόντων τα θύματα. και γράψει αυτω το δευτερονόμιον τούτο εις βιβλίον παρά των ιερέων των Λευιτών. αυτός και οι υιοί αυτού εν τοις υιοίς Ισραήλ. 18 και όταν καθίση επί της αρχής αυτού. εάν τε μόσχον εάν τε πρόβατον· και δώσεις τον βραχίονα τω ιερεί και τα σιαγόνια και το ένυστρον. 3 και αύτη η κρίσις των ιερέων. 16 διότι ου πληθυνεί εαυτω ίππον ουδέ μη αποστρέψη τον λαόν εις Αίγυπτον. 17 και ου πληθυνεί εαυτω γυναίκας. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΟΥΚ έσται τοις ιερεύσι τοις Λευίταις. τα παρά του λαού. και αναγνώσεται εν αυτω πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. 19 και έσται μετ ‘ αυτού. ίνα μη παραβή από των εντολών δεξιά ή αριστερά. όλη φυλή Λευί. ίνα μάθη φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν σου και φυλάσσεσθαι πάσας τας εντολάς ταύτας και τα δικαιώματα ταύτα ποιείν. αυτός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 323 . εκ των αδελφών σου καταστήσεις επί σεαυτόν άρχοντα· ου δυνήση καταστήσαι επί σεαυτόν άνθρωπον αλλότριον. όπως μη πληθύνη αυτω ίππον. όπως αν μακροχρονίση επί της αρχής αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ 13 και πας ο λαός ακούσας φοβηθήσεται και ουκ ασεβήσει έτι. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. καθότι είπεν αυτω. λειτουργείν και ευλογείν επί τω ονόματι αυτού. 4 και τας απαρχάς του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου και την απαρχήν των κουρών των προβάτων σου δώσεις αυτω· 5 ότι αυτόν εξελέξατο Κύριος εκ πασών των φυλών σου παρεστάναι έναντι Κυρίου του Θεού. 15 καθιστών καταστήσεις επί σεαυτόν άρχοντα. 20 ίνα μη υψωθή η καρδία αυτού από των αδελφών αυτού. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός αυτόν. ότι ουκ αδελφός σου εστι. φάγονται αυτά. και κληρονομήσης αυτήν και κατοικήσης επ ‘ αυτήν και είπης· καταστήσω επ ‘ εμαυτόν άρχοντα. καθά και τα λοιπά έθνη τα κύκλω μου. μερίς ουδέ κλήρος μετά Ισραήλ· καρπώματα Κυρίου ο κλήρος αυτών. ο δε Κύριος είπεν· ου προσθήσεσθε αποστρέψαι τη οδω ταύτη έτι. ίνα μη μεταστη αυτού η καρδία· και αργύριον και χρυσίον ου πληθυνεί εαυτω σφόδρα.

μαντευόμενος μαντείαν. εις τον τόπον ον αν εκλέξηται Κύριος. 11 φαρμακός επαείδων επαοιδήν. ουκ εφέξεσθε αυτού. ό ουκ ελάλησε Κύριος. και ος αν λαλήση εν ονόματι θεών ετέρων. 21 εάν δε είπης εν τη καρδία σου· Πως γνωσόμεθα το ρήμα. σοί δε ουχ ούτως έδωκε Κύριος ο Θεός σου. 12 έστι γαρ βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου πας ποιών ταύτα· ένεκεν γαρ των βδελυγμάτων τούτων Κύριος εξολοθρεύσει αυτούς από προσώπου σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και οι υιοί αυτού εν τοις υιοίς Ισραήλ. 22 όσα εάν λαλήση ο προφήτης εκείνος τω ονόματι Κυρίου. καθ ‘ ότι επιθυμεί η ψυχή αυτού. ουδέ μη αποθάνωμεν. πλήν της πράσεως της κατά πατριάν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 324 . 20 πλήν ο προφήτης. επερωτών τους νεκρούς. ου αυτός παροικεί. και λαλήσει αυτοίς καθ ‘ ότι αν εντείλωμαι αυτω· 19 και ο άνθρωπος. 10 ουχ ευρεθήσεται εν σοί περικαθαίρων τον υιόν αυτού ή την θυγατέρα αυτού εν πυρί. αυτού ακούσεσθε 16 κατά πάντα. και μη γένηται και μη συμβή. ούτοι κληδόνων και μαντειών ακούσονται. και δώσω τα ρήματα εν τω στόματι αυτού. ωσπερ σε. ος αν ασεβήση λαλήσαι επί τω ονόματί μου ρήμα. ου μαθήση ποιείν κατά τα βδελύγματα των εθνών εκείνων. ους συ κατακληρονομείς αυτούς. εγγαστρίμυθος και τερατοσκόπος. 9 Εάν δε εισέλθης εις την γην. κληδονιζόμενος και οιωνιζόμενος. τούτο το ρήμα ό ουκ ελάλησε Κύριος· εν ασεβεία ελάλησεν ο προφήτης εκείνος. όσα ητήσω παρά Κυρίου του Θεού σου εν Χωρήβ τη ημέρα της εκκλησίας λέγοντες· ου προσθήσομεν ακούσαι την φωνήν Κυρίου του Θεού σου και το πυρ τούτο το μέγα ουκ οψόμεθα έτι. ος εάν μη ακούση όσα αν λαλήση ο προφήτης εκείνος επί τω ονόματί μου. αποθανείται ο προφήτης εκείνος. 6 εάν δε παραγένηται ο Λευίτης εκ μιάς των πόλεων εκ πάντων των υιών Ισρήλ. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. εγώ εκδικήσω εξ αυτού. ό ου προσέταξα λαλήσαι. ωσπερ πάντες οι αδελφοί αυτού οι Λευίται οι παρεστηκότες εκεί εναντίον Κυρίου του Θεού σου· 8 μερίδα μεμερισμένην φάγεται. 17 και είπε Κύριος προς με· ορθώς πάντα όσα ελάλησαν προς σε· 18 προφήτην αναστήσω αυτοίς εκ των αδελφών αυτών. 13 τέλειος έση εναντίον Κυρίου του Θεού σου· 14 τα γαρ έθνη ταύτα. 7 και λειτουργήσει τω ονόματι Κυρίου του Θεού αυτού. 15 προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου.

ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. και αποθάνη. α ο Θεός δίδωσί σοι την γην αυτών. 10 και ουκ εκχυθήσεται αίμα αναίτιον εν τη γη. και φύγη εις μίαν των πόλεων τούτων. και εκπεσόν το σιδήριον από του ξύλου τύχη του πλησίον. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω. εάν μακροτέρα ή η οδός. πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού πάσας τας ημέρας. αγαπάν Κύριον τον Θεόν σου. και τούτω ουκ έστι κρίσις θανάτου. και αποθάνη. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. ότι ου μισών ην αυτόν προ της χθές. και πατάξη αυτού ψυχήν. 11 εά δε γένηται εν σοί άνθρωπος μισών τον πλησίον και ενεδρεύση αυτόν και επαναστη επ ‘ αυτόν και πατάξη αυτού ψυχήν. και αποθανείται· 13 ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτω και καθαριείς το αίμα το αναίτιον εξ Ισραήλ. και κατακληρονομήσητε αυτούς και κατοικήσετε εν ταις πόλεσιν αυτών και εν τοις οίκοις αυτών. και έσται εκεί καταφυγή παντί φονευτη. 7 δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι το ρήμα τούτο λέγων· τρεις πόλεις διαστελείς σεαυτω· 8 εάν δε εμπλατύνη Κύριος ο Θεός σου τα όριά σου. 5 και ος εάν εισέλθη μετά του πλησίον εις τον δρυμόν συναγαγείν ξύλα. και δω σοι Κύριος πάσαν την γην. ην είπε δούναι τοις πατράσι σου. ην καταμερίζει σοι Κύριος ο Θεός σου. 6 ίνα μη διώξας ο αγχιστεύων του αίματος οπίσω του φονεύσαντος. ότι παρατεθέρμανται τη καρδία. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. ούτος καταφεύξεται εις μίαν των πόλεων τούτων και ζήσεται. και εκκρουσθή η χείρ αυτού τη αξίνη κόπτοντος το ξύλον. και αποθάνη. και ουκ έσται εν σοί αίματι ένοχος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 325 . 4 τούτο δε έσται το πρόσταγμα του φονευτού. 3 στόχασαί σοι την οδόν και τριμεριείς τα όρια της γης σου. 9 εάν ακούσης ποιείν πάσας τας εντολάς ταύτας. 12 και αποστελούσιν η γερουσία της πόλεως αυτού και λήψονται αυτόν εκείθεν και παραδώσουσιν αυτόν εις χείρας των αγχιστευόντων του αίματος. και εύ σοι έσται. 2 τρεις πόλεις διαστελείς σεαυτω εν μέσω της γης σου. ουδέ προ της τρίτης. ος αν φύγη εκεί και ζήσεται· ος αν πατάξη τον πλησίον αυτού ουκ ειδώς και ούτος ου μισών αυτόν προ της χθές και τρίτης. προσθήσεις σεαυτω έτι τρεις πόλεις προς τας τρεις ταύτας. και καταλάβη αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΕΑΝ δε αφανίση Κύριος ο Θεός σου τα έθνη.

6 και τις ο άνθρωπος. 4 ότι Κύριος ο Θεός υμών ο προπορευόμενος μεθ ‘ υμών συνεκπολεμήσαι υμίν τους εχθρούς υμών. πόδα αντί ποδός. ή κατεκληρονομήθης εν τη γη. 19 και ποιήσετε αυτω ον τρόπον επονηρεύσατο ποιήσαι κατά του αδελφού αυτού. α έστησαν οι πατέρες σου εν τη κληρονομία. ου φοβηθήση απ ‘ αυτών. 16 εάν δε καταστη μάρτυς άδικος κατά ανθρώπου καταλέγων αυτού ασέβειαν. οδόντα αντί οδόντος. και ιδού μάρτυς άδικος εμαρτύρησεν άδικα. Ισραήλ· υμείς πορεύεσθε σήμερον εις τον πόλεμον επί τους εχθρούς υμών. οίς εστιν αυτοίς η αντιλογία. και προσεγγίσας ο ιερεύς λαλήσει τω λαω και ερεί προς αυτούς· 3 άκουε. μη αποθάνη εν τω πολέμω και άνθρωπος έτερος εγκαινιεί αυτήν. οί αν ώσιν εν ταις ημέραις εκείναις. μη φοβείσθε μηδέ θραύεσθε μηδέ εκκλίνετε από προσώπου αυτών. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω. ην εάν αμάρτη· επί στόματος δύο μαρτύρων και επί στόματος τριών μαρτύρων στήσεται παν ρήμα. 2 και έσται όταν εγγίσης τω πολέμω. πορευέσθω και αποστραφήτω εις την οικίαν αυτού. 18 και εξετάσωσιν οι κριταί ακριβώς. διασώσαι υμάς. μη εκλυέσθω η καρδία υμών. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΕΑΝ δε εξέλθης εις πόλεμον επί τους εχθρούς σου και ίδης ίππον και αναβάτην και λαόν πλείονά σου. και εξαρείς το πονηρόν εξ υμών αυτών. 5 και λαλήσουσιν οι γραμματείς προς τον λαόν λέγοντες· τις ο άνθρωπος ο οικοδομήσας οικίαν καινήν και ουκ ενεκαίνισεν αυτήν. όστις εφύτευσεν αμπελώνα και ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 326 . 21 ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτω· ψυχήν αντί ψυχής. 20 και οι επίλοιποι ακούσαντες φοβηθήσονται και ου προσθήσουσιν έτι ποιήσαι κατά το ρήμα το πονηρόν τούτο εν υμίν. 17 και στήσονται οι δύο άνθρωποι. 15 Ουκ εμμενεί μάρτυς εις μαρτυρήσαι κατά ανθρώπου κατά πάσαν αδικίαν και κατά παν αμάρτημα και κατά πάσαν αμαρτίαν. έναντι Κυρίου και έναντι των ιερέων και έναντι των κριτών. αντέστη κατά του αδελφού αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14 Ου μετακινήσεις όρια του πλησίον. ότι Κύριος ο Θεός σου μετά σου ο αναβιβάσας σε εκ γης Αιγύπτου. οφθαλμόν αντί οφθαλμού. χείρα αντί χειρός.

πορευέσθω και αποστραφήτω εις την οικίαν αυτού. 14 πλήν των γυναικών και της αποσκευής και πάντα τα κτήνη και πάντα. μη άνθρωπος το ξύλον το εν τω αγρω εισελθείν από προσώπου σου εις τον χάρακα. ων ο Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομείν την γην αυτών. και πάσαν την απαρτίαν προνομεύσεις σεαυτω και φαγή πάσαν την προνομήν των εχθρών σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 327 . ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. περικαθαριείς αυτήν. πορευέσθω και αποστραφήτω εις την οικίαν αυτού. 7 και τις ο άνθρωπος. και πατάξεις παν αρσενικόν αυτής εν φόνω μαχαίρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευφράνθη εξ αυτού. ήτις ποιεί προς σε τον πόλεμον. μη αποθάνη εν τω πολέμω και άνθρωπος έτερος λήψεται αυτήν. και εκκαλέσαι αυτούς μετ ‘ ειρήνης· 11 εάν μεν ειρηνικά αποκριθώσί σοι και ανοίξωσί σοι. 10 Εάν δε προσέλθης προς πόλιν εκπολεμήσαι αυτούς. 18 ίνα μη διδάξωσι ποιείν υμάς πάντα τα βδελύγματα αυτών. ον τρόπον ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου. όσα αν υπάρχη εν τη πόλει. όστις μεμνήστευται γυναίκα και ουκ έλαβεν αυτήν. αυτό δε ουκ εκκόψεις. αλλ ‘ ή απ ‘ αυτού φαγή. 17 αλλ ‘ ή αναθέματι αναθεματιείτε αυτούς. τον Χετταίον και Αμορραίον και Χαναναίον και Φερεζαίον και Ευαίον και Ιεβουσαίον και Γεργεσαίον. 13 έως αν παραδω σοι αυτήν Κύριος ο Θεός σου εις τας χείράς σου. ίνα μη δειλιάνη την καρδίαν του αδελφού αυτού ωσπερ η αυτού. έσται πας ο λαός οι ευρεθέντες εν αυτη έσονταί σοι φορολόγητοι και υπήκοοί σου· 12 εάν δε μη υπακούσωσί σοι και ποιώσι προς σε πόλεμον. τούτο ολοθρεύσεις και εκκόψεις και οικοδομήσεις χαράκωσιν επί την πόλιν. 16 ιδού δε από των πόλεων των εθνών τούτων. 19 Εάν δε περικαθήσης περί πόλιν μίαν ημέρας πλείους εκπολεμήσαι αυτήν εις κατάληψιν αυτής. ων Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομείν την γην αυτών. ου ζωγρήσετε απ ‘ αυτών παν εμπνέον. ουκ εξολοθρεύσεις τα δένδρα αυτής επιβαλείν επ ‘ αυτά σίδηρον. μη αποθάνη εν τω πολέμω και άνθρωπος έτερος ευφρανθήσεται εξ αυτού. 20 αλλά ξύλον. έως αν παραδοθή. και καταστήσουσιν άρχοντας της στρατιάς προηγουμένους του λαού. 9 και έσται όταν παύσωνται οι γραμματείς λαλούντες προς τον λαόν. όσα εποίησαν τοις θεοίς αυτών. ό επίστασαι ότι ου καρπόβρωτόν εστι. αι ουχί εκ των πόλεων των εθνών τούτων. και αμαρτήσεσθε εναντίον Κυρίου του Θεού υμών. πορευέσθω και αποστραφήτω εις την οικίαν αυτού. 15 ούτω ποιήσεις πάσας τας πόλεις τας μακράν ούσας σου σφόδρα. 8 και προσθήσουσιν οι γραμματείς λαλήσαι προς τον λαόν και ερούσι· τις ο άνθρωπος ο φοβούμενος και δειλός τη καρδία.

14 και έσται εάν μη θέλης αυτήν. 9 συ δε εξαρείς το αίμα· το αναίτιον εξ υμών αυτών. και εξιλασθήσεται αυτοίς το αίμα. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομήσαι. 5 και προσελεύσονται οι ιερείς οι Λευίται. και οι οφθαλμοί ημών ουχ εωράκασιν· 8 ίλεως γενού τω λαω σου Ισραήλ. εξαποστελείς αυτήν ελευθέραν και πράσει ου πραθήσεται αργυρίου· ουκ αθετήσεις αυτήν. Κύριε. 3 και έσται η πόλις η εγγίζουσα τω τραυματία και λήψεται η γερουσία της πόλεως εκείνης δάμαλιν εκ βοών. 2 εξελεύσεται η γερουσία σου και οι κριταί σου και εκμετρήσουσιν επί τας πόλεις τας κύκλω του τραυματίου. 4 και καταβιβάσουσιν η γερουσία της πόλεως εκείνης δάμαλιν εις φάραγγα τραχείαν. και ήτις ουχ είλκυσε ζυγόν. και μετά ταύτα εισελεύση προς αυτήν και συνοικισθήση αυτη. ότι αυτούς επέλεξε Κύριος ο Θεός παρεστηκέναι αυτω και ευλογείν επί τω ονόματι αυτού. ους ελυτρώσω. 6 και πάσα η γερουσία της πόλεως εκείνης οι εγγίζοντες τω τραυματία νίψονται τας χείρας επί την κεφαλήν της δαμάλεως της νενευροκοπημένης εν τη φάραγγι 7 και αποκριθέντες ερούσιν· αι χείρες ημών ουκ εξέχεαν το αίμα τούτο. πεπτωκώς εν τω πεδίω και ουκ οίδασι τον πατάξαντα. ίνα μη γένηται αίμα αναίτιον εν τω λαω σου Ισραήλ. ήτις ουκ είργασται ουδέ σπείρεται. και νευροκοπήσουσι την δάμαλιν εν τη φάραγγι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΕΑΝ δε ευρεθή τραυματίας εν τη γη. εάν ποιήσης το καλόν και το αρεστόν έναντι Κυρίου του Θεού σου. και έσται σου γυνή. και επί τω στόματι αυτών έσται πάσα αντιλογία και πάσα αφή. διότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 328 . 10 Εάν δε εξελθών εις πόλεμον επί τους εχθρούς σου και παραδω σοι Κύριος ο Θεός σου εις τας χείράς σου και προνομεύσης την προνομήν αυτών 11 και ίδης εν τη προνομή γυναίκα καλήν τω είδει και ενθυμηθής αυτής και λάβης αυτήν σεαυτω γυναίκα 12 και εισάξης αυτήν ένδον εις την οικίαν σου. ήτις ουκ είργασται. και ξυρήσεις την κεφαλήν αυτής και περιονυχιείς αυτήν 13 και περιελείς τα ιμάτια της αιχμαλωσίας απ ‘ αυτής και καθιείται εν τη οικία σου και κλαύσεται τον πατέρα και την μητέρα μηνός ημέρας.

ων αν ευρεθή αυτω. συμβολοκοπών οινοφλυγεί· 21 και λιθοβολήσουσιν αυτόν οι άνδρες της πόλεως αυτού εν λίθοις. 22 Εάν δε γένηται εν τινι αμαρτία κρίμα θανάτου και αποθάνη και κρεμάσητε αυτόν επί ξύλου. ου δυνήσεται πρωτοτοκεύσαι τω υιω της ηγαπημένης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εταπείνωσας αυτήν. και παιδεύωσιν αυτόν και μη εισακούη αυτών. και τούτω καθήκει τα πρωτοτοκεία. ότι κεκατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου· και ου μη μιανείτε την γην. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 15 Εάν δε γένωνται ανθρώπω δύο γυναίκες. 2 εάν δε μη εγγίζη ο αδελφός σου προς σε μηδέ επίστη αυτόν. συνάξεις αυτά ένδον εις την οικίαν σου. υπεριδών τον υιόν της μισουμένης τον πρωτότοκον. 3 ούτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 329 . και τέκωσιν αυτω η ηγαπημένη και η μισουμένη και γένηται υιος πρωτότοκος της μισουμένης. ουχ υπακούει της φωνής ημών. 16 και έσται ή αν ημέρα κατακληρονομή τοις υιοίς αυτού τα υπάρχοντα αυτού. και αποδώσεις αυτω. ότι ούτός εστιν αρχή τέκνων αυτού. ουχ υπακούων φωνήν πατρός και φωνήν μητρός. μία αυτών ηγαπημένη και μία αυτών μισουμένη. και αποδώσεις αυτω. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΜΗ ιδών τον μόσχον του αδελφού σου ή το πρόβατον αυτού πλανώμενα εν τη οδω υπερίδης αυτά· αποστροφή αποστρέψεις αυτά τω αδελφω σου. αλλά ταφή θάψετε αυτό εν τη ημέρα εκείνη. 19 και συλλαβόντες αυτόν ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού και εξάξουσιν αυτόν επί την γερουσίαν της πόλεως αυτού και επί την πύλην του τόπου 20 και ερούσι τοις ανδράσι της πόλεως αυτών· ο υιος ημών ούτος απειθεί και ερεθίζει. 18 Εάν δε τινι ή υιος απειθής και ερεθιστής. έως αν ζητήση αυτά ο αδελφός σου. και έσται μετά σου. 23 ου κοιμηθήσεται το σώμα αυτού επί του ξύλου. 17 αλλά τον πρωτότοκον υιόν της μισουμένης επιγνώσεται δούναι αυτω διπλά από πάντων. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω. και οι επίλοιποι ακούσαντες φοβηθήσονται. και αποθανείται· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών.

α εάν περιβάλη εν αυτοίς. μη υπερίδης αυτούς· ανιστών αναστήσεις μετ ‘ αυτού. ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν. ου λήψη την μητέρα μετά των τέκνων· 7 αποστολή αποστελείς την μητέρα. και ταύτα τα παρθένια της θυγατρός μου· και αναπτύξουσι το ιμάτιον εναντίον της γερουσίας της πόλεως. τα δε παιδία λήψη σεαυτω. 15 και λαβών ο πατήρ της παιδός και η μήτηρ εξοίσουσι τα παρθένια της παιδός προς την γερουσίαν επί την πύλην. 13 Εάν δε τις λάβη γυναίκα και συνοικήση αυτη και μισήση αυτήν 14 και επιθή αυτη προφασιστικούς λόγους και κατενέγκη αυτής όνομα πονηρόν και λέγη· την γυναίκα ταύτην είληφα και προσελθών αυτη ουκ εύρηκα αυτής τα παρθένια. 12 Στρεπτά ποιήσεις σεαυτω επί των τεσσάρων κρασπέυδων των περιβολαίων σου. 21 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 330 . ίνα μη αγιασθή το γένημα και το σπέρμα. 10 ουκ αροτριάσεις εν μόσχω και όνω επί το αυτό. ότι εξήνεγκεν όνομα πονηρόν επί παρθένον Ισραηλίτιν· και αυτού έσται γυνή. 18 και λήψεται η γερουσία της πόλεως εκείνης τον άνθρωπον εκείνον και παιδεύσουσιν αυτόν 19 και ζημιώσουσιν αυτόν εκατόν σίκλους και δώσουσι τω πατρί της νεάνιδος. νεοσσοίς ή ωοίς. 20 εάν δε επ ‘ αληθείας γένηται ο λόγος ούτος και μη ευρεθή παρθένια τη νεάνιδι. 16 και ερεί ο πατήρ της παιδός τη γερουσία· την θυγατέρα μου ταύτην δέδωκα τω ανθρώπω τούτω γυναίκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσεις τον όνον αυτού και ούτω ποιήσεις το ιμάτιον αυτού και ούτω ποιήσεις κατά πάσαν απώλειαν του αδελφού σου. 6 Εάν δε συναντήσης νοσσιά ορνέων προ προσώπου σου εν τη οδω ή επί παντί δένδρω ή επί της γης. εν τω αυτω. 8 Εάν δε οικοδομήσης οικίαν καινήν. ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου εστι πας ποιών ταύτα. και η μήτηρ θάλπη επί των νεοσσών ή επί των ωών. εάν πέση ο πεσών απ ‘ αυτού. και μισήσας αυτήν 17 νυν ούτος επιτίθησιν αυτη προφασιστικούς λόγους λέγων· ουχ εύρηκα τη θυγατρί σου παρθένια. και ποιήσεις στεφάνην τω δώματί σου· και ου ποιήσεις φόνον εν τη οικία σου. ίνα εύ σοι γένηται και πολυήμερος γένη. 5 Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί. ό εάν σπείρης μετά του γενήματος του αμπελώνός σου. 9 Ου κατασπερείς τον αμπελώνά σου διάφορον. όσα εάν απολήται παρ ‘ αυτού και εύρης· ου δυνήση υπεριδείν. έρια και λίνον. ου δυνήσεται εξαποστείλαι αυτήν τον άπαντα χρόνον. 11 ουκ ενδύση κίβδηλον. 4 ουκ όψη τον όνον του αδελφού σου ή τον μόσχον αυτού πεπτωκότας εν τη οδω.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εξάξουσι την νεάνιν επί τας θύρας του οίκου του πατρός αυτής. 3 ουκ εισελεύσεται εκ πόρνης εις εκκλησίαν Κυρίου. ότι ουκ εβόησεν εν τη πόλει. αποκτενείτε τον κοιμώμεμον μετ ‘ αυτής μόνον 26 και τη νεάνιδι ου ποιήσετε ουδέν· ουκ έστιν αμάρτημα θανάτου. 25 εάν δε εν πεδίω εύρη άνθρωπος την παίδα την μεμνηστευμένην και βιασάμενος κοιμηθή μετ ‘ αυτής. ότι εποίησεν αφροσύνην εν υιοίς Ισραήλ εκπορνεύσαι τον οίκον του πατρός αυτής· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΟΥ λήψεται άνθρωπος την γυναίκα του πατρός αυτού και ουκ αποκαλύψει συγκάλυμμα του πατρός αυτού. και αποθανείται. 4 ουκ εισελεύσεται Αμμανίτης και Μωαβίτης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 331 . και βιασάμενος κοιμηθή μετ ‘ αυτής και ευρεθή. και τον άνθρωπον. και αυτού έσται γυνή. 29 δώσει ο άνθρωπος ο κοιμηθείς μετ ‘ αυτής τω πατρί της νεάνιδος πεντήκοντα δίδραχμα αργυρίου. και ουκ ην ο βοηθήσων αυτη. 27 ότι εν τω αγρω εύρεν αυτήν. ανθ ‘ ων εταπείνωσεν αυτήν· ου δυνήσεται εξαποστείλαι αυτήν τον άπαντα χρόνον. εβόησεν η νεάνις η μεμνηστευμένη. αποκτενείτε αμφοτέρους. τον άνδρα τον κοιμώμενον μετά της γυναικός και την γυναίκα· και εξαρείς τον πονηρόν εξ Ισραήλ. 22 Εάν δε ευρεθή άνθρωπος κοιμώμενος μετά γυναικός συνωκισμένης ανδρί. 28 Εάν δε τις εύρη την παίδα την παρθένον. 23 Εάν δε γένηται παις παρθένος μεμνηστευμένη ανδρί και ευρών αυτήν άνθρωπος εν πόλει κοιμηθή μετ ‘ αυτής. ότι ως ει τις επαναστη άνθρωπος επί τον πλησίον και φονεύση αυτού ψυχήν. 2 Ουκ εισελεύσεται θλαδίας ουδέ αποκεκομμένος εις την εκκλησίαν Κυρίου. ότι εταπείνωσε την γυναίκα του πλησίον· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. 24 εξάξετε αμφοτέρους επί την πύλην της πόλεως αυτών και λιθοβοληθήσονται εν λίθοις και αποθανούνται· την νεάνιν. ούτω το πράγμα τούτο. και λιθοβολήσουσιν αυτήν εν λίθοις. ήτις ου μεμνήστευται.

γενεά τρίτη εισελεύσονται εις εκκλησίαν Κυρίου. εκπορευομένων υμών εξ Αιγύπτου. 8 ου βδελύξη Ιδουμαίον. και ουκ έσται πορνεύων από υιών Ισραήλ· ουκ έσται τελεσφόρος από θυγατέρων Ισραήλ. και φυλάξη από παντός ρήματος πονηρού. και ορύξεις εν αυτω και επαγαγών καλύψεις την ασχημοσύνην σου εν αυτω· 15 ότι Κύριος ο Θεός σου εμπεριπατεί εν τη παρεμβολή σου εξελέσθαι σε και παραδούναι τον εχθρόν σου προ προσώπου σου. 5 παρά το μη συναντήσαι αυτούς υμίν μετά άρτων και ύδατος εν τη οδω. και ουκ οφθήσεται εν σοί ασχημοσύνη πράγματος και αποστρέψει από σου. και ότι εμισθώσαντο επί σε τον Βαλαάμ υιόν Βεώρ εκ της Μεσοποταμίας καταράσθαί σε· 6 και ουκ ηθέλησε Κύριος ο Θεός σου εισακούσαι του Βαλαάμ. ίνα ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις σου επί της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις εκκλησίαν Κυρίου· και έως δεκάτης γενεάς ουκ εισελεύσεται εις την εκκλησίαν Κυρίου και έως εις τον αιώνα. ου εάν εκδανείσης. ος ουκ έσται καθαρός εκ ρύσεως αυτού νυκτός. και έσται όταν διακαθιζάνης έξω. και έσται η παρεμβολή σου αγία. 20 Ουκ εκτοκιείς τω αδελφω σου τόκον αργυρίου και τόκον βρωμάτων και τόκον παντός πράγματος. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 11 εάν ή εν σοί άνθρωπος. και ουκ έσται τελεισκόμενος από υιών Ισραήλ. ότι ηγάπησέ σε Κύριος ο Θεός σου. 16 Ου παραδώσεις παίδα τω κυρίω αυτού. και εξελεύσεται έξω της παρεμβολής και ουκ εισελεύσεται εις την παρεμβολήν· 12 και έσται το προς εσπέραν λούσεται το σώμα αυτού ύδατι και δεδυκότος ηλίου εισελεύσεται εις την παρεμβολήν. 21 τω αλλοτρίω εκτοκιείς. ότι πάροικος εγένου εν τη γη αυτού· 9 υιοί εάν γεννηθώσιν αυτοίς. 10 Εάν δε εξέλθης παρεμβαλείν επί τους εχθρούς σου. 18 Ουκ έσται πόρνη από θυγατέρων Ισραήλ. ότι αδελφός σου εστιν· ου βδελύξη Αιγύπτιον. ος προστέθειταί σοι παρά του κυρίου αυτού· 17 μετά σου κατοικήσει. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 332 . και μετέστρεψε Κύριος ο Θεός σου τας κατάρας εις ευλογίαν. ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου εστι και αμφότερα. και εξελεύση εκεί έξω· 14 και πάσσαλος έσται σοι επί της ζώνης σου. εν υμίν κατοικήσει ου αν αρέση αυτω. 19 ου προσοίσεις μίσθωμα πόρνης ουδέ άλλαγμα κυνός εις τον οίκον Κυρίου του Θεού σου προς πάσαν ευχήν. ου θλίψεις αυτόν. 7 ου προσαγορεύσεις ειρηνικά αυτοίς και συμφέροντα αυτοίς πάσας τας ημέρας σου εις τον αιώνα. τω δε αδελφω σου ουκ εκτοκιείς. 13 και τόπος έσται σοι έξω της παρεμβολής.

5 Εάν δε τις λάβη γυναίκα προσφάτως. ότι ψυχήν ούτος ενεχυράζει. ην έλαβεν. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΕΑΝ δε τις λάβη γυναίκα και συνοικήση αυτη. ότι βδέλυγμά εστιν εναντίον Κυρίου του Θεού σου· και ου μιανείτε την γην. 25 Εάν δε εισέλθης εις αμητόν του πλησίον σου. 2 και απελθούσα γένηται ανδρί ετέρω. ευφρανεί την γυναίκα αυτού. ότι εύρεν εν αυτη άσχημον πράγμα. και συλλέξης εν ταις χερσί σου στάχυς και δρέπανον ου μη επιβάλης επ ‘ αμητόν του πλησίον σου. ουκ εξελεύσεται εις πόλεμον. ή αποθάνη ο ανήρ ο έσχατος. και έσται εάν μη εύρη χάριν εναντίον αυτού. 26 εάν δε εισέλθης εις τον αμπελώνα του πλησίον σου. μετά το μιανθήναι αυτήν. 24 τα εκπορευόμενα δια των χειλέων σου φυλάξη και ποιήσεις ον τρόπον ηύξω Κυρίω τω Θεω σου δόμα. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω. 7 Εάν δε αλω άνθρωπος κλέπτων ψυχήν εκ των αδελφών αυτού των υιών Ισραήλ και καταδυναστεύσας αυτόν αποδώται. ουδέ επιμύλιον. και ουκ επιβληθήσεται αυτω ουδέν πράγμα· αθωος έσται εν τη οικία αυτού ενιαυτόν ένα. 6 Ουκ ενεχυράσεις μύλον. ό ελάλησας τω στόματί σου. και έσται εν σοί αμαρτία· 23 εάν δε μη θέλης εύξασθαι. φαγή σταφυλήν όσον ψυχήν σου εμπλησθήναι. αποθανείται ο κλέπτης εκείνος· και εξαρείς τον πονηρόν εξ υμών αυτών. εις δε άγγος ουκ εμβαλείς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 333 . ου χρονιείς αποδούναι αυτήν. ουκ έστιν εν σοί αμαρτία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 22 Εάν δε εύξη ευχήν Κυρίω τω Θεω σου. 3 και μισήση αυτήν ο ανήρ ο έσχατος και γράψει αυτη βιβλίον αποστασίου και δώσει εις τας χείρας αυτής και εξαποστελεί αυτήν εκ της οικίας αυτού. 4 ου δυνήσεται ο ανήρ ο πρότερος ο εξαποστείλας αυτήν επαναστρέψας λαβείν αυτήν εαυτω γυναίκα. και γράψει αυτη βιβλίον αποστασίου και δώσει εις τας χείρας αυτής και εξαποστελεί αυτήν εκ της οικίας αυτού. ότι εκζητών εκζητήσει Κύριος ο Θεός σου παρά σου. ος έλαβεν αυτήν εαυτω γυναίκα.

ουκ επανατρυγήσεις αυτόν τα οπίσω σου· τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα έσται· 22 και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτω. 21 εάν δε τρυγήσης τον αμπελώνά σου. ίνα ευλογήση σε Κύριος ο Θεός σου εν πάσι τοις έργοις των χειρών σου. και κοιμηθήσεται εν τω ιματίω αυτού και ευλογήσει σε. και έσται εν σοί αμαρτία. ουκ επαναστρέψεις καλαμήσασθαι τα οπίσω σου· τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα έσται και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτω. 20 εάν δε ελαιολογής. ότι πένης εστί και εν αυτω έχει την ελπίδα· και καταβοήσεται κατά σου προς Κύριον. ουκ αναστραφήση λαβείν αυτό· τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα έσται. 16 Ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων. εκπορευομένων υμών εξ Αιγύπτου. ουκ ενεχυράσεις ιμάτιον χήρας· 18 και μνησθήση ότι οικέτης ήσθα εν γη Αιγύπτω και ελυτρώσατό σε Κύριος ο Θεός σου εκείθεν· δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο. και ο άνθρωπος ου το δάνειόν σου εστιν εν αυτω. 10 Εάν οφείλημα ή εν τω πλησίον σου. και οι υιοί ουκ αποθανούνται υπέρ πατέρων· έκαστος εν τη εαυτού αμαρτία αποθανείται. δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο. ουκ εισελεύση εις την οικίαν αυτού ενεχυράσαι το ενέχυρον αυτού· 11 έξω στήση. φυλάξασθε ποιείν. εξοίσει σοι το ενέχυρον έξω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 8 Πρόσεχε σαυτω εν τη αφή της λέπρας· φυλάξη σφόδρα ποιείν κατά πάντα τον νόμον. 12 εάν δε ο άνθρωπος πένηται. ον αν αναγγείλωσιν υμίν οι ιερείς οι Λευίται· ον τρόπον ενετειλάμην υμίν. 17 Ουκ εκκλινείς κρίσιν προσηλύτου και ορφανού και χήρας. οφείλημα οτιούν. 14 Ουκ απαδικήσεις μισθόν πένητος και ενδεούς εκ των αδελφών σου ή εκ των προσηλύτων των εν ταις πόλεσί σου· 15 αυθημερόν αποδώσεις τον μισθόν αυτού. ου κοιμηθήση εν τω ενεχύρω αυτού· 13 αποδόσει αποδώσεις το ενέχυρον αυτού προς δυσμάς ηλίου. 19 Εάν δε αμήσης αμητόν εν τω αγρω σου και επιλάθη δράγμα εν τω αγρω σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 334 . δια τούτο εγώ σοι εντέλλομαι ποιείν το ρήμα τούτο. ουκ επιδύσεται ο ήλιος επ ‘ αυτω. και έσται σοι ελεημοσύνη εναντίον Κυρίου του Θεού σου. 9 μνήσθητι όσα εποίησε Κύριος ο Θεός σου τη Μαριάμ εν τη οδω.

ου προσθήσουσιν· εάν δε προσθής μαστιγώσαι υπέρ ταύτας τας πληγάς πλείους. 6 και έσται το παιδίον. καθιείς αυτόν έναντι των κριτών και μαστιγώσουσιν αυτόν εναντίον αυτών κατά την ασέβειαν αυτού. και αναβήσεται η γυνή επί την πύλην επί την γερουσίαν και ερεί· ου θέλει ο αδελφός του ανδρός μου αναστήσαι το όνομα του αδελφού αυτού εν Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΕΑΝ δε γένηται αντιλογία ανά μέσον ανθρώπων και προσέλθωσιν εις κρίσιν και κρίνωσι και δικαιώσωσι το δίκαιον και καταγνώσι του ασεβούς. 13 Ουκ έσται εν τω μαρσίππω σου στάθμιον και στάθμιον. ουκ ηθέλησεν ο αδελφός του ανδρός μου. και ουκ εξαλειφθήσεται το όνομα αυτού εξ Ισραήλ. και προσέλθη η γυνή ενός αυτών εξελέσθαι τον άνδρα αυτής εκ χειρός του τύπτοντος αυτόν και εκτείνασα την χείρα επιλάβηται των διδύμων αυτού. και στάς είπη· ου βούλομαι λαβείν αυτήν· 9 και προσελθούσα η γυνή του αδελφού αυτού έναντι της γερουσίας και υπολύσει το υπόδημα αυτού το εν από του ποδός αυτού και εμπτύσεται κατά πρόσωπον αυτού και αποκριθείσα ερεί· ούτω ποιήσουσι τω ανθρώπω. σπέρμα δε μη ή αυτω. 2 και έσται εάν άξιος ή πληγών ο ασεβών. κατασταθήσεται εκ του ονόματος του τετελευτηκότος. ος ουκ οικοδομήσει τον οίκον του αδελφού αυτού εν Ισραήλ· 10 και κληθήσεται το όνομα αυτού εν Ισραήλ Οίκος του υπολυθέντος το υπόδημα. ασχημονήσει ο αδελφός σου εναντίον σου. μέγα ή μικρόν· 14 ουκ έσται εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 335 . 4 Ου φιμώσεις βούν αλοώντα. 12 αποκόψεις την χείρα αυτής· ου φείσεται ο οφθαλμός σου επ ‘ αυτη. 7 εάν δε μη βούληται ο άνθρωπος λαβείν την γυναίκα του αδελφού αυτού. ουκ έσται η γυνή του τεθνηκότος έξω ανδρί μη εγγίζοντι· ο αδελφός του ανδρός αυτής εισελεύσεται προς αυτήν και λήψεται αυτήν εαυτω γυναίκα και συνοικήσει αυτη. άνθρωπος μετά του αδελφού αυτού. 5 Εάν δε κατοικώσιν αδελφοί επί το αυτό και αποθάνη εις εξ αυτών. 11 Εάν δε μάχωνται άνθρωποι επί το αυτό. 8 και καλέσουσιν αυτόν η γερουσία της πόλεως αυτού και ερούσιν αυτω. ό εάν τέκη. 3 αριθμω τεσσαράκοντα μαστιγώσουσιν αυτόν.

και εμβαλείς εις κάρταλλον και πορεύση εις τον τόπον. πας ποιών άδικον. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν ημών δούναι ημίν. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομήσαι. συ δε επείνας και εκοπίας. 4 και λήψεται ο ιερεύς τον κάρταλλον εκ των χειρών σου και θήσει αυτόν απέναντι του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου. ή Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι κληρονομήσαι. 17 Μνήσθητι όσα εποίησέ σοι Αμαλήκ εν τη οδω εκπορευομένου σου εκ γης Αιγύπτου. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι εν κλήρω· 16 ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεω σου πας ποιών ταύτα. και ουκ εφοβήθη τον Θεόν. ος έσται εν ταις ημέραις εκείναις. 3 και ελεύση προς τον ιερέα. μέγα ή μικρόν· 15 στάθμιον αληθινόν και δίκαιον έσται σοι. και μέτρον αληθινόν και δίκαιον έσται σοι. και κατακληρονομήσης αυτήν και κατοικήσης επ ‘ αυτής. ίνα πολυήμερος γένη επί της γης. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ έσται εάν εισέλθης εις την γην. τους κοπιώντας οπίσω σου. ον αν εκλέξηται Κύριος ο Θεός σου επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. και ερείς προς αυτόν· αναγγέλλω σήμερον Κυρίω τω Θεω μου ότι εισελήλυθα εις την γην. και έκοψέ σου την ουραγίαν. εξαλείψεις το όνομα Αμαλήκ εκ της υπό τον ουρανόν και ου μη επιλάθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οικία σου μέτρον και μέτρον. 19 και έσται ηνίκα εάν καταπαύση σε Κύριος ο Θεός σου από πάντων των εχθρών σου των κύκλω σου εν τη γη. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. 2 και λήψη από της απαρχής των καρπών της γης σου. 5 και αποκριθείς ερείς έναντι Κυρίου του Θεού σου· Συρίαν απέβαλεν ο πατήρ μου και κατέβη εις Αίγυπτον και παρώκησεν εκεί εν αριθμω βραχεί και εγένετο εκεί εις έθνος μέγα και πλήθος πολύ· 6 και εκάκωσαν ημάς οι Αιγύπτιοι και εταπείνωσαν ημάς και επέθηκαν ημίν έργα σκληρά· 7 και ανεβοήσαμεν προς Κύριον τον Θεόν ημών. και εισήκουσε Κύριος της φωνής ημών και είδε την ταπείνωσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 336 . 18 Πως αντέστη σοι εν τη οδω.

γην ρέουσαν γάλα και μέλι. γην ρέουσαν γάλα και μέλι· 10 και νυν ιδού ενήνοχα την απαρχήν των γενημάτων της γης. εποίησα καθά ενετείλω μοι. και αφήσεις αυτά απέναντι Κυρίου του Θεού σου και προσκυνήσεις έναντι Κυρίου του Θεού σου· 11 και ευφρανθήση εν πάσι τοις αγαθοίς. 12 Εάν δε συντελέσης αποδεκατώσαι παν το επιδέκατον των γενημάτων σου εν τω έτει τω τρίτω. ως εποίησέ σε ονομαστόν και καύχημα και δοξαστόν. ην έδωκας αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών και τον μόχθον ημών και τον θλιμμόν ημών· 8 και εξήγαγεν ημάς Κύριος εξ Αιγύπτου αυτός εν ισχύϊ αυτού τη μεγάλη και εν χειρί κραταιά και βραχίονι υψηλω και εν οράμασι μεγάλοις και εν σημείοις και εν τέρασι 9 και εισήγαγεν ημάς εις τον τόπον τούτον και έδωκεν ημίν την γην ταύτην. είναί σε λαόν άγιον Κυρίω τω Θεω σου. καθάπερ είπέ σοι. 13 και ερείς έναντι Κυρίου του Θεού σου· εξεκάθαρα τα άγια εκ της οικίας μου και έδωκα αυτά τω Λευίτη και τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα κατά πάσας τας εντολάς. καθά ώμοσας τοις πατράσιν ημών δούναι ημίν γην ρέουσαν γάλα και μέλι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 337 . ουκ έδωκα απ ‘ αυτών τω τεθνηκότι· υπήκουσα της φωνής Κυρίου του Θεού ημών. ουκ εκάρπωσα απ ‘ αυτών εις ακάθαρτον. το δεύτερον επιδέκατον δώσεις τω Λευίτη και τω προσηλύτω και τω ορφανω και τη χήρα. καθώς ελάλησε. και φάγονται εν ταις πόλεσί σου και ευφρανθήσονται. 18 και Κύριος είλατό σε σήμερον γενέσθαι σε αυτω λαόν περιούσιον. φυλάττειν τας εντολάς αυτού 19 και είναί σε υπεράνω πάντων των εθνών. ης έδωκάς μοι. ου παρήλθον την εντολήν σου και ουκ επελαθόμην· 14 και ουκ έφαγον εν οδύνη μου απ ‘ αυτών. Κύριε. 15 κάτιδε εκ του οίκου του αγίου σου εκ του ουρανού και ευλόγησον τον λαόν σου τον Ισραήλ και την γην. ας ενετείλω μοι. 16 Εν τη ημέρα ταύτη Κύριος ο Θεός σου ενετείλατό σοι ποιήσαι πάντα τα δικαιώματα και τα κρίματα. 17 τον Θεόν είλου σήμερον είναί σου Θεόν και πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και φυλάσσεσθαι τα δικαιώματα και τα κρίματα και υπακούειν της φωνής αυτού. οίς έδωκέ σοι Κύριος ο Θεός σου. και φυλάξεσθε και ποιήσετε αυτά εξ όλης της καρδίας υμών και εξ όλης της ψυχής υμών. και η οικία σου και ο Λευίτης και ο προσήλυτος ο εν σοί.

όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. όσας εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον. 11 Και ενετείλατο Μωυσής τω λαω εν τη ημέρα εκείνη λέγων· 12 ούτοι στήσονται ευλογείν τον λαόν εν όρει Γαριζίν διαβάντες τον Ιορδάνην· Συμεών. Ισραήλ· εν τη ημέρα ταύτη γέγονας εις λαόν Κυρίω τω Θεω σου· 10 και εισακούση της φωνής Κυρίου του Θεού σου και ποιήσεις πάσας τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα αυτού. 13 και ούτοι στήσονται επί της κατάρας εν όρει Γαιβάλ· Ρουβήν. ως αν διαβήτε τον Ιορδάνην. ουκ επιβαλείς επ ‘ αυτό σίδηρον· 6 λίθους ολοκλήρους οικοδομήσεις θυσιαστήριον Κυρίω τω Θεω σου και ανοίσεις επ ‘ αυτό ολοκαυτώματα Κυρίω τω Θεω σου 7 και θύσεις εκεί θυσίαν σωτηρίου και φαγή και εμπλησθήση και ευφρανθήση έναντι Κυρίου του Θεού σου. ην Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. Γάδ και Ασήρ. 17 επικατάρατος ο μετατιθείς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 338 . όστις ποιήσει γλυπτόν και χωνευτόν. και θήσει αυτό εν αποκρύφω· και αποκριθείς πας ο λαός ερούσι· γένοιτο. θυσιαστήριον εκ λίθων. ους εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και στήσεις σεαυτω λίθους μεγάλους και κονιάσεις αυτούς κονία 3 και γράψεις επί των λίθων τούτων πάντας τους λόγους του νόμου τούτου. ηνίκα αν εισέλθητε εις την γην. 5 και οικοδομήσεις εκεί θυσιαστήριον Κυρίω τω Θεω σου. εν όρει Γαιβάλ και κονιάσεις αυτούς κονία. Δάν και Νεφθαλί. έργον χειρών τεχνιτών. 16 επικατάρατος ο ατιμάζων πατέρα αυτού ή μητέρα αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 9 Και ελάλησε Μωυσής και οι ιερείς οι Λευίται παντί Ισραήλ λέγοντες· σιώπα και άκουε. Ιούδας. ην Κύριος ο Θεός των πατέρων σου δίδωσί σοι. Ιωσήφ και Βενιαμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ προσέταξε Μωυσής και η γερουσία Ισραήλ λέγων· φυλάσσεσθε πάσας τας εντολάς ταύτας. 8 και γράψεις επί των λίθων πάντα τον νόμον τούτον σαφώς σφόδρα. 2 και έσται ή αν ημέρα διαβήτε τον Ιορδάνην εις την γην. ον τρόπον είπε Κύριος ο Θεός των πατέρων σου σοι· 4 και έσται ως αν διαβήτε τον Ιορδάνην. 14 και αποκριθέντες ερούσιν οι Λευίται παντί Ισραήλ φωνή μεγάλη· 15 Επικατάρατος άνθρωπος. βδέλυγμα Κυρίω. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. Ισσάχαρ. στήσετε τους λίθους τούτους. Λευί. Ζαβουλών.

20 επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά γυναικός του πατρός αυτού. 22 επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά αδελφής εκ πατρός ή μητρός αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. και ευλογημένος συ εν τω εκπορεύεσθαί σε. εάν ακοή ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. 3 ευλογημένος συ εν πόλει και ευλογημένος συ εν αγρω· 4 ευλογημένα τα έκγονα της κοιλίας σου και τα γενήματα της γης σου και τα βουκόλια των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου· 5 ευλογημέναι αι αποθήκαί σου και τα εγκαταλείμματά σου· 6 ευλογημένος συ εν τω εισπορεύεσθαί σε. 2 και ήξουσιν επί σε πάσαι αι ευλογίαι αύται και ευρήσουσί σε. 24 επικατάρατος ο τύπτων τον πλησίον δόλω· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 8 αποστείλαι Κύριος επί σε την ευλογίαν εν τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 339 . ότι απεκάλυψε συγκάλυμμα του πατρός αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 21 επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά παντός κτήνους· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όρια του πλησίον· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 25 επικατάρατος ος αν λάβη δώρα πατάξαι ψυχήν αίματος αθώου· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά της αδελφής της γυναικός αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. και δώσει σε Κύριος ο Θεός σου υπεράνω πάντων των εθνών της γης. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. φυλάσσειν και ποιείν πάσας τας εντολάς ταύτας. εάν ακοή ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. 7 παραδω Κύριος ο Θεός σου τους εχθρούς σου τους ανθεστηκότας σοι συντετριμμένους προ προσώπου σου· οδω μια εξελεύσονται προς σε και εν επτά οδοίς φεύξονται από προσώπου σου. 19 επικατάρατος ος αν εκκλίνη κρίσιν προσηλύτου και ορφανού και χήρας· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 23 επικατάρατος ο κοιμώμενος μετά πενθεράς αυτού· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. 26 επικατάρατος πας άνθρωπος ος ουκ εμμενεί εν πάσι τοις λόγοις του νόμου τούτου ποιήσαι αυτούς· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ έσται ως αν διαβήτε τον Ιορδάνην εις την γην ην Κύριος ο Θεός υμών δίδωσιν υμίν. 18 επικατάρατος ο πλανών τυφλόν εν οδω· και ερούσι πας ο λαός· γένοιτο.

εάν ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου και πορευθής εν πάσαις ταις οδοίς αυτού· 10 και όψονταί σε πάντα τα έθνη της γης. και καταδιώξονταί σε. έως αν εξαναλώση σε επί της γης. και Χους εκ του ουρανού καταβήσεται επί σε. ότι το όνομα Κυρίου επικέκληταί σοι. συ δε ου δανειή. φυλάσσειν και ποιείν πάσας τας εντολάς αυτού. ου εάν επιβάλης την χείρά σου. 11 και πληθυνεί σε Κύριος ο Θεός σου εις αγαθά εν τοις εκγόνοις της κοιλίας σου. τα βουκόλια των βοών σου και τα ποίμνια των προβάτων σου· 19 επικατάρατος συ εν τω εισπορεύεσθαί σε και επικατάρατος συ εν τω εκπορεύεσθαί σε. ης Κύριος ο Θεός σου δίδωσί σοι. και επικατάρατος συ εν αγρω· 17 επικατάρατοι αι αποθήκαί σου και τα εγκαταλείμματά σου· 18 επικατάρατα τα έκγονα της κοιλίας σου και τα γενήματα της γης σου. έως αν απολέσωσί σε. ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. 20 αποστείλαι Κύριος επί σε την ένδειαν και την εκλιμίαν και την ανάλωσιν επί πάντα. και δανειείς έθνεσι πολλοίς. έως αν εξολοθρεύση σε και έως αν απολέση σε εν τάχει δια τα πονηρά επιτηδεύματά σου. 21 προσκολλήσαι Κύριος εις σε τον θάνατον. διότι εγκατέλιπές με. 23 και έσται σοι ο ουρανός ο υπέρ κεφαλής σου χαλκούς. επί της γης. 15 Και έσται εάν μη εισακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. και η γη η υποκάτω σου σιδηρά. δούναι τον υετόν τη γη σου επί καιρού αυτού· ευλογήσαι πάντα τα έργα των χειρών σου. έως αν εκτρίψη σε και έως αν απολέση σε εν τάχει. 16 επικατάρατος συ εν πόλει. 22 πατάξαι σε Κύριος εν απορία και πυρετω και ρίγει και ερεθισμω και ανεμοφθορία και τη ώχρα. δεξιά ουδέ αριστερά πορεύεσθαι οπίσω θεών ετέρων λατρεύειν αυτοίς. επί της γης σου ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσι σου δούναί σοι. και άρξεις συ εθνών πολλών. 9 αναστήσαι σε Κύριος εαυτω λαόν άγιον. εάν ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. ου αν επιβάλης την χείρά σου. ων εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και φοβηθήσονταί σε. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. όσας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. και έση τότε επάνω και ουκ έση υποκάτω. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον φυλάσσειν και ποιείν· 14 ου παραβήση από πασών των εντολών. σου δε ουκ άρξουσι. 24 δώη Κύριος ο Θεός σου τον υετόν της γης σου κονιορτόν. 13 καταστήσαι σε Κύριος ο Θεός σου εις κεφαλήν και μη εις ουράν. και επί τοις εκγόνοις των κτηνών σου και επί τοις γενήμασι της γης σου. 25 δώη σε Κύριος επισκοπήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 340 . τον ουρανόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταμιείοις σου και επί πάντα. 12 ανοίξαι σοι Κύριος τον θησαυρόν αυτού τον αγαθόν. και ελεύσονται επί σε πάσαι αι κατάραι αύται και καταλήψονταί σε.

ξύλοις και λίθοις. 27 πατάξαι σε Κύριος έλκει Αιγυπτίω εις την έδραν και ψώρα αγρία και κνήφη. συ δε έση ουρά. και ουκ έσται σοι ο βοηθών· 32 οι υιοί σου και αι θυγατέρες σου δεδομέναι έθνει ετέρω και οι οφθαλμοί σου βλέψονται σφακελίζοντες εις αυτά. και ου μη τρυγήσης αυτόν· 31 ο μόσχος σου εσφαγμένος εναντίον σου. και εν επτά οδοίς φεύξη από προσώπου αυτών· και έση εν διασπορά εν πάσαις βασιλείαις της γης. και έλαιον ου χρίση. 29 και έση ψηλαφών μεσημβρίας. ωστε μη δύνασθαί σε ιαθήναι. 30 γυναίκα λήψη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εναντίον των εχθρών σου· εν οδω μια εξελεύση προς αυτούς. ό ουκ επίστασαι. ωστε μη δύνασθαι ιαθήναί σε από ίχνους των ποδών σου έως της κορυφής σου. 28 πατάξαι σε Κύριος παραπληξία και αορασία και εκστάσει διανοίας. ουδέ ευφρανθήση εξ αυτού. και λατρεύσεις εκεί θεοίς ετέροις. 39 αμπελώνα φυτεύσεις και κατεργά. 38 σπέρμα πολύ εξοίσεις εις το πεδίον και ολίγα εισοίσεις. και ουκ ευοδώσει τας οδούς σου· και έση τότε αδικούμενος και διαρπαζόμενος πάσας τας ημέρας. και ουκ οικήσεις εν αυτη· αμπελώνα φυτεύσεις. ότι εκρυήσεται η ελαία σου. έως αν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 341 . ος εστιν εν σοί. και ανήρ έτερος έξει αυτήν· οικίαν οικοδομήσεις. ότι κατέδεται αυτά η ακρίς. α βλέψη. απελεύσονται γαρ εν αιχμαλωσία. 41 υιούς και θυγατέρας γεννήσεις και ουκ έσονταί σοι. 37 και έση εκεί εν αινίγματι και παραβολή και διηγήματι εν πάσι τοις έθνεσιν. και ου φάγη εξ αυτού· ο όνος σου ηρπασμένος από σου. 42 πάντα τα ξύλινά σου και τα γενήματα της γης σου εξαναλώσει η ερισύβη. 36 απαγάγοι Κύριός σε και τους άρχοντάς σου. ουκ ισχύσει η χείρ σου· 33 τα εκφόρια της γης σου και πάντας τους πόνους σου φάγεται έθνος. συ δε τούτω ου δανειείς· ούτος έσται κεφαλή. και ουκ έσται ο αποσοβών. συ δε τούτω ου δανειείς. ό ουκ επίστασαι συ και οι πατέρες σου. εις ους αν απαγάγη σε Κύριος εκεί. συ δε καταβήση κάτω κάτω· 44 ούτος δανειεί σοι. αναβήσεται επί σε άνω άνω. ότι καταφάγεται αυτά ο σκώληξ. 40 ελαίαι έσονταί σοι εν πάσι τοις ορίοις σου. 35 πατάξαι σε Κύριος εν έλκει πονηρω επί τα γόνατα και επί τας κνήμας. και ουκ αποδοθήσεταί σοι· τα πρόβατά σου δεδομένα τοις εχθροίς σου. 45 και ελεύσονται επί σε πάσαι αι κατάραι αύται και καταδιώξονταί σε και καταλήψονταί σε. και ουκ έσται σοι ο βοηθών. επ ‘ έθνος. και οίνον ου πίεσαι. ωσεί τις ψηλαφήσαι τυφλός εν τω σκότει. ους αν καταστήσης επί σεαυτόν. 43 ο προσήλυτος. και έση αδικούμενος και τεθραυσμένος πάσας τας ημέρας· 34 και έση παράκλητος δια τα οράματα των οφθαλμών σου. 26 και έσονται οι νεκροί υμών κατάβρωμα τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης.

όσα έδωκέ σοι Κύριος ο Θεός σου. 49 επάξει επί σε Κύριος έθνος μακρόθεν απ ‘ εσχάτου της γης ωσεί όρμημα αετού. 51 και κατέδεται τα έκγονα των κτηνών σου και τα γενήματα της γης σου. ων αν κατέσθη. εφ ‘ οίς συ πέποιθας επ ‘ αυτοίς. έως αν απολέση σε 52 και εκτρίψη σε εν ταις πόλεσί σου. εν πάση τη γη σου. 54 ο απαλός ο εν σοί και ο τρυφερός σφόδρα βασκανεί τω οφθαλμω τον αδελφόν και την γυναίκα την εν τω κόλπω αυτού και τα καταλελειμμένα τέκνα. 46 και έσται εν σοί σημεία και τέρατα εν τω σπέρματί σου έως του αιώνος. 59 και παραδοξάσει Κύριος τας πληγάς σου και τας πληγάς του σπέρματός σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 342 . εν τη στενοχωρία σου και εν τη θλίψει σου. και τα ποίμνια των προβάτων σου. έως αν καθαιρεθώσι τα τείχη τα υψηλά και τα οχυρά. ην διευλαβού από προσώπου αυτών. 58 εάν μη εισακούσης ποιείν πάντα τα ρήματα του νόμου τούτου τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω φοβείσθαι το όνομα το έντιμον το θαυμαστόν τούτο. έλαιον. πληγάς μεγάλας και θαυμαστάς. όσα ενετείλατό σοι. εν λιμω και εν δίψει και εν γυμνότητι και εν εκλείψει πάντων· και επιθήση κλοιόν σιδηρούν επί τον τράχηλόν σου. ους εξαποστελεί Κύριος επί σε. α αν καταλειφθή αυτω. ή θλίψει σε ο εχθρός σου. κρέα υιών σου και θυγατέρων σου. ης ουχί πείραν έλαβεν ο πούς αυτής βαίνειν επί της γης δια την τρυφερότητα και δια την απαλότητα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξολοθρεύση σε και έως αν απολέση σε. 55 ωστε δούναι ενί αυτών από των σαρκών των τέκνων αυτού. Κύριον τον Θεόν σου. ό ουκ ακούση της φωνής αυτού. έως αν εξολοθρεύση σε. ή αν θλίψωσί σε οι εχθροί σου εν πάσαις ταις πόλεσί σου. οίνον. ή θλίψει σε ο εχθρός σου εν ταις πόλεσί σου. 56 και η απαλή εν υμίν και η τρυφερά. ό εάν τέκη· καταφάγεται γαρ αυτά δια την ένδειαν πάντων κρυφή εν τη στενοχωρία σου και εν τη θλίψει σου. 48 και λατρεύσεις τοις εχθροίς σου. 50 έθνος αναιδές προσώπω. τα βουκόλια των βοών σου. ότι ουκ εισήκουσας της φωνής Κυρίου του Θεού σου. έθνος. όστις ου θαυμάσει πρόσωπον πρεσβύτου και νέον ουκ ελεήσει. ωστε μη καταλιπείν σοι σίτον. και θλίψει σε εν ταις πόλεσί σου. φυλάξαι τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα. αις έδωκέ σοι. δια το μη καταλειφθήναι αυτω ουδέν εν τη στενοχωρία σου και εν τη θλίψει σου. και νόσους πονηράς και πιστάς 60 και επιστρέψει πάσαν την οδύνην Αιγύπτου την πονηράν. βασκανεί τω οφθαλμω αυτής τον άνδρα αυτής τον εν κόλπω αυτής και τον υιόν και την θυγατέρα αυτής 57 και το χόριον αυτής το εξελθόν δια των μηρών αυτής και το τέκνον. 47 ανθ ‘ ων ουκ ελάτρευσας Κυρίω τω Θεω σου εν ευφροσύνη και αγαθή διανοία δια το πλήθος πάντων. 53 και φαγή τα έκγονα της κοιλίας σου.

και φοβηθήση ημέρας και νυκτός και ου πιστεύσεις τη ζωή σου· 67 το πρωϊ ερείς· Πως αν γένοιτο εσπέρα. και από των οραμάτων των οφθαλμών σου. και ουκ έσται ο κτώμενος. όσα εποίησε Κύριος εν γη Αιγύπτω ενώπιον υμών Φαραώ και τοις θεράπουσιν αυτού και πάση τη γη αυτού. ούτως ευφρανθήσεται Κύριος εφ ‘ υμίν εξολοθρεύσαι υμάς. και δουλεύσεις εκεί θεοίς ετέροις. ους ουκ ηπίστω συ και οι πατέρες σου. 65 αλλά και εν τοις έθνεσιν εκείνοις ουκ αναπαύσει σε. 62 και καταλειφθήσεσθε εν αριθμω βραχεί. ανθ ‘ ων ότι ήτε ωσεί τα άστρα του ουρανού τω πλήθει. και το εσπέρας ερείς· Πως αν γένοιτο πρωϊ. ης διέθετο αυτοίς εν Χωρήβ. 63 και έσται ον τρόπον ευφράνθη Κύριος εφ ‘ υμίν εύ ποιήσαι υμάς και πληθύναι υμάς. 68 και αποστρέψει σε Κύριος εις Αίγυπτον εν πλοίοις και εν τη οδω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και κολληθήσονται εν σοί. 66 και έσται η ζωή σου κρεμαμένη απέναντι των οφθαλμών σου. 69 Ούτοι οι λόγοι της διαθήκης. α φοβηθήση. από του φόβου της καρδίας σου. ή είπα· ου προσθήση έτι ιδείν αυτήν· και πραθήσεσθε εκεί τοις εχθροίς υμών εις παίδας και παιδίσκας. 2 τους πειρασμούς τους μεγάλους. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ εκάλεσε Μωυσής πάντας τους υιούς Ισραήλ και είπε προς αυτούς· υμείς εωράκατε πάντα. τα σημεία και τα τέρατα τα μεγάλα εκείνα· 3 και ουκ έδωκε Κύριος ο Θεός υμίν καρδίαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 343 . έως αν εξολοθρεύση σε. 61 και πάσαν μαλακίαν και πάσαν πληγήν την μη γεγραμμένην και πάσαν την γεγραμμένην εν τω βιβλίω του νόμου τούτου επάξει Κύριος επί σε. ξύλοις και λίθοις. ων όψη. 64 και διασπερεί σε Κύριος ο Θεός σου εις πάντα τα έθνη απ ‘ άκρου της γης έως άκρου της γης. και εξαρθήσεσθε εν τάχει από της γης. και δώσει σοι Κύριος εκεί καρδίαν αθυμούσαν και εκλείποντας οφθαλμούς και τηκομένην ψυχήν. πλήν της διαθήκης. ότι ουκ εισήκουσας της φωνής Κυρίου του Θεού σου. ους ενετείλατο Κύριος Μωυσή στήσαι τοις υιοίς Ισραήλ εν γη Μωάβ. ους εωράκασιν οι οφθαλμοί σου. ουδ ‘ ου μη γένηται στάσις τω ίχνει του ποδός σου. εις ην εισπορεύεσθε εκεί κληρονομήσαι αυτήν.

ότι ενή αποπλανήσει της καρδίας μου πορεύσομαι. ον τρόπον είπέ σοι. και επατάξαμεν αυτούς 7 και ελάβομεν την γην αυτών. αλλ ‘ ή τότε εκκαυθήσεται οργή Κυρίου και ο ζήλος αυτού εν τω ανθρώπω εκείνω. 9 Υμείς εστήκατε πάντες σήμερον εναντίον Κυρίου του Θεού υμών. πας ανήρ Ισραήλ. ως παρήλθομεν εν μέσω των εθνών. και αυτός έσται σου Θεός. οίνον και σίκερα ουκ επίετε. Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. τίνος η διάνοια εξέκλινεν από Κυρίου του Θεού υμών πορεύεσθαι λατρεύειν τοις θεοίς των εθνών εκείνων. και εξαλείψει Κύριος το όνομα αυτού εκ της υπό τον ουρανόν· 20 και διαστελεί αυτόν Κύριος εις κακά εκ πάντων υιών Ισραήλ κατά πάσας τας αράς της διαθήκης τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 344 . 8 και φυλάξεσθε ποιείν πάντας τους λόγους της διαθήκης ταύτης. 12 ίνα στήση σε αυτω εις λαόν. ίνα μη συναπολέση ο αμαρτωλός τον αναμάρτητον. όσα Κύριος ο Θεός σου διατίθεται προς σε σήμερον. και έδωκα αυτήν εν κλήρω τω Ρουβήν και τω Γαδδί και τω ημίσει φυλής Μανασσή. 17 μη τις εστιν εν υμίν ανήρ ή γυνή ή πατριά ή φυλή. 18 και έσται εάν ακούση τα ρήματα της αράς ταύτης και επιφημίσηται εν τη καρδία αυτού λέγων· όσιά μοι γένοιτο. και ον τρόπον ώμοσε τοις πατράσι σου. αργύριον και χρυσίον. ίνα συνήτε πάντα. ίνα γνώτε. και εξήλθε Σηών βασιλεύς Εσεβών και Ωγ βασιλεύς Βασάν εις συνάντησιν ημίν εν πολέμω. 16 και ίδετε τα βδελύγματα αυτών και τα είδωλα αυτών. α εστι παρ ‘ αυτοίς. και κολληθήσονται εν αυτω πάσαι αι αραί της διαθήκης ταύτης αι γεγραμμέναι εν τω βιβλίω του νόμου τούτου. όσα ποιήσετε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ειδέναι και οφθαλμούς βλέπειν και ώτα ακούειν έως της ημέρας ταύτης. και τα υποδήματα υμών ου κατετρίβη από των ποδών υμών· 5 άρτον ουκ εφάγετε. 6 και ήλθετε έως του τόπου τούτου. 13 και ουχ υμίν μόνοις εγώ διατίθεμαι την διαθήκην ταύτην και την αράν ταύτην. 15 ότι υμείς οίδατε Πως κατωκήσαμεν εν γη Αιγύπτω. οι αρχίφυλοι υμών και η γερουσία υμών και οι κριταί υμών. 4 και ήγαγεν υμάς τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω· ουκ επαλαιώθη τα ιμάτια υμών. ξύλον και λίθον. μη τις εστιν εν υμίν ρίζα άνω φύουσα εν χολή και πικρία. και οι γραμματοεισαγωγείς υμών. ους παρήλθετε. από ξυλοκόπου υμών και έως υδροφόρου υμών. 10 αι γυναίκες υμών και τα έκγονα υμών και ο προσήλυτος ο εν μέσω της παρεμβολής υμών. 19 ου μη θελήσει ο Θεός ευϊλατεύσαι αυτω. 14 αλλά και τοις ώδε ούσι μεθ ‘ υμών σήμερον εναντίον Κυρίου του Θεού υμών και τοις μη ούσι μεθ ‘ υμών ώδε σήμερον. ότι Κύριος ο Θεός υμών εγώ. 11 παρελθείν εν τη διαθήκη Κυρίου του Θεού υμών και εν ταις αραίς αυτού.

και εκείθεν λήψεταί σε Κύριος ο Θεός σου· 5 και εισάξει σε ο Θεός σου εκείθεν εις την γην. και δέξη εις την καρδίαν σου εν πάσι τοις έθνεσιν. 21 και ερούσιν η γενεά η ετέρα. ην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 345 . 22 θείον και άλα κατακεκαυμένον. 2 και επιστραφήση επί Κύριον τον Θεόν σου και εισακούση της φωνής αυτού κατά πάντα. ας κατέστρεψε Κύριος εν θυμω και οργή. ουδέ μη αναβή επ ‘ αυτήν παν χλωρόν. 23 και ερούσι πάντα τα έθνη· διατί εποίησε Κύριος ούτω τη γη ταύτη. ωσπερ κατεστράφη Σόδομα και Γόμορρα. 25 και πορευθέντες ελάτρευσαν θεοίς ετέροις. ότε εξήγαγεν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. 3 και ιάσεται Κύριος τας αμαρτίας σου και ελεήσει σε και πάλιν συνάξει σε εκ πάντων των εθνών. ουδέ διένειμεν αυτοίς· 26 και ωργίσθη θυμω Κύριος επί την γην εκείνην επαγαγείν επ ‘ αυτήν κατά πάσας τας κατάρας τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω του νόμου τούτου. τα δε φανερά ημίν και τοις τέκνοις ημών εις τον αιώνα. ους ουκ ηπίσταντο. ποιείν πάντα τα ρήματα του νόμου τούτου. τις ο θυμός της οργής ο μέγας ούτος. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 28 τα κρυπτά Κυρίω τω Θεω ημών. και εξ όλης της ψυχής σου. οι υιοί υμών. ου εάν διασκορπίση σε Κύριος εκεί. εξ όλης της καρδίας σου. ος αν έλθη εκ γης μακρόθεν. ην έδωκα προ προσώπου σου. ας απέστειλε Κύριος επ ‘ αυτήν. Αδαμά και Σεβωϊμ. οί αναστήσονται μεθ ‘ υμάς. 24 και ερούσιν· ότι κατέλιπον την διαθήκην Κυρίου του Θεού των πατέρων αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γεγραμμένας εν τω βιβλίω του νόμου τούτου. η ευλογία και η κατάρα. 4 εάν ή η διασπορά σου απ ‘ άκρου του ουρανού έως άκρου του ουρανού. εκείθεν συνάξει σε Κύριος ο Θεός σου. και ο αλλότριος. εις ους διεσκόρπισέ σε Κύριος εκεί. και όψονται τας πληγάς της γης εκείνης και τας νόσους αυτής. πάσα η γη αυτής ου σπαρήσεται ουδέ ανατελεί. 27 και εξήρεν αυτούς Κύριος από της γης αυτών εν θυμω και οργή και παροξυσμω μεγάλω σφόδρα. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ έσται ως αν έλθωσιν επί σε πάντα τα ρήματα ταύτα. και εξέβαλεν αυτούς εις γην ετέραν ωσεί νυν. α διέθετο τοις πατράσιν αυτών.

ουχ υπέρογκός εστιν ουδέ μακράν από σου εστιν. ας εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 9 και πολυωρήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν παντί έργω των χειρών σου. 10 εάν εισακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου. εάν επιστραφής επί Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου. 16 εάν εισακούσης τας εντολάς Κυρίου του Θεού σου. και πολλοί έσεσθε. φυλάσσεσθαι τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα αυτού και τας κρίσεις αυτού τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω του νόμου τούτου. πορεύεσθαι εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και φυλάσσεσθαι τα δικαιώματα αυτού και τας κρίσεις αυτού. αγαπάν Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου. ίνα ζής συ. 6 και περικαθαριεί Κύριος την καρδίαν σου και την καρδίαν του σπέρματός σου. εις ην εισπορεύη εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 12 ουκ εν τω ουρανω άνω εστί λέγων· τις αναβήσεται ημίν εις τον ουρανόν και λήψεται ημίν αυτήν. την ευλογίαν και την κατάραν· έκλεξαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 346 . 8 και συ επιστραφήση και εισακούση της φωνής Κυρίου του Θεού σου και ποιήσεις τας εντολάς αυτού. και ακουστήν ημίν ποιήση αυτήν. ην εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον. 19 διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην. όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκληρονόμησαν οι πατέρες σου. 17 και εάν μεταστη η καρδία σου και μη εισακούσης και πλανηθείς προσκυνήσης θεοίς ετέροις και λατρεύσης αυτοίς. 14 εγγύς σου εστι το ρήμα σφόδρα εν τω στόματί σου και εν τη καρδία σου και εν ταις χερσί σου ποιείν αυτό. την ζωήν και τον θάνατον δέδωκα προ προσώπου υμών. εν τοις εκγόνοις της κοιλίας σου και εν τοις εκγόνοις των κτηνών σου και εν τοις γενήμασι της γης σου· ότι επιστρέψει Κύριος ο Θεός σου ευφρανθήναι επί σοί εις αγαθά. 18 αναγγέλλω σοι σήμερον ότι απωλεία απολείσθε και ου μη πολυήμεροι γένησθε επί της γης. το αγαθόν και το κακόν. 13 ουδέ πέραν της θαλάσσης εστί λέγων· τις διαπεράσει ημίν εις το πέραν της θαλάσσης και λήψεται ημίν αυτήν. και ζήσεσθε. και ποιήσομεν. 15 Ιδού δέδωκα προ προσώπου σου σήμερον την ζωήν και τον θάνατον. και κληρονομήσεις αυτήν· και εύ σε ποιήσει και πλεοναστόν σε ποιήσει υπέρ τους πατέρας σου. αγαπάν Κύριον τον Θεόν σου. και ακούσαντες αυτήν ποιήσομεν. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. οί εδίωξάν σε. καθότι ευφράνθη επί τοις πατράσι σου. και ευλογήσει σε Κύριος ο Θεός σου εν πάση τη γη. 7 και δώσει Κύριος ο Θεός σου τας αράς ταύτας επί τους εχθρούς σου και επί τους μισούντάς σε. 11 Οτι η εντολή αύτη.

ούτε μη σε εγκαταλίπη. εισακούειν της φωνής αυτού και έχεσθαι αυτού· ότι τούτο η ζωή σου και η μακρότης των ημερών σου. 9 Και έγραψε Μωυσής τα ρήματα του νόμου τούτου εις βιβλίον και έδωκε τοις ιερεύσι τοις υιοίς Λευί τοις αίρουσι την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. ούτε μη σε ανή. 7 και εκάλεσε Μωυσής Ιησούν και είπεν αυτω έναντι παντός Ισραήλ· ανδρίζου και ίσχυε. και συ κατακληρονομήσεις αυτήν αυτοίς· 8 και Κύριος ο συμπορευόμενος μετά σου ουκ ανήσει σε. συ γαρ εισελεύση προ προσώπου του λαού τούτου εις την γην. 2 και είπε προς αυτούς· εκατόν και είκοσιν ετών εγώ ειμι σήμερον· ου δυνήσομαι έτι εισπορεύεσθαι και εκπορεύεσθαι. και τοις προσβυτέροις των υιών Ισραήλ. Κύριος δε είπε προς με· ου διαβήση τον Ιορδάνην τούτον. αυτός εξολοθρεύσει τα έθνη ταύτα από προσώπου σου. ης ώμοσε Κύριος τοις πατράσι σου Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ δούναι αυτοίς. καθά ελάλησε Κύριος. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου. ουδέ μη σε εγκαταλίπη· μη φοβού μηδέ δειλία. 3 Κύριος ο Θεός σου ο προπορευόμενος προ προσώπου σου. 6 ανδρίζου και ίσχυε. 20 αγαπάν Κύριον τον Θεόν σου. 4 και ποιήσει Κύριος ο Θεός σου αυτοίς καθώς εποίησε Σηών και Ωγ. 11 εν τω συμπορεύεσθαι πάντα Ισραήλ οφθήναι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 347 . καθότι εξωλόθρευσεν αυτούς· 5 και παρέδωκεν αυτούς Κύριος υμίν. και ποιήσετε αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την ζωήν συ. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ συνετέλεσε Μωυσής λαλών πάντας τους λόγους τούτους προς πάντας υιούς Ισραήλ. και κατακληρονομήσεις αυτούς· και Ιησούς ο προπορευόμενος προ προσώπου σου. καθότι ενετειλάμην υμίν. κατοικείν επί της γης. τοις δυσί βασιλεύσι των Αμορραίων. και τη γη αυτών. 10 και ενετείλατο Μωυσής αυτοίς εν τη ημέρα εκείνη λέγων· μετά επτά έτη εν καιρω ενιαυτού αφέσεως εν εορτη σκηνοπηγίας. ότι Κύριος ο Θεός σου ο προπορευόμενος μεθ ‘ υμών εν υμίν. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν υμών δούναι αυτοίς. μη φοβού μηδέ δειλιάσης μηδέ πτοηθής από προσώπου αυτών. ίνα ζήσης συ και το σπέρμα σου.

και επορεύθη Μωυσής και Ιησούς εις την σκηνήν του μαρτυρίου. ίνα γένηταί μοι η ωδή αύτη κατά πρόσωπον μαρτυρούσα εν υιοίς Ισραήλ. και ερεί εν τη ημέρα εκείνη· διότι ουκ έστι Κύριος ο Θεός μου εν εμοί. εύροσάν με τα κακά ταύτα. και ακούσονται ποιείν πάντας τους λόγους του νόμου τούτου· 13 και οι υιοί αυτών. 14 Και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού εγγίκασιν αι ημέραι του θανάτου σου· κάλεσον Ιησούν και στήτε παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. τους άνδρας και τας γυναίκας και τα έκγονα και τον προσήλυτον τον εν ταις πόλεσιν υμών. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 16 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ιδού συ κοιμά μετά των πατέρων σου. εν τω τόπω ω αν εκλέξηται Κύριος. και έστη ο στύλος της νεφέλης παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενώπιον Κυρίου του Θεού υμών. και αναστάς ούτος ο λαός εκπορνεύσει οπίσω θεών αλλοτρίων της γης. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. ην διεθέμην αυτοίς. αναγνώσεσθε τον νόμον τούτον εναντίον παντός Ισραήλ εις τα ώτα αυτών· 12 εκκλησιάσας τον λαόν. οί ουκ οίδασιν. όσα ποιούσιν ώδε σήμερον προ του εισαγαγείν με αυτούς εις την γην την αγαθήν. 18 εγώ δε αποστροφή αποστρέψω το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτών εν τη ημέρα εκείνη δια πάσας τας κακίας. και έστησαν παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. και φάγονται και εμπλησθέντες κορήσουσι· και επιστραφήσονται επί θεούς αλλοτρίους και λατρεύσουσιν αυτοίς και παροξυνούσί με και διασκεδάσουσι την διαθήκην μου. 21 και αντικαταστήσεται η ωδή αύτη κατά πρόσωπον μαρτυρούσα. 17 και οργισθήσομαι θυμω εις αυτούς εν τη ημέρα εκείνη και καταλείψω αυτούς και αποστρέψω το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτών. και ευρήσουσιν αυτόν κακά πολλά και θλίψεις. και καταλείψουσί με και διασκεδάσουσι την διαθήκην μου. όσας αυτοί ζώσιν επί της γης. και έσται κατάβρωμα. ίνα ακούσωσι και ίνα μάθωσι φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν υμών. ου γαρ μη επιλησθή από στόματος αυτών και από στόματος του σπέρματος αυτών· εγώ γαρ οίδα την πονηρίαν αυτών. 20 εισάξω γαρ αυτούς εις την γην την αγαθήν. ας εποίησαν. και εντελούμαι αυτω. 15 και κατέβη Κύριος εν νεφέλη και έστη παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. ην ώμοσα τοις πατράσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 348 . εις ην ούτος εισπορεύεται. ακούσονται και μαθήσονται φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν σου πάσας τας ημέρας. ότι απέστρεψαν επί θεούς αλλοτρίους. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών δούναι αυτοίς. 19 και νυν γράψατε τα ρήματα της ωδής ταύτης και διδάξατε αυτήν τους υιούς Ισραήλ και εμβαλείτε αυτήν εις το στόμα αυτών.

και ουκ έστιν αδικία. 3 ότι το όνομα Κυρίου εκάλεσα· δότε μεγαλωσύνην τω Θεω ημών. δίκαιος και όσιος Κύριος. ότι ποιήσετε τα πονηρά εναντίον Κυρίου παροργίσαι αυτόν εν τοις έργοις των χειρών υμών. 5 ημάρτοσαν ουκ αυτω τέκνα μωμητά. 22 και έγραψε Μωυσής την ωδήν ταύτην εν εκείνη τη ημέρα και εδίδαξεν αυτήν τους υιούς Ισραήλ. και συναντήσεται υμίν τα κακά έσχατον των ημερών. ης ενετειλάμην υμίν. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΠΡΟΣΕΧΕ ουρανέ. 2 προσδοκάσθω ως υετός το απόφθεγμά μου. ίνα λαλήσω εις τα ώτα αυτών πάντας τους λόγους τούτους. 28 εκκλησιάσατε προς με τους φυλάρχους υμών και τους πρεσβυτέρους υμών και τους κριτάς υμών και τους γραμματοεισαγωγείς υμών. 23 και ενετείλατο Μωυσής Ιησοί και είπεν· ανδρίζου και ίσχυε. και διαμαρτύρωμαι αυτοίς τον τε ουρανόν και την γην· 29 οίδα γαρ ότι έσχατον της τελευτής μου ανομία ανομήσετε και εκκλινείτε εκ της οδού. και πάσαι αι οδοί αυτού κρίσεις· Θεός πιστός. 30 και ελάλησε Μωυσής εις τα ώτα πάσης εκκλησίας τα ρήματα της ωδής ταύτης έως εις τέλος. 25 και ενετείλατο τοις Λευίταις τοις αίρουσι την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου λέγων· 26 λαβόντες το βιβλίον του νόμου τούτου θήσετε αυτό εκ πλαγίων της κιβωτού της διαθήκης Κυρίου του Θεού υμών. ουκ αυτός ούτός σου πατήρ εκτήσατό σε και εποίησέ σε και έπλασέ σε. και έσται εκεί εν σοί εις μαρτύριον. ην ώμοσεν αυτοίς Κύριος. γενεά σκολιά και διεστραμμένη. και ακουέτω η γη ρήματα εκ στόματός μου. Πως ουχί και έσχατον του θανάτου μου. 4 Θεός. ούτω λαός μωρός και ουχί σοφός. ωσεί όμβρος επ ‘ άγνωστιν και ωσεί νιφετός επί χόρτον. συ γαρ εισάξεις τους υιούς Ισραήλ εις την γην. 27 ότι εγώ επίσταμαι τον ερεθισμόν σου και τον τράχηλόν σου τον σκληρόν· έτι γαρ εμού ζώντος μεθ ‘ υμών σήμερον. 24 Ηνίκα δε συνετέλεσε Μωυσής γράφων πάντας τους λόγους του νόμου τούτου εις βιβλίον έως εις τέλος. αληθινά τα έργα αυτού. και λαλήσω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών. και καταβήτω ως δρόσος τα ρήματά μου. παραπικραίνοντες ήτε τα προς τον Θεόν. και αυτός έσται μετά σου. 6 ταύτα Κυρίω ανταποδίδοτε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 349 .

ίνα μη μακροχρονίσωσιν. 21 αυτοί παρεζήλωσάν με επ ‘ ου Θεω. 25 έξωθεν ατεκνώσει αυτούς μάχαιρα και εκ των ταμιείων φόβος· νεανίσκος συν παρθένω. επί έθνει ασυνέτω παροργιώ αυτούς. καυθήσεται έως άδου κάτω. υιών ταύρων και τράγων. καταφάγεται γην και τα γενήματα αυτής. 18 Θεόν τον γεννήσαντά σε εγκατέλιπες και επελάθου Θεού του τρέφοντός σε. 14 βούτυρον βοών και γάλα προβάτων μετά στέατος αρνών και κριών. παύσω δε εξ ανθρώπων το μνημόσυνον αυτών. ως διέσπειρεν υιούς Αδάμ. 8 ότε διεμέριζεν ο Ύψιστος έθνη. 22 ότι πυρ εκκέκαυται εκ του θυμού μου. 12 Κύριος μόνος ήγεν αυτούς και ουκ ην μετ ‘ αυτών θεός αλλότριος. 15 και έφαγεν Ιακώβ και ενεπλήσθη. οίς ουκ έστι πίστις εν αυτοίς. 11 ως αετός σκεπάσαι νοσσιάν αυτού και επί τοις νεοσσοίς αυτού επεπόθησε. 19 και είδε Κύριος και εζήλωσε και παρωξύνθη δι ‘ οργήν υιών αυτού και θυγατέρων 20 και είπεν· αποστρέψω το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτών και δείξω τι έσται αυτοίς επ ‘ εσχάτων ημερών· ότι γενεά εξεστραμμένη εστίν. εψώμισεν αυτούς γενήματα αγρών· εθήλασαν μέλι εκ πέτρας και έλαιον εκ στερεάς πέτρας. ίνα μη συνεπιθώνται οι υπεναντίοι. 24 τηκόμενοι λιμω και βρώσει ορνέων και οπισθότονος ανίατος· οδόντας θηρίων επαποστελώ εις αυτούς μετά θυμού συρόντων επί γην. επλατύνθη· και εγκατέλιπε τον Θεόν τον ποιήσαντα αυτόν και απέστη από Θεού σωτήρος αυτού. θηλάζων μετά καθεστηκότος πρεσβύτου. έστησεν όρια εθνών κατά αριθμόν αγγέλων Θεού. ελιπάνθη. διείς τας πτέρυγας αυτού εδέξατο αυτούς και ανέλαβεν αυτούς επί τώ μεταφρένων αυτού. θεοίς. 23 συνάξω εις αυτούς κακά και τα βέλη μου συντελέσω εις αυτούς. 26 είπα· διασπερώ αυτούς. υιοί. εν δίψει καύματος εν γη ανύδρω· εκύκλωσεν αυτόν και επαίδευσεν αυτόν και διεφύλαξεν αυτόν ως κόρην οφθαλμού. και αίμα σταφυλής έπιον οίνον. 16 παρώξυνάν με επ ‘ αλλοτρίοις. φλέξει θεμέλια ορέων. και ερούσί σοι. ους ουκ ήδεισαν οι πατέρες αυτών. σύνετε έτη γενεάς γενεών· επερώτησον τον πατέρα σου. εν βδελύγμασιν αυτών παρεπίκρανάν με· 17 έθυσαν δαιμονίοις και ου Θεω. μη είπωσιν· η χείρ ημών η υψηλή και ουχί Κύριος εποίησε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 350 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 7 μνήσθητε ημέρας αιώνος. 27 ει μη δι ‘ οργήν εχθρών. 10 αυτάρκησεν αυτόν εν γη ερήμω. μετά στέατος νεφρών πυρού. παρώξυνάν με εν τοις ειδώλοις αυτών· καγώ παραζηλώσω αυτούς επ ‘ ουκ έθνει. οίς ουκ ήδεισαν· καινοί και πρόσφατοι ήκασιν. τους πρεσβυτέρους σου. επαχύνθη. και αναγγελεί σοι. 9 και εγενήθη μερίς Κυρίου λαός αυτού Ιακώβ. σχοίνισμα κληρονομίας αυτού Ισραήλ. και απελάκτισεν ο ηγαπημένος. 13 ανεβίβασεν αυτούς επί την ισχύν της γης.

εφ ‘ οίς επεποίθεισαν επ ‘ αυτοίς. 41 ότι παροξυνώ ως αστραπήν την μάχαιράν μου. βότρυς πικρίας αυτοίς· 33 θυμός δρακόντων ο οίνος αυτών και θυμός ασπίδων ανίατος. 45 και συνετέλεσε Μωυσής λαλών παντί Ισραήλ. έθνη μετά του λαού αυτού. ουρανοί. 28 ότι έθνος απολωλεκός βουλήν εστι. εν καιρω. πατάξω καγώ ιάσομαι. α εντελείσθε τοις υιοίς υμών φυλάσσειν και ποιείν πάντας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 351 . και αποδώσω δίκην τοις εχθροίς και τοις μισούσί με ανταποδώσω· 42 μεθύσω τα βέλη μου αφ ‘ αίματος. αφ ‘ αίματος τραυματιών και αιχμαλωσίας. και εισήλθε Μωυσής και ελάλησε πάντας τους λόγους του νόμου τούτου εις τα ώτα του λαού. 31 ότι ουκ εισίν ως ο Θεός ημών οι θεοί αυτών· οι δε εχθροί ημών ανόητοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτα πάντα. 32 εκ γαρ αμπέλου Σοδόμων η άμπελος αυτών. και πάρεστιν έτοιμα υμίν. και εκδικήσει και ανταποδώσει δίκην τοις εχθροίς και τοις μισούσιν ανταποδώσει. 40 ότι αρώ εις τον ουρανόν την χείρά μου και ομούμαι τη δεξιά μου και ερώ· ζω εγώ εις τον αιώνα. 35 εν ημέρα εκδικήσεως ανταποδώσω. και η κληματίς αυτών εκ Γομόρρας· η σταφυλή αυτών σταφυλή χολής. 39 ίδετε ίδετε ότι εγώ ειμι. και προσκυνησάτωσαν αυτω πάντες άγγελοι Θεού· ευφράνθητε. 37 και είπε Κύριος· που εισιν οι θεοί αυτών. και ανθέξεται κρίματος η χείρ μου. και ουκ έστιν εν αυτοίς επιστήμη. και η μάχαιρά μου φάγεται κρέα. όταν σφαλή ο πούς αυτών. 34 ουκ ιδού ταύτα συνήκται παρ ‘ εμοί και εσφράγισται εν τοις θησαυροίς μου. ους εγώ διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον. ει μη ο Θεός απέδοτο αυτούς και Κύριος παρέδωκεν αυτούς. ότι εγγύς ημέρα απωλείας αυτοίς. 30 Πως διώξεται εις χιλίους και δύο μετακινήσουσι μυριάδας. 29 ουκ εφρόνησαν συνιέναι ταύτα· καταδεξάσθωσαν εις τον επιόντα χρόνον. 46 και είπε προς αυτούς· προσέχετε τη καρδία επί πάντας τους λόγους τούτους. 36 ότι κρινεί Κύριος τον λαόν αυτού και επί τοις δούλοις αυτού παρακληθήσεται· είδε γαρ παραλελυμένους αυτούς και εκλελοιπότας εν επαγωγή και παρειμένους. από κεφαλής αρχόντων εχθρών. και ενισχυσάτωσαν αυτω πάντες υιοί Θεού· ότι το αίμα των υιών αυτού εκδικάται. και εκκαθαριεί Κύριος την γην του λαού αυτού. αυτός και Ιησούς ο του Ναυή. 43 ευφράνθητε. άμα αυτω. 44 Και έγραψε Μωυσής την ωδήν ταύτην εν τη ημέρα εκείνη και εδίδαξεν αυτήν τους υιούς Ισραήλ. και ουκ έστι Θεός πλήν εμού· εγώ αποκτενώ και ζήν ποιήσω. αναστήτωσαν και βοηθησάτωσαν υμίν και γενηθήτωσαν υμίν σκεπασταί. 38 ων το στέαρ των θυσιών αυτών ησθίετε και επίνετε τον οίνον των σπονδών αυτών. και ουκ έστιν ος εξελείται εκ των χειρών μου.

ό εστιν εν γη Μωάβ κατά πρόσωπον Ιεριχώ. ην εγώ δίδωμι τοις υιοίς Ισραήλ. διότι ουχ ηγιάσατέ με εν τοις υιοίς Ισραήλ· 52 ότι απέναντι όψη την γην και εκεί ουκ εισελεύση. εις ην υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην εκεί κληρονομήσαι αυτήν. 3 και εφείσατο του λαού αυτού. ον επείρασαν αυτόν εν πείρα. και προστέθητι προς τον λαόν σου. 6 ζήτω Ρουβήν και μη αποθανέτω και έστω πολύς εν αριθμω. φωνής Ιούδα. 48 Και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν εν τη ημέρα ταύτη λέγων· 49 ανάβηθι εις το όρος το Αβαρίμ τούτο. 7 και αύτη Ιούδα. τω ανδρί τω οσίω. 50 και τελεύτα εν τω όρει. 10 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 352 . 5 και έσται εν τω ηγαπημένω άρχων. εισάκουσον. 8 και τω Λευί είπε· δότε Λευί δήλους αυτού και αλήθειαν αυτού. και ιδέ την γην Χαναάν. και ένεκεν του λόγου τούτου μακροημερεύσετε επί της γης. όρος Ναβαύ. ον ενετείλατο ημίν Μωυσής. εις κατάσχεσιν. συναχθέντων αρχόντων λαών άμα φυλαίς Ισραήλ. και βοηθός εκ των εχθρών αυτού έση. ότι αύτη η ζωή υμών. Κύριε. και εδέξατο από των λόγων αυτού 4 νόμον. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΚΑΙ αύτη η ευλογία ην ηυλόγησε Μωυσής άνθρωπος του Θεού τους υιούς Ισραήλ προ της τελευτής αυτού· 2 και είπε· Κύριος εκ Σινά ήκει και επέφανεν εκ Σηείρ ημίν και κατέσπευσεν εξ όρους Φαράν συν μυριάσι Κάδης. και προσετέθη προς τον λαόν αυτού. ον τρόπον απέθανεν Ααρών ο αδελφός σου εν Ωρ τω όρει. και εις τον λαόν αυτού εισέλθοισαν· αι χείρες αυτού διακρινούσιν αυτω. κληρονομίαν συναγωγαίς Ιακώβ. 51 ότι ηπειθήσατε τω ρήματί μου εν τοις υιοίς Ισραήλ επί του ύδατος αντιλογίας Κάδης εν τη ερήμω Σίν. ελοιδόρησαν αυτόν επί ύδατος αντιλογίας· 9 ο λέγων τω πατρί και τη μητρί· ουχ εώρακά σε. εις ό αναβαίνεις εκεί. εκ δεξιών αυτού άγγελοι μετ ‘ αυτού. και πάντες οι ηγιασμένοι υπό τας χείράς σου· και ούτοι υπό σε εισι. και τους αδελφούς αυτού ουκ επέγνω και τους υιούς αυτού απέγνω· εφύλαξε τα λόγιά σου και την διαθήκην σου διετήρησε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τους λόγους του νόμου τούτου· 47 ότι ουχί λόγος κενός ούτος υμίν.

Ζαβουλών. εν εξοδία σου και Ισσάχαρ εν τοις σκηνώμασιν αυτού. 24 και τω Ασήρ είπεν· ευλογημένος από τέκνων Ασήρ και έσται δεκτός τοις αδελφοίς αυτού. Ισραήλ· τις όμοιός σοι λαός σωζόμενος υπό Κυρίου. αύται μυριάδες Εφραϊμ. Κύριε. 20 και τω Γάδ είπεν· ευλογημένος εμπλατύνων Γάδ· ως λέων ενεπαύσατο. και ανά μέσον των ώμων αυτού κατέπαυσε. 12 και τω Βενιαμίν είπεν· ηγαπημένος υπό Κυρίου κατασκηνώσει πεποιθώς. 13 και τω Ιωσήφ είπεν· απ ‘ ευλογίας Κυρίου η γη αυτού. και τα δεκτά τω οφθέντι εν τη βάτω έλθοισαν επί κεφαλήν Ιωσήφ. την ισχύν αυτού και τα έργα των χειρών αυτού δέξαι· κάταξον οσφύν εχθρών επανεστηκότων αυτω. 23 και τω Νεφθαλί είπε· Νεφθαλί πλησμονή δεκτών και εμπλησθήτω ευλογίας παρά Κυρίου· θάλασσαν και λίβα κληρονομήσει. 28 και κατασκηνώσει Ισραήλ πεποιθώς μόνος επί γης Ιακώβ. 18 και τω Ζαβουλών είπεν· ευφράνθητι. υπερασπιεί ο βοηθός σου. και αύται χιλιάδες Μανασσή. 21 και είδεν απαρχήν αυτού. κέρατα μονοκέρωτος τα κέρατα αυτού· εν αυτοίς έθνη κερατιεί άμα έως απ ‘ άκρου γης. και ο ουρανός αυτω συνεφφής δρόσω. 17 πρωτότοκος ταύρου το κάλλος αυτού. 26 ούκ εστιν ωσπερ ο Θεός του ηγαπημένου· ο επιβαίνων επί τον ουρανόν βοηθός σου και ο μεγαλοπρεπής του στερεώματος. 19 έθνη εξολοθρεύσουσι. και συ επί τον τράχηλον αυτών επιβήση. και οι μισούντες αυτόν μη αναστήτωσαν. 15 από κορυφής ορέων αρχής και από κορυφής βουνών αενάων 16 και καθ ‘ ωραν γης πληρώσεως. 29 μακάριος συ. από ωρών ουρανού και δρόσου και από αβύσσων πηγών κάτωθεν 14 και καθ ‘ ωραν γενημάτων ηλίου τροπών και από συνόδων μηνών. βάψει εν ελαίω τον πόδα αυτού· 25 σίδηρος και χαλκός το υπόδημα αυτού έσται. επί σίτω και οίνω. και η μάχαιρα καύχημά σου· και ψεύσονταί σε οι εχθροί σου. και επί κορυφής δοξασθείς επ ‘ αδελφοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δηλώσουσι τα δικαιώματά σου τω Ιακώβ και τον νόμον σου τω Ισραήλ· επιθήσουσι θυμίαμα εν οργή σου δια παντός επί το θυσιαστήριόν σου. 22 και τω Δάν είπε· Δάν σκύμνος λέοντος και εκπηδήσεται εκ του Βασάν. ότι πλούτος θαλάσσης θηλάσει σε και εμπόρια παράλιον κατοικούντων. και ο Θεός σκιάζει επ ‘ αυτω πάσας τας ημέρας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 353 . συντρίψας βραχίονα και άρχοντα. ότι εκεί εμερίσθη γη αρχόντων συνηγμένων άμα αρχηγοίς λαών· δικαιοσύνην Κύριος εποίησε και κρίσιν αυτού μετά Ισραήλ. και επικαλέσεσθε εκεί και θύσετε εκεί θυσίαν δικαιοσύνης. 11 ευλόγησον. 27 και σκεπάσει σε Θεού αρχή και υπό ισχύ βραχιόνων αενάων και εκβαλεί από προσώπου σου εχθρόν λέγων· απόλοιο. ως αι ημέραι σου η ισχύς σου.

11 εν πάσι τοις σημείοις και τέρασιν. 9 και Ιησούς υιος Ναυή ενεπλήσθη πνεύματος συνέσεως. 8 και έκλαυσαν οι υιοί Ισραήλ Μωυσήν εν Αραβώθ Μωάβ επί του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ τριάκοντα ημέρας· και συνετελέσθησαν αι ημέραι πένθους κλαυθμού Μωυσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΚΑΙ ανέβη Μωυσής από Αραβώθ Μωάβ επί το όρος Ναβαύ. επί κορυφήν Φασγά. και εκεί ουκ εισελεύση. 4 και είπε Κύριος προς Μωυσήν· αύτη η γη. και έδειξεν αυτω Κύριος πάσαν την γην Γαλαάδ έως Δάν 2 και πάσαν την γην Νεφθαλί και πάσαν την γην Εφραϊμ και Μανασσή και πάσαν την γην Ιούδα έως της θαλάσσης της εσχάτης 3 και την έρημον και τα περίχωρα Ιεριχώ. ην ώμοσα τω Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ λέγων· τω σπέρματι υμών δώσω αυτήν· και έδειξα τοις οφθαλμοίς σου. 6 και έθαψαν αυτόν εν Γαί εγγύς οίκου Φογώρ· και ουκ είδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης. ουδέ εφθάρησαν τα χελώνια αυτού. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 354 . 5 και ετελεύτησε Μωυσής ο οικέτης Κυρίου εν γη Μωάβ δια ρήματος Κυρίου. ον απέστειλεν αυτόν Κύριος ποιήσαι αυτά εν γη Αιγύπτω Φαραώ και τοις θεράπουσιν αυτού και πάση τη γη αυτού. 12 τα θαυμάσια τα μεγάλα και την χείρα την κραταιάν. πόλιν φοινίκων έως Σηγώρ. 10 και ουκ ανέστη έτι προφήτης εν Ισραήλ ως Μωυσής. επέθηκε γαρ Μωυσής τας χείρας αυτού επ ‘ αυτόν· και εισήκουσαν αυτού οι υιοί Ισραήλ και εποίησαν καθότι ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. ον έγνω Κύριος αυτόν πρόσωπον κατά πρόσωπον. α εποίησε Μωυσής έναντι παντός Ισραήλ. 7 Μωυσής δε ην εκατόν και είκοσιν ετών εν τω τελευτάν αυτόν· ουκ ημαυρώθησαν οι οφθαλμοί αυτού. ή εστιν επί προσώπου Ιεριχώ.

ότι έτι τρεις ημέραι και υμείς διαβαίνετε τον Ιορδάνην τούτον εισελθόντες κατασχείν την γην. 14 αι γυναίκες υμών και τα παιδία υμών και τα κτήνη υμών κατοικείτωσαν εν τη γη. ούτως έσομαι και μετά σου και ουκ εγκαταλείψω σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο μετά την τελευτήν Μωυσή. και έως της θαλάσσης της εσχάτης αφ' ηλίου δυσμών έσται τα όρια υμών. ην Κύριος ο Θεός των πατέρων υμών δίδωσιν υμίν. ίνα συνής εν πάσιν οίς εάν πράσσης. είπε Κύριος τω Ιησοί υιω Ναυή τω υπουργω Μωυσή λέγων· 2 Μωυσής ο θεράπων μου τετελεύτηκε· νυν ουν αναστάς διάβηθι τον Ιορδάνην. και ουκ εκκλινείς απ' αυτών εις δεξιά ουδέ εις αριστερά. μη δειλιάσης. και κληρονομήσωσι και ούτοι την γην. ην Κύριος ο Θεός ημών δίδωσιν αυτοίς. ό ενετείλατο υμίν Μωυσής ο παις Κυρίου λέγων· Κύριος ο Θεός υμών κατέπαυσεν υμάς και έδωκεν υμίν την γην ταύτην. ότι μετά σου Κύριος ο Θεός σου εις πάντα. ου εάν πορεύη. εφ' ον αν επιβήτε τω ίχνει των ποδών υμών. ουδ' υπερόψομαί σε. και μελετήσεις εν αυτω ημέρας και νυκτός. ον τρόπον είρηκα τω Μωυσή. πας ο ισχύων. συ και πας ο λαός ούτος εις την γην. φυλάσσεσθαι και ποιείν καθότι ενετείλατό σοι Μωυσής ο παις μου. 9 ιδού εντέταλμαί σοι· ίσχυε και ανδρίζου. μηδέ φοβηθής. ην εγώ δίδωμι αυτοίς. ωσπερ και υμάς. 3 πας ο τόπος. 12 και τω Ρουβήν και τω Γάδ και τω ημίσει φυλής Μανασσή είπεν Ιησούς· 13 μνήσθητε το ρήμα. ή έδωκεν υμίν. 4 την έρημον και τον Αντιλίβανον έως του ποταμού του μεγάλου ποταμού Ευφράτου. 15 έως αν καταπαύση Κύριος ο Θεός ημών τους αδελφούς υμών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 355 . ίνα ειδής ποιείν πάντα τα γεγραμμένα· τότε ευοδωθήση. και ωσπερ ήμην μετά Μωυσή. 6 ίσχυε και ανδρίζου. ην ώμοσα τοις πατράσιν υμών δούναι αυτοίς. και συμμαχήσετε αυτοίς. 8 και ουκ αποστήσεται η βίβλος του νόμου τούτου εκ του στόματός σου. συ γαρ αποδιελείς τω λαω τούτω την γην. υμείς δε διαβήσεσθε εύζωνοι πρότεροι των αδελφών υμών. 10 Και ενετείλατο Ιησούς τοις γραμματεύσι του λαού λέγων· 11 εισέλθατε κατά μέσον της παρεμβολής του λαού και εντείλασθε τω λαω λέγοντες· ετοιμάζεσθε επισιτισμόν. υμίν δώσω αυτόν. και ευοδώσεις τας οδούς σου και τότε συνήσεις. 5 ουκ αντιστήσεται άνθρωπος κατενώπιον υμών πάσας τας ημέρας της ζωής σου. 7 ίσχυε ουν και ανδρίζου.

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ απέστειλεν Ιησούς υιος Ναυή εκ Σαττίν δύο νεανίσκους κατασκοπεύσαι λέγων· ανάβητε και ίδετε την γην και την Ιεριχώ. αλλά ίσχυε και ανδρίζου. ον τρόπον ην μετά Μωυσή. επιπέπτωκε γαρ ο φόβος υμών εφ' ημάς· 10 ακηκόαμεν γαρ ότι κατεξήρανε Κύριος ο Θεός την ερυθράν θάλασσαν από προσώπου υμών. ου εάν αποστείλης ημάς. 6 αύτη δε ανεβίβασεν αυτούς επί το δώμα και έκρυψεν αυτούς εν τη λινοκαλάμη τη εστοιβασμένη αυτη επί του δώματος. ος αν απειθήση σοι. τω Σηών και Ωγ. ουκ επίσταμαι που πεπόρευνται· καταδιώξατε οπίσω αυτών. αύτη δε ανέβη προς αυτούς επί το δώμα 9 και είπε προς αυτούς· επίσταμαι ότι έδωκεν υμίν Κύριος την γην. πορευσόμεθα· 17 κατά πάντα. ότε εξεπορεύεσθε εκ γης Αιγύπτου. και κατέλυσαν εκεί. ή όνομα Ραάβ. πλήν έστω Κύριος ο Θεός ημών μετά σου. και πορευθέντες οι δύο νεανίσκοι εισήλθοσαν εις Ιεριχώ και εισήλθοσαν εις οικίαν γυναικός πόρνης. και όσα εποίησε τοις δυσί βασιλεύσι των Αμορραίων. ακουσόμεθά σου. ην έδωκεν υμίν Μωυσής εις το πέραν του Ιορδάνου επ' ανατολών ηλίου. και οι άνδρες εξήλθον. 8 και εγένετο ως εξήλθοσαν οι διώκοντες οπίσω αυτών και αυτοί δε πριν ή κοιμηθήναι αυτούς. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου. και η πύλη εκλείσθη. αποθανέτω. 18 ο δε άνθρωπος. 7 και οι άνδρες κατεδίωξαν οπίσω αυτών οδόν την επί του Ιορδάνου επί τας διαβάσεις. ποιήσομεν και εις πάντα τόπον. ει καταλήψεσθε αυτούς. 16 και αποκριθέντες τω Ιησού είπαν· πάντα όσα εάν εντείλη ημίν. όσα ηκούσαμεν Μωυσή. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 356 . 3 και απέστειλεν ο βασιλεύς Ιεριχώ και είπε προς Ραάβ λέγων· εξάγαγε τους άνδρας τους εισπεπορευμένους εις την οικίαν σου την νύκτα. κατασκοπεύσαι γαρ την γην ήκασι. 2 και απηγγέλη τω βασιλεί Ιεριχώ λέγοντες· εισπεπόρευνται ώδε άνδρες των υιών Ισραήλ κατασκοπεύσαι την γην. και όστις μη ακούση των ρημάτων σου καθότι εάν εντείλη αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απελεύσεσθε έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού. 4 και λαβούσα η γυνή τους δύο άνδρας έκρυψεν αυτούς και είπεν αυτοίς λέγουσα· εισεληλύθασι προς με οι άνδρες· 5 ως δε η πύλη εκλείετο εν τω σκότει.

15 και κατεχάλασεν αυτούς δια της θυρίδος 16 και είπεν αυτοίς· εις την ορεινήν απέλθετε. τον δε πατέρα σου και την μητέρα σου και τους αδελφούς σου και πάντα τον οίκον του πατρός σου συνάξεις προς σεαυτήν εις την οικίαν σου. και μετά ταύτα απελεύσεσθε εις την οδόν υμών. ότι Κύριος ο Θεός υμών Θεός εν ουρανω άνω και επί της γης κάτω. ος αν εξέλθη την θύραν της οικίας σου έξω. όσα εστίν αυτοίς. 21 και είπεν αυτοίς· κατά το ρήμα υμών έστω· και εξαπέστειλεν αυτούς. και κρυβήσεσθε εκεί τρεις ημέρας. 22 και επορεύθησαν και ήλθοσαν εις την ορεινήν και κατέμειναν εκεί τρεις ημέρας· και εξεζήτησαν οι καταδιώκοντες πάσας τας οδούς και ουχ εύροσαν. 11 και ακούσαντες ημείς εξέστημεν τη καρδία ημών. εσόμεθα αθωοι τω όρκω σου τούτω. ότι ποιώ υμίν έλεος και ποιήσατε και υμείς έλεος εν τω οίκω του πατρός μου 13 και ζωγρήσατε τον οίκον του πατρός μου. το σπαρτίον το κόκκινον τούτο εκδήσεις εις την θυρίδα. 20 εάν δε τις ημάς αδικήση ή και αποκαλύψη τους λόγους ημών τούτους. ημείς ένοχοι εσόμεθα. και εξελείσθε την ψυχήν μου εκ θανάτου. 14 και είπαν αυτη οι άνδρες· η ψυχή ημών ανθ' υμών εις θάνατον. και αυτή είπεν· ως αν παραδω Κύριος υμίν την πόλιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 357 . και κατέπτηχε πας ο κατοικών την γην εκείνην αφ' ημών. ποιήσετε εις εμέ έλεος και αλήθειαν. ένοχος εαυτω έσται. και θήσεις το σημείον. μη συναντήσωσιν υμίν οι καταδιώκοντες. έως αν αποστρέψωσιν οι καταδιώκοντες οπίσω υμών. δι' ης κατεβίβασας ημάς δι' αυτής. 12 και νυν ομόσατέ μοι Κύριον τον Θεόν. την μητέρα μου και τους αδελφούς μου και πάντα τον οίκόν μου και πάντα. και όσοι εάν γένωνται μετά σου εν τη οικία σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ους εξωλοθρεύσατε αυτούς. 17 και είπαν προς αυτήν οι άνδρες· αθωοί εσμεν τω όρκω σου τούτω· 18 ιδού ημείς εισπορευόμεθα εις μέρος της πόλεως. ημείς δε αθωοι τω όρκω σου τούτω. 24 και είπαν προς Ιησούν ότι παραδέδωκε Κύριος πάσαν την γην εν χειρί ημών. και ουκ έστη έτι πνεύμα εν ουδενί ημών από προσώπου υμών. 23 και υπέστρεψαν οι δύο νεανίσκοι και κατέβησαν εκ του όρους και διέβησαν προς Ιησούν υιόν Ναυή και διηγήσαντο αυτω πάντα τα συμβεβηκότα αυτοίς. 19 και έσται πας.

6 και είπεν Ιησούς τοις ιερεύσιν· άρατε την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου και προπορεύεσθε του λαού. ότι αύριον ποιήσει Κύριος εν υμίν θαυμαστά. 12 προχειρίσασθε υμίν δώδεκα άνδρας από των υιών Ισραήλ. 2 και εγένετο μετά τρεις ημέρας διήλθον οι γραμματείς δια της παρεμβολής 3 και ενετείλαντο τω λαω λέγοντες· όταν ίδητε την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου του Θεού ημών και τους ιερείς ημών και τους Λευίτας αίροντας αυτήν. ην πορεύσεσθε αυτήν· ου γαρ πεπόρευσθε την οδόν απ' εχθές και τρίτης ημέρας. 13 και έσται ως αν καταπαύσωσιν οι πόδες των ιερέων των αιρόντων την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου πάσης της γης εν τω ύδατι του Ιορδάνου. ίνα επίστησθε την οδόν. και ήραν οι ιερείς την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου και επορεύοντο έμπροσθεν του λαού. το δε ύδωρ το καταβαίνον στήσεται. οι δε ιερείς ήροσαν την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου πρότεροι του λαού. ίνα γνώσιν ότι καθότι ήμην μετά Μωυσή. απαρείτε από τον τόπον υμών και πορεύσεσθε οπίσω αυτής· 4 αλλά μακράν έστω ανά μέσον υμών και εκείνης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ώρθρισεν Ιησούς το πρωϊ. το ύδωρ του Ιορδάνου εκλείψει. 15 ως δε εισεπορεύοντο οι ιερείς οι αίροντες την κιβωτόν της διαθήκης επί τον Ιορδάνην και οι πόδες των ιερέων των αιρόντων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 358 . 10 εν τούτω γνώσεσθε ότι Θεός ζων εν υμίν και ολοθρεύων ολοθρεύσει από προσώπου ημών τον Χαναναίον και τον Χετταίον και τον Φερεζαίον και τον Ευαίον και τον Αμορραίον και τον Γεργεσαίον και τον Ιεβουσαίον· 11 ιδού η κιβωτός διαθήκης Κυρίου πάσης της γης διαβαίνει τον Ιορδάνην. 7 και είπε Κύριος προς Ιησούν· εν τη ημέρα ταύτη άρχομαι υψώσαί σε κατενώπιον πάντων υιών Ισραήλ. και εν τω Ιορδάνη στήσεσθε. και απήραν εκ Σαττίν και ήλθοσαν έως του Ιορδάνου και κατέλυσαν εκεί προ του διαβήναι. όσον δισχιλίους πήχεις στήσεσθε· μη προσεγγίσητε αυτη. ένα αφ' εκάστης φυλής. 8 και νυν έντειλαι τοις ιερεύσι τοις αίρουσι την κιβωτόν της διαθήκης λέγων· ως αν εισέλθητε επί μέρους του ύδατος του Ιορδάνου. 5 και είπεν Ιησούς τω λαω· αγνίσασθε εις αύριον. ούτως έσομαι και μετά σου. 14 και απήρεν ο λαός εκ των σκηνωμάτων αυτών διαβήναι τον Ιορδάνην. 9 και είπεν Ιησούς τοις υιοίς Ισραήλ· προσαγάγετε ώδε και ακούσατε το ρήμα Κυρίου του Θεού ημών.

3 σύνταξον αυτοίς λέγων· ανέλεσθε εκ μέσου Ιορδάνου ετοίμους δώδεκα λίθους και τούτους διακομίσαντες άμα υμίν αυτοίς. ίνα όταν ερωτά σε ο υιος σου αύριον λέγων. 17 και έστησαν οι ιερείς οι αίροντες την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου επί ξηράς εν μέσω του Ιορδάνου· και πάντες οι υιοί Ισραήλ διέβαινον δια ξηράς. θέτε αυτούς εν τη στρατοπεδεία υμών. 6 ίνα υπάρχωσιν υμίν ούτοι εις σημείον κείμενον διαπαντός. ου εάν παρεμβάλητε εκεί την νύκτα. έως συνετέλεσε πας ο λαός διαβαίνων τον Ιορδάνην. 5 είπεν αυτοίς· προσαγάγετε έμπροσθέν μου προ προσώπου Κυρίου εις μέσον του Ιορδάνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου εβάφησαν εις μέρος του ύδατος του Ιορδάνου· ο δε Ιορδάνης επληρούτο καθ' όλην την κρηπίδα αυτού ωσεί ημέραι θερισμού πυρών· 16 και έστη τα ύδατα τα καταβαίνοντα άνωθεν. και ανελόμενος εκείθεν έκαστος λίθον αράτω επί των ώμων αυτού κατά τον αριθμόν των δώδεκα φυλών του Ισραήλ. καθότι ενετείλατο Κύριος τω Ιησοί. και διεκόμισαν άμα εαυτοίς εις την παρεμβολήν και απέθηκαν εκεί. ένα αφ' εκάστης φυλής. 4 και ανακαλεσάμενος Ιησούς δώδεκα άνδρας των ενδόξων από των υιών Ισραήλ. και είπε Κύριος τω Ιησοί λέγων· 2 παραλαβών άνδρας από του λαού. τι εισιν οι λίθοι ούτοι ημίν. 8 και εποίησαν ούτως οι υιοί Ισραήλ. θάλασσαν αλός. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ επεί συνετέλεσε πας ο λαός διαβαίνων τον Ιορδάνην. έως εις το τέλος εξέλιπε· και ο λαός ειστήκει απέναντι Ιεριχώ. ως διέβαινεν αυτόν· και έσονται οι λίθοι ούτοι υμίν μνημόσυνον τοις υιοίς Ισραήλ έως του αιώνος. έστη πήγμα εν αφεστηκός μακράν σφόδρα σφοδρώς έως μέρους Καριαθιαρίμ. το δε καταβαίνον κατέβη εις την θάλασσαν Άραβα. 7 και συ δηλώσεις τω υιω σου λέγων· ότι εξέλιπεν ο Ιορδάνης ποταμός από προσώπου κιβωτού διαθήκης Κυρίου πάσης της γης. ένα αφ' εκάστης φυλής. 9 έστησε δε Ιησούς και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 359 . και αναλαβόντες δώδεκα λίθους εκ μέσου του Ιορδάνου. καθάπερ συνέταξε Κύριος τω Ιησοί εν τη συντελεία της διαβάσεως των υιών Ισραήλ.

11 και εγένετο ως συνετέλεσε πας ο λαός διαβήναι. και διέβη η κιβωτός της διαθήκης Κυρίου. και εισιν εκεί έως της σήμερον ημέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άλλους δώδεκα λίθους εν αυτω τω Ιορδάνη εν τω γενομένω τόπω υπό τους πόδας των ιερέων των αιρόντων την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. 13 τετρακισμύριοι εύζωνοι εις μάχην διέβησαν εναντίον Κυρίου εις πόλεμον προς την Ιεριχώ πόλιν. 10 ειστήκεισαν δε οι ιερείς οι αίροντες την κιβωτόν της διαθήκης εν τω Ιορδάνη. 23 αποξηράναντος Κυρίου του Θεού ημών το ύδωρ του Ιορδάνου εκ των έμπροσθεν αυτών. και ίνα υμείς σέβησθε Κύριον τον Θεόν ημών εν παντί χρόνω. 22 αναγγείλατε τοις υιοίς υμών. α ενετείλατο Κύριος αναγγείλαι τω λαω. και οι λίθοι έμπροσθεν αυτών. μέχρις ου διέβησαν· καθάπερ εποίησε Κύριος ο Θεός ημών την ερυθράν θάλασσαν. ότι επί ξηράς διέβη Ισραήλ τον Ιορδάνην τούτον. 19 και ο λαός ανέβη εκ του Ιορδάνου δεκάτη του μηνός του πρώτου· και κατεστρατοπέδευσαν οι υιοί Ισραήλ εν Γαλγάλοις κατά μέρος το προς ηλίου ανατολάς από της Ιεριχώ. ην απεξήρανε Κύριος ο Θεός ημών έμπροσθεν ημών. ωρμησε το ύδωρ του Ιορδάνου κατά χώραν και επορεύετο καθά χθές και τρίτην ημέραν δι' όλης της κρηπίδος. 14 εν εκείνη τη ημέρα ηύξησε Κύριος τον Ιησούν εναντίον του παντός γένους Ισραήλ. ους έλαβεν εκ του Ιορδάνου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 360 . όσον χρόνον έζη. έστησεν Ιησούς εν Γαλγάλοις 21 λέγων· όταν ερωτώσιν υμάς οι υιοί υμών λέγοντες· τι εισιν οι λίθοι ούτοι. έως ου συνετέλεσεν Ιησούς πάντα. και εφοβούντο αυτόν. 17 και ενετείλατο Ιησούς τοις ιερεύσι λέγων· έκβητε εκ του Ιορδάνου. ότι η δύναμις του Κυρίου ισχυρά εστι. ωσπερ Μωυσήν. καθάπερ ενετείλατο αυτοίς Μωυσής. 18 και εγένετο ως εξέβησαν οι ιερείς οι αίροντες την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου εκ του Ιορδάνου και έθηκαν τους πόδας επί της γης. 15 Και είπε Κύριος τω Ιησοί λέγων· 16 έντειλαι τοις ιερεύσι τοις αίρουσι την κιβωτόν της διαθήκης του μαρτυρίου Κυρίου εκβήναι εκ του Ιορδάνου. και έσπευσεν ο λαός και διέβησαν. έως παρήλθομεν. 12 και διέβησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και οι ημίσεις φυλής Μανασσή διεσκευασμένοι έμπροσθεν των υιών Ισραήλ. 20 και τους δώδεκα λίθους τούτους. 24 όπως γνώσι πάντα τα έθνη της γης.

και αναβλέψας τοις οφθαλμοίς είδεν άνθρωπον εστηκότα εναντίον αυτού. 12 εν ταύτη τη ημέρα εξέλιπε το μάννα μετά το βεβρωκέναι αυτούς εκ του σίτου της γης. και η ρομφαία εσπασμένη εν τη χειρί αυτού. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. 7 αντί δε τούτων αντικατέστησε τους υιούς αυτών. πάντας τούτους περιέτεμεν Ιησούς· 5 τεσσαράκοντα γαρ και δύο έτη ανέστραπται Ισραήλ εν τη ερήμω τη Μαβδαρίτιδι. 10 Και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ το πάσχα τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός αφ' εσπέρας επί δυσμών Ιεριχώ εν τω πέραν του Ιορδάνου εν τω πεδίω 11 και εφάγοσαν από του σίτου της γης άζυμα και νέα. οίς και διώρισε μη ιδείν αυτούς την γην. 9 και είπε Κύριος τω Ιησοί υιω Ναυή· εν τη σήμερον ημέρα αφείλον τον ονειδισμόν Αιγύπτου αφ' υμών. 8 περιτμηθέντες δε ησυχίαν είχον αυτόθι καθήμενοι εν τη παρεμβολή. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου. όσοι ποτέ εγένοντο εν τη οδω και όσοι ποτέ απερίτμητοι ήσαν των εξεληλυθότων εξ Αιγύπτου. έως υγιάσθησαν. και ουκέτι υπήρχε τοις υιοίς Ισραήλ μάννα· εκαρπίσαντο δε την χώραν των Φοινίκων εν τω ενιαυτω εκείνω. 13 Και εγένετο ως ην Ιησούς εν Ιεριχώ. 2 υπό δε τούτον τον καιρόν είπε Κύριος τω Ιησοί· ποίησον σεαυτω μαχαίρας πετρίνας εκ πέτρας ακροτόμου και καθίσας περίτεμε τους υιούς Ισραήλ εκ δευτέρου. και προσελθών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 361 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ εγένετο ως ήκουσαν οι βασιλείς των Αμορραίων. και οι βασιλείς της Φοινίκης οι παρά την θάλασσαν. 3 και εποίησεν Ιησούς μαχαίρας πετρίνας ακροτόμους και περιέτεμε τους υιούς Ισραήλ επί του καλουμένου τόπου Βουνός των ακροβυστιών. δια το αυτούς γεγεννήσθαι κατά την οδόν απεριτμήτους. και ετάκησαν αυτών αι διάνοιαι και κατεπλάγησαν και ουκ ην εν αυτοίς φρόνησις ουδεμία από προσώπου των υιών Ισραήλ. ότι απεξήρανε Κύριος ο Θεός τον Ιορδάνην ποταμόν εκ των έμπροσθεν των υιών Ισραήλ εν τω διαβαίνειν αυτούς. και εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Γάλγαλα. 6 διό απερίτμητοι ήσαν οι πλείστοι αυτών των μαχίμων των εξεληλυθότων εκ γης Αιγύπτου οι απειθήσαντες των εντολών του Θεού. 4 ον δε τρόπον περιεκάθαρεν Ιησούς τους υιούς Ισραήλ. ην ώμοσε Κύριος τοις πατράσιν αυτών δούναι. ους Ιησούς περιέτεμε.

και εισελεύσεται πας ο λαός ορμήσας έκαστος κατά πρόσωπον εις την πόλιν. άγιός εστι. 12 και τη ημέρα τη δευτέρα ανέστη Ιησούς το πρωϊ. και ήραν οι ιερείς την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. και Ιησούς έπεσεν επί πρόσωπον επί την γην και είπεν αυτω· δέσποτα. 10 τω δε λαω ενετείλατο Ιησούς λέγων· μη βοάτε. και ουδείς εξεπορεύετο εξ αυτής ουδέ εισεπορεύετο. και τότε αναβοήσετε. 13 και οι επτά ιερείς οι φέροντες τας σάλπιγγας τας επτά προεπορεύοντο εναντίον Κυρίου. και μετά ταύτα εισεπορεύοντο οι μάχιμοι και ο λοιπός όχλος όπισθεν της κιβωτού της διαθήκης Κυρίου· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 362 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιησούς είπεν αυτω· ημέτερος ει ή των υπεναντίων. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ Ιεριχώ συγκεκλεισμένη και ωχυρωμένη. 6 και εισήλθεν Ιησούς ο του Ναυή προς τους ιερείς 7 και είπεν αυτοίς λέγων· παραγγείλατε τω λαω περιελθείν και κυκλώσαι την πόλιν. τι προστάσσεις τω σω οικέτη. 14 ο δε είπεν αυτω· εγώ αρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου νυνί παραγέγονα. 4 και έσται ως αν σαλπίσητε τη σάλπιγγι. 11 και περιελθούσα η κιβωτός της διαθήκης του Θεού ευθέως απήλθεν εις την παρεμβολήν και εκοιμήθη εκεί. 15 και λέγει ο αρχιστράτηγος Κυρίου προς Ιησούν· λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου· ο γαρ τόπος. μηδέ ακουσάτω μηδείς την φωνήν υμών. 2 και είπε Κύριος προς Ιησούν· ιδού εγώ παραδίδωμι υποχείριόν σοι την Ιεριχώ και τον βασιλέα αυτής τον εν αυτη. έως αν ημέραν διαγγείλη αυτός αναβοήσαι. και οι μάχιμοι παραπορευέσθωσαν ενωπλισμένοι εναντίον Κυρίου· 8 και επτά ιερείς έχοντες επτά σάλπιγγας ιεράς παρελθέτωσαν ωσαύτως εναντίον του Κυρίου και σημαινέτωσαν ευτόνως. δυνατούς όντας εν ισχύϊ· 3 συ δε περίστησον αυτη τους μαχίμους κύκλω. και η κιβωτός της διαθήκης Κυρίου επακολουθείτω· 9 οι δε μάχιμοι παραπορευέσθωσαν έμπροσθεν και οι ιερείς οι ουραγούντες οπίσω της κιβωτού της διαθήκης Κυρίου πορευόμενοι σαλπίζοντες. εφ' ω νυν έστηκας επ' αυτού. ανακραγέτω πας ο λαός άμα· 5 και ανακραγόντων αυτών πεσείται αυτόματα τα τείχη της πόλεως.

21 και ανεθεμάτισεν αυτήν Ιησούς και όσα ην εν τη πόλει από ανδρός και έως γυναικός. πλήν αργυρίου και χρυσίου και χαλκού και σιδήρου έδωκαν εις θησαυρόν Κυρίου εισενεχθήναι. μήποτε ενθυμηθέντες υμείς αυτοί λάβητε από του αναθέματος και ποιήσητε την παρεμβολήν των υιών Ισραήλ ανάθεμα και εκτρίψητε ημάς· 19 και παν αργύριον ή χρυσίον ή χαλκός ή σίδηρος άγιον έσται τω Κυρίω. από νεανίσκου και έως πρεσβύτου και έως μόσχου και υποζυγίου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 363 . 25 και Ραάβ την πόρνην και πάντα τον οίκον αυτής τον πατρικόν εζώγρησεν Ιησούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οι ιερείς εσάλπισαν ταις σάλπιγξι. 18 αλλά υμείς φυλάξεσθε σφόδρα από του αναθέματος. όσα ην αυτη. και ούτως εποίησεν Οζάν ο εκ Βαιθήλ εν τω Αβιρών τω πρωτοτόκω εθεμελίωσεν αυτήν και εν τω ελαχίστω διασωθέντι επέστησε τας πύλας αυτής. 23 και εισήλθον οι δύο νεανίσκοι οι κατασκοπεύσαντες την πόλιν εις την οικίαν της γυναικός και εξηγάγοσαν Ραάβ την πόρνην και τον πατέρα αυτής και την μητέρα αυτής και τους αδελφούς αυτής και την συγγένειαν αυτής και πάντα. αυτή και πάντα. 17 και έσται η πόλις ανάθεμα. εις θησαυρόν Κυρίου εισενεχθήσεται. και είπεν Ιησούς τοις υιοίς Ισραήλ· κεκράξατε. και κατώκησεν εν τω Ισραήλ έως της σήμερον ημέρας. 22 και τοις δυσί νεανίσκοις τοις κατασκοπεύσασιν είπεν Ιησούς· εισέλθατε εις την οικίαν της γυναικός και εξαγάγετε αυτήν εκείθεν και όσα εστίν αυτη. όσα εστίν εν αυτη. 15 και τη ημέρα τη εβδόμη ανέστησαν όρθρου και περιήλθοσαν την πόλιν εν τη ημέρα εκείνη επτάκις· 16 και εγένετο τη περιόδω τη εβδόμη εσάλπισαν οι ιερείς. και ανέβη πας ο λαός εις την πόλιν. και κατέστησαν αυτήν έξω της παρεμβολής Ισραήλ. 24 και η πόλις ενεπρήσθη εν πυρισμω συν πάσι τοις εν αυτη. ούτως εποίει επί εξ ημέρας. Κυρίω Σαβαώθ· πλήν Ραάβ την πόρνην περιποιήσασθε. 27 και ην Κύριος μετά Ιησού. ος οικοδομήσει την πόλιν εκείνην· εν τω προωτοτόκω αυτού θεμελιώσει αυτήν και εν τω ελαχίστω αυτού επιστήσει τας πύλας αυτής. διότι έκρυψε τους κατασκοπεύσαντας. 20 και εσάλπισαν ταις σάλπιγξιν οι ιερείς· ως δε ήκουσεν ο λαός των σαλπίγγων. ηλάλαξε πας ο λαός άμα αλαλαγμω μεγάλω και ισχυρω και έπεσεν άπαν το τείχος κύκλω. ους απέστειλεν Ιησούς κατασκοπεύσαι την Ιεριχώ. εν στόματι ρομφαίας. και ην το όνομα αυτού κατά πάσαν την γην. και ο λοιπός όχλος άπας περιεκύκλωσε την πόλιν εξάκις εγγύθεν 14 και απήλθε πάλιν εις την παρεμβολήν. αυτήν και πάντα όσα εστίν εν τω οίκω αυτής. παρέδωκε γαρ Κύριος υμίν την πόλιν. 26 και ωρκισεν Ιησούς εν τη ημέρα εκείνη εναντίον Κυρίου λέγων· επικατάρατος ο άνθρωπος.

ην διεθέμην προς αυτούς. ου δυνήσεσθε αντιστήναι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 364 . 11 ημάρτηκεν ο λαός και παρέβη την διαθήκην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ επλημμέλησαν οι υιοί Ισραήλ πλημμέλειαν μεγάλην και ενοσφίσαντο από του αναθέματος· και έλαβεν Άχαρ υιος Χαρμί υιού Ζαμβρί υιού Ζαρά εκ της φυλής Ιούδα από του αναθέματος· και εθυμώθη Κύριος οργή τοις υιοίς Ισραήλ. επεί μετέβαλεν Ισραήλ αυχένα απέναντι του εχθρού αυτού. 13 αναστάς αγίασον τον λαόν και ειπόν αγιασθήναι εις αύριον· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· το ανάθεμά εστιν εν υμίν. 9 και ακούσας ο Χαναναίος και πάντες οι κατοικούντες την γην περικυκλώσουσιν ημάς και εκτρίψουσιν ημάς από της γης· και τι ποιήσεις το όνομά σου το μέγα. ολίγοι γαρ εισι. ινατί τούτο συ πέπτωκας επί πρόσωπόν σου. λέγων· κατασκέψασθε την Γαί· 3 και ανέβησαν οι άνδρες και κατεσκέψαντο την Γαί. 6 και διέρρηξεν Ιησούς τα ιμάτια αυτού. και ει κατεμείναμεν και κατωκίσθημεν παρά τον Ιορδάνην. 4 και ανέβησαν ωσεί τρισχίλιοι άνδρες και έφυγον από προσώπου ανδρών Γαί. και επεβάλοντο χουν επί τας κεφαλάς αυτών. 5 και απέκτειναν απ' αυτών άνδρες Γαί εις τριακονταέξ άνδρας και κατεδίωξαν αυτούς από της πύλης και συνέτριψαν αυτούς από του καταφερούς· και επτοήθη η καρδία του λαού και εγένετο ωσπερ ύδωρ. 12 και ου μη δύνωνται οι υιοί Ισραήλ υποστήναι κατά πρόσωπον των εχθρών αυτών· αυχένα επιστρέψουσιν έναντι των εχθρών αυτών. και ανέστρεψαν προς Ιησούν και είπαν προς αυτόν· μη αναβήτω πας ο λαός. εάν μη εξάρητε το ανάθεμα εξ υμών αυτών. αυτός και οι πρεσβύτεροι Ισραήλ. αλλ' ωσεί δισχίλιοι ή τρισχίλιοι άνδρες αναβήτωσαν και εκπολιορκησάτωσαν την πόλιν· μη αναγάγης εκεί τον λαόν άπαντα. 10 και είπε Κύριος προς Ιησούν· ανάστηθι. και έπεσεν Ιησούς επί την γην επί πρόσωπον εναντίον Κυρίου έως εσπέρας. και κλέψαντες από του αναθέματος ενέβαλον εις τα σκεύη αυτών. ότι εγενήθησαν ανάθεμα· ου προσθήσω έτι είναι μεθ' υμών. ή εστι κατά Βαιθήλ. 7 και είπεν Ιησούς· δέομαι Κύριε· ινατί διεβίβασεν ο παις σου τον λαόν τούτον τον Ιορδάνην παραδούναι αυτόν τω Αμορραίω απολέσαι ημάς. 8 και τι ερώ. 2 και απέστειλεν Ιησούς άνδρας εις Γαί.

και το αργύριον υποκάτω αυτών. 14 και συναχθήσεσθε πάντες το πρωϊ κατά φυλάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέναντι των εχθρών υμών. ον εάν δείξη Κύριος. 24 και έλαβεν Ιησούς τον Άχαρ υιόν Ζαρά και ανήγαγεν αυτόν εις φάραγγα Αχώρ και τους υιούς αυτού και τας θυγατέρας αυτού και τους μόσχους αυτού και τα υποζύγια αυτού και πάντα τα πρόβατα αυτού και την σκηνήν αυτού και πάντα τα υπάρχοντα αυτού. ην αν δείξη Κύριος. προσάξετε κατά δήμους· και τον δήμον. ον εάν δείξη Κύριος. και ενεδείχθη Άχαρ υιος Ζαμβρί υιού Ζαρά. προσάξετε κατ' οίκον· και τον οίκον. 25 και είπεν Ιησούς τω Άχαρ· τι ωλόθρευσας ημάς. και έδραμον εις την σκηνήν εις την παρεμβολήν· και ταύτα ην κεκρυμμένα εις την σκηνήν αυτού. 16 και ώρθρισεν Ιησούς και προσήγαγε τον λαόν κατά φυλάς. και επαύσατο Κύριος του θυμού της οργής· δια τούτο επωνόμασεν αυτό Εμεκαχώρ έως της ημέρας ταύτης. εξολοθρεύσαι σε Κύριος καθά και σήμερον. και έσται η φυλή. και ελιθοβόλησαν αυτόν λίθοις πας Ισραήλ. 26 και επέστησαν αυτω σωρόν λίθων μέγαν. ότι παρέβη την διαθήκην Κυρίου και εποίησεν ανόμημα εν Ισραήλ. 22 και απέστειλεν Ιησούς αγγέλους. 19 και είπεν Ιησούς τω Άχαρ· δος δόξαν σήμερον τω Κυρίω Θεω Ισραήλ και δος την εξομολόγησιν και ανάγγειλόν μοι τι εποίησας και μη κρύψης απ' εμού. και ενεδείχθη η φυλή Ιούδα· 17 και προσήχθη κατά δήμους. και έθηκαν αυτά έναντι Κυρίου. και πας ο λαός μετ' αυτού· και ανήγαγεν αυτούς εις Εμεκαχώρ. προσάξετε κατ' άνδρα· 15 και ος αν ενδειχθή. κατακαυθήσεται εν πυρί και πάντα. έως αν εξάρητε το ανάθεμα εξ υμών αυτών. 20 και απεκρίθη Άχαρ τω Ιησοί και είπεν· αληθώς ήμαρτον εναντίον Κυρίου του Θεού Ισραήλ· ούτως και ούτως εποίησα· 21 είδον εν τη προνομή ψιλήν ποικίλην καλήν και διακόσια δίδραχμα αργυρίου και γλώσσαν μίαν χρυσήν πεντήκοντα διδράχμων και ενθυμηθείς αυτών έλαβον. όσα εστίν αυτω. 23 και εξήνεγκαν αυτά εκ της σκηνής και ήνεγκαν προς Ιησούν και τους πρεσβυτέρους Ισραήλ. και ενεδείχθη δήμος Ζαραϊ· 18 και προσήχθη κατ' άνδρα. και ιδού αυτά εγκέκρυπται εν τη σκηνή μου και το αργύριον κέκρυπται υποκάτω αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 365 .

έσπευσε και εξήλθεν εις συνάντησιν αυτοίς επ' ευθείας εις τον πόλεμον. 15 και είδε και ανεχώρησεν Ιησούς και Ισραήλ από προσώπου αυτών. καθάπερ και πρώην. 7 υμείς δε εξαναστήσεσθε εκ της ενέδρας και πορεύσεσθε εις την πόλιν. 11 και πας ο λαός ο πολεμιστής μετ' αυτού ανέβησαν και πορευόμενοι ήλθον εξεναντίας της πόλεως από ανατολών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Ιησούν· μη φοβηθής μηδέ δειλιάσης. 12 και τα ένεδρα της πόλεως από θαλάσσης. 10 και ορθρίσας Ιησούς το πρωϊ επεσκέψατο τον λαόν· και ανέβησαν αυτός και οι πρεσβύτεροι κατά πρόσωπον του λαού επί Γαί. 16 και κατεδίωξαν οπίσω των υιών Ισραήλ και αυτοί απέστησαν από της πόλεως· 17 ου κατελείφθη ουδείς εν τη Γαί. 9 και απέστειλεν αυτούς Ιησούς. 2 και ποιήσεις την Γαί ον τρόπον εποίησας την Ιεριχώ και τον βασιλέα αυτής. από θαλάσσης της Γαί. και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 366 . και φευξόμεθα από προσώπου αυτών. ον τρόπον και έμπροσθεν. και επορεύθησαν εις την ενέδραν και ενεκάθισαν ανά μέσον Βαιθήλ και ανά μέσον Γαί. λάβε μετά σου πάντας τους άνδρας τους πολεμιστάς και αναστάς ανάβηθι εις Γαί· ιδού δέδωκα εις τας χείράς σου τον βασιλέα Γαί και την γην αυτού. 4 και ενετείλατο αυτοίς λέγων· υμείς ενεδρεύσατε οπίσω της πόλεως· μη μακράν γίνεσθε από της πόλεως και έσεσθε πάντες έτοιμοι. 6 και ως αν εξέλθωσιν οπίσω ημών. και αυτός ουκ ήδει ότι ένεδρα αυτω εστιν οπίσω της πόλεως. 8 κατά το ρήμα τούτο ποιήσετε· ιδού εντέταλμαι υμίν. επέλεξε δε Ιησούς τριάκοντα χιλιάδας ανδρών δυνατούς εν ισχύϊ και απέστειλεν αυτούς νυκτός. εις γαρ τας χείράς σου παραδέδωκα αυτήν. 18 και είπε Κύριος προς Ιησούν· έκτεινον την χείρά σου εν τω γαισω τω εν τη χειρί σου επί την πόλιν. 5 και εγώ και πάντες οι μετ' εμού προσάξομεν προς την πόλιν. και ερούσι· φεύγουσιν ούτοι από προσώπου ημών. κατάστησον δε σεαυτω ένεδρα τη πόλει εις τα οπίσω. και την προνομήν των κτηνών προνομεύσεις σεαυτω. αυτός και πας ο λαός ο μετ' αυτού. ος ου κατεδίωξεν οπίσω Ισραήλ· και κατέλιπον την πόλιν ηνεωγμένην και κατεδίωξαν οπίσω Ισραήλ. αποσπάσομεν αυτούς από της πόλεως. και έσται ως αν εξέλθωσιν οι κατοικούντες Γαί εις συνάντησιν ημίν. 3 και ανέστη Ιησούς και πας ο λαός ο πολεμιστής ωστε αναβήναι εις Γαί. 14 και εγένετο ως είδε βασιλεύς Γαί.

πάντας τους κατοικούντας Γαί. και εισήλθοσαν επί την πόλιν και κατελάβοντο αυτήν και σπεύσαντες ενέπρησαν την πόλιν εν πυρί. 22 και ούτοι εξήλθοσαν εκ της πόλεως εις συνάντησιν και εγενήθησαν ανά μέσον της παρεμβολής. τον γαισόν. και ην επί του ξύλου έως εσπέρας· και επιδύνοντος του ηλίου συνέταξεν Ιησούς και καθείλοσαν το σώμα αυτού από του ξύλου και έρριψαν αυτό εις τον βόθρον και επέστησαν αυτω σωρόν λίθων. 23 και τον βασιλέα της Γαί συνέλαβον ζώντα και προσήγαγον αυτόν προς Ιησούν. πάντα α επρονόμευσαν εαυτοίς οι υιοί Ισραήλ κατά πρόσταγμα Κυρίου. και εξέτεινεν Ιησούς την χείρα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ένεδρα εξαναστήσονται εν τάχει εκ του τόπου αυτών. ου κατεδίωξαν αυτούς απ' αυτής εις τέλος. 29 και τον βασιλέα της Γαί εκρέμασεν επί ξύλου διδύμου. οι εν τη ορεινή και οι εν τη πεδινή και οι εν πάση τη παραλία της θαλάσσης της μεγάλης και οι προς τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 367 . ότε εξέτεινε την χείρα. έως της ημέρας ταύτης. 19 και τα ένεδρα εξανέστησαν εν τάχει εκ του τόπου αυτών και εξήλθοσαν. και επέστρεψεν Ιησούς εις Γαί και επάταξεν αυτήν εν στόματι ρομφαίας. 20 και περιβλέψαντες οι κάτοικοι Γαί εις τα οπίσω αυτών και εθεώρουν καπνόν αναβαίνοντα εκ της πόλεως εις τον ουρανόν· και ουκ έτι είχον που φύγωσιν ώδε ή ώδε. ούτοι εντεύθεν και ούτοι εντεύθεν· και επάταξαν αυτούς έως του μη καταλειφθήναι αυτών σεσωσμένον και διαπεφευγότα. 24 και ως επαύσαντο οι υιοί Ισραήλ αποκτείνοντες πάντας τους εν τη Γαί. 28 και ενεπύρισεν Ιησούς την πόλιν εν πυρί· χώμα αοίκητον εις τον αιώνα έθηκεν αυτήν έως της ημέρας ταύτης. ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Ιησοί. 21 και Ιησούς και πας Ισραήλ είδον ότι έλαβον τα ένεδρα την πόλιν και ότι ανέβη ο καπνός της πόλεως εις τον ουρανόν. 27 πλήν των κτηνών και των σκύλων των εν τη πόλει. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΩΣ δε ήκουσαν οι βασιλείς των Αμορραίων οι εν τω πέραν του Ιορδάνου. 25 και εγενήθησαν οι πεσόντες εν τη ημέρα εκείνη από ανδρός και έως γυναικός δώδεκα χιλιάδες. επί την πόλιν. τους εν τοις πεδίοις και εν τω όρει επί της καταβάσεως. και μεταβαλόμενοι επάταξαν τους άνδρας της Γαί.

και Πως σοι διαθώμαι διαθήκην. 4 και εποίησαν και γε αυτοί μετά πανουργίας και ελθόντες επεσιτίσαντο και ητοιμάσαντο και λαβόντες σάκκους παλαιούς επί των όνων αυτών και ασκούς οίνου παλαιούς και κατερρωγότας αποδεδεμένους. και ο προσήλυτος και ο αυτόχθων. 6 και ήλθοσαν προς Ιησούν εις την παρεμβολήν Ισραήλ εις Γάλγαλα και είπαν προς Ιησούν και Ισραήλ· εκ γης μακρόθεν ήκαμεν. ό ουκ ανέγνω Ιησούς εις τα ώτα πάσης εκκλησίας υιών Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντιλιβάνω και οι Χετταίοι και οι Χαναναίοι και οι Φερεζαίοι και οι Ευαίοι και οι Αμορραίοι και οι Γεργεσαίοι και οι Ιεβουσαίοι. εφ' ους ουκ επεβλήθη σίδηρος. και ανεβίβασεν εκεί ολοκαυτώματα Κυρίω και θυσίαν σωτηρίου. 2ε και μετά ταύτα ούτως ανέγνω Ιησούς πάντα τα ρήματα του νόμου τούτου. 5 και τα κοίλα των υποδημάτων αυτών. και οι ιερείς και οι Λευίται ήραν την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου. και είπε προς αυτούς Ιησούς· πόθεν εστέ και πόθεν παραγεγόνατε. και τα ιμάτια αυτών πεπαλαιωμένα επάνω αυτών. 2α Τότε ωκοδόμησεν Ιησούς θυσιαστήριον Κυρίω τω Θεω Ισραήλ εν όρει Γαιβάλ. και ο άρτος αυτών του επισιτισμού ξηρός και ευρωτιών και βεβρωμένος. 2 συνήλθοσαν επί το αυτό εκπολεμήσαι Ιησούν και Ισραήλ άμα πάντες. 2γ και έγραψεν Ιησούς επί των λίθων το δευτερονόμιον. 8 και είπαν προς Ιησούν· οικέται σου εσμεν. κατά πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω Μωυσή· 2ζ ουκ ην ρήμα από πάντων ων ενετείλατο Μωυσής τω Ιησοί. οί ήσαν ήμισυ πλησίον όρους Γαριζίν. καθότι ενετείλατο Μωυσής ο θεράπων Κυρίου ευλογήσαι τον λαόν εν πρώτοις. και τα σανδάλια αυτών παλαιά και καταπεπελματωμένα εν τοις ποσίν αυτών. τοις ανδράσι και ταις γυναιξί και τοις παιδίοις και τοις προσηλύτοις τοις προσπορευομένοις τω Ισραήλ. καθά γέγραπται εν τω νόμω Μωυσή. θυσιαστήριον λίθων ολοκλήρων. και νυν διάθεσθε ημίν διαθήκην. τας ευλογίας και τας κατάρας. 9 και είπαν· εκ γης μακρόθεν σφόδρα ήκασιν οι παίδές σου εν ονόματι Κυρίου του Θεού σου· ακηκόαμεν γαρ το όνομα αυτού και όσα εποίησεν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 368 . 3 Και οι κατοικούντες Γαβαών ήκουσαν πάντα. και οί ήσαν ήμισυ πλησίον όρους Γαιβάλ. νόμον Μωυσή. 1 1 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς τον Χορραίον· όρα μη εν εμοί κατοικείς. ον έγραψεν ενώπιον των υιών Ισραήλ 2δ και πας Ισραήλ και οι πρεσβύτεροι αυτών και οι δικασταί και οι γραμματείς αυτών παρεπορεύοντο ένθεν και ένθεν της κιβωτού απέναντι. 2β καθότι ενετείλατο Μωυσής ο θεράπων Κυρίου τοις υιοίς Ισραήλ. όσα εποίησε Κύριος τη Ιεριχώ και τη Γαί.

ήκουσαν ότι εγγύθεν αυτών εισι. 21 και εποίησεν Ιησούς προς αυτούς ειρήνην και διέθεντο προς αυτούς διαθήκην του διασώσαι αυτούς. ζωγρήσαι αυτούς. δούναι υμίν την γην ταύτην και εξολοθρεύσαι ημάς και πάντας τους κατοικούντας επ' αυτής προ προσώπου υμών. 13 και ούτοι οι ασκοί του οίνου. καθάπερ είπαν αυτοίς οι άρχοντες. 30 και απεκρίθησαν τω Ιησοί λέγοντες· ανηγγέλη ημίν όσα συνέταξε Κύριος ο Θεός σου Μωυσή τω παιδί αυτού. 24 και ουκ εμαχέσαντο αυτοίς οι υιοί Ισραήλ. τω Σηών βασιλεί των Αμορραίων και τω Ωγ βασιλεί της Βασάν. ή εξήλθομεν παραγενέσθαι προς υμάς. ότι ώμοσαν αυτοίς πάντες οι άρχοντες Κύριον τον Θεόν Ισραήλ· και διεγόγγυσαν πάσα η συναγωγή επί τοις άρχουσι. ος κατώκει εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν. θερμούς εφωδιάσθημεν αυτούς εν τη ημέρα. 32 και εποίησαν αυτοίς ούτως· και εξείλατο αυτούς Ιησούς εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 369 . και ότι εν αυτοίς κατοικούσι. ποιήσατε ημίν. ον ωμόσαμεν αυτοίς· 27 ζήσονται και έσονται ξυλοκόποι και υδροφόροι πάση τη συναγωγή. νυν δε εξηράνθησαν και γεγόνασι βεβρωμένοι. μακράν από σου εσμεν σφόδρα. 29 και νυν επικατάρατοί εστε· ου μη εκλίπη εξ υμών δούλος ουδέ ξυλοκόπος ουδέ υδροφόρος εμοί και τω Θεω μου. και περιποιησόμεθα αυτούς. 12 ούτοι οι άρτοι. 23 και απήραν οι υιοί Ισραήλ και ήλθον εις τας πόλεις αυτών· αι δε πόλεις αυτών Γαβαών και Κεφιρά και Βηρώθ και πόλεις Ιαρίν. και ούτοι ερρώγασι· και τα ιμάτια ημών και τα υποδήματα ημών πεπαλαίωται από της πολλής οδού σφόδρα. και νυν διάθεσθε ημίν την διαθήκην. οί ήσαν πέραν του Ιορδάνου. 25 και είπαν οι άρχοντες πάση τη συναγωγή· ημείς ωμόσαμεν αυτοίς Κύριον τον Θεόν Ισραήλ και νυν ου δυνησόμεθα άψασθαι αυτών· 26 τούτο ποιήσομεν. και εφοβήθημεν σφόδρα περί των ψυχών ημών από προσώπου υμών και εποιήσαμεν το πράγμα τούτο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αιγύπτω 10 και όσα εποίησε τοις βασιλεύσι των Αμορραίων. 22 και εγένετο μετά τρεις ημέρας μετά το διαθέσθαι προς αυτούς διαθήκην. 28 και συνεκάλεσεν αυτούς Ιησούς και είπεν αυτοίς· διατί παρελογίσασθέ με λέγοντες. 20 και έλαβον οι άρχοντες του επισιτισμού αυτών και Κύριον ουκ επηρώτησαν. ους επλήσαμεν καινούς. 31 και νυν ιδού ημείς υποχείριοι υμίν· ως αρέσκει υμίν και ως δοκεί υμίν. και ώμοσαν αυτοίς οι άρχοντες της συναγωγής. και ουκ έσται καθ' ημών οργή δια τον όρκον. 11 και ακούσαντες είπαν προς ημάς οι πρεσβύτεροι ημών και πάντες οι κατοικούντες την γην ημών λέγοντες· λάβετε εαυτοίς επισιτισμόν εις την οδόν και πορεύθητε εις συνάντησιν αυτών και ερείτε προς αυτούς· οικέται σου εσμεν. υμείς δε εγχώριοί εστε των κατοικούντων εν ημίν.

5 και ανέβησαν οι πέντε βασιλείς των Ιεβουσαίων. 7 και ανέβη Ιησούς εκ Γαλγάλων. και πάντες οι άνδρες αυτής ισχυροί· 3 και απέστειλεν Αδωνιβεζέκ βασιλεύς Ιερουσαλήμ προς Ελάμ βασιλέα Χεβρών και προς Φιδών βασιλέα Ιεριμούθ και προς Ιεφθά βασιλέα Λαχίς και προς Δαβίν βασιλέα ‘Οδολλάμ λέγων· 4 δεύτε. ωσεί μία των μητροπόλεων. ον αν εκλέξηται Κύριος. 33 και κατέστησεν αυτούς Ιησούς εν τη ημέρα εκείνη ξυλοκόπους και υδροφόρους πάση τη συναγωγή και τω θυσιαστηρίω του Θεού· δια τούτο εγένοντο οι κατοικούντες Γαβαών ξυλοκόποι και υδροφόροι του θυσιαστηρίου του Θεού έως της σήμερον ημέρας. ουχ υπολειφθήσεται εξ αυτών ουδείς ενώπιον υμών. πας δυνατός εν ισχύϊ. ανάβητε προς με και βοηθήσατέ μοι. αυτοί και πας ο λαός αυτών και περιεκάθισαν την Γαβαών και εξεπολιόρκουν αυτήν. βασιλεύς Ιερουσαλήμ και βασιλεύς Χεβρών και βασιλεύς Ιεριμούθ και βασιλεύς Λαχίς και βασιλεύς ‘Οδολλάμ. 9 και επεί παρεγένετο Ιησούς επ' αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 370 . και εις τον τόπον. οι κατοικούντες την ορεινήν. και ότι ηυτομόλησαν οι κατοικούντες Γαβαών προς Ιησούν και προς Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέρα εκείνη εκ χειρών υιών Ισραήλ. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΩΣ δε ήκουσεν Αδωνιβεζέκ βασιλεύς Ιερουσαλήμ ότι έλαβεν Ιησούς την Γαί και εξωλόθρευσεν αυτήν. και εκπολεμήσωμεν Γαβαών· ηυτομόλησαν γαρ προς Ιησούν και προς τους υιούς Ισραήλ. εις γαρ τας χείράς σου παραδέδωκα αυτούς. ούτως εποίησαν και την Γαί και τον βασιλέα αυτής. 8 και είπε Κύριος προς Ιησούν· μη φοβηθής αυτούς. 6 και απέστειλαν οι κατοικούντες Γαβαών προς Ιησούν εις την παρεμβολήν Ισραήλ εις Γάλγαλα λέγοντες· μη εκλύσης τας χείράς σου από των παίδων σου· ανάβηθι προς ημάς το τάχος και βοήθησον ημίν και εξελού ημάς· ότι συνηγμένοι εισίν εφ' ημάς πάντες οι βασιλείς των Αμορραίων. ον τρόπον εποίησαν την Ιεριχώ και τον βασιλέα αυτής. αυτός και πας ο λαός ο πολεμιστής μετ' αυτού. 2 και εφοβήθησαν απ' αυτών σφόδρα· ήδει γαρ ότι πόλις μεγάλη Γαβαών. και ουκ ανείλον αυτούς.

και συνέτριψεν αυτούς Κύριος συντρίψει μεγάλη εν Γαβαών. 17 και απηγγέλη τω Ιησού λέγοντες· εύρηνται οι πέντε βασιλείς κεκρυμμένοι εν τω σπηλαίω τω εν Μακηδά. έως ημύνατο ο Θεός τους εχθρούς αυτών. 16 Και έφυγον οι πέντε βασιλείς ούτοι και κατεκρύβησαν εις το σπήλαιον το εν Μακηδά. 22 και είπεν Ιησούς· ανοίξατε το σπήλαιον και εξαγάγετε τους πέντε βασιλείς τούτους εκ του σπηλαίου. 20 και εγένετο ως κατέπαυσεν Ιησούς και πας υιος Ισραήλ κόπτοντες αυτούς κοπήν μεγάλην σφόδρα έως εις τέλος. λέγων αυτοίς· προπορεύεσθε και επίθετε τους πόδας υμών επί τους τραχήλους αυτών. και είπεν Ιησούς· στήτω ο ήλιος κατά Γαβαών και η σελήνη κατά φάραγγα Αιλών. ωστε επακούσαι Θεόν ανθρώπου. και εγένοντο πλείους οι αποθανόντες δια τους λίθους της χαλάζης ή ους απέκτειναν οι υιοί Ισραήλ μαχαίρα εν τω πολέμω. και κατεδίωξαν αυτούς οδόν αναβάσεως ‘Ωρωνίν και κατέκοπτον αυτούς έως Αζηκά και έως Μακηδά. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 371 . 24 και επεί εξήγαγον αυτούς προς Ιησούν. και τους εναρχομένους του πολέμου τους συμπορευομένους αυτω. 19 υμείς δε μη εστήκατε καταδιώκοντες οπίσω των εχθρών υμών και καταλάβετε την ουραγίαν αυτών και μη αφήτε εισελθείν εις τας πόλεις αυτών· παρέδωκε γαρ αυτούς Κύριος ο Θεός ημών εις τας χείρας ημών. τον βασιλέα Ιερουσαλήμ και τον βασιλέα Χεβρών και τον βασιλέα Ιεριμούθ και τον βασιλέα Λαχίς και τον βασιλέα ‘Οδολλάμ. 21 και απεστράφη πας ο λαός προς Ιησούν εις Μακηδά υγιείς. και έστη ο ήλιος κατά μέσον του ουρανού. όλην την νύκτα εισεπορεύθη εκ Γαλγάλων. ότι Κύριος συνεξεπολέμησε τω Ισραήλ. ή ημέρα παρέδωκεν ο Θεός τον Αμορραίον υποχείριον Ισραήλ. 14 και ουκ εγένετο ημέρα τοιαύτη ουδέ το πρότερον ουδέ το έσχατον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άφνω. ηνίκα συνέτριψεν αυτούς εν Γαβαών και συνετρίβησαν από προσώπου υιών Ισραήλ. και ουκ έγρυξεν ουδείς των υιών Ισραήλ τη γλώσση αυτού. ου προεπορεύετο εις δυσμάς εις τέλος ημέρας μιάς. και συνεκάλεσεν Ιησούς πάντα Ισραήλ. και οι διασωζόμενοι διεσώθησαν εις τας πόλεις τας οχυράς. 13 και έστη ο ήλιος και η σελήνη εν στάσει. 23 και εξηγάγοσαν τους πέντε βασιλείς εκ του σπηλαίου. 11 εν δε τω φεύγειν αυτούς από προσώπου των υιών Ισραήλ επί της καταβάσεως ‘Ωρωνίν και Κύριος επέρριψεν αυτοίς λίθους χαλάζης εκ του ουρανού έως Αζηκά. 12 Τότε ελάλησεν Ιησούς προς Κύριον. 18 και είπεν Ιησούς· κυλίσατε λίθους επί το στόμα του σπηλαίου και καταστήσατε άνδρας φυλάσσειν επ' αυτούς. 10 και εξέστησεν αυτούς Κύριος από προσώπου των υιών Ισραήλ.

και έλαβεν αυτήν εν τη ημέρα εκείνη και εφόνευσεν αυτήν εν στόματι ξίφους. 38 και απέστρεψεν Ιησούς και πας Ισραήλ εις Δαβίρ και περικαθίσαντες αυτήν 39 έλαβον αυτήν και τον βασιλέα αυτής και τας κώμας αυτής και επάταξεν αυτήν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 372 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσελθόντες επέθηκαν τους πόδας αυτών επί τους τραχήλους αυτών. ότι ούτω ποιήσει Κύριος πάσι τοις εχθροίς υμών. 35 και παρέδωκεν αυτήν Κύριος εν χειρί Ισραήλ. 33 τότε ανέβη Ελάμ βασιλεύς Γαζέρ βοηθήσων τη Λαχίς. και έλαβεν αυτήν εν τη ημέρα τη δευτέρα και εφόνευσαν αυτήν εν στόματι ξίφους και εξωλόθρευσαν αυτήν. εξωλόθρευσαν αυτήν και όσα ην εν αυτη. ον τρόπον εποίησαν τη Λαχίς. 28 Και την Μακηδά ελάβοσαν εν τη ημέρα εκείνη και εφόνευσαν αυτήν εν στόματι ξίφους και εξωλόθρευσαν παν εμπνέον. ό ην εν αυτη. 34 και απήλθεν Ιησούς και πας Ισραήλ μετ' αυτού εκ Λαχίς εις ‘Οδολλάμ και περιεκάθισεν αυτήν και εξεπολιόρκησεν αυτήν. 25 και είπεν Ιησούς προς αυτούς· μη φοβηθήτε αυτούς μηδέ δειλιάσητε· ανδρίζεσθε και ισχύετε. 27 και εγενήθη προς ηλίου δυσμάς ενετείλατο Ιησούς και καθείλον αυτούς από των ξύλων και έρριψαν αυτούς εις το σπήλαιον. 29 και απήλθεν Ιησούς και πας Ισραήλ μετ' αυτού εκ Μακηδά εις Λεβνά και επολιόρκει Λεβνά. και έλαβον αυτήν και τον βασιλέα αυτής και εφόνευσαν αυτήν εν στόματι ξίφους και παν εμπνέον εν αυτη. 36 και απήλθεν Ιησούς και πας Ισραήλ μετ' αυτού εις Χεβρών και περιεκάθισεν αυτήν. 30 και παρέδωκεν αυτήν Κύριος εις χείρας Ισραήλ. όσα ην εν αυτη. εις ό κατεφύγοσαν εκεί. και παν εμπνέον εν αυτη εφόνευσαν. και επάταξεν αυτόν Ιησούς εν στόματι ξίφους και τον λαόν αυτού έως του μη καταλειφθήναι αυτών σεσωσμένον και διαπεφευγότα. 37 και επάταξεν αυτήν εν στόματι ξίφους και παν το εμπνέον. 26 και απέκτεινεν αυτούς Ιησούς και εκρέμασεν αυτούς επί πέντε ξύλων. ους υμείς καταπολεμείτε αυτούς. ουκ ην διασεσωσμένος· ον τρόπον εποίησαν την ‘Οδολλάμ. και ήσαν κρεμάμενοι επί των ξύλων έως εσπέρας. 32 και παρέδωκε Κύριος την Λαχίς εις τας χείρας Ισραήλ. και επεκύλισαν λίθους επί το σπήλαιον έως της σήμερον ημέρας. και ου κατελείφθη εν αυτη διασεσωσμένος και διαπεφευγώς· και εποίησαν τω βασιλεί αυτής ον τρόπον εποίησαν τω βασιλεί Ιεριχώ. 31 και απήλθεν Ιησούς και πας Ισραήλ μετ' αυτού εκ Λεβνά εις Λαχίς και περιεκάθισεν αυτήν και επολιόρκει αυτήν. και ου κατελείφθη ουδείς εν αυτη διασεσωσμένος και διαπεφευγώς· και εποίησαν τω βασιλεί Μακηδά ον τρόπον εποίησαν τω βασιλεί Ιεριχώ. ον τρόπον εποίησαν την Λεβνά.

ότι αύριον ταύτην την ωραν εγώ παραδίδωμι τετροπωμένους αυτούς εναντίον του Ισραήλ· τους ίππους αυτών νευροκοπήσεις και τα άρματα αυτών κατακαύσεις εν πυρί. 6 και είπε Κύριος προς Ιησούν· μη φοβηθής από προσώπου αυτών. 40 και επάταξεν Ιησούς πάσαν την γην της ορεινής και την Ναγέβ και την πεδινήν και την Ασηδώθ και τους βασιλείς αυτής. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος ο Θεός Ισραήλ. πάσαν την Γοσόμ έως της Γαβαών. 5 και συνήλθον πάντες οι βασιλείς αυτοί και παρεγένοντο επί το αυτό και παρενέβαλον επί του ύδατος Μαρών πολεμήσαι τον Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ στόματι ξίφους και εξωλόθρευσαν αυτήν και παν εμπνέον εν αυτη και ου κατέλιπον αυτη ουδένα διασεσωσμένον· ον τρόπον εποίησαν τη Χεβρών και τω βασιλεί αυτής. ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ συνεπολέμει τω Ισραήλ. ωσπερ η άμμος της θαλάσσης τω πλήθει. ου κατέλιπον αυτών σεσωσμένον· και παν εμπνέον ζωής εξωλόθρευσεν. 8 και παρέδωκεν αυτούς Κύριος υποχειρίους Ισραήλ. και ίπποι και άρματα πολλά σφόδρα. και κόπτοντες αυτούς κατεδίωκον έως Σιδώνος της μεγάλης και έως Μασερών και έως των πεδίων Μασσώχ κατ' ανατολάς και κατέκοψαν αυτούς έως του μη καταλειφθήναι αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 373 . εις την ορεινήν και εις Άραβα απέναντι Κενερώθ και εις το πεδίον και εις Φεναεδδώρ 3 και εις τους παραλίους Χαναναίους από ανατολών και εις τους παραλίους Αμορραίους και τους Χετταίους και Φερεζαίους και Ιεβουσαίους τους εν τω όρει και τους Ευαίους και τους υπό την Αερμών εις γην Μασσηφά. 42 και πάντας τους βασιλείς αυτών και την γην αυτών επάταξεν Ιησούς εισάπαξ. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΩΣ δε ήκουσεν Ιαβίν βασιλεύς Ασώρ. 41 από Κάδης Βαρνή έως Γάζης. απέστειλε προς Ιαβάβ βασιλέα Μαρών και προς βασιλέα Συμοών και προς βασιλέα Αζίφ 2 και προς βασιλείς τους κατά Σιδώνα την μεγάλην. 4 και εξήλθον αυτοί και οι βασιλείς αυτών μετ' αυτών. 7 και ήλθεν Ιησούς και πας ο λαός ο πολεμιστής επ' αυτούς επί το ύδωρ Μαρών εξάπινα και επέπεσαν επ' αυτούς εν τη ορεινή. ούτως εποίησαν τη Δαβίρ και τω βασιλεί αυτής.

και η γη κατέπαυσε πολεμουμένη. ων συνέταξεν αυτω Μωυσής. 11 και απέκτειναν παν εμπνέον εν αυτη εν ξίφει και εξωλόθρευσαν πάντας. καθότι ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή και έδωκεν αυτούς Ιησούς εν κληρονομία Ισραήλ εν μερισμω κατά φυλάς αυτών. και εξωλόθρευσαν αυτούς. 19 και ουκ ην πόλις. εκ Χεβρών και εκ Δαβίρ και εξ Αναβώθ και εκ παντός γένους Ισραήλ και εκ παντός όρους Ιούδα συν ταις πόλεσιν αυτών. ον τρόπον συνέταξε Μωυσής ο παις Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διασεσωσμένον. 12 και πάσας τας πόλεις των βασιλειών και τους βασιλείς αυτών έλαβεν Ιησούς και ανείλεν αυτούς εν στόματι ξίφους. και ου κατελείφθη εν αυτη εμπνέον· και την Ασώρ ενέπρησαν εν πυρί. 9 και εποίησεν αυτοίς Ιησούς ον τρόπον ενετείλατο αυτω Κύριος· τους ίππους αυτών ενευροκόπησε και τα άρματα αυτών ενέπρησε πυρί. ίνα εξολοθρευθώσιν. 22 ου κατελείφθη των Ενακίμ από των υιών Ισραήλ. ου κατέλιπον εξ αυτών ουδέν εμπνέον. 20 ότι δια Κυρίου εγένετο κατισχύσαι αυτών την καρδίαν συναντάν εις πόλεμον προς Ισραήλ. 21 Και ήλθεν Ιησούς εν τω καιρω εκείνω και εξωλόθρευσε τους Ενακίμ εκ της ορεινής. όπως μη δοθή αυτοίς έλεος. 15 ον τρόπον συνέταξε Κύριος τω Μωυσή τω παιδί αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 374 . και εξωλόθρευσεν αυτούς Ιησούς. ον τρόπον είπε Κύριος προς Μωυσήν. αλλά πλήν εν Γάζη και εν Γεθ και εν Ασεδώθ κατελείφθη. πάντα ελάβοσαν εν πολέμω. αλλ' ίνα εξολοθρευθώσιν. πλήν Ασώρ μόνην ενέπρησεν Ισραήλ 14 και πάντα τα σκύλα αυτής επρονόμευσαν εαυτοίς οι υιοί Ισραήλ. 16 Και έλαβεν Ιησούς πάσαν την γην την ορεινήν και πάσαν την γην Ναγέβ και πάσαν την γην Γοσόμ και την πεδινήν και την προς δυσμαίς και το όρος Ισραήλ και τα ταπεινά τα προς τω όρει 17 από όρους Χελχά και ό προσαναβαίνει εις Σηείρ και έως Βααλγάδ και τα πεδία του Λιβάνου υπό το όρος το Αερμών και πάντας τους βασιλείς αυτών έλαβε και ανείλε και απέκτεινε. 23 και έλαβεν Ιησούς πάσαν την γην. ην ουκ έλαβεν Ισραήλ. 10 Και απεστράφη Ιησούς εν τω καιρω εκείνω και κατελάβετο Ασώρ και τον βασιλέα αυτής· ην δε Ασώρ το πρότερον άρχουσα πασών των βασιλειών τούτων. και ούτως εποίησεν Ιησούς· ου παρέβη ουδέν από πάντων. 18 και ημέρας πλείους εποίησεν Ιησούς προς τους βασιλείς τούτους τον πόλεμον. αυτούς δε πάντας εξωλόθρευσαν εν στόματι ξίφους. και Μωυσής ωσαύτως ενετείλατο τω Ιησοί. έως απώλεσεν αυτούς. 13 αλλά πάσας τας πόλεις τας κεχωματισμένας ουκ ενέπρησεν Ισραήλ.

ους ανείλον οι υιοί Ισραήλ και κατεκληρονόμησαν την γην αυτών πέραν του Ιορδάνου αφ' ηλίου ανατολών από φάραγγος Αρνών έως του όρους Αερμών και πάσαν την γην Άραβα απ' ανατολών· 2 Σηών τον βασιλέα των Αμορραίων. όρια υιών Αμμών. βασιλέα Γωϊμ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 375 . βασιλέα Μαρών. βασιλέα Τανάχ. 13 βασιλέα Δαβίρ. ή εστιν εν τη φάραγγι. βασιλέα Ασώρ. 14 βασιλέα Ερμάθ. βασιλέα Μαγεδών. βασιλέα Αράθ. 16 βασιλέα ‘Ηλάθ. 3 και Άραβα έως της θαλάσσης Χενερέθ κατ' ανατολάς και έως της θαλάσσης Άραβα. βασιλέα Συμοών. βασιλέα ‘Οφέρ. και το ήμισυ της Γαλαάδ έως Ιαβόκ. βασιλέα Ιεκονάμ του Χερμέλ. 23 βασιλέα Δώρ του Ναφεδδώρ. ή εστι πλησίον Βαιθήλ. ους ανείλεν Ιησούς και υιοί Ισραήλ εν τω πέραν του Ιορδάνου παρά θάλασσαν Βααλγάδ εν τω πεδίω του Λιβάνου και έως όρους του Χελχά αναβαινόντων εις Σηείρ. βασιλέα Αζίφ. από Θαιμάν την υπό Ασηδώθ Φασγά· 4 και Ωγ βασιλεύς Βασάν υπελείφθη εκ των γιγάντων ο κατοικών εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν. 11 βασιλέα Ιεριμούθ. τον Χετταίον και τον Αμορραίον και τον Χαναναίον και τον Φερεζαίον και τον Ευαίον και τον Ιεβουσαίον· 9 τον βασιλέα Ιεριχώ και τον βασιλέα της Γαί. βασιλέα Γαδέρ. κατά μέρος της φάραγγος. 12 βασιλέα Αιλάμ. βασιλέα Κάδης. θάλασσαν των αλών από ανατολών. 10 βασιλέα Ιερουσαλήμ. βασιλέα Χεβρών. 8 εν τω όρει και εν τω πεδίω και εν Άραβα και εν Ασηδώθ και εν τη ερήμω και Ναγέβ. και έδωκεν αυτήν Μωυσής εν κληρονομία Ρουβήν και Γάδ και τω ημίσει φυλής Μανασσή. 15 βασιλέα Λεβνά. 6 Μωυσής ο παις Κυρίου και υιοί Ισραήλ επάταξαν αυτούς. 5 άρχων από όρους Αερμών και από Σελχοί και πάσαν την γην Βασάν έως ορίων Γεσουρί και την Μαχί και το ημισυ Γαλαάδ ορίων Σηών βασιλέως Εσεβών. βασιλέα Γαζέρ. βασιλέα Λαχίς. βασιλέα ‘Οδολλάμ. 17 βασιλέα Ταφούγ. 7 Και ούτοι οι βασιλείς των Αμορραίων. ος κατώκει εν Εσεβών κυριεύων από Αροήρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ούτοι οι βασιλείς της γης. και έδωκεν αυτήν Ιησούς ταις φυλαίς Ισραήλ κληρονομείν κατά κλήρον αυτών. 1 18-2 1 2 βασιλέα Αφέκ της Σαρών. οδόν την κατά Ασειμώθ.

και η γη υπολέλειπται πολλή εις κληρονομίαν. η θάλασσα η μεγάλη οριεί. έδωκε Μωυσής εν τω πέραν του Ιορδάνου· κατ' ανατολάς ηλίου δέδωκεν αυτήν Μωυσής ο παις Κυρίου. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ Ιησούς πρεσβύτερος προβεβηκώς των ημερών. ος εβασίλευσεν εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν· ούτος κατελείφθη από των γιγάντων. έως των ορίων των Αμορραίων. 8 ταις δυσί φυλαίς και τω ημίσει φυλής Μανασσή. από Γαλγάλ υπό το όρος το Αερμών έως της εισόδου Εμάθ· 6 πας ο κατοικών την ορεινήν από του Λιβάνου έως της Μασερεφωθαίμ. και επάταξεν αυτόν Μωυσής και εξωλόθρευσε. ον τρόπον σοι ενετειλάμην. ος εβασίλευσεν εν Εσεβών. 11 και την Γαλααδίτιδα και τα όρια Γεσιρί και του Μαχατί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γαλιλαίας. 2 και αύτη η γη καταλελειμμένη· όρια Φυλιστιείμ. 7 και νυν μέρισον την γην ταύτην εν κληρονομία ταις εννέα φυλαίς και τω ημίσει φυλής Μανασσή· από του Ιορδάνου έως της θαλάσσης της μεγάλης κατά δυσμάς ηλίου δώσεις αυτήν. 10 πάσας τας πόλεις Σηών βασιλέως Αμορραίων. 13 και ουκ εξωλόθρευσαν οι υιοί Ισραήλ τον Γεσιρί και τον Μαχατί και τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 376 . έως των ορίων υιών Αμμών. τω Ρουβήν και τω Γάδ. παν όρος Αερμών και πάσαν την Βασανίτιν έως Σελλά. πάντας τους Σιδωνίους. τω Γαζαίω και τω Αζωτίω και τω Ασκαλωνίτη και τω Γετθαίω και τω Ακκαρωνίτη· και τω Ευαίω 4 εκ Θαιμάν και πάση γη Χαναάν εναντίον Γάζης. 9 από Αροήρ. και οι Σιδώνιοι έως Αφέκ. 12 πάσαν την βασιλείαν Ωγ εν τη Βασανίτιδι. ο Γεσιρί και ο Χαναναίος· 3 από της αοικήτου της κατά πρόσωπον Αιγύπτου έως των ορίων Ακκαρών εξ ευωνύμων των Χαναναίων προσλογίζεται ταις πέντε σατραπείαις των Φυλιστιείμ. και την πόλιν την εν μέσω της φάραγγος και πάσαν την Μισώρ από Μαιδαβά έως Δαιβάν. και είπε Κύριος προς Ιησούν· συ προβέβηκας των ημερών. 24 βασιλέα Θαρσά· πάντες ούτοι βασιλείς είκοσιν εννέα. 5 και πάσαν την γην Γαβλί Φυλιστιείμ· και πάντα τον Λίβανον από ανατολών ηλίου. εγώ αυτούς εξολοθρεύσω από προσώπου Ισραήλ· αλλά διάδος αυτήν εν κλήρω τω Ισραήλ. ή εστιν επί του χείλους χειμάρρου Αρνών.

και κατώκει βασιλεύς Γεσιρί και ο Μαχατί εν τοις υιοίς Ισραήλ έως της σήμερον ημέρας. ούτος κληρονομία αυτών. και ο Ιορδάνης οριεί έως μέρους της θαλάσσης Χενερέθ πέραν του Ιορδάνου απ' ανατολών. 14 πλήν της φυλής Λευί ουκ εδόθη κληρονομία· Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 30 και εγένετο τα όρια αυτών από Μααναϊμ και πάσα βασιλεία Βασανί και πάσα βασιλεία Ωγ βασιλέως της Βασάν και πάσας τας κώμας Ιαϊρ. αι πόλεις αυτών και αι επαύλεις αυτών. 31 και το ήμισυ της Γαλαάδ και εν Ασταρώθ και εν Εδραϊν. 26 και από Εσεβών έως Ραμώθ κατά την Μασσηφά και Βοτανίμ και Μααναϊν έως των ορίων Δαβίρ. κατά δήμους αυτών. καθά είπεν αυτοίς Κύριος. αύτη η κληρονομία υιών Ρουβήν κατά δήμους αυτών. απέκτειναν εν τη ροπή. ον επάταξε Μωυσής αυτόν και τους ηγουμένους Μαδιάμ και τον Ευί και τον Ροκόμ και τον Σουρ και τον Ούρ και τον Ροβέ άρχοντας παρά Σηών και τους κατοικούντας την γην. αι πόλεις αυτών και αι επαύλεις αυτών. 23 εγένετο δε τα όρια Ρουβήν· Ιορδάνης όριον. 29 και έδωκε Μωυσής τω ημίσει φυλής Μανασσή κατά δήμους αυτών. πάσαι πόλεις Γαλαάδ και το ήμισυ γης υιών Αμμών έως Αροήρ. και πάσαν την Μισώρ έως Εσεβών 17 και πάσας τας πόλεις τας ούσας εν τη Μισώρ και Δαιβών και Βαμωθβάαλ και οίκου Βεελμών 18 και Ιασσά και Κεδημώθ και Μεφαάθ 19 και Καριαθαίμ και Σεβαμά και Σεραδά και Σιώρ εν τω όρει Εμάκ 20 και Βαιθφογόρ και Ασηδώθ Φασγά και Βαιθασειμώθ 21 και πάσας τας πόλεις του Μισώρ και πάσαν την βασιλείαν του Σηών βασιλέως των Αμορραίων. ή εστι κατά πρόσωπον φάραγγος Αρνών. 22 και τον Βαλαάμ τον του Βεώρ. και η πόλις η εν τη φάραγγι Αρνών. 25 και εγένετο τα όρια αυτών Ιαζήρ. εξήκοντα πόλεις. 16 και εγενήθη αυτών τα όρια από Αροήρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαναναίον. 28 αύτη η κληρονομία υιών Γάδ κατά δήμους αυτών. και ούτος ο καταμερισμός. 15 Και έδωκε Μωυσής τη φυλή Ρουβήν κατά δήμους αυτών. 32 ούτοι ους κατεκληρονόμησε Μωυσής πέραν του Ιορδάνου εν Αραβώθ Μωάβ εν τω πέραν του Ιορδάνου του κατά Ιεριχώ απ' ανατολών. ον κατεμέρισε Μωυσής τοις υιοίς Ισραήλ εν Αραβώθ Μωάβ εν τω πέραν του Ιορδάνου κατά Ιεριχώ. τον μάντιν. 27 και Εμέκ Βαιθαράμ Βανθαναβρά και Σοκχωθά και Σαφάν και την λοιπήν βασιλείαν Σηών βασιλέως Εσεβών. πόλεις βασιλείας Ωγ εν τη Βασανίτιδι και εδόθησαν τοις υιοίς Μαχίρ υιού Μανασσή. αι εισιν εν τη Νασανίτιδι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 377 . ή εστι κατά πρόσωπον Ραββά. 24 έδωκε δε Μωυσής τοις υιοίς Γάδ κατά δήμους αυτών.

εγώ δε προσετέθην επακολουθήσαι Κυρίω τω Θεω μου. 8 οι αδελφοί μου οι αναβάντες μετ' εμού μετέστησαν την καρδίαν του λαού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ούτοι οι κατακληρονομήσαντες υιών Ισραήλ εν τη γη Χαναάν. και νυν ιδού εγώ σήμερον ογδοήκοντα και πέντε ετών· 11 έτι ειμί σήμερον ισχύων. εφ' ην επέβης. ωσαύτως ισχύω νυν εξελθείν και εισελθείν εις τον πόλεμον. 2 κατά κλήρους εκληρονόμησαν. και ουκ εδόθη μερίς εν τη γη τοις Λευίταις. ον τρόπον ειπέ μοι Κύριος. και απεκρίθην αυτω λόγον κατά τον νουν αυτού. αλλ' ή πόλεις κατοικείν και τα αφωρισμένα αυτών τοις κτήνεσι και τα κτήνη αυτών. τούτο τεσσαρακοστόν και πέμπτον έτος. 6 Και προσήλθοσαν οι υιοί Ιούδα προς Ιησούν εν Γαλγάλ. ούτως εποίησαν οι υιοί Ισραήλ και εμέρισαν την γην. 10 και νυν διέθρεψέ με Κύριος. 3 και τοις Λευίταις ουκ έδωκε κλήρον εν αυτοίς. 14 δια τούτο εγενήθη η Χεβρών τω Χάλεβ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 378 . ότι προσετέθης επακολουθήσαι οπίσω Κυρίου του Θεού ημών. οίς κατεκληρονόμησαν αυτοίς Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο του Ναυή και οι άρχοντες πατριών φυλών των υιών Ισραήλ. καθά είπε Κύριος τη ημέρα εκείνη· ότι συ ακήκοας το ρήμα τούτο εν τη ημέρα εκείνη. νυν δε οι Ενακίμ εκεί εισι. ωσεί ότε απέστειλέ με Μωυσής. 12 και νυν αιτούμαί σε το όρος τούτο. εξολοθρεύσω αυτούς. 13 και ευλόγησεν αυτόν Ιησούς και έδωκε Χεβρών τω Χάλεβ υιω Ιεφονή υιω Κενέζ εν κλήρω. και είπε προς αυτόν Χάλεβ ο του Ιεφονή ο Κενεζαίος· συ επίστη το ρήμα. ον τρόπον είπε. 4 ότι ήσαν οι υιοί Ιωσήφ δύο φυλαί Μανασσή και Εφραίμ. πόλεις οχυραί και μεγάλαι· εάν ουν Κύριος μετ' εμού ή. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος εν χειρί Ιησού ταις εννέα φυλαίς και τω ημίσει φυλής από του πέραν του Ιορδάνου. 9 και ώμοσε Μωυσής εν εκείνη τη ημέρα λέγων· η γη. ό ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν άνθρωπον του Θεού περί εμού και σου εν Κάδης Βαρνή· 7 τεσσαράκοντα γαρ ετών ήμην ότε απέστειλέ με Μωυσής ο παις του Θεού εκ Κάδης Βαρνή κατασκοπεύσαι την γην. σοί έσται εν κλήρω και τοις τέκνοις σου εις τον αιώνα. 5 ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. αφ' ου ελάλησε Κύριος το ρήμα τούτο προς Μωυσήν και επορεύθη Ισραήλ εν τη ερήμω.

και έσται αυτού η διέξοδος πηγή Ρωγήλ. Πόλιν Ιαρίν από βορρά (αύτη εστί Χασλών) και καταβήσεται επί Πόλιν ηλίου και παρελεύσεται επί λίβα. και έσται αυτού η διέξοδος των ορίων επί την θάλασσαν· τούτό εστιν αυτών όρια από λιβός. 8 και αναβαίνει τα όρια εις φάραγγα ‘Ονόμ επί νώτου Ιεβούς από λιβός (αύτη εστίν Ιερουσαλήμ) και διεκβάλλει τα όρια επί κορυφήν όρους. 9 και διεκβάλλει το όριον από κορυφής του όρους επί πηγήν ύδατος Ναφθώ και διεκβάλλει εις το όρος Εφρών. δια το αυτόν επακολουθήσαι τω προστάγματι Κυρίου Θεού Ισραήλ. 15 το δε όνομα της Χεβρών ην το πρότερον πόλις Αρβόκ· μητρόπολις των Ενακίμ αύτη. ή εστιν εκ μέρους γης Ραφαϊν επί βορρά. 2 και εγενήθη αυτών τα όρια από λιβός έως μέρους θαλάσσης της αλυκής. και προσαναβαίνει τα όρια επί λίθον Βαιών υιού Ρουβήν. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εγένετο τα όρια φυλής Ιούδα κατά δήμους αυτών από των ορίων της Ιδουμαίας από της ερήμου Σίν έως Κάδης προς λίβα. ή εστι κατά πρόσωπον φάραγγος ‘Ονόμ προς θαλάσσης. και διεκβάλλει επί το ύδωρ πηγής του ηλίου. 11 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 379 . ή εστι κατά λίβα τη φάραγγι. ή εστιν απέναντι της προσβάσεως Αδδαμίν. 7 και προσαναβαίνει τα όρια επί το τέταρτον της φάραγγος Αχώρ και καταβαίνει επί Γαλγάλ. 5 και τα όρια από ανατολών· πάσα η θάλασσα η αλυκή έως του Ιορδάνου. από της λοφιάς της φερούσης επί λίβα 3 και διαπορεύεται απέναντι της προσαναβάσεως Ακραβίν και εκπεριπορεύεται Σενά και αναβαίνει από λιβός επί Κάδης Βαρνή και εκπορεύεται Ασωρών και προσαναβαίνει εις Σάραδα και εκπορεύεται την κατά δυσμάς Κάδης 4 και εκπορεύεται επί Σελμωνάν και διεκβάλλει έως φάραγγος Αιγύπτου. και άξει το όριον εις Βαάλ (αύτη εστί πόλις Ιαρίμ). 10 και περιελεύσεται όριον από Βαάλ επί θάλασσαν και παρελεύσεται εις όρος Ασσάρ επί νώτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω του Ιεφονή του Κενεζαίου εν κλήρω έως της ημέρας ταύτης. και η γη εκόπασε του πολέμου. και τα όρια αυτών από βορρά και από της λοφιάς της θαλάσσης και από του μέρους του Ιορδάνου· 6 επιβαίνει τα όρια επί Βαιθαγλά και παραπορεύεται από Βορρά επί Βαιθάραβα.

21 Εγενήθησαν δε πόλεις αυτών· πόλις πρώτη φυλής υιών Ιούδα εφ' ορίων Εδώμ επί της ερήμου. 29 Βαλά και Βακώκ και Ασόμ 30 και Ελβωϋδάδ και Βαιθήλ και Ερμά 31 και Σεκελάκ και Μαχαρίμ και Σεθεννάκ 32 και Λαβώς και Σαλή και Ερωμώθ. και είπεν αυτη Χάλεβ· τι εστί σοι. 12 ταύτα τα όρια υιών Ιούδα κύκλω κατά δήμους αυτών. 33 εν τη πεδινή· Ασταώλ και Ράα και Άσσα 34 και Ράμεν και Τανώ και Ιλουθώθ και Μαιανί 35 και Ιερμούθ και ‘Οδολλάμ και Μεμβρά και Σαωχώ και Αζηκά 36 και Σακαρίμ και Γάδηρα και αι επαύλεις αυτής. τον Σουσί και Θολαμί και τον Αχιμά. δώσω αυτω την Ασχάν θυγατέρα μου εις γυναίκα· 17 και έλαβεν αυτήν Γοθονιήλ υιος Κενέζ αδελφός Χάλεβ ο νεώτερος και έδωκεν αυτω την Ασχάν θυγατέρα αυτού γυναίκα. και διεκβαλεί τα όρια εις Σοκχώθ και παρελεύσεται όρια επί λίβα και διεκβαλεί επί Λεβνά. και αι κώμαι αυτών. 18 και εγένετο εν τω εκπορεύεσθαι αυτήν και συνεβουλεύσατο αυτω λέγουσα· αιτήσομαι τον πατέρα μου αγρόν· και εβόησεν εκ του όνου. 15 και ανέβη εκείθεν Χάλεβ επί τους κατοικούντας Δαβίρ· το δε όνομα Δαβίρ ην το πρότερον Πόλις γραμμάτων. και έσται η διέξοδος των ορίων επί θάλασσαν. 22 και Βαισελεήλ και Αρά και Ασώρ και Ικάμ και Ρεγμά και Αρουήλ 23 και Κάδης και Ασοριωναίν και Μαινάμ 24 και Βαλμαινάν και αι κώμαι αυτών 25 και αι πόλεις Ασερών (αύτη Ασώρ) 26 και Σήν και Σαλμαά και Μωλαδά 27 και Σερί και Βαιφαλάδ 28 και Χολασεωλά και Βηρσαβεέ και αι κώμαι αυτών και αι επαύλεις αυτών. 20 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Ιούδα. 19 και είπεν αυτω· δος μοι ευλογίαν. και έδωκεν αυτω Ιησούς την πόλιν Αρβόκ μητρόπολιν Ενάκ (αύτη εστί Χεβρών). πόλεις εικοσιεννέα. ότι εις γην Ναγέβ δέδωκάς με· δος μοι την Γολαθμαίν. πόλεις δεκατέσσαρες και αι κώμαι αυτών· 37 Σεννά και Αδασάν και Μαγαδαλγάδ 38 και Δαλάλ και Μασφά και Ιαχαρεήλ και Λαχίς 39 και Βασηδώθ και Ιδεαδαλέα 40 και Χαβρά και Μαχές και Μααχώς 41 και Γεδδώρ και Βαγαδιήλ και Νωμάν και Μαχηδάν. και τα όρια αυτών από θαλάσσης· η θάλασσα η μεγάλη οριεί. 16 και είπε Χάλεβ· ος εάν λάβη και εκκόψη την Πόλιν των γραμμάτων και κυριεύση αυτής. 13 και τω Χάλεβ υιω Ιεφονή έδωκε μερίδα εν μέσω υιών Ιούδα δια προστάγματος του Θεού. 14 και εξωλόθρευσεν εκείθεν Χάλεβ υιος Ιεφονή τους τρεις υιούς Ενάκ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και διεκβάλλει το όριον κατά νώτου Ακκαρών επί βορράν. πόλεις εκκαίδεκα και αι κώμαι αυτών· 42 Λεβνά και Ιθάκ και Ανώχ 43 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 380 . και έδωκεν αυτη Χάλεβ την Γολαθμαίν την άνω και την Γολαθμαίν την κάτω.

και αι κώμαι αυτών· 47 Ασιεδώθ και αι κώμαι αυτής και αι επαύλεις αυτής· Γάζα και αι κώμαι αυτής και αι επαύλεις αυτής έως του χειμάρρου Αιγύπτου· και η θάλασσα η μεγάλη διορίζει. πόλεις εξ και αι κώμαι αυτών· Θεκώ και Εφραθά (αύτη εστί Βηθλεέμ) και Φαγώρ και Αιτάν και Κουλόν και Τατάμ και Θωβής και Καρέμ και Γαλέμ και Θεθήρ και Μανοχώ. όσαι εισί πλησίον Ασηδώθ. 48 και εν τη ορεινή· Σαμίρ και Ιεθέρ και Σωχά 49 και Ρεννά και Πόλις γραμμάτων (αύτη Δαβίρ) 50 και Ανών και Εσκαιμάν και Αισάμ 51 και Γοσόμ και Χαλού και Χαννά. την έρημον. πόλεις ένδεκα και αι κώμαι αυτών· 60 Καριαθβαάλ (αύτη η πόλις Ιαρίμ) και Σωθηβά. πόλεις ένδεκα και αι κώμαι αυτών· 52 Αιρέμ και Ρεμνά και Σομά 53 και Ιεμαϊν και Βαιθαχού και Φακουά 54 και Ευμά και πόλις Αρβόκ (αύτη εστί Χεβρών) και Σωραίθ. πόλεις επτά και αι κώμαι αυτών. και ουκ ηδυνάσθησαν οι υιοί Ιούδα απολέσαι αυτούς· και κατώκησαν οι Ιεβουσαίοι εν Ιερουσαλήμ έως της ημέρας ταύτης. 63 και ο Ιεβουσαίος κατώκει εν Ιερουσαλήμ. 4 και εκληρονόμησαν οι υιοί Ιωσήφ Εφραίμ και Μανασσή· 5 και εγενήθη όρια Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 381 . εις Βαιθήλ Λουζά. πόλεις δύο και αι επαύλεις αυτών 61 και Βαδδαργείς και Θαραβαάμ και Αινών 62 και Αιχιοζά και Ναφλαζών και αι πόλεις Σαδών και Αγκάδης. 2 και εξελεύσεται εις Βαιθήλ και παρελεύσεται επί τα όρια του Αχαταρωθί 3 και διελεύσεται επί την θάλασσαν επί τα όρια Απταλίμ έως των ορίων Βαιθωρών την κάτω. πόλεις δέκα και αι κώμαι αυτών· 45 Ακκαρών και αι κώμαι αυτής και αι επαύλεις αυτών· 46 από Ακκαρών Γεμνά και πάσαι. πόλεις εννέα και αι κώμαι αυτών· 58 Αλουά και Βαιθσούρ και Γεδδών 59 και Μαγαρώθ και Βαιθανάμ και Θεκούμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιανά και Νασίβ 44 και Κεϊλάμ και Ακιεζί και Κεζίβ και Βαθησάρ και Αιλώμ. και έσται η διέξοδος αυτών επί την θάλασσαν. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο τα όρια υιών Ιωσήφ από του Ιορδάνου του κατά Ιεριχώ από ανατολών και αναβήσεται από Ιεριχώ εις την ορεινήν. πόλεις εννέα και αι επαύλεις αυτών· 55 Μαώρ και Χερμέλ και ‘Οζίβ και Ιτάν 56 και Ιαριήλ και Αρικάμ και Ζακαναϊμ 57 και Γαβαά και Θαμναθά.

8 και από Τάφου πορεύσεται τα όρια επί θάλασσαν επί Χελκανά. και εναντίον των αρχόντων λέγουσαι· ο Θεός ενετείλατο δια χειρός Μωυσή δούναι ημίν κληρονομίαν εν μέσω των αδελφών ημών. ότι ούτος πρωτότοκος τω Ιωσήφ· τω Μαχίρ πρωτοτόκω Μανασσή πατρί Γαλαάδ (ανήρ γαρ πολεμιστής ην) εν τη Γαλααδίτιδι και εν τη Βασανίτιδι. και τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους και τους κατοικούντας εν Γαζέρ εξεκέντησαν. 4 και έστησαν εναντίον Ελεάζαρ του ιερέως. περιελεύσεται επ' ανατολάς εις Θηνασά και Σελλησά και παρελεύσεται απ' ανατολών εις Ιανωκά 7 και εις Μαχώ. 2 και εγενήθη τοις υιοίς Μανασσή τοις λοιποίς κατά δήμους αυτών. πάσαι αι πόλεις και αι κώμαι αυτών. έως ανέβη Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου και έλαβεν αυτήν και ενέπρησεν αυτήν εν πυρί. 6 και διελεύσεται τα όρια επί την θάλασσαν εις Ικασμών από βορρά Θερμά. και εναντίον Ιησού. και ταύτα τα ονόματα των θυγατέρων Σαλπαάδ· Μααλά και Νουά και Εγλά και Μελχά και Θερσά. τοις υιοίς Ιεζέρ και τοις υιοίς Κελέζ και τοις υιοίς Ιεζιήλ και τοις υιοίς Συχέμ και τοις υιοίς Συμαρίμ και τοις υιοίς ‘Οφέρ· ούτοι άρσενες κατά δήμους αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Εφραίμ κατά δήμους αυτών· και εγενήθη τα όρια της κληρονομίας αυτών απ' ανατολών Αταρώθ και Ερώκ έως Βαιθωρών την άνω και Γαζαρά. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ εγένετο τα όρια φυλής υιών Μανασσή. 9 και αι πόλεις αι αφορισθείσαι τοις υιοίς Εφραίμ ανά μέσον της κληρονομίας υιών Μανασσή. 5 και έπεσεν ο σχοινισμός αυτών από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 382 . και Αταρώθ και αι κώμαι αυτών και ελεύσεται επί Ιεριχώ και διεκβαλεί επί τον Ιορδάνην. και έδωκεν αυτήν Φαραώ εν φερνή τη θυγατρί αυτού. 3 και τω Σαλπαάδ υιω ‘Οφέρ ουκ ήσαν αυτω υιοί. και έσται η διέξοδος αυτών επί θάλασσαν· αύτη η κληρονομία φυλής Εφραίμ κατά δήμους αυτών. αλλ' ή θυγατέρες. και εδόθη αυταίς δια προστάγματος Κυρίου κλήρος εν τοις αδελφοίς του πατρός αυτών. 10 και ουκ απώλεσεν Εφραίμ τον Χαναναίον τον κατοικούντα εν Γαζέρ. και κατώκει ο Χαναναίος εν τω Εφραίμ έως της ημέρας ταύτης.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 383 . 7 και εγενήθη όρια υιών Μανασσή Δηλανάθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ανάσσα και πεδίον Λαβέκ εκ της γης Γαλαάδ. ή εστι κατά πρόσωπον υιών Ανάθ. και εποίησαν τους Χαναναίους υπηκόους. και έσται η θάλασσα όρια αυτοίς· και επί Ασήβ συνάψουσιν επί βορράν και τω Ισσάχαρ από ανατολών. 14 αντείπαν δε οι υιοί Ιωσήφ τω Ιησοί λέγοντες· διατί εκληρονόμησας ημάς κλήρον ένα και σχοίνισμα εν. ανάβηθι εις τον δρυμόν και εκκάθαρον σεαυτω. τοις υιοίς Εφραίμ. και επί βορράν Μανασσή. τερέβινθος τω Εφραίμ ανά μέσον πόλεως Μανασσή· και όρια Μανασσή επί τον βορράν εις τον χειμάρρουν. και τους κατοικούντας Μαγεδδώ. και ίππος επίλεκτος και σίδηρος τω Χαναναίω τω κατοικούντι εν αυτω εν Βαιθσάν και εν ταις κώμαις αυτής. ουκ έσται σοι κλήρος εις· 18 ο γαρ δρυμός έσται σοι. ότι ίππος επίλεκτος αυτω εστι. 12 και ουκ ηδυνάσθησαν οι υιοί Μανασσή εξολοθρεύσαι τας πόλεις ταύτας. εγώ δε λαός πολύς ειμι. ή εστι πέραν του Ιορδάνου· 6 ότι θυγατέρες υιών Μανασσή εκληρονόμησαν κλήρον εν μέσω των αδελφών αυτών· η δε γη Γαλαάδ εγενήθη τοις υιοίς Μανασσή τοις καταλελειμμένοις. και έσται αυτού η διέξοδος θάλασσα. και Θαφέθ επί των ορίων Μανασσή. και τας κώμας αυτής. 11 και έσται Μανασσή εν Ισσάχαρ και εν Ασήρ Βαιθσάν και αι κώμαι αυτών και τους κατοικούντας Δώρ και τας κώμας αυτής. και το τρίτον της Ναφετά και τας κώμας αυτής. και ήρχετο ο Χαναναίος κατοικείν εν τη γη ταύτη· 13 και εγενήθη και επεί κατίσχυσαν οι υιοί Ισραήλ. 17 και είπεν Ιησούς τοις υιοίς Ιωσήφ· ει λαός πολύς ει. εν τη κοιλάδι Ιεσραέλ. και ο Θεός ευλόγησέ με. ότι δρυμός εστι και εκκαθαριείς αυτόν. ει στενοχωρεί σε το όρος το Εφραίμ. εξολοθρεύσαι δε αυτούς ουκ εξωλόθρευσαν. 15 και είπεν αυτοίς Ιησούς· ει λαός πολύς ει. 9 και καταβήσεται τα όρια επί φάραγγα Καρανά επί λίβα κατά φάραγγα Ιαριήλ. συ γαρ υπερισχύεις αυτού. και πορεύεται επί τα όρια επί Ιαμίν και Ιασσίβ επί πηγήν Θαφθώθ· 8 τω Μανασσή έσται. 16 και είπαν· ουκ αρέσκει ημίν το όρος το Εφραίμ. και ισχύν μεγάλην έχεις. 10 από λιβός τω Εφραίμ. και έσται σοι· και όταν εξολοθρεύσης τον Χαναναίον.

5 και διείλεν αυτοίς επτά μερίδας). και εξήλθεν όρια του κλήρου αυτών ανά μέσον υιών Ιούδα και ανά μέσον των υιών Ιωσήφ. 11 Και εξήλθεν ο κλήρος φυλής Βενιαμίν πρώτος κατά δήμους αυτών. Ιούδας στήσεται αυτοίς όριον από λιβός. καθά δεήσει διελείν αυτήν (και διήλθοσαν προς αυτόν. ην έδωκεν αυτοίς Μωυσής ο παις Κυρίου. και ενετείλατο Ιησούς τοις ανδράσι τοις πορευομένοις χωροβατήσαι την γην λέγων· πορεύεσθε και χωροβατήσατε την γην και παραγενήθητε προς με. 6 υμείς δε μερίσατε την γην επτά μερίδας και ενέγκατε ώδε προς με. 4 δότε εξ υμών άνδρας τρεις εκ φυλής. 13 και διελεύσεται εκείθεν τα όρια Λουζά επί νώτου Λουζά από λιβός (αύτη εστί Βαιθήλ). 12 και εγενήθη αυτών τα όρια από βορρά. επτά φυλαί. ή εστι προς λίβα Βαιθωρών η κάτω. και οι υιοί Ιωσήφ στήσονται αυτοίς από βορρά. 9 και επορεύθησαν και εχωροβάτησαν την γην και είδοσαν αυτήν και έγραψαν αυτήν κατά πόλεις. ιερατεία γαρ Κυρίου μερίς αυτού· και Γάδ και Ρουβήν και το ήμισυ φυλής Μανασσή ελάβοσαν την κληρονομίαν αυτών πέραν του Ιορδάνου επ' ανατολάς. οί ουκ εκληρονόμησαν. και ήνεγκαν προς Ιησούν. και έσται αυτού η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 384 . και ώδε εξοίσω υμίν κλήρον έναντι Κυρίου εν Σηλώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εξεκκλησιάσθη πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ εις Σηλώ και έπηξαν εκεί την σκηνήν του μαρτυρίου. 8 και αναστάντες οι άνδρες επορεύθησαν. και καταβήσεται τα όρια Μααταρωθορέχ επί την ορεινήν. και αναστάντες διελθέτωσαν την γην και διαγραψάτωσαν αυτήν εναντίον μου. επτά μερίδας εις βιβλίον. και έσται αυτού η διέξοδος η Μαβδαρίτις Βαιθών. ην έδωκε Κύριος ο Θεός ημών. 14 και διελεύσεται τα όρια και περιελεύσεται επί το μέρος το βλέπον παρά θάλασσαν από λιβός από του όρους επί πρόσωπον Βαιθωρών λίβα. 7 ου γαρ εστι μερίς τοις υιοίς Λευί εν υμίν. και η γη εκρατήθη υπ' αυτών. 3 και είπεν Ιησούς τοις υιοίς Ισραήλ· έως τίνος εκλυθήσεσθε κληρονομήσαι την γην. 10 και ενέβαλεν αυτοίς Ιησούς κλήρον εν Σηλώ έναντι Κυρίου. από του Ιορδάνου προσαναβήσεται τα όρια κατά νώτου Ιεριχώ από βορρά και αναβήσεται επί το όρος επί την θάλασσαν. και εξοίσω υμίν κλήρον έναντι Κυρίου του Θεού ημών. 2 και κατελείφθησαν οι υιοί Ισραήλ.

ή εστιν απέναντι προς ανάβασαιν Αιθαμίν. και καταβήσεται Γαίεννα επί νώτον Ιεβουσαί από λιβός και καταβήσεται επί πηγήν Ρωγήλ 17 και διελεύσεται επί πηγήν Βαιθσαμύς και παρελεύσεται επί Γαλιλώθ. 21 και εγενήθησαν αι πόλεις των υιών Βενιαμίν κατά δήμους αυτών Ιεριχώ και Βεθεγαιώ και Αμεκασίς. πόλις υιών Ιούδα)· τούτό εστι το μέρος το προς θάλασσαν. αύτη η κληρονομία υιών Βενιαμίν. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ εξήλθεν ο δεύτερος κλήρος των υιών Συμεών. 19 και έσται η διέξοδος των ορίων επί λοφιάν της θαλάσσης των αλών επί βορράν εις μέρος του Ιορδάνου από λιβός· ταύτα τα όριά εστιν από λιβός. και διελεύσεται όρια εις Γασίν επί πηγήν ύδατος Ναφθώ. ό εστιν εκ μέρους Εμεκραφαϊν από βορρά. και καταβήσεται επί τα όρια επί νώτον θάλασσαν από βορρά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διέξοδος εις Καριαθβάαλ (αύτη εστί Καριαθιαρίν. 16 και καταβήσεται τα όρια επί μέρους του όρους. και καταβήσεται επί λίθον Βαιών υιών Ρουβήν 18 και διελεύσεται κατά νώτου Βαιθάραβα από βορρά. και εγενήθη η κληρονομία αυτών αναμέσον κλήρων υιών Ιούδα. ό εστι κατά πρόσωπον νάπης ‘Οννάμ. 22 και Βαιθαβαρά και Σαρά και Βησανά 23 και Αιείν και Φαρά και Εφραθά 24 και Καραφά και Κεφιρά και Μονί και Γαβαά. 2 και εγενήθη ο κλήρος αυτών Βηρσαβεέ και Σαμαά και Κωλαδάμ 3 και Αρσωλά και Βωλά και Ασόμ 4 και Ελθουλά και Βουλά και Ερμά 5 και Σικελάκ και Βαιθμαχερέβ και Σαρσουσίν 6 και Βαθαρώθ και οι αγροί αυτών. πόλεις δώδεκα και αι κώμαι αυτών· 25 Γαβαών και Ραμά και Βεηρωθά 26 και Μασσημά και Μιρών και Αμωκή 27 και Φιρά και Καφάν και Νακάν και Σεληκάν και Θαρεηλά 28 και Ιεβούς (αύτη εστίν Ιερουσαλήμ) και Γαβαωθιαρίμ. 15 και μέρος το προς λίβα από μέρους Καριαθβάαλ. πόλεις δεκατρείς και αι κώμαι αυτών. 20 και ο Ιορδάνης οριεί από μέρους ανατολών. αύτη η κληρονομία υιών Βενιαμίν κατά δήμους αυτών. τα όρια αυτής κύκλω κατά δήμους. πόλεις δεκατρείς και αι κώμαι αυτών· 7 Ερεμμών και Θαλχά και Εθέρ και Ασάν. πόλεις τέσσαρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 385 .

22 και συνάψει τα όρια επί Γαιθβώρ και επί Σαλίμ κατά θάλασσαν και Βαιθσαμύς. 29 και αναστρέψει τα όρια εις Ραμά και έως πηγής Μασφασσάτ και των Τυρίων. 23 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Ισσάχαρ κατά δήμους αυτών. έσται τα όρια της κληρονομίας αυτών Εσεδεκγωλά· όρια αυτών 11 η θάλασσα και Μαραγγιλά και συνάψει επί Βαιθάραβα εις την φάραγγα. 31 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Ασήρ κατά δήμους αυτών. αι πόλεις και αι κώμαι αυτών. και έσται η διέξοδος αυτού η θάλασσα και Απολέβ και Εχοζόβ 30 και Αρχόβ και Αφέκ και Ρααύ. 18 και εγενήθη τα όρια αυτών Ιαζήλ και Χασαλώθ και Σουνάμ 19 και Αγίν και Σιωνά και Ρεηρώθ 20 και Αναχερέθ και Δαβιρών και Κισών και Ρεβές 21 και Ρεμμάς και Ιεών και Τομμάν και Αιμαρέκ και Βηρσαφής. ότι εγενήθη η μερίς υιών Ιούδα μείζων της αυτών και εκληρονόμησαν οι υιοί Συμεών εν μέσω του κλήρου αυτών. 9 από του κλήρου του Ιούδα η κληρονομία φυλής υιών Συμεών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και αι κώμαι αυτών 8 κύκλω των πόλεων αυτών έως Βαρέκ πορευομένων Βαμέθ κατά λίβα. ή εστι κατά πρόσωπον Ιεκμάν. και έσται η διέξοδος αυτών επί Γαιφαήλ 15 και Κατανάθ και Ναβαάλ και Συμοών και Ιεριχώ και Βαιθμάν. επί πόλιν Κατασέμ. 24 Και εξήλθεν ο κλήρος ο πέμπτος Ασήρ κατά δήμους αυτών. 16 αύτη η κληρονομία της φυλής υιών Ζαβουλών κατά δήμους αυτών. αύτη η κληρονομία φυλής υιών Συμεών κατά δήμους αυτών. και διελεύσεται επί Ρεμμωνά Αμαθάρ Αοζά 14 και περιελεύσεται όρια επί βορράν επί Αμώθ. πόλεις και αι κώμαι αυτών. πόλεις και αι κώμαι αυτών. 25 και εγενήθη τα όρια αυτών Εξελεκέθ και Αλέφ και Βαιθόκ και Κεάφ 26 και Ελιμελέχ και Αμιήλ και Μαασά και συνάψει τω Καρμήλω κατά θάλασσαν και τω Σιών και Λαβανάθ 27 και επιστρέψει από ανατολών ηλίου και Βαιθεγενέθ και συνάψει τω Ζαβουλών και Εκγαί και Φθαιήλ κατά βορράν. και έσται αυτού η διέξοδος των ορίων ο Ιορδάνης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 386 . και αναστρέψει τα όρια επί Ιασίφ. και εισελεύσεται όρια Σαφθαιβαιθμέ και Ιναήλ και διελεύσεται εις Χωβαμασομέλ 28 και Ελβών και Ραάβ και Εμεμαών και Κανθάν έως Σιδώνος της μεγάλης. 10 Και εξήλθεν ο κλήρος ο τρίτος τω Ζαβουλών κατά δήμους αυτών. 17 Και τω Ισσάχαρ εξήλθεν ο κλήρος ο τέταρτος. 12 και ανέστρεψεν από Σεδδούκ εξ εναντίας από ανατολών Βαιθσαμύς επί τα όρια Χασελωθαίθ και διελεύσεται επί Δαβιρώθ και προσαναβήσεται επί Φαγγαί 13 και εκείθεν περιελεύσεται εξ εναντίας επ' ανατολάς επί Γεβερέ.

48 και επορεύθησαν οι υιοί Δάν και επολέμησαν την Λαχίς και κατελάβοντο αυτήν και επάταξαν αυτήν εν στόματι μαχαίρας και κατώκησαν αυτήν και εκάλεσαν το όνομα αυτής Λασενδάκ και ο Αμορραίος υπέμεινε του κατοικείν εν Ελώμ και εν Σαλαμίν· και εβαρύνθη η χείρ του Εφραίμ επ' αυτούς. 51 αύται αι διαιρέσεις ας κατεκληρονόμησεν Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο του Ναυή και οι άρχοντες των πατριών εν ταις φυλαίς Ισραήλ κατά κλήρους εν Σηλώ. και ουκ εξέθλιψαν οι υιοί Δάν τον Αμορραίον τον θλίβοντα αυτούς εν τω όρει· και ουκ είων αυτούς οι Αμορραίοι καταβήναι εις την κοιλάδα και έθλιψαν απ' αυτών το όριον της μερίδος αυτών. ην ητήσατο. Τύρος και ‘Ωμαθά. έναντι Κυρίου. και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ κλήρον τω Ιησοί τω υιω Ναυή εν αυτοίς 50 δια προστάγματος του Θεού· και έδωκαν αυτω την πόλιν. και εγένοντο αυτοίς εις φόρον. 35 και αι πόλεις τειχήρεις των Τυρίων. αι πόλεις αυτών και αι κώμαι αυτών. 46 και από θαλάσσης Ιεράκων όριον πληρίον Ιόππης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 387 . παρά τας θύρας της σκηνής του μαρτυρίου· και επορεύθησαν εμβατεύσαι την γην. ή εστιν εν τω όρει Εφραίμ· και ωκοδόμησε την πόλιν και κατώκει εν αυτη. 49 Και επορεύθησαν εμβατεύσαι την γην κατά το όριον αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 32 Και τω Νεφθαλί εξήλθεν ο κλήρος ο έκτος. 33 και εγενήθη τα όρια αυτών Μοολάμ και Μωλά και Βεσεμιϊν και Αρμέ και Ναβόκ και Ιεφθαμαί έως Δωδάμ. Θαμνασαράχ. Δακέθ και Κενερέθ 36 και Αρμαϊθ και Αραήλ και Ασώρ 37 και Κάδες και Ασσαρί και πηγή Ασόρ 38 και Κερωέ και Μεγαλά Αρίμ και Βαιθθαμέ και Θεσσαμύς. 41 και εγενήθη τα όρια αυτών Σαράθ και Ασά και πόλεις Σαμμάυς 42 και Σαλαμίν και Αμμών και Σιλαθά 43 και Ελών και Θαμναθά και Ακκαρών 44 και Αλκαθά και Βεγεθών και Γεβεελάν 45 και Αζώρ και Βαναιβακάτ και Γεθρεμών. και εγενήθησαν αι διέξοδοι αυτού Ιορδάνης· 34 και επιστρέψει τα όρια επί θάλασσαν Ενάθ Θαβώρ και διελεύσεται εκείθεν Ιακανά και συνάψει τω Ζαβουλών από νώτου και Ασήρ συνάψει κατά θάλασσαν. 40 Και τω Δάν εξήλθεν ο κλήρος ο έβδομος. και ο Ιορδάνης από ανατολών ηλίου. 47 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Δάν κατά δήμους αυτών. 39 αύτη η κληρονομία φυλής υιών Νεφθαλί.

8 και εν τω πέραν του Ιορδάνου έδωκε Βοσόρ εν τη ερήμω εν τω πεδίω από της φυλής Ρουβήν και Αρημώθ εν τη Γαλαάδ εκ της φυλής Γάδ. 7 και διέστειλε την Κάδης εν τη Γαλιλαία εν τω όρει τω Νεφθαλί και Συχέμ εν τω όρει τω Εφραίμ και την πόλιν Αρβόκ (αύτη εστί Χεβρών) εν τω όρει τω Ιούδα. έως αν καταστη εναντίον της συναγωγής εις κρίσιν*[( Εκ του κώδ. ος έσται εν ταις ημέραις εκείναις· τότε επιστρέψει ο φονεύσας και ελεύσεται εις την πόλιν αυτού και προς τον οίκον αυτού και προς πόλιν όθεν έφυγεν εκείθεν. και την Γαυλών εν τη Βασανίτιδι εκ της φυλής Μανασσή. ας είπα προς υμάς δια Μωυσή. 3 φυγαδευτήριον τω φονευτη τω πατάξαντι ψυχήν ακουσίως. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 388 . και έσονται υμίν αι πόλεις φυγαδευτήριον. 9 αύται αι πόλεις αι επίκλητοι τοις υιοίς Ισραήλ και τω προσηλύτω τω προσκειμένω εν αυτοίς καταφυγείν εκεί παντί παίοντι ψυχήν ακουσίως. και ουκ αποθανείται ο φονευτής υπό του αγχιστεύοντος το αίμα. Α) 4 Και φεύξεται εις μίαν των πόλεων τούτων και στήσεται επί την θύραν της πόλεως και λαλήσει εν τοις ωσί των πρεσβυτέρων της πόλεως εκείνης τους λόγους τούτους και επιστρέψουσιν αυτόν η συναγωγή προς αυτούς και δώσουσιν αυτω τόπον και κατοικήσει μετ' αυτών 5 και ότι διώξεται ο αγχιστεύων το αίμα οπίσω αυτού και ου συγκλείσουσι τον φονεύσαντα εν τη χειρί αυτού. ότι ουκ ειδώς επάταξε τον πλησίον αυτού και ου μισών αυτός αυτόν απ' εχθές και της τρίτης 6 και κατοικήσει εν τη πόλει εκείνη έως στη κατά πρόσωπον της συναγωγής εις κρίσιν έως αποθάνη ο ιερεύς ο μέγας. ίνα μη αποθάνη εν χειρί του αγχιστεύοντος το αίμα.]. έως αν καταστη έναντι της συναγωγής εις κρίσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ελάλησε Κύριος τω Ιησοί λέγων· 2 λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ λέγων· δότε τας πόλεις των φυγαδευτηρίων.

πόλεις εννέα παρά των δύο φυλών τούτων. και εγένετο τοις υιοίς Ααρών τοις ιερεύσι τοις Λευίταις από φυλής Ιούδα και από φυλής Συμεών και από φυλής Βενιαμίν κληρωτί πόλεις δεκατρείς· 5 και τοις υιοίς Καάθ καταλελειμμένοις εκ της φυλής Εφραίμ και εκ της φυλής Δάν και από του ημίσους φυλής Μανασσή κληρωτί πόλεις δέκα· 6 και τοις υιοίς Γεδσών από της φυλής Ισσάχαρ και από της φυλής Ασήρ και από της φυλής Νεφθαλί και από του ημίσους φυλής Μανασσή εν τη Βασάν πόλεις δεκατρείς· 7 και τοις υιοίς Μεραρί κατά δήμους αυτών από φυλής Ρουβήν και από φυλής Γάδ και από φυλής Ζαβουλών κληρωτί πόλεις δώδεκα. 14 και την Αιλώμ και τα αφωρισμένα αυτη και την Τεμά και τα αφωρισμένα αυτη 15 και την Γελλά και τα αφωρισμένα αυτη και την Δαβίρ και τα αφωρισμένα αυτη 16 και Ασά και τα αφωρισμένα αυτη και Τανύ και τα αφωρισμένα αυτη και Βαιθσαμύς και τα αφωρισμένα αυτη. ον τρόπον ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή. 3 και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ τοις λευίταις εν τω κατακληρονομείν δια προστάγματος Κυρίου τας πόλεις και τα περισπόρια αυτών. 11 και έδωκεν αυτοίς την Καριαθαρβόκ μητρόπολιν των Ενάκ (αύτη εστί Χεβρών) εν τω όρει Ιούδα· τα δε περισπόρια κύκλω αυτής 12 και τους αγρούς της πόλεως και τας κώμας αυτής έδωκεν Ιησούς τοις υιοίς Χάλεβ υιού Ιεφοννή εν κατασχέσει· 13 και τοις υιοίς Ααρών έδωκε την πόλιν φυγαδευτήριον τω φονεύσαντι. 17 και παρά της φυλής Βενιαμίν την Γαβαών και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 389 . ότι τούτοις εγενήθη ο κλήρος. την Χεβρών και τα αφωρισμένα τα συν αυτη και την Λεμνά και τα αφωρισμένα τα προς αυτη. 9 και έδωκεν η φυλή υιών Ιούδα και η φυλή υιών Συμεών και από της φυλής υιών Βενιαμίν τας πόλεις ταύτας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ προσήλθοσαν οι αρχιπατριώται των υιών Λευί προς Ελεάζαρ τον ιερέα και Ιησούν τον του Ναυή και προς τους αρχιφύλους πατριών εκ των φυλών Ισραήλ 2 και είπον προς αυτούς εν Σηλώ εν γη Χαναάν λέγοντες· ενετείλατο Κύριος εν χειρί Μωυσή δούναι ημίν πόλεις κατοικείν και τα περισπόρια τοις κτήνεσιν ημών. και επεκλήθησαν 10 τοις υιοίς Ααρών από του δήμου του Καάθ των υιών Λευί. 4 και εξήλθεν ο κλήρος τω δήμω Καάθ. κληρωτί. 8 και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ τοις Λευίταις τας πόλεις και τα περισπόρια αυτών.

38 και από φυλής Γάδ την πόλιν το φυγαδευτήριον του φονεύσαντος. πόλεις τρεις. πόλεις τέσσαρες. την Ραμώθ εν τη Γαλαάδ και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 390 . 33 πάσαι αι πόλεις του Γεδσών κατά δήμους αυτών πόλεις δεκατρείς. την Γαυλών εν τη Βασανίτιδι και τα αφωρισμένα αυτη και την Βοσοράν και τα αφωρισμένα αυτη. την Συχέμ και τα αφωρισμένα αυτη και Γάζαρα και τα προς αυτήν και τα αφωρισμένα αυτη 22 και Βαιθωρών και τα αφωρισμένα τα αυτη. 32 και εκ της φυλής Νεφθαλί την πόλιν την αφωρισμένην τω φονεύσαντι. 23 και εκ της φυλής Δάν την Ελκωθαίμ και τα αφωρισμένα αυτη και την Γεθεδάν και τα αφωρισμένα αυτη 24 και Αιλών και τα αφωρισμένα αυτη και την Γεθερεμμών και τα αφωρισμένα αυτη. την Βοσόρ εν τη ερήμω τη Μισώρ και τα περισπόρια αυτής και την Ιαζήρ και τα περισπόρια αυτής 37 και την Δεκμών και τα περισπόρια αυτής και την Μαφά και τα περισπόρια αυτής. 27 και τοις υιοίς Γεδσών τοις Λευίταις εκ του ημίσους φυλής Μανασσή τας πόλεις τας αφωρισμένας τοις φονεύσασι. πόλεις τέσσαρες. 36 και πέραν του Ιορδάνου του κατά Ιεριχώ εκ της φυλής Ρουβήν. πόλεις τρεις. 20 και τοις δήμοις υιοίς Καάθ τοις Λευίταις τοις καταλελειμμένοις από των υιών Καάθ και εγενήθη η πόλις των ιερέων αυτών από φυλής Εφραίμ. 21 και έδωκαν αυτοίς την πόλιν του φυγαδευτηρίου την του φονεύσαντος. 34 και τω δήμω υιών Μεραρί τοις Λευίταις τοις λοιποίς εκ της φυλής Ζαβουλών την Μαάν και τα περισπόρια αυτής και την Κάδης και τα περισπόρια αυτής 35 και Σελλά και τα περισπόρια αυτής. 28 και εκ της φυλής Ισσάχαρ την Κισών και τα αφωρισμένα αυτη και την Δεββά και τα αφωρισμένα αυτη 29 και την Ρεμμάθ και τα αφωρισμένα αυτη και Πηγήν γραμμάτων και τα αφωρισμένα αυτη. πόλεις δύο. την πόλιν το φυγαδευτήριον του φονεύσαντος. πόλεις τέσσαρες. 30 και εκ της φυλής Ασήρ την Βασελλάν και τα αφωρισμένα αυτη και την Δαββών και τα αφωρισμένα αυτη 31 και Χελκάτ και τα αφωρισμένα αυτη και την Ραάβ και τα αφωρισμένα αυτη. πόλεις δύο. 25 και από του ημίσους φυλής Μανασσή την Τανάχ και τα αφωρισμένα αυτη και την Ιεβαθά και τα αφωρισμένα αυτη. πόλεις τέσσαρες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αφωρισμένα αυτη και Γαθέθ και τα αφωρισμένα αυτη 18 και Αναθώθ και τα αφωρισμένα αυτη και Γάμαλα και τα αφωρισμένα αυτη. πόλεις τέσσαρες. την Κάδης εν τη Γαλιλαία και τα αφωρισμένα αυτη και την Εμμάθ και τα αφωρισμένα αυτη και Θεμμών και τα αφωρισμένα αυτη. πόλεις τέσσαρες. 26 πάσαι πόλεις δέκα και τα αφωρισμένα αυτη τα προς αυταίς τοις δήμοις υιών Καάθ τοις υπολελειμμένοις. 19 πάσαι αι πόλεις υιών Ααρών των ιερέων δεκατρείς.

όσα ενετείλατο υμίν Μωυσής ο παις Κυρίου. 45 ου διέπεσεν από πάντων των ρημάτων των καλών. και έθηκεν αυτάς εν Θαμνασαράχ. εν αις περιέτεμε τους υιούς Ισραήλ τους γενομένους εν τη οδω εν τη ερήμω. και υπηκούσατε της φωνής μου κατά πάντα όσα ενετειλάμην υμίν. 42δ και έλαβεν Ιησούς τας μαχαίρας τας πετρίνας. και κατεκληρονόμησαν αυτήν και κατώκησαν εν αυτη. 44 και κατέπαυσεν αυτούς Κύριος κυκλόθεν. ον τρόπον είπεν αυτοίς· νυν ουν αποστραφέντες απέλθατε εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 391 . 4 νυν δε κατέπαυσε Κύριος ο Θεός ημών τους αδελφούς ημών. ων ελάλησε Κύριος τοις υιοίς Ισραήλ· πάντα παρεγένετο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τα περισπόρια αυτής και την Καμίν και τα περισπόρια αυτής 39 και την Εσεβών και τα περισπόρια αυτής και την Ιαζήρ και τα περισπόρια αυτής. 42β και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ μερίδα τω Ιησοί κατά πρόσταγμα Κυρίου· έδωκαν αυτω την πόλιν. καθά ώμοσε τοις πατράσιν αυτών· ουκ αντέστη ουθείς κατενώπιον αυτών από πάντων των εχθρών αυτών· πάντας τους εχθρούς αυτών παρέδωκε Κύριος εις τας χείρας αυτών. 40 πάσαι αι πόλεις τοις υιοίς Μεραρί κατά δήμους αυτών των καταλελειμμένων από της φυλής της Λευί· και εγενήθη τα όρια πόλεις δεκαδύο. πάσαι αι πόλεις τέσσαρες. ην ώμοσε δούναι τοις πατράσιν αυτών. 42α Και συνετέλεσεν Ιησούς διαμερίσας την γην εν τοις ορίοις αυτών. 42 πόλις και τα περισπόρια κύκλω της πόλεως πάσαις ταις πόλεσι ταύταις. 41 πάσαι αι πόλεις των Λευιτών εν μέσω κατασχέσεως υιών Ισραήλ τεσσαράκοντα οκτώ πόλεις και τα περισπόρια αυτών κύκλω των πόλεων τούτων. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΤΟΤΕ συνεκάλεσεν Ιησούς τους υιούς Ρουβήν και τους υιούς Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή 2 και είπεν αυτοίς· υμείς ακηκόατε πάντα. 43 Και έδωκε Κύριος τω Ισραήλ πάσαν την γην. ην ητήσατο· την Θαμνασαράχ έδωκαν αυτω εν τω όρει Εφραίμ. 3 ουκ εγκαταλελοίπατε τους αδελφούς υμών ταύτας τας ημέρας και πλείους έως της σήμερον ημέρας· εφυλάξασθε την εντολήν Κυρίου του Θεού υμών. 42γ και ωκοδόμησεν Ιησούς την πόλιν και ώκησεν εν αυτη.

πορεύεσθαι πάσαις ταις οδοίς αυτού. άρχων εις από οίκου πατριάς από πασών φυλών Ισραήλ· άρχοντες οίκων πατριών εισι. φυλάξασθαι τας εντολάς αυτού και προσκείσθαι αυτω και λατρεύειν αυτω εξ όλης της διανοίας υμών και εξ όλης της ψυχής υμών. 12 και συνηθροίσθησαν πάντες οι υιοί Ισραήλ εις Σηλώ. ον ενετείλατο ημίν ποιείν Μωυσής ο παις Κυρίου. ην επλημμελήσατε εναντίον του Θεού Ισραήλ. αποστάτας υμάς γενέσθαι από του Κυρίου. αγαπάν Κύριον τον Θεόν ημών. 10 και ήλθον εις Γάλγαλα του Ιορδάνου. και τω ημίσει έδωκεν Ιησούς μετά των αδελφών αυτού εν τω πέραν του Ιορδάνου παρά την θάλασσαν. 9 Και επορεύθησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή από των υιών Ισραήλ εκ Σηλώ εν γη Χαναάν απελθείν εις την Γαλαάδ εις γην κατασχέσεως αυτών. αποστραφήναι σήμερον από Κυρίου οικοδομήσαντες υμίν εαυτοίς βωμόν. ην εκληρονόμησαν αυτήν δια προστάγματος Κυρίου εν χειρί Μωυσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τους οίκους υμών και εις την γην της κατασχέσεως υμών. ή εστιν εν γη Χαναάν. και ωκοδόμησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή εκεί βωμόν επί του Ιορδάνου. 13 και απέστειλαν οι υιοί Ισραήλ προς τους υιούς Ρουβήν και προς τους υιούς Γάδ και προς τους υιούς ήμισυ φυλής Μανασσή εις γην Γαλαάδ τον τε Φινεές υιόν Ελεάζαρ υιού Ααρών του αρχιερέως 14 και δέκα των αρχόντων μετ' αυτού. ότι ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 392 . και ηνίκα εξαπέστειλεν αυτούς Ιησούς εις τους οίκους αυτών και ευλόγησεν αυτούς. χιλίαρχοι Ισραήλ. 5 αλλά φυλάξασθε σφόδρα ποιείν τας εντολάς και τον νόμον. ωστε αναβάντες εκπολεμήσαι αυτούς. 17 μη μικρόν υμίν το αμάρτημα Φογώρ. βωμόν μέγαν του ιδείν. 7 και τω ημίσει φυλής Μανασσή έδωκε Μωυσής εν τη Βασανίτιδι. και κτήνη πολλά σφόδρα και αργύριον και χρυσίον και σίδηρον και ιματισμόν πολύν διείλαντο την προνομήν των εχθρών μετά των αδελφών αυτών. ην έδωκεν υμίν Μωυσής εν τω πέραν του Ιορδάνου. 6 και ευλόγησεν αυτούς Ιησούς και εξαπέστειλεν αυτούς. 11 και ήκουσαν οι υιοί Ισραήλ λεγόντων· ιδού ωκοδομήκασιν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή βωμόν εφ' ορίων γης Χαναάν επί του Γαλαάδ του Ιορδάνου εν τω πέραν υιών Ισραήλ. 15 και παρεγένοντο προς τους υιούς Ρουβήν και προς τους υιούς Γάδ και προς τους ημίσεις φυλής Μανασσή εις γην Γαλαάδ και ελάλησαν προς αυτούς λέγοντες· 16 τάδε λέγει πάσα η συναγωγή Κυρίου· τις η πλημμέλεια αύτη. 8 και εν χρήμασι πολλοίς απήλθοσαν εις τους οίκους αυτών. και επορεύθησαν εις τους οίκους αυτών.

ωστε αναβιβάσαι επ' αυτόν θυσίαν ολοκαυτωμάτων ή ωστε ποιήσαι επ' αυτού θυσίαν σωτηρίου. Κύριος εκζητήσει. και ερούσιν· ίδετε ομοίωμα του θυσιαστηρίου Κυρίου. και ο Θεός Θεός αυτός οίδε. ό εποίησαν οι πατέρες ημών ουχ ένεκεν καρπωμάτων ουδέ ένεκεν θυσιών. και ουκ έστιν υμίν μερίς Κυρίου. και αύριον επί πάντα Ισραήλ έσται η οργή. και ούτος εις αυτός απέθανε τη εαυτού αμαρτία. μη ρύσαιτο ημάς εν τη ημέρα ταύτη· 23 και ει ωκοδομήσαμεν εαυτοίς βωμόν ωστε αποστήναι από Κυρίου του Θεού ημών. ίνα μη σέβωνται Κύριον. ου κατασκηνοί εκεί η σκηνή Κυρίου. 26 και είπαμεν ποιήσαι ούτω. 28 και είπομεν· εάν γένηταί ποτε και λαλήσωσι προς ημάς και ταις γενεαίς ημών αύριον. του οικοδομήσαι τον βωμόν τούτον ουχ ένεκεν καρπωμάτων ουδέ ένεκεν θυσιών. του λατρεύειν λατρείαν Κυρίου εναντίον αυτού. 29 μη γένοιτο ουν ημάς αποστραφήναι από Κυρίου εν τη σήμερον ημέρα αποστήναι από Κυρίου. αλλά μαρτύριόν εστιν ανά μέσον υμών και ανά μέσον ημών και ανά μέσον των υιών ημών. 24 αλλ' ένεκεν ευλαβείας ρήματος εποιήσαμεν τούτο λέγοντες· ίνα μη είπωσιν αύριον τα τέκνα υμών τοις τέκνοις ημών. τι υμίν και Κυρίω τω Θεω Ισραήλ. και απαλλοτριώσουσιν οι υιοί υμών τους υιούς ημών. και έσται εάν αποστήτε σήμερον από Κυρίου. 21 Και απεκρίθησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή και ελάλησαν τοις χιλιάρχοις Ισραήλ λέγοντες· 22 ο Θεός Θεός Κύριός εστι. 27 αλλ' ίνα ή τούτο μαρτύριον ανά μέσον ημών και υμών και ανά μέσον των γενεών ημών μεθ' ημάς. 20 ουκ ιδού Άχαρ ο του Ζαρά πλημμελεία επλημμέλησεν από του αναθέματος και επί πάσαν συναγωγήν Ισραήλ εγενήθη οργή. διάβητε εις την γην της Κυρίου κατασχέσεως. και κατακληρονομήσατε εν ημίν· και μη από Θεού αποστάται γενήθητε και υμείς μηδ' απόστητε από Κυρίου δια το οικοδομήσαι υμάς βωμόν έξω του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού ημών. 18 και υμείς απεστράφητε σήμερον από Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκαθαρίσθημεν απ' αυτού έως της ημέρας ταύτης και εγενήθη πληγή εν τη συναγωγή Κυρίου. 25 και όρια έθηκε Κύριος ανά μέσον ημών και υμών τον Ιορδάνην. 19 και νυν ει μικρά η γη υμών της κατασχέσεως υμών. και Ισραήλ αυτός γνώσεται· ει εν αποστασία επλημμελήσαμεν έναντι του Κυρίου. εν τοις καρπώμασιν ημών και εν ταις θυσίαις ημών και εν ταις θυσίαις των σωτηρίων ημών· και ουκ ερούσι τα τέκνα υμών τοις τέκνοις ημών αύριον· ουκ έστιν υμίν μερίς Κυρίου. ωστε οικοδομήσαι ημάς θυσιαστήριον τοις καρπώμασι και ταις θυσίαις Σαλαμίν και τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 393 .

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυσία του σωτηρίου. διότι ουκ επλημμελήσατε εναντίον Κυρίου πλημμέλειαν και ότι ερρύσασθε τους υιούς Ισραήλ εκ χειρός Κυρίου. και κατώκησαν επ' αυτής. 33 και ήρεσε τοις υιοίς Ισραήλ. 34 και επωνόμασεν Ιησούς τον βωμόν των Ρουβήν και των Γάδ και του ημίσους φυλής Μανασσή και είπεν ότι μαρτύριόν εστιν ανά μέσον αυτών. 32 και απέστρεψε Φινεές ο ιερεύς και οι άρχοντες από των υιών Ρουβήν και από των υιών Γάδ και από του ημίσους φυλής Μανασσή εκ της Γαλαάδ εις γην Χαναάν προς τους υιούς Ισραήλ και απεκρίθησαν αυτοίς τους λόγους. και ελάλησαν προς τους υιούς Ισραήλ. 4 ίδετε ότι επέρριφα υμίν τα έθνη τα καταλελειμμένα υμίν ταύτα εν τοις κλήροις εις τας φυλάς υμών· από του Ιορδάνου πάντα τα έθνη. ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ εγένετο μεθ' ημέρας πλείους μετά το καταπαύσαι Κύριον τον Ισραήλ από πάντων των εχθρών αυτού κυκλόθεν. και ευλόγησαν τον Θεόν υιών Ισραήλ και είπαν μηκέτι αναβήναι προς αυτούς εις πόλεμον εξολοθρεύσαι την γην των υιών Ρουβήν και των υιών Γάδ και του ημίσους φυλής Μανασσή. ότι Κύριος ο Θεός υμών ο εκπολεμήσας υμίν. πλήν του θυσιαστηρίου Κυρίου. ότι Κύριος ο Θεός αυτών εστι. α εξωλόθρευσα. 2 και συνεκάλεσεν Ιησούς πάντας τους υιούς Ισραήλ και την γερουσίαν αυτών και τους άρχοντας αυτών και τους δικαστάς αυτών και τους γραμματείς αυτών και είπε προς αυτούς· εγώ γεγήρακα και προβέβηκα ταις ημέραις. 30 Και ακούσας Φινεές ο ιερεύς και πάντες οι άρχοντες της συναγωγής Ισραήλ. οί ήσαν μετ' αυτού. 5 Κύριος δε ο Θεός ημών ούτος εξολοθρεύσει αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 394 . και ήρεσεν αυτοίς. 31 και είπε Φινεές ο ιερεύς τοις υιοίς Ρουβήν και τοις υιοίς Γάδ και τω ημίσει φυλής Μανασσή· σήμερον εγνώκαμεν ότι μεθ' ημών Κύριος. και από της θαλάσσης της μεγάλης οριεί επί δυσμάς ηλίου. ους ελάλησαν οι υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γάδ και το ήμισυ φυλής Μανασσή. και Ιησούς πρεσβύτερος προβεβηκώς ταις ημέραις. ό εστιν εναντίον της σκηνής αυτού. τους λόγους. 3 υμείς δε εωράκατε όσα εποίησε Κύριος ο Θεός ημών πάσι τοις έθνεσι τούτοις από προσώπου ημών.

καθά ελάλησε Κύριος ο Θεός ημών υμίν. και έσονται υμίν εις παγίδας και εις σκάνδαλα και εις ήλους εν ταις πτέρναις υμών και εις βολίδας εν τοις οφθαλμοίς υμών. 9 και εξολοθρεύσει αυτούς Κύριος από προσώπου υμών έθνη μεγάλα και ισχυρά. ην ενετείλατο ημίν. ων είπε Κύριος ο Θεός ημών προς πάντα τα ανήκοντα ημίν. 7 όπως μη εισέλθητε εις τα έθνη τα καταλελειμμένα ταύτα. ούτως επάξει Κύριος ο Θεός εφ' υμάς πάντα τα ρήματα τα πονηρά έως αν εξολοθρεύση υμάς από της γης της αγαθής ταύτης. έως αν απόλωνται. 15 και έσται ον τρόπον ήκει προς ημάς πάντα τα ρήματα τα καλά. 12 εάν γαρ αποστραφήτε και προσθήσθε τοις υπολειφθείσιν έθνεσι τούτοις τοις μεθ' υμών και επιγαμίας ποιήσητε προς αυτούς και συγκαταμιγήτε αυτοίς και αυτοί υμίν. έως αν εξολοθρεύση αυτούς και τους βασιλείς αυτών από προσώπου υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ από προσώπου ημών. ίνα μη εκκλίνητε εις δεξιά ή ευώνυμα. και κατακληρονομήσετε την γην αυτών. 16 εν τω παραβήναι υμάς την διαθήκην Κυρίου του Θεού ημών. ότι Κύριος ο Θεός ημών ούτος εξεπολέμει υμίν. ης έδωκε Κύριος υμίν. καθά και πάντες οι επί της γης. ην έδωκεν υμίν Κύριος ο Θεός υμών. και ουδείς αντέστη κατενώπιον ημών έως της ημέρας ταύτης. έως αν απόλησθε από της γης της αγαθής ταύτης. και αποστελεί αυτοίς τα θηρία τα άγρια. 13 γινώσκετε ότι ου μη προσθή Κύριος του εξολοθρεύσαι τα έθνη ταύτα από προσώπου υμών. ου διεφώνησεν εξ αυτών. διότι ουκ έπεσεν εις λόγος από πάντων των λόγων. και γνώσεσθε τη καρδία υμών και τη ψυχή υμών. και πορευθέντες λατρεύσητε θεοίς ετέροις και προσκυνήσητε αυτοίς. 11 και φυλάξασθε σφόδρα του αγαπάν Κύριον τον Θεόν ημών. 8 αλλά Κυρίω τω Θεω υμών προσκολληθήσεσθε. 14 εγώ δε αποτρέχω την οδόν. 10 εις υμών εδίωξε χιλίους. καθάπερ εποιήσατε έως της ημέρας ταύτης. και τα ονόματα των θεών αυτών ουκ ονομασθήσεται εν υμίν. καθάπερ είπεν ημίν. 6 κατισχύσατε ουν σφόδρα φυλάσσειν και ποιείν πάντα τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω του νόμου Μωυσή. α ελάλησε Κύριος εφ' υμάς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 395 . ουδέ μη λατρεύσητε ουδέ μη προσκυνήσητε αυτοίς.

και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 396 . και εκάλυψεν αυτούς. 7 και ανεβοήσαμεν προς Κύριον. οίς εποίησεν εν αυτοίς. και Ιακώβ και οι υιοί αυτού κατέβησαν εις Αίγυπτον και εγένοντο εκεί εις έθνος μέγα και πολύ και κραταιόν. και ελάτρευσαν θεοίς ετέροις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ συνήγαγεν Ιησούς πάσας φυλάς Ισραήλ εις Σηλώ και συνεκάλεσε τους πρεσβυτέρους αυτών και τους γραμματείς αυτών και τους δικαστάς αυτών και έστησεν αυτούς απέναντι του Θεού. 11 και διέβητε τον Ιορδάνην και παρεγενήθητε εις Ιεριχώ· και επολέμησαν προς ημάς οι κατοικούντες Ιεριχώ. και κατεκληρονομήσατε την γην αυτών και εξωλοθρεύσατε αυτούς από προσώπου υμών. και κατεδίωξαν οι Αιγύπτιοι οπίσω των πατέρων ημών εν άρμασι και εν ίπποις εις την θάλασσαν την ερυθράν. 3 και έλαβον τον πατέρα υμών τον Αβραάμ εκ του πέραν του ποταμού και ωδήγησα αυτόν εν πάση τη γη και επλήθυνα αυτού σπέρμα 4 και έδωκα αυτω τον Ισαάκ. 5 και επάταξε Κύριος την Αίγυπτον εν σημείοις. ο Αμορραίος και ο Χαναναίος και ο Φερεζαίος και ο Ευαίος και ο Ιεβουσαίος και ο Χετταίος και ο Γεργεσαίος. και εισήλθατε εις την θάλασσαν την ερυθράν. Θάρα ο πατήρ Αβραάμ και ο πατήρ Ναχώρ. και παρέδωκεν αυτούς. και εξείλατο υμάς εκ χειρών αυτών. και ευλογίαις ευλόγησεν υμάς. 8 και ήγαγεν ημάς εις γην Αμορραίων των κατοικούντων πέραν του Ιορδάνου. 12 και εξαπέστειλε προτέραν υμών την σφηκιάν. και εκάκωσαν αυτούς οι Αιγύπτιοι. και είδοσαν οι οφθαλμοί υμών όσα εποίησε Κύριος εν γη Αιγύπτω. 2 και είπεν Ιησούς προς πάντα τον λαόν· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· πέραν του ποταμού παρώκησαν οι πατέρες υμών το απ' αρχής. και τω Ισαάκ τον Ιακώβ και τον Ησαύ· και έδωκα τω Ησαύ το όρος το Σηείρ κληρονομήσαι αυτω. και έδωκε νεφέλην και γνόφον αναμέσον ημών και αναμέσον των Αιγυπτίων και επήγαγεν επ' αυτούς την θάλασσαν. και ήτε εν τη ερήμω ημέρας πλείους. και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις τας χείρας υμών. 9 και ανέστη Βαλάκ ο του Σεπφώρ βασιλεύς Μωάβ και παρετάξατο τω Ισραήλ και αποστείλας εκάλεσε τον Βαλαάμ αράσασθαι ημίν· 10 και ουκ ηθέλησε Κύριος ο Θεός σου απολέσαι σε. 6 και μετά ταύτα εξήγαγε τους πατέρας ημών εξ Αιγύπτου. και παρετάξαντο υμίν και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις τας χείρας υμών.

και κατωκίσθητε εν αυταίς· και αμπελώνας και ελαιώνας. 19 και είπεν Ιησούς προς τον λαόν· ου μη δύνησθε λατρεύειν Κυρίω. 25 και διέθετο Ιησούς διαθήκην προς τον λαόν εν τη ημέρα εκείνη και έδωκεν αυτω νόμον και κρίσιν εν Σηλώ ενώπιον της σκηνής του Θεού Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξαπέστειλεν αυτούς από προσώπου υμών. 15 ει δε μη αρέσκει υμίν λατρεύειν Κυρίω.τι ελάλησε προς υμάς σήμερον· και ούτος έσται εν υμίν εις μαρτύριον επ' εσχάτων των ημερών. ους παρήλθομεν δι' αυτών. είτε τοις θεοίς των πατέρων υμών. και λατρεύσατε αυτω εν ευθύτητι και εν δικαιοσύνη και περιέλεσθε τους θεούς τους αλλοτρίους. 16 Και αποκριθείς ο λαός είπε· μη γένοιτο ημίν καταλιπείν Κύριον. ους ουκ εφυτεύσατε υμείς. και ζηλώσας ούτος ουκ ανήσει τα αμαρτήματα υμών και τα ανομήματα υμών· 20 ηνίκα αν εγκαταλίπητε Κύριον και λατρεύσητε θεοίς ετέροις. οίς ελάτρευσαν οι πατέρες ημών εν τω πέραν του ποταμού και εν Αιγύπτω. ότι αυτός ακήκοε πάντα τα λεχθέντα αυτω υπό Κυρίου. τίνι λατρεύσητε. αυτός Θεός εστιν· αυτός ανήγαγεν ημάς και τους πατέρας ημών εξ Αιγύπτου και διεφύλαξεν ημάς εν πάση τη οδω. ότι ο Θεός άγιός εστι. και πόλεις. 21 και είπεν ο λαός προς Ιησούν· ουχί. είτε τοις θεοίς των Αμορραίων. ουκ εν τη ρομφαία σου ουδέ εν τω τόξω σου. εκλέξασθε υμίν αυτοίς σήμερον. 14 και νυν φοβήθητε Κύριον. τοις εν τω πέραν του ποταμού. εφ' ην ουκ εκοπιάσατε επ ‘ αυτής. αλλά Κυρίω λατρεύσομεν. ότι υμείς εξελέξασθε Κυρίω λατρεύειν αυτω. ή επορεύθημεν εν αυτη. 27 και είπεν Ιησούς προς τον λαόν· ιδού ο λίθος ούτος έσται εν υμίν εις μαρτύριον. 13 και έδωκεν υμίν γην. 22 και είπεν Ιησούς προς τον λαόν· μάρτυρες υμείς καθ' υμών. 17 Κύριος ο Θεός ημών. ας ουκ ωκοδομήκατε. έδεσθε. ότι άγιός εστι. αλλά και ημείς λατρεύσομεν Κυρίω· ούτος γαρ Θεός ημών εστι. 24 και είπεν ο λαός προς Ιησούν· Κυρίω λατρεύσομεν και της φωνής αυτού ακουσόμεθα. 26 και έγραψε τα ρήματα ταύτα εις βιβλίον νόμων του Θεού· και έλαβε λίθον μέγαν και έστησεν αυτόν Ιησούς υπό την τερέμινθον απέναντι Κυρίου. και λατρεύσατε Κυρίω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 397 . ό. και επελθών κακώσει υμάς και εξαναλώσει υμάς ανθ' ων εύ εποίησεν υμάς. 18 και εξέβαλε Κύριος τον Αμορραίον και πάντα τα έθνη τα κατοικούντα την γην από προσώπου ημών. 23 και νυν περιέλεσθε τους θεούς τους αλλοτρίους τους εν υμίν και ευθύνατε την καρδίαν υμών προς Κύριον Θεόν Ισραήλ. δώδεκα βασιλείς των Αμορραίων. εν οίς υμείς κατοικείτε επί της γης αυτών· εγώ δε και η οικία μου λατρεύσομεν Κυρίω. ωστε λατρεύειν θεοίς ετέροις. και εν πάσι τοις έθνεσιν.

33 και εγένετο μετά ταύτα και Ελεάζαρ υιος Ααρών ο αρχιερεύς ετελεύτησε και ετάφη εν Γαβαάρ Φινεές του υιού αυτού. 31 και έθαψαν αυτόν προς τοις ορίοις του κλήρου αυτού εν Θαμνασασάχ εν τω όρει τω Εφραίμ από βορρά του όρους Γαάς· εκεί έθηκαν μετ' αυτού εις το μνήμα. 32 και τα οστά Ιωσήφ ανήγαγον οι υιοί Ισραήλ εξ Αιγύπτου και κατώρυξαν εν Σικίμοις. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 398 . ότε εξήγαγεν αυτούς εξ Αιγύπτου. και επορεύθησαν έκαστος εις τον τόπον αυτού. και εσέβοντο οι υιοί Ισραήλ την Αστάρτην και Ασταρώθ και τους θεούς των εθνών των κύκλω αυτών· και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις χείρας Εγλώμ τω βασιλεί Μωάβ. και Φινεές ιεράτευσεν αντί Ελεάζαρ του πατρός αυτού. οι δε υιοί Ισραήλ απήλθοσαν έκαστος εις τον τόπον αυτών και εις την εαυτών πόλιν. ου εκτήσατο Ιακώβ παρά των Αμορραίων των κατοικούντων εν Σικίμοις αμνάδων εκατόν και έδωκεν αυτήν Ιωσήφ εν μερίδι. 29 και ελάτρευσεν Ισραήλ τω Κυρίω πάσας τας ημέρας Ιησού και πάσας τας ημέρας των πρεσβυτέρων. 30 Και εγένετο μετ' εκείνα και απέθανεν Ιησούς υιος Ναυή δούλος Κυρίου εκατόν δέκα ετών. όσα εποίησε τω Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηνίκα αν ψεύσησθε Κυρίω τω Θεω μου. 28 και απέστειλεν Ιησούς τον λαόν. καθά συνέταξεν αυτοίς Κύριος. εις ό έθαψαν αυτόν εκεί. έως απέθανε και κατωρύγη εν Γαβαάρ τη εαυτού. ην έδωκεν αυτω εν τω όρει Εφραίμ. όσοι εφείλκυσαν τον χρόνον μετά Ιησού και όσοι είδοσαν πάντα τα έργα Κυρίου. εν τη μερίδι του αγρού. και εκυρίευσεν αυτών έτη δεκαοκτώ. τας μαχαίρας τας πετρίνας. και εκεί εισιν έως της σήμερον ημέρας. εν εκείνη τη ημέρα λαβόντες οι υιοί Ισραήλ την κιβωτόν του Θεού περιεφέροσαν εν εαυτοίς. εν αις περιέτεμε τους υιούς Ισραήλ εν Γαλγάλοις.

και άγουσιν αυτόν εις Ιερουσαλήμ. 11 και ανέβησαν εκείθεν προς τους κατοικούντας Δαβίρ· το δε όνομα της Δαβίρ ην έμπροσθεν Καριαθσεφάρ. 3 και είπεν Ιούδας τω Συμεών αδελφω αυτού· ανάβηθι μετ ‘ εμού εν τω κλήρω μου. 13 και προκατελάβετο αυτήν Γοθονιήλ υιος Κενέζ αδελφού Χάλεβ ο νεώτερος. 7 και είπεν Αδωνιβεζέκ· εβδομήκοντα βασιλείς τα άκρα των χειρών αυτών και τα άκρα των ποδών αυτών αποκεκομμένοι ήσαν συλλέγοντες τα υποκάτω της τραπέζης μου· καθώς ουν εποίησα. και πορεύσομαι καγώ μετά σου εν τω κλήρω σου. και έδωκεν αυτω Χάλεβ την Ασχά θυγατέρα αυτού εις γυναίκα. και παρέδωκε Κύριος τον Χαναναίον και τον Φερεζαίον εις τας χείρας αυτών. 9 και μετά ταύτα κατέβησαν οι υιοί Ιούδα πολεμήσαι προς τον Χαναναίον τον κατοικούντα την ορεινήν και το νότιον και την πεδινήν. 14 και εγένετο εν τη εισόδω αυτής και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 399 . 2 και είπε Κύριος· Ιούδας αναβήσεται. και κατέδραμον οπίσω αυτού και ελάβοσαν αυτόν και απέκοψαν τα άκρα των χειρών αυτού και τα άκρα τώ ποδών αυτού. και επορεύθη μετ ‘ αυτού Συμεών. 12 και είπε Χάλεβ· ος αν πατάξη την Πόλιν των γραμμάτων και προκαταλάβηται αυτήν. δώσω αυτω την Ασχά θυγατέρα μου εις γυναίκα. 6 και έφυγεν Αδωνιβεζέκ. 5 και κατέλαβον τον Αδωνιβεζέκ εν τη Βεζέκ και παρετάξαντο προς αυτόν και έκοψαν τον Χαναναίον και Φερεζαίον. 4 και ανέβη Ιούδας. ούτως ανταπέδωκέ μοι ο Θεός. 8 Και επολέμουν υιοί Ιούδα την Ιερουσαλήμ και κατελάβοντο αυτήν και επάταξαν αυτήν εν στόματι ρομφαίας και την πόλιν ενέπρησαν εν πυρί. 10 και επορεύθη Ιούδας προς τον Χαναναίον τον κατοικούντα εν Χεβρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΡΙΤΑΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο μετά την τελευτήν Ιησού και επηρώτων οι υιοί Ισραήλ δια του Κυρίου λέγοντες· τις αναβήσεται ημίν προς τους Χαναναίους αφηγούμενος του πολεμήσαι προς αυτούς. ιδού δέδωκα την γην εν χειρί αυτού. και απέθανεν εκεί. και εξήλθε Χεβρών εξ εναντίας· και το όνομα ην Χεβρών το πρότερον Καριαθαρβοκσεφέρ. Πόλις γραμμάτων. και παραταξώμεθα προς τους Χαναναίους. και επάταξαν τον Σεσσί και Αχιναάν και Θολμί. γεννήματα του Ενάκ. και έκοψαν αυτούς εν Βεζάκ εις δέκα χιλιάδας ανδρών.

21 και τον Ιεβουσαίον τον κατοικούντα εν Ιερουσαλήμ ουκ εκληρονόμησαν οι υιοί Βενιαμίν. 25 και έδειξεν αυτοίς την είσοδον της πόλεως. και έδωκεν αυτη Χάλεβ κατά την καρδίαν αυτής λύτρωσιν μετεώρων και λύτρωσιν ταπεινών. 15 και είπεν αυτω Ασχά· δος δη μοι ευλογίαν. ουδέ τους κατοικούντας Μαγεδώ ουδέ τα περίοικα αυτής και τας θυγατέρας αυτής. και εγόγγυζε και έκραξεν από του υποζυγίου· εις γην νότου εκδέδοσαί με. και κατώκησεν ο Ιεβουσαίος μετά των υιών Βενιαμίν εν Ιερουσαλήμ έως της ημέρας ταύτης. 27 και ουκ εξήρε Μανασσή την Βαιθσάν. και δώσεις μοι λύτρωσιν ύδατος. ουδέ τους κατοικούντας Ιεβλαάμ ουδέ τα περίοικα αυτής ουδέ τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 400 . και επάταξαν την πόλιν εν στόματι ρομφαίας. και Κύριος ην μετ ‘ αυτών. και εκάλεσε το όνομα της πόλεως Ανάθεμα. ότι Ρηχάβ διεστείλατο αυτοίς. ουδέ την Ασκάλωνα ουδέ τα όρια αυτής. καθώς ελάλησε Μωυσής. τον δε άνδρα και την συγγένειαν αυτού εξαπέστειλαν. και ιδού ανήρ εξεπορεύετο εκ της πόλεως· και έλαβον αυτόν και είπον αυτω· δείξον ημίν της πόλεως την είσοδον. ότι εις γην νότου εκδέδοσαί με. ουδέ τον κατοικούντα Βαλάκ ουδέ τα περίοικα αυτής ουδέ τας θυγατέρας αυτής. και είπεν αυτη Χάλεβ· τι εστί σοι. και ποιήσομεν μετά σου έλεος. ότι ουκ ηδυνάσθησαν εξολοθρεύσαι τους κατοικούντας την κοιλάδα. ουδέ τας θυγατέρας αυτής ουδέ τα περίοικα αυτής ουδέ την Θανάκ ουδέ τας θυγατέρας αυτής. ουδέ την Ακκαρών ουδέ τα όρια αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επέσεισεν αυτήν Γοθονιήλ του αιτήσαι παρά του πατρός αυτής αγρόν. ή εστι Σκυθών πόλις. 17 και επορεύθη Ιούδας μετά Συμεών του αδελφού αυτού και έκοψε τον Χαναναίον τον κατοικούντα Σεφέκ· και εξωλόθρευσεν αυτούς. και κατώκησαν μετά του λαού. 19 και ην Κύριος μετά Ιούδα και εκληρονόμησε το όρος. 23 και παρενέβαλον και κατεσκέψαντο Βαιθήλ· το δε όνομα της πόλεως ην έμπροσθεν Λουζά. 22 και ανέβησαν οι υιοί Ιωσήφ και γε αυτοί εις Βαιθήλ. 18 και ουκ εκληρονόμησεν Ιούδας την Γάζαν ουδέ τα όρια αυτής. ή εστιν επί καταβάσεως Αράδ. 24 και είδον οι φυλάσσοντες. 26 και επορεύθη ο ανήρ εις γην Χεττίν και ωκοδόμησεν εκεί πόλιν και εκάλεσε το όνομα αυτής Λουζά· τούτο όνομα αυτής έως της ημέρας ταύτης. 20 και έδωκαν τω Χάλεβ την Χεβρών. και εκληρονόμησεν εκείθεν τας τρεις πόλεις των υιών Ενάκ. ουδέ τους κατοικούντας Δώρ ουδέ τας θυγατέρας αυτής. 16 Και οι υιοί Ιοθόρ του Κιναίου του γαμβρού Μωυσή ανέβησαν εκ πόλεως των φοινίκων μετά των υιών Ιούδα εις την έρημον την ούσαν εν τω νότω Ιούδα. την Άζωτον ουδέ τα περισπόρια αυτής.

ότι ουκ ηδυνήθη εξάραι αυτόν. 32 και κατώκησεν ο Ασήρ εν μέσω του Χαναναίου του κατοικούντος την γην. ότι ουκ αφήκαν αυτόν καταβήναι εις την κοιλάδα. και εποίησε τον Χαναναίον εις φόρον και εξαίρων ουκ εξήρεν αυτόν. 33 και Νεφθαλί ουκ εξήρε τους κατοικούντας Βαιθσαμύς και τους κατοικούντας Βαιθανάθ. 35 και ήρξατο ο Αμορραίος κατοικείν εν τω όρει τω οστρακώδει. και εγένετο αυτω εις φόρον. αλλά τα γλυπτά αυτών συντρίψετε. τον Ασχαζί και τον Χελβά και τον Ναϊ και τον Ερεώ. 29 και Εφραίμ ουκ εξήρε τον Χαναναίον τον κατοικούντα εν Γαζέρ· και κατώκησεν ο Χαναναίος εν μέσω αυτού εν Γαζέρ και εγένετο εις φόρον. και ουκ εισηκούσατε της φωνής μου. και τους κατοικούντας Δώρ και τους κατοικούντας Σιδώνα και τους κατοικούντας Ααλάφ. 30 και Ζαβουλών ουκ εξήρε τους κατοικούντας Κέδρων. ουδέ τους κατοικούντας Δωμανά· και κατώκησεν ο Χαναναίος εν μέσω αυτών και εγένετο αυτω εις φόρον. και κατώκησε Νεφθαλί εν μέσω του Χαναναίου του κατοικούντος την γην· οι δε κατοικούντες Βαιθσαμύς και την Βαιθενέθ εγένοντο αυτοίς εις φόρον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυγατέρας αυτής· και ήρξατο ο Χαναναίος κατοικείν εν τη γη ταύτη. και εγενήθη αυτοίς εις φόρον. 31 και Ασήρ ουκ εξήρε τους κατοικούντας Ακχώ. 36 και το όριον του Αμορραίου από της αναβάσεως Ακραβίν από της Πέτρας και επάνω. ην ώμοσα τοις πατράσιν υμών. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ανέβη άγγελος Κυρίου από Γαλγάλ επί τον Κλαυθμώνα και επί Βαιθήλ και επί τον οίκον Ισραήλ και είπε προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ανεβίβασα υμάς εξ Αιγύπτου και εισήγαγον υμάς εις την γην. 28 και εγένετο ότε ενίσχυσεν Ισραήλ. 34 και εξέθλιψεν ο Αμορραίος τους υιούς Δάν εις το όρος. εν τω Μυρσινώνι και εν Θαλαβίν· και εβαρύνθη η χείρ οίκου Ιωσήφ επί τον Αμορραίον. τα θυσιαστήρια αυτών καθελείτε. και είπα· ου διασκεδάσω την διαθήκην μου την μεθ ‘ υμών εις τον αιώνα· 2 και υμείς ου διαθήσεσθε διαθήκην τοις εγκαθημένοις εις την γην ταύτην. ουδέ τοις θεοίς αυτών προσκυνήσετε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 401 . εν ω αι άρκοι και εν ω αι αλώπεκες.

υιος εκατόν δέκα ετών. 8 και ετελεύτησεν Ιησούς υιος Ναυή δούλος Κυρίου. όσοι έγνωσαν παν το έργον Κυρίου το μέγα. εν όρει Εφραίμ από βορρά του όρους Γαάς. 12 και εγκατέλιπον τον Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών τον εξαγαγόντα αυτούς εκ γης Αιγύπτου και επορεύθησαν οπίσω θεών ετέρων από των θεών των εθνών των περικύκλω αυτών και προσεκύνησαν αυτοίς και παρώργισαν τον Κύριον 13 και εγκατέλιπον αυτόν και ελάτρευσαν τω Βάαλ και ταις Αστάρταις. ότι παρεκλήθη Κύριος από του στεναγμού αυτών από προσώπου των πολιορκούντων αυτούς και εκθλιβόντων αυτούς. 18 και ότι ήγειρε Κύριος αυτοίς κριτάς. ό εποίησεν εν τω Ισραήλ. 6 Και εξαπέστειλεν Ιησούς τον λαόν. 15 εν πάσιν. και ουκ ηδυνήθησαν έτι αντιστήναι κατά πρόσωπον των εχθρών αυτών. οί ουκ έγνωσαν τον Κύριον και γε το έργον. και χείρ Κυρίου ην επ ‘ αυτούς εις κακά. 4 και εγένετο ως ελάλησεν ο άγγελος Κυρίου τους λόγους τούτους προς πάντας υιούς Ισραήλ. και ην Κύριος μετά του κριτού και έσωσεν αυτούς εκ χειρός εχθρών αυτών πάσας τας ημέρας του κριτού. και εξέθλιψεν αυτούς σφόδρα. και έσωσεν αυτούς Κύριος εκ χειρός των προνομευόντων αυτούς. και ήλθεν ανήρ εις την κληρονομίαν αυτού κατακληρονομήσαι την γην. 5 και επωνόμασαν το όνομα του τόπου εκείνου. και γε των κριτών ουχ υπήκουσαν. 11 Και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και ελάτρευσαν τοις Βααλίμ. ουκ εποίησαν ούτως. και οι θεοί αυτών έσονται υμίν εις σκάνδαλον. οίς επορεύοντο. 9 και έθαψαν αυτόν εν ορίω της κληρονομίας αυτού εν Θαμναθαρές. Κλαυθμώνες· και εθυσίασαν εκεί τω Κυρίω. 16 και ήγειρε Κύριος κριτάς. 7 και εδούλευσεν ο λαός τω Κυρίω πάσας τας ημέρας Ιησού και πάσας τας ημέρας των πρεσβυτέρων. 19 και εγένετο ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 402 . 14 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ισραήλ και παρέδωκεν αυτούς εις χείρας προνομευόντων. και επήραν ο λαός την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. 3 καγώ είπον· ου μη εξάρω αυτούς εκ προσώπου υμών. και ανέστη γενεά ετέρα μετ ‘ αυτούς. ό εποίησεν εν τω Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι ταύτα εποιήσατε. και κατεπρονόμευσαν αυτούς· και απέδοτο αυτούς εν χερσί των εχθρών αυτών κυκλόθεν. όσοι εμακροημέρευσαν μετά Ιησού. 17 ότι εξεπόρνευσαν οπίσω θεών ετέρων και προσεκύνησαν αυτοίς· και εξέκλιναν ταχύ εκ της οδού. 10 και γε πάσα η γενεά εκείνη προσετέθησαν προς τους πατέρας αυτών. καθώς ελάλησε Κύριος και καθώς ώμοσε Κύριος αυτοίς. και έσονται υμίν εις συνοχάς. ης επορεύθησαν οι πατέρες αυτών του εισακούειν των λόγων Κυρίου.

και απέστρεψαν και πάλιν διέφθειραν υπέρ τους πατέρας αυτών πορεύεσθαι οπίσω θεών ετέρων. ον τρόπον εφύλαξαν οι πατέρες αυτών. α αφήκε Κύριος αυτά ωστε πειράσαι εν αυτοίς τον Ισραήλ. λατρεύειν αυτοίς και προσκυνείν αυτοίς· ουκ απέρριψαν τα επιτηδεύματα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέθνησκεν ο κριτής. 5 και οι υιοί Ισραήλ κατώκησαν εν μέσω του Χαναναίου και του Χετταίου και του Αμορραίου και του Φερεζαίου και του Ευαίου και του Ιεβουσαίου 6 και έλαβον τας θυγατέρας αυτών εαυτοίς εις γυναίκας και τας θυγατέρας αυτών έδωκαν τοις υιοίς αυτών και ελάτρευσαν τοις θεοίς αυτών. γνώναι ει ακούσονται τας εντολάς Κυρίου. ή ου. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ταύτα τα έθνη. και εδούλευσαν οι υιοί Ισραήλ τω Χουσαρσαθαίμ έτη οκτώ. 23 και αφήκε Κύριος τα έθνη ταύτα του μη εξάραι αυτά το τάχος και ου παρέδωκεν αυτά εν χειρί Ιησού. 20 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ισραήλ και είπεν· ανθ ‘ ων όσα εγκατέλιπον το έθνος τούτο την διαθήκην μου. πάντας τους μη εγνωκότας τους πολέμους Χαναάν. ας ενετείλατο τοις πατράσιν αυτών εν χειρί Μωυσή. του πειράσαι εν αυτοίς τον Ισραήλ. πλήν οι έμπροσθεν αυτών ουκ έγνωσαν αυτά· 3 τας πέντε σατραπείας των αλλοφύλων και πάντα τον Χαναναίον και τον Σιδώνιον και τον Ευαίον τον κατοικούντα τον Λίβανον από του όρους του Αερμών έως Λαβωεμάθ. 8 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ισραήλ και απέδοτο αυτούς εν χειρί Χουσαρσαθαίμ βασιλέως Συρίας ποταμών. ην ενετειλάμην τοις πατράσιν αυτών. 9 και εκέκραξαν οι υιοί Ισραήλ προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 403 . και τας οδούς αυτών τας σκληράς. ων κατέλιπεν Ιησούς υιος Ναυή εν τη γη 22 και αφήκε. ει φυλάσσονται την οδόν Κυρίου πορεύεσθαι εν αυτη. 2 πλήν δια τας γενεάς υιών Ισραήλ του διδάξαι αυτούς πόλεμον. και ουκ εισήκουσαν της φωνής μου. 21 και εγώ ου προσθήσω του εξάραι άνδρα εκ προσώπου αυτών από των εθνών. 7 Και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ το πονηρόν εναντίον Κυρίου και επελάθοντο Κυρίου του Θεού αυτών και ελάτρευσαν τοις Βααλίμ και τοις άλσεσι. 4 και εγένετο ωστε πειράσαι εν αυτοίς τον Ισραήλ.

και αυτός εκάθητο εν τω υπερώω τω θερινω τω εαυτού μονώτατος. και εξαπέστειλαν οι υιοί Ισραήλ δώρα εν χειρί αυτού τω Εγλώμ βασιλεί Μωάβ. και εκραταιώθη χείρ αυτού επί τον Χουσαρσαθαίμ. και έσωσεν αυτούς. σπιθαμής το μήκος αυτής. 16 και εποίησεν εαυτω Αώδ μάχαιραν δίστομον. 12 Και προσέθεντο οι υιοί Ισραήλ ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριον· και ήγειρε Κύριος σωτήρα τω Ισραήλ. και έκρινε τον Ισραήλ. και είπεν Εγλώμ προς αυτόν· σιώπα· και εξαπέστειλεν αφ ‘ εαυτού πάντας τους εφεστώτας επ ‘ αυτόν. 17 και επορεύθη και προσήνεγκε τα δώρα τω Εγλώμ βασιλεί Μωάβ· και Εγλώμ ανήρ αστείος σφόδρα. και περιεζώσατο αυτήν υπό τον μανδύαν επί τον μηρόν αυτού τον δεξιόν. και είπαν· μη ποτε αποκενοί τους πόδας αυτού εν τω ταμείω τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 404 . 14 και εδούλευσαν οι υιοί Ισραήλ τω Εγλώμ βασιλεί Μωάβ έτη δεκαοκτώ. ότι ουκ εξέσπασε την μάχαιραν εκ της κοιλίας αυτού. 18 και εγένετο ηνίκα συνετέλεσεν Αώδ προσφέρων τα δώρα. τον Γοθονιήλ υιόν Κενέζ αδελφού Χάλεβ τον νεώτερον υπέρ αυτόν. 20 και Αώδ εισήλθε προς αυτόν. και είπεν Αώδ· λόγος μοι κρύφιος προς σε. και επέκλεισε το στέαρ κατά της φλογός. και ενίσχυσε Κύριος τον Εγλώμ βασιλέα Μωάβ επί τον Ισραήλ δια το πεποιηκέναι αυτούς το πονηρόν έναντι Κυρίου. 21 και εγένετο άμα τω αναστήναι αυτόν και εξέτεινεν Αώδ την χείρα την αριστεράν αυτού και έλαβε την μάχαιραν επάνωθεν του μηρού αυτού του δεξιού και ενέπηξεν αυτήν εν τη κοιλία αυτού 22 και επεισήνεγκε και γε την λαβήν οπίσω της φλογός. 13 και συνήγαγε προς εαυτόν πάντας τους υιούς Αμμών και Αμαλήκ και επορεύθη και επάταξε τον Ισραήλ και εκληρονόμησε την πόλιν των φοινίκων. βασιλεύ· και εξανέστη από του θρόνου Εγλώμ εγγύς αυτού. βασιλεύ. 11 και ησύχασεν η γη έτη τεσσαράκοντα· και απέθανε Γοθονιήλ υιος Κενέζ. και είπεν Αώδ· λόγος Θεού μοι προς σε. 23 και εξήλθεν Αώδ την προστάδα και εξήλθε τους διατεταγμένους και απέκλεισε τας θύρας του υπερώου κατ ‘ αυτού και εσφήνωσε· 24 και αυτός εξήλθε. και οι παίδες αυτού εισήλθον και είδον και ιδού αι θύραι του υπερώου εσφηνωμέναι. και εξήλθεν εις πόλεμον προς Χουσαρσαθαίμ· και παρέδωκε Κύριος εν χειρί αυτού τον Χουσαρσαθαίμ βασιλέα Συρίας ποταμών. άνδρα αμφοτεροδέξιον. και εξαπέστειλε τους φέροντας τα δώρα· 19 και αυτός υπέστρεψεν από των γλυπτών των μετά της Γαλγάλ. 10 και εγένετο επ ‘ αυτόν πνεύμα Κυρίου. 15 και εκέκραξαν οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον· και ήγειρεν αυτοίς σωτήρα τον Αώδ υιόν Γηρά υιόν του Ιεμενί.

και ιδού ουκ έστιν ο ανοίγων τας θύρας του υπερώου· και έλαβον την κλείδα και ήνοιξαν. και ουκ αφήκεν άνδρα διαβήναι. 31 Και μετ ‘ αυτόν ανέστη Σαμεγάρ υιος Δινάχ και επάταξε τους αλλοφύλους εις εξακοσίους άνδρας εν τω αροτρόποδι των βοών· και έσωσε και γε αυτός τον Ισραήλ. 2 και απέδοτο τους υιούς Ισραήλ Κύριος εν χειρί Ιαβίν βασιλέως Χαναάν. 4 και Δεββώρα γυνή προφήτις γυνή Λαφιδώθ. 5 και αυτή εκάθητο υπό φοίνικα Δεββώρα ανά μέσον της Ραμά και ανά μέσον της Βαιθήλ εν τω όρει Εφραίμ. ος εβασίλευσεν εν Ασώρ· και ο άρχων της δυνάμεως αυτού Σισάρα. 29 και επάταξαν την Μωάβ τη ημέρα εκείνη ωσεί δέκα χιλιάδας ανδρών. και ου διεσώθη ο ανήρ. και αυτός έμπροσθεν αυτών. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ προσέθεντο οι υιοί Ισραήλ ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου· και Αώδ απέθανε. και αυτός κατώκει εν Αρισώθ των εθνών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θερινω. και ουκ ην ο προσνοών αυτω· και αυτός παρήλθε τα γλυπτά και διεσώθη εις Σετειρωθά. και κατέβησαν οπίσω αυτού και προκατελάβοντο τας διαβάσεις του Ιορδάνου της Μωάβ. και εσάλπισεν εν κερατίνη εν τω όρει Εφραίμ· και κατέβησαν συν αυτω οι υιοί Ισραήλ από του όρους. ότι παρέδωκε Κύριος ο Θεός τους εχθρούς ημών την Μωάβ εν χειρί ημών. παν λιπαρόν και πάντα άνδρα δυνάμεως. 27 και εγένετο ηνίκα ήλθεν Αώδ εις γην Ισραήλ. και ιδού ο κύριος αυτών πεπτωκώς επί την γην τεθνηκώς. 3 και εκέκραξαν οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον. ότι εννακόσια άρματα σιδηρά ην αυτω. 25 και υπέμειναν έως ησχύνοντο. και ανέβαινον προς αυτήν οι υιοί Ισραήλ εις κρίσιν. 26 και Αώδ διεσώθη έως εθορυβούντο. και έκρινεν αυτούς Αώδ έως ου απέθανε. 6 και απέστειλε Δεββώρα και εκάλεσε τον Βαράκ υιόν Αβινεέμ εκ Κάδης Νεφθαλί και είπε προς αυτόν· ουχί ενετείλατο Κύριος ο Θεός Ισραήλ σοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 405 . και ησύχασεν η γη ογδοήκοντα έτη. 28 και είπε προς αυτούς· κατάβητε οπίσω μου. και αυτός έθλιψε τον Ισραήλ κατά κράτος είκοσιν έτη. 30 και ενετράπη Μωάβ εν τη ημέρα εκείνη υπό χείρα Ισραήλ. αύτη έκρινε τον Ισραήλ εν τω καιρω εκείνω.

13 και εκάλεσε Σισάρα πάντα τα άρματα αυτού εννακόσια άρματα σιδηρά. και έσται εάν ανήρ έλθη προς σε και ερωτήση σε και είπη· ει έστιν ώδε ανήρ. 19 και είπε Σισάρα προς αυτήν· πότισόν με δη μικρόν ύδωρ. ότι ανέβη Βαράκ υιος Αβινεέμ εις όρος Θαβώρ. και κατέβη Βαράκ κατά το όρος Θαβώρ και δέκα χιλιάδες ανδρών οπίσω αυτού. κύριέ μου. 12 και ανηγγέλη Σισάρα. 18 και εξήλθεν Ιαήλ εις συνάντησιν Σισάρα και είπεν αυτω· έκκλινον. εν ή ευοδοί Κύριος τον άγγελον μετ ‘ εμού. ου πορεύσομαι· ότι ουκ οίδα την ημέραν. και ερείς· ουκ έστι. ότι αύτη η ημέρα. 20 και είπε προς αυτήν Σισάρα· στήθι δη επί την θύραν της σκηνής. 17 και Σισάρα έφυγε τοις ποσίν αυτού εις σκηνήν Ιαήλ γυναικός Χαβέρ εταίρου του Κιναίου. πορεύσομαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 406 . ου κατελείφθη έως ενός. ότι Κύριος εξελεύσεται έμπροσθέν σου. και περιέβαλεν αυτόν επιβολαίω. ην συ πορεύη. έκλινον προς με. 14 και είπε Δεββώρα προς Βαράκ· ανάστηθι. μη φοβού· και εξέκλινε προς αυτήν εις την σκηνήν. και πάντα τον λαόν τον μετ ‘ αυτού από Αρισώθ των εθνών εις τον χειμάρρουν Κισών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και απελεύση εις όρος Θαβώρ και λήψη μετά σεαυτού δέκα χιλιάδας ανδρών εκ των υιών Νεφθαλί και εκ των υιών Ζαβουλών. και εάν μη πορευθής. 7 και επάξω προς σε εις τον χειμάρρουν Κισών τον Σισάρα άρχοντα της δυνάμεως Ιαβίν και τα άρματα αυτού και το πλήθος αυτού και παραδώσω αυτόν εις χείράς σου. 9 και είπε· πορευομένη πορεύσομαι μετά σου· πλήν γίνωσκε ότι ουκ έσται το προτέρημά σου επί την οδόν. εν ή παρέδωκε Κύριος τον Σισάρα εν τη χειρί σου. ότι εν χειρί γυναικός αποδώσεται Κύριος τον Σισάρα. 15 και εξέστησε Κύριος τον Σισάρα και πάντα τα άρματα αυτού και πάσαν την παρεμβολήν αυτού εν στόματι ρομφαίας ενώπιον Βαράκ· και κατέβη Σισάρα επάνωθεν του άρματος αυτού και έφυγε τοις ποσίν αυτού. ή εστιν εχόμενα Κεδές. ότι ειρήνη ην αναμέσον Ιαβίν βασιλέως Ασώρ και αναμέσον του οίκου Χαβέρ του Κιναίου. 10 και εβόησε Βαράκ τον Ζαβουλών και τον Νεφθαλί εκ Κάδης. και ανέστη Δεββώρα και επορεύθη μετά του Βαράκ εκ Κάδης. και ανέβησαν κατά πόδας αυτού δέκα χιλιάδες ανδρών· και ανέβη Δεββώρα μετ ‘ αυτού. 11 και Χαβέρ ο Κιναίος εχωρίσθη από Καινά από των υιών Ιωβάβ γαμβρού Μωυσή και έπηξε την σκηνήν αυτού έως δρυός πλεονεκτούντων. 16 και Βαράκ διώκων οπίσω των αρμάτων και οπίσω της παρεμβολής έως Αρισώθ των εθνών· και έπεσε πάσα παρεμβολή Σισάρα εν στόματι ρομφαίας. και επότισεν αυτόν και περιέβαλεν αυτόν. ότι εδίψησα· και ήνοιξε τον ασκόν του γάλακτος. 8 και είπε προς αυτήν Βαράκ· εάν πορευθής μετ ‘ εμού.

έως ου ανέστη μήτηρ εν Ισραήλ. έως ου ανέστη Δεββώρα. 9 η καρδία μου εις τα διατεταγμένα τω Ισραήλ· οι εκουσιαζόμενοι εν λαω ευλογείτε Κύριον. έως ου εξωλόθρευσαν τον Ιαβίν βασιλέα Χαναάν. 11 διηγείσθε από φωνής ανακρουομένων ανά μέσον υδρευομένων· εκεί δώσουσι δικαιοσύνας Κυρίω. 22 και ιδού Βαράκ διώκων τον Σισάρα. 6 εν ημέραις Σαμεγάρ υιού Ανάθ. ευλογείτε Κύριον. γη εσείσθη και ο ουρανός έσταξε δρόσους. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ ήσαν Δεββώρα και Βαράκ υιος Αβινεέμ εν τη ημέρα εκείνη λέγοντες· 2 Απεκαλύφθη αποκάλυμμα εν Ισραήλ· εν τω εκουσιασθήναι λαόν. άσομαι. εξέλιπον. καθήμενοι επί κριτηρίου και πορευόμενοι επί οδούς συνέδρων εφ ‘ οδω. 23 και ετρόπωσεν ο Θεός τον Ιαβίν βασιλέα Χαναάν εν τη ημέρα εκείνη έμπροσθεν των υιών Ισραήλ. βασιλείς. και διεξήλθεν εν τη γη· και αυτός εξεστώς εσκοτώθη και απέθανε. εν τη εξόδω σου εν Σηείρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 407 . ψαλώ τω Κυρίω τω Θεω Ισραήλ. τούτο Σινά από προσώπου Κυρίου Θεού Ισραήλ. εν τω απαίρειν σε εξ αγρού Εδώμ. και ενωτίσασθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 21 και έλαβεν Ιαήλ γυνή Χαβέρ τον πάσσαλον της σκηνής και έθηκε την σφύραν εν τη χειρί αυτής και εισήλθε προς αυτόν εν κρυφή και έπηξε τον πάσσαλον εν τω κροτάφω αυτού. και αι νεφέλαι έσταξαν ύδωρ· 5 όρη εσαλεύθησαν από προσώπου Κυρίου Ελωϊ. 24 και επορεύετο χείρ των υιών Ισραήλ πορευομένη και σκληρυνομένη επί Ιαβίν βασιλέα Χαναάν. δικαιοσύνας αύξησον εν Ισραήλ. 10 επιβεβηκότες επί όνου θηλείας μεσημβρίας. επορεύθησαν οδούς διεστραμμένας· 7 εξέλιπον δυνατοί εν Ισραήλ. και εξήλθεν Ιαήλ εις συνάντησιν αυτω και είπεν αυτω· δεύρο και δείξω σοι τον άνδρα. 3 ακούσατε. και ιδού Σισάρα ερριμμένος νεκρός και ο πάσσαλος εν τω κροτάφω αυτού. εγώ ειμι. εν ημέραις Ιαήλ εξέλιπον οδούς και επορεύθησαν ατραπούς. σατράπαι· εγώ ειμι τω Κυρίω. και εισήλθε προς αυτήν. ον συ ζητείς. 4 Κύριε. 8 εξελέξαντο θεούς καινούς· τότε επολέμησαν πόλεις αρχόντων· θυρεός εάν οφθή και λόγχη εν τεσσαράκοντα χιλιάσιν εν Ισραήλ.

τω τραχήλω αυτού σκύλα. και αιχμαλώτισον αιχμαλωσίαν σου. 21 χειμάρρους Κισών εξέσυρεν αυτούς. 19 ήλθον αυτών βασιλείς. Ασήρ εκάθισε παραλίαν θαλασσών και επί διεξόδοις αυτού σκηνώσει. υιος Αβινεέμ. παρετάξαντο. 24 ευλογηθείη εν γυναιξίν Ιαήλ γυνή Χαβέρ του Κιναίου. 26 χείρα αυτής αριστεράν εις πάσσαλον εξέτεινε και δεξιάν αυτής εις σφύραν κοπιώντων και εσφυροκόπησε Σισάρα. ούτω Βαράκ εν κοιλάσιν απέστειλεν εν ποσίν αυτού. 16 εις τι εκάθισαν ανά μέσον της διγομίας του ακούσαι συρισμού αγγέλων. γάλα έδωκεν. και αυτή απέστρεψε λόγους αυτής εαυτη. 25 ύδωρ ήτησε. 14 εξ εμού Εφραίμ εξερρίζωσεν αυτούς εν τω Αμαλήκ· οπίσω σου Βενιαμίν εν τοις λαοίς σου. επικατάρατος πας ο κατοικών αυτήν. εις βοήθειαν εν δυνατοίς. τότε επολέμησαν βασιλείς Χαναάν εν Θαναάχ επί ύδατι Μαγεδδώ· δώρον αργυρίου ουκ έλαβον. 27 ανά μέσον των ποδών αυτής κατεκυλίσθη. καταράσθε. από γυναικών εν σκηναίς ευλογηθείη. βάμματα ποικιλτών αυτά. εξεγείρου. 23 καταράσθε Μηρώζ. ότι ουκ ήλθοσαν εις βοήθειαν Κυρίου. 12 εξεγείρου. εξεγείρου. 17 Γαλαάδ εν τω πέραν του Ιορδάνου εσκήνωσε· και Δάν εις τι παροικεί πλοίοις. 30 ουχ ευρήσουσιν αυτόν διαμερίζοντα σκύλα. 20 εξ ουρανού παρετάξαντο οι αστέρες. 15 και αρχηγοί εν Ισσάχαρ μετά Δεββώρας και Βαράκ. εις διαιρέσεις Ρουβήν μεγάλοι εξετασμοί καρδίας. οικτίρμων οικτειρήσει εις κεφαλήν ανδρός· σκύλα βαμμάτων τω Σισάρα. διότι ησχύνθη άρμα αυτού. σπουδή έσπευσαν ισχυροί αυτού. διήλωσε κεφαλήν αυτού και επάταξε. χειμάρρους Κισών· καταπατήσει αυτόν ψυχή μου δυνατή. έπεσε και εκοιμήθη· ανά μέσον των ποδών αυτής κατακλιθείς έπεσε· καθώς κατεκλίθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τότε κατέβη εις τας πόλεις λαός Κυρίου. λάλησον ωδήν· ανάστα Βαράκ. 29 αι σοφαί άρχουσαι αυτής απεκρίθησαν προς αυτήν. Δεββώρα. είπεν άγγελος Κυρίου. 31 ούτως απόλοιντο πάντες οι εχθροί σου. 13 τότε κατέβη κατάλειμμα τοις ισχυροίς. εξεγείρου. εκεί έπεσεν εξοδευθείς. χειμάρρους αρχαίων. 22 ότε ενεποδίσθησαν πτέρναι ίππου. εν λεκάνη υπερεχόντων προσήνεγκε βούτυρον. 28 δια της θυρίδος παρέκυψε μήτηρ Σισάρα εκτός του τοξικού. διήλωσε κρόταφον αυτού. Κύριε· και οι αγαπώντες αυτόν ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 408 . 18 Ζαβουλών λαός ωνείδισε ψυχήν αυτού εις θάνατον και Νεφθαλί επί ύψη αγρού. εν εμοί Μαχίρ κατέβησαν εξερευνώντες και από Ζαβουλών έλκοντες εν ράβδω διηγήσεως γραμματέως. εκ τρίβων αυτών παρετάξαντο μετά Σισάρα. διότι εχρόνισαν πόδες αρμάτων αυτού. σκύλα βαμμάτων ποικιλίας. λαός Κυρίου κατέβη αυτω εν τοις κραταιοίς. εις τας μερίδας Ρουβήν μεγάλοι εξικνούμενοι καρδίαν.

και ανέβαινον Μαδιάμ και Αμαλήκ. Κύριέ μου. 11 Και ήλθεν άγγελος Κυρίου και εκάθισεν υπό την τερέμινθον την εν Εφραθά την Ιωάς πατρός του Εσδρί. και ήρχοντο εις την γην Ισραήλ και διέφθειρον αυτήν. και οι υιοί ανατολών συνανέβαινον αυτοίς· και παρενέβαλον εις αυτούς 4 και κατέφθειραν τους καρπούς αυτών έως ελθείν εις Γάζαν και ου κατελείποντο υπόστασιν ζωής εν τη γη Ισραήλ ουδέ εν τοις ποιμνίοις ταύρον και όνον· 5 ότι αυτοί και αι κτήσεις αυτών ανέβαινον και αι σκηναί αυτών παρεγίνοντο καθώς ακρίς εις πλήθος. εν οίς υμείς κάθησθε εν τη γη αυτών· και ουκ εισηκούσατε της φωνής μου. και ει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 409 . και αυτοίς και ταις καμήλοις αυτών ουκ ην αριθμός. και έδωκεν αυτούς Κύριος εν χειρί Μαδιάμ επτά έτη. 7 και εβόησαν υιοί Ισραήλ προς Κύριον από προσώπου Μαδιάμ. 13 και είπε προς αυτόν Γεδεών· εν εμοί. ου φοβηθήσεσθε τους θεούς του Αμορραίου. 6 και επτώχευσεν Ισραήλ σφόδρα από προσώπου Μαδιάμ. 8 και εξαπέστειλε Κύριος άνδρα προφήτην προς τους υιούς Ισραήλ. 3 και εγένετο εάν έσπειραν οι υιοί Ισραήλ. ισχυρός των δυνάμεων. Και ησύχασεν η γη τεσσαράκοντα έτη. 12 και ώφθη αυτω ο άγγελος Κυρίου και είπε προς αυτόν· Κύριος μετά σου. και είπεν αυτοίς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· εγώ ειμι ος ανήγαγον υμάς εκ γης Αιγύπτου και εξήγαγον υμάς εξ οίκου δουλείας υμών 9 και ερρυσάμην υμάς εκ χειρός Αιγύπτου και εκ χειρός πάντων των θλιβόντων υμάς και εξέβαλον αυτούς εκ προσώπου υμών και έδωκα υμίν την γην αυτών 10 και είπα υμίν· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ εποίησαν οι υιοί Ισραήλ το πονηρόν ενώπιον Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ έξοδος ηλίου εν δυνάμει αυτού. και Γεδεών ο υιος αυτού ραβδίζων σίτον εν ληνω εις εκφυγείν από προσώπου του Μαδιάμ. 2 και ίσχυσε χείρ Μαδιάμ επί Ισραήλ· και εποίησαν εαυτοίς οι υιοί Ισραήλ από προσώπου Μαδιάμ τας τρυμαλιάς τας εν τοις όρεσι και τα σπήλαια και τα κρεμαστά.

14 και επέστρεψε προς αυτόν ο άγγελος Κυρίου και είπε· πορεύου εν τη ισχύϊ σου ταύτη και σώσεις τον Ισραήλ εκ χειρός Μαδιάμ· ιδού εξαπέστειλά σε. μη ουχί εξ Αιγύπτου ανήγαγεν ημάς Κύριος. 23 και είπεν αυτω Κύριος· ειρήνη σοι. ότι είδον τον άγγελον Κυρίου πρόσωπον προς πρόσωπον. μη φοβού. και είπε Γεδεών· α α. 27 και έλαβε Γεδεών δέκα άνδρας από των δούλων εαυτού και εποίησεν ον τρόπον ελάλησε προς αυτόν Κύριος· και εγενήθη ως εφοβήθη τον οίκον του πατρός αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 410 . 25 Και εγένετο εν τη νυκτί εκείνη και είπεν αυτω Κύριος· λαβέ τον μόσχον τον ταύρον. Κύριέ μου. 26 και οικοδομήσεις θυσιαστήριον τω Κυρίω τω Θεω σου επί κορυφήν του Μαουέκ τούτου εν τη παρατάξει και λήψη τον μόσχον τον δεύτερον και ανοίσεις ολοκαυτώματα εν τοις ξύλοις του άλσους. 24 και ωκοδόμησεν εκεί Γεδεών θυσιαστήριον τω Κυρίω και επεκάλεσεν αυτω Ειρήνη Κυρίου έως της ημέρας ταύτης. και το άλσος το επ ‘ αυτό ολοθρεύσεις. και που εστι πάντα τα θαυμάσια αυτού.τι ελάλησας μετ ‘ εμού. α διηγήσαντο ημίν οι πατέρες ημών λέγοντες. 21 και εξέτεινεν ο άγγελος Κυρίου το άκρον της ράβδου της εν τη χειρί αυτού και ήψατο των κρεών και των αζύμων. εν τίνι σώσω τον Ισραήλ. 15 και είπε προς αυτόν Γεδεών· εν εμοί. ιδού η χιλιάς μου ησθένησεν εν Μανασσή. 17 και είπε προς αυτόν Γεδεών· ει δη εύρον έλεος εν οφθαλμοίς σου και ποιήσεις μοι σήμερον παν ό. έτι αυτού όντος εν Εφραθά πατρός του Εσδρί. καθήσομαι έως του επιστρέψαι σε. και εγώ ειμι μικρότερος εν οίκω του πατρός μου. 18 μη χωρισθής εντεύθεν έως του ελθείν με προς σε. ου εξολοθρεύσεις. ου μη αποθάνης. εις τι εύρεν ημάς τα κακά ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έστι Κύριος μεθ ‘ ημών. 16 και είπε προς αυτόν ο άγγελος Κυρίου· Κύριος έσται μετά σου. και εξοίσω την θυσίαν και θύσω ενώπιόν σου. και ανέβη πυρ εκ της πέτρας και κατέφαγε τα κρέα και τους αζύμους· και ο άγγελος Κυρίου επορεύθη απ ‘ οφθαλμών αυτού. και νυν εξέρριψεν ημάς και έδωκεν ημάς εν χειρί Μαδιάμ. 20 και είπε προς αυτόν ο άγγελος του Θεού· λαβέ τα κρέα και τα άζυμα και θές προς την πέτραν εκείνην και τον ζωμόν εχόμενα έκχεε· και εποίησεν ούτως. 19 και Γεδεών εισήλθε και εποίησεν έριφον αιγών και οιφί αλεύρου άζυμα και τα κρέα έθηκεν εν τω κοφίνω και τον ζωμόν έβαλεν εν τη χύτρα και εξήνεγκεν αυτά προς αυτόν υπό την τερέμινθον και προσήγγισε. ος εστι τω πατρί σου. 22 και είδε Γεδεών ότι άγγελος Κυρίου ούτός εστι. και είπεν· εγώ ειμι. και μόσχον δεύτερον επταετή και καθελείς το θυσιαστήριον του Βάαλ ό εστι τω πατρί σου. Κύριέ μου Κύριε. και πατάξεις την Μαδιάμ ωσεί άνδρα ένα.

οί επανέστησαν αυτω· μη υμείς νυν δικάζεσθε υπέρ του Βάαλ. και το άλσος το επ ‘ αυτω ωλόθρευτο· και είδαν τον μόσχον τον δεύτερον. πλήρης λεκάνη ύ 39 και είπε Γεδεών προς τον Θεόν· μη δη οργισθήτω ο θυμός σου εν εμοί. ότι καθείλε το θυσιαστήριον αυτού. 31 και είπε Γεδεών υιος Ιωάς τοις ανδράσι πάσιν. γνώσομαι ότι σώσεις εν χειρί μου τον Ισραήλ. 29 και είπεν ανήρ προς τον πλησίον αυτού· τις εποίησε το ρήμα τούτο. ότι καθείλε το θυσιαστήριον του Βάαλ και ότι ωλόθρευσε το άλσος το επ ‘ αυτω. ος εάν δικάσηται αυτω. καθώς ελάλησας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 411 . και έσταξε δρόσος από του πόκου. 34 και πνεύμα Κυρίου ενεδυνάμωσε τον Γεδεών. και λαλήσω έτι άπαξ· πειράσω δη και γε έτι άπαξ εν τω πόκω. και εσάλπισεν εν κερατίνη και εφοβήθη Αβιέζερ οπίσω αυτού. 35 και αγγέλους απέστειλεν εις πάντα Μανασσή και εν Ασήρ και εν Ζαβουλών και εν Νεφθαλί και ανέβη εις συνάντησιν αυτών. και γενέσθω η ξηρασία επί τον πόκον μόνον. θανατωθήτω έως πρωϊ· ει Θεός εστι. ον ανήνεγκεν επί το θυσιαστήριον το ωκοδομημένον. και επεζήτησαν και ηρεύνησαν και έγνωσαν ότι Γεδεών υιος Ιωάς εποίησε το ρήμα τούτο. και επί πάσαν την γην γενηθήτω δρόσος. 32 και εκάλεσεν αυτό εν τη ημέρα εκείνη Ιεροβάαλ λέγων· δικαζέσθω εν αυτω ο Βάαλ. 33 και πάσα Μαδιάμ και Αμαλήκ και υιοί ανατολών συνήχθησαν επί το αυτό και παρενέβαλον εν τη κοιλάδι Ιεζραέλ. και εποίησε νυκτός. δικαζέσθω αυτω. 30 και είπαν οι άνδρες της πόλεως προς Ιωάς· εξένεγκε τον υιόν σου και αποθανέτω. και επί πάσαν την γην εγενήθη δρόσος. 28 και ώρθρισαν οι άνδρες της πόλεως το πρωϊ. 37 ιδού εγώ τίθημι τον πόκον του ερίου εν τη άλωνι· εάν δρόσος γένηται επί τον πόκον μόνον και επί πάσαν την γην ξηρασία. 40 και εποίησεν ο Θεός ούτως εν τη νυκτί εκείνη· και εγένετο ξηρασία επί τον πόκον μόνον. 38 και εγένετο ούτως· και ώρθρισε τη επαύριον και εξεπίασε τον πόκον. ότι καθηρέθη το θυσιαστήριον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και τους άνδρας της πόλεως του ποιήσαι ημέρας. 36 και είπε Γεδεών προς τον Θεόν· ει συ σώζεις εν χειρί μου τον Ισραήλ καθώς ελάλησας. ή υμείς σώσετε αυτόν. και ιδού καθήρητο το θυσιαστήριον του Βάαλ.

2 και είπε Κύριος προς Γεδεών· πολύς ο λαός ο μετά σου. ον εάν είπω προς σε· ούτος ου πορεύσεται μετά σου. 4 και είπε Κύριος προς Γεδεών· έτι ο λαός πολύς εστι· κατένεγκον αυτούς προς το ύδωρ. αυτός πορεύσεται συν σοί· και πας. ος αν λάψη τη γλώσση αυτού από του ύδατος ως εάν λάψη ο κύων. στήσεις αυτόν κατά μόνας. και τον πάντα άνδρα Ισραήλ εξαπέστειλεν άνδρα εις σκηνήν αυτού και τους τριακοσίους άνδρας κατίσχυσε. και η παρεμβολή Μαδιάμ ήσαν αυτού υποκάτω εν τη κοιλάδι. και πας ο λαός πορεύσονται ανήρ εις τον τόπον αυτού. 9 και εγενήθη εν τη νυκτί εκείνη και είπε προς αυτόν Κύριος· αναστάς κατάβηθι εν τη παρεμβολή. καταβήση εν τη παρεμβολή. 5 και κατήνεγκε τον λαόν προς το ύδωρ· και είπε Κύριος προς Γεδεών· πας. 6 και εγένετο ο αριθμός των λαψάντων εν χειρί αυτών προς το στόμα αυτών τριακόσιοι άνδρες. και παν το κατάλοιπον του λαού έκλιναν επί τα γόνατα αυτών πιείν ύδωρ. 8 και έλαβον τον επισιτισμόν του λαού εν χειρί αυτών και τας κερατίνας αυτών. και κατέβη αυτός και Φαρά το παιδάριον αυτού προς αρχήν των πεντήκοντα. τι λαλήσουσι· και μετά τούτο ισχύσουσιν αι χείρές σου. ούτος πορεύσεται συν σοί. ότι παρέδωκα αυτήν εν τη χειρί σου· 10 και ει φοβή συ καταβήναι. και δέκα χιλιάδες υπελείφθησαν. επιστρεφέτω και εκχωρείτω από όρους Γαλαάδ. 12 και Μαδιάμ και Αμαλήκ και πάντες οι υιοί ανατολών βεβλημένοι εν τη κοιλάδι ωσεί ακρίς εις πλήθος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΡΙΤΑΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ ώρθρισεν Ιεροβάαλ (αυτός εστι Γεδεών) και πας ο λαός μετ ‘ αυτού και παρενέβαλον επί πηγήν Αράδ. και επέστρεψεν από του λαού είκοσι και δύο χιλιάδες. ωστε μη παραδούναί με την Μαδιάμ εν χειρί αυτών. κατάβηθι συ και Φαρά το παιδάριόν σου εις την παρεμβολήν 11 και ακούση. και πας. ος εάν κλίνη επί τα γόνατα αυτού πιείν. και εκκαθαρώ σοι αυτόν εκεί· και έσται ον εάν είπω προς σε. και παρεμβολή Μαδιάμ ην αυτω από βορρά από Γαβαάθ Αμωρά εν κοιλάδι. οί ήσαν εν τη παρεμβολή. 7 και είπε Κύριος προς Γεδεών· εν τοις τριακοσίοις ανδράσι τοις λάψασι σώσω υμάς και δώσω την Μαδιάμ εν χειρί σου. μη ποτε καυχήσηται Ισραήλ επ ‘ εμέ λέγων· η χείρ μου έσωσέ με· 3 και νυν λάλησον δη εν ωσί του λαού λέγων· τις ο φοβούμενος και δειλός. και ταις καμήλοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 412 . αυτός ου πορεύσεται μετά σου.

αλλ ‘ ήσαν ως η άμμος η επί χείλους της θαλάσσης εις πλήθος. και έθηκε Κύριος την ρομφαίαν ανδρός εν τω πλησίον αυτού εν πάση τη παρεμβολή. 23 και έφυγεν η παρεμβολή έως Βηθσεεδτά Γαραγαθά έως χείλους Αβωμεουλά επί Ταβάθ. 25 και συνελάβοντο τους άρχοντας Μαδιάμ και τον ‘Ωρήβ και τον Ζήβ και απέκτειναν τον ‘Ωρήβ εν Σουρ και τον Ζήβ απέκτειναν εν Ιακεφζήφ και κατεδίωξαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 413 . 14 και απεκρίθη ο πλησίον αυτού και είπεν· ουκ έστιν αύτη ει μη ρομφαία Γεδεών υιού Ιωάς ανδρός Ισραήλ· παρέδωκεν ο Θεός εν χειρί αυτού την Μαδιάμ και πάσαν την παρεμβολήν. και έσται καθώς αν ποιήσω. και προσεκύνησε Κυρίω και υπέστρεψεν εις την παρεμβολήν Ισραήλ και είπεν· ανάστητε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών ουκ ην αριθμός. και ιδού ανήρ εξηγούμενος τω πλησίον αυτού ενύπνιον και είπεν· ιδού ενυπνιασάμην ενύπνιον. ούτω ποιήσετε· 18 και σαλπιώ εν τη κερατίνη εγώ. ότι παρέδωκε Κύριος εν χειρί ημών την παρεμβολήν Μαδιάμ. 22 και εσάλπισαν εν ταις τριακοσίαις κερατίναις. 19 και εισήλθε Γεδεών και οι εκατόν άνδρες οι μετ ‘ αυτού εν αρχή της παρεμβολής εν αρχή της φυλακής μέσης και εγείροντες ήγειραν τους φυλάσσοντας και εσάλπισαν εν ταις κερατίναις και εξετίναξαν τας υδρίας τας εν ταις χερσίν αυτών. και εβόησαν ανήρ Ισραήλ από Νεφθαλί και από Ασήρ και από παντός Μανασσή και εδίωξαν οπίσω Μαδιάμ. 13 και ήλθε Γεδεών. και ανέστρεψεν αυτήν άνω. και έπεσε. 15 και εγένετο ως ήκουσε Γεδεών την εξήγησιν του ενυπνίου και την σύγκρισιν αυτού. και έπεσεν η σκηνή. 24 και αγγέλους επέστειλε Γεδεών εν παντί όρει Εφραίμ λέγων· κατάβητε εις συνάντησιν Μαδιάμ και καταλάβετε εαυτοίς το ύδωρ έως Βαιθηρά και τον Ιορδάνην· και εβόησε πας ανήρ Εφραίμ και προκατελάβοντο το ύδωρ έως Βαιθηρά και τον Ιορδάνην. 20 και εσάλπισαν αι τρεις αρχαί εν ταις κερατίναις και συνέτριψαν τας υδρίας και εκράτησαν εν χερσίν αριστεραίς αυτών τας λαμπάδας και εν χερσί δεξιαίς αυτών τας κερατίνας του σαλπίζειν και ανέκραξαν· ρομφαία τω Κυρίω και τω Γεδεών. και ιδού μαγίς άρτου κριθίνου στρεφομένη εν τη παρεμβολή Μαδιάμ και ήλθεν έως της σκηνής και επάταξεν αυτήν. 21 και έστησεν ανήρ εφ ‘ εαυτω κύκλω της παρεμβολής. 16 και διείλε τους τριακοσίους άνδρας εις τρεις αρχάς και έδωκε κερατίνας εν χειρί πάντων και υδρίας κενάς και λαμπάδας εν ταις υδρίαις 17 και είπε προς αυτούς· απ ‘ εμού όψεσθε και ούτω ποιήσετε· και ιδού εγώ εισπορεύομαι εν αρχή της παρεμβολής. και πάντες μετ ‘ εμού σαλπιείτε εν ταις κερατίναις κύκλω όλης της παρεμβολής και ερείτε· τω Κυρίω και τω Γεδεών. και έδραμε πάσα η παρεμβολή και εσήμαναν και έφυγον.

και η παρεμβολή ην πεποιθυία. και εγώ αλοήσω τας σάρκας υμών εν ταις ακάνθαις της ερήμου και εν ταις Βαρκηνίμ. 10 και Ζεβεέ και Σελμανά εν Καρκάρ. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ είπαν προς Γεδεών ανήρ Εφραίμ· τι το ρήμα τούτο εποίησας ημίν του μη καλέσαι ημάς. 6 και είπον οι άρχοντες Σοκχώθ· μη χείρ Ζεβεέ και Σελμανά νυν εν χειρί σου. 8 και ανέβη εκείθεν εις Φανουήλ και ελάλησε προς αυτούς ωσαύτως. 9 και είπε Γεδεών προς άνδρας Φανουήλ· εν επιστροφή μου μετ ‘ ειρήνης κατασκάψω τον πύργον τούτον. και ιδού εγώ ειμι διώκων οπίσω του Ζεβεέ και Σελμανά βασιλέων Μαδιάμ. και εδίωξαν οπίσω αυτών και εκράτησε τους δύο βασιλείς Μαδιάμ. 4 και ήλθε Γεδεών επί τον Ιορδάνην. 11 και ανέβη Γεδεών οδόν των σκηνούντων εν σκηναίς από ανατολών της Ναβαί και Ιεγεβάλ· και επάταξε την παρεμβολήν. και πάσαν την παρεμβολήν εξέστησε. τον ‘Ωρήβ και τον Ζήβ· και τι ηδυνήθην ποιήσαι ως υμείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαδιάμ· και την κεφαλήν ‘Ωρήβ και Ζήβ ήνεγκαν προς Γεδεών από πέραν του Ιορδάνου. και η παρεμβολή αυτών μετ ‘ αυτών ωσεί δεκαπέντε χιλιάδες. και απεκρίθησαν αυτω οι άνδρες Φανουήλ ον τρόπον απεκρίθησαν άνδρες Σοκχώθ. ότι εκλείπουσι. 2 και είπε προς αυτούς· τι εποίησα νυν καθώς υμείς. 5 και είπε τοις ανδράσι Σοκχώθ· δότε δη άρτους εις τροφήν τω λαω τούτω τω εν ποσί μου. και οι πεπτωκότες εκατόν είκοσι χιλιάδες ανδρών σπωμένων ρομφαίαν. 12 και έφυγον Ζεβεέ και Σελμανά. 13 και επέστρεψε Γεδεών υιος Ιωάς από της παρατάξεως από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 414 . 7 και είπε Γεδεών· δια τούτο εν τω δούναι Κύριον τον Ζεβεέ και τον Σελμανά εν χειρί μου. και διέβη αυτός και οι τριακόσιοι άνδρες οι μετ ‘ αυτού πεινώντες και διώκοντες. ή ουχί κρείσσον επιφυλλίς Εφραίμ ή τρυγητός Αβιέζερ. τότε ανέθη το πνεύμα αυτών απ ‘ αυτού εν τω λαλήσαι αυτόν τον λόγον τούτον. ότε επορεύθης παρατάξασθαι εν Μαδιάμ. πάντες οι καταλελειμμένοι από πάσης παρεμβολής αλλοφύλων. 3 εν χειρί υμών παρέδωκε Κύριος τους άρχοντας Μαδιάμ. τον Ζεβεέ και τον Σελμανά. και διελέξαντο προς αυτόν ισχυρώς. ου δώσομεν τη δυνάμει σου άρτους.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επάνωθεν της παρατάξεως Αρές. πάρεξ των μηνίσκων και των στραγγαλίδων και των ιματίων και πορφυρίδων των επί βασιλεύσι Μαδιάμ και εκτός των περιθεμάτων. 22 Και είπον ανήρ Ισραήλ προς Γεδεών· κύριε. και ουκ άρξει ο υιος μου εν υμίν· Κύριος άρξει υμών. α ην εν τοις τραχήλοις των καμήλων αυτών. 15 και παρεγένετο Γεδεών προς τους άρχοντας Σοκχώθ και είπεν· ιδού Ζεβεέ και Σελμανά. ει εζωογονήκειτε αυτούς. εβδομήκοντα και επτά άνδρας. ων ήτησε. και εγένετο τω Γεδεών και τω οίκω αυτού εις σκώλον. 28 και συνεστάλη Μαδιάμ ενώπιον υιών Ισραήλ και ου προσέθηκαν άραι κεφαλήν αυτών. και ησύχασεν η γη τεσσαράκοντα έτη εν ημέραις Γεδεών. 24 και είπε προς αυτούς Γεδεών· αιτήσομαι παρ ‘ υμών αίτημα και δότε μοι ανήρ ενώτιον εκ σκύλων αυτού· ότι ενώτια χρυσά αυτοίς. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 415 . 27 και εποίησεν αυτό Γεδεών εις Εφώδ και έστησεν αυτό εν πόλει αυτού Εφραθά· και εξεπόρνευσε πας Ισραήλ οπίσω αυτού εκεί. χίλιοι και επτακόσιοι χρυσοί. ότι ήσαν Ισμαηλίται. 29 και επορεύθη Ιεροβάαλ υιος Ιωάς και εκάθισεν εν οίκω αυτού. ότι ως ανδρός η δύναμίς σου. ότι συ έσωσας ημάς εκ χειρός Μαδιάμ. άρξον ημών και συ και ο υιος σου και ο υιος του υιού σου. 20 και είπεν Ιεθέρ τω πρωτοτόκω αυτού· αναστάς απόκτεινον αυτούς· και ουκ έσπασε το παιδάριον την ρομφαίαν αυτού. και ανέστη Γεδεών και απέκτεινε τον Ζεβεέ και τον Σελμανά και έλαβε τους μηνίσκους τους εν τοις τραχήλοις των καμήλων αυτών. 14 και συνέλαβε παιδάριον από των ανδρών Σοκχώθ και επηρώτησεν αυτόν. και έβαλεν εκεί ανήρ ενώτιον σκύλων αυτού. 18 και είπε προς Ζεβεέ και Σελμανά· που οι άνδρες. ουκ αν απέκτεινα υμάς. 30 και τω Γεδεών ήσαν υιοί εβδομήκοντα εκπορευόμενοι εκ μηρών αυτού. 25 και είπαν· διδόντες δώσομεν· και ανέπτυξε το ιμάτιον αυτού. ους απεκτείνατε εν Θαβώρ. 21 και είπε Ζεβεέ και Σελμανά· ανάστα συ και συνάντησον ημίν. 23 και είπε προς αυτούς Γεδεών· ουκ άρξω εγώ. ότι δώσομεν τοις ανδράσι σου τοις εκλείπουσιν άρτους. ότι έτι νεώτερος ην. 26 και εγένετο ο σταθμός των ενωτίων των χρυσών. 19 και είπε Γεδεών· αδελφοί μου και υιοί της μητρός μου ήσαν· ζη Κύριος. εν οίς ωνειδίσατέ με λέγοντες· μη χείρ Ζεβεέ και Σελμανά νυν εν χειρί σου. 17 και τον πύργον Φανουήλ κατέσκαψε και απέκτεινε τους άνδρας της πόλεως. και έγραψε προς αυτόν ονόματα των αρχόντων Σοκχώθ και των πρεσβυτέρων αυτών. ότι εφοβήθη. 16 και έλαβε τους πρεσβυτέρους της πόλεως εν ταις ακάνθαις της ερήμου και ταις Βαρκηνίμ και ηλόησεν εν αυτοίς τους άνδρας της πόλεως. και είπαν· ως συ. ως αυτοί εις ομοίωμα υιού βασιλέως.

6 και συνήχθησαν πάντες άνδρες Σικίμων και πας οίκος Βηθμααλών και επορεύθησαν και εβασίλευσαν τον Αβιμέλεχ προς τη βαλάνω τη ευρετη της στάσεως της εν Σικίμοις. 5 και εισήλθεν εις τον οίκον του πατρός αυτού εις Εφραθά και απέκτεινε τους αδελφούς αυτού υιούς Ιεροβάαλ εβδομήκοντα άνδρας επί λίθον ένα· και κατελείφθη Ιωάθαμ υιος Ιεροβάαλ ο νεώτερος. και επορεύθη και έστη επί κορυφήν όρους Γαριζίν και επήρε την φωνήν αυτού και έκλαυσε και είπεν αυτοίς· ακούσατέ μου. και έκλινεν η καρδία αυτών οπίσω Αβιμέλεχ. α εποίησε μετά Ισραήλ. πάντας υιούς Ιεροβάαλ. 35 και ουκ εποίησαν έλεος μετά του οίκου Ιεροβάαλ (αυτός εστι Γεδεών) κατά πάντα τα αγαθά. 33 Και εγενήθη ως απέθανε Γεδεών. και επορεύθησαν οπίσω αυτού. 3 και ελάλησαν περί αυτού οι αδελφοί της μητρός αυτού εν τοις ωσί πάντων των ανδρών Συχέμ πάντας τους λόγους τούτους. 7 Και ανηγγέλη τω Ιωάθαμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυναίκες πολλαί ήσαν αυτω. και επέστρεψαν οι υιοί Ισραήλ και εξεπόρνευσαν οπίσω των Βααλίμ και έθηκαν εαυτοίς τω Βάαλ διαθήκην του είναι αυτοίς αυτόν εις θεόν. 4 και έδωκαν αυτω εβδομήκοντα αργυρίου εξ οίκου Βααλβερίθ. κυριεύσαι υμών εβδομήκοντα άνδρας. και εμισθώσατο εαυτω Αβιμέλεχ άνδρας κενούς και δειλούς. ότι είπαν· αδελφός ημών εστι. άνδρες Σικίμων. 34 και ουκ εμνήσθησαν οι υιοί Ισραήλ Κυρίου του Θεού του ρυσαμένου αυτούς εκ χειρός πάντων των θλιβόντων αυτούς κυκλόθεν. ότι εκρύβη. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 416 . 32 και απέθανε Γεδεών υιος Ιωάς εν πόλει αυτού και ετάφη εν τω τάφω Ιωάς του πατρός αυτού εν Εφραθά Αβιεσδρί. ή κυριεύειν υμών άνδρα ένα. και έθηκε το όνομα αυτού Αβιμέλεχ. 31 και παλλακή αυτού ην εν Συχέμ· και έτεκεν αυτω και γε αυτή υιόν. και μνήσθητε ότι οστούν υμών και σάρξ υμών ειμι. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ επορεύθη Αβιμέλεχ υιος Ιεροβάαλ εις Συχέμ προς αδελφούς μητρός αυτού και ελάλησε προς αυτούς και προς πάσαν συγγένειαν οίκου πατρός μητρός αυτού λέγων· 2 λαλήσατε δη εν τοις ωσί πάντων των ανδρών Συχέμ· τι το αγαθόν υμίν.

και μετά του οίκου αυτού. εν ή δοξάσουσι τον Θεόν άνδρες. δεύτε υπόστητε εν τη σκιά μου· και ει μη. ότι αδελφός υμών εστι. 25 και έθηκαν αυτω οι άνδρες Σικίμων ενεδρεύοντας επί τας κεφαλάς των ορέων και διήρπαζον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 417 . 19 και ει εν αληθεία και τελειότητι εποιήσατε μετά Ιεροβάαλ και μετά του οίκου αυτού εν τη ημέρα ταύτη. ευφρανθείη τε εν Αβιμέλεχ. 12 και είπαν τα ξύλα προς την άμπελον· δεύρο βασίλευσον εφ ‘ ημών. και ει αγαθωσύνην εποιήσατε μετά Ιεροβάαλ. 11 και είπεν αυτοίς η συκή· μη απολείψασα εγώ την γλυκύτητά μου και τα γενήματά μου τα αγαθά. 17 ως παρετάξατο ο πατήρ μου υπέρ υμών και εξέρριψε την ψυχήν αυτού εξεναντίας και ερρύσατο υμάς εκ χειρός Μαδιάμ. 22 Και ήρξεν Αβιμέλεχ επί Ισραήλ τρία έτη. και επί άνδρας Σικίμων. πορεύσομαι κινείσθαι επί των ξύλων. πορεύσομαι κινείσθαι επί των ξύλων. και ει ως ανταπόδοσις χειρός αυτού εποιήσατε αυτω. 23 και εξαπέστειλεν ο Θεός πνεύμα πονηρόν ανά μέσον Αβιμέλεχ και ανά μέσον των ανδρών Σικίμων. 10 και είπαν τα ξύλα τη συκή· δεύρο βασίλευσον εφ ‘ ημών. και ηθέτησαν άνδρες Σικίμων εν τω οίκω Αβιμέλεχ. εξέλθοι πυρ από Αβιμέλεχ και καταφάγοι τους άνδρας Σικίμων και τον οίκον Βηθμααλών και εξέλθοι πυρ από ανδρών Σικίμων και εκ του οίκου Βηθμααλών και καταφάγοι τον Αβιμέλεχ. και εβασιλεύσατε τον Αβιμέλεχ υιόν παιδίσκης αυτού επί τους άνδρας Σικίμων. 14 και είπαν πάντα τα ξύλα τη ράμνω· δεύρο συ βασίλευσον εφ ‘ ημών. ότι ενίσχυσαν τας χείρας αυτού αποκτείναι τους αδελφούς αυτού. 18 και υμείς επανέστητε επί τον οίκον του πατρός μου σήμερον και απεκτείνατε τους υιούς αυτού εβδομήκοντα άνδρας επί λίθον ένα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακούσεται υμών ο Θεός. 13 και είπεν αυτοίς η άμπελος· μη απολείψασα τον οίνόν μου τον ευφραίνοντα Θεόν και ανθρώπους. και ευφρανθείη και γε αυτός εφ ‘ υμίν. 15 και είπεν η ράμνος προς τα ξύλα· ει εν αληθεία χρίετέ με υμείς του βασιλεύειν εφ ‘ υμάς. πορεύσομαι κινείσθαι επί των ξύλων. 9 και είπεν αυτοίς η ελαία· μη απολείψασα την ποιότητά μου. 20 ει δε ου. 21 και έφυγεν Ιωάθαμ και απέδρα και επορεύθη έως Βαιήρ και ώκησεν εκεί από προσώπου Αβιμέλεχ αδελφού αυτού. 24 του επαγαγείν την αδικίαν των εβδομήκοντα υιών Ιεροβάαλ και τα αίματα αυτών του θείναι επί Αβιμέλεχ τον αδελφόν αυτών. εξέλθοι πυρ απ ‘ εμού και καταφάγοι τας κέδρους του Λιβάνου. 8 πορευόμενα επορεύθη τα ξύλα του χρίσαι εφ ‘ εαυτά βασιλέα και είπον τη ελαία· βασίλευσον εφ ‘ ημών. ος απέκτεινεν αυτούς. 16 και νυν ει εν αληθεία και τελειότητι εποιήσατε και εβασιλεύσατε τον Αβιμέλεχ.

ον εξουδένωσας. 31 και απέστειλεν αγγέλους προς Αβιμέλεχ εν κρυφή λέγων· ιδού Γαάλ υιος Ιωβήλ και οι αδελφοί αυτού έρχονται εις Συχέμ. και μεταστήσω τον Αβιμέλεχ και ερώ προς αυτόν· πλήθυνον την δύναμίν σου και έξελθε. και ανήγγειλε τω Αβιμέλεχ. και ενέδρευσον εν τω αγρω. 38 και είπε προς αυτόν Ζεβούλ· και που εστι το στόμα σου ως ελάλησας. 43 και έλαβε τον λαόν. 29 και τις δώη τον λαόν τούτον εν χειρί μου. 36 και είδε Γαάλ υιος Ιωβήλ τον λαόν και είπε προς Ζεβούλ· ιδού λαός καταβαίνει από των κεφαλών των ορέων. τις εστιν Αβιμέλεχ. και εφυγεν από προσώπου αυτού· και έπεσον τραυματίαι πολλοί έως της θύρας της πύλης. ουχ υιος Ιεροβάαλ. 42 και εγένετο τη επαύριον και εξήλθεν ο λαός εις τον αγρόν. και αρχή ετέρα έρχεται δι ‘ οδού Ηλωνμαωνενίμ. ος παρεπορεύετο επ ‘ αυτούς εν τη οδω· και απηγγέλη τω βασιλεί Αβιμέλεχ. συ και ο λαός ο μετά σου. 30 και ήκουσε Ζεβούλ άρχων της πόλεως τους λόγους Γαάλ υιού Ιωβήλ και ωργίσθη θυμω αυτός. 41 και εισήλθεν Αβιμέλεχ εν Αρημά· και εξέβαλε Ζεβούλ τον Γαάλ και τους αδελφούς αυτού μη οικείν εν Συχέμ. 39 και εξήλθε Γαάλ ενώπιον ανδρών Συχέμ και παρετάξατο προς Αβιμέλεχ. και ιδού αυτός και ο λαός ο μετ ‘ αυτού εκπορεύονται προς σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντα. 35 και εξήλθε Γαάλ υιος Ιωβήλ και έστη προς τη θύρα της πύλης της πόλεως. και διείλεν αυτούς εις τρεις αρχάς και ενήδρευσεν εν αγρω· και είδε και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 418 . και ποιήσεις αυτω όσα αν εύρη η χείρ σου. 37 και προσέθετο έτι Γαάλ του λαλήσαι και είπεν· ιδού λαός καταβαίνων κατά θάλασσαν από του εχόμενα ομφαλού της γης. και ήλπισαν εν αυτω οι άνδρες Σικίμων. 28 και είπε Γαάλ υιος Ιωβήλ· τις εστιν Αβιμέλεχ και τις εστιν υιος Συχέμ. έξελθε δη νυν και παράταξαι αυτω. 40 και εδίωξεν αυτόν Αβιμέλεχ. 27 και εξήλθον εις αγρόν και ετρύγησαν τους αμπελώνας αυτών και επάτησαν και εποίησαν Ελλουλίμ και εισήνεγκαν εις οίκον Θεού αυτών και έφαγον και έπιον και κατηράσαντο τον Αβιμέλεχ. 26 και ήλθε Γαάλ υιος Ιωβήλ και οι αδελφοί αυτού και παρήλθον εν Σικίμοις. και είπε προς αυτόν Ζεβούλ· την σκιάν των ορέων συ βλέπεις ως άνδρας. ότι δουλεύσομεν αυτω. και τι ότι δουλεύσομεν αυτω ημείς. ορθριείς και εκτενείς επί την πόλιν. 33 και έσται το πρωϊ άμα τω ανατείλαι τον ήλιον. και Ζεβούλ επίσκοπος αυτού δούλος αυτού συν τοις ανδράσιν Εμμώρ πατρός Συχέμ. και ανέστη Αβιμέλεχ και ο λαός ο μετ ‘ αυτού από του ενέδρου. και ιδού αυτοί περικάθηνται την πόλιν επί σε· 32 και νυν ανάστηθι νυκτός. ότι δουλεύσομεν αυτω. μη ουχί ούτος ο λαός. 34 και ανέστη Αβιμέλεχ και πας ο λαός μετ ‘ αυτού νυκτός και ενήδρευσαν επί Συχέμ τέτρασιν αρχαίς.

και εξεκέντησεν αυτόν το παιδάριον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ιδού λαός εξήλθεν εκ της πόλεως. 50 Και επορεύθη Αβιμέλεχ εκ Βαιθηλβερίθ και παρενέβαλεν εν Θήβης και κατέλαβεν αυτήν. και έλαβεν Αβιμέλεχ τας αξίνας εν τη χειρί αυτού και έκοψε κλάδον ξύλου και ήρε και έθηκεν επί ώμων αυτού και είπε τω λαω τω μετ ‘ αυτού· ό είδετέ με ποιούντα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 419 . και αι δύο αρχαί εξέτειναν επί πάντας τους εν τω αγρω και επάταξαν αυτούς. 57 και την πάσαν πονηρίαν ανδρών Συχέμ επέστρεψεν ο Θεός εις κεφαλήν αυτών. μη ποτε είπωσι· γυνή απέκτεινεν αυτόν. 46 και ήκουσαν πάντες οι άνδρες πύργων Συχέμ και ήλθον εις συνέλευσιν Βαιθηλβερίθ. ταχέως ποιήσατε ως εγώ. και επορεύθησαν ανήρ εις τον τόπον αυτού. 49 και έκοψαν και γε ανήρ κλάδον πας ανήρ και επορεύθησαν οπίσω Αβιμέλεχ και επέθηκαν επί την συνέλευσιν και ενεπύρισαν επ ‘ αυτούς την συνέλευσιν εν πυρί. και απέθανε. και παρετάξαντο αυτω· και ήγγισεν Αβιμέλεχ έως της θύρας του πύργου του εμπρήσαι αυτόν εν πυρί. 48 και ανέβη Αβιμέλεχ εις όρος Ερμών και πας ο λαός ο μετ ‘ αυτού. 54 και εβόησε ταχύ προς το παιδάριον το αίρον τα σκεύη αυτού και είπεν αυτω· σπάσον την ρομφαίαν μου και θανάτωσόν με. 45 και Αβιμέλεχ παρετάσσετο εν τη πόλει όλην την ημέραν εκείνην και κατελάβετο την πόλιν και τον λαόν τον εν αυτη απέκτεινε και την πόλιν καθείλε και έσπειρεν αυτήν άλας. και ανέστη επ ‘ αυτούς και επάταξεν αυτούς. ην εποίησε τω πατρί αυτού αποκτείναι τους εβδομήκοντα αδελφούς αυτού. 56 και επέστρεψεν ο Θεός την πονηρίαν Αβιμέλεχ. και έφυγον εκεί πάντες οι άνδρες και αι γυναίκες της πόλεως και έκλεισαν έξωθεν αυτών και ανέβησαν επί το δώμα του πύργου. 53 και έρριψε γυνή μία κλάσμα επιμύλιον επί κεφαλήν Αβιμέλεχ και έκλασε το κρανίον αυτού. και απέθανον και γε πάντες οι άνδρες πύργου Σικίμων ωσεί χίλιοι άνδρες και γυναίκες. 52 και ήλθεν Αβιμέλεχ έως του πύργου. 47 και ανηγγέλη τω Αβιμέλεχ ότι συνήχθησαν πάντες οι άνδρες πύργων Συχέμ. και επήλθεν επ ‘ αυτούς η κατάρα Ιωάθαμ υιού Ιεροβάαλ. 44 και Αβιμέλεχ και οι αρχηγοί οι μετ ‘ αυτού εξέτειναν και έστησαν παρά την θύραν της πύλης της πόλεως. 55 και είδεν ανήρ Ισραήλ ότι απέθανεν Αβιμέλεχ. 51 και πύργος ισχυρός ην εν μέσω της πόλεως.

και έσωσα υμάς εκ χειρός αυτών. τους πάντας υιούς Ισραήλ τους εν τω πέραν του Ιορδάνου εν γη του Αμορρί του εν Γαλαάδ. ους εξελέξασθε εαυτοίς. ότι εγκατελίπομεν τον Θεόν και εδουλεύσαμεν τω Βααλίμ. 8 και έθλιψαν και έθλασαν τους υιούς Ισραήλ εν τω καιρω εκείνω οκτωκαίδεκα έτη. 9 και διέβησαν οι υιοί Αμμών τον Ιορδάνην παρατάξασθαι προς Ιούδαν και Βενιαμίν και προς Εφραίμ και εθλίβη Ισραήλ σφόδρα. και εκάλουν αυτάς επαύλεις Ιαϊρ έως της ημέρας ταύτης εν γη Γαλαάδ. οί έθλιψαν υμάς. και αυτοί σωσάτωσαν υμάς εν καιρω θλίψεως υμών. 13 και υμείς εγκατελίπετέ με και εδουλεύσατε θεοίς ετέροις· δια τούτο ου προσθήσω του σώσαι υμάς. 5 και απέθανεν Ιαϊρ και ετάφη εν Ραμνών. και εβοήσατε προς με. 6 Και προσέθεντο οι υιοί Ισραήλ του ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και εδούλευσαν τοις Βααλίμ και τοις Ασταρώθ και τοις θεοίς Αράδ και τοις θεοίς Σιδώνος και τοις θεοίς Μωάβ και τοις θεοίς υιών Αμμών και τοις θεοίς Φυλιστιϊμ και εγκατέλιπον τον Κύριον και ουκ εδούλευσαν αυτω. υιος πατραδέλφου αυτού. 15 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον· ημάρτομεν. 3 Και ανέστη μετ ‘ αυτόν Ιαϊρ ο Γαλαάδ. 10 και εβόησαν οι υιοί Ισραήλ προς Κύριον λέγοντες· ημάρτομέν σοι. ανήρ Ισσάχαρ. 4 και ήσαν αυτω τριάκοντα και δύο υιοί επιβαίνοντες επί τριάκοντα δύο πώλους· και τριάκοντα δύο πόλεις αυτοίς. 11 και είπε Κύριος προς τους υιούς Ισραήλ· μη ουχί εξ Αιγύπτου και από του Αμορραίου και από υιών Αμμών και από Φυλιστιϊμ 12 και Σιδωνίων και Αμαλήκ και Μαδιάμ. ποίησον συ ημίν κατά παν το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. 2 και έκρινε τον Ισραήλ είκοσι τρία έτη και απέθανε και ετάθη εν Σαμίρ. και αυτός ώκει εν Σαμίρ εν όρει Εφραίμ. 14 πορεύεσθε και βοήσατε προς τους θεούς. πλήν εξελού ημάς εν τη ημέρα ταύτη. και έκρινε τον Ισραήλ είκοσι δύο έτη. 16 και εξέκλιναν τους θεούς τους αλλοτρίους εκ μέσου αυτών και εδούλευσαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 420 . 7 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν Ισραήλ και επέδοτο αυτούς εν χειρί Φυλιστιϊμ και εν χειρί υιών Αμμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ ανέστη μετά Αβιμέλεχ του σώσαι τον Ισραήλ Θωλά υιος Φουά.

και έθηκαν αυτόν ο λαός επ ‘ αυτούς εις κεφαλήν και εις αρχηγόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 421 . και έσται εις άρχοντα πάσι τοις κατοικούσι Γαλαάδ. 9 και είπεν Ιεφθάε προς τους πρεσβυτέρους Γαλαάδ· ει επιστρέφετέ με υμείς παρατάξασθαι εν υιοίς Αμμών και παραδω αυτούς Κύριος ενώπιον εμού. και ελάλησεν Ιεφθάε πάντας τους λόγους αυτού ενώπιον Κυρίου εν Μασσηφά. ανήρ προς τον πλησίον αυτού· τις ο ανήρ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 17 Και ανέβησαν οι υιοί Αμμών. ότι υιος γυναικός εταίρας συ. και παραταξόμεθα προς υιούς Αμμών. 3 και έφυγεν Ιεφθάε από προσώπου των αδελφών αυτού και ώκησεν εν γη Τώβ. ει μη κατά το ρήμά σου ούτω ποιήσομεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ τω Κυρίω μόνω. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ Ιεφθάε ο Γαλααδίτης επηρμένος δυνάμει· και αυτός υιος γυναικός πόρνης. όστις αν άρξεται παρατάξασθαι προς υιούς Αμμών. 11 και επορεύθη Ιεφθάε μετά των πρεσβυτέρων Γαλαάδ. 5 και επορεύθησαν οι πρεσβύτεροι Γαλαάδ λαβείν τον Ιεφθάε από της γης Τώβ 6 και είπαν τω Ιεφθάε· δεύρο και έση ημίν εις αρχηγόν. ή εγέννησε τω Γαλαάδ τον Ιεφθάε. 2 και έτεκεν η γυνή Γαλαάδ αυτω υιούς· και ηδρύνθησαν οι υιοί της γυναικός και εξέβαλον τον Ιεφθάε και είπαν αυτω· ου κληρονομήσεις εν τω οίκω του πατρός ημών. και πορεύση μεθ ‘ ημών και παρατάξη προς υιούς Αμμών· και έση ημίν εις άρχοντα πάσι τοις κατοικούσι Γαλαάδ. 18 και είπον ο λαός οι άρχοντες Γαλαάδ. 10 και είπαν οι πρεσβύτεροι Γαλαάδ προς Ιεφθάε· Κύριος έστω ακούων ανά μέσον ημών. και παρενέβαλον εν Γαλαάδ. 4 και εγένετο ηνίκα παρετάξαντο οι υιοί Αμμών μετά Ισραήλ. 8 και είπαν οι πρεσβύτεροι Γαλαάδ προς Ιεφθάε· δια τούτο νυν επεστρέψαμεν προς σε. και συνεστράφησαν προς Ιεφθάε άνδρες κενοί και εξήλθον μετ ‘ αυτού. ηνίκα χρήζετε. 7 και είπεν Ιεφθάε τοις πρεσβυτέροις Γαλαάδ· ουχί υμείς εμισήσατέ με και εξεβάλατέ με εκ του οίκου του πατρός μου και εξαπεστείλατέ με αφ ‘ υμών. και εγώ υμίν έσομαι εις άρχοντα. και συνήχθησαν οι υιοί Ισραήλ και παρενέβαλον εν τη σκοπιά. και ωλιγώθη η ψυχή αυτού εν κόπω Ισραήλ. και διατί ήλθατε προς με νυν.

και παρετάξατο προς Ισραήλ. και επάταξεν αυτόν· και εκληρονόμησεν Ισραήλ πάσαν την γην του Αμμοραίου του κατοικούντος την γην εκείνην. και συ ποιείς μετ ‘ εμού πονηρίαν του παρατάξασθαι εν εμοί· κρίναι Κύριος ο κρίνων σήμερον ανά μέσον υιών Ισραήλ και ανά μέσον υιών Αμμών. και συ κληρονομήσεις αυτόν. και γε προς βασιλέα Μωάβ απέστειλε. ους εξήρε Κύριος ο Θεός ημών από προσώπου υμών. 13 και είπε βασιλεύς υιών Αμμών προς τους αγγέλους Ιεφθάε· ότι έλαβεν Ισραήλ την γην μου εν τω αναβαίνειν αυτόν εξ Αιγύπτου από Αρνών έως Ιαβόκ και έως του Ιορδάνου· και νυν επίστρεψον αυτάς εν ειρήνη. ότι ήλθες προς με του παρατάξασθαι εν τη γη μου. 18 και επορεύθη εν τη ερήμω και εκύκλωσε την γην Εδώμ και την γην Μωάβ και ήλθεν από ανατολών ηλίου τη γη Μωάβ και παρενέβαλεν εν πέραν Αρνών και ουκ εισήλθεν εν ορίοις Μωάβ. ότι Αρνών όριον Μωάβ. 28 και ουκ ήκουσε βασιλεύς Αμμών των λόγων Ιεφθάε. 24 ουχί α εάν κληρονομήσει σε Χαμώς ο θεός σου. και εκάθισεν Ισραήλ εν Κάδης. 25 και νυν μη εν αγαθω αγαθώτερος συ υπέρ Βαλάκ υιόν Σεπφώρ βασιλέως Μωάβ. 22 από Αρνών και έως του Ιαβόκ και από του ερήμου έως του Ιορδάνου. 17 και απέστειλεν Ισραήλ αγγέλους προς βασιλέα Εδώμ λέγων· παρελεύσομαι δη εν τη γη σου· και ουκ ήκουσε βασιλεύς Εδώμ. μη μαχόμενος εμαχέσατο μετά Ισραήλ ή πολεμών επολέμησεν αυτόν. 26 εν τω οικήσαι εν Εσεβών και εν τοις ορίοις αυτής και εν γη Αροήρ και εν τοις ορίοις αυτής και εν πάσαις ταις πόλεσι ταις παρά τον Ιορδάνην τριακόσια έτη. και τους πάντας. αυτά κληρονομήσεις. αυτούς κληρονομήσομεν. 14 και προσέθηκεν έτι Ιεφθάε και απέστειλεν αγγέλους προς βασιλέα υιών Αμμών. και πορεύσομαι. 21 και παρέδωκε Κύριος ο Θεός Ισραήλ τον Σηών και πάντα τον λαόν αυτού εν χειρί Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 Και απέστειλεν Ιεφθάε αγγέλους προς βασιλέα υιών Αμμών λέγων· τι εμοί και σοί. και διατί ουκ ερρύσω αυτούς εν τω καιρω εκείνω. 15 και είπεν αυτω· ούτω λέγει Ιεφθάε· ουκ έλαβεν Ισραήλ την γην Μωάβ και την γην υιών Αμμών· 16 ότι εν τω αναβαίνειν αυτούς εξ Αιγύπτου επορεύθη Ισραήλ εν τη ερήμω έως θαλάσσης Σίφ και ήλθεν εις Κάδης. 20 και ουκ ενεπίστευσε Σηών τω Ισραήλ παρελθείν εν τω ορίω αυτού· και συνήξε Σηών πάντα τον λαόν αυτού. 23 και νυν Κύριος ο Θεός Ισραήλ εξήρε τον Αμορραίον από προσώπου λαού αυτού Ισραήλ. 27 και νυν εγώ ειμι ουχ ήμαρτόν σοι. και ουκ ευδόκησε. 19 και απέστειλεν Ισραήλ αγγέλους προς Σηών βασιλέα του Αμορραίου βασιλέα Εσεβών. και παρενέβαλον εις Ιασά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 422 . και είπεν αυτω Ισραήλ· παρέλθωμεν δη εν τη γη σου έως του τόπου ημών.

33 και επάταξεν αυτούς από Αροήρ έως ελθείν άχρις Αρνών εν αριθμω είκοσι πόλεις και έως Εβελχαρμίμ πληγήν μεγάλην σφόδρα. 35 και εγένετο ως είδεν αυτήν αυτός. και έσται τω Κυρίω ανοίσω αυτόν ολοκαύτωμα. και έκλαυσεν επί τα παρθένια αυτής επί τα όρη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 423 . ποίησόν μοι ον τρόπον εξήλθεν εκ στόματός σου. και ιδού η θυγάτηρ αυτού εξεπορεύετο εις υπάντησιν εν τυμπάνοις και χοροίς· και αύτη ην μονογενής. και επορεύθη. 37 και ήδε είπε προς τον πατέρα αυτής· ποιησάτω δη ο πατήρ μου τον λόγον τούτον· έασόν με δύο μήνας. εν τω ποιήσαί σοι Κύριον εκδίκησιν των εχθρών σου από των υιών Αμμών. εγώ ειμι και αι συνεταιρίδες μου. ος αν εξέλθη από της θύρας του οίκου μου εις συνάντησίν μου εν τω επιστρέφειν με εν ειρήνη από υιών Αμμών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 29 Και εγένετο επί Ιεφθάε πνεύμα Κυρίου. διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και είπεν· α α. και εγώ ειμι ήνοιξα κατά σου το στόμα μου προς Κύριον και ου δυνήσομαι αποστρέψαι. 36 η δε είπε προς αυτόν· πάτερ. και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εν χειρί αυτού. 34 Και ήλθεν Ιεφθάε εις Μασσηφά εις τον οίκον αυτού. ην ηύξατο· και αύτη ουκ έγνω άνδρα. αυτή και αι συνεταιρίδες αυτής. και πορεύσομαι και καταβήσομαι επί τα όρη και κλαύσομαι επί τα παρθένιά μου. ήνοιξας το στόμα σου προς Κύριον. 31 και έσται ο εκπορευόμενος. ουκ ην αυτω έτερος υιος ή θυγάτηρ. και εγένετο εις πρόσταγμα εν Ισραήλ· 40 από ημερών εις ημέρας επορεύοντο θυγατέρες Ισραήλ θρηνείν την θυγατέρα Ιεφθάε του Γαλααδίτου επί τέσσαρας ημέρας εν τω ενιαυτω. θυγάτηρ μου. και παρήλθε τον Γαλαάδ και τον Μανασσή και παρήλθε την σκοπιάν Γαλαάδ εις το πέραν υιών Αμμών. και συνεστάλησαν οι υιοί Αμμών από προσώπου υιών Ισραήλ. 32 και παρήλθεν Ιεφθάε προς υιούς Αμμών παρατάξασθαι προς αυτούς. 38 και είπε· πορεύου· και απέστειλεν αυτήν δύο μήνας. 39 και εγένετο εν τέλει των δύο μηνών και επέστρεψε προς τον πατέρα αυτής. ταραχή ετάραξάς με και συ ης εν τω ταράχω μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ων απέστειλε προς αυτόν. και εποίησεν εν αυτη ευχήν αυτού. 30 και ηύξατο Ιεφθάε ευχήν τω Κυρίω και είπεν· εάν διδούς δως μοι τους υιούς Αμμών εν τη χειρί μου.

τον οίκόν σου εμπρήσομεν επί σε εν πυρί. 12 και απέθανεν Αιλώμ ο Ζαβουλωνίτης και ετάφη εν Αιλώμ εν γη Ζαβουλών. και είπαν αυτοίς οι διασωζόμενοι Εφραίμ· διαβώμεν. 7 και έκρινεν Ιεφθάε τον Ισραήλ εξ έτη. και έκρινε τον Ισραήλ οκτώ έτη. 14 και ήσαν αυτω τεσσαράκοντα υιοί και τριάκοντα υιών υιοί επιβαίνοντες επί εβδομήκοντα πώλους. Γαλαάδ εν μέσω του Εφραίμ και εν μέσω του Μανασσή. 15 και απέθανεν Αβδών υιος Ελλήλ ο Φαραθωνίτης και ετάφη εν Φαραθών εν γη Εφραίμ εν όρει του Αμαλήκ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 424 . και απέθανεν Ιεφθάε ο Γαλααδίτης. ας εξαπέστειλεν έξω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ εβόησεν ανήρ Εφραίμ. και παρήλθαν εις βορράν και είπαν προς Ιεφθάε· διατί παρήλθες παρατάξασθαι εν υιοίς Αμμών και ημάς ου κέκληκας πορευθήναι μετά σου. 10 και απέθανεν Αβαισσάν και ετάφη εν Βαιθλεέμ. και έθυσαν αυτόν προς τας διαβάσεις του Ιορδάνου. και ουκ εσώσατέ με εκ χειρός αυτών. και ετάφη εν πόλει αυτού Γαλαάδ. 8 Και έκρινε μετ ‘ αυτόν τον Ισραήλ Αβαισσάν από Βαιθλεέμ. και έδωκεν αυτούς Κύριος εν χειρί μου· και εις τι ανέβητε επ ‘ εμέ εν τη ημέρα ταύτη παρατάξασθαι εν εμοί. 6 και είπαν αυτω· είπον δη Στάχυς· και ου κατεύθυνε του λαλήσαι ούτως. και επελάβοντο αυτού. 13 και έκρινε μετ ‘ αυτόν τον Ισραήλ Αβδών υιος Ελλήλ ο Φαραθωνίτης. και οι υιοί Αμμών σφόδρα· και εβόησα υμάς. 9 και ήσαν αυτω τριάκοντα υιοί και τριάκοντα θυγατέρες. και έκρινε τον Ισραήλ επτά έτη. και τριάκοντα θυγατέρας εισήνεγκε τοις υιοίς αυτού έξωθεν. οι διασωζόμενοι του Εφραίμ ημείς. 5 και προκατελάβετο Γαλαάδ τας διαβάσεις του Ιορδάνου του Εφραίμ. και επάταξαν άνδρες Γαλαάδ τον Εφραίμ. ότι είπαν. 3 και είδον ότι ουκ ει σωτήρ. 2 και είπε προς αυτούς Ιεφθάε· ανήρ μαχητής ήμην εγώ και ο λαός μου. και είπαν αυτοίς οι άνδρες Γαλαάδ· μη Εφραθίτης ει. 4 και συνέστρεψεν Ιεφθάε πάντας τους άνδρας Γαλαάδ και παρετάξατο τω Εφραίμ. και έθηκα την ψυχήν μου εν χειρί μου και παρήλθον προς υιούς Αμμών. 11 και έκρινε μετ ‘ αυτόν τον Ισραήλ Αιλώμ ο Ζαβουλωνίτης δέκα έτη. και έπεσαν εν τω καιρω εκείνω από Εφραίμ δύο και τεσσαράκοντα χιλιάδες. και είπεν· ου.

ότι ναζίρ Θεού έσται το παιδάριον από της κοιλίας. και γυνή αυτού στείρα και ουκ έτεκε. 3 και ώφθη άγγελος Κυρίου προς την γυναίκα. και αυτός άρξεται σώσαι τον Ισραήλ εκ χειρός Φυλιστιϊμ. και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εν χειρί Φυλιστιϊμ τεσσαράκοντα έτη. και συλλήψη υιόν. 6 και εισήλθεν η γυνή και είπε τω ανδρί αυτής λέγουσα· άνθρωπος Θεού ήλθε προς με. ελθέτω δη έτι προς ημάς και συμβιβασάτω ημάς τι ποιήσωμεν τω παιδίω τω τικτομένω. 9 και εισήκουσεν ο Θεός της φωνής Μανωέ. 11 και ανέστη και επορεύθη Μανωέ οπίσω της γυναικός αυτού και ήλθε προς τον άνδρα και είπεν αυτω· ει συ ει ο ανήρ ο λαλήσας προς την γυναίκα. ον απέστειλας. φυλάξεται. 13 και είπεν ο άγγελος Κυρίου προς Μανωέ· από πάντων. και το όνομα αυτού ουκ απήγγειλέ μοι. 2 και ην ανήρ εις από Σαραά από δήμου συγγενείας του Δανί. και αύτη εκάθητο εν αγρω. 10 και ετάχυνεν η γυνή και έδραμε και ανήγγειλε τω ανδρί αυτής και είπε προς αυτόν· ιδού ώπται προς με ο ανήρ. ων είρηκα προς την γυναίκα. 4 και νυν φύλαξαι δη και μη πίης οίνον και μέθυσμα και μη φάγης παν ακάθαρτον· 5 ότι ιδού συ εν γαστρί έχεις και τέξη υιόν. τον άνθρωπον του Θεού. 7 και είπέ μοι· ιδού συ εν γαστρί έχεις και τέξη υιόν· και νυν μη πίης οίνον και μέθυσμα και μη φάγης παν ακάθαρτον. 12 και είπε Μανωέ· νυν ελεύσεται ο λόγος σου· τις έσται κρίσις του παιδίου και τα ποιήματα αυτού. Κύριε Αδωναϊέ. ου φάγεται και οίνον και μέθυσμα μη πιέτω και παν ακάθαρτον μη φαγέτω· πάντα όσα ενετειλάμην αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ προσέθηκαν έτι οι υιοί Ισραήλ ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. φυλάξεται· 14 από παντός. και όνομα αυτω Μανωέ. και σίδηρος επί την κεφαλήν αυτού ουκ αναβήσεται. 8 και προσηύξατο Μανωέ προς Κύριον και είπεν· εν εμοί. και ήλθεν ο άγγελος του Θεού έτι προς την γυναίκα. ό εκπορεύεται εξ αμπέλου του οίνου. και είπε προς αυτήν· ιδού συ στείρα και ου τέτοκας. και είπεν ο άγγελος· εγώ. φοβερόν σφόδρα· και ουκ ηρώτησα αυτόν. 15 και είπε Μανωέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 425 . και είδος αυτού ως είδος αγγέλου Θεού. ος ήλθεν εν ημέρα προς με. ότι Θεού άγιον έσται το παιδάριον από γαστρός έως ημέρας θανάτου αυτού. και Μανωέ ο ανήρ αυτής ουκ ην μετ ‘ αυτής. πόθεν εστί.

ουκ αν έλαβεν εκ χειρός ημών ολοκαύτωμα και θυσίαν και ουκ αν έδειξεν ημίν ταύτα πάντα και καθώς καιρός ουκ αν ηκούτισεν ημάς ταύτα. 2 και ανέβη και απήγγειλε τω πατρί αυτού και τη μητρί αυτού και είπε· γυναίκα εώρακα εν Θαμναθά από των θυγατέρων Φυλιστιϊμ. και Μανωέ και γυνή αυτού βλέποντες. 19 και έλαβε Μανωέ τον έριφον των αιγών και την θυσίαν και ανήνεγκεν επί την πέτραν τω Κυρίω· και διεχώρισε ποιήσαι. ότι συ πορεύη λαβείν γυναίκα από των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 426 . 16 και είπεν ο άγγελος Κυρίου προς Μανωέ· εάν κατάσχης με. ότι έλθοι το ρήμά σου. και ευλόγησεν αυτό Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς τον άγγελον Κυρίου· κατάσχωμεν ώδέ σε και ποιήσωμεν ενώπιόν σου έριφον αιγών. και αυτό εστι θαυμαστόν. 18 και είπεν αυτω ο άγγελος Κυρίου· εις τι τούτο ερωτάς το όνομά μου. 23 και είπεν αυτω η γυνή αυτού· ει ήθελεν ο Κύριος θανατώσαι ημάς. και Μανωέ και η γυνή αυτού βλέποντες και έπεσαν επί πρόσωπον αυτών επί την γην. και εάν ποιήσης ολοκαύτωμα. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ κατέβη Σαμψών εις Θαμναθά και είδε γυναίκα εν Θαμναθά από των θυγατέρων των αλλοφύλων. και δοξάσομέν σε. τω Κυρίω ανοίσεις αυτό· ότι ουκ έγνω Μανωέ ότι άγγελος Κυρίου αυτός. 3 και είπεν αυτω ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού· μη ουκ εισί θυγατέρες των αδελφών σου και εκ παντός του λαού μου γυνή. 22 και είπε Μανωέ προς την γυναίκα αυτού· θανάτω αποθανούμεθα. και νυν λάβετε αυτήν εμοί εις γυναίκα. 21 και ου προσέθηκεν έτι ο άγγελος Κυρίου οφθήναι προς Μανωέ και προς την γυναίκα αυτού· τότε έγνω Μανωέ ότι άγγελος Κυρίου ούτος. 20 και εγένετο εν τω αναβήναι την φλόγα επάνω του θυσιαστηρίου έως του ουρανού και ανέβη ο άγγελος Κυρίου εν τη φλογί του θυσιαστηρίου. 25 και ήρξατο πνεύμα Κυρίου συνεκπορεύεσθαι αυτω εν παρεμβολή Δάν και ανά μέσον Σαραά και ανά μέσον Εσθαόλ. ότι Θεόν είδομεν. 17 και είπε Μανωέ προς τον άγγελον Κυρίου· τι το όνομά σοι. 24 και έτεκεν η γυνή υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαμψών· και ηδρύνθη το παιδάριον. ου φάγομαι από των άρτων σου.

10 και κατέβη ο πατήρ αυτού προς την γυναίκα· και εποίησεν εκεί Σαμψών πότον ημέρας επτά. 15 και εγένετο εν τη ημέρα τη τετάρτη και είπαν τη γυναικί Σαμψών· απάτησον δη τον άνδρα σου και απαγγειλάτω σοι το πρόβλημα. μη ποτε κατακαύσωμέν σε και τον οίκον του πατρός σου εν πυρί· ή εκβιάσαι ημάς κεκλήκατε. δώσω υμίν τριάκοντα σινδόνας και τριάκοντα στολάς ιματίων· 13 και εάν μη δύνησθε απαγγείλαί μοι. και ιδού σκύμνος λέοντος ωρυόμενος εις συνάντησιν αυτού· 6 και ήλατο επ ‘ αυτόν πνεύμα Κυρίου. ότι παρηνώχλησεν αυτω· και αυτή απήγγειλε τοις υιοίς του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 427 . και ήσαν μετ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αλλοφύλων των απεριτμήτων. και ουδέν ην εν ταις χερσίν αυτού. ότι εκδίκησιν αυτός ζητεί εκ των αλλοφύλων· και εν τω καιρω εκείνω οι αλλόφυλοι κυριεύοντες εν Ισραήλ. και ηυθύνθη εν οφθαλμοίς Σαμψών. και ουκ απήγγειλε τω πατρί αυτού και τη μητρί αυτού ό εποίησε. και ιδού συναγωγή μελισσών εν τω στόματι του λέοντος και μέλι. 14 και είπεν αυτοίς· τι βρωτόν εξήλθεν εκ βιβρώσκοντος και από ισχυρού γλυκύ. ό προεβάλου τοις υιοίς του λαού μου. και ακουσόμεθα αυτό. 4 και ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού ουκ έγνωσαν ότι παρά Κυρίου εστίν. 17 και έκλαυσε προς αυτόν επί τας επτά ημέρας. ότι το πρόβλημα. 5 και κατέβη Σαμψών και ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού εις Θαμναθά. 9 και εξείλεν αυτό εις χείρας αυτού και επορεύετο πορευόμενος και εσθίων· και επορεύθη προς τον πατέρα αυτού και προς την μητέρα αυτού και έδωκεν αυτοίς. 16 και έκλαυσεν η γυνή Σαμψών προς αυτόν και είπε· πλήν μεμίσηκάς με και ουκ ηγάπησάς με. και είπε Σαμψών προς τον πατέρα αυτού· ταύτην λάβε μοι. και ήλθεν έως του αμπελώνος Θαμναθά. δώσετε υμείς εμοί τριάκοντα οθόνια και τριάκοντα αλλασσομένας στολάς ιματίων· και είπαν αυτω· προβάλλου το πρόβλημά σου. ότι αύτη ευθεία εν οφθαλμοίς μου. και έφαγον· και ουκ ανήγγειλεν αυτοίς ότι από στόματος του λέοντος εξείλε το μέλι. 12 και είπεν αυτοίς Σαμψών· πρόβλημα υμίν προβάλλομαι· εάν απαγγέλλοντες απαγγείλητε αυτό εν ταις επτά ημέραις του πότου και εύρητε. ότι ούτως ποιούσιν οι νεανίσκοι. 8 και υπέστρεψε μεθ ‘ ημέρας λαβείν αυτήν και εξέκλινεν ιδείν το πτώμα του λέοντος. 11 και εγένετο ότε είδον αυτόν. και συνέτριψεν αυτόν. 7 και κατέβησαν και ελάλησαν τη γυναικί. ας ην αυτοίς ο πότος· και εγένετο εν τη ημέρα τη εβδόμη και απήγγειλεν αυτη. και ουκ ηδύναντο απαγγείλαι το πρόβλημα επί τρεις ημέρας. ουκ απήγγειλάς μοι αυτό· και είπεν αυτη Σαμψών· ει τω πατρί μου και τη μητρί μου ουκ απήγγελκα. και έλαβον τριάκοντα κλητούς. ωσεί συντρίψει έριφον αιγών. σοί απαγγείλω.

19 και ήλατο επ ‘ αυτόν πνεύμα Κυρίου. και είπαν· Σαμψών ο νυμφίος του Θαμνί. 8 και επάταξεν αυτούς κνήμην επί μηρόν πληγήν μεγάλην· και κατέβη και εκάθισεν εν τρυμαλιά της πέτρας ‘Ητάμ. ότι ή μην εκδικήσω εν υμίν και έσχατον κοπάσω. έστω δη σοι αντί αυτής. και εκάησαν από άλωνος και έως σταχύων ορθών και έως αμπελώνος και ελαίας. 18 και είπαν αυτω οι άνδρες της πόλεως εν τη ημέρα τη εβδόμη προ του ανατείλαι τον ήλιον· τι γλυκύτερον μέλιτος. ων εφιλίασεν. 2 και είπεν ο πατήρ αυτής λέγων· είπα ότι μισών εμίσησας αυτήν. 20 και εγένετο η γυνή Σαμψών ενί των φίλων αυτού. 6 και είπαν οι αλλόφυλοι· τις εποίησε ταύτα. ότι ποιώ εγώ μετ ‘ αυτών πονηρίαν. 7 και είπεν αυτοίς Σαμψών· εάν ποιήσητε ούτως ταύτην. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εγένετο μεθ ‘ ημέρας εν ημέραις θερισμού πυρών και επεσκέψατο Σαμψών την γυναίκα αυτού εν ερίφω αιγών και είπεν· εισελεύσομαι προς την γυναίκά μου και εις το ταμιείον· και ουκ έδωκεν αυτόν ο πατήρ αυτής εισελθείν. και ωργίσθη θυμω Σαμψών και ανέβη εις τον οίκον του πατρός αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαού αυτής. και έδωκα αυτήν ενί των εκ των φίλων σου· μη ουχί η αδελφή αυτής η νεωτέρα αγαθωτέρα υπέρ αυτήν. 3 και είπεν αυτοίς Σαμψών· ηθώωμαι και το άπαξ από αλλοφύλων. ουκ αν έγνωτε το πρόβλημά μου. και είπεν αυτοίς Σαμψών· ει μη ηροτριάσατε εν τη δαμάλει μου. και τι ισχυρότερον λέοντος. ότι έλαβε την γυναίκα αυτού και έδωκεν αυτήν τω εκ των φίλων αυτού· και ανέβησαν οι αλλόφυλοι και ενέπρησαν αυτήν και τον οίκον του πατρός αυτής εν πυρί. και κατέβη εις Ασκάλωνα και επάταξεν εξ αυτών τριάκοντα άνδρας και έλαβε τα ιμάτια αυτών και έδωκε τας στολάς τοις απαγγείλασι το πρόβλημα. 4 και επορεύθη Σαμψών και συνέλαβε τριακοσίας αλώπεκας και έλαβε λαμπάδας και επέστρεψε κέρκον προς κέρκον και έθηκε λαμπάδα μίαν αναμέσον των δύο κέρκων και έδησε· 5 και εξέκαυσε πυρ εν ταις λαμπάσι και εξαπέστειλεν εν τοις στάχυσι των αλλοφύλων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 428 .

και τι τούτο εποίησας ημίν. 14 και ήλθον έως Σιαγόνος· και οι αλλόφυλοι ηλάλαξαν και έδραμον εις συνάντησιν αυτού· και ήλατο επ ‘ αυτόν πνεύμα Κυρίου. έως της ημέρας ταύτης. δια τούτο εκλήθη το όνομα αυτής Πηγή του επικαλουμένου. 10 και είπαν ανήρ Ιούδα· εις τι ανέβητε εφ ‘ ημάς. και νυν αποθανούμαι τω δίψει και εμπεσούμαι εν χειρί των απεριτμήτων. και έρριψε την σιαγόνα εκ της χειρός αυτού· και εκάλεσε τον τόπον εκείνον Αναίρεσις σιαγόνος. 16 και είπε Σαμψών· εν σιαγόνι όνου εξαλείφων εξήλειψα αυτούς. 20 και έκρινε τον Ισραήλ εν ημέραις αλλοφύλων είκοσιν έτη. και είπεν αυτοίς Σαμψών· ομόσατέ μοι μη ποτε συναντήσητε εν εμοί υμείς. ό εξεκαύθη εν πυρί. και εξήλθεν εξ αυτού ύδωρ. 19 και έρρηξεν ο Θεός τον λάκκον τον εν τη σιαγόνι. 18 και εδίψησε σφόδρα. και είπεν αυτοίς Σαμψών· ον τρόπον εποίησάν μοι. 12 και είπαν αυτω· δήσαί σε κατέβημεν του δούναί σε εν χειρί αλλοφύλων. ότι εν τη σιαγόνι του όνου επάταξα χιλίους άνδρας. ή εστιν εν Σιαγόνι. και επέστρεψε το πνεύμα αυτού και έζησε. 13 και είπον αυτω λέγοντες· ουχί. 11 και κατέβησαν τρισχίλιοι από Ιούδα άνδρες εις τρυμαλιάν πέτρας ‘Ητάμ και είπαν προς Σαμψών· ουκ οίδας ότι κυριεύουσιν οι αλλόφυλοι ημών. ότι αλλ ‘ ή δεσμω δήσομέν σε και παραδώσομέν σε εν χειρί αυτών και θανάτω ου θανατώσομέν σε· και έδησαν αυτόν εν δυσί καλωδίοις καινοίς και ανήνεγκαν αυτόν από της πέτρας εκείνης. 17 και εγένετο ως επαύσατο λαλών. ούτως εποίησα αυτοίς. και εγενήθη τα καλώδια τα επί βραχίοσιν αυτού ωσεί στυππίον. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 429 . και έκλαυσε προς Κύριον και είπε· συ ευδόκησας εν χειρί δούλου σου την σωτηρίαν την μεγάλην ταύτην. και ετάκησαν δεσμοί αυτού από χειρών αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 9 Και ανέβησαν οι αλλόφυλοι και παρενέβαλον εν Ιούδα και εξερρίφησαν εν Λεχί. και είπον οι αλλόφυλοι· δήσαι τον Σαμψών ανέβημεν και ποιήσαι αυτω ον τρόπον εποίησεν ημίν. 15 και εύρε σιαγόνα όνου εξερριμένη και εξέτεινε την χείρα αυτού και έλαβεν αυτήν και επάταξεν εν αυτη χιλίους άνδρας. και έπιε.

Σαμψών· και εξυπνίσθη από του ύπνου αυτού και εξήρε τον πάσσαλον του υφάσματος εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 430 . 2 και ανηγγέλη τοις Γαζαίοις λέγοντες· ήκει Σαμψών ώδε. 12 και έλαβε Δαλιδά καλώδια καινά και έδησεν αυτόν εν αυτοίς· και τα ένεδρα εξήλθεν εκ του ταμιείου· και είπεν· αλλόφυλοι επί σε. 8 και ανήνεγκαν αυτη οι άρχοντες των αλλοφύλων επτά νευράς υγράς μη διεφθαρμένας. οίς ουκ εγένετο εν αυτοίς έργον. 14 και εγένετο εν τω κοιμάσθαι αυτόν και έλαβε Δαλιδά τας επτά σειράς της κεφαλής αυτού και ύφανεν εν τω διάσματι και έπηξε τω πασσάλω εις τον τοίχον και είπεν· αλλόφυλοι επί σε. 7 και είπε προς αυτήν Σαμψών· εάν δήσωσί με εν επτά νευραίς υγραίς μη διεφθαρμέναις. 5 και ανέβησαν προς αυτήν οι άρχοντες των αλλοφύλων και είπαν αυτη· απάτησον αυτόν. 11 και είπε προς αυτήν· εάν δεσμεύοντες δήσωσί με εν καλωδίοις καινοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΑΙ επορεύθη Σαμψών εις Γάζαν· και είδεν εκεί γυναίκα πόρνην και εισήλθε προς αυτήν. και εκύκλωσαν και ενήδρευσαν επ ‘ αυτόν όλην την νύκτα εν τη πύλη της πόλεως και εκώφευσαν όλην την νύκτα λέγοντες· έως διαφαύση ο όρθρος. 13 και είπε Δαλιδά προς Σαμψών· ιδού επλάνησάς με και ελάλησας προς με ψευδή· ανάγγειλον δη μοι εν τίνι δεθήση. και ασθενήσω και έσομαι ως εις των ανθρώπων. 4 Και εγένετο μετά τούτο και ηγάπησε γυναίκα εν Αλσωρήχ. και φονεύσωμεν αυτόν. και ημείς δώσομέν σοι ανήρ χιλίους και εκατόν αργυρίου. ως ει τις αποσπάσοι στρέμμα στυπίου εν τω οσφρανθήναι αυτό πυρός· και ουκ εγνώσθη η ισχύς αυτού. και είπε προς αυτήν· εάν υφάνης τας επτά σειράς της κεφαλής μου συν τω διάσματι και εγκρούσης τω πασσάλω εις τον τοίχον. 10 και είπε Δαλιδά προς Σαμψών· ιδού επλάνησάς με και ελάλησας προς με ψευδή· νυν ουν ανάγγειλόν μοι εν τίνι δεθήση. 6 και είπε Δαλιδά προς Σαμψών· απάγγειλον δη μοι εν τίνι η ισχύς σου η μεγάλη και εν τίνι δεθήση του ταπεινωθήναί σε. Σαμψών· και διέσπασε τας νευράς. 3 και εκοιμήθη Σαμψών έως μεσονυκτίου· και ανέστη εν ημίσει της νυκτός και επελάβετο των θυρών της πύλης της πόλεως συν τοις δυσί σταθμοίς και ανεβάσταζεν αυτάς συν τω μοχλω και έθηκεν επί ώμων αυτού και ανέβη επί την κορυφήν του όρους του επί προσώπου του Χεβρών και έθηκεν αυτά εκεί. Σαμψών· και διέσπασεν αυτά από βραχιόνων αυτού ωσεί σπαρτίον. και όνομα αυτη Δαλιδά. και ιδέ εν τίνι η ισχύς αυτού η μεγάλη και εν τίνι δυνησόμεθα αυτω και δήσομεν αυτόν του ταπεινώσαι αυτόν. και έσομαι ως εις των ανθρώπων ασθενής. και έδησεν αυτόν εν αυταίς· 9 και το ένεδρον αυτη εκάθητο εν τω ταμιείω· και είπεν αυτω· αλλόφυλοι επί σε. και ασθενήσω και έσομαι ως εις των ανθρώπων.

και επί το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 431 . ηγάπηκά σε. και ερράπιζον αυτόν και έστησαν αυτόν ανά μέσον των κιόνων. Σαμψών. ότι παρέδωκεν ο θεός ημών τον εχθρόν ημών εν χειρί ημών. ότι απήγγειλέ μοι πάσαν την καρδίαν αυτού· και ανέβησαν προς αυτήν οι άρχοντες των αλλοφύλων και ανήνεγκαν το αργύριον εν χερσίν αυτών. και έπαιζεν ενώπιον αυτών. και εξυπνίσθη εκ του ύπνου αυτού και είπεν· εξελεύσομαι ως άπαξ και άπαξ και εκτιναχθήσομαι· και αυτός ουκ έγνω ότι ο Κύριος απέστη απάνωθεν αυτού. και παιξάτω ενώπιον ημών. τον ερημούντα την γην ημών. και εξύρησε τας επτά σειράς της κεφαλής αυτού· και ήρξατο ταπεινώσαι αυτόν. 21 και εκράτησαν αυτόν οι αλλόφυλοι και εξέκοψαν τους οφθαλμούς αυτού· και κατήνεγκαν αυτόν εις Γάζαν και επέδησαν αυτόν εν πέδαις χαλκείαις. και ος επλήθυνε τους τραυματίας ημών. και ην αλήθων εν οίκω του δεσμωτηρίου. εφ ‘ οίς ο οίκος επ ‘ αυτούς. και ασθενήσω και έσομαι ως πάντες οι άνθρωποι. και η καρδία σου ουκ έστι μετ ‘ εμού. καθώς εξυρήσατο. 16 και εγένετο ότε εξέθλιψεν αυτόν εν λόγοις αυτής πάσας τας ημέρας και εστενοχώρησεν αυτόν. 19 και εκοίμισε Δαλιδά τον Σαμψών επί τα γόνατα αυτής· και εκάλεσεν άνδρα. 24 και είδον αυτόν ο λαός και ύμνησαν τον θεόν αυτών. 23 και οι άρχοντες των αλλοφύλων συνήχθησαν θυσιάσαι θυσίασμα μέγα τω Δαγών θεω αυτών και ευφρανθήναι και είπαν· έδωκεν ο Θεός εν χειρί ημών τον Σαμψών τον εχθρόν ημών. 18 και είδε Δαλιδά. και ωλιγοψύχησεν έως του αποθανείν· 17 και ανήγγειλεν αυτη πάσαν την καρδίαν αυτού και είπεν αυτη· σίδηρος ουκ ανέβη επί την κεφαλήν μου. αποστήσεται απ ‘ εμού η ισχύς μου. και εκεί πάντες οι άρχοντες των αλλοφύλων. 26 και είπε Σαμψών προς τον νεανίαν τον κρατούντα την χείρα αυτού· άφες με και ψηλαφήσω τους κίονας. 22 Και ήρξατο θρίξ της κεφαλής αυτού βλαστάνειν. ότι απήγγειλεν αυτη πάσαν την καρδίαν αυτού. και απέστη η ισχύς αυτού απ ‘ αυτού. 20 και είπε Δαλιδά· αλλόφυλοι επί σε. και είπαν· καλέσατε τον Σαμψών εξ οίκου φυλακής. 27 και ο οίκος πλήρης των ανδρών και των γυναικών. 25 και ότε ηγαθύνθη η καρδία αυτών. και απέστειλε και εκάλεσε τους άρχοντας των αλλοφύλων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του τοίχου. και επιστηριχθήσομαι επ ‘ αυτούς. 15 και είπε προς Σαμψών Δαλιδά· Πως λέγεις. λέγουσα· ανάβητε έτι το άπαξ τούτο. τούτο τρίτον επλάνησάς με και ουκ απήγγειλάς μοι εν τίνι η ισχύς σου η μεγάλη. και εκάλεσαν τον Σαμψών εξ οίκου δεσμωτηρίου. ότι άγιος Θεού εγώ ειμι από κοιλίας μητρός μου· εάν ουν ξυρήσωμαι.

30 και είπε Σαμψών· αποθανέτω ψυχή μου μετά των αλλοφύλων· και εβάσταξεν εν ισχύϊ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 432 . και εγένετο αυτω εις ιερέα. και αυτός Λευίτης. 6 εν δε ταις ημέραις εκείναις ουκ ην βασιλεύς εν Ισραήλ· ανήρ το ευθές εν οφθαλμοίς αυτού εποίει. ους έλαβες αργυρίου σεαυτη και με ηράσω και προσείπας εν ωσί μου. 29 και περιέλαβε Σαμψών τους δύο κίονας του οίκου. και είπεν· Αδωναϊέ Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώμα ωσεί τρισχίλιοι άνδρες και γυναίκες οι θεωρούντες εν παγνίαις Σαμψών. αυτω οίκος Θεού· και εποίησεν εφώδ και θεραφίν και επλήρωσε την χείρα από ενός υιών αυτού. και έπεσεν ο οίκος επί τους άρχοντας και επί πάντα τον λαόν τον εν αυτω· και ήσαν οι τεθνηκότες. και όνομα αυτω Μιχαίας. 4 και απέδωκε το αργύριον τη μητρί αυτού· και έλαβεν η μήτηρ αυτού διακοσίους αργυρίου και έδωκεν αυτό αργυροκόπω. 28 και έκλαυσε Σαμψών προς Κύριον. 31 και κατέβησαν οι αδελφοί αυτού και ο οίκος του πατρός αυτού και έλαβον αυτόν και ανέβησαν και έθαψαν αυτόν ανά μέσον Σαραά και ανά μέσον Εσθαόλ εν τω τάφω Μανωέ του πατρός αυτού. ιδού το αργύριον παρ ‘ εμοί. εφ ‘ ους ο οίκος ειστήκει. και ούτος παρώκει εκεί. και ανταποδώσω ανταπόδοσιν μίαν περί των δύο οφθαλμών μου τοις αλλοφύλοις. εγώ έλαβον αυτό. πλείους ή ους εθανάτωσεν εν τη ζωή αυτού. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ εγένετο ανήρ από όρους Εφραίμ. και αυτός έκρινε τον Ισραήλ είκοσιν έτη. ους εθανάτωσε Σαμψών εν τω θανάτω αυτού. 5 και ο οίκος Μιχαία. και νυν αποδώσω αυτό σοι. Θεέ. μνήσθητι δη μου νυν και ενίσχυσόν με έτι το άπαξ τούτο. 2 και είπε τη μητρί αυτού· οι χίλιοι και εκατόν. και εποίησεν αυτό γλυπτόν και χωνευτόν· και εγενήθη εν οίκω Μιχαία. 3 και απέδωκε τους χιλίους και εκατόν του αργυρίου τη μητρί αυτού· και είπεν η μήτηρ αυτού· αγιάζουσα ηγίασα το αργύριον τω Κυρίω εκ της χειρός μου τω υιω μου του ποιήσαι γλυπτόν και χωνευτόν. και επεστηρίχθη επ ‘ αυτούς και εκράτησεν ένα τη δεξιά αυτού και ένα τη αριστερά αυτού. 7 Και εγενήθη νεανίας εκ Βηθλεέμ δήμου Ιούδα. και είπεν η μήτηρ αυτού· ευλογητός ο υιος μου τω Κυρίω.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 8 και επορεύθη ο ανήρ από Βηθλεέμ της πόλεως Ιούδα παροικήσαι εν ω εάν εύρη τόπω. και ουκ έστι διατρέπων ή καταισχύνων λόγον εν τη γη. 7 και επορεύθησαν οι πέντε άνδρες και ήλθον εις Λαισά· και είδαν τον λαόν τον εν μέσω αυτής καθήμενον επ ‘ ελπίδι. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΕΝ ταις ημέραις εκείναις ουκ ην βασιλεύς εν Ισραήλ. και τι σοι ώδε. 10 και είπεν αυτω Μιχαίας· κάθου μετ ‘ εμού και γίνου μοι εις πατέρα και εις ιερέα. και εγενόμην αυτω εις ιερέα. 2 και απέστειλαν οι υιοί Δάν από δήμων αυτών πέντε άνδρας υιούς δυνάμεως από Σαραά και από Εσθαόλ του κατασκέψασθαι την γην και εξιχνιάσαι αυτήν και είπαν προς αυτούς· πορεύεσθε και εξιχνιάσατε την γην. και ήλθεν έως όρους Εφραίμ και έως οίκου Μιχαία του ποιήσαι οδόν αυτού. 13 και είπε Μιχαίας· νυν έγνων ότι αγαθυνεί μοι Κύριος. εν ή πορεύεσθε εν αυτη. κληρονόμος εκπιέζων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 433 . ως κρίσις Σιδωνίων ησυχάζουσα. και είπε προς αυτόν· Λευίτης ειμί εκ Βηθλεέμ Ιούδα. 11 και επορεύθη ο Λευίτης και ήρξατο παροικείν παρά τω ανδρί. και αυτοί επέγνωσαν την φωνήν του νεανίσκου του Λευίτου και εξέκλιναν εκεί και είπαν αυτω· τις ήνεγκέ σε ώδε. 12 και επλήρωσε Μιχαίας την χείρα του Λευίτου. και εγένετο αυτω εις ιερέα και εγένετο εν τω οίκω Μιχαία. και εγώ δώσω σοι δέκα αργυρίου εις ημέραν και στολήν ιματίων και τα προς ζωήν σου. και γνωσόμεθα ει ευοδωθήσεται η οδός ημών. και εγενήθη ο νεανίας αυτω ως εις από υιών αυτού. και εν ταις ημέραις εκείναις η φυλή Δάν εζήτει εαυτη κληρονομίαν κατοικήσαι. ότι ουκ ενέπεσεν αυτη έως της ημέρας εκείνης εν μέσω φυλών υιών Ισραήλ κληρονομία. 5 και είπαν αυτω· επερώτησον δη εν τω Θεω. και ήλθον έως όρους Εφραίμ έως οίκου Μιχαία και ηυλίσθησαν αυτοί εκεί 3 εν οίκω Μιχαία. 6 και είπεν αυτοίς ο ιερεύς· πορεύεσθε εν ειρήνη· ενώπιον Κυρίου η οδός υμών. και εγώ πορεύομαι παροικήσαι εν ω εάν εύρω τόπω. ότι εγένετό μοι ο Λευίτης εις ιερέα. 9 και είπεν αυτω Μιχαίας· πόθεν έρχη. και συ τι ποιείς εν τω τόπω τούτω. εν ή ημείς πορευόμεθα εν αυτη. 4 και είπε προς αυτούς· ούτω και ούτως εποίησέ μοι Μιχαίας και εμισθώσατό με.

μη οκνήσητε του πορευθήναι και εισελθείν του κληρονομήσαι την γην. εις τον οίκον Μιχαία. και τι τούτο λέγετε προς με· τι κράζεις. 15 και εξέκλιναν εκεί και εισήλθον εις τον οίκον του νεανίσκου του Λευίτου. ότι έδωκεν αυτήν ο Θεός εν χειρί υμών. 10 και ηνίκα εάν έλθητε. οι εκ των υιών Δάν. 14 και απεκρίθησαν οι πέντε άνδρες οι πορευόμενοι κατασκέψασθαι την γην Λαισά και είπαν προς τους αδελφούς· έγνωτε ότι εστίν εν τω οίκω τούτω εφώδ και θεραφίν και γλυπτόν και χωνευτόν. ιδού οπίσω Καριαθιαρίμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θησαυρούς. 9 και είπαν· ανάστητε και αναβώμεν επ ‘ αυτούς. 12 και ανέβησαν και παρενέβαλον εν Καριαθιαρίμ εν Ιούδα· δια τούτο εκλήθη εν εκείνω τω τόπω Παρεμβολή Δάν έως της ημέρας ταύτης. και ηρώτησαν αυτόν εις ειρήνην.τι ποιήσετε. τόπος. ότι είδομεν την γην και ιδού αγαθή σφόδρα· και υμείς ησυχάζετε. 22 αυτοί εμάκρυναν από οίκου Μιχαία και ιδού Μιχαίας και οι άνδρες οι εν ταις οικίαις ταις μετά οίκου Μιχαία εβόησαν και κατελάβοντο τους υιούς Δάν. και έλαβε το εφώδ και το θεραφίν και το γλυπτόν και το χωνευτόν και ήλθεν εν μέσω του λαού. και η γη πλατεία. ότι εβόησας. και μακράν εισι Σιδωνίων και λόγον ουκ έχουσι προς άνθρωπον. 21 και επέστρεψαν και απήλθαν· και έθηκαν τα τέκνα και την κτήσιν και το βάρος έμπροσθεν αυτών. 13 και παρήλθον εκείθεν όρος Εφραίμ και ήλθον έως οίκου Μιχαία. επίθες την χείρά σου επί το στόμα σου και δεύρο μεθ ‘ ημών και γένου ημίν εις πατέρα και εις ιερέα· μη αγαθόν είναί σε ιερέα οίκου ανδρός ενός ή γενέσθαι σε ιερέα φυλής και οίκου εις δήμον Ισραήλ. 17 και ανέβησαν οι πέντε άνδρες οι πορευθέντες κατασκέψασθαι την γην και εισήλθον εκεί εις οίκον Μιχαία. 24 και είπε Μιχαίας· ότι το γλυπτόν μου. 20 και ηγαθύνθη η καρδία του ιερέως. και είπε προς αυτούς ο ιερεύς· τι υμείς ποιείτε. ό εποίησα. ελάβετε και τον ιερέα και επορεύθητε· και τι μοι έτι. 23 και επέστρεψαν οι υιοί Δάν το πρόσωπον αυτών και είπαν τω Μιχαία· τι εστί σοι. 19 και είπαν αυτω· κώφευσον. εισελεύσεσθε προς λαόν επ ‘ ελπίδι. 16 και οι εξακόσιοι άνδρες οι ανεζωσμένοι τα σκεύη της παρατάξεως αυτών εστώτες παρά θύρας της πύλης. 11 Και απήραν εκείθεν από δήμων του Δάν από Σαραά και από Εσθαόλ εξακόσιοι άνδρες εζωσμένοι σκεύη παρατάξεως. 8 και ήλθον οι πέντε άνδρες προς τους αδελφούς αυτών εις Σαραά και Εσθαόλ και είπον τοις αδελφοίς αυτών· τι υμείς κάθησθε. όπου ουκ έστιν εκεί υστέρημα παντός ρήματος των εν τη γη. και νυν γνώτε ό. 25 και είπαν προς αυτόν οι υιοί Δάν· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 434 . και ο ιερεύς εστώς· 18 και έλαβον το γλυπτόν και το εφώδ και το θεραφίν και το χωνευτόν.

και ήλθον επί Λαισά. και νεανίας αυτού μετ ‘ αυτού και ζεύγος όνων· η δε εισήνεγκεν αυτόν εις οίκον πατρός αυτής. και ωκοδόμησαν την πόλιν και κατεσκήνωσαν εν αυτη 29 και εκάλεσαν το όνομα της πόλεως Δάν εν ονόματι Δάν πατρός αυτών. αυτός και οι υιοί αυτού ήσαν ιερείς τη φυλή Δάν έως ημέρας της αποικίας της γης. και αυτή εν τη κοιλάδι του οίκου Ραάβ. 31 και έθηκαν εαυτοίς το γλυπτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μη ακουσθήτω δη φωνή σου μεθ ‘ ημών. 5 και εγένετο τη ημέρα τη τετάρτη και ώρθρισαν το πρωϊ και ανέστη του πορευθήναι· και είπεν ο πατήρ της νεάνιδος προς τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 435 . και επέστρεψεν εις τον οίκον αυτού. ος ην αυτω. και λόγος ουκ έστιν αυτοίς μετά ανθρώπου. και έφαγον και έπιον και ηυλίσθησαν εκεί. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ εγένετο εν ταις ημέραις εκείναις ουκ ην βασιλεύς εν Ισραήλ· και εγένετο ανήρ Λευίτης παροικών εν μηροίς όρους Εφραίμ και έλαβεν αυτω γυναίκα παλλακήν από Βηθλεέμ Ιούδα. επί λαόν ησυχάζοντα και πεποιθότα επ ‘ ελπίδι και επάταξαν αυτούς εν στόματι ρομφαίας και την πόλιν ενέπρησαν εν πυρί· 28 και ουκ ην ο ρυόμενος. 3 και ανέστη ο ανήρ αυτής και επορεύθη οπίσω αυτής του λαλήσαι επί καρδίαν αυτής του επιστρέψαι αυτήν αυτω. μη ποτε συναντήσωσιν ημίν άνδρες πικροί ψυχή και προσθήσουσι ψυχήν σου και την ψυχήν του οίκου σου. 2 και επορεύθη απ ‘ αυτού η παλλακή αυτού και απήλθε παρ ‘ αυτού εις οίκον πατρός αυτής εις Βηθλεέμ Ιούδα και ην εκεί ημέρας μηνών τεσσάρων. ος ετέχθη τω Ισραήλ· και ην Ουλαμαϊς όνομα της πόλεως το πρότερον. και είδεν αυτόν ο πατήρ της νεάνιδος και ηυφράνθη εις συνάντησιν αυτού. 30 και έστησαν εαυτοίς οι υιοί Δάν το γλυπτόν· και Ιωνάθαν υιος Γηρσών υιος Μανασσή. 4 και κατέσχεν αυτόν ο γαμβρός αυτού ο πατήρ της νεάνιδος και εκάθισε μετ ‘ αυτού επί τρεις ημέρας. ό εποίησε Μιχαίας πάσας τας ημέρας. ας ην ο οίκος του Θεού εν Σηλώμ. 26 και επορεύθησαν οι υιοί Δάν εις οδόν αυτών· και είδε Μιχαίας ότι δυνατώτεροί εισιν υπέρ αυτόν. 27 και οι υιοί Δάν έλαβον ό εποίησε Μιχαίας. ότι μακράν εστιν από Σιδωνίων. και τον ιερέα.

7 και ανέστη ο ανήρ του πορεύεσθαι αυτός· και εβιάσατο αυτόν ο γαμβρός αυτού. ουκ έστιν υστέρημα παντός πράγματος. και ορθριείτε αύριον εις οδόν υμών και πορεύση εις το σκήνωμά σου. και αγαθυνθήσεται η καρδία σου. 18 και είπεν προς αυτόν· παραπορευόμεθα ημείς από Βηθλεέμ Ιούδα έως μηρών όρους Εφραίμ· εκείθεν εγώ ειμι και επορεύθην έως Βηθλεέμ Ιούδα. 13 και είπε τω νεανία αυτού· δεύρο και εγγίσωμεν ενί των τόπων και αυλισθησόμεθα εν Γαβαά ή εν Ραμά. και ουκ ην ανήρ συνάγων αυτούς εις οικίαν αυλισθήναι. 9 και ανέστη ο ανήρ του πορευθήναι. πλήν παν το υστέρημά σου επ ‘ εμέ· πλήν εν τη πλατεία ου μη αυλισθήση. και η ημέρα προβεβήκει σφόδρα· και είπεν ο νεανίας προς τον κύριον αυτού· δεύρο δη και εκκλίνωμεν εις πόλιν του Ιεβουσί ταύτην και αυλισθώμεν εν αυτη. και οι άνδρες του τόπου υιοί Βενιαμίν. και εκάθισε και ηυλίσθη εκεί. και μετ ‘ αυτού ζεύγος όνων επισεσαγμένων. 10 και ουκ ευδόκησεν ο ανήρ αυλισθήναι και ανέστη και απήλθε και ήλθεν έως απέναντι Ιεβούς (αύτη εστίν Ιερουσαλήμ). και ουκ έστιν ανήρ συνάγων με εις την οικίαν· 19 και γε άχυρα και χορτάσματά εστι τοις όνοις ημών. αυτός και η παλλακή αυτού και ο νεανίας αυτού· και είπεν αυτω ο γαμβρός αυτού ο πατήρ της νεάνιδος· ιδού δη ησθένησεν ημέρα εις την εσπέραν· αυλίσθητι ώδε. 17 και ήρε τους οφθαλμούς αυτού και είδε τον οδοιπόρον άνδρα εν τη πλατεία της πόλεως· και είπεν ο ανήρ ο πρεσβύτης· που πορεύη και πόθεν έρχη. ή εστι τω Βενιαμίν. 14 και παρήλθον και επορεύθησαν. και άρτος και οίνός εστιν εμοί και τη παιδίσκη και τω νεανίσκω μετά των παίδων σου. εν ή ουκ έστιν από υιών Ισραήλ ώδε. 16 και ιδού ανήρ πρεσβύτης ήρχετο εξ έργων αυτού εξ αγρού εν εσπέρα· και ο ανήρ ην εξ όρους Εφραίμ. 6 και εκάθισαν και έφαγον οι δύο επί το αυτό και έπιον· και είπεν ο πατήρ της νεάνιδος προς τον άνδρα· άγε δη αυλίσθητι. και εις τον οίκόν μου εγώ πορεύομαι. και παρελευσόμεθα έως Γαβαά. και η παλλακή αυτού μετ ‘ αυτού. 8 και ώρθρισε το πρωϊ τη ημέρα τη πέμπτη του πορευθήναι· και είπεν ο πατήρ της νεάνιδος· στήρισον δη την καρδίαν σου και στράτευσον έως κλίναι την ημέραν· και έφαγον οι δύο. 12 και είπε προς αυτόν ο κύριος αυτού· ουκ εκκλινούμεν εις πόλιν αλλοτρίαν. και έδυ αυτοίς ο ήλιος εχόμενα της Γαβαά. 21 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 436 . και αγαθυνθήσεται η καρδία σου. 15 και εξέκλιναν εκεί του εισελθείν αυλισθήναι εν Γαβαά· και εισήλθον και εκάθισαν εν τη πλατεία της πόλεως. 20 και είπεν ο ανήρ πρεσβύτης· ειρήνη σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νυμφίον αυτού· στήρισον την καρδίαν σου ψωμω άρτου. και αυτός παρώκει εν Γαβαά. 11 και ήλθοσαν έως Ιεβούς. και μετά τούτο πορεύσεσθε.

και έλαβεν αυτήν επί τον όνον και επορεύθη εις τον τόπον αυτού. και ταπεινώσατε αυτάς και ποιήσατε αυταίς το αγαθόν εν οφθαλμοίς υμών· και τω ανδρί τούτω μη ποιήσητε το ρήμα της αφροσύνης ταύτης. 23 και εξήλθε προς αυτούς ο ανήρ ο κύριος του οίκου και είπε· μη αδελφοί. και ιδού η γυνή αυτού η παλλακή πεπτωκυία παρά τας θύρας του οίκου. ος εισήλθεν εις την οικίαν σου. έως ου διέφαυσε. 28 και είπε προς αυτήν· ανάστα και απέλθωμεν· και ουκ απεκρίθη. εξάξω αυτάς. και είπον προς τον άνδρα τον κύριον του οίκου τον πρεσβύτην λέγοντες· εξένεγκε τον άνδρα. 25 και ουκ ευδόκησαν οι άνδρες του εισακούσαι αυτού. 22 αυτοί δε αγαθύνοντες καρδίαν αυτών και ιδού άνδρες της πόλεως υιοί παρανόμων εκύκλωσαν την οικίαν κρούοντες επί την θύραν. και αι χείρες αυτής επί το πρόθυρον. μη ποιήσητε την αφροσύνην ταύτην· 24 ιδέ η θυγάτηρ μου η παρθένος και η παλλακή αυτού. και εξήλθε του πορευθήναι την οδόν αυτού. ου ην αυτής εκεί ο ανήρ. ίνα γνώμεν αυτόν. και εξεκκλησιάσθη η συναγωγή ως ανήρ εις από Δάν και έως Βηρσαβεέ και γη του Γαλαάδ προς Κύριον εις Μασσηφά. και επελάβετο ο ανήρ της παλλακής αυτού και εξήγαγεν αυτήν προς αυτούς έξω. ως ανέβη το πρωϊ. 2 και εστάθησαν κατά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 437 . 29 και έλαβε την ρομφαίαν και εκράτησε την παλλακήν αυτού και εμέλισεν αυτήν εις δώδεκα μέλη και απέστειλεν αυτά εν παντί ορίω Ισραήλ. μη κακοποιήσητε δη μετά το εισελθείν τον άνδρα τούτον εις την οικίαν μου. ότι ην νεκρά. ΚΡΙΤΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εξήλθον πάντες οι υιοί Ισραήλ. 26 και ήλθεν η γυνή προς τον όρθρον και έπεσε παρά την θύραν του οίκου. και έγνωσαν αυτήν και ενέπαιζον εν αυτη όλην την νύκτα έως το πρωϊ· και εξαπέστειλαν αυτήν. 30 και εγένετο πας ο βλέπων έλεγεν· ουκ εγένετο και ουχ εώραται από ημέρας αναβάσεως υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου έως της ημέρας ταύτης θέσθε υμίν αυτοίς βουλήν επ ‘ αυτήν και λαλήσατε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισήνεγκεν αυτόν εις τον οίκον αυτού και τόπον εποίησε τοις όνοις. και αυτοί ενίψαντο τους πόδας αυτών και έφαγον και έπιον. 27 και ανέστη ο ανήρ αυτής το πρωϊ και ήνοιξε τας θύρας του οίκου.

18 και ανέστησαν και ανέβησαν εις Βαιθήλ και ηρώτησαν εν τω Θεω και είπαν οι υιοί Ισραήλ· τις αναβήσεται ημίν εν αρχή εις παράταξιν προς υιούς Βενιαμίν. υιοί Ισραήλ. 9 και νυν τούτο το ρήμα. 3 και ήκουσαν οι υιοί Βενιαμίν ότι ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ εις Μασσηφά. ό ποιηθήσεται τη Γαβαά· αναβησόμεθα επ ‘ αυτήν εν κλήρω. ποιήσαι αυτη κατά παν το απόπτωμα. και ελθόντες είπαν οι υιοί Ισραήλ· λαλήσατε. λέγοντες· ουκ απελευσόμεθα ανήρ εις σκήνωμα αυτού και ουκ επιστρέψομεν ανήρ εις τον οίκον αυτού. 17 και ανήρ Ισραήλ επεσκέπησαν εκτός του Βενιαμίν. 5 και ανέστησαν επ ‘ εμέ οι άνδρες της Γαβαά και εκύκλωσαν επ ‘ εμέ επί την οικίαν νυκτός· εμέ ηθέλησαν φονεύσαι και την παλλακήν μου εταπείνωσαν και απέθανε. ό εποίησεν εν Ισραήλ. ο ανήρ της γυναικός της φονευθείσης. ανήρ έλκων ρομφαίαν. δότε εαυτοίς λόγον και βουλήν εκεί. 11 και συνήχθη πας ανήρ Ισραήλ εις την πόλιν ως ανήρ εις. 4 και απεκρίθη ο ανήρ ο Λευίτης. και ουκ ευδόκησαν οι υιοί Βενιαμίν ακούσαι της φωνής των αδελφών αυτών υιών Ισραήλ. που εγένετο η πονηρία αύτη. 14 και συνήχθησαν οι υιοί Βενιαμίν από των πόλεων αυτών εις Γαβαά εξελθείν εις παράταξιν προς υιούς Ισραήλ. 6 και εκράτησα την παλλακήν μου και εμέλισα αυτήν και εξαπέστειλα εν παντί ορίω κληρονομίας υιών Ισραήλ. 10 πλήν ληψόμεθα δέκα άνδρας τοις εκατόν εις πάσας φυλάς Ισραήλ και εκατόν τοις χιλίοις και χιλίους τοις μυρίοις. τετρακόσιαι χιλιάδες ανδρών ελκόντων ρομφαίαν· πάντες ούτοι άνδρες παρατάξεως. και ουκ εξαμαρτάνοντες. τετρακόσιαι χιλιάδες ανδρών πεζών έλκοντες ρομφαίαν. 19 και ανέστησαν οι υιοί Ισραήλ το πρωϊ και παρενέβαλον επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 438 . και θανατώσομεν αυτούς και εκκαθαριούμεν πονηρίαν από Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρόσωπον Κυρίου πάσαι αι φυλαί του Ισραήλ εν εκκλησία του λαού του Θεού. λαβείν επισιτισμόν του ποιήσαι ελθείν αυτούς εις Γαβαά Βενιαμίν. οί επεσκέπησαν επτακόσιοι άνδρες 16 εκλεκτοί εκ παντός λαού αμφοτεροδέξιοι· πάντες ούτοι σφενδονήται εν λίθοις προς τρίχα. 12 Και απέστειλαν αι φυλαί Ισραήλ άνδρας εν πάση φυλή Βενιαμίν λέγοντες· τις η πονηρία αύτη η γενομένη εν υμίν. 13 και νυν δότε τους άνδρας υιούς παρανόμων τους εν Γαβαά. 7 ιδού πάντες υμείς. εκτός των οικούντων την Γαβαά. ότι εποίησαν ζέμα και απόπτωμα εν Ισραήλ. και είπε Κύριος· Ιούδας εν αρχή αναβήσεται αφηγούμενος. 15 και επεσκέπησαν οι υιοί Βενιαμίν εν τη ημέρα εκείνη από των πόλεων είκοσι τρεις χιλιάδες. και είπεν· εις Γαβαά της Βενιαμίν ήλθον εγώ και η παλλακή μου του αυλισθήναι. 8 και ανέστη πας ο λαός ως ανήρ εις.

ότι φθάνει επ ‘ αυτούς η κακία. και διέφθειραν οι υιοί Ισραήλ εκ του Βενιαμίν εν τη ημέρα εκείνη είκοσι και πέντε χιλιάδας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 439 . 26 και ανέβησαν πάντες οι υιοί Ισραήλ και πας ο λαός και ήλθον εις Βαιθήλ και έκλαυσαν. όπου συνήψαν εν τη ημέρα τη πρώτη. 22 και ενίσχυσαν ανήρ Ισραήλ και προσέθηκαν συνάψαι παράταξιν εν τω τόπω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γαβαά. 34 και ήλθον εξ εναντίας Γαβαά δέκα χιλιάδες ανδρών εκλεκτών εκ παντός Ισραήλ και παράταξις βαρεία· και αυτοί ου έγνωσαν. 29 Και έθηκαν οι υιοί Ισραήλ ένεδρα τη Γαβαά κύκλω. 35 και επάταξε Κύριος τον Βενιαμίν ενώπιον υιών Ισραήλ. 23 και ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ και έκλαυσαν ενώπιον Κυρίου έως εσπέρας και ηρώτησαν εν Κυρίω λέγοντες· ει προσθώμεν εγγίσαι εις παράταξιν προς υιούς Βενιαμίν αδελφούς ημών. 28 και Φινεές υιος Ελεάζαρ υιού Ααρών παρεστηκώς ενώπιον αυτής εν ταις ημέραις εκείναις. ότι αύριον δώσω αυτούς εις χείρας υμών. 25 και εξήλθον οι υιοί Βενιαμίν εις συνάντησιν αυτοίς από της Γαβαά εν τη ημέρα τη δευτέρα και διέφθειραν από υιών Ισραήλ έτι οκτωκαίδεκα χιλιάδας ανδρών επί την γην· πάντες ούτοι έλκοντες ρομφαίαν. 21 και εξήλθον οι υιοί Βενιαμίν από της Γαβαά και διέφθειραν εν Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη δύο και είκοσι χιλιάδας ανδρών επί την γην. και εκάθισαν εκεί ενώπιον Κυρίου και ενήστευσαν εν τη ημέρα εκείνη έως εσπέρας και ανήνεγκαν ολοκαυτώσεις και τελείας ενώπιον Κυρίου· 27 ότι εκεί κιβωτός διαθήκης Κυρίου του Θεού. ή εστι μία αναβαίνουσα εις Βαιθήλ και μία εις Γαβαά εν αγρω. και το ένεδρον Ισραήλ επήρχετο εκ του τόπου αυτού από Μαοραγαβέ. 31 και εξήλθον οι υιοί Βενιαμίν εις συνάντησιν του λαού και εξεκενώθησαν εκ της πόλεως και ήρξαντο πατάσσειν από του λαού τραυματίας ως άπαξ και άπαξ εν ταις οδοίς. και είπε Κύριος· ανάβητε. και επηρώτησαν οι υιοί Ισραήλ εν Κυρίω λέγοντες· ει προσθώμεν έτι εξελθείν εις παράταξιν προς υιούς Βενιαμίν αδελφούς ημών ή επίσχωμεν. ως τριάκοντα άνδρας εν Ισραήλ. 32 και είπαν οι υιοί Βενιαμίν· πίπτουσιν ενώπιον ημών ως το πρώτον. 20 και εξήλθον πας ανήρ Ισραήλ εις παράταξιν προς Βενιαμίν και συνήψαν αυτοίς επί Γαβαά. 24 και προσήλθον οι υιοί Ισραήλ προς υιούς Βενιαμίν εν τη ημέρα τη δευτέρα. 33 και πας ανήρ ανέστη εκ του τόπου αυτών και συνήψαν εν Βααλθαμάρ. και είπε Κύριος· ανάβητε προς αυτούς. και οι υιοί Ισραήλ είπαν· φύγωμεν και εκκενώσωμεν αυτούς από της πόλεως εις τας οδούς· και εποίησαν ούτω. 30 και ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ προς υιούς Βενιαμίν εν τη ημέρα τη τρίτη και συνήψαν προς την Γαβαά ως άπαξ και άπαξ.

40 και το σύσσημον ανέβη επί πλείον επί της πόλεως ως στύλος καπνού· και επέβλεψε Βενιαμίν οπίσω αυτού. εξακόσιοι άνδρες. ό έθηκαν επί τη Γαβαά. 45 και επέβλεψαν οι λοιποί και έφευγον εις την έρημον προς την πέτραν του Ρεμμών. 36 και είδον οι υιοί Βενιαμίν ότι επλήγησαν· και έδωκεν ανήρ Ισραήλ τω Βενιαμίν τόπον. 37 και εν τω αυτούς υποχωρήσαι και το ένεδρον εκινήθη και εξέτειναν επί την Γαβαά. και Βενιαμίν ήρξατο πατάσσειν τραυματίας εν ανδράσιν Ισραήλ ως τριάκοντα άνδρας. 43 και κατέκοπτον τον Βενιαμίν και εδίωξαν αυτόν από Νουά κατά πόδα αυτού έως απέναντι Γαβαά προς ανατολάς ηλίου. 38 και σημείον ην τοις υιοίς Ισραήλ μετά του ενέδρου της μάχης ανενέγκαι αυτούς σύσσημον καπνού από της πόλεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εκατόν άνδρας· πάντες ούτοι είλκον ρομφαίαν. ότι είδον ότι συνήντησεν επ ‘ αυτούς η πονηρία. 39 και είδον οι υιοί Ισραήλ ότι προκατελάβετο το ένεδρον την Γαβαά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 440 . ότι είπαν· πάλιν πτώσει πίπτουσιν ενώπιον ημών ως η παράταξις η πρώτη. 48 και οι υιοί Ισραήλ επέστρεψαν προς υιούς Βενιαμίν και επάταξαν αυτούς εν στόματι ρομφαίας από πόλεως Μεθλά και έως κτήνους και έως παντός του ευρισκομένου εις πάσας τας πόλεις· και τας πόλεις τας ευρεθείσας ενέπρησαν εν πυρί. και εκαλαμήσαντο εξ αυτών οι υιοί Ισραήλ πεντακισχιλίους άνδρας· και κατέβησαν οπίσω αυτών οι υιοί Ισραήλ έως Γεδάν και επάταξαν εξ αυτών δισχιλίους άνδρας. και οι από των πόλεων διέφθειρον αυτούς εν μέσω αυτών. και η παράταξις έφθασεν επ ‘ αυτούς. και έστησαν εν τη παρατάξει. και εκάθισαν εν πέτρα Ρεμμών τέσσαρας μήνας. και έσπευσαν άνδρες Βενιαμίν. 46 και εγένοντο πάντες οι πεπτωκότες από Βενιαμίν εικοσιπέντε χιλιάδες ανδρών ελκόντων ρομφαίαν εν τη ημέρα εκείνη· οι πάντες ούτοι άνδρες δυνάμεως. 47 και επέβλεψαν οι λοιποί και έφυγον εις την έρημον προς την πέτραν του Ρεμμών. και ιδού ανέβη συντέλεια της πόλεως έως ουρανού. και εξεχύθη το ένεδρον και επάταξαν την πόλιν εν στόματι ρομφαίας. 42 και επέβλεψαν ενώπιον υιών Ισραήλ εις την οδόν της ερήμου και έφυγον. ότι ήλπισαν προς το ένεδρον. 44 και έπεσον από Βενιαμίν οκτωκαίδεκα χιλιάδες ανδρών· οι πάντες ούτοι άνδρες δυνάμεως. 41 και ανήρ Ισραήλ επέστρεψε.

11 και τούτο ποιήσετε· παν άρσεν και πάσαν γυναίκα ευδυίαν κοίτην άρσενος αναθεματιείτε. ας εζωοποίησαν από των θυγατέρων Ιαβίς Γαλαάδ· και ήρεσεν αυτοίς ούτω. και ουκ ην εκεί ανήρ από οικούντων Ιαβίς Γαλαάδ. ότι εποίησε Κύριος διακοπήν εν ταις φυλαίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 441 . Κύριε Θεέ Ισραήλ. 13 και απέστειλαν πάσα η συναγωγή και ελάλησαν προς τους υιούς Βενιαμίν εν τη πέτρα Ρεμμών και εκάλεσαν αυτούς εις ειρήνην. 6 και παρεκλήθησαν οι υιοί Ισραήλ προς Βενιαμίν αδελφόν αυτών και είπαν· εξεκόπη σήμερον φυλή μία από Ισραήλ· 7 τι ποιήσωμεν αυτοίς τοις περισσοίς τοις υπολειφθείσιν εις γυναίκας. 2 και ήλθεν ο λαός εις Βαιθήλ και εκάθισαν εκεί έως εσπέρας ενώπιον του Θεού και ήραν φωνήν αυτών και έκλαυσαν κλαυθμόν μέγαν 3 και είπαν· εις τι. και ήνεγκαν αυτάς εις την παρεμβολήν εις Σηλώμ την εν γη Χαναάν. εγενήθη αύτη του επισκεπήναι σήμερον από Ισραήλ φυλήν μίαν. 8 και είπαν· τις εις από φυλών Ισραήλ. ος ουκ ανέβη προς Κύριον εις Μασσηφάθ. ότι ο όρκος μέγας ην τοις ουκ αναβεβηκόσι προς Κύριον εις Μασσηφάθ λέγοντες· θανάτω θανατωθήσεται. 9 και επεσκέπη ο λαός. 15 Και ο λαός παρεκλήθη επί τω Βενιαμίν. 12 και εύρον από οικούντων Ιαβίς Γαλαάδ τετρακοσίας νεάνιδας παρθένους. 4 και εγένετο τη επαύριον και ώρθρισεν ο λαός και ωκοδόμησαν εκεί θυσιαστήριον. τας δε παρθένους περιποιήσεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΡΙΤΑΙ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ οι υιοί Ισραήλ ώμοσαν εν Μασσηφάθ λέγοντες· ανήρ εξ ημών ου δώσει θυγατέρα αυτού τω Βενιαμίν εις γυναίκα. 5 και είπαν οι υιοί Ισραήλ· τις ουκ ανέβη εν τη εκκλησία από πασών φυλών Ισραήλ προς Κύριον. 10 και απέστειλεν εκεί η συναγωγή δώδεκα χιλιάδας ανδρών από υιών της δυνάμεως και ενετείλατο αυτοίς λέγοντες· πορεύεσθε και πατάξατε τους οικούντας Ιαβίς Γαλαάδ εν στόματι ρομφαίας. αίτινες ουκ έγνωσαν άνδρα εις κοίτην άρσενος. και ημείς ωμόσαμεν εν Κυρίω του μη δούναι αυτοίς από των θυγατέρων ημών εις γυναίκας. 14 και επέστρεψε Βενιαμίν προς τους υιούς Ισραήλ εν τω καιρω εκείνω. και ανήνεγκαν ολοκαυτώσεις και τελείας. και έδωκαν αυτοίς οι υιοί Ισραήλ τας γυναίκας. και εποίησαν ούτως. και ιδού ουκ ήλθεν ανήρ εις την παρεμβολήν από Ιαβίς Γαλαάδ εις την εκκλησίαν.

24 και περιεπάτησαν εκείθεν οι υιοί Ισραήλ εν τω καιρω εκείνω ανήρ εις φυλήν αυτού και εις συγγένειαν αυτού. ότι ηφανίσθη από Βενιαμίν γυνή. ότι ουχ υμείς εδώκατε αυτοίς· ως κλήρος πλημμελήσατε. και ερούμεν αυτοίς· έλεος ποιήσατε ημίν αυτάς. ότι ωμόσαμεν εν υιοίς Ισραήλ λέγοντες· επικατάρατος ο διδούς γυναίκα τω Βενιαμίν. 16 και είπον οι πρεσβύτεροι της συναγωγής· τι ποιήσωμεν τοις περισσοίς εις γυναίκας. 23 και εποίησαν ούτως οι υιοί Βενιαμίν και έλαβον γυναίκας εις αριθμόν αυτών από των χορευουσών. ων ήρπασαν· και επορεύθησαν και υπέστρεψαν εις την κληρονομίαν αυτών και ωκοδόμησαν τας πόλεις και εκάθισαν εν αυταίς. και εξελεύσεσθε εκ των αμπελώνων και αρπάσατε εαυτοίς ανήρ γυναίκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. εάν εξέλθωσιν αι θυγατέρες των οικούντων Σηλώ χορεύειν εν τοις χοροίς. 25 εν δε ταις ημέραις εκείναις ουκ ην βασιλεύς εν Ισραήλ· ανήρ το ευθές ενώπιον αυτού εποίει. 22 και έσται όταν έλθωσιν οι πατέρες αυτών ή οι αδελφοί αυτών κρίνεσθαι προς ημάς. ότι ουκ ελάβομεν ανήρ γυναίκα αυτού εν τη παρατάξει. και ουκ εξαλειφθήσεται φυλή από Ισραήλ· 18 ότι ημείς ου δυνησόμεθα δούναι αυτοίς γυναίκας από των θυγατέρων ημών. 19 και είπαν· ιδού δη εορτή Κυρίου εν Σηλώμ αφ ‘ ημερών εις ημέρας. ή εστιν από βορρά της Βαιθήλ κατ ‘ ανατολάς ηλίου επί της οδού της αναβαινούσης από Βαιθήλ εις Συχέμ και από νότου της Λεβωνά. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 442 . 17 και είπαν· Κληρονομία διασωζομένων των Βενιαμίν. 20 και ενετείλαντο τοις υιοίς Βενιαμίν λέγοντες· πορεύεσθε και ενεδρεύσατε εν τοις αμπελώσι· 21 και όψεσθε και ιδού. από των θυγατέρων Σηλώμ και πορεύεσθε εις γην Βενιαμίν. και εξήλθον εκείθεν ανήρ εις την κληρονομίαν αυτού.

ότι ήκουσεν εν αγρω Μωάβ ότι επέσκεπται Κύριος τον λαόν αυτού δούναι αυτοίς άρτους. μη δη. ότι εξήλθεν εν εμοί χείρ Κυρίου. 11 και είπε Νωεμίν· επιστράφητε δη. 7 και εξήλθεν εκ του τόπου. αποστράφητε εκάστη εις οίκον μητρός αυτής· ποιήσαι Κύριος μετ ‘ υμών έλεος. 13 μη αυτούς προσδέξεσθαι έως ου αδρυνθώσιν. ου ην εκεί. ότι έστι μοι υπόστασις του γενηθήναί με ανδρί και τέξομαι υιούς. και όνομα τοις δυσίν υιοίς αυτού Μααλών και Χελαιών. 10 και είπαν αυτη· μετά σου επιστρέφομεν εις τον λαόν σου. διότι γεγήρακα του μη είναι ανδρί· ότι είπα. 14 και επήραν την φωνήν αυτών και έκλαυσαν έτι· και κατεφίλησεν ‘Ορφά την πενθεράν αυτής και επέστρεψεν εις τον λαόν αυτής. 5 και απέθανον και γε αμφότεροι. ή αυτοίς κατασχεθήσεσθε του μη γενέσθαι ανδρί. και αι δύο νύμφαι αυτής μετ ‘ αυτής· και επορεύοντο εν τη οδω του επιστρέψαι εις την γην Ιούδα. Εφραθαίοι εκ Βηθλεέμ της Ιούδα· και ήλθοσαν εις αγρόν Μωάβ και ήσαν εκεί. 8 και είπε Νωεμίν ταις δυσί νύμφαις αυτής· πορεύεσθαι δη. αυτός και η γυνή αυτού και οι δύο υιοί αυτού. μη έτι μοι υιοί εν τη κοιλία μου και έσονται υμίν εις άνδρας. 2 και όνομα τω ανδρί Ελιμέλεχ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΟΥΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω κρίνειν τους κριτάς και εγένετο λιμός εν τη γη. 6 και ανέστη αύτη και αι δύο νύμφαι αυτής και απέστρεψαν εξ αγρού Μωάβ. και κατελείφθη η γυνή από του ανδρός αυτής και από των δύο υιών αυτής. Μααλών και Χελαιών. θυγατέρες μου· και ινατί πορεύεσθε μετ ‘ εμού. όνομα τη μια ‘Ορφά. 4 και ελάβοσαν εαυτοίς γυναίκας Μωαβίτιδας. καθώς εποιήσατε μετά των τεθνηκόταν και μετ ‘ εμού· 9 δώη Κύριος υμίν και εύροιτε ανάπαυσιν εκάστη εν οίκω ανδρός αυτής· και κατεφίλησεν αυτάς. ότι επικράνθη μοι υπέρ υμάς. Ρουθ δε ηκολούθησεν αυτη. και όνομα τη γυναικί αυτού Νεωμίν. και κατελείφθη αύτη και οι δύο υιοί αυτής. και όνομα τη δευτέρα Ρουθ· και κατώκησαν εκεί ως δέκα έτη. θυγατέρες μου. 3 και απέθανεν Ελιμέλεχ ο ανήρ της Νεωμίν. 15 και είπε Νωεμίν προς Ρουθ· ιδού ανέστρεψεν η σύννυμφός σου προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 443 . και επορεύθη ανήρ από Βηθλεέμ της Ιούδα του παροικήσαι εν αγρω Μωάβ. 12 επιστράφητε δη. και επήραν την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. θυγατέρες μου.

4 και ιδού Βοόζ ήλθεν εκ Βηθλεέμ και είπε τοις θερίζουσι· Κύριος μεθ ‘ υμών· και είπον αυτω· ευλογήσαι σε Κύριος. αποθανούμαι. ότι επικράνθη εν εμοί ο ικανός σφόδρα· 21 εγώ πλήρης επορεύθην. 2 και είπε Ρουθ η Μωαβίτις προς Νωεμίν· πορευθώ δη εις αγρόν και συνάξω εν τοις στάχυσι κατόπισθεν ου εάν εύρω χάριν εν οφθαλμοίς αυτού. είπε δε αυτη· πορεύου. 6 και απεκρίθη το παιδάριον το εφεστώς επί τους θερίζοντας και είπεν· η παις η Μωαβίτίς εστιν η αποστραφείσα μετά Νωεμίν εξ αγρού Μωάβ 7 και είπε· συλλέξω δη και συνάξω εν τοις δράγμασιν όπισθεν των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 444 . 5 και είπε Βοόζ τω παιδαρίω αυτού τω εφεστώτι επί τους θερίζοντας· τίνος η νεάνις αύτη. πορεύσομαι. καλέσατέ με Πικράν. 3 και επορεύθη και ελθούσα συνέλεξεν εν τω αγρω κατόπισθεν των θεριζόντων· και περιέπεσε περιπτώματι τη μερίδι του αγρού Βοόζ του εκ της συγγενείας Ελιμέλεχ. θύγατερ. 22 και επέστρεψε Νωεμίν και Ρουθ η Μωαβίτις η νύμφη αυτής επιστρέφουσαι εξ αγρού Μωάβ· αύται δε παρεγενήθησαν εις Βηθλεέμ εν αρχή θερισμού κριθών. και ο Θεός σου Θεός μου· 17 και ου εάν αποθάνης. 20 και είπε προς αυτάς· μη δη καλείτέ με Νωεμίν. και ου εάν αυλισθής. αυλισθήσομαι· ο λαός σου λαός μου. και όνομα αυτω Βοόζ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαόν αυτής και προς τους θεούς αυτής· επιστράφηθι δη και συ οπίσω της συννύμφου σου. 18 ιδούσα δε Νωεμίν ότι κραταιούται αυτή του πορεύεσθαι μετ ‘ αυτής. κακεί ταφήσομαι· τάδε ποιήσαι μοι Κύριος και τάδε προσθείη. 16 είπε δε Ρουθ· μη απάντησαί μοι του καταλιπείν σε ή αποστρέψαι όπισθέν σου· ότι συ όπου εάν πορευθής. και ήχησε πάσα η πόλις επ ‘ αυταίς και είπον· ει αύτη εστί Νωεμίν. 19 επορεύθησαν δε αμφότεραι. και κενήν απέστρεψέ με ο Κύριος· και ινατί καλείτέ με Νωεμίν. και ο ικανός εκάκωσέ με. εκόπασε του λαλήσαι προς αυτήν έτι. ΡΟΥΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ τη Νωεμίν ανήρ γνώριμος τω ανδρί αυτής· ο δε ανήρ δυνατός ισχύϊ εκ της συγγενείας Ελιμέλεχ. ότι θάνατος διαστελεί αναμέσον εμού και σου. και εγένετο εν τω ελθείν αυτάς εις Βηθλεέμ. έως του παραγενέσθαι αυτάς εις Βηθλεέμ. και Κύριος εταπείνωσέ με.

μη πορευθής εν αγρω συλλέξαι ετέρω. 8 και είπε Βοόζ προς Ρουθ· ουκ ήκουσας. θύγατερ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θεριζόντων· και ήλθε και έστη από πρωϊθεν και έως εσπέρας. ον ουκ ήδεις εχθές και τρίτης· 12 αποτίσαι Κύριος την εργασίαν σου και γένοιτο ο μισθός σου πλήρης παρά Κυρίου Θεού Ισραήλ. και ανήγγειλε Ρουθ τη πενθερά αυτής που εποίησε. και είπεν αυτη Νωεμίν· εγγίζει ημίν ο ανήρ. ου εάν θερίζωσι. και εκάθισε Ρουθ εκ πλαγίων των θεριζόντων. είη ο επιγνούς σε ευλογημένος. πρόσελθε ώδε και φάγεσαι των άρτων και βάψεις τον ψωμόν σου εν τω όξει. 14 και είπεν αυτη Βοόζ· ήδη ωρα του φαγείν. και πορεύση κατόπισθεν αυτών· ιδού ενετειλάμην τοις παιδαρίοις του μη άψαισθαί σου· και ότε διψήσεις και πορευθήση εις τα σκεύη και πίεσαι όθεν εάν υδρεύωνται τα παιδάρια. 18 και ήρε και εισήλθεν εις την πόλιν. και μη καταισχύνητε αυτήν· 16 και βαστάζοντες βαστάσατε αυτη και γε παραβάλλοντες παραβαλείτε αυτη εκ των βεβουνισμένων· και φάγεται και συλλέξει. και ουκ επιτιμήσετε αυτη. Βοόζ. 17 και συνέλεξεν εν τω αγρω έως εσπέρας· και ερράβδισεν α συνέλεξε. και εξενέγκασα Ρουθ έδωκεν αυτη α κατέλιπεν. 10 και έπεσεν επί πρόσωπον αυτής και προσεκύνησεν επί την γην και είπε προς αυτόν· τι ότι εύρον χάριν εν οφθαλμοίς σου του επιγνώναί με. και συ ου πορεύση εντεύθεν· ώδε κολλήθητι μετά των κορασίων μου· 9 οι οφθαλμοί σου εις τον αγρόν. μεθ ‘ ου εποίησα σήμερον. και εγώ ειμι ξένη. προς ον ήλθες πεποιθέναι υπό τας πτέρυγας αυτού. 13 η δε είπεν· εύροιμι χάριν εν οφθαλμοίς σου. 19 και είπεν αυτη η πενθερά αυτής· που συνέλεξας σήμερον και που εποίησας. και είδεν η πενθερά αυτής α συνέλεξε. και έφαγε και ενεπλήσθη και κατέλιπε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 445 . και εβούνισεν αυτη Βοόζ άλφιτον. 15 και ανέστη του συλλέγειν. 11 και απεκρίθη Βοόζ και είπεν αυτη· απαγγελία απηγγέλη μοι όσα πεποίηκας μετά της πενθεράς σου μετά το αποθανείν τον άνδρα σου και Πως κατέλιπες τον πατέρα σου και την μητέρα σου και την γην γενέσεώς σου και επορεύθης προς λαόν. ότι ουκ εγκατέλιπε το έλεος αυτού μετά των ζώντων και μετά των τεθνηκότων. και εγενήθη ως οιφί κριθών. κύριε. και ιδού εγώ έσομαι ως μία των παιδισκών σου. 21 και είπε Ρουθ προς την πενθεράν αυτής· και γε ότι είπε προς με· μετά των κορασίων των εμών προσκολλήθητι έως αν τελέσωσιν όλον τον αμητόν. και είπε· το όνομα του ανδρός. και ενετείλατο Βοόζ τοις παιδαρίοις αυτού λέγων· και γε ανά μέσον των δραγμάτων συλλεγέτω. εκ των αγχιστευόντων ημίν εστι. ότι παρεκάλεσάς με και ότι ελάλησας επί καρδίαν της δούλης σου. ου κατέπαυσεν εν τω αγρω μικρόν. εξ ων ενεπλήσθη. 20 είπε δε Νωεμίν τη νύμφη αυτής· ευλογητός εστι τω Κυρίω.

ου μη ζητήσω σοι ανάπαυσιν. 12 και νυν ο αληθώς αγχιστεύς εγώ ειμι. 8 εγένετο δε εν τω μεσονυκτίω και εξέστη ο ανήρ και εταράχθη. ότι ηγάθυνας το έλεός σου το έσχατον υπέρ το πρώτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ος υπάρχει μοι. 14 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 446 . μη φοβού· πάντα. ότι εξήλθες μετά των κορασίων αυτού. αγχιστευέτω· εάν δε μη βούληται αγχιστεύσαί σε. και έσται το πρωϊ. και γνώση τον τόπον όπου κοιμάται εκεί. 5 είπε δε Ρουθ προς αυτήν· πάντα όσα αν είπης. όσα ενετείλατο αυτη η πενθερά αυτής. και ήλθε κοιμηθήναι εν μερίδι της στοιβής· η δε ήλθε κρυφή και απεκάλυψε τα προς ποδών αυτού. η δε είπεν· εγώ ειμι Ρουθ η δούλη σου. ίνα εύ γένηταί σοι. και ιδού γυνή κοιμάται προς ποδών αυτού. αγχιστεύσω σε εγώ. είπε δε αυτη Νωεμίν η πενθερά αυτής· θύγατερ. μη πορευθήναί σε οπίσω νεανιών. ΡΟΥΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ εκάθισε μετά της πενθεράς αυτής. ου ης μετά των κορασίων αυτού. όσα εάν είπης. 23 και προσεκολλήθη Ρουθ τοις κορασίοις του Βοόζ του συλλέγειν έως του συντελέσαι τον θερισμόν των κριθών και των πυρών. ποιήσω. θύγατερ. 2 και νυν ουχί Βοόζ γνώριμος ημών. και περιβαλείς το πτερύγιόν σου επί την δούλην σου. 6 και κατέβη εις τον άλω και εποίησε κατά πάντα. 22 και είπε Νωεμίν προς Ρουθ την νύμφην αυτής· αγαθόν. ότι αγχιστεύς ει συ. εάν αγχιστεύση σε. και γε εστιν αγχιστεύς εγγίων υπέρ εμέ. αγαθόν. είτοι πτωχός είτοι πλούσιος. 9 είπε δε· τις ει συ. ζη Κύριος· κοιμήθητι έως το πρωϊ. ποιήσω σοι· οίδε γαρ πάσα φυλή λαού μου ότι γυνή δυνάμεως ει συ. και ελεύση και αποκαλύψεις τα προς ποδών αυτού και κοιμηθήση. και αυτός απαγγελεί σοι α ποιήσεις. 11 και νυν. 13 αυλίσθητι την νύκτα. και ουκ απαντήσονταί σοι εν αγρω ετέρω. 3 συ δε λούση και αλείψη και περιθήσεις τον ιματισμόν σου επί σεαυτη και αναβήση επί τον άλω· μη γνωρισθής τω ανδρί έως του συντελέσαι αυτόν του φαγείν και πιείν· 4 και έσται εν τω κοιμηθήναι αυτόν. 7 και έφαγε Βοόζ και έπιε και ηγαθύνθη η καρδία αυτού. 10 και είπε Βοόζ· ευλογημένη συ τω Κυρίω Θεω. θύγατερ. θύγατερ. ιδού αυτός λικμά τον άλωνα των κριθών ταύτη τη νυκτί.

και εμέτρησεν εξ κριθών και επέθηκεν επ ‘ αυτήν· και εισήλθεν εις την πόλιν. 18 η δε είπε· κάθου. έως του επιγνώναί σε Πως ου πεσείται ρήμα· ου γαρ μη ησυχάση ο ανήρ. ή εστι του αδελφού ημών του Ελιμέλεχ. και εξέκλινε και εκάθισε. ο δε είπεν· εγώ ειμι. ή δέδοται Νωεμίν τη επιστρεφούση εξ αγρού Μωάβ. κρύφιε. 6 και είπεν ο αγχιστεύς· ου δυνήσομαι αγχιστεύσαι εμαυτω. και αυτήν κτήσασθαί σε δεί ωστε αναστήσαι το όνομα του τεθνηκότος επί της κληρονομίας αυτού. όσα εποίησεν αυτη ο ανήρ. 15 και είπεν αυτη· φέρε το περίζωμα το επάνω σου. η δε ανέστη προ του επιγνώναι άνδρα τον πλησίον αυτού· και είπε Βοόζ· μη γνωσθήτω ότι ήλθε γυνή εις τον άλω. και είπε προς αυτόν Βοόζ· εκκλίνας κάθισον ώδε. ότι ου δυνήσομαι αγχιστεύσαι. και υπελύετο ανήρ το υπόδημα αυτού και εδίδου τω πλησίον αυτού τω αγχιστεύοντι την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 447 . 4 καγώ είπα· αποκαλύψω το ους σου λέγων· κτήσαι εναντίον των καθημένων και εναντίον των πρεσβυτέρων του λαού μου· ει αγχιστεύεις. 16 και Ρουθ εισήλθε προς την πενθεράν αυτής· η δε είπεν αυτη· θύγατερ· και είπεν αυτη πάντα. αγχιστεύσω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκοιμήθη προς ποδών αυτού έως πρωϊ. μη ποτε διαφθείρω την κληρονομίαν μου· αγχίστευσον σεαυτω την αγχιστείαν μου. καγώ ειμι μετά σε. 3 και είπε Βοόζ τω αγχιστεί· την μερίδα του αγρού. ότι είπε προς με· μη εισέλθης κενή προς την πενθεράν σου. θύγατερ. 17 και είπεν αυτη· τα εξ των κριθών ταύτα έδωκέ μοι. και εκάθισεν εκεί. αγχίστευε· ει δε μη αγχιστεύεις. και ιδού ο αγχιστεύς παρεπορεύετο. ον ελάλησε Βοόζ. έως αν τελεσθή το ρήμα σήμερον. και εκράτησεν αυτό. 7 και τούτο το δικαίωμα έμπροσθεν εν τω Ισραήλ επί την αγχιστείαν και επί το αντάλλαγμα του στήσαι πάντα λόγον. ΡΟΥΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ Βοόζ ανέβη επί την πύλην. ανάγγειλόν μοι και γνώσομαι· ότι ουκ έστι πάρεξ σου του αγχιστεύσαι. 5 και είπε Βοόζ· εν ημέρα του κτήσασθαί σε τον αγρόν εκ χειρός Νωεμίν και παρά Ρουθ της Μωαβίτιδος γυναικός του τεθνηκότος. 2 και έλαβε Βοόζ δέκα άνδρας από των πρεσβυτέρων της πόλεως και είπε· καθίσατε ώδε· και εκάθισαν.

και ουκ εξολοθρευθήσεται το όνομα του τεθνηκότος εκ των αδελφών αυτού και εκ της φυλής λαού αυτού· μάρτυρες υμείς σήμερον. ή εστιν αγαθή σοι υπέρ επτά υιούς. 21 και Σαλμάν εγέννησε τον Βοόζ. και έτεκεν υιόν. 14 και είπαν αι γυναίκες προς Νωεμίν· ευλογητός Κύριος. 11 και είποσαν πας ο λαός οι εν τη πύλη· μάρτυρες. εκ του σπέρματος ου δώσει Κύριός σοι εκ της παιδίσκης ταύτης. 22 και ‘Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί. και Αράν εγέννησε τον Αμιναδάβ. και οι πρεσβύτεροι είποσαν· δώη Κύριος την γυναίκά σου την εισπορευομένην εις τον οίκόν σου ως Ραχήλ και ως Λείαν. 18 και αύται αι γενέσεις Φαρές· Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ. 13 και έλαβε Βοόζ την Ρουθ. 17 και εκάλεσαν αυτού αι γείτονες όνομα λέγουσαι· ετέχθη υιος τη Νωεμίν· και εκάλεσαν το όνομα αυτού ‘Ωβήδ· ούτος πατήρ Ιεσσαί πατρός Δαυίδ. 15 και έσται σοι εις επιστρέφοντα ψυχήν και του διαθρέψαι την πολιάν σου. 19 Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράν. και έδωκεν αυτη Κύριος κύησιν. 8 και είπεν ο αγχιστεύς τω Βοόζ· κτήσαι σεαυτω την αγχιστείαν μου· και υπελύσατο το υπόδημα αυτού και έδωκεν αυτω. αι ωκοδόμησαν αμφότεροι τον οίκον του Ισραήλ και εποίησαν δύναμιν εν Εφραθά. 9 και είπε Βοόζ τοις πρεσβυτέροις και παντί τω λαω· μάρτυρες υμείς σήμερον. και εισήλθε προς αυτήν. και καλέσαι το όνομά σου εν Ισραήλ. ος ου κατέλυσέ σοι σήμερον τον αγχιστέα. όσα υπάρχει τω Χελαιών και τω Μααλών εκ χειρός Νωεμίν· 10 και γε Ρουθ την Μωαβίτιν την γυναίκα Μααλών κέκτημαι εμαυτω εις γυναίκα του αναστήσαι το όνομα του τεθνηκότος επί της κληρονομίας αυτού. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 448 . ον έτεκε Θάμαρ τω Ιούδα. ότι κέκτημαι πάντα τα του Ελιμέλεχ και πάντα. 16 και έλαβε Νωεμίν το παιδίον και έθηκεν εις τον κόλπον αυτής και εγενήθη αυτω εις τιθηνόν. και έσται όνομα εν Βηθλεέμ· 12 και γένοιτο ο οίκός σου ως ο οίκος Φαρές. ότι η νύμφη η αγαπήσασά σε έτεκεν αυτόν. και εγενήθη αυτω εις γυναίκα. και Βοόζ εγέννησε τον ‘Ωβήδ. και Ναασσών εγέννησε τον Σαλμάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγχιστείαν αυτού. και Ιεσσαί εγέννησε τον Δαυίδ. και τούτο ην μαρτύριον εν Ισραήλ. 20 και Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών.

14 και είπεν αυτη το παιδάριον Ηλί· έως πότε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 449 . και οίνον και μέθυσμα ου πίεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΝΘΡΩΠΟΣ ην εξ Αρμαθαίμ Σιφά. και σίδηρος ουκ αναβήσεται επί την κεφαλήν αυτού. και ινατί τύπτει σε η καρδία σου. 7 ούτως εποίει ενιαυτόν κατ ‘ ενιαυτόν. και τη Άννα ουκ ην παιδίον. και ηθύμει δια τούτο. ότι κλαίεις. και ινατί ουκ εσθίεις. και τοις υιοίς αυτής μερίδας· 5 και τη Άννα έδωκε μερίδα μίαν. κύριε. 10 και αυτή κατώδυνος ψυχή και προσηύξατο προς Κύριον και κλαίουσα έκλαυσε 11 και ηύξατο ευχήν Κυρίω λέγουσα· Αδωναϊ Κύριε Ελωέ Σαβαώθ. 9 και ανέστη Άννα μετά το φαγείν αυτούς εν Σηλώ και κατέστη ενώπιον Κυρίου. εν τω αναβαίνειν αυτήν εις οίκον Κυρίου· και ηθύμει και έκλαιε και ουκ ήσθιε. γυναικί αυτού. και φωνή αυτής ουκ ηκούετο· και ελογίσατο αυτή Ηλί εις μεθύουσαν. 3 και ανέβαινεν ο άνθρωπος εξ ημερών εις ημέρας εκ πόλεως αυτού εξ Αρμαθαίμ προσκυνείν και θύειν Κυρίω τω Θεω Σαβαώθ εις Σηλώ· και εκεί Ηλί και οι δύο υιοί αυτού ‘Οφνί και Φινεές ιερείς του Κυρίου. ότι ουκ ην αυτη παιδίον. 8 και είπεν αυτη Ελκανά ο ανήρ αυτής· Άννα. 2 και τούτω δύο γυναίκες· όνομα τη μια Άννα. και όνομα αυτω Ελκανά υιος Ιερεμεήλ υιού ‘Ηλιού υιού Θοκέ εν Νασίβ Εφραίμ. ότι συνέκλεισε Κύριος τα περί την μήτραν αυτής του μη δούναι αυτη παιδίον. 6 ότι ουκ έδωκεν αυτη Κύριος παιδίον κατά την θλίψιν αυτής και κατά την αθυμίαν της θλίψεως αυτής. και όνομα τη δευτέρα Φεννάνα· και ην τη Φεννάνα παιδία. εξ όρους Εφραίμ. 12 και εγενήθη ότε επλήθυνε προσευχομένη ενώπιον Κυρίου. 4 και εγενήθη ημέρα και έθυσεν Ελκανά και έδωκε τη Φεννάνα. και είπεν αυτω· ιδού εγώ. ουκ αγαθός εγώ σοι υπέρ δέκα τέκνα. εάν επιβλέπων επιβλέψης επί την ταπείνωσιν της δούλης σου και μνησθής μου και δως τη δούλη σου σπέρμα ανδρών. πλήν ότι την Άνναν ηγάπα Ελκανά υπέρ ταύτην. και είπεν αυτη· τι έστι σοι. και Ηλί ο ιερεύς εφύλαξε το στόμα αυτής· 13 και αύτη ελάλει εν τη καρδία αυτής και τα χείλη αυτής εκινείτο. και Ηλί ο ιερεύς εκάθητο επί του δίφρου επί των φλιών ναού Κυρίου. και δώσω αυτόν ενώπιόν σου δοτόν έως ημέρας θανάτου αυτού. και Κύριος απέκλεισε τα περί την μήτραν αυτής.

εάν απογαλακτίσω αυτό. και το πρόσωπον αυτής ου συνέπεσεν έτι. 20 και εγενήθη τω καιρω των ημερών και έτεκεν υιόν· και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαμουήλ και είπεν· ότι παρά Κυρίου Θεού Σαβαώθ ητησάμην αυτόν. και προσήγαγε το παιδάριον και έσφαξε τον μόσχον. και έσφαξεν ο πατήρ αυτού την θυσίαν. 21 Και ανέβη ο άνθρωπος Ελκανά και πας ο οίκος αυτού θύσαι εν Σηλώμ την θυσίαν των ημερών και τας ευχάς αυτού και πάσας τας δεκάτας της γης αυτού· 22 και Άννα ουκ ανέβη μετ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεθυσθήση. και εμνήσθη αυτής Κύριος. 17 και απεκρίθη Ηλί και είπεν αυτη· πορεύου εις ειρήνην· ο Θεός Ισραήλ δώη σοι παν αίτημά σου. και εισήλθεν Ελκανά εις τον οίκον αυτού Αρμαθαίμ και έγνω την Άνναν γυναίκα αυτού. κύριε· ζη η ψυχή σου. έως αν απογαλακτίση αυτόν. εγώ η γυνή η καταστάσα ενώπιόν σου μετά σου εν τω προσεύξασθαι προς Κύριον· 27 υπέρ του παιδαρίου τούτου προσηυξάμην. και συνέλαβε. και το παιδάριον μετ ‘ αυτών. Και είπεν. ό ητησάμην παρ ‘ αυτού· 28 καγώ κιχρώ αυτόν τω Κυρίω πάσας τας ημέρας. 24 και ανέβη μετ ‘ αυτού εις Σηλώμ εν μόσχω τριετίζοντι και άρτοις και οιφί σεμιδάλεως και νέβελ οίνου και εισήλθεν εις οίκον Κυρίου εν Σηλώμ. και έδωκέ μοι Κύριος το αίτημά μου. ότι είπε τω ανδρί αυτής· έως του αναβήναι το παιδάριον. 18 και είπεν· εύρεν η δούλη σου χάριν εν οφθαλμοίς σου. κάθου έως αν απογαλακτίσης αυτό· αλλά στήσαι Κύριος το εξελθόν εκ του στόματός σου. και οφθήσεται τω προσώπω Κυρίου και καθήσεται έως αιώνος εκεί. και εκάθισεν η γυνή και εθήλασε τον υιόν αυτής. χρήσιν τω Κυρίω. ας ζη αυτός. 25 και προσήγαγον ενώπιον Κυρίου. ην εποίει εξ ημερών εις ημέρας τω Κυρίω. και επορεύθη η γυνή εις την οδόν αυτής και εισήλθεν εις το κατάλυμα αυτής και έφαγε μετά του ανδρός αυτής και έπιε. κύριε· γυνή. ό ητήσω παρ ‘ αυτού. 15 και απεκρίθη Άννα και είπεν· ουχί. εγώ ειμι και οίνον και μέθυσμα ου πέπωκα και εκχέω την ψυχήν μου ενώπιον Κυρίου· 16 μη δως την δούλην σου εις θυγατέρα λοιμήν. 19 και ορθρίζουσι το πρωϊ και προσκυνούσι τω Κυρίω και πορεύονται την οδόν αυτών. και προσήγαγεν Άννα η μήτηρ του παιδίου προς Ηλί 26 και είπεν· εν εμοί. ή σκληρά ημέρα. ότι εκ πλήθους αδολεσχίας μου εκτέτακα έως νυν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 450 . 23 και είπεν αυτη Ελκανά ο ανήρ αυτής· ποίει το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. περιελού τον οίνόν σου και πορεύου εκ προσώπου Κυρίου.

ό εάν ανέβη εν τη κρεάγρα. και ουκ έστι δίκαιος ως ο Θεός ημών· ουκ έστιν άγιος πλήν σου. και μη λαλείτε υψηλά. συνιείν και γινώσκειν τον Κύριον και ποιείν κρίμα και δικαιοσύνην εν μέσω της γης. 3 μη καυχάσθε. ταπεινοί και ανυψοί. 12 Και οι υιοί Ηλί του ιερέως υιοί λοιμοί ουκ ειδότες τον Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΣΤΕΡΕΩΘΗ η καρδία μου εν Κυρίω. ελάμβανεν εαυτω ο ιερεύς· κατά τάδε εποίουν παντί Ισραήλ τοις ερχομένοις θύσαι Κυρίω εν Σηλώμ. και μη καυχάσθω ο δυνατός εν τη δυνάμει αυτού. ευφράνθην εν σωτηρία σου. και το δικαίωμα του ιερέως παρά του λαού. 8 ανιστά από γης πένητα και από κοπρίας εγείρει πτωχόν καθίσαι μετά δυναστών λαού και θρόνον δόξης κατακληρονομών αυτοίς. και ου μη λάβω παρά σου κρέας εφθόν εκ του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 451 . μη καυχάσθω ο φρόνιμος εν τη φρονήσει αυτού. και η πολλή εν τέκνοις ησθένησε. αλλ ‘ εν τούτω καυχάσθω ο καυχώμενος. και δίδωσιν ισχύν τοις βασιλεύσιν ημών και υψώσει κέρας χριστού αυτού. 10 Κύριος ασθενή ποιήσει αντίδικον αυτού. 9 διδούς ευχήν τω ευχομένω και ευλόγησεν έτη δικαίου· ότι ουκ εν ισχύϊ δυνατός ανήρ. 4 τόξον δυνατών ησθένησε. ότι Θεός γνώσεων Κύριος και Θεός ετοιμάζων επιτηδεύματα αυτού. αυτός κρινεί άκρα γης. μη εξελθέτω μεγαλορρημοσύνη εκ του στόματος υμών. 6 Κύριος θανατοί και ζωογονεί. ήρχετο το παιδάριον του ιερέως και έλεγε τω ανδρί τω θύοντι· δος κρέας οπτήσαι τω ιερεί. υψώθη κέρας μου εν Θεω μου· επλατύνθη επ ‘ εχθρούς μου το στόμα μου. και κρεάγρα τριόδους εν τη χειρί αυτού. παντός του θύοντος· 13 και ήρχετο το παιδάριον του ιερέως. 14 και επάταξεν αυτήν εις τον λέβητα τον μέγαν ή εις το χαλκείον ή εις την χύτραν· και παν. 11 Και κατέλιπεν αυτόν εκεί ενώπιον Κυρίου και απήλθεν εις Αρμαθαίμ. και οι πεινώντες παρήκαν γην· ότι στείρα έτεκεν επτά. και ασθενούντες περιεζώσαντο δύναμιν· 5 πλήρεις άρτων ηλαττώθησαν. ως αν ηψήθη το κρέας. και το παιδάριον ην λειτουργών τω προσώπω Κυρίου ενώπιον Ηλί του ιερέως. Κύριος ανέβη εις ουρανούς και εβρόντησεν. 2 ότι ουκ έστιν άγιος ως Κύριος. και μη καυχάσθω ο πλούσιος εν τω πλούτω αυτού. 15 και πριν θυμιαθήναι το στέαρ. Κύριος άγιος. κατάγει εις άδου και ανάγει· 7 Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει.

και προσεύξονται υπέρ αυτού προς Κύριον· και εάν τω Κυρίω αμάρτη. 24 μη. 17 και ην η αμαρτία ενώπιον Κυρίου των παιδαρίων μεγάλη σφόδρα. 19 και διπλοϊδα μικράν εποίησεν αυτω η μήτηρ αυτού και ανέφερεν αυτω εξ ημερών εις ημέρας εν τω αναβαίνειν αυτήν μετά του ανδρός αυτής θύσαι την θυσίαν των ημερών. τέκνα. και λάβε σεαυτω εκ πάντων. 23 και είπεν αυτοίς· ινατί ποιείτε κατά το ρήμα τούτο. και ο εξουθενών με ατιμασθήσεται. και εάν μη. ου έχρησας τω Κυρίω. 21 και επεσκέψατο Κύριος την Άνναν. και απήλθεν ο άνθρωπος εις τον τόπον αυτού. λήψομαι κραταιώς. και έτεκεν έτι τρεις υιούς και δύο θυγατέρας. τις προσεύξεται υπέρ αυτού. ό εγώ ακούω εκ στόματος παντός του λαού Κυρίου. και εμεγαλύνθη το παιδάριον Σαμουήλ ενώπιον Κυρίου. ως καθήκει. ότι αλλ ‘ ή τους δοξάζοντάς με δοξάσω. 27 και ήλθεν ο άνθρωπος Θεού προς Ηλί και είπε· τάδε λέγει Κύριος· αποκαλυφθείς απεκαλύφθην προς οίκον του πατρός σου όντων αυτών εν γη Αιγύπτω δούλων τω οίκω Φαραώ 28 και εξελεξάμην τον οίκον του πατρός σου εκ πάντων των σκήπτρων Ισραήλ εμοί ιερατεύειν και αναβαίνειν επί θυσιαστήριόν μου και θυμιάν θυμίαμα και αίρειν εφούδ και έδωκα τω οίκω του πατρός σου τα πάντα του πυρός υιών Ισραήλ εις βρώσιν· 29 ινατί επέβλεψας επί το θυμίαμά μου και εις την θυσίαν μου αναιδεί οφθαλμω και εδόξασας τους υιούς σου υπέρ εμέ ενευλογείσθαι απαρχής πάσης θυσίας του Ισραήλ έμπροσθέν μου. του μη δουλεύειν λαόν Θεω. ότι ουκ αγαθή η ακοή. ότι ουκ αγαθαί αι ακοαί. 20 και ευλόγησεν Ηλί τον Ελκανά και την γυναίκα αυτού λέγων· αποτίσαι σοι Κύριος σπέρμα εκ της γυναικός ταύτης αντί του χρέους. 26 και το παιδάριον Σαμουήλ επορεύετο και εμεγαλύνετο και ην αγαθόν μετά Κυρίου και μετά ανθρώπων. ην εγώ ακούω· μη ποιείτε ούτως. 22 Και Ηλί πρεσβύτης σφόδρα· και ήκουσεν α εποίουν οι υιοί αυτού τοις υιοίς Ισραήλ. 30 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· είπα· ο οίκός σου και ο οίκος του πατρός σου διελεύσεται ενώπιόν μου έως αιώνος· και νυν φησί Κύριος· μηδαμώς εμοί. 25 εάν αμαρτάνων αμάρτη ανήρ εις άνδρα. το στέαρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λέβητος. 31 ιδού έρχονται ημέραι και εξολοθρεύσω το σπέρμα σου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 452 . ότι βουλόμενος εβούλετο Κύριος διαφθείραι αυτούς. και είπεν· ουχί. και ουκ ήκουον της φωνής του πατρός αυτών. 18 και Σαμουήλ ην λειτουργών ενώπιον Κυρίου παιδάριον περιεζωσμένον εφούδ βάρ. ότι νυν δώσεις. 16 και έλεγεν ο ανήρ ο θύων· θυμιαθήτω πρώτον. ας εγώ ακούω. ων επιθυμεί η ψυχή σου. ότι ηθέτουν την θυσίαν Κυρίου.

και έσται εάν καλέση σε και ερείς· λάλει. κάθευδε. 4 και εκάλεσε Κύριος· Σαμουήλ Σαμουήλ· και είπεν· ιδού εγώ. ότι κέκληκάς με· και είπεν· ου κέκληκά σε. 35 και αναστήσω εμαυτω ιερέα πιστόν. και ουκ ηδύναντο βλέπειν. ος πάντα τα εν τη καρδία μου και τα εν τη ψυχή μου ποιήσει· και οικοδομήσω αυτω οίκον πιστόν. ότι κέκληκάς με. 8 και προσέθετο Κύριος καλέσαι Σαμουήλ εν τρίτω· και ανέστη και επορεύθη προς Ηλί και είπεν· ιδού εγώ. και οι οφθαλμοί αυτού ήρξαντο βαρύνεσθαι. και διελεύσεται ανώπιον χριστού μου πάσας τας ημέρας. ‘Οφνί και Φινεές· εν μια ημέρα αποθανούνται αμφότεροι. τέκνον. 3 και ο λύχνος του Θεού πριν επισκευασθήναι. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ το παιδάριον Σαμουήλ ην λειτουργών τω Κυρίω ενώπιον Ηλί του ιερέως· και ρήμα Κυρίου ην τίμιον εν ταις ημέραις εκείναις. 10 και ήλθε Κύριος και κατέστη και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 453 . και πας περισσεύων οίκου σου πεσούνται εν ρομφαία ανδρών. 5 και έδραμε προς Ηλί και είπεν· ιδού εγώ. ότι κέκληκάς με· και είπεν· ου κέκληκά σε. ό ήξει επί τους δύο υιούς σου. και επορεύθη Σαμουήλ και εκοιμήθη εν τω τόπω αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το σπέρμα οίκου πατρός σου. και Σαμουήλ εκάθευδεν εν τω ναω. και εσοφίσατο Ηλί ότι Κύριος κέκληκε το παιδάριον. 34 και τούτό σοι το σημείον. ότι ακούει ο δούλός σου. ου η κιβωτός του Θεού. ανάστρεφε. 9 και είπεν· ανάστρεφε. κάθευδε· 7 και Σαμουήλ πριν ή γνώναι Θεόν και αποκαλυφθήναι αυτω ρήμα Κυρίου. 6 και προσέθετο Κύριος και εκάλεσε· Σαμουήλ Σαμουήλ· και επορεύθη προς Ηλί το δεύτερον και είπεν· ιδού εγώ. ανάστρεφε. 2 και εγένετο εν τη ημέρα εκείνη και Ηλί εκάθευδεν εν τω τόπω αυτού. 36 και έσται ο περισσεύων εν οίκω σου ήξει προσκυνείν αυτω οβολού αργυρίου λέγων· παράρριψόν με επί μίαν των ιερατειών σου φαγείν άρτον. κάθευδε· και ανέστρεψε και εκάθευδε. Κύριε. ουκ ην όρασις διαστέλλουσα. 32 και ουκ έσται σοι πρεσβύτης εν οίκω μου πάσας τας ημέρας· 33 και άνδρα ουκ εξολοθρεύσω σοι από του θυσιαστηρίου μου εκλείπειν τους οφθαλμούς αυτού και καταρρείν την ψυχήν αυτού.

ότι ακούει ο δούλός σου. 18 και απήγγειλε Σαμουήλ πάντας τους λόγους και ουκ έκρυψεν απ ‘ αυτού. ωστε παντός ακούοντος αυτά ηχήσει αμφότερα τα ώτα αυτού. και οι αλλόφυλοι παρεμβάλλουσιν εν Αφέκ. ότι κακολογούντες Θεόν οι υιοί αυτού. 17 και είπε· τι το ρήμα το λαληθέν προς σε. ότι απεκαλύφθη Κύριος προς Σαμουήλ· και επιστεύθη Σαμουήλ του προφήτης γενέσθαι τω Κυρίω εις πάντα Ισραήλ απ ‘ άκρων της γης και έως άκρων. και οι υιοί αυτού πορευόμενοι επορεύοντο και πονηρά η οδός αυτών ενώπιον Κυρίου. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν ταις ημέραις εκείναις και συναθροίζονται αλλόφυλοι επί Ισραήλ εις πόλεμον· και εξήλθεν Ισραήλ εις απάντησιν αυτοίς εις πόλεμον και παρεμβάλλουσιν επί Αβενέζερ. 13 και ανήγγελκα αυτω ότι εκδικώ εγώ τον οίκον αυτού έως αιώνος εν αδικίαις υιών αυτού. εάν κρύψης απ ‘ εμού ρήμα εκ πάντων των λόγων των λαληθέντων σοι εν τοις ωσί σου. και έπταισεν ανήρ Ισραήλ ενώπιον αλλοφύλων. 15 και κοιμάται Σαμουήλ έως πρωϊ και ώρθρισε το πρωϊ και ήνοιξε τας θύρας οίκου Κυρίου· και Σαμουήλ εφοβήθη απαγγείλαι την όρασιν τω Ηλί. και είπε Σαμουήλ· λάλει. και ουκ έπεσεν από πάντων των λόγων αυτού επί την γην. 20 και έγνωσαν πας Ισραήλ από Δάν και έως Βηρσαβεέ ότι πιστός Σαμουήλ εις προφήτην τω Κυρίω. ώμοσα τω οίκω Ηλί· ει εξιλασθήσεται αδικία οίκου Ηλί εν θυμιάματι και εν θυσίαις έως αιώνος. όσα ελάλησα εις τον οίκον αυτού. και ην Κύριος μετ ‘ αυτού. και ουκ ενουθέτει αυτούς 14 και ουδ ‘ ούτως. το αγαθόν ενώπιον αυτού ποιήσει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκάλεσεν αυτόν ως άπαξ και άπαξ. 21 και προσέθετο Κύριος δηλωθήναι εν Σηλώμ. 2 και παρατάσσονται αλλόφυλοι εις πόλεμον επί Ισραήλ· και έκλινεν ο πόλεμος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 454 . 16 και είπεν Ηλί προς Σαμουήλ· Σαμουήλ τέκνον· και είπεν· ιδού εγώ. 11 και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· ιδού εγώ ποιώ τα ρήματά μου εν Ισραήλ. και Ηλί πρεσβύτης σφόδρα. 12 εν τη ημέρα εκείνη επεγερώ επί Ηλί πάντα. 19 και εμεγαλύνθη Σαμουήλ. άρξομαι και επιτελέσω. μη δη κρύψης απ ‘ εμού· τάδε ποιήσαι σοι ο Θεός και τάδε προσθείη. και είπεν Ηλί· Κύριος αυτός.

όπως μη δουλεύσητε τοις Εβραίοις. και ιδού Ηλί επί του δίφρου παρά την πύλη σκοπεύων την οδόν. λάβωμεν την κιβωτόν του Θεού ημών εκ Σηλώμ. 10 και επολέμησαν αυτούς· και πταίει ανήρ Ισραήλ. και είπον οι αλλόφυλοι· τις η κραυγή η μεγάλη αύτη εν τη παρεμβολή των Εβραίων. και ανεβόησεν η πόλις. και έγνωσαν ότι κιβωτός Κυρίου ήκει εις την παρεμβολήν. 5 και εγενήθη ως ήλθεν η κιβωτός Κυρίου εις την παρεμβολήν. 14 και ήκουσεν Ηλί την φωνήν της βοής και είπε· τις η φωνή της βοής ταύτης. 3 και ήλθεν ο λαός εις την παρεμβολήν. 4 και απέστειλεν ο λαός εις Σηλώμ. 7 και εφοβήθησαν οι αλλόφυλοι και είπον· ούτοι οι θεοί ήκασι προς αυτούς εις την παρεμβολήν· ουαί ημίν· εξελού ημάς. και έπεσον εξ Ισραήλ τριάκοντα χιλιάδες ταγμάτων. ότι ην καρδία αυτού εξεστηκυία περί της κιβωτού του Θεού· και ο άνθρωπος εισήλθεν εις την πόλιν απαγγείλαι. και σώσει ημάς εκ χειρός εχθρών ημών. και ο ανήρ σπεύσας προσήλθε προς Ηλί και είπεν αυτω· εγώ ειμι ο ήκων εκ της παρεμβολής. καγώ πέφευγα εκ της παρατάξεως σήμερον. 13 και ήλθε. ‘Οφνί και Φινεές. 17 και απεκρίθη το παιδάριον και είπε· πέφευγεν ανήρ Ισραήλ εκ προσώπου αλλοφύλων. και ο άνθρωπος σπεύσας εισήλθε και απήγγειλε τω Ηλί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και επλήγησαν εν τη παρατάξει εν αγρω τέσσαρες χιλιάδες ανδρών. και αμφότεροι οι υιοί Ηλί απέθανον. και είπεν Ηλί· τι το γεγονός ρήμα. 12 Και έδραμεν ανήρ Ιεμιναίος εκ της παρατάξεως και ήλθεν εις Σηλώμ εν τη ημέρα εκείνη. και είπαν οι πρεσβύτεροι Ισραήλ· κατά τι έπταισεν ημάς Κύριος σήμερον ενώπιον αλλοφύλων. και οι οφθαλμοί αυτού επανέστησαν και ουκ επέβλεπε· 16 και είπεν Ηλί τοις ανδράσι τοις περιεστηκόσιν αυτω· τις η φωνή του ήχου τούτου. 11 και κιβωτός του Θεού ελήφθη. 6 και ήκουσαν οι αλλόφυλοι της κραυγής. και αίρουσιν εκείθεν την κιβωτόν Κυρίου καθημένου Χερουβίμ· και αμφότεροι οι υιοί Ηλί μετά της κιβωτού. τέκνον. και ανέκραξε πας Ισραήλ φωνή μεγάλη. και εγένετο πληγή μεγάλη εν τω λαω. 8 ουαί ημίν· τις εξελείται ημάς εκ χειρός των θεών των στερεών τούτων. ‘Οφνί και Φινεές. και ήχησεν η γη. και γη επί της κεφαλής αυτού. οι πατάξαντες την Αίγυπτον εν πάση πληγή και εν τη ερήμω. κύριε. 15 και Ηλί υιος ενενήκοντα ετών. καθώς εδούλευσαν ημίν. ούτοι οι θεοί. 9 κραταιούσθε και γίνεσθε εις άνδρας αλλόφυλοι. και τα ιμάτια αυτού διερρωγότα. και έφυγεν έκαστος εις σκήνωμα αυτού· και εγένετο πληγή μεγάλη σφόδρα. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 455 . ότι ου γέγονε τοιαύτη εχθές και τρίτην. σήμερον. και εξελθέτω εκ μέσου ημών. και έσεσθε εις άνδρας και πολεμήσατε αυτούς.

πλήν η ράχις Δαγών υπελείφθη. ότι πρεσβύτης ο άνθρωπος και βαρύς· και αυτός έκρινε τον Ισραήλ είκοσιν έτη. και η κεφαλή Δαγών και αμφότερα τα ίχνη χειρών αυτού αφηρημένα επί τα εμπρόσθια αμαφέθ έκαστον. 19 Και νύμφη αυτού γυνή Φινεές συνειληφυία του τεκείν· και ήκουσε την αγγελίαν ότι ελήφθη η κιβωτός του Θεού και ότι τέθνηκεν ο πενθερός αυτής και ο ανήρ αυτής. ότι επεστράφησαν επ ‘ αυτήν ωδίνες αυτής. ότι υιόν τέτοκας· και ουκ απεκρίθη. 3 και ώρθρισαν οι Αζώτιοι και εισήλθον εις οίκον Δαγών και είδον και ιδού Δαγών πεπτωκώς επί πρόσωπον αυτού ενώπιον κιβωτού του Θεού· και ήγειραν τον Δαγών και κατέστησαν εις τον τόπον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμφότεροι οι υιοί σου τεθνήκασι. και έπεσεν από του δίφρου οπισθίως εχόμενος της πύλης. την Άζωτον και τα όρια αυτής. 2 και έλαβον αλλόφυλοι την κιβωτόν Κυρίου και εισήνεγκαν αυτήν εις οίκον Δαγών και παρέστησαν αυτήν παρά Δαγών. 21 και εκάλεσε το παιδάριον Ουαί Βαρχαβώθ υπέρ της κιβωτού του Θεού και υπέρ του πενθερού αυτής και υπέρ του ανδρός αυτής. και ιδού Δαγών πεπτωκώς επί πρόσωπον αυτού ενώπιον κιβωτού διαθήκης Κυρίου. και έκλαυσε και έτεκεν. και η κιβωτός του Θεού ελήφθη. 5 δια τούτο ουκ επιβαίνουσιν οι ιερείς Δαγών και πας ο εισπορευόμενος εις οίκον Δαγών επί βαθμόν οίκου Δαγών εν Αζώτω έως της ημέρας ταύτης. και συνετρίβη ο νώτος αυτού και απέθανεν. και ουκ ενόησεν η καρδία αυτής. 20 και εν τω καιρω αυτής αποθνήσκει. ότι υπερβαίνοντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 456 . 4 και εγένετο ότε ώρθρισαν το πρωϊ. 22 και είπαν· απώκισται δόξα Ισραήλ εν τω ληφθήναι την κιβωτόν Κυρίου. και εβαρύνθη χείρ Κυρίου επί τους Αζωτίους και εβασάνισεν αυτούς και επάταξεν αυτούς εις τας έδρας αυτών. και αμφότεροι οι καρποί των χειρών αυτού πεπτωκότες επί το πρόθυρον. 18 και εγένετο ως εμνήσθη της κιβωτού του Θεού. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ αλλόφυλοι έλαβον την κιβωτόν του Θεού και εισήνεγκαν αυτήν εξ Αβενέζερ εις Άζωτον. και είπον αυτη αι γυναίκες αι παρεστηκυίαι αυτη· μη φοβού.

και εποίησαν οι Γεθαίοι εαυτοίς έδρας. και λέγουσιν· ότι ου καθήσεται κιβωτός του Θεού Ισραήλ μεθ ‘ ημών. 4 και λέγουσι· τι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 457 . 11 και εξαποστέλλουσι και συνάγουσι τους σατράπας των αλλοφύλων και είπον· εξαποστείλατε την κιβωτόν του Θεού Ισραήλ. και εξιλασθήσεται υμίν. ως εισήλθε κιβωτός Θεού Ισραήλ εκεί. και ανέβη η κραυγή της πόλεως εις τον ουρανόν. και εξέζεσεν η γη αυτών μύας. 10 και εξαποστέλλουσι την κιβωτόν του Θεού εις Ασκάλωνα. 7 και είδον οι άνδρες Αζώτου ότι ούτως. 2 και καλούσιν αλλόφυλοι τους ιερείς και τους μάντεις και τους επαοιδούς αυτών λέγοντες· τι ποιήσωμεν τη κιβωτω Κυρίου. και λέγουσιν οι Γεθαίοι· μετελθέτω κιβωτός του Θεού προς ημάς· και μετήλθε κιβωτός του Θεού Ισραήλ εις Γεθ. και τότε ιαθήσεσθε. μη δη εξαποστείλητε αυτήν κενήν. γνωρίσατε ημίν εν τίνι αποστελούμεν αυτήν εις τον τόπον αυτής. ότι σκληρά χείρ αυτού εφ ‘ ημάς και επί Δαγών θεόν ημών. και εγένετο σύγχυσις θανάτου μεγάλη εν τη πόλει. και επάταξε τους άνδρας της πόλεως από μικρού έως μεγάλου και επάταξεν αυτούς εις τας έδρας αυτών. και εγενήθη ως εισήλθε κιβωτός Θεού εις Ασκάλωνα. 9 και εγενήθη μετά το μετελθείν αυτήν και γίνεται χείρ Κυρίου τη πόλει. και εβόησαν οι Ασκαλωνίται λέγοντες· τι απεστρέψατε την κιβωτόν του Θεού Ισραήλ προς ημάς θανατώσαι ημάς και τον λαόν ημών. και μέσον της χώρας αυτής ανεφύησαν μύες. και καθισάτω εις τον τόπον αυτής και ου μη θανατώση ημάς και τον λαόν ημών· 12 ότι εγενήθη σύγχυσις εν όλη τη πόλει βαρεία σφόδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υπερβαίνουσι. αλλ ‘ αποδιδόντες απόδοτε αυτη της βασάνου. τάραχος μέγας σφόδρα. 3 και είπαν· ει εξαποστέλλετε υμείς την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου Θεού Ισραήλ. και επήγαγεν αυτοίς και εξέζεσεν αυτοίς εις τας ναύς. 8 και αποστέλλουσι και συνάγουσι τους σατράπας των αλλοφύλων προς αυτούς και λέγουσι· τι ποιήσωμεν τη κιβωτω Θεού Ισραήλ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ην κιβωτός εν αγρω των αλλοφύλων επτά μήνας. μη ουκ αποστη η χείρ αυτού αφ ‘ υμών. 6 και εβαρύνθη η χείρ Κυρίου επί Άζωτον. και οι ζώντες και ουκ αποθανόντες επλήγησαν εις τας έδρας.

ει εις οδόν ορίων αυτής πορεύσεται κατά Βαιθσαμύς. και εάν μη. 18 και μύς οι χρυσοί κατ ‘ αριθμόν πασών πόλεων των αλλοφύλων των πέντε σατραπών εκ πόλεως εστερεωμένης και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 458 . και έστησαν εκεί παρ ‘ αυτη λίθον μέγαν και σχίζουσι τα ξύλα της αμάξης και τας βόας ανήνεγκαν εις ολοκαύτωσιν τω Κυρίω. όπως κουφίση την χείρα αυτού αφ ‘ υμών και από των θεών υμών και από της γης υμών. της Ακκαρών μίαν. της Γάζης μίαν. και είπαν· κατ ‘ αριθμόν των σατραπών των αλλοφύλων πέντε έδρας χρυσάς. 13 και οι εν Βαιθσαμύς εθέριζον θερισμόν πυρών εν κοιλάδι· και ήραν οφθαλμούς αυτών και είδον κιβωτόν Κυρίου και ηυφράνθησαν εις απάντησιν αυτής. ως εβάρυνεν Αίγυπτος και Φαραώ την καρδίαν αυτών. 16 και οι πέντε σατράπαι των αλλοφύλων εώρων και ανέστρεψαν εις Ασκάλωνα τη ημέρα εκείνη. 15 και οι Λευίται ανήνεγκαν την κιβωτόν του Κυρίου και το θέμα εργάβ μετ ‘ αυτής και τα επ ‘ αυτής σκεύη τα χρυσά και έθεντο επί του λίθου του μεγάλου. της Ασκάλωνος μίαν. της Γεθ μίαν. αυτός πεποίηκεν ημίν την κακίαν την μεγάλην ταύτην. 6 και ίνα τι βαρύνετε τας καρδίας υμών. εξαπέστειλαν αυτούς. ας απέδωκαν οι αλλόφυλοι της βασάνου τω Κυρίω· της Αζώτου μίαν. ουχί ότε ενέπαιξεν αυτοίς. 7 και νυν λάβετε και ποιήσατε άμαξαν καινήν και δύο βόας πρωτοτοκούσας άνευ των τέκνων και ζεύξατε τας βόας εν τη αμάξη και απαγάγετε τα τέκνα από όπισθεν αυτών εις οίκον· 8 και λήψεσθε την κιβωτόν και θήσετε αυτήν επί την άμαξαν και τα σκεύη τα χρυσά αποδώσετε αυτη της βασάνου και θήσετε εν θέματι βερσεχθάν εκ μέρους αυτής και εξαποστελείτε αυτήν και απελάσατε αυτήν. 10 και εποίησαν οι αλλόφυλοι ούτω. και απελεύσεται· 9 και όψεσθε. 5 και μύς χρυσούς ομοίωμα των μυών υμών των διαφθειρόντων την γην· και δώσετε τω Κυρίω δόξαν. εν τρίβω ενί επορεύοντο και εκοπίων και ου μεθίσταντο δεξιά ουδέ αριστερά· και οι σατράπαι των αλλοφύλων επορεύοντο οπίσω αυτής έως ορίων Βαιθσαμύς. και απήλθον. και γνωσόμεθα ότι ου χείρ αυτού ήπται ημών. και οι άνδρες Βαιθσαμύς ανήνεγκαν ολοκαυτώσεις και θυσίας εν τη ημέρα εκείνη τω Κυρίω. 12 και κατεύθυναν αι βόες εν τη οδω εις οδόν Βαιθσαμύς. αλλά σύμπτωμα τούτο γέγονεν ημίν. 14 και η άμαξα εισήλθεν εις αγρόν ‘Ωσηέ τον εν Βαιθσαμύς. 17 και αύται αι έδραι αι χρυσαί. ότι πταίσμα εν υμίν και τοις άρχουσιν υμών και τω λαω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το της βασάνου αποδώσομεν αυτη. και έλαβον δύο βόας πρωτοτοκούσας και έζευξαν αυτάς εν τη αμάξη και τα τέκνα αυτών απεκώλυσαν εις οίκον 11 και έθεντο την κιβωτόν Κυρίου επί την άμαξαν και το θέμα εργάβ και τους μύς τους χρυσούς.

επλήθυναν αι ημέραι και εγένετο είκοσι έτη. και επένθησεν ο λαός. του εν αγρω ‘Ωσηέ του Βαιθσαμυσίτου. περιέλετε θεούς αλλοτρίους εκ μέσου υμών και τα άλση και ετοιμάσατε τας καρδίας υμών προς Κύριον και δουλεύσατε αυτω μόνω. και προς τίνα αναβήσεται κιβωτός Κυρίου εφ ‘ ημών. και εξελείται υμάς εκ χειρός αλλοφύλων. και προσεύξομαι περί υμών προς Κύριον. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ έρχονται οι άνδρες Καριαθιαρίμ και ανάγουσι την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου και εισάγουσιν αυτήν εις οίκον Αμιναδάβ τον εν τω βουνω· και τον Ελεάζαρ τον υιόν αυτού ηγίασαν φυλάσσειν την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου. και πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών. και ενήστευσαν εν τη ημέρα εκείνη και είπαν· ημαρτήκαμεν ενώπιον Κυρίου· και εδίκαζε Σαμουήλ τους υιούς Ισραήλ εις Μασσηφάθ. 5 και είπε Σαμουήλ· αθροίσατε πάντα Ισραήλ εις Μασσηφάθ. 6 και συνήχθησαν εις Μασσηφάθ και υδρεύονται ύδωρ και εξέχεαν ενώπιον Κυρίου επί την γην. και επέβλεψε πας οίκος Ισραήλ οπίσω Κυρίου. 20 και είπαν οι άνδρες οι εκ Βαιθσαμύς· τις δυνήσεται διελθείν ενώπιον Κυρίου του Θεού του αγίου τούτου. 3 και είπε Σαμουήλ προς πάντα οίκον Ισραήλ λέγων· ει εν όλη καρδία υμών υμείς επιστρέφετε προς Κύριον. 4 και περιείλον οι υιοί Ισραήλ τας Βααλίμ και τα άλση Ασταρώθ και εδούλευσαν Κυρίω μόνω. ότι επάταξε Κύριος εν τω λαω πληγήν μεγάλην σφόδρα. 19 Και ουκ ησμένισαν οι υιοί Ιεχονίου εν τοις ανδράσι Βαιθσαμύς. 7 και ήκουσαν οι αλλόφυλοι ότι συνηθροίσθησαν πάντες οι υιοί Ισραήλ εις Μασσηφάθ. 21 και αποστέλλουσιν αγγέλους προς τους κατοικούντας Καριαθιαρίμ λέγοντες· απεστρόφασιν αλλόφυλοι την κιβωτόν Κυρίου· κατάβητε και αναγάγετε αυτήν προς εαυτούς. και ανέβησαν σατράπαι αλλοφύλων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 459 . ου επέθηκαν επ ‘ αυτού την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου. ότι είδον κιβωτόν Κυρίου· και επάταξεν εν αυτοίς εβδομήκοντα άνδρας. 2 Και εγενήθη αφ ‘ ης ημέρας ην η κιβωτός εν Καριαθιαρίμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έως κώμης του Φερεζαίου και έως λίθου του μεγάλου.

και ανήνεγκεν αυτόν ολοκαύτωσιν συν παντί τω λαω τω Κυρίω. 13 και εταπείνωσε Κύριος τους αλλοφύλους. 14 και απεδόθησαν αι πόλεις. δικασταί εν Βηρσαβεέ. και ου προσέθεντο έτι προσελθείν εις όριον Ισραήλ· και εγενήθη χείρ Κυρίου επί τους αλλοφύλους πάσας τας ημέρας του Σαμουήλ. και εδίκαζεν εκεί τον Ισραήλ και ωκοδόμησεν εκεί θυσιαστήριον τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί Ισραήλ· και ακούουσιν οι υιοί Ισραήλ και εφοβήθησαν από προσώπου αλλοφύλων. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο ως εγήρασε Σαμουήλ. 8 και είπαν οι υιοί Ισραήλ προς Σαμουήλ· μη παρασιωπήσης αφ ‘ ημών του μη βοάν προς Κύριον Θεόν σου. 2 και ταύτα τα ονόματα των υιών αυτού· πρωτότοκος Ιωήλ. 15 και εδίκαζε Σαμουήλ τον Ισραήλ πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. και αλλόφυλοι προσήγον εις πόλεμον επί Ισραήλ. και σώσει ημάς εκ χειρός αλλοφύλων. και απέδωκαν αυτάς τω Ισραήλ από Ασκάλωνος έως Αζόβ. και κατέστησε τους υιούς αυτού δικαστάς τω Ισραήλ. 11 και εξήλθαν άνδρες Ισραήλ εκ Μασσηφάθ και κατεδίωξαν τους αλλοφύλους και επάταξαν αυτούς έως υποκάτω του Βαιθχόρ. και ην ειρήνη ανά μέσον Ισραήλ και ανά μέσον του Αμορραίου. 10 και ην Σαμουήλ αναφέρων την ολοκαύτωσιν. ας έλαβον οι αλλόφυλοι παρά των υιών Ισραήλ. και είπεν· έως ενταύθα εβοήθησεν ημίν Κύριος. και συνεχύθησαν και έπταισαν ενώπιον Ισραήλ. και επήκουσεν αυτού Κύριος. και εβόησε Σαμουήλ προς Κύριον περί Ισραήλ. Λίθος του βοηθού. 3 και ουκ επορεύθησαν οι υιοί αυτού εν οδω αυτού και εξέκλιναν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 460 . 16 και επορεύετο κατ ‘ ενιαυτόν και εκύκλου Βαιθήλ και την Γαλγαλά και την Μασσηφάθ και εδίκαζε τον Ισραήλ εν πάσι τοις ηγιασμένοις τούτοις· 17 η δε αποστροφή αυτού εις Αρμαθαίμ ότι εκεί ην ο οίκος αυτού. 12 και έλαβε Σαμουήλ λίθον ένα και έστησεν αυτόν ανά μέσον Μασσηφάθ και ανά μέσον της παλαιάς και εκάλεσε το όνομα αυτού Αβενέζερ. 9 και έλαβε Σαμουήλ άρνα γαλαθηνόν ένα. και όνομα του δευτέρου Αβιά. και εβρόντησε Κύριος εν φωνή μεγάλη εν τη ημέρα εκείνη επί τους αλλοφύλους. και το όριον Ισραήλ αφείλοντο εκ χειρός αλλοφύλων.

ου εξελέξασθε εαυτοίς. δος ημίν βασιλέα δικάζειν ημάς· και προσηύξατο Σαμουήλ προς Κύριον. 10 και είπε Σαμουήλ παν το ρήμα του Κυρίου προς τον λαόν τους αιτούντας παρ ‘ αυτού βασιλέα 11 και είπε· τούτο έσται το δικαίωμα του βασιλέως. 8 κατά πάντα τα ποιήματα. ος βασιλεύσει εφ ‘ υμάς· τους υιούς υμών λήψεται. 15 και τα σπέρματα υμών και τους αμπελώνας υμών αποδεκατώσει και δώσει τοις ευνούχοις αυτού και τοις δούλοις αυτού· 16 και τους δούλους υμών και τας δούλας υμών και τα βουκόλια υμών τα αγαθά και τους όνους υμών λήψεται. 9 και νυν άκουε της φωνής αυτών· πλήν ότι διαμαρτυρόμενος διαμαρτύρη αυτοίς και απαγγελείς αυτοίς το δικαίωμα του βασιλέως. ος βασιλεύσει επ ‘ αυτούς. 18 και βοήσεσθε εν τη ημέρα εκείνη εκ προσώπου βασιλέως υμών. 21 και ήκουσε Σαμουήλ πάντας τους λόγους του λαού και ελάλησεν αυτούς εις τα ώτα Κυρίου. ως είπαν. αλλ ‘ ή εμέ εξουθενήκασι του μη βασιλεύειν επ ‘ αυτών. και ουκ επακούσεται Κύριος υμών εν ταις ημέραις εκείναις. καθά αν λαλώσί σοι· ότι ου σε εξουθενήκασιν. αλλ ‘ ή βασιλεύς έσται εφ ‘ ημάς. 7 και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· άκουε της φωνής του λαού. καθά και τα λοιπά έθνη. και οι υιοί σου ου πορεύονται εν τη οδω σου· και νυν κατάστησον εφ ‘ ημάς βασιλέα δικάζειν ημάς. 22 και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· άκουε της φωνής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 461 . ότι υμείς εξελέξασθε εαυτοίς βασιλέα. και δικάσει ημάς βασιλεύς ημών και εξελεύσεται έμπροσθεν ημών και πολεμήσει τον πόλεμον ημών. 6 και πονηρόν το ρήμα εν οφθαλμοίς Σαμουήλ. 19 και ουκ εβούλετο ο λαός ακούσαι του Σαμουήλ και είπαν αυτω· ουχί. και αποδεκατώσει εις τα έργα αυτού 17 και τα ποίμνια υμών αποδεκατώσει· και υμείς έσεσθε αυτω δούλοι. και θήσεται αυτούς εν άρμασιν αυτού και εν ιππεύσιν αυτού και προτρέχοντας των αρμάτων αυτού 12 και θέσθαι αυτούς εαυτω εκατοντάρχους και χιλιάρχους και θερίζειν θερισμόν αυτού και τρυγάν τρυγητόν αυτού και ποιείν σκεύη πολεμικά αυτού και σκεύη αρμάτων αυτού· 13 και τας θυγατέρας υμών λήψεται εις μυρεψούς και εις μαγειρίσσας και εις πεσσούσας· 14 και τους αγρούς υμών και τους αμπελώνας υμών και τους ελαιώνας υμών τους αγαθούς λήψεται και δώσει τοις δούλοις εαυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οπίσω της συντελείας και ελάμβανον δώρα και εξέκλινον δικαιώματα. 4 και συναθροίζονται άνδρες Ισραήλ και παραγίνονται εις Αρμαθαίμ προς Σαμουήλ 5 και είπαν αυτω· ιδού συ γεγήρακας. ούτως αυτοί ποιούσι και σοί. α εποίησάν μοι αφ ‘ ης ημέρας ανήγαγον αυτούς εξ Αιγύπτου έως της ημέρας ταύτης και εγκατέλιπόν με και εδούλευον θεοίς ετέροις. 20 και εσόμεθα και ημείς καθά πάντα τα έθνη.

ότι οι άρτοι εκλελοίπασιν εκ των αγγείων ημών. δεύρο και πορευθώμεν. 5 αυτών δε ελθόντων εις την Σίφ. 10 και είπε Σαούλ προς το παιδάριον αυτού· αγαθόν το ρήμα. ανήρ δυνατός. και όνομα αυτω Κίς. και ουκ ην· και διήλθον δια της γης Ιαμίν και ουχ εύρον. 8 και προσέθετο το παιδάριον αποκριθήναι τω Σαούλ και είπεν· ιδού εύρηται εν τη χειρί μου τέταρτον σίκλου αργυρίου. μη ανείς ο πατήρ μου τας όνους φροντίζη τα περί ημών· 6 και είπεν αυτω το παιδάριον· ιδού δη άνθρωπος του Θεού εν τη πόλει ταύτη. ου ην εκεί ο άνθρωπος ο του Θεού. ευμεγέθης. και δώσεις τω ανθρώπω του Θεού. και πλείον ουκ έστι μεθ ‘ ημών εισενεγκείν τω ανθρώπω του Θεού το υπάρχον ημίν. υιος Αβιήλ. ανήρ αγαθός. και επορεύθησαν εις την πόλιν. 7 και είπε Σαούλ τω παιδαρίω αυτού τω μετ ‘ αυτού· και ιδού πορευσόμεθα. και ουκ ην εν υιοίς Ισραήλ αγαθός υπέρ αυτόν. και είπε Κίς προς Σαούλ τον υιόν αυτού· λαβέ μετά σεαυτού εν των παιδαρίων και ανάστητε και πορεύθητε και ζητήσατε τας όνους. 9 και έμπροσθεν εν Ισραήλ τάδε έλεγεν έκαστος εν τω πορεύεσθαι επερωτάν τον Θεόν· δεύρο και πορευθώμεν προς τον βλέποντα· ότι τον προφήτην εκάλει ο λαός έμπροσθεν Ο βλέπων. και είπε Σαμουήλ προς άνδρας Ισραήλ· αποτρεχέτω έκαστος εις την πόλιν αυτού. και Σαούλ είπε τω παιδαρίω αυτού τω μετ ‘ αυτού· δεύρο και αποστρέψωμεν. 3 και απώλοντο αι όνοι Κίς πατρός Σαούλ. υιού Βαχίρ. παραγινόμενον παρέσται· και νυν πορευθώμεν. 2 και τούτω υιος. παν. και όνομα αυτω Σαούλ. 4 και διήλθον δι ‘ όρους Εφραίμ και διήλθον δια της γης Σελχά και ουχ εύρον· και διήλθον δια της γης Σεγαλείμ. και τι οίσομεν τω ανθρώπω του Θεού. εφ ‘ ην επορεύθημεν επ ‘ αυτήν. υπερωμίαν και επάνω υψηλός υπέρ πάσαν την γην. υιού Ιαρέδ. 11 αυτών αναβαινόντων την ανάβασιν της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 462 . υιού Αφέκ. και ο άνθρωπος ένδοξος. και απαγγελεί ημίν την οδόν ημών. όπως απαγγείλη ημίν την οδόν ημών. υιού ανδρός Ιεμιναίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών και βασίλευσον αυτοίς βασιλέα. ό εάν λαλήση. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ ανήρ εξ υιών Βενιαμίν.

25 και κατέβη εκ της Βαμά εις την πόλιν· και διέστρωσαν τω Σαούλ επί τω δώματι. 22 και έλαβε Σαμουήλ τον Σαούλ και το παιδάριον αυτού και εισήγαγεν αυτούς εις το κατάλυμα και έθετο αυτοίς εκεί τόπον εν πρώτοις των κεκλημένων ωσεί εβδομήκοντα ανδρών. ότι εύρηνται· και τίνι τα ωραία του Ισραήλ. 26 και εγένετο ως ανέβαινεν ο όρθρος. αυτών εισπορευομένων εις μέσον της πόλεως και ιδού Σαμουήλ εξήλθεν εις την απάντησιν αυτών του αναβήναι εις Βαμά. 21 και απεκρίθη Σαούλ και είπεν· ουχί ανδρός υιος Ιεμιναίου εγώ ειμι του μικρού σκήπτρου φυλής Ισραήλ και της φυλής της ελαχίστης εξ όλους σκήπτρου Βενιαμίν. 18 και προσήγαγε Σαούλ προς Σαμουήλ εις μέσον της πόλεως και είπεν· απάγγειλον δη ποίος ο οίκος του βλέποντος. ούτος άρξει εν τω λαω μου. 15 και Κύριος απεκάλυψε το ωτίον Σαμουήλ ημέρα μια έμπροσθεν του ελθείν προς αυτόν Σαούλ λέγων· 16 ως ο καιρός. ότι δια την ημέραν ευρήσετε αυτόν. αύριον αποστελώ προς σε άνδρα εκ γης Βενιαμίν. 17 και Σαμουήλ είδε τον Σαούλ· και Κύριος απεκρίθη αυτω· ιδού ο άνθρωπος. 23 και είπε Σαμουήλ τω μαγείρω· δος μοι την μερίδα. 12 και απεκρίθη τα κοράσια αυτοίς και λέγουσιν αυτοίς· έστιν. ην είπά σοι θείναι αυτήν παρά σοι. και μετά ταύτα εσθίουσιν οι ξένοι· και νυν ανάβητε. και έφαγε Σαούλ μετά Σαμουήλ εν τη ημέρα εκείνη. 19 και απεκρίθη Σαμουήλ τω Σαούλ και είπεν· εγώ ειμι αυτός· ανάβηθι έμπροσθέν μου εις Βαμά και φάγε μετ ‘ εμού σήμερον. και ινατί ελάλησας προς εμέ κατά το ρήμα τούτο. ότι θυσία σήμερον τω λαω εν Βαμά· 13 ως αν εισέλθητε εις την πόλιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πόλεως και αυτοί ευρίσκουσι τα κοράσια εξεληλυθότα υδρεύεσθαι ύδωρ και λέγουσιν αυταίς· ει έστιν ενταύθα Ο βλέπων. 14 και αναβαίνουσι την πόλιν. ότι ήλθε βοή αυτών προς με. ην έδωκά σοι. και εκάλεσε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 463 . και παρέθηκεν αυτήν ενώπιον Σαούλ· και είπε Σαμουήλ τω Σαούλ· ιδού υπόλειμμα. και χρίσεις αυτόν εις άρχοντα επί τον λαόν μου Ισραήλ. ούτως ευρήσετε αυτόν εν τη πόλει πριν αναβήναι αυτόν εις Βαμά του φαγείν· ότι ου μη φάγη ο λαός έως του εισελθείν αυτόν. και εκοιμήθη. και εξαποστελώ σε πρωϊ και πάντα τα εν τη καρδία σου απαγγελώ σοι· 20 και περί των όνων σου των απολωλυιών σήμερον τριταίων μη θής την καρδίαν σου αυταίς. ότι ούτος ευλογεί την θυσίαν. ου σοί και τω οίκω του πατρός σου. ον είπά σοι. παράθες αυτό ενώπιόν σου και φάγε. και σώσει τον λαόν μου εκ χειρός αλλοφύλων· ότι επέβλεψα επί την ταπείνωσιν του λαού μου. ιδού κατά πρόσωπον υμών· νυν δια την ημέραν ήκει εις την πόλιν. ότι εις μαρτύριον τέθειταί σοι παρά τους άλλους· απόκνιζε. 24 και ήψησεν ο μάγειρος την κωλέαν.

ότι Θεός μετά σου. 5 και μετά ταύτα εισελεύση εις τον βουνόν του Θεού. ένα αίροντα τρία αιγίδια και ένα αίροντα τρία αγγεία άρτων και ένα αίροντα ασκόν οίνου. εκεί Νασίβ ο αλλόφυλος. και συ άρξεις εν λαω Κυρίου. 27 αυτών καταβαινόντων εις μέρος της πόλεως και Σαμουήλ είπε τω Σαούλ· ειπόν τω νεανίσκω και διελθέτω έμπροσθεν ημών. και ιδού καταβαίνω προς σε ανενεγκείν ολοκαύτωσιν και θυσίας ειρηνικάς· επτά ημέρας διαλείψεις έως του ελθείν με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 464 . ου εστιν εκεί το ανάστημα των αλλοφύλων. 8 και καταβήση έμπροσθεν της Γαλγάλ. ας επορεύθητε ζητείν. και λήψη εκ της χειρός αυτών. επί Ισραήλ. 2 και τούτό σοι το σημείον ότι έχρισέ σε Κύριος επί κληρονομίαν αυτού εις άρχοντα· ως αν απέλθης σήμερον απ ‘ εμού. και προφητεύσεις μετ ‘ αυτών και στραφήση εις άνδρα άλλον. 4 και ερωτήσουσί σε τα εις ειρήνην και δώσουσί σοι δύο απαρχάς άρτων. και ευρήσεις δύο άνδρας προς τοις τάφοις Ραχήλ εν τω όρει Βενιαμίν αλλομένους μεγάλα. και συ στήθι ως σήμερον και άκουσον ρήμα Θεού. όσα εάν εύρη η χείρ σου. ποίει πάντα. και έμπροσθεν αυτών νάβλα και τύμπανον και αυλός και κινύρα. 7 και έσται όταν ήξει τα σημεία ταύτα επί σε. 3 και απελεύση εκείθεν και επέκεινα ήξεις έως της δρυός Θαβώρ και ευρήσεις εκεί τρεις άνδρας αναβαίνοντας προς τον Θεόν εις Βαιθήλ. και εξαποστελώ σε· και ανέστη Σαούλ. και έσται ως αν εισέλθητε εκεί εις την πόλιν. και αυτοί προφητεύοντες· 6 και εφαλείται επί σε πνεύμα Κυρίου. και συ σώσεις αυτόν εκ χειρός εχθρών αυτού κυκλόθεν. και εξήλθεν αυτός και Σαμουήλ έως έξω. και ερούσί σοι· εύρηνται αι όνοι. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ έλαβε Σαμουήλ τον φακόν του ελαίου και επέχεεν επί την κεφαλήν αυτού και εφίλησεν αυτόν και είπεν αυτω· ουχί κέκχρικέ σε Κύριος εις άρχοντα επί τον λαόν αυτού. και απαντήσεις χορω προφητών καταβαινόντων εκ της Βαμά. και ιδού ο πατήρ σου αποτετίνακται το ρήμα των όνων και εδαψιλεύσατο δι ‘ υμάς λέγων· τι ποιήσω υπέρ του υιού μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σαμουήλ τον Σαούλ επί τω δώματι λέγων· ανάστα.

και κατακληρούται φυλή Ματταρί· και προσάγουσι την φυλήν Ματταρί εις άνδρας. αλλ ‘ ή ότι βασιλέα καταστήσεις εφ ‘ ημών· και νυν κατάστητε ενώπιον Κυρίου κατά τα σκήπτρα υμών και κατά τας φυλάς υμών. και υψώθη υπέρ πάντα τον λαόν υπερωμίαν και επάνω. και είπεν ο λαός έκαστος προς τον πλησίον αυτού· τι τούτο το γεγονός τω υιω Κίς. το δε ρήμα της βασιλείας ουκ απήγγειλεν αυτω. 15 και είπεν ο οικείος προς Σαούλ· απάγγειλον δη μοι. 13 και συνετέλεσε προφητεύων και έρχεται εις τον βουνόν. και εισήλθομεν προς Σαμουήλ. 16 και είπε Σαούλ προς τον οικείον αυτού· απήγγειλεν απαγγέλλων μοι ότι εύρηνται αι όνοι. και γνωρίσω σοι α ποιήσεις. και κατακληρούται σκήπτρον Βενιαμίν· 21 και προσάγει σκήπτρον Βενιαμίν εις φυλάς. 17 Και παρήγγειλε Σαμουήλ παντί τω λαω προς Κύριον εις Μασσηφάθ 18 και είπε προς υιούς Ισραήλ· τάδε είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ λέγων· εγώ ανήγαγον τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου και εξειλάμην υμάς εκ χειρός Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου και εκ πασών των βασιλειών των θλιβουσών υμάς· 19 και υμείς σήμερον εξουδενήκατε τον Θεόν. ος αυτός εστιν υμών σωτήρ εκ πάντων των κακών υμών και θλίψεων υμών. και ουχ ευρίσκετο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς σε. και προεφήτευσεν εν μέσω αυτών. 23 και έδραμε και λαμβάνει αυτόν εκείθεν και κατέστησεν εν μέσω του λαού. ή και Σαούλ εν προφήταις. και δια τούτο εγενήθη εις παραβολήν. και ιδού χορός προφητών εξεναντίας αυτού· και ήλατο επ ‘ αυτόν πνεύμα Θεού. 10 και έρχεται εκείθεν εις τον βουνόν. 20 και προσήγαγε Σαμουήλ πάντα τα σκήπτρα Ισραήλ. 14 και είπεν ο οικείος αυτού προς αυτόν και προς το παιδάριον αυτού· που επορεύθητε. και εζήτει αυτόν. και εξαπέστειλε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 465 . 25 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν το δικαίωμα του βασιλέως και έγραψεν εν βιβλίω και έθηκεν ενώπιον Κυρίου. μετέστρεψεν αυτω ο Θεός καρδίαν άλλην· και ήλθε πάντα τα σημεία εν τη ημέρα εκείνη. και κατακληρούται Σαούλ υιος Κίς. 9 και εγενήθη ωστε επιστραφήναι τω ώμω αυτού απελθείν από Σαμουήλ. και είπε Κύριος· ιδού αυτός κέκρυπται εν τοις σκεύεσι. 24 και είπε Σαμουήλ προς πάντα τον λαόν· ει εωράκατε ον εκλέλεκται εαυτω Κύριος. και είπαν· ζητείν τας όνους· και είδαμεν ότι ουκ εισί. και είπατε· ουχί. ή και Σαούλ εν προφήταις. και έγνωσαν πας ο λαός και είπαν· ζήτω ο βασιλεύς. 11 και εγενήθησαν πάντες οι ειδότες αυτόν εχθές και τρίτης και είδον και ιδού αυτός εν μέσω των προφητών. 22 και επηρώτησε Σαμουήλ έτι εν Κυρίω· ει έρχεται ο ανήρ ενταύθα. 12 και απεκρίθη τις αυτών και είπε· και τις πατήρ αυτού. τι είπέ σοι Σαμουήλ. ότι ουκ έστιν όμοιος αυτω εν πάσιν υμίν.

ων ήψατο Κύριος καρδίας αυτών μετά Σαούλ. εν τω εξορύξαι υμών πάντα οφθαλμόν δεξιόν. 7 και έλαβε δύο βόας και εμέλισεν αυτάς και απέστειλεν εις παν όριον Ισραήλ εν χειρί αγγέλων λέγων· ος ουκ έστιν εκπορευόμενος οπίσω Σαούλ και οπίσω Σαμουήλ. 5 και ιδού Σαούλ ήρχετο μετά το πρωϊ εξ αγρού. 11 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 466 . 2 και είπε προς αυτούς Νάας ο Αμμανίτης· εν ταύτη διαθήσομαι διαθήκην υμίν. και επήλθεν έκστασις Κυρίου επί τον λαόν Ισραήλ. εξελευσόμεθα προς υμάς. και αποστελούμεν αγγέλους εις παν όριον Ισραήλ· εάν μη ή ο σώζων ημάς. 10 και είπον οι άνδρες Ιαβίς προς Νάας τον Αμμανίτην· αύριον εξελευσόμεθα προς υμάς. 6 και εφήλατο πνεύμα Κυρίου επί Σαούλ ως ήκουσε τα ρήματα ταύτα. 26 και Σαούλ απήλθεν εις τον οίκον αυτού εις Γαβαά· και επορεύθησαν υιοί δυνάμεων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σαμουήλ πάντα τον λαόν. και ήλθον οι άγγελοι εις την πόλιν και απαγγέλλουσι τοις ανδράσιν Ιαβίς. και απήλθεν έκαστος εις τον τόπον αυτού. 9 και είπε τοις αγγέλοις τοις ερχομένοις· τάδε ερείτε τοις ανδράσιν Ιαβίς· αύριον υμίν η σωτηρία διαθερμάναντος του ηλίου. και είπε Σαούλ· τι ότι κλαίει ο λαός. κατά τάδε ποιήσουσι τοις βουσίν αυτού. 3 και λέγουσιν αυτω οι άνδρες Ιαβίς· άνες ημίν επτά ημέρας. και είπαν πάντες οι άνδρες Ιαβίς προς Νάας τον Αμμανίτην· διάθου ημίν διαθήκην. και ποιήσετε ημίν το αγαθόν ενώπιον υμών. και εθυμώθη επ ‘ αυτούς οργή αυτού σφόδρα. και εβόησαν ως ανήρ εις. 27 και υιοί λοιμοί είπαν· τις σώσει υμάς ούτος. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ εγενήθη ως μετά μήνα και ανέβη Νάας ο Αμμανίτης και παρεμβάλλει επί Ιαβίς Γαλαάδ. και διηγούνται αυτω τα ρήματα των ανδρών Ιαβίς. πάντα άνδρα Ισραήλ εξακοσίας χιλιάδας και άνδρας Ιούδα εβδομήκοντα χιλιάδας. 4 και έρχονται οι άγγελοι εις Γαβαά προς Σαούλ και λαλούσι τους λόγους εις τα ώτα του λαού. και δουλεύσομέν σοι. 8 και επισκέπτεται αυτούς Αβιεζέκ εν Βαμά. και ευφράνθησαν. και ητίμασαν αυτόν και ουκ ήνεγκαν αυτω δώρα. και ήραν πας ο λαός την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. και θήσομαι όνειδος επί Ισραήλ.

14 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν λέγων· πορευθώμεν εις Γάλγαλα. και εισπορεύονται μέσον της παρεμβολής εν φυλακή τη εωθινή και έτυπτον τους υιούς Αμμών έως διεθερμάνθη η ημέρα. 5 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν· μάρτυς Κύριος εν υμίν και μάρτυς χριστός αυτού σήμερον εν ταύτη τη ημέρα. παράδος τους άνδρας. αποκρίθητε κατ ‘ εμού. 4 και είπαν προς Σαμουήλ· ουκ ηδίκησας ημάς και ου κατεδυνάστευσας ημάς και ουκ έθλασας ημάς και ουκ είληφας εκ χειρός ουδενός ουδέν. αποκρίθητε κατ ‘ εμού ενώπιον Κυρίου και ενώπιον χριστού αυτού· μόσχον τίνος είληφα ή όνον τίνος είληφα ή τίνα κατεδυνάστευσα υμών ή τίνα εξεπίεσα ή εκ χειρός τίνος είληφα εξίλασμα και υπόδημα. 2 και νυν ιδού ο βασιλεύς διαπορεύεται ενώπιον υμών. ο αναγαγών τους πατέρας ημών εξ Αιγύπτου. και θανατώσομεν αυτούς. ότι σήμερον εποίησε Κύριος σωτηρίαν εν Ισραήλ. και οι υιοί μου ιδού εν υμίν· καγώ ιδού διελήλυθα ενώπιον υμών εκ νεότητος και έως της ημέρας ταύτης. καγώ γεγήρακα και καθήσομαι. και δικάσω υμάς ενώπιον Κυρίου και απαγγελώ υμίν την πάσαν δικαιοσύνην Κυρίου. και εγκαινίσωμεν εκεί την βασιλείαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εγενήθη μετά την αύριον και έθετο Σαούλ τον λαόν εις τρεις αρχάς. και εβασίλευσα εφ ‘ υμάς βασιλέα. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ είπε Σαμουήλ προς πάντα Ισραήλ· ιδού ήκουσα φωνής υμών εις πάντα. και αποδώσω υμίν. ότι ουχ ευρήκατε εν χειρί μου ουδέν. και είπαν· μάρτυς. α εποίησεν εν υμίν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 467 . 12 και είπεν ο λαός προς Σαμουήλ· τις ο είπας ότι Σαούλ ου βασιλεύσει ημών. 3 ιδού εγώ. 15 και επορεύθη πας ο λαός εις Γάλγαλα. 6 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν λέγων· μάρτυς Κύριος ο ποιήσας τον Μωυσήν και τον Ααρών. και έχρισε Σαμουήλ εκεί τον Σαούλ εις βασιλέα ενώπιον Κυρίου εν Γαλγάλοις και έθυσεν εκεί θυσίας και ειρηνικάς ενώπιον Κυρίου· και ευφράνθη Σαμουήλ και πας Ισραήλ ωστε λίαν. 7 και νυν κατάστητε. 13 και είπε Σαούλ· ουκ αποθανείται ουδείς εν τη ημέρα ταύτη. όσα είπατέ μοι. και εγενήθη και υπολελειμμένοι διεσπάρησαν. και ουχ υπελείφθησαν εν αυτοίς δύο κατά το αυτό.

και κατωκείτε πεποιθότες. 14 εάν φοβηθήτε τον Κύριον και δουλεύσητε αυτω και ακούσητε της φωνής αυτού και μη ερίσητε τω στόματι Κυρίου και ήτε και υμείς και ο βασιλεύς ο βασιλεύων εφ ‘ υμών οπίσω Κυρίου πορευόμενοι· 15 εάν δε μη ακούσητε της φωνής Κυρίου και ερίσητε τω στόματι Κυρίου. αιτήσαντες εαυτοίς βασιλέα. 22 ότι ουκ απώσεται Κύριος τον λαόν αυτού δια το όνομα αυτού το μέγα. ότι ουθέν εισιν. και εβόησαν οι πατέρες ημών προς Κύριον. 16 και νυν κατάστητε και ίδετε το ρήμα το μέγα τούτο. και δώσει φωνάς και υετόν. 12 και ίδετε ότι Νάας βασιλεύς υιών Αμμών ήλθεν εφ ‘ υμάς. 10 και εβόησαν προς Κύριον και έλεγον· ημάρτομεν. 11 και απέστειλε Κύριος τον Ιεροβάαλ και τον Βαράκ και τον Ιεφθάε και τον Σαμουήλ και εξείλατο ημάς εκ χειρός εχθρών ημών των κυκλόθεν. και απέδοτο αυτούς εις χείρας Σισάρα αρχιστρατήγω Ιαβίν βασιλέως Ασώρ και εις χείρας αλλοφύλων και εις χείρας βασιλέως Μωάβ. πλήν μη εκκλίνητε από όπισθεν Κυρίου και δουλεύσατε τω Κυρίω εν όλη καρδία υμών 21 και μη παραβήτε οπίσω των μηθέν όντων. και είπατε· ουχί. και ου μη αποθάνωμεν. ό ο Κύριος ποιήσει εν οφθαλμοίς υμών. ότι προστεθείκαμεν προς πάσας τας αμαρτίας ημών κακίαν αιτήσαντες εαυτοίς βασιλέα. ην εποιήσατε ενώπιον Κυρίου. και δουλεύσομέν σοι. και έσται χείρ Κυρίου εφ ‘ υμάς και επί τον βασιλέα υμών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 468 . 17 ουχί θερισμός πυρών σήμερον. 19 και είπαν πας ο λαός προς Σαμουήλ· πρόσευξαι υπέρ των δούλων σου προς Κύριον Θεόν σου. αλλ ‘ ή ότι βασιλεύς βασιλεύσει εφ ‘ ημών· και Κύριος ο Θεός ημών βασιλεύς ημών. και επολέμησαν εν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τοις πατράσιν υμών· 8 ως εισήλθεν Ιακώβ και οι υιοί αυτού εις Αίγυπτον. ότι εγκατελίπομεν τον Κύριον και εδουλεύσαμεν τοις Βααλίμ και τοις άλσεσι· και νυν εξελού ημάς εκ χειρός εχθρών ημών. 13 και νυν ιδού ο βασιλεύς. και εταπείνωσεν αυτούς Αίγυπτος. 20 και είπε Σαμουήλ προς τον λαόν· μη φοβείσθε· υμείς πεποιήκατε την πάσαν κακίαν ταύτην. 18 και επεκαλέσατο Σαμουήλ τον Κύριον. ον εξελέξασθε. 9 και επελάθοντο Κυρίου του Θεού αυτών. και απέστειλε Κύριος τον Μωυσήν και τον Ααρών και εξήγαγον τους πατέρας ημών εξ Αιγύπτου και κατώκισεν αυτούς εν τω τόπω τούτω. και γνώτε και ίδετε ότι η κακία υμών μεγάλη. ότι επιεικώς Κύριος προσελάβετο υμάς εις λαόν. επικαλέσομαι Κύριον. οί ου περανούσιν ουθέν και οί ουκ εξελούνται. και έδωκε Κύριος φωνάς και υετόν εν τη ημέρα εκείνη· και εφοβήθησαν πας ο λαός τον Κύριον σφόδρα και τον Σαμουήλ. και ιδού δέδωκε Κύριος εφ ‘ υμάς βασιλέα. 23 και εμοί μηδαμώς του αμαρτείν τω Κυρίω ανιέναι του προσεύχεσθαι περί υμών.

και ανέβησαν οι υιοί Ισραήλ οπίσω Σαούλ εν Γαλγάλοις. ως είπε Σαμουήλ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ εκλέγεται εαυτω Σαούλ τρεις χιλιάδας ανδρών εκ των ανδρών Ισραήλ. 5 και οι αλλόφυλοι συνάγονται εις πόλεμον επί Ισραήλ. και ου παρεγένετο Σαμουήλ εις Γάλγαλα. 4 και πας Ισραήλ ήκουσε λεγόντων· πέπαικε Σαούλ τον Νασίβ τον αλλόφυλον. 9 και είπε Σαούλ· προσαγάγετε. και είπε Σαούλ· ότι είδον ως διεσπάρη ο λαός απ ‘ εμού και συ ου παρεγένου ως διετάξω εν τω μαρτυρίω των ημερών. και εν τω όρει Βαιθήλ. και Σαούλ έτι ην εν Γαλγάλοις. και χίλιοι ήσαν μετά Ιωνάθαν εν Γαβαά του Βενιαμίν. και εκρύβη ο λαός εν τοις σπηλαίοις και εν ταις μάνδραις και εν ταις πέτραις και εν τοις βόθροις και εν τοις λάκκοις. 25 και εάν κακία κακοποιήσητε. 3 και επάταξεν Ιωνάθαν τον Νασίβ τον αλλόφυλον τον εν τω βουνω· και ακούουσιν οι αλλόφυλοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δουλεύσω τω Κυρίω και δείξω υμίν την οδόν την αγαθήν και την ευθείαν· 24 πλήν φοβείσθε τον Κύριον και δουλεύσατε αυτω εν αληθεία και εν όλη καρδία υμών. 10 και εγένετο ως συνετέλεσεν αναφέρων την ολοκαύτωσιν. και το κατάλοιπον του λαού εξαπέστειλεν έκαστον εις το σκήνωμα αυτού. 11 και είπε Σαμουήλ· τι πεποίηκας. και Σαμουήλ παραγίνεται· και εξήλθε Σαούλ εις απάντησιν αυτού ευλογήσαι αυτόν. 7 και οι διαβαίνοντες διέβησαν τον Ιορδάνην εις γην Γάδ και Γαλαάδ. ότι ίδετε α εμεγάλυνε μεθ ‘ υμών. και αναβαίνουσιν επί Ισραήλ τριάκοντα χιλιάδες αρμάτων και εξ χιλιάδες ιππέων και λαός ως η άμμος η παρά την θάλασσαν τω πλήθει· και αναβαίνουσι και παρεμβάλλουσιν εν Μαχμάς εξ εναντίας Βαιθωρών κατά νότου. όπως ποιήσω ολοκαύτωσιν και ειρηνικάς· και ανήνεγκε την ολοκαύτωσιν. και Σαούλ σάλπιγγι σαλπίζει εις πάσαν την γην λέγων· ηθετήκασιν οι δούλοι. 8 και διέλιπεν επτά ημέρας τω μαρτυρίω. και υμείς και ο βασιλεύς υμών προστεθήσεσθε. και διεσπάρη ο λαός αυτού απ ‘ αυτού. και ησχύνθησαν Ισραήλ εν τοις αλλοφύλοις. και πας ο λαός εξέστη οπίσω αυτού. 6 και ανήρ Ισραήλ είδεν ότι στενώς αυτω μη προσάγειν αυτόν. και ήσαν μετά Σαούλ δισχίλιοι οι εν Μαχμάς. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 469 .

ότι είπον οι αλλόφυλοι· μη ποιήσωσιν οι Εβραίοι ρομφαίαν και δόρυ. 22 και εγενήθη εν ταις ημέραις του πολέμου Μαχμάς και ουχ ευρέθη ρομφαία και δόρυ εν χειρί παντός του λαού του μετά Σαούλ και μετά Ιωνάθαν. ότι ουκ εφύλαξας την εντολήν μου. 13 και είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· μεματαίωταί σοι. και ευρέθη τω Σαούλ και τω Ιωνάθαν υιω αυτού. 15 και ανέστη Σαμουήλ και απήλθεν εκ Γαλγάλων εις οδόν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οι αλλόφυλοι συνήχθησαν εις Μαχμάς. ότι ουκ εφύλαξας όσα ενετείλατό σοι Κύριος. και η αρχή η μία επιβλέπουσα οδόν Γαβαέ την εισκύπτουσαν επί Γαί την Σαβίμ. αυτών παραγενομένων εκ Γαλγάλων εις Γαβαά Βενιαμίν και επεσκέψατο Σαούλ τον λαόν τον ευρεθέντα μετ ‘ αυτού ως εξακοσίους άνδρας. και οι αλλόφυλοι παρεμβεβλήκεισαν εν Μαχμάς. ην ενετείλατό σοι Κύριος. 21 και ην ο τρυγητός έτοιμος του θερίζειν· τα δε σκεύη ην τρεις σίκλοι εις τον οδόντα. και το κατάλειμμα του λαού ανέβη οπίσω Σαούλ εις απάντησιν οπίσω του λαού του πολεμιστού. 17 και εξήλθε διαφθείρων εξ αγρού αλλοφύλων τρισίν αρχαίς· η αρχή η μία επιβλέπουσα οδόν Γοφερά επί γην Σωγάλ. ως νυν ητοίμασε Κύριος την βασιλείαν σου επί Ισραήλ έως αιώνος· 14 και νυν η βασιλεία σου ου στήσεταί σοι. και εντελείται Κύριος αυτω εις άρχοντα επί τον λαόν αυτού. 18 και η αρχή η μία επιβλέπουσα οδόν Βαιθωρών. και ζητήσει Κύριος εαυτω άνθρωπον κατά την καρδίαν αυτού. 12 και είπα· νυν καταβήσονται οι αλλόφυλοι προς με εις Γάλγαλα και του προσώπου του Κυρίου ουκ εδεήθην· και ενεκρατευσάμην και ανήνεγκα την ολοκαύτωσιν. και τη αξίνη και τω δρεπάνω υπόστασις ην η αυτή. 19 και τέκτων σιδήρου ουχ ευρίσκετο εν πάση γη Ισραήλ. 23 και εξήλθεν εξ υποστάσεως των αλλοφύλων την εν τω πέραν Μαχμάς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 470 . 20 και κατέβαινον πας Ισραήλ εις γην αλλοφύλων χαλκεύειν έκαστος το θέριστρον αυτού και το σκεύος αυτού και έκαστος την αξίνην αυτού και το δρέπανον αυτού. 16 και Σαούλ και Ιωνάθαν υιος αυτού και ο λαός οι ευρεθέντες μετ ‘ αυτών εκάθισαν εν Γαβαά Βενιαμίν και έκλαιον.

και αναβησόμεθα. ου εζήτει Ιωνάθαν διαβήναι εις την υπόστασιν των αλλοφύλων. ότι παραδέδωκεν αυτούς Κύριος εις χείρας ημών· τούτο ημίν το σημείον. 11 και εισήλθον αμφότεροι εις Μεσσάβ των αλλοφύλων· και λέγουσιν οι αλλόφυλοι· ιδού Εβραίοι εκπορεύονται εκ των τρωγλών αυτών. και στησόμεθα εφ ‘ εαυτοίς και ου μη αναβώμεν επ ‘ αυτούς· 10 εάν τάδε είπωσι προς ημάς· ανάβητε προς ημάς. 14 και εγενήθη η πληγή η πρώτη. και διαβώμεν εις Μεσσάβ των αλλοφύλων την εν τω πέραν εκείνω· και τω πατρί αυτού ουκ απήγγειλε. και ο αίρων τα σκεύη αυτού επεδίδου οπίσω αυτού. ως είκοσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 471 . 2 και Σαούλ εκάθητο επ ‘ άκρου του βουνού υπό την ροάν την εν Μαγδών. και ο λαός ουκ ήδει ότι πεπόρευται Ιωνάθαν. 4 και ανά μέσον της διαβάσεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ γίνεται η ημέρα και είπεν Ιωνάθαν υιος Σαούλ τω παιδαρίω τω αίροντι τα σκεύη αυτού· δεύρο. και ήσαν μετ ‘ αυτού ως εξακόσιοι άνδρες· 3 και Αχιά υιος Αχιτώβ αδελφού Ιωχαβήδ υιού Φινεές υιού Ηλί ιερεύς του Θεού εν Σηλώμ αίρων εφούδ. ην επάταξεν Ιωνάθαν και ο αίρων τα σκεύη αυτού. 6 και είπεν Ιωνάθαν προς το παιδάριον το αίρον τα σκεύη αυτού· δεύρο διαβώμεν εις Μεσσάβ των απεριτμήτων τούτων. ως η καρδία σου καρδία μου. και οδούς πέτρας εκ τούτου και οδούς πέτρας εκ τούτου. ου εκρύβησαν εκεί. 8 και είπεν Ιωνάθαν· ιδού ημείς διαβαίνομεν προς τους άνδρας και κατακυλισθησόμεθα προς αυτούς· 9 εάν τάδε είπωσι προς ημάς· απόστητε εκεί έως αν απαγγείλωμεν υμίν. 7 και είπεν αυτω ο αίρων τα σκεύη αυτού· ποίει παν. ότι παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις χείρας Ισραήλ. ιδού εγώ μετά σου. και είπεν Ιωνάθαν προς τον αίροντα τα σκεύη αυτού· ανάβηθι οπίσω μου. είτι ποιήσαι Κύριος ημίν· ότι ουκ έστι τω Κυρίω συνεχόμενον σώζειν εν πολλοίς ή εν ολίγοις. ό εάν η καρδία σου εκλίνη. 13 και ανέβη Ιωνάθαν επί τας χείρας αυτού και επί τους πόδας αυτού και ο αίρων τα σκεύη αυτού μετ ‘ αυτού· και επέβλεψαν κατά πρόσωπον Ιωνάθαν. και γνωριούμεν υμίν ρήμα. και επάταξεν αυτούς. όνομα τω ενί Βασές και όνομα τω άλλω Σεννά· 5 η οδός η μία από βορρά ερχομένω Μαχμάς και η οδός η άλλη από νότου ερχομένω Γαβαέ. 12 και απεκρίθησαν οι άνδρες Μεσσάβ προς Ιωνάθαν και προς τον αίροντα τα σκεύη αυτού και λέγουσιν· ανάβητε προς ημάς.

28 και απεκρίθη εις εκ του λαού και είπεν· ορκίσας ωρκισε τον λαόν ο πατήρ σου λέγων· επικατάρατος ο άνθρωπος. και συνάπτουσι και αυτοί οπίσω αυτών εις πόλεμον. και πας ο λαός ην μετά Σαούλ ως δέκα χιλιάδες ανδρών· και ην ο πόλεμος διεσπαρμένος εις όλην την πόλιν εν τω όρει Εφραίμ. Και ο πόλεμος διήλθε την Βαμώθ. 20 και ανέβη Σαούλ και πας ο λαός ο μετ ‘ αυτού και έρχονται έως του πολέμου. και εγενήθη έκστασις παρά Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνδρες εν βολίσι και εν πετροβόλοις και εν κόχλαξι του πεδίου. και πας ο λαός ο εν Μεσσάβ και οι διαφθείροντες εξέστησαν. και ανέβλεψαν οι οφθαλμοί αυτού. και ιδού εγένετο ρομφαία ανδρός επί τον πλησίον αυτού. 15 και εγενήθη έκστασις εν τη παρεμβολή και εν αγρω. και ιδού ουχ ευρίσκετο Ιωνάθαν και ο αίρων τα σκεύη αυτού. 26 και εισήλθεν ο λαός εις τον μελισσώνα. 25 και Ιάαλ δρυμός ην μελισσώνος κατά πρόσωπον του αγρού. 22 και πας Ισραήλ οι κρυπτόμενοι εν τω όρει Εφραίμ και ήκουσαν ότι πεφεύγασιν οι αλλόφυλοι. και αυτοί ουκ ήθελον ποιείν· και εθάμβησεν η γη. ότι εφοβήθη ο λαός τον όρκον Κυρίου. 16 και είδον οι σκοποί του Σαούλ εν Γαβαά Βενιαμίν και ιδού η παρεμβολή τεταραγμένη ένθεν και ένθεν. ος φάγεται άρτον σήμερον. 21 και οι δούλοι οι όντες εχθές και τρίτην ημέραν μετά των αλλοφύλων οι αναβάντες εις την παρεμβολήν επεστράφησαν και αυτοί είναι μετά Ισραήλ των μετά Σαούλ και Ιωνάθαν. 29 και έγνω Ιωνάθαν και είπεν· απήλλαχεν ο πατήρ μου την γην· ιδέ δη ότι είδον οι οφθαλμοί μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 472 . και πάσα η γη ηρίστα. 19 και εγενήθη ως ελάλει Σαούλ προς τον ιερέα. 17 και είπε Σαούλ τω λαω τω μετ ‘ αυτού· επισκέψασθε δη και ίδετε τις πεπόρευται εξ υμών· και επεσκέψαντο. και εξελύθη ο λαός. ος φάγεται άρτον έως εσπέρας. και ο ήχος εν τη παρεμβολή των αλλοφύλων επορεύετο πορευόμενος και επλήθυνε· και είπε Σαούλ προς τον ιερέα· συνάγαγε τας χείράς σου. 23 και έσωσε Κύριος εν τη ημέρα εκείνη τον Ισραήλ. 27 και Ιωνάθαν ουκ ακηκόει εν τω ορκίζειν τον πατέρα αυτού τον λαόν· και εξέτεινε το άκρον του σκήπτρου αυτού του εν τη χειρί αυτού και έβαψεν αυτό εις το κηρίον του μέλιτος και επέστρεψε την χείρα αυτού εις το στόμα αυτού. και ιδού επορεύετο λαλών. 18 και είπε Σαούλ τω Αχιά· προσάγαγε το εφούδ· ότι αυτός ήρε το εφούδ εν τη ημέρα εκείνη ενώπιον Ισραήλ. σύγχυσις μεγάλη σφόδρα. και ιδού ουκ ην επιστρέφων την χείρα αυτού εις το στόμα αυτού. και εκδικήσω τον εχθρόν μου· και ουκ εγεύσατο πας ο λαός άρτου. 24 και Σαούλ ηγνόησεν άγνοιαν μεγάλην εν τη ημέρα εκείνη και αράται τω λαω λέγων· επικατάρατος ο άνθρωπος.

41 και είπε Σαούλ· Κύριε ο Θεός Ισραήλ. 33 και απηγγέλη Σαούλ λέγοντες· ημάρτηκεν ο λαός τω Κυρίω φαγών συν τω αίματι. 32 και εκλήθη ο λαός εις τα σκύλα. και είπεν ο λαός προς Σαούλ· το αγαθόν ενώπιόν σου ποίει. και κατακληρούται Ιωνάθαν. 34 και είπε Σαούλ· διασπάρητε εν τω λαω και είπατε αυτοίς προσαγαγείν ενταύθα έκαστος τον μόσχον αυτού και έκαστος το πρόβατον αυτού. και έλαβεν ο λαός ποίμνια και βουκόλια και τέκνα βοών και έσφαξεν επί την γην. και σφαζέτω επί τούτου. και εγώ και Ιωνάθαν ο υιος μου εσόμεθα εις δουλείαν. 42 και είπε Σαούλ· βάλετε ανά μέσον εμού και ανά μέσον Ιωνάθαν του υιού μου· ον αν κατακληρώσηται Κύριος. 38 και είπε Σαούλ· προσαγάγετε ενταύθα πάσας τας γωνίας του Ισραήλ και γνώτε και ίδετε εν τίνι γέγονεν η αμαρτία αύτη σήμερον· 39 ότι ζη Κύριος ο σώσας τον Ισραήλ. και κληρούται Ιωνάθαν και Σαούλ. και είπε Σαούλ εκ Γεθθαίμ· κυλίσατέ μοι λίθον ενταύθα μέγαν. 35 και ωκοδόμησεν εκεί Σαούλ θυσιαστήριον τω Κυρίω· τούτο ήρξατο Σαούλ οικοδομήσαι θυσιαστήριον τω Κυρίω. και ουκ απεκρίθη αυτω εν τη ημέρα εκείνη. και εκοπίασεν ο λαός σφόδρα. και είπεν ο ιερεύς· προσέλθωμεν ενταύθα προς τον Θεόν. 36 Και είπε Σαούλ· καταβώμεν οπίσω των αλλοφύλων την νύκτα και διαρπάσωμεν εν αυτοίς έως διαφαύση ημέρα. αποθανέτω. και είπεν ο λαός προς Σαούλ· ουκ έστι το ρήμα τούτο. και μη υπολείπωμεν εν αυτοίς άνδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι εγευσάμην βραχύ τι του μέλιτος τούτου· 30 αλλ ‘ ότι ει έφαγεν έσθων σήμερον ο λαός των σκύλων των εχθρών αυτών. 40 και είπε παντί ανδρί Ισραήλ· υμείς έσεσθε εις δουλείαν. και απήγγειλεν αυτω Ιωνάθαν και είπε· γευόμενος εγευσάμην εν άκρω τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 473 . 31 και επάταξεν εν τη ημέρα εκείνη εκ των αλλοφύλων εν Μαχμάς. και βάλλουσιν ανά μέσον αυτού και ανά μέσον Ιωνάθαν του υιού αυτού. και ο λαός εξήλθε. Κύριε ο Θεός Ισραήλ δος δήλους· και εάν τάδε είπης. τι ότι ουκ απεκρίθης τω δούλω σου σήμερον. και είπαν· παν το αγαθόν ενώπιόν σου ποίει. ει παραδώσεις αυτούς εις χείρας Ισραήλ. ότι νυν αν μείζων ην η πληγή η εν τοις αλλοφύλοις. και ου μη αμάρτητε τω Κυρίω του εσθίειν συν τω αίματι· και προσήγεν ο λαός έκαστος το εν τη χειρί αυτού και έσφαζον εκεί. ει εν εμοί ή εν Ιωνάθαν τω υιω μου η αδικία. ων εύρεν. 43 και είπε Σαούλ προς Ιωνάθαν· απάγγειλόν μοι τι πεποίηκας. δος δη οσιότητα. εν τω λαω σου Ισραήλ. και ουκ ην ο αποκρινόμενος εκ παντός του λαού. ότι εάν αποκριθή κατά Ιωνάθαν του υιού μου. και κατεκράτησε Σαούλ του λαού. και ήσθιεν ο λαός συν τω αίματι. 37 και επηρώτησε Σαούλ τον Θεόν· ει καταβώ οπίσω των αλλοφύλων. θανάτω αποθανείται.

εσώζετο. όνομα τη πρωτοτόκω Μερόβ. 46 και ανέβη Σαούλ από όπισθεν των αλλοφύλων. και προσηύξατο ο λαός περί Ιωνάθαν εν τη ημέρα εκείνη. 52 και ην ο πόλεμος κραταιός επί τους αλλοφύλους πάσας τας ημέρας Σαούλ. και οι αλλόφυλοι απήλθον εις τον τόπον αυτών. ει πεσείται τριχός της κεφαλής αυτού επί την γην· ότι ο λαός του Θεού εποίησε την ημέραν ταύτην. εις τον Μωάβ και εις τους υιούς Αμμών και εις τους υιούς Εδώμ και εις τον Βαιθεώρ και εις βασιλέα Σουβά και εις τους αλλοφύλους· ου αν εστράφη. ότι θανάτω αποθανή σήμερον. και ιδού εγώ αποθνήσκω. και νυν άκουε της φωνής Κυρίου· 2 τάδε είπε Κύριος Σαβαώθ· νυν εκδικήσω α εποίησεν Αμαλήκ τω Ισραήλ. και ουκ απέθανε. ζη Κύριος. υιού οικείου Σαούλ· 51 και Κίς πατήρ Σαούλ και Νήρ πατήρ Αβεννήρ υιος Ιαμίν υιού Αβιήλ. υιος Νήρ. και επολέμει κύκλω πάντας τους εχθρούς αυτού. ως απήντησεν αυτω εν τη οδω αναβαίνοντος αυτού εξ Αιγύπτου· 3 και νυν πορεύου και πατάξεις τον Αμαλήκ και Ιερίμ και πάντα τα αυτού και ου περιποιήση εξ αυτού και εξολοθρεύσεις αυτόν και αναθεματιείς αυτόν και πάντα τα αυτού και ου φείση απ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 474 . 49 και ήσαν οι υιοί Σαούλ Ιωνάθαν και Ιεσσιού και Μελχισά· και ονόματα των δύο θυγατέρων αυτού. 47 Και Σαούλ κατακληρούται έργον επί Ισραήλ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· εμέ απέστειλε Κύριος χρίσαί σε εις βασιλέα επί Ισραήλ. 48 και εποίησε δύναμιν και επάταξε τον Αμαλήκ και εξείλατο τον Ισραήλ εκ χειρός των καταπατούντων αυτόν. και όνομα τη δευτέρα Μελχόλ· 50 και όνομα τη γυναικί αυτού Αχινοόμ θυγάτηρ Αχιμάας. και όνομα τω αρχιστρατήγω αυτού Αβεννήρ. και ιδών Σαούλ πάντα άνδρα δυνατόν και πάντα άνδρα υιόν δυνάμεως και συνήγαγεν αυτούς προς αυτόν. 44 και είπεν αυτω Σαούλ· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σκήπτρω τω εν τη χειρί μου βραχύ μέλι. 45 και είπεν ο λαός προς Σαούλ· ει σήμερον θανατωθήσεται ο ποιήσας την σωτηρίαν την μεγάλην ταύτην εν Ισραήλ.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ‘ αυτού και αποκτενείς από ανδρός και έως γυναικός και από νηπίου έως θηλάζοντος και από μόσχου έως προβάτου και από καμήλου έως όνου. και ιδού αυτός ανέφερεν ολοκαύτωσιν τω Κυρίω τα πρώτα των σκύλων. και κατέβη εις Γάλγαλα προς Σαούλ. 8 και συνέλαβε τον Αγάγ βασιλέα Αμαλήκ ζώντα και πάντα τον λαόν και Ιερίμ απέκτεινεν εν στόματι ρομφαίας. και απηγγέλη τω Σαούλ λέγοντες· ήκει Σαμουήλ εις Κάρμηλον και ανέστακεν αυτω χείρα και επέστρεψε το άρμα. 5 και ήλθε Σαούλ έως των πόλεων Αμαλήκ και ενήδρευσεν εν τω χειμάρρω. αλλ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 475 . α περιεποιήσατο ο λαός τα κράτιστα του ποιμνίου και των βοών. 4 και παρήγγειλε Σαούλ τω λαω και επισκέπτεται αυτούς εν Γαλγάλοις τετρακοσίας χιλιάδας ταγμάτων και τον Ιούδαν τριάκοντα χιλιάδας ταγμάτων. και είπεν αυτω Σαούλ· ευλογητός συ τω Κυρίω· έστησα πάντα. 18 και απέστειλέ σε Κύριος εν οδω και είπέ σοι· πορεύθητι και εξολόθρευσον τους αμαρτάνοντας εις εμέ. ότι απέστρεψεν από όπισθέν μου και τους λόγους μου ουκ ετήρησε. 9 και περιεποιήσατο Σαούλ και πας ο λαός τον Αγάγ ζώντα και τα αγαθά των ποιμνίων και των βουκολίων και των εδεσμάτων και των αμπελώνων και πάντων των αγαθών και ουκ εβούλοντο εξολοθρεύσαι αυτά· και παν έργον ητιμωμένον και εξουδενωμένον εξωλόθρευσαν. τον Αμαλήκ. 10 Και εγενήθη ρήμα Κυρίου προς Σαμουήλ λέγων· 11 παρακέκλημαι ότι εβασίλευσα τον Σαούλ εις βασιλέα. ων ήνεγκεν εξ Αμαλήκ. μη προσθώ σε μετ ‘ αυτού. 17 και είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· ουχί μικρός ει συ ενώπιον αυτού ηγούμενος σκήπτρου φυλής Ισραήλ. 15 και είπε Σαούλ· εξ Αμαλήκ ήνεγκα αυτά. και έχρισέ σε Κύριος εις βασιλέα επί Ισραήλ. και συ εποίησας έλεος μετά των υιών Ισραήλ εν τω αναβαίνειν αυτούς εξ Αιγύπτου· και εξέκλινεν ο Κιναίος εκ μέσου Αμαλήκ. και πολεμήσεις αυτούς έως συντελέσης αυτούς. 13 και παρεγένετο Σαμουήλ προς Σαούλ. 16 και είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· άνες και απαγγελώ σοι α ελάλησε Κύριος προς με την νύκτα· και είπεν αυτω· λάλησον. 19 και ινατί ουκ ήκουσας φωνής Κυρίου. και ηθύμησε Σαμουήλ και εβόησε προς Κύριον όλην την νύκτα. όσα ελάλησε Κύριος. 7 και επάταξε Σαούλ τον Αμαλήκ από Ευιλάτ έως Σουρ επί προσώπου Αιγύπτου. ων εγώ ακούω. όπως τυθή Κυρίω τω Θεω σου. και τα λοιπά εξωλόθρευσα. 14 και είπε Σαμουήλ· και τις η φωνή του ποιμνίου τούτου εν τοις ωσί μου και φωνή των βοών. 12 και ώρθρισε Σαμουήλ και επορεύθη εις απάντησιν Ισραήλ το πρωϊ. 6 και είπε Σαούλ προς τον Κιναίον· άπελθε και έκκλινον εκ μέσου του Αμαληκίτου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωρμησας του θέσθαι επί τα σκύλα και εποίησας το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. 35 και ου προσέθετο έτι Σαμουήλ ιδείν τον Σαούλ έως ημέρας θανάτου αυτού. ότι εξουδένωσας το ρήμα Κυρίου. 31 και ανέστρεψε Σαμουήλ οπίσω Σαούλ και προσεκύνησε τω Κυρίω. και εξουδενώσει σε Κύριος μη είναι βασιλέα επί Ισραήλ. και έσφαξε Σαμουήλ τον Αγάγ ενώπιον Κυρίου εν Γαλγάλ. και προσκυνήσω Κυρίω τω Θεω σου. 22 και είπε Σαμουήλ· ει θελητόν τω Κυρίω ολοκαυτώματα και θυσίας ως το ακούσαι φωνής Κυρίου. και προσήλθε προς αυτόν Αγάγ τρέμων. 27 και επέστρεψε Σαμουήλ το πρόσωπον αυτού του απελθείν. ή απέστειλέ με Κύριος. και είπεν Αγάγ· ει ούτω πικρός ο θάνατος. ότι επένθει Σαμουήλ επί Σαούλ· και Κύριος μετεμελήθη ότι εβασίλευσε τον Σαούλ επί Ισραήλ. 24 και είπε Σαούλ προς Σαμουήλ· ημάρτηκα ότι παρέβην τον λόγον Κυρίου και το ρήμά σου. και εκράτησε Σαούλ του πτερυγίου της διπλοϊδος αυτού και διέρρηξεν αυτό· 28 και είπε προς αυτόν Σαμουήλ· διέρρηξε Κύριος την βασιλείαν σου από Ισραήλ εκ χειρός σου σήμερον και δώσει αυτήν τω πλησίον σου τω αγαθω υπέρ σε· 29 και διαιρεθήσεται Ισραήλ εις δύο. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 476 . θύσαι ενώπιον Κυρίου Θεού ημών εν Γαλγάλοις. ότι εφοβήθην τον λαόν και ήκουσα της φωνής αυτών· 25 και νυν άρον δη το αμάρτημά μου και ανάστρεψον μετ ‘ εμού. και Σαούλ ανέβη εις τον οίκον αυτού εις Γαβαά. και ήγαγον τον Αγάγ βασιλέα Αμαλήκ και τον Αμαλήκ εξωλόθρευσα· 21 και έλαβεν ο λαός των σκύλων ποίμνια και βουκόλια. οδύνην και πόνους θεραφίν επάγουσιν· ότι εξουδένωσας το ρήμα Κυρίου. 33 και είπε Σαμουήλ προς Αγάγ· καθότι ητέκνωσε γυναίκας η ρομφαία σου. ιδού ακοή υπέρ θυσίαν αγαθήν και η επακρόασις υπέρ στέαρ κριών· 23 ότι αμαρτία οιώνισμά εστιν. 26 και είπε Σαμουήλ προς Σαούλ· ουκ αναστρέφω μετά σου. 34 και απήλθε Σαμουήλ εις Αρμαθαίμ. και ουκ αποστρέψει ουδέ μετανοήσει. 20 και είπε Σαούλ προς Σαμουήλ· δια το ακούσαί με της φωνής του λαού· και επορεύθην τη οδω. και εξουδενώσει σε Κύριος του μη είναι βασιλέα επί τον Ισραήλ. ούτως ατεκνωθήσεται εκ γυναικών η μήτηρ σου. τα πρώτα του εξολοθρεύματος. αλλά δόξασόν με δη ενώπιον πρεσβυτέρων Ισραήλ και ενώπιον λαού μου και ανάστρεψον μετ ‘ εμού. 30 και είπε Σαούλ· ημάρτηκα. ότι ουχ ως άνθρωπός εστι του μετανοήσαι αυτός. 32 και είπε Σαμουήλ· προσαγάγετέ μοι τον Αγάγ βασιλέα Αμαλήκ. και προσκυνήσω Κυρίω τω Θεω σου.

4 και εποίησε Σαμουήλ πάντα. και δεύρο αποστείλω σε προς Ιεσσαί έως Βηθλεέμ. ότι εώρακα εν τοις υιοίς αυτού εμοί βασιλέα. και είπεν· έτι ο μικρός ιδού ποιμαίνει εν τω ποιμνίω. και παρήλθε κατά πρόσωπον Σαμουήλ. 5 και είπεν· ειρήνη· θύσαι τω Κυρίω ήκω. 9 και παρήγαγεν Ιεσσαί τον Σαμά· και είπε· και εν τούτω ουκ εξελέξατο Κύριος. και γνωριώ σοι α ποιήσεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς Σαμουήλ· έως πότε συ πενθείς επί Σαούλ. 12 και απέστειλε και εισήγαγεν αυτόν· και αυτός πυρράκης μετά κάλλους οφθαλμών και αγαθός οράσει Κυρίω. ο βλέπων. α ελάλησεν αυτω Κύριος. και ήλθεν εις Βηθλεέμ. πλήσον το κέρας σου ελαίου. 8 και εκάλεσεν Ιεσσαί τον Αμιναδάβ. και ακούσεται Σαούλ και αποκτενεί με. ότι ούτός εστιν αγαθός. και εφήλατο πνεύμα Κυρίου επί Δαυίδ από της ημέρας εκείνης και επάνω. καγώ εξουδένωκα αυτόν μη βασιλεύειν επί Ισραήλ. αγιάσθητε και ευφράνθητε μετ ‘ εμού σήμερον. και είπε Κύριος· δάμαλιν βοών λαβέ εν τη χειρί σου και ερείς· θύσαι τω Κυρίω ήκω· 3 και καλέσεις τον Ιεσσαί εις την θυσίαν. 6 και εγενήθη εν τω εισιέναι αυτούς και είδε τον Ελιάβ και είπεν· αλλά και ενώπιον Κυρίου χριστός αυτού. 11 και είπε Σαμουήλ προς Ιεσσαί· εκλελοίπασι τα παιδάρια. και ηγίασε τον Ιεσσαί και τους υιούς αυτού και εκάλεσεν αυτούς εις την θυσίαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 477 . 10 και παρήγαγεν Ιεσσαί τους επτά υιούς αυτού ενώπιον Σαμουήλ· και είπε Σαμουήλ· ουκ εξελέξατο Κύριος εν τούτοις. και χρίσεις ον αν είπω προς σε. και είπε Σαμουήλ προς Ιεσσαί· απόστειλον και λαβέ αυτόν. 13 και έλαβε Σαμουήλ το κέρας του ελαίου και έχρισεν αυτό εν μέσω των αδελφών αυτού. 2 και είπε Σαμουήλ· Πως πορευθώ. και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· ανάστα και χρίσον τον Δαυίδ. ότι άνθρωπος όψεται εις πρόσωπον. ότι ου μη κατακλιθώμεν έως του ελθείν αυτόν. ότι εξουδένωκα αυτόν· ότι ουχ ως εμβλέψεται άνθρωπος. 7 και είπε Κύριος προς Σαμουήλ· μη επιβλέψης επί την όψιν αυτού μηδέ εις την έξιν μεγέθους αυτού. και ανέστη Σαμουήλ και απήλθεν εις Αρμαθαίμ. όψεται ο Θεός. και εξέστησαν οι πρεσβύτεροι της πόλεως τη απαντήσει αυτού και είπαν· ειρήνη η είσοδός σου. και είπεν· ουδέ τούτον εξελέξατο ο Θεός. ο δε Θεός όψεται εις καρδίαν.

και ο αυλών ανά μέσον αυτών. 17 και είπε Σαούλ προς τους παίδας αυτού· ίδετε δη μοι άνδρα ορθώς ψάλλοντα και εισαγάγετε αυτόν προς με. και Κύριος μετ ‘ αυτού. ότι εύρε χάριν εν οφθαλμοίς μου. 19 και απέστειλε Σαούλ αγγέλους προς Ιεσσαί λέγων· απόστειλον προς με τον υιόν σου Δαυίδ τον εν τω ποιμνίω σου. και ο ανήρ αγαθός τω είδει. και έσται εν τω είναι πνεύμα πονηρόν επί σοι και ψαλή εν τη κινύρα αυτού και αγαθόν σοι έσται και αναπαύσει σε. 15 και είπαν οι παίδες Σαούλ προς αυτόν· ιδού δη πνεύμα Κυρίου πονηρόν πνίγει σε· 16 ειπάτωσαν δη οι δούλοί σου ενώπιόν σου. και ζητησάτωσαν τω Κυρίω ημών άνδρα ειδότα ψάλλειν εν κινύρα. και έπνιγεν αυτόν πνεύμα πονηρόν παρά Κυρίου. 22 και απέστειλε Σαούλ προς Ιεσσαί λέγων· παριστάσθω δη Δαυίδ ενώπιον εμού. και αγαθόν αυτω. 3 και αλλόφυλοι ίστανται επί του όρους ενταύθα. 4 και εξήλθεν ανήρ δυνατός εκ της παρατάξεως των αλλοφύλων Γολιάθ όνομα αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 478 . και αφίστατο απ ‘ αυτού το πνεύμα το πονηρόν. 20 και έλαβεν Ιεσσαί γομόρ άρτων και ασκόν οίνου και έριφον αιγών ένα και εξαπέστειλεν εν χειρί Δαυίδ του υιού αυτού προς Σαούλ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ συνάγουσιν αλλόφυλοι τας παρεμβολάς αυτών εις πόλεμον και συνάγονται εις Σοκχώθ της Ιουδαίας και παρεμβάλλουσιν ανά μέσον Σοκχώθ και ανά μέσον Αζηκά Εφερμέμ. και ο ανήρ συνετός και πολεμιστής και σοφός λόγω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14 Και πνεύμα Κυρίου απέστη από Σαούλ. και ανέψυχε Σαούλ. 18 και απεκρίθη εις των παιδαρίων αυτού και είπεν· ιδού εώρακα υιόν τω Ιεσσαί Βηθλεεμίτην και αυτόν ειδότα ψαλμόν. 33 και εγενήθη εν τω είναι πνεύμα πονηρόν επί Σαούλ και ελάμβανε Δαυίδ την κινύραν και έψαλλεν εν χειρί αυτού. 2 και Σαούλ και οι άνδρες Ισραήλ συνάγονται και παρεμβάλλουσιν εν τη κοιλάδι αυτοί και παρατάσσονται εις πόλεμον εξεναντίας των αλλοφύλων. και Ισραήλ ίσταται επί του όρους ενταύθα. και εγενήθη αυτω αίρων τα σκεύη αυτού. 21 και εισήλθε Δαυίδ προς Σαούλ και παρειστήκει ενώπιον αυτού· και ηγάπησεν αυτόν σφόδρα.

και ο σταθμός του θώρακος αυτού πέντε χιλιάδες σίκλων χαλκού και σιδήρου· 6 και κνημίδες χαλκαί επί των σκελών αυτού. 13 και επορεύθησαν οι τρεις υιοί Ιεσσαί οι μείζονες οπίσω Σαούλ εις πόλεμον. 19 και Σαούλ αυτός και πας ανήρ Ισραήλ εν τη κοιλάδι της δρυός πολεμούντες μετά των αλλοφύλων. 17 και είπεν Ιεσσαί προς Δαυίδ· λαβέ δη τοις αδελφοίς σου οιφί του αλφίτου και δέκα άρτους τούτους και διάδραμε εις την παρεμβολήν και δος τοις αδελφοίς σου. και η λόγχη αυτού εξακοσίων σίκλων σιδήρου· και ο αίρων τα όπλα αυτού προεπορεύετο αυτού. εκλέξασθε εαυτοίς άνδρα και καταβήτω προς με. 11 και ήκουσε Σαούλ και πας Ισραήλ τα ρήματα του αλλοφύλου ταύτα και εξέστησαν και εφοβήθησαν σφόδρα. 15 Και Δαυίδ απήλθε και ανέστρεψεν από του Σαούλ. και μονομαχήσομεν αμφότεροι. [12 Και είπε Δαυίδ υιος ανθρώπου Εφραθαίου· ούτος εκ Βηθλεέμ Ιούδα. και θώρακα αλυσιδωτόν αυτός ενδεδυκώς. 22 και αφήκε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 479 . και όνομα των υιών αυτού των πορευθέντων εις τον πόλεμον. και όσα αν χρήζωσι γνώση. και εσόμεθα υμίν εις δούλους· εάν δε εγώ δυνηθώ και πατάξω αυτόν. 10 και είπεν ο αλλόφυλος· ιδού εγώ ωνείδισα την παράταξιν Ισραήλ σήμερον εν τη ημέρα ταύτη· δότε μοι άνδρα. 16 και προήγεν ο αλλόφυλος ορθρίζων και οψίζων και εστηλώθη τεσσαράκοντα ημέρας. 21 και παρετάξαντο Ισραήλ και οι αλλόφυλοι παράταξιν εξεναντίας παρατάξεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκ Γεθ. 8 και έστη και ανεβόησεν εις την παράταξιν Ισραήλ και είπεν αυτοίς· τι εκπορεύεσθε παρατάξασθαι πολέμω εξεναντίας ημών. 20 και ώρθρισε Δαυίδ το πρωϊ. και όνομα αυτω Ιεσσαί. και έλαβε και απήλθε. έσεσθε ημίν εις δούλους και δουλεύσετε ημίν. και αυτω οκτω υιοί· και ο ανήρ εν ταις ημέραις Σαούλ πρεσβύτερος εληλυθώς εν ανδράσι. καθά ενετείλατο αυτω Ιεσσαί· και ήλθεν εις την στρογγύλωσιν και δύναμιν την εκπορευομένην εις την παράταξιν· και ηλάλαξαν εν τω πολέμω. 14 και Δαυίδ αυτός εστιν ο νεώτερος και οι τρεις οι μείζονες επορεύθησαν οπίσω Σαούλ. και αφήκε τα πρόβατα φύλακι. και τους αδελφούς σου επισκέψη εις ειρήνην. ύψος αυτού τεσσάρων πήχεων και σπιθαμής· 5 και περικεφαλαία επί της κεφαλής αυτού. ποιμαίνων τα πρόβατα του πατρός αυτού εν Βηθλεέμ. και ασπίς χαλκή ανά μέσον των ώμων αυτού· 7 και ο κοντός του δόρατος αυτού ωσεί μέσακλον υφαινόντων. 9 και εάν δυνηθή πολεμήσαι προς με και εάν πατάξη με. Ελιάβ ο πρωτότοκος αυτού και ο δεύτερος αυτού Αμιναδάβ και ο τρίτος αυτού Σαμμά. ουκ εγώ ειμι αλλόφυλος και υμείς Εβραίοι του Σαούλ. 18 και τας δέκα τρυφαλίδας του γάλακτος τούτου εισοίσεις τω χιλιάρχω.

και αφελεί ονειδισμόν από Ισραήλ. 26 και είπε Δαυίδ προς τους άνδρας τους συνεστηκότας μετ ‘ αυτού λέγων· ή ποιηθήσεται τω ανδρί. καίαπεκρίθη αυτω ο λαός κατά το ρήμα του πρώτου. και ελάλησε κατά τα ρήματα ταύτα και ήκουσε Δαυίδ. ους ελάλησε Δαυίδ. και εκράτησα του φάρυγγος αυτού και επάταξα και εθανάτωσα αυτόν. και ει επανίστατο επ ‘ εμέ. ότι τις αλλόφυλος ο απερίτμητος αυτός. 30 και επέστρεψε παρ ‘ αυτού εις εναντίον ετέρου και είπε κατά το ρήμα τούτο.] 32 Και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· μη δη συμπεσέτω καρδία του Κυρίου μου επ ‘ αυτόν· ο δούλός σου πορεύσεται και πολεμήσει μετά του αλλοφύλου τούτου. 29 και είπε Δαυίδ· τι εποίησα νυν. ος αν πατάξη αυτόν. 28 και ήκουσεν Ελιάβ ο αδελφός αυτού ο μείζων εν τω λαλείν αυτόν προς τους άνδρας και ωργίσθη θυμω Ελιάβ εν τω Δαυίδ και είπεν· ινατί τούτο κατέβης και επί τίνα αφήκας τα μικρά πρόβατα εκείνα εν τη ερήμω. 27 και είπεν αυτω ο λαός κατά το ρήμα τούτο λέγων· ούτως ποιηθήσεται τω ανδρί. και έσται ο αλλόφυλος ο απερίτμητος ως εν τούτων· ουχί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 480 . ουχί ρήμά εστι. 25 και είπεν ανήρ Ισραήλ· ει εωράκατε τον άνδρα τον αναβαίνοντα τούτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Δαυίδ τα σκεύη αυτού αφ ‘ εαυτού επί χείρα φύλακος και έδραμεν εις την παράταξιν και ήλθε και ηρώτησε τους αδελφούς αυτού εις ειρήνην. ότι ένεκεν του ιδείν τον πόλεμον κατέβης. ιδού ανήρ ο μεσαίος ανέβαινε. και όταν ήρχετο ο λέων και η άρκος και ελάμβανε πρόβατον εκ της αγέλης. Γολιάθ ο Φιλισταίος όνομα αυτω εκ Γεθ. ότι ωνείδισε παράταξιν Θεού ζώντος. ος αν πατάξει αυτόν. και έσται ανήρ. ος αν πατάξει τον αλλόφυλον εκείνον. 23 και αυτού λαλούντος μετ ‘ αυτών. 24 Και πας ανήρ Ισραήλ εν τω ιδείν αυτούς τον άνδρα. 34 και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· ποιμαίνων ην ο δούλός σου τω πατρί αυτού εν τω ποιμνίω. 31 και ηκούσθησαν οι λόγοι. πλουτίσει αυτόν ο βασιλεύς πλούτον μέγαν και την θυγατέρα αυτού δώσει αυτω και τον οίκον του πατρός αυτού ποιήσει ελεύθερον εν τω ισραήλ. και αυτός ανήρ πολεμιστής εκ νεότητος αυτού. ότι ονειδίσαι τον Ισραήλ ανέβη. 36 και τον λέοντα και την άρκον έτυπτεν ο δούλός σου. ότι παιδάριον ει συ. 33 και είπε Σαούλ προς τον Δαυίδ· ου μη δυνήση πορευθήναι προς τον αλλόφυλον του πολεμείν μετ ‘ αυτού. εγώ οίδα την υπερηφανίαν σου και την κακίαν της καρδίας σου. και ανηγγέλησαν οπίσω Σαούλ και παρέλαβεν αυτόν. εκ των παρατάξεων των αλλοφύλων. και έφυγον εκ προσώπου αυτού και εφοβήθησαν σφόδρα. 35 και εξεπορευόμην οπίσω αυτού και επάταξα αυτόν και εξέσπασα εκ του στόματος αυτού.

και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού επί την γην. 37 Κύριος. 43 και είπεν ο αλλόφυλος προς Δαυίδ· ωσεί κύων εγώ ειμι. 48 και ανέστη ο αλλόφυλος και επορεύθη εις συνάντησιν Δαυίδ. 44 και είπεν ο αλλόφυλος προς Δαυίδ· δεύρο προς με. 49 και εξέτεινε Δαυίδ την χείρα αυτού εις το κάδιον και έλαβεν εκείθεν λίθον ένα και εσφενδόνισε και επάταξε τον αλλόφυλον επί το μέτωπον αυτού. αλλ ‘ ή χείρων κυνός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορεύσομαι και πατάξω αυτόν.] 42 και είδε Γολιάθ τον Δαυίδ και εξητίμασεν αυτόν. ότι ου πεπείραμαι. ότι συ έρχη επ ‘ εμέ εν ράβδω και λίθοις. και διέθυ ο λίθος δια της περικεφαλαίας εις το μέτωπον αυτού. ος ωνείδισε παράταξιν Θεού ζώντος. και αφαιρούσιν αυτά απ ‘ αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 481 . και δώσω τας σάρκας σου τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις κτήνεσι της γης. ότι αυτός ην παιδάριον και αυτός πυρράκης μετά κάλλους οφθαλμών. ος εξείλατό με εκ χειρός του λέοντος και εκ χειρός της άρκου. και είπε Δαυίδ· ουχί. και παραδώσει Κύριος υμάς εις χείρας ημών. και εκοπίασε περιπατήσας άπαξ και δις· και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· ου μη δύνωμαι πορευθήναι εν τούτοις. και είπε Σαούλ προς Δαυίδ· πορεύου. ότι έστι Θεός εν Ισραήλ· 47 και γνώσεται πάσα η εκκλησία αύτη ότι ουκ εν ρομφαία και δόρατι σώζει Κύριος. και κατηράσατο ο αλλόφυλος τον Δαυίδ εν τοις θεοίς αυτού. ην ωνείδισας σήμερον· 46 και αποκλείσει σε Κύριος σήμερον εις την χείρά μου. αυτός εξελείταί με εκ χειρός του αλλοφύλου του απεριτμήτου τούτου. και ανήρ ο αίρων τον θυρεόν έμπροσθεν αυτού. ότι του Κυρίου ο πόλεμος. και γνώσεται πάσα η γη. και επέβλεψεν ο αλλόφυλος. και αποκτενώ σε και αφελώ την κεφαλήν σου από σου και δώσω τα κώλά σου και τα κώλα παρεμβολής αλλοφύλων εν ταύτη τη ημέρα τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. [41 Και επορεύθη ο αλλόφυλος πορευόμενος και εγγίζων προς Δαυίδ. διότι τις ο απερίτμητος ούτος. και έσται Κύριος μετά σου. καγώ πορεύομαι προς σε εν ονόματι Κυρίου Θεού Σαβαώθ παρατάξεως Ισραήλ. 45 και είπε Δαυίδ προς τον αλλόφυλον· συ έρχη προς με εν ρομφαία και εν δόρατι και εν ασπίδι. 38 και ενέδυσε Σαούλ τον Δαυίδ μανδύαν και περικεφαλαίαν χαλκήν περί την κεφαλήν αυτού 39 και έζωσε τον Δαυίδ την ρομφαίαν αυτού επάνω του μανδύου αυτού. 40 και έλαβε την βακτηρίαν αυτού εν τη χειρί αυτού και εξελέξατο εαυτω πέντε λίθους λείους εκ του χειμάρρου και έθετο αυτούς εν τω καδίω τω ποιμαινικω τω όντι αυτω εις συλλογή και σφενδόνην αυτού εν τη χειρί αυτού και προσήλθε προς τον άνδρα τον αλλόφυλον. και αφελώ σήμερον όνειδος εξ Ισραήλ.

53 και ανέστρεψαν άνδρες Ισραήλ εκκλίνοντες οπίσω των αλλοφύλων και κατεπάτουν τας παρεμβολάς αυτών. υιος τίνος ο νεανίσκος ούτος. 52 και ανίστανται άνδρες Ισραήλ και Ιούδα και ηλάλαξαν και κατεδίωξαν οπίσω αυτών έως εισόδου Γεθ και έως της πύλης Ασκάλωνος. 3 και διέθετο Ιωνάθαν και Δαυίδ εν τω αγαπάν αυτόν κατά την ψυχήν αυτού. βασιλεύ. ει οίδα. και είπε Δυαίδ· υιος δούλου σου Ιεσσαί του Βηθλεεμείτου. 56 και είπεν ο βασιλεύς· επερώτησον συ. 2 και έλαβεν αυτόν Σαούλ εν τη ημέρα εκείνη και ουκ έδωκεν αυτόν επιστρέψαι εν τω οίκω του πατρός αυτού. 58 και είπε προς αυτόν Σαούλ· υιος τίνος ει. και είπεν Αβεννήρ· ζη η ψυχή σου. και ήνεγκεν αυτήν εις Ιερουσαλήμ και τα σκεύη αυτού έθηκεν εν τω σκηνώματι αυτού. 54 και έλαβε Δαυίδ την κεφαλήν του αλλοφύλου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ [50 Και εκραταίωσε Δαυίδ υπέρ τον αλλόφυλον εν τη σφενδόνη και εν τω λίθω. 5 και εξεπορεύετο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 482 . και είδον οι αλλόφυλοι ότι τέθνηκεν ο δυνατός αυτών. και η ψυχή Ιωνάθαν συνεδέθη τη ψυχή Δαυίδ και ηγάπησεν αυτόν Ιωνάθαν κατά την ψυχήν αυτού. και η κεφαλή του αλλοφύλου εν τη χειρί αυτού.] 51 και έδραμε Δαυίδ και επέστη επ ‘ αυτόν και έλαβε την ρομφαίαν αυτού και εθανάτωσεν αυτόν και αφείλε την κεφαλήν αυτού. παιδάριον. 57 και ως επέστρεψε Δαυίδ του πατάξαι τον αλλόφυλον. [55 Και ως είδε Σαούλ τον Δαυίδ εκπορευόμενον εις απάντησιν του αλλοφύλου.] Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ [1 Και εγένετο ως συνετέλεσε λαλών προς Σαούλ. και επάταξε τον αλλόφυλον και εθανάτωσεν αυτόν· και ρομφαία ουκ ην εν χειρί Δαυίδ. 4 και εξεδύσατο Ιωνάθαν τον επενδύτην τον επάνω και έδωκεν αυτόν τω Δαυίδ και τον μανδύαν αυτού και έως της ρομφαίας αυτού και έως του τόξου αυτού και έως της ζώνης αυτού. είπε προς Αβεννήρ τον άρχοντα της δυνάμεως· Υιος τίνος ο νεανίσκος ούτος. και έφυγον. και παρέλαβεν αυτόν Αβεννήρ και εισήγαγεν αυτόν ενώπιον Σαούλ. και έπεσον τραυματίαι των αλλοφύλων εν τη οδω των πυλών και έως Γεθ και έως Ακκαρών.

και Σαούλ είπε· μη έστω χείρ μου επ ‘ αυτω. και ευλαβείτο από προσώπου αυτού. 14 και ην Δαυίδ εν πάσαις ταις οδοίς αυτού συνιών. αυτήν δώσω σοι εις γυναίκα. και πάντες οι παίδες αυτού αγαπώσί σε. και έσται επ ‘ αυτόν χείρ αλλοφύλων. Και Δαυίδ έψαλλεν εν χειρί αυτού ως καθ ‘ εκάστην ημέραν. 19 και εγενήθη εν τω καιρω του δοθήναι την Μερόβ θυγατέρα Σαούλ τω Δαυίδ.] 12 και εφοβήθη Σαούλ από προσώπου Δαυίδ. εν σοί ο βασιλεύς. 25 και είπε Σαούλ· τάδε ερείτε τω Δαυίδ· ου βούλεται ο βασιλεύς εν δόματι. α ελάλησε Δαυίδ. και εξεπορεύετο και εισεπορεύετο έμπροσθεν του λαού.] 6 ΚΑΙ εξήλθον αι χορεύουσαι εις συνάντησιν Δαυίδ εκ πασών πόλεων Ισραήλ εν τυμπάνοις και εν χαρμοσύνη και εν κυμβάλοις. και ήρεσεν εν οφθαλμοίς παντός του λαού και γε εν οφθαλμοίς δούλων Σαούλ. και πλήν γίνου μοι εις υιόν δυνάμεως και πολέμει τους πολέμους Κυρίου. και Κύριος ην μετ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Δαυίδ. 13 και απέστησεν αυτόν απ ‘ αυτού και κατέστησεν αυτόν εαυτω χιλίαρχον. και το δόρυ εν τη χειρί Σαούλ. συνήκε· και κατέστησεν αυτόν Σαούλ επί τους άνδρας του πολέμου. 8 και πονηρόν εφάνη το ρήμα εν οφθαλμοίς Σαούλ περί του λόγου τούτου. 15 και είδε Σαούλ ως αυτός συνιεί σφόδρα. ότι έσομαι γαμβρός του βασιλέως. 10 και εγενήθη από της επαύριον και έπεσε πνεύμα Θεού πονηρόν επί Σαούλ και προεφήτευσεν εν μέσω οίκου αυτού. 18 και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· τις εγώ ειμι και τις η ζωή της συγγενείας του πατρός μου εν Ισραήλ. καγώ ανήρ ταπεινός και ουχί ένδοξος. 11 και ήρε Σαούλ το δόρυ και είπε· πατάξω εν Δαυίδ και εν τω τοίχω· και εξέκλινε Δαυίδ από προσώπου αυτού δις. και αύτη εδόθη τω Ισραήλ τω Μοθυλαθείτη εις γυναίκα. 7 και εξήρχον αι γυναίκες και έλεγον· επάταξε Σαούλ εν χιλιάσιν αυτού και Δαυίδ εν μυριάσιν αυτού. ότι αυτός εισεπορεύετο και εξεπορεύετο προ προσώπου του λαού. 16 και πας Ισραήλ και Ιούδας ηγάπα τον Δαυίδ. αλλ ‘ ή εν εκατόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 483 . και είπε· τω Δαυίδ έδωκαν τας μυριάδας και εμοί έδωκαν τας χιλιάδας. και είπε Δαυίδ· ει κούφον εν οφθαλμοίς υμών επιγαμβρεύσαι βασιλεί. [9 Και ην Σαούλ υποβλεπόμενος τον Δαυίδ από της ημέρας εκείνης και επέκεινα. 24 και απήγγειλαν οι παίδες Σαούλ αυτω κατά τα ρήματα ταύτα. οίς απέστειλεν αυτόν Σαούλ. και συ επιγάμβρευσον τω βασιλεί. [17 Και είπε Σαούλ προς Δαυίδ· ιδού η θυγάτηρ μου η μείζων Μερόβ. 23 και ελάλησαν οι παίδες Σαούλ εις τα ώτα Δαυίδ τα ρήματα ταύτα. εν πάσιν.

και εποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην. 5 και έθετο την ψυχήν αυτού εν τη χειρί αυτού και επάταξε τον αλλόφυλον. 7 και εκάλεσεν Ιωνάθαν τον Δαυίδ. και απηγγέλη τω Σαούλ. 22 και ενετείλατο Σαούλ τοις παισίν αυτού λέγων· λαλήσετε υμείς λάθρα τω Δαυίδ λέγοντες· ιδού θέλει Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ελάλησε Σαούλ προς Ιωνάθαν τον υιόν αυτού και προς πάντας τους παίδας αυτού θανατώσαι τον Δαυίδ. και ην επί Σαούλ χείρ αλλοφύλων. και απήγγειλεν Ιωνάθαν τω Δαυίδ λέγων· Σαούλ ζητεί θανατώσαί σε· φύλαξαι ουν αύριον πρωϊ και κρύβηθι και κάθισον κρυφή.τι εάν ή. και επιγαμβρεύεται τω βασιλεί και δίδωσιν αυτω την Μελχόλ θυγατέρα αυτού αυτω εις γυναίκα. και ηυθύνθη ο λόγος εν οφθαλμοίς Δαυίδ επιγαμβρεύσαι τω βασιλεί. και απήγγειλεν αυτω πάντα τα ρήματα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 484 . ότι ουχ ημάρτηκεν εις σε. και ώμοσε Σαούλ λέγων· ζη Κύριος. 28 και είδε Σαούλ ότι Κύριος μετά Δαυίδ και πας Ισραήλ ηγάπα αυτόν. και έσται αυτω εις σκάνδαλον. 4 και ελάλησεν Ιωνάθαν περί Δαυίδ αγαθά προς Σαούλ τον πατέρα αυτού και είπε προς αυτόν· μη αμαρτησάτω ο βασιλεύς εις τον δούλόν σου Δαυίδ. 27 και ανέστη Δαυίδ και επορεύθη αυτός και οι άνδρες αυτού και επάταξεν εν τοις αλλοφύλοις εκατόν άνδρας και ανήνεγκε τας ακροβυστίας αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακροβυστίαις αλλοφύλων εκδικήσαι εχθρούς του βασιλέως· και Σαούλ ελογίσατο εμβαλείν αυτόν εις χείρας των αλλοφύλων. 26 και απαγγέλλουσιν οι παίδες Σαούλ τω Δαυίδ τα ρήματα ταύτα. και ηυθύνθη εν τοις οφθαλμοίς αυτού. ει αποθανείται. και απαγγελώ σοι.] 20 Και ηγάπησε Μελχόλ η θυγάτηρ Σαούλ τον Δαυίδ. ου εάν ης εκεί. και τα ποιήματα αυτού αγαθά σφόδρα. και εγώ λαλήσω περί σου προς τον πατέρα μου και όψομαι ό. και πας Ισραήλ είδον και εχάρησαν· και ινατί αμαρτάνεις εις αίμα αθωον θανατώσαι τον Δαυίδ δωρεάν. 21 και είπε Σαούλ· δώσω αυτήν αυτω. 2 και Ιωνάθαν ο υιος Σαούλ ηρείτο τον Δαυίδ σφόδρα. 3 και εγώ εξελεύσομαι και στήσομαι εχόμενος του πατρός μου εν αγρω. 6 και ήκουσε Σαούλ της φωνής Ιωνάθαν. 29 και προσέθετο ευλαβείσθαι από Δαυίδ έτι.

θανατώσω σε. και απέστειλεν αγγέλους ετέρους. 9 Και εγένετο πνεύμα Θεού πονηρόν επί Σαούλ. 13 και έλαβεν η Μελχόλ τα κενοτάφια και έθετο επί την κλίνην και ήπαρ των αιγών έθετο προς κεφαλής αυτού και εκάλυψεν αυτά ιματίω. 14 και απέστειλε Σαούλ αγγέλους λαβείν τον Δαυίδ. 23 και επορεύθη εκείθεν εις Ναυάθ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 485 . 12 και κατάγει η Μελχόλ τον Δαυίδ δια της θυρίδος. και κατίσχυσε Δαυίδ και επολέμησε τους αλλοφύλους και επάταξεν εν αυτοίς πληγήν μεγάλην σφόδρα. και επροφήτευσαν και αυτοί. και απήλθε και έφυγε και σώζεται. 18 Και Δαυίδ έφυγε και διεσώθη και παραγίνεται προς Σαμουήλ εις Αρμαθαίμ και απαγγέλλει αυτω πάντα. και ιδού τα κενοτάφια επί της κλίνης. 22 και εθυμώθη οργή Σαούλ και επορεύθη και αυτός εις Αρμαθαίμ και έρχεται έως του φρέατος του άλω του εν τω Σεφί και ηρώτησε και είπε· που Σαμουήλ και Δαυίδ. και επροφήτευσαν και αυτοί. και Δαυίδ έψαλλε ταις χερσίν αυτού· 10 και εζήτει Σαούλ πατάξαι το δόρυ εις Δαυίδ. 17 και είπε Σαούλ τη Μελχόλ· ινατί ούτως παρελογίσω με και εξαπέστειλας τον εχθρόν μου και διεσώθη. και προσέθετο Σαούλ αποστείλαι αγγέλους τρίτους. και εγενήθη επί τους αγγέλους του Σαούλ πνεύμα Θεού. 21 και απηγγέλη τω Σαούλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτα. αύριον θανατωθήση. και εισήγαγεν Ιωνάθαν τον Δαυίδ προς Σαούλ. 11 και εγενήθη εν τη νυκτί εκείνη και απέστειλε Σαούλ αγγέλους εις οίκον Δαυίδ φυλάξαι αυτόν του θανατώσαι αυτόν πρωϊ· και απήγγειλε τω Δαυίδ Μελχόλ η γυνή αυτού λέγουσα· εάν μη συ σώσης την ψυχήν σαυτού την νύκτα ταύτην. και προφητεύουσι. και απέστη Δαυίδ εκ προσώπου Σαούλ και επάταξε το δόρυ εις τον τοίχον. και ην ενώπιον αυτού ως εχθές και τρίτην ημέραν. και είπαν· ιδού εν Ναυάθ εν Ραμά. όσα εποίησεν αυτω Σαούλ. 16 και έρχονται οι άγγελοι. και είπε Μελχόλ τω Σαούλ· αυτός είπεν· εξαπόστειλόν με. και αυτός εν οίκω καθεύδων. και έφυγον εκ προσώπου αυτού. και δόρυ εν τη χειρί αυτού. και είδαν την εκκλησίαν των προφητών. 19 και απηγγέλη τω Σαούλ λέγοντες· ιδού Δαυίδ εν Ναυάθ εν Ραμά. και ήπαρ των αιγών προς κεφαλής αυτού. και Σαμουήλ ειστήκει καθεστηκώς επ ‘ αυτών. και Δαυίδ ανεχώρησε και διεσώθη. ει δε μη. και λέγουσιν ενοχλείσθαι αυτόν· 15 και αποστέλλει επί τον Δαυίδ λέγων· αγάγετε αυτόν επί της κλίνης προς με του θανατώσαι αυτόν. και επορεύθη Σαμουήλ και Δαυίδ και εκάθισαν εν Ναυάθ εν Ραμά. 20 και απέστειλε Σαούλ αγγέλους λαβείν τον Δαυίδ. 8 και προσέθετο ο πόλεμος γενέσθαι προς Σαούλ.

και ερείς· παραιτούμενος παρητήσατο απ ‘ εμού Δαυίδ δραμείν έως εις Βηθλεέμ την πόλιν αυτού. ου μη αποθάνης· ιδού ου μη ποιήσει ο πατήρ μου ρήμα μέγα ή μικρόν και ουκ αποκαλύψει το ωτίον μου· και τι ότι κρύψει ο πατήρ μου απ ‘ εμού το ρήμα τούτο. 6 και εάν επισκεπτόμενος επισκέψηταί με ο πατήρ σου. και εξαποστελείς με. 11 και είπεν Ιωνάθαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 486 . καθώς είπον. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ απέδρα Δαυίδ εκ Ναυάθ εν Ραμά και έρχεται ενώπιον Ιωνάθαν και είπε· τι πεποίηκα και τι το αδίκημά μου και τι ημάρτηκα ενώπιον του πατρός σου. και εάν μη ή εις τας πόλεις σου. 8 και ποιήσεις έλεος μετά του δούλου σου. 7 εάν τάδε είπη· αγαθώς. ότι επιζητεί την ψυχήν μου. ότι θυσία των ημερών εκεί όλη τη φυλή. και κρυβήσομαι εν τω πεδίω έως δείλης. εμπέπλησται ανά μέσον εμού και του θανάτου. 4 και είπεν Ιωνάθαν προς Δαυίδ· τι επιθυμεί η ψυχή σου και τι ποιήσω σοι. ουκ έστι τούτο. και επορεύετο προφητεύων έως του ελθείν αυτόν εις Ναυάθ εν Ραμά. ότι. 3 και απεκρίθη Δαυίδ τω Ιωνάθαν και είπε· γινώσκων οίδεν ο πατήρ σου ότι εύρηκα χάριν εν οφθαλμοίς σου. και εγενήθη και επ ‘ αυτω πνεύμα Θεού. και εγώ καθίσας ου καθήσομαι φαγείν. ότι εισήγαγες εις διαθήκην Κυρίου τον δούλόν σου μετά σεαυτού· και ει έστιν αδικία εν τω δούλω σου. 10 και είπε Δαυίδ προς Ιωνάθαν· τις απαγγείλη μοι. θανάτωσόν με συ. 9 και είπεν Ιωνάθαν· μηδαμώς σοι. 2 και είπεν αυτω Ιωνάθαν· μηδαμώς σοι. και έως του πατρός σου ινατί ούτως εισάγεις με. γνώθι ότι συντετέλεσται η κακία παρ ‘ αυτού. ειρήνη τω δούλω σου· και εάν σκληρώς αποκριθή σοι. 24 και εξεδύσατο τα ιμάτια αυτού και επροφήτευσεν ενώπιον αυτών και έπεσε γυμνός όλην την ημέραν εκείνην και όλην την νύκτα· δια τούτο έλεγον· ει και Σαούλ εν προφήταις. ότι εάν γινώσκων γνώ ότι συντετέλεσται η κακία παρά του πατρός μου του ελθείν επί σε. εάν αποκριθή ο πατήρ σου σκληρώς. και είπε· μη γνώτω τούτο Ιωνάθαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν Ραμά. εγώ απαγγελώ σοι. μη ου βούληται· αλλά ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. 5 και είπε Δαυίδ προς Ιωνάθαν· ιδού δη νεομηνία αύριον.

ότι ανοίσω τα κακά επί σε και αποκαλύψω το ωτίον σου και εξαποστελώ σε και απελεύση εις ειρήνην· και έσται Κύριος μετά σου. και είπε Σαούλ προς Ιωνάθαν τον υιόν αυτού· τι ότι ου παραγέγονεν ο υιος Ιεσσαί και εχθές και σήμερον επί την τράπεζαν. 20 και εγώ τρισσεύσω ταις σχίζαις ακοντίζων. λάβε αυτήν. και παραγίνεται ο μην. καθώς ην μετά του πατρός μου. 24 Και κρύπτεται Δαυίδ εν αγρω. 28 και απεκρίθη Ιωνάθαν τω Σαούλ και είπεν αυτω· παρήτηται παρ ‘ εμού Δαυίδ έως εις Βηθλεέμ την πόλιν αυτού πορευθήναι. 26 και ουκ ελάλησε Σαούλ εν τη ημέρα εκείνη. και ου μη αποστείλω προς σε εις αγρόν· 13 τάδε ποιήσαι ο Θεός τω Ιωνάθαν και τάδε προσθείη. και εκζητήσαι Κύριος εχθρούς του Δαυίδ. και ενετείλαντο προς με οι αδελφοί μου. και νυν ει εύρηκα χάριν εν οφθαλμοίς σου. ότι ανακρινώ τον πατέρα μου ως αν ο καιρός τρισσώς. 23 και το ρήμα ό ελαλήσαμεν εγώ και συ. και εκάθισεν Αβεννήρ εκ πλαγίων Σαούλ. και έρχεται ο βασιλεύς επί την τράπεζαν του φαγείν. ζη Κύριος· εάν τάδε είπω τω νεανίσκω· ώδε η σχίζα από σου και επέκεινα. και επισκεπήση. εκπέμπων εις την αματταρί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς Δαυίδ· πορεύου και μένε εις αγρόν. και ουκ έστι λόγος. παραγίνου. ου κρυβής εν τη ημέρα τη εργασίμη. 17 και προσέθετο έτι Ιωνάθαν ομόσαι τω Δαυίδ. εν τω εξαίρειν Κύριον τους εχθρούς Δαυίδ έκαστον από του προσώπου της γης ευρεθήναι το όνομα του Ιωνάθαν από του οίκου Δαυίδ. και επεσκέπη ο τόπος Δαυίδ. και προέφθασε τον Ιωνάθαν. και εάν θανάτω αποθάνω. ότι ειρήνη σοι. 27 και εγενήθη τη επαύριον του μηνός τη ημέρα τη δευτέρα και επεσκέπη ο τόπος του Δαυίδ. πορεύου ότι εξαπέσταλκέ σε Κύριος. ότι ηγάπησε ψυχήν αγαπώντος αυτόν. 18 και είπεν Ιωνάθαν· αύριον νεομηνία. ότι ου κεκαθάρισται. επί της καθέδρας παρά τοίχον. 14 και εάν μεν έτι μου ζώντος και ποιήσεις έλεος μετ ‘ εμού. 21 και ιδού αποστέλλω το παιδάριον λέγων· δεύρο ευρέ μοι την σχίζαν· 22 εάν είπω λέγων τω παιδαρίω· ώδε η σχίζα από σου και ώδε. ιδού Κύριος μάρτυς ανά μέσον εμού και σου έως αιώνος. και εκπορεύονται αμφότεροι εις αγρόν. ότι θυσία της φυλής ημίν εν τη πόλει. και ιδού αγαθόν ή περί Δαυίδ. 25 και εκάθισεν επί την καθέδραν αυτού ως άπαξ και άπαξ. 19 και τρισσεύσεις και επισκέψη και ήξεις εις τον τόπον σου. 12 και είπεν Ιωνάθαν προς Δαυίδ· Κύριος ο Θεός Ισραήλ είδεν. διαβήσομαι δη και όψομαι τους αδελφούς μου· δια τούτο ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 487 . ότι είρηκε· σύμπτωμα φαίνεται μη καθαρός είναι. 15 ουκ εξαρείς έλεός σου από του οίκου μου έως του αιώνος· και ει μη. ότι επισκεπήσεται καθέδρα σου. 29 και είπεν· εξαπόστειλον δη με. και καθήση παρά το εργάβ εκείνο.

καθώς ετάξατο εις το μαρτύριον Δαυίδ. είσελθε εις την πόλιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 488 . πάρεξ Ιωνάθαν και Δαυίδ έγνωσαν το ρήμα. και ανεβόησεν Ιωνάθαν οπίσω του νεανίου και είπεν· εκεί η σχίζα από σου και επέκεινα· 38 και ανεβόησεν Ιωνάθαν οπίσω του παιδαρίου αυτού λέγων· ταχύνας σπεύσον και μη στης. 39 και το παιδάριον ουκ έγνω ουθέν. και παιδάριον μικρόν μετ ‘ αυτού. και ανέλεξε το παιδάριον Ιωνάθαν τας σχίζας και ήνεγκε τας σχίζας προς τον κύριον αυτού. 40 και Ιωνάθαν έδωκε τα σκεύη αυτού επί το παιδάριον αυτού και είπε τω παιδαρίω αυτού· πορεύου. ου ηκόντιζεν Ιωνάθαν. ότι εθραύσθη επί τον Δαυίδ. ότι συνετέλεσεν επ ‘ αυτόν ο πατήρ αυτού. και έγνω Ιωνάθαν ότι συντετέλεσται η κακία αύτη παρά του πατρός αυτού θανατώσαι τον Δαυίδ. ευρέ μοι τας σχίζας. 34 και ανεπήδησεν Ιωνάθαν από της τραπέζης εν οργή θυμού και ουκ έφαγεν εν τη δευτέρα του μηνός άρτον. 30 και εθυμώθη οργή Σαούλ επί Ιωνάθαν σφόδρα και είπεν αυτω· υιε κορασίων αυτομολούντων. εν αις εγώ ακοντίζω. και το παιδάριον έδραμε. 32 και απεκρίθη Ιωνάθαν τω Σαούλ· ινατί αποθνήσκει. ότι υιος θανάτου ούτος. και κατεφίλησεν έκαστος τον πλησίον αυτού. 37 και ήλθε το παιδάριον έως του τόπου της σχίζης. 35 Και εγενήθη πρωϊ και εξήλθεν Ιωνάθαν εις αγρόν. και ως ομωμόκαμεν ημείς αμφότεροι εν ονόματι Κυρίου λέγοντες· Κύριος έσται μάρτυς ανά μέσον εμού και σου και ανά μέσον του σπέρματός μου και ανά μέσον του σπέρματός σου έως αιώνος. 36 και είπε τω παιδαρίω· δράμε. και έκλαυσεν έκαστος τω πλησίον αυτού έως συντελείας μεγάλης. 41 και ως εισήλθε το παιδάριον. ου γαρ οίδα ότι μέτοχος ει συ τω υιω Ιεσσαί εις αισχύνην σου και εις αισχύνην αποκαλύψεως μητρός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παραγέγονεν επί την τράπεζαν του βασιλέως. 33 και επήρε Σαούλ το δόρυ επί Ιωνάθαν του θανατώσαι αυτόν. τι πεποίηκε. 42 και είπεν Ιωνάθαν τω Δαυίδ· πορεύου εις ειρήνην. και αυτός ηκόντιζε τη σχίζη και παρήγαγεν αυτήν. ας ο υιος Ιεσσαί ζη επί της γης. ουχ ετοιμασθήσεται η βασιλεία σου· νυν ουν αποστείλας λάβε τον νεανίαν. 31 ότι πάσας τας ημέρας. και Δαυίδ ανέστη από του εργάβ και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού και προσεκύνησεν αυτω τρίς.

10 και έδωκεν αυτήν αυτω· και ανέστη Δαυίδ και έφυγεν εν τη ημέρα εκείνη εκ προσώπου Σαούλ. περί ου εγώ αποστέλλω σε και υπέρ ου εγώ εντέταλμαί σοι· και τοις παιδαρίοις διαμεμαρτύρημαι εν τω τόπω τω λεγομένω Θεού πίστις. 5 και απεκρίθη Δαυίδ τω ιερεί και είπεν αυτω· αλλά από γυναικός απεσχήμεθα εχθές και τρίτην ημέραν· εν τω εξελθείν με εις οδόν γέγονε πάντα τα παιδία ηγνισμένα. 2 και έρχεται Δαυίδ εις Νομβά προς Αβιμέλεχ τον ιερέα. διότι αγιασθήσεται σήμερον δια τα σκεύη μου. ότι ουκ ην εκεί άρτος. ότι αλλ ‘ ή άρτοι άγιοί εισιν· ει πεφυλαγμένα τα παιδάριά εστιν από γυναικός. ότι ουκ έστιν ετέρα πάρεξ ταύτης ενταύθα. ον επάταξας εν τη κοιλάδι ‘Ηλά. 11 και είπον οι παίδες Αγχούς προς αυτόν· ουχί ούτος Δαυίδ ο βασιλεύς της γης. και εξέστη Αβιμέλεχ τη απαντήσει αυτού και είπεν αυτω· τι ότι συ μόνος και ουθείς μετά σου. και είπε Δαυίδ· ιδού ουκ έστιν ωσπερ αυτή. δος μοι αυτήν. ουχί τούτω εξήρχον αι χορεύουσαι λέγουσαι· επάταξε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 489 . Και ήλθε Δαυίδ προς Αγχούς βασιλέα Γεθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ ανέστη Δαυίδ και απήλθε. και αυτήν ενειλημμένη ην εν ιματίω· ει ταύτην λήψη. και Ιωνάθαν εισήλθεν εις την πόλιν. 9 και είπεν ο ιερεύς· ιδού η ρομφαία Γολιάθ του αλλοφύλου. και είπεν· ουκ εισίν άρτοι βέβηλοι υπό την χείρά μου. ότι ην το ρήμα του βασιλέως κατά σπουδήν. 3 και είπε Δαυίδ τω ιερεί· ο βασιλεύς εντέταλταί μοι ρήμα σήμερον και είπέ μοι· μηδείς γνώτω το ρήμα. και αυτή η οδός βέβηλος. και φάγεται. ότι την ρομφαίαν μου και τα σκεύη ουκ είληφα εν τη χειρί μου. Φελλανί Αλεμωνί· και νυν ει εισίν υπό την χείρά σου πέντε άρτοι. αλλ ‘ ή άρτοι του προσώπου οι αφηρημένοι εκ προσώπου Κυρίου του παρατεθήναι άρτον θερμόν ή ημέρα έλαβεν αυτούς. 7 και εκεί ην εν των παιδαρίων του Σαούλ εν τη ημέρα εκείνη συνεχόμενος νεεσσαράν ενώπιον Κυρίου. 4 και απεκρίθη ο ιερεύς τω Δαυίδ. 6 και έδωκεν αυτω Αβιμέλεχ ο ιερεύς τους άρτους της προθέσεως. και όνομα αυτω Δωήκ ο Σύρος νέμων τας ημιόνους Σαούλ. δος εις χείρά μου το ευρεθέν. σεαυτω λαβέ. 8 και είπε Δαυίδ προς Αβιμέλεχ· ιδέ ει έστιν ενταύθα υπό την χείρά σου δόρυ ή ρομφαία.

4 και παρεκάλεσε το πρόσωπον του βασιλέως Μωάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σαούλ εν χιλιάσιν αυτού και Δαυίδ εν μυριάσιν αυτού. 6 Και ήκουσε Σαούλ. και το δόρυ εν τη χειρί αυτού. 8 ότι σύγκεισθε πάντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 490 . και επορεύθη Δαυίδ και ήλθε και εκάθισεν εν πόλει Σαρίχ. 2 και συνήγοντο προς αυτόν πας εν ανάγκη και πας υπόχρεως και πας κατώδυνος ψυχή. έως ότου γνώ τι ποιήσει μοι ο Θεός. 3 και απήλθε Δαυίδ εκείθεν εις Μασσηφάθ της Μωάβ και είπε προς βασιλέα Μωάβ· γινέσθωσαν δη ο πατήρ μου και η μήτηρ μου παρά σοί. ινατί εισηγάγετε αυτόν προς με. και ακούουσιν οι αδελφοί αυτού και ο οίκος του πατρός αυτού και καταβαίνουσι προς αυτόν εκεί. ούτος ουκ εισελεύσεται εις οικίαν. και ην επ ‘ αυτών ηγούμενος· και ήσαν μετ ‘ αυτού ως τετρακόσιοι άνδρες. 15 μη ελαττούμαι επιλήπτων εγώ. 7 και είπε Σαούλ προς τους παίδας αυτού τους παρεστηκότας αυτω· ακούσατε δη υιοί Βενιαμίν· ει αληθώς πάσιν υμίν δώσει ο υιος Ιεσσαί αγρούς και αμπελώνας και πάντας υμάς τάξει εκατοντάρχους και χιλιάρχους. 12 και έθετο Δαυίδ τα ρήματα εν τη καρδία αυτού και εφοβήθη σφόδρα από προσώπου Αγχούς βασιλέως Γεθ. πορεύου και ήξεις εις γην Ιούδα. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ απήλθεν εκείθεν Δαυίδ και διεσώθη και έρχεται εις το σπήλαιον το ‘Οδολλάμ. και πάντες οι παίδες αυτού παρειστήκεισαν αυτω. και κατώκουν μετ ‘ αυτού πάσας τας ημέρας όντος του Δαυίδ εν τη περιοχή. ότι έγνωσται Δαυίδ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού· και Σαούλ εκάθητο εν τω βουνω υπό την άρουραν την εν Ραμά. και τα σίελα αυτού κατέρρει επί τον πώγωνα αυτού. 5 και είπε Γάδ ο προφήτης προς Δαυίδ· μη κάθου εν τη περιοχή. 14 και είπεν Αγχούς προς τους παίδας αυτού· ιδού ίδετε άνδρα επίληπτον. ότι εισαγηόχατε αυτόν επιληπτεύεσθαι προς με. 13 και ηλλοίωσε το πρόσωπον αυτού ενώπιον αυτού και προσεποιήσατο εν τη ημέρα εκείνη και ετυμπάνιζεν επί ταις θύραις της πόλεως και παρεφέρετο εν ταις χερσίν αυτού και έπιπτεν επί τας θύρας της πύλης.

και ουκ εβουλήθησαν οι παίδες του βασιλέως επενεγκείν τας χείρας αυτών απαντήσαι εις τους ιερείς Κυρίου. και παρεγένοντο πάντες προς τον βασιλέα. και επεστράφη Δωήκ ο Σύρος και εθανάτωσε τους ιερείς του Κυρίου εν τη ημέρα εκείνη. συ και πας ο οίκος του πατρός σου. ότι εθανάτωσε Σαούλ πάντας τους ιερείς του Κυρίου. 19 και την Νομβά την πόλιν των ιερέων επάταξεν εν στόματι ρομφαίας απ ‘ ανδρός έως γυναικός. ως η ημέρα αύτη. 21 και απήγγειλεν Αβιάθαρ τω Δαυίδ. 10 και ηρώτα αυτω δια του Θεού και επισιτισμόν έδωκεν αυτω και την ρομφαίαν Γολιάθ του αλλοφύλου έδωκεν αυτω. 12 και είπε Σαούλ· άκουε δη. λάλει κύριε. ότι ουκ ήδει ο δούλός σου εν πάσι τούτοις ρήμα μικρόν ή μέγα. 9 και αποκρίνεται Δωήκ ο Σύρος ο καθεστηκώς επί τας ημιόνους Σαούλ και είπεν· εώρακα τον υιόν Ιεσσαί παραγινόμενον εις Νομβά προς Αβιμέλεχ υιόν Αχιτώβ τον ιερέα. ως η ημέρα αύτη. 15 ή σήμερον ήργμαι ερωτάν αυτω δια του Θεού. και έφυγεν οπίσω Δαυίδ. και ότι έγνωσαν ότι φεύγει αυτός. 20 και διασώζεται υιος εις τω Αβιμέλεχ υιω Αχιτώβ. μη δότω ο βασιλεύς κατά του δούλου αυτού λόγον και εφ ‘ όλον τον οίκον του πατρός μου. Αβιμέλεχ. πάντας αίροντας εφούδ. 13 και είπεν αυτω Σαούλ· ινατί συνέθου κατ ‘ εμού συ και ο υιος Ιεσσαί δούναί σε αυτω άρτον και ρομφαίαν και ερωτάν αυτω δια του Θεού θέσθαι αυτόν επ ‘ εμέ εις εχθρόν. από νηπίου έως θηλάζοντος και μόσχου και όνου και προβάτου. 14 και απεκρίθη τω βασιλεί και είπε· και τις εν πάσι τοις δούλοις σου ως Δαυίδ πιστός και γαμβρός του βασιλέως και άρχων παντός παραγγέλματός σου και ένδοξος εν τω οίκω σου. και όνομα αυτω Αβιάθαρ. 17 και είπεν ο βασιλεύς τοις παρατρέχουσι τοις εφεστηκόσι προς αυτόν· προσαγάγετε και θανατούτε τους ιερείς του Κυρίου. ότι η χείρ αυτών μετά Δαυίδ. 16 και είπεν ο βασιλεύς Σαούλ· θανάτω αποθανή. μη φοβού. και ουκ έστι πονών περί εμού εξ υμών και αποκαλύπτων το ωτίον μου. μηδαμώς. 18 και είπεν ο βασιλεύς τω Δωήκ· επιστρέφου συ και απάντα εις τους ιερείς. και ουκ έστιν ο αποκαλύπτων το ωτίον μου εν τω διαθέσθαι τον υιόν μου διαθήκην μετά του υιού Ιεσσαί. και ουκ απεκάλυψαν το ωτίον μου. 22 και είπε Δαυίδ τω Αβιάθαρ· ήδειν ότι εν τη ημέρα εκείνη ότι Δωήκ ο Σύρος ότι απαγγέλλων απαγγελεί τω Σαούλ· εγώ ειμι αίτιος των ψυχών οίκου του πατρός σου· 23 κάθου μετ ‘ εμού. 11 και απέστειλεν ο βασιλεύς καλέσαι τον Αβιμέλεχ υιόν Αχιτώβ και πάντας τους υιούς του πατρός αυτού τους ιερείς τους εν Νομβά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμείς επ ‘ εμέ. ότι επήγειρεν ο υιος μου τον δούλόν μου επ ‘ εμέ εις εχθρόν. τριακοσίους και πέντε άνδρας. ότι ου εάν ζητώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 491 . υιε Αχιτώβ· και είπεν· ιδού εγώ.

και αυτοί διαρπάζουσι. ότι αποκέκλεισται εισελθών εις πόλιν θυρών και μοχλών. και είπε Σαούλ· πέπρακεν αυτόν ο Θεός εις τας χείράς μου. 2 και επηρώτησε Δαυίδ δια του Κυρίου λέγων· ει πορευθώ και πατάξω τους αλλοφύλους τούτους. 7 και απηγγέλη τω Σαούλ ότι ήκει ο Δαυίδ εις Κεϊλά. και απεκρίθη αυτω Κύριος και είπεν αυτω· ανάστηθι και κατάβηθι εις Κεϊλά. και Πως έσται εάν πορευθώμεν εις Κεϊλά. 8 και παρήγγειλε Σαούλ παντί τω λαω καταβαίνειν εις πόλεμον εις Κεϊλά συνέχειν τον Δαυίδ και τους άνδρας αυτού. 6 Και εγένετο εν τω φεύγειν Αβιάθαρ υιόν Αβιμέλεχ προς Δαυίδ και αυτός μετά Δαυίδ εις Κεϊλά κατέβη έχων εφούδ εν τη χειρί αυτού. και έσωσε Δαυίδ τους κατοικούντας Κεϊλά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τη ψυχή μου τόπον. και είπε Δαυίδ προς Αβιάθαρ τον ιερέα· προσάγαγε το εφούδ Κυρίου. 3 και είπαν οι άνδρες του Δαυίδ προς αυτόν· ιδού ημείς ενταύθα εν τη Ιουδαία φοβούμεθα. και απήγαγε τα κτήνη αυτών και επάταξεν εν αυτοίς πληγήν μεγάλην. ακούων ακήκοεν ο δούλός σου ότι ζητεί Σαούλ ελθείν επί Κεϊλά διαφθείραι την πόλιν δι ‘ εμέ. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. και είπε Κύριος· πορεύου και πατάξεις εν τοις αλλοφύλοις τούτοις και σώσεις την Κεϊλά. καθώς ήκουσεν ο δούλός σου. 10 και είπε Δαυίδ· Κύριε ο Θεός Ισραήλ. και νυν ει καταβήσεται Σαούλ. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ απηγγέλη τω Δαυίδ λέγοντες· ιδού οι αλλόφυλοι πολεμούσιν εν τη Κεϊλά. 11 ει αποκλεισθήσεται. 9 και έγνω Δαυίδ ότι ου παρασιωπά Σαούλ περί αυτού την κακίαν. ζητήσω και τη ψυχή σου. και είπε Κύριος· αποκλεισθήσεται. εις τα σκύλα των αλλοφύλων εισπορευσόμεθα. και έφυγον εκ προσώπου αυτού. [12 Και είπε Δαυίδ· ει παραδώσουσι παρά της Κεϊλά εμέ και τους άνδρας μου εις χείρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 492 . ότι εγώ παραδίδωμι τους αλλοφύλους εις χείράς σου. 5 και επορεύθη Δαυίδ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού εις Κεϊλά και επολέμησε τοις αλλοφύλοις. ότι πεφύλαξαι συ παρ ‘ εμοί. καταπατούσι τους άλω. 4 και προσέθετο Δαυίδ έτι επερωτήσαι δια του Κυρίου. απάγγειλον τω δούλω σου.

και ακάθητο Δαυίδ εν Καινή. και ου παρέδωκεν αυτόν Κύριος εις τας χείρας αυτού. διασέσωσται Δαυίδ εκ Κεϊλά. και εγώ έσομαί σοι εις δεύτερον· και Σαούλ ο πατήρ μου οίδεν ούτως. 24 και ανέστησαν οι Ζιφαίοι και επορεύθησαν έμπροσθεν Σαούλ· και Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εν τη ερήμω τη Μαάν καθ ‘ εσπέραν εκ δεξιών του Ιεσσαιμούν. 26 και πορεύονται Σαούλ και οι άνδρες αυτού εκ μέρους του όρους τούτου. εν τη Καινή εν τω βουνω του Εχελά του εκ δεξιών του Ιεσσαιμούν. και κατέβη εις την πέτραν την εν τη ερήμω Μαάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Σαούλ. 16 και ανέστη Ιωνάθαν υιος Σαούλ και επορεύθη προς Δαυίδ εις Καινήν και εκραταίωσε τας χείρας αυτού εν Κυρίω. 14 Και εκάθισε Δαυίδ εν τη ερήμω. 18 και διέθεντο αμφότεροι διαθήκην ενώπιον Κυρίου. εν Μασερέμ εν τοις στενοίς. και Ιωνάθαν απήλθεν εις οίκον αυτού. 17 και είπε προς αυτόν· μη φοβού. και συ βασιλεύσεις επί Ισραήλ. και εκάθητο εν τη ερήμω εν τω όρει Ζίφ. και είπε Κύριος· παραδώσουσι. εν τοις στενοίς. 20 και νυν παν το προς ψυχήν του βασιλέως εις κατάβασιν καταβαινέτω προς ημάς· κεκλείκασιν αυτόν εις χείρας του βασιλέως. και ανήκε του ελθείν. ου είπατε. 25 και επορεύθη Σαούλ και οι άνδρες αυτού ζητείν αυτόν· και απήγγειλαν τω Δαυίδ. 19 Και ανέβησαν οι Ζιφαίοι εκ της αυχμώδους προς Σαούλ επί τον βουνόν λέγοντες· ουκ ιδού Δαυίδ κέκρυπται παρ ‘ ημίν εν Μεσσαρά. ότι ου μη εύρη σε η χείρ Σαούλ του πατρός μου. και ην Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εκ μέρους του όρους τούτου· και ην Δαυίδ σκεπαζόμενος πορεύεσθαι από προσώπου Σαούλ. και έσται ει έστιν επί της γης. ου έσται ο πούς αυτού εν τάχει εκεί. εν τη γη τη αυχμώδει· και εζήτει αυτόν Σαούλ πάσας τας ημέρας. 21 και είπεν αυτοίς Σαούλ· ευλογημένοι υμείς τω Κυρίω. 27 και προς Σαούλ ήλθεν άγγελος λέγων· σπεύδε και δεύρο.] ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 και ανέστη Δαυίδ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού ως τετρακόσιοι και εξήλθον εκ Κεϊλά και επορεύοντο ου εάν επορεύοντο· και τω Σαούλ απηγγέλη ότι. και ήκουσε Σαούλ και κατεδίωξεν οπίσω Δαυίδ εις την έρημον Μαάν. και Σαούλ και οι άνδρες αυτού παρενέβαλον επί Δαυίδ και τους άνδρας αυτού συλλαβείν αυτούς. και πορεύσομαι μεθ ‘ υμών. 15 και είδε Δαυίδ ότι εξέρχεται Σαούλ του ζητείν τον Δαυίδ· και Δαυίδ ην εν τω όρει τω αυχμώδει εν τη Καινή Ζίφ. ότι αλλόφυλοι επέθεντο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 493 . ότι επονέσατε περί εμού· 22 πορεύθητε δη και ετοιμάσατε έτι και γνώτε τον τόπον αυτού. μη ποτε πανουργεύσηται· 23 και ίδετε και γνώτε. και εξερευνήσω αυτόν εν πάσαις χιλιάσιν Ιούδα.

και έκυψε Δαυίδ επί πρόσωπον αυτού επί την γην και προσεκύνησεν αυτω. και ανέστη Δαυίδ και αφείλε το πτερύγιον της διπλοϊδος του Σαούλ λαθραίως. 11 ιδού εν τη ημέρα ταύτη εωράκασιν οι οφθαλμοί σου ως παρέδωκέ σε Κύριος σήμερον εις χείράς μου εν τω σπηλαίω. 7 και είπε Δαυίδ προς τους άνδρας αυτού· μηδαμώς μοι παρά Κυρίου. 9 και ανέστη Δαυίδ οπίσω αυτού εκ του σπηλαίου. και ην εκεί σπήλαιον. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ ανέστη Δαυίδ εκείθεν και εκάθισεν εν τοις στενοίς Εγγαδδί. και ουκ ηβουλήθην αποκτείναί σε και εφεισάμην σου και είπα· ουκ εποίσω χείρά μου επί κύριόν μου. 28 και ανέστρεψε Σαούλ μη καταδιώκειν οπίσω Δαυίδ και επορεύθη εις συνάντησιν των αλλοφύλων· δια τούτο επεκλήθη ο τόπος εκείνος Πέτρα η μερισθείσα. ότι χριστός Κυρίου εστίν ούτος· 8 και έπεισε Δαυίδ τους άνδρας αυτού εν λόγοις και ουκ έδωκεν αυτοίς αναστάντας θανατώσαι τον Σαούλ. και Σαούλ εισήλθε παρασκευάσασθαι· και Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εσώτερον του σπηλαίου εκάθηντο. ει ποιήσω το ρήμα τούτο τω κυρίω μου τω χριστω Κυρίου επενέγκαι χείρά μου επ ‘ αυτόν. 6 και εγενήθη μετά ταύτα και επάταξε καρδία Δαυίδ αυτόν. 12 και ιδού το πτερύγιον της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 494 . και ανέστη Σαούλ και κατέβη την οδόν. 10 και είπε Δαυίδ προς Σαούλ· ινατί ακούεις των λόγων του λαού λεγόντων· ιδού Δαυίδ ζητεί την ψυχήν σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί την γην. και ποιήσεις αυτω ως αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. ότι Δαυίδ εν τη ερήμω Εγγαδδί. 2 και εγενήθη ως ενέστρεψε Σαούλ από όπισθεν των αλλοφύλων. ότι χριστός Κυρίου ούτός εστι. 5 και είπον οι άνδρες Δαυίδ προς αυτόν· ιδού η ημέρα αύτη. ότι αφείλε το πτερύγιον της διπλοϊδος αυτού. 4 και ήλθεν εις τας αγέλας των ποιμνίων τας επί της οδού. και απηγγέλη αυτω λεγόντων. 3 και έλαβε μεθ ‘ εαυτού τρεις χιλιάδας ανδρών εκλεκτούς εκ παντός Ισραήλ και επορεύθη ζητείν τον Δαυίδ και τους άνδρας αυτού επί πρόσωπον Σαδαιέμ. ην είπε Κύριος προς σε παραδούναι τον εχθρόν σου εις τας χείράς σου. και εβόησε Δαυίδ οπίσω Σαούλ λέγων· κύριε βασιλεύ· και επέβλεψε Σαούλ εις τα οπίσω αυτού.

21 και νυν ιδού εγώ γινώσκω ότι βασιλεύων βασιλεύσεις και στήσεται εν χειρί σου η βασιλεία Ισραήλ. και απήλθε Σαούλ εις τον τόπον αυτού. και ήρε Σαούλ την φωνήν αυτού και έκλαυσε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διπλοϊδος σου εν τη χειρί μου· εγώ αφήρηκα το πτερύγιον και ουκ απέκταγκά σε. και Κύριος αποτίσει αυτω αγαθά. και τούτω ποίμνια τρισχίλια και αίγες χίλιαι· και εγενήθη εν τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 495 . ότι συ ανταπέδωκάς μοι αγαθά. και ουχ ημάρτηκα εις σε· και συ δεσμεύεις την ψυχήν μου λαβείν αυτήν. ως απέκλεισέ με Κύριος εις χείράς σου σήμερον και ουκ απέκτεινάς με· 20 και ότι ει εύροι τις τον εχθρόν αυτού εν θλίψει και εκπέμψει αυτόν εν οδω αγαθή. καθώς πεποίηκας σήμερον. 22 και νυν όμοσόν μοι εν Κυρίω ότι ουκ εξολοθρεύσεις το σπέρμα μου οπίσω μου. 13 δικάσαι Κύριος ανά μέσον εμού και σου. 17 και εγένετο ως συνετέλεσε Δαυίδ τα ρήματα ταύτα λαλών προς Σαούλ. οπίσω κυνός τεθνηκότος και οπίσω ψύλλου ενός. και συναθροίζονται πας Ισραήλ και κόπτονται αυτόν και θάπτουσιν αυτόν εν οίκω αυτού εν Αρμαθαίμ. 14 καθώς λέγεται η παραβολή η αρχαία· εξ ανόμων εξελεύσεται πλημμέλεια· και η χείρ μου ουκ έσται επί σε. και τα ποίμνια αυτού εν τω Καρμήλω· και ο άνθρωπος μέγας σφόδρα. 18 και είπε Σαούλ προς Δαυίδ· δίκαιος συ υπέρ εμέ. και Δαυίδ και οι άνδρες αυτού ανέβησαν εις την Μεσσαρά στενήν. 23 και ώμοσε Δαυίδ τω Σαούλ. ουκ αφανιείς το όνομά μου εκ του οίκου του πατρός μου. και γνώθι και ιδέ σήμερον ότι ουκ έστι κακία εν τη χειρί μου ουδέ ασέβεια και αθέτησις. και ανέστη Δαυίδ και κατέβη εις την έρημον Μαάν. εγώ δε ανταπέδωκά σοι κακά. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ απέθανε Σαμουήλ. 15 και νυν οπίσω τίνος συ εκπορεύη. οπίσω τίνος καταδιώκεις συ. 16 γένοιτο Κύριος εις κριτήν και δικαστήν ανά μέσον εμού και ανά μέσον σου· ίδοι Κύριος και κρίναι την κρίσιν μου και δικάσαι μοι εκ χειρός σου. και είπε Σαούλ· η φωνή σου αύτη τέκνον Δαυίδ. 19 και συ απήγγειλάς μοι σήμερον α εποίησάς μοι αγαθά. 2 και ην άνθρωπος εν τη Μαάν. και εκδικήσαι με Κύριος εκ σου· και η χείρ μου ουκ έσται επί σοί. βασιλεύ Ισραήλ.

ότι συντετέλεσται η κακία εις τον κύριον ημών και εις τον οίκον αυτού· και ούτος υιος λοιμός. ότι εφ ‘ ημέραν αγαθήν ήκομεν· δος δη ό εάν εύρη η χείρ σου τω υιω σου τω Δαυίδ. 13 και είπε Δαυίδ τοις ανδράσιν αυτού· ζώσασθε έκαστος την ρομφαίαν αυτού· και ανέβησαν οπίσω Δαυίδ ως τετρακόσιοι άνδρες. οί ήσαν μεθ ‘ ημών εν τη ερήμω. 7 και νυν ιδού ακήκοα ότι κείρουσί σοι νυν οι ποιμένες σου. οίς ουκ οίδα πόθεν εισί. σήμερον πεπληθυμμένοι εισίν οι δούλοι αναχωρούντες έκαστος εκ προσώπου του κυρίου αυτού. και ουκ έστι λαλήσαι προς αυτόν. και ευρέτωσαν τα παιδάρια χάριν εν οφθαλμοίς σου. και όνομα τη γυναικί αυτού Αβιγαία· και η γυνή αυτού αγαθή συνέσει και καλή τω είδει σφόδρα. και ο άνθρωπος κυνικός. 5 και απέστειλε Δαυίδ δέκα παιδάρια και είπε τοις παιδαρίοις· ανάβητε εις Κάρμηλον και απέλθατε προς Νάβαλ και ερωτήσατε αυτόν επί τω ονόματί μου εις ειρήνην 6 και ερείτε τάδε· εις ωρας· και συ υγιαίνων. 15 και οι άνδρες αγαθοί ημίν σφόδρα· ουκ απεκώλυσαν ημάς ουδέ ενετείλαντο ημίν ουδέν πάσας τας ημέρας. 11 και λήψομαι τους άρτους μου και τον οίνόν μου και τα θύματά μου. 17 και νυν γνώθι και ιδέ συ τι ποιήσεις. 9 και έρχονται τα παιδάρια και λαλούσι τους λόγους τούτους προς Νάβαλ κατά πάντα τα ρήματα ταύτα εν τω ονόματι Δαυίδ. ας ήμεθα παρ ‘ αυτοίς ποιμαίνοντες το ποίμνιον. και ουκ απεκωλύσαμεν αυτούς και ουκ ενετειλάμεθα αυτοίς ουθέν πάσας τας ημέρας όντων αυτών εν Καρμήλω· 8 ερώτησον τα παιδάριά σου και απαγγελούσί σοι. και ο οίκός σου. και εξέκλινεν απ ‘ αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κείρειν το ποίμνιον αυτού εν τω Καρμήλω. 12 και απεστράφησαν τα παιδάρια Δαυίδ εις οδόν αυτών και ανέστρεψαν και ήλθον και ανήγγειλαν τω Δαυίδ κατά τα ρήματα ταύτα. 18 και έσπευσεν Αβιγαία και έλαβε διακοσίους άρτους και δύο αγγεία οίνου και πέντε πρόβατα πεποιημένα και πέντε οιφί αλφίτου και γόμορ εν σταφίδος και διακοσίας παλάθας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 496 . 14 και τη Αβιγαία γυναικί Νάβαλ απήγγειλεν εν των παιδαρίων λέγων· ιδού Δαυίδ απέστειλεν αγγέλους εκ της ερήμου ευλογήσαι τον κύριον ημών. και δώσω αυτά ανδράσιν. 4 και ήκουσε Δαυίδ εν τη ερήμω ότι κείρει Νάβαλ ο Καρμήλιος το ποίμνιον αυτού. και ο άνθρωπος σκληρός και πονηρός εν επιτηδεύμασι. ας ήμεν παρ ‘ αυτοίς· 16 και εν τω είναι ημάς εν αγρω ως τείχος ήσαν περί ημάς και την νύκτα και την ημέραν πάσας τας ημέρας. α τέθυκα τοις κείρουσί μου τα πρόβατα. και οι διακόσιοι εκάθισαν μετά των σκευών. και πάντα τα σά υγιαίνοντα. και ανεπήδησε 10 και απεκρίθη Νάβαλ τοις παισί Δαυίδ και είπε· τις ο Δαυίδ και τις ο υιος Ιεσσαί. 3 και όνομα τω ανθρώπω Νάβαλ.

όσα ελάλησεν αγαθά επί σε. 29 και αναστήσεται άνθρωπος καταδιώκων σε και ζητών την ψυχήν σου. ότι πόλεμον κυρίου μου ο Κύριος πολεμεί. και κακία ουχ ευρεθήσεται εν σοί πώποτε. και τω ανδρί αυτής ουκ απήγγειλε. και ευλογημένη συ η αποκωλύσασά με σήμερον εν ταύτη μη ελθείν εις αίματα και σώσαι χείρά μου εμοί. ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. 31 και ουκ έσται σοι τούτο βδελυγμός και σκάνδαλον τω κυρίω μου. 30 και έσται ότι ποιήση Κύριος τω κυρίω μου πάντα. και ιδού εγώ οπίσω υμών παραγίνομαι. ην ενήνοχεν η δούλη σου τω κυρίω μου. και αγαθώσει Κύριος τω κυρίω μου. και δώσεις τοις παιδαρίοις τοις παρεστηκόσι τω κυρίω μου. και μνησθήση της δούλης σου αγαθώσαι αυτη. 33 και ευλογητός ο τρόπος σου. και νυν γένοιντο ως Νάβαλ οι εχθροί σου και οι ζητούντες τω κυρίω μου κακά. 28 άρον δη το ανόμημα της δούλης σου. 23 και είδεν Αβιγαία τον Δαυίδ και έσπευσε και κατεπήδησεν από της όνου και έπεσεν ενώπιον Δαυίδ επί πρόσωπον αυτής και προσεκύνησεν αυτω επί την γην 24 επί τους πόδας αυτού και είπεν· εν εμοί κύριέ μου η αδικία· λαλησάτω δη η δούλη σου εις τα ώτά σου. και απήντησεν αυτοίς· 21 και Δαυίδ είπεν· ίσως εις άδικον πεφύλακα πάντα τα αυτού εν τη ερήμω και ουκ ενετειλάμεθα λαβείν εκ πάντων των αυτού ουθέν. ει υπολείψομαι εκ πάντων των του Νάβαλ έως πρωϊ ουρούντα προς τοίχον. κύριέ μου. και ανταπέδωκέ μοι πονηρά αντί αγαθών· 22 τάδε ποιήσαι ο Θεός τω Δαυίδ και τάδε προσθείη. 27 και νυν λαβέ την ευλογίαν ταύτην. καθώς εκώλυσέ σε Κύριος του μη ελθείν εις αίμα αθωον και σώζειν την χείρά σου σοι. ος απέστειλέ σε σήμερον εν ταύτη εις απάντησίν μοι. και έσται ψυχή κυρίου μου ενδεδεμένη εν δεσμω της ζωής παρά Κυρίω τω Θεω. και εντελείταί σοι εις ηγούμενον επί Ισραήλ. ος απεκώλυσέ με σήμερον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 497 . και αφροσύνη μετ ‘ αυτού· και εγώ η δούλη σου ουκ είδον τα παιδάρια του κυρίου μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και έθετο επί τους όνους 19 και είπε τοις παιδαρίοις αυτής· προπορεύεσθε έμπροσθέν μου. 25 μη δη θέσθω ο κύριός μου καρδίαν αυτού επί τον άνθρωπον τον λοιμόν τούτον. 20 και εγενήθη αυτής επιβεβηκυίης επί την όνον και καταβαινούσης εν σκέπη του όρους και ιδού Δαυίδ και οι άνδρες αυτού κατέβαινον εις συνάντησιν αυτής. εκχέαι αίμα αθωον δωρεάν και σώσαι χείρα κυρίω μου αυτω. και ψυχήν εχθρών σου σφενδονήσεις εν μέσω της σφενδόνης. 26 και νυν. και άκουσον λόγων της δούλης σου. ότι κατά το όνομα αυτού ούτός εστι· Νάβαλ όνομα αυτω. 32 και είπε Δαυίδ τη Αβιγαία· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 34 πλήν ότι ζη Κύριος ο Θεός Ισραήλ. ότι ποιών ποιήσει Κύριος τω κυρίω μου οίκον πιστόν. α απέστειλας.

38 και εγένετο ωσεί δέκα ημέραι και επάταξε Κύριος τον Νάβαλ. 43 και την Αχινόομ έλαβε Δαυίδ εξ Ιεζραέλ. και ιδού αυτω πότος εν οίκω αυτού ως πότος βασιλέως. και αυτός γίνεται ως λίθος. τότε είπα· ει υπολειφθήσεται τω Νάβαλ έως φωτός του πρωϊ ουρών προς τοίχον. απήγγειλεν η γυνή αυτού τα ρήματα ταύτα. 2 και ανέστη Σαούλ και κατέβη εις την έρημον Ζίφ και μετ ‘ αυτού τρεις χιλιάδες ανδρών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 498 . και εναπέθανεν η καρδία αυτού εν αυτω. ότι ει μη έσπευσας και παρεγένου εις απάντησίν μοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του κακοποιήσαί σε. 40 και ήλθον οι παίδες Δαυίδ προς Αβιγαίαν εις Κάρμηλον και ελάλησαν αυτη λέγοντες· Δαυίδ απέστειλεν ημάς προς σε λαβείν σε αυτω εις γυναίκα. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ έρχονται οι Ζιφαίοι εκ της αυχμώδους προς τον Σαούλ εις τον βουνόν λέγοντες· ιδού Δαυίδ σκεπάζεται μεθ ‘ ημών εν τω βουνω του Εχελά του κατά πρόσωπον του Ιεσσαιμούν. ως εξένηψεν από του οίνου Νάβαλ. 39 και ήκουσε Δαυίδ και είπεν· ευλογητός Κύριος. και γίνεται αυτω εις γυναίκα. και επορεύθη οπίσω των παίδων Δαυίδ. α έφερεν αυτω. 42 και ανέστη Αβιγαία και επέβη επί την όνον και πέντε κοράσια ηκολούθουν αυτη. ήκουσα της φωνής σου και ηρέτισα το πρόσωπόν σου. ος έκρινε την κρίσιν του ονειδισμού μου εκ χειρός Νάβαλ. και την κακίαν Νάβαλ απέστρεψε Κύριος εις κεφαλήν αυτού. και τον δούλον αυτού περιεποιήσατο εκ χειρός κακών. 35 και έλαβε Δαυίδ εκ χειρός αυτής πάντα. και απέθανε. και είπεν αυτη· ανάβηθι εις ειρήνην εις οίκόν σου· βλέπε. 37 και εγένετο πρωϊ. 36 και παρεγενήθη Αβιγαία προς Νάβαλ. και απέστειλε Δαυίδ και ελάλησε περί Αβιγαίας. και η καρδία Νάβαλ αγαθή επ ‘ αυτόν. 44 και Σαούλ έδωκε Μελχόλ την θυγατέρα αυτού την γυναίκα Δαυίδ τω Φαλτί υιω Αμίς τω εκ Ρομμά. και αμφότεραι ήσαν αυτω γυναίκες. και αυτός μεθύων έως σφόδρα· και ουκ απήγγειλεν αυτω ρήμα μικρόν ή μέγα έως φωτός του πρωϊ. λαβείν αυτήν εαυτω εις γυναίκα. 41 και ανέστη και προσεκύνησεν επί την γην επί πρόσωπον και είπεν· ιδού η δούλη σου εις παιδίσκην νίψαι πόδας των παίδων σου.

ότι θάμβος Κυρίου επέπεσεν επ ‘ αυτούς. 12 και έλαβε Δαυίδ το δόρυ και τον φακόν του ύδατος από προσκεφαλής αυτού. ή η ημέρα αυτού έλθη και αποθάνη. ότι τις εποίσει χείρα αυτού επί χριστόν Κυρίου και αθωωθήσεται. ότι υιοί θανατώσεως υμείς οι φυλάσσοντες τον βασιλέα τον κύριον υμών τον χριστόν Κυρίου. και διατί ου φυλάσσεις τον κύριόν σου τον βασιλέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκλεκτοί εξ Ισραήλ ζητείν τον Δαυίδ εν τη ερήμω Ζίφ. 8 και είπεν Αβεσσά προς Δαυίδ· απέκλεισε Κύριος σήμερον τον εχθρόν σου εις χείράς σου. τέκνον Δαυίδ. και απέλθωμεν ημείς καθ ‘ εαυτούς. 10 και είπε Δαυίδ· ζη Κύριος. 15 και είπε Δαυίδ προς Αβεννήρ· ουκ ανήρ συ. 13 και διέβη Δαυίδ εις το πέραν και έστη επί την κορυφήν του όρους μακρόθεν. 7 και εισπορεύεται Δαυίδ και Αβεσσά εις τον λαόν την νύκτα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 499 . 3 και παρενέβαλε Σαούλ εν τω βουνω του Εχελά τω επί προσώπου του Ιεσσαιμούν επί της οδού. και πολλή η οδός ανά μέσον αυτών. και απήλθον καθ ‘ εαυτούς· και ουκ ην ο βλέπων και ουκ ην ο γινώσκων και ουκ ην ο εξεγειρόμενος. και ο λαός παρεμβεβληκώς κύκλω αυτού. και το δόρυ αυτού εμπεπηγός εις την γην προς κεφαλής αυτού. 4 και απέστειλε Δαυίδ κατασκόπους και έγνω ότι ήκει Σαούλ έτοιμος εκ Κεϊλά. και Δαυίδ εκάθισεν εν τη ερήμω. 17 και επέγνω Σαούλ την φωνήν Δαυίδ και είπεν· η φωνή σου αύτη. ότι εισήλθεν εις εκ του λαού διαθφείραι τον κύριόν σου τον βασιλέα. 5 και ανέστη Δαυίδ λάθρα και εισπορεύεται εις τον τόπον. και απεκρίθη Αβεννήρ και είπε· τις ει συ ο καλών με. και νυν ιδέ δη· το δόρυ του βασιλέως και ο φακός του ύδατος που εστι τα προς κεφαλής αυτού. 14 και προσεκαλέσατο Δαυίδ τον λαόν και τω Αβεννήρ ελάλησε λέγων· ουκ αποκριθήση Αβεννήρ. και Σαούλ εκάθευδεν εν λαμπήνη. και Αβεννήρ και ο λαός αυτού εκάθευδε κύκλω αυτού. πάντες υπνούντες. και ιδού Σαούλ καθεύδων ύπνω εν λαμπήνη. και είδε Δαυίδ ότι ήκει Σαούλ οπίσω αυτού εις την έρημον. εάν μη Κύριος παίση αυτόν. και είπεν Αβεσσά· εγώ εισελεύσομαι μετά σου. και νυν πατάξω αυτόν τω δόρατι εις την γην άπαξ και ου δευτερώσω αυτω. 6 και απεκρίθη Δαυίδ και είπε προς Αβιμέλεχ τον Χετταίον και προς Αβεσσά υιόν Σαρουϊας αδελφόν Ιωάβ λέγων· τις εισελεύσεται μετ ‘ εμού προς Σαούλ εις την παρεμβολήν. ή εις πόλεμον καταβή και προστεθή· 11 μηδαμώς μοι παρά Κυρίου επενεγκείν χείρά μου επί χριστόν Κυρίου· και νυν λαβέ δη το δόρυ από προσκεφαλής αυτού και τον φακόν του ύδατος. 16 και ουκ αγαθόν το ρήμα τούτο. και τις ως συ εν Ισραήλ. ό πεποίηκας· ζη Κύριος. ου εκάθευδεν εκεί Σαούλ. και εκεί Αβεννήρ υιος Νήρ αρχιστράτηγος αυτού. 9 και είπε Δαυίδ προς Αβεσσά· μη ταπεινώσης αυτόν.

19 και νυν ακουσάτω ο κύριός μου ο βασιλεύς το ρήμα του δούλου αυτού· ει ο Θεός επισείει σε επ ‘ εμέ. και σωθήσομαι εκ χειρός αυτού. 2 και ανέστη Δαυίδ και οι εξακόσιοι άνδρες οι μετ ‘ αυτού και επορεύθη προς Αγχούς υιόν Αμμάχ βασιλέα Γεθ. 21 και είπε Σαούλ· ημάρτηκα· επίστρεφε τέκνον Δαυίδ. εάν μη σωθώ εις γην αλλοφύλων και ανή Σαούλ του ζητείν με εις παν όριον Ισραήλ. 23 και Κύριος επιστρέψει εκάστω κατά τας δικαιοσύνας αυτού και την πίστιν αυτού. και ποιών ποιήσεις και δυνάμενος δυνήση. και Δαυίδ και αμφότεραι αι γυναίκες αυτού. και ουκ έστι μοι αγαθόν. επικατάρατοι ούτοι ενώπιον Κυρίου. οσφανθείη θυσίας σου· και ει υιοί ανθρώπων. 20 και νυν μη πέσοι το αίμά μου επί την γην εξεναντίας προσώπου Κυρίου. και Σαούλ ανέστρεψεν εις τον τόπον αυτού. 18 και είπεν· ινατί τούτο καταδιώκει ο κύριος οπίσω του δούλου αυτού. ούτως μεγαλυνθείη η ψυχή μου ενώπιον Κυρίου και σκεπάσαι με και εξελείταί με εκ πάσης θλίψεως. 3 και εκάθισε Δαυίδ μετά Αγχούς. καθώς καταδιώκει ο νυκτικόραξ εν τοις όρεσι. ως παρέδωκέ σε Κύριος σήμερον εις χείράς μου και ουκ ηθέλησα επενεγκείν χείρά μου επί χριστόν Κυρίου· 24 και ιδού καθώς εμεγαλύνθη η ψυχή σου σήμερον εν ταύτη εν οφθαλμοίς μου. τέκνον. κύριε βασιλεύ. Αχινάαχ Ιεζραηλίτις και Αβιγαία η γυνή Νάβαλ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 500 . και απήλθε Δαυίδ εις την οδόν αυτού. δούλευε θεοίς ετέροις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και είπε Δαυίδ· δούλός σου. ότι τι ημάρτηκα και τι ευρέθη εν εμοί αδίκημα. 25 και είπε Σαούλ προς Δαυίδ· ευλογημένος συ. ότι ου κακοποιήσω σε ανθ ‘ ων έντιμος ψυχή μου εν οφθαλμοίς σου και εν τη σήμερον· μεματαίωμαι και ηγνόηκα πολλά σφόδρα. ότι εξελήλυθεν ο βασιλεύς Ισραήλ ζητείν ψυχήν μου. ότι εξέβαλόν με σήμερον μη εστηρίχθαι εν κληρονομία Κυρίου λέγοντες· πορεύου. 22 και απεκρίθη Δαυίδ και είπεν· ιδού το δόρυ του βασιλέως· διελθέτω εις των παιδαρίων και λαβέτω αυτό. αυτός και οι άνδρες αυτού. έκαστος και ο οίκος αυτού. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ είπε Δαυίδ εν τη καρδία αυτού λέγων· νυν προστεθήσομαι εν ημέρα μια εις χείρας Σαούλ.

3 Και Σαμουήλ απέθανε. δότωσαν δη μοι τόπον εν μια των πόλεων των κατ ‘ αγρόν και καθήσομαι εκεί· και ινατί κάθηται ο δούλός σου εν πόλει βασιλευομένη μετά σου. ας εκάθητο Δαυίδ εν αγρω των αλλοφύλων. 10 και είπεν Αγχούς προς Δαυίδ· επί τίνα επέθεσθε σήμερον. και τόδε το δικαίωμα αυτού πάσας τας ημέρας. 4 και ανηγγέλη τω Σαούλ ότι πέφευγε Δαυίδ εις Γεθ. ων εκάθισε Δαυίδ εν αγρω των αλλοφύλων τέσσαρας μήνας. και ου προσέθετο έτι ζητείν αυτόν. 7 και εγενήθη ο αριθμός των ημερών. 11 και άνδρα και γυναίκα ουκ εζωογόνησα του εισαγαγείν εις Γεθ λέγων· μη αναγγείλωσιν εις Γεθ καθ ‘ ημών λέγοντες· τάδε Δαυίδ ποιεί. και ανέστρεψαν και ήρχοντο προς Αγχούς. 8 και ανέβαινε Δαυίδ και οι άνδρες αυτού και επετίθεντο επί πάντα τον Γεσιρί και επί τον Αμαληκίτην· και ιδού η γη κατωκείτο από ανηκόντων η από Γελαμψούρ τετειχισμένων και έως γης Αιγύπτου. 2 και είπε Δαυίδ προς Αγχούς· ούτω νυν γνώση α ποιήσει ο δούλός σου· και είπεν Αγχούς προς Δαυίδ· ούτως αρχισωματοφύλακα θήσομαί σε πάσας τας ημέρας. 12 και επιστεύθη Δαυίδ εν τω Αγχούς σφόδρα λέγων· ήσχυνται αισχυνόμενος εν τω λαω αυτού εν Ισραήλ και έσται μοι δούλος εις τον αιώνα. 9 και έτυπτε την γην και ουκ εζωογόνει άνδρα ή γυναίκα και ελάμβανον ποίμνια και βουκόλια και όνους και καμήλους και ιματισμόν. και είπεν Αγχούς προς Δαυίδ· γινώσκων γνώση ότι μετ ‘ εμού εξελεύση εις πόλεμον συ και οι άνδρες σου. 6 και έδωκεν αυτω εν τη ημέρα εκείνη την Σεκελάκ· δια τούτο εγενήθη Σεκελάκ τω βασιλεί της Ιουδαίας έως της ημέρας ταύτης. 5 και είπε Δαυίδ προς Αγχούς· ει δη εύρηκεν ο δούλός σου χάριν εν οφθαλμοίς σου. και είπε Δαυίδ προς Αγχούς· κατά νότον της Ιουδαίας και κατά νότον Ιεσμεγά και κατά νότον του Κενεζί. και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ και θάπτουσιν αυτόν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 501 . Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν ταις ημέραις εκείναις και συναθροίζονται αλλόφυλοι εν ταις παρεμβολαίς αυτών εξελθείν πολεμείν μετά Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του Καρμηλίου.

5 και είδε Σαούλ την παρεμβολήν των αλλοφύλων και εφοβήθη. και ο Θεός αφέστηκεν απ ‘ εμού και ουκ επακήκοέ μοι έτι και εν χειρί των προφητών και εν τοις ενυπνίοις· και νυν κέκληκά σε γνωρίσαι μοι τι ποιήσω. και Σαούλ περιείλε τους εγγαστριμύθους και τους γνώστας από της γης. 8 και συνεκαλύψατο Σαούλ και περιεβάλετο ιμάτια έτερα και πορεύεται αυτός και δύο άνδρες μετ ‘ αυτού και έρχονται προς την γυναίκα νυκτός και είπεν αυτη· μάντευσαι δη μοι εν τω εγγαστριμύθω και ανάγαγέ μοι ον εάν είπω σοι. και είπε Σαούλ· θλίβομαι σφόδρα. και συναθροίζει Σαούλ πάντα άνδρα Ισραήλ. και πορεύσομαι προς αυτήν και ζητήσω εν αυτη· και είπαν οι παίδες αυτού προς αυτόν· ιδού γυνή εγγαστρίμυθος εν Αενδώρ. και έκυψεν επί πρόσωπον αυτού επί την γην και προσεκύνησεν αυτω. και είπε· τον Σαμουήλ ανάγαγέ μοι. και οι αλλόφυλοι πολεμούσιν εν εμοί. ότι ούτος Σαμουήλ. 4 και συναθροίζονται οι αλλόφυλοι και έρχονται και παρεμβάλλουσιν εις Σωμάν. και παρεμβάλλουσιν εις Γελβουέ. και Κύριος αφέστηκεν από σου και γέγονε μετά του πλησίον σου· 17 και πεποίηκε Κύριός σοι καθώς ελάλησε Κύριος εν χειρί μου. δια τούτο το ρήμα εποίησε Κύριός σοι εν τη ημέρα ταύτη. και διαρρήξει Κύριος την βασιλείαν σου εκ χειρός σου και δώσει αυτήν τω πλησίον σου τω Δαυίδ. 9 και είπεν αυτω η γυνή· ιδού δη συ οίδας όσα εποίησε Σαούλ. ως εξωλόθρευσε τους εγγαστριμύθους και τους γνώστας από της γης· και ινατί συ παγιδεύεις την ψυχήν μου θανατώσαι αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρμαθαίμ εν πόλει αυτού. και ούτος διπλοϊδα αναβεβλημένος. και είπεν αυτω η γυνή· θεούς εώρακα αναβαίνοντας εκ της γης. 14 και είπεν αυτη· τι έγνως. 18 διότι ουκ ήκουσας φωνής Κυρίου και ουκ εποίησας θυμόν οργής αυτού εν Αμαλήκ. και είπεν αυτω· άνδρα όρθιον αναβαίνοντα εκ της γης. 15 και είπε Σαμουήλ· ινατί παρηνώχλησάς μοι αναβήναί με. 19 και παραδώσει Κύριος τον Ισραήλ μετά σου εις χείρας αλλοφύλων. 10 και ώμοσεν αυτη Σαούλ λέγων· ζη Κύριος. και αύριον συ και οι υιοί σου μετά σου πεσούνται. 11 και είπεν η γυνή· τίνα αναγάγω σοι. 16 και είπε Σαμουήλ· ινατί επερωτάς με. 13 και είπεν αυτη ο βασιλεύς· μη φοβού. και εξέστη η καρδία αυτού σφόδρα. 12 και είδεν η γυνή τον Σαμουήλ και ανεβόησε φωνή μεγάλη· και είπεν η γυνή προς Σαούλ· ινατί παρελογίσω με. και ουκ απεκρίθη αυτω Κύριος εν τοις ενυπνίοις και εν τοις δήλοις και εν τοις προφήταις. 7 και είπε Σαούλ τοις παισίν αυτού· ζητήσατέ μοι γυναίκα εγγαστρίμυθον. ειπόν τίνα εώρακας. ει απαντήσεταί σοι αδικία εν τω λόγω τούτω. και την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 502 . και έγνω Σαούλ. και συ ει Σαούλ. 6 και επηρώτησε Σαούλ δια Κυρίου.

ουχί εν ταις κεφαλαίς των ανδρών εκείνων. ου κατέστησας αυτόν εκεί. και φάγε. και ήκουσε της φωνής αυτών και ανέστη από της γης και εκάθισεν επί τον δίφρον. και είπε προς αυτόν· ιδού δη ήκουσεν η δούλη σου της φωνής σου και εθέμην την ψυχήν μου εν τη χειρί μου και ήκουσα τους λόγους. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ συναθροίζουσιν αλλόφυλοι πάσας τας παρεμβολάς αυτών εις Αφέκ. ότι πορεύη εν οδω. και έφαγον. ου γαρ έφαγεν άρτον όλην την ημέραν και όλην την νύκτα εκείνην. και μη ερχέσθω μεθ ‘ ημών εις τον πόλεμον και μη γινέσθω επίβουλος της παρεμβολής· και εν τίνι διαλλαγήσεται ούτος τω κυρίω αυτού. 24 και τη γυναικί ην δάμαλις νομάς εν τη οικία. και ανέστησαν και απήλθον την νύκτα εκείνην. 21 και εισήλθεν η γυνή προς Σαούλ και είδεν ότι έσπευσε σφόδρα. γέγονε μεθ ‘ ημών ημέρας τούτο δεύτερον έτος. και Δαυίδ και οι άνδρες αυτού παρεπορεύοντο επ ‘ εσχάτων μετά Αγχούς. 5 ουχ ούτος Δαυίδ. ω εξήρχον εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 503 . και έσται σοι ισχύς. και παραθήσω ενώπιόν σου ψωμόν άρτου. και είπεν Αγχούς προς τους στρατηγούς των αλλοφύλων· ουχ ούτος Δαυίδ ο δούλος Σαούλ βασιλέως Ισραήλ. και ουχ εύρηκα εν αυτω ουθέν αφ ‘ ης ημέρας ενέπεσε προς με και έως της ημέρας ταύτης. 3 και είπον οι σατράπαι των αλλοφύλων· τίνες οι διαπορευόμενοι ούτοι. 20 και έσπευσε Σαούλ και έπεσεν εστηκώς επί την γην και εφοβήθη σφόδρα από των λόγων Σαμουήλ· και εν αυτω ουκ ην ισχύς έτι. και έσπευσε και έθυσεν αυτήν και έλαβεν άλευρα και εφύρασε και έπεψεν άζυμα 25 και προσήγαγεν ενώπιον Σαούλ και ενώπιον των παιδών αυτού. και Ισραήλ παρενέβαλεν εν Αενδώρ την εν Ιεζραέλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεμβολήν Ισραήλ δώσει Κύριος εις χείρας αλλοφύλων. 4 και ελυπήθησαν επ ‘ αυτω οι στρατηγοί των αλλοφύλων και λέγουσιν αυτω· απόστρεψον τον άνδρα και αποστραφήτω εις τον τόπον αυτού. ους ελάλησάς μοι· 22 και νυν άκουσον δη φωνής της δούλης σου. 2 και οι σατράπαι των αλλοφύλων παρεπορεύοντο εις εκατοντάδας και χιλιάδας. 23 και ουκ εβουλήθη φαγείν· και παρεβιάζοντο αυτόν οι παίδες αυτού και η γυνή.

και ιδού εμπεπύρισται εν πυρί. 9 και απεκρίθη Αγχούς προς Δαυίδ· οίδα ότι αγαθός συ εν οφθαλμοίς μου. και η έξοδός σου και η είσοδός σου μετ ‘ εμού εν τη παρεμβολή. 8 και είπε Δαυίδ προς Αγχούς· τι πεποίηκά σοι και τι εύρες εν τω δούλω σου αφ ‘ ης ημέρας ήμην ενώπιόν σου και έως της ημέρας ταύτης. και Αμαλήκ επέθετο επί τον νότον και επί την Σεκελάκ και επάταξε την Σεκελάκ και ενεπύρισαν αυτήν εν πυρί· 2 και τας γυναίκας και πάντα τα εν αυτη από μικρού έως μεγάλου ουκ εθανάτωσαν άνδρα και γυναίκα. και ότι ουχ εύρηκα κατά σου κακίαν αφ ‘ ης ημέρας ήκεις προς με έως της σήμερον ημέρας· και εν οφθαλμοίς των σατραπών ουκ αγαθός συ· 7 και νυν ανάστρεφε και πορεύου εις ειρήνην. ότι ευθής συ και αγαθός εν οφθαλμοίς μου. και οι αλλόφυλοι ανέβησαν πολεμείν επί Ισραήλ. ότι ου μη έλθω πολεμήσας τους εχθρούς του κυρίου μου του βασιλέως. Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ εγενήθη εισελθόντος Δαυίδ και των άνδρών αυτού την Σεκελάκ τη ημέρα τη τρίτη. και λόγον λοιμόν μη θής εν καρδία σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χοροίς λέγοντες· επάταξε Σαούλ εν χιλιάσιν αυτού και Δαυίδ εν μυριάσιν αυτού. 5 και αμφότεραι αι γυναίκες Δαυίδ ηχμαλωτεύθησαν. και πορεύεσθε εις τον τόπον. 10 και νυν όρθρισον το πρωϊ συ και οι παίδες του κυρίου σου οι ήκοντες μετά σου. και πορεύθητε. 3 και ήλθε Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εις την πόλιν. Αχινόομ η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 504 . αι δε γυναίκες αυτών και οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες αυτών ηχμαλωτευμένοι. αλλ ‘ ηχμαλώτευσαν και απήλθον εις την οδόν αυτών. έως ότου ουκ ην εν αυτοίς ισχύς έτι του κλαίειν. ότι αγαθός συ ενώπιόν μου· και ορθρίσατε εν τη οδω. ου κατέστησα υμάς εκεί. 4 και ήρε Δαυίδ και οι άνδρες αυτού την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. 6 και εκάλεσεν Αγχούς τον Δαυίδ και είπεν αυτω· ζη Κύριος. και ου μη ποιήσης κακίαν εν οφθαλμοίς των σατραπών των αλλοφύλων. 11 και ώρθρισε Δαυίδ αυτός και οι άνδρες αυτού απελθείν και φυλάσσειν την γην των αλλοφύλων. αλλ ‘ οι σατράπαι των αλλοφύλων λέγουσιν· ουχ ήξει μεθ ‘ ημών εις πόλεμον. και φωτισάτω υμίν.

14 και ημείς επεθέμεθα επί τον νότον του Χολθί και επί τα της Ιουδαίας μέρη και επί νότον Χελούβ και την Σεκελάκ ενεπυρίσαμεν εν πυρί. 15 και είπεν αυτω Δαυίδ· ει κατάξεις με επί το γεδδούρ τούτο. ότι ηνωχλήθην εγώ σήμερον τριταίος. και είπεν αυτω· καταδίωκε. και κατέστη το πνεύμα αυτού εν αυτω. α έλαβον οι Αμαληκίται. αυτός και οι εξακόσιοι άνδρες μετ ‘ αυτού. ότι είπεν ο λαός λιθοβολήσαι αυτόν. ει καταλήψομαι αυτούς. 13 και είπεν αυτω Δαυίδ· τίνος συ ει και πόθεν ει. α ην επιβεβηκότα επί τας καμήλους και έφυγον. και επότισαν αυτόν ύδωρ· και διδόασιν αυτω κλάσμα παλάθης. και έφαγε. ότι καταλαμβάνων καταλήψη αυτούς και εξαιρούμενος εξελή. οίτινες εκάθισαν πέραν του χειμάρρου του Βοσόρ. και έρχονται έως του χειμάρρου Βοσόρ. 10 και κατεδίωξεν εν τετρακοσίοις ανδράσιν. και κατέλιπέ με ο Κύριός μου. ότι ου βεβρώκει άρτον και ου πεπώκει ύδωρ τρεις ημέρας και τρεις νύκτας. και είπεν· όμοσον δη μοι κατά του Θεού μη θανατώσειν με και μη παραδούναί με εις χείρας του κυρίου μου. υπέστησαν δε διακόσιοι άνδρες. εκάστου επί τους υιούς αυτού και επί τας θυγατέρας αυτού· και εκραταιώθη Δαυίδ εν Κυρίω Θεω αυτού. 20 και έλαβε πάντα τα ποίμνια και τα βουκόλια και απήγαγεν έμπροσθεν των σκύλων. και οι περισσοί έστησαν. 16 και κατήγαγεν αυτόν εκεί. 8 και επηρώτησε Δαυίδ δια του Κυρίου λέγων· ει καταδιώξω οπίσω του γεδδούρ τούτου. και τοις σκύλοις εκείνοις ελέγετο· ταύτα τα σκύλα Δαυίδ. 9 και επορεύθη Δαυίδ. 11 και ευρίσκουσιν άνδρα Αιγύπτιον εν αγρω και λαμβάνουσιν αυτόν και άγουσιν αυτόν προς Δαυίδ· 12 και διδόασιν αυτω άρτον. και ιδού ούτοι διακεχυμένοι επί πρόσωπον πάσης της γης εσθίοντες και πίνοντες και εορτάζοντες εν πάσι τοις σκύλοις τοις μεγάλοις. οίς έλαβον εκ γης αλλοφύλων και εκ γης Ιούδα. ων έλαβον αυτών· τα πάντα επέστρεψε Δαυίδ. 17 και ήλθεν επ ‘ αυτούς Δαυίδ και επάταξεν αυτούς από εωσφόρου έως δείλης και τη επαύριον. 19 και ου διεφώνησεν αυτοίς από μικρού έως μεγάλου και από των σκύλων και έως υιών και θυγατέρων και έως πάντων. 6 και εθλίβη Δαυίδ σφόδρα. και αμφοτέρας τας γυναίκας αυτού εξείλατο. ότι κατώδυνος ψυχή παντός του λαού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιεζραηλίτις και Αβιγαία η γυνή Νάβαλ του Καρμηλίου. 21 και παραγίνεται Δαυίδ προς τους διακοσίους άνδρας τους υπολειφθέντας του πορεύεσθαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 505 . 18 και αφείλατο Δαυίδ πάντα. και κατάξω σε επί το γεδδούρ τούτο. 7 και είπε Δαυίδ προς Αβιάθαρ τον ιερέα υιόν Αβιμέλεχ· προσάγαγε το εφούδ. και ουκ εσώθη εξ αυτών ανήρ ότι αλλ ‘ ή τετρακόσια παιδάρια. και είπε το παιδάριον το Αιγύπτιον· εγώ ειμι δούλος ανδρός Αμαληκίτου. και έφαγε.

ων εξειλόμεθα. 23 και είπε Δαυίδ· ου ποιήσετε ούτως μετά το παραδούναι τον Κύριον ημίν και φυλάξαι ημάς και παρέδωκε Κύριος τον γεδδούρ τον επερχόμενον εφ ‘ ημάς εις χείρας ημών. ου δώσομεν αυτοίς εκ των σκύλων. και ηρώτησαν αυτόν τα εις ειρήνην. 24 και τις επακούσεται υμών των λόγων τούτων. και προσήγαγε Δαυίδ έως του λαού. αυτός και οι άνδρες αυτού. και πίπτουσι τραυματίαι εν τω όρει τω Γελβουέ. ούτως έσται η μερίς του καθημένου επί τα σκεύη· κατά το αυτό μεριούνται. 22 και απεκρίθη πας ανήρ λοιμός και πονηρός των ανδρών των πολεμιστών των πορευθέντων μετά Δαυίδ και είπον. ους διήλθε Δαυίδ εκεί. 3 και βαρύνεται ο πόλεμος επί Σαούλ. ότι ουχ ήττον ημών εισι· διότι κατά την μερίδα του καταβαίνοντος εις τον πόλεμον. και εγένετο εις πρόσταγμα και εις δικαίωμα τω Ισραήλ έως της σήμερον. και έφυγον οι άνδρες Ισραήλ εκ προσώπου των αλλοφύλων. ότι ου κατεδίωξαν μεθ ‘ ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οπίσω Δαυίδ και εκάθισεν αυτούς εν τω χειμάρρω του Βοσόρ. ότι αλλ ‘ ή έκαστος την γυναίκα αυτού και τα τέκνα αυτού απαγέσθωσαν και αποστρεφέτωσαν. 26 Και ήλθε Δαυίδ εις Σεκελάκ και απέστειλε τοις πρεσβυτέροις των σκύλων Ιούδα και τοις πλησίον αυτού λέγων· ιδού από των σκύλων των εχθρών Κυρίου· 27 τοις εν Βαιθσούρ και τοις εν Ραμά νότου και τοις εν Ιεθθόρ 28 και τοις εν Αροήρ και τοις εν Αμμαδί και τοις εν Σαφί και τοις εν Εσθιέ 29 και τοις εν Γεθ και τοις εν Κινάν και τοις εν Σαφέκ και τοις εν Θιμάθ και τοις εν Καρμήλω και τοις εν ταις πόλεσι του Ιεραμηλί και τοις εν ταις πόλεσι του Κενεζί 30 και τοις εν Ιεριμούθ και τοις εν Βηρσαβεέ και τοις εν Νομβέ 31 και τοις εν Χεβρών και εις πάντας τους τόπους. 2 και συνάπτουσιν οι αλλόφυλοι τω Σαούλ και τοις υιοίς αυτού. και τύπτουσιν αλλόφυλοι τον Ιωνάθαν και τον Αμιναδάβ και τον Μελχισά υιούς Σαούλ. 25 και εγενήθη από της ημέρας εκείνης και επάνω. και εξήλθον εις απάντησιν Δαυίδ και εις απάντησιν του λαού του μετ ‘ αυτού. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 506 . Α ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ οι αλλόφυλοι επολέμουν επί Ισραήλ.

4 και είπε Σαούλ προς τον αίροντα τα σκεύη αυτού· σπάσαι την ρομφαίαν σου και αποκέντησόν με εν αυτη. 6 και απέθανε Σαούλ και οι τρεις υιοί αυτού και ο αίρων τα σκεύη αυτού εν τη ημέρα εκείνη κατά το αυτό. και καταλείπουσι τας πόλεις αυτών και φεύγουσι· και έρχονται οι αλλόφυλοι και κατοικούσιν εν αυταίς. 11 και ακούουσιν οι κατοικούντες Ιαβίς της Γαλααδίτιδος α εποίησαν οι αλλόφυλοι τω Σαούλ· 12 και ανέστησαν πας ανήρ δυνάμεως και επορεύθησαν όλην την νύκτα και έλαβον το σώμα Σαούλ και το σώμα Ιωνάθαν του υιού αυτού από του τείχους Βαιθσάν και φέρουσιν αυτούς εις Ιαβίς και κατακαίουσιν αυτούς εκεί. 13 και λαμβάνουσι τα οστά αυτών και θάπτουσιν υπό την άρουραν την εν Ιαβίς και νηστεύουσιν επτά ημέρας. 5 και είδεν ο αίρων τα σκεύη αυτού ότι τέθνηκε Σαούλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευρίσκουσιν αυτόν οι ακοντισταί. και επέπεσε και αυτός επί την ρομφαίαν αυτού και απέθανε μετ ‘ αυτού. και ουκ εβούλετο ο αίρων τα σκεύη αυτού. 8 και εγενήθη τη επαύριον έρχονται οι αλλόφυλοι εκδιδύσκειν τους νεκρούς και ευρίσκουσι τον Σαούλ και τους τρεις υιούς αυτού πεπτωκότας επί τα όρη Γελβουέ. μη έλθωσιν οι απερίτμητοι ούτοι και αποκεντήσωσί με και εμπαίξωσί μοι. 7 και είδον οι άνδρες Ισραήλ οι εν τω πέραν της κοιλάδος και οι εν τω πέραν του Ιορδάνου ότι έφυγον οι άνδρες Ισραήλ και ότι τέθνηκε Σαούλ και οι υιοί αυτού. και ετραυματίσθη εις τα υποχόνδρια. ότι εφοβήθη σφόδρα· και έλαβε Σαούλ την ρομφαίαν και επέπεσεν επ ‘ αυτήν. 10 και ανέθηκαν τα σκεύη αυτού εις το Ασταρτείον και το σώμα αυτού κατέπηξαν εν τω τείχει Βαιθσάν. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 507 . 9 και αποστρέφουσιν αυτόν και εξέδυσαν τα σκεύη αυτού και αποστέλλουσιν αυτά εις γην αλλοφύλων κύκλω ευαγγελίζοντες τοις ειδώλοις αυτών και τω λαω. άνδρες τοξόται.

και ιδού Σαούλ επεστήρικτο επί το δόρυ αυτού. και είπα· ιδού εγώ. 15 και εκάλεσε Δαυίδ εν των παιδαρίων αυτού και είπε· προσελθών απάντησον αυτω· και επάταξεν αυτόν. 7 και επέβλεψεν επί τα οπίσω αυτού και είδέ με και εκάλεσέ με. 9 και είπε προς με· στήθι δη επάνω μου και θανάτωσόν με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο μετά το αποθανείν Σαούλ και Δαυίδ ανέστρεψε τύπτων τον Αμαλήκ. ότι ήδειν ότι ου ζήσεται μετά το πεσείν αυτόν· και έλαβον το βασίλειον το επί την κεφαλήν αυτού και τον χλιδώνα τον επί του βραχίονος αυτού και ενήνοχα αυτά τω κυρίω μου ώδε. και είπεν ότι έφυγεν ο λαός εκ του πολέμου και πεπτώκασι πολλοί εκ του λαού και απέθανον· και Σαούλ και Ιωνάθαν ο υιος αυτού απέθανε. και τα ιμάτια αυτού διερρωγότα. και είπα· Αμαληκίτης εγώ ειμι. 6 και είπε το παιδάριον το απαγγέλλον αυτω· περιπτώματι περιέπεσον εν τω όρει τω Γελβουέ. απάγγειλόν μοι. 4 και είπεν αυτω Δαυίδ· τις ο λόγος ούτος. 8 και είπέ μοι· τις ει συ. 16 και είπε προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 508 . και γη επί της κεφαλής αυτού. και πάντες οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών. 3 και είπεν αυτω Δαυίδ· πόθεν συ παραγίνη. και απέθανε. ότι επλήγησαν εν ρομφαία. 12 και εκόψαντο και έκλαυσαν και ενήστευσαν έως δείλης επί Σαούλ και επί Ιωνάθαν τον υιόν αυτού και επί τον λαόν Ιούδα και επί τον οίκον Ισραήλ. και είπε προς αυτόν· εκ της παρεμβολής Ισραήλ εγώ διασέσωσμαι. και ιδού τα άρματα και οι ιππάρχαι συνήψαν αυτω. 14 και είπεν αυτω Δαυίδ· Πως ουκ εφοβήθης επενεγκείν χείρά σου διαφθείραι τον χριστόν Κυρίου. ότι κατέσχε με σκότος δεινόν. 5 και είπε Δαυίδ τω παιδαρίω τω απαγγέλλοντι αυτω· Πως οίδας ότι τέθνηκε Σαούλ και Ιωνάθαν ο υιος αυτού. και εγένετο εν τω εισελθείν αυτόν προς Δαυίδ και έπεσεν επί την γην και προσεκύνησεν αυτω. και εκάθισε Δαυίδ εν Σεκελάκ ημέρας δύο. 2 και εγενήθη τη ημέρα τη τρίτη και ιδού ανήρ ήλθεν εκ της παρεμβολής εκ του λαού Σαούλ. 11 και εκράτησε Δαυίδ των ιματίων αυτού και διέρρηξεν αυτά. 10 και επέστην επ ‘ αυτόν και εθανάτωσα αυτόν. και είπεν· υιος ανδρός παροίκου Αμαληκίτου εγώ ειμι.λαόν Ιοείπε Δαυίδ τω παιδαρίω τω απαγγέλλοντι αυτω· πόθεν ει συ. ότι πάσα η ψυχή μου εν εμοί.

επί Σαούλ κλαύσατε. 27 Πως έπεσαν δυνατοί και απώλοντο σκεύη πολεμικά. 21 όρη τα εν Γελβουέ μη καταβάτω δρόσος και μη υετός εφ ‘ υμάς και αγροί απαρχών. μη ποτε αγαλλιάσωνται θυγατέρες των απεριτμήτων. εγώ εθανάτωσα τον χριστόν Κυρίου. και είπεν· εις Χεβρών. 2 και ανέβη εκεί Δαυίδ εις Χεβρών και αμφότεραι αι γυναίκες αυτού. υπέρ των τεθνηκότων επί τα ύψη σου τραυματιών· Πως έπεσαν δυνατοί. 19 Στήλωσον. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και επηρώτησε Δαυίδ εν Κυρίω λέγων· ει αναβώ εις μίαν των πόλεων Ιούδα. εθαυμαστώθη η αγάπησίς σου εμοί υπέρ αγάπησιν γυναικών. μη ποτε ευφρανθώσι θυγατέρες αλλοφύλων. και είπε Δαυίδ· που αναβώ. ότι στο στόμα σου απεκρίθη κατά σου λέγων ότι. 23 Σαούλ και Ιωνάθαν. οι ηγαπημένοι και ωραίοι. ου διακεχωρισμένοι. αδελφέ μου Ιωνάθαν· ωραιώθης μοι σφόδρα. θυρεός Σαούλ ουκ εχρίσθη εν ελαίω. έκαστος και ο οίκος αυτού. ότι εκεί προσωχθίσθη θυρεός δυνατών. τον αναφέροντα κόσμον χρυσούν επί τα ενδύματα υμών. 24 θυγατέρες Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτόν Δαυίδ· το αίμά σου επί την κεφαλήν σου. 18 και είπε του διδάξαι τους υιούς Ιούδα· ιδού γέγραπται επί βιβλίου του ευθούς. 4 και έρχονται άνδρες της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 509 . 22 αφ ‘ αίματος τραυματιών και από στέατος δυνατών τόξον Ιωνάθαν ουκ απεστράφη κενόν εις τα οπίσω. 20 μη αναγγείλητε εν Γεθ και μη ευαγγελίσησθε εν ταις εξόδοις Ασκάλωνος. Ισραήλ. και ρομφαία Σαούλ ουκ ανέκαμψε κενή. και είπε Κύριος προς αυτόν· ανάβηθι. Αχινόομ η Ιεζραηλίτις και Αβιγαία η γυνή Νάβαλ του Καρμηλίου. 17 Και εθρήνησε Δαυίδ τον θρήνον τούτον επί Σαούλ και επί Ιωνάθαν τον υιόν αυτού. 25 Πως έπεσαν δυνατοί εν μέσω του πολέμου· Ιωνάθαν επί τα ύψη σου τραυματίας. ευπρεπείς εν τη ζωή αυτών και εν τω θανάτω αυτών ου διεχωρίσθησαν· υπέρ αετούς κούφοι και υπέρ λέοντας εκραταιώθησαν. τον ενδιδύσκοντα υμάς κόκκινα μετά κόσμου υμών. και κατώκουν εν ταις πόλεσι Χεβρών. 3 και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού. 26 αλγώ επί σοί.

ότε εβασίλευσεν επί Ισραήλ. 17 και εγένετο ο πόλεμος σκληρός ωστε λίαν εν τη ημέρα εκείνη. ας Δαυίδ εβασίλευσεν εν Χεβρών επί τον οίκον Ιούδα. 10 τεσσαράκοντα ετών Ιεβοσθέ υιος Σαούλ. 16 και εκράτησαν έκαστος τη χειρί την κεφαλήν του πλησίον αυτού. 12 Και εξήλθεν Αβεννήρ υιος Νήρ και οι παίδες Ιεβοσθέ υιού Σαούλ εκ Μαναέμ εις Γαβαών· 13 και Ιωάβ υιος Σαρουϊας και οι παίδες Δαυίδ εξήλθοσαν εκ Χεβρών και συναντώσιν αυτοίς επί την κρήνην την Γαβαών επί το αυτό. επτά έτη και μήνας εξ. 6 και νυν ποιήσαι Κύριος μεθ ‘ υμών έλεος και αλήθειαν. Και απήγγειλαν τω Δαυίδ λέγοντες· ότι οι άνδρες Ιαβίς της Γαλααδίτιδος έθαψαν τον Σαούλ. 8 Και Αβεννήρ υιος Νήρ αρχιστράτηγος του Σαούλ έλαβε τον Ιεβοσθέ υιόν Σαούλ και ανεβίβασεν αυτόν εκ της παρεμβολής εις Μαναέμ 9 και εβασίλευσεν αυτόν επί την Γαλααδίτιν και επί τον Θασιρί και επί την Ιεζράελ και επί τον Εφραίμ και επί τον Βενιαμίν και επί πάντα Ισραήλ. και εκάθισαν ούτοι επί τη κρήνην εντεύθεν. 14 και είπεν Αβεννήρ προς Ιωάβ· αναστήτωσαν δη τα παιδάρια και παιξάτωσαν ενώπιον ημών· και είπεν Ιωάβ· αναστήτωσαν. ότι τέθνηκεν ο κύριος υμών Σαούλ. και ούτοι επί την κρήνην εντεύθεν. ότι εποιήσατε το έλεος τούτο επί τον κύριον υμών. ότι εποιήσατε το ρήμα τούτο· 7 και νυν κραταιούσθωσαν αι χείρες υμών και γίνεσθε εις υιούς δυνατούς. 5 και απέστειλε Δαυίδ αγγέλους προς τους ηγουμένους Ιαβίς της Γαλααδίτιδος και είπε προς αυτούς Δαυίδ· ευλογημένοι υμείς τω Κυρίω. 15 και ανέστησαν και παρήλθον εν αριθμω των παίδων Βενιαμίν δώδεκα των Ιεβοσθέ υιού Σαούλ και δώδεκα εκ των παίδων Δαυίδ. και έπταισεν Αβεννήρ και άνδρες Ισραήλ ενώπιον παίδων Δαυίδ. και δύο έτη εβασίλευσε. και μάχαιρα αυτού εις πλευράν του πλησίον αυτού. πλήν του οίκου Ιούδα. και Ασαήλ κούφος τοις ποσίν αυτού ωσεί μία δορκάς εν αγρω. επί Σαούλ τον χριστόν Κυρίου και εθάψατε αυτόν και Ιωνάθαν τον υιόν αυτού. Ιωάβ και Αβεσσά και Ασαήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιουδαίας και χρίουσι τον Δαυίδ εκεί του βασιλεύειν επί τον οίκον Ιούδα. και γε εγώ ποιήσω μεθ ‘ υμών τα αγαθά ταύτα. ή εστιν εν Γαβαών. και γε εμέ κέχρικεν ο οίκος Ιούδα εφ ‘ εαυτόν εις βασιλέα. 18 και εγένοντο εκεί τρεις υιοί Σαρουϊας. και πίπτουσι κατά το αυτό· και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Μερίς των επιβούλων. 19 και κατεδίωξεν Ασαήλ οπίσω Αβεννήρ και ουκ εξέκλινε του πορεύεσθαι εις δεξιά ουδέ εις αριστερά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 510 . οί ήσαν οπίσω Δαυίδ· 11 και εγένοντο αι ημέραι.

διότι τότε εκ πρωϊόθεν ανέβη αν ο λαός έκαστος κατόπισθεν του αδελφού αυτού. 23 και που εστι ταύτα. 27 και είπεν Ιωάβ· ζη Κύριος. 30 και Ιωάβ ανέστρεψεν όπισθεν από του Αβεννήρ και συνήθροισε πάντα τον λαόν. 26 και εκάλεσεν Αβεννήρ Ιωάβ και είπε· μη εις νίκος καταφάγεται η ρομφαία. και είπεν· εγώ ειμι. και πίπτει εκεί και αποθνήσκει υποκάτω αυτού. ότι ει μη ελάλησας. 21 και είπεν αυτω Αβεννήρ· έκλινον συ εις τα δεξιά ή εις τα αριστερά και κάτασχε σεαυτω εν των παιδαρίων και λαβέ σεαυτω την πανοπλίαν αυτού· και ουκ ηθέλησεν Ασαήλ εκκλίναι εκ των όπισθεν αυτού. και υφίστατο. και ουκ εβούλετο του αποστήναι. και εγένετο πας ο ερχόμενος έως του τόπου. ου έπεσεν εκεί Ασαήλ και απέθανε. 28 και εσάλπισεν Ιωάβ τη σάλπιγγι. 31 και οι παίδες Δαυίδ επάταξαν των υιών Βενιαμίν των ανδρών Αβεννήρ τριακοσίους εξήκοντα άνδρας παρ ‘ αυτού. και διέφαυσεν αυτοίς εν Χεβρών. 32 και αίρουσι τον Ασαήλ και θάπτουσιν αυτόν εν τω τάφω του πατρός αυτού εν Βηθλεέμ. και έως πότε ου μη είπης τω λαω αποστρέφειν από όπισθεν των αδελφών ημών. και αυτοί εισήλθον έως του βουνού Αμμάν. επίστρεφε προς Ιωάβ τον αδελφόν σου. ό εστιν επί προσώπου Γαί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατόπισθεν Αβεννήρ. και απέστησαν πας ο λαός και ου κατεδίωξαν οπίσω του Ισραήλ και ου προσέθεντο έτι του πολεμείν. 24 και κατεδίωξεν Ιωάβ και Αβεσσά οπίσω Αβεννήρ· και ο ήλιος έδυνε. 29 και Αβεννήρ και οι άνδρες αυτού απήλθον εις δυσμάς όλην την νύκτα εκείνην και διέβαιναν τον Ιορδάνην και επορεύθησαν όλην την παρατείνουσαν και έρχονται εις την παρεμβολήν. ή ουκ οίδας ότι πικρά έσται εις τα έσχατα. οδόν έρημον Γαβαών. 25 και συναθροίζονται οι υιοί Βενιαμίν οι οπίσω Αβεννήρ και εγενήθησαν εις συνάντησιν μίαν και έστησαν επί κεφαλήν βουνού ενός. και επεσκέπησαν των παίδων Δαυίδ εννεακαίδεκα άνδρες και Ασαήλ. ίνα μη πατάξω σε εις την γην· και Πως αρώ το πρόσωπόν μου προς Ιωάβ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 511 . και τύπτει αυτόν Αβεννήρ εν τω οπίσω του δόρατος επί την ψόαν. και επορεύθη Ιωάβ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού όλην την νύκτα. 20 και επέβλεψεν Αβεννήρ εις τα οπίσω αυτού και είπεν· ει συ ει αυτός Ασαήλ. 22 και προσέθετο έτι Αβεννήρ λέγων τω Ασαήλ· απόστηθι απ ‘ εμού. και διεξήλθε το δόρυ εκ των οπίσω αυτού.

και του αναστήσαι τον θρόνον Δαυίδ επί Ισραήλ και επί τον Ιούδαν από Δάν έως Βηρσαβεέ. και ο τρίτος Αβεσσαλώμ υιος Μααχά θυγατρός Θολμί βασιλέως Γεσίρ. παραχρήμα λέγων· διάθου διαθήκην σου μετ ‘ εμού. 12 Και απέστειλεν Αβεννήρ αγγέλους προς Δαυίδ εις Θαιλάμ ου ην. 3 και ο δεύτερος αυτού Δαλουϊα της Αβιγαίας της Καρμηλίας. 8 και εθυμώθη σφόδρα Αβεννήρ περί του λόγου τούτου τω Ιεβοσθέ. 4 και ο τέταρτος ‘Ορνία υιος Φεγγίθ. ότι καθώς ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ. πλήν λόγον ένα εγώ αιτούμαι παρά σου λέγων· ουκ όψει το πρόσωπόν μου. 7 και τω Σαούλ παλλακή Ρεσφά θυγάτηρ Ιάλ· και είπεν Ιεβοσθέ υιος Σαούλ προς Αβεννήρ· τι ότι εισήλθες προς την παλλακήν του πατρός μου. και ο πέμπτος Σαβατία της Αβιτάλ. και Αβεννήρ ην κρατών του οίκου Σαούλ. 13 και είπε Δαυίδ· καλώς εγώ διαθήσομαι προς σε διαθήκην. εάν μη αγάγης την Μελχόλ θυγατέρα Σαούλ παραγινομένου σου ιδείν το πρόσωπόν μου. ην έλαβον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 512 . εποίησα σήμερον έλεος μετά του οίκου Σαούλ του πατρός σου και περί αδελφών και περί γνωρίμων και ουκ ηυτομόλησα εις τον οίκον Δαυίδ· και επιζητείς επ ‘ εμέ συ υπέρ αδικίας γυναικός σήμερον. και ιδού η χείρ μου μετά σου επιστρέψαι προς σε πάντα τον οίκον Ισραήλ. 14 και εξαπέστειλε Δαυίδ προς Ιεβοσθέ υιόν Σαούλ αγγέλους λέγων· απόδος μοι την γυναίκά μου την Μελχόλ. 9 τάδε ποιήσαι ο Θεός τω Αβεννήρ και τάδε προσθείη αυτω. 11 και ουκ ηδυνάσθη έτι Ιεβοσθέ αποκριθήναι τω Αβεννήρ ρήμα από του φοβείσθαι αυτόν. ότι ούτως ποιήσω αυτω εν τη ημέρα ταύτη 10 περιελείν την βασιλείαν από του οίκου Σαούλ. 6 Και εγένετο εν τω είναι τον πόλεμον ανά μέσον του οίκου Σαούλ και ανά μέσον του οίκου Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ εγένετο ο πόλεμος επί πολύ ανά μέσον του οίκου Σαούλ και ανά μέσον του οίκου Δαυίδ· και ο οίκος Δαυίδ επορεύετο και εκραταιούτο. και ο οίκος Σαούλ επορεύετο και ησθένει. 5 και ο έκτος Ιεθεραάμ της Αιγλά γυναικός Δαυίδ· ούτοι ετέχθησαν τω Δαυίδ εν Χεβρών. 2 Και ετέχθησαν τω Δαυίδ υιοί εν Χεβρών. και είπεν Αβεννήρ προς αυτόν· μη κεφαλή κυνός εγώ ειμι. και ην ο πρωτότοκος αυτού Αμνών της Αχινόομ της Ιεζραηλίτιδος.

όσα ήρεσεν εν οφθαλμοίς Ισραήλ και εν οφθαλμοίς οίκου Βενιαμίν. και εποίησε Δαυίδ τω Αβεννήρ και τοις ανδράσι τοις μετ ‘ αυτού πότον. 25 ή ουκ οίδας την κακίαν Αβεννήρ υιού Νήρ. 28 Και ήκουσε Δαυίδ μετά ταύτα και είπεν· αθώός ειμι εγώ και η βασιλεία μου από Κυρίου και έως αιώνος από των αιμάτων Αβεννήρ υιού Νήρ· 29 καταντησάτωσαν επί κεφαλήν Ιωάβ και επί πάντα τον οίκον του πατρός αυτού. και σκύλα πολλά έφερον μεθ ‘ εαυτών· και Αβεννήρ ουκ ην μετά Δαυίδ εις Χεβρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν εκατόν ακροβυστίαις αλλοφύλων. 22 και ιδού οι παίδες Δαυίδ και Ιωάβ παρεγένοντο εκ της εξοδίας. και απέθανεν εν τω αιματι Ασαήλ του αδελφού Ιωάβ. ιδού ήλθεν Αβεννήρ προς σε. 24 και εισήλθεν Ιωάβ προς τον βασιλέα και είπε· τι τούτο εποίησας. οίς επιθυμεί η ψυχή σου. 19 και ελάλησεν Αβεννήρ εν τοις ωσί Βενιαμίν. 16 και επορεύετο ο ανήρ αυτής μετ ‘ αυτής κλαίων οπίσω αυτής έως Βαρακίμ· και είπε προς αυτόν Αβεννήρ· πορεύου. και επορεύθη εν ειρήνη. και βασιλεύσεις επί πάσιν. ότι απεστάλκει αυτόν και απεληλύθει εν ειρήνη. και μη εκλείποι εκ του οίκου Ιωάβ γονορρυής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 513 . 17 και είπεν Αβεννήρ προς τους πρεσβυτέρους Ισραήλ λέγων· χθές και τρίτην εζητείτε τον Δαυίδ βασιλεύειν εφ ‘ υμών· 18 και νυν ποιήσατε. 26 και ανέστρεψεν Ιωάβ από του Δαυίδ και απέστειλεν αγγέλους προς Αβεννήρ οπίσω. ανάστρεφε· και ανέστρεψε. 23 και Ιωάβ και πάσα η στρατιά αυτού ήλθοσαν. και απηγγέλη τω Ιωάβ λέγοντες· ήκει Αβεννήρ υιος Νήρ προς Δαυίδ. και απέσταλκεν αυτόν και απήλθεν εν ειρήνη. 15 και απέστειλεν Ιεβοσθέ και έλαβεν αυτήν παρά του ανδρός αυτής. και επιστρέφουσιν αυτόν από του φρέατος του Σεειράμ· και Δαυίδ ουκ ήδει. 21 και είπεν Αβεννήρ προς Δαυίδ· αναστήσομαι δη και πορεύσομαι και συναθροίσω προς κύριόν μου τον βασιλέα πάντα Ισραήλ και διαθήσομαι μετ ‘ αυτού διαθήκην. και εξέκλινεν αυτόν Ιωάβ εκ πλαγίων της πύλης λαλήσαι προς αυτόν ενεδρεύων και επάταξεν αυτόν εκεί εις την ψόαν. ότι Κύριος ελάλησε περί Δαυίδ λέγων· εν χειρί του δούλου μου Δαυίδ σώσω τον Ισραήλ εκ χειρός αλλοφύλων και εκ χειρός πάντων των εχθρών αυτών. ότι απατήσαί σε παρεγένετο και γνώναι την έξοδόν σου και την είσοδόν σου και γνώναι άπαντα. και απέστειλε Δαυίδ τον Αβεννήρ. όσα συ ποιείς. 20 Και ήλθεν Αβεννήρ προς Δαυίδ εις Χεβρών και μετ ‘ αυτού είκοσιν άνδρες. 27 και επέστρεψε τον Αβεννήρ εις Χεβρών. παρά Φαλτιήλ υιού Σελλής. και ινατί εξαπέσταλκας αυτόν και απελήλυθεν εν ειρήνη. και επορεύθη Αβεννήρ του λαλήσαι εις τα ώτα του Δαυίδ εις Χεβρών πάντα.

και εξελύθησαν αι χείρες αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και λεπρός και κρατών σκυτάλης και πίπτων εν ρομφαία και ελασσούμενος άρτοις. 36 και έγνω πας ο λαός. και συνήχθη πας ο λαός του κλαύσαι αυτόν. και ήρεσεν ενώπιον αυτών πάντα. 35 και ήλθε πας ο λαός περιδειπνήσαι τον Δαυίδ άρτοις έτι ούσης ημέρας. ενώπιον υιών αδικίας έπεσας. οι πόδες σου ουκ εν πέδαις· ου προσήγαγεν ως Νάβαλ. 39 και ότι εγώ ειμι συγγενής σήμερον και καθεσταμένος υπό βασιλέως. 30 Ιωάβ δε και Αβεσσά ο αδελφός αυτού διαπαρετηρούντο τον Αβεννήρ ανθ ‘ ων εθανάτωσε τον Ασαήλ τον αδελφόν αυτών εν Γαβαών. υιοί Ρεμμών του Βηρωθαίου εκ των υιών Βενιαμίν· ότι Βηρώθ ελογίζετο τοις υιοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 514 . 38 και είπεν ο βασιλεύς προς τους παίδας αυτού· ουκ οίδατε ότι ηγούμενος μέγας πέπτωκεν εν τη ημέρα ταύτη εν τω Ισραήλ. και ώμοσε Δαυίδ λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. 2 και δύο άνδρες ηγούμενοι συστρεμμάτων τω Ιεβοσθέ υιω Σαούλ. ου μη γεύσωμαι άρτου ή από παντός τινος. 33 και εθρήνησεν ο βασιλεύς επί Αβεννήρ και είπεν· ει κατά τον θάνατον Νάβαλ αποθανείται Αβεννήρ. ότι εάν μη δύη ο ήλιος. εν τω πολέμω. όσα εποίησεν ο βασιλεύς ενώπιον του λαού. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ήκουσεν Ιεβοσθέ υιος Σαούλ ότι τέθνηκεν Αβεννήρ υιος Νήρ εν Χεβρών. ότι ουκ εγένετο παρά του βασιλέως θανατώσαι τον Αβεννήρ υιόν Νήρ. 32 και θάπτουσι τον Αβεννήρ εν Χεβρών· και ήρεν ο βασιλεύς την φωνήν αυτού και έκλαυσεν επί του τάφου αυτού. 34 αι χείρές σου ουκ εδέθησαν. οι δε άνδρες ούτοι υιοί Σαρουϊας σκληρότεροί μου εισιν· αποδω Κύριος τω ποιούντι τα πονηρά κατά την κακίαν αυτού. 31 και είπε Δαυίδ προς Ιωάβ και προς πάντα τον λαόν τον μετ ‘ αυτού· διαρρήξατε τα ιμάτια υμών και περιζώσασθε σάκκους και κόπτεσθε έμπροσθεν Αβεννήρ· και ο βασιλεύς Δαυίδ επορεύετο οπίσω της κλίνης. και πάντες οι άνδρες Ισραήλ παρείθησαν. και έκλαυσε πας ο λαός επί Αβεννήρ. όνομα τω ενί Βαανά και όνομα τω δευτέρω Ρηχάβ. 37 και έγνω πας ο λαός και πας Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη.

και ήρεν αυτόν η τιθηνός αυτού και έφυγε. και τύπτουσιν αυτόν και θανατούσι και αφαιρούσι την κεφαλήν αυτού και έλαβον την κεφαλήν αυτού και απήλθον οδόν την κατά δυσμάς όλην την νύκτα. και όνομα αυτω Μεμφιβοσθέ. και εγένετο εν τω σπεύδειν αυτόν και αναχωρείν. 11 και νυν άνδρες πονηροί απεκτάγκασιν άνδρα δίκαιον εν τω οίκω αυτού επί της κοίτης αυτού· και νυν εκζητήσω το αίμα αυτού εκ χειρός υμών και εξολοθρεύσω υμάς εκ της γης. ως η ημέρα αύτη. ω έδει με δούναι ευαγγέλια. 9 και απεκρίθη Δαυίδ τω Ρεκχά και τω Βαανά αδελφω αυτού υιοίς Ρεμμών του Βηρωθαίου και είπεν αυτοίς· ζη Κύριος. και κατέσχον αυτόν και απέκτεινα αυτόν εν Σεκελάκ. 3 και απέδρασαν οι Βηθωραίοι εις Γεθθαίμ και ήσαν εκεί παροικούντες έως της ημέρας ταύτης. και Ιεβοσθέ εκάθευδεν επί της κλίνης αυτού εν τω κοιτώνι αυτού. ος ελυτρώσατο την ψυχήν μου εκ πάσης θλίψεως. και Ρεκχά και Βαανά οι αδελφοί διέλαθον 7 και εισήλθον εις τον οίκον. 5 και επορεύθησαν υιοί Ρεμμών του Βηρωθαίου Ρεκχά και Βαανά και εισήλθον εν τω καύματι της ημέρας εις οίκον Ιεβοσθέ. και αυτός ην ως ευαγγελιζόμενος ενώπιόν μου. και έπεσε και εχωλάνθη. ος εζήτει την ψυχήν σου. 8 και ήνεγκαν την κεφαλήν Ιεβοσθέ τω Δαυίδ εις Χεβρών και είπαν προς τον βασιλέα· ιδού η κεφαλή Ιεβοσθέ υιού Σαούλ του εχθρού σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 515 . και έδωκε Κύριος τω κυρίω βασιλεί εκδίκησιν των εχθρών αυτού. 4 και τω Ιωνάθαν υιω Σαούλ υιος πεπληγώς τους πόδας· υιος ετών πέντε ούτος εν τω ελθείν την αγγελίαν Σαούλ και Ιωνάθαν του υιού αυτού εξ Ιεζραήλ. 10 ότι ο απαγγείλας μοι ότι τέθνηκε Σαούλ. 6 και ιδού η θυρωρός του οίκου εκάθαιρε πυρούς και ενύσταξε και εκάθευδε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Βενιαμίν. και αυτός εκάθευδεν εν τη κοίτη της μεσημβρίας. 12 και ενετείλατο Δαυίδ τοις παιδαρίοις αυτού και αποκτείνουσιν αυτούς και κολοβούσι τας χείρας αυτών και τους πόδας αυτών και εκρέμασαν αυτούς επί της κρήνης εν Χεβρών· και την κεφαλήν Ιεβοσθέ έθαψαν εν τω τάφω Αβεννήρ υιού Νήρ. εκ Σαούλ του εχθρού σου και εκ του σπέρματος αυτού.

5 επτά έτη και μήνας εξ εβασίλευσεν εν Χεβρών επί τον Ιούδαν και τριάκοντα τρία έτη εβασίλευσεν επί πάντα Ισραήλ και Ιούδαν εν Ιερουσαλήμ. 13 και έλαβε Δαυίδ έτι γυναίκας και παλλακάς εξ Ιερουσαλήμ μετά το ελθείν αυτόν εκ Χεβρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ παραγίνονται πάσαι αι φυλαί Ισραήλ προς Δαυίδ εις Χεβρών και είπαν αυτω· ιδού οστά σου και σάρκες σου ημείς· 2 και εχθές και τρίτην όντος Σαούλ βασιλέως εφ ‘ ημίν. 4 υιος τριάκοντα ετών Δαυίδ εν τω βασιλεύσαι αυτόν και τεσσαράκοντα έτη εβασίλευσεν. 9 και εκάθισε Δαυίδ εν τη περιοχή. και είπε Κύριος προς σε· συ ποιμανείς τον λαόν μου τον Ισραήλ. και διέθετο αυτοίς ο βασιλεύς Δαυίδ διαθήκην εν Χεβρών ενώπιον Κυρίου. και Κύριος παντοκράτωρ μετ ‘ αυτού. 14 και ταύτα τα ονόματα των γεννηθέντων αυτω εν Ιερουσαλήμ· Σαμμούς και Σωβάβ και Νάθαν και Σαλωμών 15 και Εβεάρ και Ελισούς και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 516 . 6 Και απήλθε Δαυίδ και οι άνδρες αυτού εις Ιερουσαλήμ προς τον Ιεβουσαίον τον κατοικούντα την γην. και ερρέθη τω Δαυίδ· ουκ εισελεύση ώδε. και εγένοντο τω Δαυίδ έτι υιοί και θυγατέρες. ότι αντέστησαν οι τυφλοί και οι χωλοί λέγοντες ότι ουκ εισελεύσεται Δαυίδ ώδε. και εκλήθη αύτη η πόλις Δαυίδ· και ωκοδόμησεν αυτήν πόλιν κύκλω από της άκρας και τον οίκον αυτού. και ότι επήρθη η βασιλεία αυτού δια τον λαόν αυτού Ισραήλ. και συ έση εις ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ. 8 και είπε Δαυίδ τη ημέρα εκείνη· πας τύπτων Ιεβουσαίον απτέσθω εν παραξιφίδι και τους χωλούς και τους τυφλούς και τους μισούντας την ψυχήν Δαυίδ· δια τούτο ερούσι· τυφλοί και χωλοί ουκ εισελεύσονται εις οίκον Κυρίου. 7 και κατελάβετο Δαυίδ την περιοχήν Σιών (αύτη η πόλις του Δαυίδ). 11 και απέστειλε Χειράμ βασιλεύς Τύρου αγγέλους προς Δαυίδ και ξύλα κέδρινα και τέκτονας ξύλων και τέκτονας λίθων και ωκοδόμησαν οίκον τω Δαυίδ. 12 και έγνω Δαυίδ ότι ητοίμασεν αυτόν Κύριος εις βασιλέα επί Ισραήλ. συ ήσθα ο εξάγων και εισάγων τον Ισραήλ. 10 και διεπορεύετο Δαυίδ πορευόμενος και μεγαλυνόμενος. 3 και έρχονται πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ προς τον βασιλέα εις Χεβρών. και χρίουσι τον Δαυίδ εις βασιλέα επί πάντα Ισραήλ.

και ελάβοσαν αυτούς Δαυίδ και οι άνδρες οι μετ ‘ αυτού. ως διακόπτεται ύδατα· δια τούτο εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου. και είπε Δαυίδ· διέκοψε Κύριος τους εχθρούς αλλοφύλους ενώπιον εμού. Λεασαμύς. Ελιφαλάτ. και ανέβησαν πάντες οι αλλόφυλοι ζητείν τον Δαυίδ· και ήκουσε Δαυίδ και κατέβη εις την περιοχήν. αποστρέφου απ ‘ αυτών και παρέση αυτοίς πλησίον του Κλαυθμώνος· 24 και έσται εν τω ακούσαί σε την φωνήν του συγκλεισμού από του άλσους του Κλαυθμώνος. Ιωνάθαν. 21 και καταλιμπάνουσιν εκεί τους θεούς αυτών. και επάταξε τους αλλοφύλους από Γαβαών έως της γης Γαζηρά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναφέκ και Ιεφιές 16 και Ελισαμά και Ελιδαέ και Ελιφαλάθ. Ιεσσιβάθ. Ελιφαάθ. 23 και επηρώτησε Δαυίδ δια Κυρίου και είπε Κύριος· ουκ αναβήση εις συνάντησιν αυτών. ως εβδομήκοντα χιλιάδας. Ιεβαάρ. 18 και οι αλλόφυλοι παραγίνονται και συνέπεσαν εις την κοιλάδα των Τιτάνων 19 και ηρώτησε Δαυίδ δια Κυρίου λέγων· ει αναβώ προς τους αλλοφύλους και παραδώσεις αυτούς εις τας χείράς μου. Θεησούς. ότι παραδιδούς παραδώσω τους αλλοφύλους εις τας χείράς σου. Επάνω διακοπών. 2 και ανέστη και επορεύθη Δαυίδ και πας ο λαός ο μετ ‘ αυτού και από των αρχόντων Ιούδα εν αναβάσει του αναγαγείν εκείθεν την κιβωτόν του Θεού. εφ ‘ ην επεκλήθη το όνομα του Κυρίου των δυνάμεων καθημένου επί των Χερουβίν επ ‘ αυτής. 22 και προσέθεντο έτι αλλόφυλοι του αναβήναι και συνέπεσαν εν τη κοιλάδι των Τιτάνων. 3 και επεβίβασαν την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 517 . Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ συνήγαγεν έτι Δαυίδ πάντα νεανίαν εξ Ισραήλ. Νάθαν. Βααλιμάθ. Ναφέκ. 25 και εποίησε Δαυίδ καθώς ενετείλατο αυτω Κύριος. Γαλαμαάν. 17 Και ήκουσαν οι αλλόφυλοι ότι κέχρισται Δαυίδ βασιλεύς επί Ισραήλ. τότε καταβήση προς αυτούς. και είπε Κύριος προς Δαυίδ· ανάβαινε. Ναγέδ. ότι τότε εξελεύσεται Κύριος έμπροσθέν σου κόπτειν εν τω πολέμω των αλλοφύλων. 20 και ήλθε Δαυίδ εκ των επάνω διακοπών και έκοψε τους αλλοφύλους εκεί. Σαμαέ.

και απέκλινεν αυτήν Δαυίδ εις οίκον Αβεδδαρά του Γεθθαίου. 16 και εγένετο της κιβωτού παραγινομένης έως πόλεως Δαυίδ και Μελχόλ η θυγάτηρ Σαούλ διέκυπτε δια της θυρίδος και είδε τον βασιλέα Δαυίδ ορχούμενον και ανακρουόμενον ενώπιον Κυρίου και εξουδένωσεν αυτόν εν τη καρδία αυτής. και έπαισεν αυτόν εκεί ο Θεός. 6 και παραγίνονται έως άλω Ναχών. και απέθανεν εκεί παρά την κιβωτόν του Κυρίου ενώπιον του Θεού. και ο Δαυίδ ενδεδυκώς στολήν έξαλλον. εκάστω κολλυρίδα άρτου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 518 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κιβωτόν Κυρίου εφ ‘ άμαξαν καινήν και ήραν αυτήν εξ οίκου Αμιναδάβ του εν τω βουνω· και ‘Οζά και οι αδελφοί αυτού υιοί Αμιναδάβ ήγον την άμαξαν συν τη κιβωτω. ότι περιέσπασεν αυτήν ο μόσχος. 17 και φέρουσι την κιβωτόν του Κυρίου και ανέθησαν αυτήν εις τον τόπον αυτής εις μέσον της σκηνής. 14 και Δαυίδ ανεκρούετο εν οργάνοις ηρμοσμένοις ενώπιον Κυρίου. 5 και Δαυίδ και υιοί Ισραήλ παίζοντες ενώπιον Κυρίου εν οργάνοις ηρμοσμένοις εν ισχύϊ. και εξέτεινεν ‘Οζά την χείρα αυτού επί την κιβωτόν του Θεού κατασχείν αυτήν και εκράτησεν αυτήν. 15 και Δαυίδ και πας ο οίκος Ισραήλ ανήγαγον την κιβωτόν Κυρίου μετά κραυγής και μετά φωνής σάλπιγγος. 12 και απηγγέλη τω βασιλεί Δαυίδ λέγοντες· ευλόγησε Κύριος τον οίκον Αβεδδαρά και πάντα τα αυτού ένεκα της κιβωτού του Θεού. και επορεύθη Δαυίδ και ανήγαγε την κιβωτόν του Κυρίου εκ του οίκου Αβεδδαρά εις την πόλιν Δαυίδ εν ευφροσύνη. 18 και συνετέλεσε Δαυίδ συναναφέρων τας ολοκαυτώσεις και τας ειρηνικάς και ευλόγησε τον λαόν εν ονόματι Κυρίου των δυνάμεων. και εν ωδαίς και εν κινύραις και εν νάβλαις και εν τυμπάνοις και εν κυμβάλοις και εν αυλοίς. 13 και ήσαν μετ ‘ αυτού αίροντες την κιβωτόν επτά χοροί και θύμα μόσχος και άρνες. 19 και διεμέρισε παντί τω λαω εις πάσαν την δύναμιν του Ισραήλ από Δάν έως Βηρσαβεέ και από ανδρός έως γυναικός. 10 και ουκ εβούλετο Δαυίδ του εκκλίναι προς αυτόν την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εις την πόλιν Δαυίδ. 4 και οι αδελφοί αυτού επορεύοντο έμπροσθεν της κιβωτού. 7 και εθυμώθη οργή Κύριος τω ‘Οζά. ης έπηξεν αυτη Δαυίδ· και ανήνεγκε Δαυίδ ολοκαυτώματα ενώπιον Κυρίου και ειρηνικάς. 11 και εκάθισεν η κιβωτός του Κυρίου εις οίκον Αβεδδαρά του Γεθθαίου μήνας τρεις· και ευλόγησε Κύριος όλον τον οίκον Αβεδδαρά και πάντα τα αυτού. 9 και εφοβήθη Δαυίδ τον Κύριον εν τη ημέρα εκείνη λέγων· Πως εισελεύσεται προς με η κιβωτός Κυρίου. 8 και ηθύμησε Δαυίδ υπέρ ου διέκοψε Κύριος διακοπήν εν τω ‘Οζά· και εκλήθη ο τόπος εκείνος Διακοπή ‘Οζά έως της ημέρας ταύτης.

και ειπόν προς τον δούλόν μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος· ου συ οικοδομήσεις μοι οίκον του κατοικήσαί με· 6 ότι ου κατώκηκα εν οίκω αφ ‘ ης ημέρας ανήγαγον τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου έως της ημέρας ταύτης και ήμην εμπεριπατών εν καταλύματι και εν σκηνή. 3 και είπε Νάθαν προς τον βασιλέα· πάντα. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο ότε εκάθισεν ο βασιλεύς εν τω οίκω αυτού. ει λαλών ελάλησα προς μίαν φυλήν του Ισραήλ. 8 και νυν τάδε ερείς τω δούλω μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έλαβόν σε εκ της μάνδρας των προβάτων του είναί σε εις ηγούμενον επί τον λαόν μου επί τον Ισραήλ 9 και ήμην μετά σου εν πάσιν. και Κύριος κατεκληρονόμησεν αυτόν κύκλω από πάντων των εχθρών αυτού των κύκλω. 7 εν πάσιν. ος απεκαλύφθη σήμερον εν οφθαλμοίς παιδισκών των δούλων εαυτού. βάδιζε και ποίει. 20 και επέστρεψε Δαυίδ ευλογήσαι τον οίκον αυτού. 23 και τη Μελχόλ θυγατρί Σαούλ ουκ εγένετο παιδίον έως της ημέρας του αποθανείν αυτήν. 21 και είπε Δαυίδ προς Μελχόλ· ενώπιον Κυρίου ορχήσομαι· ευλογητός Κύριος. ων είπάς με μη δοξασθήναι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εσχαρίτην και λάγανον από τηγάνου· και απήλθε πας ο λαός έκαστος εις τον οίκον αυτού. ότι Κύριος μετά σου. οίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 519 . 4 και εγένετο τη νυκτί εκείνη και εγένετο ρήμα Κυρίου προς Νάθαν λέγων· 5 πορεύου. και η κιβωτός του Θεού κάθηται εν μέσω της σκηνής. 2 και είπεν ο βασιλεύς προς Νάθαν τον προφήτην· ιδού δη εγώ κατοικώ εν οίκω κεδρίνω. οίς διήλθον εν παντί Ισραήλ. όσα αν εν τη καρδία σου. και εξήλθε Μελχόλ η θυγάτηρ Σαούλ εις απάντησιν Δαυίδ και ευλόγησεν αυτόν και είπε· τι δεδόξασται σήμερον ο βασιλεύς Ισραήλ. ω ενετειλάμην ποιμαίνειν τον λαόν μου Ισραήλ λέγων· ινατί ουκ ωκοδομήκατέ μοι οίκον κέδρινον. καθώς αποκαλύπτεται αποκαλυφθείς εις των ορχουμένων. ος εξελέξατό με υπέρ τον πατέρα σου και υπέρ πάντα τον οίκον αυτού του καταστήσαί με εις ηγούμενον επί τον λαόν αυτού επί τον Ισραήλ· και παίξομαι και ορχήσομαι ενώπιον Κυρίου 22 και αποκαλυφθήσομαι έτι ούτως και έσομαι αχρείος εν οφθαλμοίς σου και μετά των παιδισκών.

ό ελάλησας περί του δούλου σου και του οίκου αυτού. και νυν συ οίδας τον δούλόν σου. 12 και έσται εάν πληρωθώσιν αι ημέραι σου και κοιμηθήση μετά των πατέρων σου. Κύριε παντοκράτωρ Θεέ του Ισραήλ· και νυν καθώς ελάλησας. και αναπαύσω σε από πάντων των εχθρών σου. Κύριέ μου Κύριε. και ελάλησας υπέρ του οίκου του δούλου σου εις μακράν· ούτος δε ο νόμος του ανθρώπου. Κύριέ μου Κύριε. του εκβαλείν σε εκ προσώπου του λαού σου. εγένου αυτοίς εις Θεόν. Κύριε. 10 και θήσομαι τόπον τω λαω μου τω Ισραήλ και καταφυτεύσω αυτόν. 11 από των ημερών. και ανορθώσω τον θρόνον αυτού έως εις τον αιώνα. και ελέγξω αυτόν εν ράβδω ανδρών και εν αφαίς υιών ανθρώπων· 15 το δε έλεός μου ουκ αποστήσω απ ‘ αυτού. 16 και πιστωθήσεται ο οίκος αυτού και η βασιλεία αυτού έως αιώνος ενώπιόν μου. 23 και τις ως ο λαός σου Ισραήλ έθνος άλλο εν τη γη. οίς ηκούσαμεν εν τοις ωσίν ημών. και αναστήσω το σπέρμα σου μετά σε. και συ. του ποιήσαι μεγαλωσύνην και επιφάνειαν. και εξωλόθρευσα πάντας τους εχθρούς σου από προσώπου σου και εποίησά σε ονομαστόν κατά το όνομα των μεγάλων των επί της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επορεύου. ότι ηγάπησάς με έως τούτων. 21 δια τον λόγον σου πεποίηκας. και ο θρόνος αυτού έσται ανωρθωμένος εις τον αιώνα. ων έταξα κριτάς επί τον λαόν μου Ισραήλ. 24 και ητοίμασας σεαυτω τον λαόν σου Ισραήλ εις λαόν έως αιώνος. Κύριέ μου Κύριε. Κύριέ μου Κύριε. 19 και κατεσμικρύνθην μικρόν ενώπιόν σου. ους ελυτρώσω σεαυτω εξ Αιγύπτου. το ρήμα. καθώς απέστησα αφ ‘ ων απέστησα εκ προσώπου μου. 14 εγώ έσομαι αυτω εις πατέρα. ότι ουκ έστιν ως συ και ουκ έστι Θεός πλήν σου εν πάσιν. και ετοιμάσω την βασιλείαν αυτού· 13 αυτός οικοδομήσει μοι οίκον τω ονόματί μου. 17 κατά πάντας τους λόγους τούτους και κατά πάσαν την όρασιν ταύτην. ος έσται εκ της κοιλίας σου. ούτως ελάλησε Νάθαν προς Δαυίδ. του θέσθαι σε όνομα. και κατασκηνώσει καθ ‘ εαυτόν και ου μεριμνήσει ουκέτι. και ου προσθήσει υιος αδικίας του ταπεινώσαι αυτόν καθώς απ ‘ αρχής. και τις ο οίκός μου. 18 και εισήλθεν ο βασιλεύς Δαυίδ και εκάθισεν ενώπιον Κυρίου και είπε· τις ειμι εγώ. και κατά την καρδίαν σου εποίησας πάσαν την μεγαλωσύνην ταύτην γνωρίσαι τω δούλω σου 22 ένεκεν του μεγαλύναί σε. 25 και νυν. και απαγγελεί σοι Κύριος ότι οίκον οικοδομήσεις αυτω. ως ωδήγησεν αυτόν ο Θεός του λυτρώσασθαι αυτω λαόν. 20 και τι προσθήσει Δαυίδ έτι του λαλήσαι προς σε. 26 μεγαλυνθείη το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 520 . πίστωσον έως του αιώνος. Κύριέ μου Κύριε. και αυτός έσται μοι εις υιόν· και εάν έλθη η αδικία αυτού. Κύριέ μου Κύριε. έθνη και σκηνώματα.

βασιλέα Σουβά. 4 και προκατελάβετο Δαυίδ των αυτού χίλια άρματα και επτά χιλιάδας ιππέων και είκοσι χιλιάδας ανδρών πεζών. λέγων· οίκον οικοδομήσω σοι· δια τούτο εύρεν ο δούλός σου την καρδίαν εαυτού του προσεύξασθαι προς σε την προσευχήν ταύτην. και οι λόγοι σου έσονται αληθινοί. 5 και παραγίνεται Συρία Δαμασκού βοηθήσαι τω Αδρααζάρ βασιλεί Σουβά. 27 Κύριε παντοκράτωρ Θεός Ισραήλ. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και επάταξε Δαυίδ τους αλλοφύλους και ετροπώσατο αυτούς· και έλαβε Δαυίδ την αφωρισμένην εκ χειρός των αλλοφύλων. απεκάλυψας το ωτίον του δούλου σου. και τα δύο σχοινίσματα εζώγρησε. και εγένετο Μωάβ τω Δαυίδ εις δούλους φέροντας ξένια. και εγένετο ο Σύρος τω Δαυίδ εις δούλους φέροντας ξένια. και εγένετο τα δύο σχοινίσματα του θανατώσαι. και έσωσε Κύριος τον Δαυίδ εν πάσιν. και παρέλυσε Δαυίδ πάντα τα άρματα και υπελίπετο εαυτω εκατόν άρματα. συ ει ο Θεός. 28 και νυν. ότι συ. και ελάλησας υπέρ του δούλου σου τα αγαθά ταύτα· 29 και νυν άρξαι και ευλόγησον τον οίκον του δούλου σου του είναι εις τον αιώνα ενώπιόν σου. 3 και επάταξε Δαυίδ τον Αδρααζάρ υιόν Ραάβ. 2 και επάταξε Δαυίδ την Μωάβ και διεμέτρησεν αυτούς εν σχοινίοις κοιμίσας αυτούς επί την γην. οί ήσαν επί των παίδων των Αδρααζάρ βασιλέως Σουβά. 7 και έλαβε Δαυίδ τους χλιδώνας τους χρυσούς. 6 και έθετο Δαυίδ φρουράν εν Συρία τη κατά Δαμασκόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όνομά σου έως αιώνος. Κύριέ μου Κύριε. Κύριέ μου Κύριε. και επάταξε Δαυίδ εν τω Σύρω είκοσι δύο χιλιάδας ανδρών. οίς επορεύετο. ελάλησας. και από της ευλογίας σου ευλογηθήσεται ο οίκος του δούλου σου του είναι εις τον αιώνα. πορευομένου αυτού επιστήσαι την χείρα αυτού επί τον ποταμόν Ευφράτην. και ήνεγκεν αυτά εις Ιερουσαλήμ· και έλαβεν αυτά Σουσακίμ βασιλεύς Αιγύπτου εν τω αναβήναι αυτόν εις Ιερουσαλήμ εν ημέραις Ροβοάμ υιού Σολομώντος. 8 και εκ της Μασβάκ και εκ των εκλεκτών πόλεων του Αδρααζάρ έλαβεν ο βασιλεύς Δαυίδ χαλκόν πολύν σφόδρα· εν αυτω εποίησε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 521 .

9 και ήκουσε Θοού ο βασιλεύς Ημάθ ότι επάταξε Δαυίδ πάσαν την δύναμιν Αδρααζάρ. 4 και είπεν ο βασιλεύς· που ούτος. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ είπε Δαυίδ· ει έστιν έτι υπολελειμμένος εν τω οίκω Σαούλ και ποιήσω μετ ‘ αυτού έλεος ένεκεν Ιωνάθαν. και ο Χελεθθί και ο Φελεττί· και οι υιοί Δαυίδ αυλάρχαι ήσαν. και όνομα αυτω Σιβά. ου ηγίασεν εκ πασών των πόλεων. 17 και Σαδούκ υιος Αχιτώβ και Αχιμέλεχ υιος Αβιάθαρ ιερείς. 16 και Ιωάβ υιος Σαρουϊας επί της στρατιάς και Ιωσαφάτ υιος Αχιάδ επί των υπομνημάτων. και ην Δαυίδ ποιών κρίμα και δικαιοσύνην επί πάντα τον λαόν αυτού. και καλούσιν αυτόν προς Δαυίδ· και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς· συ ει Σιβά. 15 και εβασίλευσε Δαυίδ επί πάντα Ισραήλ. και είπεν· εγώ δούλος σός. και είπε Σιβά προς τον βασιλέα· έτι εστίν υιος τω Ιωνάθαν πεπληγώς τους πόδας. ων κατεδυνάστευσεν. και είπε Σιβά προς τον βασιλέα· ιδού εν οίκω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 522 . 2 και εκ του οίκου Σαούλ ην παις. 10 και απέστειλε Θοού Ιεδδουράν τον υιόν αυτού προς βασιλέα Δαυίδ ερωτήσαι αυτόν τα εις ειρήνην και ευλογήσαι αυτόν υπέρ ου επολέμησε τον Αδρααζάρ και επάταξεν αυτόν. 14 και έθετο εν τη Ιδουμαία φρουράν. 11 και ταύτα ηγίασεν ο βασιλεύς Δαυίδ τω Κυρίω μετά του αργυρίου και μετά του χρυσίου. και έσωσε Κύριος τον Δαυίδ εν πάσιν. 3 και είπεν ο βασιλεύς· ει υπολέλειπται εκ του οίκου Σαούλ έτι ανήρ και ποιήσω μετ ‘ αυτού έλεος Θεού. οίς επορεύετο. 13 και εποίησε Δαυίδ όνομα· και εν τω ανακάμπτειν αυτόν επάταξε την Ιδουμαίαν εν Γεβελέμ εις οκτωκαίδεκα χιλιάδας. και εγένοντο πάντες οι Ιδουμαίοι δούλοι τω βασιλεί. εν πάση τη Ιδουμαία. και Ασά ο γραμματεύς. 12 εκ της Ιδουμαίας και εκ της Μωάβ και εκ των υιών Αμμών και εκ των αλλοφύλων και εξ Αμαλήκ και εκ των σκύλων Αδρααζάρ υιού Ραάβ βασιλέως Σουβά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σολομών την θάλασσαν την χαλκήν και τους στύλους και τους λουτήρας και πάντα τα σκεύη. και εν ταις χερσίν αυτού ήσαν σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και σκεύη χαλκά. ότι αντικείμενος ην τω Αδρααζάρ. 18 και Βαναίας υιος Ιωδαέ σύμβουλος.

13 και Μεμφιβοσθέ κατώκει εν Ιερουσαλήμ. και όνομα αυτω Μιχά. 8 και προσεκύνησε Μεμφιβοσθέ και είπε· τις ειμι ο δούλός σου. συ και οι υιοί σου και οι δούλοί σου. 9 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Σιβά το παιδάριον Σαούλ και είπε προς αυτόν· πάντα όσα εστί τω Σαούλ και όλω τω οίκω αυτού δέδωκα τω υιω του κυρίου σου· 10 και εργά αυτω την γην. (και τω Σιβά ήσαν πεντεκαίδεκα υιοί και είκοσι δούλοι). και συ φαγή άρτον επί της τραπέζης μου διαπαντός. και εβασίλευσεν Αννών υιος αυτού αντ' αυτού. 2 και είπε Δαυίδ· ποιήσω έλεος μετά Αννών υιού Ναάς. 6 και παραγίνεται Μεμφιβοσθέ υιος Ιωνάθαν υιού Σαούλ προς τον βασιλέα Δαυίδ και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού και προσεκύνησεν αυτω. 7 και είπεν αυτω Δαυίδ· μη φοβού. ότι ποιών ποιήσω μετά σου έλεος δια Ιωνάθαν τον πατέρα σου και αποκαταστήσω σοι πάντα αγρόν Σαούλ πατρός του πατρός σου. 12 και τω Μεμφιβοσθέ υιος μικρός ην. ούτω ποιήσει ο δούλός σου· και Μεμφιβοσθέ ήσθιεν επί της τραπέζης Δαυίδ καθώς εις των υιών αυτού του βασιλέως. ότι επί της τραπέζης του βασιλέως αυτός διαπαντός ήσθιε· και αυτός ην χωλός αμφοτέροις τοις ποσίν αυτού. ον τρόπον εποίησεν ο πατήρ αυτού μετ' αυτού έλεος· και απέστειλε Δαυίδ παρακαλέσαι αυτόν εν χειρί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 523 . 11 και είπε Σιβά προς τον βασιλέα· κατά πάντα. και είπεν αυτω Δαυίδ· Μεμφιβοσθέ· και είπεν· ιδού ο δούλός σου. όσα εντέταλται ο κύριός μου ο βασιλεύς τω δούλω αυτού. και έδεται αυτούς· και Μεμφιβοσθέ υιος του κυρίου σου φάγεται διαπαντός άρτον επί της τραπέζης μου. ότι επέβλεψας επί τον κύνα τον τεθνηκότα τον όμοιον εμοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαχίρ υιού Αμιήλ εκ της Λαδάβαρ. και πάσα η κατοίκησις του οίκου Σιβά δούλοι του Μεμφιβοσθέ. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και απέθανε βασιλεύς υιών Αμμών. 5 και απέστειλεν ο βασιλεύς Δαυίδ και έλαβεν αυτόν εκ του οίκου Μαχίρ υιού Αμιήλ εκ της Λαδάβαρ. και εισοίσεις τω υιω του κυρίου σου άρτους.

και απέστειλεν εις απαντήν αυτών. εκ του κατά πρόσωπον εξεναντίας και εκ του όπισθεν. 6 και είδον οι υιοί Αμμών. δώδεκα χιλιάδας ανδρών. ότι απέστειλέ σοι παρακαλούντας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των δούλων αυτού περί του πατρός αυτού. 3 και είπον οι άρχοντες υιών Αμμών προς Αννών τον κύριον αυτών· μη παρά το δοξάζειν Δαυίδ τον πατέρα σου ενώπιόν σου. και ανέστρεψεν Ιωάβ από των υιών Αμμών και παρεγένετο εις Ιερουσαλήμ. τους δυνατούς. 17 και απηγγέλη τω Δαυίδ. και τον βασιλέα Μααχά. 7 και ήκουσε Δαυίδ. είκοσι χιλιάδας πεζών. και παρετάξαντο εξεναντίας υιών Αμμών. και απέστειλε τον Ιωάβ και πάσαν την δύναμιν. και εσόμεθα του σώσαί σε· 12 ανδρίζου και κραταιωθώμεν υπέρ του λαού ημών και περί των πόλεων του Θεού ημών. 5 και απήγγειλαν τω Δαυίδ υπέρ των ανδρών. αλλ' ουχί όπως ερευνήσωσι την πόλιν και κατασκοπήσωσιν αυτήν και του κατασκέψασθαι αυτήν απέστειλε Δαυίδ τους παίδας αυτού προς σε. ότι κατησχύνθησαν ο λαός Δαυίδ. και παρεγένοντο εις Αιλάμ. 9 και είδεν Ιωάβ ότι εγενήθη προς αυτόν αντιπρόσωπον του πολέμου. 13 και προσήλθεν Ιωάβ και ο λαός αυτού μετ' αυτού εις πόλεμον προς Συρίαν. 8 και εξήλθον οι υιοί Αμμών και παρετάξαντο πόλεμον παρά τη θύρα της πύλης Συρίας Σουβά και Ροώβ και Ιστώβ και Μααχά μόνοι εν αγρω. και συνήγαγε τον πάντα Ισραήλ και διέβη τον Ιορδάνην και παρεγένετο εις Αιλάμ· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 524 . χιλίους άνδρας. 10 και το κατάλοιπον του λαού έδωκεν εν χειρί Αβεσσά του αδελφού αυτού. ότι ήσαν οι άνδρες ητιμασμένοι σφόδρα· και είπεν ο βασιλεύς· καθίσατε εν Ιεριχώ έως του ανατείλαι τους πώγωνας υμών. και συνήχθησαν επί το αυτό. 14 και οι υιοί Αμμών είδαν ότι έφυγε Συρία. και απέστειλαν οι υιοί Αμμών και εμισθώσαντο την Συρίαν Βαιθραάμ και την Συρίαν Σουβά. και Ιστώβ. και έφυγαν από προσώπου αυτού. και επιστραφήσεσθε. και Σωβάκ άρχων της δυνάμεως Αδρααζάρ έμπροσθεν αυτών. και παρετάξαντο εξεναντίας Συρίας. 16 και απέστειλεν Αδρααζάρ και συνήγαγε την Συρίαν την εκ του πέραν του ποταμού Χαλαμάκ. 4 και έλαβεν Αννών τους παίδας Δαυίδ και εξύρησε τους πώγωνας αυτών και απέκοψε τους μανδύας αυτών εν τω ημίσει έως των ισχίων αυτών και εξαπέστειλεν αυτούς. 15 και είδε Συρία ότι έπταισεν έμπροσθεν Ισραήλ. και έφυγαν από προσώπου Αβεσσά και εισήλθον εις την πόλιν. και επελέξατο εκ πάντων των νεανιών Ισραήλ. και παρεγένοντο οι παίδες Δαυίδ εις την γην υιών Αμμών. και εάν κραταιωθώσιν υιοί Αμμών υπέρ σε. και Κύριος ποιήσει το αγαθόν εν οφθαλμοίς αυτού. και έσεσθέ μοι εις σωτηρίαν. 11 και είπεν· εάν κραταιωθή Συρία υπέρ εμέ.

4 και απέστειλε Δαυίδ αγγέλους και έλαβεν αυτήν. 5 και εν γαστρί έλαβεν η γυνή· και αποστείλασα απήγγειλε τω Δαυίδ και είπεν· εγώ ειμι εν γαστρί έχω. και επολέμησαν μετ' αυτού. και εξήλθεν οπίσω αυτού άρσις του βασιλέως. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ εγένετο επιστρέψαντος του ενιαυτού εις τον καιρόν της εξοδίας των βασιλέων. και διέφθειραν τους υιούς Αμμών και διεκάθισαν επί Ραββάθ· και Δαυίδ εκάθισεν εν Ιερουσαλήμ. και αυτή αγιαζομένη από ακαθαρσίας αυτής. 18 και έφυγε Συρία από προσώπου Ισραήλ. και επηρώτησε Δαυίδ εις ειρήνην Ιωάβ και εις ειρήνην του λαού και εις ειρήνην του πολέμου. 6 και απέστειλε Δαυίδ προς Ιωάβ λέγων· απόστειλον προς με τον Ουρίαν τον Χετταίον· και απέστειλεν Ιωάβ τον Ουρίαν προς Δαυίδ. ότι ου κατέβη Ουρίας εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 525 . 19 και είδαν πάντες οι βασιλείς οι δούλοι Αδρααζάρ ότι έπταισαν έμπροσθεν Ισραήλ. και απέθανεν εκεί. και εισήλθε προς αυτήν. και η γυνή καλή τω είδει σφόδρα. 8 και είπε Δαυίδ τω Ουρία· κατάβηθι εις τον οίκόν σου και νίψαι τους πόδας σου· και εξήλθεν Ουρίας εξ οίκου του βασιλέως. 10 και ανήγγειλαν τω Δαυίδ λέγοντες. και ανείλε Δαυίδ εκ της Συρίας επτακόσια άρματα και τεσσαράκοντα χιλιάδας ιππέων· και τον Σωβάκ τον άρχοντα της δυνάμεως αυτού επάταξε. 3 και απέστειλε Δαυίδ και εζήτησε την γυναίκα και είπεν· ουχί αύτη Βηρσαβεέ θυγάτηρ Ελιάβ γυνή Ουρίου του Χετταίου. 2 και εγένετο προς εσπέραν και ανέστη Δαυίδ από της κοίτης αυτού και περιεπάτει επί του δώματος του οίκου του βασιλέως και είδε γυναίκα λουομένην από του δώματος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και παρετάξατο Συρία απέναντι Δαυίδ. 7 και παραγίνεται Ουρίας και εισήλθε προς αυτόν. και απέστειλε Δαυίδ τον Ιωάβ και τους παίδας αυτού μετ' αυτού και τον πάντα Ισραήλ. και ηυτομόλησαν μετά Ισραήλ και εδούλευσαν αυτοίς. 9 και εκοιμήθη Ουρίας παρά τη θύρα του βασιλέως μετά των δούλων του κυρίου αυτού και ου κατέβη εις τον οίκον αυτού. και απέστρεψεν εις τον οίκον αυτής. και εφοβήθη Συρία του σώσαι έτι τους υιούς Αμμών. και εκοιμήθη μετ' αυτής.

τις επάταξε τον Αβιμέλεχ υιόν Ιεροβάαλ. και ο κύριός μου Ιωάβ και οι δούλοι του κυρίου μου επί πρόσωπον του αγρού παρεμβάλλουσι· και εγώ εισελεύσομαι εις τον οίκόν μου του φαγείν και πιείν και κοιμηθήναι μετά της γυναικός μου. και απέθανε και γε Ουρίας ο Χετταίος. και εθυμώθη Δαυίδ προς Ιωάβ και είπε προς τον άγγελον· ινατί προσηγάγετε προς την πόλιν του πολεμήσαι. και παρεγένετο και απήγγειλε τω Δαυίδ πάντα. 14 και εγένετο πρωϊ και έγραψε Δαυίδ βιβλίον προς Ιωάβ και απέστειλεν εν χειρί Ουρίου. τι ότι ου κατέβης εις τον οίκόν σου. 15 και έγραψεν εν βιβλίω λέγων· εισάγαγε τον Ουρίαν εξ εναντίας του πολέμου του κραταιού. ζη η ψυχή σου. 21 τις επάταξε τον Αβιμέλεχ υιόν Ιεροβάαλ υιού Νήρ. και εις τον οίκον αυτού ου κατέβη. και αποστραφήσεσθε από όπισθεν αυτού. ουκ ήδειτε ότι τοξεύσουσιν απάνωθεν του τείχους. και έπεσαν εκ του λαού εκ των δούλων Δαυίδ. 22 και επορεύθη ο άγγελος Ιωάβ προς τον βασιλέα εις Ιερουσαλήμ. όσα απήγγειλεν αυτω Ιωάβ πάντα τα ρήματα του πολέμου. και πληγήσεται και αποθανείται. ουχί γυνή έρριψε κλάσμα μύλου επ' αυτόν από άνωθεν του τείχους και απέθανεν εν Θαμασί. 12 και είπε Δαυίδ προς Ουρίαν· κάθισον ενταύθα και γε σήμερον. ου ήδει ότι άνδρες δυνάμεως εκεί. ουκ ήδειτε ότι πληγήσεσθε από του τείχους. 16 και εγενήθη εν τω φυλάσσειν Ιωάβ επί την πόλιν και έθηκε τον Ουρίαν εις τον τόπον. και πληγήσεται από όπισθεν αυτού. Πως. 23 και είπεν ο άγγελος προς Δαυίδ ότι εκραταίωσαν εφ' ημάς οι άνδρες και εξήλθαν εφ ‘ ημάς εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 526 . ινατί προσηγάγετε προς το τείχος. και εκάθισεν Ουρίας εν Ιερουσαλήμ εν τη ημέρα εκείνη και τη επαύριον. και έφαγεν ενώπιον αυτού και έπιε και εμέθυσεν αυτόν· και εξήλθεν εσπέρας του κοιμηθήναι επί της κοίτης αυτού μετά των δούλων του κυρίου αυτού. και είπη σοι· τι ότι ηγγίσατε προς την πόλιν πολεμήσαι. 17 και εξήλθον οι άνδρες της πόλεως και επολέμουν μετά Ιωάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον οίκον αυτού. και ερείς· και γε ο δούλός σου Ουρίας ο Χετταίος απέθανε. 18 και απέστειλεν Ιωάβ και απήγγειλε τω Δαυίδ πάντας τους λόγους του πολέμου λαλήσαι προς τον βασιλέα 19 και ενετείλατο τω αγγέλω λέγων· εν τω συντελέσαι πάντας τους λόγους του πολέμου λαλήσαι προς τον βασιλέα 20 και έσται εάν αναβή ο θυμός του βασιλέως. και αύριον εξαποστελώ σε. και είπε Δαυίδ προς Ουρίαν· ουχί εξ οδού συ έρχη. ινατί προσηγάγετε προς το τείχος. ει ποιήσω το ρήμα τούτο. 13 και εκάλεσεν αυτόν Δαυίδ. 11 και είπεν Ουρίας προς Δαυίδ· η κιβωτός και Ισραήλ και Ιούδας κατοικούσιν εν σκηναίς. ουχί γυνή έρριψεν επ' αυτόν κλάσμα μύλου από του τείχους και απέθανεν εν Θαμασί.

εις πλούσιος. και εισήλθε προς αυτόν και είπεν αυτω· δύο ήσαν άνδρες εν πόλει μια. ότι υιος θανάτου ο ανήρ ο ποιήσας τούτο 6 και την αμνάδα αποτίσει επταπλασίονα. εν οφθαλμοίς Κυρίου. 5 και εθυμώθη οργή Δαυίδ σφόδρα τω ανδρί. και έτεκεν αυτω υιόν. και εις πένης· 2 και τω πλουσίω ην ποίμνια και βουκόλια πολλά σφόδρα. 24 και ετόξευσαν οι τοξεύοντες προς τους παίδάς σου απάνωθεν του τείχους. ότι ποτέ μεν ούτως και ποτέ ούτως φάγεται η μάχαιρα· κραταίωσον τον πόλεμόν σου εις την πόλιν και κατάσπασον αυτήν και κραταίωσον αυτήν. και απέθανον των παίδων του βασιλέως. ην εκτήσατο και περιεποίησατο και εξέθρεψεν αυτήν και ηδρύνθη μετ' αυτού και μετά των υιών αυτού επί το αυτό.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον αγρόν. 3 και τω πένητι ουδέν αλλ' ή αμνάς μία μικρά. εκ του άρτου αυτού ήσθιε και εκ του ποτηρίου αυτού έπινε και εν τω κόλπω αυτού εκάθευδε και ην αυτω ως θυγάτηρ· 4 και ήλθε πάροδος τω ανδρί τω πλουσίω. και είπε Δαυίδ προς Νάθαν· ζη Κύριος. 26 και ήκουσεν η γυνή Ουρίου ότι απέθανεν Ουρίας ο ανήρ αυτής. ό εποίησε Δαυίδ. ανθ' ων ότι εποίησε το ρήμα τούτο και περί ου ουκ εφείσατο. και εκόψατο τον άνδρα αυτής. και εφείσατο λαβείν εκ των ποιμνίων αυτού και εκ των βουκολίων αυτού του ποιήσαι τω ξένω οδοιπόρω τω ελθόντι προς αυτόν και έλαβε την αμνάδα του πένητος και εποίησεν αυτήν τω ανδρί τω ελθόντι προς αυτόν. και εγενήθη αυτω εις γυναίκα. 25 και είπε Δαυίδ προς τον άγγελον· τάδε ερείς προς Ιωάβ· μη πονηρόν έστω εν οφθαλμοίς σου το ρήμα τούτο. 27 και διήλθε το πένθος και απέστειλε Δαυίδ. και εγενήθημεν επ' αυτούς έως της θύρας της πύλης. και εγώ ειμι ερρυσάμην σε εκ χειρός Σαούλ 8 και έδωκά σοι τον οίκον του κυρίου σου και τας γυναίκας του κυρίου σου εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 527 . και συνήγαγεν αυτήν εις τον οίκον αυτού. και πονηρόν εφάνη το ρήμα. και γε ο δούλος σου Ουρίας ο Χετταίος απέθανε. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ απέστειλε Κύριος τον Νάθαν τον προφήτην προς Δαυίδ. 7 και είπε Νάθαν προς Δαυίδ· συ ει ο ανήρ ο ποιήσας τούτο· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· εγώ ειμι ο χρίσας σε εις βασιλέα επί Ισραήλ.

και κοιμηθήσεται μετά των γυναικών σου εναντίον του ηλίου τούτου· 12 ότι συ εποίησας κρυβή. και ουκ εισήκουσε της φωνής ημών· και Πως είπωμεν προς αυτόν ότι τέθνηκε το παιδάριον. και ενόησε Δαυίδ ότι τέθνηκε το παιδάριον· και είπε Δαυίδ προς τους παίδας αυτού· ει τέθνηκε το παιδάριον. καγώ ποιήσω το ρήμα τούτο εναντίον παντός Ισραήλ και απέναντι του ηλίου τούτου. 20 και ανέστη Δαυίδ εκ της γης και ελούσατο και ηλείψατο και ήλλαξε τα ιμάτια αυτού και εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού και προσεκύνησεν αυτω· και εισήλθεν εις τον οίκον αυτού. 19 και συνήκε Δαυίδ ότι οι παίδες αυτού ψιθυρίζουσι. 11 τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εξεγείρω επί σε κακά εκ του οίκου σου και λήψομαι τας γυναίκάς σου κατ' οφθαλμούς σου και δώσω τω πλησίον σου. και είπε Νάθαν προς Δαυίδ· και Κύριος παρεβίβασε το αμάρτημά σου. ότι είπα· τις οίδεν ει ελεήσει με Κύριος και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 528 . και έφαγε. ότι είπαν· ιδού εν τω το παιδάριον έτι ζήν ελαλήσαμεν προς αυτόν. 16 και εζήτησε Δαυίδ τον Θεόν περί του παιδαρίου. τον Ουρίαν τον Χετταίον επάταξας εν ρομφαία και την γυναίκα αυτού έλαβες σεαυτω εις γυναίκα και αυτόν απέκτεινας εν ρομφαία υιών Αμμών. ό έτεκεν η γυνή Ουρίου του Χετταίου τω Δαυίδ. ου μη αποθάνης· 14 πλήν ότι παροργίζων παρώργισας τους εχθρούς Κυρίου εν τω ρήματι τούτω. και ποιήσει κακά. 18 και εγένετο εν τη ημέρα τη εβδόμη και απέθανε το παιδάριον· και εφοβήθησαν οι δούλοι Δαυίδ αναγγείλαι αυτω ότι τέθνηκε το παιδάριον. και είπαν· τέθνηκε. και ήτησεν άρτον φαγείν και παρέθηκαν αυτω άρτον. και ενήστευσε Δαυίδ νηστείαν και εισήλθε και ηυλίσθη εν σάκκω επί της γης. ό εποίησας ένεκα του παιδαρίου. 22 και είπε Δαυίδ· εν τω το παιδάριον έτι ζήν ενήστευσα και έκλαυσα. 9 τι ότι εφαύλισας τον λόγον Κυρίου του ποιήσαι το πονηρόν εν οφθαλμοίς αυτού. και γε ο υιος σου ο τεχθείς σοι θανάτω αποθανείται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω κόλπω σου και έδωκά σοι τον οίκον Ισραήλ και Ιούδα· και ει μικρόν εστι. 15 και απήλθε Νάθαν εις τον οίκον αυτού. και ηνίκα απέθανε το παιδάριον. 13 και είπε Δαυίδ τω Νάθαν· ημάρτηκα τω Κυρίω. ανέστης και έφαγες άρτον και πέπωκας. προσθήσω σοι κατά ταύτα. 21 και είπαν οι παίδες αυτού προς αυτόν· τι το ρήμα τούτο. 10 και νυν ουκ αποστήσεται ρομφαία εκ του οίκου σου έως αιώνος ανθ' ων ότι εξουδένωσάς με και έλαβες την γυναίκα του Ουρίου του Χετταίου του είναί σοι εις γυναίκα. 17 και ανέστησαν επ' αυτόν οι πρεσβύτεροι του οίκου αυτού εγείραι αυτόν από της γης. έτι ζώντος ενήστευες και έκλαιες και ηγρύπνεις. και έθραυσε Κύριος το παιδίον. και ουκ ηθέλησε και ου συνέφαγεν αυτοίς άρτον. και ηρρώστησε.

30 και έλαβε τον στέφανον Μολχόμ του βασιλέως αυτών από της κεφαλής αυτού. και αυτός ουκ αναστρέψει προς με. και όνομα αυτη Θημάρ. και εκάλεσε το όνομα αυτού Ιεδεδί. ότι παρθένος ην αύτη. 2 και εθλίβετο Αμνών ωστε αρρωστείν δια Θημάρ την αδελφήν αυτού. 27 και απέστειλεν Ιωάβ αγγέλους προς Δαυίδ και είπεν· επολέμησα εν Ραββάθ και κατελαβόμην την πόλιν των υδάτων· 28 και νυν συνάγαγε το κατάλοιπον του λαού και παρέμβαλε επί την πόλιν και προκαταλαβού αυτήν. 4 και είπεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 529 . ίνα μη προκαταλάβωμαι εγώ την πόλιν και κληθή το όνομά μου επ' αυτήν. 25 και απέστειλεν εν χειρί Νάθαν του προφήτου. εγώ πορεύσομαι προς αυτόν. 24 και παρεκάλεσε Δαυίδ Βηρσαβεέ την γυναίκα αυτού και εισήλθε προς αυτήν και εκοιμήθη μετ' αυτής και συνέλαβε και έτεκεν υιόν. 26 Και επολέμησεν Ιωάβ εν Ραββάθ υιών Αμμών και κατέλαβε την πόλιν της βασιλείας. ένεκεν Κυρίου. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ εγενήθη μετά ταύτα και τω Αβεσσαλώμ υιω Δαυίδ αδελφή καλή τω είδει σφόδρα. και ην επί της κεφαλής Δαυίδ· και σκύλα της πόλεως εξήνεγκε πολλά σφόδρα. 23 και νυν τέθνηκεν· ινατί τούτο εγώ νηστεύω. και Κύριος ηγάπησεν αυτόν. υιος Σαμαά του αδελφού Δαυίδ· και Ιωναδάβ ανήρ σοφός σφόδρα. και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαλωμών. και επέστρεψε Δαυίδ και πας ο λαός εις Ιερουσαλήμ. και ο σταθμός αυτού τάλαντον χρυσίου και λίθου τιμίου. και υπέρογκον εν οφθαλμοίς Αμνών του ποιήσαί τι αυτη. 31 και τον λαόν τον όντα εν αυτη εξήγαγε και έθηκεν εν τω πρίονι και εν τοις τριβόλοις τοις σιδηροίς και υποτομεύσι σιδηροίς και διήγαγεν αυτούς δια του πλινθείου· και ούτως εποίησε πάσαις ταις πόλεσιν υιών Αμμών. 29 και συνήγαγε Δαυίδ πάντα τον λαόν και επορεύθη εις Ραββάθ και επολέμησεν εν αυτη και κατελάβετο αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζήσεται το παιδάριον. και όνομα αυτω Ιωναδάβ. 3 και ην τω Αμνών εταίρος. και ηγάπησεν αυτήν Αμνών υιος Δαυίδ. μη δυνήσομαι επιστρέψαι αυτόν έτι.

υιε του βασιλέως. και ουκ ηθέλησεν Αμνών ακούσαι της φωνής αυτής. 16 και είπεν αυτω Θημάρ· μη. ότι ούτως ενεδιδύσκοντο αι θυγατέρες του βασιλέως αι παρθένοι τους επενδύτας αυτών· και εξήγαγεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 530 . αδελφέ. μη ποιήσης την αφροσύνην ταύτην· 13 και εγώ που αποίσω το όνειδός μου. διότι ου ποιηθήσεται ούτως εν Ισραήλ. και αυτός κοιμώμενος. ην ηγάπησεν αυτήν. 18 και επ' αυτής ην χιτών καρπωτός. ό εμίσησεν αυτήν υπέρ την αγάπην. 10 και είπεν Αμνών προς Θημάρ· εισένεγκε το βρώμα εις το ταμιείον. ότι μέγα το μίσος. ότι μεγάλη η κακία η εσχάτη υπέρ την πρώτην. και συ έση ως εις των αφρόνων εν Ισραήλ· και νυν λάλησον δη προς τον βασιλέα. και εισήλθεν ο βασιλεύς ιδείν αυτόν. 12 και είπεν αυτω· μη. ότι ου μη κωλύση με από σου. και είπεν αυτη Αμνών· ανάστηθι και πορεύου. αδελφή μου. και εισελεύσεται ο πατήρ σου του ιδείν σε. και φάγομαι εκ της χειρός σου. ην εποίησας μετ' εμού του εξαποστείλαί με. 14 και ουκ ηθέλησεν Αμνών του ακούσαι της φωνής αυτής και εκραταίωσεν υπέρ αυτήν και εταπείνωσεν αυτήν και εκοιμήθη μετ' αυτής. και επελάβετο αυτής και είπεν αυτη· δεύρο κοιμήθητι μετ' εμού. ουκ απαγγέλλεις μοι. και έλαβε το σταίς και εφύρασε και εκολλύρισε κατ' οφθαλμούς αυτού και ήψησε τας κολλυρίδας· 9 και έλαβε το τήγανον και κατεκένωσεν ενώπιον αυτού. 8 και επορεύθη Θημάρ εις τον οίκον Αμνών αδελφού αυτής. και φάγομαι εκ της χειρός αυτής. και είπεν Αμνών· εξαγάγετε πάντα άνδρα από επάνωθέν μου· και εξήγαγον πάντα άνδρα επάνωθεν αυτού. και είπεν Αμνών προς τον βασιλέα· ελθέτω δη Θημάρ η αδελφή μου προς με και κολλυρισάτω εν οφθαλμοίς μου δύο κολλυρίδας. και είπεν αυτω Αμνών· Θημάρ την αδελφήν Αβεσσαλώμ του αδελφού μου εγώ αγαπώ. αδελφέ μου· μη ταπεινώσης με. και ουκ ηθέλησε φαγείν. 17 και εκάλεσε το παιδάριον αυτού τον προεστηκότα του οίκου και είπεν αυτω· εξαποστείλατε δη ταύτην απ' εμού έξω και απόκλεισον την θύραν οπίσω αυτής. 7 και απέστειλε Δαυίδ προς Θημάρ εις τον οίκον λέγων· πορεύθητι δη εις τον οίκον του αδελφού σου και ποίησον αυτω βρώμα. και εισήνεγκε τω Αμνών αδελφω αυτής εις τον κοιτώνα 11 και προσήγαγεν αυτω του φαγείν. και ερείς προς αυτόν· ελθέτω δη Θημάρ η αδελφή μου και ψωμισάτω με και ποιησάτω κατ' οφθαλμούς μου βρώμα. 6 και εκοιμήθη Αμνών και ηρρώστησε. το πρωϊ πρωϊ. και έλαβε Θημάρ τας κολλυρίδας. ας εποίησε. 15 και εμίσησεν αυτήν Αμνών μίσος μέγα σφόδρα. 5 και είπεν αυτω Ιωναδάβ· κοιμήθητι επί της κοίτης σου και μαλακίσθητι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτω· τι σοι ότι συ ούτως ασθενής. όπως ίδω και φάγω εκ των χειρών αυτής.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτήν ο λειτουργός αυτού έξω και απέκλεισε την θύραν οπίσω αυτής. 22 και ουκ ελάλησεν Αβεσσαλώμ μετά Αμνών από πονηρού έως αγαθού. κώφευσον. και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ινατί πορευθή μετά σου. 30 και εγένετο αυτών όντων εν τω οδω και η ακοή ήλθε προς Δαυίδ λέγων· επάταξεν Αβεσσαλώμ πάντας τους υιούς του βασιλέως. ότι εμίσει Αβεσσαλώμ τον Αμνών επί λόγου. 21 και ήκουσεν ο βασιλεύς Δαυίδ πάντας τους λόγους τούτους και εθυμώθη σφόδρα· και ουκ ελύπησε το πνεύμα Αμνών του υιού αυτού. 28 και ενετείλατο Αβεσσαλώμ τοις παιδαρίοις αυτού λέγων· ίδετε ως αν αγαθυνθή η καρδία Αμνών εν τω οίνω και είπω προς υμάς· πατάξατε τον Αμνών. αδελφή μου. ότι αδελφός σου εστι· μη θής την καρδίαν σου του λαλήσαι το ρήμα τούτο. και θανατώσατε αυτόν· μη φοβηθήτε. ανδρίζεσθε και γίνεσθε εις υιούς δυνάμεως. 25 και είπεν ο βασιλεύς προς Αβεσσαλώμ· μη δη. ου εταπείνωσε Θημάρ την αδελφήν αυτού. και νυν. 20 και είπε προς αυτήν Αβεσσαλώμ ο αδελφός αυτής· μη Αμνών ο αδελφός σου εγένετο μετά σου. 31 και ανέστη ο βασιλεύς και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και εκοιμήθη επί την γην. και ουκ ηθέλησε του πορευθήναι και ευλόγησεν αυτόν. πορευθήτω δη ο βασιλεύς και οι παίδες αυτού μετά του δούλου σου. 26 και είπεν Αβεσσαλώμ προς αυτόν· και ει μη. μη πορευθώμεν πάντες ημείς. και ου μη καταβαρυνθώμεν επί σε. και εβιάσατο αυτόν. 24 και ήλθεν Αβεσσαλώμ προς τον βασιλέα και είπεν· ιδού δη κείρουσι τω δούλω σου. και ανέστησαν πάντες οι υιοί του βασιλέως και επεκάθισαν ανήρ επί την ημίονον αυτού και έφυγαν. 29 και εποίησαν τα παιδάρια Αβεσσαλώμ τω Αμνών καθά ενετείλατο αυτοίς Αβεσσαλώμ. ότι ηγάπα αυτόν. ότι πρωτότοκος αυτού ην. και εκάθισε Θημάρ χηρεύουσα εν τω οίκω Αβεσσαλώμ του αδελφού αυτής. και εποίησεν Αβεσσαλώμ πότον κατά τον πότον του βασιλέως. ότι ουχί εγώ ειμι ο εντελλόμενος υμίν. 27 και εβιάσατο αυτόν Αβεσσαλώμ. 23 Και εγένετο εις διετηρίδα ημερών και ήσαν κείροντες τω Αβεσσαλώμ εν Βελασώρ τη εχόμενα Εφραίμ. και εκάλεσεν Αβεσσαλώμ πάντας τους υιούς του βασιλέως. και ου κατελείφθη εξ αυτών ουδέ εις. και απέστειλε μετ' αυτού τον Αμνών και πάντας τους υιούς του βασιλέως. και πάντες οι παίδες αυτού οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 531 . 19 και έλαβε Θημάρ σποδόν και επέθηκεν επί την κεφαλήν αυτής και τον χιτώνα τον καρπωτόν τον επ' αυτής διέρρηξε και επέθηκε τας χείρας αυτής επί την κεφαλήν αυτής και επορεύθη πορευομένη και κράζουσα. υιε μου. πορευθήτω δη μεθ' ημών Αμνών ο αδελφός μου.

4 και εισήλθεν η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 532 . 38 και Αβεσσαλώμ απέδρα και επορεύθη εις Γεδσούρ και ην εκεί έτη τρία. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ έγνω Ιωάβ υιος Σαρουϊας ότι η καρδία του βασιλέως επί Αβεσσαλώμ. 2 και απέστειλεν Ιωάβ εις Θεκωέ. ούτως εγένετο. και ήρε το παιδάριον ο σκοπός τους οφθαλμούς αυτού και είδε και ιδού λαός πολύς πορευόμενος εν τη οδω όπισθεν αυτού εκ πλευράς του όρους εν τη καταβάσει· και παρεγένετο ο σκοπός και απήγγειλε τω βασιλεί και είπεν· άνδρας εώρακα εκ της οδού της Ωρωνήν εκ μέρους του όρους. και έλαβεν εκείθεν γυναίκα σοφήν και είπε προς αυτήν· πένθησον δη και ένδυσαι ιμάτια πενθικά και μη αλείψη έλαιον και έση ως γυνή πενθούσα επί τεθνηκότι τούτο ημέρας πολλάς 3 και ελεύση προς τον βασιλέα και λαλήσεις προς αυτόν κατά το ρήμα τούτο· και έθηκεν Ιωάβ τους λόγους εν τω στόματι αυτής. ότι Αμνών μονώτατος απέθανεν· ότι επί στόματος Αβεσσαλώμ ην κείμενος από της ημέρας. ότι παρεκλήθη επί Αμνών ότι απέθανε. 36 και εγένετο ηνίκα συνετέλεσε λαλών. 34 και απέδρα Αβεσσαλώμ. και ιδού οι υιοί του βασιλέως ήλθαν και επήραν την φωνήν αυτών και έκλαυσαν. και γε ο βασιλεύς και πάντες οι παίδες αυτού έκλαυσαν κλαυθμόν μέγαν σφόδρα. ότι πάντα τα παιδάρια τους υιούς του βασιλέως εθανάτωσεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιεστώτες αυτω διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών. και επένθησεν ο βασιλεύς Δαυίδ επί τον υιόν αυτού πάσας τας ημέρας. ης εταπείνωσε Θημάρ την αδελφήν αυτού· 33 και νυν μη θέσθω ο κύριός μου ο βασιλεύς επί την καρδίαν αυτού ρήμα λέγων· πάντες οι υιοί του βασιλέως απέθανον. 35 και είπεν Ιωναδάβ προς τον βασιλέα· ιδού οι υιοί του βασιλέως πάρεισι· κατά τον λόγον του δούλου σου. ότι αλλ' ή Αμνών μονώτατος απέθανε. 37 και Αβεσσαλώμ έφυγε και επορεύθη προς Θολμί υιόν Εμιούδ βασιλέα Γεδσούρ εις γην Μαχάδ. 32 και απεκρίθη Ιωναδάβ υιος Σαμαά αδελφού Δαυίδ και είπε· μη ειπάτω ο κύριός μου ο βασιλεύς. 39 και εκόπασε το πνεύμα του βασιλέως του εξελθείν οπίσω Αβεσσαλώμ.

17 και είπεν η γυνή· είη δη ο λόγος του κυρίου μου του βασιλέως εις θυσίαν. και ερεί η δούλη σου· λαλησάτω δη προς τον κύριόν μου τον βασιλέα. βασιλεύ. ότι καθώς άγγελος Θεού. και είπεν η γυνή· λαλησάτω δη ο κύριός μου ο βασιλεύς. η δε είπε· και μάλα γυνή χήρα εγώ ειμι. 13 και είπεν η γυνή· ινατί ελογίσω τοιούτο επί λαόν Θεού. 15 και νυν ό ήλθον λαλήσαι προς τον βασιλέα τον κύριόν μου το ρήμα τούτο. ό ου συναχθήσεται· και λήψεται ο Θεός ψυχήν. ούτως ο κύριός μου ο βασιλεύς του ακούειν το αγαθόν και το πονηρόν. και είπε· λάλησον. ότι όψεταί με ο λαός. και εξαρούμεν και γε τον κληρονόμον υμών· και σβέσουσι τον άνθρακά μου τον καταλειφθέντα. 18 και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπε προς την γυναίκα· μη δη κρύψης απ' εμού ρήμα. ό εγώ επερωτώ σε. ωστε μη θέσθαι τω ανδρί μου κατάλειμμα και όνομα επί προσώπου της γης. 8 και είπεν ο βασιλεύς προς την γυναίκα· υγιαίνουσα βάδιζε εις τον οίκόν σου. 11 και είπε· μνημονευσάτω δη ο βασιλεύς τον Κύριον Θεόν αυτού πληθυνθήναι αγχιστέα του αίματος του διαφθείραι και ου μη εξάρωσι τον υιόν μου· και είπε· ζη Κύριος. και Κύριος ο Θεός σου έσται μετά σου. 19 και είπεν ο βασιλεύς· μη η χείρ Ιωάβ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 533 . ή εκ στόματος του βασιλέως ο λόγος ούτος ως πλημμέλεια του μη επιστρέψαι τον βασιλέα τον εξωσμένον αυτού. είπως ποιήσει ο βασιλεύς το ρήμα της δούλης αυτού· 16 ότι ακούσει ο βασιλεύς· ρυσάσθω την δούλην αυτού εκ χειρός του ανδρός του ζητούντος εξάραί με και τον υιόν μου από κληρονομίας Θεού. καγώ εντελούμαι περί σου. και άξεις αυτόν προς εμέ. 5 και είπε προς αυτήν ο βασιλεύς· τι εστί σοι. 10 και είπεν ο βασιλεύς· τις ο λαλών προς σε. 6 και γε τη δούλη σου δύο υιοί. σώσον. και ο βασιλεύς και ο θρόνος αυτού αθωος. 14 ότι θανάτω αποθανούμεθα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυνή η Θεκωίτις προς τον βασιλέα και έπεσεν επί πρόσωπον αυτής εις την γην και προσεκύνησεν αυτω και είπε· σώσον. κύριέ μου βασιλεύ. και ου προσθήσει έτι άψασθαι αυτού. ου απέκτεινε. 9 και είπεν η γυνή η Θεκωίτις προς τον βασιλέα· επ' εμέ. και λογιζόμενος του εξώσαι απ' αυτού εξεωσμένον. και έπαισεν ο εις τον ένα αδελφόν αυτού και εθανάτωσεν αυτόν. και ουκ ην ο εξαιρούμενος ανά μέσον αυτών. και εμαχέσαντο αμφότεροι εν τω αγρω. 7 και ιδού επανέστη όλη η πατριά προς την δούλην σου και είπαν· δος τον παίσαντα τον αδελφόν αυτού και θανατώσομεν αυτόν αντί της ψυχής του αδελφού αυτού. ει πεσείται από της τριχός του υιού σου επί την γην. και απέθανεν ο ανήρ μου. και ωσπερ το ύδωρ το καταφερόμενον επί της γης. 12 και είπεν η γυνή· λαλησάτω δη η δούλη σου προς τον κύριόν μου βασιλέα ρήμα. η ανομία και επί τον οίκον του πατρός μου.

και ο κύριός μου σοφός καθώς σοφία αγγέλου του Θεού του γνώναι πάντα τα εν τη γη. 21 και είπεν ο βασιλεύς προς Ιωάβ· ιδού δη εποίησά σοι κατά τον λόγον σου τούτον· πορεύου. πορεύεσθε και εμπρήσατε αυτήν εν πυρί· και ενέπρησαν οι παίδες Αβεσσαλώμ την μερίδα. και παραγίνονται οι δούλοι Ιωάβ προς αυτόν διερρηχότες τα ιμάτια αυτών και είπον· ενεπύρισαν οι δούλοι Αβεσσαλώμ την μερίδα εν πυρί. 31 και ανέστη Ιωάβ και ήλθε προς Αβεσσαλώμ εις τον οίκον και είπε προς αυτόν· ινατί ενεπύρισαν οι παίδές σου την μερίδα την εμήν εν πυρί. ότι εποίησεν ο κύριός μου ο βασιλεύς τον λόγον του δούλου αυτού. ει έστιν εις τα δεξιά ή εις τα αριστερά εκ πάντων. και το πρόσωπον του βασιλέως ουκ είδε. 23 και ανέστη Ιωάβ και επορεύθη εις Γεδσούρ και ήγαγε τον Αβεσσαλώμ εις Ιερουσαλήμ. από ίχνους ποδός αυτού και έως κορυφής αυτού ουκ ην εν αυτω μώμος. η μερίς εν αγρω του Ιωάβ εχόμενά μου. 22 και έπεσεν Ιωάβ επί πρόσωπον αυτού επί την γην και προσεκύνησε και ευλόγησε τον βασιλέα. 24 και είπεν ο βασιλεύς· αποστραφήτω εις τον οίκον αυτού και το πρόσωπόν μου μη βλεπέτω και απέστρεψεν Αβεσσαλώμ εις τον οίκον αυτού και το πρόσωπον του βασιλέως ουκ είδε.και κειρόμενος αυτήν έστησε την τρίχα της κεφαλής αυτού διακοσίους σίκλους εν τω σίκλω τω βασιλικω. κύριέ μου βασιλεύ. 28 και εκάθισεν Αβεσσαλώμ εν Ιερουσαλήμ δύο έτη ημερών. 29 και απέστειλεν Αβεσσαλώμ προς Ιωάβ αποστείλαι αυτόν προς τον βασιλέα. και όνομα αυτη Θημάρ· αύτη ην γυνή καλή σφόδρα και γίνεται γυνή τω Ροβοάμ υιω Σαλωμών και τίκτει αυτω τον Αβιά. ως αν εκείρετο. 26 και εν τω κείρεσθαι αυτόν την κεφαλήν αυτού -και εγένετο απ' αρχής ημερών εις ημέρας. ότι ο δούλός σου Ιωάβ αυτός ενετείλατό μοι. και ουκ ηθέλησε παραγενέσθαι. και αυτω εκεί κριθαί. 32 και είπεν Αβεσσαλώμ προς Ιωάβ· ιδού απέστειλα προς σε λέγων· ήκε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 534 . και αυτός έθετο εν τω στόματι της δούλης σου πάντας τους λόγους τούτους· 20 ένεκεν του περιελθείν το πρόσωπον του ρήματος τούτου εποίησεν ο δούλός σου Ιωάβ τον λόγον τούτον. και είπεν η γυνή τω βασιλεί· ζη η ψυχή σου. και ουκ ηθέλησεν ελθείν προς αυτόν· και απέστειλεν εκ δευτέρου προς αυτόν. ων ελάλησεν ο κύριός μου ο βασιλεύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν παντί τούτω μετά σου. 27 και ετέχθησαν τω Αβεσσαλώμ τρεις υιοί και θυγάτηρ μία. ότι κατεβαρύνετο επ' αυτόν. και είπεν Ιωάβ· σήμερον έγνω ο δούλός σου ότι εύρον χάριν εν οφθαλμοίς σου. 25 και ως Αβεσσαλώμ ουκ ην ανήρ εν παντί Ισραήλ αινετός σφόδρα. κύριέ μου βασιλεύ. επίστρεψον το παιδάριον τον Αβεσσαλώμ. 30 και είπεν Αβεσσαλώμ προς τους παίδας αυτού· ίδετε.

και εισήλθε προς τον βασιλέα και προσεκύνησεν αυτω και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού επί την γην κατά πρόσωπον του βασιλέως. και είπεν· εκ μιάς φυλών Ισραήλ ο δούλός σου. και αποστελώ σε προς τον βασιλέα λέγων· ινατί ήλθον εκ Γεδσούρ. και εβόησε προς αυτόν Αβεσσαλώμ και έλεγεν αυτω· εκ ποίας πόλεως συ ει. και επ' εμέ ελεύσεται πας ανήρ. και ιδιοποιείτο Αβεσσαλώμ την καρδίαν ανδρών Ισραήλ. 5 και εγένετο εν τω εγγίζειν άνδρα του προσκυνήσαι αυτω και εξέτεινε την χείρα αυτού και επελαμβάνετο αυτού και κατεφίλησεν αυτόν. 2 και ώρθρισεν Αβεσσαλώμ και έστη ανά χείρας της οδού της πύλης και εγένετο πας ανήρ. ω εάν ή αντιλογία και κρίσις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ώδε. και θανάτωσόν με. ήλθε προς τον βασιλέα εις κρίσιν. 6 και εποίησεν Αβεσσαλώμ κατά το ρήμα τούτο παντί Ισραήλ τοις παραγινομένοις εις κρίσιν προς τον βασιλέα. αγαθόν μοι ην είναι εκεί· και νυν ιδού το πρόσωπον του βασιλέως ουκ είδον· ει δε εστιν εν εμοί αδικία. και απήγγειλεν αυτω. και λατρεύσω τω Κυρίω. 4 και είπεν Αβεσσαλώμ· τις με καταστήσει κριτήν εν τη γη. 7 και εγένετο από τέλους τεσσαράκοντα ετών και είπεν Αβεσσαλώμ προς τον πατέρα αυτού· πορεύσομαι δη και αποτίσω τας ευχάς μου. και κατεφίλησεν ο βασιλεύς τον Αβεσσαλώμ. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και εποίησεν εαυτω Αβεσσαλώμ άρματα και ίππους και πεντήκοντα άνδρας παρατρέχειν έμπροσθεν αυτού. και ο ακούων ουκ έστι σοι παρά του βασιλέως. ας ηυξάμην τω Κυρίω εν Χεβρών· 8 ότι ευχήν ηύξατο ο δούλός σου εν τω οικείν με εν Γεδσούρ εν Συρία λέγων· εάν επιστρέφων επιστρέψη με Κύριος εις Ιερουσαλήμ. και εκάλεσε τον Αβεσσαλώμ. 10 και απέστειλεν Αβεσσαλώμ κατασκόπους εν πάσαις φυλαίς Ισραήλ λέγων· εν τω ακούσαι υμάς την φωνήν της κερατίνης και ερείτε· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 535 . 33 και εισήλθεν Ιωάβ προς τον βασιλέα. 9 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· βάδιζε εις ειρήνην· και αναστάς επορεύθη εις Χεβρών. 3 και είπε προς αυτόν ο Αβεσσαλώμ· ιδού οι λόγοι σου αγαθοί και εύκολοι. και δικαιώσω αυτόν. ω εγένετο κρίσις.

ίνα μη ταχύνη και καταλάβη ημάς και εξώση εφ' ημάς την κακίαν και πατάξη την πόλιν εν στόματι μαχαίρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βεβασίλευκε βασιλεύς Αβεσσαλώμ εν Χεβρών. και σήμερον κινήσω σε μεθ' ημών. ου εάν ή ο κύριός μου. 14 και είπε Δαυίδ πάσι τοις παισίν αυτού τοις μετ' αυτού τοις εν Ιερουσαλήμ· ανάστητε και φύγωμεν. 13 και παρεγένετο ο απαγγέλλων προς Δαυίδ λέγων· εγενήθη η καρδία ανδρών Ισραήλ οπίσω Αβεσσαλώμ. 12 και απέστειλεν Αβεσσαλώμ και εκάλεσε τον Αχιτόφελ τον Γελμωναίον τον σύμβουλον Δαυίδ εκ της πόλεως αυτού εκ Γωλά εν τω θυσιάζειν αυτόν. ότι εις τον τόπον. 23 και πάσα η γη έκλαιε φωνή μεγάλη. και πας ο λαός παρεπορεύοντο εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 536 . και παρήσαν επί χείρα αυτού· και πας ο Χελεθί και πας ο Φελεθί και πάντες οι Γεθθαίοι. επίστρεφε και οίκει μετά του βασιλέως. οι εξακόσιοι άνδρες οι ελθόντες τοις ποσίν αυτών εκ Γεθ. και σήμερον μετακινήσω σε μεθ' ημών του πορευθήναι. 21 και απεκρίθη Εθθί τω βασιλεί και είπε· ζη Κύριος και ζη ο κύριός μου ο βασιλεύς. και εγώ πορεύσομαι ου εάν εγώ πορευθώ. όσα αιρείται ο κύριος ημών ο βασιλεύς. 19 και είπεν ο βασιλεύς προς Εθθί τον Γεθθαίον· ινατί πορεύη και συ μεθ' ημών. και εάν εις θάνατον και εάν εις ζωήν. 17 και εξήλθεν ο βασιλεύς και πάντες οι παίδες αυτού πεζή και έστησαν εν οίκω τω μακράν. 11 και μετά Αβεσσαλώμ επορεύθησαν διακόσιοι άνδρες εξ Ιερουσαλήμ κλητοί και πορευόμενοι τη απλότητι αυτών και ουκ έγνωσαν παν ρήμα. πορευόμενοι επί πρόσωπον του βασιλέως. 20 ει εχθές παραγέγονας. και εγένετο σύστρεμμα ισχυρόν. και γε μεταναστήσεις τον τόπον σου. ιδού οι παίδές σου. ότι εκεί έσται ο δούλός σου. επιστρέφου και επίστρεψον τους αδελφούς σου μετά σου. ότι ουκ έστιν ημίν σωτηρία από προσώπου Αβεσσαλώμ· ταχύνατε του πορευθήναι. 16 και εξήλθεν ο βασιλεύς και πας ο οίκος αυτού τοις ποσίν αυτών· και αφήκεν ο βασιλεύς δέκα γυναίκας των παλλακών αυτού φυλάσσειν τον οίκον. και Κύριος ποιήσει μετά σου έλεος και αλήθειαν. 18 και πάντες οι παίδες αυτού ανά χείρα αυτού παρήγον και πας Χελεθί και πας ο Φελεθί και έστησαν επί της ελαίας εν τη ερήμω· και πας ο λαός παρεπορεύετο εχόμενος αυτού και πάντες οι περί αυτόν και πάντες οι αδροί και πάντες οι μαχηταί εξακόσιοι άνδρες. 15 και είπον οι παίδες του βασιλέως προς τον βασιλέα· κατά πάντα. και ο λαός ο πορευόμενος και πολύς μετά Αβεσσαλώμ. 22 και είπεν ο βασιλεύς προς Εθθί· δεύρο και διάβαινε μετ' εμού· και παρήλθεν Εθθί ο Γεθθαίος και ο βασιλεύς και πάντες οι παίδες αυτού και πας ο όχλος ο μετ' αυτού. ότι ξένος ει συ και ότι μετώκησας συ εκ του τόπου σου. εχθές η εξέλευσίς σου.

συ επιστρέφεις εις την πόλιν εν ειρήνη. ό εάν ακούσητε. ό εάν ακούσης εξ οίκου του βασιλέως. έως επαύσατο πας ο λαός παρελθείν εκ της πόλεως. και ιδού εις απαντήν αυτω Χουσί ο αρχιεταίρος Δαυίδ διερρηχώς τον χιτώνα αυτού και γη επί της κεφαλής αυτού. 32 και ην Δαυίδ ερχόμενος έως του Ροώς. 25 και είπεν ο βασιλεύς προς τον Σαδώκ· απόστρεψον την κιβωτόν του Θεού εις την πόλιν· εάν εύρω χάριν εν οφθαλμοίς Κυρίου. και απαγγελείς τω Σαδώκ και τω Αβιάθαρ τοις ιερεύσιν. ιδού εγώ ειμι. 29 και απέστρεψε Σαδώκ και Αβιάθαρ την κιβωτόν του Θεού εις Ιερουσαλήμ και εκάθισεν εκεί. Αχιμάας υιος τω Σαδώκ και Ιωνάθαν υιος τω Αβιάθαρ. 36 ιδού εκεί μετ' αυτών δύο υιοί αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω χειμάρρω των Κέδρων. 26 και εάν είπη ούτως· ουκ ηθέληκα εν σοί. και ερείς τω Αβεσσαλώμ· διεληλύθασιν οι αδελφοί σου. και έσται παν ρήμα. έασόν με ζήσαι. Κύριε ο Θεός μου. και επιστρέψει με και δείξει μοι αυτήν και την ευπρέπειαν αυτής. και ο βασιλεύς διέβη τον χειμάρρουν Κέδρων και πας ο λαός και ο βασιλεύς παρεπορεύοντο επί πρόσωπον οδού την έρημον. και έση επ' εμέ εις βάσταγμα· 34 και εάν επιστρέψης επί την πόλιν. ποιείτω μοι κατά το αγαθόν εν οφθαλμοίς αυτού. 31 και ανηγγέλη Δαυίδ λέγοντες· και Αχιτόφελ εν τοις συστρεφομένοις μετά Αβεσσαλώμ· και είπε Δαυίδ· διασκέδασον δη την βουλήν Αχιτόφελ. 24 και ιδού και γε Σαδώκ και πάντες οι Λευίται μετ' αυτού αίροντες την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου από Βαιθάρ και έστησαν την κιβωτόν του Θεού. 33 και είπεν αυτω Δαυίδ· εάν μεν διαβής μετ' εμού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 537 . και Αβεσσαλώμ άρτι εισεπορεύετο εις Ιερουσαλήμ. και νυν εγώ δούλος σός· και διασκεδάσεις μοι την βουλήν Αχιτόφελ. 27 και είπεν ο βασιλεύς τω Σαδώκ τω ιερεί· ίδετε. και νυν παις σου ειμι. και πας ο λαός ο μετ' αυτού επεκάλυψεν ανήρ την κεφαλήν αυτού και ανέβαινον αναβαίνοντες και κλαίοντες. 35 και ιδού εκεί μετά σου Σαδώκ και Αβιάθαρ οι ιερείς. 37 και εισήλθε Χουσί ο εταίρος Δαυίδ εις την πόλιν. εγώ ειμι στρατεύομαι εν Αραβώθ της ερήμου έως του ελθείν ρήμα παρ' υμών του απαγγείλαί μοι. βασιλεύ. 30 και Δαυίδ ανέβαινεν εν τη αναβάσει των ελαιών αναβαίνων και κλαίων και την κεφαλήν επικεκαλυμμένος. παις του πατρός σου ήμην τότε και αρτίως. και ανέβη Αβιάθαρ. ου προσεκύνησεν εκεί τω Θεω. και Αχιμάας ο υιος σου και Ιωνάθαν ο υιος Αβιάθαρ οι δύο υιοί υμών μεθ' υμών· 28 ίδετε. και ο βασιλεύς κατόπισθέν μου διελήλυθεν ο πατήρ σου. και αυτός επορεύετο ανυπόδετος. και αποστελείτε εν χειρί αυτών προς με παν ρήμα.

και είπε Σιβά· τα υποζύγια τη οικία του βασιλέως του επικαθήσθαι. 2 και είπεν ο βασιλεύς προς Σιβά· τι ταύτά σοι. 4 και είπεν ο βασιλεύς τω Σιβά· ιδού σοι πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ Δαυίδ παρήλθε βραχύ τι από της Ροώς και ιδού Σιβά το παιδάριον Μεμφιβοσθέ εις απαντήν αυτού και ζεύγος όνων επίσεσαγμένων. 9 και είπεν Αβεσσά υιος Σαρουϊας προς τον βασιλέα· ινατί καταράται ο κύων ο τεθνηκώς ούτος τον κύριόν μου τον βασιλέα. ότι Κύριος είπεν αυτω καταράσθαι τον Δαυίδ. ότι είπε· σήμερον επιστρέψουσί μοι οίκος Ισραήλ την βασιλείαν του πατρός μου. και είπε Σιβά προς τον βασιλέα· ιδού κάθηται εν Ιερουσαλήμ. και προσέτι νυν ο υιος του Ιεμινί· άφετε αυτόν καταράσθαι. και είπε Σιβά προσκυνήσας· εύροιμι χάριν εν οφθαλμοίς σου. 13 και επορεύθη Δαυίδ και πάντες οι άνδρες αυτού εν τη οδω. υιοί Σαρουϊας. και οι άρτοι και οι φοίνικες εις βρώσιν τοις παιδαρίοις. ως τι εποίησας ούτως. κύριέ μου βασιλεύ. ότι είπεν αυτω Κύριος· 12 είπως ίδοι Κύριος εν τη ταπεινώσει μου και επιστρέψει μοι αγαθά αντί της κατάρας αυτού τη ημέρα ταύτη. άφετε αυτόν και ούτως καταράσθω. και Σεμεϊ επορεύετο εκ πλευράς του όρους εχόμενα αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 538 . 11 και είπε Δαυίδ προς Αβεσσά και προς πάντας τους παίδας αυτού· ιδού ο υιος μου ο εξελθών εκ της κοιλίας μου ζητεί την ψυχήν μου. και έδωκε Κύριος την βασιλείαν εν χειρί Αβεσσαλώμ του υιού σου· και ιδού συ εν τη κακία σου. και πας ο λαός ην και πάντες οι δυνατοί εκ δεξιών και εξ ευωνύμων του βασιλέως. και όνομα αυτω Σεμεϊ υιος Γηρά· εξήλθεν εκπορευόμενος και καταρώμενος 6 και λιθάζων εν λίθοις τον Δαυίδ και πάντας τους παίδας του βασιλέως Δαυίδ. διαβήσομαι δη και αφελώ την κεφαλήν αυτού. ότι εβασίλευσας αντ' αυτού. και επ' αυτοίς διακόσιοι άρτοι και εκατόν σταφίδες και εκατόν φοίνικες και νέβελ οίνου. έξελθε ανήρ αιμάτων και ανήρ ο παράνομος· 8 επέστρεψεν επί σε Κύριος πάντα τα αίματα του οίκου Σαούλ. ότι ανήρ αιμάτων συ. 3 και είπεν ο βασιλεύς· και που ο υιος του κυρίου σου. και τις ερεί. 5 και ήλθεν ο βασιλεύς Δαυίδ έως Βαουρίμ· και ιδού εκείθεν ανήρ εξεπορεύετο εκ συγγενείας οίκου Σαούλ. 10 και είπεν ο βασιλεύς· τι εμοί και υμίν. όσα εστί Μεμφιβοσθέ. και ο οίνος πιείν τοις εκλελυμένοις εν τη ερήμω. 7 και ούτως έλεγε Σεμεϊ εν τω καταράσθαι αυτόν· έξελθε.

4 και ευθής ο λόγος εν οφθαλμοίς Αβεσσαλώμ και εν οφθαλμοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 539 . ον τρόπον επερωτήση τις εν λόγω του Θεού. και ακούσεται πας Ισραήλ ότι κατήσχυνας τον πατέρα σου. ην εβουλεύσατο εν ταις ημέραις ταις πρώταις. τίνι εγώ δουλεύσω. και είπε Χουσί προς Αβεσσαλώμ· ζήτω ο βασιλεύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορευόμενος και καταρώμενος και λιθάζων εν λίθοις εκ πλαγίων αυτού και τω χοϊ πάσσων. ον τρόπον επιστρέφει η νύμφη προς τον άνδρα αυτής· πλήν ψυχήν ανδρός ενός συ ζητείς και παντί τω λαω έσται ειρήνη. αλλά κατόπισθεν ου εξελέξατο Κύριος και ο λαός ούτος και πας ανήρ Ισραήλ. 16 και εγενήθη ηνίκα ήλθε Χουσί ο αρχιεταίρος Δαυίδ προς Αβεσσαλώμ. 14 και ήλθεν ο βασιλεύς και πας ο λαός μετ' αυτού εκλελυμένοι και ανέψυξαν εκεί. ουχί ενώπιον του υιού αυτού. 22 και έπηξαν την σκηνήν τω Αβεσσαλώμ επί το δώμα. και εισήλθεν Αβεσσαλώμ προς τας παλλακάς του πατρός αυτού κατ' οφθαλμούς παντός Ισραήλ. ινατί ουκ απήλθες μετά του εταίρου σου. ούτως έσομαι ενώπιόν σου. 21 και είπεν Αχιτόφελ προς Αβεσσαλώμ· είσελθε προς τας παλλακάς του πατρός σου. 23 και η βουλή Αχιτόφελ. 20 και είπεν Αβεσσαλώμ προς Αχιτόφελ· φέρετε εαυτοίς βουλήν τι ποιήσωμεν. 17 και είπεν Αβεσσαλώμ προς Χουσί· τούτο το έλεός σου μετά του εταίρου σου. καθάπερ εδούλευσα ενώπιον του πατρός σου. ας κατέλιπε φυλάσσειν τον οίκον αυτού. 18 και είπε Χουσί προς Αβεσσαλώμ· ουχί. και εκστήσω αυτόν. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ είπεν Αχιτόφελ προς Αβεσσαλώμ· επιλέξω δη εμαυτω δώδεκα χιλιάδας ανδρών και αναστήσομαι και καταδιώξω οπίσω Δαυίδ την νύκτα· 2 και επελεύσομαι επ' αυτόν. αυτω έσομαι και μετά αυτού καθήσομαι· 19 και το δεύτερον. και αυτός κοπιών και εκλελυμένος χερσί. 15 Και Αβεσσαλώμ και πας ανήρ Ισραήλ εισήλθον εις Ιερουσαλήμ και Αχιτόφελ μετ' αυτού. ούτως πάσα η βουλή του Αχιτόφελ και γε τω Δαυίδ και γε τω Αβεσσαλώμ. και ενισχύσουσιν αι χείρες πάντων των μετά σου. και πατάξω τον βασιλέα μονώτατον· 3 και επιστρέψω πάντα τον λαόν προς σε. και φεύξεται πας ο λαός ο μετ' αυτού.

ως πίπτει δρόσος επί την γην. 15 και είπε Χουσί ο του Αραχί προς Σαδώκ και Αβιάθαρ τους ιερείς· ούτως και ούτως συνεβούλευσεν Αχιτόφελ τω Αβεσσαλώμ και τοις πρεσβυτέροις Ισραήλ. όπως αν επαγάγη Κύριος επί Αβεσσαλώμ τα κακά πάντα. και ο πατήρ σου ανήρ πολεμιστής και ου μη καταλύση τον λαόν· 9 ιδού γαρ αυτός νυν κέκρυπται εν ενί των βουνών ή εν ενί των τόπων. και ουχ υπολειψόμεθα εν αυτω και τοις ανδράσι τοις μετ' αυτού και γε ένα· 13 και εάν εις την πόλιν συναχθή. 6 και εισήλθε Χουσί προς Αβεσσαλώμ· και είπεν Αβεσσαλώμ προς αυτόν λέγων· κατά το ρήμα τούτο ελάλησεν Αχιτόφελ· ει ποιήσομεν κατά τον λόγον αυτού. 8 και είπε Χουσί· συ οίδας τον πατέρα σου και τους άνδρας αυτού. και έσται εν τω επιπεσείν αυτοίς εν αρχή και ακούση ο ακούων και είπη· εγενήθη θραύσις εν τω λαω τω οπίσω Αβεσσαλώμ. 14 και είπεν Αβεσσαλώμ και πας ανήρ Ισραήλ· αγαθή η βουλή Χουσί του Αραχί υπέρ την βουλήν Αχιτόφελ· και Κύριος ενετείλατο διασκεδάσαι την βουλήν του Αχιτόφελ την αγαθήν. και ούτως και ούτως συνεβούλευσα εγώ. ότι ουκ ηδύναντο οφθήναι του εισελθείν εις την πόλιν. ου εάν εύρωμεν αυτόν εκεί. και το πρόσωπόν σου πορευόμενον εν μέσω αυτών. 11 ότι ούτως συμβουλεύων εγώ συνεβούλευσα. ως άρκος ητεκνωμένη εν αγρω και ως ύς τραχεία εν τω πεδίω. ότι οίδε πας Ισραήλ ότι δυνατός ο πατήρ σου και υιοί δυνάμεως οι μετ' αυτού. ότι δυνατοί εισι σφόδρα και κατάπικροι τη ψυχή αυτών. και συναγόμενος συναχθήσεται επί σε πας Ισραήλ από Δάν και έως Βηρσαβεέ ως η άμμος η επί της θαλάσσης εις πλήθος. συ λάλησον· 7 και είπε Χουσί προς Αβεσσαλώμ· ουκ αγαθή αύτη η βουλή. ην εβουλεύσατο Αχιτόφελ το άπαξ τούτο. και επορεύθη η παιδίσκη και ανήγγειλεν αυτοίς. 10 και γε αυτός υιος δυνάμεως. και ακούσωμεν τι εν τω στόματι αυτού και γε αυτού. τηκομένη τακήσεται. και παρεμβαλούμεν επ' αυτόν. ει δε μη. 18 και είδεν αυτούς παιδάριον και ανήγγειλε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 540 . 16 και νυν αποστείλατε ταχύ και αναγγείλατε τω Δαυίδ λέγοντες· μη αυλισθής την νύκτα εν Αραβώθ της ερήμου και γε διαβαίνων σπεύσον. ου η καρδία καθώς η καρδία του λέοντος. 12 και ήξομεν προς αυτόν εις ένα των τόπων. όπως μη καταλειφθή εκεί μηδέ λίθος. μη ποτε καταπείση τον βασιλέα και πάντα τον λαόν τον μετ' αυτού. 17 και Ιωνάθαν και Αχιμάας ειστήκεισαν εν τη πηγή Ρωγήλ. και αυτοί πορεύονται και αναγγέλλουσι τω βασιλεί Δαυίδ. και λήψεται πας Ισραήλ προς την πόλιν εκείνην σχοινία και συρούμεν αυτήν έως εις τον χειμάρρουν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντων των πρεσβυτέρων Ισραήλ· 5 και είπεν Αβεσσαλώμ· καλέσατε δη και γε τον Χουσί τον Αραχί.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω Αβεσσαλώμ. 21 εγένετο δε μετά το απελθείν αυτούς και ανέβησαν εκ του λάκκου και επορεύθησαν και απήγγειλαν τω βασιλεί Δαυίδ και είπαν προς Δαυίδ· ανάστητε και διάβητε ταχέως το ύδωρ. ότι ούτως εβουλεύσατο περί υμών Αχιτόφελ. 25 και τον Αμεσσαϊ κατέστησεν Αβεσσαλώμ αντί Ιωάβ επί της δυνάμεως· και Αμεσσαϊ υιος ανδρός και όνομα αυτω Ιοθόρ ο Ισραηλίτης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 541 . και αυτω λάκκος εν τη αυλή. και Ουεσβί υιος Νάας εκ Ραββάθ υιών Αμμών και Μαχίρ υιος Αμιήλ εκ Λωδαβάρ και Βερζελλί ο Γαλααδίτης εκ Ρωγελλίμ 28 ήνεγκαν δέκα κοίτας και αμφιτάπους και λέβητας δέκα και σκεύη κεράμου και πυρούς και κριθάς και άλευρον και άλφιτον και κύαμον και φακόν 29 και μέλι και βούτυρον και πρόβατα και σαφφώθ βοών και προσήνεγκαν τω Δαυίδ και τω λαω τω μετ' αυτού φαγείν. 22 και ανέστη Δαυίδ και πας ο λαός ο μετ' αυτού και διέβησαν τον Ιορδάνην έως του φωτός του πρωϊ. και είπεν αυτοίς η γυνή· παρήλθαν μικρόν του ύδατος. ότι είπαν· ο λαός πεινών και εκλελυμένος και διψών εν τη ερήμω. και ουκ εγνώσθη ρήμα. 26 και παρενέβαλε πας Ισραήλ και Αβεσσαλώμ εις την γην Γαλαάδ. έως ενός ουκ έλαθεν ος ου διήλθε τον Ιορδάνην. και επέσαξε την όνον αυτού. και ανέστη και απήλθεν εις τον οίκον αυτού εις την πόλιν αυτού· και ενετείλατο τω οίκω αυτού και απήγξατο και απέθανε και ετάφη εν τω τάφω του πατρός αυτού. και Αβεσσαλώμ διέβη τον Ιορδάνην αυτός και πας ανήρ Ισραήλ μετ' αυτού. 27 και εγένετο ηνίκα ήλθε Δαυίδ εις Μαναϊμ. και επορεύθησαν οι δύο ταχέως και εισήλθαν εις οικίαν ανδρός εν Βαουρίμ. ούτος εισήλθε προς Αβιγαίαν θυγατέρα Νάας αδελφήν Σαρουϊας μητρός Ιωάβ. και εζήτησαν και ουχ εύραν και ανέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ. 24 και Δαυίδ διήλθεν εις Μαναϊμ. 20 και ήλθαν οι παίδες Αβεσσαλώμ προς την γυναίκα εις την οικίαν και είπαν· που Αχιμάας και Ιωνάθαν. 19 και έλαβεν η γυνή και διεπέτασε το επικάλυμμα επί πρόσωπον του λάκκου και έψυξεν επ' αυτω αραφώθ. 23 και Αχιτόφελ είδεν ότι ουκ εγενήθη η βουλή αυτού. και κατέβησαν εκεί.

ου θήσουσιν εφ' ημάς καρδίαν. 11 και είπεν Ιωάβ τω ανδρί τω αναγγέλλοντι αυτω· και ιδού εώρακας· τι ότι ουκ επάταξας αυτόν εκεί εις την γην. και Αβεσσαλώμ ην επιβεβηκώς επί του ημιόνου αυτού. ότι συ ως ημείς δέκα χιλιάδες· και νυν αγαθόν ότι έση ημίν εν τη πόλει βοήθεια του βοηθείν. το τρίτον εν χειρί Ιωάβ και το τρίτον εν χειρί Αβεσσά υιού Σαρουϊας αδελφού Ιωάβ και το τρίτον εν χειρί Εθθί του Γεθθαίου. ότι εάν φυγή φύγωμεν. και εγένετο η θραύσις μεγάλη εν τη ημέρα εκείνη. και εισήλθεν ο ημίονος υπό το δάσος της δρυός της μεγάλης. 5 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Ιωάβ και τω Αβεσσά και τω Εθθί λέγων· φείσασθέ μοι του παιδαρίου του Αβεσσαλώμ· και πας ο λαός ήκουσεν εντελλομένου του βασιλέως πάσι τοις άρχουσιν υπέρ Αβεσσαλώμ. και εγένετο ο πόλεμος εν τω δρυμω Εφραίμ. ου μη επιβάλω την χείρά μου επί τον υιόν του βασιλέως. 4 και είπε προς αυτούς ο βασιλεύς· ό εάν αρέση εν οφθαλμοίς υμών. και εγώ αν εδεδώκειν σοι δέκα αργυρίου και παραζώνην μίαν. 6 και εξήλθε πας ο λαός εις τον δρυμόν εξεναντίας Ισραήλ. 2 και απέστειλε Δαυίδ τον λαόν. και περιεπλάκη η κεφαλή αυτού εν τη δρυϊ. και πας ο λαός εξεπορεύετο εις εκατοντάδας και εις χιλιάδας. και έστη ο βασιλεύς ανά χείρα της πύλης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ επεσκέψατο Δαυίδ τον λαόν τον μετ' αυτού και κατέστησεν επ' αυτών χιλιάρχους και εκατοντάρχους. ου θήσουσιν εφ' ημάς καρδίαν. ότι εν τοις ωσίν ημών ενετείλατο ο βασιλεύς σοι και τω Αβεσσά και τω Εθθί λέγων· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 542 . 12 είπε δε ο ανήρ προς Ιωάβ· και εγώ ειμι ίστημι επί τας χείράς μου χιλίους σίκλους αργυρίου. 8 και εγένετο εκεί ο πόλεμος διεσπαρμένος επί πρόσωπον πάσης της γης. και ο ημίονος υποκάτω αυτού παρήλθε. ποιήσω. 7 και έπταισεν εκεί ο λαός Ισραήλ ενώπιον των παίδων Δαυίδ. 9 και συνήντησεν Αβεσσαλώμ ενώπιον των παίδων Δαυίδ. και είπε Δαυίδ προς τον λαόν· εξελθών εξελεύσομαι και γε εγώ μεθ' υμών. είκοσι χιλιάδες ανδρών. και εκρεμάσθη ανά μέσον του ουρανού και ανά μέσον της γης. 10 και είδεν ανήρ εις και ανήγγειλε τω Ιωάβ και είπεν· ιδού εώρακα τον Αβεσσαλώμ κρεμάμενον εν τη δρυϊ. και επλεόνασεν ο δρυμός του καταφαγείν εκ του λαού υπέρ ους κατέφαγεν εν τω λαω η μάχαιρα τη ημέρα εκείνη. 3 και είπαν· ουκ εξελεύση. και εάν αποθάνωμεν το ήμισυ ημών.

ότι έκρινε Κύριος εκ χειρός των εχθρών αυτού. 27 και είπεν ο σκοπός· εγώ ορω τον δρόμον του πρώτου ως δρόμον Αχιμάας υιού Σαδώκ. υιε μου. και έλαβεν Ιωάβ τρία βέλη εν τη χειρί αυτού και ενέπηξεν αυτά εν τη καρδία Αβεσσαλώμ έτι αυτού ζώντος εν τη καρδία της δρυός. και συ στήση εξεναντίας. και πας Ισραήλ έφυγεν ανήρ εις το σκήνωμα αυτού. 19 και Αχιμάας υιος Σαδώκ είπε· δράμω δη και ευαγγελιώ τω βασιλεί. 21 και είπεν Ιωάβ τω Χουσί· βαδίσας ανάγγειλον τω βασιλεί όσα είδες· και προσεκύνησε Χουσί τω Ιωάβ και εξήλθε. ευαγγελία εν τω στόματι αυτού. 18 και Αβεσσαλώμ έτι ζων έλαβε και έστησεν εαυτω την στήλην. 15 και εκύκλωσαν δέκα παιδάρια αίροντα τα σκεύη Ιωάβ και επάταξαν τον Αβεσσαλώμ και εθανάτωσαν αυτόν. 23 και είπε· τι γαρ εάν δράμω. 26 και είδεν ο σκοπός άνδρα έτερον τρέχοντα. 17 και έλαβε τον Αβεσσαλώμ και έρριψεν αυτόν εις χάσμα μέγα εν τω δρυμω εις τον βόθυνον τον μέγαν και εστήλωσεν επ' αυτόν σωρόν λίθων μέγαν σφόδρα. 20 και είπεν αυτω Ιωάβ· ουκ ανήρ ευαγγελίας συ εν τη ημέρα ταύτη και ευαγγελιή εν ημέρα άλλη. δεύρο. εν ή ελήφθη. 16 και εσάλπισεν Ιωάβ εν κερατίνη. και επορεύετο πορευόμενος και εγγίζων. και απέστρεψεν ο λαός του μη διώκειν οπίσω Ισραήλ. 24 και Δαυίδ εκάθητο ανά μέσον των δύο πυλών. και είπεν ο βασιλεύς· ανήρ αγαθός ούτος και γε εις ευαγγελίαν αγαθήν ελεύσεται. και είπεν ο βασιλεύς· ει μόνος εστίν. εν δε τη ημέρα ταύτη ουκ ευαγγελιή. 28 και εβόησεν Αχιμάας και είπε προς τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 543 . ουκ έστι σοι ευαγγέλια εις ωφέλειαν πορευομένω. 14 και είπεν ο Ιωάβ· τούτο εγώ άρξομαι· ουχ ούτως μενώ ενώπιόν σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάξατέ μοι το παιδάριον τον Αβεσσαλώμ 13 μη ποιήσαι εν τη ψυχή αυτού άδικον· και πας ο λόγος ου λήσεται από του βασιλέως. και εβόησεν ο σκοπός προς τη πύλη και είπε· και ιδού ανήρ έτερος τρέχων μόνος. και είπεν ο βασιλεύς· και γε ούτος ευαγγελιζόμενος. και εστήλωσεν αυτήν λαβείν την στήλην την εν τη κοιλάδι του βασιλέως. ου είνεκεν ο υιος του βασιλέως απέθανε. και είπεν αυτω Ιωάβ· δράμε. ότι εφείδετο Ιωάβ του λαού. ότι είπεν· ουκ έστιν αυτω υιος ένεκα του αναμνήσαι το όνομα αυτού· και εκάλεσε την στήλην Χείρ Αβεσσαλώμ έως της ημέρας ταύτης. και επορεύθη ο σκοπός εις το δώμα της πύλης προς το τείχος και επήρε τους οφθαλμούς αυτού και είδε και ιδού ανήρ τρέχων μόνος ενώπιον αυτού 25 και ανεβόησεν ο σκοπός και απήγγειλε τω βασιλεί. 22 και προσέθετο έτι Αχιμάας υιος Σαδώκ και είπε προς Ιωάβ· και έστω ότι δράμω και γε εγώ οπίσω του Χουσί. και είπεν Ιωάβ· ινατί συ τούτο τρέχεις. και έδραμεν Αχιμάας την οδόν την του Κεχάρ και υπερέβη τον Χουσί.

6 του αγαπάν τους μισούντάς σε και μισείν τους αγαπώντάς σε και ανήγγειλας σήμερον ότι ουκ εισίν οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 544 . υιε μου. στηλώθητι ώδε· και επεστράφη και έστη. ότι ήκουσεν ο λαός εν τη ημέρα εκείνη λέγων. εγώ αντί σου. υιε μου Αβεσσαλώμ. 32 και είπεν ο βασιλεύς προς τον Χουσί· ει ειρήνη τω παιδαρίω τω Αβεσσαλώμ. 5 και εισήλθεν Ιωάβ προς τον βασιλέα εις τον οίκον και είπε· κατήσχυνας σήμερον τα πρόσωπα πάντων των δούλων σου των εξαιρουμένων σε σήμερον και την ψυχήν των υιών σου και των θυγατέρων σου και την ψυχήν των γυναικών σου και των παλλακών σου. ότι λυπείται ο βασιλεύς επί τω υιω αυτού. Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ανηγγέλη τω Ιωάβ λέγοντες· ιδού ο βασιλεύς κλαίει και πενθεί επί Αβεσσαλώμ. τις δώη τον θάνατόν μου αντί σου. 29 και είπεν ο βασιλεύς· ειρήνη τω παιδαρίω τω Αβεσσαλώμ. 4 και ο βασιλεύς έκρυψε το πρόσωπον αυτού. και είπεν ο Χουσί· γένοιντο ως το παιδάριον οι εχθροί του κυρίου μου του βασιλέως και πάντες. 2 και εγένετο η σωτηρία εν τη ημέρα εκείνη εις πένθος παντί τω λαω. και είπεν Αχιμάας· είδον το πλήθος το μέγα του αποστείλαι τον δούλον του βασιλέως Ιωάβ και τον δούλόν σου. 30 και είπεν ο βασιλεύς· επίστρεψον. υιε μου υιε μου. 3 και διεκλέπτετο ο λαός εν τη ημέρα εκείνη του εισελθείν εις την πόλιν. ος απέκλεισε τους άνδρας τους επαραμένους την χείρα αυτών εν τω κυρίω μου τω βασιλεί. και ουκ έγνων τι εκεί. 31 και ιδού ο Χουσί παρεγένετο και είπε τω βασιλεί· ευαγγελισθήτω ο κύριός μου ο βασιλεύς. ότι έκρινέ σοι Κύριος σήμερον εκ χειρός πάντων των επεγειρομένων επί σε. 33 και εταράχθη ο βασιλεύς και ανέβη εις το υπερωον της πύλης και έκλαυσε· και ούτως είπεν εν τω πορεύεσθαι αυτόν· υιε μου Αβεσσαλώμ. καθώς διακλέπτεται ο λαός οι αισχυνόμενοι εν τω αυτούς φεύγειν εν τω πολέμω. Αβεσσαλώμ υιε μου. Αβεσσαλώμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέα· ειρήνη· και προσεκύνησε τω βασιλεί επί πρόσωπον αυτού επί την γην και είπεν· ευλογητός Κύριος ο Θεός σου. όσοι επανέστησαν επ' αυτόν εις κακά. και έκραξεν ο βασιλεύς φωνή μεγάλη λέγων· υιε μου Αβεσσαλώμ.

ει μη άρχων δυνάμεως έση ενώπιον εμού πάσας τας ημέρας αντί Ιωάβ. και νυν πέφευγεν από της γης και από της βασιλείας αυτού. 7 και νυν αναστάς έξελθε και λάλησον εις την καρδίαν των δούλων σου. ον εχρίσαμεν εφ' ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άρχοντές σου. και νυν τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. ότι εν Κυρίω ώμοσα ότι ει μη εκπορεύση σήμερον. και άνδρες Ιούδα ήλθαν εις Γάλγαλα του πορεύεσθαι εις απαντήν του βασιλέως διαβιβάσαι τον βασιλέα τον Ιορδάνην. 12 αδελφοί μου υμείς. οστά μου και σάρκες μου υμείς. και απέστειλαν προς τον βασιλέα λέγοντες· επιστράφηθι συ και πάντες οι δούλοί σου. 14 και έκλινε την καρδίαν παντός ανδρός Ιούδα ως ανδρός ενός. 11 και ο βασιλεύς Δαυίδ απέστειλε προς Σαδώκ και προς Αβιάθαρ τους ιερείς λέγων· λαλήσατε προς τους πρεσβυτέρους Ιούδα λέγοντες· ινατί γίνεσθε έσχατοι του επιστρέψαι τον βασιλέα εις τον οίκον αυτού. και νυν ινατί υμείς κωφεύετε του επιστρέψαι τον βασιλέα. ότι τότε το ευθές ην εν οφθαλμοίς σου. και από Αβεσσαλώμ· 10 και Αβεσσαλώμ. πάντες ημείς σήμερον νεκροί. ουδέ παίδες· ότι έγνωκα σήμερον ότι ει Αβεσσαλώμ έζη. ει αυλισθήσεται ανήρ μετά σου την νύκτα ταύτην· και επίγνωθι σεαυτω και κακόν σοι τούτο υπέρ παν το κακόν το επελθόν σοι εκ νεότητός σου έως του νυν. 13 και τω Αμεσσαϊ ερείτε· ουχί οστούν μου και σάρξ μου συ. και το ρήμα παντός Ισραήλ ήλθε προς τον βασιλέα. 8 και ανέστη ο βασιλεύς και εκάθισεν εν τη πύλη. 16 και ετάχυνε Σεμεϊ υιος Γηρά υιού του Ιεμινί εκ Βαουρίμ και κατέβη μετά ανδρός Ιούδα εις απαντήν του βασιλέως Δαυίδ 17 και χίλιοι άνδρες μετ' αυτού εκ του Βενιαμίν και Σιβά το παιδάριον του οίκου Σαούλ και πεντεκαίδεκα υιοί αυτού μετ' αυτού και είκοσι δούλοι αυτού μετ' αυτού και κατεύθυναν τον Ιορδάνην έμπροσθεν του βασιλέως 18 και ελειτούργησαν την λειτουργίαν του διαβιβάσαι τον βασιλέα. απέθανεν εν τω πολέμω. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 545 . και πας ο λαός ανήγγειλαν λέγοντες· ιδού ο βασιλεύς κάθηται εν τη πύλη· και εισήλθε πας ο λαός κατά πρόσωπον του βασιλέως επί την πύλην. 9 Και ην πας ο λαός κρινόμενος εν πάσαις φυλαίς Ισραήλ λέγοντες· ο βασιλεύς Δαυίδ ερρύσατο ημάς από πάντων των εχθρών ημών. και αυτός εξείλετο ημάς εκ χειρός αλλοφύλων. 15 και επέστρεψεν ο βασιλεύς και ήλθεν έως του Ιορδάνου. και διέβη η διάβασις του εξεγείραι τον οίκον του βασιλέως και του ποιήσαι το ευθές εν οφθαλμοίς αυτού. και λόγος παντός Ισραήλ ήλθε προς τον βασιλέα. ινατί γίνεσθε έσχατοι του επιστρέψαι τον βασιλέα εις τον οίκον αυτού. και Ισραήλ έφυγεν ανήρ εις τα σκηνώματα αυτού.

υιος ογδοήκοντα ετών. και είπεν αυτω ο βασιλεύς· τι ότι ουκ επορεύθης μετ' εμού. 25 και εγένετο ότε εισήλθεν εις Ιερουσαλήμ εις απάντησιν του βασιλέως. του θέσθαι τον βασιλέα εις την καρδίαν αυτού. 33 και είπεν ο βασιλεύς προς Βερζελλί· συ διαβήση μετ' εμού. αλλ' ή ότι άνδρες θανάτου τω κυρίω μου τω βασιλεί. και έθηκας τον δούλόν σου εν τοις εσθίουσι την τράπεζάν σου· και τι έστι μοι έτι δικαίωμα και του κεκραγέναι με έτι προς τον βασιλέα. 26 και είπε προς αυτόν Μεμφιβοσθέ· κύριέ μου βασιλεύ. 22 και είπε Δαυίδ· τι εμοί και υμίν. και διαθρέψω το γήράς σου μετ' εμού εν Ιερουσαλήμ. 23 και είπεν ο βασιλεύς προς Σεμέϊ· ου μη αποθάνης· και ώμοσεν αυτω ο βασιλεύς. 34 και είπε Βερζελλί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 546 . 30 και είπε Μεμφιβοσθέ προς τον βασιλέα· και γε τα πάντα λαβέτω μετά το παραγενέσθαι τον κύριόν μου τον βασιλέα εν ειρήνη εις τον οίκον αυτού. 20 ότι έγνω ο δούλός σου ότι εγώ ήμαρτον. ουδέ ωνυχίσατο. ότι κατηράσατο τον χριστόν Κυρίου. υιοί Σαρουϊας. ο δούλός μου παρελογίσατό με. ότι είπεν ο παις σου αυτω· επίσαξόν μοι την όνον και επιβώ επ' αυτήν και πορεύσομαι μετά του βασιλέως. και ο κύριός μου ο βασιλεύς ως άγγελος του Θεού. Μεμφιβοσθέ. 21 και απεκρίθη Αβεσσά υιος Σαρουϊας και είπε· μη αντί τούτου ου θανατωθήσεται Σεμεϊ. ότι γίνεσθέ μοι σήμερον εις επίβουλον. έως της ημέρας ης αυτός παρεγένετο εν ειρήνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σεμεϊ υιος Γηρά έπεσεν επί πρόσωπον αυτού ενώπιον του βασιλέως διαβαίνοντος αυτού τον Ιορδάνην 19 και είπε προς τον βασιλέα· μη δη λογισάσθω ο κύριός μου ανομίαν και μη μνησθής όσα ηδίκησεν ο παις σου εν τη ημέρα. ή ο κύριός μου εξεπορεύετο εξ Ιερουσαλήμ. και ιδού εγώ ήλθον σήμερον πρότερος παντός Ισραήλ και οίκου Ιωσήφ του καταβήναί με εις απαντήν του κυρίου μου του βασιλέως. ότι ανήρ μέγας ην σφόδρα. και ποίησον το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου· 28 ότι ουκ ην πας ο οίκος του πατρός μου. ότι ουκ οίδα ει σήμερον βασιλεύω εγώ επί τον Ισραήλ. ότι χωλός ο δούλός σου· 27 και μεθώδευσεν εν τω δούλω σου προς τον κύριόν μου τον βασιλέα. και τα ιμάτια αυτού ουκ απέπλυνεν από της ημέρας. ης απήλθεν ο βασιλεύς. 24 και Μεμφιβοσθέ υιος υιού Σαούλ κατέβη εις απαντήν του βασιλέως· και ουκ εθεράπευσε τους πόδας αυτού. 29 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ινατί λαλείς έτι τους λόγους σου. είπον· συ και Σιβά διελείσθε τον αγρόν. 31 και Βερζελλί ο Γαλααδίτης κατέβη εκ Ρωγελλίμ και διέβη μετά του βασιλέως τον Ιορδάνην εκπέμψαι αυτόν τον Ιορδάνην· 32 και Βερζελλί ανήρ πρεσβύτερος σφόδρα. ουδέ εποίησε τον μύστακα αυτού. σήμερον ου θανατωθήσεταί τις ανήρ εξ Ισραήλ. και αυτός διέθρεψε τον βασιλέα εν τω οικείν αυτόν εν Μαναϊμ.

ποιήσω σοι. και γε εν τω Δαυίδ ειμι υπέρ σε· και ινατί τούτο ύβρισάς με και ουκ ελογίσθη ο λόγος μου πρώτός μοι του επιστρέψαι τον βασιλέα εμοί. και πας ο λαός Ιούδα διαβαίνοντες μετά του βασιλέως και γε το ήμισυ του λαού Ισραήλ. 35 υιος ογδοήκοντα ετών εγώ ειμι σήμερον· μη γνώσομαι ανά μέσον αγαθού και κακού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς τον βασιλέα· πόσαι ημέραι ετών ζωής μου. 40 και διέβη ο βασιλεύς εις Γάλγαλα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 547 . ή ακούσομαι έτι φωνήν αδόντων και αδουσών. όσα αν εκλέξη επ' εμοί. ότι αναβήσομαι μετά του βασιλέως εις Ιερουσαλήμ. 43 και απεκρίθη ανήρ Ισραήλ τω ανδρί Ιούδα και είπε· δέκα χείρές μοι εν τω βασιλεί. και ο βασιλεύς διέβη· και κατεφίλησεν ο βασιλεύς τον Βερζελλί και ευλόγησεν αυτόν. μη βρώσει εφάγαμεν εκ του βασιλέως. ή δόμα έδωκεν ή άρσιν ήρεν ημίν. 38 και είπεν ο βασιλεύς· μετ' εμού διαβήτω Χαμαάμ. και ποίησον αυτω το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. και πρωτότοκος εγώ ή συ. 41 και ιδού πας ανήρ Ισραήλ παρεγένοντο προς τον βασιλέα και είπε προς τον βασιλέα· τι ότι έκλεψάν σε οι αδελφοί ημών ανήρ Ιούδα και διεβίβασαν τον βασιλέα και τον οίκον αυτού τον Ιορδάνην και πάντες άνδρες Δαυίδ μετ' αυτού. και ινατί έσται έτι ο δούλός σου εις φορτίον επί τον κύριόν μου τον βασιλέα. 39 και διέβη πας ο λαός τον Ιορδάνην. και επέστρεψεν εις τον τόπον αυτού. ει γεύσεται ο δούλός σου έτι ό φάγομαι ή πίομαι. καγώ ποιήσω αυτω το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου και πάντα. 42 και απεκρίθη πας ανήρ Ιούδα προς άνδρα Ισραήλ και είπαν· διότι εγγίζει προς με ο βασιλεύς· και ινατί ούτως εθυμώθης περί του λόγου τούτου. και Χαμαάμ διέβη μετ' αυτού. 36 ως βραχύ διαβήσεται ο δούλός σου τον Ιορδάνην μετά του βασιλέως· και ινατί ανταποδίδωσί μοι ο βασιλεύς την ανταπόδοσιν ταύτην. και εσκληρύνθη ο λόγος ανδρός Ιούδα υπέρ τον λόγον ανδρός Ισραήλ. 37 καθισάτω δη ο δούλός σου και αποθανούμαι εν τη πόλει μου παρά τω τάφω του πατρός μου και της μητρός μου· και ιδού ο δούλός σου Χαμαάμ διαβήσεται μετά του κυρίου μου του βασιλέως.

και νυν συ λάβε μετά σεαυτού τους παίδας του κυρίου σου και καταδίωξον οπίσω αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εκεί επικαλούμενος υιος παράνομος. και ανήρ Ιούδα εκολλήθη τω βασιλεί αυτών από του Ιορδάνου και έως Ιερουσαλήμ. και έλαβεν ο βασιλεύς τας δέκα γυναίκας τας παλλακάς αυτού. και Ιωάβ περιεζωσμένος μανδύαν το ένδυμα αυτού και επ' αυτω εζωσμένος μάχαιραν εζευγμένην επί της οσφύος αυτού εν κολεω αυτής. και απέστρεψε τον Αμεσσαϊ εκ της τρίβου εις αγρόν και επέρριψεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 548 . 6 και είπε Δαυίδ προς Αμεσσαϊ· νυν κακοποιήσει ημάς Σαβεέ υιος Βοχορί υπέρ Αβεσσαλώμ. ότι ειστήκει πας ο λαός. 2 και ανέβη πας ανήρ Ισραήλ από όπισθεν Δαυίδ οπίσω Σαβεέ υιού Βοχορί. και Αμεσσαϊ εισήλθεν έμπροσθεν αυτών. και ήσαν συνεχόμεναι έως θανάτου αυτών. και έδωκεν αυτάς εν οίκω φυλακής και διέθρεψεν αυτάς και προς αυτάς ουκ εισήλθε. ας αφήκε φυλάσσειν τον οίκον. 12 και Αμεσσαϊ πεφυρμένος εν τω αίματι εν μέσω της τρίβου. 5 και επορεύθη Αμεσσαϊ του βοήσαι τον Ιούδαν και εχρόνισεν από του καιρού. και εσάλπισε τη κερατίνη και είπεν· ουκ έστιν ημίν μερίς εν Δαυίδ ουδέ κληρονομία ημίν εν τω υιω Ιεσσαί· ανήρ εις τα σκηνώματά σου. και ουκ εδευτέρωσεν αυτω. 7 και εξήλθον οπίσω αυτού οι άνδρες Ιωάβ και ο Χερεθί και ο Φελεθί και πάντες οι δυνατοί και εξήλθον εξ Ιερουσαλήμ διώξαι οπίσω Σαβεέ υιού Βοχορί. 9 και είπεν Ιωάβ τω Αμεσσαϊ· ει υγιαίνεις συ αδελφέ. και εκράτησεν η χείρ η δεξιά Ιωάβ του πώγωνος Αμεσσαϊ του καταφιλήσαι αυτόν. χήραι ζώσαι. Ισραήλ. υιος Βοχορί ανήρ ο Ιεμινί. μήποτε εαυτω εύρη πόλεις οχυράς και σκιάσει τους οφθαλμούς ημών. και εξεχύθη η κοιλία αυτού εις την γην. και Ιωάβ και Αβεσσαϊ ο αδελφός αυτού εδίωξεν οπίσω Σαβεέ υιού Βοχορί· 11 και ανήρ έστη επ' αυτόν των παιδαρίων Ιωάβ και είπε· τις ο βουλόμενος Ιωάβ και τις του Δαυίδ. ου ετάξατο αυτω Δαυίδ. συ δε αυτού στήθι. οπίσω Ιωάβ. και όνομα αυτω Σαβεέ. 10 και Αμεσσαϊ ουκ εφυλάξατο την μάχαιραν την εν τη χειρί Ιωάβ. και η μάχαιρα εξήλθε και έπεσε. 3 και εισήλθε Δαυίδ εις οίκον αυτού εις Ιερουσαλήμ. και είδεν ανήρ. 4 και είπεν ο βασιλεύς προς Αμεσσαϊ· βόησόν μοι τον άνδρα Ιούδα τρεις ημέρας. και έπαισεν αυτόν εν αυτη Ιωάβ εις την ψόαν. 8 και αυτοί παρά τω λίθω τω μεγάλω τω εν Γαβαών. και απέθανε.

17 και προσήγγισε προς αυτήν. ει καταποντιώ και ει διαφθερώ· 21 ουχ ούτως ο λόγος. και απελεύσομαι απάνωθεν της πόλεως. είπατε δη προς Ιωάβ· έγγισον έως ώδε. 24 και Αδωνιράμ επί του φόρου. και ήλθον κατόπισθεν αυτού. 19 εγώ ειμι ειρηνικά των στηριγμάτων Ισραήλ. 15 και παρεγενήθησαν και επολιόρκουν επ' αυτόν την Αβέλ και Βαιθμαχά και εξέχεαν πρόσχωμα προς την πόλιν. παρήλθε πας ανήρ Ισραήλ οπίσω Ιωάβ του διώξαι οπίσω Σαβεέ υιού Βοχορί. 14 και διήλθεν εν πάσαις φυλαίς Ισραήλ εις Αβέλ και εις Βαιθμαχά και πάντες εν Χαρρί. καθότι είδε πάντα τον ερχόμενον επ' αυτόν εστηκότα· 13 ηνίκα δε έφθασεν εκ της τρίβου. 26 και γε Ιράς ο Ιαρίν ην ιερεύς του Δαυίδ. ο δε είπεν· εγώ. και είπεν· ίλεώς μοι ίλεώς μοι. 23 Και ο Ιωάβ προς πάση τη δυνάμει Ισραήλ. και είπεν Ιωάβ· ακούω εγώ ειμι. και λαλήσω προς αυτόν. ότι ανήρ εξ όρους Εφραίμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 549 . και εσάλπισεν εν κερατίνη. και είπεν η γυνή προς Ιωάβ· ιδού η κεφαλή αυτού ριφήσεται προς σε δια του τείχους. συ δε ζητείς θανατώσαι πόλιν και μητρόπολιν εν Ισραήλ· ινατί καταποντίζεις κληρονομίαν Κυρίου. 16 και εβόησε γυνή σοφή εκ του τείχους και είπεν· ακούσατε ακούσατε. 20 και απεκρίθη Ιωάβ. και πας ο λαός μετά Ιωάβ ενοούσαν καταβαλείν το τείχος. και έστη εν τω προτειχίσματι. 18 και είπε λέγουσα· λόγον ελάλησαν εν πρώτοις λέγοντες· ηρωτημένος ηρωτήθη εν τη Αβέλ και εν Δάν ει εξέλιπον α έθεντο οι πιστοί του Ισραήλ. και αφείλε και έβαλε προς Ιωάβ. και ούτως ει εξέλιπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επ' αυτόν ιμάτιον. ερωτώντες επερωτήσουσιν εν Αβέλ. και επήρε την χείρα αυτού επί τον βασιλέα Δαυίδ· δότε αυτόν μοι μόνον. και εξεκκλησιάσθησαν. και Βαναίας υιος Ιωδαέ επί του Χερεθί και επί του Φελεθί. είπε δε αυτω· άκουσον τους λόγους της δούλης σου. 25 και Σουσά γραμματεύς. και διεσπάρησαν από της πόλεως απ' αυτού ανήρ εις τα σκηνώματα αυτού· και Ιωάβ απέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ προς τον βασιλέα. και είπεν η γυνή· ει συ ει Ιωάβ. 22 και εισήλθεν η γυνή προς πάντα τον λαόν και ελάλησε προς πάσαν την πόλιν εν τη σοφία αυτής· και αφείλε την κεφαλήν Σαβεέ υιού Βοχορί. Σαβεέ υιος Βοχορί όνομα αυτού. και Σαδώκ και Αβιάθαρ ιερείς. και Ιωσαφάτ υιος Αχιλούθ αναμιμνήσκων.

9 και έδωκεν αυτούς εν χειρί των Γαβαωνιτών. ενιαυτός ο εχόμενος ενιαυτού. και έπεσαν οι επτά αυτοί επί το αυτό· και αυτοί δε εθανατώθησαν εν ημέραις θερισμού εν πρώτοις. 2 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Δαυίδ τους Γαβαωνίτας και είπε προς αυτούς· και οι Γαβαωνίται ουχ υιοί Ισραήλ εισιν. 4 και είπαν αυτω οι Γαβαωνίται· ουκ έστιν ημίν αργύριον ή χρυσίον μετά Σαούλ και μετά του οίκου αυτού. 7 και εφείσατο ο βασιλεύς επί Μεμφιβοσθέ υιόν Ιωνάθαν υιού Σαούλ δια τον όρκον Κυρίου τον ανά μέσον αυτών και ανά μέσον Δαυίδ και ανά μέσον Ιωνάθαν υιού Σαούλ· 8 και έλαβεν ο βασιλεύς τους δύο υιούς Ρεσφά θυγατρός Αϊά. τον Ερμωνί και τον Μεμφιβοσθέ. και τους πέντε υιούς της Μιχόλ θυγατρός Σαούλ. 3 και είπε Δαυίδ προς τους Γαβαωνίτας· τι ποιήσω ημίν και εν τίνι εξιλάσομαι και ευλογήσετε την κληρονομίαν Κυρίου. και είπεν ο βασιλεύς· εγώ δώσω. και εζήτησε Δαυίδ το πρόσωπον Κυρίου. και είπε Κύριος· επί Σαούλ και επί τον οίκον αυτού αδικία εν θανάτω αιμάτων αυτού. 10 και έλαβε Ρεσφά θυγάτηρ Αϊά τον σάκκον και έπηξεν αυτη προς την πέτραν εν αρχή θερισμού κριθών. ότι αλλ' ή εκ του λείμματος του Αμορραίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ εγένετο λιμός εν ταις ημέραις Δαυίδ τρία έτη. και κατέλαβεν αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 550 . ους έτεκε τω Σαούλ. περί ου εθανάτωσε τους Γαβαωνίτας. του μη εστάναι αυτόν εν παντί ορίω Ισραήλ· 6 δότω ημίν επτά άνδρας εκ των υιών αυτού. έως έσταξεν επ' αυτούς ύδωρ εκ του ουρανού. 5 και είπε· τι υμείς λέγετε και ποιήσω υμίν. εν αρχή θερισμού κριθών. και εξηλίασαν αυτούς εν τω όρει έναντι Κυρίου. και είπαν προς τον βασιλέα· ο ανήρ. και ουκ έδωκε τα πετεινά του ουρανού καταπαύσαι επ' αυτούς ημέρας και τα θηρία του αγρού νυκτός. ος παρελογίσατο εξολοθρεύσαι ημάς· αφανίσωμεν αυτόν. ους έτεκε τω Εσδριήλ υιω Βερζελλί τω Μουλαθί. και ουκ έστιν ημίν ανήρ θανατώσαι εν Ισραήλ. και οι υιοί Ισραήλ ώμοσαν αυτοίς· και εζήτησε Σαούλ πατάξαι αυτούς εν τω ζηλώσαι αυτόν τους υιούς Ισραήλ και Ιούδα. και εξηλιάσωμεν αυτούς τω Κυρίω εν τω Γαβαών Σαούλ εκλεκτούς Κυρίου. 11 και απηγγέλη τω Δαυίδ όσα εποίησε Ρεσφά θυγάτηρ Αϊά παλλακή Σαούλ· και εξελύθησαν. ος συνετέλεσεν εφ' ημάς και εδίωξεν ημάς.

13 και ανήνεγκεν εκείθεν τα οστά Σαούλ και τα οστά Ιωνάθαν του υιού αυτού και συνήγαγε τα οστά των εξηλιασμένων. 12 και επορεύθη Δαυίδ και έλαβε τα οστά Σαούλ και τα οστά Ιωνάθαν του υιού αυτού παρά των ανδρών υιών Ιαβίς Γαλαάδ. και ην ανήρ μαδών. και έπεσαν εν χειρί Δαυίδ. τότε επάταξε Σεβοχά ο Αστατωθί τον Σέφ εν τοις εκγόνοις του Ραφά. 14 και έθαψαν τα οστά Σαούλ και τα οστά Ιωνάθαν του υιού αυτού και τα οστά των ηλιασθέντων εν γη Βενιαμίν εν τη πλευρά εν τω τάφω Κίς του πατρός αυτού και εποίησαν πάντα. και επάταξεν Ελεανάν υιος Αριωργίμ ο Βηθλεεμίτης τον Γολιάθ τον Γεθθαίον. και οι δάκτυλοι των χειρών αυτού και οι δάκτυλοι των ποδών αυτού εξ και εξ. και επήκουσεν ο Θεός τη γη μετά ταύτα. 18 και εγενήθη μετά ταύτα έτι πόλεμος εν Γεθ μετά των αλλοφύλων. όσα ενετείλατο ο βασιλεύς. εικοσιτέσσαρες αριθμω. 21 και ωνείδισε τον Ισραήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 551 . και κατέβη Δαυίδ και οι παίδες αυτού μετ' αυτού και επολέμησαν μετά των αλλοφύλων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Δάν υιος Ιωά εκ των απογόνων των γιγάντων. 22 οι τέσσαρες ούτοι ετέχθησαν απόγονοι των γιγάντων εν Γεθ τω Ραφά οίκος. και διενοείτο του πατάξαι τον Δαυίδ. 15 Και εγενήθη έτι πόλεμος τοις αλλοφύλοις μετά Ισραήλ. οί έκλεψαν αυτούς εκ της πλατείας Βαιθσάν. τότε ώμοσαν οι άνδρες Δαυίδ λέγοντες· ουκ εξελεύση έτι μεθ' ημών εις πόλεμον και ου μη σβέσης τον λύχνον Ισραήλ. 20 και εγένετο έτι πόλεμος εν Γεθ. 17 και εβοήθησεν αυτω Αβεσσά υιος Σαρουϊας και επάταξε τον αλλόφυλον και εθανάτωσεν αυτόν. 19 και εγένετο ο πόλεμος εν Γόβ μετά των αλλοφύλων. και γε αυτός ετέχθη τω Ραφά. ος ην εν τοις εκγόνοις του Ραφά και ο σταθμός του δόρατος αυτού τριακοσίων σίκλων ολκή χαλκού και αυτός περιεζωσμένος κορύνην. 16 και Ιεσβί. και επάταξεν αυτόν Ιωνάθαν υιος Σεμεϊ αδελφού Δαυίδ. ότι έστησαν αυτούς εκεί οι αλλόφυλοι εν τη ημέρα. και εν χειρί των δούλων αυτού. και εξελύθη Δαυίδ. ή επάταξαν οι αλλόφυλοι τον Σαούλ εν Γελβουέ. και το ξύλον του δόρατος αυτού ως αντίον υφαινόντων.

και τα θεμέλια του ουρανού συνεταράχθησαν και εσπαράχθησαν. προέφθασάν με σκληρότητες θανάτου. 3 ο Θεός μου φύλαξ μου έσται μοι. και ήστραψεν αστραπήν και εξέστησεν αυτούς. 10 και έκλινεν ουρανούς και κατέβη. και ο ύψιστος έδωκε φωνήν αυτού 15 και απέστειλε βέλη και εσκόρπισεν αυτούς. 17 απέστειλεν εξ ύψους και έλαβέ με. ότι ηυδόκησεν εν εμοί. 7 εν τω θλίβεσθαί με επικαλέσομαι τον Κύριον και προς τον Θεόν μου βοήσομαι· και επακούσεται εκ ναού αυτού φωνής μου. και πυρ εκ στόματος αυτού κατέδεται. 2 και είπεν· Κύριε. άνθρακες εξεκαύθησαν απ' αυτού. εξ αδίκου σώσεις με. ότι εκραταιώθησαν υπέρ εμέ. χείμαρροι ανομίας εθάμβησάν με· 6 ωδίνες θανάτου εκύκλωσάν με. 8 και εταράχθη και εσείσθη η γη. 22 ότι εφύλαξα οδούς Κυρίου και ουκ ησέβησα από του Θεού μου. αντιλήπτωρ μου και καταφυγή μου σωτηρίας μου. εκ των μισούντων με. ότι εθυμώθη Κύριος αυτοίς. και η κραυγή μου εν τοις ωσίν αυτού. και γνόφος υποκάτω των ποδών αυτού. 9 ανέβη καπνός εν τη οργή αυτού. 19 προέφθασάν με ημέραι θλίψεώς μου και εγένετο Κύριος επιστήριγμά μου 20 και εξήγαγέ με εις πλατυσμόν και εξείλετό με. και απεκαλύφθη θεμέλια της οικουμένης εν τη επιτιμήσει Κυρίου. 16 και ώφθησαν αφέσεις θαλάσσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ ελάλησε Δαυίδ τω Κυρίω τους λόγους της ωδής ταύτης εν ή ημέρα εξείλετο αυτόν Κύριος εκ χειρός πάντων των εχθρών αυτού και εκ χειρός Σαούλ. πεποιθώς έσομαι επ' αυτω. πέτρα μου και οχύρωμά μου και εξαιρούμενός με εμοί. 21 και ανταπέδωκέ μοι Κύριος κατά την δικαιοσύνην μου. είλκυσέ με εξ υδάτων πολλών· 18 ερρύσατό με εξ εχθρών μου ισχύος. 14 εβρόντησεν εξ ουρανού Κύριος. 23 ότι πάντα τα κρίματα αυτού κατεναντίον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 552 . 12 και έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού κύκλω αυτού. 4 αινετόν επικαλέσομαι Κύριον και εκ των εχθρών μου σωθήσομαι. από πνοής πνεύματος θυμού αυτού. η σκηνή αυτού σκότος υδάτων· επάχυνεν εν νεφέλαις αέρος. 5 ότι περιέσχον με συντριμμοί θανάτου. 11 και επεκάθισεν επί Χερουβίμ και επετάσθη και ώφθη επί πτερύγων ανέμου. υπερασπιστής μου και κέρας σωτηρίας μου. 13 από του φέγγους εναντίον αυτού εξεκαύθησαν άνθρακες πυρός. και κατά την καθαριότητα των χειρών μου ανταπέδωκέ μοι.

50 δια τούτο εξομολογήσομαί σοι. Κύριε. 32 τις ισχυρός πλήν Κυρίου. κάμψεις τους επιστανομένους μοι υποκάτω μου· 41 και τους εχθρούς μου έδωκάς μοι νώτον. εξ ανδρός αδικημάτων ρύση με. φυλάξεις με εις κεφαλήν εθνών. τω Δαυίδ και τω σπέρματι αυτού έως αιώνος. 26 μετά οσίου οσιωθήση και μετά ανδρός τελείου τελειωθήση 27 και μετά εκλεκτού εκλεκτός έση και μετά στρεβλού στρεβλωθήση. εν τοις έθνεσι και εν τω ονόματί σου ψαλώ. 24 και έσομαι άμωμος αυτω και προφυλάξομαι από της ανομίας μου. και εθανάτωσας αυτούς. και ουκ έστι βοηθός. 31 ο ισχυρός. λαός. και Κύριος εκλάμψει μοι το σκότος μου. 44 και ρύση με εκ μάχης λαών. ον ουκ έγνω. εδούλευσάν μοι. ως πηλόν εξόδων ελέπτυνα αυτούς. 29 ότι συ ο λύχνος μου. 30 ότι εν σοί δραμούμαι μονόζωνος και εν τω Θεω μου υπερβήσομαι τείχος. 47 ζη Κύριος. εις ακοήν ωτίου ήκουσάν μου· 46 υιοί αλλότριοι απορριφήσονται και σφαλούσιν εκ των συγκλεισμών αυτών. ουκ απέστην απ' αυτών. 25 και αποδώσει μοι Κύριος κατά την δικαιοσύνην μου και κατά την καθαριότητα των χειρών μου ενώπιον των οφθαλμών αυτού. Κύριε. προς Κύριον. και ουκ επήκουσεν αυτών. και υψωθήσεται ο Θεός μου. 36 και έδωκάς μοι υπερασπισμόν σωτηρίας μου. 28 και τον λαόν τον πτωχόν σώσεις και οφθαλμούς επί μετεώρων ταπεινώσεις. 45 υιοί αλλότριοι εψεύσαντό μοι. 42 βοήσονται. 43 και ελέανα αυτούς ως χουν γης. 33 ο ισχυρός ο κραταιών με δυνάμει. και ουκ εσαλεύθησαν τα σκέλη μου. ο φύλαξ της σωτηρίας μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 553 . 40 και ενισχύσεις με δυνάμει εις πόλεμον. 48 ισχυρός Κύριος ο διδούς εκδικήσεις εμοί. παιδεύων λαούς υποκάτω μου 49 και εξάγων με εξ εχθρών μου. υπερασπιστής εστι πάσι τοις πεποιθόσιν επ' αυτόν. και εκ των επεγειρομένων μοι υψώσεις με. πεπυρωμένον. 38 διώξω εχθρούς μου και αφανιώ αυτούς και ουκ αναστρέψω έως αν συντελέσω αυτούς· 39 και θλάσω αυτούς και ουκ αναστήσονται και πεσούνται υπό τους πόδας μου. το ρήμα Κυρίου κραταιόν. άμωμος η οδός αυτού. τους μισούντάς με. 51 μεγαλύνων τας σωτηρίας βασιλέως αυτού και ποιών έλεος τω χριστω αυτού. και η υπακοή σου επλήθυνέ με 37 εις πλατυσμόν εις τα διαβήματά μου υποκάτω μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μου. και εξετίναξεν άμωμον την οδόν μου· 34 τιθείς τους πόδας μου ως ελάφων και επί τα ύψη ιστών με· 35 διδάσκων χείράς μου εις πόλεμον και κατάξας τόξον χαλκούν εν βραχίονί μου. και ευλογητός ο φύλαξ μου. και τα δικαιώματα αυτού. και τις κτίστης έσται πλήν του Θεού ημών.

και εποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην. και ην εκεί μερίς του αγρού πλήρης φακού. και πλήρες σιδήρου και ξύλον δόρατος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ ούτοι οι λόγοι Δαυίδ οι έσχατοι· Πιστός Δαυίδ υιος Ιεσσαί. 7 και ανήρ ου κοπιάσει εν αυτοίς. και ο λόγος αυτού επί γλώσσης μου. και εν τω ονειδίσαι αυτόν εν τοις αλλοφύλοις συνήχθησαν εκεί εις πόλεμον. ότι ου χειρί ληφθήσονται. εμοί ελάλησε φύλαξ Ισραήλ· παραβολήν ειπόν εν ανθρώπω· Πως κραταιώσητε φόβον Θεού. 6 ωσπερ άκανθα εξωσμένη πάντες ούτοι. και το υπόστημα των αλλοφύλων τότε εν Βηθλεέμ. 15 και επεθύμησε Δαυίδ και είπε· τις ποτιεί με ύδωρ εκ του λάκκου του εν Βηθλεέμ του εν τη πύλη. και τάγμα των αλλοφύλων παρενέβαλον εν τη κοιλάδι Ραφαϊμ· 14 και Δαυίδ τότε εν τη περιοχή. ον ανέστησε Κύριος επί χριστόν Θεού Ιακώβ. 3 λέγει ο Θεός Ισραήλ. και ευπρεπείς ψαλμοί Ισραήλ. άρχων του τρίτου εστίν. 8 Ταύτα τα ονόματα των δυνατών Δαυίδ· Ιεβοσθέ ο Χαναναίος. 5 ου γαρ ούτως ο οίκός μου μετά ισχυρού. και εποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην εν τη ημέρα εκείνη· και ο λαός εκάθητο οπίσω αυτού πλήν εκδιδύσκειν. και συνήχθησαν οι αλλόφυλοι εις Θηρία. 4 και εν Θεω φωτί πρωϊας ανατείλαι ήλιος. και εν πυρί καύσει καυθήσονται αισχύνην αυτών. 9 και μετ' αυτόν Ελεανάν υιος πατραδέλφου αυτού υιος Σουδίτου εν τοις τρισί δυνατοίς. διαθήκην γαρ αιώνιον έθετό μοι. και ανέβησαν ανήρ Ισραήλ· 10 αυτός ανέστη και επάταξεν εν τοις αλλοφύλοις. το δε σύστημα των αλλοφύλων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 554 . 2 πνεύμα Κυρίου ελάλησεν εν εμοί. και ο λαός έφυγεν εκ προσώπου αλλοφύλων· 12 και εστηλώθη εν μέσω της μερίδος και εξείλατο αυτήν και επάταξε τους αλλοφύλους. το πρωϊ παρήλθεν εκ φέγγους και ως εξ υετού χλόης από γης. 11 και μετ' αυτόν Σαμαϊα υιος Ασά ο Αρουχαίος. Αδινών ο Ασωναίος· ούτος εσπάσατο την ρομφαίαν αυτού επί οκτακοσίους στρατιώτας εισάπαξ. ότι ου μη βλαστήση ο παράνομος. ετοίμην εν παντί καιρω πεφυλαγμένην. 13 και κατέβησαν τρεις από των τριάκοντα και ήλθαν εις Κασών προς Δαυίδ εις το σπήλαιον ‘Οδολλάμ. και πιστός ανήρ. ούτος μετά Δαυίδ ην εν Σερράν. έως ου εκοπίασεν η χείρ αυτού και προσεκολλήθη η χείρ αυτού προς την μάχαιραν. ότι πάσα σωτηρία μου και παν θέλημα.

και ουκ ηθέλησε πιείν αυτό και έσπεισεν αυτό τω Κυρίω 17 και είπεν· ίλεώς μοι. Ελικά ο Αρωδαίος. Μοορέ ο Νετωφαθίτης. 22 ταύτα εποίησε Βαναίας υιος Ιωδαέ. υιος του Μααχαθί. Κύριε. και ταύτα τα ονόματα των δυνατών Δαυίδ του βασιλέως· 24 Ασαήλ αδελφός Ιωάβ (ούτος εν τοις τριάκοντα). και αυτός επάταξε τους δύο υιούς Αριήλ του Μωάβ· και αυτός κατέβη και επάταξε τον λέοντα εν μέσω του λάκκου εν τη ημέρα της χιόνος· 21 αυτός επάταξε τον άνδρα τον Αιγύπτιον. 32 Ελιασού ο Σαλαβωνίτης. 31 Αβιήλ υιος του Αραβωθίτου. άνδρα ορατόν. Αζμώθ ο Βαρσαμίτης. 28 Ελλών ο Αωϊτης. ταύτα εποίησαν οι τρεις δυνατοί. ει αίμα των ανδρών των πορευθέντων εν ταις ψυχαίς αυτών πίομαι· και ουκ ηθέλησε πιείν αυτό. Γελωραϊ ο Βηρωθαίος αίρων τα σκεύη Ιωάβ υιού Σαρουϊας. Φαραϊ ο Ερχί. 25 Σαμαϊ ο Αρουδαίος. 18 και Αβεσσά ο αδελφός Ιωάβ υιος Σαρουϊας αυτός άρχων εν τοις τρισί. 38 Ιράς ο Ιεθιραίος. και εγένετο αυτοίς εις άρχοντα. υιοί Ιαβάν. εν δε τη χειρί του Αιγυπτίου δόρυ ως ξύλον διαβάθρας. Ιωνάθαν. 30 Βαναίας ο Φαραθενίτης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 555 . 37 Ελιέ ο Αμμανίτης. 35 Ασραϊ ο Καρμήλιος. 20 και Βαναίας υιος Ιωδαέ ανήρ αυτός πολλοστός έργοις από Καβεσεήλ. Αχιάν υιος Αραϊ Σαραουρίτης. και έως των τριών ουκ ήλθε. 39 Ουρίας ο Χετταίος· οι πάντες τριάκοντα και επτά. 29 Εθθί υιος Ριβά εκ Γαβαέθ υιος Βενιαμίν. υιος Γαλααδεί. 34 Αλιφαλέθ υιος του Ασβίτου. και κατέβη προς αυτόν εν ράβδω και ήρπασε το δόρυ εκ της χειρός του Αιγυπτίου και απέκτεινεν αυτόν εν τω δόρατι αυτού. Ελιάβ υιος Αχιτόφελ του Γελωνίτου. 27 Αβιέζερ ο Αναθωθίτης εκ των υιών του Ασωθίτου. και αυτω όνομα εν τοις τρισίν· 19 εκ των τριών εκείνων ένδοξος. 36 Γάαλ υιος Νάθαν από δυνάμεως. του ποιήσαι τούτο. Γαρήβ ο Εθθεναίος. Ουρί εκ Ναχαλιγαίας. Ελεανάν υιος Δουδί πατραδέλφου αυτού εν Βηθλεέμ. και αυτός εξήγειρε το δόρυ αυτού επί τριακοσίους τραυματίας. και αυτω όνομα εν τοις τρισί τοις δυνατοίς· 23 εκ των τριών ένδοξος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τότε εν Βηθλεέμ. 26 Σελλής ο Κελωθί. 16 και διέρρηξαν οι τρεις δυνατοί εν τη παρεμβολή των αλλοφύλων και υδρεύσαντο ύδωρ εκ του λάκκου του εν Βηθλεέμ του εν τη πύλη και έλαβαν και παρεγένοντο προς Δαυίδ. και προς τους τρεις ουκ ήλθε· και έταξεν αυτόν Δαυίδ προς τας ακοάς αυτού. Ίρας υιος Εκκάς ο Θεκωϊτης. 33 Σαμνάν ο Αρωδίτης.

και γνώσομαι τον αριθμόν του λαού. ή τρεις μήνας φεύγειν σε έμπροσθεν των εχθρών σου και έσονται διώκοντές σε. 7 και ήλθον εις Μάψαρ Τύρου και εις πάσας τας πόλεις του Ευαίου και του Χαναναίου και ήλθαν κατά νότον Ιούδα εις Βηρσαβεέ 8 και περιώδευσαν εν πάση τη γη και παρεγένοντο από τέλους εννέα μηνών και είκοσιν ημερών εις Ιερουσαλήμ. 10 και επάταξε καρδία Δαυίδ αυτόν μετά το αριθμήσαι τον λαόν. 4 και υπερίσχυσεν ο λόγος του βασιλέως προς Ιωάβ και εις τους άρχοντας της δυνάμεως. ή εστιν Αδασαί. ει έλθη σοι τρία έτη λιμός εν τη γη σου. και εξήλθεν Ιωάβ και οι άρχοντες της ισχύος ενώπιον του βασιλέως επισκέψασθαι τον λαόν τον Ισραήλ. 6 και ήλθον εις Γαλαάδ και εις γην Θαβασών. 3 και είπεν Ιωάβ προς τον βασιλέα· και προσθείη Κύριος ο Θεός προς τον λαόν ωσπερ αυτούς και ωσπερ αυτούς εκατονταπλασίονα. από Δάν και έως Βηρσαβεέ και επίσκεψαι τον λαόν. 2 και είπεν ο βασιλεύς προς Ιωάβ άρχοντα της ισχύος τον μετ' αυτού· δίελθε δη πάσας φυλάς Ισραήλ και Ιούδα. 9 και έδωκεν Ιωάβ τον αριθμόν της επισκέψεως του λαού προς τον βασιλέα. και οφθαλμοί του κυρίου μου του βασιλέως ορώντες· και ο κύριός μου ο βασιλεύς ινατί βούλεται εν τω λόγω τούτω. ό εποίησα νυν. 13 και εισήλθε Γάδ προς Δαυίδ και ανήγγειλε και είπεν αυτω· έκλεξαι σεαυτω γενέσθαι. 11 και ανέστη Δαυίδ το πρωϊ. και έκλεξαι σεαυτω εν εξ αυτών και ποιήσω σοι. και εγένετο Ισραήλ οκτακόσιαι χιλιάδες ανδρών δυνάμεως σπωμένων ρομφαίαν και ανήρ Ιούδα πεντακόσιαι χιλιάδες ανδρών μαχητών. και είπε Δαυίδ προς Κύριον· ήμαρτον σφόδρα. και παρεγένοντο εις Δανιδάν και Ουδάν και εκύκλωσαν εις Σιδώνα. ή γενέσθαι τρεις ημέρας θάνατον εν τη γη σου· νυν ουν γνώθι και ιδέ τι αποκριθώ τω αποστείλαντί με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 556 . 5 και διέβησαν τον Ιορδάνην και παρενέβαλον εν Αροήρ εκ δεξιών της πόλεως της εν μέσω της φάραγγος Γάδ και Ελιέζερ. και λόγος Κυρίου εγένετο προς Γάδ τον προφήτην τον ορώντα λέγων· 12 πορεύθητι και λάλησον προς Δαυίδ λέγων· τάδε λέγει Κύριος· τρία εγώ ειμι αίρω επί σε. και επέσεισε τον Δαυίδ εν αυτοίς λέγων· βάδιζε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ προσέθετο οργήν Κύριος εκκαήναι εν Ισραήλ. αρίθμησον τον Ισραήλ και τον Ιούδαν. Κύριε· παραβίβασον δη την ανομίαν του δούλου σου. ότι εμωράνθην σφόδρα.

24 και είπεν ο βασιλεύς προς ‘Ορνά· ουχί. 25 και ωκοδόμησεν εκεί Δαυίδ θυσιαστήριον Κυρίω. άνες την χείρά σου· και ο άγγελος Κυρίου ην παρά τη άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. εις δε χείρας ανθρώπου ου μη εμπέσω· 15 και εξελέξατο εαυτω Δαυίδ τον θάνατον. και ήρξατο η θραύσις εν τω λαω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ρήμα. 16 και εξέτεινεν ο άγγελος του Θεού την χείρα αυτού εις Ιερουσαλήμ του διαφθείραι αυτήν. και συνεσχέθη η θραύσις επάνωθεν Ισραήλ. και οι τροχοί και τα σκεύη των βοών εις ξύλα. και ούτοι τα πρόβατα τι εποίησαν. και ανήνεγκεν ολοκαυτώσεις και ειρηνικάς. και συσχεθή η θραύσις επάνω του λαού. και είπεν ‘Ορνά προς τον βασιλέα· Κύριος ο Θεός σου ευλογήσαι σε. και είπε Δαυίδ· κτήσασθαι παρά σου τον άλωνα του οικοδομήσαι θυσιαστήριον τω Κυρίω. ότι αλλά κτώμενος κτήσομαι παρά σου εν αλλάγματι. και εξήλθεν ‘Ορνά και προσεκύνησε τω βασιλεί επί πρόσωπον αυτού επί την γην. και προσέθηκε Σαλωμών επί το θυσιαστήριον επ' εσχάτω. και έδωκε Κύριος θάνατον εν Ισραήλ από πρωϊθεν έως ωρας αρίστου. γενέσθω δη η χείρ σου εν εμοί και εν τω οίκω του πατρός μου. 21 και είπεν ‘Ορνά· τι ότι ήλθεν ο κύριός μου ο βασιλεύς προς τον δούλον αυτού. ότι μικρόν ην εν πρώτοις. και απέθανεν εκ του λαού από Δάν και έως Βηρσαβεέ εβδομήκοντα χιλιάδες ανδρών. καθ' ον τρόπον ενετείλατο αυτω Κύριος. και ημέραι θερισμού πυρών. και επήκουσε Κύριος τη γη. 23 τα πάντα έδωκεν ‘Ορνά τω βασιλεί. ότι πολλοί οι οικτιρμοί αυτού σφόδρα. 20 και διέκυψεν ‘Ορνά και είδε τον βασιλέα και τους παίδας αυτού παραπορευομένους επάνω αυτού. και ουκ ανοίσω τω Κυρίω μου Θεω ολοκαύτωμα δωρεάν· και εκτήσατο Δαυίδ τον άλωνα και τους βόας εν αργυρίω σίκλων πεντήκοντα. 17 και είπε Δαυίδ προς Κύριον εν τω ιδείν αυτόν τον άγγελον τον τύπτοντα εν τω λαω και είπεν· ιδού εγώ ειμι ηδίκησα και εγώ ειμι ο ποιμήν εκακοποίησα. και παρεκλήθη Κύριος επί τη κακία και είπε τω αγγέλω τω διαφθείροντι εν τω λαω· πολύ νυν. 14 και είπε Δαυίδ προς Γάδ· στενά μοι πάντοθεν σφόδρα εστίν· εμπεσούμαι δη εις χείρας Κυρίου. 18 και ήλθε Γάδ προς Δαυίδ εν τη ημέρα εκείνη και είπεν αυτω· ανάβηθι και στήσον τω Κυρίω θυσιαστήριον εν τω άλωνι ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. 19 και ανέβη Δαυίδ κατά τον λόγον Γάδ. 22 και είπεν ‘Ορνά προς Δαυίδ· λαβέτω και ανενεγκάτω ο κύριός μου ο βασιλεύς τω Κυρίω το αγαθόν εν οφθαλμοίς αυτού· ιδού οι βόες εις ολοκαύτωμα. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 557 .

και γε αυτός ωραίος τη όψει σφόδρα. και παραστήσεται τω βασιλεί και έσται αυτόν θάλπουσαν και κοιμηθήσεται μετ ‘ αυτού και θερμανθήσεται ο κύριός μου ο βασιλεύς. και ο βασιλεύς πρεσβύτης σφόδρα. 11 Και είπε Νάθαν προς Βηρσαβεέ μητέρα Σαλωμών λέγων· ουκ ήκουσας ότι εβασίλευσεν Αδωνίας υιος Αγγίθ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 558 . και ο κύριος ημών Δαυίδ ουκ έγνω. ος ην εχόμενα της Ρωγήλ. 14 και ιδού έτι λαλούσης σου εκεί μετά του βασιλέως και εγώ εισελεύσομαι οπίσω σου και πληρώσω τους λόγους σου. και αυτόν έτεκεν οπίσω Αβεσσαλώμ. 6 και ουκ απεκώλυσεν αυτόν ο πατήρ αυτού ουδέποτε λέγων· διατί συ εποίησας. και εβοήθουν οπίσω Αδωνίου· 8 και Σαδώκ ο ιερεύς και Βαναίας υιος Ιωδαέ και Νάθαν ο προφήτης και Σεμεϊ και Ρησί και υιοί δυνατοί του Δαυίδ ουκ ήσαν οπίσω Αδωνίου. και εκάλεσε πάντας τους αδελφούς αυτού και πάντας τους αδρούς Ιούδα παίδας του βασιλέως· 10 και Νάθαν τον προφήτην και Βαναίαν και τους δυνατούς. κύριέ μου βασιλεύ. 2 και είπον οι παίδες αυτού· ζητησάτωσαν τω βασιλεί παρθένον νεάνιδα. 12 και νυν δεύρο συμβουλεύσω σοι δη συμβουλίαν. 15 και εισήλθε Βηρσαβεέ προς τον βασιλέα εις το ταμιείον. 4 και η νεάνις καλή έως σφόδρα· και ην θάλπουσα τον βασιλέα και ελειτούργει αυτω. και περιέβαλλον αυτόν ιματίοις. ώμοσας τη δούλη σου λέγων ότι ο υιος σου Σαλωμών βασιλεύσει μετ ‘ εμέ και αυτός καθιείται επί του θρόνου μου. 3 και εζήτησαν νεάνιδα καλήν εκ παντός ορίου Ισραήλ και εύρον την Αβισάγ την Σωμανίτιν και ήνεγκαν αυτήν προς τον βασιλέα. 13 δεύρο είσελθε προς τον βασιλέα Δαυίδ και ερείς προς αυτόν λέγουσα· ουχί συ. και εξελού την ψυχήν σου και την ψυχήν του υιού σου Σαλωμών. και ουκ εθερμαίνετο. 7 και εγένοντο οι λόγοι αυτού μετά Ιωάβ του υιού Σαρουϊας και μετά Αβιάθαρ του ιερέως. και ο βασιλεύς ουκ έγνω αυτήν. και τι ότι εβασίλευσεν Αδωνίας. και τον Σαλωμών αδελφόν αυτού ουκ εκάλεσε. 5 Και Αδωνίας υιος Αγγίθ επήρετο λέγων· εγώ βασιλεύσω· και εποίησεν εαυτω άρματα και ιππείς και πεντήκοντα άνδρας παρατρέχειν έμπροσθεν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Δαυίδ πρεσβύτερος προβεβηκώς ημέραις. 9 και εθυσίασεν Αδωνίας πρόβατα και μόσχους και άρνας παρά τον λίθον του Ζωελεθί.

20 και συ. απάγγειλαι αυτοίς τις καθήσεται επί του θρόνου του κυρίου μου του βασιλέως μετ ‘ αυτόν. 26 και εμέ αυτόν τον δούλόν σου και Σαδώκ τον ιερέα και Βαναίαν υιόν Ιωδαέ και Σαλωμών τον δούλόν σου ουκ εκάλεσεν. 17 η δε είπε· κύριέ μου βασιλεύ. ουκ έγνως· 19 και εθυσίασε μόσχους και άρνας και πρόβατα εις πλήθος και εκάλεσε πάντας τους υιούς του βασιλέως και Αβιάθαρ τον ιερέα και Ιωάβ τον άρχοντα της δυνάμεως. 22 και ιδού έτι αυτής λαλούσης μετά του βασιλέως και Νάθαν ο προφήτης ήλθε. 23 και ανηγγέλη τω βασιλεί· ιδού Νάθαν ο προφήτης· και εισήλθε κατά πρόσωπον του βασιλέως και προσεκύνησε τω βασιλεί κατά πρόσωπον αυτού επί την γην. ος ελυτρώσατο την ψυχήν μου εκ πάσης θλίψεως. 31 και έκυψε Βηρσαβεέ επί πρόσωπον επί την γην και προσεκύνησε τω βασιλεί και είπε· ζήτω ο κύριός μου ο βασιλεύς Δαυίδ εις τον αιώνα. 30 ότι καθώς ώμοσά σοι εν Κυρίω Θεω Ισραήλ λέγων ότι Σαλωμών ο υιος σου βασιλεύσει μετ ‘ εμέ και αυτός καθήσεται επί του θρόνου μου αντ ‘ εμού. και συ. κύριέ μου βασιλεύ. 28 και απεκρίθη ο βασιλεύς Δαυίδ και είπε· καλέσατέ μοι την Βηρσαβεέ· και εισήλθεν ενώπιον του βασιλέως και έστη ενώπιον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Αβισάγ η Σωμανίτις ην λειτουργούσα τω βασιλεί. 32 και είπεν ο βασιλεύς Δαυίδ· καλέσατέ μοι Σαδώκ τον ιερέα και Νάθαν τον προφήτην και Βαναίαν υιόν Ιωδαέ· και εισήλθον ενώπιον του βασιλέως. 21 και έσται ως αν κοιμηθή ο κύριός μου ο βασιλεύς μετά των πατέρων αυτού. οι οφθαλμοί παντός Ισραήλ προς σε. 16 και έκυψε Βηρσαβεέ και προσεκύνησε τω βασιλεί· και είπεν ο βασιλεύς· τι έστι σοι. 18 και νυν ιδού Αδωνίας εβασίλευσε. συ ώμοσας εν Κυρίω τω Θεω σου τη δούλη σου λέγων· ότι ο υιος σου Σαλωμών βασιλεύσει μετ ‘ εμέ και αυτός καθήσεται επί του θρόνου μου. 33 και είπεν ο βασιλεύς αυτοίς· λάβετε τους δούλους του κυρίου υμών μεθ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 559 . και έσομαι εγώ και Σαλωμών ο υιος μου αμαρτωλοί. συ είπας Αδωνίας βασιλεύσει οπίσω μου και αυτός καθήσεται επί του θρόνου μου. 27 ει δια του κυρίου μου του βασιλέως γέγονε το ρήμα τούτο και ουκ εγνώρισας τω δούλω σου τις καθήσεται επί τον θρόνον του κυρίου μου του βασιλέως μετ ‘ αυτόν. 29 και ώμοσεν ο βασιλεύς και είπε· ζη Κύριος. 25 ότι κατέβη σήμερον και εθυσίασε μόσχους και άρνας και πρόβατα εις πλήθος και εκάλεσε πάντας τους υιούς του βασιλέως και τους άρχοντας της δυνάμεως και Αβιάθαρ τον ιερέα. και ιδού εισίν εσθίοντες και πίνοντες ενώπιον αυτού και είπαν· ζήτω ο βασιλεύς Αδωνίας. και τον Σαλωμών τον δούλόν σου ουκ εκάλεσε. ότι ούτω ποιήσω τη ημέρα ταύτη. κύριέ μου βασιλεύ. 24 και είπε Νάθαν· κύριέ μου βασιλεύ.

και ανέβησαν εκείθεν ευφραινόμενοι και ήχησεν η πόλις· αύτη η φωνή ην ηκούσατε. και σαλπίσατε κερατίνη και ερείτε· ζήτω ο βασιλεύς Σαλωμών. και αγαθά ευαγγέλισαι. ότι ανήρ δυνάμεως ει συ. 43 και απεκρίθη Ιωνάθαν και είπε· και μάλα ο κύριος ημών ο βασιλεύς Δαυίδ εβασίλευσε τον Σαλωμών· 44 και απέστειλε μετ ‘ αυτού ο βασιλεύς τον Σαδώκ τον ιερέα και Νάθαν τον προφήτην και Βαναίαν τον υιόν Ιωδαέ και τον Χερεθί και τον Φελεθί και επεκάθισαν αυτόν επί την ημίονον του βασιλέως· 45 και έχρισαν αυτόν Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης εν τη Γιών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 560 . 40 και ανέβη πας ο λαός οπίσω αυτού και εχόρευον εν χοροίς και ευφραινόμενοι ευφροσύνην μεγάλην. 36 και απεκρίθη Βαναίας υιος Ιωδαέ τω βασιλεί και είπε· γένοιτο ούτως· πιστώσαι Κύριος ο Θεός του κυρίου μου του βασιλέως. και οι οφθαλμοί μου βλέπουσι. 47 και εισήλθον οι δούλοι του βασιλέως ευλογήσαι τον κύριον ημών τον βασιλέα Δαυίδ λέγοντες· αγαθύναι ο Θεός το όνομα Σαλωμών υπέρ το όνομά σου και μεγαλύναι τον θρόνον αυτού υπέρ τον θρόνον σου· και προσεκύνησεν ο βασιλεύς επί την κοίτην. ος έδωκε σήμερον εκ του σπέρματός μου καθήμενον επί του θρόνου μου. 48 και γε ούτως είπεν ο βασιλεύς· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 34 και χρισάτω αυτόν εκεί Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης εις βασιλέα επί Ισραήλ. και είπε πας ο λαός· ζήτω ο βασιλεύς Σαλωμών. ούτως είη μετά Σαλωμών και μεγαλύναι τον θρόνον αυτού υπέρ τον θρόνον του κυρίου μου του βασιλέως Δαυίδ. 38 και κατέβη Σαδώκ ο ιερεύς και Νάθαν ο προφήτης και Βαναίας υιος Ιωδαέ και ο Χερεθί και ο Φελεθί και επεκάθισαν τον Σαλωμών επί την ημίονον του βασιλέως Δαυίδ και απήγαγον αυτόν εις την Γιών. 37 καθώς ην Κύριος μετά του κυρίου μου του βασιλέως. και ερράγη η γη εν τη φωνή αυτών. και αυτοί συνετέλεσαν φαγείν· και ήκουσεν Ιωάβ την φωνήν της κερατίνης και είπε· τις η φωνή της πόλεως ηχούσης. 41 Και ήκουσεν Αδωνίας και πάντες οι κλητοί αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμών και επιβιβάσατε τον υιόν μου Σαλωμών επί την ημίονον την εμήν και καταγάγετε αυτόν εις την Γιών. και εγώ ενετειλάμην του είναι εις ηγούμενον επί Ισραήλ και Ιούδαν. και είπεν Αδωνίας· είσελθε. 42 έτι αυτού λαλούντος και ιδού Ιωνάθαν υιος Αβιάθαρ του ιερέως εισήλθε. 39 και έλαβε Σαδώκ ο ιερεύς το κέρας του ελαίου εκ της σκηνής και έχρισε τον Σαλωμών και εσάλπισε τη κερατίνη. 46 και εκάθισε Σαλωμών επί θρόνον βασιλείας. 35 και καθήσεται επί του θρόνου μου και βασιλεύσει αντ ‘ εμού.

Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ήγγισαν αι ημέραι Δαυίδ αποθανείν αυτόν. και απέκτεινεν αυτούς και έταξε τα αίματα πολέμου εν ειρήνη και έδωκεν αίμα αθωον εν τη ζώνη αυτού τη εν τη οσφύϊ αυτού και εν τω υποδήματι αυτού τω εν τώ ποδί αυτού· 6 και ποιήσεις κατά την σοφίαν σου και ου κατάξεις την πολιάν αυτού εν ειρήνη εις άδου· 7 και τοις υιοίς Βερζελλί του Γαλααδίτου ποιήσεις έλεος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 49 Και εξέστησαν πάντες οι κλητοί του Αδωνίου και ήλθον ανήρ εις την οδόν αυτού. τω Αβεννήρ υιω Νήρ και τω Αμεσσαϊ υιω Ιεθέρ. 53 και απέστειλεν ο βασιλεύς Σαλωμών και κατήνεγκαν αυτόν απάνωθεν του θυσιαστηρίου· και εισήλθε και προσεκύνησε τω βασιλεί Σαλωμών. 50 και Αδωνίας εφοβήθη από προσώπου Σαλωμών και ανέστη και απήλθε και επελάβετο των κεράτων του θυσιαστηρίου. και έσονται εν τοις εσθίουσι την τράπεζάν σου. 5 και γε συ έγνως όσα εποίησέ μοι Ιωάβ υιος Σαρουϊας. φυλάσσειν τας εντολάς αυτού και τα δικαιώματα και τα κρίματα τα γεγραμμένα εν τώ νόμω Μωυσέως· ίνα συνήσης α ποιήσεις κατά πάντα. ότι ούτως ήγγισάν μοι εν τω με αποδιδράσκειν από προσώπου Αβεσσαλώμ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 561 . ον ελάλησε λέγων· εάν φυλάξωσιν οι υιοί σου την οδόν αυτών πορεύεσθαι ενώπιόν μου εν αληθεία εν όλη καρδία αυτών λέγων· ουκ εξολοθρευθήσεταί σοι ανήρ επάνωθεν θρόνου Ισραήλ. 4 ίνα στήση Κύριος τον λόγον αυτού. και απεκρίνατο Σαλωμών υιω αυτού λέγων· 2 εγώ ειμι πορεύομαι εν οδω πάσης της γης· και ισχύσεις και έση εις άνδρα. 52 και είπε Σαλωμών· εάν γένηται εις υιόν δυνάμεων. ει ου θανατώσει τον δούλον αυτού εν ρομφαία. και είπεν αυτω Σαλωμών· δεύρο εις τον οίκόν σου. όσα εποίησε τοις δυσίν άρχουσι των δυνάμεων Ισραήλ. όσα αν εντείλωμαί σοι. θανατωθήσεται. 3 και φυλάξεις φυλακήν Κυρίου Θεού σου του πορεύεσθαι εν ταις οδοίς αυτού. 51 και ανηγγέλη τω Σαλωμών λέγοντες· ιδού Αδωνίας εφοβήθη τον βασιλέα Σαλωμών και κατέχει των κεράτων του θυσιαστηρίου λέγων· ομοσάτω μοι σήμερον Σαλωμών. ει πεσείται των τριχών αυτού επί την γην· και εάν κακία ευρεθή εν αυτω.

και είπεν αυτω Βηρσαβεέ· λάλει. ότι ούτος αδελφός μου ο μέγας υπέρ εμέ. 20 και είπεν αυτω· αίτησιν μίαν μικράν εγώ αιτούμαι παρά σου. μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου. 12 Και Σαλωμών εκάθισεν επί θρόνου Δαυίδ του πατρός αυτού υιος ετών δώδεκα και ητοιμάσθη η βασιλεία αυτού σφόδρα. ας εβασίλευσε Δαυίδ επί τον Ισραήλ τεσσαράκοντα έτη· εν Χεβρών εβασίλευσεν επτά έτη και εν Ιερουσαλήμ τριακοντατρία έτη. και είπεν· ειρήνη· 14 λόγος μοι προς σε· και είπεν αυτω· λάλησον. 23 και ώμοσεν ο βασιλεύς Σαλωμών κατά του Κυρίου λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. 11 και αι ημέραι. ότι ουκ αποστρέψει το πρόσωπον αυτού από σου. και δώσει μοι την Αβισάγ την Σωμανίτιν εις γυναίκα. ή επορευόμην εις Παρεμβολάς. η δε είπεν· ειρήνη η είσοδός σου. 21 και είπε· δοθήτω δη Αβισάγ η Σωμανίτις τω Αδωνία τω αδελφω σου εις γυναίκα. ος ητοίμασέ με και έθετό με επί τον θρόνον Δαυίδ του πατρός μου. και εστράφη η βασιλεία και εγένετο τω αδελφω μου. ότι κατά της ψυχής αυτού ελάλησεν Αδωνίας τον λόγον τούτον· 24 και νυν ζη Κύριος. 18 και είπε Βηρσαβεέ· καλώς· εγώ λαλήσω περί σου τω βασιλεί. και αίτησαι αυτω την βασιλείαν. ότι ανήρ σοφός ει συ και γνώση α ποιήσεις αυτω. και ουκ αποστρέψω σε. και αυτω Αβιάθαρ ο ιερεύς και αυτω Ιωάβ υιος Σαρουϊας αρχιστράτηγος εταίρος. και αυτός εποίησέ μοι οίκον. μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου. 13 και εισήλθεν Αδωνίας υιος Αγγίθ προς Βηρσαβεέ μητέρα Σαλωμών και προσεκύνησεν αυτη. και εξανέστη ο βασιλεύς εις απαντήν αυτη και κατεφίλησεν αυτήν και εκάθισεν επί του θρόνου. ότι παρά Κυρίου εγενήθη αυτω· 16 και νυν αίτησιν μίαν εγώ αιτούμαι παρά σου. και ώμοσα αυτω εν Κυρίω λέγων· ει θανατώσω σε εν ρομφαία· 9 και ου μη αθωώσης αυτόν. 19 και εισήλθε Βηρσαβεέ προς τον βασιλέα Σαλωμών λαλήσαι αυτω περί Αδωνίου. καθώς ελάλησε Κύριος. μήτερ εμή. και ετέθη θρόνος τη μητρί του βασιλέως και εκάθισεν εκ δεξιών αυτού. και αυτός κατηράσατό με κατάραν οδυνηράν τη ημέρα. ότι εμοί ην βασιλεία και επ ‘ εμέ έθετο πας Ισραήλ το πρόσωπον αυτού εις βασιλέα. 8 και ιδού μετά σου Σεμεϊ υιος Γηρά υιος του Ιεμενί εκ Βαουρίμ. 15 και είπεν αυτη· συ οίδας. και αυτός κατέβη εις απαντήν μου εις τον Ιορδάνην. 17 και είπεν αυτη· ειπόν δη προς Σαλωμών τον βασιλέα. και κατάξεις την πολιάν αυτού εν αίματι εις άδου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του αδελφού σου. 10 και εκοιμήθη Δαυίδ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ. ότι σήμερον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 562 . και είπεν αυτη ο βασιλεύς· αίτησαι. 22 και απεκρίθη ο βασιλεύς Σαλωμών και είπε τη μητρί αυτού· και ινατί συ ήτησαι την Αβισάγ τω Αδωνία.

31 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· πορεύου και ποίησον αυτω καθώς είρηκε. ό δωρεάν εξέχεεν απ ‘ εμού και από του οίκου του πατρός μου· 32 και επέστεψε Κύριος το αίμα της αδικίας αυτού εις κεφαλήν αυτού. και επέστρεψε Βαναίας υιος Ιωδαέ και είπε τω βασιλεί λέγων· τάδε λελάληκεν Ιωάβ και τάδε αποκέκριταί μοι. ότι ανήρ θανάτου ει συ εν τη ημέρα ταύτη. και έφυγον προς Κύριον. 35 και έδωκεν ο βασιλεύς τον Βαναίου υιόν Ιωδαέ αντ ‘ αυτού επί την στρατηγίαν· και η βασιλεία κατωρθούτο εν Ιερουσαλήμ· και Σαδώκ τον ιερέα έδωκεν αυτόν ο βασιλεύς εις ιερέα πρώτον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 563 . ότι πέφυγας εις το θυσιαστήριον. ό ελάλησεν επί τον οίκον Ηλί εν Σηλώμ. πληρωθήναι το ρήμα Κυρίου. και άνελε αυτόν και θάψεις αυτόν και εξαρείς σήμερον το αίμα. 30 και ήλθε Βαναίας υιος Ιωδαέ προς Ιωάβ εις την σκηνήν του Κυρίου και είπεν αυτω· τάδε λέγει ο βασιλεύς· έξελθε. ότι ήρας την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου ενώπιον του πατρός μου. ότι ώδε αποθανούμαι. και τω Δαυίδ και τω σπέρματι αυτού και τω οίκω αυτού και τω θρόνω αυτού γένοιτο ειρήνη έως αιώνος παρά Κυρίου. και απέθανεν Αδωνίας εν τη ημέρα εκείνη. και οπίσω Σαλωμών ουκ έκλινε). και απέστειλε Σαλωμών ο βασιλεύς προς Ιωάβ λέγων· τι γέγονέ σοι. και είπεν Ιωάβ· ουκ εκπορεύομαι. 25 και εξαπέστειλεν ο βασιλεύς Σαλωμών εν χειρί Βαναίου υιού Ιωδαέ και ανείλεν αυτόν. και είπεν Ιωάβ· ότι εφοβήθην από προσώπου σου. και έφυγεν Ιωάβ εις το σκήνωμα του Κυρίου και κατέσχε των κεράτων του θυσιαστηρίου. ως απήντησε τοις δυσίν ανθρώποις τοις δικαίοις και αγαθοίς υπέρ αυτόν και απέκτεινεν αυτούς εν ρομφαία. 29 και απηγγέλη τω Σαλωμών λέγοντες ότι πέφυγεν Ιωάβ εις την σκηνήν του Κυρίου και ιδού κατέχει των κεράτων του θυσιαστηρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θανατωθήσεται Αδωνίας. και ο πατήρ μου Δαυίδ ουκ έγνω το αίμα αυτών. και απέστειλε Σαλωμών τον Βαναίου υιόν Ιωδαέ λέγων· πορεύου και άνελε αυτόν και θάψον αυτόν. οίς εκακουχήθη ο πατήρ μου. 34 και ανέβη Βαναίας υιος Ιωδαέ και απήντησε αυτω και εθανάτωσεν αυτόν και έθαψεν αυτόν εν τω οίκω αυτού εν τη ερήμω. 28 και η ακοή ήλθεν έως Ιωάβ υιού Σαρουϊας (ότι Ιωάβ ην κεκλικώς οπίσω Αδωνίου. και ου θανατώσω σε. και ότι εκακουχήθης εν πάσιν. 26 Και τω Αβιάθαρ τω ιερεί είπεν ο βασιλεύς· απότρεχε συ εις Αναθώθ εις αγρόν σου. τον Αβεννήρ υιόν Νήρ αρχιστράτηγον Ισραήλ και τον Αμεσσά υιόν Ιεθέρ αρχιστράτηγον Ιούδα· 33 και επεστράφη τα αίματα αυτών εις κεφαλήν αυτού και εις κεφαλήν του σπέρματος αυτού εις τον αιώνα. 27 και εξέβαλε Σαλωμών τον Αβιάθαρ του μη είναι ιερέα του Κυρίου.

35·6 και ωκοδόμησε την άκραν και τας επάλξεις αυτής και διέκοψε την πόλιν Δαυίδ· ούτως θυγάτηρ Φαραώ ανέβαινεν εκ της πόλεως Δαυίδ εις τον οίκον αυτής. ως η άμμος η παρά την θάλασσαν. και τον οίκον Κυρίου εν πρώτοις και το τείχος Ιερουσαλήμ κυκλόθεν· εν επτά έτεσιν εποίησε και συνετέλεσε. και εθυμία ενώπιον Κυρίου. 35·9 και ωκοδόμησε την Ασσούρ και την Μαγδώ και την Γαζέρ και την Βαιθωρών την επάνω και τα Βααλάθ· 35·10 πλήν μετά το οικοδομήσαι αυτόν τον οίκον του Κυρίου και το τείχος Ιερουσαλήμ κύκλω. 35·11 και εν τω έτι Δαυίδ ζήν ενετείλατο τω Σαλωμών λέγων· ιδού μετά σου Σεμεϊ υιος Γηρά υιος του σπέρματος του Ιεμενί εκ Χεβρών· 35·12 ούτος κατηράσατό με κατάραν οδυνηράν εν ή ημέρα επορευόμην εις Παρεμβολάς. 35·4 και ην τω Σαλωμών εβδομήκοντα χιλιάδας αίροντες άρσιν και ογδοήκοντα χιλιάδας λατόμων εν τω όρει. 38 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 564 . 35·5 και εποίησε Σαλωμών την θάλασσαν και τα υποστηρίγματα και τους λουτήρας τους μεγάλους και τους στύλους και την κρήνην της αυλής και την θάλασσαν την χαλκήν. ον ωκοδόμησεν αυτη· τότε ωκοδόμησε την άκραν. ό ωκοδόμησε τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ αντί Αβιάθαρ. γινώσκων γνώση ότι θανάτω αποθανή. ότι ανήρ φρόνιμος συ και γνώση α ποιήσεις αυτω. 35·8 και ούτοι οι άρχοντες οι καθεσταμένοι επί τα έργα του Σαλωμών· τρεις χιλιάδες και εξακόσιοι επιστάται του λαού των ποιούντων τα έργα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 35·1 Και έδωκε Κύριος φρόνησιν τω Σαλωμών και σοφίαν πολλήν σφόδρα και πλάτος καρδίας. 35·3 και έλαβε την θυγατέρα Φαραώ και εισήγαγεν αυτήν εις πόλιν Δαυίδ έως συντελέσαι αυτόν οικοδομήσαι τον οίκον αυτού. και ωρκισεν αυτόν ο βασιλεύς εν τη ημέρα εκείνη. 36 Και εκάλεσεν ο βασιλεύς τον Σεμεϊ και είπεν αυτω· οικοδόμησον σεαυτω οίκον εν Ιερουσαλήμ και κάθου εκεί και ουκ εξελεύση εκείθεν ουδαμού· 37 και έσται εν τη ημέρα της εξόδου σου και διαβήση τον χειμάρρουν Κέδρων. και κατάξεις την πολιάν αυτού εν αίματι εις άδου. και συνετέλεσε τον οίκον. μετά ταύτα ωκοδόμησε τας πόλεις ταύτας. 35·2 και επληθύνθη η φρόνησις Σαλωμών σφόδρα υπέρ την φρόνησιν πάντων υιών αρχαίων και υπέρ πάντας φρονίμους Αιγύπτου. 35·13 και αυτός κατέβαινεν εις απαντήν μοι επί τον Ιορδάνην και ώμοσα αυτω κατά του Κυρίου λέγων· ει θανατωθήσεται εν ρομφαία· 35·14 και νυν μη αθωώσης αυτόν. το αίμά σου έσται επί την κεφαλήν σου. 35·7 και Σαλωμών ανέφερε τρεις εν τω ενιαυτω ολοκαυτώσεις και ειρηνικάς επί το θυσιαστήριον.

και απηγγέλη τω Σεμεϊ λέγοντες· ιδού οι δούλοί σου εν Γεθ. ην οίδεν η καρδία σου. 46·8 και ούτοι οι άρχοντες του Σαλωμών· Αζαρίου υιος Σαδώκ του ιερέως και ‘Ορνίου υιος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 565 . και Ιούδα και Ισραήλ πολλοί σφόδρα. εκτός ελάφων και δορκάδων και ορνίθων εκλεκτών νομάδων· 46·6 ότι ην άρχων εν παντί πέραν του ποταμού από Ραφί έως Γάζης. ό ελάλησας. 46·4 και αυτός ωκοδόμησε την Θερμαί εν τη ερήμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και είπε Σεμεϊ προς τον βασιλέα· αγαθόν το ρήμα. 46 και ενετείλατο ο βασιλεύς Σαλωμών τω Βαναία υιω Ιωδαέ. εν πάσι τοις βασιλεύσι πέραν του ποταμού· 46·7 και ην αυτω ειρήνη εκ πάντων των μερών αυτού κυκλόθεν. 41 και απηγγέλη τω Σαλωμών λέγοντες ότι επορεύθη Σεμεϊ εξ Ιερουσαλήμ εις Γεθ. γινώσκων γνώση ότι θανάτω αποθανή. α εποίησας Δαυίδ τω πατρί μου. κύριέ μου βασιλεύ· ούτω ποιήσει ο δούλός σου. και ο θρόνος Δαυίδ έσται έτοιμος ενώπιον Κυρίου εις τον αιώνα. 39 και εγενήθη μετά τα τρία έτη και απέδρασαν δύο δούλοι του Σεμεϊ προς Αγχούς υιόν Μααχά βασιλέα Γεθ. ην ενετειλάμην κατά σου. 46·5 και τούτο το άριστον τω Σαλωμών· τριάκοντα κόροι σεμιδάλεως και εξήκοντα κόροι αλεύρου κεκοπανισμένου. και ήσαν προσφέροντες δώρα και εδούλευον τω Σαλωμών πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. ως η άμμος η επί της θαλάσσης εις πλήθος. και εκάθισε Σεμεϊ εν Ιερουσαλήμ τρία έτη. και ανταπέδωκε Κύριος την κακίαν σου εις κεφαλήν σου· 45 και ο βασιλεύς Σαλωμών ευλογημένος. και επορεύθη Σεμεϊ και ήγαγε τους δούλους αυτού εκ Γεθ. 40 και ανέστη Σεμεϊ και επέσαξε την όνον αυτού και επορεύθη εις Γεθ προς Αγχούς του εκζητήσαι του δούλους αυτού. 44 και είπεν ο βασιλεύς προς Σεμεϊ· συ οίδας πάσαν την κακίαν σου. 43 και τι ότι ουκ εφύλαξας τον όρκον Κυρίου και την εντολήν. 46·3 και Σαλωμών ήρξατο ανοίγειν τα δυναστεύματα του Λιβάνου. εσθίοντες και πίνοντες και χαίροντες. 46·2 και Σαλωμών ην άρχων εν πάσαις ταις βασιλείαις. και εξήλθε και ανείλεν αυτόν και απέθανε. 46·1 Και ην ο βασιλεύς Σαλωμών φρόνιμος σφόδρα. και απέστρεψε τους δούλους αυτού. 42 και απέστειλεν ο βασιλεύς και εκάλεσε τον Σεμεϊ και είπε προς αυτόν· ουχί ωρκισά σε κατά του Κυρίου και επεμαρτυράμην σοι λέγων· εν ή αν ημέρα εξέλθης εξ Ιερουσαλήμ και πορευθής εις δεξιά ή αριστερά. δέκα μόσχοι εκλεκτοί και είκοσι βόες νομάδες και εκατόν πρόβατα. εσθίοντες και πίνοντες και εορτάζοντες από Δάν και έως Βηρσαβεέ πάσας τας ημέρας Σαλωμών. και σοφός. και κατώκει Ιούδα και Ισραήλ πεποιθότες έκαστος υπό την άμπελον αυτού και υπό την συκήν αυτού.

πλήν εν τοις υψηλοίς έθυε και εθυμία. καθώς διήλθεν ενώπιόν σου εν αληθεία και εν δικαιοσύνη και εν ευθύτητι καρδίας μετά σου. 8 ο δε δούλός σου εν μέσω του λαού σου. ότι ουκ ωκοδομήθη οίκος τω Κυρίω έως του νυν. και εγώ ειμι παιδάριον μικρόν και ουκ οίδα την έξοδόν μου και την είσοδόν μου. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ [1 Της δε βασιλείας εδρασθείσης εν χειρί Σαλωμών επιγαμίαν εποιήσατο Σαλωμών προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και έλαβε την θυγατέρα Φαραώ και εισήγαγεν αυτήν εις την πόλιν Δαυίδ. και είπε Κύριος προς Σαλωμών· αίτησαί τι αίτημα σεαυτω. συ έδωκας τον δούλόν σου αντί Δαυίδ του πατρός μου. έως ου συνετέλεσεν οικοδομών τον οίκον εαυτού και τον οίκον Κυρίου και το τείχος Ιερουσαλήμ κύκλω. ως η ημέρα αύτη· 7 και νυν. 46·10 και ην άρχων εν πάσι τοις βασιλεύσιν από του ποταμού και έως γης αλλοφύλων και έως ορίων Αιγύπτου.] 2 ΠΛΗΝ ο λαός ήσαν θυμιώντες επί τοις υψηλοίς. ον εξελέξω λαόν πολύν. 5 και ώφθη Κύριος τω Σαλωμών εν ύπνω την νύκτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Νάθαν άρχων των εφεστηκότων και Εδράμ επί τον οίκον αυτού και Σουβά γραμματεύς και Βασά υιος Αχιθαλάμ αναμιμνήσκων και Αβί υιος Ιωάβ αρχιστράτηγος και Αχιρέ υιος Εδραϊ επί τας άρσεις και Βαναίας υιος Ιωδαέ επί της αυλαρχίας και επί του πλινθίου και Ζαχούρ υιος Νάθαν ο σύμβουλος. 6 και είπεν Σαλωμών· συ εποίησας μετά του δούλου σου Δαυίδ του πατρός μου έλεος μέγα. 46·11 και Σαλωμών υιος Δαυίδ εβασίλευσεν επί Ισραήλ και Ιούδα εν Ιερουσαλήμ. ος ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 566 . Κύριε ο Θεός μου. 46·9 και ήσαν τω Σαλωμών τεσσαράκοντα χιλιάδες τοκάδες ίπποι εις άρματα και δώδεκα χιλιάδες ίππων. ότι αύτη υψηλοτάτη και μεγάλη· χιλίαν ολοκαύτωσιν ανήνεγκε Σαλωμών επί το θυσιαστήριον εν Γαβαών. 3 και ηγάπησε Σαλωμών τον Κύριον πορεύεσθαι εν τοις προστάγμασι Δαυίδ του πατρός αυτού. 4 και ανέστη και επορεύθη εις Γαβαών θύσαι εκεί. και εφύλαξας αυτω το έλεος το μέγα τούτο δούναι τον υιόν αυτού επί του θρόνου αυτού.

18 και εγενήθη εν τη ημέρα τη τρίτη τεκούσης μου. ουδέ ητήσω ψυχάς εχθρών σου. 26 και απεκρίθη η γυνή. και ιδού ουκ ην ο υιος μου. αλλά ο υιος μου ο ζων. και είπε προς τον βασιλέα. αλλά ο υιος μου ο ζων. και ουκ έστιν ουθείς μεθ ‘ ημών πάρεξ αμφοτέρων ημών εν τω οίκω. αλλ ‘ ητήσω σεαυτω του συνιείν του εισακούειν κρίμα. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 567 . 12 ιδού πεποίηκα κατά το ρήμά σου· ιδού δέδωκά σοι καρδίαν φρονίμην και σοφήν. δέδωκά σοι. και ο υιος ταύτης ο τεθνηκώς. ως ου γέγονεν ανήρ όμοιός σοι εν βασιλεύσι· 14 και εάν πορευθής εν τη οδω μου φυλάσσειν τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου. 11 και είπε Κύριος προς αυτόν· ανθ ‘ ων ητήσω παρ ‘ εμού το ρήμα τούτο και ουκ ητήσω σεαυτω ημέρας πολλάς και ουκ ητήσω πλούτον. 25 και είπεν ο βασιλεύς· διέλετε το παιδίον το ζων το θηλάζον εις δύο και δότε το ήμισυ αυτού ταύτη και το ήμισυ αυτού ταύτη. 16 Τότε ώφθησαν δύο γυναίκες πόρναι τω βασιλεί και έστησαν ενώπιον αυτού. και πληθυνώ τας ημέρας σου. και πλούτον και δόξαν. 17 και είπεν η γυνή μία· εν εμοί. 9 και δώσεις τω δούλω σου καρδίαν ακούειν και διακρίνειν τον λαόν σου εν δικαιοσύνη και του συνιείν ανά μέσον αγαθού και κακού· ότι τις δυνηθήσεται κρίνειν τον λαόν σου τον βαρύν τούτον. 13 και α ουκ ητήσω. 21 και ανέστην το πρωϊ θηλάσαι τον υιόν μου. και συ λέγεις· ουχί. κύριε· εγώ και η γυνή αύτη ωκούμεν εν οίκω ενί και ετέκομεν εν τω οίκω. ότι ητήσατο Σαλωμών το ρήμα τούτο. 15 και εξυπνίσθη Σαλωμών. και ο υιος σου ο τεθνηκώς. έτεκε και η γυνή αύτη· και ημείς κατά το αυτό. ως επεκοιμήθη επ ‘ αυτόν· 20 και ανέστη μέσης της νυκτός και έλαβε τον υιόν μου εκ των αγκαλών μου και εκοίμισεν αυτόν εν τω κόλπω αυτής και τον υιόν αυτής τον τεθνηκότα εκοίμισεν εν τω κόλπω μου. και ιδού ενύπνιον· και ανέστη και παραγίνεται εις Ιερουσαλήμ και έστη κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου του κατά πρόσωπον κιβωτού διαθήκης Κυρίου εν Σιών και ανήγαγεν ολοκαυτώσεις και εποίησεν ειρηνικάς και εποίησε πότον μέγα εαυτω και πάσι τοις παισίν αυτού. ον έτεκον. 19 και απέθανεν ο υιος της γυναικός ταύτης την νύκτα. 24 και είπεν ο βασιλεύς· λάβετέ μοι μάχαιραν· και προσήνεγκαν την μάχαιραν ενώπιον του βασιλέως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αριθμηθήσεται. 10 και ήρεσεν ενώπιον Κυρίου. ης ην ο υιος ο ζων. ο δε υιος σου ο τεθνηκώς. 23 και είπεν ο βασιλεύς αυταίς· συ λέγεις· ούτος ο υιος μου ο ζων. και ελάλησαν ενώπιον του βασιλέως. ως συ ου γέγονεν έμπροσθέν σου και μετά σε ουκ αναστήσεται όμοιός σοι. 22 και είπεν η γυνή η ετέρα· ουχί. ως επορεύθη Δαυίδ ο πατήρ σου. και εκείνος ην τεθνηκώς· και ιδού κατενόησα αυτόν πρωϊ.

ανήρ Ταβλήθ. 8 και ταύτα τα ονόματα αυτών· Βενώρ εν όρει Εφραίμ. Αζαρίας υιος Σαδώκ 3 και Ελιαρέφ και Αχιά υιος Σαβά γραμματείς. και Ιωσαφάτ υιος Αχιλίδ αναμιμνήσκων 4 και Βαναίας υιος Ιωδαέ επί της δυνάμεως και Σαδώκ και Αβιάθαρ ιερείς 5 και ‘Ορνία υιος Νάθαν επί των καθεσταμένων και Ζαβούθ υιος Νάθαν εταίρος του βασιλέως 6 και Αχιήλ ην οικονόμος και Ελιάβ υιος Σάφ επί της πατριάς και Αδωνιράμ υιος Εφρά επί των φόρων. 7 και τω Σαλωμών δώδεκα καθεσταμένοι επί πάντα Ισραήλ χορηγείν τω βασιλεί και τω οίκω αυτού· μήνα εν τω ενιαυτω εγίνετο επί τον ένα χορηγείν. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ην ο βασιλεύς Σαλωμών βασιλεύων επί Ισραήλ. τούτω σχοίνισμα Ερεγαβά. έως Μαεβέρ Λουκάμ. και ούτος έλαβε την Βασεμμάθ θυγατέρα Σαλωμών εις γυναίκα. εις· 15 Αχιμαάς εν Νεφθαλίμ. και εφοβήθησαν από προσώπου του βασιλέως. εξήκοντα πόλεις μεγάλαι τειχήρεις και μοχλοί χαλκοί. αυτού Σωχώ και πάσα η γη ‘Οφέρ· 11 Χαναδάβ και Αναφαθέ. ό έκρινεν ο βασιλεύς. 28 και ήκουσαν πας Ισραήλ το κρίμα τούτο. ή εν τη Βασάν. θυγάτηρ Σαλωμών ην αυτω εις γυναίκα. και είπεν· εν εμοί. ότι είδον ότι φρόνησις Θεού εν αυτω του ποιείν δικαίωμα. εις· 16 Βαανά υιος Χουσί εν Ασήρ και εν Βααλώθ. δότε αυτη το παιδίον και θανάτω μη θανατώσητε αυτό· και αύτη είπε· μήτε εμοί μήτε αυτη έστω. εις· 9 υιος Δακάρ εν Μαχεμάς και εν Σαλαβίν και Βαιθσαμύς και Αιλών έως Βηθανάν. και Σηών βασιλέως του Εσεβών και Ωγ βασιλέως του Βασάν· και νασίφ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 568 . διέλετε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εταράχθη η μήτρα αυτής επί τω υιω αυτής. κύριε. εις· 17 Σαμαά υιος ‘Ηλά εν τω Βενιαμίν· 18 Γαβέρ υιος Αδαϊ εν τη γη Γάδ. εις· 10 υιος Εσδί εν Αραβώθ. εις· 14 Αχιναδάβ υιος Σαδδώ Μααναϊμ. 2 και ούτοι άρχοντες οί ήσαν αυτω. εις· 13 υιος Γαβέρ εν Ρεμάθ Γαλαάδ. 27 και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπε· δότε το παιδίον τη ειπούση· δότε αυτη αυτό και θανάτω μη θανατώσητε αυτό· αύτη η μήτηρ αυτού. εις· 12 Βαανά υιος Αχιλίδ Θαανάχ και Μαγεδδώ και πας ο οίκος Σάν ο παρά Σεσαθάν υποκάτω του Εσραέ και εκ Βηθσάν έως Σαβελμαουλά.

] Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε [1 Και Σαλωμών ην εξουσιάζων εν πάσι τοις βασιλείοις από του ποταμού γης αλλοφύλων και έως ορίου Αιγύπτου προσεγγίζοντες δώρα και δουλεύοντες τω Σαλωμών πάσας ημέρας ζωής αυτού.] ΚΑΙ εχορήγουν οι καθεσταμένοι ούτως τω βασιλεί Σαλωμών και πάντα τα διαγγέλματα επί την τράπεζαν του βασιλέως. έκαστος μήνα αυτού. και ταύτα τα δέοντα τω Σαλωμών εν ημέρα μια· τριάκοντα κόροι σεμιδάλεως και εξήκοντα κόροι αλεύρου κεκοπανισμένου. 10 και επληθύνθη Σαλωμών σφόδρα υπέρ την φρόνησιν πάντων αρχαίων ανθρώπων και υπέρ πάντας φρονίμους Αιγύπτου 11 και εσοφίσατο υπέρ πάντας τους ανθρώπους και εσοφίσατο υπέρ Γαιθάν τον Ζαρείτην και τον Αινάν και τον Χαλκάλ και Δαρδά υιούς Μάλ. 12 και ελάλησε Σαλωμών τρισχιλίας παραβολάς. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ [20 Και Ιούδα και Ισραήλ πολλοί ως η άμμος η επί της θαλάσσης εις πλήθος έσθοντες και πίνοντες και ευφραινόμενοι. σιτευτά· 4 ότι ην άρχων πέραν ποταμού. 3 και δέκα μόσχοι εκλεκτοί και είκοσι βόες νομάδες και εκατόν πρόβατα εκτός ελάφων και δορκάδων εκλεκτών. έκαστος κατά την σύνταξιν αυτού. και ήσαν ωδαί αυτού πεντακισχίλιαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εις εν γη Ιούδα· 19 Ιωσαφάτ υιος Φουασούδ εν Ισσάχαρ. 5 Και έδωκε Κύριος φρόνησιν τω Σαλωμών και σοφίαν πολλήν σφόδρα και χύμα καρδίας ως η άμμος η παρά την θάλασσαν. ου παραλλάσσουσι λόγον· 2 και τας κριθάς και το άχυρον τοις ίπποις και τοις άρμασιν ήρον εις τον τόπον. 14 και παρεγίνοντο πάντες οι λαοί ακούσαι της σοφίας Σαλωμών και ελάμβανε δώρα παρά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 569 . 13 και ελάλησεν υπέρ των ξύλων από της κέδρου της εν τω Λιβάνω και έως της υσσώπου της εκπορευομένης δια του τοίχου και ελάλησε περί των κτηνών και περί των πετεινών και περί των ερπετών και περί των ιχθύων. ου αν ή ο βασιλεύς. και ην αυτω ειρήνη εκ πάντων των μερών κυκλόθεν.

25 και Σαλωμών έδωκε τω Χιράμ είκοσι χιλιάδας κόρους πυρού και μαχείρ τω οίκω αυτού και είκοσι χιλιάδας βαίθ ελαίου κεκομμένου· κατά τούτο εδίδου Σαλωμών τω Χιράμ κατ ‘ ενιαυτόν. 27 και ανήνεγκεν ο βασιλεύς φόρον εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 570 . εχάρη σφόδρα και είπεν· ευλογητός ο Θεός σήμερον. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14α Και έλαβε Σαλωμών την θυγατέρα Φαραώ αυτω εις γυναίκα και εισήγαγεν αυτήν εις την πόλιν Δαυίδ έως συντελέσαι αυτόν τον οίκον Κυρίου και τον οίκον εαυτού και το τείχος Ιερουσαλήμ. 15 Και απέστειλε Χιράμ βασιλεύς Τύρου τους παίδας αυτού χρίσαι τον Σαλωμών αντί Δαυίδ του πατρός αυτού. ξύλα κέδρινα και πεύκινα· 23 οι δούλοί μου κατάξουσιν αυτά εκ του Λιβάνου εις την θάλασσαν. και διέθεντο διαθήκην ανά μέσον αυτών. 14β τότε ανέβη Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου και προκατελάβετο την Γαζέρ και ενεπύρισεν αυτήν και τον Χανανίτην τον κατοικούντα εν Μεργάβ. ότι αγαπών ην Χιράμ τον Δαυίδ πάσας τας ημέρας. και συ αρείς· και ποιήσεις το θέλημά μου. του δούναι άρτους τω οίκω μου. 20 και νυν έντειλαι και κοψάτωσάν μοι ξύλα εκ του Λιβάνου. όσοι ήκουον της σοφίας αυτού. και έδωκεν αυτάς Φαραώ αποστολάς θυγατρί αυτού γυναικί Σαλωμών. 18 και νυν ανέπαυσε Κύριος ο Θεός μου εμοί κυκλόθεν· ουκ έστιν επίβουλος και ουκ έστιν αμάρτημα πονηρόν. ου εάν αποστείλης προς με. ότι συ οίδας ότι ουκ έστιν ημίν ειδώς ξύλα κόπτειν καθώς οι Σιδώνιοι. ων απέσταλκας προς με· εγώ ποιήσω παν θέλημά σου. 21 και εγενήθη καθώς ήκουσε Χιράμ των λόγων Σαλωμών. εγώ θήσομαι αυτά σχεδίας έως του τόπου. ον δώσω αντί σου επί τον θρόνον σου. ος έδωκε τω Δαυίδ υιόν φρόνιμον επί τον λαόν τον πολύν τούτον 22 και απέστειλε προς Σαλωμών λέγων· ακήκοα περί πάντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ πάντων των βασιλέων της γης. καθώς ελάλησεν αυτω· και ην ειρήνη ανά μέσον Χιράμ και ανά μέσον Σαλωμών. 24 και ην Χιράμ διδούς τω Σαλωμών κέδρους και πεύκας και παν θέλημα αυτού. καθώς ελάλησε Κύριος ο Θεός προς Δαυίδ τον πατέρα μου. και ιδού οι δούλοί μου μετά των δούλων σου· και τον μισθόν δουλείας σου δώσω σοι κατά πάντα. 16 και απέστειλε Σαλωμών προς Χιράμ λέγων· 17 συ οίδας τον πατέρα μου Δαυίδ ότι ουκ ηδύνατο οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού μου από προσώπου των πολέμων των κυκλωσάντων αυτόν έως του δούναι Κύριον αυτούς υπό τα ίχνη των ποδών αυτού. 26 και Κύριος έδωκε σοφίαν τω Σαλωμών. όσα αν είπης. και Σαλωμών ωκοδόμησε την Γαζέρ. 19 και ιδού εγώ λέγω οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού μου. και εκτινάξω αυτά εκεί. ούτος οικοδομήσει τον οίκον τω ονόματί μου. λέγων· ο υιος σου.

1γ εν τω έτει τω τετάρτω εθεμελίωσε τον οίκον Κυρίου εν μηνί Νισώ. 4 και εποίησε τω οίκω θυρίδας παρακυπτομένας κρυπτάς. και η τρίτη επτά εν πήχει το πλάτος αυτής· ότι διάστημα έδωκε τω οίκω κυκλόθεν έξωθεν του οίκου. 3 και το αιλάμ κατά πρόσωπον του ναού. μήνα ήσαν εν τω Λιβάνω και δύο μήνας εν οίκω αυτών· και Αδωνιράμ επί του φόρου. αλλασσόμενοι. 7 και ο οίκος εν τω οικοδομείσθαι αυτόν λίθοις ακροτόμοις αργοίς ωκοδομήθη. (Κεφ. εν μηνί Βαάλ (ούτος ο μην ο όγδοος) συνετελέσθη ο οίκος εις πάντα λόγον αυτού και εις πάσαν διάταξιν αυτού. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν τω τεσσαρακοστω και τετρακοσιοστω έτει της εξόδου υιών Ισραήλ εξ Αιγύπτου. ον ωκοδόμησεν ο βασιλεύς τω Κυρίω. 28 και απέστειλεν αυτούς εις τον Λίβανον. και τω δευτέρω μηνί 1δ εν ενδεκάτω ενιαυτω. τεσσαράκοντα εν πήχει μήκος αυτού και είκοσιν εν πήχει πλάτος αυτού και πέντε και είκοσιν εν πήχει το ύψος αυτού. δέκα χιλιάδες εν τω μηνί. Ε 32 ) 1β και επελέκησαν οι υιοί Σαλωμών και οι υιοί Χιράμ και έβαλαν αυτούς. είκοσιν εν πήχει μήκος αυτού εις το πλάτος του οίκου και δέκα εν πήχει το πλάτος αυτού κατά πρόσωπον του οίκου. και ην ο φόρος τριάκοντα χιλιάδες ανδρών. 6 η πλευρά η υποκάτω πέντε πήχεων εν πήχει το πλάτος αυτής. 30 χωρίς των αρχόντων των καθεσταμένων επί των έργων τω Σαλωμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παντός Ισραήλ. τρεις χιλιάδες και εξακόσιοι επιστάται οι ποιούντες τα έργα. και το μέσον εξ. και ωκοδόμησε τον οίκον και συνετέλεσεν αυτόν. όπως μη επιλαμβάνωνται των τοίχων του οίκου. 2 και ο οίκος. και σφύρα και πέλεκυς και παν σκεύος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 571 . (Κεφ. 5 και έδωκεν επί τον τοίχον του οίκου μέλαθρα κυκλόθεν τω ναω και τω δαβίρ και εποίησε πλευράς κυκλόθεν. 32 και ητοίμασαν τους λίθους και τα ξύλα τρία έτη. τω έτει τω τετάρτω εν μηνί τω δευτέρω βασιλεύοντος του βασιλέως Σαλωμών επί τον Ισραήλ. και λίθους απελεκήτους. Ε 31 ) 1α και ενετείλατο ο βασιλεύς ίνα αίρωσι λίθους μεγάλους τιμίους εις τον θεμέλιον του οίκου. 29 και ην τω Σαλωμών εβδομήκοντα χιλιάδες αίροντες άρσιν και ογδοήκοντα χιλιάδες λατόμων εν τω όρει.

26 και το ύψος του Χερούβ του ενός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 572 . 9 και ωκοδόμησε τον οίκον και συνετέλεσεν αυτόν· και εκοιλοστάθμησε τον οίκον κέδροις.] 21 κατά πρόσωπον του δαβίρ. 16 και ωκοδόμησε τους είκοσι πήχεις απ ‘ άκρου του τοίχου το πλευρόν το εν από του εδάφους έως των δοκών. στήσω τον λόγον μου. [11 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς Σαλωμών λέγων· 12 ο οίκος ούτος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σιδηρούν ουκ ηκούσθη εν τω οίκω εν τω οικοδομείσθαι αυτόν. 20 είκοσι πήχεις μήκος και είκοσι πήχεις πλάτος και είκοσι πήχεις το ύψος αυτού. 22 και όλον τον οίκον περιέσχε χρυσίω έως συντελείας παντός του οίκου [και όλον το έσω του δαβίρ επετάλωσε χρυσίω. εν μέτρω ενί συντέλεια μία αμφοτέροις. και περιέσχεν αυτό χρυσίω. 8 και ο πυλών της πλευράς της υποκάτωθεν υπό την ωμίαν του οίκου την δεξιάν. και εποίησε εκ του δαβίρ εις το άγιον των αγίων. 14 και ωκοδόμησε Σαλωμών τον οίκον και συνετέλεσε αυτόν. και συνέσχε τον σύνδεσμον εν ξύλοις κεδρίνοις. ον ελάλησα προς Δαυίδ τον πατέρα σου 13 και κατασκηνώσω εν μέσω υιών Ισραήλ και ουκ εγκαταλείψω τον λαόν μου Ισραήλ. εάν οδεύης τοις προστάγμασί μου και τα κρίματά μου ποιής και φυλάσσης πάσας τας εντολάς μου αναστρέφεσθαι εν αυταίς.] 15 και ωκοδόμησε τους τοίχους του οίκου έσωθεν δια ξύλων κεδρίνων από του εδάφους του οίκου και έως των τοίχων και έως των δοκών· εκοιλοστάθμησε συνεχόμενα ξύλοις έσωθεν και περιέσχε το έσω του οίκου εν πλευραίς πευκίναις. εν πήχει δέκα από μέρους πτερυγίου αυτού εις μέρος πτερυγίου αυτού· 25 ούτως τω Χερουβίμ τω δευτέρω. και παριέσχεν αυτό χρυσίω συγκεκλεισμένω. ον συ οικοδομείς. 24 και πέντε πήχεων πτερύγιον του Χερουβίμ του ενός και πέντε πήχεων πτερύγιον αυτού το δεύτερον. και ελικτή ανάβασις εις το μέσον και εκ της μέσης επί τα τριώροφα.] 23 και εποίησεν εν τω δαβίρ δύο Χερουβίμ δέκα πήχεων μέγεθος εσταθμωμένον.] 19 κατά πρόσωπον του δαβίρ εν μέσω του οίκου έσωθεν δούναι εκεί την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου. και εποίησε θυσιαστήριον [κέδρου 21 και περιεπύλωσε Σαλωμών τον οίκον ένδοθεν χρυσίω αποκλειστω και παρήγαγεν εν καθηλώμασι χρυσίου. 10 και ωκοδόμησε τους ενδέσμους δι ‘ όλου του οίκου πέντε εν πήχει το ύψος αυτού. 17 και τεσσαράκοντα πήχεων ην ο ναός [ο εσώτατος 18 και δια κέδρου προς τον οίκον έσω πλοκήν επαναστήσεις και πέταλον και ανάγλυφα πάντα κέδρινα ουκ εφαίνετο λίθος.

και στίχος κατειργασμένης κέδρου κυκλόθεν. και ούτω τω Χερούβ τω δευτέρω. 33 και ούτως εποίησε τω πυλώνι του ναού. 4 και δύο επιθέματα εποίησε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 573 . 36α και ωκοδόμησε το καταπέτασμα της αυλής του αιλάμ του οίκου του κατά πρόσωπον του ναού. και ήπτετο πτέρυξ μία του τοίχου. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ απέστειλεν ο βασιλεύς Σαλωμών και έλαβε τον Χιράμ εκ Τύρου. στοαί τετραπλώς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δέκα εν πήχει. 27 και αμφότερα τα Χερουβίμ εν μέσω του οίκου του εσωτάτου· και διεπέτασε τας πτέρυγας αυτών. 3 και εχώνευσε τους δύο στήλους τω αιλάμ του οίκου. και πτέρυξ Χερούβ του δευτέρου ήπτετο του τοίχου του δευτέρου. και φοίνικες τω εσωτέρω και τω εξωτέρω. και δύο πτυχαί η θύρα η δευτέρα. 2 υιόν γυναικός χήρας. φλιαί ξύλων αρκευθίνων. 36 και ωκοδόμησε την αυλήν την εσωτάτην τρεις στίχους απελεκήτων. και αι πτέρυγες αυτών εν μέσω του οίκου ήπτοντο πτέρυξ πτέρυγος. και το πάχος του στύλου τεσσάρων δακτύλων τα κοιλώματα. τέκτων χαλκού και πεπληρωμένος της τέχνης και συνέσεως και επιγνώσεως του ποιείν παν έργον εν χαλκω· και εισηνέχθη προς τον βασιλέα Σαλωμών και εποίησε πάντα τα έργα. στρεφόμενα· 35 εγκεκολαμμένα Χερουβίμ και φοίνικες και διαπεπετασμένα πέταλα και περιεχόμενα χρυσίω καταγομένω επί την εκτύπωσιν. οκτωκαίδεκα πήχεις ύψος του στύλου. 31 και τω θυρώματι του δαβίρ εποίησε θύρας ξύλων αρκευθίνων εις φλιάς πενταπλάς 32 και δύο θύρας ξύλων πευκίνων και εγκολαπτόν επ ‘ αυτών εγκεκολαμμένα Χερουβίμ και φοίνικας και πέταλα διαπεπετασμένα· και περιέσχε χρυσίω και κατέβαινεν επί τα Χερουβίμ και επί τους φοίνικας το χρυσίον. και περίμετρον τεσσαρεσκαίδεκα πήχεις εκύκλου αυτόν. και ο πατήρ αυτού ανήρ Τύριος. και ούτως ο στύλος ο δεύτερος. του εσωτάτου και του εξωτάτου. και ούτος από της φυλής της Νεφθαλίμ. 30 και το έδαφος του οίκου περιέσχε χρυσίω. 28 και περιέσχε τα Χερουβίμ χρυσίω. 34 και εν αμφοτέραις ταις θύραις ξύλα πεύκινα· δύο πτυχαί η θύρα η μία και στροφείς αυτών. 29 και πάντας τους τοίχους του οίκου κύκλω εγκολαπτά έγραψε γραφίδι Χερουβίμ.

έργον κρεμαστόν. δέκα εν πήχει κυκλόθεν 12 και το χείλος αυτής ως έργον χείλους ποτηρίου. 5 και εποίησε δύο δίκτυα περικαλύψαι το επίθεμα των στύλων. 13 και δώδεκα βόες υποκάτω της θαλάσσης. στίχος επί στίχον· και ούτως εποίησε τω επιθέματι τω δευτέρω. και συγκλειστόν ανά μέσον των εξεχομένων. 8 και επί των κεφαλών των στύλων έργον κρίνου κατά το αιλάμ τεσσάρων πηχών. και πέντε πήχεις το ύψος του επιθέματος του δευτέρου. 14 και εποίησε δέκα μεχωνώθ χαλκάς· πέντε πήχεις μήκος της μεχωνώθ της μιάς. 10 και εποίησε την θάλασσαν δέκα εν πήχει από του χείλους αυτής έως του χείλους αυτής. 16 και επί τα συγκλείσματα αυτών ανά μέσον των εξεχομένων λέοντες και βόες και Χερουβίμ. 11 και υποστηρίγματα υποκάτωθεν του χείλους αυτής κυκλόθεν εκύκλουν αυτήν. και επάνωθεν των πλευρών επίθεμα το μέλαθρον τω πάχει. 18 και χείρες εν τοις τροχοίς εν τη μεχωνώθ. και δίκτυον τω επιθέματι τω δευτέρω. 19 και το έργον των τροχών έργον τροχών άρματος· αι χείρες αυτών και οι νώτοι αυτών και η πραγματεία αυτών. στρογγύλον κύκλω το αυτό· πέντε εν πήχει το ύψος αυτής. 7 και έστησε τους στύλους του αιλάμ του ναού· και έστησε τον στύλον τον ένα και επεκάλεσε το όνομα αυτού Ιαχούμ· και έστησε τον στύλον τον δεύτερον και επεκάλεσε το όνομα αυτού Βαάς. και το ύψος του τροχού του ενός πήχεος και ημίσους. και συνηγμένοι τρεις και τριάκοντα εν πήχει εκύκλουν αυτήν. δύο στίχοι ροών χαλκών δεδικτυωμένοι. χωνευτά χαλκά· πέντε πήχεις το ύψος του επιθέματος του ενός. και τα προσέχοντα χαλκά και τέσσαρα μέρη αυτών. 6 και έργον κρεμαστόν. και εξ εν πήχει το ύψος αυτής. και το πάχος αυτού παλαιστής. ωμίαι υποκάτω των λουτήρων. 15 και τούτο το έργον των μεχωνώθ συγκλειστόν αυτοίς. εκ της μεχωνώθ οι ώμοι αυτής. 21 και επί της κεφαλής της μεχωνώθ ήμισυ του πήχεος μέγεθος αυτής στρογγύλον κύκλω επί της κεφαλής της μεχωνώθ. έργον καταβάσεως 17 και τέσσαρες τροχοί χαλκοί τη μεχωνώθ τη μια.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δούναι επί τας κεφαλάς των στύλων. βλαστός κρίνου. και ηνοίγετο επί τας αρχάς των χειρών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 574 . και δίκτυον τω επιθέματι τω ενί. οι τρεις επιβλέποντες βορράν και οι τρεις επιβλέποντες θάλασσαν και οι τρεις επιβλέποντες νότον και οι τρεις επιβλέποντες ανατολήν. και επί των εξεχομένων ούτως· και επάνωθεν και υποκάτωθεν των λεόντων και των βοών χώραι. και η θάλασσα επ ‘ αυτών επάνωθεν. 20 αι τέσσαρες ωμίαι επί των τεσσάρων γωνιών της μεχωνώθ της μιάς. 9 και μέλαθρον επ ‘ αμφοτέρων των στύλων. και αρχή χειρών αυτής και τα συγκλείσματα αυτής. και πάντα τα οπίσθια εις τον οίκον. και τέσσαρες πήχεις το πλάτος αυτής. τα πάντα χωνευτά.

τάξιν μίαν και μέτρον εν πάσαις. 23 κατ ‘ αυτήν εποίησε πάσας τας δέκα μεχωνώθ. ό εποίησε Σαλωμών οίκου Κυρίου. και εισήνεγκε Σαλωμών τα άγια Δαυίδ του πατρός αυτού και πάντα τα άγια Σαλωμών. και συνετέλεσε Χιράμ ποιών πάντα τα έργα. εχόμενον έκαστον κατά πρόσωπον αυτού έσω και τα κυκλόθεν. το θυσιαστήριον το χρυσούν και την τράπεζαν. α εποίησε Χιράμ τω βασιλεί Σαλωμών τω οίκω Κυρίου· και οι στύλοι τεσσαράκοντα και οκτώ του οίκου του βασιλέως και του οίκου Κυρίου. χρυσήν. 33 εν τω περιοίκω του Ιορδάνου εχώνευσεν αυτά εν τω πάχει της γης ανά μέσον Σοκχώθ και ανά μέσον Σειρά. χρυσάς συγκλειομένας. εν οίκω Κυρίου. α εποίησε Χιράμ. 27 στύλους δύο και τα στρεπτά των στύλων επί των κεφαλών των στύλων δύο και τα δίκτυα δύο του καλύπτειν αμφότερα τα στρεπτά των γλυφών τα όντα επί των στύλων. α εποίησεν. πάντα τα έργα του βασιλέως. ου εποίησε πάντα τα έργα ταύτα. 35 και τας λυχνίας πέντε εξ αριστερών και πέντε εκ δεξιών κατά πρόσωπον του δαβίρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτής. 29 και τα μεχωνώθ δέκα και τους χυτροκαύλους δέκα επί των μεχωνώθ 30 και την θάλασσαν μίαν και τους βόας δώδεκα υποκάτω της θαλάσσης 31 και τους λέβητας και τας θερμάστρεις και τας φιάλας και πάντα τα σκεύη. τεσσαράκοντα χοείς χωρούντα τον ένα χυτρόκαυλον μετρήσει τεσσάρων πηχών· ο χυτρόκαυλος ο εις επί της μεχωνώθ της μιάς ταις δέκα μεχωνώθ. το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη. 37 και ανεπληρώθη παν το έργον. σύγκλειστα. και τα λαμπάδια και τους λύχνους και τας επαρυστρίδας χρυσάς 36 και τα πρόθυρα και οι ήλοι και αι φιάλαι και τα τρυβλία και αι θυϊσκαι χρυσαί. 26 και εποίησε Χιράμ τους λέβητας και τας θερμάστρεις και τας φιάλας. εκ πλήθους σφόδρα· ουκ ην τέρμα των σταθμών του χαλκού. και τας θύρας του ναού χρυσάς. α εποίησε τω βασιλεί Σαλωμών εν οίκω Κυρίου. 34 και έδωκεν ο βασιλεύς Σαλωμών τα σκεύη. δύο στίχοι ροών τω δικτύω τω ενί περικαλύπτειν αμφότερα τα όντα τα στρεπτά της μεχωνώθ επ ‘ αμφοτέροις τοις στύλοις. αγίου των αγίων. και τα θυρώματα των θυρών του οίκου του εσωτάτου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 575 . 22 και τα συγκλείσματα αυτής Χερουβίμ και λέοντες και φοίνικες εστώτα. 25 και έθετο τας πέντε μεχωνώθ από της ωμίας του οίκου εκ δεξιών και πέντε από της ωμίας του οίκου εξ αριστερών· και η θάλασσα από της ωμίας του οίκου εκ δεξιών κατ ‘ ανατολάς από του κλίτους του νότου. έδωκεν εις τους θησαυρούς οίκου Κυρίου. 24 και εποίησε δέκα χυτροκαύλους χαλκούς. 28 τας ροάς τετρακοσίας αμφοτέροις τοις δικτύοις. εφ ‘ ης οι άρτοι της προσφοράς. χαλκά άρδην· 32 ουκ ην σταθμός του χαλκού.

40 και εφάτνωσε τον οίκον άνωθεν επί των πλευρών των στύλων. τότε εξεκκλησίασεν ο βασιλεύς Σαλωμών πάντας τους πρεσβυτέρους Ισραήλ εν Σιών του ανενεγκείν την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εκ πόλεως Δαυίδ (αύτη εστί Σιών) 2 εν μηνί Αθανίν. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο ως συνετέλεσε Σαλωμών του οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου και τον οίκον αυτού μετά είκοσιν έτη. και ο αριθμός των στύλων τεσσαράκοντα και πέντε ο στίχος· 41 και μέλαθρα τρία και χώρα επί χώραν τρισσώς· 42 και πάντα τα θυρώματα και αι χώραι τετράγωνοι μεμελαθρωμέναι και από του θυρώματος επί θύραν τρισσώς. ην έλαβε Σαλωμών. και στύλοι και πάχος επί πρόσωπον αυτής τοις αιλαμμίμ. 48 και επάνωθεν τιμίοις κατά το μέτρον απελεκήτων και κέδροις. εις τα άγια των αγίων υπό τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 576 . ου κρινεί εκεί. 6 και εισφέρουσιν οι ιερείς την κιβωτόν εις τον τόπον αυτής εις το δαβίρ του οίκου. 43 και το αιλάμ των στύλων πεντήκοντα μήκος και πεντήκοντα εν πλάτει. αιλάμ του κριτηρίου. κατά το αιλάμ τούτο. 44 και το αιλάμ των θρόνων. 49 της αυλής της μεγάλης κύκλω τρεις στίχοι απελεκήτων και στίχος κεκολαμμένης κέδρου. 3 και ήραν οι ιερείς την κιβωτόν 4 και το σκήνωμα του μαρτυρίου και τα σκεύη τα άγια τα εν τω σκηνώματι του μαρτυρίου. λίθοις δεκαπήχεσι και τοις οκταπήχεσι. 46 πάντα ταύτα εκ λίθων τιμίων κεκολαμμένα εκ διαστήματος έσωθεν και εκ του θεμελίου έως των γεισών και έξωθεν εις την αυλήν την μεγάλην 47 την τεθεμελιωμένην εν τιμίοις λίθοις μεγάλοις. και τριάκοντα πηχών ύψος αυτού· και τριών στίχων στύλων κεδρίνων. και πεντήκοντα πήχεις πλάτος αυτού. εν ω καθήσεται εκεί. και συνετέλεσε Σαλωμών όλον τον οίκον αυτού. 45 και ο οίκος αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 38 Και τον οίκον εαυτω ωκοδόμησε Σαλωμών τρισκαίδεκα έτεσι. αιλάμ επί πρόσωπον αυτών. 5 και ο βασιλεύς και πας Ισραήλ έμπροσθεν της κιβωτού θύοντες πρόβατα και βόας αναρίθμητα. 39 και ωκοδόμησε τον οίκον δρυμω του Λιβάνου· εκατόν πήχεις μήκος αυτού. και ωμίαι κέδριναι τοις στύλοις. αυλή μία εξελισσομένη τούτοις κατά το έργον τούτο· και οίκον τη θυγατρί Φαραώ. εζυγωμένα.

8 και υπερείχον τα ηγιασμένα. και ωκοδόμησα τον οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ. 21 και εθέμην εκεί τόπον τη κιβωτω. πλάκες της διαθήκης. και πάσα εκκλησία Ισραήλ ειστήκει· 15 και είπεν· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ σήμερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πτέρυγας των Χερουβίμ· 7 ότι τα Χερουβίμ διαπεπετασμένα ταις πτέρυξιν επί τον τόπον της κιβωτού. 9 ουκ ην εν τη κιβωτω πλήν δύο πλάκες λίθιναι. και εξελεξάμην εν Ιερουσαλήμ είναι το όνομά μου εκεί· και εξελεξάμην τον Δαυίδ του είναι επί τον λαόν μου τον Ισραήλ. καθώς ελάλησε Κύριος. 10 και εγένετο ως εξήλθον οι ιερείς εκ του αγίου. 20 και ανέστησε Κύριος το ρήμα αυτού. ούτος οικοδομήσει τον οίκον τω ονόματί μου. καλώς εποίησας ότι εγενήθη επί την καρδίαν σου· 19 πλήν συ ουκ οικοδομήσεις τον οίκον. και ανέστην αντί Δαυίδ του πατρός μου και εκάθισα επί του θρόνου Ισραήλ. και η νεφέλη έπλησε τον οίκον· 11 και ουκ ηδύναντο οι ιερείς στήκειν λειτουργείν από προσώπου της νεφέλης. 22 Και ανέστη Σαλωμών κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου Κυρίου ενώπιον πάσης εκκλησίας Ισραήλ και διεπέτασε τας χείρας αυτού εις τον ουρανόν. ας διέθετο Κύριος μετά των υιών Ισραήλ εν τω εκπορεύεσθαι αυτούς εκ γης Αιγύπτου. και περιεκάλυπτον τα Χερουβίμ επί την κιβωτόν και επί τα άγια αυτής επάνωθεν. ας έθηκεν εκεί Μωυσής εν Χωρήβ. αλλ ‘ ή ο υιος σου ο εξελθών εκ των πλευρών σου. 18 και είπε Κύριος προς Δαυίδ τον πατέρα μου· ανθ ‘ ων ήλθεν επί την καρδίαν σου του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματί μου. ουκ εξελεξάμην εν πόλει εν ενί σκήπτρω Ισραήλ του οικοδομήσαι οίκον του είναι το όνομά μου εκεί. 23 και είπε· Κύριε ο Θεός Ισραήλ. 17 και εγένετο επί της καρδίας του πατρός μου οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ. ουκ έστιν ως συ Θεός εν τω ουρανω άνω και επί της γης κάτω. φυλάσσων διαθήκην και έλεος τω δούλω σου τω πορευομένω ενώπιόν σου εν όλη τη καρδία αυτού. και ευλόγησεν ο βασιλεύς πάντα Ισραήλ. και ενεβλέποντο αι κεφαλαί των ηγιασμένων εκ των αγίων εις πρόσωπον του δαβίρ και ουκ ωπτάνοντο έξω. ην διέθετο Κύριος μετά των πατέρων ημών εν τω εξαγαγείν αυτόν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. ότι έπλησε δόξα Κυρίου τον οίκον. ος ελάλησεν εν τω στόματι αυτού περί Δαυίδ του πατρός μου και εν ταις χερσίν αυτού επλήρωσε λέγων· 16 αφ ‘ ης ημέρας εξήγαγον τον λαόν μου τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου. 24 α εφύλαξας τω δούλω σου Δαυίδ τω πατρί μου· και γαρ ελάλησας εν τω στόματί σου και εν χερσί σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 577 . ό ελάλησε. εν ή εστιν εκεί διαθήκη Κυρίου. 14 Και απέστρεψεν ο βασιλεύς το πρόσωπον αυτού.

Κύριε ο Θεός Ισραήλ. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. πάντα πόνον. βρούχος. ην έδωκας τω λαω σου εν κληρονομία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 578 . α αν προσεύξωνται εις τον τόπον τούτον. 27 ότι ει αληθώς κατοικήσει ο Θεός μετά ανθρώπων επί της γης. πιστωθήτω δη το ρήμά σου τω Δαυίδ τω πατρί μου. και έλθη και εξαγορεύση κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου σου εν τω οίκω τούτω. δούναι την οδόν αυτού εις κεφαλήν αυτού και του δικαιώσαι δίκαιον. και επιστρέψουσι και εξομολογήσονται τω ονόματί σου και προσεύξονται και δεηθήσονται εν τω οίκω τούτω. ον ωκοδόμησα τω ονόματί σου. ης ο δούλός σου προσεύχεται ενώπιόν σου προς σε σήμερον. πάσαν δέησιν. θάνατος εάν γένηται. 31 όσα αν αμάρτη έκαστος τω πλησίον αυτού. φύλαξον τω δούλω σου Δαυίδ τω πατρί μου α ελάλησας αυτω λέγων· ουκ εξαρθήσεταί σου ανήρ εκ προσώπου μου καθήμενος επί θρόνου Ισραήλ. 33 εν τω πταίσαι τον λαόν σου Ισραήλ ενώπιον εχθρών. όταν ταπεινώσης αυτούς. και εάν θλίψη αυτόν ο εχθρός αυτού εν μια των πόλεων αυτού. 30 και εισακούση της δεήσεως του δούλου σου και του λαού σου Ισραήλ. 26 και νυν. ότι έσται εμπυρισμός. 32 και συ εισακούση εκ του ουρανού και ποιήσεις και κρινείς τον λαόν σου Ισραήλ ανομηθήναι άνομον. και προσεύξονται εις τον τόπον τούτον και εξομολογήσονται τω ονόματί σου και από των αμαρτιών αυτών αποστρέψουσιν. ότι αμαρτήσονταί σοι. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. ότι αμαρτήσονταί σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επλήρωσας ως η ημέρα αύτη. δούναι αυτω κατά την δικαιοσύνην αυτού. εις τον τόπον. και συ εισακούση εν τω τόπω της κατοικήσεώς σου εν ουρανω και ποιήσεις και ίλεως έση. 37 λιμός εάν γένηται. 29 του είναι τους οφθαλμούς σου ηνεωγμένους εις τον οίκον τούτον ημέρας και νυκτός. του εισακούειν της προσευχής. ει ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού ουκ αρκέσουσί σοι. 34 και συ εισακούση εκ του ουρανού και ίλεως έση ταις αμαρτίαις του λαού σου Ισραήλ και επιστρέψεις αυτούς εις την γην. ακούειν της προσευχής. ην έδωκας τοις πατράσιν αυτών. 25 και νυν. παν συνάντημα. και εάν λάβη επ ‘ αυτόν αράν του αράσασθαι αυτόν. 35 εν τω συσχεθήναι τον ουρανόν και μη γενέσθαι υετόν. ης προσεύχεται ο δούλός σου εις τον τόπον τούτον ημέρας και νυκτός. πλήν και ο οίκος ούτος. ον είπας· έσται το όνομά μου εκεί. καθώς επορεύθης ενώπιον εμού. 38 πάσαν προσευχήν. πλήν εάν φυλάξωνται τα τέκνα σου τας οδούς αυτών του πορεύεσθαι ενώπιόν μου. 28 και επιβλέψη επί την δέησίν μου. 36 και εισακούση εκ του ουρανού και ίλεως έση ταις αμαρτίαις του δούλου σου και του λαού σου Ισραήλ· ότι δηλώσεις αυτοίς την οδόν την αγαθήν πορεύεσθαι εν αυτη και δώσεις υετόν επί την γην. ερυσίβη εάν γένηται.

44 ότι εξελεύσεται ο λαός σου εις πόλεμον επί τους εχθρούς αυτού εν οδω. ον ωκοδόμησα. ος ουκ έστιν από λαού σου ούτος. ης έδωκας τοις πατράσιν ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 579 . 43 και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ποιήσεις κατά πάντα. και επιστρέψουσιν εν γη μετοικίας αυτών και δεηθώσί σου λέγοντες· ημάρτομεν. και φοβώνταί σε. καθώς αν γνως την καρδίαν αυτού. ότι συ μονώτατος οίδας την καρδίαν πάντων υιών ανθρώπων. οδόν γης αυτών. α ηθέτησάν σοι. 39 και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ίλεως έση και ποιήσεις και δώσεις ανδρί κατά τας οδούς αυτού. και οικτειρήσουσιν αυτούς· 51 ότι λαός σου και κληρονομία σου. 53 ότι συ διέστειλας αυτούς σεαυτω εις κληρονομίαν εκ πάντων των λαών της γης. και της πόλεως. 48 και επιστρέψωσι προς σε εν όλη καρδία αυτών και εν όλη ψυχή αυτών εν τη γη εχθρών αυτών. ου ωκοδόμησα τω ονόματί σου. και του οίκου. όσας αυτοί ζώσιν επί της γης. 46 ότι αμαρτήσονταί σοι ότι ουκ έστιν άνθρωπος. ου μετήχθησαν εκεί. ή επιστρέψεις αυτούς. και του οίκου. ος ουχ αμαρτήσεται και επάξεις αυτούς και παραδώσεις αυτούς ενώπιον εχθρών και αιχμαλωτιούσιν οι αιχμαλωτίζοντες εις γην μακράν και εγγύς. 47 και επιστρέψουσι καρδίας αυτών εν τη γη. ους εξήγαγες εκ γης Αιγύπτου εκ μέσου χωνευτηρίου σιδήρου. 40 όπως φοβώνταί σε πάσας τας ημέρας. ου μετήγαγες αυτούς. Κύριε Κύριε. 45 και συ εισακούση εκ του ουρανού της δεήσεως αυτών και της προσευχής αυτών και ποιήσεις το δικαίωμα αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εάν γένηται παντί ανθρώπω ως αν γνώσιν έκαστος αφήν καρδίας αυτού και διαπετάση τας χείρας αυτού εις τον οίκον τούτον. ηνομήσαμεν. και προσεύξονται εν ονόματι Κυρίου οδόν της πόλεως. και γνώσιν ότι το όνομά σου επικέκληται επί τον οίκον τούτον. 41 και τω αλλοτρίω. καθώς ελάλησας εν χειρί δούλου σου Μωυσή εν τω εξαγαγείν σε τους πατέρας ημών εκ γης Αιγύπτου. ης εξελέξω. και προσεύξονται προς σε. ου ωκοδόμηκα τω ονόματί σου. αις ήμαρτόν σοι. όπως γνώσι πάντες οι λαοί το όνομά σου. 42 και ήξουσι και προσεύξονται εις τον τόπον τούτον. οίς αν επικαλέσωνταί σε. 52 και έστρωσαν οι οφθαλμοί σου και τα ώτά σου ηνεωγμένα εις την δέησιν του δούλου σου και εις την δέησιν του λαού σου Ισραήλ εισακούειν αυτών εν πάσιν. ηδικήσαμεν. ης εξελέξω εν αυτη. και κατά πάντα τα αθετήματα αυτών. όσα αν επικαλέσηταί σε ο αλλότριος. καθώς ο λαός σου Ισραήλ. 49 και εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου 50 και ίλεως έση ταις αδικίαις αυτών. και δώσεις αυτούς εις οικτιρμούς ενώπιον αιχμαλωτευόντων αυτούς. ης έδωκας τοις πατράσιν αυτών.

65 και εποίησε Σαλωμών την εορτήν εν τη ημέρα εκείνη. Ήλιον εγνώρισεν εν ουρανω Κύριος. 59 και έστρωσαν οι λόγοι ούτοι. ας έθυσε τω Κυρίω. και πας Ισραήλ μετ ‘ αυτού. 57 γένοιτο Κύριος ο Θεός ημών μεθ ‘ ημών. ος έδωκε κατάπαυσιν τω λαω αυτού Ισραήλ κατά πάντα. εκκλησία μεγάλη από της εισόδου Ημάθ έως ποταμού Αιγύπτου. οίκον ευπρεπή σεαυτω. 64 τη ημέρα εκείνη ηγίασεν ο βασιλεύς το μέσον της αυλής το κατά πρόσωπον του οίκου Κυρίου· ότι εποίησεν εκεί την ολοκαύτωσιν και τας θυσίας και τα στέατα των ειρηνικών. εγγίζοντες προς Κύριον Θεόν ημών ημέρας και νυκτός. οίς ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Μωυσή. 60 όπως γνώσιν πάντες οι λαοί της γης. εσθίων και πίνων και ευφραινόμενος ενώπιον Κυρίου Θεού ημών επτά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 580 . ενώπιον Κυρίου Θεού ημών εν τω οίκω. 63 και έθυσεν ο βασιλεύς Σαλωμών τας θυσίας των ειρηνικών. αυτός Θεός και ουκ έστιν έτι. 61 και έστρωσαν οι καρδίαι ημών τέλειαι προς Κύριον Θεόν ημών και οσίως πορεύεσθαι εν τοις προστάγμασιν αυτού και φυλάσσειν εντολάς αυτού ως η ημέρα αύτη. 55 και έστη και ευλόγησε πάσαν εκκλησίαν Ισραήλ φωνή μεγάλη λέγων· 56 ευλογητός Κύριος σήμερον. καθώς ην μετά των πατέρων ημών· μη εγκαταλίποιτο ημάς μηδέ αποστρέψοιτο ημάς. και ανέστη από προσώπου του θυσιαστηρίου Κυρίου οκλακώς επί τα γόνατα αυτού και αι χείρες αυτού διαπεπετασμέναι εις τον ουρανόν. βοών δύο και είκοσι χιλιάδας και προβάτων εκατόν και είκοσι χιλιάδας· και ενεκαίνισε τον οίκον Κυρίου ο βασιλεύς και πάντες οι υιοί Ισραήλ. του κατοικείν επί καινότητος. α ενετείλατο τοις πατράσιν ημών. ουκ ιδού αύτη γέγραπται εν βιβλίω της ωδής. ως δεδέημαι ενώπιον Κυρίου Θεού ημών. είπε του κατοικείν εν γνόφω· οικοδόμησον οίκόν μου. 54 Και εγένετο ως συνετέλεσε Σαλωμών προσευχόμενος προς Κύριον όλην την προσευχήν και την δέησιν ταύτην. ότι το θυσιαστήριον το χαλκούν το ενώπιον Κυρίου μικρόν· του μη δύνασθαι την ολοκαύτωσιν και τας θυσίας των ειρηνικών υπενεγκείν. ω ωκοδόμησεν. όσα ελάλησεν· ου διεφώνησε λόγος εις εν πάσι τοις λόγοις αυτού τοις αγαθοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 53α Τότε ελάλησε Σαλωμών υπέρ του οίκου. 62 Και ο βασιλεύς και πάντες οι υιοί Ισραήλ έθυσαν θυσίαν ενώπιον Κυρίου. 58 επικλίναι καρδίας ημών επ ‘ αυτόν του πορεύεσθαι εν πάσαις οδοίς αυτού και φυλάσσειν πάσας εντολάς αυτού και τα προστάγματα αυτού. ως συνετέλεσε του οικοδομήσαι αυτόν. ότι Κύριος ο Θεός. του ποιείν το δικαίωμα του δούλου σου και το δικαίωμα λαού Ισραήλ ρήμα ημέρας εν ημέρα ενιαυτού.

ος εξήγαγε τους πατέρας αυτών εξ Αιγύπτου. α ενετειλάμην αυτω. όσα ηθέλησε ποιήσαι. εν οσιότητι καρδίας και εν ευθύτητι και του ποιείν κατά πάντα. 8 και ο οίκος ούτος έσται ο υψηλός. πας ο διαπορευόμενος δι ‘ αυτού εκστήσεται και συριεί και ερούσιν· ένεκεν τίνος εποίησε Κύριος ούτως τη γη ταύτη και τω οίκω τούτω. καθώς επορεύθη Δαυίδ ο πατήρ σου. απορρίψω εκ προσώπου μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέρας. και μη φυλάξητε τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου. 4 και συ εάν πορευθής ενώπιον εμού. και απήλθεν έκαστος εις τα σκηνώματα αυτού χαίροντες και αγαθή καρδία επί τοις αγαθοίς. ηγίακα τον οίκον τούτον. οίς εποίησε Κύριος τω Δαυίδ δούλω αυτού και τω Ισραήλ λαω αυτού. και τον οίκον τούτον. 2 και ώφθη Κύριος τω Σαλωμών δεύτερον. και έσονται οι οφθαλμοί μου εκεί και η καρδία μου πάσας τας ημέρας. και πορευθήτε και δουλεύσητε θεοίς ετέροις και προσκυνήσητε αυτοίς. ης εδεήθης ενώπιόν μου· πεποίηκά σοι κατά πάσαν την προσευχήν σου. 3 και είπε προς αυτόν Κύριος· ήκουσα της φωνής της προσευχής σου και της δεήσεώς σου. ον ωκοδόμησας του θέσθαι το όνομά μου εκεί εις τον αιώνα. ον ηγίασα τω ονόματί μου. εξ οίκου δουλείας. καθώς ελάλησα Δαυίδ πατρί σου λέγων· ουκ εξαρθήσεταί σοι ανήρ ηγούμενος εν Ισραήλ. και έσται Ισραήλ εις αφανισμόν και εις λάλημα εις πάντας τους λαούς. α έδωκε Μωυσής ενώπιον υμών. και αντελάβοντο θεών αλλοτρίων και προσεκύνησαν αυτοίς και εδούλευσαν αυτοίς. και τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου φυλάξης. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ εγενήθη ως συνετέλεσε Σαλωμών οικοδομείν τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και πάσαν την πραγματείαν Σαλωμών. 9 και ερούσιν· ανθ ‘ ων εγκατέλιπον Κύριον Θεόν αυτών. 7 και εξαρώ τον Ισραήλ από της γης ην έδωκα αυτοίς. δια τούτο επήγαγε Κύριος επ ‘ αυτούς την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 581 . καθώς ώφθη εν Γαβαών. 6 εάν δε αποστραφέντες αποστραφήτε υμείς και τα τέκνα υμών απ ‘ εμού. 5 και αναστήσω τον θρόνον της βασιλείας σου εν Ισραήλ εις τον αιώνα. 66 και εν τη ημέρα τη ογδόη εξαπέστειλε τον λαόν και ευλόγησαν τον βασιλέα.

αδελφέ. ον ουκ απήγγειλεν αυτη. 5 και τα βρώματα Σαλωμών και την καθέδραν παίδων αυτού και την στάσιν λειτουργών αυτού και τον ιματισμόν αυτού και τους οινοχόους αυτού. 12 και εξήλθε Χιράμ εκ Τύρου και επορεύθη εις την Γαλιλαίαν του ιδείν τας πόλεις. 3 και απήγγειλεν αυτη Σαλωμών πάντας τους λόγους αυτής· ουκ ην λόγος παρεωραμένος παρά του βασιλέως. ας έδωκάς μοι. 10 Είκοσιν έτη εν οίς ωκοδόμησε Σαλωμών τους δύο οίκους. 11 Χιράμ ο βασιλεύς Τύρου αντελάβετο του Σαλωμών εν ξύλοις κεδρίνοις και εν ξύλοις πευκίνοις και εν χρυσίω και εν παντί θελήματι αυτού. και εισήλθε προς Σαλωμών και ελάλησεν αυτω πάντα όσα ην εν τη καρδία αυτής. τότε έδωκεν ο βασιλεύς τω Χιράμ είκοσι πόλεις εν τη γη τη Γαλιλαία. τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως. ας έδωκεν αυτω Σαλωμών. ον ωκοδόμησε. και εκάλεσεν αυτάς Όριον έως της ημέρας ταύτης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ κακίαν ταύτην. 27 και απέστειλε Χιράμ εν τη νειί των παίδων αυτού άνδρας ναυτικούς ελαύνειν ειδότας θάλασσαν μετά των παίδων Σαλωμών. και κάμηλοι αίρουσαι ηδύσματα και χρυσόν πολύν σφόδρα και λίθον τίμιον. και την ολοκαύτωσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 582 . 28 και ήλθον εις Σωφηρά και έλαβον εκείθεν χρυσίου εκατόν είκοσι τάλαντα και ήνεγκαν τω βασιλεί Σαλωμών. 4 και είδε βασίλισσα Σαβά πάσαν την φρόνησιν Σαλωμών και τον οίκον. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 9α Τότε ανήγαγε Σαλωμών την θυγατέρα Φαραώ εκ πόλεως Δαυίδ εις οίκον αυτού. και ουκ ήρεσαν αυτω· 13 και είπε· τι αι πόλεις αύται. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ βασίλισσα Σαβά ήκουσε το όνομα Σαλωμών και το όνομα Κυρίου και ήλθε πειράσαι αυτόν εν αινίγμασι· 2 και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ εν δυνάμει βαρεία σφόδρα. 14 και ήνεγκε Χιράμ τω Σαλωμών εκατόν και είκοσι τάλαντα χρυσίου 26 και ναύν υπέρ ου εποίησεν ο βασιλεύς Σαλωμών εν Γασιών Γαβέρ την ούσαν εχομένην Αιλάθ επί του χείλους της εσχάτης θαλάσσης εν γη Εδώμ. ον ωκοδόμησεν εαυτω εν ταις ημέραις εκείναις.

14 Και ην ο σταθμός του χρυσίου του εληλυθότος τω Σαλωμών εν ενιαυτω ενί εξακόσια και εξηκονταέξ τάλαντα χρυσίου. 13 και ο βασιλεύς Σαλωμών έδωκε τη βασιλίσση Σαβά πάντα. ην ανέφερεν εν οίκω Κυρίου. έως ότου παρεγενόμην και εωράκασιν οι οφθαλμοί μου. ουδέ ώφθησάν που έως της ημέρας ταύτης). αυτή και πάντες οι παίδες αυτής. και ιδού ουκ εισί το ήμισυ καθώς απήγγειλάν μοι· προστέθεικας αγαθά προς αυτά επί πάσαν την ακοήν. -τριακόσιοι χρυσοί επήσαν επί το δόρυ το εν. όσα ητήσατο. 21 και πάντα τα σκεύη τα υπό του Σαλωμών γεγονότα χρυσά και λουτήρες χρυσοί. 10 και έδωκε τω Σαλωμών εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου και ηδύσματα πολλά σφόδρα και λίθον τίμιον· ουκ εληλύθει κατά τα ηδύσματα εκείνα έτι εις πλήθος. 7 και ουκ επίστευσα τοις λαλούσί μοι. όσα ηθέλησεν. και δύο λέοντες εστηκότες παρά τας χείρας. ος ηθέλησεν εν σοί δούναί σε επί θρόνον Ισραήλ· δια το αγαπάν Κύριον τον Ισραήλ στήσαι εις τον αιώνα και έθετό σε βασιλέα επ ‘ αυτούς του ποιείν κρίμα εν δικαιοσύνη και εν κρίμασιν αυτών. 6 και είπε προς τον βασιλέα Σαλωμών· αληθινός ο λόγος. 20 και δώδεκα λέοντες εστώτες εκεί επί των εξ αναβαθμών ένθεν και ένθεν· ου γέγονεν ούτως πάση βασιλεία. μακάριοι οι παίδές σου ούτοι οι παρεστηκότες ενώπιόν σου διόλου.17 και τριακόσια όπλα χρυσά ελατά -και τρεις μναί ενήσαν χρυσού εις το όπλον το εν.και έδωκεν αυτά ο βασιλεύς εις οίκον δρυμού του Λιβάνου. 16 και εποίησε Σαλωμών τριακόσια δόρατα χρυσά ελατά. 18 και εποίησεν ο βασιλεύς θρόνον ελεφάντινον μέγαν και περιεχρύσωσεν αυτόν χρυσίω δοκίμω· 19 εξ αναβαθμοί εν θρόνω και προτομαί μόσχων τω θρόνω εκ των οπίσω αυτού και χείρες ένθεν και ένθεν επί του τόπου της καθέδρας. 15 χωρίς των φόρων των υποτεταγμένων και των εμπόρων και πάντων των βασιλέων του πέραν και των σατραπών της γης. (11 και η ναύς Χιράμ η αίρουσα το χρυσίον εκ Σουφίρ ήνεγκε ξύλα πελεκητά πολλά σφόδρα και λίθον τίμιον· 12 και εποίησεν ο βασιλεύς τα ξύλα τα πελεκητά υποστηρίγματα του οίκου Κυρίου και του οίκου του βασιλέως και νάβλας και κινύρας τοις ωδοίς· ουκ εληλύθει τοιαύτα ξύλα απελέκητα επί της γης. και πάντα τα σκεύη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 583 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. ον ήκουσα εν τη γη μου περί του λόγου σου και περί της φρονήσεώς σου. α έδωκε βασίλισσα Σαβά τω βασιλεί Σαλωμών. οι ακούοντες πάσαν την φρόνησίν σου· 9 γένοιτο Κύριος ο Θεός σου ευλογημένος. εκτός πάντων ων εδεδόκει αυτη δια χειρός του βασιλέως Σαλωμών· και απεστράφη και ήλθεν εις την γην αυτής. και εξ εαυτής εγένετο. ην ήκουσα εν τη γη μου· 8 μακάριαι αι γυναίκές σου.

και ανήγαγεν αυτούς Σαλωμών εις φόρον έως της ημέρας ταύτης. και έθετο αυτάς εν ταις πόλεσι των αρμάτων και μετά του βασιλέως εν Ιερουσαλήμ. του περιφράξαι τον φραγμόν της πόλεως Δαυίδ και την Ασσούρ και την Μαγδάλ και την Γαζέρ και την Βαιθωρών την ανωτέρω και την Ιεθαρμάθ και πάσας τας πόλεις των αρμάτων και πάσας τας πόλεις των ιππέων και την πραγματείαν Σαλωμών. 22β πάντα τον λαόν τον υπολελειμμένον υπό του Χετταίου και του Αμορραίου και του Φερεζαίου και του Χαναναίου και του Ευαίου και του Ιεβουσαίου και του Γεργεσαίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οίκου δρυμού του Λιβάνου χρυσίω συγκεκλεισμένα. 28 και η έξοδος Σαλωμών των ιππέων και εξ Αιγύπτου και εκ Θεκουέ. των μη εκ των υιών Ισραήλ όντων. σκεύη χρυσά και ιματισμόν. ότι αυτοί ήσαν άνδρες οι πολεμισταί και παίδες αυτού και άρχοντες και τρισσοί αυτού και άρχοντες των αρμάτων αυτού και ιππείς αυτού. ους ουκ εδύναντο οι υιοί Ισραήλ εξολοθρεύσαι αυτούς. 26 και ήσαν τω Σαλωμών τέσσαρες χιλιάδες θήλειαι ίπποι εις άρματα και δώδεκα χιλιάδες ιππέων. 22γ και εκ των υιών Ισραήλ ουκ έδωκε Σαλωμών πράγμα. 23 Και εμεγαλύνθη Σαλωμών υπέρ πάντας τους βασιλείς της γης πλούτω και φρονήσει. άρμα αντί εκατόν αργυρίου και ίππος αντί πεντήκοντα αργυρίου· και ούτως πάσι τοις βασιλεύσι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 584 . έμποροι του βασιλέως ελάμβανον εκ Θεκουέ εν αλλάγματι· 29 και ανέβαινεν η έξοδος εξ Αιγύπτου. τα τέκνα αυτών τα υπολελειμμένα μετ ‘ αυτού εν τη γη. και τας κέδρους έδωκεν ως συκαμίνους τας εν τη πεδινή εις πλήθος. 25 και αυτοί έφερον έκαστος τα δώρα. 22α Αύτη ην η πραγματεία της προνομής. ης ανήνεγκεν ο βασιλεύς Σαλωμών οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και το τείχος Ιερουσαλήμ και την άκραν. 26α και ην ηγούμενος πάντων των βασιλέων από του ποταμού και έως γης αλλοφύλων και έως ορίων Αιγύπτου. μία δια τριών ετών ήρχετο τω βασιλεί ναύς εκ θαρσίς χρυσίου και αργυρίου και λίθων τορευτών και πελεκητών. 27καί έδωκεν ο βασιλεύς το χρυσίον και το αργύριον εν Ιερουσαλήμ ως λίθους. ης έδωκε Κύριος τη καρδία αυτού. 24 και πάντες βασιλείς της γης εζήτουν το πρόσωπον Σαλωμών του ακούσαι της φρονήσεως αυτού. ότι ουκ ην λογιζόμενον εν ταις ημέραις Σαλωμών· 22 ότι ναύς Θαρσίς τω βασιλεί Σαλωμών εν τη θαλάσση μετά των νηών Χιράμ. του μη κατάρξαι αυτού. στακτήν και ηδύσματα και ίππους και ημιόνους το κατ ‘ ενιαυτόν ενιαυτω. ουκ ην αργύριον. ην επραγματεύσατο οικοδομήσαι εν Ιερουσαλήμ και εν πάση τη γη.

α ενετείλατο αυτω Κύριος ο Θεός. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Σαλωμών ην φιλογύνης. μη εκκλίνωσι τας καρδίας υμών οπίσω ειδώλων αυτών· εις αυτούς εκολλήθη Σαλωμών του αγαπήσαι [3 Και ήσαν αυτω γυναίκες άρχουσαι επτακόσιαι και παλλακαί τριακόσιαι και εξέκλιναν γυναίκες αυτού την καρδίαν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Χεττιϊν και βασιλεύσι Συρίας κατά θάλασσαν εξεπορεύοντο. 12 πλήν εν ταις ημέραις σου ου ποιήσω αυτά δια Δαυίδ τον πατέρα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 585 . 7 και ούτως εποίησε πάσαις ταις γυναιξίν αυτού ταις αλλοτρίαις. 5 τότε ωκοδόμησε Σαλωμών υψηλόν τω Χαμώς. 2 εκ των εθνών. ων απείπε Κύριος τοις υιοίς Ισραήλ· ουκ εισελεύσεσθε εις αυτούς. αι εθυμίων και έθυον τοις ειδώλοις αυτών. Μωαβίτιδας. διαρρήσσων διαρρήξω την βασιλείαν σου εκ χειρός σου και δώσω αυτήν τω δούλω σου. το παράπαν μη πορευθήναι οπίσω θεών ετέρων και φυλάξασθαι ποιήσαι. Χετταίας και Αμορραίας.] 4 και εγενήθη εν καιρω γήρους Σαλωμών και ουκ ην η καρδία αυτού τελεία μετά Κυρίου Θεού αυτού. και εξέκλιναν γυναίκες αι αλλότριαι την καρδίαν αυτού οπίσω θεών αυτών. και έλαβε γυναίκας αλλοτρίας και την θυγατέρα Φαραώ. ότι εξέκλινε καρδίαν αυτού από Κυρίου Θεού Ισραήλ του οφθέντος αυτω δις 10 και εντειλαμένου αυτω υπέρ του λόγου τούτου. καθώς η καρδία Δαυίδ του πατρός αυτού. και ήσαν αυτω γυναίκες άρχουσαι επτακόσιαι και παλλακαί τριακόσιαι. ουδ ‘ ην η καρδία αυτού τελεία μετά Κυρίου κατά την καρδίαν Δαυίδ του πατρός αυτού. και αυτοί ουκ εισελεύσονται εις υμάς. Αμμανίτιδας. 11 και είπε Κύριος προς Σαλωμών· ανθ ‘ ων εγένετο ταύτα μετά σου και ουκ εφύλαξας τας εντολάς μου και τα προστάγματά μου. 8 και εποίησε Σαλωμών το πονηρόν ενώπιον Κυρίου· ουκ επορεύθη οπίσω Κυρίου ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού. α ενετειλάμην σοι. ειδώλω Μωάβ και τω βασιλεί αυτών ειδώλω υιών Αμμών 6 και τη Αστάρτη βδελύγματι Σιδωνίων. 9 και ωργίσθη Κύριος επί Σαλωμών. Σύρας και Ιδουμαίας.

22 και είπε Φαραώ τω Άδερ· τίνι συ ελαττονή μετ ‘ εμού. τον εν Ραεμμάθ Αδραζάρ βασιλέα Σουβά κύριον αυτού· και συνηθροίσθησαν επ ‘ αυτόν άνδρες. ην εξελεξάμην. και εισήλθον εις Αίγυπτον· και Άδερ παιδάριον μικρόν. και έκοψαν παν αρσενικόν εν τη Ιδουμαία -16 ότι εξ μήνας ενεκάθητο εκεί Ιωάβ και πας Ισραήλ εν τη Ιδουμαία. 13 πλήν όλην την βασιλείαν ου μη λάβω· σκήπτρον εν δώσω τω υιω σου δια Δαυίδ τον δούλόν μου και δια Ιερουσαλήμ την πόλιν. έως ότου εξωλόθρευσε παν αρσενικόν εν τη Ιδουμαία. 24 και συνηθροίσθησαν επ ‘ αυτόν άνδρες και ην άρχων συστρέμματος εν τω αποκτείνειν Δαυίδ αυτούς. και Άδερ ο Ιδουμαίος εκ του σπέρματος της βασιλείας εν Ιδουμαία· 15 και εγένετο εν τω εξολοθρεύσαι Δαυίδ τον Εδώμ εν τω πορευθήναι Ιωάβ άρχοντα της στρατιάς θάπτειν τους τραυματίας. και εισήλθεν Άδερ προς Φαραώ. και ην Γανηβάθ εν μέσω υιών Φαραώ. 19 και εύρεν Άδερ χάριν εναντίον Φαραώ σφόδρα. 14 Και ήγειρε Κύριος σατάν τω Σαλωμών τον Άδερ τον Ιδουμαίον και τον Εσρώμ υιόν Ελιαδαέ. ην εποίησεν Άδερ· και εβαρυθύμησεν εν Ισραήλ και εβασίλευσεν εν γη Εδώμ [23 Και ήγειρε Κύριος σατάν τω Σαλωμών τον Ραζών υιόν Ελιαδαέ τον Βαραμεέθ Αδαδεζέρ βασιλέα Σουβά κύριον αυτού. και εξέθρεψεν αυτόν Θεκεμίνα εν μέσω υιών Φαραώ. και επορεύθησαν εις Δαμασκόν και εκάθισαν εν αυτω και εβασίλευσεν εν Δαμασκω 25 και εγένετο αντικείμενος τω Ισραήλ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 586 . και έδωκεν αυτω οίκον και άρτους διέταξεν αυτω. και είπεν αυτω Άδερ. ότι εξαποστέλλων εξαποστελείς με· και ανέστρεψεν Άδερ εις την γην αυτού. αύτη η κακία. 21 και Άδερ ήκουσεν εν Αιγύπτω ότι κεκοίμηται Δαυίδ μετά των πατέρων αυτού. αυτός και πάντες άνδρες Ιδουμαίοι των παίδων του πατρός αυτού μετ ‘ αυτού. 20 και έτεκεν αυτω η αδελφή Θεκεμίνας τω Άδερ τον Γανηβάθ υιόν αυτής. 18 και ανίστανται άνδρες εκ της πόλεως Μαδιάμ και έρχονται εις Φαράν και λαμβάνουσιν άνδρας μεθ ‘ εαυτών και έρχονται προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου. και ιδού συ ζητείς απελθείν εις την γην σου. αδελφήν Θεκεμίνας την μείζω. και ότι τέθνηκεν Ιωάβ ο άρχων της στρατιάς· και είπεν Άδερ προς Φαραώ· εξαπόστειλόν με και αποστρέψω εις την γην μου.17 και απέδρα Άδερ. και έδωκεν αυτω γυναίκα αδελφήν της γυναικός αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σου· εκ χειρός υιού σου λήψομαι αυτήν. και ην άρχων συστρέμματος και προκατελάβετο την Δαμασέκ· και ήσαν σατάν τω Ισραήλ πάσας τας ημέρας Σαλωμών.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ πάσας τας ημέρας Σαλωμών. και πάσαν την φρόνησιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 587 . 28 και ο άνθρωπος Ιεροβοάμ ισχυρός δυνάμει. και πορευθής εν ταις οδοίς μου και ποιήσης το ευθές ενώπιον εμού του φυλάξασθαι τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου. 37 και σε λήψομαι και βασιλεύσεις εν οίς επιθυμεί η ψυχή σου. 33 και ανθ ‘ ων εγκατέλιπέ με και εποίησε τη Αστάρτη βδελύγματι Σιδωνίων και τω Χαμώς και τοις ειδώλοις Μωάβ και τω βασιλεί αυτών προσοχθίσματι υιών Αμμών και ουκ επορεύθη εν ταις οδοίς μου του ποιήσαι το ευθές ενώπιον εμού. όσα αν εντείλωμαί σοι. και έσομαι μετά σου και οικοδομήσω σοι οίκον πιστόν. και κατέστησεν αυτόν επί τας άρσεις οίκου Ιωσήφ.] ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 26 Και Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ ο Εφραθί εκ της Σαριρά υιος γυναικός χήρας δούλος Σαλωμών. καθώς εποίησε Δαυίδ ο δούλός μου. 40 και εζήτησε Σαλωμών θανατώσαι τον Ιεροβοάμ. και είδε Σαλωμών το παιδάριον ότι ανήρ έργων εστί. 41 Και τα λοιπά των λόγων Σαλωμών και πάντα. και ο βασιλεύς Σαλωμών ωκοδόμησε την άκραν. δια τον Δαυίδ τον δούλόν μου. 34 και ου μη λάβω την βασιλείαν όλην εκ χειρός αυτού. ην εξελεξάμην εμαυτω του θέσθαι το όνομά μου εκεί. όσα εποίησε. και συ έση βασιλεύς επί τον Ισραήλ. ην εξελεξάμην εν αυτη εκ πασών φυλών Ισραήλ. όπως ή θέσις τω δούλω μου Δαυίδ πάσας τας ημέρας ενώπιον εμού εν Ιερουσαλήμ τη πόλει. διότι αντιτασσόμενος αντιτάξομαι αυτω πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. και ανέστη και απέδρα εις Αίγυπτον προς Σουσακίμ βασιλέα Αιγύπτου και ην εν Αιγύπτω. και αμφότεροι μόνοι εν τω πεδίω. συνέκλεισε τον φραγμόν της πόλεως Δαυίδ του πατρός αυτού. 38 και έσται εάν φυλάξης πάντα. 32 και δύο σκήπτρα έσονται αυτω δια τον δούλόν μου Δαυίδ και δια Ιερουσαλήμ την πόλιν. 27 και τούτο το πράγμα ως επήρατο χείρας επί βασιλέα Σαλωμών. ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού. 29 και εγενήθη εν τω καιρω εκείνω και Ιεροβοάμ εξήλθεν εξ Ιερουσαλήμ και εύρεν αυτόν Αχιά ο Σηλωνίτης ο προφήτης εν τη οδω και απέστησεν αυτόν εκ της οδού· και Αχιά περιβεβλημένος ιματίω καινω. έως ου απέθανε Σαλωμών. 30 και επελάβετο Αχιά του ιματίου αυτού του καινού του επ ‘ αυτω και διέρρηξεν αυτόν δώδεκα ρήγματα 31 και είπε τω Ιεροβοάμ· λάβε σεαυτω δέκα ρήγματα. ότι τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ ρήσσω την βασιλείαν εκ χειρός Σαλωμών και δώσω σοι δέκα σκήπτρα. ον εξελεξάμην αυτόν. 35 και λήψομαι την βασιλείαν εκ χειρός του υιού αυτού και δώσω σοι τα δέκα σκήπτρα. καθώς ωκοδόμησα τω Δαυίδ. 36 τω δε υιω αυτού δώσω τα δύο σκήπτρα.

6 και απήγγειλεν ο βασιλεύς τοις πρεσβυτέροις. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ πορεύεται βασιλεύς Ροβοάμ εις Σίκιμα. 42 και αι ημέραι. και εγενήθη ως ήκουσεν Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ. οί ήσαν παρεστώτες ενώπιον Σαλωμών του πατρός αυτού έτι ζώντος αυτού λέγων· Πως υμείς βουλεύεσθε και αποκριθώ τω λαω τούτω λόγον. 8 και εγκατέλιπε την βουλήν των πρεσβυτέρων. 7 και ελάλησαν προς αυτόν λέγοντες· ει εν τη ημέρα ταύτη έση δούλος τω λαω τούτω και δουλεύσεις αυτοίς και λαλήσεις προς αυτούς λόγους αγαθούς. -και αυτού έτι όντος εν Αιγύπτω ως έφυγεν εκ προσώπου Σαλωμών και εκάθητο εν Αιγύπτω. ου έδωκεν εφ ‘ ημάς. α συνεβουλεύσαντο αυτω. 3 και απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν και ήλθεν Ιεροβοάμ και πάσα η εκκλησία Ισραήλ. 43 και εκοιμήθη Σαλωμών μετά των πατέρων αυτού. και συ νυν κούφισον από της δουλείας του πατρός σου της σκληράς και από του κλοιού αυτού του βαρέως. και δουλεύσομέν σοι. και τι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 588 . [2 Και εγένετο ως ήκουσεν Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ και αυτού έτι όντος εν Αιγύπτω.κατευθύνει και έρχεται εις την πόλιν αυτού εις την γην Σαριρά την εν όρει Εφραίμ.] 3 και ελάλησεν ο λαός προς τον βασιλέα Ροβοάμ λέγοντες· 4 ο πατήρ σου εβάρυνε τον κλοιόν ημών. και έσονταί σοι δούλοι πάσας τας ημέρας. ότι εις Σίκιμα ήρχοντο πας Ισραήλ βασιλεύσαι αυτόν. και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού. και έφυγεν εκ προσώπου του βασιλέως Σαλωμών και επέστρεψεν Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου. και συνεβουλεύσατο μετά των παιδαρίων των εκτραφέντων μετ ‘ αυτού των παρεστηκότων προς προσώπου αυτού 9 και είπεν αυτοίς· τι υμείς συμβουλεύετε. και εβασίλευσε Ροβοάμ ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 5 και είπεν προς αυτούς· απέλθετε έως ημερών τριών και αναστρέψατε προς με· και απήλθον. ουκ ιδού ταύτα γέγραπται εν βιβλίω ρημάτων Σαλωμών. ας εβασίλευε Σαλωμών εν Ιερουσαλήμ επί πάντα Ισραήλ τεσσαράκοντα έτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. 44 και ο βασιλεύς Σαλωμών εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού.

εις τα σκηνώματά σου· νυν βόσκε τον οίκόν σου. επιστρέψαι την βασιλείαν Ροβοάμ υιω Σαλωμών. 18 και απέστειλεν ο βασιλεύς τον Αδωνιράμ τον επί του φόρου. 12 και παρεγένοντο πας Ισραήλ προς τον βασιλέα Ροβοάμ εν τη ημέρα τη τρίτη. 15 και ουκ ήκουσεν ο βασιλεύς του λαού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκριθώ τω λαω τούτω τοις λέγουσι προς με λεγόντων· κούφισον από του κλοιού. καγώ προσθήσω επί τον κλοιόν υμών· ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς εν μάστιξι. εγώ δε παιδεύσω υμάς εν σκορπίοις. και εγκατέλιπε Ροβοάμ την βουλήν των πρεσβυτέρων. και ελιθοβόλησαν αυτόν εν λίθοις και απέθανε· και ο βασιλεύς Ροβοάμ έφθασεν αναβήναι του φυγείν εις Ιερουσαλήμ. οι παρεστηκότες προ προσώπου αυτού λέγοντες· τάδε λαλήσεις τω λαω τούτω τοις λαλήσασι προς σε λέγοντες· ο πατήρ σου εβάρυνε τον κλοιόν ημών και συ νυν κούφισον αφ ‘ ημών. και απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν εις την συναγωγήν και εβασίλευσαν αυτόν επί Ισραήλ· και ουκ ην οπίσω οίκου Δαυίδ πάρεξ σκήπτρου Ιούδα και Βενιαμίν μόνοι. α συνεβουλεύσαντο αυτω. ότι ουκ ήκουσεν ο βασιλεύς αυτών. 10 και ελάλησαν προς αυτόν τα παιδάρια τα εκτραφέντα μετ ‘ αυτού. 20 και εγένετο ως ήκουσε πας Ισραήλ ότι ανέκαμψεν Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου. ότι ην μεταστροφή παρά Κυρίου. και απήλθεν Ισραήλ εις τα σκηνώματα αυτού. 21 και Ροβοάμ εισήλθεν εις Ιερουσαλήμ και εξεκκλησίασε την συναγωγήν Ιούδα και σκήπτρον Βενιαμίν εκατόν και είκοσι χιλιάδας νεανιών ποιούντων πόλεμον. 14 και ελάλησε προς αυτούς κατά την βουλήν των παιδαρίων λέγων· ο πατήρ μου εβάρυνε τον κλοιόν υμών. καθότι ελάλησεν αυτοίς ο βασιλεύς λέγων· αναστράφητε προς με τη ημέρα τη τρίτη. του πολεμείν προς οίκον Ισραήλ. 22 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Σαμαίαν άνθρωπον του Θεού λέγων· 23 ειπόν τω Ροβοάμ υιω Σαλωμών βασιλεί Ιούδα και προς πάντα οίκον Ιούδα και Βενιαμίν και τω καταλοίπω του λαού λέγων· 24 τάδε λέγει Κύριος· ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 589 . 13 και απεκρίθη ο βασιλεύς προς τον λαόν σκληρά. καγώ παιδεύσω υμάς εν σκορπίοις. και απεκρίθη ο λαός τω βασιλεί λέγων· τις ημίν μερίς εν Δαυίδ. 16 και είδον πας Ισραήλ. ό ελάλησεν εν χειρί Αχιά του Σηλωνίτου περί Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. ου έδωκεν ο πατήρ σου εφ ‘ ημάς. Ισραήλ. και ουκ έστιν ημίν κληρονομία εν υιω Ιεσσαί· απότρεχε. τάδε λαλήσεις προς αυτούς· η μικρότης μου παχυτέρα της οσφύος του πατρός μου· 11 και νυν ο πατήρ μου επεσάσσετο υμάς κλοιω βαρεί. όπως στήση το ρήμα αυτού. Δαυίδ. καγώ προσθήσω επί τον κλοιόν υμών· ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς εν μάστιξιν. 19 και ηθέτησεν Ισραήλ εις τον οίκον Δαυίδ έως της ημέρας ταύτης.

θυγάτηρ Ανάν υιού Ναάς βασιλέως υιών Αμμών· και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. γυνή πόρνη· και έδωκεν αυτόν Σαλωμών εις άρχοντα σκυτάλης επί άρσεις οίκου Ιωσήφ. και εβασίλευσε Ροβοάμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού εν Ιερουσαλήμ υιος ων εκκαίδεκα ετών εν τω βασιλεύειν αυτόν. ει ζήσεται εκ της αρρωστίας αυτού. και ρήμα Κυρίου μετ ‘ αυτού. επερώτησον τον Θεόν περί του παιδαρίου. αδελφήν Θεκεμίνας την πρεσβυτέραν της γυναικός αυτού αυτω εις γυναίκα· αύτη ην μεγάλη εν μέσω των θυγατέρων του βασιλέως και έτεκε τω Ιεροβοάμ τον Αβιά υιόν αυτού. ούτος συνέκλεισε την πόλιν Δαυίδ και ην επαιρόμενος επί την βασιλείαν. και ουκ επορεύθη εν οδω Δαυίδ του πατρός αυτού. και όνομα της μητρός αυτού Σαριρά. και ούτος ην υιος εξήκοντα ετών. 24γ και εζήτει Σαλωμών θανατώσαι αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναβήσεσθε ουδέ πολεμήσετε μετά των αδελφών υμών υιών Ισραήλ· αποστρεφέτω έκαστος εις τον οίκον εαυτού. και είπεν Ιεροβοάμ προς την γυναίκα αυτού· ανάστηθι και λαβέ εις την χείρά σου τω ανθρώπω του Θεού άρτους και κολλύρια τοις τέκνοις αυτού και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 590 . 24δ και ήκουσεν Ιεροβοάμ εν Αιγύπτω ότι τέθνηκε Σαλωμών. 24η Και ηρώστησε το παιδάριον αυτού αρρωστίαν κραταιάν σφόδρα. και εξήλθεν Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου και ήλθεν εις γην Σαριρά την εν όρει Εφραίμ· και συνάγεται εκεί παν σκήπτρον Εφραίμ· και ωκοδόμησεν εκεί Ιεροβοάμ χάρακα. και εφοβήθη και απέδρα αυτός προς Σουσακίμ βασιλέα Αιγύπτου και ην μετ ‘ αυτού έως απέθανε Σαλωμών. 24ε και Σουσακίμ έδωκε τω Ιεροβοάμ την Ανώ. 24ζ και είπεν Ιεροβοάμ προς Σουσακίμ· όντως εξαπόστειλόν με και απελεύσομαι. και ωκοδόμησε τω Σαλωμών την Σαριρά την εν όρει Εφραίμ. 24β και ην άνθρωπος εξ όρους Εφραίμ δούλος τω Σαλωμών. ότι παρ ‘ εμού γέγονε το ρήμα τούτο. και ήσαν αυτώ τριακόσια άρματα ίππων· ούτος ωκοδόμησε την άκραν εν ταις άρσεσιν οίκου Εφραίμ. και επορεύθη Ιεροβοάμ ερωτήσαι περί του παιδαρίου· και είπε προς Ανώ την γυναίκα αυτού· ανάστηθι και πορεύου. και όνομα της μητρός αυτού Ναανάν. και δώδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και όνομα αυτω Ιεροβοάμ. και ήκουσαν του λόγου Κυρίου και κατέπαυσαν του πορευθήναι κατά το ρήμα Κυρίου. και ελάλησεν εις τα ώτα Σουσακίμ βασιλέως Αιγύπτου λέγων· εξαπόστειλόν με και απελεύσομαι εγώ εις την γην μου· και είπεν αυτω Σουσακίμ· αίτησαί τι αίτημα και δώσω σοι. 24α Και ο βασιλεύς Σαλωμών κοιμάται μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. 24θ και άνθρωπος ην εν Σηλώμ και όνομα αυτω Αχιά.

και το παιδάριον απέθανε. και ελάλησε Ροβοάμ εις τα ώτα αυτών καθώς απέστειλεν ο λαός προς αυτόν και είπον οι πρεσβύτεροι του λαού· ούτως ελάλησε προς σε ο λαός. 24ν και απήλθεν η γυνή. 24π και είπε Ροβοάμ· εισαγάγετέ μοι τους πρεσβυτέρους και συμβουλεύσομαι μετ ‘ αυτών τι αποκριθώ τω λαω ρήμα εν τη ημέρα τη τρίτη. και ανέβη εκεί Ροβοάμ υιος Σαλωμών. 24ο Και είπεν ο λαός προς Ροβοάμ υιόν Σαλωμών· ο πατήρ σου εβάρυνε τον κλοιόν αυτού εφ ‘ ημάς και εβάρυνε τα βρώματα της τραπέζης αυτού· και νυν ει κουφιείς εφ ‘ ημάς και δουλεύσομέν σοι. και έσται εισελθούσης σου την πόλιν εις Σαριρά και τα κοράσιά σου εξελεύσονταί σοι εις συνάντησιν και ερούσί σοι· το παιδάριον τέθνηκεν. και ουκ ήρεσεν ενώπιον αυτού· και απέστειλε και εισήγαγε τους συντρόφους αυτού και ελάλησεν αυτοίς· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 591 . ότι τάδε λέγει Κύριος· σκληρά εγώ επαποστέλλω επί σε. και το παιδάριον κόψονται· ουαί Κύριε. και εγένετο ως εισήλθεν εις την Σαριρά. και είπε Ροβοάμ προς τον λαόν· έτι τριών ημερών και αποκριθήσομαι υμίν ρήμα. 24ξ Και επορεύθη Ιεροβοάμ εις Σίκιμα την εν όρει Εφραίμ και συνήθροισεν εκεί τας φυλάς του Ισραήλ. και λόγος Κυρίου εγένετο προς Σαμαίαν τον Ελαμί λέγων· λαβέ σεαυτω ιμάτιον καινόν το ουκ εισεληλυθός εις ύδωρ και ρήξον αυτό δώδεκα ρήγματα και δώσεις τω Ιεροβοάμ και ερείς αυτω· τάδε λέγει Κύριος· λάβε σεαυτω δέκα ρήγματα του περιβαλέσθαι σε. και έσονται οι τεθνηκότες του Ιεροβοάμ εν τη πόλει καταφάγονται οι κύνες. και εξήλθεν η κραυγή εις απαντήν. 24κ και ανέστη εκ Σαριρά και πορεύεται. και τον τεθνηκότα εν τω αγρω καταφάγεται τα πετεινά του ουρανού. 24λ και εισήλθεν Ανώ προς τον άνθρωπον του Θεού. 24ρ και διεσκέδασε Ροβοάμ την βουλήν αυτών. και είπεν αυτη Αχιά· ινατί ενήνοχάς μοι άρτους και σταφυλήν και κολλύρια και στάμνον μέλιτος. 24μ ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εξολοθρεύσω του Ιεροβοάμ ουρούντα προς τοίχον. τάδε λέγει Κύριος· ιδού συ απελεύση απ ‘ εμού. και έλαβεν Ιεροβοάμ· και είπε Σαμαίας· τάδε λέγει Κύριος επί τας δέκα φυλάς του Ισραήλ. ότι ευρέθη εν αυτω ρήμα καλόν περί του Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σταφυλήν και στάμνον μέλιτος. και οι οφθαλμοί αυτού ημβλυώπουν του ιδείν. και εγένετο ελθούσης αυτής εις την πόλιν προς Αχιά τον Σηλωνίτην και είπεν Αχιά τω παιδαρίω αυτού· έξελθε δη εις απαντήν Ανώ τη γυναικί Ιεροβοάμ και ερείς αυτη· είσελθε και μη στης. και ανέστη η γυνή 24ι και έλαβεν εις την χείρα αυτής άρτους και δύο κολλύρια και σταφυλήν και στάμνον μέλιτος τω Αχιά· και ο άνθρωπος πρεσβύτερος. ως ήκουσε.

και κατεκράτησε Ροβοάμ και απήλθε και ανέβη επί το άρμα αυτού και εισήλθεν εις Ιερουσαλήμ. 30 και εγένετο ο λόγος ούτος εις αμαρτίαν· και επορεύετο ο λαός προ προσώπου της μιάς έως Δάν. 32 και εποίησεν Ιεροβοάμ εορτήν εν τω μηνί τω ογδόω εν τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα του μηνός κατά την εορτήν την εν γη Ιούδα και ανέβη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 592 . 29 και έθετο την μίαν εν Βαιθήλ και την μίαν έδωκεν εν Δάν. 28 και εβουλεύσατο ο βασιλεύς και επορεύθη και εποίησε δύο δαμάλεις χρυσάς· και είπε προς τον λαόν· ικανούσθω υμίν αναβαίνειν εις Ιερουσαλήμ· ιδού θεοί σου. και επιστραφήσεται καρδία του λαού προς Κύριον και κύριον αυτών. και πορεύονται οπίσω αυτού παν σκήπτρον Ιούδα και παν σκήπτρον Βενιαμίν. ότι παρ ‘ εμού γέγονε το ρήμα τούτο. 24σ και ήρεσε το ρήμα ενώπιον Ροβοάμ. ότι ο άνθρωπος ούτος ουκ εις άρχοντα ουδέ εις ηγούμενον. και αποκτενούσί με. και είασαν τον οίκον Κυρίου. οί ουκ ήσαν εκ των υιών Λευί. Ισραήλ. 25 Και ωκοδόμησεν Ιεροβοάμ την Σίκιμα την εν όρει Εφραίμ και κατώκει εν αυτη· και εξήλθεν εκείθεν και ωκοδόμησε την Φανουήλ. 24τ και είπε πας ο λαός ως ανήρ εις. 24φ και εγένετο ενισταμένου του ενιαυτού και συνήθροισε Ροβοάμ πάντα άνδρα Ιούδα και Βενιαμίν και ανέβη του πολεμείν προς Ιεροβοάμ εις Σίκιμα. 24ψ και ήκουσαν του λόγου Κυρίου και ανέσχον μη πορευθήναι κατά το ρήμα Κυρίου. εγώ δε κατάρξω υμάς εν σκορπίοις. 24υ και διεσπάρη πας ο λαός εκ Σικίμων. και είπαν οι σύντροφοι αυτού· ούτως λαλήσεις προς τον λαόν λέγων· η μικρότης μου παχυτέρα υπέρ την οσφύν του πατρός μου· ο πατήρ μου εμαστίγου υμάς μάστιξιν. 24χ και εγένετο ρήμα Κυρίου προς Σαμαίαν άνθρωπον του Θεού λέγων· ειπόν τω Ροβοάμ βασιλεί Ιούδα και προς πάντα οίκον Ιούδα και Βενιαμίν και προς το κατάλειμμα του λαού λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ουκ αναβήσεσθε ουδέ πολεμήσετε προς τους αδελφούς υμών υιούς Ισραήλ· αναστρέφετε έκαστος εις τον οίκον αυτού. 26 και είπεν Ιεροβοάμ εν τη καρδία αυτού· ιδού νυν επιστρέψει η βασιλεία εις οίκον Δαυίδ· 27 εάν αναβή ο λαός ούτος αναφέρειν θυσίαν εν οίκω Κυρίου εις Ιερουσαλήμ. προς Ροβοάμ βασιλέα Ιούδα. 31 και εποίησεν οίκους εφ ‘ υψηλών και εποίησεν ιερείς μέρος τι εκ του λαού. έκαστος τω πλησίον αυτού. οι αναγαγόντες σε εκ γης Αιγύπτου. και απήλθον έκαστος εις το σκήνωμα αυτού. και ανέκραξαν άπαντες λέγοντες· ου μερίς ημίν εν Δαυίδ ουδέ κληρονομία εν υιω Ιεσσαί· έκαστος εις τα σκηνώματά σου Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτα και ταύτα απέσταλκεν ο λαός προς με λέγων. και απεκρίθη τω λαω καθώς συνεβούλευσαν αυτω οι σύντροφοι αυτού τα παιδάρια.

3 και δώσει εν τη ημέρα εκείνη τέρας λέγων· τούτο το ρήμα ό ελάλησε Κύριος λέγων· ιδού το θυσιαστήριον ρήγνυται. και θύσει επί σε τους ιερείς των υψηλών τους επιθύοντας επί σε και οστά ανθρώπων καύσει επί σε. 33 και ανέβη επί το θυσιαστήριον. αις εποίησε. 8 και είπεν ο άνθρωπος του Θεού προς τον βασιλέα· εάν δως μοι το ήμισυ του οίκου σου. ων εποίησε. 2 και επεκάλεσε προς το θυσιαστήριον εν λόγω Κυρίου και είπε· θυσιαστήριον θυσιαστήριον. και επέστρεψε την χείρα του βασιλέως προς αυτόν. και εγένετο καθώς το πρότερον. τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα εν τω μηνί τω ογδόω εν τη εορτη. 7 και ελάλησεν ο βασιλεύς προς τον άνθρωπον του Θεού· είσελθε μετ ‘ εμού εις οίκον και αρίστησον. και εδεήθη ο άνθρωπος του Θεού του προσώπου Κυρίου. και ουκ εδυνήθη επιστρέψαι αυτήν προς αυτόν. και δώσω σοι δόμα. 6 και είπεν ο βασιλεύς Ιεροβοάμ τω ανθρώπω του Θεού· δεήθητι του προσώπου Κυρίου του Θεού σου. ή επλάσατο από καρδίας αυτού. και εκχυθήσεται η πιότης η επ ‘ αυτω. ην εξέτεινεν επ ‘ αυτόν. ό εποίησε. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ ιδού άνθρωπος του Θεού εξ Ιούδα παρεγένετο εν λόγω Κυρίου εις Βαιθήλ. και Ιεροβοάμ ειστήκει επί το θυσιαστήριον επιθύσαι. και εξεχύθη η πιότης από του θυσιαστηρίου κατά το τέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί το θυσιαστήριον. ό έδωκεν ο άνθρωπος του Θεού εν λόγω Κυρίου. 5 και το θυσιαστήριον ερράγη. 4 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ιεροβοάμ των λόγων του ανθρώπου του Θεού του επικαλεσαμένου επί το θυσιαστήριον το εν Βαιθήλ. και παρέστησεν εν Βαιθήλ τους ιερείς των υψηλών. ό εποίησεν εν Βαιθήλ. Ιωσίας όνομα αυτω. και εποίησεν εορτήν τοις υιοίς Ισραήλ και ανέβη επί το θυσιαστήριον του επιθύσαι. τάδε λέγει Κύριος· ιδού υιος τίκτεται τω οίκω Δαυίδ. και επιστρεψάτω η χείρ μου προς εμέ. και εξέτεινεν ο βασιλεύς την χείρα αυτού από του θυσιαστηρίου λέγων· συλλάβετε αυτόν· και ιδού εξηράνθη η χείρ αυτού. ουκ εισελεύσομαι μετά σου ουδέ μη φάγω άρτον ουδέ μη πίω ύδωρ εν τω τόπω τούτω· 9 ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 593 . του θύειν ταις δαμάλεσιν.

ή επορεύθης εν αυτη. 13 και είπε τοις υιοίς αυτού· επισάξατέ μοι τον όνον· και επέσαξαν αυτω τον όνον. 24 και απήλθε. και είπεν αυτω· εγώ. ου ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 594 . και έρχονται οι υιοί αυτού και διηγήσαντο αυτω πάντα τα έργα. 20 και εγένετο αυτών καθημένων επί της τραπέζης. 15 και είπεν αυτω· δεύρο μετ ‘ εμού και φάγε άρτον. ου μη εισέλθη το σώμά σου εις τον τάφον των πατέρων σου. ή επορεύθης εν αυτη. 11 Και προφήτης εις πρεσβύτης κατώκει εν Βαιθήλ. και τους λόγους. ή ήλθεν εν αυτη εις Βαιθήλ. ην ενετείλατό σοι Κύριος ο Θεός σου. και επέστρεψε. και επέβη επ ‘ αυτόν. και πιέτω ύδωρ· και εψεύσατο αυτω. ω ελάλησε προς σε λέγων· ου μη φάγης άρτον και μη πίης ύδωρ. εν ή ανήλθεν ο άνθρωπος του Θεού ο ελθών εξ Ιούδα. και δεικνύουσιν αυτω οι υιοί αυτού την οδόν. και εγένετο λόγος Κυρίου προς τον προφήτην τον επιστρέψαντα αυτόν 21 και είπε προς τον άνθρωπον του Θεού τον ήκοντα εξ Ιούδα λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων παρεπίκρανας το ρήμα Κυρίου και ουκ εφύλαξας την εντολήν. 22 και επέστρεψας και έφαγες άρτον και έπιες ύδωρ εν τω τόπω τούτω. 25 και ιδού άνδρες παραπορευόμενοι και είδον το θνησιμαίον ερριμμένον εν τη οδω και ο λέων ειστήκει εχόμενα του θνησιμαίου· και εισήλθον και ελάλησαν εν τη πόλει. α εποίησεν ο άνθρωπος του Θεού εν τη ημέρα εκείνη εν Βαιθήλ. 23 και εγένετο μετά το φαγείν αυτόν άρτον και πιείν ύδωρ. και επέσαξεν αυτω τον όνον. και φαγέτω άρτον. 18 και είπε προς αυτόν· καγώ προφήτης ειμί καθώς συ. και ο λέων ειστήκει παρά το σώμα. 16 και είπεν· ου μη δύνωμαι του επιστρέψαι μετά σου ουδέ μη φάγομαι άρτον ουδέ πίομαι ύδωρ εν τω τόπω τούτω· 17 ότι ούτως εντέταλταί μοι εν λόγω Κύριος λέγων· μη φάγης άρτον εκεί και μη πίης ύδωρ και μη επιστρέψης εκεί εν τη οδω. 19 και επέστρεψεν αυτόν και έφαγεν άρτον και έπιεν ύδωρ εν τω οίκω αυτού. 12 και ελάλησε προς αυτούς ο πατήρ αυτών λέγων· ποία οδω πεπόρευται. ους ελάλησε τω βασιλεί· και επέστρεψαν το πρόσωπον του πατρός αυτών. 14 και επορεύθη κατόπισθεν του ανθρώπου του Θεού και εύρεν αυτόν καθήμενον υπό δρύν και είπεν αυτω· ει συ ει ο άνθρωπος του Θεού ο εληλυθώς εξ Ιούδα. και ο όνος ειστήκει παρ ‘ αυτό.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτως ενετείλατό μοι Κύριος εν λόγω λέγων· μη φάγης άρτον και μη πίης ύδωρ και μη επιστρέψης εν τη οδώ. και ην το σώμα αυτού ερριμμένον εν τη οδω. και άγγελος λελάληκε προς με εν ρήματι Κυρίου λέγων· επίστρεψον αυτόν προς σεαυτόν εις τον οίκόν σου. και εύρεν αυτόν λέγων εν τη οδω και εθανάτωσεν αυτόν. 10 και απήλθεν εν οδω άλλη και ουκ ανέστρεψεν εν τη οδω.

3 και λαβέ εις την χείρά σου τω ανθρώπω του Θεού άρτους και κολλυρίδα τοις τέκνοις αυτού και σταφίδας και στάμνον μέλιτος. και ου γνώσονται ότι συ γυνή Ιεροβοάμ. 26 και ήκουσεν ο επιστρέψας αυτόν εκ της οδού και είπεν· ο άνθρωπος του Θεού ούτός εστίν. και ο όνος και ο λέων ειστήκεισαν παρά το σώμα. και πορευθήση εις Σηλώ· και ιδού εκεί Αχιά ο προφήτης. 5 και Κύριος είπε προς Αχιά· ιδού γυνή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 595 . 33 και μετά το ρήμα τούτο ουκ επέστρεψεν Ιεροβοάμ από της κακίας αυτού. και εγίνετο ιερεύς εις τα υψηλά. και επέστρεψε και εποίησεν εκ μέρους του λαού ιερείς υψηλών· ο βουλόμενος επλήρου την χείρα αυτού. και εκόψαντο αυτόν· ουαί αδελφέ. ό ελάλησεν εν λόγω Κυρίου επί το θυσιαστήριον εν Βαιθήλ και επί τους οίκους τους υψηλούς τους εν Σαμαρεία. αυτός ελάλησεν εμέ του βασιλεύσαι επί τον λαόν τούτον. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ [1 Εν τω καιρω εκείνω ηρρώστησεν Αβιά υιος Ιεροβοάμ 2 και είπεν ο Ιεροβοάμ προς την γυναίκα αυτού· ανάστηθι και αλλοιωθήση. ος παρεπίκρανε το ρήμα Κυρίου. 34 και εγένετο το ρήμα τούτο εις αμαρτίαν τω οίκω Ιεροβοάμ και εις όλεθρον και εις αφανισμόν από προσώπου της γης. αυτός αναγγείλη σοι τι έσται τω παιδί. και ημβλυώπουν οι οφθαλμοί αυτού από γήρους αυτού. 4 και εποίησεν ούτως γυνή Ιεροβοάμ· και ανέστη και επορεύθη εις Σηλώ. 29 και ήρεν ο προφήτης το σώμα του ανθρώπου του Θεού και επέθηκεν αυτό επί τον όνον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προφήτης ο πρεσβύτης κατώκει εν αυτη. θάψατέ με εν τω τάφω τούτω ου ο άνθρωπος του Θεού τέθαπται εν αυτω· παρά τα οστά αυτού θέτε με. και εισήλθεν εν οίκω Αχιά· και ο άνθρωπος πρεσβύτερος του ιδείν. και ελεύση προς αυτόν. και ουκ έφαγεν ο λέων το σώμα του ανθρώπου του Θεού και ου συνέτριψε τον όνον. ίνα σωθώσι τα οστά μου μετά των οστών αυτού· 32 ότι γινόμενον έσται το ρήμα. 31 και εγένετο μετά το κόψασθαι αυτόν και είπε τοις υιοίς αυτού λέγων· εάν αποθάνω. 28 και επορεύθη και εύρε το σώμα αυτού ερριμμένον εν τη οδω. και επέστρεψεν αυτόν εις την πόλιν ο προφήτης του θάψαι αυτόν 30 εν τω τάφω εαυτού.

ότι Κύριος ελάλησε. 12 και συ αναστάσα πορεύθητι εις τον οίκόν σου· εν τω εισέρχεσθαι πόδα σου την πόλιν. κατά το ρήμα Κυρίου. ης έδωκε τοις πατράσιν αυτών. ότι άρρωστός εστι· κατά τούτο και κατά τούτο λαλήσεις προς αυτήν. ότι ούτος μόνος εισελεύσεται τω Ιεροβοάμ προς τάφον. ως τελειωθήναι αυτόν· 11 οι τεθνηκότες του Ιεροβοάμ εν τη πόλει. καθά κινείται ο άνεμος εν τω ύδατι. γυνή Ιεροβοάμ· ινατί συ τούτο αποξενούσαι. ος πλήξει τον οίκον Ιεροβοάμ ταύτη τη ημέρα· και τι και νυν. ος εφύλαξε τας εντολάς μου και ος επορεύθη οπίσω μου εν πάση καρδία αυτού ποιήσαι έκαστος το ευθές εν οφθαλμοίς μου 9 και επονηρεύσω του ποιήσαι παρά παντός. ό ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Αχιά του προφήτου. ιδού αυτά γεγραμμένα επί βιβλίου ρημάτων των ημερών των βασιλέων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 596 . 6 και εγένετο ως ήκουσεν Αχιά την φωνήν ποδών αυτής. 18 και έθαψαν αυτόν και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ. όσοι εγένοντο εις πρόσωπόν σου και επορεύθης και εποίησας σεαυτω θεούς ετέρους χωνευτά του παροργίσαι με και εμέ έρριψας οπίσω σώματός σου· 10 δια τούτο εγώ άγω κακίαν προς σε εις οίκον Ιεροβοάμ· εξολοθρεύσω του Ιεροβοάμ ουρούντα προς τοίχον εχόμενον και εγκαταλελειμμένον εν Ισραήλ και επιλέξω οίκου Ιεροβοάμ. καταφάγονται οι κύνες. ότι ευρέθη εν αυτω ρήμα καλόν περί του Κυρίου Θεού Ισραήλ εν οίκω Ιεροβοάμ· 14 και αναστήσει Κύριος εαυτω βασιλέα επί Ισραήλ. και τον τεθνηκότα εν τω αγρω καταφάγονται τα πετεινά του ουρανού. 7 πορευθείσα ειπόν τω Ιεροβοάμ· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ανθ ‘ ου όσον ύψωσά σε από μέσου λαού και έδωκά σε ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ. όσα επολέμησε και όσα εβασίλευσεν. και λικμήσει αυτούς από πέραν του ποταμού· ανθ ‘ ου όσον εποίησαν τα άλση αυτών παροργίζοντες τον Κύριον· 16 και παραδώσει Κύριος τον Ισραήλ χάριν αμαρτιών Ιεροβοάμ. αποθανείται το παιδάριον· 13 και κόψονται αυτόν πας Ισραήλ και θάψουσιν αυτόν. και εγένετο εν τω εισέρχεσθαι αυτήν και αυτή απεξενούτο. και είπεν· είσελθε. 19 και περισσόν ρημάτων Ιεροβοάμ. ος ήμαρτε και ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. εισερχομένης αυτής εν τω ανοίγματι. 8 και έρρηξα συν το βασίλειον από του οίκου Δαυίδ και έδωκα αυτό σοι και ουκ εγένου ως ο δούλός μου Δαυίδ. 17 και ανέστη η γυνή Ιεροβοάμ και επορεύθη εις γην Σαριρά· και εγένετο ως εισήλθεν εν τω προθύρω του οίκου και το παιδάριον απέθανε. καθώς επιλέγεται η κόπρος. και εκτελεί τον Ισραήλ από άνω της χθονός της αγαθής ταύτης. και εγώ ειμι απόστολος προς σε σκληρός. 15 Κύριος πλήξει τον Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του Ιεροβοάμ εισέρχεται του εκζητήσαι ρήμα παρά σου περί υιού αυτής.

α έλαβεν. ων εξήρε Κύριος από προσώπου υιών Ισραήλ. και επήνεγκεν αυτά εις Αίγυπτον.] 21 ΚΑΙ Ροβοάμ υιος Σαλωμών εβασίλευσεν επί Ιούδαν· υιος τεσσαράκοντα και ενός ενιαυτών Ροβοάμ εν τω βασιλεύειν αυτόν και επτακαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ τη πόλει. αις ήμαρτον. 27 και εποίησε Ροβοάμ ο βασιλεύς όπλα χαλκά αντ ‘ αυτών. 24 και σύνδεσμος εγενήθη εν τη γη. 28 και εγένετο ότε εισεπορεύετο ο βασιλεύς εις οίκον Κυρίου. 22 και εποίησε Ροβοάμ το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και παρεζήλωσεν αυτόν εν πάσιν. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. όσα εποίησε Σαλωμών. 30 και πόλεμος ην ανά μέσον Ροβοάμ και ανά μέσον Ιεροβοάμ πάσας τας ημέρας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 597 . οίς εποίησαν οι πατέρες αυτών εν ταις αμαρτίαις αυτών. και εποίησαν από πάντων των βδελυγμάτων των εθνών. ην εξελέξατο Κύριος θέσθαι το όνομα αυτού εκεί εκ πασών φυλών του Ισραήλ· και το όνομα της μητρός αυτού Νααμά η Αμμωνίτις. 23 και ωκοδόμησαν εαυτοίς υψηλά και στήλας και άλση επί πάντα βουνόν υψηλόν και υποκάτω παντός ξύλου συσκίου. όπλα τα χρυσά. 25 και εγένετο εν τω ενιαυτω τω πέμπτω βασιλεύοντος Ροβοάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. 29 και τα λοιπά των λόγων Ροβοάμ και πάντα. α εποίησεν. και επέθεντο επ ‘ αυτόν οι ηγούμενοι των παρατρεχόντων οι φυλάσσοντες τον πυλώνα οίκου βασιλέως. και εισήνεγκεν αυτά εις Ιερουσαλήμ τα πάντα. και ήρον αυτά οι παρατρέχοντες και απηρείδοντο αυτά εις το θεέ των παρατρεχόντων. 20 και αι ημέραι. ανέβη Σουσακίμ βασιλεύς Αιγύπτου επί Ιερουσαλήμ 26 και έλαβε πάντας τους θησαυρούς οίκου του βασιλέως και τα δόρατα τα χρυσά. ας εβασίλευσεν Ιεροβοάμ είκοσι δύο έτη· και εκοιμήθη μετά των πατέρων αυτού και εβασίλευσε Ναβάτ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. α έλαβε Δαυίδ εκ χειρός των παίδων Αδραζάρ βασιλέως Σουβά. και εβασίλευσεν Αβιού ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 31 και εκοιμήθη Ροβοάμ μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ.

7 και τα λοιπά των λόγων Αβιού τα πάντα. 18 και έλαβεν Ασά σύμπαν το αργύριον και το χρυσίον το ευρεθέν εν τοις θησαυροίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 598 . 3 και επορεύθη εν ταις αμαρτίαις του πατρός αυτού. α εποίησαν οι πατέρες αυτού. και εξέκοψεν Ασά τας καταδύσεις αυτής και ενέπρησε πυρί εν τω χειμάρρω Κέδρων. βασιλεύει Αβιού υιος Ροβοάμ επί Ιούδαν. αργυρούς και χρυσούς και σκεύη. 5 ως εποίησε Δαυίδ το ευθές ενώπιον Κυρίου. α εποίησεν. και όνομα της μητρός αυτού Μααχά. και πόλεμος ην ανά μέσον Αβιού και ανά μέσον Ιεροβοάμ. και όνομα της μητρός αυτού Ανά θυγάτηρ Αβεσσαλώμ. ων ενετείλατο αυτω. 11 και εποίησεν Ασά το ευθές ενώπιον Κυρίου ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού. 4 ότι δια Δαυίδ έδωκεν αυτω Κύριος κατάλειμμα. 13 και την Ανά την μητέρα εαυτού μετέστησε του μη είναι ηγουμένην. 14 τα δε υψηλά ουκ εξήρε· πλήν η καρδία Ασά ην τελεία μετά Κυρίου πάσας τας ημέρας αυτού. καθώς εποίησε σύνοδον εν τω άλσει αυτής. ουκ εξέκλινεν από πάντων. και βασιλεύει Ασά υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 16 και πόλεμος ην ανά μέσον Ασά και ανά μέσον Βαασά βασιλέως Ισραήλ πάσας τας ημέρας αυτών. 12 και αφείλε τας τελετάς από της γης και εξαπέστειλε πάντα τα επιτηδεύματα. 17 και ανέβη Βαασά βασιλεύς Ισραήλ επί Ιούδαν και ωκοδόμησε την Ραμά του μη είναι εκπορευόμενον και εισπορευόμενον τω Ασά βασιλεί Ιούδα. αις εποίησεν ενώπιον αυτού. 9 Εν τω ενιαυτω τετάρτω και εικοστω του Ιεροβοάμ βασιλέως Ισραήλ βασιλεύει Ασά επί Ιούδαν 10 και τεσσαράκοντα και εν έτος εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εν τω οκτωκαιδεκάτω έτει βασιλεύοντος Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 8 και εκοιμήθη Αβιού μετά των πατέρων αυτού εν τω εικοστω και τετάρτω έτει του Ιεροβοάμ και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. 15 και εισήνεγκε τους κίονας του πατρός αυτού και τους κίονας αυτού εισήνεγκεν εις τον οίκον Κυρίου. θυγάτηρ Αβεσσαλώμ. ίνα στήση τα τέκνα αυτού μετ ‘ αυτόν και στήση την Ιερουσαλήμ. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. και ουκ ην η καρδία αυτού τελεία μετά Κυρίου Θεού αυτού ως η καρδία του πατρός αυτού. 2 και τρία έτη εβασίλευσεν επί Ιερουσαλήμ.

ό ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Αχιά του Σηλωνίτου 30 περί των αμαρτιών Ιεροβοάμ. ω παρώργισε τον Κύριον Θεόν του Ισραήλ. και διέλιπε του οικοδομείν την Ραμά και ανέστρεψεν εις Θερσά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 599 . ας ωκοδόμησεν. ην εποίησε. και αίρουσι τους λίθους της Ραμά και τα ξύλα αυτής. α εποίησεν. 29 και εγένετο ως εβασίλευσε. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εστίν επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 20 και ήκουσεν υιος Άδερ του βασιλέως Ασά και απέστειλε τους άρχοντας των δυνάμεων αυτού ταις πόλεσι του Ισραήλ και επάταξαν την Αϊν. και ωκοδόμησεν εν αυτοίς ο βασιλεύς Ασά παν βουνόν Βενιαμίν και την σκοπιάν. ως εξήμαρτε τον Ισραήλ. και εξαπέστειλεν αυτούς ο βασιλεύς Ασά προς υιόν Άδερ υιόν Ταβερεμμάν υιού Αζίν βασιλέως Συρίας του κατοικούντος εν Δαμασκω λέγων· 19 διάθου διαθήκην ανά μέσον εμού και ανά μέσον σου και ανά μέσον του πατρός μου και του πατρός σου· ιδού εξαπέσταλκά σοι δώρα αργύριον και χρυσίον. και Ναδάβ και πας Ισραήλ περιεκάθητο επί Γαβαθών. και αναβήσεται απ ‘ εμού. και τας πόλεις. 27 και περιεκάθισεν αυτόν Βαασά υιος Αχιά επί τον οίκον Βελαάν και εχάραξεν αυτόν εν Γαβαθών τη των αλλοφύλων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οίκου Κυρίου και εν τοις θησαυροίς του οίκου του βασιλέως και έδωκεν αυτά εις χείρας παίδων αυτού. και βασιλεύει Ιωσαφάτ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. α ωκοδόμησε Βαασά. 25 Και Ναδάβ υιος Ιεροβοάμ βασιλεύει επί Ισραήλ εν έτει δευτέρω του Ασά βασιλέως Ιούδα και εβασίλευσεν εν Ισραήλ έτη δύο. 24 και εκοιμήθη Ασά μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ πατρός αυτού. 23 και τα λοιπά των λόγων Ασά και πάσα η δυναστεία αυτού. και επάταξεν όλον τον οίκον Ιεροβοάμ και ουχ υπελίπετο πάσαν πνοήν του Ιεροβοάμ έως του εξολοθρεύσαι αυτόν κατά το ρήμα Κυρίου. πλήν εν τω καιρω του γήρως αυτού επόνεσε τους πόδας αυτού. 22 και ο βασιλεύς Ασά παρήγγειλε παντί Ιούδα εις Αινακίμ. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εστίν εν βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 21 και εγένετο ως ήκουσε Βαασά. 31 και τα λοιπά των λόγων Ναδάβ και πάντα. 28 και εθανάτωσεν αυτόν Βαασά εν έτει τρίτω του Ασά υιού Αβιού βασιλέως Ιούδα και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. δεύρο διασκέδασον την διαθήκην σου την προς Βαασά βασιλέα Ισραήλ. την Δάν και την Αβελμαά και πάσαν την Χεννερέθ έως πάσης της γης Νεφθαλί. αις εξήμαρτε τον Ισραήλ. και εν τω παροργισμω αυτού. 26 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και επορεύθη εν οδω του πατρός αυτού και εν ταις αμαρτίαις αυτού.

και υπέρ του πατάξαι αυτόν. ό ελάλησε Κύριος επί τον οίκον Βαασά. και τον τεθνηκότα αυτού εν τω πεδίω καταφάγονται αυτόν τα πετεινά του ουρανού. 6 και εκοιμήθη Βαασά μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται εν Θερσά. 34 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και επορεύθη εν οδω Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και εν ταις αμαρτίαις αυτού. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου εν χειρί Ιού υιού Ανανί προς Βαασά· 2 ανθ ‘ ων ύψωσά σε από της γης και έδωκά σε ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ και επορεύθης εν τη οδω Ιεροβοάμ και εξήμαρτες τον λαόν μου τον Ισραήλ. προς Ιού τον προφήτην 13 περί πασών των αμαρτιών Βαασά και ‘Ηλά του υιού αυτού. 10 και εισήλθε Ζαμβρί και επάταξεν αυτόν και εθανάτωσεν αυτόν και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. 7 και εν χειρί Ιού υιού Ανανί ελάλησε Κύριος επί Βαασά και επί τον οίκον αυτού πάσαν την κακίαν. 3 ιδού εγώ εξεγείρω οπίσω Βαασά και όπισθεν του οίκου αυτού και δώσω τον οίκόν σου ως τον οίκον Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ· 4 τον τεθνηκότα του Βαασά εν τη πόλει καταφάγονται αυτόν οι κύνες. ην εποίησεν ενώπιον Κυρίου του παροργίσαι αυτόν εν τοις έργοις των χειρών αυτού. και αυτός ην εν Θερσά πίνων μεθύων εν τω οίκω Ωσά του οικονόμου εν Θερσά. ως εξήμαρτε τον Ισραήλ. 8 Και ‘Ηλά υιος Βαασά εβασίλευσεν επί Ισραήλ δύο έτη εν Θερσά. και αι δυναστείαι αυτού. 11 και εγενήθη εν τω βασιλεύσαι αυτόν εν τω καθίσαι αυτόν επί του θρόνου αυτού και επάταξεν όλον τον οίκον Βαασά 12 κατά το ρήμα. του παροργίσαι με εν τοις ματαίοις αυτών. ως εξήμαρτε τον Ισραήλ του παροργίσαι Κύριον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 600 . του είναι κατά τον οίκον Ιεροβοάμ. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. 9 και συνέστρεψεν επ ‘ αυτόν Ζαμβρί ο άρχων της ημίσους της ίππου. και βασιλεύει ‘Ηλά υιος αυτού αντ ‘ αυτού εν τω εικοστω έτει βασιλέως Ασά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 33 Και εν τω έτει τω τρίτω του Ασά βασιλέως Ιούδα βασιλεύει Βαασά υιος Αχιά επί Ισραήλ εν Θερσά είκοσι και τέσσαρα έτη. 5 και τα λοιπά των λόγων Βαασά και πάντα α εποίησε.

και εβασίλευσεν Αμβρί μετά Θαμνί. αις εξήμαρτε τον Ισραήλ του παροργίσαι τον Κύριον Θεόν Ισραήλ εν τοις ματαίοις αυτών. και απέθανε Θαμνί και Ιωράμ ο αδελφός αυτού εν τω καιρω εκείνω. 15 Και Ζαμβρί εβασίλευεν εν Θερσά ημέρας επτά. 21 Τότε μερίζεται ο λαός Ισραήλ· ήμισυ του λαού γίνεται οπίσω Θαμνί υιού Γωνάθ του βασιλεύσαι αυτόν. και το ήμισυ του λαού γίνεται οπίσω Αμβρί. επί τω ονόματι Σεμήρ του κυρίου του όρους Σαεμηρών. 28 και εκοιμήθη Αμβρί μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται εν Σαμαρεία. 18 και εγενήθη ως είδε Ζαμβρί ότι προκατείληπται αυτού η πόλις. και η παρεμβολή Ισραήλ επί Γαβαθών την των αλλοφύλων. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. και βασιλεύει Αχαάβ ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 22 ο λαός ο ων οπίσω Αμβρί υπερεκράτησε τον λαόν τον οπίσω Θαμνί υιού Γωνάθ. 16 και ήκουσεν ο λαός εν τη παρεμβολή λεγόντων· συνεστράφη Ζαμβρί και έπαισε τον βασιλέα· και εβασίλευσαν εν Ισραήλ τον Αμβρί τον ηγούμενον της στρατιάς επί Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη εν τη παρεμβολή. 28α Και εν τω ενιαυτω τω ενδεκάτω έτει του Αμβρί βασιλεύει Ιωσαφάτ υιος Ασά ετών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 601 . ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. και πάσα η δυναστεία αυτού. εν Θερσά βασιλεύει εξ έτη· 24 και εκτήσατο Αμβρί το όρος το Σεμερών παρά Σεμήρ του κυρίου του όρους δύο ταλάντων αργυρίου και ωκοδόμησε το όρος και επεκάλεσε το όνομα του όρους. ου ωκοδόμησεν. α εποίησε. 14 και τα λοιπά των λόγων ‘Ηλά. 25 και εποίησεν Αμβρί το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και επονηρεύσατο υπέρ πάντας τους γενομένους έμπροσθεν αυτού· 26 και επορεύθη εν πάση οδω Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και εν ταις αμαρτίαις αυτού. 17 και ανέβη Αμβρί και πας Ισραήλ μετ ‘ αυτού εκ Γαβαθών και περιεκάθισαν επί Θερσά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον Θεόν Ισραήλ εν τοις ματαίοις αυτών. 27 και τα λοιπά των λόγων Αμβρί και πάντα. α εποίησεν. ας συνήψεν. 20 και τα λοιπά των λόγων Ζαμβρί και τας συνάψεις αυτού. του ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου πορευθήναι εν οδω Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και εν ταις αμαρτίαις αυτού. ως εξήμαρτε τον Ισραήλ. και πορεύεται εις άντρον του οίκου του βασιλέως και ενεπύρισεν επ ‘ αυτόν τον οίκον του βασιλέως και απέθανεν 19 υπέρ των αμαρτιών αυτού ων εποίησε. 23 εν τω έτει τω τριακοστω και πρώτω του βασιλέως Ασά βασιλεύει Αμβρί επί Ισραήλ δώδεκα έτη.

30 και εποίησεν Αχαάβ το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και επονηρεύσατο υπέρ πάντας τους έμπροσθεν αυτού. εξήρεν από της γης. και προσέθεκεν Αχαάβ του ποιήσαι παροργίσματα του παροργίσαι τον Κύριον Θεόν του Ισραήλ και την ψυχήν αυτού του εξολοθρευθήναι· εκακοποίησεν υπέρ πάντας τους βασιλείς Ισραήλ τους γενομένους έμπροσθεν αυτού. 28ε και βασιλεύς ουκ ην εν Συρία Νασίβ. 28θ και εκοιμήθη Ιωσαφάτ μετά των πατέρων αυτού και θάπτεται μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. ότι συνετρίβη η ναύς εν Γασιών Γαβέρ. και όνομα της μητρός αυτού Γαζουβά θυγάτηρ Σελί. 33 και εποίησεν Αχαάβ άλσος. ας επέθεντο εν ταις ημέραις Ασά του πατρός αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 602 . έθυον εν τοις υψηλοίς. ην εποίησε. 28δ και τα λοιπά των συμπλοκών. 34 και εν ταις ημέραις αυτού ωκοδόμησεν Αχιήλ ο Βαιθηλίτης την Ιεριχώ· εν τω Αβιρών προτοτόκω αυτού εθεμελίωσεν αυτήν και τω Σεγούβ τω νεωτέρω αυτού επέστησε θύρας αυτής κατά το ρήμα Κυρίου. 28γ και α συνέθετο Ιωσαφάτ μετά βασιλέως Ισραήλ και πάσα η δυναστεία. και ους επολέμησεν. και εβασίλευσεν Ιωράμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ιούδα. και είκοσι πέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ό ελάλησεν εν χειρί Ιησού υιού Ναυή. 28η τότε είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· εξαποστελώ τους παίδάς σου και τα παιδάριά μου εν τη νηί· και ουκ εβούλετο Ιωσαφάτ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τριάκοντα και πέντε εν τη βασιλεία αυτού. 28β και επορεύθη εν τη οδω Ασά του πατρός αυτού και ουκ εξέκλινεν απ ‘ αυτής του ποιείν το ευθές ενώπιον Κυρίου· πλήν των υψηλών ουκ εξήραν. ον ωκοδόμησεν εν Σαμαρεία. 29 Εν έτει δευτέρω του Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα βασιλεύει Αχαάβ υιος Αμβρί· εβασίλευσεν επί Ισραήλ εν Σαμαρεία είκοσι και δύο έτη. 31 και ουκ ην αυτω ικανόν του πορεύεσθαι εν ταις αμαρτίαις Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. και έλαβε γυναίκα την Ιεζάβελ θυγατέρα Ιεθεβαάλ βασιλέως Σιδωνίων και επορεύθη και εδούλευσε τω Βάαλ και προσεκύνησεν αυτω. 32 και έστησε θυσιαστήριον τω Βάαλ εν οίκω των προσοχθισμάτων αυτού. 28ζ και ο βασιλεύς Ιωσαφάτ εποίησε ναύν εις Θαρσίς πορεύεσθαι εις Σωφίρ επί το χρυσίον· και ουκ επορεύθη. και εθυμίων.

σαυτη δε και τοις τέκνοις σου ποιήσεις επ ‘ εσχάτω· 14 ότι τάδε λέγει Κύριος· η υδρία του αλεύρου ουκ εκλείψει και ο καψάκης του ελαίου ουκ ελαττονήσει έως ημέρας του δούναι Κύριον τον υετόν επί της γης. 7 και εγένετο μεθ ‘ ημέρας και εξηράνθη ο χειμάρρους. ότι ουκ εγένετο υετός επί της γης. 15 και επορεύθη η γυνή. 6 και οι κόρακες έφερον αυτω άρτους το πρωϊ και κρέα το δείλης. 16 και η υδρία του αλεύρου ουκ εξέλιπε και ο καψάκης του ελαίου ουκ ηλαττονήθη κατά το ρήμα Κυρίου. και ην η αρρωστία αυτού κραταιά σφόδρα. και ιδού εκεί γυνή χήρα συνέλεγε ξύλα· και εβόησεν οπίσω αυτής ‘Ηλιού και είπεν αυτη· λαβέ δη μοι ολίγον ύδωρ εις άγγος και πίομαι. 13 και είπε προς αυτήν ‘Ηλιού· θάρσει. 12 και είπεν η γυνή· ζη Κύριος ο Θεός σου. ει έσται τα έτη ταύτα δρόσος και υετός. 17 και εγένετο μετά ταύτα και ηρρώστησεν ο υιος της γυναικός της κυρίας του οίκου. και τοις κόραξιν εντελούμαι διατρέφειν σε εκεί. και εκάθισεν εν τω χειμάρρω Χορράθ επί προσώπου του Ιορδάνου. 11 και επορεύθη λαβείν. είσελθε και ποίησον κατά το ρήμά σου· αλλά ποίησόν μοι εκείθεν εγκρυφίαν μικρόν και εξοίσεις μοι εν πρώτοις. και εβόησεν οπίσω αυτής ‘Ηλιού και είπε· λήψη δη μοι ψωμόν άρτου του εν τη χειρί σου. ό ελάλησεν εν χειρί ‘Ηλιού. 10 και ανέστη και επορεύθη εις Σαρεπτά και ήλθεν εις τον πυλώνα της πόλεως. 2 και εγένετο ρήμα Κυρίου προς ‘Ηλιού· 3 πορεύου εντεύθεν κατά ανατολάς και κρύβηθι εν τω χειμάρρω Χορράθ του επί προσώπου του Ιορδάνου· 4 και έσται εκ του χειμάρρου πίεσαι ύδωρ. 5 και εποίησεν ‘Ηλιού κατά το ρήμα Κυρίου. ότι ει μη δια στόματος λόγου μου. 8 και εγένετο ρήμα Κυρίου προς ‘Ηλιού· 9 ανάστηθι και πορεύου εις Σαρεπτά της Σιδωνίας· ιδού εντέταλμαι εκεί γυναικί χήρα του διατρέφειν σε. έως ουχ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 603 . ω παρέστην ενώπιον αυτού. και εκ του χειμάρρου έπινεν ύδωρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ είπεν ‘Ηλιού ο προφήτης Θεσβίτης ο εκ Θεσβών της Γαλαάδ προς Αχαάβ· ζη Κύριος ο Θεός των δυνάμεων ο Θεός Ισραήλ. και φαγόμεθα και αποθανούμεθα. και εποίησε· και ήσθιεν αυτή και αυτός και τα τέκνα αυτής. ει έστι μοι εγκρυφίας αλλ ‘ ή όσον δράξ αλεύρου εν τη υδρία και ολίγον έλαιον εν τω καψάκη· και ιδού εγώ συλλέξω δύο ξυλάρια και εισελεύσομαι και ποιήσω αυτό εμαυτη και τοις τέκνοις μου.

και ανεβόησε το παιδάριον. και η λιμός κραταιά εν Σαμαρεία. 20 και ανεβόησεν ‘Ηλιού. 23 και κατήγαγεν αυτό από του υπερώου εις τον οίκον και έδωκεν αυτό τη μητρί αυτού· και είπεν ‘Ηλιού· βλέπε. μεθ ‘ ης εγώ κατοικώ μετ ‘ αυτής. 6 και εμέρισαν εαυτοίς την οδόν του διελθείν αυτήν· Αχαάβ επορεύθη εν οδω μια και Αβδιού επορεύθη εν οδω άλλη μόνος. και εκοίμισεν αυτόν επί της κλίνης. 18 και είπε προς ‘Ηλιού· τι εμοί και σοί. επιστραφήτω δη η ψυχή του παιδαρίου τούτου εις αυτόν. 4 και εγένετο εν τω τύπτειν την Ιεζάβελ τους προφήτας Κυρίου και έλαβεν Αβδιού εκατόν άνδρας προφήτας και κατέκρυψεν αυτούς κατά πεντήκοντα εν σπηλαίω και διέτρεφεν αυτούς εν άρτω και ύδατι·) 5 και είπεν Αχαάβ προς Αβδιού· δεύρο και διέλθωμεν επί την γην και επί πηγάς των υδάτων και επί χειμάρρους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υπελείφθη εν αυτω πνεύμα. Κύριε. και έλαβεν αυτόν εκ του κόλπου αυτής και ανήνεγκεν αυτόν εις το υπερωον. άνθρωπε του Θεού. και είπεν· οίμοι. 21 και ενεφύσησε τω παιδαρίω τρίς και επεκαλέσατο τον Κύριον και είπε· Κύριε ο Θεός μου. ζη ο υιος σου. και ήλθεν ‘Ηλιού εις συνάντησιν αυτού μόνος· και Αβδιού έσπευσεν και έπεσεν επί πρόσωπον αυτού και είπεν· ει συ ει αυτός. ο μάρτυς της χήρας. εάν πως εύρωμεν βοτάνην και περιποιησώμεθα ίππους και ημιόνους. 24 και είπεν η γυνή προς ‘Ηλιού· ιδού έγνωκα ότι συ άνθρωπος Θεού και ρήμα Κυρίου εν τω στόματί σου αληθινόν. εν ω αυτός εκάθητο εκεί. 3 και εκάλεσεν Αχαάβ τον Αβδιού τον οικονόμον· (και Αβδιού ην φοβούμενος τον Κύριον σφόδρα. εισήλθες προς με του αναμνήσαι αδικίας μου και θανατώσαι τον υιόν μου. 7 και ην Αβδιού εν τη οδω μόνος. συ κεκάκωκας του θανατώσαι τον υιόν αυτής. και ουκ εξολοθρευθήσονται από των σκηνών. 2 και επορεύθη ‘Ηλιού του οφθήναι τω Αχαάβ. και δώσω υετόν επί πρόσωπον της γης. 19 και είπεν ‘Ηλιού προς την γυναίκα· δος μοι τον υιόν σου. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εγένετο μεθ ‘ ημέρας πολλάς και ρήμα Κυρίου εγένετο προς ‘Ηλιού εν τω ενιαυτω τω τρίτω λέγων· πορεύθητι και όφθητι τω Αχαάβ. 22 και εγένετο ούτως. κύριέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 604 .

10 ζη Κύριος ο Θεός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μου ‘Ηλιού. 19 και νυν απόστειλον. και έθρεψα εν άρτοις και ύδατι. 20 και απέστειλεν Αχαάβ εις πάντα Ισραήλ και επισυνήγαγε πάντας τους προφήτας εις όρος το Καρμήλιον. πορεύου. 14 και νυν συ λέγεις μοι· πορεύου. συνάθροισον προς με πάντα Ισραήλ εις όρος το Καρμήλιον και τους προφήτας της αισχύνης τετρακοσίους και πεντήκοντα και τους προφήτας των αλσών τετρακοσίου εσθίοντας τράπεζαν Ιεζάβελ. 11 και νυν συ λέγεις· πορεύου. και οι προφήται του άλσους τετρακόσιοι· 23 δότωσαν ημίν δύο βόας. ανά πεντήκοντα εν σπηλαίω. και είπεν Αχαάβ προς ‘Ηλιού· ει συ ει αυτός ο διαστρέφων τον Ισραήλ. και ει είπον· ουκ έστι. λέγε τω κυρίω σου· ιδού ‘Ηλιού. ην ουκ οίδα. πορεύεσθε οπίσω αυτού· ει δε ο Βάαλ. 15 και είπεν ‘Ηλιού· ζη Κύριος των δυνάμεων. και εισελεύσομαι απαγγείλαι τω Αχαάβ. οία πεποίηκα εν τω αποκτείνειν την Ιεζάβελ τους προφήτας Κυρίου. 16 και επορεύθη Αβδιού εις συναντήν τω Αχαάβ και απήγγειλεν αυτω· και εξέδραμεν Αχαάβ και επορεύθη εις συνάντησιν ‘Ηλιού. 9 και είπεν Αβδιού· τι ημάρτηκα. και έκρυψα από των προφητών Κυρίου εκατόν άνδρας. 21 και προσήγαγεν ‘Ηλιού προς πάντας. και είπεν αυτοίς ‘Ηλιού· έως πότε υμείς χωλανείτε επ ‘ αμφοτέραις ταις ιγνύαις. 17 Και εγένετο ως είδεν Αχαάβ τον ‘Ηλιού. και εγώ επικαλέσομαι εν τω ονόματι Κυρίου του Θεού μου. 18 και είπεν ‘Ηλιού· ου διαστρέφω τον Ισραήλ. 24 και βοάτε εν ονόματι θεών υμών. και αποκτενεί με· και ο δούλός σου εστι φοβούμενος τον Κύριον εκ νεότητος αυτού. και ουχ ευρήσει σε. ότι ουχ εύρηκέ σε. και ενέπρησε την βασιλείαν και τας χώρας αυτής. ότι σήμερον οφθήσομαι αυτω. και εγώ ποιήσω τον βούν τον άλλον. 12 και έσται εάν εγώ απέλθω από σου. 22 και είπεν ‘Ηλιού προς τον λαόν· εγώ υπολέλειμμαι προφήτης του Κυρίου μονώτατος. ει έστι Κύριος ο Θεός. ότι δίδως τον δούλόν σου εις χείρα Αχαάβ του θανατώσαί με. και πυρ ου μη επιθώ. και οι προφήται του Βάαλ τετρακόσιοι και πεντήκοντα άνδρες. και πνεύμα Κυρίου αρεί σε εις την γην. ότι αλλ ‘ ή συ και οίκος του πατρός σου εν τω καταλιμπάνειν υμάς τον Κύριον Θεόν υμών και επορεύθης οπίσω των Βααλίμ. ανάγγελλε τω κυρίω σου· ιδού ‘Ηλιού. και έσται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 605 . πορεύεσθε οπίσω αυτού. 13 ή ουκ απηγγέλη σοι τω κυρίω μου. ω παρέστην ενώπιον αυτού. 8 και είπεν ‘Ηλιού αυτω· εγώ. ει έστιν έθνος ή βασιλεία. και εκλεξάσθωσαν εαυτοίς τον ένα και μελισάτωσαν και επιθέτωσαν επί των ξύλων και πυρ μη επιθέτωσαν. λέγε τω κυρίω σου· ιδού ‘Ηλιού· και αποκτενεί με. και ουκ απεκρίθη ο λαός λόγον. ου ουκ απέστειλεν ο κύριός μου ζητείν σε.

Κύριε. και την θάλασσαν έπλησαν ύδατος. 30 και είπεν ‘Ηλιού προς τον λαόν· προσαγάγετε προς με· και προσήγαγε πας ο λαός προς αυτόν. 32 και ωκοδόμησε τους λίθους εν ονόματι Κυρίου και ιάσατο το θυσιαστήριον το κατεσκαμμένον. ως ελάλησε Κύριος προς αυτόν λέγων· Ισραήλ έσται το όνομά σου. και εμέλισε το ολοκαύτωμα και επέθηκεν επί τας σχίδακας και εστοίβασεν επί το θυσιαστήριον και είπε· λάβετέ μοι τέσσαρας υδρίας ύδατος και επιχέετε επί το ολοκαύτωμα και επί τας σχίδακας· και εποίησαν ούτως. ό εποίησε. 37 επάκουσόν μου. ό ελάλησας. επάκουσον ημών· και ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις· και διέτρεχον επί του θυσιαστηρίου. ο Βάαλ. 31 και έλαβεν ‘Ηλιού δώδεκα λίθους κατά αριθμόν φυλών του Ισραήλ. επάκουσόν μου σήμερον εν πυρί. και εγένετο ως ο καιρός του αναβήναι την θυσίαν και ουκ ην φωνή. ότι θεός εστιν. και εποίησε θάλασσαν χωρούσαν δύο μετρητάς σπέρματος κυκλόθεν του θυσιαστηρίου. 27 και εγένετο μεσημβρία και εμυκτήρισεν αυτούς ‘Ηλιού ο Θεσβίτης και είπεν· επικαλείσθε εν φωνή μεγάλη. ου εποίησαν. 34 και είπε· δευτερώσατε· και εδευτέρωσαν. επάκουσόν μου. και γνώτω ο λαός ούτος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο θεός ος εάν επακούση εν πυρί. και ελάλησεν ‘Ηλιού ο Θεσβίτης προς τους προφήτας των προσοχθισμάτων λέγων· μετάστητε από του νυν. και εγώ ποιήσω το ολοκαύτωμά μου. και επικαλέσασθε εν ονόματι θεού υμών και πυρ μη επιθήτε. και μετέστησαν. 35 και διεπορεύετο το ύδωρ κύκλω του θυσιαστηρίου. ούτος Θεός. και άμα μη ποτε χρηματίζει αυτός. Κύριε. και απήλθον. ότι αδολεσχία αυτω εστι. 33 και εστοίβασε τας σχίδακας επί το θυσιαστήριον. και εξαναστήσεται. και απεκρίθησαν πας ο λαός και είπον· καλόν το ρήμα. 38 και έπεσε πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 606 . ότι πολλοί υμείς. 28 και επεκαλούντο εν φωνή μεγάλη και κατετέμνοντο κατά τον εθισμόν αυτών εν μαχαίραις και σειρομάσταις έως εκχύσεως αίματος επ ‘ αυτούς· 29 και επροφήτευον έως ου παρήλθε το δειλινόν. 26 και έλαβον τον μόσχον και εποίησαν και επεκαλούντο εν ονόματι του Βάαλ εκ πρωϊθεν έως μεσημβρίας και είπον· επάκουσον ημών. και είπε· τρισσώσατε· και ετρίσσευσαν. επάκουσόν μου εν πυρί. ή μη ποτε καθεύδει αυτός. 25 και είπεν ‘Ηλιού τοις προφήταις της αισχύνης· εκλέξασθε εαυτοίς τον μόσχον τον ένα και ποιήσατε πρώτοι. 36 και ανεβόησεν ‘Ηλιού εις τον ουρανόν και είπε· Κύριε ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ισραήλ. ότι συ ει Κύριος ο Θεός και συ έστρεψας την καρδίαν του λαού τούτου οπίσω. και γνώτωσαν πας ο λαός ούτος ότι συ ει Κύριος ο Θεός Ισραήλ και εγώ δούλός σου και δια σε πεποίηκα τα έργα ταύτα.

τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. και εγένετο υετός μέγας· και έκλαιε και επορεύετο Αχαάβ έως Ιεζράελ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τας σχίδακας και το ύδωρ το εν τη θαλάσση. α εποίησεν ‘Ηλιού. λαβέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 607 . και είπεν ‘Ηλιού· και συ επίστρεψον επτάκις· 44 και επέστρεψε το παιδάριον επτάκις. 42 και ανέβη Αχαάβ του φαγείν και πιείν. μηδείς σωθήτω εξ αυτών· και συνέλαβον αυτούς. 41 Και είπεν ‘Ηλιού τω Αχαάβ· ανάβηθι και φάγε και πίε. 46 και χείρ Κυρίου επί τον ‘Ηλιού. και επέβλεψεν το παιδάριον και είπεν· ουκ έστιν ουθέν. και κατάγει αυτούς ‘Ηλιού εις τον χειμάρρουν Κισσών και έσφαξεν αυτούς εκεί. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ ανήγγειλεν Αχαάβ τη Ιεζάβελ γυναικί αυτού πάντα. 39 και έπεσε πας ο λαός επί πρόσωπον αυτών και είπον· αληθώς Κύριος ο Θεός. 45 και εγένετο έως ώδε και ώδε και ο ουρανός συνεσκότασε νεφέλαις και πνεύματι. 40 και είπεν ‘Ηλιού προς τον λαόν· συλλάβετε τους προφήτας του Βάαλ. ότι φωνή των ποδών του υετού. και συνέσφιξε την οσφύν αυτού και έτρεχεν έμπροσθεν Αχαάβ έως Ιεζράελ. και ‘Ηλιού ανέβη επί τον Κάρμηλον και έκυψεν επί την γην και έθηκε το πρόσωπον αυτού ανά μέσον των γονάτων αυτού. ότι ταύτην την ωραν αύριον θήσομαι την ψυχήν σου καθώς ψυχήν ενός εξ αυτών. αυτός ο Θεός. και τους λίθους και τον χουν εξέλειξε το πυρ. 2 και απέστειλεν Ιεζάβελ προς ‘Ηλιού και είπεν· ει συ ει ‘Ηλιού και εγώ Ιεζάβελ. και ως απέκτεινε τους προφήτας εν ρομφαία. 43 και είπε τω παιδαρίω αυτού· ανάβηθι και επίβλεψον οδόν της θαλάσσης. μη καταλάβη σε ο υετός. και εγένετο εν τω εβδόμω και ιδού νεφέλη μικρά ως ίχνος ανδρός ανάγουσα ύδωρ· και είπεν· ανάβηθι και είπον τω Αχαάβ· ζεύξον το άρμα σου και κατάβηθι. 3 και εφοβήθη ‘Ηλιού και ανέστη και απήλθε κατά την ψυχήν αυτού και έρχεται εις Βηρσαβεέ γην Ιούδα και αφήκε το παιδάριον αυτού εκεί· 4 και αυτός επορεύθη εν τη ερήμω οδόν ημέρας και ήλθε και εκάθισεν υποκάτω Ραθμέν και ητήσατο την ψυχήν αυτού αποθανείν και είπεν· ικανούσθω νυν.

και παν στόμα. και ζητούσι την ψυχήν μου λαβείν αυτήν. ότι εγκατέλιπόν σε οι υιοί Ισραήλ· τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν και τους προφήτας σου απέκτειναν εν ρομφαία. ουκ εν τω πυρί Κύριος· και μετά το πυρ φωνή αύρας λεπτής. και επιστρέψας εκοιμήθη. 8 και ανέστη και έφαγε και έπιε· και επορεύθη εν ισχύϊ της βρώσεως εκείνης τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας έως όρους Χωρήβ. ουκ εν τω πνεύματι Κύριος· και μετά το πνεύμα συσσεισμός. και αυτός ηροτρία εν βουσί δώδεκα ζεύγη ενώπιον αυτού.και απήλθεν επ ‘ αυτόν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 608 . ουκ εν τω συσσεισμω Κύριος· 12 και μετά τον συσσειμόν πυρ. και ιδού προς κεφαλής αυτού εγκρυφίας ολυρίτης και καψάκης ύδατος· και ανέστη και έφαγε και έπιε. ότι εγκατέλιπον την διαθήκην σου οι υιοί Ισραήλ· και τα θυσιαστήριά σου καθείλαν και τους προφήτας σου απέκτειναν εν ρομφαία. θανατώσει Ιού. ‘Ηλιού. και ιδού πνεύμα μέγα κραταιόν διαλύον όρη και συντρίβον πέτρας ενώπιον Κυρίου. 19 Και απήλθεν εκείθεν και ευρίσκει τον Ελισαιέ υιόν Σαφάτ. και υπολέλειμμαι εγώ μονώτατος. 10 και είπεν ‘Ηλιού· ζηλών εζήλωκα τω Κυρίω παντοκράτορι. και επεκάλυψε το πρόσωπον αυτού εν τη μηλωτη αυτού και εξήλθε και έστη υπό σπήλαιον· και ιδού προς αυτόν φωνή και είπε· τι συ ενταύθα ‘Ηλιού. 18 και καταλείψεις εν Ισραήλ επτά χιλιάδας ανδρών. 7 και επέστρεψεν ο άγγελος Κυρίου εκ δευτέρου και ήψατο αυτού και είπεν αυτω· ανάστα φάγε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δη την ψυχή μου απ ‘ εμού. 14 και είπεν ‘Ηλιού· ζηλών εζήλωκα τω Κυρίω παντοκράτορι. και τον σωζόμενον εκ ρομφαίας Ιού θανατώσει Ελισαιέ. Κύριε. 15 και είπε Κύριος προς αυτόν· πορεύου. κακεί Κύριος. 17 και έσται τον σωζόμενον εκ ρομφαίας Αζαήλ. ανάστρεφε εις την οδόν σου και ήξεις εις την οδόν ερήμου Δαμασκού και ήξεις και χρίσεις τον Αζαήλ εις βασιλέα της Συρίας· 16 και τον Ιού υιόν Ναμεσσί χρίσεις εις βασιλέα επί Ισραήλ· και τον Ελισαιέ υιόν Σαφάτ χρίσεις εις προφήτην αντί σου. και ζητούσι την ψυχήν μου λαβείν αυτήν. και υπολέλειμμαι εγώ μονώτατος. πάντα γόνατα. και αυτός εν τοις δώδεκα. ότι πολλή από σου η οδός. 13 και εγένετο ως ήκουσεν ‘Ηλιού. 11 και είπεν· εξελεύση αύριον και στήση ενώπιον Κυρίου εν τω όρει· ιδού παρελεύσεται Κύριος. και ιδού τις ήψατο αυτού και είπεν αυτω· ανάστηθι και φάγε· 6 και επέβλεψεν ‘Ηλιού. 5 και εκοιμήθη και ύπνωσεν εκεί υπό φυτόν. ότι ου κρείσσων εγώ ειμι υπέρ τους πατέρας μου. α ουκ ώκλασαν γόνυ τω Βάαλ. ό ου προσεκύνησεν αυτω. 9 και εισήλθεν εκεί εις το σπήλαιον και κατέλυσεν εκεί· και ιδού ρήμα Κυρίου προς αυτόν και είπε· τι συ ενταύθα.

ότι εγγίζων ούτος τω οίκω μου. 6 και είπε προς αυτήν. και εκοιμήθη επί της κλίνης αυτού και συνεκάλυψε το πρόσωπον αυτού και ουκ έφαγεν άρτον. και δώσω σοι αμπελώνα άλλον αγαθόν υπέρ αυτόν· ει δε αρέσκει ενώπιόν σου. και έσται μοι εις κήπον λαχάνων. 21 και ανέστρεψεν εξόπισθεν αυτού και έλαβε τα ζεύγη των βοών και έθυσε και ήψησεν αυτά εν τοις σκεύεσι των βοών και έδωκε τω λαω. ΚΑ) 1 ΚΑΙ αμπελών εις ην τω Ναβουθαί τω Ιεζραηλίτη παρά τη άλω Αχαάβ βασιλέως Σαμαρείας. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ (Μασ. 7 και είπε προς αυτόν Ιεζάβελ η γυνή αυτού· συ νυν ούτω ποιείς βασιλέα επί Ισραήλ. 2 και ελάλησεν Αχαάβ προς Ναβουθαί λέγων· δος μοι τον αμπελώνά σου και έσται μοι εις κήπον λαχάνων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επέρριψε την μηλωτήν αυτού επ ‘ αυτόν. 20 και κατέλιπεν Ελισαιέ τας βόας και κατέδραμεν οπίσω ‘Ηλιού και είπε· καταφιλήσω τον πατέρα μου και ακολουθήσω οπίσω σου· και είπεν ‘Ηλιού· ανάστρεφε. δώσω σοι αμπελώνα άλλον αντ ‘ αυτού· και είπεν· ου δώσω σοι κληρονομίαν πατέρων μου. εγώ δε δώσω σοι τον αμπελώνα Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. 4 και εγένετο το πνεύμα Αχαάβ τεταραγμένον. δώσω σοι αργύριον άλλαγμα αμπελώνός σου τούτου. 9 και εγέγραπτο εν τοις βιβλίοις λέγων· νηστεύσατε νηστείαν και καθίσατε τον Ναβουθαί εν αρχή του λαού· 10 και εγκαθίσατε δύο άνδρας υιούς παρανόμων εξεναντίας αυτού. 8 και έγραψε βιβλίον επί τω ονόματι Αχαάβ και εσφραγίσατο τη σφραγίδι αυτού και απέστειλε το βιβλίον προς τους πρεσβυτέρους και τους ελευθέρους τους κατοικούντας μετά Ναβουθαί. και καταμαρτυρησάτωσαν αυτού λέγοντες· ηυλόγησε Θεόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 609 . και έφαγον· και ανέστη και επορεύθη οπίσω ‘Ηλιού και ελειτούργει αυτω. 3 και είπε Ναβουθαί προς Αχαάβ· μη γένοιτό μοι παρά Θεού μου δούναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί. ότι πεποίηκά σοι. 5 και εισήλθεν Ιεζάβελ η γυνή αυτού προς αυτόν και ελάλησε προς αυτόν· τι το πνεύμά σου τεταραγμένον και ουκ ει συ εσθίων άρτον. ανάστηθι και φάγε άρτον και σαυτού γενού. ότι ελάλησα προς Ναβουθαί τον Ιεζραηλίτην λέγων· δος μοι τον αμπελώνά σου αργυρίου· ει δε βούλη.

οίς απέστειλε προς αυτούς. και είπεν· εύρηκα. 23 και τη Ιεζάβελ ελάλησε Κύριος λέγων· οι κύνες καταφάγονται αυτήν εν τω προτειχίσματι Ιεζράελ. εκεί λείξουσιν οι κύνες το αίμα σου. 14 και απέστειλαν προς Ιεζάβελ λέγοντες· λελιθοβόληται Ναβουθαί και τέθνηκε. 20 και είπεν Αχαάβ προς ‘Ηλιού· ει εύρηκάς με. 25 πλήν ματαίως Αχαάβ. ως μετέθηκεν αυτόν Ιεζάβελ η γυνή αυτού· 26 και εβδελύχθη σφόδρα πορεύεσθαι οπίσω των βδελυγμάτων κατά πάντα. 11 και εποίησαν οι άνδρες της πόλεως αυτού οι πρεσβύτεροι και οι ελεύθεροι οι κατοικοήντες εν τη πόλει αυτού. 24 τον τεθνηκότα του Αχαάβ εν τη πόλει φάγονται οι κύνες και τον τεθνηκότα αυτού εν τω πεδίω φάγονται τα πετεινά του ουρανού. ος επράθη ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. 17 Και είπεν Κύριος προς ‘Ηλιού τον Θεσβίτην λέγων· 18 ανάστηθι και κατάβηθι εις απαντήν Αχαάβ βασιλέως Ισραήλ του εν Σαμαρεία. ότι τέθνηκε. 16 και εγένετο ως ήκουσεν Αχαάβ ότι τέθνηκε Ναβουθαί ο Ιεζραηλίτης. καθώς απέστειλε προς αυτούς Ιεζάβελ και καθά εγέγραπτο εν τοις βιβλίοις. και αι πόρναι λούσονται εν τω αίματί σου. κληρονόμει τον αμπελώνα Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. 21 ιδού εγώ επάγω επί σε κακά και εκκαύσω οπίσω σου και εξολοθρεύσω του Αχαάβ ουρούντα προς τοίχον και συνεχόμενον και εγκαταλελειμμένον εν Ισραήλ· 22 και δώσω τον οίκόν σου ως τον οίκον Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και ως τον οίκον Βαασά υιού Αχιά περί των παροργισμάτων. ότι ουκ έστι Ναβουθαί ζων. ων παρώργισας και εξήμαρτες τον Ισραήλ. ότι ούτος εν αμπελώνι Ναβουθαί. 12 και εκάλεσαν νηστείαν και εκάθισαν τον Ναβουθαί εν αρχή του λαού. ο εχθρός μου. ος ουκ έδωκέ σοι αργυρίου. και αποθανέτω. 15 και εγένετο ως ήκουσεν Ιεζάβελ. 13 και εισήλθον δύο άνδρες υιοί παρανόμων και εκάθισαν εξεναντίας αυτού και κατεμαρτύρησαν αυτού λέγοντες· ηυλόγηκας Θεόν και βασιλέα· και εξήγαγον αυτόν έξω της πόλεως και ελιθοβόλησαν αυτόν εν λίθοις. διότι μάτην πέπρασαι ποιήσαι το πονηρόν ενώπιον Κυρίου παροργίσαι αυτόν. ότι καταβέβηκεν εκεί κληρονομήσαι αυτόν. ον εξωλόθρευσε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 610 . α εποίησεν ο Αμορραίος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και βασιλέα· και εξαγαγέτωσαν αυτόν και λιθοβολησάτωσαν αυτόν. ω έλειξαν αι ύες και οι κύνες το αίμα Ναβουθαί. 19 και λαλήσεις προς αυτόν λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ως συ εφόνευσας και εκληρονόμησας. και απέθανε. και είπε προς Αχαάβ· ανάστα. δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· εν παντί τόπω. και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και περιεβάλετο σάκκον· και εγένετο μετά ταύτα και ανέστη και κατέβη Αχαάβ εις τον αμπελώνα Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου κληρονομήσαι αυτόν.

ή επάταξε Ναβουθαί τον Ιεζραηλίτην. 27 και υπέρ του λόγου. και είπε προς αυτόν· τάδε λέγει υιος Άδερ· 3 το αργύριόν σου και το χρυσίον σου εμόν εστι και αι γυναίκές σου και τα τέκνα σου εμά εστι. ουκ επάξω την κακίαν εν ταις ημέραις αυτού. 8 και είπαν αυτω οι πρεσβύτεροι και πας ο λαός· μη ακούσης και μη θελήσης. και επορεύθη. και είπαν· τάδε λέγει ο υιος Άδερ· εγώ απέστειλα προς σε λέγων· το αργύριόν σου και το χρυσίον σου και τας γυναίκας και τα τέκνα σου δώσεις εμοί· 6 ότι ταύτην την ωραν αύριον αποστελώ τους παίδάς μου προς σε. 5 και ανέστρεψαν οι άγγελοι. κύριέ μου βασιλεύ. 28 και εγένετο ρήμα Κυρίου εν χειρί δούλου αυτού ‘Ηλιού περί Αχαάβ. σός εγώ ειμι και πάντα τα εμά. 7 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Ισραήλ πάντας τους πρεσβυτέρους της γης και είπε· γνώτε δη και ίδετε ότι κακίαν ούτος ζητεί. ότι απέσταλκε προς με περί των γυναικών μου και περί των υιών μου και περί των θυγατέρων μου· το αργύριόν μου και το χρυσίον μου ουκ απεκώλυσα απ ‘ αυτού. αλλ ‘ εν ταις ημέραις του υιού αυτού επάξω την κακίαν. εφ ‘ α αν επιβάλωσι τας χείρας αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος από προσώπου υιών Ισραήλ. 4 και απεκρίθη βασιλεύς Ισραήλ και είπε· καθώς ελάλησας. Κ) 1 ΚΑΙ συνήθροισεν υιος Άδερ πάσαν την δύναμιν αυτού και ανέβη και περιεκάθισεν επί Σαμάρειαν και τριακονταδύο βασιλείς μετ ‘ αυτού και πας ίππος και άρμα· και ανέβησαν και περιεκάθισαν επί Σαμάρειαν και επολέμησαν επ ‘ αυτήν. και λήψονται. 9 και είπε τοις αγγέλοις υιού Άδερ· λέγετε τω κυρίω υμών· πάντα όσα απέσταλκας προς τον δούλόν σου εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 611 . και ερευνήσουσι τον οίκόν σου και τους οίκους των παίδων σου και έσται πάντα τα επιθυμήματα των οφθαλμών αυτών. και είπε Κύριος· 29 εώρακας ως κατενύγη Αχαάβ από προσώπου μου. 2 και απέστειλε προς Αχαάβ βασιλέα Ισραήλ εις την πόλιν. ως κατενύγη Αχαάβ από προσώπου του Κυρίου και επορεύετο κλαίων και διέρρηξε τον χιτώνα αυτού και εζώσατο σάκκον επί το σώμα αυτού και ενήστευσε και περιεβάλετο σάκκον εν τη ημέρα. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ (Μασ.

12 και εγένετο ότε απεκρίθη αυτω τον λόγον τούτον. και είπεν Αχαάβ· τις συνάξει τον πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρώτοις ποιήσω. ει εκποιήσει ο Χους Σαμαρείας ταις αλώπεξι παντί τω λαω τοις πεζοίς μου. ιδού εγώ δίδωμι αυτόν σήμερον εις χείράς σας. 16 και εξήλθε μεσημβρίας· και υιος Άδερ πίνων μεθύων εν Σοκχώθ αυτός και οι βασιλείς. 15 και επεσκέψατο Αχαάβ τα παιδάρια των αρχόντων των χωρών. και γνώση ότι εγώ Κύριος. 10 και απέστειλε προς αυτόν υιος Άδερ λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. και απήραν οι άνδρες και επέστρεψαν αυτω λόγον. και κατεδίωξεν αυτούς Ισραήλ· και σώζεται υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας εφ ‘ ίππου ιππέως. 18 και είπεν αυτοίς· ει εις ειρήνην εκπορεύονται. δια τούτο εκραταίωσεν υπέρ ημάς· εάν δε πολεμήσωμεν αυτούς κατ ‘ ευθύ. 23 και οι παίδες βασιλέως Συρίας είπον· Θεός ορέων Θεός Ισραήλ και ου Θεός κοιλάδων. και είπε· τάδε λέγει Κύριος· εν τοις παιδαρίοις των αρχόντων των χωρών. 24 και το ρήμα τούτο ποίησον· απόστησον τους βασιλείς έκαστον εις τον τόπον αυτών και θού αντ ‘ αυτών σατράπας. συλλαβείν αυτούς ζώντας· και ει εις πόλεμον. και εγένοντο διακόσια τριάκοντα· και μετά ταύτα επεσκέψατο τον λαόν. ζώντας συλλαβείν αυτούς· 19 και μη εξελθάτωσαν εκ της πόλεως τα παιδάρια αρχόντων των χωρών. το δε ρήμα τούτο ου δυνήσομαι ποιήσαι. 13 και ιδού προφήτης εις προσήλθε τω Αχαάβ βασιλεί Ισραήλ και είπε· τάδε λέγει Κύριος· ει εώρακας τον όχλον τον μέγαν τούτον. πάντα υιόν δυνάμεως. πίνων ην αυτός και πάντες οι βασιλείς οι μετ ‘ αυτού εν σκηναίς και είπε τοις παισίν αυτού· οικοδομήσατε χάρακα· και έθεντο χάρακα επί την πόλιν. 25 και αλλάξομέν σοι δύναμιν κατά την δύναμιν την πεσούσαν και ίππον κατά την ίππον και άρματα κατά τα άρματα και πολεμήσομεν προς αυτούς κατ ‘ ευθύ και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 612 . και έφυγε Συρία. ει μην κραταιώσωμεν υπέρ αυτούς. ότι επιστρέφοντος του ενιαυτού υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας αναβαίνει επί σε. 11 και απεκρίθη ο βασιλεύς Ισραήλ και είπεν· ικανούσθω· μη καυχάσθω ο κυρτός ως ο ορθός. 21 και εξήλθεν ο βασιλεύς Ισραήλ και έλαβε πάντας τους ίππους και τα άρματα και επάταξε πληγήν μεγάλην εν Συρία. και η δύναμις οπίσω αυτών 20 επάταξεν έκαστος τον παρ ‘ αυτού και εδευτέρωσεν έκαστος τον παρ ‘ αυτού. τριάκοντα και δύο βασιλείς συμβοηθοί μετ ‘ αυτού. 14 και είπεν Αχαάβ· εν τίνι. 22 και προσήλθεν ο προφήτης προς βασιλέα Ισραήλ και είπε· κραταιού και γνώθι και ίδε τι ποιήσεις. επτά χιλιάδας. 17 και εξήλθον άρχοντες παιδάρια των χωρών εν πρώτοις. και είπε· συ. και αποστέλλουσι και απαγγέλλουσι τω βασιλεί Συρίας λέγοντες· άνδρες εξεληλύθασιν εκ Σαμαρείας.

και είπεν· εισέλθατε και λάβετε αυτόν· και εξήλθε προς αυτόν υιος Άδερ. και αναβιβάζουσιν αυτόν προς αυτόν επί το άρμα. καθώς έθετο ο πατήρ μου εν Σαμαρεία· και εγώ εν διαθήκη εξαποστελώ σε. και πατάξει σε λέων· και απήλθεν απ ‘ αυτού. και εγένετο εν τη ημέρα τη εβδόμη και προσήγαγεν ο πόλεμος. 37 και ευρίσκει άνθρωπον άλλον και είπε· πάταξόν με δη· και επάταξεν αυτόν ο άνθρωπος πατάξας και συνέτριψε. και παρενέβαλεν Ισραήλ εξεναντίας αυτών ωσεί δύο ποίμνια αιγών. και γνώση ότι εγώ Κύριος. 32 και περιεζώσαντο σάκκους επί τας οσφύας αυτών και έθεσαν σχοινία επί τας κεφαλάς αυτών και είπον τω βασιλεί Ισραήλ· δούλός σου υιος Άδερ λέγει· ζησάτω δη η ψυχή ημών. και ήκουσε της φωνής αυτών και εποίησεν ούτως. και διέθετο αυτω διαθήκην και εξαπέστειλεν αυτόν. και επάταξεν Ισραήλ την Συρίαν εκατόν χιλιάδας πεζών μια ημέρα. εις το ταμιείον. και έπεσε το τείχος επί είκοσι και επτά χιλιάδας ανδρών των καταλοίπων. και δώσω την δύναμιν την μεγάλην ταύτην εις χείρα σήν. και υιος Άδερ έφυγε και εισήλθεν εις τον οίκον του κοιτώνος. 31 και είπε τοις παισίν αυτού· οίδα ότι βασιλείς Ισραήλ βασιλείς ελέους εισίν· επιθώμεθα δη σάκκους επί τας οσφύας ημών και σχοινία επί τας κεφαλάς ημών και εξέλθωμεν προς βασιλέα Ισραήλ. 36 και είπε προς αυτόν· ανθ ‘ ων ουκ ήκουσας της φωνής Κυρίου και ιδού συ αποτρέχεις απ ‘ εμού. ει πως ζωογονήσει τας ψυχάς ημών. ας έλαβεν ο πατήρ μου παρά του πατρός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κραταιώσομεν υπέρ αυτούς. αποδώσω σοι. 38 και επορεύθη ο προφήτης και έστη τω βασιλεί Ισραήλ επί της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 613 . αδελφός μου εστι. 30 και έφυγον οι κατάλοιποι εις Αφεκά εις την πόλιν. και Συρία έπλησε την γην. 35 Και άνθρωπος εις εκ των υιών των προφητών είπε προς τον πλησίον αυτού εν λόγω Κυρίου· πάταξον δη με· και ουκ ηθέλησεν ο άνθρωπος πατάξαι αυτόν. 26 και εγένετο επιστρέψαντος του ενιαυτού και επεσκέψατο υιος Άδερ την Συρίαν και ανέβη εις Αφεκά εις πόλεμον επί Ισραήλ. 29 και παρεμβάλλουσιν ούτοι απέναντι τούτων επτά ημέρας. 27 και οι υιοί Ισραήλ επεσκέπησαν και παρεγένοντο εις απαντήν αυτών. και είπεν· ει έτι ζη. και εξόδους θήσεις σεαυτω εν Δαμασκω. 33 και οι άνδρες οιωνίσαντο και εσπείσαντο και ανελέξαντο τον λόγον εκ του στόματος αυτού και είπον· αδελφός σου υιος Άδερ. και ευρίσκει αυτόν λέων και επάταξεν αυτόν. 34 και είπε προς αυτόν· τας πόλεις. 28 και προσήλθεν ο άνθρωπος του Θεού και είπε τω βασιλεί Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων είπε Συρία· Θεός ορέων Κύριος ο Θεός Ισραήλ και ου Θεός κοιλάδων αυτός.

και είπεν Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα προς βασιλέα Ισραήλ· επερωτήσατε δη σήμερον τον Κύριον. 7 και είπεν Ιωσαφάτ προς βασιλέα Ισραήλ· ουκ έστιν ώδε προφήτης του Κυρίου και επερωτήσομεν τον Κύριον δι ‘ αυτού. και ιδού ανήρ εισήγαγε προς με άνδρα και είπε προς με· φύλαξον τούτον τον άνδρα. και έσται η ψυχή σου αντί της ψυχής αυτού. και επέγνω αυτόν ο βασιλεύς Ισραήλ. και ούτος ουκ ην. και ημείς σιωπώμεν λαβείν αυτήν εκ χειρός βασιλέως Συρίας. 3 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς τους παίδας αυτού· ει οίδατε ότι ημίν Ρεμμάθ Γαλαάδ. Γ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ εκάθισε τα τρία έτη. 6 και συνήθροισεν ο βασιλεύς Ισραήλ πάντας τους προφήτας. ότι εκ των προφητών ούτος. καθώς οι ίπποι μου οι ίπποι σου. 43 και απήλθεν ο βασιλεύς Ισραήλ συγκεχυμένος και εκλελυμένος και έρχεται εις Σαμάρειαν. 8 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· εις εστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 614 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οδού και κατεδήσατο εν τελαμώνι τους οφθαλμούς αυτού. 39 και εγένετο ως παρεπορεύετο ο βασιλεύς. και ουκ ην πόλεμος ανά μέσον Συρίας και ανά μέσον Ισραήλ. 5 και είπεν Ιωσαφάτ· καθώς εγώ και συ ούτως. 42 και είπε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· διότι εξήνεγκας συ άνδρα ολέθριον εκ της χειρός σου. ή τάλαντον αργυρίου στήσεις· 40 και εγενήθη περιεβλέψατο ο δούλός σου ώδε και ώδε. 4 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· αναβήση μεθ ‘ ημών εις Ρεμμάθ Γαλαάδ εις πόλεμον. 2 και εγενήθη εν τω ενιαυτω τω τρίτω και κατέβη Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα προς βασιλέα Ισραήλ. 41 και έσπευσε και αφείλε τον τελαμώνα από των οφθαλμών αυτού. καθώς ο λαός μου ο λαός σου. εάν δε εκπηδών εκπηδήση. ως τετρακοσίους άνδρας. και έσται η ψυχή σου αντί της ψυχής αυτού και ο λαός σου αντί του λαού αυτού. και διδούς δώσει Κύριος εις χείρας του βασιλέως. και είπεν αυτοίς ο βασιλεύς· ει πορευθώ εις Ρεμμάθ Γαλαάδ εις πόλεμον ή επίσχω. και ούτος εβόα προς τον βασιλέα και είπεν· ο δούλός σου εξήλθεν επί την στρατιάν του πολέμου. και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς Ισραήλ· ιδού και τα ένεδρα παρ ‘ εμοί εφόνευσας. και είπον· ανάβαινε.

21 και εξήλθε πνεύμα και έστη ενώπιον Κυρίου και είπεν· εγώ απατήσω αυτόν. 11 και εποίησεν εαυτω Σεδεκίας υιος Χανανά κέρατα σιδηρά και είπε· τάδε λέγει Κύριος· εν τούτοις κερατιείς την Συρίαν. 18 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα· ουκ είπα προς σε ότι ου προφητεύει ούτός μοι καλά. και είπεν ούτος ούτως και ούτος ούτως. και είπεν· εξελεύσομαι και έσομαι πνεύμα ψευδές εις το στόμα πάντων των προφητών αυτού. 14 και είπε Μιχαίας· ζη Κύριος. ουκ εγώ. ότι ου λαλεί περί εμού καλά. και πάντες οι προφήται επροφήτευον ενώπιον αυτών. ουχ ούτως· είδον Θεόν Ισραήλ καθήμενον επί θρόνου αυτού. 12 και πάντες οι προφήται επροφήτευον ούτως λέγοντες· ανάβαινε εις Ρεμμάθ Γαλαάδ. 15 και ήλθε προς τον βασιλέα και είπεν αυτω ο βασιλεύς· Μιχαία. αλλ ‘ ή κακά. ότι α εάν είπη Κύριος προς με. άκουε ρήμα Κυρίου. 9 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Ισραήλ ευνούχον ένα και είπε· το τάχος Μιχαίαν υιόν Ιεμβλαά. και είπεν· απατήσεις και γε δυνήση. και εγώ μεμίσηκα αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανήρ εις το επερωτήσαι δι ‘ αυτού τον Κύριον. έως συντελεσθή. και είπεν Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα· μη λεγέτω ο βασιλεύς ούτως. και Κύριος ελάλησεν επί σε κακά. ταύτα λαλήσω. 13 και ο άγγελος ο πορευθείς καλέσαι τον Μιχαίαν ελάλησεν αυτω λέγων· ιδού δη λαλούσι πάντες οι προφήται εν στόματι ενί καλά περί του βασιλέως· γίνου δη και συ εις τους λόγους σου κατά τους λόγους ενός τούτων και λάλησον καλά. και ευοδώσει Κύριος εις χείρας του βασιλέως. και είπε Κύριος· ου κύριος τούτοις Θεός. εώρακα πάντα τον Ισραήλ διεσπαρμένον εν τοις όρεσιν ως ποίμνιον. 24 και προσήλθε Σεδεκίας υιος Χανανά και επάταξε τον Μιχαίαν επί την σιαγόνα και είπε· ποίον πνεύμα Κυρίου το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 615 . και πάσα η στρατιά του ουρανού ειστήκει περί αυτόν εκ δεξιών αυτού και εξ ευωνύμων. 10 και ο βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα εκάθηντο ανήρ επί του θρόνου αυτού ένοπλοι εν ταις πύλαις Σαμαρείας. 23 και νυν ιδού έδωκε Κύριος πνεύμα ψευδές εν στόματι πάντων των προφητών σου τούτων. 20 και είπε Κύριος· τις απατήσει τον Αχαάβ βασιλέα Ισραήλ και αναβήσεται και πεσείται εν Ρεμμάθ Γαλαάδ. έκαστος εις τον οίκον αυτού εν ειρήνη αναστρεφέτω. έξελθε και ποίησον ούτως. ω ουκ έστι ποιμήν. και είπεν· ανάβαινε. ή επίσχω. και ευοδώσει και δώσει Κύριος εις χείράς σου και τον βασιλέα Συρίας. 19 και είπε Μιχαίας· ουχ ούτως. διότι αλλ ‘ ή κακά. ει αναβώ εις Ρεμμάθ Γαλαάδ εις πόλεμον. 16 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ποσάκις εγώ ορκίζω σε όπως λαλήσης προς με αλήθειαν εν ονόματι Κυρίου. 22 και είπε προς αυτόν Κύριος· εν τίνι. 17 και είπε Μιχαίας· ουχ ούτως. Μιχαίας υιος Ιεμβλαά.

όταν εισέλθης ταμιείον του ταμιείου του κρυβήναι εκεί. και ανέκραξεν Ιωσαφάτ. 35 και ετροπώθη ο πόλεμος εν τη ημέρα εκείνη. ον ωκοδόμησε. ου λελάληκε Κύριος εν εμοί. και ανέστρεψαν απ ‘ αυτού. 38 και απένιψαν το αίμα επί την κρήνην Σαμαρείας. αλλ ‘ ή τον βασιλέα Ισραήλ μονώτατον. και εξέλειξαν αι ύες και οι κύνες το αίμα. 40 και εκοιμήθη Αχαάβ μετά των πατέρων αυτού. και εξεπορεύετο το αίμα της τροπής έως του κόλπου του άρματος. 34 και επέτεινεν εις το τόξον ευστόχως και επάταξε τον βασιλέα Ισραήλ ανά μέσον του πνεύμονος και ανά μέσον του θώρακος. και οίκον ελεφάντινον. 25 και είπε Μιχαίας· ιδού συ όψη τη ημέρα εκείνη. και συ ένδυσαι τον ιματισμόν μου· και συνεκαλύψατο βασιλεύς Ισραήλ και εισήλθεν εις τον πόλεμον. και αι πόρναι ελούσαντο εν τω αίματι κατά το ρήμα Κυρίου. 39 και τα λοιπά των λόγων Αχαάβ και πάντα. ουκ ιδού ταύτα γέγραπται εν βιβλίω λόγων των ημερών των βασιλέων Ισραήλ. 29 και ανέβη βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα μετ ‘ αυτού εις Ρεμμάθ Γαλαάδ. 36 και έστη ο στρατοκήρυξ δύοντος του ηλίου λέγων· έκαστος εις την εαυτού πόλιν και εις την εαυτού γην. 26 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ· λάβετε τον Μιχαίαν και αποστρέψατε αυτόν προς Σεμήρ τον βασιλέα της πόλεως· και τω Ιωάς υιω του βασιλέως 27 ειπόν θέσθαι τούτον εν φυλακή και εσθίειν αυτόν άρτον θλίψεως και ύδωρ θλίψεως έως του επιστρέψαι με εν ειρήνη. ας εποίησεν. ότι τέτρωμαι. και ήλθον εις Σαμάρειαν και έθαψαν τον βασιλέα εν Σαμαρεία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαλήσαν εν σοί. και ο βασιλεύς ην εστηκώς επί του άρματος εξεναντίας Συρίας από πρωϊ έως εσπέρας και επέχυνε το αίμα από της πληγής εις τον κόλπον του άρματος· και απέθανεν εσπέρας. 30 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα· συγκαλύψομαι και εισελεύσομαι εις τον πόλεμον. 32 και εγένετο ως είδον οι άρχοντες των αρμάτων τον Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα. 31 και βασιλεύς Συρίας ενετείλατο τοις άρχουσι των αρμάτων αυτού τριάκοντα και δυσί λέγων· μη πολεμείτε μικρόν και μέγαν. και εβασίλευσεν ‘Οχοζίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. και πάσας τας πόλεις. 41 Και Ιωσαφάτ υιος Ασά εβασίλευσεν επί Ιούδαν· εν έτει τετάρτω του Αχαάβ βασιλέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 616 . και είπε τω ηνιόχω αυτού· επίστρεψον τας χείράς σου και εξάγαγέ με εκ του πολέμου. ό ελάλησε. και αυτοί είπαν· φαίνεται βασιλεύς Ισραήλ ούτος· και εκύκλωσαν αυτόν πολεμήσαι. 33 και εγένετο ως είδον οι άρχοντες των αρμάτων ότι ουκ έστι βασιλεύς Ισραήλ ούτος. 28 και είπε Μιχαίας· εάν επιστρέφων επιστρέψης εν ειρήνη. 37 ότι τέθνηκεν ο βασιλεύς. α εποίησε.

] 51 και εκοιμήθη Ιωσαφάτ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη παρά τοις πατράσιν αυτού εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού· και εβασίλευσεν Ιωράμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. [47 Και περισσόν του ενδιηλλαγμένου. 53 και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου και επορεύθη εν οδω Αχαάβ του πατρός αυτού και εν οδω Ιεζάβελ της μητρός αυτού και εν ταις αμαρτίαις οίκου Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. και όνομα τη μητρί αυτού Αζουβά θυγάτηρ Σαλαϊ. ό υπελείφθη εν ημέραις Ασά του πατρός αυτού. 54 και εδούλευσε τοις Βααλίμ και προσεκύνησεν αυτοίς και παρώργισε τον Κύριον Θεόν Ισραήλ. 52 Και ‘Οχοζίας υιος Αχαάβ εβασίλευεν επί Ισραήλ εν Σαμαρεία εν έτει επτακαιδεκάτω Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα· και εβασίλευσεν εν Ισραήλ εν Σαμαρεία δύο έτη. και ο βασιλεύς 49 Ιωσαφάτ εποίησε νήας εις Θαρσίς του πορευθήναι ‘Ωφέρδε εις χρυσίον. και ουκ επορεύθησαν. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 617 . κατά πάντα τα γενόμενα έμπροσθεν αυτού. ότι συνετρίβησαν νήες εν Ασεών Γαβέρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ εβασίλευσεν Ιωσαφάτ. όσα εποίησεν ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών βασιλέων Ιούδα. επέλεξεν από της γης. και είκοσι και πέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμίων εν τοις υψηλοίς. 43 και επορεύθη εν πάση οδω Ασά του πατρός αυτού· ουκ εξέκλινεν απ ‘ αυτής του ποιήσαι το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου· 44 πλήν των υψηλών ουκ εξήρεν. 48 και βασιλεύς ουκ ην εν Εδέμ εστηλωμένος. 42 υιος τριάκοντα και πέντε ετών εν τω βασιλεύειν αυτόν. 46 και τα λοιπά των λόγων Ιωσαφάτ και αι δυναστείαι αυτού. 45 και ειρήνευσεν Ιωσαφάτ μετά βασιλέως Ισραήλ. 50 τότε είπε ‘Οχοζίας υιος Αχαάβ προς Ιωσαφάτ· πορευθήτωσαν δούλοί μου μετά των δούλων σου ταις ναυσί· και ουκ ηθέλησεν Ιωσαφάτ.

9 και απέστειλε προς αυτόν πεντηκόνταρχον και τους πεντήκοντα αυτού. ει ζήσομαι εκ της αρρωστίας μου ταύτης· και επορεύθησαν επερωτήσαι δι ‘ αυτού. και είπε προς τον πεντηκόνταρχον· και ει άνθρωπος Θεού εγώ. εφ ‘ ης ανέβης εκεί. 3 και άγγελος Κυρίου εκάλεσεν ‘Ηλιού τον Θεσβίτην λέγων· αναστάς δεύρο εις συνάντησιν των αγγέλων ‘Οχοζίου βασιλέως Σαμαρείας και λαλήσεις προς αυτούς· ει παρά το μη είναι Θεόν εν Ισραήλ υμείς πορεύεσθε επιζητήσαι εν τω Βάαλ μυίαν θεόν Ακκαρών. ουχ ούτως· η κλίνη. και ελάλησεν ο πεντηκόνταρχος προς αυτόν και είπεν· άνθρωπε του Θεού. τάδε λέγει ο βασιλεύς· ταχέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 618 . και επορεύθη ‘Ηλιού και είπε προς αυτούς. 5 και επεστράφησαν οι άγγελοι προς αυτόν. 2 και έπεσεν ‘Οχοζίας δια του δικτυωτού του εν τω υπερώω αυτού τω εν Σαμαρεία και ηρρώστησε. κατάβηθι. 8 και είπαν προς αυτόν· ανήρ δασύς και ζώνην δερματίνην περιεζωσμένος την οσφύν αυτού. και ανέβη προς αυτόν. και ιδού ‘Ηλιού εκάθητο επί της κορυφής του όρους. 10 και απεκρίθη ‘Ηλιού. και είπε προς αυτούς· τι ότι επεστρέψατε. ότι θανάτω αποθανή. και ανέβη και ελάλησεν ο πεντηκόνταρχος προς αυτόν και είπεν· άνθρωπε του Θεού. και ουχ ούτως· 4 ότι τάδε λέγει Κύριος· η κλίνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ηθέτησε Μωάβ εν Ισραήλ μετά το αποθανείν Αχαάβ. 6 και είπαν προς αυτόν· ανήρ ανέβη εις συνάντησιν ημών και είπε προς ημάς· δεύτε επιστράφητε προς τον βασιλέα τον αποστείλαντα υμάς και λαλήσατε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· ει παρά το μη είναι Θεόν εν Ισραήλ συ πορεύη επιζητήσαι εν τω Βάαλ μυίαν θεόν Ακκαρών. και απέστειλεν αγγέλους και είπε προς αυτούς· δεύτε και επιζητήσατε εν τω Βάαλ μυίαν θεόν Ακκαρών. ου καταβήση απ ‘ αυτής. 7 και ελάλησε προς αυτούς λέγων· τις η κρίσις του ανδρός του αναβάντος εις συνάντησιν υμίν και λαλήσαντος προς υμάς τους λόγους τούτους. καταβήσεται πυρ εκ του ουρανού και καταφάγεταί σε και τους πεντήκοντά σου· και κατέβη πυρ εκ του ουρανού και κατέφαγεν αυτόν και τους πεντήκοντα αυτού. 11 και προσέθετο ο βασιλεύς και απέστειλε προς αυτόν άλλον πεντηκόνταρχον και τους πεντήκοντα αυτού. ου καταβήση απ ‘ αυτής. ο βασιλεύς εκάλεσέ σε. εφ ‘ ης ανέβης εκεί. και είπεν· ‘Ηλιού ο Θεσβίτης ούτός εστι. ότι θανάτω αποθανή.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατάβηθι. και νυν εντιμωθήτω δη η ψυχή μου εν οφθαλμοίς σου. 18·3 και απέστησε τας στήλας του Βάαλ. ου καταβήση απ ‘ αυτής. 17 και απέθανε κατά το ρήμα Κυρίου. 18 και τα λοιπά των λόγων ‘Οχοζίου. ας εποίησεν ο πατήρ αυτού. 18·4 και εθυμώθη οργή Κύριος εις τον οίκον Αχαάβ. εκολλήθη. ό ελάλησεν ‘Ηλιού. 18·2 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. μη φοβηθής από προσώπου αυτών· και ανέστη ‘Ηλιού και κατέβη μετ ‘ αυτού προς τον βασιλέα. 15 και ελάλησεν άγγελος Κυρίου προς ‘Ηλιού και είπε· κατάβηθι μετ ‘ αυτού. α εποίησεν. εφ ‘ ης ανέβης εκεί. καταβήσεται πυρ εκ του ουρανού και καταφάγεταί σε και τους πεντήκοντά σου· και κατέβη πυρ εξ ουρανού και κατέφαγε αυτόν και τους πεντήκοντα αυτού. εντιμωθήτω δη η ψυχή μου και η ψυχή των δούλων σου τούτων των πεντήκοντα εν οφθαλμοίς σου· 14 ιδού κατέβη πυρ εκ του ουρανού και κατέφαγε τους δύο πεντηκοντάρχους τους πρώτους και τους πεντήκοντα αυτών. ότι θανάτω αποθανή. και συνέτριψεν αυτάς· πλήν εν ταις αμαρτίαις οίκου Ιεροβοάμ. ουκ απέστη απ ‘ αυτών. 13 και προσέθετο ο βασιλεύς έτι αποστείλαι ηγούμενον και τους πεντήκοντα αυτού. εν έτει οκτωκαιδεκάτω Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα. 12 και απεκρίθη ‘Ηλιού και ελάλησε προς αυτόν και είπεν· ει άνθρωπος Θεού εγώ. 18·1 Και Ιωράμ υιος Αχαάβ βασιλεύει επί Ισραήλ εν Σαμαρεία έτη δεκαδύο. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. ουδέ ως η μήτηρ αυτού. και ήλθεν ο πεντηκόνταρχος ο τρίτος και έκαμψεν επί τα γόνατα αυτού κατέναντι ‘Ηλιού και εδεήθη αυτού και ελάλησε προς αυτόν και είπεν· άνθρωπε του Θεού. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω ανάγειν Κύριον εν συσσεισμω τον ‘Ηλιού ως εις τον ουρανόν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 619 . 16 και ελάλησε προς αυτόν και είπεν ‘Ηλιού· τάδε λέγει Κύριος· τι ότι απέστειλας αγγέλους εκζητήσαι εν τω Βάαλ μυίαν θεόν Ακκαρών. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. πλήν ουχ ως οι αδελφοί αυτού. ουχ ούτως· η κλίνη.

4 και είπεν ‘Ηλιού προς Ελισαιέ· κάθου δη ενταύθα. και είπε· και γε εγώ έγνων. και διέβη Ελισαιέ. και επέστρεψεν Ελισαιέ και έστη επί του χείλους του Ιορδάνου· 14 και έλαβε την μηλωτήν ‘Ηλιού. ή έπεσεν επάνωθεν αυτού. πάτερ. ότι Κύριος απέσταλκέ με εις Ιεριχώ· και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. και είπε· καγώ έγνωκα. 9 και εγένετο εν τω διαβήναι αυτούς και ‘Ηλιού είπε προς Ελισαιέ· αίτησαι τι ποιήσω σοι πριν ή αναληφθήναί με από σου. ει εγκαταλείψω σε· και ήλθον εις Ιεριχώ. ου μη γένηται. και επάταξε τα ύδατα. 8 και έλαβεν ‘Ηλιού την μηλωτήν αυτού και είλησε και επάταξε το ύδωρ. 15 και είδον αυτόν οι υιοί των προφητών οι εν Ιεριχώ εξεναντίας και είπον· επαναπέπαυται το πνεύμα ‘Ηλιού επί Ελισαιέ· και ήλθον εις συναντήν αυτού και προσεκύνησαν αυτω επί την γην. ει εγκαταλείψω σε· και ήλθον εις Βαιθήλ. 13 και ύψωσε την μηλωτήν ‘Ηλιού. σιωπάτε. 16 και είπον προς αυτόν· ιδού δη μετά των παίδων σου πεντήκοντα άνδρες υιοί δυνάμεως· πορευθέντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 620 . και διηρέθη το ύδωρ ένθα και ένθα. ότι Κύριος σήμερον λαμβάνει τον κύριόν σου επάνωθεν της κεφαλής σου. και διερράγησαν ένθα και ένθα. ότι Κύριος απέσταλκέ με έως εις τον Ιορδάνην· και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. 12 και Ελισαιέ εώρα και εβόα· πάτερ. 11 και εγένετο αυτών πορευομένων. άρμα Ισραήλ και ιππεύς αυτού· και ουκ είδεν αυτόν έτι και επελάβετο των ιματίων αυτού και διέρρηξεν αυτά εις δύο ρήγματα. 2 και είπεν ‘Ηλιού προς Ελισαιέ· κάθου δη ενταύθα. ή έπεσεν επάνωθεν Ελισαιέ. 6 και είπεν αυτω ‘Ηλιού· κάθου δη ώδε. και είπεν Ελισαιέ· γενηθήτω δη διπλά εν πνεύματί σου επ ‘ εμέ. ει εγκαταλείψω σε· και επορεύθησαν αμφότεροι· 7 και πεντήκοντα άνδρες υιοί των προφητών και έστησαν εξεναντίας μακρόθεν· και αμφότεροι έστησαν επί του Ιορδάνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επορεύθη ‘Ηλιού και Ελισαιέ εκ Γαλγάλων. 10 και είπεν ‘Ηλιού· εσκλήρυνας του αιτήσασθαι· εάν ίδης με αναλαμβανόμενον από σου. 5 και ήγγισαν οι υιοί των προφητών οι εν Ιεριχώ προς Ελισαιέ και είπαν προς αυτόν· ει έγνως ότι σήμερον λαμβάνει Κύριος τον κύριόν σου επάνωθεν της κεφαλής σου. και ανελήφθη ‘Ηλιού εν συσσεισμω ως εις τον ουρανόν. και επάταξε το ύδωρ και ου διέστη· και είπε· που ο Θεός ‘Ηλιού αφφώ. ότι Κύριος απέσταλκέ με έως Βαιθήλ· και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. επορεύοντο και ελάλουν· και ιδού άρμα πυρός και ίπποι πυρός και διέστειλαν ανά μέσον αμφοτέρων. και έσται σοι ούτως· και εάν μη. και διέβησαν αμφότεροι εν ερήμω. σιωπάτε. 3 και ήλθον οι υιοί των προφητών οι εν Βαιθήλ προς Ελισαιέ και είπον προς αυτόν· ει έγνως.

2 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. και είπεν· αποστείλατε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δη ζητησάτωσαν τον κύριόν σου. καθώς ο κύριος βλέπει. 19 και είπον οι άνδρες της πόλεως προς Ελισαιέ· ιδού η κατοίκησις της πόλεως αγαθή. 22 και ιάθησαν τα ύδατα έως της ημέρας ταύτης κατά το ρήμα Ελισαιέ. και είπεν Ελισαιέ· ουκ αποστελείτε. εκολλήθη. μη ποτε ήρεν αυτόν πνεύμα Κυρίου και έρριψεν αυτόν εν τω Ιορδάνη ή εφ ‘ εν των ορέων ή εφ ‘ ένα των βουνών. ουκ έσται έτι εκείθεν θάνατος και ατεκνουμένη. 23 και ανέβη εκείθεν εις Βαιθήλ· και αναβαίνοντος αυτού εν τη οδω και παιδάρια μικρά εξήλθον εκ της πόλεως και κατέπαιζον αυτού και είπον αυτω· ανάβαινε. πλήν ουχ ως ο πατήρ αυτού και ουχ ως η μήτηρ αυτού. ας εποίησεν ο πατήρ αυτού· 3 πλήν εν τη αμαρτία Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. ανάβαινε. 17 και παρεβιάσαντο αυτόν έως ου ησχύνετο. ό ελάλησε. και μετέστησε τας στήλας του Βάαλ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ Ιωράμ υιος Αχαάβ εβασίλευσεν εν Ισραήλ εν έτει οκτωκαιδεκάτω Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα και εβασίλευσε δώδεκα έτη. 25 και επορεύθη εκείθεν εις το όρος το Καρμήλιον κακείθεν επέστρεψεν εις Σαμάρειαν. 5 και εγένετο μετά το αποθανείν Αχαάβ και ηθέτησε βασιλεύς Μωάβ εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 621 . ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. και είπεν Ελισαιέ· ουκ είπον προς υμάς. 4 και Μωσά βασιλεύς Μωάβ ην νωκήδ. και κατηράσατο αυτοίς εν ονόματι Κυρίου· και ιδού εξήλθον δύο άρκοι εκ του δρυμού και ανέρρηξαν απ ‘ αυτών τεσσαράκοντα και δύο παίδας. και απέστειλαν πεντήκοντα άνδρας. φαλακρέ. και τα ύδατα πονηρά και η γη ατεκνουμένη. και αυτός εκάθητο εν Ιεριχώ. 20 και είπεν Ελισαιέ· λάβετέ μοι υδρίσκην καινήν και θέτε εκεί άλα· και έλαβον και ήνεγκαν προς αυτόν. και εζήτησαν τρεις ημέρας και ουχ εύρον αυτόν. 21 και εξήλθεν Ελισαιέ εις την διέξοδον των υδάτων και έρριψεν εκεί άλα και είπε· τάδε λέγει Κύριος· ίαμαι τα ύδατα. και επέστρεφε τω βασιλεί Ισραήλ εν τη επαναστάσει εκατόν χιλιάδας αρνών και εκατόν χιλιάδας κριών επί πόκων. ουκ απέστη απ ‘ αυτής. 18 και ανέστρεψαν προς αυτόν. 24 και εξένευσεν οπίσω αυτών και είδεν αυτά. μη πορευθήτε.

και ουκ ην ύδωρ τη παρεμβολή και τοις κτήνεσι τοις εν τοις ποσίν αυτών. και είπεν· αναβήσομαι· όμοιός μοι όμοιός σοι. και εγένετο επ ‘ αυτόν χείρ Κυρίου. και κατέβη προς αυτόν βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα και βασιλεύς Εδώμ. ως ο λαός μου ο λαός σου. 8 και είπε· ποία οδω αναβώ. και είπεν· οδόν έρημον Εδώμ. 13 και είπεν Ελισαιέ προς βασιλέα Ισραήλ· τι εμοί και σοί. ότι ει μη πρόσωπον Ιωασαφάτ βασιλέως Ιούδα εγώ λαμβάνω. ει επέβλεψα προς σε και είδόν σε· 15 και νυν λαβέ μοι ψάλλοντα. 20 και εγένετο πρωϊ αναβαινούσης της θυσίας και ιδού ύδατα ήρχοντο εξ οδού Εδώμ. και παραδώσω την Μωάβ εν χειρί υμών. ος επέχεεν ύδωρ επί χείρας ‘Ηλιού. 9 και επορεύθη ο βασιλεύς Ισραήλ και ο βασιλεύς Ιούδα και ο βασιλεύς Εδώμ και εκύκλωσαν οδόν επτά ημερών. και εμαχέσαντο οι βασιλείς και επάταξεν ανήρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 622 . και ο ήλιος ανέτειλεν επί τα ύδατα· και είδε Μωάβ εξεναντίας τα ύδατα πυρά ωσεί αίμα 23 και είπαν· αίμα τούτο της ρομφαίας. 16 και είπε· τάδε λέγει Κύριος· ποιήσατε τον χειμάρρουν τούτον βοθύνους βοθύνους· 17 ότι τάδε λέγει Κύριος· ουκ όψεσθε πνεύμα και ουκ όψεσθε υετόν. και είπεν αυτω ο βασιλεύς Ισραήλ· μη ότι κέκληκε Κύριος τους τρεις βασιλείς του παραδούναι αυτούς εις χείρας Μωάβ. ω παρέστην ενώπιον αυτού. 19 και πατάξετε πάσαν πόλιν οχυράν και παν ξύλον αγαθόν καταβαλείτε και πάσας πηγάς ύδατος εμφράξεσθε και πάσαν μερίδα αγαθήν αχρειώσετε εν λίθοις. και ανεβόησαν εκ παντός περιεζωσμένοι ζώνην και είπαν· ω και έστησαν επί του ορίου. 12 και είπεν Ιωσαφάτ· έστιν αυτω ρήμα Κυρίου. 14 και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος των δυνάμεων. και απεκρίθη εις των παίδων του βασιλέως Ισραήλ και είπεν· ώδε Ελισαιέ υιος Σαφάτ. 6 και εξήλθεν ο βασιλεύς Ιωράμ εν τη ημέρα εκείνη εκ Σαμαρείας και επεσκέψατο τον Ισραήλ· 7 και επορεύθη και εξαπέστειλε προς Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα λέγων· βασιλεύς Μωάβ ηθέτησεν εν εμοί· ει πορεύση μετ ‘ εμού εις Μωάβ εις πόλεμον. δεύρο προς τους προφήτας του πατρός σου και τους προφήτας της μητρός σου. ότι κέκληκε Κύριος τους τρεις βασιλείς παρερχομένους δούναι αυτούς εν χειρί Μωάβ 11 και είπεν Ιωσαφάτ· ουκ έστιν ώδε προφήτης του Κυρίου και επιζητήσωμεν τον Κύριον παρ ‘ αυτού. 21 και πάσα Μωάβ ήκουσαν ότι ανέβησαν οι τρεις βασιλείς πολεμείν αυτούς. και επλήσθη η γη ύδατος. και εγένετο ως έψαλλεν ο ψάλλων. ως οι ίπποι μου οι ίπποι σου. και ο χειμάρρους ούτος πλησθήσεται ύδατος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεί Ισραήλ. 22 και ώρθρισαν το πρωϊ. και πίεσθε υμείς και αι κτήσεις υμών και τα κτήνη υμών· 18 και κούφη αυτή εν οφθαλμοίς Κυρίου. 10 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ· ω.

και ουκ ηδυνήθησαν. και έλαβε μεθ ‘ εαυτού επτακοσίους άνδρας εσπασμένους ρομφαίαν διακόψαι προς βασιλέα Εδώμ. και συ έγνως ότι δούλός σου ην φοβούμενος τον Κύριον· και ο δανειστής ήλθε λαβείν τους δύο υιούς μου εαυτω εις δούλους. και αυτή επέχεεν έως επλήσθησαν τα σκεύη. 27 και έλαβε τον υιόν αυτού τον πρωτότοκον. και Ισραήλ ανέστησαν και επάταξαν την Μωάβ. ότι αλλ ‘ ή ό αλείψομαι έλαιον. και εκύκλωσαν οι σφενδονήται και επάταξαν αυτήν. 4 και εισελεύση και αποκλείσεις την θύραν κατά σου και κατά των υιών σου και αποχεείς εις τα σκεύη ταύτα και το πληρωθέν αρείς. και απήραν απ ‘ αυτού και επέστρεψαν εις την γην. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ γυνή μία από των υιών των προφητών εβόα προς τον Ελισαιέ λέγουσα· ο δούλός σου ανήρ μου απέθανε. και ανήνεγκεν αυτόν ολοκαύτωμα επί του τείχους· και εγένετο μετάμελος μέγας επί Ισραήλ. και νυν επί τα σκύλα Μωάβ. 3 και είπε προς αυτήν· δεύρο αίτησαι σεαυτη σκεύη έξωθεν παρά πάντων των γειτόνων σκεύη κενά. και εισήλθον εισπορευόμενοι και τύπτοντες την Μωάβ 25 και τας πόλεις καθείλον και πάσαν μερίδα αγαθήν έρριψαν ανήρ τον λίθον και ενέπλησαν αυτήν και πάσαν πηγήν ενέφραξαν και παν ξύλον αγαθόν κατέβαλον έως του καταλιπείν τους λίθους του τοίχου καθηρημένους. η δε είπεν· ουκ έστι τη δούλη σου ουδέν εν τω οίκω. και συ και οι υιοί σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 623 . 26 και είδεν ο βασιλεύς Μωάβ ότι εκραταίωσεν υπέρ αυτόν ο πόλεμος. ανάγγειλόν μοι τι έστι σοι εν τω οίκω. ον εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. 7 και ήλθε και απήγγειλε τω ανθρώπω του Θεού. 2 και είπεν Ελισαιέ· τι ποιήσω σοι. 24 και εισήλθον εις την παρεμβολήν Ισραήλ. 6 και είπε προς τους υιούς αυτής· εγγίσατε έτι προς με το σκεύος· και είπον αυτη· ουκ έστιν έτι σκεύος· και έστη το έλαιον. και απέκλεισε την θύραν καθ ‘ εαυτής και κατά των υιών αυτής· αυτοί προσήγγιζον προς αυτήν. και έφυγον από προσώπου αυτών. και είπεν Ελισαιέ· δεύρο και απόδου το έλαιον και αποτίσεις τους τόκους σου. μη ολιγώσης. 5 και απήλθε παρ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον πλησίον αυτού.

ως η ωρα. η δε είπεν· εν μέσω του λαού εγώ ειμι οικώ. ει ειρήνη τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 624 . 8 και εγένετο ημέρα και διέβη Ελισαιέ εις Σωμάν. ως ελάλησε προς αυτήν Ελισαιέ. 16 και είπεν Ελισαιέ προς αυτήν· εις τον καιρόν τούτον. 21 και ανήνεγκεν αυτόν και εκοίμισεν αυτόν επί την κλίνην του ανθρώπου του Θεού και απέκλεισε κατ ‘ αυτού και εξήλθε. ως η ωρα. 11 και εγένετο ημέρα και εισήλθεν εκεί και εξέκλινεν εις το υπερωον και εκοιμήθη εκεί. 24 και επέσαξε την όνον και είπε προς το παιδάριον αυτής· άγε πορεύου. 20 και ήρεν αυτόν προς την μητέρα αυτού. ου νεομηνία ουδέ σάββατον. η δε είπεν· ειρήνη. και εκεί γυνή μεγάλη και εκράτησεν αυτόν φαγείν άρτον. και εκοιμήθη επί των γονάτων αυτής έως μεσημβρίας και απέθανε. ει έστι λόγος σοι προς τον βασιλέα ή προς τον άρχοντα της δυνάμεως. 9 και είπεν η γυνή προς τον άνδρα αυτής· ιδού δη έγνων ότι άνθρωπος του Θεού άγιος ούτος διαπορεύεται εφ ‘ ημάς δια παντός. και είπε Γιεζί το παιδάριον αυτού· και μάλα υιος ουκ έστιν αυτη. 14 και είπε προς Γιεζί· τι δεί ποιήσαι αυτη. και έστη ενώπιον αυτού. ζώσα συ περιειληφυία υιόν. μη επίσχης μοι του επιβήναι. 15 και εκάλεσεν αυτήν. 10 ποιήσωμεν δη αυτω υπερωον τόπον μικρόν και θώμεν αυτω εκεί κλίνην και τράπεζαν και δίφρον και λυχνίαν. 13 και είπεν αυτω· ειπόν δη προς αυτήν· ιδού εξέστησας ημίν πάσαν την έκστασιν ταύτην· τι δεί ποιήσαί σοι. 22 και εκάλεσε τον άνδρα αυτής και είπεν· απόστειλον δη μοι εν των παιδαρίων και μίαν των όνων. ζώσα. μη διαψεύση την δούλην σου. την κεφαλήν μου· και είπε τω παιδαρίω· άρον αυτόν προς την μητέρα αυτού. η δε είπε· μη Κύριε. 23 και είπε· τι ότι συ πορεύη προς αυτόν σήμερον. και δραμούμαι έως του ανθρώπου του Θεού και επιστρέψω. και εγένετο ως είδεν Ελισαιέ ερχομένην αυτήν. 12 και είπε προς Γιεζί το παιδάριον αυτού· κάλεσόν μοι την Σωμανίτιν ταύτην· και εκάλεσεν αυτήν. και είπε προς Γιεζί το παιδάριον αυτού· ιδού δη η Σωμανίτις εκείνη· 26 νυν δράμε εις απαντήν αυτής και ερείς· ει ειρήνη σοι. ότι εάν είπω σοι· δεύρο και πορεύση και ελεύση προς τον άνθρωπον του Θεού εις όρος το Καρμήλιον. και εγένετο αφ ‘ ικανού του εισπορεύεσθαι αυτόν εξέκλινε του εκεί φαγείν. 25 και επορεύθη και ήλθεν έως του ανθρώπου του Θεού εις το όρος. 17 και εν γαστρί έλαβεν η γυνή και έτεκεν υιόν εις τον καιρόν τούτον. και ο ανήρ αυτής πρεσβύτης. και έσται εν τω εισπορεύεσθαι προς ημάς και εκκλινεί εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζήσεσθε εν τω επιλοίπω ελαίω. και έστη παρά την θύραν. 19 και είπε προς τον πατέρα αυτού· την κεφαλήν μου. 18 και ηδρύνθη το παιδάριον· και εγένετο ηνίκα εξήλθε προς τον πατέρα αυτού προς τους θερίζοντας.

40 και ενέχει τοις ανδράσι φαγείν. 33 και εισήλθεν Ελισαιέ εις τον οίκον και απέκλεισε την θύραν κατά των δύο εαυτών και προσηύξατο προς Κύριον· 34 και ανέβη και εκοιμήθη επί το παιδάριον και έθηκε το στόμα αυτού επί το στόμα αυτού και τους οφθαλμούς αυτού επί τους οφθαλμούς αυτού και τας χείρας αυτού επί τας χείρας αυτού και διέκαμψεν επ ‘ αυτόν. και διεθερμάνθη η σάρξ του παιδαρίου. ουκ αποκριθήση αυτω· και επιθήσεις την βακτηρίαν μου επί πρόσωπον του παιδαρίου. ουκ ευλογήσεις αυτόν. 35 και επέστρεψε και επορεύθη εν τη οικία ένθεν και ένθεν και ανέβη και συνέκαμψεν επί το παιδάριον έως επτάκις. 27 και ήλθε προς Ελισαιέ εις το όρος και επελάβετο των ποδών αυτού. άνθρωπε του Θεού· και ουκ ηδύναντο φαγείν. και είπεν Ελισαιέ· άφες αυτήν. και ήγγισε Γιεζί απώσασθαι αυτήν. ότι η ψυχή αυτής κατώδυνος αυτη. 31 και Γιεζί διήλθεν έμπροσθεν αυτής και επέθηκε την βακτηρίαν επί πρόσωπον του παιδαρίου. και ο λιμός εν τη γη. 36 και εξεβόησε Ελισαιέ προς Γιεζί και είπε· κάλεσον την Σωμανίτιν ταύτην· και εκάλεσε. 37 και εισήλθεν η γυνή και έπεσεν επί τους πόδας αυτού και προσεκύνησεν επί την γην και έλαβε τον υιόν αυτής και εξήλθε. και εάν ευλογήση σε ανήρ. 32 και εισήλθεν Ελισαιέ εις τον οίκον και ιδού το παιδάριον τεθνηκός κεκοιμισμένον επί την κλίνην αυτού. η δε είπεν· ειρήνη. ει ειρήνη τω παιδαρίω. και ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις· και επέστρεψεν εις απαντήν αυτού και απήγγειλεν αυτω λέγων· ουκ ηγέρθη το παιδάριον. και ήνοιξε το παιδάριον τους οφθαλμούς αυτού. και Κύριος απέκρυψεν απ ‘ εμού και ουκ ανήγγειλέ μοι. και είπεν Ελισαιέ τω παιδαρίω αυτού· επίστησεν τον λέβητα τον μέγαν και έψε έψεμα τοις υιοίς των προφητών. 29 και είπεν Ελισαιέ τω Γιεζί· ζώσαι την οσφύν σου και λαβέ την βακτηρίαν μου εν τη χειρί σου και δεύρο· ότι εάν εύρης άνδρα. και εισήλθε προς αυτόν. 38 και Ελισαιέ επέστρεψεν εις Γάλγαλα. 28 η δε είπε· μη ητησάμην υιόν παρά του Κυρίου μου. και είπεν Ελισαιέ· λάβε τον υιόν σου. και εγένετο εν τω εσθίειν αυτούς εκ του εψέματος και ιδού ανεβόησαν και είπαν· θάνατος εν τω λέβητι. ότι ουκ έγνωσαν. 39 και εξήλθεν εις τον αγρόν συλλέξαι αριώθ και εύρεν άμπελον εν τω αγρω και συνέλεξεν απ ‘ αυτής τολύπην αγρίαν πλήρες το ιμάτιον αυτού και ενέβαλεν εις τον λέβητα του εψέματος. 41 και είπε· λάβετε άλευρον και εμβάλετε εις τον λέβητα· και είπεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 625 . 30 και είπεν η μήτηρ του παιδαρίου· ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου. και υιοί των προφητών εκάθηντο ενώπιον αυτού. ει εγκαταλείψω σε· και ανέστη Ελισαιέ και επορεύθη οπίσω αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανδρί σου. ότι ουκ είπα· ου πλανήσεις μετ ‘ εμού.

ελθέτω δη προς με Ναιμάν και γνώτω ότι εστί προφήτης εν Ισραήλ. 8 και εγένετο ως ήκουσεν Ελισαιέ ότι διέρρηξεν ο βασιλεύς Ισραήλ τα ιμάτια αυτού. και απέστειλε προς τον βασιλέα Ισραήλ λέγων· ινατί διέρρηξας τα ιμάτιά σου. διέρρηξε τα ιμάτια αυτού και είπεν· ο Θεός εγώ του θανατώσαι και ζωοποιήσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελισαιέ προς Γιεζί το παιδάριον· έγχει τω λαω και εσθιέτωσαν· και ουκ εγενήθη εκεί έτι ρήμα πονηρόν εν τω λέβητι. 44 και έφαγον και κατέλιπον κατά το ρήμα Κυρίου. και είπε· δος τω λαω και εσθιέτωσαν. 6 και ήνεγκε το βιβλίον προς τον βασιλέα Ισραήλ λέγων· και νυν ως αν έλθη το βιβλίον τούτο προς σε. 4 και εισήλθε και απήγγειλε τω κυρίω εαυτής και είπεν· ούτως και ούτως ελάλησεν η νεάνις η εκ γης Ισραήλ. 2 και Συρία εξήλθον μονόζωνοι και ηχμαλώτευσαν εκ γης Ισραήλ νεάνιδα μικράν. 5 και είπε βασιλεύς Συρίας προς Ναιμάν· δεύρο είσελθε. ότι ούτος αποστέλλει προς με αποσυνάξαι άνδρα από της λέπρας αυτού. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ Ναιμάν ο άρχων της δυνάμεως Συρίας ην ανήρ μέγας ενώπιον του κυρίου αυτού και τεθαυμασμένος προσώπω. και αποσυνάξεις αυτόν από της λέπρας αυτού. ότι πλήν γνώτε δη και ίδετε ότι προφασίζεται ούτός μοι. 42 και ανήρ διήλθεν εκ Βαιθσαρισά και ήνεγκε προς τον άνθρωπον του Θεού πρωτογεννημάτων είκοσιν άρτους κριθίνους και παλάθας. και εξαποστελώ βιβλίον προς βασιλέα Ισραήλ· και επορεύθη και έλαβεν εν τη χειρί αυτού δέκα τάλαντα αργυρίου και εξακισχιλίους χρυσούς και δέκα αλλασσομένας στολάς. 43 και είπεν ο λειτουργός αυτού· τι δώ τούτο ενώπιον εκατόν ανδρών. 9 και ήλθε Ναιμάν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 626 . και ην ενώπιον της γυναικός Ναιμάν. 3 η δε είπε τη κυρία αυτής· όφελον ο κύριός μου ενώπιον του προφήτου του Θεού του εν Σαμαρεία. 7 και εγένετο ως ανέγνω βασιλεύς Ισραήλ το βιβλίον. ότι τάδε λέγει Κύριος· φάγονται και καταλείψουσι. και είπε· δότε τω λαω και εσθιέτωσαν. ότι εν αυτω έδωκε Κύριος σωτηρίαν Συρία· και ο ανήρ ην δυνατός ισχύϊ. λελεπρωμένος. τότε αποσυνάξει αυτόν από της λέπρας αυτού. ιδού απέστειλα προς σε Ναιμάν τον δούλόν μου.

16 και είπεν Ελισαιέ· ζη Κύριος. ουχί πορευθείς λούσομαι εν αυτοίς και καθαρισθήσομαι. 20 και είπε Γιεζί το παιδάριον Ελισαιέ· ιδού εφείσατο ο κύριός μου του Ναιμάν του Σύρου τούτου του μη λαβείν εκ χειρός αυτού α ενήνοχε· ζη Κύριος ότι ει μη δραμούμαι οπίσω αυτού και λήψομαι απ ‘ αυτού τι. ει λήψομαι· και παρεβιάσατο αυτόν λαβείν. 14 και κατέβη Ναιμάν και εβαπτίσατο εν τω Ιορδάνη επτάκις κατά το ρήμα Ελισαιέ. και ήλθε και έστη ενώπιον αυτού και είπεν· ιδού δη έγνωκα ότι ουκ έστι Θεός εν πάση τη γη. 13 και ήγγισαν οι παίδες αυτού και ελάλησαν προς αυτόν· μέγα λόγον ελάλησεν ο προφήτης προς σε· ουχί ποιήσεις. 19 και είπεν Ελισαιέ προς Ναιμάν· δεύρο εις ειρήνην. και επιστρέψει η σάρξ σου σοι. 21 και εδίωξε Γιεζί οπίσω του Ναιμάν. και ήραν έμπροσθεν αυτού. δοθήτω δη τω δούλω σου γόμος ζεύγος ημιόνων. 23 και είπε· λαβέ διτάλαντον αργυρίου· και έλαβε δύο τάλαντα αργυρίου εν δυσί θυλάκοις και δύο αλλασσομένας στολάς και έδωκεν επί δύο παιδάρια αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 627 . και ότι είπε προς σε. 17 και είπε Ναιμάν· και ει μη. αλλ ‘ ή τω Κυρίω μόνω· 18 και ιλάσεται Κύριος τω δούλω σου εν τω εισπορεύεσθαι τον κύριόν μου εις οίκον Ρεμμάν προσκυνήσαι εκεί και αυτός επαναπαύσεται επί της χειρός μου και προσκυνήσω εν οίκω Ρεμμάν εν τω προσκυνείν αυτόν εν οίκω Ρεμμάν. και εκαθαρίσθη. και είδεν αυτόν Ναιμάν τρέχοντα οπίσω αυτού και επέστρεψεν από του άρματος εις απαντήν αυτού και είπεν· ειρήνη· 22 ο κύριός μου απέστειλέ με λέγων· ιδού νυν ήλθον προς με δύο παιδάρια εξ όρους Εφραίμ από των υιών των προφητών· δος δη αυτοίς τάλαντον αργυρίου και δύο αλλασσομένας στολάς. λούσαι και καθαρίσθητι. 15 και επέστρεψε προς Ελισαιέ αυτός και πάσα η παρεμβολή αυτού. και εξέκλινε και απήλθεν εν θυμω. και καθαρισθήση. 24 και ήλθον εις το σκοτεινόν. ότι ου ποιήσει έτι ο δούλός σου ολοκαύτωμα και θυσίασμα θεοίς ετέροις. και ιλάσεται δη Κύριος τω δούλω σου εν τω λόγω τούτω. και ηπείθησε. ότι αλλ ‘ ή εν τω Ισραήλ· και νυν λαβέ την ευλογίαν παρά του δούλου σου. 10 και απέστειλεν Ελισαιέ άγγελον προς αυτόν λέγων· πορευθείς λούσαι επτάκις εν τω Ιορδάνη. ω παρέστην ενώπιον αυτού. και απήλθεν απ' αυτού εις δεβραθά της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν ίππω και άρματι και έστη επί θύρας οίκου Ελισαιέ. 11 και εθυμώθη Ναιμάν και απήλθε και είπεν· ιδού είπον ότι προς με πάντως εξελεύσεται και στήσεται και επικαλέσεται εν ονόματι Θεού αυτού και επιθήσει την χείρα αυτού επί τον τόπον και αποσυνάξει το λεπρόν· 12 ουχί αγαθός Αβανά και Φαρφάρ ποταμοί Δαμασκού υπέρ πάντα τα ύδατα Ισραήλ. και επέστρεψεν η σάρξ αυτού ως σάρξ παιδαρίου μικρού.

7 και είρηκεν· ύψωσον σεαυτω· και εξέτεινε την χείρα και έλαβεν αυτό. και το σιδήριον εξέπεσεν εις το ύδωρ· και εβόησεν· ω Κύριε. και νυν έλαβες τα ιμάτια και ελαιώνας και αμπελώνας και πρόβατα και βόας και παίδας και παιδίσκας· 27 και η λέπρα Ναιμάν κολληθήσεται εν σοί και εν τω σπέρματί σου εις τον αιώνα. 9 και απέστειλεν Ελισαιέ προς τον βασιλέα Ισραήλ λέγων· φύλαξαι μη παρελθείν εν τω τόπω τούτω. και νυν έλαβες το αργύριον. 12 και είπεν εις των παίδων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 628 . 6 και είπεν ο άνθρωπος του Θεού· που έπεσε. εν ω ημείς οικούμεν ενώπιόν σου. και είπε Γιεζί· ου πεπόρευται ο δούλός σου ένθα και ένθα. 3 και είπεν ο εις επιεικώς· δεύρο μετά των δούλων σου· και είπεν· εγώ πορεύσομαι. και ήλθον εις τον Ιορδάνην και έτεμνον τα ξύλα. 4 και επορεύθη μετ ‘ αυτών. και είπε· δεύτε. ότε επέστεψεν ο ανήρ από του άρματος εις συναντήν σοι. και εξήλθεν εκ προσώπου αυτού λελεπρωμένος ωσεί χιών. 10 και απέστειλεν ο βασιλεύς Ισραήλ εις τον τόπον. και αυτό κεκρυμμένον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και έλαβεν εκ των χειρών αυτών και παρέθετο εν οίκω και εξαπέστειλε τους άνδρας. 26 και είπε προς αυτόν Ελισαιέ· ουχί η καρδία μου επορεύθη μετά σου. 8 και ο βασιλεύς Συρίας ην πολεμών εν Ισραήλ και εβουλεύσατο προς τους παίδας αυτού λέγων· εις τον τόπον τόνδε τινά ελμωνί παρεμβαλώ. 25 και αυτός εισήλθε και παρεστήκει προς τον κύριον αυτού· και είπε προς αυτόν Ελισαιέ· πόθεν. στενός αφ ‘ ημών· 2 πορευθώμεν δη έως του Ιορδάνου και λάβωμεν εκείθεν ανήρ εις δοκόν μίαν και ποιήσωμεν εαυτοίς εκεί του οικείν εκεί. Γιεζί. ότι εκεί Συρία κέκρυπται. και εκάλεσε τους παίδας αυτού και είπε προς αυτούς· ουκ αναγγελείτέ μοι τις προδίδωσί με βασιλεί Ισραήλ. 11 και εξεκινήθη η ψυχή βασιλέως Συρίας περί του λόγου τούτου. 5 και ιδού ο εις καταβάλλων την δοκόν. ον είπεν αυτω Ελισαιέ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ είπον υιοί των προφητών προς Ελισαιέ· ιδού δη ο τόπος. και έδειξεν αυτω τον τόπον. και εφυλάξατο εκείθεν ου μίαν ουδέ δύο. και επεπόλασε το σιδήριον. και απέκνισε ξύλον και έρριψεν εκεί.

Κύριε. 15 και ώρθρισεν ο λειτουργός Ελισαιέ αναστήναι και εξήλθε. και ιδού δύναμις κυκλούσα την πόλιν και ίππος και άρμα. έως ου εγενήθη κεφαλή όνου πεντήκοντα σίκλων αργυρίου και τέταρτον του κάβου κόπρου περιστερών πέντε σίκλων αργυρίου. και γυνή εβόησε προς αυτόν λέγουσα· σώσον. και ήλθον νυκτός και περιεκύκλωσαν την πόλιν. 25 και εγένετο λιμός μέγας εν Σαμαρεία. 24 Και εγένετο μετά ταύτα και ήθροισεν υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας πάσαν την παρεμβολήν αυτού και ανέβη και περιεκάθισεν επί Σαμάρειαν. τους οφθαλμούς αυτών και ιδέτωσαν· και διήνοιξε Κύριος τους οφθαλμούς αυτών. και είπεν Ελισαιέ· άνοιξον δη. 23 και παρέθηκεν αυτοίς παράθεσιν μεγάλην. 26 και ην ο βασιλεύς διαπορευόμενος επί του τείχους. μη από άλωνος ή από ληνού. ότι Ελισαιέ ο προφήτης ο εν Ισραήλ αναγγέλλει τω βασιλεί Ισραήλ πάντας τους λόγους. 18 και κατέβησαν προς αυτόν. Πως ποιήσομεν. και ιδού ήσαν εν μέσω Σαμαρείας. και ου προσέθεντο έτι μονόζωνοι Συρίας του ελθείν εις γην Ισραήλ. 16 και είπεν Ελισαιέ· μη φοβού. και έφαγον και έπιον· και απέστειλεν αυτούς. ως είδεν αυτούς· ει πατάξας πατάξω. 20 και εγένετο ως εισήλθον εις Σαμάρειαν. 27 και είπεν αυτη· μη σε σώσαι Κύριος. ον ζητείτε· και απήγαγεν αυτούς προς Σαμάρειαν. 21 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ προς Ελισαιέ. και άξω υμάς προς τον άνδρα. και άρμα πυρός περικύκλω Ελισαιέ. 22 και είπεν· ου πατάξεις. και προσηύξατο προς Κύριον και είπε· πάταξον δη το έθνος τούτο αορασία· και επάταξεν αυτούς αορασία κατά το ρήμα Ελισαιέ. και αποστείλας λήψομαι αυτόν· και απήγγειλαν αυτω λέγοντες· ιδού εν Δωθαϊμ. ει μη ους ηχμαλώτευσας εν ρομφαία σου και τόξω σου συ τύπτεις· παράθες άρτους και ύδωρ ενώπιον αυτών. και ιδού το όρος πλήρες ίππων. ότι πλείους οι μεθ ‘ ημών υπέρ τους μετ ‘ αυτών. πόθεν σώσω σε. πάτερ. 19 και είπε προς αυτούς Ελισαιέ· ουχί αύτη η πόλις και αύτη η οδός· δεύτε οπίσω μου. 17 και προσηύξατο Ελισαιέ και είπε· Κύριε. και ιδού περιεκάθηντο επ ‘ αυτήν. 14 και απέστειλεν εκεί ίππον και άρμα και δύναμιν βαρείαν. και φαγέτωσαν και πιέτωσαν και απελθέτωσαν προς τον κύριον αυτών. διάνοιξον δη τους οφθαλμούς του παιδαρίου και ιδέτω· και διήνοιξε Κύριος τους οφθαλμούς αυτού και είδε. 13 και είπε· δεύτε ίδετε που ούτος. ους εάν λαλήσης εν τω ταμιείω του κοιτώνός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού· ουχί κύριέ μου βασιλεύ. 28 και είπεν αυτη ο βασιλεύς· τι έστι σοι. και είπε το παιδάριον προς αυτόν· ω κύριε. και είδον. και απήλθον προς τον κύριον αυτών. κύριε βασιλεύ. και είπεν η γυνή· αύτη είπε προς με· δος τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 629 .

30 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ισραήλ τους λόγους της γυναικός. διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. εισέλθωμεν εις την πόλιν. και είδεν ο λαός τον σάκκον επί της σαρκός αυτού έσωθεν. και είπον προς αυτήν τη ημέρα τη δευτέρα· δος τον υιόν σου και φάγωμεν αυτόν. 33 έτι αυτού λαλούντος μετ ‘ αυτών και ιδού άγγελος κατέβη προς αυτόν και είπεν· ιδού αύτη η κακία παρά Κυρίου· τι υπομείνω τω Κυρίω έτι. και αποθανούμεθα. 3 και τέσσαρες άνδρες ήσαν λεπροί παρά την θύραν της πόλεως. και τον υιόν μου φαγόμεθα αυτόν αύριον· 29 και ηψήσαμεν τον υιόν μου και εφάγομεν αυτόν. 31 και είπε· τάδε ποιήσαι μοι ο Θεός και τάδε προσθείη. 5 και ανέστησαν εν τω σκότει εισελθείν εις την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 630 . εφ ‘ ον ο βασιλεύς επανεπαύετο επί την χείρα αυτού. και είπεν ανήρ προς τον πλησίον αυτού· τι ημείς καθήμεθα ώδε. 32 και Ελισαιέ εκάθητο εν τω οίκω αυτού. ει στήσεται η κεφαλή Ελισαιέ επ ‘ αυτω σήμερον. 2 και απεκρίθη ο τριστάτης. και απέστειλεν άνδρα προ προσώπου αυτού πριν ελθείν τον άγγελον προς αυτόν και αυτός είπε προς τους πρεσβυτέρους· ει οίδατε ότι απέστειλεν ο υιος του φονευτού ούτος αφελείν την κεφαλήν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιόν σου και φαγόμεθα αυτόν σήμερον. ίδετε ως αν έλθη ο άγγελος. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ είπεν Ελισαιέ· άκουσον λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος· ως η ωρα αύτη αύριον μέτρον σεμιδάλεως σίκλου και δίμετρον κριθών σίκλου εν ταις πύλαις Σαμαρείας. και αυτός διεπορεύετο επί του τείχους. έως αποθάνωμεν. και ζησόμεθα· και εάν θανατώσωσιν ημάς. και έκρυψε τον υιόν αυτής. και αποθανούμεθα. 4 εάν είπωμεν. μη έσται το ρήμα τούτο. αποκλείσατε την θύραν· και παραθλίψατε αυτόν εν τη θύρα· ουχί φωνή των ποδών του κυρίου αυτού κατόπισθεν αυτού. τω Ελισαιέ και είπεν· ιδού ποιήσει Κύριος καταράκτας εν ουρανω. και ο λιμός εν τη πόλει και αποθανούμεθα εκεί· και εάν καθίσωμεν ώδε. και Ελισαιέ είπεν· ιδού συ όψει τοις οφθαλμοίς σου και εκείθεν ου φάγη. και νυν δεύτε και εμπέσωμεν εις την παρεμβολήν Συρίας· εάν ζωογονήσωσιν ημάς. και οι πρεσβύτεροι εκάθηντο μετ ‘ αυτού.

ότι ει μη ίππος δεδεμένος και όνος και αι σκηναί αυτών ως εισί. 15 και επορεύθησαν οπίσω αυτών έως του Ιορδάνου. και δίμετρον κριθών σίκλου. και ιδού πάσα η οδός πλήρης ιματίων και σκευών. λέγοντες· εισήλθομεν εις την παρεμβολήν Συρίας. και εγένετο μέτρον σεμιδάλεως σίκλου. και ημείς σιωπώμεν και μένομεν έως φωτός του πρωϊ και ευρήσομεν ανομίαν· και νυν δεύρο και εισέλθωμεν και αναγγείλωμεν εις τον οίκον του βασιλέως. 7 και ανέστησαν και απέδρασαν εν τω σκότει και εγκατέλιπαν τας σκηνάς αυτών και τους ίππους αυτών και τους όνους αυτών εν τη παρεμβολή ως εστι και έφυγον προς την ψυχήν εαυτών. 17 και ο βασιλεύς κατέστησε τον τριστάτην. 14 και έλαβον δύο επιβάτας ίππων. και εξήλθαν εκ της παρεμβολής και εκρύβησαν εν τω αγρω λέγοντες· ότι εξελεύσονται εκ της πόλεως. και είπεν ανήρ προς τον αδελφόν αυτού· νυν εμισθώσατο εφ ‘ ημάς ο βασιλεύς Ισραήλ τους βασιλέας των Χετταίων και τους βασιλέας Αιγύπτου του ελθείν εφ ‘ ημάς. 8 και εισήλθον οι λεπροί ούτοι έως μέρους της παρεμβολής και εισήλθον εις σκηνήν μίαν και έφαγον και έπιον και ήραν εκείθεν αργύριον και χρυσίον και ιματισμόν και επορεύθησαν· και επέστρεψαν εκείθεν και εισήλθον εις σκηνήν άλλην και έλαβον εκείθεν και επορεύθησαν και κατέκρυψαν. 13 και απεκρίθη εις των παίδων αυτού και είπε· λαβέτωσαν δη πέντε των ίππων των υπολελειμμένων. και ιδού ουκ έστιν εκεί ανήρ και φωνή ανθρώπου. 9 και είπεν ανήρ προς τον πλησίον αυτού· ουχ ούτως ημείς ποιούμεν· η ημέρα αύτη ημέρα ευαγγελίας εστί. 6 και κύριος ακουστήν εποίησε παρεμβολήν την Συρίας φωνήν άρματος και φωνήν ίππου. οί κατελείφθησαν ώδε. 12 και ανέστη ο βασιλεύς νυκτός και είπε προς τους παίδας αυτού· αναγγελώ δη υμίν α εποίησεν υμίν Συρία· έγνωσαν ότι πεινώμεν ημείς. ων έρριψε Συρία εν τω θαμβείσθαι αυτούς· και επέστρεψαν οι άγγελοι και ανήγγειλαν τω βασιλεί. εφ ‘ ον ο βασιλεύς επανεπαύσατο τη χειρί αυτού. και συνεπάτησεν αυτόν ο λαός εν τη πύλη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεμβολήν Συρίας και ήλθον εις μέρος παρεμβολής Συρίας. 10 και εισήλθον και εβόησαν προς την πύλην της πόλεως και ανήγγειλαν αυτοίς. ιδού εισι προς παν το πλήθος Ισραήλ το εκλείπον· και αποστελούμεν εκεί και οψόμεθα. και συλληψόμεθα αυτούς ζώντας και εις την πόλιν εισελευσόμεθα. και απέθανε. καθά ελάλησεν ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 631 . επί της πύλης. και ιδού ουκ έστιν ανήρ εκεί. φωνήν δυνάμεως μεγάλης. κατά το ρήμα Κυρίου. και απέστειλεν ο βασιλεύς Ισραήλ οπίσω του βασιλέως Συρίας λέγων· δεύτε και ίδετε. 16 και εξήλθεν ο λαός και διήρπασαν την παρεμβολήν Συρίας. 11 και εβόησαν οι θυρωροί και ανήγγειλαν εις τον οίκον του βασιλέως έσω.

8 και είπεν ο βασιλεύς προς Αζαήλ· λάβε εν τη χειρί σου μαναά και δεύρο εις απαντήν του ανθρώπου του Θεού και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 632 . ότι κέκληκε Κύριος λιμόν επί την γην. και είπεν Ελισαιέ· ιδού όψη τοις οφθαλμοίς σου και εκείθεν ου μη φάγη. αύτη η γυνή και ούτος ο υιος αυτής. 3 και εγένετο μετά το τέλος των επτά ετών και επέστρεψεν η γυνή εκ γης αλλοφύλων εις την πόλιν και ήλθε βοήσαι προς τον βασιλέα περί του οίκου εαυτής και περί των αγρών αυτής. 2 και ανέστη η γυνή και εποίησε κατά το ρήμα Ελισαιέ και αυτή και ο οίκος αυτής και παρώκει εν γη αλλοφύλων επτά έτη. ον εζωπύρησεν Ελισαιέ. 4 και ο βασιλεύς ελάλει προς Γιεζί το παιδάριον Ελισαιέ του ανθρώπου του Θοεύ λέγων· διήγησαι δη εμοί πάντα τα μεγάλα. 7 Και ήλθεν Ελισαιέ εις Δαμασκόν. λέγων· ανάστηθι και δεύρο συ και ο οίκός σου και παροίκει. ης εζωπύρησε τον υιόν. και συνεπάτησεν αυτόν ο λαός εν τη πύλη και απέθανε. βοώσα προς τον βασιλέα περί του οίκου εαυτής και περί των αγρών εαυτής· και είπε Γιεζί· κύριε βασιλεύ. ος ελάλησεν εν τω καταβήναι τον άγγελον προς αυτόν. α εποίησεν Ελισαιέ. ης κατέλιπε την γην έως του νυν. 20 και εγένετο ούτως. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ Ελισαιέ ελάλησε προς την γυναίκα. και υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας ηρρώστει. μη έσται το ρήμα τούτο. και γε ήλθεν επί την γην επτά έτη. 5 και εγένετο αυτού εξηγουμένου τω βασιλεί. 6 και επηρώτησεν ο βασιλεύς την γυναίκα και διηγήσατο αυτω· και έδωκεν αυτη ο βασιλεύς ευνούχον ένα λέγων· επίστρεψον πάντα τα αυτής και πάντα τα γενήματα του αγρού από της ημέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνθρωπος του Θεού. και ανήγγειλαν αυτω λέγοντες· ήκει ο άνθρωπος του Θεού έως ώδε. ης εζωπύρησε τον υιόν αυτής Ελισαιέ. 18 και εγένετο καθά ελάλησεν Ελισαιέ προς τον βασιλέα λέγων· δίμετρον κριθής σίκλου και μέτρον σεμιδάλεως σίκλου και έσται ως η ωρα αύριον εν τη πύλη Σαμαρείας· 19 και απεκρίθη ο τριστάτης τω Ελισαιέ και είπεν· ιδού Κύριος ποιεί καταράκτας εν τω ουρανω. ου εάν παροικήσης. και ιδού η γυνή. ως εζωπύρησεν υιόν τεθνηκότα.

19 και ουκ ηθέλησε Κύριος διαφθείραι τον Ιούδαν δια Δαυίδ τον δούλον αυτού. 22 και ηθέτησεν Εδώμ υποκάτω της χειρός Ιούδα έως της ημέρας ταύτης. 15 και εγένετο τη επαύριον. 18 και επορεύθη εν οδω βασιλέων Ισραήλ. και έφυγεν ο λαός εις τα σκηνώματα αυτών. και ήλθε και έστη ενώπιον αυτού και είπε προς Ελισαιέ· υιος σου υιος Άδερ βασιλεύς Συρίας απέστειλέ με προς σε επερωτήσαι λέγων· ει ζήσομαι εκ της αρρωστίας μου ταύτης. ότι θυγάτηρ Αχαάβ ην αυτω εις γυναίκα· και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιζήτησον τον Κύριον παρ ‘ αυτού λέγων· ει ζήσομαι εκ της αρρωστίας μου ταύτης. άρσιν τεσσαράκοντα καμήλων. και έλαβε το μαχμά και έβαψεν εν τω ύδατι και περιέβαλεν επί το πρόσωπον αυτού και απέθανε. ζωή ζήση. και έκλαυσεν ο άνθρωπος του Θεού. 17 υιος τριάκοντα και δύο ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και οκτώ έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 16 Εν έτει πέμπτω τω Ιωράμ υιω Αχαάβ βασιλεί Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεί Ιούδα εβασίλευσεν Ιωράμ υιος Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα. 9 και επορεύθη Αζαήλ εις απαντήν αυτού και έλαβε μαναά εν τη χειρί αυτού και πάντα τα αγαθά Δαμασκού. καθώς είπε δούναι αυτω λύχνον και τοις υιοίς αυτού πάσας τας ημέρας. όσα εποίησεν. ουκ ιδού ταύτα γέγραπται επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. και είπεν· είπέ μοι. ότι ποιήσει το ρήμα τούτο. 24 και εκοιμήθη Ιωράμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 633 . 23 και τα λοιπά των λόγων Ιωράμ και πάντα. 20 εν ταις ημέραις αυτού ηθέτησεν Εδώμ υποκάτωθεν χειρός Ιούδα και εβασίλευσαν εφ ‘ εαυτούς βασιλέα. 12 και είπεν Αζαήλ· τι ότι ο κύριός μου κλαίει. τότε ηθέτησε Λοβενά εν τω καιρω εκείνω. 21 και ανέβη Ιωράμ εις Σιώρ και πάντα τα άρματα τα μετ ‘ αυτού. 13 και είπεν Αζαήλ· τις εστιν ο δούλός σου ο κύων ο τεθνηκώς. και εβασίλευσεν Αζαήλ αντ ‘ αυτού. καθώς εποίησεν οίκος Αχαάβ. και εγένετο αυτού αναστάντος και επάταξε τον Εδώμ τον κυκλώσαντα επ ‘ αυτόν και τους άρχοντας των αρμάτων. και είπεν Ελισαιέ· έδειξέ μοι Κύριός σε βασιλεύοντα επί Συρίαν. 14 και απήλθεν από Ελισαιέ και εισήλθε προς τον κύριον αυτού και είπεν αυτω· τι είπέ σοι Ελισαιέ. 10 και και είπεν Ελισαιέ· δεύρο ειπόν αυτω· ζωή ζήση· και έδειξέ μοι Κύριος ότι θανάτω αποθανή· 11 και παρέστη τω προσώπω αυτού και έθηκεν έως αισχύνης. και είπεν· ότι οίδα όσα ποιήσεις τοις υιοίς Ισραήλ κακά· τα οχυρώματα αυτών εξαποστελείς εν πυρί και τους εκλεκτούς αυτών εν ρομφαία αποκτενείς και τα νήπια αυτών ενσείσεις και τας εν γαστρί εχούσας αυτών αναρρήξεις.

6 και ανέστη και εισήλθεν εις τον οίκον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ και εβασίλευσεν ‘Οχοζίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. ο άρχων. και επάταξαν οι Σύροι τον Ιωράμ. 26 υιος είκοσι και δύο ετών ‘Οχοζίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και ενιαυτόν ένα εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και επέχεε το έλαιον επί την κεφαλήν αυτού και είπεν αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· κέχρικά σε εις βασιλέα επί λαόν Κυρίου επί τον Ισραήλ. ο άρχων. 28 και επορεύθη μετά Ιωράμ υιού Αχαάβ εις πόλεμον μετά Αζαήλ βασιλέως αλλοφύλων εν Ρεμμώθ Γαλαάδ. 7 και εξολοθρεύσεις τον οίκον Αχαάβ του κυρίου σου εκ προσώπου μου και εκδικήσεις τα αίματα των δούλων μου των προφητών και τα αίματα πάντων των δούλων Κυρίου εκ χειρός Ιεζάβελ 8 και εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 634 . ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 25 Εν έτει δωδεκάτω τω Ιωράμ υιω Αχαάβ βασιλεί Ισραήλ εβασίλευσεν ‘Οχοζίας υιος Ιωράμ. 4 και επορεύθη το παιδάριον ο προφήτης εις Ρεμμώθ Γαλαάδ 5 και εισήλθε. και ιδού οι άρχοντες της δυνάμεως εκάθηντο. και είπεν Ιού· προς τίνα εκ πάντων ημών. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ Ελισαιέ ο προφήτης εκάλεσεν ένα των υιών των προφητών και είπεν αυτω· ζώσαι την οσφύν σου και λαβέ τον φακόν του ελαίου τούτου εν τη χειρί σου και δεύρο εις Ρεμμώθ Γαλαάδ· 2 και εισελεύση εκεί και όψη εκεί Ιού υιόν Ιωσαφάτ υιού Ναμεσσί και εισελεύση και αναστήσεις αυτόν εκ μέσου των αδελφών αυτού και εισάξεις αυτόν εις το ταμιείον εν ταμιείω· 3 και λήψη τον φακόν του ελαίου και επιχεείς επί την κεφαλήν αυτού και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· κέχρικά σε εις βασιλέα επί Ισραήλ· και ανοίξεις την θύρα και φεύξη και ου μενείς. και είπε· λόγος μοι προς σε. 27 και επορεύθη εν οδω οίκου Αχαάβ και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου καθώς ο οίκος Αχαάβ. ότι ηρρώστει αυτός. ων επάταξαν αυτόν εν Ρεμμώθ εν τω πολεμείν αυτόν μετά Αζαήλ βασιλέως Συρίας· και ‘Οχοζίας υιος Ιωράμ κατέβη του ιδείν τον Ιωράμ υιόν Αχαάβ εν Ιεζράελ. και όνομα της μητρός αυτού Γοθολία θυγάτηρ Αμβρί βασιλέως Ισραήλ. 29 και επέστρεψεν ο βασιλεύς Ιωράμ του ιατρευθήναι εν Ιεζράελ από των πληγών. και είπε· προς σε.

12 και είπον· άδικον· απάγγειλον δη ημίν. τι ότι εισήλθεν ο επίληπτος ούτος προς σε. και εξήλθον εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 635 . ει ειρήνη. μη εξελθέτω εκ της πόλεως διαπεφευγώς του πορευθήναι και απαγγείλαι εν Ιεζράελ. 13 και ακούσαντες έσπευσαν και έλαβεν έκαστος το ιμάτιον αυτού και έθηκαν υποκάτω αυτού επί το γαρέμ των αναβαθμών και εσάλπισαν εν κερατίνη και είπαν· εβασίλευσεν Ιού. 18 και επορεύθη επιβάτης ίππου εις απαντήν αυτών και είπε· τάδε λέγει ο βασιλεύς. ότι αυτός δυνατός και ανήρ δυνάμεως. ων έπαισαν αυτόν οι Σύριοι εν τω πολεμείν αυτόν μετά Αζαήλ βασιλέως Συρίας· και είπεν Ιού· ει έστι ψυχή υμών μετ ‘ εμού. 19 και απέστειλεν επιβάτην ίππου δεύτερον. και ουκ έστιν ο θάπτων. και είπαν αυτω· ειρήνη. 15 και απέστρεψεν Ιωράμ ο βασιλεύς ιατρευθήναι εν Ιεζράελ από των πληγών. και ‘Οχοζίας βασιλεύς Ιούδα κατέβη ιδείν τον Ιωράμ. ότι εν παραλλαγή εγένετο. και ήλθε προς αυτόν και είπε· τάδε λέγει ο βασιλεύς· ει ειρήνη. και είπεν Ιού προς αυτούς· ούτω και ούτω ελάλησε προς με λέγων· τάδε λέγει Κύριος· κέχρικά σε εις βασιλέα επί Ισραήλ. ότι Ιωράμ βασιλεύς Ισραήλ εθαραπεύετο εν τω Ιεζράελ από των τοξευμάτων. και απήγγειλεν ο σκοπός λέγων· ήλθεν ο άγγελος έως αυτών και ουκ ανέστρεψε. και εξήλθεν Ιωράμ βασιλεύς Ισραήλ και ‘Οχοζίας βασιλεύς Ιούδα. 16 και ίππευσε και επορεύθη Ιού και κατέβη εις Ιεζράελ. και είπεν Ιού· τι σοι και ειρήνη. 17 και ο σκοπός ανέβη επί τον πύργον Ιεζράελ και είδε τον κονιορτόν Ιού εν τω παραγίνεσθαι αυτόν και είπε· κονιορτόν εγώ βλέπω. αυτός και πας Ισραήλ από προσώπου Αζαήλ βασιλέως Συρίας. και ειπάτω. και είπεν αυτοίς· υμείς οίδατε τον άνδρα και την αδολεσχίαν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειρός όλου του οίκου Αχαάβ και εξολοθρεύσεις τω οίκω Αχαάβ ουρούντα προς τοίχον και συνεχόμενον και εγκαταλελειμμένον εν Ισραήλ· 9 και δώσω τον οίκον Αχαάβ ως τον οίκον Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ και ως τον οίκον Βαασά υιού Αχιά· 10 και την Ιεζάβελ καταφάγονται οι κύνες εν τη μερίδι Ιεζράελ. 14 και συνεστράφη Ιού υιος Ιωσαφάτ υιού Ναμεσσί προς Ιωράμ και Ιωράμ αυτός εφύλασσεν εν Ρεμμώθ Γαλαάδ. ανήρ εν τω άρματι αυτού. 21 και είπεν Ιωράμ· ζεύξον· και έζευξεν άρμα. επιστρέφου εις τα οπίσω μου. και είπεν Ιού· τι σοι και ειρήνη. ων κατετόξευσαν αυτόν οι Αραμίν εν τη Ραμμάθ εν τω πολέμω μετά Αζαήλ βασιλέως Συρίας. ει ειρήνη. επίστρεφε εις τα οπίσω μου. 20 και απήγγειλεν ο σκοπός λέγων· ήλθεν έως αυτών και ουκ ανέστρεψε· και ο άγων ήγε τον Ιού υιόν Ναμεσσί. 11 και Ιού εξήλθε προς τους παίδας του κυρίου αυτού. και ήνοιξε την θύραν και έφυγε. και είπεν Ιωράμ· λαβέ επιβάτην και απόστειλον έμπροσθεν αυτών.

24 και έπλησεν Ιού την χείρα αυτού εν τω τόξω και επάταξε τον Ιωράμ ανά μέσον των βραχιόνων αυτού. και συνεπάτησαν αυτήν. 28 και επεβίβασαν αυτόν οι παίδες αυτού επί το άρμα και ήγαγον αυτόν εις Ιερουσαλήμ και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού εν πόλει Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απαντήν Ιού και εύρον αυτόν εν τη μερίδι Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. 27 και ‘Οχοζίας βασιλεύς Ιούδα είδε και έφυγεν οδόν Βαιθαγγάν. και ανταποδώσω αυτω εν τη μερίδι ταύτη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 636 . ον ελάλησεν εν χειρί ‘Ηλιού του Θεσβίτου λέγων· εν τη μερίδι Ιεζράελ καταφάγονται οι κύνες τας σάρκας Ιεζάβελ. και είπεν· ει ειρήνη Ιού. 36 και επέστρεψαν και ανήγγειλαν αυτω. και είπεν Ιού· τι ειρήνη. έτι αι πορνείαι Ιεζάβελ της μητρός σου και τα φάρμακα αυτής τα πολλά. ότι θυγάτηρ βασιλέως εστί. 22 και εγένετο ως είδεν Ιωράμ τον Ιού. και Κύριος έλαβεν επ ‘ αυτόν το λήμμα τούτο λέγων· 26 ει μη τα αίματα Ναβουθαί και τα αίματα των υιών αυτού είδον εχθές. κατάβηθι μετ ‘ εμού. και εξήλθε το βέλος αυτού δια της καρδίας αυτού. ή εστιν Ιεβλαάμ. 23 και επέστρεψεν Ιωράμ τας χείρας αυτού του φυγείν και είπε προς ‘Οχοζίαν· δόλος. φησί Κύριος· και νυν άρας δη ρίψον αυτόν εν τη μερίδι κατά το ρήμα Κυρίου. και έκαμψεν επί τα γόνατα αυτού. φησί Κύριος. εγώ και συ επιβεβηκότες επί ζεύγη οπίσω Αχαάβ του πατρός αυτού. 34 και εισήλθε και έφαγε και έπιε και είπεν· επισκέψασθε δη την κατηραμένην ταύτην και θάψατε αυτήν. 35 και επορεύθησαν θάψαι αυτήν και ουχ εύρον εν αυτη άλλο τι ή το κρανίον και οι πόδες και τα ίχνη των χειρών. και ερραντίσθη του αίματος αυτής προς τον τοίχον και προς τους ίππους. 25 και είπε προς Βαδεκάρ τον τριστάτην αυτού· ρίψον αυτόν εν τη μερίδι αγρού Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου· ότι μνημονεύω. 30 και ήλθεν Ιού επί Ιεζράελ· και Ιεζάβελ ήκουσε και εστιμίσατο τους οφθαλμούς αυτής και ηγάθυνε την κεφαλήν αυτής και διέκυψε δια της θυρίδος. 32 και επήρε το πρόσωπον αυτού εις την θυρίδα και είδεν αυτήν και είπε· τι ει συ. 31 και Ιού εισεπορεύετο εν τη πόλει και είπεν· ει ειρήνη. και έφυγεν εις Μαγεδδώ και απέθανεν εκεί. και εκύλισαν αυτήν. και εδίωξεν οπίσω αυτού Ιού και είπε· και γε αυτόν· και επάταξεν αυτόν προς τω άρματι εν τω αναβαίνειν Γαϊ. 37 και έσται το θνησιμαίον Ιεζάβελ ως κοπρία επί προσώπου του αγρού εν τη μερίδι Ιεζράελ. και κατέκυψαν προς αυτόν δύο ευνούχοι· 33 και είπε· κυλίσατε αυτήν. και είπε· λόγος Κυρίου. 29 και εν έτει ενδεκάτω Ιωράμ βασιλέως Ισραήλ εβασίλευσεν ‘Οχοζίας επί Ιούδαν. Ζαμβρί ο φονευτής του κυρίου αυτού. ‘Οχοζία. ωστε μη ειπείν αυτούς Ιεζάβελ.

και έθηκαν τας κεφαλάς αυτών εν καρτάλλοις και απέστειλαν αυτάς προς αυτόν εις Ιεζράελ. και έγραψεν Ιού βιβλίον και απέστειλεν εν Σαμαρεία προς τους άρχοντας Σαμαρείας και προς τους πρεσβυτέρους και προς τους τιθηνούς Αχαάβ λέγων· 2 και νυν ως αν έλθη το βιβλίον τούτο προς υμάς. 10 ίδετε αφφώ. ποιήσομεν· ου βασλεύσομεν άνδρα. 5 και απέστειλαν οι επί του οίκου και οι επί της πόλεως και οι πρεσβύτεροι και οι τιθηνοί προς Ιού λέγοντες· παίδές σου και ημείς. και Πως στησόμεθα ημείς. λάβετε την κεφαλήν ανδρών των υιών του κυρίου υμών και ενέγκατε προς με ως η ωρα αύριον εν Ιεζράελ. το αγαθόν εν οφθαμοίς σου ποιήσομεν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 637 . και της φωνής μου υμείς εισακούετε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ τω Αχαάβ εβδομήκοντα υιοί εν Σαμαρεία. 8 και ήλθεν ο άγγελος και απήγγειλε λέγων· ήνεγκαν τας κεφαλάς των υιών του βασιλέως· και είπε· θέτε αυτάς βουνούς δύο παρά την θύραν της πύλης εις πρωϊ. εβδομήκοντα άνδρας. και όσα εάν είπης προς ημάς. 4 και εφοβήθησαν σφόδρα και είπον· ιδού οι δύο βασιλείς ουκ έστησαν κατά πρόσωπον αυτού. 3 και όψεσθε τον αγαθόν και τον ευθή εν τοις υιοίς του κυρίου υμών και καταστήσετε αυτόν επί τον θρόνον του πατρός αυτού και πολεμείτε υπέρ του οίκου του κυρίου υμών. και μεθ ‘ υμών οι υιοί του κυρίου υμών και μεθ ‘ υμών το άρμα και οι ίπποι και πόλεις οχυραί και τα όπλα. και έλαβον τους υιούς του βασιλέως και έσφαξαν αυτούς. ου ελάλησε Κύριος επί τον οίκον Αχαάβ· και Κύριος εποίησεν όσα ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού ‘Ηλιού. και οι υιοί του βασιλέως ήσαν εβδομήκοντα άνδρες· ούτοι αδροί της πόλεως εξέτρεφον αυτούς. ότι ου πεσείται από του ρήματος Κυρίου εις την γην. 7 και εγένετο ως ήλθε το βιβλίον προς αυτούς. 11 και επάταξεν Ιού πάντας τους καταλειφθέντας εν τω οίκω Αχαάβ εν Ιεζράελ και πάντας τους αδρούς αυτού και τους γνωστούς αυτού και τους ιερείς αυτού ωστε μη καταλιπείν αυτού κατάλειμμα. 9 και εγένετο πρωϊ και εξήλθε και έστη εν τω πυλώνι της πόλεως και είπε προς πάντα τον λαόν· δίκαιοι υμείς· ιδού εγώ ειμι συνεστράφην επί τον κύριόν μου και απέκτεινα αυτόν· και τις επάταξε πάντας τούτους. 6 και έγραψε προς αυτούς Ιού βιβλίον δεύτερον λέγων· ει εμοί υμείς.

ίνα απολέση τους δούλους του Βάαλ. και έδωκε την χείρα αυτού. ανήρ μη επισκεπήτω. και είπον· αδελφοί ‘Οχοζίου ημείς και κατέβημεν εις ειρήνην των υιών του βασιλέως και των υιών της δυναστευούσης. 18 Και συνήθροισεν Ιού πάντα τον λαόν και είπε προς αυτούς· Αχαάβ εδούλευσε τω Βάαλ ολίγα. ος εάν διασωθή από των ανδρών. δος την χείρά σου. και Ιού εποίησεν εν πτερνισμω. ότι θυσία μεγάλη μοι τω Βάαλ· πας. 25 και εγένετο ως συνετέλεσε ποιών την ολοκαύτωσιν. ου κατέλιπεν άνδρα εξ αυτών. 17 και εισήλθεν εις Σαμάρειαν και επάταξε πάντας τους καταλειφθέντας του Αχαάβ εν Σαμαρεία έως του αφανίσαι αυτόν κατά το ρήμα Κυρίου. τεσσαράκοντα και δύο άνδρας. ει έστι μεθ ‘ υμών των δούλων Κυρίου. 22 και είπεν Ιού τω επί του οίκου μεσθάαλ· εξάγαγε ένδυμα πάσι τοις δούλοις του Βάαλ· και εξήνεγκεν αυτοίς ο στολιστής. και είπεν Ιού· και ει έστι. ότι θυσίαν μεγάλην ποιώ· ος αν απολειφθή. ος εάν επισκεπή. ων εγώ ανάγω επί χείρα υμών. πάντας τους δούλους αυτού και τους ιερείς αυτού καλέσατε προς με. 20 και είπεν Ιού· αγιάσατε ιερείαν τω Βάαλ· και εκήρυξαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 Και ανέστη και επορεύθη εις Σαμάρειαν. και επλήσθη ο οίκος του Βάαλ στόμα εις στόμα. ου ζήσεται. 13 και Ιού εύρε τους αδελφούς ‘Οχοζίου βασιλέως Ιούδα και είπε· τίνες υμείς. και ανεβίβασεν αυτόν προς αυτόν επί το άρμα 16 και είπε προς αυτόν· δεύρο μετ ‘ εμού και ιδέ εν τω ζηλώσαί με τω Κυρίω Σαββαώθ και επεκάθισεν αυτόν εν τω άρματι αυτού. 23 και εισήλθεν Ιού και Ιωναδάβ υιος Ρηχάβ εις οίκον του Βάαλ και είπε τοις δούλοις του Βάαλ· ερευνήσατε και ίδετε. και είπεν Ιού τοις παρατρέχουσι και τοις τριστάταις· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 638 . και ηυλόγησεν αυτόν. πάντες οι προφήται του Βάαλ. ου ζήσεται. Ιού δουλεύσει αυτω πολλά· 19 και νυν. και εισήλθον εις τον οίκον του Βάαλ. και ήλθον πάντες οι δούλοι του Βάαλ και πάντες οι ιερείς αυτού και πάντες οι προφήται αυτού· ου κατελείφθη ανήρ. 24 και εισήλθε του ποιήσαι τα θύματα και τα ολοκαυτώματα. ό ελάλησε προς ‘Ηλιού. 15 και επορεύθη εκείθεν και εύρε τον Ιωναδάβ υιόν Ρηχάβ εις απαντήν αυτού. ότι αλλ ‘ ή οι δούλοι του Βάαλ μονώτατοι. μηδείς απολειπέσθω. η ψυχή αυτού αντί της ψυχής αυτού. 14 και είπε· συλλάβετε αυτούς ζώντας· και έσφαξαν αυτούς εις Βαιθακάδ. και είπεν Ιωναδάβ· έστι. και Ιού έταξεν εαυτω έξω ογδοήκοντα άνδρας και είπεν· ανήρ. 21 και απέστειλεν Ιού εν παντί Ισραήλ λέγων· και νυν πάντες οι δούλοι και πάντες οι ιερείς αυτού και πάντες οι προφήται αυτού. ος ου παρεγένετο. και είπε προς αυτόν Ιού· ει έστι καρδία σου μετά καρδίας μου ευθεία καθώς η καρδία μου μετά της καρδίας σου. αυτός εν Βαιθακάδ των ποιμένων εν τη οδω.

και απώλεσε παν το σπέρμα της βασιλείας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισελθόντες πατάξατε αυτούς. 32 εν ταις ημέραις εκείναις ήρξατο Κύριος συγκόπτειν εν τω Ισραήλ. 30 και είπε Κύριος προς Ιού· ανθ ‘ ων όσα ηγάθυνας ποιήσαι το ευθές εν οφθαλμοίς μου κατά πάντα. και επάταξεν αυτούς Αζαήλ εν παντί ορίω Ισραήλ. ουκ απέστη Ιού από όπισθεν αυτών. 35 και εκοιμήθη Ιού μετά των πατέρων αυτού και έθαψαν αυτόν εν Σαμαρεία· και εβασίλευσεν Ιωάχαζ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 36 και αι ημέραι. αι δαμάλεις αι χρυσαί εν Βαιθήλ και εν Δάν. από Αροήρ. και έρριψαν οι παρατρέχοντες και οι τριστάται και επορεύθησαν έως πόλεως οίκου του Βάαλ. εν τω ταμείω των κλινών. 33 από του Ιορδάνου κατ ‘ ανατολάς ηλίου πάσαν την γην Γαλαάδ του Γαδδί και του Ρουβήν και του Μανασσή. και πάσα η δυναστεία αυτού και τας συνάψεις. 31 και Ιού ουκ εφύλαξε πορεύεσθαι εν νόμω Κυρίου Θεού Ισραήλ εν όλη καρδία αυτού. ας εβασίλευσεν Ιού επί Ισραήλ. όσα εν τη καρδία μου εποίησας τω οίκω Αχαάβ. υιοί τέταρτοι καθήσονταί σοι επί θρόνου Ισραήλ. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίου λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 26 και εξήνεγκαν την στήλην του Βάαλ και ενέπρησαν αυτήν. 34 και τα λοιπά των λόγων Ιού και πάντα. και την Γαλαάδ και την Βασάν. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ Γοθολία η μήτηρ ‘Οχοζίου είδεν ότι απέθανεν ο υιος αυτής. ή εστιν επί του χείλους χειμάρρου Αρνών. μη εξελθάτω εξ αυτών ανήρ· και επάταξαν αυτούς εν στόματι ρομφαίας. 28 Και ηφάνισεν Ιού τον Βάαλ εξ Ισραήλ· 29 πλήν αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. εικοσιοκτώ έτη εν Σαμαρεία. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 27 και κατέσπασαν τας στήλας του Βάαλ και έταξαν αυτόν εις λυτρώνα έως της ημέρας ταύτης. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. ας συνήψεν. αυτόν και την τροφόν αυτού. 2 και έλαβεν Ιωσαβεέ θυγάτηρ του βασιλέως Ιωράμ αδελφή ‘Οχοζίου τον Ιωάς υιόν αδελφού αυτής και έκλεψεν αυτόν εκ μέσου των υιών του βασιλέως των θανατουμένων. όσα εποίησε. ουκ απέστη απάνωθεν αμαρτιών Ιεροβοάμ. και έκρυψεν αυτόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 639 .

4 και εν τω έτει τω εβδόμω απέστειλεν Ιωδαέ ο ιερεύς και έλαβε τους εκατοντάρχους των Χορρί και των Ρασίμ. 10 και έδωκεν ο ιερεύς τοις εκατοντάρχοις τους σειρομάστας και τους τρισσούς του βασιλέως Δαυίδ του εν οίκω Κυρίου. 7 και δύο χείρες εν υμίν. 14 και είδε και ιδού ο βασιλεύς ειστήκει επί του στύλου κατά το κρίμα. 9 και εποίησαν οι εκατόνταρχοι πάντα. και εισήλθεν οδόν εισόδου των ίππων οίκου του βασιλέως και απέθανεν εκεί. 3 και ην μετ ‘ αυτής κρυβόμενος εν οίκω Κυρίου εξ έτη· και Γοθολία βασιλεύουσα επί της γης. 12 και εξαπέστειλε τον υιόν του βασιλέως και έδωκεν επ ‘ αυτόν το νεζέρ και το μαρτύριον και εβασίλευσεν αυτόν και έχρισεν αυτόν. και έσονται μετά του βασιλέως εν τω εκπορεύεσθαι αυτόν και εν τω εισπορεύεσθαι αυτόν. και φυλάξουσι την φυλακήν οίκου Κυρίου προς τον βασιλέα· 8 και κυκλώσατε επί τον βασιλέα κύκλω. 17 και διέθετο Ιωδαέ διαθήκην ανά μέσον Κυρίου και ανά μέσον του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 640 . 13 και ήκουσε Γοθολία την φωνήν των τρεχόντων του λαού και εισήλθε προς τον λαόν εις οίκον Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ από προσώπου Γοθολίας και ουκ εθανατώθη. 15 και ενετείλατο Ιωδαέ ο ιερεύς τοις εκατοντάρχοις τοις επισκόποις της δυνάμεως και είπε προς αυτούς· εξαγάγετε αυτήν έσωθεν των σαδηρώθ· ο εισπορευόμενος οπίσω αυτής θανάτω θανατωθήσεται εν ρομφαία· ότι είπεν ο ιερεύς· και μη αποθάνη εν οίκω Κυρίου. όσα ενετείλατο Ιωδαέ ο συνετός. ον ποιήσετε· 6 το τρίτον εξ υμών εισελθέτω το σάββατον και φυλάξατε φυλακήν οίκου του βασιλέως εν τω πυλώνι και το τρίτον εν τη πύλη των οδών και το τρίτον της πύλης οπίσω των παρατρεχόντων· και φυλάξατε την φυλακήν του οίκου. και πας ο λαός της γης χαίρων και σαλπίζων εν σάλπιγξι· και διέρρηξε Γοθολία τα ιμάτια εαυτής και εβόησε· σύνδεσμος σύνδεσμος. και έλαβεν ανήρ τους άνδρας αυτού και τους εισπορευομένους το σάββατον μετά των εκπορευομένων το σάββατον και εισήλθον προς Ιωδαέ τον ιερέα. από της ωμίας του οίκου της δεξιάς έως της ωμίας του οίκου της ευωνύμου του θυσιαστηρίου και του οίκου επί τον βασιλέα κύκλω. και οι ωδοί και αι σάλπιγγες προς τον βασιλέα. 16 και επέθηκαν αυτη χείρας. πας ο εκπορευόμενος το σάββατον. και απήγαγεν αυτούς προς αυτόν εις οίκον Κυρίου και διέθετο αυτοίς διαθήκην Κυρίου και ωρκωσεν αυτούς ενώπιον Κυρίου και έδειξεν αυτοίς Ιωδαέ τον υιόν του βασιλέως 5 και ενετείλατο αυτοίς λέγων· ούτος ο λόγος. και ο εισπορευόμενος εις τας σαδηρώθ αποθανείται. ανήρ και το σκεύος αυτού εν τη χειρί αυτού. ανήρ και το σκεύος αυτού εν χειρί αυτού. και εκρότησαν τη χειρί και είπαν· ζήτω ο βασιλεύς. 11 και έστησαν οι παρατρέχοντες.

και εκεί έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμίων εν τοις υψηλοίς. 2 εν έτει εβδόμω τω Ιού εβασίλευσεν Ιωάς και τεσσαράκοντα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ανήρ αργύριον λαβών συντιμήσεως. και νυν μη λάβητε αργύριον από των πράσεων υμών. και όνομα της μητρός αυτού Αβιά εκ της Βηρσαβεέ. παν αργύριον. 5 και είπεν Ιωάς προς τους ιερείς· παν το αργύριον των αγίων το εισοδιαζόμενον εν τω οίκω Κυρίου. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΥΙΟΣ επτά ετών Ιωάς εν τω βασιλεύειν αυτόν. 8 και εκάλεσεν Ιωάς ο βασιλεύς Ιωδαέ τον ιερέα και τους ιερείς και είπε προς αυτούς· τι ότι ουκ εκραταιούτε το βεδέκ του οίκου. και εκάθισαν αυτόν επί θρόνου των βασιλέων. 20 και εχάρη πας ο λαός της γης. 3 και εποίησεν Ιωάς το ευθές ενώπιον Κυρίου πάσας τας ημέρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέως και ανά μέσον του λαού του είναι εις λαόν τω Κυρίω. 19 και έλαβε τους εκατοντάρχους και τον Χορρί και τον Ρασίμ και πάντα τον λαόν της γης. ό εάν αναβή επί καρδίαν ανδρός ενεγκείν εν οίκω Κυρίου. 18 και εισήλθε πας ο λαός της γης εις οίκον του Βάαλ και κατέσπασαν αυτόν και τα θυσιαστήρια αυτού και τας εικόνας αυτού συνέτριψαν αγαθώς και τον Μαθάν τον ιερέα του Βάαλ απέκτειναν κατά πρόσωπον των θυσιαστηρίων. ας εφώτισεν αυτόν Ιωδαέ ο ιερεύς· 4 πλήν των υψηλών ου μετεστάθησαν. 9 και συνεφώνησαν οι ιερείς του μη λαβείν αργύριον παρά του λαού και του μη ενισχύσαι το βεδέκ του οίκου. 7 και εγενήθη εν τω εικοστω και τρίτω έτει τω βασιλεί Ιωάς ουκ εκραταίωσαν οι ιερείς το βεδέκ του οίκου. αργύριον συντιμήσεως. 10 και έλαβεν Ιωδαέ ο ιερεύς κιβωτόν μίαν και έτρησε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 641 . και εισήλθον οδόν πύλης των παρατρεχόντων οίκου του βασιλέως. και ανά μέσον του βασιλέως και ανά μέσον του λαού. και κατήγαγον τον βασιλέα εξ οίκου Κυρίου. ότι εις το βεδέκ του οίκου δώσετε αυτό. και η πόλις ησύχασε· και την Γοθολίαν εθανάτωσαν εν ρομφαία εν οίκω του βασιλέως. και έθηκεν ο ιερεύς επισκόπους εις τον οίκον Κυρίου. 6 λαβέτωσαν εαυτοίς οι ιερείς ανήρ από της πράσεως αυτών και αυτοί κρατήσουσι το βεδέκ του οίκου εις πάντα. ου εάν ευρεθή εκεί βεδέκ.

όσα εποίησεν. ήλοι. ό.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τρώγλην επί της σανίδος αυτής και έδωκεν αυτήν παρά αμμαζειβί εν τω οίκω ανδρός οίκου Κυρίου. 20 και τα λοιπά των λόγων Ιωάς και πάντα. 12 και έδωκαν το αργύριον το ετοιμασθέν επί χείρας ποιούντων τα έργα των επισκόπων οίκου Κυρίου. 15 ότι τοις ποιούσι τα έργα δώσουσιν αυτό. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 642 . 18 Τότε ανέβη Αζαήλ βασιλεύς Συρίας και επολέμησεν επί Γεθ και προκατελάβετο αυτήν. 19 και έλαβεν Ιωάς βασιλεύς Ιούδα πάντα τα άγια. τοις ιερεύσιν εγένετο. όσα ηγίασεν Ιωσαφάτ και Ιωράμ και ‘Οχοζίας οι πατέρες αυτού και βασιλείς Ιούδα. και έταξεν Αζαήλ το πρόσωπον αυτού αναβήναι επί Ιερουσαλήμ. και τα άγια αυτού και παν το χρυσίον το ευρεθέν εν θησαυροίς οίκου Κυρίου και οίκου του βασιλέως και απέστειλε τω Αζαήλ βασιλεί Συρίας. και ανέβη ο γραμματεύς του βασιλέως και ο ιερεύς ο μέγας και έσφιγξαν και ηρίθμησαν το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου.τι εισηνέχθη εν οίκω Κυρίου. 11 και εγένετο ως είδον ότι πολύ το αργύριον εν τη κιβωτω. και ανέβη από Ιερουσαλήμ. και εξέδοσαν τοις τέκτοσι των ξύλων και τοις οικοδόμοις τοις ποιούσιν εν οίκω Κυρίου 13 και τοις τειχισταίς και τοις λατόμοις των λίθων του κτήσασθαι ξύλα και λίθους λατομητούς του κατασχείν το βεδέκ οίκου Κυρίου εις πάντα. φιάλαι και σάλπιγγες. εκ του αργυρίου του εισενεχθέντος εν οίκω Κυρίου. και εκραταίωσαν εν αυτω τον οίκον Κυρίου. παν σκεύος χρυσούν και σκεύος αργυρούν. 21 και ανέστησαν οι δούλοι αυτού και έδησαν πάντα σύνδεσμον και επάταξαν τον Ιωάς εν οίκω Μαλλώ τω εν Γααλά 22 και Ιεζιχάρ υιος Ιεμουάθ και Ιεζεβούθ ο υιος αυτού Σωμήρ οι δούλοι αυτού επάταξαν αυτόν. και εβασίλευσεν Αμεσσίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 17 αργύριον περί αμαρτίας και αργύριον περί πλημμελείας. 16 και ουκ εξελογίζοντο τους άνδρας. και απέθανε· και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. και έδωκαν οι ιερείς οι φυλάσσοντες τον σταθμόν παν το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου. όσα εξωδιάσθη επί τον οίκον του κραταιώσαι· 14 πλήν ου ποιηθήσονται οίκω Κυρίου θύραι αργυραί. ότι εν πίστει αυτών ποιούσιν. ουκ ιδού ταύτα πάντα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. οίς εδίδουν το αργύριον επί χείρας αυτών δούναι τοις ποιούσι τα έργα.

και επήκουσεν αυτού Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΕΝ έτει εικοστω και τρίτω έτει τω Ιωάς υιω ‘Οχοζίου βασιλεί Ιούδα εβασίλευσεν Ιωάχαζ υιος Ιού εν Σαμαρεία επτακαίδεκα έτη. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. και εκάθισαν οι υιοί Ισραήλ εν τοις σκηνώμασιν αυτών καθώς εχθές και τρίτης· 6 πλήν ουκ απέστησαν από αμαρτιών οίκου Ιεροβοάμ. εν αυταίς επορεύθη. 8 και τα λοιπά των λόγων Ιωάχαζ και πάντα όσα εποίησε και αι δυναστείαι αυτού. και εξήλθεν υποκάτωθεν χειρός Συρίας. και αι δυναστείαι αυτού. 2 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου και επορεύθη οπίσω αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 10 Εν έτει τριακοστω και εβδόμω έτει τω Ιωάς βασιλεί Ιούδα εβασίλευσεν Ιωάς υιος Ιωάχαζ επί Ισραήλ εν Σαμαρεία εκκαίδεκα έτη. 5 και έδωκεν Κύριος σωτηρίαν τω Ισραήλ. ότι απώλεσεν αυτούς βασιλεύς Συρίας. ουκ απέστη απ ‘ αυτών. αλλ ‘ ή πεντήκοντα ιππείς και δέκα άρματα και δέκα χιλιάδες πεζών. ότι έθλιψεν αυτούς βασιλεύς Συρίας. ας εποίησε μετά Αμεσσίου βασιλέως Ιούδα. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. και Ιεροβοάμ εκάθισεν επί του θρόνου αυτού. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. και έθαψαν αυτόν εν Σαμαρεία. δι ‘ ην απέθανε. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 3 και ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ισραήλ και έδωκεν αυτούς εν χειρί Αζαήλ βασιλέως Συρίας και εν χειρί υιού Άδερ υιού Αζαήλ πάσας τας ημέρας. και έθεντο αυτούς ως χουν εις καταπάτησιν. 4 και εδεήθη Ιωάχαζ του προσώπου Κυρίου. και γε το άλσος εστάθη εν Σαμαρεία. εν αυταίς επορεύθησαν. ότι είδε την θλίψιν Ισραήλ. 11 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου· ουκ απέστη από πάσης αμαρτίας Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. και ετάφη εν Σαμαρεία μετά των βασιλέων Ισραήλ. 13 και εκοιμήθη Ιωάς μετά των πατέρων αυτού. 7 ότι ουχ υπελείφθη τω Ιωάχαζ λαός. 9 και εκοιμήθη Ιωάχαζ μετά των πατέρων αυτού. 12 και τα λοιπά των λόγων Ιωάς και πάντα όσα εποίησε. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. και εβασίλευσεν Ιωάς υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 14 Και Ελισαιέ ηρρώστησε την αρρωστίαν αυτού. άρμα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 643 . και κατέβη προς αυτόν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ και έκλαυσεν επί πρόσωπον αυτού και είπε· πάτερ πάτερ.

19 και ελυπήθη επ ‘ αυτω ο άνθρωπος του Θεού και είπεν· ει επάταξας πεντάκις ή εξάκις. 18 και είπεν αυτω Ελισαιέ· λάβε τόξα· και έλαβε. και ιδού είδον τον μονόζωνον και έρριψαν τον άνδρα εν τω τάφω Ελισαιέ. και έθαψαν αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ και ιππεύς αυτού. και έλαβε προς εαυτόν τόξον και βέλη. και είπε· βέλος σωτηρίας τω Κυρίω και βέλος σωτηρίας εν Συρία. πλήν ουχ ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού· κατά πάντα όσα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 644 . 2 υιος είκοσι και πέντε ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και είκοσι και εννέα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και πατάξεις την Συρίαν εν Αφέκ έως συντελείας. 24 και απέθανεν Αζαήλ βασιλεύς Συρίας. ας έλαβεν εκ χειρός Ιωάχαζ του πατρός αυτού εν τω πολέμω· τρίς επάταξεν αυτόν Ιωάς και επέστρεψε τας πόλεις Ισραήλ. τότε αν επάταξας την Συρίαν έως συντελείας· και νυν τρίς πατάξεις την Συρίαν. και μονόζωνοι Μωάβ ήλθον εν τη γη ελθόντος του ενιαυτού· 21 και εγένετο αυτών θαπτόντων τον άνδρα. 3 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου. και όνομα της μητρός αυτού Ιωαδίμ εξ Ιερουσαλήμ. και εβασίλευσεν Ιωάς υιος Ιωάχαζ και έλαβε τας πόλεις εκ χειρός υιού Άδερ υιού Αζαήλ. και επορεύθη και ήψατο των οστέων Ελισαιέ και έζησε και ανέστη επί τους πόδας αυτού. 15 και είπεν αυτω Ελισαιέ· λάβε τόξον και βέλη. 17 και είπεν· άνοιξον την θυρίδα κατ ‘ ανατολάς· και ήνοιξε. και ουκ ηθέλησε Κύριος διαφθείραι αυτούς και ουκ απέρριψεν αυτούς από του προσώπου αυτού. και επέθηκεν Ελισαιέ τας χείρας αυτού επί τας χείρας του βασιλέως. και είπε τω βασιλεί Ισραήλ· πάταξον εις την γην· και επάταξεν ο βασιλεύς τρίς και έστη. 22 και Αζαήλ εξέθλιψε τον Ισραήλ πάσας τας ημέρας Ιωάχαζ. 20 και απέθανεν Ελισαιέ. 16 και είπε τω βασιλεί· επιβίβασον την χείρά σου επί το τόξον· και επεβίβασεν Ιωάς την χείρα αυτού. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΕΝ έτει δευτέρω τώ Ιωάς υιω Ιωάχαζ βασιλεί Ισραήλ και εβασίλευσεν Αμεσσίας υιος Ιωάς βασιλεύς Ιούδα. και ωκτείρησεν αυτούς και επέβλεψεν επ ‘ αυτούς δια την διαθήκην αυτού την μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. και είπεν Ελισαιέ· τόξευσον· και ετόξευσε. 23 και ηλέησε Κύριος αυτούς.

10 τύπτων επάταξας την Ιδουμαίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποίησεν Ιωάς ο πατήρ αυτού. 5 και εγένετο ότε κατίσχυεν η βασιλεία εν χειρί αυτού. και ινατί ερίζεις εν κακία σου. α επολέμησε μετά Αμεσσίου βασιλέως Ιούδα. και έφυγεν εις Λαχίς· και απέστειλαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 645 . και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ και καθείλεν εν τω τείχει Ιερουσαλήμ εν τη πύλη Εφραίμ έως πύλης της γωνίας τετρακοσίους πήχεις· 14 και έλαβεν το χρυσίον και το αργύριον και πάντα τα σκεύη τα ευρεθέντα εν οίκω Κυρίου και εν θησαυροίς οίκου του βασιλέως και τους υιούς των συμμίξεων και απέστρεψεν εις Σαμάρειαν. 16 και εκοιμήθη Ιωάς μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν Σαμαρεία μετά των βασιλέων Ισραήλ. και ανέβη Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. ως ενετείλατο Κύριος λέγων· ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ υιών. 19 και συνεστράφησαν επ ‘ αυτόν σύστρεμμα εν Ιερουσαλήμ. εποίησε· 4 πλήν τα υψηλά ουκ εξήρεν. ότι αλλ ‘ ή έκαστος εν ταις αμαρτίαις αυτού αποθανείται. 9 και απέστειλεν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ προς Αμεσσίαν βασιλέα Ιούδα λέγων· ο άκαν ο εν τω Λιβάνω απέστειλε προς την κέδρον την εν τω Λιβάνω λέγων· δος την θυγατέρα σου τω υιω μου εις γυναίκα· και διήλθον τα θηρία του αγρού τα εν τω Λιβάνω και συνεπάτησαν την άκανα. 11 και ουκ ήκουσεν Αμεσσίας. 8 τότε απέστειλεν Αμεσσίας αγγέλους προς Ιωάς υιόν Ιωάχαζ υιού Ιού βασιλέως Ισραήλ λέγων· δεύρο οφθώμεν προσώποις. 7 αυτός επάταξε την Εδώμ εν Γαιμελέ δέκα χιλιάδας και συνέλαβε την Πέτραν εν τω πολέμω και εκάλεσε το όνομα αυτής Καθοήλ έως της ημέρας ταύτης. 17 και έζησεν Αμεσσίας υιος Ιωάς βασιλεύς Ιούδα μετά το αποθανείν Ιωάς υιόν Ιωάχαζ βασιλέα Ισραήλ πεντεκαίδεκα έτη. και ώφθησαν προσώποις αυτός και Αμεσσίας βασιλεύς Ιούδα εν Βαιθσαμύς τη του Ιούδα· 12 και έπταισεν Ιούδας από προσώπου Ισραήλ. έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμίων εν τοις υψηλοίς. και υιοί ουκ αποθανούνται υπέρ πατέρων. καθώς γέγραπται εν βιβλίω νόμων Μωυσή. και εβασίλευσεν Ιεροβοάμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 18 και τα λοιπά των λόγων Αμεσσίου και πάντα. και έφυγεν ανήρ εις το σκήνωμα αυτού· 13 και τον Αμεσσίαν υιόν Ιωάς υιού ‘Οχοζίου συνέλαβεν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ εν Βαιθσαμύς. και πεσή συ και Ιούδας μετά σου. και επήρέ σε καρδία σου· ενδοξάσθητι καθήμενος εν τω οίκω σου. όσα εποίησεν. και επάταξε τους δούλους αυτού τους πατάξαντας τον πατέρα αυτού· 6 και τους υιούς των παταξάντων ουκ εθανάτωσε. 15 και τα λοιπά των λόγων Ιωάς. όσα εποίησεν εν δυναστεία αυτού.

3 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. 25 αυτός απέστησε το όριον Ισραήλ από εισόδου Αιμάθ έως της θαλάσσης της Άραβα κατά το ρήμα Κυρίου Θεού Ισραήλ. έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμίων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 646 . 24 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου· ουκ απέστη από πασών αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 20 και ήραν αυτόν εφ ‘ ίππων. και αι δυναστείαι αυτού. 26 ότι είδε Κύριος την ταπείνωσιν Ισραήλ πικράν σφόδρα και ολιγοστούς συνεχομένους και εσπανισμένους και εγκαταλελειμμένους.και εβασίλευσαν αυτόν αντί του πατρός αυτού Αμεσσίου. όσα εποίησε. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 28 και τα λοιπά των λόγων Ιεροβοάμ και πάντα. όσα εποίησεν Αμεσσίας ο πατήρ αυτού· 4 πλήν των υψηλών ουκ εξήρεν. και ετάφη εν Ιερουσαλήμ μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. 22 αυτός ωκοδόμησε την Αιλώθ και επέστρεψεν αυτήν τω Ιούδα μετά το κοιμηθήναι τον βασιλέα μετά των πατέρων αυτού. 21 και έλαβε πας ο λαός Ιούδα τον Αζαρίαν -και αυτός υιος εκκαίδεκα ετών. ό ελάλησεν εν χειρί δούλου αυτού Ιωνά υιού Αμαθί του προφήτου του εν Γεθχοφέρ. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 27 και ουκ ελάλησε Κύριος εξαλείψαι το σπέρμα Ισραήλ υποκάτωθεν του ουρανού και έσωσεν αυτούς δια χειρός Ιεροβοάμ υιού Ιωάς. 23 Εν έτει πεντεκαιδεκάτω του Αμεσσίου υιω Ιωάς βασιλεί Ιούδα εβασίλευσεν Ιεροβοάμ υιος Ιωάς επί Ισραήλ εν Σαμαρεία τεσσαράκοντα και εν έτος. και εβασίλευσε Ζαχαρίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 29 και εκοιμήθη Ιεροβοάμ μετά των πατέρων αυτού μετά βασιλέων Ισραήλ. και όνομα τη μητρί αυτού Ιεχελία εξ Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οπίσω αυτού εις Λαχίς και εθανάτωσαν αυτόν εκεί. όσα επολέμησε και όσα επέστρεψε την Δαμασκόν και την Αιμάθ τω Ιούδα εν Ισραήλ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΕΝ έτει εικοστω και εβδόμω τω Ιεροβοάμ βασιλεί Ισραήλ εβασίλευσεν Αζαρίας υιος Αμεσσίου βασιλέως Ιούδα. και ουκ ην ο βοηθών τω Ισραήλ. 2 υιος εκκαίδεκα ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και πεντηκονταδύο έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ.

5 και ήψατο Κύριος τον βασιλέα. και Μαναήμ έδωκε τω Φούλ χίλια τάλαντα αργυρίου είναι την χείρα αυτού μετ ‘ αυτού. ιδού εισι γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 20 και εξήνεγκε Μαναήμ το αργύριον επί τον Ισραήλ. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. και πάντα. 6 και τα λοιπά των λόγων Αζαρίου. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 7 και εκοιμήθη Αζαρίας μετά των πατέρων αυτού. ουκ ιδού ταύτα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 647 . 15 και τα λοιπά των λόγων Σελλούμ και η συστροφή αυτού. 14 και ανέβη Μαναήμ υιος Γαδδί εκ Θαρσιλά και ήλθεν εις Σαμάρειαν και επάταξε τον Σελλούμ υιόν Ιαβίς εν Σαμαρεία και εθανάτωσεν αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τοις υψηλοίς. όσα εποίησεν. 10 και συνεστράφησαν επ ‘ αυτόν Σελλούμ υιος Ιαβίς και Κεβλαάμ και επάταξαν αυτόν και εθανάτωσαν αυτόν. και ην λελεπρωμένος έως ημέρας θανάτου αυτού και εβασίλευσεν εν οίκω αφφουσώθ. 18 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου· ουκ απέστη από πασών αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 16 τότε επάταξε Μαναήμ την Θερσά και πάντα τα εν αυτη και τα όρια αυτής από Θερσά. δούναι τω βασιλεί των Ασσυρίων. 8 Εν έτει τριακοστω και ογδόω τω Αζαρίου βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Ζαχαρίας υιος Ιεροβοάμ επί Ισραήλ εν Σαμαρεία εξάμηνον. 19 εν ταις ημέραις αυτού ανέβη Φούλ βασιλεύς Ασσυρίων επί την γην. 9 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. ον ελάλησε προς Ιού λέγων· υιοί τέταρτοι καθήσονταί σοι επί θρόνου Ισραήλ· και εγένετο ούτως. 11 και τα λοιπά των λόγων Ζαχαρίου ιδού εισι γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ. 12 ο λόγος Κυρίου. πεντήκοντα σίκλους τω ανδρί τω ενί· και απέστρεψε βασιλεύς Ασσυρίων και ουκ έστη εκεί εν τη γη. και Σελλούμ εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. ην συνεστράφη. 21 και τα λοιπά των λόγων Μαναήμ και πάντα όσα εποίησεν. 17 Εν έτει τριακοστω και ενάτω τω Αζαρία βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Μαναήμ υιος Γαδδί επί Ισραήλ εν Σαμαρεία δέκα έτη. επί παν δυνατόν ισχύϊ. και εβασίλευσεν Ιωάθαμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 13 Και Σελλούμ υιος Ιαβίς εβασίλευσε· και εν έτει τριακοστω και ενάτω Αζαρία βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Σελλούμ μήνα ημερών εν Σαμαρεία. ότι ουκ ήνοιξαν αυτω· και επάταξεν αυτήν και τας εν γαστρί εχούσας ανέρρηξεν. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. και Ιωάθαμ υιος του βασιλέως επί τω οίκω κρίνων τον λαόν της γης. καθά εποίησαν οι πατέρες αυτού· ουκ απέστη από πασών των αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ.

πάσαν γην Νεφθαλί. και απώκισεν αυτούς εις Ασσυρίους. και μετ ‘ αυτού πεντήκοντα άνδρες από των τετρακοσίων· και εθανάτωσεν αυτόν και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ. 25 και συνεστράφη επ ‘ αυτόν Φακεέ υιος Ρομελίου ο τριστάτης αυτού και επάταξεν αυτόν εν Σαμαρεία εναντίον οίκου του βασιλέως μετά του Αργόβ και μετά του Αρία. 22 και εκοιμήθη Μαναήμ μετά των πατέρων αυτού. 27 Εν έτει πεντηκοστω και δευτέρω του Αζαρίου βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Φακεέ υιος Ρομελίου επί Ισραήλ εν Σαμαρεία είκοσιν έτη. και τον Φακεέ υιόν Ρομελίου. 28 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου· ουκ απέστη από πασών αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 34 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. όσα εποίησεν. έτι ο λαός εθυσίαζε και εθυμία εν τοις υψηλοίς. 23 Εν έτει πεντηκοστω του Αζαρίου βασιλεί Ιούδα εβασίλευσε Φακεσίας υιος Μαναήμ επί Ισραήλ εν Σαμαρεία δύο έτη. όσα εποίησεν. 36 και τα λοιπά των λόγων Ιωάθαμ και πάντα. 37 εν ταις ημέραις εκείναις ήρξατο Κύριος εξαποστέλλειν εν Ιούδα τον Ραασσών βασιλέα Συρίας. 24 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου· ουκ απέστη από αμαρτιών Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. ιδού εισι γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 32 Εν έτει δευτέρω Φακεέ υιού Ρομελίου βασιλεί Ισραήλ εβασίλευσεν Ιωάθαμ υιος Αζαρίου βασιλέως Ιούδα. 26 και τα λοιπά των λόγων Φακεσίου και πάντα. 31 και τα λοιπά των λόγων Φακεέ και πάντα. ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. και όνομα της μητρός αυτού Ιερουσά θυγάτηρ Σαδώκ. αυτό ωκοδόμησε την πύλην οίκου Κυρίου την επάνω. και εβασίλευσε Φακεσίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 33 υιος είκοσι και πέντε ετών ην εν τω βασιλεύειν αυτόν και εκκαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 38 και εκοιμήθη Ιωάθαμ μετά των πατέρων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 648 . 30 και συνέστρεψε σύστρεμμα Ωσηέ υιος ‘Ηλά επί Φακεέ υιόν Ρομελίου και επάταξεν αυτόν και εθανάτωσε και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού εν έτει εικοστω Ιωάθαμ υιού Αζαρίου. όσα εποίησεν. όσα εποίησεν Αζαρίας ο πατήρ αυτού· 35 πλήν τα υψηλά ουκ εξήρεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ισραήλ. 29 εν ταις ημέραις Φακεέ βασιλέως Ισραήλ ήλθε Θαγλαθφελλασάρ βασιλεύς Ασσυρίων και έλαβε την Αίν και την Αβελβαιθαμααχά και την Ανιώχ και την Κενέζ και την Ασώρ και την Γαλαάδ και την Γαλιλαίαν.

και απέστειλεν ο βασιλεύς Άχαζ προς Ουρίαν τον ιερέα το ομοίωμα του θυσιαστηρίου και τον ρυθμόν αυτού και πάσαν ποίησιν αυτού· 11 και ωκοδόμησεν Ουρίας ο ιερεύς το θυσιαστήριον κατά πάντα. και εβασίλευσεν Άχαζ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. και γε τον υιόν αυτού διήγεν εν πυρί κατά τα βδελύγματα των εθνών. 5 τότε ανέβη Ραασσών βασιλεύς Συρίας και Φακεέ υιος Ρομελίου βασιλεύς Ισραήλ εις Ιερουσαλήμ εις πόλεμον και επολιόρκουν επί Άχαζ και ουκ ηδύναντο πολεμείν. και ανέβη βασιλεύς Ασσυρίων εις Δαμασκόν και συνέλαβεν αυτήν και απώκισεν αυτήν και τον Ραασσών βασιλέα εθανάτωσε. εν οδω βασιλέων Ισραήλ. ων εξήρε Κύριος από προσώπου των υιών Ισραήλ. 10 και επορεύθη βασιλεύς Άχαζ εις Δαμασκόν εις απαντήν Θαγλαθφελλασάρ βασιλεί Ασσυρίων εις Δαμασκόν. όσα απέστειλεν ο βασιλεύς Άχαζ εκ Δαμασκού. 9 και ήκουσεν αυτού βασιλεύς Ασσυρίων. ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού 3 και επορεύθη. 2 υιος είκοσιν ετών ην Άχαζ εν τω βασιλεύειν αυτόν και εκκαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 4 και εθυσίαζε και εθυμία εν τοις υψηλοίς και επί των βουνών και υποκάτω παντός ξύλου αλσώδους. 7 και απέστειλεν Άχαζ αγγέλους προς Θαγλαθφελλασάρ βασιλέα Ασσυρίων λέγων· δούλός σου και υιος σου εγώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού και ετάφη μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού. ανάβηθι και σώσόν με εκ χειρός βασιλέως Συρίας και εκ χειρός βασιλέως Ισραήλ των επανισταμένων επ ‘ εμέ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΕΝ έτει επτακαιδεκάτω Φακεέ υιού Ρομελίου εβασίλευσεν Άχαζ υιος Ιωάθαμ βασιλέως Ιούδα. 12 και είδεν ο βασιλεύς το θυσιαστήριον και ανέβη επ ‘ αυτό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 649 . και ουκ εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου Θεού αυτού πιστώς. 6 εν τω καιρω εκείνω επέστρεψε Ραασσών βασιλεύς Συρίας την Αιλάθ τη Συρία και εξέβαλε τους Ιουδαίους εξ Αιλάθ και Ιδουμαίοι ήλθον εις Αιλάθ και κατώκησαν εκεί έως της ημέρας ταύτης. και είδε το θυσιαστήριον εν Δαμασκώ. 8 και έλαβεν Άχαζ αργύριον και χρυσίον το ευρεθέν εν θησαυροίς οίκου Κυρίου και οίκου βασιλέως και απέστειλε τω βασιλεί δώρα.

οί ήσαν έμπροσθεν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 και εθυμίασε την ολοκαύτωσιν αυτού και την θυσίαν αυτού και την σπονδήν αυτού και προσέχεε το αίμα των ειρηνικών των αυτού επί το θυσιαστήριον 14 το χαλκούν το απέναντι Κυρίου. 20 και εκοιμήθη Άχαζ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ. 15 και ενετείλατο ο βασιλεύς Άχαζ τω Ουρία τω ιερεί λέγων· επί το θυσιαστήριον το μέγα πρόσφερε την ολοκαύτωσιν την πρωϊνήν και την θυσίαν την εσπερινήν. και εβασίλευσεν Εζεκίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. όσα εποίησεν. 19 και τα λοιπά των λόγων Άχαζ. πλήν ουχ ως οι βασιλείς Ισραήλ. 4 και εύρε βασιλεύς Ασσυρίων εν τω Ωσηέ αδικίαν. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 2 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. και εγενήθη αυτω Ωσηέ δούλος και επέστρεψεν αυτω μαναά. όσα ενετείλατο αυτω ο βασιλεύς Άχαζ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΕΝ έτει δωδεκάτω του Άχαζ βασιλέως Ιούδα εβασίλευσεν Ωσηέ υιος ‘Ηλά εν Σαμαρεία επί Ισραήλ εννέα έτη. 17 και συνέκοψεν ο βασιλεύς Άχαζ τα συγκλείσματα των μεχωνώθ και μετηρεν απ ‘ αυτών τον λουτήρα και την θάλασσαν καθείλεν από των βοών των χαλκών των υποκάτω αυτής και έδωκεν αυτήν επί βάσιν λιθίνην. και την ολοκαύτωσιν του βασιλέως και την θυσίαν αυτού και την ολοκαύτωσιν παντός του λαού και την θυσίαν αυτών και την σπονδήν αυτών και παν αίμα ολοκαυτώσεως και παν αίμα θυσίας επ ‘ αυτω εκχεείς· και το θυσιαστήριον το χαλκούν έσται μοι εις το πρωϊ. και προσήγαγε από προσώπου του οίκου Κυρίου από του ανά μέσον του θυσιαστηρίου και από του ανά μέσον του οίκου Κυρίου και έδειξεν αυτό επί μηρόν του θυσιαστηρίου κατά βορράν. 16 και εποίησεν Ουρίας ο ιερεύς κατά πάντα. 3 επ ‘ αυτόν ανέβη Σαλαμανασάρ βασιλεύς Ασσυρίων. ότι απέστειλεν αγγέλους προς Σηγώρ βασιλέα Αιγύπτου και ουκ ήνεγκε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 650 . 18 και τον θεμέλιον της καθέδρας ωκοδόμησεν εν οίκω Κυρίου και την είσοδον του βασιλέως την έξω επέστρεψεν εν οίκω Κυρίου από προσώπου βασιλέως Ασσυρίων.

και επολιόρκησεν επ ‘ αυτήν τρία έτη. ουκ εφύλαξαν και επορεύθησαν οπίσω των ματαίων και εματαιώθησαν. 6 εν έτει ενάτω Ωσηέ συνέλαβε βασιλεύς Ασσυρίων την Σαμάρειαν και απώκισεν Ισραήλ εις Ασσυρίους και κατώκισεν αυτούς εν Αλαέ και εν Αβώρ ποταμοίς Γωζάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μαναά τω βασιλεί Ασσυρίων εν τω ενιαυτω εκείνω. όσα απέστειλα αυτοίς εν χειρί των δούλων μου των προφητών. 16 εγκατέλιπον τας εντολάς Κυρίου Θεού αυτών και εποίησαν εαυτοίς χώνευμα δύο δαμάλεις και εποίησαν άλση και προσεκύνησαν πάση τη δυνάμει του ουρανού και ελάτρευσαν τω Βάαλ 17 και διήγον τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών εν πυρί και εμαντεύοντο μαντείας και οιωνίζοντο και επράθησαν του ποιήσαι το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου παροργίσαι αυτόν. 7 και εγένετο ότι ήμαρτον οι υιοί Ισραήλ τω Κυρίω Θεω αυτών τω αναγαγόντι αυτούς εκ γης Αιγύπτου υποκάτωθεν χειρός Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου και εφοβήθησαν θεούς ετέρους 8 και επορεύθησαν τοις δικαιώμασι των εθνών. και οπίσω των εθνών των περικύκλω αυτών. και απέστησεν αυτούς από του προσώπου αυτού. και όρη Μήδων. και εποίησαν κοινωνούς και εχάραξαν του παροργίσαι τον Κύριον 12 και ελάτρευσαν τοις ειδώλοις. ων ενετείλατο Κύριος αυτοίς μη ποιήσαι κατά ταύτα. και ωκοδόμησαν εαυτοίς υψηλά εν πάσαις ταις πόλεσιν αυτών από πύργου φυλασσόντων έως πόλεως οχυράς 10 και εστήλωσαν εαυτοίς στήλας και άλση επί παντί βουνω υψηλω και υποκάτω παντός ξύλου αλσώδους 11 και εθυμίασαν εκεί εν πάσιν υψηλοίς καθώς τα έθνη. 18 και εθυμώθη Κύριος σφόδρα εν τω Ισραήλ. 5 και ανέβη ο βασιλεύς Ασσυρίων εν πάση τη γη και ανέβη εις Σαμάρειαν. 19 και γε Ιούδας ουκ εφύλαξε τας εντολάς Κυρίου του Θεού αυτών και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 651 . όσοι εποίησαν. 9 και όσοι ημφιέσαντο οι υιοί Ισραήλ λόγους ουχ ούτως κατά Κυρίου Θεού αυτών. και ουχ υπελείφθη πλήν φυλή Ιούδα μονωτάτη. και οι βασιλείς Ισραήλ. α απώκισε Κύριος εκ προσώπου αυτών. και επολιόρκησεν αυτόν ο βασιλεύς Ασσυρίων και έδησεν αυτόν εν οίκω φυλακής. 13 και διεμαρτύρατο Κύριος εν τω Ισραήλ και εν τω Ιούδα και εν χειρί πάντων των προφητών αυτού. όσα διεμαρτύρατο αυτοίς. παντός ορώντος λέγων· αποστράφητε από των οδών υμών των πονηρών και φυλάξατε τας εντολάς μου και τα δικαιώματά μου και πάντα τον νόμον. ον ενετειλάμην τοις πατράσιν υμών. 14 και ουκ ήκουσαν και εσκλήρυναν τον νώτον αυτών υπέρ τον νώτον των πατέρων αυτών 15 και τα μαρτύρια αυτού. οίς είπε Κύριος αυτοίς· ου ποιήσετε το ρήμα τούτο τω Κυρίω. ων εξήρε Κύριος εκ προσώπου υιών Ισραήλ.

ή εποίησεν. καθότι ουκ οίδασι το κρίμα του Θεού της γης. εν ή κατώκουν εν αυτη· και ήσαν φοβούμενοι τον Κύριον και εποίησαν εαυτοίς ιερείς των υψηλών και εποίησαν εν οίκω των υψηλών. 33 και τον Κύριον εφοβούντο και τοις θεοίς αυτών ελάτρευον κατά το κρίμα των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 652 . και απωκίσθη Ισραήλ επάνωθεν της γης αυτού εις Ασσυρίους έως της ημέρας ταύτης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επορεύθησαν εν τοις δικαιώμασιν Ισραήλ. εν αις κατώκουν. 30 και οι άνδρες Βαβυλώνος εποίησαν την Σωκχώθ Βαινίθ. ουκ έγνωσαν το κρίμα του Θεού της γης. α απώκισας και αντεκάθισας εν πόλεσι Σαμαρείας. ων εποίησαν οι Σαμαρείται. και εθυμώθη Κύριος παντί σπέρματι Ισραήλ και εσάλευσεν αυτούς και έδωκεν αυτούς εν χειρί διαρπαζόντων αυτούς. έθνος έθνος εν πόλει. και απέστειλεν εις αυτούς τους λέοντας. και οι άνδρες Χούθ εποίησαν την Νηριγέλ. θεοίς Σεπφαρουαϊμ. και εκάθισεν εν Βαιθήλ και ην φωτίζων αυτούς Πως φοβηθώσι τον Κύριον. 27 και ενετείλατο ο βασιλεύς Ασσυρίων λέγων· απάγετε εκείθεν και πορευέσθωσαν και κατοικήτωσαν εκεί και φωτιούσιν αυτούς το κρίμα του Θεού της γης. ων απώκισαν από Σαμαρείας. 25 και εγένετο εν αρχή της καθέδρας αυτών ουκ εφοβήθησαν τον Κύριον. 29 και ήσαν ποιούντες έθνη έθνη θεούς αυτών και έθηκαν εν οίκω των υψηλών. ουκ απέστησαν απ ‘ αυτής. και οι Σεπφαρουαϊμ κατέκαιον τους υιούς αυτών εν πυρί τω Αδραμέλεχ και Ανημελέχ. οίς εποίησαν. 24 Και ήγαγε βασιλεύς Ασσυρίων εκ Βαβυλώνος τον εκ Χουθά από Αϊά και από Αιμάθ και Σεπφαρουαϊμ. 23 έως ου μετέστησε Κύριος τον Ισραήλ από προσώπου αυτού. 21 ότι πλήν Ισραήλ επάνωθεν οίκου Δαυίδ και εβασίλευσαν τον Ιεροβοάμ υιόν Ναβάτ. 28 και ήγαγον ένα των ιερέων. και κατωκίσθησαν εν πόλεσι Σαμαρείας αντί των υιών Ισραήλ και εκληρονόμησαν την Σαμάρειαν και κατώκισαν εν ταις πόλεσιν αυτής. και εξέωσεν Ιεροβοάμ τον Ισραήλ εξόπισθεν Κυρίου και εξήμαρτεν αυτούς αμαρτίαν μεγάλην. και απέστειλε Κύριος εν αυτοίς τους λέοντας. και οι άνδρες Αιμάθ εποίησαν την Ασιμάθ. α εποίησαν εν Σαμαρεία. 20 και απεώσαντο τον Κύριον. καθώς ελάλησε Κύριος εν χειρί πάντων των δούλων αυτού των προφητών. 26 και είπαν τω βασιλεί Ασσυρίων λέγοντες· τα έθνη. έθνη έθνη εν ταις πόλεσιν αυτών. 31 και οι Ευαίοι εποίησαν την Εβλαζέρ και την Θαρθάκ. και ήσαν αποκτέννοντες εν αυτοίς. έως ου απέρριψεν αυτούς από προσώπου αυτού. και ιδού εισι θανατούντες αυτούς. 22 και επορεύθησαν οι υιοί Ισραήλ εν πάση αμαρτία Ιεροβοάμ. 32 και ήσαν φοβούμενοι τον Κύριον και κατώκισαν τα βδελύγματα αυτών εν τοις οίκοις των υψηλών.

ον εποίησε Μωυσής. ος ανήγαγεν υμάς εκ γης Αιγύπτου εν ισχύϊ μεγάλη και εν βραχίονι υψηλω. ποιούσιν έως της ημέρας ταύτης. αυτω θύσετε· 37 και τα δικαιώματα και τα κρίματα και τον νόμον και τας εντολάς. 2 υιος είκοσι και πέντε ετών εν τω βασιλεύειν αυτόν και είκοσι και εννέα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εγένετο εν έτει τρίτω τω Ωσηέ υιω ‘Ηλά βασιλεί Ισραήλ εβασίλευσεν Εζεκίας υιος Άχαζ βασιλέως Ιούδα. ουκ επιλήσεσθε και ου φοβηθήσεσθε θεούς ετέρους. φυλάσσεσθε πάσας τας ημέρας και ου φοβηθήσεσθε θεούς ετέρους· 38 και την διαθήκην. ην ενετείλατο Κύριος τοις υιοίς Ιακώβ. 5 εν Κυρίω Θεω Ισραήλ ήλπισε. 35 και διέθετο Κύριος μετ ‘ αυτών διαθήκην και ενετείλατο αυτοίς λέγων· ου φοβηθήσεσθε θεούς ετέρους και ου προσκυνήσετε αυτοίς και ου λατρεύσετε αυτοίς και ου θυσιάσετε αυτοίς. ό αυτοί ποιούσι. 4 αυτός εξήρε τα υψηλά και συνέτριψε τας στήλας και εξωλόθρευσε τα άλση και τον όφιν τον χαλκούν. και αυτός εξελείται υμάς εκ πάντων των εχθρών υμών· 40 και ουκ ακούσεσθε επί τω κρίματι αυτών. 39 αλλ ‘ ή τον Κύριον Θεόν υμών φοβηθήσεσθε. 3 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. και μετ ‘ αυτόν ουκ εγενήθη όμοιος αυτω εν βασιλεύσιν Ιούδα και εν τοις γενομένοις έμπροσθεν αυτού· 6 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 653 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εθνών. ας έγραψεν υμίν ποιείν. καθά εποίησαν οι πατέρες αυτών. 41 και ήσαν τα έθνη ταύτα φοβούμενοι τον Κύριον και τοις γλυπτοίς αυτων ήσαν δουλεύοντες. όθεν απώκισαν αυτούς εκείθεν. ότι έως των ημερών εκείνων ήσαν οι υιοί Ισραήλ θυμιώντες αυτω. 36 ότι αλλ ‘ ή τω Κυρίω. ου έθηκε το όνομα αυτού Ισραήλ. και γε οι υιοί και οι υιοί των υιών αυτών. όσα εποίησε Δαυίδ ο πατήρ αυτού. ην διέθετο μεθ ‘ υμών. και εκάλεσεν αυτόν Νεεσθάν. 34 έως της ημέρας ταύτης αυτοί εποίουν κατά το κρίμα αυτών· αυτοί φοβούνται και αυτοί ποιούσι κατά τα δικαιώματα αυτών και κατά την κρίσιν αυτών και κατά τον νόμον και κατά την εντολήν. αυτόν φοβηθήσεσθε και αυτω προσκυνήσετε. και όνομα τη μητρί αυτού Άβου θυγάτηρ Ζαχαρίου.

ουκ απέστη όπισθεν αυτού και εφύλαξε τας εντολάς αυτού. και επέθηκεν ο βασιλεύς Ασσυρίων επί Εζεκίαν βασιλέα Ιούδα τριακόσια τάλαντα αργυρίου και τριάκοντα τάλαντα χρυσίου. ή εστιν εν τη οδω του αγρού του γναφέως. 9 Και εγένετο εν τω έτει τω τετάρτω βασιλεί Εζεκία (αυτός ενιαυτός ο έβδομος τω Ωσηέ υιω ‘Ηλά βασιλεί Ισραήλ) ανέβη Σαλαμανασάρ βασιλεύς Ασσυρίων επί Σαμάρειαν και επολιόρκει επ ‘ αυτήν· 10 και κατελάβετο αυτήν από τέλους τριών ετών εν έτει έκτω τω Εζεκία (αυτός ενιαυτός ένατος τω Ωσηέ βασιλεί Ισραήλ). όσας ενετείλατο Μωυσή· 7 και ην Κύριος μετ ‘ αυτού. 20 είπας· πλήν λόγοι χειλέων. α εχρύσωσεν Εζεκίας ο βασιλεύς Ιούδα. πάντα όσα ενετείλατο Μωυσής ο δούλος Κυρίου. βουλή και δύναμις εις πόλεμον. βαστάσω. συνήκε. και ουκ ήκουσαν και ουκ εποίησαν. 16 εν τω καιρω εκείνω συνέκοψεν Εζεκίας τας θύρας ναού και τα εστηριγμένα. 21 νυν ιδού πέποιθας σαυτω επί την ράβδον την καλαμίνην την τεθλασμένην ταύτην. 12 ανθ ‘ ων ότι ουκ ήκουσαν της φωνής Κυρίου Θεού αυτών και παρέβησαν την διαθήκην αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκολλήθη τω Κυρίω. 11 και απώκισε βασιλεύς Ασσυρίων την Σαμάρειαν εις Ασσυρίους και έθηκεν αυτούς εν Αλαέ και εν Αβώρ ποταμω Γωζάν και όρη Μήδων. και εν πάσιν. 14 και απέστειλεν Εζεκίας βασιλεύς Ιούδα αγγέλους προς βασιλέα Ασσυρίων εις Λαχίς λέγων· ημάρτηκα. 17 και απέστειλε βασιλεύς Ασσυρίων τον Θαρθάν και τον Ραφίς και τον Ραψάκην εκ Λαχίς προς τον βασιλέα Εζεκίαν εν δυνάμει βαρεία επί Ιερουσαλήμ. 15 και έδωκεν Εζεκίας παν το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου και εν θησαυροίς οίκου του βασιλέως. 19 και είπε προς αυτούς Ραψάκης· είπατε δη προς Εζεκίαν· τάδε λέγει ο βασιλεύς ο μέγας ο βασιλεύς Ασσυρίων· τι η πεποίθησις αύτη. και ηθέτησεν εν τω βασιλεί Ασσυρίων και ουκ εδούλευσεν αυτω. και συνελήφθη Σαμάρεια. και ήλθον προς αυτόν Ελιακίμ υιος Χελκίου ο οικονόμος και Σωμνάς ο γραμματεύς και Ιωάς ο υιος Σαφάτ ο αναμιμνήσκων. επ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 654 . 8 αυτός επάταξε τους αλλοφύλους έως Γάζης και έως ορίου αυτής από πύργου φυλασσόντων και έως πόλεως οχυράς. 18 και εβόησαν προς Εζεκίαν. οίς εποίει. αποστράφηθι απ ‘ εμού· ό εάν επιθής επ ‘ εμέ. και έδωκεν αυτά βασιλεί Ασσυρίων. και έστησαν εν τω υδραγωγω της κολυμβήθρας της άνω. ην πέποιθας. νυν ουν τίνι πεποιθώς ηθέτησας εν εμοί. 13 Και τω τεσσαρεσκαιδεκάτω έτει του βασιλέως Εζεκίου ανέβη Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων επί τας πόλεις Ιούδα τας οχυράς και συνέλαβεν αυτάς.

ει δυνήση δούναι σεαυτω επιβάτας επ ‘ αυτούς. οί εξείλαντο τας γάς αυτών εκ χειρός μου. ότι ακούομεν ημείς. 35 τις εν πάσι τοις θεοίς των γαιών. 22 και ότι είπας προς με· επί Κύριον Θεόν πεποίθαμεν· ουχί αυτός ούτος. ότι εντολή του βασιλέως λέγων· ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 655 . ος αν στηριχθή ανήρ επ ‘ αυτήν. 24 και Πως αποστρέψεις το πρόσωπον τοπάρχου ενός των δούλων του κυρίου μου των ελαχίστων. ουχί επί τους άνδρας τους καθημένους επί του τείχους του φαγείν την κόπρον αυτών και πιείν το ούρον αυτών μεθ ‘ υμών άμα. που εστιν ο θεός Σεπφαουραϊμ. ότι απατά υμάς λέγων· Κύριος ρήσεται υμάς. και πίεται ανήρ την άμπελον αυτού και ανήρ την συκήν αυτού φάγεται και πίεται ύδωρ του λάκκου αυτού. 34 που εστιν ο θεός Αιμάθ και Αρφάδ. και ήλπισας σαυτω επ ‘ Αίγυπτον εις άρματα και ιππείς. ου μη παραδοθή η πόλις αύτη εν χειρί βασιλέως Ασσυρίων. Κύριος είπε προς με· ανάβηθι επί την γην ταύτην και διάφθειρον αυτήν. 28 και έστη Ραψάκης και εβόησε φωνή μεγάλη Ιουδαϊστί και ελάλησε και είπεν· ακούσατε τους λόγους του μεγάλου βασιλέως Ασσυρίων· 29 τάδε λέγει ο βασιλεύς· μη επαιρέτω υμάς Εζεκίας λόγοις. ότι εξείλαντο Σαμάρειαν εκ χειρός μου. 32 έως έλθω και λάβω υμάς εις γην ως γη υμών. γη σίτου και οίνου και άρτου και αμπελώνων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αίγυπτον. 27 και είπε προς αυτούς Ραψάκης· μη επί τον κύριόν σου και προς σε απέστειλέ με ο κύριός μου λαλήσαι τους λόγους τούτους. 36 και εκώφευσαν και ουκ απεκρίθησαν αυτω λόγον. και μη ακούετε Εζεκίου. 33 μη ρυόμενοι ερρύσαντο οι θεοί των εθνών έκαστος την εαυτού χώραν εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων. ότι ου μη δύνηται υμάς εξελέσθαι εκ χειρός μου. 30 και μη ελπιζέτω υμάς Εζεκίας προς Κύριον λέγων· εξαιρούμενος εξελείται Κύριος. και δώσω σοι δισχιλίους ίππους. Ανά και Αβά. και ου λαλήσεις μεθ ‘ ημών Ιουδαϊστί. και εισελεύσεται εις την χείρα αυτού και τρήσει αυτήν· ούτως Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου πάσι τοις πεποιθόσιν επ ‘ αυτόν. γη ελαίας ελαίου και μέλιτος. και ζήσετε και ου μη αποθάνητε. 23 και νυν μίχθητε δη τω κυρίω μου βασιλεί Ασσυρίων. ου απέστησεν Εζεκίας τα υψηλά αυτού και τα θυσιαστήρια αυτού και είπε τω Ιούδα και τη Ιερουσαλήμ· ενώπιον του θυσιαστηρίου τούτου προσκυνήσετε εν Ιερουσαλήμ. 26 και είπεν Ελιακίμ υιος Χελκίου και Σωμνάς και Ιωάς προς Ραψάκην· λάλησον δη προς τους παίδάς σου Συριστί. και ινατί λαλείς εν τοις ωσί του λαού του επί του τείχους. 25 και νυν μη άνευ Κυρίου ανέβημεν επί τον τόπον τούτον του διαφθείραι αυτόν. ότι εξελείται Κύριος την Ιερουσαλήμ εκ χειρός μου. 31 μη ακούετε Εζεκίου· ότι τάδε λέγει ο βασιλεύς Ασσυρίων· ποιήσατε μετ ‘ εμού ευλογίαν και εξέλθατε προς με.

ων ήκουσας. και ακούσεται αγγελίαν και αποστραφήσεται εις την γην αυτού. και συ ρυσθήση. διερρηχότες τα ιμάτια και ανήγγειλαν αυτω τους λόγους Ραψάκου. ους διέφθειραν οι πατέρες μου. ότι ήκουσεν ότι απήρεν εκ Λαχίς. εφ ‘ ω συ πέποιθας επ ‘ αυτω λέγων· ου μη παραδοθή Ιερουσαλήμ εις χείρας βασιλέως Ασσυρίων. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς Εζεκίας. 5 και ήλθον οι παίδες του βασιλέως Εζεκίου προς Ησαϊαν. και καταβαλώ αυτόν εν ρομφαία εν τη γη αυτού. υιόν Αμώς. και εύρε τον βασιλέα Ασσυρίων πολεμούντα επί Λοβνά. οίς ήκουσε Κύριος ο Θεός σου. 8 Και επέστρεψε Ραψάκης. την τε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 656 . και επέστρεψε και απέστειλεν αγγέλους προς Εζεκίαν λέγων· 10 μη επαιρέτω σε ο Θεός σου. 11 ιδού συ ήκουσας πάντα όσα εποίησαν βασιλείς Ασσυρίων πάσαις ταις γαίαις του αναθεματίσαι αυτάς. και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. ων εβλασφήμησαν τα παιδάρια βασιλέως Ασσυρίων· 7 ιδού εγώ δίδωμι εν αυτω πνεύμα. 37 και εισήλθεν Ελιακίμ υιος Χελκίου ο οικονόμος και Σωμνάς ο γραμματεύς και Ιωάς υιος Σαφάτ ο αναμιμνήσκων προς Εζεκίαν. ον απέστειλεν αυτόν βασιλεύς Ασσυρίων ο κύριος αυτού ονειδίζειν Θεόν ζώντα και βασφημείν εν λόγοις. 12 μη εξαιρούμενοι εξείλαντο αυτούς οι θεοί των εθνών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκριθήσεσθε αυτω. και περιεβάλετο σάκκον και εισήλθεν εις οίκον Κυρίου. 2 και απέστειλεν Ελιακίμ τον οικονόμον και Σωμνάν τον γραμματέα και τους πρεσβυτέρους των ιερέων περιβεβλημένους σάκκους προς Ησαϊαν τον προφήτην. 3 και είπον προς αυτόν· τάδε λέγει Εζεκίας· ημέρα θλίψεως και ελεγμού και παροργισμού η ημέρα αύτη· ότι ήλθον υιοί έως ωδίνων. 9 και ήκουσε περί Θαρακά βασιλέως Αιθιόπων λέγων· ιδού εξήλθε πολεμείν μετά σου. και λήψη προσευχήν περί του λείμματος του ευρισκομένου. και ισχύς ουκ έστι τη τικτούση· 4 ει πως εισακούσεται Κύριος ο Θεός σου πάντας τους λόγους Ραψάκου. 6 και είπεν αυτοίς Ησαϊας· τάδε ερείτε προς τον κύριον υμών· τάδε λέγει Κύριος· μη φοβηθής από των λόγων.

εγένοντο χόρτος αγρού ή χλωρά βοτάνη. ήκουσα. συνήγαγον αυτήν. 24 εγώ έψυξα και έπιον ύδατα αλλότρια και εξηρήμωσα τω ίχνει του ποδός μου πάντας ποταμούς περιοχής. πόλεις οχυράς. ότι ου θεοί εισιν. Κύριε. 14 και έλαβεν Εζεκίας τα βιβλία εκ χειρός των αγγέλων και ανέγνω αυτά· και ανέβη εις οίκον Κυρίου και ανέπτυξεν αυτά Εζεκίας εναντίον Κυρίου 15 και είπε· Κύριε ο Θεός Ισραήλ ο καθήμενος επί των Χερουβίμ. συ ει ο Θεός μόνος εν πάσαις ταις βασιλείαις της γης. 13 που εστιν ο βασιλεύς Αιμάθ και ο βασιλεύς Αρφάδ. ους απέστειλεν ονειδίζειν Θεόν ζώντα. 16 κλίνον. μηρούς του Λιβάνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γωζάν και την Χαρράν και την Ραφίς και υιούς Εδέμ τους εν Θαεσθέν. 28 δια το οργισθήναί σε επ ‘ εμέ και το στρήνός σου ανέβη εν τοις ωσί μου και θήσω τα άγκιστρά μου εν τοις μυκτήρσί σου και χαλινόν εν τοις χείλεσί σου και αποστρέψω σε εν τη οδω. και επί τίνα ύψωσας φωνήν. έπτηξαν και κατησχύνθησαν. ον ελάλησε Κύριος επ ‘ αυτόν· εξουδένωσέ σε και εμυκτήρισέ σε παρθένος θυγάτηρ Σιών. Κύριε. 17 ότι αληθεία. το ους σου και άκουσον· άνοιξον. τους οφθαλμούς σου και ιδέ και άκουσον τους λόγους Σενναχηρίμ. Κύριε ο Θεός ημών. 25 έπλασα αυτήν. 20 Και απέστειλεν Ησαϊας υιος Αμώς προς Εζεκίαν λέγων· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός των δυνάμεων Θεός Ισραήλ· α προσηύξω προς με περί Σενναχηρίμ βασιλέως Ασσυρίων. και έκοψα το μέγεθος της κέδρου αυτού. 22 τίνα ωνείδισας και τίνα εβλασφήμησας. 29 και τούτόν σοι το σημείον· φάγε τούτον τον ενιαυτόν αυτόματα και τω έτει τω δευτέρω τα ανατέλλοντα· και έτει τω τρίτω σπορά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 657 . 27 και την καθέδραν σου και την έξοδόν σου έγνων και τον θυμόν σου επ ‘ εμέ. και απώλεσαν αυτούς. ότι συ Κύριος ο Θεός μόνος. 21 ούτος ο λόγος. συ εποίησας τον ουρανόν και την γην. 26 και οι ενοικούντες εν αυταίς ησθένησαν τη χειρί. και που εστι βασιλεύς της πόλεως Σεπφαρουαϊν Ανά και Αβά. χλόη δωμάτων και πάτημα απέναντι εστηκότος. και ήλθον εις μέσον δρυμού και Καρμήλου. επί σοί κεφαλήν αυτής εκίνησε θυγάτηρ Ιερουσαλήμ. αλλ ‘ ή έργα χειρών ανθρώπων. ξύλα και λίθοι. και εγενήθη εις επάρσεις αποικεσιών μαχίμων. τα εκλεκτά κυπαρίσσων αυτού. ή ήλθες εν αυτη. Κύριε. σώσον ημάς εκ χειρός αυτού και γνώσονται πάσαι αι βασιλείαι της γης. ηρήμωσαν βασιλείς Ασσυρίων τα έθνη 18 και έδωκαν τους θεούς αυτών εις το πυρ. και ήρας εις ύψος τους οφθαλμούς σου εις τον άγιον του Ισραήλ. 19 και νυν. 23 εν χειρί αγγέλων σου ωνείδισας Κύριον και είπας· εν τω πλήθει των αρμάτων μου εγώ αναβήσομαι εις ύψος ορέων.

34 και υπερασπιώ υπέρ της πόλεως ταύτης δι ‘ εμέ και δια Δαυίδ τον δούλόν μου. 30 και προσθήσει τον διασεσωσμένον οίκου Ιούδα το υπολειφθέν ρίζαν κάτω και ποιήσει καρπόν άνω. 35 Και εγένετο έως νυκτός και εξήλθεν άγγελος Κυρίου και επάταξεν εν τη παρεμβολή Ασσυρίων εκατόν ογδοηκονταπέντε χιλιάδας· και ώρθρισαν το πρωϊ. 32 ουχ ούτως. και αυτοί εσώθησαν εις γην Αραράθ· και εβασίλευσεν Ασορδάν ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. τη ημέρα τη τρίτη αναβήση εις οίκον Κυρίου· 6 και προσθήσω επί τας ημέρας σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 658 . και ιδού πάντες σώματα νεκρά. τάδε λέγει Κύριος προς βασιλέα Ασσυρίων· ουκ εισελεύσεται εις την πόλιν ταύτην και ου τοξεύσει εκεί βέλος. ότι αποθνήσκεις συ και ου ζήση. είδον τα δάκρυά σου· ιδού εγώ ιάσομαί σε. ή ήλθεν. 4 και ην Ησαϊας εν τη αυλή τη μέση. μνήσθητι δη όσα περιεπάτησα ενώπιόν σου εν αληθεία και καρδία πλήρει και το αγαθόν εν οφθαλμοίς σου εποίησα. εν αυτη αποστραφήσεται και εις την πόλιν ταύτην ουκ εισελεύσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άμητος και φυτεία αμπελώνων. και έκλαυσεν Εζεκίας κλαυθμω μεγάλω. οι υιοί αυτού επάταξαν αυτόν εν μαχαίρα. 36 και απήρε και επορεύθη και απέστρεψε Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων και ώκησεν εν Νινευή. 2 και απέστρεψεν Εζεκίας προς τον τοίχον και ηύξατο προς Κύριον λέγων· 3 Κύριε. 31 ότι εξ Ιερουσαλήμ εξελεύσεται κατάλειμμα και ανασωζόμενος εξ όρους Σιών· ο ζήλος Κυρίου των δυνάμεων ποιήσει τούτο. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΕΝ ταις ημέραις εκείναις ηρρώστησεν Εζεκίας εις θάνατον. και φάγεσθε τον καρπόν αυτών. και ρήμα Κυρίου εγένετο προς αυτόν λέγων· 5 επίστρεψον και ερείς προς Εζεκίαν τον ηγούμενον του λαού μου· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Δαυίδ του πατρός σου· ήκουσα της προσευχής σου. λέγει Κύριος. και ου προφθάσει αυτήν θυρεός. και εισήλθε προς αυτόν Ησαϊας υιος Αμώς ο προφήτης και είπε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· έντειλαι τω οίκω σου. 37 και εγένετο αυτού προσκυνούντος εν οίκω Νεσεράχ θεού αυτού και Αδραμέλεχ και Σαρασάρ. και ου μη εκχέη προς αυτήν πρόσχωμα· 33 τη οδω.

10 και είπεν Εζεκίας· κούφον την σκιάν κλίναι δέκα βαθμούς· ουχί. 11 και εβόησεν Ησαϊας ο προφήτης προς Κύριον. και όσα εποίησε. την κρήνην και τον υδραγωγόν και εισήγαγε το ύδωρ εις την πόλιν. το αργύριον και το χρυσίον. αλλά και τα εν τοις θησαυροίς μου. όσα εν τω οίκω μου είδον. και έσονται ευνούχοι εν τω οίκω του βασιλέως Βαβυλώνος. 13 και εχάρη επ ‘ αυτοίς Εζεκίας και έδειξεν αυτοίς όλον τον οίκον του νεχωθά. και επέστρεψεν η σκιά εν τοις αναβαθμοίς εις τα οπίσω δέκα βαθμούς. εάν επιστρέψη δέκα βαθμούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεντεκαίδεκα έτη και εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων σώσω σε και την πόλιν ταύτην και υπερασπιώ υπέρ της πόλεως ταύτης δι ‘ εμέ και δια Δαυίδ τον δούλόν μου. οί εξελεύσονται εκ σου. ους γεννήσεις λήψεται. ον ελάλησε· πορεύσεται η σκιά δέκα βαθμούς. 15 και είπε· τι είδον εν τω οίκω σου. τα αρώματα και το έλαιον το αγαθόν. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. εκ Βαβυλώνος. 12 εν τω καιρω εκείνω απέστειλε Μαρωδάχ Βαλαδάν υιος Βαλαδάν βασιλεύς Βαβυλώνος βιβλία και μαναά προς Εζεκίαν. ό ουκ έδειξα αυτοίς. 9 και είπεν Ησαϊας· τούτο το σημείον παρά Κυρίου. 20 και τα λοιπά των λόγων Εζεκίου και πάσα η δυναστεία αυτού. ουκ ην εν τω οίκω μου. ον ουκ έδειξεν αυτοίς Εζεκίας εν τω οίκω αυτού και εν πάση τη εξουσία αυτού. και είπεν Εζεκίας· εκ γης πόρρωθεν ήκασι προς με. ότι ήκουσεν ότι ηρρώστησεν Εζεκίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 659 . ό είπε Κύριος· 18 και οι υιοί σου. 16 και είπεν Ησαϊας προς Εζεκίαν· άκουσον λόγον Κυρίου· 17 ιδού ημέραι έρχονται και ληφθήσεται πάντα τα εν οίκω σου και όσα εθησαύρισαν οι πατέρες σου έως της ημέρας ταύτης εις Βαβυλώνα· και ουχ υπολειφθήσεται ρήμα. αλλ ‘ επιστραφήτω η σκιά εν τοις αναβαθμοίς δέκα βαθμούς εις τα οπίσω. και υγιάσει. 21 και εκοιμήθη Εζεκίας μετά των πατέρων αυτού και εβασίλευσε Μανασσής υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 7 και είπε· λαβέτωσαν παλάθην σύκων και επιθέτωσαν επί το έλκος. και τον οίκον των σκευών και όσα ηυρέθη εν τοις θησαυροίς αυτού· ουκ ην λόγος. ον ελάλησεν· έστω ειρήνη εν ταις ημέραις μου. ότι ποιήσει Κύριος τον λόγον. 8 και είπεν Εζεκίας προς Ησαϊαν· τι το σημείον ότι ιάσεταί με Κύριος και αναβήσομαι εις οίκον Κυρίου τη ημέρα τη τρίτη. 14 και εισήλθεν Ησαϊας ο προφήτης προς τον βασιλέα Εζεκίαν και είπε προς αυτόν· τι ελάλησαν οι άνδρες ούτοι και πόθεν ήκασι προς σε. και είπε· πάντα. 19 και είπεν Εζεκίας προς Ησαϊαν· αγαθός ο λόγος Κυρίου.

3 και επέστρεψε και ωκοδόμησε τα υψηλά. 7 και έθηκε το γλυπτόν του άλσους εν τω οίκω. καθώς απαλείφεται ο αλάβαστρος απαλειφόμενος και καταστρέφεται επί πρόσωπον αυτού. ην ενετείλατο αυτοίς ο δούλός μου Μωυσής. ων εποίησεν ο Αμορραίος ο έμπροσθεν. 14 και απώσομαι το υπόλειμμα της κληρονομίας μου και παραδώσω αυτούς εις χείρας εχθρών αυτών. καθώς εποίησε Αχαάβ βασιλεύς Ισραήλ. α κατέσπασεν Εζεκίας ο πατήρ αυτού. και θήσω το όνομά μου εις τον αιώνα 8 και ου προσθήσω του σαλεύσαι τον πόδα Ισραήλ από της γης. ω είπε Κύριος προς Δαυίδ και προς Σαλωμών τον υιόν αυτού· εν τω οίκω τούτω και εν Ιερουσαλήμ. τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ φέρω κακά επί Ιερουσαλήμ και Ιούδαν. και έσονται εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 660 . και προσεκύνησε πάση τη δυνάμει του ουρανού και εδούλευσεν αυτοίς. και εξήμαρτε και γε τον Ιούδαν εν τοις ειδώλοις αυτών. ης έδωκα τοις πατράσιν αυτών. οίτινες φυλάξουσι πάντα όσα ενετειλάμην κατά πάσαν την εντολήν. 2 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά τα βδελύγματα των εθνών. ων εξήρε Κύριος από προσώπου των υιών Ισραήλ. ως είπεν· εν Ιερουσαλήμ θήσω το όνομά μου. και επλάνησεν αυτούς Μανασσής του ποιήσαι το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου υπέρ τα έθνη. 13 και εκτενώ επί Ιερουσαλήμ το μέτρον Σαμαρείας και το στάθμιον οίκου Αχαάβ· και απαλείψω την Ιερουσαλήμ. ωστε παντός ακούοντος ηχήσει αμφότερα τα ώτα αυτού. 5 και ωκοδόμησε θυσιαστήριον πάση τη δυνάμει του ουρανού εν ταις δυσίν αυλαίς οίκου Κυρίου 6 και διήγε τους υιούς αυτού εν πυρί και εκληδονίζετο και οιωνίζετο και εποίησε τεμένη και γνώστας επλήθυνε του ποιείν το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου παροργίσαι αυτόν. 10 και ελάλησε Κύριος εν χειρί δούλων αυτού των προφητών λέγων· 11 ανθ ‘ ων όσα εποίησε Μανασσής ο βασιλεύς Ιούδα τα βδελύγματα ταύτα τα πονηρά από πάντων. α ηφάνισε Κύριος εκ προσώπου υιών Ισραήλ. ή εξελεξάμην εκ πασών φυλών του Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΥΙΟΣ δώδεκα ετών Μανασσής εν τω βασιλεύειν αυτόν και πεντήκοντα και πέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και όνομα τη μητρί αυτού ‘Οψιβά. 12 ουχ ούτως. 9 και ουκ ήκουσαν. και ανέστησε θυσιαστήριον τη Βάαλ και εποίησε τα άλση. 4 και ωκοδόμησε θυσιαστήριον εν οίκω Κυρίου.

και εβασίλευσεν Αμών υιος αυτού αντ ‘ αυτού. εν κήπω ‘Οζά. ή επορεύθη ο πατήρ αυτού. 26 και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού εν τω κήπω ‘Οζά. 18 και εκοιμήθη Μανασσής μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν τω κήπω του οίκου αυτού. ην ήμαρτεν. ουκ απέστη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 661 . όσα εποίησεν. όσα εποίησε. και η αμαρτία αυτού. 19 Υιος είκοσι και δύο ετών Αμών εν τω βασιλεύειν αυτόν και δύο έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 16 και γε αίμα αθωον εξέχεε Μανασσής πολύ σφόδρα. 17 και τα λοιπά των λόγων Μανασσή και πάντα. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. και εβασίλευσεν Ιωσίας υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 24 και επάταξεν ο λαός της γης πάντας τους συστραφέντας επί τον βασιλέα Αμών και εβασίλευσεν ο λαός της γης τον Ιωσίαν υιόν αυτού αντ ‘ αυτού. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΥΙΟΣ οκτώ ετών Ιωσίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και τριάκοντα και εν έτος εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και ελάτρευσε τοις ειδώλοις. ων εξήμαρτε τον Ιούδαν του ποιήσαι το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. και όνομα τη μητρί αυτού Ιεδία θυγάτηρ Εδεϊά εκ Βασουρώθ. πλήν από των αμαρτιών αυτού. 20 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου. και όνομα τη μητρί αυτού Μεσολλάμ θυγάτηρ Αρούς εξ Ιετέβα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διαρπαγήν και εις προνομήν πάσι τοις εχθροίς αυτών. οίς ελάτρευσεν ο πατήρ αυτού. 23 και συνεστράφησαν οι παίδες Αμών προς αυτόν και εθανάτωσαν τον βασιλέα εν τω οίκω αυτού. έως ου έπλησε την Ιερουσαλήμ στόμα εις στόμα. 15 ανθ ‘ ων όσα εποίησαν το πονηρόν εν οφθαλμοίς μου και ήσαν παροργίζοντές με από της ημέρας. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί τω βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. 25 και τα λοιπά των λόγων Αμών. 21 και επορεύθη εν πάση οδω. καθώς εποίησε Μανασσής ο πατήρ αυτού. και προσεκύνησεν αυτοίς 22 και εγκατέλιπε τον Κύριον Θεόν των πατέρων αυτού και ουκ επορεύθη εν οδω Κυρίου. ης εξήγαγον τους πατέρας αυτών εξ Αιγύπτου και έως της ημέρας ταύτης. 2 και εποίησε το ευθές εν οφθαλμοίς Κυρίου και επορεύθη εν πάση οδω Δαυίδ του πατρός αυτού.

όπως παροργίσωσί με εν τοις έργοις των χειρών αυτών. 17 ανθ ‘ ων εγκατέλιπόν με και εθυμίων θεοίς ετέροις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δεξιά και αριστερά. και έδωκεν αυτό τοις ποιούσι τα έργα τοις εν οίκω Κυρίου του κατισχύσαι το βεδέκ του οίκου. και αύτη κατώκει εν Ιερουσαλήμ εν τη Μασενά. 9 και εισήλθεν εν οίκω Κυρίου προς τον βασιλέα και απέστρεψε τω βασιλεί ρήμα και είπεν· εχώνευσαν οι δούλοί σου το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου και έδωκαν αυτό επί χείρα ποιούντων τα έργα καθεσταμένων εν οίκω Κυρίου 10 και είπε Σαπφάν ο γραμματεύς προς τον βασιλέα λέγων· βιβλίον έδωκέ μοι Χελκίας ο ιερεύς και ανέγνω αυτό Σαπφάν ενώπιον του βασιλέως. τον γραμματέα οίκου Κυρίου λέγων· 4 ανάβηθι προς Χελκίαν τον ιερέα τον μέγαν και σφράγισον το αργύριον το εισενεχθέν εν οίκω Κυρίου. 8 και είπε Χελκίας ο ιερεύς ο μέγας προς Σαπφάν τον γραμματέα· βιβλίον του νόμου εύρον εν οίκω Κυρίου· και έδωκε Χελκίας το βιβλίον προς Σαπφάν. 7 πλήν ουκ εξελογίζοντο αυτούς το αργύριον το διδόμενον αυτοίς. πάντας τους λόγους του βιβλίου. 14 και επορεύθη Χελκίας ο ιερεύς και Αχικάμ και Αχοβώρ και Σαπφάν και Ασαϊας προς Όλδαν την προφήτιν μητέρα Σελλήμ υιού Θεκουέ υιού Αραάς του ιματιοφύλακος. 11 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς τους λόγους του βιβλίου του νόμου. του κραταιώσαι το βεδέκ του οίκου. υπέρ ου ουκ ήκουσαν οι πατέρες ημών των λόγων του βιβλίου τούτου του ποιείν κατά πάντα τα γεγραμμένα καθ ‘ ημών. 5 και δότωσαν αυτό επί χείρα ποιούντων τα έργα των καθεσταμένων εν οίκω Κυρίου. ους ανέγνω βασιλεύς Ιούδα. 12 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Χελκία τω ιερεί και τω Αχικάμ υιω Σαπφάν και τω Αχοβώρ υιω Μιχαίου και τω Σαπφάν τω γραμματεί και τω Ασαϊα δούλω του βασιλέως λέγων· 13 δεύτε εκζητήσατε τον Κύριον περί εμού και περί παντός του λαού και περί παντός του Ιούδα περί των λόγων του βιβλίου του ευρεθέντος τούτου. 3 και εγενήθη εν τω οκτωκαιδεκάτω έτει τω βασιλεί Ιωσία εν τω μηνί τω ογδόω απέστειλεν ο βασιλεύς τον Σαπφάν υιόν Εσελίου υιού Μεσολλάμ. ό συνήγαγον οι φυλάσσοντες τον σταθμόν παρά του λαού. και εκκαυθήσεται θυμός μου εν τω τόπω τούτω και ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 662 . 6 τοις τέκτοσι και τοις οικοδόμοις και τοις τειχισταίς και του κτήσασθαι ξύλα και λίθους λατομητούς. ότι μεγάλη η οργή Κυρίου η εκκεκαυμένη εν ημίν. 15 και είπεν αυτοίς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· είπατε τω ανδρί τω αποστείλαντι υμάς προς με· 16 τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω κακά επί τον τόπον τούτον και επί τους ενοικούντας αυτόν. ότι εν πίστει αυτοί ποιούσι. και ελάλησαν προς αυτήν. και διέρρηξε τα ιμάτια εαυτού. και ανέγνω αυτό.

και γε εγώ ήκουσα. ους έδωκαν βασιλείς Ιούδα και εθυμίων εν τοις υψηλοίς και εν ταις πόλεσιν Ιούδα και τοις περικύκλω Ιερουσαλήμ. λέγει Κύριος. 5 και κατέκαυσε τους χωμαρίμ. 4 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Χελκία τω ιερεί τω μεγάλω και τοις ιερεύσι της δευτερώσεως και τοις φυλάσσουσιν τον σταθμόν του εξαγαγείν εκ του ναού Κυρίου πάντα τα σκεύη τα πεποιημένα τω Βάαλ και τω άλσει και πάση τη δυνάμει του ουρανού και κατέκαυσεν αυτά έξω Ιερουσαλήμ εν σαδημώθ Κέδρων και έβαλε τον χουν αυτών εις Βαιθήλ. 18 και προς βασιλέα Ιούδα τον αποστείλαντα υμάς επιζητήσαι τον Κύριον τάδε ερείτε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· οι λόγοι. και ουκ οφθήσεται εν τοις οφθαλμοίς σου εν πάσι τοις κακοίς. 19 ανθ ‘ ων ότι ηπαλύνθη η καρδία σου και ενετράπης από προσώπου. και επέστρεψαν τω βασιλεί το ρήμα. 2 και ανέβη ο βασιλεύς εις οίκον Κυρίου και πας ανήρ Ιούδα και πάντες οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ μετ ‘ αυτού και οι ιερείς και οι προφήται και πας ο λαός από μικρού και έως μεγάλου. τα γεγραμμένα επί το βιβλίον τούτο· και έστη πας ο λαός εν τη διαθήκη. 3 και έστη ο βασιλεύς προς τον στύλον και διέθετο διαθήκην ενώπιον Κυρίου του πορεύεσθαι οπίσω Κυρίου και του φυλάσσειν τας εντολάς αυτού και τα μαρτύρια αυτού και τα δικαιώματα αυτού εν πάση καρδία και εν πάση ψυχή του αναστήσαι τους λόγους της διαθήκης ταύτης. και ανέγνω εν ωσίν αυτών πάντας τους λόγους του βιβλίου της διαθήκης του ευρεθέντος εν οίκω Κυρίου. 20 ουχ ούτως· ιδού προστίθημί σε προς τους πατέρας σου. και συναχθήση εις τον τάφον σου εν ειρήνη. οίς εγώ ειμι επάγω επί τον τόπον τούτον. και τους θυμιώντας τω Βάαλ και τω ηλίω και τη σελήνη και τοις μαζουρώθ και πάση τη δυνάμει του ουρανού. ως ήκουσας όσα ελάλησα επί τον τόπον τούτον και επί τους ενοικούντας αυτόν του είναι εις αφανισμόν και εις κατάραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σβεσθήσεται. ους ήκουσας. και διέρρηξας τα ιμάτιά σου και έκλαυσας ενώπιόν μου. 6 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 663 . Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ απέστειλεν ο βασιλεύς και συνήγαγε προς εαυτόν πάντας τους πρεσβυτέρους Ιούδα και Ιερουσαλήμ.

ό εγώ ορώ. 13 και τον οίκον τον επί πρόσωπον Ιερουσαλήμ τον εκ δεξιών του όρους του Μοσοάθ. των εξ αριστερών ανδρός εν τη πύλη της πόλεως. 18 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 664 . ου εθυμίασαν εκεί οι ιερείς από Γαβαά και έως Βηρσαβεέ. ου αι γυναίκες ύφαινον εκεί Χεττιϊμ τω άλσει. ό ελάλησεν ο άνθρωπος του Θεού εν τω εστάναι Ιεροβοάμ εν τη εορτη επί το θυσιαστήριον. και το άρμα του ηλίου κατέκαυσε πυρί. 10 και εμίανε τον Ταφέθ τον εν φάραγγι υιού Εννόμ του διαγαγείν άνδρα τον υιόν αυτού και άνδρα την θυγατέρα αυτού τω Μολόχ εν πυρί. και γε το θυσιαστήριον εκείνο το υψηλόν κατέσπασε και συνέτριψε τους λίθους αυτού και ελέπτυνεν εις χουν και κατέκαυσε το άλσος. 8 και ανήγαγε πάντας τους ιερείς εκ πόλεων Ιούδα και εμίανε τα υψηλά. και τα θυσιαστήρια. 14 και συνέτριψε τας στήλας και εξωλόθρευσε τα άλση και έπλησε τους τόπους αυτών οστέων ανθρώπων. 9 πλήν ουκ ανέβησαν οι ιερείς των υψηλών προς το θυσιαστήριον Κυρίου εν Ιερουσαλήμ. ον ωκοδόμησε Σαλωμών βασιλεύς Ισραήλ τη Αστάρτη προσοχθίσματι Σιδωνίων και τω Χαμώς προσοχθίσματι Μωάβ και τω Μολχόλ βδελύγματι υιών Αμών. εμίανεν ο βασιλεύς. ό εποίησεν Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ. α εποίησαν βασιλείς Ιούδα. ότι ει μη έφαγον άζυμα εν μέσω των αδελφών αυτών. 11 και κατέκαυσε τους ίππους. ους έδωκαν βασιλείς Ιούδα τω ηλίω εν τη εισόδω οίκου Κυρίου εις το γαζοφυλάκιον Νάθαν βασιλέως του ευνούχου εν φαρουρίμ. και είπον αυτω οι άνδρες της πόλεως· ο άνθρωπος του Θεού ο εξεληλυθώς εξ Ιούδα και επικαλεσάμενος τους λόγους τούτους. και καθείλε τον οίκον των πυλών τον παρά την θύραν της πύλης Ιησού άρχοντος της πόλεως. καθείλεν ο βασιλεύς και κατέσπασεν εκείθεν και έρριψε τον χουν αυτών εις τον χειμάρρουν Κέδρων. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εξήνεγκε το άλσος εξ οίκου Κυρίου έξωθεν Ιερουσαλήμ εις τον χειμάρρουν Κέδρων και κατέκαυσεν αυτόν εν τω χειμάρρω Κέδρων και ελέπτυνεν εις χουν και έρριψεν τον χουν αυτού εις τον τάφον των υιών του λαού. 15 και γε το θυσιαστήριον το εν Βαιθήλ το υψηλόν. και επιστρέψας ήρε τους οφθαλμούς αυτού επί τον τάφον του ανθρώπου του Θεού του λαλήσαντος τους λόγους τούτους 17 και είπε· τι το σκόπελον εκείνο. ους επεκαλέσατο επί το θυσιαστήριον Βαιθήλ. 16 και εξένευσεν Ιωσίας και είδε τους τάφους τους εκεί εν τη πόλει και απέστειλε και έλαβε τα οστά εκ των τάφων και κατέκαυσεν επί το θυσιαστήριον και εμίανεν αυτό κατά το ρήμα Κυρίου. 7 και καθείλε τον οίκον των καδησίμ των εν τω οίκω Κυρίου. α εποίησε Μανασσής εν ταις δυσίν αυλαίς οίκου Κυρίου. 12 και τα θυσιαστήρια τα επί του δώματος του υπερώου Άχαζ.

27 και είπε Κύριος· και γε τον Ιούδαν αποστήσω από του προσώπου μου. ος επέστρεψε προς Κύριον εν όλη καρδία αυτού και εν όλη ψυχή αυτού και εν όλη ισχύϊ αυτού κατά πάντα τον νόμον Μωυσή. ανήρ μη κινησάτωσαν τα οστά αυτού· και ερρύσθησαν τα οστά αυτού μετά των οστών του προφήτου του ήκοντος εκ Σαμαρείας. και εθανάτωσεν αυτόν Νεχαώ εν Μαγεδδώ εν τω ιδείν αυτόν. καθώς γέγραπται επί βιβλίου της διαθήκης ταύτης· 22 ότι ουκ εγενήθη το πάσχα τούτο αφ ‘ ημερών των κριτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είπεν· άφετε αυτόν. 19 και γε πάντας τους οίκους των υψηλών τους εν ταις πόλεσι Σαμαρείας. ην εξελεξάμην την Ιερουσαλήμ. ους εποίησαν βασιλείς Ισραήλ παροργίζειν Κύριον. και απώσομαι την πόλιν ταύτην. 32 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 665 . και μετ ‘ αυτόν ουκ ανέστη όμοιος αυτω. απέστησεν Ιωσίας και εποίησεν εν αυτοίς πάντα τα έργα. 30 και επεβίβασαν αυτόν οι παίδες αυτού νεκρόν εκ Μαγεδδώ και ήγαγον αυτόν εις Ιερουσαλήμ και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω αυτού. 23 ότι αλλ ‘ ή τω οκτωκαιδεκάτω έτει του βασιλέως Ιωσίου εγενήθη το πάσχα τω Κυρίω εν Ιερουσαλήμ. και όνομα τη μητρί αυτού Αμιτάλ θυγάτηρ Ιερεμίου εκ Λοβνά. οί έκρινον τον Ισραήλ. και πάσας τας ημέρας βασιλέων Ισραήλ και βασιλέων Ιούδα. 21 Και ενετείλατο ο βασιλεύς παντί τω λαω λέγων· ποιήσατε πάσχα τω Κυρίω Θεω ημών. καθώς απέστησα τον Ισραήλ. 29 εν δε ταις ημέραις αυτού ανέβη φαραώ Νεχαώ βασιλεύς Αιγύπτου επί βασιλέα Ασσυρίων επί ποταμόν Ευφράτην· και επορεύθη Ιωσίας εις απαντήν αυτού. και έλαβεν ο λαός της γης τον Ιωάχαζ υιόν Ιωσίου και έχρισαν αυτόν και εβασίλευσαν αυτόν αντί του πατρός αυτού. 20 και εθυσίασε πάντας τους ιερείς των υψηλών τους όντας εκεί επί των θυσιαστηρίων και κατέκαυσε τα οστά των ανθρώπων επ ‘ αυτά. α εποίησεν εν Βαιθήλ. ους παρώργισεν αυτόν Μανασσής. 26 πλήν ουκ απεστράφη Κύριος από θυμού της οργής αυτού της μεγάλης. ίνα στήση τους λόγους του νόμου τους γεγραμμένους επί του βιβλίου. 31 Υιος είκοσι και τριών ετών ην Ιωάχαζ εν τω βασιλεύειν αυτόν και τρίμηνον εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 28 και τα λοιπά των λόγων Ιωσίου και πάντα. και τον οίκον ου είπον· έσται το όνομά μου εκεί. 25 όμοιος αυτω ουκ εγενήθη έμπροσθεν αυτού βασιλεύς. όσα εποίησεν. ου εθυμώθη οργή αυτού εν τω Ιούδα επί τους παροργισμούς. 24 και γε τους θελητάς και τους γνωριστάς και τα Θεραφίν και τα είδωλα και πάντα τα προσοχθίσματα τα γεγονότα εν τη γη Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ εξήρεν Ιωσίας. ουχί ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. και επεστράφη εις Ιερουσαλήμ. ου εύρε Χελκίας ο ιερεύς εν οίκω Κυρίου.

και απέθανεν εκεί. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα επί βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. και εβασίλευσεν Ιωαχίμ υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 4 και γε το αίμα αθωον εξέχεε και έπλησε την Ιερουσαλήμ αίματος αθώου· και ουκ ηθέλησε Κύριος ιλασθήναι. ον ελάλησεν εν χειρί των δούλων αυτού των προφητών. 36 υιος είκοσι και πέντε ετών Ιωακίμ εν τω βασιλεύειν αυτόν και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 7 και ου προσέθετο έτι βασιλεύς Αιγύπτου εξελθείν εκ της γης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 666 . ανήρ κατά την συντίμησιν αυτού έδωκαν το αργύριον και το χρυσίον μετά του λαού της γης του δούναι τω φαραώ Νεχαώ. όσα εποίησε. Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΕΝ ταις ημέραις αυτού ανέβη Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και εγενήθη αυτω Ιωακίμ δούλος τρία έτη. και όνομα τη μητρί αυτού Ιελδάφ θυγάτηρ Φαδαήλ εκ Ρουμά. 2 και απέστειλε Κύριος αυτω τους μονοζώνους των Χαλδαίων και τους μονοζώνους Συρίας και τους μονοζώνους Μωάβ και τους μονοζώνους υιών Αμών και εξαπέστειλεν αυτούς εν τη γη Ιούδα του κατισχύσαι κατά τον λόγον Κυρίου. και επέστρεψε και ηθέτησεν εν αυτω. όσα εποίησαν οι πατέρες αυτού. 6 και εκοιμήθη Ιωακίμ μετά των πατέρων αυτού. 3 πλήν επί τον θυμόν Κυρίου ην εν τω Ιούδα αποστήσαι αυτόν από του προσώπου αυτού εν αμαρτίαις Μανασσή κατά πάντα. 34 και εβασίλευσε φαραώ Νεχαώ επ ‘ αυτούς τον Ελιακίμ υιόν Ιωσίου βασιλέως Ιούδα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού και επέστρεψε το όνομα αυτού Ιωακίμ· και τον Ιωάχαζ έλαβε και εισήνεγκεν εις Αίγυπτον. 33 και μετέστησεν αυτόν φαραώ Νεχαώ εν Δεβλαθά εν γη Αιμάθ του μη βασιλεύειν εν Ιερουσαλήμ και έδωκε ζημίαν επί την γην εκατόν τάλαντα αργυρίου και εκατόν τάλαντα χρυσίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. 35 και το αργύριον και το χρυσίον έδωκεν Ιωακίμ τω φαραώ· πλήν ετιμογράφησε την γην του δούναι το αργύριον επί στόματος φαραώ. 5 και τα λοιπά των λόγων Ιωακίμ και πάντα. όσα εποίησαν οι πατέρες αυτού. 37 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα. όσα εποίησεν.

όσα ην του βασιλέως Αιγύπτου. όσα εποίησεν ο πατήρ αυτού. και όνομα τη μητρί αυτού Νέσθα. 14 και απώκισε την Ιερουσαλήμ και πάντας τους άρχοντας και τους δυνατούς ισχύϊ αιχμαλωσίας δέκα χιλιάδας αιχμαλωτίσας και παν τέκτονα και τον συγκλείοντα. 18 Υιος είκοσι και ενός ενιαυτών Σεδεκίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 10 εν τω καιρω εκείνω ανέβη Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ και ήλθεν η πόλις εν περιοχή. ότι έλαβε βασιλεύς Βαβυλώνος από του χειμάρρου Αιγύπτου έως του ποταμού Ευφράτου πάντα. και όνομα τη μητρί αυτού Αμιτάλ θυγάτηρ Ιερεμίου. 13 και εξήνεγκεν εκείθεν πάντας τους θησαυρούς οίκου Κυρίου και τους θησαυρούς οίκου του βασιλέως και συνέκοψε πάντα τα σκεύη τα χρυσά. 11 και εισήλθε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εις πόλιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 667 . και ουχ υπελείφθη πλήν οι πτωχοί της γης. 17 και εβασίλευσε βασιλεύς Βαβυλώνος τον Ματθανίαν υιόν αυτού αντ ‘ αυτού και επέθηκε το όνομα αυτού Σεδεκία. όσα εποίησεν Ιωακίμ· 20 ότι επί τον θυμόν Κυρίου ην επί Ιερουσαλήμ και εν τω Ιούδα. 8 Υιος οκτωκαίδεκα ετών Ιωαχίμ εν τω βασιλεύειν αυτόν και τρίμηνον εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. και οι παίδες αυτού επολιόρκουν επ ‘ αυτήν. και έλαβεν αυτόν βασιλεύς Βαβυλώνος εν τω ογδόω έτει της βασιλείας αυτού. α εποίησε Σαλωμών ο βασιλεύς Ισραήλ εν τω ναω Κυρίου κατά το ρήμα Κυρίου. πάντες δυνατοί ποιούντες πόλεμον. 12 και εξήλθεν Ιωαχίμ βασιλεύς Ιούδα επί βασιλέα Βαβυλώνος. 9 και εποίησε το πονηρόν εν οφθαλμοίς Κυρίου κατά πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. έως απέρριψεν αυτούς από προσώπου αυτού. 15 και απώκισε τον Ιωαχίμ εις Βαβυλώνα και την μητέρα του βασιλέως και τους ευνούχους αυτού· και τους ισχυρούς της γης απήγαγεν εις αποικεσίαν εξ Ιερουσαλήμ εις Βαβυλώνα 16 και πάντας τους άνδρας της δυνάμεως επτακισχιλίους και τον τέκτονα και τον συγκλείοντα χιλίους. 19 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου κατά πάντα. και ήγαγεν αυτούς βασιλεύς Βαβυλώνος μετοικεσίαν εις Βαβυλώνα. αυτός και οι παίδες αυτού και η μήτηρ αυτού και οι άρχοντες αυτού και οι ευνούχοι αυτού. θυγάτηρ Ελλαναθάν εξ Ιερουσαλήμ. και ηθέτησε Σεδεκίας εν τω βασιλεί Βαβυλώνος.

και επορεύθη οδόν την Άραβα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Δ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν τω έτει τω ενάτω της βασιλείας αυτού εν τω μηνί τω δεκάτω ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος και πάσα η δύναμις αυτού επί Ιερουσαλήμ και παρενέβαλεν επ ‘ αυτήν και ωκοδόμησεν επ ‘ αυτήν περίτειχος κύκλω. και πάσα η δύναμις αυτού διεσπάρη επάνωθεν αυτού. 13 και τους στύλους τους χαλκούς τους εν οίκω Κυρίου και τας μεχωνώθ και την θάλασσαν την χαλκήν την εν οίκω Κυρίου συνέτριψαν οι Χαλδαίοι. 16 στύλους δύο και την θάλασσαν μίαν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 668 . έλαβε· 15 και τα πυρεία και τας φιάλας τας χρυσάς και τας αργυράς έλαβεν ο αρχιμάγειρος. και πάντες οι άνδρες του πολέμου εξήλθον νυκτός οδόν πύλης της ανά μέσον των τειχών. και ελάλησε μετ ‘ αυτού κρίσιν· 7 και τους υιούς Σεδεκίου έσφαξε κατ ‘ οφθαλμούς αυτού. εν οίς λειτουργούσιν εν αυτοίς. και ουκ ήσαν άρτοι τω λαω της γης. 12 και από των πτωχών της γης υπέλιπεν ο αρχιμάγειρος εις αμπελουργούς και εις γαβίν. και ήραν τον χαλκόν αυτών εις Βαβυλώνα. 4 και ερράγη η πόλις. αύτη ή εστι του κήπου του βασιλέως. και παν οίκον ενέπρησεν ο αρχιμάγειρος. 6 και συνέλαβον τον βασιλέα και ήγαγον αυτόν προς βασιλέα Βαβυλώνος εις Δεβλαθά. 5 και εδίωξεν η δύναμις των Χαλδαίων οπίσω του βασιλέως και κατέλαβον αυτόν εν Αραβώθ Ιεριχώ. 2 και ήλθεν η πόλις εν περιοχή έως του ενδεκάτου έτους του βασιλέως Σεδεκίου ενάτη του μηνός 3 και ενίσχυσεν ο λιμός εν τη πόλει. 14 και τους λέβητας και τα ιαμίν και τας φιάλας και τας θυϊσκας και πάντα τα σκεύη τα χαλκά. και το λοιπόν του στηρίγματος μετηρε Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος. 9 και ενέπρησε τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και πάντας τους οίκους Ιερουσαλήμ. 11 και το περισσόν του λαού το καταλειφθέν εν τη πόλει και τους εμπεπτωκότας. 8 Και εν τω μηνί τω πέμπτω εβδόμη του μηνός (αυτός ενιαυτός εννεακαιδέκατος τω Ναβουχοδονόσορ βασιλεί Βαβυλώνος) ήλθε Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος εστώς ενώπιον βασιλέως Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ. και τους οφθαλμούς Σεδεκίου εξετύφλωσε και έδησεν αυτόν εν πέδαις και ήγαγεν εις Βαβυλώνα. οί ενέπεσον προς τον βασιλέα Βαβυλώνος. και οι Χαλδαίοι επί την πόλιν κύκλω. 10 και το τείχος Ιερουσαλήμ κυκλόθεν κατέσπασεν η δύναμις των Χαλδαίων.

αυτοί και οι άνδρες αυτών. 22 Και ο λαός ο καταλειφθείς εν τη γη Ιούδα. και πέντε άνδρας των ορώντων το πρόσωπον του βασιλέως τους ευρεθέντας εν τη πόλει και τον γραμματέα του άρχοντος της δυνάμεως τον εκτάσσοντα τον λαόν της γης και εξήκοντα άνδρας του λαού της γης τους ευρεθέντας εν τη πόλει. σαβαχά και ροαί επί τω χωθάρ κύκλω. 18 και έλαβεν ο αρχιμάγειρος τον Σαραίαν ιερέα τον πρώτον και τον Σοφονίαν υιόν της δευτερώσεως και τους τρεις τους φυλάσσοντας τον σταθμόν 19 και εκ της πόλεως έλαβον ευνούχον ένα. 28 και ελάλησε μετ ‘ αυτού αγαθά και έδωκε τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 669 . 21 και έπαισεν αυτούς ο βασιλεύς Βαβυλώνος και εθανάτωσεν αυτούς εις Δεβλαθά εν γη Αιμάθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τας μεχωνώθ. εν τω δωδεκάτω μηνί εβδόμη και εικάδι του μηνός ύψωσεν Ευιαλμαρωδάχ βασιλεύς Βαβυλώνος εν τω ενιαυτω της βασιλείας αυτού την κεφαλήν Ιωαχίμ του βασιλέως Ιούδα και εξήγαγεν αυτόν εξ οίκου φυλακής αυτού. ους κατέλιπε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος. και ήγαγεν αυτούς προς τον βασιλέα Βαβυλώνος εις Δεβλαθά. 26 και ανέστη πας ο λαός από μικρού έως μεγάλου και οι άρχοντες των δυνάμεων και εισήλθον εις Αίγυπτον. οί ήσαν μετ ‘ αυτού εν Μασσηφάθ. ότι κατέστησε βασιλεύς Βαβυλώνος τον Γοδολίαν. και απέθανε. τα πάντα χαλκά· και κατά τα αυτά τω στύλω τω δευτέρω επί τώ σαβαχά. 20 και έλαβεν αυτούς Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος. 24 και ώμοσε Γοδολίας αυτοίς και τοις ανδράσιν αυτών και είπεν αυτοίς· μη φοβείσθε πάροδον των Χαλδαίων· καθίσατε εν τη γη και δουλεύσατε τω βασιλεί Βαβυλώνος. 25 και εγενήθη εν τω εβδόμω μηνί ήλθεν Ισμαήλ υιος Ναθανίου υιού Ελισαμά εκ του σπέρματος των βασιλέων και δέκα άνδρες μετ ‘ αυτού· και επάταξε τον Γοδολίαν. και κατέστησεν επ ‘ αυτών τον Γοδολίαν υιόν Αχικάμ υιού Σαφάν. 27 Και εγενήθη εν τω τριακοστω και εβδόμω έτει της αποικίας του Ιωαχίμ βασιλέως Ιούδα. 17 οκτωκαίδεκα πήχεων ύψος του στύλου του ενός. και το ύψος του χωθάρ τριών πήχεων. ας εποίησε Σαλωμών τω οίκω Κυρίου· ουκ ην σταθμός του χαλκού πάντων των σκευών. και Ισμαήλ υιος Ναθανίου και Ιωανάν υιος Καρήθ και Σαραίας υιος Θαναμάθ ο Νετωφαθίτης και Ιεζονίας υιος του Μαχαθί. και καλώς έσται υμίν. ος ην επιστάτης των ανδρών των πολεμιστών. και ήλθον προς Γοδολίαν εις Μασσηφάθ. 23 και ήκουσαν πάντες οι άρχοντες της δυνάμεως. ότι εφοβήθησαν από προσώπου των Χαλδαίων. και τους Ιουδαίους και τους Χαλδαίους. και απωκίσθη Ιούδας επάνωθεν της γης αυτού. και το χωθάρ επ ‘ αυτού το χαλκούν. αυτοί και οι άνδρες αυτών.

Λάμεχ. 4 Νώε. Μαδαϊμ. Σηθ. 6 και οι υιοί Γαμέρ· Ασχανάζ και Ριφάθ και Θοργαμά. υιοί Νώε· Σημ. 10 και Χους εγέννησε τον Νεβρώδ· ούτος ήρξατο είναι γίγας κυνηγός επί της γης. όθεν εξήλθεν εκείθεν Φυλιστιείμ. και όνομα τω αδελφω αυτού Ιεκτάν. Θοβέλ. Μαλελεήλ. 2 Καϊνάν. Ενώς. Μαγώγ. 9 και υιοί Χους· Σαβά και Ευιλά και Σαβαθά και Ρεγμά. ότι εν ταις ημέραις αυτού διεμερίσθη η γη. και τους Χαφοριείμ 13 και Χαναάν εγέννησε τον Σιδώνα πρωτότοκον και τον Χετταίον 14 και τον Ιεβουσαίον και τον Αμορραίον και τον Γεργεσαίον 15 και τον Ευαίον και τον Αρουκαίον και τον Ασενναίον 16 και τον Αράδιον και τον Σαμαραίον και τον Αμαθί. Ιάρεδ. και Χαναάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θρόνον αυτού επάνωθεν των θρόνων των βασιλέων των μετ ‘ αυτού εν Βαβυλώνι. και Καϊνάν εγέννησε τον Σαλά. Ελισά. 8 και οι υιοί Χαμ· Χους και Μεσραϊμ. Ιάφεθ. 20 και Ιεκτάν εγέννησε τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 670 . και Σαλά εγέννησε τον Εβέρ. 7 και οι υιοί Ιωϋάν· Ελισά και Θαρσίς. 19 και τω Εβέρ εγεννήθησαν δύο υιοί· όνομα τω ενί Φαλέκ. [11 Και Μεσραϊμ εγέννησε τους Λωδιείμ και τους Αναμιείμ και τους Λαβείν και τους Νεφθαλίμ 12 και τους Πατροσωνιείμ και τους Χασλωνιείμ. [18 Και Αρφαξάδ εγέννησε τον Καϊνάν. Φουδ.] 17 υιοί Σημ· Αιλάμ και Ασσούδ και Αρφαξάδ. 3 Ενώχ. και υιοί Ρεγμά· Σαβά και Δαδάν. Μαθουσάλα. Χαμ. Ιωϋάν. 5 υιοί Ιάφεθ· Γαμέρ. Μοσόχ και Θίρας. ------------------------------------------------------- Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΔΑΜ. 29 και ηλλοίωσε τα ιμάτια της φυλακής αυτού και ήσθιεν άρτον διαπαντός ενώπιον αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού· 30 και η εστιατορία αυτού εστιατορία διαπαντός εδόθη αυτω εξ οίκου του βασιλέως λόγον ημέρας εν τη ημέρα αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. και Σεβεθαχά. Κίτιοι και Ρόδιοι.

Μαδάμ. και όνομα τη πόλει αυτού Φογώρ. 53 ηγεμών Κενέζ. 49 και απέθανε Σαούλ. ούτοί εισιν υιοί Ισμαήλ. Ωσάρ και Λισάν. 50 και απέθανε Βαλαεννώρ. ηγεμών Γωλαδά. πάντες ούτοι υιοί Χεττούρας. και υιοί Ιεξάν· Δαιδάν και Σαβά. 32 και υιοί Χεττούρας παλλακής Αβραάμ· και έτεκεν αυτω τον Ζεμβράμ. Ιεξάν. ηγεμών ‘Ηλάς. ηγεμών Ζαφωϊν. 43 και ούτοι οι βασιλείς αυτών· Βαλάκ υιος Βεώρ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Αδάδ υιος Βαράδ. ηγεμών Μαγεδιήλ. Ζαρέ. 31 Ιεττούρ. 51 ηγεμόνες Εδώμ· ηγεμών Θαμνά. Φαλέγ. Χονδάν. 35 υιοί Ησαύ· Ελιφάζ και Ραγουήλ και Ιεούλ και Ιεγλόμ και Κορέ. Σεβεγών. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ασόμ εκ γης Θαιμανών. 45 και απέθανεν Ιωβάβ. Σωφάρ και Γοωθάμ και Κενέζ και της Θαμνά Αμαλήκ. ηγεμών Μαβσάρ. και εβασίλευσεν αντ' αυτού Σαούλ εκ Ροωβώθ της παρά ποταμόν. και όνομα τη πόλει αυτού Δενναβά. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 671 . Δησών. ηγεμών Ιεθέρ. 28 υιοί δε Αβραάμ· Ισαάκ και Ισμαήλ. Σώβ και ‘Ωνάν. ούτοι ηγεμόνες Εδώμ. Σωέ. Ναφές και Κεδμά. ηγεμών Φινών. Θαιμάν. Θάρα. 41 υιοί Ανά· Δαισών. 39 και υιοί Λωτάν· Χορρί και Αιμάν. 42 και υιοί Ωσάρ· Βαλαάμ και Ζουκάμ και Ιωκάν. 36 υιοί Ελιφάζ· Θαιμάν και ‘Ωμάρ. 46 και απέθανεν Ασόμ. Μασσή. 33 και υιοί Μαδιάμ· Γαιφάρ και ‘Οφέρ και Ενώχ και Αβιδά και Ελλαδά. 27 Αβραάμ. υιοί Δαισάν· Ως και Αράν. 25 Έβερ. Μαδιάμ. και υιοί Ισαάκ· Ιακώβ και Ησαύ. Ιδουμά. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ιωβάβ υιος Ζαρά εκ Βοσόρρας. Σομέ και Μοζέ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Αδάδ υιος Βαράδ ο πατάξας Μαδιάμ εν τω πεδίω Μωάβ. 52 ηγεμών Ελιβαμάς. Νεχώρ. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Βαλαεννώρ υιος Αχοβώρ. Σωβάλ. Μαναχάθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελμωδάδ και τον Σαλέφ και τον Αραμώθ 21 και τον Κεδουράν και τον Αιγήν και τον Δεκλάμ 22 και τον Γεμιάν και τον Αβιμέκλ και τον Σαβάν 23 και τον Ουφείρ και τον Ευί και τον ‘Ωράμ· πάντες ούτοι υιοί Ιεκτάν. ηγεμών Θαιμάν.] 24 Σαλά. Ραγαύ. Γαιβήλ. 34 και εγέννησεν Αβραάμ τον Ισαάκ. 26 Σερούχ. Μαβσάμ. 37 και υιοί Ραγουήλ· Ναχές. 47 και απέθανεν Αδάδ. 48 και απέθανε Σεβλά. υιοί δε Δαισών· Εμερών και Εσεβάν και Ιεθράν και Χαρράν. 44 και απέθανε Βαλάκ. και όνομα τη πόλει αυτού Γεθθαίμ. Ανά. υιοί δε Σεβεγών· Αϊά και Ανά. 29 αύται δε αι γενέσεις πρωτοτόκου Ισμαήλ· Ναβαιώθ και Κηδάρ. 38 υιοί Σηϊρ· Λωτάν. Σοβάκ. 30 Μασμά. 40 υιοί Σωβάλ· Γωλάμ. Ναβδεήλ. αδελφή δε Λωτάν Θαμνά. και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Σεβλά εκ Μασεκκάς. 24 υιοί Σημ· Αιλάμ και Ασούρ και Αρφαξάδ.

και έτεκεν αυτω τον Σερούχ. 11 και Ναασσών εγέννησε τον Σαλμών. 7 και υιοί Χαρμί· Άχαρ ο εμποδοστάτης Ισραήλ. και αυτός εξηκονταπέντε ετών ην. 25 και ήσαν οι υιοί Ιεραμεήλ πρωτοτόκου Εσρών. την Κανάθ και τας κώμας αυτής. 24 και μετά το αποθανείν Εσρών ήλθε Χαλέβ εις Εφραθά. 19 και απέθανε Γαζουβά. Βενιαμίν. και Ουρί εγέννησε τον Βεσελεήλ. και έτεκεν αυτω τον Ασχώδ πατέρα Θεκωέ. Αυνάν. Ιούδα. Νεφθαλί. και ούτος έλαβεν αυτήν. και ‘Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί. 12 και Βοόζ εγέννησε τον ‘Ωβήδ. 13 και Ιεσσαί εγέννησε τον πρωτότοκον αυτού τον Ελιάβ· Αμιναδάβ ο δεύτερος. 3 υιοί Ιούδα· Ήρ. και έτεκεν αυτω τον Ωρ· 20 και Ωρ εγέννησε τον Ουρί. τρεις εγεννήθησαν αυτω εκ της θυγατρός Σαύας της Χανανίτιδος. 2 Δάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΤΑΥΤΑ τα ονόματα των υιών Ισραήλ· Ρουβήν. 21 και μετά ταύτα εισήλθεν Εσρών προς την θυγατέρα Μαχίρ πατρός Γαλαάδ. οί ετέχθησαν αυτω· ο Ιεραμεήλ και ο Αράμ και ο Χαλέβ. Δαυίδ ο έβδομος. 9 και υιοί Εσρώμ. Ισσάχαρ. 15 Ασόμ ο έκτος. Λευί. και απέκτεινεν αυτόν. εξήκοντα πόλεις· πάσαι αύται υιών Μαχίρ πατρός Γαλαάδ. Αζαρίας. και η γυνή Εσρών Αβιά. και ήσαν αυτω είκοσι και τρεις πόλεις εν τη Γαλαάδ. και έλαβεν εαυτω Χαλέβ την Εφράθ. τρεις. και ούτοι υιοί αυτής· Ιασάρ και Σουβάβ και ‘Ορνά. 4 και Θάμαρ η νύμφη αυτού έτεκεν αυτω τον Φαρές και τον Ζαρά. 8 και υιοί Αιθάν. πάντες υιοί Ιούδα πέντε. Ζαβουλών. 23 και έλαβε Γεδσούρ και Αράμ τας κώμας Ιαϊρ εξ αυτών. Ιωσήφ. Σαμαά ο τρίτος. και ην Ήρ ο πρωτότοκος Ιούδα πονηρός εναντίον Κυρίου. Σηλώμ. ο πρωτότοκος Ράμ. 10 και Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ και Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασσών άρχοντα οίκου Ιούδα. 6 και υιοί Ζαρά· Ζαμβρί και Αιθάν και Αιμάν και Καλχάλ και Δαράδ. 14 Ναθαναήλ ο τέταρτος. Ζαδδαϊ ο πέμπτος. 16 και η αδελφή αυτών Σαρουία και Αβιγαία· και υιοί Σαρουία· Αβισά και Ιωάβ και Ασαήλ. 18 και Χαλέβ υιος Εσρώμ έλαβε την Γαζουβά γυναίκα και την Ιεριώθ. Ασήρ. ος ηθέτησεν εις το ανάθεμα. 5 υιοί Φαρές· Εσρώμ και Ιεμουήλ. Συμεών. και Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ. και Βαανά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 672 . 22 και Σερούχ εγέννησε τον Ιαϊρ. Γάδ. 17 και Αβιγαία εγέννησε τον Αμεσσά· και πατήρ Αμεσσά Ιοθόρ ο Ισμαηλίτης. πάντες πέντε.

37 και Ζαβέδ εγέννησε τον Αφαμήλ. 49 και εγέννησε Σαγαέ πατέρα Μαρμηνά και τον Σαού πατέρα Μαχαμηνά και πατέρα Γαιβαά· και θυγάτηρ Χαλέβ Ασχά. 38 και ‘Ωβήδ εγέννησε τον Ιηού. και υιοί Σωσάν· Ααδαί. και έτεκεν αυτω τον Αχαβάρ και τον Μωήλ. Νετωφαθί. Ιωνάθαν· και απέθανεν Ιεθέρ ουκ έχων τέκνα. και Ιηού εγέννησε τον Αζαρίαν. Αταρώθ οίκου Ιωάβ και ήμισυ της Μαλαθί. 34 και ουκ ήσαν τω Σωσάν υιοί. 43 και υιοί Χεβρών· Κορέ και Θαπφούς και Ρεκόμ και Σαμαά. 55 πατριαί γραμματέων κατοικούντες εν Ιάβις. 31 και υιοί Απφαίν· Ισεμιήλ. και Αφαμήλ εγέννησε τον ‘Ωβήδ. και όνομα αυτω Ιωχήλ. 26 και ην γυνή ετέρα τω Ιεραμεήλ. 35 και έδωκε Σωσάν την θυγατέρα αυτού τω Ιωχήλ παιδί αυτού εις γυναίκα. 32 και υιοί Ααδαί· Αχισαμάς. και Σοσομαϊ εγέννησε τον Σαλούμ. 29 και όνομα της γυναικός Αβισούρ Αβιχαία. πόλις Ιαϊρ. 36 και Εθθί εγέννησε τον Ναθάν. και Μαών πατήρ Βαιθσούρ. και υιοί Σαμαϊ· Ναδάβ και Αβισούρ. 44 και Σαμαά εγέννησε τον Ραέμ πατέρα Ιεκλάν. και όνομα αυτη Ατάρα· αύτη εστί μήτηρ ‘Οζόμ. 42 και υιοί Χαλέβ αδελφού Ιεραμεήλ· Μαρισά ο πρωτότοκος αυτού. 46 και Γαιφά η παλλακή Χαλέβ εγέννησε τον Αρράν και τον Μωσά και τον Γεζουέ. Θαργαθιϊμ. ‘Ησαρί. και Σωχαθίμ· ούτοι οι Κιναίοι οι ελθόντες εκ Μεσημά πατρός οίκου Ρηχάβ. και Χελλής εγέννησε τον Ελεασά. και Ιεχεμίας εγέννησε τον Ελισαμά. υιοί Ωρ πρωτοτόκου Εφραθά· Σωβάλ πατήρ Καριαθιαρίμ. ούτος πατήρ Ζίφ· και υιοί Μαρισά πατρός Χεβρών. 54 υιοί Σαλωμών· Βαιθλαέμ. και Ιεκλάν εγέννησε τον Σαμαϊ· 45 και υιος αυτού Μαών. και Ναθάν εγέννησε τον Ζαβέδ. ούτοι ήσαν υιοί Ιεραμεήλ. 33 και υιοί Ιωνάθαν· Φαλέδ και Οζάμ. 48 και η παλλακή Χαλέβ Μωχά εγέννησε τον Σαβέρ και τον Θαράμ. 30 και υιοί Ναδάβ· Σαλάδ και Απφαίν. και Ελισαμά εγέννησε τον Ισμαήλ. αλλ ‘ ή θυγατέρες· και τω Σωσάν παις Αιγύπτιος. Ιεθέρ. 39 και Αζαρίας εγέννησε τον Χελλής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αράν και Ασόμ αδελφός αυτού. 40 και Ελεασά εγέννησε τον Σοσομαϊ. 27 και ήσαν υιοί Ράμ πρωτοτόκου Ιεραμεήλ· Μαάς και Ιαμίν και Ακόρ. και υιοί Ισεμιήλ· Σωσάν. Αιθαλίμ και Μιφιθίμ και Ησαμαθίμ και Ημασαραϊμ· εκ τούτων εξήλθοσαν οι Σαραθαίοι και υιοί Εσθαάμ. και απέθανε Σαλάδ ουκ έχων τέκνα. 50 ούτοι ήσαν υιοί Χαλέβ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 673 . 52 και ήσαν υιοί τω Σωβάλ πατρί Καριαθιαρίμ· Αραά και Αισί και Αμμανίθ 53 και Ουμασφαέ. 47 και υιοί Αδδαϊ· Ραγέμ και Ιωάθαμ και Σωγάρ και Φαλέκ και Γαιφά και Σαγαέ. και έτεκεν αυτω τον Εθθί. 28 και ήσαν υιοί ‘Οζόμ· Σαμαϊ και Ιαδαέ. 41 και Σαλούμ εγέννησε τον Ιεχεμίαν. 51 Σαλωμών πατήρ Βαιθλαέμ και Αρίμ πατήρ Βαιθγεδώρ. Σαμαθιϊμ.

Αζαρίας υιος αυτού. 10 υιοί Σαλωμών· Ροβοάμ. ο τέταρτος Σαλούμ. ο έκτος Ιεθραάμ τη Αγλά γυναικί αυτού. Αβιά υιος αυτού. 17 και υιοί Ιεχονία· Ασίρ. 3 ο πέμπτος Σαφατία της Αβιτάλ. και τριάκοντα και τρία έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. Σεχενίας υιος αυτού. Ασά υιος αυτού. 6 και Ιεβαάρ και Ελισά και Ελιφαλήθ 7 και Ναγαί και Ναφέκ και Ιαφιέ 8 και Ελισαμά και Ελιαδά και Ελιφαλά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ούτοι ήσαν υιοί Δαυίδ οι τεχθέντες αυτω εν Χεβρών· ο πρωτότοκος Αμνών τη Αχιναάμ τη Ιεζραηλίτιδι. 19 και υιοί Σαλαθιήλ· Ζοροβάβελ και Σεμεϊ. και Θημάρ αδελφή αυτών. Ραφάλ υιος αυτού. εννέα. τέσσαρες τη Βηρσαβεέ θυγατρί Αμιήλ. 13 Άχαζ υιος αυτού. 15 και υιοί Ιωσία· πρωτότοκος Ιωανάν. Ιωσαφάτ υιος αυτού. και υιοί Ζοροβάβελ· Μοσολλάμ και Ανανία και Σαλωμεθί αδελφή αυτών 20 και Ασουβέ και ‘Οόλ και Βαραχία και Ασαδία και Ασοβέδ. επτά. Σεδεκίας υιος αυτού. Ιωσία υιος αυτού. 4 εξ εγεννήθησαν αυτω εν Χεβρών. Σωβάβ. ο δεύτερος Δαμνιήλ τη Αβιγαία τη Καρμηλία. πλήν των υιών των παλλακών. Αβδία υιος αυτού. 2 ο τρίτος Αβεσσαλώμ υιος Μωχά θυγατρός Θολμαϊ βασιλέως Γεδσούρ. 18 Μελχιράμ και Φαδαϊας και Σανεσάρ και Ιεκεμία και Ωσαμάθ και Ναβαδίας. και υιοί Σαμαϊα· Χαττούς και Ιωήλ και Βερρί και Νωαδία και Σαφάθ. 12 Αμασίας υιος αυτού. 9 πάντες υιοί Δαυίδ. Σαμαϊα. 24 και υιοί Ελιθενάν· ‘Οδολία και Ελιασεβών και Φαδαϊα και Ακούβ και Ιωανάν και Δαλααϊα και Ανάν. 23 και υιοί Νωαδία· Ελιθενάν και Εζεκία και Εζρικάμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 674 . 11 Ιωράμ υιος αυτού. Εζεκίας υιος αυτού. εξ. 16 και υιοί Ιωακίμ· Ιεχονίας υιος αυτού. 5 και ούτοι ετέχθησαν αυτω εν Ιερουσαλήμ· Σαμαά. ο δεύτερος Ιωακίμ. Ιωάς υιος αυτού. 14 Αμών υιος αυτού. 21 και υιοί Ανανία· Φαλεττία και Ιεσίας υιος αυτού. ο τρίτος Σεδεκίας. ‘Οχοζίας υιος αυτού. ο τέταρτος Αδωνία υιος Αγγίθ. τρεις. και εβασίλευσεν εκεί επτά έτη και εξάμηνον. 22 και υιος Σεχενία. Μανασσής υιος αυτού. ‘Ορνά υιος αυτού. Σαλαθιήλ υιος αυτού. Νάθαν και Σαλωμών. πέντε. Ιωάθαμ υιος αυτού.

18 και η γυνή αυτού (αύτη Αδία) έτεκε τον Ιάρεδ πατέρα Γεδώρ και τον Αβέρ πατέρα Σωχών και τον Χετιήλ πατέρα Ζαμών. και ποιήσεις γνώσιν του μη ταπεινώσαί με· και επήγαγεν ο Θεός πάντα. 3 και ούτοι υιοί Αιτάμ· Ιεζραήλ και Ιεσμάν και Ιεβδάς. 9 και ην Ιγαβής ένδοξος υπέρ τους αδελφούς αυτού· και η μήτηρ εκάλεσε το όνομα αυτού Ιγαβής λέγουσα· έτεκον ως γαβής. και Αζήρ πατήρ ‘Ωσάν. 14 και Μαναθί εγέννησε τον Γοφερά. και υιοί Γοθονιήλ. 13 και υιοί Κενέζ· Γοθονιήλ και Σαραϊα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 675 . Μωράδ και Άφερ και Ιαμών. και Ιέθ εγέννησε τον Αχιμαϊ. και υιοί Αδά. και τον Λαάδ· αύται αι γενέσεις του Σαραθί. ότι τέκτονες ήσαν. 4 και Φανουήλ πατήρ Γεδώρ. και υιοί Σεϊ· Ζωάθ και υιοί Ζωάβ. και όνομα αδελφής αυτών Εσηλεββών. 17 και υιοί Εσρί· Ιεθέρ. 20 και υιοί Σεμιών· Αμνών και Ανά υιος Φανά και Θιλών. 8 και Κώς εγέννησε τον Ενώβ και τον Σαβαθά. και Σαραϊα εγέννησε τον Ιωάβ πατέρα Αγεαδδαϊρ. ην έλαβε Μωρήδ. 11 και Χαλέβ πατήρ Ασχά εγέννησε τον Μαχίρ· ούτος πατήρ Ασσαθών. Αθάθ. Εσρώμ και Χαρμί και Ωρ. όσα ητήσατο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ υιοί Ιούδα· Φαρές. Νωχαθί. 12 και Ασσαθών εγέννησε τον Βαθραίαν και τον Βεσσηέ και τον Θανά πατέρα πόλεως Ναάς αδελφού Εσελώμ του Κενεζί· ούτοι άνδρες Ρηφά. και εγέννησεν Ιεθέρ τον Μαρών και τον Σεμαϊ και τον Μαρέθ πατέρα Εσθαιμών. Αωδά και Θοαδά. Αδά και Νοόμ. 6 και έτεκεν αυτω Αωδά τον ‘Ωχαία και τον ‘Ηφάλ και τον Θεμάν και τον Αασθήρ· πάντες ούτοι υιοί Αωδάς. 19 και υιοί γυναικός της Ιδουϊας αδελφής Ναχέμ πατρός Κεϊλά. 15 και υιοί Χαλέβ υιού Ιεφοννή· ‘Ηρά. ούτοι υιοί Ωρ του πρωτοτόκου Εφραθά πατρός Βαθαλαέν. 10 και επεκαλέσατο Ιγαβής τον Θεόν Ισραήλ λέγων· εάν ευλογών ευλογήσης με και πληθύνης τα όριά μου και ή η χείρ σου μετ ‘ εμού. και γεννήσεις αδελφού Ρηχάβ υιού Ιαρίν. και ούτοι υιοί Βετθία θυγατρός Φαραώ. 21 υιοί Σηλώμ υιού Ιούδα· Ήρ πατήρ Ληχάβ. 7 και υιοί Θοαδάς· Σερέθ και Σαάρ και Εθνάν. Σουβάλ 2 και Ράδα υιος αυτού· και Σουβάλ εγέννησε τον Ιέθ. και Λααδά πατήρ Μαρισά και γενέσεις οικείων Εφραδαβάκ τω οίκω Εσοβά 22 και Ιωακίμ και άνδρες Χωζηβά και Ιωάς και Σαράφ. Γαρμί και Εσθαιμών. Κενέζ. 16 και υιοί Γεσεήλ· Ζίφ και Ζεφά και Θεφιά και Εσεραήλ. 5 και τω Ασούρ πατρί Θεκωέ ήσαν δύο γυναίκες.

Μασμά υιος αυτού. 32 και επαύλεις αυτών· Αιτάν και ‘Ηνρεμμών και Θοκκάν και Αισάν. και αναθεμάτισαν αυτούς έως της ημέρας ταύτης και ώκησαν αντ ‘ αυτών. Σαβούδ υιος αυτού. 33 και πάσαι επαύλεις αυτών κύκλω των πόλεων τούτων έως Βάαλ· αύτη η κατάσχεσις αυτών και ο καταλοχισμός αυτών. Μαβασάμ υιος αυτού. υιος Σαραία. πόλεις πέντε. 23 ούτοι κεραμείς οι κατοικούντες εν Αταϊμ και Γαδηρά μετά του βασιλέως. ότι νομαί τοις κτήνεσιν αυτών εκεί. εν τη βασιλεία αυτού ενίσχυσαν και κατώκησαν εκεί. υιος Ασιήλ 36 και Ελιωναϊ και Ιακαβά και Ιασουϊα και Ασαϊα και Ιεδιήλ και Ισμαήλ και Βαναίας 37 και Ζουζά υιος Σαφαϊ υιού Αλών υιού Ιεδιά υιού Σεμρί υιού Σαμαίου. 27 Και τω Σεμεϊ υιοί εκκαίδεκα και θυγατέρες τρεις· και τοις αδελφοίς αυτών ουκ ήσαν υιοί πολλοί· και πάσαι αι πατριαί αυτών ουκ επλεόνασαν ως υιοί Ιούδα. Σεμεϊ υιος αυτού. Ζαρέ. ότι εκ των υιών Χαμ των κατοικούντων εκεί έμπροσθεν. και η γη πλατεία εναντίον αυτών και ειρήνη και ησυχία. και εν Εσηρσουάλ 29 και εν Βαλαά και εν Βοασόμ και εν Θουλάδ 30 και εν Βαθουήλ και εν Ερμά και εν Σικελάγ 31 και εν Βαιθμαριμώθ και Ημισουσεωσίν και οίκον Βαρουσεωρίμ· αύται αι πόλεις αυτών έως βασιλέως Δαυίδ. 28 και κατώκησαν εν Βηρσαβεέ και Σαμά και Μωλαδά. 41 και ήλθοσαν ούτοι οι γεγραμμένοι επ ‘ ονόματος εν ημέραις Εζεκίου βασιλέως Ιούδα και επάταξαν τους οίκους αυτών και τους Μιναίους. Ιαρίβ. 26 Αμουήλ υιος αυτού. 42 και εξ αυτών από των υιών Συμεών επορεύθησαν εις όρος Σηίρ άνδρες πεντακόσιοι. 24 υιοί Συμεών· Ναμουήλ και Ιαμίν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 676 . Ζακχούρ υιος αυτού. 39 και επορεύθησαν έως του ελθείν Γέραρα έως των ανατολών της Γαί του ζητήσαι νομάς τοις κτήνεσιν αυτών· 40 και εύρον νομάς πλείονας και αγαθάς. ους εύροσαν εκεί. 38 ούτοι οι διελθόντες εν ονόμασιν αρχόντων εν ταις γενέσεσιν αυτών· και εν οίκοις πατριών αυτών επληθύνθησαν εις πλήθος. Σαούλ· 25 Σαλέμ υιος αυτού. 34 και Μοσωβάβ και Ιεμολόχ και Ιωσία υιος Αμασία 35 και Ιωήλ (και ούτος υιος Ασαβία).Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οί κατώκησαν εν Μωάβ· και απέστρεψεν αυτούς αβεδηρίν αθουκιϊμ. και Φαλαεττία και Νωαδία και Ραφαϊα και ‘Οζιήλ υιοί Ιεσί άρχοντες αυτών· 43 και επάταξαν τους καταλοίπους τους καταλειφθέντας του Αμαλήκ και κατώκησαν εκεί έως της ημέρας ταύτης.

16 κατώκουν εν Γαλαάδ. υιος Ιωήλ· ούτος κατώκησεν εν Αροήρ και επί Ναβαύ. και έπεσον εν χερσίν αυτών κατοικούντες εν σκηναίς αυτών πάντες κατ ‘ ανατολάς της Γαλαάδ. 3 υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ· Ενώχ και Φαλλούς. και Βελμασσών 9 και προς ανατολάς κατώκησεν έως ερχομένων της ερήμου. και η ευλογία του Ιωσήφ. 7 και αδελφοί αυτού τη πατρίδι αυτού εν τοις καταλοχισμοίς αυτών κατά γενέσεις αυτών· ο άρχων Ιωήλ και Ζαχαρία 8 και Βαλέκ υιος Αζούζ υιος Σαμά. 11 υιοί Γάδ κατέναντι αυτών κατώκησαν εν γη Βασάν έως Σελχά. και ‘Ωβήδ. 18 υιοί Ρουβήν και Γάδ και ήμισυ φυλής Μανασσή εξ υιών δυνάμεως. ον μετώκισε Θαγλαθφαλλασάρ βασιλεύς Ασσούρ· ούτος άρχων των Ρουβήν. και ουκ εγενεαλογήθη εις πρωτοτόκια· 2 ότι Ιούδας δυνατός ισχύϊ και εν τοις αδελφοίς αυτού και εις ηγούμενον εξ αυτού. ότι ούτος ο πρωτότοκος. υιος αυτού Ρηχά. 19 και εποίουν πόλεμον μετά των Αγαρηνών και Ιτουραίων και Ναφισαίων και Ναδαβαίων 20 και κατίσχυσαν επ ‘ αυτών. 12 Ιωήλ πρωτότοκος και Σαφάμ ο δεύτερος. εν Βασάν και εν ταις κώμαις· αυτών και πάντα τα περίχωρα Σαρών έως εξόδου. ότι κτήνη αυτών πολλά εν γη Γαλαάδ. 14 ούτοι υιοί Αβιχαία υιού Ουρί υιού Ιδαϊ υιού Γαλαάδ υιού Μιχαήλ υιού Ιεσαϊ υιού Ιεδδαϊ υιού Ζαβουχάμ 15 αδελφού υιού Αβδιήλ υιού Γουνί· άρχων οίκου πατριών. 13 και οι αδελφοί αυτών κατ ‘ οίκους πατριών αυτών· Μιχαήλ. 10 και εν ημέραις Σαούλ εποίησαν πόλεμον προς τους παροίκους. και Ιανίν ο γραμματεύς εν Βασάν. Ασρώμ και Χαρμί. και υιοί Γούγ υιού Σεμεϊ· 5 υιος αυτού Μιχά. τεσσαράκοντα και τέσσαρες χιλιάδες και επτακόσιοι και εξήκοντα εκπορευόμενοι εις παράταξιν. επτά. και εδόθησαν εις χείρας αυτών οι Αγαραίοι και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 677 . και εν τω αναβήναι επί την κοίτην του πατρός αυτού έδωκε την ευλογίαν αυτού τω υιω αυτού Ιωσήφ υιω Ισραήλ. 6 υιος αυτού Βεήλ. 4 υιοί Ιωήλ· Σεμεϊ και Βαναία υιος αυτού. υιος αυτού Ιωήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ υιοί Ρουβήν πρωτοτόκου Ισραήλ. Μοσολλάμ και Σεβεέ και Ιωρεέ και Ιωαχάν και Ζουέ. από του ποταμού Ευφράτου. άνδρες αίροντες ασπίδας και μάχαιραν και τείνοντες τόξον και δεδιδαγμένοι πόλεμον. 17 πάντων ο καταλοχισμός εν ημέραις Ιωάθαμ βασιλέως Ιούδα και εν ημέραις Ιεροβοάμ βασιλέως Ισραήλ.

και Αζαρίας εγέννησε τον Ιωανάν. Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. 34 και Αχιτώβ εγέννησε τον Σαδώκ. Ζαραία εγέννησε τον Μαριήλ 33 και Μαριήλ εγέννησε τον Αμαρία. 37 και εγέννησεν Αζαρίας τον Αμαρία. Φινεές εγέννησε τον Αβισού. ότι ήλπισαν επ ‘ αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντα τα σκηνώματα αυτών. άνδρες ονομαστοί. 36 και Ιωανάν εγέννησε τον Αζαρίαν· ούτος ιεράτευσεν εν τω οίκω. ω ωκοδόμησε Σαλωμών εν Ιερουσαλήμ. 27 Υιοί Λευί· Γεδσών. 30 Ελεάζαρ εγέννησε τον Φινεές. 40 και Αζαρίας εγέννησε τον Σαραία. 21 και ηχμαλώτευσαν την αποσκευήν αυτών. 29 και υιοί Άμβραμ· Ααρών και Μωυσής και Μαριάμ. ους εξήρεν ο Θεός από προσώπου αυτών. Βωκαϊ εγέννησε τον ‘Οζί. 26 και επήγειρεν ο Θεός Ισραήλ το πνεύμα Φαλώχ βασιλέως Ασσούρ και το πνεύμα Θαγλαθφαλλασάρ βασιλέως Ασσούρ. άρχοντες των οίκων πατριών αυτών. και υιοί Ααρών· Ναδάβ και Αβιούδ. και επήκουσεν αυτοίς. 28 και υιοί Καάθ· Άμβραμ και Ισσάαρ. όνους δισχιλίους και ψυχάς ανδρών εκατόν χιλιάδας· 22 ότι τραυματίαι πολλοί έπεσον. και Αμαρία εγέννησε τον Αχιτώβ. Καάθ και Μεραρί. και Σαδώκ εγέννησε τον Σαλώμ. και Σαραίας εγέννησε τον Ιωσαδάκ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 678 . 39 και Σαλώμ εγέννησε τον Χελκίαν. 25 και ηθέτησαν εν Θεω πατέρων αυτών και επόρνευσαν οπίσω θεών των λαών της γης. 24 και ούτοι αρχηγοί οίκου πατριών αυτών· ‘Οφέρ και Σεϊ και Ελιήλ και Ιερμία και ‘Ωδουϊα και Ιεδιήλ. 38 και Αχιτώβ εγέννησε τον Σαδώκ. και Χελκίας εγέννησε τον Αζαρίαν. ότι προς τον Θεόν εβόησαν εν τω πολέμω. 35 και Αχιμάας εγέννησε τον Αζαρίαν. 23 και ημίσεις φυλής Μανασσή κατώκησαν εν τη γη από Βασάν έως Βαάλ Ερμών και Σανίρ και όρος Αερμών· και εν τω Λιβάνω αυτοί επλεονάσθησαν. 32 ‘Οζί εγέννησε τον Ζαραία. και Αμαρία εγέννησε τον Αχιτώβ. 41 και Ιωσαδάκ επορεύθη εν τη μετοικεσία μετά Ιούδα και Ιερουσαλήμ εν χειρί Ναβουχοδονόσορ. Χεβρών και ‘Οζιήλ. και Σαδώκ εγέννησε τον Αχιμάας. καμήλους πεντακισχιλίας και προβάτων διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας. και κατώκησαν αντ ‘ αυτών έως της μετοικεσίας. 31 Αβισού εγέννησε τον Βωκαϊ. άνδρες ισχυροί δυνάμει. ότι παρά του Θεού ο πόλεμος. και μετώκισε τον Ρουβήν και τον Γαδδί και το ήμισυ φυλής Μανασσή και ήγαγεν αυτούς εις Χαλάχ και Χαβώρ και επί ποταμόν Γωζάν έως της ημέρας ταύτης.

‘Οζία υιος αυτού. έως ου ωκοδόμησε Σαλωμών τον οίκον Κυρίου εν Ιερουσαλήμ. 5 τω Γεδσών· τω Λοβενί υιω αυτού Ιέθ υιος αυτού. Σαούλ υιος αυτού. Ουριήλ υιος αυτού. υιού Σαμουήλ. οι Λευίται οι δεδομένοι εις πάσαν εργασίαν λειτουργίας σκηνής οίκου του Θεού. 24 και ο αδελφός αυτού Ασάφ ο εστηκώς εν δεξιά αυτού· Ασάφ υιος Βαραχία υιού Σαμαά 25 υιού Μιχαήλ υιού Βαασία υιού Μελχία 26 υιού Αθανί υιού Ζαραϊ υιού Αδαϊ 27 υιού Αιθάν υιού Ζαμμά υιού Σεμεϊ 28 υιού Ιεέθ υιού Γεθσών υιού Λευί. 6 Ιωάχ υιος αυτού. Ιεθρί υιος αυτού. υιού Ιερεβάμ υιού Ελιήλ υιού Θοού 20 υιού Σούφ υιού Ελκανά υιού Μαάθ υιού Αμαθί 21 υιού Ελκανά υιού Ιωήλ υιού Αζαρία υιού Σαφανία 22 υιού Θαάθ υιού Ασήρ υιού Αβιασάφ υιού Κορέ 23 υιού Ισάαρ υιού Καάθ υιού Λευί υιού Ισραήλ. Ελκανά υιος αυτού. Ασαϊας υιος αυτού. Αβισάφ υιος αυτού. και έστησαν κατά την κρίσιν αυτών επί τας λειτουργίας αυτών. 8 Ελκανά υιος αυτού. 4 υιοί Μεραρί· Μοολί και Ομουσί. 15 Σαμαά υιος αυτού. 13 υιοί Σαμουήλ· ο πρωτότοκος Σανί και Αβιά. 9 Θαάθ υιος αυτού. 33 και οι αδελφοί αυτών κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. Σεμεϊ υιος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΥΙΟΙ Λευί· Γεδσών. 12 Ελιάβ υιος αυτού. Αδδί υιος αυτού. Καάθ και Μεραρί. 7 υιοί Καάθ· Αμιναδάβ υιος αυτού. 17 και ήσαν λειτουργούντες εναντίον της σκηνής του μαρτυρίου εν οργάνοις. Λοβενί υιος αυτού. 11 Ελκανά υιος αυτού. Σουφί υιος αυτού και Ναάθ υιος αυτού. 18 και ούτοι οι εστηκότες και υιοί αυτών εκ των υιών του Καάθ· Αιμάν ο ψαλτωδός υιος Ιωήλ. Κορέ υιος αυτού. 2 και ταύτα τα ονόματα των υιών Γεδσών· Λοβενί και Σεμεϊ. 16 και ούτοι. ‘Οζά υιος αυτού. Ζαρά υιος αυτού. Αμασί και Αχιμώθ. Χεβρών και ‘Οζιήλ. 34 και Ααρών και οι υιοί αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 679 . Ζαμμά υιος αυτού. ους κατέστησε Δαυίδ επί χείρας αδόντων εν οίκω Κυρίου εν τη καταπαύσει της κιβωτού. Ασήρ υιος αυτού. 14 υιοί Μεραρί· Μοολί. 10 και υιοί Ελκανά. Αγγία υιος αυτού. Ιερεάμ υιος αυτού. 19 υιού Ελκανά. 3 υιοί Καάθ· Άμβραμ και Ισσάαρ. 29 και υιοί Μεραρί οι αδελφοί αυτών εξ αριστερών· Αιθάν υιος Κισά υιού Αβαϊ υιού Μαλώχ 30 υιού Ασεβί υιού Αμεσία υιού Χελκίου 31 υιού Αμασαϊ υιού Βανί υιού Σεμήρ 32 υιού Μοολί υιού Μουσί υιού Μεραρί υιού Λευί. και αύται αι πατριαί του Λευί κατά πατριάς αυτών.

49 και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ τοις Λευίταις τας πόλεις και τα περισπόρια αυτών· 50 και έδωκαν εν κλήρω εκ φυλής υιών Ιούδα και εκ φυλής υιών Συμεών και εκ φυλής υιών Βενιαμίν τας πόλεις ταύτας. 48 και τοις υιοίς Μεραρί κατά πατριάς αυτών εκ φυλής Ρουβήν.40 και έδωκαν αυτοίς την Χεβρών εν γη Ιούδα και τα περισπόρια αυτής κύκλω αυτής· 41 και τα πεδία της πόλεως και τας κώμας αυτής έδωκαν τω Χαλέβ υιω Ιεφοννή. Αχιτώβ υιος αυτού. από φυλής Νεφθαλί. εκ φυλής Ζαβουλών κλήρω πόλεις δεκαδύο. κατά πατριάν τοις υιοίς Καάθ τοις καταλοίποις. 42 και τοις υιοίς Ααρών έδωκαν τας πόλεις των φυγαδευτηρίων. 38 Σαδώκ υιος αυτού. εν τοις ορίοις αυτών· τοις υιοίς Ααρών τη πατριά του Κααθί -ότι αυτοίς εγένετο ο κλήρος. εκ φυλής Μανασσή εν τη Βασάν πόλεις τρισκαίδεκα. 46 και τοις υιοίς Καάθ τοις καταλοίποις εκ των πατριών εκ της φυλής εκ του ημίσους φυλής Μανασσή κλήρω πόλεις δέκα. Αβισού υιος αυτού. Φινεές υιος αυτού. Αμαρία υιος αυτού. Αχιμάας υιος αυτού. 47 και τοις υιοίς Γεδσών κατά πατριάς αυτών εκ φυλής Ισσάχαρ. ‘Οζί υιος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυμιώντες επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων και επί το θυσιαστήριον των θυμιαμάτων εις πάσαν εργασίαν άγια των αγίων και εξιλάσκεσθαι περί Ισραήλ κατά πάντα. την Χεβρών και την Λοβνά και τα περισπόρια αυτής και την Εσθαμώ και τα περισπόρια αυτής 43 και την Ιεθθάρ και τα περισπόρια αυτής και την Δαβίρ και τα περισπόρια αυτής 44 και την Ασάν και τα περισπόρια αυτής και την Βασαμύς και τα περισπόρια αυτής. 56 τοις υιοίς Γεδσών από πατριών ημίσους φυλής Μανασσή την Γωλάν εκ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 680 . ας εκάλεσεν αυτάς επ ‘ ονόματος. όσα ενετείλατο Μωυσής παις του Θεού. 45 και εκ φυλής Βενιαμίν την Γαβαέ και τα περισπόρια αυτής και την Γαλεμέθ και τα περισπόρια αυτής και την Αναθώθ και τα περισπόρια αυτής· πάσαι αι πόλεις αυτών τρισκαίδεκα πόλεις κατά πατριάς αυτών. 35 και ούτοι υιοί Ααρών· Ελεάζαρ υιος αυτού. Ζαραϊα υιος αυτού. 52 και έδωκαν αυτοίς τας πόλεις των φυγαδευτηρίων. την Συχέμ και τα περισπόρια αυτής εν όρει Εφραίμ και την Γαζέρ και τα περισπόρια αυτής 53 και την Ιεκμαάν και τα περισπόρια αυτής και την Βαιθωρών και τα περισπόρια αυτής 54 και την Εγλάμ και τα περισπόρια αυτής και την Γεθρεμμών και τα περισπόρια αυτής 55 και από του ημίσους φυλής Μανασσή την Ανάρ και τα περισπόρια αυτής και την Ιεμβλάαν και τα περισπόρια αυτής. εκ φυλής Γάδ. 39 και αύται αι κατοικίαι αυτών εν ταις κώμαις αυτών. 36 Βωκαί υιος αυτού. εκ φυλής Ασήρ. 51 και από των πατριών υιών Καάθ και εγένοντο πόλεις των ορίων αυτών εκ φυλής Εφραίμ. 37 Μαριήλ υιος αυτού.

Αβδιού και Ιωήλ και Ιεσία. 62 τοις υιοίς Μεραρί τοις καταλοίποις εκ φυλής Ζαβουλών την Ρεμμών και τα περισπόρια αυτής και την Θαλλιά και τα περισπόρια αυτής. 7 και υιοί Βαλέ· Ασεβών και ‘Οζί και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 681 . πέντε. ο αριθμός αυτών των πάντων. ισχυροί παρατάξασθαι εις πόλεμον τριάκοντα και εξ χιλιάδες. 63 εκ του πέραν του Ιορδάνου την Ιεριχώ κατά δυσμάς του Ιορδάνου· εκ φυλής Ρουβήν την Βοσόρ εν τη ερήμω και τα περισπόρια αυτής και την Ιασά και τα περισπόρια αυτής 64 και την Καδμώθ και τα περισπόρια αυτής και την Μαεφλά και τα περισπόρια αυτής 65 και εκ φυλής Γάδ την Ραμμώθ Γαλαάδ και τα περισπόρια αυτής και την Μααναϊμ και τα περισπόρια αυτής 66 και την Εσεβών και τα περισπόρια αυτής και την Ιαζήρ και τα περισπόρια αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Βασάν και τα περισπόρια αυτής και την Ασηρώθ και τα περισπόρια αυτής· 57 και εκ φυλής Ισσάχαρ την Κέδες και τα περισπόρια αυτής και την Δεβερί και τα περισπόρια αυτής και την Δαβώρ και τα περισπόρια αυτής 58 και την Ζαβώρ και την Αινάν και τα περισπόρια αυτής· 59 και εκ φυλής Ασήρ την Μαασάλ και τα περισπόρια αυτής και την Αβδών και τα περισπόρια αυτής 60 και την Ακάκ και τα περισπόρια αυτής και την Ροώβ και τα περισπόρια αυτής· 61 και από φυλής Νεφθαλί την Κέδες εν τη Γαλιλαία και τα περισπόρια αυτής και την Χαμώθ και τα περισπόρια αυτής και την Καριαθαϊμ και τα περισπόρια αυτής. άρχοντες οίκων πατριών αυτών τω Θωλά. 6 υιοί Βενιαμίν· Βαλέ και Βαχίρ και Ιαδιήλ. Ραφαϊα και Ιεριήλ και Ιαμαϊ και Ιεβασάμ και Σαμουήλ. 3 και υιοί ‘Οζί· Ιεζραϊα και υιοί Ιεζραϊα· Μιχαήλ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ τοις υιοίς Ισσάχαρ· Θωλά και Φουά και Ιασούβ και Σεμερών. τέσσαρες. κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. τρεις. 2 και υιοί Θωλά· ‘Οζί. 5 και αδελφοί αυτών εις πάσας πατριάς Ισσάχαρ και ισχυροί δυνάμει ογδοήκοντα και επτά χιλιάδες. άρχοντες πάντες. ότι επλήθυναν γυναίκας και υιούς. ο αριθμός αυτών εν ημέραις Δαυίδ είκοσι και δύο χιλιάδες και εξακόσιοι. 4 και επ ‘ αυτών κατά γενέσεις αυτών. ισχυροί δυνάμει κατά γενέσεις αυτών.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ‘Οζιήλ και Ιεριμώθ και Ουρί. και ήλθον οι αδελφοί αυτού του παρακαλέσαι αυτόν. Νομεέ υιος αυτού. άρχοντες οίκων πατριών αυτών ισχυροί δυνάμει. 22 και επένθησεν Εφραίμ ο πατήρ αυτών ημέρας πολλάς. ότι εν κακοίς εγένετο εν οίκω μου. 12 και Σαπφίν και Απφίν και υιοί Ραώμ· υιος αυτού Αέρ. Ιησουέ υιος αυτού. εκπορευόμενοι δυνάμει του πολεμείν. 8 και υιοί Βαχίρ· Ζεμιρά και Ιωάς και Ελιέζερ και Ελιθενάν και Αμαρία και Ιεριμώθ και Αβιούδ και Αναθώθ και Ελμεμέθ· πάντες ούτοι υιοί Βαχίρ. και ο αριθμός αυτών είκοσι και δύο χιλιάδες και τριακοντατέσσαρες. υιοί Βαλαά. 28 και κατάσχεσις αυτών και κατοικία αυτών· Βαιθήλ και αι κώμαι αυτής. ον έτεκεν η παλλακή αυτού η Σύρα· έτεκε δε αυτω και Μαχίρ πατέρα Γαλαάδ. ότι κατέβησαν του λαβείν τα κτήνη αυτών. πέντε. 20 και υιοί Εφραίμ· Σωθαλά και Βαράδ υιος αυτού και Θαάθ υιος αυτού. Γωνί και Ισσιήρ και Σαλλούρ. 25 και Ραφή υιοί αυτού. 14 υιοί Μανασσή· Ασεριήλ. προς δυσμαίς Γαζέρ και αι κώμαι αυτής· και Συχέμ και αι κώμαι αυτής έως Γαιάν και αι κώμαι αυτής. είκοσι χιλιάδες και διακόσιοι. και έλαβεν εν γαστρί και έτεκεν υιόν. και υιοί Βαλαάν· Ιαούς και Βενιαμίν και Αώθ και Χανανά και Ζαιθάν και Θαρσί και Αχισαάρ. Θαανάχ και αι κώμαι αυτής. Ελισαμαϊ υιος αυτού. 13 υιοί Νεφθαλί· Ιασιήλ. και απέκτειναν αυτούς οι άνδρες Γεθ οι τεχθέντες εν τη γη. 29 και έως ορίων υιών Μανασσή· Βαιθσαάν και αι κώμαι αυτής. Μαγεδδώ και αι κώμαι αυτής. και εκάλεσε το όνομα αυτού Βαραγά. 27 Νούμ υιος αυτού. 11 πάντες ούτοι υιοί Ιαδιήλ. άρχοντες των πατριών ισχυροί δυνάμει επτακαίδεκα χιλιάδες και διακόσιοι. και όνομα αδελφού αυτού Σόρος· υιοί αυτού Ουλάμ και Ροκόμ. 16 και έτεκε Μοωχά γυνή Μαχίρ υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Φαρές. 18 και η αδελφή αυτού η Μαλεχέθ έτεκε τον Ισαδέκ και τον Αβιέζερ και τον Μαελά. και υιοί ‘Οζάν· Σεηρά. Βαδάν. 24 και εν εκείνοις τοις καταλοίποις και ωκοδόμησε την Βαιθωρών την κάτω και την άνω. 19 και ήσαν υιοί Σεμιρά· Ιααίμ και Συχέμ και Λαχίμ και Ανιάν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 682 . 17 και υιοί Ουλάμ. 15 και Μαχίρ έλαβε γυναίκα τω Αμφίν και Μαμφίν· και όνομα αδελφής αυτού Μοωχά. Θαέν υιος αυτού. Σαράφ και Θαλεές υιοί αυτού. και όνομα τω δευτέρω Σαλπαάδ. Σωθελέ υιος αυτού και Αζέρ και Ελεάδ. κατ ‘ ανατολάς Νοαράν. 10 και υιοί Ιαδιήλ· Βαλαάν. και εγεννήθησαν τω Σαλπαάδ θυγατέρες. 9 και ο αριθμός αυτών κατά γενέσεις αυτών. 21 Ζαβέδ υιος αυτού. 23 και εισήλθε προς την γυναίκα αυτού. ούτοι υιοί Γαλαάδ υιού Μαχίρ υιού Μανασσή. άρχοντες οίκων πατριών ισχυροί δυνάμει. Ελεαδά υιος αυτού. 26 τω Λααδάν υιω αυτού υιος Αμιούδ.

9 και εγέννησεν εκ της Αδά γυναικός αυτού τον Ιωβάβ και τον Σεβιά και τον Μισά και τον Μελχάμ 10 και τον Ιαώς και τον Σαβιά και τον Μαρμά· ούτοι άρχοντες των πατριών. 14 και αδελφός αυτού Σωσήκ και Αριμώθ 15 και Ζαβαδία. ούτοι άρχοντες πατριών τοις κατοικούσιν Αιλάμ. και μετώκισαν αυτούς εις Μαναχαθί· 7 και Νοομά και Αχιά και Γηρά· ούτος Ιεγλαάμ και εγέννησε τον Αζά και τον Ιαχιχώ. πάντες άρχοντες πατριών εκλεκτοί ισχυροί δυνάμει. Ααρά τον τρίτον. 30 υιοί Ασήρ· Ιεμνά και Σουϊα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 683 . 38 και υιοί Ιεθήρ· Ιεφινά και Φασφά και Αρά. Ανιήλ και Ρασιά. και ούτοι εξεδίωξαν τους κατοικούντας Γεθ. 32 και Χάβερ εγέννησε τον Ιαφλήτ και τον Σαμήρ και τον Χωθάμ και την Σωλά αδελφήν αυτών. 40 πάντες ούτοι υιοί Ασήρ. εν ταύταις κατώκησαν υιοί Ιωσήφ υιού Ισραήλ. 6 ούτοι υιοί Αώδ· ούτοί εισιν άρχοντες πατριών τοις κατοικούσι Γαβεέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Δώρ και αι κώμαι αυτής. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ Βενιαμίν εγέννησε Βαλέ πρωτότοκον αυτού και Ασβήλ τον δεύτερον. 34 και υιοί Σεμμήρ· Αχιουραογά και ‘Οβά και Αράμ 35 και Βανηελάμ· αδελφοί αυτού Σοφά και Ιμανά και Σελλής και Αμάλ. αριθμός αυτών άνδρες εικοσιέξ χιλιάδες. και Ισουϊ και Βεριά και Σορέ αδελφή αυτών. Σεμμήρ· ούτος ωκοδόμησε την ‘Ωνώ και την Λώδ και τας κώμας αυτής· 13 και Βεριά και Σαμά. 8 και Σααρίν εγέννησεν εν τω πεδίω Μωάβ μετά το αποστείλαι αυτόν Ωσίν και την Βααδά γυναίκα αυτού. ούτος πατήρ Βερζαϊθ. 11 και εκ της Ωσίν εγέννησε τον Αβιτώλ και τον Αλφαάλ. 39 και υιοί Ωλά· ‘Ορέχ. Μισαάλ. 3 και ήσαν υιοί τω Βαλέ· Αδίρ και Γηρά και Αβιούδ 4 και Αβισουέ και Νοαμά και Αχιά 5 και Γηρά και Σεφουφάμ και Ουράμ. 36 υιοί Σωφά· Σουέ και Αρναφάρ και Σουδά και Βαρίν και Ιμράν 37 και Σοβάλ και Ωδ και Σεμμά και Σαλισά και Ιεθράν και Βεηρά. 12 και υιοί Αλφαάλ· ‘Ωβήδ. 2 Νωά τον τέταρτον και Ραφή τον πέμπτον. 33 και υιοί Ιαφλήτ· Φασέκ και Βαβαήλ και Ασίθ· ούτοι υιοί Ιαφλήτ. άρχοντες ηγούμενοι· ο αριθμός αυτών εις παράταξιν του πολεμείν. 31 και υιοί Βεριά· Χάβερ και Μελχιήλ.

Εσήλ υιος αυτού. υιοί Ιεροάμ. 36 και Αχάζ εγέννησε τον Ιαδά. υιοί Σωσήκ. 33 και Νήρ εγέννησε τον Κίς. εκατόν πεντήκοντα. και ούτοι καταγεγραμμένοι εν βιβλίω των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 684 . και Κίς εγέννησε τον Σαούλ. υιοί Βεριά. 40 και ήσαν υιοί Αιλάμ ισχυροί άνδρες δυνάμει. 39 και υιοί Ασήλ αδελφού αυτού· Αιλάμ πρωτότοκος αυτού και Ιάς ο δεύτερος και Ελιφαλέτ ο τρίτος. 37 και Μαισά εγέννησε τον Βαανά· Ραφαϊα υιος αυτού. και Ζαμβρί εγέννησε τον Μαισά. πάντες ούτοι εξ υιών Βενιαμίν. και ο Μεριβαάλ εγέννησε τον Μιχά. τείνοντες τόξον και πληθύνοντες υιούς και υιούς των υιών. 22 και Ιεσφάν και ‘Ωβήδ και Ελεήλ 23 και Αβδιών και Ζεχρί και Ανάν 24 και Ανανία και Αμβρί και Αιλάμ και Αναθώθ 25 και Ιαθίν και Ιεφαδίας και Φανουήλ. 35 και υιοί Μιχά· Φίθων και Μελάχ και Θαράχ και Αχάζ. 19 και Ιακίμ και Ζαχρί και Ζαβδί 20 και Ελιωναϊ και Σαλαθί και Ελιηλί 21 και Αδαϊα και Βαραϊα και Σαμαράθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ‘Ωρήδ και Έδερ 16 και Μιχαήλ και Ιεσφά και Ιωδά. και όνομα γυναικί αυτού Μααχά. υιοί Σαμαϊθ. 34 και υιος Ιωνάθαν Μεριβαάλ. 26 και Σαμσαρί και Σααρίας και Γοθολία 27 και Ιαρασία και Εριά και Ζεχρί. και Σαούλ εγέννησε τον Ιωνάθαν και τον Μελχισουέ και τον Αμιναδάβ και τον Ασαβάλ. 38 και τω Εσήλ εξ υιοί. 17 και Ζαβαδία και Μοσολλάμ και Αζακί και Αβάρ 18 και Ισαμαρί και Ιεζλίας και Ιωβάβ. 30 και ο υιος αυτής ο πρωτότοκος Αβαδών και Σουρ και Κίς και Βαάλ και Νήρ και Ναδάβ 31 και Γεδούρ και αδελφός αυτού και Ζακχούρ και Μακελώθ· 32 και Μακελώθ εγέννησε τον Σαμαά· και γαρ ούτοι κατέναντι των αδελφών αυτών κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ μετά των αδελφών αυτών. 28 ούτοι άρχοντες πατριών κατά γενέσεις αυτών άρχοντες· ούτοι κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ· 29 και εν Γαβαών κατώκησε πατήρ Γαβαών. και ταύτα τα ονόματα αυτών· Εζρικάμ πρωτότοκος αυτού και Ισμαήλ και Σαραϊα και Αβδία και Ανάν και Ασά· πάντες ούτοι υιοί Εσήλ. Ελασά υιος αυτού. και Ιαδά εγέννησε τον Σαλαιμάθ και τον Ασμώθ και τον Ζαμβρί. υιοί Ελφαάλ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ πας Ισραήλ ο συλλοχισμός αυτών.

Ακούμ. 3 και εν Ιερουσαλήμ κατώκησαν από των υιών Ιούδα και από των υιών Βενιαμίν και από των υιών Εφραίμ και Μανασσή· 4 Γνωθί και υιος Αμμιούδ. 6 εκ των υιών Ζαρά· Ιεήλ και αδελφοί αυτών. 24 κατά τους τέσσαρας ανέμους ήσαν αι πύλαι. ο κατοικών εν ταις κώμαις Νετωφατί. 19 και Σαλώμ υιος Κωρή υιού Αβιασάφ υιού Κορέ. πάντες οι άνδρες άρχοντες πατριών κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. Σαλώμ ο άρχων· 18 και έως ταύτης εν τη πύλη του βασιλέως κατ ‘ ανατολάς· αύται αι πύλαι των παρεμβολών υιών Λευί. 21 Ζαχαρίας υιος Μασαλαμί πυλωρός της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου. 10 και από των ιερέων· Ιωδαέ και Ιωαρίμ και Ιαχίν 11 και Αζαρία υιος Χελκία υιού Μοσολλάμ υιού Σαδώκ υιού Μαραϊώθ υιού Αχιτώβ ηγούμενος οίκου του Θεού 12 και Αδαϊα υιος Ιραάμ υιού Φασχώρ υιού Μελχία και Μαασαία υιος Αδιήλ υιού Εζιρά υιού Μοσολλάμ υιού Μασελμώθ υιού Εμμήρ 13 και αδελφοί αυτών άρχοντες οίκων πατριών αυτών χίλιοι και επτακόσιοι και εξήκοντα. επί των έργων της λειτουργίας φυλάσσοντες τας φυλακάς της σκηνής. 15 και Βακβακάρ και Αρής και Γαλαάλ και Ματθανίας υιος Μιχά υιού Ζεχρί υιού Ασάφ 16 και Αβδία υιος Σαμία υιού Γαλαάλ υιού Ιδιθούν και Βαραχία υιος ‘Οσσά υιού Ελκανά. 20 και Φινεές υιος Ελεάζαρ ηγούμενος ην επ ‘ αυτών έμπροσθεν Κυρίου. ισχυροί δυνάμει εις εργασίαν λειτουργίας οίκου του Θεού. οι Λευίται και οι δεδομένοι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 685 . οι Κορίται. υιού υιών Φαρές υιού Ιούδα. ο καταλοχισμός αυτών· τούτους έστησε Δαυίδ και Σαμουήλ ο βλέπων τη πίστει αυτών. 17 οι πυλωροί· Σαλώμ. 7 και εκ των υιών Βενιαμίν· Σαλώ υιος Μοσολλάμ υιού ‘Ωδουϊα υιού Ασινού 8 και Ιεμναά υιος Ιεροβοάμ και ‘Ηλώ· ούτοι υιοί ‘Οζί υιού Μαχίρ· και Μασσαλήμ υιος Σαφατία υιού Ραγουήλ υιού Ιεμναϊ 9 και αδελφοί αυτών κατά γενέσεις αυτών. οι ιερείς. εξακόσιοι και ενενήκοντα. και πατέρες αυτών επί της παρεμβολής Κυρίου φυλάσσοντες την είσοδον. 14 και εκ των Λευιτών· Σαμαϊα υιος Ασώβ υιού Εζρικάμ υιού Ασαβία εκ των υιών Μεραρί. Τελμών και Αιμάν και αδελφοί αυτών. κατά ανατολάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέων Ισραήλ και Ιούδα μετά των αποικισθέντων εις Βαβυλώνα εν ταις ανομίαις αυτών. 22 πάντες οι εκλεκτοί επί της πύλης εν ταις πύλαις διακόσιοι και δεκαδύο· ούτοι εν ταις αυλαίς αυτών. 23 και ούτοι και οι υιοί αυτών επί των πυλών εν οίκω Κυρίου και εν οίκω της σκηνής του φυλάσσειν. εννακόσιοι πεντηκονταέξ. και οι αδελφοί αυτού εις οίκον πατρός αυτού. υιού Αμρί. θάλασσαν. και ούτοι μετ ‘ αυτού. 2 και οι κατοικούντες πρότερον εν ταις κατασχέσεσιν αυτών εν ταις πόλεσιν Ισραήλ. 5 και εκ των Σηλωνί· Ασαϊα πρωτότοκος αυτού και οι υιοί αυτού.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 686 . και Κίς εγέννησε τον Σαούλ. ότι ημέρα και νύξ επ ‘ αυτοίς εν τοις έργοις. και οι Λευίται ήσαν επί των παστοφορίων. και όνομα γυναικός αυτού Μααχά. του οίνου. ότι εν αριθμω εισοίσουσι και εν αριθμω εξοίσουσι. και Ζαμβρί εγέννησε τον Μασά. 26 ότι εν πίστει εισί τέσσαρες δυνατοί των πυλών. 32 και Βαναϊας ο Κααθίτης εκ των αδελφών αυτών επί των άρτων της προθέσεως του ετοιμάσαι σάββατον κατά σάββατον. 33 και ούτοι ψαλτωδοί άρχοντες των πατριών των Λευιτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βορράν. και ταύτα τα ονόματα αυτών· Εζρικάμ πρωτότοκος αυτού και Ισμαήλ και Σαραϊα και Αβδία και Ανάν και Ασά. 30 και από των υιών των ιερέων ήσαν μυρεψοί του μύρου και εις τα αρώματα. 27 ότι επ ‘ αυτούς η φυλακή. και επί των θησαυρών οίκου του Θεού παρεμβάλλουσιν. 29 και εξ αυτών καθεσταμένοι επί τα σκεύη και επί πάντα σκεύη τα άγια και επί της σεμιδάλεως. και ούτοι εν μέσω των αδελφών αυτών κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ εν μέσω των αδελφών αυτών. 43 και Μασά εγέννησε τον Βαανά. 28 και εξ αυτών επί τα σκεύη της λειτουργίας. ούτοι υιοί Εσήλ. 44 και τω Εσήλ εξ υιοί. 35 και εν Γαβαών κατώκησε πατήρ Γαβαών Ιεήλ. Ελασά υιος αυτού. 25 και αδελφοί αυτών εν ταις αυλαίς αυτών του εισπορεύεσθαι κατά επτά ημέρας από καιρού εις καιρόν μετά τούτων. διατεταγμέναι εφημερίαι. Εσήλ υιος αυτού. 36 και υιος αυτού ο πρωτότοκος Αβαδών και Σουρ και Κίς και Βαάλ και Νήρ και Ναδάβ 37 και Γεδούρ και αδελφός και Ζακχούρ και Μακελώθ. 41 και υιοί Μιχά· Φιθών και Μαλάχ και Θαράχ. και Ιαδά εγέννησε τον Γαλεμέθ και τον Γαζμώθ και τον Ζαμβρί. και Σαούλ εγέννησε τον Ιωνάθαν και τον Μελχισουέ και τον Αμιναδάβ και τον Ασαβάλ. Ραφαϊα υιος αυτού. 42 και Αχάζ εγέννησε τον Ιαδά. 39 και Νήρ εγέννησε τον Κίς. και ούτοι επί των κλειδών το πρωϊ πρωϊ ανοίγειν τας θύρας του ιερού. 38 και Μακελώθ εγέννησε τον Σαμαά. 34 ούτοι άρχοντες των πατριών των Λευιτών κατά γενέσεις αυτών άρχοντες· ούτοι κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ. 31 και Ματταθίας εκ των Λευιτών (ούτος ο πρωτότοκος τω Σαλώμ τω Κορίτη) εν τη πίστει επί τα έργα της θυσίας του τηγάνου του μεγάλου ιερέως. νότον. 40 και υιος Ιωνάθαν Μεριβαάλ· και Μεριβαάλ εγέννησε τον Μιχά. του ελαίου. του λιβανωτού και των αρωμάτων.

μη έλθωσιν οι απερίτμητοι ούτοι και εμπαίξωσί μοι. και ουκ εβούλετο ο αίρων τα σκεύη αυτού. και επάταξαν αλλόφυλοι τον Ιωνάθαν και τον Αμιναδάβ και τον Μελχισουέ υιούς Σαούλ. 11 και ήκουσαν πάντες οι κατοικούντες Γαλαάδ άπαντα. και απεκρίνατο αυτω Σαμουήλ ο προφήτης· 14 και ουκ εζήτησε Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ αλλόφυλοι επολέμησαν προς τον Ισραήλ. και κατέλιπον τας πόλεις αυτών και έφυγον· και ήλθον οι αλλόφυλοι και κατώκησαν εν αυταίς. 7 και είδε πας ανήρ Ισραήλ ο εν τω αυλώνι ότι έφυγεν Ισραήλ και ότι απέθανε Σαούλ και οι υιοί αυτού. 5 και είδεν ο αίρων τα σκεύη αυτού ότι απέθανε Σαούλ. 2 και κατεδίωξαν οι αλλόφυλοι οπίσω Σαούλ και οπίσω των υιών αυτού. 13 και απέθανε Σαούλ εν ταις ανομίαις αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 687 . α εποίησαν οι αλλόφυλοι τω Σαούλ και υιω Ισραήλ. 4 και είπε Σαούλ τω αίροντι τα σκεύη αυτού· σπάσαι την ρομφαίαν σου και εκκέντησόν με εν αυτη. 12 και ηγέρθησαν εκ Γαλαάδ πας ανήρ δυνατός και έλαβον το σώμα Σαούλ και το σώμα των υιών αυτού και ήνεγκαν αυτά εις Ιαβίς και έθαψαν τα οστά αυτών υπό την δρύν εν Ιαβίς και ενήστευσαν επτά ημέρας. αις ηνόμησε τω Θεω κατά τον λόγον Κυρίου. διότι ουκ εφύλαξεν· ότι επηρώτησε Σαούλ εν τώ εγγαστριμύθω του ζητήσαι. 3 και εβαρύνθη ο πόλεμος επί Σαούλ. 6 και απέθανε Σαούλ και τρεις υιοί αυτού εν τη ημέρα εκείνη. 8 και εγένετο τη επομένη και ήλθον αλλόφυλοι του σκυλεύειν τους τραυματίας και εύρον τον Σαούλ και τους υιούς αυτού πεπτωκότας εν τω όρει Γελβουέ. και έπεσον τραυματίαι εν όρει Γελβουέ. και επόνεσεν από των τόξων. και έφυγον από προσώπου αλλοφύλων. ότι εφοβείτο σφόδρα· και έλαβε Σαούλ την ρομφαίαν και επέπεσεν επ ‘ αυτήν. 9 και εξέδυσαν αυτόν και έλαβον την κεφαλήν αυτού και τα σκεύη αυτού και απέστειλαν εις γην αλλοφύλων κύκλω του ευαγγελίσασθαι τοις ειδώλοις αυτών και τω λαω· 10 και έθηκαν τα σκεύη αυτών εν οίκω θεού αυτών και την κεφαλήν αυτού έθηκαν εν οίκω Δαγών. και απέκτεινεν αυτόν και επέστρεψε την βασιλείαν τω Δαυίδ υιω Ιεσσαί. και εύρον αυτόν οι τοξόται εν τόξοις και πόνοις. και έπεσε και γε αυτός επί την ρομφαίαν αυτού και απέθανε. και πας ο οίκος αυτού επί το αυτό απέθανε.

και το σύστημα των αλλοφύλων τότε εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 688 . συ ήσθα ο εξάγων και εισάγων τον Ισραήλ. 3 και ήλθον πάντες πρεσβύτεροι Ισραήλ προς τον βασιλέα εις Χεβρών. 10 Και ούτοι οι άρχοντες των δυνατών. και ο λαός έφυγεν από προσώπου αλλοφύλων· 14 και έστη εν μέσω της μερίδος και έσωσεν αυτήν και επάταξε τους αλλοφύλους. 12 και μετ ‘ αυτόν Ελεάζαρ υιος Δωδαϊ ο Αχωχί· ούτος ην εν τοις τρισί δυνατοίς. και παρεμβολή των αλλοφύλων εν τη κοιλάδι των γιγάντων. και έχρισαν τον Δαυίδ εις βασιλέα επί Ισραήλ κατά τον λόγον Κυρίου. 16 και Δαυίδ τότε εν τη περιοχή. και ην μερίς του αγρού πλήρης κριθών. και συ έση εις ηγούμενον επί Ισραήλ. 6 και είπε Δαυίδ· πας τύπτων Ιεβουσαίον εν πρώτοις και έσται εις άρχοντα και εις στρατηγόν· και ανέβη επ ‘ αυτήν εν πρώτοις Ιωάβ υιος Σαρουϊα και εγένετο εις άρχοντα. 7 και εκάθισε Δαυίδ εν τη περιοχή· δια τούτο εκάλεσεν αυτήν Πόλιν Δαυίδ· 8 και ωκοδόμησε την πόλιν κύκλω· και επολέμησε και έλαβε την πόλιν. και εκεί οι Ιεβουσαίοι οι κατοικούντες την γην είπον τω Δαυίδ· 5 ουκ εισελεύση ώδε. και Κύριος παντοκράτωρ μετ ‘ αυτού. δια χειρός Σαμουήλ. οί ήσαν τω Δαυίδ. και οι αλλόφυλοι συνήχθησαν εκεί εις πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ήλθε πας Ισραήλ προς Δαυίδ εν Χεβρών λέγοντες· ιδού οστά σου και σάρκες σου ημείς· 2 και εχθές και τρίτην όντος Σαούλ βασιλέως. και εποίησε Κύριος σωτηρίαν μεγάλην. και προκατελάβετο την περιοχήν Σιών (αύτη η πόλις Δαυίδ). 4 Και επορεύθη ο βασιλεύς και άνδρες αυτού εις Ιερουσαλήμ (αύτη Ιεβούς). οι κατισχύοντες μετ ‘ αυτού εν τη βασιλεία αυτού μετά παντός Ισραήλ του βασιλεύσαι αυτόν κατά τον λόγον Κυρίου επί Ισραήλ· 11 και ούτος ο αριθμός των δυνατών του Δαυίδ· Ιεσεβάαλ υιος Αχαμανί πρώτος των τριάκοντα· ούτος εσπάσατο την ρομφαίαν αυτού άπαξ επί τριακοσίους τραυματίας εν καιρω ενί. και διέθετο αυτοίς ο βασιλεύς Δαυίδ διαθήκην εν Χεβρών έναντι Κυρίου. 15 και κατέβησαν τρεις εκ των τριάκοντα αρχόντων εις την πέτραν προς Δαυίδ εις το σπήλαιον ‘Οδολλάμ. 9 και επορεύετο Δαυίδ πορευόμενος και μεγαλυνόμενος. και είπεν Ισραήλ Κύριός σοι· συ ποιμανείς τον λαόν μου τον Ισραήλ. 13 ούτος ην μετά Δαυίδ εν Φασοδομίν.

28 Ωρά υιος Εκκίς ο Θεκωί. Αχία ο Φελλωνί. και έλαβον και ήλθον προς Δαυίδ. Ελφάτ υιος Θυροφάρ 36 ο Μεχωραθρί. Χελλής ο Φελωνί. 33 Αζμώθ ο Βαρωμί. Βαναίας ο Φαραθωνί. ει αίμα ανδρών τούτων πίομαι εν ψυχαίς αυτών. ‘Ηλί ο Αχωνί. και εν χειρί του Αιγυπτίου δόρυ ως αντίον υφαινόντων. και Ιωσαφάτ ο Ματθανί. Ζαβέτ υιος Αχαϊά. Ιωνάθαν υιος Σωλά ο Αραρί. 29 Σοβοχαί ο Ασωθί. 18 και διέρρηξαν οι τρεις την παρεμβολήν των αλλοφύλων και υδρεύσαντο ύδωρ εκ του λάκκου του εν Βηθλεέμ. και ουκ ηθέλησε Δαυίδ του πιείν αυτό και έσπεισεν αυτό τω Κυρίω και είπεν· 19 ίλεώς μου ο Θεός του ποιήσαι το ρήμα τούτο. 34 υιος Ασάμ του Γιζωνίτου. 43 Ανάν υιος Μοωχά. Αβιέζερ ο Αναθωθί. 21 από των τριών υπέρ τους δύο ένδοξος. και κατέβη επ ‘ αυτόν Βαναίας εν ράβδω και αφείλετο εκ της χειρός του Αιγυπτίου το δόρυ και απέκτεινεν αυτόν εν τω δόρατι αυτού. και τούτω όνομα εν τοις τρισί τοις δυνατοίς· 25 υπέρ τους τριάκοντα ην ένδοξος ούτος και προς τους τρεις ουκ ήρχετο· και κατέστησεν αυτόν Δαυίδ επί την πατριάν αυτού. 35 Αχίμ υιος Αχάρ ο Αραρί. 17 και επεθύμησε Δαυίδ και είπε· τις ποτιεί με ύδωρ εκ του λάκκου Βηθλεέμ του εν τη πύλη. ταύτα εποίησαν οι τρεις δυνατοί. 20 και Αβεσαά αδελφός Ιωάβ. ούτος ην άρχων των τριών. 40 Ιρά ο Ιεθρί. 41 Ουρία ο Χεττί. άνδρα ορατόν πεντάπηχυν. 45 Ιεδιήλ υιος Σαμερί και Ιωζαέ ο αδελφός αυτού ο Θωσαϊ. αίρων σκεύη Ιωάβ υιω Σαρουϊα. Αβιήλ ο Γαραβαιθί. 32 Ουρί εκ Ναχαλί Γάας. 30 Μοοραϊ ο Νετωφαθί. και ούτος ην ονομαστός εν τοις τρισίν. Μεβαάλ υιος Αγαρί. Ναχώρ ο Βηρωθί. και ην αυτοίς εις άρχοντα και έως των τριών ουκ ήρχετο. και επ ‘ αυτω τριάκοντα. 37 ‘Ησερέ ο Χαρμαδαϊ. 22 και Βαναίας υιος Ιωδαέ υιος ανδρός δυνατού. 38 Ιωήλ υιος Νάθαν. 42 Αδινά υιος Σαιζά του Ρουβήν άρχων. πολλά έργα αυτού υπέρ Καβασαήλ· ούτος επάταξε τους δύο αριήλ Μωάβ και ούτος κατέβη και επάταξε τον λέοντα εν τω λάκκω εν ημέρα χιόνος· 23 και ούτος επάταξε τον άνδρα τον Αιγύπτιον. 26 και δυνατοί των δυνάμεων· Ασαήλ αδελφός Ιωάβ. 24 ταύτα εποίησε Βαναίας υιος Ιωδαέ. 44 ‘Οζία ο Ασταρωθί. 27 Σαμμώθ ο Αρωρί. Χολόδ υιος Νοοζά ο Νετωφαθί. ος ην εν τη πύλη. 39 Σελή ο Αμμωνί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Βηθλεέμ. Σαμαθά και Ιειήλ υιοί Χωθάμ του Αραρί. 31 Αιρί υιος Ρεβιέ εκ βουνού Βενιαμίν. 46 Ελιήλ ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 689 . ούτος εσπάσατο την ρομφαίαν αυτού επί τριακοσίους τραυματίας εν καιρω ενί. Ελεανάν υιος Δωδωέ εκ Βηθλεέμ. Ελιαβά ο Σαλαβωνί. ότι εν ψυχαίς αυτών ήνεγκαν αυτό· και ουκ εβούλετο πιείν αυτό. Νααραί υιος Αζοβαί. Γαρήβ ο Ιεθρί.

και είπε· πορεύου και ο λαός σου Δαυίδ υιος Ιεσσαί· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 690 . έτι συνεχομένου από προσώπου Σαούλ υιού Κίς. Ιερμιά ο πέμπτος. 14 Ιερμιά ο δέκατος. εις τοις εκατόν μικρός και μέγας τοις χιλίοις. Ελιαζέρ ο ένατος. 15 ούτοι εκ των υιών Γάδ άρχοντες της στρατιάς. είη μοι καρδία καθ ‘ εαυτήν εφ ‘ υμάς· και ει του παραδούναί με τοις εχθροίς μου ουκ εν αληθεία χειρός. 16 ούτοι οι διαβάντες τον Ιορδάνην εν τω μηνί τω πρώτω. 18 και Δαυίδ εξήλθεν εις απάντησιν αυτών και είπεν αυτοίς· ει εις ειρήνην ήκατε προς με. Μελχαβαναί ο ενδέκατος. 13 Ιωανάν ο όγδοος. και ούτοι εν τοις δυνατοίς βοηθούντες εν πολέμω 2 και τόξω εκ δεξιών και εξ αριστερών και σφενδονήται εν λίθοις και τόξοις· εκ των αδελφών Σαούλ εκ Βενιαμίν· 3 ο άρχων Αχιέζερ και Ιωάς υιος Ασμά του Γαβαθίτου και Ιωήλ και Ιωφαλήτ υιοί Ασμώθ και Βερχία και Ιηούλ ο Αναθωθί 4 και Σαμαϊας ο Γαβαωνίτης δυνατός εν τοις τριάκοντα και επί των τριάκοντα 5 Ιερεμία και Ιεζιήλ και Ιωανάν και Ιωζαβάθ ο Γαδαραθιίμ. και εξεδίωξαν πάντας τους κατοικούντας αυλώνας από ανατολών έως δυσμών. και Ιωσία υιος αυτού. Ελιάβ ο έβδομος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαωϊ και Ιαριβί. 19 και πνεύμα ενέδυσε τον Αμασαί άρχοντα των τριάκοντα. και κούφοι ως δορκάδες επί των ορέων τω τάχει· 10 Αζέρ ο άρχων. Ελλαάμ και Ιεθαμά ο Μωαβίτης. 47 Δαλιήλ και ‘Ωβήδ και Ιεσσιήλ ο Μεσωβία. 17 και ήλθον από των υιών Βενιαμίν και Ιούδα εις βοήθειαν του Δαυίδ. και ούτος πεπληρωκώς επί πάσαν κρηπίδα αυτού. 7 Ηλκανά και Ιησουνί και ‘Οζριήλ και Ιωζαρά και Σοβοκάμ και οι Κορίται 8 και Ιελία και Ζαβαδία υιοί Ιραάμ και οι του Γεδώρ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ούτοι οι ελθόντες προς Δαυίδ εις Σικελάγ. 9 και από του Γαδδί εχωρίσθησαν προς Δαυίδ από της ερήμου ισχυροί δυνατοί άνδρες παρατάξεως πολέμου αίροντες θυρεούς και δόρατα. Αβδία ο δεύτερος. 12 Ιεθί ο έκτος. Ελιάβ ο τρίτος. 6 Αζαϊ και Ιαριμούθ και Βααλιά και Σαμαραϊα και Σαφατίας ο Χαραιφιήλ. 11 Μασμανά ο τέταρτος. και πρόσωπον λέοντος τα πρόσωπα αυτών. ίδοι ο Θεός των πατέρων υμών και ελέγξαιτο.

22 και αυτοί συνεμάχησαν τω Δαυίδ επί τον γεδδούρ. γινώσκοντες τι ποιήσαι Ισραήλ εις τας αρχάς αυτών. 38 και εκ πέραν του Ιορδάνου από Ρουβήν και Γαδδί και από του ημίσους φυλής Μανασσή εν πάσι σκεύεσι πολεμικοίς εκατόν είκοσι χιλιάδες. 33 και από των υιών Ισσάχαρ γινώσκοντες σύνεσιν εις τους καιρούς. άνδρες ονομαστοί κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. 20 και από Μανασσή προσεχώρησαν προς Δαυίδ εν τω ελθείν τους αλλοφύλους επί Σαούλ εις πόλεμον· και ουκ εβοήθησεν αυτοίς. οι ελθόντες προς Δαυίδ εις Χεβρών του αποστρέψαι την βασιλείαν Σαούλ προς αυτόν κατά τον λόγον Κυρίου. και πάντες αδελφοί αυτών μετ ‘ αυτών. 37 και από του Ασήρ εκπορευόμενοι βοηθήσαι εις πόλεμον τεσσαράκοντα χιλιάδες. και ειρήνη τοις βοηθοίς σου. 32 και από του ημίσους φυλής Μανασσή δεκαοκτώ χιλιάδες. 31 και από υιών Εφραίμ είκοσι χιλιάδες και οκτακόσιοι. 36 και από των Δανιτών παρατασσόμενοι εις πόλεμον εικοσιοκτώ χιλιάδες και οκτακόσιοι. και προσεδέξατο αυτούς Δαυίδ και κατέστησεν αυτούς άρχοντας των δυνάμεων. 28 και Ιωδαέ ο ηγούμενος τω Ααρών και μετ ‘ αυτού τρεις χιλιάδες και επτακόσιοι. 25 υιοί Ιούδα θυρεοφόροι και δορατοφόροι εξ χιλιάδες και οκτακόσιοι δυνατοί παρατάξεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ειρήνη ειρήνη σοι. ότι εν βουλή εγένετο παρά των στρατηγών των αλλοφύλων λεγόντων· εν ταις κεφαλαίς των ανδρών εκείνων επιστρέψει προς κύριον αυτού Σαούλ· 21 εν τω πορευθήναι τον Δαυίδ εις Σικελάγ προσεχώρησαν αυτω από Μανασσή Εδνά και Ιωζαβάθ και Ρωδιήλ και Μιχαήλ και Ιωσαβαίθ και Ελιμούθ και Σεμαθί. οί ωνομάσθησαν εν ονόματι του βασιλεύσαι τον Δαυίδ. διακόσιοι. ότι εβοήθησέ σοι ο Θεός σου. 26 των υιών Συμεών δυνατοί ισχύος εις παράταξιν επτά χιλιάδες και εκατόν. 34 και από Ζαβουλών εκπορευόμενοι εις παράταξιν πολέμου εν πάσι σκεύεσι πολεμικοίς πεντήκοντα χιλιάδες βοηθήσαι τω Δαυίδ ου χεροκένως. 29 και Σαδώκ νέος δυνατός ισχύϊ και της πατρικής οικίας αυτού άρχοντες εικοσιδύο. 39 πάντες ούτοι άνδρες πολεμισταί παρατασσόμενοι παράταξιν εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 691 . 24 και ταύτα τα ονόματα των αρχόντων της στρατιάς. ότι δυνατοί ισχύος πάντες και ήσαν ηγούμενοι εν τη στρατιά εν τη δυνάμει· 23 ότι ημέραν εξ ημέρας ήρχοντο προς Δαυίδ εις δύναμιν μεγάλην ως δύναμις του Θεού. 35 και από Νεφθαλί άρχοντες χίλιοι και μετ ‘ αυτών εν θυρεοίς και δόρασι τριακονταεπτά χιλιάδες. 30 και των υιών Βενιαμίν των αδελφών Σαούλ τρεις χιλιάδες· και έτι το πλείστον αυτών απεσκόπει την φυλακήν οίκου Σαούλ. αρχηγοί χιλιάδων εισί του Μανασσή. 27 των υιών Λευί τετρακισχίλιοι και εξακόσιοι. δυνατοί ισχύϊ.

παλάθας. οίνον και έλαιον. αποστείλωμεν προς τους αδελφούς ημών τους υπολελειμμένους εν πάση γη Ισραήλ. 8 και Δαυίδ και πας Ισραήλ παίζοντες εναντίον του Θεού εν πάση δυνάμει και εν ψαλτωδοίς και εν κινύραις και εν νάβλαις. του αναγαγείν εκείθεν την κιβωτόν του Θεού Κυρίου καθημένου επί Χερουβίμ. 7 και επέθηκαν την κιβωτόν του Θεού εφ ‘ άμαξαν καινήν εξ οίκου Αμαναδάβ. 9 και ήλθοσαν έως της άλωνος. και μετ ‘ αυτών οι ιερείς οι Λευίται εν πόλεσι κατασχέσεως αυτών. ότι διέκοψε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 692 . ου επεκλήθη όνομα αυτού. σταφίδας. ότι ευφροσύνη εν Ισραήλ. 4 και είπε πάσα η εκκλησία του ποιήσαι ούτως. 11 και ηθύμησε Δαυίδ. και εξέτεινεν ‘Οζά την χείρα αυτού του κατασχείν την κιβωτόν. 41 και οι ομορούντες αυτοίς έως Ισσάχαρ και Ζαβουλών και Νεφθαλί έφερον αυτοίς επί των καμήλων και των όνων και των ημιόνων και επί των μόσχων βρώματα. παντί ηγουμένω. 10 και εθυμώθη Κύριος οργή επί ‘Οζά και επάταξεν αυτόν εκεί δια το εκτείναι την χείρα αυτού επί την κιβωτόν. μόσχους και πρόβατα εις πλήθος. και πας Ισραήλ ανέβη εις πόλιν Δαυίδ. 6 και ανήγαγεν αυτήν Δαυίδ. ότι εξέκλινεν αυτήν ο μόσχος. 5 και εξεκκλησίασε Δαυίδ τον πάντα Ισραήλ από ορίων Αιγύπτου και έως εισόδου Ημάθ του εισενέγκαι την κιβωτόν του Θεού εκ πόλεως Ιαρίμ. 40 και ήσαν εκεί ημέρας τρεις εσθίοντες και πίνοντες. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ εβουλεύσατο Δαυίδ μετά των χιλιάρχων και των εκατοντάρχων. και ‘Οζά και οι αδελφοί αυτού ήγον την άμαξαν. και απέθανεν εκεί απέναντι του Θεού. ή ην του Ιούδα. 3 και μετενέγκωμεν την κιβωτόν του Θεού ημών προς ημάς· ότι ουκ εζήτησαν αυτήν αφ ‘ ημερών Σαούλ. και εν κυμβάλοις και εν σάλπιγξι. και συναχθήσονται προς ημάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ψυχή ειρηνική και ήλθον εις Χεβρών του βασιλεύσαι τον Δαυίδ επί πάντα Ισραήλ· και ο κατάλοιπος Ισραήλ ψυχή μία του βασιλεύσαι τον Δαυίδ. εν τυμπάνοις. άλευρα. ότι ευθής ο λόγος εν οφθαλμοίς παντός του λαού. ότι ητοίμασαν οι αδελφοί αυτών. 2 και είπε Δαυίδ τη πάση εκκλησία Ισραήλ· ει εφ ‘ υμίν αγαθόν και παρά Κυρίου του Θεού ημών ευοδωθή.

2 και έγνω Δαυίδ ότι ητοίμασεν αυτόν Κύριος εις βασιλέα επί Ισραήλ. 13 και προσέθεντο έτι αλλόφυλοι και συνέπεσαν έτι εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 693 . Σωβάβ. και είπεν αυτω Κύριος· ανάβηθι. και δώσω αυτούς εις τας χείράς σου. 9 και αλλόφυλοι ήλθον και συνέπεσον εν τη κοιλάδι των γιγάντων. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ απέστειλε Χιράμ βασιλεύς Τύρου αγγέλους προς Δαυίδ και ξύλα κέδρινα και οικοδόμους και τέκτονας ξύλων του οικοδομήσαι αυτω οίκον. 4 και ταύτα τα ονόματα αυτών των τεχθέντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος διακοπήν εν ‘Οζά. λέγων· Πως εισοίσω την κιβωτόν του Θεού προς εμαυτόν. 11 και ανέβη εις Βαάλ Φαρασίν και επάταξεν αυτούς εκεί Δαυίδ· και είπε Δαυίδ· διέκοψεν ο Θεός τους εχθρούς μου εν χειρί μου ως διακοπήν ύδατος· δια τούτο εκάλεσε το όνομα του τόπου εκείνου Διακοπή Φαρασίν. και εξέκλινεν αυτήν εις οίκον Αβεδδαρά του Γεθθαίου. 12 και εγκατέλιπον εκεί τους θεούς αυτών οι αλλόφυλοι. ότι ηυξήθη εις ύψος η βασιλεία αυτού δια τον λαόν αυτού Ισραήλ. 3 Και έλαβε Δαυίδ έτι γυναίκας εν Ιερουσαλήμ. και ετέχθησαν Δαυίδ έτι υιοί και θυγατέρες. 12 και εφοβήθη Δαυίδ τον Θεόν εν τη ημέρα εκείνη. 13 και ουκ απέστρεψε Δαυίδ την κιβωτόν προς εαυτόν εις πόλιν Δαυίδ. και ανέβησαν πάντες οι αλλόφυλοι ζητήσαι τον Δαυίδ· και ήκουσε Δαυίδ και εξήλθεν εις απάντησιν αυτοίς. Νάθαν και Σαλωμών 5 και Ιβαάρ και Ελισαέ και Ελιφαλέτ 6 και Ναγέθ και Ναφάγ και Ιαφιέ 7 και Ελισαμαέ και Ελιαδέ και Ελιφαλέτ. και εκάλεσε τον τόπον εκείνον Διακοπή ‘Οζά έως της ημέρας ταύτης. οί ήσαν αυτω εν Ιερουσαλήμ· Σαμαά. και είπε Δαυίδ κατακαύσαι αυτούς εν πυρί. 10 και επηρώτησε Δαυίδ δια του Θεού λέγων· ει αναβώ επί τους αλλοφύλους και δώσεις αυτούς εις τας χείράς μου. 14 και εκάθισεν η κιβωτός του Θεού εν οίκω Αβεδδαρά τρεις μήνας· και ευλόγησεν ο Θεός Αβεδδαρά και πάντα τα αυτού. 8 Και ήκουσαν αλλόφυλοι ότι εχρίσθη Δαυίδ βασιλεύς επί πάντα Ισραήλ.

και Κύριος έδωκε τον φόβον αυτού επί πάντα τα έθνη. εκατόν δεκαδύο. 4 και συνήγαγε Δαυίδ τους υιούς Ααρών τους Λευίτας. ον ητοίμασεν αυτη. ότι αυτούς εξελέξατο Κύριος αίρειν την κιβωτόν Κυρίου και λειτουργείν αυτω έως αιώνος. 14 και ηγνίσθησαν οι ιερείς και οι Λευίται του ανενέγκαι την κιβωτόν Θεού Ισραήλ. εκατόν τριάκοντα. αλλ ‘ ή τους Λευίτας. διακόσιοι. Ασαϊαν και Ιωήλ και Σαμαίαν και Ελιήλ και Αμιναδάβ. αγνίσθητε υμείς και οι αδελφοί υμών και ανοίσετε την κιβωτόν του Θεού Ισραήλ. τον Ουριήλ. 6 των υιών Μεραρί· Ασαϊα ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. 7 των υιών Γηρσάμ· Ιωήλ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. 10 των υιών ‘Οζιήλ· Αμιναδάβ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εποίησεν αυτω οικίας εν πόλει Δαυίδ. και είπεν αυτω ο Θεός· ου πορεύση οπίσω αυτών. ογδοήκοντα. αποστρέφου απ ‘ αυτών και παρέση αυτοίς πλησίον των απίων· 15 και έσται εν τω ακούσαί σε την φωνήν του συσσεισμού των άκρων των απίων. 3 και εξεκκλησίασε Δαυίδ τον πάντα Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ του ανενέγκαι την κιβωτόν Κυρίου εις τον τόπον. 16 και εποίησε καθώς ενετείλατο αυτω ο Θεός. 14 και ηρώτησε Δαυίδ έτι εν Θεω. 8 των υιών Ελισαφάν· Σεμεϊ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. ου ητοίμασα αυτη· 13 ότι ουκ εν τω πρότερον υμάς είναι διέκοψεν ο Θεός ημών εν ημίν. διακόσιοι είκοσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κοιλάδι των γιγάντων. ότι εξήλθεν ο Θεός έμπροσθέν σου του πατάξαι την παρεμβολήν των αλλοφύλων. 5 των υιών Καάθ· Ουριήλ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. εκατόν είκοσι. και ητοίμασε τον τόπον τη κιβωτω του Θεού και εποίησεν αυτη σκηνήν. τους ιερείς. 2 τότε είπε Δαυίδ· ουκ έστιν άραι την κιβωτόν του Θεού. 17 και εγένετο όνομα Δαυίδ εν πάση τη γη. 11 και εκάλεσε Δαυίδ τον Σαδώκ και Αβιάθαρ. 15 και έλαβον οι υιοί των Λευιτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 694 . ότι ουκ εξεζητήσαμεν εν κρίματι. 12 και είπεν αυτοίς· υμείς άρχοντες πατριών των Λευιτών. και επάταξε την παρεμβολήν των αλλοφύλων από Γαβαών έως Γαζηρά. και τους Λευίτας. 9 των υιών Χεβρών· Ελιήλ ο άρχων και οι αδελφοί αυτού. τότε εισελεύση εις τον πόλεμον.

18 και μετ ‘ αυτών οι αδελφοί αυτών οι δεύτεροι Ζαχαρίας και ‘Οζιήλ και Σεμιραμώθ και Ιεϊήλ και Ελιωήλ και Ελιάβ και Βαναία και Μαασαϊα και Ματταθία και Ελιφαλία και Μακενία και Αβδεδόμ και Ιεϊήλ και ‘Οζίας. και επί Δαυίδ στολή βυσσίνη. Βαναίας εν νάβλαις επί αλαιμώθ. εν αναφορεύσιν επ ‘ αυτούς. και Μελχόλ η θυγάτηρ Σαούλ παρέκυψε δια της θυρίδος και είδε τον βασιλέα Δαυίδ ορχούμενον και παίζοντα. νάβλαις. και εξουδένωσεν αυτόν εν τη ψυχή αυτής. 16 και είπε Δαυίδ τοις άρχουσι των Λευιτών· στήσατε τους αδελφούς αυτών τους ψαλτωδούς εν οργάνοις. οι πυλωροί. 28 και πας Ισραήλ ανάγοντες την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εν σημασία και εν φωνή σωφέρ και εν σάλπιγξι και εν κυμβάλοις. 21 και Ματταθίας και Ελιφαλίας και Μακενίας και Αβδεδόμ και Ιεϊήλ και ‘Οζίας εν κινύραις αμασενίθ του ενισχύσαι. 27 και Δαυίδ περιεζωσμένος εν στολή βυσσίνη και πάντες οι Λευίται αίροντες την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου και οι ψαλτωδοί και Χωνενίας ο άρχων των ωδών των αδόντων. Ελιάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την κιβωτόν του Θεού. Μασαίας. και Αβδεδόμ και Ιεϊα πυλωροί της κιβωτού του Θεού. 23 και Βαραχία και Ελκανά πυλωροί της κιβωτού. ‘Ωνί. 29 και εγένετο η κιβωτός διαθήκης Κυρίου και ήλθεν έως πόλεως Δαυίδ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 695 . 25 και ην Δαυίδ και οι πρεσβύτεροι Ισραήλ και οι χιλίαρχοι οι πορευόμενοι του αναγαγείν την κιβωτόν της διαθήκης εξ οίκου Αβδεδόμ εν ευφροσύνη. 17 και έστησαν οι Λευίται τον Αιμάν υιόν Ιωήλ· εκ των αδελφών αυτού Ασάφ υιος Βαραχία. 22 και Χωνενία άρχων των Λευιτών άρχων των ωδών. 24 και Σοβνία και Ιωσαφάτ και Ναθαναήλ και Αμασαϊ και Ζαχαρία και Βαναϊ και Ελιέζερ οι ιερείς σαλπίζοντες ταις σάλπιγξιν έμπροσθεν της κιβωτού του Θεού. Ασάφ και Αιθάν εν κυμβάλοις χαλκοίς του ακουσθήναι ποιήσαι· 20 Ζαχαρίας και ‘Οζιήλ. ότι συνετός ην. Αιμάν. και εκ των υιών Μεραρί αδελφών αυτού Αιθάν υιος Κισαίου. 26 και εγένετο εν τω κατισχύσαι τον Θεόν τους Λευίτας αίροντας την κιβωτόν της διαθήκης Κυρίου και έθυσαν επτά μόσχους και επτά κριούς. Σεμιραμώθ. κινύραις και κυμβάλοις του φωνήσαι εις ύψος εν φωνή ευφροσύνης. ως ενετείλατο Μωυσής εν λόγω Θεού κατά την γραφήν. Ιεϊήλ. αναφωνούντες εν νάβλαις και εν κινύραις. 19 και οι ψαλτωδοί.

ζητήσατε το πρόσωπον αυτού διαπαντός. τω ανδρί άρτον ένα αρτοκοπικόν και αμορίτην. επικαλείσθε αυτόν εν ονόματι αυτού. Ιεϊήλ. 9 άσατε αυτω και υμνήσατε αυτω. Ελιάβ και Βαναίας. 10 αινείτε εν ονόματι αγίω αυτού. κινύραις. 19 εν τω γενέσθαι αυτούς ολιγοστούς αριθμω ως εσμικρύνθησαν και παρώκησαν εν αυτη. 11 ζητήσατε τον Κύριον και ισχύσατε. τέρατα και κρίματα του στόματος αυτού. 14 αυτός Κύριος ο Θεός ημών. νάβλαις. και προσήνεγκαν ολοκαυτώματα και σωτηρίου εναντίον του Θεού. και δευτερεύων αυτω Ζαχαρίας. υιοί Ιακώβ εκλεκτοί αυτού. και Αβδεδόμ και Ιεϊήλ εν οργάνοις. ευφρανθήσεται καρδία ζητούσα την ευδοκίαν αυτού. 16 ον διέθετο τω Αβραάμ και τον όρκον αυτού τω Ισαάκ· 17 έστησεν αυτόν τω Ιακώβ εις πρόσταγμα. διηγήσασθε πάσι τα θαυμάσια αυτού. 8 †ΔΗ. 13 σπέρμα Ισραήλ παίδες αυτού. γνωρίσατε εν λαοίς τα επιτηδεύματα αυτού. 6 και Βαναίας και ‘Οζιήλ οι ιερείς εν ταις σάλπιγξι διαπαντός εναντίον της κιβωτού της διαθήκης του Θεού. τω Ισραήλ διαθήκην αιώνιον 18 λέγων· σοί δώσω την γην Χαναάν σχοίνισμα κληρονομίας υμών. Σεμιραμώθ. 3 και διεμέρισε παντί ανδρί Ισραήλ από ανδρός και έως γυναικός. 15 μνημονεύων εις αιώνα διαθήκης αυτού. Εξομολογείσθε τω Κυρίω. 12 μνημονεύετε τα θαυμάσια αυτού. 20 και επορεύθησαν από έθνους εις έθνος και από βασιλείας εις λαόν έτερον. ον ενετείλατο εις χιλίας γενεάς. α εποίησε Κύριος. Ματταθίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ εισήνεγκαν την κιβωτόν του Θεού και απηρείσαντο αυτήν εν μέσω της σκηνής. Ιεϊήλ. α εποίησε. εν πάση τη γη τα κρίματα αυτού. 21 ουκ αφήκεν άνδρα του δυναστεύσαι αυτούς και ήλεγξε περί αυτών βασιλείς· 22 μη άψησθε των χριστών μου και εν τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 696 . 7 Εν τη ημέρα εκείνη τότε έταξε Δαυίδ εν αρχή του αινείν τον Κύριον εν χειρί Ασάφ και των αδελφών αυτού. και Ασάφ εν κυμβάλοις αναφωνών. λόγον αυτού. ης έπηξεν αυτη Δαυίδ. 4 και έταξε κατά πρόσωπον της κιβωτού διαθήκης Κυρίου εκ των Λευιτών λειτουργούντας αναφωνούντας και εξομολογείσθαι και αινείν Κύριον τον Θεόν Ισραήλ· 5 Ασάφ ο ηγούμενος. 2 και συνετέλεσε Δαυίδ αναφέρων ολοκαυτώματα και σωτηρίου και ευλόγησε τον λαόν εν ονόματι Κυρίου.

και Αβδεδόμ υιος Ιδιθούν και ‘Οσσά εις πυλωρούς. και ειπάτωσαν εν τοις έθνεσι· Κύριος βασιλεύων. ο Θεός της σωτηρίας ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 697 . 35 και είπατε· σώσον ημάς. 26 ότι πάντες οι θεοί των εθνών είδωλα. 28 δότε τω Κυρίω αι πατριαί των εθνών. πάσα η γη. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 42 και μετ ‘ αυτών σάλπιγγες και κύμβαλα του αναφωνείν και όργανα των ωδών του Θεού. 37 Και κατέλιπον εκεί έναντι της κιβωτού διαθήκης Κυρίου τον Ασάφ και τους αδελφούς αυτού του λειτουργείν εναντίον της κιβωτού διαπαντός το της ημέρας εις ημέραν. 25 ότι μέγας Κύριος και αινετός σφόδρα. δότε τω Κυρίω δόξαν και ισχύν· 29 δότε τω Κυρίω δόξαν ονόματος αυτού. οι δε υιοί Ιδιθούν εις την πύλην. και άθροισον ημάς. 24 εξηγείσθε εν τοις έθνεσι την δόξαν αυτού. και επέστρεψε Δαυίδ του ευλογήσαι τον οίκον αυτού. εξήκοντα και οκτώ. 38 και Αβδεδόμ και οι αδελφοί αυτού. 34 εξομολογείσθε τω Κυρίω. 39 και τον Σαδώκ τον ιερέα και τους αδελφούς αυτού τους ιερείς εναντίον της σκηνής Κυρίου εν Βαμά τη εν Γαβαών 40 του αναφέρειν ολοκαυτώματα τω Κυρίω επί του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων διαπαντός το πρωϊ και το εσπέρας και κατά πάντα τα γεγραμμένα εν νόμω Κυρίου όσα ενετείλατο εφ ‘ υιοίς Ισραήλ εν χειρί Μωυσή του θεράποντος του Θεού· 41 και μετ ‘ αυτού Αιμάν και Ιδιθούν και οι λοιποί εκλεγέντες επ ‘ ονόματος του αινείν τον Κύριον. και ήνεσαν τω Κυρίω. 27 δόξα και έπαινος κατά πρόσωπον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προφήταις μου μη πονηρεύεσθε. εν πάσι τοις λαοίς τα θαυμάσια αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. και ο Θεός ημών ουρανούς εποίησε. 23 άσατε τω Κυρίω. 30 φοβηθήτω από προσώπου αυτού πάσα η γη. ότι ήλθε κρίναι την γην. 43 και επορεύθη πας ο λαός έκαστος εις τον οίκον αυτού. 36 ευλογημένος Κύριος ο Θεός Ισραήλ από του αιώνος και έως του αιώνος· και ερεί πας ο λαός· αμήν. λάβετε δώρα και ενέγκατε κατά πρόσωπον αυτού και προσκυνήσατε Κυρίω εν αυλαίς αγίαις αυτού. 32 βομβήσει η θάλασσα συν τω πληρώματι και ξύλον αγρού και πάντα τα εν αυτω· 33 τότε ευφρανθήσεται τα ξύλα του δρυμού από προσώπου Κυρίου. αναγγείλατε εξ ημέρας εις ημέραν σωτηρίαν αυτού. κατορθωθήτω η γη και μη σαλευθήτω· 31 ευφρανθήτω ο ουρανός και αγαλλιάσθω η γη. φοβερός εστιν επί πάντας τους θεούς. και εξελού ημάς εκ των εθνών του αινείν το όνομα το άγιόν σου και καυχάσθαι εν ταις αινέσεσί σου. ότι αγαθόν. ισχύς και καύχημα εν τόπω αυτού.

και αυτός έσται μοι εις υιόν· και το έλεός μου ουκ αποστήσω απ ‘ αυτού ως απέστησα από των όντων έμπροσθέν σου. 15 κατά πάντας τους λόγους τούτους και κατά πάσαν την όρασιν ταύτην. και η κιβωτός διαθήκης Κυρίου υποκάτω δέρρεων. οίς επορεύθης. και ου προσθήσει υιος αδικίας του ταπεινώσαι αυτόν καθώς απ ‘ αρχής 10 και αφ ‘ ημερών. ότι Θεός μετά σου. και εταπείνωσα πάντας τους εχθρούς σου. 7 και νυν ούτως ερείς τω δούλω μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εγώ έλαβόν σε εκ της μάνδρας εξόπισθεν των ποιμνίων του είναι εις ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ· 8 και ήμην μετά σου εν πάσιν. ότι ουκ ωκοδομήσατέ μοι οίκον κέδρινον. και κατασκηνώσει καθ ‘ εαυτόν και ου μεριμνήσει έτι. και αναστήσω το σπέρμα σου μετά σε. και ανορθώσω τον θρόνον αυτού έως αιώνος. 14 και πιστώσω αυτόν εν οίκω μου και εν βασιλεία αυτού έως αιώνος. και ο θρόνος αυτού έσται ανωρθωμένος έως αιώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ εγένετο ως κατώκησε Δαυίδ εν οίκω αυτού. οίς ενετειλάμην του ποιμαίνειν τον λαόν μου λέγων. 16 και ήλθεν ο βασιλεύς Δαυίδ και εκάθισεν απέναντι Κυρίου και είπε· τις ειμι εγώ Κύριε ο Θεός. 13 εγώ έσομαι αυτω εις πατέρα. ος έσται εκ της κοιλίας σου. και αυξήσω σε. και ετοιμάσω την βασιλείαν αυτού· 12 αυτός οικοδομήσει μοι οίκον. και είπε Δαυίδ προς Νάθαν τον προφήτην· ιδού εγώ κατοικώ εν οίκω κεδρίνω. ων έταξα κριτάς επί τον λαόν μου Ισραήλ. 11 και έσται όταν πληρωθώσιν ημέραι σου και κοιμηθήση μετά των πατέρων σου. ούτως ελάλησε Νάθαν προς Δαυίδ. 9 και θήσομαι τόπον τω λαω μου Ισραήλ και καταφυτεύσω αυτόν. οίς διήλθον εν παντί Ισραήλ· ει λαλών ελάλησα προς μίαν φυλήν του Ισραήλ. και τις ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 698 . 3 και εγένετο εν τη νυκτί εκείνη και εγένετο λόγος Κυρίου προς Νάθαν· 4 πορεύου και ειπόν προς Δαυίδ τον δούλόν μου· ούτως είπε Κύριος· ου συ οικοδομήσεις μοι οίκον του κατοικήσαί με εν αυτω· 5 ότι ου κατώκησα εν οίκω από της ημέρας. ης ανήγαγον τον Ισραήλ. 2 και είπε Νάθαν προς Δαυίδ· παν το εν τη ψυχή σου ποίει. και εξωλόθρευσα πάντας τους εχθρούς σου από προσώπου σου και εποίησά σοι όνομα κατά το όνομα των μεγάλων των επί της γης. και οίκον οικοδομήσει σοι Κύριος. έως της ημέρας ταύτης και ήμην εν σκηνή και εν καλύμματι 6 εν πάσιν.

19 και κατά την καρδίαν σου εποίησας την πάσαν μεγαλωσύνην. ον ελάλησας προς τον παίδά σου και επί τον οίκον αυτού. ευλόγησας. 4 και προκατελάβετο Δαυίδ αυτών χίλια άρματα και επτά χιλιάδας ίππων και είκοσι χιλιάδας ανδρών πεζών· και παρέλυσε Δαυίδ πάντα τα άρματα και υπελίπετο εξ αυτών εκατόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 699 . του εκβαλείν από προσώπου λαού σου. ους ελυτρώσω εξ Αιγύπτου. Κύριε. παντοκράτωρ Θεός Ισραήλ. συ ει αυτός Θεός και ελάλησας επί τον δούλόν σου τα αγαθά ταύτα· 27 και νυν ήρξαι του ευλογήσαι τον οίκον του παιδός σου του είναι εις τον αιώνα εναντίον σου· ότι συ. και συ τον δούλόν σου οίδας. έθνη. πορευομένου αυτού επιστήσαι χείρα αυτού επί ποταμόν Ευφράτην. Κύριε. πιστωθήτω έως αιώνος. Κύριε ο Θεός. και ήσαν Μωάβ παίδες τω Δαυίδ φέροντες δώρα. ουκ έστιν όμοιός σοι. ο Θεός. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα και επάταξε Δαυίδ τους αλλοφύλους και ετροπώσατο αυτούς και έλαβε την Γεθ και τας κώμας αυτής εκ χειρός αλλοφύλων. ως ωδήγησεν αυτόν ο Θεός του λυτρώσασθαι λαόν εαυτω. 17 και εσμικρύνθη ταύτα ενώπιόν σου. και ελάλησας επί τον οίκον του παιδός σου εκ μακρών και επείδές με ως όρασις του ανθρώπου και ύψωσάς με. και ευλόγησον εις τον αιώνα. 24 και πιστωθήτω και μεγαλυνθήτω το όνομά σου έως αιώνος λεγόντων· Κύριε Κύριε. 20 Κύριε. και ο οίκος Δαυίδ παιδός σου ανωρθωμένος εναντίον σου. και ποίησον καθώς ελάλησας. όσα ηκούσαμεν εν ωσίν ημών. 3 και επάταξε Δαυίδ τον Αδρααζάρ βασιλέα Σουβά Ημάθ. 26 και νυν. 25 ότι συ Κύριος ο Θεός μου ήνοιξας το ους του παιδός σου του οικοδομήσαι αυτω οίκον· δια τούτο εύρεν ο παις σου του προσεύξασθαι κατά πρόσωπόν σου. και συ. 23 και νυν. και ουκ έστι Θεός πλήν σου κατά πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οίκός μου. 22 και έδωκας τον λαόν σου Ισραήλ σεαυτω λαόν έως αιώνος. ότι ηγάπησάς με έως αιώνος. 2 και επάταξε την Μωάβ. Κύριε. του θέσθαι εαυτω όνομα μέγα και επιφανές. ο λόγος σου. 21 και ουκ έστιν ως ο λαός σου Ισραήλ έθνος έτι επί της γης. 18 τι προσθήσει έτι Δαυίδ προς σε του δοξάσαι. εγενήθης αυτοίς εις Θεόν. Κύριε.

7 και έλαβε Δαυίδ τους κλοιούς τους χρυσούς. 15 και Ιωάβ υιος Σαρουϊας επί της στρατιάς και Ιωσαφάτ υιος Αχιλούδ υπομνηματογράφος 16 και Σαδώκ υιος Αχιτώβ και Αχιμέλεχ υιος Αβιάθαρ ιερείς και Σουσά γραμματεύς 17 και Βαναίας υιος Ιωδαέ επί του Χερεθθί και επί του Φελεθθί και υιοί Δαυίδ οι πρώτοι διάδοχοι του βασιλέως. 8 και εκ της μεταβηχάς και εκ των εκλεκτών πόλεων των Αδρααζάρ έλαβε Δαυίδ χαλκόν πολύν σφόδρα· εξ αυτού εποίησε Σαλωμών την θάλασσαν την χαλκήν και τους στύλους και τα σκεύη τα χαλκά. 9 και ήκουσε Θωά βασιλεύς Ημάθ ότι επάταξε Δαυίδ την πάσαν δύναμιν Αδρααζάρ βασιλέως Σουβά. 14 και εβασίλευσε Δαυίδ επί πάντα Ισραήλ και ην ποιών κρίμα και δικαιοσύνην τω παντί λαω αυτού. οκτωκαίδεκα χιλιάδας. 13 και έθετο εν τη κοιλάδι φρουράς· και ήσαν πάντες οι Ιδουμαίοι παίδες Δαυίδ. και ταύτα ηγίασεν ο βασιλεύς Δαυίδ τω Κυρίω μετά του αργυρίου και του χρυσίου. ότι ανήρ πολέμιος Θωά ην τω Αδρααζάρ. 12 και Αβεσσά υιος Σαρουϊας επάταξε την Ιδουμαίαν εν κοιλάδι των αλών. 10 και απέστειλε τον Αδουράμ υιόν αυτού προς τον βασιλέα Δαυίδ του ερωτήσαι αυτόν τα εις ειρήνην και του ευλογήσαι αυτόν υπέρ ου επολέμησε τον Αδρααζάρ και επάταξεν αυτόν. και ήσαν τω Δαυίδ εις παίδας φέροντας δώρα. εξ Ιδουμαίας και Μωάβ και εξ υιών Αμμών και εκ των αλλοφύλων και εξ Αμαλήκ. 6 και έθετο Δαυίδ φρουράν εν Συρία τη κατά Δαμασκόν. και έσωζε Κύριος Δαυίδ εν πάσιν. και επάταξε Δαυίδ εν τω Σύρω είκοσι και δύο χιλιάδας ανδρών. οίς επορεύετο. και έσωζε Κύριος τον Δαυίδ εν πάσιν. ου έλαβεν εκ πάντων των εθνών. και ήνεγκεν αυτούς εις Ιερουσαλήμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 700 . οί ήσαν επί τους παίδας Αδρααζάρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άρματα. 11 και πάντα τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά και τα χαλκά. 5 και ήλθε Σύρος εκ Δαμασκού βοηθήσαι Αδρααζάρ βασιλεί Σουβά. οίς επορεύετο.

2 και είπε Δαυίδ· ποιήσω έλεος μετά Ανάν υιού Ναάς. ως εποίησεν ο πατήρ αυτού μετ ‘ εμού έλεος· και απέστειλεν αγγέλους Δαυίδ του παρακαλέσαι αυτόν περί του πατρός αυτού. και παρετάξαντο εναντίον του Σύρου· 11 και το κατάλοιπον του λαού έδωκεν εν χειρί Αβεσσά αδελφού αυτού. και απέστειλεν Ανάν και υιοί Αμμών χίλια τάλαντα αργυρίου του μισθώσασθαι εαυτοίς εκ Συρίας Μεσοποταμίας και εκ Συρίας Μοοχά και παρά Σωβά άρματα και ιππείς. 9 και εξήλθον οι υιοί Αμμών και παρατάσσονται εις πόλεμον παρά τον πυλώνα της πόλεως. 3 και είπον άρχοντες υιών Αμμών προς Ανάν· μη δοξάζων Δαυίδ τον πατέρα σου εναντίον σου απέστειλέ σοι παρακαλούντας. και ήλθον παίδες Δαυίδ εις γην υιών Αμμών προς Ανάν του παρακαλέσαι αυτόν. 7 και εμισθώσαντο εαυτοίς δύο και τριάκοντα χιλιάδας αρμάτων και τον βασιλέα Μοοχά και τον λαόν αυτού και ήλθον και παρενέβαλον κατέναντι Μαιδαβά. και οι υιοί Αμμών συνήχθησαν εκ των πόλεων αυτών και ήλθον εις το πολεμήσαι. 4 και έλαβεν Ανάν τους παίδας Δαυίδ και εξύρησεν αυτούς και αφείλε των μανδυών αυτών το ήμισυ έως της αναβολής και απέστειλεν αυτούς. 5 και ήλθον απαγγείλαι τω Δαυίδ περί των ανδρών. 8 και ήκουσε Δαυίδ και απέστειλε τον Ιωάβ και πάσαν την στρατιάν των δυνατών. και εάν οι υιοί Αμμών κρατήσωσιν υπέρ σε. και σώσω σε· 13 ανδρίζου και ενισχύσωμεν περί του λαού ημών και περί των πόλεων του Θεού ημών. και παρετάξαντο εξεναντίας υιών Αμμών. 10 και είδεν Ιωάβ ότι γεγόνασιν αντιπρόσωποι του πολεμείν προς αυτόν κατά πρόσωπον και εξόπισθεν. και Κύριος το αγαθόν εν οφθαλμοίς αυτού ποιήσει. και εξελέξατο εκ παντός νεανίου εξ Ισραήλ. και απέστειλεν εις απάντησιν αυτοίς. και εβασίλευσεν Ανάν υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 6 και είδον οι υιοί Αμμών ότι ησχύνθη λαός Δαυίδ. ότι ήσαν ητιμωμένοι σφόδρα. ουχί όπως εξερευνήσωσι την πόλιν και του κατασκοπήσαι την γην ήλθον παίδες αυτού προς σε. 14 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 701 . 12 και είπεν· εάν κρατήση υπέρ εμέ ο Σύρος. και οι βασιλείς οι ελθόντες παρενέβαλον καθ ‘ εαυτούς εν τω πεδίω. και είπεν ο βασιλεύς· καθίσατε εν Ιεριχώ έως του ανατείλαι τους πώγωνας υμών και ανακάμψατε. και έση μοι εις σωτηρίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ εγένετο μετά ταύτα απέθανε Ναάς βασιλεύς υιών Αμμών.

3 και τον λαόν τον εν αυτη εξήγαγε και διέπρισε πρίοσι και εν σκεπάρνοις σιδηροίς και εν διασχίζουσι· και ούτως εποίησε Δαυίδ τοις πάσιν υιοίς Αμμών. 18 και έφυγε Σύρος από προσώπου Ισραήλ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω επιόντι έτει εν τη εξόδω των βασιλέων και ήγαγεν Ιωάβ πάσαν την δύναμιν της στρατιάς. και ανέστρεψε Δαυίδ και πας ο λαός αυτού εις Ιερουσαλήμ. και Σωφά αρχιστράτηγος δυνάμεως Αδρααζάρ έμπροσθεν αυτών. και ήλθεν Ιωάβ εις Ιερουσαλήμ. και εν αυτω λίθος τίμιος. και απέκτεινε Δαυίδ από του Σύρου επτά χιλιάδας αρμάτων και τεσσαράκοντα χιλιάδας πεζών και τον Σωφά αρχιστράτηγον δυνάμεως απέκτεινε. και παρατάσσεται Σύρος εξεναντίας Δαυίδ εις πόλεμον και επολέμησαν αυτόν. 19 και είδον παίδες Αδρααζάρ ότι επταίκασιν από προσώπου Ισραήλ. και έφυγον απ ‘ αυτών. 4 και εγένετο μετά ταύτα και εγένετο έτι πόλεμος εν Γαζέρ μετά των αλλοφύλων. και συνήγαγε τον πάντα Ισραήλ και διέβη τον Ιορδάνην και ήλθεν επ ‘ αυτούς και παρετάξατο επ ‘ αυτούς. και ευρέθη ο σταθμός αυτού τάλαντον χρυσίου. τότε επάταξε Σοβοχαί ο Ουσαθί τον Σαφού από των υιών των γιγάντων. και ην επί την κεφαλήν Δαυίδ· και σκύλα της πόλεως εξήνεγκε πολλά σφόδρα. και εξήγαγον τον Σύρον εκ του πέραν του ποταμού. 17 και απηγγέλη τω Δαυίδ. 16 και είδεν ο Σύρος ότι ετροπώσατο αυτόν Ισραήλ. και απέστειλεν αγγέλους. και έφθειραν την χώραν υιών Αμμών· και ήλθε και περιεκάθισε την Ραββά· και Δαυίδ εκάθισεν εν Ιερουσαλήμ· και επάταξεν Ιωάβ την Ραββά και κατέσκαψεν αυτήν. 15 και οι υιοί Αμμών είδον ότι έφυγον οι Σύροι. και έφυγον και αυτοί από προσώπου Αβεσσά και από προσώπου Ιωάβ του αδελφού αυτού και ήλθον εις την πόλιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρετάξατο Ιωάβ και ο λαός ο μετ ‘ αυτού κατέναντι Σύρων εις πόλεμον. 2 και έλαβε Δαυίδ τον στέφανον Μολχόμ του βασιλέως αυτών από της κεφαλής αυτού. και διέθεντο μετά Δαυίδ και εδούλευσαν αυτω· και ουκ ηθέλησε Σύρος του βοηθήσαι τοις υιοίς Αμμών έτι. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 702 .

και ξύλον δόρατος αυτού ως αντίον υφαινόντων. και ούτος ην απόγονος γιγάντων. και επάταξε τον Ισραήλ. 7 και πονηρόν εναντίον του Θεού περί του πράγματος τούτου. ή τρεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 703 . 6 και τον Λευί και τον Βενιαμίν ουκ ηρίθμησεν εν μέσω αυτών. εικοσιτέσσαρες. και έπεσον εν χειρί Δαυίδ και εν χειρί παίδων αυτού. ίνα μη γένηται εις αμαρτίαν τω Ισραήλ. 6 και εγένετο έτι πόλεμος εν Γεθ. 2 και είπεν ο βασιλεύς Δαυίδ προς Ιωάβ και προς τους άρχοντας της δυνάμεως· πορεύθητε. και εξήλθεν Ιωάβ και διήλθεν εν παντί Ισραήλ και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ. και οι οφθαλμοί του κυρίου μου του βασιλέως βλέποντες· πάντες τω κυρίω μου παίδες· ινατί ζητεί κύριός μου τούτο. 5 και εγένετο έτι πόλεμος μετά των αλλοφύλων. 11 και ήλθε Γάδ προς Δαυίδ και είπεν αυτω· ούτως λέγει Κύριος· έκλεξαι σεαυτω 12 ή τρία έτη λιμού. 3 και είπεν Ιωάβ· προσθείη Κύριος επί τον λαόν αυτού. έκλεξαι σεαυτω εν εξ αυτών και ποιήσω σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εταπείνωσεν αυτόν. και δάκτυλοι αυτού εξ και εξ. 7 και ωνείδισε τον Ισραήλ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ έστη διάβολος εν τω Ισραήλ και επέσεισε τον Δαυίδ του αριθμήσαι τον Ισραήλ. 9 και ελάλησε Κύριος προς Γάδ τον ορώντα λέγων· 10 πορεύου και λάλησον προς Δαυίδ λέγων· ούτω λέγει Κύριος· τρία αιρώ εγώ επί σε. και γνώσομαι τον αριθμόν αυτών. ως αυτοί εκατονταπλασίως. και επάταξεν αυτόν Ιωνάθαν υιος Σαμαά αδελφού Δαυίδ. 4 το δε ρήμα του βασιλέως ίσχυσεν επί Ιωάβ. και ην πας Ισραήλ χίλιαι χιλιάδες και εκατόν χιλιάδες ανδρών εσπασμένων μάχαιραν και υιοί Ιούδα τετρακόσιαι και εβδομήκοντα χιλιάδες ανδρών εσπασμένων μάχαιραν. 8 και είπε Δαυίδ προς τον Θεόν· ημάρτηκα σφόδρα. και επάταξεν Ελλανάν υιος Ιαϊρ τον Λαχμί αδελφόν Γολιάθ του Γεθθαίου. 5 και έδωκεν Ιωάβ τον αριθμόν της επισκέψεως του λαού τω Δαυίδ. αριθμήσατε τον Ισραήλ από Βηρσαβεέ και έως Δάν και ενέγκατε προς με. ότι κατίσχυσε λόγος του βασιλέως τον Ιωάβ. και ην ανήρ υπερμεγέθης. ότι εματαιώθην σφόδρα. 8 ούτοι εγένοντο Ραφά εν Γεθ· πάντες ήσαν τέσσαρες γίγαντες. ότι εποίησα το πράγμα τούτο· και νυν περίελε δη την κακίαν παιδός σου.

22 και είπε Δαυίδ προς ‘Ορνά· δος μοι τον τόπον σου της άλω. 24 και είπεν ο βασιλεύς Δαυίδ τω ‘Ορνά· ουχί. και ως εξωλόθρευσεν. 19 και ανέβη Δαυίδ κατά τον λόγον Γάδ. 17 και είπε Δαυίδ προς τον Θεόν· ουκ εγώ είπα του αριθμήσαι εν τω λαω. 14 και έδωκε Κύριος θάνατον εν Ισραήλ. 25 και έδωκε Δαυίδ τω ‘Ορνά εν τω τόπω αυτού σίκλους χρυσίου ολκής εξακοσίους. 21 και ήλθε Δαυίδ προς ‘Ορνά. είδε Κύριος και μετεμελήθη επί τη κακία και είπε τω αγγέλω τω εξολοθρεύοντι· ικανούσθω σοι. και ταύτα τα πρόβατα τι εποίησαν. 15 και απέστειλεν ο Θεός άγγελον εις Ιερουσαλήμ του εξολοθρεύσαι αυτήν. Κύριε. 16 και επήρε Δαυίδ τους οφθαλμούς αυτού και είδε τον άγγελον Κυρίου εστώτα ανά μέσον της γης και του ουρανού. και η ρομφαία αυτού εσπασμένη εν τη χειρί αυτού εκτεταμένη επί Ιερουσαλήμ· και έπεσε Δαυίδ και οι πρεσβύτεροι περιβεβλημένοι εν σάκκοις επί πρόσωπον αυτών. ή τρεις ημέρας ρομφαίαν Κυρίου και θάνατον εν τη γη και άγγελος Κυρίου εξολοθρεύων εν πάση κληρονομία Ισραήλ· και νυν ιδέ τι αποκριθώ τω αποστείλαντί με λόγον. και ποιησάτω ο κύριός μου ο βασιλεύς το αγαθόν εναντίον εαυτού· ιδέ δέδωκα τους μόσχους εις ολοκαύτωσιν και το άροτρον εις ξύλα και τον σίτον εις θυσίαν. ον ελάλησεν εν ονόματι Κυρίου. ίνα αναβή του στήσαι θυσιαστήριον Κυρίω εν άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. άνες την χείρά σου· και ο άγγελος Κυρίου εστώς εν τω άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. κακοποιών εκακοποίησα. ότι ου μη λάβω α εστί σοι Κυρίω του ανανέγκαι ολοκαύτωσιν δωρεάν Κυρίω. 18 και άγγελος Κυρίου είπε τω Γάδ του ειπείν προς Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μήνας φεύγειν σε εκ προσώπου εχθρών σου και μάχαιραν εχθρών σου του εξολοθρεύσαι. και παύσεται η πληγή εκ του λαού. 26 και ωκοδόμησεν εκεί Δαυίδ θυσιαστήριον Κυρίω και ανήνεγκεν ολοκαυτώματα και σωτηρίου· και εβόησε προς Κύριον. γενηθήτω η χείρ σου εν εμοί και εν τω οίκω του πατρός μου και μη εν τω λαω σου εις απώλειαν. και εις χείρας ανθρώπων ου μη εμπέσω. 23 και είπεν ‘Ορνά προς Δαυίδ· λαβέ σεαυτω. ότι πολλοί οι οικτιρμοί αυτού σφόδρα. τα πάντα δέδωκα. και ‘Ορνά εξήλθεν εκ της άλω και προσεκύνησε τω Δαυίδ τω προσώπω επί την γην. 13 και είπε Δαυίδ προς Γάδ· στενά μοι και τα τρία σφόδρα· εμπεσούμαι δη εις χείρας Κυρίου. Κύριε ο Θεός. ότι αγοράζων αγοράσω εν αργυρίω αξίω. 20 και επέστρεψεν ‘Ορνά και είδε τον βασιλέα και τέσσαρας υιούς αυτού μετ ‘ αυτού μεθαχαβίν· και ‘Ορνά ην αλοών πυρούς. και οικοδομήσω επ ‘ αυτω θυσιαστήριον τω Κυρίω· εν αργυρίω αξίω δος μοι αυτόν. και επήκουσεν αυτω εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 704 . και εγώ ειμι ο αμαρτών. και έπεσον εξ Ισραήλ εβδομήκοντα χιλιάδες ανδρών.

ουκ ην σταθμός· 4 και ξύλα κέδρινα. 9 ιδού υιος τίκτεταί σοι. 7 και είπε Δαυίδ Σαλωμών· τέκνον. 3 και σίδηρον πολύν εις τους ήλους των θυρωμάτων και των πυλών και τους στροφείς ητοίμασε Δαυίδ και χαλκόν εις πλήθος. ουκ ην αριθμός. ότι αίματα πολλά εξέχεας επί την γην εναντίον μου. και θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων εν τω καιρω εκείνω εν Βαμά εν Γαβαών· 30 και ουκ εδύνατο Δαυίδ του πορευθήναι έμπροσθεν αυτού του ζητήσαι τον Θεόν. 29 και σκηνή Κυρίου. ότι Σαλωμών όνομα αυτω. και ειρήνην και ησυχίαν δώσω επί Ισραήλ εν ταις ημέραις αυτού. 2 και είπε Δαυίδ συναγαγείν πάντας τους προσηλύτους τους εν γη Ισραήλ και κατέστησε λατόμους λατομήσαι λίθους ξυστούς του οικοδομήσαι οίκον τω Θεω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πυρί εκ του ουρανού επί το θυσιαστήριον της ολοκαυτώσεως και κατηνάλωσε την ολοκαύτωσιν. ότι ου κατέσπευσεν από προσώπου της ρομφαίας αγγέλου Κυρίου. και κατέθηκε την ρομφαίαν εις τον κολεόν αυτής. ούτος έσται ανήρ αναπαύσεως. 28 εν τω καιρω εκείνω εν τω ιδείν τον Δαυίδ ότι επήκουσεν αυτω Κύριος εν άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. ότι εφέροσαν οι Σιδώνιοι και οι Τύριοι ξύλα κέδρινα εις πλήθος τω Δαυίδ. 5 και είπε Δαυίδ· Σαλωμών ο υιος μου παιδάριον απαλόν. 8 και εγένετό μοι λόγος Κυρίου λέγων· αίμα εις πλήθος εξέχεας και πολέμους μεγάλους εποίησας· ουκ οικοδομήσεις οίκον τω ονόματί μου. 27 και είπε Κύριος προς τον άγγελον. και εθυσίασεν εκεί. 6 και εκάλεσε Σαλωμών τον υιόν αυτού και ενετείλατο αυτω του οικοδομήσαι τον οίκον τω Κυρίω Θεω Ισραήλ. και αναπαύσω αυτόν από πάντων των εχθρών αυτού κυκλόθεν. εμοί εγένετο επί ψυχή του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού. ην εποίησε Μωυσής εν τη ερήμω. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ είπε Δαυίδ· ούτός εστιν ο οίκος Κυρίου του Θεού και τούτο το θυσιαστήριον εις ολοκαύτωσιν τω Ισραήλ. και ο οίκος του οικοδομήσαι τω Κυρίω εις μεγαλωσύνην άνω. εις όνομα και εις δόξαν εις πάσαν την γην ετοιμάσω αυτω· και ητοίμασε Δαυίδ εις πλήθος έμπροσθεν της τελευτής αυτού. 10 ούτος οικοδομήσει οίκον τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 705 .

13 τότε ευοδώσει. μη φοβού μηδέ πτοηθής. εάν φυλάξης του ποιείν τα προστάγματα και τα κρίματα. έσται μετά σου Κύριος. εν χαλκω και εν σιδήρω ουκ έστιν αριθμός. ου ουκ έστι σταθμός. 12 αλλ ‘ ή δώη σοι σοφίαν και σύνεσιν Κύριος και κατισχύσαι σε επί Ισραήλ και του φυλάσσεσθαι και του ποιείν τον νόμον Κυρίου του Θεού σου. ότι έδωκεν εν χερσίν υμών τους κατοικούντας την γην. υιε μου. ότι εις πλήθός εστι· και ξύλα και λίθους ητοίμασα. 2 και συνήγαγε τους πάντας άρχοντας Ισραήλ και τους ιερείς και τους Λευίτας. και προς ταύτα πρόσθες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ονόματί μου. και Κύριος μετά σου. ανάστηθι και ποίει. και εγένετο ο αριθμός αυτών κατά κεφαλήν αυτών εις άνδρας τριάκοντα και οκτώ χιλιάδας. 14 και ιδού εγώ κατά την πτωχείαν μου ητοίμασα εις οίκον Κυρίου χρυσίου ταλάντων εκατόν χιλιάδας και αργυρίου ταλάντων χιλίας χιλιάδας και χαλκόν και σίδηρον. και ανέπαυσεν υμάς κυκλόθεν. ως ελάλησε περί σου. και ούτος έσται μοι εις υιόν καγώ αυτω εις πατέρα. και υπετάγη η γη εναντίον Κυρίου και εναντίον λαού αυτού. 19 νυν δότε καρδίας υμών και ψυχάς υμών του ζητήσαι τω Κυρίω Θεω υμών και εγέρθητε και οικοδομήσατε αγίασμα τω Θεω υμών του εισενέγκαι την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου και σκεύη τα άγια του Θεού εις οίκον τον οικοδομούμενον τω ονόματι Κυρίου. και ευοδώσει. 11 και νυν. και οικοδομήσεις οίκον τω Κυρίω Θεω σου. 17 και ενετείλατο Δαυίδ τοις πάσιν άρχουσιν Ισραήλ αντιλαβέσθαι τω Σαλωμών υιω αυτού· 18 ουχί Κύριος μεθ ‘ υμών. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ Δαυίδ πρεσβύτης και πλήρης ημερών και εβασίλευσε Σαλωμών τον υιόν αυτού αντ ‘ αυτού επί Ισραήλ. α ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή επί Ισραήλ· ανδρίζου και ίσχυε. και ανορθώσω θρόνον βασιλείας αυτού εν Ισραήλ έως αιώνος. 16 εν χρυσίω και αργυρίω. 3 και ηρίθμησαν οι Λευίται από τριακονταετούς και επάνω. 15 και μετά σου εις πλήθος ποιούντων έργα. 4 από των εργοδιωκτών επί τα έργα οίκου Κυρίου εικοσιτέσσαρες χιλιάδες και γραμματείς και κριταί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 706 . τεχνίται και οικοδόμοι λίθων και τέκτονες ξύλων και πας σοφός εν παντί έργω.

25 ότι είπε Δαυίδ· κατέπαυσε Κύριος ο Θεός Ισραήλ τω λαω αυτού και κατεσκήνωσεν εν Ιερουσαλήμ έως αιώνος. Ιεκεμίας ο τέταρτος. αλλ ‘ ή θυγατέρες. ούτοι άρχοντες πατριών των Εδάν. τρεις. και ουκ ήσαν αυτω υιοί. τέσσαρες. ποιούντες τα έργα λειτουργίας οίκου Κυρίου από εικοσαετούς και επάνω. 13 υιοί Αμβράμ. κατά κεφαλήν αυτών. και υιοί Ραβιά ηυξήθησαν εις ύψος. Ιεζιήλ ο τρίτος. 19 υιοί Χεβρών· Ιεριά ο άρχων. 8 υιοί τω Εδάν· άρχων Ιεϊήλ και Ζηθάν και Ιωήλ. 9 υιοί Σεμεϊ· Σαλωμίθ. Αμαδιά ο δεύτερος. 7 και τω Γεδσών· Εδάν και Σεμεϊ. τω Γεδσών. 20 υιοί ‘Οζιήλ· Μιχά ο άρχων και Ισιά ο δεύτερος. 6 και διείλεν αυτούς Δαυίδ εφημερίας τοις υιοίς Λευί. υιοί αυτού εκλήθησαν εις φυλήν του Λευί. λειτουργείν και επεύχεσθαι επί τω ονόματι αυτού έως αιώνος. του θυμιάν εναντίον του Κυρίου. 10 και τοις υιοίς Σεμεϊ· Ιέθ και Ζιζά και Ιωάς και Βεριά· ούτοι υιοί Σεμεϊ τέσσαρες. 24 ούτοι υιοί Λευί κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. οίς εποίησε του αινείν τω Κυρίω. κατά τον αριθμόν ονομάτων αυτών. τρεις. τρεις. Ααρών και Μωυσής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξακισχίλιοι 5 και τέσσαρες χιλιάδες πυλωροί και τέσσαρες χιλιάδες αινούντες τω Κυρίω εν οργάνοις. 15 υιοί Μωυσή· Γηρσάμ και Ελιέζερ. 21 υιοί Μεραρί· Μοολί και Μουσί. 26 και οι Λευίται ουκ ήσαν αίροντες την σκηνήν και τα πάντα σκεύη αυτής εις την λειτουργίαν αυτής· 27 ότι εν τοις λόγοις Δαυίδ τοις εσχάτοις εστίν ο αριθμός υιών Λευί από εικοσαετούς και επάνω· 28 ότι έστησεν αυτούς επί χειρί Ααρών του λειτουργείν εν οίκω Κυρίου επί τας αυλάς και επί τα παστοφόρια και επί τον καθαρισμόν των πάντων αγίων και επί τα έργα λειτουργίας οίκου του Θεού 29 και εις τους άρτους της προθέσεως και εις την σεμίδαλιν της θυσίας και εις τα λάγανα τα άζυμα και εις τήγανον και εις την πεφυραμένην και εις παν μέτρον 30 και του στήναι πρωϊ του αινείν και εξομολογείσθαι τω Κυρίω και ούτω το εσπέρας 31 και επί πάντων των αναφερομένων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 707 . 16 υιοί Γηρσάμ· Σουβαήλ ο άρχων. ‘Οζιήλ. 22 και απέθανεν Ελεάζαρ. 17 και ήσαν υιοί τω Ελιέζερ· Ραβιά ο άρχων· και ουκ ήσαν τω Ελιέζερ υιοί έτεροι. υιοί Μοολί· Ελεάζαρ και Κίς. και έλαβον αυτάς υιοί Κίς αδελφοί αυτών. Ιεϊήλ και Δάν. 18 υιοί Ισαάρ· Σαλωμώθ ο άρχων. Ισαάρ. 11 και ην Ιέθ ο άρχων και Ζιζά ο δεύτερος· και Ιωάς και Βεριά ουκ επλήθυναν υιούς και εγένοντο εις οίκον πατριάς εις επίσκεψιν μίαν. 14 και Μωυσής άνθρωπος του Θεού. άρχοντες των πατριών αυτών κατά την επίσκεψιν αυτών. 12 υιοί Καάθ· Αμβράμ. Καάθ και Μεραρί. 23 υιοί Μουσί· Μοολί και Εδέρ και Ιαριμώθ. Χεβρών. και διεστάλη Ααρών του αγιασθήναι άγια αγίων. αυτός και οι υιοί αυτού έως αιώνος.

τω Σεωρίμ ο τέταρτος. 10 τω Κώς ο έβδομος. ότι ήσαν άρχοντες των αγίων και άρχοντες Κυρίου εν τοις υιοίς Ελεάζαρ και εν τοις υιοίς Ιθάμαρ. 2 και απέθανε Ναδάβ και Αβιούδ εναντίον του πατρός αυτών. και διείλεν αυτούς. 8 τω Χαρίβ ο τρίτος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολοκαυτωμάτων τω Κυρίω εν τοις σαββάτοις και εν ταις νουμηνίαις και εν ταις εορταίς. τω Γαμούλ ο δεύτερος και εικοστός. και υιοί ουκ ήσαν αυτοίς· και ιεράτευσεν Ελεάζαρ και Ιθάμαρ υιοί Ααρών. κατά την κρίσιν επ ‘ αυτοίς διαπαντός τω Κυρίω. 14 τω Βελγά ο πεντεκαιδέκατος. τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 708 . 9 τω Μελχία ο πέμπτος. τω Μεϊαμίν ο έκτος. 11 τω Ιησού ο ένατος. και τοις υιοίς Ιθάμαρ κατ ‘ οίκους πατριών οκτώ. τω Αφεσή ο οκτωκαιδέκατος. κατ ‘ οίκους πατριών αυτών. 13 τω ‘Οπφά ο τρισκαιδέκατος. 12 τω Ελιαβί ο ενδέκατος. τω Ιεδία ο δεύτερος. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ τοις υιοίς Ααρών διαιρέσεις· Ναδάβ και Αβιούδ και Ελεάζαρ και Ιθάμαρ. 17 τω Αχίμ ο εις και εικοστός. 5 και διείλεν αυτούς κατά κλήρους τούτους προς τούτους. κατά αριθμόν. τω Ιακίμ ο δωδέκατος. τω Αβία ο όγδοος. 32 και φυλάξουσι τας φυλακάς σκηνής του μαρτυρίου και την φυλακήν του αγίου και τας φυλακάς υιών Ααρών αδελφών αυτών του λειτουργείν εν οίκω Κυρίου. οίκου πατριάς εις εις τω Ελεάζαρ και εις εις τω Ιθάμαρ. 3 και διείλεν αυτούς Δαυίδ και Σαδώκ εκ των υιών Ελεάζαρ και Αχιμέλεχ εκ των υιών Ιθάμαρ κατά την επίσκεψιν αυτών. 4 και ευρέθησαν οι υιοί Ελεάζαρ πλείους εις άρχοντας των δυνατών παρά τους υιούς Ιθάμαρ. 18 τω Αδαλλαί ο τρίτος και εικοστός. τω Εμμήρ ο εκκαιδέκατος. τω Ιεσβαάλ ο τεσσαρεσκαιδέκατος. 6 και έγραψεν αυτούς Σαμαϊας υιος Ναθαναήλ ο γραμματεύς εκ του Λευί κατέναντι του βασιλέως και των αρχόντων και Σαδώκ ο ιερεύς και Αχιμέλεχ υιος Αβιάθαρ και άρχοντες των πατριών των ιερέων και των Λευιτών. 16 τω Φεταία ο εννεακαιδέκατος. 7 και εξήλθεν ο κλήρος ο πρώτος τω Ιωαρίμ. 15 τω Χηζίν ο επτακαιδέκατος. τοις υιοίς Ελεάζαρ άρχοντας εις οίκους πατριών εκκαίδεκα. τω Σεχενία ο δέκατος. κατά την λειτουργίαν αυτών. τω Εζεκήλ ο εικοστός.

Σακχούρ Ιωσήφ και Ναθανίας και Εραήλ. Ιαζιήλ ο τρίτος. και εγένετο ο αριθμός αυτών κατά κεφαλήν αυτών εργαζομένων εν τοις έργοις αυτών. πατριάρχαι αραάβ καθώς οι αδελφοί αυτού οι νεώτεροι. 29 τω Κίς· υιοί του Κίς Ιεραμεήλ. 25 αδελφός Μιχά Ισία· υιος Ισία Ζαχαρία. 27 υιοί Μεραρί τω ‘Οζία. 4 τω Αιμάν υιοί Αιμάν· Βουκίας και Ματθανίας και ‘Οζιήλ και Σουβαήλ και Ιεριμώθ και Ανανίας και Ανάν και Ελιαθά και Γοδολλαθί και Ρωμετθιέζερ και Ιεσβασακά και Μαλλιθί και ‘Ωθηρί και Μεαζώθ· 5 πάντες ούτοι υιοί τω Αιμάν τω ανακρουομένω τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 709 . Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ έστησε Δαυίδ ο βασιλεύς και οι άρχοντες της δυνάμεως εις τα έργα τους υιούς Ασάφ και Αιμάν και Ιδιθούν τους αποφθεγγομένους εν κινύραις και εν νάβλαις και εν κυμβάλοις. ως ενετείλατο Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 26 υιοί Μεραρί Μοολί και Μουσί. 28 τω Μοολί Ελεάζαρ και Ιθάμαρ· και απέθανεν Ελεάζαρ και ουκ ήσαν αυτω υιοί. 3 τω Ιδιθούν υιοί Ιδιθούν· Γοδολίας και Σουρί και Ισέας και Σεμεϊ και Ασαβίας και Ματταθίας. υιοί Ασάφ εχόμενοι του βασιλέως. 22 και τω Ισααρί Σαλωμώθ· τοις υιοίς Σαλωμώθ Ιάθ. Ιεκμοάμ ο τέταρτος. 21 τω Ρααβία ο άρχων Ιεσίας. 19 αύτη η επίσκεψις αυτών κατά την λειτουργίαν αυτών του εισπορεύεσθαι εις οίκον Κυρίου κατά την κρίσιν αυτών δια χειρός Ααρών πατρός αυτών. 20 Και τοις υιοίς Λευί τοις καταλοίποις· τοις υιοίς Αμβράμ Σωβαήλ· τοις υιοίς Σωβαήλ Ιεδία. 31 και έλαβον και αυτοί κλήρους καθώς οι αδελφοί αυτών υιοί Ααρών εναντίον του βασιλέως και Σαδώκ και Αχιμέλεχ και οι άρχοντες των πατριών των ιερέων και των Λευιτών. ούτοι υιοί των Λευιτών κατ ‘ οίκους πατριών αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαασαί ο τέταρτος και εικοστός. υιοί ‘Οζία υιοί Βοννί. 30 και υιοί του Μουσί Μοολί και Εδέρ και Ιαριμώθ. εν κινύρα ανακρουόμενοι εξομολόγησιν και αίνεσιν τω Κυρίω. 2 υιοί Ασάφ. 24 τοις υιοίς ‘Οζιήλ Μιχά· υιοί Μιχά Σαμήρ. υιοί αυτού Ισοάμ και Σακχούρ και Αβαϊ. 23 υιοί Ιεδιού· Αμαδία ο δεύτερος. εξ μετά τον πατέρα αυτών Ιδιθούν.

υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 21 ο τεσσαρεσκαιδέκατος Ματταθίας. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 25 ο οκτωκαιδέκατος Ανανί. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 22 ο πεντεκαιδέκατος Ιεριμώθ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 16 ο ένατος Ματθανίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 710 . και έδωκεν ο Θεός τω Αιμάν υιούς τεσσαρεσκαίδεκα. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεί εν λόγοις Θεού υψώσαι κέρας. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 11 ο τέταρτος Ιεσρί. 6 πάντες ούτοι μετά του πατρός αυτών υμνωδούντες εν οίκω Θεού. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 17 ο δέκατος Σεμεϊα. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 19 ο δωδέκατος Ασαβία. διακόσιοι ογδοήκοντα και οκτώ. 9 και εξήλθεν ο κλήρος ο πρώτος υιών αυτού και αδελφών αυτού τω Ασάφ τω Ιωσήφ Γοδολίας· ο δεύτερος Ηνεία. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 31 ο εικοστός τέταρτος Ρωμετθιέζερ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 18 ο ενδέκατος Ασριήλ. τελείων και μανθανόντων. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 24 ο επτακαιδέκατος Ιεσβασακά. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 13 ο έκτος Βουκίας. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 15 ο όγδοος Ιωσία. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 20 ο τρισκαιδέκατος Σουβαήλ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 30 ο εικοστός τρίτος Μεαζώθ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 14 ο έβδομος Ισεριήλ. 8 και έλαβον και αυτοί κλήρους εφημεριών κατά τον μικρόν και κατά τον μέγαν. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 10 ο τρίτος Ζακχούρ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 29 ο εικοστός δεύτερος Γοδολλαθί. 7 και εγένετο ο αριθμός αυτών μετά τους αδελφούς αυτών. πας συνιών. και Ιδιθούν και Αιμάν. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 27 ο εικοστός Ελιαθά. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 23 ο εκκαιδέκατος Ανανίας. και θυγατέρας τρεις. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 12 ο πέμπτος Ναθανίας. εν κυμβάλοις και νάβλαις και εν κινύραις εις την δουλείαν οίκου του Θεού. εχόμενα του βασιλέως και Ασάφ. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 28 ο εικοστός πρώτος ‘Ωθηρί. υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαδύο· 26 ο εννεακαιδέκατος Μαλλιθί. δεδιδαγμένοι άδειν Κυρίω.

6 και τω Σαμαία υιω αυτού ετέχθησαν υιοί του πρωτοτόκου Ρωσαί εις τον οίκον τον πατρικόν αυτού. υιοί τω Γηρσωνί τω Λαδάν. οι πάντες εξήκοντα δύο τω Αβδεδόμ. 2 και τω Μοσελλεμία υιοί· Ζαχαρίας ο πρωτότοκος. και τοις υιοίς Μεραρί. Φελαθί ο όγδοος. ότι ευλόγησεν αυτόν ο Θεός. 19 αύται αι διαιρέσεις των πυλωρών τοις υιοίς του Κορέ. εφημερίαι καθώς οι αδελφοί αυτών λειτουργείν εν οίκω Κυρίου. Ιωζαβάθ ο δεύτερος. βορρά της ημέρας τέσσαρες. Αβδεδόμ ο όγδοος. 5 Αμιήλ ο έκτος. 12 τούτοις αι διαιρέσεις των πυλών τοις άρχουσι των δυνατών. και εξήλθεν ο κλήρος Βορρά· 15 τω Αβδεδόμ Νότον κατέναντι οίκου εσεφίν. αυτοί και οι υιοί αυτών και οι αδελφοί αυτών ποιούντες δυνατώς εν τη εργασία. 7 υιοί Σαμαϊ· ‘Οθνί και Ραφαήλ και ‘Ωβήδ και Ελζαβάθ και Αχιούδ. Ιωνάθαν ο έκτος. 20 Και οι Λευίται αδελφοί αυτών επί των θησαυρών οίκου Κυρίου και επί των θησαυρών των καθηγιασμένων· 21 υιοί Λαδάν ούτοι. 16 εις δεύτερον· τω ‘Οσά προς δυσμαίς μετά την πύλην παστοφορίου της αναβάσεως· φυλακή κατέναντι φυλακής. 13 και έβαλον κλήρους κατά τον μικρόν και κατά τον μέγα κατ ‘ οίκους πατριών αυτών εις πυλώνα και πυλώνα. Ιωάθ ο τρίτος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΕΙΣ διαιρέσεις των πυλών· υιοί Κορεϊμ Μοσελλεμία υιος Κωρή εκ των υιών Ασάφ. και εις τον εσεφίν δύο· 18 εις διαδεχομένους και προς δυσμαίς τέσσαρες. και εποίησεν αυτόν ο πατήρ αυτού άρχοντα της διαιρέσεως της δευτέρας. ότι ουκ ην πρωτότοκος. νότον της ημέρας τέσσαρες. Ζαχαρίας ο τέταρτος· πάντες ούτοι υιοί και αδελφοί τω ‘Οσά τρισκαίδεκα. 10 και τω ‘Ωσά των υιών Μεραρί υιοί φυλάσσοντες την αρχήν. Ελιωναϊ ο έβδομος. 8 πάντες από των υιών Αβδεδόμ. 17 προς ανατολάς εξ την ημέραν. Ναθαναήλ ο πέμπτος. Ταβλαί ο τρίτος. 9 και τω Μοσελλεμία υιοί και αδελφοί δεκακαιοκτώ δυνατοί. και εις την τρίβον δύο διαδεχομένους. 3 Ιωλάμ ο πέμπτος. Ζαβαδία ο τρίτος. ότι δυνατοί ήσαν. 14 και έπεσεν ο κλήρος των προς ανατολάς τω Σελεμία και Ζαχαρία· υιοί Ιωάς τω Μελχία έβαλον κλήρους. Ελιού και Σαβαχία και Ισβακώμ. Σαχάρ ο τέταρτος. 4 και τω Αβδεδόμ υιοί· Σαμαίας ο πρωτότοκος. Ισσάχαρ ο έβδομος. 11 Χελκίας ο δεύτερος. Ιεθνουήλ ο τέταρτος. άρχοντες πατριών τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 711 . Ιαδιήλ ο δεύτερος. υιοί δυνατοί.

άρχοντες των πατριών. εις πάσαν λειτουργίαν Κυρίου και εργασίαν του βασιλέως. 25 και τω αδελφω αυτού Ελιέζερ Ραβίας υιος και Ιωσίας και Ιωράμ και Ζεχρί και Σαλωμώθ. δισχίλιοι επτακόσιοι οι άρχοντες των πατριών· και κατέστησεν αυτούς Δαυίδ ο βασιλεύς επί του Ρουβηνί και Γαδδί και ημίσους φυλής Μανασσή εις παν πρόσταγμα Κυρίου και λόγον βασιλέως. διαίρεσις μία είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. Χεβρών και ‘Οζιήλ· 24 και Σουβαήλ ο του Γηρσάμ του Μωυσή ηγούμενος επί των θησαυρών. 2 και επί της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 712 . Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ υιοί Ισραήλ κατά αρθιμόν αυτών. 30 τω Χεβρωνί Ασαβίας και οι αδελφοί αυτού υιοί δυνατοί. εις πάντας τους μήνας του ενιαυτού. 26 αυτός Σαλωμώθ και οι αδελφοί αυτού επί πάντων των θησαυρών των αγίων. 27 α έλαβεν εκ πόλεων και εκ των λαφύρων και ηγίασεν απ ‘ αυτών του μη καθυστερήσαι την οικοδομήν του οίκου του Θεού. 31 του Χεβρωνί· Ιωρίας ο άρχων των Χεβρωνί κατά γενέσεις αυτών κατά πατριάς· εν τω τεσσαρακοστω έτει της βασιλείας αυτού επεσκέπησαν. 28 και επί πάντων των αγίων του Θεού Σαμουήλ του προφήτου και Σαούλ του Κίς και Αβεννήρ του Νήρ και Ιωάβ του Σαρουϊα· παν ό ηγίασαν. και ευρέθη ανήρ δυνατός εν αυτοίς εν Ιαζήρ της Γαλααδίτιδος. πέραν του Ιορδάνου προς δυσμαίς. δια χειρός Σαλωμώθ και των αδελφών αυτού. χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι και αρχηγοί της δυνάμεως. 29 Τω Ισσααρί Χωνενία και υιοί της εργασίας της έξω επί τον Ισραήλ του γραμματεύειν και διακρίνειν. ους ηγίασε Δαυίδ ο βασιλεύς και οι άρχοντες των πατριών. 32 και οι αδελφοί αυτού υιοί δυνατοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Λαδάν τω Γηρσωνί Ιεϊήλ. εις παν λόγον του εισπορευομένου και εκπορευμένου μήνα εκ μηνός. χιλίαρχοι και εκατόνταρχοι και γραμματείς οι λειτουργούντες τω βασιλεί και εις παν λόγον του βασιλέως κατά διαιρέσεις. χίλιοι και επτακόσιοι επί της επισκέψεως του Ισραήλ. 23 τω Αμβράμ και Ισάαρ. 22 υιοί Ιεϊήλ Ζεθόμ και Ιωήλ οι αδελφοί επί των θησαυρών οίκου Κυρίου.

16 Και επί των φυλών Ισραήλ· τω Ρουβήν ηγούμενος Ελιέζερ ο του Ζεχρί. 23 και ουκ έλαβε Δαυίδ τον αριθμόν αυτών από εικοσαετούς και κάτω. και επί της διαιρέσεως αυτού και Μακελλώθ ο ηγούμενος. τω Νεφθαλί Ιεριμώθ ο του ‘Οζιήλ. 15 ο δωδέκατος εις τον μήνα τον δωδέκατον Χολδία ο εκ Νετωφαθί τω Γοθονιήλ. ότι είπε Κύριος πληθύναι τον Ισραήλ ως τους αστέρας του ουρανού. 19 τω Ζαβουλών Σαμαϊας ο του Αβδίου. 8 ο πέμπτος τω μηνί τω πέμπτω ο ηγούμενος Σαμαώθ ο Ιεσραέ. και οι αδελφοί. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. 14 ο ενδέκατος τω μηνί τω ενδεκάτω Βαναίας ο εκ Φαραθών εκ των υιών Εφραίμ. τω Ααρών Σαδώκ. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες· 6 αυτός Βαναίας ο δυνατώτερος των τριάκοντα και επί των τριάκοντα. 22 τω Δάν Αζαριήλ ο του Ιρωάβ. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. 13 ο δέκατος τω μηνί τω δεκάτω Μεηρά ο εκ Νετωφαθί τω Ζαραϊ. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. 9 ο έκτος τω μηνί τω έκτω ‘Οδουϊας ο του Εκκής ο Θεκωϊτης. 5 ο τρίτος τον μήνα τον τρίτον Βαναίας ο του Ιωδαέ ο ιερεύς ο άρχων. τω Ισσάχαρ Αμβρί ο του Μιχαήλ. τοις υιοίς Βενιαμίν Ιασιήλ ο του Αβεννήρ. 20 τω Εφραίμ ‘Ωσή ο του ‘Οζίου. 7 ο τέταρτος εις τον μήνα τον τέταρτον Ασαήλ ο αδελφός Ιωάβ και Ζαβαδίας υιος αυτού. ούτοι πατριάρχαι των φυλών Ισραήλ. 21 τω ημίσει φυλής Μανασσή τω εν γη Γαλαάδ Ιαδαϊ ο του Ζαδαίου. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. τω Συμεών Σαφατίας ο του Μααχά. και επί της διαιρέσεως αυτού τέσσαρες και είκοσι χιλιάδες. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. 18 τω Ιούδα Ελιάβ των αδελφών Δαυίδ. επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. και επί της διαιρέσεως αυτού Ζαβάδ ο υιος αυτού. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 713 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διαιρέσεως της πρώτης του μηνός του πρώτου. 10 ο έβδομος τω μηνί τω εβδόμω Χελλής ο εκ Φαλλούς από των υιών Εφραίμ. 17 τω Λευί Ασαβίας ο του Καμουήλ. 12 ο ένατος τω μηνί τω ενάτω Αβιέζερ ο εξ Αναθώθ ο εκ γης Βενιαμίν. 11 ο όγδοος τω μηνί τω ογδόω Σοβοχαϊ ο Ουσαθί τω Ζαραϊ. 3 από των υιών Φαρές άρχων πάντων των αρχόντων της δυνάμεως του μηνός του πρώτου. και επί της διαιρέσεως αυτού είκοσι και τέσσαρες χιλιάδες. Ισβοάζ ο του Ζαβδιήλ. τω ημίσει φυλής Μανασσή Ιωήλ υιος Φαδαϊα. 4 και επί της διαιρέσεως του μηνός του δευτέρου Δωδία ο εκ Χώκ. άρχοντες δυνάμεως.

27 και επί των χωρίων Σεμεϊ ο εκ Ραήλ. 30 επί δε των καμήλων Αβίας ο Ισμαηλίτης. και επί των θησαυρών των εν τοις χωρίοις του οίνου Ζαβδί ο του Σεφνί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 24 και Ιωάβ ο του Σαρουϊα ήρξατο αριθμείν εν τω λαω και ου συνετέλεσε. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ εξεκκλησίασε Δαυίδ πάντας τους άρχοντας Ισραήλ. 25 Και επί των θησαυρών του βασιλέως Ασμώθ ο του ‘Οδιήλ. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 714 . 26 και επί των γεωργούντων την γην των εργαζομένων Εσδρί ο του Χελούβ. και εγένετο εν τούτοις οργή επί Ισραήλ. 32 και Ιωνάθαν ο πατράδελφος Δαυίδ σύμβουλος. επί δε των όνων Ιαδίας ο εκ Μεραθών. 29 και επί των βοών των νομάδων των εν τω Σαρών Σατραϊ ο Σαρωνίτης. 34 και μετά τούτον Αχιτόφελ εχόμενος Ιωδαέ ο του Βαναίου και Αβιάθαρ· και Ιωάβ αρχιστράτητος του βασιλέως. 2 και έστη Δαυίδ εν μέσω της εκκλησίας και είπεν· ακούσατέ μου. και Ιεήλ ο του Αχαμί μετά των υιών του βασιλέως. εμοί εγένετο επί καρδίαν οικοδομήσαι οίκον αναπαύσεως της κιβωτού διαθήκης Κυρίου και στάσιν ποδών Κυρίου ημών. επί δε των θησαυρών του ελαίου Ιωάς. 28 και επί των ελαιώνων και επί των συκαμίνων των εν τη πεδινή Βαλλανάν ο Γεδωρίτης. άνθρωπος συνετός και γραμματεύς αυτός. πάντες ούτοι προστάται υπαρχόντων Δαυίδ του βασιλέως. και επί των θησαυρών των εν αγρω και εν ταις κώμαις και εν τοις εποικίοις και εν τοις πύργοις Ιωνάθαν ο του ‘Οζίου. άρχοντας των κριτών. 33 και Αχιτόφελ σύμβουλος του βασιλέως. και επί των βοών των εν τοις αυλώσι Σωφάτ ο του Αδλί. και Χουσί ο πρώτος φίλος του βασιλέως. και πάντας τους άρχοντας των εφημεριών των περί το σώμα του βασιλέως και άρχοντας των χιλιάδων και των εκατοντάδων και τους γαζοφύλακας και τους επί των υπαρχόντων αυτού και πάσης της κτήσεως του βασιλέως και των υιών αυτού συν τοις ευνούχοις και τους δυνάστας και τους μαχητάς της στρατιάς εν Ιερουσαλήμ. και ου κατεχωρίσθη ο αριθμός εν βιβλίω λόγων των ημερών του βασιλέως Δαυίδ. αδελφοί μου και λαός μου. 31 και επί των προβάτων Ιαζίζ ο Αγαρίτης.

εκάστης τραπέζης χρυσής και ωσαύτως των αργυρών. 12 και το παράδειγμα. εάν ισχύση του φυλάξασθαι τας εντολάς μου και τα κρίματά μου ως η ημέρα αύτη. ότι ηρέτικα εν αυτω είναί μου υιόν. 4 και εξελέξατο Κύριος ο Θεός Ισραήλ εν εμοί από παντός οίκου πατρός μου είναι βασιλέα επί Ισραήλ εις τον αιώνα· και εν Ιούδα ηρέτικε το βασίλειον και εξ οίκου Ιούδα τον οίκον του πατρός μου. 9 και νυν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ητοίμασα τα εις την κατασκήνωσιν επιτήδεια· 3 και ο Θεός είπεν· ουκ οικοδομήσεις εμοί οίκον του επονομάσαι το όνομά μου επ ‘ αυτω. 8 και νυν κατά πρόσωπον πάσης εκκλησίας Κυρίου και εν ωσί Θεού ημών φυλάξασθε και ζητήσατε πάσας τας εντολάς Κυρίου του Θεού ημών. 17 και των κρεαγρών και σπονδείων και των φιαλών των χρυσών και τον σταθμόν των χρυσών και αργυρών. Σαλωμών υιε μου. ίνα κληρονομήσητε την γην την αγαθήν και κατακληρονομήσητε τοις υιοίς υμών μεθ ‘ υμάς έως αιώνος. 5 και από πάντων των υιών μου (ότι πολλούς υιούς έδωκέ μοι Κύριος) εξελέξατο εν Σαλωμών τω υιω μου καθίσαι αυτόν επί θρόνου βασιλείας Κυρίου επί τον Ισραήλ· 6 και είπέ μοι ο Θεός· Σαλωμών ο υιος σου οικοδομήσει τον οίκόν μου και την αυλήν μου. ό είχεν εν πνεύματι αυτού. 10 ιδέ νυν ότι Κύριος ηρέτικέ σε οικοδομήσαι αυτω οίκον εις αγίασμα· ίσχυε και ποίει. 15 λυχνιών την ολκήν έδωκεν αυτω και των λύχνων. γνώθι τον Θεόν των πατέρων σου και δούλευε αυτω εν καρδία τελεία και ψυχή θελούση. 16 έδωκεν αυτω ομοίως τον σταθμόν των τραπεζών της προθέσεως. 18 και τον του θυσιαστηρίου των θυμιαμάτων εκ χρυσίου δοκίμου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 715 . και εάν καταλείψης αυτόν. καγώ έσομαι αυτω εις πατέρα 7 και κατορθώσω την βασιλείαν αυτού έως αιώνος. ότι πάσας καρδίας ετάζει Κύριος και παν ενθύμημα γινώσκει· εάν ζητήσης αυτόν. ευρεθήσεταί σοι. και εν τοις υιοίς του πατρός μου εν εμοί ηθέλησε του γενέσθαι με εις βασιλέα επί παντί Ισραήλ. καταλείψει σε εις τέλος. και θυϊσκων κεφφουρέ εκάστου σταθμού. των αυλών οίκου Κυρίου και πάντων των παστοφορίων των κύκλω των εις τας αποθήκας οίκου Κυρίου και των αποθηκών των αγίων και των καταλυμάτων 13 και των εφημεριών των ιερέων και των Λευιτών εις πάσαν εργασίαν λειτουργίας οίκου Κυρίου και των αποθηκών των λειτουργησίμων σκευών της λατρείας οίκου Κυρίου. ότι άνθρωπος πολεμιστής ει συ και αίμα εξέχεας. 11 και έδωκε Δαυίδ Σαλωμών τω υιω αυτού το παράδειγμα του ναού και των οίκων αυτού και των ζακχών αυτού και των υπερώων και των αποθηκών των εσωτέρων και του οίκου του εξιλασμού. 14 και τον σταθμόν της ολκής αυτών των τε χρυσών και αργυρών.

21 και ιδού αι εφημερίαι των ιερέων και των Λευιτών εις πάσαν λειτουργίαν οίκου Κυρίου και μετά σου εν πάση πραγματεία και πας πρόθυμος εν σοφία κατά πάσαν τέχνην και οι άρχοντες και πας ο λαός εις πάντας τους λόγους σου. εκτός ων ητοίμακα εις τον οίκον των αγίων. και ιδού δέδωκα εις οίκον Θεού μου εις ύψος. εις ον ηρέτικεν εν αυτω Κύριος. και πληρώσεως λίθους πολυτελείς και ποικίλους και πάντα λίθον τίμιον και Πάριον πολύν. και τις ο προθυμούμενος πληρώσαι τας χείρας αυτού σήμερον Κυρίω. 5 εις το χρυσίον τω χρυσίω και εις το αργύριον τω αργυρίω. ου ανήσει σε και ου μη σε εγκαταλίπη έως του συντελέσαι σε πάσαν εργασίαν λειτουργίας οίκου Κυρίου. και ιδού το παράδειγμα του ναού και του οίκου αυτού και ζακχώ αυτού και τα υπερωα και τας αποθήκας τας εσωτέρας και τον οίκον του ιλασμού και το παράδειγμα οίκου Κυρίου. ότι Κύριος ο Θεός μου μετά σου. χαλκόν. και εις παν έργον δια χειρός των τεχνιτών. αλλ ‘ ή Κυρίω Θεω. 2 κατά πάσαν την δύναμιν ητοίμακα εις οίκον Θεού μου χρυσίον. 20 και είπε Δαυίδ Σαλωμών τω υιω αυτού· ίσχυε και ανδρίζου και ποίει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σταθμόν υπέδειξεν αυτω και το παράδειγμα του άρματος των Χερουβίμ των διαπεπετασμένων ταις πτέρυξι και σκιαζόντων επί της κιβωτού διαθήκης Κυρίου. λίθους σοόμ. 4 τρισχίλια τάλαντα χρυσίου του εκ Σουφίρ και επτακισχίλια τάλαντα αργυρίου δοκίμου εξαλειφήναι εν αυτοίς τους τοίχους του ιερού. ξύλα. νέος και απαλός. 3 και έτι εν τω ευδοκήσαί με εν οίκω Θεού μου έστι μοι ό περιπεποίημαι χρυσίον και αργύριον. μη φοβού μηδέ πτοηθής. 19 πάντα εν γραφή χειρός Κυρίου έδωκε Δαυίδ Σαλωμών κατά την περιγενηθείσαν αυτω σύνεσιν της κατεργασίας του παραδείγματος. σίδηρον. ότι ουκ ανθρώπω. και οι χιλίαρχοι και οι εκατόνταρχοι. αργύριον. και οι προστάται των έργων και οι οικοδόμοι του βασιλέως 7 και έδωκαν εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 716 . και το έργον μέγα. 6 και προεθυμήθησαν άρχοντες πατριών και οι άρχοντες των υιών Ισραήλ. Α ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ είπε Δαυίδ ο βασιλεύς πάση τη εκκλησία· Σαλωμών ο υιος μου.

11 σοί. 16 Κύριε ο Θεός ημών. ότι συ ει ο ετάζων καρδίας και δικαιοσύνην αγαπάς· εν απλότητι καρδίας προεθυμήθην ταύτα πάντα. και ουκ έστιν υπομονή. 22 και έφαγον και έπιον εναντίον του Κυρίου εν εκείνη τη ημέρα μετά χαράς και εβασίλευσαν εκ δευτέρου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 717 . και σοί τα πάντα. και εν χειρί σου. εκ χειρός σου εστι. Κύριε. 20 και είπε Δαυίδ πάση τη εκκλησία· ευλογήσατε Κύριον τον Θεόν ημών· και ευλόγησε πάσα η εκκλησία Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών. Κύριε. 17 και έγνων. προς παν το πλήθος τούτο. ο άρχων πάσης αρχής. Κύριε. και Δαυίδ ο βασιλεύς ευφράνθη μεγάλως. εξομολογούμεθά σοι και αινούμεν το όνομα της καυχήσεώς σου. φύλαξον ταύτα εν διανοία καρδίας λαού σου εις τον αιώνα και κατεύθυνον τας καρδίας αυτών προς σε. η μεγαλωσύνη και η δύναμις και το καύχημα και η νίκη και η ισχύς. 9 και ευφράνθη ο λαός υπέρ του προθυμηθήναι. και τω βασιλεί. από προσώπου σου ταράσσεται πας βασιλεύς και έθνος. 10 και ευλόγησεν ο βασιλεύς Δαυίδ τον Κύριον ενώπιον της εκκλησίας λέγων· ευλογητός ει. 18 Κύριε ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ και Ισραήλ. ότι σά τα πάντα. και κάμψαντες τα γόνατα προσεκύνησαν τω Κυρίω. 12 παρά σου ο πλούτος και η δόξα. συ πάντων άρχεις. έδωκαν εις τας αποθήκας οίκου Κυρίου δια χειρός Ιεϊήλ του Γεδσωνί. ότι ισχύσαμεν προθυμηθήναί σοι κατά ταύτα. και νυν τον λαόν σου τον ευρεθέντα ώδε είδον εν ευφροσύνη προθυμηθέντα σοι. ό ητοίμακα οικοδομηθήναι οίκον τω ονόματι τω αγίω σου. 19 και Σαλωμών τω υιω μου δος καρδίαν αγαθήν ποιείν τας εντολάς σου και τα μαρτύριά σου και τα προστάγματά σου και του επί τέλους αγαγείν την κατασκευήν του οίκου σου. 8 και οίς ευρέθη παρ ‘ αυτοίς λίθος. ο πατήρ ημών από του αιώνος και έως του αιώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τα έργα του οίκου Κυρίου χρυσίου τάλαντα πεντακισχίλια και χρυσούς μυρίους και αργυρίου ταλάντων δέκα χιλιάδας και χαλκού τάλαντα μύρια οκτακισχίλια και σιδήρου ταλάντων χιλιάδας εκατόν. και εν χειρί σου ισχύς και δυναστεία. κριούς χιλίους. ότι συ πάντων των εν τω ουρανω και επί της γης δεσπόζεις. ότι εν καρδία πλήρει προεθυμήθησαν τω Κυρίω. Κύριε. 15 ότι πάροικοί εσμεν εναντίον σου και παροικούντες ως πάντες οι πατέρες ημών· ως σκιά αι ημέραι ημών επί γης. 13 και νυν. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. και εκ των σών δεδώκαμέν σοι. άρνας χιλίους και τας σπονδάς αυτών και θυσίας εις πλήθος παντί τω Ισραήλ. μεγαλύναι και κατισχύσαι τα πάντα. 21 και έθυσε Δαυίδ τω Κυρίω θυσίας και ανήνεγκεν ολοκαυτώματα τω Θεω τη επαύριον της πρώτης ημέρας μόσχους χιλίους. των πατέρων ημών. παντοκράτωρ. 14 και τις ειμι εγώ και τις ο λαός μου.

23 και εκάθισε Σαλωμών επί θρόνου Δαυίδ του πατρός αυτού και ευδοκήθη. 28 και ετελεύτησεν εν γήρα καλω. και Κύριος ο Θεός αυτού μετ' αυτού και εμεγάλυνεν αυτόν εις ύψος. εκεί ην έναντι της σκηνής Κυρίου. 2 και είπε Σαλωμών προς πάντα Ισραήλ. ότι ητοίμασεν αυτη Δαυίδ. 26 και Δαυίδ υιος Ιεσσαί εβασίλευσεν επί Ισραήλ 27 έτη τεσσαράκοντα. 3 και επορεύθη Σαλωμών και πάσα η εκκλησία εις την υψηλήν την εν Γαβαών. τοις χιλιάρχοις και τοις εκατοντάρχοις και τοις κριταίς και πάσι τοις άρχουσιν εναντίον Ισραήλ τοις άρχουσι των πατριών. εν Χεβρών έτη επτά και εν Ιερουσαλήμ έτη τριακοντατρία. οί εγένοντο επ ‘ αυτω. 5 και το θυσιαστήριον το χαλκούν. πλούτω και δόξη. ό ουκ εγένετο επί παντός βασιλέως έμπροσθεν αυτού. 25 και εμεγάλυνε Κύριος τον Σαλωμών επάνωθεν παντός Ισραήλ και έδωκεν αυτω δόξαν βασιλέως. και εβασίλευσε Σαλωμών υιος αυτού αντ ‘ αυτού. υιού Ωρ. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 718 . ότι έπηξεν αυτη σκηνήν εν Ιερουσαλήμ. ην εποίησε Μωυσής παις Κυρίου εν τη ερήμω· 4 αλλά κιβωτόν του Θεού ανήνεγκε Δαυίδ εκ πόλεως Καριαθιαρίμ. και οι καιροί. πλήρης ημερών. ό εποίησε Βεσελεήλ υιος Ουρίου. και υπήκουσαν αυτού πας Ισραήλ· 24 οι άρχοντες και οι δυνάσται και πάντες υιοί Δαυίδ του βασιλέως του πατρός αυτού υπετάγησαν αυτω. ου εκεί ην η σκηνή του μαρτυρίου του Θεού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον Σαλωμών υιόν Δαυίδ και έχρισαν αυτόν τω Κυρίω εις βασιλέα και Σαδώκ εις ιερωσύνην. οι πρότεροι και οι ύστεροι. 29 οι δε λοιποί λόγοι του βασιλέως Δαυίδ. και επί τον Ισραήλ και επί πάσας βασιλείας της γης. γεγραμμένοι εισίν εν λόγοις Σαμουήλ του βλέποντος και επί λόγων Νάθαν του προφήτου και επί λόγων Γάδ του βλέποντος 30 περί πάσης της βασιλείας αυτού και της δυναστείας αυτού. ------------------------------------------------------- Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ενίσχυσε Σαλωμών υιος Δαυίδ επί την βασιλείαν αυτού.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 719 . 16 και η έξοδος των ίππων Σαλωμών εξ Αιγύπτου. πιστωθήτω δη το όνομά σου επί Δαυίδ τον πατέρα μου. και τας κέδρους εν τη Ιουδαία ως συκαμίνους τας εν τη πεδινή εις πλήθος. και εξελεύσομαι ενώπιον του λαού τούτου και εισελεύσομαι. και η τιμή των εμπόρων του βασιλέως· εμπορεύεσθαι ηγόραζον. 11 και είπεν ο Θεός προς Σαλωμών· ανθ' ων εγένετο τούτο εν τη καρδία σου και ουκ ητήσω πλούτον χρημάτων ουδέ δόξαν ουδέ την ψυχήν των υπεναντίων και ημέρας πολλάς ουκ ητήσω. όπως κρίνης τον λαόν μου. 14 Και συνήγαγε Σαλωμών άρματα και ιππείς. 15 και έθηκεν ο βασιλεύς το αργύριον και το χρυσίον εν Ιερουσαλήμ ως λίθους. Κύριε ο Θεός. και εγένοντο αυτω χίλια και τετρακόσια άρματα και δώδεκα χιλιάδες ιππέων· και κατέλιπεν αυτά εν πόλεσι των αρμάτων. ως ο Χους της γης· 10 νυν σοφίαν και σύνεσιν δος μοι. εφ' ον εβασίλευσά σε επ' αυτόν. 7 εν τη νυκτί εκείνη ώφθη Θεός τω Σαλωμών και είπεν αυτω· αίτησαι τι σοι δώ. και μετά σε ουκ έσται ούτως. 8 και είπε Σαλωμών προς τον Θεόν· συ εποίησας μετά Δαυίδ του πατρός μου έλεος μέγα και εβασίλευσάς με αντ' αυτού· 9 και νυν. 12 την σοφίαν και την σύνεσιν δίδωμί σοι και πλούτον και χρήματα και δόξαν δώσω σοι. 13 και ήλθε Σαλωμών εκ βαμά της εν Γαβαών εις Ιερουσαλήμ προ προσώπου της σκηνής του μαρτυρίου και εβασίλευσεν επί Ισραήλ. 6 και ήνεγκε Σαλωμών εκεί επί το θυσιαστήριον το χαλκούν ενώπιον Κυρίου το εν τη σκηνή και ήνεγκεν επ' αυτω ολοκαύτωσιν χιλίαν. ως ουκ εγενήθη όμοιός σοι εν τοις βασιλεύσι τοις έμπροσθέν σου. ότι συ εβασίλευσάς με επί λαόν πολύν. ότι τις κρινεί τον λαόν σου τον μέγαν τούτον. 17 και ανέβαινον και εξήγον εξ Αιγύπτου άρμα εν εξακοσίων αργυρίου και ίππον πεντήκοντα και εκατόν αργυρίου· και ούτω πάσι τοις βασιλεύσι των Χετταίων και τοις βασιλεύσι Συρίας εν χερσίν αυτών έφερον. και ήτησας σεαυτω σοφίαν και σύνεσιν. και ο λαός μετά του βασιλέως εν Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξεζήτησεν αυτό Σαλωμών και η εκκλησία.

3 και απέστειλε Σαλωμών προς Χιράμ βασιλέα Τύρου λέγων· ως εποίησας μετά Δαυίδ του πατρός μου και απέστειλας αυτω κέδρους του οικοδομήσαι εαυτω οίκον κατοικήσαι εν αυτω. και τις εγώ οικοδομών αυτω οίκον. 2 και συνήγαγε Σαλωμών εβδομήκοντα χιλιάδας ανδρών νωτοφόρων και ογδοήκοντα χιλιάδας λατόμων εν τω όρει. 10 και ιδού τοις εργαζομένοις τοις κόπτουσι ξύλα εις βρώματα δέδωκα σίτον εις δόματα τοις παισί σου κόρων πυρού είκοσι χιλιάδας και κριθών κόρων είκοσι χιλιάδας και οίνου μέτρων είκοσι χιλιάδας και ελαίου μέτρων είκοσι χιλιάδας. 4 και ιδού εγώ ο υιος αυτού οικοδομώ οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού μου αγιάσαι αυτόν αυτω του θυμιάν απέναντι αυτού θυμίαμα και πρόθεσιν δια παντός και του αναφέρειν ολοκαυτώματα δια παντός το πρωϊ και το δείλης και εν τοις σαββάτοις και εν ταις νουμηνίαις και εν ταις εορταίς του Κυρίου Θεού ημών· εις τον αιώνα τούτο επί τον Ισραήλ. 12 και είπε Χιράμ· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ. και οι επιστάται επ' αυτών τρισχίλιοι εξακόσιοι. ον εγώ οικοδομώ μέγας. ότι μέγας Κύριος ο Θεός ημών παρά πάντας τους θεούς. ότι ο οίκος. ος εποίησε τον ουρανόν και την γην. 6 και τις ισχύσει οικοδομήσαι αυτω οίκον. 5 και ο οίκος. ότι ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού ου φέρουσι την δόξαν αυτού. ον εγώ οικοδομώ μέγας και ένδοξος. ότι αλλ' ή του θυμιάν κατέναντι αυτού. ος έδωκε τω Δαυίδ τω βασιλεί υιόν σοφόν και επιστάμενον επιστήμην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 720 . 8 και απόστειλόν μοι ξύλα κέδρινα και αρκεύθινα και πεύκινα εκ του Λιβάνου. 11 και είπε Χιράμ βασιλεύς Τύρου εν γραφή και απέστειλε προς Σαλωμών λέγων· εν τω αγαπήσαι Κύριον τον λαόν αυτού έδωκέ σε επ' αυτούς βασιλέα. ότι εγώ οίδα ως οι δούλοί σου οίδασι κόπτειν ξύλα εκ του Λιβάνου· και ιδού οι παίδές σου μετά των παίδων μου 9 πορεύσονται ετοιμάσαι μοι ξύλα εις πλήθος. α ητοίμασε Δαυίδ ο πατήρ μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ είπε Σαλωμών του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου και οίκον τη βασιλεία αυτού. 7 και νυν απόστειλόν μοι άνδρα σοφόν και ειδότα του ποιήσαι εν τω χρυσίω και εν τω αργυρίω και εν τω χαλκω και εν τω σιδήρω και εν τη πορφύρα και εν τω κοκκίνω και εν τη υακίνθω και επιστάμενον γλύψαι γλυφήν μετά των σοφών των μετ' εμού εν Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ.

5 και τον οίκον τον μέγαν εξύλωσε ξύλοις κεδρίνοις και κατεχρύσωσε χρυσίω καθαρω και έγλυψεν επ' αυτού φοίνικας και χαλαστά. ου ώφθη Κύριος τω Δαυίδ πατρί αυτού. 2 και ήρξατο οικοδομήσαι εν τω μηνί τω δευτέρω εν τω έτει τω τετάρτω της βασιλείας αυτού. και συ άξεις αυτά εις Ιερουσαλήμ. 16 και ημείς κόψομεν ξύλα εκ του Λιβάνου κατά πάσαν την χρείαν σου και άξομεν αυτά σχεδίαις επί θάλασσαν Ιόππης. 17 και συνήγαγε Σαλωμών πάντας τους άνδρας τους προσηλύτους τους εν γη Ισραήλ μετά τον αριθμόν. ος οικοδομήσει οίκον τω Κυρίω και οίκον τη βασιλεία αυτού. ον ηρίθμησεν αυτούς Δαυίδ ο πατήρ αυτού. 4 και αιλάμ κατά πρόσωπον του οίκου. και ευρέθησαν εκατόν πεντήκοντα χιλιάδες και τρισχίλιοι εξακόσιοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και σύνεσιν. αποστειλάτω τοις παισίν αυτού. εν τω τόπω. 15 και νυν τον σίτον και την κριθήν και το έλαιον και τον οίνον. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ήρξατο Σαλωμών του οικοδομείν τον οίκον Κυρίου εν Ιερουσαλήμ εν όρει του Αμωρία. 3 και ταύτα ήρξατο Σαλωμών του οικοδομήσαι τον οίκον του Θεού· μήκος πήχεων η διαμέτρησις η πρώτη πήχεων εξήκοντα και εύρος πήχεων είκοσι. και ο πατήρ αυτού ανήρ Τύριος) ειδότα ποιήσαι εν χρυσίω και εν αργυρίω και εν χαλκω και εν σιδήρω και εν λίθοις και ξύλοις και υφαίνειν εν τη πορφύρα και εν τη υακίνθω και εν τη βύσσω και εν τω κοκκίνω και γλύψαι γλυφάς και διανοείσθαι πάσαν διανόησιν. ω ητοίμασε Δαυίδ εν άλω ‘Ορνά του Ιεβουσαίου. μήκος επί πρόσωπον πλάτους του οίκου πήχεων είκοσι και ύψος πήχεων εκατόν είκοσι· και κατεχρύσωσεν αυτόν έσωθεν χρυσίω καθαρω. 13 και νυν απέστειλά σοι άνδρα σοφόν και ειδότα σύνεσιν Χιράμ τον πατέρα μου (14 η μήτηρ αυτού από θυγατέρων Δάν. όσα αν δως αυτω. μετά των σοφών σου και σοφών Δαυίδ κυρίου μου πατρός σου. 6 και εκόσμησε τον οίκον λίθοις τιμίοις εις δόξαν και εχρύσωσε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 721 . α είπεν ο κύριός μου. 18 και εποίησεν εξ αυτών εβδομήκοντα χιλιάδας νωτοφόρων και ογδοήκοντα χιλιάδας λατόμων και τρισχιλίους εξακοσίους εργοδιώκτας επί τον λαόν.

μήκος αυτού επί πρόσωπον πλάτους του οίκου πήχεων είκοσι και το εύρος πήχεων είκοσι. 3 και ομοίωμα μόσχων υποκάτω αυτής. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ εποίησε θυσιαστήριον χαλκούν. ολκή του ενός πεντήκοντα σίκλοι χρυσίου. κύκλω κυκλούσιν αυτήν. και τα πρόσωπα αυτών εις τον οίκον. και εκάλεσε το όνομα του εκ δεξιών Κατόρθωσις και το όνομα του εξ αριστερών Ισχύς. και το υπερωον εχρύσωσε χρυσίω. και πέντε πήχεων το ύψος και το κύκλωμα τριάκοντα πήχεων. 8 και εποίησε τον οίκον του αγίου των αγίων. πήχεων τριακονταπέντε το ύψος και τας κεφαλάς αυτών πήχεων πέντε. δέκα πήχεων την διαμέτρησιν. 17 και έστησε τους στύλους κατά πρόσωπον του ναού. και η πτέρυξ η ετέρα πήχεων πέντε απτομένη της πτέρυγος του Χερούβ του ετέρου· 13 και αι πτέρυγες των Χερουβίμ τούτων διαπεπετασμέναι πήχεων είκοσι· και αυτά εστηκόκα επί τους πόδας αυτών. 2 και εποίησε την θάλασσαν χυτήν. 15 και εποίησεν έμπροσθεν του οίκου στύλους δύο. 9 και ολκή των ήλων. 10 και εποίησεν εν τω οίκω τω αγίω των αγίων Χερουβίμ δύο. 4 ή εποίησαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 722 . και εχρύσωσεν αυτόν χρυσίω καθαρω εις Χερουβίμ εις τάλαντα εξακόσια. και εποίησε ροϊσκους εκατόν και εποίησε ροϊσκους επί των χαλαστών. δέκα πήχεις περιέχουσι τον λουτήρα κυκλόθεν. 16 και εποίησε σερσερώθ εν τω δαβίρ και έδωκεν επί των κεφαλών των στύλων. 14 και εποίησε το καταπέτασμα υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου και βύσσου και ύφανεν εν αυτω Χερουβίμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χρυσίω χρυσίου του εκ Φαρουϊμ 7 και εχρύσωσε τον οίκον και τους τοίχους αυτού και τους πυλώνας και τα οροφώματα και τα θυρώματα χρυσίω και έγλυψε Χερουβίμ επί των τοίχων. ένα εκ δεξιών και τον ένα εξ ευωνύμων. είκοσι πήχεων το μήκος και είκοσι πήχεων το εύρος και δέκα πήχεων το ύψος. και η πτέρυξ η μία πήχεων πέντε απτομένη του τοίχου του οίκου. έργον εκ ξύλων και εχρύσωσεν αυτά χρυσίω. στρογγύλην κυκλόθεν. 11 και αι πτέρυγες των Χερουβίμ το μήκος πήχεων είκοσι. δύο γένη εχώνευσαν τους μόσχους εν τη χωνεύσει αυτών.

πέντε εκ δεξιών και πέντε εξ ευωνύμων. και συνετέλεσε Χιράμ ποιήσαι πάσαν την εργασίαν. 19 και εποίησε Σαλωμών πάντα τα σκεύη οίκου Κυρίου και το θυσιαστήριον το χρυσούν και τας τραπέζας (και επ' αυτών άρτοι προθέσεως) 20 και τας λυχνίας και τους λύχνους του φωτός κατά το κρίμα και κατά πρόσωπον του δαβίρ χρυσίου καθαρού 21 και λαβίδες αυτών και οι λύχνοι αυτών και τας φιάλας και τας θυϊσκας και τα πυρεία χρυσίου καθαρού. α εστιν επάνω των στύλων. ότι ουκ εξέλιπεν ολκή του χαλκού. ην εποίησε Σαλωμών τω βασιλεί εν οίκω του Θεού. 9 και εποίησε την αυλήν των ιερέων και την αυλήν την μεγάλην και θύρας τη αυλή και θυρώματα αυτών κατακεχαλκωμένα χαλκω· 10 και την θάλασσαν έθηκεν από γωνίας του οίκου εκ δεξιών ως προς ανατολάς κατέναντι. και η θάλασσα επ' αυτών άνω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς. διαγεγλυμμένα βλαστούς κρίνου. και τας θύρας του οίκου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 723 . δώδεκα μόσχους. και τους λουτήρας εποίησεν επί των μεχωνώθ 15 και την θάλασσαν μίαν και τους μόσχους τους δώδεκα υποκάτω αυτής 16 και τους ποδιστήρας και τους αναλημπτήρας και τους λέβητας και τας κρεάγρας και πάντα τα σκεύη αυτών. και εποίησε φιάλας χρυσάς εκατόν. 7 και εποίησε τας λυχνίας τας χρυσάς δέκα κατά το κρίμα αυτών και έθηκεν εν τω ναω. χωρούσαν μετρητάς τρισχιλίους· και εξετέλεσε. ήσαν τα οπίσθια αυτών έσω. 13 και κώδωνας χρυσούς τετρακοσίους εις τα δύο δίκτυα και δύο γένη ροϊσκων εν τω δικτύω τω ενί του συγκαλύψαι τας δύο γωλάθ των χωθαρέθ. και ανήνεγκε τω βασιλεί Σαλωμών εν οίκω Κυρίου χαλκού καθαρού. οι τρεις βλέποντες βορράν και οι τρεις δυσμάς και οι τρεις νότον και οι τρεις κατ' ανατολάς. 11 και εποίησε Χιράμ τας κρεάγρας και τα πυρεία και την εσχάραν του θυσιαστηρίου και πάντα τα σκεύη αυτού. 14 και τας μεχωνώθ εποίησε δέκα. πέντε εκ δεξιών και πέντε εξ αριστερών. 17 εν τω περιχώρω του Ιορδάνου εχώνευσεν αυτά ο βασιλεύς εν τω πάχει της γης εν οίκω Σοκχώθ και ανά μέσον Σαρηδαθά. 22 και η θύρα του οίκου η εσωτέρα εις τα άγια των αγίων. α εποίησε Χιράμ. α εστιν επί των κεφαλών των στύλων. 12 στύλους δύο και επ' αυτών γωλάθ τη χωθαρέθ επί των κεφαλών των στύλων δύο και δίκτυα δύο συγκαλύψαι τας κεφαλάς των χωθαρέθ. 8 και εποίησε τραπέζας δέκα και έθηκεν εν τω ναω. 18 και εποίησε Σαλωμών πάντα τα σκεύη ταύτα εις πλήθος σφόδρα. 6 και εποίησε λουτήρας δέκα και έθηκε τους πέντε εκ δεξιών και τους πέντε εξ αριστερών του πλύνειν εν αυτοίς τα έργα των ολοκαυτωμάτων και αποκλύζειν εν αυτοίς· και η θάλασσα εις το νίπτεσθαι τους ιερείς εν αυτη. και το χείλος αυτής ως χείλος ποτηρίου. 5 και το πάχος αυτής παλαιστής.

εις το δαβίρ του οίκου εις τα άγια των αγίων. εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 724 . ην εποίησε Σαλωμών εν οίκω Κυρίου. 10 ουκ ην εν τη κιβωτω πλήν δύο πλάκες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ του ναού χρυσάς. και συνεκάλυπτε τα Χερουβίμ επί την κιβωτόν και επί τους αναφορείς αυτής επάνωθεν· 9 και υπερείχον οι αναφορείς. των ενδεδυμένων στολάς βυσσίνας. ουκ ήσαν διατεταγμένοι κατ' εφημερίαν. ας έθηκε Μωυσής εν Χωρήβ. 7 και εισήνεγκαν οι ιερείς την κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εις τον τόπον αυτής. 8 και ην τα Χερουβίμ διαπεπετακότα τας πτέρυγας αυτών επί τον τόπον της κιβωτού. τω Ιδιθούν και τοις υιοίς αυτών και τοις αδελφοίς αυτών. α διέθετο Κύριος μετά των υιών Ισραήλ εν τω εξελθείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. και εισήνεγκε Σαλωμών τα άγια Δαυίδ του πατρός αυτού. τω Αιμάν. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ συνετελέσθη πάσα η εργασία. και εβλέποντο αι κεφαλαί των αναφορέων εκ των αγίων εις πρόσωπον του δαβίρ. το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη και έδωκεν εις θησαυρόν οίκου Κυρίου. 11 και εγένετο εν τω εξελθείν τους ιερείς εκ των αγίων -ότι πάντες οι ιερείς οι ευρεθέντες ηγιάσθησαν. οί ουκ αριθμηθήσονται και οί ου λογισθήσονται από του πλήθους. 12 και οι Λευίται οι ψαλτωδοί πάντες τοις υιοίς Ασάφ. 6 και ο βασιλεύς Σαλωμών και πάσα συναγωγή Ισραήλ και οι φοβούμενοι και οι επισυνηγμένοι αυτών έμπροσθεν της κιβωτού θύοντες μόσχους και πρόβατα. ουκ εβλέποντο έξω· και ήσαν εκεί έως της ημέρας ταύτης. υποκάτω των πτερύγων των Χερουβίμ. 2 τότε εξεκκλησίασε Σαλωμών πάντας τους πρεσβυτέρους Ισραήλ και πάντας τους άρχοντας των φυλών τους ηγουμένους πατριών υιών Ισραήλ εις Ιερουσαλήμ του ανενέγκαι κιβωτόν διαθήκης Κυρίου εκ πόλεως Δαυίδ (αύτη Σιών)· 3 και εξεκκλησιάσθησαν προς τον βασιλέα πας Ισραήλ εν τη εορτη (ούτος ο μην έβδομος) 4 και ήλθον πάντες οι πρεσβύτεροι Ισραήλ και έλαβον πάντες οι Λευίται την κιβωτόν 5 και ανήνεγκαν την κιβωτόν και την σκηνήν του μαρτυρίου και πάντα τα σκεύη τα άγια εν τη σκηνή. και ανήνεγκαν αυτήν οι ιερείς και οι Λευίται.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

κυμβάλοις και εν νάβλαις και εν κινύραις, εστηκότες κατέναντι του θυσιαστηρίου και μετ' αυτών ιερείς εκατόν είκοσι σαλπίζοντες ταις σάλπιγξι· 13 και εγένετο μία φωνή εν τω σαλπίζειν και εν τω ψαλτωδείν και εν τω αναφωνείν φωνή μια του εξομολογείσθαι και αινείν τω Κυρίω- και ύψωσαν φωνήν εν σάλπιγξι και εν κυμβάλοις και εν οργάνοις των ωδών και έλεγον· εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι αγαθόν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. και ο οίκος ενεπλήσθη νεφέλης δόξης Κυρίου, 14 και ουκ ηδύναντο οι ιερείς του στήναι λειτουργείν από προσώπου της νεφέλης, ότι ενέπλησε δόξα Κυρίου τον οίκον του Θεού.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΤΟΤΕ είπε Σαλωμών· Κύριος είπε του κατασκηνώσαι εν γνόφω· 2 και εγώ ωκοδόμηκα οίκον τω ονόματί σου άγιόν σοι και έτοιμον του κατασκηνώσαι εις τους αιώνας. 3 και επέστρεψεν ο βασιλεύς το πρόσωπον αυτού και ευλόγησε την πάσαν εκκλησίαν Ισραήλ, και πάσα η εκκλησία Ισραήλ παρειστήκει. 4 και είπεν· ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ, ως ελάλησεν εν στόματι αυτού προς Δαυίδ τον πατέρα μου και εν χερσίν αυτού επλήρωσε λέγων· 5 από της ημέρας, ης ανήγαγον τον λαόν μου εκ γης Αιγύπτου, ουκ εξελεξάμην εν πόλει από πασών φυλών Ισραήλ του οικοδομήσαι οίκον του είναι το όνομά μου εκεί και ουκ εξελεξάμην ανδρί του είναι εις ηγούμενον επί τον λαόν μου Ισραήλ· 6 και εξελεξάμην την Ιερουσαλήμ γενέσθαι το όνομά μου εκεί και εξελεξάμην εν Δαυίδ του είναι επί τον λαόν μου Ισραήλ. 7 και εγένετο επί καρδίαν Δαυίδ του πατρός μου του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ, 8 και είπε Κύριος προς Δαυίδ πατέρα μου· διότι εγένετο επί καρδίαν σου του οικοδομήσαι οίκον τω ονόματί μου, καλώς εποίησας, ότι εγένετο επί την καρδίαν σου· 9 πλήν συ ουκ οικοδομήσεις τον οίκον, ότι ο υιος σου, ος εξελεύσεται εκ της οσφύος σου, ούτος οικοδομήσει τον οίκον τω ονόματί μου. 10 και ανέστησε Κύριος τον λόγον τούτον, ον ελάλησε, και εγενήθην αντί Δαυίδ του πατρός μου και εκάθισα επί τον θρόνον Ισραήλ, καθώς ελάλησε Κύριος, και ωκοδόμησα τον οίκον τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ 11 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

725

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έθηκα εκεί την κιβωτόν, εν ή εκεί διαθήκη Κυρίου, ην διέθετο τω Ισραήλ. 12 Και έστη κατέναντι του θυσιαστηρίου Κυρίου έναντι πάσης εκκλησίας Ισραήλ και διεπέτασε τας χείρας αυτού· 13 ότι εποίησε Σαλωμών βάσιν χαλκήν και έθηκεν αυτήν εν μέσω της αυλής του ιερού, πέντε πήχεων το μήκος αυτής και πέντε πήχεων το εύρος αυτής και τριών πήχεων το ύψος αυτής, και έστη επ' αυτής και έπεσεν επί τα γόνατα έναντι πάσης εκκλησίας Ισραήλ και διεπέτασε τας χείρας αυτού εις τον ουρανόν 14 και είπε· Κύριε ο Θεός Ισραήλ, ουκ έστιν όμοιός σοι Θεός εν ουρανω και επί της γης, φυλάσσων την διαθήκην και το έλεος τοις παισί σου τοις πορευομένοις εναντίον σου εν όλη καρδία. 15 α εφύλαξας τω παιδί σου Δαυίδ τω πατρί μου, α ελάλησας αυτω λέγων, και ελάλησας εν στόματί σου και εν χερσί σου επλήρωσας ως η ημέρα αύτη. 16 και νυν, Κύριε ο Θεός Ισραήλ, φύλαξον τω παιδί σου τω Δαυίδ τω πατρί μου α ελάλησας αυτω λέγων· ουκ εκλείψει σοι ανήρ από προσώπου μου καθήμενος επί θρόνου Ισραήλ, πλήν εάν φυλάξωσιν οι υιοί σου την οδόν αυτών του πορεύεσθαι εν τω νόμω μου, ως επορεύθης εναντίον μου. 17 και νυν, Κύριε ο Θεός Ισραήλ, πιστωθήτω δη το ρήμά σου, ό ελάλησας τω παιδί σου τω Δαυίδ, 18 ότι ει αληθώς κατοικήσει Θεός μετά ανθρώπων επί της γης; ει ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού ουκ αρκέσουσί σοι, και τις ο οίκος ούτος, ον ωκοδόμησα; 19 και επιβλέψη επί την προσευχήν παιδός σου και επί την δέησίν μου, Κύριε ο Θεός, του επακούσαι της δεήσεως και της προσευχής, ης ο παις σου προσεύχεται εναντίον σου σήμερον, 20 του είναι οφθαλμούς σου ανεωγμένους επί τον οίκον τούτον ημέρας και νυκτός εις τον τόπον τούτον, ον είπας επικληθήναι το όνομά σου εκεί, του ακούσαι της προσευχής, ης προσεύχεται ο παις σου εις τον τόπον τούτον. 21 και ακούση της δεήσεως του παιδός σου και του λαού σου Ισραήλ, α αν προσεύξωνται εις τον τόπον τούτον, και συ εισακούση εν τω τόπω της κατοικήσεώς σου εκ του ουρανού και ακούση και ίλεως έση. 22 εάν αμάρτη ανήρ τω πλησίον αυτού και λάβη επ' αυτόν αράν του αράσθαι αυτόν, και έλθη και αράσηται κατέναντι του θυσιαστηρίου εν τω οίκω τούτω, 23 και συ εισακούση εκ του ουρανού και ποιήσεις και κρινείς τους δούλους σου του αποδούναι τω ανόμω και αποδούναι οδούς αυτού εις κεφαλήν αυτού, και του δικαιώσαι δίκαιον, του αποδούναι αυτω κατά την δικαιοσύνην αυτού. 24 και εάν θραυσθή ο λαός σου Ισραήλ κατέναντι του εχθρού, εάν αμάρτωσί σοι, και επιστρέψωσι και εξομολογήσωνται τω ονόματί σου και προσεύξωνται και δεηθώσιν εναντίον σου εν τω οίκω τούτω, 25 και συ εισακούση εκ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

726

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του ουρανού και ίλεως έση ταις αμαρτίαις λαού σου Ισραήλ και αποστρέψεις αυτούς εις την γην, ην έδωκας αυτοίς και τοις πατράσιν αυτών. 26 εν τω συσχεθήναι τον ουρανόν και μη γενέσθαι υετόν, ότι αμαρτήσονταί σοι, και προσεύξονται εις τον τόπον τούτον και αινέσουσι το όνομά σου και από των αμαρτιών αυτών επιστρέψουσιν, ότι ταπεινώσεις αυτούς, 27 και συ εισακούση εκ του ουρανού και ίλεως έση ταις αμαρτίαις των παίδων σου και του λαού σου Ισραήλ, ότι δηλώσεις αυτοίς την οδόν την αγαθήν, εν ή πορεύσονται εν αυτη, και δώσεις υετόν επί την γην σου, ην έδωκας τω λαω σου εις κληρονομίαν. 28 λιμός εάν γένηται επί της γης, θάνατος εάν γένηται, ανεμοφθορία και ίκτερος, ακρίς και βρούχος εάν γένηται, και εάν θλίψη αυτόν ο εχθρός κατέναντι των πόλεων αυτών, κατά πάσαν πληγήν και πάντα πόνον, 29 και πάσα προσευχή και πάσα δέησις, ή εάν γένηται παντί ανθρώπω και παντί λαω σου Ισραήλ, εάν γνω άνθρωπος την αφήν αυτού και την μαλακίαν αυτού και διαπετάση τας χείρας αυτού εις τον οίκον τούτον, 30 και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ιλάση και δώσεις ανδρί κατά τας οδούς αυτού, ως αν γνως την καρδίαν αυτού, ότι μόνος γινώσκεις την καρδίαν υιών ανθρώπων, 31 όπως φοβώνται πάσας οδούς σου πάσας τας ημέρας, ας αυτοί ζώσιν επί πρόσωπον της γης, ης έδωκας τοις πατράσιν ημών. 32 και πας αλλότριος, ος ουκ εκ του λαού σου Ισραήλ εστιν αυτός και έλθη εκ γης μακρόθεν δια το όνομά σου το μέγα και την χείρά σου την κραταιάν και τον βραχίονά σου τον υψηλόν και έλθωσι και προσεύξωνται εις τον τόπον τούτον, 33 και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ποιήσεις κατά πάντα, όσα αν επικαλέσηταί σε ο αλλότριος, όπως γνώσι πάντες οι λαοί της γης το όνομά σου και του φοβείσθαί σε ως ο λαός σου Ισραήλ και του γνώναι ότι το όνομά σου επικέκληται επί τον οίκον τούτον, ον ωκοδόμησα. 34 εάν δε εξέλθη ο λαός σου εις πόλεμον επί τους εχθρούς αυτού εν οδω, ή αποστελείς αυτούς, και προσεύξωνται προς σε κατά την οδόν της πόλεως ταύτης, ην εξελέξω εν αυτη, και οίκου, ου ωκοδόμηκα τω ονόματί σου, 35 και ακούση εκ του ουρανού της προσευχής αυτών και της δεήσεως αυτών και ποιήσεις το δικαίωμα αυτών. 36 ότι αμαρτήσονταί σοι (ότι ουκ έσται άνθρωπος, ος ουχ αμαρτήσεται) και πατάξεις αυτούς και παραδώσεις αυτούς κατά πρόσωπον εχθρών και αιχμαλωτεύσουσιν αυτούς οι αιχμαλωτεύοντες αυτούς εις γην εχθρών εις γην μακράν ή εγγύς 37 και επιστρέψωσι καρδίαν αυτών εν τη γη αυτών, ου μετήχθησαν εκεί, και γε επιστρέψωσι και δεηθώσί σου εν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

727

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

τη αιχμαλωσία αυτών λέγοντες· ημάρτομεν, ηνομήσαμεν, ηδικήσαμεν, 38 και επιστρέψωσι προς σε εν όλη καρδία και εν όλη ψυχή αυτών εν γη αιχμαλωτευσάντων αυτούς και προσεύξωνται οδόν γης αυτών, ης έδωκας τοις πατράσιν αυτών, και της πόλεως, ης εξελέξω, και του οίκου, ου ωκοδόμησα τω ονόματί σου, 39 και ακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου της προσευχής αυτών και της δεήσεως αυτών και ποιήσεις κρίματα και ίλεως έση τω λαω τω αμαρτώντί σοι. 40 και νυν, Κύριε, έστωσαν δη οι οφθαλμοί σου ανεωγμένοι και τα ώτά σου επήκοα επί την δέησιν του τόπου τούτου. 41 και νυν ανάστηθι, Κύριε ο Θεός, εις την κατάπαυσίν σου, συ και η κιβωτός της ισχύος σου. οι ιερείς σου, Κύριε ο Θεός, ενδύσαιντο σωτηρίαν, και οι υιοί σου ευφρανθήτωσαν εν αγαθοίς. 42 Κύριε ο Θεός, μη αποστρέψης το πρόσωπον του χριστού σου, μνήσθητι τα ελέη Δαυίδ του δούλου σου.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΚΑΙ ως συνετέλεσε Σαλωμών προσευχόμενος, και το πυρ κατέβη εκ του ουρανού και κατέφαγε τα ολοκαυτώματα και τας θυσίας, και δόξα Κυρίου έπλησε τον οίκον. 2 και ουκ ηδύναντο οι ιερείς εισελθείν εις τον οίκον Κυρίου εν τω καιρω εκείνω, ότι έπλησε δόξα Κυρίου τον οίκον. 3 και πάντες οι υιοί Ισραήλ εώρων καταβαίνον το πυρ, και η δόξα Κυρίου επί τον οίκον, και έπεσον επί πρόσωπον επί την γην επί το λιθόστρωτον και προσεκύνησαν και ήνουν τω Κυρίω, ότι αγαθόν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 4 και ο βασιλεύς και πας ο λαός θύοντες θύματα έναντι Κυρίου. 5 και εθυσίασεν ο βασιλεύς Σαλωμών την θυσίαν μόσχων είκοσι και δύο χιλιάδας και βοσκημάτων εκατόν και είκοσι χιλιάδας, και ενεκαίνισε τον οίκον του Θεού ο βασιλεύς και πας ο λαός. 6 και οι ιερείς επί τας φυλακάς αυτών εστηκότες, και οι Λευίται εν οργάνοις ωδών Κυρίου του Δαυίδ του βασιλέως του εξομολογείσθαι έναντι Κυρίου, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού, εν ύμνοις Δαυίδ δια χειρός αυτών, και οι ιερείς σαλπίζοντες ταις σάλπιγξιν εναντίον αυτών, και πας Ισραήλ εστηκώς. 7 και ηγίασε Σαλωμών το μέσον της αυλής της εν οίκω Κυρίου, ότι εποίησεν εκεί τα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

728

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ολοκαυτώματα και τα στέατα των σωτηρίων, ότι το θυσιαστήριον το χαλκούν, ό εποίησε Σαλωμών, ουκ εξεποίει δέξασθαι τα ολοκαυτώματα και τα μαναά και τα στέατα. 8 και εποίησε Σαλωμών την εορτήν εν τω καιρω εκείνω επτά ημέρας και πας Ισραήλ μετ' αυτού, εκκλησία μεγάλη σφόδρα από εισόδου Αιμάθ και έως χειμάρρου Αιγύπτου. 9 και εποίησεν εν τη ημέρα τη ογδόη εξόδιον, ότι εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου εποίησεν επτά ημέρας εορτήν. 10 και εν τη τρίτη και εικοστη του μηνός του εβδόμου απέστειλε τον λαόν εις τα σκηνώματα αυτών ευφραινομένους και αγαθή καρδία επί τοις αγαθοίς, οίς εποίησε Κύριος τω Δαυίδ, και τω Σαλωμώντι και τω Ισραήλ λαω αυτού. 11 Και συνετέλεσε Σαλωμών τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως· και πάντα, όσα ηθέλησεν εν τη ψυχή Σαλωμών του ποιήσαι εν οίκω Κυρίου και εν οίκω αυτού, ευωδώθη. 12 και ώφθη Κύριος τω Σαλωμών την νύκτα και είπεν αυτω· ήκουσα της προσευχής σου και εξελεξάμην εν τω τόπω τούτω εμαυτω εις οίκον θυσίας. 13 εάν συσχώ τον ουρανόν και μη γένηται υετός, και εάν εντείλωμαι τη ακρίδι καταφαγείν το ξύλον, και εάν αποστείλω θάνατον εν τω λαω μου, 14 και εάν εντραπή ο λαός μου εφ' ους επικέκληται το όνομά μου επ' αυτούς, και προσεύξωνται και ζητήσωσι το πρόσωπόν μου και αποστρέψωσιν από των οδών αυτών των πονηρών, και εγώ εισακούσομαι εκ του ουρανού και ίλεως έσομαι ταις αμαρτίαις αυτών και ιάσομαι την γην αυτών. 15 και νυν οι οφθαλμοί μου έσονται ανεωγμένοι και τα ώτά μου επήκοα τη προσευχή του τόπου τούτου. 16 και νυν εξελεξάμην και ηγίακα τον οίκον τούτον του είναι όνομά μου εκεί έως αιώνος, και έσονται οι οφθαλμοί μου και η καρδία μου εκεί πάσας τας ημέρας. 17 και συ εάν πορευθής εναντίον μου ως Δαυίδ ο πατήρ σου και ποιήσεις κατά πάντα, α ενετειλάμην σοι, και τα προστάγματά μου και τα κρίματά μου φυλάξη, 18 και αναστήσω τον θρόνον της βασιλείας σου, ως διεθέμην Δαυίδ τω πατρί σου λέγων· ουκ εξαρθήσεταί σοι ηγούμενος ανήρ εν Ισραήλ. 19 και εάν αποστρέψητε υμείς και εγκαταλίπητε τα προστάγματά μου και τας εντολάς μου, ας έδωκα εναντίον υμών, και πορευθήτε και λατρεύσητε θεοίς ετέροις και προσκυνήσητε αυτοίς, 20 και εξαρώ υμάς από της γης, ης έδωκα αυτοίς, και τον οίκον τούτον, ον ηγίασα τω ονόματί μου, αποστρέψω εκ προσώπου μου και δώσω αυτόν εις παραβολήν και εις διήγημα εν πάσι τοις έθνεσι. 21 και ο οίκος ούτος ο υψηλός, πας ο διαπορευόμενος αυτόν εκστήσεται και ερεί· χάριν τίνος εποίησε Κύριος τη γη ταύτη και τω οίκω τούτω; 22 και ερούσι· διότι εγκατέλιπον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

729

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών τον εξαγαγόντα αυτούς εκ γης Αιγύπτου και αντελάβοντο θεών ετέρων και προσεκύνησαν αυτοίς και εδούλευσαν αυτοίς, δια τούτο επήγαγεν επ' αυτούς πάσαν την κακίαν ταύτην.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΚΑΙ εγένετο μετά είκοσιν έτη, εν οίς ωκοδόμησε Σαλωμών τον οίκον Κυρίου και τον οίκον αυτού, 2 και τας πόλεις, ας έδωκε Χιράμ τω Σαλωμών, ωκοδόμησεν αυτάς Σαλωμών και κατώκισεν εκεί τους υιούς Ισραήλ. 3 και ήλθε Σαλωμών εις Βαισωβά και κατίσχυσεν αυτήν. 4 και ωκοδόμησε την Θοεδμόρ εν τη ερήμω και πάσας τας πόλεις τας οχυράς, ας ωκοδόμησεν εν Ημάθ. 5 και ωκοδόμησε την Βαιθωρών την άνω και την Βαιθωρών την κάτω, πόλεις οχυράς, τείχη, πύλαι και μοχλοί, 6 και την Βααλάθ και πάσας τας πόλεις τας οχυράς, αι ήσαν τω Σαλωμών, και πάσας τας πόλεις των αρμάτων και τας πόλεις των ιππέων και όσα επεθύμησε Σαλωμών κατά την επιθυμίαν του οικοδομήσαι εν Ιερουσαλήμ και εν τω Λιβάνω και εν πάση τη βασιλεία αυτού. 7 πας ο λαός ο καταλειφθείς από του Χετταίου και του Αμορραίου και του Φερεζαίου και του Ευαίου και του Ιεβουσαίου, οί ουκ εισίν εκ του Ισραήλ, 8 αλλ' ήσαν εκ των υιών αυτών των καταλειφθέντων μετ' αυτούς εν τη γη, ους ουκ εξωλόθρευσαν οι υιοί Ισραήλ, και ανήγαγεν αυτούς Σαλωμών εις φόρον έως της ημέρας ταύτης. 9 και εκ των υιών Ισραήλ ουκ έδωκε Σαλωμών εις παίδας τη βασιλεία αυτού, ότι αυτοί άνδρες πολεμισταί και άρχοντες και δυνατοί και άρχοντες αρμάτων και ιππέων. 10 και ούτοι άρχοντες των προστατών βασιλέως Σαλωμών· πεντήκοντα και διακόσιοι εργοδιωκτούντες εν τω λαω. 11 Και την θυγατέρα Φαραώ ανήγαγε Σαλωμών εκ πόλεως Δαυίδ εις τον οίκον, ον ωκοδόμησεν αυτη, ότι είπεν· ου κατοικήσει η γυνή μου εν πόλει Δαυίδ του βασιλέως Ισραήλ, ότι άγιός εστιν ου εισήλθεν εκεί κιβωτός Κυρίου. 12 Τότε ανήνεγκε Σαλωμών ολοκαυτώματα τω Κυρίω επί το θυσιαστήριον, ό ωκοδόμησε
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

730

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Κυρίω απέναντι του ναού, 13 κατά τον λόγον ημέρας εν ημέρα του αναφέρειν κατά τας εντολάς Μωυσή εν τοις σαββάτοις και εν τοις μησί και εν ταις εορταίς τρεις καιρούς του ενιαυτού, εν τη εορτη των αζύμων και εν τη εορτη των εβδομάδων και εν τη εορτη των σκηνών. 14 και έστησε κατά την κρίσιν Δαυίδ του πατρός αυτού τας διαιρέσεις των ιερέων, κατά τας λειτουργίας αυτών, και οι Λευίται επί τας φυλακάς αυτών του αινείν και λειτουργείν κατέναντι των ιερέων κατά τον λόγον ημέρας εν τη ημέρα, και οι πυλωροί κατά τας διαιρέσεις αυτών εις πύλην και πύλην, ότι ούτως εντολαί Δαυίδ ανθρώπου του Θεού. 15 ου παρήλθον τας εντολάς του βασιλέως περί των ιερέων και των Λευιτών εις πάντα λόγον και εις τους θησαυρούς. 16 και ητοιμάσθη πάσα η εργασία, αφ' ης ημέρας εθεμελιώθη, έως ου ετελείωσε Σαλωμών τον οίκον Κυρίου. 17 Τότε ώχετο Σαλωμών εις Γασιών Γαβέρ και εις την Αιλάθ την παραθαλασσίαν εν γη Ιδουμαία. 18 και απέστειλε Χιράμ εν χειρί παίδων αυτού πλοία και παίδας ειδότας θάλασσαν, και ώχοντο μετά των παίδων Σαλωμών εις Σωφιρά και έλαβον εκείθεν τετρακόσια και πεντήκοντα τάλαντα χρυσίου και ήλθον προς τον βασιλέα Σαλωμών.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΚΑΙ βασίλισσα Σαβά ήκουσε το όνομα Σαλωμών και ήλθε του πειράσαι Σαλωμών εν αινίγμασιν εις Ιερουσαλήμ εν δυνάμει βαρεία σφόδρα και κάμηλοι αίρουσαι αρώματα εις πλήθος και χρυσίον και λίθον τίμιον και ήλθε προς Σαλωμών και ελάλησε προς αυτόν πάντα, όσα ην εν τη ψυχή αυτής. 2 και ανήγγειλεν αυτη Σαλωμών πάντας τους λόγους αυτής και ου παρήλθε λόγος από Σαλωμών, ον ουκ απήγγειλεν αυτη. 3 και είδε βασίλισσα Σαβά την σοφίαν Σαλωμών και τον οίκον, ον ωκοδόμησε, 4 και τα βρώματα των τραπεζών και καθέδραν παίδων αυτού και στάσιν λειτουργών αυτού και ιματισμόν αυτών και οινοχόους αυτού και στολισμόν αυτών και τα ολοκαυτώματα, α ανέφερεν εν οίκω Κυρίου, και εξ εαυτής εγένετο. 5 και είπε προς τον βασιλέα· αληθινός ο λόγος, ον ήκουσα εν τη γη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

731

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μου περί των λόγων σου και περί της σοφίας σου, 6 και ουκ επίστευσα τοις λόγοις, έως ου ήλθον και είδον οι οφθαλμοί μου, και ιδού ουκ απηγγέλη μοι ήμισυ του πλήθους της σοφίας σου, προσέθηκας επί την ακοήν, ην ήκουσα. 7 μακάριοι οι άνδρες σου, μακάριοι οι παίδες ούτοι οι παρεστηκότες σοι διαπαντός και ακούοντες την σοφίαν σου· 8 έστω Κύριος ο Θεός σου ευλογημένος, ος ηθέλησεν εν σοί του δούναί σε επί θρόνον αυτού εις βασιλέα Κυρίω Θεω σου· εν τω αγαπήσαι Κύριον τον Θεόν σου τον Ισραήλ του στήσαι αυτόν εις αιώνα και έδωκέ σε επ' αυτούς εις βασιλέα του ποιήσαι κρίμα και δικαιοσύνην. 9 και έδωκε τω βασιλεί εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου και αρώματα εις πλήθος πολύ και λίθον τίμιον· και ουκ ην κατά τα αρώματα εκείνα, α έδωκε βασίλισσα Σαβά τω βασιλεί Σαλωμών. (10 και οι παίδες Σαλωμών και οι παίδες Χιράμ έφερον χρυσίον τω Σαλωμών εκ Σουφίρ και ξύλα πεύκινα και λίθον τίμιον· 11 και εποίησεν ο βασιλεύς τα ξύλα τα πεύκινα αναβάσεις τω οίκω Κυρίου και τω οίκω του βασιλέως και κιθάρας και νάβλας τοις ωδοίς, και ουκ ώφθησαν τοιαύτα έμπροσθεν εν γη Ιούδα). 12 και ο βασιλεύς Σαλωμών έδωκε τη βασιλίσση Σαβά πάντα τα θελήματα αυτής, α ήτησεν, εκτός πάντων, ων ήνεγκε τω βασιλεί Σαλωμών· και απέστρεψεν εις την γην αυτής. 13 Και ην ο σταθμός του χρυσίου του ενεχθέντος τω Σαλωμών εν ενιαυτω ενί εξακόσια εξηκονταέξ τάλαντα χρυσίου, 14 πλήν των ανδρών των υποτεταγμένων και των εμπορευομένων, ων έφερον, και πάντων των βασιλέων της Αραβίας και σατραπών της γης, πάντες έφερον χρυσίον και αργύριον τω βασιλεί Σαλωμών. 15 και εποίησεν ο βασιλεύς Σαλωμών διακοσίους θυρεούς χρυσούς ελατούς, εξακόσιοι χρυσοί καθαροί επήσαν επί τον ένα θυρεόν· 16 και τριακοσίας ασπίδας ελατάς χρυσάς, τριακοσίων χρυσών ανεφέρετο επί την ασπίδα εκάστην· και έδωκεν αυτάς ο βασιλεύς εν οίκω δρυμού του Λιβάνου. 17 και εποίησεν ο βασιλεύς θρόνον ελεφαντίνων οδόντων μέγαν και κατεχρύσωσεν αυτόν χρυσίω δοκίμω· 18 και εξ αναβαθμοί τω θρόνω ενδεδεμένοι χρυσίω και αγκώνες ένθεν και ένθεν επί του θρόνου της καθέδρας, και δύο λέοντες εστηκότες παρά τους αγκώνας, 19 και δώδεκα λέοντες εστηκότες εκεί επί των εξ αναβαθμών ένθεν και ένθεν· ουκ εγενήθη ούτως εν πάση τη βασιλεία. 20 και πάντα τα σκεύη του βασιλέως Σαλωμών χρυσίου, και πάντα τα σκεύη οίκου δρυμού του Λιβάνου χρυσίω κατειλημμένα, ουκ ην αργύριον λογιζόμενον εν ημέραις Σαλωμών εις ουθέν· 21 ότι ναύς τω βασιλεί επορεύετο εις Θαρσείς μετά των παίδων Χιράμ,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

732

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

άπαξ δια τριών ετών ήρχετο πλοία εκ Θαρσείς τω βασιλεί γέμοντα χρυσίου και αργυρίου και οδόντων ελεφαντίνων και πιθήκων. 22 και εμεγαλύνθη Σαλωμών υπέρ πάντας τους βασιλείς και πλούτω και σοφία. 23 και πάντες οι βασιλείς της γης εζήτουν το πρόσωπον Σαλωμών ακούσαι της σοφίας αυτού, ης έδωκεν ο Θεός εν καρδία αυτού. 24 και αυτοί έφερον έκαστος τα δώρα αυτού, σκεύη αργυρά και σκεύη χρυσά και ιματισμόν, στακτήν και ηδύσματα, ίππους και ημιόνους, το κατ' ενιαυτόν ενιαυτόν. 25 και ήσαν τω Σαλωμών τέσσαρες χιλιάδες θήλειαι ίπποι εις άρματα και δώδεκα χιλιάδες ιππέων, και έθετο αυτούς εν πόλεσι των αρμάτων και μετά του βασιλέως εν Ιερουσαλήμ. 26 και ην ηγούμενος πάντων των βασιλέων από του ποταμού και έως γης αλλοφύλων και έως ορίων Αιγύπτου. 27 και έδωκεν ο βασιλεύς το χρυσίον και το αργύριον εν Ιερουσαλήμ ως λίθους και τας κέδρους ως συκαμίνους τας εν τη πεδινή εις πλήθος. 28 και η έξοδος των ίππων εξ Αιγύπτου τω Σαλωμών και εκ πάσης της γης. 29 Και οι κατάλοιποι λόγοι Σαλωμών οι πρώτοι και οι έσχατοι ιδού ούτοι γεγραμμένοι επί των λόγων Νάθαν του προφήτου και επί των λόγων Αχιά του Σηλωνίτου και εν ταις οράσεσιν Ιωήλ του ορώντος περί Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ. 30 και εβασίλευσε Σαλωμών επί πάντα Ισραήλ τεσσαράκοντα έτη. 31 και εκοιμήθη Σαλωμών, και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ του πατρός αυτού, και εβασίλευσε Ροβοάμ υιος αυτού αντ' αυτού.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΚΑΙ ήλθε Ροβοάμ εις Συχέμ, ότι εις Συχέμ ήρχετο πας Ισραήλ βασιλεύσαι αυτόν. 2 και εγένετο ως ήκουσεν Ιεροβοάμ υιος Ναβάτ -και αυτός εν Αιγύπτω, ως έφυγεν από προσώπου Σαλωμών του βασιλέως και κατώκησεν Ιεροβοάμ εν Αιγύπτω- και απέστρεψεν Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου. 3 και απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν, και ήλθεν Ιεροβοάμ και πάσα η εκκλησία Ισραήλ προς Ροβοάμ λέγοντες· 4 ο πατήρ σου εσκλήρυνε τον ζυγόν ημών, και νυν άφες από της δουλείας του πατρός σου της σκληράς και από του ζυγού αυτού του βαρέος, ου έδωκεν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

733

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εφ' ημάς, και δουλεύσομέν σοι. 5 και είπεν αυτοίς· πορεύεσθε έως τριών ημερών και έρχεσθε προς με· και απήλθεν ο λαός. 6 και συνήγαγεν ο βασιλεύς Ροβοάμ τους πρεσβυτέρους τους εστηκότας εναντίον του Σαλωμών του πατρός αυτού εν τω ζήν αυτόν λέγων· Πως υμείς βουλεύεσθε του αποκριθήναι τω λαω τούτω λόγον; 7 και ελάλησαν αυτω λέγοντες· εάν εν τη σήμερον γένη εις αγαθόν τω λαω τούτω και ευδοκήσης και λαλήσης αυτοίς λόγους αγαθούς, και έσονταί σοι παίδες πάσας τας ημέρας. 8 και κατέλιπε την βουλήν των πρεσβυτέρων, οί συνεβουλεύσαντο αυτω, και συνεβουλεύσατο μετά των παιδαρίων των συνεκτραφέντων μετ' αυτού των εστηκότων εναντίον αυτού. 9 και είπεν αυτοίς· τι υμείς βουλεύεσθε και αποκριθήσομαι λόγον τω λαω τούτω, οί ελάλησαν προς με λέγοντες· άνες από του ζυγού, ου έδωκεν ο πατήρ σου εφ' ημάς; 10 και ελάλησαν αυτω τα παιδάρια τα εκτραφέντα μετ' αυτού λέγοντες· ούτως λαλήσεις τω λαω τω λαλήσαντι προς σε λέγων· ο πατήρ σου εβάρυνε τον ζυγόν ημών και συ άφες αφ' ημών, ούτως ερείς· ο μικρός δάκτυλός μου παχύτερος της οσφύος του πατρός μου· 11 και νυν ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς ζυγω βαρεί, καγώ προσθήσω επί τον ζυγόν ημών, ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς εν μάστιξι καγώ παιδεύσω υμάς εν σκορπίοις. 12 και ήλθεν Ιεροβοάμ και πας ο λαός προς Ροβοάμ τη ημέρα τη τρίτη, ως ελάλησεν ο βασιλεύς λέγων· επιστρέψατε προς με εν τη ημέρα τη τρίτη. 13 και απεκρίθη ο βασιλεύς σκληρά, και εγκατέλιπεν ο βασιλεύς Ροβοάμ την βουλήν των πρεσβυτέρων 14 και ελάλησε προς αυτούς κατά την βουλήν των νεωτέρων λέγων· ο πατήρ μου εβάρυνε τον ζυγόν υμών και εγώ προσθήσω επ' αυτόν, ο πατήρ μου επαίδευσεν υμάς εν μάστιξι και εγώ παιδεύσω υμάς εν σκορπίοις. 15 και ουκ ήκουσεν ο βασιλεύς του λαού, ότι ην μεταστροφή παρά του Θεού λέγων· ανέστησε Κύριος τον λόγον αυτού, ον ελάλησεν εν χειρί Αχιά του Σηλωνίτου περί Ιεροβοάμ υιού Ναβάτ 16 και παντός Ισραήλ, ότι ουκ ήκουσεν ο βασιλεύς αυτών. και απεκρίθη ο λαός προς τον βασιλέα λέγων· τις ημών η μερίς εν Δαυίδ και κληρονομία εν υιω Ιεσσαί; εις τα σκηνώματά σου, Ισραήλ· νυν βλέπε τον οίκόν σου, Δαυίδ. και επορεύθη πας Ισραήλ εις τα σκηνώματα αυτού· 17 και άνδρες Ισραήλ και οι κατοικούντες εν πόλεσιν Ιούδα και εβασίλευσεν επ' αυτών Ροβοάμ. 18 και απέστειλεν επ' αυτούς Ροβοάμ ο βασιλεύς τον Αδωνιράμ τον επί του φόρου, και ελιθοβόλησαν αυτόν οι υιοί Ισραήλ λίθοις και απέθανε. και ο βασιλεύς Ροβοάμ έσπευσε του αναβήναι εις το άρμα του φυγείν εις Ιερουσαλήμ. 19 και ηθέτησεν Ισραήλ εν τω οίκω Δαυίδ έως της ημέρας ταύτης.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

734

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

1 ΚΑΙ ήλθε Ροβοάμ εις Ιερουσαλήμ και εξεκκλησίασε τον Ιούδαν και Βενιαμίν εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδας νεανίσκων ποιούντων πόλεμον, και επολέμει προς Ισραήλ του επιστρέψαι την βασιλείαν τω Ροβοάμ. 2 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Σαμαίαν άνθρωπον του Θεού λέγων· 3 ειπόν προς Ροβοάμ τον του Σαλωμών και πάντα Ιούδαν και Βενιαμίν λέγων· 4 τάδε λέγει Κύριος· ουκ αναβήσεσθε και ου πολεμήσεσθε προς τους αδελφούς υμών· αποστρέφετε έκαστος εις τον οίκον αυτού, ότι παρ' εμού εγένετο το ρήμα τούτο. και επήκουσαν του λόγου Κυρίου και απεστράφησαν του μη πορευθήναι επί Ιεροβοάμ. 5 και κατώκησε Ροβοάμ εις Ιερουσαλήμ και ωκοδόμησε πόλεις τειχήρεις εν τη Ιουδαία. 6 και ωκοδόμησε την Βηθλεέμ και Αιτάν και Θεκωέ 7 και Βαιθσουρά και την Σοχώθ και την ‘Οδολλάμ 8 και την Γεθ και την Μαρισάν και την Ζίφ 9 και την Αδωραίμ και Λαχίς, και την Αζηκά 10 και την Σαραά και την Αιλώμ και την Χεβρών, ή εστι του Ιούδα και Βενιαμίν, πόλεις τειχήρεις. 11 και ωχύρωσεν αυτάς τείχεσι και έδωκεν εν αυταίς ηγουμένους και παραθέσεις βρωμάτων, έλαιον και οίνον, 12 κατά πόλιν και κατά πόλιν θυρεούς και δόρατα, και κατίσχυσεν αυτάς εις πλήθος σφόδρα· και ήσαν αυτω Ιούδα και Βενιαμίν. 13 και οι ιερείς και οι Λευίται, οί ήσαν εν παντί Ισραήλ συνήχθησαν προς αυτόν εκ πάντων των ορίων· 14 ότι εγκατέλιπον οι Λευίται τα σκηνώματα της κατασχέσεως αυτών και επορεύθησαν προς Ιούδα εις Ιερουσαλήμ, ότι εξέβαλεν αυτούς Ιεροβοάμ και οι υιοί αυτού μη λειτουργείν Κυρίω 15 και κατέστησεν εαυτω ιερείς των υψηλών και τοις ειδώλοις και τοις ματαίοις και τοις μόσχοις, α εποίησεν Ιεροβοάμ, 16 και εξέβαλεν αυτούς από φυλών Ισραήλ, οί έδωκαν καρδίαν αυτών του ζητήσαι Κύριον Θεόν Ισραήλ και ήλθον εις Ιερουσαλήμ θύσαι Κυρίω Θεω των πατέρων αυτών 17 και κατίσχυσαν την βασιλείαν Ιούδα και κατίσχυσαν Ροβοάμ τον του Σαλωμών εις έτη τρία, ότι επορεύθη εν ταις οδοίς Δαυίδ και Σαλωμών έτη τρία. 18 και έλαβεν εαυτω Ροβοάμ γυναίκα την Μολλάθ θυγατέρα Ιεριμούθ υιού Δαυίδ και Αβιγαίαν θυγατέρα Ελιάβ του Ιεσσαί, 19 και έτεκεν αυτω υιούς τον Ιαούς και τον Σαμαρίαν και τον Ζαάμ. 20 και μετά ταύτα έλαβεν εαυτω την Μααχά θυγατέρα Αβεσσαλώμ, και έτεκεν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

735

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτω τον Αβιά και τον Ιετθί και τον Ζηζά και τον Σαλημώθ. 21 και ηγάπησε Ροβοάμ την Μααχά θυγατέρα Αβεσσαλώμ υπέρ πάσας τας γυναίκας αυτού και τας παλλακάς αυτού, ότι γυναίκας δεκαοκτώ είχε και παλλακάς τριάκοντα· και εγέννησεν υιούς είκοσι και οκτώ και θυγατέρας εξήκοντα. 22 και κατέστησεν εις άρχοντα Αβιά τον της Μααχά εις ηγούμενον εν τοις αδελφοίς αυτού, ότι βασιλεύσαι διενοείτο αυτόν· 23 και ηυξήθη παρά πάντας τους υιούς αυτού εν πάσι τοις ορίοις Ιούδα και Βενιαμίν και εν ταις πόλεσι ταις οχυραίς και έδωκεν αυταίς τροφάς πλήθος πολύ και ητήσατο πλήθος γυναικών.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

1 ΚΑΙ εγένετο ως ητοιμάσθη η βασιλεία Ροβοάμ και ως κατεκρατήθη, εγκατέλιπε τας εντολάς Κυρίου και πας Ισραήλ μετ' αυτού. 2 και εγένετο εν τω έτει τω πέμπτω της βασιλείας Ροβοάμ ανέβη Σουσακίμ βασιλεύς Αιγύπτου επί Ιερουσαλήμ, ότι ήμαρτον εναντίον Κυρίου, 3 εν χιλίοις και διακοσίοις άρμασι και εξήκοντα χιλιάσιν ίππων, και ουκ ην αριθμός του πλήθους του ελθόντος μετ' αυτού εξ Αιγύπτου, Λίβυες, Τρωγοδύται και Αιθίοπες. 4 και κατεκράτησαν των πόλεων των οχυρών, αι ήσαν εν Ιούδα, και ήλθον εις Ιερουσαλήμ. 5 και Σαμαίας ο προφήτης ήλθε προς Ροβοάμ και προς τους άρχοντας Ιούδα τους συναχθέντας εις Ιερουσαλήμ από προσώπου Σουσακίμ και είπεν αυτοίς· ούτως είπε Κύριος· υμείς εγκατελίπετέ με, και εγώ εγκαταλείψω υμάς εν χειρί Σουσακίμ. 6 και ησχύνθησαν οι άρχοντες Ισραήλ και ο βασιλεύς και είπαν· δίκαιος ο Κύριος. 7 και εν τω ιδείν Κύριον ότι ενετράπησαν, και εγένετο λόγος Κυρίου προς Σαμαίαν λέγων· ενετράπησαν, ου καταφθερώ αυτούς· και δώσω αυτούς ως μικρός εις σωτηρίαν, και ου μη στάξη ο θυμός μου εν Ιερουσαλήμ, 8 ότι έσονται εις παίδας και γνώσονται την δουλείαν μου και την δουλείαν της βασιλείας της γης. 9 και ανέβη Σουσακίμ βασιλεύς Αιγύπτου επί Ιερουσαλήμ και έλαβε τους θησαυρούς τους εν οίκω Κυρίου και τους θησαυρούς τους εν οίκω του βασιλέως, τα πάντα έλαβε· και έλαβε τους θυρεούς τους χρυσούς, ους εποίησε Σαλωμών, 10 και εποίησεν ο
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

736

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

βασιλεύς Ροβοάμ θυρεούς χαλκούς αντ' αυτών. και κατέστησεν επ' αυτόν Σουσακίμ άρχοντας παρατρεχόντων, τους φυλάσσοντας τον πυλώνα του βασιλέως. 11 και εγένετο εν τω εισελθείν τον βασιλέα εις οίκον Κυρίου. εισεπορεύοντο οι φυλάσσοντες και οι παρατρέχοντες και οι επιστρέφοντες εις απάντησιν των παρατρεχόντων. 12 και εν τω εντραπήναι αυτόν απεστράφη απ' αυτού οργή Κυρίου και ουκ εις καταφθοράν εις τέλος· και γαρ εν Ιούδα ήσαν λόγοι αγαθοί. 13 Και κατίσχυσεν ο βασιλεύς Ροβοάμ εν Ιερουσαλήμ και εβασίλευσε. και τεσσαράκοντα και ενός ετών Ροβοάμ εν τω βασιλεύσαι αυτόν και επτακαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, εν τη πόλει, ή εξελέξατο Κύριος επονομάσαι το όνομα αυτού εκεί εκ πασών φυλών υιών Ισραήλ· και το όνομα της μητρός αυτού Νοομμά η Αμανίτις. 14 και εποίησε το πονηρόν, ότι ου κατεύθυνε την καρδίαν αυτού εκζητήσαι τον Κύριον. 15 και λόγοι Ροβοάμ οι πρώτοι και έσχατοι ουκ ιδού γεγραμμένοι εν τοις λόγοις Σαμαία του προφήτου και Αδδώ του ορώντος και πράξεις αυτού; και επολέμησε Ροβοάμ τον Ιεροβοάμ πάσας τας ημέρας. 16 και απέθανε Ροβοάμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ, και εβασίλευσεν Αβιά υιος αυτού αντ' αυτού.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ

1 ΕΝ τω οκτωκαιδεκάτω έτει της βασιλείας Ιεροβοάμ εβασίλευσεν Αβιά επί Ιούδαν· 2 τρία έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Μααχά θυγάτηρ Ουριήλ από Γαβαών. και πόλεμος ην ανά μέσον Αβιά και ανά μέσον Ιεροβοάμ. 3 και παρετάξατο Αβιά εν δυνάμει πολεμισταίς δυνάμεως τετρακοσίαις χιλιάσιν ανδρών δυνατών, και Ιεροβοάμ παρετάξατο προς αυτόν πόλεμον εν οκτακοσίαις χιλιάσι, δυνατοί πολεμισταί δυνάμεως. 4 και ανέστη Αβιά από του όρους Σομόρων, ό εστιν εν τω όρει Εφραίμ, και είπεν· ακούσατε Ιεροβοάμ και πας Ισραήλ· 5 ουχ υμίν γνώναι ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ έδωκε βασιλέα επί τον Ισραήλ εις τον αιώνα τω Δαυίδ και τοις υιοίς αυτού διαθήκη αλός; 6 και ανέστη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

737

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ιεροβοάμ ο του Ναβάτ ο παις Σαλωμών του Δαυίδ και απέστη από του κυρίου αυτού. 7 και συνήχθησαν προς αυτόν άνδρες λοιμοί υιοί παράνομοι, και αντέστη προς Ροβοάμ τον του Σαλωμών, και Ροβοάμ ην νεώτερος και δειλός τη καρδία και ουκ αντέστη κατά πρόσωπον αυτού. 8 και νυν υμείς λέγετε αντιστήναι κατά πρόσωπον βασιλείας Κυρίου δια χειρός υιών Δαυίδ· και υμείς πλήθος πολύ και μεθ' υμών μόσχοι χρυσοί, ους εποίησεν υμίν Ιεροβοάμ εις θεούς. 9 ή ουκ εξεβάλετε τους ιερείς Κυρίου τους υιούς Ααρών και τους Λευίτας και εποιήσατε εαυτοίς ιερείς εκ του λαού της γης πάσης; ο προσπορευόμενος πληρώσαι τας χείρας εν μόσχω εκ βοών και κριοίς επτά και εγίνετο εις ιερέα τω μη όντι θεω. 10 και ημείς Κύριον τον Θεόν ημών ουκ εγκατελίπομεν, και οι ιερείς αυτού λειτουργούσι τω Κυρίω οι υιοί Ααρών και οι Λευίται, και εν ταις εφημερίαις αυτών· 11 θυμιώσι τω Κυρίω ολοκαύτωμα πρωϊ και δείλης και θυμίαμα συνθέσεως και προθέσεις άρτων επί της τραπέζης της καθαράς, και η λυχνία η χρυσή και οι λύχνοι της καύσεως ανάψαι δείλης, ότι φυλάσσομεν τας φυλακάς Κυρίου του Θεού των πατέρων ημών, και υμείς εγκατελίπετε αυτόν. 12 και ιδού μεθ' ημών εν αρχή Κύριος και οι ιερείς αυτού και αι σάλπιγγες της σημασίας του σημαίνειν εφ' ημάς. οι υιοί του Ισραήλ μη πολεμήσητε προς Κύριον Θεόν των πατέρων ημών, ότι ουκ ευοδώσεται υμίν. 13 και Ιεροβοάμ απέστρεψε το ένεδρον ελθείν αυτω εκ των όπισθεν· και εγένετο έμπροσθεν Ιούδα, και το ένεδρον εκ των όπισθεν. 14 και απέστρεψεν Ιούδας, και ιδού αυτοίς ο πόλεμος εκ των έμπροσθεν και εκ των όπισθεν, και εβόησαν προς Κύριον, και οι ιερείς εσάλπισαν ταις σάλπιγξι· 15 και εβόησαν άνδρες Ιούδα και εγένετο εν τω βοάν άνδρας Ιούδα και Κύριος επάταξε τον Ιεροβοάμ και τον Ισραήλ εναντίον Αβιά και Ιούδα. 16 και έφυγον οι υιοί Ισραήλ από προσώπου Ιούδα, και παρέδωκεν αυτούς Κύριος εις τας χείρας αυτών. 17 και επάταξεν εν αυτοίς Αβιά και ο λαός αυτού πληγήν μεγάλην, και έπεσον τραυματίαι από Ισραήλ πεντακόσιαι χιλιάδες άνδρες δυνατοί. 18 και εταπεινώθησαν οι υιοί Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη, και κατίσχυσαν οι υιοί Ιούδα, ότι ήλπισαν επί Κύριον Θεόν των πατέρων αυτών. 19 και κατεδίωξεν Αβιά οπίσω Ιεροβοάμ και προκατελάβετο παρ' αυτού πόλεις, την Βαιθήλ και τας κώμας αυτής και την Ισανά και τας κώμας αυτής και την Εφρών και τας κώμας αυτής. 20 και ουκ έσχεν ισχύν Ιεροβοάμ έτι πάσας τας ημέρας Αβιά, και επάταξεν αυτόν Κύριος, και ετελεύτησε. 21 και κατίσχυσεν Αβιά και έλαβεν εαυτω γυναίκας δεκατέσσαρας και εγέννησεν υιούς εικοσιδύο και εκκαίδεκα θυγατέρας. 22 και οι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

738

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

λοιποί λόγοι Αβιά και αι πράξεις αυτού και οι λόγοι αυτού γεγραμμένοι επί βιβλίω του προφήτου Αδδώ.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ

1 ΚΑΙ απέθανεν Αβιά μετά των πατέρων αυτού, και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ, και εβασίλευσεν Ασά υιος αυτού αντ' αυτού. εν ταις ημέραις Ασά ησύχασεν η γη Ιούδα δέκα έτη, 2 και εποίησε το καλόν και το ευθές ενώπιον Κυρίου του Θεού αυτού. 3 και απέστησε τα θυσιαστήρια των αλλοτρίων και τα υψηλά και συνέτριψε τας στήλας και εξέκοψε τα άλση 4 και είπε τω Ιούδα εκζητήσαι τον Κύριον Θεόν των πατέρων αυτών και ποιήσαι τον νόμον και τας εντολάς. 5 και απέστησεν από πασών πόλεων Ιούδα τα θυσιαστήρια και τα είδωλα, και ειρήνευσε 6 πόλεις τειχήρεις εν γη Ιούδα, ότι ειρήνευσεν η γη· και ουκ ην αυτω πόλεμος εν τοις έτεσι τούτοις, ότι κατέπαυσε Κύριος αυτω. 7 και είπε τω Ιούδα· οικοδομήσωμεν τας πόλεις ταύτας και ποιήσωμεν τείχη και πύργους και πύλας και μοχλούς, εν ω της γης κυριεύσομεν, ότι καθώς εξεζητήσαμεν Κύριον τον Θεόν ημών, εξεζήτησεν ημάς και κατέπαυσεν ημάς κυκλόθεν και ευώδωσεν ημίν. 8 και εγένετο δύναμις τω Ασά οπλοφόρων αιρόντων θυρεούς και δόρατα εν γη Ιούδα τριακόσιαι χιλιάδες και εν γη Βενιαμίν πελτασταί και τοξόται διακόσιαι και ογδοήκοντα χιλιάδες, πάντες ούτοι πολεμισταί δυνάμεως. 9 και εξήλθεν επ' αυτούς Ζαρέ ο Αιθίοψ εν δυνάμει εν χιλίαις χιλιάσι και άρμασι τριακοσίοις, και ήλθεν έως Μαρισά. 10 και εξήλθεν Ασά εις συνάντησιν αυτω και παρετάξατο πόλεμον εν τη φάραγγι κατά βορράν Μαρισά. 11 και εβόησεν Ασά προς Κύριο Θεόν αυτού και είπε· Κύριε, ουκ αδυνατεί παρά σοί σώζειν εν πολλοίς και εν ολίγοις· κατίσχυσον ημάς, Κύριε ο Θεός ημών, ότι επί σοί πεποίθαμεν και επί τω ονόματί σου ήλθομεν επί το πλήθος το πολύ τούτο· Κύριε ο Θεός ημών, μη κατισχυσάτω προς σε άνθρωπος. 12 και επάταξε Κύριος τους Αιθίοπας εναντίον Ιούδα, και έφυγον Αιθίοπες· 13 και κατεδίωξεν αυτούς Ασά και ο λαός αυτού έως Γεδώρ, και έπεσον Αιθίοπες ωστε μη είναι εν αυτοίς περιποίησιν, ότι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

739

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

συνετρίβησαν ενώπιον Κυρίου και εναντίον της δυνάμεως αυτού, και εσκύλευσαν σκύλα πολλά. 14 και εξέκοψαν τας κώμας αυτών κύκλω Γεδώρ, ότι εγενήθη έκστασις Κυρίου επ' αυτούς, και εσκύλευσαν πάσας τας πόλεις αυτών, ότι πολλά σκύλα εγενήθη αυτοίς· 15 και γε σκηνάς κτήσεων, τους Αλιμαζονείς, εξέκοψαν και έλαβον πρόβατα πολλά και καμήλους και επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ

1 ΚΑΙ Αζαρίας υιος ‘Ωδήδ, εγένετο επ' αυτόν πνεύμα Κυρίου, 2 και εξήλθεν εις απάντησιν Ασά και παντί Ιούδα και Βενιαμίν και είπεν· ακούσατέ μου, Ασά και πας Ιούδα και Βενιαμίν. Κύριος μεθ' υμών εν τω είναι υμάς μετ' αυτού, και εάν εκζητήσητε αυτόν, ευρεθήσεται υμίν, και εάν εγκαταλίπητε αυτόν, εγκαταλείψει υμάς. 3 και ημέραι πολλαί τω Ισραήλ εν ου θεω αληθινω και ουχ ιερέως υποδεικνύοντος και εν ου νόμω· 4 και επιστρέψει αυτούς επί Κύριον Θεόν Ισραήλ, και ευρεθήσεται αυτοίς. 5 και εν εκείνω τω καιρω ουκ έστιν ειρήνη τω εκπορευομένω και τω εισπορευομένω, ότι έκστασις Κυρίου επί πάντας τους κατοικούντας τας χώρας. 6 και πολεμήσει έθνος προς έθνος και πόλις προς πόλιν, ότι ο Θεός εξέστησεν αυτούς εν πάση θλίψει. 7 και υμείς ισχύσατε, και μη εκλυέσθωσαν αι χείρες υμών, ότι έστι μισθός τη εργασία υμών. 8 και εν τω ακούσαι τους λόγους τούτους και την προφητείαν Αδάδ του προφήτου και κατίσχυσε και εξέβαλε τα βδελύγματα από πάσης της γης Ιούδα και Βενιαμίν και από των πόλεων, ων κατέσχεν Ιεροβοάμ εν όρει Εφραίμ, και ενεκαίνισε το θυσιαστήριον Κυρίου, ό ην έμπροσθεν του ναού Κυρίου. 9 και εξεκκλησίασε τον Ιούδαν και Βενιαμίν και τους προσηλύτους τους παροικούντας μετ' αυτού από Εφραίμ και από Μανασσή και από Συμεών, ότι προσετέθησαν προς αυτόν πολλοί του Ισραήλ εν τω ιδείν αυτούς, ότι Κύριος ο Θεός αυτού μετ' αυτού. 10 και συνήχθησαν εις Ιερουσαλήμ εν τω μηνί τω τρίτω εν τω έτει τω πεντεκαιδεκάτω της βασιλείας Ασά. 11 και έθυσε τω Κυρίω εν τη ημέρα εκείνη από των σκύλων, ων ήνεγκαν, μόσχους επτακοσίους και πρόβατα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

740

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

επτακισχίλια. 12 και διήλθεν εν διαθήκη ζητήσαι Κύριον Θεόν των πατέρων αυτών εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής αυτών· 13 και πας, ος εάν μη εκζητήση τον Κύριον Θεόν του Ισραήλ, αποθανείται από νεωτέρου έως πρεσβυτέρου, από ανδρός έως γυναικός. 14 και ώμοσαν εν Κυρίω εν φωνή μεγάλη και εν σάλπιγξι και εν κερατίναις. 15 και ηυφράνθησαν πας Ιούδα περί του όρκου, ότι εξ όλης της ψυχής ώμοσαν και εν πάση θελήσει εζήτησαν αυτόν, και ευρέθη αυτοίς και κατέπαυσε Κύριος αυτοίς κυκλόθεν. 16 και την Μααχά την μητέρα αυτού μετέστησε του μη είναι τη Αστάρτη λειτουργούσαν και κατέκοψε το είδωλον και κατέκαυσεν εν χειμάρρω Κέδρων. 17 πλήν τα υψηλά ουκ απέστησαν, έτι υπήρχεν εν τω Ισραήλ· αλλ' η καρδία Ασά εγένετο πλήρης πάσας τας ημέρας αυτού. 18 και εισήνεγκε τα άγια Δαυίδ του πατρός αυτού και τα άγια οίκου του Θεού, αργύριον και χρυσίον και σκεύη. 19 και πόλεμος ουκ ην μετ' αυτού έως του πέμπτου και τριακοστού έτους της βασιλείας Ασά.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ

1 ΚΑΙ εν τω ογδόω και τριακοστω έτει της βασιλείας Ασά ανέβη βασιλεύς Ισραήλ επί Ιούδαν και ωκοδόμησε την Ραμά του μη δούναι έξοδον και είσοδον τω Ασά βασιλεί Ιούδα. 2 και έλαβεν Ασά αργύριον και χρυσίον εκ θησαυρών οίκου Κυρίου και οίκου του βασιλέως και απέστειλε προς τον υιόν του Άδερ βασιλέως Συρίας τον κατοικούντα εν Δαμασκω λέγων· 3 διάθου διαθήκην ανά μέσον εμού και σου και ανά μέσον του πατρός μου και ανά μέσον του πατρός σου· ιδού απέσταλκά σοι χρυσίον και αργύριον, δεύρο και διασκέδασον απ' εμού τον Βαασά βασιλέα Ισραήλ και απελθέτω απ' εμού. 4 και ήκουσεν υιος Άδερ του βασιλέως Ασά και απέστειλε τους άρχοντας της δυνάμεως αυτού επί τας πόλεις Ισραήλ και επάταξε την Αϊών και την Δάν και την Αβελμαϊν και πάσας τας περιχώρους Νεφθαλί. 5 και εγένετο εν τω ακούσαι Βαασά απέλιπε του μηκέτι οικοδομείν την Ραμά και κατέπαυσε το έργον αυτού. 6 και Ασά βασιλεύς έλαβε πάντα τον Ιούδαν και έλαβε τους λίθους της Ραμά και τα ξύλα αυτής, α ωκοδόμησε Βαασά, και ωκοδόμησεν εν αυτοίς την Γαβαέ και την Μασφά. 7
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

741

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και εν τω καιρω εκείνω ήλθεν Ανανί ο προφήτης προς Ασά βασιλέα Ιούδα και είπεν αυτω· εν τω πεποιθέναι σε επί βασιλέα Συρίας και μη πεποιθέναι σε επί Κύριον Θεόν σου, δια τούτο εσώθη η δύναμις Συρίας από της χειρός σου. 8 ουχ οι Αιθίοπες και Λίβυες ήσαν εις δύναμιν πολλήν εις θάρσος, εις ιππείς εις πλήθος σφόδρα; και εν τω πεποιθέναι σε επί Κύριον παρέδωκεν εις χείράς σου; 9 ότι οι οφθαλμοί Κυρίου επιβλέπουσιν εν πάση τη γη κατισχύσαι εν πάση καρδία πλήρει προς αυτόν. ηγνόηκας επί τούτω· από του νυν έσται μετά σου πόλεμος. 10 και εθυμώθη Ασά τω προφήτη και παρέθετο αυτόν εις φυλακήν, ότι ωργίσθη επί τούτω· και ελυμήνατο Ασά εν τω λαω εν τω καιρω εκείνω. 11 Και ιδού οι λόγοι Ασά οι πρώτοι και οι έσχατοι γεγραμμένοι εν βιβλίω βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. 12 και εμαλακίσθη Ασά εν τω έτει τω ενάτω και τριακοστω της βασιλείας αυτού τους πόδας, έως σφόδρα εμαλακίσθη· και εν τη μαλακία αυτού ουκ εζήτησε τον Κύριον, αλλά τους ιατρούς. 13 και εκοιμήθη Ασά μετά των πατέρων αυτού και ετελεύτησεν εν τω τεσσαρακοστω έτει της βασιλείας αυτού, 14 και έθαψαν αυτόν εν τω μνήματι, ω ώρυξεν εαυτω εν πόλει Δαυίδ, και εκοίμησαν αυτόν επί της κλίνης και έπλησαν αρωμάτων και γένη μύρων μυρεψών και εποίησαν αυτω εκφοράν μεγάλην έως σφόδρα.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ

1 ΚΑΙ εβασίλευσεν Ιωσαφάτ υιος αυτού αντ' αυτού, και κατίσχυσεν Ιωσαφάτ επί τον Ισραήλ. 2 και έδωκε δύναμιν εν πάσαις ταις πόλεσιν Ιούδα ταις οχυραίς και κατέστησεν ηγουμένους εν πάσαις ταις πόλεσιν Ιούδα και εν πόλεσιν Εφραίμ, ας προκατελάβετο Ασά ο πατήρ αυτού. 3 και εγένετο Κύριος μετά Ιωσαφάτ, ότι επορεύθη εν οδοίς του πατρός αυτού ταις πρώταις και ουκ εξεζήτησε τα είδωλα, 4 αλλά Κύριον τον Θεόν του πατρός αυτού εξεζήτησε και εν ταις εντολαίς του πατρός αυτού επορεύθη, και ουχ ως τα έργα του Ισραήλ. 5 και κατεύθυνε Κύριος την βασιλείαν εν χειρί αυτού, και έδωκε πας Ιούδα δώρα τω Ιωσαφάτ, και εγένετο αυτω πλούτος και δόξα πολλή. 6 και υψώθη η καρδία αυτού εν οδω Κυρίου, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

742

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έτι εξήρε τα υψηλά και τα άλση από της γης Ιούδα. 7 και εν τω τρίτω έτει της βασιλείας αυτού απέστειλε τους ηγουμένους αυτού και τους υιούς των δυνατών, τον Αβδίαν και Ζαχαρίαν και Ναθαναήλ και Μιχαίαν, του διδάσκειν εν πόλεσιν Ιούδα· 8 και μετ' αυτών οι Λευίται Σαμαίας και Ναθανίας και Ζαβδίας και Ασιήλ και Σεμιραμώθ και Ιωνάθαν και Αδωνίας και Τωβίας, οι Λευίται, και μετ' αυτών Ελισαμά και Ιωράμ οι ιερείς, 9 και εδίδασκον εν Ιούδα, και μετ' αυτών βίβλος νόμου Κυρίου, και διήλθον εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εδίδασκον τον λαόν. 10 και εγένετο έκστασις Κυρίου επί πάσαις ταις βασιλείαις της γης κύκλω Ιούδα, και ουκ επολέμουν προς Ιωσαφάτ· 11 και από των αλλοφύλων έφερον τω Ιωσαφάτ δώρα και αργύριον και δόματα, και οι Άραβες έφερον αυτω κριούς προβάτων επτακισχιλίους επτακοσίους. 12 και ην Ιωσαφάτ πορευόμενος μείζων έως εις ύψος και ωκοδόμησεν εν τη Ιουδαία οικήσεις και πόλεις οχυράς. 13 και έργα πολλά εγένετο αυτω εν τη Ιουδαία και άνδρες πολεμισταί δυνατοί ισχύοντες εν Ιερουσαλήμ. 14 και ούτος ο αριθμός αυτών κατ' οίκους πατριών αυτών· και τω Ιούδα χιλίαρχοι, Έδνας ο άρχων και μετ' αυτού υιοί δυνατοί δυνάμεως τριακόσιαι χιλιάδες· 15 και μετ' αυτόν Ιωανάν ο ηγούμενος και μετ' αυτού διακόσιαι ογδοήκοντα χιλιάδες· 16 και μετ' αυτόν Αμασίας ο του Ζαρί, ο προθυμούμενος τω Κυρίω, και μετ' αυτού διακόσιαι χιλιάδες δυνατοί δυνάμεως. 17 και εκ του Βενιαμίν δυνατός δυνάμεως Ελιαδά και μετ' αυτού τοξόται και πελτασταί διακόσιαι χιλιάδες. 18 και μετ' αυτόν Ιωζαβάδ και μετ' αυτού εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες δυνατοί πολέμου. 19 ούτοι οι λειτουργούντες τω βασιλεί, εκτός ων έδωκεν ο βασιλεύς εν ταις πόλεσι ταις οχυραίς εν πάση τη Ιουδαία.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ

1 ΚΑΙ εγενήθη τω Ιωσαφάτ έτι πλούτος και δόξα πολλή, και επεγαμβρεύσατο εν οίκω Αχαάβ. 2 και κατέβη δια τέλους ετών προς Αχαάβ εις Σαμάρειαν· και έθυσεν αυτω Αχαάβ πρόβατα και μόσχους πολλούς και τω λαω τω μετ' αυτού και ηγάπα αυτόν του συναναβήναι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

743

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μετ' αυτού εις Ραμώθ της Γαλααδίτιδος. 3 και είπεν Αχαάβ βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ βασιλέα Ιούδα· ει πορεύση μετ' εμού εις Ραμώθ της Γαλααδίτιδος; και είπεν αυτω· ως εγώ, ούτω και συ· ως ο λαός σου και ο λαός μου μετά σου εις πόλεμον. 4 και είπεν Ιωσαφάτ προς βασιλέα Ισραήλ· ζήτησον δη σήμερον τον Κύριον. 5 και συνήγαγεν ο βασιλεύς Ισραήλ τους προφήτας τετρακοσίους άνδρας και είπεν αυτοίς· ει πορευθώ εις Ραμώθ Γαλαάδ εις πόλεμον ή επίσχω; και είπαν· ανάβαινε, και δώσει ο Θεός εις τας χείρας του βασιλέως. 6 και είπεν Ιωσαφάτ· ουκ έστιν ώδε προφήτης του Κυρίου έτι και επιζητήσομεν παρ' αυτού; 7 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· έτι ανήρ εις του ζητήσαι τον Κύριον δι' αυτού, και εγώ εμίσησα αυτόν, ότι ουκ έστι προφητεύων περί εμού εις αγαθά, ότι πάσαι αι ημέραι αυτού εις κακά, ούτος Μιχαίας υιος Ιεμβλά. και είπεν Ιωσαφάτ· μη λαλείτω ο βασιλεύς ούτως· 8 και εκάλεσεν ο βασιλεύς ευνούχον ένα και είπε· τάχος Μιχαίαν υιόν Ιεμβλά. 9 και βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα καθήμενοι έκαστος επί θρόνου αυτού και ενδεδυμένοι στολάς, καθήμενοι εν τω ευρυχώρω θύρας πύλης Σαμαρείας, και πάντες οι προφήται επροφήτευον εναντίον αυτών. 10 και εποίησεν εαυτω Σεδεκίας υιος Χαναάν κέρατα σιδηρά και είπε· τάδε λέγει Κύριος· εν τούτοις κερατιείς την Συρίαν έως αν συντελεσθή. 11 και πάντες οι προφήται επροφήτευον ούτω λέγοντες· ανάβαινε εις Ραμώθ Γαλαάδ και ευοδωθήση, και δώσει Κύριος εις χείρας του βασιλέως. 12 και ο άγγελος ο πορευθείς του καλέσαι τον Μιχαίαν ελάλησεν αυτω λέγων· ιδού ελάλησαν οι προφήται εν στόματι ενί αγαθά περί του βασιλέως, και έστωσαν δη οι λόγοι σου ως ενός αυτών, και λαλήσεις αγαθά. 13 και είπε Μιχαίας· ζη Κύριος, ότι ό εάν είπη ο Θεός προς με, αυτό λαλήσω. 14 και ήλθε προς τον βασιλέα, και είπεν αυτω ο βασιλεύς· Μιχαία, ει πορευθώ εις Ραμώθ Γαλαάδ εις πόλεμον ή επίσχω; και είπεν· ανάβαινε και ευοδώσεις, και δοθήσονται εις χείρας υμών. 15 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ποσάκις ορκίζω σε ίνα μη λαλήσης προς με πλήν την αλήθειαν εν ονόματι Κυρίου; 16 και είπεν· είδον τον Ισραήλ διεσπαρμένους εν τοις όρεσιν ως πρόβατα, οίς ουκ έστι ποιμήν, και είπε Κύριος· ουκ έχουσιν ηγούμενον ούτοι, αναστρεφέτωσαν έκαστος εις τον οίκον αυτού εν ειρήνη. 17 και είπεν ο βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· ουκ είπόν σοι, ότι ου προφητεύει περί εμού αγαθά, αλλ' ή κακά; 18 και είπεν· ουχ ούτως· ακούσατε λόγον Κυρίου· είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου αυτού, και πάσα δύναμις του ουρανού παρειστήκει εκ δεξιών αυτού και εξ αριστερών αυτού. 19 και είπε Κύριος· τις
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

744

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

απατήσει τον Αχαάβ βασιλέα Ισραήλ και αναβήσεται και πεσείται εν Ραμώθ Γαλαάδ; και ούτος είπεν ούτως, και ούτος είπεν ούτως. 20 και εξήλθε το πνεύμα και έστη ενώπιον Κυρίου και είπεν· εγώ απατήσω αυτόν. και είπε Κύριος· εν τίνι; 21 και είπεν· εξελεύσομαι και έσομαι πνεύμα ψευδές εν στόματι πάντων των προφητών αυτού. και είπεν· απατήσεις και δυνήση, έξελθε και ποίησον ούτω. 22 και νυν ιδού έδωκε Κύριος πνεύμα ψευδές εν στόματι των προφητών σου τούτων, και Κύριος ελάλησεν επί σε κακά. 23 και ήγγισε Σεδεκίας υιος Χαναάν και επάταξε τον Μιχαίαν επί την σιαγόνα και είπεν αυτω· ποία τη οδω παρήλθε πνεύμα Κυρίου παρ' εμού του λαλήσαι προς σε; 24 και είπε Μιχαίας· ιδού όψη εν τη ημέρα εκείνη, εν ή εισελεύση ταμιείον εκ ταμιείου του κατακρυβήναι. 25 και είπε βασιλεύς Ισραήλ· λάβετε τον Μιχαίαν και αποστρέψατε προς Εμήρ άρχοντα της πόλεως και προς Ιωάς άρχοντα υιόν του βασιλέως 26 και ερείτε· ούτως είπεν ο βασιλεύς· απόθεσθε τούτον εις οίκον φυλακής, και εσθιέτω άρτον θλίψεως και ύδωρ θλίψεως έως του επιστρέψαι με εν ειρήνη. 27 και είπε Μιχαίας· εάν επιστρέφων επιστρέψης εν ειρήνη, ουκ ελάλησε Κύριος εν εμοί· ακούσατε λαοί πάντες. 28 Και ανέβη βασιλεύς Ισραήλ και Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα εις Ραμώθ Γαλαάδ. 29 και είπε βασιλεύς Ισραήλ προς Ιωσαφάτ· κατακάλυψόν με και εισελεύσομαι εις τον πόλεμον, και συ ένδυσαι τον ιματισμόν μου· και συνεκαλύψατο βασιλεύς Ισραήλ και εισήλθεν εις τον πόλεμον. 30 και βασιλεύς Συρίας ενετείλατο τοις άρχουσι των αρμάτων τοις μετ' αυτού λέγων· μη πολεμείτε τον μικρόν και τον μέγαν, αλλ' ή τον βασιλέα Ισραήλ μόνον. 31 και εγένετο ως είδον οι άρχοντες των αρμάτων τον Ιωσαφάτ, και αυτοί είπαν· βασιλεύς Ισραήλ εστι, και εκύκλωσαν αυτόν του πολεμείν· και εβόησεν Ιωσαφάτ, και Κύριος έσωσεν αυτόν, και απέστρεψεν αυτούς ο Θεός απ' αυτού. 32 και εγένετο ως είδον οι άρχοντες των αρμάτων ότι ουκ ην βασιλεύς Ισραήλ, και απέστρεψαν απ' αυτού. 33 και ανήρ έτεινε τόξον ευστόχως και επάταξε τον βασιλέα Ισραήλ ανά μέσον του πνεύμονος και ανά μέσον του θώρακος. και είπε τω ηνιόχω· επίστρεφε την χείρά σου και εξάγαγέ με εκ του πολέμου, ότι επόνεσα. 34 και ετροπώθη ο πόλεμος εν τη ημέρα εκείνη· και ο βασιλεύς Ισραήλ ην εστηκώς επί του άρματος εξεναντίας Συρίας έως εσπέρας και απέθανε δύνοντος του ηλίου.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

745

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ

1 ΚΑΙ επέστρεψεν Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα εις τον οίκον αυτού εις Ιερουσαλήμ. 2 και εξήλθεν εις απάντησιν αυτού Ιού ο του Ανανί ο προφήτης και είπεν αυτω· βασιλεύ Ιωσαφάτ, ει αμαρτωλω συ βοηθείς ή μισουμένω υπό Κυρίου φιλιάζεις; δια τούτο εγένετο επί σε οργή παρά Κυρίου· 3 ότι αλλ' ή λόγοι αγαθοί ευρέθησαν εν σοί, ότι εξήρας τα άλση από της γης Ιούδα και κατηύθυνας την καρδίαν σου εκζητήσαι τον Κύριον. 4 και κατώκησεν Ιωσαφάτ εν Ιερουσαλήμ και πάλιν εξήλθεν εις τον λαόν από Βηρσαβεέ έως όρους Εφραίμ και επέστρεψεν αυτούς επί Κύριον Θεόν των πατέρων αυτών. 5 και κατέστησε τους κριτάς εν πάσαις ταις πόλεσιν Ιούδα ταις οχυραίς εν πόλει και πόλει 6 και είπε τοις κριταίς· ίδετε τι υμείς ποιείτε, ότι ουκ ανθρώπω υμείς κρίνετε, αλλ' ή τω Κυρίω, και μεθ' υμών λόγοι της κρίσεως· 7 και νυν γενέσθω φόβος Κυρίου εφ' υμάς, και φυλάσσετε και ποιήσατε, ότι ουκ έστι μετά Κυρίου Θεού ημών αδικία, ουδέ θαυμάσαι πρόσωπον ουδέ λαβείν δώρα. 8 και γε εν Ιερουσαλήμ κατέστησεν Ιωσαφάτ των ιερέων και των Λευιτών και των πατριαρχών Ισραήλ εις κρίσιν Κυρίου, και κρίνειν τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ. 9 και ενετείλατο προς αυτούς λέγων· ούτω ποιήσετε εν φόβω Κυρίου, εν αληθεία και εν πλήρει καρδία· 10 πας ανήρ κρίσιν την ελθούσαν εφ' υμάς των αδελφών υμών των κατοικούντων εν ταις πόλεσιν αυτών ανά μέσον αίμα αίματος και ανά μέσον του προστάγματος και εντολής και δικαιώματα και κρίματα και διαστελείσθε αυτοίς, και ουχ αμαρτήσονται τω Κυρίω, και ουκ έσται οργή εφ' υμάς και επί τους αδελφούς υμών· ούτω ποιήσετε και ουχ αμαρτήσεσθε. 11 και ιδού Αμαρίας ο ιερεύς ηγούμενος εφ' υμάς εις πάντα λόγον Κυρίου και Ζαβδίας υιος Ισμαήλ ο ηγούμενος εις οίκον Ιούδα προς πάντα λόγον βασιλέως και οι γραμματείς και οι Λευίται προ προσώπου υμών· ισχύσατε και ποιήσατε, και έσται Κύριος μετά του αγαθού.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

746

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ

1 ΚΑΙ μετά ταύτα ήλθον οι υιοί Μωάβ, και υιοί Αμμών και μετ' αυτών εκ των Μιναίων προς Ιωσαφάτ εις πόλεμον. 2 και ήλθον και υπέδειξαν τω Ιωσαφάτ λέγοντες· ήκει επί σε πλήθος πολύ εκ πέραν της θαλάσσης από Συρίας, και ιδού εισιν εν Ασασάν Θαμάρ (αύτη εστίν Εγγαδί). 3 και εφοβήθη και έδωκεν Ιωσαφάτ πρόσωπον αυτού εκζητήσαι τον Κύριον και εκήρυξε νηστείαν εν παντί Ιούδα. 4 και συνήχθη Ιούδας εκζητήσαι τον Κύριον, και από πασών των πόλεων Ιούδα ήλθον ζητήσαι τον Κύριον. 5 και ανέστη Ιωσαφάτ εν εκκλησία Ιούδα εν Ιερουσαλήμ εν οίκω Κυρίου κατά πρόσωπον της αυλής της καινής 6 και είπε· Κύριε ο Θεός των πατέρων μου, ουχί συ ει Θεός εν ουρανω άνω και συ κυριεύεις πασών των βασιλειών των εθνών και εν τη χειρί σου ισχύς δυναστείας και ουκ έστι προς σε αντιστήναι; 7 ουχί συ ο Κύριος ο εξολοθρεύσας τους κατοικούντας την γην ταύτην από προσώπου του λαού σου Ισραήλ και έδωκας αυτήν σπέρματι Αβραάμ τω ηγαπημένω σου εις τον αιώνα; 8 και κατώκησαν εν αυτη και ωκοδόμησαν εν αυτη αγίασμα τω ονόματί σου λέγοντες· 9 εάν επέλθη εφ' ημάς κακά, ρομφαία, κρίσις, θάνατος, λιμός, στησόμεθα εναντίον του οίκου τούτου και εναντίον σου, ότι το όνομά σου επί τω οίκω τούτω, και βοησόμεθα προς σε από της θλίψεως, και ακούση και σώσεις. 10 και νυν ιδού οι υιοί Αμμών και Μωάβ και όρος Σηείρ, εις ους ουκ έδωκας τω Ισραήλ διελθείν δι' αυτών, εξελθόντων αυτών εκ γης Αιγύπτου, ότι εξέκλιναν απ' αυτών και ουκ εξωλόθρευσαν αυτούς. 11 και νυν ιδού αυτοί επιχειρούσιν εφ' ημάς εξελθείν εκβαλείν ημάς από της κληρονομίας ημών, ης έδωκας ημίν. 12 Κύριε ο Θεός ημών, ου κρινείς εν αυτοίς; ότι ουκ έστιν ημίν ισχύς του αντιστήναι προς το πλήθος το πολύ τούτο το ελθόν εφ' ημάς, και ουκ οίδαμεν τι ποιήσωμεν αυτοίς, αλλ' ή επί σοί οι οφθαλμοί ημών. 13 και πας Ιούδας εστηκώς έναντι Κυρίου, και τα παιδία αυτών και αι γυναίκες αυτών. 14 και τω ‘Οζιήλ τω του Ζαχαρίου των υιών Βαναίου των υιών Ελεϊήλ του Ματθανίου του Λευίτου από των υιών Ασάφ, εγένετο επ' αυτόν πνεύμα Κυρίου εν τη εκκλησία 15 και είπεν· ακούσατε πας Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ και ο βασιλεύς Ιωσαφάτ· τάδε λέγει Κύριος υμίν αυτοίς· μη φοβείσθε μηδέ πτοηθήτε από
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

747

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

προσώπου του όχλου του πολλού τούτου, ότι ουχ υμίν εστιν η παράταξις, αλλ' ή τω Θεω. 16 αύριον κατάβητε επ' αυτούς· ιδού αναβαίνουσι κατά την ανάβασιν Ασάς, και ευρήσετε αυτούς επ' άκρου ποταμού της ερήμου Ιεριήλ. 17 ουχ υμίν εστι πολεμήσαι· ταύτα σύνετε και ίδετε την σωτηρίαν Κυρίου μεθ' υμών, Ιούδα και Ιερουσαλήμ· μη φοβηθήτε μηδέ πτοηθήτε αύριον εξελθείν εις απάντησιν αυτοίς, και Κύριος μεθ' υμών. 18 και κύψας Ιωσαφάτ επί πρόσωπον αυτού και πας Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ έπεσαν έναντι Κυρίου προσκυνήσαι Κυρίω. 19 και ανέστησαν οι Λευίται από των υιών Καάθ και από των υιών Κορέ αινείν Κυρίω Θεω Ισραήλ εν φωνή μεγάλη εις ύψος. 20 Και ώρθρισαν πρωϊ και εξήλθον εις την έρημον Θεκωέ, και εν τω εξελθείν αυτούς έστη Ιωσαφάτ και εβόησε και είπεν· ακούσατέ μου Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ· εμπιστεύσατε εν Κυρίω Θεω ημών, και εμπιστευθήσεσθε· εμπιστεύσατε εν προφήτη αυτού, και ευοδωθήσεσθε. 21 και εβουλεύσατο μετά του λαού και έστησε ψαλτωδούς και αινούντας εξομολογείσθαι και αινείν τα άγια εν τω εξελθείν έμπροσθεν της δυνάμεως, και έλεγον· εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 22 και εν τω άρξασθαι αυτούς της αινέσεως και της εξομολογήσεως έδωκε Κύριος πολεμείν τους υιούς Αμμών επί Μωάβ και όρος Σηείρ τους εξελθόντας επί Ιούδαν, και ετροπώθησαν. 23 και ανέστησαν οι υιοί Αμμών και Μωάβ επί τους κατοικούντας όρος Σηείρ εξολοθρεύσαι και εκτρίψαι αυτούς· και ως συνετέλεσαν τους κατοικούντας Σηείρ, ανέστησαν εις αλλήλους του εξολοθρευθήναι. 24 και Ιούδας ήλθεν επί την σκοπιάν της ερήμου και επέβλεψε και είδε το πλήθος, και ιδού πάντες νεκροί πεπτωκότες επί της γης, ουκ ην σωζόμενος. 25 και εξήλθεν Ιωσαφάτ και ο λαός αυτού σκυλεύσαι τα σκύλα αυτών και εύρον κτήνη πολλά και αποσκευήν και σκύλα και σκεύη επιθυμητά και εσκύλευσαν εν αυτοίς. και εγένοντο ημέραι τρεις σκυλευόντων αυτών τα σκύλα, ότι πολλά ην. 26 και εγένετο τη ημέρα τη τετάρτη επισυνήχθησαν εις τον αυλώνα της ευλογίας, εκεί γαρ ηυλόγησαν τον Κύριον· δια τούτο εκάλεσαν το όνομα του τόπου εκείνου Κοιλάς ευλογίας έως της ημέρας ταύτης. 27 και επέστρεψε πας ανήρ Ιούδα εις Ιερουσαλήμ και Ιωσαφάτ ηγούμενος αυτών εν ευφροσύνη μεγάλη, ότι εύφρανεν αυτούς Κύριος από των εχθρών αυτών, 28 και εισήλθον εις Ιερουσαλήμ εν νάβλαις και κινύραις και εν σάλπιγξιν εις οίκον Κυρίου. 29 και εγένετο έκστασις Κυρίου επί πάσας τας βασιλείας της γης εν τω ακούσαι αυτούς ότι Κύριος επολέμησε προς τους υπεναντίους Ισραήλ. 30 και ειρήνευσεν η
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

748

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ βασιλεία Ιωσαφάτ, και κατέπαυσεν αυτω ο Θεός αυτού κυκλόθεν.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

31 Και εβασίλευσεν Ιωσαφάτ επί τον Ιούδαν, ων ετών τριακονταπέντε εν τω βασιλεύσαι αυτόν, και είκοσι και πέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Αζουβά θυγάτηρ Σαλί. 32 και επορεύθη εν ταις οδοίς του πατρός αυτού Ασά και ουκ εξέκλινε του ποιήσαι το ευθές ενώπιον Κυρίου· 33 αλλά τα υψηλά έτι υπήρχε, και έτι ο λαός ου κατεύθυνε την καρδίαν αυτών προς Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών. 34 και οι λοιποί λόγοι Ιωσαφάτ οι πρώτοι και οι έσχατοι ιδού γεγραμμένοι εν λόγοις Ιού του Ανανί, ος κατέγραψε βιβλίον βασιλέων Ισραήλ. 35 Και μετά ταύτα εκοινώνησεν Ιωσαφάτ βασιλεύς Ιούδα προς ‘Οχοζίαν βασιλέα Ισραήλ (και ούτος ηνόμησεν) 36 εν τω ποιήσαι και πορευθήναι προς αυτόν του ποιήσαι πλοία του πορευθήναι εις Θαρσείς και εποίησε πλοία εν Γασιών Γαβέρ. 37 και επροφήτευσεν Ελιέζερ ο του Δωδία από Μαρισής επί Ιωσαφάτ λέγων· ως εφιλίασας τω ‘Οχοζία, έθραυσε Κύριος το έργον σου, και συνετρίβη τα πλοίά σου. και ουκ εδυνάσθη πορευθήναι εις Θαρσείς.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ

1 ΚΑΙ εκοιμήθη Ιωσαφάτ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ, και εβασίλευσεν Ιωράμ υιος αυτού αντ' αυτού. 2 και αυτω αδελφοί υιοί Ιωσαφάτ εξ, Αζαρίας και Ιεϊήλ και Ζαχαρίας και Αζαρίας και Μιχαήλ και Σαφατίας· πάντες ούτοι υιοί Ιωσαφάτ βασιλέως Ιούδα. 3 και έδωκεν αυτοίς ο πατήρ αυτών δόματα πολλά, αργύριον και χρυσίον και όπλα μετά των πόλεων τετειχισμένων εν Ιούδα· και την βασιλείαν έδωκε τω Ιωράμ, ότι ούτος ο πρωτότοκος. 4 και ανέστη Ιωράμ επί την βασιλείαν αυτού και εκραταιώθη και απέκτεινε πάντας τους αδελφούς αυτού εν ρομφαία και από των αρχόντων Ισραήλ. 5 όντος αυτού τριάκοντα και δύο ετών, κατέστη Ιωράμ επί την βασιλείαν αυτού και οκτώ έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 6 και επορεύθη εν οδω βασιλέων Ισραήλ, ως εποίησεν οίκος Αχαάβ, ότι θυγάτηρ Αχαάβ ην αυτού γυνή, και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου. 7 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

749

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ουκ εβούλετο Κύριος εξολοθρεύσαι τον οίκον Δαυίδ δια την διαθήκην, ην διέθετο τω Δαυίδ, και ως είπεν αυτω δούναι αυτω λύχνον και τοις υιοίς αυτού πάσας τας ημέρας. 8 εν ταις ημέραις εκείναις απέστη Εδώμ από του Ιούδα και εβασίλευσαν εφ' εαυτούς βασιλέα. 9 και ώχετο Ιωράμ μετά των αρχόντων και πάσα η ίππος μετ' αυτού· και εγένετο και ηγέρθη νυκτός και επάταξεν Εδώμ τον κυκλούντα αυτόν και τους άρχοντας των αρμάτων, και έφυγεν ο λαός εις τα σκηνώματα αυτών. 10 και απέστη από Ιούδα Εδώμ έως της ημέρας ταύτης· τότε απέστη Λομνά εν τω καιρω εκείνω από χειρός αυτού, ότι εγκατέλιπε Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτού· 11 και γαρ αυτός εποίησεν υψηλά εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εξεπόρνευσε τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ και απεπλάνησε τον Ιούδαν. 12 και ήλθεν αυτω εν γραφή παρά ‘Ηλιού του προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεός Δαυίδ του πατρός σου· ανθ' ων ουκ επορεύθης εν οδω Ιωσαφάτ του πατρός σου και εν οδοίς Ασά βασιλέως Ιούδα 13 και επορεύθης εν οδοίς βασιλέων Ισραήλ και εξεπόρνευσας τον Ιούδαν και τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ, ως εξεπόρνευσεν οίκος Αχαάβ, και τους αδελφούς σου υιούς του πατρός σου τους αγαθούς υπέρ σε απέκτεινας, 14 ιδού Κύριος πατάξει σε πληγήν μεγάλην εν τω λαω σου και εν τοις υιοίς σου και εν γυναιξί σου και εν πάση τη αποσκευή σου. 15 και συ εν μαλακία πονηρά, εν νόσω κοιλίας, έως ου εξέλθη η κοιλία σου μετά της μαλακίας εξ ημερών εις ημέρας. 16 και επήγειρε Κύριος επί Ιωράμ τους αλλοφύλους και τους Άραβας και τους ομόρους των Αιθιόπων, 17 και ανέβησαν επί Ιούδαν και κατεδυνάστευον και απέστρεψαν πάσαν την αποσκευήν, ην εύρον εν οίκω του βασιλέως, και τους υιούς αυτού και τας θυγατέρας αυτού, και ου κατελείφθη αυτω υιος, αλλ' ή ‘Οχοζίας ο μικρότατος των υιών αυτού. 18 και μετά ταύτα πάντα επάταξεν αυτόν Κύριος εις την κοιλίαν μαλακίαν, ή ουκ έστιν ιατρεία. 19 και εγένετο εξ ημερών εις ημέρας, και ως ήλθε καιρός των ημερών ημέρας δύο, εξήλθεν η κοιλία αυτού μετά της νόσου, και απέθανεν εν μαλακία πονηρά. και ουκ εποίησεν ο λαός αυτού εκφοράν καθώς εκφοράν πατέρων αυτού. 20 ην τριάκοντα και δύο ετών, ότε εβασίλευσε, και οκτώ έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ· και επορεύθη ουκ εν επαίνω και ετάφη εν πόλει Δαυίδ και ουκ εν τάφοις των βασιλέων.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

750

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ

1 ΚΑΙ εβασίλευσαν οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ τον ‘Οχοζίαν υιόν αυτού τον μικρόν αντ' αυτού, ότι πάντας τους πρεσβυτέρους απέκτεινε το επελθόν επ' αυτούς ληστήριον, οι Άραβες και οι Αλιμοζονείς· και εβασίλευσεν ‘Οχοζίας υιος Ιωράμ βασιλέως Ιούδα. 2 ων ετών είκοσιν ‘Οχοζίας εβασίλευσε και ενιαυτόν ένα εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Γοθολία θυγάτηρ Αμβρί. 3 και ούτος επορεύθη εν οδω οίκου Αχαάβ, ότι μήτηρ αυτού ην σύμβουλος του αμαρτάνειν· 4 και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου ως οίκος Αχαάβ, ότι αυτοί ήσαν αυτω σύμβουλοι μετά το αποθανείν τον πατέρα αυτού, του εξολοθρεύσαι αυτόν, 5 και εν ταις βουλαίς αυτών επορεύθη και επορεύθη μετά Ιωράμ υιού Αχαάβ βασιλέως Ισραήλ εις πόλεμον επί Αζαήλ βασιλέα Συρίας εις Ραμώθ Γαλαάδ· και επάταξαν οι τοξόται τον Ιωράμ. 6 και επέστρεψεν Ιωράμ του ιατρευθήναι εις Ιεζράελ από των πληγών, ων επάταξαν αυτόν οι Σύροι εν Ραμώθ εν τω πολεμείν αυτόν προς Αζαήλ βασιλέα Συρίας· και ‘Οχοζίας υιος Ιωράμ βασιλεύς Ιούδα κατέβη θεάσασθαι τον Ιωράμ υιόν Αχαάβ εις Ιεζράελ, ότι ηρρώστει. 7 και παρά του Θεού εγένετο καταστροφή ‘Οχοζία ελθείν προς Ιωράμ· και εν τω ελθείν αυτόν εξήλθε μετ' αυτού Ιωράμ προς Ιού υιόν Ναμεσσεϊ χριστόν Κυρίου εις τον οίκον Αχαάβ. 8 και εγένετο ως εξεδίκησεν Ιού τον οίκον Αχαάβ, και εύρε τους άρχοντας Ιούδα και τους αδελφούς ‘Οχοζίου λειτουργούντας τω ‘Οχοζία και απέκτεινεν αυτούς. 9 και είπε του ζητήσαι τον ‘Οχοζίαν, και κατέλαβον αυτόν ιατρευόμενον εν Σαμαρεία και ήγαγον αυτόν προς Ιού, και απέκτεινεν αυτόν και έθαψαν αυτόν, ότι είπαν· υιος Ιωσαφάτ εστιν, ος εζήτησε τον Κύριον εν όλη τη καρδία αυτού. και ουκ ην εν οίκω ‘Οχοζία κατισχύσαι δύναμιν περί της βασιλείας. 10 Και Γοθολία η μήτηρ ‘Οχοζίου είδεν ότι τέθνηκεν ο υιος αυτής και ηγέρθη και απώλεσε παν το σπέρμα της βασιλείας εν οίκω Ιούδα. 11 και έλαβεν Ιωσαβέθ θυγάτηρ του βασιλέως τον Ιωάς υιόν ‘Οχοζίου και έκλεψεν αυτόν εκ μέσου υιών του βασιλέως των θανατουμένων και έδωκεν αυτόν και την τροφόν αυτού εις ταμιείον των κλινών· και έκρυψεν αυτόν Ιωσαβέθ θυγάτηρ του βασιλέως Ιωράμ, αδελφή ‘Οχοζίου, γυνή Ιωδαέ του ιερέως, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

751

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έκρυψεν αυτόν από προσώπου της Γοθολίας, και ουκ απέκτεινεν αυτόν. 12 και ην μετ' αυτού εν οίκω του Θεού κατακεκρυμμένος εξ έτη, και Γοθολία εβασίλευσεν επί της γης.

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ

1 ΚΑΙ εν τω έτει τω ογδόω εκραταίωσεν Ιωδαέ και έλαβε τους εκατοντάρχους, τον Αζαρίαν υιόν Ιωράμ και τον Ισμαήλ υιόν Ιωανάν και τον Αζαρίαν υιόν ‘Ωβήδ και τον Μαασαίαν υιόν Αδαϊα και τον Ελισαφάν υιόν Ζαχαρίου, μεθ' εαυτού εις οίκον Κυρίου. 2 και εκύκλωσαν τον Ιούδαν και συνήγαγον τους Λευίτας εκ πασών των πόλεων Ιούδα και άρχοντας πατριών του Ισραήλ, και ήλθον εις Ιερουσαλήμ. 3 και διέθεντο πάσα η εκκλησία Ιούδα διαθήκην εν οίκω του Θεού μετά του βασιλέως, και έδειξεν αυτοίς τον υιόν του βασιλέως και είπεν αυτοίς· ιδού ο υιος του βασιλέως βασιλευσάτω, καθώς ελάλησε Κύριος επί τον οίκον Δαυίδ. 4 νυν ο λόγος ούτος, ον ποιήσετε· το τρίτον εξ υμών εισπορευέσθωσαν το σάββατον, των ιερέων και των Λευιτών, και εις τας πύλας των εισόδων, 5 και το τρίτον εν οίκω του βασιλέως, και το τρίτον εν τη πύλη τη μέση, και πας ο λαός εν αυλαίς οίκου Κυρίου. 6 και μη εισελθέτω εις οίκον Κυρίου εάν μη οι ιερείς και οι Λευίται και οι λειτουργούντες των Λευιτών· αυτοί εισελεύσονται, ότι άγιοί εισι, και πας ο λαός φυλασσέτω φυλακάς Κυρίου. 7 και κυκλώσουσιν οι Λευίται τον βασιλέα κύκλω, ανδρός σκεύος σκεύος εν χειρί αυτού, και ο εισπορευόμενος εις τον οίκον αποθανείται· και έσονται μετά του βασιλέως εκπορευομένου και εισπορευομένου αυτού. 8 και εποίησαν οι Λευίται και πας Ιούδα κατά πάντα, όσα ενετείλατο αυτοίς Ιωδαέ ο ιερεύς, και έλαβον έκαστος τους άνδρας αυτού απ' αρχής του σαββάτου έως εξόδου του σαββάτου, ότι ου κατέλυσεν Ιωδαέ ο ιερεύς τας εφημερίας. 9 και έδωκεν Ιωδαέ τας μαχαίρας και τους θυρεούς και τα όπλα, α ην του βασιλέως Δαυίδ, εν οίκω του Θεού. 10 και έστησε τον λαόν πάντα, έκαστον εν τοις όπλοις αυτού, από της ωμίας του οίκου της δεξιάς έως της ωμίας της αριστεράς του θυσιαστηρίου και του οίκου επί τον βασιλέα κύκλω. 11 και εξήγαγε τον υιόν του βασιλέως και έδωκεν επ'
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

752

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτόν το βασίλειον και τα μαρτύρια, και εβασίλευσαν και έχρισαν αυτόν Ιωδαέ ο ιερεύς και οι υιοί αυτού και είπαν· ζήτω ο βασιλεύς. 12 και ήκουσε Γοθολία την φωνήν του λαού τρεχόντων και εξομολογουμένων και αινούντων τον βασιλέα και εισήλθε προς τον βασιλέα εις οίκον Κυρίου. 13 και είδε και ιδού ο βασιλεύς επί της στάσεως αυτού, και επί της εισόδου οι άρχοντες και αι σάλπιγγες και οι άρχοντες περί τον βασιλέα, και πας ο λαός της γης ηυφράνθη και εσάλπισαν ταις σάλπιγξι και οι άδοντες εν τοις οργάνοις ωδοί και υμνούντες αίνον· και διέρρηξε Γοθολία την στολήν αυτής και εβόησεν· επιτιθέμενοι επιτίθεσθε. 14 και εξήλθεν Ιωδαέ ο ιερεύς, και ενετείλατο Ιωδαέ ο ιερεύς τοις εκατοντάρχοις και τοις αρχηγοίς της δυνάμεως και είπεν αυτοίς· εκβάλετε αυτήν εκτός του οίκου και εισέλθατε οπίσω αυτής, και αποθανέτω μαχαίρα· ότι είπεν ο ιερεύς· μη αποθανέτω εν οίκω Κυρίου. 15 και έδωκαν αυτη άνεσιν και διήλθε δια της πύλης των ιππέων του οίκου του βασιλέως, και εθανάτωσαν αυτήν εκεί. 16 και διέθετο Ιωδαέ διαθήκην ανά μέσον αυτού και του λαού και του βασιλέως είναι λαόν τω Κυρίω. 17 και εισήλθε πας ο λαός της γης εις οίκον Βάαλ και κατέσπασαν αυτόν και τα θυσιαστήρια αυτού και τα είδωλα αυτού ελέπτυναν και τον Ματθάν ιερέα Βάαλ εθανάτωσαν εναντίον των θυσιαστηρίων αυτού. 18 και ενεχείρισεν Ιωδαέ ο ιερεύς τα έργα οίκου Κυρίου δια χειρός ιερέων και Λευιτών και ανέστησε τας εφημερίας των ιερέων και των Λευιτών, ας διέστειλε Δαυίδ επί τον οίκον Κυρίου και ανενέγκαι ολοκαυτώματα Κυρίω, καθώς γέγραπται εν νόμω Μωυσή, εν ευφροσύνη και εν ωδαίς δια χειρός Δαυίδ. 19 και έστησαν οι πυλωροί επί τας πύλας οίκου Κυρίου, και ουκ εισελεύσεται ακάθαρτος εις παν πράγμα. 20 και έλαβε τους πατριάρχας και τους δυνατούς και τους άρχοντας του λαού και πάντα τον λαόν της γης και επεβίβασαν τον βασιλέα εις οίκον Κυρίου, και εισήλθε δια της πύλης της εσωτέρας εις τον οίκον του βασιλέως, και εκάθισαν τον βασιλέα επί του θρόνου της βασιλείας. 21 και ηυφράνθη πας ο λαός της γης, και η πόλις ησύχασε, και την Γοθολίαν εθανάτωσαν μαχαίρα.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

753

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ

1 ΩΝ ετών επτά Ιωάς εν τω βασιλεύειν αυτόν και τεσσαράκοντα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Σαβιά εκ Βηρσαβεέ. 2 και εποίησεν Ιωάς το ευθές ενώπιον Κυρίου πάσας τας ημέρας Ιωδαέ του ιερέως. 3 και έλαβεν Ιωδαέ δύο γυναίκας εαυτω, και εγέννησαν υιούς και θυγατέρας. 4 και εγένετο μετά ταύτα και εγένετο επί καρδίαν Ιωάς επισκευάσαι τον οίκον Κυρίου. 5 και συνήγαγε τους ιερείς και τους Λευίτας και είπεν αυτοίς· εξέλθατε εις τας πόλεις Ιούδα και συναγάγετε από παντός Ισραήλ αργύριον κατισχύσαι τον οίκον Κυρίου ενιαυτόν κατ' ενιαυτόν και σπεύσατε λαλήσαι· και ουκ έσπευσαν οι Λευίται. 6 και εκάλεσεν ο βασιλεύς Ιωάς τον Ιωδαέ τον άρχοντα και είπεν αυτω· διατί ουκ επεσκέψω περί των Λευιτών του εισενέγκαι από Ιούδα και Ιερουσαλήμ το κεκριμένον υπό Μωυσή ανθρώπου του Θεού, ότι εξεκκλησίασε τον Ισραήλ εις την σκηνήν του μαρτυρίου; 7 ότι Γοθολία ην η άνομος, και οι υιοί αυτής κατέσπασαν τον οίκον του Θεού· και γαρ τα άγια οίκου Κυρίου εποίησαν ταις Βααλίμ. 8 και είπεν ο βασιλεύς· γενηθήτω γλωσσόκομον και τεθήτω εν πύλη οίκου Κυρίου έξω· 9 και κηρυξάτωσαν εν Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ εισενέγκαι Κυρίω, καθώς είπε Μωυσής παις του Θεού επί τον Ισραήλ εν τη ερήμω. 10 και έδωκαν πάντες άρχοντες και πας ο λαός και εισέφερον και ενέβαλλον εις το γλωσσόκομον, έως ου επληρώθη, 11 και εγένετο ως εισέφερον το γλωσσόκομον προς τους προστάτας του βασιλέως δια χειρός των Λευιτών και ως είδον ότι επλεόνασε το αργύριον, και ήλθεν ο γραμματεύς του βασιλέως και ο προστάτης του ιερέως του μεγάλου και εξεκένωσαν το γλωσσόκομον και κατέστησαν εις τον τόπον αυτού· ούτως εποίουν ημέραν εξ ημέρας και συνήγαγον αργύριον πολύ. 12 και έδωκεν αυτό ο βασιλεύς και Ιωδαέ ο ιερεύς τοις ποιούσι τα έργα εις εργασίαν οίκου Κυρίου, και εμισθούντο λατόμους και τέκτονας επισκευάσαι τον οίκον Κυρίου και χαλκείς σιδήρου και χαλκού επισκευάσαι τον οίκον Κυρίου. 13 και εποίουν οι ποιούντες τα έργα, και ανέβη μήκος των έργων εν χερσίν αυτών και ανέστησαν τον οίκον Κυρίου επί την στάσιν αυτού και ενίσχυσαν. 14 και ως συνετέλεσαν, ήνεγκαν προς τον βασιλέα και προς Ιωδαέ το κατάλοιπον του αργυρίου, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

754

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εποίησαν σκεύη εις οίκον Κυρίου, σκεύη λειτουργικά ολοκαυτωμάτων και θυϊσκας χρυσάς και αργυράς· και ανήνεγκαν ολοκαυτώσεις εν οίκω Κυρίου διαπαντός πάσας τας ημέρας Ιωδαέ. 15 Και εγήρασεν Ιωδαέ πλήρης ημερών και ετελεύτησεν ων εκατόν και τριάκοντα ετών εν τω τελευτάν αυτόν· 16 και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ μετά των βασιλέων, ότι εποίησεν αγαθωσύνην μετά Ισραήλ και μετά του Θεού και του οίκου αυτού. 17 και εγένετο μετά την τελευτήν Ιωδαέ εισήλθον οι άρχοντες Ιούδα και προσεκύνησαν τον βασιλέα· τότε επήκουσεν αυτοίς ο βασιλεύς. 18 και εγκατέλιπον τον οίκον Κυρίου Θεού των πατέρων αυτών και εδούλευον ταις Αστάρταις και τοις ειδώλοις· και εγένετο οργή επί Ιούδαν και επί Ιερουσαλήμ εν τη ημέρα ταύτη. 19 και απέστειλε προς αυτούς προφήτας επιστρέψαι προς Κύριον, και ουκ ήκουσαν· και διεμαρτύρατο αυτοίς, και ουχ υπήκουσαν. 20 και πνεύμα Θεού ενέδυσε τον Αζαρίαν τον του Ιωδαέ τον ιερέα και ανέστη επάνω του λαού και είπε· τάδε λέγει Κύριος· τι παραπορεύεσθε τας εντολάς Κυρίου; και ουκ ευοδωθήσεσθε, ότι εγκατελίπετε τον Κύριον, και εγκαταλείψει υμάς. 21 και επέθεντο αυτω και ελιθοβόλησαν αυτόν δι' εντολής Ιωάς του βασιλέως εν αυλή οίκου Κυρίου. 22 και ουκ εμνήσθη Ιωάς του ελέους, ου εποίησεν Ιωδαέ ο πατήρ αυτού μετ' αυτού, και εθανάτωσε τον υιόν αυτού. και ως απέθνησκεν, είπεν· ίδοι Κύριος και κρινάτω. 23 και εγένετο μετά την συντέλειαν του ενιαυτού ανέβη επ' αυτόν δύναμις Συρίας και ήλθεν επί Ιούδαν και επί Ιερουσαλήμ και κατέφθειραν πάντας τους άρχοντας του λαού εν τω λαω και πάντα τα σκύλα αυτών απέστειλαν τω βασιλεί Δαμασκού· 24 ότι εν ολίγοις ανδράσι παρεγένετο δύναμις Συρίας, και ο Θεός παρέδωκεν εις τας χείρας αυτών δύναμιν πολλήν σφόδρα, ότι εγκατέλιπον Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών· και μετά Ιωάς εποίησε κρίματα. 25 και μετά το απελθείν αυτούς απ' αυτού, εν τω εγκαταλιπείν αυτόν εν μαλακίαις μεγάλαις και επέθεντο αυτω οι παίδες αυτού εν αίμασιν υιού Ιωδαέ του ιερέως και εθανάτωσαν αυτόν επί της κλίνης αυτού, και απέθανε· και έθαψαν αυτόν εν πόλει Δαυίδ και ουκ έθαψαν αυτόν εν τω τάφω των βασιλέων. 26 και οι επιθέμενοι επ' αυτόν Ζαβέδ ο του Σαμαάθ ο Αμμανίτης και Ιωζαβέδ ο του Σομαρώθ ο Μωαβίτης 27 και οι υιοί αυτού πάντες, και προσήλθον αυτω οι πέντε. και τα λοιπά ιδού γεγραμμένα επί την γραφήν των βασιλέων· και εβασίλευσεν Αμασίας υιος αυτού αντ' αυτού.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

755

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ

1 ΩΝ είκοσι και πέντε ετών εβασίλευσεν Αμασίας και εικοσιεννέα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Ιωαδέν από Ιερουσαλήμ. 2 και εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου, αλλ' ουκ εν καρδία πλήρει. 3 και εγένετο ως κατέστη η βασιλεία εν χειρί αυτού, και εθανάτωσε τους παίδας αυτού τους φονεύσαντας τον βασιλέα πατέρα αυτού· 4 και τους υιούς αυτών ουκ απέκτεινε κατά την διαθήκην του νόμου Κυρίου, καθώς γέγραπται, ως ενετείλατο Κύριος λέγων· ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων, και οι υιοί ουκ αποθανούνται υπέρ πατέρων, αλλ' ή έκαστος τη εαυτού αμαρτία αποθανούνται. 5 και συνήγαγεν Αμασίας τον οίκον Ιούδα και ανέστησεν αυτούς κατ' οίκους πατριών αυτών εις χιλιάρχους και εκατοντάρχους εν παντί Ιούδα και Ιερουσαλήμ· και ηρίθμησεν αυτούς από εικοσαετούς και επάνω και εύρεν αυτούς τριακοσίας χιλιάδας εξελθείν εις πόλεμον δυνατούς κρατούντας δόρυ και θυρεόν. 6 και εμισθώσατο από Ισραήλ εκατόν χιλιάδας δυνατούς ισχύϊ εκατόν ταλάντων αργυρίου. 7 και άνθρωπος του Θεού ήλθε προς αυτόν λέγων· βασιλεύ, ου πορεύσεται μετά σου δύναμις Ισραήλ, ότι ουκ έστι Κύριος μετά Ισραήλ, πάντων των υιών Εφραίμ. 8 ότι εάν υπολάβης κατισχύσαι εν τούτοις, και τροπώσεταί σε Κύριος εναντίον των εχθρών, ότι εστί παρά Κυρίου και ισχύσαι και τροπώσασθαι. 9 και είπεν Αμασίας τω ανθρώπω του Θεού· και τι ποιήσω τα εκατόν τάλαντα, α έδωκα τη δυνάμει Ισραήλ; και είπεν ο άνθρωπος του Θεού· έστι τω Κυρίω δούναί σοι πλείστα τούτων. 10 και διεχώρισεν Αμασίας τη δυνάμει τη ελθούση προς αυτόν από Εφραίμ απελθείν εις τον τόπον αυτών, και εθυμώθησαν σφόδρα επί Ιούδαν και επέστρεψαν εις τον τόπον αυτών εν οργή θυμού. 11 και Αμασίας κατίσχυσε και παρέλαβε τον λαόν αυτού και επορεύθη εις την κοιλάδα των αλών και επάταξεν εκεί τους υιούς Σηείρ δέκα χιλιάδας· 12 και δέκα χιλιάδας εζώγρησαν οι υιοί Ιούδα και έφερον αυτούς επί το άκρον του κρημνού και κατεκρήμνιζον αυτούς από του άκρου του κρημνού, και πάντες διερρήγνυντο. 13 και οι υιοί της δυνάμεως, ους απέστρεψεν Αμασίας του μη πορευθήναι μετ' αυτού εις πόλεμον, και επέθεντο επί τας πόλεις Ιούδα από Σαμαρείας έως Βαιθωρών και επάταξαν εν αυτοίς τρεις χιλιάδας και εσκύλευσαν σκύλα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

756

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πολλά. 14 και εγένετο μετά το ελθείν Αμασίαν πατάξαντα την Ιδουμαίαν και ήνεγκε προς αυτούς τους θεούς υιών Σηείρ και έστησεν αυτούς εαυτω εις θεούς και εναντίον αυτών προσεκύνει και αυτός αυτοίς έθυε. 15 και εγένετο οργή Κυρίου επί Αμασίαν, και απέστειλεν αυτω προφήτην και είπεν αυτω· τι εζήτησας τους Θεούς του λαού, οί ουκ εξείλοντο τον λαόν εαυτών εκ χειρός σου; 16 και εγένετο εν τω λαλήσαι αυτω προς αυτόν και είπεν αυτω· μη σύμβουλον του βασιλέως δέδωκά σε; πρόσεχε ίνα μη μαστιγωθής. και εσιώπησεν ο προφήτης και είπεν, ότι γινώσκω ότι εβούλετο επί σοί του καταφθείραί σε, ότι εποίησας τούτο και ουκ επήκουσας της συμβουλίας μου. 17 και εβουλεύσατο Αμασίας ο βασιλεύς Ιούδα και απέστειλε προς Ιωάς υιόν Ιωάχαζ υιού Ιηού βασιλέα Ισραήλ λέγων· δεύρο και οφθώμεν προσώποις. 18 και απέστειλεν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ προς Αμασίαν βασιλέα Ιούδα λέγων· ο αχούχ ο εν τω Λιβάνω απέστειλε προς την κέδρον την εν τω Λιβάνω λέγων· δος την θυγατέρα σου τω υιω μου εις γυναίκα. και ιδού ελεύσεται τα θηρία του αγρού τα εν τω Λιβάνω· και ήλθον τα θηρία και κατεπάτησαν τον αχούχ. 19 είπας· ιδού επάταξα την Ιδουμαίαν και επαίρει σε η καρδία σου η βαρεία· νυν κάθισον εν οίκω σου και ινατί συμβάλλεις εν κακία και πεσή συ και Ιούδας μετά σου; 20 και ουκ ήκουσεν Αμασίας, ότι παρά Κυρίου εγένετο του παραδούναι αυτόν εις χείρας, ότι εξεζήτησε τους θεούς των Ιδουμαίων. 21 και ανέβη Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ, και ώφθησαν αλλήλοις αυτός και Αμασίας βασιλεύς Ιούδα εν Βαιθσαμύς, ή εστι του Ιούδα. 22 και ετροπώθη Ιούδας κατά πρόσωπον Ισραήλ, και έφυγεν έκαστος εις το σκήνωμα αυτού. 23 και τον Αμασίαν βασιλέα Ιούδα τον του Ιωάς υιού Ιωάχαζ κατέλαβεν Ιωάς βασιλεύς Ισραήλ εν Βαιθσαμύς και εισήγαγεν αυτόν εις Ιερουσαλήμ και κατέσπασεν από του τείχους Ιερουσαλήμ, από πύλης Εφραίμ έως πύλης γωνίας τετρακοσίους πήχεις· 24 και παν το χρυσίον και το αργύριον και πάντα τα σκεύη τα ευρεθέντα εν οίκω Κυρίου και παρά τω Αβδεδόμ και τους θησαυρούς οίκου του βασιλέως και τους υιούς των συμμίξεων και επέστρεψεν εις Σαμάρειαν. 25 και έζησεν Αμασίας ο του Ιωάς βασιλεύς Ιούδα μετά το αποθανείν Ιωάς τον του Ιωάχαζ βασιλέα Ισραήλ έτη δεκαπέντε. 26 και οι λοιποί λόγοι Αμασίου οι πρώτοι και οι έσχατοι ουκ ιδού γεγραμμένοι επί βιβλίου βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ; 27 και εν τω καιρω, ω απέστη Αμασίας από Κυρίου, και επέθεντο αυτω επίθεσιν, και έφυγεν από Ιερουσαλήμ εις Λαχίς· και απέστειλαν κατόπισθεν αυτού εις Λαχίς και εθανάτωσαν αυτόν εκεί. 28 και ανέλαβον αυτόν επί των ίππων και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

757

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν πόλει Δαυίδ.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ

1 ΚΑΙ έλαβε πας ο λαός της γης τον ‘Οζίαν, και αυτός υιος εκκαίδεκα ετών, και εβασίλευσαν αυτόν αντί του πατρός αυτού Αμασίου. 2 αυτός ωκοδόμησε την Αιλάθ, αυτός επέστρεψεν αυτήν τω Ιούδα μετά το κοιμηθήναι τον βασιλέα μετά των πατέρων αυτού. 3 υιος εκκαίδεκα ετών εβασίλευσεν ‘Οζίας και πεντήκοντα και δύο έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ, και όνομα τη μητρί αυτού Ιεχελία από Ιερουσαλήμ. 4 και εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου κατά πάντα, όσα εποίησεν Αμασίας ο πατήρ αυτού. 5 και ην εκζητών τον Κύριον εν ταις ημέραις Ζαχαρίου του συνιόντος εν φόβω Κυρίου· και εν ταις ημέραις αυτού εζήτησε τον Κύριον, και ευώδωσεν αυτω Κύριος. 6 και εξήλθε και επολέμησε προς τους αλλοφύλους και κατέσπασε τα τείχη Γεθ και τα τείχη Ιαβνή και τα τείχη Αζώτου και ωκοδόμησε πόλεις Αζώτου και εν τοις αλλοφύλοις. 7 και κατίσχυσεν αυτόν Κύριος επί τους αλλοφύλους και επί τους Άραβας τους κατοικούντας επί της πέτρας και επί τους Μιναίους. 8 και έδωκαν οι Μιναίοι δώρα τω ‘Οζία, και ην το όνομα αυτού έως εισόδου Αιγύπτου, ότι κατίσχυσεν έως άνω. 9 και ωκοδόμησεν ‘Οζίας πύργους εν Ιερουσαλήμ και επί την πύλην της γωνίας και επί την πύλην της φάραγγος και επί των γωνιών και κατίσχυσε. 10 και ωκοδόμησε πύργους εν τη ερήμω και ελατόμησε λάκκους πολλούς, ότι κτήνη πολλά υπήρχεν αυτω εν Σεφηλά και εν τη πεδινή και αμπελουργοί εν τη ορεινή και εν τω Καρμήλω, ότι γεωργός ην. 11 και εγένετο τω ‘Οζία δύναμις ποιούσα πόλεμον και εκπορευομένη εις παράταξιν εις πόλεμον και εισπορευομένη εις παράταξιν εις αριθμόν, και ην ο αριθμός αυτών δια χειρός Ιεϊήλ του γραμματέως και Μαασίου του κριτού, δια χειρός Ανανίου του διαδόχου του βασιλέως. 12 πας ο αριθμός των πατριαρχών των δυνατών εις πόλεμον δισχίλιοι εξακόσιοι, 13 και μετ' αυτών δύναμις πολεμική τριακόσιαι χιλιάδες και επτακισχίλιοι και πεντακόσιοι· ούτοι οι ποιούντες πόλεμον εν δυνάμει ισχύος βοηθήσαι τω βασιλεί επί τους υπεναντίους. 14 και ητοίμασεν αυτοίς ‘Οζίας πάση τη δυνάμει θυρεούς και δόρατα και περικεφαλαίας και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

758

και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν τω πεδίω της ταφής των βασιλέων. και ουκ έσται σοι τούτο εις δόξαν παρά Κυρίου Θεού. και εν τη χειρί αυτού το θυμιατήριον του θυμιάσαι εν τω ναω. 21 και ‘Οζίας ο βασιλεύς ην λεπρός έως ημέρας της τελευτής αυτού. και ηδίκησεν εν Κυρίω Θεω αυτού και εισήλθεν εις τον ναόν Κυρίου θυμιάσαι επί το θυσιαστήριον των θυμιαμάτων. και εβασίλευσεν Ιωάθαμ υιος αυτού αντ' αυτού. ότι ήλεγξεν αυτόν Κύριος. και εν τω θυμωθήναι αυτόν προς τους ιερείς και η λέπρα ανέτειλεν εν τω μετώπω αυτού εναντίον των ιερέων εν οίκω Κυρίου επάνω του θυσιαστηρίου των θυμιαμάτων. 17 και εισήλθεν οπίσω αυτού Αζαρίας ο ιερεύς και μετ' αυτού ιερείς του Κυρίου ογδοήκοντα υιοί δυνατοί 18 και έστησαν επί ‘Οζίαν τον βασιλέα και είπαν αυτω· ου σοί. και ιδού αυτός λεπρός εν τω μετώπω· και κατέσπευσαν αυτόν εκείθεν. υψώθη η καρδία αυτού του καταφθείραι. 23 και εκοιμήθη ‘Οζίας μετά των πατέρων αυτού. ‘Οζία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θώρακας και τόξα και σφενδόνας εις λίθους. 22 και οι λοιποί λόγοι ‘Οζίου οι πρώτοι και οι έσχατοι γεγραμμένοι υπό Ιεσσίου του προφήτου. και όνομα της μητρός αυτού Ιερουσά θυγάτηρ Σαδώκ. ότι είπαν ότι λεπρός εστι. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΥΙΟΣ είκοσι και πέντε ετών Ιωάθαμ εν τω βασιλεύσαι αυτόν και εκκαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 19 και εθυμώθη ‘Οζίας. αλλ' ή τοις ιερεύσιν υιοίς Ααρών τοις ηγιασμένοις θυμιάσαι· έξελθε εκ του αγιάσματος. 20 και επέστρεψε προς αυτόν Αζαρίας ο ιερεύς ο πρώτος και οι ιερείς. ότι εθαυμαστώθη του βοηθήναι. ότι απέστης από Κυρίου. ότι απεσχίσθη από οίκου Κυρίου· και Ιωάθαμ ο υιος αυτού επί της βασιλείας αυτού κρίνων τον λαόν της γης. έως ου κατίσχυσε. 15 και εποίησεν εν Ιερουσαλήμ μηχανάς μεμηχανευμένας λογιστού του είναι επί των πύργων και επί των γωνιών βάλλειν βέλεσι και λίθοις μεγάλοις· και ηκούσθη η κατασκευή αυτών έως πόρρω. αλλ' ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 759 . α εποίησεν ‘Οζίας ο πατήρ αυτού. 16 Και ως κατίσχυσεν. και εν οίκω αφφουσώθ εκάθητο λεπρός. 2 και εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου κατά πάντα. θυμιάσαι τω Κυρίω. και γαρ αυτός έσπευσεν εξελθείν.

6 και κατίσχυσεν Ιωάθαμ. 7 και απέκτεινε Ζεχρί ο δυνατός του Εφραίμ τον Μαασά τον υιόν του βασιλέως και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 760 . Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΥΙΟΣ είκοσι και πέντε ετών ην Άχαζ εν τω βασιλεύειν αυτόν και εκκαίδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ· και ουκ εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου. 6 και απέκτεινε Φακεέ ο του Ρομελία βασιλεύς Ισραήλ εν Ιούδα εν μια ημέρα εκατόν είκοσι χιλιάδας ανδρών δυνατών ισχύϊ εν τω καταλιπείν αυτούς Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών. ότι ητοίμασε τας οδούς αυτού εναντίον Κυρίου Θεού αυτού. 9 και εκοιμήθη Ιωάθαμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ. ων εξωλόθρευσε Κύριος από προσώπου υιών Ισραήλ. 2 και επορεύθη κατά τας οδούς βασιλέων Ισραήλ· και γαρ γλυπτά εποίησε 3 τοις ειδώλοις αυτών και έθυεν εν Βενεννόμ και διήγε τα τέκνα αυτού δια πυρός κατά τα βδελύγματα των εθνών. 7 και οι λοιποί λόγοι Ιωάθαμ και ο πόλεμος και αι πράξεις αυτού ιδού γεγραμμέναι επί βιβλίω βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. και εβασίλευσεν Άχαζ υιος αυτού αντ' αυτού. 5 αυτός εμαχέσατο προς βασιλέα υιών Αμμών και κατίσχυσεν επ' αυτόν· και εδίδουν αυτω οι υιοί Αμμών και κατ' ενιαυτόν εκατόν τάλαντα αργυρίου και δέκα χιλιάδας κόρων πυρού και κριθών δέκα χιλιάδας· ταύτα έφερεν αυτω βασιλεύς υιών Αμμών κατ' ενιαυτόν εν τω πρώτω έτει και εν τω δευτέρω και τω τρίτω. και επάταξεν εν αυτω πληγήν μεγάλην. 5 και παρέδωκεν αυτόν Κύριος ο Θεός αυτού δια χειρός βασιλέως Συρίας. και έτι ο λαός κατεφθείρετο. και επάταξεν εν αυτω και ηχμαλώτευσεν εξ αυτών αιχμαλωσίαν πολλήν και ήγαγεν εις Δαμασκόν· και γαρ εις χείρας βασιλέως Ισραήλ παρέδωκεν αυτόν. 3 αυτός ωκοδόμησε την πύλην οίκου Κυρίου την υψηλήν και εν τείχει του ‘Οφλά ωκοδόμησε πολλά· και πόλεις ωκοδόμησεν 4 εν όρει Ιούδα και εν τοις δρυμοίς και οικήσεις και πύργους. 4 και εθυμία επί των υψηλών και επί των δωμάτων και υποκάτω παντός ξύλου αλσώδους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισήλθεν εις τον ναόν Κυρίου. ως Δαυίδ ο πατήρ αυτού.

20 και ήλθεν επ' αυτόν Θαγλαθφελλασάρ βασιλεύς Ασσούρ και επάταξεν αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον Εζρικάν ηγούμενον του οίκου αυτού και τον Ελκανά τον διάδοχον του βασιλέως. και αντελάβοντο της αιχμαλωσίας και πάντας τους γυμνούς περιέβαλον από των σκύλων και ενέδυσαν αυτούς και υπέδυσαν αυτούς και έδωκαν φαγείν και αλείψασθαι και αντελάβοντο και εν υποζυγίοις παντός ασθενούντος και κατέστησαν αυτούς εις Ιεριχώ πόλιν Φοινίκων προς τους αδελφούς αυτών. 11 και νυν ακούσατέ μου και αποστρέψατε την αιχμαλωσίαν. 8 και ηχμαλώτισαν οι υιοί Ισραήλ από των αδελφών αυτών τριακοσίας χιλιάδας. και επέστρεψαν εις Σαμάρειαν. ότι οργή θυμού Κυρίου εφ' υμίν. 12 και ανέστησαν άρχοντες από των υιών Εφραίμ. 13 και είπαν αυτοίς· ου μη εισαγάγητε την αιχμαλωσίαν ώδε προς ημάς. ‘Ωδήδ όνομα αυτω. και απεκτείνατε εν αυτοίς εν οργή· και έως των ουρανών έφθακε. 16 Εν τω καιρω εκείνω απέστειλεν ο βασιλεύς Άχαζ προς βασιλέα Ασσούρ βοηθήσαι αυτω και εν τούτω. 10 και νυν υιούς Ιούδα και Ιερουσαλήμ υμείς λέγετε κατακτήσασθαι εις δούλους και δούλας· ουκ ιδού ειμι μεθ' υμών μαρτυρήσαι Κυρίω Θεω υμών. Ουδείας ο του Ιωανού και Βαραχίας ο του Μωσολαμώθ και Εζεκίας ο του Σελλήμ και Αμασίας ο του Ελδαϊ. ότι πολλή η αμαρτία ημών και οργή θυμού Κυρίου επί τον Ισραήλ. προσθείναι επί ταις αμαρτίαις ημών και επί την άγνοιαν ημών. 9 και εκεί ην ο προφήτης του Κυρίου. ότι εις το αμαρτάνειν τω Κυρίω εφ' ημάς υμείς λέγετε. 21 και έλαβεν Άχαζ τα εν οίκω Κυρίου και τα εν οίκω του βασιλέως και των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 761 . ότι απέστη αποστάσει από Κυρίου. ην ηχμαλωτεύσατε των αδελφών υμών. 14 και αφήκαν οι πολεμισταί την αιχμαλωσίαν και τα σκύλα εναντίον των αρχόντων και πάσης της εκκλησίας. 15 και ανέστησαν άνδρες. 17 ότι οι Ιδουμαίοι επέθεντο και επάταξαν εν Ιούδα και ηχμαλώτισαν αιχμαλωσίαν 18 και οι αλλόφυλοι επέθεντο επί τας πόλεις της πεδινής και από λιβός του Ιούδα και έλαβον την Βαιθσαμύς και την Αϊλών και την Γαδηρώθ και την Σωχώ και τας κώμας αυτής και την Θαμνά και τας κώμας αυτής και την Γαμζώ και τας κώμας αυτής και κατώκησαν εκεί· 19 ότι εταπείνωσε Κύριος τον Ιούδαν δια Άχαζ βασιλέα Ιούδα. γυναίκας και υιούς και θυγατέρας. οί επεκλήθησαν εν ονόματι. και εξήλθεν εις απάντησιν της δυνάμεως των ερχομένων εις Σαμάρειαν και είπεν αυτοίς· ιδού οργή Κυρίου Θεού των πατέρων υμών επί Ιούδαν. επί τους ερχομένους από του πολέμου. και σκύλα πολλά εσκύλευσαν εξ αυτών και ήνεγκαν τα σκύλα εις Σαμάρειαν. και παρέδωκεν αυτούς εις τας χείρας υμών.

27 και εκοιμήθη Άχαζ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαυίδ. οι Λευίται. 2 και εποίησε το ευθές ενώπιον Κυρίου κατά πάντα. νυν αγνίσθητε και αγνίσατε τον οίκον Κυρίου Θεού των πατέρων υμών και εκβάλετε την ακαθαρσίαν εκ των αγίων· 6 ότι απέστησαν οι πατέρες ημών και εποίησαν το πονηρόν εναντίον Κυρίου Θεού ημών και εγκατέλιπαν αυτόν και απέστρεψαν το πρόσωπον αυτών από της σκηνής Κυρίου και έδωκαν αυχένα 7 και απέκλεισαν τας θύρας του ναού και έσβεσαν τους λύχνους και θυμίαμα ουκ εθυμίασαν και ολοκαυτώματα ου προσήνεγκαν εν τω αγίω Θεω Ισραήλ. και αντιλήψονταί μου. 4 και εισήγαγε τους ιερείς και τους Λευίτας και κατέστησεν αυτούς εις το κλίτος το προς ανατολάς και είπεν αυτοίς· 5 ακούσατε. ότι ουκ εισήνεγκαν αυτόν εις τους τάφους των βασιλέων Ισραήλ· και εβασίλευσεν Εζεκίας υιος αυτού αντ' αυτού. και προσέθηκε του αποστήναι από Κυρίου. 8 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 762 . Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΚΑΙ Εζεκίας εβασίλευσεν ων είκοσι και πέντε ετών και είκοσιν εννέα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. όσα εποίησε Δαυίδ ο πατήρ αυτού. 26 και οι λοιποί λόγοι αυτού και αι πράξεις αυτού αι πρώται και έσχαται ιδού γεγραμμέναι επί βιβλίω βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. και όνομα τη μητρί αυτού Αββά θυγάτηρ Ζαχαρίου. εν τω μηνί τω πρώτω ανέωξε τας θύρας οίκου Κυρίου και επεσκεύασεν αυτάς. και είπεν ο βασιλεύς Άχαζ· 23 εκζητήσω τους θεούς Δαμασκού τους τύπτοντάς με· και είπεν ότι θεοί βασιλέως Συρίας αυτοί κατισχύσουσιν αυτούς. 22 αλλ' ή τω θλιβήναι αυτόν. αυτοίς τοίνυν θύσω. και αυτοί εγένοντο αυτω εις σκώλον και παντί Ισραήλ. 24 και απέστησεν Άχαζ τα σκεύη οίκου Κυρίου και κατέκοψεν αυτά και έκλεισε τας θύρας οίκου Κυρίου και εποίησεν εαυτω θυσιαστήρια εν πάση γωνία εν Ιερουσαλήμ· 25 και εν πάση πόλει και πόλει εν Ιούδα εποίησεν υψηλά θυμιάν θεοίς αλλοτρίοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αρχόντων και έδωκε τω βασιλεί Ασσούρ και ουκ εις βοήθειαν αυτω ην. και παρώργισαν Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών. 3 και εγένετο ως έστη επί της βασιλείας αυτού.

18 και εισήλθαν έσω προς Εζεκίαν τον βασιλέα και είπαν· ηγνίσαμεν πάντα τα εν οίκω Κυρίου. και εδέξαντο οι ιερείς το αίμα και προσέχεαν επί το θυσιαστήριον· και έθυσαν τους κριούς. κριούς επτά. 9 και ιδού πεπλήγασιν οι πατέρες υμών εν μαχαίρα. Μαάθ ο του Αμασί και Ιωήλ ο του Αζαρίου εκ των υιών Καάθ και εκ των υιών Μεραρί Κίς ο του Αβδί και Αζαρίας ο του Ιαλλελήλ. 15 και συνήγαγον τους αδελφούς αυτών και ηγνίσθησαν κατά την εντολήν του βασιλέως δια προστάγματος Κυρίου καθαρίσαι τον οίκον Κυρίου. 10 επί τούτοις νυν εστιν επί καρδίας διαθέσθαι διαθήκην Κυρίου Θεού Ισραήλ. ιδού εστιν εναντίον του θυσιαστηρίου Κυρίου. ό και νυν εστιν. α εμίανεν ο βασιλεύς Άχαζ εν τη βασιλεία αυτού εν τη αποστασία αυτού. και εδέξαντο οι Λευίται εκβαλείν εις τον χειμάρρουν Κέδρων έξω. και προσέχεαν το αίμα επί το θυσιαστήριον· και έθυσαν τους αμνούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωργίσθη οργή Κύριος επί τον Ιούδαν και την Ιερουσαλήμ και έδωκεν αυτούς εις έκστασιν και εις αφανισμόν και εις συρισμόν. και των υιών Ιδιθούν Σαμαίας και ‘Οζιήλ. το θυσιαστήριον της ολοκαυτώσεως και τα σκεύη αυτού και την τράπεζαν της προθέσεως και τα σκεύη αυτής· 19 και πάντα τα σκεύη. και των υιών Ασάφ Ζαχαρίας και Ματθανίας. 13 και των υιών Ελισαφάν Ζαμβρί και Ιεϊήλ. 12 και ανέστησαν οι Λευίται. περί της βασιλείας και περί των αγίων και περί Ισραήλ και είπε τοις υιοίς Ααρών τοις ιερεύσιν αναβαίνειν επί το θυσιαστήριον Κυρίου. ητοιμάκαμεν και ηγνίκαμεν. 20 και ώρθρισεν Εζεκίας ο βασιλεύς και συνήγαγε τους άρχοντας της πόλεως και ανέβη εις οίκον Κυρίου 21 και ανήνεγκε μόσχους επτά. 14 και των υιών Αιμάν Ιεϊήλ και Σεμεϊ. 11 και νυν μη διαλίπητε. αμνούς επτά. και από των υιών Γεδσωνί Ιωδαάδ ο του Ζεμμάθ και Ιωαδάμ ο του Ιωαχά. και αποστρέψει την οργήν του θυμού αυτού αφ' ημών. 22 και έθυσαν τους μόσχους. ως υμείς οράτε τοις οφθαλμοίς υμών. και οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών και αι γυναίκες υμών εν αιχμαλωσία εν γη ουκ αυτών. 17 και ήρξαντο τη ημέρα τη πρώτη νουμηνία του πρώτου μηνός αγνίσαι και τη ημέρα τη ογδόη του μηνός εισήλθαν εις τον ναόν Κυρίου και ήγνισαν τον οίκον Κυρίου εν ημέραις οκτώ και τη ημέρα τη τρισκαιδεκάτη του μηνός του πρώτου συνετέλεσαν. ότι εν υμίν ηρέτικε Κύριος στήναι εναντίον αυτού λειτουργείν και είναι αυτω λειτουργούντας και θυμιώντας. χιμάρους αιγών επτά περί αμαρτίας. και περιέχεον το αίμα τω θυσιαστηρίω· 23 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 763 . 16 και εισήλθον οι ιερείς έσω εις τον οίκον Κυρίου αγνίσαι και εξέβαλον πάσαν την ακαθαρσίαν την ευρεθείσαν εν τω οίκω Κυρίου και εις την αυλήν οίκου Κυρίου.

ότι οι Λευίται προθύμως ήγνισαν παρά τους ιερείς. και επέθηκαν τας χείρας αυτών επ' αυτούς. ότι εξάπινα εγένετο ο λόγος. 25 και έστησε τους Λευίτας εν οίκω Κυρίου εν κυμβάλοις και εν νάβλαις και εν κινύραις κατά την εντολήν Δαυίδ του βασιλέως και Γάδ του ορώντος τω βασιλεί και Νάθαν του προφήτου. αμνοί διακόσιοι· εις ολοκαύτωσιν Κυρίω πάντα ταύτα. 26 και έστησαν οι Λευίται εν οργάνοις Δαυίδ και οι ιερείς ταις σάλπιγξι. και σάλπιγγες σαλπίζουσαι. προσαγάγετε και φέρετε θυσίας αινέσεως εις οίκον Κυρίου· και ανήνεγκεν η εκκλησία θυσίας και αινέσεις εις οίκον Κυρίου και πας πρόθυμος τη καρδία ολοκαυτώσεις. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 764 . περί παντός Ισραήλ η ολοκαύτωσις και τα περί αμαρτίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσήγαγον τους χιμάρους τους περί αμαρτίας εναντίον του βασιλέως και της εκκλησίας. έκαμψεν ο βασιλεύς και πάντες οι ευρεθέντες και προσεκύνησαν. κριοί εκατόν. μόσχοι εβδομήκοντα. 24 και έθυσαν αυτούς οι ιερείς και εξιλάσαντο το αίμα αυτών προς το θυσιαστήριον και εξιλάσαντο περί παντός Ισραήλ. ότι είπεν ο βασιλεύς. 30 και είπεν Εζεκίας ο βασιλεύς και οι άρχοντες τοις Λευίταις υμνείν τον Κύριον εν λόγοις Δαυίδ και Ασάφ του προφήτου· και ύμνουν εν ευφροσύνη και έπεσον και προσεκύνησαν. έως ου συνετελέσθη η ολοκαύτωσις. και οι ψαλτωδοί άδοντες. 34 αλλ' ή οι ιερείς ήσαν ολίγοι και ουκ ηδύναντο εκδείραι την ολοκαύτωσιν. ης ανήνεγκεν η εκκλησία. 35 και η ολοκαύτωσις πολλή εν τοις στέασι της τελειώσεως του σωτηρίου και των σπονδών της ολοκαυτώσεως· και κατωρθώθη το έργον εν οίκω Κυρίου. ότι δια εντολής Κυρίου το πρόσταγμα εν χειρί των προφητών. και σάλπιγγες προς τα όργανα Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ. 32 και εγένετο ο αριθμός της ολοκαυτώσεως. 27 και είπεν Εζεκίας ανενέγκαι την ολοκαύτωσιν επί το θυσιαστήριον· και εν τω άρξασθαι αναφέρειν την ολοκαύτωσιν ήρξαντο άδειν Κυρίω. 33 και οι ηγιασμένοι μόσχοι εξακόσιοι. 29 και ως συνετέλεσαν αναφέροντες. και αντελάβοντο αυτών οι αδελφοί αυτών οι Λευίται. 31 και απεκρίθη Εζεκίας και είπε· νυν επληρώσατε τας χείρας υμών Κυρίω. έως ου συνετελέσθη το έργον και έως ου ηγνίσθησαν οι ιερείς. 36 και ηυφράνθη Εζεκίας και πας ο λαός δια το ητοιμακέναι τον Θεόν τω λαω. 28 και πάσα η εκκλησία προσεκύνει. πρόβατα τρισχίλια.

10 και ήσαν οι τρέχοντες διαπορευόμενοι πόλιν εκ πόλεως εν τω όρει Εφραίμ και Μανασσή και έως Ζαβουλών. και εγένοντο ως καταγελώντες αυτών και καταμωκώμενοι· 11 αλλά άνθρωποι Ασήρ και από Μανασσή και από Ζαβουλών ενετράπησαν και ήλθον εις Ιερουσαλήμ και εις Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ απέστειλεν Εζεκίας επί πάντα Ισραήλ και Ιούδα και επιστολάς έγραψαν επί τον Εφραίμ και Μανασσή ελθείν εις οίκον Κυρίου εις Ιερουσαλήμ ποιήσαι το φασέκ τω Κυρίω Θεω Ισραήλ. οί απέστησαν από Κυρίου Θεού πατέρων αυτών. και ουκ αποστρέψει το πρόσωπον αυτού αφ' υμών. και επιστρέψει τους ανασεσωσμένους τους καταλειφθέντας από χειρός βασιλέως Ασσούρ· 7 και μη γίνεσθε καθώς οι πατέρες υμών και οι αδελφοί υμών. 8 και νυν μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών ως οι πατέρες υμών· δότε δόξαν Κυρίω τω Θεω και εισέλθετε εις το αγίασμα αυτού. ότι πλήθος ουκ εποίησε κατά την γραφήν. 12 και εγένετο χείρ Κυρίου δούναι αυτοίς καρδίαν μίαν ελθείν του ποιήσαι κατά τα προστάγματα του βασιλέως και των αρχόντων εν λόγω Κυρίου. 4 και ήρεσεν ο λόγος εναντίον του βασιλέως και εναντίον της εκκλησίας. και ο λαός ου συνήχθη εις Ιερουσαλήμ. 9 ότι εν τω επιστρέφειν υμάς προς Κύριον οι αδελφοί υμών και τα τέκνα υμών έσονται εν οικτιρμοίς έναντι πάντων των αιχμαλωτισάντων αυτούς. και δουλεύσατε τω Κυρίω Θεω υμών. 2 και εβουλεύσατο ο βασιλεύς και οι άρχοντες και πάσα η εκκλησία εν Ιερουσαλήμ ποιήσαι το φασέκ τω μηνί τω δευτέρω· 3 ου γαρ ηδυνάσθησαν ποιήσαι αυτό εν τω καιρω εκείνω. ότι ελεήμων και οικτίρμων Κύριος ο Θεός ημών. 6 και επορεύθησαν οι τρέχοντες συν ταις επιστολαίς παρά του βασιλέως και των αρχόντων εις πάντα Ισραήλ και Ιούδαν κατά το πρόσταγμα του βασιλέως λέγοντες· οι υιοί Ισραήλ επιστρέψατε προς Κύριον Θεόν Αβραάμ και Ισαάκ και Ισραήλ. 13 και συνήχθησαν εις Ιερουσαλήμ λαός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 765 . ότι οι ιερείς ουχ ηγνίσθησαν ικανοί. ελθόντας ποιήσαι το φασέκ Κυρίω Θεω Ισραήλ εις Ιερουσαλήμ. ό ηγίασεν εις τον αιώνα. και αποστρέψει εις την γην ταύτην. καθώς υμείς οράτε. εάν επιστρέψωμεν προς αυτόν. και παρέδωκεν αυτούς εις ερήμωσιν. και αποστρέψει αφ' υμών θυμόν οργής. 5 και έστησαν λόγον διελθείν κήρυγμα εν παντί Ισραήλ από Βηρσαβεέ έως Δάν.

21 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ οι ευρεθέντες εν Ιερουσαλήμ την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας εν ευφροσύνη μεγάλη και καθυμνούντες τω Κυρίω ημέραν καθ' ημέραν και οι ιερείς και οι Λευίται εν οργάνοις τω Κυρίω. 27 και ανέστησαν οι ιερείς οι Λευίται και ευλόγησαν τον λαόν· και επηκούσθη η φωνή αυτών. και τα άγια των ιερέων εις πλήθος. 23 και εβουλεύσατο η εκκλησία άμα ποιήσαι επτά ημέρας άλλας· και εποίησαν επτά ημέρας εν ευφροσύνη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 766 . 16 και έστησαν επί την στάσιν αυτών κατά το κρίμα αυτών. 25 και ηυφράνθη πάσα η εκκλησία. οι ιερείς και οι Λευίται και πάσα η εκκλησία Ιούδα και οι ευρεθέντες εξ Ιερουσαλήμ και οι προσήλυτοι οι ελθόντες από γης Ισραήλ και οι κατοικούντες Ιούδα. και προσηύξατο Εζεκίας περί αυτών λέγων· Κύριος αγαθός εξιλασάσθω 19 υπέρ πάσης καρδίας κατευθυνούσης εκζητήσαι Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτών και ου κατά την αγνείαν των αγίων. 14 και ανέστησαν και καθείλαν τα θυσιαστήρια τα εν Ιερουσαλήμ και πάντα. και οι ιερείς εδέχοντο τα αίματα εκ χειρός των Λευιτών· 17 ότι πλήθος της εκκλησίας ουχ ηγνίσθη. 15 και έθυσαν το φασέκ τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του μηνός του δευτέρου· και οι ιερείς και οι Λευίται ενετράπησαν και ηγνίσθησαν και εισήνεγκαν ολοκαυτώματα εν οίκω Κυρίου. εν οίς εθυμίων τοις ψευδέσι. και οι Λευίται ήσαν του θύειν το φασέκ παντί τω μη δυναμένω αγνισθήναι τω Κυρίω. και οι άρχοντες απήρξαντο τω λαω μόσχους χιλίους και πρόβατα δέκα χιλιάδας. κατέσπασαν και έρριψαν εις τον χειμάρρουν Κέδρων. 24 ότι Εζεκίας απήρξατο τω Ιούδα τη εκκλησία χιλίους μόσχους και επτακισχίλια πρόβατα. αλλ' έφαγον το φασέκ παρά την γραφήν. 22 και ελάλησεν Εζεκίας επί πάσαν καρδίαν των Λευιτών και των συνιόντων σύνεσιν αγαθήν τω Κυρίω· και συνετέλεσαν την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας θύοντες θυσίαν σωτηρίου και εξομολογούμενοι τω Κυρίω Θεω των πατέρων αυτών. 26 και εγένετο ευφροσύνη μεγάλη εν Ιερουσαλήμ· από ημερών Σαλωμών υιού Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ ουκ εγένετο τοιαύτη εορτή εν Ιερουσαλήμ. εκκλησία πολλή σφόδρα. και ήλθεν η προσευχή αυτών εις το κατοικητήριον το άγιον αυτού εις τον ουρανόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πολύς του ποιήσαι την εορτήν των αζύμων εν τω μηνί τω δευτέρω. 20 και επήκουσε Κύριος τω Εζεκία και ιάσατο τον λαόν. κατά την εντολήν Μωυσή ανθρώπου του Θεού. 18 ότι το πλείστον του λαού από Εφραίμ και Μανασσή και Ισσάχαρ και Ζαβουλών ουχ ηγνίσθησαν.

8 και ήλθεν Εζεκίας και οι άρχοντες και είδον τους σωρούς και ηυλόγησαν τον Κύριον και τον λαόν αυτού Ισραήλ. και ητοίμασαν. 9 και επυνθάνετο Εζεκίας των ιερέων και των Λευιτών υπέρ των σωρών. 11 και είπεν Εζεκίας έτι ετοιμάσαι παστοφόρια εις οίκον Κυρίου. 13 και Ιεϊήλ και ‘Οζαζίας και Ναέθ και Ασαήλ και Ιεριμώθ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 767 . 5 και ως προσέταξε τον λόγον. και επέστρεψαν πας Ισραήλ έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού και εις τας πόλεις αυτών. 6 και οι κατοικούντες εν ταις πόλεσιν Ιούδα και αυτοί ήνεγκαν επιδέκατα μόσχων και προβάτων και επιδέκατα αιγών και ηγίασαν τω Κυρίω Θεω αυτών και εισήνεγκαν και έθηκαν σωρούς σωρούς· 7 εν τω μηνί τω τρίτω ήρξαντο οι σωροί θεμελιούσθαι. 12 και ήνεγκαν εκεί τας απαρχάς και τα επιδέκατα εν πίστει. ότι Κύριος ηυλόγησε τον λαόν αυτού. επλεόνασεν Ισραήλ απαρχήν σίτου και οίνου και ελαίου και μέλιτος και παν γέννημα αγρού. και κατελίπομεν επί το πλήθος τούτο. και επ' αυτών επιστάτης Χωνενίας ο Λευίτης. 10 και είπε προς αυτόν Αζαρίας ο ιερεύς ο άρχων εις οίκον Σαδώκ και είπεν· εξ ου ήρκται η απαρχή φέρεσθαι εις οίκον Κυρίου. όπως κατισχύσωσιν εν τη λειτουργία οίκου Κυρίου. 4 και είπαν τω λαω τοις κατοικούσιν εν Ιερουσαλήμ δούναι την μερίδα των ιερέων και των Λευιτών. και επιδέκατα πάντα εις πλήθος ήνεγκαν οι υιοί Ισραήλ και Ιούδα. εφάγομεν και επίομεν και κατελίπομεν έως εις πλήθος. και εξ Εφραίμ και από Μανασσή έως εις τέλος. εξήλθε πας Ισραήλ οι ευρεθέντες εν πόλεσιν Ιούδα και συνέτριψαν τας στήλας και έκοψαν τα άλση και κατέσπασαν τα υψηλά και τους βωμούς από πάσης της Ιουδαίας και Βενιαμίν. και εν τω μηνί τω εβδόμω συνετελέσθησαν. 3 και μερίς του βασιλέως εκ των υπαρχόντων αυτού εις τας ολοκαυτώσεις την πρωϊνήν και την δειλινήν και ολοκαυτώσεις εις τα σάββατα και εις τας νουμηνίας και εις τας εορτάς τας γεγραμμένας εν τω νόμω Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ ως συνετελέσθη πάντα ταύτα. 2 και έταξεν Εζεκίας τας εφημερίας των ιερέων και των Λευιτών και τας εφημερίας εκάστου κατά την εαυτού λειτουργίαν τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις εις την ολοκαύτωσιν και εις την θυσίαν του σωτηρίου και αινείν και εξομολογείσθαι και λειτουργείν εν ταις πύλαις εν ταις αυλαίς οίκου Κυρίου. και Σεμεϊ ο αδελφός αυτού διαδεχόμενος.

και Σεχονίας δια χειρός των ιερέων εν πίστει δούναι τοις αδελφοίς αυτών κατά τας εφημερίας. 14 και Κωρή ο του Ιεμνά ο Λευίτης ο πυλωρός κατά ανατολάς επί των δομάτων δούναι τας απαρχάς Κυρίου και τα άγια των αγίων 15 δια χειρός ‘Οδόμ και Βενιαμίν και Ιησούς και Σεμεϊ και Αμαρίας. και οι από των πόλεων αυτών εν πάση πόλει και πόλει άνδρες. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ μετά τους λόγους τούτους και την αλήθειαν ταύτην ήλθε Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων και ήλθεν επί Ιούδαν και παρενέβαλεν επί τας πόλεις τας τειχήρεις και είπε προκαταλαβέσθαι αυτάς. εις λειτουργίαν εφημερίαις διατάξεως αυτών. 20 και εποίησεν ούτως Εζεκίας εν παντί Ιούδα και εποίησε το καλόν και το ευθές εναντίον του Κυρίου Θεού αυτού. κατά τον μέγαν και τον μικρόν. 4 και συνήγαγε λαόν πολύν και ενέφραξε τα ύδατα των πηγών και τον ποταμόν τον διορίζοντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 768 . και συνεπίσχυσαν αυτω. εν πάση επιγονή υιών αυτών και θυγατέρων αυτών εις παν πλήθος. 21 και εν παντί έργω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Ιωζαβάδ και Ελιήλ και Σαμαχία και Μαάθ και Βαναϊας και οι υιοί αυτού καθεσταμένοι δια Χωνενίου και Σεμεϊ του αδελφού αυτού. εις λόγον ημερών εις ημέραν. καθώς προσέταξεν Εζεκίας ο βασιλεύς και Αζαρίας ο ηγούμενος οίκου Κυρίου. ω ήρξατο εν εργασία εν οίκω Κυρίου. δούναι μερίδα παντί αρσενικω εν τοις ιερεύσι και παντί καταριθμουμένω εν τοις Λευίταις. οί ωνομάσθησαν εν ονόματι. παντί τω εισπορευομένω εις οίκον Κυρίου. 16 εκτός της επιγονής των αρσενικών από τριετούς και επάνω. α ην έξω της πόλεως. 18 εν καταλοχίαις. 17 ούτος ο καταλοχισμός των ιερέων κατ' οίκους πατριών. και εν τω νόμω και εν τοις προστάγμασιν εξεζήτησε τον Θεόν αυτού εξ όλης ψυχής αυτού και εποίησε και ευωδώθη. 2 και είδεν Εζεκίας ότι ήκει Σενναχηρίμ και το πρόσωπον αυτού του πολεμήσαι επί Ιερουσαλήμ. 3 και εβουλεύσατο μετά των πρεσβυτέρων αυτού και των δυνατών εμφράξαι τα ύδατα των πηγών. και οι Λευίται εν ταις εφημερίαις αυτών από εικοσαετούς και επάνω εν διατάξει. ότι εν πίστει ήγνισαν το άγιον 19 τοις υιοίς Ααρών τοις ιερατεύουσι.

όπως 769 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') . ότι δυνήσεται ο Θεός υμών σώσαι υμάς εκ χειρός μου. μη δυνάμενοι ηδύναντο θεοί των εθνών πάσης της γης σώσαι τον λαόν αυτών εκ χειρός μου. και αυτός επί Λαχίς και πάσα η στρατιά μετ' αυτού. μη εδύναντο σώσαι τον λαόν αυτών εκ χειρός μου. ους εξωλόθρευσαν οι πατέρες μου. του φοβήσαι αυτούς και κατασπάσαι. και συνήχθησαν προς αυτόν επί την πλατείαν της πύλης της φάραγγος. ότι ο Θεός υμών ου μη σώσει υμάς εκ χειρός μου. 12 ουχ ούτός εστιν Εζεκίας. 5 και κατίσχυσεν Εζεκίας και ωκοδόμησε παν το τείχος το κατεσκαμμένον και πύργους και έξω προτείχισμα άλλο και κατίσχυσε το ανάλημμα της πόλεως Δαυίδ και κατεσκεύασεν όπλα πολλά. 18 και εβόησε φωνή μεγάλη Ιουδαϊστί επί τον λαόν Ιερουσαλήμ τον επί του τείχους. 14 τις εν πάσι τοις θεοίς των εθνών τούτων. μηδέ πτοηθήτε από προσώπου βασιλέως Ασσούρ και από προσώπου παντός του έθνους του μετ' αυτού.τι εποίησα εγώ και οι πατέρες μου πάσι τοις λαοίς των χωρών. και μη πιστεύετε αυτω· ότι ου μη δύνηται ο Θεός παντός έθνους και βασιλείας του σώσαι τον λαόν αυτού εκ χειρός μου και εκ χειρός πατέρων μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δια της πόλεως λέγων· μη έλθη βασιλεύς Ασσούρ και εύρη ύδωρ πολύ και κατισχύση. ότι μεθ' ημών πλείονες ή μετ' αυτού· 8 μετ' αυτού βραχίονες σάρκινοι. 15 νυν ουν μη απατάτω υμάς Εζεκίας και μη πεποιθέναι υμάς ποιείτω κατά ταύτα. 17 και βιβλίον έγραψεν ονειδίζειν τον Κύριον Θεόν Ισραήλ και είπε περί αυτού λέγων· ως οι θεοί των εθνών της γης ουκ εξείλαντο λαούς αυτών εκ χειρος μου. μεθ' ημών δε Κύριος ο Θεός ημών του σώζειν και του πολεμείν τον πόλεμον ημών. 6 και έθετο άρχοντας του πολέμου επί τον λαόν. και κατεθάρσησεν ο λαός επί τοις λόγοις Εζεκίου βασιλέως Ιούδα. 16 και έτι ελάλησαν οι παίδες αυτού επί τον Κύριον Θεόν και επί Εζεκίαν παίδα αυτού. ούτως ου μη εξέληται ο Θεός Εζεκίου λαόν αυτού εκ χειρός μου. και απέστειλε προς Εζεκίαν βασιλέα Ιούδα και προς πάντα Ιούδα τον εν Ιερουσαλήμ λέγων· 10 ούτως λέγει Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων· επί τι υμείς πεποίθατε και καθήσεσθε εν τη περιοχή εν Ιερουσαλήμ. 13 ου γνώσεσθε ό. 9 και μετά ταύτα απέστειλε Σενναχηρίμ βασιλεύς Ασσυρίων τους παίδας εαυτού επί Ιερουσαλήμ. ος περιείλε τα θυσιαστήρια αυτού και τα υψηλά αυτού και είπε τω Ιούδα και τοις κατοικούσιν εν Ιερουσαλήμ λέγων· κατέναντι του θυσιαστηρίου τούτου προσκυνήσετε και επ' αυτω θυμιάσατε. 11 ουχί Εζεκίας απατά υμάς του παραδούναι υμάς εις θάνατον και εις λιμόν και εις δίψαν λέγων· Κύριος ο Θεός ημών σώσει ημάς εκ χειρός βασιλέως Ασσούρ. και ελάλησεν επί καρδίαν αυτών λέγων· 7 ισχύσατε και ανδρίζεσθε και μη φοβηθήτε.

και επήκουσεν αυτω. και θησαυρούς εποίησεν αυτω αργυρίου και χρυσίου και του λίθου του τιμίου και εις τα αρώματα και οπλοθήκας και εις σκεύη επιθυμητά 28 και πόλεις εις τα γεννήματα του σίτου και οίνου και ελαίου και κώμας και φάτνας παντός κτήνους και μάνδρας εις τα ποίμνια 29 και πόλεις. 32 και τα λοιπά των λόγων Εζεκίου και το έλεος αυτού ιδού γέγραπται εν τη προφητεία Ησαϊου υιού Αμώς του προφήτου και επί βιβλίου βασιλέων Ιούδα και Ισραήλ. και ήλθεν εις οίκον Θεού αυτού. 22 και έσωσε Κύριος τον Εζεκίαν και τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ εκ χειρός Σενναχηρίμ βασιλέως Ασσούρ και εκ χειρός πάντων και κατέπαυσεν αυτούς κυκλόθεν. 25 και ου κατά το ανταπόδομα. και έθαψαν αυτόν εν αναβάσει τάφων υιών Δαυίδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προκαταλάβωνται την πόλιν. ειδέναι τα εν τη καρδία αυτού. και απέστρεψε μετά αισχύνης προσώπου εις την γην εαυτού. ας ωκοδόμησεν αυτω. αλλά υψώθη η καρδία αυτού. και εξέτριψε πάντα δυνατόν πολεμιστήν και άρχοντα και στρατηγόν εν τη παρεμβολή βασιλέως Ασσούρ. 24 Εν ταις ημέραις εκείναις ηρρώστησεν Εζεκίας έως θανάτου· και προσηύξατο προς Κύριον. ό έδωκεν αυτω ανταπέδωκεν Εζεκίας. 20 και προσηύξατο Εζεκίας ο βασιλεύς και Ησαϊας υιος Αμώς ο προφήτης περί τούτων και εβόησαν εις τον ουρανόν. και ουκ επήλθεν επ' αυτούς οργή Κυρίου εν ταις ημέραις Εζεκίου. έργα χειρών ανθρώπων. και δόξαν και τιμήν έδωκαν αυτω εν τω θανάτω αυτού πας Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 770 . και σημείον έδωκεν αυτω. και υπερήρθη κατ' οφθαλμούς πάντων των εθνών μετά ταύτα. και εγένετο επ' αυτόν οργή και επί Ιούδαν και Ιερουσαλήμ. 33 και εκοιμήθη Εζεκίας μετά των πατέρων αυτού. 31 και ούτως τοις πρεσβευταίς των αρχόντων από Βαβυλώνος τοις αποσταλείσι προς αυτόν πυθέσθαι παρ' αυτού το τέρας. και των εξελθόντων εκ κοιλίας αυτού κατέβαλον αυτόν εν ρομφαία. 30 αυτός Εζεκίας ενέφραξε την έξοδον του ύδατος Γιών το άνω και κατηύθυνεν αυτά κάτω προς λίβα της πόλεως Δαυίδ· και ευωδώθη Εζεκίας εν πάσι τοις έργοις αυτού. 19 και ελάλησεν επί Θεόν Ιερουσαλήμ. ότι έδωκεν αυτω Κύριος αποσκευήν πολλήν σφόδρα. 23 και πολλοί έφερον δώρα τω Κυρίω εις Ιερουσαλήμ και δόματα τω Εζεκία βασιλεί Ιούδα. 21 και απέστειλε Κύριος άγγελον. 27 και εγένετο τω Εζεκία πλούτος και δόξα πολλή σφόδρα. ό εγένετο επί της γης. ως και επί θεούς λαών της γης. εγκατέλιπεν αυτόν Κύριος του πειράσαι αυτόν. και αποσκευήν προβάτων και βοών εις πλήθος. 26 και εταπεινώθη Εζεκίας από του ύψους της καρδίας αυτού αυτός και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ.

9 και επλάνησε Μανασσής τον Ιούδαν και τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ του ποιήσαι το πονηρόν υπέρ πάντα τα έθνη. 4 και ωκοδόμησε θυσιαστήρια εν οίκω Κυρίου. κατά πάντα τον νόμον και τα προστάγματα και τα κρίματα εν χειρί Μωϋσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εβασίλευσε Μανασσής υιος αυτού αντ' αυτού. 10 και ελάλησε Κύριος επί Μανασσή και επί τον λαόν αυτού. 12 και ως εθλίβη. εν οίκω Θεού. και κατέλαβον τον Μανασσή εν δεσμοίς και έδησαν αυτόν εν πέδαις και ήγαγον εις Βαβυλώνα. ου είπε Θεός προς Δαυίδ και προς Σαλωμών υιόν αυτού· εν τω οίκω τούτω και Ιερουσαλήμ. ου είπε Κύριος· εν Ιερουσαλήμ έσται το όνομά μου εις τον αιώνα. και ουκ επήκουσαν. εζήτησε το πρόσωπον Θεού του Κυρίου αυτού και εταπεινώθη σφόδρα από προσώπου Θεού πατέρων αυτού. 3 και επέστρεψε και ωκοδόμησε τα υψηλά. ην εξελεξάμην εκ πασών φυλών Ισραήλ. ης έδωκα τοις πατράσιν αυτών. 6 και αυτός διήγαγε τα τέκνα αυτού εν πυρί εν Γεβενεννόμ και εκληδονίζετο και οιωνίζετο και εφαρμακεύετο και εποίησεν εγγαστριμύθους και επαοιδούς· και επλήθυνε του ποιήσαι το πονηρόν εναντίον Κυρίου του παροργίσαι αυτόν. α ενετειλάμην αυτοίς. α εξήρε Κύριος από προσώπου υιών Ισραήλ. πλήν εάν φυλάσσωνται του ποιήσαι πάντα. 11 και ήγαγε Κύριος επ' αυτούς τους άρχοντας της δυνάμεως του βασιλέως Ασσούρ. 5 και ωκοδόμησε θυσιαστήρια πάση τη στρατιά του ουρανού εν ταις δυσίν αυλαίς οίκου Κυρίου. 7 και έθηκε το γλυπτόν και το χωνευτόν. και έστησε στήλας τοις Βααλίμ και εποίησεν άλση και προσεκύνησε πάση τη στρατιά του ουρανού και εδούλευσεν αυτοίς. εικόνα ην εποίησεν. 13 και προσηύξατο προς αυτόν. θήσω το όνομά μου εις τον αιώνα· 8 και ου προσθήσω σαλεύσαι τον πόδα Ισραήλ από της γης. ους εξωλόθρευσε Κύριος από προσώπου των υιών Ισραήλ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΩΝ δεκαδύο ετών Μανασσής εν τω βασιλεύσαι αυτόν και πεντηκονταπέντε έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 771 . 2 και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου από πάντων των βδελυγμάτων των εθνών. α κατέσπασεν Εζεκίας ο πατήρ αυτού.

και κατέστησεν άρχοντας της δυνάμεως εν πάσαις ταις πόλεσι ταις τειχήρεσιν εν Ιούδα 15 και περιείλε τους θεούς τους αλλοτρίους και το γλυπτόν εξ οίκου Κυρίου και πάντα τα θυσιαστήρια. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 772 . εφ' οίς ωκοδόμησεν εν αυτοίς τα υψηλά και έστησεν εκεί άλση και γλυπτά. πλήν Κύριος ο Θεός αυτών. 23 και ουκ εταπεινώθη εναντίον Κυρίου. 16 και κατώρθωσε το θυσιαστήριον Κυρίου και εθυσίασεν επ' αυτό θυσίαν σωτηρίου και αινέσεως και είπε τω Ιούδα του δουλεύειν Κυρίω Θεω Ισραήλ· 17 πλήν έτι ο λαός επί των υψηλών εθυσίαζε. 14 και μετά ταύτα ωκοδόμησε τείχος έξω της πόλεως Δαυίδ από λιβός κατά Γιών εν τω χειμάρρω και κατά την είσοδον την δια της πύλης της ιχθυϊκής εκπορευομένων την πύλην την κυκλόθεν και εις ‘Οφλά και ύψωσε σφόδρα. ως και επήκουσεν αυτού. 25 και επάταξεν ο λαός της γης τους επιθεμένους επί τον βασιλέα Αμών. οίς εποίησε Μανασσής ο πατήρ αυτού. 20 και εκοιμήθη Μανασσής μετά των πατέρων αυτού. 18 και τα λοιπά των λόγων Μανασσή και η προσευχή αυτού η προς τον Θεόν και λόγοι των ορώντων των λαλούντων προς αυτόν επ' ονόματι Θεού Ισραήλ 19 ιδού επί λόγων προσευχής αυτού. α ωκοδόμησεν εν όρει οίκου Κυρίου και εν Ιερουσαλήμ και έξωθεν της πόλεως. προ του επιστρέψαι. έθυεν Αμών και εδούλευσεν αυτοίς. ιδού γέγραπται επί των λόγων των ορώντων. και εβασίλευσεν ο λαός της γης τον Ιωσίαν υιόν αυτού αντ' αυτού. 24 και επέθεντο αυτω οι παίδες αυτού και επάταξαν αυτόν εν οίκω αυτού. 22 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. και πάσι τοις ειδώλοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και επήκουσεν αυτού· και επήκουσε της βοής αυτού και επέστρεψεν αυτόν εις Ιερουσαλήμ επί την βασιλείαν αυτού· και έγνω Μανασσής. ότι Κύριος αυτός εστι Θεός. και πάσαι αι αμαρτίαι αυτού και αποστάσεις αυτού και οι τόποι. ως εταπεινώθη Μανασσής ο πατήρ αυτού. ως εποίησε Μανασσής ο πατήρ αυτού. 21 Ων ετών είκοσι και δύο Αμών εν τω βασιλεύειν αυτόν και δύο έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. ότι υιος αυτού Αμών επλήθυνε πλημμέλειαν. και έθαψαν αυτόν εν παραδείσω οίκου αυτού· και εβασίλευσεν αντ' αυτού Αμών υιος αυτού.

8 Και εν τω έτει τω οκτωκαιδεκάτω της βασιλείας αυτού του καθαρίσαι την γην και τον οίκον απέστειλε τον Σαφάν υιόν Εσελία και τον Μαασά άρχοντα της πόλεως και τον Ιουάχ υιόν Ιωάχαζ τον υπομνηματογράφον αυτού κραταιώσαι τον οίκον Κυρίου του Θεού αυτού. και επ' αυτών επίσκοποι Ιέθ και Αβδίας οι Λευίται εξ υιών Μεραρί και Ζαχαρίας και Μοσολλάμ εκ των υιών Καάθ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 773 . και απέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΩΝ οκτώ ετών Ιωσίας εν τω βασιλεύσαι αυτόν και τριάκοντα και εν έτος εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 2 και εποίησε το ευθές εναντίον Κυρίου και επορεύθη εν οδοίς Δαυίδ του πατρός αυτού και ουκ εξέκλινε δεξιά και αριστερά. 11 και έδωκαν τοις τέκτοσι και τοις οικοδόμοις αγοράσαι λίθους τετραπέδους και ξύλα εις δοκούς στεγάσαι τους οίκους. οί εποίουν εν οίκω Κυρίου. 6 και εν πόλεσι Μανασσή και Εφραίμ και Συμεών και Νεφθαλί και τοις τόποις αυτών κύκλω 7 και κατέσπασε τα θυσιαστήρια και τα άλση. 3 και εν τω ογδόω έτει της βασιλείας αυτού -και αυτός έτι παιδάριον. 4 και κατέσπασε τα κατά πρόσωπον αυτού θυσιαστήρια των Βααλίμ και τα υψηλά τα επ' αυτών και έκοψε τα άλση και τα γλυπτά και τα χωνευτά συνέτριψε και ελέπτυνε και έρριψεν επί πρόσωπον των μνημάτων των θυσιαζόντων αυτοίς 5 και οστά ιερέων κατέκαυσεν επί τα θυσιαστήρια· και εκαθάρισε τον Ιούδαν και την Ιερουσαλήμ.ήρξατο του ζητήσαι Κύριον τον Θεόν Δαυίδ του πατρός αυτού. ό συνήγαγον οι Λευίται φυλάσσοντες την πύλην εκ χειρός Μανασσή και Εφραίμ και των αρχόντων και από παντός καταλοίπου εν Ισραήλ και υιών Ιούδα και Βενιαμίν και οικούντων εν Ιερουσαλήμ. 10 και έδωκαν αυτό επί χείρα ποιούντων τα έργα οι καθεσταμένοι εν οίκω Κυρίου και έδωκαν αυτό ποιούσι τα έργα. 9 και ήλθον προς Χελκίαν τον ιερέα τον μέγαν και έδωκαν το αργύριον το εισενεχθέν εις οίκον Θεού. και είδωλα κατέκοψε λεπτά και πάντα τα υψηλά έκοψεν από πάσης της γης Ισραήλ. επισκευάσαι και κατισχύσαι τον οίκον. ους εξωλόθρευσαν βασιλείς Ιούδα· 12 και οι άνδρες εν πίστει επί των έργων. και εν τω δωδεκάτω έτει της βασιλείας αυτού ήρξατο του καθαρίσαι τον Ιούδαν και την Ιερουσαλήμ από των υψηλών και των άλσεων και από των περιβωμίων και από των χωνευτών.

ους ήκουσας. 23 και είπεν αυτοίς· ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· είπατε τω ανδρί τω αποστείλαντι υμάς προς με. ότι μέγας ο θυμός Κυρίου εκκέκαυται εν ημίν. 26 και επί βασιλέα Ιούδα τον αποστείλαντα υμάς του ζητήσαι τον Κύριον ούτως ερείτε αυτω· ούτω λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· τους λόγους. ίνα παροργίσωσί με εν πάσι τοις έργοις των χειρών αυτών· και εξεκαύθη ο θυμός μου εν τω τόπω τούτω και ου σβεσθήσεται. 20 και ενετείλατο βασιλεύς τω Χελκία και τω Αχικάμ υιω Σαφάν και τω Αβδών υιω Μιχαία και τω Σαφάν τω γραμματεί και τω Ασαϊα παιδί του βασιλέως λέγων· 21 πορεύθητε ζητήσατε τον Κύριον περί εμού και περί παντός του καταλειφθέντος εν Ισραήλ και Ιούδα περί των λόγων του βιβλίου του ευρεθέντος. 25 ανθ' ων εγκατέλιπόν με και εθυμίασαν θεοίς αλλοτρίοις. 14 και εν τω εκφέρειν αυτούς το αργύριον το εισοδιασθέν εις οίκον Κυρίου εύρε Χελκίας ο ιερεύς βιβλίον νόμου Κυρίου δια χειρός Μωυσή. και από των Λευιτών γραμματείς και κριταί και πυλωροί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επισκοπείν και πας Λευίτης και πας συνιών εν οργάνοις ωδών. 24 ούτω λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί τον τόπον τούτον κακά. τους πάντας λόγους τους γεγραμμένους εν τω βιβλίω τω ανεγνωσμένω εναντίον του βασιλέως Ιούδα. 27 και ενετράπη η καρδία σου και εταπεινώθης από προσώπου μου εν τω ακούσαί σε τους λόγους μου επί τον τόπον τούτον και επί τους κατοικούντας αυτόν και εταπεινώθης εναντίον μου και διέρρηξας τα ιμάτιά σου και έκλαυσας κατεναντίον μου. 19 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς τους λόγους του νόμου. 22 και επορεύθη Χελκίας και οίς είπεν ο βασιλεύς προς Όλδαν την προφήτιν γυναίκα Σελλήμ υιού Θεκωέ υιού Αράς φυλάσσουσαν τας εντολάς -και αύτη κατώκει εν Ιερουσαλήμ εν μασαναίκαι ελάλησαν αυτη κατά ταύτα. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 774 . και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. 17 και εχώνευσαν το αργύριον το ευρεθέν εν οίκω Κυρίου και έδωκαν επί χείρα των επισκόπων και επί χείρα των ποιούντων την εργασίαν. 18 και απήγγειλε Σαφάν ο γραμματεύς τω βασιλεί λόγον λέγων· βιβλίον δέδωκέ μοι Χελκίας ο ιερεύς· και ανέγνω αυτό Σαφάν εναντίον του βασιλέως. 16 και εισήνεγκε Σαφάν το βιβλίον προς τον βασιλέα και απέδωκεν έτι τω βασιλεί λόγον· παν το δοθέν αργύριον εν χειρί των παίδων σου των ποιούντων το έργον. 15 και απεκρίθη Χελκίας και είπε προς Σαφάν τον γραμματέα· βιβλίον νόμου εύρον εν οίκω Κυρίου· και έδωκε Χελκίας το βιβλίον τω Σαφάν. 13 και επί των νωτοφόρων και επί πάντων των ποιούντων τα έργα εργασία και εργασία. διότι ουκ εισήκουσαν οι πατέρες ημών των λόγων Κυρίου του ποιήσαι κατά πάντα τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω.

3 και είπε τοις Λευίταις τοις δυνατοίς εν παντί Ισραήλ του αγιασθήναι αυτούς τω Κυρίω. και απέδωκαν τω βασιλεί λόγον. και έθυσε το φασέκ τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου. φησί Κύριος· 28 ιδού προστίθημί σε προς τους πατέρας σου. και έθηκαν την κιβωτόν την αγίαν εις τον οίκον. 31 και έστη ο βασιλεύς επί τον στύλον και διέθετο διαθήκην εναντίον Κυρίου του πορευθήναι ενώπιον Κυρίου του φυλάσσειν τας εντολάς αυτού και μαρτύρια και προστάγματα αυτού εν όλη καρδία και εν όλη ψυχή. 32 και έστησε πάντας τους ευρεθέντας εν Ιερουσαλήμ και Βενιαμίν. 2 και έστησε τους ιερείς επί τας φυλακάς αυτών και κατίσχυσεν αυτούς εις τα έργα οίκου Κυρίου. ωστε ποιείν τους λόγους της διαθήκης τους γεγραμμένους επί τω βιβλίω τούτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγώ ήκουσα. και είπεν ο βασιλεύς· ουκ έστιν υμίν επ' ώμων άραι ουδέν· νυν ουν λειτουργήσατε τω Κυρίω Θεω υμών και τω λαω αυτού Ισραήλ 4 και ετοιμάσθητε κατ' οίκους πατριών υμών και κατά τας εφημερίας υμών κατά την γραφήν Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ και δια χειρός Σαλωμών υιού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 775 . και εποίησε πάντας τους ευρεθέντας εν Ιερουσαλήμ και εν Ισραήλ του δουλεύειν Κυρίω Θεω αυτών πάσας τας ημέρας αυτού· ουκ εξέκλινεν από όπισθεν Κυρίου Θεού πατέρων αυτού. 29 και απέστειλεν ο βασιλεύς και συνήγαγε τους πρεσβυτέρους Ιούδα και Ιερουσαλήμ. ον ωκοδόμησε Σαλωμών υιος Δαυίδ του βασιλέως Ισραήλ. ή ην υιών Ισραήλ. και ουκ όψονται οι οφθαλμοί σου εν πάσι τοις κακοίς. και προστεθήση προς τα μνήματά σου εν ειρήνη. 30 και ανέβη ο βασιλεύς εις οίκον Κυρίου και πας Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ και οι ιερείς και οι Λευίται και πας ο λαός από μικρού έως μεγάλου· και ανέγνω εν ωσίν αυτών πάντας λόγους βιβλίου της διαθήκης τους ευρεθέντας εν οίκω Κυρίου. και εποίησαν οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ διαθήκην εν οίκω Κυρίου Θεού πατέρων αυτών. 33 και περιείλεν Ιωσίας τα πάντα βδελύγματα εκ πάσης της γης. Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΚΑΙ εποίησεν Ιωσίας το φασέκ τω Κυρίω Θεω αυτού. οίς εγώ επάγω επί τον τόπον τούτον και επί τους κατοικούντας αυτόν.

ότι οι ιερείς εν τω αναφέρειν τα ολοκαυτώματα και τα στέατα έως νυκτός. 10 και κατωρθώθη η λειτουργία. 7 και απήρξατο Ιωσίας τοις υιοίς του λαού πρόβατα και αμνούς και ερίφους από των τέκνων των αιγών. και οι Λευίται εξέδειραν. 14 και μετά το ετοιμάσαι αυτοίς και τοις ιερεύσιν. 13 και ώπτησαν το φασέκ εν πυρί κατά την κρίσιν και τα άγια ύψησαν εν τοις χαλκείοις και εν τοις λέβησι· και ευωδώθη. ουκ ην αυτοίς κινείσθαι από της λειτουργίας των αγίων. πάντα εις το φασέκ. 18 και ουκ εγένετο φασέκ όμοιον αυτω εν Ισραήλ από ημερών Σαμουήλ του προφήτου και παντός βασιλέως Ισραήλ ουκ εποίησαν το φασέκ. 15 και οι ψαλτωδοί υιοί Ασάφ επί της στάσεως αυτών κατά τας εντολάς Δαυίδ και Ασάφ και Αιμάν και Ιδιθώμ οι προφήται του βασιλέως και οι άρχοντες και οι πυλωροί πύλης και πύλης. 16 και κατωρθώθη και ητοιμάσθη πάσα η λειτουργία Κυρίου εν τη ημέρα εκείνη του ποιήσαι το φασέκ και ενεγκείν τα ολοκαυτώματα επί το θυσιαστήριον Κυρίου κατά την εντολήν του βασιλέως Ιωσίου. 9 και Χωνενίας και Βαναίας και Σαμαίας και Ναθαναήλ αδελφός αυτού και Ασαβίας και Ιιήλ και Ιωζαβάδ άρχοντες των Λευιτών απήρξαντο τοις Λευίταις εις το φασέκ πρόβατα πεντακισχίλια και μόσχους πεντακοσίους. ότι αδελφοί αυτών οι Λευίται ητοίμασαν αυτοίς. και έστησαν οι ιερείς επί την στάσιν αυτών και οι Λευίται επί τας διαιρέσεις αυτών κατά την εντολήν του βασιλέως 11 και έθυσαν το φασέκ. 17 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ οι ευρεθέντες το φασέκ εν τω καιρω εκείνω και την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας. και μερίς οίκου πατριάς τοις Λευίταις. 6 και θύσατε το φασέκ και ετοιμάσατε τοις αδελφοίς υμών του ποιήσαι κατά τον λόγον Κυρίου δια χειρός Μωυσή. και πάντας τους ευρεθέντας εις αριθμόν τριάκοντα χιλιάδας και μόσχων τρεις χιλιάδας· ταύτα από της υπάρξεως του βασιλέως. και ούτως εις το πρωϊ. και οι Λευίται ητοίμασαν αυτοίς και τοις αδελφοίς αυτών υιοίς Ααρών. ως γέγραπται εν βίβλω Μωυσή. 8 και οι άρχοντες αυτού απήρξαντο τω λαω και τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις· έδωκε δε Χελκίας και Ζαχαρίας και Ιιήλ οι άρχοντες τοις ιερεύσιν οίκου Θεού και έδωκεν εις το φασέκ πρόβατα και αμνούς και ερίφους δισχίλια εξακόσια και μόσχους τριακοσίους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού 5 και στήτε εν τω οίκω κατά τας διαιρέσεις οίκων πατριών υμών τοις αδελφοίς υμών υιοίς του λαού. και προσέχεαν οι ιερείς το αίμα εκ χειρός αυτών. 12 και ητοίμασαν την ολοκαύτωσιν παραδούναι αυτοίς κατά την διαίρεσιν κατ' οίκους πατριών τοις υιοίς του λαού του προσάγειν τω Κυρίω. ό εποίησεν Ιωσίας και οι ιερείς και οι Λευίται και πας Ιούδα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 776 . και έδραμον προς πάντας τους υιούς του λαού.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 777 . ου ωργίσθη θυμω Κύριος εν τω Ιούδα. επί πάντα τα παροργίσματα αυτού. 25 και εθρήνησεν Ιερεμίας επί Ιωσίαν. και απωσάμην την πόλιν. 19α και τους εγγαστριμύθους και τους γνώστας και τα θεραφίν και τα είδωλα και τα καρησίμ. ίνα στήση τους λόγους του νόμου τους γεγραμμένους επί του βιβλίου. και ιδού γέγραπται επί των θρήνων. και πας Ιούδα και Ιερουσαλήμ επένθησαν επί Ιωσίαν. 23 και ετόξευσαν οι τοξόται επί βασιλέα Ιωσίαν· και είπεν ο βασιλεύς τοις παισίν αυτού· εξαγάγετέ με. ουκ επί σε ήκω σήμερον πόλεμον πολεμήσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Ισραήλ ο ευρεθείς και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ τω Κυρίω. 20 Και ανέβη φαραώ Νεχαώ βασιλεύς Αιγύπτου επί τον βασιλέα Ασσυρίων επί τον ποταμόν Ευφράτην. 21 και απέστειλε προς αυτόν αγγέλους λέγων· τι εμοί και σοί. ην εξελεξάμην την Ιερουσαλήμ. 19δ και είπε Κύριος· και γε τον Ιούδαν αποστήσω από προσώπου μου. ό ην αυτω. α ην εν γη Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ ενεπύρισεν ο βασιλεύς Ιωσίας. ότι επόνεσα σφόδρα. 19β όμοιος αυτω ουκ εγενήθη έμπροσθεν αυτού. αλλ' ή πολεμείν αυτόν εκραταιώθη και ουκ ήκουσε των λόγων Νεχαώ δια στόματος Θεού και ήλθε του πολεμήσαι εν τω πεδίω Μαγεδδώ. και ήγαγον αυτόν εις Ιερουσαλήμ· και απέθανε και ετάφη μετά των πατέρων αυτού. ος επέστρεψε προς Κύριον εν όλη καρδία αυτού και εν όλη ψυχή αυτού και εν όλη τη ισχύϊ αυτού κατά πάντα τον νόμον Μωυσή. και τον οίκον ον είπα· έσται το όνομά μου εκεί. ου εύρε Χελκίας ο ιερεύς εν τω οίκω Κυρίου. καθώς απέστησα τον Ισραήλ. 26 και ήσαν οι λοιποί λόγοι Ιωσίου και η ελπίς αυτού γεγραμμένα εν νόμω Κυρίου· 27 και οι λόγοι αυτού οι πρώτοι και οι έσχατοι ιδού γεγραμμένοι επί βιβλίω βασιλέων Ισραήλ και Ιούδα. και ο Θεός είπε του κατασπεύσαί με· πρόσεχε από του Θεού του μετ' εμού μη καταφθείρη σε. και επορεύθη βασιλεύς Ιωσίας εις συνάντησιν αυτω. 19 τω οκτωκαιδεκάτω έτει της βασιλείας Ιωσίου εποιήθη το φασέκ τούτο. και μετ' αυτόν ουκ ανέστη όμοιος αυτω· 19γ πλήν ουκ απεστράφη Κύριος από οργής θυμού αυτού του μεγάλου. 24 και εξήγαγον αυτόν οι παίδες αυτού από του άρματος και ανεβίβασαν αυτόν επί το άρμα το δευτεραίον. βασιλεύ Ιούδα. 22 και ουκ απέστρεψεν Ιωσίας το πρόσωπον αυτού απ' αυτού. α παρώργισε Μανασσής. και είπαν πάντες οι άρχοντες και αι άρχουσαι θρήνον επί Ιωσίαν έως της σήμερον· και έδωκαν αυτόν εις πρόσταγμα επί Ισραήλ.

2β και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου κατά πάντα. οίς εποίησε. και εισήγαγεν αυτόν εις Αίγυπτον. και επέβαλε φόρον επί την γην εκατόν τάλαντα αργυρίου και τάλαντον χρυσίου. 5β και απέστειλε Κύριος επ' αυτούς τους Χαλδαίους και ληστήρια Σύρων και ληστήρια Μωαβιτών και υιών Αμμών και της Σαμαρείας. και έκαστος κατά δύναμιν απήτει το αργύριον και το χρυσίον παρά του λαού της γης δούναι φαραω Νεχαω. και ην αυτω δουλεύων τρία έτη και απέστη απ' αυτού. και εποίησε το πονηρόν εναντίον Κυρίου κατά πάντα όσα εποίησαν οι πατέρες αυτού. και όνομα της μητρός αυτού Ζεχωρά θυγάτηρ Νηρίου εκ Ραμά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ έλαβεν ο λαός της γης τον Ιωάχαζ υιόν Ιωσίου και έχρισαν αυτόν. 5δ και εν αίματι αθώω. 5 Ων είκοσι και πέντε ετών Ιωακίμ εν τω βασιλεύειν αυτόν και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. α εποίησαν οι πατέρες αυτού. 6 και ανέβη επ' αυτόν Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και έδησεν αυτόν εν χαλκαίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 778 . και κατέστησαν αυτόν αντί του πατρός αυτού εις βασιλέα επί Ιερουσαλήμ. 2γ και έδησεν αυτόν φαραώ Νεχαώ εν Δεβλαθά εν γη Αιμάθ. 4α και το αργύριον και το χρυσίον έδωκε τω φαραω· τότε ήρξατο η γη φορολογείσθαι του δούναι το αργύριον επί στόμα φαραώ. του μη βασιλεύειν αυτόν εν Ιερουσαλήμ. 2 υιος είκοσι και τριών ετών Ιωάχαζ εν τω βασιλεύειν αυτόν και τρίμηνον εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 2α και όνομα της μητρός αυτού Αμιτάλ θυγάτηρ Ιερεμίου εκ Λοβενά. 4 και κατέστησε φαραώ Νεχαώ τον Ελιακίμ υιόν Ιωσίου βασιλέα επί Ιούδα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού και μετέστρεψε το όνομα αυτού Ιωακίμ· και τον Ιωάχαζ αδελφόν αυτού έλαβε φαραώ Νεχαώ. 5α εν ταις ημέραις αυτού ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος εις την γην. 5γ πλήν θυμός Κυρίου ην επί Ιούδαν του αποστήναι αυτόν από προσώπου αυτού δια τας αμαρτίας Μανασσή εν πάσιν. και απέθανεν εκεί. ω εξέχεεν Ιωακίμ και έπλησε την Ιερουσαλήμ αίματος αθώου. και απέστησαν μετά τον λόγον τούτον κατά τον λόγον Κυρίου εν χειρί των παίδων αυτού των προφητών. και ουκ ηθέλησε Κύριος εξολοθρεύσαι αυτούς. 3 και μετήγαγεν αυτόν ο βασιλεύς εις Αίγυπτον.

12 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου Θεού αυτού. ότι ην φειδόμενος του λαού αυτού και του αγιάσματος αυτού· 16 και ήσαν μυκτηρίζοντες τους αγγέλους αυτού και εξουθενούντες τους λόγους αυτού και εμπαίζοντες εν τοις προφήταις αυτού. 18 και πάντα τα σκεύη οίκου του Θεού τα μεγάλα και τα μικρά και τους θησαυρούς οίκου Κυρίου και πάντας τους θησαυρούς του βασιλέως και των μεγιστάνων. πάντα εισήνεγκεν εις Βαβυλώνα. 19 και ενέπρησε τον οίκον Κυρίου και κατέσκαψε το τείχος Ιερουσαλήμ και τας βάρεις αυτής ενέπρησεν εν πυρί και παν σκεύος ωραίον εις αφανισμόν. 17 και ήγαγεν επ' αυτούς βασιλέα Χαλδαίων. έως ουκ ην ίαμα. 8 και τα λοιπά των λόγων Ιωακίμ και πάντα. 10 και επιστρέφοντος του ενιαυτού απέστειλεν ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ και εισήνεγκεν αυτόν εις Βαβυλώνα μετά των σκευών των επιθυμητών οίκου Κυρίου και εβασίλευσε Σεδεκίαν αδελφόν του πατρός αυτού επί Ιούδαν και Ιερουσαλήμ. 7 και μέρος των σκευών οίκου Κυρίου απήνεγκεν εις Βαβυλώνα και έθηκεν αυτά εν τω ναω αυτού εν Βαβυλώνι. 20 και απώκισε τους καταλοίπους εις Βαβυλώνα. έως ανέβη ο θυμός Κυρίου εν τω λαω αυτού. 11 Ετών είκοσιν υιος και ενός έτους Σεδεκίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. 15 και εξαπέστειλε Κύριος ο Θεός των πατέρων αυτών εν χειρί των προφητών αυτού ορθρίζων και αποστέλλων τους αγγέλους αυτού. και απέκτεινε τους νεανίσκους αυτών εν ρομφαία εν οίκω αγιάσματος αυτού και ουκ εφείσατο του Σεδεκίου και τας παρθένους αυτών ουκ ηλέησε και τους πρεσβυτέρους αυτών απήγαγον· τα πάντα παρέδωκεν εν χερσίν αυτών. και ήσαν αυτω και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 779 . και εκοιμήθη Ιωακίμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν Γανοζά μετά των πατέρων αυτού. 9 ‘Οκτώ ετών Ιεχονίας εν τω βασιλεύειν αυτόν και τρίμηνον και δέκα ημέρας εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. ουκ ενετράπη από προσώπου Ιερεμίου του προφήτου και εκ στόματος Κυρίου 13 εν τω τα προς τον βασιλέα Ναβουχοδονόσορ αθετήσαι. ουκ ιδού ταύτα γεγραμμένα εν βιβλίω λόγων των ημερών τοις βασιλεύσιν Ιούδα. α ωρκισεν αυτόν κατά του Θεού και εσκλήρυνε τον τράχηλον αυτού και την καρδίαν αυτού κατίσχυσε του μη επιστρέψαι προς Κύριον Θεόν Ισραήλ. α εποίησεν. και εβασίλευσεν Ιεχονίας υιος αυτού αντ' αυτού. 14 και πάντες οι ένδοξοι Ιούδα και οι ιερείς και ο λαός της γης επλήθυναν του αθετήσαι αθετήματα βδελυγμάτων εθνών και εμίαναν τον οίκον Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέδαις και απήγαγεν αυτόν εις Βαβυλώνα.

των έμπροσθεν των αδελφών υμών υιών Ισραήλ. και αναβήτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τοις υιοίς αυτού εις δούλους έως βασιλείας Μήδων 21 του πληρωθήναι λόγον Κυρίου δια στόματος Ιερεμίου έως του προσδέξασθαι την γην τα σάββατα αυτής σαββατίσαι· πάσας τας ημέρας ερημώσεως αυτής εσαββάτισεν εις συμπλήρωσιν ετών εβδομήκοντα. αγιάσαι εαυτούς τω Κυρίω εν τη θέσει της αγίας κιβωτού του Κυρίου εν τω οίκω. τις εξ υμών εκ παντός του λαού αυτού. εξήγειρε Κύριος το πνεύμα Κύρου βασιλέως Περσών και παρήγγειλε κηρύξαι εν πάση τη βασιλεία αυτού εν γραπτω λέγων· 23 τάδε λέγει Κύρος βασιλεύς Περσών πάσαις ταις βασιλείαις της γης· έδωκέ μοι Κύριος ο Θεός του ουρανού. και αυτός ενετείλατό μοι οικοδομήσαι οίκον αυτω εν Ιερουσαλήμ εν τη Ιουδαία. ιεροδούλοις του Ισραήλ. 22 Έτους πρώτου Κύρου βασιλέως Περσών. 6 εν τάξει θύσατε το πάσχα και τας θυσίας ετοιμάσατε τοις αδελφοίς υμών και ποιήσατε το πάσχα κατά το πρόσταγμα του Κυρίου το δοθέν τω Μωυσή. 3 και είπε τοις Λευίταις. 5 και στάντες εν τω αγίω κατά την μεριδαρχίαν την πατρικήν υμών των Λευιτών. έσται Θεός αυτού μετ' αυτού. μετά το πληρωθήναι ρήμα Κυρίου δια στόματος Ιερεμίου. 7 και εδωρήσατο Ιωσίας τω λαω τω ευρεθέντι αρνών και ερίφων τριάκοντα χιλιάδας. μόσχους τρισχιλίους· ταύτα εκ των βασιλικών εδόθη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 780 . ω ωκοδόμησε Σαλωμών ο του Δαυίδ ο βασιλεύς· 4 ουκ έσται υμίν άραι επ ‘ ώμων αυτήν· και νυν λατρεύετε τω Κυρίω Θεω υμών και θεραπεύετε το έθνος αυτού Ισραήλ και ετοιμάσατε κατά τας πατριάς και τας φυλάς υμών κατά την γραφήν Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ και κατά την μεγαλειότητα Σαλωμών του υιού αυτού. ------------------------------------------------------- Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ήγαγεν Ιωσίας το πάσχα εν Ιερουσαλήμ τω Κυρίω αυτού και έθυσε το πάσχα τη τεσσαρεσκαιδεκάτη ημέρα του μηνός του πρώτου 2 στήσας τους ιερείς κατ ‘ εφημερίας εστολισμένους εν τω ιερω του Κυρίου.

16 και συνετελέσθη τα της θυσίας του Κυρίου εν εκείνη τη ημέρα. περί των ημαρτηκότων και ησεβηκότων εις τον Κύριον παρά παν έθνος και βασιλείαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατ ‘ επαγγελίαν τω λαω και τοις ιερεύσι και Λευίταις. και τας θυσίας ήψησαν εν τοις χαλκείοις και λέβησι μετ ‘ ευωδίας και απήνεγκαν πάσι τοις εκ του λαού. και οι Λευίται ητοίμασαν εαυτοίς και τοις ιερεύσιν αδελφοίς αυτών υιοίς Ααρών. 10 και ταύτα τα γενόμενα· ευπρεπώς έστησαν οι ιερείς και οι Λευίται έχοντες τα άζυμα κατά τας φυλάς και κατά τας μεριδαρχίας των πατέρων έμπροσθεν του λαού προσενεγκείν τω Κυρίω κατά τα γεγραμμένα εν βιβλίω Μωυσή. μόσχους επτακοσίους. και ούτω το πρωϊνόν. 12 μετά δε ταύτα ητοίμασαν εαυτοίς τε και τοις ιερεύσιν αδελφοίς αυτών υιοίς Ααρών· 13 οι γαρ ιερείς ανέφερον τα στέατα έως αωρίας. 9 και Ιεχονίας και Σαμαίας και Ναθαναήλ ο αδελφός και Ασαβίας και ‘Οχιήλος και Ιωράμ χιλίαρχοι έδωκαν τοις Λευίταις εις πάσχα πρόβατα πεντακιχίλια. και α ελύπησαν αυτόν εν αισθήσει. 8 και έδωκε Χελκίας και Ζαχαρίας και Ησκήλος οι επιστάται του ιερού τοις ιερεύσιν εις πάσχα πρόβατα δισχίλια εξακόσια. 18 και ουκ ήχθη το πάσχα τοιούτον εν τω Ισραήλ από των χρόνων Σαμουήλ του προφήτου. οι γαρ αδελφοί αυτών οι Λευίται ητοίμασαν αυτοίς. 14 και οι ιεροψάλται υιοί Ασάφ ήσαν επί της τάξεως αυτών. αχθήναι το πάσχα και προσαχθήναι τας θυσίας επί το του Κυρίου θυσιαστήριον κατά την επιταγήν του βασιλέως Ιωσίου. κατά τα υπό Δαυίδ τεταγμένα και Ασάφ και Ζαχαρίας και Εδδινούς ο παρά του βασιλέως. και οι λόγοι του Κυρίου ανέστησαν επί Ισραήλ. 24 και διεπέμψατο προς αυτόν βασιλεύς Αιγύπτου λέγων· τι εμοί και σοί εστι. 23 Και μετά πάσαν την πράξιν ταύτην Ιωσίου συνέβη Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου ελθόντα πόλεμον εγείραι εν Χαρκαμύς επί του Ευφράτου. 22 και τα κατ ‘ αυτόν δε αναγέγραπται εν τοις έμπροσθεν χρόνοις. βασιλεύ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 781 . οίον ήγαγεν Ιωσίας και οι ιερείς και οι Λευίται και οι Ιουδαίοι και πας Ισραήλ ο ευρεθείς εν τη κατοικήσει αυτών εν Ιερουσαλήμ· 20 οκτωκαιδεκάτω έτει βασιλεύοντος Ιωσίου ήχθη το πάσχα τούτο. μόσχους τριακοσίους. 21 και ωρθώθη τα έργα Ιωσίου ενώπιον του Κυρίου αυτού εν καρδία πλήρει ευσεβείας. 19 και πάντες οι βασιλείς του Ισραήλ ουκ ηγάγοσαν πάσχα τοιούτον. 11 και ώπτησαν το πάσχα πυρί ως καθήκει. και εξήλθεν εις απάντησιν αυτω Ιωσίας. 17 και ηγάγοσαν οι υιοί Ισραήλ οι ευρεθέντες εν τω καιρω τούτω το πάσχα και την εορτήν των αζύμων ημέρας επτά. 15 και οι θυρωροί εφ ‘ εκάστου πυλώνος· ουκ έστι παραβήναι έκαστον την εαυτού εφημερίαν.

και Κύριος μετ ‘ εμού επισπεύδων εστίν· απόστηθι και μη εναντιού τω Κυρίω. 33 και εβασίλευσεν εν Ισραήλ και Ιερουσαλήμ μήνας τρεις. 40 τα δε ιστορηθέντα περί αυτού και της ακαθαρσίας αυτού και δυσσεβείας αναγέγραπται εν τη βίβλω των χρόνων των βασιλέων. 30 και εν όλη τη Ιουδαία επένθησαν τον Ιωσίαν. 37 Ετών δε ην εικοσιπέντε Ιωακίμ. 29 και ανέβη επί το άρμα το δευτέριον αυτού· και αποκατασταθείς εις Ιερουσαλήμ. 39 και από των ιερών σκευών του Κυρίου λαβών Ναβουχοδονόσορ και απενέγκας απηρείσατο εν τω ναω αυτού εν Βαβυλώνι. 42 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 782 . 28 και είπεν ο βασιλεύς τοις παισίν εαυτού· αποστήσατέ με από της μάχης. ην ετών οκτώ. και εθρήνησεν Ιερεμίας ο προφήτης υπέρ Ιωσίου. μετήλλαξε τον βίον αυτού και ετάφη εν τω πατρικω τάφω. 38 μετ ‘ αυτόν δε ανέβη Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος και δήσας αυτόν εν χαλκείω δεσμω και απήγαγεν εις Βαβυλώνα. και νυν Κύριος μετ ‘ εμού εστι. ότε εβασίλευσε της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ. 25 ουχί προς σε εξαπέσταλμαι υπό Κυρίου του Θεού· επί γαρ του Ευφράτου ο πόλεμός μου εστί. και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου. ου προσέχων ρήμασιν Ιερεμίου προφήτου εκ στόματος Κυρίου· 27 αλλά συνεστήσατο προς αυτόν πόλεμον εν τω πεδίω Μαγεδδώ. τα τε προπραχθέντα υπ ‘ αυτού και τα νυν. ιστόρηται εν τω βιβλίω των βασιλέων Ισραήλ και Ιούδα. και ευθέως απέστησαν αυτόν οι παίδες αυτού από της παρατάξεως. και κατέβησαν οι άρχοντες προς τον βασιλέα Ιωσίαν. 26 και ουκ απέστρεψεν εαυτόν Ιωσίας επί το άρμα αυτού. 31 ταύτα δε αναγέγραπται εν τη βίβλω των ιστορουμένων περί των βασιλέων της Ιουδαίας· και το καθ ‘ εν πραχθέν της πράξεως Ιωσίου και της δόξης αυτού και της συνέσεως αυτού εν τω νόμω Κυρίου. αλλά πολεμείν αυτόν επεχείρει. 41 Και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού Ιωακίμ ο υιος αυτού· ότε γαρ ανεδείχθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιουδαίας. και απέστησεν αυτόν βασιλεύς Αιγύπτου του μη βασιλεύειν εν Ιερουσαλήμ 34 και εζημίωσε το έθνος αργυρίου ταλάντοις εκατόν και χρυσίου ταλάντω ενί. 32 Και αναλαβόντες οι εκ του έθνους τον Ιεχονίαν υιόν Ιωσίου ανέδειξαν βασιλέα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού όντα ετών είκοσι τριών. και οι προκαθήμενοι συν γυναιξίν εθρηνούσαν αυτόν έως της ημέρας ταύτης· και εξεδόθη τούτο γίνεσθαι αεί εις άπαν το γένος Ισραήλ. Ζαράκην δε τον αδελφόν αυτού συλλαβών ανήγαγεν εξ Αιγύπτου. 35 και ανέδειξε βασιλεύς Αιγύπτου βασιλέα Ιωακίμ τον αδελφόν αυτού βασιλέα της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ. 36 και έδησεν Ιωακίμ τους μεγιστάνας. ησθένησα γαρ λίαν.

σαββατιεί εις συμπλήρωσιν ετών εβδομήκοντα. 52 και ενεπύρισαν τον οίκον του Κυρίου και έλυσαν τα τείχη Ιερουσαλήμ και τους πύργους αυτής ενεπύρισαν εν πυρί 53 και συνετέλεσαν πάντα τα ένδοξα αυτής αχρειώσαι. 50 ούτοι απέκτειναν τους νεανίσκους αυτών εν ρομφαία περικύκλω του αγίου αυτών ιερού και ουκ εφείσαντο νεανίσκου και παρθένου και πρεσβύτου και νεωτέρου. αλλά πάντας παρέδωκαν εις τας χείρας αυτών. 47 και οι ηγούμενοι δε του λαού και των ιερέων πολλά ησέβησαν και υπέρ πάσας τας ακαθαρσίας πάντων των εθνών και εμίαναν το ιερόν του Κυρίου το αγιαζόμενον εν Ιερουσαλήμ. 49 αυτοί δε εμυκτήρισαν εν τοις αγγέλοις αυτού και ή ημέρα ελάλησε Κύριος ήσαν εκπαίζοντες τους προφήτας αυτού. 54 και ήσαν παίδες αυτω και τοις υιοίς αυτού μέχρι του βασιλεύσαι Πέρσας εις αναπλήρωσιν ρήματος του Κυρίου εν στόματι Ιερεμίου· 55 έως του ευδοκήσαι την γην τα σάββατα αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 783 . και τους επιλοίπους απήγαγε μετά ρομφαίας εις Βαβυλώνα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύει δε μήνας τρεις και ημέρας δέκα εν Ιερουσαλήμ και εποίησε το πονηρόν έναντι Κυρίου. 46 και ορκισθείς από του βασιλέως Ναβουχοδονόσορ τω ονόματι Κυρίου. επιορκήσας απέστη· και σκληρύνας αυτού τον τράχηλον και την καρδίαν αυτού παρέβη τα νόμιμα Κυρίου Θεού Ισραήλ. 45 και εποίησε το πονηρόν ενώπιον Κυρίου και ουκ ενετράπη από των ρηθέντων λόγων υπό Ιερεμίου του προφήτου εκ στόματος του Κυρίου. πάντα τον χρόνον της ερημώσεως αυτής. 51 και πάντα τα ιερά σκεύη του Κυρίου τα μεγάλα και τα μικρά και τας κιβωτούς του Κυρίου και τας βασιλικάς αποθήκας αναλαβόντες απήνεγκαν εις Βαβυλώνα. καθότι εφείδετο αυτών και του σκηνώματος αυτού. βασιλεύει δε έτη ένδεκα. 43 Και μετ ‘ ενιαυτόν αποστείλας Ναβουχοδονόσορ μετήγαγεν αυτόν εις Βαβυλώνα άμα τοις ιεροίς σκεύεσι του Κυρίου 44 και ανέδειξε Σεδεκίαν βασιλέα της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ όντα ετών είκοσιν ενός. έως ου θυμωθέντα αυτόν επί τω έθνει αυτού δια τα δυσσεβήματα προστάξαι αναβιβάσαι επ ‘ αυτούς τους βασιλείς των Χαλδαίων. 48 και απέστειλεν ο Θεός των πατέρων αυτών δια του αγγέλου αυτού μετακαλέσαι αυτούς.

α μετήνεγκε Ναβουχοδονόσορ εξ Ιερουσαλήμ. εν δόσεσι μεθ ‘ ίππων και κτηνών συν τοις άλλοις τοις κατ ‘ ευχάς προστεθειμένοις εις το ιερόν του Κυρίου το εν Ιερουσαλήμ. τη εν τη Ιουδαία. κτήνεσι και ευχαίς ως πλείσταις πολλών. 7 και καταστήσαντες οι αρχίφυλοι των πατριών της Ιούδα και Βενιαμίν φυλής και οι ιερείς και οι Λευίται και πάντων. ων ο νους ηγέρθη. βοηθείτωσαν αυτω οι εν τω τόπω αυτού εν χρυσίω και εν αργυρίω. πεντακισχίλια τετρακόσια εξηκονταεννέα· 14 ανηνέχθη δε υπό Σαμανασσάρου άμα τοις εκ της αιχμαλωσίας εκ Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ. χρυσά και αργυρά. 13 τα δε πάντα σκεύη διεκομίσθη. ων ήγειρε Κύριος το πνεύμα αναβήναι οικοδομήσαι οίκον τω Κυρίω το εν Ιερουσαλήμ. θυϊσκαι αργυραί εικοσιεννέα. 4 και εσήμηνέ μοι οικοδομήσαι αυτω οίκον εν Ιερουσαλήμ. και αναβάς εις την Ιερουσαλήμ την εν τη Ιουδαία οικοδομείτω τον οίκον του Κυρίου του Ισραήλ (ούτος ο Κύριος ο κατασκηνώσας εν Ιερουσαλήμ). 6 όσοι ουν κατά τους τόπους οικούσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΕΣΔΡΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΟΣ Κύρου Περσών έτους πρώτου εις συντέλειαν ρήματος Κυρίου εν στόματι Ιερεμίου. και απηρείσατο αυτά εν τω ειδωλείω αυτού· 10 εξενέγκας δε αυτά Κύρος ο βασιλεύς Περσών παρέδωκεν αυτά Μιθραδάτη τω εαυτού γαζοφύλακι· 11 δια δε τούτου παρεδόθησαν Σαμανασσάρω προστάτη της Ιουδαίας. 9 και ο βασιλεύς Κύρος εξήνεγκε τα ιερά σκεύη του Κυρίου. ίπποις. έστω ο Κύριος αυτού μετ ‘ αυτού. 8 και οι περικύκλω αυτών εβοήθησαν εν πάσιν εν αργυρίω και χρυσίω. σπονδεία αργυρά χίλια. 2 ήγειρε Κύριος το πνεύμα Κύρου βασιλέως Περσών. 5 ει τις εστίν ουν υμών εκ του έθνους αυτού. 15 Εν δε τοις επί Αρταξέρξου των Περσών βασιλέως χρόνοις κατέγραψαν αυτω κατά των κατοικούντων εν τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ Βήλεμος και Μιθραδάτης και Ταβέλλιος και Ράθυμος και Βεέλτεθμος και Σαμέλλιος ο γραμματεύς και οι λοιποί οι τούτοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 784 . Κύριος ο Ύψιστος. και εκήρυξεν εν όλη τη βασιλεία αυτού και άμα δια γραπτών λέγων· 3 τάδε λέγει ο βασιλεύς Περσών Κύρος· εμέ ανέδειξε βασιλέα της οικουμένης ο Κύριος του Ισραήλ. αργυραί δισχίλιαι τετρακόσιαι δέκα και άλλα σκεύη χίλια. φιάλαι χρυσαί τριάκοντα. 12 ο δε τούτων αριθμός ην· σπονδεία χρυσά χίλια.

αλλά και βασιλεύσιν αντιστήσονται. και ήργει η οικοδομή του ιερού του εν Ιερουσαλήμ μέχρι του δευτέρου έτους της βασιλείας Δαρείου του Περσών βασιλέως. 24 νυν ουν επέταξα αποκωλύσαι τους ανθρώπους εκείνους του οικοδομήσαι την πόλιν και προνοηθήναι όπως μηδέν παρά ταύτα γένηται και μη προβή επί πλείον τα της κακίας εις το βασιλείς ενοχλήσαί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συντασσόμενοι. 21 τότε αντέγραψεν ο βασιλεύς Ραθύμω τω γράφοντι τα προσπίπτοντα και Βεελτέθμω και Σαμελλίω γραμματεί και τοις λοιποίς τοις συντασσομένοις και οικούσιν εν τη Σαμαρεία και Συρία και Φοινίκη τα υπογεγραμμένα· 22 « Ανέγνων την επιστολήν. όπως. τας τε αγοράς αυτής και τα τείχη θεραπεύουσι και ναόν υποβάλλονται. κάθοδος ουκ έτι σοι έσται εις Κοίλην Συρίαν και Φοινίκην». την υπογεγραμμένην επιστολήν· 16 «Βασιλεί Αρταξέρξη κυρίω οι παίδές σου Ράθυμος ο τα προσπίπτοντα και Σαμέλλιος ο γραμματεύς και επίλοιποι της βουλής αυτών και κριταί οι εν Κοίλη Συρία και Φοινίκη· 17 και νυν γνωστόν έστω τω κυρίω βασιλεί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 785 . αλλά προσφωνήσαι τω κυρίω βασιλεί. καλώς έχειν υπολαμβάνομεν μη υπεριδείν το τοιούτον. ότι οι Ιουδαίοι αναβάντες παρ ‘ υμών προς ημάς ελθόντες εις Ιερουσαλήμ. και ευρέθη ότι η πόλις εκείνη εστίν εξ αιώνος βασιλεύσιν αντιπαρατάσσουσα 23 και οι άνθρωποι αποστάσεις και πολέμους εν αυτη συντελούντες και βασιλείς ισχυροί και σκληροί ήσαν εν Ιερουσαλήμ κυριεύοντες και φορολογούντες Κοίλην Συρίαν και Φοινίκην. 18 εάν ουν η πόλις αύτη οικοδομηθή και τα τείχη συντελεσθή. επέταξα ουν επισκέψασθαι. την πόλιν την αποστάτιν και πονηράν οικοδομούσι. Ράθυμος και Σαμέλλιος ο γραμματεύς και οι τούτοις συντασσόμενοι αναζεύξαντες εις Ιερουσαλήμ κατά σπουδήν μεθ ‘ ίππου και όχλου παρατάξεως. οικούντες δε εν Σαμαρεία και τοις άλλοις τόποις. φορολογίαν ου μη υπομείνωσι δούναι. δι ‘ ην αιτίαν και η πόλις αύτη ηρημώθη. 25 τότε αναγνωσθέντων των παρά του βασιλέως Αρταξέρξου γραφέντων. ότι εάν η πόλις αύτη οικοδομηθή και τα ταύτης τείχη ανασταθή. επισκεφθή εν τοις από των πατέρων σου βιβλίοις· 19 και ευρήσεις εν τοις υπομνηματισμοίς γεγραμμένα περί τούτων και γνώση ότι η πόλις εκείνη ην αποστάτις και βασιλείς και πόλεις ενοχλούσα και οι Ιουδαίοι αποστάται και πολιορκίας συνιστάμενοι εν αυτη έτι εξ αιώνος. 20 νυν ουν υποδεικνύομέν σοι. ην πεπόμφατε προς με. κύριε βασιλεύ. και επεί ενεργείται τα κατά τον ναόν. αν φαίνηταί σοι. ήρξαντο κωλύειν τους οικοδομούντας.

ος υπερισχύσει· και ου εάν φανή το ρήμα αυτού σοφώτερον του ετέρου. 17 Και ήρξατο ο πρώτος ο είπας περί της ισχύος του οίνου και έφη ούτως· άνδρες. δώσουσιν αυτω το γράμμα. 7 και δεύτερος καθιείται Δαρείου δια την σοφίαν αυτού και συγγενής Δαρείου κληθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΕΣΔΡΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ βασιλεύς Δαρείος εποίησε δοχήν μεγάλην πάσι τοις υπ ‘ αυτόν και πάσι τοις οικογενέσιν αυτού και πάσι τοις μεγιστάσι της Μηδίας και της Περσίδος 2 και πάσι τοις σατράπαις και στρατηγοίς και τοπάρχαις τοις υπ ‘ αυτόν. και ον αν κρίνη ο βασιλεύς και οι τρεις μεγιστάνες της Περσίδος ότι ου ο λόγος αυτού σοφώτερος. 8 και τότε γράψαντες έκαστος τον εαυτού λόγον εσφραγίσαντο και έθηκαν υπό το προσκεφάλαιον Δαρείου του βασιλέως και είπαν· 9 όταν εγερθή ο βασιλεύς. και αυτοί δηλώσουσι τους λόγους εαυτών· και εκλήθησαν και εισήλθοσαν. 15 και είπε· καλέσατε τους νεανίσκους. 12 ο τρίτος έγραψεν. 3 και εφάγοσαν και επίοσαν και εμπλησθέντες ανέλυσαν. υπερισχύει ο βασιλεύς. πάντας τους ανθρώπους τους πιόντας αυτόν πλανά την διάνοιαν· 18 του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 786 . αυτω δοθήσεται το νίκος καθώς γέγραπται. 11 ο έτερος έγραψεν. 13 και ότε εξηγέρθη ο βασιλεύς. λαβόντες το γράμμα έδωκαν αυτω. και ανέγνω. υπέρ δε πάντα νικά η αλήθεια. υπερισχύει ο οίνος. 10 ο εις έγραψεν. υπερισχύουσιν αι γυναίκες. 14 και εξαποστείλας εκάλεσε πάντας τους μεγιστάνας της Περσίδος και της Μηδείας και τους σατράπας και στρατηγούς και τοπάρχας και υπάτους και εκάθισεν εν τω χρηματιστηρίω. ο δε Δαρείος ο βασιλεύς ανέλυσεν εις τον κοιτώνα εαυτού και εκοιμήθη και έξυπνος εγένετο. και ανεγνώσθη το γράμμα ενώπιον αυτών. 16 και είπαν αυτοίς· απαγγείλατε ημίν περί των γεγραμμένων. 4 τότε οι τρεις νεανίσκοι οι σωματοφύλακες οι φυλάσσοντες το σώμα του βασιλέως είπαν έτερος προς τον έτερον· 5 είπωμεν έκαστος ημών ένα λόγον. από της Ινδικής μέχρις Αιθιοπίας εν ταις εκατόν εικοσιεπτά σατραπείαις. δώσει αυτω Δαρείος ο βασιλεύς δωρεάς μεγάλας και επινίκια μεγάλα 6 και πορφύραν περιβαλέσθαι και εν χρυσώμασι πίνειν και επί χρυσω καθεύδεν και άρμα χρυσοχάλινον και κίδαριν βυσσίνην και μανιάκην περί τον τράχηλον. Πως υπερισχύει ο οίνος.

Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ήρξατο ο δεύτερος λαλείν. θερίσαντες αναφέρουσι τω βασιλεί· και έτερος τον έτερον αναγκάζοντες αναφέρουσι τους φόρους τω βασιλεί. αφιούσιν· 8 είπε πατάξαι. 5 φονεύουσι και φονεύονται. τω βασιλεί κομίζουσι πάντα. 11 αυτοί δε τηρούσι κύκλω περί αυτόν και ου δύνανται έκαστος απελθείν και ποιείν τα έργα αυτού. φιλιάζειν φίλοις και αδελφοίς. και εσίγησεν ούτως είπας. 10 και πας ο λαός αυτού και αι δυνάμεις αυτού ενακούουσι. ποιούσιν· εάν δε εξαποστείλη αυτούς προς τους πολεμίους. προς δε τούτοις. και τον λόγον του βασιλέως ου παραβαίνουσιν· εάν δε νικήσωσι. ου μέμνηνται α έπραξαν. ουχ υπερισχύει ο οίνος. 21 και ου μέμνηται. ο είπας περί της ισχύος του βασιλέως· 2 ω άνδρες. ερημούσιν· είπεν οικοδομήσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τε βασιλέως και του ορφανού ποιεί την διάνοιαν μίαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 787 . ότι ούτως αναγκάζει ποιείν. την γην και την θάλασσαν κατακρατούντες και πάντα τα εν αυτοίς. 23 ω άνδρες. ενακούουσιν. οικοδομούσιν· 9 είπεν εκκόψαι. 3 ο δε βασιλεύς υπερισχύει και κυριεύει αυτών και δεσπόζει αυτών. αλλά γεωργούσι την γην. και μετ ‘ ου πολύ σπώνται τας μαχαίρας· 22 και όταν από του οίνου εγερθώσιν. την τε του πένητος και την του πλουσίου. 20 και πάσας καρδίας ποιεί πλουσίας και ου μέμνηται βασιλέα ουδέ σατράπην και πάντα δια ταλάντων ποιεί λαλείν. 19 και πάσαν διάνοιαν μεταστρέφει εις ευωχίαν και ευφροσύνην και ου μέμνηται πάσαν λύπην και παν οφείλημα. εσθίει και πίνει και καθεύδει. και όσα εάν προνομεύσωσι και τα άλλα πάντα. 7 και αυτός εις μόνος εστίν· εάν είπη αποκτείναι. φυτεύουσι. αυτός ανάκειται. 4 εάν είπη αυτοίς ποιήσαι πόλεμον έτερος προς τον έτερον. όταν πίνωσι. βαδίζουσι και κατεργάζονται τα όρη και τα τείχη και τους πύργους. 6 και όσοι ου στρατεύονται ουδέ πολεμούσιν. πάλιν όταν σπείρωσι. την τε του οικέτου και την του ελευθέρου. τύπτουσιν· είπεν ερημώσαι. εκκόπτουσιν· είπε φυτεύσαι. ουχ υπερισχύουσιν οι άνθρωποι. αποκτέννουσιν· εάν είπη αφείναι. και παν ό εάν είπη αυτοίς.

12 ω άνδρες. κολακεύει αυτήν. και την ιδίαν χώραν και προς την ιδίαν γυναίκα κολλάται 21 και μετά της γυναικός αφίησι την ψυχήν και ούτε τον πατέρα μέμνηται ούτε την μητέρα ούτε την χώραν. ουχί πάσαι αι χώραι ευλαβούνται άψασθαι αυτού. ότι ούτως επάκουστός εστι. 27 και πολλοί απώλοντο και εσφάλησαν και ημάρτοσαν δια τας γυναίκας. 33 και τότε ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 788 . και εσίγησεν. 29 εθεώρουν αυτόν και Απάμην την θυγατέρα Βαρτάκου του θαυμαστού. 32 ω άνδρες. και ου δύνανται οι άνθρωποι χωρίς των γυναικών είναι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουδέ παρακούουσιν αυτού. 20 άνθρωπος τον εαυτού πατέρα εγκαταλείπει. 14 ου μέγας ο βασιλεύς και πολλοί οι άνθρωποι και ο οίνος ισχύει. 18 εάν δε συναγάγωσι χρυσίον και αργύριον και παν πράγμα ωραίον και ίδωσι γυναίκα μίαν καλήν τω είδει και τω κάλλει.ήρξατο λαλείν· άνδρες. ουχί μέγας ο βασιλεύς τη εξουσία αυτού. 28 και νυν ου πιστεύετέ μοι. και εάν προσγελάση αυτω. ουχ αι γυναίκες. και πάντα ταις γυναιξί δίδοτε και φέρετε. όπως διαλλαγή αυτω. καθημένην εν δεξιά του βασιλέως 30 και αφαιρούσαν το διάδημα από της κεφαλής του βασιλέως και επιτιθούσαν εαυτη και ερράπιζε τον βασιλέα τη αριστερά· 31 και προς τούτοις ο βασιλεύς χάσκων το στόμα εθεώρει αυτήν. και αύται εξέθρεψαν αυτούς τους φυτεύσαντας τους αμπελώνας. 23 και λαμβάνει ο άνθρωπος την ρομφαίαν αυτού και εκπορεύεται εξοδεύειν και ληστεύειν και κλέπτειν και εις την θάλασσαν πλείν και ποταμούς· 24 και τον λέοντα θεωρεί και εν σκότει βαδίζει. 19 ταύτα πάντα αφέντες. εξ ων ο οίνος γίνεται. ος κυριεύει της θαλάσσης και της γης· 16 και εξ αυτών εγένοντο. εις αυτήν εκκέχηναν και χάσκοντες το στόμα θεωρούσιν αυτήν. 17 και αύται ποιούσι τας στολάς των ανθρώπων. την παλλακήν του βασιλέως. τις ουν ο δεσπόζων αυτών ή τις ο κυριεύων αυτών. Πως ουχί ισχυραί αι γυναίκες. ος εξέθρεψεν αυτόν. Πως ουχ υπερισχύει ο βασιλεύς. 25 και πλείον αγαπά άνθρωπος την ιδίαν γυναίκα μάλλον ή τον πατέρα και την μητέρα· 26 και πολλοί απενοήθησαν· ταις ιδίαις διανοίαις δια τας γυναίκας και δούλοι εγένοντο δι ‘ αυτάς. τη ερωμένη αποφέρει. ότι ούτως πράσσουσι. 15 αι γυναίκες εγέννησαν τον βασιλέα και πάντα τον λαόν. και όταν κλέψη και αρπάση και λωποδυτήση. και αύται ποιούσι δόξαν τοις ανθρώποις. γελά· εάν δε πικρανθή επ ‘ αυτόν. 13 Ο δε τρίτος ο είπας περί των γυναικών και της αληθείας -ούτός εστι Ζοροβάβελ. και πάντες αυτήν αιρετίζουσι μάλλον ή το χρυσίον και το αργύριον και παν πράγμα ωραίον. 22 και εντεύθεν δεί υμάς γνώναι ότι αι γυναίκες κυριεύουσιν υμών· ουχί πονείτε και μοχθείτε.

και εχόμενός μου καθήση. ον ενεπύρισαν οι Ιδουμαίοι. 37 άδικος ο οίνος. ουδέ διάφορα. κύριε βασιλεύ. 36 πάσα η γη την αλήθειαν καλεί. 46 και νυν τούτό εστιν. και συγγενής μου κληθήση. 48 και πάσι τοις τοπάρχαις εν κοίλη Συρία και Φοινίκη και τοις εν τω Λιβάνω έγραψεν επιστολάς μεταφέρειν ξύλα κέδρινα από του Λιβάνου εις Ιερουσαλήμ και όπως οικοδομήσωσι μετ ‘ αυτού την πόλιν. α εχώρισε Κύρος. άδικοι πάντες οι υιοί των ανθρώπων. αλλά τα δίκαια ποιεί από πάντων των αδίκων και πονηρών· και πάντες ευδοκούσι τοις έργοις αυτής. και ό αιτούμαί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύς και οι μεγιστάνες έβλεπον εις τον έτερον. και ο ουρανός αυτήν ευλογεί. και αύτη εστίν η μεγαλωσύνη η παρά σου· δέομαι ουν ίνα ποιήσης την ευχήν. και τότε είπον· μεγάλη η αλήθεια και υπερισχύει. ότε ηρημώθη η Ιουδαία υπό των Χαλδαίων. άδικος ο βασιλεύς. ή το βασίλειόν σου παρέλαβες. οικοδομήσαι την Ιερουσαλήμ εν τη ημέρα. ότι στρέφεται εν τω κύκλω του ουρανού και πάλιν αποτρέχει εις τον εαυτού τόπον εν μια ημέρα. 44 και πάντα τα σκεύη τα ληφθέντα εξ Ιερουσαλήμ και εκπέμψαι. 34 άνδρες. 35 ουχί μέγας ος ταύτα ποιεί. και ουκ έστι μετ ‘ αυτής άδικον ουδέν. 42 Τότε ο βασιλεύς είπεν αυτω· αίτησαι ό θέλεις πλείω των γεγραμμένων. 43 τότε είπε τω βασιλεί· μνήσθητι την ευχήν. μεγάλη η γη και υψηλός ο ουρανός και ταχύς τω δρόμω ο ήλιος. ην ηύξω τω βασιλεί του ουρανού ποιήσαι εκ στόματός σου. 38 η δε αλήθεια μένει και ισχύει εις τον αιώνα και ζη και κρατεί εις τον αιώνα του αιώνος. και ήρξατο λαλείν περί της αληθείας. και εν τη αδικία αυτών απολούνται. και ηύξατο εξαποστείλαι εκεί. 41 και εσιώπησε του λαλείν· και πας ο λαός τότε εφώνησε. και δώσομέν σοι ον τρόπον ευρέθης σοφώτερος. ουχί ισχυραί αι γυναίκες. ό σε αξιώ. άδικοι αι γυναίκες. και άδικα πάντα τα έργα αυτών τα τοιαύτα· και ουκ έστιν εν αυτοίς αλήθεια. 49 και έγραψε πάσι τοις Ιουδαίοις τοις αναβαίνουσιν από της βασιλείας εις την Ιουδαίαν υπέρ της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 789 . και ουκ έστιν εν τη κρίσει αυτής ουδέν άδικον. και η αλήθεια μεγάλη και ισχυροτέρα παρά πάντα. 47 τότε αναστάς Δαρείος ο βασιλεύς κατεφίλησεν αυτόν και έγραψεν αυτω τας επιστολάς προς πάντας τους οικονόμους και τοπάρχας και στρατηγούς και σατράπας. 40 και αυτη η ισχύς και το βασίλειον και η εξουσία και η μεγαλειότης των πάντων αιώνων. ευλογητός ο Θεός της αληθείας. ότε ηύξατο εκκόψαι Βαβυλώνα. ίνα προπέμψωσιν αυτόν και τους μετ ‘ αυτού πάντας αναβαίνοντας οικοδομήσαι την Ιερουσαλήμ. 39 και ουκ έστι παρ ‘ αυτήν λαμβάνειν πρόσωπα. ην ηύξω. και πάντα τα έργα σείεται και τρέμει. 45 και συ ηύξω οικοδομήσαι τον ναόν.

και αυτός επέταξε ποιήσαι και εξαποστείλαι εις Ιερουσαλήμ. 53 και πάσι τοις προσβαίνουσιν από της Βαβυλωνίας κτίσαι την πόλιν. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΜΕΤΑ δε ταύτα εξελέγησαν αναβήναι αρχηγοί οίκου πατριών κατά φυλάς αυτών και αι γυναίκες αυτών και οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες και οι παίδες αυτών και αι παιδίσκαι και τα κτήνη αυτών. και εκωθωνίζοντο μετά μουσικών και χαράς ημέρας επτά. άρας το πρόσωπον εις τον ουρανόν εναντίον Ιερουσαλήμ ευλόγησε τω βασιλεί του ουρανού λέγων· 59 παρά σου νίκη. 61 και έλαβε τας επιστολάς και εξήλθε και ήλθεν εις Βαβυλώνα και απήγγειλε τοις αδελφοίς αυτού πάσι. 51 και εις την οικοδομήν του ιερού δοθήναι κατ ‘ ενιαυτόν τάλαντα είκοσι μέχρι του οικοδομηθήναι. ας διακρατούσι των Ιουδαίων. και ίνα οι Ιδουμαίοι αφίωσι τας κώμας. δέκα κατ ‘ ενιαυτόν. πάντα δυνατόν και τοπάρχην και σατράπην και οικονόμον μη απελεύσεσθαι επί τας θύρας αυτών. και σοί ομολογώ. δέσποτα των πατέρων. και σή η δόξα και εγώ σός οικέτης. 60 ευλογητός ει. 57 και εξαπέστειλε πάντα τα σκεύη. αυτοίς τε και τοις εκγόνοις αυτών. 52 και επί το θυσιαστήριον ολοκαυτώματα καρπούσθαι καθ ‘ ημέραν. 54 έγραψε δε και την χορηγίαν και την ιερατικήν στολήν. όσα είπε Κύρος ποιήσαι. και παρά σου η σοφία. καθά έχουσιν εντολήν επτακαίδεκα προσφέρειν. ου ωνομάσθη το όνομα αυτού επ ‘ αυτω. 62 και ευλόγησαν τον Θεόν των πατέρων αυτών. 55 και τοις Λευίταις έγραψε δούναι την χορηγίαν έως της ημέρας. άλλα τάλαντα. 2 και Δαρείος συναπέστειλε μετ ‘ αυτών ιππείς χιλίους έως του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 790 . 50 και πάσαν την χώραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ελευθερίας. ην κρατούσιν. αφορολόγητον αυτοίς υπάρχειν. α εχώρισε Κύρος από Βαβυλώνος· και πάντα. 58 Και ότε εξήλθεν ο νεανίσκος. ος έδωκάς μοι σοφίαν. ης επιτελεσθή ο οίκος και Ιερουσαλήμ οικοδομηθήναι. εν τίνι λατρεύουσιν εν αυτη. ότι έδωκεν αυτοίς άνεσιν και άφεσιν 63 αναβήναι και οικοδομήσαι την Ιερουσαλήμ και το ιερόν. 56 και πάσι τοις φρουρούσι την πόλιν έγραψε δούναι αυτοίς κλήρους και οψώνια. υπάρχειν την ελευθερίαν. και πάσι τοις ιερεύσι τοις προσβαίνουσιν.

Νεεμίου. 7 εισί δε ούτοι οι εκ της Ιουδαίας αναβάντες εκ της αιχμαλωσίας της παροικίας. 12 υιοί ‘Ηλάμ χίλιοι διακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες. Μαρδοχαίου. των προηγουμένων αυτών. Ενηνέος. 4 Και ταύτα τα ονόματα των ανδρών των αναβαινόντων κατά πατριάς αυτών εις τας φυλάς επί την μεριδαρχίαν αυτών. ους μετώκισε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα 8 και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ και την λοιπήν Ιουδαίαν έκαστος εις την ιδίαν πόλιν. υιοί Βανί εξακόσιοι τεσσαρακονταοκτώ. υιοί Αζαρού τετρακόσιοι τριακονταδύο. 11 υιοί Φαάθ Μωάβ εις τους υιούς Ιησού και Ιωάβ δισχίλιοι οκτακόσιοι δεκαδύο. οι εξ Αναθώθ εκατόν πεντηκονταοκτώ. Βαανά. υιοί Αδινού τετρακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες. 15 υιοί Ατήρ Εζεκίου ενενηκονταδύο. Ασφαράσου. Ρεελίου. υιοί Αρόμ τριακονταδύο. Ζαραίου. υιοί Βαγοϊ δισχίλιοι εξακόσιοι εξ. 20 οι Χαδιασαί και Αμμίδιοι τετρακόσιοι εικοσιδύο. οι εκ Βαιθασμών τεσσαρακονταδύο. υιοί Νιφίς εκατόν πεντηκονταέξ. 6 ος ελάλησεν επί Δαρείου του βασιλέως Περσών λόγους σοφούς εν τω δευτέρω έτει της βασιλείας αυτού μηνί Νισάν του πρώτου μηνός. υιοί Ιερεχού διακόσιοι τεσαρακονταπέντε. 21 οι εκ Μακαλών εκατόν εικοσιδύο. υιοί Αργαί χίλιοι τριακόσιοι εικοσιδύο. 18 οι εκ Νετωφάς πεντηκονταπέντε. οι εκ Καφείρας και Βηρώγ επτακόσιοι τεσσαρακοντατρείς. 9 αριθμός των από του έθνους και οι προηγούμενοι αυτών· υιοί Φόρος δύο χιλιάδες και εκατόν εβδομηκονταδύο. 13 υιοί Βηβαί εξακόσιοι τριακοντατρείς. Ροϊμου. 14 υιοί Αδωνικάν εξακόσιοι τριακονταεπτά. οι ελθόντες μετά Ζοροβάβελ και Ιησού. Ρησαίου. υιοί εκ Βαιθλωμών εκατόν εικοσιτρείς. υιοί Σαφάτ τετρακόσιοι εβδομηκονταδύο. 5 οι ιερείς υιοί Φινεές υιού Ααρών· Ιησούς ο του Ιωσεδέκ του Σαραίου και Ιωακίμ ο του Ζοροβάβελ του Σαλαθιήλ εκ του οίκου του Δαυίδ. υιοί Βασαί τριακόσιοι εικοσιτρείς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκαταστήσαι αυτούς εις Ιερουσαλήμ μετ ‘ ειρήνης και μετά μουσικών τυμπάνων και αυλών· 3 και πάντες οι αδελφοί αυτών παίζοντες. 16 υιοί Αννίς εκατόν εις. 22 υιοί Καλαμωλάλου και ‘Ωνούς επτακόσιοι εικοσιπέντε. οι εκ Βετολίω πεντηκονταδύο. υιοί Χορβέ επτακόσιοι πέντε. οι εκ Κιραμάς και Γαββής εξακόσιοι είκοσιν εις. υιοί Αρσιφουρίθ εκατόν δύο. Βεελσάρου. 19 οι εκ Καριαθιρί εικοσιπέντε. 23 υιοί Σανάας τρισχίλιοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 791 . υιοί Κιλάν και Αζηνάν εξηκονταεπτά. 17 υιοί Βαιτηρούς τρισχίλιοι πέντε. υιοί Ζαθουϊ ενακόσιοι εβδομηκονταπέντε. φυλής δε Ιούδα. και εποίησεν αυτοίς συναναβήναι μετ ‘ εκείνων. 10 υιοί Αρές επτακόσιοι πεντηκονταέξ. εκ της γενεάς Φαρές.

υιοί Θομοϊ. υιοί Ισραήλ. υιοί Χασεβά. υιοί Νεκωδάν εξακόσιοι πεντηκονταδύο. υιοί Σαφάγ. 34 υιοί Αγιά. ηγούμενος αυτών Χαρααθαλάν και Ααλάρ. 43 και εκ των ηγουμένων κατά τας πατριάς εν τω παραγίνεσθαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 792 . υιοί Ακούφ. υιοί Τάς. υποζύγια πεντακισχίλια πεντακόσια εικοσιπέντε. υιοί Βασαλέμ. υιοί Χαρέα. υιοί Δαισάν. υιοί Ησαύ. υιοί Σαρωθί. υιοί Ατάρ. υιοί Ιαδδού του λαβόντος Αυγίαν γυναίκα των θυγατέρων Φαηζελδαίου. υιοί Τολμάν. υιοί Βασθαϊ. 27 οι ιεροψάλται υιοί Ασάφ εκατόν εικοσιοκτώ. 41 οι δε πάντες Ισραήλ ήσαν από δωδεκαετούς και επάνω. υιοί Ασαρά. υιοί Φαλαίου. υιοί Δακούβ. υιοί Φαρακέμ. υιοί Ανάν. υιοί Νασί. υιοί Αγραβά. 38 και εκ των ιερέων οι εμποιούμενοι ιερωσύνης και ουχ ευρέθησαν· υιοί ‘Οβδία. υιοί Βαρχουέ. υιοί Ασσαπφιώθ. πάντες εκατόν τριακονταεννέα. μυριάδες τέσσαρες δισχίλιοι τριακόσιοι εξήκοντα· παίδες τούτων και παιδίσκαι επτακισχίλιοι τριακόσιοι τριακονταεπτά· ψάλται και ψαλτωδοί διακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 42 κάμηλοι τετρακόσιοι τριακονταπέντε και ίπποι επτακισχίλιοι τριακονταέξ. ημίονοι διακόσιοι τεσσαρακονταπέντε. υιοί Σεράρ. υιοί Κητάβ. υιοί Ακβώς. υιοί Φινοέ. υιοί Μανί. υιοί Αδδούς. υιοί Ατεφά. εχωρίσθησαν του ιερατεύειν. 29 οι ιερόδουλοι. υιοί Κηράς. και εκλήθη επί τω ονόματι αυτού. υιοί Ασούβ. 32 υιοί Μεεδδά. 33 υιοί παίδων Σαλωμών. 25 υιοί Φασσούρου χίλιοι τεσσαρακονταεπτά. 36 ούτοι αναβάντες από Θερμελέθ και Θελερσάς. υιοί Γεδδούρ. υιοί Αλλών. υιοί Φαχαρέθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τριακόσιοι εις. υιοί Ταβαώθ. υιοί Ακκαβά. υιοί Ασσανά. υιοί Λαβανά. 40 και είπεν αυτοίς Νεεμίας και Ατθαρίας μη μετέχειν των αγίων έως αναστη αρχιερεύς ενδεδυμένος την δήλωσιν και την αλήθειαν. υιοί Ουτά. 31 υιοί Ιαϊρου. υιοί Σαβιή. 28 οι θυρωροί υιοί Σαλούμ. υιοί Ναφισί. υιοί Τωβίς. 35 πάντες οι ιερόδουλοι και οι υιοί των παίδων Σαλωμών τριακόσιοι εβδομηκονταδύο. υιοί ‘Οζίου. 30 υιοί Ακούδ. υιοί Αφερρά. 26 οι Λευίται οι υιοί Ιησού και Καδμιήλου και Βάννου και Σουδίου εβδομηκοντατέσσαρες. υιοί Ατητά. υιοί Σουβά. υιοί Μισαίας. υιοί Ιειηλί. υιοί Συβαϊ. υιοί Φαριρά. υιοί Εμμηρούθ διακόσιοι πεντηκονταδύο. υιοί Ασιφά. υιοί Αχιβά. υιοί Καζηρά. υιοί Καθουά. υιοί Σουδά. υιοί Λοζών. υιοί Σαφυϊ. 37 και ουκ ηδύναντο απαγγείλαι τας πατριάς αυτών και γενεάς. ως εκ του Ισραήλ εισιν· υιοί Δαλάν του υιού του Βαενάν. 39 και τούτων ζητηθείσης της γενικής γραφής εν τω καταλοχισμω και μη ευρεθείσης. υιοί Νοεβά. χωρίς παίδων και παιδισκών. υιοί Χαρμί διακόσιοι δεκαεπτά. υιοί Κουθά. υιοί Βαρωδίς. 24 οι ιερείς οι υιοί Ιεδδού του Ιησού εις τους υιούς Σανασίβ οκτακόσιοι εβδομήκονταδύο.

και έστη Ιησούς και οι υιοί και οι αδελφοί και Καδμιήλ ο αδελφός και οι υιοί ‘Ημαδαβούν και οι υιοί Ιωδά του Ηλιαδούδ συν τοις υιοίς και αδελφοίς. 47 και καταστάς Ιησούς ο του Ιωσεδέκ και οι αδελφοί αυτού οι ιερείς και Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και οι τούτου αδελφοί ητοίμασαν το θυσιαστήριον του Θεού του Ισραήλ 48 προσενέγκαι επ ‘ αυτού ολοκαυτώσεις ακολούθως τοις εν τη Μωυσέως βίβλω του ανθρώπου του Θεού διηγορευμένοις. εν τω ελθείν εις την Ιουδαίαν και Ιερουσαλήμ. οί τε ιεροψάλται και οι θυρωροί και πας Ισραήλ εν ταις κώμαις αυτών. πάντες οι Λευίται. 53 και έδωκαν αργύριον τοις λατόμοις και τέκτοσι και ποτά και βρωτά και χάρα τοις Σιδωνίοις και Τυρίοις εις το παράγειν αυτούς εκ του Λιβάνου ξύλα κέδρινα. από της νουμηνίας του εβδόμου μηνός ήρξαντο προσφέρειν θυσίας τω Θεω. συνήχθησαν ομοθυμαδόν εις το ευρύχωρον του πρώτου πυλώνος του προς τη ανατολή. και κατίσχυσαν αυτούς πάντα τα έθνη τα επί της γης. ότι εν έχθρα ήσαν αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς εις το ιερόν του Θεού. του δευτέρου έτους. και ανέφερον θυσίας κατά τον καιρόν και ολοκαυτώματα Κυρίω το πρωϊνόν και το δειλινόν 50 και ηγάγοσαν την της σκηνοπηγίας εορτήν. 51 και μετά ταύτα προσφοράς ενδελεχισμού και θυσίας σαββάτων και νουμηνιών και εορτών πασών ηγιασμένων. κατά το πρόσταγμα το γραφέν αυτοίς παρά Κύρου του Περσών βασιλέως. 54 και τω δευτέρω έτει παραγενόμενος εις το ιερόν του Θεού εις Ιερουσαλήμ μηνός δευτέρου ήρξατο Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και Ιησούς ο του Ιωσεδέκ και οι αδελφοί αυτών και οι ιερείς οι Λευίται και πάντες οι παραγενόμενοι εκ της αιχμαλωσίας εις Ιερουσαλήμ 55 και εθεμελίωσαν τον ναόν του Θεού τη νουμηνία του δευτέρου μηνός. 52 και όσοι ηύξαντο ευχήν τω Θεω. ηύξαντο εγείραι τον οίκον επί του τόπου αυτού κατά την αυτών δύναμιν 44 και δούναι εις το ιερόν γαζοφυλάκιον των έργων χρυσίου μνάς χιλίας και αργυρίου μνάς πεντακισχιλίας και στολάς ιερατικάς εκατόν. 49 και επισυνήχθησαν αυτοίς εκ των άλλων εθνών της γης. ως επιτέτακται εν τω νόμω. και θυσίας καθ ‘ ημέραν. και ο ναός του Θεού ούπω ωκοδόμητο. 46 Ενστάντος δε του εβδόμου μηνός και όντων των υιών Ισραήλ εκάστου εν τοις ιδίοις. διαφέρειν σχεδίας εις τον Ιόπης λιμένα. και κατώρθωσαν το θυσιαστήριον επί του τόπου αυτών. 56 και έστησαν τους Λευίτας από εικοσαετούς επί των έργων του Κυρίου. ως προσήκον ην. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 793 . ομοθυμαδόν εργοδιώκται ποιούντες εις τα έργα εν τω οίκω του Κυρίου. το εν Ιερουσαλήμ. 45 και κατωκίσθησαν οι ιερείς και οι Λευίται και οι εκ του λαού αυτού εν Ιερουσαλήμ και τη χώρα.

59 και πας ο λαός εσάλπισαν και εβόησαν φωνή μεγάλη υμνούντες τω Κυρίω επί τη εγέρσει του οίκου Κυρίου. ος μετήγαγεν ημάς ενταύθα. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΕΝ δε τω δευτέρω έτει της Δαρείου βασιλείας επροφήτευσεν Αγγαίος και Ζαχαρίας ο του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 794 . ότι η χρηστότης αυτού και η δόξα εις τους αιώνας εν παντί Ισραήλ. 70 και βουλάς δημαγωγούντες και συστάσεις ποιούμενοι απεκώλυσαν του αποτελεσθήναι την οικοδομήν πάντα τον χρόνον της ζωής του βασιλέως Κύρου. 65 και προσελθόντες εν τω Ζοροβάβελ και Ιησού και τοις ηγουμένοις των πατριών λέγουσιν αυτοίς· συνοικοδομήσωμεν υμίν· 66 ομοίως γαρ υμίν ακούομεν του Κυρίου υμών και αυτω επιθύομεν αφ ‘ ημερών Ασβασαρέθ βασιλέως Ασσυρίων. 63 Και ακούσαντες οι εχθροί της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν ήλθοσαν επιγνώναι τις η φωνή των σαλπίγγων. και είρχθησαν της οικοδομής έτη δύο έως της Δαρείου βασιλείας. οίς προσέταξεν ημίν Κύρος ο βασιλεύς Περσών. 64 και επέγνωσαν ότι οι εκ της αιχμαλωσίας οικοδομούσι τον ναόν τω Κυρίω Θεω Ισραήλ. 60 και ήλθοσαν εκ των ιερέων των Λευιτών και των προκαθημένων κατά τας πατριάς αυτών οι πρεσβύτεροι οι εωρακότες τον προ τούτου οίκον προς την τούτου οικοδομήν μετά κλαυθμού και κραυγής μεγάλης 61 και πολλοί δια σαλπίγγων και χαράς μεγάλη τη φωνή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωκοδόμησαν οι οικοδόμοι τον ναόν του Κυρίου. ωστε μακρόθεν ακούεσθαι. 62 ωστε τον λαόν μη ακούειν των σαλπίγγων δια τον κλαυθμόν του λαού· ο γαρ όχλος ην ο σαλπίζων μεγάλως. 57 και έστησαν οι ιερείς εστολισμένοι μετά μουσικών και σαλπίγγων και οι Λευίται υιοί Ασάφ έχοντες τα κύμβαλα υμνούντες τω Κυρίω και ευλογούντες κατά Δαυίδ βασιλέα του Ισραήλ 58 και εφώνησαν δι ‘ ύμνων ευλογούντες τω Κυρίω. 67 και είπεν αυτοίς Ζοροβάβελ και Ιησούς και οι ηγούμενοι των πατριών του Ισραήλ· ουχ ημίν και υμίν του οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίω Θεω ημών· 68 ημείς γαρ μόνοι οικοδομήσομεν τω Κυρίω του Ισραήλ ακολούθως. 69 τα δε έθνη της γης επικοιμώμενα τοις εν τη Ιουδαία και πολιορκούντες είργον του οικοδομείν.

παρέδωκεν αυτούς εις χείρας Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος βασιλέως των Χαλδαίων· 15 τον τε οίκον καθελόντες ενεπύρισαν και τον λαόν ηχμαλώτευσαν εις Βαβυλώνα. συνόντων των προφητών του Κυρίου βοηθούντων αυτοίς. 12 οι δε απεκρίθησαν ημίν λέγοντες· ημείς εσμεν παίδες του Κυρίου του κτίσαντος τον ουρανόν και την γην· 13 και ωκοδόμητο οίκος έμπροσθεν ετών πλειόνων δια βασιλέως του Ισραήλ μεγάλου και ισχυρού και επετελέσθη. 11 επερωτήσαμεν ουν αυτούς είνεκεν του γνωρίσαι σοι και γράψαι σοι τους ανθρώπους τους αφηγουμένους και την ονοματογραφίαν ητούμεν αυτούς των προκαθηγουμένων. 10 τότε επυνθανόμεθα των πρεσβυτέρων τούτων λέγοντες· τίνος υμίν προστάξαντος οικοδομείτε τον οίκον τούτον και τα έργα ταύτα θεμελιούτε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αδδώ οι προφήται επί τους Ιουδαίους τους εν τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ επί τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ επ ‘ αυτούς. και τίνες εισίν οικοδόμοι οι ταύτα επιτελούντες. 16 εν δε τω πρώτω έτει βασιλεύοντος Κύρου χώρας Βαβυλωνίας έγραψεν ο βασιλεύς Κύρος τον οίκον τούτον οικοδομήσαι· 17 και τα ιερά σκεύη τα χρυσά και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 795 . καινόν δια λίθων ξυστών πολυτελών. ης έγραψε Δαρείω και απέστειλαν· «Σισίννης ο έπαρχος Συρίας και Φοινίκης και Σαθραβουζάνης και οι συνεταίροι οι εν Συρία και Φοινίκη ηγεμόνες βασιλεί Δαρείω χαίρειν. ξύλων τιθεμένων εν τοις τοίχοις. 5 και έσχοσαν χάριν επισκοπής γενομένης επί την αιχμαλωσίαν παρά του Κυρίου οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων 6 και ουκ εκωλύθησαν της οικοδομής. ότι παραγενόμενοι εις την χώραν της Ιουδαίας και ελθόντες εις Ιερουσαλήμ την πόλιν κατελάβομεν της αιχμαλωσίας τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων εν Ιερουσαλήμ τη πόλει οικοδομούντας οίκον τω Κυρίω μέγαν. 3 εν αυτω τω χρόνω παρήν προς αυτούς Σισίννης ο έπαρχος Συρίας και Φοινίκης και Σαθραβουζάνης και οι συνεταίροι και είπαν αυτοίς· 4 τίνος υμίν συντάξαντος τον οίκον τούτον οικοδομείτε. μέχρις ου υποσημανθήναι Δαρείω περί αυτών και προσφωνηθήναι. 14 και επεί οι πατέρες ημών παραπικράναντες ήμαρτον εις τον Κύριον του Ισραήλ τον ουράνιον. 7 Αντίγραφον επιστολής. 9 και τα έργα εκείνα επί σπουδής γινόμενα και ευοδούμενον το έργον εν ταις χερσίν αυτών και εν πάση δόξη. 2 τότε στάς Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και Ιησούς ο του Ιωσεδέκ ήρξαντο οικοδομείν τον οίκον του Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ. 8 πάντα γνωστά έστω τω κυρίω ημών τω βασιλεί. και την στέγην ταύτην και τα άλλα πάντα επιτελείτε. και επιμελεία συντελούμενον.

καθώς αν οι ιερείς οι εν Ιερουσαλήμ υπαγορεύσωσιν αναλίσκεσθαι καθ ‘ ημέραν αναμφισβητήτως. 30 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 796 . 25 και τα ιερά σκεύη του οίκου Κυρίου τα τε χρυσά και αργυρά. ου ην κείμενα. ίνα συμποιώσι τοις εκ της αιχμαλωσίας της Ιουδαίας μέχρι του επιτελεσθήναι τον οίκον του Κυρίου· 28 και από της φορολογίας Κοίλης Συρίας και Φοινίκης επιμελώς σύνταξιν δίδοσθαι τούτοις τοις ανθρώποις εις θυσίαν τω Κυρίω. 26 προσέταξε δε επιμεληθήναι Σισίννη επάρχω Συρίας και Φοινίκης και Σαθραβουζάνη και τοις συνεταίροις και τοις αποτεταγμένοις εν Συρία και Φοινίκη ηγεμόσιν απέχεσθαι του τόπου. δια δόμων λιθίνων ξυστών τριών και δόμου ξυλίνου εγχωρίου καινού ενός. 18 και επετάγη αυτω. πλάτος πηχών εξήκοντα. 22 Τότε ο βασιλεύς Δαρείος προσέταξεν επισκέψασθαι εν τοις βιβλιοφυλακίοις τοις κειμένοις εν Βαβυλώνι. έπαρχον δε της Ιουδαίας. αποκατασταθήναι εις τον οίκον τον εν Ιερουσαλήμ. και απ ‘ εκείνου μέχρι του νυν οικοδομούμενος ουκ έλαβε συντέλειαν. και απήνεγκε πάντα τα σκεύη ταύτα αποθείναι εν τω ναω τω εν Ιερουσαλήμ και τον ναόν του Κυρίου οικοδομηθήναι επί του τόπου. 29 ομοίως δε και πυρόν και άλα και οίνον και έλαιον ενδελεχώς κατ ‘ ενιαυτόν. 20 νυν ουν ει κρίνεται. πάλιν εξήνεγκεν αυτά Κύρος ο βασιλεύς εκ του ναού του εν Βαβυλωνία. προσφωνησάτω ημίν περί τούτων». 24 ου το ύψος πηχών εξήκοντα. εις ταύρους και κριούς και άρνας. και παρεδόθη Σαβανασσάρω Ζοροβάβελ τω επάρχω. α εξήνεγκε Ναβουχοδονόσορ εκ του οίκου του εν Ιερουσαλήμ και απηρείσατο αυτά εν τω αυτού ναω. και τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων τον οίκον του Κυρίου εκείνον οικοδομείν επί του τόπου. και το δαπάνημα δοθήναι εκ του οίκου Κύρου του βασιλέως. επισκεπήτω εν τοις βασιλικοίς βιβλιοφυλακίοις του Κύρου· 21 και εάν ευρίσκηται μετά της γνώμης Κύρου του βασιλέως γενομένην την οικοδομήν του οίκου Κυρίου του εν Ιερουσαλήμ και κρίνηται τω κυρίω βασιλεί ημών. α εξήνεγκε Ναβουχοδονόσορ εκ του οίκου του εν Ιερουσαλήμ και απήνεγκεν εις Βαβυλώνα. βασιλεύ. και ευρέθη εν Εκβατάνοις τη βάρει τη εν Μηδία χώρα τόμος εις. εν ω υπομνημάτιστο τάδε· 23 « Έτους πρώτου βασιλεύοντος Κύρου βασιλεύς Κύρος προσέταξε τον οίκον του Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ οικοδομήσαι. όπου επιθύουσι δια πυρός ενδελεχούς. εάσαι δε τον παίδα Κυρίου Ζοροβάβελ. 19 τότε ο Σαβανάσσαρος παραγενόμενος ανεβάλετο τους θεμελίους του οίκου Κυρίου του εν Ιερουσαλήμ. Ζοροβάβελ επάρχω. 27 και εγώ δε επέταξα ολοσχερώς οικοδομήσαι και ατενίσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αργυρά. όπως τεθή εκεί.

8 χιμάρους υπέρ αμαρτίας παντός του Ισραήλ δώδεκα προς αριθμόν. αφανίσαι πάντα βασιλέα και έθνος. 3 και εύοδα εγίνετο τα ιερά έργα προφητευόντων Αγγαίου και Ζαχαρίου των προφητών. 6 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ και οι ιερείς και οι Λευίται και οι λοιποί οι εκ της αιχμαλωσίας οι προστεθέντες ακολούθως τοις εν τη Μωυσέως βίβλω· 7 και προσήνεγκαν εις τον εγκαινισμόν του ιερού του Κυρίου ταύρους εκατόν. εκ των φυλάρχων του Ισραήλ δώδεκα. 12 και έθυσαν το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 797 . κριούς διακοσίους. 4 και συνετέλεσαν ταύτα δια προστάγματος Κυρίου Θεού Ισραήλ. 10 και ηγάγοσαν οι υιοί Ισραήλ των εκ της αιχμαλωσίας το πάσχα εν τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του πρώτου μηνός· ότι ηγνίσθησαν οι ιερείς και οι Λευίται άμα 11 και πάντες οι υιοί της αιχμαλωσίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όπως προσφέρωνται σπονδαί τω Θεω τω υψίστω υπέρ του βασιλέως και των παίδων και προσεύχωνται περί της αυτών ζωής. και Σαθραβουζάνης και οι συνεταίροι κατακολουθήσαντες τοις υπό του βασιλέως Δαρείου προσταγείσιν 2 επεστάτουν των ιερών έργων επιμελέστερον συνεργούντες τοις πρεσβυτέροις των Ιουδαίων και ιεροστάταις. ου το όνομα αυτού επικέκληται εκεί. ληφθήναι ξύλον εκ των ιδίων αυτού και επί τούτου κρεμασθήναι και τα υπάρχοντα αυτού είναι βασιλικά. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΤΟΤΕ Σισίννης έπαρχος Κοίλης Συρίας και Φοινίκης. ότι ηγνίσθησαν. 33 εγώ βασιλεύς Δαρείος δεδογμάτικα επιμελώς κατά ταύτα γίνεσθαί. 9 και έστησαν οι ιερείς και οι Λευίται κατά φυλάς εστολισμένοι επί των έργων Κυρίου Θεού Ισραήλ ακολούθως τη Μωυσέως βίβλω και οι θυρωροί εφ ‘ εκάστου πυλώνος. ότι οι Λευίται άμα πάντες ηγνίσθησαν. ος εκτενεί την χείρα αυτού κωλύσαι ή κακοποιήσαι τον οίκον Κυρίου εκείνον τον εν Ιερουσαλήμ. 32 δια ταύτα και ο Κύριος. και μετά της γνώμης του Κύρου και Δαρείου και Αρταξέρξου βασιλέων Περσών 5 συνετελέσθη ο οίκος ο άγιος έως τρίτης και εικάδος μηνός Άδαρ του έκτου έτους βασιλέως Δαρείου. άρνας τετρακοσίους. 31 και προστάξαι ίνα όσοι εάν παραβώσί τι των γεγραμμένων και ακυρώσωσι.

του Αβισαϊ. του Αχιτώβ. 3 ούτος Έσδρας ανέβη εκ Βαβυλώνος ως γραμματεύς ευφυής ων εν τω Μωυσέως νόμω τω εκδεδομένω υπό του Θεού του Ισραήλ. του ‘Οζίου. του Ελεάζαρ. του Αμαρίου. του Ααρών του ιερέως του πρώτου. ζητούντες τον Κύριον. πάντες οι χωρισθέντες από των βδελυγμάτων των εθνών της γης. 15 ότι μετέστρεψε την βουλήν του βασιλέως Ασσυρίων επ ‘ αυτούς κατισχύσαι τας χείρας αυτών επί τα έργα Κυρίου Θεού Ισραήλ. του Φινεές. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 798 . 10 και τα φιλάνθρωπα εγώ κρίνας προσέταξα τους βουλομένους εκ του έθνους των Ιουδαίων αιρετίζοντας και των ιερέων και των Λευιτών. ου εστιν αντίγραφον το υποκείμενον· 9 «Βασιλεύς Αρταξέρξης Έδρα τω ιερεί και αναγνώστη του νόμου Κυρίου χαίρειν. και τώνδε εν τη ημετέρα βασιλεία. 4 και έδωκεν αυτω ο βασιλεύς δόξαν. ευρόντος χάριν ενώπιον αυτού επί πάντα τα αξιώματα αυτού. του Βοκκά. 5 και συνανέβησαν εκ των υιών Ισραήλ και των ιερέων και Λευιτών και ιεροψαλτών και θυρωρών και ιεροδούλων εις Ιερουσαλήμ 6 έτους εβδόμου βασιλεύοντος Αρταξέρξου εν τω πέμπτω μηνί (ούτος ενιαυτός έβδομος τω βασιλεί). του Εζεχρίου. 8 Προσπεσόντος δε του γραφέντος προστάγματος παρά Αρταξέρξου βασιλέως προς Έσδραν τον ιερέα και αναγνώστην του νόμου Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάσχα πάσι τοις υιοίς της αιχμαλωσίας και τοις αδελφοίς αυτών τοις ιερεύσι και εαυτοίς. 2 του Σαδδούκου. 13 και εφάγοσαν οι υιοί Ισραήλ οι εκ της αιχμαλωσίας. εξελθόντες γαρ εκ Βαβυλώνος τη νουμηνία του πρώτου μηνός παρεγένοντο εις Ιερουσαλήμ κατά την δοθείσαν αυτοίς ευοδίαν παρά του Κυρίου επ ‘ αυτω· 7 ο γαρ Έσδρας πολλήν επιστήμην περιείχεν εις το μηδέν παραλιπείν των εκ του νόμου Κυρίου και εκ των εντολών διδάξαι πάντα τον Ισραήλ δικαιώματα και κρίματα. 14 και ηγάγοσαν την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας ευφραινόμενοι έναντι Κυρίου. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ μεταγενέστερος τούτων βασιλεύοντος Αρταξέρξου του Περσών βασιλέως προσέβη Έσδρας Σαραίου. του Χελκίου του Σαλήμου.

εις Ιερουσαλήμ. 15 ωστε προσενεγκείν θυσίας τω Κυρίω επί το θυσιαστήριον του Κυρίου Θεού αυτών το εν Ιερουσαλήμ. όπως δικάζωσιν εν όλη Συρία και Φοινίκη πάντας τους επισταμένους τον νόμον του Θεού σου· και τους μη επισταμένους διδάξεις. ό εάν ευρεθή εν τη χώρα της Βαβυλωνίας. 12 όπως επισκέψωνται τα κατά την Ιουδαίαν και Ιερουσαλήμ ακολούθως ω έχει εν τω νόμω Κυρίου. επιμελώς κολασθήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συμπορεύεσθαί σοι εις Ιερουσαλήμ. όσα εάν βούλη μετά των αδελφών σου ποιήσαι χρυσίω και αργυρίω. 20 ομοίως δε και έως πυρού κόρων εκατόν και οίνου μετρητών εκατόν 21 και άλλα εκ πλήθους· πάντα κατά τον του Θεού νόμον επιτελεσθήτω επιμελώς τω Θεω τω Υψίστω. και παν χρυσίον και αργύριον. ίνα όσα εάν αποστείλη Έσδρας ο ιερεύς και αναγνώστης του νόμου του Θεού του Υψίστου. δοξάσαι τον οίκον αυτού τον εν Ιερουσαλήμ. 19 καγώ ιδού Αρταξέρξης βασιλεύς προσέταξας τοις γαζοφύλαξι Συρίας και Φοινίκης. Έσδρα. κατά την σοφίαν του Θεού ανάδειξον κριτάς και δικαστάς. επιμελώς διδώσιν έως αργυρίου ταλάντων εκατόν. 27 και εγώ ευθαρσής εγενόμην κατά την αντίληψιν Κυρίου του Θεού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 799 . 11 όσοι ουν ενθυμούνται. εάν τε και θανάτω· εάν τε και τιμωρία ή αργυρική ζημία ή απαγωγή». 25 Και είπεν Έσδρας ο γραμματεύς· ευλογητός μόνος Κύριος ο Θεός των πατέρων μου ο δούς ταύτα εις την καρδίαν του βασιλέως. 16 και πάντα. 23 και συ. συνεξορμάσθωσαν καθάπερ δέδοκται εμοί τε και τοις επτά φίλοις συμβουλευταίς. 13 και απενεγκείν δώρα τω Κυρίω του Ισραήλ. το τε χρυσίον και το αργύριον εις ταύρους και κριούς και άρνας και τα τούτοις ακόλουθα. και μηδένα έχειν εξουσίαν επιβαλείν τι τούτοις. α ηυξάμην εγώ τε και οι φίλοι. όσοι αν παραβαίνωσι τον νόμον του Θεού σου και τον βασιλικόν. 24 και πάντες. 26 και εμέ ετίμησεν εναντίον του βασιλέως και των συμβουλευόντων και πάντων των φίλων και μεγιστάνων αυτού. επιτέλει κατά το θέλημα του Θεού σου. ένεκεν του μη γενέσθαι οργήν εις την βασιλείαν του βασιλέως και των υιών αυτού. 17 και τα ιερά σκεύη του Κυρίου τα διδόμενά σοι εις την χρείαν του ιερού του Θεού σου του εν Ιερουσαλήμ 18 και τα λοιπά όσα αν υποπίπτη σοι εις την χρείαν του ιερού του Θεού σου δώσεις εκ του βασιλικού γαζοφυλακίου. τω Κυρίω εις Ιερουσαλήμ συν τω δεδωρημένω υπό του έθνους εις το ιερόν του Κυρίου Θεού αυτών το εν Ιερουσαλήμ 14 συναχθήναι. 22 και υμίν δε λέγεται όπως πάσι τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις και ιεροψάλταις και θυρωροίς και ιεροδούλοις και πραγματικοίς του ιερού τούτου μηδέ μία φορολογία μηδέ άλλη επιβουλή γίνηται.

ιεροδούλους διακοσίους και είκοσι· πάντων εσημάνθη η ονοματογραφία. ‘Ωβήθ Ιωνάθου και μετ ‘ αυτού άνδρες διακόσιοι πεντήκοντα· 33 εκ των υιών ‘Ηλάμ. Σαλιμώθ Ιωσαφίου και μετ ‘ αυτού άνδρες εξήκοντα και εκατόν· 37 εκ των υιών Βαβί. 49 και ευξάμην εκεί νηστείαν τοις νεανίσκοις έναντι Κυρίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 800 . Γαμαλιήλ· εκ των υιών Δαυίδ. Ζαχαρίαν και Μοσόλλαμον τους ηγουμένους και επιστήμονας 44 και είπα αυτοίς ελθείν προς Λοδδαίον τον ηγούμενον τον εν τω τόπω του γαζοφυλακίου. Γηρσών· εκ των υιών Ιαθαμάρου. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 28 Και ούτοι οι προηγούμενοι κατά τας πατριάς αυτών και τας μεριδαρχίας οι αναβάντες μετ ‘ εμού εκ Βαβυλώνος εν τη βασιλεία Αρταξέρξου του βασιλέως· 29 εκ των υιών Φινεές. και οι ηγούμενοι εις την εργασίαν των Λευιτών. Νάθαν. είκοσιν άνδρες· 48 και εκ των ιεροδούλων. Ιωάννης Ακατάν και μετ ‘ αυτού άνδρες εκατόν δέκα· 39 εκ των υιών Αδωνικάμ. οι έσχατοι και ταύτα τα ονόματα αυτών· Ελιφαλά του Γεουήλ και Σαμαίας και μετ ‘ αυτών άνδρες εβδομήκοντα· 40 εκ των υιών Βαγώ. Ιεσίας Γοθολίου και μετ ‘ αυτού άνδρες εβδομήκοντα· 34 εκ των υιών Σαφατίου. και παρενεβάλομεν ημέρας τρεις αυτόθι. Ζαχαρίας Βηβαϊ και μετ ‘ αυτού άνδρες εικοσιοκτώ· 38 εκ των υιών Αστάθ. Ζαχαρίας και μετ ‘ αυτού απεγράφησαν άνδρες εκατόν πεντήκοντα· 31 εκ των υιών Φαάθ Μωάβ. Ουθί ο του Ισταλκούρου και μετ ‘ αυτού άνδρες εβδομήκοντα. Εννατάν. Ελιαωνίας Ζαραίου και μετ ‘ αυτού άνδρες διακόσιοι· 32 εκ των υιών Ζαθόης. Αβαδίας Ιεζήλου και μετ ‘ αυτού άνδρες διακόσιοι δεκαδύο· 36 εκ των υιών Βανίας. και κατέμαθον αυτούς. Λαττούς ο Σεχενίου· 30 εκ των υιών Φόρος. Ασεβηβίαν και τους υιούς αυτού και τους αδελφούς. 41 Και συνήγαγον αυτούς επί τον λεγόμενον Θεράν ποταμόν. 47 και Ασεβίαν και Άννουον και ‘Ωσαίαν αδελφόν εκ των υιών Χανουναίου και οι υιοί αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ μου και συνήγαγον άνδρας εκ του Ισραήλ ωστε συναναβήναί μοι. 46 και ήγαγον ημίν κατά την κραταιάν χείρα του Κυρίου ημών άνδρας επιστήμονας των υιών Μοολί του Λευί του Ισραήλ. όντας δέκα και οκτώ. Σεχενίας Ιεζήλου και μετ ‘ αυτού άνδρες τριακόσιοι· εκ των υιών Αδίν. Ζαραϊας Μιχαήλου και μετ ‘ αυτού άνδρες εβδομήκοντα· 35 εκ των υιών Ιωάβ. 45 εντειλάμενος αυτοίς διαλεχθήναι Λοδδαίω και τοις αδελφοίς αυτού και τοις εν τω τόπω γαζοφύλαξιν αποστείλαι ημίν τους ιερατεύσοντας εν τω οίκω του Κυρίου ημών. 42 και εκ των ιερέων και εκ των λευιτών ουχ ευρών εκεί 43 απέστειλα προς Ελεάζαρον και Ιδουήλον και Μαιά και Μασμάν και Αλναθάν και Σαμαίαν και Ιώριβον. ων έδωκε Δαυίδ.

63 οι δε παραγενόμενοι εκ της αιχμαλωσίας προσήνεγκαν θυσίας τω Θεω του Ισραήλ Κυρίω. και εγράφη πάσα η ολκή αυτών αυτη τη ωρα. και το χρυσίον και το αργύριον ευχή τω Κυρίω. α εδωρήσατο ο βασιλεύς. ότι η ισχύς του Κυρίου ημών έσται μετά των επιζητούντων αυτόν εις πάσαν επανόρθωσιν. ταύρους δώδεκα υπέρ παντός Ισραήλ. άρνας εβδομηκονταδύο. τη ημέρα τη τετάρτη σταθέν το αργύριον και το χρυσίον παρεδόθη εν τω οίκω Κυρίου ημών Μαρμωθί Ουρία ιερεί -62 και μετ ‘ αυτού Ελεάζαρ ο του Φινεές. 53 και πάλιν εδεήθημεν του Κυρίου ημών πάντα ταύτα και ετύχομεν ευϊλάτου. τράγους υπέρ σωτηρίου δώδεκα· άπαντα θυσίαν τω Κυρίω. και ήσαν μετ ‘ αυτού Ιωσαβδός Ιησού και Μωέθ Σαβάννου. 61 και γενομένης αυτόθι ημέρας τρίτης. 54 και εχώρισα των φυλάρχων των ιερέων άνδρας δεκαδύο. 64 και απέδωκαν τα προστάγματα του βασιλέως τοις βασιλικοίς οικονόμοις και τοις επάρχοις Κοίλης Συρίας και Φοινίκης. κριούς ενενηκονταέξ. 55 και έστησα αυτοίς το αργύριον και το χρυσίον και τα ιερά σκεύη του οίκου του Κυρίου ημών. και ήλθομεν εις Ιερουσαλήμ. και Εσερεβίαν και Σαμίαν και μετ ‘ αυτών εκ των αδελφών αυτών άνδρας δώδεκα. 60 Και αναζεύξαντες από του ποταμού Θερά τη δωδεκάτη του πρώτου μηνός έως εισήλθομεν εις Ιερουσαλήμ κατά την κραταιάν χείρα του Κυρίου ημών την εφ ‘ ημίν· και ερρύσατο ημάς από της εισόδου από παντός εχθρού. 57 και είπα αυτοίς· και υμείς άγιοί εστε τω Κυρίω και τα σκεύη τα άγια. και οι σύμβουλοι αυτού και οι μεγιστάνες και πας Ισραήλ. Κυρίω των πατέρων ημών· 58 αγρυπνείτε και φυλάσσετε έως του παραδούναι υμάς αυτά τοις φυλάρχοις των ιερέων και των Λευιτών και τοις ηγουμένοις των πατριών του Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ.προς αριθμόν και ολκήν άπαντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών 50 ζητήσαι παρ ‘ αυτού ευοδίαν ημίν τε και τοις συνούσιν ημίν τέκνοις ημών και κτήνεσιν· 51 ενετράπην γαρ αιτήσαι τον βασιλέα πεζούς τε και ιππείς και προπομπήν ένεκεν ασφαλείας της προς τους εναντιουμένους ημίν· 52 είπαμεν γαρ τω βασιλεί. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 801 . 59 και οι παραλαβόντες οι ιερείς και οι Λευίται το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη τα εν Ιερουσαλήμ εισήνεγκαν εις το ιερόν του Κυρίου. και εδόξασαν το έθνος και το ιερόν του Κυρίου. οι Λευίται. 56 και στήσας παρέδωκα αυτοίς αργυρίου τάλαντα εξακόσια πεντήκοντα και σκεύη αργυρά ταλάντων εκατόν και χρυσίου τάλαντα εκατόν και χρυσώματα είκοσι και σκεύη χάλκεα από χρηστού χαλκού στίλβοντα χρυσοειδή σκεύη δώδεκα. εν τοις παστοφορίοις του οίκου του Θεού ημών.

Κύριε. διερρηγμένα έχων τα ιμάτια και την ιεράν εσθήτα. 77 αλλά εποίησεν ημάς εν χάριτι ενώπιον των βασιλέων Περσών δούναι ημίν τροφήν 78 και δοξάσαι το ιερόν του Κυρίου ημών και εγείραι την έρημον Σιών. 79 και νυν τι ερούμεν. 69 και επισυνήχθησαν προς με όσοι ποτέ επικινούντο επί τω ρήματι Κυρίου Θεού του Ισραήλ. έστι γη μεμολυσμένη μολυσμω των αλλογενών της γης. εις ην εισέρχεσθε κληρονομήσαι. 70 και εξεγερθείς εκ της νηστείας. α έδωκας εν χειρί των παίδων σου των προφητών λέγων. και μετείχον οι προηγούμενοι και οι μεγιστάνες της ανομίας ταύτης από της αρχής του πράγματος. ήσχυμμαι και εντέτραμμαι κατά πρόσωπόν σου· 72 αι γαρ αμαρτίαι ημών επλεόνασαν υπέρ τας κεφαλάς ημών. 74 και δια τας αμαρτίας ημών και των πατέρων ημών παρεδόθημεν συν τοις αδελφοίς ημών και συν τοις βασιλεύσιν ημών και συν τοις ιερεύσιν ημών τοις βασιλεύσι της γης εις ρομφαίαν και αιχμαλωσίαν και προνομήν μετά αισχύνης μέχρι της σήμερον ημέρας. καταλειφθήναι ημίν ρίζαν και όνομα εν τω τόπω αγιάσματός σου 76 και του ανακαλύψαι φωστήρα ημίν εν τω οίκω Κυρίου του Θεού ημών δούναι ημίν τροφήν εν τω καιρω της δουλείας ημών. παρέβημεν γαρ τα προστάγματά σου. έχοντες ταύτα. και εσμεν εν μεγάλη αμαρτία έως της ημέρας ταύτης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 65 Και τούτων τελεσθέντων προσήλθοσάν μοι οι ηγούμενοι λέγοντες· 66 ουκ εχώρισαν το έθνος του Ισραήλ και οι άρχοντες και οι ιερείς και οι Λευίται τα αλλογενή έθνη της γης και τας ακαθαρσίας αυτών. και επεμίγη το σπέρμα το άγιον εις τα αλλογενή έθνη της γης. 68 και άμα τω ακούσαί με ταύτα διέρρηξα τα ιμάτια και την ιεράν εσθήτα και κατέτιλα του τριχώματος της κεφαλής και του πώγωνος και εκάθισα σύννους και περίλυπος. Χαναναίων και Χετταίων και Φερεζαίων και Ιεβουσαίων και Μωαβιτών και Αιγυπτίων και Ιδουμαίων· 67 συνώκησαν γαρ μετά των θυγατέρων αυτών και αυτοί και οι υιοί αυτών. εμού πενθούντος επί τη ανομία. 80 ότι η γη. και εν τω δουλεύειν ημάς ουκ εγκατελείφθημεν υπό του Κυρίου ημών. αι δε άγνοιαι ημών υπερήνεγκαν έως του ουρανού 73 έτι από των χρόνων των πατέρων ημών. δούναι ημίν στερέωμα εν τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ. και της ακαθαρσίας αυτών ενέπλησαν αυτήν. 75 και νυν κατά πόσον τι εγενήθη ημίν έλεος παρά σου. και εκαθήμην περίλυπτος έως της δειλινής θυσίας. κάμψας τα γόνατα και εκτείνας τας χείρας προς τον Κύριον έλεγον· 71 Κύριε. Κύριε. 81 και νυν τας θυγατέρας υμών μη συνοικήσητε τοις υιοίς αυτών και τας θυγατέρας αυτών μη λάβητε τοις υιοίς υμών· 82 και ου ζητήσετε ειρηνεύσαι τα προς αυτούς τον άπαντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 802 .

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 803 . ημείς ημάρτομεν εις τον Κύριον και συνωκίσαμεν γυναίκας αλλογενείς εκ των εθνών της γης. εκούφισας τας αμαρτίας ημών και 84 έδωκας ημίν τοιαύτην ρίζαν· πάλιν ανεκάμψαμεν παραβήναι τον νόμον σου εις το επιμιγήναι τη ακαθαρσία των εθνών της γης. αληθινός ει· κατελείφθημεν γαρ ρίζα εν τη σήμερον. 85 ουχί ωργίσθης ημίν απολέσαι ημάς έως του μη καταλιπείν ρίζαν και σπέρμα και όνομα ημών. 2 και αυλισθείς εκεί άρτου ουκ εγεύσατο ουδέ ύδωρ έπιε. 87 ιδού νυν εσμεν ενώπιόν σου εν ταις ανομίαις ημών· ου γαρ εστι στήναι έτι έμπροσθέν σου επί τούτοις. 91 αναστάς επιτέλει· προς σε γαρ το πράγμα. 3 και εγένετο κήρυγμα εν όλη τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ πάσι τοις εκ της αιχμαλωσίας συναχθήναι εις Ιερουσαλήμ· 4 και όσοι αν μη απαντήσωσιν εν δυσίν ή τρισίν ημέραις κατά το κρίμα των προκαθημένων πρεσβυτέρων. 86 Κύριε του Ισραήλ. και ημείς μετά σου ισχύν ποιείν. Α ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ αναστάς Έδρας από της αυλής του ιερού επορεύθη εις το παστοφόριον Ιωνάν του Ελιασίβου. και νυν εστιν επάνω πας Ισραήλ· 90 εν τούτω γινέσθω ημίν ορκωμοσία προς τον Κύριον. πενθών επί των ανομιών των μεγάλων του πλήθους. ως εκρίθη σοι. εκβαλείν πάσας τας γυναίκας ημών τας εκ των αλλογενών συν τοις τέκνοις αυτών. επισυνήχθησαν προς αυτόν από Ιερουσαλήμ όχλος πολύς σφόδρα. και κατακληρονομήσητε τοις τέκνοις υμών έως αιώνος. 83 και τα συμβαίνοντα πάντα ημίν γίνεται δια τα έργα ημών τα πονηρά και τας μεγάλας αμαρτίας ημών. 89 και φωνήσας Ιεχονίας Ιεήλου των υιών Ισραήλ είπεν· Έσδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χρόνον. Κύριε. συ γαρ. ίνα ισχύσαντες φάγητε τα αγαθά της γης. και όσοι πειθαρχούσι τω νόμω Κυρίου. 92 και αναστάς Έσδρας ωρκισε τους φυλάρχους των ιερέων και Λευιτών παντός του Ισραήλ ποιήσαι κατά ταύτα· και ώμοσαν. 88 Και ότε προσευχόμενος Έσδρας ανθωμολογείτο κλαίων χαμαιπετής έμπροσθεν του ιερού. άνδρες και γυναίκες και νεανίαι· κλαυθμός γαρ ην μέγας εν τω πλήθει.

και συνεκλείσθησαν τη νουμηνία του μηνός του δεκάτου ετάσαι το πράγμα. και Μοσόλλαμος και Λευίς και Σαββαταίος συνεβράβευσαν αυτοίς. 11 αλλά το πλήθος πολύ και ωρα χειμερινή. Ελιωναϊς Μασσίας Ισμαήλος και Ναθαναήλος και ‘Ωκόδηλος και Σαλόας· 23 και εκ των Λευιτών. 18 και ευρέθησαν των ιερέων οι επισυναχθέντες αλλογενείς γυναίκας έχοντες· 19 εκ των υιών Ιησού του Ιωσεδέκ και των αδελφών αυτού Μαθήλας και Ελεάζαρος και Ιώριβος και Ιωαδάνος· 20 και επέβαλον τας χείρας εκβαλείν τας γυναίκας αυτών. 21 και εκ των υιών Εμμήρ. Ανανίας και Ζαβδαίος και Μάνης και Σαμαίος και Ιερεήλ και Αζαρίας· 22 και εκ των υιών Φαισούρ. 10 και εφώνησεν άπαν το πλήθος και είπον μεγάλη τη φωνή· ούτως ως είρηκας ποιήσομεν. Ιερμάς και Ιεζίας και Μελχίας και Μαήλος και Ελεάζαρος και Ασεβίας και Βαναίας· 27 εκ των υιών ‘Ηλά. 16 και επελέξατο αυτω Έσδρας ο ιερεύς άνδρας ηγουμένους των πατριών αυτών πάντας κατ ‘ όνομα. και πάντες οι εκ των κατοικιών ημών όσοι έχουσι γυναίκας αλλογενείς. 7 και αναστάς Έσδρας είπεν αυτοίς· υμείς ηνομήσατε και συνωκίσατε γυναιξίν αλλογενέσι του προσθείναι αμαρτίας τω Ισραήλ· 8 και νυν δότε ομολογίαν δόξαν τω Κυρίω Θεω των πατέρων ημών 9 και ποιήσατε το θέλημα αυτού και χωρίσθητε από των εθνών της γης και από των γυναικών των αλλογενών. 17 και ήχθη επί πέρας τα κατά τους άνδρας τους επισυνέχοντας γυναίκας αλλογενείς έως της νουμηνίας του πρώτου μηνός. και ουκ ισχύομεν στήναι αίθριοι. και αυτός αλλοτριωθήσεται από του πλήθους της αιχμαλωσίας. Σαλούμος και Τολβάνης· 26 εκ του Ισραήλ εκ των υιών Φόρος. 6 και συνεκάθισαν παν το πλήθος εν τω ευρυχώρω του ιερού τρέμοντες δια τον ενεστώτα χειμώνα. 14 Ιωνάθας Αζαήλου και Εζεκίας Θεωκανού επεδέξαντο κατά ταύτα. 12 στήτωσαν δε οι προηγούμενοι του πλήθους. 5 και επισυνήχθησαν πάντες οι εκ της φυλής Ιούδα και Βενιαμίν εν τρισίν ημέραις εις Ιερουσαλήμ (ούτος ο μην έννατος τη εικάδι του μηνός). Ιωζαβάδος και Σεμεϊς και Κώϊος (ούτός εστι Καλιτάς) και Παθαίος και Ιούδας και Ιωνάς· 24 εκ των ιεροψαλτών. Ελιάσεβος. και εις εξιλασμόν κριούς υπέρ της αγνοίας αυτών. Ζαχαρίας και Ιεζριήλος και Ιωαβδίος και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 804 . 15 και εποίησαν κατά πάντα ταύτα οι εκ της αιχμαλωσίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανιερωθήσονται τα κτήνη αυτών. Ματθανίας. παραγενηθήτωσαν λαβόντες χρόνον· 13 εκάστου δε τόπου τους πρεσβυτέρους και τους κριτάς έως του λύσαι την οργήν Κυρίου αφ ‘ ημών του πράγματος τούτου. Βακχούρος· 25 εκ των θυρωρών. και το έργον ουκ έστιν ημίν ημέρας μιάς ουδέ δύο· επί πλείον γαρ ημάρτομεν εν τούτοις.

Ιασούβος και Ιασαήλος και Ιερεμώθ· 31 και εξ υιών Αδδί. Ιώσηφος· 35 και εκ των υιών Εθμά. και άραντες άνω τας χείρας. Αζαρίας. Σαββαταίος. Ιωάννης και Ανανίας και Ιωζάβδος και Αμαθίας· 30 εκ των υιών Μανί. Μαζιτίας. Ιουήλ. 41 και ανεγίνωσκεν εν τω προ του ιερού πυλώνος ευρυχώρω. 37 Και κατώκησαν οι ιερείς και οι Λευίται και οι εκ του Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ και εν τη χώρα τη νουμηνία του μηνός του εβδόμου και οι υιοί Ισραήλ εν ταις κατοικίαις αυτών. Ελίασις. Αλταναίος και Ματταθίας και Σαβανναίος και Ελιφαλάτ και Μανασσής και Σεμεϊ· 34 και εκ των υιών Βαανί. εξ όρθρου έως μέσης ημέρας. και ευλόγησεν Έσδρας τω Κυρίω Θεω Υψίστω Θεω Σαβαώθ παντοκράτορι. Ισμαήρος. Βαναίας. Ραβασίων και Ενάσιβος και Μαμνιτάναιμος. ενώπιον ανδρών τε και γυναικών. Ελιαδάς. Αζαήλος. Ζαβαδαίας. ‘Οθονίας Ιαριμώθ και Σάβαθος και Ζεραλίας· 29 και εκ των υιών Βηβαϊ. Σεσίς. Ζαχαρίας. Ματθανίας και Σεσθήλ· και Βαλνούος και Μανασσίας· 32 και εκ των υιών Ανάν. Ναβαρίας. ‘Ηδαϊς. 36 πάντες ούτοι συνώκισαν γυναίκας αλλογενείς. 44 και εξ ευωνύμων Φαλδαίος και Μισαήλ. 43 και έστησαν παρ ‘ αυτω Ματταθίας. προσπεσόντες επί την γην. Ελιάσιμος. 42 και έστη Έσδρας ο ιερεύς και αναγνώστης του νόμου επί του ξυλίνου βήματος του κατασκευασθέντος. Βαάλσαμος εκ δεξιών. Βαννούς. Αζαρίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 805 . Μαβδαϊ και Πεδίας και Άνως. και απέλυσαν αυτάς συν τέκνοις. Ελιαλί. 38 και συνήχθη παν το πλήθος ομοθυμαδόν επί το ευρύχωρον του προς ανατολάς του ιερού πυλώνος 39 και είπεν Έσδρα τω ιερεί και αναγνώστη· κόμισαι τον νόμον Μωυσή τον παραδοθέντα υπό Κυρίου Θεού Ισραήλ. ‘Ωλαμός. Μαμούχος. Ιεδαίος. Ναθανίας· και εκ των υιών Εζωρά. 40 και εκόμισεν Έσδρας ο αρχιερεύς τον νόμον παντί τω πλήθει ανθρώπου έως γυναικός και πάσι τοις ιερεύσιν ακούσαι του νόμου νουμηνία του εβδόμου μηνός. Σομεϊς. 45 και αναλαβών Έσδρας το βιβλίον ενώπιον του πλήθους προεκάθητο επιδόξως ενώπιον πάντων. Ουρίας. Λωθάσουβος. Αυταίας. Ανανίας. Λακκούνος και Ναϊδος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιερεμώθ και Αϊδίας· 28 και εκ των υιών Ζαμώθ. 46 και εν τω λύσαι τον νόμον πάντες ορθοί έστησαν. 47 και επεφώνησε παν το πλήθος αμήν. Ζαμβρί. Σελεμίας. Μομδίος. και απέδωκαν παν το πλήθος τον νουν εις τον νόμον. 48 Ιησούς και Αννιούθ και Σαραβίας και Ιαδινός και Ιάκουβος. Ελιωνάς και Ασαϊας και Μελχίας και Σαββαίος και Σίμων Χοσαμαίος· 33 και εκ των υιών Ασόμ. Εζεκίας. Ιουήλ. προσεκύνησαν τω Κυρίω. Σαματός. Εσρήλ. Ιερεμίας. Σαμμούς. Μελχίας. Μαιάννας και Καλίτας. Νάαθος και Μοοσίας.

και παρήγγειλε φωνήν εν πάση βασιλεία αυτού και γε εν γραπτω λέγων· 2 ούτως είπε Κύρος βασιλεύς Περσών· πάσας τας βασιλείας της γης έδωκέ μοι Κύριος ο Θεός του ουρανού. και αναβήσεται εις Ιερουσαλήμ την εν τη Ιουδαία. ο γαρ Κύριος δοξάσει υμάς. ου αυτός παροικεί εκεί. οίς εδιδάχθησαν. 55 ότι γαρ ενεφυσιώθησαν εν τοις ρήμασιν. 49 και είπεν Ατθαράτης Έσδρα τω αρχιερεί και αναγνώστη και τοις Λευίταις τοις διδάσκουσι το πλήθος επί πάντας· 50 η ημέρα αύτη εστίν αγία τω Κυρίω. και οικοδομησάτω τον οίκον Θεού Ισραήλ (αυτός ο Θεός ο εν Ιερουσαλήμ). πάντων ων εξήγειρεν ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 806 . και έσται ο Θεός αυτού μετ ‘ αυτού. 5 και ανέστησαν άρχοντες των πατριών των Ιούδα και Βενιαμίν και οι ιερείς και οι Λευίται. 4 και πας ο καταλιπόμενος από πάντων των τόπων. 3 τις εν υμίν από παντός του λαού αυτού. και λήψονται αυτόν άνδρες του τόπου αυτού εν αργυρίω και χρυσίω και αποσκευή και κτήνεσι μετά του εκουσίου εις οίκον του Θεού του εν Ιερουσαλήμ. και αυτός επεσκέψατο επ ‘ εμέ του οικοδομήσαι οίκον αυτω εν Ιερουσαλήμ τη εν τη Ιουδαία. και επισυνήχθησαν. εδίδασκον τον νόμον του Κυρίου και προς το πλήθος ανεγίνωσκον τον νόμον του Κυρίου. 52 αγία γαρ η ημέρα τω Κυρίω· και μη λυπείσθε. Φαλίας. οι Λευίται. 54 και ώχοντο πάντες φαγείν και πιείν και ευφραίνεσθαι και δούναι αποστολάς τοις μη έχουσι και ευφρανθήναι μεγάλως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Ιώζαβδος και Ανανίας. 53 και οι Λευίται εκέλευον παντί τω δήμω λέγοντες· η ημέρα αύτη αγία. μη λυπείσθε. εμφυσιούντες άμα την ανάγνωσιν. εξήγειρε Κύριος το πνεύμα Κύρου βασιλέως Περσών. ------------------------------------------------------- Β ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εν τω πρώτω έτει Κύρου του Βασιλέως Περσών του τελεσθήναι λόγον Κυρίου από στόματος Ιερεμίου. και πάντες έκλαιον εν τω ακούσαι του νόμου· 51 βαδίσαντες ουν φάγετε λιπάσματα και πίετε γλυκάσματα και αποστείλατε αποστολάς τοις μη έχουσιν.

και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ και Ιούδα ανήρ εις πόλιν αυτού. Ρεούμ. Ρεελίας. Βαγουαί. 11 πάντα τα σκεύη τω χρυσω και τω αργυρω πεντακισχίλια και τετρακόσια. Μασφάρ. πάρεξ των εκουσίων. εν αποσκευή και εν κτήνεσι και εν ξενίοις. τα πάντα αναβαίνοντα μετά Σασαβασάρ από της αποικίας εκ Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ. Μαρδοχαίος. 10 κεφουρής χρυσοί τριάκοντα και αργυροί διπλοί τετρακόσια δέκα και σκεύη έτερα χίλια. Σαραϊας. και ηρίθμησεν αυτά τω Σασαβασάρ τω άρχοντι του Ιούδα. ης απώκισε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεός το πνεύμα αυτών του αναβήναι οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ. 2 οί ήλθον μετά Ζοροβάβελ· Ιησούς. 7 και ο βασιλεύς Κύρος εξήνεγκε τα σκεύη οίκου Κυρίου. Νεεμίας. 6 και πάντες οι κυκλόθεν ενίσχυσαν εν χερσίν αυτών εν σκεύεσιν αργυρίου. παρηλλαγμένα εννέα και είκοσι. ανδρών αριθμός λαού Ισραήλ· 3 υιοί Φαρές δισχίλιοι εκατόν εβδομηκονταδύο· 4 υιοί Σαφατία τριακόσιοι εβδομηκονταπέντε· 5 υιοί Άρες επτακόσιοι εβδομηκονταπέντε· 6 υιοί Φαάθ Μωάβ τοις υιοίς Ιησουέ Ιωάβ δισχίλιοι οκτακόσιοι δεκαδύο· 7 υιοί Αιλάμ χίλιοι διακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες· 8 υιοί Ζατθουά ενακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 9 υιοί Ζακχού επτακόσιοι εξήκοντα· 10 υιοί Βανουί εξακόσιοι τεσσαρακονταδύο· 11 υιοί Βαβαϊ εξακόσιοι εικοσιτρείς· 12 υιοί Ασγάδ χίλιοι διακόσιοι εικοσιδύο· 13 υιοί Αδωνικάμ εξακόσιοι εξηκονταέξ· 14 υιοί Βαγουέ δισχίλιοι πεντηκονταέξ· 15 υιοί Αδδίν τετρακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες· 16 υιοί Ατήρ τω Εζεκία ενενηκονταοκτώ· 17 υιοί Βασσού τριακόσιοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 807 . 9 και ούτος ο αριθμός αυτών· ψυκτήρες χρυσοί τριάκοντα και ψυκτήρες αργυροί χίλιοι. εν χρυσω. α έλαβε Ναβουχοδονόσορ από Ιερουσαλήμ και έδωκεν αυτά εν οίκω Θεού αυτού· 8 και εξήνεγκεν αυτά Κύρος ο βασιλεύς Περσών επί χείρα Μιθραδάτου Γασβαρηνού. Βαλασάν. Βαανά. Β ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ούτοι οι υιοί της χώρας οι αναβαίνοντες από της αιχμαλωσίας της αποικίας.

υιοί Φαχεράθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εικοσιτρείς· 18 υιοί Ιωρά εκατόν δεκαδύο· 19 υιοί Ασούμ διακόσιοι εικοσιτρείς· 20 υιοί Γαβέρ ενενηκονταπέντε· 21 υιοί Βεθλαέμ εκατόν εικοσιτρείς· 22 υιοί Νετωφά πεντηκονταέξ· 23 υιοί Αναθώθ εκατόν εικοσιοκτώ· 24 υιοί Αζμώθ τεσσαρακοντατρείς· 25 υιοί Καριαθιαρίμ Χαφιρά και Βηρώθ επτακόσιοι τεσσαρακοντατρείς· 26 υιοί της Ραμά και Γαβαά εξακόσιοι εικοσιείς· 27 άνδρες Μαχμάς εκατόν εικοσιδύο· 28 άνδρες Βαιθήλ και Αϊά τετρακόσιοι εικοσιτρείς· 29 υιοί Ναβού πεντηκονταδύο· 30 υιοί Μαγεβίς εκατόν πεντηκονταέξ· 31 υιοί ‘Ηλαμάρ χίλιοι διακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες· 32 υιοί ‘Ηλάμ τριακόσιοι είκοσιν· 33 υιοί Λοδαδί και ‘Ωνώ επτακόσιοι εικοσιπέντε· 34 υιοί Ιεριχώ τριακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 35 υιοί Σεναά τρισχίλιοι εξακόσιοι τριάκοντα· 36 και οι ιερείς υιοί Ιεδουά τω οίκω Ιησοί ενακόσιοι εβδομηκοντατρείς· 37 υιοί Εμμήρ χίλιοι πεντηκονταδύο· 38 υιοί Φασσούρ χίλιοι διακόσιοι τεσσαρακονταεπτά· 39 υιοί ‘Ηρέμ χίλιοι επτά· 40 και οι Λευίται υιοί Ιησού και Καδμιήλ τοις υιοίς ‘Ωδουϊα εβδομηκοντατέσσαρες· 41 οι άδοντες υιοί Ανασάφ εκατόν εικοσιοκτώ· 42 υιοί των πυλωρών υιοί Σελλούμ. υιοί Βουά. υιοί Γεδήλ. υιοί Τωβίου. και εκλήθη επί τω ονόματι αυτών· 62 ούτοι. υιοί Ακκούς. υιοί Ατήρ. υιοί Ατουφά. υιοί Ημεϊ· 58 πάντες οι Ναθανίμ και υιοί Αβδησελμά τριακόσιοι ενενηκονταδύο. υιοί Ατιτά. υιοί Δαρκών. υιοί Νεκωδά. και ουχ ευρέθησαν. υιοί Σουθία. εξακόσιοι πεντηκονταδύο· 61 και από των υιών των ιερέων υιοί Λαβεία. οι πάντες εκατόν τριακονταεννέα· 43 οι Ναθινίμ. 47 υιοί Γεδδήλ. εζήτησαν γραφήν αυτών οι μεθωεσίμ. υιοί Σεφηρά. 54 υιοί Νασθιέ. 45 υιοί Λαβανώ. υιοί Νεκωδά. 56 υιοί Ιεηλά. υιοί Ατίλ. υιοί Ακούβ. υιοί Βερζελλαϊ. Θελαρησά. υιοί Αγαβά. υιοί Σελαμί. υιοί Μοουνίμ. υιοί Ασεβωείμ. υιοί Σιαά. υιοί Θεμά. 46 υιοί Αγάβ. υιοί Ταβαώθ. υιοί Γαζέμ. υιοί Σισάρα. ος έλαβεν από των θυγατέρων Βερζελλαϊ του Γαλααδίτου γυναίκα. 48 υιοί Ρασών. υιοί Φασή. 49 υιοί Αζώ. Εμμήρ και ουκ εδυνάσθησαν του αναγγείλαι οίκον πατριάς αυτών και σπέρμα αυτών ει εξ Ισραήλ εισιν· 60 υιοί Δαλαϊα. 51 υιοί Βακβούκ. Χερούβ. 57 υιοί Σαφατία. 50 υιοί Ασενά. υιοί Μαουδά. υιοί Βασί. 44 υιοί Κάδης. 52 υιοί Βασαλώθ. υιοί Τελμών. υιοί Νεφουσίμ. υιοί Αρσά. Ηδάν. υιοί Γαάρ. 55 υιοί δούλων Σαλωμών. 53 υιοί Βαρκός. υιοί Φαδουρά. υιοί Σωταϊ. υιοί Ακούβ. υιοί Φαδών. υιοί Ασουφά. και ηγχιστεύθησαν από της ιερατείας· 63 και είπεν Αθερσασθά αυτοίς του μη φαγείν από του αγίου των αγίων έως αναστη ιερεύς τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 808 . υιοί Ραϊά. υιοί Ανάν. υιοί Ακουφά. 59 και ούτοι οι αναβάντες από Θελμελέχ. υιοί Σωβαϊ. υιοί Αρούρ.

έδωκαν εις θησαυρόν του έργου χρυσίον καθαρόν. 67 κάμηλοι αυτών τετρακόσιοι τριακονταπέντε. 70 και εκάθισαν οι ιερείς και οι Λευίται και οι από του λαού και οι άδοντες και οι πυλωροί και οι Ναθινίμ εν πόλεσιν αυτών και πας Ισραήλ εν πόλεσιν αυτών. 68 και από αρχόντων πατριών εν τω εισελθείν αυτούς εις οίκον Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ ηκουσιάσαντο εις οίκον του Θεού του στήσαι αυτόν επί την ετοιμασίαν αυτού· 69 ως η δύναμις αυτών. 5 και μετά τούτο ολοκαυτώσεις ενδελεχισμού και εις τας νουμηνίας και εις πάσας εορτάς τω Κυρίω τας ηγιασμένας και παντί εκουσιαζομένω εκούσιον τω Κυρίω. 2 και ανέστη Ιησούς ο του Ιωσεδέκ και οι αδελφοί αυτού ιερείς και Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και οι αδελφοί αυτού και ωκοδόμησαν το θυσιαστήριον Θεού Ισραήλ του ανενέγκαι επ ‘ αυτό ολοκαυτώσεις κατά τα γεγραμμένα εν νόμω Μωυσή ανθρώπου του Θεού. 6 εν ημέρα μια του μηνός του εβδόμου ήρξαντο αναφέρειν ολοκαυτώσεις τω Κυρίω και ο οίκος του Κυρίου ουκ εθεμελιώθη. και κόθωνοι των ιερέων εκατόν. 3 και ητοίμασαν το θυσιαστήριον επί την ετοιμασίαν αυτού. ημίονοι αυτών διακόσιοι τεσσαρακονταπέντε. 64 πάσα δε η εκκλησία ομού ωσεί τέσσαρες μυριάδες δισχίλιοι τριακόσιοι εξήκοντα. ότι εν καταπλήξει επ ‘ αυτούς από των λαών των γαιών. λόγον ημέρας εν ημέρα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φωτίζουσι και τοις τελείοις. ούτοι επτακισχίλιοι τριακόσιοι τριακοντεπτά· και ούτοι άδοντες και άδουσαι διακόσιοι· 66 ίπποι αυτών επτακόσιοι τριακονταέξ. και αργυρίου μνάς πεντακισχιλίας. 7 και έδωκαν αργύριον τοις λατόμοις και τοις τέκτοσι και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 809 . 65 χωρίς δούλων αυτών και παιδισκών αυτών. Β ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ έφθασεν ο μην ο έβδομος-και οι υιοί Ισραήλ εν πόλεσιν αυτών-και συνήχθη ο λαός ως ανήρ εις εις Ιερουσαλήμ. και ανέβη επ ‘ αυτό ολοκαύτωσις τω Κυρίω το πρωϊ και εις εσπέραν. μναί εξ μυριάδες και χίλιαι. όνοι αυτών εξακισχίλιοι επτακόσιοι είκοσι. 4 και εποίησαν την εορτήν των σκηνών κατά το γεγραμμένον και ολοκαυτώσεις ημέραν εν ημέρα εν αριθμω ως η κρίσις.

επί τους ποιούντας τα έργα εν οίκω του Θεού. Καδμιήλ και οι υιοί αυτού υιοί Ιούδα. και αυτω ημείς θυσιάζομεν από ημερών Ασαραδδών βασιλέως Ασσούρ του ενέγκαντος ημάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 810 . έκλαιον φωνή μεγάλη· και ο όχλος εν σημασία μετ ‘ ευφροσύνης του υψώσαι ωδήν· 13 και ουκ ην ο λαός επιγινώσκων φωνήν σημασίας της ευφροσύνης από της φωνής του κλαυθμού του λαού. ότι ο λαός εκραύγασε φωνή μεγάλη. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού επί Ισραήλ. ήρξατο Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και Ιησούς ο του Ιωσεδέκ και οι κατάλοιποι των αδελφών αυτών οι ιερείς και οι Λευίται και πάντες οι ερχόμενοι από της αιχμαλωσίας εις Ιερουσαλήμ και έστησαν τους Λευίτας από εικοσαετούς και επάνω επί τους ποιούντας τα έργα εν οίκω Κυρίου. και πας ο λαός εσήμαινε φωνή μεγάλη αινείν τω Κυρίω επί τη θεμελιώσει του οίκου Κυρίου. 9 και έστη Ιησούς και οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού. 8 και εν τω έτει τω δευτέρω του ελθείν αυτούς εις οίκον του Θεού εν Ιερουσαλήμ. ότι υιοί της αποικίας οικοδομούσιν οίκον τω Κυρίω Θεω Ισραήλ. ότι ως υμείς εκζητούμεν τω Θεω ημών. και η φωνή ηκούετο έως από μακρόθεν. εν μηνί τω δευτέρω. 11 και απεκρίθησαν εν αίνω και ανθομολογήσει τω Κυρίω. και τούτον τον οίκον εν οφθαλμοίς αυτών. οί είδοσαν τον οίκον τον πρώτον εν θεμελιώσει αυτού. ότι αγαθόν. υιοί ‘Ηναδάδ. 10 και εθεμελίωσαν του οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου. 2 και ήγγισαν προς Ζοροβάβελ και προς τους άρχοντας των πατριών και είπον αυτοίς· οικοδομήσομεν μεθ ‘ υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βρώματα και ποτά και έλαιον τοις Σιδωνίοις και τοις Τυρίοις ενέγκαι ξύλα κέδρινα από του Λιβάνου προς θάλασσαν Ιόππης κατ ‘ επιχώρησιν Κύρου βασιλέως Περσών επ ‘ αυτούς. 12 και πολλοί από των ιερέων και των Λευιτών και άρχοντες των πατριών οι πρεσβύτεροι. Β ΕΣΔΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ήκουσαν οι θλίβοντες Ιούδα και Βενιαμίν. υιοί αυτών και οι αδελφοί αυτών οι Λευίται. και έστησαν οι ιερείς εστολισμένοι εν σάλπιγξι και οι Λευίται υιοί Ασάφ εν κυμβάλοις του αινείν τον Κύριον επί χείρας Δαυίδ βασιλέως Ισραήλ.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ώδε. 3 και είπε προς αυτούς Ζοροβάβελ και Ιησούς και οι κατάλοιποι των αρχόντων των πατριών του Ισραήλ· ουχ ημίν και υμίν του οικοδομήσαι οίκον τω Θεω ημών, ότι ημείς αυτοί επί το αυτό οικοδομήσομεν τω Κυρίω Θεω ημών, ως ενετείλατο ημίν Κύρος ο βασιλεύς Περσών. 4 και ην ο λαός της γης εκλύων τας χείρας του λαού Ιούδα και ενεπόδιζον αυτούς οικοδομείν 5 και μισθούμενοι επ ‘ αυτούς βουλευόμενοι του διασκεδάσαι βουλήν αυτών πάσας τας ημέρας Κύρου βασιλέως Περσών και έως βασιλείας Δαρείου βασιλέως Περσών. 6 Και εν βασιλεία Ασσουήρου, εν αρχή βασιλείας αυτού, έγραψαν επιστολήν επί οικούντας Ιούδα και Ιερουσαλήμ. 7 και εν ημέραις Αρθασασθά έγραψεν εν ειρήνη Μιθραδάτη Ταβεήλ και τοις λοιποίς συνδούλοις. προς Αρθασασθά βασιλέα Περσών έγραψεν ο φορολόγος γραφήν Συριστί και ηρμηνευμένην. 8 Ραούμ βααλτάμ και Σαψά ο γραμματεύς έγραψαν επιστολήν μίαν κατά Ιερουσαλήμ τω Αρθασασθά βασιλεί. 9 τάδε έκρινε Ραούμ βααλτάμ και Σαμψά ο γραμματεύς και οι κατάλοιποι σύνδουλοι ημών, Δειναίοι, Αφαρσαθαχαίοι, Ταρφαλαίοι, Αφασραίοι, Αρχυαίοι, Βαβυλώνιοι, Σουσαναχαίοι, Δαυαίοι 10 και οι κατάλοιποι εθνών, ων απώκισεν Ασσεναφάρ ο μέγας και ο τίμιος και μετώκισεν αυτούς εν πόλεσι της Σομόρων και το κατάλοιπον πέραν του ποταμού· 11 αύτη η διαταγή της επιστολής ης απέστειλαν προς αυτόν· «Πρός Αρθασασθά βασιλέα παίδές σου άνδρες πέραν του ποταμού. 12 γνωστόν έστω τω βασιλεί ότι οι Ιουδαίοι οι αναβάντες από σου προς ημάς ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ την πόλιν την αποστάτιν και πονηράν, ην οικοδομούσι, και τα τείχη αυτής κατηρτισμένα εισί, και θεμελίους αυτής ανύψωσαν. 13 νυν ουν γνωστόν έστω τω βασιλεί, ότι εάν η πόλις εκείνη ανοικοδομηθή και τα τείχη αυτής καταρτισθώσι, φόροι ουκ έσονταί σοι ουδέ δώσουσι· και τούτο βασιλείς κακοποιεί· 14 και ασχημοσύνην βασιλέως ουκ έξεστιν ημίν ιδείν· δια τούτο επέμψαμεν και εγνωρίσαμεν τω βασιλεί, 15 ίνα επισκέψηται εν βίβλω υπομνηματισμού των πατέρων σου, και ευρήσεις και γνώση ότι η πόλις εκείνη πόλις αποστάτις, κακοποιούσα βασιλείς και χώρας, και φυγαδείαι δούλων γίνονται εν μέσω αυτής από ημερών αιώνος· δια ταύτα η πόλις αύτη ηρημώθη. 16 γνωρίζομεν ουν ημείς τω βασιλεί ότι αν η πόλις εκείνη οικοδομηθή και τα τείχη αυτής καταρτισθή, ουκ έστι σοι ειρήνή. 17 Και απέστειλεν ο βασιλεύς προς Ραούμ βααλτάμ και Σαμψά γραμματέα και τους καταλοίπους συνδούλους αυτών τους οικούντας εν Σαμαρεία και τους καταλοίπους πέραν του ποταμού ειρήνην και φησίν· 18 «ο φορολόγος, ον απεστείλατε προς ημάς, εκλήθη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

811

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έμπροσθεν εμού. 19 και παρ ‘ εμού ετέθη γνώμη και επεσκεψάμεθα και εύραμεν, ότι η πόλις εκείνη αφ ‘ ημερών αιώνος επί βασιλείς επαίρεται, και αποστάσεις και φυγαδείαι γίνονται εν αυτη· 20 και βασιλείς ισχυροί εγένοντο εν Ιερουσαλήμ και επικρατούντες όλης της πέραν του ποταμού, και φόροι πλήρεις και μέρος δίδονται αυτοίς· 21 και νυν θέτε γνώμην καταργήσαι τους άνδρας εκείνους, και η πόλις εκείνη ουκ οικοδομηθήσεται έτι· 22 όπως από της γνώμης πεφυλαγμένοι ήτε άνεσιν ποιήσαι περί τούτου, μη ποτε πληθυνθή αφανισμός εις κακοποίησιν βασιλεύσί. 23 Τότε ο φορολόγος του Αρθασασθά βασιλέως ανέγνω ενώπιον Ραούμ βααλτάμ και Σαμψά γραμματέως και συνδούλων αυτού· και επορεύθησαν σπουδή εις Ιερουσαλήμ και εν Ιούδα και κατήργησαν αυτούς εν ίπποις και δυνάμει. 24 τότε ήργησε το έργον οίκου του Θεού το εν Ιερουσαλήμ και ην αργούν έως δευτέρου έτους της βασιλείας Δαρείου βασιλέως Περσών.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

1 ΚΑΙ επροφήτευσεν Αγγαίος ο προφήτης και Ζαχαρίας ο του Αδδώ προφητείαν επί τους Ιουδαίους τους εν Ιούδα και Ιερουσαλήμ εν ονόματι Θεού Ισραήλ επ ‘ αυτούς. 2 τότε ανέστησαν Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ και Ιησούς υιος Ιωσεδέκ και ήρξαντο οικοδομήσαι τον οίκον του Θεού τον εν Ιερουσαλήμ, και μετ ‘ αυτών οι προφήται του Θεού βοηθούντες αυτοίς. 3 εν αυτω τω καιρω ήλθεν επ ‘ αυτούς Θανθαναϊ έπαρχος πέραν του ποταμού και Σαθαρβουζαναϊ και οι σύνδουλοι αυτών και τοιάδε είπαν αυτοίς· τις έθηκεν υμίν γνώμην του οικοδομήσαι τον οίκον τούτον και την χορηγίαν ταύτην καταρτίσασθαι; 4 τότε ταύτα είποσαν αυτοίς· τίνα εστί τα ονόματα των ανδρών των οικοδομούντων την πόλιν ταύτην; 5 και οι οφθαλμοί του Θεού επί την αιχμαλωσίαν Ιούδα, και ου κατήργησαν αυτούς έως γνώμη τω Δαρείω απηνέχθη· και τότε απεστάλη τω φορολόγω υπέρ τούτου. 6 Διασάφησις επιστολής, ης απέστειλε Θανθαναϊ ο έπαρχος του πέραν του ποταμού και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

812

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Σαθαρβουζαναϊ και οι σύνδουλοι αυτών Αφαρσαχαίοι οι εν τω πέραν του ποταμού Δαρείω τω βασιλεί· 7 ρήμασι απέστειλαν προς αυτόν, και τάδε γέγραπται εν αυτώ· «Δαρείω τω βασιλεί ειρήνη πάσα. 8 γνωστόν έστω τω βασιλεί ότι επορεύθημεν εις την Ιουδαίαν χώραν εις οίκον του Θεού του μεγάλου, και αυτός οικοδομείται λίθοις εκλεκτοίς, και ξύλα εντίθενται εν τοις τοίχοις, και το έργον εκείνο επιδέξιον γίνεται και ευοδούται εν ταις χερσίν αυτών. 9 τότε ηρωτήσαμεν τους πρεσβυτέρους εκείνους, και ούτως είπαμεν αυτοίς· τις έθηκεν υμίν γνώμην τον οίκον τούτον οικοδομήσαι και την χορηγίαν ταύτην καταρτίσασθαι; 10 και τα ονόματα αυτών ηρωτήσαμεν αυτούς γνωρίσαι σοι, ωστε γράψαι σοι τα ονόματα των ανδρών των αρχόντων αυτών. 11 και τοιούτο το ρήμα απεκρίθησαν ημίν λέγοντες· ημείς εσμεν δούλοι του Θεού του ουρανού και της γης και οικοδομούμεν τον οίκον, ος ην ωκοδομημένος προ τούτου έτη πολλά, και βασιλεύς του Ισραήλ μέγας ωκοδόμησεν αυτόν και κατηρτίσατο αυτόν αυτοίς. 12 αφ ‘ ότε δε παρώργισαν οι πατέρες ημών τον Θεόν του ουρανού, έδωκεν αυτούς εις χείρας Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος του Χαλδαίου και τον οίκον τούτον κατέλυσε και τον λαόν απώκισεν εις Βαβυλώνα. 13 αλλ ‘ εν έτει πρώτω Κύρου του βασιλέως Κύρος ο βασιλεύς έθετο γνώμην τον οίκον του Θεού τούτον οικοδομηθήναι. 14 και τα σκεύη του οίκου του Θεού τα χρυσά και τα αργυρά, α Ναβουχοδονόσορ εξήνεγκεν από του οίκου του εν Ιερουσαλήμ και απήνεγκεν αυτά εις τον ναόν του βασιλέως, εξήνεγκεν αυτά Κύρος ο βασιλεύς από του ναού του βασιλέως και έδωκε τω Σαβανασάρ τω θησαυροφύλακι, τω επί του θησαυρού 15 και είπεν αυτω· πάντα τα σκεύη λάβε και πορεύου, θές αυτά εν τω οίκω τω εν Ιερουσαλήμ εις τον τόπον αυτών. 16 τότε Σαβανασάρ εκείνος ήλθε και έδωκε θεμελίους του οίκου του Θεού εν Ιερουσαλήμ· και από τότε έως του νυν ωκοδομήθη και ουκ ετελέσθη. 17 και νυν ει επί τον βασιλέα αγαθόν, επισκεπήτω εν τω οίκω της γάζης του βασιλέως Βαβυλώνος, όπως γνως ότι από βασιλέως Κύρου ετέθη γνώμη οικοδομήσαι τον οίκον του Θεού εκείνον τον εν Ιερουσαλήμ. και γνούς ο βασιλεύς περί τούτου πεμψάτω προς ημάς».

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

813

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΕΣΔΡΑΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΤΟΤΕ Δαρείος ο βασιλεύς έθηκε γνώμην και επεσκέψατο εν ταις βιβλιοθήκαις, όπου η γάζα κείται εν Βαβυλώνι. 2 και ευρέθη εν πόλει εν τη βάρει κεφαλίς μία, και τούτο ην γεγραμμένον εν αυτη υπόμνημα· 3 « Εν έτει πρώτω Κύρου βασιλέως Κύρος ο βασιλεύς έθηκε γνώμην περί οίκου Θεού του εν Ιερουσαλήμ· οίκος οικοδομηθήτω και τόπος, ου θυσιάζουσι τα θυσιάσματα· και έθηκεν έπαρμα ύψος πήχεις εξήκοντα, πλάτος αυτού πήχεων εξήκοντα, 4 και δόμοι λίθινοι κραταιοί τρεις, και δόμος ξύλινος εις, και η δαπάνη εξ οίκου του βασιλέως δοθήσεται· 5 και τα σκεύη οίκου του Θεού τα αργυρά και τα χρυσά, α Ναβουχοδονόσορ εξήνεγκεν από του οίκου του εν Ιερουσαλήμ και εκόμισεν εις Βαβυλώνα, και δοθήτω και απελθέτω εις τον ναόν τον εν Ιερουσαλήμ επί τόπου, ου ετέθη εν οίκω του Θεού. 6 νυν δώσετε, έπαρχοι πέραν του ποταμού Σαθαρβουζαναϊ και οι σύνδουλοι αυτών Αφαρσαχαίοι οι εν τω πέραν του ποταμού, μακράν όντες εκείθεν 7 νυν άφετε το έργον οίκου του Θεού· οι αφηγούμενοι των Ιουδαίων και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων οίκον του Θεού εκείνον οικοδομείτωσαν επί του τόπου αυτού. 8 και απ ‘ εμού γνώμη ετέθη, μη ποτέ τι ποιήσητε μετά των πρεσβυτέρων των Ιουδαίων του οικοδομηθήναι οίκον του Θεού εκείνον· και από υπαρχόντων βασιλέως των φόρων πέραν του ποταμού επιμελώς δαπάνη έστω διδομένη τοις ανδράσιν εκείνοις το μη καταργηθήναι· 9 και ό αν υστέρημα, και υιούς βοών και κριών και αμνούς εις ολοκαυτώσεις τω Θεω του ουρανού, πυρούς, άλας, οίνον, έλαιον, κατά το ρήμα ιερέων των εν Ιερουσαλήμ έστω διδόμενον αυτοίς ημέραν εν ημέρα, ό εάν αιτήσωσιν, 10 ίνα ώσιν ευωδίας προσφέροντες τω Θεω του ουρανού και προσεύχωνται εις ζωήν του βασιλέως και υιών αυτού. 11 και απ ‘ εμού ετέθη γνώμη ότι πας άνθρωπος, ος αλλάξει το ρήμα τούτο, καθαιρεθήσεται ξύλον εκ της οικίας αυτού και ωρθωμένος παγήσεται επ ‘ αυτού, και ο οίκος αυτού το κατ ‘ εμέ ποιηθήσεται. 12 και ο Θεός, ου κατασκηνοί το όνομα εκεί, καταστρέψει πάντα βασιλέα και λαόν, ος εκτενεί την χείρα αυτού αλλάξαι ή αφανίσαι τον οίκον του Θεού τον εν Ιερουσαλήμ. εγώ Δαρείος έθηκα γνώμην· επιμελώς έσταί.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

814

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

13 Τότε Θανθαναϊ ο έπαρχος πέραν του ποταμού, Σαθαρβουζαναϊ και οι σύνδουλοι αυτού, προς ό απέστειλε Δαρείος ο βασιλεύς, ούτως εποίησαν επιμελώς. 14 και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων ωκοδομούσαν και οι Λευίται εν προφητεία Αγγαίου του προφήτου και Ζαχαρίου υιού Αδδώ και ανωκοδόμησαν και κατηρτίσαντο από γνώμης Θεού Ισραήλ και από γνώμης Κύρου και Δαρείου και Αρθασασθά βασιλέων Περσών. 15 και ετέλεσαν τον οίκον τούτον έως ημέρας τρίτης μηνός Αδάρ, ό εστιν έτος έκτον της βασιλείας Δαρείου του βασιλέως. 16 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ, οι ιερείς και οι Λευίται και οι κατάλοιποι υιών αποικεσίας, εγκαίνια του οίκου του Θεού εν ευφροσύνη. 17 και προσήνεγκαν εις τα εγκαίνια του οίκου του Θεού μόσχους εκατόν, κριούς διακοσίους, αμνούς τετρακοσίους, χιμάρους αιγών υπέρ αμαρτίας υπέρ παντός Ισραήλ δώδεκα εις αριθμόν φυλών Ισραήλ. 18 και έστησαν τους ιερείς εν διαιρέσεσιν αυτών και τους Λευίτας εν μερισμοίς αυτών επί δουλεία Θεού του εν Ιερουσαλήμ κατά την γραφήν βίβλου Μωυσή. 19 Και εποίησαν οι υιοί της αποικεσίας το πάσχα τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του μηνός του πρώτου. 20 ότι εκαθαρίσθησαν οι ιερείς και Λευίται, έως εις πάντες καθαροί, και έσφαξαν το πάσχα τοις πάσιν υιοίς της αποικεσίας και τοις αδελφοίς αυτών τοις ιερεύσι και εαυτοίς. 21 και έφαγον υιοί Ισραήλ το πάσχα, οι από της αποικεσίας και πας ο χωριζόμενος της ακαθαρσίας εθνών της γης προς αυτούς του εκζητήσαι Κύριον Θεόν Ισραήλ. 22 και εποίησαν την εορτήν των αζύμων επτά ημέρας εν ευφροσύνη, ότι εύφρανεν αυτούς Κύριος και επέστρεψε καρδίαν βασιλέως Ασσούρ επ ‘ αυτούς κραταιώσαι τας χείρας αυτών εν έργοις οίκου του Θεού Ισραήλ.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΚΑΙ μετά τα ρήματα ταύτα εν βασιλεία Αρθασασθά βασιλέως Περσών ανέβη Έσδρας υιος Σαραίου, υιού Αζαρίου, υιού Χελκία, 2 υιού Σελούμ, υιού Σαδδούκ, υιού Αχιτώβ, 3 υιού Σαμαρία, υιού Εσριά, υιού Μαρεώθ, 4 υιού Ζαραϊα, υιού ‘Οζίου, υιού Βοκκί, 5 υιού Αβισουέ,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

815

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

υιού Φινεές, υιού Ελεάζαρ, υιού Ααρών του ιερέως του πρώτου· 6 αυτός Έσδρας ανέβη εκ Βαβυλώνος, και αυτός γραμματεύς ταχύς εν νόμω Μωυσή, ον έδωκε Κύριος ο Θεός Ισραήλ. και έδωκεν αυτω ο βασιλεύς, ότι χείρ Κυρίου Θεού αυτού επ ‘ αυτόν εν πάσιν, οίς εζήτει αυτός. 7 και ανέβησαν από των υιών Ισραήλ και από των ιερέων και από των Λευιτών και οι άδοντες και οι πυλωροί και οι Ναθινίμ εις Ιερουσαλήμ εν έτει εβδόμω τω Αρθασασθά τω βασιλεί. 8 και ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ τω μηνί τω πέμπτω, τούτο το έτος έβδομον τω βασιλεί· 9 ότι εν μια του μηνός του πρώτου αυτός εθεμελίωσε την ανάβασιν την από Βαβυλώνος, εν δε τη πρώτη του μηνός του πέμπτου ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ, ότι χείρ Θεού αυτού ην αγαθή επ ‘ αυτόν. 10 ότι Έσρας έδωκεν εν καρδία αυτού ζητήσαι τον νόμον και ποιείν και διδάσκειν εν Ισραήλ προστάγματα και κρίματα. 11 Και αύτη η διασάφησις του διατάγματος, ου έδωκεν Αρθασασθά τω Έσδρα τω ιερεί τω γραμματεί βιβλίου λόγων εντολών Κυρίου και προσταγμάτων αυτού επί τον Ισραήλ· 12 « Αρθασασθά βασιλεύς βασιλέων Έσδρα γραμματεί νόμου Κυρίου του Θεού του ουρανού· τετέλεσθαι λόγος και η απόκρισις. 13 απ ‘ εμού ετέθη γνώμη ότι πας ο εκουσιαζόμενος εν βασιλεία μου από λαού Ισραήλ και ιερέων και Λευιτών πορευθήναι εις Ιερουσαλήμ, μετά σου πορευθήναι. 14 από προσώπου του βασιλέως και των επτά συμβούλων απεστάλη επισκέψασθαι επί την Ιουδαίαν και εις Ιερουσαλήμ νόμω Θεού αυτών τω εν χειρί σου 15 και εις οίκον Κυρίου αργύριον και χρυσίον, ό ο βασιλεύς και οι σύμβουλοι εκουσιάσθησαν τω Θεω του Ισραήλ τω εν Ιερουσαλήμ κατασκηνούντι, 16 και παν αργύριον και χρυσίον, ό,τι εάν εύρης εν πάση χώρα Βαβυλώνος μετά εκουσιασμού του λαού και ιερέων των εκουσιαζομένων εις οίκον Θεού τον εν Ιερουσαλήμ, 17 και πάντα προσπορευόμενον τούτον ετοίμως ένταξον εν βιβλίω τούτω, μόσχους, κριούς, αμνούς και θυσίας αυτών και σπονδάς αυτών, και προσοίσεις αυτά επί του θυσιαστηρίου του οίκου του Θεού υμών του εν Ιερουσαλήμ. 18 και ει τι επί σε και τους αδελφούς σου αγαθυνθή εν καταλοίπω του αργυρίου και του χρυσίου ποιήσαι, ως αρεστόν τω Θεω υμών ποιήσατε. 19 και τα σκεύη τα διδόμενά σοι εις λειτουργίαν οίκου Θεού παράδος ενώπιον του Θεού εν Ιερουσαλήμ. 20 και κατάλοιπον χρείας οίκου Θεού σου, ό αν φανή σοι δούναι, δώσεις από οίκων γάζης βασιλέως 21 και απ ‘ εμού. εγώ Αρθασασθά βασιλεύς έθηκα γνώμην πάσαις ταις γάζαις ταις εν πέρα του ποταμού, ότι παν, ό αν αιτήση υμάς Έδρας ο ιερεύς και γραμματεύς του Θεού
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

816

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του ουρανού, ετοίμως γινέσθω, 22 έως αργυρίου ταλάντων εκατόν και έως πυρού κόρων εκατόν και έως οίνου βατών εκατόν και έως ελαίου βατών εκατόν και άλας ου ουκ έστι γραφή. 23 παν ό εστιν εν γνώμη Θεού του ουρανού, γινέσθω. προσέχετε μη τις επιχειρήση εις τον οίκον Θεού του ουρανού, μη ποτε γένηται οργή επί την βασιλείαν του βασιλέως και των υιών αυτού. 24 και υμίν εγνώρισται εν πάσι τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις, άδουσι, πυλωροίς, Ναθινίμ και λειτουργοίς οίκου Θεού τούτο, φόρος μη έστω σοι, ουκ εξουσιάσεις καταδουλούσθαι αυτούς. 25 και συ, Έσδρα, ως η σοφία του Θεού εν χειρί σου, κατάστησον γραμματείς και κριτάς, ίνα ώσι κρίνοντες παντί τω λαω εν πέρα του ποταμού πάσι τοις ειδόσι νόμον του Θεού σου, και τω μη ειδότι γνωριείτε. 26 και πας, ος αν μη ή ποιών νόμον του Θεού και νόμον του βασιλέως ετοίμως, το κρίμα έσται γινόμενον εξ αυτού, εάν τε εις θάνατον εάν τε εις παιδείαν εάν τε εις ζημίαν του βίου εάν τε εις παράδοσιν». 27 Ευλογητός Κύριος ο Θεός των πατέρων ημών, ος έδωκεν εν καρδία του βασιλέως ούτως, του δοξάσαι τον οίκον Κυρίου τον εν Ιερουσαλήμ. 28 και επ ‘ εμέ έκλινεν έλεος εν οφθαλμοίς του βασιλέως και των συμβούλων αυτού και πάντων των αρχόντων του βασιλέως των επηρμένων. και εγώ εκραταιώθην ως χείρ Θεού η αγαθή επ ‘ εμέ, και συνήξα από Ισραήλ άρχοντας αναβήναι μετ ‘ εμού.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΚΑΙ ούτοι οι άρχοντες πατριών αυτών, οι οδηγοί αναβαίνοντες μετ ‘ εμού εν βασιλεία Αρθασασθά του βασιλέως Βαβυλώνος· 2 από υιών Φινεές, Γηρσών· από υιών Ιθάμαρ, Δανιήλ· από υιών Δαυίδ, Αττούς· 3 από υιών Σαχανία και από υιών Φόρος, Ζαχαρίας και μετ ‘ αυτού το σύστρεμμα εκατόν και πεντήκοντα· 4 από υιών Φαάθ Μωάβ, Ελιανά υιος Σαραϊα και μετ ‘ αυτού διακόσιοι τα αρσενικά· 5 και από υιών Ζαθόης, Σεχενίας υιος Αζιήλ και μετ ‘ αυτού τριακόσια τα αρσενικά· 6 και από των υιών Αδίν, ‘Ωβήθ υιος Ιωνάθαν και μετ ‘ αυτού πεντήκοντα τα αρσενικά· 7 και από υιών ‘Ηλάμ, Ιεσία υιος Αθελία και μετ ‘
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

817

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτού εβδομήκοντα τα αρσενικά· 8 και από υιών Σαφατία, Ζαβαδίας υιος Μιχαήλ και μετ ‘ αυτού ογδοήκοντα τα αρσενικά· 9 και από υιών Ιωάβ, Αβαδία υιος Ιεϊήλ και μετ ‘ αυτού διακόσιοι δεκαοκτώ τα αρσενικά· 10 και από των υιών Βαανί, Σελιμούθ υιος Ιωσεφία και μετ ‘ αυτού εκατόν εξήκοντα τα αρσενικά· 11 και από υιών Βαβί, Ζαχαρίας υιος Βαβί και μετ ‘ αυτού εικοσιοκτώ τα αρσενικά· 12 και από υιών Ασγάδ, Ιωανάν υιος Ακκατάν και μετ ‘ αυτού εκατόν δέκα τα αρσενικά· 13 και από υιών Αδωνικάμ έσχατοι και ταύτα τα ονόματα αυτών· Ελιφαλάτ, Ιεήλ και Σαμαϊα και μετ ‘ αυτών εξήκοντα τα αρσενικά· 14 και από υιών Βαγουαϊ, Ουθαϊ και Ζαβούδ και μετ ‘ αυτού εβδομήκοντα τα αρσενικά. 15 Και συνήξα αυτούς προς τον ποταμόν τον ερχόμενον προς τον Ευί, και παρενεβάλομεν εκεί ημέρας τρεις. και συνήκα εν τω λαω και εν τοις ιερεύσι, και από υιών Λευί ουχ εύρον εκεί. 16 και απέστειλα τω Ελεάζαρ, τω Αριήλ, τω Σεμεϊα και τω Αλωνάμ και τω Ιαρίβ και τω Ελνάθαμ και τω Νάθαν και τω Ζαχαρία και τω Μεσολλάμ και τω Ιωαρίμ και τω Ελνάθαν συνίοντας. 17 και εξήνεγκα αυτούς επί άρχοντας εν αργυρίω του τόπου και έθηκα εν στόματι αυτών λόγους λαλήσαι προς τους αδελφούς αυτών τους ναθινίμ εν αργυρίω του τόπου του ενέγκαι υμίν άδοντας εις οίκον Θεού ημών. 18 και ήλθοσαν ημίν, ως χείρ Θεού ημών αγαθή εφ ‘ ημάς, ανήρ Σαχών από υιών Μοολί, υιού Λευί, υιού Ισραήλ· και αρχήν ήλθον οι υιοί αυτού και αδελφοί αυτού δεκαοκτώ· 19 και τον Ασεβία και τον Ισαϊα από των υιών Μεραρί, αδελφοί αυτού και υιοί αυτού είκοσι· 20 και από των ναθινίμ, ων έδωκε Δαυίδ και οι άρχοντες εις δουλείαν των Λευιτών, ναθινίμ διακόσιοι είκοσι· πάντες συνήχθησαν εν ονόμασι. 21 και εκάλεσα εκεί νηστείαν επί τον ποταμόν Αουέ του ταπεινωθήναι ενώπιον του Θεού ημών, ζητήσαι παρ ‘ αυτού οδόν ευθείαν ημίν και τοις τέκνοις ημών και πάση τη κτίσει ημών. 22 ότι ήσχύνθην αιτήσασθαι παρά του βασιλέως δύναμιν και ιππείς σώσαι ημάς από εχθρού εν τη οδω, ότι είπαμεν τω βασιλεί λέγοντες· χείρ του Θεού ημών επί πάντας τους ζητούντας αυτόν εις αγαθόν, και κράτος αυτού και θυμός αυτού επί πάντας τους εγκαταλείποντας αυτόν. 23 και ενηστεύσαμεν και εζητήσαμεν παρά του Θεού ημών περί τούτου, και επήκουσεν ημίν. 24 και διέστειλα από αρχόντων των ιερέων δώδεκα, τω Σαραϊα, τω Ασαβία και μετ ‘ αυτών από αδελφών αυτών δέκα. 25 και έστησα αυτοίς το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη απαρχής οίκου Θεού ημών, α ύψωσεν ο βασιλεύς και οι σύμβουλοι αυτού και οι άρχοντες αυτού και πας Ισραήλ οι ευρισκόμενοι. 26 και έστησα επί χείρας
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

818

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτών αργυρίου τάλαντα εξακόσια πεντήκοντα και σκεύη αργυρά εκατόν και τάλαντα χρυσίου εκατόν 27 και καφουρή χρυσοί είκοσι εις την οδόν χαμινίμ χίλιοι και σκεύη χαλκού στίλβοντος αγαθού διάφορα επιθυμητά εν χρυσίω. 28 και είπα προς αυτούς· υμείς άγιοι τω Κυρίω, και τα σκεύη άγια, και το αργύριον και το χρυσίον εκούσια τω Κυρίω Θεω πατέρων ημών· 29 αγρυπνείτε και τηρείτε έως στήτε ενώπιον αρχόντων των ιερέων και των Λευιτών και των αρχόντων των πατριών εν Ιερουσαλήμ εις σκηνάς οίκου Κυρίου. 30 και εδέξαντο οι ιερείς και οι Λευίται σταθμόν του αργυρίου και του χρυσίου και των σκευών ενεγκείν εις Ιερουσαλήμ εις οίκον Θεού ημών. 31 Και εξήραμεν από του ποταμού του Αουέ εν τη δωδεκάτη του μηνός του πρώτου του ελθείν εις Ιερουσαλήμ· και χείρ Θεού ημών ην εφ ‘ ημίν, και ερρύσατο ημάς από χειρός εχθρού και πολεμίου εν τη οδω. 32 και ήλθομεν εις Ιερουσαλήμ και εκαθίσαμεν εκεί ημέρας τρεις. 33 και εγενήθη τη ημέρα τη τετάρτη εστήσαμεν το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη εν οίκω Θεού ημών επί χείρα Μεριμώθ υιού Ουρία του ιερέως -και μετ ‘ αυτού Ελεάζαρ υιος Φινεές και μετ ‘ αυτών Ιωζαβάδ υιος Ιησού και Νωαδία υιος Βαναϊα, οι Λευίται- 34 εν αριθμω και εν σταθμω τα πάντα, και εγράφη πας ο σταθμός. εν τω καιρω εκείνω 35 οι ελθόντες εκ της αιχμαλωσίας υιοί της παροικίας προσήνεγκαν ολοκαυτώσεις τω Θεω Ισραήλ μόσχους δώδεκα περί παντός Ισραήλ, κριούς ενενηκονταέξ, αμνούς εβδομηκονταεπτά, χιμάρους περί αμαρτίας δώδεκα, τα πάντα ολοκαυτώματα τω Κυρίω. 36 και έδωκαν το νόμισμα του βασιλέως τοις διοικηταίς του βασιλέως και τοις επάρχοις πέραν του ποταμού, και εδόξασαν τον λαόν και τον οίκον του Θεού.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΚΑΙ ως ετελέσθη ταύτα, ήγγισαν προς με οι άρχοντες λέγοντες· ουκ εχωρίσθη ο λαός Ισραήλ και οι ιερείς και οι Λευίται από λαών των γαιών εν μακρύμμασιν αυτών, τω Χανανί, ο Εθί, ο Φερεζί, ο Ιεβουσί, ο Αμμωνί, ο Μωαβί και ο Μοσερί και ο Αμορί, 2 ότι ελάβοσαν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

819

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

από θυγατέρων αυτών εαυτοίς και τοις υιοίς αυτών, και παρήχθη σπέρμα το άγιον εν λαοίς των γαιών, και χείρ των αρχόντων εν τη ασυνθεσία ταύτη εν αρχή 3 και ως ήκουσα τον λόγον τούτον, διέρρηξα τα ιμάτιά μου και επαλλόμην και έτιλλον από των τριχών της κεφαλής μου και από του πώγωνός μου και εκαθήμην ηρεμάζων. 4 και συνήχθησαν προς με πας ο διώκων λόγον Θεού Ισραήλ επί ασυνθεσία της αποικίας, καγώ καθήμενος ηρεμάζων έως της θυσίας της εσπερινής. 5 και εν θυσία τη εσπερινή ανέστην από ταπεινώσεώς μου· και εν τω διαρρήξαί με τα ιμάτιά μου και επαλλόμην και κλίνω επί τα γόνατά μου και εκπετάζω τας χείράς μου προς Κύριον τον Θεόν 6 και είπα· Κύριε, ησχύνθην και ενετράπην του υψώσαι, Θεέ μου, το πρόσωπόν μου προς σε, ότι αι ανομίαι ημών επληθύνθησαν υπέρ κεφαλής ημών και αι πλημμέλειαι ημών εμεγαλύνθησαν έως εις τον ουρανόν. 7 από ημερών πατέρων ημών εσμεν εν πλημμελεία μεγάλη έως της ημέρας ταύτης· και εν ταις ανομίαις ημών παρεδόθημεν ημείς και οι βασιλείς ημών και οι υιοί ημών εν χειρί βασιλέων των εθνών εν ρομφαία και εν αιχμαλωσία και εν διαρπαγή και εν αισχύνη προσώπου ημών ως η ημέρα αύτη. 8 και νυν επιεικεύσατο ημίν ο Θεός ημών του καταλιπείν ημάς εις σωτηρίαν και δούναι ημίν στήριγμα εν τόπω αγιάσματος αυτού του φωτίσαι οφθαλμούς ημών και δούναι ζωοποίησιν μικράν εν τη δουλεία ημών. 9 ότι δούλοί εσμεν, και εν τη δουλεία ημών ουκ εγκατέλιπεν ημάς Κύριος ο Θεός ημών και έκλινεν εφ ‘ ημάς έλεος ενώπιον βασιλέων Περσών δούναι ημίν ζωοποίησιν του υψώσαι αυτούς τον οίκον του Θεού ημών και αναστήσαι τα έρημα αυτής και του δούναι ημίν φραγμόν εν Ιούδα και Ιερουσαλήμ. 10 τι είπωμεν, ο Θεός ημών, μετά τούτο; ότι εγκατελίπομεν εντολάς σου, 11 ας έδωκας ημίν εν χειρί δούλων σου των προφητών λέγων· η γη, εις ην εισπορεύεσθε κληρονομήσαι αυτήν, γη μετακινουμένη εστίν εν μετακινήσει λαών των εθνών εν μακρύμμασιν αυτών, ων έπλησαν αυτήν από στόματος επί στόμα εν ακαθαρσίαις αυτών· 12 και νυν τας θυγατέρας υμών μη δότε τοις υιοίς αυτών και από των θυγατέρων αυτών μη λάβητε τοις υιοίς υμών και ουκ εκζητήσετε ειρήνην αυτών και αγαθόν αυτών έως αιώνος, όπως ενισχύσητε και φάγητε τα αγαθά της γης και κληροδοτήσητε τοις υιοίς υμών έως αιώνος. 13 και μετά παν το ερχόμενον εφ ‘ ημάς εν ποιήμασιν ημών τοις πονηροίς και εν πλημμελεία ημών τη μεγάλη· ότι ουκ έστιν ως ο Θεός ημών, ότι εκούφισας ημών τας ανομίας, και έδωκας ημίν σωτηρίαν· 14 ότι επεστρέψαμεν διασκεδάσαι εντολάς σου και επιγαμβρεύσαι τοις λαοίς των γαιών· μη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

820

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

παροξυνθής εν ημίν έως συντελείας, του μη είναι εγκατάλειμμα και διασωζόμενον. 15 Κύριε ο Θεός Ισραήλ, δίκαιος συ, ότι κατελείφθημεν διασωζόμενοι ως η ημέρα αύτη. ιδού ημείς εναντίον σου εν πλημελείαις ημών, ότι ουκ έστι στήναι ενώπιόν σου επί τούτω.

Β ΕΣΔΡΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΚΑΙ ως προσηύξατο Έσδρας και ως εξηγόρευσε κλαίων και προσευχόμενος ενώπιον οίκου του Θεού, συνήχθησαν προς αυτόν από Ισραήλ εκκλησία πολλή σφόδρα, άνδρες και γυναίκες και νεανίσκοι, ότι έκλαυσαν ο λαός και ύψωσε κλαίων. 2 και απεκρίθη Σεχενίας υιος Ιεήλ από υιών ‘Ηλάμ, και είπε τω Έσδρα· ημείς ησυνθετήσαμεν τω Θεω ημών και εκαθίσαμεν γυναίκας αλλοτρίας από των λαών της γης· και νυν εστιν υπομονή τω Ισραήλ επί τούτω. 3 και νυν διαθώμεθα διαθήκην τω Θεω ημών εκβαλείν πάσας τας γυναίκας και τα γενόμενα εξ αυτών, ως αν βούλη· ανάστηθι, και φοβέρισον αυτούς εν εντολαίς Θεού ημών, και ως ο νόμος γενηθήτω. 4 ανάστα, ότι επί σε το ρήμα, και ημείς μετά σου· κραταιού και ποίησον. 5 και ανέστη Έσδρας και ωρκισε τους άρχοντας, τους ιερείς και Λευίτας και πάντα Ισραήλ του ποιήσαι κατά το ρήμα τούτο· και ώμοσαν. 6 και ανέστη Έσδρας από προσώπου οίκου του Θεού και επορεύθη εις γαζοφυλάκιον Ιωανάν υιού Ελισούβ και επορεύθη εκεί· άρτον ουκ έφαγεν και ύδωρ ουκ έπιεν, ότι επένθει επί τη ασυνθεσία της αποικίας. 7 και παρήνεγκαν φωνήν εν Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ πάσι τοις υιοίς της αποικίας του συναθροισθήναι εις Ιερουαλήμ, 8 πας, ος αν μη έλθη εις τρεις ημέρας, ως η βουλή των αρχόντων και των πρεσβυτέρων, αναθεματισθήσεται πάσα η ύπαρξις αυτού, και αυτός διασταλήσεται από εκκλησίας της αποικίας. 9 Και συνήχθησαν πάντες άνδρες Ιούδα και Βενιαμίν εις Ιερουσαλήμ εις τας τρεις ημέρας, ούτος ο μην ο ένατος· εν εικάδι του μηνός εκάθισε πας ο λαός εν πλατεία οίκου του Θεού από θορύβου αυτών περί του ρήματος και από του χειμώνος. 10 και ανέστη Έσδρας ο ιερεύς και είπε προς αυτούς· υμείς ησυνθετήκατε και εκαθίσατε γυναίκας αλλοτρίας του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

821

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

προσθείναι επί πλημμέλειαν Ισραήλ· 11 και νυν δότε αίνεσιν Κυρίω Θεω των πατέρων ημών και ποιήσατε το αρεστόν ενώπιον αυτού και διαστάλητε από λαών της γης και από των γυναικών των αλλοτρίων. 12 και απεκρίθησαν πάσα η εκκλησία και είπαν· μέγα τούτο το ρήμά σου εφ ‘ ημάς ποιήσαι· 13 αλλά ο λαός πολύς, και ο καιρός χειμερινός, και ουκ έστι δύναμις στήναι έξω· και το έργον ουκ εις ημέραν μίαν και ουκ εις δύο, ότι επληθύναμεν του αδικήσαι εν τω ρήματι τούτω. 14 στήτωσαν δη άρχοντες ημών πάση τη εκκλησία και πάντες οι εν πόλεσιν ημών, ος εκάθισε γυναίκας αλλοτρίας, ελθέτωσαν εις καιρούς από συνταγών και μετ ‘ αυτών πρεσβύτεροι πόλεως και πόλεως και κριταί του αποστρέψαι οργήν θυμού Θεού ημών εξ ημών περί του ρήματος τούτου. 15 πλήν Ιωνάθαν υιος Ασαήλ και Ιαζίας υιος Θεκωέ μετ ‘ εμού περί τούτου, και Μεσολλάμ και Σαββαθαϊ ο Λευίτης βοηθών αυτοίς. 16 και εποίησαν ούτως υιοί της αποικίας. και διεστάλησαν Έσδρας ο ιερεύς και άνδρες άρχοντες πατριών τω οίκω και πάντες εν ονόμασιν, ότι επέστρεψαν εν ημέρα μια του μηνός του δεκάτου εκζητήσαι το ρήμα. 17 και ετέλεσαν εν πάσιν ανδράσιν, οί εκάθισαν γυναίκας αλλοτρίας, έως ημέρας μιάς του μηνός του πρώτου. 18 Και ευρέθησαν από υιών των ιερέων, οί εκάθισαν γυναίκας αλλοτρίας· από υιών Ιησού υιού Ιωσεδέκ και αδελφοί αυτού Μαασία και Ελιέζερ και Ιαρίβ και Γαδαλία, 19 και έδωκαν χείρα αυτών του εξενέγκαι γυναίκας εαυτών και πλημμελείας κριόν εκ προβάτων περί πλημμελήσεως αυτών· 20 και από υιών Εμμήρ, Ανανί και Ζαβδία· 21 και από υιών ‘Ηράμ, Μασαήλ και Ελία και Σαμαϊα και Ιεήλ και ‘Οζία· 22 και από υιών Φασούρ, Ελιωναϊ, Μαασία και Ισμαήλ και Ναθαναήλ και Ιωζαβάδ και ‘Ηλασά· 23 και από των Λευιτών, Ιωζαβάδ και Σαμού και Κωλία (αυτός Κωλίτας) και Φεθεϊα και Ιόδομ και Ελιέζερ· 24 και από των αδόντων, Ελισάβ· και από των πυλωρών, Σολμήν και Τελμήν και ‘Ωδούθ· 25 και από Ισραήλ· από υιών Φόρος, Ραμία και Αζία και Μελχία και Μεαμίν και Ελεάζαρ και Ασαβία και Βαναία· 26 και από υιών ‘Ηλάμ, Ματθανία και Ζαχαρία και Ιαϊήλ και Αβδία και Ιαριμώθ και ‘Ηλία· 27 και από υιών Ζαθονά, Ελιωναϊ, Ελισούβ, Ματθαναϊ και Αρμώθ και Ζαβάδ και ‘Οζιζά· 28 και από υιών Βαβεϊ, Ιωανάν, Ανανία, και Ζαβού και Θαλί· 29 και από υιών Βανουϊ, Μοσολλάμ, Μαλούχ, Αδαϊας, Ιασούβ και Σαλουϊα και Ρημώθ· 30 και από υιών Φαάθ Μωάβ, Εδνέ και Χαλήλ και Βαναία Μαασία Ματθανία Βεσελεήλ και Βανουϊ και Μανασσή· 31 και από υιών ‘Ηράμ, Ελιέζερ, Ιεσία, Μελχία, Σαμαϊας, Συμεών, 32 Βενιαμίν,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

822

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βαλούχ, Σαμαρία· 33 και από υιών Ασήμ, Μετθανία, Ματθαθά, Ζαδάβ, Ελιφαλέτ, Ιεραμί, Μανασσή, Σεμεϊ· 34 και από υιών Βανί, Μοοδία, Αμράμ, Ουήλ, 35 Βαναία, Βαδαία, Χελκία, 36 Ουουανία, Μαριμώθ, Ελιασίφ, 37 Ματθανία, Ματθαναϊ και εποίησαν 38 οι υιοί Βανουί και οι υιοί Σεμεϊ 39 και Σελεμία και Νάθαν και Αδαϊα, 40 Μαχαδναβού, Σεσεϊ, Σαριού, 41 Εζριήλ και Σελεμία και Σαμαρία 42 και Σελλούμ, Αμαρεία, Ιωσήφ· 43 από υιών Ναβού, Ιαήλ, Ματθανίας, Ζαβάδ, Ζεββενάς, Ιαδαί και Ιωήλ και Βαναία. 44 πάντες ούτοι ελάβοσαν γυναίκας αλλοτρίας και εγέννησαν εξ αυτών υιούς.

-------------------------------------------------------

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

1 ΛΟΓΟΙ Νεεμία υιού Αχαλία, και εγένετο εν μηνί Χασελεύ έτους εικοστού και εγώ ήμην εν Σουσάν αβιρά, 2 και ήλθεν Ανανί εις από αδελφών μου, αυτός και άνδρες Ιούδα, και ηρώτησα αυτούς περί των σωθέντων, οί κατελείφθησαν από της αιχμαλωσίας και περί Ιερουσαλήμ, 3 και είποσαν προς με· οι καταλειπόμενοι οι καταλειφθέντες από της αιχμαλωσίας εκεί εν τη χώρα εν πονηρία μεγάλη και εν ονειδισμω, και τείχη Ιερουσαλήμ καθηρημένα, και αι πύλαι αυτής ενεπρήσθησαν εν πυρί. 4 και εγένετο εν τω ακούσαί με τους λόγους τούτους εκάθισα και έκλαυσα και επένθησα ημέρας και ήμην νηστεύων και προσευχόμενος ενώπιον του Θεού του ουρανού 5 και είπα· μη δη, Κύριε ο Θεός του ουρανού, ο ισχυρός, ο μέγας και φοβερός, φυλάσσων την διαθήκην και το έλεός σου τοις αγαπώσιν αυτόν και τοις φυλάσσουσι τας εντολάς αυτού· 6 έστω δη το ους σου προσέχον και οι οφθαλμοί σου ανεωγμένοι του ακούσαι προσευχήν του δούλου σου, ην εγώ προσεύχομαι ενώπιόν σου σήμερον ημέραν και νύκτα περί υιών Ισραήλ δούλων σου. και εξαγορεύσω επί αμαρτίαις υιών Ισραήλ, ας ημάρτομέν σοι. και εγώ και ο οίκος πατρός μου ημάρτομεν· 7 διαλύσει διελύσαμεν προς σε· και ουκ εφυλάξαμεν τας εντολάς και τα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

823

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

προστάγματα και τα κρίματα, α ενετείλω τω Μωυσή παιδί σου. 8 μνήσθητι δη τον λόγον, ον ενετείλω τω Μωυσή παιδί σου λέγων· υμείς εάν ασυνθετήσητε, εγώ διασκορπιώ υμάς εν τοις λαοίς· 9 και εάν επιστρέψητε προς με και φυλάξητε τας εντολάς μου και ποιήσητε αυτάς, εάν ή η διασπορά υμών απ' άκρου του ουρανού, εκείθεν συνάξω αυτούς και εισάξω αυτούς εις τον τόπον, ον εξελεξάμην κατασκηνώσαι το όνομά μου εκεί. 10 και αυτοί παίδές σου και λαός σου, ους ελυτρώσω εν τη δυνάμει σου τη μεγάλη και εν τη χειρί σου τη κραταιά. 11 μη δη, Κύριε· αλλά έστω το ους σου προσέχον εις την προσευχήν του δούλου σου και εις την προσευχήν παίδων σου των θελόντων φοβείσθαι το όνομά σου· και ευόδωσον δη τω παιδί σου σήμερον και δος αυτόν εις οικτιρμούς ενώπιον του ανδρός τούτου. και εγώ ήμην οινοχόος τω βασιλεί.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

1 ΚΑΙ εγένετο εν μηνί Νισάν έτους εικοστού Αρθασασθά βασιλεί και ην ο οίνος ενώπιον εμού, και έλαβον τον οίνον και έδωκα τω βασιλεί, και ουκ ην έτερος ενώπιον αυτού. 2 και είπέ μοι ο βασιλεύς· διατί το πρόσωπόν σου πονηρόν και ουκ ει μετριάζων; και ουκ έστι τούτο, ει μη πονηρία καρδίας. και εφοβήθην πολύ σφόδρα, 3 και είπα τω βασιλεί· ο βασιλεύς εις τον αιώνα ζήτω· διατί ου μη γένηται πονηρόν το πρόσωπόν μου, διότι η πόλις, οίκος μνημείων πατέρων μου, ηρημώθη και αι πύλαι αυτής κατεβρώθησαν εν πυρί; 4 και είπέ μοι ο βασιλεύς· περί τίνος τούτο συ ζητείς; και προσηυξάμην προς τον Θεόν του ουρανού 5 και είπα τω βασιλεί· ει επί τον βασιλέα αγαθόν, και ει αγαθυνθήσεται ο παις σου ενώπιόν σου ωστε πέμψαι αυτόν εν Ιούδα εις πόλιν μνημείων πατέρων μου, και ανοικοδομήσω αυτήν. 6 και είπέ μοι ο βασιλεύς και η παλλακή η καθημένη εχόμενα αυτού· έως πότε έσται η πορεία σου και πότε επιστρέψεις; και ηγαθύνθη ενώπιον του βασιλέως, και απέστειλέ με, και έδωκα αυτω όρον, 7 και είπα τω βασιλεί· ει επί τον βασιλέα αγαθόν, δότω μοι επιστολάς προς τους επάρχους πέραν του ποταμού ωστε παραγαγείν με, έως έλθω επί Ιούδαν, 8 και επιστολήν επί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

824

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ασάφ φύλακα του παραδείσου, ος εστι τω βασιλεί, ωστε δούναί μοι ξύλα στεγάσαι τας πύλας και εις το τείχος της πόλεως και εις οίκον, ον εισελεύσομαι εις αυτόν. και έδωκέ μοι ο βασιλεύς ως χείρ Θεού η αγαθή. 9 και ήλθον προς τους επάρχους πέραν του ποταμού και έδωκα αυτοίς τας επιστολάς του βασιλέως, και απέστειλε μετ' εμού ο βασιλεύς αρχηγούς δυνάμεως και ιππείς. 10 και ήκουσε Σαναβαλλάτ ο Αρωνί και Τωβία ο δούλος Αμμωνί, και πονηρόν αυτοίς εγένετο ότι ήκει ο άνθρωπος ζητήσαι αγαθόν τοις υιοίς Ισραήλ. 11 Και ήλθον εις Ιερουσαλήμ και ήμην εκεί ημέρας τρεις. 12 και ανέστην νυκτός εγώ και άνδρες ολίγοι μετ' εμού· και ουκ απήγγειλα ανθρώπω τι ο Θεός δίδωσιν εις καρδίαν μου του ποιήσαι μετά του Ισραήλ, και κτήνος ουκ έστι μετ' εμού, ει μη το κτήνος, ω εγώ επιβαίνω επ' αυτω. 13 και εξήλθον εν πύλη του Γωληλά και προς στόμα πηγής των συκών και εις πύλην της κοπρίας και ήμην συντρίβων εν τω τείχει Ιερουσαλήμ, ό αυτοί καθαιρούσι και πύλαι αυτής κατεβρώθησαν πυρί. 14 και παρήλθον επί πύλην του Αϊν και εις κολυμβήθραν του βασιλέως, και ουκ ην τόπος τω κτήνει παρελθείν υποκάτω μου. 15 και ήμην αναβαίνων εν τω τείχει χειμάρρου νυκτός και ήμην συντρίβων εν τω τείχει, και ήμην εν πύλη της φάραγγος και επέστρεψα. 16 τότε οι φυλάσσοντες ουκ έγνωσαν τι επορεύθην και τι εγώ ποιώ, και τοις Ιουδαίοις και τοις ιερεύσι και τοις εντίμοις και τοις στρατηγοίς και τοις καταλοίποις τοις ποιούσι τα έργα, έως τότε ουκ απήγγειλα. 17 και είπα προς αυτούς· υμείς βλέπετε την πονηρίαν ταύτην, εν ή εσμεν εν αυτη, Πως Ιερουσαλήμ έρημος και αι πύλαι αυτής εδόθησαν πυρί· δεύτε και διοικοδομήσωμεν το τείχος Ιερουσαλήμ, και ουκ εσόμεθα έτι όνειδος. 18 και απήγγειλα αυτοίς την χείρα του Θεού, ή εστιν αγαθή επ' εμέ, και τους λόγους του βασιλέως, ους είπέ μοι, και είπα· αναστώμεν και οικοδομήσωμεν. και εκραταιώθησαν αι χείρες αυτών εις το αγαθόν. 19 και ήκουσε Σαναβαλλάτ ο Αρωνί και Τωβία ο δούλος ο Αμμωνί και Γησάμ ο Αραβί και εξεγέλασαν ημάς και ήλθον εφ' ημάς και είπαν· τι το ρήμα τούτο, ό υμείς ποιείτε; ή επί τον βασιλέα υμείς αποστατείτε; 20 και επέστρεψα αυτοίς λόγον και είπα αυτοίς· ο Θεός του ουρανού, αυτός ευοδώσει ημίν, και ημείς δούλοι αυτού καθαροί, και οικοδομήσομεν· και υμίν ουκ έστι μερίς και δικαιοσύνη και μνημόσυνον εν Ιερουσαλήμ.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

825

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΝΕΕΜΙΑΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

1 ΚΑΙ ανέστη Ελιασούβ ο ιερεύς ο μέγας και οι αδελφοί αυτού οι ιερείς και ωκοδόμησαν την πύλην την προβατικήν. αυτοί ηγίασαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και έως πύργου των εκατόν ηγίασαν έως πύργου Αναμεήλ 2 και επί χείρας ανδρών υιών Ιεριχώ και επί χείρας υιών Ζακχούρ, υιού Αμαρί. 3 και την πύλην την ιχθυηράν ωκοδόμησαν υιοί Ασανά· αυτοί εστέγασαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και κλείθρα αυτής και μοχλούς αυτής. 4 και επί χείρα αυτών κατέσχεν από Ραμώθ υιος Ουρία, υιού Ακκώς. και επί χείρα αυτών κατέσχε Μοσολλάμ υιος Βαραχίου υιού Μαζεβήλ, και επί χείρα αυτών κατέσχε Σαδώκ υιος Βαανά. 5 και επί χείρα αυτών κατέσχοσαν οι Θεκωϊμ, και αδωρηέμ ουκ εισήνεγκαν τράχηλον αυτών εις δουλείαν αυτών. 6 και την πύλην Ιασαναϊ εκράτησαν Ιωϊδά υιος Φασέκ και Μεσουλάμ υιος Βασωδία· αυτοί εστέγασαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και κλείθρα αυτής και μοχλούς αυτής. 7 και επί χείρα αυτών εκράτησαν Μαλτίας ο Γαβαωνίτης και Ευάρων ο Μηρωνωθίτης, άνδρες της Γαβαών και της Μασφά έως θρόνου του άρχοντος του πέραν του ποταμού, 8 και παρ' αυτόν παρησφαλίσατο ‘Οζιήλ υιος Αραχίου πυρωτών. και επί χείρα αυτών εκράτησεν Ανανίας υιος του Ρωκεϊμ, και κατέλιπον Ιερουσαλήμ έως του τείχους του πλατέος. 9 και επί χείρα αυτών εκράτησε Ραφαϊα υιος Σουρ, άρχων ημίσους περιχώρου Ιερουσαλήμ. 10 και επί χείρα αυτών εκράτησεν Ιεδαϊα υιος Ερωμάφ και κατέναντι οικίας αυτού. και επί χείρα αυτού εκράτησεν Αττούθ υιος Ασαβανία. 11 και δεύτερος εκράτησε Μελχίας υιος ‘Ηράμ και Ασούβ υιος Φαάτ Μωάβ και έως πύργου των θαννουρίμ. 12 και επί χείρα αυτού εκράτησε Σαλλούμ υιος Αλλωής άρχων ημίσους περιχώρου Ιερουσαλήμ, αυτός και αι θυγατέρες αυτού. 13 την πύλην της φάραγγος εκράτησαν Ανούν και οι κατοικούντες Ζανώ· αυτοί ωκοδόμησαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και κλείθρα αυτής και μοχλούς αυτής και χιλίους πήχεις εν τω τείχει έως της πύλης της κοπρίας. 14 και την πύλην της κοπρίας εκράτησε Μελχία υιος Ρηχάβ άρχων περιχώρου Βηθακχαρίμ, αυτός και οι υιοί αυτού, και εσκέπασαν αυτήν και έστησαν θύρας αυτής και κλείθρα αυτής και μοχλούς αυτής. 15 την δε πύλην της πηγής ησφαλίσατο Σαλωμών υιος
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

826

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Χολεζέ άρχων μέρους της Μασφά· αυτός εξωκοδόμησεν αυτήν και εστέγασεν αυτήν και έστησε τας θύρας αυτής και μοχλούς αυτής και το τείχος κολυμβήθρας των κωδίων τη κουρά του βασιλέως και έως των κλιμάκων των καταβαινουσών από πόλεως Δαυίδ. 16 οπίσω αυτού εκράτησε Νεεμίας υιος Αζαβούχ άρχων ημίσους περιχώρου Βηθσούρ έως κήπου τάφου Δαυίδ και έως της κολυμβήθρας της γεγονυίας και έως Βηθαγγαρίμ. 17 οπίσω αυτού εκράτησαν οι Λευίται, Ραούμ υιος Βανί. επί χείρα αυτού εκράτησεν Ασαβία άρχων ημίσους περιχώρου Κεϊλά τω περιχώρω αυτού. 18 και μετ' αυτόν εκράτησαν αδελφοί αυτών Βενεϊ υιος ‘Ηναδάδ άρχων ημίσους περιχώρου Κεϊλά. 19 και εκράτησαν επί χείρα αυτού Αζούρ υιος Ιησού, άρχων του Μασφαί, μέτρον δεύτερον πύργου αναβάσεως της συναπτούσης της γωνίας. 20 μετ' αυτόν εκράτησε Βαρούχ υιος Ζαβού μέτρον δεύτερον από της γωνίας έως θύρας Βηθελιασούβ του ιερέως του μεγάλου. 21 μετ' αυτόν εκράτησε Μεραμώθ υιος Ουρία, υιού Ακκώς, μέτρον δεύτερον από θύρας Βηθελιασούβ έως εκλείψεως Βηθελιασούβ. 22 και μετ' αυτόν εκράτησαν οι ιερείς άνδρες Εκχεχάρ. 23 και μετ' αυτόν εκράτησε Βενιαμίν και Ασούβ κατέναντι οίκου αυτών. και μετ' αυτόν εκράτησεν Αζαρίας υιος Μαασίου, υιού Ανανία εχόμενα οίκου αυτού. 24 και μετ' αυτόν εκράτησε Βανί υιος Αδάδ μέτρον δεύτερον από Βηθαζαρία έως της γωνίας και έως της καμπής 25 Φαλάχ υιού Ευζαϊ εξεναντίας της γωνίας, και ο πύργος ο εξέχων εκ του οίκου του βασιλέως ο ανώτερος ο της αυλής της φυλακής. και μετ' αυτόν Φαδαϊα υιος Φόρος. 26 και οι ναθινίμ ήσαν οικούντες εν τω ‘Ωφάλ έως κήπου πύλης του ύδατος εις ανατολάς, και ο πύργος ο εξέχων. 27 και μετ' αυτόν εκράτησαν οι Θεκωϊμ μέτρον δεύτερον εξεναντίας του πύργου του μεγάλου του εξέχοντος και έως του τείχους του ‘Οφλά. 28 ανώτερον πύλης των ίππων εκράτησαν οι ιερείς, ανήρ εξεναντίας οίκου εαυτού. 29 και μετ' αυτόν εκράτησε Σαδδούκ υιος Εμμήρ εξεναντίας οίκου εαυτού. και μετ' αυτόν εκράτησε Σαμαϊα υιος Σεχενία φύλαξ της πύλης της ανατολής. 30 μετ' αυτόν εκράτησεν Ανανία υιος Σελεμία και Ανώμ υιος Σελέφ, ο έκτος, μέτρον δεύτερον. μετ' αυτόν εκράτησε Μεσουλάμ υιος Βαραχία εξεναντίας γαζοφυλακίου αυτού. 31 μετ' αυτόν εκράτησε Μελχία υιος του Σαρεφί έως Βηθαναθινίμ και οι ροπωπώλαι απέναντι πύλης του Μαφεκάδ και έως αναβάσεως της καμπής. 32 και ανά μέσον της πύλης της προβατικής εκράτησαν οι χαλκείς και οι ροπωπώλαι. 33 Και εγένετο ηνίκα ήκουσε Σαναβαλλάτ ότι ημείς οικοδομούμεν το τείχος, και πονηρόν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

827

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτω εφάνη, και ωργίσθη επί πολύ και εξεγέλα επί τοις Ιουδαίοις. 34 και είπεν ενώπιον των αδελφών αυτού· αύτη η δύναμις Σομόρων, ότι οι Ιουδαίοι ούτοι οικοδομούσι την εαυτών πόλιν; άρα θυσιάζουσιν; άρα δυνήσονται; και σήμερον ιάσονται τους λίθους μετά το χώμα γενέσθαι γης καυθέντας; 35 και Τωβίας ο Αμμανίτης εχόμενα αυτού ήλθε και είπε προς αυτούς· μη θυσιάζουσιν ή φάγονται επί του τόπου αυτών; ουχί αναβήσεται αλώπηξ και καθελεί το τείχος λίθων αυτών; 36 άκουσον, ο Θεός ημών, ότι εγενήθημεν εις μυκτηρισμόν, 37 και επίστρεψον ονειδισμόν αυτών εις κεφαλήν αυτών και δος αυτούς εις μυκτηρισμόν εν γη αιχμαλωσίας και μη καλύψης επί ανομίαν.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

1 ΚΑΙ εγένετο ως ήκουσε Σαναβαλλάτ και Τωβία και οι Άραβες και οι Αμμανίται ότι ανέβη η φυή τοις τείχεσιν Ιερουσαλήμ, ότι ήρξαντο αι διασφαγαί αναφράσσεσθαι, και πονηρόν αυτοίς εφάνη σφόδρα· 2 και συνήχθησαν πάντες επί το αυτό ελθείν παρατάξασθαι εν Ιερουσαλήμ και ποιήσαι αυτήν αφανή. 3 και προσηυξάμεθα προς τον Θεόν ημών και εστήσαμεν προφύλακας επ' αυτούς ημέρας και νυκτός από προσώπου αυτών. 4 και είπεν Ιούδας· συνετρίβη η ισχύς των εχθρών, και ο Χους πολύς, και ημείς ου δυνησόμεθα οικοδομείν εν τω τείχει. 5 και είπαν οι θλίβοντες ημάς· ου γνώσονται και ουκ όψονται έως ότου έλθωμεν εις μέσον αυτών και φονεύσωμεν αυτούς και καταπαύσωμεν το έργον. 6 και εγένετο ως ήλθοσαν οι Ιουδαίοι οι οικούντες εχόμενα αυτών και είποσαν ημίν· αναβαίνουσιν εκ πάντων των τόπων εφ' ημάς. 7 και έστησα εις τα κατώτατα του τόπου κατόπισθεν του τείχους εν τοις σκεπεινοίς και έστησα τον λαόν κατά δήμους μετά ρομφαιών αυτών, λόγχας αυτών και τόξα αυτών. 8 και είδον και ανέστην και είπα προς τους εντίμους και προς τους στρατηγούς και προς τους καταλοίπους του λαού· μη φοβηθήτε από προσώπου αυτών· μνήσθητε του Θεού ημών του μεγάλου και φοβερού και παρατάξασθε περί των αδελφών υμών, υιών υμών, θυγατέρων υμών, γυναικών υμών και οίκων υμών. 9
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

828

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και εγένετο ηνίκα ήκουσαν οι εχθροί ημών ότι εγνώσθη ημίν και διεσκέδασεν ο Θεός την βουλήν αυτών, και επεστρέψαμεν πάντες ημείς εις το τείχος, ανήρ εις το έργον αυτού. 10 και εγένετο από της ημέρας εκείνης ήμισυ των εκτετιναγμένων εποίουν το έργον και ήμισυ αυτών αντείχοντο, και λόγχαι και θυρεοί και τόξα και θώρακες και οι άρχοντες οπίσω παντός οίκου Ιούδα 11 των οικοδομούντων εν τω τείχει, και οι αίροντες εν τοις αρτήρσιν εν όπλοις· εν μια χειρί εποίει αυτού το έργον και εν μια εκράτει την βολίδα. 12 και οι οικοδόμοι ανήρ ρομφαίαν αυτού εζωσμένος επί την οσφύν αυτού και ωκοδομούσαν και ο σαλπίζων εν τη κερατίνη εχόμενα αυτού. 13 και είπα προς τους εντίμους και προς τους άρχοντας και προς τους καταλοίπους του λαού· το έργον πλατύ και πολύ, και ημείς σκορπιζόμεθα επί του τείχους μακράν ανήρ από του αδελφού αυτού. 14 εν τόπω, ου εάν ακούσητε την φωνήν της κερατίνης, εκεί συναχθήσεσθε προς ημάς, και ο Θεός ημών πολεμήσει περί ημών. 15 και ημείς ποιούντες το έργον, και ήμισυ αυτών κρατούντες τας λόγχας από αναβάσεως του όρθρου έως εξόδου των άστρων. 16 και εν τω καιρω εκείνω είπα τω λαω· έκαστος μετά του νεανίσκου αυτού αυλίσθητε εν μέσω Ιερουσαλήμ, και έστω υμίν η νύξ προφυλακή και η ημέρα έργον. 17 και ήμην εγώ και οι άνδρες της προφυλακής οπίσω μου, και ουκ ην εξ ημών εκδιδυσκόμενος ανήρ τα ιμάτια αυτού.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

1 ΚΑΙ η κραυγή του λαού και γυναικών αυτών μεγάλη προς τους αδελφούς αυτών τους Ιουδαίους. 2 και ήσάν τινες λέγοντες· εν υιοίς ημών και εν θυγατράσιν ημών ημείς πολλοί· και ληψόμεθα σίτον και φαγόμεθα και ζησόμεθα. 3 και εισί τινες λέγοντες· αγροί ημών και αμπελώνες ημών και οικίαι ημών, ημείς διεγγυώμεν, και ληψόμεθα σίτον και φαγόμεθα. 4 και εισί τινες λέγοντες· εδανεισάμεθα αργύριον εις φόρους του βασιλέως, αγροί ημών και αμπελώνες ημών και οικίαι ημών· 5 και νυν ως σάρξ αδελφών ημών σάρξ ημών, ως υιοί αυτών υιοί ημών. και ιδού ημείς καταδυναστεύομεν τους υιούς ημών και τας θυγατέρας
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

829

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ημών εις δούλους, και εισιν από θυγατέρων ημών καταδυναστευόμεναι, και ουκ έστι δύναμις χειρών ημών, και αγροί ημών και αμπελώνες ημών τοις εντίμοις. 6 και ελυπήθην σφόδρα, καθώς ήκουσα την κραυγήν αυτών και τους λόγους τούτους. 7 και εβουλεύσατο καρδία μου επ' εμέ, και εμαχεσάμην προς τους εντίμους και τους άρχοντας και είπα αυτοίς· απαιτήσει ανήρ τον αδελφόν αυτού, α υμείς απαιτείτε. και έδωκα επ' αυτούς εκκλησίαν μεγάλην 8 και είπα αυτοίς· ημείς κεκτήμεθα τους αδελφούς ημών τους Ιουδαίους τους πωλουμένους τοις έθνεσιν εν εκουσίω ημών· και υμείς πωλείτε τους αδελφούς υμών και παραδοθήσονται ημίν; και ησύχασαν και ουχ εύροσαν λόγον. 9 και είπα· ουκ αγαθός ο λόγος, ον υμείς ποιείτε· ουχ ούτως εν φόβω Θεού ημών απελεύσεσθε από ονειδισμού των εθνών των εχθρών ημών. 10 και οι αδελφοί μου και οι γνωστοί μου και εγώ εθήκαμεν εαυτοίς αργύριον και σίτον· εγκατελίπομεν δη την απαίτησιν ταύτην. 11 επιστρέψατε δη αυτοίς ως σήμερον αγρούς αυτών και αμπελώνας αυτών και ελαιώνας αυτών και οικίας αυτών· και από του αργυρίου τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον εξενέγκατε αυτοίς. 12 και είπαν· αποδώσομεν, και παρ' αυτών ου ζητήσομεν, ούτως ποιήσομεν καθώς συ λέγεις· και εκάλεσα τους ιερείς και ωρκισα αυτούς ποιήσαι ως το ρήμα τούτο. 13 και την αναβολήν μου εξετίναξα και είπα· ούτως εκτινάξαι ο Θεός πάντα άνδρα, ος ου στήσει τον λόγον τούτον, εκ του οίκου αυτού και εκ κόπου αυτού, και έσται ούτως εκτετιναγμένος και κενός. και είπε πάσα η εκκλησία· αμήν, και ήνεσαν τον Κύριον. και εποίησεν ο λαός το ρήμα τούτο. 14 Από της ημέρας, ης ενετείλατό μοι είναι εις άρχοντα αυτών εν γη Ιούδα, από έτους εικοστού και έως έτους τριακοστού και δευτέρου τω Αρθασασθά έτη δώδεκα, εγώ και οι αδελφοί μου βίαν αυτών ουκ έφαγον. 15 και τας βίας τας πρώτας, ας προ εμού εβάρυναν επ' αυτούς, και ελάβοσαν παρ' αυτών εν άρτοις και εν οίνω έσχατον αργύριον, δίδραχμα τεσσαράκοντα, και οι εκτετιναγμένοι αυτών εξουσιάζονται επί τον λαόν· καγώ ουκ εποίησα ούτως από προσώπου φόβου Θεού. 16 και εν έργω του τείχους τούτων ουκ εκράτησα, αγρόν ουκ εκτησάμην, και πάντες οι συνηγμένοι εκεί επί το έργον. 17 και οι Ιουδαίοι, εκατόν και πεντήκοντα άνδρες, και ερχόμενοι προς ημάς από των εθνών των κύκλω ημών επί τράπεζάν μου. 18 και ην γινόμενον εις ημέραν μίαν μόσχος εις και πρόβατα εξ εκλεκτά και χίμαρος εγίνοντό μοι και ανά μέσον δέκα ημερών εν πάσιν οίνος τω πλήθει· και συν τούτοις άρτους της βίας ουκ εζήτησα, ότι βαρεία η δουλεία επί τον λαόν τούτον. 19 μνήσθητί μου, ο Θεός,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

830

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ εις αγαθόν πάντα όσα εποίησα τω λαω τούτω.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΚΑΙ εγένετο καθώς ηκούσθη τω Σαναβαλλάτ και Τωβία και τω Γησάμ τω Αραβί και τοις καταλοίποις εχθρών ημών ότι ωκοδόμησα το τείχος, και ου κατελείφθη εν αυτοίς πνοή. έως του καιρού εκείνου θύρας ουκ επέστησα εν ταις πύλαις. 2 και απέστειλε Σαναβαλλάτ και Γησάμ προς με λέγων· δεύρο και συναχθώμεν επί το αυτό εν ταις κώμαις εν πεδίω ‘Ωνώ· και αυτοί λογιζόμενοι ποιήσαί μοι πονηρίαν. 3 και απέστειλα επ' αυτούς αγγέλους λέγων· έργον μέγα εγώ ποιώ και ου δυνήσομαι καταβήναι, μη ποτε καταπαύση το έργον· ως αν τελειώσω αυτό, καταβήσομαι προς υμάς. 4 και απέστειλαν προς με ως το ρήμα τούτο, και απέστειλα αυτοίς κατά ταύτα. 5 και απέστειλε προς με Σαναβαλλάτ τον παίδα αυτού και επιστολήν ανεωγμένην εν χειρί αυτού. 6 και ην γεγραμμένον εν αυτη· « Εν έθνεσιν ηκούσθη ότι συ και οι Ιουδαίοι λογίζεσθε αποστατήσαι, δια τούτο συ οικοδομείς το τείχος, και συ έση αυτοίς εις βασιλέα· 7 και προς τούτοις προφήτας έστησας σεαυτω, ίνα καθίσης εν Ιερουσαλήμ εις βασιλέα επί Ιούδα· και νυν απαγγελήσονται τω βασιλεί οι λόγοι ούτοι· και νυν δεύρο βουλευσώμεθα επί το αυτό. 8 και απέστειλα προς αυτόν λέγων· ουκ εγενήθη ως οι λόγοι ούτοι, ως συ λέγεις, ότι από καρδίας σου συ ψεύδη αυτούς. 9 ότι πάντες φοβερίζουσιν ημάς λέγοντες· εκλυθήσονται αι χείρες αυτών από του έργου τούτου, και ου ποιηθήσεται· και νυν εκραταίωσα τας χείράς μου. 10 Καγώ εισήλθον εις οίκον Σεμεϊ υιού Δαλαϊα, υιού Μεταβεήλ -και αυτός συνεχόμενος- και είπε· συναχθώμεν εις οίκον του Θεού εν μέσω αυτού και κλείσωμεν τας θύρας αυτού, ότι έρχονται νυκτός φονεύσαί σε. 11 και είπα· τις εστιν ο ανήρ, ος εισελεύσεται εις τον οίκον και ζήσεται; 12 και επέγνων και ιδού ο Θεός ουκ απέστειλεν αυτόν, ότι η προφητεία λόγος κατ' εμού, και Τωβίας και Σαναβαλλάτ εμισθώσαντο 13 επ' εμέ όχλον, όπως φοβηθώ και ποιήσω ούτως και αμάρτω και γένωμαι αυτοίς εις όνομα πονηρόν, όπως ονειδίσωσί με. 14 μνήσθητι,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

831

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ο Θεός, Τωβία και Σαναβαλλάτ, ως τα ποιήματα αυτού ταύτα, και τω Νωαδία τω προφήτη και τοις καταλοίποις των προφητών, οί ήσαν φοβερίζοντές με. 15 Και ετελέσθη το τείχος πέμπτη και εικάδι του Ελούλ μηνός εις πεντήκοντα και δύο ημέρας. 16 και εγένετο ηνίκα ήκουσαν πάντες οι εχθροί ημών, και εφοβήθησαν πάντα τα έθνη τα κύκλω ημών, και επέπεσε φόβος σφόδρα εν οφθαλμοίς αυτών, και έγνωσαν ότι παρά του Θεού ημών εγενήθη τελειωθήναι το έργον τούτο. 17 και εν ταις ημέραις εκείναις από πολλών εντίμων Ιούδα επιστολαί επορεύοντο προς Τωβίαν, και αι Τωβία ήρχοντο προς αυτούς, 18 ότι πολλοί εν Ιούδα ένορκοι ήσαν αυτω, ότι γαμβρός ην του Σεχενία υιού Ηραέ, και Ιωνάν υιος αυτού έλαβε την θυγατέρα Μεσουλάμ υιού Βαραχία εις γυναίκα. 19 και τους λόγους αυτού ήσαν λέγοντες προς με και λόγους μου ήσαν εκφέροντες αυτω, και επιστολάς απέστειλε Τωβίας φοβερίσαι με.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΚΑΙ εγένετο ηνίκα ωκοδομήθη το τείχος, και έστησα τας θύρας, και επεσκέπησαν οι πυλωροί και οι άδοντες και οι Λευίται. 2 και ενετειλάμην τω Ανανία αδελφω μου και τω Ανανία άρχοντι της βιρά εν Ιερουσαλήμ, ότι αυτός ως ανήρ αληθής και φοβούμενος τον Θεόν παρά πολλούς, 3 και είπα αυτοίς· ουκ ανοιγήσονται πύλαι Ιερουσαλήμ έως άμα τω ηλίω, και έτι αυτών γρηγορούντων κλειέσθωσαν αι θύραι και σφηνούσθωσαν· και στήσον προφύλακας οικούντων εν Ιερουσαλήμ, ανήρ εν προφυλακή αυτού και ανήρ απέναντι οικίας αυτού. 4 Και η πόλις πλατεία και μεγάλη, και ο λαός ολίγος εν αυτη, και ουκ ήσαν οικίαι ωκοδομημέναι. 5 και έδωκεν ο Θεός εις την καρδίαν μου και συνήξα τους εντίμους και τους άρχοντας και τον λαόν εις συνοδίας· και εύρον βιβλίον της συνοδίας, οί ανέβησαν εν πρώτοις, και εύρον γεγραμμένον εν αυτω. 6 και ούτοι υιοί της χώρας οι αναβάντες από αιχμαλωσίας της αποικίας, ης απώκισε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

832

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ και εις Ιούδα ανήρ εις την πόλιν αυτού 7 μετά Ζοροβάβελ και Ιησού και Νεεμία Αζαρία και Ρεελμά Ναεμανί, Μαρδοχαίος, Βαλσάν, Μασφαράθ, Έσδρα, Βογουϊα, Ιναούμ, Βαανά, Μασφάρ, άνδρες λαού Ισραήλ· 8 υιοί Φόρος δισχίλιοι εκατόν εβδομηκονταδύο· 9 υιοί Σαφατία τριακόσιοι εβδομηκονταδύο· 10 υιοί ‘Ηρά εξακόσιοι πεντηκονταδύο· 11 υιοί Φαάθ Μωάβ τοις υιοίς Ιησού και Ιωάβ δισχίλιοι εξακόσιοι δεκαοκτώ· 12 υιοί Αιλάμ χίλιοι διακόσιοι πεντηκοντατέσσαρες· 13 υιοί Ζαθουϊα οκτακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 14 υιοί Ζακχού επτακόσιοι εξήκοντα· 15 υιοί Βανουϊ εξακόσιοι τεσσαρακονταοκτώ· 16 υιοί Βηβί εξακόσιοι εικοσιοκτώ· 17 υιοί Ασγάδ δισχίλιοι τριακόσιοι εικοσιδύο· 18 υιοί Αδωνικάμ εξακόσιοι εξηκονταεπτά· 19 υιοί Βαγοϊ δισχίλιοι εξηκονταεπτά· 20 υιοί ‘Ηδίν εξακόσιοι πεντηκονταπέντε· 21 υιοί Ατήρ τω Εζεκία ενενηκονταοκτώ· 22 υιοί ‘Ησάμ τριακόσιοι εικοσιοκτώ· 23 υιοί Βεσεϊ τριακόσιοι εικοσιτέσσαρες· 24 υιοί Αρίφ εκατόν δώδεκα· υιοί Ασέν διακόσιοι εικοσιτρείς· 25 υιοί Γαβαών ενενηκονταπέντε· 26 υιοί Βαιθαλέμ εκατόν εικοσιτρείς· υιοί Ατωφά πεντηκονταέξ· 27 υιοί Αναθώθ εκατόν εικοσιοκτώ· 28 άνδρες Βηθασμώθ τεσσαρακονταδύο· 29 άνδρες Καριαθαρίμ, Καφιρά και Βηρώθ επτακόσιοι τεσσαρακοντατρείς· 30 άνδρες Αραμά και Γαβαά εξακόσιοι είκοσιν· 31 άνδρες Μαχεμάς εκατόν εικοσιδύο· 32 άνδρες Βαιθήλ και Αϊ εκατόν εικοσιτρείς· 33 άνδρες Ναβία εκατόν πεντηκονταδύο· 34 άνδρες ‘Ηλαμαάρ χίλιοι διακόσιοι πεντηκονταδύο· 35 υιοί ‘Ηράμ τριακόσιοι είκοσι· 36 υιοί Ιεριχώ τριακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 37 υιοί Λοδαδίδ και ‘Ωνώ επτακόσιοι εικοσιείς· 38 υιοί Σανανά τρισχίλιοι ενακόσιοι τριάκοντα· 39 οι ιερείς, υιοί Ιωδαέ εις οίκον Ιησού ενακόσιοι εβδομηκοντατρείς· 40 υιοί Εμμήρ χίλιοι πεντηκονταδύο· 41 υιοί Φασεούρ χίλιοι διακόσιοι τεσσαρακονταεπτά· 42 υιοί ‘Ηράμ χίλιοι δεκαεπτά· 43 οι Λευίται, υιοί Ιησού του Καδμιήλ τοις υιοίς του Ουδουϊα εβδομηκοντατέσσαρες· 44 οι άδοντες, υιοί Ασάφ εκατόν τεσσαρακονταοκτώ· 45 οι πυλωροί, υιοί Σαλούμ, υιοί Ατήρ, υιοί Τελμών, υιοί Ακούβ, υιοί Ατιτά, υιοί Σαβί, εκατόν τριακονταοκτώ· 46 οιναθινίμ, υιοί Σηά, υιοί Ασφά, υιοί Ταβαώθ, 47 υιοί Κιράς, υιοί Ασουϊα, υιοί Φαδών, 48 υιοί Λαβανά, υιοί Αγαβά, υιοί Σελμεϊ, 49 υιοί Ανάν, υιοί Γαδήλ, υιοί Γαάρ, 50 υιοί Ρααϊα, υιοί Ρασσών, υιοί Νεκωδά, 51 υιοί Γηζάμ, υιοί ‘Οζί, υιοί Φεσή, 52 υιοί Βησί, υιοί Μεϊνών, υιοί Νεφωσασί, 53 υιοί Βακβούκ, υιοί Αχιφά, υιοί Αρούρ, 54 υιοί Βασαλώθ, υιοί Μιδά, υιοί Αδασάν, 55 υιοί Βαρκουέ, υιοί Σισαράθ, υιοί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

833

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Θημά, 56 υιοί Νισιά, υιοί Ατιφά, 57 υιοί δούλων Σαλωμών, υιοί Σουτεϊ, υιοί Σαφαράτ, υιοί Φεριδά, 58 υιοί Ιελήλ, υιοί Δορκών, υιοί Γαδαήλ, 59 υιοί Σαφατία, υιοί Εττήλ, υιοί Φακαράθ, υιοί Σαβαϊμ, υιοί ‘Ημίμ· 60 πάντες οι ναθινίμ, και υιοί δούλων Σαλωμών, τριακόσιοι ενενηκονταδύο. 61 και ούτοι ανέβησαν από Θελμελέθ, Θελαρησά, Χαρούβ, ‘Ηρών, Ιεμήρ και ουκ εδυνάσθησαν απαγγείλαι οίκους πατριών αυτών και σπέρμα αυτών ει από Ισραήλ εισιν· 62 υιοί Δαλαία, υιοί Τωβία, υιοί Νεκωδά, εξακόσιοι τεσσαρακονταδύο· 63 και από των ιερέων υιοί Εβία, υιοί Ακώς, υιοί Βερζελλί, ότι έλαβον από θυγατέρων Βερζελλί του Γαλααδίτου γυναίκας και εκλήθησαν επ' ονόματι αυτών· 64 ούτοι εζήτησαν γραφήν αυτών της συνοδίας, και ουχ ευρέθη, και ηγχιστεύθησαν από της ιερατείας, 65 και είπεν Αθερσασθά, ίνα μη φάγωσιν από του αγίου των αγίων, έως αναστη ιερεύς φωτίσων. 66 και εγένετο πάσα η εκκλησία ωσεί τέσσαρες μυριάδες δισχίλιοι τριακόσιοι εξήκοντα, 67 πάρεξ δούλων αυτών και παιδισκών αυτών, ούτοι επτακισχίλιοι τριακόσιοι τριακονταεπτά· και άδοντες και άδουσαι διακόσιοι τεσσαρακονταπέντε· 69 όνοι δισχίλιοι επτακόσιοι. 70 και από μέρους αρχηγών των πατριών έδωκαν εις το έργον τω Νεεμία εις θησαυρόν χρυσούς χιλίους, φιάλας πεντήκοντα και χωθωνώθ των ιερέων τριάκοντα. 71 και από αρχηγών των πατριών έδωκαν εις θησαυρούς του έργου χρυσού νομίσματος δύο μυριάδας και αργυρίου μνάς δισχιλίας τριακοσίας, και έδωκαν οι κατάλοιποι του λαού χρυσίου δύο μυριάδας και αργυρίου μνάς δισχιλίας διακοσίας και χωθωνώθ των ιερέων εξηκονταεπτά. 72 και εκάθισαν οι ιερείς και Λευίται και οι πυλωροί και οι άδοντες και οι από του λαού και οι ναθινίμ και πας Ισραήλ εν πόλεσιν αυτών.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΚΑΙ έφθασεν ο μην ο έβδομος -και οι υιοί Ισραήλ εν πόλεσιν αυτών- και συνήχθησαν πας ο λαός ως ανήρ εις εις το πλάτος το έμπροσθεν πύλης του ύδατος. και είπαν τω Έσδρα τω γραμματεί ενέγκαι το βιβλίον νόμου Μωυσή, ον ενετείλατο Κύριος τω Ισραήλ. 2 και ήνεγκεν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

834

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Έσδρας ο ιερεύς τον νόμον ενώπιον της εκκλησίας από ανδρός έως γυναικός και πας ο συνίων ακούειν εν ημέρα μια του μηνός του εβδόμου 3 και ανέγνω εν αυτω από της ωρας του διαφωτίσαι τον ήλιον έως ημίσους της ημέρας απέναντι των ανδρών και των γυναικών, και αυτοί συνιέντες, και ώτα παντός του λαού εις το βιβλίον του νόμου. 4 και έστη Έσδρας ο γραμματεύς επί βήματος ξυλίνου, και έστησαν εχόμενα αυτού Ματταθίας και Σαμαϊας και Ανανίας και Ουρίας και Χελκία και Μαασία εκ δεξιών αυτού, και εξ αριστερών Φαδαϊας και Μισαήλ και Μελχίας και Ασώμ και Ασαβαδμά και Ζαχαρίας και Μεσολλάμ. 5 και ήνοιξεν Έσδρας το βιβλίον ενώπιον παντός του λαού, ότι αυτός ην επάνω του λαού -και εγένετο ηνίκα ήνοιξεν αυτό, έστη πας ο λαός- 6 και ηυλόγησεν Έσδρας Κύριον τον Θεόν τον μέγαν, και απεκρίθη πας ο λαός και είπαν· αμήν, επάραντες τας χείρας αυτών, και έκυψαν και προσεκύνησαν τω Κυρίω επί πρόσωπον επί την γην. 7 και Ιησούς και Βαναϊας και Σαραβίας ήσαν συνετίζοντες τον λαόν εις τον νόμον· και ο λαός εν τη στάσει αυτού. 8 και ανέγνωσαν εν βιβλίω νόμου του Θεού, και εδίδασκεν Έσδρας και διέστελλεν εν επιστήμη Κυρίου, και συνήκεν ο λαός εν τη αναγνώσει. 9 και είπε Νεεμίας και Έσδρας ο ιερεύς και γραμματεύς και οι Λευίται και οι συνετίζοντες τον λαόν και είπαν παντί τω λαω· ημέρα αγία εστί τω Κυρίω Θεω ημών, μη πενθείτε μηδέ κλαίετε· ότι έκλαιε πας ο λαός, ως ήκουσαν τους λόγους του νόμου. 10 και είπεν αυτοίς· πορεύεσθε φάγετε λιπάσματα και πίετε γλυκάσματα και αποστείλατε μερίδας τοις μη έχουσιν· ότι αγία εστίν η ημέρα τω Κυρίω ημών· και μη διαπέσητε, ότι εστί Κύριος ισχύς ημών. 11 και οι Λευίται κατεσιώπων πάντα τον λαόν λέγοντες· σιωπάτε, ότι ημέρα αγία, και μη καταπίπτετε. 12 και απήλθε πας ο λαός φαγείν και πιείν και αποστέλλειν μερίδας και ποιήσαι ευφροσύνην μεγάλην, ότι συνήκαν εν τοις λόγοις οίς εγνώρισεν αυτοίς. 13 Και εν τη ημέρα τη δευτέρα συνήχθησαν οι άρχοντες των πατριών συν τω παντί λαω, οι ιερείς και οι Λευίται προς Έσδραν τον γραμματέα επιστήσαι προς πάντας τους λόγους του νόμου. 14 και εύροσαν γεγραμμένον εν τω νόμω, ω ενετείλατο Κύριος τω Μωυσή, όπως κατοικήσωσιν οι υιοί Ισραήλ εν σκηναίς εν εορτη εν μηνί τω εβδόμω, 15 και όπως σημάνωσι σάλπιγξιν εν πάσαις ταις πόλεσιν αυτών και εν Ιερουσαλήμ. και είπεν Έσδρας· εξέλθετε εις το όρος, και ενέγκατε φύλλα ελαίας και φύλλα ξύλων κυπαρισσίνων και φύλλα μυρσίνης και φύλλα φοινίκων και φύλλα ξύλου δασέος ποιήσαι σκηνάς κατά το γεγραμμένον. 16 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

835

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εξήλθεν ο λαός και ήνεγκαν και εποίησαν εαυτοίς σκηνάς ανήρ επί του δώματος αυτού και εν ταις αυλαίς αυτών και εν ταις αυλαίς οίκου του Θεού και εν πλατείαις της πόλεως και έως πύλης Εφραίμ. 17 και εποίησαν πάσα η εκκλησία, οι επιστρέψαντες από της αιχμαλωσίας, σκηνάς και εκάθισαν εν σκηναίς· ότι ουκ εποίησαν από ημερών Ιησού υιού Ναυή ούτως οι υιοί Ισραήλ έως της ημέρας εκείνης· και εγένετο ευφροσύνη μεγάλη. 18 και ανέγνω εν βιβλίω νόμου του Θεού ημέραν εν ημέρα από της ημέρας της πρώτης έως της ημέρας της εσχάτης· και εποίησαν εορτήν επτά ημέρας, και τη ημέρα τη ογδόη εξόδιον κατά το κρίμα.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΚΑΙ εν ημέρα εικοστη και τετάρτη του μηνός τούτου συνήχθησαν οι υιοί Ισραήλ εν νηστεία και εν σάκκοις και σποδω επί κεφαλής αυτών. 2 και εχωρίσθησαν οι υιοί Ισραήλ από παντός υιού αλλοτρίου και έστησαν και εξηγόρευσαν τας αμαρτίας αυτών και τας ανομίας των πατέρων αυτών. 3 και έστησαν επί τη στάσει αυτών και ανέγνωσαν εν βιβλίω νόμου Κυρίου Θεού αυτών και ήσαν εξαγορεύοντες τω Κυρίω και προσκυνούντες τω Κυρίω Θεω αυτών. 4 και έστη επί αναβάσει των Λευιτών Ιησούς και οι υιοί Καδμιήλ, Σεχενία υιος Σαραβία, υιοί Χωνενί και εβόησαν φωνή μεγάλη προς Κύριον τον Θεόν αυτών. 5 και είποσαν οι Λευίται Ιησούς και Καδμιήλ· ανάστητε, ευλογείτε Κύριον τον Θεόν ημών από του αιώνος και έως του αιώνος· και ευλογήσουσιν όνομα δόξης σου και υψώσουσιν επί πάση ευλογία και αινέσει. 6 και είπεν Έσδρας· συ ει αυτός Κύριος μόνος, συ εποίησας τον ουρανόν και τον ουρανόν του ουρανού και πάσαν την στάσιν αυτών, την γην και πάντα, όσα εστίν εν αυτη, τας θαλάσσας και πάντα τα εν αυταίς, και συ ζωοποιείς τα πάντα, και σοί προσκυνούσιν αι στρατιαί των ουρανών. 7 συ ει Κύριος ο Θεός· συ εξελέξω εν Άβραμ και εξήγαγες αυτόν εκ της χώρας των Χαλδαίων και επέθηκας αυτω όνομα Αβραάμ· 8 και εύρες την καρδίαν αυτού πιστήν ενώπιόν σου και διέθου προς αυτόν διαθήκην δούναι αυτω την
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

836

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

γην των Χαναναίων και Χετταίων και Αμορραίων και Φερεζαίων και Ιεβουσαίων και Γεργεσαίων και τω σπέρματι αυτού· και έστησας τους λόγους σου, ότι δίκαιος συ. 9 και είδες την ταπείνωσιν των πατέρων ημών εν Αιγύπτω και την κραυγήν αυτών ήκουσας επί θάλασσαν ερυθράν. 10 και έδωκας σημεία και τέρατα εν Αιγύπτω εν Φαραώ και εν πάσι τοις παισίν αυτού και εν παντί τω λαω της γης αυτού, ότι έγνως ότι υπερηφάνησαν επ' αυτούς, και εποίησας σεαυτω όνομα ως η ημέρα αύτη. 11 και την θάλασσαν έρρηξας ενώπιον αυτών, και παρήλθοσαν εν μέσω της θαλάσσης εν ξηρασία, και τους καταδιώξοντας αυτούς έρριψας εις βυθόν ωσεί λίθον εν ύδατι σφοδρω. 12 και εν στύλω νεφέλης ωδήγησας αυτούς ημέρας και εν στύλω πυρός την νύκτα του φωτίσαι αυτοίς την οδόν, εν ή πορεύσονται εν αυτη. 13 και επί όρος Σινά κατέβης και ελάλησας προς αυτούς εξ ουρανού και έδωκας αυτοίς κρίματα ευθέα και νόμους αληθείας, προστάγματα και εντολάς αγαθάς· 14 και το σάββατόν σου το άγιον εγνώρισας αυτοίς, εντολάς και προστάγματα και νόμον ενετείλω αυτοίς εν χειρί Μωυσή δούλου σου. 15 και άρτον εξ ουρανού έδωκας αυτοίς εις σιτοδοτίαν αυτών και ύδωρ εκ πέτρας εξήνεγκας αυτοίς εις δίψαν αυτών. και είπας αυτοίς εισελθείν κληρονομήσαι την γην, εφ' ην εξέτεινας την χείρά σου δούναι αυτοίς. 16 και αυτοί και οι πατέρες ημών υπερηφανεύσαντο και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών και ουκ ήκουσαν των εντολών σου· 17 και ανένευσαν του εισακούσαι και ουκ εμνήσθησαν των θαυμασίων σου, ων εποίησας μετ' αυτών και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών και έδωκαν αρχήν επιστρέψαι εις δουλείαν αυτών εν Αιγύπτω. και συ ο Θεός ελεήμων και οικτίρμων, μακρόθυμος και πολυέλεος, και ουκ εγκατέλιπες αυτούς. 18 έτι δε και εποίησαν εαυτοίς μόσχον χωνευτόν και είπαν· ούτοι οι θεοί οι εξαγαγόντες ημάς εξ Αιγύπτου· και εποίησαν παροργισμούς μεγάλους. 19 και συ εν οικτιρμοίς σου τοις πολλοίς ουκ εγκατέλιπες αυτούς εν τη ερήμω, τον στύλον της νεφέλης ουκ εξέκλινας απ' αυτών ημέρας οδηγήσαι αυτούς εν τη οδω και τον στύλον του πυρός την νύκτα, φωτίζειν αυτοίς την οδόν, εν ή πορεύσονται εν αυτη. 20 και το πνεύμά σου το αγαθόν έδωκας συνετίσαι αυτούς και το μάννα σου ουκ αφυστέρησας από στόματος αυτών και ύδωρ έδωκας αυτοίς εν τω δίψει αυτών. 21 και τεσσαράκοντα έτη διέθρεψας αυτούς εν τη ερήμω, ουχ υστέρησας αυτοίς ουδέν· ιμάτια αυτών ουκ επαλαιώθησαν, και πόδες αυτών ου διερράγησαν. 22 και έδωκας αυτοίς βασιλείας και λαούς εμέρισας αυτοίς, και εκληρονόμησαν την γην Σηών βασιλέως Εσεβών και την γην Ωγ βασιλέως του Βασάν. 23 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

837

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

τους υιούς αυτών επλήθυνας ως τους αστέρας του ουρανού και εισήγαγες αυτούς εις την γην, ην είπας τοις πατράσιν αυτών, και εκληρονόμησαν αυτήν. 24 και εξέτριψας ενώπιον αυτών τους κατοικούντας την γην των Χαναναίων και έδωκας αυτούς εις τας χείρας αυτών και τους βασιλείς αυτών και τους λαούς της γης ποιήσαι αυτοίς ως αρεστόν ενώπιον αυτών. 25 και κατελάβοσαν πόλεις υψηλάς και εκληρονόμησαν οικίας πλήρεις πάντων αγαθών, λάκκους λελατομημένους, αμπελώνας και ελαιώνας και παν ξύλον βρώσιμον εις πλήθος· και εφάγοσαν και ενεπλήσθησαν και ελιπάνθησαν και ετρύφησαν εν αγαθωσύνη σου τη μεγάλη. 26 και ήλλαξαν και απέστησαν από σου και έρριψαν τον νόμον σου οπίσω σώματος αυτών και τους προφήτας σου απέκτειναν, οί διεμαρτύραντο εν αυτοίς επιστρέψαι αυτούς προς σε, και εποίησαν παροργισμούς μεγάλους. 27 και έδωκας αυτούς εν χειρί θλιβόντων αυτούς, και έθλιψαν αυτούς· και ανεβόησαν προς σε εν καιρω θλίψεως αυτών, και συ εξ ουρανού σου ήκουσας και εν οικτιρμοίς σου τοις μεγάλοις έδωκας αυτοίς σωτήρας και έσωσας αυτούς εκ χειρός θλιβόντων αυτούς. 28 και ως ανεπαύσαντο, επέστρεψαν ποιήσαι το πονηρόν ενώπιόν σου· και εγκατέλιπες αυτούς εις χείρας εχθρών αυτών, και κατήρξαν εν αυτοίς· και πάλιν ανεβόησαν προς σε, και συ εξ ουρανού εισήκουσας και ερρύσω αυτούς εν οικτιρμοίς σου πολλοίς. 29 και επεμαρτύρω αυτοίς επιστρέψαι αυτούς εις τον νόμον σου, και ουκ ήκουσαν, αλλ' εν ταις εντολαίς σου και κρίμασί σου ημάρτοσαν, α ποιήσας αυτά άνθρωπος ζήσεται εν αυτοίς· και έδωκαν νώτον απειθούντα και τράχηλον αυτών εσκλήρυναν και ουκ ήκουσαν. 30 και είλκυσας επ' αυτούς έτη πολλά και επεμαρτύρω αυτοίς εν πνεύματί σου εν χειρί προφητών σου· και ουκ ηνωτίσαντο, και έδωκας αυτούς εν χειρί λαών της γης. 31 και συ εν οικτιρμοίς σου τοις πολλοίς ουκ εποίησας αυτούς συντέλειαν και ουκ εγκατέλιπες αυτούς, ότι ισχυρός ει και ελεήμων και οικτίρμων. 32 και νυν, ο Θεός ημών ο ισχυρός, ο μέγας, ο κραταιός και ο φοβερός, φυλάσσων την διαθήκην σου και το έλεός σου, μη ολιγωθήτω ενώπιόν σου πας ο μόχθος, ος εύρεν ημάς και τους βασιλείς ημών και τους άρχοντας ημών και τους ιερείς ημών και τους προφήτας ημών και τους πατέρας ημών και εν παντί τω λαω σου από ημερών βασιλέων Ασσούρ και έως της ημέρας ταύτης. 33 και συ δίκαιος επί πάσι τοις ερχομένοις εφ' ημάς, ότι αλήθειαν εποίησας, και ημείς εξημάρτομεν, 34 και οι βασιλείς ημών και οι άρχοντες ημών και οι ιερείς ημών και οι πατέρες ημών ουκ εποίησαν τον νόμον σου και ου προσέσχον των εντολών σου και τα μαρτύριά σου, α διεμαρτύρω αυτοίς. 35 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

838

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτοί εν βασιλεία σου και εν αγαθωσύνη σου τη πολλή, ή έδωκας αυτοίς, και εν τη γη τη πλατεία και λιπαρά, ή έδωκας ενώπιον αυτών, ουκ εδούλευσάν σοι και ουκ απέστρεψαν από επιτηδευμάτων αυτών των πονηρών. 36 ιδού σήμερόν εσμεν δούλοι, και η γη, ην έδωκας τοις πατράσιν ημών φαγείν τον καρπόν αυτής και τα αγαθά αυτής, ιδού εσμεν δούλοι επ' αυτής, 37 και οι καρποί αυτής πολλοί τοις βασιλεύσιν, οίς έδωκας εφ' ημάς εν αμαρτίαις ημών, και επί τα σώματα ημών εξουσιάζουσι και εν κτήνεσιν ημών ως αρεστόν αυτοίς, και εν θλίψει μεγάλη εσμέν. 38 και εν πάσι τούτοις ημείς διατιθέμεθα πίστιν και γράφομεν, και επισφραγίζουσιν άρχοντες ημών, Λευίται ημών, ιερείς ημών.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΚΑΙ επί των σφραγιζόντων Νεεμίας Αρτασασθά υιος Αχαλία και Σεδεκίας 2 υιος Αραία και Αζαρία και Ιερμία, 3 Φασούρ, Αμαρία, Μελχία, 4 Αττούς, Σεβανί, Μαλούχ, 5 Ιράμ, Μεραμώθ, Αβδία, 6 Δανιήλ, Γανναθών, Βαρούχ, 7 Μεσουλάμ, Αβία, Μιαμίν, 8 Μααζία, Βελγαϊ, Σαμαϊα, ούτοι ιερείς· 9 και οι Λευίται Ιησούς υιος Αζανία, Βαναίου από υιών ‘Ηναδάδ, Καδμιήλ 10 και οι αδελφοί αυτού, Σαβανία, ‘Ωδουϊα, Καλιτάν, Φελία, Ανάν, 11 Μιχά, Ροώβ, Ασεβίας, 12 Ζακχώρ, Σαραβία, Σεβανία, 13 ‘Ωδούμ, υιοί Βανουναϊ· 14 άρχοντες του λαού Φόρος, Φαάθ, Μωάβ, ‘Ηλάμ, Ζαθουϊα, υιοί Βανί, 15 Ασγάδ, Βηβαϊ, 16 Αδανία, Βαγοϊ, ‘Ηδίν, 17 Ατήρ, Εζεκία, Αζούρ, 18 ‘Ωδουϊα, ‘Ησάμ, Βησί, 19 Αρίφ, Αναθώθ, Νωβαϊ, 20 Μεγαφής, Μεσουλάμ, ‘Ηζίρ, 21 Μεσωζεβήλ, Σαδούκ, Ιεδδούα, 22 Φαλτία, Ανάν, Αναϊα, 23 ‘Ωσηέ, Ανανία, Ασούβ, 24 Αλωής, Φαλαϊ, Σωβήκ, 25 Ρεούμ, Εσσαβανά, Μαασία, 26 και Αϊα, Αινάν, ‘Ηνάμ, 27 Μαλούχ, ‘Ηράμ, Βαανά. 28 και οι κατάλοιποι του λαού, οι ιερείς, οι Λευίται, οι πυλωροί, οι άδοντες, οι ναθινίμ και πας ο προσπορευόμενος από λαών της γης προς νόμον του Θεού, γυναίκες αυτών, υιοί αυτών, θυγατέρες αυτών, πας ο ειδώς και συνίων, 29 ενίσχυον επί τους αδελφούς αυτών και κατηράσαντο αυτούς και εισήλθοσαν εν αρά και εν όρκω του πορεύεσθαι εν νόμω του Θεού, ος εδόθη εν χειρί Μωυσή δούλου του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

839

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Θεού, φυλάσσεσθαι και ποιείν πάσας τας εντολάς Κυρίου και τα κρίματα αυτού και τα προστάγματα αυτού 30 και του μη δούναι θυγατέρας ημών τοις λαοίς της γης, και τας θυγατέρας αυτών ου ληψόμεθα τοις υιοίς ημών. 31 και λαοί της γης οι φέροντες τους αγορασμούς και πάσαν πράσιν εν ημέρα του σαββάτου αποδόσθαι, ουκ αγορώμεν παρ' αυτών εν σαββάτω και εν ημέρα αγία. και ανήσομεν το έτος το έβδομον και απαίτησιν πάσης χειρός. 32 και στήσομεν εφ' ημάς εντολάς δούναι εφ' ημάς τρίτον του διδράχμου κατ' ενιαυτόν εις δουλείαν οίκου του Θεού ημών 33 εις άρτους του προσώπου και θυσίαν του ενδελεχισμού και εις ολοκαύτωμα του ενδελεχισμού των σαββάτων, των νουμηνιών, εις τας εορτάς και εις τα άγια, και τα περί αμαρτίας εξιλάσασθαι περί Ισραήλ, και εις έργα οίκου του Θεού ημών. 34 και κλήρους εβάλομεν περί κλήρου ξυλοφορίας, οι ιερείς και οι Λευίται και ο λαός, ενέγκαι εις οίκον Θεού ημών, εις οίκον πατριών ημών, εις καιρούς από χρόνων, ενιαυτόν κατ' ενιαυτόν, εκκαύσαι επί το θυσιαστήριον Κυρίου Θεού ημών, ως γέγραπται εν τω νόμω, 35 και ενέγκαι τα πρωτογεννήματα της γης ημών και πρωτογεννήματα καρπού παντός ξύλου ενιαυτόν κατ' ενιαυτόν εις οίκον Κυρίου 36 και τα πρωτότοκα υιών ημών και κτηνών ημών, ως γέγραπται εν τω νόμω, και τα πρωτότοκα των βοών ημών και ποιμνίων ημών ενέγκαι εις οίκον Θεού ημών τοις ιερεύσι τοις λειτουργούσιν εν οίκω Θεού ημών. 37 και την απαρχήν σίτων ημών και τον καρπόν παντός ξύλου, οίνου και ελαίου οίσομεν τοις ιερεύσιν εις το γαζοφυλάκιον οίκου του Θεού· και δεκάτην γης ημών τοις Λευίταις. και αυτοί οι Λευίται δεκατούντες εν πάσαις πόλεσι δουλείας ημών· 38 και έσται ο ιερεύς υιος Ααρών μετά του Λευίτου εν τη δεκάτη του Λευίτου, και οι Λευίται ανοίσουσι την δεκάτην της δεκάτης εις οίκον Θεού ημών εις τα γαζοφυλάκια εις οίκον Θεού· 39 ότι εις τους θησαυρούς εισοίσουσιν οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί του Λευί τας απαρχάς του σίτου και του οίνου και του ελαίου, και εκεί σκεύη τα άγια, και οι ιερείς και οι λειτουργοί και οι πυλωροί και οι άδοντες, και ουκ εγκαταλείψομεν τον οίκον του Θεού ημών.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

840

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΝΕΕΜΙΑΣ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

1 ΚΑΙ εκάθισαν οι άρχοντες του λαού εν Ιερουσαλήμ, και οι κατάλοιποι του λαού εβάλοσαν κλήρους ενέγκαι ένα από των δέκα καθίσαι εν Ιερουσαλήμ πόλει τη αγία και εννέα μέρη εν ταις πόλεσι. 2 και ευλόγησεν ο λαός τους πάντας άνδρας τους εκουσιαζομένους καθίσαι εν Ιερουσαλήμ· 3 και ούτοι οι άρχοντες της χώρας, οί εκάθισαν εν Ιερουσαλήμ και εν πόλεσιν Ιούδα· εκάθισαν ανήρ εν κατασχέσει αυτού, εν πόλεσιν αυτών Ισραήλ, οι ιερείς και οι Λευίται και οι ναθιναίοι και οι υιοί δούλων Σαλωμών· 4 και εν Ιερουσαλήμ εκάθισαν από υιών Ιούδα και από υιών Βενιαμίν. από υιών Ιούδα· Αθαϊα υιος Αζία, υιος Ζαχαρία, υιος Σαμαρία, υιος Σαφατία, υιος Μαλελεήλ και από των υιών Φαρές, 5 και Μαασία υιος Βαρούχ, υιος Χαλαζά, υιος ‘Οζία, υιος Αδαϊα, υιος Ιωαρίβ, υιος Ζαχαρίου, υιος του Σηλωνί· 6 πάντες υιοί Φαρές οι καθήμενοι εν Ιερουσαλήμ τετρακόσιοι εξηκονταοκτώ άνδρες δυνάμεως. 7 και ούτοι υιοί Βενιαμίν· Σηλώ υιος Μεσουλάμ, υιος Ιωάδ, υιος Φαδαϊα, υιος Κωλεϊα, υιος Μαασίου, υιος Εθιήλ, υιος Ιεσία, 8 και οπίσω αυτού Γηβέ, Σηλί, εννακόσιοι εικοσιοκτώ. 9 και Ιωήλ υιος Ζεχρί επίσκοπος επ' αυτούς, και Ιούδα υιος Ασανά από της πόλεως δεύτερος· 10 από των ιερέων· και Ιαδία υιος Ιωρίβ, Ιαχίν, 11 Σαραία υιος Ελχία, υιος Μεσουλάμ, υιος Σαδδούκ, υιος Μαριώθ, υιος Αιτώθ απέναντι οίκου του Θεού. 12 και αδελφοί αυτών ποιούντες το έργον του οίκου οκτακόσιοι εικοσιδύο. και Αδαϊα υιος Ιεροάμ, υιού Φαλαλία, υιού Αμασί, υιος Ζαχαρία, υιος Φασσούρ, υιος Μελχία, 13 και αδελφοί αυτού, άρχοντες πατριών διακόσιοι τεσσαρακονταδύο. και Αμασία υιος Εσδριήλ, υιού Μεσαριμίθ, υιού Εμμήρ, 14 και αδελφοί αυτού δυνατοί παρατάξεως εκατόν εικοσιοκτώ· και επίσκοπος Βαδιήλ υιος των μεγάλων. 15 και από των Λευιτών Σαμαϊα υιος Εσρικάμ, 17 Ματθανίας υιος Μιχά και Ιωβήβ υιος Σαμουϊ, 18 διακόσιοι ογδοηκοντατέσσαρες. 19 και οι πυλωροί Ακούβ, Τελαμίν, και οι αδελφοί αυτών, εκατόν εβδομηκονταδύο. 22 και επίσκοπος Λευιτών υιος Βανί, υιος Οζί, υιος Ασαβία, υιος Μιχά. από υιών Ασάφ των αδόντων απέναντι έργου οίκου του Θεού· 23 ότι εντολή του βασιλέως εις αυτούς. 24 και Φαθαϊα υιος Βασηζά προς χείρα του βασιλέως εις παν χρήμα τω λαω. 25 και προς τας επαύλεις εν αγρω
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

841

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτών. και από υιών Ιούδα εκάθισαν εν Καριαθαρβόκ 26 και εν Ιησού 27 και εν Βηρσαβεέ, και επαύλεις αυτών, 30 Λαχίς και αγροί αυτής· και παρενεβάλοσαν εν Βηρσαβεέ. 31 και οι υιοί Βενιαμίν από Γαβαά Μαχμάς. 36 και από των Λευιτών μερίδες Ιούδα τω Βενιαμίν.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

1 ΚΑΙ ούτοι οι ιερείς και οι Λευίται οι αναβάντες μετά Ζοροβάβελ υιού Σαλαθιήλ και Ιησού· Σαραϊα, Ιερεμία, Έσδρα, 2 Αμαρία, Μαλούχ, 3 Σεχενία· 7 ούτοι οι άρχοντες των ιερέων και αδελφοί αυτών εν ημέραις Ιησού. 8 και οι Λευίται, Ιησού, Βανουϊ, Καδμιήλ, Σαραβία, Ιωδαέ, Ματθανία, επί των χειρών αυτός και οι αδελφοί αυτών εις τας εφημερίας. 10 και Ιησούς εγέννησε τον Ιωακίμ, και Ιωακίμ εγέννησε τον Ελιασίβ, και Ελιασίβ τον Ιωδαέ, 11 και Ιωδαέ εγέννησε τον Ιωνάθαν, και Ιωνάθαν εγέννησε τον Ιαδού. 12 και εν ημέραις Ιωακίμ αδελφοί αυτού οι ιερείς και οι άρχοντες των πατριών· τω Σαραϊα Αμαρία, τω Ιερεμία Ανανία, 13 τω Έσδρα Μεσουλάμ, τω Αμαρία Ιωανάν, 14 τω Αμαλούχ Ιωνάθαν, τω Σεχενία Ιωσήφ, 15 τω Αρέ Μαννάς, τω Μαριώθ Ελκαϊ, 16 τω Αδαδαϊ Ζαχαρία, τω Γαναθώθ Μοσολάμ, 17 τω Αβιά Ζεχρί, τω Μιαμίν Μααδαί τω Φελετί, 18 τω Βαλγάς Σαμουέ, τω Σεμία Ιωνάθαν, 19 τω Ιωαρίβ Ματθαναϊ, τω Εδίω Οζί, 20 τω Σαλαϊ Καλλαϊ, τω Αμέκ Αβέδ, 21 τω Ελκία Ασαβίας, τω Ιεδεϊού Ναθαναήλ. 22 οι Λευίται εν ημέραις Ελιασίβ, Ιωαδά και Ιωά και Ιωανάν και Ιδούα, γεγραμμένοι άρχοντες των πατριών, και οι ιερείς εν βασιλεία Δαρείου του Πέρσου· 23 υιοί δε Λευί άρχοντες των πατριών γεγραμμένοι επί βιβλίω λόγων των ημερών και έως ημερών Ιωανάν υιού Ελισουέ. 24 και οι άρχοντες των Λευιτών Ασαβία και Σαραβία και Ιησού και υιοί Καδμιήλ και οι αδελφοί αυτών κατεναντίον αυτών εις ύμνον αινείν εν εντολή Δαυίδ ανθρώπου του Θεού εφημερία προς εφημερίαν 25 εν τω συναγαγείν με τους πυλωρούς 26 εν ημέραις Ιωακίμ υιού Ιησού, υιού Ιωσεδέκ και εν ημέραις Νεεμία, και Έσδρας ο ιερεύς και γραμματεύς. 27 Και εν εγκαινίοις τείχους Ιερουσαλήμ εζήτησαν τους Λευίτας εν τοις τόποις αυτών του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

842

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ενέγκαι αυτούς εις Ιερουσαλήμ ποιήσαι εγκαίνια και ευφροσύνην εν Θωδαθά και εν ωδαίς, κυμβαλίζοντες και ψαλτήρια και κινύραι. 28 και συνήχθησαν οι υιοί των αδόντων και από της περιχώρου κυκλόθεν εις Ιερουσαλήμ και από επαύλεων 29 και από αγρών· ότι επαύλεις ωκοδόμησαν εαυτοίς οι άδοντες εν Ιερουσαλήμ. 30 και εκαθαρίσθησαν οι ιερείς και οι Λευίται, και εκαθάρισαν τον λαόν και τους πυλωρούς και το τείχος. 31 και ανήνεγκα τους άρχοντας Ιούδα επάνω του τείχους και έστησα δύο περί αινέσεως μεγάλους, και διήλθον εκ δεξιών επάνω του τείχους της κοπρίας, 32 και επορεύθη οπίσω αυτών ‘Ωσαϊα και ήμισυ αρχόντων Ιούδα 33 και Αζαρίας και Έσδρας και Μεσολλάμ, 34 και Ιούδα και Βενιαμίν και Σαμαϊας και Ιερεμία 35 και από των υιών των ιερέων εν σάλπιγξι Ζαχαρίας υιος Ιωνάθαν, υιος Σαμαϊα, υιος Ματθανία, υιος Μιχαία, υιος Ζακχούρ, υιος Ασάφ· 36 και αδελφοί αυτού Σαμαϊα και Οζιήλ, Γελώλ, Ιαμά, Αϊα, Ναθαναήλ και Ιούδα, Ανανί, του αινείν εν ωδαίς Δαυίδ ανθρώπου Θεού, και Έσδρας ο γραμματεύς έμπροσθεν αυτών· 37 επί πύλης του αίν κατέναντι αυτών ανέβησαν επί κλίμακας πόλεως Δαυίδ εν αναβάσει του τείχους επάνωθεν του οίκου Δαυίδ και έως της πύλης του ύδατος κατά ανατολάς. 38 και περί αινέσεως η δευτέρα επορεύετο συναντώσα αυτοίς, και το ήμισυ του λαού επάνω του τείχους υπεράνω του πύργου των θεννουρίμ και έως του τείχους του πλατέος 39 και υπεράνω της πύλης Εφραίμ και επί την πύλην ιχθυράν και πύργω Αναμεήλ και έως πύλης της προβατικής και έστησαν εν πύλη της φυλακής. 40 και έστησαν αι δύο της αινέσεως εν οίκω του Θεού, και εγώ και το ήμισυ των στρατηγών μετ' εμού 41 και οι ιερείς Ελιακίμ, Μαασίας, Βενιαμίν, Μιχαίας, Ελιωηναί, Ζαχαρίας, Ανανίας εν σάλπιγξι και Μαασίας και Σεμεϊας και Ελεάζαρ και Οζί και Ιωανάθ και Μελχίας και Αιλάμ και Εζούρ, 42 και ηκούσθησαν οι άδοντες και επεσκέπησαν. 43 και έθυσαν εν τη ημέρα εκείνη θυσιάσματα μεγάλα και ηυφράνθησαν, ότι ο Θεός ηύφρανεν αυτούς μεγάλως. και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών ηυφράνθησαν, και ηκούσθη η ευφροσύνη εν Ιερουσαλήμ από μακρόθεν. 44 Και κατέστησαν εν τη ημέρα εκείνη άνδρας επί των γαζοφυλακίων, τοις θυσαυροίς, ταις απαρχαίς και ταις δεκάταις και τοις συνηγμένοις εν αυτοίς άρχουσι των πόλεων, μερίδας τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις, ότι ευφροσύνη ην εν Ιούδα επί τους ιερείς και επί τους Λευίτας τους εστώτας. 45 και εφύλαξαν φυλακάς Θεού αυτών και φυλακάς του καθαρισμού και τους άδοντας και τους πυλωρούς, ως εντολαί Δαυίδ και Σαλωμών υιού αυτού. 46 ότι εν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

843

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ημέραις Δαυίδ Ασάφ απ' αρχής πρώτος των αδόντων και ύμνον και αίνεσιν τω Θεω. 47 και πας Ισραήλ εν ημέραις Ζοροβάβελ και εν ταις ημέραις Νεεμίου διδόντες μερίδας των αδόντων και των πυλωρών, λόγον ημέρας εν ημέρα αυτού, και αγιάζοντες τοις Λευίταις, και οι Λευίται αγιάζοντες τοις υιοίς Ααρών.

ΝΕΕΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ

1 Εν τη ημέρα εκείνη ανεγνώσθη εν βιβλίω Μωυσή εν ωσί του λαού και ευρέθη γεγραμμένον εν αυτω, όπως μη εισέλθωσιν Αμμανίται και Μωαβίται εν εκκλησία Θεού έως αιώνος, 2 ότι ου συνήντησαν τοις υιοίς Ισραήλ εν άρτω και ύδατι και εμισθώσαντο επ' αυτόν τον Βαλαάμ καταράσασθαι, και επέστρεψεν ο Θεός ημών την κατάραν εις ευλογίαν. 3 και εγένετο ως ήκουσαν τον νόμον, και εχωρίσθησαν πας επίμικτος εν Ισραήλ. 4 και προ τούτου Ελιασίβ ο ιερεύς οικών εν γαζοφυλακίω οίκου Θεού ημών εγγίων Τωβία 5 και εποίησεν εαυτω γαζοφυλάκιον μέγα, και εκεί ήσαν πρότερον διδόντες την μαναάν και τον λίβανον και τα σκεύη και την δεκάτην του σίτου και του οίνου και του ελαίου, εντολήν των Λευιτών και των αδόντων και των πυλωρών και απαρχάς των ιερέων. 6 και εν παντί τούτω ουκ ήμην εν Ιερουσαλήμ· ότι εν έτει τριακοστω και δευτέρω του Αρθασασθά βασιλέως Βαβυλώνος ήλθον προς τον βασιλέα. και μετά το τέλος των ημερών ητησάμην παρά του βασιλέως 7 και ήλθον εις Ιερουσαλήμ. και συνήκα εν τη πονηρία, ή εποίησεν Ελιασίβ τω Τωβία, ποιήσαι αυτω γαζοφυλάκιον εν αυλή οίκου του Θεού. 8 και πονηρόν μοι εφάνη σφόδρα, και έρριψα πάντα τα σκεύη οίκου Τωβία έξω από του γαζοφυλακίου· 9 και είπα και εκαθάρισαν τα γαζοφυλάκια, και επέστρεψα εκεί σκεύη οίκου του Θεού, την μαναάν και τον λίβανον. 10 και έγνων ότι μερίδες των Λευιτών ουκ εδόθησαν, και εφύγοσαν ανήρ εις αγρόν αυτού, οι Λευίται και οι άδοντες ποιούντες το έργον. 11 και εμαχεσάμην τοις στρατηγοίς και είπα· διατί εγκατελείφθη ο οίκος του Θεού; και συνήγαγον αυτούς και έστησα αυτούς επί τη στάσει αυτών. 12 και πας Ιούδα ήνεγκαν δεκάτην του πυρού και του οίνου και του ελαίου
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

844

και μη εξαλειφθήτω έλεός μου. ότι πιστοί ελογίσθησαν επ' αυτούς μερίζειν τοις αδελφοίς αυτών. από του καιρού εκείνου ουκ ήλθοσαν εν σαββάτω. και είπα και έκλεισαν τας πύλας. 17 και εμαχεσάμην τοις υιοίς Ιούδα τοις ελευθέροις και είπα αυτοίς· τις ο λόγος ούτος ο πονηρός. υιος Ματθανίου. και υμείς προστίθετε οργήν επί Ισραήλ βεβηλώσαι το σάββατον. εκτενώ χείρά μου εν υμίν. ωστε μη αίρειν βαστάγματα εν ημέρα του σαββάτου. 14 μνήσθητί μου. οί ήσαν καθαριζόμενοι. αγιάζειν την ημέραν του σαββάτου. 19 και εγένετο ηνίκα κατέστησαν πύλαι εν Ιερουσαλήμ προ του σαββάτου. 25 και εμαχεσάμην μετ' αυτών και κατηρασάμην αυτούς και επάταξα εν αυτοίς άνδρας και εμαδάρωσα αυτούς και ωρκισα αυτούς εν τω Θεω· εάν δώτε τας θυγατέρας υμών τοις υιοίς αυτών. και είπα ωστε μη ανοιγήναι αυτάς έως οπίσω του σαββάτου· και εκ των παιδαρίων μου έστησα επί τας πύλας. 18 ουχί ούτως εποίησαν οι πατέρες υμών. και εν έθνεσι πολλοίς ουκ ην βασιλεύς όμοιος αυτω· και αγαπώμενος τω Θεω ην. προς ταύτα μνήσθητί μου. εν ταύτη. 21 και επεμαρτυράμην εν αυτοίς και είπα προς αυτούς· διατί υμείς αυλίζεσθε απέναντι του τείχους. ο Θεός. 15 Εν ταις ημέραις εκείναις είδον εν Ιούδα πατούντας ληνούς εν τω σαββάτω και φέροντας δράγματα και επιγεμίζοντας επί τους όνους και οίνον και σταφυλήν και σύκα και παν βάσταγμα και φέροντας εις Ιερουσαλήμ εν ημέρα του σαββάτου· και επεμαρτυράμην εν ημέρα πράσεως αυτών. ο Θεός. 22 και είπα τοις Λευίταις. ον υμείς ποιείτε. 26 ουχ ούτως ήμαρτε Σαλωμών βασιλεύς Ισραήλ. και εάν λάβητε από των θυγατέρων αυτών τοις υιοίς υμών. και έδωκεν αυτόν ο Θεός εις βασιλέα επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 845 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις τους θησαυρούς 13 επί χείρα Σελεμία του ιερέως και Σαδδούκ του γραμματέως και Φαδαϊα από των Λευιτών. 23 Και εν ταις ημέραις εκείναις είδον τους Ιουδαίους. 16 και εκάθισαν εν αυτη φέροντες ιχθύν και πάσαν πράσιν πωλούντες εν τω σαββάτω τοις υιοίς Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ. Μωαβίτιδας 24 και οι υιοί αυτών ήμισυ λαλούντες Αζωτιστί και ουκ εισίν επιγινώσκοντες λαλείν Ιουδαϊστί. οί εκάθισαν γυναίκας Αζωτίας. εάν δευτερώσητε. και ήνεγκεν επ' αυτούς ο Θεός ημών και εφ' ημάς πάντα τα κακά ταύτα και επί την πόλιν ταύτην. ό εποίησα εν οίκω Κυρίου του Θεού. και βεβηλούτε την ημέραν του σαββάτου. Αμμανίτιδας. και επί χείρα αυτών Ανάν υιος Ζακχούρ. και ερχόμενοι φυλάσσοντες τας πύλας. 20 και ηυλίσθησαν πάντες και εποίησαν πράσιν έξω Ιερουσαλήμ άπαξ και δις. και φείσαί μου κατά το πλήθος του ελέους σου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντα Ισραήλ· και τούτον εξέκλιναν αι γυναίκες αι αλλότριαι. τοις προπορευθείσι μετ ‘ εμού εις χώραν Ασσυρίων εις Νινευή. εκ της φυλής Νεφθαλίμ. 2 ος ηχμαλωτεύθη εν ημέραις Ενεμεσσάρου του βασιλέως Ασσυρίων εκ Θίσβης. μνήσθητί μου ο Θεός ημών εις αγαθωσύνην. ------------------------------------------------------- ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΒΙΒΛΟΣ λόγων Τωβίτ. -εγώ Τωβίτ οδοίς αληθείας επορευόμην και δικαιοσύνης πάσας τας ημέρας της ζωής μου 3 και ελεημοσύνας πολλάς εποίησα τοις αδελφοίς μου και τω έθνει. 30 και εκαθάρισα αυτούς από πάσης αλλοτριώσεως και έστησα εφημερίας τοις ιερεύσι και τοις Λευίταις. του Τωβιήλ. πάσα φυλή του Νεφθαλίμ του πατρός μου απέστη από του οίκου Ιερουσολύμων. καθώς γέγραπται παντί τω Ισραήλ εν προστάγματι αιωνίω. 29 μνήσθητι αυτοίς. ο Θεός. 28 και από υιών Ιωαδά του Ελισούβ του ιερέως του μεγάλου νυμφίου του Σαναβαλλάτ του Ουρανίτου και εξέβρασα αυτόν απ' εμού. 5 και πάσαι αι φυλαί αι συναποστάσαι έθυον τη Βάαλ τη δαμάλει και ο οίκος Νεφθαλίμ του πατρός μου. τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 846 . ανήρ ως το έργον αυτού. 6 καγώ μόνος επορευόμην πλεονάκις εις Ιεροσόλυμα εν ταις εορταίς. 4 και ότε ήμην εν τη χώρα μου εν τη γη Ισραήλ νεωτέρου μου όντος. της εκλεγείσης από πασών των φυλών Ισραήλ εις το θυσιάζειν πάσας τας φυλάς· και ηγιάσθη ο ναός της κατασκηνώσεως του Υψίστου και ωκοδομήθη εις πάσας τας γενεάς του αιώνος. 27 και υμών μη ακουσώμεθα ποιήσαι την πάσαν πονηρίαν ταύτην ασυνθετήσαι εν τω Θεω ημών καθίσαι γυναίκας αλλοτρίας. 31 και το δώρον των ξυλοφόρων εν καιροίς από χρόνων και εν τοις βακχουρίοις. του Ανανιήλ. ή εστιν εκ δεξιών Κυδίως της Νεφθαλί εν τη Γαλιλαία υπεράνω Ασήρ. του Γαβαήλ. του Αδουήλ. εκ του σπέρματος Ασιήλ. επί αγχιστεία της ιερατείας και διαθήκη της ιερατείας και τους Λευίτας.

19 πορευθείς δε εις των εν Νινευή. 8 και την τρίτην εδίδουν οίς καθήκει. 9 και ότε εγενόμην ανήρ. και ουκ έτι ηδυνάσθην πορευθήναι εις την Μηδίαν. ότε ήλθε φεύγων εκ της Ιουδαίας. έθαπτον αυτόν. υπέδειξε τω βασιλεί περί εμού ότι θάπτω αυτούς. φοβηθείς ανεχώρησα. 21 και ου διήλθον ημέρας πεντήκοντα. έθαψα αυτούς κλέπτων· πολλούς γαρ απέκτεινεν εν τω θυμω αυτού· και εζητήθη υπό του βασιλέως τα σώματα. 15 Και ότε απέθανεν Ενεμεσσάρ. και ήμην αυτού αγοραστής· 14 και επορευόμην εις την Μηδίαν και παρεθέμην Γαβαήλω τω αδελφω Γαβρία εν Ράγοις της Μηδίας αργυρίου τάλαντα δέκα. 10 και ότε ηχμαλωτίσθημεν εις Νινευή. έως ου απέκτειναν αυτόν οι δύο υιοί αυτού και έφυγον εις τα όρη Αραράθ. 22 και ηξίωσεν Αχιάχαρος περί εμού. και ει τινα εκ του γένους μου εθεώρουν τεθνηκότα και ερριμμένον οπίσω του τείχους Νινευή. 18 και ει τινα απέκτεινε Σενναχηρίμ ο βασιλεύς. 20 και διηρπάγη πάντα τα υπάρχοντά μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 847 . 12 καθότι εμεμνήμην του Θεού εν όλη τη ψυχή μου. και την δευτέραν δεκάτην απεπρατιζόμην και επορευόμην και εδαπάνων αυτά εν Ιεροσολύμοις καθ ‘ έκαστον ενιαυτόν. την δεκάτην εδίδουν τοις υιοίς Λευί τοις θεραπεύουσιν εις Ιερουσαλήμ. Αχιάχαρος δε ην ο οινοχόος και επί του δακτυλίου και διοικητής και εκλογιστής. εβασίλευσε Σενναχηρίμ ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού. και ου κατελείφθη μοι ουδέν πλήν Άννας της γυναικός μου και Τωβίου του υιού μου. και εβασίλευσε Σαχερδονός υιος αυτού αντ ‘ αυτού. και αι οδοί αυτού ηκαταστάθησαν. καθώς ενετείλατο Δεββώρα η μήτηρ του πατρός μου. έλαβον Άνναν γυναίκα εκ του σπέρματος της πατριάς ημών και εγέννησα εξ αυτής Τωβίαν. και κατέστησεν αυτόν ο Σαχερδονός εκ δευτέρας· ην δε εξάδελφός μου. πάντες οι αδελφοί μου και οι εκ του γένους μου ήσθιον εκ των άρτων των εθνών· 11 εγώ δε συνετήρησα την ψυχήν μου μη φαγείν. και ουχ ευρέθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απαρχάς και τας δεκάτας των γεννημάτων και τας πρωτοκουρίας έχων· 7 και εδίδουν αυτάς τοις ιερεύσι τοις υιοίς Ααρών προς το θυσιαστήριον πάντων των γεννημάτων. και έταξεν Αχιάχαρον τον Αναήλ υιόν του αδελφού μου επί πάσαν την εκλογιστίαν της βασιλείας αυτού και επί πάσαν την διοίκησιν. διότι ορφανός κατελείφθην υπό του πατρός μου. 13 και έδωκεν ο Ύψιστος χάριν και μορφήν ενώπιον Ενεμεσσάρου. και εκρύβην· επιγνούς δε ότι ζητούμαι αποθανείν. και ήλθον εις Νινευή. 16 και εν ταις ημέραις Ενεμεσσάρου ελεημοσύνας πολλάς εποίουν τοις αδελφοίς μου· 17 τους άρτους μου εδίδουν τοις πεινώσι και ιμάτια τοις γυμνοίς.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 848 . έως ου έδυ ο ήλιος. και επορεύθην προς ιατρούς. και των οφθαλμών μου ανεωγότων. ήρξατο κράζειν· και είπα αυτη· πόθεν το ερίφιον. 14 η δε είπε· δώρον δέδοταί μοι επί τω μισθω. και απέδωκαν αυτη και αυτοί τον μισθόν προσδόντες και έριφον. εγενήθη άριστον καλόν μοι. 11 και η γυνή μου Άννα ηριθεύετο εν τοις γυναικείοις· 12 και απέστελλε τοις κυρίοις. 13 ότε δε ήλθε προς με. ή εστιν αγία επτά εβδομάδων. αφώδευσαν τα στρουθία θερμόν εις τους οφθαλμούς μου. 10 και ουκ ήδειν ότι στρουθία εν τω τοίχω εστί. 9 και εν αυτη τη νυκτί ανέλυσα θάψας και εκοιμήθην μεμιαμμένος παρά τον τοίχον της αυλής. και ουκ επίστευον αυτη και έλεγον αποδιδόναι αυτό τοις κυρίοις και ηρυθρίων προς αυτήν· η δε αποκριθείσα είπέ μοι· που εισιν αι ελεημοσύναι σου και αι δικαιοσύναι σου. 2 και εθεασάμην όψα πολλά και είπα τω υιω μου· βάδισον και άγαγε ον αν εύρης των αδελφών ημών ενδεή. και ότε έδυ ο ήλιος. έως ου επορεύθην εις την Ελυμαϊδα. 4 καγώ πριν ή γεύσασθαί με. αναπηδήσας ανειλόμην αυτόν εις τι οίκημα. και ιδού πάλιν θάπτει τους νεκρούς. 5 και επιστρέψας ελουσάμην και ήσθιον τον άρτον μου εν λύπη· 6 και εμνήσθην της προφητείας Αμώς. μη κλεψιμαίόν εστιν. 7 και έκλαυσα. ωχόμην και ορύξας έθαψα αυτόν. και απέδρα. και Τωβίας ο υιος μου. 3 και ελθών είπε· πάτερ. και το πρόσωπόν μου ακάλυπτον ην. και ανέπεσα του φαγείν. απόδος αυτό τοις κυρίοις· ου γαρ θεμιτόν εστι φαγείν κλεψιμαίον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΟΤΕ δε κατήλθον εις τον οίκόν μου και απεδόθη μοι Άννα η γυνή μου. εν τη πεντηκοστη εορτη. καθώς είπε· στραφήσονται αι εορταί υμών εις πένθος και πάσαι αι ευφροσύναι υμών εις θρήνον. και ουκ ωφέλησάν με· Αχιάχαρος δε έτρεφέ με. και εγενήθη λευκώματα εν τοις οφθαλμοίς μου. ος μέμνηται του Κυρίου. εις εκ του γένους ημών εστραγγαλωμένος έρριπται εν τη αγορά. 8 και οι πλησίον επεγέλων λέγοντες· ουκ έτι φοβείται φονευθήναι περί του πράγματος τούτου. και ιδού μένω σε. ιδού γνωστά πάντα μετά σου.

και το γήρας αυτού κατάξω μετ ‘ οδύνης εις άδου. 5 και νυν πολλαί αι κρίσεις σου εισι και αληθιναί εξ εμού ποιήσαι περί των αμαρτιών μου και των πατέρων μου. ότι ονειδισμούς ψευδείς ήκουσα. μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ ‘εμού. Κύριε. όπως απολυθώ και γένωμαι γη· διότι λυσιτελεί μοι αποθανείν ή ζήν. ότι καθαρά ειμι από πάσης αμαρτίας ανδρός 15 και ουκ εμόλυνα το όνομά μου ουδέ το όνομα του πατρός μου εν τη γη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 849 . Κύριε. εν οίς εσκορπίσμεθα. ότι ουκ εποιήσαμεν τας εντολάς σου· ου γαρ επορεύθημεν εν αληθεία ενώπιόν σου. τους οφθαλμούς μου και το πρόσωπόν μου εις σε δέδωκα· 13 ειπόν απολύσαί με από της γης και μη ακούσαί με μηκέτι ονειδισμόν. α ήμαρτον ενώπιόν σου· 4 παρήκουσαν γαρ των εντολών σου. και λύπη εστί πολλή εν εμοί· επίταξον απολυθήναί με της ανάγκης ήδη εις τον αιώνιον τόπον. 6 και νυν κατά το αρεστόν ενώπιόν σου ποίησον μετ ‘ εμού· επίταξον αναλαβείν το πνεύμά μου. 12 και νυν. και πάντα τα έργα σου και πάσαι αι οδοί σου ελεημοσύναι και αλήθεια. Κύριε. 3 μνήσθητί μου και επίβλεψον επ ‘ εμέ· μη με εκδικήσης ταις αμαρτίαις μου και τοις αγνοήμασί μου και των πατέρων μου. και ευλογητόν το όνομά σου το άγιον και έντιμον εις τους αιώνας· ευλογήσαισάν σε πάντα τα έργα σου εις τον αιώνα. 7 Εν τη αυτη ημέρα συνέβη τη θυγατρί Ραγουήλ Σάρρα εν Εκβατάνοις της Μηδίας και ταύτην ονειδισθήναι υπό παιδισκών πατρός αυτής. Κύριε ο Θεός μου. 14 συ γινώσκεις. βάδιζε μετ ‘ αυτών· μη ίδοιμέν σου υιόν ή θυγατέρα εις τον αιώνα. 11 και εδεήθη προς τη θυρίδι και είπεν· ευλογητός ει. και Ασμοδαίος το πονηρόν δαιμόνιον απέκτεινεν αυτούς πριν ή γενέσθαι αυτούς μετ ‘ αυτής ως εν γυναιξί. 8 ότι ην δεδομένη ανδράσιν επτά. και είπαν αυτη· ου συνιείς αποπνίγουσά σου τους άνδρας. όνειδος αυτω έσται. και κρίσιν αληθινήν και δικαίαν συ κρίνεις εις τον αιώνα. 10 ταύτα ακούσασα ελυπήθη σφόδρα ωστε απάγξασθαι. και είπε· μία μεν ειμι τω πατρί μου· εάν ποιήσω τούτο. και έδωκας ημάς εις διαρπαγήν και αιχμαλωσίαν και θάνατον και παραβολήν ονειδισμού πάσι τοις έθνεσιν. ει απέθαναν. ήδη επτά έσχες και ενός αυτών ουκ ωνομάσθης· 9 τι ημάς μαστιγοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΩΒΙΤ* ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ λυπηθείς έκλαυσα και προσευξάμην μετ ‘ οδύνης λέγων· 2 δίκαιος ει.

και μη φθονεσάτω σου ο οφθαλμός εν τω ποιείν σε ελεημοσύνην· μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από παντός πτωχού. και μη υπερίδης την μητέρα σου· τίμα αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου και ποίει το αρεστόν αυτη και μη λυπήσης αυτήν. θάψον με. δικαιοσύνην ποίει πάσας τας ημέρας της ζωής σου και μη πορευθής ταις οδοίς της αδικίας· 6 διότι ποιούντός σου την αλήθειαν. ίνα συντηρήσω εμαυτήν αυτω γυναίκα. 5 πάσας τας ημέρας. 2 και είπεν εν εαυτω· εγώ ητησάμην θάνατον. Κυρίου του Θεού ημών μνημόνευε και μη θελήσης αμαρτάνειν και παραβήναι τας εντολάς αυτού. 3 και καλέσας αυτόν είπε· παιδίον. θάψον αυτήν παρ ‘ εμοί εν ενί τάφω. ουδέ αδελφός εγγύς ουδέ υπάρχων αυτω υιος. παιδίον. κατά το ολίγον μη φοβού ποιείν ελεημοσύνην· 9 θέμα γαρ αγαθόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 850 . 4 μνήσθητι. 16 Και εισηκούσθη προσευχή αμφοτέρων ενώπιον της δόξης του μεγάλου Ραφαήλ. ήδη απώλοντό μοι επτά· ίνα τι μοι ζήν. ότι πολλούς κινδύνους εώρακεν επί σοί εν τη κοιλία· όταν αποθάνη. εάν αποθάνω. και από σου ου μη αποστραφή το πρόσωπον του Θεού. παιδίον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της αιχμαλωσίας μου. τι ου καλώ Τωβίαν τον υιόν μου. και ει μη δοκεί σοι αποκτείναί με. και ουχ υπάρχει αυτω παιδίον. διότι Τωβία επιβάλλει κληρονομήσαι αυτήν. 17 και απεστάλη ιάσασθαι τους δύο. 8 ως σοί υπάρχει κατά το πλήθος. εν αυτω τω καιρω επιστρέψας Τωβίτ εισήλθεν εις τον οίκον αυτού και Σάρρα η του Ραγουήλ κατέβη εκ του υπερώου αυτής. ευοδίαι έσονται εν τοις έργοις σου και πάσι τοις ποιούσι την δικαιοσύνην. μονογενής ειμι τω πατρί μου. επίταξον επιβλέψαι επ ‘ εμέ και ελεήσαί με και μηκέτι ακούσαί με ονειδισμόν. ου παρέθετο Γαβαήλ εν Ράγοις της Μηδίας. ποίησον εξ αυτών ελεημοσύνην· εάν ολίγον σοι υπάρχη. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΕΝ τη ημέρα εκείνη εμνήσθη Τωβίτ περί του αργυρίου. ό κληρονομήσει αυτόν. του Τωβίτ λεπίσαι τα λευκώματα και Σάρραν την του Ραγουήλ δούναι Τωβία τω υιω Τωβίτ γυναίκα και δήσαι Ασμοδαίον το πονηρόν δαιμόνιον. ίνα αυτω υποδείξω πριν αποθανείν με. 7 εκ των υπαρχόντων σοι ποίει ελεημοσύνην.

ότι αυτοί πάντες έλαβον γυναίκας εκ των αδελφών αυτών και ευλογήθησαν εν τοις τέκνοις αυτών. Ισαάκ. παιδίον. και μη φθονεσάτω σου ο οφθαλμός εν τω ποιείν σε ελεημοσύνην. Ιακώβ. από πάσης πορνείας και γυναίκα πρώτον λάβε από του σπέρματος των πατέρων σου· μη λάβης γυναίκα αλλοτρίαν. ποίει ελεημοσύνην. 15 και ό μισείς. 16 εκ του άρτου σου δίδου πεινώντι και εκ των ιματίων σου τοις γυμνοίς· παν. καθώς βούλεται. αλλ ‘ αυτός ο Κύριος δίδωσι πάντα τα αγαθά και ον εάν θέλη. πρόσεχε σεαυτω. ος εάν εργάσηται παρά σοί. παιδίον. 19 και εν παντί καιρω ευλόγει Κύριον τον Θεόν και παρ ‘ αυτού αίτησον. μνημόνευε των εντολών μου. εν πάσι τοις έργοις σου και ίσθι πεπαιδευμένος εν πάση αναστροφή σου. 20 και νυν υποδεικνύω σοι τα δέκα τάλαντα του αργυρίου. και νυν. και το σπέρμα αυτών κληρονομήσει γην. ό εάν περισσεύση σοι. α παρεθέμην Γαβαήλω τω του Γαβρία εν Ράγοις της Μηδίας. Νώε. 14 μισθός παντός ανθρώπου. 13 και νυν. οίνον εις μέθην μη πίης. ταπεινοί. εάν φοβηθής τον Θεόν. Αβραάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θησαυρίζεις σεαυτω εις ημέραν ανάγκης· 10 διότι ελεημοσύνη εκ θανάτου ρύεται και ουκ εά εισελθείν εις το σκότος· 11 δώρον γαρ αγαθόν εστιν ελεημοσύνη πάσι τοις ποιούσιν αυτήν ενώπιον του Υψίστου. αποδοθήσεταί σοι. αλλ ‘ απόδος αυτω παραυτίκα. παιδίον. μηδενί ποιήσης. και εν τη αχρειότητι ελάττωσις και ένδεια μεγάλη· η γαρ αχρειότης μήτηρ εστί του λιμού. και μη πορευθήτω μετά σου μέθη εν τη οδω σου. αγάπα τους αδελφούς σου και μη υπερηφανεύου τη καρδία σου από των αδελφών σου και των υιών και θυγατέρων του λαού σου λαβείν σεαυτω εξ αυτών γυναίκα· διότι εν τη υπερηφανία απώλεια και ακαταστασία πολλή. 12 πρόσεχε σεαυτω. και αποστης από πάσης αμαρτίας και ποιήσης το αρεστόν ενώπιον αυτού. μη αυλισθήτω. οι πατέρες ημών από του αιώνος· μνήσθητι. όπως αι οδοί σου ευθείαι γένωνται. παιδίον. και εάν δουλεύσης τω Θεω. διότι υιοί προφητών εσμεν. παιδίον. ότι επτωχεύσαμεν· υπάρχει σοι πολλά. 21 και μη φοβού. και μη εξαλειφθήτωσαν εκ της καρδίας σου. και πάσαι αι τρίβοι και βουλαί σου ευοδωθώσι· διότι παν έθνος ουκ έχει βουλήν. 17 έκχεον τους άρτους σου επί τον τάφον των δικαίων και μη δως τοις αμαρτωλοίς. ή ουκ έστιν εκ της φυλής του πατρός σου. 18 συμβουλίαν παρά παντός φρονίμου ζήτησον και μη καταφρονήσης επί πάσης συμβουλίας χρησίμης. παιδίον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 851 .

14 και είπεν αυτω· υγιαίνων έλθοις. αδελφέ. και ει έμπειρος ει των τόπων. ότι εζήτησα την φυλήν σου και την πατριάν σου επιγνώναι. 6 και είπεν αυτω ο άγγελος· πορεύσομαι μετά σου και της οδού εμπειρώ και παρά Γαβαήλ τον αδελφόν ημών ηυλίσθην. 7 και είπεν αυτω Τωβίας· υπόμεινόν με. 16 και έτι προσθήσω σοι επί τον μισθόν. 15 αλλά ειπόν μοι τίνα σοι έσομαι μισθόν διδόναι· δραχμήν της ημέρας και τα δέοντά σοι ως και τω υιω μου. και ητοίμασεν ο υιος αυτού τα προς την οδόν. ος συμπορεύσεταί σοι. και δώσω αυτω μισθόν έως ζω· και λαβέ πορευθείς το αργύριον. αναφέροντες τα πρωτότοκα και τας δεκάτας των γεννημάτων. και ο άγγελος αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 852 . και είπεν αυτω ο πατήρ αυτού· πορεύου μετά του ανθρώπου τούτου. ο δε εν τω ουρανω οικών Θεός ευοδώσει την οδόν υμών. 17 και ευδόκησαν ούτως. και ερώ τω πατρί. 11 και είπεν αυτω Τωβίτ· αδελφέ. ως επορευόμεθα κοινώς εις Ιεροσόλυμα προσκυνείν. 10 και εκάλεσεν αυτόν. και είπεν αυτω Τωβίτ· βούλομαι. ος συμπορεύσεται μετά του υιού σου. εκ ποίας φυλής και εκ ποίας πατριάς ει συ. και ησπάσαντο αλλήλους. αδελφέ. εάν υγιαίνοντες επιστρέψητε. 12 και είπεν αυτω· φυλήν και πατριάν συ ζητείς ή μίσθιον. ποιήσω πάντα. και μη μοι οργισθής. εκ ρίζης καλής ει. και ουκ ήδει· 5 και είπεν αυτω· ει δύναμαι πορευθήναι μετά σου εν Ράγοις της Μηδίας. υπόδειξόν μοι. 8 και είπεν αυτω· πορεύου και μη χρονίσης. ο δε είπε· φώνησον αυτόν προς με. 4 και επορεύθη ζητήσαι άνθρωπον και εύρε τον Ραφαήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΩΒΙΤ* ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ αποκριθείς Τωβίας είπεν αυτω· πάτερ. 9 και εισελθών είπε τω πατρί· ιδού εύρηκα ος συμπορεύσεταί μοι. και συ τυγχάνεις αδελφός μου εκ της καλής και αγαθής γενεάς· επεγίνωσκον γαρ εγώ Ανανίαν και Ιωνάθαν τους υιούς Σεμεϊ του μεγάλου. και εισήλθε. όσα εντέταλσαί μοι· 2 αλλά Πως δυνήσομαι λαβείν το αργύριον και ου γινώσκω αυτόν. αδελφέ. των αδελφών σου. 13 ος δε είπεν· εγώ Αζαρίας Ανανίου του μεγάλου. ίνα επιγνώ ποίας φυλής εστι και ει πιστός του πορευθήναι μετά σου. και είπε προς Τωβίαν· έτοιμος γίνου προς την οδόν· και ευοδωθείητε. ος ην άγγελος. και ουκ επλανήθησαν εν τη πλάνη των αδελφών ημών. επιγνώναι το γένος σου και το όνομα. 3 και έδωκεν αυτω το χειρόγραφον και είπεν αυτω· ζήτησον σεαυτω άνθρωπον.

6 και ωδευον αμφότεροι. 7 και είπε το παιδάριον τω αγγέλω· Αζαρία αδελφέ. 11 είπεν ο άγγελος τω παιδαρίω· αδελφέ. τούτο ικανόν ημίν υπάρχει. 2 το δε παιδάριον κατέβη περικλύσασθαι. και οι οφθαλμοί σου όψονται αυτόν· 22 άγγελος γαρ αγαθός συμπορεύσεται αυτω. και αυτός συγγενής σου εστι. και επαύσατο κλαίουσα. αλλά περίψημα του παιδίου ημών γένοιτο· 20 ως γαρ δέδοται ημίν ζήν παρά του Κυρίου. 3 ο δε άγγελος είπεν αυτω· επιλαβού του ιχθύος. εγχρίσαι άνθρωπον. 8 και είπεν αυτω· η καρδία και το ήπαρ. ή ουχί η ράβδος της χειρός ημών εστιν εν τω εισπορεύεσθαι αυτόν και εκπορεύεσθαι ενώπιον ημών. και εκράτησε τον ιχθύν το παιδάριον και ανέβαλεν αυτόν επί την γην. 4 και είπεν αυτω ο άγγελος· ανάτεμε τον ιχθύν και λαβών την καρδίαν και το ήπαρ και την χολήν θές ασφαλώς. ότι σοι επιβάλλει η κληρονομία αυτής. έως ου ήγγισαν εν Εκβατάνοις. και υποστρέψει υγιαίνων. αδελφή· υγιαίνων ελεύσεται. ταύτα δεί καπνίσαι ενώπιον ανθρώπου ή γυναικός. και εξήλθαν αμφότεροι απελθείν και ο κύων του παιδαρίου μετ ‘ αυτών. και ανεπήδησεν ιχθύς από του ποταμού και εβουλήθη καταπιείν το παιδάριον. τον δε ιχθύν οπτήσαντες έφαγον. και ηυλίζοντο εκεί. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΟΙ δε πορευόμενοι την οδόν ήλθον εσπέρας επί τον Τίγριν ποταμόν. 5 και εποίησε το παιδάριον ως είπεν αυτω ο άγγελος. και έστιν αυτω θυγάτηρ ονόματι Σάρρα· 12 λαλήσω περί αυτής του δοθήναί σοι αυτήν εις γυναίκα. και το κοράσιον καλόν και φρόνιμόν εστι. σήμερον αυλισθησόμεθα παρά Ραγουήλ. και ουκέτι ου μη οχληθή· 9 η δε χολή. τι εστιν η καρδία και το ήπαρ και η χολή του ιχθύος. ος έχει λευκώματα εν τοις οφθαλμοίς. 18 έκλαυσε δε Άννα η μήτηρ αυτού και είπε προς Τωβίτ· τι εξαπέστειλας το παιδίον ημών. 19 αργύριον τω αργυρίω μη φθάσαι. 21 και είπεν αυτη Τωβίτ· μη λόγον έχε. 13 και νυν άκουσόν μου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 853 . 10 ως δε προσήγγισαν τη Ράγη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συμπορευθήτω υμίν. και ιαθήσεται. εάν τινα οχλή δαιμόνιον ή πνεύμα πονηρόν. και ευοδωθήσεται η οδός αυτού. και συ μόνος ει εκ του γένους αυτής.

και σώσει υμάς και ελεήσει. εγέρθητε αμφότεροι και βοήσατε προς τον ελεήμονα Θεόν. και όταν υποστρέψωμεν εκ Ραγών. ποιήσομεν τον γάμον· διότι επίσταμαι Ραγουήλ ότι ου μη δω αυτήν ανδρί ετέρω κατά τον νόμον Μωυσή ή οφειλήσει θάνατον. και νυν άκουσόν μου. μη φοβού. αδελφοί. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ ήλθον εις Εκβάτανα και παρεγένοντο εις την οικίαν Ραγουήλ. υπέρ του λαβείν σε γυναίκα εκ του γένους σου. και είπαν αυτω· εκ των υιών Νεφθαλίμ των αιχμαλώτων εκ Νινευή. ότι δαιμόνιον φιλεί αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαλήσω τω πατρί αυτής. οι δε είπον· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 854 . ότι την νύκτα ταύτην δοθήσεταί σοι αύτη εις γυναίκα. 3 και ηρώτησεν αυτούς Ραγουήλ· πόθεν εστέ. 17 και εάν εισέλθης εις τον νυμφώνα. 18 και οσφρανθήσεται το δαιμόνιον και φεύξεται και ουκ επανελεύσεται εις τον αιώνα του αιώνος. και του δαιμονίου μηδένα λόγον έχε. 15 και νυν εγώ μόνος ειμί τω πατρί και φοβούμαι μη εισελθών αποθάνω καθώς και οι πρότεροι. ακήκοα εγώ το κοράσιον δεδόσθαι επτά ανδράσι και πάντας εν τω νυμφώνι απολωλότας. όταν δε προσπορεύη αυτη. λήψη τέφραν θυμιαμάτων και επιθήσεις από της καρδίας και του ήπατος του ιχθύος και καπνίσεις. 2 και είπε Ραγουήλ Έδνα τη γυναικί αυτού· ως όμοιος ο νεανίσκος Τωβίτ τω ανεψιω μου. ό ουκ αδικεί ουδένα πλήν των προσαγόντων αυτη. 16 είπε δε αυτω ο άγγελος· ου μέμνησαι των λόγων. Σάρρα δε υπήντησεν αυτοίς και εχαιρέτισεν αυτούς και αυτοί αυτήν. και υπολαμβάνω ότι σοι έσται εξ αυτής παιδία. ότι την κληρονομίαν σοί καθήκει λαβείν ή πάντα άνθρωπον. και συ αυτήν σώσεις. ος θάψει αυτούς. ων ενετείλατό σοι ο πατήρ σου. και πορεύσεται μετά σου. και νυν εγώ φοβούμαι μη αποθάνω και κατάξω την ζωήν του πατρός μου και της μητρός μου μετ ‘ οδύνης επ ‘ εμοί εις τον τάφον αυτών· και υιος έτερος ουχ υπάρχει αυτοίς. 19 και ως ήκουσε Τωβίας ταύτα. 14 τότε είπε το παιδάριον τω αγγέλω· Αζαρία αδελφέ. διότι σοί έσται εις γυναίκα. αδελφέ. 4 και είπεν αυτοίς· γινώσκετε Τωβίτ τον αδελφόν ημών. και η ψυχή αυτού εκολλήθη σφόδρα αυτη. και εισήγαγεν αυτούς εις την οικίαν. ότι σοί αυτή ητοιμασμένη ην από του αιώνος. εφίλησεν αυτήν.

έως αν στήσητε και σταθήτε προς με. 5 οι δε είπαν· και ζη και υγιαίνει. ετοίμασον το έτερον ταμιείον και εισάγαγε αυτήν. λάλησον υπέρ ων έλεγες εν τη πορεία. απέθνησκον υπό την νύκτα. τέκνον. είπε δε Τωβίας τω Ραφαήλ· Αζαρία αδελφέ. 13 και εκάλεσεν Έδναν την γυναίκα αυτού· και λαβών βιβλίον έγραψε συγγραφήν. και αυτή σου εστιν· ο δε ελεήμων Θεός ευοδώσει υμίν τα κάλλιστα. και οπότε εάν εισεπορεύοντο προς αυτήν. και εσφραγίσατο. και είπεν αυτοίς· υγιαίνει. εισήγαγον Τωβίαν προς αυτήν. και είπε Ραγουήλ· κομίζου αυτήν από του νυν κατά την κρίσιν· συ δε αδελφός ει αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γινώσκομεν. αλλά το νυν έχον. 12 και εκάλεσε Σάρραν την θυγατέρα αυτού. και έκλαυσε· και απεδέξατο τα δάκρυα της θυγατρός αυτής και είπεν αυτη· 17 θάρσει. ο Κύριος του ουρανού και της γης δώη σοι χάριν αντί της λύπης σου ταύτης· θάρσει. ελυπήθη και έκλαυσε. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΟΤΕ δε συνετέλεσαν δειπνούντες. και είπε Τωβίας· ου γεύομαι ουδέν ώδε. πίε και ηδέως γίνου. σοί γαρ καθήκει το παιδίον μου λαβείν· πλήν υποδείξω σοι την αλήθειαν. 11 έδωκα το παιδίον μου επτά ανδράσι. 8 και Έδνα η γυνή αυτού και Σάρρα η θυγάτηρ αυτού έκλαυσαν και υπεδέξαντο αυτούς προθύμως· 9 και έθυσαν κριόν προβάτων και παρέθηκαν όψα πλείονα. και τελεσθήτω το πράγμα. και είπε Τωβίας· πατήρ μου εστι. 10 και μετέδωκε τον λόγον τω Ραγουήλ· και είπε Ραγουήλ προς Τωβίαν· φάγε. ηδέως γίνου. 14 και ήρξαντο εσθίειν. 15 και εκάλεσε Ραγουήλ Έδναν την γυναίκα αυτού και είπε αυτη· αδελφή. θύγατερ. και λαβών της χειρός αυτής παρέδωκεν αυτήν Τωβία γυναίκα και είπεν· ιδού κατά τον νόμον Μωυσέως κομίζου αυτήν και άπαγε προς τον πατέρα σου· και ευλόγησεν αυτούς. 2 ο δε πορευόμενος εμνήσθη των λόγων Ραφαήλ και έλαβε την τέφραν των θυμιαμάτων και επέθηκε την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 855 . 6 και ανεπήδησε Ραγουήλ και κατεφίλησεν αυτόν και έκλαυσε 7 και ευλόγησεν αυτόν και είπεν αυτω· ο του καλού και αγαθού ανθρώπου υιος· και ακούσας ότι Τωβίτ απώλεσε τους οφθαλμούς εαυτού. 16 και εποίησεν ως είπε και εισήγαγεν αυτήν εκεί.

ανέστη Τωβίας από της κλίνης και είπεν· ανάστηθι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρδίαν του ιχθύος και το ήπαρ και εκάπνισεν. και μηδείς γνω. εν πάση ευλογία καθαρά και αγία. ο Θεός. 16 ευλογητός ει ότι ηύφρανάς με. 18 εκέλευσε δε τοις οικέταις χώσαι τον τάφον. 6 συ εποίησας Αδάμ και έδωκας αυτω βοηθόν Εύαν στήριγμα την γυναίκα αυτού· εκ τούτων εγεννήθη το ανθρώπων σπέρμα. ου δια πορνείαν εγώ λαμβάνω την αδελφήν μου ταύτην. 14 και εξελθούσα απήγγειλεν αυτοίς. ότι ζη. ίνα ελεήση ημάς ο Κύριος. και πάντες οι άγγελοί σου και οι εκλεκτοί σου ευλογείτωσάν σε εις τους αιώνας. ο Θεός των πατέρων ημών. 9 και εκοιμήθησαν αμφότεροι την νύκτα. 11 και ήλθε Ραγουήλ εις την οικίαν εαυτού 12 και είπεν Έδνα τη γυναικί αυτού· απόστειλον μίαν των παιδισκών. αλλά επ ‘ αληθείας επίταξον ελεήσαί με και αυτη συγκαταγηράσαι. 15 και ευλόγησε Ραγουήλ τον Θεόν λέγων· ευλογητός ει συ. 13 και εισήλθεν η παιδίσκη ανοίξασα την θύραν και εύρε τους δύο καθεύδοντας. έλεος. 19 και εποίησεν αυτοίς γάμον ημερών δεκατεσσάρων. δέσποτα. ποιήσωμεν αυτω βοηθόν όμοιον αυτω. 10 και αναστάς Ραγουήλ επορεύθη και ώρυξε τάφον λέγων· μη και ούτος αποθάνη. και ευλογείτωσάν σε οι άγιοί σου και πάσαι αι κτίσεις σου. 8 και είπε μετ ‘ αυτού· αμήν. 7 και νυν. αδελφή. συντέλεσον την ζωήν αυτών εν υγιεία μετ ‘ ευφροσύνης και ελέους. ίνα θάψωμεν αυτόν. αλλά κατά το πολύ έλεός σου εποίησας μεθ ‘ ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 856 . συ είπας· ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον. και προσευξώμεθα. 17 ευλογητός ει ότι ηλέησας δύο μονογενείς· ποίησον αυτοίς. όταν αποθάνω και η γυνή μου. 3 ότε δε ωσφράνθη το δαιμόνιον της οσμής. 4 ως δε συνεκλείσθησαν αμφότεροι. 20 και είπεν αυτω Ραγουήλ πριν ή συντελεσθήναι τας ημέρας του γάμου ενόρκως μη εξελθείν αυτόν εάν μη πληρωθώσιν αι δεκατέσσαρες ημέραι του γάμου. 5 και ήρξατο Τωβίας λέγειν· ευλογητός ει. 21 και τότε λαβόντα το ήμισυ των υπαρχόντων αυτού πορεύεσθαι μεθ ‘ υγιείας προς τον πατέρα· και τα λοιπά. και ιδέτωσαν ει ζη· ει δε μη. και ουκ εγένετό μοι καθώς υπενόουν. Κύριε. έφυγεν εις τα ανώτατα Αιγύπτου και έδησεν αυτό ο άγγελος. και ευλογητόν το όνομά σου το άγιον και ένδοξον εις τους αιώνας· ευλογησάτωσάν σε οι ουρανοί και πάσαι αι κτίσεις σου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΩΒΙΤ* ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ εκάλεσε Τωβίας τον Ραφαήλ και είπεν αυτω· 2 Αζαρία αδελφέ. 5 και επορεύθη Ραφαήλ και ηυλίσθη παρά Γαβαήλ. 7 και είπεν αυτω· σίγα. 4 και ο πατήρ μου αριθμεί τας ημέρας. οίας απήλθεν. 6 και Τωβίτ λέγει αυτη· σίγα. ότι ο πατήρ μου και η μήτηρ μου ουκέτι ελπίζουσιν όψεσθαί με. 6 και ώρθρευσαν κοινώς και ήλθον εις τον γάμον. καγώ εξαποστελώ προς τον πατέρα σου και δηλώσουσιν αυτω τα κατά σε. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ Τωβίτ ο πατήρ αυτού ελογίσατο εκάστης ημέρας· και ως επληρώθησαν αι ημέραι της πορείας και ουκ ήρχοντο. και επορεύετο καθ ‘ ημέραν εις την οδόν έξω. 8 είπε δε αυτω ο πενθερός· μείνον παρ ‘ εμοί. τέκνον. οδυνηθήσεται λίαν. απώλετο το παιδίον μου. 3 και ελυπείτο λίαν. και εάν χρονίσω μέγα. και έδωκεν αυτω το χειρόγραφον· ος δε προήνεγκε τα θυλάκια εν ταις σφαγίσι και έδωκεν αυτω. 4 είπε δε αυτω η γυνή· απώλετο το παιδίον. ημέρας τε άρτον ουκ ήσθιε. τας δε νύκτας ου διελίμπανε θρηνούσα Τωβίαν τον υιόν αυτής. ας ώμοσε Ραγουήλ ποιήσαι αυτόν εκεί· είπε δε Τωβίας τω Ραγουήλ· εξαπόστειλόν με. και ευλόγησε Τωβίας την γυναίκα αυτού. μη πλάνα με. έως ου συνετελέσθησαν αι δεκατέσσαρες ημέραι του γάμου. υγιαίνει. ή μήποτε απέθανε Γαβαήλ και ουδείς αυτω δίδωσι το αργύριον. μη λόγον έχει. 2 είπε· μήποτε κατήσχυνται. ότι αφήκά σε το φως των οφθαλμών μου. λάβε μετά σεαυτού παίδα και δύο καμήλους και πορεύθητι εν Ράγοις της Μηδίας παρά Γαβαήλ και κόμισαί μοι το αργύριον και αυτόν άγε μοι εις τον γάμον· 3 διότι ωμόμοκε Ραγουήλ μη εξελθείν με. 9 και Τωβίας λέγει· εξαπόστειλόν με προς τον πατέρα μου. διότι κεχρόνικε· και ήρξατο θρηνείν αυτόν και είπεν· 5 ου μέλοι μοι. 10 αναστάς δε Ραγουήλ έδωκεν αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 857 .

Πως αφήκας τον πατέρα σου. και κατευλόγει Ραγουήλ και Έδναν την γυναίκα αυτού. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ επορεύετο μέχρις ου εγγίσαι αυτούς εις Νινευή. 7 συ έγχρισον την χολήν εις τους οφθαλμούς αυτού. 11 ως δε συνεδήχθησαν. 12 και είπε τη θυγατρί αυτού· τίμα τους πενθερούς σου. τέκνα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σάρραν την γυναίκα αυτού και τα ήμισυ των υπαρχόντων. και ελεπίσθη από των κάνθων των οφθαλμών αυτού τα λευκώματα. και επορεύθησαν. και εφίλησεν αυτήν. και συνήλθεν ο κύων όπισθεν αυτών. 2 προδράμωμεν έμπροσθεν της γυναικός σου και ετοιμάσωμεν την οικίαν· 3 λαβέ δε παρά χείρα την χολήν του ιχθύος. 13 μετά ταύτα επορεύετο και Τωβίας ευλογών τον Θεόν. και είπε Ραφαήλ προς Τωβίαν· ου γινώσκεις. διέτριψε τους οφθαλμούς αυτού. ο δε υιος αυτού προσέδραμεν αυτω 10 και επελάβετο του πατρός αυτού και προσέπασε την χολήν επί τους οφθαλμούς του πατρός αυτού λέγων· θάρσει. 11 και ευλογήσας αυτούς εξαπέστειλε λέγων· ευοδώσει υμάς. 9 και Τωβίτ εξήρχετο προς την θύραν και προσέκοπτεν. πάτερ. 6 και Ραφαήλ είπεν· επίσταμαι εγώ ότι ανοίξει τους οφθαλμούς ο πατήρ σου. ότι ευώδωσε την οδόν αυτού. 4 και Άννα εκάθητο περιβλεπομένη εις την οδόν τον παίδα αυτής· 5 και προσενόησεν αυτόν ερχόμενον και είπε τω πατρί αυτού· ιδού ο υιος μου έρχεται και ο άνθρωπος ο πορευθείς μετ ‘ αυτού. αδελφέ. μη λυπήσης αυτήν. 12 και ιδών τον υιόν αυτού επέπεσεν επί τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 858 . αυτοί νυν γονείς σου εισιν· ακούσαιμί σου ακοήν καλήν. ίνα ευφρανθώ ενώπιον του Κυρίου· και ιδού παρατίθεμαί σοι την θυγατέρα μου εν παρακαταθήκη. 8 και προσδραμούσα Άννα επέπεσεν επί τον τράχηλον του υιού αυτής και είπεν αυτω· είδόν σε. σώματα και κτήνη και αργύριον. παιδίον. από του νυν αποθανούμαι και έκλαυσαν αμφότεροι. αποκαταστήσαι σε ο Κύριος του ουρανού και δώη μοι ιδείν σου παιδία εκ Σάρρας της θυγατρός μου. ο Θεός του ουρανού προ του με αποθανείν. και δηχθείς διατρίψει και αποβαλείται τα λευκώματα και όψεταί σε. και Έδνα είπε προς Τωβίαν· αδελφέ αγαπητέ.

4 και είπεν ο πρεσβύτης· δικαιούται αυτω. αγαθόν το ευλογείν τον Θεόν και υψούν το όνομα αυτού. 8 αγαθόν προσευχή μετά νηστείας και ελεημοσύνης και δικαιοσύνης· αγαθόν το ολίγον μετά δικαιοσύνης ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 859 . και ο πατήρ σου και η μήτηρ σου. και προσθείναι αυτω δεί. ο Θεός. ου βλάπτομαι δούς αυτω το ήμισυ. αγαθόν ποιήσατε. και ευλογητόν το όνομά σου εις τους αιώνας. ότι έβλεψε. 2 και είπε· πάτερ. τα δε έργα του Θεού ανακαλύπτειν ενδόξως. 14 και εισήλθεν ο υιος αυτού χαίρων και απήγγειλε τω πατρί αυτού τα μεγαλεία τα γενόμενα αυτω εν τη Μηδία. κατευλόγησεν αυτήν λέγων· έλθοις υγιαίνουσα. ος ήγαγέ σε προς ημάς. ότι ηλέησεν αυτούς ο Θεός· και ως ήγγισε Τωβίτ Σάρρα τη νύμφη αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τράχηλον αυτού 13 και έκλαυσε και είπεν· ευλογητός ει. ων ενήνοχα. 16 και Τωβίτ εξωμολογείτο ενώπιον αυτού. 15 και εξήλθε Τωβίτ εις συνάντησιν τη νύμφη αυτού χαίρων και ευλογών τον Θεόν προς τη πύλη Νινευή· και εθαύμαζον οι θεωρούντες αυτόν πορευόμενον. 18 και ήχθη ο γάμος Τωβία μετ ‘ ευφροσύνης ημέρας επτά. τους λόγους των έργων του Θεού εντίμως υποδεικνύοντες. 5 και εκάλεσε τον άγγελον και είπεν αυτω· λάβε το ήμισυ πάντων. και μη οκνείτε εξομολογείσθαι αυτω. 17 και παρεγένετο Αχιάχαρος και Νασβάς ο εξάδελφος αυτού. περί ων εποίησε μεθ ‘ υμών. μισθόν τω ανθρώπω τω συνελθόντι σοι. και ευλογημένοι πάντες οι άγιοί σου άγγελοι· ότι εμαστίγωσας και ηλέησάς με. 6 τότε καλέσας τους δύο κρυπτώς είπεν αυτοίς· ευλογείτε τον Θεόν και αυτω εξομολογείσθε και μεγαλωσύνην δίδοτε αυτω και εξολογείσθε αυτω ενώπιον πάντων των ζώντων. ιδού βλέπω Τωβίαν τον υιόν μου. 3 ότι με αγήοχέ σοι υγιή και την γυναίκα μου εθεράπευσε και το αργύριόν μου ήνεγκε και σε ομοίως εθεράπευσε. και κακόν ουχ ευρήσει υμάς. και ύπαγε υγιαίνων. ων ενηνόχατε. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ εκάλεσε Τωβίτ Τωβίαν τον υιόν αυτού και είπεν αυτω· όρα. και εγένετο χαρά πάσι τοις εν Νινευή αδελφοίς αυτού. θύγατερ· ευλογητός ο Θεός. τέκνον. 7 μυστήριον βασιλέως καλόν κρύψαι.

ότι εφοβήθησαν. ωσαύτως συμπαρήγμην σοι. ΤΩΒΙΤ* ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ Τωβίτ έγραψε προσευχήν εις αγαλλίασιν και είπεν· «Ευλογητός ο Θεός ο ζων εις τους αιώνας και η βασιλεία αυτού. 17 και είπεν αυτοίς· μη φοβείσθε. εγώ προσήγαγον το μνημόσυνον της προσευχής υμών ενώπιον του αγίου· και ότε έθαπτες τους νεκρούς. καλόν ποιήσαι ελεημοσύνην ή θησαυρίσαι χρυσίον· 9 ελεημοσύνη γαρ εκ θανάτου ρύεται. εις εκ των επτά αγίων αγγέλων. ειρήνη υμίν έσται· τον δε Θεόν ευλογείτε εις τον αιώνα. οί προσαναφέρουσι τας προσευχάς των αγίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πολύ μετά αδικίας. και ουκ έφαγον ουδέ έπιον. και ουκ έτι είδον αυτόν. 13 και ότε ουκ ώκνησας αναστήναι και καταλιπείν το άριστόν σου. 2 ότι αυτός μαστιγοί και ελεεί. ότι αυτός διέσπειρεν ημάς εν αυτοίς· 4 εκεί υποδείξατε την μεγαλωσύνην αυτού. αλλά όρασιν υμείς εθεωρείτε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 860 . όπως απελθών περιστείλης τον νεκρόν. αλλά συν σοί ήμην. και εισπορεύονται ενώπιον της δόξης του αγίου. 19 πάσας τας ημέρας ωπτανόμην υμίν. 3 εξομολογείσθε αυτω οι υιοί Ισραήλ ενώπιον των εθνών. 14 και νυν απέστειλέ με ο Θεός ιάσασθαί σε και την νύμφην σου Σάρραν. ουκ έλαθές με αγαθοποιών. κατάγει εις άδην και ανάγει. 18 ότι ου τη εμαυτού χάριτι. και γράψατε πάντα τα συντελεσθέντα εις βιβλίον. και αυτή αποκαθαριεί πάσαν αμαρτίαν· οι ποιούντες ελεημοσύνας και δικαιοσύνας πλησθήσονται ζωής. 20 και νυν εξομολογείσθε τω Θεω. τα δε έργα του Θεού ανακαλύπτειν ενδόξως. και ουκ έστιν ος εκφεύξεται την χείρα αυτού. 12 και νυν ότι προσηύξω συ και η νύμφη σου Σάρρα. όθεν ευλογείτε αυτόν εις τον αιώνα. διότι αναβαίνω προς τον αποστείλαντά με. 10 οι δε αμαρτάνοντες πολέμιοί εισι της εαυτών ζωής. 15 εγώ ειμι Ραφαήλ. 16 και εταράχθησαν οι δύο και έπεσον επί πρόσωπον. αλλά τη θελήσει του Θεού ημών ήλθον. 22 και εξωμολογούντο τα έργα τα μεγάλα και θαυμαστά αυτού και ως ώφθη αυτοίς ο άγγελος Κυρίου. 11 ου μη κρύψω αφ ‘ υμών παν ρήμα· είρηκα δη μυστήριον βασιλέως κρύψαι καλόν. 21 και ανέστησαν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υψούτε αυτόν ενώπιον παντός ζώντος. αλληλούϊα και αινέσουσι λέγοντες· ευλογητός ο Θεός. και εξομολογήσασθε αυτω εν όλω τω στόματι υμών· και ευλογήσατε τον Κύριον της δικαιοσύνης και υψώσατε τον βασιλέα των αιώνων. 14 ω μακάριοι οι αγαπώντές σε. 11 έθνη πολλά μακρόθεν ήξει προς το όνομα Κυρίου του Θεού δώρα εν χερσίν έχοντες και δώρα τω βασιλεί του ουρανού. 8 λεγέτωσαν πάντες και εξομολογείσθωσαν αυτω εν Ιεροσολύμοις· 9 Ιεροσόλυμα πόλις αγία. και ποιήσατε δικαιοσύνην ενώπιον αυτού· τις γινώσκει ει θελήσει υμάς και ποιήσει ελεημοσύνην υμίν. 10 εξομολογού τω Κυρίω αγαθώς και ευλόγει τον βασιλέα των αιώνων. 16 ότι οικοδομηθήσεται Ιερουσαλήμ σαπφείρω και σμαράγδω και λίθω εντίμω τα τείχη σου και οι πύργοι και οι προμαχώνες εν χρυσίω καθαρω. 7 τον Θεόν μου υψώ και η ψυχή μου τον βασιλέα του ουρανού και αγαλλιάσεται την μεγαλωσύνην αυτού. 12 επικατάρατοι πάντες οι μισούντές σε. 18 και ερούσι πάσαι αι ρύμαι αυτής. αυτός πατήρ ημών εις πάντας τους αιώνας. εγώ εν τη γη της αιχμαλωσίας μου εξομολογούμαι αυτω και δεικνύω την ισχύν και την μεγαλωσύνην αυτού έθνει αμαρτωλών. 17 και αι πλατείαι Ιερουσαλήμ εν βηρύλλω και άνθρακι και λίθω εκ Σουφείρ ψηφολογηθήσονται. και θεάσασθε α ποιήσει μεθ ‘ υμών. 6 εάν επιστρέψητε προς αυτόν εν όλη τη καρδία υμών και εν όλη τη ψυχή υμών ποιήσαι ενώπιον αυτού αλήθειαν. καθότι αυτός Κύριος ημών και Θεός. ευλογημένοι έσονται πάντες οι αγαπώντές σε εις τον αιώνα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 861 . 15 η ψυχή μου ευλογείτω τον Θεόν τον βασιλέα τον μέγαν. χαρήσονται επί τη ειρήνη σου. ος ύψωσε πάντας τους αιώνας». επιστρέψατε. ίνα πάλιν η σκηνή αυτού οικοδομηθή εν σοί μετά χαράς. ότι συναχθήσονται και ευλογήσουσι τον Κύριον των δικαίων. και ευφράναι εν σοί τους αιχμαλώτους και αγαπήσαι εν σοί τους ταλαιπώρους εις πάσας τας γενεάς του αιώνος. 5 και μαστιγώσει ημάς εν ταις αδικίαις ημών και πάλιν ελεήσει και συνάξει ημάς εκ πάντων των εθνών. αμαρτωλοί. μαστιγώσει επί τα έργα των υιών σου και πάλιν ελεήσει τους υιούς των δικαίων. τότε επιστρέψει προς υμάς και ου μη κρύψη το πρόσωπον αυτού αφ ‘ υμών. ου εάν σκορπισθήτε εν αυτοίς. ότι επί σοί χαρήσονται θεασάμενοι πάσαν την δόξαν σου και ευφρανθήσονται εις τον αιώνα. 13 χάρηθι και αγαλλίασαι επί τοις υιοίς των δικαίων. μακάριοι όσοι ελυπήθησαν επί πάσαις ταις μάστιξί σου. γενεαί γενεών δώσουσί σοι αγαλλίαμα.

Μανασσής εποίησεν ελεημοσύνην και εσώθη εκ παγίδος θανάτου. 8 και νυν. 5 και πάλιν ελεήσει αυτούς ο Θεός και επιστρέψει αυτούς εις την γην. 7 και ο λαός αυτού εξομολογήσεται τω Θεω. και μηκέτι αυλισθήτε εις Νινευή. και όσα ανταπέδωκεν αυτω· και Αχιάχαρος μεν εσώθη. 3 μεγάλως δε εγήρασε· και εκάλεσε τον υιόν αυτού και τους υιούς αυτού και είπεν αυτω· τέκνον. και οικοδομήσουσι τον οίκον. και αυτός κατέβη εις το σκότος. και μετά έτη οκτώ ανέβλεψε. 11 και νυν. ης έπηξεν αυτω. και μετά ταύτα επιστρέψουσιν εκ των αιχμαλωσιών και οικοδομήσουσιν Ιερουσαλήμ εντίμως. και ότι οι αδελφοί ημών εν τη γη σκορπισθήσονται από της αγαθής γης. και εποίει ελεημοσύνας και προσέθετο φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν και εξωμολογείτο αυτω. έως πληρωθώσι καιροί του αιώνος. ουχ οίος ο πρότερος. ποιούντες έλεος τοις αδελφοίς ημών. ιδέ τι εποίησεν Αμάν Αχιαχάρω τω θρέψαντι αυτόν. 4 άπελθε εις την Μηδίαν. ίνα σοι καλώς ή. ως εκ του φωτός ήγαγεν αυτόν εις το σκότος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΩΒΙΤ* ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ επαύσατο εξομολογούμενος Τωβίτ. εξέλιπεν η ψυχή αυτού επί της κλίνης· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 862 . και ευλογήσουσι πάντα τα έθνη Κύριον. ότι καταστραφήσεται. ότι πέπεισμαι όσα ελάλησεν Ιωνάς ο προφήτης περί Νινευή. και ο οίκος του Θεού εν αυτη κατακαήσεται και έρημος έσται μέχρι χρόνου. και υψώσει Κύριος τον λαόν αυτού. ίδετε τι ελεημοσύνη ποιεί. 6 και πάντα τα έθνη επιστρέψουσιν αληθινώς φοβείσθαι Κύριον τον Θεόν και κατορύξουσι τα είδωλα αυτών. τέκνον. και τι δικαιοσύνη ρύεται. Αμάν δε ενέπεσεν εις την παγίδα και απώλετο. και ταύτα αυτού λέγοντος. τέκνον. άπελθε από Νινευή. λάβε τους υιούς σου· ιδού γεγήρακα και προς το αποτρέχειν εκ του ζήν ειμι. ότι πάντως έσται α ελάλησεν ο προφήτης Ιωνάς. και θάψον με καλώς και την μητέρα σου μετ ‘ εμού. και ο οίκος του Θεού εν αυτη οικοδομηθήσεται εις πάσας τας γενεάς του αιώνος οικοδομή ενδόξω. παιδία. 9 συ δε τήρησον τον νόμον και τα προστάγματα και γενού φιλελεήμων και δίκαιος. και Ιεροσόλυμα έσται έρημος. καθώς ελάλησαν περί αυτής οι προφήται. ότε απώλεσε τας όψεις. και χαρήσονται πάντες οι αγαπώντες Κύριον τον Θεόν εν αληθεία και δικαιοσύνη. 2 και ην ετών πεντηκονταοκτώ. 10 τέκνον. εκείνω δε το ανταπόδομα επεδόθη. εν δε τη Μηδία έσται ειρήνη μάλλον έως καιρού.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ην δε ετών εκατόν πεντηκονταοκτώ. ην ηχμαλώτισε Ναβουχοδονόσορ και Ασύηρος. απήλθε δε Τωβίας μετά της γυναικός αυτού και των υιών αυτού εις Εκβάτανα προς Ραγουήλ τον πενθερόν αυτού. ος εβασίλευσεν Ασσυρίων εν Νινευή τη πόλει τη μεγάλη. και εχάρη προ του αποθανείν επί Νινευή. 15 και ήκουσε πριν ή αποθανείν αυτόν την απώλειαν Νινευή. έθαψεν αυτήν μετά του πατρός αυτού. και έθαψαν αυτόν ενδόξως. 12 και ότε απέθανεν Άννα. 5 και εποίησε πόλεμον εν ταις ημέραις εκείναις ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ προς βασιλέα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 863 . 14 και απέθανεν ετών εκατόν εικοσιεπτά εν Εκβατάνοις της Μηδίας. * ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΚΩΔΙΚΕΣ Β' ΚΑΙ Α ------------------------------------------------------- ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΕΤΟΥΣ δωδεκάτου της βασιλείας Ναβουχοδονόσορ. 13 και εγήρασεν εντίμως και έθαψε τους πενθερούς αυτού ενδόξως και εκληρονόμησε την ουσίαν αυτών και Τωβίτ του πατρός αυτού. εν ταις ημέραις Αρφαξάδ. 2 και ωκοδόμησεν επ ‘ Εκβατάνων κύκλω τείχη εκ λίθων λελαξευμένων εις πλάτος πηχών τριών και εις μήκος πηχών εξ και εποίησε το ύψος του τείχους πηχών εβδομήκοντα και το πλάτος αυτού πηχών πεντήκοντα 3 και τους πύργους αυτού έστησεν επί ταις πύλαις αυτής πηχών εκατόν και το πλάτος αυτής εθεμελίωσεν εις πήχεις εξήκοντα 4 και εποίησε τας πύλας αυτής πύλας διεγειρομένας εις ύψος πηχών εβδομήκοντα και το πλάτος αυτών πήχεις τεσσαράκοντα εις εξόδους δυνάμεων δυνατών αυτού και διατάξεις των πεζών αυτού. ος εβασίλευσεν Μήδων εν Εκβατάνοις.

και ανέστρεψαν τους αγγέλους αυτού κενούς εν ατιμία προσώπου αυτών. τους κατοικούντας Κιλικίαν και Δαμασκόν. πλήθος ανδρών πολεμιστών πολύ σφόδρα· και ην εκεί ραθυμών και ευωχούμενος αυτός και η δύναμις αυτού εφ ‘ ημέρας εκατόν είκοσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρφαξάδ εν τω πεδίω τω μεγάλω. ότι ουκ εφοβήθησαν αυτόν. τον Λίβανον και Αντιλίβανον. 11 και εφαύλισαν πάντες οι κατοικούντες πάσαν την γην το ρήμα Ναβουχοδονόσορ του βασιλέως Ασσυρίων και ου συνήλθον αυτω εις τον πόλεμον. 7 και απέστειλε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Ασσυρίων επί πάντας τους κατοικούντας την Περσίδα και επί πάντας τους κατοικούντας προς δυσμαίς. 15 και έλαβε τον Αρφαξάδ εν τοις όρεσι Ραγαύ και κατηκόντισεν αυτόν εν ταις ζιβύναις αυτού και εξωλόθρευσεν αυτόν έως της ημέρας εκείνης. αλλ ‘ ην εναντίον αυτών ως ανήρ εις. 12 και εθυμώθη Ναβουχοδονόσορ επί πάσαν την γην ταύτην σφόδρα και ώμοσε κατά του θρόνου και της βασιλείας αυτού. 16 και ανέστρεψε μετ ‘ αυτών αυτός και πας ο σύμμικτος αυτού. και πάντας τους κατοικούντας κατά πρόσωπον παραλίας 8 και τους εν τοις έθνεσι του Καρμήλου και Γαλαάδ και την άνω Γαλιλαίαν και το μέγα πεδίον Εσδρηλών 9 και πάντας τους εν Σαμαρεία και ταις πόλεσιν αυτής και πέραν του Ιορδάνου έως Ιερουσαλήμ και Βετάνη και Χελλούς και Κάδης και του ποταμού Αιγύπτου και Ταφνάς και Ραμεσσή και πάσαν γην Γεσέμ 10 έως του ελθείν επάνω Τάνεως και Μέμφεως και πάντας τους κατοικούντας την Αίγυπτον έως του ελθείν επί τα όρια της Αιθιοπίας. τούτό εστιν εν τοις ορίοις Ραγαύ. ανελείν τη ρομφαία αυτού και πάντας τους κατοικούντας εν γη Μωάβ και τους υιούς Αμμών και πάσαν την Ιουδαίαν και πάντας τους εν Αιγύπτω έως του ελθείν επί τα όρια των δύο θαλασσών. 13 και παρετάξατο εν τη δυνάμει αυτού προς Αρφαξάδ βασιλέα εν τω έτει τω επτακαιδεκάτω και εκραταιώθη εν τω πολέμω αυτού και ανέστρεψε πάσαν την δύναμιν Αρφαξάδ και πάσαν την ίππον αυτού και πάντα τα άρματα αυτού 14 και εκυρίευσε των πόλεων αυτού και αφίκετο έως Εκβατάνων και εκράτησε των πύργων και επρονόμευσε τας πλατείας αυτής και τον κόσμον αυτής έθηκεν εις όνειδος αυτής. ει μην εκδικήσειν πάντα τα όρια της Κιλικίας και Δαμασκηνής και Συρίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 864 . 6 και συνήντησαν προς αυτόν πάντες οι κατοικούντες την ορεινήν και πάντες οι κατοικούντες τον Ευφράτην και τον Τίγριν και τον Υδάσπην και πεδία Αριώχ βασιλέως Ελυμαίων· και συνήλθον έθνη πολλά σφόδρα εις παράταξιν υιών Χελεούδ.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ εν τω έτει τω οκτωκαιδεκάτω. καθότι εκέλευσεν αυτω ο κύριος αυτού εις μυριάδας δεκαδύο και ιππείς τοξότας μυρίους δισχιλίους. 12 ότι ζων εγώ και το κράτος της βασιλείας μου. 6 και εξελεύση εις συνάντησιν πάση τη γη επί δυσμάς. 13 και συ δε ου παραβήση εν τι των ρημάτων του κυρίου σου. δευτέρα και εικάδι του πρώτου μηνός. 14 και εξήλθεν ‘Ολοφέρνης από προσώπου του κυρίου αυτού και εκάλεσε πάντας τους δυνάστας και τους στρατηγούς και επιστάτας της δυνάμεως Ασσούρ 15 και ηρίθμησεν εκλεκτούς άνδρας εις παράταξιν. 16 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 865 . οί ουκ ηκολούθησαν τω λόγω του στόματος αυτού. και ου μακρυνείς του ποιήσαι αυτά. λελάληκα και ποιήσω ταύτα εν χειρί μου. και είπε προς αυτόν· 5 τάδε λέγει ο βασιλεύς ο μέγας. και εκδώσουσί σοι εαυτούς. ο κύριος πάσης της γης· ιδού συ εξελεύση εκ του προσώπου μου και λήψη μετά σεαυτού άνδρας πεποιθότας εν ισχύϊ αυτών. 7 και απαγγελείς αυτοίς ετοιμάζειν γην και ύδωρ. ότι ηπείθησαν τω ρήματι του στόματός μου. πεζών εις χιλιάδας εκατόν είκοσι και πλήθος ίππων συν αναβάταις μυριάδων δεκαδύο. 3 και αυτοί έκριναν ολοθρεύσαι πάσαν σάρκα. και ποταμός επικλύζων τοις νεκροίς αυτών πληρωθήσεται· 9 και άξω την αιχμαλωσίαν αυτών επί τα άκρα πάσης της γης. 4 και εγένετο ως συνετέλεσε την βουλήν αυτού. εκάλεσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Ασσυρίων τον ‘Ολοφέρνην αρχιστράτηγον της δυνάμεως αυτού. ότι εξελεύσομαι εν θυμω μου επ ‘ αυτούς και καλύψω παν το πρόσωπον της γης εν τοις ποσί της δυνάμεώς μου και δώσω αυτούς εις διαρπαγήν αυτοίς· 8 και οι τραυματίαι αυτών πληρώσουσι τας φάραγγας και τους χειμάρρους αυτών. αλλ ‘ επιτελών επιτελέσεις καθότι προστέταχά σοι. δεύτερον όντα μετ ‘ αυτόν. 10 συ δε εξελθών προκαταλήψη μοι παν όριον αυτών. εγένετο λόγος εν οίκω Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Ασσυρίων εκδικήσαι πάσαν την γην καθώς ελάλησε. 2 και συνεκάλεσε πάντας τους θεράποντας αυτού και πάντας τους μεγιστάνας αυτού και έθετο μετ ‘ αυτών το μυστήριον της βουλής αυτού και συνετέλεσε πάσαν την κακίαν της γης εκ του στόματος αυτού. και διατηρήσεις εμοί αυτούς εις ημέραν ελεγμού αυτών· 11 επί δε τους απειθούντας ου φείσεται ο οφθαλμός σου του δούναι αυτούς εις φόνον και αρπαγήν εν πάση τη γη σου.

23 και διέκοψε το Φουδ και Λούδ και επρονόμευσαν πάντας υιούς Ρασσίς και υιούς Ισμαήλ τους κατά πρόσωπον της ερήμου προς νότον της Χελεών. 25 και κατελάβετο τα όρια της Κιλικίας και κατέκοψε πάντας τους αντιστάντας αυτω και ήλθεν έως ορίων Ιάφεθ τα προς νότον κατά πρόσωπον της Αραβίας. πλήθος πολύ σφόδρα. 26 και εκύκλωσε πάντας τους υιούς Μαδιάμ και ενέπρησε τα σκηνώματα αυτών και επρονόμευσε τας μάνδρας αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διέταξεν αυτούς ον τρόπον πολέμου πλήθος συντάσσεται. και πάντας τους κατοικούντας Ιεμναάν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 866 . τους όντας εν Σιδώνι και Τύρω και τους κατοικούντας Σουρ και ‘Οκινά. 27 και κατέβη εις πεδίον Δαμασκού εν ημέραις θερισμού πυρών και ενέπρησε πάντας τους αγρούς αυτών και τα ποίμνια και τα βουκόλια έδωκεν εις αφανισμόν και τας πόλεις αυτών εσκύλευσε και τα παιδία αυτών εξελίκμησε και επάταξε πάντας τους νεανίσκους αυτών εν στόματι ρομφαίας. ων ουκ ην αριθμός. και οι κατοικούντες εν Αζώτω και Ασκάλωνι εφοβήθησαν αυτόν σφόδρα. τους πεζούς και τους ιππείς και τα άρματα αυτού. 18 και επισιτισμόν παντί ανδρί εις πλήθος και χρυσίον και αργύριον εξ οίκου βασιλέως πολύ σφόδρα. 24 και παρήλθε τον Ευφράτην και διήλθε την Μεσοποταμίαν και διέσκαψε πάσας τας πόλεις τας υψηλάς τας επί του χειμάρρου Αβρωνά έως του ελθείν επί θάλασσαν. 22 και έλαβε πάσαν την δύναμιν αυτού. 20 και πολύς ο επίμικτος ως ακρίς συνεξήλθον αυτοίς και ως η άμμος της γης· ου γαρ ην αριθμός από πλήθους αυτών. 17 και έλαβε καμήλους και όνους και ημιόνους εις την απαρτίαν αυτών. και απήλθεν εκείθεν εις την ορεινήν. 21 και απήλθον εκ Νινευή οδόν τριών ημερών επί πρόσωπον του πεδίου Βεκτιλέθ και εστρατοπέδευσαν από Βεκτιλέθ πλησίον του όρους του επ ‘ αριστερά της άνω Κιλικίας. 28 και επέπεσεν ο φόβος και ο τρόμος αυτού επί τους κατοικούντας την παραλίαν. 19 και εξήλθεν αυτός και πάσα η δύναμις αυτού εις πορείαν του προελθείν βασιλέως Ναβουχοδονόσορ και καλύψαι παν το πρόσωπον της γης προς δυσμαίς εν άρμασι και ιππεύσι και πεζοίς επιλέκτοις αυτών. και πρόβατα και βόας και αίγας εις την παρασκευήν αυτών.

χρήσαι ημίν καθώς αρεστόν εστι τω προσώπω σου· 3 ιδού αι επαύλεις ημών και παν πεδίον πυρών και τα ποίμνια και τα βουκόλια και πάσαι αι μάνδραι των σκηνών ημών παράκεινται προ προσώπου σου. ο αρχιστράτηγος Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Ασσυρίων. και ον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 867 . 6 και κατέβη επί την παραλίαν αυτός και η δύναμις αυτού και εφρούρησε τας πόλεις τας υψηλάς και έλαβεν εξ αυτών εις συμμαχίαν άνδρας επιλέκτους· 7 και εδέξαντο αυτόν αυτοί και πάσα η περίχωρος αυτών μετά στεφάνων και χορών και τυμπάνων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ απέστειλαν προς αυτόν αγγέλους λόγοις ειρηνικοίς λέγοντες· 2 ιδού ημείς οι παίδες Ναβουχοδονόσορ βασιλέως μεγάλου παρακείμεθα ενώπιόν σου. και ην εκεί μήνα ημερών εις το συλλέξαι πάσαν την απαρτίαν της δυνάμεως αυτού. όσα εποίησεν ‘Ολοφέρνης τοις έθνεσιν. 8 και κατέσκαψε πάντα τα όρια αυτών και τα άλση αυτών εξέκοψε. 10 και κατεστρατοπέδευσεν ανά μέσον Γαβαί και Σκυθών πόλεως. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ήκουσαν οι υιοί Ισραήλ οι κατοικούντες εν τη Ιουδαία πάντα. όπως αυτω μόνω τω Ναβουχοδονόσορ λατρεύσωσι πάντα τα έθνη. ή εστιν απέναντι του πρίονος του μεγάλου της Ιουδαίας. και ην δεδομένον αυτω εξολοθρεύσαι πάντας τους θεούς της γης. 4 ιδού και αι πόλεις ημών και οι κατοικούντες εν αυταίς δούλοί σου εισιν· ελθών απάντησον αυταίς ως έστιν αγαθόν εν οφθαλμοίς σου. 9 και ήλθε κατά πρόσωπον Εσδρηλών πλησίον της Δωταίας. 5 και παρεγένοντο οι άνδρες προς ‘Ολοφέρνην και απήγγειλαν αυτω κατά τα ρήματα ταύτα. και πάσαι αι γλώσσαι και πάσαι αι φυλαί αυτών επικαλέσωνται αυτόν εις θεόν. χρήσαι καθ ‘ ον αν αρέσκη σοι.

6 και έγραψεν Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας. ότι προσφάτως ην τα πεδία αυτών τεθερισμένα. 2 και εφοβήθησαν σφόδρα σφόδρα από προσώπου αυτού και περί Ιερουσαλήμ και του ναού Κυρίου Θεού αυτών εταράχθησαν. και ην ευχερώς διακωλύσαι αυτούς προσβαίνοντας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τρόπον εσκύλευσε πάντα τα ιερά αυτών και έδωκεν αυτά εις αφανισμόν. 15 και ην σποδός επί τας κιδάρεις αυτών. 14 και Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και πάντες οι παρεστηκότες ενώπιον Κυρίου. ος ην εν ταις ημέραις εκείναις εν Ιερουσαλήμ. επίχαρμα τοις έθνεσι. οί εκάθηντο εν Ιερουσαλήμ. 4 και απέστειλαν εις παν όριον Σαμαρείας και Κωνά και Βαιθωρών και Βελμαίν και Ιεριχώ και εις Χωβά και Αισωρά και τον αυλώνα Σαλήμ 5 και προκατελάβοντο πάσας τας κορυφάς των ορέων των υψηλών και ετειχίσαντο τας εν αυτοίς κώμας και παρέθεντο εις επισιτισμόν εις παρασκευήν πολέμου. 11 και πας ανήρ Ισραήλ και γυνή και τα παιδία και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ έπεσον κατά πρόσωπον του ναού και εσποδώσαντο τας κεφαλάς αυτών και εξέτειναν τους σάκκους αυτών κατά πρόσωπον Κυρίου· 12 και το θυσιαστήριον σάκκω περιέβαλον και εβόησαν προς τον Θεόν Ισραήλ ομοθυμαδόν εκτενώς του μη δούναι εις διαρπαγήν τα νήπια αυτών και τας γυναίκας εις προνομήν και τας πόλεις της κληρονομίας αυτών εις αφανισμόν και τα άγια εις βεβήλωσιν και ονειδισμόν. 9 και ανεβόησαν πας ανήρ Ισραήλ προς τον Θεόν εν εκτενία μεγάλη και εταπεινούσαν τας ψυχάς αυτών εν εκτενία μεγάλη. σάκκους περιεζωσμένοι τας οσφύας αυτών προσέφερον την ολοκαύτωσιν του ενδελεχισμού και τας ευχάς και τα εκούσια δόματα του λαού. 7 λέγων διακατασχείν τας αναβάσεις της ορεινής. τοις κατοικούσι Βαιτυλούα και Βαιτομεσθαίμ. 10 αυτοί και αι γυναίκες αυτών και τα νήπια αυτών και τα κτήνη αυτών και πας πάροικος ή μισθωτός και αργυρώνητος αυτών επέθεντο σάκκους επί τας οσφύας αυτών. 3 ότι προσφάτως ήσαν αναβεβηκότες εκ της αιχμαλωσίας. 8 και εποίησαν οι υιοί Ισραήλ καθά συνέταξεν αυτοίς Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και η γερουσία παντός δήμου Ισραήλ. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 868 . 13 και εισήκουσε Κύριος της φωνής αυτών και εισείδε την θλίψιν αυτών· και ην ο λαός νηστεύων ημέρας πλείους εν πάση τη Ιουδαία και Ιερουσαλήμ κατά πρόσωπον των αγίων Κυρίου παντοκράτορος. ή εστιν απέναντι Εσδρηλών κατά πρόσωπον του πεδίου του πλησίον Δωθαϊμ. στενής της προσβάσεως ούσης επ ‘ άνδρας τους πάντας δύο. και τα σκεύη και το θυσιαστήριον και ο οίκος εκ της βεβηλώσεως ηγιασμένα ην. και νεωστί πας ο λαός συνελέλεκτο της Ιουδαίας. ιερείς και οι λειτουργούντες Κυρίω. ότι δι ‘ αυτών ην η είσοδος εις την Ιουδαίαν.

τις ο λαός ούτος ο καθήμενος εν τη ορεινή. 2 και ωργίσθη θυμω σφόδρα και εκάλεσε πάντας τους άρχοντας Μωάβ και τους στρατηγούς Αμμών και πάντας σατράπας της παραλίας 3 και είπεν αυτοίς· αναγγείλατε δη μοι. 6 ο λαός ούτός εισιν απόγονοι Χαλδαίων. πλησίον σου οικούντος. και τίνες ας κατοικούσι πόλεις. 10 και κατέβησαν εις Αίγυπτον. Θεω ω επέγνωσαν. ότι ουκ εβουλήθησαν ακολουθήσαι τοις θεοίς των πατέρων αυτών. και το πλήθος της δυνάμεως αυτών. και αναγγελώ σοι την αλήθειαν περί του λαού. και τις ανέστηκεν επ ‘ αυτών βασιλεύς ηγούμενος στρατιάς αυτών. 4 και διατί κατενωτίσαντο του μη ελθείν εις απάντησίν μοι παρά πάντας τους κατοικούντας εν δυσμαίς. εκάλυψε γαρ το πρόσωπον της γης Χαναάν λιμός. 9 και είπεν ο Θεός αυτών εξελθείν εκ της παροικίας αυτών και πορευθήναι εις γην Χαναάν. και εν τίνι το κράτος αυτών. και ουκ εξελεύσεται ψεύδος εκ του στόματος του δούλου σου. 11 και επανέστη αυτοίς ο βασιλεύς Αιγύπτου και κατεσοφίσαντο αυτούς εν πόνω και εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 869 . και παρώκησαν εκεί μέχρις ου διετράφησαν· και εγένοντο εκεί εις πλήθος πολύ. υιοί Χαναάν. και εξέβαλον αυτούς από προσώπου των θεών αυτών. 5 και είπε προς αυτόν Αχιώρ ο ηγούμενος πάντων υιών Αμμών· ακουσάτω δη ο κύριός μου λόγον εκ στόματος του δούλου σου. και κατώκησαν εκεί και επληθύνθησαν χρυσίω και αργυρίω και εν κτήνεσι πολλοίς σφόδρα. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ ανηγγέλη ‘Ολοφέρνη αρχιστρατήγω δυνάμεως Ασσούρ διότι οι υιοί Ισραήλ παρεσκευάσαντο εις πόλεμον και τας διόδους της ορεινής συνέκλεισαν και ετείχισαν πάσαν κορυφήν όρους υψηλού και έθηκαν εν τοις πεδίοις σκάνδαλα. ος κατοικεί την ορεινήν ταύτην. και έφυγον εις Μεσοποταμίαν και παρώκησαν εκεί ημέρας πολλάς. και η ισχύς αυτών. και ουκ ην αριθμός του γένους αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εβόων προς Κύριον εκ πάσης δυνάμεως εις αγαθόν επισκέψασθαι πάντα οίκον Ισραήλ. οί εγένοντο εν γη Χαλδαίων· 8 και εξέβησαν εξ οδού των γονέων αυτών και προσεκύνησαν τω Θεω του ουρανού. 7 και παρώκησαν το πρότερον εν τη Μεσοποταμία.

ης διέθετο αυτοίς. και οι πόλεις αυτών εκρατήθησαν υπό των υπεναντίων. ότι ην έρημος. 17 και έως ουχ ήμαρτον ενώπιον του Θεού αυτών. δέσποτα κύριε. και κατωκίσθησαν εν τη ορεινή. εν ω ουκ έστι δύναμις ουδέ κράτος εις παράταξιν ισχυράν· 24 διό δη αναβησόμεθα. παρελθέτω δη ο κύριός μου. και ο ναός του Θεού αυτών εγενήθη εις έδαφος. ην τα αγαθά μετ ‘ αυτών. 20 και νυν. ει μεν εστιν αγνόημα εν τω λαω τούτω και αμαρτάνουσιν εις τον Θεόν αυτών και επισκεψόμεθα ότι εστίν εν αυτοίς σκάνδαλον τούτο. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 870 . δέσποτα ‘Ολοφέρνη. και εταπείνωσαν αυτούς και έθεντο αυτούς εις δούλους· 12 και ανεβόησαν προς τον Θεόν αυτών. και έσονται εις κατάβρωμα πάσης της στρατιάς σου. και αναβησόμεθα και εκπολεμήσομεν αυτούς. και εσόμεθα εις ονειδισμόν εναντίον πάσης της γης. ου διεσπάρησαν εκεί. 18 ότε δε απέστησαν από της οδού. 13 και κατεξήρανεν ο Θεός την ερυθράν θάλασσαν έμπροσθεν αυτών 14 και ήγαγεν αυτούς εις οδόν του Σινά και Κάδης Βαρνή· και εξέβαλον πάντας τους κατοικούντας εν τη ερήμω 15 και ώκησαν εν γη Αμορραίων και πάντας τους Εσεβωνίτας εξωλόθρευσαν εν τη ισχύϊ αυτών. 22 και εγένετο ως επαύσατο Αχιώρ λαλών τους λόγους τούτους. και εγόγγυσε πας ο λαός ο κυκλών την σκηνήν και περιεστώς. εν αις ουκ ην ίασις· και εξέβαλον αυτούς οι Αιγύπτιοι από προσώπου αυτών. 21 ει δε ουκ έστιν ανομία εν τω έθνει αυτών. και κατέσχον την Ιερουσαλήμ. και είπαν οι μεγιστάνες ‘Ολοφέρνου και πάντες οι κατοικούντες την παραλίαν και την Μωάβ συγκόψαι αυτόν· 23 ου γαρ φοβηθησόμεθα από υιών Ισραήλ· ιδού γαρ λαός. ου το αγίασμα αυτών. 19 και νυν επιστρέψαντες επί τον Θεόν αυτών ανέβησαν εκ της διασποράς. ότι Θεός μισών αδικίαν μετ ‘ αυτών εστιν. και επάταξε πάσαν την γην Αιγύπτου πληγαίς. και διαβάντες τον Ιορδάνην εκληρονόμησαν πάσαν την ορεινήν 16 και εξέβαλον εκ προσώπου αυτών τον Χαναναίον και τον Φερεζαίον και τον Ιεβουσαίον και τον Συχέμ και πάντας τους Γεργεσαίους και κατώκησαν εν αυτη ημέρας πολλάς. εξωλοθρεύθησαν εν πολλοίς πολέμοις επί πολύ σφόδρα και ηχμαλωτεύθησαν εις γην ουκ ιδίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πλίνθω. μήποτε υπερασπίση ο Κύριος αυτών και ο Θεός αυτών υπέρ αυτών.

και πεσή εν τοις τραυματίαις αυτών. ουκ όψει έτι το πρόσωπόν μου από της ημέρας ταύτης. και είπεν ‘Ολοφέρνης ο αρχιστράτηγος δυνάμεως Ασσούρ προς Αχιώρ εναντίον παντός του δήμου αλλοφύλων και προς πάντας υιούς Μωάβ· 2 και τις ει συ. και ου ρύσεται αυτούς ο Θεός αυτών· 3 αλλ ‘ ημείς οι δούλοι αυτού πατάξομεν αυτούς ως άνθρωπον ένα. οί ήσαν παρεστηκότες εν τη σκηνή αυτού. Αχιώρ και οι μισθωτοί του Εφραίμ. και τις ο Θεός ει μη Ναβουχοδονόσορ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ως κατέπαυσεν ο θόρυβος των ανδρών των κύκλω της συνεδρίας. και ουδέν διαπεσείται των ρημάτων μου. ότι επροφήτευσας εν ημίν καθώς σήμερον και είπας το γένος Ισραήλ μη πολεμήσαι. όταν επιστρέψω. αλλά απωλεία απολούνται. 12 και ως είδαν αυτούς οι άνδρες της πόλεως επί την κορυφήν του όρους. 8 και ουκ απολή έως ου εξολοθρευθής μετ ‘ αυτών. 5 συ δε Αχιώρ μισθωτέ του Αμμών. 7 και αποκαταστήσουσί σε οι δούλοί μου εις την ορεινήν και θήσουσί σε εν μια των πόλεων των αναβάσεων. ου ματαιωθήσεται τα ρήματα των λόγων αυτού. 11 και συνέλαβον αυτόν οι δούλοι αυτού και ήγαγον αυτόν έξω της παρεμβολής εις το πεδίον και απήραν εκ μέσου της πεδινής εις την ορεινήν και παρεγένοντο επί τας πηγάς. λέγει ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ ο κύριος πάσης της γης· είπε γαρ. και ουκ αντιστήσεται το ίχνος των ποδών αυτών κατά πρόσωπον ημών. ότι ο Θεός αυτών υπερασπιεί αυτών. και τα πεδία αυτών πληρωθήσεται νεκρών αυτών. αι ήσαν υποκάτω Βαιτυλούα. 9 και είπερ ελπίζεις τη καρδία σου ότι ου ληφθήσονται. μη συμπεσέτω σου το πρόσωπον· ελάλησα. έως ου εκδικήσω το γένος των εξ Αιγύπτου· 6 και τότε διελεύσεται ο σίδηρος της στρατιάς μου και ο λαός των θεραπόντων μου τας πλευράς σου. ος ελάλησας τους λόγους τούτους εν ημέρα αδικίας σου. συλλαβείν τον Αχιώρ και αποκαταστήσαι αυτόν εις Βαιτυλούα και παραδούναι εις χείρας υιών Ισραήλ. ούτος αποστελεί το κράτος αυτού και εξολοθρεύσει αυτούς από προσώπου της γης. 4 κατακαύσομεν γαρ αυτούς εν αυτοίς. ανέλαβον τα όπλα αυτών και απήλθον έξω της πόλεως επί την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 871 . και ουχ υποστήσονται το κράτος των ίππων ημών. και τα όρη αυτών μεθυσθήσεται εν τω αίματι αυτών. 10 και προσέταξεν ‘Ολοφέρνης τοις δούλοις αυτού.

αναζευγνύειν επί Βαιτυλούα και τας αναβάσεις της ορεινής προκαταλαμβάνεσθαι και ποιείν πόλεμον προς τους υιούς Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κορυφήν του όρους. 14 καταβάντες δε υιοί Ισραήλ εκ της πόλεως αυτών επέστησαν αυτω και λύσαντες αυτόν απήγαγον εις την Βαιτυλούα και κατέστησαν αυτόν επί τους άρχοντας της πόλεως αυτών. και πας ανήρ σφενδονήτης διεκράτησαν την ανάβασιν αυτών και έβαλον εν λίθοις επ ‘ αυτούς. 13 και υποδύσαντες υποκάτω του όρους έδησαν τον Αχιώρ και αφήκαν ερριμμένον υπό την ρίζαν του όρους και απώχοντο προς τον κύριον αυτών. 2 και ανέζευξεν εν τη ημέρα εκείνη πας ανήρ δυνατός αυτών· και η δύναμις αυτών ανδρών πολεμιστών χιλιάδες ανδρών πεζών εκατόν εβδομήκοντα και ιππέων χιλιάδες δεκαδύο. και όσα εμεγαλορρημόνησεν ‘Ολοφέρνης εις τον οίκον Ισραήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 872 . και επεκαλέσαντο τον Θεόν Ισραήλ εις βοήθειαν όλην την νύκτα εκείνην. 21 και παρέλαβεν αυτόν ‘Οζίας εκ της εκκλησίας εις οίκον αυτού και εποίησε πότον τοις πρεσβυτέροις. 18 και πεσόντες ο λαός προσεκύνησαν τω Θεω και εβόησαν λέγοντες· 19 Κύριε ο Θεός του ουρανού. 20 και παρεκάλεσαν τον Αχιώρ και επήνεσαν αυτόν σφόδρα. και έστησαν τον Αχιώρ εν μέσω παντός του λαού αυτών. 15 οί ήσαν εν ταις ημέραις εκείναις. και επηρώτησεν αυτόν ‘Οζίας το συμβεβηκός. κάτιδε επί τας υπερηφανίας αυτών και ελέησον την ταπείνωσιν του γένους ημών και επίβλεψον επί το πρόσωπον των ηγιασμένων σοι εν τη ημέρα ταύτη. και συνέδραμον πας νεανίσκος αυτών και αι γυναίκες εις την εκκλησίαν. όσα ελάλησεν εν μέσω των αρχόντων υιών Ασσούρ. οί παρεγένοντο επί την συμμαχίαν αυτού. 16 και συνεκάλεσαν πάντας τους πρεσβυτέρους της πόλεως. 17 και αποκριθείς απήγγειλεν αυτοίς τα ρήματα της συνεδρίας ‘Ολοφέρνου και πάντα τα ρήματα. ‘Οζίας ο του Μιχά εκ της φυλής Συμεών και Αβρίς ο του Γοθονιήλ και Χαρμίς υιος Μελχιήλ. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 Τ… δ ‘ επαύριον παρήγγειλεν ‘Ολοφέρνης πάση τη στρατιά αυτού και παντί τω λαω αυτού.

εταράχθησαν σφόδρα και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· νυν εκλείξουσιν ούτοι το πρόσωπον της γης πάσης. 16 και ήρεσαν οι λόγοι αυτών ενώπιον ‘Ολοφέρνου και ενώπιον πάντων των θεραπόντων αυτού. και εκδώσουσι την πόλιν εαυτών· και ημείς και ο λαός ημών αναβησόμεθα επί τας πλησίον κορυφάς των ορέων και παρεμβαλούμεν επ ‘ αυταίς εις προφυλακήν του μη εξελθείν εκ της πόλεως άνδρα ένα. δέσποτα. 17 και απήρε παρεμβολή υιών Αμμών και μετ ‘ αυτών χιλιάδες πέντε υιών Ασσούρ και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 873 . και πριν ελθείν την ρομφαίαν επ ‘ αυτούς. 4 οι δε υιοί Ισραήλ. και αυτός ανέζευξεν εις τον λαόν αυτού. καθώς γίνεται πόλεμος παρατάξεως. πλήθος πολύ σφόδρα. έμενον φυλάσσοντες όλην την νύκτα εκείνην. καταστρωθήσονται εν ταις πλατείαις της οικήσεως αυτών. ως είδον αυτών το πλήθος. 12 ανάμεινον επί της παρεμβολής σου διαφυλάσσων πάντα άνδρα εκ της δυνάμεώς σου. και ου πεσείται εκ του λαού σου ανήρ εις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χωρίς της αποσκευής και των ανδρών. 6 τη δε ημέρα τη δευτέρα εξήγαγεν ‘Ολοφέρνης πάσαν την ίππον αυτού κατά πρόσωπον των υιών Ισραήλ. αλλ ‘ επί τοις ύψεσι των ορέων αυτών. και συνέταξαν ποιείν καθώς ελάλησαν. οί ήσαν πεζοί εν αυτοίς. μη πολέμει προς αυτούς. 3 και παρενέβαλον εν τω αυλώνι πλησίον Βαιτυλούα επί της πηγής και παρέτειναν εις εύρος επί Δωθαϊμ και έως Βελβαίμ και εις μήκος από Βαιτυλούα έως Κυαμώνος. και ουκ απήντησαν τω προσώπω σου εν ειρήνη. 7 και επεσκέψατο τας αναβάσεις της πόλεως αυτών και τας πηγάς των υδάτων αυτών εφώδευσε και προκατελάβετο αυτάς και επέστησεν αυταίς παρεμβολάς ανδρών πολεμιστών. και ούτε τα όρη τα υψηλά ούτε αι φάραγγες ούτε οι βουνοί υποστήσονται το βάρος αυτών. 14 και τακήσονται εν τω λιμω αυτοί και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών. ίνα μη γένηται θραύσμα εν τη δυνάμει σου· 10 ο γαρ λαός ούτος των υιών Ισραήλ ου πέποιθαν επί τοις δόρασιν αυτών. 13 διότι εκείθεν υδρεύονται πάντες οι κατοικούντες Βαιτυλούα. ανθ ‘ ων εστασίασαν. 5 και αναλαβόντες έκαστος τα σκεύη τα πολεμικά αυτών και ανακαύσαντες πυράς επί τους πύργους αυτών. ή εστιν απέναντι Εσδρηλών. εν οίς αυτοί ενοικούσιν εν αυτοίς· ου γαρ εστιν ευχερές προσβήναι ταις κορυφαίς των ορέων αυτών. και ανελεί αυτούς η δίψα. και επικρατησάτωσαν οι παίδές σου της πηγής του ύδατος. 15 και ανταποδώσεις αυτοίς ανταπόδομα πονηρόν. 11 και νυν. ή εκπορεύεται εκ της ρίζης του όρους. 8 και προσελθόντες αυτω οι άρχοντες των υιών Ησαύ και πάντες οι ηγούμενοι του λαού Μωάβ και οι στρατηγοί της παραλίας είπαν· 9 ακουσάτω δη λόγον ο δεσπότης ημών. οί ήσαν εν Βαιτυλούα.

και ουκ ην κραταίωσις έτι εν αυτοίς. και η λοιπή στρατιά των Ασσυρίων παρενέβαλον εν τω πεδίω και εκάλυψαν παν το πρόσωπον της γης· και αι σκηναί και αι απαρτίαι αυτών κατεστρατοπέδευσαν εν όχλω πολλω και ήσαν εις πλήθος πολύ σφόδρα. ότι εκύκλωσαν πάντες οι εχθροί αυτών και ουκ ην διαφυγείν εκ μέσου αυτών. ότι εν μέτρω εδίδοσαν αυτοίς πιείν. αλλά πέπρακεν ημάς ο Θεός εις τας χείρας αυτών του καταστρωθήναι εναντίον αυτών εν δίψη και απωλεία μεγάλη. αδελφοί. και ουκ οψόμεθα τον θάνατον των νηπίων ημών εν οφθαλμοίς ημών και τας γυναίκας και τα τέκνα ημών εκλειπούσας τας ψυχάς αυτών. ότι εποιήσατε εν ημίν αδικίαν μεγάλην ου λαλήσαντες ειρηνικά μετά των υιών Ασσούρ. 25 και νυν ουκ έστι βοηθός ημών. 21 και οι λάκκοι εξεκενούντο. 29 και εγένετο κλαυθμός μέγας εν μέσω της εκκλησίας πάντων ομοθυμαδόν και εβόησαν προς Κύριον τον Θεόν φωνή μεγάλη. 30 και είπε προς αυτούς ‘Οζίας· θαρσείτε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρενέβαλον εν τω αυλώνι και προκατελάβοντο τα ύδατα και τας πηγάς των υδάτων των υιών Ισραήλ. οι νεανίσκοι και αι γυναίκες και τα παιδία. 26 και νυν επικαλέσασθε αυτούς και έκδοσθε την πόλιν πάσαν εις προνομήν τω λαω ‘Ολοφέρνου και πάση τη δυνάμει αυτού· 27 κρείσσον γαρ ημίν γενηθήναι αυτοίς εις διαρπαγήν. και ζήσεται η ψυχή ημών. 20 και έμεινε κύκλω αυτών πάσα παρεμβολή Ασσούρ. και εξέλιπε πάντας τους κατοικούντας Βαιτυλούα πάντα τα αγγεία αυτών των υδάτων. και απέστειλαν εξ αυτών προς νότον και απηλιώτην απέναντι Εγρεβήλ. 23 και επισυνήχθησαν πας ο λαός επί ‘Οζίαν και τους άρχοντας της πόλεως. ή εστιν επί του χειμάρρου Μοχμούρ. ημέρας τριακοντατέσσαρας. και αι γυναίκες αυτών και οι νεανίσκοι εξέλιπον από της δίψης και έπιπτον εν ταις πλατείαις της πόλεως και εν ταις διόδοις των πυλών. ή εστι πλησίον Χους. ότι ωλιγοψύχησε το πνεύμα αυτών. εσόμεθα γαρ εις δούλους. και ανεβόησαν φωνή μεγάλη και είπαν εναντίον πάντων των πρεσβυτέρων· 24 κρίναι ο Θεός ανά μέσον ημών και υμών. οι πεζοί και τα άρματα και οι ιππείς αυτών. 22 και ηθύμησαν τα νήπια αυτών. 18 και ανέβησαν υιοί Ησαύ και οι υιοί Αμμών και παρενέβαλον εν τη ορεινή απέναντι Δωθαϊμ. ος εκδικεί ημάς κατά τας αμαρτίας ημών και κατά τα αμαρτήματα των πατέρων ημών. ίνα μη ποιήση κατά τα ρήματα ταύτα εν τη ημέρα τη σήμερον. εν αις επιστρέψει Κύριος ο Θεός ημών το έλεος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 874 . και ουκ είχον πιείν εις πλησμονήν ύδωρ ημέραν μίαν. διακαρτερήσωμεν έτι πέντε ημέρας. 19 Και οι υιοί Ισραήλ ανεβόησαν προς Κύριον Θεόν αυτών. 28 μαρτυρόμεθα υμίν τον ουρανόν και την γην και τον Θεόν ημών και Κύριον των πατέρων ημών.

2 και ο ανήρ αυτής Μανασσής της φυλής αυτής και της πατριάς αυτής. και έπεσεν επί την κλίνην και ετελεύτησεν εν Βαιτυλούα τη πόλει αυτού. και ο καύσων ήλθεν επί την κεφαλήν αυτού. χρυσίον και αργύριον και παίδας και παιδίσκας και κτήνη και αγρούς. 8 και ουκ ην ος επήνεγκεν αυτη ρήμα πονηρόν. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ ήκουσεν εν εκείναις ταις ημέραις Ιουδίθ. 6 και ενήστευε πάσας τας ημέρας χηρεύσεως αυτής. υιού Σαρασαδαϊ. και απέθανεν εν ημέραις θερισμού κριθών· 3 επέστη γαρ επί του δεσμεύοντος το δράγμα τω πεδίω. και εσκόρπισε τον λαόν εις την εαυτού παρεμβολήν. και ήκουσε πάντας τους λόγους Ιουδίθ. υιού Ελιάβ. και ην επ ‘ αυτής τα ιμάτια της χηρεύσεως αυτής. υιού Χελκίου. ο ανήρ αυτής. και επί τα τείχη και τους πύργους της πόλεως αυτών απήλθον. υιού Ώξ. υιού Ιωσήφ. 10 και αποστείλασα την άβραν αυτής την εφεστώσαν πάσι τοις υπάρχουσιν αυτής εκάλεσεν ‘Οζίαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 875 . υιού Σαλαμιήλ. 5 και εποίησεν εαυτη σκηνήν επί του δώματος του οίκου αυτής και επέθηκεν επί την οσφύν αυτής σάκκον. υιού ‘Ηλιού. 7 και ην καλή τω είδει και ωραία τη όψει σφόδρα· και υπελίπετο αυτη Μανασσής. και έμενεν επ ‘ αυτών. και έθαψαν αυτόν μετά των πατέρων αυτού εν τω αγρω τω ανά μέσον Δωθαϊμ και Βαλαμών. ους ελάλησε προς αυτούς ‘Οζίας. ως ώμοσεν αυτοίς παραδώσειν την πόλιν μετά ημέρας πέντε τοις Ασσυρίοις. υιού ‘Οζιήλ. ότι εφοβείτο τον Θεόν σφόδρα 9 και ήκουσε τα ρήματα του λαού τα πονηρά επί τον άρχοντα. υιού Ισραήλ. ποιήσω κατά τα ρήματα υμών. ότι ωλιγοψύχησαν επί τη σπάνει των υδάτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού εφ ‘ ημάς. υιού Ελκία. χωρίς προσαββάτων και σαββάτων και προνουμηνιών και νουμηνιών και εορτών και χαρμοσυνών οίκου Ισραήλ. ου γαρ εγκαταλείψει ημάς εις τέλος· 31 εάν δε διέλθωσιν αύται και μη έλθη εφ ‘ ημάς βοήθεια. 4 και ην Ιουδίθ εν τω οίκω αυτής χηρεύουσα έτη τρία και μήνας τέσσαρας. θυγάτηρ Μεραρί. υιού Ναθαναήλ. και τας γυναίκας και τα τέκνα εις τους οίκους αυτών εξαπέστειλε· και ήσαν εν ταπεινώσει πολλή εν τη πόλει.

ος εποίησε τα πάντα ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και Χαβρίν και Χαρμίν τους πρεσβυτέρους της πόλεως αυτής. 21 ότι εν τω ληφθήναι ημάς ούτως καθήσεται πάσα η Ιουδαία. και τα άγια και ο οίκος και το θυσιαστήριον επιστήρικται εφ ‘ ημίν. οί προσκυνούσι θεοίς χειροποιήτοις. 25 παρά ταύτα πάντα ευχαριστήσωμεν Κυρίω τω Θεω ημών. ον ελαλήσατε ανά μέσον του Θεού και υμών και είπατε εκδώσειν την πόλιν τοις εχθροίς ημών. ουδέ ως υιος ανθρώπου διαιτηθήναι. ότι εξ ημών κρέμαται η ψυχή αυτών. οί επειράσατε τον Θεόν εν τη ημέρα τη σήμερον και ίστατε υπέρ του Θεού εν μέσω υιών ανθρώπων. ουδ ‘ από του γένους ημών. άρχοντες των κατοικούντων εν Βαιτυλούα. αδελφοί. 12 και νυν τίνες εστέ υμείς. και προνομευθήσεται τα άγια ημών. 23 ότι ου κατευθυνθήσεται η δουλεία ημών εις χάριν. ότι ουκ ευθύς ο λόγος υμών. επιδειξώμεθα τοις αδελφοίς ημών. και ζητήσει την βεβήλωσιν αυτών εκ του αίματος ημών 22 και τον φόνον των αδελφών ημών και την αιχμαλωσίαν της γης και την ερήμωσιν της κληρονομίας ημών επιστρέψει εις κεφαλήν ημών εν τοις έθνεσιν. 17 διόπερ αναμένοντες την παρ ‘ αυτού σωτηρίαν επικαλεσώμεθα αυτόν εις βοήθειαν ημών. εάν μη εν αυταίς επιστρέψη ο Κύριος βοηθήσαι ημίν. ερευνήσετε και τον νουν αυτού επιγνώσεσθε και τον λογισμόν αυτού κατανοήσετε. 11 και ήλθον προς αυτήν. καθάπερ εγένετο εν ταις πρότερον ημέραις· 19 ων χάριν εδόθησαν εις ρομφαίαν και εις διαρπαγήν οι πατέρες ημών και έπεσον πτώμα μέγα ενώπιον των εχθρών ημών. 13 και νυν Κύριον παντοκράτορα εξετάζετε και ουθέν επιγνώσεσθε έως του αιώνος. ος πειράζει ημάς καθά και τους πατέρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 876 . και εσόμεθα εις πρόσκομμα και εις όνειδος εναντίον των κτωμένων ημάς. 24 και νυν. ου εάν δουλεύσωμεν εκεί. ότι ουχ ως άνθρωπος ο Θεός απειληθήναι. αλλ ‘ εις ατιμίαν θήσει αυτήν Κύριος ο Θεός ημών. 16 υμείς δε μη ενεχυράζετε τας βουλάς Κυρίου του Θεού ημών. 14 ότι βάθος καρδίας ανθρώπου ουχ ευρήσετε και λόγους της διανοίας αυτού ου διαλήψεσθε· και Πως τον Θεόν. 20 ημείς δε έτερον θεόν ουκ επέγνωμεν πλήν αυτού· όθεν ελπίζομεν ότι ουχ υπερόψεται ημάς. και είπε προς αυτούς· ακούσατε δη μου. αδελφοί. ον ελαλήσατε εναντίον του λαού εν τη ημέρα ταύτη και εστήσατε τον όρκον. μη παροργίζετε Κύριον τον Θεόν ημών· 15 ότι εάν μη βούληται εν ταις πέντε ημέραις βοηθήσαι ημίν. 18 ότι ουκ ανέστη εν ταις γενεαίς ημών ουδέ εστιν εν τη ημέρα τη σήμερον ούτε φυλή ούτε πατριά ούτε δήμος ούτε πόλις εξ ημών. αυτός έχει την εξουσίαν εν αις θέλει σκεπάσαι ημέραις ή και ολοθρεύσαι ημάς προ προσώπου των εχθρών ημών. εάν ή αυτω αρεστόν. μηδαμώς. και εισακούσεται της φωνής ημών.

έως του τελεσθήναι α εγώ ποιώ. οί έλυσαν μήτραν παρθένου εις μίασμα και εγύμνωσαν μηρόν εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 877 . και εν ταις ημέραις. 36 και αποστρέψαντες εκ της σκηνής επορεύθησαν επί τας διατάξεις αυτών. και ποιήσω πράγμα. ω έδωκας εν χειρί ρομφαίαν εις εκδίκησιν αλλογενών. και εξελεύσομαι εγώ μετά της άβρας μου. επισκέψεται Κύριος τον Ισραήλ εν χειρί μου· 34 υμείς δε ουκ εξερευνήσετε την πράξίν μου. και αποστελεί Κύριος τον υετόν εις πλήρωσιν των λάκκων ημών. αλλ ‘ εις νουθέτησιν μαστιγοί Κύριος τους εγγίζοντας αυτω. και ουκ εκλείψωμεν έτι. 26 μνήσθητε όσα εποίησε μετά Αβραάμ και όσα επείρασε τον Ισαάκ και όσα εγένετο τω Ιακώβ εν Μεσοποταμία της Συρίας ποιμαίνοντι τα πρόβατα Λάβαν του αδελφού της μητρός αυτού. και ην άρτι προσφερόμενον εν Ιερουσαλήμ εις τον οίκον του Θεού το θυμίαμα της εσπέρας εκείνης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών. ον ου παραβησόμεθα. ότι γυνή ευσεβής ει. ό αφίξεται εις γενεάς γενεών υιοίς του γένους ημών. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΙΟΥΔΙΘ δε έπεσεν επί πρόσωπον και επέθετο σποδόν επί την κεφαλήν αυτής και εγύμνωσεν ον ενεδιδύσκετο σάκκον. και εβόησε φωνή μεγάλη Ιουδίθ προς Κύριον και είπε· 2 Κύριε ο Θεός του πατρός μου Συμεών. 31 και νυν δεήθητι περί ημών. 27 ότι ου καθώς εκείνους επύρωσεν εις ετασμόν της καρδίας αυτών. όσα είπας. μεθ ‘ ας είπατε παραδώσειν την πόλιν τοις εχθροίς ημών. 33 υμείς στήσεσθε επί της πύλης την νύκτα ταύτην. και ουκ έστιν ος αντιστήσεται τοις λόγοις σου· 29 ότι ουκ εν τη σήμερον η σοφία σου πρόδηλός εστιν. ου γαρ ερώ υμίν. 30 αλλ ‘ ο λαός εδίψησε σφόδρα και ηνάγκασαν ποιήσαι ημάς καθά ελαλήσαμεν αυτοίς και επαγαγείν όρκον εφ ‘ ημάς. αλλά απ ‘ αρχής ημερών σου έγνω πας ο λαός την σύνεσίν σου. καθότι αγαθόν εστι το πλάσμα της καρδίας σου. και ημάς ουκ εξεδίκησεν. και Κύριος ο Θεός έμπροσθέν σου εις εκδίκησιν των εχθρών ημών. 35 και είπεν ‘Οζίας και οι άρχοντες προς αυτήν· πορεύου εις ειρήνην. αγαθή καρδία ελάλησας. 32 και είπε προς αυτούς Ιουδίθ· ακούσατέ μου. 28 και είπε προς αυτήν ‘Οζίας· πάντα.

απόστειλον την οργήν σου εις κεφαλάς αυτών. 10 πάταξον δούλον εκ χειλέων απάτης μου επ ‘ άρχοντι και άρχοντα επί θεράποντι αυτού. και εγενήθησαν α ενενοήθης. και εισάκουσον εμού της χήρας· 5 συ γαρ εποίησας τα πρότερα εκείνων και εκείνα και τα μετέπειτα και τα νυν και τα επερχόμενα διενοήθης. και επάταξας δούλους επί δυνάσταις και δυνάστας επί θρόνους αυτών. ελαττόνων ει βοηθός. συ εισάκουσον της δεήσεώς μου 13 και δος λόγον μου και απάτην εις τραύμα και μώλωπα αυτών. ο Θεός ο Θεός ο εμός. βασιλεύ πάσης κτίσεώς σου. και η κρίσις σου εν προγνώσει· 7 ιδού γαρ Ασσύριοι επληθύνθησαν εν δυνάμει αυτών. ή ηδέσατο την απάτην αυτών. θραύσον αυτών το ανάστημα εν χειρί θηλείας· 11 ου γαρ εν πλήθει το κράτος σου. 14 και ποίησον επί παν το έθνος σου. ουδέ η δυναστεία σου εν ισχύουσιν. οί και εζήλωσαν τον ζήλόν σου και εβδελύξαντο μίασμα αίματος αυτών και επεκαλέσαντό σε εις βοηθόν. εις αίμα. ουχ ούτως έσται· και εποίησαν 3 ανθ ‘ ων έδωκας άρχοντας αυτών εις φόνον και την στρωμνήν αυτών. 9 βλέψον εις υπερηφανίαν αυτών. 8 Κύριος όνομά σοι· συ ράξον αυτών την ισχύν εν δυνάμει σου και κάταξον το κράτος αυτών εν τω θυμω σου· εβουλεύσαντο γαρ βεβηλώσαι τα άγιά σου. και πάσης φυλής επίγνωσιν του ειδήσαι ότι συ ει ο Θεός πάσης δυνάμεως και κράτους. ήλπισαν εν ασπίδι και εν γαισω και τόξω και σφενδόνη και ουκ έγνωσαν ότι συ ει Κύριος συντρίβων πολέμους. δος εν χειρί μου της χήρας ό διενοήθην κράτος. απηλπισμένων σωτήρ. αλλά ταπεινών ει Θεός. αντιλήπτωρ ασθενούντων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 878 . οί κατά της διαθήκης σου και οίκου ηγιασμένου σου και κορυφής Σιών και οίκου κατασχέσεως υιών σου εβουλεύσαντο σκληρά. υψώθησαν εφ ‘ ίππω και αναβάτη εγαυρίασαν εν βραχίονι πεζών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αισχύνην και εβεβήλωσαν μήτραν εις όνειδος· είπας γαρ. απεγνωσμένων σκεπαστής. 6 και παρέστησαν α εβουλεύσω και είπαν· ιδού πάρεσμεν· πάσαι γαρ αι οδοί σου έτοιμοι. ει μη συ. κτίστα των υδάτων. 12 ναί ναί ο Θεός του πατρός μου και Θεός κληρονομίας Ισραήλ. και ουκ έστιν άλλος υπερασπίζων του γένους Ισραήλ. δέσποτα των ουρανών και της γης. μιάναι το σκήνωμα της καταπαύσεως του ονόματος της δόξης σου και καταβαλείν σιδήρω κέρας θυσιαστηρίου σου. 4 και έδωκας γυναίκας αυτών εις προνομήν και θυγατέρας εις αιχμαλωσίαν και πάντα τα σκύλα εις διαίρεσιν υιών ηγαπημένων υπό σου.

και εξελεύσομαι εις τελείωσιν των λόγων. 7 ως δε είδον αυτήν και ην ηλλοιωμένον το πρόσωπον αυτής και την στολήν μεταβεβληκυίαν αυτής. ων ελαλήσατε μετ ‘ εμού· και συνέταξαν τοις νεανίσκοις ανοίξαι αυτη καθότι ελάλησε. 4 και έλαβε σανδάλια εις τους πόδας αυτής και περιέθετο τους χλιδώνας και τα ψέλλια και τους δακτυλίους και τα ενώτια και πάντα τον κόσμον αυτής και εκαλλωπίσατο σφόδρα εις απάτησιν οφθαλμών ανδρών. 2 και ανέστη από της πτώσεως και εκάλεσε την άβραν αυτής και κατέβη εις τον οίκον. 10 και εποίησαν ούτως. έως διήλθε τον αυλώνα και ουκέτι εθεώρουν αυτήν. και είπε· θυγάτηρ ειμί των Εβραίων και αποδιδράσκω από προσώπου αυτών. και εξεδύσατο τα ιμάτια της χηρεύσεως αυτής και περιεκλύσατο το σώμα ύδατι και εχρίσατο μύρω παχεί και διέταξε τας τρίχας της κεφαλής αυτής και επέθετο μίτραν επ ‘ αυτής και ενεδύσατο τα ιμάτια της ευφροσύνης αυτής. 5 και έδωκε τη άβρα αυτής ασκοπυτίνην οίνου και καψάκην ελαίου και πήραν επλήρωσεν αλφίτων και παλάθης και άρτων καθαρών και περιεδίπλωσε πάντα τα αγγεία αυτής και επέθηκεν επ ‘ αυτη. και εξήλθεν Ιουδίθ. 12 και συνέλαβον αυτήν και επηρώτησαν· τίνων ει και πόθεν έρχη και που πορεύη. εν οίς εστολίζετο εν ταις ημέραις της ζωής του ανδρός αυτής Μανασσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ εγένετο ως επαύσατο βοώσα προς τον Θεόν Ισραήλ και συνετέλεσε πάντα τα ρήματα ταύτα. αυτή και η παιδίσκη αυτής μετ ‘ αυτής· απεσκόπευον δε αυτήν οι άνδρες της πόλεως έως ου κατέβη το όρος. 11 και επορεύοντο εν τω αυλώνι εις ευθείαν. και συνήντησεν αυτη προφυλακή των Ασσυρίων. ότι μέλλουσι δίδοσθαι υμίν εις κατάβρωμα· 13 καγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 879 . εν ω διέτριβεν εν αυτω εν ταις ημέραις των σαββάτων και εν ταις εορταίς αυτής· 3 και περιείλατο τον σάκκον. και προσεκύνησε τω Θεω 9 και είπε προς αυτούς· επιτάξατε ανοίξαί μοι την πύλην της πόλεως. ον ενεδεδύκει. και εθαύμασαν επί τω κάλλει αυτής επί πολύ σφόδρα και είπαν αυτη· 8 ο Θεός ο Θεός των πατέρων ημών δώη σε εις χάριν και τελειώσαι τα επιτηδεύματά σου εις γαυρίαμα υιών Ισραήλ και ύψωμα Ιερουσαλήμ. 6 και εξήλθοσαν επί την πύλην της πόλεως Βαιτυλούα και εύροσαν εφεστώτας επ ‘ αυτής ‘Οζίαν και τους πρεσβυτέρους της πόλεως Χαβρίν και Χαρμίν. όσοι αν ίδωσιν αυτήν.

22 και ανήγγειλαν αυτω περί αυτής. διεβοήθη γαρ εις τα σκηνώματα η παρουσία αυτής· και ελθόντες εκύκλουν αυτήν ως ειστήκει έξω της σκηνής ‘Ολοφέρνου. ος έχει εν εαυτω γυναίκας τοιαύτας. 20 και εξήλθον οι παρακαθεύδοντες ‘Ολοφέρνη και πάντες οι θεράποντες αυτού και εισήγαγον αυτήν εις την σκηνήν. και ήγειραν αυτήν οι δούλοι αυτού. 14 ως δε ήκουσαν οι άνδρες τα ρήματα αυτής και κατενόησαν το πρόσωπον αυτής -και ην εναντίον αυτών θαυμάσιον τω κάλλει σφόδρα. και αφ ‘ ημών προπέμψουσί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έρχομαι εις το πρόσωπον ‘Ολοφέρνου αρχιστρατήγου δυνάμεως υμών του αναγγείλαι ρήματα αληθείας και δείξω προ προσώπου αυτού οδόν. και ου διαφωνήσει των ανδρών αυτού σάρξ μία ουδέ πνεύμα ζωής. μη φοβηθής τη καρδία σου. αλλά ανάγγειλον κατά τα ρήματά σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 880 . καθ ‘ ην πορεύσεται και κυριεύσει πάσης της ορεινής. οί αφεθέντες δυνήσονται κατασοφίσασθαι πάσαν την γην. και ήγαγον αυτάς επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου. 18 και εγένετο συνδρομή πάση τη παρεμβολή. 23 ως δε ήλθε κατά πρόσωπον αυτού Ιουδίθ και των θεραπόντων αυτού. 19 και εθαύμαζον επί τω κάλλει αυτής και εθαύμαζον τους υιούς Ισραήλ απ ‘ αυτής.και είπαν προς αυτήν· 15 σέσωκας την ψυχήν σου σπεύσασα καταβήναι εις πρόσωπον του κυρίου ημών· και νυν πρόσελθε επί την σκηνήν αυτού. έως προσήγγειλαν αυτω περί αυτής. 21 και ην ‘Ολοφέρνης αναπαυόμενος επί της κλίνης αυτού εν τω κωνωπείω. και εύ σε ποιήσει. και λαμπάδες αργυραί προάγουσαι αυτού. ότι ου καλόν εστιν υπολείπεσθαι εξ αυτών άνδρα ένα. και εξήλθεν εις το προσκήνιον. 17 και επέλεξαν εξ αυτών άνδρας εκατόν και παρέζευξαν αυτη και τη άβρα αυτής. ό ην εκ πορφύρας και χρυσίου και σμαράγδου και λίθων πολυτελών καθυφασμένων. έως παραδώσουσί σε εις τας χείρας αυτού· 16 εάν δε στης εναντίον αυτού. και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· τις καταφρονήσει του λαού τούτου. εθαύμασαν πάντες επί τω κάλλει του προσώπου αυτής· και πεσούσα επί πρόσωπον προσεκύνησεν αυτω.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· θάρσησον. και ανήγγειλεν αυτοίς πάντα. αλλά και τα θηρία του αγρού και τα κτήνη και τα πετεινά του ουρανού δια της ισχύος σου ζήσονται επί Ναβουχοδονόσορ και πάντα τον οίκον αυτού· 8 ηκούσαμεν γαρ την σοφίαν σου και τα πανουργεύματα της ψυχής σου. δέσποτα κύριε. 9 και νυν ο λόγος. ότι περιεποιήσαντο αυτόν οι άνδρες Βαιτυλούα. τελείως πράγμα ποιήσει μετά σου ο Θεός. μη φοβηθής τη καρδία σου. ου κατισχύει ρομφαία επ ‘ αυτούς. εν τη νυκτί ταύτη ζήση και εις το λοιπόν· 4 ου γαρ εστιν ος αδικήσει σε. όσα διεστείλατο αυτοίς ο Θεός εν τοις νόμοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 881 . και ουκ αναγγελώ ψεύδος τω κυρίω μου εν τη νυκτί ταύτη. εβουλεύσαντο επιβαλείν τοις κτήνεσιν αυτών και πάντα. 11 και νυν. ότι ου μόνον άνθρωποι δια σε δουλεύουσιν αυτω. εν ω παροργιούσι τον Θεόν αυτών. 2 και νυν ο λαός σου ο κατοικών την ορεινήν. ηκούσαμεν τα ρήματα αυτού. 10 διό. οπηνίκα αν ποιήσωσιν ατοπίαν· 12 επεί γαρ εξέλιπεν αυτούς τα βρώματα και εσπανίσθη παν ύδωρ. ον ελάλησεν Αχιώρ εν τη συνεδρία σου. ότι εγώ ουκ εκάκωσα άνθρωπον. αλλ ‘ αυτοί εαυτοίς εποίησαν ταύτα. ήκεις γαρ εις σωτηρίαν· θάρσει. ότι αληθής εστιν· ου γαρ εκδικάται το γένος ημών. όστις ηρέτικε δουλεύειν βασιλεί Ναβουχοδονόσορ πάσης της γης. αλλά κατάθου αυτόν εν τη καρδία σου. όσα εξελάλησε παρά σοί. εάν μη αμάρτωσιν εις τον Θεόν αυτών. και λαλησάτω η παιδίσκη σου κατά πρόσωπόν σου. ίνα μη γένηται ο κύριός μου έκβολος και άπρακτος και επιπεσείται θάνατος επί πρόσωπον αυτών. 5 και είπε προς αυτόν Ιουδίθ· δέξαι τα ρήματα της δούλης σου. μη παρέλθης τον λόγον αυτού. ος απέστειλέ σε εις κατόρθωσιν πάσης ψυχής. γύναι. 3 και νυν λέγε μοι τίνος ένεκεν απέδρας απ ‘ αυτών και ήλθες προς ημάς. και ουκ αποπεσείται ο κύριός μου των επιτηδευμάτων αυτού· 7 ζη γαρ βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ πάσης της γης και ζη το κράτος αυτού. ουκ αν ήρα το δόρυ μου επ ‘ αυτούς. και ανηγγέλη πάση τη γη ότι συ μόνος αγαθός εν πάση βασιλεία και δυνατός εν επιστήμη και θαυμαστός εν στρατεύμασι πολέμου. 6 και εάν κατακολουθήσης τοις λόγοις της παιδίσκης σου. και κατελάβετο αυτούς αμάρτημα. ει μη εφαύλισάν με. αλλ ‘ εύ σε ποιήσει καθά γίνεται τοις δούλοις του κυρίου μου βασιλέως Ναβουχοδονόσορ.

και εθαύμασαν επί τη σοφία αυτής και είπαν· 21 ουκ έστι τοιαύτη γυνή απ ‘ άκρου έως άκρου της γης καλω προσώπω και συνέσει λόγων. και εξελεύσεται η δούλη σου κατά την νύκτα εις την φάραγγα και προσεύξομαι προς τον Θεόν. όσοι εάν ακούσωσιν αυτά. ότι ταύτα ελαλήθη μοι κατά πρόγνωσίν μου και απηγγέλη μοι. διέγνωσαν δαπανήσαι. ο Θεός σου έσται μου Θεός. εν δε τοις φαυλίσασι τον κύριόν μου απώλειαν. και ουκ έστιν ος αντιστήσεταί σοι εξ αυτών. 13 και τας απαρχάς του σίτου και τας δεκάτας του οίνου και του ελαίου. 23 και νυν αστεία ει συ εν τω είδει σου και αγαθή εν τοις λόγοις σου· ότι εάν ποιήσης καθά ελάλησας. εφ ‘ οίς εκστήσεται πάσα η γη. ων ουδέ ταις χερσίν καθήκεν άψασθαι ουδένα των εκ του λαού. οίς ουκ έστι ποιμήν. κεκρίκασιν εξαναλώσαι. α διεφύλαξαν αγιάσαντες τοις ιερεύσι τοις παρεστηκόσιν εν Ιερουσαλήμ απέναντι του προσώπου του Θεού ημών. 22 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· εύ εποίησεν ο Θεός αποστείλας σε έμπροσθεν του λαού του γενηθήναι εν χερσίν ημών κράτος. 14 και απεστάλκασιν εις Ιερουσαλήμ. και ου γρύξει κύων τη γλώσση αυτού απέναντί σου. και επέστειλέ με ο Θεός ποιήσαι μετά σου πράγματα. και απεστάλην αναγγείλαί σοι. 17 ότι η δούλη σου θεοσεβής εστι και θεραπεύουσα νυκτός και ημέρας τον Θεόν του ουρανού· και νυν μενώ παρά σοί. δοθήσονταί σοι εις όλεθρον εν τη ημέρα εκείνη. τους μετακομίσαντας αυτοίς την άφεσιν παρά της γερουσίας. 18 και ελθούσα προσανοίσω σοι. 19 και άξω σε δια μέσου της Ιουδαίας έως του ελθείν απέναντι Ιερουσαλήμ και θήσω τον δίφρον σου εν μέσω αυτής. και εξελεύση συν πάση τη δυνάμει σου. και άξεις αυτούς ως πρόβατα. και ερεί μοι πότε εποίησαν τα αμαρτήματα αυτών. ότι και οι εκεί κατοικούντες εποίησαν ταύτα. 20 και ήρεσαν οι λόγοι αυτής εναντίον ‘Ολοφέρνου και εναντίον πάντων των θεραπόντων αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 882 . και συ εν οίκω βασιλέως Ναβουχοδονόσορ καθήση και έση ονομαστή παρά πάσαν την γην. 16 όθεν εγώ η δούλη σου επιγνούσα ταύτα πάντα απέδρων από προσώπου αυτών. 15 και έσται ως αν αναγγείλη αυτοίς και ποιήσωσι. κύριέ μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού μη φαγείν.

μέχρις ου προσηνέγκατο την τροφήν αυτής προς εσπέραν. ου γαρ εστι μεθ ‘ ημών εκ του έθνους σου. πόθεν εξοίσομέν σοι δούναι όμοια αυτοίς. 2 και είπεν Ιουδίθ· ου φάγομαι εξ αυτών. ει γυναίκα τοιαύτην παρήσομεν ουχ ομιλήσαντες αυτη. έως αν ποιήση Κύριος εν χειρί μου α εβουλεύσατο. εποίησεν ‘Ολοφέρνης πότον τοις δούλοις αυτού μόνοις και ουκ εκάλεσεν εις την χρήσιν ουδένα των προς ταις χρείαις. και ύπνωσε μέχρι μεσούσης της νυκτός· και ανέστη προς την εωθινήν φυλακήν. 10 και εγένετο εν τη ημέρα τη τετάρτη. αλλ ‘ εκ των ηκολουθηκότων μοι χορηγηθήσεται. 9 και εισπορευομένη καθαρά παρέμενε τη σκηνή. ότι εάν ταύτην μη επισπασώμεθα. του ελθείν προς ημάς και φαγείν και πιείν μεθ ‘ ημών· 12 ιδού γαρ αισχρόν τω προσώπω ημών. 7 και προσέταξεν ‘Ολοφέρνης τοις σωματοφύλαξι μη διακωλύειν αυτήν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 883 . 5 και ηγάγοσαν αυτήν οι θεράποντες ‘Ολοφέρνου εις την σκηνήν. καταγελάσεται ημών. και παρέμεινεν εν τη παρεμβολή ημέρας τρεις. 11 και είπε Βαγώα τω ευνούχω. κύριέ μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ εκέλευσεν εισαγαγείν αυτήν ου ετίθετο τα αργυρώματα αυτού και συνέταξε καταστρώσαι αυτη από των οψοποιημάτων αυτού και του οίνου αυτού πίνειν. και εξεπορεύετο κατά νύκτα εις την φάραγγα Βαιτυλούα και εβαπτίζετο εν τη παρεμβολή επί της πηγής του ύδατος· 8 και ως ανέβη. 4 και είπεν Ιουδίθ προς αυτόν· ζη η ψυχή σου. ίνα μη γένηται σκάνδαλον. 13 και εξήλθε Βαγώας από προσώπου ‘Ολοφέρνου και εισήλθε προς αυτήν και είπε· μη οκνησάτω δη η παιδίσκη η καλή αύτη ελθούσα προς τον κύριόν μου δοξασθήναι κατά πρόσωπον αυτού και πιείν μεθ ‘ ημών εις ευφροσύνην οίνον και γενηθήναι εν τη ημέρα ταύτη ως θυγάτηρ μία των υιών Ασσούρ. αι παρεστήκασιν εν οίκω Ναβουχοδονόσορ. 3 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· εάν δε εκλίπη τα όντα μετά σου. 14 και είπε προς αυτόν Ιουδίθ· και τις ειμι εγώ αντερούσα τω κυρίω μου. ος ην εφεστηκώς επί πάντων των αυτού· πείσον δη πορευθείς την γυναίκα την Εβραίαν ή εστι παρά σοί. 6 και απέστειλε προς ‘Ολοφέρνην λέγουσα· επιταξάτω δη ο κύριός μου εάσαι την δούλην σου επί προσευχήν εξελθείν. εδέετο του Κυρίου Θεού Ισραήλ κατευθύναι την οδόν αυτής εις ανάστημα των υιών του λαού αυτού. ότι ου δαπανήσει η δούλη σου τα όντα μετ ‘ εμού.

εξελεύσεσθαι γαρ έφη επί την προσευχήν αυτής· και τω Βαγώα ελάλησε κατά τα ρήματα ταύτα. και έσται τούτο αγαλλίαμα έως ημέρας θανάτου μου. α έλαβε παρά Βαγώου εις την καθημερινήν δίαιταν αυτής. και ουδείς κατελείφθη εν τω κοιτώνι από μικρού έως μεγάλου και στάσα Ιουδίθ παρά την κλίνην αυτού είπεν εν τη καρδία αυτής· Κύριε ο Θεός πάσης δυνάμεως. ότι εμεγαλύνθη το ζήν μου εν εμοί σήμερον παρά πάσας τας ημέρας της γενέσεώς μου. και εσαλεύθη η ψυχή αυτού. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΩΣ δε οψία εγένετο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι παν. 4 και απήλθοσαν πάντες εκ προσώπου. και ‘Ολοφέρνης προπεπτωκώς επί την κλίνην αυτού· ην γαρ περικεχυμένος αυτω ο οίνος. εις το εσθίειν κατακλινομένην επ ‘ αυτών. 17 και είπε προς αυτήν ‘Ολοφέρνης· πίε δη και γενήθητι μεθ ‘ ημών εις ευφροσύνην. δια το επί πλείον γεγονέναι τον πότον. 19 και λαβούσα έφαγε και έπιε κατέναντι αυτού α ητοίμασεν η δούλη αυτής. και εξέστη η καρδία ‘Ολοφέρνου επ ‘ αυτήν. και απώχοντο εις τας κοίτας αυτών· ήσαν γαρ πάντες κεκοπωμένοι. 15 και διαναστάσα εκοσμήθη τω ιματισμω και παντί τω κόσμω τω γυναικείω. και Βαγώας συνέκλεισε την σκηνήν έξωθεν και απέκλεισε τους παρεστώτας εκ προσώπου του κυρίου αυτού. 20 και ηυφράνθη ‘Ολοφέρνης απ ‘ αυτής και έπιεν οίνον πολύν σφόδρα. 16 και εισελθούσα ανέπεσεν Ιουδίθ. 18 και είπεν Ιουδίθ· πίομαι δη. και ην κατεπίθυμος σφόδρα του συγγενέσθαι μετ ‘ αυτής· και ετήρει καιρόν του απατήσαι αυτήν αφ ‘ ης ημέρας είδεν αυτήν. και προσήλθεν η δούλη αυτής και έστρωσεν αυτη κατέναντι ‘Ολοφέρνου χαμαί τα κώδια. 3 και είπεν Ιουδίθ τη δούλη αυτής στήναι έξω του κοιτώνος αυτής και επιτηρείν την έξοδον αυτής· καθάπερ καθ ‘ ημέραν. επίβλεψον εν τη ωρα ταύτη επί τα έργα των χειρών μου εις ύψωμα Ιερουσαλήμ· 5 ότι νυν καιρός αντιλαβέσθαι της κληρονομίας σου και ποιήσαι το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 884 . ό έσται εν τοις οφθαλμοίς αυτού αρεστόν. όσον ουκ έπιε πώποτε εν ημέρα μια αφ ‘ ου εγεννήθη. σπεύσασα ποιήσω. κύριε. 2 υπελείφθη δε Ιουδίθ μόνη εν τη σκηνή. εσπούδασαν οι δούλοι αυτού αναλύειν.

εσπούδασαν του καταβήναι εις την πύλην της πόλεως αυτών και συνεκάλεσαν τους πρεσβυτέρους της πόλεως. ος έκτισε τους ουρανούς και την γην. αλλ ‘ έθραυσε τους εχθρούς ημών δια χειρός μου εν τη νυκτί ταύτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιτήδευμά μου εις θραύμα εχθρών. ος ουκ απέστησε το έλεος αυτού από του οίκου Ισραήλ. 8 και επάταξεν εις τον τράχηλον αυτού δις εν τη ισχύϊ αυτής και αφείλε την κεφαλήν αυτού απ ‘ αυτού. 12 και εγένετο ως ήκουσαν οι άνδρες της πόλεως αυτής την φωνήν αυτής. και μετ ‘ ολίγον εξήλθε. ος κατεύθυνέ σε εις τραύμα κεφαλής άρχοντος εχθρών ημών· 19 ότι ουκ αποστήσεται η ελπίς σου από καρδίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 885 . και παρέδωκε τη άβρα αυτής την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου. εν τη ημέρα ταύτη. 18 και είπεν αυτη ‘Οζίας· ευλογητή συ. ότι ηπάτησεν αυτόν το πρόσωπόν μου εις απώλειαν αυτού. αινείτε· αινείτε τον Θεόν. ή επορεύθην. καθά και σήμερον εποίησε. 14 η δε είπε προς αυτούς φωνή μεγάλη· αινείτε τον Θεόν. 9 και απεκύλισε το σώμα αυτού από της στρωμνής και αφείλε το κωνωπείον από των στύλων. τω Θεω τω Υψίστω παρά πάσας τας γυναίκας τας επί της γης. ος διεφύλαξέ με εν τη οδω μου. 15 και προελούσα την κεφαλήν εκ της πήρας έδειξε και είπεν αυτοίς· ιδού η κεφαλή ‘Ολοφέρνου αρχιστρατήγου δυνάμεως Ασσούρ. 11 Και είπεν Ιουδίθ μακρόθεν τοις φυλάσσουσιν επί των πυλών· ανοίξατε. ανοίξατε δη την πύλην. και ουκ εποίησεν αμάρτημα μετ ‘ εμού εις μίασμα και αισχύνην. ότι παράδοξον ην αυτοίς το ελθείν αυτήν. εν ω κατέκειτο εν ταις μέθαις αυτού· και επάταξεν αυτόν ο Κύριος εν χειρί θηλείας· 16 και ζη Κύριος. και ιδού το κωνωπείον. ο Θεός Ισραήλ. καθείλε τον ακινάκην αυτού απ ‘ αυτού 7 και εγγίσασα της κλίνης εδράξατο της κόμης της κεφαλής αυτού και είπε· κραταίωσόν με. θύγατερ. μεθ ‘ ημών ο Θεός ο Θεός ημών ποιήσαι έτι ισχύν εν Ισραήλ κατά κράτος κατά των εχθρών. και ευλογημένος Κύριος ο Θεός. 6 και προσελθούσα τω κανόνι της κλίνης. οί επανέστησαν ημίν. και ήνοιξαν την πύλην και υπεδέξαντο αυτάς και άψαντες πυρ εις φαύσιν περιεκύκλωσαν αυτάς. ος ην προς κεφαλής ‘Ολοφέρνου. 10 και ενέβαλεν αυτήν εις την πήραν των βρωμάτων αυτής. 13 και συνέδραμον πάντες από μικρού έως μεγάλου. 17 και εξέστη πας ο λαός σφόδρα και κύψαντες προσεκύνησαν τω Θεω και είπαν ομοθυμαδόν· ευλογητός ει. ο εξουδενώσας εν τη ημέρα τη σήμερον τους εχθρούς του λαού σου. και εξήλθον αι δύο άμα κατά τον εθισμόν αυτών επί την προσευχήν· και διελθούσαι την παρεμβολήν εκύκλωσαν την φάλαγγα εκείνην και προσανέβησαν το όρος Βαιτυλούα και ήλθοσαν προς τας πύλας αυτής. ο Θεός ημών.

καλέσατέ μοι Αχιώρ τον Αμανίτην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανθρώπων μνημονευόντων ισχύν Θεού έως αιώνος. και εξελύθη το πνεύμα αυτού. 7 ως δε ανέλαβον αυτόν. αλλ ‘ επεξήλθες πτώματι ημών επ ‘ ευθείαν πορευθείσα ενώπιον του Θεού ημών. 3 και αναλαβόντες ούτοι τας πανοπλίας αυτών πορεύσονται εις την παρεμβολήν αυτών και εγερούσι τους στρατηγούς της δυνάμεως Ασσούρ· και συνδραμούνται επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και ουχ ευρήσουσιν αυτόν. 4 και επακολουθήσαντες υμείς και πάντες οι κατοικούντες παν όριον Ισραήλ. και ου καταβήσεσθε. ανθ ‘ ων ουκ εφείσω της ψυχής σου δια την ταπείνωσιν του γένους ημών. ίνα ιδών επιγνω τον εκφαυλίσαντα τον οίκον του Ισραήλ και αυτόν ως εις θάνατον αποστείλαντα εις ημάς. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ είπε προς αυτούς Ιουδίθ· ακούσατε δη μου. ηλάλαξεν ο λαός φωνή μεγάλη και έδωκε φωνήν ευφρόσυνον εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 886 . 2 και έσται ηνίκα αν διαφαύση ο όρθρος και εξέλθη ο ήλιος επί την γην. και επιπεσείται επ ‘ αυτουύς φόβος. αδελφοί. και φεύξονται από προσώπου υμών. όσα ην πεποιηκυία. 20 και ποιήσαι σοι αυτά ο Θεός εις ύψος αιώνιον του επισκέψασθαί σε εν αγαθοίς. έπεσεν επί πρόσωπον. και λαβόντες την κεφαλήν ταύτην κρεμάσατε αυτήν επί της επάλξεως του τείχους υμών. και απήγγειλεν αυτω Ιουδίθ εν μέσω του λαού πάντα. 5 προ δε του ποιήσαι ταύτα. αναλήψεσθε έκαστος τα σκεύη τα πολεμικά υμών και εξελεύσεσθε πας ανήρ ισχύων έξω της πόλεως και δώσετε αρχηγόν εις αυτούς ως καταβαίνοντες επί το πεδίον εις την προφυλακήν υιών Ασσούρ. και είπαν πας ο λαός· γένοιτο. προσέπεσε τοις ποσίν Ιουδίθ και προσεκύνησε τω προσώπω αυτής και είπεν· ευλογημένη συ εν παντί σκηνώματι Ιούδα και εν παντί έθνει. 9 ως δε επαύσατο λαλούσα. καταστρώσατε αυτούς εν ταις οδοίς αυτών. αφ ‘ ης ημέρας εξήλθεν έως ου ελάλει αυτοίς. οίτινες ακούσαντες το όνομά σου ταραχθήσονται· 8 και νυν ανάγγειλόν μοι όσα εποίσας εν ταις ημέραις ταύταις. 6 και εκάλεσαν τον Αχιώρ εκ του οίκου ‘Οζία· ως δε ήλθε και είδε την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου εν χειρί ανδρός ενός εν τη εκκλησία του λαού. γένοιτο.

και τότε οι υιοί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 887 . 13 και παρεγένοντο επί την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και είπαν τω όντι επί πάντων των αυτού· έγειρον δη τον κύριον ημών. και εκρέμασαν την κεφαλήν ‘Ολοφέρνου εκ του τείχους. ΙΟΥΔΙΘ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ ως ήκουσαν οι εν τοις σκηνώμασιν όντες. και ουκ ην άνθρωπος μένων κατά πρόσωπον του πλησίον έτι. και ουχ εύρεν αυτήν· και εξεπήδησεν εις τον λαόν κράζων· 18 ηθέτησαν οι δούλοι. και η κεφαλή αυτού αφήρετο απ ‘ αυτού. ότι ετόλμησαν οι δούλοι καταβαίνειν εφ ‘ ημάς εις πόλεμον. και εγένετο αυτών κραυγή και βοή μεγάλη σφόδρα εν μέσω της παρεμβολής. 17 και εισήλθεν εις την σκηνήν. 10 ιδών δε Αχιώρ πάντα. 14 και εισήλθε Βαγώας και έκρουσε την αυλαίαν της σκηνής· υπενοείτο γαρ καθεύδειν αυτόν μετά Ιουδίθ· 15 ως δε ουδείς επήκουσε. 12 οι δε υιοί Ασσούρ ως είδον αυτούς. 2 και επέπεσεν επ ‘ αυτούς φόβος και τρόμος. αλλ ‘ εκχυθέντες ομοθυμαδόν έφευγον επί πάσαν οδόν του πεδίου και της ορεινής· 3 και οι παρεμβεβληκότες εν τη ορεινή κύκλω Βαιτυλούα και ετράπησαν εις φυγήν. 19 ως δε ήκουσαν ταύτα τα ρήματα οι άρχοντες της δυνάμεως Ασσούρ. εξέστησαν επί το γεγονός. ου ην Ιουδίθ καταλύουσα. και εταράχθη η ψυχή αυτών σφόδρα. 16 και εβόησε φωνή μεγάλη μετά κλαυθμού και στεναγμού και βοής ισχυράς και διέρρηξε τα ιμάτια αυτού. διαστείλας εισήλθεν εις τον κοιτώνα και εύρεν αυτόν επί της χελωνίδος ερριμμένον νεκρόν. εποίησεν αισχύνην μία γυνή των Εβραίων εις τον οίκον του βασιλέως Ναβουχοδονόσορ· ότι ιδού ‘Ολοφέρνης χαμαί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πόλει αυτών. τους χιτώνας αυτών διέρρηξαν. 11 Ηνίκα δε ο όρθρος ανέβη. επίστευσε τω Θεω σφόδρα και περιετέμετο την σάρκα της ακροβυστίας αυτού και προσετέθη προς τον οίκον Ισραήλ έως της ημέρας ταύτης. ίνα εξολοθρευθώσιν εις τέλος. και η κεφαλή ουκ έστιν επ ‘ αυτω. διέπεμψαν επί τους ηγουμένους αυτών· οι δε ήλθον επί στρατηγούς και χιλιάρχους και επί πάντα άρχοντα αυτών. όσα εποίησεν ο Θεός του Ισραήλ. και ανέλαβε πας ανήρ Ισραήλ τα όπλα αυτού και εξήλθοσαν κατά σπείρας επί τας αναβάσεις του όρους.

και ευδόκησεν επ ‘ αυτοίς ο Θεός· ευλογημένη γίνου παρά τω παντοκράτορι Κυρίω εις τον αιώνα χρόνον. ευλόγησαν αυτήν πάντες ομοθυμαδόν και είπαν προς αυτήν· συ ύψωμα Ισραήλ. ανήγγειλαν γαρ αυτοίς τα γεγονότα τη παρεμβολή των εχθρών αυτών· και οι εν Γαλαάδ και οι εν τη Γαλιλαία υπερεκέρασαν αυτούς πληγή μεγάλη. 6 οι δε λοιποί οι κατοικούντες Βαιτυλούα επέπεσαν τη παρεμβολή Ασσούρ και επρονόμευσαν αυτούς και επλούτησαν σφόδρα. έως ου παρήλθον Δαμασκόν και τα όρια αυτής. 12 και συνέδραμε πάσα γυνή Ισραήλ του ιδείν αυτήν και ευλόγησαν αυτήν και εποίησαν αυτη χορόν εξ αυτών. και έλαβε θύρσους εν ταις χερσίν αυτής και έδωκε ταις γυναιξί ταις μετ ‘ αυτής. και ηκολούθει πας ανήρ Ισραήλ ενωπλισμένοι μετά στεφάνων και ύμνων εν τω στόματι αυτών. 8 και Ιωακίμ ο ιερεύς ο μέγας και η γερουσία των υιών Ισραήλ οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ ήλθον του θεάσασθαι τα αγαθά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. και υπεφώνει πας ο λαός την αίνεσιν ταύτην. εξεχύθησαν επ ‘ αυτούς. 9 ως δε εισήλθον προς αυτήν. και λαβούσα αύτη επέθηκεν επί την ημίονον αυτής και έζευξε τας αμάξας αυτής και εσώρευσεν αυτά επ ‘ αυτών. 7 οι δε υιοί Ισραήλ αναστρέψαντες από της κοπής εκυρίευσαν των λοιπών. αυτή και αι μετ ‘ αυτής. πας ανήρ πολεμιστής εξ αυτών. και αι κώμαι και αι επαύλεις εν τη ορεινή και πεδινή εκράτησαν πολλών λαφύρων. ην γαρ πλήθος πολύ σφόδρα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 888 . α εποίησε Κύριος τω Ισραήλ. και είπε ο λαός· γένοιτο 11 και ελαφύρευσε πας ο λαός την παρεμβολήν εφ ‘ ημέρας τριάκοντα· και έδωκαν τη Ιουδίθ την σκηνήν ‘Ολοφέρνου και πάντα τα αργυρώματα και τας κλίνας και τα όλκια και πάντα τα σκευάσματα αυτού. 13 και εστεφανώσαντο την ελαίαν. 4 και απέστειλεν ‘Οζίας εις Βαιτομασθαίμ και Βηβαϊ και Κωλά και εις παν όριον Ισραήλ τους απαγγέλλοντας υπέρ των συντετελεσμένων και ίνα πάντες επεκχυθώσι τοις πολεμίοις εις την αναίρεσιν αυτών. και προήλθε παντός του λαού εν χορεία ηγουμένη πασών των γυναικών. πάντες ομοθυμαδόν επέπεσον επ ‘ αυτούς και έκοπτον αυτούς έως Χωβά. και του ιδείν την Ιουδίθ και λαλήσαι μετ ‘ αυτής ειρήνην. συ γαυρίαμα μέγα του Ισραήλ. 14 και εξήρχεν Ιουδίθ την εξομολόγησιν ταύτην εν παντί Ισραήλ. εποίησας τα αγαθά μετά Ισραήλ. 5 ως δε ήκουσαν οι υιοί Ισραήλ. ωσαύτως δε και οι εξ Ιερουσαλήμ παρεγενήθησαν και εκ πάσης της ορεινής. συ καύχημα μέγα του γένους ημών· 10 εποίησας πάντα ταύτα εν χειρί σου.

10 έφριξαν Πέρσαι την τόλμαν αυτής. διήλθεν ο ακινάκης τον τράχηλον αυτού. και ωκοδόμησε· και ουκ έστιν ος αντιστήσεται τη φωνή σου. και η ίππος αυτών εκάλυψε βουνούς. έτι δε τοις φοβουμένοις σε. ουδέ υψηλοί γίγαντες επέθεντο αυτω. αλλά Ιουδίθ θυγάτηρ Μεραρί εν κάλλει προσώπου αυτής παρέλυσεν αυτόν· 7 εξεδύσατο γαρ στολήν χηρεύσεως αυτής εις ύψος των πονούντων εν Ισραήλ. 3 ήλθεν Ασσούρ εξ ορέων από βορρά. ανυπέρβλητος. 12 υιοί κορασίων κατεκέντησαν αυτούς και ως παίδας αυτομολούντων ετίτρωσκον αυτούς. ων το πλήθος αυτών ενέφραξε χειμάρρους. και ελάχιστον παν στέαρ εις ολοκαύτωμά σοι· ο δε φοβούμενος τον Κύριον μέγας διαπαντός. 13 υμνήσω τω Θεω μου ύμνον καινόν· Κύριε. ήλθεν εν μυριάσι δυνάμεως αυτού. 16 ότι μικρόν πάσα θυσία εις οσμήν ευωδίας. απώλοντο εκ παρατάξεως Κυρίου μου. 5 Κύριος παντοκράτωρ ηθέτησεν αυτούς εν χειρί θηλείας. και Μήδοι το θράσος αυτής ερράχθησαν. 6 ου γαρ υπέπεσεν ο δυνατός αυτών υπό νεανίσκων. εναρμόσασθε αυτω ψαλμόν καινόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΟΥΔΙΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ είπεν Ιουδίθ· Εξάρχετε τω Θεω μου εν τυμπάνοις. ύψωσαν την φωνήν αυτών και ανετράπησαν. συ ευιλατεύεις αυτοίς. 11 τότε ηλάλαξαν οι ταπεινοί μου. 4 είπεν εμπρήσειν τα όριά μου και τους νεανίσκους μου ανελείν εν ρομφαία και τα θηλάζοντά μου θήσειν εις έδαφος και τα νήπιά μου δώσειν εις προνομήν και τας παρθένους μου σκυλεύσαι. 2 ότι Θεός συντρίβων πολέμους Κύριος. και το κάλλος αυτής ηχμαλώτισε ψυχήν αυτού. μέγας ει και ένδοξος. ηλείψατο το πρόσωπον αυτής εν μυρισμω 8 και εδήσατο τας τρίχας αυτής εν μίτρα και έλαβε στολήν λινήν εις απάτην αυτού· 9 το σανδάλιον αυτής ήρπασεν οφθαλμόν αυτού. ουδέ υιοί τιτάνων επάταξαν αυτόν. ότι εις παρεμβολάς αυτού μέσω λαού εξείλατό με εκ χειρός των καταδιωκόντων με. και εγενήθησαν. και εφοβήθησαν οι ασθενούντές μου και επτοήθησαν. θαυμαστός εν ισχύϊ. υψούτε και επικαλέσασθε το όνομα αυτού. 15 όρη γαρ εκ θεμελίων συν ύδασι σαλευθήσεται. πέτραι δε από προσώπου σου ως κηρός τακήσονται. απέστειλας το πνεύμά σου. 17 ουαί έθνεσιν επανισταμένοις τω γένει μου· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 889 . 14 σοί δουλευσάτω πάσα η κτίσις σου· ότι είπας. άσατε τω Κυρίω μου εν κυμβάλοις.

20 και ην ο λαός ευφραινόμενος εν Ιερουσαλήμ κατά πρόσωπον των αγίων επί μήνας τρεις. άνθρωπος μέγας. και το κωνωπείον. 21 Μετά δε τας ημέρας ταύτας ανέζευξεν έκαστος εις την κληρονομίαν αυτού. και έθαψαν αυτήν εν τω σπηλαίω του ανδρός αυτής Μανασσή. και ουκ έγνω ανήρ αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής αυτής. και Ιουδίθ απήλθεν εις Βαιτυλούα και κατέμεινεν επί της υπάρξεως αυτής· και εγένετο κατά τον καιρόν αυτής ένδοξος εν πάση τη γη. ------------------------------------------------------- ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΕΤΟΥΣ δευτέρου βασιλεύοντος Αρταξέρξου του μεγάλου βασιλέως τη μια του Νισάν. 18 Ως δε ήλθοσαν εις Ιερουσαλήμ. 22 και πολλοί επεθύμησαν αυτήν. εκ φυλής Βενιαμίν. 25 και ουκ ην έτι ο εκφοβών τους υιούς Ισραήλ εν ταις ημέραις Ιουδίθ και μετά το αποθανείν αυτήν ημέρας πολλάς. 19 και ανέθηκεν Ιουδίθ πάντα τα σκεύη ‘Ολοφέρνου. 24 και επένθησεν αυτήν οίκος Ισραήλ ημέρας επτά. του Σεμεϊου. του Κισσαίου. ως ανάθημα τω Θεω έδωκε. και προσετέθη προς τον λαόν αυτού. θεραπεύων εν τη αυλή του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 890 . αφ ‘ ης ημέρας απέθανε Μανασσής ο ανήρ αυτής. και απέθανεν εις Βαιτυλούα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος παντοκράτωρ εκδικήσει αυτούς εν ημέρα κρίσεως δούναι πυρ και σκώληκας εις σάρκας αυτών. προσεκύνησαν τω Θεω. 1β άνθρωπος Ιουδαίος οικών εν Σούσοις τη πόλει. όσα έδωκεν ο λαός αυτη. και Ιουδίθ μετ ‘ αυτών κατέμεινε. ενύπνιον είδε Μαρδοχαίος ο του Ιαϊρου. ανήνεγκαν τα ολοκαυτώματα αυτών και τα εκούσια αυτών και τα δόματα. ό έλαβεν αύτη εκ του κοιτώνος αυτού. και ηνίκα εκαθαρίσθη ο λαός. και κλαύσονται εν αισθήσει έως αιώνος. και διείλε τα υπάρχοντα αυτής προ του αποθανείν αυτήν πάσι τοις έγγιστα Μανασσή του ανδρός αυτής και τοις έγγιστα του γένους αυτής. 23 και ην προβαίνουσα μεγάλη σφόδρα και εγήρασεν εν τω οίκω του ανδρός αυτής έτη εκατόν πέντε· και αφήκε την άβραν αυτής ελευθέραν.

1ε και ιδού δύο δράκοντες μεγάλοι έτοιμοι προήλθον αμφότεροι παλαίειν. και Μαρδοχαίος έγραψεν περί των λόγων τούτων. ωστε πολεμήσαι δικαίων έθνος. 1 Και εγένετο μετά τους λόγους τούτους εν ταις ημέραις Αρταξέρξου -ούτος ο Αρταξέρξης από της Ινδικής εκατόν εικοσιεπτά χωρών εκράτησεν. ης ηχμαλώτευσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος εξ Ιερουσαλήμ μετά Ιεχονίου του βασιλέως της Ιουδαίας. 1δ και τούτο αυτού το ενύπνιον· και ιδού φωναί και θόρυβος. και οι ταπεινοί υψώθησαν και κατέφαγον τους ενδόξους. 1ο και έγραψεν ο βασιλεύς τους λόγους τούτους εις μνημόσυνον. 1λ και διεγερθείς Μαρδοχαίος ο εωρακώς το ενύπνιον τούτο και τι ο Θεός βεβούλευται ποιήσαι. κάκωσις και τάραχος μέγας επί της γης· 1θ και εταράχθη παν έθνος δίκαιον φοβούμενοι τα εαυτών κακά και ητοιμάσθησαν απολέσθαι και εβόησαν προς τον Θεόν. 1ι από δε της βοής αυτών εγένετο ωσανεί από μικράς πηγής ποταμός μέγας. 1π και επέταξεν ο βασιλεύς Μαρδοχαίω θεραπεύειν εν τη αυλή και έδωκεν αυτω δόματα περί τούτων. είχεν αυτό εν τη καρδία και εν παντί λόγω ήθελεν επιγνώναι αυτό έως της νυκτός. 4 και μετά ταύτα μετά το δείξαι αυτοίς τον πλούτον της βασιλείας αυτού και την δόξαν της ευφροσύνης του πλούτου αυτού εν ημέραις εκατόν ογδοήκοντα. εποίησεν ο βασιλεύς πότον τοις έθνεσι τοις ευρεθείσιν εις την πόλιν επί ημέρας εξ εν αυλή οίκου του βασιλέως 6 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 891 . 1ρ και ην Αμάν Αμαδάθου Βουγαίος ένδοξος ενώπιον του βασιλέως· και εζήτησε κακοποιήσαι τον Μαρδοχαίον και τον λαόν αυτού υπέρ των δύο ευνούχων του βασιλέως. δοχήν εποίησε τοις φίλοις και τοις λοιποίς έθνεσι και τοις Περσών και Μήδων ενδόξοις και τοις άρχουσι των σατραπών. βρονταί και σεισμός. θλίψις και στενοχωρία. και ομολογήσαντες απήχθησαν.2 εν αυταίς ταις ημέραις ότε εθρονίσθη βασιλεύς Αρταξέρξης εν Σούσοις τη πόλει. και εγένετο αυτών φωνή μεγάλη· 1ζ και τη φωνή αυτών ητοιμάσθη παν έθνος εις πόλεμον. 1ξ και εξήτασεν ο βασιλεύς τους δύο ευνούχους. ότι ετοιμάζουσι τας χείρας επιβαλείν Αρταξέρξη τω βασιλεί. 5 ότε δε ανεπληρώθησαν αι ημέραι του γάμου. 3 εν τω τρίτω έτει βασιλεύοντος αυτού. 1γ ην δε εκ της αιχμαλωσίας. 1μ και ησύχασε Μαρδοχαίος εν τη αυλή μετά Γαβαθά και Θάρα των δύο ευνούχων του βασιλέως των φυλασσόντων την αυλήν 1ν ήκουσέ τε αυτών τους λογισμούς και τας μερίμνας αυτών εξηρεύνησε και έμαθεν. τάραχος επί της γης. και υπέδειξε τω βασιλεί περί αυτών. ύδωρ πολύ· 1κ και φως και ήλιος ανέτειλε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέως. 1η και ιδού ημέρα σκότος και γνόφου.

βασιλεύειν αυτήν και περιθείναι αυτη το διάδημα και δείξαι τοις άρχουσι και τοις έθνεσι το κάλλος αυτής. 21 και ήρεσεν ο λόγος τω βασιλεί και τοις άρχουσι. κύκλω ρόδα πεπασμένα· 7 ποτήρια χρυσά και αργυρά και ανθράκινον κυλίκιον προκείμενον από ταλάντων τρισμυρίων· οίνος πολύς και ηδύς. ότι ουκ εποίησε τα υπό του βασιλέως προσταχθέντα δια των ευνούχων. από πτωχού έως πλουσίου. 19 ει ουν δοκεί τω βασιλεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κεκοσμημένη βυσσίνοις και καρπασίνοις τεταμένοις επί σχοινίοις βυσσίνοις και πορφυροίς. τοις επτά ευνούχοις τοις διακόνοις του βασιλέως Αρταξέρξου. τολμήσουσιν ομοίως ατιμάσαι τους άνδρας αυτών. ούτως δε ηθέλησεν ο βασιλεύς και επέταξε τοις οικονόμοις ποιήσαι το θέλημα αυτού και των ανθρώπων. και εποίησεν ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 892 . 14 και προσήλθεν αυτω Αρκεσαίος και Σαρσαθαίος και Μαλησεάρ οι άρχοντες Περσών και Μήδων. ως δεί ποιήσαι Αστίν τη βασιλίσση. επί κύβοις χρυσοίς και αργυροίς. 16 και είπεν ο Μουχαίος προς τον βασιλέα και τους άρχοντας· ου τον βασιλέα μόνον ηδίκησεν Αστίν η βασίλισσα. ποιήσατε ουν περί τούτου νόμον και κρίσιν. όπου ο βασιλεύς Αρταξέρξης. 8 ο δε πότος ούτος ου κατά προκείμενον νόμον εγένετο. και την βασιλείαν αυτής δότω ο βασιλεύς γυναικί κρείττονι αυτής. 9 και Αστίν η βασίλισσα εποίησε πότον ταις γυναιξίν εν τοις βασιλείοις. 20 και ακουσθήτω ο νόμος ο υπό του βασιλέως. και ούτω πάσαι αι γυναίκες περιθήσουσι τιμήν τοις ανδράσιν εαυτών. 18 ούτω σήμερον αι τυραννίδες αι λοιπαί των αρχόντων Περσών και Μήδων ακούσασαι τα τω βασιλεί λεχθέντα υπ ‘ αυτής. αλλά και πάντας τους άρχοντας και τους ηγουμένους του βασιλέως (17 και γαρ διηγήσατο αυτοίς τα ρήματα της βασιλίσσης και ως αντείπε τω βασιλεί). προσταξάτω βασιλικόν. ως ουν αντείπε τω βασιλεί Αρταξέρξη. και ελυπήθη ο βασιλεύς και ωργίσθη 13 και είπε τοις φίλοις αυτού· κατά ταύτα ελάλησεν Αστίν. επί στύλοις παρίνοις και λιθίνοις· κλίναι χρυσαί και αργυραί επί λιθοστρώτου σμαραγδίτου λίθου και πιννίνου και παρίνου λίθου και στρώμναι διαφανείς ποικίλως διηνθισμέναι. και γραφήτω κατά τους νόμους Μήδων και Περσών· και μη άλλως χρησάσθω. μηδέ εισελθέτω έτι η βασίλισσα προς αυτόν. 10 εν δε τη ημέρα τη εβδόμη ηδέως γενόμενος ο βασιλεύς είπε τω Αμάν και Βαζάν και Θάρα και Βαραζί και Ζαθολθά και Αβαταζά και Θαραβά. 15 και απήγγειλαν αυτω κατά τους νόμους. ότι καλή ην. 11 εισαγαγείν την βασίλισσαν προς αυτόν. οι εγγύς του βασιλέως. οι πρώτοι παρακαθήμενοι τω βασιλεί. 12 και ουκ εισήκουσεν αυτού Αστίν η βασίλισσα ελθείν μετά των ευνούχων. ον αυτός ο βασιλεύς έπινεν. ον εάν ποιή εν τη βασιλεία αυτού.

8 και ότε ηκούσθη το του βασιλέως πρόσταγμα. ωστε είναι φόβον αυτοίς εν ταις οικίαις αυτών. και δοθήτω σμήγμα και η λοιπή επιμέλεια· 4 και η γυνή. θυγάτηρ Αμιναδάβ αδελφού πατρός αυτού. βασιλεύσει αντί Αστίν. και ήρεσε τω βασιλεί το πράγμα. συνήχθησαν πολλά κοράσια εις Σούσαν την πόλιν υπό χείρα Γαϊ. και όνομα αυτη Εσθήρ· εν δε τω μεταλλάξαι αυτής τους γονείς επαίδευσεν αυτήν εαυτω εις γυναίκα· και ην το κοράσιον καλόν τω είδει. και επιλεξάτωσαν κοράσια παρθενικά καλά τω είδει εις Σούσαν την πόλιν εις τον γυναικώνα· και παραδοθήτωσαν τω ευνούχω του βασιλέως τω φύλακι των γυναικών. κατά την λέξιν αυτών. του Σεμεϊου. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ μετά τους λόγους τούτους εκόπασεν ο βασιλεύς του θυμού και ουκέτι εμνήσθη της Αστίν. 12 ούτος δε ην καιρός κορασίου εισελθείν προς τον βασιλέα. 6 ος ην αιχμάλωτος εξ Ιερουσαλήμ. όταν αναπληρώση μήνας δεκαδύο· ούτως γαρ αναπληρούνται αι ημέραι της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 893 . 10 και ουχ υπέδειξε Εσθήρ το γένος αυτής ουδέ την πατρίδα· ο γαρ Μαρδοχαίος ενετείλατο αυτη μη απαγγείλαι· 11 καθ' εκάστην δε ημέραν περιεπάτει ο Μαρδοχαίος κατά την αυλήν την γυναικείαν επισκοπών τι Εσθήρ συμβήσεται. ην ηχμαλώτευσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος. 9 και ήρεσεν αυτω το κοράσιον και εύρε χάριν ενώπιον αυτού· και έσπευσε δούναι αυτη το σμήγμα και την μερίδα και τα επτά κοράσια τα υποδεδειγμένα αυτη εκ βασιλικού και εχρήσατο αυτη καλώς και ταις άβραις αυτής εν τω γυναικώνι. 2 και είπαν οι διάκονοι του βασιλέως· ζητηθήτω τω βασιλεί κοράσια άφθορα καλά τω είδει· 3 και καταστήσει ο βασιλεύς κωμάρχας εν πάσαις ταις χώραις της βασιλείας αυτού. και ήχθη Εσθήρ προς Γαϊ τον φύλακα των γυναικών. μνημονεύων οία ελάλησε και ως κατέκρινεν αυτήν. 7 και ην τούτω παις θρεπτή. του Κισσαίου. εκ φυλής Βενιαμίν. και εποίησεν ούτως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύς καθά ελάλησεν ο Μουχαίος· 22 και απέστειλεν εις πάσαν την βασιλείαν κατά χώραν. και όνομα αυτού Μαρδοχαίος ο του Ιαϊρου. 5 και άνθρωπος ην Ιουδαίος εν Σούσοις τη πόλει. ή αν αρέση τω βασιλεί.

20 η δε Εσθήρ ουχ υπέδειξε την πατρίδα αυτής· ούτως γαρ ενετείλατο αυτη Μαρδοχαίος. 21 Και ελυπήθησαν οι δύο ευνούχοι του βασιλέως. τω εβδόμω έτει της βασιλείας αυτού. 16 και εισήλθεν Εσθήρ προς Αρταξέρξην τον βασιλέα τω δωδεκάτω μηνί. 13 και τότε εισπορεύεται προς τον βασιλέα. παραδώσει αυτήν συνεισέρχεσθαι αυτω από του γυναικώνος έως των βασιλείων. οι αρχισωματοφύλακες. 22 και εδηλώθη Μαρδοχαίω ο λόγος. και ουκέτι εισπορεύεται προς τον βασιλέα. 14 δείλης εισπορεύεται και προς ημέραν αποτρέχει εις τον γυναικώνα τον δεύτερον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θεραπείας. 19 ο δε Μαρδοχαίος εθεράπευεν εν τη αυλή. και εύρε χάριν παρά πάσας τας παρθένους. 15 εν δε τω αναπληρούσθαι τον χρόνον Εσθήρ της θυγατρός Αμιναδάβ αδελφού πατρός Μαρδοχαίου εισελθείν προς τον βασιλέα ουδέν ηθέτησεν. μήνας εξ αλειφόμεναι εν σμυρνίνω ελαίω και μήνας εξ εν τοις αρώμασι και εν τοις σμήγμασι των γυναικών. και επέθηκεν αυτη το διάδημα το γυναικείον. 18 και εποίησεν ο βασιλεύς πότον πάσι τοις φίλοις αυτού και ταις δυνάμεσιν επί ημέρας επτά και ύψωσε τους γάμους Εσθήρ και άφεσιν εποίησε τοις υπό την βασιλείαν αυτού. εάν μη κληθή ονόματι. ων ενετείλατο ο ευνούχος ο φύλαξ των γυναικών· ην γαρ Εσθήρ ευρίσκουσα χάριν παρά πάντων των βλεπόντων αυτήν. και ω εάν είπη. καθώς ην μετ ‘ αυτού και Εσθήρ ου μετήλλαξε την αγωγήν αυτής. ος εστιν Αδάρ. φοβείσθαι τον Θεόν και ποιείν τα προστάγματα αυτού. ου Γαϊ ο ευνούχος του βασιλέως ο φύλαξ των γυναικών. και εσήμανεν Εσθήρ. 17 και ηράσθη ο βασιλεύς Εσθήρ. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΜΕΤΑ δε ταύτα εδόξασεν ο βασιλεύς Αρταξέρξης Αμάν Αμαδάθου Βουγαίον και ύψωσεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 894 . και εζήτουν αποκτείναι Αρταξέρξην τον βασιλέα. και αυτή ενεφάνισε τω βασιλεί τα της επιβουλής 23 ο δε βασιλεύς ήτασε τους δύο ευνούχους και εκρέμασεν αυτούς· και προσέταξεν ο βασιλεύς καταχωρίσαι εις μνημόσυνον εν τη βασιλική βιβλιοθήκη υπέρ της ευνοίας Μαρδοχαίου εν εγκωμίω. ότι προήχθη Μαρδοχαίος.

4 καθ ‘ εκάστην ημέραν ελάλουν αυτω. 2 και πάντες οι εν τη αυλή προσεκύνουν αυτω. τι παρακούεις τα υπό του βασιλέως λεγόμενα. οι δε νόμοι αυτών έξαλλοι παρά πάντα τα έθνη. 13 και απεστάλη δια βιβλιοφόρων εις την Αρταξέρξου βασιλείαν αφανίσαι το γένος των Ιουδαίων εν ημέρα μια μηνός δωδεκάτου. 12 και εκλήθησαν οι γραμματείς του βασιλέως μηνί πρώτω τη τρισκαιδεκάτη και έγραψαν. 5 και επιγνούς Αμάν ότι ου προσκυνεί αυτω Μαρδοχαίος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτόν. ωστε απολέσαι εν μια ημέρα το γένος Μαρδοχαίου. των δε νόμων του βασιλέως παρακούουσι. 7 και εποίησε ψήφισμα εν έτει δωδεκάτω της βασιλείας Αρταξέρξου και έβαλε κλήρους ημέραν εξ ημέρας και μήνα εκ μηνός. τους των υποτεταγμένων ακυμάντους διαπαντός καταστήσαι βίους. 8 και ελάλησε προς τον βασιλέα Αρταξέρξης λέγων· υπάρχει έθνος διεσπαρμένον εν τοις έθνεσιν εν πάση τη βασιλεία σου. εβουλήθην μη τω θράσει της εξουσίας επαιρόμενος. τοις τε άρχουσι των εθνών κατά την αυτών λέξιν δι ‘ Αρταξέρξου του βασιλέως. επιεικέστερον δε και μετά ηπιότητος αεί διεξάγων. και διαρπάσαι τα υπάρχοντα αυτών. 10 και περιελόμενος ο βασιλεύς το δακτύλιον έδωκεν εις χείρας τω Αμάν σφραγίσαι κατά των γεγραμμένων κατά των Ιουδαίων. εθυμώθη σφόδρα 6 και εβουλεύσατο αφανίσαι πάντας τους υπό την Αρταξέρξου βασιλείαν Ιουδαίους. τω δε έθνει χρώ ως βούλει. και ουχ υπήκουεν αυτών· και υπέδειξαν τω Αμάν Μαρδοχαίον τοις του βασιλέως λόγοις αντιτασσόμενον· και υπέδειξεν αυτοίς ο Μαρδοχαίος ότι Ιουδαίός εστι. καγώ διαγράψω εις το γαζοφυλάκιον του βασιλέως αργυρίου τάλαντα μύρια. ος εστιν Αδάρ. δογματισάτω απολέσαι αυτούς. και ου συμφέρει τω βασιλεί εάσαι αυτούς· 9 ει δοκεί τω βασιλεί. 13α Της δε επιστολής εστι το αντίγραφον τόδε· «Βασιλεύς μέγας Αρταξέρξης τοις από της Ινδικής έως της Αιθιοπίας εκατόν εικοσιεπτά χωρών άρχουσι και τοπάρχαις υποτεταγμένοις τάδε γράφει· 13β πολλών επάρξας εθνών και πάσης επικρατήσας οικουμένης. και τοις άρχουσι κατά πάσαν χώραν από Ινδικής έως της Αιθιοπίας. τοις στρατηγοίς. ως επέταξεν Αμάν. και έπεσεν ο κλήρος εις την τεσσαρεσκαιδεκάτην του μηνός. την τε βασιλείαν ήμερον και πορευτήν μέχρι περάτων παρεξόμενος ανανεώσασθαί τε την ποθουμένην τοις πάσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 895 . και επρωτοβάθρει πάντων των φίλων αυτού. ούτως γαρ προσέταξεν ο βασιλεύς ποιήσαι· ο δε Μαρδοχαίος ου προσεκύνει αυτω. ταις εκατόν εικοσιεπτά χώραις. 11 και είπεν ο βασιλεύς τω Αμάν· το μεν αργύριον έχε. ος εστιν Αδάρ. 3 και ελάλησαν οι εν τη αυλή του βασιλέως τω Μαρδοχαίω· Μαρδοχαίε.

τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του δωδεκάτου μηνός Αδάρ. και προσετάγη πάσι τοις έθνεσιν ετοίμους είναι εις την ημέραν ταύτην. 2 και ήλθεν έως της πύλης του βασιλέως και έστη· ου γαρ ην αυτω εξόν εισελθείν εις την αυλήν σάκκον έχοντι και σποδόν. σάκκον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 896 . ο σωφροσύνη παρ ‘ ημίν διενέγκας και εν τη ευνοία απαραλλάκτως και βεβαία πίστει αποδεδειγμένος και δεύτερον των βασιλειών γέρας απενηνεγμένος Αμάν 13δ επέδειξεν ημίν εν πάσαις ταις κατά την οικουμένην φυλαίς αναμεμείχθαι δυσμενή λαόν τινα τοις νόμοις αντίθετον προς παν έθνος τα τε των βασιλέων παραπέμποντας διηνεκώς διατάγματα. ύ13γ πυθομένου δε μου των συμβούλων. 13η όπως οι πάλαι και νυν δυσμενείς εν ημέρα μια βιαίως εις τον άδην κατελθόντες. 3 και εν πάση χώρα. Πως αν αχθείη τούτο επί πέρας. ου εξετίθετο τα γράμματα. 15 εσπεύδετο δε το πράγμα και εις Σούσαν· ο δε βασιλεύς και Αμάν εκωθωνίζοντο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανθρώποις ειρήνην. προς το μη κατατίθεσθαι την υφ ‘ ημών κατευθυνομένην αμέμπτως συναρχίαν. εταράσσετο δε η πόλις. διαγωγήν νόμων ξενίζουσαν παραλλάσσον και δυσνοούν τοις ημετέροις πράγμασι τα χείριστα συντελούν κακά και προς το μη την βασιλείαν ευσταθείας τυγχάνειν· 13ζ προστετάχαμεν ουν τους σημαινομένους υμίν εν τοις γεγραμμένοις υπό Αμάν του τεταγμένου επί των πραγμάτων και δευτέρου πατρός ημών πάντας συν συναιξί και τέκνοις απολέσαι ολορριζεί ταις των εχθρών μαχαίραις άνευ παντός οίκτου και φειδούς. 13ε διειληφότες ουν τόδε το έθνος μονώτατον εν αντιπαραγωγή παντί διαπαντός ανθρώπω κείμενον. εις τον μετέπειτα χρόνον ευσταθή και ατάραχα παρέχωσιν ημίν δια τέλους τα πράγματά. κραυγή και κοπετός και πένθος μέγα τοις Ιουδαίοις. 14 Τα δε αντίγραφα των επιστολών εξετίθετο κατά χώραν. του ενεστώτος έτους. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 Ο δε Μαρδοχαίος επιγνούς το συντελούμενον διέρρηξεν τα ιμάτια εαυτού και ενεδύσατο σάκκον και κατεπάσατο σποδόν και εκπηδήσας δια της πλατείας της πόλεως εβόα φωνή μεγάλη· αίρεται έθνος μηδέν ηδικηκός.

ει εις τον καιρόν τούτον εβασίλευσας. προς Μαρδοχαίον λέγουσα· 16 βαδίσας εκκλησίασον τους Ιουδαίους τους εν Σούσοις και νηστεύσατε επ ‘ εμοί και μη φάγητε μηδέ πίητε επί ημέρας τρεις νύκτα και ημέραν. εντείλασθαι αυτη εισελθούση παραιτήσασθαι τον βασιλέα και αξιώσαι αυτόν περί του λαού μνησθείσα ημερών ταπεινώσεώς σου. εισίν αύται ημέραι τριάκοντα. 15 και εξαπέστειλεν Εσθήρ τον ήκοντα προς αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σποδόν έστρωσαν εαυτοίς. καγώ δε και αι άβραι μου ασιτήσομεν. άλλοθεν βοήθεια και σκέπη έσται τοις Ιουδαίοις. 17α και εδεήθη Κυρίου μνημονεύων πάντα τα έργα Κυρίου και είπε· 17β Κύριε Κύριε. και εταράχθη ακούσασα το γεγονός και απέστειλε στολίσαι τον Μαρδαχαίον και αφελέσθαι αυτού τον σάκκον· ο δε ουκ επείσθη. ουκ έστιν αυτω σωτηρία· πλήν ω εκτείνη ο βασιλεύς την χρυσήν ράβδον. και απέστειλε μαθείν αύτη παρά του Μαρδοχαίου το ακριβές. 9 εισελθών δε ο Αχραθαίος ελάλησεν αυτη πάντας τους λόγους τούτους. 13 και είπε Μαρδοχαίος προς Αχραθαίον· πορεύθητι και είπον αυτη· Εσθήρ. ότι πας άνθρωπος ή γυνή. και είπεν αυτω. 7 ο δε Μαρδοχαίος υπέδειξεν αυτω το γεγονός και την επαγγελίαν. εάν και απολέσθαι με δέη. ίνα απολέση τους Ιουδαίους· 8 και το αντίγραφον το εν Σούσοις εκτεθέν υπέρ του απολέσθαι αυτούς έδωκεν αυτω δείξαι τη Εσθήρ. 5 η δε Εσθήρ προσεκαλέσατο Αχραθαίον τον ευνούχον αυτής. 17 Και βαδίσας Μαρδοχαίος εποίησεν όσα ενετείλατο αυτω Εσθήρ. βασιλεύ πάντων κρατών. μη είπης σεαυτη. ως ετράφης εν χειρί μου. 10 είπε δε Εσθήρ προς Αχραθαίον· πορεύθητι προς Μαρδοχαίον και ειπόν. ος εισελεύσεται προς τον βασιλέα εις την αυλήν την εσωτέραν άκλητος. και τότε εισελεύσομαι προς τον βασιλέα παρά τον νόμον. 12 και απήγγειλεν Αχραθαίος Μαρδοχαίω πάντας τους λόγους Εσθήρ. 11 ότι τα έθνη πάντα της βασιλείας γινώσκει. ος παρειστήκει αυτη. ότι σωθήση μόνη εν τη βασιλεία παρά πάντας τους Ιουδαίους· 14 ως ότι εάν παρακούσης εν τούτω τω καιρω. ούτος σωθήσεται· καγώ ου κέκλημαι εισελθείν προς τον βασιλέα. συ δε και ο οίκος του πατρός σου απολείσθε· και τις οίδεν. ότι εν εξουσία σου το παν εστι. διότι Αμάν ο δευτερεύων τω βασιλεί ελάλησε καθ ‘ ημών εις θάνατον· επικάλεσαι τον Κύριον και λάλησον τω βασιλεί περί ημών ρύσαι ημάς εκ θανάτου. ην επηγγείλατο Αμάν τω βασιλεί εις την γάζαν ταλάντων μυρίων. 4 και εισήλθον αι άβραι και οι ευνούχοι της βασιλίσσης και ανήγγειλαν αυτη. και ουκ έστιν ο αντιδοξών σοι εν τω θέλειν σε σώσαι τον Ισραήλ· 17γ ότι συ εποίησας τον ουρανόν και την γην και παν θαυμαζόμενον εν τη υπ ‘ ουρανόν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 897 .

και μη αφανίσης στόμα αινούντων σε. το σκήπτρόν σου τοις μη ούσι. πλήν σου του Κυρίου μου και ου ποιήσω αυτά εν υπερηφανία. γνώσθητι εν καιρω θλίψεως ημών και εμέ θάρσυνον. αλλ ‘ έθηκαν τας χείρας αυτών επί τας χείρας των ειδώλων αυτών εξάραι ορισμόν στόματός σου και αφανίσαι κληρονομίαν σου και εμφράξαι στόμα αινούντων σοι και σβέσαι δόξαν οίκου σου και θυσιαστηρίου σου. Κύριε. ο βασιλεύς. ίνα ζώντες υμνώμέν σου το όνομα. 17ζ και νυν. 17ξ και νυν ουκ ικανώθησαν εν πικρασμω δουλείας ημών. 17ν και νυν ημάρτομεν ενώπιόν σου. και ουκ έστιν ος αντιτάξεταί σοι τω Κυρίω. και αντί των υπερηφάνων ηδυσμάτων. 17ι και πας Ισραήλ εκέκραξεν εξ ισχύος αυτών. 17ρ μνήσθητι. και είπε· 17λ Κύριέ μου. τον δε αρξάμενον εφ ‘ ημάς παραδειγμάτισον. 17ο και ανοίξαι στόμα εθνών εις αρετάς ματαίων και θαυμασθήναι βασιλέα σάρκινον εις αιώνα. ίνα μη θώ δόξαν ανθρώπου υπεράνω δόξης Θεού. αλλά στρέψον την βουλήν αυτών επ ‘ αυτούς. 17π μη παραδως. 17μ εγώ ήκουον εκ γενετής μου εν φυλή πατριάς μου ότι συ. ανθ ‘ ων εδοξάσαμεν τους θεούς αυτών· δίκαιος ει. Κύριε. και αφελομένη τα ιμάτια της δόξης αυτής ενεδύσατο ιμάτια στενοχωρίας και πένθους. και παρέδωκας ημάς εις χείρας των εχθρών ημών. ην σεαυτω ελυτρώσω εκ γης Αιγύπτου· 17θ επάκουσον της δεήσεώς μου και ιλάσθητι τω κλήρω σου και στρέψον το πένθος ημών εις ευωχίαν. ότι θάνατος αυτών εν οφθαλμοίς αυτών. Κύριε. Κύριε. βασιλεύ των θεών και πάσης αρχής επικρατών· 17σ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 898 . ότι ηυδόκουν φιλείν πέλματα ποδών αυτού προς σωτηρίαν Ισραήλ· 17ε αλλ ‘ εποίησα τούτο. και ου προσκυνήσω ουδένα. Κύριε. 17δ συ πάντα γινώσκεις· συ οίδας. Κύριε. και μη καταγελασάτωσαν εν τη πτώσει ημών. ο Θεός Αβραάμ. Κύριε. το μη προσκυνείν τον υπερήφανον Αμάν. έλαβες τον Ισραήλ εκ πάντων των εθνών και τους πατέρας ημών εκ πάντων των προγόνων αυτών εις κληρονομίαν αιώνιον και εποίησας αυτοίς όσα ελάλησας. Κύριε ο Θεός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος ει πάντων. ότι επιβλέπουσιν ημίν εις καταφθοράν και επεθύμησαν απολέσαι την εξ αρχής κληρονομίαν σου· 17η μη υπερίδης την μερίδα σου. φείσαι του λαού σου. ότι ουκ εν ύβρει ουδέ εν υπερηφανία ουδέ εν φιλοδοξία εποίησα τούτο. 17κ Και Εσθήρ η βασίλισσα κατέφυγεν επί τον Κύριον εν αγώνι θανάτου κατειλημμένη. βασιλεύς ημών συ ει μόνος· βοήθησόν μοι τη μόνη και μη εχούση βοηθόν ει μη σε. σποδού και κοπριών ενέπλησε την κεφαλήν αυτής και το σώμα αυτής εταπείνωσε σφόδρα και πάντα τόπον κόσμου αγαλλιάματος αυτής έπλησε στρεπτών τριχών αυτής και εδείτο Κυρίου Θεού Ισραήλ. ότι κίνδυνός μου εν χειρί μου.

1ε και μετέβαλεν ο Θεός το πνεύμα του βασιλέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 899 . και έπεσεν η βασίλισσα και μετέβαλε το χρώμα αυτής εν εκλύσει και κατεπέκυψεν επί την κεφαλήν της άβρας της προπορευομένης. παρέλαβε τας δύο άβρας· και τη μεν μια επηρείδετο ως τρυφερευομένη. 1γ και εισελθούσα πάσας τας θύρας κατέστη ενώπιον του βασιλέως. Κύριε. η δε ετέρα επηκολούθει κουφίζουσα την ένδυσιν αυτής. ως επαύσατο προσευχομένη. εισάκουσον φωνήν απηλπισμένων και ρύσαι ημάς εκ χειρός των πονηρευομένων. ό εστιν επί της κεφαλής μου εν ημέραις οπτασίας μου· βδελύσσομαι αυτό ως ράκος καταμηνίων και ου φορώ αυτό εν ημέραις ησυχίας μου. 1α και γενηθείσα επιφανής. και αυτός εκάθητο επί του θρόνου της βασιλείας αυτού και πάσαν στολήν της επιφανείας αυτού ενδεδύκει. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ εγενήθη εν τη ημέρα τη τρίτη. 17φ συ οίδας την ανάγκην μου. όλος δια χρυσού και λίθων πολυτελών. ουδέ έπιον οίνον σπονδών· 17ψ και ουκ ηυφράνθη η δούλη σου αφ ‘ ημέρας μεταβολής μου μέχρι νυν. 1δ και άρας το πρόσωπον αυτού πεπυρωμένον δόξη εν ακμή θυμού έβλεψε. 17χ και ουκ έφαγεν η δούλη σου τράπεζαν Αμάν και ουκ εδόξασα συμπόσιον βασιλέως. ότι βδελύσσομαι το σημείον της υπερηφανίας μου. και ην φοβερός σφόδρα. ο Θεός Αβραάμ. και ρύσαί με εκ του φόβου μου. πλήν επί σοί. η δε καρδία αυτής απεστενωμένη από του φόβου. 1β και αυτή ερυθριώσα ακμή κάλλους αυτής. 17ω ο Θεός ο ισχύων επί πάντας. επικαλεσαμένη των πάντων επόπτην Θεόν και σωτήρα. και το πρόσωπον αυτής ιλαρόν ως προσφιλές. εξεδύσατο τα ιμάτια της θεραπείας και περιεβάλετο την δόξαν αυτής. Κύριε· 17υ πάντων γνώσιν έχεις και οίδας ότι εμίσησα δόξαν ανόμων και βδελύσσομαι κοίτην απεριτμήτων και παντός αλλοτρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δος λόγον εύρυθμον εις το στόμα μου ενώπιον του λέοντος και μετάθες την καρδίαν αυτού εις μίσος του πολεμούντος ημάς εις συντέλειαν αυτού και των ομονούντων αυτώ· 17τ ημάς δε ρύσαι εν χειρί σου και βοήθησόν μοι τη μόνη και μη εχούση εις μη σε.

και έσται σοι. και αύριον ποιήσω τα αυτά. και ητοιμάσθη το ξύλον. 2β εν δε τω διαλέγεσθαι αυτήν έπεσεν από εκλύσεως αυτής και ο βασιλεύς εταράσσετο. και το πρόσωπόν σου χαρίτων μεστόν. 7 και είπε· το αίτημά μου και το αξίωμα· 8 ει εύρον χάριν ενώπιον του βασιλέως. και παρεκάλει αυτήν λόγοις ειρηνικοίς και είπεν αυτη· 1ζ τι εστιν Εσθήρ. 4 είπε δε Εσθήρ· ημέρα μου επίσημος σήμερόν εστι· ει ουν δοκεί τω βασιλεί. και ήρεσε το ρήμα τω Αμάν. έως του ημίσους της βασιλείας μου. μέχρις ου κατέστη. ελθάτω ο βασιλεύς και Αμάν έτι την αύριον εις την δοχήν. και αγωνιάσας ανεπήδησεν από του θρόνου αυτού και ανέλαβεν αυτήν επί τας αγκάλας αυτού. ην ποιήσω αυτοίς. και εταράχθη η καρδία μου από φόβου της δόξης σου. όρθρου δε ειπόν τω βασιλεί και κρεμασθήτω Μαρδοχαίος επί του ξύλου· συ δε είσελθε εις τη δοχήν συν τω βασιλεί και ευφραίνου. κύριε. ως άγγελον Θεού. 14 και είπε προς αυτόν Ζωσάρα η γυνή αυτού και οι φίλοι· κοπήτω σοι ξύλον πηχών πεντήκοντα. 9 Και εξήλθεν ο Αμάν από του βασιλέως υπερχαρής ευφραινόμενος· εν δε τω ιδείν Αμάν Μαρδοχαίον τον Ιουδαίον εν τη αυλή εθυμώθη σφόδρα 10 και εισελθών εις τα ίδια εκάλεσε τους φίλους και Ζωσάραν την γυναίκα αυτού. όταν ίδω Μαρδοχαίον τον Ιουδαίον εν τη αυλή. 2 και άρας την χρυσήν ράβδον επέθηκεν επί τον τράχηλον αυτής και ησπάσατο αυτήν και είπε· λάλησόν μοι. 11 και υπέδειξεν αυτοίς τον πλούτον αυτού και την δόξαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις πραϋτητα. όπως ποιήσωμεν τον λόγον Εσθήρ· και παραγίνονται αμφότεροι εις την δοχήν. 5 και είπεν ο βασιλεύς· κατασπεύσατε Αμάν. και έσται όσα αξιοίς. κύριε. 3 και είπεν ο βασιλεύς· τι θέλεις. και τι σου εστι το αξίωμα. εγώ ο αδελφός σου. ότι θαυμαστός ει. θάρσει. ου μη αποθάνης ότι κοινόν το πρόσταγμα ημών εστι· πρόσελθε. και ως εποίησεν αυτόν πρωτεύειν και ηγείσθαι της βασιλείας. 12 και είπεν Αμάν· ου κέκληκεν η βασίλισσα μετά του βασιλέως ουδένα εις την δοχήν αλλ ‘ ή εμέ. ην ο βασιλεύς αυτω περιέθηκε. και εις την αύριον κέκλημαι· 13 και ταύτά μοι ουκ αρέσκει. ην είπεν Εσθήρ. Εσθήρ. 6 εν δε τω πότω είπεν ο βασιλεύς προς Εσθήρ· τι εστι βασίλισσα Εσθήρ. και πάσα η θεραπεία αυτού παρεκάλει αυτήν. ελθάτω και αυτός και Αμάν εις την δοχήν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 900 . 2α και είπεν αυτω· είδόν σε. ην ποιήσω σήμερον.

5 και είπαν οι διάκονοι του βασιλέως· ιδού Αμάν έστηκεν εν τη αυλή. ιδού Αμάν εν τη αυλή. ον εγώ θέλω δοξάσαι. και είπε τω διακόνω αυτού εισφέρειν γράμματα μνημόσυνα των ημερών αναγινώσκειν αυτω. και μη παραπεσάτω σου λόγος. ότι Θεός ζων μετ ‘ αυτού. ω ητοίμασε. είπε δε εν εαυτω Αμάν· τίνα θέλει ο βασιλεύς δοξάσαι ει μη εμέ. Αμάν δε υπέστρεψεν εις τα ίδια λυπούμενος κατά κεφαλής. και ανεβίβασεν αυτόν επί τον ίππον και διήλθε δια της πλατείας της πόλεως και εκήρυσσε λέγων· ούτως έσται παντί ανθρώπω. 9 και δότω ενί των φίλων του βασιλέως των ενδόξων και στολισάτω τον άνθρωπον. 8 ενεγκάτωσαν οι παίδες του βασιλέως στολήν βυσσίνην. ην ο βασιλεύς περιβάλλεται. ων ελάλησας. ον ο βασιλεύς δοξάζει. και είπεν ο βασιλεύς· καλέσατε αυτόν. 7 είπε δε προς τον βασιλέα· άνθρωπον. ο δε Αμάν εισήλθεν ειπείν τω βασιλεί κρεμάσαι τον Μαρδοχαίον επί τω ξύλω. 4 εν δε τω πυνθάνεσθαι τον βασιλέα περί της ευνοίας Μαρδοχαίου. και αναβιβασάτω αυτόν επί τον ίππον και κηρυσσέτω δια της πλατείας της πόλεως λέγων· ούτως έσται παντί ανθρώπω. 14 έτι αυτών λαλούντων. ον ο βασιλεύς θέλει δοξάσαι. και είπαν προς αυτόν οι φίλοι και η γυνή· ει εκ γένους Ιουδαίων Μαρδοχαίος. και εστόλισε τον Μαρδοχαίον. είπε δε ο βασιλεύς· τις εν τη αυλή. ήρξαι ταπεινούσθαι ενώπιον αυτού. ον ο βασιλεύς αγαπά. ον ο βασιλεύς θέλει δοξάσαι. ως απήγγειλε τω βασιλεί περί των δύο ευνούχων του βασιλέως εν τω φυλάσσειν αυτούς και ζητήσαι επιβαλείν τας χείρας Αρταξέρξη. 13 και διηγήσατο Αμάν τα συμβεβηκότα αυτω Ζωσάρα τη γυναικί αυτού και τοις φίλοις. 10 είπε δε ο βασιλεύς τω Αμάν· καλώς ελάλησας. ούτως ποίησον τω Μαρδοχαίω τω Ιουδαίω τω θεραπεύοντι εν τη αυλή. 3 είπε δε ο βασιλεύς· τίνα δόξαν ή χάριν εποιήσαμεν τω Μαρδοχαίω. 11 έλαβε δε Αμάν την στολήν και τον ίππον. παραγίνονται οι ευνούχοι επισπεύδοντες τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 901 . 12 επέστρεψε δε ο Μαρδοχαίος εις την αυλήν. και είπαν οι διάκονοι του βασιλέως· ουκ εποίησας αυτω ουδέν. και ίππον εφ ‘ ον ο βασιλεύς επιβαίνει. 6 είπε δε ο βασιλεύς τω Αμάν· τι ποιήσω τω ανθρώπω. πεσών πεσή και ου μη δύνη αυτόν αμύνασθαι. 2 εύρε δε τα γράμματα τα γραφέντα περί Μαρδοχαίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΣΘΗΡ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 Ο δε Κύριος απέστησε τον ύπνον από του βασιλέως την νύκτα εκείνην.

Αμάν δε εταράχθη από του βασιλέως και της βασιλίσσης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 902 . και τότε ο βασιλεύς εκόπασε του θυμού. όστις ετόλμησε ποιήσαι το πράγμα τούτο. 7 ο δε βασιλεύς εξανέστη από του συμποσίου εις τον κήπον· ο δε Αμάν παρητείτο την βασίλισσαν. ημείς και τα τέκνα ημών εις παίδας και παιδίσκας. Αμάν δε ακούσας διετράπη τω προσώπω. ον ητοίμασεν Εσθήρ. 2 είπε δε ο βασιλεύς Εσθήρ τη δευτέρα ημέρα εν τω πότω· τι εστιν. 10 και εκρεμάσθη Αμάν επί του ξύλου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Αμάν επί τον πότον. και παρήκουσα· ου γαρ άξιος ο διάβολος της αυλής του βασιλέως. είπε δε ο βασιλεύς· σταυρωθήτω επ ‘ αυτού. 3 και αποκριθείσα είπεν· ει εύρον χάριν ενώπιον του βασιλέως. Αμάν δε επιπεπτώκει επί την κλίνην αξιών την βασίλισσαν. εώρα γαρ εαυτόν εν κακοίς όντα. και ώρθωται εν τοις Αμάν ξύλον πηχών πεντήκοντα. και τι το αίτημά σου και τι το αξιωμά σου. ο πονηρός ούτος. 5 είπε δε ο βασιλεύς· τις ούτος. 6 είπε δε Εσθήρ· άνθρωπος εχθρός Αμάν. ό ητοιμάσθη Μαρδοχαίω. είπε δε ο βασιλεύς· ωστε και την γυναίκα βιάζη εν τη οικία μου. και έστω σοι έως ημίσους της βασιλείας μου. Εσθήρ βασίλισσα. 8 επέστρεψε δε ο βασιλεύς εκ του κήπου. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΙΣΗΛΘΕ δε ο βασιλεύς και Αμάν συμπιείν τη βασιλίσση. 9 είπε δε Βουγαθάν εις των ευνούχων προς τον βασιλέα· ιδού και ξύλον ητοίμασεν Αμάν Μαρδοχαίω τω λαλήσαντι περί του βασιλέως. δοθήτω η ψυχή τω αιτήματί μου και ο λαός μου τω αξιώματί μου· 4 επράθημεν γαρ εγώ τε και ο λαός μου εις απώλειαν και διαρπαγήν και δουλείαν.

4 εξέτεινε δε ο βασιλεύς Εσθήρ την ράβδον την χρυσήν. ως δοκεί υμίν. ος εστιν Αδάρ. 7 και είπεν ο βασιλεύς προς Εσθήρ· ει πάντα τα υπάρχοντα Αμάν έδωκα και εχαρισάμην σοι και αυτόν εκρέμασα επί ξύλου. 9 εκλήθησαν δε οι γραμματείς εν τω πρώτω μηνί. 11 ως επέταξε αυτοίς χρήσθαι τοις νόμοις αυτών εν πάση πόλει βοηθήσαί τε αυτοίς και χρήσθαι τοις αντιδίκοις αυτών και τοις αντικειμένοις αυτών. από της Ινδικής έως της Αιθιοπίας. πεμφθήτω αποστραφήναι τα γράμματα τα απεσταλμένα υπό Αμάν. χαίρειν. τα γραφέντα απολέσθαι τους Ιουδαίους. τη τρισκαιδεκάτη του δωδεκάτου μηνός. κατά την εαυτών λέξιν. 12α -Ων εστιν αντίγραφον της επιστολής τα υπογεγραμμένα· 12β «βασιλεύς μέγας Αρταξέρξης τοις από της Ινδικής έως της Αιθιοπίας εκατόν εικοσιεπτά σατραπείαις χωρών άρχουσι και τοις τα ημέτερα φρονούσι. εξηγέρθη δε Εσθήρ παρεστηκέναι τω βασιλεί. οί εισιν εν τη βασιλεία σου· 6 Πως γαρ δυνήσομαι ιδείν την κάκωσιν του λαού μου και Πως δυνήσομαι σωθήναι εν τη απωλεία της πατρίδος μου. και κατέστησεν Εσθήρ Μαρδοχαίον επί πάντων των Αμάν. ως βούλονται. 3 και προσθείσα ελάλησε προς τον βασιλέα και προσέπεσε προς τους πόδας αυτού και ηξίου αφελείν την Αμάν κακίαν και όσα εποίησε τοις Ιουδαίοις. και σφραγίσατε τω δακτυλίω μου· όσα γαρ γράφετε του βασιλέως επιτάξαντος και σφραγισθή τω δακτυλίω μου. τρίτη και εικάδι του αυτού έτους. και Μαρδοχαίος προσεκλήθη υπό του βασιλέως· υπέδειξε γαρ Εσθήρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΣΘΗΡ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εν αυτη τη ημέρα ο βασιλεύς Αρταξέρξης εδωρήσατο Εσθήρ όσα υπήρχεν Αμάν τω διαβόλω. και εξαπέστειλαν τα γράμματα δια βιβλιοφόρων. ότι ενοικείωται αυτη. ον αφείλετο Αμάν. και έδωκεν αυτόν Μαρδοχαίω. ουκ έστιν αυτοίς αντειπείν. ος εστι Νισάν. 12 εν ημέρα μια εν πάση τη βασιλεία Αρταξέρξου. εκατόν εικοσιεπτά σατράπαις κατά χώραν και χώραν. 10 εγράφη δε δια του βασιλέως και εσφραγίσθη τω δακτυλίω αυτού. και εγράφη τοις Ιουδαίοις όσα ενετείλατο τοις οικονόμοις και τοις άρχουσι των σατραπών. ότι τας χείρας επήνεγκε τοις Ιουδαίοις. τι έτι επιζητείς. 5 και είπεν Εσθήρ· ει δοκεί σοι και εύρον χάριν. 12γ πολλοί τη πλείστη των ευεργετούντων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 903 . 2 έλαβε δε ο βασιλεύς τον δακτύλιον. 8 γράψατε και υμείς εκ του ονόματός μου.

δικαιοτάτοις δε πολιτευομένους νόμοις. όσα εστί παρά πόδας υμάς εκζητούντας ανοσίως συντετελεσμένα τη των ανάξια δυναστευόντων λοιμότητι. 12σ το δε αντίγραφον της επιστολής ταύτης εκθέντες εν παντί τόπω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 904 . 12ο ημείς δε τους υπό του τρισαλιτηρίου παραδεδομένους εις αφανισμόν Ιουδαίους. περιέβαλε συμφοραίς ανηκέστοις. 12ζ τω της κακοηθείας ψευδεί παραλογισμω παραλογισαμένων την των επικρατούντων ακέραιον ευγνωμοσύνην. 12κ ως γαρ Αμάν Αμαδάθου Μακεδών. ου τοσούτον εκ των παλαιοτέρων ων παρεδώκαμεν ιστοριών. ωστε αναγορεύεσθαι ημών πατέρα και προσκυνούμενον υπό πάντων το δεύτερον του βασιλικού θρόνου πρόσωπον διατελείν· 12μ ουκ ενέγκας δε την υπερηφανίαν επετήδευσε της αρχής στερήσαι ημάς και του πνεύματος. 12ρ καλώς ουν ποιήσετε μη προσχρησάμενοι τοις υπό Αμάν Αμαδάθου αποσταλείσι γράμμασι δια τον αυτόν τον ταύτα εξεργασάμενον προς ταις Σούσων πύλαις εσταυρώσθαι συν τη πανοικία. 12ι χρώμενοι ταις μεταβολαίς. ευρίσκομεν ου κακούργους όντας. 12ν τον τε ημέτερον σωτήρα και διαπαντός ευεργέτην Μαρδοχαίον και την άμεμπτον της βασιλείας κοινωνόν Εσθήρ συν παντί τω τούτων έθνει πολυπλόκοις μεθόδων παραλογισμοίς αιτησάμενος εις απώλειαν· 12ξ δια γαρ των τρόπων τούτων ωήθη λαβών ημάς ερήμους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χρηστότητι πυκνότερον τιμώμενοι μείζον εφρόνησαν και ου μόνον τους υποτεταγμένους ημίν ζητούσι κακοποιείν. αλλά και τοις των απειραγάθων κόμποις επαρθέντες. την καταξίαν του τα πάντα επικρατούντος Θεού δια τάχους αποδόντος αυτω κρίσιν. τα δε υπό την όψιν ερχόμενα διακρίνοντες αεί μετ ‘ επιεικεστέρας απαντήσεως. 12θ και προσέχειν εις τα μετά ταύτα εις το την βασιλείαν ατάραχον τοις πάσιν ανθρώποις μετ ‘ ειρήνης παρεξόμεθα. επιξενωθείς ημίν 12λ έτυχεν. του τα πάντα κατοπτεύοντος αεί Θεού μισοπόνηρον υπολαμβάνουσιν εκφεύξεσθαι δίκην. την των Περσών επικράτησιν εις τους Μακεδόνας μετάξαι. 12ε πολλάκις δε και πολλούς των επ ‘ εξουσίαις τεταγμένων των πιστευθέντων χειρίζειν φίλων τα πράγματα παραμυθία μετόχους αιμάτων αθώων καταστήσασα. τον τε κόρον ου δυνάμενοι φέρειν και τοις εαυτών ευεργέταις επιχειρούσιν μηχανάσθαι· 12δ και την ευχαριστίαν ου μόνον εκ των ανθρώπων ανταναιρούντες. 12η σκοπείν δε έξεστιν. ταις αληθείας αλλότριος του των Περσών αίματος και πολύ διεστηκώς της ημετέρας χρηστότητος. ης έχομεν προς παν έθνος φιλανθρωπίας επί τοσούτον. 12π όντας δε υιούς του Υψίστου μεγίστου ζώντος Θεού του κατευθύνοντος ημίν τε και τοις προγόνοις ημών την βασιλείαν εν τη καλλίστη διαθέσει.

ήτις κατά ταύτα μη ποιήση. τη τρισκαιδεκάτη του μηνός. πολεμήσαι αυτών τους υπεναντίους». 13 τα δε αντίγραφα εκτιθέσθωσαν οφθαλμοφανώς εν πάση τη βασιλεία. ετοίμους τε είναι πάντας τους Ιουδαίους εις ταύτην την ημέραν. αλλά και θηρίοις και πετεινοίς εις τον άπαντα χρόνον έχθιστος κατασταθήσεται. χαρά και ευφροσύνη τοις Ιουδαίοις. φοβούμενος αυτούς. 16 τοις δε Ιουδαίοις εγένετο φως και ευφροσύνη· 17 κατά πόλιν και χώραν. όπως και νυν και μετά ταύτα σωτηρία ή ημίν και τοις ευνοούσι Πέρσαις. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 Εν γαρ τω δωδεκάτω μηνί. ου αν εξετέθη το πρόσταγμα. 4 προσέπεσε γαρ το πρόσταγμα του βασιλέως ονομασθήναι εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 905 . τοις δε ημίν επιβουλεύουσι μνημόσυνον της απωλείας. παρήν τα γράμματα τα γραφέντα υπό του βασιλέως. 15 ο δε Μαρδοχαίος εξήλθεν εστολισμένος την βασιλικήν στολήν και στέφανον έχων χρυσούν και διάδημα βύσσινον πορφυρούν· ιδόντες δε οι εν Σούσοις εχάρησαν. δόρατι και πυρί καταναλωθήσεται μετ ‘ οργής· ου μόνον ανθρώποις άβατος. 14 Οι μεν ουν ιππείς εξήλθον σπεύδοντες τα υπό του βασιλέως λεγόμενα επιτελείν· εξετέθη δε το πρόσταγμα και εν Σούσοις. κώθων και ευφροσύνη. 2 εν αυτη τη ημέρα απώλοντο οι αντικείμενοι τοις Ιουδαίοις· ουδείς γαρ αντέστη. και πολλοί των εθνών περιετέμνοντο και ιουδάϊζον δια τον φόβον των Ιουδαίων. όπως τους εν καιρω θλίψεως επιθεμένους αυτοίς αμύνωνται τη τρισκαιδεκάτη του δωδεκάτου μηνός Αδάρ τη αυτη ημέρα· 12τ ταύτην γαρ ο τα πάντα δυναστεύων Θεός αντ ‘ ολεθρίας του εκλεκτού γένους εποίησεν αυτοίς ευφροσύνην. ος εστιν Αδάρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μετά παρρησίας. 12υ και υμείς ουν εν ταις επωνύμοις υμών εορταίς επίσημον ημέραν μετά πάσης ευωχίας άγεται. 12φ πάσα δε πόλις ή χώρα το σύνολον. εάν τους Ιουδαίους χρήσθαι τοις εαυτών νομίμοις και συνεπισχύειν αυτοίς. 3 οι γαρ άρχοντες των σατραπών και οι τύραννοι και οι βασιλικοί γραμματείς ετίμων τους Ιουδαίους· ο γαρ φόβος Μαρδοχαίου ενέκειτο αυτοίς. ου αν εξετέθη το έκθεμα.

16 οι δε λοιποί των Ιουδαίων οι εν τη βασιλεία συνήχθησαν και εαυτοίς εβοήθουν και ανεπαύσαντο από των πολεμίων· απώλεσαν γαρ αυτών μυρίους πεντακισχιλίους τη τρισκαιδεκάτη του Αδάρ και ουδέν διήρπασαν. 10 τους δέκα υιούς Αμάν Αμαδάθου Βουγαίου του εχθρού των Ιουδαίων. 13 και είπεν Εσθήρ τω βασιλεί· δοθήτω τοις Ιουδαίοις χρήσθαι ωσαύτως την αύριον. 6 και εν Σούσοις τη πόλει απέκτειναν οι Ιουδαίοι άνδρας πεντακοσίους. 12 είπε δε ο βασιλεύς προς Εσθήρ· απώλεσαν οι Ιουδαίοι εν Σούσοις τη πόλει άνδρας πεντακοσίους· εν δε τη περιχώρω Πως οίει εχρήσαντο. καθώς έγραψεν αυτοίς ο Μαρδοχαίος. όσοι ήσαν εν τη Αρταξέρξου βασιλεία. εν ω εστράφη αυτοίς (ος ην Αδάρ) από πένθους εις χαράν και από οδύνης εις αγαθήν ημέραν. τι ουν αξιοίς έτι. 19 δια τούτο ουν οι Ιουδαίοι οι διεσπαρμένοι εν πάση χώρα τη έξω άγουσι την τεσσαρεσκαιδεκάτην του Αδάρ ημέραν αγαθήν μετ ‘ ευφροσύνης αποστέλλοντες μερίδας έκαστος τω πλησίον. ο Μακεδών. και έσται σοι. επολέμει αυτούς. άγειν όλον αγαθάς ημέρας γάμων και ευφροσύνης. 21 στήσαι τας ημέρας ταύτας αγαθάς άγειν τε την τεσσαρεσκαιδεκάτην και την πεντεκαιδεκάτην του Αδάρ -22 εν γαρ ταύταις ταις ημέραις ανεπαύσαντο οι Ιουδαίοι από των εχθρών αυτών. 17 και ανεπαύσαντο τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του αυτού μηνός και ήγον αυτήν ημέραν αναπαύσεως μετά χαράς και ευφροσύνης. 5 και επάταξαν οι Ιουδαίοι πληγήν εν πάσι τοις εχθροίς αυτών πληγήν μαχαίρας και αναιρέσεως και απωλείας και εποίησαν εν τοις μισούσιν αυτούς κατά το θέλημα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάση τη βασιλεία και εμεγαλύνετο. 15 και συνήχθησαν οι Ιουδαίοι εν Σούσοις τη τεσσαρεσκαιδεκάτη του Αδάρ και απέκτειναν άνδρας τριακοσίους και ουδέν διήρπασαν. ωστε τους δέκα υιούς Αμάν κρεμάσαι. 11 εν αυτη τη ημέρα επεδόθη ο αριθμός τω βασιλεί των απολωλότων εν Σούσοις. 23 και προσεδέξαντο οι Ιουδαίοι. 18 οι δε Ιουδαίοι εν Σούσοις τη πόλει συνήχθησαν και τη τεσσαρεσκαιδεκάτη και ανεπαύσαντο· ήγον δε και την πεντεκαιδεκάτην μετά χαράς και ευφροσύνης.και τον μήνα. 7 τον τε Φαρσαννές και Δελφών και Φασγά 8 και Φαραδαθά και Βαρέα και Σαρβακά 9 και Μαρμασιμά και Ρουφαίον και Αρσαίον και Ζαβουθαίον. 20 Έγραψε δε Μαρδοχαίος τους λόγους τούτους εις βιβλίον και εξαπέστειλε τοις Ιουδαίοις. τοις εγγύς και τοις μακράν. 24 Πως Αμάν Αμαδάθου. 14 και επέτρεψεν ούτως γενέσθαι και εξέθηκε τοις Ιουδαίοις της πόλεως τα σώματα των υιών Αμάν κρεμάσαι. καθώς έθετο ψήφισμα και κλήρον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 906 . εξαποστέλλοντας μερίδας τοις φίλοις και τοις πτωχοίς. και διήρπασαν.

ή εγένετο ποταμός και ην φως και ήλιος και ύδωρ πολύ· Εσθήρ εστιν ο ποταμός. αι δε ημέραι αύται μνημόσυνον επιτελούμενον κατά γενεάν και γενεάν και πόλιν και πατριάν και χώραν. 29 και έγραψεν Εσθήρ η βασίλισσα θυγάτηρ Αμιναδάβ και Μαρδοχαίος ο Ιουδαίος όσα εποίησαν το τε στερέωμα της επιστολής των Φρουραί. ιδού γέγραπται εν βιβλίω βασιλέων Περσών και Μήδων εις μνημόσυνον. εγώ ειμι και Αμάν. 3α Και είπε Μαρδοχαίος· παρά του Θεού εγένετο ταύτα. 27 και έστησε· και προσεδέχοντο οι Ιουδαίοι εφ ‘ εαυτοίς και επί τω σπέρματι αυτών και επί τοις προστεθειμένοις επ ‘ αυτών. 25 και ως εισήλθε προς τον βασιλέα λέγων κρεμάσαι τον Μαρδοχαίον· όσα δε επεχείρησεν επάξαι επί τους Ιουδαίους κακά. και εκρεμάσθη αυτός. 31 και Εσθήρ λόγω έστησεν εις τον αιώνα. και εγράφη εις μνημόσυνον. ούτός εστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 907 . 3γ η μικρά πηγή. ότι τη διαλέκτω αυτών καλούνται Φρουραί. διηγείτο την αγωγήν παντί τω έθνει αυτού. 3 ο δε Μαρδοχαίος διεδέχετο τον βασιλέα Αρταξέρξην και μέγας ην εν τη βασιλεία και δεδοξασμένος υπό των Ιουδαίων· και φιλούμενος. 2 και την ισχύν αυτού και ανδραγαθίαν πλούτόν τε και δόξαν της βασιλείας αυτού. 3β εμνήσθη γαρ περί του ενυπνίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αφανίσαι αυτούς. 3δ οι δε δύο δράκοντες. 30 και Μαρδοχαίος και Εσθήρ η βασίλισσα έστησαν εαυτοίς καθ ‘ εαυτών. ΕΣΘΗΡ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΕΓΡΑΨΕ δε ο βασιλεύς επί την βασιλείαν της τε γης και της θαλάσσης. ουδέ μην άλλων χρήσονται. και το μνημόσυνον αυτών ου μη εκλίπη εκ των γενεών. επ ‘ αυτόν εγένοντο. ου είδον περί των λόγων τούτων· ουδέ γαρ παρήλθεν απ ‘ αυτών λόγος. και τα τέκνα αυτού. 28 αι δε ημέραι αύται των Φρουραί αχθήσονται εις τον άπαντα χρόνον. δια τους λόγους της επιστολής ταύτης και όσα πεπόνθασι δια ταύτα και όσα αυτοίς εγένετο. ην εγάμησεν ο βασιλεύς και εποίησε βασίλισσαν. και τότε στήσαντες κατά της υγείας εαυτών και την βουλήν αυτών. 3ζ το δε έθνος το εμόν. 3ε τα δε έθνη τα επισυναχθέντα απολέσαι το όνομα των Ιουδαίων. 26 δια τούτο επεκλήθησαν αι ημέραι αύται Φρουραί δια τους κλήρους.

ος εξήλθεν εκ της γης Χεττειείμ. ------------------------------------------------------- Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο μετά το πατάξαι Αλέξανδρον τον Φιλίππου τον Μακεδόνα. και ησύχασεν η γη ενώπιον αυτού. και επάταξε τον Δαρείον βασιλέα Περσών και Μήδων και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού πρότερος επί την Ελλάδα. ος έφη είναι ιερεύς και Λευίτης. 5 και μετά ταύτα έπεσεν επί την κοίτην και έγνω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 908 . οι βοήσαντες προς τον Θεόν και σωθέντες· και έσωσε Κύριος τον λαόν αυτού και ερύσατο Κύριος ημάς εκ πάντων των κακών τούτων. 3λ Έτους τετάρτου βασιλεύοντος Πτολεμαίου και Κλεοπάτρας εισήνεγκε Δοσίθεος. και εποίησεν ο Θεός τα σημεία και τα τέρατα τα μεγάλα. και επήρθη η καρδία αυτού. και εγένοντο αυτω εις φόρον. και Πτολεμαίος ο υιος αυτού την προκειμένην επιστολήν των Φρουραί. 4 και συνήγαγε δύναμιν ισχυράν σφόδρα και ήρξε χωρών και εθνών και τυράννων. και υψώθη. ένα τω λαω του Θεού και ένα πάσι τοις έθνεσι· 3θ και ήλθον οι δύο κλήροι ούτοι εις ωραν και καιρόν και εις ημέραν κρίσεως ενώπιον του Θεού και πάσιν τοις έθνεσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. 3η δια τούτο εποίησε κλήρους δύο. 2 και συνεστήσατο πολέμους πολλούς και εκράτησεν οχυρωμάτων πολλών και έσφαξε βασιλείς της γης· 3 και διήλθεν έως άκρων της γης και έλαβε σκύλα πλήθους εθνών. ην έφασαν είναι και ηρμηνευκέναι Λυσίμαχον Πτολεμαίου των εν Ιερουσαλήμ. 3ι και εμνήσθη ο Θεός του λαού αυτού και εδικαίωσε την κληρονομίαν αυτού· 3κ και έσονται αυτοίς αι ημέραι αύται εν μηνί Αδάρ τη τεσσαρεσκαιδεκάτη και τη πεντεκαιδεκάτη του μηνός μετά συναγωγής και χαράς και ευφροσύνης ενώπιον του Θεού κατά γενεάς εις τον αιώνα εν τω λαω αυτού Ισραήλ. α ου γέγονεν εν τοις έθνεσι.

και έδωκεν αυτοίς εξουσίαν ποιήσαι τα δικαιώματα των εθνών. 16 Και ητοιμάσθη η βασιλεία εναντίον Αντιόχου. εύρεν ημάς κακά πολλά. 20 και επέστρεψεν Αντίοχος μετά το πατάξαι Αίγυπτον εν τω εκατοστω και τεσσαρακοστω και τρίτω έτει και ανέβη επί Ισραήλ και ανέβη εις Ιερουσαλήμ εν όχλω βαρεί. 17 και εισήλθεν εις Αίγυπτον εν όχλω βαρεί. 7 και εβασίλευσεν Αλέξανδρος έτη δώδεκα και απέθανε. 6 και εκάλεσε τους παίδας αυτού τους ενδόξους τους συντρόφους αυτού από νεότητος και διείλεν αυτοίς την βασιλείαν αυτού έτι ζώντος αυτού. και επορεύθησαν προς τον βασιλέα. ος ην όμηρα εν τη Ρώμη· και εβασίλευσεν εν έτει εκατοστω και τριακοστω και εβδόμω βασιλείας Ελλήνων. 19 και κατελάβοντο τας πόλεις τας οχυράς εν γη Αιγύπτω. 11 Εν ταις ημέραις εκείναις εξήλθον εξ Ισραήλ υιοί παράνομοι και ανέπεισαν πολλούς λέγοντες· πορευθώμεν και διαθώμεθα διαθήκην μετά των εθνών των κύκλω ημών. εν άρμασι και εν ελέφασι και εν ιππεύσι και εν στόλω μεγάλω 18 και συνεστήσαντο πόλεμον προς Πτολεμαίον βασιλέα Αιγύπτου· και ενετράπη Πτολεμαίος από προσώπου αυτού και έφυγε. και εποίησε φονοκτονίαν και ελάλησεν υπερηφανίαν μεγάλην. 9 και επέθεντο πάντες διαδήματα μετά το αποθανείν αυτόν και οι υιοί αυτών οπίσω αυτών έτη πολλά και επλήθυναν κακά εν τη γη. 8 και επεκράτησαν οι παίδες αυτού έκαστος εν τω τόπω αυτού. και υπέβαλε βασιλεύσαι της Αιγύπτου. και έπεσον τραυματίαι πολλοί. 10 και εξήλθεν εξ αυτών ρίζα αμαρτωλός Αντίοχος Επιφανής. 21 και εισήλθον εις το αγίασμα εν υπερηφανία και έλαβε το θυσιαστήριον το χρυσούν και την λυχνίαν του φωτός και πάντα τα σκεύη αυτής 22 και την τράπεζαν της προθέσεως και τα σπονδεία και τας φιάλας και τας θυϊσκας τας χρυσάς και το καταπέτασμα και τους στεφάνους και τον κόσμον τον χρυσούν τον κατά πρόσωπον του ναού και ελέπισε πάντα. ότι αφ ‘ ης εχωρίσθημεν απ ‘ αυτών. 23 και έλαβε το αργύριον και το χρυσίον και τα σκεύη τα επιθυμητά και έλαβε τους θησαυρούς τους αποκρύφους. 14 και ωκοδόμησαν γυμνάσιον εν Ιεροσολύμοις κατά τα νόμιμα των εθνών 15 και εποίησαν εαυτοίς ακροβυστίας και απέστησαν από διαθήκης αγίας και εζευγίσθησαν τοις έθνεσι και επράθησαν του ποιήσαι το πονηρόν. ους εύρε· 24 και λαβών πάντα απήλθεν εις την γην αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι αποθνήσκει. υιος Αντιόχου βασιλέως. όπως βασιλεύση επί τας δύο βασιλείας. και έλαβε τα σκύλα γης Αιγύπτου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 909 . 13 και προεθυμήθησάν τινες από του λαού. 12 και ηγαθύνθη ο λόγος εν οφθαλμοίς αυτών.

27 πας νυμφίος ανέλαβε θρήνον. 43 και πολλοί από Ισραήλ ευδόκησαν τη λατρεία αυτού και έθυσαν τοις ειδώλοις και εβεβήλωσαν το σάββατον. τα σάββατα αυτής εις ονειδισμόν. 44 και απέστειλεν ο βασιλεύς βιβλία εν χειρί αγγέλων εις Ιερουσαλήμ και τας πόλεις Ιούδα πορευθήναι οπίσω νομίμων αλλοτρίων της γης 45 και κωλύσαι ολοκαυτώματα και θυσίαν και σπονδήν εκ του αγιάσματος και βεβηλώσαι σάββατα και εορτάς 46 και μιάναι αγίασμα και αγίους. 37 και εξέχεαν αίμα αθωον κύκλω του αγιάσματος και εμόλυναν το αγίασμα. 47 και οικοδομήσαι βωμούς και τεμένη και ειδωλεία και θύειν ύεια και κτήνη κοινά 48 και αφιέναι τους υιούς αυτών απεριτμήτους. και το ύψος αυτής εστράφη εις πένθος. 35 και παρέθεντο όπλα και τροφάς και συναγαγόντες τα σκύλα Ιερουσαλήμ απέθεντο εκεί. και τα κτήνη εκληρονόμησαν. 36 και εγένετο εις ένεδρον τω αγιάσματι και εις διάβολον πονηρόν τω Ισραήλ διαπαντός. αι εορταί αυτής εστράφησαν εις πένθος. και επέπεσεν επί την πόλιν εξάπινα και επάταξεν αυτήν πληγήν μεγάλην και απώλεσε λαόν πολύν εξ Ισραήλ. 41 Και έγραψεν ο βασιλεύς Αντίοχος πάση τη βασιλεία αυτού είναι πάντας εις λαόν ένα 42 και εγκαταλιπείν έκαστον τα νόμιμα αυτού. 32 και ηχμαλώτευσαν τας γυναίκας και τα τέκνα. και εγένοντο εις μεγάλην παγίδα. 33 και ωκοδόμησαν την πόλιν Δαυίδ τείχει μεγάλω και ισχυρω. βδελύξαι τας ψυχάς αυτών εν παντί ακαθάρτω και βεβηλώσει. και τα τέκνα αυτής εγκατέλιπον αυτήν. 39 το αγίασμα αυτής ηρημώθη ως έρημος. και επεδέξατο πάντα τα έθνη κατά τον λόγον του βασιλέως. 31 και έλαβε τα σκύλα της πόλεως και ενεπύρισεν αυτήν πυρί και καθείλε τους οίκους αυτής και τα τείχη αυτής κύκλω. και καθημένη εν παστω εγένετο εν πένθει. και πας ο οίκος Ιακώβ ενεδύσατο αισχύνην. 40 κατά την δόξαν αυτής επληθύνθη η ατιμία αυτής. 38 και έφυγον οι κάτοικοι Ιερουσαλήμ δι ‘ αυτούς. και το κάλλος των γυναικών ηλλοιώθη. άνδρας παρανόμους. 30 και ελάλησεν αυτοίς λόγους ειρηνικούς εν δόλω. 29 Και μετά δύο έτη ημερών απέστειλεν ο βασιλεύς άρχοντα φορολογίας εις τας πόλεις Ιούδα. η τιμή αυτής εις εξουδένωσιν. παρθένοι και νεανίσκοι ησθένησαν. και ήλθεν εις Ιερουσαλήμ εν όχλω βαρεί. πύργοις οχυροίς. 34 και έθηκαν εκεί έθνος αμαρτωλόν. 49 ωστε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 910 . και ενίσχυσαν εν αυτη. 28 και εσείσθη η γη επί τους κατοικούντας αυτήν. και εγένετο αυτοίς εις άκραν. και ενεπίστευσαν αυτω. και εγένετο κατοικία αλλοτρίων· και εγένετο αλλοτρία τοις γενήμασιν αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 25 και εγένετο πένθος μέγα επί Ισραήλ εν παντί τόπω αυτών. 26 και εστέναξαν άρχοντες και πρεσβύτεροι.

α εύρον. 54 και τη πεντεκαιδεκάτη ημέρα Χασελεύ τω πέμπτω και τεσσαρακοστω και εκατοστω έτει ωκοδόμησαν βδέλυγμα ερημώσεως επί το θυσιαστήριον και εν πόλεσιν Ιούδα κύκλω ωκοδόμησαν βωμούς· 55 και επί των θυρών των οικιών και εν ταις πλατείαις εθυμίων. 3 Σίμων ο καλούμενος Θασσί. και τους οίκους αυτών προενόμευσαν και τους περιτετμηκότας αυτούς εθανάτωσαν. το σύγκριμα του βασιλέως εθανάτου αυτόν. 60 και τας γυναίκας τας περιτετμηκυίας τα τέκνα αυτών εθανάτωσαν κατά το πρόσταγμα 61 και εκρέμασαν τα βρέφη εκ των τραχήλων αυτών. 57 και όπου ευρίσκετο παρά τινι βιβλίον διαθήκης. 58 εν ισχύϊ αυτών εποίουν ούτως τω Ισραήλ τοις ευρισκομένοις εν παντί μηνί και μηνί εν ταις πόλεσι. και ει τις συνευδόκει τω νόμω. 2 και αυτω υιοί πέντε. 4 Ιούδας ο καλούμενος Μακκαβαίος. 6 και είδε τας βλασφημίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 911 . 5 Ελεάζαρ ο καλούμενος Αυαράν. ενεπύρισαν πυρί κατασχίσαντες. 56 και τα βιβλία του νόμου. ίνα μη μιανθώσι τοις βρώμασι και μη βεβηλώσωσι διαθήκην αγίαν. 51 κατά πάντας τους λόγους τούτους έγραψε πάση τη βασιλεία αυτού και εποίησεν επισκόπους επί πάντα τον λαόν και ενετείλατο ταις πόλεσιν Ιούδα θυσιάζειν κατά πόλιν και πόλιν. 52 και συνηθροίσθησαν από του λαού προς αυτούς πολλοί. και απέθανον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιλαθέσθαι του νόμου και αλλάξαι πάντα τα δικαιώματα· 50 και ος αν μη ποιήση κατά το ρήμα του βασιλέως. 62 και πολλοί εν Ισραήλ εκραταιώθησαν και ωχυρώθησαν εν εαυτοίς του μη φαγείν κοινά 63 και επελέξαντο αποθανείν. πας ο εγκαταλιπών τον νόμον. Ιωάννης ο καλούμενος Γαδδίς. 64 και εγένετο οργή μεγάλη επί Ισραήλ σφόδρα. 59 και τη πέμπτη και εικάδι του μηνός θυσιάζοντες επί τον βωμόν. και εποίησαν κακά εν τη γη 53 και έθεντο τον Ισραήλ εν κρύφοις εν παντί φυγαδευτηρίω αυτών. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΝ ταις ημέραις εκείναις ανέστη Ματταθίας υιος Ιωάννου του Συμεών ιερεύς των υιών Ιωαρίβ από Ιερουσαλήμ και εκάθισεν εν Μωδεϊν. αποθανείται. Ιωνάθαν ο καλούμενος Απφούς. ος ην επί του θυσιαστηρίου.

20 αλλ ‘ εγώ και οι υιοί μου και οι αδελφοί μου πορευσόμεθα εν διαθήκη πατέρων ημών. καθώς εποίησε Φινεές τω Ζαμβρί υιω Σαλώμ. αποστήναι έκαστος από λατρείας πατέρων αυτού και ηρετίσαντο εν ταις εντολαίς αυτού. και ανήνεγκε θυμόν κατά το κρίμα και δραμών έσφαξεν αυτόν επί τον βωμόν· 25 και τον άνδρα του βασιλέως τον αναγκάζοντα θύειν απέκτεινεν εν τω καιρω εκείνω και τον βωμόν καθείλε. αντί ελευθέρας εγένετο εις δούλην. 11 πας ο κόσμος αυτής αφηρέθη. ίνα θυσιάσωσι. προσήλθεν ανήρ Ιουδαίος εν οφθαλμοίς πάντων. 16 και πολλοί από Ισραήλ προς αυτούς προσήλθον· και Ματταθίας και οι υιοί αυτού συνήχθησαν. 10 ποίον έθνος ουκ εκληρονόμησε βασιλείαν αυτής και ουκ εκράτησε των σκύλων αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τας γινομένας εν Ιούδα και εν Ιερουσαλήμ 7 και είπεν· οίμοι. ως εποίησαν πάντα τα έθνη και οι άνδρες Ιούδα και οι καταλειφθέντες εν Ιερουσαλήμ. θυσιάσαι επί του βωμού του εν Μωδεϊν κατά το πρόσταγμα του βασιλέως. και συ και οι υιοί σου δοξασθήσεσθε αργυρίω και χρυσίω και αποστολαίς πολλαίς. 8 εγένετο ο ναός αυτής ως ανήρ άδοξος. 23 και ως επαύσατο λαλών τους λόγους τούτους. 12 και ιδού τα άγια ημών και η καλλονή ημών και η δόξα ημών ηρημώθη. 9 τα σκεύη της δόξης αυτής αιχμάλωτα απήχθη. 14 και διέρρηξε Ματταθίας και υιοί αυτού τα ιμάτια αυτών και περιεβάλοντο σάκκους και επένθησαν σφόδρα. 19 και απεκρίθη Ματταθίας και είπε φωνή μεγάλη· ει πάντα τα έθνη τα εν οίκω της βασιλείας του βασιλέως ακούουσιν αυτού. και εβεβήλωσαν αυτά τα έθνη. και ετρόμησαν οι νεφροί αυτού. 26 και εζήλωσε τω νόμω. 13 ινατί ημίν έτι ζήν. ινατί τούτο εγεννήθην ιδείν το σύντριμμα του λαού μου και το σύντριμμα της πόλεως της αγίας και καθίσαι εκεί εν τω δοθήναι αυτήν εν χειρί εχθρών και το αγίασμα εν χειρί αλλοτρίων. 21 ίλεως ημίν καταλιπείν νόμον και δικαιώματα· 22 των λόγων του βασιλέως ουκ ακουσόμεθα του παρελθείν την λατρείαν ημών δεξιάν ή αριστεράν. 17 και απεκρίθησαν οι παρά του βασιλέως και είπον τω Ματταθία λέγοντες· άρχων και ένδοξος και μέγας ει εν τη πόλει ταύτη και εστηριγμένος εν υιοίς και αδελφοίς· 18 νυν ουν πρόσελθε πρώτος και ποίησον το πρόσταγμα του βασιλέως. 15 Και ήλθον οι παρά του βασιλέως οι καταναγκάζοντες την αποστασίαν εις Μωδεϊν την πόλιν. 24 και είδε Ματταθίας και εζήλωσε. και έση συ και ο οίκός σου των φίλων του βασιλέως. οι νεανίσκοι αυτής εν ρομφαία εχθρού. 27 και ανέκραξε Ματταθίας εν τη πόλει φωνή μεγάλη λέγων· πας ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 912 . απεκτάνθη τα νήπια αυτής εν ταις πλατείαις.

και μη πολεμήσωμεν προς τα έθνη υπέρ των ψυχών ημών και των δικαιωμάτων ημών. ος εάν έλθη προς ημάς εις πόλεμον τη ημέρα των σαββάτων. ισχυροί δυνάμει από Ισραήλ. πολεμήσωμεν κατέναντι αυτού και ου μη αποθάνωμεν πάντες καθώς απέθανον οι αδελφοί ημών εν τοις κρύφοις. 35 και ετάχυναν επ ‘ αυτούς πόλεμον. και τα κτήνη αυτών έως χιλίων ψυχών ανθρώπων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 913 . 34 και είπον· ουκ εξελευσόμεθα ουδέ ποιήσομεν τον λόγον του βασιλέως του βεβηλώσαι την ημέραν των σαββάτων. όσα εύρον εν ορίοις Ισραήλ. ότι επληθύνθη επ ‘ αυτούς τα κακά. 45 και εκύκλωσε Ματταθίας και οι φίλοι αυτού και καθείλον τους βωμούς 46 και περιέτεμον τα παιδάρια τα απερίτμητα. 31 και ανηγγέλη τοις ανδράσι του βασιλέως και ταις δυνάμεσιν. 39 Και έγνω Ματταθίας και οι φίλοι αυτού και επένθησαν επ ‘ αυτούς έως σφόδρα. νυν τάχιον ημάς εξολοθρεύσουσιν από της γης. 29 Τότε κατέβησαν πολλοί ζητούντες δικαιοσύνην και κρίμα εις την έρημον καθίσαι εκεί. και απέθανον αυτοί και αι γυναίκες αυτών. 32 και έδραμον οπίσω αυτών πολλοί και καταλαβόντες αυτούς παρενέβαλον επ ‘ αυτούς και συνεστήσαντο προς αυτούς πόλεμον εν τη ημέρα των σαββάτων 33 και είπον προς αυτούς· έως του νυν ικανόν· εξέλθετε και ποιήσατε κατά τον λόγον του βασιλέως και ζήσεσθε. και κατευωδώθη το έργον εν χειρί αυτών. αι ήσαν εν Ιερουσαλήμ πόλει Δαυίδ. 36 και ουκ απεκρίθησαν αυτοίς ουδέ λίθον ενετίναξαν αυτοίς. 44 και συνεστήσαντο δύναμιν και επάταξαν αμαρτωλούς εν οργή αυτών και άνδρας ανόμους εν θυμω αυτών· και οι λοιποί έφυγον εις τα έθνη σωθήναι. εν ισχύϊ 47 και εδίωξαν τους υιούς της υπερηφανίας. και τα τέκνα αυτών. ουδέ ενέφραξαν τους κρύφους 37 λέγοντες· αποθάνωμεν πάντες εν τη απλότητι ημών· μαρτυρεί εφ ‘ ημάς ο ουρανός και η γη ότι ακρίτως απόλλυτε ημάς. 38 και ανέστησαν επ ‘ αυτούς εν τω πολέμω τοις σάββασι. 30 αυτοί και οι υιοί αυτών και αι γυναίκες αυτών και τα κτήνη αυτών. ότι κατέβησαν άνδρες. 40 και είπεν ανήρ τω πλησίον αυτού· εάν πάντες ποιήσωμεν ως οι αδελφοί ημών εποίησαν. 41 και εβουλεύσαντο τη ημέρα εκείνη λέγοντες· πας άνθρωπος. 42 τότε συνήχθησαν προς αυτούς συναγωγή Ασιδαίων. πας ο εκουσιαζόμενος τω νόμω· 43 και πάντες οι φυγαδεύοντες από των κακών προσετέθησαν αυτοίς και εγένοντο αυτοίς εις στήριγμα. οίτινες διασκέδασαν την εντολήν του βασιλέως εις τους κρύφους εν τη ερήμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζηλών τω νόμω και ιστών διαθήκην εξελθέτω οπίσω μου. 28 και έφυγον αυτός και οι υιοί αυτού εις τα όρη και εγκατέλιπον όσα είχον εν τη πόλει.

και είπε τοις υιοίς αυτού· νυν εστηρίχθη υπερηφανία και ελεγμός και καιρός καταστροφής και οργή θυμού. 49 Και ήγγισαν αι ημέραι του Ματταθίου αποθανείν. ότι εν αυτω δοξασθήσεσθε. 68 ανταπόδοτε ανταπόδομα τοις έθνεσι και προσέχετε εις τα προστάγματα του νόμου. οίδα ότι ανήρ βουλής εστιν. 65 και ιδού Συμεών ο αδελφός υμών. Μισαήλ. 66 και Ιούδας Μακκαβαίος ισχυρός δυνάμει εκ νεότητος αυτού. τέκνα. 51 μνήσθητε των πατέρων ημών τα έργα. 67 και υμείς προσάξατε προς υμάς πάντας τους ποιητάς του νόμου και εκδικήσατε εκδίκησιν του λαού υμών. 58 ‘Ηλίας εν τω ζηλώσαι ζήλον νόμου ανελήφθη έως εις τον ουρανόν. και προσετέθη προς τους πατέρας αυτού. 57 Δαυίδ εν τω ελέω αυτού εκληρονόμησε θρόνον βασιλείας εις αιώνα αιώνος. και έθαψαν αυτόν οι υιοί αυτού εν τάφοις πατέρων αυτών εν Μωδεϊν. 54 Φινεές ο πατήρ ημών εν τω ζηλώσαι ζήλον έλαβε διαθήκην ιερωσύνης αιωνίας. 59 Ανανίας. και ελογίσθη αυτω εις δικαιοσύνην. 56 Χάλεβ εν τω επιμαρτύρασθαι εν τη εκκλησία έλαβε γης κληρονομίαν. ούτος υμίν έσται άρχων στρατιάς και πολεμήσει πόλεμον λαών. ζηλώσατε τω νόμω και δότε τας ψυχάς υμών υπέρ διαθήκης πατέρων ημών. 53 Ιωσήφ εν καιρω στενοχωρίας αυτού εφύλαξεν εντολήν και εγένετο κύριος Αιγύπτου. ότι επέστρεψεν εις τον χουν αυτού. 50 και νυν. και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ κοπετόν μέγαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 48 και αντελάβοντο του νόμου εκ χειρός των εθνών και εκ χειρός των βασιλέων και ουκ έδωκαν κέρας τω αμαρτωλω. ότι η δόξα αυτού εις κοπρίαν και εις σκώληκας· 63 σήμερον επαρθήσεται και αύριον ου μη ευρεθή. 55 Ιησούς εν τω πληρώσαι λόγον εγένετο κριτής εν Ισραήλ. 70 και απέθανεν εν τω έκτω και τεσσαρακοστω και εκατοστω έτει. 69 και ευλόγησεν αυτούς. α εποίησαν εν ταις γενεαίς αυτών. Αζαρίας. και ο διαλογισμός αυτού απώλετο. αυτός υμίν έσται εις πατέρα. ότι πάντες οι ελπίζοντες επ ‘ αυτόν ουκ ασθενήσουσι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 914 . 52 Αβραάμ ουχί εν πειρασμω ευρέθη πιστός. 61 και ούτως εννοήθητε κατά γενεάν και γενεάν. πιστεύσαντες εσώθησαν εκ φλογός. και δέξασθε δόξαν μεγάλην και όνομα αιώνιον. 64 και υμείς τέκνα ισχύσατε και ανδρίζεσθε εν τω νόμω. αυτού ακούετε πάσας τας ημέρας. 62 και από λόγων ανδρός αμαρτωλού μη φοβηθήτε. 60 Δανιήλ εν τη απλότητι αυτού ερρύσθη εκ στόματος λεόντων.

είπον τω Ιούδα· Πως δυνησόμεθα ολιγοστοί όντες πολεμήσαι προς πλήθος τοσούτον ισχυρόν. 16 και ήγγισαν έως αναβάσεως Βαιθωρών. 13 και ήκουσε Σήρων ο άρχων της δυνάμεως Συρίας ότι ήθροισεν Ιούδας άθροισμα και εκκλησίαν πιστών μετ ‘ αυτού εκπορευομένων εις πόλεμον. και οι επίλοιποι έφυγον. 14 και είπε· ποιήσω εμαυτω όνομα και δοξασθήσομαι εν τη βασιλεία και πολεμήσω τον Ιούδαν και τους συν αυτω τους εξουδενούντας τον λόγον του βασιλέως. και επολέμουν τον πόλεμον Ισραήλ μετ ‘ ευφροσύνης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ανέστη Ιούδας ο καλούμενος Μακκαβαίος υιος αυτού αντ ‘ αυτού. 2 και εβοήθουν αυτω πάντες οι αδελφοί αυτού και πάντες. 7 και επίκρανε βασιλείς πολλούς και εύφρανε τον Ιακώβ εν τοις έργοις αυτού. 5 και εδίωξεν ανόμους εξερευνών και τους ταράσσοντας τον λαόν αυτού εφλόγισε. και πάντες οι εργάτες της ανομίας συνεταράχθησαν. 10 Και συνήγαγεν Απολλώνιος έθνη και από Σαμαρείας δύναμιν μεγάλην του πολεμήσαι προς Ισραήλ. 4 και ωμοιώθη λέοντι εν τοις έργοις αυτού και ως σκύμνος ερευγόμενος εις θήραν. και την μάχαιραν Απολλωνίου έλαβεν Ιούδας και ην πολεμών εν αυτη πάσας τας ημέρας. 6 και συνεστάλησαν οι άνομοι από του φόβου αυτού. 3 και επλάτυνε δόξαν τω λαω αυτού και ενεδύσατο θώρακα ως γίγας και συνεζώσατο τα σκεύη αυτού τα πολεμικά και συνεστήσατο πολέμους σκεπάζων παρεμβολήν εν ρομφαία. και έως του αιώνος το μνημόσυνον αυτού εις ευλογίαν. και ευωδώθη σωτηρία εν χειρί αυτού. 8 και διήλθεν εν πόλεσιν Ιούδα και εξωλόθρευσεν ασεβείς εξ αυτής και απέστρεψεν οργήν από Ισραήλ 6 και ωνομάσθη έως εσχάτου της γης και συνήγαγεν απολλυμένους. όσοι εκολλήθησαν τω πατρί αυτού. 11 και έγνω Ιούδας και εξήλθεν εις συνάντησιν αυτω και επάταξεν αυτόν και απέκτεινεν αυτόν· και έπεσον τραυματίαι πολλοί. και εξήλθεν Ιούδας εις συνάντησιν αυτών ολιγοστός. 15 και προσέθετο του αναβήναι· και ανέβη μετ ‘ αυτού παρεμβολή ασεβών ισχυρά βοηθήσαι αυτω και ποιήσαι την εκδίκησιν εν υιοίς Ισραήλ. 12 και έλαβον τα σκύλα αυτών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 915 . 17 ως δε είδον την παρεμβολήν ερχομένην εις συνάντησιν αυτοίς.

24 και εδίωκον αυτόν εν τη καταβάσει Βαιθωρών έως του πεδίου· και έπεσον απ ‘ αυτών εις άνδρας οκτακοσίους. 34 και παρέδωκεν αυτω τας ημίσεις των δυνάμεων και τους ελέφαντας και ενετείλατο αυτω περί πάντων. 28 και ήνοιξε το γαζοφυλάκιον αυτού και έδωκεν οψώνια ταις δυνάμεσιν αυτού εις ενιαυτόν και ενετείλατο είναι αυτούς ετοίμους εις πάσαν χρείαν. παρεμβολήν ισχυράν σφόδρα. και ουκ έστι διαφορά εναντίον του Θεού του ουρανού σώζειν εν πολλοίς ή εν ολίγοις· 19 ότι ουκ εν πλήθει δυνάμεως νίκη πολέμου εστίν. ενήλατο εις αυτούς άφνω. ωργίσθη θυμω και απέστειλε και συνήγαγε τας δυνάμεις πάσας της βασιλείας αυτού. 27 Ως δε ήκουσεν Αντίοχος ο βασιλεύς τους λόγους τούτους. 37 και ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 916 . και συνετρίβη Σήρων και η παρεμβολή αυτού ενώπιον αυτού. και περί των κατοικούντων την Ιουδαίαν και Ιερουσαλήμ 35 αποστείλαι επ ‘ αυτούς δύναμιν του εκτρίψαι και εξάραι την ισχύν Ισραήλ και το κατάλειμμα Ιερουσαλήμ και άραι το μνημόσυνον αυτών από του τόπου 36 και κατοικίσαι υιούς αλλογενείς εν πάσι τοις ορίοις αυτών και κατακληροδοτήσαι την γην αυτών. χάριν της διχοστασίας και πληγής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημείς εκλελύμεθα ασιτούντες σήμερον. ων εβούλετο. 18 και είπεν Ιούδας· εύκοπόν εστι συγκλεισθήναι πολλούς εν χερσίν ολίγων. και υπέρ των παρατάξεων Ιούδα εξηγείτο παν έθνος. 25 και ήρξατο ο φόβος Ιούδα και των αδελφών αυτού και η πτόησις επιπίπτειν επί τα έθνη τα κύκλω αυτών. 22 και αυτός συντρίψει αυτούς προ προσώπου ημών· υμείς δε μη φοβηθήτε απ ‘ αυτών. 30 και ευλαβήθη μη ουκ έχη ως άπαξ και δις εις τας δαπάνας και τα δόματα. 21 ημείς δε πολεμούμεν περί των ψυχών ημών και των νομίμων ημών. οι δε λοιποί έφυγον εις γην Φυλιστιείμ. α ήσαν αφ ‘ ημερών των πρώτων. αλλ ‘ ή εκ του ουρανού η ισχύς. 29 και είδεν ότι εξέλιπε το αργύριον από των θησαυρών και οι φόροι της χώρας ολίγοι. του σκυλεύσαι ημάς. ης κατεσκεύασεν εν τη γη του άραι τα νόμιμα. 26 και ήγγισεν έως του βασιλέως το όνομα αυτού. 32 και κατέλιπε Λυσίαν άνθρωπον ένδοξον και από γένους της βασιλείας επί των πραγμάτων του βασιλέως από του ποταμού Ευφράτου έως των ορίων Αιγύπτου 33 και τρέφει Αντίοχον τον υιόν αυτού έως του επιστρέψαι αυτόν. α εδίδου έμπροσθεν δαψιλεί χειρί και επερίσσευσεν υπέρ τους βασιλείς τους έμπροσθεν. 23 ως δε επαύσατο λαλών. 20 αυτοί έρχονται προς ημάς εν πλήθει ύβρεως και ανομίας του εξάραι ημάς και τας γυναίκας ημών και τα τέκνα ημών. 31 και ηπορείτο τη ψυχή αυτού σφόδρα και εβουλεύσατο του πορευθήναι εις την Περσίδα και λαβείν τους φόρους των χωρών και συναγαγείν αργύριον πολύ.

εάν μη συ βοηθήσης ημίν. 43 και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· αναστήσωμεν την καθαίρεσιν του λαού ημών και πολεμήσωμεν περί του λαού ημών και των αγίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύς παρέλαβε τας ημίσεις των δυνάμεων τας καταλειφθείσας και απήρεν από Αντιοχείας από πόλεως βασιλείας αυτού. 42 και είδεν Ιούδας και οι αδελφοί αυτού. και διεπέρασε τον Ευφράτην ποταμόν και διεπορεύετο τας επάνω χώρας. και επέγνωσαν τους λόγους του βασιλέως. ότι επληθύνθη τα κακά και αι δυνάμεις παρεμβάλλουσιν εν τοις ορίοις αυτών. και το αγίασμα καταπατούμενον. 41 και ήκουσαν οι έμποροι της χώρας το όνομα αυτών και έλαβον αργύριον και χρυσίον πολύ σφόδρα και πέδας και ήλθον εις την παρεμβολήν του λαβείν τους υιούς Ισραήλ εις παίδας. και προσετέθησαν προς αυτούς δύναμις Συρίας και γης αλλοφύλων. 50 και εβόησαν φωνή εις τον ουρανόν λέγοντες· τι ποιήσωμεν τούτοις και που αυτούς απαγάγωμεν. και υιοί αλλογενών εν τη άκρα. 44 και συνηθροίσθη η συναγωγή του είναι ετοίμους εις πόλεμον και του προσεύξασθαι και αιτήσαι έλεον και οικτιρμούς. 47 και ενήστευσαν τη ημέρα εκείνη και περιεβάλοντο σάκκους και σποδόν επί τας κεφαλάς αυτών και διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών. 45 και Ιερουσαλήμ ην αοίκητος ως έρημος· ουκ ην ο εισπορευόμενος και εκπορευόμενος εκ των γενημάτων αυτής. 38 Και επέλεξε Λυσίας Πτολεμαίον τον Δορυμένους και Νικάνορα και Γοργίαν άνδρας δυνατούς των φίλων του βασιλέως. 52 και τα άγιά σου καταπεπάτηται και βεβήλωται και οι ιερείς σου εν πένθει και ταπεινώσει. και εξέλιπεν αυλός και κινύρα. έτους εβδόμου και τεσσαρακοστού και εκατοστού. κατάλυμα τοις έθνεσι· και εξήρθη τέρψις εξ Ιακώβ. 49 και ήνεγκαν τα ιμάτια της ιερωσύνης και τα πρωτογενήματα και τας δεκάτας και ήγειραν τους ναζιραίους. 40 και απήραν συν πάση τη δυνάμει αυτών. 48 και εξεπέτασαν το βιβλίον του νόμου. 54 και εσάλπισαν ταις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 917 . 46 και συνήχθησαν και ήλθοσαν εις Μασσηφά κατέναντι Ιερουσαλήμ. 39 και απέστειλε μετ ‘ αυτών τεσσαράκοντα χιλιάδας ανδρών και επτακισχιλίαν ίππον του εξελθείν εις γην Ιούδα και καταφθείραι αυτήν κατά τον λόγον του βασιλέως. οί επλήρωσαν τας ημέρας. περί ων εξηρεύνων τα έθνη τα ομοιώματα των ειδώλων αυτών. 52 και ιδού τα έθνη συνήκται εφ ‘ ημάς του εξάραι ημάς· συ οίδας α λογίζονται εφ ‘ ημάς. ους ενετείλατο ποιήσαι τω λαω εις απώλειαν και συντέλειαν. και ήλθον και παρενέβαλον πλησίον Εμμανούμ εν τη γη τη πεδινή. ότι τόπος προσευχής εις Μασσηφά το πρότερον τω Ισραήλ. 53 Πως δυνησόμεθα υποστήναι κατά πρόσωπον αυτών.

ούτω ποιήσει. 6 και άμα τη ημέρα ώφθη Ιούδας εν τω πεδίω εν τρισχιλίοις ανδράσι· πλήν καλύμματα και μαχαίρας ουκ είχον καθώς ηβούλοντο. 60 ως δ ‘ αν ή θέλημα εν ουρανω. ότι είπε· φεύγουσιν ούτοι αφ ‘ ημών. 58 και είπεν Ιούδας· περιζώσασθε και γίνεσθε εις υιούς δυνατούς και γίνεσθε έτοιμοι εις το πρωϊ του πολεμήσαι εν τοις έθνεσι τούτοις τοις επισυνηγμένοις εφ ‘ ημάς εξάραι ημάς και τα άγια ημών· 59 ότι κρείσσον ημάς αποθανείν εν τω πολέμω ή επιδείν επί τα κακά του έθνους ημών και των αγίων. 10 και νυν βοήσωμεν εις τον ουρανόν. και απήρεν η παρεμβολή νυκτός. ότι εδίωξεν αυτούς Φαραώ εν δυνάμει. 4 έως έτι αι δυνάμεις εσκορπισμέναι ήσαν από της παρεμβολής. 55 και μετά τούτο κατέστησεν Ιούδας ηγούμενος του λαού χιλιάρχους και εκατοντάρχους και πεντηκοντάρχους και δεκάρχους. ει πως ελεήσει ημάς και μνησθήσεται διαθήκης πατέρων ημών και συντρίψει την παρεμβολήν ταύτην κατά πρόσωπον ημών σήμερον. 57 και απήρεν η παρεμβολή. 2 ωστε επιβαλείν επί την παρεμβολήν των Ιουδαίων και πατάξαι αυτούς άφνω· και οι υιοί της άκρας ήσαν αυτω οδηγοί. και παρενέβαλε κατά νότον Αμμαούς. 5 και ήλθε Γοργίας εις την παρεμβολήν Ιούδα νυκτός και ουδένα εύρε· και εζήτει αυτούς εν τοις όρεσιν. και ούτοι διδακτοί πολέμου. 8 και είπεν Ιούδας τοις ανδράσι τοις μετ ‘ αυτού· μη φοβείσθε το πλήθος αυτών και το όρμημα αυτών μη δειλωθήτε· 9 μνήσθητε Πως εσώθησαν οι πατέρες ημών εν θαλάσση ερυθρά. 56 και είπον τοις οικοδομούσιν οικίας και μνηστευομένοις γυναίκας και φυτεύουσιν αμπελώνας και δειλοίς αποστρέφειν έκαστον εις τον οίκον αυτού κατά τον νόμον. 3 και ήκουσεν Ιούδας και απήρεν αυτός και οι δυνατοί πατάξαι την δύναμιν του βασιλέως την εν Αμμαούς. 11 και γνώσεται πάντα τα έθνη ότι εστίν ο λυτρούμενος και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 918 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σάλπιγξι και εβόησαν φωνή μεγάλη. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ παρέλαβε Γοργίας πεντακισχιλίους άνδρας και χιλίαν ίππον εκλεκτήν. 7 και είδον παρεμβολήν εθνών ισχυράν τεθωρακισμένην και ίππον κυκλούσαν αυτήν.

30 και είδε την παρεμβολήν ισχυράν και προσηύξατο και είπεν· ευλογητός ει ο σωτήρ του Ισραήλ ο συντρίψας το όρμημα του δυνατού εν χειρί του δούλου σου Δαυίδ και παρέδωκας την παρεμβολήν των αλλοφύλων εις χείρας Ιωνάθαν υιού Σαούλ και του αίροντος τα σκεύη αυτού· 31 ούτω σύγκλεισον την παρεμβολήν ταύτην εν χειρί λαού σου Ισραήλ. 22 έφυγον πάντες εις γην αλλοφύλων. και έπεσον εξ αυτών εις άνδρας τρισχιλίους. 15 οι δε έσχατοι πάντες έπεσον εν ρομφαία. ότι πόλεμος εξεναντίας ημών. παραγενηθέντες απήγγειλαν τω Λυσία πάντα τα συμβεβηκότα. 16 και επέστρεψεν Ιούδας και η δύναμις από του διώκειν όπισθεν αυτών 17 και είπε προς τον λαόν· μη επιθυμήσητε των σκύλων. και αισχυνθήτωσαν επί τη δυνάμει και τη ίππω αυτών· 32 δος αυτοίς δειλίαν και τήξον θράσος ισχύος αυτών. 18 και Γοργίας και η δύναμις εν τω όρει εγγύς ημών· αλλά στήτε νυν εναντίον των εχθρών ημών και πολεμήσατε αυτούς. 24 και επιστραφέντες ύμνουν και ευλόγουν εις ουρανόν ότι καλόν. 12 και ήραν οι αλλόφυλοι τους οφθαλμούς αυτών και είδον αυτούς ερχομένους εξεναντίας 13 και εξήλθον εκ της παρεμβολής εις πόλεμον· και εσάλπισαν οι μετά Ιούδα 14 και συνήψαν και συνετρίβησαν τα έθνη και έφυγον εις το πεδίον. 26 Όσοι δε των αλλοφύλων διεσώθησαν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ώφθη μέρος τι εκκύπτον εκ του όρους· 20 και είδεν ότι τετρόπωνται. και έλαβον χρυσίον πολύ και αργύριον και υάκινθον και πορφύραν θαλασσίαν και πλούτον μέγαν. 27 ο δε ακούσας συνεχύθη και ηθύμει. και μετά ταύτα λάβετε τα σκύλα μετά παρρησίας. 29 και ήλθον εις την Ιδουμαίαν και παρενέβαλον εν Βαιθσούροις. 21 οι δε ταύτα συνιδόντες εδειλώθησαν σφόδρα· συνιδόντες δε και την Ιούδα παρεμβολήν εν τω πεδίω ετοίμην εις παράταξιν. ότι ουχ οία ήθελε. 25 και εγένετο σωτηρία μεγάλη τω Ισραήλ εν τη ημέρα εκείνη. 23 και ανέστρεψεν Ιούδας επί την σκυλείαν της παρεμβολής. και σαλευθήτωσαν τη συντριβή αυτών· 33 κατάβαλε αυτούς ρομφαία Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 919 . 28 και εν τω εχομένω ενιαυτω συνελόχισεν ο Λυσίας ανδρών επιλέκτων εξήκοντα χιλιάδας και πεντακισχιλίαν ίππον. τοιαύτα γεγόνει τω Ισραήλ. και εμπυρίζουσι την παρεμβολήν· ο γαρ καπνός ο θεωρούμενος ενεφάνιζε το γεγονός. 19 έτι λαλούντος Ιούδα ταύτα. και ουχ οία ενετείλατο αυτω ο βασιλεύς. τοιαύτα εξέβη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σώζων τον Ισραήλ. ωστε εκπολεμήσαι αυτούς. και συνήντησεν αυτοίς Ιούδας εν δέκα χιλιάσιν ανδρών. και εδίωξαν αυτούς έως Γαζηρών και έως των πεδίων της Ιδουμαίας και Αζώτου και Ιαμνείας.

47 και έλαβον λίθους ολοκλήρους κατά τον νόμον και ωκοδόμησαν το θυσιαστήριον καινόν κατά το πρότερον. και εφαίνοσαν εν τώ ναω. 34 και συνέβαλον αλλήλοις. 50 και εθυμίασαν επί το θυσιαστήριον και εξήψαν τους λύχνους τους επί της λυχνίας. 38 και είδον το αγίασμα ηρημωμένον και το θυσιαστήριον βεβηλωμένον και τας πύλας κατακεκαυμένας και εν ταις αυλαίς φυτά πεφυκότα ως εν δρυμω ή ως ενί των ορέων και τα παστοφόρια καθηρημένα. 46 και απέθεντο τους λίθους εν τω όρει του οίκου εν τόπω επιτηδείω μέχρι του παραγενηθήναι προφήτην του αποκριθήναι περί αυτών. 44 και εβουλεύσαντο περί του θυσιαστηρίου της ολοκαυτώσεως του βεβηλωμένου. 51 και επέθηκαν επί την τράπεζαν άρτους και εξεπέτασαν τα καταπετάσματα και ετέλεσαν πάντα τα έργα. 42 και επέλεξεν ιερείς αμώμους θελητάς νόμου. 48 και ωκοδόμησαν τα άγια και τα εντός του οίκου και τας αυλάς ηγίασαν. της δε Ιούδα το γεγενημένον θάρσος και ως έτοιμοί εισιν ή ζήν ή τεθνάναι γενναίως. 43 και εκαθάρισαν τα άγια και ήραν τους λίθους του μιασμού εις τόπον ακάθαρτον. και πλεονάσας τον γενηθέντα στρατόν ελογίζετο πάλιν παραγενέσθαι εις την Ιουδαίαν. αναβώμεν καθαρίσαι τα άγια και εγκαινίσαι. απήρεν εις Αντιόχειαν και εξενολόγει. 54 κατά τον καιρόν και κατά την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 920 . ό εποίησαν. 52 και ώρθρισαν το πρωϊ τη πέμπτη και εικάδι του μηνός του ενάτου (ούτος ο μην Χασελεύ) του ογδόου και τεσσαρακοστού και εκατοστού έτους 53 και ανήνεγκαν θυσίαν κατά τον νόμον επί το θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων το καινόν. έως αν καθαρίση τα άγια. 37 και συνήχθη η παρεμβολή πάσα και ανέβησαν εις όρος Σιών. ότι εμίαναν τα έθνη αυτό· και καθείλον το θυσιαστήριον. και έπεσον εκ της παρεμβολής Λυσίου εις πεντακισχιλίους άνδρας και έπεσον εξ εναντίας αυτών. μήποτε γένηται αυτοίς εις όνειδος. 35 ιδών δε Λυσίας την γενομένην τροπήν της αυτού συντάξεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγαπώντων σε. 39 και διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών και εκόψαντο κοπετόν μέγαν και επέθεντο σποδόν επί την κεφαλήν αυτών 40 και έπεσον επί πρόσωπον επί την γην και εσάλπισαν ταις σάλπιγξι των σημασιών και εβόησαν εις τον ουρανόν. και αινεσάτωσάν σε πάντες οι ειδότες το όνομά σου εν ύμνοις. α εποίησαν. 36 Είπε δε Ιούδας και οι αδελφοί αυτού· ιδού συνετρίβησαν οι εχθροί ημών. 49 και εποίησαν σκεύη άγια καινά και εισήνεγκαν την λυχνίαν και το θυσιαστήριον των θυμιαμάτων και την τράπεζαν εις τον ναόν. 41 τότε επέταξεν Ιούδας άνδρας πολεμείν τους εν τη άκρα. τι αυτω ποιήσωσι· 45 και επέπεσεν αυτοίς βουλή αγαθή καθελείν αυτό.

6 και διεπέρασεν επί τους υιούς Αμμών και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 921 . και ωργίσθησαν σφόδρα 2 και εβουλεύσαντο του άραι το γένος Ιακώβ τους όντας εν μέσω αυτών και ήρξαντο του θανατούν εν τω λαω και εξαίρειν. και παρενέβαλεν επ ‘ αυτούς και ανεθεμάτισεν αυτούς και ενεπύρισε τους πύργους αυτής εν πυρί συν πάσι τοις ενούσι. από της πέμπτης και εικάδος του μηνός Χασελεύ. κυκλόθεν τείχη υψηλά και πύργους οχυρούς. την Ακραβαττήνην. ίνα άγωνται αι ημέραι εγκαινισμού του θυσιαστηρίου εν τοις καιροίς αυτών ενιαυτόν κατ ‘ ενιαυτόν ημέρας οκτώ. εν ή εβεβήλωσαν αυτό τα έθνη. μετ ‘ ευφροσύνης και χαράς. μη ποτε παραγενηθέντα τα έθνη καταπατήσωσιν αυτά. οί ήσαν τω λαω εις παγίδα και εις σκάνδαλον εν τω ενεδρεύειν αυτούς εν ταις οδοίς· 5 και συνεκλείσθησαν υπ ‘ αυτού εν τοις πύργοις. και απεστράφη όνειδος εθνών. 57 και κατεκόσμησαν το κατά πρόσωπον του ναού στεφάνοις χρυσοίς και ασπιδίσκαις και ενεκαίνισαν τας πύλας και τα παστοφόρια και εθύρωσαν αυτά. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ εγένετο ότε ήκουσαν τα έθνη κυκλόθεν ότι ωκοδομήθη το θυσιαστήριον και ενεκαινίσθη το αγίασμα ως το πρότερον. και επάταξεν αυτούς πληγήν μεγάλην και συνέστειλεν αυτούς και έλαβε τα σκύλα αυτών. 3 και επολέμει Ιούδας προς τους υιούς Ησαύ εν τη Ιδουμαία. 60 και ωκοδόμησαν εν τω καιρω εκείνω το όρος Σιών. εν εκείνη ενεκαινίσθη εν ωδαίς και κιθάραις και κινύραις και εν κυμβάλοις. 58 και εγενήθη ευφροσύνη μεγάλη εν τω λαω σφόδρα. ότι περιεκάθηντο τον Ισραήλ. 4 και εμνήσθη της κακίας υιών Βαιάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέραν. ως εποίησαν το πρότερον. 59 και έστησεν Ιούδας και οι αδελφοί αυτού και πάσα η εκκλησία Ισραήλ. 55 και έπεσον πας ο λαός επί πρόσωπον και προσεκύνησαν και ευλόγησαν εις ουρανόν τον ευοδώσαντα αυτοίς. 56 και εποίησαν τον εγκαινισμόν του θυσιαστηρίου ημέρας οκτώ και προσήνεγκαν ολοκαυτώματα μετ ‘ ευφροσύνης και έθυσαν θυσίαν σωτηρίου και αινέσεως. 61 και επέταξεν εκεί δύναμιν τηρείν αυτό και ωχύρωσαν αυτό τηρείν την Βαιθσούραν του έχειν τον λαόν οχύρωμα κατά πρόσωπον της Ιδουμαίας.

εις ό κατεφύγομεν. και ιδού άγγελοι έτεροι παρεγένοντο εκ της Γαλιλαίας διερρηχότες τα ιμάτια απαγγέλλοντες κατά τα ρήματα ταύτα λέγοντες 15 επισυνήχθαι επ ‘ αυτούς εκ Πτολεμαϊδος και Τύρου και Σιδώνος και πάσης Γαλιλαίας αλλοφύλων του εξαναλώσαι ημάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εύρε χείρα κραταιάν και λαόν πολύν και Τιμόθεον ηγούμενον αυτών· 7 και συνήψε προς αυτούς πολέμους πολλούς. 10 και απέστειλαν γράμματα προς Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού λέγοντες· επισυνηγμένα εστίν εφ ‘ ημάς τα έθνη τα κύκλω ημών του εξάραι ημάς 11 και ετοιμάζονται ελθείν και προκαταλαβέσθαι το οχύρωμα. 9 Και επισυνήχθησαν τα έθνη τα εν τη Γαδαάδ επί τον Ισραήλ τους όντας επί τοις ορίοις αυτών του εξάραι αυτούς. 17 και είπεν Ιούδας Σίμωνι τω αδελφω αυτού· επίλεξον σεαυτω άνδρας και πορεύου και ρύσαι τους αδελφούς σου τους εν τη Γαλιλαία· εγώ δε και Ιωνάθαν ο αδελφός μου πορευσόμεθα εις την Γαλααδίτιν. 14 έτι αι επιστολαί ανεγινώσκοντο. 16 ως δε ήκουσεν Ιούδας και ο λαός τους λόγους τούτους. 20 και εμερίσθησαν Σίμωνι άνδρες τρισχίλιοι του πορευθήναι εις την Γαλιλαίαν. και έπεσον εκ των εθνών εις τρισχιλίους άνδρας. και επάταξεν αυτούς. ότι πέπτωκεν εξ ημών πλήθος. και συνετρίβησαν προ προσώπου αυτού. και έφυγον εις Δάθεμα το οχύρωμα. όσα ην αυτοίς. και συνετρίβη τα έθνη από προσώπου αυτού. και έλαβε τα σκύλα αυτών. Ιούδα δε άνδρες οκτακισχίλιοι εις την Γαλααδίτιν. και ηχμαλωτίκασι τας γυναίκας αυτών και τα τέκνα και την αποσκευήν. επισυνήχθη εκκλησία μεγάλη βουλεύσασθαι τι ποιήσωσι τοις αδελφοίς αυτών. 21 και επορεύθη Σίμων εις την Γαλιλαίαν και συνήψε πολέμους πολλούς προς τα έθνη. 24 και Ιούδας ο Μακκαβαίος και Ιωνάθαν ο αδελφός αυτού διέβησαν τον Ιορδάνην και επορεύθησαν οδόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 922 . 13 και πάντες οι αδελφοί ημών οι όντες εν τοις Τωβίου τεθανάτωνται. και Τιμόθεος ηγείται της δυνάμεως αυτών· 12 νυν ουν ελθών εξελού ημάς εκ χειρός αυτών. και ήγαγεν εις την Ιουδαίαν μετ ‘ ευφροσύνης μεγάλης. και απώλεσαν εκεί ωσεί μίαν χιλιαρχίαν ανδρών. 18 και κατέλιπεν Ιώσηφον τον του Ζαχαρίου και Αζαρίαν ηγουμένους του λαού μετά των επιλοίπων της δυνάμεως εν τη Ιουδαία εις τήρησιν 19 και ενετείλατο αυτοίς λέγων· πρόστητε του λαού τούτου και μη συνάψητε πόλεμον προς τα έθνη έως του επιστρέψαι ημάς. 22 και εδίωξεν αυτούς έως της πύλης Πτολεμαϊδος. 23 και παρέλαβε τους εν τη Γαλιλαία και εν Αρβάττοις συν ταις γυναιξί και τοις τέκνοις και πάντα. τοις ούσιν εν θλίψει και πολεμουμένοις υπ ‘ αυτών. 8 και προκατελάβετο την Ιαζήρ και τας θυγατέρας αυτής και ανέστρεψεν εις την Ιουδαίαν.

32 και είπε τοις ανδράσι της δυνάμεως· πολεμήσατε σήμερον υπέρ των αδελφών υμών. και εσάλπισαν ταις σάλπιγξι και εβόησαν εν προσευχή. 28 και απέστρεψεν Ιούδας και η παρεμβολή αυτού οδόν εις την έρημον Βόσορρα άφνω· και κατελάβετο την πόλιν και απέκτεινε παν αρσενικόν εν στόματι ρομφαίας και έλαβε πάντα τα σκύλα αυτών και ενέπρησεν αυτήν πυρί. και έφυγον από προσώπου αυτού. 38 και απέστειλεν Ιούδας κατασκοπεύσαι την παρεμβολήν. 40 και είπε Τιμόθεος τοις άρχουσι της δυνάμεως αυτού εν τω εγγίζειν Ιούδαν και την παρεμβολήν αυτού επί τον χειμάρρουν του ύδατος· εάν διαβή προς ημάς πρότερος. ου ουκ ην αριθμός. Βοσόρ και τας λοιπάς πόλεις της Γαλααδίτιδος. 36 εκείθεν απήρε και προκατελάβετο την Χασφών. 26 και ότι πολλοί εξ αυτών συνειλημμένοι εισίν εις Βόσορρα και Βοσόρ. διαπεράσομεν προς αυτόν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 923 . 31 και είδεν Ιούδας ότι ήρκται ο πόλεμος και η κραυγή της πόλεως ανέβη εις τον ουρανόν σάλπιγξι και φωνή μεγάλη. ότι δυνάμενος δυνήσεται προς ημάς· 41 εάν δε δειλωθή και παρεμβάλη πέραν του ποταμού. και επορεύετο έως επί το οχύρωμα· 30 και εγένετο εωθινή ήραν τους οφθαλμούς αυτών και ιδού λαός πολύς. και απήγγειλαν αυτω λέγοντες· επισυνηγμένα εισί προς αυτούς πάντα τα έθνη τα κύκλω ημών. Μακέδ και Καρναϊν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τριών ημερών εν τη ερήμω. 25 και συνήντησαν τοις Ναβαταίοις. Μακέδ. Χασφώρ. 35 και απέκλινεν εις Μααφά και επολέμησεν αυτήν και προκατελάβετο αυτήν και απέκτεινε παν αρσενικόν αυτής και έλαβε τα σκύλα αυτής και ενέπρησεν αυτήν πυρί. 34 και επέγνω η παρεμβολή Τιμοθέου ότι Μακκαβαίός εστι. 37 μετά δε τα ρήματα ταύτα συνήγαγε Τιμόθεος παρεμβολήν άλλην και παρενέβαλε κατά πρόσωπον Ραφών εκ πέραν του χειμάρρου. ου δυνησόμεθα υποστήναι αυτόν. εν Αλέμοις. και επάταξεν αυτούς πληγήν μεγάλην. 33 και εξήλθεν εν τρισίν αρχαίς εξόπισθεν αυτών. δύναμις πολλή σφόδρα· 39 και Άραβας μεμίσθωνται εις βοήθειαν αυτοίς και παρενέβαλον πέραν του χειμάρρου έτοιμοι του ελθείν επί σε εις πόλεμον. και έπεσον εξ αυτών εν εκείνη τη ημέρα εις οκτακισχιλίους άνδρας. και απήντησαν αυτοίς ειρηνικώς και διηγήσαντο αυτοίς άπαντα τα συμβάντα τοις αδελφοίς αυτών εν τη Γαλααδίτιδι. αίροντες κλίμακας και μηχανάς καταλαβέσθαι το οχύρωμα και επολέμουν αυτούς. και επορεύθη Ιούδας εις συνάντησιν αυτών. 29 και απήρεν εκείθεν νυκτός. πάσαι αι πόλεις αύται οχυραί και μεγάλαι· 27 και εν ταις λοιπαίς πόλεσι της Γαλααδίτιδός εισι συνειλημμένοι και εις αύριον τάσσονται παρεμβάλλειν επί τα οχυρώματα και καταλαβέσθαι και εξάραι πάντας τούτους εν ημέρα μια.

45 και συνήγαγεν Ιούδας πάντα Ισραήλ τους εν τη Γαλααδίτιδι από μικρού έως μεγάλου και τας γυναίκας αυτών και τα τέκνα αυτών και την αποσκευήν. ουκ ην εκκλίναι απ ‘ αυτής δεξιάν ή αριστεράν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δυνησόμεθα προς αυτόν. και επολέμησαν την πόλιν όλην την ημέραν εκείνην και όλην την νύκτα. και ουκ εδύναντο έτι υποστήναι κατά πρόσωπον Ιούδα. 46 και ήλθον έως Εφρών. αις ην Ιούδας και Ιωνάθαν εν τη Γαλαάδ και Σίμων ο αδελφός αυτού εν τη Γαλιλαία κατά πρόσωπον Πτολεμαϊδος. και αύτη η πόλις μεγάλη επί της εισόδου οχυρά σφόδρα. πλήν τοις ποσί παρελευσόμεθα· και ουκ ηβούλοντο ανοίξαι αυτω. 42 ως δε ήγγισεν Ιούδας επί τον χειμάρρουν του ύδατος. έστησε τους γραμματείς του λαού επί του χειμάρρου και ενετείλατο αυτοίς λέγων· μη αφήτε πάντα άνθρωπον παρεμβαλείν. παρεμβολήν μεγάλην σφόδρα. και συνετρίβησαν προ προσώπου αυτού πάντα τα έθνη και έρριψαν τα όπλα αυτών και έφυγον εις το τέμενος εν Καρναϊν. ελθείν εις γην Ιούδα. 49 και επέταξεν Ιούδας κηρύξαι εν τη παρεμβολή του παρεμβαλείν έκαστον εν ω εστι τόπω· 50 και παρενέβαλον οι άνδρες της δυνάμεως. 52 και διέβησαν τον Ιορδάνην εις το πεδίον το μέγα κατά πρόσωπον Βαιθσάν. 56 ήκουσεν Ιωσήφ ο του Ζαχαρίου και Αζαρίας άρχοντες της δυνάμεως των ανδραγαθιών και του πολέμου. και παρεδόθη η πόλις εν χερσίν αυτού. και επορεύθησαν επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 924 . αλλ ‘ ή δια μέσου αυτής πορεύεσθαι· 47 και απέκλεισαν αυτούς οι εκ της πόλεως και ενέφραξαν τας πύλας λίθοις. ότι ουκ έπεσεν εξ αυτών ουθείς έως του επιστρέψαι εν ειρήνη. αλλ ‘ ερχέσθωσαν πάντες εις τον πόλεμον. 44 και προκατελάβοντο την πόλιν και το τέμενος ενεπύρισαν εν πυρί συν πάσι τοις εν αυτω· και ετροπώθη η Καρναϊν. οία εποίησαν. 43 και διεπέρασεν επ ‘ αυτούς πρότερος και πας ο λαός όπισθεν αυτού. 48 και απέστειλε προς αυτούς Ιούδας λόγοις ειρηνικοίς λέγων· διελευσόμεθα δια της γης σου του απελθείν εις την γην ημών. 53 και ην Ιούδας επισυνάγων τους εσχατίζοντας και παρακαλών τον λαόν κατά πάσαν την οδόν. έως ου ήλθον εις γην Ιούδα. 51 και απώλεσε παν αρσενικόν εν στόματι ρομφαίας και εξερρίζωσεν αυτήν και έλαβε τα σκύλα αυτής και διήλθε δια της πόλεως επάνω των απεκταμμένων. 58 και παρήγγειλαν τοις από της δυνάμεως της μετ ‘ αυτών. 55 Και εν ταις ημέραις. 57 και είπε· ποιήσωμεν και αυτοί εαυτοίς όνομα και πορευθώμεν πολεμήσαι προς τα έθνη τα κύκλω ημών. 54 και ανέβησαν εις το όρος Σιών εν ευφροσύνη και χαρά και προσήγαγον ολοκαυτώματα. και ουδείς κακοποιήσει υμάς.

και εκεί καλύμματα χρυσά και θώρακες και όπλα. και ουκ ηδυνάσθη. 67 εν τη ημέρα εκείνη έπεσον ιερείς εν πολέμω βουλόμενοι ανδραγαθήσαι εν τω αυτούς εξελθείν εις πόλεμον αβουλεύτως. και έφυγε και απήρεν εκείθεν μετά λύπης μεγάλης αποστρέψαι εις Βαβυλώνα. και καθείλε τους βωμούς αυτών και τα γλυπτά των θεών αυτών κατέκαυσε πυρί και εσκύλευσε τα σκύλα των πόλεων και επέστρεψεν εις την γην Ιούδα. και διεπορεύετο την Σαμάρειαν. 6 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 925 . 60 και ετροπώθη Ιώσηφος και Αζαρίας. 4 και αντέστησαν αυτω εις πόλεμον. και έπεσον εν τη ημέρα εκείνη εκ του λαού του Ισραήλ εις δισχιλίους άνδρας. ος εβασίλευσε πρώτος εν τοις Έλλησι. 68 και εξέκλινεν Ιούδας εις Άζωτον γην αλλοφύλων. 3 και ήλθε και εζήτει καταλαβέσθαι την πόλιν και προνομεύσαι αυτήν. οιόμενοι ανδραγαθήσαι· 62 αυτοί δε ουκ ήσαν εκ του σπέρματος των ανδρών εκείνων. ότι εγνώσθη ο λόγος τοις εκ της πόλεως. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Αντίοχος διεπορεύετο τας επάνω χώρας και ήκουσεν ότι εστίν Ελυμαϊς εν τη Περσίδι πόλις ένδοξος πλούτω αργυρίω τε και χρυσίω· 2 και το ιερόν το εν αυτη πλούσιον σφόδρα. 63 και ο ανήρ Ιούδας και οι αδελφοί αυτού εδοξάσθησαν σφόδρα εναντίον παντός Ισραήλ και των εθνών πάντων. 65 και εξήλθεν Ιούδας και οι αδελφοί αυτού και επολέμουν τους υιούς Ησαύ εν τη γη προς νότον και επάταξε την Χεβρών και τας θυγατέρας αυτής και καθείλε το οχύρωμα αυτής και τους πύργους αυτής ενέπρησε κυκλόθεν. και εδιώχθησαν έως των ορίων της Ιουδαίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιάμνειαν. 59 και εξήλθε Γοργίας εκ της πόλεως και οι άνδρες αυτού εις συνάντησιν αυτοίς εις πόλεμον. 5 και ήλθεν απαγγέλλων τις αυτω εις την Περσίδα ότι τετρόπωνται αι παρεμβολαί αι πορευθείσαι εις γην Ιούδα. 61 και εγενήθη τροπή μεγάλη εν τω λαω Ισραήλ. α κατέλιπεν εκεί Αλέξανδρος ο Φιλίππου βασιλεύς ο Μακεδών. 66 και απήρε του πορευθήναι εις γην αλλοφύλων. ου ηκούετο το όνομα αυτών· 64 και επισυνήγοντο προς αυτούς ευφημούντες. οίς εδόθη σωτηρία Ισραήλ δια χειρός αυτών. ότι ουκ ήκουσαν Ιούδα και των αδελφών αυτού.

12 νυν δε μιμνήσκομαι των κακών. 7 και καθείλον το βδέλυγμα. 11 και είπα τη καρδία μου· έως τίνος θλίψεως ήλθον και κλύδωνος μεγάλου. ων εποίησα εν Ιερουσαλήμ και έλαβον πάντα τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά τα εν αυτη και εξαπέστειλα εξάραι τους κατοικούντας Ιούδα διακενής. και κατέστησε βασιλεύειν Αντίοχον τον υιόν αυτού αντ ‘ αυτού. εν ω νυν ειμι. 21 και εξήλθον εξ αυτών εκ του συγκλεισμού. ό ωκοδόμησεν επί το θυσιαστήριον το εν Ιερουσαλήμ. ότι ουκ εγένετο αυτω καθώς ενεθυμείτο. ότι ανεκαινίσθη επ ‘ αυτόν λύπη μεγάλη. 14 και εκάλεσε Φίλιππον ένα των φίλων αυτού και κατέστησεν αυτόν επί πάσης της βασιλείας αυτού· 15 και έδωκεν αυτω το διάδημα και την στολήν αυτού και τον δακτύλιον του αγαγείν Αντίοχον τον υιόν αυτού και εκθρέψαι αυτόν του βασιλεύειν. ον εξέθρεψε νεώτερον. και συμπέπτωκα τη καρδία από της μερίμνης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επορεύθη Λυσίας δυνάμει ισχυρά εν πρώτοις και ενετράπη από προσώπου αυτών. 10 και εκάλεσε πάντας τους φίλους αυτού και είπε προς αυτούς· αφίσταται ο ύπνος από των οφθαλμών μου. ων εξέκοψαν. 8 και εγένετο ως ήκουσεν ο βασιλεύς τους λόγους τούτους. και το αγίασμα καθώς το πρότερον εκύκλωσαν τείχεσιν υψηλοίς και την Βαιθσούραν πόλιν αυτού. και εποίησεν επ ‘ αυτούς βελοστάσεις και μηχανάς. 9 και ην εκεί ημέρας πλείους. 23 ημείς ευδοκούμεν δουλεύειν τω πατρί σου και πορεύεσθαι τοις υπ ‘ αυτού λεγομένοις και κατακολουθείν τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 926 . 22 και επορεύθησαν προς τον βασιλέα και είπον· έως πότε ου ποιήση κρίσιν και εκδικήσεις τους αδελφούς ημών. και εκολλήθησαν αυτοίς τινες των ασεβών εξ Ισραήλ. 16 και απέθανεν εκεί Αντίοχος ο βασιλεύς έτους ενάτου και τεσσαρακοστού και εκατοστού. ότι χρηστός και αγαπώμενος ήμην εν τη εξουσία μου. 18 Και οι εκ της άκρας ήσαν συγκλείοντες τον Ισραήλ κύκλω των αγίων και ζητούντες τα κακά δι ‘ όλου και στήριγμα τοις έθνεσι. εθαμβήθη και εσαλεύθη σφόδρα και έπεσεν επί την κοίτην και ενέπεσεν εις αρρωστίαν από της λύπης. οίς έλαβον από των παρεμβολών. 17 και επέγνω Λυσίας ότι τέθνηκεν ο βασιλεύς. και εκάλεσε το όνομα αυτού Ευπάτορα. 13 έγνων ουν ότι χάριν τούτων εύρόν με τα κακά ταύτα· και ιδού απόλλυμαι λύπη μεγάλη εν γη αλλοτρία. 19 και ελογίσατο Ιούδας εξάραι αυτούς και εξεκκλησίασε πάντα τον λαόν του περικαθίσαι επ ‘ αυτούς· 20 και συνήχθησαν άμα και περιεκάθισαν επ ‘ αυτούς έτους πεντηκοστού και εκατοστού. και επίσχυσαν όπλοις και δυνάμει και σκύλοις πολλοίς. και ελογίσατο ότι αποθνήσκει.

30 και ην ο αριθμός των δυνάμεων αυτού εκατόν χιλιάδες των πεζών και είκοσι χιλιάδες ίππων και ελέφαντες δύο και τριάκοντα ειδότες πόλεμον. 34 και τοις ελέφασιν έδειξαν αίμα σταφυλής και μόρων του παραστήσαι αυτούς εις τον πόλεμον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προστάγμασιν αυτού. 32 και απήρεν Ιούδας από της άκρας και παρενέβαλεν εις Βαιθζαχαρία απέναντι της παρεμβολής του βασιλέως. 35 και διείλον τα θηρία εις τας φάλαγγας και παρέστησαν εκάστω ελέφαντι χιλίους άνδρας τεθωρακισμένους εν αλυσιδωτοίς. και περικεφαλαίαι χαλκαί επί των κεφαλών αυτών. 31 και ήλθοσαν δια της Ιδουμαίας και παρενεβάλοσαν επί Βαιθσούραν και επολέμησαν ημέρας πολλάς και εποίησαν μηχανάς· και εξήλθον και ενεπύρισαν αυτάς εν πυρί και επολέμησαν ανδρωδώς. ου εάν ην το θηρίον ήσαν και ου εάν επορεύετο επορεύοντο άμα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 927 . 27 και εάν μη προκαταλάβη αυτούς δια τάχους. 38 και την επίλοιπον ίππον ένθεν και ένθεν έστησαν επί τα δύο μέρη της παρεμβολής κατασείοντες και καταφρασσόμενοι εν ταις φάραγξιν. και εφ ‘ εκάστου άνδρες δυνάμεως δύο και τριάκοντα οι πολεμούντες επ ‘ αυτοίς και ο Ινδός αυτού. 33 και ώρθρισεν ο βασιλεύς το πρωϊ και απήρε την παρεμβολήν εν ορμήματι αυτής κατά την οδόν Βαιθζαχαρία. και πεντακόσιοι ίπποι διατεταγμένοι εκάστω θηρίω εκλελεγμένοι· 36 ούτοι προ καιρού. 39 ως δε έστιλβεν ο ήλιος επί τας χρυσάς και χαλκάς ασπίδας. 37 και πύργοι ξύλινοι επ ‘ αυτούς οχυροί σκεπαζόμενοι εφ ‘ εκάστου θηρίου εζωσμένοι επ ‘ αυτού μηχαναίς. και συνήγαγε πάντας τους φίλους αυτού και τους άρχοντας της δυνάμεως αυτού και τους επί των ηνιών· 29 και από βασιλειών ετέρων και από νήσων θαλασσών ήλθον προς αυτόν δυνάμεις μισθωταί. 40 και εξετάθη μέρος τι της παρεμβολής του βασιλέως επί τα υψηλά όρη και τινες επί τα ταπεινά· και ήρχοντο ασφαλώς και τεταγμένως. 24 και περικάθηνται εις την άκραν υιοί του λαού ημών χάριν τούτου και αλλοτριούνται αφ ‘ ημών· πλήν όσοι ευρίσκοντο αφ ‘ ημών εθανατούντο και αι κληρονομίαι ημών διηρπάζοντο. μείζονα τούτων ποιήσουσι. αλλά και επί πάντα τα όρια αυτών· 26 και ιδού παρεμβεβλήκασι σήμερον επί την άκραν εν Ιερουσαλήμ του καταλαβέσθαι αυτήν· και το αγίασμα και την Βαιθσούραν ωχύρωσαν. 25 και ουκ εφ ‘ ημάς μόνον εξέτειναν χείρα. 28 Και ωργίσθη ο βασιλεύς ότε ήκουσε. και ιδού δυνήση του κατασχείν αυτών. ουκ αφίσταντο απ ‘ αυτού. και διεσκευάσθησαν αι δυνάμεις εις τον πόλεμον και εσάλπισαν ταις σάλπιγξι. έστιλβε τα όρη απ ‘ αυτών και κατηύγαζεν ως λαμπάδες πυρός.

43 και είδεν Ελεάζαρ ο Αυαράν εν των θηρίων τεθωρακισμένον θώρακι βασιλικω. 53 βρώματα δε ουκ ην εν τοις αγγείοις δια το έβδομον έτος είναι. και ωήθη ότι εν αυτω εστιν ο βασιλεύς. ον κατέστησεν ο βασιλεύς Αντίοχος έτι ζων εκθρέψαι Αντίοχον τον υιόν αυτού εις το βασιλεύσαι αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 41 και εσαλεύοντο πάντες οι ακούοντες φωνής πλήθους αυτών και οδοιπορίας του πλήθους και συγκρουσμού των όπλων· ην γαρ η παρεμβολή μεγάλη σφόδρα και ισχυρά. και απέθανεν εκεί. και εξήλθον εκ της πόλεως. 57 και κατέσπευδε του απελθείν και ειπείν προς τον βασιλέα και τους ηγεμόνας της δυνάμεως και τους άνδρας· εκλείπομεν καθ ‘ ημέραν. 51 και παρενέβαλεν επί το αγίασμα ημέρας πολλάς και έστησεν εκεί βελοστάσεις και μηχανάς και πυροβόλα και λιθόβολα και σκορπίδια εις το βάλλεσθαι βέλη και σφενδόνας. και ο τόπος ου παρεμβάλλομέν εστιν οχυρός. και ην υπεράγον πάντα τα θηρία. 42 και ήγγισεν Ιούδας και η παρεμβολή αυτού εις παράταξιν. ότι ουκ ην αυτοίς εκεί διατροφή του συγκεκλείσθαι εν αυτη. 52 και εποίησαν και αυτοί μηχανάς προς τας μηχανάς αυτών και επολέμησαν ημέρας πολλάς. 44 και έδωκεν εαυτόν του σώσαι τον λαόν αυτού και περιποιήσαι εαυτω όνομα αιώνιον· 45 και επέδραμεν αυτω θράσει εις μέσον της φάλαγγος και εθανάτου δεξιά και ευώνυμα. και έπεσον από της παρεμβολής του βασιλέως εξακόσιοι άνδρες. 48 οι δε εκ της παρεμβολής του βασιλέως ανέβαινον εις συνάντησιν αυτών εις Ιερουσαλήμ. και εξέκλιναν απ ‘ αυτών. και η τροφή ημίν ολίγη. 49 και εποίησεν ειρήνην μετά των εκ Βαιθσούρων. και απέταξεν εκεί φρουράν τηρείν αυτήν. ότι κατεκράτησεν αυτών ο λιμός. 47 και είδον την ισχύν της βασιλείας και το όρμημα των δυνάμεων. ως το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 928 . και εσχίζοντο απ ‘ αυτού ένθα και ένθα· 46 και εισέδυ υπό τον ελέφαντα και υπέθεκεν αυτω και ανείλεν αυτόν. και έπεσεν επί την γην επάνω αυτού. και επίκειται ημίν τα της βασιλείας· 58 νυν ουν δώμεν δεξιάν τοις ανθρώποις τούτοις καίποιήσωμεν μετ ‘ αυτών ειρήνην και μετά παντός έθνους αυτών 59 και στήσωμεν αυτοίς του πορεύεσθαι τοις νομίμοις αυτών. ότι σάββατον ην τη γη· 50 και κατελάβετο βασιλεύς την Βαιθσούραν. 55 Και ήκουσε Λυσίας ότι Φίλιππος. 56 απέστρεψεν από της Περσίδος και Μηδίας και αι δυνάμεις αι πορευθείσαι του βασιλέως μετ ‘ αυτού. και οι ανασωζόμενοι εις την Ιουδαίαν από των εθνών κατέφαγον το υπόλειμμα της παραθέσεως. 54 και υπελείφθησαν εν τοις αγίοις άνδρες ολίγοι. και ότι ζητεί παραλαβείν τα πράγματα. και εσκορπίσθησαν έκαστος εις τον τόπον αυτού. και παρενέβαλεν ο βασιλεύς εις την Ιουδαίαν και εις το όρος Σιών.

και ημάς εσκόρπισαν από της γης ημών· 7 νυν ουν απόστειλον άνδρα. και απέστειλε προς αυτούς ειρηνεύσαι. και Άλκιμος ηγείτο αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρότερον· χάριν γαρ των νομίμων αυτών. και συνέλαβον αι δυνάμεις τον Αντίοχον και τον Λυσίαν αγαγείν αυτούς αυτω. 61 και ώμοσεν αυτοίς ο βασιλεύς και οι άρχοντες· επί τούτοις εξήλθον εκ του οχυρώματος. και επεδέξαντο. 2 και εγένετο ως εισεπορεύετο εις οίκον βασιλείας πατέρων αυτού. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΤΟΥΣ ενός και πεντηκοστού και εκατοστού εξήλθε Δημήτριος ο του Σελεύκου εκ Ρώμης και ανέβη συν ανδράσιν ολίγοις εις πόλιν παραθαλασσίαν και εβασίλευσεν εκεί. και εκάθισε Δημήτριος επί θρόνου βασιλείας αυτού. ωργίσθησαν και εποίησαν ταύτα πάντα. 11 και ου προσέσχον τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 929 . ον ώμοσε. και κολασάτω αυτούς και πάντας τους επιβοηθούντας αυτοίς. 8 και επέλεξεν ο βασιλεύς τον Βακχίδην των φίλων του βασιλέως κυριεύοντα εν τω πέραν του ποταμού και μέγαν εν τη βασιλεία και πιστόν τω βασιλεί 9 και απέστειλεν αυτόν και Άλκιμον τον ασεβή. και κατελάβετο την πόλιν βία. ην εποίησεν ημίν και τη χώρα του βασιλέως. 6 και κατηγόρησαν του λαού προς τον βασιλέα λέγοντες· απώλεσεν Ιούδας και οι αδελφοί αυτού τους φίλους σου. 10 και απήραν και ήλθον μετά δυνάμεως πολλής εις γην Ιούδα· και απέστειλεν αγγέλους προς Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού λόγοις ειρηνικοίς μετά δόλου. και έστησεν αυτω την ιερωσύνην και ενετείλατο αυτω ποιήσαι την εκδίκησιν εν τοις υιοίς Ισραήλ. 5 και ήλθον προς αυτόν πάντες άνδρες άνομοι και ασεβείς εξ Ισραήλ. και ενετείλατο καθελείν το τείχος κυκλόθεν. 4 και απέκτειναν αυτούς αι δυνάμεις. 60 και ήρεσεν ο λόγος εναντίον του βασιλέως και των αρχόντων. βουλόμενος ιερατεύειν. 3 και εγνώσθη αυτω το πράγμα και είπε· μη μοι δείξητε τα πρόσωπα αυτών. και πορευθείς ιδέτω την εξολόθρευσιν πάσαν. 62 και εισήλθεν ο βασιλεύς εις το όρος Σιών και είδε το οχύρωμα του τόπου και ηθέτησε τον ορκισμόν. 63 και απήρε κατά σπουδήν και απέστρεψεν εις Αντιόχειαν και εύρε Φίλιππον κυριεύοντα της πόλεως και επολέμησε προς αυτόν. ω πιστεύεις. ων διεσκεδάσαμεν.

22 και συνήχθησαν προς αυτόν πάντες οι ταράσσοντες τον λαόν αυτών και κατεκράτησαν γην Ιούδα και εποίησαν πληγήν μεγάλην εν Ισραήλ. 27 και ήλθε Νικάνωρ εις Ιερουσαλήμ δυνάμει πολλή. 31 και έγνω Νικάνωρ. 25 ως δε είδεν Άλκιμος ότι ενίσχυσεν Ιούδας και οι μετ ‘ αυτού. παρέβησαν γαρ την στάσιν και τον όρκον. και συνέλαβεν εξ αυτών εξήκοντα άνδρας και απέκτεινεν αυτούς εν ημέρα μια κατά τον λόγον. 23 και είδεν Ιούδας πάσαν την κακίαν. 19 και απήρε Βακχίδης από Ιερουσαλήμ και παρενέβαλεν εν Βηθζαίθ και απέστειλε και συνέλαβε πολλούς από των απ ‘ αυτού αυτομολησάντων ανδρών και τινας του λαού και έθυσεν αυτούς εις το φρέαρ το μέγα. ην εποίησεν Άλκιμος και οι μετ ‘ αυτού εν υιοίς Ισραήλ υπέρ τα έθνη. 15 και ελάλησε μετ ‘ αυτών λόγους ειρηνικούς και ώμοσεν αυτοίς λέγων· ουκ εκζητήσομεν υμίν κακόν και τοις φίλοις υμών. 21 και ηγωνίσατο Άλκιμος περί της αρχιερωσύνης. ον έγραψε· 17 σάρκας οσίων σου και αίματα αυτών εξέχεαν κύκλω Ιερουσαλήμ. και επέστρεψε προς τον βασιλέα και κατηγόρησεν αυτών πονηρά. ον ώμοσαν. και ησπάσαντο αλλήλους ειρηνικώς· και οι πολέμιοι ήσαν έτοιμοι εξαρπάσαι τον Ιούδαν. ότι απεκαλύφθη η βουλή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 930 . 29 και ήλθε προς Ιούδαν. ίνα υμών ίδω τα πρόσωπα μετ ‘ ειρήνης. 24 και εξήλθεν εις πάντα τα όρια της Ιουδαίας κυκλόθεν και εποίησεν εκδίκησιν εν τοις ανδράσι τοις αυτομολήσασι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λόγοις αυτών· είδον γαρ ότι ήλθον μετά δυνάμεως πολλής. 20 και κατέστησε την χώραν τω Αλκίμω και αφήκε μετ ‘ αυτού δύναμιν του βοηθείν αυτω· και απήλθε Βακχίδης προς τον βασιλέα. και ουκ ην αυτοίς ο θάπτων. 16 και ενεπίστευσαν αυτω. 13 και πρώτοι οι Ασιδαίοι ήσαν εν υιοίς Ισραήλ και επεζήτουν παρ ‘ αυτών ειρήνην· 14 είπαν γαρ· άνθρωπος ιερεύς εκ του σπέρματος Ααρών ήλθεν εν ταις δυνάμεσι και ουκ αδικήσει ημάς. 12 και επισυνήχθησαν προς Άλκιμον και Βακχίδην συναγωγή γραμματέων εκζητήσαι δίκαια. 26 Και απέστειλεν ο βασιλεύς Νικάνορα ένα των αρχόντων αυτού των ενδόξων και μισούντα και εχθραίνοντα τω Ισραήλ και ενετείλατο αυτω εξάραι τον λαόν. και απέστειλε προς Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού μετά δόλου λόγοις ειρηνικοίς λέγων· 28 μη έστω μάχην αναμέσον εμού και υμών· ήξω εν ανδράσιν ολίγοις. και έγνω ότι ου δύναται υποστήναι αυτούς. 18 και επέπεσεν αυτών ο φόβος και ο τρόμος επί πάντα τον λαόν. και ανεστάλησαν του πορεύεσθαι εις την χώραν. και επτοήθη απ ‘ αυτού και ουκ εβουλήθη έτι ιδείν το πρόσωπον αυτού. 30 και εγνώσθη ο λόγος τω Ιούδα ότι μετά δόλου ήλθεν επ ‘ αυτόν. ότι είπαν· ουκ έστιν εν αυτοίς αλήθεια και κρίσις.

εξήλθεν άγγελός σου. και έπεσον πάντες ρομφαία. ότι κακώς ελάλησαν επί τα άγιά σου. και πεσέτωσαν εν ρομφαία· μνήσθητι των δυσφηριών αυτών και μη δως αυτοίς μονήν. 48 και ευφράνθη ο λαός σφόδρα και ήγαγον την ημέραν εκείνην ημέραν ευφροσύνης μεγάλης· 49 και έστησαν του άγειν κατά ενιαυτόν την ημέραν ταύτην την τρισκαιδεκάτην του Άδαρ. 43 και συνήψαν αι παρεμβολαί εις πόλεμον τη τρισκαιδεκάτη του μηνός Άδαρ. ρίψαντες τα όπλα αυτών έφυγον. Κύριε. 32 και έπεσον των παρά Νικάνορος ωσεί πεντακισχίλοι άνδρες. και εξήλθον από των ιερέων εκ των αγίων και από των πρεσβυτέρων του λαού ασπάσασθαι αυτόν ειρηνικώς και δείξαι αυτω την ολοκαύτωσιν την προσφερομένην υπέρ του βασιλέως. και συνήντησεν αυτω δύναμις Συρίας. εμπυριώ τον οίκον τούτον. εξελέξω τον οίκον τούτον επικληθήναι το όνομά σου επ ‘ αυτω είναι οίκον προσευχής και δεήσεως τω λαω σου· 38 ποίησον εκδίκησιν εν τω ανθρώπω τούτω και εν τη παρεμβολή αυτού. και συνετρίβη η παρεμβολή Νικάνορος. 45 και κατεδίωκον αυτούς οδόν ημέρας μιάς από Αδασά έως του ελθείν εις Γάζηρα και εσάλπισαν οπίσω αυτών ταις σάλπιγξι των σημασιών. 36 και εισήλθον οι ιερείς και έστησαν κατά πρόσωπον του θυσιαστηρίου και του ναού και έκλαυσαν και είπον· 37 συ. και ου κατελείφθη εξ αυτών ουδέ εις. 40 και Ιούδας παρενέβαλεν εν Αδασά εν τρισχιλίοις ανδράσι· και προσηύξατο Ιούδας και είπεν· 41 οι παρά του βασιλέως Ασσυρίων ότε εδυσφήμησαν. 33 Και μετά τους λόγους τούτους ανέβη Νικάνωρ εις το όρος Σιών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. και κρίνον αυτόν κατά την κακίαν αυτού. και εξήλθε μετά θυμού μεγάλου. και έπεσεν αυτός πρώτος εν τω πολέμω. 50 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 931 . και ήνεγκαν και εξέτειναν παρά την Ιερουσαλήμ. 39 και εξήλθε Νικάνωρ εξ Ιερουσαλήμ και παρενέβαλεν εν Βαιθωρών. 46 και εξήλθον εκ πασών των κωμών της Ιουδαίας κυκλόθεν και υπερεκέρων αυτούς. και ανέστρεφον ούτοι προς τούτους. και έσται εάν επιστρέψω εν ειρήνη. 34 και εμυκτήρισεν αυτούς και κατεγέλασεν αυτών και εμίανεν αυτούς και ελάλησεν υπερηφάνως· 35 και ώμοσε μετά θυμού λέγων· εάν μη παραδοθή Ιούδας και η παρεμβολή αυτού εις χείράς μου το νυν. και επάταξεν εν αυτοίς εκατόν ογδοηκονταπέντε χιλιάδας· 42 ούτω σύντριψον την παρεμβολήν ταύτην ενώπιον ημών σήμερον. Κύριε. και εξήλθεν εις συνάντησιν τω Ιούδα εν πολέμω κατά Χαφαρσαλαμά. 44 ως δε είδεν η παρεμβολή αυτού ότι έπεσε Νικάνωρ. και την κεφαλήν Νικάνορος αφείλον και την δεξιάν αυτού. και γνώτωσαν οι επίλοιποι. και έφυγον εις την πόλιν Δαυίδ. 47 και έλαβον τα σκύλα και την προνομήν. ην εξέτεινεν υπερηφάνως.

και ηχμαλώτευσαν τας γυναίκας αυτών και τα τέκνα αυτών και επρονόμευσαν αυτούς και κατεκράτησαν της γης αυτών και καθείλον τα οχυρώματα αυτών και κατεδουλώσαντο αυτούς έως της ημέρας ταύτης· 11 και τας επιλοίπους βασιλείας και τας νήσους. και απέστειλαν επ ‘ αυτούς στρατηγόν ένα και επολέμησαν προς αυτούς. και ο τόπος ην μακράν απέχων απ ‘ αυτών σφόδρα. όσοι ποτέ αντέστησαν αυτοίς. και ότι κατεκράτησαν αυτών και ήγαγον αυτούς υπό φόρον. και έπεσον εξ αυτών τραυματίαι πολλοί. 2 και ότι εισί δυνατοί ισχύϊ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ και ησύχασεν η γη Ιούδα ημέρας ολίγας. 3 και όσα εποίησαν εν χώρα Ισπανίας του κατακρατήσαι των μετάλλων του αργυρίου και του χρυσίου του εκεί· 4 και κατεκράτησαν του τόπου παντός τη βουλή αυτών και τη μακροθυμία. και των βασιλέων των επελθόντων επ ‘ αυτούς απ ‘ άκρου της γης έως συνέτριψαν αυτούς και επάταξαν εν αυτοίς πληγήν μεγάλην. ότι εισί δυνατοί ισχύϊ και αυτοί ευδοκούσιν εν πάσι τοις προστιθεμένοις αυτοίς. και οι επίλοιποι διδόασιν αυτοίς φόρον κατ ‘ ενιαυτόν· 5 και τον Φίλιππον και τον Περσέα Κιτιέων βασιλέα και τους επηρμένους επ ‘ αυτούς συνέτριψαν αυτούς εν πολέμω και κατεκράτησαν αυτών· 6 και Αντίοχον τον μέγαν βασιλέα της Ασίας τον πορευθέντα επ ‘ αυτούς εις πόλεμον έχοντα εκατόν είκοσιν ελέφαντας και ίππον και άρματα και δύναμιν πολλήν σφόδρα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ ήκουσεν Ιούδας το όνομα των Ρωμαίων. και συνετρίβη υπ ‘ αυτών. ας ποιούσιν εν τοις Γαλάταις. κατέφθειραν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 932 . και διηγήσαντο αυτω τους πολέμους αυτών και τας ανδραγαθίας. ιστώσιν αυτοίς φιλίαν. και όσοι αν προσέλθωσιν αυτοίς. 7 και έλαβον αυτόν ζώντα και έστησαν αυτοίς διδόναι αυτόν τε και τους βασιλεύοντας μετ ‘ αυτόν φόρον μέγαν και διδόναι όμηρα και διαστολήν 8 και χώραν την Ινδικήν και Μηδίαν και Λυδίαν και από των καλλίστων χωρών αυτών. 10 και εγνώσθη ο λόγος αυτοίς. και λαβόντες αυτάς παρ ‘ αυτού έδωκαν αυτάς Ευμένει τω βασιλεί· 9 και ότι οι εκ της Ελλάδος εβουλεύσαντο ελθείν και εξάραι αυτούς.

30 εάν δε μετά τους λόγους τούτους βουλεύσωνται ούτοι και ούτοι προσθείναι ή αφελείν. και ρομφαία και εχθρός μακρυνθείη απ ‘ αυτών. και η οδός πολλή σφόδρα. 19 και επορεύθησαν εις Ρώμην. όπλα. συμμαχήσουσιν οι Ρωμαίοι εκ ψυχής. 12 μετά δε των φίλων αυτών και των επαναπαυομένων αυτοίς συνετήρησαν φιλίαν· και κατεκράτησαν των βασιλειών των εγγύς και των μακράν. ότι είδον την βασιλείαν των Ελλήνων καταδουλουμένους τον Ισραήλ δουλεία. ως αν ο καιρός υπογραφή αυτοίς καρδία πλήρει. πλοία. όπλα. ως αν αυτοίς ο καιρός υπογράφη· 28 και τοις συμμαχούσιν ου δοθήσεται σίτος. ως έδοξε Ρώμη· και φυλάξονται τα φυλάγματα αυτών και ου μετά δόλου. 25 συμμαχήσει το έθνος των Ιουδαίων. βασιλεύουσιν· ους δ ‘ αν βούλωνται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εδούλωσαν αυτούς. 27 κατά τα αυτά δε εάν έθνει Ιουδαίων συμβή προτέροις πόλεμος. 24 εάν δε ενστη πόλεμος εν Ρώμη προτέρα ή πάσι τοις συμμάχοις αυτών εν πάση κυρεία αυτών. εφοβούντο απ ‘ αυτών. 26 και τοις πολεμούσιν ου δώσουσιν ουδέ επαρκέσουσι σίτον. και πάντες ακούουσι του ενός. πλοία. ποιήσονται εξ αιρέσεως αυτών. και όσοι ήκουον το όνομα αυτών. και καθ ‘ ημέραν εβουλεύοντο τριακόσιοι και είκοσι βουλευόμενοι διαπαντός περί του πλήθους του ευκοσμείν αυτούς· 16 και πιστεύουσιν ενί ανθρώπω την αρχήν αυτών κατ ‘ ενιαυτόν και κυριεύειν πάσης της γης αυτών. 21 και ήρεσεν ο λόγος ενώπιον αυτών. μεθιστώσι· και υψώθησαν σφόδρα. 17 και επέλεξεν Ιούδας τον Ευπόλεμον υιόν Ιωάννου του Ακκώς και Ιάσονα υιόν Ελεαζάρου και απέστειλεν αυτούς εις Ρώμην στήσαι αυτοίς φιλίαν και συμμαχίαν 18 και του άραι τον ζυγόν απ ‘ αυτών. αργύριον. 14 και εν πάσι τούτοις ουκ επέθετο ουδείς αυτών διάδημα και ου περιεβάλοντο πορφύραν ωστε αδρυνθήναι εν αυτη· 15 και βουλευτήριον εποίησαν εαυτοίς. 23 «Καλώς γένοιτο Ρωμαίοις και τω έθνει Ιουδαίων εν τη θαλάσση και επί της ξηράς εις τον αιώνα. και ό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 933 . και ουκ έστι φθόνος ουδέ ζήλος εν αυτοίς. -29 κατά τους λόγους τούτους έστησαν Ρωμαίοι τω δήμω των Ιουδαίων. ως έδοξε Ρωμαίοις· και φυλάξονται τα φυλάγματα αυτών ουθέν λαβόντες. και εισήλθον εις το βουλευτήριον και απεκρίθησαν και είπον· 20 Ιούδας ο Μακκαβαίος και οι αδελφοί αυτού και το πλήθος των Ιουδαίων απέστειλαν ημάς προς υμάς στήσαι μεθ ‘ υμών συμμαχίαν και ειρήνην και γραφήναι ημάς συμμάχους και φίλους υμών. αργύριον. ης αντέγραψεν επί δέλτοις χαλκαίς και απέστειλεν εις Ιερουσαλήμ είναι παρ ‘ αυτοίς εκεί μνημόσυνον ειρήνης και συμμαχίας. 13 όσοις δ ‘ αν βούλωνται βοηθείν και βασιλεύειν. 22 και τούτο το αντίγραφον της επιστολής.

και αποθάνωμεν εν ανδρεία χάριν των αδελφών ημών και μη καταλίπωμεν αιτίαν τη δόξη ημών. και συνετρίβη τη καρδία. 9 και απέστρεφον αυτόν λέγοντες· ου μη δυνώμεθα. και ει ήγγικεν ο καιρός ημών. και προσέθετο τον Βακχίδην και τον Άλκιμον εκ δευτέρου αποστείλαι εις γην Ιούδα και το δεξιόν κέρας μετ ‘ αυτών. ημείς δε ολίγοι. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ ήκουσε Δημήτριος ότι έπεσε Νικάνωρ και αι δυνάμεις αυτού εν πολέμω. ποιήσομεν αυτοίς την κρίσιν και πολεμήσομέν σε δια της θαλάσσης και δια της ξηράς». ου κατελείφθησαν εξ αυτών αλλ ‘ ή οκτακόσιοι άνδρες. και οι σφενδονήται και οι τοξόται προεπορεύοντο της δυνάμεως. και εφοβήθησαν σφόδρα· και εξερρύησαν πολλοί από της παρεμβολής. εγράψαμεν αυτω λέγοντες· διατί εβάρυνας τον ζυγόν σου επί τους φίλους ημών τους συμμάχους Ιουδαίους. 2 και επορεύθησαν οδόν την εις Γάλγαλα και παρενέβαλον επί Μαισαλώθ την εν Αρβήλοις και προκατελάβοντο αυτήν και απώλεσαν ψυχάς ανθρώπων πολλάς. έσται κύρια. και οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 934 . φυγείν απ ‘ αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εάν προσθώσιν ή αφέλωσιν. ότι ουκ είχε καιρόν συναγαγείν αυτούς. 11 και απήρεν η δύναμις από της παρεμβολής και έστησαν εις συνάντησιν αυτοίς. αλλ ‘ ή σώζωμεν τας εαυτών ψυχάς το νυν και επιστρέψωμεν μετά των αδελφών ημών και πολεμήσωμεν προς αυτούς. 8 και εξελύθη και είπε τοις καταλειφθείσιν· αναστώμεν και αναβώμεν επί τους υπεναντίους ημών. 10 και είπεν Ιούδας· μη μοι γένοιτο ποιήσαι το πράγμα τούτο. 7 και είδεν Ιούδας ότι απερρύη η παρεμβολή αυτού και ο πόλεμος έθλιβεν αυτόν. και τρισχίλιοι άνδρες εκλεκτοί μετ ‘ αυτού. 32 εάν ουν έτι εντύχωσι κατά σου. 6 και είδον το πλήθος των δυνάμεων ότι πολλοί εισι. και εμερίσθη η ίππος εις δύο μέρη. 3 και του μηνός του πρώτου έτους του δευτέρου και πεντηκοστού και εκατοστού παρενέβαλον επί Ιερουσαλήμ· 4 και απήραν και επορεύθησαν εις Βερέαν εν είκοσι χιλιάσιν ανδρών και δισχιλία ίππω. ων ο βασιλεύς Δημήτριος συντελείται εις αυτούς. 31 και περί των κακών. εάν άρα δυνώμεθα πολεμήσαι αυτούς. 5 και Ιούδας ην παρεμβεβληκώς εν Ελασά.

και ηυτομόλησεν η χώρα μετ ‘ αυτών. και συνήλθον αυτω πάντες οι εύψυχοι τη καρδία. 14 και είδεν Ιούδας ότι Βακχίδης και το στερέωμα της παρεμβολής εν τοις δεξιοίς. 24 εν ταις ημέραις εκείναις εγενήθη λιμός μέγας σφόδρα. και εγένετο ο πόλεμος συνημμένος από πρωϊθεν έως εσπέρας. και ήγγισεν η φάλαγξ εκ των δύο μερών και εφώνουν ταις σάλπιγξι. 20 και έκλαυσαν αυτόν και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ κοπετόν μέγαν και επένθουν ημέρας πολλάς και είπον· 21 Πως έπεσε δυνατός σώζων τον Ισραήλ. και ανέτειλαν πάντες οι εργαζόμενοι την αδικίαν. 32 Και έγνω Βακχίδης και εζήτει αυτόν αποκτείναι. 17 και εβαρύνθη ο πόλεμος. 15 και συνετρίβη το δεξιόν κέρας απ ‘ αυτών. και οι λοιποί έφυγον. και εν τοις εχθραίνουσιν του έθνους ημών· 30 νυν ουν σε ηρετισάμεθα σήμερον του είναι αντ ‘ αυτού ημίν εις άρχοντα και ηγούμενον του πολεμήσαι τον πόλεμον ημών. ήτις ουκ εγένετο αφ ‘ ης ημέρας ουκ ώφθη προφήτης εν αυτοίς. 27 και εγένετο θλίψις μεγάλη εν τω Ισραήλ. 19 και ήραν Ιωνάθαν και Σίμων Ιούδαν τον αδελφόν αυτών και έθαψαν αυτόν εν τω τάφω των πατέρων αυτού εν Μωδεϊν. 33 και έγνω Ιωνάθαν και Σίμων ο αδελφός αυτού· και πάντες οι μετ ‘ αυτού και έφυγον εις την έρημον Θεκωέ και παρενέβαλον επί το ύδωρ λάκκου Ασφάρ. και εξεδίκει εν αυτοίς και ενέπαιζεν αυτοίς. πολλά γαρ ην σφόδρα. 31 και επεδέξατο Ιωνάθαν εν τω καιρω εκείνω την ήγησιν και ανέστη αντί Ιούδα του αδελφού αυτού. 28 και ηθροίσθησαν πάντες οι φίλοι Ιούδα και είπον τω Ιωνάθαν· 29 αφ ‘ ου ο αδελφός σου Ιούδας τετελεύτηκε. 16 και εις το αριστερόν κέρας είδον ότι συνετρίβη το δεξιόν κέρας. μετά την τελευτήν Ιούδα εξέκυψαν οι άνομοι εν πάσι τοις ορίοις Ισραήλ. 13 και εσάλπισαν οι παρά Ιούδα και αυτοί ταις σάλπιγξι· και εσαλεύθη η γη από της φωνής των παρεμβολών. και εδίωκεν οπίσω αυτών έως Αζώτου όρους. και της μεγαλωσύνης αυτών ου κατεγράφη. και επέστρεψαν κατά πόδας Ιούδα και των μετ ‘ αυτού εκ των όπισθεν. και ανήρ όμοιος αυτω ουκ έστιν εξελθείν προς τους εχθρούς και Βακχίδην. και έπεσον τραυματίαι πολλοί εκ τούτων και εκ τούτων. ων εποίησε. 26 και εξεζήτουν και εξηρεύνων τους φίλους Ιούδα και ήγον αυτούς προς Βακχίδην. 34 και έγνω Βακχίδης τη ημέρα των σαββάτων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 935 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρωταγωνισταί πάντες οι δυνατοί· 12 Βακχίδης δε ην εν τω δεξιω κέρατι. 25 και εξέλεξε Βακχίδης τους ασεβείς άνδρας και κατέστησεν αυτούς κυρίους της χώρας. 23 Και εγένετο. 18 και Ιούδας έπεσε. 22 και τα περισσά των λόγων Ιούδα και των πολέμων και των ανδραγαθιών.

και ωκοδόμησαν πόλεις οχυράς εν τη Ιουδαία. και απήλθον έχοντες. 36 και εξήλθον υιοί Ιαμβρί εκ Μηδαβά και συνέλαβον Ιωάννην και πάντα. και ου διέβησαν επ ‘ αυτούς τον Ιορδάνην. όπως διασωθήτε εκ χειρός εχθρών υμών. το δε ύδωρ του Ιορδάνου ένθεν και ένθεν και έλος και δρυμός. 49 και διέπεσον παρά Βακχίδου τη ημέρα εκείνη εις χιλίους άνδρας. 48 και ενεπήδησεν Ιωνάθαν και οι μετ ‘ αυτού εις τον Ιορδάνην και διεκολύμβησαν εις το πέραν. 52 και ωχύρωσε την πόλιν την εν Βαιθσούρα και την Γάζαρα και την άκραν και έθετο εν αυταίς δυνάμεις και παραθέσεις βρωμάτων. 38 και εμνήσθησαν Ιωάννου του αδελφού αυτών και ανέβησαν και εκρύβησαν υπό την σκέπην του όρους. 35 και απέστειλεν Ιωνάθαν τον αδελφόν αυτού ηγούμενον του όχλου και παρεκάλεσε τους Ναβαταίους φίλους αυτού παραθέσθαι αυτοίς την αποσκευήν αυτών την πολλήν. όσα είχε. 53 και έλαβε τους υιούς των ηγουμένων της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 936 . και ο νυμφίος εξήλθε και οι φίλοι αυτού και οι αδελφοί αυτού εις συνάντησιν αυτών μετά τυμπάνων και μουσικών και όπλων πολλών. το οχύρωμα το εν Ιεριχώ και την Αμμαούς και την Βαιθωρών και την Βαιθήλ και την Θαμναθά Φαραθωνί και την Τεφών εν τείχεσιν υψηλοίς και πύλαις και μοχλοίς· 51 και έθετο φρουράν εν αυτοίς του εχθραίνειν τω Ισραήλ. 47 και συνήψεν ο πόλεμος· και εξέτεινεν Ιωνάθαν την χείρα αυτού πατάξαι τον Βακχίδην. ου γαρ εστι σήμερον ως εχθές και τρίτην ημέραν· 45 ιδού γαρ ο πόλεμος εξεναντίας ημών και εξόπισθεν ημών. 41 και μετεστράφη ο γάμος εις πένθος και η φωνή μουσικών αυτών εις θρήνον. θυγατέρα ενός των μεγάλων μεγιστάνων Χαναάν μετά παραπομπής μεγάλης. 40 και εξανέστησαν επ ‘ αυτούς από του ενέδρου οι περί τον Ιωνάθαν και απέκτειναν αυτούς. ουκ έστι τόπος του εκκλίναι· 46 νυν ουν κεκράξατε εις ουρανόν. 42 και εξεδίκησαν την εκδίκησιν αίματος αδελφού αυτών και απέστρεψαν εις το έλος του Ιορδάνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ήλθεν αυτός και παν το στράτευμα αυτού πέραν του Ιορδάνου. και οι επίλοιποι έφυγον εις το όρος· και έλαβον πάντα τα σκύλα αυτών. 39 και ήραν τους οφθαλμούς αυτών και είδον και ιδού θρούς και αποσκευή πολλή. 44 και είπεν Ιωνάθαν τοις παρ ‘ αυτού· αναστώμεν νυν και πολεμήσωμεν υπέρ των ψυχών ημών. και έπεσον τραυματίαι πολλοί. και εξέκλινεν απ ‘ αυτού εις τα οπίσω. 37 μετά δε τους λόγους τούτους απήγγειλαν τω Ιωνάθαν και Σίμωνι τω αδελφω αυτού ότι οι υιοί Ιαμβρί ποιούσι γάμον μέγαν και άγουσι την νύμφην από Ναδαβάθ. 43 και ήκουσε Βακχίδης και ήλθε τη ημέρα των σαββάτων έως των κρηπίδων του Ιορδάνου εν δυνάμει πολλή. 50 και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ.

και ησύχασεν η γη Ιούδα έτη δύο. και συλλήψεται αυτούς πάντας εν νυκτί μια. 70 και επέγνω Ιωνάθαν και απέστειλε προς αυτόν πρέσβεις του συνθέσθαι προς αυτόν ειρήνην και αποδούναι αυτοίς την αιχμαλωσίαν. 57 και είδε Βακχίδης ότι απέθανεν Άλκιμος. 59 και πορευθέντες συνεβουλεύσαντο αυτω. και παρελύθη και ουκ εδύνατο έτι λαλήσαι λόγον και εντείλασθαι περί του οίκου αυτού. 65 και απέλιπεν Ιωνάθαν Σίμωνα τον αδελφόν αυτού εν τη πόλει και εξήλθεν εις την χώραν και εξήλθεν εν αριθμω. και εστερέωσαν αυτήν. 69 και ωργίσθη θυμω τοις ανδράσι τοις ανόμοις τοις συμβουλεύσασιν αυτω ελθείν εις την χώραν και απέκτειναν εξ αυτών πολλούς και εβουλεύσατο του απελθείν εις την γην αυτού. 58 Και εβουλεύσαντο πάντες οι άνομοι λέγοντες· ιδού Ιωνάθαν και οι παρ ‘ αυτού εν ησυχία κατοικούσι πεποιθότες· νυν ουν άξομεν τον Βακχίδην. 71 και απεδέξατο και εποίησε κατά τους λόγους αυτού και ώμοσεν αυτω μη εκζητήσαι αυτω κακόν πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού· 72 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 937 . και εξήρξατο τύπτειν και αναβαίνειν εν ταις δυνάμεσι. όπως συλλάβωσι τον Ιωνάθαν και τους μετ ‘ αυτού· και ουκ εδύναντο. 55 εν τω καιρω εκείνω επλήγη Άλκιμος και ενεποδίσθη τα έργα αυτού. και απέστρεψε προς τον βασιλέα. 62 και εξεχώρησεν Ιωνάθαν και Σίμων και οι μετ ‘ αυτού εις Βαιθβασί την εν τη ερήμω και ωκοδόμησε τα καθηρημένα αυτής. και απεφράγη το στόμα αυτού. και συνετρίβη υπ ‘ αυτών. 63 και έγνω Βακχίδης και συνήγαγε παν το πλήθος αυτού και τοις εκ της Ιουδαίας παρήγγειλε· 64 και ελθών παρενέβαλεν επί Βαιθβασί και επολέμησεν αυτήν ημέρας πολλάς και εποίησε μηχανάς. ότι εγνώσθη αυτοίς η βουλή αυτών. 66 και επάταξεν Οδομηρά και τους αδελφούς αυτού και τους υιούς Φασιρών εν τω σκηνώματι αυτών. και έθλιβον αυτόν σφόδρα. 60 και απήρε του ελθείν μετά δυνάμεως πολλής και απέστειλεν επιστολάς λάθρα πάσι τοις συμμάχοις αυτού τοις εν τη Ιουδαία. 54 Και εν έτει τρίτω και πεντηκοστω και εκατοστω μηνί τω δευτέρω επέταξεν Άλκιμος καθαιρείν το τείχος της αυλής των αγίων της εσωτέρας· και καθείλε τα έργα των προφητών και ενήρξατο του καθαιρείν. 56 και απέθανεν Άλκιμος εν τω καιρω εκείνω μετά βασάνου μεγάλης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χώρας όμηρα και έθετο αυτούς εν τη άκρα εν Ιερουσαλήμ εν φυλακή. 67 και Σίμων και οι μετ ‘ αυτού εξήλθον εκ της πόλεως και ενεπύρισαν τας μηχανάς· 68 και επολέμησαν προς τον Βακχίδην. ότι ην η βουλή αυτού και η έφοδος αυτού κενή. 61 και συνέλαβον από των ανδρών της χώρας των αρχηγών της κακίας εις πεντήκοντα άνδρας και απέκτειναν αυτούς.

10 και ώκησεν Ιωνάθαν εν Ιερουσαλήμ και ήρξατο οικοδομείν και καινίζειν την πόλιν. και επεδέξαντο αυτόν. ην γαρ αυτοίς φυγαδευτήριον. οίς ωκοδόμησε Βακχίδης. και ήρξατο Ιωνάθαν κρίνειν τον λαόν και ηφάνισε τους ασεβείς εξ Ισραήλ. 4 είπε γαρ· προφθάσωμεν του ειρήνην θείναι μετ ‘ αυτού. 73 και κατέπαυσε ρομφαία εξ Ισραήλ· και ώκησεν Ιωνάθαν εν Μαχμάς. ότι ήκουσαν ότι έδωκεν ο βασιλεύς εξουσίαν συναγαγείν δυνάμεις. 11 και είπε προς τους ποιούντας τα έργα οικοδομείν τα τείχη και το όρος Σιών κυκλόθεν εκ λίθων τετραγώνων εις οχύρωσιν· και εποίησαν ούτως. 12 και έφυγον οι αλλογενείς οι όντες εν τοις οχυρώμασιν. 6 και έδωκεν αυτω εξουσίαν συναγαγείν δυνάμεις και κατασκευάζειν όπλα και είναι αυτόν σύμμαχον αυτού. 7 και ήλθεν Ιωνάθαν εις Ιερουσαλήμ και ανέγνω τας επιστολάς εις τα ώτα παντός του λαού και των εκ της άκρας. ην ηχμαλώτευσε το πρότερον εκ γης Ιούδα. 9 και παρέδωκαν οι εκ της άκρας Ιωνάθαν τα όμηρα. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ εν έτει εξηκοστω και εκατοστω ανέβη Αλέξανδρος ο του Αντιόχου ο Επιφανής και κατελάβετο Πτολεμαϊδα. 14 πλήν εν Βαιθσούρα υπελείφθησάν τινες των καταλιπόντων τον νόμον και τα προστάγματα. και απέδωκεν αυτούς τοις γονεύσιν αυτών. πριν ή θείναι αυτόν μετά Αλεξάνδρου καθ ‘ ημών· 5 μνησθήσεται γαρ πάντων των κακών. και εβασίλευσεν εκεί. 13 και κατέλιπεν έκαστος τον τόπον αυτού και απήλθεν εις την γην αυτού. ων συνετελέσαμεν προς αυτόν και εις τους αδελφούς αυτού και εις το έθνος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απέδωκεν αυτω την αιχμαλωσίαν. 15 Και ήκουσεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς τας επαγγελίας. 2 και ήκουσε Δημήτριος ο βασιλεύς και συνήγαγε δυνάμεις πολλάς σφόδρα και εξήλθεν εις συνάντησιν αυτω εις πόλεμον. 3 και απέστειλε Δημήτριος προς Ιωνάθαν επιστολάς λόγοις ειρηνικοίς ωστε μεγαλύναι αυτόν. και αποστρέψας απήλθεν εις την γην αυτού και ου προσέθετο έτι ελθείν εις τα όρια αυτών. όσας απέστειλε Δημήτριος τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 938 . και τα όμηρα τα εν τη άκρα είπε παραδούναι αυτω. 8 και εφοβήθησαν φόβον μέγαν.

και από της σήμερον ημέρας και εις τον αιώνα χρόνον. ους αν εκλέξηται αυτός του φυλάσσειν αυτήν. 34 και πάσαι αι εορταί και τα σάββατα και νουμηνίαι και ημέραι αποδεδειγμέναι και τρεις ημέραι προ εορτής και τρεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 939 . 24 γράψω αυτοίς καγώ λόγους παρακλήσεως και ύψους και δογμάτων. και νυν ποιήσομεν αυτόν φίλον και σύμμαχον ημών. 31 και Ιερουσαλήμ ήτω αγία και αφειμένη και τα όρια αυτής. αι δεκάται και τα τέλη. ους έσχον. 30 και αντί του τρίτου της σποράς και αντί του ημίσους του καρπού του ξυλίνου του επιβάλλοντός μοι λαβείν. όπως ώσι συν εμοί εις βοήθειαν. 16 και είπε· μη ευρήσομεν άνδρα τοιούτον ένα. 33 και πάσαν ψυχήν Ιουδαίων την αιχμαλωτισθείσαν από γης Ιούδα εις πάσαν βασιλείαν μου αφίημι ελευθέραν δωρεάν· και πάντες αφιέτωσαν τους φόρους και των κτηνών αυτών. 26 επεί συνετηρήσατε τας προς ημάς συνθήκας και ενεμείνατε τη φιλία ημών και ου προσεχωρήσατε τοις εχθροίς ημών. 17 και έγραψεν επιστολάς και απέστειλεν αυτω κατά τους λόγους τούτους λέγων· 18 «Βασιλεύς Αλέξανδρος τω αδελφω Ιωνάθαν χαίρειν· 19 ακηκόαμεν περί σου. 22 Και ήκουσε Δημήτριος τους λόγους τούτους και ελυπήθη και είπε· 23 τι τούτο εποιήσαμεν ότι προέφθακεν ημάς ο Αλέξανδρος του φιλίαν καταθέσθαι τοις Ιουδαίοις εις στήριγμα. 27 και νυν εμμείνατε έτι του συντηρήσαι προς ημάς πίστιν. 21 και ενεδύσατο Ιωνάθαν την αγίαν στολήν τω εβδόμω μηνί έτους εξηκοστού και εκατοστού εν εορτη σκηνοπηγίας και συνήγαγε δυνάμεις και κατεσκεύασεν όπλα πολλά. 32 αφίημι και την εξουσίαν της άκρας της εν Ιερουσαλήμ και δίδωμι τω αρχιερεί. αφίημι από της σήμερον και επέκεινα του λαβείν από της γης Ιούδα και από των τριών νομών των προστιθεμένων αυτη από της Σαμαρείτιδος και Γαλιλαίας. 28 και αφήσομεν υμίν αφέματα πολλά και δώσομεν υμίν δόματα. ηκούσαμεν και εχάρημεν. όπως αν καταστήση εν αυτη άνδρας. ότι ανήρ δυνατός ισχύϊ και επιτήδειος ει του είναι ημίν φίλος. και τους κόπους. 25 και απέστειλεν αυτοίς κατά τους λόγους τούτους· «Βασιλεύς Δημήτριος τω έθνει των Ιουδαίων χαίρειν. 29 και νυν απολύω υμάς και αφίημι πάντας τους Ιουδαίους από των φόρων και της τιμής του αλός και από των στεφάνων. ας εποίησεν αυτός και οι αδελφοί αυτού. και διηγήσαντο αυτω τους πολέμους και τας ανδραγαθίας. και ανταποδώσομεν υμίν αγαθά ανθ ‘ ων ποιείτε μεθ ‘ ημών. 20 και νυν καθεστάκαμέν σε σήμερον αρχιερέα του έθνους σου και φίλον βασιλέως καλείσθαί σε (και απέστειλεν αυτω πορφύραν και στέφανον χρυσούν) και φρονείν τα ημών και συντηρείν φιλίαν προς ημάς».Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωνάθαν.

και έφυγεν η παρεμβολή Δημητρίου. 37 και κατασταθήσεται εξ αυτών εν τοις οχυρώμασι του βασιλέως τοις μεγάλοις. ότι αυτός εγένετο αυτοίς αρχηγός λόγων ειρηνικών. 40 καγώ δίδωμι κατ ‘ ενιαυτόν δεκαπέντε χιλιάδας σίκλων αργυρίου από των λόγων του βασιλέως από των τόπων των ανηκόντων. και η δαπάνη δοθήσεται εκ του λόγου του βασιλέως. ότι επεμνήσθησαν της κακίας της μεγάλης. ό ουκ απεδίδοσαν οι από των χρειών. καθά και προσέταξεν ο βασιλεύς εν γη Ιούδα. 38 και τους τρεις νομούς τους προστεθέντας τη Ιουδαία από της χώρας Σαμαρείας προστεθήτω τη Ιουδαία προς το λογισθήναι του γενέσθαι υφ ‘ ένα. και η δαπάνη δοθήσεται εκ του λόγου του βασιλέως. και συνεμάχουν αυτω πάσας τας ημέρας. 49 και συνήψαν πόλεμον οι δύο βασιλείς. 44 και του οικοδομηθήναι και του επικαινισθήναι τα έργα των αγίων. 36 και προγραφήτωσαν των Ιουδαίων εις τας δυνάμεις του βασιλέως εις τριάκοντα χιλιάδας ανδρών. ως εν τοις πρώτοις έτεσιν. απολελύσθωσαν και πάντα. από του νυν δώσουσιν εις τα έργα του οίκου. 42 και επί τούτοις πεντακισχιλίους σίκλους αργυρίου. και ταύτα αφίεται δια το ανήκειν αυτά τοις ιερεύσι τοις λειτουργούσι. 39 Πτολεμαϊδα και την προσκυρούσαν αυτη δέδωκα δόμα τοις αγίοις τοις εν Ιερουσαλήμ εις την προσήκουσαν δαπάνην τοις αγίοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέραι μετά εορτήν έστωσαν πάσαι αι ημέραι ατελείας και αφέσεως πάσι τοις Ιουδαίοις τοις ούσιν εν τη βασιλεία μου. ουκ επίστευσαν αυτοίς ουδέ επεδέξαντο. 48 Και συνήγαγεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς δυνάμεις μεγάλας και παρενέβαλεν εξεναντίας Δημητρίου. 46 Ως δε ήκουσεν Ιωνάθαν και ο λαός τους λόγους τούτους. 47 και ευδόκησαν εν Αλεξάνδρω. όσα εστίν αυτοίς εν τη βασιλεία μου. και του οικοδομηθήναι τα τείχη τα εν τη Ιουδαίά. και εκ τούτων κατασταθήσεται επί χρειών της βασιλείας των ουσών εις πίστιν· και οι επ ‘ αυτών και οι άρχοντες έστωσαν εξ αυτών και πορευέσθωσαν τοις νόμοις αυτών. 43 και όσοι εάν φύγωσιν εις το ιερόν το εν Ιεροσολύμοις και εν πάσι τοις ορίοις αυτού οφείλοντες βασιλικά και παν πράγμα. 41 και παν το πλεονάζον. του μη υπακούσαι άλλης εξουσίας αλλ ‘ ή του αρχιερέως. 35 και ουχ έξει εξουσίαν ουδείς πράσσειν και παρενοχλείν τινα αυτών περί παντός πράγματος. και δοθήσεται αυτοίς ξένια ως καθήκει πάσαις ταις δυνάμεσι του βασιλέως. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 940 . 45 και του οικοδομηθήναι τα τείχη Ιερουσαλήμ και οχυρώσαι κυκλόθεν. ους ελάμβανον από των χρειών του αγίου από του λόγου κατ ‘ ενιαυτόν. ης εποίησεν εν Ισραήλ και έθλιψεν αυτούς σφόδρα.

62 και προσέταξεν ο βασιλεύς και εξέδυσαν Ιωνάθαν τα ιμάτια αυτού και ενέδυσαν αυτόν πορφύραν. και έφυγον πάντες. όπως ίδωμεν αλλήλους. και εξέδοτο αυτω Κλεοπάτραν την θυγατέρα αυτού και εποίησε τον γάμον αυτής εν Πτολεμαϊδι καθώς οι βασιλείς εν δόξη μεγάλη. καθώς είρηκας». και εκαθίσαμεν επί θρόνου βασιλείας αυτού· 54 και νυν στήσωμεν προς εαυτούς φιλίαν. και συνέτριψα τον Δημήτριον και επεκράτησα της χώρας ημών 53 και συνήψα προς αυτόν μάχην. 61 και επισυνήχθησαν προς αυτόν άνδρες λοιμοί εξ Ισραήλ. 59 και έγραψεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς τω Ιωνάθαν ελθείν εις συνάντησιν αυτω. έως έδυ ο ήλιος. εντυχείν κατ ‘ αυτού. 66 και επέστρεψεν Ιωνάθαν εις Ιερουσαλήμ μετ ‘ ειρήνης και ευφροσύνης. 51 και απέστειλεν Αλέξανδρος προς Πτολεμαίον βασιλέα Αιγύπτου πρέσβεις κατά τους λόγους τούτους λέγων· 52 « Επεί ανέστρεψα εις γην βασιλείας μου και εκάθισα επί θρόνου πατέρων μου και εκράτησα της αρχής. αλλ ‘ απάντησον εις Πτολεμαϊδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εδίωξεν αυτόν ο Αλέξανδρος και ίσχυσεν επ ‘ αυτούς. άνδρες παράνομοι. καθώς εκήρυξε. και εποίησαν ούτως. 55 Και απεκρίθη Πτολεμαίος ο βασιλεύς λέγων· « Αγαθή ημέρα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 941 . εν ή ανέστρεψας εις γην πατέρων σου και εκάθισας επί θρόνου βασιλείας αυτών. και εισήλθον εις Πτολεμαϊδα έτους δευτέρου και εξηκοστού και εκατοστού. 64 και εγένετο ως είδον οι εντυγχάνοντες την δόξαν αυτού. αυτός και Κλεοπάτρα η θυγάτηρ αυτού. και μηδείς αυτω παρενοχλείτω περί παντός λόγου. 63 και εκάθισεν αυτόν ο βασιλεύς μετ ‘ αυτού και είπε τοις άρχουσιν αυτού· εξέλθετε μετ ‘ αυτού εις μέσον της πόλεως και κηρύξατε του μηδένα εντυγχάνειν κατ ‘ αυτού περί μηδενός πράγματος. και συνετρίβη αυτός και η παρεμβολή αυτού υφ ‘ ημών. 60 και επορεύθη μετά δόξης εις Πτολεμαϊδα και απήντησε τοις δυσί βασιλεύσι· και έδωκεν αυτοίς αργύριον και χρυσίον και τοις φίλοις αυτών και δόματα πολλά και εύρε χάριν εναντίον αυτών. και επιγαμβρεύσω σοι και δώσω σοι δόματα και αυτη άξιά σου. 65 και εδόξασεν αυτόν ο βασιλεύς και έγραψεν αυτόν των πρώτων φίλων και έθετο αυτόν στρατηγόν και μεριδάρχην. 50 και εστερέωσε τον πόλεμον σφόδρα. και περιβεβλημένον αυτόν πορφύραν. και νυν δος μοι την θυγατέρα σου εις γυναίκα. και ου προσέσχεν αυτοίς ο βασιλεύς. 56 και νυν ποιήσω σοι α έγραψας. και επιγαμβρεύσω σοι. 57 Και εξήλθε Πτολεμαίος εξ Αιγύπτου. 58 και απήντησεν αυτω Αλέξανδρος ο βασιλεύς. και έπεσεν ο Δημήτριος εν τη ημέρα εκείνη.

και συγκριθώμεν εαυτοίς εκεί. 85 και εγένοντο οι πεπτωκότες μαχαίρα συν τοις εμπυρισθείσιν εις άνδρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 942 . 79 και απέλιπεν Απολλώνιος χιλίαν ίππον εν κρυπτω κατόπισθεν αυτών. και λέγουσιν· ουκ έστιν υμίν στάσις ποδός κατά πρόσωπον ημών. 78 και κατεδίωξεν Ιωνάθαν οπίσω αυτού εις Άζωτον. και συνετρίβησαν υπ ‘ αυτού και έφυγον. και συνήντησεν αυτω Σίμων ο αδελφός αυτού επί βοήθειαν αυτού. κατάβηθι προς ημάς εις το πεδίον. εκινήθη τη διανοία και επέλεξε δέκα χιλιάδας ανδρών και εξήλθεν εξ Ιερουσαλήμ. και απέστειλε προς Ιωνάθαν τον αρχιερέα λέγων· 70 «Συ μονώτατος επαίρη εφ ‘ ημάς. 73 και νυν ου δυνήση υποστηναι την ίππον και δύναμιν τοιαύτην εν τω πεδίω. 75 και παρενέβαλεν επί Ιόππην. και εκοπίασαν οι ίπποι αυτών. 77 και ήκουσεν Απολλώνιος. ότι δις ετροπώθησαν οι πατέρες σου εν γη αυτών. 69 και κατέστησε Δημήτριος Απολλώνιον τον όντα επί Κοίλης Συρίας. και συνήψαν αι παρεμβολαί εις πόλεμον. και έφυγον εις Άζωτον και εισήλθον εις Βηθδαγών το ειδωλείον αυτών του σωθήναι. όπου ουκ έστι λίθος ουδέ κόχλαξ ουδέ τόπος του φυγείν».Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 67 Και εν έτει πέμπτω και εξηκοστω και εκατοστω ήλθε Δημήτριος υιος Δημητρίου εκ Κρήτης εις την γην των πατέρων αυτού. και εκύκλωσαν αυτού την παρεμβολήν και εξετίναξαν τας σχίζας εις τον λαόν εκ πρωϊθεν έως εσπέρας· 81 ο δε λαός ειστήκει καθώς επέταξεν Ιωνάθαν. 82 και είλκυσε Σίμων την δύναμιν αυτού και συνήψε προς την φάραγγα. 71 νυν ουν ει πέποιθας επί ταις δυνάμεσί σου. εγώ δε εγενήθην εις καταγέλωτα και εις ονειδισμόν δια σε· και διατί συ εξουσιάζη εφ ‘ ημάς εν τοις όρεσι. 84 και ενεπύρισεν Ιωνάθαν την Άζωτον και τας πόλεις τας κύκλω αυτής και έλαβε τα σκύλα αυτών και το ιερόν Δαγών και τους συμφυγόντας εις αυτό ενεπύρισε πυρί. ότι μετ ‘ εμού εστι δύναμις των πόλεων. 72 ερώτησον και μάθε τις ειμι και οι λοιποί οι βοηθούντες ημίν. και εκυρίευσεν Ιωνάθαν Ιόππης. και απέκλεισαν αυτόν εκ της πόλεως. και παρενέβαλε τρισχιλίαν ίππον και δύναμιν πολλήν και επορεύθη εις Άζωτον ως διοδεύων και άμα προήγεν εις το πεδίον δια το έχειν αυτόν πλήθος ίππου και πεποιθέναι επ ‘ αυτη. 68 και ήκουσεν Αλέξανδρος βασιλεύς και ελυπήθη σφόδρα και υπέστρεψεν εις Αντιόχειαν. 83 και η ίππος εσκορπίσθη εν τω πεδίω. η γαρ ίππος εξελύθη. και συνήγαγε δύναμιν μεγάλην και παρενέβαλεν εν Ιαμνεία. ότι φρουρά Απολλωνίου εν Ιόππη. 80 και έγνω Ιωνάθαν ότι έστιν ένεδρον κατόπισθεν αυτού. και επολέμησαν αυτήν. 76 και φοβηθέντες ήνοιξαν οι εκ της πόλεως. 74 Ως δε ήκουσεν Ιωνάθαν των λόγων Απολλωνίου.

και ησπάσαντο αλλήλους και εκοιμήθησαν εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οκτακισχιλίους. 89 και απέστειλεν αυτω πόρπην χρυσήν. εζήτησε γαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 943 . και έδωκεν αυτω την Ακκαρών και πάντα τα όρια αυτής εις κληροδοσίαν. και δώσω σοι την θυγατέρα μου. και βασιλεύσεις της βασιλείας του πατρός σου· 10 μεταμεμέλημαι γαρ δούς αυτω την θυγατέρα μου. 8 ο δε βασιλεύς Πτολεμαίος εκυρίευσε των πόλεων της παραλίας έως Σελευκείας της παραθαλασσίας και διελογίζετο περί Αλεξάνδρου λογισμούς πονηρούς. 5 και διηγήσαντο τω βασιλεί α εποίησεν Ιωνάθαν εις το ψογίσαι αυτόν· και εσίγησεν ο βασιλεύς. 2 και εξήλθεν εις Συρίαν λόγοις ειρηνικοίς. ότι εντολή ην Αλεξάνδρου του βασιλέως συναντάν αυτω δια το πενθερόν αυτού είναι. απέτασσε τας δυνάμεις φρουράν εν εκάστη πόλει. 87 και επέστρεψεν Ιωνάθαν εις Ιερουσαλήμ συν τοις παρ ‘ αυτού έχοντες σκύλα πολλά. 6 και συνήντησεν Ιωνάθαν τω βασιλεί εις Ιόππην μετά δόξης. 88 και εγένετο ως ήκουσεν Αλέξανδρος ο βασιλεύς τους λόγους τούτους. έδειξαν αυτω το ιερόν Δαγών εμπεπυρισμένον και Άζωτον και τα περιπόλια αυτής καθηρημένα και τα σώματα ερριμμένα και τους εμπεπυρισμένους. ως έθος εστί δίδοσθαι τοις συγγενέσι των βασιλέων. 7 και επορεύθη Ιωνάθαν μετά του βασιλέως έως του ποταμού του καλουμένου Ελευθέρου και επέστρεψεν εις Ιερουσαλήμ. ην έχει Αλέξανδρος. 4 ως δε ήγγισεν Αζώτου. 86 και απήρεν εκείθεν Ιωνάθαν και παρενέβαλεν επί Ασκάλωνα. και εξήλθον οι εκ της πόλεως εις συνάντησιν αυτω εν δόξη μεγάλη. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Αιγύπτου ήθροισε δυνάμεις πολλάς ως την άμμον την περί το χείλος της θαλάσσης και πλοία πολλά και εζήτησε κατακρατήσαι της βασιλείας Αλεξάνδρου δόλω και προσθείναι αυτήν τη βασιλεία αυτού. 3 ως δε εισεπορεύετο εις τας πόλεις ο Πτολεμαίος. και ήνοιγον αυτω οι από των πόλεων και συνήντων αυτω. 9 και απέστειλε πρέσβεις προς Δημήτριον τον βασιλέα λέγων· δεύρο συνθώμεθα προς εαυτούς διαθήκην. ους ενεπύρισεν εν τω πολέμω· εποίησαν γαρ θημωνίας αυτών εν τη οδω αυτού. και προσέθετο δοξάσαι τον Ιωνάθαν.

27 και έστησεν αυτω την αρχιερωσύνην και όσα άλλα είχε τίμια το πρότερον και εποίησεν αυτόν των πρώτων φίλων ηγείσθαι. 17 και αφείλε Ζαβδιήλ ο Άραψ την κεφαλήν Αλεξάνδρου και απέστειλε τω Πτολεμαίω. και έθνει Ιουδαίων. εκέλευσε περικαθήσθαι και επέλεξε των πρεσβυτέρων Ισραήλ και των ιερέων και έδωκεν εαυτόν τω κινδύνω· 24 και λαβών αργύριον και χρυσίον και ιματισμόν και έτερα ξένια πλείονα επορεύθη προς τον βασιλέα εις Πτολεμαϊδα και εύρε χάριν ενώπιον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκτείναί με. 22 και ακούσας ωργίσθη· ως δε ήκουσεν. 25 και ενετύγχανον κατ ‘ αυτού τινες άνομοι των εκ του έθνους. 21 και επορεύθησάν τινες μισούντες το έθνος αυτών άνδρες παράνομοι προς τον βασιλέα και απήγγειλαν αυτω ότι Ιωνάθαν περικάθηται την άκραν. το της Ασίας και Αιγύπτου. 23 ως δε ήκουσεν Ιωνάθαν. 31 το αντίγραφον της επιστολής. και ύψωσεν αυτόν εναντίον πάντων των φίλων αυτού. ότι απεστάτουν οι από των τόπων εκείνων. 16 και έφυγεν Αλέξανδρος εις την Αραβίαν του σκεπασθήναι αυτόν εκεί. 15 και ήκουσεν Αλέξανδρος και ήλθεν επ ‘ αυτόν πολέμω. 20 Εν ταις ημέραις εκείναις συνήγαγεν Ιωνάθαν τους εκ της Ιουδαίας του εκπολεμήσαι την άκραν την εν Ιερουσαλήμ και εποίησεν επ ‘ αυτήν μηχανάς πολλάς. 19 και εβασίλευσε Δημήτριος έτους εβδόμου και εξηκοστού και εκατοστού. ευθέως αναζεύξας ήλθεν εις Πτολεμαϊδα και έγραψεν Ιωνάθαν του μη περικαθήσθαι τη άκρα και του απαντήσαι αυτόν αυτω συμμίσγειν εις Πτολεμαϊδα την ταχίστην. ο δε βασιλεύς Πτολεμαίος υψώθη. 18 και ο βασιλεύς Πτολεμαίος απέθανεν εν τη ημέρα τη τρίτη. 26 και εποίησεν αυτω ο βασιλεύς καθώς εποίησαν αυτω οι προ αυτού. 11 και εψόγισεν αυτόν χάριν του επιθυμήσαι αυτόν της βασιλείας αυτού· 12 και αφελόμενος αυτού την θυγατέρα έδωκεν αυτήν τω Δημητρίω και ηλλοτριώθη τω Αλεξάνδρω και εφάνη η έχθρα αυτών. 28 και ηξίωσεν Ιωνάθαν τον βασιλέα ποιήσαι την Ιουδαίαν αφορολόγητον και τας τρεις τοπαρχίας και την Σαμαρείτιν και επηγγείλατο αυτω τάλαντα τριακόσια. και εξήγαγε Πτολεμαίος την δύναμιν και απήντησεν αυτω εν χειρί ισχυρά και ετροπώσατο αυτόν. 14 Αλέξανδρος δε ο βασιλεύς ην εν Κιλικία κατά τους καιρούς εκείνους. 13 και εισήλθε Πτολεμαίος εις Αντιόχειαν και περιέθετο το διάδημα της Ασίας· και περιέθετο δύο διαδήματα περί την κεφαλήν αυτού. ης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 944 . 29 και ευδόκησεν ο βασιλεύς και έγραψε τω Ιωνάθαν επιστολάς περί πάντων τούτων εχούσας τον τρόπον τούτον· 30 «Βασιλεύς Δημήτριος Ιωνάθαν τω αδελφω χαίρειν. και οι όντες εν τοις οχυρώμασιν απώλοντο υπό των εν τοις οχυρώμασι.

εάν ευκαιρίας τύχω. οί συμμαχήσουσιν. 36 και ουκ αθετηθήσεται ουδέ εν τούτων από του νυν και εις τον άπαντα χρόνον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγράψαμεν Λασθένει τω συγγενεί ημών περί υμών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 945 . και έμεινεν εκεί ημέρας πολλάς. 43 νυν ουν ορθώς ποιήσεις αποστείλας μοι άνδρας. 35 και τα άλλα τα ανήκοντα ημίν από του νυν των δεκατών και των τελών των ανηκόντων ημίν και τας του αλός λίμνας και τους ανήκοντας ημίν στεφάνους. 44 και απέστειλεν Ιωνάθαν άνδρας τρισχιλίους δυνατούς ισχύϊ αυτω εις Αντιόχειαν. όπως παραδοί αυτόν αυτω. 41 και απέστειλεν Ιωνάθαν προς Δημήτριον τον βασιλέα. και απέλυσε πάσας τας δυνάμεις αυτού έκαστον εις τον ίδιον τόπον. αντί των βασιλικών. 45 και επισυνήχθησαν οι εκ της πόλεως εις μέσον της πόλεως εις ανδρών δώδεκα μυριάδας ανδρών και ηβούλοντο ανελείν τον βασιλέα. γεγράφαμεν και προς υμάς όπως ειδήτε. και ηυφράνθη ο βασιλεύς επί τη εφόδω αυτών. 33 τω έθνει των Ιουδαίων φίλοις ημών και συντηρούσι τα προς ημάς δίκαια εκρίναμεν αγαθοποιήσαι χάριν της εξ αυτών ευνοίας προς ημάς. και πάντα τα συγκυρούντα αυτοίς πάσι τοις θυσιάζουσιν εις Ιεροσόλυμα. 34 εστάκαμεν ουν αυτοίς τα τε όρια της Ιουδαίας και τους τρεις νομούς. Αφαίρεμα και Λύδδαν και Ραμαθέμ. και ήλθοσαν προς τον βασιλέα. όπως βασιλεύση αντί του πατρός αυτού. ος έτρεφε τον Αντίοχον το παιδάριον το του Αλεξάνδρου. αλλά δόξη δοξάσω σε και το έθνος σου. 42 και απέστειλε Δημήτριος προς Ιωνάθαν λέγων· ου μόνον ταύτα ποιήσω σοι και τω έθνει σου. ίνα εκβάλη τους εκ της άκρας εξ Ιερουσαλήμ και τους εν τοις οχυρώμασιν· ήσαν γαρ πολεμούντες τον Ισραήλ. 32 βασιλεύς Δημήτριος Λασθένει τω πατρί χαίρειν. οίτινες προσετέθησαν τη Ιουδαία από της Σαμαρείτιδος. πλήν των ξένων δυνάμεων. 38 Και είδε Δημήτριος ο βασιλεύς ότι ησύχασεν η γη ενώπιον αυτού και ουδέν αυτω ανθειστήκει. ην εχθραίνουσιν αυτω αι δυνάμεις αυτού. 39 Τρύφων δε ην των παρά Αλέξάνδρου το πρότερον και είδεν ότι πάσαι αι δυνάμεις καταγογγύζουσι του Δημητρίου. ων εξενολόγησεν από των νήσων των εθνών· και ήχθραναν αυτω πάσαι αι δυνάμεις των πατέρων αυτού. και απήγγειλεν αυτω όσα συνετέλεσε Δημήτριος και την έχθραν. ων ελάμβανεν ο βασιλεύς παρ ‘ αυτών το πρότερον κατ ‘ ενιαυτόν από των γεννημάτων της γης και από των ακροδρύων. πάντα επαρκώς παρίεμεν αυτοίς. 46 και έφυγεν ο βασιλεύς εις την αυλήν. ότι απέστησαν πάσαι αι δυνάμεις μου. και επορεύθη προς Ειμαλκουαί τον Άραβα. 40 και προσήδρευεν αυτω. 37 νυν ουν επιμέλεσθε του ποιήσαι τούτων αντίγραφον και δοθήτω Ιωνάθαν και τεθήτω εν τω όρει τω αγίω εν τόπω επισήμώ.

ας ανταπέδωκεν αυτω. 57 και έγραψεν Αντίοχος ο νεώτερος τω Ιωνάθαν λέγων· ίστημί σοι την αρχιερωσύνην και καθίστημί σε επί των τεσσάρων νομών και είναί σε των φίλων του βασιλέως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατελάβοντο οι εκ της πόλεως τας διόδους της πόλεως και ήρξαντο πολεμείν. και έφυγε και ετροπώθη. 49 και είδον οι από της πόλεως ότι κατεκράτησαν οι Ιουδαίοι της πόλεως ως ηβούλοντο. και ηλλοτριώθη τω Ιωνάθαν και ουκ ανταπέδωκε κατά τας ευνοίας. 61 και απήλθεν εκείθεν εις Γάζαν. και περιεκάθισε περί αυτήν και ενεπύρισε τα περιπόλια αυτής πυρί και εσκύλευσεν αυτά. 56 και έλαβε Τρύφων τα θηρία και κατεκράτησεν Αντιοχείας. και επισυνήχθησαν προς αυτόν πάντες άμα και διεσπάρησαν εν τη πόλει πάντες άμα και απέκτειναν εν τη πόλει εν τη ημέρα εκείνη εις μυριάδας δέκα· 48 και ενεπύρισαν την πόλιν και ελάβοσαν σκύλα πολλά εν εκείνη τη ημέρα και έσωσαν τον βασιλέα. και ηθροίσθησαν προς αυτόν πάσαι αι δυνάμεις Συρίας εις συμμαχίαν. 51 και έρριψαν τα όπλα και εποίησαν ειρήνην και εδοξάσθησαν οι Ιουδαίοι εναντίον του βασιλέως και ενώπιον πάντων των εν τη βασιλεία αυτού και επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ έχοντες σκύλα πολλά. και ήλθεν εις Ασκάλωνα. 54 Μετά δε ταύτα απέστρεψε Τρύφων και Αντίοχος μετ ‘ αυτού παιδάριον νεώτερον· και εβασίλευσε και επέθετο διάδημα. και ησθένησαν ταις διανοίαις αυτών και εκέκραξαν προς τον βασιλέα μετά δεήσεως λέγοντες· 50 δος ημίν δεξιάς και παυσάσθωσαν οι Ιουδαίοι πολεμούντες ημάς και την πόλιν. 60 και εξήλθεν Ιωνάθαν και διεπορεύετο πέραν του ποταμού και εν ταις πόλεσι. 55 και επισυνήχθησαν προς αυτόν πάσαι αι δυνάμεις. και ησύχασεν η γη ενώπιον αυτού. 58 και απέστειλεν αυτω χρυσώματα και διακονίαν και έδωκεν αυτω εξουσίαν πίνειν εν χρυσώμασι και είναι εν πορφύρα και έχειν πόρπην χρυσήν· 59 και Σίμωνα τον αδελφόν αυτού κατέστησε στρατηγόν από της κλίμακος Τύρου έως των ορίων Αιγύπτου. και έθλιβεν αυτόν σφόδρα. και έδωκεν αυτοίς δεξιάς και έλαβε τους υιούς αρχόντων αυτών εις όμηρα και εξαπέστειλεν αυτούς εις Ιερουσαλήμ· και διήλθε την χώραν έως Δαμασκού. ας απεσκόρπισε Δημήτριος. και απήντησαν αυτω οι εκ της πόλεως ενδόξως. και απέκλεισαν οι από Γάζης. 53 και εψεύσατο πάντα. 47 και εκάλεσεν ο βασιλεύς τους Ιουδαίους επί βοήθειαν. 62 και ηξίωσαν οι από Γάζης τον Ιωνάθαν. 63 και ήκουσεν Ιωνάθαν ότι παρήσαν οι άρχοντες Δημητρίου εις Κάδης την εν τη Γαλιλαία μετά δυνάμεως πολλής βουλόμενοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 946 . 52 και εκάθησε Δημήτριος ο βασιλεύς επί θρόνου της βασιλείας αυτού. όσα είπε. και επολέμησαν προς αυτόν.

και έφυγον. όπως προπέμπωσιν αυτούς εις γην Ιούδα μετ ‘ ειρήνης. 69 τα δε ένεδρα εξανέστησαν εκ των τόπων αυτών και συνήψαν πόλεμον. και ώρθρισαν το πρωϊ εις το πεδίον Νασώρ. αυτοί δε απήντησαν εξεναντίας. 5 Και τούτο το αντίγραφον των επιστολών ων έγραψεν Ιωνάθαν τοις Σπαρτιάταις· 6 « Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 947 . 4 και έδωκαν επιστολάς αυτοίς προς αυτούς κατά τόπον. και επέστρεψεν Ιωνάθαν εις Ιερουσαλήμ. 67 και Ιωνάθαν και η παρεμβολή αυτού παρενέβαλον επί το ύδωρ Γεννησάρ. 74 και έπεσον εκ των αλλοφύλων εν τη ημέρα εκείνη εις άνδρας τρισχιλίους. και έδωκεν αυτοίς· και εξέβαλεν αυτούς εκείθεν και κατελάβετο την πόλιν και έθετο επ ‘ αυτη φρουράν. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ είδεν Ιωνάθαν ότι ο καιρός αυτω συνεργεί. 2 και προς Σπαρτιάτας και τόπους ετέρους απέστειλεν επιστολάς κατά τα αυτά. τον δε αδελφόν αυτού Σίμωνα κατέλιπεν εν τη χώρα. 64 και συνήντησεν αυτοίς. 71 και διέρρηξεν Ιωνάθαν τα ιμάτια αυτού και επέθετο γην επί την κεφαλήν αυτού και προσηύξατο. 72 και υπέστρεψε προς αυτούς πολέμω και ετροπώσατο αυτούς. πλήν Ματταθίας ο του Αβεσσαλώμου και Ιούδας ο του Χαλφί άρχοντες της στρατιάς των δυνάμεων. και έφυγον οι παρά Ιωνάθαν πάντες. 68 και ιδού παρεμβολή αλλοφύλων απήντα αυτω εν τω πεδίω και εξέβαλον ένεδρον επ ‘ αυτόν εν τοις όρεσιν. 65 και παρενέβαλε Σίμων επί Βαιθσούρα και επολέμει αυτήν ημέρας πολλάς και συνέκλεισεν αυτήν. 73 και είδον οι φεύγοντες οι παρ ‘ αυτού και επέστρεψαν προς αυτόν και εδίωκον μετ ‘ αυτού έως Κάδης έως της παρεμβολής αυτών και παρενέβαλον εκεί. 66 και ηξίωσαν αυτόν του δεξιάς λαβείν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεταστήσαι αυτόν της χρείας. 70 ουδέ εις κατελείφθη απ ‘ αυτών. 3 και επορεύθησαν εις Ρώμην και εισήλθον εις το βουλευτήριον και είπον· Ιωνάθαν ο αρχιερεύς και το έθνος των Ιουδαίων απέστειλεν ημάς ανανεώσασθαι την φιλίαν αυτοίς και την συμμαχίαν κατά το πρότερον. και επέλεξεν άνδρας και απέστειλεν εις Ρώμην στήσαι και ανανεώσασθαι την προς αυτούς φιλίαν.

ων απέστειλαν ‘Ονία· 20 « Άρειος βασιλεύς Σπαρτιατών ‘Ονία ιερεί μεγάλω χαίρειν. 10 επειράθημεν αποστείλαι την προς υμάς αδελφότητα και φιλίαν ανανεώσασθαι προς το μη εξαλλοτριωθήναι υμών· πολλοί γαρ καιροί διήλθον αφ ‘ ου απεστείλατε προς ημάς. 17 ενετειλάμεθα ουν αυτοίς και προς υμάς πορευθήναι και ασπάσασθαι υμάς και αποδούναι υμίν τας παρ ‘ ημών επιστολάς περί της ανανεώσεως και της αδελφότητος ημών. 25 και απήρεν εξ Ιερουσαλήμ και απήντησεν αυτοίς εις την Αμαθίτιν χώραν· ου γαρ έδωκεν αυτοίς ανοχήν εμβατεύσαι εις την χώραν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 948 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωνάθαν αρχιερεύς και η γερουσία του έθνους και οι ιερείς και ο λοιπός δήμος των Ιουδαίων Σπαρτιάταις τοις αδελφοίς χαίρειν. 22 και νυν αφ ‘ ου έγνωμεν ταύτα. 18 και νυν καλώς ποιήσετε αντιφωνήσοντες ημίν προς ταύτά. και εταπεινώθησαν οι εχθροί ημών. 8 και επεδέξατο ‘Ονίας τον άνδρα τον απεσταλμένον ενδόξως και έλαβε τας επιστολάς. παράκλησιν έχοντες τα βιβλία τα άγια τα εν ταις χερσίν ημών. και επολέμησαν ημάς οι βασιλείς οι κύκλω ημών. καλώς ποιήσετε γράφοντες ημίν περί της ειρήνης υμών. εν αις διεσαφείτο περί συμμαχίας και φιλίας. 24 Και ήκουσεν Ιωνάθαν ότι επέστρεψαν οι άρχοντες Δημητρίου μετά δυνάμεως πολλής υπέρ το πρότερον του πολεμήσαι προς αυτόν. 14 και ουκ ηβουλόμεθα ουν παρενοχλείν υμίν και τοις λοιποίς συμμάχοις και φίλοις ημών εν τοις πολέμοις τούτοις· 15 έχομεν γαρ την εξ ουρανού βοήθειαν βοηθούσαν ημίν και ερρύσθημεν από των εχθρών ημών. 21 ευρέθη εν γραφή περί τε των Σπαρτιατών και Ιουδαίων. 11 ημείς ουν εν παντί καιρω αδιαλείπτως εν τε ταις εορταίς και ταις λοιπαίς καθηκούσαις ημέραις μιμνησκόμεθα υμών εφ ‘ ων προσφέρομεν θυσιών και εν ταις προσευχαίς. και τα ημών υμίν εστιν. 9 και ημείς ουν απροσδεείς τούτων όντες. ότι εισίν αδελφοί και ότι εισίν εκ γένους Αβραάμ. 23 και ημείς δε αντιγράφομεν υμίν τα κτήνη υμών και η ύπαρξις υμών ημίν εστι. 19 Και τούτο το αντίγραφον των επιστολών. 13 ημάς δε εκύκλωσαν πολλαί θλίψεις και πόλεμοι πολλοί. 7 έτι πρότερον απεστάλησαν επιστολαί προς ‘Ονίαν τον αρχιερέα παρά Δαρείου του βασιλεύοντος εν υμίν ότι εστέ αδελφοί ημών. 16 επελέξαμεν ουν Νουμήνιον Αντιόχου και Αντίπατρον Ιάσωνος και απεστάλκαμεν προς Ρωμαίους ανανεώσασθαι την προς αυτούς φιλίαν και συμμαχίαν την προτέραν. ως το αντίγραφον υπόκειται. εντελλόμεθα ουν όπως απαγγείλωσιν υμίν κατά ταύτά. ως δέον εστί και πρέπον μνημονεύειν αδελφών· 12 ευφραινόμεθα δε επί τη δόξη υμών.

39 Και εζήτησε Τρύφων βασιλεύσαι της Ασίας και περιθέσθαι το διάδημα και εκτείναι χείρα επί Αντίοχον τον βασιλέα. και απάρας ήλθεν εις Βαιθσάν. 33 και Σίμων εξήλθε και διώδευσεν έως Ασκάλωνος και των πλησίον οχυρωμάτων. όπως φυλάσσωσιν αυτήν. και επέστρεψαν και απήγγειλαν αυτω. 43 και επεδέξατο αυτόν ενδόξως και συνέστησεν αυτόν πάσι τοις φίλοις αυτού και έδωκεν αυτω δόματα και επέταξε ταις δυνάμεσιν αυτού υπακούειν αυτω ως εαυτω. επέταξεν Ιωνάθαν τοις παρ ‘ αυτού γρηγορείν και είναι επί τοις όπλοις και ετοιμάζεσθαι εις πόλεμον δι ‘ όλης της νυκτός και εξέβαλε προφύλακας κύκλω της παρεμβολής. 28 και ήκουσαν οι υπεναντίοι ότι ητοίμασται Ιωνάθαν και οι παρ ‘ αυτού εις πόλεμον. ίνα ή αύτη κατά μόνας. 40 και εφοβήθη μήποτε ουκ εάση αυτόν Ιωνάθαν και μήποτε πολεμήση προς αυτόν. και εξέκλινεν εις Ιόππην και προκατελάβετο αυτήν· 34 ήκουσεν γαρ ότι βούλονται το οχύρωμα παραδούναι τοις παρά Δημητρίου· και έθετο εκεί φρουράν. 37 και συνήχθησαν του οικοδομείν την πόλιν και ήγγισε του τείχους του χειμάρρου του εξ απηλιώτου. και εφοβήθησαν και έπτηξαν τη καρδία αυτών και ανέκαυσαν πυράς εν τη παρεμβολή αυτών. όπως μήτε αγοράζωσι μήτε πωλώσι. και εκτείναι χείρας επ ‘ αυτόν ευλαβήθη. και εζήτει πόρον του συλλαβείν τον Ιωνάθαν του απολέσαι αυτόν. και επεσκεύασαν το καλούμενον Χαφεναθά. 26 και απέστειλε κατασκόπους εις την παρεμβολήν αυτών. ότι ούτω τάσσονται επιπεσείν επ ‘ αυτούς την νύκτα. 31 και εξέκλινεν Ιωνάθαν επί τους Άραβας τους καλουμένους Ζαβαδαίους και επάταξεν αυτούς και έλαβε τα σκύλα αυτών. 44 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 949 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. 41 και εξήλθεν Ιωνάθαν εις απάντησιν αυτω εν τεσσαράκοντα χιλιάσιν ανδρών επιλελεγμέναις εις παράταξιν και ήλθεν εις Βαιθσάν. 30 και κατεδίωξεν Ιωνάθαν οπίσω αυτών και ου κατέλαβεν αυτούς. διέβησαν γαρ τον Ελεύθερον ποταμόν. 42 και είδε Τρύφων ότι πάρεστιν Ιωνάθαν μετά δυνάμεως πολλής. 27 ως δε έδυ ο ήλιος. 32 και αναζεύξας ήλθεν εις Δαμασκόν και διώδευσεν εν πάση τη χώρα. 35 και επέστρεψεν Ιωνάθαν και εξεκκλησίασε τους πρεσβυτέρους του λαού και εβουλεύσατο μετ ‘ αυτών του οικοδομήσαι οχυρώματα εν τη Ιουδαία 36 και προσυψώσαι τα τείχη Ιερουσαλήμ και υψώσαι ύψος μέγα ανά μέσον της άκρας και της πόλεως εις το διαχωρίζειν αυτήν της πόλεως. 38 και Σίμων ωκοδόμησε την Αδιδά εν τη Σεφήλα και ωχύρωσεν αυτήν και επέστησε θύρας και μοχλούς. 29 Ιωνάθαν δε και οι παρ ‘ αυτού ουκ έγνωσαν έως πρωϊ. έβλεπον γαρ τα φώτα καιόμενα.

48 ως δε εισήλθεν Ιωνάθαν εις Πτολεμαϊδα. και ανέβη εις Ιερουσαλήμ και ήθροισε τον λαόν 3 και παρεκάλεσεν αυτούς και είπεν αυτοίς· αυτοί οίδατε όσα εγώ και οι αδελφοί μου και ο οίκος του πατρός μου εποιήσαμεν περί των νόμων και των αγίων. και επέστρεψαν. 45 και νυν απόστειλον αυτούς εις τους οίκους αυτών. ας είδομεν. ων δισχιλίους αφήκεν εν τη Γαλιλαία. και παρεκάλεσαν εαυτούς και επορεύοντο συνεστραμμένοι έτοιμοι εις πόλεμον. πολέμου μη ενεστηκότος ημίν. 47 κατέλιπε δε μεθ ‘ εαυτού άνδρας τρισχιλίους. 50 και επέγνωσαν ότι συνελήφθη Ιωνάθαν και απόλωλε και οι μετ ‘ αυτού. και απήλθον εις γην Ιούδα. και επιστρέψας απελεύσομαι· τούτου γαρ χάριν πάρειμι. απέκλεισαν οι Πτολεμαείς τας πύλας και συνέλαβον αυτόν. 53 και εζήτησαν πάντα τα έθνη τα κύκλω αυτών εκτρίψαι αυτούς· είπαν γαρ· ουκ έχουσιν άρχοντα και βοηθούντα· νυν ουν πολεμήσωμεν αυτούς και εξάρωμεν εξ ανθρώπων το μνημόσυνον αυτών. 4 τούτου χάριν απώλοντο οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 950 . και πάντας τους εισελθόντας μετ ‘ αυτού απέκτειναν εν ρομφαία. και παραδώσω σοι αυτήν και τα λοιπά οχυρώματα και τας δυνάμεις τας λοιπάς και πάντας τους επί των χρειών. οίτινες έσονται μετά σου. επίλεξαι δε σεαυτω άνδρας ολίγους. και δεύρο μετ ‘ εμού εις Πτολεμαϊδα. 46 και εμπιστεύσας αυτω εποίησε καθώς είπε. 49 και απέστειλε Τρύφων δυνάμεις και ίππον εις την Γαλιλαίαν και το πεδίον το μέγα του απολέσαι πάντας τους παρά Ιωνάθαν. χίλιοι δε συνήλθον αυτω. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ ήκουσε Σίμων ότι συνήγαγε Τρύφων δύναμιν πολλήν του ελθείν εις γην Ιούδα και εκτρίψαι αυτήν. και εξαπέστειλε τας δυνάμεις. και τους πολέμους και τας στενοχωρίας. 2 και είδε τον λαόν ότι εστίν έντρομος και έμφοβος. 51 και είδον οι διώκοντες ότι περί ψυχής αυτοίς εστι. 52 και ήλθον πάντες μετ ‘ ειρήνης εις γην Ιούδα και επένθησαν τον Ιωνάθαν και τους μετ ‘ αυτού και εφοβήθησαν σφόδρα· και επένθησε πας Ισραήλ πένθος μέγα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είπε τω Ιωνάθαν· ινατί έκοψας πάντα τον λαόν τούτον.

19 και απέστειλε τα παιδάρια και τα εκατόν τάλαντα. 17 και έγνω Σίμων ότι δόλω λαλούσι προς αυτόν. 22 και ητοίμασε Τρύφων πάσαν την ίππον αυτού ελθείν εν τη νυκτί εκείνη. και πάντα. και εξέβαλε τους όντας εν αυτη και έμεινεν εκεί εν αυτη. ου αν επορεύετο. και Ιωνάθαν μετ ‘ αυτού εν φυλακή. 5 και νυν μη μοι γένοιτο φείσασθαί μου της ψυχής εν παντί καιρω θλίψεως. απέκτεινε τον Ιωνάθαν. όπως μη αφεθείς αποστατήση αφ ‘ ημών. 8 και απεκρίθησαν φωνή μεγάλη λέγοντες· συ ει ημών ηγούμενος αντί Ιούδα και Ιωνάθαν του αδελφού σου· 9 πολέμησον τον πόλεμον ημών. 11 και απέστειλεν Ιωνάθαν τον του Αβεσσαλώμου και μετ ‘ αυτού δύναμιν ικανήν εις Ιόππην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αδελφοί μου πάντες χάριν του Ισραήλ. 13 Σίμων δε παρενέβαλεν εν Αδιδά κατά πρόσωπον του πεδίου. και ετάφη εκεί. 10 και συνήγαγε πάντας τους άνδρας τους πολεμιστάς και ετάχυνε του τελέσαι τα τείχη Ιερουσαλήμ και ωχύρωσεν αυτήν κυκλόθεν. και κατελείφθην εγώ μόνος. 6 πλήν εκδικήσω περί του έθνους μου και περί των αγίων και περί των γυναικών και των τέκνων ημών. και Σίμων και η παρεμβολή αυτού αντιπαρήγεν αυτω εις πάντα τόπον. 23 ως δε ήγγισε της Βασκαμά. και διεψεύσατο και ουκ αφήκε τον Ιωνάθαν. και ουκ ήλθε δια την χιόνα· και απήρε και ήλθεν εις την Γαλααδίτιν. και αφήσομεν αυτόν. και εκύκλωσεν οδόν την εις Άδωρα. 7 και ανεζωοπύρησε το πνεύμα του λαού άμα τω ακούσαι των λόγων τούτων. 20 και μετά ταύτα ήλθε Τρύφων του εμβατεύσαι εις την χώραν και εκτρίψαι αυτήν. και πέμπει του λαβείν το αργύριον και τα παιδάρια. όσα αν είπης ημίν. 14 και επέγνω Τρύφων ότι ανέστη Σίμων αντί Ιωνάθαν του αδελφού αυτού και ότι συνάπτειν αυτω μέλλει πόλεμον. και απέστειλε προς αυτόν πρέσβεις λέγων· 15 περί αργυρίου. 25 Και απέστειλε Σίμων και έλαβε τα οστά Ιωνάθαν του αδελφού αυτού και έθαψεν αυτά εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 951 . 21 οι δε εκ της άκρας απέστελλον προς Τρύφωνα πρεσβευτάς κατασπεύδοντας αυτόν του ελθείν προς αυτούς δια της ερήμου και αποστείλαι αυτοίς τροφάς. 12 Και απήρε Τρύφων από Πτολεμαϊδος μετά δυνάμεως πολλής εισελθείν εις γην Ιούδα. ότι συνήχθησαν πάντα τα έθνη εκτρίψαι ημάς έχθρας χάριν. ου ώφειλεν Ιωνάθαν ο αδελφός σου εις το βασιλικόν δι ‘ ας είχε χρείας. 24 και επέστρεψε Τρύφων και απήλθεν εις την γην αυτού. μήποτε έχθραν άρη μεγάλην προς τον λαόν 18 λέγων· ότι ουκ απέστειλα αυτω το αργύριον και τα παιδάρια. συνέχομεν αυτόν· 16 και νυν απόστειλον αργυρίου τάλαντα εκατόν και δύο των υιών αυτού όμηρα. ποιήσομεν. και ην χιών πολλή σφόδρα. ου γαρ ειμι κρείσσων των αδελφών μου. και απώλετο.

μηκέτι τελωνείσθω. 29 και ταύταις εποίησε μηχανήματα περιθείς στύλους μεγάλους και εποίησεν επί τοις στύλοις πανοπλίας εις όνομα αιώνιον και παρά ταις πανοπλίαις πλοία επιγεγλυμμένα εις το θεωρείσθαι υπό πάντων των πλεόντων την θάλασσαν. και γινέσθω αναμέσον ημών ειρήνή. ην απεστείλατε. 43 Εν ταις ημέραις εκείναις παρενέβαλε Σίμων επί Γάζαρα και εκύκλωσεν αυτήν παρεμβολαίς και εποίησεν ελεπόλεις και προσήγαγε τη πόλει και επάταξε πύργον ένα και κατελάβετο. 42 και ήρξατο ο λαός Ισραήλ γράφειν εν ταις συγγραφαίς και συναλλάγμασιν έτους πρώτου επί Σίμωνος αρχιερέως μεγάλου και στρατηγού και ηγουμένου Ιουδαίων. 28 και έστησεν επ ‘ αυτά επτά πυραμίδας. μίαν κατέναντι της μιάς τω πατρί και τη μητρί και τοις τέσσαρσιν αδελφοίς. και εγένετο κίνημα μέγα εν τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 952 . 33 και ωκοδόμησε Σίμων τα οχυρώματα της Ιουδαίας. έως της ημέρας ταύτης. ότι πάσαι αι πράξεις Τρύφωνος ήσαν αρπαγαί. -41 έτους εβδομηκοστού και εκατοστού ήρθη ο ζυγός των εθνών από του Ισραήλ. 26 και εκόψαντο αυτόν πας Ισραήλ κοπετόν μέγαν και επένθησαν αυτόν ημέρας πολλάς. 38 και όσα εστήκαμεν προς υμάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Μωδεϊν πόλει των πατέρων αυτού. 40 και ει τινες επιτήδειοι υμών γραφήναι εις τους περί ημάς. υπαρχέτω υμίν. 39 αφίεμεν δε αγνοήματα και τα αμαρτήματα έως της σήμερον ημέρας και τον στέφανον. 37 τον στέφανον τον χρυσούν και την βαϊνην. ον ωφείλετε. α ωκοδομήκατε. 30 ούτος ο τάφος ον εποίησεν εν Μωδεϊν. κεκομίσμεθα και έτοιμοί εσμεν του ποιείν υμίν ειρήνην μεγάλην και γράφειν τοις επί των χρειών του αφιέναι υμίν αφέματα. και περιετείχισε πύργοις υψηλοίς και τείχεσι μεγάλοις και πύλαις και μοχλοίς και έθετο βρώματα εν τοις οχυρώμασι. και ει τι άλλο ετελωνείτο εν Ιερουσαλήμ. 44 και εξήλλοντο οι εν τη ελεπόλει εις την πόλιν. 34 και επέλεξε Σίμων άνδρας και απέστειλε προς Δημήτριον τον βασιλέα του ποιήσαι άφεσιν τη χώρα. έστηκε. 27 και ωκοδόμησε Σίμων επί τον τάφον του πατρός αυτού και των αδελφών αυτού και ύψωσεν αυτόν τη οράσει λίθω ξεστω εκ των όπισθεν και εκ των έμπροσθεν. 31 Ο δε Τρύφων επορεύετο δόλω μετά Αντιόχου του βασιλέως του νεωτέρου και απέκτεινεν αυτόν 32 και εβασίλευσεν αντ ‘ αυτού και περιέθετο διάδημα της Ασίας και εποίησε πληγήν μεγάλην επί της γης. 35 και απέστειλεν αυτω Δημήτριος ο βασιλεύς κατά τους λόγους τούτους και απεκρίθη αυτω και έγραψεν αυτω επιστολήν τοιαύτην· 36 «Βασιλεύς Δημήτριος Σίμωνι αρχιερεί και φίλω βασιλέων και πρεσβυτέροις και έθνει Ιουδαίων χαίρειν. και τα οχυρώματα. εγγραφέσθωσαν.

αλλά κατά το έλεός σου. και εκαθάρισε τας οικίας. και απώλοντο εξ αυτών ικανοί τη λιμω. 50 και εβόησαν προς Σίμωνα δεξιάς λαβείν. 53 και είδε Σίμων τον Ιωάννην υιόν αυτού. και προσωχύρωσεν αυτήν και ωκοδόμησεν εαυτω εν αυτη οίκησιν. 52 και έστησε κατ ‘ ενιαυτόν του άγειν την ημέραν ταύτην μετ ‘ ευφροσύνης. 45 και ανέβησαν οι εν τη πόλει συν ταις γυναιξί και τοις τέκνοις επί το τείχος διερρηχότες τα ιμάτια αυτών και εβόησαν φωνή μεγάλη αξιούντες Σίμωνα δεξιάς αυτοίς δούναι 46 και είπαν· μη ημίν χρήση κατά τας πονηρίας ημών. και προσωχύρωσε το όρος του ιερού το παρά την άκραν· και ώκει εκεί αυτός και οι παρ ‘ αυτού. οίτινες τον νόμον ποιούσι. 2 και ήκουσεν Αρσάκης ο βασιλεύς της Περσίδος και Μηδίας ότι ήλθε Δημήτριος εις τα όρια αυτού. ότι ανήρ εστι. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ εν έτει δευτέρω και εβδομηκοστω και εκατοστω συνήγαγε Δημήτριος ο βασιλεύς τας δυνάμεις αυτού και επορεύθη εις Μηδίαν του επισπάσασθαι βοήθειαν αυτω. 47 και συνελύθη Σίμων αυτοίς και ουκ επολέμησεν αυτούς· και εξέβαλεν αυτούς εκ της πόλεως. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 953 . εν αις ην τα είδωλα. και απέστειλεν ένα των αρχόντων αυτού συλλαβείν αυτόν ζώντα. 49 οι δε εκ της άκρας εν Ιερουσαλήμ εκωλύοντο εκπορεύεσθαι και εισπορεύεσθαι εις την χώραν και αγοράζειν και πωλείν και επείνασαν σφόδρα. 48 και εξέβαλεν εξ αυτής πάσαν ακαθαρσίαν και κατώκισεν εκεί άνδρας. και έθετο αυτόν εν φυλακή. 51 και εισήλθον εις αυτήν τη τρίτη και εικάδι του δευτέρου μηνός έτους ενός και εβδομηκοστού και εκατοστού μετά αινέσεως και βαϊων και εν κινύραις και εν κυμβάλοις και εν νάβλαις και εν ύμνοις και εν ωδαίς. 3 και επορεύθη και επάταξε την παρεμβολήν Δημητρίου και συνέλαβεν αυτόν και ήγαγεν αυτόν προς Αρσάκην. όπως πολεμήση τον Τρύφωνα. και έθετο αυτόν ηγούμενον των δυνάμεων πασών· και ώκει εν Γαζάροις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πόλει. και ούτως εισήλθεν εις αυτήν υμνών και ευλογών. ότι συνετρίβη εχθρός μέγας εξ Ισραήλ. και έδωκεν αυτοίς· και εξέβαλεν αυτούς εκείθεν και εκαθάρισε την άκραν από των μιασμάτων.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 4 Και ησύχασεν η γη Ιούδα πάσας τας ημέρας Σίμωνος. 21 οι πρεσβευταί οι αποσταλέντες προς τον δήμον ημών απήγγειλαν ημίν περί της δόξης υμών και τιμής. 8 και ήσαν γεωργούντες την γην αυτών μετ ‘ ειρήνης. 22 και ανεγράψαμεν τα υπ ‘ αυτών ειρημένα εν ταις βουλαίς του δήμου ούτως· Νουμήνιος Αντιόχου και Αντίπατρος Ιάσωνος πρεσβευταί Ιουδαίων ήλθοσαν προς ημάς ανανεούμενοι την προς ημάς φιλίαν. 12 και εκάθισεν έκαστος υπό την άμπελον αυτού και την συκήν αυτού. 23 και ήρεσε τω δήμω επιδέξασθαι τους άνδρας ενδόξως και του θέσθαι το αντίγραφον των λόγων αυτών εν τοις αποδεδειγμένοις τώ δήμω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 954 . ότι απέθανεν Ιωνάθαν. 16 Και ηκούσθη εν Ρώμη. και έως Σπάρτης. 7 και συνήγαγεν αιχμαλωσίαν πολλήν και εκυρίευσε Γαζάρων και Βαιθσούρων και της άκρας· και εξήρε τας ακαθαρσίας εξ αυτής. 13 και εξέλιπεν ο πολεμών αυτούς επί της γης. και οι βασιλείς συνετρίβησαν εν ταις ημέραις εκείναις. ην έστησαν προς Ιούδαν και Ιωνάθαν τους αδελφούς αυτού. και η γη εδίδου τα γεννήματα αυτής και τα ξύλα των πεδίων τον καρπόν αυτών. και επλήθυνε τα σκεύη των αγίων. ότι Σίμων ο αδελφός αυτού γέγονεν αντ ‘ αυτού αρχιερεύς και επικρατεί της χώρας και των πόλεων των εν αυτη. ων απέστειλαν οι Σπαρτιάται· «Σπαρτιατών άρχοντες και η πόλις Σίμωνι ιερεί μεγάλω και τοις πρεσβυτέροις και τοις ιερεύσι και τω λοιπω δήμω των Ιουδαίων αδελφοίς χαίρειν. 17 ως δε ήκουσαν. 19 και ανεγνώσθησαν ενώπιον της εκκλησίας εν Ιερουσαλήμ. 5 και μετά πάσης της δόξης αυτού έλαβε την Ιόππην εις λιμένα και εποίησεν είσοδον ταις νήσοις της θαλάσσης. και ουκ ην ο εκφοβών αυτούς. 11 εποίησε την ειρήνην επί της γης. 18 έγραψαν προς αυτόν δέλτοις χαλκαίς του ανανεώσασθαι προς αυτόν φιλίαν και την συμμαχίαν. 14 και εστήρισε πάντας τους ταπεινούς του λαού αυτού· τον νόμον εξεζήτησε και εξήρε πάντα άνομον και πονηρόν· 15 τα άγια εδόξασε. 10 ταις πόλεσιν εχορήγησε βρώματα και έταξεν αυτάς εν σκεύεσιν οχυρώσεως. και οι νεανίσκοι ενεδύσαντο δόξας και στολάς πολέμου. και ευφράνθη Ισραήλ ευφροσύνην μεγάλην. και ουκ ην ο αντικείμενος αυτω. και ήρεσεν αυτοίς η εξουσία αυτού και η δόξα αυτού πάσας τας ημέρας. 9 πρεσβύτεροι εν ταις πλατείαις εκάθηντο. και εζήτησαν αγαθά τω έθνει αυτού. 20 και τούτο το αντίγραφον των επιστολών. έως ότου ωνομάσθη το όνομα της δόξης αυτού έως άκρου της γης. πάντες περί αγαθών εκοινολογούντο. και ελυπήθησαν σφόδρα. 6 και επλάτυνε τα όρια τω έθνει αυτού και εκράτησε της χώρας. και ηυφράνθημεν επί τη εφόδω αυτών.

ην εβουλεύσατο ποιήσαι τω έθνει αυτού. 31 και εβουλήθησαν οι εχθροί αυτών εμβατεύσαι εις την χώραν αυτών του εκτρίψαι την χώραν αυτών και εκτείναι χείρας επί τα άγια αυτών. 32 τότε ανέστη Σίμων. όπως σταθή τα άγια αυτών και ο νόμος. 25 Ως δε ήκουσεν ο δήμος των λόγων τούτων. και κατέγραψαν εν δέλτοις χαλκαίς και έθεντο εν στήλαις εν όρει Σιών. και όσα επιτήδεια ην προς την τούτων επανόρθωσιν. έτους δευτέρου και εβδομηκοστού και εκατοστού -και τούτο τρίτον έτος επί Σίμωνος αρχιερέως 28 εν ασαραμέλ. οί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 955 . και επολέμησε περί του έθνους αυτού και εδαπάνησε χρήματα πολλά των εαυτού και ωπλοδότησε τους άνδρας της δυνάμεως του έθνους αυτού και έδωκεν αυτοίς οψώνια 33 και ωχύρωσε τας πόλεις της Ιουδαίας και την Βαιθσούραν την επί των ορίων της Ιουδαίας. και κατώκισεν εκεί Ιουδαίους. 36 και εν ταις ημέραις αυτού ευωδώθη εν ταις χερσίν αυτού του εξαρθήναι τα έθνη εκ της χώρας αυτών και τους εν τη πόλει Δαυίδ τους εν Ιερουσαλήμ. είπαν· τίνα χάριν αποδώσομεν Σίμωνι και τοις υιοίς αυτού. 30 και ήθροισεν Ιωνάθαν το έθνος αυτών και εγενήθη αυτοίς αρχιερεύς και προσετέθη προς τον λαόν αυτού. έθετο εν αυτοίς. 26 εστήρισε γαρ αυτός και οι αδελφοί αυτού και ο οίκος του πατρός αυτού και επολέμησαν τους εχθρούς Ισραήλ απ ‘ αυτών και έστησαν αυτω ελευθερίαν. Σίμων δε ο υιος Ματταθίου ο υιος των υιών Ιωαρίβ και οι αδελφοί αυτού έδωκαν εαυτούς τω κινδύνω και αντέστησαν τοις υπεναντίοις του έθνους αυτών. εν ή ώκουν οι πολέμιοι το πρότερον εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βιβλίοις του έχειν μνημόσυνον τον δήμον των Σπαρτιατών. 34 και Ιόππην ωχύρωσε την επί της θαλάσσης και την Γάζαρα την επί των ορίων Αζώτου. και έθετο εκεί φρουράν άνδρας Ιουδαίους.επί συναγωγής μεγάλης ιερέων και λαού και αρχόντων έθνους και των πρεσβυτέρων της χώρας εγνώρισεν ημίν· 29 επεί πολλάκις εγενήθησαν πόλεμοι εν τη χώρα. το δε αντίγραφον τούτων εγράψαμεν Σίμωνι τω αρχιερεί». ην συνετήρησε τω έθνει αυτού. -24 Μετά δε ταύτα απέστειλε Σίμων τον Νουμήνιον εις Ρώμην έχοντα ασπίδα χρυσήν μεγάλην ολκής μνών χιλίων εις το στήσαι προς αυτούς την συμμαχίαν. ου ην τα όπλα των πολεμίων το πρότερον. 27 και τούτο το αντίγραφον της γραφής· « ‘Οκτωκαιδεκάτη Ελούλ. και δόξη μεγάλη εδόξασαν το έθνος αυτών. και έθεντο αυτόν ηγούμενον αυτών και αρχιερέα δια το αυτόν πεποιηκέναι πάντα ταύτα και την δικαιοσύνην και την πίστιν. και εζήτησε παντί τρόπω υψώσαι τον λαόν αυτού. 35 και είδεν ο λαός την πράξιν του Σίμωνος και την δόξαν.

2 και ήσαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 956 . 48 και την γραφήν ταύτην είπον θέσθαι εν δέλτοις χαλκαίς και στήσαι αυτάς εν περιβόλω των αγίων εν τόπω επισήμω. όπως έχη Σίμων και οι υιοί αυτού. 47 και επεδέξατο Σίμων και ευδόκησεν αρχιερατεύειν και είναι στρατηγός και εθνάρχης των Ιουδαίων και ιερέων και του προστατήσαι πάντων. και ότι απήντησαν τοις πρεσβευταίς Σίμωνος ενδόξως. 40 ήκουσε γαρ ότι προσηγόρευνται οι Ιουδαίοι υπό Ρωμαίων φίλοι και σύμμαχοι και αδελφοί. εξ ης εξεπορεύοντο και εμίαινον κύκλω των αγίων και εποίουν πληγήν μεγάλην εν τη αγνεία. και όπως ακούηται υπό πάντων. 41 και ότι ευδόκησαν οι Ιουδαίοι και οι ιερείς του είναι Σίμωνα ηγούμενον και αρχιερέα εις τον αιώνα έως του αναστήναι προφήτην πιστόν 42 και του είναι επ ‘ αυτών στρατηγόν και όπως μέλη αυτω περί των αγίων καθιστάναι αυτούς επί των έργων αυτών και επί της χώρας και επί των όπλων και επί των οχυρωμάτων. και όπως γράφωνται επί τω ονόματι αυτού πάσαι συγγραφαί εν τη χώρα. και όπως περιβάλληται πορφύραν και χρυσοφορή· 44 και ουκ εξέσται ουδενί του λαού και των ιερέων αθετήσαί τι τούτων και αντειπείν τοις υπ ‘ αυτού ρηθησομένοις και επισυστρέψαι συστροφήν εν τη χώρα άνευ αυτού και περιβάλλεσθαι πορφύραν και εμπορπούσθαι πόρπην χρυσήν· 45 ος δ ‘ αν παρά ταύτα ποιήση ή αθετήση τι τούτων. ένοχος έσταί. 49 τα δε αντίγραφα αυτών θέσθαι εν τω γαζοφυλακίω. 37 και κατώκισεν εν αυτη άνδρας Ιουδαίους και ωχύρωσεν αυτήν προς ασφάλειαν της χώρας και της πόλεως και ύψωσε τα τείχη Ιερουσαλήμ. -46 και ευδόκησε πας ο λαός θέσθαι Σίμωνι και ποιήσαι κατά τους λόγους τούτους. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ απέστειλεν ο Αντίοχος υιος Δημητρίου του βασιλέως επιστολάς από των νήσων της θαλάσσης Σίμωνι ιερεί και εθνάρχη των Ιουδαίων και παντί τω έθνει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποίησαν εαυτοίς άκραν. 38 και ο βασιλεύς Δημήτριος έστησεν αυτω την αρχιερωσύνην κατά ταύτα 39 και εποίησεν αυτόν των φίλων αυτού και εδόξασεν αυτόν δόξη μεγάλη. 43 και όπως μέλη αυτω περί των αγίων.

17 οι πρεσβευταί των Ιουδαίων ήλθον προς ημάς. και ουκ είασεν ουδένα εκπορεύεσθαι και εισπορεύεσθαι. και συνήλθον προς αυτόν πάσαι αι δυνάμεις. 21 ει τινες ουν λοιμοί διαπεφεύγασιν εκ της χώρας αυτών προς ημάς. -10 Έτους τετάρτου και εβδομηκοστού και εκατοστού εξήλθεν Αντίοχος εις την γην πατέρων αυτού. όπως μετέλθω τους κατεφθαρκότας την χώραν ημών και τους ηρημωκότας πόλεις πολλάς εν τη βασιλεία· 5 νυν ουν ίστημί σοι πάντα τα αφαιρέματα. και ήλθε φεύγων εις Δωρά την επί της θαλάσσης· 12 είδε γαρ ότι συνήκται επ ‘ αυτόν τα κακά. 15 Και ήλθε Νουμήνιος και οι παρ ‘ αυτού εκ Ρώμης έχοντες επιστολάς τοις βασιλεύσι και ταις χώραις. μενέτω σοι. βούλομαι δε αντιποιήσασθαι της βασιλείας. από του νυν και εις τον άπαντα χρόνον αφιέσθω σοι· 9 ως δ ‘ αν κρατήσωμεν της βασιλείας ημών. 6 και επέτρεψά σοι ποιήσαι κόμμα ίδιον νόμισμα τη χώρα σου. 14 και εκύκλωσε την πόλιν. 3 επειδή άνδρες λοιμοί κατεκράτησαν της βασιλείας των πατέρων ημών. απεσταλμένοι από Σίμωνος του αρχιερέως και του δήμου των Ιουδαίων· 18 ήνεγκαν δε ασπίδα χρυσήν από μνών χιλίων. ωστε ολίγους είναι τους καταλειφθέντας συν Τρύφωνι. δοξάσομέν σε και το έθνος σου και το ιερόν δόξη μεγάλη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιέχουσαι τον τρόπον τούτον· «Βασιλεύς Αντίοχος Σίμωνι ιερεί μεγάλω και εθνάρχη και έθνει Ιουδαίων χαίρειν. 20 έδοξε δε ημίν δέξασθαι την ασπίδα παρ ‘ αυτών. 13 και παρενέβαλεν Αντίοχος επί Δωρά και συν αυτω δώδεκα μυριάδες ανδρών πολεμιστών και οκτακισχιλία ίππος. 19 ήρεσεν ουν ημίν γράψαι τοις βασιλεύσι και ταις χώραις όπως μη εκζητήσωσιν αυτοίς κακά και μη πολεμήσωσιν αυτούς και τας πόλεις αυτών και την χώραν αυτών και ίνα μη συμμαχήσωσι τοις πολεμούσιν αυτούς. α αφήκάν σοι οι προ εμού βασιλείς και όσα άλλα δόματα αφήκάν σοι. 7 Ιερουσαλήμ δε και τα άγια είναι ελεύθερα· και πάντα τα όπλα όσα κατεσκεύασας. εν αις εγέγραπτο τάδε· 16 «Λεύκιος ύπατος Ρωμαίων Πτολεμαίω βασιλεί χαίρειν. 8 και παν οφείλημα βασιλικόν και τα εσόμενα βασιλικά. 11 και εδίωξεν αυτόν Αντίοχος ο βασιλεύς. α ωκοδόμησας ων κρατείς. παράδοτε αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 957 . εξενολόγησα δε πλήθος δυνάμεων και κατεσκεύασα πλοία πολεμικά. ανανεούμενοι την εξ αρχής φιλίαν και συμμαχίαν. 4 βούλομαι δε εκβήναι κατά την χώραν. και τα πλοία από θαλάσσης συνήψαν. και έθλιβε την πόλιν από της γης και της θαλάσσης. όπως αποκαταστήσω αυτήν ως ην το πρότερον. φίλοι ημών και σύμμαχοι. ωστε φανεράν γενέσθαι την δόξαν υμών εν πάση τη γη». και αφήκαν αυτόν αι δυνάμεις. και τα οχυρώματα.

ης κατεφθάρκατε. Αριαράθη και Αρσάκη 23 και εις πάσας τας χώρας και Σαμψάμη και Σπαρτιάταις και εις Δήλον και Μύνδον και Σικυώνα και εις την Καρίαν και εις Σάμον και εις την Παμφυλίαν και εις την Λυκίαν και εις Αλικαρνασσόν και εις Ρόδον και εις Φασηλίδα και εις Κώ και εις Σίδην και εις Άραδον και εις Γόρτυναν και Κνίδον και Κύπρον και Κυρήνην. 26 και απέστειλεν αυτω Σίμων δισχιλίους άνδρας εκλεκτούς συμμαχήσαι αυτω και αργύριον και χρυσίον και σκεύη ικανά. όπως εκδικήση εν αυτοίς κατά τον νόμον αυτών». αλλά της κληρονομίας των πατέρων ημών. ων αιτείς. τούτων δώσομεν τάλαντα εκατόν. και των φόρων των πόλεων άλλα τάλαντα πεντακόσια· ει δε μη. 29 τα όρια αυτών ηρημώσατε και εποιήσατε πληγήν μεγάλην επί της γης και εκυριεύσατε τόπων πολλών εν τη βασιλεία μου. προσάγων δια παντός αυτη τας χείρας και μηχανάς ποιούμενος και συνέκλεισε τον Τρύφωνα του μη εισπορεύεσθαι και εκπορεύεσθαι. 33 και αποκριθείς Σίμων είπεν αυτω· ούτε γην αλλοτρίαν ειλήφαμεν ούτε αλλοτρίων κεκρατήκαμεν. 36 απέστρεψε δε μετά θυμού προς τον βασιλέα και απήγγειλεν αυτω τους λόγους τούτους και την δόξαν Σίμωνος και πάντα. υπό δε εχθρών ημών εν τινι καιρω ακρίτως κατεκρατήθη· 34 ημείς δε καιρόν έχοντες αντεχόμεθα της κληρονομίας των πατέρων ημών. παραγενόμενοι εκπολεμήσομεν υμάς. -22 Και τα αυτά έγραψε Δημητρίω τω βασιλεί και Αττάλω. 27 και ουκ ηβούλετο αυτά δέξασθαι. ας κατελάβεσθε. αλλ ‘ ηθέτησε πάντα. 31 ει δε μη. 30 νυν ουν παράδοτε τας πόλεις. και τους φόρους των τόπων. 24 το δε αντίγραφον αυτών έγραψαν Σίμωνι τω αρχιερεί. 35 περί δε Ιόππης και Γαζάρων. δότε αντ ‘ αυτών πεντακόσια τάλαντα αργυρίου και της καταφθοράς. 32 και ήλθεν Αθηνόβιος φίλος του βασιλέως εις Ιερουσαλήμ και είδε την δόξαν Σίμωνος και κυλικείον μετά χρυσωμάτων και αργυρωμάτων και παράστασιν ικανήν και εξίστατο και απήγγειλεν αυτώ τους λόγους του βασιλέως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σίμωνι τω αρχιερεί. αύται εποίουν εν τω λαω πληγήν μεγάλην κατά την χώραν ημών. και ουκ απεκρίθη αυτω Αθηνόβιος λόγον. 28 και απέστειλε προς αυτόν Αθηνόβιον ένα των φίλων αυτού κοινολογησάμενον αυτω λέγων· υμείς κατακρατείτε της Ιόππης και Γαζάρων και της άκρας της εν Ιερουσαλήμ. ων κατεκυριεύσατε εκτός των ορίων της Ιουδαίας. και ωργίσθη ο βασιλεύς οργήν μεγάλην. όσα είδε. όσα συνέθετο αυτω το πρότερον. 25 Αντίοχος δε ο βασιλεύς παρενέβαλεν επί Δωρά εν τη δευτέρα. και ηλλοτριούντο αυτω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 958 . πόλεις της βασιλείας μου.

πεζική και ιππείς. 7 και διείλε τον λαόν και τους ιππείς εν μέσω των πεζών· η δε ίππος των υπεναντίων πολλή σφόδρα. 8 και εσάλπισαν ταις ιεραίς σάλπιγξι. 6 και παρενέβαλε κατά πρόσωπον αυτών αυτός και ο λαός αυτού. και ιδού δύναμις πολλή εις συνάντησιν αυτοίς. Α ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ ανέβη Ιωάννης εκ Γαζάρων και απήγγειλε Σίμωνι τω πατρί αυτού α συνετέλει Κενδεβαίος. και έπεσον εξ αυτών τραυματίαι πολλοί· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 959 . όπως εκπορευόμενοι εξοδεύωσι τας οδούς της Ιουδαίας. 38 και κατέστησεν ο βασιλεύς τον Κενδεβαίον στρατηγόν της παραλίας και δυνάμεις πεζικάς και ιππικάς έδωκεν αυτω· 39 και ενετείλατο αυτω παρεμβαλείν κατά πρόσωπον της Ιουδαίας και ενετείλατο αυτω οικοδομήσαι την Κεδρών και οχυρώσαι τας πύλας και όπως πολεμήση τον λαόν· ο δε βασιλεύς εδίωκε τον Τρύφωνα. και ετροπώθη Κενδεβαίος και η παρεμβολή αυτού. 4 και επέλεξεν εκ της χώρας είκοσι χιλιάδας ανδρών πολεμιστών και ιππείς. καθά συνέταξεν αυτω ο βασιλεύς. και επορεύθησαν επί τον Κενδεβαίον και εκοιμήθησαν εν Μωδεϊν. και ευωδώθη εν ταις χερσίν ημών ρύσασθαι τον Ισραήλ πλεονάκις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 37 Τρύφων δε εμβάς εις πλοίον έφυγεν εις ‘Ορθωσιάδα. 41 και ωκοδόμησε την Κεδρών και έταξεν εκεί ιππείς και δυνάμεις. 5 και αναστάντες το πρωϊ επορεύοντο εις το πεδίον. η δε εκ του ουρανού βοήθεια έστω μεθ ‘ υμών. και είδε τον λαόν δειλούμενον διαπεράσαι τον χειμάρρουν και διεπέρασε πρώτος· και είδον αυτόν οι άνδρες και διεπέρασαν κατόπισθεν αυτού. και υμείς δε εν τώ ελέει ικανοί εστε εν τοις έτεσι· γίνεσθε αντ ‘ εμού και του αδελφού μου και εξελθόντες υπερμαχείτε υπέρ του έθνους ημών. και ην χειμάρρους αναμέσον αυτών. 40 και παρεγενήθη Κενδεβαίος εις Ιάμνειαν και ήρξατο του ερεθίζειν τον λαόν και εμβατεύειν εις την Ιουδαίαν και αιχμαλωτίζειν τον λαόν και φονεύειν. 3 νυν δε γεγήρακα. 2 και εκάλεσε Σίμων τους δύο υιούς αυτού τους πρεσβυτέρους Ιούδαν και Ιωάννην και είπεν αυτοίς· εγώ και οι αδελφοί μου και ο οίκος του πατρός μου επολεμήσαμεν τους πολεμίους Ισραήλ από νεότητος έως της σήμερον ημέρας.

9 τότε ετραυματίσθη Ιούδας ο αδελφός Ιωάννου· Ιωάννης δε κατεδίωξεν αυτούς έως ήλθεν εις Κεδρών. 14 Σίμων δε ην εφοδεύων τας πόλεις τας εν τη χώρα και φροντίζων της επιμελείας αυτών· και κατέβη εις Ιεριχώ αυτός και Ματταθίας και Ιούδας οι υιοί αυτού έτους εβδόμου και εβδομηκοστού και εκατοστού εν μηνί ενδεκάτω (ούτος ο μην Σαβάτ). όπως αποστείλη αυτω δυνάμεις εις βοήθειαν και παραδω αυτω την χώραν αυτών και τας πόλεις. 21 και προδραμών τις απήγγειλεν Ιωάννη εις Γάζαρα ότι απώλετο ο πατήρ αυτού και οι αδελφοί αυτού και ότι απέσταλκε και σε αποκτείναι. και ηβουλήθη κατακρατήσαι της χώρας και εβουλεύετο δόλω κατά Σίμωνος και των υιών αυτού άραι αυτούς. και έπεσον εξ αυτών εις άνδρας δισχιλίους και απέστρεψεν εις γην Ιούδα μετ ‘ ειρήνης. 23 Και τα λοιπά των λόγων Ιωάννου και των πολέμων αυτού και των ανδραγαθιών αυτού. και απέδωκε κακά αντί αγαθών. και των πράξεων αυτού. ων ωκοδόμησε. και ενεπύρισεν αυτήν εν πυρί. 11 Και Πτολεμαίος ο του Αβούβου ην καθεσταμένος στρατηγός εις το πεδίον Ιεριχώ και έσχεν αργύριον και χρυσίον πολύ· 12 ην γαρ γαμβρός του αρχιερέως. ------------------------------------------------------Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 960 . 24 ιδού ταύτα γέγραπται επί βιβλίω ημερών αρχιερωσύνης αυτού. ό ωκοδόμησε. και εποίησεν αυτοίς πότον μέγαν και ενέκρυψεν εκεί άνδρας. 15 και υπεδέξατο αυτούς ο του Αβούβου εις το οχυρωμάτιον το καλούμενον Δώκ μετά δόλου. ων ηνδραγάθησε. 20 και ετέρους απέστειλε καταλαβέσθαι την Ιερουσαλήμ και το όρος του ιερού. 16 και ότε εμεθύσθη Σίμων και οι υιοί αυτού. 17 και εποίησεν αθεσίαν μεγάλην. 19 και απέστειλεν ετέρους εις Γάζαρα άραι τον Ιωάννην. και τοις χιλιάρχοις απέστειλεν επιστολάς παραγενέσθαι προς αυτόν. ην ωκοδόμησε. 22 και ακούσας εξέστη σφόδρα και συνέλαβε τους άνδρας τους ελθόντας απολέσαι αυτόν και απέκτεινεν αυτούς. 10 και έφυγον έως εις τους πύργους τους εν τοις αγροίς Αζώτου. επέγνω γαρ ότι εζήτουν αυτόν απολέσαι. εξανέστη Πτολεμαίος και οι παρ ‘ αυτού και ελάβοσαν τα όπλα αυτών και επεισήλθοσαν τω Σίμωνι εις το συμπόσιον και απέκτειναν αυτόν και τους δύο υιούς αυτού και τινας των παιδαρίων αυτού. 13 και υψώθη η καρδία αυτού. και της οικοδομής των τειχέων. αφ ‘ ου εγενήθη αρχιερεύς μετά τον πατέρα αυτού. όπως δω αυτοίς αργύριον και χρυσίον και δόματα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οι δε καταλειφθέντες έφυγον εις το οχύρωμα. 18 και έγραψε ταύτα Πτολεμαίος και απέστειλε τω βασιλεί.

αφ ‘ ου απέστη Ιάσων και οι μετ ‘ αυτού από της αγίας γης και της βασιλείας 8 και ενεπύρισαν τον πυλώνα και εξέχεαν αίμα αθωον· και εδεήθημεν του Κυρίου και εισηκούσθημεν και προσηνέγκαμεν θυσίαν και σεμίδαλιν και εξήψαμεν τους λύχνους και προεθήκαμεν τους άρτους. 9 και νυν ίνα άγητε τας ημέρας της σκηνοπηγίας του Χασελεύ μηνός. 6 και νυν ώδέ εσμεν προσευχόμενοι περί υμών. ως αν προς βασιλέα παρατασσόμενοι· 12 αυτός γαρ εξέβρασε τους παραταξαμένους εν τη αγία πόλει. 14 ως γαρ συνοικήσων αυτη παρεγένετο εις τον τόπον ό τε Αντίοχος και οι συν αυτω φίλοι χάριν του λαβείν τα χρήματα εις φερνής λόγον· 15 και προθέντων αυτά των ιερέων της Ναναίας κακείνου προσελθόντος μετ ‘ ολίγων εις τον περίβολον του τεμένους. 7 βασιλεύοντος Δημητρίου έτους εκατοστού εξηκοστού ενάτου. όντι δε από του των χριστών ιερέων γένους. 10 «Οι εν Ιεροσολύμοις και οι εν τη Ιουδαία και η γερουσία και Ιούδας Αριστοβούλω διδασκάλω Πτολεμαίου του βασιλέως. και τοις εν Αιγύπτω Ιουδαίοις χαίρειν και υγιαίνειν. 11 εκ μεγάλων κινδύνων υπό του Θεού σεσωσμένοι μεγάλως ευχαριστούμεν αυτω. παραλογισμω χρησαμένων των περί την Ναναίαν ιερέων. έτους εκατοστού ογδοηκοστού και ογδόού. οι αδελφοί οι εν Ιεροσολύμοις Ιουδαίοι και οι εν τη χώρα της Ιουδαίας ειρήνην αγαθήν· 2 και αγαθοποιήσαι υμίν ο Θεός και μνησθείη της διαθήκης αυτού της προς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ των δούλων αυτού των πιστών· 3 και δώη υμίν καρδίαν πάσιν εις το σέβεσθαι αυτόν και ποιείν αυτού τα θελήματα καρδία μεγάλη και ψυχή βουλομένη· 4 και διανοίξαι την καρδίαν υμών εν τω νόμω αυτού και εν τοις προστάγμασι και ειρήνην ποιήσαι 5 και επακούσαι υμών των δεήσεων και καταλλαγείη υμίν και μη υμάς εγκαταλίποι εν καιρω πονηρω. ως εισήλθεν Αντίοχος. συγκλείσαντες. ημείς οι Ιουδαίοι γεγράφαμεν υμίν εν τη θλίψει και εν τη ακμή τη επελθούση ημίν εν τοις έτεσι τούτοις. το ιερόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΤΟΙΣ αδελφοίς τοις κατ ‘ Αίγυπτον Ιουδαίοις χαίρειν. βάλοντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 961 . 13 εις γαρ την Περσίδα γενόμενος ο ηγεμών και ο περί αυτόν ανυπόστατος δοκούσα είναι δύναμις. 16 ανοίξαντες την του φατνώματος κρυπτήν θύραν. κατεκόπησαν εν τω της Ναναίας ιερω.

ότε Νεεμίας οικοδομήσας το τε ιερόν και το θυσιαστήριον ανήνεγκε θυσίαν. ο ποιήσας τους πατέρας εκλεκτούς και αγιάσας αυτούς. εκέλευσε τους ιερείς Νεεμίας επιρράναι τω ύδατι τα τε ξύλα και τα επικείμενα. 23 προσευχήν δε εποιήσαντο οι ιερείς δαπανωμένης της θυσίας. 24 ην δε η προσευχή τον τρόπον έχουσα τούτον· Κύριε Κύριε ο Θεός ο πάντων κτίστης. καθώς είπε Μωυσής. αλλά ύδωρ παχύ. ο διασώζων τον Ισραήλ εκ παντός κακού. 27 επισυνάγαγε την διασποράν ημών. ος παρέδωκε τους ασεβήσαντας. 22 ως δε εγένετο τούτο και χρόνος διήλθεν ό τε ήλιος ανέλαμψε. αποσταλείς Νεεμίας υπό του βασιλέως της Περσίδος τους εκγόνους των ιερέων των αποκρυψάντων έπεμψεν επί το πυρ· ως δε διεσάφησαν ημίν μη ευρηκέναι πυρ. 26 πρόσδεξαι την θυσίαν υπέρ παντός του λαού σου Ισραήλ και διαφύλαξον την μερίδα σου και καθαγίασον. 19 και γαρ ότε εις την Περσικήν ήγοντο οι πατέρες ημών. 29 καταφύτευσον τον λαόν σου εις τον τόπον τον άγιόν σου. ελευθέρωσον τους δουλεύοντας εν τοις έθνεσι. 31 καθώς δε ανηλώθη τα της θυσίας και το περιλειπόμενον ύδωρ. οι τότε ευσεβείς ιερείς λαβόντες από του πυρός του θυσιαστηρίου λαθραίως. 17 κατά πάντα ευλογητός ημών ο Θεός. ο μόνος βασιλεύς και χρηστός. 21 εκέλευσεν αυτούς αποβάψαντας φέρειν. 32 ως δε τούτο εγενήθη. ως δε ανηνέχθη τα των θυσιών. 30 οι δε ιερείς επέψαλλον τους ύμνους. 34 περιφράξας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 962 . 18 μέλλοντες ουν άγειν εν τω Χασελεύ πέμπτη και εικάδι τον καθαρισμόν του ιερού. ο Νεεμίας εκέλευσε λίθους μείζονας κατασχείν. ότε έδοξε τω Θεω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέτρους συνεκεραύνωσαν τον ηγεμόνα και μέλη ποιήσαντες και τας κεφαλάς αφελόντες τοις έξω παρέρριψαν. των δε λοιπών επιφωνούντων ως Νεεμίου. ανήφθη πυρά μεγάλη ωστε θαυμάσαι πάντας. 20 διελθόντων δε ετών ικανών. τους εξουθενημένους και βδελυκτούς έπιδε. κατέκρυψαν εν κοιλώματι φρέατος τάξιν έχοντος ανύδρου. ου το πυρ απέκρυψαν οι μεταχθέντες ιερείς το ύδωρ εφάνη. 25 ο μόνος χορηγός. καταρχομένου Ιωνάθου. ότι συ ει ο Θεός ημών. φλόξ ανήφθη· του δε από του θυσιαστηρίου αντιλάμψαντος φωτός εδαπανήθη. αφ ‘ ου και οι περί τον Νεεμίαν ήγνισαν τα της θυσίας. εν ω κατησφαλίσαντο ωστε πάσιν άγνωστον είναι τον τόπον. 28 βασάνισον τους καταδυναστεύοντας και εξυβρίζοντας εν υπερηφανία. 33 ως δε φανερόν εγενήθη το πράγμα. δέον ηγησάμεθα διασαφήσαι υμίν. ο φοβερός και ισχυρός και δίκαιος και ελεήμων. πρότερον επινεφής ων. ο μόνος δίκαιος και παντοκράτωρ και αιώνιος. και γνώτωσαν τα έθνη. ίνα και αυτοί άγητε της σκηνοπηγίας και του πυρός. οί τε ιερείς και πάντες. και διηγγέλη τω βασιλεί των Περσών ότι εις τον τόπον.

δούς αυτοίς τον νόμον. 10 καθώς και Μωυσής προσηύξατο προς Κύριον. ως σεσήμανται. 5 και ελθών ο Ιερεμίας εύρεν οίκον αντρώδη και την σκηνήν και την κιβωτόν και το θυσιαστήριον του θυμιάματος εισήνεγκεν εκεί και την θύραν ενέφραξε. και κατέβη πυρ εκ του ουρανού και τα της θυσίας εδαπάνησεν. 11 και είπε Μωυσής· δια το μη βεβρώσθαι το περί της αμαρτίας. ούτως και Σαλαμών προσηύξατο. και καταβάν το πυρ ανήλωσε τα ολοκαυτώματα. 36 προσηγόρευσαν δε οι περί τον Νεεμίαν τούτο νέφθαρ. ανηλώθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε ο βασιλεύς ιερόν εποίησε. ό διερμηνεύεται Καθαρισμός· καλείται δε παρά τοις πολλοίς Νεφθαεί. 7 ως δε ο Ιερεμίας έγνω. 35 και οίς εχαρίζετο ο βασιλεύς πολλά διάφορα ελάμβανε και μετεδίδου. και οφθήσεται η δόξα του Κυρίου και η νεφέλη. 6 και προσελθόντες τινές των συνακολουθούντων ωστε επισημήνασθαι την οδόν και ουκ ηδυνήθησαν ευρείν. ως και ο Σαλωμών ηξίωσεν ίνα ο τόπος καθαγιασθή μεγάλως. 12 ωσαύτως και ο Σαλωμών τας οκτώ ημέρας ήγαγεν. 2 και ως ενετείλατο τοις μεταγενομένοις ο προφήτης. 9 διεσαφείτο δε και ως σοφίαν έχων ανήνεγκε θυσίαν εγκαινισμού και της τελειώσεως του ιερού. ως και επί Μωυσή εδηλούτο. ου ο Μωυσής αναβάς εθεάσατο την του Θεού κληρονομίαν. δοκιμάσας το πράγμα. 13 εξηγούντο δε και εν ταις αναγραφαίς και εν τοις υπομνηματισμοίς τοις κατά τον Νεεμίαν τα αυτά και ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 963 . ίνα μη επιλάθωνται των προσταγμάτων του Κυρίου και ίνα μη αποπλανηθώσι ταις διανοίαις βλέποντες αγάλματα χρυσά και αργυρά και τον περί αυτά κόσμον· 3 και έτερα τοιαύτα λέγων παρεκάλει μη αποστήναι τον νόμον από της καρδίας αυτών. μεμψάμενος αυτοίς είπεν ότι και άγνωστος ο τόπος έσται. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ δε εν ταις απογραφαίς Ιερεμίας ο προφήτης ότι εκέλευσε του πυρός λαβείν τους μεταγινομένους. έως αν συναγάγη ο Θεός επισυναγωγήν του λαού και ίλεως γένηται· 8 και τότε ο Κύριος αναδείξει ταύτα. 4 ην δεν εν τη γραφή ως την σκηνήν και την κιβωτόν εκέλευσεν ο προφήτης χρηματισμού γενηθέντος αυτω συνακολουθείν· ως δε εξήλθεν εις το όρος.

όμως δια την των πολλών ευχαριστίαν ηδέως την κακοπάθειαν υποίσομεν. 20 έτι τε τους προς Αντίοχον τον Επιφανή και τον τούτου υιόν Ευπάτορα πολέμους 21 και τας εξ ουρανού γενομένας επιφανείας τοις υπέρ του Ιουδαϊσμού φιλοτίμως ανδραγαθήσασιν. το δε επιπορεύεσθαι τοις υπογραμμοίς της επιτομής διαπονούντες. 26 και ημίν μεν τοις την κακοπάθειαν επιδεδεγμένοις της επιτομής ου ράδιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καταβαλλόμενος βιβλιοθήκην επισυνήγαγε τα περί των βασιλέων και προφητών και τα του Δαυίδ και επιστολάς βασιλέων περί αναθεμάτων. 27 καθάπερ τω παρασκευάζοντι συμπόσιον και ζητούντι την ετέρων λυσιτέλειαν ουκ ευχερές μεν. πάσι δε τοις εντυγχάνουσιν ωφέλειαν. τοις δε φιλοφρονούσιν εις το δια μνήμης αναλαβείν ευκοπίαν. 22 και το περιβόητον καθ ‘ όλην την οικουμένην ιερόν ανακομίσασθαι και την πόλιν ελευθερώσαι και τους μέλλοντας καταλύεσθαι νόμους επανορθώσαι. 29 καθάπερ γαρ της καινής οικίας αρχιτέκτονι της όλης καταβολής φροντιστέον. ιδρώτος δε και αγρυπνίας το πράγμα. 17 ο δε Θεός ο σώσας τον πάντα λαόν αυτού και αποδούς την κληρονομίαν πάσι και το βασίλειον και το ιεράτευμα και τον αγιασμόν. 30 το μεν εμβατεύειν και περίπατον ποιείσθαι λόγον και πολυπραγμονείν εν τοις κατά μέρος τω της ιστορίας αρχηγέτη καθήκει· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 964 . 19 Τα δε κατά τον Ιούδαν τον Μακκαβαίον και τους τούτου αδελφούς και τον του ιερού του μεγάλου καθαρισμόν και τον του βωμού εγκαινισμόν. ούτω δοκώ και επί ημών. 14 ωσαύτως δε και Ιούδας τα διαπεπτωκότα δια τον πόλεμον τον γεγονότα ημίν επισυνήγαγε πάντα. 23 τα υπό Ιάσωνος του Κυρηναίου δεδηλωμένα δε πέντε βιβλίων πειρασόμεθα δι ‘ ενός συντάγματος επιτεμείν. 25 εφροντίσαμεν τοις μεν βουλομένοις αναγινώσκειν ψυχαγωγίαν. 18 καθώς επηγγείλατο δια του νόμου· ελπίζομεν γαρ επί τω Θεω ότι ταχέως ημάς ελεήσει και επισυνάξει εκ της υπό τον ουρανόν εις τον άγιον τόπον· εξείλετο γαρ ημάς εκ μεγάλων κακών και τον τόπον εκαθάρισε. τω δε εγκαίειν και ζωγραφείν επιχειρούντι τα επιτήδεια προς διακόσμησιν εξεταστέον. και έστι παρ ‘ ημίν· 15 ων ουν εάν χρείαν έχητε τους αποκομιούντας υμίν αποστέλλετε. 16 Μέλλοντες ουν άγειν τον καθαρισμόν εγράψαμεν υμίν· καλώς ουν ποιήσετε άγοντες τας ημέρας. του Κυρίου μετά πάσης επιεικείας ιλέω γενομένου αυτοίς. 24 συνορώντες γαρ το χύμα των αριθμών και την ούσαν δυσχέρειαν τοις θέλουσιν εισκυκλείσθαι τοις της ιστορίας διηγήμασι δια το πλήθος της ύλης. ωστε την όλην χώραν ολίγους όντας λεηλατείν και τα βάρβαρα πλήθη διώκειν. 28 το με διακριβούν περί εκάστων τω συγγραφεί παραχωρήσαντες.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 31 το δε σύντομον της λέξεως μεταδιώκειν και το εξεργαστικόν της πραγματείας παραιτείσθαι τω την μετάφρασιν ποιουμένω συγχωρητέον. 10 του δε αρχιερέως υποδείξαντος παραθήκας είναι χηρών τε και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 965 . τοις προειρημένοις τοσούτον επιζεύξαντες· εύηθες γαρ το μεν προ της ιστορίας πλεονάζειν. 32 εντεύθεν ουν αρξώμεθα της διηγήσεως. τη μεν εμφάσει ως τας κατά Κοίλην Συρίαν και Φοινίκην πόλεις εφοδεύσων. 7 συμμείξας δε ο Απολλώνιος τω βασιλεί περί των μηνυθέντων αυτω χρημάτων ενεφάνισεν· ο δε προχειρισάμενος Ηλιόδωρον τον επί των πραγμάτων απέστειλε δούς εντολάς την των προειρημένων χρημάτων εκκομιδήν ποιήσασθαι. την δε ιστορίαν επιτεμείν. 2 συνέβαινε και αυτούς τους βασιλείς τιμάν τον τόπον. ήλθε προς Απολλώνιον Θρασαίου τον κατ ‘ εκείνον το καιρόν Κοίλης Συρίας και Φοινίκης στρατηγόν 6 και προσήγγειλε περί του χρημάτων αμυθήτων γέμειν το εν Ιεροσολύμοις γαζοφυλάκιον. τω πράγματι δε την του βασιλέως πρόθεσιν επιτελέσων. 3 ωστε και Σέλευκον τον της Ασίας βασιλέα χορηγείν εκ των ιδίων προσόδων πάντα τα προς τας λειτουργίας των θυσιών επιβάλλοντα δαπανήματα. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΤΗΣ αγίας τοίνυν πόλεως κατοικουμένης μετά πάσης ειρήνης και των νόμων έτι κάλλιστα συντηρουμένων δια την ‘Ονίου του αρχιερέως ευσέβειάν τε και μισοπονηρίαν. ωστε το πλήθος των διαφόρων εναρίθμητον είναι. 9 παραγενηθείς δε εις Ιεροσόλυμα και φιλοφρόνως υπό του αρχιερέως της πόλεως αποδεχθείς. ανέθετο περί του γεγονότος εμφανισμού. και τίνος ένεκεν πάρεστι διεσάφησεν· επυνθάνετο δε. και μη προσήκειν αυτά προς τον των θυσιών λόγον. 8 ευθέως δε ο Ηλιόδωρος εποιείτο την πορείαν. 4 Σίμων δε τις εκ της Βενιαμίν φυλής προστάτης του ιερού καθεσταμένος διηνέχθη τω αρχιερεί περί της κατά την πόλιν αγορανομίας· 5 και νικήσαι τον ‘Ονίαν μη δυνάμενος. είναι δε δυνατόν υπό την του βασιλέως εξουσίαν πεσείν άπαντα ταύτα. και το ιερόν αποστολαίς ταις κρατίσταις δοξάζειν. ει ταις αληθείας ταύτα ούτως έχοντα τυγχάνει.

24 αυτόθι δε αυτού συν τοις δορυφόροις κατά το γαζοφυλάκιον ήδη παρόντος. ωστε πάντας τους κατοτολμήσαντας συνελθείν. διαπρεπείς δε την περιβολήν. δια το μέλλειν εις καταφρόνησιν έρχεσθαι τον τόπον. εις έκλυσιν και δειλίαν τραπήναι. 26 έτεροι δε δύο προεφάνησαν αυτω νεανίαι τη ρώμη μεν εκπρεπείς. οί και παραστάντες εξ εκατέρου μέρους εμαστίγουν αυτόν αδιαλείπτως. 15 οι δε ιερείς προ του θυσιαστηρίου εν ταις ιερατικαίς στολαίς ρίψαντες εαυτούς. 19 υπεζωσμέναι δε υπό τους μαστούς αι γυναίκες σάκκους κατά τας οδούς επλήθυον· αι δε κατάκλειστοι των παρθένων. καταπλαγέντας την του Θεού δύναμιν. χρυσίου δε διακόσια· 12 αδικηθήναι δε τους πεπιστευκότας τη του τόπου αγιωσύνη και τη του τετιμημένου κατά τον σύμπαντα κόσμον ιερού σεμνότητι και ασυλία παντελώς αμήχανον είναι. 18 οι δε εκ των οικιών αγεληδόν εξεπήδων επί πάνδημον ικετείαν. 25 ώφθη γαρ τις ίππος αυτοίς φοβερόν έχων τον επιβάτην και καλλίστη σαγή διακεκοσμημένος. φερόμενος δε ρύδην ενέσεισε τω Ηλιοδώρω τας εμπροσθίους οπλάς· ο δε επικαθήμενος εφαίνετο χρυσήν πανοπλίαν έχων. αι δε επί τα τείχη. 22 οι μεν ουν επεκαλούντο τον παντοκράτορα Θεόν τα πεπιστευμένα τοις πεπιστευκόσι σώα διαφυλάσσειν μετά πάσης ασφαλείας. πολλάς επιρριπτούντες αυτω πληγάς. επεκαλούντο εις ουρανόν τον περί παραθήκης νομοθετήσαντα τοις παρακαταθεμένοις ταύτα σωα διαφυλάξαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ορφανών. 17 περιεκέχυτο γαρ περί τον άνδρα δέος τι και φρικασμός σώματος.τα δε πάντα αργυρίου τετρακόσια τάλαντα. αι μεν συνέτρεχον επί τους πυλώνας. τινές δε δια των θυρίδων διεξέκυπτον· 20 πάσαι δε προτείνουσαι τας χείρας εις τον ουρανόν εποιούντο την λιτανείαν· 21 ελεείν δ ‘ ην την του πλήθους παμμιγή πρόπτωσιν την τε του μεγάλου διαγωνιώντος αρχιερέως προσδοκίαν. πάντως έλεγεν εις το βασιλικόν αναληπτέα ταύτα είναι. δι ‘ ων πρόδηλον εγίνετο τοις θεωρούσι το κατά καρδίαν ενεστός άλγος. 23 ο δε Ηλιόδωρος το διεγνωσμένον επετέλει. 13 ο δε Ηλιόδωρος. 14 ταξάμενος δε ημέραν εισήει την περί τούτων επίσκεψιν οικονομήσων· ην δε ου μικρά καθ ‘ όλην την πόλιν αγωνία. 27 άφνω δε πεσόντα προς την γην και πολλω σκότει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 966 . 16 ην δε ορώντα την του αρχιερέως ιδέαν τιτρώσκεσθαι την διάνοιαν· η γαρ όψις και το της χρόας παρηλλαγμένον ενέφαινε την κατά ψυχήν αγωνίαν. δι ‘ ας είχε βασιλικάς εντολάς. κάλλιστοι δε τη δόξη. 11 τινά δε και Υρκανού του Τωβίου σφόδρα ανδρός εν υπεροχή κειμένου -ουχ ωσπερ ην διαβάλλων ο δυσεβής Σίμων. ο των πατέρων Κύριος και πάσης εξουσίας δυνάστης επιφάνειαν μεγάλην εποίησεν.

40 και τα μεν κατά Ηλιόδωρον και την του γαζοφυλακίου τήρησιν ούτως εχώρησεν. ανεστρατοπέδευσε προς τον βασιλέα. 30 οι δε τον Κύριον ευλόγουν τον παραδοξάζοντα τον εαυτού τόπον. 31 ταχύ δε τινες των του Ηλιοδώρου συνήθων ηξίουν τον ‘Ονίαν επικαλέσασθαι τον Ύψιστον και το ζήν χαρίσασθαι τω παντελώς εν εσχάτη πνοή κειμένω. δια γαρ αυτόν σοι κεχάρισται το ζήν ο Κύριος· 34 συ δε υπ ‘ αυτού μεμαστιγωμένος διάγγελλε πάσι το μεγαλείον του Θεού κράτος. πέμψον αυτόν εκεί. 35 ο δε Ηλιόδωρος θυσίαν ανενέγκας τω Κυρίω και ευχάς μεγίστας ευξάμενος τω το ζήν περιποιήσαντι και τον ‘Ονίαν αποδεξάμενος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιχυθέντα συναρπάσαντες και εις φορείον ενθέντες 28 τον άρτι μετά πολλής παραδρομής και πάσης δορυφορίας εις το προειρημένον εισελθόντα γαζοφυλάκιον έφερον αβοήθητον εαυτω καθεστώτα. μήποτε διάληψιν ο βασιλεύς σχή κακουργίαν τινά περί τον Ηλιόδωρον υπό των Ιουδαίων συντετελέσθαι. 33 ποιουμένου δε του αρχιερέως τον ιλασμόν. 37 του δε βασιλέως επερωτήσαντος τον Ηλιόδωρον ποίός τις είη επιτήδειος έτι άπαξ διαπεμφθήναι εις Ιεροσόλυμα. φανερώς την του Θεού δυναστείαν επεγνωκότες. 29 και ο μεν δια την θείαν ενέργειαν άφωνος και πάσης εστερημένος ελπίδος και σωτηρίας έρριπτο. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 967 . δια το περί τον τόπον αληθώς είναί τινα Θεού δύναμιν· 39 αυτός γαρ ο την κατοικίαν επουράνιον έχων. ταύτα δε ειπόντες αφανείς εγένοντο. επόπτης εστί και βοηθός εκείνου του τόπου και τους παραγινομένους επί κακώσει τύπτων απόλλυσι. οι αυτοί νεανίαι πάλιν ενεφάνησαν τω Ηλιοδώρω εν ταις αυταίς εσθήσεσιν εστολισμένοι και στάντες είπον· πολλάς τω ‘Ονία τω αρχιερεί χάριτας έχε. 36 εξεμαρτύρει δε πάσιν άπερ ην υπ ‘ όψιν τεθεαμένος έργα του μεγίστου Θεού. έφησεν· 38 ει τινα έχεις πολέμιον ή πραγμάτων επίβουλον. εάν περ και διασωθείη. και το μικρω πρότερον δέους και ταραχής γέμον ιερόν του παντοκράτορος επιφανέντος Κυρίου χαράς και ευφροσύνης επεπλήρωτο. προσήγαγε θυσίαν υπέρ της του ανδρός σωτηρίας. και μεμαστιγωμένον αυτόν προσδέξη. 32 ύποπτος δε γενόμενος ο αρχιερεύς.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 Ο δε προειρημένος Σίμων. και τας μεν νομίμους καταλύων πολιτείας. το δε συμφέρον κοινή και κατ ‘ ιδίαν παντί τω πλήθει σκοπών· 6 εώρα γαρ άνευ βασιλικής προνοίας αδύνατον είναι τυχείν ειρήνης έτι τα πράγματα και τον Σίμωνα παύλαν ου ληψόμενον της ανοίας. ως αυτός τε είη τον Ηλιόδωρον επισεσεικώς και των κακών δημιουργός καθεστηκώς. 5 προς τον βασιλέα διεκομίσθη ου γινόμενος των πολιτών κατήγορος. παρώσατο. 7 Μεταλλάξαντος δε τον βίον Σελεύκου και παραλαβόντος την βασιλείαν Αντιόχου του προσαγορευθέντος Επιφανούς. ο των χρημάτων και της πατρίδος ενδείκτης γεγονώς. 14 ωστε μηκέτι περί τας του θυσιαστηρίου λειτουργίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 968 . ωστε και δια τινος των υπό του Σίμωνος δεδοκιμασμένων φόνους συντελείσθαι. 8 επαγγειλάμενος τω βασιλεί δι ‘ εντεύξεως αργυρίου τάλαντα εξήκοντα προς τοις τριακοσίοις και προσόδου τινός άλλης τάλαντα ογδοήκοντα. 10 επινεύσαντος δε του βασιλέως και της αρχής κρατήσας. εκακολόγει τον ‘Ονίαν. παρανόμους εθισμούς εκαίνιζεν· 12 ασμένως γαρ υπ ‘ αυτήν την ακρόπολιν γυμνάσιον καθίδρυσε και τους κρατίστους των εφήβων υποτάσσων υπό πέτασον ήγεν. του ποιησαμένου την πρεσβείαν υπέρ φιλίας και συμμαχίας προς τους Ρωμαίους. ευθέως επί τον Ελληνικόν χαρακτήρα τους ομοφύλους μετήγε 11 και τα κείμενα τοις Ιουδαίοις φιλάνθρωπα βασιλικά δια Ιωάννου του πατρός Ευπολέμου. 9 προς δε τούτοις υπισχνείτο και έτερα διαγράψαι πεντήκοντα προς τοις εκατόν. 3 της δε έχθρας επί τοσούτον προβαινούσης. 2 και τον ευεργέτην της πόλεως και τον κηδεμόνα των ομοεθνών και ζηλωτήν των νόμων επίβουλον των πραγμάτων ετόλμα λέγειν. 4 συνορών ο ‘Ονίας το χαλεπόν της φιλονεικίας και Απολλώνιον τον Μενεσθέως τον Κοίλης Συρίας και Φοινίκης στρατηγόν συναύξοντα την κακίαν του Σίμωνος. υπενόθευσεν Ιάσων ο αδελφός ‘Ονίου την αρχιερωσύνην. εάν συγχωρηθή δια της εξουσίας αυτού γυμνάσιον και εφηβείον αυτω συστήσασθαι και τους εν Ιεροσολύμοις Αντιοχείς αναγράψαι. 13 ην δ ‘ ούτως ακμή τις Ελληνισμού και πρόσβασις αλλοφυλισμού δια την του ασεβούς και ουκ αρχιερέως Ιάσωνος υπερβάλλουσαν αναγνείαν.

δι ‘ ην αιτίαν οι δύο υπό του βασιλέως προσεκλήθησαν. αλλά ταύτα ο ακόλουθος καιρός δηλώσει. αλλά του μεν ναού καταφρονούντες και των θυσιών αμελούντες έσπευδον μετέχειν της εν παλαίστρα παρανόμου χορηγίας μετά την του δίσκου πρόκλησιν. 23 μετά δε τριετή χρόνον απέστειλεν Ιάσων Μενέλαον. 29 και ο μεν Μενέλαος απέλιπε της αρχιερωσύνης διάδοχον Λυσίμαχον τον εαυτού αδελφόν. 20 έπεσεν ουν ταύτα δια μεν τον αποστείλαντα εις την του Ηρακλέους θυσίαν. 25 λαβών δε τας βασιλικάς εντολάς παρεγένετο. 15 και τας μεν πατρώους τιμάς εν ουδενί τιθέμενοι. μετά δαδουχίας και βοών εισπεπόρευται. της καθ ‘ αυτόν ασφαλείας εφρόντιζεν· όθεν εις Ιόππην παραγενόμενος κατήντησεν εις Ιεροσόλυμα. μεταλαβών Αντίοχος αλλότριον αυτόν των αυτών γεγονέναι πραγμάτων. είθ ‘ ούτως εις την Φοινίκην κατεστρατοπέδευσε. και ων εζήλουν τας αγωγάς και καθάπαν ήθελον εξομοιούσθαι. ας και ηξίωσαν οι παρακομίσαντες μη χρήσθαι προς θυσίαν δια το μη καθήκειν. φυγάς εις την Αμμανίτιν χώραν συνήλαστο. 28 προς τούτον γαρ ην η των φόρων πράξις. 18 αγομένου δε πενταετηρικού αγώνος εν Τύρω και του βασιλέως παρόντος. των δε επηγγελμένων τω βασιλεί χρημάτων ουδέν ευτάκνει· ποιουμένου δε την απαίτησιν Σωστράτου του της ακροπόλεως επάρχου. υπονοθευθείς υφ ‘ ετέρου. τούτους πολεμίους και τιμωρητάς έσχον· 17 ασεβείν γαρ εις τους θείους νόμους ου ράδιον. 22 μεγαλοπρεπώς δε υπό του Ιάσωνος και της πόλεως παραδεχθείς. τον του προσημαινομένου Σίμωνος αδελφόν. 26 και ο μεν Ιάσων ο τον ίδιον αδελφόν υπονοθεύσας. Σώστρατος δε Κράτητα τον επί των Κυπρίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προθύμους είναι τους ιερείς. 16 ων χάριν περιέσχεν αυτούς χαλεπή περίστασις. 21 αποσταλέντος δε εις Αίγυπτον Απολλωνίου του Μενεσθέως δια τα πρωτοκλίσια Πτολεμαίου του Φιλομήτορος Βασιλέως. 24 ο δε συσταθείς τω βασιλεί και δοξάσας αυτόν τω προσώπω της εξουσίας. υπερβαλών τον Ιάσωνα τάλαντα αργυρίου τριακόσια. τας δε Ελληνικάς δόξας καλλίστας ηγούμενοι. παρακομίζοντα τα χρήματα τω βασιλεί και περί πραγμάτων αναγκαίων υπομνηματισμούς τελέσοντα. εις εαυτόν κατήντησε την αρχιερωσύνην. ένεκεν δε των παρακομιζόντων εις τας των τριήρων κατασκευάς. θυμούς δε ωμού τυράννου και θηρός βαρβάρου οργάς έχων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 969 . 30 τοιούτων δε συνεστηκότων. 27 ο δε Μενέλαος της μεν αρχής εκράτει. 19 απέστειλεν Ιάσων ο μιαρός θεωρούς από Ιεροσολύμων Αντιοχείς όντας παρακομίζοντας αργυρίου δραχμάς τριακοσίας εις την του Ηρακλέους θυσίαν. της μεν αρχιερωσύνης ουδέν άξιον φέρων. εις ετέραν δε καταθέσθαι δαπάνην.

40 επεγειρομένων δε των όχλων και ταις οργαίς διεμπιπλαμένων. 31 θάττον ουν ο βασιλεύς ήκε καταστείλε τα πράγματα. του Κυρίου την αξία αυτω κόλασιν αποδόντος. έπεισεν εκ του ασύλου προελθείν. καθοπλίσας ο Λυσίμαχος προς τρισχιλίους. ενετύγχανον οι κατά πόλιν Ιουδαίοι. 33 α και σαφώς επεγνωκώς ο ‘Ονίας. πάντας δε εις φυγήν συνήλασαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συνέβη Ταρσείς και Μαλλώτας στασιάζειν δια το Αντιοχίδι τη παλλακή του βασιλέως εν δωρεά δεδόσθαι. χρυσωμάτων ήδη πολλών διενηνεγμένων. επισυνήχθη το πλήθος επί τον Λυσίμαχον. 32 νομίσας δε ο Μενέλαος ειληφέναι καιρόν ευφυή. παρεκάλει χειρώσασθαι τον ‘Ονίαν. χρυσώματά τινα των του ιερού νοσφισάμενος εχαρίσατο τω Ανδρονίκω και έτερα ετύγχανε πεπρακώς εις τε Τύρον και τας κύκλω πόλεις. 36 του δε βασιλέως επανελθόντος από των κατά Κιλικίαν τόπων. 41 συνιδόντες δε και την επίθεσιν του Λυσιμάχου. συναρπάσαντες οι μεν πέτρους. επ ‘ αυτού την δικαιολογίαν εποιήσαντο οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 970 . καταλιπών τον διαδεχόμενον Ανδρόνικον των εν αξιώματι κειμένων. 39 γενομένων δε πολλών ιεροσυλυμάτων κατά την πόλιν υπό του Λυσιμάχου μετά της Μενελάου γνώμης και διαδοθείσης έξω της φήμης. τινές δε εκ της παρακειμένης σποδού δρασσόμενοι. ούπερ εις τον ‘Ονίαν ησέβησεν. 34 όθεν ο Μενέλαος λαβών ιδία τον Ανδρόνικον. εκεί τον μιαιφόνον απεκόσμησε. 44 καταντήσαντος δε του βασιλέως εις Τύρον. 35 δι ‘ ην αιτίαν ου μόνον Ιουδαίοι. ον και παραχρήμα παρέκλεισεν ουκ αιδεσθείς το δίκαιον. προηγησαμένου τινός τυράννου προβεβηκότος την ηλικίαν. ουδέν δε ήττον και την άνοιαν. φύρδην ενετίνασσον εις τους περί τον Λυσίμαχον· 42 δι ‘ ην αιτίαν πολλούς μεν αυτών τραυματίας εποίησαν. περιαγαγών καθ ‘ όλην την πόλιν. 37 ψυχικώς ουν ο Αντίοχος επιλυπηθείς και τραπείς εις έλεον και δακρύσας δια την του μετηλλαχότος σωφροσύνην και πολλήν ευταξίαν 38 και πυρωθείς τοις θυμοίς. επ ‘ αυτό τον τόπον. 43 περί δε τούτων ενέστη κρίσις προς τον Μενέλαον. καίπερ εν υποψία κείμενος. κατήρξατο χειρών αδίκων. παραχρήμα την του Ανδρονίκου πορφύραν περιελόμενος και τους χιτώνας περιρρήξας. συμμισοπονηρούντων και των Ελλήνων υπέρ του παρά λόγον τον ‘Ονίαν απεκτάνθαι. τινάς δε και κατέβαλον. οι δε ξύλων πάχη. παρήλεγχεν αποκεχωρηκώς εις άσυλον τόπον επί Δάφνης της προς Αντιόχειαν κειμένης. ο δε παραγενόμενος επί τον ‘Ονίαν και πεισθείς επί δόλω και δεξιάς μεθ ‘ όρκων δούς. αυτόν δε τον ιερόσυλον παρά το γαζοφυλάκιον εχειρώσαντο. πολλοί δε και των άλλων εθνών εδείναζον και εδυσφόρουν επί τω του ανδρός αδίκω φόνω.

το δε τέλος της επιβουλής αισχύνην λαβών. 6 ο δε Ιάσων εποιείτο σφαγάς των πολιτών των ιδίων αφειδώς. ο Μενέλαος εις την ακρόπολιν εφυγάδευσεν. 2 συνέβη δε καθ ‘ όλην την πόλιν σχεδόν εφ ‘ ημέρας τεσσαράκοντα φαίνεσθαι δια του αέρος τρέχοντας ιππείς διαχρύσους στολάς έχοντας και λόγχας σπειρηδόν εξωπλισμένους 3 και ίλας ίππων διατεταγμένας και προσβολάς γινομένας και καταδρομάς εκατέρων και ασπίδων κινήσεις και καμάκων πλήθη και μαχαιρών σπασμούς και βελών βολάς και χρυσών κόσμων εκλάμψεις και παντοίους θωρακισμούς. 45 ήδη δε λελειμμένος ο Μενέλαος επηγγείλατο χρήματα ικανά τω Πτολεμαίω τω Δορυμένους προς το πείσαι τον βασιλέα. 48 ταχέως ουν την άδικον ζημίαν υπέσχον οι υπέρ πόλεως και δήμων και των ιερών σκευών προαγορεύσαντες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεμφθέντες άνδρες τρεις υπό της γερουσίας. 49 δι ‘ ην αιτίαν και Τύριοι μισοπονηρήσαντες τα προς την κηδείαν αυτών μεγαλοπρεπώς εχορήγησαν. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 Περί δε τον καιρόν τούτον την δευτέραν έφοδον ο Αντίοχος εις Αίγυπτον εστείλατο. οίτινες. φυγάς πάλιν εις την Αμμανίτιν απήλθε. απελύθησαν αν ακατάγνωστοι. 50 ο δε Μενέλαος δια τας των κρατούντων πλεονεξίας έμενεν επί της αρχής επιφυόμενος τη κακία. 4 διό πάντες ηξίουν επ ‘ αγαθω την επιφάνειαν γενέσθαι. 5 γενομένης δε λαλιάς ψευδούς ως μετηλλαχότος τον βίον Αντιόχου παραλαβών ο Ιάσων ουκ ελάττους των χιλίων. 8 πέρας ουν κακής αναστροφής έτυχεν εγκλεισθείς προς Αρέταν τον των Αράβων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 971 . τούτοις θάνατον επέκρινε. μέγας των πολιτών επίβουλος καθεστώς. 47 και τον μεν της όλης κακίας Μενέλαον απέλυσε των κατηγορημάτων. ου συννοών την εις τους συγγενείς ευημερίαν δυσημερίαν είναι την μεγίστην· δοκών δε πολεμίων και ουχ ομοεθνών τρόπαια καταβάλλεσθαι. ει και επί Σκυθών έλεγον. 7 της μεν αρχής ουκ εκράτησε. 46 όθεν απολαβών ο Πτολεμαίος εις τι περίστυλον ως αναψύξοντα τον βασιλέα μετέθηκε. τοις δε ταλαιπώροις. αιφνιδίως επί την πόλιν συνετελέσατο επίθεσιν· των δε επί τω τείχει συνελασθέντων και τέλος ήδη καταλαμβανομένης της πόλεως.

καθάπερ ο Ηλιόδωρος ο πεμφθείς υπό Σελεύκου του βασιλέως επί την επίσκεψιν του γαζοφυλακίου. παρθένων τε και νηπίων σφαγαί. ανδρών τε και γυναικών και τέκνων αφανισμός. ου συνορών ότι δια τας αμαρτίας των την πόλιν οικούντων απώργισται βραχέως ο Δεσπότης. τον δε τρόπον βαρβαρώτερον έχοντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 972 . 17 και εμετεωρίζετο την διάνοιαν ο Αντίοχος. αλλά δια το έθνος τον τόπον ο Κύριος εξελέξατο. διωκόμενος υπό πάντων και στυγούμενος ως των νόμων αποστάτης και βδελυσσόμενος ως πατρίδος και πολιτών δήμιος. και ο καταληφθείς εν τη του Παντοκράτορος οργή πάλιν εν τη του μεγάλου Δεσπότου καταλλαγή μετά πάσης δόξης επανωρθώθη. ουχ ήττον δε των εσφαγμένων επράθησαν. εν μεν Ιεροσολύμοις Φίλιππον το μεν γένος Φρύγα.19 αλλ ‘ ου δια τον τόπον το έθνος. 10 και ο πλήθος ατάφων εκρίψας απένθητος εγενήθη και κηδείας ουδ ‘ ηστινοσούν ούτε πατρώου τάφου μετέσχε. τον και των νόμων και της πατρίδος προδότην γεγονότα 16 και ταις μιαραίς χερσί τα ιερά σκεύη λαμβάνων και τα υπ ‘ άλλων βασιλέων ανατεθέντα προς αύξησιν και δόξαν του τόπου και τιμήν ταις βεβήλοις χερσί συσσύρων επεδίδου. 13 εγίνοντο δε νέων και πρεσβυτέρων αναιρέσεις. διό γέγονε περί τον τόπον παρόρασις. εις Αίγυπτον εξεβράσθη. 12 και εκέλευσε τοις στρατιώταις κόπτειν αφειδώς τους εμπίπτοντας και τους εις τας οικίας αναβαίνοντας κατασφάζειν. 22 κατέλιπε δε και επιστάτας του κακούν το γένος. ύστερον ευεργετημάτων υπό του Κυρίου εκοινώνησε. όθεν αναζεύξας εξ Αιγύπτου τεθηριωμένος τη ψυχή. 20 διόπερ και αυτός ο τόπος συμμετασχών των του έθνους δυσπετημάτων γενομένων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τύρρανον. πόλιν εκ πόλεως φεύγων. 15 και ουκ αρκεσθείς δε τούτοις κατετόλμησεν εις το πάσης της γης αγιώτατον ιερόν εισελθείν. 11 Προσπεσόντων δε τω βασιλεί περί των γεγονότων διέλαβεν αποστατείν την Ιουδαίαν. οιόμενος από της υπερηφανίας την μεν γην πλωτήν και το πέλαγος πορευτόν θέσθαι δια τον μετεωρισμόν της καρδίας. ούτος προαχθείς παραχρήμα μαστιγωθείς ανετράπη του θράσους. οδηγόν έχων τον Μενέλαον. 21 ο γούν Αντίοχος οκτακόσια προς τοις χιλίοις απενεγκάμενος εκ του ιερού τάλαντα θάττον εις Αντιόχειαν εχωρίσθη. 9 και ο συχνούς της πατρίδος αποξενώσας επί ξένης απώλετο προς Λακεδαιμονίους αναχθείς ως δια την συγγένειαν τευξόμενος σκέπης. έλαβε την μεν πόλιν δορυάλωτον. 18 ει δε μη συνέβαινε προσενέχεσθαι πολλοίς αμαρτήμασι. 14 οκτώ δε μυριάδες εν ταις πάσαις ημέραις τρισί κατεφθάρησαν· τέσσαρες μεν εκ χειρών νομαίς.

Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΜΕΤ ‘ ου πολύν δε χρόνον εξαπέστειλεν ο βασιλεύς γέροντα Αθηναίον αναγκάζειν τους Ιουδαίους μεταβαίνειν εκ των πατρώων νόμων και τοις του Θεού νόμοις μη πολιτεύεσθαι. θηρίων τρόπον εν τοις όρεσι διέζη συν τοις μετ ‘ αυτού. 25 ούτος δε παραγενόμενος εις Ιεροσόλυμα και τον ειρηνικόν υποκριθείς. και την χορτώδη τροφήν σιτούμενοι διετέλουν προς το μη μετασχείν του μολυσμού. 23 εν δε Γαριζίν Ανδρόνικον. 24 έπεμψε δε τον μυσάρχην Απολλώνιον μετά στρατεύματος δισμυρίων προς τοις δισχιλίοις. 27 Ιούδας δε ο Μακκαβαίος δέκατός που γενηθείς και αναχωρήσας εις την έρημον. επέσχεν έως της αγίας ημέρας του σαββάτου και λαβών αργούντας τους Ιουδαίους τοις υφ ‘ εαυτόν εξοπλησίαν παρήγγειλε 26 και τους εξελθόντας πάντας επί την θεωρίαν συνεξεκέντησε και εις την πόλιν συν τοις όπλοις εισδραμών ικανά κατέστρωσε πλήθη. έτι δε τα μη καθήκοντα ένδον φερόντων. 3 χαλεπή δε και τοις όλοις ην και δυσχερής η επίτασις της κακίας. 6 ην δ ‘ ούτε σαββατίζειν ούτε πατρώους εορτάς διαφυλάττειν ούτε απλώς Ιουδαίον ομολογείν είναι. 5 το δε θυσιαστήριον τοις αποδιεσταλμένοις από των νόμων αθεμίτοις επεπλήρωτο. καθώς ετύγχανον οι τον τόπον οικούντες. ος χείριστα των άλλων υπερήρετο τοις πολίταις. τας δε γυναίκας και νεωτέρους πωλείν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του καταστήσαντος. 8 ψήφισμα δε εξέπεσεν εις τας αστυγείτονας πόλεις Ελληνίδας Πτολεμαίου υποτιθεμένου την αυτήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 973 . προστάξας τους εν ηλικία πάντας κατασφάξαι. 4 το μεν γαρ ιερόν ασωτίας και κώμων επεπλήρωτο υπό των εθνών ραθυμούντων μεθ ‘ εταιρών και εν τοις ιεροίς περιβόλοις γυναιξί πλησιαζόντων. προς δε τούτοις Μενέλαον. 7 ήγοντο δε μετά πικράς ανάγκης εις την κατά μήνα του βασιλέως γενέθλιον ημέραν επί σπλαγχνισμόν· γενομένης δε Διονυσίων εορτής ηναγκάζοντο οι Ιουδαίοι κισσούς έχοντες πομπεύειν τω Διονύσω. απεχθή δε προς τους πολίτας Ιουδαίους έχων διάθεσιν. Διός Ξενίου. 2 μολύναι δε και τον εν Ιεροσολύμοις νεών και προσονομάσαι Διός ‘Ολυμπίου και τον εν Γαριζίν.

μη συστέλλεσθαι δια τας συμφοράς. ανήρ ήδη προβεβηκώς την ηλικίαν και την πρόσοψιν του προσώπου κάλλιστος τυγχάνων. οίς καθήκον αυτω χρήσασθαι. 21 οι δε προς τω παρανόμω σπλαγνισμω τεταγμένοι δια την εκ των παλαιών χρόνων προς τον άνδρα γνώσιν απολαβόντες αυτόν κατ ‘ ιδίαν παρεκάλουν ενέγκατα κρέα. δι ‘ αυτού παρασκευασθέντα. 10 δύο γαρ γυναίκες ανηνέχθησαν περιτετμηκυίαι τα τέκνα αυτών· τούτων δε εκ των μαστών κρεμάσαντες τα βρέφη και δημοσία περιαγαγόντες αυτάς την πόλιν κατά του τείχους εκρήμνισαν. 15 ίνα μη προς τέλος αφικομένων ημών των αμαρτιών ύστερον ημάς εκδικά. μηνυθέντες τω Φιλίππω συνεφλογίσθησαν δια το ευλαβώς έχειν βοηθήσαι εαυτοίς κατά την δόξαν της σεμνοτάτης ημέρας. 9 τους δε μη προαιρουμένους μεταβαίνειν επί τα Ελληνικά κατασφάζειν. παρήν ουν οράν την ενεστώσαν ταλαιπωρίαν. 23 ο δε λογισμόν αστείον αναλαβών και άξιον της ηλικίας και της του γήρως υπεροχής και της επικτήτου και επιφανούς πολιάς και της εκ παιδός καλλίστης αναστροφής. 16 διόπερ ουδέποτε μεν τον έλεον αυτού αφ ‘ ημών αφίστησι. ταχέως λέγων προπέμπειν εις τον άδην. προπτύσας δε 20 καθ ‘ ον έδει τρόπον προσέρχεσθαι τους υπομένοντας αμύνεσθαι. 22 ίνα τούτο πράξας απολυθή του θανάτου και δια την αρχαίαν προς αυτούς φιλίαν τύχη φιλανθρωπίας. μάλλον δε της αγίας και θεοκτίστου νομοθεσίας ακολούθως απεφήνατο. 19 ο δε τον μετ ‘ ευκλείας θάνατον μάλλον ή τον μετά μύσους βίον αναδεξάμενος. αυθαιρέτως επί το τύμπανον προσήγε. αναχανών ηναγκάζετο φαγείν ύειον κρέας. αλλά προς παιδείαν του γένους ημών είναι· 13 και γαρ το μη πολύν χρόνον εάσθαι τους δυσσεβούντας. μεγάλης ευεργεσίας σημείόν εστιν. ων ου θέμις γεύσασθαι δια την προς τον ζήν φιλοστοργίαν. 12 Παρακαλώ ουν τους εντυγχάνοντας τηδε τη βίβλω. ούτω και εφ ‘ ημών έκρινεν είναι. 17 πλήν έως υπομνήσεως ταύθ ‘ ημίν ειρήσθω· δι ‘ ολίγων δ ‘ ελευστέον επί την διήγησιν. 14 ου γαρ καθάπερ και επί των άλλων εθνών αναμένει μακροθυμών ο δεσπότης μέχρι του καταντήσαντας αυτούς προς εκπλήρωσιν αμαρτιών κολάσαι. 11 έτεροι δε πλησίον συνδραμόντες εις τα σπήλαια λεληθότως άγειν την εβδομάδα. 18 Ελεάζαρός τις των πρωτευόντων γραμματέων. υποκριθήναι δε ως εσθίοντα τα υπό του βασιλέως προστεταγμένα των από της θυσίας κρεών. 24 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 974 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγωγήν κατά των Ιουδαίων άγειν και σπλαγνίζειν. παιδεύων δε μετά συμφοράς ουκ εγκαταλείπει τον εαυτού λαόν. λογίζεσθαι δε τας τιμωρίας μη προς όλεθρον. αλλ ‘ ευθέως περιπίπτειν επιτιμίοις.

4 των δε παραχρήμα εκπυρωθέντων. ου μόνον τοις νέοις. 28 τοις δε νέοις υπόδειγμα γενναίον καταλελοιπώς εις το προθύμως και γενναίως υπέρ των σεμνών και αγίων νόμων απευθανατίζειν. αναστενάξας είπε· τω Κυρίω τω την αγίαν γνώσιν έχοντι φανερόν εστιν ότι δυνάμενος απολυθήναι του θανάτου. σκληράς υποφέρω κατά το σώμα αλγηδόνας μαστιγούμενος. παραχρήμα τον γενόμενον αυτών προήγορον προσέταξε γλωσσοτομείν και περισκυθίσαντες ακρωτηριάζειν. 30 μέλλων δε ταις πληγαίς τελευτάν. απόνοιαν είναι. τοσαύτα δε ειπών επί το τύμπανον ευθέως ήλθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ου γαρ της ημετέρας ηλικίας άξιόν εστιν υποκριθήναι. και μύσος και κηλίδα του γήρως κατακτήσομαι. 31 και ούτος ουν τούτον τον τρόπον μετήλλαξεν. 26 ει γαρ και επί του παρόντος εξελούμαι την εξ ανθρώπων τιμωρίαν. 29 των δε αγόντων την μικρω πρότερον ευμένειαν προς αυτόν εις δυσμένειαν μεταβαλόντων δια το τους προειρημένους λόγους. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΣΥΝΕΒΗ δε και επτά αδελφούς μετά της μητρός συλληφθέντας αναγκάζεσθαι υπό του βασιλέως από των αθεμίτων υείων κρεών εφάπτεσθαι μάστιξι και νευραίς αικιζομένους. έτοιμοι γαρ αποθνήσκειν εσμέν ή παραβαίνειν τους πατρίους νόμους. αλλά και τοις πλείστοις του έθνους τον εαυτού θάνατον υπόδειγμα γεναιότητος και μνημόσυνον αρετής καταλιπών. 5 άχρηστον δε αυτόν τοις όλοις γενόμενον εκέλευσε τη πυρά προσάγειν έμπνουν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 975 . κατά ψυχήν δε ηδέως δια τον αυτού φόβον ταύτα πάσχω. 3 έκθυμος δε γενόμενος ο βασιλεύς προσέταξε τήγανα και λέβητας εκπυρούν. ως αυτοί διελάμβανον. 2 εις δε αυτών γενόμενος προήγορος ούτως έφη· τι μέλλεις ερωτάν και μανθάνειν παρ ‘ ημών. ίνα πολλοί των νέων υπολαβόντες Ελεάζαρον τον ενενηκονταετή μεταβεβηκέναι εις αλλοφυλισμόν 25 και αυτοί δια την εμήν υπόκρισιν και δια τον μικρόν και ακαριαίον ζήν πλανηθώσι δι ‘ εμέ. 27 διόπερ ανδρείως μεν νυν διαλλάξας τον βίον του μεν γήρως άξιος φανήσομαι. των λοιπών αδελφών και της μητρός συνορώντων. αλλά τας του Παντοκράτορος χείρας ούτε ζων ούτε αποθανών εκφεύξομαι.

τον δεύτερον ήγον επί τον εμπαιγμόν και το της κεφαλής δέρμα συν ταις θριξί περισύραντες επηρώτων· ει φάγεσαι προ του τιμωρηθήναι το σώμα κατά μέλος. 7 μεταλλάξαντος δε του πρώτου τον τρόπον τούτον. ό θέλεις ποιείς· μη δόκει δε το γένος ημών υπό του Θεού καταλελείφθαι. και την εκάστου στοιχείωσιν ουκ εγώ διερρύθμισα. της δε ατμίδος εφ ‘ ικανόν διαδιδούσης του τηγάνου. 14 και γενόμενος προς το τελευτάν ούτως έφη· αιρετόν μεταλλάσσοντα υπ ‘ ανθρώπων τας υπό του Θεού προσδοκάν ελπίδας πάλιν αναστήσεσθαι υπ ‘ αυτού· σοί μεν γαρ ανάστασις εις ζωήν ουκ έσται. ως σε και το σπέρμα σου βασανίσει. 20 υπεραγόντως δε η μήτηρ θαυμαστή και μνήμης αγαθής αξία. ουδέ εγώ το πνεύμα και την ζωήν υμίν εχαρισάμην. 16 ο δε προς αυτόν ιδών είπεν· εξουσίαν εν ανθρώποις έχων φθαρτός ων. τον τέταρτον ωσαύτως εβασάνιζον αικιζόμενοι. καθάπερ δια της κατά πρόσωπον αντιμαρτυρούσης ωδής διεσάφησε Μωυσής λέγων· και επί τοις δούλοις αυτού παρακληθήσεται. 21 έκαστον δε αυτών παρεκάλει τη πατρίω φωνή γενναίω πεπληρωμένη φρονήματι και τον θήλυν λογισμόν άρσενι θυμω διεγείρασα. 15 εχομένως δε τον πέμπτον προσάγοντες ηκίζοντο. 23 τοιγαρούν ο του κόσμου κτίστης. 18 μετά δε τούτον ήγον τον έκτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τηγανίζειν. 19 συ δε μη νομίσης αθωος έσεσθαι θεομαχείν επιχειρήσας. διό άξια θαυμασμού γέγονε. 9 εν εσχάτη δε πνοή γενόμενος είπε· συ μεν αλάστωρ εκ του παρόντος ημάς ζήν απολύεις. ήτις απολλυμένους υιούς επτά συνορώσα μιάς υπό καιρόν ημέρας ευψύχως έφερε δια τας επί Κύριον ελπίδας. και μέλλων αποθνήσκειν έφη· μη πλανώ μάτην. ημείς γαρ δι ‘ εαυτούς ταύτα πάσχομεν αμαρτάνοντες εις τον εαυτών Θεόν. 13 και τούτου δε μεταλλάξαντος. αλλήλους παρεκάλουν συν τη μητρί γενναίως τελευτάν λέγοντες ούτως· 6 ο Κύριος ο Θεός εφορά και ταις αληθείαις εφ' ημίν παρακαλείται. 10 μετά δε τούτον ο τρίτος ενεπαίζετο και την γλώσσαν αιτηθείς ταχέως προέβαλε και τας χείρας ευθαρσώς προέτεινε 11 και γενναίως είπεν· εξ ουρανού ταύτα κέκτημαι και δια τους αυτού νόμους υπερορώ ταύτα και παρ ‘ αυτού ταύτα πάλιν ελπίζω κομίσασθαι· 12 ωστε αυτόν τον βασιλέα και τους συν αυτω εκπλήσσεσθαι την του νεανίσκου ψυχήν. λέγουσα προς αυτούς· 22 ουκ οίδ ‘ όπως εις την εμήν εφάνητε κοιλίαν. 17 συ δε καρτέρει και θεώρει το μεγαλείον αυτού κράτος. ο πλάσας ανθρώπου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 976 . ο δε του κόσμου βασιλεύς αποθανόντας ημάς υπέρ των αυτού νόμων εις αιώνιον αναβίωσιν ζωής ημάς αναστήσει. 8 ο δε αποκριθείς τη πατρίω φωνή είπεν· ουχί· διόπερ και ούτος την εξής έλαβε βάσανον ως ο πρώτος. ως εν ουδενί τας αλγηδόνας ετίθετο.

28 αξιώσε. γνώναι ότι εξ ουκ όντων εποίησεν αυτά ο Θεός και το των ανθρώπων γένος ούτως γεγένηται. κρίσιν εκπέφευγας. 33 ει δε χάριν επιπλήξεως και παιδείας ο ζων Κύριος ημών βραχέως επώργισται. 38 εν εμοί δε και τοις αδελφοίς μου στήναι την του Παντοκράτορος οργήν την επί το σύμπαν ημών γένος δικαίως επηγμένην. ου μη διαφύγης τας χείρας του Θεού. ου μόνον δια λόγων εποιείτο την παράκλησιν. 34 συ δε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γένεσιν και πάντων εξευρών γένεσιν και το πνεύμα και την ζωήν υμίν πάλιν αποδώσει μετ ‘ ελέους. χλευάσασα τον ωμόν τύραννον ούτως έφησε τη πατρώα φωνή· υιε. αλλά των αδελφών άξιος γενόμενος. ελέησόν με την εν γαστρί περιενέγκασάν σε μήνας εννέα και θηλάσασάν σε έτη τρία και εκθρέψασάν σε και αγαγούσαν εις την ηλικίαν ταύτην και τροφοφορήσασαν. μη μάτην μετεωρίζου φρυαττόμενος αδήλοις ελπίσιν. ουχ υπακούω του προστάγματος του βασιλέως. επί τους δούλους αυτού επαιρόμενος χείρα· 35 ούπω γαρ την του Παντοκράτορος επόπτου Θεού. τούτω παρά τους άλλους χειρίστως απήντησε πικρώς φέρων επί τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 977 . διότι μόνος αυτός Θεός εστιν. 31 συ δε πάσης κακίας ευρετής γενόμενος εις τους Εβραίους. 26 πολλά δε αυτού παραινέσαντος επεδέξατο πείσειν τον υιόν. 39 έκθυμος δε γενόμενος ο βασιλεύς. 29 μη φοβηθής τον δήμιον τούτον. έτι του νεωτέρου περιόντος. του δε προστάγματος ακούω του νόμου του δοθέντος τοις πατράσιν ημών δια Μωυσέως. 27 προσκύψασα δε αυτω. 24 ο δε Αντίοχος οιόμενος καταφρονείσθαι και την ονειδίζουσαν υφορώμενος φωνήν. προσκαλεσάμενος ο βασιλεύς την μητέρα παρήνει του μειρακίου γενέσθαι σύμβουλον επί σωτηρία. 25 του δε νεανίου μηδαμώς προσέρχοντος. αλλά και δι ‘ όρκων επίστου άμα πλουτιείν και μακαριστόν ποιήσειν μεταθέμενον από των πατρίων νόμων και φίλον έξειν και χρείας εμπιστεύσειν. και πάλιν καταλλαγήσεται τοις εαυτού δούλοις. τέκνον. ω ανόσιε και πάντων ανθρώπων μιαρώτατε. 36 οι μεν γαρ νυν ημέτεροι αδελφοί βραχύν υπενέγκαντες πόνον αεννάου ζωής υπό διαθήκην Θεού πεπτώκασι· συ δε τη του Θεού κρίσει δίκαια τα πρόστιμα της υπερηφανίας αποίση. επικαλούμενος τον Θεόν ίλεων ταχύ τω έθνει γενέσθαι και σε μετά ετασμών και μαστίγων εξομολογήσασθαι. 30 έτι δε ταύτης καταλεγούσης ο νεανίας είπε· τίνα μένετε. ως νυν υπεροράται εαυτούς δια τους αυτού νόμους. αναβλέψαντα εις τον ουρανόν και την γην και τα εν αυτοίς πάντα ιδόντα. ίνα εν τω ελέει συν τοις αδελφοίς σου κομίσωμαί σε. 37 εγώ δε καθάπερ οι αδελφοί μου και σώμα και ψυχήν προδίδωμι περί των πατρίων νόμων. επίδεξαι τον θάνατον. 32 ημείς γαρ δια τας εαυτών αμαρτίας πάσχομεν.

10 διεστήσατο δε ο Νικάνωρ τον φόρον τω βασιλεί τοις Ρωμαίοις όντα ταλάντων δισχιλίων εκ της των Ιουδαίων αιχμαλωσίας εκπληρώσειν. και λαλιά τις της ευανδρίας αυτού διεχείτο πανταχή. πυκνότερον δε εν ταις ευημερίαις προβαίνοντα. 3 ελεήσαι δε και την καταφθειρομένην πόλιν και μέλλουσαν ισόπεδον γίνεσθαι και των καταβοώντων προς αυτόν αιμάτων εισακούσαι. 4 μνησθήναι δε και της των αναμαρτήτων νηπίων παρανόμου απωλείας και περί των γενομένων εις το όνομα αυτού βλασφημιών και μισοπονηρήσαι. 40 και ούτος ουν καθαρός τον βίον μετήλλαξε παντελώς επί τω Κυρίω πεποιθώς. 11 ευθέως δε εις τας παραθαλασσίους πόλεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 978 . προς Πτολεμαίον τον Κοίλης Συρίας και Φοινίκης στρατηγόν έγραψεν επιβοηθείν τοις του βασιλέως πράγμασιν. 9 ο δε ταχέως προχειρισάμενος Νικάνορα τον του Πατρόκλου των πρώτων φίλων απέστειλεν υποτάξας παμφύλων έθνη ουκ ελάττους των δισμυρίων το σύμπαν των Ιουδαίων εξάραι γένος· συνέστησε δε αυτω και Γοργίαν άνδρα στρατηγόν και εν πολεμικαίς χρείαις πείραν έχοντα. 2 και επεκαλούντο τον Κύριον επιδείν επί τον υπό πάντων καταπατούμενον λαόν. 8 Συνορών δε ο Φίλιππος κατά μικρόν εις προκοπήν ερχόμενον τον άνδρα. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΙΟΥΔΑΣ δε ο Μακκαβαίος και οι συν αυτω παρεισπορευόμενοι λεληθότως εις τας κώμας προσεκαλούντο τους συγγενείς και τους μεμενηκότας εν τω Ιουδαϊσμω προσλαβόμενοι συνήγαγον εις εξακισχιλίους. 5 γενόμενος δε εν συστήματι ο Μακκαβαίος ανυπόστατος ήδη τοις έθνεσιν εγίνετο. οικτείραι δε και τον ναόν τον υπό των ασεβών ανθρώπων βεβηλωθέντα. 42 τα μεν ουν περί τους σπλαγνισμούς και τας υπερβαλλούσας αικίας επί τοσούτον δεδηλώσθω. της οργής του Κυρίου εις έλεον τραπείσης. 6 πόλεις δε και κώμας απροσδοκήτως ερχόμενος ενεπίμπρα και τους επικαίρους τόπους απολαμβάνων ουκ ολίγους των πολεμίων ενίκα τροπούμενος 7 μάλιστα τας νύκτας προς τας τοιαύτας επιβουλάς συνεργούς ελάμβανε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μυκτηρισμω. 41 εσχάτη δε των υιών η μήτηρ ετελεύτησε.

πάντας δε φυγείν ηνάγκασαν. αλλά δια τας προς τους πατέρας αυτών διαθήκας και ένεκεν της επ ‘ αυτούς επικλήσεως του σεμνού και μεγαλοπρεπούς ονόματος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ απέστειλε προσκαλούμενος επ ‘ αγορασμόν Ιουδαϊκών ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σωμάτων. 12 τω δε Ιούδα προσέπεσε περί της του Νικάνορος εφόδου· και μεταδόντος αυτού τοις συν αυτω την παρουσίαν του στρατοπέδου. των Μακεδόνων απορουμένων. πεποίθαμεν. 23 έτι δε και Ελεάζαρον. 24 γενομένου δε αυτοίς του Παντοκράτορος συμμάχου. τραυματίας δε και τοις μέλεσιν αναπήρους το πλείστον μέρος της του Νικάνορος στρατιάς εποίησαν. 13 οι δειλανδρούντες και απιστούντες την του Θεού δίκην διεδίδρασκον και εξετόπιζον εαυτούς. 14 οι δε τα περιλελειμμένα πάντα επώλουν. 18 οι μεν γαρ όπλοις πεποίθασιν άμα και τόλμαις. ομού δε τον Κύριον ηξίουν ρύσασθαι τους υπό του δυσσεβούς Νικάνορος πριν συντυχείν πεπραμένους· 15 και ει μη δι ‘ αυτούς. δυναμένω και τους ερχομένους εφ ‘ ημάς και τον όλον κόσμον εν ενί νεύματι καταβαλείν. ου προσδεχόμενος την παρά του Παντοκράτορος μέλλουσαν παρακολουθήσειν επ ‘ αυτω δίκην. έφησεν. παραγνούς την ιεράν βίβλον και δούς σύνθημα Θεού βοηθείας της πρώτης σπείρας αυτός προηγούμενος. συνέβαλε τω Νικάνορι. 25 τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 979 . Σίμωνα και Ιώσηφον και Ιωνάθαν. 20 και την εν τη Βαβυλωνία την προς αυτούς Γαλάτας παράταξιν γενομένην. αγωνίσασθαι δε γενναίως 17 προ οφθαλμών λαβόντας την ανόμως εις τον άγιον τόπον συντελεσμένην υπ ‘ αυτών ύβριν και τον της εμπεπαιγμένης πόλεως αικισμόν. εκατόν ογδοήκοντα πέντε χιλιάδες ως απώλοντο. υποτάξας εκάστω χιλίους προς τοις πεντακοσίοις. 21 εφ ‘ οίς ευθαρσείς αυτούς παραστήσας και ετοίμους υπέρ των νόμων και της πατρίδος αποθνήσκειν. ως οι πάντες επί την χρείαν ήλθον οκτακισχίλιοι συν Μακεδόσι τετρασχιλίοις. κατέσφαξαν των πολεμίων υπέρ τους ενακισχιλίους. 16 συναγαγών δε ο Μακκαβαίος τους περί αυτόν όντας τον αριθμόν εξακισχιλίους παρεκάλει μη καταπλαγήναι τους πολεμίους. ημείς δε επί τω παντοκράτορι Θεω. μηδέ ευλαβείσθαι την των αδίκως παραγινομένων επ ‘ αυτούς εθνών πολυπληθίαν. έτι δε την της προγονικής πολιτείας κατάλυσιν. 22 τάξας και τους αδελφούς αυτού προηγουμένους εκατέρας τάξεως. οι οκτακισχίλιοι τας δώδεκα μυριάδας απώλεσαν δια την γενομένην αυτοίς απ ‘ ουρανού βοήθειαν και ωφέλειαν πολλήν έλαβον. υπισχνούμενος ενενήκοντα σώματα ταλάντου παραχωρήσειν. τετραμερές τι το στράτευμα εποίησε. 19 προσαναλεξάμενος δε αυτοίς και τας επί των προγόνων γενομένας αντιλήψεις και την επί Σενναχηρείμ.

δι ‘ ην αιτίαν ουκ εμακροθύμησαν κατατρέχοντες αυτούς. δια το ακολουθείν τοις υπ ‘ αυτού προστεταγμένοις νόμοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε χρήματα των παραγεγονότων επί τον αγορασμόν αυτών έλαβον· συνδιώξαντες δε αυτούς εφ ‘ ικανόν ανέλυσαν υπό της ωρας συγκλειόμενοι. έρημον εαυτόν ποιήσας. ανοσιώτατον άνδρα και πολλά τους Ιουδαίους επιλελυπηκότα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 980 . τα δε λοιπά των σκύλων ήνεγκαν εις Ιεροσόλυμα. τα λοιπά αυτοί και τα παιδία εμερίσαντο. δραπέτου τρόπον. 30 και τοις περί Τιμόθεον και Βακχίδην συνερίσαντες υπέρ τους δισμυρίους αυτών ανείλον και οχυρωμάτων υψηλών εύ μάλα εγκρατείς εγένοντο και λάφυρα πλείστα εμερίσαντο ισομοίρους εαυτούς και τοις ηκισμένοις και ορφανοίς και χήραις. 26 ην γαρ η προ του σαββάτου. 33 επινίκια δε άγοντες εν τη πατρίδι τους εμπρήσαντας τους ιερούς πυλώνας. αρχήν ελέους τάξαντος αυτοίς. 34 ο δε τρισαλιτήριος Νικάνωρ. 31 οπλολογήσαντες δε αυτούς επιμελώς πάντα συνέθηκαν εις τους επικαίρους τόπους. 29 ταύτα δε διαπραξάμενοι και κοινήν ικετίαν ποιησάμενοι. τον ελεήμονα Κύριον ηξίουν εις τέλος καταλλαγήναι τοις αυτού δούλοις. ήκεν εις Αντιόχειαν υπεράγαν δυσημερήσας επί τη του στρατού διαφθορά. περισσώς ευλογούντες και εξομολογούμενοι τω Κυρίω τω διασώσαντι αυτούς εις την ημέραν ταύτην. υφήψαν εις εν οικίδιον πεφευγότας. 27 οπλολογήσαντες δε αυτούς και τα σκύλα εκδύσαντες των πολεμίων περί το σάββατον εγίνοντο. δια της μεσογείου. 35 ταπεινωθείς υπό των κατ ‘ αυτόν νομιζομένων ελαχίστων είναι. 28 μετά δε το σάββατον τοις ηκισμένοις και ταις χήραις και ορφανοίς μερίσαντες από των σκύλων. κατήγγελλεν υπέρμαχον έχειν τον Θεόν τους Ιουδαίους και δια τον τρόπον τούτο ατρώτους είναι τους Ιουδαίους. Καλλισθένην και τινας άλλους. τη του Κυρίου βοηθεία την δοξικήν αποθέμενος εσθήτα. ο τους χιλίους εμπόρους επί την πράσιν των Ιουδαίων αγαγών. οίτινες άξιον της δυσσεβείας εκομίσαντο μισθόν. 32 τον δε φυλάρχην των περί Τιμόθεον ανείλον. έτι δε και πρεσβυτέροις ποιήσαντες. 36 και ο τοις Ρωμαίοις αναδεξάμενος φόρον από της των εν Ιεροσολύμοις αιχμαλωσίας κατορθώσασθαι.

και ζώντος εν οδύναις και αλγηδόσι τας σάρκας αυτού διαπίπτειν. της εξ ουρανού δη κρίσεως συνούσης αυτω· ούτω γαρ υπερηφάνως είπε· πολυάνδριον Ιουδαίων Ιεροσόλυμα ποιήσω παραγενόμενος εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΠΕΡΙ δε τον καιρόν εκείνον ετύγχανεν Αντίοχος αναλελυκώς ακόσμως εκ των κατά την Περσίδα τόπων. 12 και μηδέ της οσμής αυτού δυνάμενος ανέχεσθαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 981 . υπό δε της οσμής αυτού παν το στρατόπεδον βαρύνεσθαι τη σαπρία. 7 ο δ ‘ ουδαμώς της αγερωχίας έληγεν· έτι δε και της υπερηφανίας επεπλήρωτο. 5 ο δε πανεπόπτης Κύριος ο Θεός του Ισραήλ επάταξεν αυτόν ανιάτω και αοράτω πληγή· άρτι δε αυτού καταλήξαντος τον λόγον. διό δη των πληθών ορμησάντων επί την των όπλων βοήθειαν ετράπησαν. 8 ο δ ‘ άρτι δοκών τοις της θαλάσσης κύμασιν επιτάσσειν δια την υπέρ άνθρωπον αλαζονείαν και πλάστιγγι τα των ορέων οιόμενος ύψη στήσειν. 3 όντι δε αυτω κατ ‘ Εκβάτανα προσέπεσε τα κατά Νικάνορα και τους περί Τιμόθεον γεγονότα. 11 ενταύθα ουν ήρξατο το πολύ της υπερηφανίας λήγειν υποτεθραυσμένος και εις επίγνωσιν έρχεσθαι θεία μάστιγι κατά στιγμήν επιτεινόμενος ταις αλγηδόσι. κατά γην γενόμενος εν φορείω παρεκομίζετο. διό συνέταξε τον αρματηλάτην αδιαλείπτως ελαύνοντα κατανύειν την πορείαν. πυρ πνέων τοις θυμοίς επί τους Ιουδαίους και κελεύων εποξύνειν την πορείαν. έλαβεν αυτόν ανήκεστος των σπλάγχνων αλγηδών και πικραί των ένδον βάσανοι. συνέβη δε και πεσείν αυτόν από του άρματος φερομένου ροίζω και δυσχερεί πτώματι περιπεσόντα πάντα τα μέλη του σώματος αποστρεβλούσθαι. 2 εισεληλύθει γαρ εις την λεγομένην Περσέπολιν και επεχείρησεν ιεροσυλείν και την πόλιν συνέχειν. φανεράν του Θεού πάσι την δύναμιν ενδεικνύμενος. 6 πάνυ δικαίως τον πολλαίς και ξενιζούσαις συμφοραίς ετέρων σπλάγχνα βασανίσαντα. 10 και τον μικρω πρότερον των ουρανίων άστρων άπτεσθαι δοκούντα παρακομίζειν ουδείς εδύνατο δια το της οσμής αφόρητον βάρος. και συνέβη τροπωθέντα τον Αντίοχον υπό των εγχωρίων ασχήμονα την αναζυγήν ποιήσασθαι. 9 ωστε και εκ του σώματος του δυσσεβούς σκώληκας αναζείν. 4 επαρθείς δε τω θυμω ώετο και την των πεφυγαδευκότων αυτόν κακίαν εις τους Ιουδαίους εναπερείσασθαι.

επεληλύθει γαρ επ ‘ αυτόν δικαία η του Θεού κρίσις. ελευθέραν αναδείξαι· 15 τους δε Ιουδαίους. 22 ουκ απογινώσκων τα κατ ‘ εμαυτόν. 23 θεωρών δε ότι και ο πατήρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταύτ ‘ έφη· δίκαιον υποτάσσεσθαι τω Θεω και μη θνητόν όντα ισόθεα φρονείν υπερηφάνως. αλλά έχων πολλήν ελπίδα εκφεύξεσθαι την ασθένειαν. μη επιταράσσωνται. μεμνημένους των ευεργεσιών κοινή και κατ ‘ ιδίαν. πάντας αυτούς ίσους Αθηναίους ποιήσειν· 16 ον δεν πρότερον εσκύλευσεν άγιον νεών καλλίστοις αναθήμασι κοσμήσειν και τα ιερά σκεύη πολυπλάσια πάντα αποδώσειν. ούτω λέγων 14 την μεν αγίαν πόλιν. 24 όπως εάν τι παράδοξον αποβαίνη ή και προσαγγελθή τι δυσχερές. ανέδειξε τον διαδεξόμενον. καθ ‘ ους καιρούς εις τους άνω τόπους εστρατοπέδευσεν. 21 καγώ δε ασθενώς διεκείμην. ειδότες οι κατά την χώραν ω καταλέλειπται τα πράγματα. αναγκαίον ηγησάμην φροντίσαι της κοινής πάντων ασφαλείας. 26 παρακαλώ ουν υμάς και αξιώ. 18 ουδαμώς δε ληγόντων των πόνων. περιέχουσαν δε ούτως· 19 «Τοις χρηστοίς Ιουδαίοις τοις πολίταις πολλά χαίρειν και υγιαίνειν και εύ πράττειν βασιλεύς και στρατηγός Αντίοχος. εύχομαι μεν τω Θεω την μεγίστην χάριν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 982 . ην σπεύδων παρεγίνετο ισόπεδον ποιήσαι και πολυάνδριον οικοδομήσαι. 20 ει έρρωσθε και τα τέκνα και τα ίδια κατά γνώμην εστίν υμίν. τα κατ ‘ αυτόν απελπίσας. ικετηρίας τάξιν έχουσαν. έγραψε προς τους Ιουδαίους την υπογεγραμμένην επιστολήν. 25 προς δε τούτοις κατανοών τους παρακειμένους δυνάστας και γειτνιώντας τη βασιλεία τοις καιροίς επέχοντας και προσδεχομένους το αποβησόμενον. εις ουρανόν την ελπίδα έχων. 28 Ο μεν ουν ανδροφόνος και βλάσφημος τα χείριστα παθών. ον πολλάκις ανατρέχων εις τας επάνω σατραπείας τοις πλείστοις υμών παρακατετιθέμην και συνίστων· γέγραφα δε προς αυτόν τα υπογεγραμμένα. έκαστον συντηρείν την ούσαν εύνοιαν εις εμέ και τον υιόν μου· 27 πέπεισμαι γαρ αυτόν επιεικώς και φιλανθρώπως παρακολουθούντα τη εμή προαιρέσει συμπεριενεχθήσεσθαι υμίν». επανάγων εκ των περί την Περσίδα τόπων και περιπεσών ασθενεία δυσχέρειαν εχούση. ους διεγνώκει μηδέ ταφής αξιώσαι οιωνοβρώτους δε συν τοις νηπίοις εκρίψειν θηρίοις. αναδέδειχα τον υιόν μου Αντίοχον βασιλέα. τας δε επιβαλλούσας προς τας θυσίας συντάξεις εκ των ιδίων προσόδων χορηγήσειν· 17 προς δε τούτοις και Ιουδαίον έσεσθαι και πάντα τόπον οικητόν επελεύσεσθαι καταγγέλλοντα το του Θεού κράτος. 13 ηύχετο δε ο μιαρός προς τον ουκέτι αυτόν ελεήσοντα Δεσπότην. υμών την τιμήν και την εύνοιαν αν εμνημόνευον φιλοστόργως.

Κοίλης δε Συρίας και Φοινίκης στρατηγόν πρώταρχον. 2 τους δε κατά την αγοράν βωμούς υπό των αλλοφύλων δεδημιουργημένους. 7 διό θύρσους και κλάδους ωραίους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ως ετέρους διέθηκεν. 10 Νυνί δε τα κατά τον Ευπάτορα Αντίοχον. 6 και μετ ‘ ευφροσύνης ήγον ημέρας οκτώ σκηνωμάτων τρόπον. του Κυρίου προάγοντος αυτούς. ος εστι Χασελεύ. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΜΑΚΚΑΒΑΙΟΣ δε και οι συν αυτω. αυτά συντέμνοντες τα των πολέμων κακά. ος και διευλαβηθείς τον υιόν Αντιόχου. τη πέμπτη και εικάδι του αυτού μηνός. 3 και τον νεών καθαρίσαντες έτερον θυσιαστήριον εποίησαν και πυρώσαντες λίθους και πυρ εκ τούτων λαβόντες. αλλ ‘ εάν ποτε και αμάρτωσιν. ανήνεγκαν θυσίαν μετά διετή χρόνον και θυμίαμα και λύχνους και των άρτων την πρόθεσιν εποιήσαντο. 9 και τα μεν της Αντιόχου του προσαγορευθέντος Επιφανούς τελευτής ούτως είχε. 12 Πτολεμαίος γαρ ο καλούμενος Μάκρων το δίκαιον συντηρείν προηγούμενος εις τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 983 . 8 εδογμάτισαν δε μετά κοινού προστάγματος και ψηφίσματος παντί τω των Ιουδαίων έθνει κατ ‘ ενιαυτόν άγειν τάσδε τας ημέρας. 11 αυτός γαρ παραλαβών βασιλείαν ανέδειξεν επί των πραγμάτων Λυσίαν τινά. το μεν ιερόν εκομίσαντο και την πόλιν. 5 εν ή δε ημέρα ο νεώς υπό αλλοφύλων εβεβηλώθη. 4 ταύτα δε ποιήσαντες ηξίωσαν τον Κύριον πεσόντες επί κοιλίαν μηκέτι περιπεσείν τοιούτοις κακοίς. προς Πτολεμαίον τον Φιλομήτορα εις Αίγυπτον διεκομίσθη. συνέβη κατά την αυτήν ημέραν τον καθαρισμόν γενέσθαι του ναού. επί ξένης εν τοις όρεσιν οικτίστω μόρω κατέστρεψε τον βίον. έτι δε φοίνικας έχοντες ύμνους ανέφερον τω ευοδώσαντι καθαρισθήναι τον εαυτού τόπον. υιόν δε του ασεβούς γενόμενον δηλώσομεν. υπ ‘ αυτού μετ ‘ επιεικείας παιδεύεσθαι και μη βλασφήμοις και βαρβάροις έθνεσι παραδίδοσθαι. 29 παρεκομίζετο δε το σώμα Φίλιππος ο σύντροφος αυτού. μνημονεύοντες ως προ μικρού χρόνου την των σκηνών εορτήν εν τοις όρεσι και εν τοις σπηλαίοις θηρίων τρόπον ήσαν νεμόμενοι. έτι δε τεμένη καθείλον.

προς ικετείαν του Θεού ετράπησαν γη τας κεφαλάς καταπάσαντες και τας οσφύας σάκκοις ζώσαντες. 13 όθεν κατηγορούμενος υπό των φίλων προς τον Ευπάτορα και προδότης παρέκαστα ακούων δια το την Κύπρον εμπιστευθέντα υπό του Φιλομήτορος εκλιπείν και προς Αντίοχον τον Επιφανή αναχωρήσαι μήτ ‘ ευγενή την εξουσίαν έχων. συναγαγών τους ηγουμένους του λαού κατηγόρησεν ως αργυρίου πεπράκασι τους αδελφούς. υπ ‘ αθυμίας φαρμακεύσας εαυτόν εξέλιπε τον βίον. 17 οίς και προσβαλόντες ευρώστως εγκρατείς εγένοντο των τόπων πάντας τε τους επί τω τείχει μαχομένους ημύναντο κατέσφαζόν τε τους εμπίπτοντας. 24 Τιμόθεος δε ο πρότερον ηττηθείς υπό των Ιουδαίων συναγαγών ξένας δυνάμεις παμπληθείς και τους της Ασίας γενομένους ίππους συναθροίσας ουκ ολίγους. ηξίουν ίλεων αυτοίς γενόμενν εχθρεύσαι τοις εχθροίς αυτών και αντικείσθαι τοις αντικειμένοις. 21 προσαγγελθέντος δε τω Μακκαβαίω περί του γεγονότος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιουδαίους δια την γεγονυίαν εις αυτούς αδικίαν επειράτο τα προς αυτούς ειρηνικώς διεξάγειν. 14 Γοργίας δε γενόμενος στρατηγός των τόπων εξενοτρόφει και παρέκαστα προς τους Ιουδαίους επολεμοτρόφει. έτι δε και Ζακχαίον και τους συν αυτω ικανούς προς την τούτων πολιορκίαν. επί τα των Ιδουμαίων οχυρώματα ωρμησαν. καθώς ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 984 . 20 οι δε περί τον Σίμωνα φιλαργυρήσαντες υπό τινων των εν τοις πύργοις επείσθησαν αργυρίω· επτάκις δε μυριάδας δραχμάς λαβόντες είασάν τινας διαρρυήναι. ανείλον δε ουχ ήττον των δισμυρίων. 19 ο Μακκαβαίος εις επείγοντας τόπους απολιπών Σίμωνα και Ιώσηφον. 23 τοις δε όπλοις τα πάντα εν ταις χερσίν ευοδούμενος απώλεσεν εν τοις δυσίν οχυρώμασι πλείους των δισμυρίων. 25 οι δε περί τον Μακκαβαίον συνεγγίζοντος αυτού. και τους φυγαδευθέντας από Ιεροσολύμων προσλαβόμενοι πολεμοτροφείν επεχείρουν. παρήν ως δορυάλωτον ληψόμενος την Ιουδαίαν. 18 συμφυγόντων δε ουκ έλαττον των ενακισχιλίων εις δύο πύργους οχυρούς εύ μάλα και πάντα τα προς πολιορκίαν έχοντας. 26 επί την απέναντι του θυσιαστηρίου κρηπίδα προσπεσόντες. 22 τούτους μεν ουν προδότας γενομένους απέκτεινε και παραχρήμα τους δύο πύργους κατελάβετο. 15 ομού δε τούτω και οι Ιδουμαίοι εγκρατείς επικαίρων οχυρωμάτων όντες εγύμναζον τους Ιουδαίους. τους πολεμίους κατ ‘ αυτών απολύσαντες. 16 οι δε περί τον Μακκαβαίον ποιησάμενοι λιτανείαν και αξιώσαντες τον Θεόν σύμμαχον αυτοίς γενέσθαι. αυτός εχωρίσθη.

προσβαλόντες τω τείχει αρρενωδώς και θηριώδει θυμω τον εμπίπτοντα έκοπτον. εύ μάλα φρούριον. ιππείς δε εξακόσιοι. οι δε τας πύλας διέκοπτον. 34 οι δε ένδον τη ερυμνότητι του τόπου πεποιθότες υπεράγαν εβλασφήμουν και λόγους αθεμίτους προϊεντο. 37 και τον Τιμόθεον αποκεκρυμμένον εν τινι λάκκω κατέσφαξαν και τον τούτου αδελφόν Χαιρέαν και τον Απολλοφάνην. είκοσι νεανίαι των περί τον Μακκαβαίον πυρωθέντες τοις θυμοίς δια τας βλασφημίας. εφάνησαν τοις υπεναντίοις εξ ουρανού εφ ‘ ίππων χρυσοχαλίνων άνδρες πέντε διαπρεπείς. στρατηγούντος εκεί Χαιρέου. 30 οί και τον Μακκαβαίον μέσον λαβόντες και σκεπάζοντες ταις εαυτών πανοπλίαις άτρωτον διεφύλαττον. ενεπίμπρων τους πύργους και πυράς ανάψαντες ζώντας τους βλασφήμους κατέκαιον. οι μεν έγγυον έχοντες ευημερίας και νίκης μετ ‘ αρετής την επί τον Κύριον καταφυγήν. 35 υποφαινούσης δε της πέμπτης ημέρας. εις δε τους υπεναντίους τοξεύματα και κεραυνούς εξερρίπτουν· διό συγχυθέντες αορασία κατεκόπτοντο ταραχής πεπληρωμένοι. 32 αυτός δε ο Τιμόθεος συνέφυγεν εις Γάζαρα λεγόμενον οχύρωμα. 31 κατεσφάγησαν δε δισμύριοι προς τοις πεντακοσίοις. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 985 . 33 οι δε περί τον Μακκαβαίον άσμενοι περιεκάθισαν το φρούριον ημέρας τέσσαρας. 28 άρτι δε της ανατολής διαδεχομένης προσέβαλον εκάτεροι. εισδεξάμενοι δε την λοιπήν τάξιν προκατελάβοντο την πόλιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νόμος διασαφεί. 29 γενομένης δε καρτεράς μάχης. και αφηγούμενοι των Ιουδαίων. οι δε καθηγεμόνα των αγώνων ταττόμενοι τον θυμόν. 27 γενόμενοι δε από της δεήσεως. 36 έτεροι δε ομοίως προσαναβάντες εν τω περισπασμω προς τους ένδον. αναλαβόντες τα όπλα προήγον από της πόλεως επί πλείον· συνεγγίσαντες δε τοις πολεμίοις εφ ‘ εαυτών ήσαν. 38 ταύτα δε διαπραξάμενοι μεθ ‘ ύμνων και εξομολογήσεων ευλόγουν τω Κυρίω τω μεγάλως ευεργετούντι τον Ισραήλ και το νίκος αυτοίς διδόντι.

καθώς τα λοιπά των εθνών τεμένη. 5 εισελθών δε εις την Ιουδαίαν και συνεγγίσας Βαιθσούρα. 8 αυτόθι δε και προς τοις Ιεροσολύμοις όντων. προσαποστείλας 14 έπεισε συλλύσεσθαι επί πάσι τοις δικαίοις. του πάντα δυναμένου Θεού συμμαχούντος αυτοίς. προς εαυτόν αντιβάλλων το γεγονός περί εαυτόν ελάσσωμα και συννοήσας ανικήτους είναι τους Εβραίους. ελεήσαντος αυτούς του Κυρίου. ου μόνον ανθρώπους αλλά και θήρας τους αγριωτάτους και σιδηρά τείχη τιτρώσκειν όντες έτοιμοι. 4 ουδαμώς επιλογιζόμενος το του Θεού κράτος. άμα αυτω διακινδυνεύοντας επιβοηθείν τοις αδελφοίς αυτών· ομού δε και προθύμως εξώρμησαν. 7 αυτός δε πρώτος ο Μακκαβαίος αναλαβών τα όπλα προετρέψατο τους άλλους. 15 ενέπνευσε δε ο Μακκαβαίος επί πάσιν. οίς ο Λυσίας παρεκάλει. και αυτός δε ο Λυσίας αισχρώς φεύγων διεσώθη. τούτο έθλιβεν. 11 λεοντηδόν δε εντινάξαντες εις τους πολεμίους κατέστρωσαν αυτούς χιλίους προς τοις μυρίοις. μετ ‘ οδυρμών και δακρύων ικέτευον συν τοις όχλοις τον Κύριον αγαθόν άγγελον αποστείλαι προς σωτηρίαν τω Ισραήλ. 10 προήγον εν διασκευή τον απ ‘ ουρανού σύμμαχον έχοντες. ιππείς δε εξακοσίους προς τοις χιλίοις· τους δε πάντας ηνάγκασαν φυγείν. όντι μεν ερυμνω χωρίω. παρεγένετο επί τους Ιουδαίους λογιζόμενος την μεν πόλιν Έλλησιν οικητήριον ποιήσειν. 2 συναθροίσας περί τας οκτώ μυριάδας και την ίππον πάσαν. και διότι και τον βασιλέα πείσειν φίλον αυτοίς αναγκάζειν γενέσθαι. 3 το δε ιερόν αργυρολόγητον. 9 ομού δε πάντες ευλόγησαν τον ελεήμονα Θεόν και επερρώσθησαν ταις ψυχαίς. 13 ουκ άνους δε υπάρχων. από δε Ιεροσολύμων απέχοντι ωσεί σταδίους πέντε. πρατήν δε την αρχιερωσύνην κατ ‘ έτος ποιήσειν. του συμφέροντος φροντίζων· όσα γαρ ο Μακκαβαίος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 986 . πεφρενωμένος δε ταις μυριάσι των πεζών και ταις χιλιάσι των ιππέων και τοις ελέφασι τοις ογδοήκοντα. πανοπλίαν χρυσήν κραδαίνων. 12 οι πλείονες δε αυτών τραυματίαι γυμνοί διεσώθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΜΕΤ ‘ ολίγον δε παντελώς χρόνον Λυσίας επίτροπος του βασιλέως και συγγενής και επί των πραγμάτων λίαν βαρέως φέρων επί τοις γεγονόσι. εφάνη προηγούμενος αυτών έφιππος εν λευκή εσθήτι. 6 ως δε μετέλαβον οι περί τον Μακκαβαίον πολιορκούντα αυτόν τα οχυρώματα.

και ημείς συνευδοκούμεν. συνεχώρησεν ο βασιλεύς. 36 α δε έκρινε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 987 . έτους εκατοστού τεσσαρακοστού ογδόου. 30 τοις ουν καταπορευομένοις μέχρι τριακάδος Ξανθικού υπάρξει δεξιά μετά της αδείας 31 χρήσθαι τους Ιουδαίους τοις εαυτών δαπανήμασι και νόμοις. επιδόντες τον υπογεγραμμένον χρηματισμόν. 20 υπέρ δε των κατά μέρος εντέταλμαι τούτοις τε και τοις παρ ‘ εμού διαλεχθήναι υμίν. διεσάφησα· α δε ην ενδεχόμενα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επέδωκε τω Λυσία δια γραπτών περί των Ιουδαίων. παρά μεν Λυσίου περιέχουσαι τον τρόπον τούτον· «Λυσίας τω πλήθει των Ιουδαίων χαίρειν. 33 έρρωσθε. έτους εκατοστού τεσσαρακοστού ογδόου. βουλόμενοι τους εκ της βασιλείας αταράχους όντας γενέσθαι προς την των ιδίων επιμέλειαν. 19 εάν μεν ουν συντηρήσητε την εις τα πράγματα εύνοιαν. 29 ενεφάνισεν ημίν ο Μενέλαος βούλεσθαι κατελθόντας υμάς γίνεσθαι προς τοις ιδίοις. Τίτος Μάνλιος. κρίνομεν το τε ιερόν αυτοίς αποκατασταθήναι και πολιτεύεσθαι κατά τα επί των προγόνων αυτών έθη. όπως ειδότες την ημετέραν προαίρεσιν εύθυμοί τε ώσι και ηδέως διαγίνωνται προς την των ιδίων αντίληψιν». 35 υπέρ ων Λυσίας ο συγγενής του βασιλέως συνεχώρησεν υμίν. καθά και το πρότερον. 22 Η δε του βασιλέως επιστολή περιείχεν ούτως· «Βασιλεύς Αντίοχος τω αδελφω Λυσία χαίρειν. 23 του πατρός ημών εις θεούς μεταστάντος. 26 εύ ουν ποιήσεις διαπεμψάμενος προς αυτούς και δούς δεξιάς. 28 ει έρρωσθε. αλλά την εαυτών αγωγήν αιρετίζοντας και δια τούτο αξιούντας συγχωρηθήναι αυτοίς τα νόμιμα αυτών· 25 αιρούμενοι ουν και τούτο το έθνος εκτός ταραχής είναι. πρεσβύται Ρωμαίων. 18 όσα μεν ουν έδει και τω βασιλεί πρσενεχθήναι. 21 έρρωσθε. συνεχώρησεν. 16 ήσαν γαρ αι γεγραμμέναι τοις Ιουδαίοις επιστολαί. και εις το λοιπόν πειράσομαι παραίτιος υμίν αγαθών γενέσθαι. 34 Έπεμψαν δε και οι Ρωμαίοι προς αυτούς επιστολήν έχουσαν ούτως· «Κόϊντος Μέμμιος. 32 πέπομφα δε και τον Μενέλαον παρακαλέσοντα υμάς. 17 Ιωάννης και Αβεσσαλώμ οι πεμφθέντες παρ ‘ υμών. τω δήμω των Ιουδαίων χαίρειν. 24 ακηκοότες τους Ιουδαίους μη συνευδοκούντας τη του πατρός επί τα Ελληνικά μεταθέσει. 27 Πρός δε το έθνος η του βασιλέως επιστολή τοιαύτη ην· «Βασιλεύς Αντίοχος τη γερουσία των Ιουδαίων και τοις άλλοις Ιουδαίοις χαίρειν. ηξίουν περί των δι ‘ αυτού σημαινομένων. Διοσκορινθίου τετράδι και εικάδί. είη αν ως βουλόμεθα· και αυτοί δε υγιαίνομεν. και ουδείς αυτών κατ ‘ ουδένα τρόπον παρενοχληθήσεται περί των ηγνοημένων. Ξανθικού πέμπτη και δεκάτή.

9 και τοις Ιαμνίταις νυκτός επιβαλών υφήψε τον λιμένα συν τω στόλω. πέμψατέ τινα παραχρήμα επισκεψάμενοι περί τούτων. 2 των δε κατά τόπον στρατηγών Τιμόθεος και Απολλώνιος ο του Γενναίους. έτους εκατοστού τεσσαρακοστού. ανέλυσεν ως πάλιν ήξων και το σύμπαν των Ιοππιτών εκριζώσαι πολίτευμα. 11 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 988 . επαναχθέντας αυτούς εβύθισαν όντας ουκ έλαττον των διακοσίων. σταδίων όντων διακοσίων τεσσαράκοντα. 10 Εκείθεν δε αποσπασθέντων σταδίους εννέα. ίνα εκθώμεν ως καθήκει υμίν· ημείς γαρ προσάγομεν προς Αντιόχειαν. ωστε φαίνεσθαι τας αυγάς του φέγγους εις τα Ιεροσόλυμα. ο μεν Λυσίας απήει προς τον βασιλέα. οι δε Ιουδαίοι περί την γεωργίαν εγίνοντο. 8 μεταλαβών δε και τους εν Ιαμνεία τον αυτόν επιτελείν βουλομένους τρόπον τοις παροικούσιν Ιουδαίοις. παρεγένετο επί τους μιαιοφόνους των αδελφών· και τον μεν λιμένα νύκτωρ ενέπρησε και τα σκάφη κατέφλεξε. 5 μεταλαβών δε Ιούδας την γεγονυίαν εις τους ομοεθνείς ωμότητα. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΓΕΝΟΜΕΝΩΝ των συνθηκών τούτων. προσέβαλον Άραβες αυτω ουκ ελάττους των πεντακισχιλίων. ποιουμένων την πορείαν επί τον Τιμόθεον. 7 του δε χωρίου συγκλεισθέντος. προς δε τούτοις Νικάνωρ ο Κυπριάρχης ουκ είων αυτούς ευσταθείς και τα της ησυχίας άγειν. παραγγείλας τοις περί αυτόν ανδράσι 6 και επικαλεσάμενος τον δίκαιον κριτήν Θεόν. 3 Ιοππίται δε τηλικούτο συνετέλεσαν το δυσσέβημα· παρακαλέσαντες τους συν αυτοίς οικούντας Ιουδαίους εμβήναι εις τα παρασταθέντα υπ ‘ αυτών σκάφη συν γυναιξί και τέκνοις ως μηδεμιάς ενεστώσης προς αυτούς δυσμενείας. 4 κατά δε το κοινόν της πόλεως ψήφισμα. έτι δε Ιερώνυμος και Δημοφών. όπως και ημείς επιγνώμεν οποίας εστέ γνώμης. τους δε εκεί συμφυγόντας εξεκέντησε. ιππείς δε πεντακόσιοι. Ξανθικού πέμπτη και δεκάτή. 38 υγιαίνετε. 37 διό σπεύσατε και πέμψατέ τινας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσανενεχθήναι τω βασιλεί. και τούτων επιδεξαμένων ως αν ειρηνεύειν θελόντων και μηδέν ύποπτον εχόντων.

ενέσεισαν θηριωδώς τω τείχει. 18 και Τιμόθεον μεν επί των τόπων ου κατέλαβον. 16 καταλαβόμενοί τε την πόλιν τη του Θεού θελήσει. το πλάτος έχουσαν σταδίων δύο. 20 ο δε Μακκαβαίος διατάξας την εαυτού στρατιάν σπειρηδόν. ωστε την παρακειμένην λίμνην. 19 Δοσίθεος δε και Σωσίπατρος των περί τον Μακκαβαίον ηγεμόνων εξοδεύσαντες απώλεσαν τους υπό Τιμοθέου καταλειφθέντας εν τω οχυρώματι πλείους των μυρίων ανδρών. ωστε πολλάκις υπό των ιδίων βλάπτεσθαι και ταις των ξιφών ακμαίς αναπείρεσθαι. κατέστησεν αυτούς επί των σπειρών και επί τον Τιμόθεον ωρμησεν έχοντα περί αυτόν μυριάδας δώδεκα πεζών. 24 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 989 . όνομα δε Κάσπιν. 22 επιφανείσης δε της Ιούδα σπείρας πρώτης και γενομένου δέους επί τους πολεμίους. ελαττωθέντες οι νομάδες Άραβες ηξίουν δούναι τον Ιούδαν δεξιάν αυτοίς. κατάρρυτον αίματι πεπληρωμένην φαίνεσθαι. 17 Εκείθεν δε αποσπάσαντες σταδίους επτακοσίους πεντήκοντα διήνυσαν εις τον Χάρακα προς τους λεγομένους Τουβιήνους Ιουδαίους. 13 Επέβαλε δε και επί τινα πόλιν γεφυρούν οχυράν και τείχεσι περιπεφραγμένην και παμμειγέσιν έθνεσι κατοικουμένην. αμυθήτους εποιήσαντο σφαγάς. επεχώρησεν ειρήνην άξειν προς αυτούς· και λαβόντες δεξιάς εις τας σκηνάς αυτών εχωρίσθησαν. 23 εποιείτο δε τον διωγμόν ευτονώτερον Ιούδας συγκεντών τους αλιτηρίους διέφθειρέ τε εις μυριάδας τρεις ανδρών. τον άτερ κριών και μηχανών οργανικών κατακρημνίσαντα την Ιεριχώ κατά τους Ιησού χρόνους. αναγωγότερον εχρώντο τοις περί τον Ιούδαν λοιδορούντες και προσέτι βλασφημούντες και λαλούντες α μη θέμις. ιππείς δε χιλίους προς τοις πεντακοσίοις. καταλελοιπότα δε φρουράν εν τινι τόπω και μάλα οχυράν. 14 οι δ ‘ ένδον πεποιθότες τη των τειχέων ερυμνότητι τη τε των βρωμάτων παραθέσει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γενομένης δε καρτεράς μάχης και των περί τον Ιούδαν δια την παρά του Θεού βοήθειαν ευημερησάντων. φόβου τε εκ της του πάντα εφορώντος επιφανείας γενομένου επ ‘ αυτούς. ο Τιμόθεος προσεξαπέστειλε τας γυναίκας και τα τέκνα και την άλλην αποσκευήν εις το λεγόμενον Καρνίον· ην γαρ δυσπολιόρκητον και δυσπρόσιτον το χωρίον δια την των πάντων των τόπων στενότητα. άπρακτόν τε από των τόπων εκλελυκότα. 21 την δε έφοδον μεταλαβών Ιούδα. 12 Ιούδας δε υπολαβών ως αληθώς εν πολλοίς αυτούς χρησίμους. υπισχνούμενοι και βοσκήματα δώσειν και εν τοις λοιποίς ωφελήσειν αυτούς. εις φυγήν ωρμησαν άλλος αλλαχή φερόμενος. 15 οι δε περί τον Ιούδαν επικαλεσάμενοι τον μέγαν του κόσμου δυνάστην.

ων δε αδελφούς έχειν και τούτους αλογηθήναι συμβήσεται. επικαλεσάμενος ο Ιούδας τον Κύριον σύμμαχον φανήναι και προοδηγόν του πολέμου. των ιππέων Θρακών τινος επενεχθέντος αυτω και τον ώμον καθελόντος διέφυγεν ο Γοργίας εις Μαρισά. 37 καταρξάμενος τη πατρίω φωνή την μεθ ‘ ύμνων κραυγήν. 34 και παραταξαμένων συνέβη πεσείν ολίγους των Ιουδαίων. ένθα δε οργάνων και βελών πολλαί παραθέσεις υπήρχον 28 επικαλεσάμενοι δε τον Δυνάστην τον μετά κράτους συντρίβοντα τας των πολεμίων αλκάς. παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα της των εβδομάδων εορτής ούσης υπογύου. ιππέων δε τετρακοσίων. 38 Ιούδας δε αναλαβών το στράτευμα ήγεν εις ‘Οδολλάμ πόλιν· της δε εβδομάδος επιβαλλούσης. 27 μετά δε την τούτων τροπήν και απώλειαν επεστράτευσεν Ιούδας και επί Εφρών πόλιν οχυράν. 36 των δε περί τον Έσδριν επί πλείον μαχομένων και κατακόπων όντων. έλαβον την πόλιν υποχείριον και κατέστρωσαν των ένδον εις μυριάδας δύο και πεντακισχιλίους. εν ή κατώκει Λυσίας και πάμφυλα πλήθη· νεανίαι δε προ των τειχών καθεστώτες ρωμαλέοι απεμάχοντο ευρώστως. 25 πιστώσαντος δε αυτού δια πλειόνων τον ορισμόν αποκαταστήσειν τούτους απημάντους. 35 Δοσίθεος δε τις των του Βακήνορος. 30 απομαρτυρησάντων δε των εκεί κατοικούντων Ιουδαίων. 32 Μετά δε την λεγομένην Πεντηκοστήν ωρμησαν επί Γοργίαν τον της Ιδουμαίας στρατηγόν. ει αποθάνοι. απέλυσαν αυτόν ένεκα της των αδελφών σωτηρίας. 39 τη δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 990 . αναβοήσας και ενσείσας απροσδοκήτως τοις περί τον Γοργίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτός δε ο Τιμόθεος εμπεσών τοις περί τον Δοσίθεον και Σωσίπατρον. 31 ευχαρηστήσαντες αυτοίς και προσπαρακαλέσαντες και εις τα λοιπά προς το γένος ευμενείς είναι. ην οι Σκυθοπολίται έσχον προς αυτούς εύνοιαν και εν τοις της ατυχίας καιροίς ήμερον απάντησιν εποιούντο. έφιππος ανήρ και καρτερός. κατά τον εθισμόν αγνισθέντες αυτόθι το σάββατον διήγαγον. 29 αναζεύξαντες δε εκείθεν ωρμησαν επί Σκυθών πόλιν απέχουσαν από Ιεροσολύμων σταδίους εξακοσίους. 33 εξήλθε δε μετά πεζών τρισχιλίων. είχετο του Γοργίου και λαβόμενος της χλαμύδος ήγεν αυτόν ευρώστως και βουλόμενος τον κατάρατον λαβείν ζωγρίαν. τροπήν αυτών εποιήσατο. 26 Εξελθών δε επί το Καρνίον και το Αταργατείον κατέσφαξε μυριάδας σωμάτων δύο και πεντακισχιλίους. ηξίου μετά πολλής γοητείας εξαφείναι σωον αυτόν δια το πλειόνων μεν γονείς.

και Λυσίου υποδείξαντος τούτον αίτιον είναι πάντων των κακών. αφ ‘ ων ο νόμος απείργει τους Ιουδαίους· τοις δε πάσι σαφές εγένετο δια τήνδε την αιτίαν τούσδε πεπτωκέναι. απέστειλεν εις Ιεροσόλυμα προσαγαγείν περί αμαρτίας θυσίαν. 3 και Μενέλαος δε συνέμειξεν αυτοίς και παρεκάλει μετά πολλής ειρωνείας τον Αντίοχον. ουκ επί σωτηρία της πατρίδος. 41 πάντες ουν ευλογήσαντες τα του δικαιοκρίτου Κυρίου του τα κεκρυμμένα φανερά ποιούντος. οιόμενος δε επί της αρχής κατασταθήσεσθαι. άρματα δε δρεπανηφόρα τριακόσια. 43 ποιησάμενός τε κατ ‘ ανδραλογίαν κατασκευάσματα εις αργυρίου δραχμάς δισχιλίας. 40 εύρον δε εκάστου των τεθνηκότων υπό τους χιτώνας ιερώματα των από Ιαμνείας ειδώλων. περισσόν αν ην και ληρώδες υπέρ νεκρών προσεύχεσθαι. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 Τ† δε ενάτω και τεσσαρακοστω και εκατοστω έτει προσέπεσε τοις περί τον Ιούδαν Αντίοχον τον Ευπάτορα παραγενέσθαι συν πλήθεσιν επί την Ιουδαίαν 2 και συ αυτω Λυσίαν τον επίτροπον και επί των πραγμάτων. 45 είτ ‘ εμβλέπων τοις μετ ‘ ευσεβείας κοιμωμένοις κάλλιστον αποκείμενον χαριστήριον. ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 991 . έκαστον έχοντα δύναμιν Ελληνικήν πεζών μυριάδας ένδεκα και ιππείς πεντακισχιλίους τριακοσίους και ελέφαντας εικοσιδύο. υπ ‘ όψιν εωρακότας τα γεγονότα δια την των προπεπτωκότων αμαρτίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εχομένη ήλθον οι περί τον Ιούδαν καθ ‘ ον τρόπον το της χρείας εγεγόνει. 42 εις ικετείαν ετράπησαν αξιώσαντες το γεγονός αμάρτημα τελείως εξαλειφθήναι. τα των προπεπτωκότων σώματα ανακομίσασθαι και μετά των συγγενών αποκαταστήσαι εις τους πατρώους τάφους. ο δε γενναίος Ιούδας παρεκάλεσε το πλήθος συντηρείν εαυτούς αναμαρτήτους είναι. προσέταξεν. πάνυ καλώς και αστείως πράττων υπέρ αναστάσεως διαλογιζόμενος· 44 ει γαρ μη τους προπεπτωκότας αναστήναι προσεδόκα. οσία και ευσεβής η επίνοια· όθεν περί των τεθνηκότων τον εξιλασμόν εποιήσαντο της αμαρτίας απολυθήναι. 4 ο δε βασιλεύς των βασιλέων εξήγειρε τον θυμόν του Αντιόχου επί τον αλιτήριον.

8 επεί γαρ συνετελέσατο πολλά περί τον βωμόν αμαρτήματα. πόλεως. 15 δούς δε τοις περί αυτόν σύνθεμα «Θεού νίκή. 5 έστι δε εν τω τόπω πύργος πεντήκοντα πηχών πλήρης σποδού. προσαπολέσαι αγαγόντας αυτόν εις Βέροιαν. πατρίδος. 10 μεταλαβών δε Ιούδας ταύτα παρήγγειλε τω πλήθει δι ‘ ημέρας και νυκτός επικαλείσθαι τον Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έθος εστίν εν τω τόπω. ου το πυρ αγνόν ην και η σποδός. παρακαλέσας αυτούς ο Ιούδας εκέλευσε παραγίνεσθαι. 9 Τοις δε φρονήμασιν ο βασιλεύς βεβαρβαρωμένος ήρχετο τα χείριστα των επί του πατρός αυτού γεγονότων ενδειξόμενος τοις Ιουδαίοις. εν σποδω τον θάνατον εκομίσατο. εξελθόντας κρίναι τα πράγματα τη του Κυρίου βοηθεία. 14 δούς δε την επιτροπήν τω κτίστη του κόσμου. πολιτείας. ούτος δε όργανον είχε περιφερές πάντοθεν απόκρημνον εις την σποδόν. πριν εισβαλείν του βασιλέως το στράτευμα εις την Ιουδαίαν και γενέσθαι της πόλεως εγκρατείς. μηδέ της γης τυχόντα Μενέλαον. 12 πάντων δε το αυτό ποιησάντων ομού και καταξιωσάντων τον ελεήμονα Κύριον μετά κλαυθμού και νηστειών και προπτώσεως εφ ‘ ημέρας τρεις αδιαλείπτως. είποτε άλλοτε και νυν επιβοηθείν τοις του νόμου και πατρίδος και ιερού αγίου στερείσθαι μέλουσι 11 και τον άρτι βραχέως ανεψυχότα λαόν μη εάσαι τοις δυσφήμοις έθνεσι υποχειρίους γενέσθαι. εν τη παρεμβολή ανείλεν εις άνδρας τετρακισχιλίους και τον πρωτεύοντα των ελεφάντων συν των κατ ‘ οικίαν όχλω συνέθηκε 16 και το τέλος την παρεμβολήν δέους και ταραχής επλήρωσαν και εξέλυσαν ευημερούντες· 17 υποφαινούσης δε ήδη της ημέρας τούτο εγεγόνει δια την επαρήγουσαν αυτω του Κυρίου σκέπην. κατεπείρασε δια μεθόδων τους τόπους. 18 Ο δε βασιλεύς ειληφώς γεύσιν της των Ιουδαίων ευτολμίας. εποιήσατο περί Μωδεϊν την στρατοπεδείαν. προσέκρουεν. πάνυ δικαίως. 19 και επί Βαιθσούρα φρούριον οχυρόν των Ιουδαίων προσήγε και ετροπούτο. 6 ενταύθα τον ιεροσυλίας ένοχον όντα ή και τινων άλλων κακών υπεροχήν πεποιημένον άπαντες προσωθούσιν εις όλεθρον. 21 προσήγγειλε δε τα μυστήρια τοις πολεμίοις Ρόδοκος εκ της Ιουδαϊκής τάξεως· ανεζητήθη δε και κατελήφθη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 992 . 13 καθ ‘ εαυτόν δε συν τοις πρεσβυτέροις γενόμενος εβουλεύσατο. μετά νεανίσκων αρίστων κεκριμένων επιβαλών νύκτωρ επί την βασιλικήν αυλήν. περί ιερού. ηλαττονούτο· 20 τοις δε ένδον Ιούδας τα δέοντα εισέπεμψε. 7 τοιούτω μόρω τον παράνομον συνέβη θανείν. παρακαλέσας τους συν αυτώ γενναίως αγωνίσασθαι μέχρι θανάτου περί νόμων.

προς ταύτα έφη· 6 οι λεγόμενοι των Ιουδαίων Ασιδαίοι. 26 προσήλθεν επί το βήμα Λυσίας. συνέπεισε. προς δε τούτοις των νομιζομένων θαλλών του ιερού. 5 καιρόν δε λαβών της ιδίας ανοίας συνεργόν. ων αφηγείται Ιούδας ο Μακκαβαίος. εκουσίως δε μεμολυμμένος εν τοις της επιμειξίας χρόνοις. ουκ εώντες την βασιλείαν ευσταθείας τυχείν. 23 μετέλαβεν απονενοήσθαι τον Φίλιππον εν Αντιοχεία τον απολελειμμένον επί των πραγμάτων. 3 Άλκιμος δε τις προγενόμενος αρχιερεύς. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΜΕΤΑ δε τριετή χρόνον προσέπεσε τοις περί τον Ιούδαν Δημήτριον τον του Σελεύκου δια του κατά Τρίπολιν λιμένος εισπλεύσαντα μετά πλήθους ισχυρού και στόλου 2 κεκρατηκέναι της χώρας επανελόμενον Αντίοχον και τον τούτου επίτροπον Λυσίαν. εδείναζον γαρ υπέρ ων ηθέλησαν αθετείν τας διαστάλσεις. επελογήσατο ενδεχομένως. 25 ήλθεν εις Πτολεμαϊδα· εδυσφόρουν περί των συνθηκών οι Πτολεμαείς. ουδέ προς άγιον θυσιαστήριον έτι πρόσοδος. ήττων εγένετο. 22 εδευτερολόγησεν ο βασιλεύς τοις εν Βαιθσούρα δεξιάν έδωκεν. ευμενείς εποίησεν. υπετάγη και ώμοσεν επί πάσι τοις δικαίοις. ανέζευξεν εις Αντιόχειαν. συνεχύθη. τους Ιουδαίους παρεκάλεσεν. δεύρο νυν ελήλυθα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και κατεκλείσθη. προσκληθείς εις συνέδριον υπό του Δημητρίου και επερωτηθείς εν τίνι διαθέσει και βουλή καθεστήκασιν οι Ιουδαίοι. συννοήσας ότι καθ ‘ οντιναούν τρόπον ουκ έστιν αυτω σωτηρία. ούτω τα του βασιλέως της εφόδου και της αναζυγής εχώρησε. 8 πρώτον μεν υπέρ των ανηκόντων τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 993 . απήει προσέβαλε τοις περί τον Ιούδαν. πολεμοτροφούσι και στασιάζουσιν. έλαβεν. 4 ήκε προς τον βασιλέα Δημήτριον πρώτω και πεντηκοστω και εκατοστω έτει προσάγων αυτω στέφανον χρυσούν και φοίνικα. και την ημέραν εκείνην ησυχίαν έσχε. συνελύθη και θυσίαν προσήγαγεν. 7 όθεν αφελόμενος την προγονικήν δόξαν. κατεπράϋνε. ετίμησε τον νεώ και τον τόπον εφιλανθρώπησε 24 και τον Μακκαβαίον απεδέξατο. λέγω δη την αρχιερωσύνην. κατέλιπε στρατηγόν από Πτολεμαϊδος έως των Γερρηνών Ηγεμονίδην.

δεύτερον δε και των ιδίων πολιτών στοχαζόμενος· τη μεν γαρ των προειρημένων αλογιστία το σύμπαν ημών γένος ου μικρώς ακληρεί. τους δε συν αυτω σκορπίσαι. επένευσαν ταις συνθήκες. βασιλεύ. 11 τοιούτων δε ρηθέντων υπό τούτου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 994 . 17 Σίμων δε ο αδελφός Ιούδα συμβεβληκώς ην τω Νικάνορι. 21 ετάξαντο δε ημέραν. 10 άχρι γαρ Ιούδας περίεστιν. 14 οι δε επί της Ιουδαίας πεφυγαδευκότες τον Ιούδαν έθνη συνέμισγον αγεληδόν τω Νικάνορι. τας των Ιουδαίων ατυχίας και συμφοράς ιδίας ευημερίας δοκούντες έσεσθαι. 24 και είχε τον Ιούδαν διαπαντός εν προσώπω. αεί δε μετ ‘ επιφανείας αντιλαμβανόμενον της εαυτού μερίδος. 15 Ακούσαντες δε την του Νικάνορος έφοδον και την επίθεσιν των εθνών. καταπασάμενοι γην ελιτάνευον τον άχρι αιώνος συστήσαντα τον εαυτού λαόν. 9 έκαστα δε τούτων επεγνωκώς συ. και της χώρας και του περιϊσταμένου γένους ημών προνοήθητι. 23 διέτριβε δε ο Νικάνωρ εν Ιεροσολύμοις. 16 προτάξαντος δε του ηγουμένου εκείθεν ευθέως ανέζευξαν και συμμίσγουσιν αυτοίς επί κώμην Δεσσαού. βραχέως δε δια την αιφνίδιον των αντιπάλων αφασίαν επταικώς. μη ποτε εκ των πολεμίων αιφνιδίως κακουργία γένηται· την αρμόζουσαν εποιήσαντο κοινολογίαν. 20 πλείονος δε γενομένης περί τούτων επισκέψεως και του ηγεμόνος τοις πλήθεσιν ανακοινωσαμένου και φανείσης ομοψήφου γνώμης. αδύνατον ειρήνης τυχείν τα πράγματα. καταστήσαι δε Άλκιμον αρχιερέα του μεγίστου ιερού. ψυχικώς τω ανδρί προσεκέκλιτο. 19 διόπερ έπεμψε Ποσιδώνιον και Θεόδοτον και Ματταθίαν δούναι και λαβείν δεξιάς. καθ ‘ ην έχεις προς άπαντας ευαπάντητον φιλανθρωπίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεί γνησίως φρονών. 25 παρακάλεσεν αυτόν γήμαι και παιδοποιήσασθαι· εγάμησεν. και στρατηγόν αναδείξας της Ιουδαίας. θάττον οι λοιποί φίλοι δυσμενώς έχοντες τα προς τον Ιούδαν προσεπύρωσαν τον Δημήτριον. 12 προσκαλεσάμενος δε ευθέως Νικάνορα τον γενόμενον ελεφαντάρχην. τους δε συναχθέντας αγελαίους όχλους απέλυσε. και έπραττεν ουθέν άτοπον. 18 όμως δε ακούων ο Νικάνωρ ην είχον οι περί τον Ιούδαν ανδραγαθίαν και εν τοις υπέρ της πατρίδος αγώσιν ευψυχίαν. υπευλαβείτο την κρίσιν δι ‘ αιμάτων ποιήσασθαι. εν ή κατ ‘ ιδίαν ήξουσιν εις το αυτό· και προήλθε και παρ ‘ εκάστου διαφόρους έθεσαν δίφρους· 22 διέταξεν Ιούδας ενόπλους ετοίμους εν τοις επικαίροις τόποις. εξαπέστειλε 13 δούς εντολάς αυτόν μεν τον Ιούδαν επαναλέσθαι. εκοινώνησε βίου. ευστάθησεν. 26 Ο δε Άλκιμος συνιδών την προς αλλήλους εύνοιαν και τας γενομένας συνθήκας.

τόνδε του Θεού σηκόν εις πεδίον ποιήσω και το θυσιαστήριον κατασκάψω και ιερόν ενταύθα τω Διονύσω επιφανές αναστήσω. 29 επεί δε τω βασιλεί αντιπράττειν ουκ ην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναλαβών ήκε προς τον Δημήτριον και έλεγε τον Νικάνορα αλλότρια φρονείν των πραγμάτων· τον γαρ επίβουλον της βασιλείας Ιούδαν διάδοχον αναδέδειχεν εαυτού. περικατάληπτος γενόμενος υπέθηκε εαυτω ξίφος. 33 προτείνας την δεξιάν εις τον νεώ ταύτα ώμοσε· εάν μη δέσμιόν μοι τον Ιούδαν παραδώτε. ην είχε προς τους Ιουδαίους δυσμένειαν. των όλων απροσδεής υπάρχων. 37 Ραζίς δε τις των από Ιεροσολύμων πρεσβυτέρων εμηνύθη τω Νικάνορι. 30 ο δε Μακκαβαίος αυστηρότερον διεξάγοντα συνιδών τον Νικάνορα προς αυτόν και την ειθισμένην απάντησιν αγροικότερον εσχηκότα. 34 τοσαύτα δε ειπών απήλθεν· οι δε ιερείς προτείναντες τας χείρας εις τον ουρανόν. 31 συγγνούς δε ο έτερος ότι γενναίως υπό του ανδρός εστρατήγηται. παραγενόμενος επί το μέγιστον και άγιον ιερόν. 41 των δε πληθών μελλόντων τον πύργον καταλαβέσθαι και την αυλαίαν θύραν βιαζομένων και κελευόντων πυρ προσάγειν και τας θύρας υφάπτειν. απέστειλε στρατιώτας υπέρ τους πεντακοσίους συλλαβείν αυτόν· 40 έδοξε γαρ εκείνον συλλαβών τούτοις εργάσασθαι συμφοράν. επεκαλούντο τον διαπαντός υπέρμαχον του έθνους ημών ταύτα λέγοντες· 35 συ Κύριε. και σώμα και ψυχήν υπέρ του Ιουδαϊσμού παραβεβλημένος μετά πάσης εκτενίας. ει τα διεσταλμένα αθετήσει μηδέν τ ‘ ανδρός ηδικηκότος. συστρέψας ουκ ολίγους των περί εαυτόν. 27 ο δε βασιλεύς έκθυμος γενόμενος και ταις του παμπονήρου ερεθισθείς διαβολαίς. των ιερέων τας καθηκούσας θυσίας προσαγόντων. συνεκρύπτετο τον Νικάνορα. 36 και νυν άγιε παντός αγιασμού Κύριε. εκέλευσε παραδιδόναι τον άνδρα. έγραψε Νικάνορι φάσκων υπέρ μεν των συνθηκών βαρέως φέρειν. νοήσας ουκ από του βελτίστου την αυστηρίαν είναι. 42 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 995 . 39 βουλόμενος δε Νικάνωρ πρόδηλον ποιήσαι. ευδόκησας ναόν της σής κατασκηνώσεως εν ημίν γενέσθαι. εύκαιρον ετήρει στρατηγήματι τούτ ‘ επιτελέσαι. 32 των δε μεθ ‘ όρκων φασκόντων μη γινώσκειν που ποτ ‘ έστιν ο ζητούμενος. διατήρησον εις αιώνα αμίαντον τόνδε τον προσφάτως κεκαθαρισμένον οίκον. ανήρ φιλοπολίτης και σφόδρα καλώς ακούων και κατά την εύνοιαν πατήρ των Ιουδαίων προσαγορευόμενος. 28 προσπεσόντων δε τούτων τω Νικάνορι συνεκέχυτο και δυσφόρως έφερεν. 38 ην γαρ εν τοις έμπροσθεν χρόνοις της αμειξίας κρίσιν εισενηνεγμένος Ιουδαϊσμού. κελεύων δε τον Μακκαβαίον δέσμιον εξαποστέλλειν ταχέως εις Αντιόχειαν.

δόξαν δε απομέρισον τη προτετιμημένη υπό του πάντα εφορώντος μεθ ‘ αγιότητος ημέρα. φησί. εβουλεύσατο τη της καταπαύσεως ημέρα μετά πάσης ασφαλείας αυτοίς επιβαλείν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευγενώς θέλων αποθανείν ήπερ τοις αλιτηρίοις υποχείριος γενέσθαι και της ιδίας ευγενείας αναξίως υβρισθήναι. ταύτα αυτω πάλιν αποδούναι. 43 τη δε πληγή μη κατευθικτήσας δια την του αγώνος σπουδήν και των όχλων είσω των θυρωμάτων εισβαλόντων. τόνδε τον τρόπον μετήλλαξεν. 45 έτι δε έμπνους υπάρχων και πεπυρωμένος τοις θυμοίς. δρόμω τους όχλους διελθών και στάς επί τινος πέτρας απορρωγάδος. 46 παντελώς έξαιμος ήδη γενόμενος. ενέσεισε τοις όχλοις και επικαλεσάμενος τον δεσπόζοντα της ζωής και του πνεύματος. έχοντας δε κατά νουν τα προγεγονότα αυτοίς απ ‘ ουρανού βοηθήματα και τανύν προσδοκάν την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 996 . 44 των δε ταχέως αναποδισάντων γενομένου διαστήματος ήλθε κατά μέσον τον κενεώνα. 3 ο δε τρισαλιτήριος επηρώτησεν. 6 και ο μεν Νικάνωρ μετά πάσης αλαζονείας υψαυχενών. 7 ο δε Μακκαβαίος ην αδιαλείπτως πεποιθώς μετά πάσης ελπίδος αντιλήψεως τεύξασθαι παρά του Κυρίου 8 και παρεκάλει τους συν αυτω μη δειλιάν την των εθνών έφοδον. Β ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 Ο δε Νικάνωρ μεταλαβών τους περί τον Ιούδαν όντας εν τοις κατά Σαμάρειαν τόποις. όμως ου κατέσχεν επιτελέσαι το σχέτλιον αυτού βούλημα. 4 των δε αποφηναμένων· έστιν ο Κύριος ζων αυτός εν ουρανω δυνάστης ο κελεύσας ασκείν την εβδομάδα· 5 ο δε έτερος· καγώ. δυνάστης επί της γης ο προστάσσων αίρειν τα όπλα και τας βασιλικάς χρείας επιτελείν. εξαναστάς φερομένων κρουνηδόν των αιμάτων και δυσχερών όντων των τραυμάτων. 2 των δε κατ ‘ ανάγκην συνεπομένων αυτω Ιουδαίων λεγόντων· μηδαμώς ούτως αγρίως και βαρβάρως απολέσης. κατεκρήμνισεν εαυτόν ανδρείως εις τους όχλους. ει έστιν εν ουρανω δυνάστης ο προστεταχώς άγειν την των σαββάτων ημέραν. αναδραμών γενναίως επί το τείχος. προβαλών τα έντερα και λαβών εκατέραις ταις χερσίν. διεγνώκει κοινόν των περί τον Ιούδαν συστήσασθαι τρόπαιον.

γενναίως δε εμφέρεσθαι και μετά πάσης ευανδρίας εμπλακέντες κρίναι τα πράγματα. 13 είθ ‘ ούτως επιφανήναι άνδρα πολιά και δόξη διαφέροντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρά του Παντοκράτορος εσομένην αυτοίς νίκην και βοήθειαν. ως την εν τοις αγαθοίς λόγοις παράκλησιν. 11 έκαστον δε αυτών καθοπλίσας ου την ασπίδων και λογχών ασφάλειαν. τον κατόπτην. καθώς δε αν αυτω κριθείη. 21 συνιδών ο Μακκαβαίος την των πληθών παρουσίαν και των όπλων την ποικίλην παρασκευήν την τε των θηρίων αγριότητα. τούτον τας χείρας προτείναντα κατεύχεσθαι τω παντί των Ιουδαίων συστήματι. προθυμοτέρους αυτούς κατέστησε. διέγνωσαν μη στρατοπεδεύεσθαι. 12 ην δε η τούτου θεωρία τοιάδε· ‘Ονίαν τον γενόμενον αρχιερέα άνδρα καλόν και αγαθόν. 22 έλεγε δε επικαλούμενος τόνδε τον τρόπον· συ Δέσποτα. 14 αποκριθέντα δε τον ‘Ονίαν ειπείν· ο φιλάδελφος ούτός εστιν ο πολλά προσευχόμενος περί του λαού και της αγίας πόλεως Ιερεμίας ο του Θεού προφήτης. προσυπομνήσας δε αυτούς και τους αγώνας. προτείνας τας χείρας εις τον ουρανόν επεκαλέσατο τον τερατοποιόν Κύριον. πράον δε τον τρόπον και λαλιάν προϊέμενον πρεπόντως και εκ παιδός εκμεμελητηκότα πάντα τα της αρετής οικεία. τοις αξίοις περιποιείται την νίκην. δια το και την πόλιν και τα άγια και το ιερόν κινδυνεύειν. ους ήσαν εκτετελεκότες. διδόντα δε προσφωνήσαι τάδε· 16 λάβε την αγίαν ρομφαίαν δώρον παρά του Θεού. 17 παρακληθέντες δε τοις Ιούδα λόγοις πάνυ καλοίς και δυναμένοις επ ‘ αρετήν παρορμήσαι και ψυχάς νέων επανορθώσαι. 18 ην γαρ ο περί γυναικών και τέκνων. 19 ην δε και τοις εν τη πόλει κατειλημμένοις ου πάρεργος αγωνία ταρασσομένοις της εν υπαίθρω προσβολής. δι ‘ ης θραύσεις τους υπεναντίους. γινώσκων ότι ουκ έστι δι ‘ όπλων η νίκη. 9 και παραμυθούμενος αυτούς εκ του νόμου και των προφητών. 10 και τοις θυμοίς διεγείρας αυτούς παρήγγειλεν άμα παρεπιδεικνύς την των εθνών αθεσίαν και την των όρκων παράβασιν. απέστειλας τον άγγελόν σου επί Εζεκίου του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 997 . 15 προτείναντα δε τον Ιερεμίαν την δεξιάν παραδούναι τω Ιούδα ρομφαίαν χρυσήν. 20 και πάντων ήδη προσδοκώντων την εσομένην κρίσιν και ήδη συμμειξάντων των πολεμίων και της στρατιάς εκταγείσης και των θηρίων επί μέρος εύκαιρον αποκατασταθέντων της τε ίππου κατά κέρας τεταγμένης. μέγιστος δε και πρώτος ο περί του καθηγιασμένου ναού φόβος. και προσεξηγησάμενος όνειρον αξιόπιστον ύπερ τι πάντας εύφρανεν. έτι δε αδελφών και συγγενών εν ήττονι μέρει κείμενος αυτοίς αγών. αιδήμονα μεν την απάντησιν. θαυμαστήν δε τινα και μεγαλοπρεπεστάτην είναι την περί αυτόν υπεροχήν.

39 καθάπερ γαρ οίνον καταμόνας πίνειν. ην εκτείνας επί τον άγιον του Παντοκράτορος οίκον εμεγαλαύχησε. 28 γενόμενοι δε από της χρείας και μετά χαράς αναλύοντες. ευλόγουν τον Δυνάστην τη πατρίω φωνή. 38 και ει μεν καλώς και ευθίκτως τη συντάξει. 36 και εδογμάτισαν πάντες μετά κοινού ψηφίσματος μηδαμώς εάσαι απαρασήμαντον τήνδε την ημέραν. ταις δε καρδίαις προς τον Θεόν ευχόμενοι κατέστρωσαν ουδέν ήττον μυριάδων τριών και πεντακισχιλίων. έχειν δε επίσημον την τρισκαιδεκάτην του δωδεκάτου μηνός . 29 γενομένης δε κραυγής και ταραχής. τούτο εφικτόν ην μοι.προ μιάς ημέρας της Μαρδοχαϊκής ημέρας. 32 και επιδειξάμενος την του μιαρού Νικάνορος κεφαλήν και την χείρα του δυσφήμου. τη του Θεού μεγάλως ευφρανθέντες επιφανεία. 31 παραγενόμενος δε εκεί και συγκαλέσας τους ομοεθνείς και τους ιερείς προ του θυσιαστηρίου στήσας. 34 οι δε πάντες εις τον ουρανόν ευλόγησαν τον επιφανή Κύριον λέγοντες· ευλογητός ο διατηρήσας τον εαυτού τόπον αμίαντον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλέως της Ιουδαίας και ανείλεν εκ της παρεμβολής Σενναχηρείμ εις εκατόν ογδοηκονταπέντε χιλιάδας· 23 και νυν. επέγνωσαν προπεπτωκότα Νικάνορα συν τη πανοπλία. την του Νικάνορος κεφαλήν αποτεμόντας και την χείρα συν τω ώμω φέρειν εις Ιεροσόλυμα. 25 οι δε περί τον Νικάνορα μετά σαλπίγγων και παιάνων προσήγον. 30 και προσέταξεν ο καθ ‘ άπαν σώματι και ψυχή πρωταγωνιστής υπέρ των πολιτών. 37 Τών ουν κατά Νικάνορα χωρησάντων ούτω και απ ‘ εκείνων των καιρών κρατηθείσης της πόλεως υπό των Εβραίων. 33 και την γλώσσαν του δυσσεβούς Νικάνορος εκτεμών έφη κατά μέρος δώσειν τοις ορνέοις. τούτο και αυτός ήθελον· ει δε ευτελώς και μετρίως. δυνάστα των ουρανών. απόστειλον άγγελον αγαθόν έμπροσθεν ημών εις δέος και τρόμον· 24 μεγέθει βραχίονός σου καταπλαγείησαν οι μετά βλασφημίας παραγενόμενοι επί τον άγιόν σου λαόν.Άδαρ λέγεται τη Συριακή φωνή. μετεπέμψατο τους εκ της άκρας. και αυτός αυτόθι καταπαύσω τον λόγον. ο την της ηλικίας εύνοιαν εις ομοεθνείς διαφυλάξας. ούτω και το της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 998 . ωσαύτως δε και ύδωρ πάλιν πολέμιον· ον δε τρόπον οίνος ύδατι συγκερασθείς ηδύς και επιτερπή την χάριν αποτελεί. 35 εξέδησε δε την του Νικάνορος κεφαλήν εκ της άκρας επίδηλον πάσι και φανερόν της του Κυρίου βοηθείας σημείον. 26 οι δε περί τον Ιούδαν μετ ‘ επικλήσεως και ευχών συνέμειξαν τοις πολεμίοις 27 και ταις μεν χερσίν αγωνιζόμενοι. τα δε επίχειρα της ανοίας κατέναντι του ναού κρεμάσαι. και ούτος μεν εν τούτοις έληξεν.

2 Θεόδοτος δε τις εκπληρώσαι την επιβουλήν διανοηθείς. 5 και ούτω συνέβη τους αντιπάλους εν χειρονομίαις διαφθαρήναι. βοηθείν εαυτοίς τε και τοις τέκνοις και γυναιξί θαρραλέως. ευθαρσείς τους υποτεταγμένους κατέστησε. 3 τούτον δε διαγαγών Δοσίθεος ο Δριμύλου λεγόμενος. επαγγελλομένη δώσειν νικήσασιν εκάστω δύο μνάς χρυσίου. ------------------------------------------------------- Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 Ο δε Φιλοπάτωρ μαθών παρά των ανακομισθέντων την γενομένην των υπ' αυτού κρατουμένων τόπων αφαίρεσιν υπό Αντιόχου παραγγείλας ταις πάσαις δυνάμεσι πεζικαίς τε και ιππικαίς αυτού και την αδελφήν Αρσινόην συμπαραλαβών. ύστερον δε μεταβαλών τα νόμιμα και των πατρίων δογμάτων απηλλοτριωμένος. 6 κατακρατήσας δε της επιβουλής έκρινε τας πλησίον πόλεις επελθών παρακαλέσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατασκευής του λόγου τέρπει τας ακοάς των εντυγχανόντων τη συντάξει. το γένος Ιουδαίος. όπου παρεμβεβλήκεισαν οι περί Αντίοχον. εξώρμησε μέχρι των κατά Ραφίαν τόπων. 4 γενομένης δε καρτεράς μάχης και των πραγμάτων μάλλον ερρωμένων τω Αντιόχω. διεκομίσθη νύκτωρ επί την του Πτολεμαίου σκηνήν ως μόνος κτείναι αυτόν και εν τούτω διαλύσαι τον πόλεμον. παραλαβών των προϋποτεταγμένων αυτω όπλων Πτολεμαϊκών τα κράτιστα. μετά οίκτου και δακρύων τους πλοκάμους λελυμένη. ον συνέβη κομίσασθαι την εκείνου κόλασιν. 7 ποιήσας δε τούτο και τοις τεμένεσι δωρεάς απονείμας. ενταύθα δε έσται η τελευτή. 8 Τών δε Ιουδαίων διαπεμψαμένων προς αυτόν από της γερουσίας και των πρεσβυτέρων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 999 . άσημόν τινα κατέκλινεν εν τη σκηνή. πολλούς δε και δορυαλώτους συλληφθήναι. ικανώς η Αρσινόη επιπορευσαμένη τας δυνάμεις παρεκάλει.

εμέ ου δεί. μηδέ πάσι τοις ιερεύσιν. ανεπιστρέπτως εις το πανυπέρτατον ιερόν ηθροίζοντο. αι μεν κατ' οίκους. 25 οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1000 . αλλ' ή μόνω τω προηγουμένω πάντων αρχιερεί. 21 ποικίλη δε ην των εις τούτο συλλεγομένων η δέησις επί τοις ανοσίως υπ' εκείνου κατεγχειρουμένοις. 9 διακομισθείς δε εις Ιεροσόλυμα και θύσας τω μεγίστω Θεω και χάριτας αποδιδούς και των εξής τι τω τόπω ποιήσας και δη παραγενόμενος εις τον τόπον και τη σπουδαιότητι και ευπρεπεία καταπλαγείς. 24 και το μεν πλήθος ως έμπροσθεν εν τούτοις ανεστρέφετο δεόμενον. ουδαμώς απέλιπε προφερόμενος εαυτόν δείν εισελθείν λέγων· και ει εκείνοι εστέρηνται ταύτης της τιμής. ενεθυμήθη βουλεύσασθαι εισελθείν εις τον ναόν. φησι. άδηλον τιθέμενοι το γινόμενον. ουχί πάντως εισελεύσεσθαι και θελόντων αυτών και μη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ τους ασπασομένους αυτόν και ξένια κομιούντας και ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί τοις συμβεβηκόσι συγχαρησομένους. αι δε κατά τας αγυιάς. ουδαμώς ηβούλετο πείθεσθαι. συνέβη μάλλον αυτόν προθυμηθήναι ως τάχιστα προς αυτούς παραγενέσθαι. 22 συν τε τούτοις οι των πολιτών θρασυνθέντες ουκ ηνείχοντο τέλεον αυτού επικειμένου και το της προθέσεως αυτού εκπληρούν διανοουμένου. 17 οι κατά την πόλιν απολιπόμενοι ταραχθέντες εξεπήδησαν. γόων τε και στεναγμών τας πλατείας ενεπίμπλων. 16 των δε ιερέων εν ταις αγίαις εσθήσεσι προπεσόντων και δεομένων του μεγίστου Θεού βοηθείν τη ενεστώση ανάγκη και την ορμήν του κακώς επιβαλλομένου μεταθείναι κραυγής τε μετά δακρύων το ιερόν εμπλησάντων. 11 των δε ειπόντων μη καθήκειν γίνεσθαι τούτο. τούτου δια τινα αιτίαν. 13 και επυνθάνετο δια τίνα αιτίαν εισερχόμενον αυτόν εις παν τέμενος ουθείς εκώλυσε των παρόντων. και τούτω άπαξ κατ' ενιαυτόν. αι τε προς τούτοις μητέρες και τιθηνοί παραλιπούσαι άλλως και άλλως. δια το μηδέ τοις εκ του έθνους εξείναι εισιέναι. 23 φωνήσαντες δε την ορμήν επί τα όπλα ποιήσασθαι και θαρραλέως υπέρ του πατρώου νόμου τελευτάν. ικανήν εποίησαν εν τω τόπω τραχύτητα. 10 θαυμάσας δε και την του ιερού ευταξίαν. 20 τα δε νεογνά των τέκνων. 19 αι δε και προσαρτίως εσταλμέναι τους προς απάντησιν διατεταγμένους παστούς και την αρμόζουσαν αιδώ παραλείπουσαι. 15 γενομένου δε. 18 αι τε κατάκλειστοι παρθένοι εν θαλάμοις συν ταις τεκούσαις εξώρμησαν και σποδω και κόνει τας κεφαλάς πασάμεναι. δρόμον άτακτον εν τη πόλει συνίσταντο. μόλις δε υπό τε των γεραιών και των πρεσβυτέρων αποτραπέντες επί την αυτήν της δεήσεως έστησαν στάσιν. 14 και τις απρονοήτως έφη κακώς αυτό τούτο τερατεύεσθαι. 12 του τε νόμου παραναγνωσθέντος.

πυρί και θείω κατέφλεξας. εφ' αις εγνώρισας το μέγα σου κράτος· 7 και επιδιώξαντα αυτόν συν άρμασι και όχλων πλήθει επέκλυσας βάθει θαλάσσης. άτε δη των πάντων τότε θάνατον αλλασσομένων αντί της του τόπου βεβηλώσεως. 9 συ. τέλος επιθήσειν δοκών τω προειρημένω. άγιε εν αγίοις. παράδειγμα τοις επιγινομένοις καταστήσας. εξελέξω την πόλιν ταύτην και αγιάσας τον τόπον τούτον εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1001 . 5 συ τους υπερηφανίαν εργαζομένους Σοδομίτας. βασιλεύ. πρόσχες ημίν καταπονουμένοις υπό ανοσίου και βεβήλου θράσει και σθένει πεφρυαγμένου. 28 εκ δε της πυκνοτάτης τε και εμπόνου των όχλων συναγομένης κραυγής ανείκαστός τις ην βοή· 29 δοκείν γαρ ην μη μόνον τους ανθρώπους. ποικίλαις και πολλαίς δοκιμάσας τιμωρίαις. βασιλεύ των ουρανών και δέσποτα πάσης κτίσεως. μη παριδόντα την άνομον και υπερήφανον πράξιν. Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 Ο μεν ουν αρχιερεύς Σίμων εξεναντίας του ναού κάμψας τα γόνατα και τας χείρας προτείνας ευτάκτως. 4 συ τους έμπροσθεν αδικίαν ποιήσαντας. 8 οί και συνιδόντες έργα σής χειρός ήνεσάν σε τον παντοκράτορα. εν οίς και γίγαντες ήσαν ρώμη και θράσει πεποιθότες. κτίσας την απέραντον και αμέτρητον γην. διέφθειρας επαγαγών αυτοίς αμέτρητον ύδωρ. αλλά και τα τείχη και το παν έδαφος ηχείν. διαδήλους ταις κακίαις γενομένους. τους δε εμπιστεύσαντας επί σοί τω της απάσης κτίσεως δυναστεύοντι σώους διεκόμισας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε περί τον βασιλέα πρεσβύτεροι πολλαχώς επειρώντο τον αγέρωχον αυτού νουν εξιστάνειν της εντεθυμημένης βουλής. 3 συ γαρ ο κτίσας τα πάντα και των όλων επικρατών δυνάστης δίκαιος ει και τους ύβρει και αγερωχία πράσσοντάς τι κρίνεις. εγνώρισας την σήν δυναστείαν. 6 συ τον θρασύν Φαραώ καταδουλωσάμενον τον λαόν σου τον άγιον Ισραήλ. παντοκράτωρ. εποιήσατο την δέησιν τοιαύτην. 26 θρασυνθείς δε και πάντα παραπέμψας ήδη και πρόσβασιν εποιείτο. μόναρχε. 2 Κύριε Κύριε. 27 ταύτα ουν και οι περί αυτόν όντες θεωρούντες ετράπησαν εις το συν τοις ημετέροις επικαλείσθαι τον παν κράτος έχοντα τοις παρούσιν επαμύναι.

14 εν δε τη ημετέρα καταπτώσει ο θρασύς και βέβηλος ούτος επιτηδεύει καθυβρίσαι τον επί της γης αναδεδειγμένον τω ονόματι της δόξης σου άγιον τόπον. 22 ένθεν και ένθεν κραδάνας αυτόν ως κάλαμον υπό ανέμου. μετ' απειλής δε πικράς ανέλυσε. τον ύβρει και θράσει μεγάλως επηρμένον εμάστιξεν αυτόν. έτι και τοις μέλεσι παραλελυμένον μηδέ φωνήσαι δύνασθαι δικαία περιπεπλεγμένον κρίσει. 13 ιδού δε νυν. 24 εν χρόνω δε ύστερον αναλεξάμενος εαυτόν ουδαμώς εις μετάμελον ήλθεν επιτιμηθείς. 11 και δη πιστός ει και αληθινός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όνομά σοι τω των απάντων απροσδεεί και παρεδόξασας εν επιφανεία μεγαλοπρεπεί. 15 το μεν γαρ οικητήριόν σου ουρανός του ουρανού ανέφικτος ανθρώποις εστίν. μηδέ αγαλλιάσωνται εν υπερηφανία γλώσσης αυτών λέγοντες· 18 ημείς κατεπατήσαμεν τον οίκον του αγιασμού. 10 και αγαπών τον οίκον του Ισραήλ επηγγείλω δη ότι εάν γένηται ημών αποστροφή και καταλάβη ημάς στενοχωρία και ελθόντες εις τον τόπον τούτον δεηθώμεν. 26 ου μόνον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1002 . 23 όθεν οί τε φίλοι και οι σωματοφύλακες αυτού ταχείαν και οξείαν ιδόντες την καταλαβούσαν αυτόν εύθυναν. δια τας πολλάς και μεγάλας ημών αμαρτίας καταπονούμεθα και υπετάγημεν τοις εχθροίς ημών και παρείμεθα εν αδυναμίαις. 16 αλλ' επεί ευδοκήσας την δόξαν σου εν τω λαω σου Ισραήλ ηγίασας τον τόπον τούτον. 21 Ενταύθα ο πάντων επόπτης Θεός και προ πάντων άγιος εν αγίοις εισακούσας της ενθέσμου λιτανείας. ως καταπατούνται οι οίκοι των προσοχθισμάτων. φοβούμενοι μη και το ζήν εκλείπη. εισακούση της δεήσεως ημών. 17 μη εκδικήσης ημάς εν τη τούτων ακαθαρσία. δια δε των προαποδεδειγμένων συμποτών και εταίρων του παντός δικαίου κεχωρισμένων. 25 Διακομισθείς δε εις την Αίγυπτον και τα της κακίας επαύξων. ταχέως αυτόν εξείλκυσαν υπερβάλλοντι καταπεπληγμένοι φόβω. και δος αινέσεις εν στόματι των καταπεπτωκότων και συντετριμμένων τας ψυχάς ποιήσας ημίν ειρήνην. 20 ταχύ προκαταλαβέτωσαν ημάς οι οικτιρμοί σου. σύστασιν ποιησάμενος αυτού προς δόξαν του μεγάλου και εντίμου ονόματός σου. 19 απάλειψον τας αμαρτίας ημών και διασκέδασον τας αμπλακίας ημών και επίφανον το έλεός σου κατά την ωραν ταύτην. μηδέ ευθύνης ημάς εν βεβηλώσει. άγιε βασιλεύ. ίνα μη καυχήσωνται οι παράνομοι εν θυμω αυτών. 12 επεί δε πλεονάκις θλιβέντων των πατέρων ημών εβοήθησας αυτοίς εν τη ταπεινώσει και ερρύσω αυτούς εκ μεγάλων κινδύνων. ωστε κατ' εδάφους άπρακτον.

32 οι δε πλείστοι γενναία ψυχή ενίσχυσαν και ου διέστησαν της ευσεβείας. 2 τούτων δε οικονομουμένων φήμη δυσμενής εξηχείτο κατά του γένους ανθρώποις συμφρονούσιν εις κακοποίησιν. αφορμής διδομένης εις διάθεσιν. 27 προέθετο δε δημοσία κατά του έθνους διαδούναι ψόγον· και επί του κατά την αυλήν πύργου στήλην αναστήσας εξεκόλαψε γραφήν. ους και καταχωρίσαι εις την προσυνεσταλμένην αυθεντίαν. 31 Ένιοι μεν ουν επί πόλεως τας της πόλεως ευσεβείας επιβάθρας στυγούντες ευχερώς εαυτούς εδίδοσαν ως μεγάλης τινός κοινωνήσοντες ευκλείας από της εσομένης τω βασιλεί συναναστροφής. υπέγραψεν· εάν δε τινες εξ αυτών προαιρώνται εν τοις κατά τας τελετάς μεμυημένοις αναστρέφεσθαι. τούτους ισοπολίτας Αλεξανδρεύσιν είναι. αλλά και τοις εν τη χώρα βαρυτέρως εναντιωθήναι και προστάξαι σπεύσαντας συναγαγείν πάντας επί το αυτό και χειρίστω μόρω του ζήν μεταστήσαι. τα τε χρήματα περί του ζήν αντικαταλλασσόμενοι αδεώς επειρώντο εαυτούς ρύσασθαι εκ των απογραφών· 33 ευέλπιδες δε καθειστήκεισαν αντιλήψεως τεύξεσθαι· και τους αποχωρούντας εξ αυτών εβδελύσσοντο και ως πολεμίους του έθνους έκρινον και της κοινής συναναστροφής και ευχρηστίας εστέρουν. 29 τους τε απογραφομένους χαράσσεσθαι και δια πυρός εις το σώμα παρασήμω Διονύσου κισσοφύλλω. 28 μηδένα των μη θυόντων εις τα ιερά αυτών εισιέναι. 3 οι δε Ιουδαίοι την μεν προς τους βασιλείς εύνοιαν και πίστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1003 . Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 Α και μεταλαμβάνων ο δυσσεβής επί τοσούτον εχόλησεν. αλλά και επί τοσούτον θράσους προήλθεν. τους δε αντιλέγοντας βία φερομένους του ζήν μεταστήσαι. ωστε ου μόνον τοις κατ' Αλεξάνδρειαν διοργίζεσθαι. πάντας δε τους Ιουδαίους εις λαογραφίαν και οικετικήν διάθεσιν αχθήναι. ωστε δισφυμίας εν τοις τόποις συνίστασθαι και πολλούς των φίλων ατενίζοντας εις την του βασιλέως πρόθεσιν και αυτούς έπεσθαι τη εκείνου θελήσει. ως αν από των νομίμων αυτούς κωλυόντων. 30 ίνα δε μη τοις πάσιν απεχθόμενος φαίνηται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ταις αναριθμήτοις ασελγείαις διηρκέσθη.

7 την δε περί των προσκυνήσεων και τροφών διάστασιν εθρύλουν. 11 Εκείνος μεν ουν τη κατά το παρόν ευημερία γεγαυρωμένος και ου καθορών το του μεγίστου Θεού κράτος. 17 οι δε λόγω μεν την ημετέραν αποδεξάμενοι παρουσίαν. 10 ήδη δε και τινες γείτονές τε και φίλοι και συμπραγματευόμενοι μυστικώς τινας επισπώμενοι. 18 τύφοις φερόμενοι παλαιοτέροις. ταραχήν απροσδόκητον περί τους ανθρώπους θεωρούντες και συνδρομάς απροσκόπτους γινομένας. 16 και τοις κατά πόλεσιν ιεροίς απονείμαντες προσόδους πλείστας. πίστεις εδίδουν συνασπιείν και παν εκτενές προσοίσεσθαι προς αντίληψιν. έγραψε κατ' αυτών επιστολήν τήνδε· 12 «Βασιλεύς Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ τοις κατ' Αίγυπτον και κατά τόπον στρατηγοίς και στρατιώταις χαίρειν και ερρώσθαι· 13 έρρωμαι δε και εγώ αυτός και τα πράγματα ημών. δυσμενείς δε είναι και μέγα τι τοις πράγμασιν εναντιουμένους· και ου τω τυχόντι περιήψαν ψόγω. 5 τη δε των δικαίων ευπραξία κοσμούντες την συναναστροφήν άπασιν ανθρώποις ευδόκιμοι καθειστήκεισαν. προήχθημεν και εις τα Ιεροσόλυμα αναβάντες τιμήσαι το ιερόν των αλιτηρίων και μηδέποτε ληγόντων της ανοίας. 6 την μεν ουν περί του γένους εν πάσι θρυλουμένην ευπραξίαν οι αλλόφυλοι ουδαμώς διηριθμήσαντο. φάσκοντες μήτε τω βασιλεί μήτε ταις δυνάμεσιν ομοσπόνδους τους ανθρώπους γενέσθαι. 19 την δε αυτών εις ημάς δυσμένειαν έκδηλον καθιστάντες. ως μονώτατοι των εθνών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1004 . 14 της εις την Ασίαν γενομένης ημίν επιστρατείας. παρεκάλουν δε και δυσφόρως είχον και μεταπεσείσθαι ταύτα υπελάμβανον· 9 μη γαρ ούτως παροραθήσεσθαι τηλικούτο σύστεμα μηδέν ηγνοηκός. τη των θεών προς ημάς απροπτώτω συμμαχία και τη ημετέρα δε ρώμη κατά λόγον επ' άριστον τέλος αχθείσης. ης ίστε και αυτοί. 8 οι δε κατά την πόλιν ΄Ελληνες ουδέν ηδικημένοι. βοηθείν μεν ουκ έσθενον. υπολαμβάνων δε διηνεκώς εν τη αυτη διαμένειν βουλή. τυραννική γαρ ην η διάθεσις. 4 σεβόμενοι δε τον Θεόν και τω τούτου νόμω πολιτευόμενοι χωρισμόν εποίουν επί τω κατά τας τροφάς. τω δε πράγματι νόθως. δι' ην αιτίαν ενίοις απεχθείς εφαίνοντο. είρξαν ημάς της εισόδου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αδιάστροφον ήσαν διαφυλάσσοντες. επιεικεία δε και πολλή φιλανθρωπία τιθηνήσασθαι τα κατοικούντα Κοίλην Συρίαν και Φοινίκην έθνη ευ ποιήσαί τε ασμένως. απολειπόμενοι της ημετέρας αλκής δι' ην έχομεν προς άπαντας ανθρώπους φιλανθρωπίαν. προθυμηθέντων ημών εισελθείν εις τον ναόν αυτών και τοις εκπρεπέσι και καλλίστοις αναθήμασι τιμήσαι. 15 ηγησάμεθα μη βία δόρατος.

διηνεκώς δε εις το φαύλον εκνεύοντες. 22 οι δε τουναντίον εκδεχόμενοι και τη συμφύτω κακοηθεία το καλόν απωσάμενοι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1005 . αισχίσταις βασάνοις αποτυμπανισθήσεται πανοικί. 30 Και ο μεν της επιστολής τύπος ούτως εγέγραπτο. εβουλήθημεν και πολιτείας αυτούς Αλεξανδρέων καταξιώσαι και μετόχους των αεί ιερέων καταστήσαι. 29 πας δε τόπος. τούτους κατά πάντα δυσνοείν ημίν τρόπον και προνοούμενοι μήποτε αιφνιδίου μετέπειτα ταραχής ενστάσης ημίν τους δυσσεβείς τούτους κατά νώτου προδότας και βαρβάρους έχωμεν πολεμίους 25 προστετάχαμεν άμα τω προσπεσείν την επιστολήν τήνδε αυθωρεί τους εννεμομένους συν γυναιξί και τέκνοις μετά ύβρεων και σκυλμών αποστείλαι προς ημάς εν δεσμοίς σιδηροίς πάντοθεν κατακεκλεισμένους. εφ' ω την ουσίαν του εμπίπτοντος υπό την εύθυναν λήψεται και εκ του βασιλικού αργυρίου δραχμάς δισχιλίας και της ελευθερίας τεύξεται και στεφανωθήσεται. 26 τούτων γαρ ομού κολασθέντων. ουδέν γνήσιον βούλονται φέρειν. παρέκαστα υφορώμενοι δια της δυσκλεεστάτης εμβιώσεως δια τάχους ημάς καταστρέψαι τα κατορθώματα. διειλήφαμεν εις τον επίλοιπον χρόνον τελείως ημίν τα πράγματα εν ευσταθεία και βελτίστη διαθέσει κατασταθήσεσθαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύσι και τοις εαυτών ευεργέταις υψαυχενούντες. δια τε την συμμαχίαν και τα πεπιστευμένα μετά απλότητος αυτοίς αρχήθεν μύρια πράγματα τολμήσαντες εξαλλοιώσαι. 21 εν δε τούτοις προς τους ομοφύλους αυτών αμνησικακίαν άπασι γνωρίζοντες. 20 ημείς δε τη τούτων ανοία συμπεριενεχθέντες και μετά νίκης διακομισθέντες και εις την Αίγυπτον τοις πάσιν έθνεσι φιλανθρώπως απαντήσαντες καθώς έπρεπεν εποιήσαμεν. 28 μηνύειν δε τον βουλόμενον. 23 ου μόνον απεστρέψαντο την ατίμητον πολιτείαν. 27 ος δι' αν σκεπάση τινά των Ιουδαίων από γηραιού μέχρι νηπίου μέχρι των υπομαστιδίων. αλλά και βδελύσσονται λόγω τε και σιγή τους εν αυτοίς ολίγους προς ημάς γνησίως διακειμένους. άβατος και πυριφλεγής γινέσθω και πάση θνητη φύσει κατά πάντα άχρηστος φανήσεται εις τον αεί χρόνον». 24 διό και τεκμηρίοις καλώς πεπεισμένοι. ου εάν φωραθή το σύνολον σκεπαζόμενος Ιουδαίος. εις ανήκεστον και δυσκλεή πρέποντα δυσμενέσι φόνον.

11 Τούτων δε επί την λεγομένην Σχεδίαν αχθέντων και του παράπλου περανθέντος. 3 τις νομός ή πόλις ή τις το σύνολον οικητός τόπος ή τίνες αγυιαί κοπετού και γόων επ' αυτοίς ουκ ενεπιπλώντο. δημοτελής συνίστατο τοις έθνεσιν ευωχία μετά αλαλαγμών και χαράς. όπου προσέπιπτε τούτο το πρόσταγμα. 10 έτι και τω καθύπερθε πυκνω σανιδώματι διακειμένω. ακαλύπτως δε αγόμεναι. την εκ του γήρως νωθρότητα ποδών επίκυφον ανατροπής ορμή βιαίας απάσης αιδούς άνευ προς οξείαν καταχρωμένων πορείαν. στεναγμοίς πεπυρωμένης της αυτών πάντοθεν καρδίας. οι δε τους πόδας αρρήκτοις κατησφαλισμένοι πέδαις. ολοφυρομένων την απροσδόκητον εξαίφνης επικριθείσαν αυτοίς ολεθρίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΠΑΝΤΗ δε. αντί τέρψεως μεταλαβούσαι γόους και κόνει την μυροβραχή πεφυρμέναι κόμην. 4 ούτω γαρ μετά πικρίας ανοίκτου ψυχής υπό των κατά πόλιν στρατηγών ομοθυμαδόν εξαπεστέλλοντο. αντί ευωχίας και νεωτερικής ραθυμίας τας επιλοίπους των γάμων ημέρας εν θρήνοις διήγον. θρήνον ανθ' υμεναίων ομοθυμαδόν εξήρχον ως εσπαραγμέναι σκυλμοίς αλλοεθνέσι· 7 δέσμιαι δε δημόσιαι μέχρι της εις το πλοίον εμβολής είλκοντο μετά βίας. 9 κατήχθησαν δε θηρίων τρόπον αγόμενοι σιδηροδέσμοις ανάγκαις. ως αν της προκατεσκιρρωμένης αυτοίς πάλαι κατά διάνοιαν μετά παρρησίας συνεκφαινομένης απεχθείας. 5 ήγετο γαρ γεραιών πλήθος πολιά πεπυκασμένων. 6 αι δε άρτι προς βίου κοινωνίαν γαμικόν υπεληλυθυίαι παστόν νεάνιδες. προσέταξεν αυτούς εν τω προ της πόλεως ιπποδρόμω παρεμβαλείν απλέτω καθεστώτι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1006 . όπως πάντοθεν εσκοτισμένοι τους οφθαλμούς αγωγήν επιβούλων εν παντί τω κατάπλω λαμβάνωσι. δακρύειν αυτών την τρισάθλιον εξαποστολήν. παρά πόδας ήδη τον άδην ορώντες κείμενον. 8 οί τε τούτων συζυγείς βρόχοις αντί στεφέων τους αυχένας περιπεπλεγμένοι μετά ακμαίας και νεανικής ηλικίας. ωστε επί ταις εξάλλοις τιμωρίαις και τινας των εχθρών λαμβάνοντας προ των οφθαλμών τον κοινόν έλεον και λογιζομένους την άδηλον του βίου καταστροφήν. οι μεν τοις ζυγοίς των πλοίων προσηλωμένοι τους τραχήλους. 2 τοις δε Ιουδαίοις ανήκεστον πένθος ην και πανόδυρτος μετά δακρύων βοή. καθώς ην δεδογματισμένον τω βασιλεί.

21 τούτο δε ην ενέργεια της του βοηθούντος τοις Ιουδαίοις εξ ουρανού προνοίας ανικήτου. -16 Μεγάλως δε και διηνεκώς ο βασιλεύς χαρά πεπληρωμένος. ανήνυτον λαμβάνουσα το τέλος επί ημέρας τεσσαράκοντα. ως αδυνάτου καθεστώτος πάσι τοις επ' Αίγυπτον στρατηγοίς. 13 διοργισθείς προσέταξε και τούτοις ομού τον αυτόν τρόπον επιμελώς ως εκείνοις ποιήσαι μη λειπομένοις κατά μηδένα τρόπον της εκείνων τιμωρίας. πεπλανημένη πόρρω της αληθείας φρενί και βεβήλω στόματι. εκλελοιπέναι. των δε και κατά τόπον. ουκ εις την έμπροσθε βραχεί προδεδηλωμένην των έργων κατάπονον λατρείαν. των μεν κατά τας οικίας έτι συνεστηκότων. συνέβη σαφώς αυτόν περί τούτου πεισθήναι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1007 . 17 μετά δε το προειρημένον του χρόνου διάστημα προσηνέγκαντο οι γραμματείς τω βασιλεί μηκέτι ισχύειν την των Ιουδαίων απογραφήν ποιείσθαι δια την αμέτρητον αυτών πληθύν. εις δε τον μέγιστον Θεόν τα μη καθήκοντα λαλών. μηδέ το σύνολον καταξιώσαι περιβόλων. 14 απογραφήναι δε παν το φύλον εξ ονόματος. 12 ως δε τούτο εγενήθη. ακούσας τους εκ της πόλεως ομοεθνείς κρυβή εκπορευομένους πυκνότερον αποδύρεσθαι την ακλεά των αδελφών ταλαιπωρίαν. 18 καίπερ όντων κατά την χώραν έτι των πλειόνων. συμπόσια επί πάντων των ειδώλων συνιστάμενος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ περιμέτρω και προς παραδειγματισμόν άγαν ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευκαιροτάτω καθεστώτι πάσι τοις καταπορευομένοις εις την πόλιν και τοις εκ τούτων εις την χώραν στελλομένοις προς εκδημίαν προς το μηδέ ταις δυνάμεσιν αυτού κοινωνείν. 20 λεγόντων μετά αποδείξεως και την χαρτηρίαν ήδη και τους γραφικούς καλάμους. τα μεν κωφά και μη δυνάμενα αυτοίς λαλείν ή αρήγειν επαινών. στρεβλωθέντας δε ταις παρηγγελμέναις αικίαις το τέλος αφανίσαι μιάς υπό καιρόν ημέρας. 19 απειλήσαντος δε αυτοίς σκληρότερον ως δεδωροκοπημένοις εις μηχανήν της εκφυγής. 15 εγίνετο μεν ουν η τούτων απογραφή μετά πικράς σπουδής και φιλοτίμου προσεδρείας από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών. εν οίς εχρώντο.

έννυχον δόξαντες ομού λήψεσθαι το φύλον πέρας της ολεθρίας. 3 ο μεν τάδε προστάσσων ετρέπετο προς την ευωχίαν. τον άγιον ήνουν Θεόν αυτών και πάλιν ηξίουν τον ευκατάλλακτον δείξαι της μεγαλοσθενούς αυτού χειρός κράτος έθνεσιν υπερηφάνοις. και αγριωθέντας τη του πόματος αφθόνω χορηγία εισαγαγείν προς συνάντησιν του μόρου των Ιουδαίων.. 14 μεσούσης δε ήδη της δεκάτης ωρας σχεδόν. δυσκαταπαύστω βοή πάντες μετά δακρύων επεκαλέσαντο. βαρεία μεμεστωμένος οργή και χόλω κατά παν αμετάθετος 2 εκέλευσεν υπό την επερχομένην ημέραν δαψιλέσι δράκεσι λιβανωτού και οίνω πλείονι ακράτω άπαντας τους ελέφαντας ποτίσαι. ένυξε προσελθών τον βασιλέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΤΟΤΕ προσκαλεσάμενος ΄Ερμωνα τον προς τη των ελεφάντων επιμελεία. 11 το δε απ ‘ αιώνος χρόνου κτίσμα καλόν εν νυκτί και ημέρα επιβαλλόμενον υπό του χαριζομένου πάσιν. δεόμενοι 8 την κατ ‘ αυτών μεταστρέψαι βουλήν ανοσίαν και ρύσασθαι αυτούς μετά μεγαλομερούς επιφανείας εκ του παρά πόδας εν ετοίμω μόρου. αθρόους τους κλητούς ιδών. του δε αμεταθέτου λογισμού μεγάλως διεψευσμένος. ελεήμονα Θεόν αυτών και πατέρα. ο προς ταις κλήσεσι τεταγμένος. της αθέσμου μεν προθέσεως πολύ διεσφαλμένος. όντας τον αριθμόν πεντακοσίους.10 Ο δε ΄Ερμων τους ανηλεείς ελέφαντας ποτίσας πεπληρωμένους της του οίνου πολλής χορηγίας και του λιβάνου μεμεστωμένους. 5 οί τε προς τούτοις λειτουργοί κατά την εσπέραν αξιόντες τας των ταλαιπώρων εδέσμευον χείρας την τε λοιπήν εμηχανώντο περί αυτούς ασφάλειαν. 15 και μόλις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1008 . 12 και ηδίστω και βαθεί κατεσχέθη τη ενεργεία του Δεσπότου. συναγαγών τους μάλιστα των φίλων και της στρατιάς απεχθώς έχοντας προς τους Ιουδαίους· 4 ο δε ελεφαντάρχης το προσταγέν αραρότως ΄Ερμων συνετέλει. όρθροις επί την αυλήν παρήν περί τούτων προσαγγείλαι τω βασιλεί. 13 οι δε Ιουδαίοι την προσημανθείσαν ωραν διαφυγόντες. ύπνου μέρος απέστειλε προς τον βασιλέα. 6 οι δε πάσης σκέπης έρημοι δοκούντες είναι τοις έθνεσιν Ιουδαίοι δια την πάντοθεν περιέχουσαν αυτούς μετά δεσμών ανάγκην. 7 τον παντοκράτορα Κύριον και πάσης δυνάμεως δυναστεύοντα. οίς αν αυτός θελήση. 9 τούτων μεν ουν εκτενώς η λιτανεία ανέβαινεν εις ουρανόν.

16 ον ο βασιλεύς λογισάμενος και τραπείς εις τον πότον. 18 επί πλείον δε προβαινούσης της ομιλίας. 25 οι δε Ιουδαίοι κατά τον αμερή ψυχουλκούμενοι χρόνον. 20 την ωμότητα χείρονα Φαλάριδος εσχηκώς έφη τω της σήμερον ύπνω χάριν έχειν αυτούς· ανυπερθέτως δε εις την επιτέλλουσαν ημέραν κατά το όμοιον ετοίμασον τους ελέφαντας επί τον των αθεμίτων Ιουδαίων αφανισμόν. 19 του δε υποδείξαντος εκ νυκτός το προσταγέν επί τέλος αγηοχέναι και των φίλων αυτω προσμαρτυρησάντων. 30 ο δε επί τοις ρηθείσι πληρωθείς βαθεί χόλω δια το περί τούτων προνοία Θεού διασκεδάσθαι παν αυτού το νόημα. τον περί τούτων λόγον ποιούμενος.23 Άρτι δε αλεκτρυών εκεκράγει όρθριος. και τα θηρία καθωπλικώς ο ΄Ερμων εν τω μεγάλω περιστύλω διεκίνει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διεγείρας υπέδειξε τον της συμποσίας καιρόν ήδη παρατρέχοντα. αφ ‘ ου τούτο αυτω μετά σπουδής τετέλεσται· 28 τούτο δε ην η ενέργεια του πάντα δεσποτεύοντος Θεού. πολυδάκρυον ικετείαν εν μέλεσι γοεροίς τείνοντες τας χείρας εις τον ουρανόν εδέοντο του μεγίστου Θεού πάλιν αυτοίς βοηθήσαι συντόμως. 24 τα δε κατά την πόλιν πλήθη συνήθροιστο προς την οικτροτάτην θεωρίαν. 26 ούπω δε ηλίου βολαί κατεσπείροντο. και του βασιλέως τους φίλους εκδεχομένου. υποδεικνύων το πρόθυμον του βασιλέως εν ετοίμω κείσθαι. το παρόν της συμποσίας επιπολύ γεραιρομένους εις ευφροσύνην καταθέσθαι μέρος. παρήνει εις ευωχίαν δόντας εαυτούς. 29 ο δε ΄Ερμων υπεδείκνυε και πάντες οι φίλοι τα θηρία και τας δυνάμεις ητοιμάσθαι. ενατενίσας μετά απειλής είπεν· 31 ει σοι γονείς παρήσαν ή παίδων γοναί. προσδοκώντα την πρωϊαν μετά σπουδής. μετά πικράς απειλής επυνθάνετο.. τίνος ένεκεν αιτίας ειάθησαν οι Ιουδαίοι την παρούσαν ημέραν περιβεβιωκότες. ως εις το παντοίους μηχανάσθαι τοις ταλαιπώροις δοκούσιν εμπαιγμούς. τήνδε θηρσίν αγρίοις εσκεύασα αν δαψιλή θοίναν αντί των ανεγκλήτων εμοί και προγόνοις εμοίς αποδεδειγμένων ολοσχερή βεβαίαν πίστιν εξόχως Ιουδαίων. ασμένως πάντες μετά χαράς οι παρόντες ομού συναινέσαντες. εις τον ίδιον οίκον έκαστος ανέλυσε. τον ΄Ερμωνα μεταπεμψάμενος ο βασιλεύς. βασιλεύ. 17 ου και γενομένου. τι το πράγμα. 21 ειπόντος δε του βασιλέως. 32 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1009 . εκέλευσε τους παραγεγονότας εις την συμποσίαν άντικρυς ανακλιθήναι αυτού. των πριν αυτω μεμηχανημένων λήθην κατά διάνοιαν εντεθεικότος. κατά την σήν εκτενή πρόθεσιν. 22 και ουχ ούτως εις ύπνον κατεχρήσαντο τον χρόνον της νυκτός. κατά παν αγνωσία κεκρατημένος επυνθάνετο. 27 του δε αποδεξαμένου και καταπλαγέντος επί τη παρανόμω εξόδω. ο ΄Ερμων παραστάς εκάλει προς την έξοδον.

βουλόμενος ατρώτω καρδία και κόραις οφθαλμών θεάσασθαι την επίπονον και ταλαίπωρον των προσεσημαμμένων καταστροφήν. 44 τότε περιχαρείς αναλύσαντες οι φίλοι και συγγενείς μετά πίστεως διέτασσον τας δυνάμεις επί τους ευκαιροτάτους τόπους της πόλεως προς τήρησιν. 45 ο δε ελεφαντάρχης τα θηρία σχεδόν ειπείν εις κατάστημα μανιώδες αγηοχώς. 34 ο καθείς δε των φίλων σκυθρωπώς υπεκρέων. αθλιώτατε. ατελέστατον εβεβαίωσεν όρκον.36 Κατά δε τους αυτούς νόμους ο βασιλεύς συστησάμενος πάλιν το συμπόσιον εις ευφροσύνην τραπήναι παρεκάλει. και βαρυηχή θόρυβον ακούσαντες οι Ιουδαίοι.. 38 τους ελέφαντας έτι και νυν καθόπλισον εις την αύριον επί τον των Ιουδαίων αφανισμόν. προεφέροντο τάδε· 40 βασιλεύ. 33 ούτως ο ΄Ερμων απροσδόκητον και επικίνδυνον υπήνεγκεν απειλήν και τη οράσει και τω προσώπω συνεστάλη. ευωδεστάτοις πόμασιν οίνου λελιβανωμένου φοβεραίς κατεσκευασμένα σκευαίς. 42 όθεν ο κατά πάντα Φάλαρις βασιλεύς εμπληθυνθείς αλογιστίας και τας γινομένας προς επισκοπήν των Ιουδαίων εν αυτω μεταβολάς της ψυχής παρ ‘ ουδέν ηγούμενος. το ζήν αντί τούτων εστερήθης. ήδη και κινδυνεύει πολλάκις διαρπασθήναι. εισελθών εις την αυλήν επί το προκείμενον ώτρυνε τον βασιλέα. 47 ο δε οργή βαρεία γεμίσας δυσσεβή φρένα παντί τω βάρει συν τοις θηρίοις εξώρμησε. τους συνηθροισμένους απέλυσαν έκαστον επί την ιδίαν ασχολίαν. 48 ως δε των ελεφάντων εξιόντων περί πύλην και της συνεπομένης ενόπλου δυνάμεως της τε του πλήθους πορείας κονιορτόν ιδόντες. μέχρι τίνος ως αλόγους ημάς διαπειράζεις. 49 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1010 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καίπερ ει μη δια την της συντροφίας στοργήν και της χρείας. 39 οι δε συνανακείμενοι συγγενείς την άστατον διάνοιαν αυτού θαυμάζοντες. 41 ων χάριν η πόλις δια την προσδοκίαν οχλεί και πληθύουσα συστροφαίς. 37 τον δε ΄Ερμωνα προσκαλεσάμενος μετά απειλής είπε· ποσάκις σοι δεί περί τούτων αυτών προστάττειν. 43 επιστρατεύσαντα δε επί την Ιουδαίαν ισόπεδον πυρί και δόρατι θήσεσθαι δια τάχους και τον άβατον αυτών ημίν ναόν πυρί πρηνέα εν τάχει των συντελούντων εκεί θυσίας έρημον εις τον άπαντα χρόνον καταστήσειν. 46 περί την έω. τον επιφανή Θεόν και βασιλέα των βασιλέων ήνουν και τήσδε της βοηθείας αυτού τετευχότες. προστάσσων ήδη τρίτον αυτούς αφανίσαι και πάλιν επί των πραγμάτων εκ μεταβολής αναλύων τα σοί δεδογμένα. ορισάμενος τούτους μεν ανυπερθέτως πέμψειν εις άδην εν γόνασι και ποσί θηρίων ηκισμένους. της πόλεως ήδη πλήθεσιν αναριθμήτοις κατά του ιπποδρόμου καταμεμεστωμένης. 35 οί τε Ιουδαίοι τα παρά του βασιλέως ακούσαντες.

3 έπιδε επί Αβραάμ σπέρμα. ύψιστε. έτεραι δε νεογνά προς μαστούς έχουσαι βρέφη τελευταίον έλκοντα γάλα. επαρθέντα ανόμω θράσει και γλώσση μεγαλορρήμονι. πυρί την ψυχήν αυθαιρέτως δεδωκότας εις το μη λατρεύσαι τοις κενοίς. έκδηλον δεικνύς έθνεσι πολλοίς το σόν κράτος. 4 συ Φαραώ πληθύνοντα άρμασι. 5 συ τον αναριθμήτοις δυνάμεσι γαυρωθέντα Σενναχηρείμ. διάπυρον δροσίσας κάμινον ερρύσω μέχρι τριχός απημάντους. εις οίκτον και γόους τραπέντες κατεφίλουν αλλήλους περιπλεκόμενοι τοις συγγενέσιν επί τους τραχήλους επιπίπτοντες. Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΕΛΕΑΖΑΡΟΣ δε τις ανήρ επίσημος των από της χώρας ιερέων. 6 συ τους κατά την Βαβυλωνίαν τρεις εταίρους. τον της απάσης δυνάμεως δυνάστην ικετεύοντες. φέγγος επιφάνας ελέους Ισραήλ γένει. 50 ου μην δε αλλά και τας έμπροσθεν αυτών γεγενημένας αντιλήψεις εξ ουρανού συνιδόντες. τον πριν Αιγύπτου ταύτης δυνάστην. μερίδος ηγιασμένης σου λαόν εν ξένη γη ξένον αδίκως απολλύμενον. 7 συ τον διαβολαίς φθόνου λέουσι κατά γης ριφέντα θηρσί βοράν Δανιήλ εις φως ανήγαγες ασινή. τους περί αυτόν καταστείλας πρεσβυτέρους επικαλείσθαι τον άγιον Θεόν προσηύξατο τάδε· 2 βασιλεύ μεγαλοκράτωρ. δόρατι την πάσαν υποχείριον ήδη λαβόντα γην και μετεωρισθέντα επί την αγίαν σου πόλιν. έθραυσας. Δέσποτα. συν τη υπερηφάνω στρατιά ποντοβρόχους απώλεσας. βαρύν Ασσυρίων βασιλέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υστάτην βίου ροπήν αυτοίς εκείνην δόξαντες είναι το τέλος της αθλιωτάτης προσδοκίας. εν πρεσβείω την ηλικίαν ήδη λελογχώς και πάση τη κατά τον βίον αρετη κεκοσμημένος. παντοκράτωρ Θεέ την πάσαν διακυβερνών εν οικτιρμοίς κτίσιν. οικτείραι μετ ‘ επιφανείας αυτούς ήδη προς πύλαις άδου καθεστώτας. πάτερ. βαρέα λαλούντα κόμπω και θράσει συ. επί ηγιασμένου τέκνα Ιακώβ. 8 τον τε βυθοτρεφούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1011 . γονείς παισί και μητέρες νεάνισιν. φλόγα πάσιν επιπέμψας τοις υπεναντίοις. πρηνείς ομοθυμαδόν ρίψαντες εαυτούς και τα νήπια χωρίσαντες των μαστών. 51 ανεβόησαν φωνή μεγάλη σφόδρα.

πλήν τοις Ιουδαίοις. ρυσάμενος ημάς από εχθρών χειρός. 20 και υπόφρικον και το του βασιλέως σώμα εγενήθη και λήθη το θράσος αυτού το βαρύθυμον έλαβε. πάτερ. έντιμε. αλλά καθώς είπας ότι ουδ ‘ εν τη γη των εχθρών αυτών όντων υπερείδες αυτούς. υπό δε εβδελυγμένων ανόμων εθνών υβριζομένοις. 15 δειχθήτω πάσιν έθνεσιν. το τάχος επιφάνηθι τοις από Ισραήλ γένους. 26 τις τους εξ αρχής ευνοία προς ημάς κατά πάντα διαφέροντας πάντων εθνών και τους χειρίστους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1012 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν γαστρί κήτους Ιωνάν τηκόμενον αφειδώς απήμαντον πάσιν οικείοις ανέδειξας. αιώνιε. 10 ει δε ασεβείαις κατά την αποικίαν ο βίος ημών ενέσχηται. 14 ικετεύει σε το παν πλήθος των νηπίων και οι τούτων γονείς μετά δακρύων. 21 και απέστρεψαν τα θηρία επί τας συνεπομένας ενόπλους δυνάμεις και κατεπάτουν αυτάς και ωλόθρευον. εξ ων δεδοξασμένοι δύο φοβεροειδείς άγγελοι κατέβησαν φανεροί πάσι. 17 και θεωρήσαντες οι Ιουδαίοι μέγα εις ουρανόν ανέκραξαν. πολυέλεε. της οικίας αποστήσας έκαστον αλόγως ήθροισεν ενθάδε. δακρύσας μετά οργής τοις φίλοις διηπειλείτο λέγων· 24 παραβασιλεύετε και τυράννους υπερβεβήκατε ωμότητι και εμέ αυτόν τον υμών ευεργέτην επιχειρείτε της αρχής ήδη και του πνεύματος μεθιστάν. απόλεσον ημάς μόρω. 22 και μετεστράφη του βασιλέως η οργή εις οίκτον και δάκρυα υπέρ των έμπροσθεν αυτω μεμηχανευμένων. 18 τότε ο μεγαλόδοξος παντοκράτωρ και αληθινός Θεός. των όλων σκεπαστά. 16 Του δε Ελεαζάρου λήγοντος άρτι της προσευχής. ότι μεθ ‘ ημών ει. ως προαιρή. Κύριε. Δέσποτα. Κύριε. ωστε και τους παρακειμένους αυλώνας συνηχήσαντας ακατάσχετον οιμωγήν ποιήσαι παντί τω στρατοπέδω. 12 συ δε ο πάσαν αλκήν και δυναστείαν έχων άπασαν. 25 τις τους κρατήσαντας ημών εν πίστει τα της χώρας οχυρώματα. ηνέωξε τας ουρανίους πύλας. νυν έπιδε· ελέησον ημάς τους καθ ‘ ύβριν ανόμων αλόγιστον εκ του ζήν μεθιστανομένους εν επιβούλων τρόπω. 13 πτηξάτω δε έθνη σήν δύναμιν ανίκητον σήμερον. 11 μη τοις ματαίοις οι ματαιόφρονες ευλογησάτωσαν επί τη των ηγαπημένων σου απωλεία λέγοντες· ουδέ ο Θεός αυτών ερρύσατο αυτούς. 19 και αντέστησαν και την δύναμιν των υπεναντίων επλήρωσαν ταραχής και δειλίας και ακινήτοις έδησαν πέδαις. 23 ακούσας γαρ της κραυγής και συνιδών πρηνείς άπαντας εις την απώλειαν. λάθρα μηχανώμενοι τα μη συμυφεροντα τη βασιλεία. ούτως επιτέλεσον. δύναμιν έχων επί σωτηρία Ιακώβ γένους. ο βασιλεύς συν τοις θηρίοις και παντί τω της δυνάμεως φρυάγματι κατά τον ιππόδρομον παρήγε. και ουκ απέστρεψας το πρόσωπόν σου αφ ‘ ημών. επιφάνας το άγιον αυτού πρόσωπον. 9 και νυν μίσυβρι.

ούτως αθέσμοις περιέβαλεν αικίαις. τας προειρημένας ημέρας άγειν έστησαν ευφροσύνους. 32 καταλήξαντες δε θρήνου πανόδυρτον μέλος ανέλαβον ωδήν πάτριον. αισχύνην εφ ‘ εαυτοίς περιβαλλόμενοι και την πυρίπνουν τόλμαν ακλεώς εσβεσμένοι. 40 ευωχούντο δε πάνθ ‘ υπό του βασιλέως χορηγούμενοι μέχρι της τεσσαρεσκαιδεκάτης. σωτηρίας δε της δια Θεόν γενομένης αυτοίς. ημέραις τρισίν. αντί πικρού και δυσαιάκτου μόρου. τα προπεπραγμένα παραιτησάμενοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πλεονάκις ανθρώπων επιδεδεγμένους κινδύνους. 36 και κοινόν ορισάμενοι περί τούτων θεσμόν επί πάσαν την παροικίαν αυτών εις γενεάς. 28 απολύσατε τους υιούς του παντοκράτορος επουρανίου Θεού ζώντος. εν τούτω εν ευφροσύνη πάση σωτήρια άγειν. κρίνας αυτούς εν ω τόπω έδοξαν τον όλεθρον αναλαμβάνειν. 37 ενέτυχον δε τω βασιλεί την απόλυσιν αυτών εις τα ίδια αιτούμενοι. ου πότου χάριν και λιχνείας. 1 27 λύσατε. τον επί των προσόδων προσκαλεσάμενος. 31 τότε οι πριν επονείδιστοι και πλησίον του άδου. τον εις πτώσιν αυτοίς και τάφον ητοιμασμένον τόπον κλισίαις κατεμέρισαν πλήρεις χαρμονής. 38 απογράφονται δε αυτούς από πέμπτης και εικάδος του Παχών έως της τετάρτης του Επιφί. εκλύσατε άδικα δεσμά· εις τα ίδια μετ ‘ ειρήνης εξαποστείλατε. 29 ο μεν ουν ταύτα έλεξεν· οι δε εν αμερεί χρόνω λυθέντες τον άγιον σωτήρα Θεόν αυτών ευλόγουν. 34 οί τε πριν εις όλεθρον και οιωνοβρώτους αυτούς έσεσθαι τιθέμενοι. μετ ‘ ευωχίας εν εξομολογήσεσιν ιλαραίς και ψαλμοίς διήγον. 33 ωσαύτως δε και ο βασιλεύς περί τούτων συμπόσιον βαρύ συναγαγών. 35 οί τε Ιουδαίοι. τον σωτήρα και τερατοποιόν αινούντες Θεόν· οιμωγήν τε πάσαν και κωκυτόν απωσάμενοι χορούς συνίσταντο ευφροσύνης ειρηνικής σημείον. 39 εν αις και μεγαλοδόξως επιφάνας το έλεος αυτού ο των όλων δυνάστης απταίστους αυτούς ερρύσατο ομοθυμαδόν. συνίστανται δε αυτών την απώλειαν από πέμπτης του Επιφί έως εβδόμης. επί ημέρας τεσσαράκοντα. κώθωνα σωτήριον συστησάμενοι. 30 Είτα ο βασιλεύς εις την πόλιν απαλλαγείς. καθώς προειρήκαμεν. αδιαλείπτως εις ουρανόν ανθωμολογείτο μεγαλοπρεπώς επί τη παραδόξω γενηθείση αυτω σωτηρία. εν ή και την εντυχίαν εποιήσαντο περί της απολύσεως αυτών. άρτι τον θάνατον εκπεφευγότες. μάλλον δ ‘ επ ‘ αυτω βεβηκότες. ος αφ ‘ ημετέρων μέχρι του νυν προγόνων απαραπόδιστον μετά δόξης ευστάθειαν παρέχει τοις ημετέροις πράγμασιν. εκέλευσεν οίνους τε και τα λοιπά προς ευωχίαν επιτήδεια τοις Ιουδαίοις χορηγείν επί ημέρας επτά. 41 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1013 . μετά χαράς απογραψάμενοι κατεστέναξαν. συστησάμενοι τον προειρημένον χορόν.

μάλλον δε ως επιβούλους. 7 την τε του φίλου ην έχουσι προς ημάς βεβαίαν και τους προγόνους ημών εύνοιαν αναλογισάμενοι. 5 οί και δεσμίους καταγαγόντες αυτούς μετά σκυλμών ως ανδράποδα. κακοηθεία πυκνότερον ημίν παρακείμενοι. κατευθύναντος ημίν του μεγάλου Θεού τα πράγματα καθώς προαιρούμεθα. άνευ πάσης ανακρίσεως και εξετάσεως επεχείρησαν ανελείν. μήτε ονειδίζειν περί των γεγενημένων παρά λόγον. εάν τι κακοτεχνήσωμεν πονηρόν ή επιλυπήσωμεν αυτούς το σύνολον. καθ ‘ ην έχομεν προς άπαντας ανθρώπους επιείκειαν. 9 γινώσκετε γαρ ότι κατά τούτων. δικαίως απολελύκαμεν πάσης καθ ‘ οντινούν αιτίας τρόπον 8 και προστετάχαμεν εκάστω πάντας εις τα ίδια επιστρέφειν. συνέπεισαν ημάς εις το τους υπό την βασιλείαν Ιουδαίους συναθροίσαντας σύστημα κολάσασθαι ξενιζούσαις αποστατών τιμωρίαις. ουκ άνθρωπον. νόμου Σκυθών αγριωτέραν εμπεπορπημένοι ωμότητα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συναινέσας τε αυτοίς ο βασιλεύς έγραψεν αυτοίς την υπογεγραμμένην επιστολήν προς τους κατά πόλιν στρατηγούς μεγαλοψύχως την εκτενίαν έχουσαν. 6 ημείς δε επί τούτοις σκληρότερον διαπειλησάμενοι. μόγις το ζήν αυτοίς χαρισάμενοι και τον επουράνιον Θεόν εγνωκότες ασφαλώς υπερησπικότα των Ιουδαίων. 3 των φίλων τινές. αλλά τον πάσης δεσπόζοντα δυνάμεως Θεόν ύψιστον αντικείμενον ημίν επ ‘ εκδικήσει των πραγμάτων κατά παν αφεύκτως δια παντός έξομεν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1014 . έρρωσθε». εν παντί τόπω μηθενός αυτούς το σύνολον καταβλάπτοντος. Γ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ « 1 ΒΑΣΙΛΕΥΣ Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ τοις κατ ‘ Αίγυπτον στρατηγοίς και πάσι τοις τεταγμένοις επί πραγμάτων χαίρειν και ερρώσθαι· 2 ερρώμεθα δε και αυτοί και τα τέκνα ημών. μέχρις αν συντελεσθή τούτο. ως πατέρα υπέρ υιών διαπαντός υπερμαχούντα. 4 προσφερόμενοι μήποτε ευσταθήσειν τα πράγματα ημών. 10 Λαβόντες δε την επιστολήν ταύτην ουκ εσπούδασαν ευθέως γενέσθαι περί την άφοδον. δι ‘ ην έχουσιν ούτοι προς πάντα τα έθνη δυσμένειαν.

20 ας και ανιερώσαντες εν στήλη κατά τον συμποσίας τόπον προσευχής καθιδρύσαντες. 12 ο δε ταληθές αυτούς λέγειν παραδεξάμενος και συναινέσας έδωκεν αυτοίς άδειαν πάντων. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1015 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αλλά τον βασιλέα προσηξίωσαν τους εκ του γένους των Ιουδαίων τον άγιον Θεόν αυθαιρέτως παραβεβηκότας και του Θεού τον νόμον τυχείν δι ‘ αυτών της οφειλομένης κολάσεως. 17 Παραγενηθέντες δε εις Πτολεμαϊδα την ονομαζομένην δια την του τόπου ιδιότητα ροδοφόρον. το σύνολον υπό μηδενός διασεισθέντες των υπαρχόντων. τα μεγαλεία του μεγίστου Θεού ποιήσαντος τελείως επί σωτηρία αυτών. έκαστος εις την ιδίαν 21 και πλείστην ή έμπροσθεν εν τοις εχθροίς εξουσίαν εσχηκότες μετά δόξης και φόβου. εν ή προσέμεινεν αυτούς ο στόλος κατά κοινήν αυτών βουλήν ημέρας επτά. 22 και πάντα τα εαυτών πάντες εκομίσαντο εξ απογραφής. μετά χαράς ανέλυσαν. όπως τους παραβεβηκότας του Θεού τον νόμον εξολοθρεύσωσι κατά πάντα τον υπό την βασιλείαν αυτού τόπον μετά παρρησίας άνευ πάσης βασιλικής εξουσίας και επισκέψεως. παντελή σωτηρίας απόλαυσιν ειληφότες. υπερχαρείς. 18 εκεί εποίησαν πότον σωτήριον. ωσαύτως κακεί έστησαν και ταύτας άγειν τας ημέρας επί τον της παροικίας αυτών χρόνον ευφροσύνους. ως πρέπον ην. 23 ευλογητός ο ρύστης Ισραήλ εις τους αεί χρόνους. Αμήν. του βασιλέως χορηγήσαντος αυτοίς ευψύχως τα προς την άφιξιν πάντα εκάστω έως εις την ιδίαν οικίαν. εν αίνοις και παμμελέσιν ύμνοις ευχαριστούντες τω Θεω των πατέρων αυτών αιωνίω σωτήρι του Ισραήλ. 13 τότε κατευφημήσαντες αυτόν. 19 καταχθέντες δε μετ ‘ ειρήνης εν ταις πρεπούσαις εξομολογήσεσιν. δια τε γης και θαλάσσης και ποταμού ανασωζόμενοι τη του βασιλέως επιταγή. 14 τότε τον εμπεσόντα των μεμιασμένων ομοεθνή κατά την οδόν εκολάζοντο και μετά παραδειγματισμών ανήρουν. ανέζευξαν εκ της πόλεως παντοίοις ευωδεστάτοις άνθεσι κατεστεμμένοι μετ ‘ ευφροσύνης και βοής. ωστε τους έχοντάς τι μετά φόβου μεγίστου αποδούναι αυτοίς. 15 εκείνη δε τη ημέρα ανείλον υπέρ τους τριακοσίους άνδρας και ήγαγον ευφροσύνην μετά χαράς τους βεβήλους χειρωσάμενοι. ελεύθεροι. 16 αυτοί δε οι μέχρι θανάτου τον Θεόν εσχηκότες. 11 προφερόμενοι τους γαστρός ένεκεν τα θεία παραβεβηκότας προστάγματα μηδέποτε ευνοήσειν μηδέ τοις του βασιλέως πράγμασιν. οι τούτων ιερείς και παν το πλήθος επιφωνήσαντες το αλληλούϊα. ανέλυσαν ασινείς.

και ούτως εις τον περί αυτών τρέψομαι λόγον δόξαν διδούς τω πανσόφω Θεω. 5 Πως ουν. θυμού τε και πόνου και φόβου. νικήσαντες τον τύραννον τη υπομονή. ωσπερ είωθα ποιείν. 4 αλλά και των της δικαιοσύνης εμποδιστικών παθών κυριεύειν αναφαίνεται. 13 Ζητούμεν δη τοίνυν. 8 πολύ δε πλέον τούτο αποδείξαιμι από της ανδραγαθίας των υπέρ αρετής αποθανόντων. αλλά των της δικαιοσύνης και ανδρείας και σωφροσύνης και φρονήσεως εναντίων. 12 αλλά και περί τούτου νυν αυτίκα δη λέγειν εξέσται αρξαμένω της υποθέσεως. ει των παθών ο λογισμός κρατεί. αλλ' ωστε αυτοίς μη είξαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1016 . επεδείξαντο ότι περικρατεί των παθών ο λογισμός. και τούτων ουχ ωστε αυτά καταλύσαι. ωστε δι' αυτών καθαρισθήναι την πατρίδα. γελοίον επιχειρούντες λέγειν· 6 ου γαρ των εαυτού παθών ο λογισμός κρατεί. και πόσαι παθών ιδέαι. άπαντες γαρ ούτοι τους έως θανάτου πόνους υπεριδόντες. όπως προθύμως προσέχητε τη φιλοσοφία. Ελεαζάρου τε και των επτά αδελφών και της τούτων μητρός. 11 θαυμασθέντες γαρ εκείνοι ου μόνον υπό πάντων ανθρώπων επί τη ανδρεία και τη υπομονή. αλλά και υπό των αικισαμένων. και των της ανδρείας εμποδιστικών παθών. συμβουλεύσαιμ' αν υμίν ορθώς. 3 ει άρα των σωφροσύνης κωλυτικών παθών ο λογισμός φαίνεται επικρατείν. ει αυτοδέσποτός εστι των παθών ο ευσεβής λογισμός. ίσως είποιεν αν τινες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 Φιλοσοφώτατον λόγον επιδείκνυσθαι μέλλων. 14 διακρίνομεν δε τι ποτέ εστι λογισμός και τι πάθος. 10 των μεν ουν αρετών έπεστί μοι επαινείν τους κατά τούτον τον καιρόν υπέρ της καλοκαγαθίας αποθανόντας μετά της μητρός άνδρας. 7 πολλαχόθεν μεν ουν και αλλαχόθεν έχοιμ' αν υμίν επιδείξαι ότι αυτοκράτωρ εστί των παθών ο ευσεβής λογισμός. των δε τιμών μακαρίσαιμ' αν. οίον κακοηθείας. λέγω δη φρονήσεως. αίτιοι κατέστησαν του καταλυθήναι την κατά του έθνους τυραννίδα. περιέχει έπαινον. ει αυτοκράτωρ εστί των παθών ο λογισμός. 2 και γαρ αναγκαίος εις επιστήμην παντί ο λόγος και άλλως της μεγίστης αρετής. και ει πάντων επικρατεί τούτων ο λογισμός. γαστριμαργίας τε και επιθυμίας. 15 λογισμός μεν δη τοίνυν εστί νους μετά ορθού λόγου προτιμών τον σοφίας βίον. λήθης και αγνοίας ου δεσπόζει.

Επιθεωρείτε τοίνυν πρώτον δια των κωλυτικών της σωφροσύνης έργων. πολλαί τούτων των φυτών εισι παραφυάδες. πολυτροπωτάτη πάντων των παθών ούσα. και τούτων αμφοτέρων ο λογισμός επικρατείν φαίνεται. δι' ης τα θεία σεμνώς και τα ανθρώπινα συμφερόντως μανθάνομεν. 30 ο γαρ λογισμός των μεν αρετών εστιν ηγεμών. 20 παθών δε φύσεις εισίν αι περιεκτικώταται δύο. μετά δε τον πόνον λύπη. 29 ων εκάστην ο παγγέωργος λογισμός περικαθαίρων τε και αποκνίζων και περιπλέκων και επάρδων και πάντα τρόπον μεταχέων εξημεροί τας των ηθών και παθών ύλας. απιστία και βασκανία· 27 κατά δε το σώμα. εάν εννοηθή τις ότι αυτω περιέπεσεν. 25 εν δε τη ηδονή ένεστι και η κακοήθης διάθεσις. 18 της δε σοφίας ιδέαι καθεστήκασι τέσσαρες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 16 σοφία δη τοίνυν εστί γνώσις θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων και των τούτων αιτίων. ότι αυτοδέσποτός εστι των παθών ο λογισμός. ουχ ότι δύναται των ορέξεων επικρατείν ο λογισμός. και φιλαργυρία και φιλοδοξία και φιλονικία. εγώ μεν οίμαι. αι δε σωματικαί. 26 κατά μεν την ψυχήν αλαζονεία. παντοφαγία και λαιμαργία και μονοφαγία. 24 θυμός δε κοινόν πάθος εστίν ηδονής και πόνου. φρόνησις και δικαιοσύνη και ανδρεία και σωφροσύνη· 19 κυριωτάτη δε πασών η φρόνησις. 28 καθάπερ ουν δυοίν του σώματος και της ψυχής φυτών όντων ηδονής τε και πόνου. 35 ανέχεται γαρ τα των ορέξεων πάθη υπό του σώφρονος νοός ανακαμπτόμενα. εξ ης δη των παθών ο λογισμός επικρατεί. 34 τοιγαρούν ενύδρων επιθυμούντες και ορνέων και τετραπόδων και παντοίων βρωμάτων των απηγορευμένων ημίν κατά τον νόμον απεχόμεθα δια την του λογισμού επικράτειαν. 17 αύτη δη τοίτυν εστίν η του νόμου παιδεία. 21 πολλαί δε και περί την ηδονήν και τον πόνον παθών εισιν ακολουθίαι. 32 των δε επιθυμιών αι μεν εισι ψυχικαί. 23 προ δε του πόνου εστί φόβος. ηδονή τε και πόνος· τούτων δε εκάτερον και περί το σώμα και περί την ψυχήν πέφυκεν. 31 σωφροσύνη δη τοίνην εστίν επικράτεια των επιθυμιών. 33 επεί πόθεν κινούμενοι προς τας απειρημένας τροφάς αποστρεφόμεθα τας εξ αυτών ηδονάς. των δε παθών αυτοκράτωρ. και φιμούται πάντα τα του σώματος κινήματα του λογισμού. 22 προ μεν ουν της ηδονής εστιν επιθυμία· μετά δε την ηδονήν χαρά. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1017 .

15 Και των βιαιοτέρων δε παθών επικρατείν ο λογισμός φαίνεται. 5 λέγει γούν ο νόμος· ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου ουδέ όσα τω πλησίον σου εστίν. 3 νέος γαρ ων και ακμάζων προς συνουσιασμόν ηκύρωσε τω λογισμω τον των παθών οίστρον. ει αι της ψυχής επιθυμίαι προς την του κάλλους μετουσίαν ακυρούνται. 14 μήτε δενδροτομών τα ήμερα των πολεμίων φυτά. . ότι τω λογισμω και τη διανοία περιεκράτησε της ηδυπαθείας. 2 ταύτη γούν ο σώφρων Ιωσήφ επαινείται. 18 δυνατός γαρ ο σώφρων νους. ει μη δήλον ότι κύριός εστι των παθών ο λογισμός. 10 ο γαρ νόμος και της προς γονείς ευνοίας κρατεί μη καταπροδιδούς την αρετήν δι' αυτούς 11 και της προς γαμετήν φιλίας επικρατεί δια παρανομίαν αυτήν απελέγχων. και το δάνειον των εβδομάδων ενστασών χρεοκοπούμενος. ωσπερ και τον θυμόν· και γαρ τούτου δεσπόζει. . 8 αυτίκα γούν τω νόμω πολιτευόμενος. υπό του νόμου κρατείται δια τον λογισμόν μήτε επικαρπολογούμενος τους αμητούς μήτε επιρρωγολογούμενος τους αμπελώνας. 6 καίτοι ότε μη επιθυμείν ημάς είρηκεν ο νόμος. βιάζεται τον εαυτού τρόπον τοις δεομένοις δανείζων χωρίς τόκων. αλλά και πάσης επιθυμίας. 17 θυμούμενός γε τοι Μωσής κατά Δαθάν και Αβειρών ου θυμω τι κατ' αυτών εποίησεν. 9 καν φειδωλός τις ή. καν φιλάργυρός τις ή. ότι των παθών εστιν ο λογισμός κρατών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 Και τι θαυμαστόν. όπου γε και έχθρας ο λογισμός επικρατείν δύναται δια τον νόμον. 12 και της τέκνων φιλίας κυριεύει δια κακίαν αυτά κολάζων και της φίλων συνηθείας δεσπόζει δια πονηρίαν αυτούς εξελέγχων. αλλά λογισμω τον θυμόν διήτησεν. 4 ου μόνον δε την της ηδυπαθείας οιστρηλασίαν επικρατείν ο λογισμός φαίνεται. τα δε των εχθρών τοις απολέσασι διασώζων και τα πεπτωκότα συνεγείρων. φιλαρχίας και κενοδοξίας και αλαζονείας και μεγαλαυχίας και βασκανίας. ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1018 . πολύ πλέον πείσαιμ' αν υμάς ότι των επιθυμιών κρατείν δύναται ο λογισμός. 16 πάντα γαρ ταύτα τα κακοήθη πάθη ο σώφρων νους εις αγαθόν προτρέπων απωθείται και βιάζεται.Και επί των ετέρων έστιν επιγνώναι τούτο. 13 και μη νομίσητε παράδοξον είναι.΄Ωσπερ και των κωλυτικών της δικαιοσύνης παθών· 7 επεί τίνα τρόπον μονοφάγος τις ων το ήθος και γαστρίμαργος και μέθυσος μεταπαιδεύεται.

7 επεί γαρ δι' όλης ημέρας προσβαλών τοις αλλοφύλοις ο Δαυίδ πολλούς αυτών απέκτεινε μετά των του έθνους στρατιωτών. αλλ' ανταγωνιστής. λήθης και αγνοίας ου κρατεί. 11 αλλά τις αυτών αλόγιστος επιθυμία του παρά τοις πολεμίοις ύδατος επιτείνουσα συνέφρυγε και λύουσα κατέφλεγεν. περί ην ο πας των προγόνων στρατός εστρατοπεδεύκει. 23 και τούτω νόμον έδωκε. τα πάθη αυτού και τα ήθη περιεφύτευσεν. δύο νεανίσκοι στρατιώται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1019 . αλλά τω θυμω δυνατόν τον λογισμόν βοηθήσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έφην.24 Πως ουν. αλλά των σωματικών. 10 ο δε βασιλεύς ως μάλιστα διψών. 2 οίον επιθυμίαν τις ου δύναται εκκόψαι ημών. 12 όθεν των υπασπιστών επί τη του βασιλέως επιθυμία σχετλιαζόντων. ει των παθών ο λογισμός κρατεί. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 Εστι δε κομιδή γελοίος ο λόγος· ου γαρ των εαυτού παθών ο λογισμός επικρατείν φαίνεται. 21 οπηνίκα γαρ ο Θεός τον άνθρωπον κατεσκεύασε. ιδρών και σφόδρα κεκμηκώς. 20 ει μη γαρ εδύνατο του θυμού ο λογισμός κρατείν. 19 επεί διατί ο πάνσοφος ημών πατήρ Ιακώβ τους περί Συμεών και Λευϊν αιτιάται. είποι τις αν. 22 ηνίκα δε επί πάντων τον ιερόν ηγεμόνα νουν δια των ένδον αισθητηρίων ενεθρόνισε. αλλά μη δουλωθήναι τη επιθυμία δύναται ο λογισμός παρασχέσθαι. τα δε και ακυρώσαι. ουκ ηδύνατο δι' αυτών ιάσασθαι την δίψαν. 5 ου γαρ εκριζωτής των παθών ο λογισμός εστιν. . 9 οι μεν ουν άλλοι πάντες επί το δείπνον ήσαν. κατά των παθών αριστεύσαι και τα μεν αυτών μεταθείναι. 3 θυμόν τις ου δύναται εκκόψαι ημών της ψυχής. 4 κακοήθειάν τις ημών ου δύναται εκκόψαι. 8 τότε δε γενομένης εσπέρας. καίπερ αφθόνους έχων πηγάς. επί την βασίλειον σκηνήν ήλθε. μη λογισμω τους Σικιμίτας εθνηδόν αποσφάξαντας λέγων· επικατάρατος ο θυμός αυτών. ουκ αν είπεν ούτως.6 έστι γούν τούτο δια της Δαυίδ του βασιλέως δίψης σαφέστερον επιλογίσασθαι. . αλλά το μη καμφθήναι τη κακοηθεία δύναιτ' αν ο λογισμός συμμαχήσαι. καθ' ον πολιτευόμενος βασιλεύσει βασιλείαν σώφρονά τε και δικαίαν και αγαθήν και ανδρείαν.

φυγάς ώχετο την πατρίδα προδώσων. τον Συρίας τε και Φοινίκης και Κιλικίας στρατηγόν. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 Σίμων γαρ τις προς Ονίαν αντιπολιτευόμενος τον ποτε την αρχιερωσύνην έχοντα δια βίου. τας παντευχίας καθωπλίσαντο και κάλπην λαβόντες υπερέβησαν τους των πολεμίων χάρακας. 4 τούτων δε έκαστα γνούς ο Απολλώνιος. 21 τότε δη τινες προς την κοινήν νεωτερίσαντες ομόνοιαν πολυτρόποις εχρήσαντο συμφοραίς. και προσήκειν ταύτα Σελεύκω τω βασιλεί. διεξήεσαν ανερευνώμενοι κατά παν το των πολεμίων στρατόπεδον. τον μεν Σίμωνα της εις τον βασιλέα κηδεμονίας επαινεί. 17 δυνατός γαρ ο σώφρων νους. 2 όθεν ήκων προς Απολλώνιον. 13 και λαθόντες τους των πυλών ακροφύλακας.20 Επειδή γαρ βαθείαν ειρήνην δια την ευνομίαν οι πατέρες ημών είχον και έπραττον καλώς. ωστε και τον της Ασίας βασιλέα Σέλευκον και τον Νικάνορα και χρήματα εις την ιερουργίαν αυτοίς αφορίσαι και την πολιτείαν αυτών αποδέχεσθαι. ελογίσατο πάνδεινον είναι κίνδυνον τη ψυχή λογισθέν ισοδύναμον ποτόν αίματι· 16 όθεν αντιθείς τη επιθυμία τον λογισμόν έσπεισε το πόμα τω Θεω. εξ αυτής θαρραλέως εγέμισαν τω βασιλεί το ποτόν. προς δε τον Σέλευκον αναβάς κατεμήνυσε τον των χρημάτων θησαυρόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρτεροί καταιδεσθέντες την του βασιλέως επιθυμίαν. νικήσαι τας των παθών ανάγκας 18 και σβέσαι τας των οίστρων φλεγμονάς και τας των σωμάτων αλγηδόνας καθ' υπερβολήν ούσας καταπαλαίσαι και τη καλοκαγαθία του λογισμού αποπτύσαι πάσας τας των παθών επικρατείας. . επειδή πάντα τρόπον διαβάλλων υπέρ του έθνους ουκ ίσχυσε κακώσαι. . 15 ο δε καίπερ τω δίψει διαπυρούμενος. καλόν και αγαθόν άνδρα. έλεγεν· εύνους ων τοις του βασιλέως πράγμασιν ήκω 3 μηνύσων πολλάς ιδιωτικών χρημάτων μυριάδας εν τοις Ιεροσολύμων γαζοφυλακίοις τεθησαυρίσθαι τοις ιεροίς μη επικοινωνούσας. ως έφην. 5 και λαβών την περί αυτόν εξουσίαν ταχύ εις την πατρίδα ημών μετά του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1020 .19 Ήδη δε και ο καιρός ημάς καλεί επί την απόδειξιν της θεωρίας του σώφρονος λογισμού. 14 και ανευράμενοι την πηγήν.

18 ο δε επέτρεψεν αυτω και αρχιεράσθαι και του έθνους αφηγείσθαι. 11 καταπεσών γε τοι ημιθανής ο Απολλώνιος επί τον πάμφυλον του ιερού περίβολον τας χείρας εξέτεινεν εις τον ουρανόν. ανήρ υπερήφανος και δεινός. 7 και του έθνους προς τον λόγον σχετλιάζοντος αντιλέγοντός τε. όπως τα ιδιωτικά του γαζοφυλακίου λάβοι χρήματα. 19 ος και εξεδιήτησε των Ιουδαίων το έθνος και εξεπολίτευσεν επί πάσαν παρανομίαν 20 ωστε μη μόνον επ' αυτη τη άκρα της πατρίδος ημών γυμνάσιον κατασκευάσαι. 14 και ο μεν παραδόξως διασωθείς ώχετο δηλώσων τω βασιλεί τα συμβάντα αυτω. 16 ος καταλύσας τον Ονίαν της αρχιερωσύνης. ει οι τας παρακαταθήκας πιστεύσαντες τω ιερω θησαυρω στερηθήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καταράτου Σίμωνος και βαρυτάτου στρατού ανέβη 6 και προσελθών ταις του βασιλέως εντολαίς ήκειν έλεγεν. ωστε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1021 . 24 και επεί κατά μηδένα τρόπον ίσχυε καταλύσαι δια των δογμάτων την του έθνους εύνοιαν. όπως περί αυτού ευξάμενοι τον επουράνιον εξευμενίσωνται στρατόν. 13 τούτοις υπαχθείς τοις λόγοις Ονίας ο αρχιερεύς. 22 επειδή γαρ πολεμών ην κατ' Αίγυπτον Πτολεμαίω. και μετά δακρύων τους Εβραίους παρεκάλει. αλλά και καταλύσαι την του ιερού κηδεμονίαν. ουρανόθεν έφιπποι προυφάνησαν άγγελοι περιαστράπτοντες τοις όπλοις και πολύν αυτοίς φόβον τε και τρόμον ενιέντες. εκώλυον. μήποτε νομίσειεν ο βασιλεύς Σέλευκος εξ ανθρωπίνης επιβουλής και μη θείας δίκης ανηρήσθαι τον Απολλώνιον. 8 μετά απειλών δε ο Απολλώνιος απήει εις το ιερόν. πάνδεινον είναι νομίσαντες. ήκουσέ τε ότι φήμης διαδοθείσης περί του τεθνάναι αυτόν. 23 και ως επόρθησεν αυτούς. κατ' ενιαυτόν τρισχίλια εξακόσια εξήκοντα τάλαντα. καίπερ άλλως ευλαβηθείς. 21 εφ' οίς αγανακτήσασα η θεία δίκη αυτόν αυτοίς τον Αντίοχον επολέμωσεν. ως ένι μάλιστα χαίροιεν οι Ιεροσολυμίται. 9 των δε ιερέων μετά γυναικών και παιδίων εν τω ιερω ικετευσάντων τον Θεόν υπερασπίσαι του ιερού καταφρονουμένου τόπου 10 ανιόντος τε μετά καθωπλισμένης της στρατιάς του Απολλωνίου προς την των χρημάτων αρπαγήν. ως οίόν τε ην. Ιάσονα τον αδελφόν αυτού κατέστησεν αρχιερέα. θάνοιεν. δόγμα έθετο όπως. 15 Τελευτήσαντος δε Σελεύκου του βασιλέως διαδέχεται την αρχήν ο υιος αυτού Αντίοχος Επιφανής. 17 ει επιτρέψειεν αυτω την αρχήν. ταχέως επ' αυτούς ανέζευξεν. συνθέμενον δώσειν. 25 αλλά πάσας τας εαυτού απειλάς και τιμωρίας εώρα καταλυομένας. ει τινες αυτών φάνοιεν τω πατρίω πολιτευόμενοι νόμω. ηύξατο περί αυτού. 12 έλεγε γαρ ημαρτηκώς ωστε και αποθανείν άξιος υπάρχειν πάσί τε ανθρώποις υμνήσειν σωθείς την του ιερού τόπου μακαριότητα.

το μη απολαύειν των χωρίς ονείδους ηδέων. 13 και γαρ ενθυμήθητι. 7 διατί γαρ της φύσεως κεχαρισμένης καλλίστην την τούδε του ζώου σαρκοφαγίαν βδελύττη. ότι περιέτεμον τα παιδία. συμβουλεύσαιμ' αν σοι ταύτα. αυτός δια βασάνων ένα έκαστον του έθνους ηνάγκαζε μιαρών απογευομένους τροφών εξόμνυσθαι τον Ιουδαϊσμόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και γυναίκας. 10 ουκ εξυπνώσεις από της φλυάρου φιλοσοφίας υμών 11 και αποσκεδάσεις των λογισμών σου τον λήρον και άξιον της ηλικίας αναλαβών νουν φιλοσοφήσεις την του συμφέροντος αλήθειαν 12 και προσκυνήσας μου την φιλάνθρωπον παρηγορίαν οικτειρήσεις το σεαυτού γήρας. και την ηλικίαν προήκων και πολλοίς των περί τον τύραννον δια την ηλικίαν γνώριμος. ω πρεσβύτα. ει κενοδοξών περί το αληθές έτι καμού καταφρονήσεις επί τη ιδία τιμωρία. .5 Και αυτόν ιδών ο Αντίοχος έφη· 6 εγώ πριν άρξασθαι των κατά σου βασάνων. την επιστήμην νομικός. και κρεών υείων και ειδωλοθύτων αναγκάζειν απογεύεσθαι· 3 ει δε τινες μη θελήσειαν μιαροφαγήσαι. τούτους τροχισθέντας αναιρεθήναι. ην μετά τοσούτον έχων χρόνον ου μοι δοκείς φιλοσοφείν τη Ιουδαίων χρώμενος θρησκεία. ως ει και τις εστι τήσδε της υμών θρησκείας εποπτική δύναμις. και άδικον αποστρέφεσθαι τας της φύσεως χάριτας. 8 και γαρ ανόητον τούτο δοκεί. συγγνωμονήσει αν σοι επί πάση τη δι' ανάγκην γινομένη παρανομία. όπως απογευσάμενος των υείων σώζοιο· αιδούμαι γαρ σου την ηλικίαν και την πολιάν. το γένος ιερεύς. 4 πολλών δε συναρπασθέντων εις πρώτος εκ της αγέλης Εβραίος ονόματι Ελεάζαρος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1022 . παρεκέλευε τοις δορυφόροις 2 ένα έκαστον των Εβραίων επισπάσθαι. παρήχθη πλησίον αυτού. μετά των βρεφών κατακρημνισθήναι προειδυίας ότι τούτο πείσονται· 26 επεί ουν τα δόγματα αυτού κατεφρονείτο υπό του λαού. 9 συ δε μοι και ανοητότερον ποιήσειν δοκείς. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 Προκαθίσας γε τοι μετά των συνέδρων ο τύραννος Αντίοχος επί τινος υψηλού τόπου και των στρατευμάτων αυτω ενόπλων κυκλόθεν παρεστηκότων.

ωστε πάντα πόνον εκουσίως υπομένειν 24 και δικαιοσύνην παιδεύει ωστε δια πάντων των ηθών ισονομείν και ευσέβειαν εκδιδάσκει. 27 τυραννικόν δε ου μόνον αναγκάζειν ημάς παρανομείν. ως συ υπολαμβάνεις. 21 δι' εκατέρου γαρ ως ομοίως ο νόμος υπερηφανείται. 30 ουχ ούτως ειμί γέρων εγώ και άνανδρος ωστε μοι δια την ευσέβειαν μη νεάζειν τον λογισμόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 14 Τούτον τον τρόπον επί την έκθεσμον σαρκοφαγίαν εποτρύνοντος του τυράννου. 19 μη μικράν ουν είναι νομίσης ταύτην. φίλη εγκράτεια. 25 διό ου μιαροφαγούμεν· πιστεύοντες γαρ Θεού καθεστάναι τον νόμον οίδαμεν ότι κατά φύσιν ημίν συμπαθεί νομοθετών ο του κόσμου κτίστης· 26 και τα μεν οικειωθησόμενα ημών ταις ψυχαίς επέτρεψεν εσθίειν. Αντίοχε. αλλά και εσθίειν. 18 καίτοι ει κατά αλήθειαν μη ην ο νόμος ημών. θείω πεπεισμένοι νόμω πολιτεύεσθαι ουδεμίαν ανάγκην βιαιοτέραν είναι νομίζομεν της προς τον νόμον ημών ευπειθείας· 17 διό δη κατ' ουδένα τρόπον παρανομείν αξιούμεν. τα δε εναντιωθησόμενα εκώλυσε σαρκοφαγείν. (άλλως δε νομίζομεν αυτόν είναι θείον) ουδέ ούτως εξόν ημίν ην την επί τη ευσεβεία δόξαν ακυρώσαι. ωστε μόνον τον όντα Θεόν σέβειν μεγαλοπρεπώς. 34 ουδέ καταισχυνώ σε. 37 ασεβών μεν γαρ τυραννήσεις. των δε εμών περί της ευσεβείας λογισμών ούτε δια λόγων δεσπόσεις ούτε δι' έργων. ει μιαροφαγήσαιμεν. θείος. λόγον ήτησεν ο Ελεάζαρος 15 και λαβών του λέγειν εξουσίαν ήρξατο δημηγορείν ούτως· 16 ημείς. 28 αλλ' ου γελάσεις κατ' εμού τούτον τον γέλωτα. 36 αγνόν δε με οι πατέρες προσδέξονται μη φοβηθέντα σου τας μέχρι θανάτου ανάγκας. 33 ου ψεύσομαί σε. φιλόσοφε λόγε. όπως τη εχθίστη ημών μιαροφαγία ταύτη έτι εγγελάσης. ουδέ εξαρνήσομαί σε. ούτε τους ιερούς των προγόνων περί του φυλάξαι τον νόμον όρκους ου παρήσω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1023 . 29 ουδ' αν εκκόψειάς μου τα όμματα και τα σπλάγχνα μου τήξειας. 22 χλευάζεις δε ημών την φιλοσοφίαν. 31 προς ταύτα τροχούς ευτρέπιζε και το πυρ εκφύσα σφοδρότερον. παιδευτά νόμε. ωσπερ ου μετά ευλογιστίας εν αυτη βιούντων· 23 σωφροσύνην τε γαρ ημάς εκδιδάσκει ωστε πασών των ηδονών και επιθυμιών κρατείν και ανδρείαν εξασκείν. ουδέ φεύξομαί σε ουδ' εξομούμαί σε. ιερωσύνη τιμία και νομοθεσίας επιστήμη· 35 ουδέ μιανείς μου το σεμνόν γήρως στόμα ουδέ νομίμου βίου ηλικίαν. 32 ουχ ούτως οικτείρομαι το εμαυτού γήρας ωστε με δι' εμαυτού τον πάτριον καταλύσαι νόμον. αμαρτίαν· 20 το γαρ εν μικροίς και εν μεγάλοις παρανομείν ισοδύναμόν εστιν.

13 τα δε εν συμπαθεία της συνηθείας όντες. 20 αισχρόν δε ει επιβιώσωμεν ολίγον χρόνον και τούτον καταγελώμενοι προς απάντων επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1024 . ει προς αλήθειαν ζήσαντες τον μέχρι γήρως βίον και την επ' αυτω δόξαν νομίμως φυλάξαντες. ωσπερ πικρότερον δια της συμβουλίας αικισθείς. τα δε εν θαυμασμω της καρτερίας προσιόντες αυτω τινές των του βασιλέως έλεγον· 14 τι τοις κακοίς τούτοις σεαυτόν αλογίστως απόλεις. σώθητι. Ελεάζαρε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 Τούτον τον τρόπον αντιρρητορεύσαντα ταις του τυράννου παρηγορίαις. και καθάπερ γενναίος αθλητής τυπτόμενος ενίκα τους βασανίζοντας ο γέρων· 11 ιδρών γε τοι το πρόσωπον και επασθμαίνων σφοδρώς και υπ' αυτών των βασανιζόντων εθαυμάζετο επί τη ευψυχία. ίνα παράδειγμα γενώμεθα της μιαροφαγίας. 2 και πρώτον μεν περιέδυσαν τον γηραιόν εγκοσμούμενον τη περί την ευσέβειαν ευσχημοσύνη· 3 έπειτα περιαγκωνίσαντες εκατέρωθεν μάστιξι κατήκιζον· 4 πείσθητι ταις του βασιλέως εντολαίς. . 19 νυν μεταβαλοίμεθα και αυτοί μεν ημείς γενοίμεθα τοις νέοις ασεβείας τύπος. ανεβόησε· 17 μη ούτως κακώς φρονήσαιμεν οι Αβραάμ παίδες ωστε μαλακοψυχήσαντας απρεπές ημίν δράμα υποκρίνασθαι.16 Και ο Ελεάζαρος. ορθόν είχε και ακλινή τον λογισμόν. 5 ο δε μεγαλόφρων και ευγενής ως αληθώς Ελεάζαρος. 15 ημείς μεν τοι των υψημένων σοι βρωμάτων παραθήσομεν. 18 και γαρ αλόγιστον. συ δε υποκρινόμενος των υείων απογεύεσθαι. 9 ο δε υπέμεινε τους πόνους και περιεφρόνει της ανάγκης 10 και διεκαρτέρει τους αικισμούς. . όπως εξανίσταιτο πίπτων. 6 αλλά υψηλούς ανατείνας εις τον ουρανόν τους οφθαλμούς απεξαίνετο ταις μάστιξι τας σάρκας ο γέρων και κατερρείτο τω αίματι 7 και τα πλευρά κατετιτρώσκετο. 8 Λάξ γε τοι των πικρών τις δορυφόρων εις τους κενεώνας εναλλόμενος έτυπτεν. ωσπερ εν ονείρω βασανιζόμενος κατ' ουδένα τρόπον μετετρέπετο. και πίπτων εις το έδαφος από του μηκέτι φέρειν το σώμα τας αλγηδόνας. παραστάντες οι δορυφόροι πικρώς έσυραν επί τα βασανιστήρια τον Ελεάζαρον. ετέρωθεν κήρυκος επιβοώντος.12 Οθεν τα μεν ελεούντες τα του γήρως αυτού.

34 και δίκαιόν εστιν ομολογείν ημάς το κράτος είναι του λογισμού. τούτοις αν απέδομεν την της επικρατείας μαρτυρίαν· 33 νυνί δε του λογισμού τα πάθη νικήσαντος. όπου γε και των έξωθεν αλγηδόνων επικρατεί. και μηδέν αυταίς υπείκειν. 3 κατ' ουδένα τρόπον μετέτρεψε τους της ευσεβείας οίακας. αυτω προσηκόντως την της ηγεμονίας προσνέμομεν εξουσίαν. 35 επεί και γελοίον· και ου μόνον των αλγηδόνων επιδείκνυμι κεκρατηκέναι τον λογισμόν. αλλά και των ηδονών κρατείν. .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δειλία. ευγενώς υπέρ της ευσεβείας τελευτάτε. 21 και υπό μεν του τυράννου καταφρονηθώμεν ως άνανδροι. βασάνοις καυστικαίς αποθνήσκω δια τον νόμον. 26 ο δε μέχρι των οστέων ήδη κατακεκαυμένος και μέλλων λιποθυμείν ανέτεινε τα όμματα προς τον Θεόν και είπεν· 27 συ οίσθα. ως ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1025 . 25 ένθα δια κακοτέχνων οργάνων καταφλέγοντες αυτόν υπέρριπτον και δυσώδεις χυλούς εις τους μυκτήρας αυτού κατέχεον. ω Αβραάμ παίδες. Θεέ. 28 τοιγαρούν ίλεως γενού τω έθνει σου αρκεσθείς τη ημετέρα υπέρ αυτών δίκη. τι μέλλετε. 30 και ταύτα ειπών ο ιερός ανήρ ευγενώς ταις βασάνοις εναπέθανε 31 και μέχρι των του θανάτου βασάνων αντέστη τω λογισμω δια τον νόμον. 29 καθάρσιον αυτών ποίησον το εμόν αίμα και αντίψυχον αυτών λαβέ την εμήν ψυχήν. 32 ει γαρ τα πάθη του λογισμού κεκρατήκει. 4 ουχ ούτως πόλις πολλοίς και ποικίλοις μηχανήμασιν αντέσχε ποτέ πολιορκουμένη.24 Πρός τας ανάγκας ούτως μεγαλοφρονούντα αυτόν ιδόντες και μηδέ προς τον οικτριρμόν αυτών μεταβαλλόμενον επί το πυρ αυτόν ήγαγον. παρόν μοι σώζεσθαι. 23 οι δε του τυράννου δορυφόροι. έως ου έπλευσεν επί τον της αθανάτου νίκης λιμένα. . ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 Ωσπερ γαρ άριστος κυβερνήτης ο του πατρός ημών Ελεαζάρου λογισμός πηδαλιουχών την της ευσεβείας ναύν εν τω των παθών πελάγει 2 και καταικιζόμενος ταις του τυράννου απειλαίς και καταντλούμενος ταις των βασάνων τρικυμίαις. 22 προς ταύτα υμείς μεν.Ομολογουμένως ουν δεσπότης εστί των παθών ο ευσεβής λογισμός. τον δε θείον ημών νόμον μέχρι θανάτου μη προασπίσαιμεν.

περικεχαλασμένων δε των σαρκών. 23 μόνος γαρ ο σοφός και σώφρων ανδρείός εστι των παθών κύριος. 7 ω σύμφωνε νόμου και φιλόσοφε θείου βίου. Ισαάκ. ον πιστή θανάτου σφραγίς ετελείωσεν. περιέκλασεν τους επιμαινομένους των παθών κλύδωνας. αλλά ζώσι τω Θεω. 5 ωσπερ γαρ πρόκρημνον άκραν την εαυτού διάνοιαν ο πατήρ Ελεάζαρος εκτείνας. ότι ουδέ πάντες φρόνιμον έχουσι τον λογισμόν. ότι Θεω ουκ αποθνήσκουσιν. Ιακώβ. 21 επεί τις προς όλον τον της φιλοσοφίας κανόνα ευσεβώς φιλοσοφών 22 και πεπιστευκώς Θεω και ειδώς ότι το δια την αρετήν πάντα πόνον υπομένειν μακάριόν εστιν. 9 συ πάτερ. την ευνομίαν ημών δια των υπομονών εις δόξαν εκύρωσας και την αγιστείαν σεμνολογήσας ου κατέλυσας και δια των έργων επιστοποίησας τους της θείας φιλοσοφίας λόγους. 15 ω μακαρίου γήρως και σεμνής πολιάς και βίου νομίμου. κεκμηκότων δε και των νεύρων. 11 ωσπερ γαρ ο πατήρ Ααρών τω θυμιατηρίω καθωπλισμένος δια του εθνοπλήθους επιτρέχων τον εμπυριστήν ενίκησεν άγγελον. 20 ουδέν ουν εναντιούται το φαίνεσθαί τινας παθοκρατείσθαι δια τον ασθενή λογισμόν. 19 πιστεύοντες. ωσπερ ουδέ οι πατριάρχαι ημών Αβραάμ. 17 Ίσως δ' αν είποιέν τινες· των παθών ου πάντες περικρατούσιν. 10 ω βασάνων βιαιότερε γέρον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1026 . 12 ούτως ο Ααρωνίδης Ελεάζαρος δια του πυρός υπερτηκόμενος ου μετετράπη τον λογισμόν. και πυρός ευτονώτερε πρεσβύτα. 18 αλλ' όσοι ευσεβείας προνοούσιν εξ όλης καρδίας. ούτοι μόνοι δύνανται κρατείν των της σαρκός παθών. ουκ αν περικρατήσειεν των παθών δια την θεοσέβειαν. λελυμένων μεν ήδη των του σώματος τόνων. γέρων ων. ομολογουμένως ηγεμών εστι των παθών ο ευσεβής λογισμός. 8 τοιούτους δη δεί είναι τους ιερουργούντας τον νόμον ιδίω αίματι και γενναίω ιδρώτι τοις μέχρι θανάτου πάθεσιν υπερασπίζοντας. και παθών μέγιστε βασιλεύ Ελεάζαρε. 16 ει δε τοίνυν γέρων ανήρ των μέχρι θανάτου βασάνων περιεφρόνησε δι' ευσέβειαν. 13 καίτοι το θαυμασιώτατον. 6 ω άξιε της ιερωσύνης ιερεύ. ανενέασε 14 τω πνεύματι δια του λογισμού και τω ισακίω λογισμω την πολυκέφαλον στρέβλαν ηκύρωσεν. ουκ εμίανας τους ιερούς οδόντας ουδέ την θεοσέβειαν και καθαρισμόν νόμιμον χωρήσασαν γαστέρα εκοινώνησας μιαροφαγία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πανάγιος Ελεάζαρος· την ιεράν ψυχήν αικισμοίς τε και στρέβλαις πυρπολούμενος ενίκησε τους πολιορκούντας δια τον υπερασπίζοντα της ευσεβείας λογισμόν.

αναγκάσετέ με επί δειναίς κολάσεσιν ένα έκαστον υμών δια των βασάνων απολέσαι. 10 κατελεήσατε ουν εαυτούς. 3 ταύτα διαταξαμένου του τυράννου. 5 ω νεανίαι. αρνησάμενοι τον πάτριον υμών της πολιτείας θεσμόν· 8 και μεταλαβόντες ελληνικού βίου και μεταδιαιτηθέντες εντρυφήσατε ταις νεότησιν υμών· 9 επεί εάν οργίλως με διάθησθε δια της απειθείας υμών. 4 ους ιδών ο τύραννος καθάπερ εν χορω περιέχοντας μέσην την μητέρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 Δια τούτό γε τοι και μειρακίσκοι τω της ευσεβείας λογισμω φιλοσοφούντες χαλεπωτέρων βασανιστηρίων επεκράτησαν. ότι ουδέν υμίν απειθήσασι πλήν του μετά στρεβλών αποθανείν απόκειται. προσεμειδίασεν αυτοίς και πλησίον καλέσας έφη. το κάλλος και το πλήθος τοσούτων αδελφών υπερτιμών. 7 πεισθέντες ουν μοι και αρχάς και επί των εμών πραγμάτων ηγεμονίας λήψεσθε. πικρότερον βασανίζειν. τότε δη σφόδρα περιπαθώς εκέλευσεν άλλους εκ της ηλικίας των Εβραίων αγαγείν. απολύειν φαγόντας. φιλοφρόνως εγώ καθ' ενός εκάστου υμών θαυμάζω. ου μόνον συμβουλεύω μη μανήναι την αυτήν τω προβασανισθέντι γέροντι μανίαν.12 Ταύτα δε λέγων εκέλευσεν εις το έμπροσθεν προτεθείναι τα βασανιστήρια. ήσθη επ' αυτοίς και της ευπρεπείας εκπλαγείς και της ευγενείας. ει δε αντιλέγοιεν. 13 ως δε τροχούς τε και αρθρέμβολα. ους και ο πολέμιος έγωγε και της ηλικίας και της ευμορφίας οικτείρομαι. αλλά και παρακαλώ συνείξαντάς μου τη συμβουλία της εμής απολαύσαι φιλίας· 6 δυναίμην δ' αν ωσπερ κολάζειν τους απειθούντάς μου τοις επιτάγμασιν. 11 ου διαλογιείσθε τούτο. παρήσαν αγόμενοι μετά γηραιάς μητρός επτά αδελφοί. καλοί τε και αιδήμονες και γενναίοι και εν παντί χαρίεντες. 2 επειδή γαρ κατά την πρώτην πείραν ενικήθη περιφανώς ο τύραννος μη δυνηθείς αναγκάσαι γέροντα μιαροφαγήσαι. τήγανά τε και δακτυλήθρας και χείρας σιδηράς και σφήνας και τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1027 . στρεβλωτήριά τε και τροχαντήρας και καταπέλτας και λέβητας. ούτως και ευεργετείν τους ευπειθούντάς μοι. και ει μεν μιαροφαγήσαιεν. όπως και δια του φόβου πείσειεν αυτούς μιαροφαγήσαι. .

ωσπερ από της αυτής ψυχής είπον προς αυτόν. 23 τι εξάγομεν εαυτούς του ηδίστου βίου και επιστερούμεν εαυτούς του γλυκέος κόσμου. τα βασανιστήρια και λογιούμεθα τας των βασάνων απειλάς και φευξόμεθα την κενοδοξίαν ταύτην και ολεθροφόρον αλαζονείαν. ίλεως υμίν έσται δι' ανάγκην παρανομήσασιν. έτοιμοι γαρ εσμεν αποθνήσκειν ή παραβαίνειν τας πατρίους ημών εντολάς· 2 αισχυνόμεθα γαρ τους προγόνους ημών εικότως. παρόν μετά αταραξίας ζήν τω βασιλεί πεισθέντας. μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1028 . ω τύραννε. 20 ελεήσωμεν τας εαυτών ηλικίας και κατοικτείρωμεν το της μητρός γήρας 21 και ενθυμηθώμεν ότι απειθούντες τεθνηξόμεθα. 18 ει βουλήμασι κενοίς εαυτούς ευφραίνομεν και θανατηφόρον απείθειαν τολμώμεν. 3 σύμβουλε τύραννε παρανομίας. 17 ω τάλανες ημείς και λίαν ανόητοι· βασιλέως ημάς παρακαλούντος και επί ευεργεσία φωνούντος. άνδρες αδελφοί. 24 μη βιαζώμεθα την ανάγκην μηδέ φιλοδοξήσωμεν επί τη εαυτών στρέβλη. πάντες δια μιάς φωνής ομού. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 Τί μέλλεις. αλλά και αντεφιλοσόφησαν τω τυράννω και δια της ευλογιστίας την τυραννίδα αυτού κατέλυσαν. 26 πόθεν ημίν η τοσαύτη εντέτηκε φιλονικία και η θανατηφόρος αρέσκει καρτερία. 19 ου φοβησόμεθα. 29 ωστε άμα τω παύσασθαι τον τύραννον συμβουλεύοντα αυτοίς του μιαροφαγήσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζώπυρα του πυρός οι δορυφόροι προέθεσαν. μη πεισθείημεν αυτω. 28 ήσαν γαρ περίφρονες των παθών και αυτοκράτορες των αλγηδόνων. ουχί τούτοις. ει μη τη του νόμου ευπειθεία και συμβούλω Μωσή χρησαίμεθα. υπολαβών ο τύραννος έφη· 14 μειράκια φοβήθητε. ποίοις αν εχρήσαντο λόγοις. ου μόνον ουκ εφοβήθησαν. 15 οι δε ακούσαντες επαγωγά και ορώντες δεινά. 25 ουδέ αυτός ο νόμος ακουσίως ημάς θανατοί φοβηθέντας τα βασανιστήρια. 22 συγγνώσεται δε ημίν και η θεία δίκη δι' ανάγκην τον βασιλέα φοβηθείσιν. και ην σέβεσθε δίκην. 27 αλλά τούτων ουδέν είπον οι νεανίαι βασανίζεσθαι μέλλοντες ουδέ ενεθυμήθησαν. 16 και τοι λογισώμεθα· ει δειλόψυχοί τινες ήσαν και άνανδροι εν αυτοίς.

αλλά θείου νόμου προασπίζοντα. 5 εκφοβείς δε ημάς τον δια των βασάνων ημίν θάνατον απειλών. 22 αλλ' ωσπερ εν πυρί μετασχηματιζόμενος εις αφθαρσίαν. 16 και των δορυφόρων λεγόντων· ομολόγησον φαγείν. αλλ' ως και κατά αχαρίστων ωργίσθη. 7 πείραζε τοιγαρούν. ωστε μου τον λογισμόν άγξαι· τέμνετέ μου τα μέλη και πυρούτε τας σάρκας και στρεβλούτε τα άρθρα. ου μόνον ως κατά απειθούντων εχαλέπαινεν ο τύραννος. 19 ταύτα λέγοντι πυρ υπέστρωσαν και διηρέθισαν τον τροχόν προσεπικατατείνοντες· 20 εμολύνετο δε πάντοθεν αίματι ο τροχός. 14 και κατά παν μέλος κλώμενος εκακηγόρει λέγων· 15 τύραννε μιαρώτατε και της ουρανίου δίκης εχθρέ και ωμόφρον. 21 και περιτετμημένον ήδη έχων το των οστέων πήγμα ο μεγαλόφρων και Αβραμιαίος νεανίας ουκ εστέναξεν. ας και ο παιδευτής ημών γέρων ενίκησε. 17 αυτός είπεν αυτοίς· ουχ ούτως ισχυρός υμών εστιν ο τροχός. 13 περί ον κατατεινόμενος ο ευγενής νεανίας έξαρθρος εγίνετο. τας βασάνους των σών αναγκών υπεριδόντες. αποθάνοιμεν αν δικαιότερον ημείς οι νέοι. 11 όθεν τον πρεσβύτατον αυτών κελευθέντες παρήγαγον οι υπασπισταί και διαρρήξαντες τον χιτώνα διέδησαν τας χείρας αυτού και τους βραχίονας ιμάσιν εκατέρωθεν. υπέμεινεν ευγενώς τας στρέβλας· 23 μιμήσασθέ με. 24 δι' ης ίλεως η δικαία και πάτριος ημών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1029 . και ο σωρός της ανθρακιάς της των ιχώρων εσβέννυτο σταλαγμοίς. 4 χαλεπώτερον γαρ αυτού του θανάτου νομίζομεν είναί σου τον επί τη παρανόμω σωτηρία ημών έλεον. ουκ ανδροφονήσαντά με τούτον καταικίζεις τον τρόπον. 6 ει δ' οι γέροντες των Εβραίων δια την ευσέβειαν και βασανισμούς υπομείναντες ευσέβησαν. ότι μόνοι παίδες Εβραίων υπέρ αρετής εισιν ανίκητοι. 8 ημείς μεν γαρ δια τήσδε της κακοπαθείας και υπομονής τα της αρετής άθλα έξομεν και εσόμεθα παρά Θεω. 12 ως δε τύπτοντες ταις μάστιξιν εκοπίασαν μηδέν ανύοντες. όπως απαλλαγής των βασάνων. αδελφοί. ανέβαλον αυτόν επί τον τροχόν. μη μου τον αιώνα λιποτακτήσητε μηδ' εξομόσησθέ μου την της ευψυχίας αδελφότητα· ιεράν και ευγενή στρατείαν στρατεύσασθε υπέρ της ευσεβείας. λέγων. . και περί τους άξονας του οργάνου περιέρρεον αι σάρκες. ω μιαροί διάκονοι. ουδέ ασεβήσαντα.10 Ταύτα αυτών ειπόντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημάς μισών υπέρ αυτούς ημάς ελέει. μη νομίσης ημάς βλάπτειν βασανίζων. δι' ον και πάσχομεν· 9 συ δε δια την ημών μιαιφονίαν αυτάρκη καρτερήσεις υπό της θείας δίκης αιώνιον βάσανον δια πυρός. τύραννε· και τας ημών ψυχάς ει θανατώσεις δια την ευσέβειαν. ωσπερ ουχί προ βραχέος παρά Ελεαζάρου μαθών. 18 δια πασών γαρ υμάς πείσω των βασάνων.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρόνοια τω έθνει γενηθείσα τιμωρήσειεν τον αλάστορα τύραννον· 25 και ταύτα ειπών ο ιεροπρεπής νεανίας απέρρηξε την ψυχήν. ο τρίτος ήγετο παρακαλούμενος πολλά υπό πολλών. 29 ο δε ταύτην βαρέως την αλγηδόνα καρτερών έλεγεν· ως ηδύς πας τρόπος θανάτου δια την πάτριον ημών ευσέβειαν· έφη τε προς τον τύραννον· 30 ου δοκείς πάντων ωμότατε τύραννε. ήγον οι δορυφόροι τον καθ' ηλικίαν του προτέρου δεύτερον και σιδηράς εναρμοσάμενοι χείρας οξέσι τοις όνυξιν οργάνω και καταπέλτη προσέδησαν αυτόν. 5 οι δε πικρώς ενέγκαντες την παρρησίαν του ανδρός. τας της θείας οργής δίκας. αρθρεμβόλοις οργάνοις τας χείρας αυτού και τους πόδας εξήρθρουν και εξ αρμών αναμοχλεύοντες εξεμέλιζον. ουκ εκφεύξη δε. 31 εγώ μεν γαρ ταις δια την αρετήν ηδοναίς τον πόνον επικουφίζομαι. 28 από των τενόντων ταις σιδηραίς χερσίν επισπασάμενοι μέχρι γε των γενείων την σάρκα πάσαν και την της κεφαλής δοράν οι παρδάλειοι θήρες απέσυραν. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 Και τούτου τον αοίδιμον θάνατον καρτερήσαντος. . 3 ουκ εξόμνυμαι την ευγενή της αδελφότητός μου συγγένειαν. 32 συ δε εν ταις της ασεβείας απειλαίς βασανίζη. πλείον εμού σε νυν βασανίζεσθαι ορών σου νικώμενον τον της τυρανίδος υπερήφανον λογισμόν υπό της δια την ευσέβειαν ημών υπομονής. δύνασθε. 4 προς ταύτα ει τι έχετε κολαστήριον προσαγάγετε τω σώματί μου· της γαρ ψυχής μου. μιαρώτατε τύραννε. και η αυτή μήτηρ εγέννησε. όπως απογευσάμενος σώζοιτο. 2 ο δε αναβοήσας έφη· ή αγνοείτε ότι ο αυτός με τοις αποθανούσιν έσπειρε πατήρ. 6 και τους δακτύλους και τους βραχίονας και τα σκέλη και τους αγκώνας περιέκλων. 7 και κατά μηδένα τρόπον ισχύοντες αυτόν άγξαι περισύραντες το δέρμα συν άκραις ταις των δακτύλων κορυφαίς απεσκύθιζον· και ευθέως ήγον επί τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1030 .26 Θαυμασάντων δε πάντων την καρτεροψυχίαν αυτού. ουδ' αν θέλητε άψασθαι. και επί τοις αυτοίς ανετράφημεν δόγμασιν. 27 ως δε ει φαγείν βούλοιτο πριν βασανίζεσθαι πυνθανόμενοι την ευγενή γνώμην ήκουσαν.

12 Και τούτου θανόντος αδελφοπρεπώς. ίνα και δια τούτων μάθης. 3 αυτός δ' απ' εμαυτού παρήλθον. και σιωπώντων ακούει ο Θεός· 19 ιδού προκεχάλασται η γλώσσα. ου βασάνων εστίν άξια. ου γαρ παρά τούτο τον λογισμόν ημών γλωσσοτομήσεις. σωζε σεαυτόν. 5 ή κακόν σοι δοκεί ότι τον πάντων κτίστην ευσεβούμεν και κατά τον ενάρετον αυτού ζώμεν νόμον. 9 μέλλων δε αποθνήσκειν έφη· 10 ημείς μεν. βασάνους. 14 ο δε αυτοίς έφη· ουχ ούτως καυστικώτερον έχετε κατ' εμού το πυρ ωστε με δειλανδρήσαι. 9 τοιαύτα δε λέγοντα οι δορυφόροι δήσαντες αυτόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1031 . ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 Ως δε και ούτος ταις βασάνοις καταικισθείς εναπέθανεν. την γαρ των θείων ύμνων μελωδόν γλώτταν εκτέμνεις. 16 επινόει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τροχόν. εκέλευσε την γλώτταν αυτού εκτεμείν. όπως καμέ κατακτείνας περί πλειόνων αδικημάτων οφειλήσης τη ουρανίω δίκη τιμωρίαν. 18 ο δε έφη· καν αφέλης το της φωνής όργανον. 20 ηδέως υπέρ του νόμου του Θεού τα του σώματος μέλη ακρωτηριαζόμεθα. τύραννε. ω μιαρώτατε τύραννε. 4 ω μισάρετε και μισάνθρωπε. 21 σε δε ταχέως μετελεύσεται ο Θεός. 7 είπερ ησθάνου ανθρώπου πόθον και ελπίδα είχες παρά Θεω σωτηρίου· 8 νυνί δε αλλότριος ων Θεού πολεμείς τους ευσεβούντας εις τον Θεόν. . 17 ταύτα ακούσας ο αιμοβόρος και φονώδης και παμμιαρώτατος Αντίοχος. προς τον υπέρ της αρετής βασανισμόν παραιτείσθαι. αλλά πεισθείς τω βασιλεί. ο πέμπτος παρεπήδησε λέγων· 2 ου μέλλω. τέμνε. τι δράσαντας ημάς τούτον πορθείς τον τρόπον. 8 περί ον εκ σπονδύλων εκμελιζόμενος εώρα τας εαυτού σάρκας περιλακιζομένας και κατά σπλάγχνων σταγόνας αίματος απορρεούσας. δια παιδείαν και αρετήν Θεού ταύτα πάσχομεν· 11 συ δε δια την ασέβειαν και μιαιφονίαν ακαταλύτους καρτερήσεις βασάνους. 15 μά τον μακάριον των αδελφών μου θάνατον και τον αιώνιον του τυράννου όλεθρον και τον αϊδιον των ευσεβών βίον ουκ αρνήσομαι την ευγενή αδελφότητα. ότι αδελφός ειμι των προβασανισθέντων. 6 αλλά ταύτα τιμών. τον τέταρτον επεσπώντο λέγοντες· 13 μη συμμανής και συ τοις αδελφοίς σου την αυτήν μανίαν. τύραννε.

18 εφ' ου κατατεινόμενος εκμελώς και εκσπονδυλιζόμενος υπεκαίετο. υπέρ των αυτών και αποθνήσκειν οφείλομεν ομοίως· 16 ωστε ει σοί δοκεί βασανίζειν μη μιαροφαγούντα. αλλά θείου νόμου προεστήκασιν ημών οι δορυφόροι· δια τούτο ανίκητον έχομεν τον λογισμόν. η ευσεβής επιστήμη. 20 ο δε βασανιζόμενος. 12 καλάς. ω τύραννε. ω τύραννε. ο δε έφη· 14 εγώ τη μεν ηλικία των αδελφών μου ειμι νεώτερος. και αδύνατος η βία σου. περί ον όλος περί τον τροχόν σκορπίου τρόπον ανακλώμενος εξεμελίζετο. 2 ον κατοικτειρήσας ο τύραννος. 17 ταύτα αυτόν ειπόντα παρήγον επί τον τροχόν. ο έκτος ήγετο μειρακίσκος. ορών ήδη τα δεσμά περικείμενον. ω τύραννε. 23 συ δε. 10 εφ' ον δήσαντες αυτόν επί τα γόνατα και ταύτα ποδάγραις σιδηραίς εφαρμόσαντες την οσφύν αυτού περί τροχιαίον σφήνα κατέκαμψαν. έλεγεν. 26 το πυρ σου ψυχρόν ημίν. εφ' ον δια την ευσέβειαν εις γυμνασίαν πόνων αδελφοί τοσούτοι κληθέντες ουκ ενικήθημεν. και άπονοι οι καταπέλται. ω ιεροπρεπούς αγώνος. τη δε διανοία ηλικιώτης· 15 εις τα αυτά γαρ και γεννηθέντες και τραφέντες. έλεγεν.13 Τελευτήσαντος δε και τούτου. καινουργέ των βασάνων και πολέμιε των αληθώς ευσεβούντων 24 εξ μειράκια καταλελύκαμέν σου την τυραννίδα· 25 το γαρ μη δυνηθήναί σε μεταπείσαι τον λογισμόν ημών μήτε βιάσασθαι προς την μιαροφαγίαν ου κατάλυσίς εστί σου. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 Ως δε και ούτος μακαρίως εναπέθανε καταβληθείς εις λέβητα. ο έβδομος παρεγίνετο πάντων νεώτερος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είλκον επί τον καταπέλτην. . ος πυνθανομένου του τυράννου ει βούλοιτο φαγών απολύεσθαι. μέγαν σοί προσλαβών και αυτός τιμωρόν. 3 πλησιέστερον αυτόν μετεπέμψατο και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1032 . καίπερ δεινώς υπό των αδελφών αυτού κακισθείς. 1 22 καλοκαγαθία καθωπλισμένος τεθνήξομαι μεν καγώ μετά των αδελφών μου. 11 κατά τούτον τον τρόπον και το πνεύμα στενοχωρούμενος και το σώμα αγχόμενος. 27 ου γαρ τυράννου. 21 ανίκητος γαρ εστιν. χάριτας ημίν χαρίζη δια γενναιοτέρων πόνων επιδείξασθαι παρέχων την εις τον νόμον ημών καρτερίαν. 19 και οβελίσκους δε οξείς πυρώσαντες. άκων. βασάνιζε. τοις νώτοις προσέφερον και τα πλευρά διαπείραντες αυτού τα σπλάγχνα διέκαιον.

7 ο δε της μητρός τη εβραϊδι φωνή προτρεψαμένης αυτόν (ως ερούμεν μετά μικρόν ύστερον). 6 και ταύτα παρακαλών. απολύσατέ με. 19 σε δε και εν τω νυν βίω και θανόντα τιμωρήσεται. την μητέρα του παιδός μετεπέμψατο. και πάντων των πονηρών ασεβέστατε τύραννε. όπως αυτήν ελεήσας τοσούτων υιών στερηθείσαν παρορμήσειεν επί την σωτήριον ευπείθειαν τον περιλειπόμενον. 12 ανθ' ων ταμιεύσεταί σε η θεία δίκη πυκνοτέρω και αιωνίω πυρί και βασάνοις. και ούτως απέδωκε την ψυχήν. φησίν· 8 είπω τι τω βασιλεί και τοις συν αυτω φίλοις πάσι. 14 αλλ' οι μεν ευγενώς αποθανόντες επλήρωσαν την εις τον Θεόν ευσέβειαν. 4 ων ουκ έστι παριδείν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1033 . ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 Ει δε τοίνυν των μέχρι θανάτου πόνων υπερεφρόνησαν οι επτά αδελφοί. φησίν. θηριωδέστατε. 5 πεισθείς δε φίλος έση και των επί της βασιλείας αφηγήση πραγμάτων. ελέγομεν αν τούτοις αυτούς νενικήσθαι· 3 νυνί δε ουχ ούτως. ει μεν μη πεισθείης. αλλά τω επαινουμένω παρά Θεω λογισμω περιεγένετο των παθών. 15 συ δε κακός κακώς οιμώξεις τους της αρετής αγωνιστάς αναιτίως αποκτείνας. τάλας βασανισθείς και αυτός τεθνήξη προ ωρας. ουκ ηδέσθης παρά του Θεού λαβών τα αγαθά και την βασιλείαν τους θεράποντας αυτού κατακτείναι και τους ευσεβείας ασκητάς στρεβλώσαι. όπως ίλεως γένηται τω γένει μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρηγορείν επειράτο λέγων· 4 της μεν των αδελφών σου απονοίας το τέλος οράς· δια γαρ απείθειαν στρεβλωθέντες τεθνήκασι· συ δε. 10 και δραμών επί πλησίον των τηγάνων έφη· 11 ανόσιε. 2 ει γαρ τοις πάθεσι δουλωθέντες εμιαροφάγησαν. 20 και ταύτα κατευξάμενος. εαυτόν έρριψε κατά των τηγάνων. 16 όθεν και αυτός αποθνήσκειν μέλλων έφη· 17 ουκ απαυτομολώ της των αδελφών μου αριστείας· 18 επικαλούμαι δε τον πατρωον Θεόν. 9 και επιχαρέντες ό τε βασιλεύς και οι συν αυτω μάλιστα επί τη επαγγελία του παιδός ταχέως έλυσαν αυτόν. 13 ουκ ηδέσθης άνθρωπος ων. συνομολογείται πανταχόθεν ότι αυτοδέσποτός εστι των παθών ο ευσεβής λογισμός. τους ομοιοπαθείς και εκ των αυτών γεγονότας στοιχείων γλωττοτομήσαι και τούτον καταικίσας τον τρόπον βασανίσαι. αι εις όλον τον αιώνα ουκ ανήσουσί σε.

οί των μεν δια πυρός αλγηδόνων ουκ επεστράφησαν. έλεγεν· ο δε. θάρρει. 6 καθάπερ γαρ προβλήτες λιμένων πύργοι τας των κυμάτων απειλάς ανακόπτοντες γαληνόν παρέχουσι τοις εισπλέουσι τον όρμον. 12 ο δε. αδελφέ. μηδέ ψεύση τους προαποθανόντας ημών αδελφούς. 11 και ο μεν. αφ' ων συστρέφονται εναγκαλισμάτων φιλάδελφοι ψυχαί· 22 και αύξοντες σφοδρότερον δια της συντροφίας και της καθ' ημέραν συνηθείας και της άλλης παιδείας και της ημετέρας εν νόμω Θεού ασκήσεως. 24 νόμω γαρ τω αυτω παιδευθέντες και τας αυτάς εξασκήσαντες αρετάς και τω δικαίω συντραφέντες βίω. 18 και ενί εκάστω των αποσπωμένων αυτών αδελφών έλεγον οι περιλειπόμενοι· μη καταισχύνης ημάς. 5 Πως ουν ουκ έστι τούτοις την της ευλογιστίας παθοκρατορίαν ομολογείν. 16 καθοπλισώμεθα τοιγαρούν τη του θείου λογισμού παθοκρατορία. 7 ούτως η επτάπυργος των νεανίσκων ευλογιστία τον της ευσεβείας οχυρώσασα λιμένα την των παθών ενίκησεν ακολασίαν. αδελφέ. οι επτά αδελφοί συμπαθέστερον έσχον την προς αλλήλους ομόνοιαν. έλεγον. 23 ούτως δη τοίνυν καθεστηκυίας συμπαθούς της φιλαδελφίας. 20 εν ή τον ίσον αδελφοί κατοικήσαντες χρόνον και εν τω αυτω χρόνω πλασθέντες και από του αυτού αίματος αυξηθέντες και δια της αυτής ψυχής τελεσφορηθέντες 21 και δια των ίσων αποτεχθέντες χρόνων και από των αυτών γαλακτοποτούντες πηγών. 8 ιερόν γαρ ευσεβείας στήσαντες χορόν παρεθάρσυνον αλλήλους λέγοντες· 9 αδελφικώς αποθάνοιμεν αδελφοί περί του νόμου· μιμησώμεθα τους τρεις τους επί της Ασσυρίας νεανίσκους. άπερ η θεία και πάνσοφος πρόνοια δια των πατέρων τοις γενομένοις εμέρισε και δια της μητρώας φυτεύσασα γαστρός. 14 μη φοβηθώμεν τον δοκούντα αποκτέννειν το σώμα· 15 μέγας γαρ ψυχής αγών και κίνδυνος εν αιωνίω βασάνω κείμενος τοις παραβάσι την εντολήν του Θεού. καταμνησθείς έλεγε· μνήσθητε πόθεν εστέ ή τίνος πατρός χειρί σφαγιασθήναι δια την ευσέβειαν υπέμεινεν Ισαάκ. 19 ουκ αγνοείτε δε τα της αδελφότητος φίλτρα. 13 εις δε έκαστος και αλλήλους ομού πάντες εφορώντες φαιδροί και μάλα θαρραλέοι. οί της ισοπάλιδος καμίνου κατεφρόνησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την ηγεμονίαν της διανοίας· επεκράτησαν γαρ και πάθους και πόνων. μάλλον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1034 . 10 μη δειλανδρήσωμεν προς την της ευσεβείας απόδειξιν. εαυτούς. τω Θεω αφιερώσωμεν εξ όλης της καρδίας τω δόντι τας ψυχάς και χρήσωμεν τη περί τον νόμον φυλακή τα σώματα. 17 ούτως γαρ θανόντας ημάς Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ υποδέξονται εις τους κόλπους αυτών και πάντες οι πατέρες επαινέσουσι. ευγενώς καρτέρησον.

ει ο λογισμός περιεκράτησε των ανδρών εκείνων εν ταις βασάνοις. . 7 ω πανάγιε συμφώνων αδελφών εβδομάς· καθάπερ γαρ επτά της κοσμοποιϊας ημέραι περί την ευσέβειαν. ως μη μόνον των αλγηδόνων περιφρονήσαι αυτούς. 26 συν γαρ τη ευσεβεία ποθεινοτέραν αυτοίς κατεσκεύαζον την φιλαδελφίαν. αλλά και πάσχοντες ενεκαρτέρουν. 6 καθάπερ γαρ χείρες και πόδες συμφώνως τοις της ψυχής αφηγήμασιν κινούνται. 5 αλλά πάντες ωσπερ επ' αθανασίας οδόν τρέχοντες. ανέσχοντο δια την ευσέβειαν τους αδελφούς οι υπολελειμμένοι. 9 νυν ημείς ακούοντες την θλίψιν των νεανιών εκείνων φρίττομεν· οι δε ου μόνον ορώντες. όπου γε και γυναικός νους πολυτροπωτέρων υπερεφρόνησεν αλγηδόνων· 12 η μήτηρ γαρ των επτά νεανίσκων εκείνων υπήνεγκε τας εφ' ενί εκάστω των τέκνων στρέβλας. αλλ' ουδέ μόνον ακούοντες τον παραχρήμα απειλής λόγον.11 Και μη θαυμαστόν ηγείσθε. τους καταικιζομένους ορώντες μέχρι θανάτου βασανιζομένους. και τούτο ταις δια πυρός οδύναις· 10 ων τι αν γένοιτο επαλγέστερον. 13 θεωρείτε δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1035 . 4 ουδείς εκ των επτά μειρακίων εδειλίασεν ουδέ προς τον θάνατον ώκνησεν. ούτως οι ιεροί μείρακες εκείνοι ως υπό ψυχής μιάς της αθανάτου της ευσεβείας κινούμενοι προς τον υπέρ αυτής συνεφώνησαν θάνατον. αλλά και των της των αδελφών φιλαδελφίας παθών κρατήσαι. επί τον δια των βασάνων θάνατον έσπευδον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εαυτούς ηγάπων. 25 η γαρ ομοζηλία της καλοκαγαθίας επέτεινεν αυτών την προς αλλήλους εύνοιαν και ομόνοιαν. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 Προσέτι και επί τον αικισμόν εποτρύνοντες. 8 ούτως περί την εβδομάδα χορεύοντες οι μείρακες εκύκλουν τον των βασάνων φόβον καταλύοντες. 3 ω ιεράς και ευαρμόστου περί της ευσεβείας των επτά αδελφών συμφωνίας. οξεία γαρ και σύντομος η του πυρός ούσα δύναμις ταχέως διέλυε τα σώματα. 2 ω βασιλέως λογισμοί βασιλικώτεροι και ελευθέρων ελευθερώτεροι. 27 αλλ' όμως και περί της φύσεως και της συνηθείας και των της αρετής ηθών τα της αδελφότητος αυτοίς φίλτρα συναυξόντων.

ανακαλούμενα τη ιδία φωνή. 6 πασών δε των μητέρων εγένετο η των επτά παίδων μήτηρ φιλοτεκνοτέρα. 15 και γαρ των πετεινών τα μεν ήμερα κατά τας οικίας οροφοιτούντα προασπίζει των νεοσσών. 8 δια τον προς τον Θεόν φόβον υπερείδε την των τέκνων πρόσκαιρον σωτηρίαν. 9 ου μην δε. 18 και τι δεί την δια των αλόγων ζώων επιδεικνύναι την προς τα τέκνα συμπάθειαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Πως πολύπλοκός εστιν η της φιλοτεκνίας στοργή έλκουσα πάντα προς την των σπλάγχνων συμπάθειαν. 3 την ευσέβειαν μάλλον ηγάπησε την σώζουσαν εις αιώνιον ζωήν κατά Θεόν. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 Ω λογισμέ τέκνων παθών τύραννε και ευσέβεια μητρί τέκνων ποθεινοτέρα. μάλιστα δια το των παθών τοις γεννηθείσι τας μητέρας των πατέρων καθεστάναι συμπαθεστέρας. 20 αλλ' ουχί την του Αβραάμ ομόψυχον των νεανιών μητέρα μετεκίνησε συμπάθεια των τέκνων. περιϊπτάμενα κυκλόθεν αυτών αλγούντα τη στοργή. καθ' ον δύναται τρόπον βοηθεί τοις τέκνοις. ευσεβείας και της των επτά υιών σωτηρίας προσκαίρου κατά την του τυράννου υπόσχεσιν. 16 τα δε κατά τας κορυφάς ορέων και φαράγγων απορρώγας και δένδρων οπάς και τας τούτων άκρας εννοσσοποιησάμενα αποτίκτει και τον προσιόντα κωλύει· 17 ει δε και μη δύναιντο κωλύειν. 4 ω τίνα τρόπον ηθολογήσαιμι. 5 όσω γαρ και ασθενόψυχοι και πολυγονώτεραι υπάρχουσιν αι μητέρες. 19 όπου γε και μέλισσαι περί τον της κηρογονίας καιρόν επαμύνονται τους προσιόντας και καθάπερ σιδήρω τω κέντρω πλήσσουσι τους προσιόντας τη νοσσιά αυτών και επαμύνουσιν έως θανάτου. ψυχής τε και μορφής ομοιότητα εις μικρόν παιδός χαρακτήρα θαυμάσιον εναποσφραγίζομεν. φιλότεκνα γονέων πάθη. αλλά και δια Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1036 . 2 μήτηρ δυοίν προκειμένων. τοσούτον μάλλόν εισι φιλοτεκνότεραι. ήτις επτά κυοφορίαις την προς αυτούς επιφυτευομένη φιλοστοργίαν 7 και δια πολλάς τας καθ' έκαστον αυτών ωδίνας ηναγκασμένη την εις αυτούς έχειν συμπάθειαν. 14 όπου γε και τα άλογα ζωα ομοίαν την εις τα εξ αυτών γεννώμενα συμπάθειαν και στοργήν έχει τοις ανθρώποις.

16 ω πικροτέρων μεν νυν μήτηρ πόνων πειρασθείσα ήπερ των επ' αυτοίς ωδίνων. ου μετεβάλλετο δια την ευσέβειαν. 23 αλλά τα σπλάγχνα αυτής ο ευσεβής λογισμός εν αυτοίς τοις πάθεσιν ανδρειώσας επέτεινε την πρόσκαιρον φιλοτεκνίαν παριδείν. 13 ω φύσις ιερά και φίλτρα γονέων και γένεσις φιλόστοργε και τροφεία και μητέρων αδάμαστα πάθη. 24 καίπερ επτά τέκνων ορώσα απώλειαν και την των στρεβλών πολύπλοκον ποικιλίαν. 17 ω μόνη γύναι την ευσέβειαν ολόκληρον αποκυήσασα. 29 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1037 . 14 καθ' ένα στρεβλούμενον και φλεγόμενον ορώσα μήτηρ. ωστε και μέχρι θανάτου τα νόμιμα φυλάσσοντας πείθεσθαι αυτη. 28 αλλά της θεοσεβούς Αβραάμ καρτερίας η θυγάτηρ εμνήσθη. 20 επί σαρξί τέκνων ορώσα σάρκας τέκνων αποκαιομένας και επί χερσί χείρας αποτεμνομένας και επί κεφαλαίς κεφαλάς αποδειροτομουμένας και επί νεκροίς νεκρούς πίπτοντας και πολυάνδριον ορώσα των τέκνων το χορείον δια των βασάνων. ουκ έκλαυσας. επ' ουδενός αυτών τον λογισμόν αυτής αι παμποίκιλοι βάσανοι ίσχυσαν μεταστρέψαι. υπέρ τέκνων 27 ουκ επέγνω την σώζουσαν επτά υιούς προς ολίγον χρόνον σωτηρίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την καλοκαγαθίαν των υιών και την προς τον νόμον αυτών ευπείθειαν μείζω την εν αυτοίς έσχε φιλοστοργίαν. 25 καθάπερ γαρ εν βουλετηρίω τη εαυτής ψυχή δεινούς ορώσα συμβούλους. ουδέ κύκνειοι προς φιληκοϊαν φωναί τους ακούοντας εφέλκονται. 12 αλλά και καθ' ένα παίδα και ομού πάντας η μήτηρ επί τον υπέρ της ευσεβείας προετρέπετο θάνατον. 26 δύο ψήφους κρατούσα μήτηρ. φύσιν και γένεσιν και φιλοτεκνίαν και τέκνων στρέβλας. απάσας η γενναία μήτηρ εξέλυσε δια την προς Θεόν πίστιν. 15 τας σάρκας των τέκνων εώρα περί το πυρ τηκομένας και τους των ποδών και χειρών δακτύλους επί γης σπαίροντας και τας των κεφαλών μέχρι των περί τα γένεια σάρκας ωσπερ προσωπεία προκειμένας. 21 ουχ ούτως σειρήνειοι μελωδίαι. ουδέ δεύτερος εις σε οικτρόν βλέπων εν βασάνοις. 18 ου μετέτρεψέ σε πρωτότοκος αποπνέων. 22 πηλίκαις και πόσαις τότε η μήτηρ των υιών βασανιζομένων τροχοίς τε και καυτηρίοις εβασανίζετο βασάνοις. ως τέκνων φωναί μετά βασάνων μητέρα φωνούντων. 19 ουδέ τους οφθαλμούς ενός εκάστου θεωρούσα ταυρηδόν επί των βασάνων ορώντας τον εαυτών αικισμόν και τους μυκτήρας προσημειουμένους αυτών τον θάνατον. θανατηφόρον τε και σωτήριον. 10 δίκαιοί τε γαρ ήσαν και σώφρονες και ανδρείοι και μεγαλόψυχοι και φιλάδελφοι και φιλομήτορες ούτως. ουκ εδάκρυσας. 11 αλλ' όμως καίπερ τοσούτων όντων των περί φιλοτεκνίαν εις συμπάθειαν ελκόντων την μητέρα. ουδέ τρίτος αποψύχων.

31 καθάπερ γαρ η Νώε κιβωτός εν τω κοσμοπληθεί κατακλυσμω κοσμοφορούσα καρτερώς υπήνεγκε τους κλύδωνας. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 Ει δε τοίνυν και γυνή και γηραιά και επτά παίδων μήτηρ υπέμεινε τας μέχρι θανάτου βασάνους ορώσα των τέκνων. 12 ουδ' ίνα μη αποθάνωσιν απέτρεπεν αυτών τινα ουδ ως αποθνησκόντων ελυπήθη· 13 αλλ' ωσπερ αδαμάντινον έχουσα τον νουν και εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1038 .Αλλά τούτω τω θρήνω ουδένα ωλοφύρετο η ιερά και θεοσεβής μήτηρ. ουδέ η κατά τον Μισαήλ εκφλεγομένη κάμινος λαβροτάτω πυρί. καίπερ μήτηρ ούσα. 10 ω η πολύπαις και καλλίπαις εγώ γυνή χήρα και μόνη πολύθρηνος· 11 ουδ' αν αποθάνω. ορώσαν αυτής ούτως ποικίλως τους επτά υιούς βασανιζομένους. ταις των υιών βασάνοις συνεχομένη γενναίως υπέμεινας τους υπέρ της ευσεβείας χειμώνας. 8 μάτην εφ' υμίν. 3 και ουχ ούτως οι περί τον Δανιήλ λέοντες ήσαν άγριοι. θάψοντα των υιών έξω τινά. ω παίδες. 32 ούτως συ. αλλά και γυνή των μεγίστων βασάνων υπερεφρόνησε. ομολογουμένως αυτοκράτωρ εστί των παθών ο ευσεβής λογισμός. πανταχόθεν εν τω των παθών περιαντλουμένη κατακλυσμω και καρτεροίς ανέμοις. 4 αλλά τω λογισμω της ευσεβείας κατέσβεσε τοσαύτα και τηλικαύτα πάθη η μήτηρ. 5 και γαρ τούτο επιλογίσασθε. η νομοφύλαξ. πολλάς υπέμεινα ωδίνας και χαλεπωτέρας φροντίδας ανατροφής. ως η της φιλοτεκνίας περιέκαιεν εκείνην φύσις. ουδέ μάμμη κληθείσα μακαρισθήσομαι. οι μεν άγαμοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ω μήτηρ έθνους. 9 ω των εμών παίδων. . 2 απέδειξα ουν ότι ου μόνον των παθών άνδρες επεκράτησαν. οι δε γήμαντες ανόνητοι· ουκ όψομαι υμών τέκνα. ωλοφύρετο αν επ' αυτοίς και ίσως αν ταύτα ούτως είπεν· 6 ω μελέα έγωγε και πολλάκις τρισαθλία ήτις επτά παίδας τεκούσα ουδενός μήτηρ γεγένημαι. και ανόνητοι επτά δεκάμηνοι και άκαρποι τιθηνίαι και ταλαίπωροι γαλακτοτροφίαι. 7 ω μάταιοι επτά κυοφορίαι. έκδικε του νόμου και υπερασπίστρια της ευσεβείας και του δια σπλάγχνων αγώνος αθλοφόρε· 30 ω αρρένων προς καρτερίαν γενναιοτέρα και ανδρών προς υπομονήν ανδρειοτέρα. ότι ει δειλόψυχος ην η γυνή.

δια καρτερίαν και τύραννον ενίκησας και έργοις δυνατωτέρα και λόγοις ευρέθης ανδρός. εφ' ον κληθέντες υπέρ της διαμαρτυρίας του έθνους. πρεσβύτι. ειστήκεις τον Ελεάζαρον ορώσα βασανιζόμενον και έλεγες τοις παισίν εν τη εβραϊδι φωνή. 14 ω μήτερ δι' ευσέβειαν Θεού στρατιώτι. και Ανανίας και Αζαρίας και Μισαήλ εις κάμινον πυρός απεσφενδονήθησαν και υπέμειναν δια τον Θεόν. αποθανείν έπεισε μάλλον ή παραβήναι την εντολήν του Θεού. ακλινής υπήνεγκας τον δια των βασάνων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1039 . εαυτήν έρριψεν κατά της πυράς. 2 ω μήτηρ συν επτά παισί καταλύσασα την του τυράννου βίαν και ακυρώσασα τας κακάς επινοίας αυτού και επιδείξασα την της πίστεως γενναιότητα. ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 Ελεγον δε και των δορυφόρων τινές ως ότε έμελλε και αυτή συλλαμβάνεσθαι προς θάνατον. 17 και γαρ αισχρόν τον μεν γέροντα τούτον υπομένειν τας δια την ευσέβειαν αλγηδόνας. μάλλον υπέρ της ευσεβείας επί τον θάνατον αυτούς προετρέπετο ικετεύουσα. και του βίου απελαύσατε. 16 ω παίδες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αθανασίαν ανατίκτουσα τον των υιών αριθμόν. και γύναι. 21 και Δανιήλ ο δίκαιος εις λέοντας εβλήθη. 15 και γαρ ότε συνελήφθης μετά των παίδων. υμάς δε τους νεανίσκους καταπλαγήναι τας βασάνους. 22 και ημείς ουν την αυτήν πίστιν προς τον Θεόν έχοντες μη χαλεπαίνητε. 25 έτι δε και ταύτα ειδότες ότι οι δια τον Θεόν αποθανόντες ζώσι τω Θεω. ωσπερ Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και πάντες οι πατριάρχαι. εναγωνίσασθε προθύμως υπέρ του πατρίου νόμου. . 20 δι' ον και ο πατήρ ημών Αβραάμ έσπευδε τον εθνοπάτορα υιόν σφαγιάσαι Ισαάκ.24 Δια τούτων των λόγων η επταμήτωρ ένα έκαστον των υιών παρακαλούσα. ίνα μη ψαύσειέ τις του σώματος εαυτής. γενναίος ο αγών. 23 αλόγιστον γαρ ειδότας ευσέβειαν μη ανθίστασθαι τοις πόνοις. 19 και δια τούτο οφείλετε πάντα πόνον υπομένειν δια τον Θεόν. και την πατρώαν χείρα ξιφηφόρον καταφερομένην επ' αυτόν ορών ο Ισαάκ ουκ έπτυξεν. 18 αναμνήσθητε ότι δια τον Θεόν του κόσμου μετελάβετε. 3 καθάπερ γαρ συ στέγη επί τους στύλους των παίδων γενναίως ιδρυμένη.

ωσπερ επί τινος πίνακος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σεισμόν. η δε μήτηρ των επτά παίδων ενήθλει. την ελπίδα της υπομονής βεβαίαν έχουσα προς τον Θεόν. ως συ τους ισαστέρους επτά παίδας φωταγωγήσασα προς την ευσέβειαν έντιμος καθέστηκας Θεω και εστήρισαι εν ουρανω συν αυτοίς· 6 ην γαρ η παιδοποιϊα σου από Αβραάμ του πατρός. 8 και γαρ άξιον ην και επί αυτού του επιταφίου αναγράψαι και ταύτα τοις από του έθνους εις μνείαν λεγόμενα· 9 ενταύθα γέρων ιερεύς και γυνή γηραιά και επτά παίδες εγκεκήδευται δια τυράννου βίαν.7 Ει δε εξόν ημίν ην. ο δε κόσμος και ο των ανθρώπων βίος εθεώρει· 15 θεοσέβεια δε ενίκα. την Εβραίων πολιτείαν καταλύσαι θέλοντος.11 Αληθώς γαρ ην αγών θείος ο δι' αυτών γεγενημένος. . 10 οί και εξεδίκησαν το έθνος εις Θεόν αφορώντες και μέχρι θανάτου τας βασάνους υπομείναντες.Αυτός γε τοι ο τύραννος και όλον το συνέδριον αυτών εξεθαύμασαν αυτών την υπομονήν. 4 θάρρει τοιγαρούν. 24 έσχε τε αυτούς γενναίους και ανδρείους εις πεζομαχίαν και πολιορκίαν και εκπορθήσας ενίκησε πάντας τους πολεμίους. ουκ αν έφριττον οι θεωρούντες μητέρα επτά τέκνων δι' ευσέβειαν ποικίλας βασάνους μέχρι θανάτου υπομείνασαν. 12 ηθλοθέτει γαρ τότε αρετή δι' υπομονής δοκιμάζουσα· το νίκος αφθαρσία εν ζωή πολυχρονίω. . . 23 προς γαρ την ανδρείαν αυτών της αρετής και την επί ταις βασάνοις αυτών υπομονήν ο τύραννος απιδών Αντίοχος. 16 Τίνες ουκ εθαύμασαν τους της θείας νομοθεσίας αθλητάς. 18 δι' ην και τω θείω νυν παρεστήκασι θρόνω και τον μακάριον βιούσιν αιώνα. 19 και γαρ φησιν ο Μωσής· και πάντες οι ηγιασμένοι υπό τας χείράς σου. 13 Ελεάζαρ δε προηγωνίζετο. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1040 . 17 τίνες ουκ εξεπλάγησαν. 5 ουχ ούτω σελήνη κατ' ουρανόν συν άστροις σεμνή καθέστηκεν. ω μήτηρ ιερόψυχε. οι δε αδελφοί ηγωνίζοντο· 14 ο τύραννος αντηγωνίζετο. 20 και ούτοι ουν οι αγιασθέντες δια Θεόν τετίμηνται ου μόνον ταύτη τη τιμή αλλά και τω δι' αυτούς του έθνους ημών τους πολεμίους μη επικρατήσαι 21 και τον τύραννον τιμωρηθήναι και την πατρίδα καθαρισθήναι. 22 ωσπερ αντίψυχον γεγονότας της του έθνους αμαρτίας· και δια του αίματος των ευσεβών εκείνων και του ιλαστηρίου θανάτου αυτών η θεία πρόνοια τον Ισραήλ προκακωθέντα διέσωσε. τους εαυτής αθλητάς στεφανούσα. ζωγραφήσαι την της ευσεβείας σου ιστορίαν. ανεκήρυξε τοις στρατιώταις αυτού εις υπόδειγμα την εκείνων υπομονήν.

11 τον αναιρεθέντα Άβελ υπό Κάϊν. 9 τούτων δε ενηλίκων γενομένων ετελεύτησεν ο πατήρ αυτών. μακάριος μεν εκείνος. τότε δη απάρας από των Ιεροσολύμων εστρατοπέδευσεν επί Πέρσας. εφύλασσον δε την ωκοδομημένην πλευράν. αλλά και θείας μερίδος κατηξιώθησαν. 10 ος εδίδασκεν υμάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Δ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 Ω των Αβραμιαίων σπερμάτων απόγονοι παίδες Ισραηλίται. ον και εμακάριζεν. 6 έλεγε δε η μήτηρ των επτά παίδων και ταύτα τα δικαιώματα τοις τέκνοις· 7 ότι εγώ εγεννήθην παρθένος αγνή και ουχ υπερέβην τον πατρικόν οίκον. 5 και ο τύραννος Αντίοχος και επί γης τετιμώρηται και αποθανών κολάζεται· ως γαρ ουδέν ουδαμώς ίσχυσεν αναγκάσαι τους Ιεροσολυμίτας αλλοφυλήσαι και των πατρίων εθών εκδιαιτηθήναι. 13 εδόξαζε δε και τον εν λάκκω λεόντων Δανιήλ. τον γαρ της ευτεκνίας βίον επιζήσας τον της ατεκνίας ουκ ωδυνήθη καιρόν. 18 ωδήν μεν γαρ. 4 και δι' αυτούς ειρήνευσε το έθνος. 15 τον υμνογράφον εμελώδει υμίν Δαυίδ τον λέγοντα· πολλαί αι θλίψεις των δικαίων. πείθεσθε τω νόμω τούτω και πάντα τρόπον ευσεβείτε. εδίδασκέ τε υμάς τους εν πυρί Ανανίαν και Αζαρίαν και Μισαήλ. ανεγίνωσκε τε υμίν και τον ολοκαρπούμενον Ισαάκ και τον εν φυλακή Ιωσήφ. 17 τον Ιεζεκιήλ επιστοποιείτο τον λέγοντα· ει ζήσεται τα οστά τα ξηρά ταύτα. 16 τον Σαλομώντα επαροιμίαζεν υμίν τον λέγοντα· ξύλον ζωής εστι πάσι τοις ποιούσιν αυτού το θέλημα. ουδέ ελυμήνατό μου τα αγνά της παρθενίας λυμεών απατηλός όφις· έμεινα δε χρόνον ακμής συν ανδρί. ην εδίδαξε Μωϋσής. 2 γινώσκοντες ότι των παθών δεσπότης εστίν ο ευσεβής λογισμός και ου μόνον των ένδοθεν. 12 έλεγε δε υμίν τον ζηλωτήν Φινεές. ουκ επελάθετο την διδάσκουσαν και λέγουσαν· εγώ αποκτενώ και ζήν ποιήσω· 19 αύτη η ζωή υμών και η μακρότης των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1041 . 8 ουδέ έφθειρέ με λυμεών ερημίας φθορεύς εν πεδίω. αλλά και των έξωθεν πόνων· 3 ανθ' ων δια την ευσέβειαν προέμενοι τα σώματα τοις πόνοις εκείνοι. φλόξ ου κατακαύσει σε. τον νόμον και τους προφήτας. και την ευνομίαν την επί της πατρίδος ανανεωσάμενοι εκπεπολιορκήκασιν τους πολεμίους. ου μόνον υπό των ανθρώπων εθαυμάσθησαν. 14 υπεμίμνησκε δε υμάς και την Ησαϊου γραφήν την λέγουσαν· καν δια πυρός διέλθης. έτι ων συν υμίν. και εκ πασών αυτών ρύσεται αυτούς ο Κύριος.

εκδίδεται συνήθως μετά των άλλων βιβλίων των Μακκαβαίων (Α-Γ). κατευοδωθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ημερών. 4 ουχ ούτως οι ασεβείς. ως «απόκρυφον» δεν συγκατελέχθη υπό της Εκκλησίας μεταξύ των κανονικών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. Αμήν. και το φύλλον αυτού ουκ απορρυήσεται· και πάντα. ουχ ούτως. ον εκρίπτει ο άνεμος από προσώπου της γης. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 20 Ω πικράς της τότε ημέρας και ου πικράς. 24 ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. 23 οι δε Αβραμιαίοι παίδες συν τη αθλοφόρω μητρί εις πατέρων χορόν συναγελάζονται ψυχάς αγνάς και αθανάτους απειληφότες παρά του Θεού. λόγω της σπουδαιότητος του περιεχομένου αυτού και της συμπεριλήψεώς του εις αρχαία χειρόγραφα της Μεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο). Εν τούτοις. 3 και έσται ως το ξύλον το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ανήρ. Τό βιβλίον «Μακκαβαίων Δ». 5 δια τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει. ότε ο πικρός Ελλήνων τύραννος πυρ φλέξας λέβησιν ωμοίς και ζέουσι θυμοίς αγαγών επί τον καταπέλτην και πάσας τας βασάνους αυτού τους επτά παίδας της Αβρααμίτιδος 21 και τας των ομμάτων κόρας επήρωσε και γλώσσας εξέτεμε και βασάνοις ποικίλαις απέκτεινεν. ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών και εν οδω αμαρτωλών ουκ έστη και επί καθέδρα λοιμών ουκ εκάθισεν. ΨΑΛΜΟΙ Α 1. ό τον καρπόν αυτού δώσει εν καιρω αυτού. 2 αλλ ‘ ή εν τω νόμω Κυρίου το θέλημα αυτού. αλλ ‘ ή ωσεί χνούς. όσα αν ποιή. 22 υπέρ ων η θεία δίκη μετήλθε και μετελεύσεται τον αλάστορα τύραννον. και εν τω νόμω αυτού μελετήσει ημέρας και νυκτός. ουδέ αμαρτωλοί εν βουλή δικαίων· 6 ότι γινώσκει Κύριος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1042 .

Κύριε. 6 εγώ εκοιμήθην και ύπνωσα· εξηγέρθην. 5 τότε λαλήσει προς αυτούς εν οργή αυτού και εν τω θυμω αυτού ταράξει αυτούς. Γ 3.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ οδόν δικαίων. Ψαλμός τω Δαυϊδ. ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς. δόξα μου και υψών την κεφαλήν μου. και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου και κατά του χριστού αυτού. και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου και την κατάσχεσίν σου τα πέρατα της γης. 4 ο κατοικών εν ουρανοίς εκγελάσεται αυτούς. 6 Εγώ δε κατεστάθην βασιλεύς υπ ‘ αυτού επί Σιών όρος το άγιον αυτού 7 διαγγέλλων το πρόσταγμα Κυρίου. Δ 4. και επήκουσέ μου εξ όρους αγίου αυτού. (διάψαλμα). 9 ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά. παιδεύθητε. Κύριε. οπότε απεδίδρασκεν από προσώπου Αβεσσαλώμ του υιού αυτού 2 ΚΥΡΙΕ. ότι συ επάταξας πάντας τους εχθραίνοντάς μοι ματαίως. και λαοί εμελέτησαν κενά. μακάριοι πάντες οι πεποιθότες επ ‘ αυτω. αντιλήπτωρ μου ει. και ο Κύριος εκμυκτηριεί αυτούς. 8 αίτησαι παρ ‘ εμού. ότι Κύριος αντιλήψεταί μου. ΙΝΑΤΙ εφρύαξαν έθνη. μήποτε οργισθή Κύριος και απολείσθε εξ οδού δικαίας. (διάψαλμα). 8 ανάστα. τι επληθύνθησαν οι θλίβοντές με. βασιλείς. (διάψαλμα). 4 συ δε. ο Θεός μου. 12 δράξασθε παιδείας. 9 του Κυρίου η σωτηρία. πολλοί επανίστανται επ ‘ εμέ· 3 πολλοί λέγουσι τη ψυχή μου· ουκ έστι σωτηρία αυτω εν τω Θεω αυτού. 3 Διαρρήξωμεν τους δεσμούς αυτών και απορρίψωμεν αφ ‘ ημών τον ζυγόν αυτών. 2 παρέστησαν οι βασιλείς της γης. και επί τον λαόν σου η ευλογία σου. σώσόν με. πάντες οι κρίνοντες την γην. εγώ σήμερον γεγέννηκά σε. και οδός ασεβών απολείται. 5 φωνή μου προς Κύριον εκέκραξα. 11 δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτω εν τρόμω. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Β 2. Κύριος είπε προς με· υιος μου ει συ. 7 ου φοβηθήσομαι από μυριάδων λαού των κύκλω συνεπιτιθεμένων μοι. 13 όταν εκκαυθή εν τάχει ο θυμός αυτού. οδόντας αμαρτωλών συνέτριψας. σύνετε. 10 και νυν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1043 .

κατεύθυνον ενώπιόν σου την οδόν μου. 2 ΤΑ ρήματά μου ενώτισαι. προσκυνήσω προς ναόν άγιόν σου εν φόβω σου. ότι προς σε προσεύξομαι. 6 θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης και ελπίσατε επί Κύριον. η καρδία αυτών ματαία· τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών. και μη αμαρτάνετε· α λέγετε εν ταις καρδίαις υμών. ότι παρεπίκρανάν σε. 4 και γνώτε ότι εθαυμάστωσε Κύριος τον όσιον αυτού· Κύριος εισακούσεταί μου εν τω κεκραγέναι με προς αυτόν. (διάψαλμα). αποπεσάτωσαν από των διαβουλιών αυτών· κατά το πλήθος των ασεβειών αυτών έξωσον αυτούς. επί ταις κοίταις υμών κατανύγητε. εμίσησας πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν· 7 απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος. (διάψαλμα). και καυχήσονται εν σοί πάντες οι αγαπώντες το όνομά σου. Εις το τέλος. οίνου και ελαίου αυτών επληθύνθησαν. 5 οργίζεσθε. 9 Κύριε. 8 έδωκας ευφροσύνην εις την καρδίαν μου· από καρπού σίτου. 3 υιοί ανθρώπων. οδήγησόν με εν τη δικαιοσύνη σου ένεκα των εχθρών μου. Εσημειώθη εφ ‘ ημάς το φως του προσώπου σου. 7 πολλοί λέγουσι· τις δείξει ημίν τα αγαθά. κατά μόνας επ ‘ ελπίδι κατώκισάς με. ταις γλώσσαις αυτών εδολιούσαν. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 ΕΝ τω επικαλείσθαί με εισήκουσάς μου. άνδρα αιμάτων και δόλιον βδελύσσεται Κύριος. εν ψαλμοίς· ωδή τω Δαυϊδ. Κύριε. σύνες της κραυγής μου· 3 πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου. Κύριε. 11 κρίνον αυτούς. ο βασιλεύς μου και ο Θεός μου. ινατί αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψεύδος. 9 εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω. υπέρ της κληρονομούσης· ψαλμός τω Δαυϊδ. Κύριε. το πρωϊ παραστήσομαί σοι και επόψει με. και κατασκηνώσεις εν αυτοίς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1044 . έως πότε βαρυκάρδιοι. Ε 5. ο Θεός. ότι συ. 8 εγώ δε εν τω πλήθει του ελέους σου εισελεύσομαι εις τον οίκόν σου. ως όπλω ευδοκίας εστεφάνωσας ημάς. 6 ουδέ διαμενούσι παράνομοι κατέναντι των οφθαλμών σου. 12 και ευφρανθείησαν πάντες οι ελπίζοντες επί σε· εις αιώνα αγαλλιάσονται. οικτείρησόν με και εισάκουσον της προσευχής μου. 10 ότι ουκ έστιν εν τω στόματι αυτών αλήθεια. Κύριε. 5 ότι ουχί Θεός θέλων ανομίαν συ ει· ου παροικήσει σοι πονηρευόμενος. ο Θεός της δικαιοσύνης μου· εν θλίψει επλάτυνάς με. Κύριε· 4 το πρωϊ εισακούση της φωνής μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Εις το τέλος. 13 ότι συ ευλογήσεις δίκαιον· Κύριε.

Κύριε. ότι εταράχθη τα οστά μου. εν οργή σου. 11 δικαία η βοήθειά μου παρά του Θεού του σώζοντος τους ευθείς τη καρδία. το τόξον αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1045 . μηδέ τη οργή σου παιδεύσης με. 11 αισχυνθείησαν και ταραχθείησαν σφόδρα πάντες οι εχθροί μου. Κύριε. 3 μήποτε αρπάση ως λέων την ψυχήν μου. επί σοί ήλπισα· σώσόν με εκ πάντων των διωκόντων με και ρύσαί με. ρύσαι την ψυχήν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤ 6. σώσόν με ένεκεν του ελέους σου. 9 Κύριος κρινεί λαούς. αποστραφείησαν και καταισχυνθείησαν σφόδρα δια τάχους. εν δάκρυσί μου την στρωμνήν μου βρέξω. Κύριε. 4 και η ψυχή μου εταράχθη σφόδρα· και συ. 8 εταράχθη από θυμού ο οφθαλμός μου. εξεγέρθητι. την ρομφαίαν αυτού στιλβώσει. ότι ασθενής ειμι· ίασαί με. 7 ανάστηθι. 12 ο Θεός κριτής δίκαιος και ισχυρός και μακρόθυμος και μη οργήν επάγων καθ ‘ εκάστην ημέραν. Κύριος την προσευχήν μου προσεδέξατο. επαλαιώθην εν πάσι τοις εχθροίς μου. κατά την δικαιοσύνην μου και κατά την ακακίαν μου επ ‘ εμοί. εν προστάγματι. Ζ 7. Κύριε. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 5 ει ανταπέδωκα τοις ανταποδιδούσί μοι κακά. 9 απόστητε απ ‘ εμού πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. μη όντος λυτρουμένου μηδέ σώζοντος. εν ύμνοις. 7 εκοπίασα εν τω στεναγμω μου. υψώθητι εν τοις πέρασι των εχθρών σου. 2 ΚΥΡΙΕ ο Θεός μου. 6 ότι ουκ έστιν εν τω θανάτω ο μνημονεύων σου· εν δε τω άδη τις εξομολογήσεταί σοι. 8 και συναγωγή λαών κυκλώσει σε. 2 ΚΥΡΙΕ. ότι εισήκουσε Κύριος της φωνής του κλαυθμού μου· 10 ήκουσε Κύριος της δεήσεώς μου. Κύριε ο Θεός μου. και υπέρ ταύτης εις ύψος επίστρεψον. λούσω καθ ‘ εκάστην νύκτα την κλίνην μου. κρίνόν με. 4 Κύριε ο Θεός μου. έως πότε. ει εποίησα τούτο. Εις το τέλος. ον ήσε τω Κυρίω υπέρ των λόγων Χουσί υιού Ιεμενεί. 3 ελέησόν με. ω ενετείλω. 5 επίστρεψον. ει έστιν αδικία εν χερσί μου. Κύριε. (διάψαλμα). υπέρ της ογδόης· ψαλμός τω Δαυϊδ. μη τω θυμω σου ελέγξης με. αποπέσοιμι άρα από των εχθρών μου κενός· 6 καταδιώξαι άρα ο εχθρός την ψυχήν μου και καταλάβοι και καταπατήσαι εις γην την ζωήν μου και την δόξαν μου εις χουν κατασκηνώσαι. ετάζων καρδίας και νεφρούς ο Θεός. 10 συντελεσθήτω δη πονηρία αμαρτωλών και κατευθυνείς δίκαιον. 13 εάν μη επιστραφήτε. Κύριε.

και επί κορυφήν αυτού η αδικία αυτού καταβήσεται. Εις το τέλος. 9 τα πετεινά του ουρανού και τους ιχθύας της θαλάσσης. 7 του εχθρού εξέλιπον αι ρομφαίαι εις τέλος. ον ειργάσατο· 17 επιστρέψει ο πόνος αυτού εις κεφαλήν αυτού. 4 ότι όψομαι τους ουρανούς. υπέρ των κρυφίων του υιού· ψαλμός τω Δαυϊδ. 7 και κατέστησας αυτόν επί τα έργα των χειρών σου· πάντα υπέταξας υποκάτω των ποδών αυτού. 4 εν τω αποστραφήναι τον εχθρόν μου εις τα οπίσω. Κύριε. 3 εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον ένεκα των εχθρών σου του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενέτεινε και ητοίμασεν αυτό· 14 και εν αυτω ητοίμασε σκεύη θανάτου. 2 ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι. ασθενήσουσι και απολούνται από προσώπου σου. ως θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη· ότι επήρθη η μεγαλοπρέπειά σου υπεράνω των ουρανών. και πόλεις καθείλες· απώλετο το μνημόσυνον αυτού μετ ‘ ήχου. υπέρ των ληνών· ψαλμός τω Δαυϊδ. εν όλη καρδία μου. διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσιά σου· 3 ευφρανθήσομαι και αγαλλιάσομαι εν σοί. 8 και ο Κύριος εις τον αιώνα μένει. Εις το τέλος. 5 ότι εποίησας την κρίσιν μου και την δίκην μου. α συ εθεμελίωσας· 5 τι εστιν άνθρωπος. 10 Κύριε ο Κύριος ημών. Ύψιστε. Η 8. ότι μιμνήσκη αυτού. 8 πρόβατα. 15 ιδού ωδίνησεν αδικίαν. ψαλώ τω ονόματί σου. 2 ΚΥΡΙΕ ο Κύριος ημών. ή υιος ανθρώπου. δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν. τα βέλη αυτού τοις καιομένοις εξειργάσατο. έτι δε και τα κτήνη του πεδίου. 18 εξομολογήσομαι τω Κυρίω κατά την δικαιοσύνην αυτού και ψαλώ τω ονόματι Κυρίου του Υψίστου. και βόας απάσας. εκάθισας επί θρόνου ο κρίνων δικαιοσύνην. ως θαυμαστόν το όνομά σου εν πάση τη γη! Θ 9. ότι επισκέπτη αυτόν. συνέλαβε πόνον και έτεκεν ανομίαν. τα διαπορευόμενα τρίβους θαλασσών. 6 ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ ‘ αγγέλους. 6 επετίμησας έθνεσι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1046 . 16 λάκκον ώρυξε και ανέσκαψεν αυτόν. και απώλετο ο ασεβής· το όνομα αυτού εξήλειψας εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. και εμπεσείται εις βόθρον. έργα των δακτύλων σου. σελήνην και αστέρας.

πάντων των εχθρών αυτού κατακυριεύσει· 27 είπε γαρ εν καρδία αυτού· ου μη σαλευθώ. συνελήφθη ο πούς αυτών. υπεροράς εν ευκαιρίαις εν θλίψεσιν. απέστρεψε το πρόσωπον αυτού του μη βλέπειν εις τέλος. υπό την γλώσσαν αυτού κόπος και πόνος. μη κραταιούσθω άνθρωπος. (Μασ. ανταναιρείται τα κρίματά σου από προσώπου αυτού. 21 κατάστησον. 19 ότι ουκ εις τέλος επιλησθήσεται ο πτωχός. ο υψών με εκ των πυλών του θανάτου. 16 ενεπάγησαν έθνη εν διαφθορά. οίς διαλογίζονται. 33 ανάστηθι. από γενεάς εις γενεάν άνευ κακού. κρινεί λαούς εν ευθύτητι. 17 γινώσκεται Κύριος κρίματα ποιών. συλλαμβάνονται εν διαβουλίοις. εν αποκρύφοις του αποκτείναι αθωον· οι οφθαλμοί αυτού εις τον πένητα αποβλέπουσιν· 30 ενεδρεύει εν αποκρύφω ως λέων εν τη μάνδρα αυτού. αφέστηκας μακρόθεν. 34 ένεκεν τίνος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1047 . και ο αδικών ενευλογείται· 25 παρώξυνε τον Κύριον ο αμαρτωλός· κατά το πλήθος της οργής αυτού ουκ εκζητήσει· ουκ έστιν ο Θεός ενώπιον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ητοίμασεν εν κρίσει τον θρόνον αυτού. 23 εν τω υπερηφανεύεσθαι τον ασεβή εμπυρίζεται ο πτωχός. 20 ανάστηθι. (διάψαλμα). υψωθήτω η χείρ σου. τω κατοικούντι εν Σιών. ότι ουκ εγκατέλιπες τους εκζητούντάς σε. Κύριε ο Θεός μου. Κύριε. κριθήτωσαν έθνη ενώπιόν σου. αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα επιτηδεύματα αυτού. (ωδή διαψάλματος). Κύριε. 10 1 1-18). νομοθέτην επ ‘ αυτούς. αρπάσαι πτωχόν εν τω ελκύσαι αυτόν· 31 εν τη παγίδι αυτού ταπεινώσει αυτόν. 14 ελέησόν με. εν παγίδι ταύτη. 32 είπε γαρ εν καρδία αυτού· επιλέλησται ο Θεός. Κύριε. Κύριε. γνώτωσαν έθνη ότι άνθρωποί εισιν. 10 και εγένετο Κύριος καταφυγή τω πένητι. μη επιλάθη των πενήτων. 18 αποστραφήτωσαν οι αμαρτωλοί εις τον άδην. 28 ου αράς το στόμα αυτού γέμει και πικρίας και δόλου. Κύριε. εν τοις έργοις των χειρών αυτού συνελήφθη ο αμαρτωλός. 26 βεβηλούνται αι οδοί αυτού εν παντί καιρω. 24 ότι επαινείται ο αμαρτωλός εν ταις επιθυμίαις της ψυχής αυτού. 13 ότι εκζητών τα αίματα αυτών εμνήσθη. 12 ψάλατε τω Κυρίω. η υπομονή των πενήτων ουκ απολείται εις τέλος. ουκ επελάθετο της κραυγής των πενήτων. ίδε την ταπείνωσίν μου εκ των εχθρών μου. 9 και αυτός κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη. ή εποίησαν. πάντα τα έθνη τα επιλανθανόμενα του Θεού. βοηθός εν ευκαιρίαις εν θλίψεσι· 11 και ελπισάτωσαν επί σοί οι γινώσκοντες το όνομά σου. ενεδρεύει του αρπάσαι πτωχόν. αγαλλιάσομαι επί τω σωτηρίω σου. ή έκρυψαν. 29 εγκάθηται ενέδρα μετά πλουσίων. 15 όπως αν εξαγγείλω πάσας τας αινέσεις σου εν ταις πύλαις της θυγατρός Σιών. κύψει και πεσείται εν τω αυτόν κατακυριεύσαι των πενήτων. 2 1 2 Ινατί.

ότι εκλέλοιπεν όσιος. 7 τα λόγια Κυρίου λόγια αγνά. ότι συ πόνον και θυμόν κατανοείς του παραδούναι αυτούς εις χείράς σου· σοί εγκαταλέλειπται ο πτωχός. τα χείλη ημών παρ ‘ ημίν εστι· τις ημών Κύριός εστιν. ΙΑ (ΙΒ) 11. και εν καρδία ελάλησε κακά. και δικαιοσύνας ηγάπησεν. 2 ΣΩΣΟΝ με. ευθύτητας είδε το πρόσωπον αυτού. τα βλέφαρα αυτού εξετάζει τους υιούς των ανθρώπων. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. αυτοί καθείλον· ο δε δίκαιος τι εποίησε. ίνα μη προσθή έτι μεγαλαυχείν άνθρωπος επί της γης. 5 τους ειπόντας· την γλώσσαν ημών μεγαλυνούμεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρώργισεν ο ασεβής τον Θεόν. οι οφθαλμοί αυτού εις τον πένητα αποβλέπουσι. ο δε αγαπών την αδικίαν μισεί την εαυτού ψυχήν. ορφανω συ ήσθα βοηθός. 3 ότι α συ κατηρτίσω. 4 εξολοθρεύσαι Κύριος πάντα τα χείλη τα δόλια και γλώσσαν μεγαλορρήμονα. 2 ότι ιδού οι αμαρτωλοί ενέτειναν τόξον. 35 βλέπεις. ζητηθήσεται η αμαρτία αυτού. 6 επιβρέξει επί αμαρτωλούς παγίδας. Ι (ΙΑ) 10. 37 βασιλεύσει Κύριος εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. πυρ και θείον και πνεύμα καταιγίδος η μερίς του ποτηρίου αυτών. την ετοιμασίαν της καρδίας αυτών προσέσχε το ους σου 39 κρίναι ορφανω και ταπεινω. Κύριε. χείλη δόλια εν καρδία. υπέρ της ογδόης· ψαλμός τω Δαυϊδ. ητοίμασαν βέλη εις φαρέτραν του κατατοξεύσαι εν σκοτομήνη τους ευθείς τη καρδία. λέγει Κύριος· θήσομαι εν σωτηρίω. απολείσθε έθνη εκ της γης αυτού. 36 σύντριψον τον βραχίονα του αμαρτωλού και πονηρού. 4 Κύριος εν ναω αγίω αυτού· Κύριος εν ουρανω ο θρόνος αυτού. Εις το τέλος. και ου μη ευρεθή. 7 ότι δίκαιος Κύριος. ΕΠΙ τω Κυρίω πέποιθα· Πως ερείτε τη ψυχή μου· μεταναστεύου επί τα όρη ως στρουθίον. αργύριον πεπυρωμένον. παρρησιάσομαι εν αυτω. ότι ωλιγώθησαν αι αλήθειαι από των υιών των ανθρώπων. δοκίμιον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1048 . 6 από της ταλαιπωρίας των πτωχών και από του στεναγμού των πενήτων. 38 την επιθυμίαν των πενήτων εισήκουσε Κύριος. είπε γαρ εν καρδία αυτού· ουκ εκζητήσει. 3 μάταια ελάλησεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού. νυν αναστήσομαι. 5 Κύριος εξετάζει τον δίκαιον και τον ασεβή.

εισάκουσόν μου. οξείς οι πόδες αυτών εκχέαι αίμα. Κύριε ο Θεός μου· φώτισον τους οφθαλμούς μου. 6 βουλήν πτωχού κατησχύνατε. άμα ηχρειώθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τη γη κεκαθαρισμένον επταπλασίως. φυλάξαις ημάς και διατηρήσαις ημάς από της γενεάς ταύτης και εις τον αιώνα. σύντριμμα και ταλαιπωρία εν ταις οδοίς αυτών. και οδόν ειρήνης ουκ έγνωσαν· ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των οφθαλμών αυτών. 9 κύκλω οι ασεβείς περιπατούσι· κατά το ύψος σου επολυώρησας τους υιούς των ανθρώπων. διεφθάρησαν και εβδελύχθησαν εν επιτηδεύμασιν. ΙΒ (ΙΓ) 12. ου ουκ ην φόβος. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. Κύριε. μήποτε υπνώσω εις θάνατον. 2 ΕΩΣ πότε. 4 επίβλεψον. εάν σαλευθώ. ουκ έστιν έως ενός. Κύριε. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1049 . εν τω επιστρέψαι Κύριον την αιχμαλωσίαν του λαού αυτού αγαλλιάσεται Ιακώβ και ευφρανθήσεται Ισραήλ. ότι ο Θεός εν γενεά δικαία. 8 συ. ΙΓ (ΙΔ) 13. 5 εκεί εδειλίασαν φόβω. ΕΙΠΕΝ άφρων εν καρδία αυτού· ουκ έστι Θεός. αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου· άσω τω Κυρίω τω ευεργετήσαντί με και ψαλώ τω ονόματι Κυρίου του Υψίστου. επιλήση μου εις τέλος. ο δε Κύριος ελπίς αυτού εστι. ων το στόμα αράς και πικρίας γέμει. οι εσθίοντες τον λαόν μου βρώσει άρτου τον Κύριον ουκ επεκαλέσαντο. 5 μήποτε είπη ο εχθρός μου· ίσχυσα προς αυτόν· οι θλίβοντές με αγαλλιάσονται. έως πότε αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού. ουκ έστι ποιών χρηστότητα. έως πότε υψωθήσεται ο εχθρός μου επ ‘ εμέ. ταις γλώσσαις αυτών εδολιούσαν· ιός ασπίδων υπό τα χείλη αυτών. 3 πάντες εξέκλιναν.] 4 ουχί γνώσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. 7 τις δώσει εκ Σιών το σωτήριον του Ισραήλ. 3 έως τίνος θήσομαι βουλάς εν ψυχή μου. ουκ έστι ποιών χρηστότητα. ουκ έστιν έως ενός [τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών. οδύνας εν καρδία μου ημέρας και νυκτός. 2 Κύριος εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους υιούς των ανθρώπων του ιδείν ει έστι συνιών ή εκζητών τον Θεόν. 6 εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα.

2 είπα τω Κυρίω· Κύριός μου ει συ. 4 επληθύνθησαν αι ασθένειαι αυτών. 3 ος ουκ εδόλωσεν εν γλώσση αυτού. ΚΥΡΙΕ. έτι δε και η σάρξ μου κατασκηνώσει επ ‘ ελπίδι. τους δε φοβουμένους τον Κύριον δοξάζει· ο ομνύων τω πλησίον αυτού και ουκ αθετών· 5 το αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω και δώρα επ ‘ αθώοις ουκ έλαβεν. μετά ταύτα ετάχυναν· ου μη συναγάγω τας συναγωγάς αυτών εξ αιμάτων. 11 εγνώρισάς μοι οδούς ζωής· πληρώσεις με ευφροσύνης μετά του προσώπου σου. ή τις κατασκηνώσει εν όρει αγίω σου. Ψαλμός τω Δαυϊδ. Κύριε. 7 ευλογήσω τον Κύριον τον συνετίσαντά με· έτι δε και έως νυκτός επαίδευσάν με οι νεφροί μου. και ηγαλλιάσατο η γλώσσά μου. ΙΕ (ΙΣΤ) 15. 2 πορευόμενος άμωμος και εργαζόμενος δικαιοσύνην. τερπνότητες εν τη δεξιά σου εις τέλος. 3 τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος. 5 Κύριος μερίς της κληρονομίας μου και του ποτηρίου μου· συ ει ο αποκαθιστών την κληρονομίαν μου εμοί. ότι των αγαθών μου ου χρείαν έχεις. τις παροικήσει εν τω σκηνώματί σου. 10 ότι ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις άδην. 6 σχοινία επέπεσέ μοι εν τοις κρατίστοις· και γαρ η κληρονομία μου κρατίστη μοί εστιν. λαλών αλήθειαν εν καρδία αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΔ (ΙΕ) 14. ου σαλευθήσεται εις τον αιώνα. ο ποιών ταύτα. 8 προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός. Στηλογραφία τω Δαυϊδ. ΙΣΤ (ΙΖ) 16. Προσευχή του Δαυϊδ. ουδέ εποίησε τω πλησίον αυτού κακόν και ονειδισμόν ουκ έλαβεν επί τοις έγγιστα αυτού. ότι επί σοί ήλπισα. ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1050 . πάντα τα θελήματα αυτού εν αυτοίς. ουδ ‘ ου μη μνησθώ των ονομάτων αυτών δια χειλέων μου. 9 δια τούτο ηυφράνθη η καρδία μου. ίνα μη σαλευθώ. 4 εξουδένωται ενώπιον αυτού πονηρευόμενος. ΦΥΛΑΞΟΝ με. ότι εκ δεξιών μου εστιν.

6 ωδίνες άδου περιεκύκλωσάν με. οι οφθαλμοί μου ιδέτωσαν ευθύτητας. ΙΖ (ΙΗ) 17. ρύσαι την ψυχήν μου από ασεβούς. 5 κατάρτισαι τα διαβήματά μου εν ταις τρίβοις σου. ελπιώ επ ‘ αυτόν. το στόμα αυτών ελάλησεν υπερηφανίαν. α ελάλησεν τω Κυρίω τους λόγους της ωδής ταύτης εν ημέρα. 3 Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου. ρομφαίαν σου από εχθρών της χειρός σου. της δικαιοσύνης μου. 15 εγώ δε εν δικαιοσύνη οφθήσομαι τω προσώπω σου. δια τους λόγους των χειλέων σου εγώ εφύλαξα οδούς σκληράς. Κύριε. 4 αινών επικαλέσομαι τον Κύριον και εκ των εχθρών μου σωθήσομαι. και χείμαρροι ανομίας εξετάραξάν με. και ουχ ευρέθη εν εμοί αδικία. πρόσχες τη δεήσει μου. ή ερρύσατο αυτόν ο Κύριος εκ χειρός πάντων των εχθρών αυτού και εκ χειρός Σαούλ. Κύριε. πρόφθασον αυτούς και υποσκέλισον αυτούς. επεσκέψω νυκτός· επύρωσάς με. 7 και εν τω θλίβεσθαί με επεκαλεσάμην τον Κύριον και προς τον Θεόν μου εκέκραξα· ήκουσεν εκ ναού αγίου αυτού φωνής μου. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1051 . 6 εγώ εκέκραξα. και αφήκαν τα κατάλοιπα τοις νηπίοις αυτών. 4 όπως αν μη λαλήση το στόμα μου τα έργα των ανθρώπων. από ολίγων από γης διαμέρισον αυτούς εν τη ζωή αυτών. η ισχύς μου. ίνα μη σαλευθώσι τα διαβήματά μου. 2 εκ προσώπου σου το κρίμά μου εξέλθοι. 12 υπέλαβόν με ωσεί λέων έτοιμος εις θήραν και ωσεί σκύμνος οικών εν αποκρύφοις. εχορτάσθησαν υιών [Αλλη γραφή· υείων. 7 θαυμάστωσον τα ελέη σου. υπερασπιστής μου και κέρας σωτηρίας μου και αντιλήπτωρ μου. 11 εκβαλόντες με νυνί περιεκύκλωσάν με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ. Εις το τέλος· τω παιδί Κυρίου τω Δαυϊδ. χορτασθήσομαι εν τω οφθήναί μοι την δόξαν σου. ενώτισαι την προσευχήν μου ουκ εν χείλεσι δολίοις. ο σώζων τους ελπίζοντας επί σε εκ των ανθεστηκότων τη δεξιά σου. 5 περιέσχον με ωδίνες θανάτου. προέφθασάν με παγίδες θανάτου. Ο Θεός μου βοηθός μου. 13 ανάστηθι. 8 φύλαξόν με ως κόρην οφθαλμού· εν σκέπη των πτερύγων σου σκεπάσεις με 9 από προσώπου ασεβών των ταλαιπωρησάντων με. 2 και είπεν· ΑΓΑΠΗΣΩ σε.]. ότι επήκουσάς μου. και των κεκρυμμένων σου επλήσθη η γαστήρ αυτών. οι εχθροί μου την ψυχήν μου περιέσχον· 10 το στέαρ αυτών συνέκλεισαν. Κύριε. ο Θεός· κλίνον το ους σου εμοί και εισάκουσον των ρημάτων μου. 14 Κύριε. τους οφθαλμούς αυτών έθεντο εκκλίναι εν τη γη. 3 εδοκίμασας την καρδίαν μου.

29 ότι συ φωτιείς λύχνον μου. 24 και έσομαι άμωμος μετ ‘ αυτού και φυλάξομαι από της ανομίας μου. 13 από της τηλαυγήσεως ενώπιον αυτού αι νεφέλαι διήλθον. και τις Θεός πλήν του Θεού ημών. 26 μετά οσίου όσιος έση. Κύριε ο Θεός μου. επετάσθη επί πτερύγων ανέμων. ότι εστερεώθησαν υπέρ εμέ. 19 προέφθασάν με εν ημέρα κακώσεώς μου. 21 και ανταποδώσει μοι Κύριος κατά την δικαιοσύνην μου και κατά την καθαριότητα των χειρών μου ανταποδώσει μοι. 11 και επέβη επί Χερουβίμ και επετάσθη. και μετά ανδρός αθώου αθωος έση. 17 εξαπέστειλεν εξ ύψους και έλαβέ με. 32 ότι τις Θεός πλήν του Κυρίου. και ανεκαλύφθη τα θεμέλια της οικουμένης από επιτιμήσεώς σου. 25 και ανταποδώσει μοι Κύριος κατά την δικαιοσύνην μου και κατά την καθαριότητα των χειρών μου ενώπιον των οφθαλμών αυτού. χάλαζα και άνθρακες πυρός. 27 και μετά εκλεκτού εκλεκτός έση και μετά στρεβλού διαστρέψεις. και ο Ύψιστος έδωκε φωνήν αυτού· 15 εξαπέστειλε βέλη και εσκόρπισεν αυτούς και αστραπάς επλήθυνε και συνετάραξεν αυτούς. και τα θεμέλια των ορέων εταράχθησαν και εσαλεύθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ η κραυγή μου ενώπιον αυτού εισελεύσεται εις τα ώτα αυτού. προσελάβετό με εξ υδάτων πολλών. και γνόφος υπό τους πόδας αυτού. ότι ωργίσθη αυτοίς ο Θεός. φωτιείς το σκότος μου. και εκ των μισούντων με. ρύσεταί με. 31 ο Θεός μου. άμωμος η οδός αυτού. 8 και εσαλεύθη και έντρομος εγενήθη η γη. 30 ότι εν σοί ρυσθήσομαι από πειρατηρίου και εν τω Θεω μου υπερβήσομαι τείχος. υπερασπιστής εστι πάντων των ελπιζόντων επ ‘ αυτόν. ότι ηθέλησέ με. 28 ότι συ λαόν ταπεινόν σώσεις και οφθαλμούς υπερηφάνων ταπεινώσεις. 14 και εβρόντησεν εξ ουρανού Κύριος. 22 ότι εφύλαξα τας οδούς Κυρίου και ουκ ησέβησα από του Θεού μου. Κύριε. 23 ότι πάντα τα κρίματα αυτού ενώπιόν μου. 12 και έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού· κύκλω αυτού η σκηνή αυτού. 33 ο Θεός ο περιζωννύων με δύναμιν και έθετο άμωμον την οδόν μου· 34 καταρτιζόμενος τους πόδας μου ωσεί ελάφου και επί τα υψηλά ιστών με· 35 διδάσκων χείράς μου εις πόλεμον και έθου τόξον χαλκούν τους βραχίονάς μου· 36 και έδωκάς μοι υπερασπισμόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1052 . και τα δικαιώματα αυτού ουκ απέστησαν απ ‘ εμού. και εγένετο Κύριος αντιστήριγμά μου 20 και εξήγαγέ με εις πλατυσμόν. άνθρακες ανήφθησαν απ ‘ αυτού. 16 και ώφθησαν αι πηγαί των υδάτων. 18 ρύσεταί με εξ εχθρών μου δυνατών. 9 ανέβη καπνός εν οργή αυτού και πυρ από προσώπου αυτού καταφλεγήσεται. τα λόγια Κυρίου πεπυρωμένα. σκοτεινόν ύδωρ εν νεφέλαις αέρων. από εμπνεύσεως πνεύματος οργής σου. 10 και έκλινεν ουρανούς και κατέβη.

και ποιών έλεος τω χριστω αυτού. 45 εις ακοήν ωτίου υπήκουσέ μου· υιοί αλλότριοι εψεύσαντό μοι. τω Δαυϊδ και τω σπέρματι αυτού έως αιώνος. 49 ο ρύστης μου εξ εχθρών μου οργίλων. 2 ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ διηγούνται δόξαν Θεού. 8 ο νόμος του Κυρίου άμωμος. συνεπόδισας πάντας τους επανισταμένους επ ‘ εμέ υποκάτω μου. καταστήσεις με εις κεφαλήν εθνών. 47 ζη Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σωτηρίας. 50 δια τούτο εξομολογήσομαί σοι εν έθνεσι. ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα. και υποτάξας λαούς υπ ‘ εμέ. και ουκ εισήκουσεν αυτών. προς Κύριον. και ουκ έστιν ος αποκρυβήσεται της θέρμης αυτού. και νύξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν. 4 ουκ εισί λαλιαί ουδέ λόγοι. και ουκ ησθένησαν τα ίχνη μου. από ανδρός αδίκου ρύσαί με. 9 τα δικαιώματα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1053 . Κύριε. αγαλλιάσεται ως γίγας δραμείν οδόν αυτού. 7 απ ‘ άκρου του ουρανού η έξοδος αυτού. 42 εκέκραξαν. 3 ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα. και τω ονόματί σου ψαλώ. ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών· 5 εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών. και το κατάντημα αυτού έως άκρου του ουρανού. ον ουκ έγνων. 48 ο Θεός ο διδούς εκδικήσεις εμοί. 40 και περιέζωσάς με δύναμιν εις πόλεμον. πεσούνται υπό τους πόδας μου. εδούλευσέ μοι. από των επανισταμένων επ ‘ εμέ υψώσεις με. 6 εν τω ηλίω έθετο το σκήνωμα αυτού· και αυτός ως νυμφίος εκπορευόμενος εκ παστού αυτού. 46 υιοί αλλότριοι επαλαιώθησαν και εχώλαναν από των τρίβων αυτών. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 51 μεγαλύνων τας σωτηρίας του βασιλέως αυτού. 38 καταδιώξω τους εχθρούς μου και καταλήψομαι αυτούς και ουκ αποστραφήσομαι. έως αν εκλίπωσιν· 39 εκθλίψω αυτούς. και η παιδεία σου αυτή με διδάξει. 41 και τους εχθρούς μου έδωκάς μοι νώτον και τους μισούντάς με εξωλόθρευσας. 37 επλάτυνας τα διαβήματά μου υποκάτω μου. και ευλογητός ο Θεός μου και υψωθήτω ο Θεός της σωτηρίας μου. ΙΗ (ΙΘ) 18. και η δεξιά σου αντελάβετό μου. και η παιδεία σου ανώρθωσέ με εις τέλος. σοφίζουσα νήπια. 44 ρύση με εξ αντιλογίας λαού. και ουκ ην ο σώζων. και ου μη δύνωνται στήναι. επιστρέφων ψυχάς· η μαρτυρία Κυρίου πιστή. ως πηλόν πλατειών λεανώ αυτούς. λαός. 43 και λεπτυνώ αυτούς ωσεί χνούν κατά πρόσωπον ανέμου.

11 επιθυμητά υπέρ χρυσίον και λίθον τίμιον πολύν και γλυκύτερα υπέρ μέλι και κηρίον. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 7 νυν έγνων ότι έσωσε Κύριος τον χριστόν αυτού· επακούσεται αυτού εξ ουρανού αγίου αυτού· εν δυναστείαις η σωτηρία της δεξιάς αυτού. ΙΘ (Κ) 19. εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με. ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα. 13 παραπτώματα τις συνήσει. (διάψαλμα). 5 δώη σοι Κύριος κατά την καρδίαν σου και πάσαν την βουλήν σου πληρώσαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1054 . τότε άμωμος έσομαι και καθαρισθήσομαι από αμαρτίας μεγάλης. έθηκας επί την κεφαλήν αυτού στέφανον εκ λίθου τιμίου. 12 και γαρ ο δούλός σου φυλάσσει αυτά· εν τω φυλάσσειν αυτά ανταπόδοσις πολλή. πληρώσαι Κύριος πάντα τα αιτήματά σου. δεδικαιωμένα επί το αυτό. 15 και έσονται εις ευδοκίαν τα λόγια του στόματός μου και η μελέτη της καρδίας μου ενώπιόν σου δια παντός. 2 ΚΥΡΙΕ. 14 και από αλλοτρίων φείσαι του δούλου σου· εάν μη μου κατακυριεύσωσι. εν τη δυνάμει σου ευφρανθήσεται ο βασιλεύς και επί τω σωτηρίω σου αγαλλιάσεται σφόδρα. διαμένων εις αιώνα αιώνος· τα κρίματα Κυρίου αληθινά. 8 ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις. Κύριε. 9 αυτοί συνεποδίσθησαν και έπεσαν. 2 ΕΠΑΚΟΥΣΑΙ σου Κύριος εν ημέρα θλίψεως. βοηθέ μου και λυτρωτά μου. Κ (ΚΑ) 20. ημείς δε ανέστημεν και ανωρθώθημεν. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 4 μνησθείη πάσης θυσίας σου και το ολοκαύτωμά σου πιανάτω. σώσον τον βασιλέα. 5 ζωήν ητήσατό σε. (διάψαλμα). 3 εξαποστείλαι σοι βοήθειαν εξ αγίου και εκ Σιών αντιλάβοιτό σου. φωτίζουσα οφθαλμούς· 10 ο φόβος Κυρίου αγνός. εν ή αν ημέρα επικαλεσώμεθά σε. ευφραίνοντα καρδίαν· η εντολή Κυρίου τηλαυγής. 10 Κύριε. υπερασπίσαι σου το όνομα του Θεού Ιακώβ. 3 την επιθυμίαν της καρδίας αυτού έδωκας αυτω και την θέλησιν των χειλέων αυτού ουκ εστέρησας αυτόν. 4 ότι προέφθασας αυτόν εν ευλογίαις χρηστότητος. και επάκουσον ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυρίου ευθέα. 6 αγαλλιασόμεθα εν τω σωτηρίω σου και εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα.

και νυκτός. εκίνησαν κεφαλήν· 9 ήλπισεν επί Κύριον. ο Θεός μου. 8 πάντες οι θεωρούντές με εξεμυκτήρισάν με. ευφρανείς αυτόν εν χαρά μετά του προσώπου σου. υπέρ της αντιλήψεως της εωθινής· ψαλμός τω Δαυϊδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και έδωκας αυτω. αις ου μη δύνωνται στήναι. 7 εγώ δε ειμι σκώληξ και ουκ άνθρωπος. κεκράξομαι ημέρας. ότι θέλει αυτόν. πρόσχες μοι· ίνα τι εγκατέλιπές με. 13 περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί. η ελπίς μου από μαστών της μητρός μου· 11 επί σε επερρίφην εκ μήτρας. 8 ότι ο βασιλεύς ελπίζει επί Κύριον και εν τω ελέει του Υψίστου ου μη σαλευθή. 15 ωσεί ύδωρ εξεχύθην. και εις χουν θανάτου κατήγαγές με. ελάλησαν εν χείλεσιν. ρυσάσθω αυτόν· σωσάτω αυτόν. εγενήθη η καρδία μου ωσεί κηρός τηκόμενος εν μέσω της κοιλίας μου· 16 εξηράνθη ωσεί όστρακον η ισχύς μου. δόξαν και μεγαλοπρέπειαν επιθήσεις επ ‘ αυτόν· 7 ότι δώσεις αυτω ευλογίαν εις αιώνα αιώνος. εν τη δυνάμει σου· άσομεν και ψαλούμεν τας δυναστείας σου. μακρότητα ημερών εις αιώνα αιώνος. και ουκ εις άνοιαν εμοί. 17 ότι εκύκλωσάν με κύνες πολλοί. 14 υψώθητι. Εις το τέλος. ταύροι πίονες περιέσχον με· 14 ήνοιξαν επ ‘ εμέ το στόμα αυτών ως λέων αρπάζων και ωρυόμενος. ότι θλίψις εγγύς. και ουκ εισακούση. διελογίσαντο βουλάς. εκ κοιλίας μητρός μου Θεός μου ει συ· 12 μη αποστης απ ‘ εμού. επί σοί ήλπισαν και ου κατησχύνθησαν. μακράν από της σωτηρίας μου οι λόγοι των παραπτωμάτων μου. 10 ότι συ ει ο εκσπάσας με εκ γαστρός. και ερρύσω αυτούς· 6 προς σε εκέκραξαν και εσώθησαν. συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον με. 13 ότι θήσεις αυτούς νώτον· εν τοις περιλοίποις σου ετοιμάσεις το πρόσωπον αυτών. 11 τον καρπόν αυτών από της γης απολείς και το σπέρμα αυτών από υιών ανθρώπων. η δεξιά σου εύροι πάντας τους μισούντάς σε. και η γλώσσά μου κεκόλληται τω λάρυγγί μου. 3 ο Θεός μου. όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού. ο έπαινος του Ισραήλ. 12 ότι έκλιναν εις σε κακά. 4 συ δε εν αγίω κατοικείς. Κύριε. 2 Ο ΘΕΟΣ. 9 ευρεθείη η χείρ σου πάσι τοις εχθροίς σου. 5 επί σοί ήλπισαν οι πατέρες ημών. ήλπισαν. ΚΑ (ΚΒ) 21. 6 μεγάλη η δόξα αυτού εν τω σωτηρίω σου. και διεσκορπίσθη πάντα τα οστά μου. και καταφάγεται αυτούς πυρ. ώρυξαν χείράς μου και πόδας. ότι ουκ έστιν ο βοηθών. 10 θήσεις αυτούς εις κλίβανον πυρός εις καιρόν του προσώπου σου· Κύριος εν οργή αυτού συνταράξει αυτούς. 18 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1055 .

μη μακρύνης την βοήθειάν μου απ ‘ εμού. ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει. Κύριε. αινέσατε αυτόν. και αινέσουσι Κύριον οι εκζητούντες αυτόν· ζήσονται αι καρδίαι αυτών εις αιώνα αιώνος. 5 ητοίμασας ενώπιόν μου τράπεζαν. 20 συ δε. και εκ χειρός κυνός την μονογενή μου· 22 σώσόν με εκ στόματος λέοντος και από κεράτων μονοκερώτων την ταπείνωσίν μου. 25 ότι ουκ εξουδένωσεν ουδέ προσώχθισε τη δεήσει του πτωχού. και το κατοικείν με εν οίκω Κυρίου εις μακρότητα ημερών. άπαν το σπέρμα Ιακώβ. και αυτός δεσπόζει των εθνών. 30 έφαγον και προσεκύνησαν πάντες οι πίονες της γης. 21 ρύσαι από ρομφαίας την ψυχήν μου. 23 διηγήσομαι το όνομά σου τοις αδελφοίς μου. 29 ότι του Κυρίου η βασιλεία. εις την αντίληψίν μου πρόσχες. εν μέσω εκκλησίας υμνήσω σε. 6 και το έλεός σου καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου. 28 μνησθήσονται και επιστραφήσονται προς Κύριον πάντα τα πέρατα της γης και προσκυνήσουσιν ενώπιον αυτού πάσαι αι πατριαί των εθνών. εξεναντίας των θλιβόντων με· ελίπανας εν ελαίω την κεφαλήν μου. και το ποτήριόν σου μεθύσκον με ωσεί κράτιστον. 26 παρά σου ο έπαινός μου εν εκκλησία μεγάλη. ενώπιον αυτού προπεσούνται πάντες οι καταβαίνοντες εις γην. εκεί με κατεσκήνωσεν. και η ψυχή μου αυτω ζη. ΚΒ (ΚΓ) 22. τας ευχάς μου αποδώσω ενώπιον των φοβουμένων αυτόν. ον εποίησεν ο Κύριος. ότι συ μετ ‘ εμού ει· η ράβδος σου και η βακτηρία σου. 27 φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1056 . επί ύδατος αναπαύσεως εξέθρεψέ με. 3 την ψυχήν μου επέστρεψεν. 19 διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον. φοβηθήτωσαν αυτόν άπαν το σπέρμα Ισραήλ. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 εις τόπον χλόης. 4 εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου. ου φοβηθήσομαι κακά. 32 και αναγγελούσι την δικαιοσύνην αυτού λαω τω τεχθησομένω. 24 οι φοβούμενοι τον Κύριον. ωδήγησέ με επί τρίβους δικαιοσύνης ένεκεν του ονόματος αυτού. ουδέ απέστρεψε το πρόσωπον αυτού απ ‘ εμού και εν τω κεκραγέναι με προς αυτόν εισήκουσέ μου. αυτοί δε κατενόησαν και επείδόν με. δοξάσατε αυτόν. αύταί με παρεκάλεσαν. 31 και το σπέρμα μου δουλεύσει αυτω· αναγγελήσεται τω Κυρίω γενεά η ερχομένη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξηρίθμησαν πάντα τα οστά μου.

ος ουκ έλαβεν επί ματαίω την ψυχήν αυτού και ουκ ώμοσεν επί δόλω τω πλησίον αυτού. ή ηρετίσατο. 6 μνήσθητι των οικτιρμών σου. πύλαι αιώνιοι. και το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1057 . 6 αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον. 3 τις αναβήσεται εις το όρος του Κυρίου και τις στήσεται εν τόπω αγίω αυτού. και τα ελέη σου. 4 αθωος χερσί και καθαρός τη καρδία. διδάξει πραείς οδούς αυτού. 10 τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης. ΤΟΥ Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής. Κύριε. 9 άρατε πύλας. (διάψαλμα). 11 ένεκεν του ονόματός σου. γνώρισόν μοι. 3 και γαρ πάντες οι υπομένοντές σε ου μη καταισχυνθώσιν· αισχυνθήτωσαν οι ανομούντες διακενής. οι άρχοντες υμών. ο Θεός μου. Κύριε. η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτη. και ιλάση τη αμαρτία μου. 9 οδηγήσει πραείς εν κρίσει. μηδέ καταγελασάτωσάν με οι εχθροί μου. Κύριε. συ. 8 τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης. ζητούντων το πρόσωπον του Θεού Ιακώβ. 10 πάσαι αι οδοί Κυρίου έλεος και αλήθεια τοις εκζητούσι την διαθήκην αυτού και τα μαρτύρια αυτού. ήρα την ψυχήν μου. ΚΔ (ΚΕ) 24. πολλή γαρ εστι. Κύριε. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 5 οδήγησόν με επί την αλήθειάν σου και δίδαξόν με. 7 αμαρτίας νεότητός μου και αγνοίας μου μη μνησθής· κατά το έλεός σου μνήσθητί μου. Κύριε. 4 τας οδούς σου. και τας τρίβους σου δίδαξόν με. και επάρθητε. Ψαλμός τω Δαυϊδ· της μιάς Σαββάτων. και επάρθητε. και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. νομοθετήσει αυτω εν οδω. 8 χρηστός και ευθής ο Κύριος· δια τούτο νομοθετήσει αμαρτάνοντας εν οδω. ΠΡΟΣ σε. πύλαι αιώνιοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΓ (ΚΔ) 23. 7 άρατε πύλας. Κύριος κραταιός και δυνατός. 2 επί σοί πέποιθα· μη καταισχυνθείην. Κύριος των δυνάμεων αυτός εστιν ο βασιλεύς της δόξης. και σε υπέμεινα όλην την ημέραν. ότι συ ει ο Θεός ο σωτήρ μου. ότι από του αιώνός εισιν. και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης. οι άρχοντες υμών. ένεκεν χρηστότητός σου. Κύριος δυνατός εν πολέμω. 12 τις εστιν άνθρωπος ο φοβούμενος τον Κύριον. 5 ούτος λήψεται ευλογίαν παρά Κυρίου και ελεημοσύνην παρά Θεού σωτήρος αυτού. 2 αυτός επί θαλασσών εθεμελίωσεν αυτήν και επί ποταμών ητοίμασεν αυτήν. 13 η ψυχή αυτού εν αγαθοίς αυλισθήσεται.

ΚΕ (ΚΣΤ) 25. 22 λύτρωσαι. ο Θεός. ότι ήλπισα επί σε. οι θλίβοντές με και οι εχθροί μου. Κύριε. 14 κραταίωμα Κύριος των φοβουμένων αυτόν. 21 άκακοι και ευθείς εκολλώντό μοι. 2 δοκίμασόν με. Κύριε. 15 οι οφθαλμοί μου δια παντός προς τον Κύριον. Κύριε. ΚΥΡΙΟΣ φωτισμός μου και σωτήρ μου· τίνα φοβηθήσομαι. Κύριε. 2 εν τω εγγίζειν επ ‘ εμέ κακούντας του φαγείν τας σάρκας μου. 12 ο πούς μου έστη εν ευθύτητι· εν εκκλησίαις ευλογήσω σε. 18 ίδε την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου και άφες πάσας τας αμαρτίας μου. η δεξιά αυτών επλήσθη δώρων. 11 εγώ δε εν ακακία μου επορεύθην· λύτρωσαί με και ελέησόν με. ότι υπέμεινά σε. Κύριε. Του Δαυϊδ· προ του χρισθήναι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σπέρμα αυτού κληρονομήσει γην. 10 ων εν χερσίν ανομίαι. τον Ισραήλ εκ πασών των θλίψεων αυτού. ου μη ασθενήσω. 19 ίδε τους εχθρούς μου. ΚΡΙΝΟΝ με. 7 του ακούσαί με φωνής αινέσεώς σου και διηγήσασθαι πάντα τα θαυμάσιά σου. 17 αι θλίψεις της καρδίας μου επληθύνθησαν· εκ των αναγκών μου εξάγαγέ με. και ευηρέστησα εν τη αληθεία σου. ΚΣΤ (ΚΖ) 26. ότι αυτός εκσπάσει εκ παγίδος τους πόδας μου. Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου· από τίνος δειλιάσω. 4 ουκ εκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος και μετά παρανομούντων ου μη εισέλθω· 5 εμίσησα εκκλησίαν πονηρευομένων και μετά ασεβών ου μη καθίσω. 3 εάν παρατάξηται επ ‘ εμέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1058 . 8 Κύριε. ότι μονογενής και πτωχός ειμι εγώ. Του Δαυϊδ. πύρωσον τους νεφρούς μου και την καρδίαν μου. 20 φύλαξον την ψυχήν μου και ρύσαί με· μη καταισχυνθείην. 6 νίψομαι εν αθώοις τας χείράς μου και κυκλώσω το θυσιαστήριόν σου. και πείρασόν με. ότι επληθύνθησαν και μίσος άδικον εμίσησάν με. 3 ότι το έλεός σου κατέναντι των οφθαλμών μου εστι. και η διαθήκη αυτού δηλώσει αυτοίς. 16 επίβλεψον επ ‘ εμέ και ελέησόν με. 9 μη συναπολέσης μετά ασεβών την ψυχήν μου και μετά ανδρών αιμάτων την ζωήν μου. αυτοί ησθένησαν και έπεσαν. ότι εγώ εν ακακία μου επορεύθην και επί τω Κυρίω ελπίζων. ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου σου και τόπον σκηνώματος δόξης σου.

μήποτε παρασιωπήσης απ ‘ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. 6 και νυν ιδού ύψωσε κεφαλήν μου επ ‘ εχθρούς μου· εκύκλωσα και έθυσα εν τη σκηνή αυτού θυσίαν αλαλαγμού. Κύριε. ΚΖ (ΚΗ) 27. Κύριε. ότι επανέστησάν μοι μάρτυρες άδικοι. ζητήσω. και υπόμεινον τον Κύριον. 8 σοί είπεν η καρδία μου· εξεζήτησέ σε το πρόσωπόν μου· το πρόσωπόν σου. 4 μίαν ητησάμην παρά Κυρίου. εν πέτρα ύψωσέ με. και εψεύσατο η αδικία εαυτη. και εβοηθήθην. Κύριε. ης εκέκραξα· ελέησόν με και εισάκουσόν μου. εκέκραξα. εν ταύτη εγώ ελπίζω. ο Θεός. εσκέπασέ με εν αποκρύφω της σκηνής αυτού. 3 μη συνελκύσης μετά αμαρτωλών την ψυχήν μου και μετά εργαζομένων αδικίαν μη συναπολέσης με των λαλούντων ειρήνην μετά των πλησίον αυτών. Του Δαυϊδ. απόδος το ανταπόδομα αυτών αυτοίς. 5 ότι έκρυψέ με εν σκηνή αυτού εν ημέρα κακών μου. άσομαι και ψαλώ τω Κυρίω. Κύριε. ο σωτήρ μου. ΠΡΟΣ σε. εν τη οδω σου και οδήγησόν με εν τρίβω ευθεία ένεκα των εχθρών μου. 13 πιστεύω του ιδείν τα αγαθά Κυρίου εν γη ζώντων. κατά τα έργα αυτών και κατά την πονηρίαν των επιτηδευμάτων αυτών· κατά τα έργα των χειρών αυτών δος αυτοίς. και κραταιούσθω η καρδία σου. ότι εισήκουσε της φωνής της δεήσεώς μου. ου φοβηθήσεται η καρδία μου· εάν επαναστη επ ‘ εμέ πόλεμος. ο Θεός μου. της φωνής μου. 6 ευλογητός Κύριος. 5 ότι ου συνήκαν εις τα έργα Κυρίου και εις τα έργα των χειρών αυτού· καθελείς αυτούς και ου μη οικοδομήσεις αυτούς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1059 . 7 εισάκουσον. κακά δε εν ταις καρδίαις αυτών. του θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου και επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιον αυτού. ταύτην εκζητήσω· του κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου. εν τω αίρειν με χείράς μου προς ναόν άγιόν σου. 2 εισάκουσον της φωνής της δεήσεώς μου εν τω δέεσθαί με προς σε. 11 νομοθέτησόν με. 14 υπόμεινον τον Κύριον· ανδρίζου. 4 δος αυτοίς. 10 ότι ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με. Κύριε. μη αποσκορακίσης με και μη εγκαταλίπης με. μη παρασιωπήσης απ ‘ εμού. 12 μη παραδως με εις ψυχάς θλιβόντων με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεμβολή. 7 Κύριος βοηθός μου και υπερασπιστής μου· επ ‘ αυτω ήλπισεν η καρδία μου. ο δε Κύριος προσελάβετό με. 9 μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού και μη εκκλίνης εν οργή από του δούλου σου· βοηθός μου γενού.

υιοί Θεού. Κύριος επί υδάτων πολλών. 10 Κύριος τον κατακλυσμόν κατοικιεί. και ζωή εν τω θελήματι αυτού· το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωϊ αγαλλίασις. Κύριε. ΚΘ (Λ) 29. ο Θεός της δόξης εβρόντησε. 8 φωνή Κυρίου συσσείοντος έρημον και συσσείσει Κύριος την έρημον Κάδης. και ο ηγαπημένος ως υιος μονοκερώτων. Ψαλμός τω Δαυϊδ· εξοδίου σκηνής. 5 φωνή Κυρίου συντρίβοντος κέδρους. 9 φωνή Κυρίου καταρτιζομένη ελάφους. 9 σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου και ποίμανον αυτούς και έπαρον αυτούς έως του αιώνος. ΚΗ (ΚΘ) 28. εν τω θελήματί σου παρέσχου τω κάλλει μου δύναμιν· απέστρεψας δε το πρόσωπόν σου και εγενήθην τεταραγμένος. 2 ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν ονόματι αυτού. ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν και τιμήν. ότι υπέλαβές με και ουκ εύφρανας τους εχθρούς μου επ ‘ εμέ. Εις το τέλος· ψαλμός ωδής του εγκαινισμού του οίκου· Δαυϊδ. 4 φωνή Κυρίου εν ισχύϊ. 8 Κύριος κραταίωμα του λαού αυτού και υπερασπιστής των σωτηρίων του χριστού αυτού εστι. οι όσιοι αυτού. 8 Κύριε. 3 φωνή Κυρίου επί των υδάτων. προσκυνήσατε τω Κυρίω εν αυλή αγία αυτού. και ιάσω με· 4 Κύριε. έσωσάς με από των καταβαινόντων εις λάκκον. 11 Κύριος ισχύν τω λαω αυτού δώσει. και αποκαλύψει δρυμούς· και εν τω ναω αυτού πας τις λέγει δόξαν. και συντρίψει Κύριος τας κέδρους του Λιβάνου 6 και λεπτυνεί αυτάς ως τον μόσχον τον Λίβανον. ΕΝΕΓΚΑΤΕ τω Κυρίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ανέθαλεν η σάρξ μου· και εκ θελήματός μου εξομολογήσομαι αυτω. και εξομολογείσθε τη μνήμη της αγιωσύνης αυτού· 6 ότι οργή εν τω θυμω αυτού. Κύριε. ανήγαγες εξ άδου την ψυχήν μου. εκέκραξα προς σε. 3 Κύριε ο Θεός μου. 10 τις ωφέλεια εν τω αίματί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1060 . και καθιείται Κύριος βασιλεύς εις τον αιώνα. 9 προς σε. ενέγκατε τω Κυρίω υιούς κριών. 7 φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός. φωνή Κυρίου εν μεγαλοπρεπεία. και προς τον Θεόν μου δεηθήσομαι. Κύριος ευλογήσει τον λαόν αυτού εν ειρήνη. 2 ΥΨΩΣΩ σε. κεκράξομαι. 5 ψάλατε τω Κυρίω. 7 εγώ δε είπα εν τη ευθηνία μου· ου μη σαλευθώ εις τον αιώνα.

11 ότι εξέλιπεν εν οδύνη η ζωή μου και τα έτη μου εν στεναγμοίς· ησθένησεν εν πτωχεία η ισχύς μου. Κύριε. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ· εκστάσεως. 13 όπως αν ψάλη σοι η δόξα μου και ου μη κατανυγώ. είπα· συ ει ο Θεός μου. ότι επεκαλεσάμην σε· αισχυνθείησαν οι ασεβείς και καταχθείησαν εις άδου. Κύριε. 2 ΕΠΙ σοί. 10 ελέησόν με. 4 ότι κραταίωμά μου και καταφυγή μου ει συ και ένεκεν του ονόματός σου οδηγήσεις με και διαθρέψεις με· 5 εξάξεις με εκ παγίδος ταύτης. 12 έστρεψας τον κοπετόν μου εις χαράν εμοί. Κύριε. τάχυνον του εξελέσθαι με· γενού μοι εις Θεόν υπερασπιστήν και εις οίκον καταφυγής του σώσαί με. 19 άλαλα γενηθήτω τα χείλη τα δόλια τα λαλούντα κατά του δικαίου ανομίαν εν υπερηφανία και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1061 . μη εξομολογήσεταί σοι Χους ή αναγγελεί την αλήθειάν σου. και τα οστά μου εταράχθησαν. 15 εγώ δε επί σοί ήλπισα. και ηλέησέ με. εγενήθην ωσεί σκεύος απολωλός. η ψυχή μου και η γαστήρ μου. 13 επελήσθην ωσεί νεκρός από καρδίας. έστησας εν ευρυχώρω τους πόδας μου. Κύριος εγενήθη βοηθός μου. Λ (ΛΑ) 30. εις τον αιώνα εξομολογήσομαί σοι. έσωσας εκ των αναγκών την ψυχήν μου 9 και ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών. μη καταισχυνθείην εις τον αιώνα· εν τη δικαιοσύνη σου ρύσαί με και εξελού με. 6 εις χείράς σου παραθήσομαι το πνεύμά μου· ελυτρώσω με. 11 ήκουσε Κύριος. Κύριε ο Θεός της αληθείας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μου εν τω καταβαίνειν με εις διαφθοράν. 14 ότι ήκουσα ψόγον πολλών παροικούντων κυκλόθεν· εν τω επισυναχθήναι αυτούς άμα επ ‘ εμέ του λαβείν την ψυχήν μου εβουλεύσαντο. 18 Κύριε.]· ρύσαί με εκ χειρός εχθρών μου και εκ των καταδιωκόντων με. 3 κλίνον προς με το ους σου. ότι επείδες την ταπείνωσίν μου. 12 παρά πάντας τους εχθρούς μου εγενήθην όνειδος και τοις γείτοσί μου σφόδρα. Κύριε ο Θεός μου. 17 επίφανον το πρόσωπόν σου επί τον δούλόν σου. 7 εμίσησας τους διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενής· εγώ δε επί τω Κυρίω ήλπισα. ότι θλίβομαι· εταράχθη εν θυμω ο οφθαλμός μου. σώσόν με εν τω ελέει σου. Κύριε. 8 αγαλλιάσομαι και ευφρανθήσομαι επί τω ελέει σου. και φόβος τοις γνωστοίς μου· οι θεωρούντες με έξω έφυγον απ ‘ εμού. ης έκρυψάν μοι. ότι συ ει ο υπερασπιστής μου. ήλπισα. μη καταισχυνθείην. 16 εν ταις χερσί σου οι κλήροί μου [Αλλη γραφή· οι καιροί μου. διέρρηξας τον σάκκον μου και περιέζωσάς με ευφροσύνην.

24 αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού. 25 ανδρίζεσθε. ή πορεύση. 11 ευφράνθητε επί Κύριον και αγαλλιάσθε. Τω Δαυϊδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξουδενώσει. σκεπάσεις αυτούς εν σκηνή από αντιλογίας γλωσσών. εστράφην εις ταλαιπωρίαν εν τω εμπαγήναί μοι άκανθαν. 8 συνετιώ σε και συμβιβώ σε εν οδω ταύτη. 5 την αμαρτίαν μου εγνώρισα και την ανομίαν μου ουκ εκάλυψα· είπα· εξαγορεύσω κατ ‘ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω· και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου. επαλαιώθη τα οστά μου από του κράζειν με όλην την ημέραν· 4 ότι ημέρας και νυκτός εβαρύνθη επ ‘ εμέ η χείρ σου. επιστηριώ επί σε τους οφθαλμούς μου. Τω Δαυϊδ· συνέσεως. 3 ότι εσίγησα. δια τούτο εισήκουσας της φωνής της δεήσεώς μου εν τω κεκραγέναι με προς σε. (διάψαλμα). και κραταιούσθω η καρδία υμών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1062 . 20 ως πολύ το πλήθος της χρηστότητός σου. ουδέ εστιν εν τω στόματι αυτού δόλος. 9 μη γίνεσθε ως ίππος και ημίονος. ω ου μη λογίσηται Κύριος αμαρτίαν. ης έκρυψας τοις φοβουμένοις σε. 10 πολλαί αι μάστιγες του αμαρτωλού. εξειργάσω τοις ελπίζουσιν επί σε εναντίον των υιών των ανθρώπων. πάντες οι ευθείς τη καρδία. πάντες οι ελπίζοντες επί Κύριον. ότι αληθείας εκζητεί Κύριος και ανταποδίδωσι τοις περισσώς ποιούσιν υπερηφανίαν. και καυχάσθε. λύτρωσαί με από των κυκλωσάντων με. ΛΒ (ΛΓ) 32. (διάψαλμα). οίς ουκ έστι σύνεσις. τον δε ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει. εν κημω και χαλινω τας σιαγόνας αυτών άγξαις των μη εγγιζόντων προς σε. ότι εθαυμάστωσε το έλεος αυτού εν πόλει περιοχής. Κύριε. δίκαιοι. 22 ευλογητός Κύριος. 23 εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· απέρριμμαι από προσώπου των οφθαλμών σου. 6 υπέρ ταύτης προσεύξεται προς σε πας όσιος εν καιρω ευθέτω· πλήν εν κατακλυσμω υδάτων πολλών προς αυτόν ουκ εγγιούσι. ΛΑ (ΛΒ) 31. 21 κατακρύψεις αυτούς εν αποκρύφω του προσώπου σου από ταραχής ανθρώπων. (διάψαλμα). 7 συ μου ει καταφυγή από θλίψεως της περιεχούσης με· το αγαλλίαμά μου. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι· 2 μακάριος ανήρ.

και απήλθεν. 12 μακάριον το έθνος. του ελέους Κυρίου πλήρης η γη. αθετεί δε λογισμούς λαών και αθετεί βουλάς αρχόντων· 11 η δε βουλή του Κυρίου εις τον αιώνα μένει. 6 προσέλθετε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1063 . εν ψαλτηρίω δεκαχόρδω ψάλατε αυτω. και υψώσωμεν το όνομα αυτού επί το αυτό. και γίγας ου σωθήσεται εν πλήθει ισχύος αυτού. 16 ου σώζεται βασιλεύς δια πολλήν δύναμιν. καλώς ψάλατε αυτω εν αλαλαγμω. οπότε ηλλοίωσε το πρόσωπον αυτού εναντίον Αβιμέλεχ. λαός. δια παντός η αίνεσις αυτού εν τω στόματί μου. και εν τω ονόματι τω αγίω αυτού ηλπίσαμεν. ο συνιείς πάντα τα έργα αυτών. 6 τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών· 7 συνάγων ωσεί ασκόν ύδατα θαλάσσης. Τω Δαυϊδ. 2 εξομολογείσθε τω Κυρίω εν κιθάρα. δίκαιοι. 2 ΕΥΛΟΓΗΣΩ τον Κύριον εν παντί καιρω. και απέλυσεν αυτόν. 22 γένοιτο. 20 η ψυχή ημών υπομενεί τω Κυρίω. λογισμοί της καρδίας αυτού εις γενεάν και γενεάν. εν Κυρίω· τοις ευθέσι πρέπει αίνεσις. 4 ότι ευθής ο λόγος του Κυρίου. ου εστι Κύριος ο Θεός αυτού. 4 μεγαλύνατε τον Κύριον συν εμοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ. απ ‘ αυτού δε σαλευθήτωσαν πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην· 9 ότι αυτός είπε και εγενήθησαν. και πάντα τα έργα αυτού εν πίστει· 5 αγαπά ελεημοσύνην και κρίσιν. και ευφρανθήτωσαν. αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν. 10 Κύριος διασκεδάζει βουλάς εθνών. ΛΓ (ΛΔ) 33. 3 εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή μου· ακουσάτωσαν πραείς. και επήκουσέ μου και εκ πασών των θλίψεών μου ερρύσατό με. καθάπερ ηλπίσαμεν επί σε. είδε πάντας τους υιούς των ανθρώπων· 14 εξ ετοίμου κατοικητηρίου αυτού επέβλεψεν επί πάντας τους κατοικούντας την γην. τιθείς εν θησαυροίς αβύσσους. ότι βοηθός και υπερασπιστής ημών εστιν· 21 ότι εν αυτω ευφρανθήσεται η καρδία ημών. 3 άσατε αυτω άσμα καινόν. Κύριε. το έλεός σου εφ ‘ ημάς. 17 ψευδής ίππος εις σωτηρίαν. 18 ιδού οι οφθαλμοί Κυρίου επί τους φοβουμένους αυτόν τους ελπίζοντας επί το έλεος αυτού. 15 ο πλάσας κατά μόνας τας καρδίας αυτών. 8 φοβηθήτω τον Κύριον πάσα η γη. 5 εξεζήτησα τον Κύριον. εν δε πλήθει δυνάμεως αυτού ου σωθήσεται. ον εξελέξατο εις κληρονομίαν εαυτω. 19 ρύσασθαι εκ θανάτου τας ψυχάς αυτών και διαθρέψαι αυτούς εν λιμω. 13 εξ ουρανού επέβλεψεν ο Κύριος.

5 γενηθήτωσαν ωσεί χνούς κατά πρόσωπον ανέμου. και άγγελος Κυρίου εκθλίβων αυτούς· 6 γενηθήτω η οδός αυτών σκότος και ολίσθημα. 18 εκέκραξαν οι δίκαιοι. και ώτα αυτού εις δέησιν αυτών. και εκ πασών αυτών ρύσεται αυτούς ο Κύριος· 21 φυλάσσει Κύριος πάντα τα οστά αυτών. ος ελπίζει επ ‘ αυτόν. ην ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1064 . και ο Κύριος εισήκουσεν αυτών. 16 οφθαλμοί Κυρίου επί δικαίους. 3 έκχεον ρομφαίαν και σύγκλεισον εξ εναντίας των καταδιωκόντων με· είπον τη ψυχή μου· Σωτηρία σου ειμι εγώ. 12 δεύτε. 8 ελθέτω αυτω παγίς. ΔΙΚΑΣΟΝ. 10 φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού. 11 πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν. 8 παρεμβαλεί άγγελος Κυρίου κύκλω των φοβουμένων αυτόν και ρύσεται αυτούς. ακούσατέ μου· φόβον Κυρίου διδάξω υμάς. μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου. 7 ούτος ο πτωχός εκέκραξε και ο Κύριος εισήκουσεν αυτού και εκ πασών των θλίψεων αυτού έσωσεν αυτόν. 22 θάνατος αμαρτωλών πονηρός. και εκ πασών των θλίψεων αυτών ερρύσατο αυτούς. και άγγελος Κυρίου καταδιώκων αυτούς· 7 ότι δωρεάν έκρυψάν μοι διαφθοράν παγίδος αυτών. και τα πρόσωπα υμών ου μη καταισχυνθή. Κύριε. ΛΔ (ΛΕ) 34. 23 λυτρώσεται Κύριος ψυχάς δούλων αυτού. και οι μισούντες τον δίκαιον πλημμελήσουσι. τους αδικούντάς με. αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω και καταισχυνθήτωσαν οι λογιζόμενοί μοι κακά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς αυτόν και φωτίσθητε. ότι ουκ έστιν υστέρημα τοις φοβουμένοις αυτόν. 17 πρόσωπον δε Κυρίου επί ποιούντας κακά του εξολοθρεύσαι εκ γης το μνημόσυνον αυτών. οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού. και ου μη πλημμελήσουσι πάντες οι ελπίζοντες επ ‘ αυτόν. τέκνα. 14 παύσον την γλώσσάν σου από κακού και χείλη σου του μη λαλήσαι δόλον. 15 έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν. πολέμησον τους πολεμούντάς με. ζήτησον ειρήνην και δίωξον αυτήν. (διάψαλμα). 13 τις εστιν άνθρωπος ο θέλων ζωήν. 2 επιλαβού όπλου και θυρεού και ανάστηθι εις την βοήθειάν μου. 19 εγγύς Κύριος τοις συντετριμμένοις την καρδίαν και τους ταπεινούς τω πνεύματι σώσει. 9 γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος· μακάριος ανήρ. 4 αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου. εν εξ αυτών ου συντριβήσεται. Τω Δαυϊδ. αγαπών ημέρας ιδείν αγαθάς. 20 πολλαί αι θλίψεις των δικαίων.

είδον οι οφθαλμοί ημών. 18 εξομολογήσομαί σοι εν εκκλησία πολλή. 27 αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν οι θέλοντες την δικαιοσύνην μου και ειπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ο Κύριος. 21 και επλάτυναν επ ‘ εμέ το στόμα αυτών. και η προσευχή μου εις κόλπον μου αποστραφήσεται. 11 αναστάντες μοι μάρτυρες άδικοι. πότε επόψη. Κύριε ο Θεός μου. 19 μη επιχαρείησάν μοι οι εχθραίνοντές μοι αδίκως. και μη επιχαρείησάν μοι. όλην την ημέραν τον έπαινόν σου. 22 είδες. οι θέλοντες την ειρήνην του δούλου αυτού. Κύριε. εύγε. έβρυξαν επ' εμέ τους οδόντας αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γινώσκει. 12 ανταπεδίδοσάν μοι πονηρά αντί αγαθών και ατεκνίαν τη ψυχή μου. 17 Κύριε. αποκατάστησον την ψυχήν μου από της κακουργίας αυτών. 26 αισχυνθείησαν και εντραπείησαν άμα οι επιχαίροντες τοις κακοίς μου. είπαν· εύγε. εν λαω βαρεί αινέσω σε. από λεόντων την μονογενή μου. διεσχίσθησαν και ου κατενύγησαν. 16 επείρασάν με. Κύριε. οι μισούντες με δωρεάν και διανεύοντες οφθαλμοίς. συνήχθησαν επ ‘ εμέ μάστιγες. 13 εγώ δε εν τω αυτούς παρενοχλείν μοι ενεδυόμην σάκκον και εταπείνουν εν νηστεία την ψυχήν μου. τερφθήσεται επί τω σωτηρίω αυτού. και η θήρα. 25 μη είποισαν εν καρδίαις αυτών· εύγε. και εν τη παγίδι πεσείται εν αυτη. εξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμω. ΛΕ (ΛΣΤ) 35. ως αδελφω ημετέρω ούτως ευηρέστουν· ως πενθών και σκυθρωπάζων. ουκ έστι φόβος Θεού απέναντι των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1065 . και ουκ έγνων. α ουκ εγίνωσκον. Κύριε. 2 ΦΗΣΙΝ ο παράνομος του αμαρτάνειν εν εαυτω. Κύριε. κατά την δικαιοσύνην σου. εύγε τη ψυχή ημών· μηδέ είποιεν· Κατεπίομεν αυτόν. 14 ως πλησίον. επηρώτων με. ρυόμενος πτωχόν εκ χειρός στερεωτέρων αυτού και πτωχόν και πένητα από των διαρπαζόντων αυτόν. τις όμοιός σοι. Εις το τέλος· τω δούλω Κυρίου τω Δαυϊδ. 15 και κατ ‘ εμού ευφράνθησαν και συνήχθησαν. 20 ότι εμοί μεν ειρηνικά ελάλουν και επ ‘ οργήν δόλους διελογίζοντο. ο Θεός μου και ο Κύριός μου. ην έκρυψε. εις την δίκην μου. ενδυσάσθωσαν αισχύνην και εντροπήν οι μεγαλορρημονούντες επ ‘ εμέ. μη παρασιωπήσης. 24 κρίνόν με. μη αποστης απ ‘ εμού· 23 εξεγέρθητι. και πρόσχες τη κρίσει μου. 10 πάντα τα οστά μου ερούσι· Κύριε. 28 και η γλώσσά μου μελετήσει την δικαιοσύνην σου. συλλαβέτω αυτόν. 9 η δε ψυχή μου αγαλλιάσεται επί τω Κυρίω. ούτως εταπεινούμην.

13 εκεί έπεσον πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. 9 μεθυσθήσονται από πιότητος οίκου σου. 5 αποκάλυψον προς Κύριον την οδόν σου και έλπισον επ ‘ αυτόν. 11 παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε και την δικαιοσύνην σου τοις ευθέσι τη καρδία. 3 έλπισον επί Κύριον και ποίει χρηστότητα και κατασκήνου την γην. 10 και έτι ολίγον και ου μη υπάρξη ο αμαρτωλός. ΛΣΤ (ΛΖ) 36. 4 κατατρύφησον του Κυρίου. ουκ ηβουλήθη συνιέναι του αγαθύναι· 5 ανομίαν διελογίσατο επί της κοίτης αυτού. κακία δε ου προσώχθισε. και ποιμανθήση επί τω πλούτω αυτής. τα κρίματά σου ωσεί άβυσσος πολλή· ανθρώπους και κτήνη σώσεις. 12 παρατηρήσεται ο αμαρτωλός τον δίκαιον και βρύξει επ ‘ αυτόν τους οδόντας αυτού· 13 ο δε Κύριος εκγελάσεται αυτόν. και ου μη εύρης· 11 οι δε πραείς κληρονομήσουσι γην και κατατρυφήσουσιν επί πλήθει ειρήνης. 8 παύσαι από οργής και εγκατάλιπε θυμόν. και δώσει σοι τα αιτήματα της καρδίας σου. παρέστη πάση οδω ουκ αγαθή. εξώσθησαν και ου μη δύνωνται στήναι. Τω Δαυϊδ. εν τω φωτί σου οψόμεθα φως. Κύριε. του σφάξαι τους ευθείς τη καρδία· 15 η ρομφαία αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1066 . 7 υποτάγηθι τω Κυρίω και ικέτευσον αυτόν· μη παραζήλου εν τω κατευοδουμένω εν τη οδω αυτού εν ανθρώπω ποιούντι παρανομίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οφθαλμών αυτού· 3 ότι εδόλωσεν ενώπιον αυτού του ευρείν την ανομίαν αυτού και μισήσαι. και ζητήσεις τον τόπον αυτού. 4 τα ρήματα του στόματος αυτού ανομία και δόλος. ο Θεός· οι δε υιοί των ανθρώπων εν σκέπη των πτερύγων σου ελπιούσι. 6 Κύριε. 14 ρομφαίαν εσπάσαντο οι αμαρτωλοί. 8 ως επλήθυνας το έλεός σου. και η αλήθειά σου έως των νεφελών· 7 η δικαιοσύνη σου ως όρη Θεού. ότι προβλέπει ότι ήξει η ημέρα αυτού. ενέτειναν τόξον αυτών του καταβαλείν πτωχόν και πένητα. μη παραζήλου ωστε πονηρεύεσθαι· 9 ότι οι πονηρευόμενοι εξολοθρευθήσονται. και χείρ αμαρτωλού μη σαλεύσαι με. οι δε υπομένοντες τον Κύριον αυτοί κληρονομήσουσι γην. εν τω ουρανω το έλεός σου. ΜΗ ΠΑΡΑΖΗΛΟΥ εν πονηρευομένοις μηδέ ζήλου τους ποιούντας την ανομίαν· 2 ότι ωσεί χόρτος ταχύ αποξηρανθήσονται και ωσεί λάχανα χλόης ταχύ αποπεσούνται. και τον χειμάρρουν της τρυφής σου ποτιείς αυτούς· 10 ότι παρά σοί πηγή ζωής. και αυτός ποιήσει 6 και εξοίσει ως φως την δικαιοσύνην σου και το κρίμά σου ως μεσημβρίαν. 12 μη ελθέτω μοι πούς υπερηφανίας.

30 στόμα δικαίου μελετήσει σοφίαν. 21 δανείζεται ο αμαρτωλός και ουκ αποτίσει. και ιδού ουκ ην. 32 κατανοεί ο αμαρτωλός τον δίκαιον και ζητεί του θανατώσαι αυτόν. και την οδόν αυτού θελήσει σφό δρα· 24 όταν πέση. 39 σωτηρία δε των δικαίων παρά Κυρίου. όταν κρίνηται αυτω. ο δε δίκαιος οικτείρει και δίδωσιν· 22 ότι οι ευλογούντες αυτόν κληρονομήσουσι γην. 29 δίκαιοι δε κληρονομήσουσι γην και κατασκηνώσουσιν εις αιώνα αιώνος επ ‘ αυτής. και σπέρμα ασεβών εξολοθρευθήσεται. ουδέ το σπέρμα αυτού ζητούν άρτους· 26 όλην την ημέραν ελεεί και δανείζει ο δίκαιος. τα εγκαταλείμματα των ασεβών εξολοθρευθήσονται. 34 υπόμεινον τον Κύριον και φύλαξον την οδόν αυτού. οι δε καταρώμενοι αυτόν εξολοθρευθήσονται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1067 . ου καταρραχθήσεται. ουδέ μη καταδικάσηται αυτόν. 35 είδον τον ασεβή υπερυψούμενον και επαιρόμενον ως τας κέδρους του Λιβάνου· 36 και παρήλθον. και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού. και υπερασπιστής αυτών εστιν εν καιρω θλίψεως. και ουχ υποσκελισθήσεται τα διαβήματα αυτού. 27 έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν και κατασκήνου εις αιώνα αιώνος· 28 ότι Κύριος αγαπά κρίσιν και ουκ εγκαταλείψει τους οσίους αυτού. οι δε εχθροί του Κυρίου άμα τω δοξασθήναι αυτούς και υψωθήναι εκλείποντες ωσεί καπνός εξέλιπον. 37 φύλασσε ακακίαν και ίδε ευθύτητα. ότι Κύριος αντιστηρίζει χείρα αυτού. 40 και βοηθήσει αυτοίς Κύριος και ρύσεται αυτούς και εξελείται αυτούς εξ αμαρτωλών και σώσει αυτούς. 31 ο νόμος του Θεού αυτού εν καρδία αυτού. 25 νεώτερος εγενόμην και γαρ εγήρασα και ουκ είδον δίκαιον εγκαταλελειμμένον. ότι ήλπισαν επ ‘ αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισέλθοι εις τας καρδίας αυτών και τα τόξα αυτών συντριβείη. και η γλώσσα αυτού λαλήσει κρίσιν. 23 παρά Κυρίου τα διαβήματα ανθρώπου κατευθύνεται. εις τον αιώνα φυλαχθήσονται· άνομοι δε εκδιωχθήσονται. και η κληρονομία αυτών εις τον αιώνα έσται· 19 ου καταισχυνθήσονται εν καιρω πονηρω και εν ημέραις λιμού χορτασθήσονται. 18 γινώσκει Κύριος τας οδούς των αμώμων. 33 ο δε Κύριος ου μη εγκαταλίπη αυτόν εις τας χείρας αυτού. και εζήτησα αυτόν. και υψώσει σε του κατακληρονομήσαι γην· εν τω εξολοθρεύεσθαι αμαρτωλούς όψει. 20 ότι οι αμαρτωλοί απολούνται. υποστηρίζει δε δικαίους ο Κύριος. 16 κρείσσον ολίγον τω δικαίω υπέρ πλούτον αμαρτωλών πολύν· 17 ότι βραχίονες αμαρτωλών συντριβήσονται. ότι εστίν εγκατάλειμμα ανθρώπω ειρηνικω· 38 οι δε παράνομοι εξολοθρευθήσονται επί το αυτό. και το σπέρμα αυτού εις ευλογίαν έσται.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΛΖ (ΛΗ) 37. Ψαλμός τω Δαυϊδ· εις ανάμνησιν περί του σαββάτου.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

2 ΚΥΡΙΕ, μη τω θυμω σου ελέγξης με, μηδέ τη οργή σου παιδεύσης με. 3 ότι τα βέλη σου ενεπάγησάν μοι, και επεστήριξας επ ‘ εμέ την χείρά σου· 4 ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου από προσώπου της οργής σου, ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις μου από προσώπου των αμαρτιών μου. 5 ότι αι ανομίαι μου υπερήραν την κεφαλήν μου, ωσεί φορτίον βαρύ εβαρύνθησαν επ ‘ εμέ. 6 προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου· 7 εταλαιπώρησα και κατεκάμφθην έως τέλους, όλην την ημέραν σκυθρωπάζων επορευόμην. 8 ότι αι ψόαι μου επλήσθησαν εμπαιγμάτων, και ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου· 9 εκακώθην και εταπεινώθην έως σφόδρα, ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου. 10 Κύριε, εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου από σου ουκ απεκρύβη. 11 η καρδία μου εταράχθη, εγκατέλιπέ με η ισχύς μου, και το φως των οφθαλμών μου, και αυτό ουκ έστι μετ ‘ εμού. 12 οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν, και οι έγγιστά μου από μακρόθεν έστησαν· 13 και εξεβιάζοντο οι ζητούντες την ψυχήν μου, και οι ζητούντες τα κακά μοι ελάλησαν ματαιότητας, και δολιότητας όλην την ημέραν εμελέτησαν. 14 εγώ δε ωσεί κωφός ουκ ήκουον και ωσεί άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού· 15 και εγενόμην ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς. 16 ότι επί σοί, Κύριε, ήλπισα· συ εικακούση, Κύριε ο Θεός μου. 17 ότι είπα· μήποτε επιχαρώσί μοι οι εχθροί μου· και εν τω σαλευθήναι πόδας μου επ ‘ εμέ εμεγαλορρημόνησαν. 18 ότι εγώ εις μάστιγας έτοιμος, και η αλγηδών μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός. 19 ότι την ανομίαν μου εγώ αναγγελώ και μεριμνήσω υπέρ της αμαρτίας μου. 20 οι δε εχθροί μου ζώσι και κεκραταίωνται υπέρ εμέ, και επληθύνθησαν οι μισούντές με αδίκως· 21 οι ανταποδιδόντες μοι κακά αντί αγαθών ενδιέβαλλόν με, επεί κατεδίωκον αγαθωσύνην. 22 μη εγκαταλίπης με, Κύριε· ο Θεός μου, μη αποστης απ ‘ εμού· 23 πρόσχες εις την βοήθειάν μου, Κύριε της σωτηρίας μου.

ΛΗ (ΛΘ) 38. Εις το τέλος, τω Ιδιθούν· ωδή τω Δαυϊδ. 2 ΕΙΠΑ· φυλάξω τας οδούς μου του μη αμαρτάνειν με εν γλώσση μου· εθέμην τω στόματί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1068

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μου φυλακήν εν τω συστήναι τον αμαρτωλόν εναντίον μου. 3 εκωφώθην και εταπεινώθην και εσίγησα εξ αγαθών, και το άλγημά μου ανεκαινίσθη. 4 εθερμάνθη η καρδία μου εντός μου, και εν τη μελέτη μου εκκαυθήσεται πυρ. ελάλησα εν γλώσση μου· 5 γνώρισόν μοι, Κύριε, το πέρας μου και τον αριθμόν των ημερών μου, τις εστιν, ίνα γνώ τι υστερώ εγώ. 6 ιδού παλαιστάς έθου τας ημέρας μου, και η υπόστασίς μου ωσεί ουθέν ενώπιόν σου· πλήν τα σύμπαντα ματαιότης, πας άνθρωπος ζων. (διάψαλμα). 7 μέντοιγε εν εικόνι διαπορεύεται άνθρωπος, πλήν μάτην ταράσσεται· θησαυρίζει και ου γινώσκει τίνι συνάξει αυτά. 8 και νυν τις η υπομονή μου; ουχί ο Κύριος; και η υπόστασίς μου παρά σοί εστιν. 9 από πασών των ανομιών μου ρύσαί με, όνειδος άφρονι έδωκάς με. 10 εκωφώθην και ουκ ήνοιξα το στόμα μου, ότι συ εποίησας. 11 απόστησον απ ‘ εμού τας μάστιγάς σου· από γαρ της ισχύος της χειρός σου εγώ εξέλιπον. 12 εν ελεγμοίς υπέρ ανομίας επαίδευσας άνθρωπον και εξέτηξας ως αράχνην την ψυχήν αυτού· πλήν μάτην ταράσσεται πας άνθρωπος. (διάψαλμα). 13 εισάκουσον της προσευχής μου, Κύριε, και της δεήσεώς μου, ενώτισαι των δακρύων μου· μη παρασιωπήσης, ότι πάροικος εγώ ειμι παρά σοί και παρεπίδημος καθώς πάντες οι πατέρες μου. 14 άνες μοι, ίνα αναψύξω προ του με απελθείν και ουκέτι μη υπάρξω.

ΛΘ (Μ) 39. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 ΥΠΟΜΕΝΩΝ υπέμεινα τον Κύριον, και προσέσχε μοι και εισήκουσε της δεήσεώς μου 3 και ανήγαγέ με εκ λάκκου ταλαιπωρίας και από πηλού ιλύος και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου και κατηύθυνε τα διαβήματά μου 4 και ενέβαλεν εις το στόμα μου άσμα καινόν, ύμνον τω Θεω ημών· όψονται πολλοί και φοβηθήσονται και ελπιούσιν επί Κύριον. 5 μακάριος ανήρ, ου εστι το όνομα Κυρίου ελπίς αυτού, και ουκ επέβλεψεν εις ματαιότητας και μανίας ψευδείς. 6 πολλά εποίησας συ, Κύριε ο Θεός μου, τα θαυμάσιά σου, και τοις διαλογισμοίς σου ουκ έστι τις ομοιωθήσεταί σοι· απήγγειλα και ελάλησα, επληθύνθησαν υπέρ αριθμόν. 7 θυσίαν και προσφοράν ουκ ηθέλησας, σώμα δε κατηρτίσω μοι· ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας ουκ εζήτησας. 8 τότε είπον· ιδού ήκω, εν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περί εμού· 9 του ποιήσαι το θέλημά σου, ο Θεός μου, εβουλήθην και τον νόμον σου εν μέσω της κοιλίας μου. 10 ευηγγελισάμην δικαιοσύνην εν εκκλησία μεγάλη· ιδού τα χείλη μου ου μη κωλύσω·
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1069

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Κύριε, συ έγνως. 11 την δικαιοσύνην σου ουκ έκρυψα εν τη καρδία μου, την αλήθειάν σου και το σωτήριόν σου είπα, ουκ έκρυψα το έλεός σου και την αλήθειάν σου από συναγωγής πολλής. 12 συ δε, Κύριε, μη μακρύνης τους οικτιρμούς σου απ ‘ εμού· το έλεός σου και η αλήθειά σου διαπαντός αντιλάβοιντό μου. 13 ότι περιέσχον με κακά, ων ουκ έστιν αριθμός, κατέλαβόν με αι ανομίαι μου, και ουκ ηδυνήθην του βλέπειν· επληθύνθησαν υπέρ τας τρίχας της κεφαλής μου, και η καρδία μου εγκατέλιπέ με. 14 ευδόκησον, Κύριε, του ρύσασθαί με· Κύριε, εις το βοηθήσαί μοι πρόσχες. 15 καταισχυνθείησαν και εντραπείησαν άμα οι ζητούντες την ψυχήν μου του εξάραι αυτήν· αποστραφείησαν εις τα οπίσω και καταισχυνθείησαν οι θέλοντές μοι κακά· 16 κομισάσθωσαν παραχρήμα αισχύνην αυτών οι λέγοντές μοι· εύγε, εύγε. 17 αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί σοί πάντες οι ζητούντές σε, Κύριε, και ειπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου. 18 εγώ δε πτωχός ειμι και πένης, Κύριος φροντιεί μου. βοηθός μου και υπερασπιστής μου ει συ· ο Θεός μου, μη χρονίσης.

Μ (ΜΑ) 40. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 ΜΑΚΑΡΙΟΣ ο συνιών επί πτωχόν και πένητα· εν ημέρα πονηρά ρύσεται αυτόν ο Κύριος. 3 Κύριος διαφυλάξαι αυτόν και ζήσαι αυτόν και μακαρίσαι αυτόν εν τη γη και μη παραδω αυτόν εις χείρας εχθρών αυτού. 4 Κύριος βοηθήσαι αυτω επί κλίνης οδύνης αυτού· όλην την κοίτην αυτού έστρεψας εν τη αρρωστία αυτού. 5 εγώ είπα· Κύριε, ελέησόν με, ίασαι την ψυχήν μου, ότι ήμαρτόν σοι. 6 οι εχθροί μου είπαν κακά μοι· πότε αποθανείται, και απολείται το όνομα αυτού; 7 και εισεπορεύετο του ιδείν, μάτην ελάλει· η καρδία αυτού συνήγαγεν ανομίαν εαυτω, εξεπορεύετο έξω και ελάλει επί το αυτό. 8 κατ ‘ εμού εψιθύριζον πάντες οι εχθροί μου, κατ ‘ εμού ελογίζοντο κακά μοι· 9 λόγον παράνομον κατέθεντο κατ ‘ εμού· μη ο κοιμώμενος ουχί προσθήσει του αναστήναι; 10 και γαρ ο άνθρωπος της ειρήνης μου, εφ ‘ ον ήλπισα, ο εσθίων άρτους μου, εμεγάλυνεν επ ‘ εμέ πτερνισμόν. 11 συ δε, Κύριε, ελέησόν με και ανάστησόν με, και ανταποδώσω αυτοίς. 12 εν τούτω έγνων ότι τεθέληκάς με, ότι ου μη επιχαρή ο εχθρός μου επ ‘ εμέ. 13 εμού δε δια την ακακίαν αντελάβου, και εβεβαίωσάς με ενώπιόν σου εις τον αιώνα. 14 ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ από του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1070

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ αιώνος και εις τον αιώνα. γένοιτο, γένοιτο.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΜΑ (ΜΒ) 41. Εις το τέλος· εις σύνεσιν τοις υιοίς Κορέ. 2 ΟΝ ΤΡΟΠΟΝ επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός. 3 εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ζώντα· πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού; 4 εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός εν τω λέγεσθαί μοι καθ ‘ εκάστην ημέραν· που εστιν ο Θεός σου; 5 ταύτα εμνήσθην και εξέχεα επ ‘ εμέ την ψυχήν μου, ότι διελεύσομαι εν τόπω σκηνής θαυμαστής έως του οίκου του Θεού εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως ήχου εορτάζοντος. 6 ινατί περίλυπος ει, η ψυχή μου, και ινατί συνταράσσεις με; έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτω· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου. 7 προς εμαυτόν η ψυχή μου εταράχθη· δια τούτο μνησθήσομαί σου εκ γης Ιορδάνου και Ερμωνιείμ, από όρους μικρού. 8 άβυσσος άβυσσον επικαλείται εις φωνήν των καταρρακτών σου, πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ ‘ εμέ διήλθον. 9 ημέρας εντελείται Κύριος το έλεος αυτού, και νυκτός ωδή αυτω παρ ‘ εμοί, προσευχή τω Θεω της ζωής μου. 10 ερώ τω Θεω· αντιλήπτωρ μου ει· διατί μου επελάθου; και ινατί σκυθρωπάζων πορεύομαι εν τω εκθλίβειν τον εχθρόν μου; 11 εν τω καταθλάσθαι τα οστά μου ωνείδιζόν με οι εχθροί μου, εν τω λέγειν αυτούς μοι καθ ‘ εκάστην ημέραν· Πού εστιν ο Θεός σου; 12 ινατί περίλυπος ει, η ψυχή μου; και ινατί συνταράσσεις με; έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτω· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου.

ΜΒ (ΜΓ) 42. Ψαλμός τω Δαυϊδ. ΚΡΙΝΟΝ με, ο Θεός, και δίκασον την δίκην μου εξ έθνους ουχ οσίου· από ανθρώπου αδίκου και δολίου ρύσαί με. 2 ότι συ ει ο Θεός κραταίωμά μου· ινατί απώσω με; και ινατί σκυθρωπάζων πορεύομαι εν τω εκθλίβειν τον εχθρόν μου; 3 εξαπόστειλον το φως σου και την αλήθειάν σου· αυτά με ωδήγησαν και ήγαγόν με εις όρος άγιόν σου και εις τα σκηνώματά σου. 4 και εισελεύσομαι προς το θυσιαστήριον του Θεού, προς τον Θεόν τον ευφραίνοντα την νεότητά μου· εξομολογήσομαί σοι εν κιθάρα, ο Θεός, ο Θεός μου. 5 ινατί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1071

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

περίλυπος ει, η ψυχή μου; και ινατί συνταράσσεις με; έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτω· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου.

ΜΓ (ΜΔ) 43. Εις το τέλος· τοις υιοίς Κορέ εις σύνεσιν ψαλμός. 2 Ο ΘΕΟΣ, εν τοις ωσίν ημών ηκούσαμεν, και οι πατέρες ημών ανήγγειλαν ημίν έργον, ό ειργάσω εν ταις ημέραις αυτών, εν ημέραις αρχαίαις. 3 η χείρ σου έθνη εξωλόθρευσε, και κατεφύτευσας αυτούς, εκάκωσας λαούς και εξέβαλες αυτούς. 4 ου γαρ εν τη ρομφαία αυτών εκληρονόμησαν γην, και ο βραχίων αυτών ουκ έσωσεν αυτούς, αλλ ‘ η δεξιά σου και ο βραχίων σου και ο φωτισμός του προσώπου σου, ότι ηυδόκησας εν αυτοίς. 5 συ ει αυτός ο Βασιλεύς μου και ο Θεός μου ο εντελλόμενος τας σωτηρίας Ιακώβ· 6 εν σοί τους εχθρούς ημών κερατιούμεν και εν τω ονόματί σου εξουδενώσομεν τους επανισταμένους ημίν. 7 ου γαρ επί τω τόξω μου ελπιώ, και η ρομφαία μου ου σώσει με· 8 έσωσας γαρ ημάς εκ των θλιβόντων ημάς και τους μισούντας ημάς κατήσχυνας. 9 εν τω Θεω επαινεθησόμεθα όλην την ημέραν και εν τω ονόματί σου εξομολογηθησόμεθα εις τον αιώνα. (διάψαλμα). 10 νυνί δε απώσω και κατήσχυνας ημάς και ουκ εξελεύση, ο Θεός, εν ταις δυνάμεσιν ημών. 11 απέστρεψας ημάς εις τα οπίσω παρά τους εχθρούς ημών, και οι μισούντες ημάς διήρπαζον εαυτοίς. 12 έδωκας ημάς ως πρόβατα βρώσεως και εν τοις έθνεσι διέσπειρας ημάς· 13 απέδου τον λαόν σου άνευ τιμής, και ουκ ην πλήθος εν τοις αλαλάγμασιν αυτών. 14 έθου ημάς όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμόν και χλευασμόν τοις κύκλω ημών· 15 έθου ημάς εις παραβολήν εν τοις έθνεσιν, κίνησιν κεφαλής εν τοις λαοίς. 16 όλην την ημέραν η εντροπή μου κατεναντίον μου εστι, και η αισχύνη του προσώπου μου εκάλυψέ με 17 από φωνής ονειδίζοντος και καταλαλούντος, από προσώπου εχθρού και εκδιώκοντος. 18 ταύτα πάντα ήλθεν εφ ‘ ημάς και ουκ επελαθόμεθά σου και ουκ ηδικήσαμεν εν τη διαθήκη σου, 19 και ουκ απέστη εις τα οπίσω η καρδία ημών και εξέκλινας τας τρίβους ημών από της οδού σου. 20 ότι εταπείνωσας ημάς εν τόπω κακώσεως, και επεκάλυψεν ημάς σκιά θανάτου. 21 ει επελαθόμεθα του ονόματος του Θεού ημών και ει διεπετάσαμεν χείρας ημών προς Θεόν αλλότριον, 22 ουχί ο Θεός εκζητήσει ταύτα; αυτός γαρ γινώσκει τα κρύφια της καρδίας. 23 ότι ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. 24
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1072

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εξεγέρθητι· ινατί υπνοίς, Κύριε; ανάστηθι και μη απώση εις τέλος. 25 ινατί το πρόσωπόν σου αποστρέφεις; επιλανθάνη της πτωχείας ημών και της θλίψεως ημών; 26 ότι εταπεινώθη εις χουν η ψυχή ημών, εκολλήθη εις γην η γαστήρ ημών. 27 ανάστα, Κύριε, βοήθησον ημίν και λύτρωσαι ημάς ένεκεν του ονόματός σου.

ΜΔ (ΜΕ) 44. Εις το τέλος, υπέρ των αλλοιωθησομένων· τοις υιοίς Κορέ εις σύνεσιν· ωδή υπέρ του αγαπητού. 2 ΕΞΗΡΕΥΞΑΤΟ η καρδία μου λόγον αγαθόν, λέγω εγώ τα έργα μου τω βασιλεί, η γλώσσά μου κάλαμος γραμματέως οξυγράφου. 3 ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων, εξεχύθη χάρις εν χείλεσί σου· δια τούτο ευλόγησέ σε ο Θεός εις τον αιώνα. 4 περίζωσαι την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου, δυνατέ, τη ωραιότητί σου και τω κάλλει σου 5 και έντεινον και κατευοδού και βασίλευε ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης, και οδηγήσει σε θαυμαστώς η δεξιά σου. 6 τα βέλη σου ηκονημένα, δυνατέ -λαοί υποκάτω σου πεσούνται- εν καρδία των εχθρών του βασιλέως. 7 ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τον αιώνα του αιώνος, ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου. 8 ηγάπησας δικαιοσύνην και εμίσησας ανομίαν· δια τούτο έχρισέ σε ο Θεός ο Θεός σου έλαιον αγαλλιάσεως παρά τους μετόχους σου. 9 σμύρνα και στακτή και κασσία από των ιματίων σου από βάρεων ελεφαντίνων, εξ ων εύφρανάν σε. 10 θυγατέρας βασιλέων εν τη τιμή σου· παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμω διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. 11 άκουσον, θύγατερ, και ίδε και κλίνον το ους σου και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου· 12 και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου, ότι αυτός εστι Κύριός σου, 13 και προσκυνήσεις αυτω. και θυγάτηρ Τύρου εν δώροις· το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού. 14 πάσα η δόξα της θυγατρός του βασιλέως έσωθεν, εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη. 15 απενεχθήσονται τω βασιλεί παρθένοι οπίσω αυτής, αι πλησίον αυτής απενεχθήσονταί σοι· 16 απενεχθήσονται εν ευφροσύνη και αγαλλιάσει, αχθήσονται εις ναόν βασιλέως. 17 αντί των πατέρων σου εγενήθησαν υιοί σου· καταστήσεις αυτούς άρχοντας επί πάσαν την γην. 18 μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά· δια τούτο λαοί εξομολογήσονταί σοι εις τον αιώνα και εις τον αιώνα
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1073

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ του αιώνος.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΜΕ (ΜΣΤ) 45. Εις το τέλος· υπέρ των υιών Κορέ, υπέρ των κρυφίων ψαλμός. 2 Ο ΘΕΟΣ ημών καταφυγή και δύναμις, βοηθός εν θλίψεσι ταις ευρούσαις ημάς σφόδρα. 3 δια τούτο ου φοβηθησόμεθα εν τω ταράσσεσθαι την γην και μετατίθεσθαι όρη εν καρδίαις θαλασσών. 4 ήχησαν και εταράχθησαν τα ύδατα αυτών, εταράχθησαν τα όρη εν τη κραταιότητι αυτού. (διάψαλμα). 5 του ποταμού τα ορμήματα ευφραίνουσι την πόλιν του Θεού· ηγίασε το σκήνωμα αυτού ο Ύψιστος. 6 ο Θεός εν μέσω αυτής και ου σαλευθήσεται· βοηθήσει αυτη ο Θεός το προς πρωϊ πρωϊ. 7 εταράχθησαν έθνη, έκλιναν βασιλείαι· έδωκε φωνήν αυτού, εσαλεύθη η γη. 8 Κύριος των δυνάμεων μεθ ‘ ημών, αντιλήπτωρ ημών ο Θεός Ιακώβ. (διάψαλμα). 9 δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού, α έθετο τέρατα επί της γης. 10 ανταναιρών πολέμους μέχρι των περάτων της γης τόξον συντρίψει και συνθλάσει όπλον και θυρεούς κατακαύσει εν πυρί. 11 σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός· υψωθήσομαι εν τοις έθνεσιν, υψωθήσομαι εν τη γη. 12 Κύριος των δυνάμεων μεθ ‘ ημών, αντιλήπτωρ ημών ο Θεός Ιακώβ.

ΜΣΤ (ΜΖ) 46. Εις το τέλος· υπέρ των υιών Κορέ ψαλμός. 2 ΠΑΝΤΑ τα έθνη κροτήσατε χείρας, αλαλάξατε τω Θεω εν φωνή αγαλλιάσεως. 3 ότι Κύριος ύψιστος, φοβερός, βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην. 4 υπέταξε λαούς ημίν και έθνη υπό τους πόδας ημών· 5 εξελέξατο ημίν την κληρονομίαν αυτού, την καλλονήν Ιακώβ, ην ηγάπησεν. (διάψαλμα). 6 ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμω, Κύριος εν φωνή σάλπιγγος. 7 ψάλατε τω Θεω ημών, ψάλατε, ψάλατε τω βασιλεί ημών, ψάλατε, 8 ότι βασιλεύς πάσης της γης ο Θεός, ψάλατε συνετώς. 9 εβασίλευσεν ο Θεός επί τα έθνη, ο Θεός κάθηται επί θρόνου αγίου αυτού. 10 άρχοντες λαών συνήχθησαν μετά του Θεού Αβραάμ, ότι του Θεού οι κραταιοί της γης σφόδρα επήρθησαν.

ΜΖ (ΜΗ) 47.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1074

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Ψαλμός ωδής τοις υιοίς Κορέ· δευτέρα σαββάτου.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

2 ΜΕΓΑΣ Κύριος και αινετός σφόδρα εν πόλει του Θεού ημών, εν όρει αγίω αυτού, 3 ευρίζω αγαλλιάματι πάσης της γης. όρη Σιών, τα πλευρά του Βορρά, η πόλις του βασιλέως του μεγάλου. 4 ο Θεός εν τοις βάρεσιν αυτής γινώσκεται, όταν αντιλαμβάνηται αυτής. 5 ότι ιδού οι βασιλείς της γης συνήχθησαν, ήλθοσαν επί το αυτό· 6 αυτοί ιδόντες ούτως εθαύμασαν, εταράχθησαν, εσαλεύθησαν, 7 τρόμος επελάβετο αυτών, εκεί ωδίνες ως τικτούσης. 8 εν πνεύματι βιαίω συντρίψεις πλοία Θαρσίς. 9 καθάπερ ηκούσαμεν, ούτω και είδομεν εν πόλει Κυρίου των δυνάμεων, εν πόλει του Θεού ημών· ο Θεός εθεμελίωσεν αυτήν εις τον αιώνα. (διάψαλμα). 10 υπελάβομεν, ο Θεός, το έλεός σου εν μέσω του λαού σου. 11 κατά το όνομά σου, ο Θεός, ούτω και η αίνεσίς σου επί τα πέρατα της γης· δικαιοσύνης πλήρης η δεξιά σου. 12 ευφρανθήτω το όρος Σιών, αγαλλιάσθωσαν αι θυγατέρες της Ιουδαίας ένεκεν κριμάτων σου, Κύριε. 13 κυκλώσατε Σιών και περιλάβετε αυτήν, διηγήσασθε εν τοις πύργοις αυτής, 14 θέσθε τας καρδίας υμών εις την δύναμιν αυτής και καταδιέλεσθε τας βάρεις αυτής, όπως αν διηγήσησθε εις γενεάν ετέραν. 15 ότι ούτός εστιν ο Θεός ημών εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος· αυτός ποιμανεί ημάς εις τους αιώνας.

ΜΗ (ΜΘ) 48. Εις το τέλος· τοις υιοίς Κορέ ψαλμός. 2 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ταύτα, πάντα τα έθνη, ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην, 3 οί τε γηγενείς και οι υιοί των ανθρώπων, επί το αυτό πλούσιος και πένης. 4 το στόμα μου λαλήσει σοφίαν και η μελέτη της καρδίας μου σύνεσιν· 5 κλινώ εις παραβολήν το ους μου, ανοίξω εν ψαλτηρίω το πρόβλημά μου. 6 ινατί φοβούμαι εν ημέρα πονηρά; η ανομία της πτέρνης μου κυκλώσει με. 7 οι πεποιθότες επί τη δυνάμει αυτών και επί τω πλήθει του πλούτου αυτών καυχώμενοι, 8 αδελφός ου λυτρούται, λυτρώσεται άνθρωπος; ου δώσει τω Θεω εξίλασμα εαυτού 9 και την τιμήν της λυτρώσεως της ψυχής αυτού. και εκοπίασεν εις τον αιώνα 10 και ζήσεται εις τέλος· ουκ όψεται καταφθοράν, 11 όταν ίδη σοφούς αποθνήσκοντας. επί το αυτό άφρων και άνους απολούνται και καταλείψουσιν αλλοτρίοις τον πλούτον αυτών, 12 και οι τάφοι αυτών οικίαι αυτών εις τον αιώνα, σκηνώματα αυτών εις γενεάν και γενεάν. επεκαλέσαντο τα ονόματα αυτών επί των γαιών αυτών. 13 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1075

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς. 14 αύτη η οδός αυτών σκάνδαλον αυτοίς, και μετά ταύτα εν τω στόματι αυτών ευδοκήσουσι. (διάψαλμα). 15 ως πρόβατα εν άδη έθεντο, θάνατος ποιμανεί αυτούς· και κατακυριεύσουσιν αυτών οι ευθείς το πρωϊ, και η βοήθεια αυτών παλαιωθήσεται εν τω άδη, εκ της δόξης αυτών εξώσθησαν. 16 πλήν ο Θεός λυτρώσεται την ψυχήν μου εκ χειρός άδου, όταν λαμβάνη με. (διάψαλμα). 17 μη φοβού, όταν πλουτήση άνθρωπος και όταν πληθυνθή η δόξα του οίκου αυτού· 18 ότι ουκ εν τω αποθνήσκειν αυτόν λήψεται τα πάντα, ουδέ συγκαταβήσεται αυτω η δόξα αυτού. 19 ότι η ψυχή αυτού εν τη ζωή αυτού ευλογηθήσεται· εξομολογήσεταί σοι, όταν αγαθύνης αυτω. 20 εισελεύσεται έως γενεάς πατέρων αυτού, έως αιώνος ουκ όψεται φως. 21 και άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς.

ΜΘ (Ν) 49. Ψαλμός τω Ασάφ. ΘΕΟΣ θεών Κύριος ελάλησε και εκάλεσε την γην από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών. 2 εκ Σιών η ευπρέπεια της ωραιότητος αυτού, 3 ο Θεός εμφανώς ήξει, ο Θεός ημών, και ου παρασιωπήσεται· πυρ ενώπιον αυτού καυθήσεται, και κύκλω αυτού καταιγίς σφόδρα. 4 προσκαλέσεται τον ουρανόν άνω και την γην του διακρίναι τον λαόν αυτού· 5 συναγάγετε αυτω τους οσίους αυτού, τους διατιθεμένους την διαθήκην αυτού επί θυσίαις, 6 και αναγγελούσιν οι ουρανοί την δικαιοσύνην αυτού, ότι ο Θεός κριτής εστι. (διάψαλμα). 7 άκουσον, λαός μου, και λαλήσω σοι, Ισραήλ, και διαμαρτύρομαί σοι· ο Θεός ο Θεός σου ειμι εγώ. 8 ουκ επί ταις θυσίαις σου ελέγξω σε, τα δε ολοκαυτώματά σου ενώπιόν μου εστί διαπαντός. 9 ου δέξομαι εκ του οίκου σου μόσχους ουδέ εκ των ποιμνίων σου χιμάρους. 10 ότι εμά εστι πάντα τα θηρία του δρυμού, κτήνη εν τοις όρεσι και βόες· 11 έγνωκα πάντα τα πετεινά του ουρανού, και ωραιότης αγρού μετ ‘ εμού εστιν. 12 εάν πεινάσω, ου μη σοι είπω· εμή γαρ εστιν η οικουμένη και το πλήρωμα αυτής. 13 μη φάγομαι κρέα ταύρων, ή αίμα τράγων πίομαι; 14 θύσον τω Θεω θυσίαν αινέσεως και απόδος τω Υψίστω τας ευχάς σου· 15 και επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου, και εξελούμαί σε, και δοξάσεις με. (διάψαλμα). 16 τω δε αμαρτωλω είπεν ο Θεός· ινατί συ διηγή τα δικαιώματά μου και αναλαμβάνεις την
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1076

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

διαθήκην μου δια στόματός σου; 17 συ δε εμίσησας παιδείαν και εξέβαλες τους λόγους μου εις τα οπίσω. 18 ει εθεώρεις κλέπτην, συνέτρεχες αυτω, και μετά μοιχού την μερίδα σου ετίθεις. 19 το στόμα σου επλεόνασε κακίαν, και η γλώσσά σου περιέπλεκε δολιότητα· 20 καθήμενος κατά του αδελφού σου κατελάλεις και κατά του υιού της μητρός σου ετίθεις σκάνδαλον. 21 ταύτα εποίησας, και εσίγησα· υπέλαβες ανομίαν, ότι έσομαί σοι όμοιος· ελέγξω σε και παραστήσω κατά πρόσωπόν σου τας αμαρτίας σου. 22 σύνετε δη ταύτα, οι επιλανθανόμενοι του Θεού, μήποτε αρπάση, και ου μη ή ο ρυόμενος. 23 θυσία αινέσεως δοξάσει με, και εκεί οδός, ή δείξω αυτω το σωτήριόν μου.

Ν (ΝΑ) 50. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ 2 εν τω ελθείν προς αυτόν Νάθαν τον προφήτην, ηνίκα εισήλθε προς Βηρσαβεέ. 3 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου· 4 επί πλείον πλύνόν με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. 5 ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός. 6 σοί μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. 7 ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. 8 ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. 9 ραντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. 10 ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. 11 απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. 12 καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. 13 μη απορρίψης με από του προσώπου σου και το πνεύμά σου το άγιον μη αντανέλης απ ‘ εμού. 14 απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικω στήριξόν με. 15 διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. 16 ρύσαί με εξ αιμάτων, ο Θεός ο Θεός της σωτηρίας μου· αγαλλιάσεται η γλώσσά μου την δικαιοσύνην σου. 17 Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. 18 ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν· ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. 19 θυσία τω Θεω πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1077

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. 20 αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ· 21 τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα· τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.

ΝΑ (ΝΒ) 51. Εις το τέλος· συνέσεως τω Δαυϊδ· 2 εν τω ελθείν Δωήκ τον Ιδουμαίον και αναγγείλαι τω Σαούλ και ειπείν αυτω· ήλθε Δαυϊδ εις τον οίκον Αβιμέλεχ. 3 ΤΙ ΕΓΚΑΥΧ„ εν κακία, ο δυνατός, ανομίαν όλην την ημέραν; 4 αδικίαν ελογίσατο η γλώσσά σου· ωσεί ξυρόν ηκονημένον εποίησας δόλον. 5 ηγάπησας κακίαν υπέρ αγαθωσύνην, αδικίαν υπέρ το λαλήσαι δικαιοσύνην. (διάψαλμα). 6 ηγάπησας πάντα τα ρήματα καταποντισμού, γλώσσαν δολίαν. 7 δια τούτο ο Θεός καθέλοι σε εις τέλος· εκτίλαι σε και μεταναστεύσαι σε από σκηνώματός σου και το ρίζωμά σου εκ γης ζώντων. (διάψαλμα). 8 όψονται δίκαιοι και φοβηθήσονται και επ ‘ αυτόν γελάσονται και ερούσιν· 9 ιδού άνθρωπος, ος ουκ έθετο τον Θεόν βοηθόν αυτού, αλλ ‘ επήλπισεν επί το πλήθος του πλούτου αυτού και ενεδυναμώθη επί τη ματαιότητι αυτού. 10 εγώ δε ωσεί ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού· ήλπισα επί το έλεος του Θεού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. 11 εξομολογήσομαί σοι εις τον αιώνα, ότι εποίησας, και υπομενώ το όνομά σου, ότι χρηστόν εναντίον των οσίων σου.

ΝΒ (ΝΓ) 52. Εις το τέλος, υπέρ μαελέθ· συνέσεως τω Δαυϊδ. 2 ΕΙΠΕΝ άφρων εν καρδία αυτού· Ουκ έστι Θεός. διεφθάρησαν και εβδελύχθησαν εν ανομίαις, ουκ έστι ποιών αγαθόν. 3 ο Θεός εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους υιούς των ανθρώπων του ιδείν ει έστι συνιών ή εκζητών τον Θεόν. 4 πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών αγαθόν, ουκ έστιν έως ενός. 5 ουχί γνώσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν; οι κατεσθίοντες τον λαόν μου εν βρώσει άρτου τον Κύριον ουκ επεκαλέσαντο. 6 εκεί εφοβήθησαν φόβον, ου ουκ ην φόβος, ότι ο Θεός διεσπόρπισεν οστά ανθρωπαρέσκων· κατησχύνθησαν, ότι ο Θεός εξουδένωσεν αυτούς. 7 τις δώσει εκ Σιών το
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1078

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

σωτήριον του Ισραήλ; εν τω αποστρέψαι τον Θεόν την αιχμαλωσίαν του λαού αυτού αγαλλιάσεται Ιακώβ και ευφρανθήσεται Ισραήλ.

ΝΓ (ΝΔ) 53. Εις το τέλος, εν ύμνοις· συνέσεως τω Δαυϊδ 2 εν τω ελθείν τους Ζιφαίους και ειπείν τω Σαούλ· ουκ ιδού Δαυϊδ κέκρυπται παρ ‘ ημίν; 3 Ο ΘΕΟΣ, εν τω ονόματί σου σώσόν με και εν τη δυνάμει σου κρίνόν με. 4 ο Θεός, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι τα ρήματα του στόματός μου. 5 ότι αλλότριοι επανέστησαν επ ‘ εμέ και κραταιοί εζήτησαν την ψυχήν μου και ου προέθεντο τον Θεόν ενώπιον αυτών. (διάψαλμα). ιδού γαρ ο Θεός βοηθεί μοι, και ο Κύριος αντιλήπτωρ της ψυχής μου. 7 αποστρέψει τα κακά τοις εχθροίς μου· εν τη αληθεία σου εξολόθρευσον αυτούς. 8 εκουσίως θύσω σοι, εξομολογήσομαι τω ονόματί σου, Κύριε, ότι αγαθόν· 9 ότι εκ πάσης θλίψεως ερρύσω με, και εν τοις εχθροίς μου επείδεν ο οφθαλμός μου.

ΝΔ (ΝΕ) 54. Εις το τέλος, εν ύμνοις· συνέσεως τω Δαυϊδ. 2 ΕΝΩΤΙΣΑΙ, ο Θεός, την προσευχήν μου και μη υπερίδης την δέησίν μου, 3 πρόσχες μοι και εισάκουσόν μου. ελυπήθην εν τη αδολεσχία μου και εταράχθην 4 από φωνής εχθρού και από θλίψεως αμαρτωλού, ότι εξέκλιναν επ ‘ εμέ ανομίαν και εν οργή ενεκότουν μοι. 5 η καρδία μου εταράχθη εν εμοί, και δειλία θανάτου επέπεσεν επ ‘ εμέ· 6 φόβος και τρόμος ήλθεν επ ‘ εμέ, και εκάλυψέ με σκότος. 7 και είπα· τις δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω; 8 ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω. (διάψαλμα). 9 προσεδεχόμην τον σώζοντά με, από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος. 10 καταπόντισον, Κύριε, και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει. 11 ημέρας και νυκτός κυκλώσει αυτήν επί τα τείχη αυτής, και ανομία και κόπος εν μέσω αυτής 12 και αδικία, και ουκ εξέλιπεν εκ των πλατειών αυτής τόκος και δόλος. 13 ότι ει εχθρός ωνείδισέ με, υπήνεγκα αν, και ει ο μισών επ ‘ εμέ εμεγαλορρημόνησεν, εκρύβην αν απ ‘ αυτού. 14 συ δε, άνθρωπε ισόψυχε, ηγεμών μου και γνωστέ μου, 15 ος επί το αυτό εγλύκανάς μοι εδέσματα, εν τω οίκω του Θεού επορεύθην εν ομονοία. 16 ελθέτω δη θάνατος
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1079

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

επ ‘ αυτούς, και καταβήτωσαν εις άδου ζώντες· ότι πονηρία εν ταις παροικίαις αυτών εν μέσω αυτών. 17 εγώ προς τον Θεόν εκέκραξα, και ο Κύριος εισήκουσέ μου. 18 εσπέρας και πρωϊ και μεσημβρίας διηγήσομαι και απαγγελώ, και εισακούσεται της φωνής μου. 19 λυτρώσεται εν ειρήνη την ψυχήν μου από των εγγιζόντων μοι, ότι εν πολλοίς ήσαν συν εμοί. 20 εισακούσεται ο Θεός και ταπεινώσει αυτούς ο υπάρχων προ των αιώνων. (διάψαλμα). ου γαρ εστιν αυτοίς αντάλλαγμα, ότι ουκ εφοβήθησαν τον Θεόν. 21 εξέτεινε την χείρα αυτού εν τω αποδιδόναι· εβεβήλωσαν την διαθήκην αυτού. 22 διεμερίσθησαν από οργής του προσώπου αυτού, και ήγγισαν αι καρδίαι αυτών· ηπαλύνθησαν οι λόγοι αυτού υπέρ έλαιον, και αυτοί εισι βολίδες. 23 επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυτός σε διαθρέψει· ου δώσει εις τον αιώνα σάλον τω δικαίω. 24 συ δε, ο Θεός, κατάξεις αυτούς εις φρέαρ διαφθοράς· άνδρες αιμάτων και δολιότητος ου μη ημισεύσωσι τας ημέρας αυτών, εγώ δε, Κύριε, ελπιώ επί σε.

ΝΕ (ΝΣΤ) 55. Εις το τέλος, υπέρ του λαού του από των αγίων μεμακρυμμένου· τω Δαυϊδ εις στηλογραφίαν, οπότε εκράτησαν αυτόν οι αλλόφυλοι εν Γεθ. 2 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ο Θεός, ότι κατεπάτησέ με άνθρωπος, όλην την ημέραν πολεμών έθλιψέ με. 3 κατεπάτησάν με οι εχθροί μου όλην την ημέραν, ότι πολλοί οι πολεμούντες με από ύψους. 4 ημέρας ου φοβηθήσομαι, εγώ δε ελπιώ επί σε. 5 εν τω Θεω επαινέσω τους λόγους μου, επί τω Θεω ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι σάρξ. 6 όλην την ημέραν τους λόγους μου εβδελύσσοντο, κατ ‘ εμού πάντες οι διαλογισμοί αυτών εις κακόν. 7 παροικήσουσι και κατακρύψουσιν· αυτοί την πτέρναν μου φυλάξουσι, καθάπερ υπέμειναν τη ψυχή μου. 8 υπέρ του μηθενός σώσεις αυτούς, εν οργή λαούς κατάξεις. ο Θεός, 9 την ζωήν μου εξήγγειλά σοι, έθου τα δάκρυά μου ενώπιόν σου ως και εν τη επαγγελία σου. 10 επιστρέψουσιν οι εχθροί μου εις τα οπίσω, εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαί σε· ιδού έγνων ότι Θεός μου ει συ. 11 επί τω Θεω αινέσω ρήμα, επί τω Κυρίω αινέσω λόγον. 12 επί τω Θεω ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος. 13 εν εμοί, ο Θεός, ευχαί, ας αποδώσω αινέσεώς σου, 14 ότι ερρύσω την ψυχήν μου εκ θανάτου και τους πόδας μου εξ ολισθήματος· ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου εν φωτί ζώντων.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1080

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΝΣΤ (ΝΖ) 56. Εις το τέλος· μη διαφθείρης· τω Δαυϊδ εις στηλογραφίαν εν τω αυτόν αποδιδράσκειν από προσώπου Σαούλ εις το σπήλαιον. 2 ΕΛΕΗΣΟΝ με, ο Θεός, ελέησόν με, ότι επί σοί πέποιθεν η ψυχή μου και εν τη σκιά των πτερύγων σου ελπιώ, έως ου παρέλθη η ανομία. 3 κεκράξομαι προς τον Θεόν τον Ύψιστον, τον Θεόν τον ευεργετήσαντά με. 4 εξαπέστειλεν εξ ουρανού και έσωσέ με, έδωκεν εις όνειδος τους καταπατούντάς με. (διάψαλμα). εξαπέστειλεν ο Θεός το έλεος αυτού και την αλήθειαν αυτού 5 και ερρύσατο την ψυχήν μου εκ μέσου σκύμνων. εκοιμήθην τεταραγμένος· υιοί ανθρώπων, οι οδόντες αυτών όπλα και βέλη, και η γλώσσα αυτών μάχαιρα οξεία. 6 υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός, και επί πάσαν την γην η δόξα σου. 7 παγίδα ητοίμασαν τοις ποσί μου και κατέκαμψαν την ψυχήν μου· ώρυξαν προ προσώπου μου βόθρον και ενέπεσαν εις αυτόν. (διάψαλμα). 8 ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου, άσομαι και ψαλώ εν τη δόξη μου. 9 εξεγέρθητι, η δόξα μου· εξεγέρθητι, ψαλτήριον και κιθάρα· εξεγερθήσομαι όρθρου. 10 εξομολογήσομαί σοι εν λαοίς, Κύριε, ψαλώ σοι εν έθνεσι, 11 ότι εμεγαλύνθη έως των ουρανών το έλεός σου και έως των νεφελών η αλήθειά σου. 12 υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός, και επί πάσαν την γην η δόξα σου.

ΝΖ (ΝΗ) 57. Εις το τέλος· μη διαφθείρης· τω Δαυϊδ εις στηλογραφίαν. 2 ΕΙ ΑΛΗΘΩΣ άρα δικαιοσύνην λαλείτε; ευθείας κρίνετε οι υιοί των ανθρώπων; 3 και γαρ εν καρδία ανομίαν εργάζεσθε εν τη γη, αδικίαν αι χείρες υμών συμπλέκουσιν. 4 απηλλοτριώθησαν οι αμαρτωλοί από μήτρας, επλανήθησαν από γαστρός, ελάλησαν ψευδή. 5 θυμός αυτοίς κατά την ομοίωσιν του όφεως, ωσεί ασπίδος κωφής και βυούσης τα ώτα αυτής, 6 ήτις ουκ εισακούσεται φωνής επαδόντων, φαρμάκου τε φαρμακευομένου παρά σοφού. 7 ο Θεός συντρίψει τους οδόντας αυτών εν τω στόματι αυτών, τας μύλας των λεόντων συνέθλασεν ο Κύριος· 8 εξουδενωθήσονται ωσεί ύδωρ διαπορευόμενον· εκτενεί το τόξον αυτού έως ου ασθενήσουσιν. 9 ωσεί κηρός τακείς ανταναιρεθήσονται· έπεσε πυρ επ ‘
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1081

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αυτούς, και ουκ είδον τον ήλιον. 10 προ του συνιέναι τας ακάνθας αυτών την ράμνον, ωσεί ζώντας, ωσεί εν οργή καταπίεται αυτούς. 11 ευφρανθήσεται δίκαιος, όταν ίδη εκδίκησιν· τας χείρας αυτού νίψεται εν τω αίματι του αμαρτωλού. 12 και ερεί άνθρωπος· ει άρα εστί καρπός τω δικαίω, άρα εστίν ο Θεός κρίνων αυτούς εν τη γη.

ΝΗ (ΝΘ) 58. Εις το τέλος· μη διαφθείρης· τω Δαυϊδ εις στηλογραφίαν, οπότε απέστειλε Σαούλ και εφύλαξε τον οίκον αυτού του θανατώσαι αυτόν. 2 ΕΞΕΛΟΥ με εκ των εχθρών μου, ο Θεός, και εκ των επανισταμένων επ ‘ εμέ λύτρωσαί με· 3 ρύσαί με εκ των εργαζομένων την ανομίαν και εξ ανδρών αιμάτων σώσόν με. 4 ότι ιδού εθήρευσαν την ψυχήν μου, επέθεντο επ ‘ εμέ κραταιοί. ούτε η ανομία μου ούτε η αμαρτία μου, Κύριε· 5 άνευ ανομίας έδραμον και κατεύθυνα· εξεγέρθητι εις συνάντησίν μου και ίδε. 6 και συ, Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ, πρόσχες του επισκέψασθαι πάντα τα έθνη, μη οικτειρήσης πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν. (διάψαλμα). 7 επιστρέψουσιν εις εσπέραν και λιμώξουσιν ως κύων και κυκλώσουσι πόλιν. 8 ιδού αποφθέγξονται εν τω στόματι αυτών, και ρομφαία εν τοις χείλεσιν αυτών, ότι τις ήκουσε; 9 και συ, Κύριε, εκγελάση αυτούς, εξουδενώσεις πάντα τα έθνη. 10 το κράτος μου, προς σε φυλάξω, ότι συ, ο Θεός, αντιλήπτωρ μου ει. 11 ο Θεός μου, το έλεος αυτού προφθάσει με· ο Θεός μου δείξει μοι εν τοις εχθροίς μου. 12 μη αποκτείνης αυτούς, μήποτε επιλάθωνται του νόμου σου· διασκόρπισον αυτούς εν τη δυνάμει σου και κατάγαγε αυτούς, ο υπερασπιστής μου, Κύριε. 13 αμαρτία στόματος αυτών, λόγος χειλέων αυτών, και συλληφθήτωσαν εν τη υπερηφανία αυτών· και εξ αράς και ψεύδους διαγγελήσονται εν συντελεία, 14 εν οργή συντελείας, και ου μη υπάρξουσι· και γνώσονται, ότι Θεός δεσπόζει του Ιακώβ των περάτων της γης. (διάψαλμα). 15 επιστρέψουσιν εις εσπέραν, και λιμώξουσιν ως κύων και κυκλώσουσι πόλιν. 16 αυτοί διασκορπισθήσονται του φαγείν· εάν δε μη χορτασθώσι, και γογγύσουσιν. 17 εγώ δε άσομαι τη δυνάμει σου και αγαλλιάσομαι το πρωϊ το έλεός σου, ότι εγενήθης αντιλήπτωρ μου και καταφυγή μου εν ημέρα θλίψεώς μου. 18 βοηθός μου ει, σοί ψαλώ, ότι συ, ο Θεός, αντιλήπτωρ μου ει, ο Θεός μου, το έλεός μου.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1082

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΝΘ (Ξ) 59.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Εις το τέλος· τοις αλλοιωθησομένοις έτι, εις στηλογραφίαν τω Δαυϊδ, εις διδαχήν, 2 οπότε ενεπύρισε την Μεσοποταμίαν Συρίας και την Συρίαν Σοβά, και επέστρεψεν Ιωάβ, και επάταξε την φάραγγα των αλών, δώδεκα χιλιάδας. 3 Ο ΘΕΟΣ, απώσω ημάς και καθείλες ημάς, ωργίσθης και οικτείρησας ημάς. 4 συνέσεισας την γην και συνετάραξας αυτήν· ίασαι τα συντρίμματα αυτής ότι εσαλεύθη. 5 έδειξας τω λαω σου σκληρά, επότισας ημάς οίνον κατανύξεως. 6 έδωκας τοις φοβουμένοις σε σημείωσιν του φυγείν από προσώπου τόξου. (διάψαλμα). 7 όπως αν ρυσθώσιν οι αγαπητοί σου, σώσον τη δεξιά σου και επάκουσόν μου. 8 ο Θεός ελάλησεν εν τω αγίω αυτού· αγαλλιάσομαι και διαμεριώ Σίκιμα και την κοιλάδα των σκηνών διαμετρήσω. 9 εμός εστι Γαλαάδ, και εμός εστι Μανασσή, και Εφραίμ κραταίωσις της κεφαλής μου, Ιούδας βασιλεύς μου· 10 Μωάβ λέβης της ελπίδος μου, επί την Ιδουμαίαν εκτενώ το υπόδημά μου, εμοί αλλόφυλοι υπετάγησαν. 11 τις απάξει με εις πόλιν περιοχής; ή τις οδηγήσει με έως της Ιδουμαίας; 12 ουχί συ, ο Θεός, ο απωσάμενος ημάς; και ουκ εξελεύση, ο Θεός, εν ταις δυνάμεσιν ημών; 13 δος ημίν βοήθειαν εκ θλίψεως, και ματαία σωτηρία ανθρώπου. 14 εν τω Θεω ποιήσωμεν δύναμιν, και αυτός εξουδενώσει τους θλίβοντας ημάς.

Ξ (ΞΑ) 60. Εις το τέλος, εν ύμνοις· τω Δαυϊδ. 2 ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, ο Θεός, της δεήσεώς μου, πρόσχες τη προσευχή μου. 3 από των περάτων της γης προς σε εκέκραξα εν τω ακηδιάσαι την καρδίαν μου· εν πέτρα ύψωσάς με, ωδήγησάς με, 4 ότι εγενήθης ελπίς μου, πύργος ισχύος από προσώπου εχθρού. 5 παροικήσω εν τω σκηνώματί σου εις τους αιώνας, σκεπασθήσομαι εν σκέπει των πτερύγων σου. (διάψαλμα). 6 ότι συ, ο Θεός, εισήκουσας των ευχών μου, έδωκας κληρονομίαν τοις φοβουμένοις το όνομά σου. 7 ημέρας εφ ‘ ημέρας του βασιλέως προσθήσεις, τα έτη αυτού έως ημέρας γενεάς και γενεάς. 8 διαμενεί εις τον αιώνα ενώπιον του Θεού· έλεος και αλήθειαν αυτού τις εκζητήσει; 9 ούτως ψαλώ τω ονόματί σου εις τον αιώνα του αιώνος του αποδούναί με τας ευχάς μου ημέραν εξ ημέρας.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1083

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΞΑ (ΞΒ) 61. Εις το τέλος, υπέρ Ιδιθούν· ψαλμός τω Δαυϊδ.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

2 ΟΥΧΙ τω Θεω υποταγήσεται η ψυχή μου; παρ ‘ αυτω γαρ το σωτήριόν μου· 3 και γαρ αυτός Θεός μου και σωτήρ μου, και αντιλήπτωρ μου, ου μη σαλευθώ επί πλείον. 4 έως πότε επιτίθεσθε επ ‘ άνθρωπον; φονεύετε πάντες ως τοίχω κεκλιμένω και φραγμω ωσμένω. 5 πλήν την τιμήν μου εβουλεύσαντο απώσασθαι, έδραμον εν δίψει, τω στόματι αυτών ευλόγουν και τη καρδία αυτών κατηρώντο. (διάψαλμα). 6 πλήν τω Θεω υποτάγηθι, η ψυχή μου, ότι παρ ‘ αυτω η υπομονή μου. 7 ότι αυτός Θεός μου και σωτήρ μου, αντιλήπτωρ μου, ου μη μεταναστεύσω. 8 επί τω Θεω το σωτήριόν μου και η δόξα μου· ο Θεός της βοηθείας μου, και η ελπίς μου επί τω Θεω. 9 ελπίσατε επ ‘ αυτόν πάσα συναγωγή λαού· εκχέετε ενώπιον αυτού τας καρδίας υμών, ότι ο Θεός βοηθός ημών. (διάψαλμα). 10 πλήν μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων, ψευδείς οι υιοί των ανθρώπων εν ζυγοίς του αδικήσαι αυτοί εκ ματαιότητος επί το αυτό. 11 μη ελπίζετε επ ‘ αδικίαν και επί αρπάγματα μη επιποθείτε· πλούτος εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν. 12 άπαξ ελάλησεν ο Θεός, δύο ταύτα ήκουσα, ότι το κράτος του Θεού, 13 και σου, Κύριε, το έλεος, ότι συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού.

ΞΒ (ΞΓ) 62. Ψαλμός τω Δαυϊδ εν τω είναι αυτόν εν τη ερήμω της Ιουδαίας. 2 Ο ΘΕΟΣ ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω· εδίψησέ σε η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σάρξ μου εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω. 3 ούτως εν τω αγίω ώφθην σοι του ιδείν την δύναμίν σου και την δόξαν σου. 4 ότι κρείσσον το έλεός σου υπέρ ζωάς· τα χείλη μου επαινέσουσί σε. 5 ούτως ευλογήσω σε εν τη ζωή μου και εν τω ονόματί σου αρώ τας χείράς μου. 6 ως εκ στέατος και πιότητος εμπλησθείη η ψυχή μου, και χείλη αγαλλιάσεως αινέσει το στόμα μου. 7 ει εμνημόνευόν σου επί της στρωμνής μου, εν τοις όρθροις εμελέτων εις σε· 8 ότι εγενήθης βοηθός μου, και εν τη σκέπη των πτερύγων σου αγαλλιάσομαι. 9 εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου. 10 αυτοί δε εις μάτην εζήτησαν την ψυχήν μου, εισελεύσονται εις τα κατώτατα της γης· 11 παραδοθήσονται εις χείρας ρομφαίας, μερίδες αλωπέκων έσονται. 12 ο δε βασιλεύς ευφρανθήσεται επί τω Θεω, επαινεθήσεται πας ο ομνύων εν αυτω, ότι ενεφράγη στόμα λαλούντων άδικα.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1084

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΞΓ (ΞΔ) 63. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ, ο Θεός, της φωνής μου, εν τω δέεσθαί με προς σε, από φόβου εχθρού εξελού την ψυχήν μου. 3 εσκέπασάς με από συστροφής πονηρευομένων, από πλήθους εργαζομένων αδικίαν, 4 οίτινες ηκόνησαν ως ρομφαίαν τας γλώσσας αυτών, ενέτειναν τόξον αυτών πράγμα πικρόν 5 του κατατοξεύσαι εν αποκρύφοις άμωμον, εξάπινα κατατοξεύσουσιν αυτόν και ου φοβηθήσονται. 6 εκραταίωσαν εαυτοίς λόγον πονηρόν, διηγήσαντο του κρύψαι παγίδας, είπαν· τις όψεται αυτούς; 7 εξηρεύνησαν ανομίαν, εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις. προσελεύσεται άνθρωπος, και καρδία βαθεία, 8 και υψωθήσεται, ο Θεός. βέλος νηπίων εγενήθησαν αι πληγαί αυτών, 9 και εξησθένησαν επ ‘ αυτούς αι γλώσσαι αυτών. εταράχθησαν πάντες οι θεωρούντες αυτούς, 10 και εφοβήθη πας άνθρωπος. και ανήγγειλαν τα έργα του Θεού και τα ποιήματα αυτού συνήκαν. 11 ευφρανθήσεται δίκαιος εν τω Κυρίω και ελπιεί επ ‘ αυτόν, και επαινεθήσονται πάντες οι ευθείς τη καρδία.

ΞΔ (ΞΕ) 64. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ, ωδή· Ιερεμίου και Ιεζεκιήλ εκ του λαού της παροικίας, ότε έμελλον εκπορεύεσθαι. 2 ΣΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ύμνος, ο Θεός, εν Σιών, και σοί αποδοθήσεται ευχή εν Ιερουσαλήμ. 3 εισάκουσον προσευχής μου· προς σε πάσα σάρξ ήξει. 4 λόγοι ανόμων υπερεδυνάμωσαν ημάς, και ταις ασεβείαις ημών συ ιλάση. 5 μακάριος ον εξελέξω και προσελάβου· κατασκηνώσει εν ταις αυλαίς σου. πλησθησόμεθα εν τοις αγαθοίς του οίκου σου· άγιος ο ναός σου, 6 θαυμαστός εν δικαιοσύνη. επάκουσον ημών, ο Θεός, ο σωτήρ ημών, η ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση μακράν, 7 ετοιμάζων όρη εν τη ισχύϊ αυτού, περιεζωσμένος εν δυναστεία, 8 ο συνταράσσων το κύτος της θαλάσσης, ήχους κυμάτων αυτής. ταραχθήσονται τα έθνη, 9 και φοβηθήσονται οι κατοικούντες τα πέρατα από των σημείων σου· εξόδους πρωϊας και εσπέρας τέρψεις. 10 επεσκέψω την γην και εμέθυσας αυτήν, επλήθυνας του πλουτίσαι αυτήν· ο ποταμός του Θεού επληρώθη υδάτων·
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1085

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ητοίμασας την τροφήν αυτών, ότι ούτως η ετοιμασία. 11 τους αύλακας αυτής μέθυσον, πλήθυνον τα γεννήματα αυτής, εν ταις σταγόσιν αυτής ευφρανθήσεται ανατέλλουσα. 12 ευλογήσεις τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου, και τα πεδία σου πλησθήσονται πιότητος· 13 πιανθήσεται τα όρη της ερήμου, και αγαλλίασιν οι βουνοί περιζώσονται. 14 ενεδύσαντο οι κριοί των προβάτων, και αι κοιλάδες πληθυνούσι σίτον· κεκράξονται, και γαρ υμνήσουσι.

ΞΕ (ΞΣΤ) 65. Εις το τέλος· ωδή ψαλμού· αναστάσεως. ΑΛΑΛΑΞΑΤΕ τω Κυρίω πάσα η γη, 2 ψάλατε δη τω ονόματι αυτού. δότε δόξαν αινέσει αυτού. 3 είπατε τω Θεω· ως φοβερά τα έργα σου· εν τω πλήθει της δυνάμεώς σου ψεύσονταί σε οι εχθροί σου. 4 πάσα η γη προσκυνησάτωσάν σοι και ψαλάτωσάν σοι, ψαλάτωσαν τω ονόματί σου. (διάψαλμα). 5 δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού· φοβερός εν βουλαίς υπέρ τους υιούς των ανθρώπων, 6 ο μεταστρέφων την θάλασσαν εις ξηράν, εν ποταμω διελεύσονται ποδί. εκεί ευφρανθησόμεθα επ ‘ αυτω, 7 τω δεσπόζοντι εν τη δυναστεία αυτού του αιώνος. οι οφθαλμοί αυτού επί τα έθνη επιβλέπουσιν, οι παραπικραίνοντες μη υψούσθωσαν εν εαυτοίς. (διάψαλμα). 8 ευλογείτε, έθνη, τον Θεόν ημών και ακουτίσασθε την φωνήν της αινέσεως αυτού, 9 του θεμένου την ψυχήν μου εις ζωήν, και μη δόντος εις σάλον τους πόδας μου. 10 ότι εδοκίμασας ημάς, ο Θεός, επύρωσας ημάς, ως πυρούται το αργύριον· 11 εισήγαγες ημάς εις την παγίδα, έθου θλίψεις επί τον νώτον ημών. 12 επεβίβασας ανθρώπους επί τας κεφαλάς ημών, διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν. 13 εισελεύσομαι εις τον οίκόν σου εν ολοκαυτώμασιν, αποδώσω σοι τας ευχάς μου, 14 ας διέστειλε τα χείλη μου και ελάλησε το στόμα μου εν τη θλίψει μου· 15 ολοκαυτώματα μεμυελωμένα ανοίσω σοι μετά θυμιάματος και κριών, ανοίσω σοι βόας μετά χιμάρων. (διάψαλμα). 16 δεύτε ακούσατε, και διηγήσομαι, πάντες οι φοβούμενοι τον Θεόν, όσα εποίησε τη ψυχή μου. 17 προς αυτόν τω στόματί μου εκέκραξα και ύψωσα υπό την γλώσσάν μου. 18 αδικίαν ει εθεώρουν εν καρδία μου, μη εισακουσάτω μου Κύριος. 19 δια τούτο εισήκουσέ μου ο Θεός, προσέσχε τη φωνή της δεήσεώς μου. 20 ευλογητός ο Θεός, ος ουκ απέστησε την προσευχήν μου και το έλεος αυτού απ ‘ εμού.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1086

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΞΣΤ (ΞΖ) 66. Εις το τέλος, εν ύμνοις· ψαλμός ωδής τω Δαυϊδ. 2 Ο ΘΕΟΣ οικτειρήσαι ημάς και ευλογήσαι ημάς, επιφάναι το πρόσωπον αυτού εφ ‘ ημάς. (διάψαλμα). 3 του γνώναι εν τη γη την οδόν σου, εν πάσιν έθνεσι το σωτήριόν σου. 4 εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ο Θεός, εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες. 5 ευφρανθήτωσαν και αγαλλιάσθωσαν έθνη, ότι κρινείς λαούς εν ευθύτητι και έθνη εν τη γη οδηγήσεις. (διάψαλμα). 6 εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί, ο Θεός, εξομολογησάσθωσάν σοι λαοί πάντες. 7 γη έδωκε τον καρπόν αυτής· ευλογήσαι ημάς ο Θεός, ο Θεός ημών. 8 ευλογήσαι ημάς ο Θεός, και φοβηθήτωσαν αυτόν πάντα τα πέρατα της γης.

ΞΖ (ΞΗ) 67. Εις το τέλος· ωδής ψαλμός τω Δαυϊδ. 2 ΑΝΑΣΤΗΤΩ ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν. 3 ως εκλείπει καπνός, εκλιπέτωσαν· ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού. 4 και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν, αγαλλιάσθωσαν ενώπιον του Θεού, τερφθήτωσαν εν ευφροσύνη. 5 άσατε τω Θεω, ψάλατε τω ονόματι αυτού· οδοποιήσατε τω επιβεβηκότι επί δυσμών, Κύριος όνομα αυτω, και αγαλλιάσθε ενώπιον αυτού. 6 ταραχθήσονται από προσώπου αυτού, του πατρός των ορφανών και κριτού των χηρών· ο Θεός εν τόπω αγίω αυτού. 7 ο Θεός κατοικίζει μονοτρόπους εν οίκω εξάγων πεπεδημένους εν ανδρεία, ομοίως τους παραπικραίνοντας, τους κατοικούντας εν τάφοις. 8 ο Θεός, εν τω εκπορεύεσθαί σε ενώπιον του λαού σου, εν τω διαβαίνειν σε εν τη ερήμω. (διάψαλμα). 9 γη εσείσθη, και γαρ οι ουρανοί έσταξαν από προσώπου του Θεού του Σινά, από προσώπου του Θεού Ισραήλ. 10 βροχήν εκούσιον αφοριείς, ο Θεός, τη κληρονομία σου, και ησθένησε, συ δε κατηρτίσω αυτήν. 11 τα ζωά σου κατοικούσιν εν αυτη· ητοίμασας εν τη χρηστότητί σου τω πτωχω, ο Θεός. 12 Κύριος δώσει ρήμα τοις ευαγγελιζομένοις δυνάμει πολλή, 13 ο βασιλεύς των δυνάμεων του αγαπητού, τη ωραιότητι του οίκου διελέσθαι σκύλα. 14 εάν κοιμηθήτε ανά μέσον των κλήρων, πτέρυγες περιστεράς περιηργυρωμέναι, και τα μετάφρενα αυτής εν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1087

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

χλωρότητι χρυσίου. 15 εν τω διαστέλλειν τον επουράνιον βασιλείς επ ‘ αυτής, χιονωθήσονται εν Σελμών. 16 όρος του Θεού, όρος πίον, όρος τετυρωμένον, όρος πίον. 17 ινατί υπολαμβάνετε, όρη τετυρωμένα, το όρος, ό ευδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτω; και γαρ ο Κύριος κατασκηνώσει εις τέλος. 18 το άρμα του Θεού μυριοπλάσιον, χιλιάδες ευθηνούντων· Κύριος εν αυτοίς εν Σινά ην, εν τω αγίω. 19 ανέβης εις ύψος, ηχμαλώτευσας αιχμαλωσίαν, έλαβες δόματα εν ανθρώποις, και γαρ απειθούντας του κατασκηνώσαι. 20 Κύριος ο Θεός ευλογητός, ευλογητός Κύριος ημέραν καθ ‘ ημέραν· κατευοδώσαι ημίν ο Θεός των σωτηρίων ημών. (διάψαλμα). 21 ο Θεός ημών, ο Θεός του σώζειν, και του Κυρίου Κυρίου αι διέξοδοι του θανάτου. 22 πλήν ο Θεός συνθλάσει κεφαλάς εχθρών αυτού, κορυφήν τριχός διαπορευομένων εν πλημμελείαις αυτών. 23 είπε Κύριος· εκ Βασάν επιστρέψω, επιστρέψω εν βυθοίς θαλάσσης. 24 όπως αν βαφή ο πούς σου εν αίματι, η γλώσσα των κυνών σου εξ εχθρών παρ ‘ αυτού. 25 εθεωρήθησαν αι πορείαί σου, ο Θεός, αι πορείαι του Θεού μου του βασιλέως του εν τω αγίω. 26 προέφθασαν άρχοντες εχόμενοι ψαλλόντων εν μέσω νεανίδων τυμπανιστριών. 27 εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν, Κύριον εκ πηγών Ισραήλ. 28 εκεί Βενιαμίν νεώτερος εν εκστάσει, άρχοντες Ιούδα ηγεμόνες αυτών, άρχοντες Ζαβουλών, άρχοντες Νεφθαλείμ. 29 έντειλαι, ο Θεός, τη δυνάμει σου, δυνάμωσον, ο Θεός, τούτο, ό κατειργάσω εν ημίν. 30 από του ναού σου επί Ιερουσαλήμ σοί οίσουσι βασιλείς δώρα. 31 επιτίμησον τοις θηρίοις του καλάμου· η συναγωγή των ταύρων εν ταις δαμάλεσι των λαών του εγκλεισθήναι τους δεδοκιμασμένους τω αργυρίω· διασκόρπισον έθνη τα τους πολέμους θέλοντα. 32 ήξουσι πρέσβεις εξ Αιγύπτου, Αιθιοπία προφθάσει χείρα αυτής τω Θεω. 33 αι βασιλείαι της γης, άσατε τω Θεω, ψάλατε τω Κυρίω. (διάψαλμα). 34 ψάλατε τω Θεω τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς· ιδού δώσει τη φωνή αυτού φωνήν δυνάμεως. 35 δότε δόξαν τω Θεω· επί τον Ισραήλ η μεγαλοπρέπεια αυτού, και η δύναμις αυτού εν ταις νεφέλαις. 36 θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού· ο Θεός Ισραήλ, αυτός δώσει δύναμιν και κραταίωσιν τω λαω αυτού. ευλογητός ο Θεός.

ΞΗ (ΞΘ) 68. Εις το τέλος· υπέρ των αλλοιωθησομένων· τω Δαυϊδ. 2 ΣΩΣΟΝ με, ο Θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου. 3 ενεπάγην εις ιλύν βυθού, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1088

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ουκ έστιν υπόστασις· ήλθον εις τα βάθη της θαλάσσης και καταιγίς κατεπόντισέ με. 4 εκοπίασα κράζων, εβραγχίασεν ο λάρυγξ μου, εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου. 5 επληθύνθησαν υπέρ τας τρίχας της κεφαλής μου οι μισούντές με δωρεάν, εκραταιώθησαν οι εχθροί μου οι εκδιώκοντές με αδίκως· α ουχ ήρπαζον, τότε απετίννυον. 6 ο Θεός, συ έγνως την αφροσύνην μου και αι πλημμέλειαί μου από σου ουκ απεκρύβησαν. 7 μη αισχυνθείησαν επ ‘ εμέ οι υπομένοντές σε, Κύριε, Κύριε των δυνάμεων, μη εντραπείησαν επ ‘ εμέ οι ζητούντές σε, ο Θεός του Ισραήλ, 8 ότι ένεκά σου υπήνεγκα ονειδισμόν, εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπόν μου. 9 απηλλοτριωμένος εγενήθην τοις αδελφοίς μου και ξένος τοις υιοίς της μητρός μου, 10 ότι ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με, και οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ ‘ εμέ. 11 και συνεκάλυψα εν νηστεία την ψυχήν μου, και εγενήθη εις ονειδισμούς εμοί· 12 και εθέμην το ένδυμά μου σάκκον, και εγενόμην αυτοίς εις παραβολήν. 13 κατ ‘ εμού ηδολέσχουν οι καθήμενοι εν πύλαις, και εις εμέ έψαλλον οι πίνοντες οίνον. 14 εγώ δε τη προσευχή μου προς σε, Κύριε· καιρός ευδοκίας, ο Θεός, εν τω πλήθει του ελέους σου· επάκουσόν μου, εν αληθεία της σωτηρίας σου. 15 σώσόν με από πηλού, ίνα μη εμπαγώ· ρυσθείην εκ των μισούντων με και εκ των βαθέων των υδάτων. 16 μη με καταποντισάτω καταιγίς ύδατος, μηδέ καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω επ ‘ εμέ φρέαρ το στόμα αυτού. 17 εισάκουσόν μου, Κύριε, ότι χρηστόν το έλεός σου· κατά το πλήθος των οικτιρμών σου επίβλεψον επ ‘ εμέ. 18 μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι, ταχύ επάκουσόν μου. 19 πρόσχες τη ψυχή μου και λύτρωσαι αυτήν, ένεκα των εχθρών μου ρύσαί με. 20 συ γαρ γινώσκεις τον ονειδισμόν μου και την αισχύνην μου και την εντροπήν μου· εναντίον σου πάντες οι θλίβοντές με. 21 ονειδισμόν προσεδόκησεν η ψυχή μου και ταλαιπωρίαν, και υπέμεινα συλλυπούμενον, και ουχ υπήρξε, και παρακαλούντας, και ουχ εύρον. 22 και έδωκαν εις το βρώμά μου χολήν και εις την δίψαν μου επότισάν με όξος. 23 γενηθήτω η τράπεζα αυτών ενώπιον αυτών εις παγίδα και εις ανταπόδοσιν και εις σκάνδαλον. 24 σκοτισθήτωσαν οι οφθαλμοί αυτών του μη βλέπειν, και τον νώτον αυτών διαπαντός σύγκαμψον. 25 έκχεον επ ‘ αυτούς την οργήν σου, και ο θυμός της οργής σου καταλάβοι αυτούς. 26 γενηθήτω η έπαυλις αυτών ηρημωμένη, και εν τοις σκηνώμασιν αυτών μη έστω ο κατοικών· 27 ότι ον συ επάταξας, αυτοί κατεδίωξαν, και επί το άλγος των τραυμάτων μου προσέθηκαν. 28 πρόσθες ανομίαν επί τη ανομία αυτών,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1089

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και μη εισελθέτωσαν εν δικαιοσύνη σου· 29 εξαλειφθήτωσαν εκ βίβλου ζώντων και μετά δικαίων μη γραφήτωσαν. 30 πτωχός και αλγών ειμι εγώ· η σωτηρία σου, ο Θεός, αντιλάβοιτό μου. 31 αινέσω το όνομα του Θεού μου μετ ‘ ωδής, μεγαλυνώ αυτόν εν αινέσει, 32 και αρέσει τω Θεω υπέρ μόσχον νέον κέρατα εκφέροντα και οπλάς. 33 ιδέτωσαν πτωχοί και ευφρανθήτωσαν· εκζητήσατε τον Θεόν, και ζήσεται η ψυχή υμών, 34 ότι εισήκουσε των πενήτων ο Κύριος και τους πεπεδημένους αυτού ουκ εξουδένωσεν. 35 αινεσάτωσαν αυτόν οι ουρανοί και η γη, θάλασσα και πάντα τα έρποντα εν αυτη. 36 ότι ο Θεός σώσει την Σιών, και οικοδομηθήσονται αι πόλεις της Ιουδαίας, και κατοικήσουσιν εκεί και κληρονομήσουσιν αυτήν· 37 και το σπέρμα των δούλων αυτού καθέξουσιν αυτήν, και οι αγαπώντες το όνομά σου κατασκηνώσουσιν εν αυτη.

ΞΘ (Ο) 69. Εις το τέλος· τω Δαυϊδ εις ανάμνησιν, εις το σώσαί με Κύριον. 2 Ο ΘΕΟΣ, εις την βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εις το βοηθήσαί μοι σπεύσον. 3 αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου· αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω και καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοί μου κακά· 4 αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντές μοι· εύγε εύγε. 5 αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί σοί πάντες οι ζητούντές σε, ο Θεός, και λεγέτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου. 6 εγώ δε πτωχός ειμι και πένης· ο Θεός, βοήθησόν μοι. βοηθός μου και ρύστης μου ει συ· Κύριε, μη χρονίσης.

Ο (ΟΑ) 70. Τω Δαυϊδ· υιών Ιωναδάβ και των πρώτων αιχμαλωτισθέντων. ΕΠΙ ΣΟΙ, Κύριε, ήλπισα, μη καταισχυνθείην εις τον αιώνα. 2 εν τη δικαιοσύνη σου ύρύσαί με και εξελού με, κλίνον προς με το ους σου και σώσόν με. 3 γενού μοι εις Θεόν υπερασπιστήν και εις τόπον οχυρόν του σώσαί με, ότι στερέωμά μου και καταφυγή μου ει συ. 4 ο Θεός μου, ρύσαί με εκ χειρός αμαρτωλού, εκ χειρός παρανομούντος και αδικούντος· 5 ότι συ ει η υπομονή μου, Κύριε· Κύριε, η ελπίς μου εκ νεότητός μου, 6 επί σε επεστηρίχθην από γαστρός, εκ κοιλίας μητρός μου συ μου ει σκεπαστής· εν σοί η ύμνησίς μου διαπαντός. 7
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1090

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ωσεί τέρας εγενήθην τοις πολλοίς, και συ βοηθός κραταιός. 8 πληρωθήτω το στόμα μου αινέσεως, όπως υμνήσω την δόξαν σου, όλην την ημέραν την μεγαλοπρέπειάν σου. 9 μη απορρίψης με εις καιρόν γήρως, εν τω εκλείπειν την ισχύν μου μη εγκαταλίπης με. 10 ότι είπαν οι εχθροί μου εμοί και οι φυλάσσοντες την ψυχήν μου εβουλεύσαντο επί το αυτό 11 λέγοντες· ο Θεός εγκατέλιπεν αυτόν· καταδιώξατε και καταλάβετε αυτόν, ότι ουκ έστιν ο ρυόμενος. 12 ο Θεός μου, μη μακρύνης απ ‘ εμού· ο Θεός μου, εις την βοήθειάν μου πρόσχες. 13 αισχυνθήτωσαν και εκλιπέτωσαν οι ενδιαβάλλοντες την ψυχήν μου, περιβαλλέσθωσαν αισχύνην και εντροπήν οι ζητούντες τα κακά μοι. 14 εγώ δε διαπαντός ελπιώ επί σε και προσθήσω επί πάσαν την αίνεσίν σου. 15 το στόμα μου εξαγγελεί την δικαιοσύνην σου, όλην την ημέραν την σωτηρίαν σου, ότι ουκ έγνων γραμματείας. 16 εισελεύσομαι εν δυναστεία Κυρίου· Κύριε, μνησθήσομαι της δικαιοσύνης σου μόνου. 17 ο Θεός, α εδίδαξάς με εκ νεότητός μου, και μέχρι του νυν απαγγελώ τα θαυμάσιά σου. 18 και έως γήρως και πρεσβείου, ο Θεός, μη εγκαταλίπης με, έως αν απαγγελώ τον βραχίονά σου τη γενεά πάση τη επερχομένη, 19 την δυναστείαν σου και την δικαιοσύνην σου. ο Θεός, έως υψίστων α εποίησας μεγαλεία· ο Θεός, τις όμοιός σοι; 20 όσας έδειξάς μοι θλίψεις πολλάς και κακάς, και επιστρέψας εζωοποίησάς με, και εκ των αβύσσων της γης πάλιν ανήγαγές με. 21 επλεόνασας επ ‘ εμέ την μεγαλωσύνην σου και επιστρέψας παρεκάλεσάς με και εκ των αβύσσων της γης πάλιν ανήγαγές με. 22 και γαρ εγώ εξομολογήσομαί σοι εν σκεύει ψαλμού την αλήθειάν σου, ο Θεός· ψαλώ σοι εν κιθάρα, ο άγιος του Ισραήλ. 23 αγαλλιάσονται τα χείλη μου, όταν ψάλω σοι, και η ψυχή μου, ην ελυτρώσω. 24 έτι δε και η γλώσσά μου όλην την ημέραν μελετήσει την δικαιοσύνην σου, όταν αισχυνθώσι και εντραπώσιν οι ζητούντες τα κακά μοι.

ΟΑ (ΟΒ) 71. Εις Σαλωμών. Ο ΘΕΟΣ, το κρίμα σου τω βασιλεί δος και την δικαιοσύνην σου τω υιω του βασιλέως 2 κρίνειν τον λαόν σου εν δικαιοσύνη και τους πτωχούς σου εν κρίσει. 3 αναλαβέτω τα όρη ειρήνην τω λαω σου και οι βουνοί δικαιοσύνην. 4 κρινεί τους πτωχούς του λαού και σώσει τους υιούς των πενήτων και ταπεινώσει συκοφάντην 5 και συμπαραμενεί τω ηλίω και προ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1091

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

της σελήνης γενεάς γενεών. 6 καταβήσεται ως υετός επί πόκον και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην. 7 ανατελεί εν ταις ημέραις αυτού δικαιοσύνη και πλήθος ειρήνης, έως ου ανταναιρεθή η σελήνη. 8 και κατακυριεύσει από θαλάσσης έως θαλάσσης και από ποταμών έως περάτων της οικουμένης. 9 ενώπιον αυτού προπεσούνται Αιθίοπες, και οι εχθροί αυτού χουν λείξουσι. 10 βασιλείς Θαρσίς και νήσοι δώρα προσοίσουσι, βασιλείς Αράβων και Σαβά δώρα προσάξουσι. 11 και προσκυνήσουσιν αυτω πάντες οι βασιλείς της γης, πάντα τα έθνη δουλεύσουσιν αυτω. 12 ότι ερρύσατο πτωχόν εκ δυνάστου και πένητα, ω ουχ υπήρχε βοηθός. 13 φείσεται πτωχού και πένητος και ψυχάς πενήτων σώσει. 14 εκ τόκου και εξ αδικίας λυτρώσεται τας ψυχάς αυτών, και έντιμον το όνομα αυτού ενώπιον αυτών. 15 και ζήσεται, και δοθήσεται αυτω εκ του χρυσίου της Αραβίας, και προσεύξονται περί αυτού διαπαντός, όλην την ημέραν ευλογήσουσιν αυτόν. 16 έσται στήριγμα εν τη γη επ ‘ άκρων των ορέων· υπεραρθήσεται υπέρ τον Λίβανον ο καρπός αυτού, και εξανθήσουσιν εκ πόλεως ωσεί χόρτος της γης. 17 έσται το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας, προ του ηλίου διαμένει το όνομα αυτού· και ενευλογηθήσονται εν αυτω πάσαι αι φυλαί της γης, πάντα τα έθνη μακαριούσιν αυτόν. 18 ευλογητός Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, ο ποιών θαυμάσια μόνος, 19 και ευλογητόν το όνομα της δόξης αυτού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος, και πληρωθήσεται της δόξης αυτού πάσα η γη. γένοιτο, γένοιτο. Εξέλιπον οι ύμνοι Δαυϊδ του υιού Ιεσσαί.

ΟΒ (ΟΓ) 72. Ψαλμός τω Ασάφ. ΩΣ ΑΓΑΘΟΣ ο Θεός τω Ισραήλ, τοις ευθέσι τη καρδία. 2 εμού δε παραμικρόν εσαλεύθησαν οι πόδες, παρ ‘ ολίγον εξεχύθη τα διαβήματά μου. 3 ότι εζήλωσα επί τοις ανόμοις ειρήνην αμαρτωλών θεωρών, 4 ότι ουκ έστιν ανάνευσις εν τω θανάτω αυτών και στερέωμα εν τη μάστιγι αυτών· 5 εν κόποις ανθρώπων ουκ εισί και μετά ανθρώπων ου μαστιγωθήσονται. 6 δια τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία, περιεβάλοντο αδικίαν και ασέβειαν εαυτών. 7 εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών, διήλθον εις διάθεσιν καρδίας· 8 διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία, αδικίαν εις το ύψος ελάλησαν· 9 έθεντο εις ουρανόν το στόμα αυτών, και η γλώσσα αυτών διήλθεν επί της γης. 10 δια τούτο επιστρέψει ο λαός μου ενταύθα, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1092

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ημέραι πλήρεις ευρεθήσονται εν αυτοίς. 11 και είπαν· Πως έγνω ο Θεός; και ει έστι γνώσις εν τω Υψίστω; 12 ιδού ούτοι οι αμαρτωλοί και ευθηνούντες· εις τον αιώνα κατέσχον πλούτου. 13 και είπα· άρα ματαίως εδικαίωσα την καρδίαν μου και ενιψάμην εν αθώοις τας χείράς μου· 14 και εγενόμην μεμαστιγωμένος όλην την ημέραν, και ο έλεγχός μου εις τας πρωϊας. 15 ει έλεγον· διηγήσομαι ούτως, ιδού τη γενεά των υιών σου ησυνθέτηκα. 16 και υπέλαβον του γνώναι τούτο· κόπος εστίν ενώπιόν μου, 17 έως εισέλθω εις το αγιαστήριον του Θεού και συνώ εις τα έσχατα αυτών. 18 πλήν δια τας δολιότητας αυτών έθου αυτοίς κακά, κατέβαλες αυτούς εν τω επαρθήναι. 19 Πως εγένοντο εις ερήμωσιν εξάπινα· εξέλιπον, απώλοντο δια την ανομίαν αυτών. 20 ωσεί ενύπνιον εξεγειρομένου, Κύριε, εν τη πόλει σου την εικόνα αυτών εξουδενώσεις. 21 ότι εξεκαύθη η καρδία μου, και οι νεφροί μου ηλλοιώθησαν, 22 καγώ εξουδενωμένος και ουκ έγνων, κτηνώδης εγενόμην παρά σοι. 23 καγώ διαπαντός μετά σου, εκράτησας της χειρός της δεξιάς μου 24 και εν τη βουλή σου ωδήγησάς με και μετά δόξης προσελάβου με. 25 τι γαρ μοι υπάρχει εν τω ουρανω, και παρά σου τι ηθέλησα επί της γης; 26 εξέλιπεν η καρδία μου και η σάρξ μου, ο Θεός της καρδίας μου και η μερίς μου ο Θεός εις τον αιώνα. 27 ότι ιδού οι μακρύνοντες εαυτούς από σου απολούνται, εξωλόθρευσας πάντα τον πορνεύοντα από σου. 28 εμοί δε το προσκολλάσθαι τω Θεω αγαθόν εστι, τίθεσθαι εν τω Κυρίω την ελπίδα μου του εξαγγείλαί με πάσας τας αινέσεις σου εν ταις πύλαις της θυγατρός Σιών.

ΟΓ (ΟΔ) 73. Συνέσεως τω Ασάφ. ΙΝΑΤΙ απώσω, ο Θεός, εις τέλος; ωργίσθη ο θυμός σου επί πρόβατα νομής σου; 2 μνήσθητι της συναγωγής σου, ης εκτήσω απ ‘ αρχής· ελυτρώσω ράβδον κληρονομίας σου, όρος Σιών τούτο, ό κατεσκήνωσας εν αυτω. 3 έπαρον τας χείράς σου επί τας υπερηφανίας αυτών εις τέλος, όσα επονηρεύσατο ο εχθρός εν τοις αγίοις σου. 4 και ενεκαυχήσαντο οι μισούντές σε εν μέσω της εορτής σου, έθεντο τα σημεία αυτών σημεία και ουκ έγνωσαν. 5 ως εις την έξοδον υπεράνω, 6 ως εν δρυμω ξύλων αξίναις εξέκοψαν τας θύρας αυτής επί το αυτό εν πελέκει και λαξευτηρίω κατέρραξαν αυτήν. 7 ενεπύρισαν εν πυρί το αγιαστήριόν σου, εις την γην εβεβήλωσαν το σκήνωμα του ονόματός σου. 8 είπαν εν τη καρδία αυτών αι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1093

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

συγγένειαι αυτών επί το αυτό· δεύτε και καταπαύσωμεν πάσας τας εορτάς του Θεού από της γης. 9 τα σημεία αυτών ουκ είδομεν, ουκ έστιν έτι προφήτης, και ημάς ου γνώσεται έτι. 10 έως πότε, ο Θεός, ονειδιεί ο εχθρός, παροξυνεί ο υπεναντίος το όνομά σου εις τέλος; 11 ινατί αποστρέφεις την χείρά σου και την δεξιάν σου εκ μέσου του κόλπου σου εις τέλος; 12 ο δε Θεός βασιλεύς ημών προ αιώνων, ειργάσατο σωτηρίαν εν μέσω της γης. 13 συ εκραταίωσας εν τη δυνάμει σου την θάλασσαν, συ συνέτριψας τας κεφαλάς των δρακόντων επί του ύδατος. 14 συ συνέθλασας την κεφαλήν του δράκοντος, έδωκας αυτόν βρώμα λαοίς τοις Αιθίοψι. 15 συ διέρρηξας πηγάς και χειμάρρους, συ εξήρανας ποταμούς ‘Ηθάμ. 16 σή εστιν η ημέρα, και σή εστιν η νύξ, συ κατηρτίσω φαύσιν και ήλιον. 17 συ εποίησας πάντα τα ωραία της γης· θέρος και έαρ, συ έπλασας αυτά. 18 μνήσθητι ταύτης· εχθρός ωνείδισε τον Κύριον, και λαός άφρων παρώξυνε το όνομά σου. 19 μη παραδως τοις θηρίοις ψυχήν εξομολογουμένην σοι, των ψυχών των πενήτων σου μη επιλάθη εις τέλος. 20 επίβλεψον εις την διαθήκην σου, ότι επληρώθησαν οι εσκοτισμένοι της γης οίκων ανομιών. 21 μη αποστραφήτω τεταπεινωμένος και κατησχυμένος· πτωχός και πένης αινέσουσι το όνομά σου. 22 ανάστα, ο Θεός, δίκασον την δίκην σου· μνήσθητι του ονειδισμού σου του υπό άφρονος όλην την ημέραν. 23 μη επιλάθη της φωνής των ικετών σου· η υπερηφανία των μισούντων σε ανέβη δια παντός.

ΟΔ (ΟΕ) 74. Εις το τέλος· μη διαφθείρης· ψαλμός ωδής τω Ασάφ. 2 ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΕΘΑ σοι, ο Θεός, εξομολογησόμεθά σοι και επικαλεσόμεθα το όνομά σου. 3 διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσιά σου, όταν λάβω καιρόν· εγώ ευθύτητας κρινώ. 4 ετάκη η γη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτη, εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής. (διάψαλμα). 5 είπα τοις παρανομούσι· μη παρανομείτε, και τοις αμαρτάνουσι· μη υψούτε κέρας, 6 μη επαίρετε εις ύψος το κέρας υμών και μη λαλείτε κατά του Θεού αδικίαν. 7 ότι ούτε εξ εξόδων ούτε από δυσμών ούτε από ερήμων ορέων, 8 ότι ο Θεός κριτής εστι, τούτον ταπεινοί και τούτον υψοί. 9 ότι ποτήριον εν χειρί Κυρίου οίνου ακράτου πλήρες κεράσματος. και έκλινεν εκ τούτου εις τούτο, πλήν ο τρυγίας αυτού ουκ εξεκενώθη, πίονται
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1094

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πάντες οι αμαρτωλοί της γης· 10 εγώ δε αγαλλιάσομαι εις τον αιώνα, ψαλώ τω Θεω Ιακώβ· και πάντα τα κέρατα των αμαρτωλών συνθλάσω, και υψωθήσεται τα κέρατα του δικαίου.

ΟΕ (ΟΣΤ) 75. Εις το τέλος, εν ύμνοις· ψαλμός τω Ασάφ, ωδή προς τον Ασσύριον. 2 ΓΝΩΣΤΟΣ εν τη Ιουδαία ο Θεός, εν τω Ισραήλ μέγα το όνομα αυτού. 3 και εγενήθη εν ειρήνη ο τόπος αυτού, και το κατοικητήριον αυτού εν Σιών· 4 εκεί συνέτριψε τα κράτη των τόξων, όπλον και ρομφαίαν και πόλεμον. (διάψαλμα). 5 φωτίζεις συ θαυμαστώς από ορέων αιωνίων· 6 εταράχθησαν πάντες οι ασύνετοι τη καρδία, ύπνωσαν ύπνον αυτών και ουχ εύρον ουδέν πάντες οι άνδρες του πλούτου ταις χερσίν αυτών. 7 από επιτιμήσεώς σου, ο Θεός Ιακώβ, ενύσταξαν οι επιβεβηκότες τοις ίπποις. 8 συ φοβερός ει, και τις αντιστήσεταί σοι; από τότε η οργή σου. 9 εκ του ουρανού ηκούτισας κρίσιν, γη εφοβήθη και ησύχασεν 10 εν τω αναστήναι εις κρίσιν τον Θεόν του σώσαι πάντας τους πραείς της γης. (διάψαλμα). 11 ότι ενθύμιον ανθρώπου εξομολογήσεταί σοι, και εγκατάλειμμα ενθυμίου εορτάσει σοι. 12 εύξασθε και απόδοτε Κυρίω τω Θεω ημών· πάντες οι κύκλω αυτού οίσουσι δώρα 13 τω φοβερω και αφαιρουμένω πνεύματα αρχόντων, φοβερω παρά τοις βασιλεύσι της γης.

ΟΣΤ (ΟΖ) 76. Εις το τέλος, υπέρ Ιδιθούν· ψαλμός τω Ασάφ. 2 ΦΩΝ… μου προς Κύριον εκέκραξα, φωνή μου προς τον Θεόν, και προσέσχε μοι. 3 εν ημέρα θλίψεώς μου τον Θεόν εξεζήτησα, ταις χερσί μου νυκτός εναντίον αυτού, και ουκ ηπατήθην· απηνήνατο παρακληθήναι η ψυχή μου. 4 εμνήσθην του Θεού και ευφράνθην· ηδολέσχησα, και ωλιγοψύχησε το πνεύμά μου. (διάψαλμα). 5 προκατελάβοντο φυλακάς οι οφθαλμοί μου, εταράχθην και ουκ ελάλησα. 6 διελογισάμην ημέρας αρχαίας, και έτη αιώνια εμνήσθην και εμελέτησα· 7 νυκτός μετά της καρδίας μου ηδολέσχουν, και έσκαλλε το πνεύμά μου. 8 μη εις τους αιώνας απώσεται Κύριος και ου προσθήσει του ευδοκήσαι έτι; 9 ή εις τέλος το έλεος αυτού αποκόψει; συνετέλεσε ρήμα από γενεάς εις γενεάν; 10 μη επιλήσεται
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1095

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του οικτειρήσαι ο Θεός; ή συνέξει εν τη οργή αυτού τους οικτιρμούς αυτού; (διάψαλμα). 11 και είπα· νυν ηρξάμην, αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου. 12 εμνήσθην των έργων Κυρίου, ότι μνησθήσομαι από της αρχής των θαυμασίων σου 13 και μελετήσω εν πάσι τοις έργοις σου και εν τοις επιτηδεύμασί σου αδολεσχήσω. 14 ο Θεός, εν τω αγίω η οδός σου· τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; 15 συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια, εγνώρισας εν τοις λαοίς την δύναμίν σου· 16 ελυτρώσω εν τω βραχίονί σου τον λαόν σου, τους υιούς Ιακώβ και Ιωσήφ. (διάψαλμα). 17 είδοσάν σε ύδατα, ο Θεός, είδοσάν σε ύδατα και εφοβήθησαν, εταράχθησαν άβυσσοι, 18 πλήθος ήχους υδάτων, φωνήν έδωκαν αι νεφέλαι, και γαρ τα βέλη σου διαπορεύονται· 19 φωνή της βροντής σου εν τω τροχω, έφαναν αι αστραπαί σου τη οικουμένη, εσαλεύθη και έντρομος εγενήθη η γη. 20 εν τη θαλάσση αι οδοί σου, και αι τρίβοι σου εν ύδασι πολλοίς, και τα ίχνη σου ου γνωσθήσονται. 21 ωδήγησας ως πρόβατα τον λαόν σου εν χειρί Μωϋσή και Ααρών.

ΟΖ (ΟΗ) 77. Συνέσεως τω Ασάφ. ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ, λαός μου, τω νόμω μου, κλίνατε το ους υμών εις τα ρήματα του στόματός μου· 2 ανοίξω εν παραβολαίς το στόμα μου, φθέγξομαι προβλήματα απ ‘ αρχής. 3 όσα ηκούσαμεν και έγνωμεν αυτά και οι πατέρες ημών διηγήσαντο ημίν, 4 ουκ εκρύβη από των τέκνων αυτών εις γενεάν ετέραν, απαγγέλλοντες τας αινέσεις Κυρίου και τας δυναστείας αυτού και τα θαυμάσια αυτού, α εποίησε. 5 και ανέστησε μαρτύριον εν Ιακώβ και νόμον έθετο εν Ισραήλ, όσα ενετείλατο τοις πατράσιν ημών του γνωρίσαι αυτά τοις υιοίς αυτών, 6 όπως αν γνω γενεά ετέρα, υιοί οι τεχθησόμενοι, και αναστήσονται και απαγγελούσιν αυτά τοις υιοίς αυτών· 7 ίνα θώνται επί τον Θεόν την ελπίδα αυτών και μη επιλάθωνται των έργων του Θεού και τας εντολάς αυτού εκζητήσωσιν· 8 ίνα μη γένωνται ως οι πατέρες αυτών, γενεά σκολιά και παραπικραίνουσα, γενεά, ήτις ου κατηύθυνε την καρδίαν εαυτής και ουκ επιστώθη μετά του Θεού το πνεύμα αυτής. 9 υιοί Εφραίμ εντείνοντες και βάλλοντες τόξοις εστράφησαν εν ημέρα πολέμου. 10 ουκ εφύλαξαν την διαθήκην του Θεού και εν τω νόμω αυτού ουκ ηβουλήθησαν πορεύεσθαι. 11 και επελάθοντο των ευεργεσιών αυτού και των θαυμασίων αυτού, ων έδειξεν αυτοίς, 12 εναντίον των πατέρων αυτών α εποίησε θαυμάσια
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1096

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εν γη Αιγύπτω, εν πεδίω Τάνεως. 13 διέρρηξε θάλασσαν και διήγαγεν αυτούς, παρέστησεν ύδατα ωσεί ασκόν 14 και ωδήγησεν αυτούς εν νεφέλη ημέρας και όλην την νύκτα εν φωτισμω πυρός. 15 διέρρηξε πέτραν εν ερήμω και επότισεν αυτούς ως εν αβύσσω πολλή 16 και εξήγαγεν ύδωρ εκ πέτρας και κατήγαγεν ως ποταμούς ύδατα. 17 και προσέθεντο έτι του αμαρτάνειν αυτω, παρεπίκραναν τον Ύψιστον εν ανύδρω 18 και εξεπείρασαν τον Θεόν εν ταις καρδίαις αυτών, του αιτήσαι βρώματα ταις ψυχαίς αυτών 19 και κατελάλησαν του Θεού και είπαν· μη δυνήσεται ο Θεός ετοιμάσαι τράπεζαν εν ερήμω; 20 επεί επάταξε πέτραν και ερρύησαν ύδατα και χείμαρροι κατεκλύσθησαν, μη και άρτον δύναται δούναι ή ετοιμάσαι τράπεζαν τω λαω αυτού; 21 δια τούτο ήκουσε Κύριος και ανεβάλετο, και πυρ ανήφθη εν Ιακώβ, και οργή ανέβη επί τον Ισραήλ, 22 ότι ουκ επίστευσαν εν τω Θεω ουδέ ήλπισαν επί το σωτήριον αυτού. 23 και ενετείλατο νεφέλαις υπεράνωθεν και θύρας ουρανού ανέωξε 24 και έβρεξεν αυτοίς μάννα φαγείν και άρτον ουρανού έδωκεν αυτοίς· 25 άρτον αγγέλων έφαγεν άνθρωπος, επισιτισμόν απέστειλεν αυτοίς εις πλησμονήν. 26 απήρε Νότον εξ ουρανού και επήγαγεν εν τη δυνάμει αυτού Λίβα 27 και έβρεξεν επ ‘ αυτούς ωσεί χουν σάρκας και ωσεί άμμον θαλασσών πετεινά πτερωτά, 28 και επέπεσον εν μέσω παρεμβολής αυτών κύκλω των σκηνωμάτων αυτών, 29 και έφαγον και ενεπλήσθησαν σφόδρα, και την επιθυμίαν αυτών ήνεγκεν αυτοίς, 30 ουκ εστερήθησαν από της επιθυμίας αυτών. έτι της βρώσεως ούσης εν τω στόματι αυτών, 31 και η οργή του Θεού ανέβη επ ‘ αυτούς, και απέκτεινεν εν τοις πλείοσιν αυτών, και τους εκλεκτούς του Ισραήλ συνεπόδισεν. 32 εν πάσι τούτοις ήμαρτον έτι και ουκ επίστευσαν εν τοις θαυμασίοις αυτού, 33 και εξέλιπον εν ματαιότητι αι ημέραι αυτών και τα έτη αυτών μετά σπουδής. 34 όταν απέκτειναν αυτούς, τότε εξεζήτουν αυτόν και επέστρεφον και ώρθριζον προς τον Θεόν 35 και εμνήσθησαν ότι ο Θεός βοηθός αυτών εστι και ο Θεός ο Ύψιστος λυτρωτής αυτών εστι. 36 και ηγάπησαν αυτόν εν τω στόματι αυτών και τη γλώσση αυτών εψεύσαντο αυτω, 37 η δε καρδία αυτών ουκ ευθεία μετ ‘ αυτού, ουδέ επιστώθησαν εν τη διαθήκη αυτού. 38 αυτός δε εστιν οικτίρμων και ιλάσκεται ταις αμαρτίαις αυτών και ου διαφθερεί και πληθυνεί του αποστρέψαι τον θυμόν αυτού και ουχί εκκαύσει πάσαν την οργήν αυτού. 39 και εμνήσθη ότι σάρξ εισι, πνεύμα πορευόμενον και ουκ επιστρέφον. 40 ποσάκις παρεπίκραναν αυτόν εν τη ερήμω, παρώργισαν αυτόν εν γη ανύδρω; 41 και επέστρεψαν και επείρασαν τον Θεόν και τον άγιον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1097

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του Ισραήλ παρώξυναν. 42 και ουκ εμνήσθησαν της χειρός αυτού, ημέρας, ης ελυτρώσατο αυτούς εκ χειρός θλίβοντος, 43 ως έθετο εν Αιγύπτω τα σημεία αυτού και τα τέρατα αυτού εν πεδίω Τάνεως. 44 και μετέστρεψεν εις αίμα τους ποταμούς αυτών και τα ομβρήματα αυτών, όπως μη πίωσιν· 45 εξαπέστειλεν εις αυτούς κυνόμυιαν, και κατέφαγεν αυτούς, και βάτραχον, και διέφθειρεν αυτούς· 46 και έδωκε τη ερυσίβη τους καρπούς αυτών και τους πόνους αυτών τη ακρίδι· 47 απέκτεινεν εν χαλάζη την άμπελον αυτών και τας συκαμίνους αυτών εν τη πάχνη· 48 και παρέδωκεν εις χάλαζαν τα κτήνη αυτών και την ύπαρξιν αυτών τω πυρί· 49 εξαπέστειλεν εις αυτούς οργήν θυμού αυτού, θυμόν και οργήν και θλίψιν, αποστολήν δι ‘ αγγέλων πονηρών. 50 ωδοποίησε τρίβον τη οργή αυτού και ουκ εφείσατο από θανάτου των ψυχών αυτών και τα κτήνη αυτών εις θάνατον συνέκλεισε 51 και επάταξε παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω, απαρχήν παντός πόνου αυτών εν τοις σκηνώμασι Χαμ, 52 και απήρεν ως πρόβατα τον λαόν αυτού και ανήγαγεν αυτούς ωσεί ποίμνιον εν ερήμω 53 και ωδήγησεν αυτούς επ ‘ ελπίδι, και ουκ εδειλίασαν, και τους εχθρούς αυτών εκάλυψε θάλασσα. 54 και εισήγαγεν αυτούς εις όρος αγιάσματος αυτού, όρος τούτο, ό εκτήσατο η δεξιά αυτού, 55 και εξέβαλεν από προσώπου αυτών έθνη και εκληροδότησεν αυτούς εν σχοινίω κληροδοσίας και κατεσκήνωσεν εν τοις σκηνώμασιν αυτών τας φυλάς του Ισραήλ. 56 και επείρασαν και παρεπίκραναν τον Θεόν τον Ύψιστον και τα μαρτύρια αυτού ουκ εφυλάξαντο 57 και απέστρεψαν και ηθέτησαν, καθώς και οι πατέρες αυτών, μετεστράφησαν εις τόξον στρεβλόν 58 και παρώργισαν αυτόν εν τοις βουνοίς αυτών, και εν τοις γλυπτοίς αυτών παρεζήλωσαν αυτόν. 59 ήκουσεν ο Θεός και υπερείδε και εξουδένωσε σφόδρα τον Ισραήλ. 60 και απώσατο την σκηνήν Σιλώμ, σκήνωμα, ό κατεσκήνωσεν εν ανθρώποις. 61 και παρέδωκεν εις αιχμαλωσίαν την ισχύν αυτών και την καλλονήν αυτών εις χείρα εχθρών 62 και συνέκλεισεν εν ρομφαία τον λαόν αυτού και την κληρονομίαν αυτού υπερείδε. 63 τους νεανίσκους αυτών κατέφαγε πυρ, και αι παρθένοι αυτών ουκ επενθήθησαν· 64 οι ιερείς αυτών εν ρομφαία έπεσον, και αι χήραι αυτών ου κλαυθήσονται. 65 και εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος, ως δυνατός κεκραιπαληκώς εξ οίνου, 66 και επάταξε τους εχθρούς αυτού εις τα οπίσω, όνειδος αιώνιον έδωκεν αυτοίς. 67 και απώσατο το σκήνωμα Ιωσήφ και την φυλήν Εφραίμ ουκ εξελέξατο· 68 και εξελέξατο την φυλήν Ιούδα, το όρος το Σιών, ό ηγάπησε, 69 και ωκοδόμησεν ως μονοκέρωτος το αγίασμα αυτού, εν τη γη εθεμελίωσεν αυτήν εις τον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1098

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αιώνα. 70 και εξελέξατο Δαυϊδ τον δούλον αυτού και ανέλαβεν αυτόν εκ των ποιμνίων των προβάτων, 71 εξόπισθεν των λοχευομένων έλαβεν αυτόν ποιμαίνειν Ιακώβ τον δούλον αυτού και Ισραήλ την κληρονομίαν αυτού 72 και εποίμανεν αυτούς εν τη ακακία της καρδίας αυτού, και εν τη συνέσει των χειρών αυτού ωδήγησεν αυτούς.

ΟΗ (ΟΘ) 78. Ψαλμός τω Ασάφ. Ο ΘΕΟΣ, ήλθοσαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιόν σου, έθεντο Ιερουσαλήμ ως οπωροφυλάκιον. 2 έθεντο τα θνησιμαία των δούλων σου βρώματα τοις πετεινοίς του ουρανού, τας σάρκας των οσίων σου τοις θηρίοις της γης· 3 εξέχεαν το αίμα αυτών ωσεί ύδωρ κύκλω Ιερουσαλήμ, και ουκ ην ο θάπτων. 4 εγενήθημεν όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών. 5 έως πότε, Κύριε, οργισθήση εις τέλος, εκκαυθήσεται ως πυρ ο ζήλός σου; 6 έκχεον την οργήν σου επί τα έθνη τα μη γινώσκοντά σε και επί βασιλείας, αι το όνομά σου ουκ επεκαλέσαντο, 7 ότι κατέφαγον τον Ιακώβ, και τον τόπον αυτού ηρήμωσαν. 8 μη μνησθής ημών ανομιών αρχαίων· ταχύ προκαταλαβέτωσαν ημάς οι οικτιρμοί σου, Κύριε, ότι επτωχεύσαμεν σφόδρα. 9 βοήθησον ημίν, ο Θεός, ο σωτήρ ημών· ένεκεν της δόξης του ονόματός σου, Κύριε, ρύσαι ημάς και ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών ένεκα του ονόματός σου, 10 μη ποτε είπωσι τα έθνη· που έστιν ο Θεός αυτών; και γνωσθήτω εν τοις έθνεσιν ενώπιον των οφθαλμών ημών η εκδίκησις του αίματος των δούλων σου του εκκεχυμένου. 11 εισελθέτω ενώπιόν σου ο στεναγμός των πεπεδημένων, κατά την μεγαλωσύνην του βραχίονός σου περιποίησαι τους υιούς των τεθανατωμένων. 12 απόδος τοις γείτοσιν ημών επταπλασίονα εις τον κόλπον αυτών τον ονειδισμόν αυτών, ον ωνείδισάν σε, Κύριε. 13 ημείς δε λαός σου και πρόβατα νομής σου ανθομολογησόμεθά σοι εις τον αιώνα, εις γενεάν και γενεάν εξαγγελούμεν την αίνεσίν σου.

ΟΘ (Π) 79. Εις το τέλος, υπέρ των αλλοιωθησομένων· μαρτύριον τω Ασάφ, ψαλμός υπέρ του Ασσυρίου. 2 Ο ΠΟΙΜΑΙΝΩΝ τον Ισραήλ, πρόσχες, ο οδηγών ωσεί πρόβατα τον Ιωσήφ. ο καθήμενος επί των Χερουβίμ, εμφάνηθι. 3 εναντίον Εφραίμ και Βενιαμίν και Μανασσή εξέγειρον την
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1099

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

δυναστείαν σου και ελθέ εις το σώσαι ημάς. 4 ο Θεός, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπόν σου και σωθησόμεθα. 5 Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, έως πότε οργίζη επί την προσευχήν των δούλων σου; 6 ψωμιείς ημάς άρτον δακρύων; και ποτιείς ημάς εν δάκρυσιν εν μέτρω; 7 έθου ημάς εις αντιλογίαν τοις γείτοσιν ημών, και οι εχθροί ημών εμυκτήρισαν ημάς. 8 Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπόν σου, και σωθησόμεθα. (διάψαλμα). 9 άμπελον εξ Αιγύπτου μετηρας, εξέβαλες έθνη και κατεφύτευσας αυτήν· 10 ωδοποίησας έμπροσθεν αυτής και κατεφύτευσας τας ρίζας αυτής, και επλήρωσε την γην. 11 εκάλυψεν όρη η σκιά αυτής και αι αναδενδράδες αυτής τας κέδρους του Θεού· 12 εξέτεινε τα κλήματα αυτής έως θαλάσσης και έως ποταμών τας παραφυάδας αυτής. 13 ινατί καθείλες τον φραγμόν αυτής και τρυγώσιν αυτήν πάντες οι παραπορευόμενοι την οδόν; 14 ελυμήνατο αυτήν ύς εκ δρυμού, και μονιός άγριος κατενεμήσατο αυτήν. 15 ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον δη, και επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψαι την άμπελον ταύτην 16 και κατάρτισαι αυτήν, ην εφύτευσεν η δεξιά σου, και επί υιόν ανθρώπου, ον εκραταίωσας σεαυτω. 17 εμπεπυρισμένη πυρί και ανεσκαμμένη· από επιτιμήσεως του προσώπου σου απολούνται. 18 γενηθήτω η χείρ σου επ ‘ άνδρα δεξιάς σου και επί υιόν ανθρώπου, ον εκραταίωσας σεαυτω· 19 και ου μη αποστώμεν από σου, ζωώσεις ημάς, και το όνομά σου επικαλεσόμεθα. 20 Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπόν σου, και σωθησόμεθα.

Π (ΠΑ) 80. Εις το τέλος, υπέρ των ληνών· ψαλμός τω Ασάφ. 2 ΑΓΑΛΛΙΑΣΘΕ τω Θεω τω βοηθω ημών, αλαλάξατε τω Θεω Ιακώβ· 3 λάβετε ψαλμόν και δότε τύμπανον, ψαλτήριον τερπνόν μετά κιθάρας· 4 σαλπίσατε εν νεομηνία σάλπιγγι, εν ευσήμω ημέρα εορτής υμών· 5 ότι πρόσταγμα τω Ισραήλ εστι και κρίμα τω Θεω Ιακώβ. 6 μαρτύριον εν τω Ιωσήφ έθετο αυτόν εν τω εξελθείν αυτόν εκ γης Αιγύπτου· γλώσσαν, ην ουκ έγνω, ήκουσεν· 7 απέστησεν από άρσεων τον νώτον αυτού, αι χείρες αυτού εν τω κοφίνω εδούλευσαν. 8 εν θλίψει επεκαλέσω με, και ερρυσάμην σε· επήκουσά σου εν αποκρύφω καταιγίδος, εδοκίμασά σε επί ύδατος αντιλογίας. (διάψαλμα). 9 άκουσον, λαός μου, και διαμαρτύρομαί σοι, Ισραήλ, εάν ακούσης μου, 10 ουκ έσται εν σοί Θεός πρόσφατος, ουδέ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1100

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

προσκυνήσεις Θεω αλλοτρίω· 11 εγώ γαρ ειμι Κύριος ο Θεός σου ο αναγαγών σε εκ γης Αιγύπτου· πλάτυνον το στόμα σου, και πληρώσω αυτό. 12 και ουκ ήκουσεν ο λαός μου της φωνής μου, και Ισραήλ ου προσέσχε μοι· 13 και εξαπέστειλα αυτούς κατά τα επιτηδεύματα των καρδιών αυτών, πορεύσονται εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών. 14 ει ο λαός μου ήκουσέ μου, Ισραήλ ταις οδοίς μου ει επορεύθη, 15 εν τω μηδενί αν τους εχθρούς αυτών εταπείνωσα και επί τους θλίβοντας αυτούς επέβαλον αν την χείρά μου. 16 οι εχθροί Κυρίου εψεύσαντο αυτω, και έσται ο καιρός αυτών εις τον αιώνα. 17 και εψώμισεν αυτούς εκ στέατος πυρού και εκ πέτρας μέλι εχόρτασεν αυτούς.

ΠΑ (ΠΒ) 81. Ψαλμός τω Ασάφ. Ο ΘΕΟΣ έστη εν συναγωγή θεών, εν μέσω δε θεούς διακρινεί. 2 έως πότε κρίνετε αδικίαν και πρόσωπα αμαρτωλών λαμβάνετε; (διάψαλμα). 3 κρίνατε ορφανω και πτωχω, ταπεινόν και πένητα δικαιώσατε· 4 εξέλεσθε πένητα και πτωχόν, εκ χειρός αμαρτωλού ρύσασθε αυτόν. 5 ουκ έγνωσαν ουδέ συνήκαν, εν σκότει διαπορεύονται· σαλευθήσονται πάντα τα θεμέλια της γης. 6 εγώ είπα· θεοί εστε και υιοί Υψίστου πάντες· 7 υμείς δε ως άνθρωποι αποθνήσκετε και ως εις των αρχόντων πίπτετε. 8 ανάστα, ο Θεός, κρίνων την γην, ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.

ΠΒ (ΠΓ) 82. Ωδη ψαλμού τω Ασάφ. 2 Ο ΘΕΟΣ, τις ομοιωθήσεταί σοι; μη σιγήσης μηδέ καταπραϋνης, ο Θεός· 3 ότι ιδού οι εχθροί σου ήχησαν, και οι μισούντές σε ήραν κεφαλήν, 4 επί τον λαόν σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην και εβουλεύσαντο κατά των αγίων σου· 5 είπαν· δεύτε και εξολοθρεύσωμεν αυτούς εξ έθνους, και ου μη μνησθή το όνομα Ισραήλ έτι. 6 ότι εβουλεύσαντο εν ομονοία επί το αυτό, κατά σου διαθήκην διέθεντο 7 τα σκηνώματα των Ιδουμαίων και οι Ισμαηλίται, Μωάβ και οι Αγαρηνοί, 8 Γεβάλ και Αμμών και Αμαλήκ και αλλόφυλοι μετά των κατοικούντων Τύρον. 9 και γαρ και Ασσούρ συμπαρεγένετο μετ ‘ αυτών, εγενήθησαν εις αντίληψιν τοις υιοίς Λωτ. (διάψαλμα). 10 ποίησον αυτοίς ως τη Μαδιάμ και τω Σισάρα, ως τω Ιαβείμ εν τω
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1101

εις τους αιώνας των αιώνων αινέσουσί σε. ΠΔ (ΠΕ) 84. ο Θεός των δυνάμεων. ω εστιν η αντίληψις αυτού παρά σοί· αναβάσεις εν τη καρδία αυτού διέθετο 7 εις την κοιλάδα του κλαυθμώνος. ου θήσει τα νοσσία εαυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειμάρρω Κεισών· 11 εξωλοθρεύθησαν εν Αενδώρ. ίδε. 9 Κύριε ο Θεός των δυνάμεων. εις τον τόπον. ή κατακαύσει όρη. Κύριε των δυνάμεων. (διάψαλμα). και εν τη οργή σου συνταράξεις αυτούς. Κύριε. Κύριε των δυνάμεων. χάριν και δόξαν δώσει· Κύριος ου στερήσει τα αγαθά τοις πορευομένοις εν ακακία. 16 ούτως καταδιώξεις αυτούς εν τη καταιγίδι σου. υπέρ των ληνών· τοις υιοίς Κορέ ψαλμός. ο Θεός. 4 και γαρ στρουθίον εύρεν εαυτω οικίαν και τρυγών νοσσιάν εαυτη. 12 ότι έλεος και αλήθειαν αγαπά Κύριος ο Θεός. ον έθετο· και γαρ ευλογίας δώσει ο νομοθετών. 18 αισχυνθήτωσαν και ταραχθήτωσαν εις τον αιώνα του αιώνος και εντραπήτωσαν και απολέσθωσαν 19 και γνώτωσαν ότι όνομά σοι Κύριος· συ μόνος Ύψιστος επί πάσαν την γην. ό διαφλέξει δρυμόν. ως καλάμην κατά πρόσωπον ανέμου· 15 ωσεί πυρ. (διάψαλμα). ωσεί φλόξ. εισάκουσον της προσευχής μου. μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επί σε. και ζητήσουσι το όνομά σου. 5 μακάριοι οι κατοικούντες εν τω οίκω σου. ΠΓ (ΠΔ) 83. εγενήθησαν ωσεί κόπρος τη γη. ο Βασιλεύς μου και ο Θεός μου. 12 θού τους άρχοντας αυτών ως τον ‘Ωρήβ και Ζήβ και Ζεβεέ και Σαλμανά πάντας τους άρχοντας αυτών. 2 ΩΣ ΑΓΑΠΗΤΑ τα σκηνώματά σου. 13 Κύριε. Εις το τέλος. ο Θεός Ιακώβ. ενώτισαι. οφθήσεται ο Θεός των θεών εν Σιών. η καρδία μου και η σάρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα. 3 επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου. τα θυσιαστήριά σου. 10 υπερασπιστά ημών. 17 πλήρωσον τα πρόσωπα αυτών ατιμίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1102 . 6 μακάριος ανήρ. 8 πορεύσονται εκ δυνάμεως εις δύναμιν. 13 οίτινες είπαν· Κληρονομήσωμεν εαυτοίς το αγιαστήριον του Θεού. θού αυτούς ως τροχόν. 11 ότι κρείσσων ημέρα μία εν ταις αυλαίς σου υπέρ χιλιάδας· εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών. 14 ο Θεός μου. και επίβλεψον εις το πρόσωπον του χριστού σου.

ο Θεός μου. Κύριε. 11 οδήγησόν με. 10 πλήν εγγύς των φοβουμένων αυτόν το σωτήριον αυτού του κατασκηνώσαι δόξαν εν τη γη ημών. ότι επήκουσάς μου. την προσευχήν μου και πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου. και απόστρεψον τον θυμόν σου αφ ‘ ημών. Κύριε. τον ελπίζοντα επί σε. ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ. 11 έλεος και αλήθεια συνήντησαν. 9 πάντα τα έθνη. και η γη ημών δώσει τον καρπόν αυτής· 14 δικαιοσύνη εναντίον αυτού προπορεύσεται και θήσει εις οδόν τα διαβήματα αυτού. 4 κατέπαυσας πάσαν την οργήν σου. ήξουσι και προσκυνήσουσιν ενώπιόν σου. συ ει Θεός μόνος. και πορεύσομαι εν τη αληθεία σου· ευφρανθήτω η καρδία μου του φοβείσθαι το όνομά σου. Κύριε. 13 ότι το έλεός σου μέγα επ ‘ εμέ και ερρύσω την ψυχήν μου εξ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1103 . και δοξάσω το όνομά σου εις τον αιώνα. 2 φύλαξον την ψυχήν μου. 9 ακούσομαι τι λαλήσει εν εμοί Κύριος ο Θεός. το έλεός σου και το σωτήριόν σου δώης ημίν. Κύριε ο Θεός μου. και ο λαός σου ευφρανθήσεται επί σοί. ότι προς σε κεκράξομαι όλην την ημέραν. εν όλη καρδία μου. την γην σου. ΚΛΙΝΟΝ. ότι όσιός ειμι· σώσον τον δούλόν σου. ότι λαλήσει ειρήνην επί τον λαόν αυτού και επί τους οσίους αυτού και επί τους επιστρέφοντας καρδίαν επ ‘ αυτόν. 6 ενώτισαι. 8 δείξον ημίν. Κύριε. δικαιοσύνη και ειρήνη κατεφίλησαν· 12 αλήθεια εκ της γης ανέτειλε. Κύριε. ότι προς σε. απέστρεψας από οργής θυμού σου. 8 ουκ έστιν όμοιός σοι εν θεοίς. εκάλυψας πάσας τας αμαρτίας αυτών. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 ΕΥΔΟΚΗΣΑΣ. το ους σου και επάκουσόν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Εις το τέλος· τοις υιοίς Κορέ ψαλμός. και ουκ έστι κατά τα έργα σου. Κύριε. όσα εποίησας. 5 επίστρεψον ημάς. 13 και γαρ ο Κύριος δώσει χρηστότητα. 5 ότι συ. εν τη οδω σου. 4 εύφρανον την ψυχήν του δούλου σου. ο Θεός των σωτηρίων ημών. Κύριε. (διάψαλμα). 10 ότι μέγας ει συ και ποιών θαυμάσια. 7 ο Θεός. συ επιστρέψας ζωώσεις ημάς. Κύριε. 12 εξομολογήσομαί σοι. Κύριε. Προσευχή τω Δαυϊδ. 7 εν ημέρα θλίψεώς μου εκέκραξα προς σε. 3 ελέησόν με. 6 μη εις τους αιώνας οργισθής ημίν. και δοξάσουσι το όνομά σου. ήρα την ψυχήν μου. απέστρεψας την αιχμαλωσίαν Ιακώβ· 3 αφήκας τας ανομίας τω λαω σου. και δικαιοσύνη εκ του ουρανού διέκυψε. ΠΕ (ΠΣΤ) 85. χρηστός και επιεικής και πολυέλεος πάσι τοις επικαλουμένοις σε. Κύριε. ή διατενείς την οργήν σου από γενεάς εις γενεάν.

ων ουκ εμνήσθης έτι και αυτοί εκ της χειρός σου απώσθησαν. παρεδόθην και ουκ εξεπορευόμην. και αυτός εθεμελίωσεν αυτήν ο Ύψιστος. (διάψαλμα). δος το κράτος σου τω παιδί σου και σώσον τον υιόν της παιδίσκης σου. εν σκοτεινοίς και εν σκιά θανάτου. 6 ωσεί τραυματίαι καθεύδοντες εν τάφω. ημέρας εκέκραξα και εν νυκτί εναντίον σου· 3 εισελθέτω ενώπιόν σου η προσευχή μου. ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΟΙ αυτού εν τοις όρεσι τοις αγίοις· 2 αγαπά Κύριος τας πύλας Σιών υπέρ πάντα τα σκηνώματα Ιακώβ. και ιδέτωσαν οι μισούντές με και αισχυνθήτωσαν. 10 οι οφθαλμοί μου ησθένησαν από πτωχείας· εκέκραξα προς σε. εβοήθησάς μοι και παρεκάλεσάς με. Κύριε. 7 έθεντό με εν λάκκω κατωτάτω. 14 ο Θεός. 7 ως ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοί. υπέρ μαελέθ του αποκριθήναι· συνέσεως Αιμάν τω Ισραηλίτη. 9 εμάκρυνας τους γνωστούς μου απ ‘ εμού. ότι συ. 3 δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου η πόλις του Θεού. 5 μήτηρ Σιών. 8 επ ‘ εμέ επεστηρίχθη ο θυμός σου. και άνθρωπος εγενήθη εν αυτη. 17 ποίησον μετ ‘ εμού σημείον εις αγαθόν. Ωδη ψαλμού τοις υιοίς Κορέ· εις το τέλος. και η ζωή μου τω άδη ήγγισε· 5 προσελογίσθην μετά των καταβαινόντων εις λάκκον. εγενήθην ωσεί άνθρωπος αβοήθητος εν νεκροίς ελεύθερος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άδου κατωτάτου. Τοις υιοίς Κορέ ψαλμός ωδής. 15 και συ. κλίνον το ους σου εις την δέησίν μου. και συναγωγή κραταιών εζήτησαν την ψυχήν μου και ου προέθεντό σε ενώπιον αυτών. ΠΣΤ (ΠΖ) 86. (διάψαλμα). ΠΖ (ΠΗ) 87. Κύριε ο Θεός μου. (διάψαλμα). 6 Κύριος διηγήσεται εν γραφή λαών και αρχόντων τούτων των γεγενημένων εν αυτη. μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός. ερεί άνθρωπος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1104 . 4 μνησθήσομαι Ραάβ και Βαβυλώνος τοις γινώσκουσί με· και ιδού αλλόφυλοι και Τύρος και λαός των Αιθιόπων. ούτοι εγενήθησαν εκεί. και πάντας τους μετεωρισμούς σου επήγαγες επ ‘ εμέ. όλην την ημέραν. 4 ότι επλήσθη κακών η ψυχή μου. 16 επίβλεψον επ ‘ εμέ και ελέησόν με. οικτίρμων και ελεήμων. 2 ΚΥΡΙΕ ο Θεός της σωτηρίας μου. παράνομοι επανέστησαν επ ‘ εμέ. Κύριε. έθεντό με βδέλυγμα εαυτοίς.

έλεος και αλήθεια προπορεύσονται προ προσώπου σου. ή ιατροί αναστήσουσι. 17 επ ‘ εμέ διήλθον αι οργαί σου. Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματί σου αγαλλιάσονται. 16 πτωχός ειμι εγώ και εν κόποις εκ νεότητός μου. 12 σοί εισιν οι ουρανοί. και σή εστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ εθεμελίωσας. εν τω φωτί του προσώπου σου πορεύσονται 17 και εν τω ονόματί σου αγαλλιάσονται όλην την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1105 . οι φοβερισμοί σου εξετάραξάν με. και τις ομοιωθήσεται τω Κυρίω εν υιοίς Θεού. 6 εξομολογήσονται οι ουρανοί τα θαυμάσιά σου. και την αλήθειάν σου εν εκκλησία αγίων. εις γενεάν και γενεάν απαγγελώ την αλήθειάν σου εν τω στόματί μου. 18 εκύκλωσάν με ωσεί ύδωρ όλην την ημέραν. 14 καγώ προς σε. δυνατός ει. 12 μη διηγήσεταί τις εν τω τάφω το έλεός σου και την αλήθειάν σου εν τη απωλεία. ώμοσα Δαυϊδ τω δούλω μου· 5 έως του αιώνος ετοιμάσω το σπέρμα σου και οικοδομήσω εις γενεάν και γενεάν τον θρόνον σου. Κύριε. 13 μη γνωσθήσεται εν τω σκότει τα θαυμάσιά σου και η δικαιοσύνη σου εν γη επιλελησμένη. εν τω βραχίονι της δυνάμεώς σου διεσκόρπισας τους εχθρούς σου. 15 δικαιοσύνη και κρίμα ετοιμασία του θρόνου σου. 19 εμάκρυνας απ ‘ εμού φίλον και πλησίον και τους γνωστούς μου από ταλαιπωρίας. Κύριε. 15 ινατί. 9 Κύριε ο Θεός των δυνάμεων. ΠΗ (ΠΘ) 88. και το πρωϊ η προσευχή μου προφθάσει σε. 8 ο Θεός ενδοξαζόμενος εν βουλή αγίων. απωθή την ψυχήν μου. (διάψαλμα). τις όμοιός σοι. Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διεπέτασα προς σε τας χείράς μου· 11 μη τοις νεκροίς ποιήσεις θαυμάσια. και εξομολογήσονταί σοι. 13 τον βορράν και την θάλασσαν συ έκτισας. αποστρέφεις το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού. υψωθείς δε εταπεινώθην και εξηπορήθην. περιέσχον με άμα. υψωθήτω η δεξιά σου. 16 μακάριος ο λαός ο γινώσκων αλαλαγμόν· Κύριε. Κύριε. 2 ΤΑ ΕΛΕΗ σου. 7 ότι τις εν νεφέλαις ισωθήσεται τω Κυρίω. 10 συ δεσπόζεις του κράτους της θαλάσσης. τον δε σάλον των κυμάτων αυτής συ καταπραϋνεις. εκέκραξα. και η αλήθειά σου κύκλω σου. εις τον αιώνα άσομαι. μέγας και φοβερός επί πάντας τους περικύκλω αυτού. Συνέσεως Αιθάμ τω Ισραηλίτη. Κύριε. 14 σός ο βραχίων μετά δυναστείας· κραταιωθήτω η χείρ σου. 3 ότι είπας· εις τον αιώνα έλεος οικοδομηθήσεται· εν τοις ουρανοίς ετοιμασθήσεται η αλήθειά σου· 4 διεθέμην διαθήκην τοις εκλεκτοίς μου. 11 συ εταπείνωσας ως τραυματίαν υπερήφανον.

εκκαυθήσεται ως πυρ η οργή σου. Κύριε. και υιος ανομίας ου προσθήσει του κακώσαι αυτόν. 19 ότι του Κυρίου η αντίληψις και του αγίου Ισραήλ βασιλέως ημών. εν ελέει αγίω μου έχρισα αυτόν. εβεβήλωσας εις την γην το αγίασμα αυτού. 35 ουδ ‘ ου μη βεβηλώσω την διαθήκην μου και τα εκπορευόμενα δια των χειλέων μου ου μη αθετήσω. υψηλόν παρά τοις βασιλεύσι της γης. έθου τα οχυρώματα αυτού δειλίαν· 42 διήρπασαν αυτόν πάντες οι διοδεύοντες οδόν. (διάψαλμα). 20 τότε ελάλησας εν οράσει τοις υιοίς σου και είπας· εθέμην βοήθειαν επί δυνατόν. (διάψαλμα). κατέχεας αυτού αισχύνην. 27 αυτός επικαλέσεταί με· πατήρ μου ει συ. 26 και θήσομαι εν θαλάσση χείρα αυτού και εν ποταμοίς δεξιάν αυτού. 29 εις τον αιώνα φυλάξω αυτω το έλεός μου. ουδ ‘ ου μη αδικήσω εν τη αληθεία μου. 32 εάν τα δικαιώματά μου βεβηλώσωσι και τας εντολάς μου μη φυλάξωσιν. 48 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1106 . ει τω Δαυϊδ ψεύσομαι· 37 το σπέρμα αυτού εις τον αιώνα μενεί και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος εναντίον μου 38 και ως η σελήνη κατηρτισμένη εις τον αιώνα· και ο μάρτυς εν ουρανω πιστός. ύψωσα εκλεκτόν εκ του λαού μου· 21 εύρον Δαυϊδ τον δούλόν μου. και εν τη ευδοκία σου υψωθήσεται το κέρας ημών. ανεβάλου τον χριστόν σου· 40 κατέστρεψας την διαθήκην του δούλου σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέραν και εν τη δικαιοσύνη σου υψωθήσονται. 18 ότι καύχημα της δυνάμεως αυτών συ ει. 24 και συγκόψω από προσώπου αυτού τους εχθρούς αυτού και τους μισούντας αυτόν τροπώσομαι. 22 η γαρ χείρ μου συναντιλήψεται αυτω και ο βραχίων μου κατισχύσει αυτόν· 23 ουκ ωφελήσει εχθρός εν αυτω. τον θρόνον αυτού εις την γην κατέρραξας. 41 καθείλες πάντας τους φραγμούς αυτού. και η διαθήκη μου πιστή αυτω· 30 και θήσομαι εις τον αιώνα του αιώνος το σπέρμα αυτού και τον θρόνον αυτού ως τας ημέρας του ουρανού. 25 και η αλήθειά μου και το έλεός μου μετ ‘ αυτού. 31 εάν εγκαταλίπωσιν οι υιοί αυτού τον νόμον μου και τοις κρίμασί μου μη πορευθώσιν. Θεός μου και αντιλήπτωρ της σωτηρίας μου· 28 καγώ πρωτότοκον θήσομαι αυτόν. 46 εσμίκρυνας τας ημέρας του χρόνου αυτού. 39 συ δε απώσω και εξουδένωσας. και εν τω ονόματί μου υψωθήσεται το κέρας αυτού. 33 επισκέψομαι εν ράβδω τας ανομίας αυτών και εν μάστιξι τας αδικίας αυτών· 34 το δε έλεός μου ου μη διασκεδάσω απ ‘ αυτών. 36 άπαξ ώμοσα εν τω αγίω μου. 47 έως πότε. 44 απέστρεψας την βοήθειαν της ρομφαίας αυτού και ουκ αντελάβου αυτού εν τω πολέμω. εγενήθη όνειδος τοις γείτοσιν αυτού. 45 κατέλυσας από καθαρισμού αυτού. αποστρέφη εις τέλος. εύφρανας πάντας τους εχθρούς αυτού. 43 ύψωσας την δεξιάν των θλιβόντων αυτόν.

ων είδομεν κακά. και ουκ όψεται θάνατον. 7 ότι εξελίπομεν εν τη οργή σου και εν τω θυμω σου εταράχθημεν. και το πλείον αυτών κόπος και πόνος· ότι επήλθε πραότης εφ ‘ ημάς. και ηγαλλιασάμεθα και ευφράνθημεν εν πάσαις ταις ημέραις ημών· ευφρανθείημεν 15 ανθ ‘ ων ημερών εταπείνωσας ημάς. 10 αι ημέραι των ετών ημών εν αυτοίς εβδομήκοντα έτη. ΚΥΡΙΕ. καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά· 2 προ του όρη γενηθήναι και πλασθήναι την γην και την οικουμένην. 5 τα εξουδενώματα αυτών έτη έσονται. 3 μη αποστρέψης άνθρωπον εις ταπείνωσιν· και είπας· επιστρέψατε υιοί των ανθρώπων. 6 το πρωϊ ανθήσαι και παρέλθοι. ου ωνείδισαν το αντάλλαγμα του χριστού σου. 13 επίστρεψον. του ονειδισμού των δούλων σου. το εσπέρας αποπέσοι. (διάψαλμα). 8 έθου τας ανομίας ημών εναντίον σου· αιών ημών εις φωτισμόν του προσώπου σου. Κύριε. 4 ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως ημέρα η εχθές. Κύριε. 52 ου ωνείδισαν οι εχθροί σου. και από του αιώνος και έως του αιώνος συ ει. 16 και ίδε επί τους δούλους σου και επί τα έργα σου και οδήγησον τους υιούς αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μνήσθητι τις μου η υπόστασις· μη γαρ ματαίως έκτισας πάντας τους υιούς των ανθρώπων. 53 ευλογητός Κύριος εις τον αιώνα. α ώμοσας τω Δαυϊδ εν τη αληθεία σου. ΠΘ (#) 89. το πρωϊ ωσεί χλόη παρέλθοι. και τα έργα των χειρών ημών κατεύθυνον εφ ‘ ημάς και το έργον των χειρών ημών κατεύθυνον. Προσευχή του Μωυσή ανθρώπου του Θεού. 14 ενεπλήσθημεν το πρωϊ του ελέους σου. και παρακλήθητι επί τοις δούλοις σου. ος ζήσεται. ογδοήκοντα έτη. και εν τη οργή σου εξελίπομεν· τα έτη ημών ωσεί αράχνη εμελέτων. ου υπέσχον εν τω κόλπω πολλών εθνών. 50 που εστι τα ελέη σου τα αρχαία. 17 και έστω η λαμπρότης Κυρίου του Θεού ημών εφ ‘ ημάς. γένοιτο γένοιτο. και παιδευθησόμεθα. 9 ότι πάσαι αι ημέραι ημών εξέλιπον. 51 μνήσθητι. Κύριε. 12 την δεξιάν σου ούτω γνώρισόν μοι και τους πεπαιδευμένους τη καρδία εν σοφία. ετών. σκληρυνθείη και ξηρανθείη. εάν δε εν δυναστείαις. ρύσεται την ψυχήν αυτού εκ χειρός άδου. 11 τις γινώσκει το κράτος της οργής σου και από του φόβου σου τον θυμόν σου εξαριθμήσασθαι. και φυλακή εν νυκτί. Κύριε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1107 . ήτις διήλθε. Κύριε· έως πότε. 49 τις εστιν άνθρωπος.

8 εν τω ανατείλαι αμαρτωλούς ωσεί χόρτον και διέκυψαν πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. Κύριε· 10 ότι ιδού οι εχθροί σου. 6 από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου. και εν τοις έργοις των χειρών σου αγαλλιάσομαι. 3 του αναγγέλλειν τω πρωϊ το έλεός σου και την αλήθειάν σου κατά νύκτα 4 εν δεκαχόρδω ψαλτηρίω μετ ‘ ωδής εν κιθάρα. ότι έγνω το όνομά μου. 2 ερεί τω Κυρίω· αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου. 6 ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε· σφόδρα εβαθύνθησαν οι διαλογισμοί σου. 7 πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς και μυριάς εκ δεξιών σου. 9 ότι συ. εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται. μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου· 13 επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήση και καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα. και ρύσομαι αυτόν· σκεπάσω αυτόν. και ελπιώ επ ‘ αυτόν. 3 ότι αυτός ρύσεταί σε εκ παγίδος θηρευτών και από λόγου ταραχώδους. 11 ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου του διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταις οδοίς σου· 12 επί χειρών αρούσί σε. 11 και υψωθήσεται ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1108 . ο Θεός μου. Κύριε. 16 μακρότητα ημερών εμπλήσω αυτόν και δείξω αυτω το σωτήριόν μου. εν τοις ποιήμασί σου. και διασκορπισθήσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. μετ ‘ αυτού ειμι εν θλίψει· εξελούμαι αυτόν. Κύριε. και μάστιξ ουκ εγγιεί εν τω σκηνώματί σου. 7 ανήρ άφρων ου γνώσεται. 14 ότι επ ‘ εμέ ήλπισε. και υπό τας πτέρυγας αυτού ελπιείς· όπλω κυκλώσει σε η αλήθεια αυτού. 2 ΑΓΑΘΟΝ το εξομολογείσθαι τω Κυρίω και ψάλλειν τω ονόματί σου. 4 εν τοις μεταφρένοις αυτού επισκιάσει σοι. Ψαλμός ωδής. προς σε δε ουκ εγγιεί· 8 πλήν τοις οφθαλμοίς σου κατανοήσεις και ανταπόδοσιν αμαρτωλών όψει. και δοξάσω αυτόν. και επακούσομαι αυτού. από βέλε η αλήθμένου ημέρας. 10 ου προσελεύσεται προς σε κακά. εις την ημέραν του σαββάτου. από συμπτώματος και δαιμονίου μεσημβρινού. Ύψιστε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ # (#Α) 90. 9 συ δε Ύψιστος εις τον αιώνα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ο ΚΑΤΟΙΚΩΝ εν βοηθεία του Υψίστου. ιδού οι εχθροί σου απολούνται. 15 κεκράξεται προς με. η ελπίς μου· τον Ύψιστον έθου καταφυγήν σου. #Α (#Β) 91. Κύριε. όπως αν εξολοθρευθώσιν εις τον αιώνα του αιώνος. 5 ότι εύφρανάς με. 5 ου φοβηθήση από φόβου νυκτερινού. και ασύνετος ου συνήσει ταύτα. Αίνος ωδής τω Δαυϊδ.

από του αιώνος συ ει. απόδος ανταπόδοσιν τοις υπερηφάνοις. ή ο πλάσας τον οφθαλμόν ουχί κατανοεί. Ο Κύριος εβασίλευσεν. 2 έτοιμος ο θρόνος σου από τότε. Κύριε. τετράδι σαββάτου. εταπείνωσαν και την κληρονομίαν σου εκάκωσαν. άφρονες εν τω λαω· και. #Γ (#Δ) 93. ενεδύσατο Κύριος δύναμιν και περιεζώσατο· και γαρ εστερέωσε την οικουμένην. 14 πεφυτευμένοι εν τω οίκω Κυρίου. εν ταις αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσουσιν· 15 έτι πληθυνθήσονται εν γήρει πίονι και ευπαθούντες έσονται του αναγγείλαι 16 ότι ευθής Κύριος ο Θεός ημών και ουκ έστιν αδικία εν αυτω. εις μακρότητα ημερών. 9 ο φυτεύσας το ους ουχί ακούει. ότε κατώκισται η γη· αίνος ωδής τω Δαυϊδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μονοκέρωτος το κέρας μου και το γήράς μου εν ελαίω πίονι· 12 και επείδεν ο οφθαλμός μου εν τοις εχθροίς μου. ευπρέπειαν ενεδύσατο. 13 δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει. Κύριε. ο διδάσκων άνθρωπον γνώσιν. ΘΕΟΣ εκδικήσεων Κύριος. 11 Κύριος γινώσκει τους διαλογισμούς των ανθρώπων ότι εισί μάταιοι. Κύριε. 4 από φωνών υδάτων πολλών θαυμαστοί οι μετεωρισμοί της θαλάσσης. 12 μακάριος ο άνθρωπος. λαλήσουσι πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. 5 τα μαρτύριά σου επιστώθησαν σφόδρα· τω οίκω σου πρέπει αγίασμα. 8 σύνετε δη. μωροί. και προσήλυτον εφόνευσαν 7 και είπαν· ουκ όψεται Κύριος. έως πότε αμαρτωλοί καυχήσονται. 10 ο παιδεύων έθνη ουχί ελέγξει. 2 υψώθητι ο κρίνων την γην. ήτις ου σαλευθήσεται. θαυμαστός εν υψηλοίς ο Κύριος. και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν 13 του πραϋναι αυτόν αφ ‘ ημερών πονηρών. Κύριε. #Β (#Γ) 92. και εν τοις επανισταμένοις επ ‘ εμέ πονηρευομένοις ακούσατε το ους μου. 3 έως πότε αμαρτωλοί. ωσεί η κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται. Κύριε. 4 φθέγξονται και λαλήσουσιν αδικίαν. ποτέ φρονήσατε. 3 επήραν οι ποταμοί. Θεός εκδικήσεων επαρρησιάσατο. 5 τον λαόν σου. Εις την ημέραν του προσαββάτου. ον αν παιδεύσης. 6 χήραν και ορφανόν απέκτειναν. Ψαλμός τω Δαυϊδ. έως ου ορυγή τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1109 . επήραν οι ποταμοί φωνάς αυτών· αρούσιν οι ποταμοί επιτρίψεις αυτών. ουδέ συνήσει ο Θεός του Ιακώβ.

και αυτός εποίησεν αυτήν. κατά το πλήθος των οδυνών μου εν τη καρδία μου αι παρακλήσεις σου εύφραναν την ψυχήν μου. αυτοί δε ουκ έγνωσαν τας οδούς μου. 22 και εγένετό μοι Κύριος εις καταφυγήν και ο Θεός μου εις βοηθόν ελπίδος μου· 23 και αποδώσει αυτοίς Κύριος την ανομίαν αυτών. το έλεός σου. 19 Κύριε. #Ε (#ΣΤ) 95. εάν της φωνής αυτού ακούσητε. Αίνος ωδής τω Δαυϊδ. #Δ (#Ε) 94. (διάψαλμα). 8 σήμερον. 21 θηρεύσουσιν επί ψυχήν δικαίου και αίμα αθωον καταδικάσονται. ο πλάσσων κόπον επί πρόσταγμα. 11 ως ώμοσα εν τη οργή μου· ει εισελεύσονται εις την κατάπαυσίν μου. 14 ότι ουκ απώσεται Κύριος τον λαόν αυτού και την κληρονομίαν αυτού ουκ εγκαταλείψει. εδοκίμασάν με και είδον τα έργα μου. ή τις συμπαραστήσεταί μοι επί τους εργαζομένους την ανομίαν. παρά βραχύ παρώκησε τω άδη η ψυχή μου. Κύριε. και κατά την πονηρίαν αυτών αφανιεί αυτούς Κύριος ο Θεός. 20 μη συμπροσέστω σοι θρόνος ανομίας. Οτε ο οίκος ωκοδομείτο μετά την αιχμαλωσίαν· ωδή τω Δαυϊδ. και την ξηράν αι χείρες αυτού έπλασαν. 6 δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτω και κλαύσωμεν εναντίον Κυρίου. 3 ότι Θεός μέγας Κύριος και Βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην· 4 ότι εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1110 . 15 έως ου δικαιοσύνη επιστρέψη εις κρίσιν και εχόμενοι αυτής πάντες οι ευθείς τη καρδία. ως εν τω παραπικρασμω κατά την ημέραν του πειρασμού εν τη ερήμω. του ποιήσαντος ημάς· 7 ότι αυτός εστιν ο Θεός ημών. 16 τις αναστήσεταί μοι επί πονηρευομένοις. 17 ει μη ότι Κύριος εβοήθησέ μοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμαρτωλω βόθρος. ΔΕΥΤΕ αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω. και ημείς λαός νομής αυτού και πρόβατα χειρός αυτού. μη σκληρύνητε τας καρδίας υμών. 10 τεσσαράκοντα έτη προσώχθισα τη γενεά εκείνη και είπα· αεί πλανώνται τη καρδία. εβοήθει μοι. 9 ου επείρασάν με οι πατέρες υμών. 18 ει έλεγον· σεσάλευται ο πούς μου. και τα ύψη των ορέων αυτού εισιν· 5 ότι αυτού εστιν η θάλασσα. αλαλάξωμεν τω Θεω τω Σωτήρι ημών· 2 προφθάσωμεν το πρόσωπον αυτού εν εξομολογήσει και εν ψαλμοίς αλαλάξωμεν αυτω.

7 ενέγκατε τω Κυρίω. εκ χειρός αμαρτωλών ρύσεται αυτούς. 6 ανήγγειλαν οι ουρανοί την δικαιοσύνην αυτού. σαλευθήτω η θάλασσα και το πλήρωμα αυτής· 12 χαρήσεται τα πεδία και πάντα τα εν αυτοίς· τότε αγαλλιάσονται πάντα τα ξύλα του δρυμού 13 προ προσώπου του Κυρίου. ότι έρχεται κρίναι την γην. φοβερός εστιν υπέρ πάντας τους θεούς· 5 ότι πάντες οι θεοί των εθνών δαιμόνια. ο δε Κύριος τους ουρανούς εποίησεν. ευαγγελίζεσθε ημέραν εξ ημέρας το σωτήριον αυτού· 3 αναγγείλατε εν τοις έθνεσι την δόξαν αυτού. σφόδρα υπερυψώθης υπέρ πάντας τους θεούς. αγιωσύνη και μεγαλοπρέπεια εν τω αγιάσματι αυτού. κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη και λαούς εν τη αληθεία αυτού. από προσώπου Κυρίου πάσης της γης. 4 ότι μέγας Κύριος και αινετός σφόδρα. 8 ήκουσε και ευφράνθη η Σιών. 7 αισχυνθήτωσαν πάντες οι προσκυνούντες τοις γλυπτοίς. οι εγκαυχώμενοι εν τοις ειδώλοις αυτών· προσκυνήσατε αυτω. 3 πυρ εναντίον αυτού προπορεύσεται και φλογιεί κύκλω τους εχθρούς αυτού· 4 έφαναν αι αστραπαί αυτού τη οικουμένη. εν πάσι τοις λαοίς τα θαυμάσια αυτού. και είδοσαν πάντες οι λαοί την δόξαν αυτού. Ο ΚΥΡΙΟΣ εβασίλευσεν. αγαλλιάσθω η γη. 5 τα όρη ωσεί κηρός ετάκησαν από προσώπου Κυρίου. σαλευθήτω από προσώπου αυτού πάσα η γη. 11 φως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1111 . 6 εξομολόγησις και ωραιότης ενώπιον αυτού. και ηγαλλιάσαντο αι θυγατέρες της Ιουδαίας ένεκεν των κριμάτων σου. ήτις ου σαλευθήσεται. ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν και τιμήν· 8 ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν ονόματι αυτού. άσατε τω Κυρίω πάσα η γη· 2 άσατε τω Κυρίω· ευλογήσατε το όνομα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΑΤΕ τω Κυρίω άσμα καινόν. δικαιοσύνη και κρίμα κατόρθωσις του θρόνου αυτού. 11 ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη. #ΣΤ (#Ζ) 96. ότε η γη αυτού καθίσταται. 2 νέφη και γνόφος κύκλω αυτού. 10 οι αγαπώντες τον Κύριον. και γαρ κατώρθωσε την οικουμένην. άρατε θυσίας και εισπορεύεσθε εις τας αυλάς αυτού· 9 προσκυνήσατε τω Κυρίω εν αυλή αγία αυτού. είδε και εσαλεύθη η γη. μισείτε πονηρά· φυλάσσει Κύριος τας ψυχάς των οσίων αυτού. Κύριε· 9 ότι συ ει Κύριος ύψιστος επί πάσαν την γην. ευφρανθήτωσαν νήσοι πολλαί. ότι έρχεται. πάντες οι άγγελοι αυτού. αι πατριαί των εθνών. 10 είπατε εν τοις έθνεσιν· ο Κύριος εβασίλευσε. κρινεί λαούς εν ευθύτητι. Τω Δαυϊδ.

ότι θαυμαστά εποίησεν ο Κύριος· έσωσεν αυτόν η δεξιά αυτού και ο βραχίων ο άγιος αυτού. εναντίον των εθνών απεκάλυψε την δικαιοσύνην αυτού. #Ζ (#Η) 97. 9 υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε εις όρος άγιον αυτού. συ επήκουσε αυτών· ο Θεός. 2 Κύριος εν Σιών μέγας και υψηλός εστιν επί πάντας τους λαούς. 6 Μωυσής και Ααρών εν τοις ιερεύσιν αυτού. σαλευθήτω η γη. πάσα η γη. Ο ΚΥΡΙΟΣ εβασίλευσεν. ΑΣΑΤΕ τω Κυρίω άσμα καινόν. 4 αλαλάξατε τω Θεω. εν τω Κυρίω. α έδωκεν αυτοίς. Ψαλμός τω Δαυϊδ. η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτη. 8 ποταμοί κροτήσουσι χειρί επί το αυτό. συ ευίλατος εγίνου αυτοίς και εκδικών επί πάντα τα επιτηδεύματα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανέτειλε τω δικαίω και τοις ευθέσι τη καρδία ευφροσύνη. 8 Κύριε ο Θεός ημών. 5 υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού. 2 εγνώρισε Κύριος το σωτήριον αυτού. δίκαιοι. 7 εν στύλω νεφέλης ελάλει προς αυτούς· ότι εφύλασσον τα μαρτύρια αυτού και τα προστάγματα αυτού. ότι άγιος Κύριος ο Θεός ημών. 9 ότι ήκει κρίναι την γην· κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη και λαούς εν ευθύτητι. κρίσιν και δικαιοσύνην εν Ιακώβ συ εποίησας. και αυτός εισήκουσεν αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1112 . Ψαλμός τω Δαυϊδ. #Η (#Θ) 98. ότι φοβερόν και άγιόν εστι. 4 και τιμή βασιλέως κρίσιν αγαπά· συ ητοίμασας ευθύτητας. 3 εμνήσθη του ελέους αυτού τω Ιακώβ και της αληθείας αυτού τω οίκω Ισραήλ· είδοσαν πάντα τα πέρατα της γης το σωτήριον του Θεού ημών. τα όρη αγαλλιάσονται. άσατε και αγαλλιάσθε και ψάλατε· 5 ψάλατε τω Κυρίω εν κιθάρα. οργιζέσθωσαν λαοί· ο καθήμενος επί των Χερουβίμ. 7 σαλευθήτω η θάλασσα και το πλήρωμα αυτής. 3 εξομολογησάσθωσαν τω ονόματί σου τω μεγάλω. και Σαμουήλ εν τοις επικαλουμένοις το όνομα αυτού· επεκαλούντο τον Κύριον. εν κιθάρα και φωνή ψαλμού· 6 εν σάλπιγξιν ελαταίς και φωνή σάλπιγγος κερατίνης αλαλάξατε ενώπιον του Βασιλέως Κυρίου. και εξομολογείσθε τη μνήμη της αγιωσύνης αυτού. 12 ευφράνθητε. ότι άγιός εστι.

Προσευχή τω πτωχω. ΕΛΕΟΣ και κρίσιν άσομαί σοι. 3 γνώτε ότι Κύριος. τούτον εξεδίωκον· υπερηφάνω οφθαλμω και απλήστω καρδία. 6 οι οφθαλμοί μου επί τους πιστούς της γης του συγκαθήσθαι αυτούς μετ ‘ εμού· πορευόμενος εν οδω αμώμω. πάσα η γη. αυτός εποίησεν ημάς και ουχ ημείς· ημείς δε λαός αυτού και πρόβατα της νομής αυτού. Κύριε· 2 ψαλώ και συνήσω εν οδω αμώμω· πότε ήξεις προς με. 7 ου κατώκει εν μέσω της οικίας μου ποιών υπερηφανίαν. 5 ότι χρηστός Κύριος. 3 μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού· εν ή αν ημέρα θλίβωμαι. διεπορευόμην εν ακακία καρδίας μου εν μέσω του οίκου μου. αινείτε το όνομα αυτού. εισάκουσον της προσευχής μου. ούτός μοι ελειτούργει. 8 εις τας πρωίας απέκτεινον πάντας τους αμαρτωλούς της γης του εξολοθρεύσαι εκ πόλεως Κυρίου πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ #Θ (Ρ) 99. εις τας αυλάς αυτού εν ύμνοις. ΑΛΑΛΑΞΑΤΕ τω Κυρίω. εισέλθετε ενώπιον αυτού εν αγαλλιάσει. 2 δουλεύσατε τω Κυρίω εν ευφροσύνη. αυτός εστιν ο Θεός ημών. ΡΑ (ΡΒ) 101. 2 ΚΥΡΙΕ. όταν ακηδιάση και εναντίον Κυρίου εκχέη την δέησιν αυτού. 4 εκκλίνοντος απ ‘ εμού του πονηρού ουκ εγίνωσκον. λαλών άδικα ου κατεύθυνεν ενώπιον των οφθαλμών μου. εξομολογείσθε αυτω. ταχύ επάκουσόν μου. Ρ (ΡΑ) 100. τούτω ου συνήσθιον. 4 εισέλθετε εις τας πύλας αυτού εν εξομολογήσει. 4 ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1113 . Ψαλμός τω Δαυϊδ. κλίνον προς με το ους σου· εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαί σε. Ψαλμός εις εξομολόγησιν. 5 τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού. και έως γενεάς και γενεάς η αλήθεια αυτού. 3 ου προεθέμην προ οφθαλμών μου πράγμα παράνομον. ποιούντας παραβάσεις εμίσησα· ουκ εκολλήθη μοι καρδία σκαμβή. εις τον αιώνα το έλεος αυτού. και η κραυγή μου προς σε ελθέτω.

και το σπέρμα αυτών εις τον αιώνα κατευθυνθήσεται. ότι επελαθόμην του φαγείν τον άρτον μου. 5 επλήγην ωσεί χόρτος και εξηράνθη η καρδία μου. 9 όλην την ημέραν ωνείδιζόν με οι εχθροί μου. 12 αι ημέραι μου ωσεί σκιά εκλίθησαν. 10 ότι σποδόν ωσεί άρτον έφαγον και το πόμα μου μετά κλαυθμού εκίρνων 11 από προσώπου της οργής σου και του θυμού σου. 24 απεκρίθη αυτω εν οδω ισχύος αυτού· την ολιγότητα των ημερών μου ανάγγειλόν μοι· 25 μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου· εν γενεά γενεών τα έτη σου. εγενήθην ωσεί νυκτικόραξ εν οικοπέδω. και το μνημόσυνόν σου εις γενεάν και γενεάν. 7 ωμοιώθην πελεκάνι ερημικω. 16 και φοβηθήσονται τα έθνη το όνομά σου. πάντα τα εντός μου. το όνομα το άγιον αυτού· 2 ευλόγει. Κύριε. Τω Δαυϊδ. 17 ότι οικοδομήσει Κύριος την Σιών και οφθήσεται εν τη δόξη αυτού. Κύριος εξ ουρανού επί την γην επέβλεψε 21 του ακούσαι του στεναγμού των πεπεδημένων. καγώ ωσεί χόρτος εξηράνθην. και τα έτη σου ουκ εκλείψουσιν. και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς και αλλαγήσονται· 28 συ δε ο αυτός ει. 20 ότι εξέκυψεν εξ ύψους αγίου αυτού. Κύριε. 6 από φωνής του στεναγμού μου εκολλήθη το οστούν μου τη σαρκί μου. ότι ήκει καιρός· 15 ότι ευδόκησαν οι δούλοί σου τους λίθους αυτής. εις τον αιώνα μένεις. ότι επάρας κατέρραξάς με. του λύσαι τους υιούς των τεθανατωμένων. την γην εθεμελίωσας. 13 συ δε. τον Κύριον και. και πάντες οι βασιλείς της γης την δόξαν σου. και τον χουν αυτής οικτειρήσουσι. 8 ηγρύπνησα και εγενόμην ως στρουθίον μονάζον επί δώματος. και λαός ο κτιζόμενος αινέσει τον Κύριον. και οι επαινούντές με κατ ‘ εμού ώμνυον. ΡΒ (ΡΓ) 102.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημέραι μου. η ψυχή μου. 29 οι υιοί των δούλων σου κατασκηνώσουσι. 26 κατ ‘ αρχάς συ. 19 γραφήτω αύτη εις γενεάν ετέραν. ΕΥΛΟΓΕΙ. ότι καιρός του οικτειρήσαι αυτήν. συ δε διαμένεις. και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν. 22 του αναγγείλαι εν Σιών το όνομα Κυρίου και την αίνεσιν αυτού εν Ιερουσαλήμ 23 εν τω συναχθήναι λαούς επί το αυτό και βασιλείς του δουλεύειν τω Κυρίω. και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται. 18 επέβλεψεν επί την προσευχήν των ταπεινών και ουκ εξουδένωσε την δέησιν αυτών. η ψυχή μου. 14 συ αναστάς οικτειρήσεις την Σιών. τον Κύριον και μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού· 3 τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1114 . Κύριε. και έργα των χειρών σου εισιν οι ουρανοί· 27 αυτοί απολούνται.

8 οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος. εμεγαλύνθης σφόδρα. και η δικαιοσύνη αυτού επί υιοίς υιών 18 τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αυτάς. 7 εγνώρισε τας οδούς αυτού τω Μωυσή. τον ιώμενον πάσας τας νόσους σου· 4 τον λυτρούμενον εκ φθοράς την ζωήν σου. 19 Κύριος εν τω ουρανω ητοίμασε τον θρόνον αυτού. πάντες οι άγγελοι αυτού. ωκτείρησε Κύριος τους φοβουμένους αυτόν. 20 ευλογείτε τον Κύριον. 17 το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φοβουμένους αυτόν. εν παντί τόπω της δεσποτείας αυτού· ευλόγει. 21 ευλογείτε τον Κύριον. η ψυχή μου. εμνήσθη ότι Χους εσμεν. τοις υιοίς Ισραήλ τα θελήματα αυτού. και ουχ υπάρξει και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού. εμάκρυνεν αφ ‘ ημών τας ανομίας ημών. τον στεφανούντά σε εν ελέει και οικτιρμοίς· 5 τον εμπιπλώντα εν αγαθοίς την επιθυμίαν σου. Κύριε ο Θεός μου. 6 ποιών ελεημοσύνας ο Κύριος και κρίμα πάσι τοις αδικουμένοις. η ψυχή μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευιλατεύοντα πάσας τας ανομίας σου. ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί· 10 ου κατά τας ανομίας ημών εποίησεν ημίν. Τω Δαυϊδ. 11 ότι κατά το ύψος του ουρανού από της γης εκραταίωσε Κύριος το έλεος αυτού επί τους φοβουμένους αυτόν· 12 καθόσον απέχουσιν ανατολαί από δυσμών. μακρόθυμος και πολυέλεος· 9 ουκ εις τέλος οργισθήσεται. ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού· ωσεί άνθος του αγρού. ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου. 13 καθώς οικτείρει πατήρ υιούς. ΕΥΛΟΓΕΙ. λειτουργοί αυτού ποιούντες το θέλημα αυτού· 22 ευλογείτε τον Κύριον. εξομολόγησιν και μεγαλοπρέπειαν ενεδύσω 2 αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον. δυνατοί ισχύϊ ποιούντες τον λόγον αυτού του ακούσαι της φωνής των λόγων αυτού. ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων· 4 ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα. τον Κύριον. 15 άνθρωπος. εκτείνων τον ουρανόν ωσεί δέρριν· 3 ο στεγάζων εν ύδασι τα υπερωα αυτού. ΡΓ (ΡΔ) 103. ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1115 . και η βασιλεία αυτού πάντων δεσπόζει. ο τιθείς νέφη την επίβασιν αυτού. ούτως εξανθήσει· 16 ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτω. 14 ότι αυτός έγνω το πλάσμα ημών. πάντα τα έργα αυτού. πάσαι αι δυνάμεις αυτού. τον Κύριον. ουδέ κατά τας αμαρτίας ημών ανταπέδωκεν ημίν. 5 ο θεμελιών την γην επί την ασφάλειαν αυτής.

από καρπού των έργων σου χορτασθήσεται η γη. και ανακαινιείς το πρόσωπον της γης. 31 ήτω η δόξα Κυρίου εις τους αιώνας. 21 σκύμνοι ωρυόμενοι του αρπάσαι και ζητήσαι παρά τω Θεω βρώσιν αυτοίς. ψαλώ τω Θεω μου έως υπάρχω· 34 ηδυνθείη αυτω η διαλογή μου. 8 αναβαίνουσιν όρη και καταβαίνουσι πεδία εις τον τόπον ον εθεμελίωσας αυτά· 9 όριον έθου. ανά μέσον των ορέων διελεύσονται ύδατα· 11 ποτιούσι πάντα τα θηρία του αγρού. 35 εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι. του ερωδιού η οικία ηγείται αυτών. 30 εξαποστελείς το πνεύμά σου. ευφρανθήσεται Κύριος επί τοις έργοις αυτού· 32 ο επιβλέπων επί την γην και ποιών αυτήν τρέμειν. ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού. ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται. ουδέ επιστρέψουσι καλύψαι την γην. 16 χορτασθήσονται τα ξύλα του πεδίου. 27 πάντα προς σε προσδοκώσι. και κτισθήσονται. 10 ο εξαποστέλλων πηγάς εν φάραγξιν. προσδέξονται όναγροι εις δίψαν αυτών· 12 επ ‘ αυτά τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσει. πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς. ζωα μικρά μετά μεγάλων· 26 εκεί πλοία διαπορεύονται. τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος. 18 όρη τα υψηλά ταις ελάφοις. εκ μέσου των πετρών δώσουσι φωνήν. επί των ορέων στήσονται ύδατα· 7 από επιτιμήσεώς σου φεύξονται. 24 ως εμεγαλύνθη τα έργα σου. ας εφύτευσας. 22 ανέτειλεν ο ήλιος. 6 άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού. και εγένετο νύξ· εν αυτη διελεύσονται πάντα τα θηρία του δρυμού. από φωνής βροντής σου δειλιάσουσιν. δούναι την τροφήν αυτών εις εύκαιρον. αι κέδροι του Λιβάνου. ευλόγει. 17 εκεί στρουθία εννοσσεύσουσι. και συνήχθησαν και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται. 23 εξελεύσεται άνθρωπος επί το έργον αυτού και επί την εργασίαν αυτού έως εσπέρας. δράκων ούτος. 28 δόντος σου αυτοίς συλλέξουσιν. ωστε μη υπάρχειν αυτούς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1116 . και εκλείψουσι και εις τον χουν αυτών επιστρέψουσιν. 33 άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου. 14 ο εξανατέλλων χόρτον τοις κτήνεσι και χλόην τη δουλεία των ανθρώπων του εξαγαγείν άρτον εκ της γης· 15 και οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου του ιλαρύναι πρόσωπον εν ελαίω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κλιθήσεται εις τον αιώνα του αιώνος. ό ου παρελεύσονται. εγώ δε ευφρανθήσομαι επί τω Κυρίω. 29 αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον ταραχθήσονται· αντανελείς το πνεύμα αυτών. ων ουκ έστιν αριθμός. 13 ποτίζων όρη εκ των υπερώων αυτού. εκεί ερπετά. επληρώθη η γη της κτίσεώς σου. και άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει. Κύριε· πάντα εν σοφία εποίησας. ανοίξαντός σου την χείρα. ον έπλασας εμπαίζειν αυτη. 25 αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος. 19 εποίησε σελήνην εις καιρούς. 20 έθου σκότος.

23 και εισήλθεν Ισραήλ εις Αίγυπτον. ου ενετείλατο εις χιλίας γενεάς. ευφρανθήτω καρδία ζητούντων τον Κύριον· 4 ζητήσατε τον Κύριον και κραταιώθητε. το λόγιον του Κυρίου επύρωσεν αυτόν. διηγήσασθε πάντα τα θαυμάσια αυτού. 5 μνήσθητε των θαυμασίων αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ η ψυχή μου. τον Κύριον. 20 απέστειλε βασιλεύς και έλυσεν αυτόν. άρχων λαού. λόγου. ότι παρεπίκραναν τους λόγους αυτού· 29 μετέστρεψε τα ύδατα αυτών εις αίμα. 18 εταπείνωσαν εν πέδαις τους πόδας αυτού. και εκ βασιλείας εις λαόν έτερον. παν στήριγμα άρτου συνέτριψεν· 17 απέστειλεν έμπροσθεν αυτών άνθρωπον. απαγγείλατε εν τοις έθνεσι τα έργα αυτού· 2 άσατε αυτω και ψάλατε αυτω. 6 σπέρμα Αβραάμ δούλοι αυτού. 24 και ηύξησε τον λαόν αυτού σφόδρα και εκραταίωσεν αυτόν υπέρ τους εχθρούς αυτού. εν πάση τη γη τα κρίματα αυτού. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΔ (ΡΕ) 104. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω και επικαλείσθε το όνομα αυτού. υιοί Ιακώβ εκλεκτοί αυτού. 27 έθετο εν αυτοίς τους λόγους των σημείων αυτού και των τεράτων αυτού εν γη Χαμ. ον εξελέξατο εαυτω. 8 εμνήσθη εις τον αιώνα διαθήκης αυτού. 16 και εκάλεσε λιμόν επί την γην. 3 επαινείσθε εν τω ονόματι τω αγίω αυτού. 9 ον διέθετο τω Αβραάμ. Ααρών. 21 κατέστησεν αυτόν κύριον του οίκου αυτού και άρχοντα πάσης της κτήσεως αυτού 22 του παιδεύσαι τους άρχοντας αυτού ως εαυτόν και τους πρεσβυτέρους αυτού σοφίσαι. 12 εν τω είναι αυτούς αριθμω βραχείς. και αφήκεν αυτόν. και του όρκου αυτού τω Ισαάκ 10 και έστησεν αυτόν τω Ιακώβ εις πρόσταγμα και τω Ισραήλ εις διαθήκην αιώνιον 11 λέγων· σοί δώσω την γην Χαναάν σχοίνισμα κληρονομίας υμών. 26 εξαπέστειλε Μωϋσήν τον δούλον αυτού. 28 εξαπέστειλε σκότος και εσκότασεν. ολιγοστούς και παροίκους εν αυτη 13 και διήλθον εξ έθνους εις έθνος. και Ιακώβ παρώκησεν εν γη Χαμ. Αλληλούϊα. ων εποίησε. σίδηρον διήλθεν η ψυχή αυτού 19 μέχρι του ελθείν τον λόγον αυτού. 14 ουκ αφήκεν άνθρωπον αδικήσαι αυτούς και ήλεγξεν υπέρ αυτών βασιλείς· 15 μη άπτεσθε των χριστών μου και εν τοις προφήταις μου μη πονηρεύεσθε. 7 αυτός Κύριος ο Θεός ημών. ζητήσατε το πρόσωπον αυτού διαπαντός. εις δούλον επράθη Ιωσήφ. 25 μετέστρεψε την καρδίαν αυτού του μισήσαι τον λαόν αυτού. και απέκτεινε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1117 . του δολιούσθαι εν τοις δούλοις αυτού. τα τέρατα αυτού και τα κρίματα του στόματος αυτού.

42 ότι εμνήσθη του λόγου του αγίου αυτού του προς Αβραάμ τον δούλον αυτού 43 και εξήγαγε τον λαόν αυτού εν αγαλλιάσει και τους εκλεκτούς αυτού εν ευφροσύνη. 7 οι πατέρες ημών εν Αιγύπτω ου συνήκαν τα θαυμάσιά σου και ουκ εμνήσθησαν του πλήθους του ελέους σου και παρεπίκραναν αναβαίνοντες εν τη ερυθρά θαλάσση. ηδικήσαμεν. και εξηράνθη. επίσκεψαι ημάς εν τω σωτηρίω σου 5 του ιδείν εν τη χρηστότητι των εκλεκτών σου. ότι επέπεσεν ο φόβος αυτών επ ‘ αυτούς. ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις αυτού. ΡΕ (Ρ) 105. απαρχήν παντός πόνου αυτών. 38 ευφράνθη Αίγυπτος εν τη εξόδω αυτών. 4 μνήσθητι ημών. 34 είπε και ήλθεν ακρίς. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω. και ήλθεν ορτυγομήτρα. 39 διεπέτασε νεφέλην εις σκέπην αυτοίς και πυρ του φωτίσαι αυτοίς την νύκτα. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 2 τις λαλήσει τας δυναστείας του Κυρίου. 31 είπε. εν τη ευδοκία του λαού σου. και πόνους λαών κατεκληρονόμησαν. Κύριε. 32 έθετο τας βροχάς αυτών χάλαζαν. ηνομήσαμεν. 45 όπως αν φυλάξωσι τα δικαιώματα αυτού. 35 και κατέφαγε πάντα τον χόρτον εν τη γη αυτών. πυρ καταφλέγον εν τη γη αυτών. και ουκ ην εν ταις φυλαίς αυτών ο ασθενών. Αλληλούϊα. ότι χρηστός. και ήλθε κυνόμυια και σκνίπες εν πάσι τοις ορίοις αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τους ιχθύας αυτών. και τον νόμον αυτού εκζητήσωσιν. 37 και εξήγαγεν αυτούς εν αργυρίω και χρυσίω. και ωδήγησεν αυτούς εν αβύσσω ως εν ερήμω· 10 και έσωσεν αυτούς εκ χειρός μισούντος και ελυτρώσατο αυτούς εκ χειρός εχθρών· 11 εκάλυψεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1118 . και άρτον ουρανού ενέπλησεν αυτούς· 41 διέρρηξε πέτραν. και ερρύησαν ύδατα. 6 ημάρτομεν μετά των πατέρων ημών. και κατέφαγε τον καρπόν της γης αυτών. 40 ήτησαν. ου ουκ ην αριθμός. 33 και επάταξε τας αμπέλους αυτών και τας συκάς αυτών και συνέτριψε παν ξύλον ορίου αυτών. 36 και επάταξε παν πρωτότοκον εν τη γη αυτών. 3 μακάριοι οι φυλάσσοντες κρίσιν και ποιούντες δικαιοσύνην εν παντί καιρω. 8 και έσωσεν αυτούς ένεκεν του ονόματος αυτού του γνωρίσαι την δυναστείαν αυτού· 9 και επετίμησε τη ερυθρά θαλάσση. και βρούχος. επορεύθησαν εν ανύδροις ποταμοί. 30 εξήρψεν η γη αυτών βατράχους εν τοις ταμιείοις των βασιλέων αυτών. 44 και έδωκεν αυτοίς χώρας εθνών. του ευφρανθήναι εν τη ευφροσύνη του έθνους σου. του επαινείσθαι μετά της κληρονομίας σου.

ουκ εισήκουσαν της φωνής Κυρίου. 23 και είπε του εξολοθρεύσαι αυτούς. ει μη Μωυσής ο εκλεκτός αυτού έστη εν τη θραύσει ενώπιον αυτού του αποστρέψαι τον θυμόν αυτού του μη εξολοθρεύσαι αυτούς. 15 και έδωκεν αυτοίς το αίτημα αυτών. 30 και έστη Φινεές και εξιλάσατο. επελάθοντο των έργων αυτού. 16 και παρώργισαν Μωυσήν εν τη παρεμβολή. ουχ υπέμειναν την βουλήν αυτού· 14 και επεθύμησαν επιθυμίαν εν τη ερήμω και επείρασαν τον Θεόν εν ανύδρω. φλόξ κατέφλεξεν αμαρτωλούς. και επληθύνθη εν αυτοίς η πτώσις. και επόρνευσαν εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών. και εταπεινώθησαν υπό τας χείρας αυτών. 34 ουκ εξωλόθρευσαν τα έθνη. ων έθυσαν τοις γλυπτοίς Χαναάν και εφονοκτονήθη η γη εν τοις αίμασι 39 και εμιάνθη εν τοις έργοις αυτών. 22 θαυμαστά εν γη Χαμ. και εκυρίευσαν αυτών οι μισούντες αυτούς. και εγενήθη αυτοίς εις σκάνδαλον· 37 και έθυσαν τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών τοις δαιμονίοις 38 και εξέχεαν αίμα αθωον. 28 και ετελέσθησαν τω Βεελφεγώρ και έφαγον θυσίας νεκρών· 29 και παρώξυναν αυτόν εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών. αίμα υιών αυτών και θυγατέρων. τον Ααρών τον άγιον Κυρίου· 17 ηνοίχθη η γη και κατέπιε Δαθάν και εκάλυψεν επί την συναγωγήν Αβειρών· 18 και εξεκαύθη πυρ εν τη συναγωγή αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ύδωρ τους θλίβοντας αυτούς. και εκόπασεν η θραύσις· 31 και ελογίσθη αυτω εις δικαιοσύνην εις γενεάν και γενεάν έως του αιώνος. 19 και εποίησαν μόσχον εν Χωρήβ και προσεκύνησαν τω γλυπτω. και διέστειλεν εν τοις χείλεσιν αυτού. 24 και εξουδένωσαν γην επιθυμητήν. 12 και επίστευσαν τοις λόγοις αυτού και ήσαν την αίνεσιν αυτού. 40 και ωργίσθη θυμω Κύριος επί τον λαόν αυτού και εβδελύξατο την κληρονομίαν αυτού· 41 και παρέδωκεν αυτούς εις χείρας εχθρών. του ποιήσαντος μεγάλα εν Αιγύπτω. 42 και έθλιψαν αυτούς οι εχθροί αυτών. φοβερά επί θαλάσσης ερυθράς. 32 και παρώργισαν αυτόν επί ύδατος αντιλογίας και εκακώθη Μωυσής δι ‘ αυτούς. 43 πλεονάκις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1119 . 13 ετάχυναν. ουκ επίστευσαν τω λόγω αυτού· 25 και εγόγγυσαν εν τοις σκηνώμασιν αυτών. 35 και εμίγησαν εν τοις έθνεσι και έμαθον τα έργα αυτών· 36 και εδούλευσαν τοις γλυπτοίς αυτών. εις εξ αυτών ουχ υπελείφθη. 21 και επελάθοντο του Θεού του σώζοντος αυτούς. 20 και ηλλάξαντο την δόξαν αυτών εν ομοιώματι μόσχου εσθίοντος χόρτον. και εξαπέστειλε πλησμονήν εις τας ψυχάς αυτών. 33 ότι παρεπίκραναν το πνεύμα αυτού. α είπε Κύριος αυτοίς. 26 και επήρε την χείρα αυτού επ ‘ αυτούς του καταβαλείν αυτούς εν τη ερήμω 27 και του καταβαλείν το σπέρμα αυτών εν τοις έθνεσι και διασκορπίσαι αυτούς εν ταις χώραις.

και ουκ ην ο βοηθών· 13 και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς. ους ελυτρώσατο εκ χειρός εχθρού. 12 και εταπεινώθη εν κόποις η καρδία αυτών. Κύριε ο Θεός ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ερρύσατο αυτούς. και εκ των αναγκών αυτών έσωσεν αυτούς. 15 εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω. 4 επλανήθησαν εν τη ερήμω εν γη ανύδρω. εν τω αυτόν εισακούσαι της δεήσεως αυτών· 45 και εμνήσθη της διαθήκης αυτού και μετεμελήθη κατά το πλήθος του ελέους αυτού 46 και έδωκεν αυτούς εις οικτιρμούς εναντίον πάντων των αιχμαλωτευσάντων αυτούς. Αλληλούϊα. 9 ότι εχόρτασε ψυχήν κενήν και πεινώσαν ενέπλησεν αγαθών. και ερεί πας ο λαός· γένοιτο γένοιτο. 3 εκ των χωρών συνήγαγεν αυτούς. και εκ των αναγκών αυτών ερρύσατο αυτούς 7 και ωδήγησεν αυτούς εις οδόν ευθείαν του πορευθήναι εις πόλιν κατοικητηρίου. και επισυνάγαγε ημάς εκ των εθνών του εξομολογήσασθαι τω ονόματί σου τω αγίω. αυτοί δε παρεπίκραναν αυτόν εν τη βουλή αυτών και εταπεινώθησαν εν ταις ανομίαις αυτών. ότι χρηστός. 5 πεινώντες και διψώντες. 8 εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων. 44 και είδε Κύριος εν τω θλίβεσθαι αυτούς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1120 . του εγκαυχάσθαι εν τη αινέσει σου. 10 καθημένους εν σκότει και σκιά θανάτου. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 2 ειπάτωσαν οι λελυτρωμένοι υπό Κυρίου. 11 ότι παρεπίκραναν τα λόγια του Θεού. ΡΣΤ (ΡΖ) 106. ησθένησαν. δια γαρ τας ανομίας αυτών εταπεινώθησαν· 18 παν βρώμα εβδελύξατο η ψυχή αυτών. 47 σώσον ημάς. και εκ των αναγκών αυτών έσωσεν αυτούς 14 και εξήγαγεν αυτούς εκ σκότους και σκιάς θανάτου και τους δεσμούς αυτών διέρρηξεν. η ψυχή αυτών εν αυτοίς εξέλιπε· 6 και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς. 48 ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ από του αιώνος και έως του αιώνος. από ανατολών και δυσμών και βορρά και θαλάσσης. 17 αντελάβετο αυτών εξ οδού ανομίας αυτών. πεπεδημένους εν πτωχεία και σιδήρω. και ήγγισαν έως των πυλών του θανάτου· 19 και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς. οδόν πόλεως κατοικητηρίου ουχ εύρον. 16 ότι συνέτριψε πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασεν. και την βουλήν του Υψίστου παρώξυναν.

και εσίγησαν τα κύματα αυτής· 30 και ευφράνθησαν. 43 τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου. 32 υψωσάτωσαν αυτόν εν εκκλησία λαού και εν καθέδρα πρεσβυτέρων αινεσάτωσαν αυτόν. 42 όψονται ευθείς και ευφρανθήσονται. και επλάνησεν αυτούς εν αβάτω και ουχ οδω. Κύριε. 36 και κατώκισεν εκεί πεινώντας. 35 έθετο έρημον εις λίμνας υδάτων και γην άνυδρον εις διεξόδους υδάτων. 3 εξεγέρθητι. 4 εξομολογήσομαί σοι εν λαοίς. και έστη πνεύμα καταιγίδος. ψαλώ σοι εν έθνεσιν. 38 και ευλόγησεν αυτούς. και υψώθη τα κύματα αυτής· 26 αναβαίνουσιν έως των ουρανών και καταβαίνουσιν έως των αβύσσων. και έστη εις αύραν. 33 έθετο ποταμούς εις έρημον και διεξόδους υδάτων εις δίψαν. και πάσα η σοφία αυτών κατεπόθη· 28 και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς. 25 είπε. και ωδήγησεν αυτούς επί λιμένα θελήματος αυτού. ψαλτήριον και κιθάρα· εξεγερθήσομαι όρθρου. 40 εξεχύθη εξουδένωσις επ ‘ άρχοντας αυτών. 5 ότι μέγα επάνω των ουρανών το έλεός σου και έως των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1121 . και επληθύνθησαν σφόδρα. και πάσα ανομία εμφράξει το στόμα αυτής. ότι ησύχασαν. 39 και ωλιγώθησαν και εκακώθησαν από θλίψεως κακών και οδύνης. η ψυχή αυτών εν κακοίς ετήκετο· 27 εταράχθησαν. και συνεστήσαντο πόλεις κατοικεσίας 37 και έσπειραν αγρούς και εφύτευσαν αμπελώνας και εποίησαν καρπόν γεννήματος. 41 και εβοήθησε πένητι εκ πτωχείας και έθετο ως πρόβατα πατριάς. Ωδη ψαλμού τω Δαυϊδ. ετοίμη η καρδία μου. 34 γην καρποφόρον εις άλμην από κακίας των κατοικούντων εν αυτη. ο Θεός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 20 απέστειλε τον λόγον αυτού και ιάσατο αυτούς και ερρύσατο αυτούς εκ των διαφθορών αυτών. άσομαι και ψαλώ εν τη δόξη μου. 31 εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων. ΡΖ (ΡΗ) 107. εσαλεύθησαν ως ο μεθύων. και εκ των αναγκών αυτών εξήγαγεν αυτούς 29 και επέταξε τη καταιγίδι. 21 εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων 22 και θυσάτωσαν αυτω θυσίαν αινέσεως και εξαγγειλάτωσαν τα έργα αυτού εν αγαλλιάσει. ποιούντες εργασίαν εν ύδασι πολλοίς. 2 ΕΤΟΙΜΗ η καρδία μου. 24 αυτοί είδον τα έργα Κυρίου και τα θαυμάσια αυτού εν τω βυθω. και τα κτήνη αυτών ουκ εσμίκρυνε. 23 οι καταβαίνοντες εις θάλασσαν εν πλοίοις.

και την επισκοπήν αυτού λάβοι έτερος. 11 εξερευνησάτω δανειστής πάντα. 4 αντί του αγαπάν με ενδιέβαλλόν με. την αίνεσίν μου μη παρασιωπήσης. 6 κατάστησον επ ‘ αυτόν αμαρτωλόν. εν ταις δυνάμεσιν ημών. 8 ο Θεός ελάλησεν εν τω αγίω αυτού· υψωθήσομαι και διαμεριώ Σίκιμα. 10 Μωάβ λέβης της ελπίδος μου. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. και ουκ εξελεύση. και εμός εστι Μανασσής. 14 αναμνησθείη η ανομία των πατέρων αυτού έναντι Κυρίου. σώσον τη δεξιά σου και επάκουσόν μου. εμοί αλλόφυλοι υπετάγησαν. ο Θεός. ο Θεός. Ιούδας βασιλεύς μου. 9 γενηθήτωσαν οι υιοί αυτού ορφανοί και η γυνή αυτού χήρα· 10 σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οι υιοί αυτού και επαιτησάτωσαν. και την κοιλάδα των σκηνών διαμετρήσω· 9 εμός εστι Γαλαάδ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νεφελών η αλήθειά σου. 8 γενηθήτωσαν αι ημέραι αυτού ολίγαι. και διαρπασάτωσαν αλλότριοι τους πόνους αυτού· 12 μη υπαρξάτω αυτω αντιλήπτωρ. 2 ότι στόμα αμαρτωλού και στόμα δολίου επ ‘ εμέ ηνοίχθη. και η αμαρτία της μητρός αυτού μη εξαλειφθείη· 15 γενηθήτωσαν εναντίον Κυρίου διαπαντός. και αυτός εξουδενώσει τους εχθρούς ημών. εκβληθήτωσαν εκ των οικοπέδων αυτών. και η προσευχή αυτού γενέσθω εις αμαρτίαν. μηδέ γενηθήτω οικτίρμων τοις ορφανοίς αυτού· 13 γενηθήτω τα τέκνα αυτού εις εξολόθρευσιν. και ματαία σωτηρία ανθρώπου. 16 ανθ ‘ ων ουκ εμνήσθη ποιήσαι έλεος και κατεδίωξεν άνθρωπον πένητα και πτωχόν και κατανενυγμένον τη καρδία του θανατώσαι. 13 δος ημίν βοήθειαν εκ θλίψεως. και Εφραίμ αντίληψις της κεφαλής μου. και διάβολος στήτω εκ δεξιών αυτού· 7 εν τω κρίνεσθαι αυτόν εξέλθοι καταδεδικασμένος. εγώ δε προσηυχόμην· 5 και έθεντο κατ ‘ εμού κακά αντί αγαθών και μίσος αντί της αγαπήσεώς μου. και ήξει αυτω· και ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1122 . και εξολοθρευθείη εκ γης το μνημόσυνον αυτών. εν γενεά μια εξαλειφθείη το όνομα αυτού. επί την Ιδουμαίαν επιβαλώ το υπόδημά μου. όσα υπάρχει αυτω. ο Θεός. 11 τις απάξει με εις πόλιν περιοχής. Ο Θεός. ο απωσάμενος ημάς. ή τις οδηγήσει με έως της Ιδουμαίας. 7 όπως αν ρυσθώσιν οι αγαπητοί σου. 12 ουχί συ. ΡΗ (ΡΘ) 108. 17 και ηγάπησε κατάραν. 14 εν τω Θεω ποιήσωμεν δύναμιν. και επί πάσαν την γην η δόξα σου. ελάλησαν κατ ‘ εμού γλώσση δολία 3 και λόγοις μίσους εκύκλωσάν με και επολέμησάν με δωρεάν. 6 υψώθητι επί τους ουρανούς.

19 γενηθήτω αυτω ως ιμάτιον. ότι χρηστόν το έλεός σου. 3 μετά σου η αρχή εν ημέρα της δυνάμεώς σου εν ταις λαμπρότησι των αγίων σου· εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε. 21 και συ. ΡΙ (ΡΙΑ) 110. και εισήλθεν ωσεί ύδωρ εις τα έγκατα αυτού και ωσεί έλαιον εν τοις οστέοις αυτού. 4 ώμοσε Κύριος και ου μεταμεληθήσεται· συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ. Αλληλούϊα. και η καρδία μου τετάρακται εντός μου. ΕΙΠΕΝ ο Κύριος τω Κυρίω μου· κάθου εκ δεξιών μου. και η σάρξ μου ηλλοιώθη δι ‘ έλαιον. 30 εξομολογήσομαι τω Κυρίω σφόδρα εν τω στόματί μου και εν μέσω πολλών αινέσω αυτόν. εσάλευσαν κεφαλάς αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηθέλησεν ευλογίαν. 24 τα γόνατά μου ησθένησαν από νηστείας. ην διαπαντός περιζώννυται. Κύριε. 28 καταράσονται αυτοί. Κύριε ο Θεός μου. ο δε δούλός σου ευφρανθήσεται. και κατακυρίευε εν μέσω των εχθρών σου. Ψαλμός τω Δαυϊδ. Κύριε Κύριε. 26 βοήθησόν μοι. και ωσεί ζώνη. και συ ευλογήσεις· οι επανιστάμενοί μοι αισχυνθήτωσαν. ρύσαί με. ό περιβάλλεται. και σώσόν με κατά το έλεός σου. 29 ενδυσάσθωσαν οι ενδιαβάλλοντές με εντροπήν και περιβαλέσθωσαν ως διπλοϊδα αισχύνην αυτών. εξετινάχθην ωσεί ακρίδες. ποίησον μετ ‘ εμού ένεκεν του ονόματός σου. 23 ωσεί σκιά εν τω εκκλίναι αυτήν αντανηρέθην. συνθλάσει κεφαλάς επί γης πολλών. 7 εκ χειμάρρου εν οδω πίεται· δια τούτο υψώσει κεφαλήν. 2 ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών. 5 Κύριος εκ δεξιών σου συνέθλασεν εν ημέρα οργής αυτού βασιλείς· 6 κρινεί εν τοις έθνεσι. ΡΘ (ΡΙ) 109. 22 ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1123 . 20 τούτο το έργον των ενδιαβαλλόντων με παρά Κυρίου και των λαλούντων πονηρά κατά της ψυχής μου. εποίησας αυτήν. και μακρυνθήσεται απ ‘ αυτού. 27 και γνώτωσαν ότι η χείρ σου αύτη και συ. 31 ότι παρέστη εκ δεξιών πένητος του σώσαι εκ των καταδιωκόντων την ψυχήν μου. 18 και ενεδύσατο κατάραν ως ιμάτιον. πληρώσει πτώματα. έως αν θώ τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου. 25 καγώ εγενήθην όνειδος αυτοίς· είδοσάν με.

έδωκε τοις πένησιν· η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι. εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα· 2 δυνατόν εν τη γη έσται το σπέρμα αυτού. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον. ΡΙΑ (ΡΙΒ) 111. Αλληλούϊα. 6 ισχύν έργων αυτού ανήγγειλε τω λαω αυτού του δούναι αυτοίς κληρονομίαν εθνών. σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν. πεποιημέναι εν αληθεία και ευθύτητι. ΡΙΒ (ΡΙΓ) 112. το κέρας αυτού υψωθήσεται εν δόξη. 7 έργα χειρών αυτού αλήθεια και κρίσις· πισταί πάσαι αι εντολαί αυτού. 4 εξανέτειλεν εν σκότει φως τοις ευθέσιν ελεήμων και οικτίρμων και δίκαιος. και η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. 4 μνείαν εποιήσατο των θαυμασίων αυτού. μνησθήσεται εις τον αιώνα διαθήκης αυτού. και η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. 5 χρηστός ανήρ ο οικτείρων και κιχρών· οικονομήσει τους λόγους αυτού εν κρίσει. 7 από ακοής πονηράς ου φοβηθήσεται· ετοίμη η καρδία αυτού ελπίζειν επί Κύριον. έως ου επίδη επί τους εχθρούς αυτού· 9 εσκόρπισεν. 9 λύτρωσιν απέστειλε τω λαω αυτού. ου μη φοβηθή. εξεζητημένα εις πάντα τα θελήματα αυτού· 3 εξομολόγησις και μεγαλοπρέπεια το έργον αυτού. αινείτε το όνομα Κυρίου· 2 είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος. Κύριον. ΑΙΝΕΙΤΕ. ελεήμων και οικτίρμων ο Κύριος· 5 τροφήν έδωκε τοις φοβουμένοις αυτόν. ενετείλατο εις τον αιώνα διαθήκην αυτού· άγιον και φοβερόν το όνομα αυτού. η αίνεσις αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. 3 από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών αινετόν το όνομα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1124 . Αλληλούϊα. Κύριε. 8 εστηριγμέναι εις τον αιώνα του αιώνος. γενεά ευθέων ευλογηθήσεται. 8 εστήρικται η καρδία αυτού. εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος. 2 μεγάλα τα έργα Κυρίου. τους οδόντας αυτού βρύξει και τακήσεται· επιθυμία αμαρτωλού απολείται. 10 αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. παίδες. 6 ότι εις τον αιώνα ου σαλευθήσεται. εν όλη καρδία μου εν βουλή ευθέων και συναγωγή. 10 αμαρτωλός όψεται και οργισθήσεται. 3 δόξα και πλούτος εν τω οίκω αυτού.

23 ευλογημένοι υμείς τω Κυρίω τω ποιήσαντι τον ουρανόν και την γην. 24 ο ουρανός του ουρανού τω Κυρίω. ου φωνήσουσιν εν τω λάρυγγι αυτών. πόδας έχουσι και ου περιπατήσουσιν. εποίησε. 18 οίκος Ααρών ήλπισεν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών εστιν. 9 μη ημίν. από προσώπου του Θεού Ιακώβ 8 του στρέψαντος την πέτραν εις λίμνας υδάτων και την ακρότομον εις πηγάς υδάτων. 6 τα όρη. 7 ο εγείρων από γης πτωχόν και από κοπρίας ανυψών πένητα 8 του καθίσαι αυτόν μετά αρχόντων. και ουκ οσφρανθήσονται. και ουκ όψονται. οίκου Ιακώβ εκ λαού βαρβάρου. ότι έφυγες. 22 προσθείη Κύριος εφ ‘ υμάς. οφθαλμούς έχουσι. θάλασσα. 19 οι φοβούμενοι τον Κύριον ήλπισαν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών εστιν. αργύριον και χρυσίον. αλλ ‘ ή τω ονόματί σου δος δόξαν. ευλόγησε τον οίκον Ααρών. ο εν υψηλοίς κατοικών 6 και τα ταπεινά εφορών εν τω ουρανω και εν τη γη. μητέρα επί τέκνοις ευφραινομένην. και ουκ ακούσονται. 2 εγενήθη Ιουδαία αγίασμα αυτού. 14 ώτα έχουσι. και οι βουνοί ως αρνία προβάτων. 10 μήποτε είπωσι τα έθνη· που εστιν ο Θεός αυτών. 3 η θάλασσα είδε και έφυγεν. ρίνας έχουσι. επί τους ουρανούς η δόξα αυτού. μετά αρχόντων λαού αυτού· 9 ο κατοικίζων στείραν εν οίκω. μη ημίν. ΕΝ ΕΞΟΔ† Ισραήλ εξ Αιγύπτου. Κύριε. 25 ουχ οι νεκροί αινέσουσί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1125 . 7 από προσώπου Κυρίου εσαλεύθη η γη. 11 ο δε Θεός ημών εν τω ουρανω και εν τη γη πάντα. και ου λαλήσουσιν. 20 Κύριος μνησθείς ημών ευλόγησεν ημάς. 5 τις ως Κύριος ο Θεός ημών. επί τω ελέει σου και τη αληθεία σου. ευλόγησε τον οίκον Ισραήλ. 17 οίκος Ισραήλ ήλπισεν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών εστιν. 16 όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά και πάντες οι πεποιθότες επ ‘ αυτοίς. ότι εσκιρτήσατε ωσεί κριοί. και συ. Ισραήλ εξουσία αυτού. 12 τα είδωλα των εθνών. 5 τι σοί εστι. τους μικρούς μετά των μεγάλων. 21 ευλόγησε τους φοβουμένους τον Κύριον. Αλληλούϊα. 4 υψηλός επί πάντα τα έθνη ο Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυρίου. όσα ηθέλησεν. την δε γην έδωκε τοις υιοίς των ανθρώπων. Ιορδάνη. 15 χείρας έχουσι. και ου ψηλαφήσουσι. ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω· 4 τα όρη εσκίρτησαν ωσεί κριοί και οι βουνοί ως αρνία προβάτων. ότι εστράφης εις τα οπίσω. ΡΙΓ (ΡΙΔ) 113. εφ ‘ υμάς και επί τους υιούς υμών. έργα χειρών ανθρώπων· 13 στόμα έχουσι.

και η αλήθεια του Κυρίου μένει εις τον αιώνα. 2 ότι έκλινε το ους αυτού εμοί. ΗΓΑΠΗΣΑ. ΡΙΔ (ΡΙΕ) 114. ότι Κύριος ευηργέτησέ σε. Κύριε. πάντες οι λαοί. ων ανταπέδωκέ μοι. 7 επίστρεψον. 8 σοί θύσω θυσίαν αινέσεως και εν ονόματι Κυρίου επικαλέσομαι. κίνδυνοι άδου εύροσάν με· θλίψιν και οδύνην εύρον. ότι εισακούσεται Κύριος της φωνής της δεήσεώς μου. διέρρηξας τους δεσμούς μου. ΡΙΣΤ (ΡΙΖ) 116. και ο Θεός ημών ελεεί. 10 εν αυλαίς οίκου Κυρίου εν μέσω σου. εγώ δούλος σός. διό ελάλησα· εγώ δε εταπεινώθην σφόδρα. ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις άδου. 3 τι ανταποδώσω τω Κυρίω περί πάντων. ΡΙΕ (ΡΙΣΤ) 115. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1126 . Ιερουσαλήμ. ΑΙΝΕΙΤΕ τον Κύριον. τους οφθαλμούς μου από δακρύων και τους πόδας μου από ολισθήματος. 26 αλλ ‘ ημείς οι ζώντες ευλογήσομεν τον Κύριον. Αλληλούϊα. 6 τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού. πάντα τα έθνη. 4 ποτήριον σωτηρίου λήψομαι και το όνομα Κυρίου επικαλέσομαι. 8 ότι εξείλετο την ψυχήν μου εκ θανάτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σε. 2 ότι εκραταιώθη το έλεος αυτού εφ ‘ ημάς. 5 ελεήμων ο Κύριος και δίκαιος. ρύσαι την ψυχήν μου. 9 ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου. και έως του αιώνος. 4 και το όνομα Κυρίου επεκαλεσάμην· ω Κύριε. 6 φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος· εταπεινώθην. επαινέσατε αυτόν. Αλληλούϊα. εις την ανάπαυσίν σου. 9 τας ευχάς μου τω Κυρίω αποδώσω εναντίον παντός του λαού αυτού. και έσωσέ με. ψυχή μου. ΕΠΙΣΤΕΥΣΑ. 7 ω Κύριε. 3 περιέσχον με ωδίνες θανάτου. και εν ταις ημέραις μου επικαλέσομαι. από του νυν. εγώ δούλος σός και υιος της παιδίσκης σου. 2 εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· πας άνθρωπος ψεύστης. Αλληλούϊα. 5 τας ευχάς μου τω Κυρίω αποδώσω εναντίον παντός του λαού αυτού. εν χώρα ζώντων.

σώσον δη. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 4 ειπάτωσαν δη πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον ότι αγαθός. 16 δεξιά Κυρίου ύψωσέ με. 19 ανοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης· εισελθών εν αυταίς εξομολογήσομαι τω Κυρίω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1127 . 25 ω Κύριε. ότι επήκουσάς μου και εγένου μοι εις σωτηρίαν. ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· 23 παρά Κυρίου εγένετο αύτη και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών. δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν. 29 εξομολογείσθε τω Κυρίω. και υψώσω σε· εξομολογήσομαί σοι. δίκαιοι εισελεύσονται εν αυτη. 26 ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου· ευλογήκαμεν υμάς εξ οίκου Κυρίου. 17 ουκ αποθανούμαι. και ο Κύριος αντελάβετό μου. και εξομολογήσομαί σοι· Θεός μου ει συ. 27 Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν· συστήσασθε εορτήν εν τοις πυκάζουσιν έως των κεράτων του θυσιαστηρίου. ότι επήκουσάς μου και εγένου μοι εις σωτηρίαν. ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες. 20 αύτη η πύλη του Κυρίου. και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς. 28 Θεός μου ει συ. ην εποίησεν ο Κύριος· αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτη. 8 αγαθόν πεποιθέναι επί Κύριον ή πεποιθέναι επ ‘ άνθρωπον· 9 αγαθόν ελπίζειν επί Κύριον ή ελπίζειν επ ‘ άρχουσι. 18 παιδεύων επαίδευσέ με ο Κύριος και τω θανάτω ου παρέδωκέ με. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι αγαθός. και επήκουσέ μου εις πλατυσμόν. 13 ωσθείς ανετράπην του πεσείν. ω Κύριε. ευόδωσον δη. 21 εξομολογήσομαί σοι. και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς· 11 κυκλώσαντες εκύκλωσάν με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΙΖ (ΡΙΗ) 117. 15 φωνή αγαλλιάσεως και σωτηρίας εν σκηναίς δικαίων· δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν. 7 Κύριος εμοί βοηθός. Αλληλούϊα. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 24 αύτη η ημέρα. καγώ επόψομαι τους εχθρούς μου. 22 λίθον. και ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω. 6 Κύριος εμοί βοηθός. αλλά ζήσομαι και διηγήσομαι τα έργα Κυρίου. 12 εκύκλωσάν με ωσεί μέλισσαι κηρίον και εξεκαύθησαν ως πυρ εν ακάνθαις. και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς. 10 πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με. 2 ειπάτω δη οίκος Ισραήλ ότι αγαθός. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 5 εκ θλίψεως επεκαλεσάμην τον Κύριον. 14 ισχύς μου και ύμνησίς μου ο Κύριος και εγένετό μοι εις σωτηρίαν. ότι αγαθός. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 3 ειπάτω δη οίκος Ααρών ότι αγαθός.

27 οδόν δικαιωμάτων σου συνέτισόν με. 32 οδόν εντολών σου έδραμον. 8 τα δικαιώματά σου φυλάξω· μη με εγκαταλίπης έως σφόδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΙΗ (ΡΙΘ) 118. 28 ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας· βεβαίωσόν με εν τοις λόγοις σου. 22 περίελε απ ‘ εμού όνειδος και εξουδένωσιν. . όπως αν μη αμάρτω σοι. Αλληλούϊα. 3 ου γαρ οι εργαζόμενοι την ανομίαν εν ταις οδοίς αυτού επορεύθησαν. όταν επλάτυνας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1128 . ουκ επιλήσομαι των λόγων σου. 30 οδόν αληθείας ηρετισάμην και τα κρίματά σου ουκ επελαθόμην. εν τω φυλάξασθαι τους λόγους σου. 18 αποκάλυψον τους οφθαλμούς μου. 12 ευλογητός ει. 15 εν ταις εντολαίς σου αδολεσχήσω και κατανοήσω τας οδούς σου. 21 επετίμησας υπερηφάνοις· επικατάρατοι οι εκκλίνοντες από των εντολών σου. 11 εν τη καρδία μου έκρυψα τα λόγιά σου. Κύριε· δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. 23 και γαρ εκάθισαν άρχοντες και κατ ‘ εμού κατελάλουν. 6 τότε ου μη αισχυνθώ εν τω με επιβλέπειν επί πάσας τας εντολάς σου. ο δε δούλός σου ηδολέσχει εν τοις δικαιώμασί σου. .17 Ανταπόδος τω δούλω σου· ζήσομαι και φυλάξω τους λόγους σου. 14 εν τη οδω των μαρτυρίων σου ετέρφθην ως επί παντί πλούτω. και επήκουσάς μου· δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. και αι συμβουλίαι μου τα δικαιώματά σου. Κύριε· μη με καταισχύνης. και αδολεσχήσω εν τοις θαυμασίοις σου. . 16 εν τοις δικαιώμασί σου μελετήσω. 29 οδόν αδικίας απόστησον απ ‘ εμού και τω νόμω σου ελέησόν με. και κατανοήσω τα θαυμάσια εκ του νόμου σου. 7 εξομολογήσομαί σοι εν ευθύτητι καρδίας εν τω μεμαθηκέναι με τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. 10 εν όλη καρδία μου εξεζήτησά σε· μη απώση με από των εντολών σου. 2 μακάριοι οι εξερευνώντες τα μαρτύρια αυτού· εν όλη καρδία εκζητήσουσιν αυτόν. ότι τα μαρτύριά σου εξεζήτησα. 13 εν τοις χείλεσί μου εξήγγειλα πάντα τα κρίματα του στόματός σου. 5 όφελον κατευθυνθείησαν αι οδοί μου του φυλάξασθαι τα δικαιώματά σου. 19 πάροικος εγώ ειμι εν τη γη· μη αποκρύψης απ ‘ εμού τας εντολάς σου. 31 εκολλήθην τοις μαρτυρίοις σου. 4 συ ενετείλω τας εντολάς σου του φυλάξασθαι σφόδρα. ΜΑΚΑΡΙΟΙ οι άμωμοι εν οδω οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου. 20 επεπόθησεν η ψυχή μου του επιθυμήσαι τα κρίματά σου εν παντί καιρω. 24 και γαρ τα μαρτύριά σου μελέτη μου εστι. 26 τας οδούς μου εξήγγειλα.9 Εν τίνι κατορθώσει νεώτερος την οδόν αυτού.25 Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου· ζήσόν με κατά τον λόγον σου.

πλήρης η γη· τα δικαιώματά σου δίδαξόν με. και εξερευνήσω τον νόμον σου και φυλάξω αυτόν εν όλη καρδία μου. είπα του φυλάξασθαι τον νόμον σου. ότι ήλπισα επί τοις λόγοις σου. ότι επί τοις κρίμασί σου επήλπισα. εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. ον υπώπτευσα· ότι τα κρίματά σου χρηστά. 64 του ελέους σου. . . 50 αύτη με παρεκάλεσεν εν τη ταπεινώσει μου. Κύριε. ότι το λόγιόν σου έζησέ με. 51 υπερήφανοι παρηνόμουν έως σφόδρα. 42 και αποκριθήσομαι τοις ονειδίζουσί μοι λόγον. 34 συνέτισόν με. 63 μέτοχος εγώ ειμι πάντων των φοβουμένων σε και των φυλασσόντων τας εντολάς σου. 39 περίελε τον ονειδισμόν μου.41 Και έλθοι επ ‘ εμέ το έλεός σου. και ηδολέσχουν εν τοις δικαιώμασί σου.33 Νομοθέτησόν με. 48 και ήρα τας χείράς μου προς τας εντολάς σου ας ηγάπησα. το σωτήριόν σου κατά τον λόγον σου. και του νόμου σου ουκ επελαθόμην. 36 κλίνον την καρδίαν μου εις τα μαρτύριά σου και μη εις πλεονεξίαν. Κύριε. κατά τον λόγον σου.49 Μνήσθητι των λόγων σου τω δούλω σου. Κύριε. την οδόν των δικαιωμάτων σου.65 Χρηστότητα εποίησας μετά του δούλου σου. 62 μεσονύκτιον εξηγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. 35 οδήγησόν με εν τη τρίβω των εντολών σου.. 53 αθυμία κατέσχε με από αμαρτωλών των εγκαταλιμπανόντων τον νόμον σου. ότι αυτήν ηθέλησα.57 Μερίς μου ει. ων επήλπισάς με. ότι τα δικαιώματά σου εξεζήτησα. . 47 και εμελέτων εν ταις εντολαίς σου. 43 και μη περιέλης εκ του στόματός μου λόγον αληθείας έως σφόδρα. ας ηγάπησα σφόδρα. . 44 και φυλάξω τον νόμον σου διαπαντός. και εκζητήσω αυτήν διαπαντός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την καρδίαν μου. 37 απόστρεψον τους οφθαλμούς μου του μη ιδείν ματαιότητα. και παρεκλήθην. Κύριε. Κύριε. 52 εμνήσθην των κριμάτων σου απ ‘ αιώνος. 66 χρηστότητα και παιδείαν και γνώσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1129 . Κύριε. 38 στήσον τω δούλω σου το λόγιόν σου εις τον φόβον σου. 54 ψαλτά ήσάν μοι τα δικαιώματά σου εν τόπω παροικίας μου. 61 σχοινία αμαρτωλών περιεπλάκησάν μοι. 58 εδεήθην του προσώπου σου εν όλη καρδία μου· ελέησόν με κατά το λόγιόν σου. Κύριε. ότι τας εντολάς σου εξεζήτησα. 60 ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην του φυλάξασθαι τας εντολάς σου. 40 ιδού επεθύμησα τας εντολάς σου· εν τη δικαιοσύνη σου ζήσόν με. 46 και ελάλουν εν τοις μαρτυρίοις σου εναντίον βασιλέων και ουκ ησχυνόμην. 45 και επορευόμην εν πλατυσμω. από δε του νόμου σου ουκ εξέκλινα. 56 αύτη εγενήθη μοι. 55 εμνήσθην εν νυκτί του ονόματός σου. 59 διελογισάμην τας οδούς σου και επέστρεψα τους πόδας μου εις τα μαρτύριά σου. και εφύλαξα τον νόμον σου. εν τη οδω σου ζήσόν με.

ότι εν αυτοίς έζησάς με. . 67 προ του με ταπεινωθήναι εγώ επλημμέλησα. και ζήσομαι.81 Εκλείπει εις το σωτήριόν σου η ψυχή μου. 99 υπέρ πάντας τους διδάσκοντάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1130 . 78 αισχυνθήτωσαν υπερήφανοι. ότι εις τους λόγους σου επήλπισα. 79 επιστρεψάτωσάν με οι φοβούμενοί σε και οι γινώσκοντες τα μαρτύριά σου. 85 διηγήσαντό μοι παράνομοι αδολεσχίας. 74 οι φοβούμενοί σε όψονταί με και ευφρανθήσονται. βοήθησόν μοι. 72 αγαθός μοι ο νόμος του στόματός σου υπέρ χιλιάδας χρυσίου και αργυρίου. σώσόν με.89 Εις τον αιώνα.97 Ως ηγάπησα τον νόμον σου.73 Αι χείρές σου εποίησάν με και έπλασάν με· συνέτισόν με και μαθήσομαι τας εντολάς σου. 76 γενηθήτω δη το έλεός σου του παρακαλέσαι με κατά το λόγιόν σου τω δούλω σου. 82 εξέλιπον οι οφθαλμοί μου εις το λόγιόν σου λέγοντες· πότε παρακαλέσεις με. 90 εις γενεάν και γενεάν η αλήθειά σου· εθεμελίωσας την γην και διαμένει. 88 κατά το έλεός σου ζήσόν με. εγώ δε εν όλη καρδία μου εξερευνήσω τας εντολάς σου. εγώ δε τον νόμον σου εμελέτησα. Κύριε. αλλ ‘ ουχ ως ο νόμος σου. ο λόγος σου διαμένει εν τω ουρανω. πότε ποιήσεις μοι εκ των καταδιωκόντων με κρίσιν. Κύριε. 77 ελθέτωσάν μοι οι οικτιρμοί σου. και αληθεία εταπείνωσάς με. Κύριε· όλην την ημέραν μελέτη μου εστιν. 71 αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με. εις τους λόγους σου επήλπισα. . 70 ετυρώθη ως γάλα η καρδία αυτών. ότι τα δικαιώματά σου εξεζήτησα. ότι τα σύμπαντα δούλα σά. και εν τη χρηστότητί σου δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. 92 ει μη ότι ο νόμος σου μελέτη μου εστι. 91 τη διατάξει σου διαμένει ημέρα. 84 πόσαι εισίν αι ημέραι του δούλου σου. 96 πάσης συντελείας είδον πέρας· πλατεία η εντολή σου σφόδρα. 95 εμέ υπέμειναν αμαρτωλοί του απολέσαι με· τα μαρτύριά σου συνήκα. όπως αν μη αισχυνθώ. όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου. 83 ότι εγενήθην ως ασκός εν πάχνη· τα δικαιώματά σου ουκ επελαθόμην. 93 εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου. εγώ δε ουκ εγκατέλιπον τας εντολάς σου. 75 έγνων. Κύριε. 86 πάσαι αι εντολαί σου αλήθεια· αδίκως κατεδίωξάν με. 68 χρηστός ει συ. ότι αδίκως ηνόμησαν εις εμέ· εγώ δε αδολεσχήσω εν ταις εντολαίς σου. ότι εις τον αιώνα εμή εστιν. 80 γενηθήτω η καρδία μου άμωμος εν τοις δικαιώμασί σου. 98 υπέρ τους εχθρούς μου εσόφισάς με την εντολήν σου. Κύριε. 69 επληθύνθη επ ‘ εμέ αδικία υπερηφάνων. ότι δικαιοσύνη τα κρίματά σου. ότι ο νόμος σου μελέτη μου εστιν. 87 παρά βραχύ συνετέλεσάν με εν τη γη. . ότι ταις εντολαίς σου επίστευσα. τότε αν απωλόμην εν τη ταπεινώσει μου. δια τούτο το λόγιόν σου εφύλαξα. και φυλάξω τα μαρτύρια του στόματός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δίδαξόν με. 94 σός ειμι εγώ. .

117 βοήθησόν μοι. 107 εταπεινώθην έως σφόδρα· Κύριε.105 Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου. ότι συ ενομοθέτησάς με. 102 από των κριμάτων σου ουκ εξέκλινα. 122 έκδεξαι τον δούλόν σου εις αγαθόν· μη συκοφαντησάτωσάν με υπερήφανοι. 101 εκ πάσης οδού πονηράς εκώλυσα τους πόδας μου.113 Παρανόμους εμίσησα. 132 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1131 . πονηρευόμενοι. 119 παραβαίνοντας ελογισάμην πάντας τους αμαρτωλούς της γης· δια τούτο ηγάπησα τα μαρτύριά σου. 114 βοηθός μου. 130 η δήλωσις των λόγων σου φωτιεί και συνετιεί νηπίους.129 Θαυμαστά τα μαρτύριά σου· δια τούτο εξηρεύνησεν αυτά η ψυχή μου. υπέρ μέλι τω στόματί μου. 100 υπέρ πρεσβυτέρους συνήκα.116 αντιλαβού μου κατά το λόγιόν σου. ότι τας εντολάς σου επεπόθουν. 118 εξουδένωσας πάντας τους αποστατούντας από των δικαιωμάτων σου. πάσαν οδόν άδικον εμίσησα. . και του νόμου σου ουκ επελαθόμην. 127 δια τούτο ηγάπησα τας εντολάς σου υπέρ χρυσίον και τοπάζιον. . και τα κρίματά σου δίδαξόν με. και εξερευνήσω τας εντολάς του Θεού μου. 131 το στόμα μου ήνοιξα και είλκυσα πνεύμα. . 104 από των εντολών σου συνήκα· δια τούτο εμίσησα πάσαν οδόν αδικίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ με συνήκα. ότι τας εντολάς σου εξεζήτησα. και εκ των εντολών σου ουκ επλανήθην. ότι άδικον το ενθύμημα αυτών. 110 έθεντο αμαρτωλοί παγίδα μοι. 103 ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγιά σου. ότι τα μαρτύριά σου μελέτη μου εστιν. και μη καταισχύνης με από της προσδοκίας μου. 125 δούλός σου ειμι εγώ· συνέτισόν με. 111 εκληρονόμησα τα μαρτύριά σου εις τον αιώνα. 106 ώμοσα και έστησα του φυλάξασθαι τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. και αντιλήπτωρ μου ει συ· εις τους λόγους σου επήλπισα. ζήσόν με κατά τον λόγον σου. και γνώσομαι τα μαρτύριά σου. 108 τα εκούσια του στόματός μου ευδόκησον δη. Κύριε. 109 η ψυχή μου εν ταις χερσί σου διαπαντός. και σωθήσομαι και μελετήσω εν τοις δικαιώμασί σου διαπαντός. 123 οι οφθαλμοί μου εξέλιπον εις το σωτήριόν σου και εις το λόγιον της δικαιοσύνης σου. 126 καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω· διεσκέδασαν τον νόμον σου. και ζήσόν με. τον δε νόμον σου ηγάπησα. 112 έκλινα την καρδίαν μου του ποιήσαι τα δικαιώματά σου εις τον αιώνα δι ‘ αντάμειψιν. 120 καθήλωσον εκ του φόβου σου τας σάρκας μου· από γαρ των κριμάτων σου εφοβήθην. . 128 δια τούτο προς πάσας τας εντολάς σου κατωρθούμην. όπως αν φυλάξω τους λόγους σου. ότι αγαλλίαμα της καρδίας μου εισιν. 115 εκκλίνατε απ ‘ εμού. 124 ποίησον μετά του δούλου σου κατά το έλεός σου και τα δικαιώματά σου δίδαξόν με.121 Εποίησα κρίμα και δικαιοσύνην· μη παραδως με τοις αδικούσί με.

Κύριε. 160 αρχή των λόγων σου αλήθεια. 133 τα διαβήματά μου κατεύθυνον κατά το λόγιόν σου. 148 προέφθασαν οι οφθαλμοί μου προς όρθρον του μελετάν τα λόγιά σου. . 142 η δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα. ότι τα λόγιά σου ουκ εφυλάξαντο. και ευθείαι αι κρίσεις σου. 134 λύτρωσαί με από συκοφαντίας ανθρώπων. ότι του νόμου σου ουκ επελαθόμην. και ουκ έστιν αυτοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1132 . κατά το κρίμά σου ζήσόν με. 138 ενετείλω δικαιοσύνην τα μαρτύριά σου και αλήθειαν σφόδρα. και ο δούλός σου ηγάπησεν αυτό. τα δικαιώματά σου εκζητήσω. 155 μακράν από αμαρτωλών σωτηρία. 158 είδον ασυνετούντας και εξετηκόμην. Κύριε· κατά το κρίμά σου ζήσόν με. και από των λόγων σου εδειλίασεν η καρδία μου. 149 της φωνής μου άκουσον.145 Εκέκραξα εν όλη καρδία μου· επάκουσόν μου. ότι τας εντολάς σου ηγάπησα· Κύριε. και πάσαι αι οδοί σου αλήθεια. . τον δε νόμον σου ηγάπησα. 144 δικαιοσύνη τα μαρτύριά σου εις τον αιώνα· συνέτισόν με.137 Δίκαιος ει. 164 επτάκις της ημέρας ήνεσά σε επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. Κύριε. . . 163 αδικίαν εμίσησα και εβδελυξάμην. 150 προσήγγισαν οι καταδιώκοντές με ανομία. 140 πεπυρωμένον το λόγιόν σου σφόδρα. από δε του νόμου σου εμακρύνθησαν.153 Ίδε την ταπείνωσίν μου και εξελού με. 146 εκέκραξά σοι· σώσόν με. ότι τα δικαιώματά σου ουκ εξεζήτησαν.161 Άρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν. Κύριε. 136 διεξόδους υδάτων κατέδυσαν οι οφθαλμοί μου. 156 οι οικτιρμοί σου πολλοί. και μη κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία. επεί ουκ εφύλαξα τον νόμον σου. 152 κατ ‘ αρχάς έγνων εκ των μαρτυρίων σου. εις τους λόγους σου επήλπισα. 135 το πρόσωπόν σου επίφανον επί τον δούλόν σου και δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. 159 ίδε. και ο νόμος σου αλήθεια. 139 εξέτηξέ με ο ζήλός σου. 154 κρίνον την κρίσιν μου και λύτρωσαί με· δια τον λόγον σου ζήσόν με. εν τω ελέει σου ζήσόν με. Κύριε. και φυλάξω τα μαρτύριά σου. κατά το έλεός σου. 165 ειρήνη πολλή τοις αγαπώσι τον νόμον σου. και ζήσομαι. 162 αγαλλιάσομαι εγώ επί τα λόγιά σου ως ο ευρίσκων σκύλα πολλά. και εις τον αιώνα πάντα τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. 157 πολλοί οι εκδιώκοντές με και θλίβοντές με· εκ των μαρτυρίων σου ουκ εξέκλινα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Επίβλεψον επ ‘ εμέ και ελέησόν με κατά το κρίμα των αγαπώντων το όνομά σου. ότι εις τον αιώνα εθεμελίωσας αυτά. 141 νεώτερος εγώ ειμι και εξουδενωμένος· τα δικαιώματά σου ουκ επελαθόμην. 147 προέφθασα εν αωρία και εκέκραξα. 143 θλίψεις και ανάγκαι εύροσάν με· αι εντολαί σου μελέτη μου. 151 εγγύς ει. ότι επελάθοντο των λόγων σου οι εχθροί μου. και φυλάξω τας εντολάς σου.

Κύριε. ότι πάσαι αι οδοί μου εναντίον σου. όταν διδάξης με τα δικαιώματά σου. όθεν ήξει η βοήθειά μου. κατεσκήνωσα μετά των σκηνωμάτων Κηδάρ. 173 γενέσθω η χείρ σου του σώσαί με. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1133 . 7 μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός· όταν ελάλουν αυτοίς. ουδέ η σελήνη την νύκτα. 167 εφύλαξεν η ψυχή μου τα μαρτύριά σου και ηγάπησεν αυτά σφόδρα. 172 φθέγξαιτο η γλώσσά μου τα λόγιά σου. 4 ιδού ου νυστάξει ουδέ υπνώσει ο φυλάσσων τον Ισραήλ. 2 Κύριε. 175 ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε. Κύριε· κατά το λόγιόν σου συνέτισόν με. ΠΡΟΣ Κύριον εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα. ΡΚ (ΡΚΑ) 120. Ωδη των αναβαθμών. ότι τας εντολάς σου ουκ επελαθόμην. Κύριε· κατά το λόγιόν σου ρύσαί με. συν τοις άνθραξι τοις ερημικοίς. 168 εφύλαξα τας εντολάς σου και τα μαρτύριά σου. ότι τας εντολάς σου ηρετισάμην. . μηδέ νυστάξη ο φυλάσσων σε. 7 Κύριος φυλάξει σε από παντός κακού. 3 τι δοθείη σοι και τι προστεθείη σοι προς γλώσσαν δολίαν. ότι πάσαι αι εντολαί σου δικαιοσύνη. 6 πολλά παρώκησεν η ψυχή μου. 170 εισέλθοι το αξίωμά μου ενώπιόν σου. και ο νόμος σου μελέτη μου εστι. και τα κρίματά σου βοηθήσει μοι. και τας εντολάς σου ηγάπησα. Κύριε. φυλάξει την ψυχήν σου ο Κύριος. ΡΙΘ (ΡΚ) 119.169 Εγγισάτω η δέησίς μου ενώπιόν σου. 5 οίμοι! ότι η παροικία μου εμακρύνθη. 171 εξερεύξαιντο τα χείλη μου ύμνον. ΗΡΑ τους οφθαλμούς μου εις τα όρη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σκάνδαλον. Ωδη των αναβαθμών. 8 Κύριος φυλάξει την είσοδόν σου και την έξοδόν σου από του νυν και έως του αιώνος. 3 μη δώης εις σάλον τον πόδα σου. 166 προσεδόκων το σωτήριόν σου. 176 επλανήθην ως πρόβατον απολωλός· ζήτησον τον δούλόν σου. επολέμουν με δωρεάν. Κύριε. και εισήκουσέ μου. 174 επεπόθησα το σωτήριόν σου. 2 η βοήθειά μου παρά Κυρίου του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην. ρύσαι την ψυχήν μου από χειλέων αδίκων και από γλώσσης δολίας. Κύριος σκέπη σοι επί χείρα δεξιάν σου· 6 ημέρας ο ήλιος ου συγκαύσει σε. 5 Κύριος φυλάξει σε. 4 τα βέλη του δυνατού ηκονημένα.

εξεζήτησα αγαθά σοι. Κύριε. χείμαρρον διήλθεν η ψυχή ημών· 5 άρα διήλθεν η ψυχή ημών το ύδωρ το ανυπόστατον. ειπάτω δη Ισραήλ· 2 ει μη ότι Κύριος ην εν ημίν εν τω επαναστήναι ανθρώπους εφ ‘ ημάς. και ημείς ερρύσθημεν. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΥΦΡΑΝΘΗΝ επί τοις ειρηκόσι μοι· εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα. έως ου οικτειρήσαι ημάς. ούτως οι οφθαλμοί ημών προς Κύριον τον Θεόν ημών. Ωδη των αναβαθμών. ΠΡΟΣ σε ήρα τους οφθαλμούς μου τον κατοικούντα εν τω ουρανω. Ιερουσαλήμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΚΑ (ΡΚΒ) 121. και ευθηνία τοις αγαπώσί σε· 7 γενέσθω δη ειρήνη εν τη δυνάμει σου και ευθηνία εν ταις πυργοβάρεσί σου. 8 ένεκα των αδελφών μου και των πλησίον μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1134 . Ωδη των αναβαθμών. ΡΚΓ (ΡΚΔ) 123. ότι επί πολύ επλήσθημεν εξουδενώσεως. ΕΙ ΜΗ ότι Κύριος ην εν ημίν. του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου· 5 ότι εκεί εκάθισαν θρόνοι εις κρίσιν. Τό όνειδος τοις ευθηνούσι. 6 ερωτήσατε δη τα εις ειρήνην την Ιερουσαλήμ. ως οφθαλμοί παιδίσκης εις χείρας της κυρίας αυτής. ελέησον ημάς. 3 άρα ζώντας αν κατέπιον ημάς εν τω οργισθήναι τον θυμόν αυτών εφ ‘ ημάς· 4 άρα το ύδωρ αν κατεπόντισεν ημάς. 4 εκεί γαρ ανέβησαν αι φυλαί. 2 εστώτες ήσαν οι πόδες ημών εν ταις αυλαίς σου. και η εξουδένωσις τοις υπερηφάνοις. 8 η βοήθεια ημών εν ονόματι Κυρίου του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην. ΡΚΒ (ΡΚΓ) 122. θρόνοι επί οίκον Δαυϊδ. φυλαί Κυρίου. 2 ιδού ως οφθαλμοί δούλων εις χείρας των κυρίων αυτών. 6 ευλογητός Κύριος. ης η μετοχή αυτής επί το αυτό. 7 η ψυχή ημών ως στρουθίον ερρύσθη εκ της παγίδος των θηρευόντων· η παγίς συνετρίβη. μαρτύριον τω Ισραήλ. ελάλουν δη ειρήνην περί σου· 9 ένεκα του οίκου Κυρίου του Θεού ημών. 3 Ιερουσαλήμ οικοδομουμένη ως πόλις. Ωδη των αναβαθμών. 4 επί πλείον επλήσθη η ψυχή ημών. 3 ελέησον ημάς. ος ουκ έδωκεν ημάς εις θήραν τοις οδούσιν αυτών.

Ωδη των αναβαθμών. 2 τότε επλήσθη χαράς το στόμα ημών και η γλώσσα ημών αγαλλιάσεως. 4 ωσεί βέλη εν χειρί δυνατού. ο μισθός του καρπού της γαστρός. τότε ερούσιν εν τοις έθνεσιν· εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι μετ ‘ αυτών. 5 μακάριος ος πληρώσει την επιθυμίαν αυτού εξ αυτών· ου καταισχυνθήσονται. ούτως οι υιοί των εκτετιναγμένων. 2 εις μάτην υμίν εστι το ορθρίζειν. και ο Κύριος κύκλω του λαού αυτού από του νυν και έως του αιώνος. εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων. την αιχμαλωσίαν ημών ως χειμάρρους εν τω νότω. ΡΚΕ (ΡΚΣΤ) 125. εγενήθημεν ευφραινόμενοι. τοις αγαθοίς και τοις ευθέσι τη καρδία· 5 τους δε εκκλίνοντας εις τας στραγγαλιάς απάξει Κύριος μετά των εργαζομένων την ανομίαν ειρήνη επί τον Ισραήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1135 . ΕΝ Τ† επιστρέψαι Κύριον την αιχμαλωσίαν Σιών εγενήθημεν ωσεί παρακεκλημένοι. 4 αγάθυνον. Κύριε. ΡΚΣΤ (ΡΚΖ) 126. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙ ΠΕΠΟΙΘΟΤΕΣ επί Κύριον ως όρος Σιών· ου σαλευθήσεται εις τον αιώνα ο κατοικών Ιερουσαλήμ. όταν δω τοις αγαπητοίς αυτού ύπνον. 5 οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει θεριούσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΚΔ (ΡΚΕ) 124. εγείρεσθαι μετά το καθήσθαι. 2 όρη κύκλω αυτής. όταν λαλώσι τοις εχθροίς αυτών εν πύλαις. 4 επίστρεψον. 3 ιδού η κληρονομία Κυρίου υιοί. ΡΚΖ (ΡΚΗ) 127. Ωδη των αναβαθμών. όπως αν μη εκτείνωσιν οι δίκαιοι εν ανομίαις χείρας αυτών. εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες· εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν. Κύριε. οι εσθίοντες άρτον οδύνης. ΕΑΝ μη Κύριος οικοδομήση οίκον. Ωδη των αναβαθμών. 6 πορευόμενοι επορεύοντο και έκλαιον βάλλοντες τα σπέρματα αυτών· ερχόμενοι δε ήξουσιν εν αγαλλιάσει αίροντες τα δράγματα αυτών. 3 εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι μεθ ‘ ημών. 3 ότι ουκ αφήσει Κύριος την ράβδον των αμαρτωλών επί τον κλήρον των δικαίων.

6 γενηθήτωσαν ωσεί χόρτος δωμάτων. υπέμεινεν η ψυχή μου εις τον λόγον σου. οι πορευόμενοι εν ταις οδοίς αυτού. εισάκουσον της φωνής μου· γενηθήτω τα ώτά σου προσέχοντα εις την φωνήν της δεήσεώς μου. 6 ήλπισεν η ψυχή μου επί τον Κύριον από φυλακής πρωϊας μέχρι νυκτός· από φυλακής πρωϊας ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον. 8 και αυτός λυτρώσεται τον Ισραήλ εκ πασών των ανομιών αυτού. και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι. 4 ότι παρά σοί ο ιλασμός εστιν. ΡΚΗ (ΡΚΘ) 128. 2 τους πόνους των καρπών σου φάγεσαι· μακάριος ει. 5 ευλογήσαι σε Κύριος εκ Σιών. και καλώς σοι έσται. 5 ένεκεν του ονόματός σου υπέμεινά σε. 3 η γυνή σου ως άμπελος ευθηνούσα εν τοις κλίτεσι της οικίας σου· οι υιοί σου ως νεόφυτα ελαιών κύκλω της τραπέζης σου. 3 εάν ανομίας παρατηρήσης. τις υποστήσεται. Ωδη των αναβαθμών. 8 και ουκ είπαν οι παράγοντες· ευλογία Κυρίου εφ ‘ υμάς. ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ εκέκραξά σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Ωδη των αναβαθμών. 7 ότι παρά τω Κυρίω το έλεος και πολλή παρ ‘ αυτω λύτρωσις. Κύριε· 2 Κύριε. ειπάτω δη Ισραήλ· 2 πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. ΡΚΘ (ΡΛ) 129. 3 επί τον νώτόν μου ετέκταινον οι αμαρτωλοί. ειρήνη επί τον Ισραήλ. 4 Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αυχένας αμαρτωλών. Κύριε. ΠΛΕΟΝΑΚΙΣ επολέμησάν με εκ νεότητός μου. και ίδοις τα αγαθά Ιερουσαλήμ πάσας τας ημέρας της ζωής σου· 6 και ίδοις υιούς των υιών σου. ευλογήκαμεν υμάς εν ονόματι Κυρίου. 4 ιδού ούτως ευλογηθήσεται άνθρωπος ο φοβούμενος τον Κύριον. Κύριε Κύριε. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΚΑΡΙΟΙ πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον. εμάκρυναν την ανομίαν αυτών. 5 αισχυνθήτωσαν και αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω πάντες οι μισούντες Σιών. ος προ του εκσπασθήναι εξηράνθη· 7 ου ουκ επλήρωσε την χείρα αυτού ο θερίζων και τον κόλπον αυτού ο τα δράγματα συλλέγων. Ωδη των αναβαθμών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1136 .

3 ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον. 5 έως ου εύρω τόπον τω Κυρίω. ει αναβήσομαι επί κλίνης στρωμνής μου. εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού· 7 εισελευσόμεθα εις τα σκηνώματα αυτού. 6 ιδού ηκούσαμεν αυτήν εν Εφραθά. του Δαυϊδ και πάσης της πραότητος αυτού. επί δε αυτόν εξανθήσει το αγίασμά μου. 16 τους ιερείς αυτής ενδύσω σωτηρίαν. Κύριε. ώδε κατοικήσω. ου έστησαν οι πόδες αυτού. ηρετίσατο αυτήν εις κατοικίαν εαυτω· 14 αύτη η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος. 17 εκεί εξανατελώ κέρας τω Δαυϊδ. ουδέ εμετεωρίσθησαν οι οφθαλμοί μου. Ωδη των αναβαθμών. συ και η κιβωτός του αγιάσματός σου· 9 οι ιερείς σου ενδύσονται δικαιοσύνην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΛ (ΡΛΑ) 130. 11 ώμοσε Κύριος τω Δαυϊδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν· εκ καρπού της κοιλίας σου θήσομαι επί του θρόνου σου· 12 εάν φυλάξωνται οι υιοί σου την διαθήκην μου και τα μαρτύριά μου ταύτα. ουδέ επορεύθην εν μεγάλοις. ΜΝΗΣΘΗΤΙ. Ωδη των αναβαθμών. Ωδη των αναβαθμών. ητοίμασα λύχνον τω χριστω μου· 18 τους εχθρούς αυτού ενδύσω αισχύνην. προσκυνήσομεν εις τον τόπον. 2 ως ώμοσε τω Κυρίω. και οι υιοί αυτών έως του αιώνος καθιούνται επί του θρόνου σου. α διδάξω αυτούς. 4 ει δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις μου. 2 ει μη εταπεινοφρόνουν. σκήνωμα τω Θεω Ιακώβ. Κύριε. τους πτωχούς αυτής χορτάσω άρτων. από του νυν και έως του αιώνος. 13 ότι εξελέξατο Κύριος την Σιών. ουδέ εν θαυμασίοις υπέρ εμέ. ως ανταποδώσεις επί την ψυχήν μου. και οι όσιοι αυτής αγαλλιάσει αγαλλιάσονται. αλλά ύψωσα την ψυχήν μου ως το απογεγαλακτισμένον επί την μητέρα αυτού. ότι ηρετισάμην αυτήν· 15 την θύραν αυτής ευλογών ευλογήσω. ΡΛΒ (ΡΛΓ) 132. ηύξατο τω Θεω Ιακώβ· 3 ει εισελεύσομαι εις σκήνωμα οίκου μου. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΥΡΙΕ. 8 ανάστηθι. 10 ένεκεν Δαυϊδ του δούλου σου μη αποστρέψης το πρόσωπον του χριστού σου. ουχ υψώθη η καρδία μου. εις την ανάπαυσίν σου. ΡΛΑ (ΡΛΒ) 131. και οι όσιοί σου αγαλλιάσονται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1137 .

οφθαλμούς έχουσι και ουκ όψονται. 15 τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον. ΙΔΟΥ δη ευλογείτε τον Κύριον. τον πώγωνα του Ααρών. αινείτε. 2 οι εστώτες εν οίκω Κυρίου. εν αυλαίς οίκου Θεού ημών. δούλοι. εν Φαραώ και εν πάσι τοις δούλοις αυτού. Ωδη των αναβαθμών. 5 ότι εγώ έγνωκα ότι μέγας ο Κύριος. 3 ευλογήσαι σε Κύριος εκ Σιών ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην. και ο Κύριος ημών παρά πάντας τους θεούς. έργα χειρών ανθρώπων· 16 στόμα έχουσι και ου λαλήσουσιν. 3 αινείτε τον Κύριον. 10 ος επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς. αλλ ‘ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό. Ισραήλ εις περιουσιασμόν εαυτω. 8 ος επάταξε τα πρωτότοκα Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους. εν ταις θαλάσσαις και εν πάσαις ταις αβύσσοις· 7 ανάγων νεφέλας εξ εσχάτου της γης. 2 εν ταις νυξίν επάρατε τας χείρας υμών εις τα άγια και ευλογείτε τον Κύριον. ότι αγαθός Κύριος· ψάλατε τω ονόματι αυτού. 2 ως μύρον επί κεφαλής το καταβαίνον επί πώγωνα. Αλληλούϊα. το όνομά σου εις τον αιώνα και το μνημόσυνόν σου εις γενεάν και γενεάν. ΑΙΝΕΙΤΕ το όνομα Κυρίου. 18 όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά και πάντες οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1138 . 12 και έδωκε την γην αυτών κληρονομίαν. ΡΛΔ (ΡΛΕ) 134. κληρονομίαν Ισραήλ λαω αυτού. πάντες οι δούλοι Κυρίου οι εστώτες εν οίκω Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΔΟΥ δη τι καλόν ή τι τερπνόν. 6 πάντα. 14 ότι κρινεί Κύριος τον λαόν αυτού και επί τοις δούλοις αυτού παρακληθήσεται. 11 τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν και πάσας τας βασιλείας Χαναάν. 13 Κύριε. όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν εν τω ουρανω και εν τη γη. ότι καλόν· 4 ότι τον Ιακώβ εξελέξατο εαυτω ο Κύριος. Κύριον. το καταβαίνον επί την ώαν του ενδύματος αυτού· 3 ως δρόσος Αερμών η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών· ότι εκεί ενετείλατο Κύριος την ευλογίαν. 17 ώτα έχουσι και ουκ ενωτισθήσονται. 9 εξαπέστειλε σημεία και τέρατα εν μέσω σου. ζωήν έως του αιώνος. Αίγυπτε. ουδέ γαρ εστι πνεύμα εν τω στόματι αυτών. αστραπάς εις υετόν εποίησεν· ο εξάγων ανέμους εκ θησαυρών αυτού. ΡΛΓ (ΡΛΔ) 133. εν αυλαίς οίκου Θεού ημών.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1139 . ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 3 εξομολογείσθε τω Κυρίω των κυρίων. 26 εξομολογείσθε τω Θεω του ουρανού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 17 τω πατάξαντι βασιλείς μεγάλους. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 23 ότι εν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύριος. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 6 τω στερεώσαντι την γην επί των υδάτων. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 20 και τον Ωγ βασιλέα της Βασάν. 22 κληρονομίαν Ισραήλ δούλω αυτού. ευλογήσατε τον Κύριον. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 9 την σελήνην και τους αστέρας εις εξουσίαν της νυκτός. 18 και αποκτείναντι βασιλείς κραταιούς. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 4 τω ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνω. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ευλογήσατε τον Κύριον· οι φοβούμενοι τον Κύριον. ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΣΘΕ τω Κυρίω. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 7 τω ποιήσαντι φώτα μεγάλα μόνω. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 5 τω ποιήσαντι τους ουρανούς εν συνέσει. ΡΛΕ (ΡΛ) 135. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 21 και δόντι την γην αυτών κληρονομίαν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Αλληλούϊα. 11 και εξαγαγόντι τον Ισραήλ εκ μέσου αυτών. 12 εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 16 τω διαγαγόντι τον λαόν αυτού εν τη ερήμω. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 25 ο διδούς τροφήν πάση σαρκί. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεποιθότες επ ‘ αυτοίς. 21 ευλογητός Κύριος εκ Σιών. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 10 τω πατάξαντι Αίγυπτον συν τοις πρωτοτόκοις αυτών. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 13 τω καταδιελόντι την Ερυθράν θάλασσαν εις διαιρέσεις. 19 οίκος Ισραήλ. 20 οίκος Λευϊ. 15 και εκτινάξαντι Φαραώ και την δύναμιν αυτού εις θάλασσαν Ερυθράν. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 14 και διαγαγόντι τον Ισραήλ δια μέσου αυτής. 19 τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 2 εξομολογείσθε τω Θεω των θεών. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ο κατοικών Ιερουσαλήμ. ότι αγαθός. ευλογήσατε τον Κύριον. ευλογήσατε τον Κύριον· οίκος Ααρών. 24 και ελυτρώσατο ημάς εκ των εχθρών ημών. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· 8 τον ήλιον εις εξουσίαν της ημέρας.

έως των θεμελίων αυτής. ταχύ επάκουσόν μου· πολυωρήσεις με εν ψυχή μου δυνάμει σου. ΡΛΖ (ΡΛΗ) 137. Κύριε. εάν μη σου μνησθώ. εάν μη προανατάξωμαι την Ιερουσαλήμ ως εν αρχή της ευφροσύνης μου. τα έργα των χειρών σου μη παρίδης. ΡΛΗ (ΡΛΘ) 138. ότι ήκουσαν πάντα τα ρήματα του στόματός σου. 8 Κύριος ανταποδώσει υπέρ εμού. 2 προσκυνήσω προς ναόν άγιόν σου και εξομολογήσομαι τω ονόματί σου επί τω ελέει σου και τη αληθεία σου. Κύριε. 4 Πως άσωμεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1140 . 2 επί ταις ιτέαις εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τα όργανα ημών· 3 ότι εκεί επηρώτησαν ημάς οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς λόγους ωδών και οι απαγαγόντες ημάς ύμνον· άσατε ημίν εκ των ωδών Σιών. ότι εμεγάλυνας επί παν το όνομα το άγιόν σου. και εναντίον αγγέλων ψαλώ σοι. πάντες οι βασιλείς της γης. 3 εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαί σε. εκκενούτε. 8 θυγάτηρ Βαβυλώνος η ταλαίπωρος. ότι ήκουσας πάντα τα ρήματα του στόματός μου. Τω Δαυϊδ Ιερεμίου. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. 7 εάν πορευθώ εν μέσω θλίψεως. ΕΠΙ των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών. 4 εξομολογησάσθωσάν σοι. 5 και ασάτωσαν εν ταις ωδαίς Κυρίου. Κύριε. 7 μνήσθητι. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΟΜΑΙ σοι. εν όλη καρδία μου. 5 εάν επιλάθωμαί σου. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 6 ότι υψηλός Κύριος και τα ταπεινά εφορά και τα υψηλά από μακρόθεν γινώσκει. ότι μεγάλη η δόξα Κυρίου. Ιερουσαλήμ. το έλεός σου εις τον αιώνα. επιλησθείη η δεξιά μου· 6 κολληθείη η γλώσσά μου τω λάρυγγί μου. Κύριε. ό ανταπέδωκας ημίν· 9 μακάριος ος κρατήσει και εδαφιεί τα νήπιά σου προς την πέτραν. Αγγαίου και Ζαχαρίου. μακάριος ος ανταποδώσει σοι το ανταπόδομά σου. των υιών Εδώμ την ημέραν Ιερουσαλήμ των λεγόντων· εκκενούτε. ζήσεις με· επ ‘ οργήν εχθρών μου εξέτεινας χείράς σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΛΣΤ (ΡΛΖ) 136. και έσωσέ με η δεξιά σου.

εμίσησα και επί τους εχθρούς σου εξετηκόμην. 15 ουκ εκρύβη το οστούν μου από σου. συ εκεί ει. τα έσχατα και τα αρχαία· συ έπλασάς με και έθηκας επ ‘ εμέ την χείρά σου. Κύριε. ό εποίησας εν κρυφή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΥΡΙΕ. και η υπόστασίς μου εν τοις κατωτάτοις της γης· 16 το ακατέργαστόν μου είδον οι οφθαλμοί σου. 13 ότι συ εκτήσω τους νεφρούς μου. όλην την ημέραν παρετάσσοντο πολέμους· 4 ηκόνησαν γλώσσαν αυτών ωσεί όφεως. και νύξ ως ημέρα φωτισθήσεται· ως το σκότος αυτής. εκκλίνατε απ ‘ εμού. ότι φοβερώς εθαυμαστώθης· θαυμάσια τα έργα σου. και επί το βιβλίον σου πάντες γραφήσονται· ημέρας πλασθήσονται και ουθείς εν αυτοίς. 5 ιδού. και υπέρ άμμον πληθυνθήσονται· εξηγέρθην και έτι ειμί μετά σου. 5 φύλαξόν με. 17 εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου. συ συνήκας τους διαλογισμούς μου από μακρόθεν· 3 την τρίβον μου και την σχοίνόν μου εξιχνίασας και πάσας τας οδούς μου προείδες. λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών· 18 εξαριθμήσομαι αυτούς. ου μη δύνωμαι προς αυτήν. ο Θεός. και οδήγησόν με εν οδω αιωνία. ΡΛΘ (ΡΜ) 139. ούτως και το φως αυτής. 7 που πορευθώ από του πνεύματός σου και από του προσώπου σου που φύγω. άνδρες αιμάτων. και νύξ φωτισμός εν τη τρυφή μου· 12 ότι σκότος ου σκοτισθήσεται από σου. 14 εξομολογήσομαί σοι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1141 . ο Θεός. έτασόν με και γνώθι τας τρίβους μου. (διάψαλμα). συ έγνως πάντα. εδοκίμασάς με. 19 εάν αποκτείνης αμαρτωλούς. ο Θεός. 23 δοκίμασόν με. από ανδρός αδίκου ρύσαί με. και καθέξει με η δεξιά σου. Κύριε. 2 ΕΞΕΛΟΥ με. 21 ουχί τους μισούντάς σε. Κύριε. και γνώθι την καρδίαν μου. Εις το τέλος· ψαλμός τω Δαυϊδ. πάρει· 9 εάν αναλάβοιμι τας πτέρυγάς μου κατ ‘ όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης. 11 και είπα· άρα σκότος καταπατήσει με. εις εχθρούς εγένοντό μοι. εξ ανθρώπου πονηρού. 8 εάν αναβώ εις τον ουρανόν. αντελάβου μου εκ γαστρός μητρός μου. 3 οίτινες ελογίσαντο αδικίαν εν καρδία. 6 εθαυμαστώθη η γνώσίς σου εξ εμού· εκραταιώθη. και έγνως με· 2 συ έγνως την καθέδραν μου και την έγερσίν μου. 4 ότι ουκ έστι δόλος εν γλώσση μου. Κύριε. και η ψυχή μου γινώσκει σφόδρα. εάν καταβώ εις τον άδην. 10 και γαρ εκεί η χείρ σου οδηγήσει με. 24 και ίδε ει οδός ανομίας εν εμοί. 20 ότι ερισταί εστε εις διαλογισμούς· λήψονται εις ματαιότητα τας πόλεις σου. ιός ασπίδων υπό τα χείλη αυτών. 22 τέλειον μίσος εμίσουν αυτούς.

ΚΥΡΙΕ. παγίδα τοις ποσί μου. (διάψαλμα). 11 πεσούνται επ ‘ αυτούς άνθρακες. την φωνήν της δεήσεώς μου. Κύριε. φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου. μη αντανέλης την ψυχήν μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1142 . 9 μη παραδως με. άνδρα άδικον κακά θηρεύσει εις διαφθοράν. μη εγκαταλίπης με. μήποτε υψωθώσιν. εχόμενα τρίβους σκάνδαλα έθεντό μοι. επεσκίασας επί την κεφαλήν μου εν ημέρα πολέμου. εισάκουσόν μου· πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου εν τω κεκραγέναι με προς σε. Κύριε. 10 πεσούνται εν αμφιβλήστρω αυτών οι αμαρτωλοί· κατά μόνας ειμί εγώ έως αν παρέλθω. 14 πλήν δίκαιοι εξομολογήσονται τω ονόματί σου. οι οφθαλμοί μου· επί σοί ήλπισα. εκέκραξα προς σε. διεσκορπίσθη τα οστά αυτών παρά τον άδην. 2 κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου. εν πυρί καταβαλείς αυτούς. και ου μη συνδυάσω μετά των εκλεκτών αυτών. 3 θού. Κύριε. οίτινες διελογίσαντο του υποσκελίσαι τα διαβήματά μου· 6 έκρυψαν υπερήφανοι παγίδα μοι και σχοινία διέτειναν. 12 ανήρ γλωσσώδης ου κατευθυνθήσεται επί της γης. 5 παιδεύσει με δίκαιος εν ελέει και ελέγξει με. κατοικήσουσιν ευθείς συν τω προσώπω σου. εκ χειρός αμαρτωλού. κόπος των χειλέων αυτών καλύψει αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριε. ενώτισαι. ης συνεστήσαντό μοι. 13 έγνων ότι ποιήσει Κύριος την κρίσιν των πτωχών και την δίκην των πενήτων. 9 φύλαξόν με από παγίδος. (διάψαλμα). Κύριε. από ανθρώπων αδίκων εξελού με. ΡΜ (ΡΜΑ) 140. έλαιον δε αμαρτωλού μη λιπανάτω την κεφαλήν μου· ότι έτι και η προσευχή μου εν ταις ευδοκίαις αυτών· 6 κατεπόθησαν εχόμενα πέτρας οι κριταί αυτών· ακούσονται τα ρήματά μου ότι ηδύνθησαν. 10 η κεφαλή του κυκλώματος αυτών. 7 ωσεί πάχος γης ερράγη επί της γης. έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή. και από σκανδάλων των εργαζομένων την ανομίαν. 7 είπα τω Κυρίω· Θεός μου ει συ. από της επιθυμίας μου αμαρτωλω· διελογίσαντο κατ ‘ εμού. Κύριε. Κύριε. δύναμις της σωτηρίας μου. 8 Κύριε. εν ταλαιπωρίαις ου μη υποστώσιν. Ψαλμός τω Δαυϊδ. 4 μη εκκλίνης την καρδίαν μου εις λόγους πονηρίας του προφασίζεσθαι προφάσεις εν αμαρτίαις συν ανθρώποις εργαζομένοις την ανομίαν. 8 ότι προς σε.

ότε αυτόν ο υιος καταδιώκει. η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου. εισάκουσον της προσευχής μου. Κύριε. ζήσεις με. εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου· 2 και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου. ότι εταπεινώθην σφόδρα· ρύσαί με εκ των καταδιωκόντων με. ή επορευόμην. 6 εκέκραξα προς σε. και ουκ ην ο επιγινώσκων με· απώλετο φυγή απ ‘ εμού. εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. 10 δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου. μερίς μου ει εν γη ζώντων. ότι εγώ δούλός σου ειμι. ότι εκραταιώθησαν υπέρ εμέ. Κύριε. ΡΜΒ (ΡΜΓ) 142. Συνέσεως τω Δαυϊδ. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 ΦΩΝ… μου προς Κύριον εκέκραξα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1143 . ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου· 9 εξελού με εκ των εχθρών μου. Κύριε. ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων. ότι προς σε κατέφυγον. εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου· 12 και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου. ΚΥΡΙΕ. εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος· 4 και ηκηδίασεν επ ‘ εμέ το πνεύμά μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΜΑ (ΡΜΒ) 141. 3 ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου. 8 ακουστόν ποίησόν μοι το πρωϊ το έλεός σου. ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου. Κύριε. 4 εν τω εκλείπειν εξ εμού το πνεύμά μου. ότι συ ει ο Θεός μου· το πνεύμά σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία. εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. ότι επί σοί ήλπισα· γνώρισόν μοι. και ουκ έστιν ο εκζητών την ψυχήν μου. έως ου ανταποδως μοι. 7 ταχύ εισάκουσόν μου. και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. 5 εμνήσθην ημερών αρχαίων. 8 εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχήν μου του εξομολογήσασθαι τω ονόματί σου· εμέ υπομενούσι δίκαιοι. φωνή μου προς Κύριον εδεήθην. είπα· συ ει η ελπίς μου. 11 ένεκεν του ονόματός σου. εν ή πορεύσομαι. Κύριε. την θλίψίν μου ενώπιον αυτού απαγγελώ. 3 εκχεώ ενώπιον αυτού την δέησίν μου. εν τω είναι αυτόν εν τω σπηλαίω· προσευχή. 6 διεπέτασα προς σε τας χείράς μου. οδόν. 5 κατενόουν εις τα δεξιά και επέβλεπον. εξέλιπε το πνεύμά μου· μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ ‘ εμού. και συ έγνως τας τρίβους μου· εν οδω ταύτη. Ψαλμός τω Δαυϊδ. έκρυψαν παγίδα μοι. (διάψαλμα). 7 πρόσχες προς την δέησίν μου.

αι ημέραι αυτού ωσεί σκιά παράγουσι. εξερευγόμενα εκ τούτου εις τούτο. περικεκοσμημέναι ως ομοίωμα ναού. 3 μέγας Κύριος και αινετός σφόδρα. προς τον Γολιάδ. τα πρόβατα αυτών πολύτοκα. Αίνεσις του Δαυϊδ. τω λυτρουμένω Δαυϊδ τον δούλον αυτού εκ ρομφαίας πονηράς. 13 τα ταμιεία αυτών πλήρη. κλίνον ουρανούς και κατάβηθι. 8 ων το στόμα ελάλησε ματαιότητα. ή υιος ανθρώπου ότι λογίζη αυτω. ου Κύριος ο Θεός αυτού. και η δεξιά αυτών δεξιά αδικίας. ουδέ κραυγή εν ταις πλατείαις αυτών. 12 ων οι υιοί ως νεόφυτα ιδρυμένα εν τη νεότητι αυτών. αι θυγατέρες αυτών κεκαλλωπισμέναι. και της μεγαλωσύνης αυτού ουκ έστι πέρας. ω ταύτά εστι· μακάριος ο λαός. ουδέ διέξοδος. 7 εξαπόστειλον την χείρά σου εξ ύψους. 2 καθ ‘ εκάστην ημέραν ευλογήσω σε και αινέσω το όνομά σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. άψαι των ορέων. ΥΨΩΣΩ σε. και καπνισθήσονται. 4 άνθρωπος ματαιότητι ωμοιώθη. 14 οι βόες αυτών παχείς. ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ Κύριος ο Θεός μου ο διδάσκων τας χείράς μου εις παράταξιν. ωδήν καινήν άσομαί σοι. και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΡΜΓ (ΡΜΔ) 143. τι εστιν άνθρωπος ότι εγνώσθης αυτω. 4 γενεά και γενεά επαινέσει τα έργα σου και την δύναμίν σου απαγγελούσι. και επ ‘ αυτω ήλπισα. πληθύνοντα εν ταις εξόδοις αυτών. ΡΜΔ (ΡΜΕ) 144. 6 άστραψον αστραπήν και σκορπιείς αυτούς. ο υποτάσσων τον λαόν μου υπ ‘ εμέ. 15 εμακάρισαν τον λαόν. ων το στόμα ελάλησε ματαιότητα και η δεξιά αυτών δεξιά αδικίας. τους δακτύλους μου εις πόλεμον· 2 έλεός μου και καταφυγή μου. 6 και την δύναμιν των φοβερών σου ερούσι και την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1144 . αντιλήπτωρ μου και ρύστης μου. Τω Δαυϊδ. 3 Κύριε. 9 ο Θεός. 11 ρύσαί με και εξελού με εκ χειρός υιών αλλοτρίων. υπερασπιστής μου. 5 την μεγαλοπρέπειαν της δόξης της αγιωσύνης σου λαλήσουσι και τα θαυμάσιά σου διηγήσονται. 5 Κύριε. εξαπόστειλον τα βέλη σου και συνταράξεις αυτούς. εξελού με και ρύσαί με εξ υδάτων πολλών. εν ψαλτηρίω δεκαχόρδω ψαλώ σοι 10 τω διδόντι την σωτηρίαν τοις βασιλεύσι. ο Θεός μου ο βασιλεύς μου. εκ χειρός υιών αλλοτρίων. ουκ έστι κατάπτωμα φραγμού.

Αλληλούϊα· Αγγαίου και Ζαχαρίου. τον Κύριον· 2 αινέσω Κύριον εν τη ζωή μου. πάντα τα έργα σου. 21 αίνεσιν Κυρίου λαλήσει το στόμα μου· και ευλογείτω πάσα σάρξ το όνομα το άγιον αυτού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. και συ δίδως την τροφήν αυτών εν ευκαιρία. 20 φυλάσσει Κύριος πάντας τους αγαπώντας αυτόν και πάντας τους αμαρτωλούς εξολοθρεύσει. και επιστρέψει εις την γην αυτού· εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού. 8 Κύριος σοφοί τυφλούς. 18 εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν. 10 εξομολογησάσθωσάν σοι. επί υιούς ανθρώπων. η ελπίς αυτού επί Κύριον τον Θεόν αυτού 6 τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην. 13α πιστός Κύριος εν πάσι τοις λόγοις αυτού και όσιος εν πάσι τοις έργοις αυτού. 8 οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος. ΡΜΕ (ΡΜΣΤ) 145. 17 δίκαιος Κύριος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και όσιος εν πάσι τοις έργοις αυτού. ψαλώ τω Θεω μου έως υπάρχω. η ψυχή μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεγαλωσύνην σου διηγήσονται. διδόντα τροφήν τοις πεινώσι. Κύριος αγαπά δικαίους. μακρόθυμος και πολυέλεος. Κύριος ανορθοί κατερραγμένους. 5 μακάριος ου ο Θεός Ιακώβ βοηθός αυτού. Κύριε. 4 εξελεύσεται το πνεύμα αυτού. Κύριος λύει πεπεδημένους. ΑΙΝΕΙ. 7 ποιούντα κρίμα τοις αδικουμένοις. και οι όσιοί σου ευλογησάτωσάν σε. οίς ουκ έστι σωτηρία. 19 θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς. 11 δόξαν της βασιλείας σου ερούσι και την δυναστείαν σου λαλήσουσι 12 του γνωρίσαι τοις υιοίς των ανθρώπων την δυναστείαν σου και την δόξαν της μεγαλοπρεπείας της βασιλείας σου. 13 η βασιλεία σου βασιλεία πάντων των αιώνων. και οι οικτιρμοί αυτού επί πάντα τα έργα αυτού. 3 μη πεποίθατε επ ‘ άρχοντας. 15 οι οφθαλμοί πάντων εις σε ελπίζουσι. πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία. 14 υποστηρίζει Κύριος πάντας τους καταπίπτοντας και ανορθοί πάντας τους κατερραγμένους. 7 μνήμην του πλήθους της χρηστότητός σου εξερεύξονται και τη δικαιοσύνη σου αγαλλιάσονται. και η δεσποτεία σου εν πάση γενεά και γενεά. 16 ανοίγεις συ τας χείράς σου και εμπιπλάς παν ζωον ευδοκίας. την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς· τον φυλάσσοντα αλήθειαν εις τον αιώνα. 9 χρηστός Κύριος τοις σύμπασι. 9 Κύριος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1145 .

και τας διασποράς του Ισραήλ επισυνάξει. 6 αναλαμβάνων πραείς ο Κύριος. Αλληλούϊα· Αγγαίου και Ζαχαρίου. έως τάχους δραμείται ο λόγος αυτού· 5 διδόντος χιόνα αυτού ωσεί έριον. ΑΙΝΕΙΤΕ τον Κύριον. 7 εξαποστελεί τον λόγον αυτού και τήξει αυτά· πνεύσει το πνεύμα αυτού και ρυήσεται ύδατα. και μεγάλη η ισχύς αυτού. αίνει τον Θεόν σου. 5 μέγας ο Κύριος ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1146 . 9 ουκ εποίησεν ούτως παντί έθνει και τα κρίματα αυτού ουκ εδήλωσεν αυτοίς. ΡΜΣΤ (ΡΜΖ) 146. Σιών. τω ετοιμάζοντι τη γη υετόν. δικαιώματα και κρίματα αυτού τω Ισραήλ. ευλόγησε τους υιούς σου εν σοί· 3 ο τιθείς τα όριά σου ειρήνην και στέαρ πυρού εμπιπλών σε· 4 ο αποστέλλων το λόγιον αυτού τη γη. Αλληλούϊα· Αγγαίου και Ζαχαρίου. Ιερουσαλήμ. και πάσιν αυτοίς ονόματα καλών. 9 διδόντι τοις κτήνεσι τροφήν αυτών και τοις νεοσσοίς των κοράκων τοις επικαλουμένοις αυτόν. 2 ότι ενίσχυσε τους μοχλούς των πυλών σου. ότι αγαθόν ψαλμός· τω Θεω ημών ηδυνθείη αίνεσις. τω εξανατέλλοντι εν όρεσι χόρτον και χλόην τη δουλεία των ανθρώπων. ψάλατε τω Θεω ημών εν κιθάρα 8 τω περιβάλλοντι τον ουρανόν εν νεφέλαις. κατά πρόσωπον ψύχους αυτού τις υποστήσεται. τον Κύριον. 8 ο απαγγέλλων τον λόγον αυτού τω Ιακώβ. ο Θεός σου. 2 οικοδομών Ιερουσαλήμ ο Κύριος. εις γενεάν και γενεάν. 3 ο ιώμενος τους συντετριμμένους την καρδίαν και δεσμεύων τα συντρίμματα αυτών. 10 ουκ εν τη δυναστεία του ίππου θελήσει. 7 εξάρξατε τω Κυρίω εν εξομολογήσει. 10 βασιλεύσει Κύριος εις τον αιώνα. ομίχλην ωσεί σποδόν πάσσοντος· 6 βάλλοντος κρύσταλλον αυτού ωσεί ψωμούς. και της συνέσεως αυτού ουκ έστιν αριθμός. ΡΜΖ 147. ΕΠΑΙΝΕΙ. ουδέ εν ταις κνήμαις του ανδρός ευδοκεί· 11 ευδοκεί Κύριος εν τοις φοβουμένοις αυτόν και εν πάσι τοις ελπίζουσιν επί το έλεος αυτού. 4 ο αριθμών πλήθη άστρων. Σιών. ταπεινών δε αμαρτωλούς έως της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάσσει τους προσηλύτους· ορφανόν και χήραν αναλήψεται και οδόν αμαρτωλών αφανιεί.

και οι υιοί Σιών αγαλλιάσθωσαν επί τω βασιλεί αυτών. τα ποιούντα τον λόγον αυτού· 9 τα όρη και πάντες οι βουνοί. τοις υιοίς Ισραήλ. 3 αινεσάτωσαν το όνομα αυτού εν χορω. 6 αι υψώσεις του Θεού εν τω λάρυγγι αυτών. λαω εγγίζοντι αυτω. 5 αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου. 2 ευφρανθήτω Ισραήλ επί τω ποιήσαντι αυτόν. και ύρομφαίαι δίστομοι εν ταις χερσίν αυτών 7 του ποιήσαι εκδίκησιν εν τοις έθνεσιν. ότι υψώθη το όνομα αυτού μόνου· η εξομολόγησις αυτού επί γης και ουρανού. 8 του δήσαι τους βασιλείς αυτών εν πέδαις και τους ενδόξους αυτών εν χειροπέδαις σιδηραίς. 6 έστησεν αυτά εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος· πρόσταγμα έθετο. δράκοντες και πάσαι άβυσσοι· 8 πυρ. πάντες οι άγγελοι αυτού· αινείτε αυτόν. 5 καυχήσονται όσιοι εν δόξη και αγαλλιάσονται επί των κοιτών αυτών. 14 και υψώσει κέρας λαού αυτού· ύμνος πάσι τοις οσίοις αυτού. 4 ότι ευδοκεί Κύριος εν τω λαω αυτού και υψώσει πραείς εν σωτηρία. 7 αινείτε τον Κύριον εκ της γης. χιών. και ου παρελεύσεται. ελεγμούς εν τοις λαοίς. ξύλα καρποφόρα και πάσαι κέδροι· 10 τα θηρία και πάντα τα κτήνη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1147 . και εκτίσθησαν. πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων· 13 αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου. η αίνεσις αυτού εν εκκλησία οσίων. ΡΜΘ 149. 3 αινείτε αυτόν ήλιος και σελήνη. Αλληλούϊα. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΙΝΕΙΤΕ τον Κύριον εκ των ουρανών· αινείτε αυτόν εν τοις υψίστοις. ότι αυτός είπε. 2 αινείτε αυτόν. πνεύμα καταιγίδος. 9 του ποιήσαι εν αυτοίς κρίμα έγγραπτον· δόξα αύτη έσται πάσι τοις οσίοις αυτού. κρύσταλλος. ερπετά και πετεινά πτερωτά· 11 βασιλείς της γης και πάντες λαοί. Αλληλούϊα· Αγγαίου και Ζαχαρίου. πάσαι αι δυνάμεις αυτού. χάλαζα. αυτός ενετείλατο. και εγενήθησαν. 4 αινείτε αυτόν οι ουρανοί των ουρανών και το ύδωρ το υπεράνω των ουρανών. εν τυμπάνω και ψαλτηρίω ψαλάτωσαν αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΜΗ 148. άρχοντες και πάντες κριταί γης· 12 νεανίσκοι και παρθένοι. ΑΣΑΤΕ τω Κυρίω άσμα καινόν. αινείτε αυτόν πάντα τα άστρα και το φως.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΙΝΕΙΤΕ τον Θεόν εν τοις αγίοις αυτού. ------------------------------------------------------- ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΝΘΡΩΠΟΣ τις ην εν χώρα τη Αυσίτιδι. Αλληλούϊα. 5 οι αδελφοί μου καλοί και μεγάλοι. αινείτε αυτόν κατά το πλήθος της μεγαλωσύνης αυτού. ω όνομα Ιώβ. 3 και τις αναγγελεί τω Κυρίω μου. 6 πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον. αυτός εισακούσει. απεκεφάλισα αυτόν και ήρα όνειδος εξ υιών Ισραήλ. αινείτε αυτόν εν κυμβάλοις αλαλαγμού. ΜΙΚΡΟΣ ήμην εν τοις αδελφοίς μου και νεώτερος εν τω οίκω του πατρός μου· εποίμαινον τα πρόβατα του πατρός μου. αινείτε αυτόν εν χορδαίς και οργάνω· 5 αινείτε αυτόν εν κυμβάλοις ευήχοις. Ούτος ο ψαλμός ιδιόγραφος εις Δαυϊδ και έξωθεν του αριθμού· ότε εμονομάχησε τω Γολιάθ. και ουκ ευδόκησεν εν αυτοίς ο Κύριος. 6 εξήλθον εις συνάντησιν τω αλλοφύλω. και ην ο άνθρωπος εκείνος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1148 . αυτός Κύριος. αινείτε αυτόν εν ψαλτηρίω και κιθάρα· 4 αινείτε αυτόν εν τυμπάνω και χορω. αινείτε αυτόν εν στερεώματι της δυνάμεως αυτού· 2 αινείτε αυτόν επί ταις δυναστείαις αυτού. 3 αινείτε αυτόν εν ήχω σάλπιγγος. 4 αυτός εξαπέστειλε τον άγγελον αυτού και ήρέ με εκ των προβάτων του πατρός μου και έχρισέ με εν τω ελαίω της χρίσεως αυτού. σπασάμενος την παρ ‘ αυτού μάχαιραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΡΝ 150. και οι δάκτυλοί μου ήρμοσαν ψαλτήριον. 2 αι χείρές μου εποίησαν όργανον. και επικατηράσατό με εν τοις ειδώλοις αυτού· 7 εγώ δε. αλληλούϊα.

7 και είπεν ο Κύριος τω διαβόλω· πόθεν παραγέγονας. 5 και ως αν συνετελέσθησαν αι ημέραι του πότου. άμεμπτος. 3 και ην τα κτήνη αυτού πρόβατα επτακισχίλια. ων έχει· ή μην εις πρόσωπόν σε ευλογήσει. 8 και είπεν αυτω ο Κύριος· προσέσχες τη διανοία σου κατά του παιδός μου Ιώβ. θεοσεβής. οι υιοί Ιώβ και αι θυγατέρες αυτού έπινον οίνον εν τη οικία του αδελφού αυτών του πρεσβυτέρου. ήλθεν έτερος άγγελος και είπε προς Ιώβ· πυρ έπεσεν εκ του ουρανού και κατέκαυσε τα πρόβατα και τους ποιμένας κατέφαγεν ομοίως· σωθείς δε εγώ μόνος ήλθον του απαγγείλαί σοι. και αποκριθείς ο διάβολος τω Κυρίω είπε· περιελθών την γην και εμπεριπατήσας την υπ ‘ ουρανόν πάρειμι. δίκαιος. και υπηρεσία πολλή σφόδρα και έργα μεγάλα ην αυτω επί της γης· και ην ο άνθρωπος εκείνος ευγενής των αφ ‘ ηλίου ανατολών. συμπαραλαμβάνοντες άμα και τας τρεις αδελφάς αυτών εσθίειν και πίνειν μετ ‘ αυτών. άνθρωπος άμεμπτος. ότι ουκ έστι κατ ‘ αυτόν επί της γης. απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος. -6 Και εγένετο ως η ημέρα αύτη. 12 τότε είπεν ο Κύριος τω διαβόλω· ιδού πάντα. και ο διάβολος ήλθε μετ ‘ αυτών. 9 απεκρίθη δε ο διάβολος και είπεν εναντίον του Κυρίου· μη δωρεάν Ιώβ σέβεται τον Κύριον. απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος. . και αι θήλειαι όνοι εβόσκοντο εχόμεναι αυτών. δίδωμι εν τη χειρί σου. όσα εστίν αυτω. κάμηλοι τρισχίλιαι. απέστελλεν Ιώβ και εκαθάριζεν αυτούς ανιστάμενος το πρωϊ και προσέφερε περί αυτών θυσίας κατά τον αριθμόν αυτών και μόσχον ένα περί αμαρτίας περί των ψυχών αυτών· έλεγε γαρ Ιώβ· μη ποτε οι υιοί μου εν τη διανοία αυτών κακά ενενόησαν προς Θεόν. 4 συμπορευόμενοι δε οι υιοί αυτού προς αλλήλους εποιούσαν πότον καθ' εκάστην ημέραν. και ιδού ήλθον οι άγγελοι του Θεού παραστήναι ενώπιον του Κυρίου. τα δε έργα των χειρών αυτού ευλόγησας και τα κτήνη αυτού πολλά εποίησας επί της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αληθινός. 14 και ιδού άγγελος ήλθε προς Ιώβ και είπεν αυτω· τα ζεύγη των βοών ηροτρία. 15 και ελθόντες οι αιχμαλωτεύοντες ηχμαλώτευσαν αυτάς και τους παίδας απέκτειναν εν μαχαίραις· σωθείς δε εγώ μόνος ήλθον του απαγγείλαί σοι. 10 ου συ περιέφραξας τα έξω αυτού και τα έσω της οικίας αυτού και τα έξω πάντων των όντων αυτού κύκλω. ζεύγη βοών πεντακόσια. θεοσεβής. 2 εγένοντο δε αυτω υιοί επτά και θυγατέρες τρεις. αληθινός. θήλειαι όνοι νομάδες πεντακόσιαι. 17 έτι τούτου λαλούντος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1149 .13 Και ην ως η ημέρα αύτη. αλλ ‘ αυτού μη άψη. 11 αλλά απόστειλον την χείρά σου και άψαι πάντων. ούτως ουν εποίει Ιώβ πάσας τας ημέρας. 16 έτι τούτου λαλούντος. και εξήλθεν ο διάβολος από προσώπου Κυρίου.

και ο διάβολος ήλθεν εν μέσω αυτών παραστήναι εναντίον του Κυρίου. ούτω και εγένετο· είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας. υπέρ της ψυχής αυτού εκτίσει· 5 ου μην δε αλλά αποστείλας την χείρά σου άψαι των οστών αυτού και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1150 . άκακος. θεοσεβής. άμεμπτος. ότι ουκ έστι κατ ‘ αυτόν των επί της γης άνθρωπος όμοιος αυτω. 18 έτι τούτου λαλούντος άλλος άγγελος έρχεται λέγων τω Ιώβ· των υιών σου και των θυγατέρων σου εσθιόντων και πινόντων παρά τω αδελφω αυτών τω πρεσβυτέρω. -20 Ούτως αναστάς Ιώβ έρρηξε τα ιμάτια αυτού και εκείρατο την κώμην της κεφαλής και πεσών χαμαί προσεκύνησε τω Κυρίω και είπεν· 21 αυτός γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου. 4 υπολαβών δε ο διάβολος είπε τω Κυρίω· δέρμα υπέρ δέρματος· και πάντα. όσα υπάρχει ανθρώπω. τότε είπεν ο διάβολος ενώπιον του Κυρίου· διαπορευθείς την υπ ‘ ουρανόν και εμπεριπατήσας την σύμπασαν πάρειμι. και ετελεύτησαν· εσώθην δε εγώ μόνος και ήλθον του απαγγείλαί σοι. έτι δε έχετε ακακίας· συ δε είπας τα υπάρχοντα αυτού διακενής απολέσαι. 2 και είπεν ο Κύριος τω διαβόλω· πόθεν συ έρχη. απεχόμενος από παντός κακού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήλθεν έτερος άγγελος και είπε προς Ιώβ· οι ιππείς εποίησαν ημίν κεφαλάς τρεις και εκύκλωσαν τας καμήλους και ηχμαλώτευσαν αυτάς και τους παίδας απέκτειναν εν μαχαίραις· εσώθην δε εγώ μόνος και ήλθον του απαγγείλαί σοι. ο Κύριος αφείλατο· ως τω Κυρίω έδοξεν. αληθινός. -22 Εν τούτοις πάσι τοις συμβεβηκόσιν αυτω ουδέν ήμαρτεν Ιώβ εναντίον του Κυρίου και ουκ έδωκεν αφροσύνην τω Θεω. 19 εξαίφνης πνεύμα μέγα επήλθεν εκ της ερήμου και ήψατο των τεσσάρων γωνιών της οικίας. και έπεσεν η οικία επί τα παιδία σου. γυμνός και απελεύσομαι εκεί· ο Κύριος έδωκεν. 3 είπε δε ο Κύριος προς τον διάβολον· προσέσχες ουν τω θέραποντί μου Ιώβ. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε ως η ημέρα αύτη και ήλθον οι άγγελοι του Θεού παραστήναι έναντι Κυρίου.

του παρακαλέσαι και επισκέψασθαι αυτόν. -7 Εξήλθε δε ο διάβολος από προσώπου Κυρίου και έπαισε τον Ιώβ έλκει πονηρω από ποδών έως κεφαλής. 6 είπε δε ο Κύριος τω διαβόλω· ιδού παραδίδωμί σοι αυτόν. αι με νυν συνέχουσιν· αλλά ειπόν τι ρήμα προς Κύριον και τελεύτα. ίνα τον ιχώρα ξύη. ους εις το κενόν εκοπίασα μετά μόχθων· 9γ συ τε αυτός εν σαπρία σκωλήκων κάθησαι διανυκτερεύων αίθριος. και η νύξ εκείνη ή είπαν· ιδού άρσεν. 9β ιδού γαρ ηφάνισταί σου το μνημόσυνον από της γης. 9δ καγώ πλανήτις και λάτρις. ει τα αγαθά εδεξάμεθα εκ χειρός Κυρίου. Βαλδάδ ο Σαυχαίων τύραννος. και καταπασάμενοι γην 13 παρεκάθισαν αυτω επτά ημέρας και επτά νύκτας. και εκάθητο επί της κοπρίας έξω της πόλεως. εμής κοιλίας ωδίνες και πόνοι. μόνον την ψυχήν αυτού διαφύλαξον. προσδεχομένη τον ήλιον πότε δύσεται. εν πάσι τούτοις τοις συμβεβηκόσιν αυτω ουδέν ήμαρτεν Ιώβ τοις χείλεσιν εναντίον του Θεού. 10 ο δε εμβλέψας είπεν αυτη· ίνα τι ωσπερ μία των αφρόνων γυναικών ελάλησας ούτως. 12 ιδότες δε αυτόν πόρρωθεν ουκ επέγνωσαν· και βοήσαντες φωνή μεγάλη έκλαυσαν ρήξαντες έκαστος την εαυτού στολήν. εν ή εγεννήθην. υιοί και θυγατέρες. 11 ακούσαντες δε οι τρεις φίλοι αυτού τα κακά πάντα τα επελθόντα αυτω. 8 και έλαβεν όστρακον. τα κακά ουχ υποίσομεν. -9 Χρόνου δε πολλού προβεβηκότος είπεν αυτω η γυνή αυτού· μέχρι τίνος καρτερήσεις λέγων· 9α ιδού αναμένω χρόνον έτι μικρόν προσδεχόμενος την ελπίδα της σωτηρίας μου. και ουδείς αυτών ελάλησεν· εώρων γαρ την πληγήν δεινήν ούσαν και μεγάλην σφόδρα. και παρεγένοντο προς αυτόν ομοθυμαδόν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΜΕΤΑ τούτο ήνοιξεν Ιώβ το στόμα αυτού και κατηράσατο την ημέραν αυτού 2 λέγων· 3 απόλοιτο η ημέρα. ίνα αναπαύσωμαι των μόχθων μου και των οδυνών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σαρκών αυτού· ή μην εις πρόσωπόν σε ευλογήσει. παρεγένοντο έκαστος εκ της ιδίας χώρας προς αυτόν· Ελιφάζ ο Θαιμανών βασιλεύς. 4 η νύξ εκείνη είη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1151 . τόπον εκ τόπου περιερχομένη και οικίαν εξ οικίας. Σωφάρ ο Μιναίων βασιλεύς.

12 ινατί δε συνήντησάν μοι γόνατα. 9 σκοτωθείη τα άστρα της νυκτός εκείνης. συνήντησέ μοι. 22 περιχαρείς δε εγένοντο εάν κατατύχωσι. μηδέ αριθμηθείη εις ημέρας μηνών· 7 αλλά η νύξ εκείνη είη οδύνη. 10 ότι ου συνέκλεισε πύλας γαστρός μητρός μου· απήλλαξε γαρ αν πόνον από οφθαλμών μου. 13 νυν αν κοιμηθείς ησύχασα. ζωή δε ταις εν οδύναις ψυχαίς. ον εφρόντισα. επέλθοι επ ‘ αυτήν γνόφος. υπομείναι και εις φωτισμόν μη έλθοι και μη ίδοι εωσφόρον ανατέλλοντα. 19 μικρός και μέγας εκεί εστι. 26 ούτε ειρήνευσα ούτε ησύχασα ούτε ανεπαυσάμην. ή ωσπερ νήπιοι. οί ουκ είδον φως. 16 ή ωσπερ έκτρωμα εκπορευόμενον εκ μήτρας μητρός. 23 θάνατος ανδρί ανάπαυμα. ισχύν δε ρημάτων σου τις υποίσει. ήλθε δε μοι οργή. εκεί ανεπαύσαντο κατάκοποι τω σώματι· 18 ομοθυμαδόν δε οι αιώνιοι ουκ ήκουσαν φωνήν φορολόγου. και μη αναζητήσαι αυτήν ο Κύριος άνωθεν. και μη έλθοι επ ‘ αυτήν ευφροσύνη μηδέ χαρμονή· 8 αλλά καταράσαιτο αυτήν ο καταρώμενος την ημέραν εκείνην. συνέκλεισε γαρ ο Θεός κατ ‘ αυτού· 24 προ γαρ των σίτων μου στεναγμός μοι ήκει. απενέγκαιτο αυτήν σκότος· μη είη εις ημέρας ενιαυτού. οί εγαυριώντο επί ξίφεσιν. και θεράπων δεδοικώς τον κύριον αυτού· 20 ινατί γαρ δέδοται τοις εν πικρία φως. ων πολύς ο χρυσός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σκότος. υπνώσας δε ανεπαυσάμην 14 μετά βασιλέων βουλευτών γης. ινατί δε μαστούς εθήλασα. 11 διατί γαρ εν κοιλία ουκ ετελεύτησα. και ον εδεδοίκειν. 17 εκεί ασεβείς εξέκαυσαν θυμόν οργής. 15 ή μετά αρχόντων. δακρύω δε εγώ συνεχόμενος φόβω· 25 φόβος γαρ. καταραθείη η ημέρα 6 και η νύξ εκείνη. 21 οί ιμείρονται του θανάτου και ου τυγχάνουσιν ανορύσσοντες ωσπερ θησαυρούς. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιφάζ ο Θαιμανίτης λέγει· 2 μη πολλάκις σοι λελάληται εν κόπω. ήλθέ μοι. 3 ει γαρ συ ενουθέτησας πολλούς και χείρας ασθενούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1152 . οί έπλησαν τους οίκους αυτών αργυρίου. ο μέλλων το μέγα κήτος χειρώσασθαι. μηδέ έλθοι εις αυτήν φέγγος· 5 εκλάβοι δε αυτήν σκότος και σκιά θανάτου. εκ γαστρός δε εξήλθον και ουκ ευθύς απωλόμην.

πεπλανημένον δε θανατοί ζήλος. εξ ων και αυτοί εκ του αυτού πηλού εσμεν. κατά δε αγγέλων αυτού σκολιόν τι επενόησε. 14 φρίκη δε μοι συνήντησε και τρόμος και μεγάλως μου τα οστά διέσεισε. 18 ει κατά παίδων αυτού ου πιστεύει. γαυρίαμα δε δρακόντων εσβέσθη· 11 μυρμηκολέων ώλετο παρά το μη έχειν βοράν. 6 πότερον ουχ ο φόβος σου εστιν εν αφροσύνη και η ελπίς σου και η κακία της οδού σου. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΕΠΙΚΑΛΕΣΑΙ δε. από δε πνεύματος οργής αυτού αφανισθήσονται. παρά το μη δύνασθαι αυτούς εαυτοίς βοηθήσαι απώλοντο. τις καθαρός ων απώλετο ή πότε αληθινοί ολόρριζοι απώλοντο. επιπίπτων φόβος επ ‘ ανθρώπους. έπαισεν αυτούς σητός τρόπον· 20 και από πρωϊθεν μέχρις εσπέρας ουκέτι εισί. 4 ασθενούντάς τε εξανέστησας ρήμασι. ή ει τινα αγγέλων αγίων όψη· 2 και γαρ άφρονα αναιρεί οργή. κολαβρισθείησαν δε επί θύραις ησσόνων. αλλ ‘ ή αύραν και φωνήν ήκουον· 17 τι γαρ. 3 εγώ δε εώρακα άφρονας ρίζαν βάλλοντας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεκάλεσας. 21 ενεφύσησε γαρ αυτοίς και εξηράνθησαν. έφριξαν δε μου τρίχες και σάρκες. 12 ει δε τι ρήμα αληθινόν εγεγόνει εν λόγοις σου. και ουκ επέγνων· είδον. σκύμνοι δε λεόντων έλιπον αλλήλους. 8 καθ ‘ ον τρόπον είδον τους αροτριώντας τα άτοπα. και ουκ ην μορφή προ οφθαλμών μου. οι δε σπείροντες αυτά οδύνας θεριούσιν εαυτοίς. 4 πόρρω γένοιντο οι υιοί αυτών από σωτηρίας. συ εσπούδασας. γόνασί τε αδυνατούσι θάρσος περιέθηκας. πότερον ου δέξεταί μου το ους εξαίσια παρ ‘ αυτού. αλλ ‘ ευθέως εβρώθη αυτών η δίαιτα. 5 νυν δε ήκει επί σε πόνος και ήψατό σου. απώλοντο παρά το μη έχειν αυτούς σοφίαν. 15 και πνεύμα επί πρόσωπόν μου επήλθεν. 19 τους δε κατοικούντας οικίας πηλίνας. φωνή δε λεαίνης. 13 φόβοι δε και ηχώ νυκτερινή. 9 από προστάγματος Κυρίου απολούνται. ει τις σοι υπακούσεται. 16 ανέστην. μη καθαρός έσται βροτός εναντίον του Κυρίου ή από των έργων αυτού άμεμπτος ανήρ. 7 μνήσθητι ουν. 10 σθένος λέοντος. και ουκ έσται ο εξαιρούμενος· 5 α γαρ εκείνοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1153 . ουθέν αν σοι τούτων κακόν απήντησε.

ταύτά εστιν α ακηκόαμεν· συ δε γνώθι σεαυτώ ει τι έπραξας. αδύνατος δε εξέλθοι εκ χειρός δυνάστου· 16 είη δε αδυνάτω ελπίς. 9 τον ποιούντα μεγάλα και ανεξιχνίαστα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συνήγαγον. 20 εν λιμω ρύσεταί σε εκ θανάτου. 13 ο καταλαμβάνων σοφούς εν τη φρονήσει. 8 ου μην δε αλλά εγώ δεηθήσομαι Κυρίου. 22 αδίκων και ανόμων καταγελάση. 25 γνώση δε ότι πολύ το σπέρμα σου. νουθέτημα δε Παντοκράτορος μη απαναίνου· 18 αυτός γαρ αλγείν ποιεί και πάλιν αποκαθίστησιν· έπαισε. 15 απόλοιντο δε εν πολέμω. 26 ελεύση δε εν τάφω ωσπερ σίτος ωριμος κατά καιρόν θεριζόμενος ή ωσπερ θιμωνία άλωνος καθ ‘ ωραν συγκομισθείσα. βουλήν δε πολυπλόκων εξέστησεν· 14 ημέρας συναντήσεται αυτοίς σκότος. από δε θηρίων αγρίων ου μη φοβηθής· 23 θήρες γαρ άγριοι ειρηνεύσουσί σοι. δίκαιοι έδονται. εκσιφωνισθείη αυτών η ισχύς· 6 ου γαρ μη εξέλθη εκ της γης κόπος. 19 εξάκις εξ αναγκών σε εξελείται. και ου μη ποιήσουσιν αι χείρες αυτών αληθές. ουδέ εξ ορέων αναβλαστήσει πόνος· 7 αλλά άνθρωπος γεννάται κόπω. και αι χείρες αυτού ιάσαντο. ων ουκ έστιν αριθμός· 10 τον διδόντα υετόν επί την γην. εν δε τω εβδόμω ου μη άψηταί σου κακόν. τας δε οδύνας μου άραι εν ζυγω ομοθυμαδόν. 17 μακάριος δε άνθρωπος. αποστέλλοντα ύδωρ επί την υπ ‘ ουρανόν· 11 τον ποιούντα ταπεινούς εις ύψος. νεοσσοί δε γυπός τα υψηλά πέτονται. 24 είτα γνώση ότι ειρηνεύσει σου ο οίκος. αδίκου δε στόμα εμφραχθείη. 3 και δη άμμου παραλίας βαρυτέρα έσται. ένδοξά τε και εξαίσια. ον ήλεγξεν ο Κύριος. η δε δίαιτα της σκηνής σου ου μη αμάρτη. το δε μεσημβρινόν ψηλαφήσαισαν ίσα νυκτί. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 ει γαρ τις ιστών στήσαι μου την οργήν. αυτοί δε εκ κακών ουκ εξαίρετοι έσονται. 27 ιδού ταύτα ούτως εξιχνιάσαμεν. αλλ ‘ ως έοικε τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1154 . εν πολέμω δε εκ χειρός σιδήρου λύσει σε. και απολωλότας εξεγείροντα· 12 διαλλάσσοντα βουλάς πανούργων. Κύριον δε των πάντων δεσπότην επικαλέσομαι. 21 από μάστιγος γλώσσης σε κρύψει. και ου μη φοβηθής από κακών ερχομένων. τα δε τέκνα σου έσται ωσπερ το παμβότανον του αγρού.

αλλ ‘ ή τα σίτα ζητών. φράσατέ μοι. 27 πλήν ότι επ ‘ ορφανω επιπίπτετε. απωλόμην δε και έξοικος εγενόμην. μη τι ημάς ήτησα ή της παρ ‘ υμών ισχύος επιδέομαι. ότι ανέχεταί μου η ψυχή. 19 ίδετε οδούς Θαιμανών. και την ελπίδα μου δώη ο Κύριος. 5 τι γαρ. 9 αρξάμενος ο Κύριος τρωσάτω με. φαύλα αληθινού ρήματα. 25 αλλ ‘ ως έοικε. 30 ου γαρ εστιν εν γλώσση μου άδικον· ή ο λάρυγξ μου ουχί σύνεσιν μελετά. ων ο θυμός αυτών εκπίνει μου το αίμα· όταν άρξωμαι λαλείν. 14 απείπατό με έλεος. κεντούσί με. 12 μη ισχύς λίθων η ισχύς μου. οι διορώντες· 20 και αισχύνην οφειλήσουσιν οι επί πόλεσι και χρήμασι πεποιθότες. και πάλιν τω δικαίω συνέρχεσθε. 23 ωστε σώσαί με εξ εχθρών ή εκ χειρός δυναστών ρύσασθαί με. 15 ου προσείδόν με οι εγγύτατοί μου· ωσπερ χειμάρρους εκλείπων ή ωσπερ κύμα παρήλθόν με. ή τις μου ο χρόνος. επισκοπή δε Κυρίου υπερείδέ με. ατραπούς Σαβών. ή αι σάρκες μου εισι χάλκεαι. 18 ούτω καγώ καταλείφθην υπό πάντων. 10 είη δε μου πόλις τάφος. νυν επιπεπτώκασί μοι ωσπερ χιών ή κρύσταλλος πεπηγώς· 17 καθώς τακείσα θέρμης γενομένης ουκ επεγνώσθη όπερ ην. εφ ‘ ης επί τειχέων ηλλόμην επ ‘ αυτής. ενάλλεσθε δε επί φίλω υμών. 29 καθίσατε δη και μη είη άδικον. βοήθεια δε απ ‘ εμού άπεστιν. μη διακενής κεκράξεται όνος άγριος. ουδέ γαρ υμών φθέγμα ρήματος ανέξομαι. ωστε ιδόντες το εμόν τραύμα φοβήθητε· 22 τι γαρ. ου φείσομαι· ου γαρ εψευσάμην ρήματα άγια Θεού μου. 11 τις γαρ μου η ισχύς. εγώ δε κωφεύσω· ει τι πεπλάνημαι. ου γαρ παρ ‘ υμών ισχύν αιτούμαι· 26 ουδέ έλεγχος υμών ρήμασί με παύσει. 7 ου δύναται γαρ παύσασθαί μου η οργή· βρόμον γαρ ορώ τα σίτά μου ωσπερ οσμήν λέοντος· 8 ει γαρ δώη και έλθοι μου η αίτησις. 24 διδάξατέ με. 16 οίτινές με διευλαβούντο. ει δε και ρήξει φωνήν βούς επί φάτνης έχων τα βρώματα. ότι υπομένω. ει δε και έστι γεύμα εν ρήμασι κενοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ρήματά μου εστι φαύλα· 4 βέλη γαρ Κυρίου εν τω σώματί μου εστιν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1155 . 6 ει βρωθήσεται άρτος άνευ αλός. 28 νυνί δε εισβλέψας εις πρόσωπα υμών ου ψεύσομαι. εις τέλος δε μη με ανελέτω. 13 ή ουκ επ ‘ αυτω επεποίθειν. 21 ατάρ δε και υμείς επέβητέ μοι ανελεημόνως.

5 φύρεται δε μου το σώμα εν σαπρία σκωλήκων. τι δυνήσομαι πράξαι. ο επιστάμενος τον νουν των ανθρώπων. 11 ατάρ ουν ουδέ εγώ φείσομαι τω στόματί μου. ότι κατέταξας επ ‘ εμέ φυλακήν. και ουκέτι ειμί 9 ωσπερ νέφος αποκαθαρθέν απ ‘ ουρανού. 12 πότερον θάλασσά ειμι ή δράκων. 21 και διατί ουκ εποιήσω της ανομίας μου λήθην και καθαρισμόν της αμαρτίας μου. διατί έθου με κατεντευκτήν σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΠΟΤΕΡΟΝ ουχί πειρατήριόν εστιν ο βίος ανθρώπου επί της γης και ωσπερ μισθίου αυθημερινού η ζωή αυτού. 19 έως τίνος ουκ εάς με ουδέ προϊη με. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1156 . ορθρίζων δε ουκέτι ειμί. τήκω δε βώλακας γης από ιχώρος ξύων. λέγω· πότε ημέρα. ειμί δε επί σοί φορτίον. απόλωλε δε εν κενή ελπίδι. 4 εάν κοιμηθώ. από δε θανάτου τα οστά μου· 16 ου γαρ εις τον αιώνα ζήσομαι. ως δ ‘ αν αναστώ. 17 τι γαρ εστιν άνθρωπος ότι εμεγάλυνας αυτόν ή ότι προσέχεις τον νουν εις αυτόν 18 ή επισκοπήν αυτού ποιήση έως το πρωϊ και εις ανάπαυσιν αυτόν κρινείς. έως αν καταπίω τον πτύελόν μου εν οδύνη. 2 ή ωσπερ θεράπων δεδοικώς τον Κύριον αυτού και τετευχώς σκιάς. εάν γαρ άνθρωπος καταβή εις άδην. 8 ου περιβλέψεταί με οφθαλμός ορώντός με· οι οφθαλμοί σου εν εμοί. ουκέτι μη αναβή. νυνί δε εις γην απελεύσομαι. 15 απαλλάξεις από πνεύματός μου την ψυχήν μου. 14 εκφοβείς με ενυπνίοις και οράμασί με καταπλήσσεις. λαλήσω εν ανάγκη ων. 3 ούτως καγώ υπέμεινα μήνας κενούς. 20 ει εγώ ήμαρτον. ίνα μακροθυμήσω· απόστα απ ‘ εμού. 10 ουδ ‘ ου μη επιστρέψη έτι εις τον ίδιον οίκον. πάλιν· πότε εσπέρα. πλήρης δε γίνομαι οδυνών από εσπέρας έως πρωϊ. 6 ο δε βίος μου εστιν ελαφρότερος λαλιάς. ανοίξω πικρίαν ψυχής μου συνεχόμενος. νύκτες δε οδυνών δεδομέναι μοί εισιν. ουδ' ου μη επιγνω αυτόν έτι ο τόπος αυτού. κενός γαρ μου ο βίος. 13 είπα ότι παρακαλέσει με η κλίνη μου. 7 μνήσθητι ουν ότι πνεύμά μου η ζωή και ουκέτι επανελεύσεται οφθαλμός μου ιδείν αγαθόν. ανοίσω δε προς εμαυτόν ιδία λόγον τη κοίτη μου. ή ωσπερ μισθωτός αναμένων τον μισθόν αυτού.

κραταιός τε και μέγας. 3 μη ο Κύριος αδικήσει κρίνων ή ο τα πάντα ποιήσας ταράξει το δίκαιον. δίαιτα δε ασεβούς ουκ έσται. και εκ σαπρίας αυτού ο ράδαμνος αυτού εξελεύσεται. εν δε μέσω χαλίκων ζήσεται. δεήσεως επακούσεταί σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Βαλδάδ ο Σαυχίτης λέγει· 2 μέχρι τίνος λαλήσεις ταύτα. 14 αοίκητος γαρ αυτού έσται ο οίκος. 12 έτι ον επί ρίζης και ου μη θερισθή. ου μη υπομείνη· 16 υγρός γαρ εστιν υπό ηλίου. 18 εάν καταπίη. απέστειλεν εν χειρί ανομίας αυτών. προ του πιείν πάσα βοτάνη ουχί ξηραίνεται. ότι ούτως εστί· Πως γαρ έσται δίκαιος βροτός παρά Κυρίω. εξιχνίασον δε κατά γένος πατέρων· 9 χθιζοί γαρ εσμεν και ουκ οίδαμεν. ίνα μη αντείπη προς ένα λόγον αυτού εκ χιλίων· 4 σοφός γαρ εστι διανοία. τα δε έσχατά σου αμύθητα. πνεύμα πολυρρήμον του στόματός σου. 13 ούτως τοίνυν έσται τα έσχατα πάντων των επιλανθανομένων του Κυρίου· ελπίς γαρ ασεβούς απολείται. 21 αληθινών δε στόμα εμπλήσει γέλωτος. 20 ο γαρ Κύριος ου μη αποποιήσεται τον άκακον. τα δε χείλη αυτών εξομολογήσεως· 22 οι δε εχθροί αυτών ενδύσονται αισχύνην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1157 . 10 ή ουχ ούτοί σε διδάξουσι και αναγγελούσι και εκ καρδίας εξάξουσι ρήματα. 8 επερώτησον γαρ γενεάν πρώτην. ου μη υπακούση αυτω. ου μη στη· επιλαβομένου δε αυτού. 11 μη θάλλει πάπυρος άνευ ύδατος ή υψωθήσεται βούτομον άνευ πότου. παν δε δώρον ασεβούς ου δέξεται. 15 εάν υπερείση την οικίαν αυτού. 19 ότι καταστροφή ασεβούς τοιαύτη. ο τόπος ψεύσεται αυτόν· ουχ εώρακας τοιαύτα. αράχνη δε αυτού αποβήσεται η σκηνή. 4 ει οι υιοί σου ήμαρτον εναντίον αυτού. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 επ ‘ αληθείας οίδα. 3 εάν γαρ βούληται κριθήναι αυτω. 6 ει καθαρός ει και αληθινός. σκιά γαρ εστιν ημών επί της γης ο βίος. 5 συ δε όρθριζε προς Κύριον παντοκράτορα δεόμενος. αποκαταστήσει δε σοι δίαιταν δικαιοσύνης· 7 έσται ουν τα μεν πρώτά σου ολίγα. εκ δε γης άλλον αναβλαστήσει. 17 επί συναγωγήν λίθων κοιμάται.

5 ο παλαιών όρη και ουκ οίδασιν. 13 αυτός γαρ απέστραπται οργήν. 14 εάν δε μου υπακούσηται. 31 ικανώς εν ρύπω με έβαψας. 17 μη γνόφω με εκτρίψη. 28 σείομαι πάσι τοις μέλεσιν. πολλά δε μου τα συντρίμματα πεποίηκε διακενής· 18 ουκ εά γαρ με αναπνεύσαι. το στόμα μου ασεβήσει· εάν τε ω άμεμπτος. 21 είτε γαρ ησέβησα. συγκύψας τω προσώπω στενάξω. 23 ότι φαύλοι εν θανάτω εξαισίω. 25 ο δε βίος μου εστιν ελαφρότερος δρομέως· απέδρασαν και ουκ είδοσαν. 12 εάν απαλλάξη. πρόσωπα κριτών αυτής συγκαλύπτει· ει δε μη αυτός εστι. ο καταστρέφων αυτά οργή· 6 ο σείων την υπ ‘ ουρανόν εκ θεμελίων. ένδοξά τε και εξαίσια. διατί ουκ απέθανον. οι δε στύλοι αυτής σαλεύονται· 7 ο λέγων τω ηλίω και ουκ ανατέλλει. υπ ‘ αυτού εκάμφθησαν κήτη τα υπ ‘ ουρανόν. ου πιστεύω ότι εισακήκοέ μου της φωνής. 30 εάν γαρ απολούσωμαι χιόνι και αποκαθάρωμαι χερσί καθαραίς. αλλά λαλήσω· ου γαρ ούτω συνεπίσταμαι. σκολιός αποβήσομαι. εβδελύξατο δε με η στολή· 32 ου γαρ ει άνθρωπος κατ ‘ εμέ. αλλά δίκαιοι καταγελώνται· 24 παραδέδονται γαρ εις χείρας ασεβούς. κατά δε άστρων κατασφραγίζει· 8 ο τανύσας τον ουρανόν μόνος. και περιπατών ως επ ‘ εδάφους επί θαλάσσης· 9 ο ποιών Πλειάδα και Έσπερον και Αρκτούρον. τις αποστρέψει ή τις ερεί αυτω· τι εποίησας. επιλήσομαι λαλών. ίνα έλθωμεν ομοθυμαδόν εις κρίσιν. ουδ ‘ ώς έγνων. ή διακρινεί τα ρήματά μου· 15 εάν τε γαρ ω δίκαιος. ενέπλησε δε με πικρίας. 33 είθε ην ο μεσίτης ημών και ελέγχων και διακούων ανά μέσον αμφοτέρων· 34 απαλλαξάτω απ ‘ εμού την ράβδον. 35 και ου μη φοβηθω. τις εστιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τις σκληρός γενόμενος εναντίον αυτού υπέμεινεν. του κρίματος αυτού δεηθήομαι· 16 εάν τε καλέσω και μη υπακούση. 11 εάν υπερβή με. και ταμιεία νότου· 10 ο ποιών μεγάλα και ανεξιχνίαστα. πλήν ότι αφαιρείταί μου η ζωή. 22 διό είπον· μέγα και δυνάστην απολλύει οργή. ο δε φόβος αυτού μη με στροβείτω. 26 ή και εστι ναυσίν ίχνος οδού ή αετού πετομένου ζητούντος βοράν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1158 . ω αντικρινούμαι. 19 ότι μεν γαρ ισχύι κρατεί· τις ουν κρίματι αυτού αντιστήσεται. 27 εάν τε γαρ είπω. ου μη ίδω· εάν παρέλθη με. 29 επειδή δε ειμι ασεβής. ων ουκ έστιν αριθμός. οίδα γαρ ότι ουκ αθώόν με εάσεις. 20 εάν γαρ ω δίκαιος. ουκ οίδα τη ψυχή. ουκ εισακούσεταί μου.

ουδέ οράν ζωήν βροτών. επήγαγες δε επ ‘ εμέ πειρατήρια. η δε επισκοπή σου εφύλαξέ μου το πνεύμα. αδυνατεί δε σοι ουθέν. 20 ή ουκ ολίγος εστίν ο χρόνος του βίου μου. 3 ή καλόν σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΩΒ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΜΝΩΝ τη ψυχή μου. 14 εάν τε γαρ αμάρτω. ετύρωσας δε με ίσα τυρω. οίμοι· εάν δε ω δίκαιος. ου δύναμαι ανακύψαι. έασόν με αναπαύσασθαι μικρόν 21 προ του με πορευθήναι όθεν ουκ αναστρέψω. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1159 . οφθαλμός δε με ουκ είδε. μετά ταύτα μεταβαλών με έπαισας. 19 και ωσπερ ουκ ων εγενόμην. 10 ή ουχ ωσπερ γάλα με ήμελξας. 5 ή ο βίος σου ανθρώπινός εστιν ή τα έτη σου ανδρός. 11 δέρμα δε και κρέας με ενέδυσας. πλήρης γαρ ατιμίας ειμί. διατί γαρ εκ γαστρός εις μνήμα ουκ απηλλάγην. εάν αδικήσω. 18 ινατί ουν εκ κοιλίας με εξήγαγες. 16 αγρεύομαι γαρ ωσπερ λέων εις σφαγήν. 9 μνήσθητι ότι πηλόν με έπλασας. 4 ή ωσπερ βροτός ορά καθοράς ή καθώς ορά άνθρωπος βλέψη. 12 ζωήν δε και έλεος έθου παρ ‘ εμοί. 15 εάν τε γαρ ασεβήσω. βουλή δε ασεβών προσέσχες. 6 ότι ανεζήτησας την ανομίαν μου και τας αμαρτίας μου εξιχνίασας. πάλιν γαρ μεταβαλών δεινώς με ολέκεις 17 επανακαινίζων επ ‘ εμέ την έτασίν μου· οργή δε μεγάλη μοι εχρήσω. φυλάσσεις με. οστέοις δε και νεύροις με ενείρας. στένων επαφήσω επ ‘ αυτόν τα ρήματά μου· λαλήσω πικρία ψυχής μου συνεχόμενος 2 και ερώ προς Κύριον· μη με ασεβείν δίδασκε· και διατί με ούτως έκρινας. από δε ανομίας ουκ αθωόν με πεποίηκας. 8 αι χείρές σου έπλασάν με και εποίησάν με. εις δε γην με πάλιν αποστρέφεις. 22 εις γην σκότους αιωνίου. ου ουκ έστι φέγγος. ότι απείπω έργα χειρών σου. 13 ταύτα έχων εν σεαυτω οίδα ότι πάντα δύνασαι. 7 οίδας γαρ ότι ουκ ησέβησα· αλλά τις εστιν ο εκ των χειρών σου εξαιρούμενος. και ουκ απέθανον. εις γην σκοτεινήν και γνοφεράν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Σωφάρ ο Μιναίος λέγει· 2 ο τα πολλά λέγων. οίκους τε αυτού εκπορθείσθαι υπό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1160 . 5 αλλά Πως αν ο Κύριος λαλήσαι προς σε. και αντακούσεται· ή και ο εύλαλος οίεται είναι δίκαιος. βαθύτερα δε των εν άδου τι οίδας. 15 ούτως γαρ αναλάμψει σου το πρόσωπον ωσπερ ύδωρ καθαρόν. 20 σωτηρία δε αυτούς απολείψει· η γαρ ελπίς αυτών απώλεια. και ου έσται ο πολεμών σε· μεταβαλόμενοι δε πολλοί σου δεηθήσονται. εκ δε μερίμνης και φροντίδος αναφανείταί σοι ειρήνη. και ανοίξει χείλη αυτού μετά σου. ιδών δε άτοπα ου παρόψεται. βροτός δε γεννητός γυναικός ίσα όνω ερημίτη. 17 η δε ευχή σου ωσπερ εωσφόρος. 19 ησυχάσεις γαρ. ευλογημένος γεννητός γυναικός ολιγόβιος. 8 υψηλός ο ουρανός. 3 καμοί μεν καρδία καθ ‘ υμάς εστι· 4 δίκαιος γαρ ανήρ και άμεμπτος εγεννήθη εις χλεύασμα· 5 εις χρόνον γαρ τακτόν ητοίμαστο πεσείν υπό άλλων. 14 ει άνομόν τι εστιν εν χερσί σου. υπτιάζεις δε χείρας προς αυτόν. 11 αυτός γαρ οίδεν έργα ανόμων. τις ερεί αυτω· τι εποίησας. 7 ή ίχνος Κυρίου ευρήσεις ή εις τα έσχατα αφίκου. 3 μη πολύς εν ρήμασι γίνου. ου γαρ εστιν ο αντικρινόμενός σοι· 4 μη γαρ λέγε ότι καθαρός ειμι τοις έργοις και άμεμπτος εναντίον αυτού. εκδύση δε ρύπον. 10 εάν δε καταστρέψη τα πάντα. πόρρω ποίησον αυτό από σου. οφθαλμοί δε ασεβών τακήσονται. 6 είτα αναγγελεί σοι δύναμιν σοφίας. α εποίησεν ο Παντοκράτωρ. και τι ποιήσεις. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 είτα υμείς εστε άνθρωποι· ή μεθ ‘ υμών τελευτήσει σοφία. 13 ει γαρ συ καθαράν έθου την καρδίαν σου. 9 ή μακρότερα μέτρου γης ή εύρους θαλάσσης. 12 άνθρωπος δε άλλως νήχεται λόγοις. ότι διπλούς έσται των κατά σε· και τότε γνώση ότι άξιά σοι απέβη από Κυρίου ων ημάρτηκας. αδικία δε εν διαίτη σου μη αυλισθήτω. εκ δε μεσημβρίας ανατελεί σοι ζωή· 18 πεποιθώς τε έση ότι έστι σοι ελπίς. και ου μη φοβηθής· 16 και τον κόπον επιλήση ωσπερ κύμα παρελθόν και ου πτοηθήση.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανόμων. 19 εξαποστέλλων ιερείς αιχμαλώτους. 20 διαλλάσσων χείλη πιστών. και αποβήσεται υμίν εις σοφίαν. 13 παρ ‘ αυτω σοφία και δύναμις. 21 εκχέων ατιμίαν επ ‘ άρχοντας. ταπεινούς δε ιάσατο. 10 ει μη εν χειρί αυτού ψυχή πάντων ζώντων και πνεύμα παντός ανθρώπου. 4 υμείς δε εστε ιατροί άδικοι και ιαταί κακών πάντες. ως ουχί και έτασις αυτών έσται. 18 καθιζάνων βασιλείς επί θρόνους και περιέδησε ζώνη οσφύας αυτών. έναντι δε αυτού φθέγγεσθε δόλον. πετεινά δε ουρανού εάν σοι απαγγείλωσιν· 8 εκδιήγησαι γη. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΙΔΟΥ ταύτα εώρακέ μου ο οφθαλμός και ακήκοέ μου το ους· 2 και οίδα όσα και υμείς επίστασθε. πλανηθείησαν δε ωσπερ ο μεθύων. τις οικοδομήσει. 6 ακούσατε έλεγχον του στόματός μου. 11 πότερον ουχί δεινά αυτού στροβήσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1161 . λάρυγξ δε σίτα γεύεται. 9 τις ουν ουκ έγνω εν πάσι τούτοις ότι χείρ Κυρίου εποίησε ταύτα. 9 καλόν γε. τις ανοίξει. κριτάς δε γης εξέστησε. αυτω βουλή και σύνεσις. ξηρανεί την γην· εάν δε επαφή. ου μην δε αλλά μηδείς πεποιθέτω πονηρός ων αθωος έσεσθαι. απώλεσεν αυτήν καταστρέψας. 10 ουθέν ήττον ελέγξει υμάς· ει δε και κρυφή πρόσωπα θαυμάσεσθε. 6 όσοι παροργίζουσι τον Κύριον. 5 είη δε υμίν κωφεύσαι. κρίσιν δε χειλέων μου προσέχετε. 11 ους μεν γαρ ρήματα διακρίνει. 8 ή υποστελείσθε. 7 πότερον ουκ έναντι Κυρίου λαλείτε. εάν κλείση κατ ‘ ανθρώπων. 15 εάν κωλύση το ύδωρ. 14 εάν καταβάλη. εξήγαγε δε εις φως σκιάν θανάτου. 7 αλλά δη ερώτησον τετράποδα εάν σοι είπωσι. 3 ου μην δε αλλ ‘ εγώ προς Κύριον λαλήσω. 24 διαλλάσσων καρδίας αρχόντων γης. 12 εν πολλω χρόνω σοφία. και εξηγήσονταί σοι οι ιχθύες της θαλάσσης. σύνεσιν δε πρεσβυτέρων έγνω. εάν σοι φράση. εάν εξιχνιάση υμάς· ει γαρ τα πάντα ποιούντες προστεθήσεσθε αυτω. αυτω επιστήμη και σύνεσις. 23 πλανών έθνη και απολλύων αυτά. και ουκ ασυνετώτερός ειμι υμών. δυνάστας δε γης κατέστρεψε. 16 παρ ‘ αυτω κράτος και ισχύς. εν δε πολλω βίω επιστήμη. 22 ανακαλύπτων βαθέα εκ σκότους. ελέγξω δε εναντίον αυτού εάν βούληται. καταστρωνύων έθνη και καθοδηγών αυτά. 17 διάγων βουλευτάς αιχμαλώτους. ή ουκ ήδεισαν. υμείς δε αυτοί κριταί γίνεσθε. 25 ψηλαφήσαισαν σκότος και μη φως. επλάνησε δε αυτούς εν οδω.

αναγγελώ γαρ υμών ακουόντων. εις δε ρίζας των ποδών μου αφίκου· 28 ό παλαιούται ίσα ασκω ή ωσπερ ιμάτιον σητόβρωτον. το δε σώμα πήλινον. ίνα ησυχάση και ευδοκήση τον βίον ωσπερ ο μισθωτός. εφύλαξας δε μου πάντα τα έργα. 7 έστι γαρ δένδρω ελπίς· εάν γαρ εκκοπή. αλλ ‘ ουθείς. 10 ανήρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1162 . 26 ότι κατέγραψας κατ ‘ εμού κακά. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΒΡΟΤΟΣ γαρ γεννητός γυναικός ολιγόβιος και πλήρης οργής 2 ή ωσπερ άνθος ανθήσαν εξέπεσεν. 24 διατί απ ‘ εμού κρύπτη. 18 ιδού εγώ εγγύς ειμι του κρίματός μου. 5 εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης. 3 ουχί και τούτου λόγον εποιήσω και τούτον εποίησας εισελθείν εν κρίματι ενώπιόν σου. 20 δυοίν δε μοι χρήση· τότε από του προσώπου σου ου κρυβήσομαι. 27 έθου δε μου τον πόδα εν κωλύματι. 4 τις γαρ καθαρός έσται από ρύπου. 9 από οσμής ύδατος ανθήσει. δίδαξόν με τίνες εισί. ίνα λαλήσω και αναπαύσωμαι θυμού 14 αναλαβών τας σάρκας μου τοις οδούσι. αριθμητοί δε μήνες αυτού παρ ‘ αυτού· εις χρόνον έθου. φόβος δε παρ ‘ αυτού επιπεσείται υμίν. ήγησαι δε με υπεναντίον σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμάς. οίδα εγώ ότι δίκαιος αναφανούμαι· 19 τις γαρ εστιν ο κριθησόμενός μοι. εγώ δε σοι δώσω ανταπόκρισιν. 21 την χείρα απ ‘ εμού απέχου. ότι νυν κωφεύσω και εκλείψω. επεί και ήρκται. 25 ή ως φύλλον κινούμενον υπό ανέμου ευλαβηθήση ή ως χόρτω φερομένω υπό πνεύματος αντίκεισαί μοι. έτι επανθήσει. 12 αποβήσεται δε υμών το γαυρίαμα ίσα σποδω. και ο ράδαμνος αυτού ου μη εκλίπη· 8 εάν γαρ γηράση εν γη η ρίζα αυτού. 17 ακούσατε ακούσατε τα ρήματά μου. και ο φόβος σου μη με καταπλησσέτω. και ου μη υπερβή. 13 κωφεύσατε. περιέθηκας δε μοι νεότητος αμαρτίας. ου γαρ εναντίον αυτού δόλος εισελεύσεται. 22 είτα καλέσεις. ποιήσει δε θερισμόν ωσπερ νεόφυτον. εγώ δε σοι υπακούσομαι· ή λαλήσεις. 23 πόσαι εισίν αι αμαρτίαι μου και ανομίαι μου. ψυχήν δε μου θήσω εν χειρί. 15 εάν με χειρώσηται ο δυνάστης. 6 απόστα απ ‘ αυτού. ή μην λαλήσω και ελέγξω εναντίον αυτού· 16 και τούτό μοι αποβήσεται εις σωτηρίαν. εν δε πέτρα τελευτήση το στέλεχος αυτού. απέδρα δε ωσπερ σκιά και ου μη στη.

εάν δε ολίγοι γένωνται. 20 ώσας αυτόν εις τέλος. και ώχετο· επέστησας αυτω το πρόσωπον. έως αν ο ουρανός ου μη συρραφή· και ουκ εξυπνισθήσονται εξ ύπνου αυτών. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιφάζ ο Θαιμανίτης λέγει· 2 πότερον σοφός απόκρισιν δώσει συνέσεως πνεύμα και ενέπλησε πόνον γαστρός 3 ελέγχων εν ρήμασιν. 6 ελέγξαι σε το σόν στόμα και μη εγώ. 16 ηρίθμησας δε μου τα επιτηδεύματα. συνετελέσω δε ρήματα τοιαύτα έναντι του Κυρίου. εις δε σε αφίκετο σοφία. ό ου και ημείς. και κατέκλυσεν ύδατα ύπτια του χώματος της γης· και υπομονήν ανθρώπου απώλεσας. ή συμβούλω σοι εχρήσατο ο Θεός. ει τι άκρων παρέβην. τα δε έργα των χειρών σου μη αποποιού. ουκ επίσταται· 22 αλλ ‘ ή αι σάρκες αυτού ήλγησαν. εν ω μνείαν μου ποιήση· 14 εάν γαρ αποθάνη άνθρωπος. εγώ δε σοι υπακούσομαι. βαρύτερος του πατρός σου ημέραις. ουδέ διέκρινας ρήματα δυναστών. έκρυψας δε με έως αν παύσηταί σου η οργή και τάξη μοι χρόνον. οίς ουδέν όφελος. ζήσεται συντελέσας ημέρας του βίου αυτού· υπομενώ έως αν πάλιν γένωμαι. πεσών δε βροτός ουκέτι εστί· 11 χρόνω γαρ σπανίζεται θάλασσα. 19 λίθους ελέαναν ύδατα. οίς ου δεί. 4 ου και συ απεποιήσω φόβον. ουκ οίδεν. 10 και γε πρεσβύτης και γε παλαιός εν ημίν. η δε ψυχή αυτού επένθησεν. ή προ θινών επάγης. 13 ει γαρ όφελον εν άδη με εφύλαξας. τα δε χείλη σου καταμαρτυρήσουσί σου· 7 τι γαρ. και ου μη παρέλθη σε ουδέν των αμαρτιών μου· 17 εσφράγισας δε μου τας ανομίας εν βαλλαντίω. και πέτρα παλαιωθήσεται εκ του τόπου αυτής. επεσημήνω δε. 15 είτα καλέσεις. 8 ή σύνταγμα Κυρίου ακήκοας. ποταμός δε ερημωθείς εξηράνθη· 12 άνθρωπος δε κοιμηθείς ου μη αναστη. ό ουκ οίδαμεν. 18 και πλήν όρος πίπτον διαπεσείται. 5 ένοχος ει ρήμασι στόματός σου. και εν λόγοις. 9 τι γαρ οίδας. μη πρώτος ανθρώπων εγεννήθης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1163 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε τελευτήσας ώχετο. ή τι συνίεις συ. και εξαπέστειλας· 21 πολλών δε γενομένων των υιών αυτού.

κενά γαρ αποβήσεται αυτω· 32 η τομή αυτού προ ωρας φθαρήσεται. 18 α σοφοί ερούσι και ουκ έκρυψαν πατέρες αυτών· 19 αυτοίς μόνοις εδόθη η γη. 24 ανάγκη δε και θλίψις αυτόν καθέξει ωσπερ στρατηγός πρωτοστάτης πίπτων. ότι έσται άμεμπτος. άλλοι αποίσονται. 22 μη πιστευέτω αποστραφήναι από σκότους· εντέταλται γαρ ήδη εις χείρας σιδήρου. εκπέσοι δε αυτού το άνθος. ήξει αυτού η καταστροφή. πίνων αδικίας ίσα ποτω· 17 αναγγελώ δε σοι. ούτε μη μείνη αυτού τα υπάρχοντα. ή ως εσόμενος δίκαιος γεννητός γυναικός. 35 εν γαστρί δε λήψεται οδύνας. εκπέσοι δε ως άνθος ελαίας. αναγγελώ σοι. ουρανός δε ου καθαρός εναντίον αυτού. 31 μη πιστευέτω ότι υπομενεί. και ουκ επήλθεν αλλογενής επ ‘ αυτούς. 20 πας ο βίος ασεβούς εν φροντίδι. πυρ δε καύσει οίκους δωροδεκτών. η δε κοιλία αυτού υποίσει δόλον. 21 ο δε φόβος αυτού εν ωσίν αυτού· όταν δοκή ήδη ειρηνεύειν. 25 ότι ήρκε χείρας εναντίον του Κυρίου. 28 αυλισθείη δε πόλεις ερήμους. έτη δε αριθμητά δεδομένα δυνάστη. μεγάλως υπερβαλλόντως λελάληκας. αποβήσεται δε εαυτω κενά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 11 ολίγα ων ημάρτηκας μεμαστίγωσαι. 13 ότι θυμόν έρρηξας έναντι Κυρίου. ή τι υπένεγκαν οι οφθαλμοί σου. ημέρα δε σκοτεινή αυτόν στροβήσει. 16 έα δε εβδελυγμένος και ακάθαρτος ανήρ. 15 ει κατά αγίων ου πιστεύει. 14 τις γαρ ων βροτός. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1164 . ου μη βάλη επί την γην σκιάν 30 ουδέ μη εκφύγη το σκότος. 26 έδραμε δε εναντίον αυτού ύβρει εν πάχει νώτου ασπίδος αυτού. 29 ούτε μη πλουτισθή. τον βλαστόν αυτού μαράναι άνεμος. 12 τι ετόλμησεν η καρδία σου. 27 ότι εκάλυψε το πρόσωπον αυτού εν στέατι αυτού και εποίησε περιστόμιον επί των μηρίων. και ο ράδαμνος αυτού ου μη πυκάση· 33 τρυγηθείη δε ως όμβραξ προς ωρας. εισέλθοι δε εις οίκους αοικήτους· α δε εκείνοι ητοίμασαν. εξήγαγες δε εκ στόματος ρήματα τοιαύτα. έναντι δε Κυρίου παντοκράτορος ετραχηλίασεν. 23 κατατέτακται δε εις σίτα γυψίν· οίδε δε εν εαυτω ότι μένει εις πτώμα. άκουέ μου· α δη εώρακα. 34 μαρτύριον γαρ ασεβούς θάνατος.

4 καγώ καθ ‘ υμάς λαλήσω. έναντι δε αυτού στάζοι μου ο οφθαλμός. 12 ειρηνεύοντα διεσκέδασέ με. 4 ότι καρδίαν αυτών έκρυψας από φρονήσεως. 21 είη δε έλεγχος ανδρί έναντι Κυρίου και υιω ανθρώπου τω πλησίον αυτού. ομοθυμαδόν δε κατέδραμον επ ‘ εμοί· 11 παρέδωκε γαρ με ο Κύριος εις χείρας αδίκων. δέομαι δε ταφής και ου τυγχάνω. ου φειδόμενοι εξέχεαν εις την γην την χολήν μου· 14 κατέβαλόν με πτώμα επί πτώματι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1165 . και τι ποιήσας. εις μαρτύριον εγενήθη· και ανέστη εν εμοί το ψεύδός μου. κατέστησέ με ωσπερ σκοπόν. ο δε συνίστωρ μου εν υψίστοις. δια τούτο ου μη υψώσης αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 ακήκοα τοιαύτα πολλά. τη χειρί μου συνδεθήτω. 6 εάν γαρ λαλήσω. 3 τι γαρ. παρακλήτορες κακών πάντες. πορεύσομαι. 2 λίσσομαι κάμνων. μωρόν. το δε σθένος μου εν γη εσβέσθη. ουκ αλγήσω το τραύμα· εάν δε και σιωπήσω. 10 ακίσιν οφθαλμών ενήλατο. λαβών με της κόμης διέτιλε. 18 γη. 8 και επελάβου μου. κινήσω δε καθ ‘ υμών κεφαλήν· 5 είη δε ισχύς εν τω στόματί μου. ή τι παρενοχλήσει σοι. 9 οργή χρησάμενος κατέβαλέ με. τις εστιν ούτος. οξεί έπαισέ με εις τα γόνατα. ότι αποκρίνη. 20 αφίκοιτό μου η δέησις προς Κύριον. τι έλαττον τρωθήσομαι. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΟΛΕΚΟΜΑΙ πνεύματι φερόμενος. 15 σάκκον έρραψαν επί βύρσης μου. 19 και νυν ιδού εν ουρανοίς ο μάρτυς μου. 17 άδικον δε ουδέν ην εν χερσί μου. ή ουκ επαναστραφήσομαι. σεσηπότα. κατά πρόσωπόν μου ανταπεκρίθη. επί δε ασεβέσιν έρριψέ με. 22 έτη δε αριθμητά ήκασιν. ει υπέκειτό γε η ψυχή υμών αντί της εμής· είτ ‘ εναλούμαι υμίν ρήμασι. επί δε βλεφάροις μου σκιά. έδραμον προς με δυνάμενοι. 16 η γαστήρ μου συγκέκαυται από κλαυθμού. βέλη πειρατών αυτού επ ‘ εμοί έπεσεν. 7 νυν δε κατάκοπόν με πεποίηκε. 13 εκύκλωσάν με λόγχαις βάλλοντες εις νεφρούς μου. έβρυξεν επ ‘ εμέ τους οδόντας. μηδέ είη τόπος τη κραυγή μου. μη επικαλύψη εφ ‘ αίματι της σαρκός μου. μη τάξις εστί ρήμασι πνεύματος. οδω δε. ευχή δε μου καθαρά. κίνησιν δε χειλέων ου φείσομαι. 3 έκλεψαν δε μου τα υπάρχοντα αλλότριοι.

7 θηρεύσαισαν ελάχιστοι τα υπάρχοντα αυτού. 10 ου μην δε αλλά πάντες ερείδετε. 6 έθου δε με θρύλημα εν έθνεσι. 11 κύκλω ολέσαισαν αυτόν οδύναι. ή καταστραφήσεται όρη εκ θεμελίων. δίκαιος δε επί παρανόμω επανασταίη· 9 σχοίη δε πιστός την εαυτού οδόν. άδης μου ο οίκος. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Βαλδάδ ο Σαυχίτης λέγει· 2 μέχρι τίνος ου παύση. πεπολιόρκημαι μεγάλως υπό πάντων. μητέρα δε μου και αδελφήν σαπρίαν. ή ομοθυμαδόν επί χώματος καταβησόμεθα. ο δε λύχνος επ ‘ αυτω σβεσθήσεται. ή τα αγαθά μου όψομαι. φως εγγύς από προσώπου σκότους· 13 εάν γαρ υπομείνω. 14 εκραγείη δε εκ διαίτης αυτού ίασις. εάν συ αποθάνης. οφθαλμοί δε εφ ‘ υιοίς ετάκησαν. αοίκητος η υπ ‘ ουρανόν. 10 κέκρυπται εν τη γη σχοινίον αυτού και η σύλληψις αυτού επί τρίβων. εράγη δε τα άρθρα της καρδίας μου. 3 διατί δε ωσπερ τετράποδα σεσιωπήκαμεν εναντίον σου. 13 βρωθείησαν αυτού κλώνες ποδών. επίσχες. σφάλαι δε αυτού η βουλή. και δεύτε δη. 16 ή μετ ‘ εμού εις άδην καταβήσομαι. κατασπαρήσονται τα ευπρεπή αυτού θείω. εν δικτύω ελιχθείη. πολλοί δε περί πόδα αυτού έλθοισαν 12 εν λιμω στενω. 5 και φως ασεβών σβεσθήσεται. 16 υποκάτωθεν αι ρίζαι αυτού ξηρανθήσονται. ου γαρ ευρίσκω εν υμίν αληθές. 12 νύκτα εις ημέραν έθηκα. 14 θάνατον επεκαλεσάμην πατέρα μου είναι. 8 εμβέβληται δε ο πούς αυτού εν παγίδι. 11 αι ημέραι μου παρήλθον εν βρόμω. πτώμα δε αυτω ητοίμασται εξαίσιον. κατέδεται δε αυτού τα ωραία θάνατος. και ουκ αποβήσεται αυτών η φλόξ· 6 το φως αυτού σκότος εν διαίτη. γέλως δε αυτοίς απέβην· 7 πεπώρωνται γαρ από οργής οι οφθαλμοί μου. και επάνωθεν επιπεσείται θερισμός αυτού. 15 κατασκηνώσει εν τη σκηνή αυτού εν νυκτί αυτού. εν δε γνόφω έστρωταί μου η στρωμνή. 15 που ουν μου έτι εστίν η ελπίς. 9 έλθοισαν δε επ ‘ αυτόν παγίδες. 17 το μνημόσυνον αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1166 . ίνα και αυτοί λαλήσωμεν. κατισχύσει επ ‘ αυτόν διψώντας. 4 κέχρηταί σοι οργή· τι γαρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 5 τη μερίδι αναγγελεί κακίας. καθαρός δε χείρας αναλάβοι θάρσος. σχοίη δε αυτόν ανάγκη αιτία βασιλική. 8 θαύμα έσχεν αληθινούς επί τούτω.

γνώτε μόνον ότι ο Κύριος εποίησέ με ούτως· 3 καταλαλείτέ μου. έγνωσαν αλλοτρίους ή εμέ· φίλοι δε μου ανελεήμονες γεγόνασιν. 16 θεράποντά μου εκάλεσα. επ ‘ αυτω εστέναξαν έσχατοι. παρ ‘ εμοί δε αυλίζεται πλάνος λαλήσαι ρήματα. και υπάρξει όνομα αυτω επί πρόσωπον εξωτέρω. 17 και ικέτευον την γυναίκά μου. επί πρόσωπόν μου σκότος έθετο. 6 γνώτε ουν ότι Κύριός εστιν ο ταράξας. ενάλλεσθε δε μοι ονείδει. α ουκ έδει. αλλογενής ήμην εναντίον αυτών. ταις οδοίς μου εκύκλωσαν εγκάθετοι. 4 ναί δη επ ‘ αληθείας εγώ επλανήθην. 21 ούτοί εισιν οι οίκοι αδίκων. 7 ιδού γελώ ονείδει και ου λαλήσω· κεκράξομαι. τα δε οστά μου εν οδούσιν έχεται. 18 απώσειεν αυτόν εκ φωτός εις σκότος. 19 εβδελύξαντό με οι ιδόντες με· ους δη ηγαπήκειν. 15 γείτονες οικίας θεράπαιναί τέ μου. 10 διέσπασέ με κύκλω και ωχόμην· εξέκοψε δε ωσπερ δένδρον την ελπίδα μου. 14 ου προσεποιήσαντό με οι εγγύτατοί μου. 20 εν δέρματί μου εσάπησαν αι σάρκες μου. και ου μη διαβώ. 5 έα δε ότι επ ‘ εμοί μεγαλύνεσθε. χείρ γαρ Κυρίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1167 . 11 δεινώς δε μοι οργή εχρήσατο. πρώτους δε έσχε θαύμα. 12 ομοθυμαδόν δε ήλθον τα πειρατήρια αυτού επ ‘ εμοί. 19 ουκ έσται επίγνωστος εν λαω αυτού. ηγήσατο δε με ωσπερ εχθρόν. 9 την δε δόξαν απ ‘ εμού εξέδυσεν. τα δε ρήματά μου πλανάται και ουκ επί καιρού. 13 απ ‘ εμού αδελφοί μου απέστησαν. και οι ειδότες μου το όνομα επελάθοντό μου. και ουδαμού κρίμα. και ουχ υπήκουσε· στόμα δε μου εδέετο. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 έως τίνος έγκοπον ποιήσετε ψυχήν μου και καθαιρείτέ με λόγοις. προσεκαλούμην δε κολακεύων υιούς παλλακίδων μου· 18 οι δε εις τον αιώνά με απεποιήσαντο· όταν αναστώ. κατ ‘ εμού λαλούσιν. οχύρωμα δε αυτού επ ‘ εμέ ύψωσεν. ουκ αισχυνόμενοί με επίκεισθέ μοι. ούτος δε ο τόπος των μη ειδότων τον Κύριον. 8 κύκλω περιωκοδόμημαι. ελεήσατέ με. 20 αλλ ‘ εν τοις αυτού ζήσονται έτεροι. ω φίλοι. ουδέ σεσωσμένος εν τη υπ ‘ ουρανόν ο οίκος αυτού. επανέστησάν μοι. 21 ελεήσατέ με. αφείλε δε στέφανον από κεφαλής μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απόλοιτο εκ γης.

3 παιδείαν εντροπής μου ακούσομαι. 24 εν γραφείω σιδηρω και μολίβω ή εν πέτραις εγγλυφήναι. 26 αναστήσει δε το δέρμα μου το αναντλούν ταύτα· παρά γαρ Κυρίου ταύτά μοι συνετελέσθη. και ρίζαν λόγου ευρήσομεν εν αυτω· 29 ευλαβήθητε δη και υμείς από επικαλύμματος. από δε σαρκών μου ουκ εμπίπλασθε. 23 τις γαρ αν δοίη γραφήναι τα ρήματά μου. τότε εις τέλος απολείται· οι δε ειδότες αυτόν ερούσι· που εστιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1168 . 11 οστά αυτού ενεπλήσθησαν νεότητος αυτού. τεθήναι δε αυτά εν βιβλίω εις τον αιώνα. και τότε γνώσονται που εστιν αυτών η ύλη. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Σωφάρ ο Μιναίος λέγει· 2 ουχ ούτως υπελάμβανον αντερείν σε ταύτα. η δε θυσία αυτού νεφών άψηται· 7 όταν γαρ δοκή ήδη κατεστηρίχθαι. 9 οφθαλμός παρέβλεψε και ου προσθήσει. έπτη δε ωσπερ φάσμα νυκτερινόν. και μετ ‘ αυτού επί χώματος κοιμηθήσεται. 28 ει δε και ερείτε· τι ερούμεν έναντι αυτού. και ουκέτι προσνοήσει αυτόν ο τόπος αυτού. κρύψει αυτήν υπό την γλώσσαν αυτού· 13 ου φείσεται αυτής και ουκ εγκαταλείψει αυτήν και συνάξει αυτήν εν μέσω του λάρυγγος αυτού. 10 τους υιούς αυτού ολέσαισαν ήττονες. 4 μη ταύτα έγνως από του έτι. 27 α εγώ εμαυτω συνεπίσταμαι. 12 εάν γλυκανθή εν στόματι αυτού κακία. 5 ευφροσύνη γαρ ασεβών πτώμα εξαίσιον. 8 ωσπερ ενύπνιον εκπετασθέν ου μη ευρεθή. αφ ‘ ου ετέθη άνθρωπος επί της γης. 14 και ου μη δυνηθή βοηθήσαι εαυτω· χολή ασπίδος εν γαστρί αυτού. αι δε χείρες αυτού πυρσεύσαισαν οδύνας. 22 διατί με διώκετε ωσπερ και ο Κύριος. εξ οικίας αυτού εξελκύσει αυτόν άγγελος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ η αψαμένη μου εστι. και πνεύμα εκ της συνέσεως αποκρίνεταί μοι. και ουχί συνίετε μάλλον ή και εγώ. 25 οίδα γαρ ότι αένναός εστιν ο εκλύειν με μέλλων επί γης. 15 πλούτος αδίκως συναγόμενος εξεμεθήσεται. πάντα δε μοι συντετέλεσθαι εν κόλπω. 16 θυμόν δε δρακόντων θηλάσειεν. 6 εάν αναβή εις ουρανόν αυτού τα δώρα. θυμός γαρ επ ‘ ανόμους επελεύσεται. χαρμονή δε παρανόμων απώλεια. α ο οφθαλμός μου εώρακε και ουκ άλλος.

και ουκ έστησεν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 ακούσατε ακούσατέ μου των λόγων. 17 μη ίδοι άμελξιν νομάδων. μηδέ νομάς μέλιτος και βουτύρου. 28 ελκύσαι τον οίκον αυτού απώλεια εις τέλος. κακώσαι δε αυτού επήλυτος τον οίκον. εν επιθυμία αυτού ου σωθήσεται. γη δε επανασταίη αυτω. εγώ δε λαλήσω. δια τούτο ουκ ανθήσει αυτού τα αγαθά. 3 άρατέ με. ημέρα οργής επέλθοι αυτω. 20 ουκ έστιν αυτού σωτηρία τοις υπάρχουσιν. μη ανθρώπου μου η έλεγξις. έχουσι δε μου τας σάρκας οδύναι. 22 όταν δε δοκή ήδη πεπληρώσθαι. τα δε τέκνα αυτών εν οφθαλμοίς. μάστιξ δε παρά Κυρίου ουκ έστιν επ ‘ αυτοίς. νίψαι επ ‘ αυτόν οδύνας· 24 και ου μη σωθή εκ χειρός σιδήρου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανέλοι δε αυτόν γλώσσα όφεως. 23 ει πως πληρώσαι γαστέρα αυτού. 5 εισβλέψαντες εις εμέ θαυμάσετε χείρα θέντες επί σιαγόνι· 6 εάν τε γαρ μνησθώ. διεσώθη δε αυτών εν γαστρί έχουσα και ουκ έσφαλε. τα δε παιδία αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1169 . πεπαλαίωνται δε και εν πλούτω. 7 διατί ασεβείς ζώσι. 18 εις κενά και μάταια εκοπίασε. 27 ανακαλύψαι δε αυτού ο ουρανός τας ανομίας. πάσα δε ανάγκη επ ‘ αυτόν επελεύσεται. τρώσαι αυτόν τόξον χάλκειον· 25 διεξέλθοι δε δια σώματος αυτού βέλος. ή διατί ου θυμωθήσομαι. 26 παν δε σκότος αυτω υπομείναι· κατέδεται αυτόν πυρ άκαυστον. εσπούδακα. ίνα μη ή μοι παρ ‘ υμών αύτη η παράκλησις. ωσπερ στρίφνος αμάσητος. 8 ο σπόρος αυτών κατά ψυχήν. 10 η βούς αυτών ουκ ωμοτόκησε. πλούτον εξ ου ου γεύσεται. αστραπαί δε εν διαίταις αυτού· περιπατήσαισαν επ ‘ αυτω φόβοι. επαποστείλαι επ ‘ αυτόν θυμόν οργής. δίαιταν δε ήρπασε. ακατάποτος· 19 πολλών γαρ δυνατών οίκους έθλασε. 29 αύτη η μερίς ανθρώπου ασεβούς παρά Κυρίου. και κτήμα υπαρχόντων αυτω παρά του επισκόπου. θλιβήσεται. 21 ουκ έστιν υπόλειμμα τοις βρώμασιν αυτού. 11 μένουσε δε ως πρόβατα αιώνια. 4 τι γαρ. είτ ‘ ου καταγελάσετέ μου. 9 οι οίκοι αυτών ευθηνούσι. φόβος δε ουδαμού.

3 τι γαρ μέλει τω Κυρίω. 34 Πως δε παρακαλείτέ με κενά. και τις ωφέλεια. 32 και αυτός εις τάφους απηνέχθη και επί σωρών ηγρύπνησεν. εάν συ ήσθα τοις έργοις άμεμπτος. 29 ερωτήσατε παραπορευομένους οδόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσπαίζουσιν 12 αναλαβόντες ψαλτήριον και κιθάραν και ευφραίνονται φωνή ψαλμού. τις ανταποδώσει αυτω. από δε Κυρίου μη διασωθείη· 21 ότι το θέλημα αυτού εν οίκω αυτού μετ ‘ αυτού. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιφάζ ο Θαιμανίτης λέγει· 2 πότερον ουχί ο Κύριός εστιν ο διδάσκων σύνεσιν και επιστήμην. έργα δε ασεβών ουκ εφορά. 14 λέγει δε Κυρίω· απόστα απ ‘ εμού. 27 ωστε οίδα υμάς ότι τόλμη επίκεισθέ μοι· 28 ωστε ερείτε· που εστιν οίκος άρχοντος. σαπρία δε αυτούς εκάλυψεν. ότι απαντήσομεν αυτω. και αριθμοί μηνών αυτού διηρέθησαν. 31 τις απαγγελεί επί προσώπου αυτού την οδόν αυτού. εις ημέραν οργής αυτού απαχθήσονται. μυελός δε αυτού διαχείται. και έμπροσθεν αυτού αναρίθμητοι. 20 ίδοισαν οι οφθαλμοί αυτού την εαυτού σφαγήν. και τα σημεία αυτών ουκ απαλλοτριώσετε· 30 ότι εις ημέραν απωλείας κουφίζεται ο πονηρός. 19 εκλίποι υιούς τα υπάρχοντα αυτού. επελεύσεται δε αυτοίς η καταστροφή. το δε εμέ καταπαύσασθαι αφ ‘ υμών ουδέν. 25 ο δε τελευτά υπό πικρίας ψυχής. ου φαγών ουδέν αγαθόν. ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1170 . οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι· 15 τι ικανός. ωδίνες δε αυτούς έξουσιν από οργής. 13 συνετέλεσαν δε εν αγαθοίς τον βίον αυτών. 16 εν χερσί γαρ ην αυτών τα αγαθά. εν δε αναπαύσει άδου εκοιμήθησαν. ον υφείλετο λαίλαψ. 18 έσονται δε ωσπερ άχυρα υπ ‘ ανέμου ή ωσπερ κονιορτός. ανταποδώσει προς αυτόν και γνώσεται. και που εστιν η σκέπη των σκηνωμάτων των ασεβών. και οπίσω αυτού πας άνθρωπος απελεύσεται. 23 ούτος αποθανείται εν κράτει απλοσύνης αυτού. 26 ομοθυμαδόν δε επί γης κοιμώνται. 17 ου μην δε αλλά και ασεβών λύχνος σβεσθήσεται. και αυτός εποίησε. όλος δε ευπαθών και ευθηνών· 24 τα δε έγκατα αυτού πλήρη στέατος. 33 εγλυκάνθησαν αυτω χάλικες χειμάρρου. αυτός δε φόνους διακρινεί. 22 πότερον ουχί ο Κύριός εστιν ο διδάσκων σύνεσιν και επιστήμην. ότι δουλεύσομεν αυτω.

και ερείς· υπερηφανεύσατο. ορφανούς δε εκάκωσας. 10 τοιγαρούν εκύκλωσάν σε παγίδες. 13 και είπας· τι έγνω ο ισχυρός. και διασώθητι εν καθαραίς χερσί σου. 21 γενού δη σκληρός. ότι απλώσεις την οδόν σου. και ουχ οραθήσεται και γύρον ουρανού διαπορεύεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ωφέλεια. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1171 . και συνεισελεύσεταί σοι εις κρίσιν. ώκισας δε τους επί της γης. 12 μη ουχί ο τα υψηλά ναίων εφορά. καθαρόν δε αποδώσει σε ωσπερ αργύριον πεπυρωμένον. 15 μη τρίβον αιώνιον φυλάξεις. άμεμπτος δε εμυκτήρισεν. κοιμηθέντα δε ύδωρ σε εκάλυψε. 22 έκλαβε δε εκ στόματος αυτού εξηγορίαν και ανάλαβε τα ρήματα αυτού εν καρδία σου. 9 χήρας δε εξαπέστειλας κενάς. δώσει δε σοι αποδούναι τας ευχάς· 28 αποκαταστήσει δε σοι δίαιταν δικαιοσύνης. 26 είτα παρρησιασθήση εναντίον Κυρίου αναβλέψας εις τον ουρανόν ιλαρώς· 27 ευξαμένου δε σου προς αυτόν εισακούσεταί σου. ην επάτησαν άνδρες δίκαιοι. αλλά πεινώντων εστέρησας ψωμόν· 8 εθαύμασας δε τινων πρόσωπον. και εσπούδασέ σε πόλεμος εξαίσιος. και το κατάλειμμα αυτών καταφάγεται πυρ. 11 το φως σοι σκότος απέβη. 18 ος δε ενέπλησε τους οίκους αυτών αγαθών. 14 νεφέλη αποκρυφή αυτού. και κύφοντα οφθαλμοίς σώσει. 16 οί συνελήφθησαν άωροι. 17 οι λέγοντες· Κύριος τι ποιήσει ημίν. 4 ή λόγον σου ποιούμενος ελέγξει σε. 24 θήση επί χώματι εν πέτρα και ως πέτρα χειμάρρου Σωφίρ. 6 ηνεχύραζες δε τους αδελφούς σου διακενής. 5 πότερον ουχ η κακία σου εστι πολλή. 23 εάν δε επιστραφής και ταπεινώσης σεαυτόν έναντι Κυρίου. επί δε οδοίς σου έσται φέγγος. 19 ιδόντες δίκαιοι εγέλασαν. αναρίθμητοι δε σου εισιν αι αμαρτίαι. 20 ει μη ηφανίσθη η υπόστασις αυτών. ή κατά του γνόφου κρινεί. ή τι επάξεται ημίν ο Παντοκράτωρ. 29 ότι εταπείνωσας σεαυτόν. 30 ρύσεται αθωον. 25 έσται ουν σου ο Παντοκράτωρ βοηθός από εχθρών. βουλή δε ασεβών πόρρω απ ‘ αυτού. ποταμός επιρρέων οι θεμέλιοι αυτών. αμφίασιν δε γυμνών αφείλου· 7 ουδέ ύδωρ διψώντας επότισας. τους δε ύβρει φερομένους εταπείνωσε. πόρρω εποίησας από διαίτης σου άδικον. εάν υπομείνης· είτα ο καρπός σου έσται εν αγαθοίς.

είτα εν απειλή μοι ου χρήσεται· 7 αλήθεια γαρ και έλεγχος παρ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 και δη οίδα ότι εκ χειρός μου η έλεγξίς εστι. ομοθυμαδόν δε εκρύβησαν πραείς γης. α μοι ερεί. 14 δια τούτο επ ‘ αυτω εσπούδακα. 3 τις δ ‘ άρα γνοίη ότι εύροιμι αυτόν και έλθοιμι εις τέλος. 11 εξελεύσομαι δε εν εντάλμασιν αυτού. και ουκ όψεται. πεινώντων δε τον ψωμόν αφείλαντο. 4 είποιμι δε εμαυτού κρίμα. 13 ει δε και αυτός έκρινεν ούτως. εκπεπτωκότα δε εταπείνωσαν. παρά τα μη έχειν εαυτούς σκέπην. διέκρινε δε με ωσπερ το χρυσίον. 4 εξέκλιναν αδυνάτους εξ οδού δικαίας. εν δε κόλπω μου έκρυψα ρήματα αυτού. προ προσώπου δε μου εκάλυψε γνόφος. το δε στόμα μου εμπλήσαι ελέγχων· 5 γνοίην δε ιάματα. 5 απέβησαν δε ωσπερ όνοι εν αγρω υπέρ εμού εξελθόντες την εαυτών τάξιν· ηδύνθη αυτω άρτος εις νεωτέρους. 6 αγρόν προ ωρας ουκ αυτών όντα εθέρισαν· αδύνατοι αμπελώνας ασεβών αμισθί και ασιτί ειργάσαντο. αμφίασιν δε ψυχής αυτών αφείλαντο. 15 επί τούτω από προσώπου αυτού κατασπουδασθώ· κατανοήσω και πτοηθήσομαι εξ αυτού. 9 αριστερά ποιήσαντος αυτού και ου κατέσχον· περιβαλεί δεξιά. ό γαρ αυτός ηθέλησε. 10 είδε γαρ ήδη οδόν μου. 3 υποζύγιον ορφανών απήγαγον και βούν χήρας ηνεχύρασαν. πέτραν περιεβάλοντο. νουθετούμενος δε εφρόντισα αυτού. 2 ασεβείς δε όριον υπερέβησαν ποίμνιον συν ποιμένι αρπάσαντες. 7 γυμνούς πολλούς εκοίμησαν άνευ ιματίων. 8 από ψεκάδων ορέων υγραίνονται. 9 ήρπασαν ορφανόν από μαστού. τις εστιν ο αντειπών αυτω. 6 και εν πολλή ισχύϊ επελεύσεταί μοι. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΔΙΑΤΙ δε Κύριον έλαθον ώραι. εξαγάγοι δε εις τέλος το κρίμα μου· 8 εις γαρ πρώτα πορεύσομαι και ουκέτι ειμί· τα δε επ ‘ εσχάτοις τι οίδα. 16 Κύριος δε εμαλάκυνε την καρδίαν μου. και εποίησε. 10 γυμνούς δε εκοίμησαν αδίκως. οδούς γαρ αυτού εφύλαξα και ου μη εκκλίνω 12 από ενταλμάτων αυτού και ου μη παρέλθω. και η χείρ αυτού βαρεία γέγονεν επ ‘ εμω στεναγμω. 11 εν στενοίς αδίκως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1172 . ο δε Παντοκράτωρ εσπούδασέ με· 17 ου γαρ ήδειν ότι επελεύσεταί μοι σκότος. αισθοίμην δε τίνα μοι απαγγελεί.

13 αυτός δε διατί τούτων επισκοπήν ου πεποίηται. και νυκτός έσται ως κλέπτης. καταραθείη η μερίς αυτών επί γης. 22 θυμω δε κατέστρεψεν αδυνάτους. ωσπερ δε ομίχλη δρόσου αφανής εγένετο· αποδοθείη δε αυτω α έπραξε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενήδρευσαν. ουκ επέγνωσαν φως. 23 μαλακισθείς μη ελπιζέτω υγιασθήναι. άνθρωπος σαπρία και υιος ανθρώπου σκώληξ. 25 ει δε μη. οδόν δε δικαίαν ουκ ήδεισαν. άστρα δε ου καθαρά εναντίον αυτού. τις εστιν ο φάμενος ψευδή με λέγειν και θήσει εις ουδέν τα ρήματά μου. 18 ελαφρός εστιν επί πρόσωπον ύδατος. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Βαλδάδ ο Σαυχίτης λέγει· 2 τι γαρ προοίμιον ή φόβος παρ ‘ αυτού ο ποιών την σύμπασαν εν υψίστω. ότι επιγνώσεται τάραχος σκιάς θανάτου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1173 . 14 γνούς δε αυτών τα έργα παρέδωκεν αυτούς εις σκότος. αναφανείη δε τα φυτά αυτών 19 επί γης ξηρά· αγκαλίδα γαρ ορφανών ήρπασαν. ή τις αν αποκαθαρίσαι αυτόν γεννητός γυναικός. εμαράνθη δε ωσπερ μολόχη εν καύματι ή ωσπερ στάχυς από καλάμης αυτόματος αποπεσών. οδόν δε δικαιοσύνης ουκ ήδεισαν. 17 ότι ομοθυμαδόν αυτοίς το πρωϊ σκιά θανάτου. 6 έα δε. συντριβείη δε πας άδικος ίσα ξύλω ανιάτω. 15 και οφθαλμός μοιχού εφύλαξε σκότος λέγων· ου προνοήσει με οφθαλμός. επί γης όντων αυτών και ουκ επέγνωσαν. 20 είτ ‘ ανεμνήσθη αυτού η αμαρτία. και ουκ επιφαύσκει. επί τίνας δε ουκ επελεύσεται ένεδρα παρ ‘ αυτού. και αποκρυβήν προσώπου έθετο. 21 στείραν δε ουκ εύ εποίησε και γύναιον ουκ ηλέησε. 16 διώρυξεν εν σκότει οικίας· ημέρας εσφράγισαν εαυτούς. αναστάς τοιγαρούν ου μη πιστεύση κατά της εαυτού ζωής. 3 μη γαρ τις υπολάβοι ότι εστί παρέκλυσις πειραταίς. ουδέ ατραπούς αυτών επορεύθησαν. 12 οί εκ πόλεως και οίκων ιδίων εξεβάλοντο. 5 ει σελήνη συντάσσει. αλλά πεσείται νόσω· 24 πολλούς γαρ εκάκωσε το ύψωμα αυτού. ψυχή δε νηπίων εστέναξε μέγα. 4 Πως γαρ έσται δίκαιος βροτός έναντι Κυρίου.

ου γαρ απολλάξω μου την ακακίαν μου. κρεμάζων γην επί ουδενός· 8 δεσμεύων ύδωρ εν νεφέλαις αυτού. έως αν αποθάνω. και ο Παντοκράτωρ ο πικράνας μου την ψυχήν. 14 ιδού ταύτα μέρη οδού αυτού. ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1174 . και επί ικμάδα λόγου ακουσόμεθα εν αυτω· σθένος δε βροντής αυτού τις οίδεν οπότε ποιήσει. πεποιθώς επί Κύριον άρα σωθήσεται. ουδέ η ψυχή μου μελετήσει άδικα 5 μη μοι είη δικαίους υμάς αποφήναι. πότερον. 7 εκτείνων βορέαν επ ‘ ουδέν. ου γαρ σύνοιδα εμαυτω άτοπα πράξας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΩΒ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει· 2 τίνι πρόσκεισαι ή τίνι μέλλεις βοηθείν. ωσπερ η απώλεια των παρανόμων. εκπετάζων επ ‘ αυτόν νέφος αυτού. τίνι επακολουθήσεις. 11 στύλοι ουρανού επετάσθησαν και εξέστησαν από της επιτιμήσεως αυτού. και ουκ ερράγη νέφος υποκάτω αυτού· 9 ο κρατών πρόσωπον θρόνου. προστάγματι δε εθανάτωσε δράκοντα αποστάτην. και οι επ ‘ εμέ επανιστάμενοι. 8 και τις γαρ εστιν ελπίς ασεβεί ότι επέχει. επιστήμη δε έστρωσε το κήτος· 13 κλείθρα δε ουρανού δεδοίκασιν αυτόν. ουχ ω πάσα σοφία. 4 μη λαλήσειν τα χείλη μου άνομα. ουχ ω μεγίστη δύναμις. 4 τίνι ανήγγειλας ρήματα. πνοή δε τίνος εστίν η ελθούσα εκ σου. ος ούτω με κέκρικε. 6 δικαιοσύνη δε προσέχων ου μην προώμαι. 3 τίνι συμβεβούλευσαι. πνεύμα δε θείον το περιόν μοι εν ρινί. και ουκ έστι περιβόλαιον τη απωλεία. 9 ή την δέησιν αυτού εισακούσεται ο Θεός. 5 μη γίγαντες μαιωθήσονται υποκάτωθεν ύδατος και των γειτόνων αυτού. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΕΤΙ δε προσθείς Ιώβ είπε τω προοιμίω· 2 ζη ο Θεός. 3 ή μην έτι της πνοής μου ενούσης. 7 ου μην δε αλλά είησαν οι εχθροί μου ωσπερ η καταστροφή των ασεβών. ουχ ω πολλή ισχύς και ω βραχίων κραταιός εστι. 10 πρόσταγμα εγύρωσεν επί πρόσωπον ύδατος μέχρι συντελείας φωτός μετά σκότους. 12 ισχύϊ κατέπαυσε την θάλασσαν. 6 γυμνός ο άδης ενώπιον αυτού.

κτήμα δε δυναστών ελεύσεται παρά Παντοκράτορος επ ‘ αυτούς. 12 ιδού πάντες οίδατε ότι κενά κενοίς επιβάλλετε. ου παρήλθεν επ ‘ αυτής λέων. και ουκ έστι. κατέστρεψε δε εκ ριζών όρη· 10 δίνας δε ποταμών διέρρηξε. 18 απέβη δε οι οίκος αυτού ωσπερ σήτες και ωσπερ αράχνη. τα δε χρήματα αυτού αληθινοί καθέξουσιν. χήρας δε αυτών ουδείς ελεήσει. α εστι παρά Παντοκράτορι. 22 και επιρρίψει επ ‘ αυτόν και ου φείσεται. 4 διακοπή χειμάρρου από κονίας. λίθος σκοτία και σκιά θανάτου. ίσα δε πηλω ετοιμάση χρυσίον. εκ βροτών εσαλεύθησαν. 14 εάν δε πολλοί γένωνται οι υιοί αυτού. οφθαλμούς αυτού διήνοιξε. 17 ταύτα πάντα δίκαιοι περιποιήσονται. 11 βάθη δε ποταμών ανεκάλυψεν. 5 γη. και λικμήσει αυτόν εκ του τόπου αυτού. 19 πλούσιος κοιμηθήσεται και ου προσθήσει. ή ως επικαλεσαμένου αυτού εισακούσεται αυτού. και χώμα χρυσίον αυτω. προσαιτήσουσιν· 15 οι δε περιόντες αυτού εν θανάτω τελευτήσουσι. 16 εάν συναγάγη ωσπερ γην αργύριον. νυκτί δε υφείλετο αυτόν γνόφος· 21 αναλήψεται δε αυτόν καύσων και απελεύσεται. χαλκός δε ίσα λίθω λατομείται. και ου παρέβλεψεν αυτήν οφθαλμός γυπός· 8 και ουκ επάτησαν αυτόν υιοί αλαζόνων. 20 συνήντησαν αυτω ωσπερ ύδωρ αι οδύναι. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΕΣΤΙ γαρ αργυρίω τόπος. εις σφαγήν έσονται· εάν δε και ανδρωθώσι. 2 σίδηρος μεν γαρ εκ γης γίνεται. οι δε επιλανθανόμενοι οδόν δικαίαν ησθένησαν. έδειξε δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1175 . εκ χειρός αυτού φυγή φεύξεται. εξ αυτής εξελεύσεται άρτος. όθεν διηθείται. τόπος δε χρυσίου. 7 τρίβος. 11 αλλά δη αναγγελώ υμίν τι εστιν εν χειρί Κυρίου. ου ψεύσομαι. 23 κροτήσει επ ‘ αυτούς χείρας αυτού και συριεί αυτόν εκ του τόπου αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επελθούσης αυτω ανάγκης 10 μη έχει τινά παρρησίαν έναντι αυτού. υποκάτω αυτής εστράφη ωσεί πυρ. 6 τόπος σαπφείρου οι λίθοι αυτής. όθεν γίνεται. 3 τάξιν έθετο σκότει. ουκ έγνω αυτήν πετεινόν. παν δε έντιμον είδέ μου ο οφθαλμός. και παν πέρας αυτός εξακριβάζεται. 9 εν ακροτόμω εξέτεινε χείρα αυτού. 13 αύτη η μερίς ανθρώπου ασεβούς παρά Κυρίου.

14 άβυσσος είπεν· ουκ ένεστιν εν εμοί· και η θάλασσα είπεν· ουκ έστι μετ ‘ εμού. και γλώσσα αυτών τω λάρυγγι αυτών εκολλήθη· 11 ότι ους ήκουσε και εμακάρισέ με. αυτός δε οίδε τον τόπον αυτής· 24 αυτός γαρ την υπ ‘ ουρανόν πάσαν εφορά ειδώς τα εν τη γη πάντα. 8 ιδόντες με νεανίσκοι εκρύβησαν. 23 ο Θεός εύ συνέστησεν αυτής την οδόν. α εποίησεν. ετοιμάσας εξιχνίασεν. πρεσβύται δε πάντες έστησαν· 9 αδροί δε επαύσαντο λαλούντες. 10 οι δε ακούσαντες εμακάρισάν με. ότε τω φωτί αυτού επορευόμην εν σκότει· 4 ότε ήμην επιβρίθων οδούς. κύκλω δε μου οι παίδες· 6 ότε εχέοντο αι οδοί μου βουτύρω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού δύναμιν εις φως. 13 ουκ οίδε βροτός οδόν αυτής. και ου σταθήσεται αργύριον αντάλλαγμα αυτής· 16 και ου συμβασταχθήσεται χρυσίω ‘Ωφίρ. ότε ο Θεός επισκοπήν εποιείτο του οίκου μου· 5 ότε ήμην υλώδης λίαν. ων με ο Θεός εφύλαξεν. ουδέ μη ευρεθή εν ανθρώποις. εν όνυχι τιμίω και σαπφείρω· 17 ουκ ισωθήσεται αυτη χρυσίον και ύαλος και το άλλαγμα αυτής σκεύη χρυσά· 18 μετέωρα και γαβίς ου μνησθήσεται. 21 λέληθε πάντα άνθρωπον και από πετεινών του ουρανού εκρύβη· 22 η απώλεια και ο θάνατος είπαν· ακηκόαμεν δε αυτής το κλέος. ιδών ηρίθμησε και οδόν εν τινάγματι φωνάς· 27 τότε είδεν αυτήν και εξηγήσατο αυτήν. 15 ου δώσει συγκλεισμόν αντ ‘ αυτής. τα δε όρη μου εχέοντο γάλακτι· 7 ότε εξεπορευόμην όρθιος εν πόλει. ποίος δε τόπος εστί της συνέσεως. και έλκυσον σοφίαν υπέρ τα εσώτατα· 19 ουκ ισωθήσεται αυτη τοπάζιον Αιθιοπίας. 20 η δε σοφία πόθεν ευρέθη. ω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1176 . 3 ως ότε ηύγει ο λύχνος αυτού υπέρ κεφαλής μου. δάκτυλον επιθέντες επί στόματι. 12 η δε σοφία πόθεν ευρέθη. ποίος δε τόπος εστί της επιστήμης. 28 είπε δε ανθρώπω· ιδού η θεοσέβειά εστι σοφία. χρυσίω καθαρω ου συμβασταχθήσεται. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΕΤΙ δε προσθείς Ιώβ είπε τω προοιμίω· 2 τις αν με θείη κατά μήνα έμπροσθεν ημερών. εν δε πλατείαις ετίθετό μου ο δίφρος. το δε απέχεσθαι από κακών εστιν επιστήμη. οφθαλμός δε ιδών με εξέκλινε· 12 διέσωσα γαρ πτωχόν εκ χειρός δυνάστου και ορφανω. 25 ανέμων σταθμόν ύδατος μέτρα· 26 ότι εποίησεν ούτως.

6 ων οι οίκοι αυτών ήσαν τρώγλαι πετρών. και εμέ θρύλλημα έχουσιν· 10 εβδελύξαντο δε με αποστάντες μακράν από δε του προσώπου μου ουκ εφείσαντο πτύελον. και φως του προσώπου μου ουκ απέπιπτεν· 25 εξελεξάμην οδόν αυτών και εκάθισα άρχων και κατεσκήνουν ωσεί βασιλεύς εν μονοζώνοις ον τρόπον παθεινούς παρακαλών. στόμα δε χήρας με ευλόγησε. ου μη πιστεύσωσι. δίκην δε ην ουκ ήδειν εξιχνίασα· 17 συνέτριψα δε μύλας αδίκων. ημφιασάμην δε κρίμα ίσα διπλοϊδι. 18 είπα δε· η ηλικία μου γηράσει ωσπερ στέλεχος φοίνικος. ους ουχ ηγησάμην αξίους κυνών των εμών νομάδων. όνομα και κλέος εσβεσμένον από γης. 7 ανά μέσον ευήχων βοήσονται· οί υπό φρύγανα άγρια διητώντο. 5 επανέστησάν μοι κλέπται. οί και ρίζας ξύλων εμασσώντο υπό λιμού μεγάλου. πούς δε χωλών. 11 ανοίξας γαρ φαρέτραν αυτού εκάκωσέ με. 2 και γε ισχύς χειρών αυτών ινατί μοι. και το τόξον μου εν χειρί αυτού πορεύεται. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1177 . 15 οφθαλμός ήμην τυφλών. 24 εάν γελάσω προς αυτούς. επ ‘ αυτούς απώλετο συντέλεια. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΝΥΝΙ δε κατεγέλασάν μου ελάχιστοι. εσιώπησαν δε επί τη εμή βουλή· 22 επί τω εμω ρήματι ου προσέθεντο. και δρόσος αυλισθήσεται εν τω θερισμω μου· 20 η δόξα μου κενή μετ ‘ εμού. 3 εν ενδεία και λιμω άγονος· οι φεύγοντες άνυδρον εχθές συνοχήν και ταλαιπωρίαν. 14 δικαιοσύνην δε ενδεδύκειν. ούτως ούτοι την εμήν λαλιάν. ενδεείς παντός αγαθού. 4 οι περικυκλούντες άλιμα επί ηχούντι. 21 εμού ακούσαντες προσέσχον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουκ ην βοηθός. εβοήθησα. άτιμοι δε και πεφαυλισμένοι. εκ μέσου των οδόντων αυτών άρπαγμα εξήρπασα. οίτινες άλιμα ην αυτών τα σίτα. πολύν χρόνον βιώσω· 19 η ρίζα διήνοικται επί ύδατος. 9 νυνί δε κιθάρα εγώ ειμι αυτών. 13 ευλογία απολλυμένου επ ‘ εμέ έλθοι. 16 εγώ ήμην πατήρ αδυνάτων. 8 αφρόνων υιοί και ατίμων. νυν νουθετούσί με εν μέρει ων εξουδένουν τους πατέρας αυτών. περιχαρείς δε εγίνοντο οπόταν αυτοίς ελάλουν· 23 ωσπερ γη διψώσα προσδεχομένη τον υετόν.

τα δε οστά μου από καύματος. 13 εξετρίβησαν τρίβοι μου. εξέδυσαν γαρ μου την στολήν· βέλεσιν αυτού κατηκόντισέ με. εν οδύναις πέφυρμαι. και ποιήσει μοι τούτο. ιδού συνήντησάν μοι μάλλον ημέραι κακών. 29 αδελφός γέγονα σειρήνων. 4 ουχί αυτός όψεται οδόν μου και πάντα τα διαβήματά μου εξαριθμήσεται. εστέναξα ιδών άνδρα εν ανάγκαις. 15 επιστρέφονταί μου αι οδύναι. ή δεηθείς γε ετέρου. 14 κέχρηται δε μοι ως βούλεται. 30 το δε δέρμα μου εσκότωται μεγάλως. 18 εν πολλή ισχύϊ επελάβετό μου της στολής. 24 ει γαρ όφελον δυναίμην εμαυτόν χειρώσασθαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χαλινόν του προσώπου μου εξαπέστειλαν. χειρί κραταιά με εμαστίγωσας· 22 έταξας δε με εν οδύναις. 25 εγώ δε επί παντί αδυνάτω έκλαυσα. προέφθασάν με ημέραι πτωχείας. 3 ουχί απώλεια τω αδίκω και απαλλοτρίωσις τοις ποιούσιν ανομίαν. πόδα αυτών εξέτειναν και ωδοποίησαν επ ‘ εμέ τρίβους απωλείας αυτών. τα δε νεύρά μου διαλέλυται. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΔΙΑΘΗΚΗΝ εθέμην τοις οφθαλμοίς μου και ου συνήσω επί παρθένον. 12 επί δεξιών βλαστού εξανέστησαν. 19 ήγησαι δε με ίσα πηλω. ει δε και εσπούδασεν ο πούς μου εις δόλον· 6 έσταμαι γαρ εν ζυγω δικαίω. 26 εγώ δε επέχων αγαθοίς. 27 η κοιλία μου εξέζεσε και ου σιωπήσεται. έστηκα δε εν εκκλησία κεκραγώς. έχουσι δε με ημέραι οδυνών· 17 νυκτί δε μου τα οστά συγκέχυται. 2 και τι εμέρισεν ο Θεός άνωθεν και κληρονομία ικανού εξ υψίστων. οικία γαρ παντί θνητω γη. ωσπερ το περιστόμιον του χιτώνός μου περιέσχε με. 5 ει δε ήμην πεπορευμένος μετά γελοιαστών. 31 απέβη δε εις πένθος μου η κιθάρα. οίδε δε ο Κύριος την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1178 . 23 οίδα γαρ ότι θάνατός με εκτρίψει. έστησαν δε και κατενόησάν με· 21 επέβης δε μοι ανελεημόνως. ώχετό μου η ελπίς ωσπερ πνεύμα και ωσπερ νέφος η σωτηρία μου. εταίρος δε στρουθών. ο δε ψαλμός μου εις κλαυθμόν εμοί. και απέρριψάς με από σωτηρίας. 28 στένων πεπόρευμαι άνευ φιμού. εν γη και σποδω μου η μερίς· 20 κέκραγα δε προς σε και ουκ ακούεις μου. 16 και νυν επ ‘ εμέ εκχυθήσεται η ψυχή μου.

τίνα απόκρισιν ποιήσομαι. 16 αδύνατοι δε χρείαν. 9 ει εξηκολούθησεν η καρδία μου γυναικί ανδρός ετέρου. ου γαρ επ ‘ αυτοίς εστιν. 34 ου γαρ διετράπην πολυοχλίαν πλήθους του μη εξαγορεύσαι ενώπιον αυτών· ει δε και είασα αδύνατον εξελθείν θύραν μου κόλπω κενω. ει δε και λίθω πολυτελεί επεποίθησα. ην ποτε είχον. 17 ει δε και τον ψωμόν μου έφαγον μόνος και ουχί ορφανω μετέδωκα· 18 ότι εκ νεότητός μου εξέτρεφον ως πατήρ. 13 ει δε και εφαύλισα κρίμα θεράποντός μου ή θεραπαίνης. 30 ακούσαι άρα το ους μου την κατάραν μου. 31 ει δε και πολλάκις είπον αι θαράπαιναί μου· τις αν δώη ημίν των σαρκών αυτού πλησθήναι. 14 τι γαρ ποιήσω. 23 φόβος γαρ Κυρίου συνέσχε με. χείρα δε Κυρίου ει μη εδεδοίκειν. θρυλληθείην δε άρα υπό λαού μου κακούμενος. 28 και τούτό μοι άρα ανομία η μεγίστη λογισθείη. εάν δε και επισκοπήν. 8 σπείραιμι άρα και άλλοι φάγοισαν. και εκείνοι γεγόνασι. 10 αρέσαι άρα και η γυνή μου ετέρω. 20 αδύνατοι δε ει μη ευλόγησάν με. 24 ει έταξα χρυσίον εις χουν μου. ου δ ‘ αν επέλθη εκ ριζών απώλεσεν. 25 ει δε και ευφράνθην πολλού πλούτου μοι γενομένου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακακίαν μου. η δε θύρα μου παντί ελθόντι ανέωκτο. 29 ει δε και επιχαρής εγενόμην πτώματι εχθρών μου και είπεν η καρδία μου· εύγε. 27 και ει ηπατήθη λάθρα η καρδία μου. πεποιθώς ότι πολλή μοι βοήθεια περίεστιν. 15 πότερον ουχ ως και εγώ εγενόμην εν γαστρί. ουκ απέτυχον. ει δε χείρά μου επιθείς επί στόματί μου εφίλησα. ο δε βραχίων μου από του αγκώνος συντριβείη. 33 ει δε και αμαρτών ακουσίως έκρυψα την αμαρτίαν μου. κρινομένων αυτών προς με. τα δε νήπιά μου ταπεινωθείη· 11 θυμός γαρ οργής ακατάσχετος το μιάναι ανδρός γυναίκα· 12 πυρ γαρ εστι καιόμενον επί πάντων των μερών. και εκ γαστρός μητρός μου ωδήγησα· 19 ει δε και υπερείδον γυμνόν απολλύμενον και ουκ ημφίασα αυτόν. ει δε και ταις χερσί μου ηψάμην δώρων. λίαν μου χρηστού όντος· 32 έξω δε ουκ ηυλίζετο ξένος. άρριζος δε γενοίμην επί γης. 36 επ ‘ ώμοις αν περιθέμενος στέφανον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1179 . 7 ει εξέκλινεν ο πούς μου εκ της οδού. συγγραφήν δε. ει δε και επ ‘ αναριθμήτοις εθέμην χείρά μου· 26 ή ουχ ορώ μεν ήλιον τον επιφαύσκοντα εκλείποντα. ην είχον κατά τινος. εάν έτασίν μου ποιήται ο Κύριος. ει και εγκάθετος εγενόμην επί θύραις αυτής. ότι εψευσάμην εναντίον Κυρίου του Υψίστου. από δε κουράς αμνών μου εθερμάνθησαν οι ώμοι αυτών· 21 ει επήρα ορφανω χείρα. 22 αποσταίη άρα ο ώμός μου από της κλειδός. γεγόναμεν δε εν τη αυτη κοιλία. χήρας δε τον οφθαλμόν ουκ εξέτηξα. σελήνην δε φθίνουσαν. από του λήμματος αυτού ουχ υποίσω. ει δε και τω οφθαλμω επηκολούθησεν η καρδία μου. 35 τις δώη ακούοντά μου.

ουκ απεκρίθησαν έτι. 4 Ελιούς δε υπέμεινε δούναι απόκρισιν Ιώβ. διότι απέφηνεν εαυτόν δίκαιον εναντίον Κυρίου. αντί δε κριθής βάτος. 3 και κατά των τριών δε φίλων ωργίσθη σφόδρα. 6 υπολαβών δε Ελιούς ο του Βαραχιήλ ο Βουζίτης είπε· νεώτερος μεν ειμι τω χρόνω. ουδ ‘ οι γέροντες οίδασι κρίμα. 37 και ει μη ρήξας αυτήν απέδωκα. 2 ωργίσθη δε Ελιούς ο του Βαραχιήλ ο Βουζίτης εκ της συγγενείας Ράμ της Αυσίτιδος χώρας· ωργίσθη δε τω Ιώβ σφόδρα. εν πολλοίς δε έτεσι οίδασι σοφίαν. ότι πρεσβύτεροι αυτού εισιν ημέραις. 11 ενωτίζεσθέ μου τα ρήματα· ερώ γαρ υμών ακουόντων. 16 υπέμεινα. και επαύσατο Ιώβ ρήμασιν. και ιδού ουκ ην τω Ιώβ ελέγχων ανταποκρινόμενος ρήματα αυτού εξ υμών. ολέκει γαρ με το πνεύμα της γαστρός· 19 η δε γαστήρ μου ωσπερ ασκός γλεύκους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1180 . ει δε και ψυχήν κυρίου της γης εκβαλών ελύπησα. 15 επτοήθησαν. 12 και μέχρι υμών συνήσω. ου γαρ ελάλησαν· ότι έστησαν. ουκ απεκρίθησαν. ει δε και οι αύλακες αυτής έκλαυσαν ομοθυμαδόν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΗΣΥΧΑΣΑΝ δε και οι τρεις φίλοι αυτού έτι αντειπείν Ιώβ. υμείς δε εστε πρεσβύτεροι· διό ησύχασα φοβηθείς του υμίν αναγγείλαι την εμαυτού επιστήμην. 8 αλλά πνεύμά εστιν εν βροτοίς. διότι ουκ ηδυνήθησαν αποκριθήναι αντίθετα Ιώβ και έθεντο αυτόν είναι ασεβή. 5 και είδεν ότι ουκ έστιν απόκρισις εν στόματι των τριών ανδρών. ουθέν λαβών παρά χρεωφειλέτου· 38 ει επ ‘ εμοί ποτε η γη εστέναξεν. ην γαρ Ιώβ δίκαιος εναντίον αυτών. και εθυμώθη οργή αυτού. 17 υπολαβών δε Ελιούς λέγει· πάλιν λαλήσω· 18 πλήρης γαρ ειμι ρημάτων. επαλαίωσαν εξ αυτών λόγους. πνοή δε Παντοκράτορός εστιν η διδάσκουσα· 9 ουχ οι πολυχρόνιοί εισι σοφοί. 40 αντί πυρού άρα εξέλθοι μοι κνίδη. και αναγγελώ υμίν α οίδα. 7 είπα δε ότι ουχ ο χρόνος εστίν ο λαλών. άχρις ου ετάσητε λόγους. 13 ίνα μη είπητε· εύρομεν σοφίαν Κυρίω προσθέμενοι· 14 ανθρώπω δε επετρέψατε λαλήσαι τοιαύτα ρήματα. 39 ει δε και την ισχύν αυτής έφαγον μόνος άνευ τιμής. 10 διό είπα· ακούσατέ μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανεγίνωσκον.

Ιώβ. φωνήν ρημάτων σου ακήκοα. 20 λαλήσω. 9 διότι λέγεις· καθαρός ειμι ουχ αμαρτών. 23 εάν ώσι χίλιοι άγγελοι θανατηφόροι. 4 πνεύμα θείον το ποιήσάν με. 21 έως αν σαπώσιν αυτού αι σάρκες και αποδείξη τα οστά αυτού κενά· 22 ήγγισε δε εις θάνατον η ψυχή αυτού. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΟΥ μην δε αλλά άκουσον. 19 πάλιν δε ήλεγξεν αυτόν επί μαλακία επί κοίτης και πλήθος οστών αυτού ενάρκησε· 20 παν δε βρωτόν σίτου ου μη δύνηται προσδέξασθαι και η ψυχή αυτού βρώσιν επιθυμήσει. ως όταν επιπίπτη δεινός φόβος επ ‘ ανθρώπους επί νυσταγμάτων επί κοίτης. ίνα αναπαύσωμαι ανοίξας τα χείλη· 21 άνθρωπον γαρ ου μη αισχυνθώ. 8 πλήν είπας εν ωσί μου. άμεμπτός ειμι. τα ρήματά μου και λαλιάν ενωτίζου μου· 2 ιδού γαρ ήνοιξα το στόμα μου. εν είδεσι φόβου τοιούτοις αυτούς εξεφόβησεν 17 αποστρέψαι άνθρωπον από αδικίας. και εμέ σήτες έδονται. 7 ουχ ο φόβος μου σε στροβήσει. εκ του αυτού διηρτίσμεθα. εν δε τω δευτέρω 15 ενύπνιον. εις αυτών ου μη τρώση αυτόν· εάν νοήση τη καρδία επιστραφήναι προς Κύριον. 3 καθαρά μου η καρδία ρήμασι. και ουκ επακήκοέ μου. αναγγείλη δε ανθρώπω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1181 . εφύλαξε δε μου πάσας τας οδούς· 12 Πως γαρ λέγεις· δίκαιός ειμι. στήθι κατ ‘ εμέ και εγώ κατά σε. 6 εκ πηλού διήρτισαι συ ως και εγώ. 14 εν γαρ τω άπαξ λαλήσαι ο Κύριος. 16 τότε ανακαλύπτει νουν ανθρώπων. πνοή δε Παντοκράτορος η διδάσκουσά με. και ελάλησεν η γλώσσά μου. το δε σώμα αυτού από πτώματος ερρύσατο. η δε ζωή αυτού εν άδη. ου γαρ ηνόμησα. 5 εάν δύνη. 10 μέμψιν δε κατ ‘ εμού εύρεν. ήγηται δε με ωσπερ υπεναντίον· 11 έθετο δε εν ξύλω τον πόδα μου. αιώνιος γαρ εστιν ο επάνω βροτών. 13 λέγεις δε· διατί της δίκης μου ουκ επακήκοέ μου παν ρήμα. ουδέ η χείρ μου βαρεία έσται επί σοί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζέων δεδεμένος ή ωσπερ φυσητήρ χαλκέως ερρηγώς. δος μοι απόκρισιν προς ταύτα· υπόμεινον. σύνεσις δε χειλέων μου καθαρά νοήσει. 18 εφείσατο δε της ψυχής αυτού από θανάτου και μη πεσείν αυτόν εν πολέμω. ή εν μελέτη νυκτερινή. αλλά μην ουδέ βροτόν ου μη εντραπώ· 22 ου γαρ επίσταμαι θαυμάσαι πρόσωπα· ει δε μη.

29 ιδού ταύτα πάντα εργάται ο ισχυρός οδούς τρεις μετά ανδρός. 6 εψεύσατο δε τω κρίματί μου. 9 μη γαρ είπης. και εγώ ειμι λαλήσω. 24 ανθέξεται του μη πεσείν εις θάνατον. αποκαταστήσει δε αυτόν ανδρωθέντα εν ανθρώποις. γνώμεν ανά μέσον εαυτών ό. Ιώβ. 14 ει γαρ βούλοιτο συνέχειν και το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1182 . 13 τις δε εστιν ο ποιών την υπ ‘ ουρανόν και τα ενόντα πάντα. τα δε οστά αυτού εμπλήσει μυελού· 25 απαλυνεί δε αυτού τας σάρκας ωσπερ νηπίου. 33 ει μη. 32 ει εισί σοι λόγοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την εαυτού μέμψιν. εισελεύσεται προσώπω ιλαρω συν εξηγορία· αποδώσει δε ανθρώποις δικαιοσύνην. 7 τις ανήρ ωσπερ Ιώβ. και η ζωή μου φως όψεται. ενωτίζεσθε το καλόν· 3 ότι ους λόγους δοκιμάζει. συνετοί καρδίας ακούσατέ μου· μη μοι είη έναντι Κυρίου ασεβήσαι και έναντι Παντοκράτορος ταράξαι το δίκαιον· 11 αλλά αποδιδοί ανθρώπω καθά ποιεί έκαστος αυτών. ανανεώσει δε αυτού το σώμα ωσπερ αλοιφήν επί τοίχου. συ άκουσόν μου· κώφευσον και διδάξω σε σοφίαν. 10 διό. ο Κύριος απήλλαξέ μου το κρίμα. ή ο Παντοκράτωρ ταράξει κρίσιν. 31 ενωτίζου. 5 ότι είρηκεν Ιώβ· δίκαιός ειμι. πίνων μυκτηρισμόν ωσπερ ύδωρ. την δε άνοιαν αυτού δείξη. 8 ουχ αμαρτών ουδέ ασεβήσας ή οδού κοινωνήσας μετά ποιούντων τα άνομα του πορευθήναι μετά ασεβών. σοφοί· επιστάμενοι. αποκρίθητί μοι· λάλησον. και δεκτά αυτω έσται. 28 σώσον ψυχήν μου του μη ελθείν εις διαφθοράν. 4 κρίσιν ελώμεθα εαυτοίς.τι καλόν. ος εποίησε την γην. ότι ουκ έσται επισκοπή ανδρός και επισκοπή αυτω παρά Κυρίου. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιούς λέγει· 2 ακούσατέ μου. και εν τρίβω ανδρός ευρήσει αυτόν. 27 είτα τότε απομέμψεται άνθρωπος αυτός εαυτω λέγον· οία συνετέλουν και ουκ άξια ήτασέ με ων ήμαρτον. 26 ευξάμενος δε προς Κύριον. 12 οίει δε τον Κύριον άτοπα ποιήσειν. βίαιον το βέλος μου άνευ αδικίας. και λάρυγξ γεύεται βρώσιν. ίνα η ζωή μου εν φωτί αινή αυτόν. και άκουέ μου· κώφευσον. θέλω γαρ δικαιωθήναί σε. 30 και ερρύσατο την ψυχήν μου εκ θανάτου.

ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ελιούς λέγει· 2 τι τούτο ηγήσω εν κρίσει. 7 ότι εξέκλιναν εκ νόμου Θεού. 35 Ιώβ δε ουκ εν συνέσει ελάλησε. ει αδικίαν ειργασάμην. 21 αυτός γαρ ορατής εστιν έργων ανθρώπων. ένδοξά τε και εξαίσια. πας δε βροτός εις γην απελεύσεται. 33 μη παρά σου αποτίσει αυτήν. ασεβέστατε. 36 ου μην δε αλλά μάθε. συ δείξόν μοι. ότι συ εκλέξη. ανήρ δε σοφός ακήκοέ μου το ρήμα. 20 κενά δε αυτοίς αποβήσεται το κεκραγέναι και δείσθαι ανδρός· εχρήσαντο γαρ παρανόμως εκκλινομένων αδυνάτων. λέληθε δε αυτόν ουδέν ων πράσσουσιν. 22 ουδέ έσται τόπος του κρυβήναι τους ποιούντας τα άνομα· 23 ότι ουκ απ ‘ άνδρα θήσει έτι· 24 ο γαρ Κύριος πάντας εφορά ο καταλαμβάνων ανεξιχνίαστα. 37 ίνα μη προσθώμεν εφ ‘ αμαρτίαις ημών. 15 τελευτήσει πάσα σάρξ ομοθυμαδόν. 34 διό συνετοί καρδίας ερούσι ταύτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πνεύμα παρ ‘ αυτω κατασχείν. δικαιώματα δε αυτού ουκ επέγνωσαν 28 του επαγαγείν επ ‘ αυτόν κραυγήν πενήτων. και κατά έθνους και κατά ανθρώπου ομού 30 βασιλεύων άνθρωπον υποκριτήν από δυσκολίας λαού. 18 ασεβής ο λέγων βασιλεί· παρανομείς. και κρύψει πρόσωπον. ουκ ενεχυράσω· 32 άνευ εμαυτού όψομαι. ότι απώση. Ιώβ. συ τις ει ότι είπας· δίκαιός ειμι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1183 . 16 ει δε μη νουθετη. 26 έσβεσε δε ασεβείς. λάλησον. ορατοί δε εναντίον αυτού. μη δως έτι ανταπόκρισιν. όθεν και επλάσθη. ανομία δε εφ ‘ ημίν λογισθήσεται. και κραυγήν πτωχών εισακούσεται. ου μη προσθήσω. 17 ιδέ συ τον μισούντα άνομα και τον ολλύντα τους πονηρούς όντα αιώνιον δίκαιον. 31 ότι προς τον ισχυρόν ο λέγων· είληφα. ωσπερ οι άφρονες. 29 και αυτός ησυχίαν παρέξει. και ουκ εγώ· και τι έγνως. και τις όψεται αυτόν. άκουε ταύτα. τα ρήματα αυτού ουκ εν επιστήμη. ων ουκ έστιν αριθμός· 25 ο γνωρίζων αυτών τα έργα και στρέψει νύκτα και ταπεινωθήσονται. πολλά λαλούντων ρήματα εναντίον του Κυρίου. ουδέ οίδε τιμήν θέσθαι αδροίς θαυμασθήναι πρόσωπα αυτών. και τις καταδικάσεται. τοις άρχουσιν· 19 ος ουκ επησχύνθη πρόσωπον εντίμου. ενωτίζου φωνήν ρημάτων.

8 ανδρί τω ομοίω σου η ασέβειά σου. ή τι εκ χειρός σου λήψεται. και ουκ έγνω παράπτωμά τι σφόδρα· 16 και Ιώβ ματαίως ανοίγει το στόμα αυτού. 15 και νυν ότι ουκ έστιν επισκεπτόμενος οργήν αυτού. τι δώσεις αυτω. αυτός γαρ ο Παντοκράτωρ 14 ορατής εστι των συντελούντων τα άνομα και σώσει με. 12 εκεί κεκράξονται. 12 ασεβείς δε ου διασώζει παρά το μη βούλεσθαι αυτούς ειδέναι τον Κύριον και διότι νουθετούμενοι ανήκοοι ήσαν. 11 εάν ακούσωσι και δουλεύσωσι. 7 επεί δε ουν δικαιος ει. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΠΡΟΣΘΕΙΣ δε έτι Ελιούς λέγει· 2 μείνόν με μικρόν έτι. ως εστι. 13 άτοπα γαρ ου βούλεται ιδείν ο Κύριος. 5 ει ήμαρτες. έργοις δε μου δίκαια ερώ επ ‘ αληθείας 4 και ουκ άδικα ρήματα αδίκως συνιείς. εν αγνωσία ρήματα βαρύνει. ίνα διδάξω σε· έτι γαρ εν εμοί εστι λέξις. συντελέσουσι τας ημέρας αυτών εν αγαθοίς και τα έτη αυτών εν ευπρεπείαις. κρίθητι δε εναντίον αυτού. 3 αναλαβών την επιστήμην μου μακράν. ο κατατάσσων φυλακάς νυκτερινάς. από δε πετεινών ουρανού. 7 ουκ αφελεί από δικαίου οφθαλμούς αυτού· και μετά βασιλέων εις θρόνον και καθιεί αυτούς εις νίκος. 3 εγώ σοι δώσω απόκρισιν και τοις τρισί φίλοις σου. 4 ανάβλεψον εις τον ουρανόν και ιδέ. ότι ισχύσουσιν. βοήσονται από βραχίονος πολλών. και υψωθήσονται. ει δε και πολλά ηνόμησας. ει δύνασαι αυτόν αινέσαι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1184 . 10 και ουκ είπε· που εστιν ο Θεός ο ποιήσας με. και υιω ανθρώπου η δικαιοσύνη σου. 11 ο διορίζων με από τετραπόδων γης. δυνατός ισχύϊ καρδίας 6 ασεβή ου μη ζωοποιήσει και κρίμα πτωχών δώσει. κατάμαθε δε νέφη ως υψηλά από σου. 5 γίνωσκε δε ότι ο Κύριος ου μη αποποιήσηται τον άκακον. τι δύνασαι ποιήσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έναντι Κυρίου. 13 και υποκριταί καρδία τάξουσι θυμόν· ου βοήσονται. και ου μη εισακούση και από ύβρεως πονηρών. 8 και οι πεπεδημένοι εν χειροπέδαις συσχεθήσονται εν σχοινίοις πενίας. 9 από πλήθους συκοφαντούμενοι κεκράξονται. 10 αλλά του δικαίου εισακούσεται· και είπεν ότι επιστραφήσονται εξ αδικίας. τι πράξεις. 9 και αναγγελεί αυτοίς τα έργα αυτών και τα παραπτώματα αυτών.

ων εδέχοντο επ ‘ αδικίαις. 29 και εάν συνή απεκτάσεις νεφέλης. η δε ζωή αυτών τιτρωσκομένη υπό αγγέλων. 3 υποκάτω παντός του ουρανού η αρχή αυτού. 27 αριθμηταί δε αυτω σταγόνες υετού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ότι έδησεν αυτούς. ότι μεγάλα εστίν αυτού τα έργα. ων ήρξαν άνδρες. και ουκ ανταλλάξει αυτούς. ότι ακούσει φωνήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1185 . 20 μη εξελκύσης την νύκτα του αναβήναι λαούς αντ ‘ αυτών· 21 αλλά φύλαξαι μη πράξης άτοπα· επί τούτων γαρ εξείλω από πτωχείας. όσοι τιτρωσκόμενοί εισι βροτοί. ή τις ο ειπών· έπραξεν άδικα. και κατέβη τράπεζά σου πλήρης πιότητος. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΚΑΙ από ταύτης εταράχθη η καρδία μου και απερρύη εκ του τόπου αυτής. 22 ιδού ο Ισχυρός κραταιώσει εν ισχύϊ αυτού· τις γαρ εστι κατ ‘ αυτόν δυνάστης. 30 ιδού εκτενεί επ ‘ αυτόν ηδώ και ριζώματα της θαλάσσης εκάλυψεν· 31 εν γαρ αυτοίς κρινεί λαούς. οίδασι δε κοίτης τάξιν. και επιχυθήσονται υετω εις νεφέλην· 28 ρυήσονται παλαιώματα. 4 οπίσω αυτού βοήσεται φωνή. 18 θυμός δε επ ‘ ασεβείς έσται δι ‘ ασέβειαν δώρων. 32 επί χειρών εκάλυψε φως και ενετείλατο περί αυτής εν απαντώντι· 33 αναγγελεί περί αυτού φίλον αυτού Κύριος. 23 τις δε εστιν ο ετάζων αυτού τα έργα. κρίμα δε πραέων εκθήσει. 17 ουχ υστερήσει δε από δικαίων κρίμα. 19 μη σε εκκλινάτω εκών ο νους δεήσεως εν ανάγκη όντων αδυνάτων. 26 ιδού ο Ισχυρός πολύς. ισότητα σκηνής αυτού. 2 άκουε ακοήν εν οργή θυμού Κυρίου. εσκίασε δε νέφη επί αμυθήτων βροτών. και απέραντος. κατάχυσις υποκάτω αυτής. δώσει τροφήν τω ισχύοντι. 15 ανθ ‘ ων έθλιψαν ασθενή και αδύνατον. βροντήσει εν φωνή ύβρεως αυτού. 24 μνήσθητι. και πάντας τους κραταιούντας ισχύν. 14 αποθάνοι τοίνυν εν νεότητι η ψυχή αυτών. και ου γνωσόμεθα· αριθμός ετών αυτού. 16 και προσέτι ηπάτησέ σε εκ στόματος εχθρού· άβυσσος. 28β επί τούτοις πάσιν ουκ εξίσταταί σου η διάνοια ουδέ διαλλάσσεταί σου η καρδία από σώματος. και μελέτη εκ στόματος αυτού εξελεύσεται. 25 πας άνθρωπος είδεν εν εαυτω. κτήσις και περί αδικίας. 28α ωραν έθετο κτήνεσιν. και το φως αυτού επί πτερύγων της γης.

22 από βορρά νέφη χρυσαυγούντα· επί τούτοις μεγάλη η δόξα και τιμή Παντοκράτορος. 23 και ουχ ευρίσκομεν άλλον όμοιον τη ισχύϊ αυτού· ο τα δίκαια κρίνων. ησυχάζεται δε επί της γης. ησύχασαν δε επί κοίτης. και χειμών υετών δυναστείας αυτού. ει οίδας. 7 εν χειρί παντός ανθρώπου κατασφραγίζει. πάντα όσα αν εντείληται αυτοίς. 21 πάσι δε ουχ ορατόν το φως. ίνα άνθρωπον εστηκώς κατασιωπήσω. Ιώβ· στήθι νουθετούμενος δύναμιν Κυρίου. ή τις ο επαγαγών σπαρτίον επ ‘ αυτής. 3 ζώσαι ωσπερ ανήρ την οσφύν σου. 10 και από πνοής ισχυρού δώσει πάγος. 20 μη βίβλος ή γραμματεύς μοι παρέστηκεν. 6 επί τίνος οι κρίκοι αυτής πεπήγασι. ερωτήσω δε σε. 24 διό φοβηθήσονται αυτόν οι άνθρωποι. διασκορπιεί νέφος φως αυτού. 16 επίσταται δε διάκρισιν νεφών. 17 σου δε η στολή θερμή. ταύτα συντέτακται παρ ‘ αυτού επί της γης. τηλαυγές εστιν εν τοις παλαιώμασιν. 6 συντάσσων χιόνι· γίνου επί γης. 9 εκ ταμιείων επέρχονται οδύναι. απάγγειλον δε μοι ει επίστη σύνεσιν. 5 τις έθετο τα μέτρα αυτής. οιακίζει δε το ύδωρ ως εάν βούληται· 11 και εκλεκτόν καταπλάσσει νεφέλη. 19 διατί. 13 εάν εις παιδείαν. φοβηθήσονται δε αυτόν και οι σοφοί καρδία. 12 και αυτός κυκλώματα διαστρέψει. 15 οίδαμεν ότι ο Θεός έθετο έργα αυτού φως ποιήσας εκ σκότους. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΜΕΤΑ δε το παύσασθαι Ελιούν της λέξεως είπεν ο Κύριος τω Ιώβ δια λαίλαπος και νεφών· 2 τις ούτος ο κρύπτων με βουλήν. και χειμών υετός. συνέχων δε ρήματα εν καρδία. ουκ οίει επακούειν αυτόν. 8 εισήλθε δε θηρία υπό την σκέπην. τι ερούμεν αυτω· και παυσώμαθε πολλά λέγοντες. ίνα γνω πας άνθρωπος την εαυτού ασθένειαν. τις δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1186 . εάν εις την γην αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. ισχυραί ως όρασις επιχύσεως. 14 ενωτίζου ταύτα. 5 βροντήσει ο ισχυρός εν φωνή αυτού θαυμάσια· εποίησε γαρ μεγάλα α ουκ ήδειμεν. εν θεεβουλαθώθ εις έργα αυτών. δίδαξόν με. συ δε μοι αποκρίθητι. ωσπερ το παρ ‘ αυτού επί νεφών. εξαίσια δε πτώματα πονηρών. εμέ δε οίεται κρύπτειν. από δε ακρωτηρίων ψύχος. 18 στερεώσεις μετ ‘ αυτού εις παλαιώματα. εάν εις έλεος ευρήσει αυτόν. 4 που ης εν τω θεμελιούν με την γην.

εκτινάξαι ασεβείς εξ αυτής. ου ουχ υπάρχει άνθρωπος εν αυτη. ήνεσάν με φωνή μεγάλη πάντες άγγελοί μου. 19 εν ποία δε γη αυλίζεται το φως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εστιν ο βαλών λίθον γωνιαίον επ ‘ αυτής. αλλ ‘ εν σεαυτη συντριβήσεταί σου τα κύματα. 21 οίδας άρα ότι τότε γεγέννησαι. σκότους δε ποίος ο τόπος. τις δε εστιν ο τετοκώς βώλους δρόσου. ει δε και επίστασαι τρίβους αυτών. 12 ή επί σου συντέταχα φέγγος πρωϊνόν. 31 συνήκας δε δεσμόν Πλειάδος και φραγμόν ‘Ωρίωνος ήνοιξας. ομίχλη δε αυτήν εσπαργάνωσα. 41 τις δε ητοίμασε κόρακι βοράν. κεκόλληκα δε αυτόν ωσπερ λίθω κύβον. 17 ανοίγονταί δε σοι φόβω πύλαι θανάτου. πόση τις εστι. 34 καλέσεις δε νέφος φωνή. 8 έφραξα δε θάλασσαν πύλαις. 37 τις δε ο αριθμών νέφη σοφία. 10 εθέμην δε αυτη όρια. 30 ή καταβαίνει ωσπερ ύδωρ ρέον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1187 . 9 εθέμην δε αυτη νέφος αμφίασιν. πυλωροί δε άδου ιδόντες σε έπτηξαν. 15 αφείλες δε από ασεβών το φως. 20 ει αγάγοις με εις όρια αυτών. ερούσι δε σοι· τι εστι. πρόσωπον ασεβούς τις έπληξε. 11 είπα δε αυτη· μέχρι τούτου ελεύση και ουχ υπερβήση. τα σίτα ζητούντες. εν δε ίχνεσιν αβύσσου περιεπάτησας. 16 ήλθες δε επί πηγήν θαλάσσης. αριθμός δε ετών σου πολύς. εωσφόρος δε είδε την εαυτού τάξιν 13 επιλαβέσθαι πτερύγων γης. κάθηνται δε εν ύλαις ενεδρεύοντες. βραχίονα δε υπερηφάνων συνέτριψας. 14 ή συ λαβών γην πηλόν έπλασας ζωον και λαλητόν αυτόν έθου επί γης. έρημον. ανάγγειλον δη μοι. και τρόμω ύδατος λάβρου υπακούσεταί σου. πάχνην δε εν ουρανω τις τέτοκεν. 29 εκ γαστρός δε τίνος εκπορεύεται ο κρύσταλλος. 33 επίστασαι δε τροπάς ουρανού ή τα υπ ‘ ουρανόν ομοθυμαδόν γινόμενα. 36 τις δε έδωκε γυναιξίν υφάσματος σοφίαν ή ποικιλτικήν επιστήμην. 40 δεδοίκασι γαρ εν κοίταις αυτών. 27 του χορτάσαι άβατον και αοίκητον και του εκβλαστήσαι έξοδον χλόης. 23 απόκειται δε σοι εις ωραν εχθρών εις ημέραν πολέμων και μάχης. ου ουκ ανήρ. 39 θηρεύσεις δε λέουσι βοράν. περιθείς κλείθρα και πύλας. 22 ήλθες δε επί θησαυρούς χιόνος. 25 τις δε ητοίμασεν υετω λάβρω ρύσιν. 32 ή διανοίξεις μαζουρώθ εν καιρω αυτού και Έσπερον επί κόμης αυτού άξεις αυτά. ψυχάς δε δρακόντων εμπρήσεις. οδόν δε κυδοιμών 26 του υετίσαι επί γην. νεοσσοί γαρ αυτού προς Κύριον κεκράγασι πλανώμενοι. 28 τις εστιν υετού πατήρ. 18 νενουθέτησαι δε το εύρος της υπ ‘ ουρανόν. 35 αποστελείς δε κεραυνούς και πορεύσονται. ότε εμαιούτο εκ κοιλίας μητρός αυτής εκπορευομένη. θησαυρούς δε χαλάζης εώρακας. 24 πόθεν δε εκπορεύεται πάχνη ή διασκεδάννυται νότος εις την υπ ‘ ουρανόν. 38 κέχυται δε ωσπερ γη κονία. 7 ότε εγενήθησαν άστρα. ουρανόν δε εις γην έκλινε.

4 απορρήξουσι τα τέκνα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ 1 ΕΙ έγνως καιρόν τοκετού τραγελάφων πέτρας. και τα σκηνώματα αυτού αλμυρίδα· 7 καταγελών πολυοχλίας πόλεως. καταγελάσεται ίππου και του επιβάτου αυτού. 21 ανορύσσων εν πεδίω γαυριά. έως αν σημάνη σάλπιγξ· 25 σάλπιγγος δε σημαινούσης λέγει· εύγε. δόξαν δε στηθέων αυτού τόλμη. πληθυνθήσονται εν γεννήματι· εξελεύσονται. 12 πιστεύσεις δε ότι αποδώσει σοι τον σπόρον. 18 κατά καιρόν εν ύψει υψώσει. ωστε μη εαυτήν. ότι πολλή η ισχύς αυτού. 2 ηρίθμησας δε μήνας αυτών πλήρεις τοκετού αυτών. 26 εκ δε της σής επιστήμης έστηκεν ιέραξ. 8 κατασκέψεται όρη νομήν αυτού και οπίσω παντός χλωρού ζητεί. μέμψιν δε φορολόγου ουκ ακούων. 19 ή συ περιέθηκας ίππω δύναμιν. 11 πέποιθας δε επ ‘ αυτω. καθορών τα προς νότον. εισοίσει δε σου τον άλωνα. 3 εξέθρεψας δε αυτών τα παιδία έξω φόβου. 24 και οργή αφανιεί την γην και ου μη πιστεύσει. ακίνητος. 27 επί δε σω προστάγματι υψούται αετός. αναπετάσας τας πτέρυγας. 13 πτέρυξ τερπομένων νεέλασα. 20 περιέθηκας δε αυτω πανοπλίαν. 10 δήσεις δε εν ιμάσι ζυγόν αυτού ή ελκύσει σου αύλακας εν πεδίω. 6 εθέμην δε την δίαιταν αυτού έρημον. ωδίνας δε αυτών έδυσας. δεσμούς δε αυτού τις έλυσεν. 5 τις δε εστιν ο αφείς όνον άγριον ελεύθερον. εκπορεύεται δε εις πεδίον εν ισχύϊ· 22 συναντών βασιλεί καταγελά και ου μη αποστραφή από σιδήρου· 23 επ ‘ αυτω γαυριά τόξον και μάχαιρα. επαφήσεις δε αυτω τα έργα σου. και ου μη ανακάμψουσιν αυτοίς. πόρρωθεν δε οσφραίνεται πολέμου συν άλματι και κραυγή. εάν συλλάβη ασίδα και νέσσα· 14 ότι αφήσει εις γην τα ωά αυτής και επί χουν θάλψει 15 και επελάθετο ότι πούς σκορπιεί και θηρία αγρού καταπατήσει· 16 απεσκλήρυνε τα τέκνα εαυτής. εφύλαξας δε ωδίνας ελάφων. γύψ δε επί νοσσιάς αυτού καθεσθείς αυλίζεται 28 επ ‘ εξοχή πέτρας και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1188 . 9 βουλήσεται δε σοι μονόκερως δουλεύσαι ή κοιμηθήναι επί φάτνης σου. ενέδυσας δε τραχήλω αυτού φόβον. εις κενόν εκοπίασεν άνευ φόβου· 17 ότι κατεσιώπησεν αυτη ο Θεός σοφίαν και ουκ επεμέρισεν αυτη εν τη συνέσει. ωδίνας δε αυτών εξαποστελείς.

16 ιδού δη η ισχύς αυτού επ ‘ οσφύϊ. η δε ράχις αυτού σίδηρος χυτός. 11 απόστειλον δε αγγέλους οργή. τα δε πρόσωπα αυτών ατιμίας έμπλησον· 14 ομολογήσω ότι δύναται η δεξιά σου σώσαι. ου μη αισθηθή· πέποιθεν ότι προσκρούσει ο Ιορδάνης εις το στόμα αυτού. ου δ ‘ αν ώσι τεθνεώτες. παρά πάπυρον και κάλαμον και βούτομον. ερωτήσω δε σε. 24 εν τω οφθαλμω αυτού δέξεται αυτόν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΚΑΙ απεκρίθη Κύριος ο Θεός τω Ιώβ και είπε· 2 μη κρίσιν μετά ικανού εκκλινεί. περιθήσεις δε φορβαίαν περί ρίνα αυτού. η δε δύναμις αυτού επ ‘ ομφαλού γαστρός· 17 έστησεν ουράν ως κυπάρισσον. οίει δε με άλλως σοι κεχρηματικέναι ή ίνα αναφανής δίκαιος. 29 εκείσε ων ζητεί τα σίτα. 9 ή βραχίων σοί εστι κατά του Κυρίου. εγώ δε τίνα απόκρισιν δώ προς ταύτα. 15 αλλά δη ιδού θηρία παρά σοι. 19 τούτ ‘ έστιν αρχή πλάσματος Κυρίου. 22 σκιάζονται δε εν αυτω δένδρα μεγάλα συν ραδάμνοις και κλώνες αγρού. 25 άξεις δε δράκοντα εν αγκίστρω. παραχρήμα ευρίσκονται. νουθετούμενος και ελέγχων Κύριον. πεποιημένον εγκαταπαίζεσθαι υπό των αγγέλων αυτού. πάντα δε υβριστήν ταπείνωσον· 12 υπερήφανον δε σβέσον. 26 ει δήσεις κρίκον εν τω μυκτήρι αυτού. επί δε τω δευτέρω ου προσθήσω. 3 υπολαβών δε Ιώβ λέγει τω Κυρίω· 4 τι έτι εγώ κρίνομαι. δόξαν δε και τιμήν αμφίασαι. συ δε μοι απόκριναι· 8 μη αποποιού μου το κρίμα. ελέγχων δε Θεόν αποκριθήσεται αυτήν. χείρα θήσω επί στόματί μου· 5 άπαξ λελάληκα. σήψον δε ασεβείς παραχρήμα. αλλά ζώσαι ωσπερ ανήρ την οσφύν σου. χόρτον ίσα βουσίν εσθίουσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκρύφω. ακούων τοιαύτα ουθέν ων. 6 έτι δε υπολαβών ο Κύριος είπε τω Ιώβ εκ του νέφους· 7 μη. πόρρωθεν οι οφθαλμοί αυτού σκοπεύουσι· 30 νεοσσοί δε αυτού φύρονται εν αίματι. 21 υπό παντοδαπά δένδρα κοιμάται. 20 επελθών δε επ ‘ όρος ακρότομον εποίησε χαρμονήν τετράποσιν εν τω ταρτάρω. ενσκολιευόμενος τρήσει ρίνα. 13 κρύψον δε εις γην ομοθυμαδόν. 23 εάν γένηται πλήμμυρα. ψελλίω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1189 . ή φωνή κατ ‘ αυτόν βροντάς. τα δε νεύρα αυτού συμπέπλεκται· 18 αι πλευραί αυτού πλευραί χάλκειαι. 10 ανάλαβε δη ύψος και δύναμιν.

έστηκε δε ωσπερ άκμων ανήλατος. 11 εκ στόματος αυτού εκπορεύονται ως λαμπάδες καιόμεναι και διαρριπτούνται ως εσχάραι πυρός. κύκλω οδόντων αυτού φόβος. συνέχονται και ου μη αποσπασθώσιν. ικετηρία μαλακώς. 30 ενσιτούνται δε εν αυτω έθνη. φλόξ δε εκ στόματος αυτού εκπορεύεται. 6 πύλας προσώπου αυτού τις ανοίξει. 3 ή τις αντιστήσεταί μοι και υπομενεί. 7 τα έγκατα αυτού ασπίδες χάλκεαι. πνεύμα δε ου μη διέλθη αυτόν· 9 ανήρ τω αδελφω αυτού προσκολληθήσεται. χαλκόν δε ωσπερ ξύλον σαθρόν. τις γαρ εστιν ο εμοί αντιστάς. και λόγον δυνάμεως ελεήσει τον ίσον αυτω. ουδέν μη ποιήσωσι δόρυ και θώρακα· 19 ήγηται μεν γαρ σίδηρον άχυρα. μεριτεύονται δε αυτόν Φοινίκων έθνη. έμπροσθεν αυτού τρέχει απώλεια. 2 ου δέδοικας ότι ητοίμασταί μοι. ήγηται μεν πετροβόλον χόρτον· 21 ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1190 . 12 εκ μυκτήρων αυτού εκπορεύεται καπνός καμίνου καιομένης πυρί ανθράκων. 14 εν δε τραχήλω αυτού αυλίζεται δύναμις. 20 ου μη τρώση αυτόν τόξον χάλκεον. ου σαλευθήσεται. φόβος θηρίοις τετράποσιν επί γης αλλομένοις. και μηκέτι γινέσθω. 27 λαλήσει δε σοι δεήσει. 10 εν πταρμω αυτού επιφαύσκεται φέγγος. 32 επιθήσεις δε αυτω χείρα μνησθείς πόλεμον τον γινόμενον εν σώματι αυτού. λήψη δε αυτόν δούλον αιώνιον. ουδέ επί τοις λεγομένοις τεθαύμακας. 18 εάν συναντήσωσιν αυτω λόγχαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε τρυπήσεις το χείλος αυτού. εις δε πτύξιν θώρακος αυτού τις αν εισέλθοι. 5 τις αποκαλύψει πρόσωπον ενδύσεως αυτού. 15 σάρκες δε σώματος αυτού κεκόλληνται· καταχέει επ ‘ αυτόν. 16 η καρδία αυτού πέπηγεν ως λίθος. ει πάσα η υπ ‘ ουρανόν εμή εστιν. σύνδεσμος δε αυτού ωσπερ σμυρίτης λίθος· 8 εις του ενός κολλώνται. 29 παίξη δε εν αυτω ωσπερ ορνέω ή δήσεις αυτόν ωσπερ στρουθίον παιδίω. 13 η ψυχή αυτού άνθρακες. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 ΟΥΧ εώρακας αυτόν. 4 ου σιωπήσομαι δι ‘ αυτόν. 17 στραφέντος δε αυτού. 28 θήσεται δε μετά σου διαθήκην. οι δε οφθαλμοί αυτού είδος Εωσφόρου. 31 παν δε πλωτόν συνελθόν ου μη ενέγκωσι βύρσαν μίαν ουράς αυτού και εν πλοίοις αλιέων κεφαλήν αυτού.

7 εγένετο δε μετά το λαλήσαι τον Κύριον πάντα τα ρήματα ταύτα τω Ιώβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καλάμη ελογίσθησαν σφύραι. ίνα καγώ λαλήσω· ερωτήσω δε σε. Ιώβ δε ο θεράπων μου εύξεται περί υμών. 23 αναζεί την άβυσσον ωσπερ χαλκείον. τις δε αναγγελεί μοι α ουκ ήδειν. 25 ουκ έστιν ουδέν επί της γης όμοιον αυτω πεποιημένον εγκαταπαίζεσθαι υπό των αγγέλων μου· 26 παν υψηλόν ορά. 22 η στρωμνή αυτού οβελίσκοι οξείς. α ουκ επιστάμην. ήγημαι δε εμαυτόν γην και σποδόν. καταγελά δε σεισμού πυρφόρου. μεγάλα και θαυμαστά. Κύριε. συ δε με δίδαξον. ήγηται δε την θάλασσαν ωσπερ εξάλειπτρον. απώλεσα αν υμάς· ου γαρ ελαλήσατε αληθές κατά του θεράποντός μου Ιώβ. 24 τον δε τάρταρον της αβύσσου ωσπερ αιχμάλωτον· ελογίσατο άβυσσον εις περίπατον. 4 άκουσον δε μου. 8 νυν δε λάβετε επτά μόσχους και επτά κριούς και πορεύθητε προς τον θεράποντά μου Ιώβ. και έλυσε την αμαρτίαν αυτοίς δια Ιώβ. αφήκεν αυτοίς την αμαρτίαν. ΙΩΒ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ 1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δε Ιώβ λέγει τω Κυρίω· 2 οίδα ότι πάντα δύνασαι. είπεν ο Κύριος Ελιφάζ τω Θαιμανίτη· ήμαρτες συ και οι δύο φίλοι σου· ου γαρ ελαλήσατε ενώπιόν μου αληθές ουδέν ωσπερ ο θεράπων μου Ιώβ. αυτός δε βασιλεύς πάντων των εν τοις ύδασιν. έδωκε δε ο Κύριος διπλά όσα ην έμπροσθεν Ιώβ εις διπλασιασμόν. 3 τις γαρ εστιν ο κρύπτων σε βουλήν. ότι ει μη πρόσωπον αυτού λήψομαι· ει μη γαρ δι ‘ αυτόν. αδυνατεί δε σοι ουδέν. και σε οίεται κρύπτειν. νυνί δε ο οφθαλμός μου εώρακέ σε· 6 διό εφαύλισα εμαυτόν και ετάκην. και ποιήσει κάρπωσιν υπέρ υμών. 11 ήκουσαν δε πάντες οι αδελφοί αυτού και αι αδελφαί αυτού πάντα τα συμβεβηκότα αυτω και ήλθον προς αυτόν και πάντες όσοι ήδεισαν αυτόν εκ πρώτου· φαγόντες δε και πιόντες παρ ‘ αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1191 . 9 επορεύθη δε Ελιφάζ ο Θαιμανίτης και Βαλδάδ ο Σαυχίτης και Σωφάρ ο Μιναίος και εποίησαν καθώς συνέταξεν αυτοίς ο Κύριος. φειδόμενος δε ρημάτων. 10 ο δε Κύριος ηύξησε τον Ιώβ· ευξαμένου δε αυτού και περί των φίλων αυτού. 5 ακοήν μεν ωτός ήκουόν σου το πρότερον. πας δε χρυσός θαλάσσης υπ ‘ αυτόν ωσπερ πηλός αμύθητος.

ο εκκόψας Μαδιάμ εν τω πεδίω Μωάβ. οίς επήγαγεν επ ‘ αυτω ο Κύριος. 15 και ουχ ευρέθησαν κατά τας θυγατέρας Ιώβ βελτίους αυτών εν τη υπ ‘ ουρανόν· έδωκε δε αυταίς ο πατήρ κληρονομίαν εν τοις αδελφοίς. Βαλδάδ ο Σαυχαίων τύραννος. Σωφάρ ο Μιναίων βασιλεύς. κάμηλοι εξακισχίλιαι. έδωκε δε αυτω έκαστος αμνάδα μίαν και τετράδραχμον χρυσού και ασήμου. 12 ο δε Κύριος ευλόγησε τα έσχατα Ιώβ ή τα έμπροσθεν· ην δε τα κτήνη αυτού πρόβατα μύρια τετρακισχίλια. και όνομα τη πόλει αυτού Δενναβά· μετά δε Βαλάκ Ιωβάβ ο καλούμενος Ιώβ· μετά δε τούτον Ασώμ ο υπάρχων ηγεμών εκ της Θαιμανίτιδος χώρας· μετά δε τούτον Αδάδ υιος Βαράδ. 17α γέγραπται δε αυτόν πάλιν αναστήσεσθαι μεθ ‘ ων ο Κύριος ανίστησιν. και όνομα τη πόλει αυτού Γεθθαίμ. 17β Ούτος ερμηνεύεται εκ της Συριακής βίβλου εν μεν γη κατοικών τη Αυσίτιδι. επί τοις ορίοις της Ιδουμαίας και Αραβίας. ------------------------------------------------------- ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1192 . και εθαύμασαν επί πάσιν. 17 και ετελεύτησεν Ιώβ πρεσβύτερος και πλήρης ημερών. 16 έζησε δε Ιώβ μετά την πληγήν έτη εκατόν εβδομήκοντα. μητρός δε Βοσόρρας. ης και αυτός ήρξε χώρας· πρώτος Βαλάκ ο του Βεώρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρεκάλεσαν αυτόν. τετάρτην γενεάν. 17δ και ούτοι οι βασιλείς οι βασιλεύσαντες εν Εδώμ. τα δε πάντα έτη έζησε διακόσια τεσσαράκοντα· και είδεν Ιώβ τους υιούς αυτού και τους υιούς των υιών αυτού. 13 γεννώνται δε αυτω υιοί επτά και θυγατέρες τρεις· 14 και εκάλεσε την μεν πρώτην Ημέραν. 17γ λαβών δε γυναίκα Αράβισσαν γεννά υιόν. ωστε είναι αυτόν πέμπτον από Αβραάμ. ω όνομα Εννών· ην δε αυτός πατρός μεν Ζαρέ εκ των Ησαύ υιών υιος. την δε τρίτην Αμαλθαίας κέρας. ζεύγη βοών χίλια. Ελιφάζ των Ησαύ υιών. 17ε οι δε ελθόντες προς αυτόν φίλοι. προϋπήρχε δε αυτω όνομα Ιωβάβ. όνοι θήλειαι νομάδες χίλιαι. Θαιμανών βασιλεύς. την δε δευτέραν Κασίαν.

15 μη πορευθής εν οδω μετ ‘ αυτών. 26 τοιγαρούν καγώ τη υμετέρα απωλεία επιγελάσομαι. 27 και ως αν αφίκηται υμίν άφνω θόρυβος. παιδείαν πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου· 9 στέφανον γαρ χαρίτων δέξη σή κορυφή και κλοιόν χρύσεον περί σω τραχήλω. επί δε πύλαις πόλεως θαρρούσα λέγει· 22 όσον αν χρόνον άκακοι έχωνται της δικαιοσύνης. της ύβρεως όντες επιθυμηταί. 11 εάν παρακαλέσωσί σε λέγοντες· ελθέ μεθ ‘ ημών. 8 άκουε. κρύψωμεν δε εις γην άνδρα δίκαιον αδίκως. 12 καταπίωμεν δε αυτόν ωσπερ άδης ζώντα και άρωμεν αυτού την μνήμην εκ γης· 13 την κτήσιν αυτού την πολυτελή καταλαβώμεθα. 4 ίνα δω ακάκοις πανουργίαν. η δε καταστροφή ομοίως καταιγίδι παρή. διδάξω δε υμάς τον εμόν λόγον. εν δε πλατείαις παρρησίαν άγει· 21 επ ‘ άκρων τειχέων κηρύσσεται. κοινώνησον αίματος. σοφίαν δε και παιδείαν ασεβείς εξουθενήσουσιν. 20 Σοφία εν εξόδοις υμνείται. κοινόν δε βαλάντιον κτησώμεθα πάντες. μηδέ βουληθής. 18 αυτοί γαρ οι φόνου μετέχοντες θησαυρίζουσιν εαυτοίς κακά. και όταν έρχηται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1193 . παιδί δε νέω αίσθησίν τε και έννοιαν· 5 τώνδε γαρ ακούσας σοφός σοφώτερος έσται. ασεβείς γενόμενοι εμίσησαν αίσθησιν 23 και υπεύθυνοι εγένοντο ελέγχοις. μη σε πλανήσωσιν άνδρες ασεβείς. έκλινον δε τον πόδα σου εκ των τρίβων αυτών· 16 οι γαρ πόδες αυτών εις κακίαν τρέχουσι και ταχινοί του εκχέαι αίμα· 17 ου γαρ αδίκως εκτείνεται δίκτυα πτερωτοίς. σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσι αυτήν· ευσέβεια δε εις Θεόν αρχή αισθήσεως. υιε. ος εβασίλευσεν εν Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ Σολομώντος υιού Δαυίδ. 25 αλλά ακύρους εποιείτε εμάς βουλάς. πλήσωμεν δε οίκους ημετέρους σκύλων· 14 τον δε σόν κλήρον βάλε εν ημίν. ο δε νοήμων κυβέρνησιν κτήσεται. 24 επειδή εκάλουν και ουχ υπηκούσατε και εξέτεινα λόγους και ου προσείχετε. ουκ αισχυνθήσονται· οι δε άφρονες. τοις δε εμοίς ελέγχοις ου προσείχετε. η δε καταστροφή ανδρών παρανόμων κακή. 6 νοήσει τε παραβολήν και σκοτεινόν λόγον ρήσεις τε σοφών και αινίγματα. 10 υιε. 7 Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. 19 αύται αι οδοί εισι πάντων των συντελούντων τα άνομα· τη γαρ ασεβεία την εαυτών ψυχήν αφαιρούνται. καταχαρούμαι δε ηνίκα έρχηται υμίν όλεθρος. 2 γνώναι σοφίαν και παιδείαν νοήσαί τε λόγους φρονήσεως 3 δέξασθαί τε στροφάς λόγων νοήσαί τε δικαιοσύνην αληθή και κρίμα κατευθύνειν. επί δε πύλαις δυναστών παρεδρεύει. και μαρσίππιον εν γενηθήτω ημίν. ιδού προήσομαι υμίν εμής πνοής ρήσιν.

έννοια δε οσία τηρήσει σε. 31 τοιγαρούν έδονται της εαυτών οδού τους καρπούς και της εαυτών ασεβείας πλησθήσονται· 32 ανθ ‘ ων γαρ ηδίκουν νηπίους. και εξετασμός ασεβείς ολεί. 4 και εάν ζητήσης αυτήν ως αργύριον και ως θησαυρούς εξερευνήσης αυτήν. 2 υπακούσεται σοφία το ους σου. εάν δεξάμενος ρήσιν εμής εντολής κρύψης παρά σεαυτω. υπερασπιεί την πορείαν αυτών 8 του φυλάξαι οδούς δικαιωμάτων και οδόν ευλαβουμένων αυτόν διαφυλάξει. 3 εάν γαρ την σοφίαν επικαλέση και τη συνέσει δως φωνήν σου. εγώ δε ουκ εισακούσομαι υμών· ζητήσουσί με κακοί. παραβαλείς δε αυτήν επί νουθέτησιν τω υιω σου. 28 έσται γαρ όταν επικαλέσησθέ με. 13 ω οι εγκαταλείποντες οδούς ευθείας του πορεύεσθαι εν οδοίς σκότους· 14 οι ευφραινόμενοι επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1194 . και παραβαλείς καρδίαν σου εις σύνεσιν. 10 εάν γαρ έλθη η σοφία εις σήν διάνοιαν. 9 τότε συνήσεις δικαιοσύνην και κρίμα και κατορθώσεις πάντας άξονας αγαθούς. η δε αίσθησις τη σή ψυχή καλή είναι δόξη. 5 τότε συνήσεις φόβον Κυρίου και επίγνωσιν Θεού ευρήσεις. 12 ίνα ρύσηταί σε από οδού κακής και από ανδρός λαλούντος μηδέν πιστόν. 11 βουλή καλή φυλάξει σε. και ουχ ευρήσουσιν· 29 εμίσησαν γαρ σοφίαν. φονευθήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμίν θλίψις και πολιορκία ή όταν έρχηται υμίν όλεθρος. 33 ο δε εμού ακούων κατασκηνώσει επ ‘ ελπίδι και ησυχάσει αφόβως από παντός κακού. και από προσώπου αυτού γνώσις και σύνεσις· 7 και θησαυρίζει τοις κατορθούσι σωτηρίαν. 30 ουδέ ήθελον εμαίς προσέχειν βουλαίς. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΥΙΕ. 6 ότι Κύριος δίδωσι σοφίαν. εμυκτήριζον δε εμούς ελέγχους. τον δε λόγον του Κυρίου ου προείλαντο. την δε αίσθησιν ζητήσης μεγάλη τη φωνή.

9 τίμα τον Κύριον από σών δικαίων πόνων και απάρχου αυτω από σών καρπών δικαιοσύνης. 3 ελεημοσύναι και πίστεις μη εκλιπέτωσάν σε. 13 μακάριος άνθρωπος ος εύρε σοφίαν και θνητός ος είδε φρόνησιν· 14 κρείσσον γαρ αυτήν εμπορεύεσθαι ή χρυσίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1195 . ο δε πούς σου μη προσκόψη. φοβού δε τον Θεόν και έκκλινε από παντός κακού· 8 τότε ίασις έσται τω σώματί σου και επιμέλεια τοις οστέοις σου. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΥΙΕ. 10 ίνα πίμπληται τα ταμιείά σου πλησμονής σίτω. εμών νομίμων μη επιλανθάνου. 17 υιε. εύροσαν αν τρίβους δικαιοσύνης λείας. μηδέ εκλύου υπ ‘ αυτού ελεγχόμενος· 12 ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει. μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται. ίνα ορθοτομή τας οδούς σου. 19 πάντες οι πορευόμενοι εν αυτη ουκ αναστρέψουσιν. 5 ίσθι πεποιθώς εν όλη τη καρδία επί Θεω επί δε σή σοφία μη επαίρου· 6 εν πάσαις οδοίς σου γνώριζε αυτήν. 22 οδοί ασεβών εκ γης ολούνται. τα δε ρήματά μου τηρείτω σή καρδία· 2 μήκος γαρ βίου και έτη ζωής και ειρήνην προσθήσουσί σοι. άφαψαι δε αυτάς επί σω τραχήλω. 11 Υιε. και ευρήσεις χάριν· 4 και προνοού καλά ενώπιον Κυρίου και ανθρώπων. μη σε καταλάβη κακή βουλή. ουδέ μη καταλάβωσι τρίβους ευθείας· ου γαρ καταλαμβάνονται υπό ενιαυτών ζωής. 20 ει γαρ επορεύοντο τρίβους αγαθάς. και όσιοι υπολειφθήσονται εν αυτη. η απολιπούσα διδασκαλίαν νεότητος και διαθήκην θείαν επιλελησμένη· 18 έθετο γαρ παρά τω θανάτω τον οίκον αυτής και παρά τω άδη μετά των γηγενών τους άξονας αυτής. οι δε παράνομοι εξωσθήσονται απ ‘ αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κακοίς και χαίροντες επί διαστροφή κακή· 15 ων αι τρίβοι σκολίαι και καμπύλαι αι τροχιαί αυτών 16 του μακράν σε ποιήσαι από οδού ευθείας και αλλότριον της δικαίας γνώμης. 7 μη ίσθι φρόνιμος παρά σεαυτω. άκακοι δε υπολειφθήσονται εν αυτη· ότι ευθείς κατασκηνώσουσι γην. μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου. 21 χρηστοί έσονται οικήτορες γης. οίνω δε αι ληνοί σου εκβλύζωσιν.

ουκ αντιτάξεται αυτη ουδέν πονηρόν· εύγνωστός εστι πάσι τοις εγγίζουσιν αυτη. 17 αι οδοί αυτής οδοί καλαί. 21 Υιε. 27 μη απόσχη εύ ποιείν ενδεή. ουδέ ορμάς ασεβών επερχομένας· 26 ο γαρ Κύριος έσται επί πασών οδών σου και ερείσει σόν πόδα. ίνα μη σαλευθής. έσται δε ίασις ταις σαρξί σου και επιμέλεια τοις σοίς οστέοις. τήρησον δε εμήν βουλήν και έννοιαν. αύριον δώσω. 33 κατάρα Θεού εν οίκοις ασεβών. νέφη δε ερρύησαν δρόσους. ηδέως υπνώσεις· 25 και ου φοβηθήση πτόησιν επελθούσαν. 22 ίνα ζήση η ψυχή σου. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ. τον εμόν νόμον μη εγκαταλίπητε. οι δε ασεβείς ύψωσαν ατιμίαν. 34 Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και αργυρίου θησαυρούς. 29 μη τέκταινε επί σόν φίλον κακά παροικούντα και πεποιθότα επί σοί. άφοβος έση. και τοις επερειδομένοις επ ‘ αυτήν ως επί Κύριον ασφαλής. 15 τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών. 3 υιος γαρ εγενόμην καγώ πατρί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1196 . 35 δόξαν σοφοί κληρονομήσουσιν. εάν δε καθεύδης. μη παραρρυής. παίδες. ο δε πούς σου ου μη προσκόψη· 24 εάν γαρ κάθη. παιδείαν πατρός και προσέχετε γνώναι έννοιαν· 2 δώρον γαρ αγαθόν δωρούμαι υμίν. ητοίμασε δε ουρανούς φρονήσει· 20 εν αισθήσει άβυσσοι ερράγησαν. 30 μη φιλεχθρήσης προς άνθρωπον μάτην. 19 ο Θεός τη σοφία εθεμελίωσε την γην. 16 μήκος γαρ βίου και έτη ζωής εν τη δεξιά αυτής. ταπεινοίς δε δίδωσιν χάριν. παν δε τίμιον ουκ άξιον αυτής εστι. δυνατού σου όντος εύ ποιείν· ου γαρ οίδας τι τέξεται η επιούσα. 31 μη κτήση κακών ανδρών ονείδη. νόμον δε και έλεον επί γλώσσης φορεί. μήτι σε εργάσηται κακόν. και πάσαι αι τρίβοι αυτής εν ειρήνη· 18 ξύλον ζωής εστι πάσι τοις αντεχομένοις αυτής. μηδέ ζηλώσης τας οδούς αυτών· 32 ακάθαρτος γαρ έναντι Κυρίου πας παράνομος. εν δε δικαίοις ου συνεδριάζει. εν δε τη αριστερά αυτής πλούτος και δόξα· εκ του στόματος αυτής εκπορεύεται δικαιοσύνη. και χάρις ή περί σω τραχήλω. 23 ίνα πορεύη πεποιθώς εν ειρήνη πάσας τας οδούς σου. ηνίκα αν έχη η χείρ σου βοηθείν· 28 μη είπης· επανελθών επάνηκε. επαύλεις δε δικαίων ευλογούνται.

έως κατορθώση η ημέρα· 19 αι δε οδοί των ασεβών σκοτειναί. 20 Υιε. 12 εάν γαρ πορεύη. 16 ου γαρ μη υπνώσωσιν. οίνω δε παρανόμω μεθύσκονται. 10 Άκουε. τας δε πορείας σου εν ειρήνη προάξει. ίνα σοι γένωνται πολλαί οδοί βίου· 11 οδούς γαρ σοφίας διδάσκω σε. μη αφής. τοις δε εμοίς λόγοις παράβαλλε σόν ους. 26 ορθάς τροχιάς ποίει σοίς ποσί και τας οδούς σου κατεύθυνε. και τηρήσει σε· 8 περιχαράκωσον αυτήν. ου συγκλεισθήσεταί σου τα διαβήματα. προπορεύονται και φωτίζουσιν. εάν δε τρέχης ου κοπιάσεις. φύλασσε αυτάς εν καρδία· 22 ζωή γαρ εστι τοις ευρίσκουσιν αυτάς και πάση σαρκί ίασις. υιε. απόστρεψον δε σόν πόδα από οδού κακής· οδούς γαρ τας εκ δεξιών οίδεν ο Θεός. στεφάνω δε τρυφής υπερασπίση σου. εκ γαρ τούτων έξοδοι ζωής. 24 περίελε σεαυτού σκολιόν στόμα και άδικα χείλη μακράν από σου άπωσαι. μηδέ ζηλώσης οδούς παρανόμων· 15 εν ω αν τόπω στρατοπεδεύσωσι. τα δε βλέφαρά σου νευέτω δίκαια. και πληθυνθήσεται έτη ζωής σου. και υψώσει σε· τίμησον αυτήν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1197 . 27 μη εκκλίνης εις τα δεξιά μηδέ εις τα αριστερά. 18 αι δε οδοί των δικαίων ομοίως φωτί λάμπουσι. διεστραμμέναι δε εισιν αι εξ αριστερών· αυτός δε ορθάς ποιήσει τας τροχιάς σου. 6 μηδέ εγκαταλίπης αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υπήκοος και αγαπώμενος εν προσώπω μητρός. 13 επιλαβού εμής παιδείας. εμή ρήσει πρόσεχε. 14 οδούς ασεβών μη επέλθης. 4 οί εδίδασκόν με και έλεγον· ερειδέτω ο ημέτερος λόγος εις σήν καρδίαν· φύλασσε εντολάς. και δέξαι εμούς λόγους. 9 ίνα δω τη σή κεφαλή στέφανον χαρίτων. ουκ οίδασι Πως προσκόπτουσιν. αλλά φύλαξον αυτήν σεαυτω εις ζωήν σου. έκκλινον δε απ ‘ αυτών και παράλλαξον. ίνα σε περιλάβη. εάν μη κακοποιήσωσιν. εμβιβάζω δε σε τροχιαίς ορθαίς. αφήρηται ο ύπνος αυτών. 21 όπως μη εκλίπωσί σε αι πηγαί σου. 25 οι οφθαλμοί σου ορθά βλεπέτωσαν. 23 πάση φυλακή τήρει σήν καρδίαν. και ου κοιμώνται· 17 οίδε γαρ σιτούνται σίτα ασεβείας. μη επέλθης εκεί. μη επιλάθη 5 μηδέ παρίδης ρήσιν εμού στόματος. και ανθέξεταί σου· εράσθητι αυτής.

και ελέγχους εξέκλινεν η καρδία μου. εμοίς δε λόγοις παράβαλλε σόν ους. 15 πίνε ύδατα από σών αγγείων και από σών φρεάτων πηγής. 9 ίνα μη πρόη άλλοις ζωήν σου και σόν βίον ανελεήμοσιν· 10 ίνα μη πλησθώσιν αλλότριοι σής ισχύος. και συνευφραίνου μετά γυναικός της εκ νεότητός σου. οι δε σοί πόνοι εις οίκους αλλοτρίων έλθωσι 11 και μεταμεληθήση επ ‘ εσχάτων. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1198 . τα δε ίχνη αυτής ουκ ερείδεται· 6 οδούς γαρ ζωής ουκ επέρχεται. εκ δε πλήθους της εαυτού βιότητος εξερρίφη και απώλετο δι ‘ αφροσύνην. 8 μακράν ποίησον απ ‘ αυτής σήν οδόν. εις δε σάς πλατείας διαπορευέσθω τα σά ύδατα· 17 έστω σοι μόνω υπάρχοντα. 12 και ερείς· Πως εμίσησα παιδείαν. εις δε πάσας τας τροχιάς αυτού σκοπεύει. 5 της γαρ αφροσύνης οι πόδες κατάγουσι τους χρωμένους αυτη μετά θανάτου εις τον άδην. 20 μη πολύς ίσθι προς αλλοτρίαν. ηνίκα αν κατατριβώσι σάρκες σωματός σου. μηδέ συνέχου αγκάλαις της μη ιδίας· 21 ενώπιον γαρ εισι των του Θεού οφθαλμών οδοί ανδρός. σφαλεραί δε αι τροχιαί αυτής και ουκ εύγνωστοι. 16 μη υπερεκχείσθω σοι ύδατα εκ της σής πηγής. 3 μη πρόσεχε φαύλη γυναικί· μέλι γαρ αποστάζει από χειλέων γυναικός πόρνης. εν γαρ τη ταύτης φιλία συμπεριφερόμενος πολλοστός έση. ουδέ παρέβαλλον το ους μου· 14 παρ ‘ ολίγον εγενόμην εν παντί κακω εν μέσω εκκλησίας και συναγωγής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΙΕ. 2 ίνα φυλάξης έννοιαν αγαθήν· αίσθησις δε εμών χειλέων εντέλλεταί σοι. 4 ύστερον μέντοι πικρότερον χολής ευρήσεις και ηκονημένον μάλλον μαχαίρας διστόμου. μη εγγίσης προς θύραις οίκων αυτής. 22 παρονομίαι άνδρα αγρεύουσι. άκουέ μου και μη ακύρους ποιήσης εμούς λόγους. εμή σοφία πρόσεχε. ή προς καιρόν λιπαίνει σόν φάρυγγα. 19 έλαφος φιλίας και πώλος σών χαρίτων ομιλείτω σοι· η δε ιδία ηγείσθω σου και συνέστω σοι εν παντί καιρω. και μηδείς αλλότριος μετασχέτω σοι· 18 η πηγή σου του ύδατος έστω σοι ιδία. υιε. 7 νυν ουν. 13 ουκ ήκουον φωνήν παιδεύοντός με και διδάσκοντός με. σειραίς δε των εαυτού αμαρτιών έκαστος σφίγγεται· 23 ούτος τελευτά μετά απαιδεύτων.

διακοπή και συντριβή ανίατος· 16 ότι χαίρει πάσιν. 22 ηνίκα αν περιπατης. ολίγον δε εναγκαλίζη χερσί στήθη· 11 είτ ‘ εμπαραγίνεταί σοι ωσπερ κακός οδοιπόρος η πενία και η ένδεια ωσπερ αγαθός δρομεύς. 25 μη σε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1199 . μηδέ επινυστάξης σοίς βλεφάροις. εν παντί καιρω ο τοιούτος ταραχάς συνίστησι πόλει. ίσθι μη εκλυόμενος. 3 ποίει. υιε. μηδέ υπό δεσπότην ων. 20 Υιε. 14 διεστραμμένη καρδία τεκταίνεται κακά. διδάσκει δε εννεύμασι δακτύλων. ολίγον δε κάθησαι. φύλασσε νόμους πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου· 21 άφαψαι δε αυτούς επί σή ψυχή διαπαντός και εγκλοίωσαι περί σω τραχήλω. 8 ετοιμάζεται θέρους την τροφήν πολλήν τε εν τω αμητω ποιείται την παράθεσιν. 12 Ανήρ άφρων και παράνομος πορεύεται οδούς ουκ αγαθάς· 13 ο δ ‘ αυτός εννεύει οφθαλμω. επάγου αυτήν και μετά σου έστω· ως δ ‘ αν καθεύδης. 8·1 ή πορεύθητι προς την μέλισσαν και μάθε ως εργάτις εστί την τε εργασίαν ως σεμνήν ποιείται· 8·2 ης τους πόνους βασιλείς και ιδιώται προς υγίειαν προσφέρονται· ποθεινή δε εστι πάσι και επίδοξος· 8·3 και περ ούσα τη ρώμη ασθενής. 9 έως τίνος. εάν εγγυήση σόν φίλον. οδός ζωής και έλεγχος και παιδεία 24 του διαφυλάσσειν σε από γυναικός υπάνδρου και από διαβολής γλώσσης αλλοτρίας. 10 ολίγον μεν υπνοίς. παρόξυνε δε και τον φίλον σου. 23 ότι λύχνος εντολή νόμου και φως. η δε ένδεια ωσπερ κακός δρομεύς απαυτομολήσει. πότε δε εξ ύπνου εγερθήση. μηδέ τον αναγκάζοντα έχων. ον ενεγγυήσω. ω οκνηρέ. 17 οφθαλμός υβριστού. 15 δια τούτο εξαπίνης έρχεται η απώλεια αυτού. 19 εκκαίει ψεύδη μάρτυς άδικος και επιπέμπει κρίσεις ανά μέσον αδελφών. 11α εάν δε άοκνος ης. συντρίβεται δε δι ‘ ακαθαρσίαν ψυχής. α εγώ σοι εντέλλομαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΙΕ. οκνηρέ. 6 Ίθι προς τον μύρμηκα. γλώσσα άδικος. κατάκεισαι. σημαίνει δε ποδί. και σώζου· ήκεις γαρ εις χείρας κακών δια σόν φίλον. παραδώσεις σήν χείρα εχθρω· 2 παγίς γαρ ισχυρά ανδρί τα ίδια χείλη. φυλασσέτω σε. μικρόν δε νυστάζεις. την σοφίαν τιμήσασα προήχθη. και ζήλωσον ιδών τας οδούς αυτού και γενού εκείνου σοφώτερος· 7 εκείνω γαρ γεωργίου μη υπάρχοντος. ήξει ωσπερ πηγή ο αμητός σου. 5 ίνα σώζη ωσπερ δορκάς εκ βρόχων και ωσπερ όρνεον εκ παγίδος. ίνα εγειρομένω συλλαλή σοι. χείρες εκχέουσαι αίμα δικαίου 18 και καρδία τεκταινομένη λογισμούς κακούς και πόδες επισπεύδοντες κακοποιείν. και αλίσκεται χείλεσιν ιδίου στόματος. 4 μη δως ύπνον σοίς όμμασι. οίς μισεί ο Θεός.

επίγραψον δε επί το πλάτος της καρδίας σου. 6 από γαρ θυρίδος εκ του οίκου αυτής εις τας πλατείας παρακύπτουσα. 7 ον αν ίδη των αφρόνων τέκνων νεανίαν ενδεή φρενών. φύλασσε εμούς λόγους. και ισχύσεις. είδος έχουσα πορνικόν. 30 ου θαυμαστόν εάν αλω τις κλέπτων. αναιδεί δε προσώπω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1200 . ηνίκα αν ησυχία νυκτερινή ή και γνοφώδης. ουδέ πας ο απτόμενος αυτής. 8 παραπορευόμενον παρά γωνίαν εν διόδοις οίκων αυτής και λαλούντα 9 εν σκότει εσπερινω. εν οίκω δε ουχ ησυχάζουσιν οι πόδες αυτής· 12 χρόνον γαρ τινα έξω ρέμβεται. αποτίσει επταπλάσια και πάντα τα υπάρχοντα αυτού δούς ρύσεται εαυτόν. 10 η δε γυνή συναντά αυτω. 11 ανεπτερωμένη δε εστι και άσωτος. και βιώσεις. κλέπτει γαρ ίνα εμπλήση την ψυχήν πεινών· 31 εάν δε αλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νικήση κάλλους επιθυμία. 32 ο δε μοιχός δι ‘ ένδειαν φρενών απώλειαν τη ψυχή αυτού περιποιείται. 27 αποδήσει τις πυρ εν κόλπω. ουκ αθωωθήσεται. 4 είπον την σοφίαν σήν αδελφήν είναι. πλήν δε αυτού μη φοβού άλλον. 28 ή περιπατήσει τις επ ‘ ανθράκων πυρός. τους δε πόδας ου κατακαύσει. τα δε ιμάτια ου κατακαύσει. τας δε εμάς εντολάς κρύψον παρά σεαυτω. το δε όνειδος αυτού ουκ εξαλειφθήσεται εις τον αιώνα. γυνή δε ανδρών τιμίας ψυχάς αγρεύει. 13 είτα επιλαβομένη εφίλησεν αυτόν. τους δε εμούς λόγους ωσπερ κόρας ομμάτων· 3 περίθου δε αυτούς σοίς δακτύλοις. 34 μεστός γαρ ζήλου θυμός ανδρός αυτής· ου φείσεται εν ημέρα κρίσεως. τίμα τον Κύριον. χρόνον δε εν πλατείαις παρά πάσαν γωνίαν ενεδρεύει. 35 ουκ ανταλλάξεται ουδενός λύτρου την έχθραν. ή ποιεί νέων εξίπτασθαι καρδίας. υιε. 29 ούτως ο εισελθών προς γυναίκα ύπανδρον. την δε φρόνησιν γνώριμον περιποίησαι σεαυτω· 5 ίνα σε τηρήση από γυναικός αλλοτρίας και πονηράς. ουδέ μη διαλυθή πολλών δώρων. εάν σε λόγοις τοις προς χάριν εμβάλληται. μηδέ αγρευθής σοίς οφθαλμοίς. 2 φύλαξον εμάς εντολάς. 33 οδύνας τε και ατιμίας υποφέρει. μηδέ συναρπασθής από των αυτής βλεφάρων· 26 τιμή γαρ πόρνης όση και ενός άρτου. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΥΙΕ.

ουδέν εν αυτοίς σκολιόν ουδέ στραγγαλιώδες· 9 πάντα ενώπια τοις συνιούσι και ορθά τοις ευρίσκουσι γνώσιν. ίνα φρόνησίς σοι υπακούση· 2 επί γαρ των υψηλών άκρων εστίν. σεμνά γαρ ερώ και ανοίσω από χειλέων ορθά· 7 ότι αλήθειαν μελετήσει ο φάρυγξ μου. παρακαλώ. και αναρίθμητοί εισιν ους πεφόνευκεν· 27 οδοί άδου ο οίκος αυτής κατάγουσαι εις τα ταμιεία του θανάτου. ανά μέσον δε των τρίβων έστηκε· 3 παρά γαρ πύλαις δυναστών παρεδρεύει. ύβριν τε και υπερηφανίαν και οδούς πονηρών· μεμίσηκα δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1201 . 6 εισακούσατέ μου. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΣΥ την σοφίαν κηρύξεις. τον δε οίκόν μου κινναμώμω· 18 ελθέ και απολαύσωμεν φιλίας έως όρθρου. 21 απεπλάνησε δε αυτόν πολλή ομιλία βρόχοις τε τοις από χειλέων εξώκειλεν αυτόν. σπεύδει δε ωσπερ όρνεον εις παγίδα. αμφιτάποις δε έστρωκα τοις απ ‘ Αιγύπτου· 17 διέρρακα την κοίτην μου κροκίνω. και γνώσιν υπέρ χρυσίον δεδοκιμασμένον· 11 κρείσσων γαρ σοφία λίθων πολυτελών. παν δε τίμιον ουκ άξιον αυτής εστιν. 13 φόβος Κυρίου μισεί αδικίαν. 12 εγώ η σοφία κατεσκήνωσα βουλήν. 22 ο δε επηκολούθησεν αυτη κεπφωθείς. ω άνθρωποι. ποθούσα το σόν πρόσωπον εύρηκά σε. δεύρο και εγκυλισθώμεν έρωτι· 19 ου γαρ πάρεστιν ο ανήρ μου εν οίκω. και γνώσιν και έννοιαν εγώ επεκαλεσάμην. πεπόρευται δε οδόν μακράν 20 ένδεσμον αργυρίου λαβών εν χειρί αυτού. πανουργίαν. 8 μετά δικαιοσύνης πάντα τα ρήματα του στόματός μου. ωσπερ δε βούς επί σφαγήν άγεται και ωσπερ κύων επί δεσμούς 23 ή ως έλαφος τοξεύματι πεπληγώς εις το ήπαρ. 4 Υμάς. οι δε απαίδευτοι ένθεσθε καρδίαν. 26 πολλούς γαρ τρώσασα καταβέβληκε. δι ‘ ημερών πολλών επανήξει εις τον οίκον αυτού. άκουέ μου και πρόσεχε ρήμασι στόματός μου· 25 μη εκκλινάτω εις τας οδούς αυτής η καρδία σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσείπεν αυτω· 14 θυσία ειρηνική μοί εστι. 10 λάβετε παιδείαν και μη αργύριον. 24 νυν ουν. υιε. σήμερον αποδίδωμι τας ευχάς μου· 15 ένεκα τούτου εξήλθον εις συνάντησίν σοι. εν δε εισόδοις υμνείται. άκακοι. και προϊεμαι εμήν φωνήν υιοίς ανθρώπων· 5 νοήσατε. εβδελυγμένα δε εναντίον εμού χείλη ψευδή. ουκ ειδώς ότι περί ψυχής τρέχει. 16 κειρίαις τέτακα την κλίνην μου.

τηρών σταθμούς εμών εισόδων· 35 αι γαρ έξοδοί μου έξοδοι ζωής. άκουέ μου και μακάριοι. εάν αναγγείλω υμίν τα καθ ‘ ημέραν γινόμενα. εμή φρόνησις. εγώ ήμην ή προσέχαιρε. συμπαρήμην αυτω. υιε. 34 μακάριος ανήρ. 19 βέλτιον εμέ καρπίζεσθαι υπέρ χρυσίον και λίθον τίμιον. εμή δε ισχύς· 15 δι ‘ εμού βασιλείς βασιλεύουσι και οι δυνάσται γράφουσι δικαιοσύνην· 16 δι ‘ εμού μεγιστάνες μεγαλύνονται. ος τας εμάς οδούς φυλάξει αγρυπνών επ ‘ εμαίς θύραις καθ ‘ ημέραν. 26 Κύριος εποίησε χώρας και αοικήτους και άκρα οικούμενα της υπ ‘ ουρανόν. 22 Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού. και ότε αφώριζε τον εαυτού θρόνον επ ‘ ανέμων· 28 ηνίκα ισχυρά εποίει τα άνω νέφη. καθ ‘ ημέραν δε ευφραινόμην εν προσώπω αυτού εν παντί καιρω. ος εισακούεταί μου. 27 ηνίκα ητοίμαζε τον ουρανόν. 20 εν οδοίς δικαιοσύνης περιπατώ και ανά μέσον τρίβων δικαιοσύνης αναστρέφομαι. προ του την γην ποιήσαι 24 και προ του τας αβύσους ποιήσαι. 36 οι δε αμαρτάνοντες εις εμέ ασεβούσιν εις τα εαυτών ψυχάς. τα δε εμά γεννήματα κρείσσω αργυρίου εκλεκτού. 32 νυν ουν. και άνθρωπος. 33 ακούσατε παιδείαν και σοφίσθητε και μη αποφραγήτε. 23 προ του αιώνος εθεμελίωσέ με εν αρχή. οι δε εμέ ζητούντες ευρήσουσι χάριν. και ενευφραίνετο εν υιοίς ανθρώπων. και τύραννοι δι ‘ εμού κρατούσι γης. προ του προελθείν τας πηγάς των υδάτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγώ διεστραμμένας οδούς κακών. 25 προ του όρη εδρασθήναι. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1202 . μνημονεύσω τα εξ αιώνος αριθμήσαι. και ετοιμάζεται θέλησις παρά Κυρίου. 31 ότε ενευφραίνετο την οικουμένην συντελέσας. 21 ίνα μερίσω τοις εμέ αγαπώσιν ύπαρξιν και τους θησαυρούς αυτών εμπλήσω αγαθών. και οι μισούντές με αγαπώσι θάνατον. 30 ήμην παρ ‘ αυτω αρμόζουσα. προ δε πάντων βουνών γεννά με. 14 εμή βουλή και ασφάλεια. και ως ασφαλείς ετίθει πηγάς της υπ ‘ ουρανόν 29 και ισχυρά εποίει τα θεμέλια της γης. 18 πλούτος και δόξα εμοί υπάρχει και κτήσις πολλών και δικαιοσύνη. οί οδούς μου φυλάσσοντες. 17 εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ.

μηδέ επιστήσης το σόν όμμα προς αυτήν· 18β ούτως γαρ διαβήση ύδωρ αλλότριον και υπερβήση ποταμόν αλλότριον· 18γ από δε ύδατος αλλοτρίου απόσχου και από πηγής αλλοτρίας μη πίης. 12 υιε. μη χρονίσης εν τω τόπω. μόνος αν αντλήσεις κακά. εκέρασεν εις κρατήρα τον εαυτής οίνον και ητοιμάσατο την εαυτής τράπεζαν· 3 απέστειλε τους εαυτής δούλους συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος επί κρατήρα λέγουσα· 4 ος εστιν άφρων. ος ερείδεται επί ψεύδεσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτη οίκον και υπήρεισε στύλους επτά· 2 έσφαξε τα εαυτής θύματα. 14 εκάθισεν επί θύραις του εαυτής οίκου. προστεθή δε σοι έτη ζωής. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1203 . και σοφώτερος έσται· γνώριζε δικαίω. 13 Γυνή άφρων και θρασεία ενδεής ψωμού γίνεται. και ζητήσατε φρόνησιν. ίνα μη μισήσωσί σε· έλεγχε σοφόν. ον εκέρασα υμίν· 6 απολείπετε αφροσύνην. εκκλινάτω προς με και τοις ενδεέσι φρονήσεως παρακελεύομαι λέγουσα· 17 άρτων κρυφίων ηδέως άψασθε και ύδατος κλοπής γλυκερού. ίνα εις τον αιώνα βασιλεύσητε. και κατορθώσατε εν γνώσει σύνεσιν. και προστεθήσεταί σοι έτη ζωής σου. 8 μη έλεγχε κακούς. ο δ ‘ αυτός διώξεται όρνεα πετόμενα· απέλιπε γαρ οδούς του εαυτού αμπελώνος. 7 Ο παιδεύων κακούς λήψεται εαυτω ατιμίαν· ελέγχων δε τον ασεβή μωμήσεται εαυτόν. 18α αλλά αποπήδησον. εκκλινάτω προς με· και τοις ενδεέσι φρενών είπεν· 5 έλθετε φάγετε των εμών άρτων και πίετε οίνον. εάν σοφός γένη σεαυτω. το δε γνώναι νόμον διανοίας εστίν αγαθής· 11 τούτω γαρ τω τρόπω πολύν ζήσεις χρόνον. 9 δίδου σοφω αφορμήν. και βουλή αγίων σύνεσις. συνάγει δε χερσίν ακαρπίαν. ούτος ποιμαίνει ανέμους. τους δε άξονας του ιδίου γεωργίου πεπλάνηται· διαπορεύεται δε δι ‘ ανύδρου ερήμου και γην διατεταγμένην εν διψώδεσι. σοφός έση και τοις πλησίον· εάν δε κακός αποβής. 15 προσκαλουμένη τους παριόντας και κατευθύνοντας εν ταις οδοίς αυτών· 16 ος εστιν υμών αφρονέστατος. 18 ο δε ουκ οίδεν ότι γηγενείς παρ ‘ αυτη όλλυνται. και αγαπήσει σε. και επί πέταυρον άδου συναντά. 18δ ίνα πολύν ζήσης χρόνον. 10 αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. επί δίφρου εμφανώς εν πλατείαις. ή ουκ επίσταται αισχύνην. και προσθήσει του δέχεσθαι.

τω δε άφρονι διακόνω χρήσεται. 5 διεσώθη από καύματος υιος νοήμων. συνάγει ανδράσι λύπας. επιθυμία δε δικαίου δεκτή. στόμα δε προπετούς εγγίζει συντριβή. 17 οδούς δικαίας ζωής φυλάσσει παιδεία. 23 εν γέλωτι άφρων πράσσει κακά. και ου μη προστεθή αυτη λύπη εν καρδία. οι δε άφρονες εν ενδεία τελευτώσιν. συντριβή δε ασεβών πενία. 12 μίσος εγείρει νείκος. 2 ουκ ωφελήσουσι θησαυροί ανόμους. 30 δίκαιος εις τον αιώνα ουκ ενδώσει. ούτως παρανομία τοις χρωμένοις αυτη. υιος δε άφρων λύπη τη μητρί. ο δε ελέγχων μετά παρρησίας. έτη δε ασεβών ολιγωθήσεται. συντριβή δε τοις εργαζομένοις κακά. στόμα δε ασεβούς καλύψει απώλεια. 18 καλύπτουσιν έχθραν χείλη δίκαια. 7 μνήμη δικαίων μετ ‘ εγκωμίων. δικαιοσύνη δε ρύσεται εκ θανάτου. ζωήν δε ασεβών ανατρέψει. 24 εν απωλεία ασεβής περιφέρεται. 20 άργυρος πεπυρωμένος γλώσσα δικαίου. 15 κτήσις πλουσίων πόλις οχυρά. καρποί δε ασεβών αμαρτίας. 31 στόμα δικαίου αποστάζει σοφίαν. όνομα δε ασεβούς σβέννυται. 3 ου λιμοκτονήσει Κύριος ψυχήν δικαίαν. 14 σοφοί κρύψουσιν αίσθησιν. ράβδω τύπτει άνδρα ακάρδιον. πάντας δε τους μη φιλονεικούντας καλύπτει φιλία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΥΙΟΣ σοφός ευφραίνει πατέρα. ο δε άστεγος χείλεσι σκολιάζων υποσκελισθήσεται. ειρηνοποιεί. ελπίς δε ασεβών απολείται. ασεβείς δε ουκ οικήσουσι γην. 25 παραπορευομένης καταιγίδος αφανίζεται ασεβής. οι δε εκφέροντες λοιδορίας αφρονέστατοί εισιν. 6 ευλογία Κυρίου επί κεφαλήν δικαίου. δίκαιος δε εκκλίνας σώζεται εις τον αιώνα. 26 ωσπερ όμφαξ οδούσι βλαβερόν και καπνός όμμασιν. 13 ος εκ χειλέων προφέρει σοφίαν. 11 πηγή ζωής εν χειρί δικαίου. 8 σοφός καρδία δέξεται εντολάς. 4α υιος πεπαιδευμένος σοφός έσται. 10 ο εννεύων οφθαλμοίς μετά δόλου. 9 ος πορεύεται απλώς. 28 εγχρονίζει δικαίοις ευφροσύνη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1204 . 16 έργα δικαίων ζωήν ποιεί. 19 εκ πολυλογίας ουκ εκφεύξη αμαρτίαν. 27 φόβος Κυρίου προστίθησιν ημέρας. καρδία δε ασεβούς εκλείψει. 4 πενία άνδρα ταπεινοί. χείρες δε ανδρείων πλουτίζουσιν. ο δε διαστρέφων τας οδούς αυτού. η δε σοφία ανδρί τίκτει φρόνησιν. φειδόμενος δε χειλέων νοήμων έση. στόμα δε ασεβών καλύψει πένθος άωρον. πορεύεται πεποιθώς. παιδεία δε ανεξέλεγκτος πλανάται. 21 χείλη δικαίων επίσταται υψηλά. γνωσθήσεται. ανεμόφθορος δε γίνεται εν αμητω υιος παράνομος. 29 οχύρωμα οσίου φόβος Κυρίου. 22 ευλογία Κυρίου επί κεφαλήν δικαίου· αύτη πλουτίζει.

θρόνος δε ατιμίας γυνή μισούσα δίκαια. 20 βδέλυγμα Κυρίω διεστραμμέναι οδοί. ασέβεια δε περιπίπτει αδικία. εισί δε και οί συνάγοντες ελαττονούνται. 19 υιος δίκαιος γεννάται εις ζωήν. πλούτου οκνηροί ενδεείς γίνονται. 2 ου εάν εισέλθη ύβρις. στόμα δε ασεβών αποστρέφεται. εκεί και ατιμία· στόμα δε ταπεινών μελετά σοφίαν 3 αποθανών δίκαιος έλιπε μετάμελον. 8 δίκαιος εκ θήρας εκδύνει. 12 μυκτηρίζει πολίτας ενδεής φρενών. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΖΥΓΟΙ δόλιοι βδέλυγμα ενώπιον Κυρίου. τη δε απωλεία αυτών αλίσκονται παράνομοι. 24 εισίν οί τα ίδια σπείροντες πλείονα ποιούσιν. ανήρ δε φρόνιμος ησυχίαν άγει. 7 τελευτήσαντος ανδρός δικαίου ουκ όλλυται ελπίς. 22 ωσπερ ενώτιον εν ρινί υός. 23 επιθυμία δικαίων πάσα αγαθή. 17 τη ψυχή αυτού αγαθόν ποιεί ανήρ ελεήμων. σπέρμα δε δικαίων μισθός αληθείας. προσδεκτοί δε αυτω πάντες άμωμοι εν ταις οδοίς αυτών. 21 χειρί χείρας εμβαλών αδίκως ουκ ατιμώρητος έσται. αίσθησις δε δικαίων εύοδος. αντ ‘ αυτού δε παραδίδοται ο ασεβής. 14 οίς μη υπάρχει κυβέρνησις. διωγμός δε ασεβούς εις θάνατον. 32 χείλη ανδρών δικαίων αποστάζει χάριτας. το δε καύχημα των ασεβών όλλυται. 10 εν αγαθοίς δικαίων κατώρθωσε πόλις. 15 πονηρός κακοποιεί όταν συμμίξη δικαίω. 5 δικαιοσύνη αμώμους ορθοτομεί οδούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γλώσσα δε αδίκου εξολείται. 18 ασεβείς ποιεί έργα άδικα. 25 ψυχή ευλογουμένη πάσα απλή. μισεί δε ήχον ασφαλείας. πιστός δε πνοή κρύπτει πράγματα. σωτηρία δε υπάρχει εν πολλή βουλή. 13 ανήρ δίγλωσσος αποκαλύπτει βουλάς εν συνεδρίω. πίπτουσιν ωπερ φύλλα. ελπίς δε ασεβών απολείται. 9 εν στόματι ασεβών παγίς πολίταις. οι δε ανδρείοι ερείδονται πλούτω. εξολλύει δε αυτού σώμα ο ανελεήμων. 11 στόμασι δε ασεβών κατεσκάφη. ο δε σπείρων δικαιοσύνην λήψεται μισθόν πιστόν. 6 δικαιοσύνη ανδρών ορθών ρύεται αυτούς. πρόχειρος δε γίνεται και επίχαρτος ασεβών απώλεια. ούτως γυναικί κακόφρονι κάλλος. 16 γυνή ευχάριστος εγείρει ανδρί δόξαν. στάθμιον δε δίκαιον δεκτόν αυτω. ανήρ δε θυμώδης ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1205 .

28 ο πεποιθώς επί πλούτω ούτος πεσείται. τα δε σπλάγχνα των ασεβών ανελεήμονα. 6 λόγοι ασεβών δόλιοι. 13α ο βλέπων λεία ελεηθήσεται. ανήρ δε παράνομος παρασιωπηθήσεται. οίκοι δε δικαίων παραμένουσι. δουλεύσει δε άφρων φρονίμω. ευλογίαν δε εις κεφαλήν του μεταδιδόντος. αφανίζεται. 10 δίκαιος οικτείρει ψυχάς κτηνών αυτού. οι δε διώκοντες μάταια ενδεείς φρενών. 11 ο εργαζόμενος την εαυτού γην εμπλησθήσεται άρτων. αγαπά αίσθησιν. νωθροκάρδιος δε μυκτηρίζεται. 11α ος εστιν ηδύς εν οίνων διατριβαίς. ο δε αντιλαμβανόμενος δικαίων ούτος ανατελεί. 31 ει ο μεν δίκαιος μόλις σώζεται. 9 κρείσσων ανήρ εν ατιμία δουλεύων εαυτω ή τιμήν εαυτω περιτιθείς και προσδεόμενος άρτου. κυβερνώσι δε ασεβείς δόλους. 5 λογισμοί δικαίων κρίματα. ούτως άνδρα απόλλυσι γυνή κακοποιός. αι δε ρίζαι των δικαίων ουκ εξαρθήσονται. 4 γυνή ανδρεία στέφανος τω ανδρί αυτής· ωσπερ δε εν ξύλω σκώληξ. 8 στόμα συνετού εγκωμιάζεται υπό ανδρός. 7 ου εάν στραφή ο ασεβής. 27 τεκταινόμενος αγαθά ζητεί χάριν αγαθήν. ο ασεβής και αμαρτωλός που φανείται. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 Ο αγαπών παιδείαν. αφαιρούνται δε άωροι ψυχαί παρανόμων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευσχήμων. ο δε μισών ελέγχους άφρων. ο δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1206 . 30 εκ καρπού δικαιοσύνης φύεται δένδρον ζωής. 26 ο συνέχων σίτον υπολείποιτο αυτόν τοις έθνεσιν. εν τοις εαυτού οχυρώμασι καταλείψει ατιμίαν. 29 ο μη συμπεριφερόμενος τω εαυτού οίκω κληρονομήσει άνεμον. εκζητούντα δε κακά. αι δε ρίζαι των ευσεβών εν οχυρώμασι. 2 κρείσων ο ευρών χάριν παρά Κυρίω. 13 δι ‘ αμαρτίαν χειλέων εμπίπτει εις παγίδας αμαρτωλός. 12 επιθυμίαι ασεβών κακαί. εκφεύγει δε εξ αυτών δίκαιος. στόμα δε ορθών ρύσεται αυτούς. καταλήψεται αυτόν. 3 ου κατορθώσει άνθρωπος εξ ανόμου.

δόλιοι δε έσονται εν προνομή. οι δε βουλόμενοι ειρήνην ευφρανθήσονται. ο δε ποιών πίστεις δεκτός παρ ‘ αυτω. υιος δε ανήκοος εν απωλεία. 18 εισίν οί λέγοντες τιτρώσκουσι μαχαίρα. αμαρτάνοντας καταδιώξεται κακά η δε οδός των ασεβών πλανήσει αυτούς. καρδία δε αφρόνων συναντήσεται αραίς. ανταπόδομα δε χειλέων αυτού δοθήσεται αυτω. 7 εισίν οι πλουτίζοντες εαυτούς μηδέν έχοντες. 9α ψυχαί δόλιαι πλανώνται εν αμαρτίαις. 25 φοβερός λόγος καρδίαν ταράσσει ανδρός δικαίου. κρύπτει δε την εαυτού ατιμίαν ανήρ πανούργος. γλώσσαι δε σοφών ιώνται. 22 βδέλυγμα Κυρίω χείλη ψευδή. αγγελία δε αγαθή ευφραίνει αυτόν. 4 εν επιθυμίαις εστί πας αεργός. ο δε μάρτυς των αδίκων δόλιος. φως δε ασεβών σβέννυται. ο δε προπετής χείλεσι πτοήσει εαυτόν. κτήμα δε τίμιον ανήρ καθαρός. και εισιν οι ταπεινούντες εαυτούς εν πολλω πλούτω. 26 επιγνώμων δίκαιος εαυτού φίλος έσται. οι δε ασεβείς πλησθήσονται κακών. 20 δόλος εν καρδία τεκταινομένου κακά. 15 οδοί αφρόνων ορθαί ενώπιον αυτών. 28 εν οδοίς δικαιοσύνης ζωή. εισακούει δε συμβουλίας σοφός. ασεβής δε αισχύνεται και ουχ έξει παρρησίαν. δίκαιοι δε οικτείρουσι και ελεούσι. 17 επιδεικνυμένην πίστιν απαγγέλλει δίκαιος. ψυχαί δε παρανόμων ολούνται άωροι. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΥΙΟΣ πανούργος υπήκοος πατρί. 14 από καρπών στόματος ψυχή ανδρός πλησθήσεται αγαθών. 16 άφρων αυθημερόν εξαγγέλλει οργήν αυτού. 9 φως δικαίοις διαπαντός. οδοί δε μνησικάκων εις θάνατον. 10 κακός μεθ ‘ ύβρεως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1207 . αι δε γνώμαι των ασεβών ανεπιεικείς. 23 ανήρ συνετός θρόνος αισθήσεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συναντών εν πύλαις εκθλίψει ψυχάς. 21 ουκ αρέσει τω δικαίω ουδέν άδικον. τηρεί την εαυτού ψυχήν. 24 χείρ εκλεκτών κρατήσει ευχερώς. μάρτυς δε ταχύς γλώσσαν έχει άδικον. πτωχός δε ουχ υφίσταται απειλήν. 2 από καρπών δικαιοσύνης φάγεται αγαθός. 27 ουκ επιτεύξεται δόλιος θήρας. 5 λόγον άδικον μισεί δίκαιος. 8 λύτρον ανδρός ψυχής ο ίδιος πλούτος. χείρες δε ανδρείων εν επιμελεία. 3 ος φυλάσσει το εαυτού στόμα. 19 χείλη αληθινά κατορθοί μαρτυρίαν.

13 ος καταφρονεί πράγματος. 19 επιθυμίαι ευσεβών ηδύνουσι ψυχήν. 24 ος φείδεται της βακτηρίας μισεί τον υιόν αυτού. άδικοι δε απολούνται συντόμως. 14 νόμος σοφού πηγή ζωής. 11 ύπαρξις επισπουδαζομένη μετά ανομίας ελάσσων γίνεται. ψυχαί δε ασεβών ενδεείς. 3 εκ στόματος αφρόνων βακτηρία ύβρεως. ο δε σκολιάζων ταις οδοίς αυτού ατιμασθήσεται. χείλη δε σοφών φυλάσσει αυτούς. αίσθησις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1208 . 13α υιω δολίω ουδέν έσται αγαθόν. ο δε φυλάσσων ελέγχους δοξασθήσεται. 2 ο πορευόμενος ορθώς φοβείται τον Κύριον. εκκαίει δε ψευδή μάρτυς άδικος. 17 βασιλεύς θρασύς εμπεσείται εις κακά. 12 κρείσσων εναρχόμενος βοηθών καρδία του επαγγελλομένου και εις ελπίδα άγοντος· δένδρον γαρ ζωής επιθυμία αγαθή. 22 αγαθός ανήρ κληρονομήσει υιούς υιών. 20 ο συμπορευόμενος σοφοίς σοφός έσται. τους δε δικαίους καταλήψεται αγαθά. ο δε αγαπών επιμελώς παιδεύει. καταφρονηθήσεται υπ ‘ αυτού· ο δε φοβούμενος εντολήν. ο δε συνάγων εαυτω μετ ‘ ευσεβείας πληθυνθήσεται· δίκαιος οικτείρει και κιχρά. 16 πας πανούργος πράσσει μετά γνώσεως. ούτος υγιαίνει. έργα δε ασεβών μακράν από γνώσεως. 15 σύνεσις αγαθή δίδωσι χάριν. 6 ζητήσεις σοφίαν παρά κακοίς και ουχ ευρήσεις. άγγελος δε σοφός ρύσεται αυτόν. 4 ου μη εισι βόες. οικέτη δε σοφω εύοδοι έσονται πράξεις. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΣΟΦΑΙ γυναίκες ωκοδόμησαν οίκους. 5 μάρτυς πιστός ου ψεύδεται. ο δε άφρων εξεπέτασεν εαυτού κακίαν. φανερά βοός ισχύς. 21 αμαρτάνοντας καταδιώξεται κακά. φάτναι καθαραί· ου δε πολλά γεννήματα. 25 δίκαιος έσθων εμπιπλά την ψυχήν αυτού. ο δε άνους υπό παγίδος θανείται. οδοί δε καταφρονούντων εν απωλεία. το δε γνώναι νόμον διανοίας εστίν αγαθής. θησαυρίζεται δε δικαίοις πλούτος ασεβών. και κατευθυνθήσεται η οδός αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πράσσει κακά. 18 πενίαν και ατιμίαν αφαιρείται παιδεία. η δε άφρων κατέσκαψε ταις χερσίν αυτής. οι δε εαυτών επιγνώμονες σοφοί. ο δε συμπορευόμενος άφροσι γνωσθήσεται. 23 δίκαιοι ποιήσουσιν εν πλούτω έτη πολλά.

21 ο ατιμάζων πένητας αμαρτάνει. 22 πλανώμενοι τεκταίνουσι κακά. 17 οξύθυμος πράσσει μετά αβουλίας. πανούργος δε έρχεται εις μετάνοιαν. οικίαι δε δικαίων δεκταί. εκκαίει δε ψεύδη δόλιος. τελευταία δε χαρά εις πένθος έρχεται. 19 ολισθήσουσι κακοί έναντι αγαθών. από δε των διανοημάτων αυτού ανήρ αγαθός. και ασεβείς θεραπεύσουσι θύρας δικαίων. 25 ρύσεται εκ κακών ψυχήν μάρτυς πιστός. 27 πρόσταγμα Κυρίου πηγή ζωής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1209 . 23 εν παντί μεριμνώντι ένεστι περισσόν. ουκ επίστανται έλεον και πίστιν τέκτονες κακών. έλεον δε και αλήθειαν τεκταίνουσιν αγαθοί. εν δε καρδία αφρόνων ου διαγινώσκεται. 18 μεριούνται άφρονες κακίαν. 7 πάντα εναντία ανδρί άφρονι. ο δε τιμών αυτόν ελεεί πτωχόν. ο δε πεποιθώς τη εαυτού οσιότητι δίκαιος. ελεημοσύναι δε και πίστεις παρά τέκτοσιν αγαθοίς. 13 εν ευφροσύναις ου προσμίγνυται λύπη. ποιεί δε εκκλίνειν εκ παγίδος θανάτου. τη δε εαυτού ευστροφία αφαιρείται ατιμίαν. ή δοκεί παρά ανθρώποις ορθή είναι. 26 εν φόβω Κυρίου ελπίς ισχύος. 10 καρδία ανδρός αισθητική. 31 ο συκοφαντών πένητα παροξύνει τον ποιήσαντα αυτόν. 33 εν καρδία αγαθή ανδρός αναπαύσεται σοφία. λυπηρά ψυχή αυτού· όταν δε ευφραίνηται. άνοια δε αφρόνων εν πλάνη. 35 δεκτός βασιλεί υπηρέτης νοήμων. 32 εν κακία αυτού απωσθήσεται ασεβής. 14 των εαυτού οδών πλησθήσεται θρασυκάρδιος. 12 έστιν οδός. φίλοι δε πλουσίων πολλοί. 30 πραϋθυμος ανήρ καρδίας ιατρός. 28 εν πολλω έθνει δόξα βασιλέως. 15 άκακος πιστεύει παντί λόγω. 24 στέφανος σοφών πλούτος αυτών. όπλα δε αισθήσεως χείλη σοφά. τοις δε τέκνοις αυτού καταλείπει έρεισμα. σκηναί δε κατορθούντων στήσονται. τα δε τελευταία αυτής έρχεται εις πυθμένα άδου. η δε διατριβή αφρόνων κακή. ελασσονούσι δε φυλάς αμαρτίαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε παρά φρονίμοις ευχερής. 16 σοφός φοβηθείς εξέκλινεν από κακού. ο δε άφρων εαυτω πεποιθώς μίγνυται ανόμω. οι δε πανούργοι κρατήσουσιν αισθήσεως. ο δε ηδύς και ανάλγητος εν ενδεία έσται. ουκ επιμίγνυται ύβρει. 20 φίλοι μισήσουσι φίλους πτωχούς. εν δε εκλείψει λαού συντριβή δυνάστου. ανήρ δε φρόνιμος πολλά υποφέρει. 8 σοφία πανούργων επιγνώσεται τας οδούς αυτών. ελεών δε πτωχούς μακαριστός. ο δε ολιγόψυχος ισχυρώς άφρων. 34 δικαιοσύνη υψοί έθνος. 9 οικίαι παρανόμων οφειλήσουσι καθαρισμόν. 29 μακρόθυμος ανήρ πολύς εν φρονήσει. 11 οικίαι ασεβών αφανισθήσονται. σής δε οστέων καρδία αισθητική.

24 οδοί ζωής διανοήματα συνετού. σκοπεύουσι κακούς τε και αγαθούς. διώκοντας δε δικαιοσύνην αγαπά. ο δε συντηρών αυτήν πλησθήσεται πνεύματος. 4 ίασις γλώσσης δένδρον ζωής. εν δε λύπαις ούσης σκυθρωπάζει. 19 οδοί αεργών εστρωμέναι ακάνθαις. 21 ανοήτου τρίβοι ενδεείς φρενών. οι δε μισούντες ελέγχους τελευτώσιν αισχρώς. οι δε αγαθοί ησυχάζουσι διαπαντός. ουδέ μη είπη καίριόν τι και καλόν τω κοινω. 23 ου μη υπακούση ο κακός αυτη. ευχαί δε κατευθυνόντων δεκταί παρ ‘ αυτω. αι δε των ανδρείων τετριμμέναι. οίκοις δικαίων ισχύς πολλή. 3 εν παντί τόπω οφθαλμοί Κυρίου. 14 καρδία ορθή ζητεί αίσθησιν. μετά δε σοφών ουχ ομιλήσει. 2 γλώσσα σοφών καλά επίσταται. ο δε ασεβής εγείρει μάλλον. 25 οίκους υβριστών κατασπά Κύριος. 22 υπερτίθενται λογισμούς οι μη τιμώντες συνέδρια. 20 υιος σοφός ευφραίνει πατέρα. λόγος δε λυπηρός εγείρει οργάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΟΡΓΗ απόλλυσι και φρονίμους. στόμα δε απαιδεύτων γνώσεται κακά. ίνα εκκλίνας εκ του άδου σωθή. ο δε φυλάσσων εντολάς πανουργότερος. 12 ουκ αγαπήσει απαίδευτος τους ελέγχοντας αυτόν. καρποί δε ασεβών απολούνται. υιος δε άφρων μυκτηρίζει μητέρα αυτού. μακρόθυμος δε και την μέλλουσαν καταπραϋνει. 16 κρείσσον μικρά μερίς μετά φόβου Κυρίου ή θησαυροί μεγάλοι μετά αφοβίας. εστήρισε δε όριον χήρας. 5 άφρων μυκτηρίζει παιδείαν πατρός. 11 άδης και απώλεια φανερά παρά τω Κυρίω· Πως ουχί και αι καρδίαι των ανθρώπων. 9 βδέλυγμα Κυρίω οδοί ασεβούς. εν δε καρδίαις βουλευομένων μένει βουλή. οι δε ασεβείς ολόρριζοι εκ γης απολούνται. καρδία δε αφρόνων ουκ ασφαλείς. 10 παιδεία ακάκου γνωρίζεται υπό των παριόντων. αγνών δε ρήσεις σεμναί. 8 θυσίαι ασεβών βδέλυγμα Κυρίω. 6 εν πλεοναζούση δικαιοσύνη ισχύς πολλή. 7 χείλη σοφών δέδεται αισθήσει. 15 πάντα τον χρόνον οι οφθαλμοί των κακών προσδέχονται κακά. 17 κρείσσων ξενισμός μετά λαχάνων προς φιλίαν και χάριν ή παράθεσις μόσχων μετά έχθρας. 13 καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει. 18 ανήρ θυμώδης παρασκευάζει μάχας. ανήρ δε φρόνιμος κατευθύνων πορεύεται. στόμα δε αφρόνων αναγγέλλει κακά. 18α μακρόθυμος ανήρ κατασβέσει κρίσεις. απόκρισις δε υποπίπτουσα αποστρέφει θυμόν. 26 βδέλυγμα Κυρίω λογισμός άδικος. 27 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1210 .

(Μασ. εν δε κρίσει ου μη πλανηθή το στόμα αυτού. (Μασ. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΠΑΝΤΑ τα έργα του ταπεινού φανερά παρά τω Θεω. 33 φόβος Θεού παιδεία και σοφία. ο δε τηρών ελέγχους αγαπά ψυχήν αυτού. λόγους δε ορθούς αγαπά. (Μασ. φήμη δε αγαθή πιαίνει οστά. δεκτά δε παρά Θεω μάλλον ή θύειν θυσίας. 29 μακράν απέχει ο Θεός από ασεβών. 5 ακάθαρτος παρά Θεω πας υψηλοκάρδιος. 11 ροπή ζυγού δικαιοσύνη παρά Κυρίω. 10 μαντείον επί χείλεσι βασιλέως. ανήρ δε σοφός εξιλάσεται αυτόν. Ι. τω δε φόβω Κυρίου εκκλίνει πας από κακού. μετά γαρ δικαιοσύνης ετοιμάζεται θρόνος αρχής. 32 ος απωθείται παιδείαν. 28 καρδίαι δικαίων μελετώσι πίστεις. 7 αρχή οδού αγαθής το ποιείν τα δίκαια. 30 θεωρών οφθαλμός καλά ευφραίνει καρδίαν. 4) 9 πάντα τα έργα του Κυρίου μετά δικαιοσύνης· φυλάσσεται δε ο ασεβής εις ημέραν κακήν. 7). οι δε προσδεκτοί αυτω ωσπερ νέφος όψιμον. μισεί εαυτόν. 12 βλέλυγμα βασιλεί ο ποιών κακά. 28α δεκταί παρά Κυρίω οδοί ανθρώπων δικαίων. στόμα δε ασεβών αποκρίνεται κακά. 15 εν φωτί ζωής υιος βασιλέως. ο δεχόμενος παιδείαν εν αγαθοίς έσται. 27α ελεημοσύναις και πίστεσιν αποκαθαίρονται αμαρτίαι. ο δε μισών δώρων λήψεις σώζεται. Ι. 1 29 1 α κρείσσων ολίγη λήψις μετά δικαιοσύνης ή πολλά γεννήματα μετά αδικίας. (Μασ. τα δε έργα αυτού στάθμια δίκαια. 8). νοσσιαί δε φρονήσεως αιρετώτεραι υπέρ αργύριον. 6). 14 θυμός βασιλέως άγγελος θανάτου. 13 δεκτά βασιλεί χείλη δίκαια. χειρί δε χείρας εμβαλών αδίκως ουκ αθωωθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξόλλυσιν εαυτόν ο δωρολήπτης. και αρχή δόξης αποκριθήσεται αυτη. οι δε ορθώς ζητούντες αυτόν ευρήσουσιν ειρήνην. μήκος δε βίου οδοί δικαιοσύνης. οι δε ασεβείς εν ημέρα κακή ολούνται. ο δε φυλάσσων ελέγχους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1211 . 17 τρίβοι ζωής εκκλίνουσιν από κακών. 8 ο ζητών τον Κύριον ευρήσει γνώσιν μετά δικαιοσύνης. ίνα υπό του Θεού διορθωθή τα διαβήματα αυτού. ευχαίς δε δικαίων επακούει. 29β καρδία ανδρός λογιζέσθω δίκαια. Ι. δια δε αυτών και οι εχθροί φίλοι γίνονται. 16 νοσσιαί σοφίας αιρετώτεραι χρυσίου.

και λαμπτήρα δόλου πυρσεύει κακοίς και διαχωρίζει φίλους. 27 ανήρ άφρων ορύσσει εαυτω κακά. 32 κρείσσων ανήρ μακρόθυμος ισχυρού. δίκαιος δε ου προσέχει χείλεσι ψευδέσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σοφισθήσεται. 25 εισίν οδοί δοκούσαι είναι ορθαί ανδρί. προ δε πτώματος κακοφροσύνη. 28 ανήρ σκολιός διαπέμπεται κακά. τηρεί την εαυτού ψυχήν. ο μέντοι σκολιός επί τω εαυτού στόματι φορεί την απώλειαν. ος φυλάσσει τας εαυτού οδούς. 3 ωσπερ δοκιμάζεται εν καμίνω άργυρος και χρυσός. ο δε επιχαίρων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1212 . 22 πηγή ζωής έννοια τοις κεκτημένοις. τα μέντοι τελευταία αυτών βλέπει εις πυθμένα άδου. 20 συνετός εν πράγμασιν ευρετής αγαθών. 23 καρδία σοφού νοήσει τα από του ιδίου στόματος. 24 κηρία μέλιτος λόγοι καλοί. 4 κακός υπακούει γλώσσης παρανόμων. 33 εις κόλπους επέρχεται πάντα τοις αδίκοις. 31 στέφανος καυχήσεως γήρας. 21 τους σοφούς και συνετούς φαύλους καλούσιν. πεποιθώς δε επί Θεω μακαριστός. 19 κρείσσων πραϋθυμος μετά ταπεινώσεως ή ος διαιρείται σκύλα μετά υβριστών. 26 ανήρ εν πόνοις πονεί εαυτω και εκβιάζεται την απώλειαν εαυτού. παιδεία δε αφρόνων κακή. επί δε χείλεσι φορέσει επιγνωμοσύνην. οι δε γλυκείς εν λόγω πλείονα ακούσονται. 29 ανήρ παράνομος αποπειράται φίλων και απάγει αυτούς οδούς ουκ αγαθάς. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΡΕΙΣΣΩΝ ψωμός μεθ ‘ ηδονής εν ειρήνη ή οίκος πλήρης πολλών αγαθών και αδίκων θυμάτων μετά μάχης. 30 στηρίζων δε οφθαλμούς αυτού διαλογίζεται διεστραμμένα. 18 προ συντριβής ηγείται ύβρις. παρά δε Κυρίου πάντα τα δίκαια. 5 ο καταγελών πτωχού παροξύνει τον ποιήσαντα αυτόν. ούτως εκλεκταί καρδίαι παρά Κυρίω. 2 οικέτης νοήμων κρατήσει δεσποτών αφρόνων. επί δε των εαυτού χειλέων θησαυρίζει πυρ. εν δε αδελφοίς διελείται μέρη. εν δε οδοίς δικαιοσύνης ευρίσκεται. ορίζει δε τοις χείλεσιν αυτού πάντα τα κακά· ούτος κάμινός εστι κακίας. αγαπών δε ζωήν αυτού φείσεται στόματος αυτού. γλύκασμα δε αυτού ίασις ψυχής. ο δε κρατών οργής κρείσσων καταλαμβανομένου πόλιν.

ζητεί φιλίαν. οι δε οφθαλμοί του άφρονος επ ‘ άκρα γης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1213 . επιγνώμων. 12 εμπεσείται μέριμνα ανδρί νοήμονι. 19 φιλαμαρτήμων χαίρει μάχαις. 6α του πιστού όλος ο κόσμος των χρημάτων. του δε απίστου ουδέ οβολός. 18 ανήρ άφρων επικροτεί και επιχαίρει εαυτω. οι δε άφρονες διαλογιούνται κακά. 20 ο δε σκληροκάρδιος ου συναντά αγαθοίς. 25 οργή πατρί υιος άφρων και οδύνη τη τεκούση αυτόν. ανδρός δε λυπηρού ξηραίνεται τα οστά. 21 καρδία δε άφρονος οδύνη τω κεκτημένω αυτήν. 28 ανοήτω επερωτήσαντι σοφίαν σοφία λογισθήσεται. 13 ος αποδίδωσι κακά αντί αγαθών. άδικον δε τον δίκαιον. 6 στέφανος γερόντων τέκνα τέκνων. διϊστησι φίλους και οικείους. [υψών δε θύραν αυτού ζητεί συντριβήν]. 7 ουχ αρμόσει άφρονι χείλη πιστά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απολλυμένω ουκ αθωωθήσεται· ο δε επισπλαγχνιζόμενος ελεηθήσεται. 11 αντιλογίας εγείρει πας κακός. ενεόν δε τις εαυτόν ποιήσας δόξει φρόνιμος είναι. ο δε σκολιάζων του μαθείν εμπεσείται εις κακά. 16α ος υψηλόν ποιεί τον εαυτού οίκον. ουδέ όσιον επιβουλεύειν δυνάσταις δικαίοις. καύχημα δε τέκνων πατέρες αυτών. 17 εις πάντα καιρόν φίλος υπαρχέτω σοι. 14 εξουσίαν δίδωσι λόγοις αρχή δικαιοσύνης. 8 μισθός χαρίτων η παιδεία τοις χρωμένοις. 23 λαμβάνοντος δώρα αδίκως εν κόλποις ου κατευοδούνται οδοί. υιος δε φρόνιμος ευφραίνει μητέρα αυτού. ου δ ‘ αν επιστρέψη ευοδωθήσεται. ζητεί συντριβήν. 10 συντρίβει απειλή καρδίαν φρονίμου. ασεβής δε εκκλίνει οδούς δικαιοσύνης. αδελφοί δε εν ανάγκαις χρήσιμοι έστωσαν· τούτου γαρ χάριν γεννώνται. 24 πρόσωπον συνετόν ανδρός σοφού. 16 ινατί υπήρξε χρήματα άφρονι. προηγείται δε της ενδείας στάσις και μάχη. ουδέ δικαίω χείλη ψευδή. άφρων δε μαστιγωθείς ουκ αισθάνεται. ου κινηθήσεται κακά εκ του οίκου αυτού. ος δε μισεί κρύπτειν. ως και ο εγγυώμενος εγγύη των εαυτού φίλων. κτήσασθαι γαρ σοφίαν ακάρδιος ου δυνήσεται. ακάθαρτος και βδελυκτός παρά Θεω. 15 ος δίκαιον κρίνει τον άδικον. 27 ος φείδεται ρήμα προέσθαι σκληρόν. 22 καρδία ευφραινομένη ευεκτείν ποιεί. ουκ ευφραίνεται πατήρ επί υιω απαιδεύτω. 9 ος κρύπτει αδικήματα. ο δε Κύριος άγγελον ανελεήμονα εκπέμψει αυτω. ανήρ ευμετάβολος γλώσση εμπεσείται εις κακά. 26 ζημιούν άνδρα δίκαιον ου καλόν. μακρόθυμος δε ανήρ φρόνιμος.

17 δίκαιος εαυτού κατήγορος εν πρωτολογία. 2 ου χρείαν έχει σοφίας ενδεής φρενών. τα δε χείλη αυτού παγίς τη ψυχή αυτού. οι δε κρατούντες αυτής έδονται τους καρπούς αυτής. 10 εκ μεγαλωσύνης ισχύος όνομα Κυρίου. 15 καρδία φρονίμου κτάται αίσθησιν. 19 αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά και υψηλή. εκβάλλει τα αγαθά. επέρχεται δε αυτω ατιμία και όνειδος. καταφρονεί. 20 από καρπών στόματος ανήρ πίμπλησι κοιλίαν αυτού. εν δε δυναστείαις ορίζει. ισχύει δε ωσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον. 11 ύπαρξις πλουσίου ανδρός πόλις οχυρά. 14 θυμόν ανδρός πραυνει θεράπων φρόνιμος. ώτα δε σοφών ζητεί έννοιαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 Προφάσεις ζητεί ανήρ βουλόμενος χωρίζεσθαι από φίλων. 22α ος εκβάλλει γυναίκα αγαθήν. ουδέ όσιον εκκλίνειν το δίκαιον εν κρίσει. και προ δόξης ταπεινούται. ποταμός δε αναπηδύει και πηγή ζωής. ψυχαί δε ανδρογύνων πεινάσουσιν. ολιγόψυχον δε άνδρα τις υποίσει. 5 θαυμάσαι πρόσωπον ασεβούς ου καλόν. το δε στόμα αυτού το θρασύ θάνατον επικαλείται. αφροσύνη αυτω εστι και όνειδος. από δε καρπών χειλέων αυτού εμπλησθήσεται. 3 όταν έλθη ασεβής εις βάθος κακών. έλαβε δε παρά Θεού ιλαρότητα. 9 ο μη ιώμενος εαυτόν εν τοις έργοις αυτού αδελφός εστι του λυμαινομένου εαυτόν. 13 ος αποκρίνεται λόγον πριν ακούσαι. 6 χείλη άφρονος άγουσιν αυτόν εις κακά. 4 ύδωρ βαθύ λόγος εν καρδία ανδρός. 16 δόμα ανθρώπου εμπλατύνει αυτόν και παρά δυνάσταις καθιζάνει αυτόν. ο δε κατέχων μοιχαλίδα άφρων και ασεβής. αυτω δε προσδραμόντες δίκαιοι υψούνται. 21 θάνατος και ζωή εν χειρί γλώσσης. ως δ' αν επιβάλη ο αντίδικος ελέγχεται. εν παντί δε καιρω επονείδιστος έσται. 12 προ συντριβής υψούται καρδία ανδρός. 7 στόμα άφρονος συντριβή αυτω. εύρε χάριτας. 22 ος εύρε γυναίκα αγαθήν. μάλλον γαρ άγεται αφροσύνη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1214 . 8 οκνηρούς καταβάλλει φόβος. η δε δόξα αυτής μέγα επισκιάζει. 18 αντιλογίας παύει σιγηρός.

υιε. ος δε φυλάσσει φρόνησιν. 22 καρπός ανδρί ελεημοσύνη. ος αδελφόν πτωχόν μισεί. και εάν οικέτης άρξηται μεθ ‘ ύβρεως δυναστεύειν. ος δε ερεθίζει λόγους ου σωθήσεται. 12 βασιλέως απειλή ομοία βρυγμω λέοντος. ευρήσει αγαθά. 6 πολλοί θεραπεύουσι πρόσωπα βασιλέων. παιδείαν πατρός σου. 9 μάρτυς ψευδής ουκ ατιμώρητος έσται. 8 ο κτώμενος φρόνησιν αγαπά εαυτόν. 4 πλούτος προστίθησι φίλους πολλούς. ίνα σοφός γένη επ ‘ εσχάτων σου. απολείται υπ ‘ αυτής. 13 αισχύνη πατρί υιος άφρων· ουχ αγναί ευχαί από μισθώματος εταίρας. ο δε εγκαλών αδίκως ου διαφεύξεται. 24 ο εγκρύπτων εις τον κόλπον αυτού χείρας αδίκως. ο δε καταφρονών των εαυτού οδών απολείται. ανήρ δε φρόνιμος ευρήσει αυτήν. 17 δανείζει Θεω ο ελεών πτωχόν. και την ψυχήν αυτού προσθήσει. η δε βουλή του Κυρίου εις τον αιώνα μένει. 14 οίκον και ύπαρξιν μερίζουσι πατέρες παισί. 23 φόβος Κυρίου εις ζωήν ανδρί. πας δε ο κακός γίνεται όνειδος ανδρί. τηρεί την εαυτού ψυχήν. κρείσσων δε πτωχός δίκαιος ή πλούσιος ψεύστης. νοήσει αίσθησιν. 5 μάρτυς ψευδής ουκ ατιμώρητος έσται. και φιλίας μακράν έσται. έννοια αγαθή τοις ειδόσιν αυτήν εγγιεί. ο δε πτωχός και από του υπάρχοντος φίλου λείπεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 3 ΑΦΡΟΣΥΝΗ ανδρός λυμαίνεται τας οδούς αυτού. 25 λοιμού μαστιγουμένου. 27 υιος απολειπόμενος φυλάξαι παιδείαν πατρός μελετήσει ρήσεις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1215 . ψυχή δε αεργού πεινάσει. ο δε άφοβος αυλισθήσεται εν τόποις. άφρων πανουργότερος γίνεται· εάν δε ελέγχης άνδρα φρόνιμον. 7 πας. 10 ου συμφέρει άφρονι τρυφή. 19 κακόφρων ανήρ πολλά ζημιωθήσεται· εάν δε λοιμεύηται. εις δε ύβριν μη επαίρου τη ψυχή σου. 21 πολλοί λογισμοί εν καρδία ανδρός. παρά δε Κυρίου αρμόζεται γυνή ανδρί. το δε καύχημα αυτού επέρχεται παρανόμοις. 18 παίδευε υιόν σου. ωσπερ δε δρόσος επί χόρτω. κατά δε το δόμα αυτού ανταποδώσει αυτω. ουδέ τω στόματι ου μη προσαγάγη αυτάς. 15 δειλία κατέχει ανδρόγυνον. ούτως γαρ έσται εύελπις. τον δε Θεόν αιτιάται τη καρδία αυτού. 11 ελεήμων ανήρ μακροθυμεί. ου ουκ επισκοπείται γνώσις. 26 ο ατιμάζων πατέρα και απωθούμενος μητέρα αυτού καταισχυνθήσεται και επονείδιστος έσται. ούτως το ιλαρόν αυτού. ος δ ‘ αν εκκαύση κακίαν. 20 άκουε. 16 ος φυλάσσει εντολήν. ο πολλά κακοποιών τελεσιουργεί κακίαν.

εν τοις τελευταίοις ουκ ευλογηθήσεται. 5 ύδωρ βαθύ βουλή εν καρδία ανδρός. και ευθεία η οδός αυτού. και επιβαλεί αυτοίς τροχόν. 29 ετοιμάζονται ακολάστοις μάστιγες. 25 παγίς ανδρί ταχύ τι των ιδίων αγιάσαι. στόμα δε ασεβών καταπίεται κρίσεις. 7 ος αναστρέφεται άμωμος εν δικαιοσύνη. ακάθαρτα ενώπιον Κυρίου και αμφότερα και ο ποιών αυτά. 13 μη αγάπα καταλαλείν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΑΚΟΛΑΣΤΟΝ οίνος και υβριστικόν μέθη. 23 βδέλυγμα Κυρίω δισσόν στάθμιον. 28 ο εγγυώμενος παίδα άφρονα καθυβρίσει δικαίωμα. ος ερευνά ταμιεία κοιλίας. 26 λικμήτωρ ασεβών βασιλεύς σοφός. 10 στάθμιον μέγα και μικρόν και μέτρα δισσά. 8 όταν βασιλεύς δίκαιος καθίση επί θρόνου. 22 μη είπης· τίσομαι τον εχθρόν. και τιμωρίαι ομοίως άφροσιν. 24 παρά Κυρίου ευθύνεται τα διαβήματα ανδρί. 2 ου διαφέρει απειλή βασιλέως θυμού λέοντος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κακάς. 11 εν τοις επιτηδεύμασιν αυτού συμποδισθήσεται νεανίσκος μετά οσίου. αι δε κόραι των οφθαλμών αυτού όψονται σκότος. ή τις παρρησιάσεται καθαρός είναι από αμαρτιών. 20 κακολογούντος πατέρα ή μητέρα σβεσθήσεται λαμπτήρ. 6 μέγα άνθρωπος και τίμιον ανήρ ελεήμων. πας δε άφρων τοιούτοις συμπλέκεται. και περικυκλώσουσιν εν δικαιοσύνη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1216 . ουκ εναντιούται εν οφθαλμοίς αυτού παν πονηρόν. 28 ελεημοσύνη και αλήθεια φυλακή βασιλεί. ο δε παροξύνων αυτόν αμαρτάνει εις την εαυτού ψυχήν. 3 δόξα ανδρί αποστρέφεσθαι λοιδορίας. και ζυγός δόλιος ου καλόν ενώπιον αυτού. 27 φως Κυρίου πνοή ανθρώπων. μακαρίους τους παίδας αυτού καταλείψει. ανήρ δε φρόνιμος εξαντλήσει αυτήν. ίνα σοι βοηθήση. 12 ους ακούει και οφθαλμός ορά· Κυρίου έργα και αμφότερα. άνδρα δε πιστόν έργον ευρείν. ωσαύτως και ο δανειζόμενος σίτον εν αμήτω. αλλ ‘ υπόμεινον τον Κύριον. 9 τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν. ίνα μη εξαρθής· διάνοιξον τους οφθαλμούς σου και εμπλήσθητι άρτων. θνητός δε Πως αν νοήσαι τας οδούς αυτού. πας δε άφρων τοιούτοις συμπλέκεται. 21 μερίς επισπουδαζομένη εν πρώτοις. 4 ονειδιζόμενος οκνηρός ουκ αισχύνεται. μετά γαρ το εύξασθαι μετανοείν γίνεται.

ου γαρ βούλονται πράσσειν τα δίκαια. 9κρείσσον οικείν επί γωνίας υπαίθρου ή εν κεκονιαμένοις μετά αδικίας και εν οίκω κοινω. λαμπτήρ δε ασεβών αμαρτία. 3 ποιείν δίκαια και αληθεύειν αρεστά παρά Θεω μάλλον ή θυσιών αίμα. 25 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1217 . 19 κρείσσον οικείν εν γη ερήμω ή μετά γυναικός μαχίμου και γλωσσώδους και οργίλου. 23 ος φυλάσσει το στόμα αυτού και την γλώσσαν. 13 ος φράσσει τα ώτα αυτού του μη επακούσαι ασθενούς. 12 συνίει δίκαιος καρδίας ασεβών και φαυλίζει ασεβείς εν κακοίς. 30 υπώπια και συντρίμματα συναντά κακοίς. άφρονες δε άνδρες καταπίονται αυτόν. 21 οδός δικαιοσύνης και ελεημοσύνης ευρήσει ζωήν και δόξαν. φιλών οίνον και έλαιον εις πλούτον· 18 περικάθαρμα δε δικαίου άνομος. πληγαί δε εις ταμιεία κοιλίας. 20 θησαυρός επιθυμητός αναπαύσεται επί στόματος σοφού. και αυτός επικαλέσεται. συνίων δε σοφός δέξεται γνώσιν. δώρων δε ο φειδόμενος θυμόν εγείρει ισχυρόν. διατηρεί εκ θλίψεως την ψυχήν αυτού. εφ ‘ ω επεποίθεισαν οι ασεβείς. 11 ζημιουμένου ακολάστου πανουργότερος γίνεται ο άκακος. 14 δόσις λάθριος ανατρέπει οργάς. ος δε μνησικακεί. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΩΣΠΕΡ ορμή ύδατος. 6 ο ενεργών θησαυρίσματα γλώσση ψευδεί μάταια διώκει και έρχεται επί παγίδας θανάτου. και ουκ έσται ο εισακούων. εκεί έκλινεν αυτήν. 8 προς τους σκολιούς σκολιάς οδούς αποστέλλει ο Θεός. 4 μεγαλόφρων εν ύβρει θρασυκάρδιος. 7 όλεθρος ασεβέσιν επιξενωθήσεται. ούτως καρδία βασιλέως εν χειρί Θεού· ου εάν θέλων νεύση. δόξα δε πρεσβυτέρων πολιαί. 15 ευφροσύνη δικαίων ποιείν κρίμα. κατευθύνει δε καρδίας Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον θρόνον αυτού. 2 πας ανήρ φαίνεται εαυτω δίκαιος. παράνομος. 17 ανήρ ενδεής αγαπά ευφροσύνην. όσιος δε ακάθαρτος παρά κακούργοις. 29 κόσμος νεανίαις σοφία. 22 πόλεις οχυράς επέβη σοφός και καθείλε το οχύρωμα. αγνά γαρ και ορθά τα έργα αυτού. 16 ανήρ πλανώμενος εξ οδού δικαιοσύνης εν συναγωγή γιγάντων αναπαύσεται. 24 θρασύς και αυθάδης και αλαζών λοιμός καλείται. 10 ψυχή ασεβούς ουκ ελεηθήσεται υπ ‘ ουδενός των ανθρώπων.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιθυμίαι οκνηρόν αποκτείνουσιν. ουκ έστιν ανδρεία. παρά δε Κυρίου η βοήθεια. ου γαρ προαιρούνται αι χείρες αυτού ποιείν τι. 13 προφασίζεται και λέγει οκνηρός· λέων εν ταις οδοίς. 14α εισίν οδοί κακαί ενώπιον ανδρός. και ουκ αγαπά του αποστρέψαι απ ‘ αυτών· αποστρέφειν δε δεί από οδού σκολιάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1218 . 30 ουκ έστι σοφία. πάντας ατιμάζει. 5 τρίβολοι και παγίδες εν οδοίς σκολιαίς. 3 πανούργος ιδών πονηρόν τιμωρούμενον κραταιώς αυτός παιδεύεται. ανήρ δε υπήκοος φυλασσόμενος λαλήσει. 4 γενεά σοφίας φόβος Κυρίου και πλούτος και δόξα και ζωή. πληγήν δε έργων αυτού συντελέσει. ο δε φυλάσσων την εαυτού ψυχήν αφέξεται αυτών. 12 οι δε οφθαλμοί Κυρίου διατηρούσιν αίσθησιν. και οικέται ιδίοις δεσπόταις δανειούσι. δεκτοί δε αυτω πάντες άμωμοι· χείλεσι ποιμαίνει βασιλεύς. οι δε άφρονες παρελθόντες εζημιώθησαν. την μέντοι ψυχήν αφαιρείται των κεκτημένων. 14 βόθρος βαθύς στόμα παρανόμου. εν δε ταις πλατείαις φονευταί. ματαιότητα δε έργων αυτού συντελέσει. ο δε ευθής αυτός συνίει τας οδούς αυτού. 8 ο σπείρων φαύλα θερίσει κακά. 7 πλούσιοι πτωχών άρξουσι. 10 έκβαλε εκ συνεδρίου λοιμόν. ο δε μισηθείς υπό Κυρίου εμπεσείται εις αυτόν. φαυλίζει δε λόγους παράνομος. αμφοτέρους δε ο Κύριος εποίησε. και γαρ παρανόμως προσφέρουσιν αυτάς. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΑΙΡΕΤΩΤΕΡΟΝ όνομα καλόν ή πλούτος πολύς. 11 αγαπά Κύριος οσίας καρδίας. 8α άνδρα ιλαρόν και δότην ευλογεί ο Θεός. 28 μάρτυς ψευδής απολείται. 9 ο ελεών πτωχόν αυτός διατραφήσεται. 27 θυσίαι ασεβών βδέλυγμα Κυρίω. 31 ίππος ετοιμάζεται εις ημέραν πολέμου. 2 πλούσιος και πτωχός συνήντησαν αλλήλοις. υπέρ δε αργύριον και χρυσίον χάρις αγαθή. ουκ έστι βουλή προς τον ασεβή. των γαρ εαυτού άρτων έδωκε τω πτωχω. και συνεξελεύσεται αυτω νείκος· όταν γαρ καθίση εν συνεδρίω. 26 ασεβής επιθυμεί όλην την ημέραν επιθυμίας κακάς. 9α νίκην και τιμήν περιποιείται ο δώρα δούς. 29 ασεβής ανήρ αναιδώς υφίσταται προσώπω. ο δε δίκαιος ελεά και οικτείρει αφειδώς.

ούτως εσθίει και πίνει. ειδώς ότι τοιαύτά σε δεί παρασκευάσαι· ει δε απληστότερος ει. 21 διδάσκω ουν σε αληθή λόγον και γνώσιν αγαθήν υπακούειν. ράβδος δε και παιδεία μακράν απ ‘ αυτού. 19 ίνα σου γένηται επί Κύριον η ελπίς και γνωρίση σοι την οδόν σου. λήψονται το στρώμα το υπό τας πλευράς σου. 17 Λόγοις σοφών παράβαλλε σόν ους και άκουε εμόν λόγον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και κακής. και ρύση σήν άσυλον ψυχήν. 24 μη ίσθι εταίρος ανδρί θυμώδει. 15 άνοια εξήπται καρδίας νέου. 28 μη μέταιρε όρια αιώνια. και μη ατιμάσης ασθενή εν πύλαις· 23 ο γαρ Κύριος κρινεί αυτού την κρίσιν. ίνα γνως. 29 ορατικόν άνδρα και οξύν εν τοις έργοις αυτού βασιλεύσι δεί παρεστάναι και μη παρεστάναι ανδράσι νωθροίς. ταύτα γαρ έχεται ζωής ψευδούς. 16 ο συκοφαντών πένητα πολλά ποιεί τα εαυτού· δίδωσι δε πλουσίω επ ‘ ελλάσσονι. 20 και συ δε απόγραψαι αυτά σεαυτω τρισσώς εις βουλήν και γνώσιν επί το πλάτος της καρδίας σου. ότι καλοί εισι· 18 και εάν εμβάλης αυτούς εις την καρδίαν σου. και υποστρέφει εις τον οίκον του προεστηκότος αυτού. μηδέ επιθύμει των βρωμάτων αυτού· 7 ον τρόπον γαρ ει τις καταπίοι τρίχα. α έθεντο οι πατέρες σου. του αποκρίνεσθαί σε λόγους αληθείας τοις προβαλλομένοις σοι. ουδαμού φανείται· κατεσκεύασται γαρ αυτω πτέρυγες ωσπερ αετού. 6 μη συνδείπνει ανδρί βασκάνω. ευφρανούσί σε άμα επί σοίς χείλεσιν. 22 Μή αποβιάζου πένητα. 5 εάν επιστήσης το σόν όμμα προς αυτόν. την δε σήν καρδίαν επίστησον. 8 μηδέ προς σε εισαγάγης αυτόν και φάγης τον ψωμόν σου μετ ‘ αυτού· εξεμέσει γαρ αυτόν και λυμανείται τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1219 . 3 μη επιθύμει των εδεσμάτων αυτού. φίλω δε οργίλω μη συναυλίζου. 26 μη δίδου σεαυτόν εις εγγύην αισχυνόμενος πρόσωπον· 27 εάν γαρ μη έχης πόθεν αποτίσης. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΕΑΝ καθίσης δειπνείν επί τραπέζης δυναστών. 25 μήποτε μάθης των οδών αυτού και λάβης βρόχους τη σή ψυχή. νοητώς νόει τα παρατιθέμενά σοι 2 και επίβαλλε την χείρά σου. πτωχός γαρ εστι. τη δε σή εννοία απόσχου. 4 μη παρεκτείνου πένης ων πλουσίω.

32 το δε έσχατον ωσπερ υπό όφεως πεπληγώς εκτείνεται. μήποτε μυκτηρίση τους συνετούς λόγους σου. τίνι κρίσεις. αλλά εν φόβω Κυρίου ίσθι όλην την ημέραν· 18 εάν γαρ τηρήσης αυτά. και χαιρέτω η τεκούσά σε. 19 άκουε. η δε ελπίς σου ουκ αποστήσεται. ευφρανείς και την εμήν καρδίαν. τίνος πελιδνοί οι οφθαλμοί. υιε. και ενδύσεται διερρηγμένα και ρακώδη πας υπνώδης. ίνα ελθών ζητήσω μεθ ‘ ων συνελεύσομαι. και ενέπαιξάν μοι. υιε. 10 μη μεταθής όρια αιώνια. 9 εις ώτα άφρονος μηδέν λέγε. τα δε ώτά σου ετοίμασον λόγοις αισθήσεως. τίνι δε αηδίαι και λέσχαι. ύστερον περιπατήσεις γυμνότερος υπέρου. 26 δος μοι. 35 ερείς δε· τύπτουσί με και ουκ επόνεσα. σήν καρδίαν. ου μη αποθάνη· 14 συ μεν γαρ πατάξεις αυτόν ράβδω. το στόμα σου τότε λαλήσει σκολιά. την δε ψυχήν αυτού εκ θανάτου ρύση. 25 ευφραινέσθω ο πατήρ και η μήτηρ επί σοί. 24 καλώς εκτρέφει πατήρ δίκαιος. οι δε σοί οφθαλμοί εμάς οδούς τηρείτωσαν· 27 πίθος γαρ τετρημένος εστίν αλλότριος οίκος. και κατεύθυνε εννοίας σής καρδίας· 20 μη ίσθι οινοπότης. 16 και ενδιατρίψει λόγοις τα σά χείλη προς τα εμά χείλη. 33 οι οφθαλμοί σου όταν ίδωσιν αλλοτρίαν. πατρός του γεννήσαντός σε και μη καταφρόνει ότι γεγήρακέ σου η μήτηρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1220 . 34 και κατακείση ωσπερ εν καρδία θαλάσσης και ωσπερ κυβερνήτης εν πολλω κλύδωνι. εγώ δε ουκ ήδειν· πότε όρθρος έσται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λόγους σου τους καλούς. 22 άκουε. 31 μη μεθύσκεσθε εν οίνοις. 29 τίνι ουαί. 12 δος εις παιδείαν την καρδίαν σου. υιε. τίνι συντρίμματα διακενής. τίνι θόρυβος. ου των ιχνευόντων που πότοι γίνονται. και φρέαρ στενόν αλλότριον· 28 ούτος γαρ συντόμως απολείται. 23 αλήθειαν κτήσαι και μη απώση σοφίαν και παιδείαν και σύνεσιν. εάν ορθά ώσι. μηδέ εκτείνου συμβουλαίς κρεών τε αγορασμοίς· 21 πας γαρ μέθυσος και πορνοκόπος πτωχεύσει. και ωσπερ υπό κεράστου διαχείται αυτω ο ιός. αλλά ομιλείτε ανθρώποις δικαίοις και ομιλείτε εν περιπάτοις· εάν γαρ εις τας φιάλας και τα ποτήρια δως τους οφθαλμούς σου. ότι εάν πατάξης αυτόν ράβδω. 17 μη ζηλούτω η καρδία σου αμαρτωλούς. εάν σοφή γένηταί σου η καρδία. εις δε κτήμα ορφανών μη εισέλθης· 11 ο γαρ λυτρούμενος αυτούς Κύριος κραταιός εστι και κρινεί την κρίσιν αυτών μετά σου. και πας παράνομος αναλωθήσεται. 13 μη απόσχη νήπιον παιδεύειν. επί δε υιω σοφω ευφραίνεται η ψυχή αυτού. και σοφός γίνου. 30 ου των εγχρονιζόντων εν οίνοις. 15 υιε. έσται σοι έκγονα.

13 φάγε μέλι. και οστά ανθρώπων κατατρώγει. 9 αποθνήσκει δε άφρων εν αμαρτίαις. εν δε τω υποσκελίσματι αυτού μη επαίρου· 18 ότι όψεται Κύριος και ουκ αρέσει αυτω. γίνωσκε ότι Κύριος καρδίας πάντων γινώσκει. 3 μετά σοφίας οικοδομείται οίκος και μετά συνέσεως ανορθούται. οι δε ασεβείς ασθενήσουσιν εν κακοίς. 4 μετά αισθήσεως εμπίπλανται ταμιεία εκ παντός πλούτου τιμίου και καλού. και πόνους τα χείλη αυτών λαλεί. 21 φοβού τον Θεόν. λαμπτήρ δε ασεβών σβεσθήσεται. έσται καλή η τελευτή σου. μη ζηλώσης κακούς άνδρας μηδέ επιθυμήσης είναι μετ ‘ αυτών· 2 ψευδή γαρ μελετά η καρδία αυτών. έως αν εκλίπη. και ο πλάσας πνοήν πάσιν. υιε. ΚΘ. ωστε άβρωτα είναι νεοσσοίς αετών. 6 μετά κυβερνήσεως γίνεται πόλεμος. 22α λόγον φυλασσόμενος υιος απωλείας εκτός έσται. και συγκαίει ωσπερ φλόξ. και βασιλέα και μηθετέρω αυτών απειθήσης· 22 εξαίφνης γαρ τίσονται τους ασεβείς. ος αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού. 5 κρείσσων σοφός ισχυρού και ανήρ φρόνησιν έχων γεωργίου μεγάλου. ουκ οίδα τούτον. απαιδεύτοις συναντά θάνατος. 8 αλλά λογίζονται εν συνεδρίοις. αυτός οίδε πάντα. δεχόμενος δε εδέξατο αυτόν. 19 μη χαίρε επί κακοποιοίς. υιε. (Μασ. 17 εάν πέση ο εχθρός σου. τας δε τιμωρίας αμφοτέρων τις γνώσεται. βοήθεια δε μετά καρδίας βουλευτικής. 27). μη φείση· 12 εάν δε είπης. μη επιχαρής αυτω. και αποστρέψει τον θυμόν αυτού απ ‘ αυτού. και ουδέν ψεύδος από γλώσσης αυτού ου μη εξέλθη. 22β μηδέν ψεύδος από γλώσσης βασιλεί λεγέσθω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1221 . ος δ ‘ αν παραδοθή. συντριβήσεται· 22δ εάν γαρ οξυνθή ο θυμός αυτού. ακαθαρσία δε ανδρί λοιμω 10 εμμολυνθήσεται εν ημέρα κακή και εν ημέρα θλίψεως. 7 σοφία και έννοια αγαθή εν πύλαις σοφών· σοφοί ουκ εκκλίνουσιν εκ στόματος Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΥΙΕ. αγαθόν γαρ κηρίον. και ελπίς σε ουκ εγκαταλείψει. μηδέ ζήλου αμαρτωλούς· 20 ου γαρ μη γένηται έκγονα πονηρω. 22γ μάχαιρα γλώσσα βασιλέως και ου σαρκίνη. ίνα γλυκανθή σου ο φάρυγξ· 14 ούτως αισθήση σοφίαν τη σή ψυχή· εάν γαρ εύρης. 15 μη προσαγάγης ασεβή νομή δικαίων μηδέ απατηθής χορτασία κοιλίας· 16 επτάκις γαρ πεσείται δίκαιος και αναστήσεται. συν νεύροις ανθρώπους αναλίσκει. 11 ρύσαι αγομένους εις θάνατον και εκπρίου κτεινομένους.

και φρόνησις ανθρώπων ουκ έστιν εν εμοί· 3 Θεός δεδίδαχέ με σοφίαν. 1). τις εκράτησε πάντων των άκρων της γης. 33 ολίγον νυστάζω. φοβήθητι. σύνταξόν δε μοι τα δέοντα και τα αυτάρκη. 15). (Μασ. 11 έκγονον κακόν πατέρα καταράται. 12 έκγονον κακόν δίκαιον εαυτόν κρίνει. χερσωθήσεται και χορτομανήσει όλος και γίνεται εκλελειμμένος. ή πενηθείς κλέψω και ομόσω το όνομα του Θεού. 6 μη προσθής τοις λόγοις αυτού. και παύομαι· 2 αφρονέστατος γαρ ειμι απάντων ανθρώπων. 27 ετοίμαζε εις την έξοδον τα έργα σου και παρασκευάζου εις τον αγρόν και πορεύου κατόπισθέν μου και ανοικοδομήσεις τον οίκον σου. χρήσομαι αυτω. ΚΔ. 7 δύο αιτούμαι παρά σου. 24 ο ειπών τον ασεβή· δίκαιός εστιν. 4 τις ανέβη εις τον ουρανόν και κατέβη. οι δε φραγμοί των λίθων αυτού κατασκάπτονται. τις συνέστρεψεν ύδωρ εν ιματίω. Τη βδέλλη τρεις θυγατέρες ήσαν αγαπήσει αγαπώμεναι. πλούτον δε και πενίαν μη μοι δως. τίσομαι δε αυτόν α με ηδίκησεν. επ ‘ αυτούς δε ήξει ευλογία· 26 χείλη δε φιλήσουσιν αποκρινόμενα λόγους αγαθούς. και αι τρεις αύται ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1222 . 28 μη ίσθι ψευδής μάρτυς επί σόν πολίτην. μη αφέλης μου χάριν προ του αποθανείν με· 8 μάταιον λόγον και ψευδή μακράν μου ποίησον. 30 ωσπερ γεώργιον ανήρ άφρων. ωστε αναλίσκειν και κατεσθίειν τους ταπεινούς από της γης και τους πένητας αυτών εξ ανθρώπων. 14 έκγονον κακόν μαχαίρας τους οδόντας έχει και τας μύλας τομίδας. 29 μη είπης· ον τρόπον εχρήσατό μοι. επέβλεψα του εκλέξασθαι παιδείαν. 13 έκγονον κακόν υψηλούς οφθαλμούς έχει. την δε μητέρα ουκ ευλογεί. επικατάρατος λαοίς έσται και μισητός εις έθνη· 25 οι δε ελέγχοντες βελτίους φανούνται. υιε. Ταύτα δε λέγω υμίν τοις σοφοίς επιγινώσκειν· αιδείσθαι πρόσωπον εν κρίσει ου καλόν. Λ. ή τι όνομα τοις τέκνοις αυτού. ίνα μη ελέγξη σε και ψευδής γένη. ήξει προπορευομένη η πενία σου και η ένδειά σου ωσπερ αγαθός δρομεύς. 9 ίνα μη πλησθείς ψευδής γένωμαι και είπω· τις με ορά. 23). 5 πάντες γαρ λόγοι Θεού πεπυρωμένοι. μήποτε καταράσηταί σε και αφανισθής. και γνώσιν αγίων έγνωκα. τοις δε βλεφάροις αυτού επαίρεται. τι όνομα αυτω. και ωσπερ αμπελών άνθρωπος ενδεής φρενών· 31 εάν αφής αυτόν. ολίγον δε καθυπνώ. 32 ύστερον εγώ μετενόησα. την δ ‘ έξοδον αυτού ουκ απένιψεν. Λ. (Μασ. και δεξάμενος αυτούς μετανόει· τάδε λέγει ο ανήρ τοις πιστεύουσι Θεω. 22ε Τούς εμούς λόγους. υπερασπίζει δε αυτός των ευλαβουμένων αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ (Μασ. 10 μη παραδως οικέτην εις χείρας δεσπότου. τις συνήγαγεν ανέμους εν κόλπω. μηδέ πλατύνου σοίς χείλεσι. ολίγον δε εναγκαλίζομαι χερσί στήθη· 34 εάν δε τούτο ποιής.

(Μασ. ατιμασθήση. εκκόψαισαν αυτόν κόρακες εκ των φαράγγων και καταφάγοισαν αυτόν νεοσσοί αετών. 9 άνοιγε σόν στόμα και κρίνε δικαίως. 18 τρία δε εστι αδύνατά μοι νοήσαι. σοί λέγω. 16 άδης και έρως γυναικός και γη ουκ εμπιπλαμένη ύδατος και ύδωρ και πυρ ου μη είπωσιν· αρκεί· 17 οφθαλμόν καταγελώντα πατρός και ατιμάζοντα γήρας μητρός. ταύτα δε εστι σοφώτερα των σοφών· 25 οι μύρμηκες. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1223 . 20 τοιαύτη οδός γυναικός μοιχαλίδος. 24 τέσσαρα δε ελάχιστα επί της γης. και έσται βούτυρον· εάν δε εκπιέζης μυκτήρας. Οι εμοί λόγοι είρηνται υπό Θεού. ουδέν φησι πεπραχέναι άτοπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενεπίμπλασαν αυτήν. οίνον δε μη πινέτωσαν. οί εποιήσαντο εν πέτραις τους εαυτών οίκους· 27 αβασίλευτόν εστιν η ακρίς και στρατεύει αφ ‘ ενός κελεύσματος ευτάκτως· 28 και καλαβώτης χερσίν ερειδόμενος και ευάλωτος ων κατοικεί εν οχυρώμασι βασιλέως. ος ουκ αποστρέφεται ουδέ καταπτήσσει κτήνος. και τέταρτον. βασιλέως χρηματισμός. 8 άνοιγε σόν στόμα λόγω Θεού. τέκνον. τι τέκνον εμών ευχών. 21 δια τριών σείεται η γη. μετά βουλής οινοπότει· οι δυνάσται θυμώδεις εισίν. 4 μετά βουλής πάντα ποίει. και η τετάρτη ουκ ηρκέσθη ειπείν· ικανόν. και τον σόν νουν και βίον εις υστεροβουλίαν. ό καλώς διαβαίνει· 30 σκύμνος λέοντος ισχυρότερος κτηνών. 29 τρία δε εστιν. 6 δίδοτε μέθην τοις εν λύπαις και οίνον πίνειν τοις εν οδύναις. όταν πράξη. ρήσεις Θεού. 31 και αλέκτωρ εμπεριπατών θηλείαις εύψυχος και τράγος ηγούμενος αιπολίου και βασιλεύς δημηγορών εν έθνει. το δε τέταρτον ου δύναται φέρειν· 22 εάν οικέτης βασιλεύση και άφρων πλησθή σιτίων 23 και οικέτις εάν εκβάλη την εαυτής κυρίαν και μισητή γυνή εάν τύχη ανδρός αγαθού. τηρήσεις. 33 άμελγε γάλα. 7 ίνα επιλάθωνται της πενίας και των πόνων μη μνησθώσιν έτι. α ευόδως πορεύεται. και κρίνε πάντας υγιώς. ή. 3 μη δως γυναιξί σόν πλούτον. ΛΑ. διάκρινε δε πένητα και ασθενή. 5 ίνα μη πιόντες επιλάθωνται της σοφίας και ορθά κρίναι ου μη δύνωνται τους ασθενείς. εξελεύσονται κρίσεις και μάχαι. 2 τι. ον επαίδευσεν η μήτηρ αυτού. τι. 1). υιε· τι τέκνον εμής κοιλίας. απονιψαμένη. πρωτογενές. εξελεύσεται αίμα· εάν δε εξέλκης λόγους. 32 εάν πρόη σεαυτόν εν ευφροσύνη και εκτείνης την χείρά σου μετά μάχης. έθνος ουκ ισχυρόν. οίς μη έστιν ισχύς και ετοιμάζονται θέρους την τροφήν· 26 και οι χοιρογρύλλιοι. και το τέταρτον ουκ επιγινώσκω· 19 ίχνη αετού πετομένου και οδούς όφεως επί πέτρας και τρίβους νηός ποντοπορούσης και οδούς ανδρός εν νεότητι.

εάν διψά. ας εξεγράψαντο οι φίλοι Εζεκίου του βασιλέως της Ιουδαίας. ούτως λύπη ανδρός βλάπτει καρδίαν. 6 μη αλαζονεύου ενώπιον βασιλέως. ούτως προσπεσόν πάθος εν σώματι καρδίαν λυπεί. γλώσσα δε μαλακή συντρίβει οστά. δόξα δε βασιλέως τιμά πράγματα. πότιζε αυτόν· 22 τούτο γαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1224 . 20α ωσπερ σής εν ιματίω και σκώληξ ξύλω. καρδία δε βασιλέως ανεξέλεγκτος. λέγε. και καθαρισθήσεται καθαρόν άπαν· 5 κτείνε ασεβείς εκ προσώπου βασιλέως. 12 εις ενώτιον χρυσούν και σάρδιον πολυτελές δέδεται. αλλά φύλαξον τας οδούς σου ευσυναλλάκτως. ούτως άγγελος πιστός τους αποστείλαντας αυτόν· ψυχάς γαρ των αυτω χρωμένων ωφελεί. αλλά έσται σοι ίση θανάτω. ηνίκα αν σε ονειδίση ο σός φίλος. 8 μη πρόσπιπτε εις μάχην ταχέως. 19 οδός κακού και πούς παρανόμου ολείται εν ημέρα κακή. 21 εάν πεινά ο εχθρός σου. ούτως και ανήρ ο καταμαρτυρών του φίλου αυτού μαρτυρίαν ψευδή. 9 αναχώρει εις τα οπίσω μη καταφρόνει. 17 σπάνιον είσαγε σόν πόδα προς σεαυτού φίλον. και κατορθώσει εν δικαιοσύνη ο θρόνος αυτού. μήποτε πλησθείς εξεμέσης. λόγος σοφός εις ευήκοον ους. 16 μέλι ευρών φάγε το ικανόν. μήποτε πλησθείς σου μισήση σε. 3 ουρανός υψηλός. 20 ωσπερ όξος έλκει ασύμφορον. ας τήρησον σεαυτω. 2 Δόξα Θεού κρύπτει λόγον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΑΥΤΑΙ αι παιδείαι Σολομώντος αι αδιάκριτοι. 10α χάρις και φιλία ελευθεροί. α είδον οι οφθαλμοί σου. 11 μήλον χρυσούν εν ορμίσκω σαρδίου. ούτως ειπείν λόγον. ψώμιζε αυτόν. ίνα μη μεταμεληθής επ ‘ εσχάτων. 10 μη σε ονειδίση μεν ο φίλος. μηδέ εν τόποις δυναστών υφίστασο· 7 κρείσσον γαρ σοι το ρηθήναι· ανάβαινε προς με ή ταπεινώσαί σε εν προσώπω δυνάστου. η δε μάχη σου και η έχθρα ουκ απέσται. 4 τύπτε αδόκιμον αργύριον. 18 ρόπαλον και μάχαιρα και τόξευμα ακιδωτόν. 15 εν μακροθυμία ευοδία βασιλεύσι. 14 ωσπερ άνεμοι και νέφη και υετοί επιφανέστατα. ούτως ο καυχώμενος επί δόσει ψευδεί. 13 ωσπερ έξοδος χιόνος εν αμήτω κατά καύμα ωφελεί. γη δε βαθεία. ίνα μη επονείδιστος γένη.

7 αφελού πορείαν σκελών και παρανομίαν εκ στόματος αφρόνων. 13 λέγει οκνηρός αποστελλόμενος εις οδόν· λέων εν ταις οδοίς. ούτως ανήρ ος ου μετά βουλής τι πράσσει. δουλεία δε εν χειρί των αφρόνων. 11 ωσπερ κύων όταν επέλθη επί τον εαυτού έμετον και μισητός γένηται. ούτως ουκ έστιν άφρονι τιμή. 2 ωσπερ όρνεα πέταται και στρουθοί. 12 είδον άνδρα δόξαντα παρ ‘ αυτω σοφόν είναι. ούτως αγγελία αγαθή εκ γης μακρόθεν. ούτως αρά ματαία ουκ επελεύσεται ουδενί. ίνα μη φαίνηται σοφός παρ ‘ εαυτω. 14 ωσπερ θύρα στρέφεται επί του στρόφιγγος. ούτως άκοσμον δίκαιον πεπτωκέναι ενώπιον ασεβούς. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΩΣΠΕΡ δρόσος εν αμήτω και ωσπερ υετός εν θέρει. και εστιν αισχύνη δόξα και χάρις. 27 εσθίειν μέλι πολύ ου καλόν. 23 άνεμος Βορέας εξεγείρει νέφη. 25 ωσπερ ύδωρ ψυχρόν ψυχή διψώση προσηνές. 26 ωσπερ ει τις πηγή φράσσοι και ύδατος έξοδον λυμαίνοιτο. 10 πολλά χειμάζεται πάσα σάρξ αφρόνων· συντρίβεται γαρ η έκστασις αυτών. 3 ωσπερ μάστιξ ίππω και κέντρον όνω. όμοιός εστι τω διδόντι άφρονι δόξαν. 4 μη αποκρίνου άφρονι προς την εκείνου αφροσύνην. 15 κρύψας οκνηρός την χείρα εν τω κόλπω αυτού. 8 ος αποδεσμεύει λίθον εν σφενδόνη. ίνα μη όμοιος γένη αυτω· 5 αλλά αποκρίνου άφρονι κατά την αφροσύνην αυτού. ου δυνήσεται επενεγκείν επί στόμα. 6 εκ των οδών εαυτού όνειδος ποιείται ο αποστείλας δι ‘ αγγέλου άφρονος λόγον. 9 άκανθαι φύονται εν χειρί μεθύσου. ούτως ράβδος έθνει παρανόμω. εν δε ταις πλατείαις φονευταί. τιμά δε χρή λόγους ενδόξους. πρόσωπον δε αναιδές γλώσσαν ερεθίζει. ούτως οκνηρός επί της κλίνης αυτού. ελπίδα μέντοι έσχε μάλλον άφρων αυτού. 11α έστιν αισχύνη επάγουσα αμαρτίαν. 28 ωσπερ πόλις τα τείχει καταβεβλημένη και ατείχιστος. 16 σοφώτερος εαυτω οκνηρός φαίνεται του εν πλησμονή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1225 . ο δε Κύριος ανταποδώσει σοι αγαθά. 24 κρείσσον οικείν επί γωνίας δώματος ή μετά γυναικός λοιδόρου εν οικία κοινή. ούτως άφρων τη εαυτού κακία αναστρέψας επί την εαυτού αμαρτίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιών άνθρακας πυρός σωρεύσεις επί την κεφαλήν αυτού.

23 αργύριον διδόμενον μετά δόλου. στόμα δε άστεγον ποιεί ακαταστασίας. ούτως ο προεστώς αλλοτρίας κρίσεως. 21 εσχάρα άνθραξι και ξύλα πυρί. εις δε τον οίκον του αδελφού σου μη εισέλθης ατυχών· κρείσσων φίλος εγγύς ή αδελφός μακράν οικών. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΜΗ καυχώ τα εις αύριον. επτά γαρ εισι πονηρίαι εν τη ψυχή αυτού. 6 αξιοπιστόστερά εισι τραύματα φίλου ή εκούσια φιλήματα εχθρού. 27 ο ορύσσων βόθρον τω πλησίον εμπεσείται εις αυτόν. 17 ωσπερ ο κρατών κέρκου κυνός. εν δε τη καρδία τεκταίνεται δόλους. ούτως άνθρωπος δουλούται όταν αποξενωθή εκ των ιδίων τόπων. αλλότριος και μη τα σά χείλη. υιε. 28 γλώσσα ψευδής μισεί αλήθειαν. 2 εγκωμιαζέτω σε ο πέλας και μη το σόν στόμα. 10 φίλον σόν ή φίλον πατρωον μη εγκαταλίπης. ο δε κυλίων λίθον εφ ‘ εαυτόν κυλίει. 24 χείλεσι πάντα επινεύει αποκλαιόμενος εχθρός. εκκαλύπτει δε τας εαυτού αμαρτίας εύγνωστος εν συνεδρίοις. 22 λόγοι κερκώπων μαλακοί. λέγουσι ότι παίζων έπραξα. όταν δε οραθώσι. 5 κρείσσους έλεγχοι αποκεκαλυμμένοι κρυπτομένης φιλίας. ανήρ δε λοίδορος εις ταραχήν μάχης. αλλ ‘ ουδένα υφίσταται ζήλος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1226 . ο δε απαντήσας τω λόγω πρώτος υποσκελισθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκομίζοντος αγγελίαν. 8 ωσπερ όταν όρνεον καταπετασθή εκ της ιδίας νοσσιάς. χείλη λεία καρδίαν καλύπτει λυπηράν. 25 εάν σου δέηται ο εχθρός μεγάλη τη φωνή. ωσπερ όστρακον ηγητέον. ούτοι δε τύπτουσιν εις ταμιεία σπλάγχνων. ίνα σου ευφραίνηται η καρδία. 3 βαρύ λίθος και δυσβάστακτον άμμος. καταρρήγνυται δε υπό συμπτωμάτων ψυχή. 9 μύροις και οίνοις και θυμιάμασι τέρπεται καρδία. 19 ούτως πάντες οι ενεδρεύοντες τους εαυτών φίλους. και απόστρεψον από σου επονειδίστους λόγους. ψυχή δε ενδεεί και τα πικρά γλυκέα φαίνεται. όπου δε ουκ έστι δίθυμος. 4 ανελεήμων θυμός και οξεία οργή. 26 ο κρύπτων έχθραν συνίστησι δόλον. ησυχάζει μάχη. οργή δε άφρονος βαρυτέρα αμφοτέρων. 7 ψυχή εν πλησμονή ούσα κηρίοις εμπαίζει. 11 σοφός γίνου. 20 εν πολλοίς ξύλοις θάλλει πυρ. ου γαρ γινώσκεις τι τέξεται η επιούσα. μη πεισθής. 18 ωσπερ οι ιώμενοι προβάλλουσι λόγους εις ανθρώπους.

ου μη περιέλης την αφροσύνην αυτού. άφρονες δε επελθόντες ζημίαν τίσουσιν. ωσαύτως και οι οφθαλμοί των ανθρώπων άπληστοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 πανούργος κακών επερχομένων απεκρύβη. 16 Βορέας σκληρός άνεμος. 14 ος αν ευλογή φίλον το πρωϊ μεγάλη τη φωνή. 21α καρδία ανόμου εκζητεί κακά. παρ ‘ εμού έχεις ρήσεις ισχυράς εις την ζωήν σου και εις την ζωήν σών θεραπόντων. ωσπερ υετός λάβρος και ανωφελής. 5 άνδρες κακοί ου νοήσουσι κρίμα. 20α βδέλυγμα Κυρίω στηρίζων οφθαλμόν. δίκαιος δε ωσπερ λέων πέποιθε. και οι απαίδευτοι ακρατείς γλώσση. ανήρ δε δοκιμάζεται δια στόματος εγκωμιαζόντων αυτόν. 23 γνωστώς επιγνώση ψυχάς ποιμνίου σου και επιστήσεις καρδίαν σου σαίς αγέλαις· 24 ότι ουκ εις τον αιώνα ανδρί κράτος και ισχύς. 4 ούτως οι εγκαταλείποντες τον νόμον εγκωμιάζουν ασέβειαν. 6 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1227 . 17 σίδηρος σίδηρον οξύνει. 27 υιε. καρδία δε ευθής εκζητεί γνώσιν. ούτως ουδέ αι διάνοιαι των ανθρώπων. τιμηθήσεται. ανήρ δε πανούργος κατασβέσει αυτάς. ανήρ δε παροξύνει πρόσωπον εταίρου. καταρωμένου ουδέν διαφέρειν δόξει. 18 ος φυτεύει συκήν φάγεται τους καρπούς αυτής. 2 δι ‘ αμαρτίας ασεβών κρίσεις εγείρονται. 22 εάν μαστιγοίς άφρονα εν μέσω συνεδρίου ατιμάζων. παρήλθε γαρ υβριστής. 20 άδης και απώλεια ουκ εμπίμπλανται. 25 επιμελού των εν τω πεδίω χλωρών και κερείς πόαν. ωσαύτως και γυνή λοίδορος εκ του ιδίου οίκου. οι δε αγαπώντες τον νόμον περιβάλλουσιν εαυτοίς τείχος. ονόματι δε επιδέξιος καλείται. 15 σταγόνες εκβάλλουσιν άνθρωπον εν ημέρα χειμερινή εκ του οίκου αυτού. 13 αφελού το ιμάτιον αυτού. 26 ίνα έχης πρόβατα εις ιματισμόν· τίμα πεδίον. 19 ωσπερ ουκ όμοια πρόσωπα προσώποις. οι δε ζητούντες τον Κύριον συνήσουσιν εν παντί. 21 δοκίμιον αργυρω και χρυσω πύρωσις. και σύναγε χόρτον ορεινόν. ουδέ παραδίδωσιν εκ γενεάς εις γενεάν. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΦΕΥΓΕΙ ασεβής μηδενός διώκοντος. όστις τα αλλότρια λυμαίνεται. 3 ανδρείος εν ασεβείαις συκοφαντεί πτωχούς. ίνα ώσί σοι άρνες. ος δε φυλάσσει τον εαυτού κύριον.

20 ανήρ αξιόπιστος πολλά ευλογηθήσεται. τω ελεώντι πτωχούς συνάγει αυτόν. έθνους πενιχρού. και ουκ οίδεν ότι ελεήμων κρατήσει αυτού. και δώσει κόσμον τη σή ψυχή· ου μη υπακούσει έθνει παρανόμω. 9 ο εκκλίνων το ους αυτού μη εισακούσαι νόμου. 11 σοφός παρ ‘ εαυτω ανήρ πλούσιος. ος δε ποιμαίνει ασωτίαν ατιμάζει πατέρα. ο δε διώκων σχολήν πλησθήσεται πενίας. 12 δια βοήθειαν δικαίων πολλήν γίνεται δόξα. εν δε τόποις ασεβών αλίσκονται άνθρωποι. εν πολλή απορία έσται. πλουσίου ψευδούς. 14 μακάριος ανήρ. ουκ ενδεηθήσεται. 26 ος πέποιθε θρασεία καρδία. 25 άπιστος ανήρ κρίνει εική. πένης δε νοήμων καταγνώσεται αυτού. ο δε μισών αδικίαν μακρόν χρόνον ζήσεται. 17α παίδευε υιόν και αγαπήσει σε. φυγάς έσται και ουκ εν ασφαλεία. 7 φυλάσσει νόμον υιος συνετός. 16 βασιλεύς ενδεής προσόδων μέγας συκοφάντης. ος δε αποστρέφει τον οφθαλμόν αυτού. και αυτός την προσευχήν αυτού εβδέλυκται. ο δε σκολιαίς οδοίς πορευόμενος εμπλακήσεται. και ουκ εισελεύσονται εις αυτά. 24 ος αποβάλλεται πατέρα ή μητέρα. ούτος κοινωνός εστιν ανδρός ασεβούς. πτωχός ων. 8 ο πληθύνων τον πλούτον αυτού μετά τόκων και πλεονασμών. 13 ο επικαλύπτων ασέβειαν εαυτού ουκ ευοδωθήσεται. 19 ο εργαζόμενος την εαυτού γην πλησθήσεται άρτων. 22 σπεύδει πλουτείν ανήρ βάσκανος. 15 λέων πεινών και λύκος διψών. ο δε σκληρός την καρδίαν εμπεσείται κακοίς. εις διαφθοράν αυτός εμπεσείται· οι δε άνομοι διελεύσονται αγαθά. ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1228 . ο δε εξηγούμενος ελέγχους αγαπηθήσεται. 17 άνδρα τον εν αιτία φόνου ο εγγυώμενος. ος τυραννεί. 18 ο πορευόμενος δικαίως βεβοήθηται. εν δε τη εκείνων απωλεία πληθυνθήσονται δίκαιοι. ουκ αγαθός· ο τοιούτος ψωμού άρτου αποδώσεται άνδρα. ος δε πέποιθεν επί Κύριον εν επιμελεία έσται. ος καταπτήσσει πάντα δι ‘ ευλάβειαν. 10 ος πλανά ευθείς εν οδω κακή. 27 ος δίδωσι πτωχοίς. και δοκεί μη αμαρτάνειν. 28 εν τόποις ασεβών στένουσι δίκαιοι. 23 ο ελέγχων ανθρώπου οδούς χάριτας έξει μάλλον του γλωσσοχαριτούντος. ο δε κακός ουκ ατιμώρητος έσται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κρείσσων πτωχός πορευόμενος εν αληθεία. 21 ος ουκ αισχύνεται πρόσωπα δικαίων. ο τοιούτος άφρων· ος δε πορεύεται σοφία σωθήσεται.

σωθήσεται. 2 εγκωμιαζομένων δικαίων ευφρανθήσονται λαοί. 19 λόγοις ου παιδευθήσεται οικέτης σκληρός· εάν γαρ και νοήση. 10 άνδρες αιμάτων μέτοχοι μισούσιν όσιον. αρχόντων δε ασεβών στένουσιν άνδρες. απολεί πλούτον. ασέβεια ανδρί δίδωσι σφάλμα. 27 βδέλυγμα δικαίοις ανήρ άδικος. τους δε ταπεινόφρονας ερείδει δόξη Κύριος. ανήρ δε οργίλος εξώρυξεν αμαρτίαν. 17 παίδευε υιόν σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1229 . 23 ύβρις άνδρα ταπεινοί. 3 ανδρός φιλούντος σοφίαν ευφραίνεται πατήρ αυτού. 9 ανήρ σοφός κρινεί έθνη. 11 όλον τον θυμόν αυτού εκφέρει άφρων. πάντες οι υπ ‘ αυτόν παράνομοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΡΕΙΣΣΩΝ ανήρ ελέγχων ανδρός σκληροτραχήλου. ο θρόνος αυτού εις μαρτύριον κατασταθήσεται. 24 ος μερίζεται κλέπτη. 6 αμαρτάνοντι ανδρί μεγάλη παγίς. 26 πολλοί θεραπεύουσι πρόσωπα ηγουμένων. 14 βασιλέως εν αληθεία κρίνοντος πτωχούς. ο δε φυλάσσων τον νόμον μακαριστός. περιβάλλει αυτό τοις εαυτού ποσίν. μισεί την εαυτού ψυχήν· εάν δε όρκου προτεθέντος ακούσαντες μη αναγγείλωσι. οικέτης έσται. ο δε ασεβής ου νοεί γνώσιν. παρά δε Κυρίου γίνεται το δίκαιον ανδρί. 22 ανήρ θυμώδης ορύσσει νείκος. επισκοπήν αμφοτέρων ποιείται ο Κύριος. εξαπίνης γαρ φλεγομένου αυτού ουκ έστιν ίασις. 21 ος κατασπαταλά εκ παιδός. γίνωσκε ότι ελπίδα έχει μάλλον ο άφρων αυτού. οι δε δίκαιοι εκείνων πιπτόντων κατάφοβοι γίνονται. 13 δανειστού και χρεωφειλέτου αλλήλοις συνελθόντων. ος δε ποιμαίνει πόρνας. παις δε πλανώμενος αισχύνει γονείς αυτού. ανήρ δε φαύλος οργιζόμενος καταγελάται και ου καταπτήσσει. 8 άνδρες άνομοι εξέκαυσαν πόλιν. και δώσει κόσμον τη ψυχή σου. ανήρ δε παράνομος κατασκάπτει. σοφός δε ταμιεύεται κατά μέρος. 7 επίσταται δίκαιος κρίνειν πενιχροίς. 15 πληγαί και έλεγχοι διδόασι σοφίαν. 18 ου μη υπάρξη εξηγητής έθνει παρανόμω. 4 βασιλεύς δίκαιος ανίστησι χώραν. ος δε πέποιθεν επί τω δεσπότη. 20 εάν ίδης άνδρα ταχύν εν λόγοις. 5 ος παρασκευάζεται επί πρόσωπον του εαυτού φίλους δίκτυον. 25 φοβηθέντες και αισχυνθέντες ανθρώπους υπεσκελίσθησαν· ο δε πεποιθώς επί Κυρίω ευφρανθήσεται. οι δε ευθείς εκζητήσουσι ψυχήν αυτού. 12 βασιλέως υπακούοντος λόγον άδικον. αλλ ‘ ουχ υπακούσεται. και αναπαύσει σε. και πτωχω ουχ υπάρχει νους επιγνώμων. 16 πολλών όντων ασεβών πολλαί γίνονται αμαρτίαι. έσχατον δε οδυνηθήσεται εφ ‘ εαυτω. δίκαιος δε εν χαρά και εν ευφροσύνη έσται. σοφοί δε επέστρεψαν οργήν.

και ουκ αποσβέννυται ο λύχνος αυτής όλην την νύκτα.* 15 και ανίσταται εκ νυκτών και έδωκε βρώματα τω οίκω και έργα ταις θεραπαίναις. συνάγει δε αυτής τον πλούτον. 31 δότε αυτη από καρπών χειλέων αυτής. 26 στόμα αυτής διήνοιξε προσεχόντως και εννόμως. 23 περίβλεπτος δε γίνεται ο ανήρ αυτής εν πύλαις. 30 ψευδείς αρέσκειαι και μάταιον κάλλος γυναικός· γυνή γαρ συνετή ευλογείται. και ο ανήρ αυτής ήνεσεν αυτήν. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1230 . εκ δε βύσσου και πορφύρας εαυτη ενδύματα. 13 μηρυομένη έρια και λίνον εποίησεν εύχρηστον ταις χερσίν αυτής. 25 ισχύν και ευπρέπειαν ενεδύσατο και ευφράνθη εν ημέραις εσχάταις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ βδέλυγμα δε ανόμω κατευθύνουσα οδός. περιζώματα δε τοις Χαναναίοις. καρπόν δε εξέτεινε πτωχω. τας δε χείρας αυτής ερείδει εις άτρακτον. πολλαί εποίησαν δύναμιν. 29 Πολλαί θυγατέρες εκτήσαντο πλούτον. η δε ελεημοσύνη αυτής ανέστησε τα τέκνα αυτής και επλούτησαν. 28 το στόμα δε ανοίγει σοφώς και νομοθέσμως. 18 εγεύσατο ότι καλόν εστι το εργάζεσθαι. 14 εγένετο ωσεί ναύς εμπορευομένη μακρόθεν. φόβον δε Κυρίου αύτη αινείτω. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ (Μασσ. η τοιαύτη καλών σκύλων ουκ απορήσει· 12 ενεργεί γαρ τω ανδρί αγαθά πάντα τον βίον. 16 θεωρήσασα γεώργιον επρίατο. 10). Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει. ηνίκα αν καθίση εν συνεδρίω μετά των γερόντων κατοίκων της γης. 21 ου φροντίζει των εν οίκω ο ανήρ αυτής. σίτα δε οκνηρά ουκ έφαγε. και τάξιν εστείλατο τη γλώσση αυτής. 22 δισσάς χλαίνας εποίησε τω ανδρί αυτής. συ δε υπέρκεισαι και υπερήρας πάσας. και αινείσθω εν πύλαις ο ανήρ αυτής. 19 τους πήχεις αυτής εκτείνει επί τα συμφέροντα. ΛΑ. 20 χείρας δε αυτής διήνοιξε πένητι. τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη. από δε καρπών χειρών αυτής κατεφύτευσε κτήμα. 17 αναζωσαμένη ισχυρώς την οσφύν αυτής ήρεισε τους βραχίονας αυτής εις έργον. 11 θάρσει επ ‘ αυτη η καρδία του ανδρός αυτής. 27 στεγναί διατριβαί οίκων αυτής. όταν που χρονίζη· πάντες γαρ οι παρ ‘ αυτής ενδεδυμένοι εισί. 24 σινδόνας εποίησε και απέδοτο τοις Φοίνιξι.

και ου πληρωθήσεται ους από ακροάσεως. 10 ος λαλήσει και ερεί· ιδέ τούτο κενόν εστιν. οί εγένοντο έμπροσθέν μου εν Ιερουσαλήμ. εκεί αυτοί επιστρέφουσι του πορευθήναι. ήδη γέγονεν εν τοις αιώσι τοις γενομένοις από έμπροσθεν ημών. ματαιότης ματαιοτήτων. και ου πλησθήσεται οφθαλμός του οράν. 15 διεστραμμένον ου δυνήσεται επικοσμηθήναι. 3 τις περισσεία τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού. τα πάντα ματαιότης. και επί κύκλους αυτού επιστρέφει το πνεύμα. 11 ουκ έστι μνήμη τοις πρώτοις. 17 και καρδία μου είδε πολλά. 12 Εγώ εκκλησιαστής εγενόμην βασιλεύς επί Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ· 13 και έδωκα την καρδίαν μου του εκζητήσαι και του κατασκέψασθαι εν τη σοφία περί πάντων των γινομένων υπό τον ουρανόν· ότι περισπασμόν πονηρόν έδωκεν ο Θεός τοις υιοίς των ανθρώπων του περισπάσθαι εν αυτω. αυτό το ποιηθησόμενον· και ουκ έστι παν πρόσφατον υπό τον ήλιον. ω μοχθεί υπό τον ήλιον. 7 πάντες οι χείμαρροι πορεύονται εις την θάλασσαν. αυτό το γενησόμενον· και τι το πεποιημένον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 Ρήματα εκκλησιαστού υιού Δαβίδ βασιλέως Ισραήλ εν Ιερουσαλήμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1231 . 5 και ανατέλλει ο ήλιος και δύνει ο ήλιος και εις τον τόπον αυτού έλκει. 6 αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς νότον και κυκλοί προς βορράν· κυκλοί κυκλών. και η θάλασσα ουκ έστιν εμπιπλαμένη· εις τον τόπον. 2 Ματαιότης ματαιοτήτων. είπεν ο εκκλησιαστής. και ο προστιθείς γνώσιν προσθήσει άλγημα. 9 τι το γεγονός. 8 πάντες οι λόγοι έγκοποι· ου δυνήσεται ανήρ του λαλείν. πορεύεται το πνεύμα. 4 γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται. και έδωκα καρδίαν μου του γνώναι σοφίαν και γνώσιν. ου οι χείμαρροι πορεύονται. και γε τοις εσχάτοις γενομένοις ουκ έσται αυτών μνήμη μετά των γενησομένων εις την εσχάτην. ότι και γε τούτό εστι προαίρεσις πνεύματος· 18 ότι εν πλήθει σοφίας πλήθος γνώσεως. και η γη εις τον αιώνα έστηκε. 16 ελάλησα εγώ εν καρδία μου τω λέγειν· ιδού εγώ εμεγαλύνθην και προσέθηκα σοφίαν επί πάσιν. 14 είδον συν πάντα τα ποιήματα τα πεποιημένα υπό τον ήλιον. και υστέρημα ου δυνήσεται αριθμηθήναι. παραβολάς και επιστήμην έγνων εγώ. σοφίαν και γνώσιν. και ιδού τα πάντα ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος.

και του κρατήσαι επ ‘ ευφροσύνην. 2 τω γέλωτι είπα περιφοράν. ος επελεύσεται οπίσω της βουλής τα όσα εποίησεν αυτήν. και τη ευφροσύνη· τι τούτο ποιείς. 14 του σοφού οι οφθαλμοί αυτού εν κεφαλή αυτού. και οικογενείς εγένοντό μοι. 3 και κατεσκεψάμην ει η καρδία μου ελκύσει ως οίνον την σάρκα μου -και καρδία μου ωδήγησεν εν σοφία. 12 και επέβλεψα εγώ του ιδείν σοφίαν και περιφοράν και αφροσύνην· ότι τις άνθρωπος. και ο άφρων εν σκότει πορεύεται· και έγνων και γε εγώ ότι συνάντημα εν συναντήσεται τοις πάσιν αυτοίς. και ιδέ εν αγαθω· και ιδού και γε τούτο ματαιότης. ουκ απεκώλυσα την καρδίαν μου από πάσης ευφροσύνης. ότι καρδία μου ευφράνθη εν παντί μόχθω μου. εφύτευσά μοι αμπελώνας. και ιδού τα πάντα ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. 4 εμεγάλυνα ποίημά μου. ό ποιήσουσιν υπό τον ήλιον. και γε κτήσις βουκολίου και ποιμνίου πολλή εγένετό μοι υπέρ πάντας τους γενομένους έμπροσθέν μου εν Ιερουσαλήμ· 8 συνήγαγόν μοι και γε αργύριον και χρυσίον και περιουσιασμούς βασιλέων και των χωρών· εποίησά μοι άδοντας και αδούσας και εντρυφήματα υιών ανθρώπων. 10 και παν. ω εμόχθησα του ποιείν. 5 εποίησά μοι κήπους και παραδείσους και εφύτευσα εν αυτοίς ξύλον παν καρπού· 6 εποίησά μοι κολυμβήθρας υδάτων του ποτίσαι απ ‘ αυτών δρυμόν βλαστώντα ξύλα· 7 εκτησάμην δούλους και παιδίσκας. και τούτο εγένετο μερίς μου από παντός μόχθου. ως περισσεία του φωτός υπέρ το σκότος. 11 και επέβλεψα εγώ εν πάσι ποιήμασί μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΙΠΟΝ εγώ εν καρδία μου· δεύρο δη πειράσω σε εν ευφροσύνη. οίς εποίησαν αι χείρές μου. 13 και είδον εγώ ότι εστί περισσεία τη σοφία υπέρ την αφροσύνην. και ουκ έστι περισσεία υπό τον ήλιον. οινοχόον και οινοχόας· 9 και εμεγαλύνθην και προσέθηκα παρά πάντας τους γενομένους έμπροσθέν μου εν Ιερουσαλήμ· και γε σοφία μου εστάθη μοι. έως ου ίδω ποίον το αγαθόν τοις υιοίς των ανθρώπων. ωκοδόμησά μοι οίκους. και εν μόχθω. ουκ αφείλον απ ‘ αυτών. ό ήτησαν οι οφθαλμοί μου. αριθμόν ημερών ζωής αυτών. 15 και είπα εγώ εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1232 .

ω αυτός μοχθεί υπό τον ήλιον. 2 καιρός του τεκείν και καιρός του αποθανείν. ον εγώ κοπιώ υπό τον ήλιον. ος ουκ εμόχθησεν εν αυτω. 16 ότι ουκ έστιν η μνήμη του σοφού μετά του άφρονος εις τον αιώνα. καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλαι το πεφυτευμένον. 3 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1233 . και ει εξουσιάζεται εν παντί μόχθω μου. ω εμόχθησα υπό τον ήλιον. 24 ουκ έστιν αγαθόν ανθρώπω. του δούναι τω αγαθω προ προσώπου του Θεού· ότι και γε τούτο ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρδία μου· ως συνάντημα του άφρονος και γε εμοί συναντήσεταί μοι. και γε εν νυκτί ου κοιμάται η καρδία αυτού· και γε τούτο ματαιότης εστίν. διότι ο άφρων εκ περισσεύματος λαλεί. 18 και εμίσησα εγώ συν πάντα μόχθον μου. και ινατί εσοφισάμην εγώ. καθότι ήδη αι ημέραι ερχόμεναι τα πάντα επελήσθη· και Πως αποθανείται ο σοφός μετά του άφρονος. 20 και επέστρεψα εγώ του αποτάξασθαι την καρδίαν μου εν παντί μόχθω μου. και γε τούτο ματαιότης. ότι πονηρόν επ ‘ εμέ το ποίημα το πεποιημένον υπό τον ήλιον. ότι πάντα ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. ότι αφίω αυτόν τω ανθρώπω τω γινομένω μετ ‘ εμέ· 19 και τις οίδεν ει σοφός έσται ή άφρων. 21 ότι εστίν άνθρωπος. ότι και γε τούτο ματαιότης. δώσει αυτω μερίδα αυτού. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΤΟΙΣ πάσι χρόνος και καιρός τω παντί πράγματι υπό τον ουρανόν. και άνθρωπος. 23 ότι πάσαι αι ημέραι αυτού αλγημάτων και θυμού περισπασμός αυτού. 17 και εμίσησα συν την ζωήν. και γε τούτο ματαιότης και πονηρία μεγάλη· 22 ότι γίνεται τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού και εν προαιρέσει καρδίας αυτού. και γε τούτο είδον εγώ ότι από χειρός του Θεού εστιν· 25 ότι τις φάγεται και τις πίεται πάρεξ αυτού. τότε περισσόν ελάλησα εν καρδία μου. ό φάγεται και ό πίεται και ό δείξει τη ψυχή αυτού αγαθόν εν μόχθω αυτού. ότι μόχθος αυτού εν σοφία και εν γνώσει και εν ανδρεία. ω εμόχθησα και ω εσοφισάμην υπό τον ήλιον. 26 ότι τω ανθρώπω τω αγαθω προ προσώπου αυτού έδωκε σοφίαν και γνώσιν και ευφροσύνην· και τω αμαρτάνοντι έδωκε περισπασμόν του προσθείναι και του συναγαγείν.

5 καιρός του βαλείν λίθους και καιρός του συναγαγείν λίθους. και του δείξαι ότι αυτοί κτήνη εισί. 18 είπα εγώ εν καρδία μου περί λαλιάς υιών του ανθρώπου. 21 και τις οίδε το πνεύμα υιών του ανθρώπου. 9 τις περισσεία του ποιούντος εν οίς αυτός μοχθεί. ότι διακρινεί αυτούς ο Θεός. ούτως και ο θάνατος τούτου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1234 . 13 και γε πας άνθρωπος. συνάντημα εν αυτοίς· ως ο θάνατος τούτου. ίνα φοβηθώσιν από προσώπου αυτού. και όσα του γίνεσθαι. 15 το γενόμενον ήδη εστί. καιρός του περιλαβείν και καιρός του μακρυνθήναι από περιλήψεως. ει καταβαίνει αυτό κάτω εις την γην. και πνεύμα εν τοις πάσι· και τι επερίσσευσεν ο άνθρωπος παρά το κτήνος. 6 καιρός του ζητήσαι και καιρός του απολέσαι. καλά εν καιρω αυτού. και απ ‘ αυτού ουκ έστιν αφελείν. δόμα Θεού εστιν. ον έδωκεν ο Θεός τοις υιοίς των ανθρώπων του περισπάσθαι εν αυτω. α εποίησε. ότι πάντα ματαιότης. ότι καιρός τω παντί πράγματι και επί παντί τω ποιήματι εκεί. 4 καιρός του κλαύσαι και καιρός του γελάσαι. αυτά έσται εις τον αιώνα· επ ‘ αυτω ουκ έστι προσθείναι. 17 και είπα εγώ εν καρδία μου· συν τον δίκαιον και συν τον ασεβή κρινεί ο Θεός. 7 καιρός του ρήξαι και καιρός του ράψαι. ουδέν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καιρός του αποκτείναι και καιρός του ιάσασθαι. καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν. 10 είδον συν πάντα τον περισπασμόν. εκεί ο ασεβής. 19 και γε αυτοίς συνάντημα υιών του ανθρώπου και συνάντημα του κτήνους. και τα πάντα επιστρέψει εις τον χουν. 20 τα πάντα εις τόπον ένα· τα πάντα εγένετο από του χοός. 12 έγνων ότι ουκ έστιν αγαθόν εν αυτοίς. και ο Θεός ζητήσει τον διωκόμενον. και το πνεύμα του κτήνους. 22 και είδον ότι ουκ έστιν αγαθόν ει μη ό ευφρανθήσεται ο άνθρωπος εν ποιήμασιν αυτού. και ο Θεός εποίησεν. όπως μη εύρη ο άνθρωπος το ποίημα. 14 έγνων ότι πάντα. ό εποίησεν ο Θεός απ ‘ αρχής και μέχρι τέλους. ότι αυτό μερίς αυτού· ότι τις άξει αυτόν του ιδείν εν ω εάν γένηται μετ ‘ αυτόν. όσα εποίησεν ο Θεός. και γε συν τον αιώνα έδωκεν εν καρδία αυτών. 8 καιρός του φιλήσαι και καιρός του μισήσαι. καιρός του καθελείν και καιρός του οικοδομείν. εκεί ο ασεβής. και τόπον του δικαίου. ει μη του ευφρανθήναι και του ποιείν αγαθόν εν ζωή αυτού. 11 σύμπαντα. ος φάγεται και πίεται και ίδη αγαθόν εν παντί μόχθω αυτού. καιρός του κόψασθαι και καιρός του ορχήσασθαι. ήδη γέγονε. καιρός του φυλάξαι και καιρός του εκβαλείν. καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης. ει αναβαίνει αυτό άνω. 16 Και έτι είδον υπό τον ήλιον τόπον της κρίσεως.

ος ουκ είδε συν το ποίημα το πονηρόν το πεποιημένον υπό τον ήλιον. και γε τούτο ματαιότης και περισπασμός πονηρός εστι. 6 αγαθόν πλήρωμα δρακός αναπαύσεως υπέρ πληρώματα δύο δρακών μόχθου και προαιρέσεως πνεύματος. 7 Και επέστρεψα εγώ και είδον ματαιότητα υπό τον ήλιον. και το σπαρτίον το έντριτον ου ταχέως απορραγήσεται. ος στήσεται αντ ‘ αυτού· 16 ουκ έστι περασμός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1235 . και τίνι εγώ μοχθώ και στερίσκω την ψυχήν μου από αγαθωσύνης. ότι και γε εν βασιλεία αυτού εγενήθη πένης. 13 Αγαθός παις πένης και σοφός υπέρ βασιλέα πρεσβύτερον και άφρονα. ότι αυτό ζήλος ανδρός από του εταίρου αυτού· και γε τούτο ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. όταν πέση και μη ή δεύτερος εγείραι αυτόν. 9 αγαθοί οι δύο υπέρ τον ένα. ότι αυτοί ζώσιν έως του νυν· 3 και αγαθός υπέρ τους δύο τούτους όστις ούπω εγένετο. και ουαί αυτω τω ενί. 15 είδον συν πάντας τους ζώντας τους περιπατούντας υπό τον ήλιον μετά του νεανίσκου του δευτέρου. 8 έστιν εις. και ουκ έστιν αυτοίς παρακαλών. 5 ο άφρων περιέβαλε τας χείρας αυτού και έφαγε τας σάρκας αυτού. και θέρμη αυτοίς· και ο εις Πως θερμανθή. 11 και γε εάν κοιμηθώσι δύο. και γε οφθαλμός αυτού ουκ εμπίπλαται πλούτου. και ουκ έστιν αυτοίς παρακαλών. 12 και εάν επικραταιωθή ο εις. και γε υιος και γε αδελφός ουκ έστιν αυτω· και ουκ έστι πειρασμός τω παντί μόχθω αυτού. οίς εστιν αυτοίς μισθός αγαθός εν μόχθω αυτών· 10 ότι εάν πέσωσιν. οι δύο στήσονται κατέναντι αυτού. 2 και επήνεσα εγώ συν πάντας τους τεθνηκότας τους ήδη αποθανόντας υπέρ τους ζώντας. ος ουκ έγνω του προσέχειν έτι· 14 ότι εξ οίκου των δεσμίων εξελεύσεται του βασιλεύσαι. 4 Και είδον εγώ συν πάντα τον μόχθον και συν πάσαν ανδρείαν του ποιήματος. και από χειρός συκοφαντούντων αυτοίς ισχύς. και ουκ έστι δεύτερος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ επέστρεψα εγώ και είδον συν πάσας τας συκοφαντίας τας γενομένας υπό τον ήλιον· και ιδού δάκρυον των συκοφαντουμένων. ο εις εγερεί τον μέτοχον αυτού.

10 εν πλήθει αγαθωσύνης επληθύνθησαν έσθοντες αυτήν· και τι ανδρεία τω παρ ‘ αυτής ότι αλλ ‘ ή του οράν οφθαλμοίς αυτού. και γε τούτο ματαιότης. μη χρονίσης του αποδούναι αυτήν. ότι ουκ εισίν ειδότες του ποιήσαι κακόν. εν ω εάν πορεύη εις οίκον του Θεού. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΜΗ σπεύδε επί στόματί σου. και συ επί της γης. πλούτον φυλασσόμενον τω παρ ‘ αυτού εις κακίαν αυτω. ίνα μη οργισθή ο Θεός επί φωνή σου και διαφθείρη τα ποιήματα χειρών σου. 13 και απολείται ο πλούτος εκείνος εν περισπασμω πονηρω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω παντί λαω. 17 Φύλαξον τον πόδα σου. 2 ότι παραγίνεται ενύπνιον εν πλήθει πειρασμού και φωνή άφρονος εν πλήθει λόγων. 7 Εάν συκοφαντίαν πένητος και αρπαγήν κρίματος και δικαιοσύνης ίδης εν χώρα. τοις πάσιν. και καρδία σου μη ταχυνάτω του εξενέγκαι λόγον προ προσώπου του Θεού· ότι ο Θεός εν τω ουρανω άνω. 9 Αγαπών αργύριον ου πλησθήσεται αργυρίου· και τις ηγάπησεν εν πλήθει αυτών γένημα. ην είδον υπό τον ήλιον. ότι άγνοιά εστιν. μη θαυμάσης επί τω πράγματι· ότι υψηλός επάνω υψηλού φυλάξαι. 8 και περισσεία γης επί παντί εστι. βασιλεύς του αγρού ειργασμένου. και υψηλοί επ ‘ αυτοίς. ότι συ τον Θεόν φοβού. 3 καθώς αν εύξη ευχήν τω Θεω. όσοι εγένοντο έμπροσθεν αυτών· και γε οι έσχατοι ουκ ευφρανθήσονται εν αυτω· ότι και γε τούτο ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. 4 αγαθόν το μη εύξασθαί σε ή το εύξασθαί σε και μη αποδούναι. 6 ότι εν πλήθει ενυπνίων και ματαιοτήτων και λόγων πολλών. 11 γλυκύς ύπνος του δούλου ει ολίγον και ει πολύ φάγεται· και τω εμπλησθέντι του πλουτήσαι ουκ έστιν αφίων αυτόν του υπνώσαι. και εγέννησεν υιόν. δια τούτο έστωσαν οι λόγοι σου ολίγοι. ότι ουκ έστι θέλημα εν άφροσι· συ ουν όσα εάν εύξη. και εγγύς του ακούειν· υπέρ δόμα των αφρόνων θυσία σου. απόδος. και ουκ έστιν εν χειρί αυτού ουδέν. 5 μη δως το στόμα σου του εξαμαρτήσαι την σάρκα σου και μη είπης προ προσώπου του Θεού. 14 καθώς εξήλθεν από γαστρός μητρός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1236 . 12 έστιν αρρωστία.

και ψυχή αυτού ου πλησθήσεται από της αγαθωσύνης. του φαγείν και του πιείν και του ιδείν αγαθωσύνην εν παντί μόχθω αυτού. και πλήθος ό. επιστρέψει του πορευθήναι ως ήκει. 5 και γε ήλιον ουκ είδε και ουκ έγνω. και εν σκότει όνομα αυτού καλυφθήσεται. ή μοχθεί εις άνεμον. 17 Ιδού είδον εγώ αγαθόν.τι έσονται αι ημέραι ετών αυτού. και ουκ εξουσιάσει αυτω ο Θεός του φαγείν απ ‘ αυτού. ω δώσει αυτω ο Θεός πλούτον και υπάρχοντα και δόξαν. 8 ότι τις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1237 . ω έδωκεν αυτω ο Θεός πλούτον και υπάρχοντα και εξουσίασεν αυτω φαγείν απ ‘ αυτού και λαβείν το μέρος αυτού και του ευφρανθήναι εν μόχθω αυτού. και ουδέν ου λήψεται εν μόχθω αυτού. 3 εάν γεννήση ανήρ εκατόν και έτη πολλά ζήσεται. και γε η ψυχή ου πληρωθήσεται. και γε ταφή ουκ εγένετο αυτω. 7 Πας μόχθος ανθρώπου εις στόμα αυτού. 16 και γε πάσαι αι ημέραι αυτού εν σκότει και εν πένθει και θυμω πολλω και αρρωστία και χόλω. μη ουκ εις τόπον ένα πορεύεται τα πάντα. ό εστι καλόν. 6 και ει έζησε χιλίων ετών καθόδους και αγαθωσύνην ουκ είδε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού γυμνός. ότι ανήρ ξένος φάγεται αυτόν· τούτο ματαιότης και αρρωστία πονηρά εστι. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΕΣΤΙ πονηρία. και ουκ έστιν υστερών τη ψυχή αυτού από πάντων. ω εάν μοχθή υπό τον ήλιον αριθμόν ημερών ζωής αυτού. είπα· αγαθόν υπέρ αυτόν το έκτρωμα. 19 ότι ου πολλά μνησθήσεται τας ημέρας της ζωής αυτού· ότι ο Θεός περισπά αυτόν εν ευφροσύνη καρδίας αυτού. ων επιθυμήσει. και τις η περισσεία αυτού. ην είδον υπό τον ήλιον. 15 και γε τούτο πονηρά αρρωστία· ωσπερ γαρ παρεγένετο. ούτως και απελεύσεται. ανάπαυσις τούτω υπέρ τούτον. 4 ότι εν ματαιότητι ήλθε και εν σκότει πορεύεται. ίνα πορευθή εν χειρί αυτού. ων έδωκεν αυτω ο Θεός· ότι αυτό μερίς αυτού. 18 και γε πας άνθρωπος. και πολλή εστιν επί το άνθρωπον· 2 ανήρ. τούτο δόμα Θεού εστιν.

ότι ουκ εν σοφία επηρώτησας περί τούτου. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΑΓΑΘΟΝ όνομα υπέρ έλαιον αγαθόν και ημέρα του θανάτου υπέρ ημέραν γεννήσεως. 3 αγαθόν θυμός υπέρ γέλωτα. 9 αγαθόν όραμα οφθαλμών υπέρ πορευόμενον ψυχή· και γε τούτο ματαιότης και προαίρεσις πνεύματος. και ου δυνήσεται κριθήναι μετά του ισχυροτέρου υπέρ αυτόν· 11 ότι εισί λόγοι πολλοί πληθύνοντες ματαιότητα. αγαθόν μακρόθυμος υπέρ υψηλόν πνεύματι. 10 μη είπης· τι εγένετο ότι αι ημέραι αι πρότεραι ήσαν αγαθαί υπέρ ταύτας. 4 καρδία σοφών εν οίκω πένθους. ότι εν κακία προσώπου αγαθυνθήσεται καρδία. ούτως γέλως των αφρόνων· και γε τούτο ματαιότης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περισσεία τω σοφω υπέρ τον άφρονα. 11 αγαθή σοφία μετά κληρονομίας και περισσεία τοις θεωρούσι τον ήλιον· 12 ότι εν σκιά αυτής η σοφία ως σκιά αργυρίου. 8 αγαθή εσχάτη λόγων υπέρ αρχήν αυτού. 12 ότι τις οίδεν αγαθόν τω ανθρώπω εν τη ζωή αριθμόν ζωής ημερών ματαιότητος αυτού. καθότι τούτο τέλος παντός ανθρώπου. και εγνώσθη ό εστιν άνθρωπος. ότι θυμός εν κόλπω αφρόνων αναπαύσεται. 7 ότι η συκοφαντία περιφέρει σοφόν και απόλλυσι την καρδίαν ευτονίας αυτού. τι περισσόν τω ανθρώπω. και καρδία αφρόνων εν οίκω ευφροσύνης. 5 αγαθόν το ακούσαι επιτίμησιν σοφού υπέρ άνδρα ακούοντα άσμα αφρόνων· 6 ως φωνή ακανθών υπό τον λέβητα. 2 αγαθόν πορευθήναι εις οίκον πένθους ή ότι πορευθήναι εις οίκον πότου. και ο ζων δώσει αγαθόν εις καρδίαν αυτού. και εποίησεν αυτά εν σκιά· ότι τις απαγγελεί τω ανθρώπω. τι έσται οπίσω αυτού υπό τον ήλιον. 10 Ει τι εγένετο. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1238 . 9 μη σπεύσης εν πνεύματί σου του θυμούσθαι. ήδη κέκληται όνομα αυτού. διότι ο πένης οίδε πορευθήναι κατέναντι της ζωής.

και βαθύ βάθος. ότι ως και γε συ κατηράσω ετέρους. μήποτε εκπλαγής. είπεν ο εκκλησιαστής. 16 μη γίνου δίκαιος πολύ. 23 Πάντα ταύτα επείρασα εν τη σοφία· είπα· σοφισθήσομαι. 19 Η σοφία βοηθήσει τω σοφω υπέρ δέκα εξουσιάζοντας τους όντας εν τη πόλει· 20 ότι άνθρωπος ουκ έστι δίκαιος εν τη γη. και αμαρτάνων συλληφθήσεται εν αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περισσεία γνώσεως της σοφίας ζωοποιήσει τον παρ ‘ αυτής. και γε από τούτου μη μιάνης την χείρά σου. 15 Συν τα πάντα είδον εν ημέραις ματαιότητός μου. ος ποιήσει αγαθόν και ουχ αμαρτήσεται. δεσμός εις χείρας αυτής· αγαθός προ προσώπου του Θεού εξαιρεθήσεται απ ‘ αυτής. και η καρδία μου του γνώναι και του κατασκέψασθαι και του ζητήσαι σοφίαν και ψήφον και του γνώναι ασεβούς αφροσύνην και οχληρίαν και περιφοράν. 28 ον επεζήτησεν η ψυχή μου και ουχ εύρον· και άνθρωπον ένα από χιλίων εύρον και γυναίκα εν πάσι τούτοις ουχ εύρον. και αυτοί εζήτησαν λογισμούς πολλούς. ίνα μη αποθάνης εν ου καιρω σου. ους λαλήσουσιν ασεβείς. ό εποίησεν ο Θεός συν τον άνθρωπον ευθή. 18 αγαθόν το αντέχεσθαί σε εν τούτω. 26 και ευρίσκω εγώ αυτήν και ερώ πικρότερον υπέρ θάνατον. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1239 . ότι φοβουμένοις τον Θεόν εξελεύσεται τα πάντα. 24 και αυτή εμακρύνθη απ ‘ εμού μακράν υπέρ ό ην. 13 ιδέ τα ποιήματα του Θεού· ότι τις δυνήσεται του κοσμήσαι ον αν ο Θεός διαστρέψη αυτόν. 14 εν ημέρα αγαθωσύνης ζήθι εν αγαθω και εν ημέρα κακίας ιδέ· και γε συν τούτω συμφώνως τούτο εποίησεν ο Θεός περί λαλιάς. 27 ιδέ τούτο εύρον. 29 πλήν ιδέ τούτο εύρον. και εστιν ασεβής μένων εν κακία αυτού. όπως μη ακούσης του δούλου σου καταρωμένου σε· 22 ότι πλειστάκις πονηρεύσεταί σε και καθόδους πολλάς κακώσει καρδίαν σου. 21 και γε εις πάντας λόγους. ίνα μη εύρη άνθρωπος οπίσω αυτού ουδέν. μία τη μια του ευρείν λογισμόν. 17 μη ασεβήσης πολύ και μη γίνου σκληρός. τις ευρήσει αυτό. συν την γυναίκα. μηδέ σοφίζου περισσά. μη θής καρδίαν σου. ήτις εστί θήρευμα και σαγήναι καρδία αυτής. έστι δίκαιος απολλύμενος εν δικαίω αυτού. 25 εκύκλωσα εγώ.

σοφία ανθρώπου φωτιεί πρόσωπον αυτού. όσα αν μοχθήση άνθρωπος του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1240 . 5 ο φυλάσσων εντολήν ου γνώσεται ρήμα πονηρόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΤΙΣ οίδε σοφούς. 8 ουκ έστιν άνθρωπος εξουσιάζων εν πνεύματι του κωλύσαι συν το πνεύμα· και ουκ έστιν εξουσία εν ημέρα θανάτου. 12 ος ήμαρτεν. 2 στόμα βασιλέως φύλαξον και περί λόγου όρκου Θεού μη σπουδάσης. και τις ερεί αυτω· τι ποιείς. 16 Εν οίς έδωκα την καρδίαν μου του γνώναι την σοφίαν και του ιδείν τον περισπασμόν τον πεποιημένον επί της γης. μη στης εν λόγω πονηρω· ότι παν ό εάν θελήση. 9 και συν παν τούτο είδον και έδωκα την καρδίαν μου εις παν το ποίημα. ή πεποίηται επί της γης. όπως φοβώνται από προσώπου αυτού. και ουκ έστιν αποστολή εν ημέρα πολέμου. 10 και τότε είδον ασεβείς εις τάφους εισαχθέντας. ότι γνώσις του ανθρώπου πολλή επ ‘ αυτόν· 7 ότι ουκ έστι γινώσκων τι το εσόμενον ότι καθώς έσται τις αναγγελεί αυτω. ότι ει μη φαγείν και του πιείν και του ευφρανθήναι. ότι ου δυνήσεται άνθρωπος του ευρείν συν το ποίημα το πεποιημένον υπό τον ήλιον. και αναιδής προσώπω αυτού μισηθήσεται. ότι εισί δίκαιοι ότι φθάνει επ ‘ αυτούς ως ποίημα των ασεβών. και εκ του αγίου. 17 και είδον συν πάντα τα ποιήματα του Θεού. ποιήσει. και ου διασώσει ασέβεια τον παρ ‘ αυτής. 11 ότι ουκ έστι γινομένη αντίρρησις από των ποιούντων το πονηρόν ταχύ· δια τούτο επληροφορήθη καρδία υιών του ανθρώπου εν αυτοίς του ποιήσαι το πονηρόν. και αυτό συμπροσέσται αυτω εν μόχθω αυτού ημέρας ζωής αυτού. ό πεποίηται υπό τον ήλιον. και τις οίδε λύσιν ρήματος. 14 έστι ματαιότης. εποίησε το πονηρόν από τότε και από μακρότητος αυτών· ότι και γε γινώσκω εγώ ότι εστίν αγαθόν τοις φοβουμένοις τον Θεόν. 13 και αγαθόν ουκ έσται τω ασεβεί. 4 καθώς βασιλεύς εξουσιάυζων. και επορεύθησαν και επηνέθησαν εν τη πόλει. και εισίν ασεβείς ότι φθάνει προς αυτούς ως ποίημα των δικαίων· είπα ότι και γε τούτο ματαιότης. ότι ουκ έστιν αγαθόν τω ανθρώπω υπό τον ήλιον. ότι ούτως εποίησαν· και γε τούτο ματαιότης. 3 από προσώπου αυτού πορεύση. και ου μακρυνεί ημέρας εν σκιά ος ουκ έστι φοβούμενος από προσώπου του Θεού. ότι και εν ημέρα και εν νυκτί ύπνον οφθαλμοίς αυτού ουκ έστι βλέπων. 15 και επήνεσα εγώ συν την ευφροσύνην. τα όσα εξουσιάσατο ο άνθρωπος εν ανθρώπω του κακώσαι αυτόν. και καιρόν κρίσεως γινώσκει καρδία σοφού· 6 ότι παντί πράγματί εστι καιρός και κρίσις. όσας έδωκεν αυτω ο Θεός υπό τον ήλιον.

11 Επέστρεψα και είδον υπό τον ήλιον ότι ου τοις κούφοις ο δρόμος και ου τοις δυνατοίς ο πόλεμος και γε ου τω σοφω άρτος και γε ου τοις συνετοίς πλούτος και γε ου τοις γινώσκουσι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1241 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζητήσαι. 8 εν παντί καιρω έστωσαν ιμάτιά σου λευκά. και γε αγάπην και γε μίσος ουκ έστιν ειδώς ο άνθρωπος· τα πάντα προ προσώπου αυτών. 3 τούτο πονηρόν εν παντί πεποιημένω υπό τον ήλιον. και οι νεκροί ουκ εισί γινώσκοντες ουδέν· και ουκ έστιν αυτοίς έτι μισθός. όπου συ πορεύη εκεί. 4 ότι τις ος κοινωνεί προς πάντας τους ζώντας. ότι ο κύων ο ζων. ου δυνήσεται του ευρείν. καθώς ο τον όρκον φοβούμενος. ως οι δίκαιοι και οι σοφοί και αι εργασίαι αυτών εν χειρί του Θεού. και ουχ ευρήσει· και γε όσα αν είπη σοφός του γνώναι. αυτός αγαθός υπέρ τον λέοντα τον νεκρόν. 9 και ιδέ ζωήν μετά γυναικός. ματαιότης εν τοις πάσι. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΟΤΙ σύμπαν τούτο έδωκα εις καρδίαν μου. 2 συνάντημα εν τω δικαίω και τω ασεβεί. ότι συνάντημα εν τοις πάσι· και γε καρδία υιών του ανθρώπου επληρώθη πονηρού. πάσας τας ημέρας ζωής ματαιότητός σου τας δοθείσας σοι υπό τον ήλιον. ως ο αμαρτάνων· ως ο ομνύων. 5 ότι οι ζώντες γνώσονται ότι αποθανούνται. ης ηγάπησας. και περιφέρεια εν καρδία αυτών εν ζωή αυτών. 7 Δεύρο φάγε εν ευφροσύνη τον άρτον σου και πίε εν καρδία αγαθή οίνόν σου. έστιν ελπίς. 10 πάντα. και οπίσω αυτών προς τους νεκρούς. όσα αν εύρη η χείρ σου του ποιήσαι. ότι αυτό μερίς σου εν τη ζωή σου και εν τω μόχθω σου. και καρδία μου συν παν είδε τούτο. ότι ουκ έστι ποίημα και λογισμός και γνώσις και σοφία εν άδη. ως η δύναμίς σου ποίησον. και γε μερίς ουκ έστιν αυτοίς έτι εις τον αιώνα εν παντί τω πεποιημένω υπό τον ήλιον. τω αγαθω και τω κακω και τω καθαρω και τω ακαθάρτω και τω θυσιάζοντι και τω μη θυσιάζοντι· ως ο αγαθός. και έλαιον επί κεφαλής σου μη υστερησάτω. ω συ μοχθείς υπό τον ήλιον. ότι ήδη ευδόκησεν ο Θεός τα ποιήματά σου. ότι επελήσθη η μνήμη αυτών· 6 και γε αγάπη αυτών και γε μίσος αυτών και γε ζήλος αυτών ήδη απώλετο.

και δυνάμεις δυναμώσει. δήξεται αυτόν όφις. 18 αγαθή σοφία υπέρ σκεύη πολέμου. και χείλη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1242 . και περισσεία του ανδρείου σοφία. και καθαιρούντα φραγμόν. ως αυτά παγιδεύονται οι υιοί του ανθρώπου εις καιρόν πονηρόν. τόπον σου μη αφής. 5 έστι πονηρία. 7 είδον δούλους εφ ‘ ίππους και άρχοντας πορευομένους ως δούλους επί της γης. 4 εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή επί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χάρις. και διασώσει αυτός την πόλιν εν τη σοφία αυτού· και άνθρωπος ουκ εμνήσθη συν του ανδρός του πένητος εκείνου. και σοφία του πένητος εξουδενωμένη. ότι ίαμα καταπαύσει αμαρτίας μεγάλας. 9 εξαίρων λίθους διαπονηθήσεται εν αυτοίς. 10 εάν εκπέση το σιδήριον. ην είδον υπό τον ήλιον. και οι λόγοι αυτού ουκ εισίν ακουόμενοι. και αμαρτάνων εις απολέσει αγαθωσύνην πολλήν. ως ακούσιον ό εξήλθεν από προσώπου εξουσιάζοντος· 6 εδόθη ο άφρων εν ύψεσι μεγάλοις. 17 λόγοι σοφών εν αναπαύσει ακούονται υπέρ κραυγήν εξουσιαζόντων εν αφροσύναις. και α λογιείται πάντα αφροσύνη εστίν. σχίζων ξύλα κινδυνεύσει εν αυτοίς. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΜΥΙΑΙ θανατούσαι σαπριούσι σκευασίαν ελαίου ηδύσματος· τίμιον ολίγον σοφίας υπέρ δόξαν αφροσύνης μεγάλην. και πλούσιοι εν ταπεινω καθήσονται. και μεγάλη εστί προς με· 14 πόλις μικρά και άνδρες εν αυτη ολίγοι. και ουκ έστι περισσεία τω επάδοντι. και έλθη επ ‘ αυτήν βασιλεύς μέγας και κυκλώση αυτήν και οικοδομήση επ ‘ αυτήν χάρακας μεγάλους· 15 και εύρη εν αυτη άνδρα πένητα σοφόν. 13 Και γε τούτο είδον σοφίαν υπό τον ήλιον. 8 ο ορύσσων βόθρον εις αυτόν εμπεσείται. 16 και είπα εγώ· αγαθή σοφία υπέρ δύναμιν. 12 λόγοι στόματος σοφού χάρις. ότι καιρός και απάντημα συναντήσεται τοις πάσιν αυτοίς. 2 καρδία σοφού εις δεξιόν αυτού. 11 εάν δάκη όφις εν ου ψιθυρισμω. και αυτός πρόσωπον ετάραξε. 12 ότι και γε ουκ έγνω ο άνθρωπος τον καιρόν αυτού· ως οι ιχθύες οι θηρευόμενοι εν αμφιβλήστρω κακω και ως όρνεα τα θηρευόμενα εν παγίδι. και καρδία άφρονος εις αριστερόν αυτού· 3 και γε εν οδω όταν άφρων πορεύηται. καρδία αυτού υστερήσει. όταν επιπέση επ ‘ αυτούς άφνω.

τόπω. 18 εν οκνηρίαις ταπεινωθήσεται η δόκωσις. και ο έχων τας πτέρυγας απαγγελεί λόγον σου. επί την γην εκχέουσι· και εάν πέση ξύλον εν τω νότω και εάν εν τω βορρά. και του αργυρίου ταπεινώσει επακούσεται τα πάντα. ουκ έγνω άνθρωπος τι το γενόμενον. ος ουκ έγνω του πορευθήναι εις πόλιν. και εν αργία χειρών στάξει η οικία. εν νεότητί σου. ης ο βασιλεύς σου νεώτερος και οι άρχοντές σου πρωϊ εσθίουσι. και βλέπων εν ταις νεφέλαις ου θερίσει. ή τούτο ή τούτο. 16 ουαί σοι. ως οστά εν γαστρί κυοφορούσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άφρονος καταποντιούσιν αυτόν· 13 αρχή λόγων στόματος αυτού αφροσύνη. ης ο βασιλεύς σου υιος ελευθέρων και οι άρχοντές σου προς καιρόν φάγονται εν δυνάμει και ουκ αισχυνθήσονται. νεανίσκε. 20 και γε εν συνειδήσει σου βασιλέα μη καταράση. 17 μακαρία συ. 14 και ο άφρων πληθύνει λόγους. γη. ότι ου γινώσκεις ποίον στοιχήσει. όσα ποιήσει συν τα πάντα. ότι οπίσω αυτού. 5 εν οίς ουκ έστι γινώσκων τις η οδός του πνεύματος. πόλις. 7 και γλυκύ το φως και αγαθόν τοις οφθαλμοίς του βλέπειν συν τον ήλιον· 8 ότι και εάν έτη πολλά ζήσεται ο άνθρωπος. 6 εν τω πρωϊ σπείρον το σπέρμα σου. και τι το εσόμενον. και εις εσπέραν μη αφέτω η χείρ σου. 3 εάν πλησθώσι τα νέφη υετού. εκεί έσται. και εσχάτη στόματος αυτού περιφέρεια πονηρά. 19 εις γέλωτα ποιούσιν άρτον και οίνον και έλαιον του ευφρανθήναι ζώντας. εν πάσιν αυτοίς ευφρανθήσεται και μνησθήσεται τας ημέρας του σκότους. ούτως ου γνώση τα ποιήματα του Θεού. 15 μόχθος των αφρόνων κοπώσει αυτούς. τις αναγγελεί αυτω. και εάν τα δύο επί το αυτό αγαθά. και εν ταμιείοις κοιτώνων σου μη καταράση πλούσιον· ότι πετεινόν του ουρανού αποίσει συν την φωνήν σου. ότι πολλαί έσονται· παν το ερχόμενον ματαιότης. και αγαθυνάτω σε η καρδία σου εν ημέραις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1243 . ότι ου γινώσκεις τι έσται πονηρόν επί την γην. 4 τηρών άνεμον ου σπερεί. 9 Ευφραίνου. ότι εν πλήθει ημερών ευρήσεις αυτόν· 2 δος μερίδα τοις επτά και γε τοις οκτώ. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΑΠΟΣΤΕΙΛΟΝ τον άρτον σου επί πρόσωπον του ύδατος. ου πεσείται το ξύλον.

εν οίς ερείς· ουκ έστι μοι εν αυτοίς θέλημα· 2 έως ου μη σκοτισθή ο ήλιος και το φως και η σελήνη και οι αστέρες. ότι τούτο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1244 . 10 πολλά εζήτησεν εκκλησιαστής του ευρείν λόγους θελήματος και γεγραμμένον ευθύτητος. και το πνεύμα επιστρέψη προς τον Θεόν. ως ην. και παχυνθή η ακρίς. και σκοτάσουσιν αι βλέπουσαι εν ταις οπαίς· 4 και κλείσουσι θύρας εν αγορά. 7 και επιστρέψη ο Χους επί την γην. και ους εξιχνιάσεται κόσμιον παραβολών. έως ότου μη έλθωσιν ημέραι της κακίας και φθάσωσιν έτη. και ταπεινωθήσονται πάσαι αι θυγατέρες του άσματος· 5 και από ύψους όψονται. και θάμβοι εν τη οδω· και ανθήση το αμύγδαλον. είπεν ο εκκλησιαστής. 13 Τέλος λόγου. τα πάντα ματαιότης. ος έδωκεν αυτό. ότι η νεότης και η άνοια ματαιότης. το παν άκουε· τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε. και συντροχάση ο τροχός επί τον λάκκον. και αναστήσεται εις φωνήν του στρουθίου. ή εάν σαλευθώσι φύλακες της οικίας και διαστραφώσιν άνδρες της δυνάμεως. και επιστρέψωσι τα νέφη οπίσω του υετού· 3 εν ημέρα. και συντριβή το ανθέμιον του χρυσίου. 11 Λόγοι σοφών ως τα βούκεντρα και ως ήλοι πεφυτευμένοι. και ήργησαν αι αλήθουσαι. οί παρά των συνθεμάτων εδόθησαν εκ ποιμένος ενός 12 και περισσόν εξ αυτών. και συντριβή υδρία επί τη πηγή. 8 ματαιότης ματαιοτήτων. του ποιήσαι βιβλία πολλά· ουκ έστι περασμός. ότι εδίδαξε γνώσιν συν τον λαόν. υιε μου. φύλαξαι. και διασκεδασθή η κάππαρις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νεότητός σου. και μελέτη πολλή κόπωσις σαρκός. εν ασθενεία φωνής της αληθούσης. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ μνήσθητι του κτίσαντός σε εν ημέραις νεότητός σου. 10 και απόστησον θυμόν από καρδίας σου και παράγαγε πονηρίαν από σαρκός σου. 9 Και περισσόν ότι εγένετο εκκλησιαστής σοφός. και εκύκλωσαν εν αγορά οι κοπτόμενοι· 6 έως ότου μη ανατραπή το σχοινίον του αργυρίου. ότι επορεύθη ο άνθρωπος εις οίκον αιώνος αυτού. λόγους αληθείας. και περιπάτει εν οδοίς καρδίας σου άμωμος και μη εν οράσει οφθαλμών σου και γνώθι ότι επί πάσι τούτοις άξει σε ο Θεός εν κρίσει. ότι ωλιγώθησαν.

εν παντί παρεωραμένω. έξελθε συ εν πτέρναις των ποιμνίων και ποίμαινε τας ερίφους σου επί σκηνώμασι των ποιμένων. ότι παρέβλεψέ με ο ήλιος· υιοί μητρός μου εμαχέσαντο εν εμοί. εισήνεγκέ με ο βασιλεύς εις το ταμιείον αυτού. μήποτε γένωμαι ως περιβαλλομένη επ ‘ αγέλαις εταίρων σου. έθεντό με φυλάκισσαν εν αμπελώσιν· αμπελώνα εμόν ουκ εφύλαξα. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. που κοιτάζεις εν μεσημβρία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1245 . ------------------------------------------------------- ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΣΜΑ ασμάτων. 5 μέλαινά ειμι εγώ και καλή. 7 απάγγειλόν μοι ον ηγάπησεν η ψυχή μου. 14 ότι σύμπαν το ποίημα ο Θεός άξει εν κρίσει. εάν αγαθόν και εάν πονηρόν. ως σκηνώματα Κηδάρ. αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν σοί· αγαπήσομεν μαστούς σου υπέρ οίνον· ευθύτης ηγάπησέ σε. 4 είλκυσάν σε. 8 εάν μη γνως σεαυτήν. ως δέρρεις Σαλωμών. 2 Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού. δια τούτο νεάνιδες ηγάπησάν σε. η καλή εν γυναιξίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πας ο άνθρωπος. η πλησίον μου. ό εστι τω Σαλωμών. 3 και οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα· μύρον εκκενωθέν όνομά σου. 10 τι ωραιώθησαν σιαγόνες σου ως τρυγόνος. ότι αγαθοί μαστοί σου υπέρ οίνον. 9 τη ίππω μου εν άρμασι Φαραώ ωμοίωσά σε. που ποιμαίνεις. οπίσω σου εις οσμήν μύρων σου δραμούμεν. 6 μη βλέψητέ με ότι εγώ ειμι μεμελανωμένη.

και γε ωραίος· προς κλίνη ημών σύσκιος. 9 όμοιός εστιν αδελφιδός μου τη δορκάδι ή νεβρω ελάφων επί τα όρη Βαιθήλ. ο υετός απήλθεν. 6 ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου. ιδού ούτος οπίσω του τοίχου ημών παρακύπτων δια των θυρίδων. και λέγει μοι· ανάστα. η πλησίον μου. 7 ωρκισα υμάς. στοιβάσατέ με εν μήλοις. 10 αποκρίνεται αδελφιδός μου. 3 ως μήλον εν τοις ξύλοις του δρυμού. έως ου θελήση. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. και καρπός αυτού γλυκύς εν λάρυγγί μου. διαλλόμενος επί τους βουνούς. κρίνον των κοιλάδων. 16 ιδού ει καλός. καλή μου. 2 ως κρίνον εν μέσω ακανθών. και η δεξιά αυτού περιλήψεταί με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τράχηλός σου ως ορμίσκοι. εν αμπελώσιν Εγγαδδί. 12 τα άνθη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1246 . ιδού ει καλή. νάρδος μου έδωκεν οσμήν αυτού. 17 δοκοί οίκων ημών κέδροι. ο αδελφιδός μου. 5 στηρίσατέ με εν μύροις. 8 Φωνή αδελφιδού μου· ιδού ούτος ήκει πηδών επί τα όρη. 15 ιδού ει καλή. 14 βότρυς της κύπρου αδελφιδός μου εμοί. εάν εγείρητε και εξεγείρητε την αγάπην. οφθαλμοί σου περιστεραί. επορεύθη εαυτω. ανά μέσον των μαστών μου αυλισθήσεται. εκκύπτων δια των δικτύων. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΓΩ άνθος του πεδίου. ούτως αδελφιδός μου ανά μέσον των υιών· εν τη σκιά αυτού επεθύμησα και εκάθισα. ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων. 11 ότι ιδού ο χειμών παρήλθεν. ότι τετρωμένη αγάπης εγώ. τάξατε επ ‘ εμέ αγάπην. εν δυνάμεσι και εν ισχύσεσι του αγρού. ελθέ η πλησίον μου. περιστερά μου. 4 εισαγάγετέ με εις οίκον του οίνου. 11 ομοιώματα χρυσίου ποιήσομέν σοι μετά στιγμάτων του αργυρίου. 12 έως ου ο βασιλεύς εν ανακλίσει αυτού. φατνώματα ημών κυπάρισσοι. 13 απόδεσμος της στακτής αδελφιδός μου εμοί.

ανάστα. 5 ωρκισα υμάς. και η όψις σου ωραία. καιρός της τομής έφθακε. εξήκοντα δυνατοί κύκλω αυτής από δυνατών Ισραήλ. έως αν θελήση. ο ποιμαίνων εν τοις κρίνοις. 9 φορείον εποίησεν εαυτω ο βασιλεύς Σαλωμών από ξύλων του Λιβάνου· 10 στύλους αυτού εποίησεν αργύριον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1247 . και ακούτισόν με την φωνήν σου. τω δόρκωνι ή νεβρω ελάφων επί όρη κοιλωμάτων. φωνή της τρυγόνος ηκούσθη εν τη γη ημών. καλή μου. εάν εγείρητε και εξεγείρητε την αγάπην. έδωκαν οσμήν. εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις. 2 αναστήσομαι δη και κυκλώσω εν τη πόλει. ομοιώθητι συ. 6 Τίς αύτη η αναβαίνουσα από της ερήμου ως στελέχη καπνού τεθυμιαμένη σμύρναν και λίβανον από πάντων κονιορτών μυρεψού. 15 πιάσατε ημίν αλώπεκας μικρούς αφανίζοντας αμπελώνας. 8 πάντες κατέχοντες ρομφαίαν. έως ου εισήγαγον αυτόν εις οίκον μητρός μου και εις ταμιείον της συλλαβούσης με. ότι η φωνή σου ηδεία. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. 13 η συκή εξήνεγκεν ολύνθους αυτής. και ελθέ. 17 έως ου διαπνεύση η ημέρα και κινηθώσιν αι σκιαί. και αι άμπελοι ημών κυπρίζουσιν. και ουχ υπήκουσέ μου. περιστερά μου. 14 συ περιστερά μου. έως ου εύρον ον ηγάπησεν η ψυχή μου· εκράτησα αυτόν και ουκ αφήκα αυτόν. 16 αδελφιδός μου εμοί. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΠΙ κοίτην μου εν νυξίν εζήτησα ον ηγάπησεν η ψυχή μου· εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν· εκάλεσα αυτόν. αδελφιδέ μου. εχόμενα του προτειχίσματος· δείξόν μοι την όψιν σου. δεδιδαγμένοι πόλεμον. καγώ αυτω. εν σκέπη της πέτρας. ελθέ. 7 ιδού η κλίνη του Σαλωμών. εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού. ανήρ ρομφαία αυτού επί μηρόν αυτού από θάμβους εν νυξί. και ζητήσω ον ηγάπησεν η ψυχή μου. η πλησίον μου. 4 ως μικρόν ότε παρήλθον απ ‘ αυτών. μη ον ηγάπησεν η ψυχή μου ίδετε. οι κυκλούντες εν τη πόλει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ώφθη εν τη γη. 3 εύροσάν με οι τηρούντες. αι άμπελοι κυπρίζουσιν. εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν. απόστρεψον.

13 αποστολαί σου παράδεισος ροών μετά καρπού ακροδρύων. κάλαμος και κιννάμωμον μετά πάντων ξύλων του Λιβάνου. πηγή εσφραγισμένη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανάκλιτον αυτού χρύσεον· επίβασις αυτού πορφυρά. αδελφή μου νύμφη. 3 ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου. ιδού ει καλή. και οσμή ιματίων σου υπέρ πάντα τα αρώματα. και οσμή ιματίων σου ως οσμή Λιβάνου. 6 έως ου διαπνεύση ημέρα και κινηθώσιν αι σκιαί. πλησίον μου. 7 όλη καλή ει. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 Ιδού ει καλή. 14 νάρδος και κρόκος. ο ωκοδομημένος εις θαλπιώθ· χίλιοι θυρεοί κρέμανται επ ‘ αυτόν. νύμφη. εξέλθατε και ίδετε εν τω βασιλεί Σαλωμών εν τω στεφάνω. τι εκαλλιώθησαν μαστοί σου από οίνου. κύπροι μετά νάρδων. από μανδρών λεόντων. 11 κηρίον αποστάζουσι χείλη σου. αι πάσαι διδυμεύουσαι. τρίχωμά σου ως αγέλαι των αιγών. 2 οδόντες σου ως αγέλαι των κεκαρμένων. δεύρο από Λιβάνου· ελεύση και διελεύση από αρχής πίστεως. πορεύσομαι εμαυτω προς το όρος της σμύρνης και προς τον βουνόν του Λιβάνου. από κεφαλής Σανίρ και Ερμών. σμύρνα αλώθ μετά πάντων πρώτων μύρων. αι απεκαλύφθησαν από του Γαλαάδ. αι ανέβησαν από του λουτρού. και η λαλιά σου ωραία. οφθαλμοί σου περιστεραί εκτός της σιωπήσεώς σου. από ορέων παρδάλεων. αγάπην από θυγατέρων Ιερουσαλήμ. αδελφή μου νύμφη. η πλησίον μου. ω εστεφάνωσεν αυτόν η μήτηρ αυτού εν ημέρα νυμφεύσεως αυτού και εν ημέρα ευφροσύνης καρδίας αυτού. 10 τι εκαλλιώθησαν μαστοί σου. πάσαι βολίδες των δυνατών. κήπος κεκλεισμένος. 15 πηγή κήπου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1248 . 5 δύο μαστοί σου ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος οι νεμόμενοι εν κρίνοις. νύμφη· μέλι και γάλα υπό την γλώσσάν σου. ως λέπυρον ροάς μήλόν σου εκτός της σιωπήσεώς σου. 4 ως πύργος Δαυϊδ τράχηλός σου. 12 κήπος κεκλεισμένος. εντός αυτού λιθόστρωτον. 11 θυγατέρες Σιών. 8 δεύρο από Λιβάνου. και μώμος ουκ έστιν εν σοί. και ατεκνούσα ουκ έστιν εν αυταίς. εν μια ενθέματι τραχήλων σου. αδελφή μου νύμφη· εκαρδίωσας ημάς ενί από οφθαλμών σου. 9 εκαρδίωσας ημάς.

Πως ενδύσομαι αυτόν. τελεία μου. βορρά. η καλή εν γυναιξί. 10 Αδελφιδός μου. αδελφή μου νύμφη. ότι η κεφαλή μου επλήσθη δρόσου και οι βόστρυχοί μου ψεκάδων νυκτός. και η κοιλία μου εθροήθη επ ‘ αυτόν. και πίετε και μεθύσθητε. μέλανες ως κόραξ· 12 οφθαλμοί αυτού ως περιστεραί επί πληρώματα υδάτων λελουσμέναι εν γάλακτι. λευκός και πυρρός. 2 Εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί. εζήτησα αυτόν και ουχ εύρον αυτόν. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. έπιον οίνόν μου μετά γάλακτός μου· φάγετε. η πλησίον μου. αδελφή μου. και ρευσάτωσαν αρώματά μου· καταβήτω αδελφιδός μου εις κήπον αυτού και φαγέτω καρπόν ακροδρύων αυτού. φωνή αδελφιδού μου κρούει επί την θύραν. 4 αδελφιδός μου απέστειλε χείρα αυτού από της οπής. νότε. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΕΙΣΗΛΘΟΝ εις κήπόν μου. εκάλεσα αυτόν και ουχ υπήκουσέ μου. δάκτυλοί μου σμύρναν πλήρη επί χείρας του κλείθρου. 8 ωρκισα υμάς. βόστρυχοι αυτού ελάται. ετρύγησα σμύρναν μου μετά αρωμάτων μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ φρέαρ ύδατος ζώντος και ροιζούντος από του Λιβάνου. περιστερά μου. 6 ήνοιξα εγώ τω αδελφιδω μου· αδελφιδός μου παρήλθε. 3 Εξεδυσάμην τον χιτώνά μου. επάταξάν με. ότι τετρωμένη αγάπης εγώ ειμι. πλησίοι. Πως μολυνώ αυτούς. 7 εύροσάν με οι φύλακες οι κυκλούντες εν τη πόλει. τι αδελφιδός σου από αδελφιδού. ετραυμάτισάν με· ήραν το θέριστρόν μου απ ‘ εμού φύλακες των τειχέων. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 16 Εξεγέρθητι. Άνοιξόν μοι. καθήμεναι επί πληρώματα· 13 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1249 . τι απαγγείλητε αυτω. ότι ούτως ωρκισας ημάς. εκλελοχισμένος από μυριάδων· 11 κεφαλή αυτού χρυσίον καιφάζ. έφαγον άρτον μου μετά μέλιτός μου. χείρές μου έσταξαν σμύρναν. διάπνευσον κήπόν μου. 9 Τί αδελφιδός σου από αδελφιδού. ψυχή μου εξήλθεν εν λόγω αυτού. αδελφοί. 5 ανέστην εγώ ανοίξαι τω αδελφιδω μου. ενιψάμην τους πόδας μου. εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού· εάν εύρητε τον αδελφιδόν μου. και έρχου.

που απέβλεψεν ο αδελφιδός σου. θάμβος ως τεταγμέναι. και ατεκνούσα ουκ έστιν εν αυταίς. αι ανεφάνησαν από του Γαλαάδ. τελεία μου. ως λέπυρον της ροάς μήλόν σου εκτός της σιωπήσεώς σου. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. 9 μία εστί περιστερά μου. ότι αυτοί ανεπτέρωσάν με. 3 εγώ τω αδελφιδω μου. βασίλισσαι και γε παλλακαί και αινέσουσιν αυτήν. τρίχωμά σου ως αγέλαι των αιγών. θάμβος ως τεταγμέναι. 2 Αδελφιδός μου κατέβη εις κήπον αυτού εις φιάλας του αρώματος ποιμαίνειν εν κήποις και συλλέγειν κρίνα. εκλεκτός ως κέδροι· 16 φάρυγξ αυτού γλυκασμοί και όλος επιθυμία· ούτος αδελφιδός μου και ούτος πλησίον μου. είδοσαν αυτήν θυγατέρες και μακαριούσιν αυτήν. ως ευδοκία. αι ανέβησαν από του λουτρού. 7 ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου και η λαλιά σου ωραία. και αδελφιδός μου εμοί. εκλεκτή εστι τη τεκούση αυτήν. καλή ως σελήνη. εκλεκτή ως ο ήλιος. μία εστί τη μητρί αυτής. και ζητήσομεν αυτόν μετά σου. 4 Καλή ει. 10 τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος. η καλή εν γυναιξί. και νεάνιδες ων ουκ έστιν αριθμός. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1250 . 6 οδόντες σου ως αγέλαι των κεκαρμένων. 8 εξήκοντά εισι βασίλισσαι. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΠΟΥ απήλθεν ο αδελφιδός σου. 5 απόστρεψον οφθαλμούς σου απεναντίον μου. ο ποιμαίνων εν τοις κρίνοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σιαγόνες αυτού ως φιάλαι του αρώματος φύουσαι μυρεψικά· χείλη αυτού κρίνα στάζοντα σμύρναν πλήρη· 14 χείρες αυτού τορευταί χρυσαί πεπληρωμέναι Θαρσίς· κοιλία αυτού πυξίον ελεφάντινον επί λίθου σαπφείρου· 15 κνήμαι αυτού στύλοι μαρμάρινοι τεθεμελιωμένοι επί βάσεις χρυσάς· είδος αυτού ως Λίβανος. αι πάσαι διδυμεύουσαι. η πλησίον μου. ωραία ως Ιερουσαλήμ. και ογδοήκοντα παλλακαί.

ήνθησαν αι ροαί· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοί. επίστρεφε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 11 Εις κήπον καρύας κατέβην ιδείν εν γεννήμασι του χειμάρρου. αδελφιδέ μου. και επ ‘ εμέ η επιστροφή αυτού. και οψόμεθα εν σοί. ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος· 5 ο τράχηλός σου ως πύργος ελεφάντινος· οι οφθαλμοί σου ως λίμναι εν Εσεβών. 12 ελθέ. 12 ουκ έγνω η ψυχή μου· έθετό με άρματα Αμιναδάβ. εξήνθησαν αι ροαί· εκεί δώσω τους μαστούς μου σοί. 7 τι ωραιώθης και τι ηδύνθης αγάπη. κρατήσω των ύψεων αυτού. ικανούμενος χείλεσί μου και οδούσιν. ωμοιώθης τω φοίνικι και οι μαστοί σου τοις βότρυσιν. ετήρησά σοι. θύγατερ Ναδάβ· ρυθμοί μηρών όμοιοι ορμίσκοις. 11 Εγώ τω αδελφιδω μου. 14 οι μανδραγόραι έδωκαν οσμήν. εξέλθωμεν εις αγρόν. και επί θύραις ημών πάντα ακρόδρυα. 2 ωραιώθησαν διαβήματά σου εν υποδήμασί σου. νέα προς παλαιά. έργον τεχνίτου· 3 ομφαλός σου κρατήρ τορευτός μη υστερούμενος κράμα· κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη εν κρίνοις· 4 δύο μαστοί σου. αυλισθώμεν εν κώμαις· 13 ορθρίσωμεν εις αμπελώνας. επίστρεφε. ίδωμεν ει ήνθησεν η άμπελος. η Σουλαμίτις· επίστρεφε. 8 τούτο μέγεθός σου. και έσονται δη μαστοί σου ως βότρυες της αμπέλου και οσμή ρινός σου ως μήλα 10 και ο λάρυγξ σου ως οίνος ο αγαθός. εν πύλαις θυγατρός πολλών· μυκτήρ σου ως πύργος του Λιβάνου σκοπεύων πρόσωπον Δαμασκού· 6 κεφαλή σου επί σε ως Κάρμηλος. και πλόκιον κεφαλής σου ως πορφύρα. εν τρυφαίς σου. ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΠΙΣΤΡΕΦΕ. τι όψεσθε εν τη Σουλαμίτιδι. ήνθησεν ο κυπρισμός. αδελφιδέ μου. η ερχομένη ως χοροί των παρεμβολών. ιδείν ει ήνθισεν η άμπελος. βασιλεύς δεδεμένος εν παραδρομαίς. πορευόμενος τω αδελφιδω μου εις ευθύτητα. 9 είπα· αναβήσομαι επί τω φοίνικι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1251 .

εταίροι προσέχοντες τη φωνή σου· ακούτισόν με· 14 φύγε. και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν. 5 Τίς αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη. εισάξω σε εις οίκον μητρός μου και εις ταμιείον της συλλαβούσης με· ποτιώ σε από οίνου του μυρεψικού. εάν δω ανήρ πάντα τον βίον αυτού εν τη αγάπη. έως αν θελήση. από νάματος ροών μου. διαγράψωμεν επ ‘ αυτήν σανίδα κεδρίνην. και μαστοί μου ως πύργοι· εγώ ήμην εν οφθαλμοίς αυτών ως ευρίσκουσα ειρήνην. 13 ο καθήμενος εν κήποις. 11 αμπελών εγενήθη τω Σαλωμών εν Βεελαμών· έδωκε τον αμπελώνα αυτού τοις τηρούσιν. ανήρ οίσει εν καρπω αυτού χιλίους αργυρίου. υπό μήλον εξήγειρά σε· εκεί ωδίνησέ σε η μήτηρ σου. εν ταις δυνάμεσι και εν ταις ισχύσεσι του αγρού εάν εγείρητε και εάν εξεγείρητε την αγάπην. σκληρός ως άδης ζήλος· περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός. και γε ουκ εξουδενώσουσί μοι. οικοδομήσωμεν επ ‘ αυτήν επάλξεις αργυράς· και ει θύρα εστί. 12 αμπελών μου εμός ενώπιόν μου· οι χίλιοι Σαλωμών και οι διακόσιοι τοις τηρούσι τον καρπόν αυτού. φλόγες αυτής· 7 ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην. εκεί ωδίνησέ σε η τεκούσά σε. ευρούσά σε έξω φιλήσω σε. και η δεξιά αυτού περιλήψεταί με. θηλάζοντα μαστούς μητρός σου. ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου· ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1252 . επιστηριζομένη επί τον αδελφιδόν αυτής. θυγατέρες Ιερουσαλήμ. 10 εγώ τείχος. 8 αδελφή ημών μικρά και μαστούς ουκ έχει· τι ποιήσωμεν τη αδελφή ημών εν ημέρα. και ομοιώθητι τη δορκάδι ή τω νεβρω των ελάφων επί όρη των αρωμάτων. 3 ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου. ή εάν λαληθή εν αυτη. 9 ει τείχός εστιν. αδέλφιδέ μου. 4 ωρκισα υμάς. εξουδενώσει εξουδενώσουσιν αυτόν. αδελφιδέ μου. 2 παραλήψομαί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΤΙΣ δώη σε. 6 θές με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου.

και εν απλότητι καρδίας ζητήσατε αυτόν· 2 ότι ευρίσκεται τοις μη πειράζουσιν αυτόν. 6 φιλάνθρωπον γαρ πνεύμα σοφία και ουκ αθωώσει βλάσφημον από χειλέων αυτού· ότι των νεφρών αυτού μάρτυς ο Θεός και της καρδίας αυτού επίσκοπος αληθής και της γλώσσης ακουστής· 7 ότι πνεύμα Κυρίου πεπλήρωκε την οικουμένην. 4 ότι εις κακότεχνον ψυχήν ουκ εισελεύσεται σοφία. και θρούς γογγυσμών ουκ αποκρύπτεται. 12 μη ζηλούτε θάνατον εν πλάνη ζωής υμών. και το συνέχον τα πάντα γνώσιν έχει φωνής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ------------------------------------------------------- ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΑΓΑΠΗΣΑΤΕ δικαιοσύνην. 15 δικαιοσύνη γαρ αθάνατός εστιν. μηδέ επισπάσθε όλεθρον έργοις χειρών υμών· 13 ότι ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν. οι κρίνοντες την γην. δοκιμαζομένη τε η δύναμις ελέγχει τους άφρονας. εμφανίζεται δε τοις μη απιστούσιν αυτω. φρονήσατε περί του Κυρίου εν αγαθότητι. ουδέ κατοικήσει εν σώματι κατάχρεω αμαρτίας· 5 άγιον γαρ πνεύμα παιδείας φεύξεται δόλον και απαναστήσεται από λογισμών ασυνέτων και ελεγχθήσεται επελθούσης αδικίας. ουδέ μη παροδεύση αυτόν ελέγχουσα η δίκη. ουδέ τέρπεται επ ‘ απωλεία ζώντων. 8 δια τούτο φθεγγόμενος άδικα ουδείς μη λάθη. στόμα δε καταψευδόμενον αναιρεί ψυχήν. και σωτήριοι αι γενέσεις του κόσμου. λόγων δε αυτού ακοή προς Κύριον ήξει εις έλεγχον ανομημάτων αυτού· 10 ότι ους ζηλώσεως ακροάται τα πάντα. 9 εν γαρ διαβουλίοις ασεβούς εξέτασις έσται. φίλον ηγησάμενοι αυτόν ετάκησαν και συνθήκην έθεντο προς αυτόν. και ουκ έστιν εν αυταίς φάρμακον ολέθρου ούτε άδου βασίλειον επί γης. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1253 . 14 έκτισε γαρ εις το είναι τα πάντα. 16 Ασεβείς δε ταις χερσί και τοις λόγοις προσεκαλέσαντο αυτόν. ότι άξιοί εισι της εκείνου μερίδος είναι. 11 φυλάξασθε τοίνυν γογγυσμόν ανωφελή και από καταλαλιάς φείσασθε γλώσσης· ότι φθέγμα λαθραίον κενόν ου πορεύσεται. 3 σκολιοί γαρ λογισμοί χωρίζουσιν από Θεού.

2 ότι αυτοσχεδίως εγεννήθημεν. και ουκ έστιν ίασις εν τελευτη ανθρώπου. και πειράσωμεν τα εν εκβάσει αυτού· 18 ει γαρ εστιν ο δίκαιος υιος Θεού. και ουθείς μνημονεύσει των έργων ημών· και παρελεύσεται ο βίος ημών ως ίχνη νεφέλης και ως ομίχλη διασκεδασθήσεται διωχθείσα υπό ακτίνων ηλίου και υπό θερμότητος αυτού βαρυνθείσα. ότι κατεσφραγίσθη. 8 στεψώμεθα ρόδων κάλυξι πριν ή μαρανθήναι. μηδέ πρεσβύτου εντραπώμεν πολιάς πολυχρονίους. και ουκ εγνώσθη ο αναλύσας εξ άδου. πανταχή καταλίπωμεν σύμβολα της ευφροσύνης. αντιλήψεται αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1254 . 10 καταδυναστεύσωμεν πένητα δίκαιον. και ουδείς αναστρέφει. 17 ίδωμεν ει οι λόγοι αυτού αληθείς. 12 ενεδρεύσωμεν δε τον δίκαιον. 9 μηδείς ημών άμοιρος έστω της ημετέρας αγερωγίας. μη φεισώμεθα χήρας. ότι αύτη η μερίς ημών και ο κλήρος ούτος. και απέχεται των οδών ημών ως από ακαθαρσιών· μακαρίζει έσχατα δικαίων και αλαζονεύεται πατέρα Θεόν. 15 ότι ανόμοιος τοις άλλοις ο βίος αυτού. ότι δύσχρηστος ημίν εστι και εναντιούται τοις έργοις ημών και ονειδίζει ημίν αμαρτήματα νόμου και επιφημίζει ημίν αμαρτήματα παιδείας ημών· 13 επαγγέλλεται γνώσιν έχειν Θεού και παίδα Κυρίου εαυτόν ονομάζει· 14 εγένετο ημίν εις έλεγχον εννοιών ημών· βαρύς εστιν ημίν καύ βλεπόμενος. το γαρ ασθενές άχρηστον ελέγχεται. και ουκ έστιν αναποδισμός της τελευτής ημών. 5 σκιάς γαρ πάροδος ο βίος ημών. 11 έστω δε ημών η ισχύς νόμος της δικαιοσύνης. και μη παροδευσάτω ημάς άνθος αέρος. 4 και το όνομα ημών επιλησθήσεται εν χρόνω. και ο λόγος σπινθήρ εν κινήσει καρδίας ημών. 3 ου σβεσθέντος τέφρα αποβήσεται το σώμα και το πνεύμα διαχυθήσεται ως χαύνος αήρ. 7 οίνου πολυτελούς και μύρων πλησθώμεν. 6 δεύτε ουν και απολαύσωμεν των όντων αγαθών και χρησώμεθα τη κτίσει ως εν νεότητι σπουδαίως. και μετά τούτο εσόμεθα ως ουχ υπάρξαντες· ότι καπνός η πνοή εν ρισίν ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΙΠΟΝ γαρ εν εαυτοίς λογισάμενοι ουκ ορθώς· ολίγος εστί και λυπηρός ο βίος ημών. και εξηλλαγμέναι αι τρίβοι αυτού· 16 εις κίβδηλον ελογίσθημεν αυτω.

και οι πιστοί εν αγάπη προσμενούσιν αυτω. και οι κόποι ανόνητοι και άχρηστα τα έργα αυτών· 12 αι γυναίκες αυτών άφρονες. 25 πειράζουσι δε αυτόν οι της εκείνου μερίδος όντες. οι αμελήσαντες του δικαίου και του Κυρίου αποστάντες. και ου μη άψηται αυτών βάσανος. 2 έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι. 11 σοφίαν γαρ και παιδείαν ο εξουθενών ταλαίπωρος. 13 ότι μακαρία στείρα η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1255 . και επλανήθησαν· απετύφλωσε γαρ αυτούς η κακία αυτών. και κενή η ελπίς αυτών. ίνα γνώμεν την επικείκειαν αυτού και δοκιμάσωμεν την ανεξικακίαν αυτού· 20 θανάτω ασχήμονι καταδικάσωμεν αυτόν. 22 και ουκ έγνωσαν μυστήρια Θεού. οι δε εισιν εν ειρήνη. 19 ύβρει και βασάνω ετάσωμεν αυτόν. επικατάρατος η γένεσις αυτών. 10 Οι δε ασεβείς καθά ελογίσαντο έξουσιν επιτιμίαν. και πονηρά τα τέκνα αυτών. και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού. 9 οι πεποιθότες επ ‘ αυτω συνήσουσιν αλήθειαν. ότι ο Θεός επείρασεν αυτούς και εύρεν αυτούς αξίους εαυτού· 6 ως χρυσόν εν χωνευτηρίω εδοκίμασεν αυτούς και ως ολοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αυτούς. και ελογίσθη κάκωσις η έξοδος αυτών 3 και η αφ ‘ ημών πορεία σύντριμμα. 23 ότι ο Θεός έκτισε τον άνθρωπον επ ‘ αφθαρσία και εικόνα της ιδίας ιδιότητος εποίησεν αυτόν· 24 φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον. η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης· 5 και ολίγα παιδευθέντες μεγάλα ευεργετηθήσονται. ουδέ έκριναν γέρας ψυχών αμώμων. 7 και εν καιρω επισκοπής αυτών αναλάμψουσι και ως σπινθήρες εν καλάμη διαδραμούνται· 8 κρινούσιν έθνη και κρατήσουσι λαών. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΔΙΚΑΙΩΝ δε ψυχαί εν χειρί Θεού. 4 και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν. ουδέ μισθόν ήλπισαν οσιότητος. έσται γαρ αυτού επισκοπή εκ λόγων αυτού. και βασιλεύσει αυτών Κύριος εις τους αιώνας. ότι χάρις και έλεος εν τοις οσίοις αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ρύσεται αυτόν εκ χειρός ανθεστηκότων. 21 Ταύτα ελογίσαντο.

και άτιμον επ ‘ εσχάτων το γήρας αυτών· 18 εάν τε οξέως τελευτήσωσιν. και εκ παρανόμου κοίτης σπέρμα αφανισθήσεται. ουδέ εν ημέρα διαγνώσεως παραμύθιον· 19 γενεάς γαρ αδίκου χαλεπά τα τέλη. άωρος εις βρώσιν και εις ουθέν επιτήδειος· 6 εκ γαρ ανόμων ύπνων τέκνα γεννώμενα μάρτυρές εισι πονηρίας κατά γονέων εν εξετασμω αυτών. 10 ευάρεστος τω Θεω γενόμενος ηγαπήθη και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη· 11 ηρπάγη. επισφαλώς βεβηκότα υπό ανέμου σαλευθήσεται και υπό βίας ανέμων εκριζωθήσεται. ήτις ουκ έγνω κοίτην εν παραπτώματι. εις ουθέν λογισθήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμίαντος. εν αναπαύσει έσται· 8 γήρας γαρ τίμιον ου το πολυχρόνιον ουδέ αριθμω ετών μεμέτρηται· 9 πολιά δε εστι φρόνησις ανθρώποις και ηλικία γήρως βίος ακηλίδωτος. 5 περικλασθήσονται κλώνες ατέλεστοι. 3 πολύγονον δε ασεβών πλήθος ου χρησιμεύσει. 13 τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς. και ρεμβασμός επιθυμίας μεταλλεύει νουν άκακον. ότι και παρά Θεω γινώσκεται και παρά ανθρώποις· 2 παρούσάν τε μιμούνται αυτήν και ποθούσιν απελθούσαν· και εν τω αιώνι στεφανηφορούσα πομπεύει τον των αμιάντων άθλων αγώνα νικήσασα. 17 εάν τε γαρ μακρόβιοι γένωνται. ουχ έξουσιν ελπίδα. δοθήσεται γαρ αυτω της πίστεως χάρις εκλεκτή και κλήρος εν ναω Κυρίου θυμηρέστερος. και αδιάπτωτος η ρίζα της φρονήσεως. 16 τέκνα δε μοιχών ατέλεστα έσται. και εκ νόθων μοσχευμάτων ου δώσει ρίζαν εις βάθος. ουδέ ασφαλή βάσιν εδράσει· 4 καν γαρ εν κλάδοις προς καιρόν αναθάλη. μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού· 12 βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά. έξει καρπόν εν επισκοπή ψυχών. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΡΕΙΣΣΩΝ ατεκνία μετά αρετής· αθανασία γαρ εστιν εν μνήμη αυτής. 14 και ευνούχος ο μη εργασάμενος εν χειρί ανόμημα. και ο καρπός αυτών άχρηστος. 15 αγαθών γαρ πόνων καρπός ευκλεής. 7 Δίκαιος δε εάν φθάση τελευτήσαι. 14 αρεστή γαρ ην Κυρίω η Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1256 . μηδέ ενθυμηθείς κατά του Κυρίου πονηρά.

και ελέγξει αυτούς εξεναντίας τα ανομήματα αυτών. 8 τι ωφέλησεν ημάς η υπερηφανία. 5 Πως κατελογίσθη εν υιοίς Θεού και εν αγίοις ο κλήρος αυτού εστιν. οι δε λαοί ιδόντες και μη νοήσαντες. την δε οδόν Κυρίου ουκ έγνωμεν. ότι ρήξει αυτούς αφώνους πρηνείς και σαλεύσει αυτούς εκ θεμελίων και έως εσχάτου χερσωθήσονται και έσονται εν οδύνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας. 20 ελεύσονται εν συλλογισμω αμαρτημάτων αυτών δειλοί. 2 ιδόντες ταραχθήσονται φόβω δεινω και εκστήσονται επί τω παραδόξω της σωτηρίας. αυτούς δε ο Κύριος εκγελάσεται 19 και έσονται μετά τούτο εις πτώμα άτιμον και εις ύβριν εν νεκροίς δι ‘ αιώνος. κινουμένων πτερύγων διωδεύθη. ουδέ ατραπόν τρόπιος αυτής εν κύμασιν· 11 ή ως ορνέου διαπτάντος αέρα ουθέν ευρίσκεται τεκμήριον πορείας. και τι πλούτος μετά αλαζονίας συμβέβληται ημίν. 16 κατακρινεί δε δίκαιος καμών τους ζώντας ασεβείς και νεότης τελεσθείσα ταχέως πολυετές γήρας αδίκου· 17 όψονται γαρ τελευτήν σοφού και ου νοήσουσι τι εβουλεύσατο περί αυτού και εις τι ησφαλίσατο αυτόν ο Κύριος. πληγή δε ταρσών μαστιζόμενον πνεύμα κούφον και σχιζόμενον βία ροίζου. και ο ήλιος ουκ ανέτειλεν ημίν· 7 ανομίας ενεπλήσθημεν τρίβοις και απωλείας και διωδεύσαμεν ερήμους αβάτους. ης διαβάσης ουκ έστιν ίχνος ευρείν. 3 ερούσιν εν εαυτοίς μετανοούντες και δια στενοχωρίαν πνεύματος στενάξονται και ερούσιν· 4 ούτος ην ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν ονειδισμού οι άφρονες· τον βίον αυτού ελογισάμεθα μανίαν και την τελευτήν αυτού άτιμον. 6 άρα επλανήθημεν από οδού αληθείας. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΤΟΤΕ στήσεται εν παρρησία πολλή ο δίκαιος κατά πρόσωπον των θλιψάντων αυτόν και των αθετούντων τους πόνους αυτού. και η μνήμη αυτών απολείται. 18 όψονται και εξουθενήσουσιν. 15 ότι χάρις και έλεος εν τοις εκλεκτοίς αυτού και επισκοπή εν τοις οσίοις αυτού. και μετά τούτο ουχ ευρέθη σημείον επιβάσεως εν αυτω· 12 ή ως βέλους βληθέντος επί σκοπόν. και το της δικαιοσύνης φως ουκ έλαμψεν ημίν. 9 παρήλθεν εκείναι πάντα ως σκιά και ως αγγελία παρατρέχουσα· 10 ως ναύς διερχομένη κυμαινόμενον ύδωρ. τμηθείς ο αήρ ευθέως εις εαυτόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1257 . μηδέ θέντες επί διανοία το τοιούτον.

16 δια τούτο λήψονται το βασίλειον της ευπρεπείας και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ουν. 23 αντιστήσεται αυτοίς πνεύμα δυνάμεως και ως λαίλαψ εκλικμήσει αυτούς. και η φροντίς αυτών παρά Υψίστω. 2 ενωτίσασθε οι κρατούντες πλήθους και γεγαυρωμένοι επί όχλοις εθνών· 3 ότι εδόθη παρά του Κυρίου η κράτησις υμίν και η δυναστεία παρά Υψίστου. ουδέ κατά την βουλήν του Θεού επορεύθητε. 20 οξυνεί δε απότομον οργήν εις ρομφαίαν. εν δε τη κακία ημών κατεδαπανήθημεν. 6 ο γαρ ελάχιστος συγγνωστός εστιν ελέους. συνεκπολεμήσει δε αυτω ο κόσμος επί τους παράφρονας. 13 ούτως και ημείς γεννηθέντες εξελίπομεν και αρετής μεν σημείον ουδέν έσχομεν δείξαι. και σύνετε· μάθετε. ότι μικρόν και μέγαν αυτός εποίησεν ομοίως τε προνοεί περί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1258 . δυνατοί δε δυνατώς ετασθήσονται· 7 ου γαρ υποστελείται πρόσωπον ο πάντων δεσπότης. 21 πορεύσονται εύστοχοι βολίδες αστραπών και ως από ευκύκλου τόξου των νεφών επί σκοπόν αλούνται. αγανακτήσει κατ ‘ αυτών ύδωρ θαλάσσης. 5 φρικτώς και ταχέως επιστήσεται υμίν. ότι τη δεξιά σκεπάσει αυτούς και τω βραχίονι υπερασπιεί αυτών. 15 Δίκαιοι δε εις τον αιώνα ζώσι. 14 ότι ελπίς ασεβούς ως φερόμενος χνούς υπό ανέμου και ως πάχνη υπό λαίλαπος διωχθείσα λεπτή και ως καπνός υπό ανέμου διεχύθη και ως μνεία καταλύτου μονοημέρου παρώδευσε. βασιλείς. ουδέ εφυλάξατε νόμον. και ερημώσει πάσαν την γην ανομία. και εν Κυρίω ο μισθός αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανελύθη ως αγνοήσαι την δίοδον αυτού. ποταμοί δε συγκλύσουσιν αποτόμως. ότι κρίσις απότομος εν τοις υπερέχουσι γίνεται. και η κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστών. ουδέ εντραπήσεται μέγεθος. 22 και εκ πετροβόλου θυμού πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. ος εξετάσει υμών τα έργα και τας βουλάς διερευνήσει· 4 ότι υπηρέται όντες της αυτού βασιλείας ουκ εκρίνατε ορθώς. δικασταί περάτων γης. 17 λήψεται πανοπλίαν τον ζήλον αυτού και οπλοποιήσει την κτίσιν εις άμυναν εχθρών· 18 ενδύσεται θώρακα δικαιοσύνην και περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ανυπόκριτον· 19 λήψεται ασπίδα ακαταμάχητον οσιότητα.

ίνα μάθητε σοφίαν και μη παραπέσητε· 10 οι γαρ φυλάξαντες οσίως τα όσια οσιωθήσονται. ίνα εις τον αιώνα βασιλεύσητε. τύραννοι λαών. 17 αρχή γαρ αυτής η αληθεστάτη παιδείας επιθυμία. 9 προς υμάς ουν. 14 ο ορθρίσας προς αυτήν ου κοπιάσει. ότι ούτος ου κοινωνήσει σοφία. και οι διδαχθέντες αυτά ευρήσουσιν απολογίαν. 23 ούτε μην φθόνω τετηκότι συνοδεύσω. τιμήσατε σοφίαν. 12 Λαμπρά και αμάραντός εστιν η σοφία και ευχερώς θεωρείται υπό των αγαπώντων αυτήν και ευρίσκεται υπό των ζητούντων αυτήν. φροντίς δε παιδείας αγάπη. 3 και εγώ δε γενόμενος έσπασα τον κοινόν αέρα και επί την ομοιοπαθή κατέπεσον γην. προσοχή δε νόμων βεβαίωσις αφθαρσίας. και ο αγρυπνήσας δι ‘ αυτήν ταχέως αμέριμνος έσται· 16 ότι τους αξίους αυτής αύτη περιέρχεται ζητούσα και εν ταις τρίβοις φαντάζεται αυτοίς ευμενώς και εν πάση επινοία υπαντά αυτοίς. 19 αφθαρσία δε εγγύς είναι ποιεί Θεού. 13 φθάνει τους επιθυμούντας προγνωσθήναι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντων· 8 τοις δε κραταιοίς ισχυρά εφίσταται έρευνα. και ωφεληθήσεσθε. οι λόγοι μου. πάρεδρον γαρ ευρήσει των πυλών αυτού. ποθήσατε και παιδευθήσεσθε. πρώτην φωνήν την ομοίαν πάσιν ίσα κλαίων· 4 εν σπαργάνοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1259 . 18 αγάπη δε τήρησις νόμων αυτής. 22 τι δε εστι σοφία και Πως εγένετο. 20 επιθυμία άρα σοφίας ανάγει επί βασιλείαν. απαγγελώ και ουκ αποκρύψω υμίν μυστήρια. αλλά απ ‘ αρχής γενέσεως εξιχνιάσω και θήσω εις το εμφανές την γνώσιν αυτής και ου μη παροδεύσω την αλήθειαν. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΕΙΜΙ μεν καγώ θνητός άνθρωπος ίσος άπασι και γηγενούς απόγονος πρωτοπλάστου· και εν κοιλία μητρός εγλύφην σάρξ 2 δεκαμηνιαίω χρόνω παγείς εν αίματι εκ σπέρματος ανδρός και ηδονής ύπνω συνελθούσης. 24 πλήθος δε σοφών σωτηρία κόσμου. και βασιλεύς φρόνιμος ευστάθεια δήμου. ω τύραννοι. 21 ει ουν ήδεσθε επί θρόνοις και σκήπτροις. 25 ωστε παιδεύσθε τοις ρήμασί μου. 15 το γαρ ενθυμηθήναι περί αυτής φρονήσεως τελειότης. 11 επιθυμήσατε ουν των λόγων μου.

βέβαιον. άγιον. ότι αυτών ηγείται σοφία. ότι αυτός και της σοφίας οδηγός εστι και των σοφών διορθωτής. τρανόν. τροπών αλλαγάς και μεταβολάς καιρών. 21 όσα τέ εστι κρυπτά και εμφανή έγνων· η γαρ πάντων τεχνίτις εδίδαξέ με σοφία. 27 μία δε ούσα πάντα δύναται και μένουσα εν αυτη τα πάντα καινίζει και κατά γενεάς εις ψυχάς οσίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1260 . τον πλούτον αυτής ουκ αποκρύπτομαι· 14 ανεκλιπής γαρ θησαυρός εστιν ανθρώποις. ακώλυτον. ότι ο πας χρυσός εν όψει αυτής ψάμμος ολίγη. παντοδύναμον. φιλάγαθον. αμέριμνον. απήμαντον. ον οι χρησάμενοι προς Θεόν εστείλαντο φιλίαν δια τας εκ παιδείας δωρεάς συσταθέντες. διήκει δε και χωρεί δια πάντων δια την καθαρότητα· 25 ατμίς γαρ εστι της του Θεού δυνάμεως και απόρροια της του Παντοκράτορος δόξης ειλικρινής· δια τούτο ουδέν μεμιαμμένον εις αυτήν παρεμπίπτει. 18 αρχήν και τέλος και μεσότητα χρόνων. 12 ευφράνθην δε επί πάσιν. 22 Έστι γαρ εν αυτη πνεύμα νοερόν. ευεργετικόν. έξοδός τε ίση. ότι ακοίμητον το εκ ταύτης φέγγος. και φρόνησις εδόθη μοι· επεκαλεσάμην. ηγνόουν δε αυτήν γενέτιν είναι τούτων. 19 ενιαυτών κύκλους και αστέρων θέσεις. 10 υπέρ υγίειαν και ευμορφίαν ηγάπησα αυτήν και προειλόμην αυτήν αντί φωτός έχειν. 23 φιλάνθρωπον. λεπτόν. 7 δια τούτο ηυξάμην. ασφαλές. πολυμερές. 20 φύσεις ζώων και θυμούς θηρίων. 17 αυτός γαρ μοι έδωκε των όντων γνώσιν αψευδή ειδέναι σύστασιν κόσμου και ενέργειαν στοιχείων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανετράφην και εν φροντίσιν· 5 ουδείς γαρ βασιλεύς ετέραν έσχε γενέσεως αρχήν. 6 μία δε πάντων είσοδος εις τον βίον. και ήλθέ μοι πνεύμα σοφίας. 16 εν γαρ χειρί αυτού και ημείς και οι λόγοι ημών πάσά τε φρόνησις και εργατειών επιστήμη. πνευμάτων βίας και διαλογισμούς ανθρώπων. 13 αδόλως τε έμαθον αφθόνως τε μεταδίδωμι. 15 Εμοί δε δώη ο Θεός ειπείν κατά γνώμην και ενθυμηθήναι αξίως των δεδομένων. σαφές. 11 ήλθε δε μοι τα αγαθά ομού πάντα μετ ‘ αυτής και αναρίθμητος πλούτος εν χερσίν αυτής. διαφοράς φυτών και δυνάμεις ριζών. 26 απαύγασμα γαρ εστι φωτός αϊδίου και έσοπτρον ακηλίδωτον της του Θεού ενεργείας και εικών της αγαθότητος αυτού. ευκίνητον. πανεπίσκοπον και δια πάντων χωρούν πνευμάτων νοερών καθαρών λεπτοτάτων. 24 πάσης γαρ κινήσεως κινητικώτερον σοφία. αμόλυντον. 8 προέκρινα αυτήν σκήπτρων και θρόνων και πλούτον ουδέν ηγησάμην εν συγκρίσει αυτής· 9 ουδέ ωμοίωσα αυτη λίθον ατίμητον. οξύ. μονογενές. και ως πηλός λογισθήσεται άργυρος εναντίον αυτής.

οίδε τα αρχαία και τα μέλλοντα εικάζειν. 6 ει δε φρόνησις εργάζεται. 5 ει δε πλούτός εστιν επιθυμητόν κτήμα εν βίω. και έθνη υποταγήσεταί μοι· 15 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1261 . τι σοφίας πλουσιώτερον της τα πάντα εργαζομένης. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΔΙΑΤΕΙΝΕΙ δε από πέρατος εις πέρας ευρώστως και διοικεί τα πάντα χρηστώς. 29 έστι γαρ αύτη ευπρεπεστέρα ηλίου και υπέρ πάσαν άστρων θέσιν. ευρίσκεται προτέρα· 30 τούτο μεν γαρ διαδέχεται νύξ. 2 Ταύτην εφίλησα και εξεζήτησα εκ νεότητός μου και εζήτησα νύμφην αγαγέσθαι εμαυτω και εραστής εγενόμην του κάλλους αυτής. 7 και ει δικαιοσύνην αγαπά τις. ειδώς ότι έσται μοι σύμβουλος αγαθών και παραίνεσις φροντίδων και λύπης. 13 έξω δι ‘ αυτήν αθανασίαν και μνήμην αιώνιον τοις μετ ‘ εμέ απολείψω. 3 ευγένειαν δοξάζει συμβίωσιν Θεού έχουσα. 9 έκρινα τοίνυν ταύτην αγαγέσθαι προς συμβίωσιν. 14 διοικήσω λαούς. φωτί συγκρινομένη. ων χρησιμώτερον ουδέν εστιν εν βίω ανθρώποις. δικαιοσύνην και ανδρείαν. τις αυτής των όντων μάλλόν εστι τεχνίτις. επίσταται στροφάς λόγων και λύσεις αινιγμάτων. σοφίας δε ου κατισχύει κακία. οι πόνοι ταύτης εισίν αρεταί· σωφροσύνην γαρ και φρόνησιν εκδιδάσκει. και ο πάντων δεσπότης ηγάπησεν αυτήν· 4 μύστις γαρ εστι της του Θεού επιστήμης και αιρετίς των έργων αυτού. 10 έξω δι ‘ αυτήν δόξαν εν όχλοις και τιμήν παρά πρεσβυτέροις ο νέος· 11 οξύς ευρεθήσομαι εν κρίσει και εν όψει δυναστών θαυμασθήσομαι· 12 σιγώντά με περιμενούσι και φθεγγομένω προσέξουσι και λαλούντος επί πλείον χείρα επιθήσουσιν επί στόμα αυτών. 8 ει δε και πολυπειρίαν ποθεί τις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεταβαίνουσα φίλους Θεού και προφήτας κατασκευάζει· 28 ουθέν γαρ αγαπά ο Θεός ει μη τον σοφία συνοικούντα. σημεία και τέρατα προγινώσκει και εκβάσεις καιρών και χρόνων.

και επισταμένη τι αρεστόν εν οφθαλμοίς σου και τι ευθές εν εντολαίς σου. 16 εισελθών εις τον οίκόν μου προσαναπαύσομαι αυτη· ου γαρ έχει πικρίαν η συναναστροφή αυτής. περιήειν ζητών όπως λάβω αυτήν εις εμαυτόν. 17 ταύτα λογισάμενος εν εμαυτω και φροντίσας εν καρδία μου ότι εστιν αθανασία εν συγγενεία σοφίας 18 και εν φιλία αυτής τέρψις αγαθή και εν πόνοις χειρών αυτής πλούτος ανεκλιπής και εν συγγυμνασία ομιλίας αυτής φρόνησις και εύκλεια εν κοινωνία λόγων αυτής. 4 δος μοι την των σών θρόνων πάρεδρον σοφίαν και μη με αποδοκιμάσης εκ παίδων σου. άνθρωπος ασθενής και ολιγοχρόνιος και ελάσσων εν συνέσει κρίσεως και νόμων· 6 καν γαρ τις ή τέλειος εν υιοίς ανθρώπων. 11 οίδε γαρ εκείνη πάντα και συνίει και οδηγήσει με εν ταις πράξεσί μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1262 . εάν μη ο Θεός δω -και τούτο δ ‘ ην φρονήσεως το ειδέναι τίνος η χάρις. της από σου σοφίας απούσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φοβηθήσονταί με ακούσαντες τύραννοι φρικτοί.ενέτυχον τω Κυρίω και εδεήθην αυτού και είπον εξ όλης της καρδίας μου. ουδέ οδύνην η συμβίωσις αυτής. 10 εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν. ίνα συμπαρούσά μοι κοπιάση και γνώ τι ευάρεστόν εστι παρά σοί. ότε εποίεις τον κόσμον. μίμημα σκηνής αγίας. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΘΕΕ πατέρων και Κύριε του ελέους ο ποιήσας τα πάντα εν λόγω σου 2 και τη σοφία σου κατεσκεύσασας άνθρωπον. 19 παις δε ήμην ευφυής ψυχής τε έλαχον αγαθής. εις ουδέν λογισθήσεται. 9 και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα. 20 μάλλον δε αγαθός ων ήλθον εις σώμα αμίαντον. εν πλήθει φανούμαι αγαθός και εν πολέμω ανδρείος. 5 ότι εγώ δούλος σός και υιος της παιδίσκης σου. 21 γνούς δε ότι ουκ άλλως έσομαι εγκρατής. 7 συ με προείλω βασιλέα λαού σου και δικαστήν υιών σου και θυγατέρων· 8 είπας οικοδομήσαι ναόν εν όρει αγίω σου και εν πόλει κατασκηνώσεώς σου θυσιαστήριον. ίνα δεσπόζη των υπό σου γενομένων κτισμάτων 3 και διέπη τον κόσμον εν οσιότητι και δικαιοσύνη και εν ευθύτητι ψυχής κρίσιν κρίνη. ην προητοίμασας απ ‘ αρχής. αλλά ευφροσύνην και χαράν.

και διακρινώ τον λαόν σου δικαίως και έσομαι άξιος θρόνων πατρός μου. 19 και τη σοφία εσώθησαν. και επισφαλείς αι επίνοιαι ημών. και ατελέσιν ωραις καρποφορούντα φυτά. 9 σοφία δε τους θεραπεύσαντας αυτήν εκ πόνων ερρύσατο. 3 αποστάς δε απ ‘ αυτής άδικος εν οργή αυτού. ίνα γνω. και από ενεδρευόντων ησφαλίσατο και αγώνα ισχυρόν εβράβευσεν αυτω. αδελφοκτόνοις συναπώλετο θυμοίς· 4 δι ‘ ον κατακλυζομένην γην πάλιν διέσωσε σοφία. 8 σοφίαν γαρ παροδεύσαντες ου μόνον εβλάβησαν του μη γνώναι τα καλά. 17 βουλήν δε σου τις έγων. ότι παντός δυνατωτέρα εστίν ευσέβεια. 10 αύτη φυγάδα οργής αδελφού δίκαιον ωδήγησεν εν τρίβοις ευθείαις· έδειξεν αυτω βασιλείαν Θεού και έδωκεν αυτω γνώσιν αγίων· ευπόρησεν αυτόν εν μόχθοις και επλήθυνε τους πόνους αυτού· 11 εν πλεονεξία κατισχυόντων αυτόν παρέστη και επλούτισεν αυτόν· 12 διεφύλαξεν αυτόν από εχθρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σωφρόνως και φυλάξει με εν τη δόξη αυτής· 12 και έσται προσδεκτά τα έργα μου. δι ‘ ευτελούς ξύλου τον δίκαιον κυβερνήσασα. αλλά και της αφροσύνης απέλιπον τω βίω μνημόσυνον. ίνα εν οίς εσφάλησαν μηδέ λαθείν δυνηθώσι. 18 και ούτως διωρθώθησαν αι τρίβοι των επί γης. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΑΥΤΗ πρωτόπλαστον πατέρα κόσμου μόνον κτισθέντα διεφύλαξε και εξείλατο αυτόν εκ παραπτώματος ιδίου 2 έδωκέ τε αυτω ισχύν κρατήσαι απάντων. 13 τις γαρ άνθρωπος γνώσεται βουλήν Θεού. 15 φθαρτόν γαρ σώμα βαρύνει ψυχήν. 16 και μόλις εικάζομεν τα επί γης και τα εν χερσίν ευρίσκομεν μετά πόνου· τα δε εν ουρανοίς τις εξιχνίασε. ει μη συ έδωκας σοφίαν και έπεμψας το άγιόν σου πνεύμα από υψίστων. 6 αύτη δίκαιον εξαπολλυμένων ασεβών ερρύσατο φυγόντα πυρ καταβάσιον Πενταπόλεως· 7 ης έτι μαρτύριον της πονηρίας καπνιζομένη καθέστηκε χέρσος. και τα αρεστά σου εδιδάχθησαν άνθρωποι. 5 αύτη και εν ομονοία πονηρίας εθνών συγχυθέντων έγνω τον δίκαιον και ετήρησεν αυτόν άμεμπτον Θεω και επί τέκνου σπλάγχνοις ισχυρόν εφύλαξεν. ή τις ενθυμηθήσεται τι θέλει ο Κύριος. και βρίθει το γεώδες σκήνος νουν πολυφρόντιδα. απιστούσης ψυχής μνημείον εστηκυία στήλη αλός. 13 αύτη πραθέντα δίκαιον ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1263 . 14 λογισμοί γαρ θνητών δειλοί.

έδωκας αυτοίς δαψιλές ύδωρ ανελπίστως. 20 δια τούτο δίκαιοι εσκύλευσαν ασεβείς και ύμνησαν. 5 δι ‘ ων γαρ εκολάσθησαν οι εχθροί αυτών. και περ εν ελέει παιδευόμενοι. την τε υπέρμαχόν σου χείρα ήνεσαν ομοθυμαδόν· 21 ότι η σοφία ήνοιξε στόμα κωφών και γλώσσας νηπίων έθηκε τρανάς. 13 ότε γαρ ήκουσαν δια των ιδίων κολάσεων ευεργετουμένους αυτούς. 2 διώδευσαν έρημον αοίκητον και εν αβάτοις έπηξαν σκηνάς· 3 αντέστησαν πολεμίοις και ημύναντο εχθρούς. και εδόθη αυτοίς εκ πέτρας ακροτόμου ύδωρ και ίαμα δίψης εκ λίθου σκληρού. 8 δείξας δια του τότε δίψους Πως τους υπεναντίους εκόλασας. 6 αντί μεν πηγής αεννάου ποταμού αίματι λυθρώδει ταραχθέντος 7 εις έλεγχον νηπιοκτόνου διατάγματος. ήσθοντο του Κυρίου· 14 ον γαρ εν εκθέσει πάλαι ριφέντα απείπον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1264 . 15 αύτη λαόν όσιον και σπέρμα άμεμπτον ερρύσατο εξ έθνους θλιβόντων· 16 εισήλθεν εις ψυχήν θεράποντος Κυρίου και αντέστη βασιλεύσι φοβεροίς εν τέρασι και σημείοις. ωδήγησεν αυτούς εν οδω θαυμαστη και εγένετο αυτοίς εις σκέπην ημέρας και εις φλόγα άστρων την νύκτα. 4 εδίψησαν και επεκαλέσαντό σε. 18 διεβίβασεν αυτούς θάλασσαν ερυθράν και διήγαγεν αυτούς δι ‘ ύδατος πολλού· 19 τους δε εχθρούς αυτών κατέκλυσε και εκ βάθους αβύσσου ανέβρασεν αυτούς. 17 απέδωκεν οσίοις μισθόν κόπων αυτών. αλλά εξ αμαρτίας ερρύσατο αυτόν· 14 συγκατέβη αυτω εις λάκκον και εν δεσμοίς ουκ αφήκεν αυτόν. 9 ότε γαρ επειράσθησαν. Κύριε. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΕΥΩΔΩΣΕ τα έργα αυτών εν χειρί προφήτου αγίου. έγνωσαν Πως εν οργή κρινόμενοι ασεβείς εβασανίζοντο· 10 τούτους μεν γαρ ως πατήρ νουθετών εδοκίμασας. δια τούτων αυτοί απορούντες ευεργετήθησαν. το όνομα το άγιόν σου. έως ήνεγκεν αυτω σκήπτρα βασιλείας και εξουσίαν τυραννούντων αυτού· ψευδείς τε έδειξε τους μωμησαμένους αυτόν και έδωκεν αυτω δόξαν αιώνιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγκατέλιπεν. εκείνους δε ως απότομος βασιλεύς καταδικάζων εξήτασας. 11 και απόντες δε και παρόντες ομοίως ετρύχοντο· 12 διπλή γαρ αυτούς έλαβε λύπη· και στεναγμός μνημών των παρελθόντων.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1265 . 17 ου γαρ ηπόρει η παντοδύναμός σου χείρ και κτίσασα τον κόσμον εξ αμόρφου ύλης επιπέμψαι αυτοίς πλήθος άρκων ή θρασείς λέοντας 18 ή νεοκτίστους θυμού πλήρεις θήρας αγνώστους ήτοι πυρπνόον φυσώντας άσθμα ή βρόμους λικμωμένους καπνού ή δεινούς απ ‘ ομμάτων σπινθήρας αστράπτοντας. 25 Πως δε έμεινεν αν τι. 26 φείδη δε πάντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χλευάζοντες. 19 ων ου μόνον η βλάβη ηδύνατο συνεκτρίψαι αυτούς. ότι σά εστι. δέσποτα φιλόψυχε. 24 αγαπάς γαρ τα όντα πάντα και ουδέν βδελύσση. ότι πάντα δύνασαι. και κράτει βραχίονός σου τις αντιστήσεται. 7 ίνα αξίαν αποικίαν δέξηται Θεού παίδων η παρά σοί πασών τιμιωτάτη γη. εβουλήθης απολέσαι δια χειρών πατέρων ημών. και παροράς αμαρτήματα ανθρώπων εις μετάνοιαν. 20 και χωρίς δε τούτων. 22 ότι ως ροπή εκ πλαστίγγων όλος ο κόσμος εναντίον σου και ως ρανίς δρόσου ορθρινή κατελθούσα επί γην. επαπέστειλας αυτοίς πλήθος αλόγων ζώων εις εκδίκησιν. 16 ίνα γνώσιν ότι δι ‘ ων τις αμαρτάνει. εκ μέσου μύστας θιάσου 6 και αυθέντας γονείς ψυχών αβοηθήτων. αλλά και η όψις εκφοβήσασα διολέσαι. ει μη συ ηθέλησας ή το μη κληθέν υπό σου διετηρήθη. Κύριε. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΤΟ γαρ άφθαρτόν σου πνεύμά εστιν εν πάσι. δια τούτων κολάζεται. ενί πνεύματι πεσείν εδύναντο υπό της δίκης διωχθέντες και λικμηθέντες υπό πνεύματος δυνάμεώς σου· αλλά πάντα μέτρω και αριθμω και σταθμω διέταξας. εν οίς πλανηθέντες εθρήσκευον άλογα ερπετά και κνώδαλα ευτελή. ίνα απαλλαγέντες της κακίας πιστεύσωσιν επί σε. 2 διό τους παραπίπτοντας κατ ‘ ολίγον ελέγχεις και εν οίς αμαρτάνουσιν υπομιμνήσκων νουθετείς. ουχ όμοια δικαίοις διψήσαντες. 3 και γαρ τους παλαιούς οικήτορας της αγίας σου γης μισήσας 4 επί τω έχθιστα πράσσειν έργα φαρμακειών και τελετάς ανοσίους 5 τέκνων τε φονέας ανελεήμονας και σπλαγχνοφάγων ανθρωπίνων σαρκών θοίναν και αίματος. 21 το γαρ μεγάλως ισχύειν πάρεστί σοι πάντοτε. ων εποίησας· ουδέ γαρ αν μισών τι κατεσκεύασας. 15 αντί δε λογισμών ασυνέτων αδικίας αυτών. επί τέλει των εκβάσεων εθαύμασαν. 23 ελεείς δε πάντας.

21 μετά πόσης ακριβείας έκρινας τους υιούς σου. 19 Εδίδαξας δε σου τον λαόν δια των τοιούτων έργων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1266 . δι ‘ ων απαλλαγώσι της κακίας. ων τοις πατράσιν όρκους και συνθήκας έδωκας αγαθών υποσχέσεων. 14 ούτε βασιλεύς ή τύραννος αντοφθαλμήσαι δυνήσεταί σοι περί ων εκόλασας. ίνα δείξης ότι ουκ αδίκως έκρινας. ίνα αυτούς κατά βραχύ εξολοθρεύσωσιν. τις δε εγκαλέσει σοι κατά εθνών απολωλότων. αυτόν τον μη οφείλοντα κολασθήναι καταδικάσαι αλλότριον ηγούμενος της σής δυνάμεως. 27 εφ ‘ οίς γαρ αυτοί πάσχοντες ηγανάκτουν. ίνα σου την αγαθότητα μεριμνώμεν κρίνοντες. α συ εποίησας. 15 δίκαιος δε ων δικαίως τα πάντα διέπεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 8 αλλά και τούτων ως ανθρώπων εφείσω απέστειλάς τε προδρόμους του στρατοπέδου σου σφήκας. ουκ αγνοών ότι πονηρά η γένεσις αυτών και έμφυτος η κακία αυτών και ότι ου μη αλλαγή ο λογισμός αυτών εις τον αιώνα. 16 η γαρ ισχύς σου δικαιοσύνης αρχή. ή τις εις κατάστασίν σοι ελεύσεται έκδικος κατά αδίκων ανθρώπων. ω μέλει περί πάντων. θεούς υπολαμβάνοντες τα και εν ζώοις των εχθρών άτιμα. 17 ισχύν γαρ ενδείκνυσαι απιστούμενος επί δυνάμεως τελειότητι και εν τοις ειδόσι το θράσος εξελέγχεις. 13 ούτε γαρ Θεός εστι πλήν σου. επί τούτοις. 22 Ημάς ουν παιδεύων τους εχθρούς ημών εν μυριότητι μαστιγοίς. ους εδόκουν θεούς. 9 ουκ αδυνατών εν παρατάξει ασεβείς δικαίοις υποχειρίους δούναι ή θηρίοις δεινοίς ή λόγω αποτόμω υφ ‘ εν εκτρίψαι. 20 ει γαρ εχθρούς παίδων σου και οφειλομένους θανάτω μετά τοσαύτης ετιμώρησας προσοχής και διέσεως. 10 κρίνων δε κατά βραχύ εδίδους τόπον μετανοίας. 12 τις γαρ ερεί· τι εποίησας. κρινόμενοι δε προσδοκώμεν έλεος. δούς χρόνους και τόπον. 23 όθεν και τους εν αφροσύνη ζωής βιώσαντας αδίκους δια των ιδίων εβασάνισας βδελυγμάτων· 24 και γαρ των πλάνης οδών μακρότερον επλανήθησαν. ουδέ ευλαβούμενός τινα εφ ‘ οίς ημάρτανον άδειαν εδίδους. και το πάντων σε δεσπόζειν πάντων φείδεσθαι ποιεί. 18 συ δε δεσπόζων ισχύος εν επιεικεία κρίνεις και μετά πολλής φειδούς διοικείς ημάς· πάρεστι γαρ σοι. 11 σπέρμα γαρ ην κατηραμένον απ ‘ αρχής. 26 οι δε παιγνίοις επιτιμήσεως μη νουθετηθέντες αξίαν Θεού κρίσιν πειράσουσιν. όταν θέλης. το δύνασθαι. ή τις αντιστήσεται τω κρίματί σου. νηπίων δίκην αφρόνων ψευσθέντες. ότι δεί τον δίκαιον είναι φιλάνθρωπον· και ευέλπιδας εποίησας τους υιούς σου ότι δίδως επί αμαρτήμασι μετάνοιαν. 25 δια τούτο ως παισίν αλογίστοις την κρίσιν εις εμπαιγμόν έπεμψας.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν αυτοίς κολαζόμενοι. 10 Ταλαίπωροι δε και εν νεκροίς αι ελπίδες αυτών. απείκασεν αυτό εικόνι ανθρώπου 14 ή ζώω τινί ευτελεί ωμοίωσεν αυτό. 11 ει δε και τις υλοτόμος τέκνων ευκίνητον φυτόν εκπρίσας περιέξυσεν ευμαθώς πάντα τον φλοιόν αυτού και τεχνησάμενος ευπρεπώς κατεσκεύασε χρήσιμον σκεύος εις υπηρεσίαν ζωής. 3 ων ει μεν τη καλλονή τερπόμενοι ταύτα θεούς υπελάμβανον. τον τούτων δεσπότην Πως τάχιον ουχ εύρον. ίνα δύνωνται στοχάσασθαι τον αιώνα. λαβών έγλυψεν εν επιμελεία αργίας αυτού και εμπειρία συνέσεως ετύπωσεν αυτό. καταχρίσας μίλτω και φύκει ερυθήνας χρόαν αυτού. και γαρ αυτοί τάχα πλανώνται Θεόν ζητούντες και θέλοντες ευρείν· 7 εν γαρ τοις έργοις αυτού αναστρεφόμενοι διερευνώσι και πείθονται τη όψει. ξύλον σκολιόν και όζοις συμπεφηκός. ιδόντες ον πάλαι ηρνούντο ειδέναι Θεόν επέγνωσαν αληθή· διό και το τέρμα της καταδίκης επ ‘ αυτούς επήλθεν. 8 πάλιν δε ουδ ‘ αυτοί συγγνωστοί· 9 ει γαρ τοσούτον ίσχυσαν ειδέναι. και πάσαν κηλίδα την εν αυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1267 . ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΜΑΤΑΙΟΙ μεν γαρ πάντες άνθρωποι φύσει. γνώτωσαν πόσω τούτων ο δεσπότης εστί βελτίων. οίς παρήν Θεού αγνωσία και εκ των ορωμένων αγαθών ουκ ίσχυσαν ειδέναι τον όντα ούτε τοις έργοις προσχόντες επέγνωσαν τον τεχνίτην· 2 αλλ ‘ ή πυρ ή πνεύμα ή ταχινόν αέρα ή κύκλον άστρων ή βίαιον ύδωρ ή φωστήρας ουρανού πρυτάνεις κόσμου θεούς ενόμισαν. χρυσόν και άργυρον τέχνης εμμελέτημα και απεικάσματα ζώων ή λίθον άχρηστον χειρός έργον αρχαίας. ο γαρ του κάλλους γενεσιάρχης έκτισεν αυτά· 4 ει δε δύναμιν και ενέργειαν εκπλαγέντες νοησάτωσαν απ ‘ αυτών πόσω ο κατασκευάσας αυτά δυνατώτερός εστιν· 5 εκ γαρ μεγέθους καλλονής κτισμάτων αναλόγως ο γενεσιουργός αυτών θεωρείται. 12 τα δε αποβλήματα της εργασίας εις ετοιμασίαν τροφής αναλώσας ενεπλήσθη· 13 το δε εξ αυτών απόβλημα εις ουθέν εύχρηστον. ότι καλά τα βλεπόμενα. 6 αλλ ‘ όμως επί τούτοις έστι μέμψις ολίγη. οίτινες εκάλεσαν θεούς έργα χειρών ανθρώπων.

ότι ο μεν ειργάζετο. 19 περί δε πορισμού και εργασίας και χειρών επιτυχίας το αδρανέστατον ταις χερσίν ευδράνειαν αιτείται. περί δε επικουρίας το απειρότατον ικετεύει. του ταχέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1268 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καταχρίσας 15 και ποιήσας αυτω αυτού άξιον οίκημα. 15 αώρω γαρ πένθει τρυχόμενος πατήρ. τεχνίτις δε σοφία κατεσκεύασεν· 3 η δε σή. 11 δια τούτο και εν ειδώλοις εθνών επισκοπή έσται. 16 ίνα μεν ουν μη καταπέση. 12 Αρχή γαρ πορνείας επίνοια ειδώλων. εύρεσις δε αυτών φθορά ζωής. 4 δεικνύς ότι δύνασαι εκ παντός σώζειν. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 Πλούν τις πάλιν στελλόμενος και άγρια μέλλων διοδεύειν κύματα. ότι εν κτίσματι Θεού εις βδέλυγμα εγενήθησαν και εις σκάνδαλα ψυχαίς ανθρώπων και εις παγίδα ποσίν αφρόνων. ότι έδωκας και εν θαλάσση οδόν και εν κύμασι τρίβον ασφαλή. 2 εκείνο μεν γαρ όρεξις πορισμών επενόησε. εν τοίχω έθηκεν αυτό ασφαλισάμενος σιδήρω. ουκ αισχύνεται τω αψύχω προσλαλών και περί μεν υγιείας το ασθενές επικαλείται. 9 εν ίσω γαρ μισητά Θεω και ο ασεβών και η ασέβεια αυτού· 10 και γαρ το πραχθέν συν τω δράσαντι κολασθήσεται. 17 περί δε κτημάτων και γάμων αυτού και τέκνων προσευχόμενος. περί δε οδοιπορίας το μηδέ βάσει χρήσθαι δυνάμενον. δια τούτο και ελαχίστω ξύλω πιστεύουσιν άνθρωποι ψυχάς και διελθόντες κλύδωνα σχεδία διεσώθησαν. επικατάρατον αυτόν και ο ποιήσας αυτό. δι ‘ ου γίνεται δικαιοσύνη· 8 το χειροποίητον δε. η ελπίς του κόσμου επί σχεδίας καταφυγούσα απέλιπεν αιώνι σπέρμα γενέσεως τη σή κυβερνηθείσα χειρί. 5 θέλεις δε μη αργά είναι τα της σοφίας σου έργα. και δια τούτο σύντομον αυτών τέλος επενοήθη. του φέροντος αυτόν πλοίου σαθρότερον ξύλον επιβοάται. 18 περί δε ζωής τον νεκρόν αξιοί. πάτερ. 13 ούτε γαρ ην απ ‘ αρχής. το δε φθαρτόν θεός ωνομάσθη. προενόησεν αυτού ειδώς ότι αδυνατεί εαυτω βοηθήσαι· και γαρ εστιν εικών και χρείαν έχει βοηθείας. ούτε εις τον αιώνα έσται· 14 κενοδοξία γαρ ανθρώπων εισήλθεν εις κόσμον. ίνα καν άνευ τέχνης τις επιβή. διακυβερνά πρόνοια. 6 και αρχής γαρ απολλυμένων υπερηφάνων γιγάντων. 7 ευλόγηται γαρ ξύλον.

μοιχεία και ασέλγεια. ότι ή συμφορά ή τυραννίδι δουλεύσαντες άνθρωποι το ακοινώνητον όνομα λίθοις και ξύλοις περιέθεσαν. γάμων αταξία. αλλ ‘ η των αμαρτανόντων δίκη επεξέρχεται αεί την των αδίκων παράβασιν. έτερος δ ‘ έτερον ή λοχών αναιρεί ή νοθεύων οδυνά. απιστία. 17 ους εν όψει μη δυνάμενοι τιμάν άνθρωποι δια το μακράν οικείν. ίνα τον απόντα ως παρόντα κολακεύωσι δια της σπουδής. ότι κακώς εφρόνησαν περί Θεού προσχόντες ειδώλοις και αδίκως ώμοσαν εν δόλω καταφρονήσαντες οσιότητος· 31 ου γαρ η των ομνυομένων δύναμις. και τυράννων επιταγαίς εθρησκεύετο τα γλυπτά. τον προ ολίγου τιμηθέντα άνθρωπον νυν σέβασμα ελογίσαντο. 16 είτα εν χρόνω κρατυνθέν το ασεβές έθος ως νόμος εφυλάχθη. κλοπή και δόλος. επιορκία. φθορά. 18 εις επίτασιν δε θρησκείας και τους αγνοούντας η του τεχνίτου προετρέψατο φιλοτιμία· 19 ο μεν γαρ τάχα τω κρατούντι βουλόμενος αρέσαι. αλλά και μεγάλω ζώντες αγνοίας πολέμω τα τοσαύτα κακά ειρήνην προσαγορεύουσιν. γενέσεως εναλλαγή. 26 χάριτος αμνησία. την πόρρωθεν όψιν ανατυπωσάμενοι. 30 αμφότερα δε αυτούς μετελεύσεται τα δίκαια. ταραχή. 22 Είτ ‘ ουκ ήρκεσε το πλανάσθαι περί την του Θεού γνώσιν. εξεβιάσατο τη τέχνη την ομοιότητα επί το κάλλιον· 20 το δε πλήθος εφελκόμενον δια το εύχαρι της εργασίας. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1269 . αδικηθήναι ου προσδέχονται. ψυχών μιασμός. 23 ή γαρ τεκνοφόνους τελετάς ή κρύφια μυστήρια ή εμμανείς εξ άλλων θεσμών κώμους άγοντες. 25 πάντας δ ‘ επιμίξ έχει αίμα και φόνος. τον τότε νεκρόν άνθρωπον νυν ως Θεόν ετίμησε και παρέδωκε τοις υποχειρίοις μυστήρια και τελετάς. 21 και τούτο εγένετο τω βίω εις ένεδρον. θόρυβος αγαθών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αφαιρεθέντος τέκνου εικόνα ποιήσας. εμφανή εικόνα του τιμωμένου βασιλέως εποίησαν. 24 ούτε βίους ούτε γάμους καθαρούς έτι φυλάσσουσιν. 27 η γαρ των ανωνύμων ειδώλων θρησκεία παντός αρχή κακού και αιτία και πέρας εστίν· 28 ή γαρ ευφραινόμενοι μεμήνασιν ή προφητεύουσι ψευδή ή ζώσιν αδίκως ή επιορκούσι ταχέως· 29 αψύχοις γαρ πεποιθότες ειδώλοις κακώς ομόσαντες.

13 ούτος γαρ παρά πάντας οίδεν ότι αμαρτάνει. αλλ ‘ αντερείδεται μεν χρυσουργοίς και αργυροχόοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΣΥ δε ο Θεός ημών χρηστός και αληθής. σοί εσμεν. 11 ότι ηγνόησε τον πλάσαντα αυτόν και τον εμπνεύσαντα αυτω ψυχήν ενεργούσαν και εμφυσήσαντα πνεύμα ζωτικόν· 12 αλλ ‘ ελογίσαντο παίγνιον είναι την ζωήν ημών και τον βίον πανηγυρισμόν επικερδή· δείν γαρ φησιν όθεν δη. ων αυτός μεν έζησεν. κριτής ο πηλουργός· 8 και κακόμοχθος θεόν μάταιον εκ του αυτού πλάσσει πηλού. πάνθ ‘ ομοίως· τούτων δε εκατέρου τις εκάστω εστίν η χρήσις. 3 το γαρ επίστασθαί σε ολόκληρος δικαιοσύνη. ειδότες ότι σοί λελογίσμεθα. μακρόθυμος και εν ελέει διοικών τα πάντα. εκπέφευγε δε και τον του Θεού έπαινον και την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1270 . και γης ευτελεστέρα η ελπίς αυτού. πηλού τε ατιμότερος ο βίος αυτού. 7 Και γαρ κεραμεύς απαλήν γην θλίβων επίμοχθον πλάσσει προς υπηρεσίαν ημών εν έκαστον· αλλ ‘ εκ του αυτού πηλού ανεπλάσατο τα τε των καθαρών έργων δούλα σκεύη τα τε εναντία. οίς ούτε ομμάτων χρήσις εις όρασιν ούτε ρίνες εις συνολκήν αέρος ούτε ώτα ακούειν ούτε δάκτυλοι χειρών εις ψηλάφησιν. το της ψυχής απαιτηθείς χρέος. και ειδέναι το κράτος σου ρίζα αθανασίας. 15 ότι και πάντα είδωλα των εθνών ελογίσαντο θεούς. 16 άθρωπος γαρ εποίησεν αυτούς. είδος σπιλωθέν χρώμασι διηλλαγμένοις. 9 αλλ ‘ έστιν αυτω φροντίς ουχ ότι μέλλει κάμνειν. εκείνα δε ουδέποτε. χαλκοπλάστας τε μιμείται και δόξαν ηγείται ότι κίβδηλα πλάσσει. 2 και γαρ εάν αμάρτωμεν. ποθεί τε νεκράς εικόνος είδος άπνουν. αλλ ‘ ότι βραχυτελή βίον έχει. 6 κακών ερασταί άξιοί τε τοιούτων ελπίδων. 17 θνητός δε ων νεκρόν εργάζεται χερσίν ανόμοις· κρείττων γαρ εστι των σεβασμάτων αυτού. ος προ μικρού γης γεννηθείς μετ ‘ ολίγον πορεύεται εξ ης ελήφθη. και οι πόδες αυτών αργοί προς επίβασιν. και το πνεύμα δεδανεισμένος έπλασεν αυτούς· ουδείς γαρ αυτω όμοιον άνθρωπος ισχύει πλάσαι Θεόν. 10 σποδός η καρδία αυτού. και οι δρώντες και οι ποθούντες και οι σεβόμενοι. 18 και τα ζωα δε τα έχθιστα σέβονται· ανοία γαρ συγκρινόμενα των άλλων εστί χείρονα· 19 ουδ ‘ όσον επιποθήσαι ως εν ζώων όψει καλά τυγχάνει. 4 ούτε γαρ επλάνησεν ημάς ανθρώπων κακότεχνος επίνοια. 5 ων όψις άφροσιν εις όνειδος έρχεται. ειδότες σου το κράτος· ουχ αμαρτησόμεθα δε. πορίζειν. 14 πάντες δ ‘ αφρονέστατοι και τάλαντες υπέρ ψυχήν νηπίου οι εχθροί του λαού σου καταδυναστεύσαντες αυτόν. καν εκ κακού. ύλης γεώδους εύθραυστα σκεύη και γλυπτά δημιουργών. ουδέ σκιαγράφων πόνος άκαρπος.

8 και εν τούτω δε έπεισας τους εχθρούς ημών. ίνα μη εις βαθείαν εμπεσόντες λήθην απερίσπαστοι γένωνται της σής ευεργεσίας. 5 Και γαρ ότε αυτοίς δεινός επήλθε θηρίων θυμός δήγμασί τε σκολιών διεφθείροντο όφεων. το έλεος γαρ σου αντιπαρήλθε και ιάσατο αυτούς. εις επιθυμίαν ορέξεως ξένην γεύσιν. λόγος ο πάντα ιώμενος. 12 και γαρ ούτε βοτάνη ούτε μάλαγμα εθεράπευσεν αυτούς. 14 άνθρωπος δε αποκτέννει μεν τη κακία αυτού. ου μέχρι τέλους έμεινεν η οργή σου· 6 εις νουθεσίαν δε προς ολίγον εταράχθησαν. τροφήν ητοίμασας ορτυγομήτραν. αυτοί δε επ ‘ ολίγον ενδεείς γενόμενοι και ξένης μετάσχωσι γεύσεως. 17 το γαρ παραδοξότατον. 13 συ γαρ ζωής και θανάτου εξουσίαν έχεις και κατάγεις εις πύλας άδου και ανάγεις. 4 έδει γαρ εκείνοις μεν απαραίτητον ένδειαν επελθείν τυραννούσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ευλογίαν αυτού. εν ισχύϊ βραχίονός σου εμαστιγώθησαν. αλλά ο σός. 11 εις γαρ υπόμνησιν των λογίων σου ενεκεντρίζοντο και οξέως διεσώζοντο. Κύριε. σύμβουλον έχοντες σωτηρίας εις ανάμνησιν εντολής νόμου σου· 7 ο γαρ επιστραφείς ου δια το θεωρούμενον εσώζετο. 3 ίνα εκείνοι μεν επιθυμούντες τροφήν δια την ειδέ χθειαν των επαπεσταλμένων και την αναγκαίαν όρεξιν αποστρέφωνται. τούτοις δε μόνον δειχθήναι Πως οι εχθροί αυτών εβασανίζοντο. ξένοις υετοίς και χαλάζαις και όμβροις διωκόμενοι απαραιτήτοις και πυρί καταναλισκόμενοι. ότι συ ει ο ρυόμενος εκ παντός κακού· 9 ους μεν γαρ ακρίδων και μυιών απέκτεινε δήγματα. εν τω πάντα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1271 . εξελθόν δε πνεύμα ουκ αναστρέφει ουδέ αναλύει ψυχήν παραληφθείσαν. και ουχ ευρέθη ίαμα τη ψυχή αυτών. 2 ανθ ‘ ης κολάσεως ευεργετήσας τον λαόν σου. αλλά δια σε τον πάντων σωτήρα. ότι άξιοι ήσαν υπό τοιούτων κολασθήναι· 10 τους δε υιούς σου ουδέ ιοβόλων δρακόντων ενίκησαν οδόντες. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΔΙΑ τούτο δ ‘ ομοίων εκολάσθησαν αξίως και δια πλήθους κνωδάλων εβασανίσθησαν. 15 Τήν δε σήν χείρα φυγείν αδύνατόν εστιν· 16 αρνούμενοι γαρ σε ειδέναι ασεβείς.

28 όπως γνωστόν ή ότι δεί φθάνειν τον ήλιον επ ‘ ευχαριστίαν σου και προς ανατολήν φωτός εντυγχάνειν σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σβεννύντι ύδατι πλείον ενήργει το πυρ. ίνα μη καταφλέξη τα επ ‘ ασεβείς απεσταλμένα ζωα. 2 υπειληφότες γαρ καταδυναστεύειν έθνος άγιον άνομοι. ότι Θεού κρίσει ελαύνονται· 19 ποτέ δε και μεταξύ ύδατος υπέρ την πυρός δύναμιν φλέγει. και της ιδίας επιλελήσθαι δυνάμεως. ότι ουχ αι γενέσεις των καρπών τρέφουσιν άνθρωπον. αφεγγεί λήθης παρακαλύμματι εσκορπίσθησαν. 27 το γαρ υπό πυρός μη φθειρόμενον απλώς υπό βραχείας ακτίνος ηλίου θερμαινόμενον ετήκετο. αλλ ‘ αυτοί βλέποντες ίδωσιν. ίνα γνώσιν ότι τους των εχθρών καρπούς κατέφθειρε πυρ φλεγόμενον εν τη χαλάζη και εν τοις υετοίς διαστράπτον· 23 τούτο πάλιν δ ‘ ίνα τραφώσι δίκαιοι. 25 δια τούτο και τότε εις πάντα μεταλλευομένη τη παντοτρόφω σου δωρεά υπηρέτει προς την των δεομένων θέλησιν. 24 η γαρ κτίσις σοι τω ποιήσαντι υπηρετούσα επιτείνεται εις κόλασιν κατά των αδίκων και ανίεται εις ευεργεσίαν υπέρ των εις σε πεποιθότων. φυγάδες της αιωνίου προνοίας έκειντο. 3 λανθάνειν γαρ νομίζοντες επί κρυφαίοις αμαρτήμασιν. τη δε του προσφερομένου επιθυμία υπηρετών προς ό τις εβούλετο μετεκιρνάτο. Κύριε. 20 ανθ ‘ ων αγγέλων τροφήν εψώμισας τον λαόν σου και έτοιμον άρτον αυτοίς απ ‘ ουρανού έπεμψας ακοπιάτως πάσαν ηδονήν ισχύοντα και προς πάσαν αρμόνιον γεύσιν· 21 η μεν γαρ υπόστασίς σου την σήν γλυκύτητα προς τέκνα ενεφάνισε. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΜΕΓΑΛΑΙ γαρ σου αι κρίσεις και δυσδιήγητοι· δια τούτο απαίδευτοι ψυχαί επλανήθησαν. ους ηγάπησας. ίνα αδίκου γης γεννήματα διαφθείρη. υπέρμαχος γαρ ο κόσμος εστί δικαίων· 18 ποτέ μεν γαρ ημερούτο φλόξ. αλλά το ρήμά σου τους σοί πιστεύοντας διατηρεί. θαμβούμενοι δεινώς και ινδάλμασιν εκταρασσόμενοι· 4 ουδέ γαρ ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1272 . 26 ίνα μάθωσιν οι υιοί σου. δέσμιοι σκότους και μακράς πεδήται νυκτός κατακλεισθέντες ορόφοις. 22 χιών δε και κρύσταλλος υπέμεινε πυρ και ουκ ετήκετο. 29 αχαρίστου γαρ ελπίς ως χειμέριος πάχνη τακήσεται και ρυήσεται ως ύδωρ άχρηστον.

αεί δε προσείληφε τα χαλεπά συνεχομένη τη συνειδήσει· 11 ουθέν γαρ εστι φόβος ει μη προδοσία των από λογισμού βοηθημάτων. ήχοι δε καταράσσοντες αυτούς περιεκόμπουν. τον αυτόν ύπνον κοιμώμενοι. 15 είθ ‘ ούτως. εαυτοίς δε ήσαν βαρύτεροι σκότους. ούτε άστρων έκλαμπροι φλόγες καταυγάζειν υπέμενον την στυγνήν εκείνην νύκτα. 12 ένδοθεν δε ούσα ήττων η προσδοκία. διώλλυντο έντρομοι και τον μηθαμόθεν φευκτόν αέρα προσιδείν αρνούμενοι. 9 και γαρ ει μηδέν αυτούς ταραχώδες εφόβει. 6 διεφαίνετο δ ‘ αυτοίς μόνον αυτομάτη πυρά φόβου πλήρης. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1273 . ούτοι καταγέλαστον ευλάβειαν ενόσουν. 18 ή σκιρτώντων ζώων δρόμος αθεώρητος ή ωρυομένων απηνεστάτων θηρίων φωνή ή αντανακλωμένη εκ κοιλοτάτων ορέων ηχώ. 17 μια γαρ αλύσει σκότους πάντες εδέθησαν· είτε πνεύμα συρίζον ή περί αμφιλαφείς κλάδους ορνέων ήχος ευμελής ή ρυθμός ύδατος πορευομένου βία ή κτύπος απηνής καταρριπτομένων πετρών. και φάσματα αμειδήτοις κατηφή προσώποις ενεφανίζετο. προληφθείς την δυσάλυκτον έμενεν ανάγκην. εικών του μέλλοντος αυτούς διαδέχεσθαι σκότους. εφρουρείτο εις την ασίδηρον ειρκτήν κατακλεισθείς· 16 ει τε γαρ γεωργός ην τις ή ποιμήν ή των κατ ‘ ερη μίαν εργάτης μόχθων. παρέλυεν αυτούς εκφοβούντα. 5 και πυρός μεν ουδεμία βία κατίσχυε φωτίζειν. εκδειματούμενοι δε της μη θεωρουμένης εκείνης όψεως ηγούντο χείρω τα βλεπόμενα. κνωδάλων παρόδοις και ερπετών συριγμοίς εκσεσοβημένοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατέχων αυτούς μυχός αφόβως διεφύλασσεν. 19 όλος γαρ ο κόσμος λαμπρω καταλάμπετο φωτί και ανεμποδίστοις συνείχετο έργοις· 20 μόνοις δε εκείνοις επετέτατο βαρεία νύξ. ος δήποτ ‘ ουν ην εκεί καταπίπτων. 10 δειλόν γαρ ιδίως πονηρία μαρτυρεί καταδικαζομένη. τα δε της ψυχής παρελύοντο προδοσία· αιφνίδιος γαρ αυτοίς και απροσδόκητος φόβος επήλθεν. 7 μαγικής δε εμπαίγματα κατέκειτο τέχνης. 13 οι δε την αδύνατον όντως νύκτα και εξ αδυνάτου άδου μυχών επελθούσαν. 14 τα μεν τέρασιν ηλαύνοντο φαντασμάτων. και της επί φρονήσει αλαζονείας έλεγχος εφύβριστος· 8 οι γαρ υπισχνούμενοι δείματα και ταραχάς απελαύνειν ψυχής νοσούσης. πλείονα λογίζεται την άγνοιαν της παρεχούσης την βάσανον αιτίας.

20 ΄Ηψατο δε και δικαίων πείρα θανάτου. 12 ομοθυμαδόν δε πάντες εν ενί ονόματι θανάτου νεκρούς είχον αναριθμήτους· ουδέ γαρ προς το θάψαι οι ζώντες ήσαν ικανοί. 14 ησύχου γαρ σιγής περιεχούσης τα πάντα και νυκτός εν ιδίω τάχει μεσαζούσης.ρανού μεν ήπτετο. 18 και άλλος αλλαχή ριφείς ημίθνητος δι ‘ ην έθνησκεν αιτίαν ενεφάνιζεν· 19 οι γαρ όνειροι θορυβήσαντες αυτούς τούτο προεμήνυσαν. ωμολόγησαν Θεού υιόν λαόν είναι. τούτο ημάς προσκαλεσάμενος εδόξασας. βεβήκει δ ‘ επί γης. ηυχαρίστουν και του διενεχθήναι χάριν εδέοντο. δι ‘ ων ήμελλε το άφθαρτον νόμου φως τω αιώνι δίδοσθαι. 9 κρυφή γαρ εθυσίαζον όσιοι παίδες αγαθών και τον της θειότητος νόμον εν ομονοία διέθεντο των αυτών ομοίως και αγαθών και κινδύνων μεταλήψεσθαι τους αγίους. πατέρων ήδη προαναμέλποντες αίνους. 17 τότε παραχρήμα φαντασίαι μεν ονείρων δεινώς εξετάραξαν αυτούς. 16 ξίφος οξύ την ανυπόκριτον επιταγήν σου φέρων. 10 αντήχει δ ‘ ασύμφωνος εχθρών βοή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΤΟΙΣ δε οσίοις σου μέγιστον ην φως· ων φωνήν μεν ακούοντες. ότι μεν ου κακείνοι επεπόνθεισαν. 6 εκείνη η νύξ προεγνώσθη πατράσιν ημών. φόβοι δε επέστησαν αδόκητοι. ίνα ασφαλώς ειδότες οίς επίστευσαν όρκοις επευθυμήσωσι. 7 προσεδέχθη δε υπό λαού σου σωτηρία μεν δικαίων. εχθρών δε απώλεια· 8 ω γαρ ετιμωρήσω τους υπεναντίους. και θραύσις εν ερήμω εγένετο πλήθους. και στάς επλήρωσε τα πάντα θανάτου· και ου. 3 ανθ ‘ ων πυριφλεγή στύλον. εις έλεγχον το αυτών αφείλω πλήθος τέκνων και ομοθυμαδόν απώλεσας εν ύδατι σφοδρω. 15 ο παντοδύναμός σου λόγος απ ‘ ουρανών εκ θρόνων βασιλειών απότομος πολεμιστής εις μέσον της ολεθρίας ήλατο γης. οι κατακλείστους φυλάξαντες τους υιούς σου. αλλ ‘ ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1274 . επεί προς μίαν ροπήν η εντιμοτέρα γένεσις αυτών διέφθαρτο. μορφήν δε ουχ ορώντες. εμακάριζον. 4 άξιοι μεν γαρ εκείνοι στερηθήναι φωτός και φυλακισθήναι εν σκότει. 13 πάντα γαρ απιστούντες δια τας φαρμακείας επί τω των πρωτοτόκων ολέθρω. 5 Βουλευσαμένους δ ‘ αυτούς τα των οσίων αποκτείναι νήπια και ενός εκτεθέντος τέκνου και σωθέντος. και οικτρά διεφέρετο θρηνουμένων παίδων· 11 ομοία δε δίκη δούλος άμα δεσπότη κολασθείς και δημότης βασιλεί τα αυτά πάσχων. ήλιον δε αβλαβή φιλοτίμου ξενιτείας παρέσχες. 2 ότι δε ου βλάπτουσι προηδικημένοι. οδηγόν μεν αγνώστου οδοιπορίας. ίνα μη αγνοούντες δι ‘ ό κακώς πάσχουσιν απόλωνται.

δεικνύς ότι σός εστι θεράπων. ταύτα δε εφοβήθησαν· ην γαρ μόνη η πείρα της οργής ικανή. ίνα την λείπουσαν ταις βασάνοις προαναπληρώσωσι κόλασιν. 25 τούτοις είξεν ο ολοθρεύων. και μεγαλωσύνη σου επί διαδήματος κεφαλής αυτού. 22 ενίκησε δε τον όχλον ουκ ισχύϊ του σώματος. εξ ερυθράς θαλάσσης οδός ανεμπόδιστος και χλοηφόρον πεδίον εκ κλύδωνος βιαίου· 8 δι ‘ ου πανεθνί διήλθον οι τη σή σκεπαζόμενοι χειρί. αντί δε ενύδρων εξηρεύξατο ο ποταμός πλήθος βατράχων. Κύριε. 24 επί γαρ ποδήρους ενδύματος ην όλος ο κόσμος. όρκους πατέρων και διαθήκας υπομνήσας. 2 ότι αυτοί επιτρέψαντες του απιέναι και μετά σπουδής προπέμψαντες αυτούς. θεωρήσαντες θαυμαστά τέρατα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί πολύ έμεινεν η οργή· 21 σπεύσας γαρ ανήρ άμεμπτος προεμάχησε το της ιδίας λειτουργίας όπλον. αντέστη τω θυμω και πέρας επέθηκε τη συμφορά. και πατέρων δόξαι επί τετραστίχου λίθου γλυφής. έτερον επεσπάσαντο λογισμόν ανοίας και ους ικετεύοντες εξέβαλον. ότι επιθυμία προαχθέντες ητήσαντο εδέσματα τρυφής· 12 εις γαρ παραμυθίαν ανέβη αυτοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1275 . αλλά λόγω τον κολάζοντα υπέταξεν. ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΤΟΙΣ δε ασεβέσι μέχρι τέλους ανελεήμων θυμός επέστη· προήδει γαρ αυτών και τα μέλλοντα. μεταξύ στάς. τούτους ως φυγάδες εδίωκον. ίνα οι σοί παίδες φυλαχθώσιν αβλαβείς. 9 ως γαρ ίπποι ενεμήθησαν και ως αμνοί διεσκίρτησαν αινούντές σε. 10 εμέμνηντο γαρ έτι των εν τη παροικία αυτών. 5 και ο μεν λαός σου παράδοξον οδοιπορίαν περάση. εκ δε προϋφεστώτος ύδατος ξηράς ανάδυσις γης εθεωρήθη. τον ρυόμενον αυτούς. 7 η την παρεμβολήν σκιάζουσα νεφέλη. 23 σωρηδόν γαρ ήδη πεπτωκότων επ ‘ αλλήλων νεκρών. εκείνοι δε ξένον εύρωσι θάνατον. προσευχήν και θυμιάματος εξιλασμόν κομίσας. διώξουσι μεταμεληθέντες. 6 όλη γαρ η κτίσις εν ιδίω γένει πάλιν άνωθεν διετυπούτο υπηρετούσα ταις σαίς επιταγαίς. 11 εφ ‘ υστέ ρω δε είδον και νέαν γένεσιν ορνέων. Πως αντί μεν γενέσεως ζώων εξήγαγεν η γη σκνίπα. ανέκοψε την οργήν και διέσχισε την προς τους ζώντας οδόν. ουχ όπλων ενεργεία. 4 είλκε γαρ αυτούς η αξία επί τούτο το πέρας ανάγκη και των συμβεβηκότων αμνηστίαν ενέβαλεν. 3 έτι γαρ εν χερσίν έχοντες τα πένθη και προσοδυρόμενοι τάφοις νεκρών.

επεί απεχθώς προσεδέχοντο τους αλλοτρίους· 16 οι δε μετά εορτασμάτων εισδεξάμενοι τους ήδη των αυτών μετεσχηκότας δικαίων. Κύριε. ωσπερ εν ψαλτηρίω φθόγγοι του ρυθμού το όνομα διαλλάσσουσι. 19 χερσαία γαρ εις ένυδρα μετεβάλλετο. πάντοτε μένοντα ήχω. 22 Κατά πάντα γαρ. ουδέ τηκτόν κρυσταλλοειδές εύτηκτον γένος αμβροσίας τροφής. και ως ου μόνον αυτούς τους αναγινώσκοντας δέον εστίν επιστήμονας γίνεσθαι. υπέρ ων δέον εστίν επαινείν τον Ισραήλ παιδείας και σοφίας. έκαστος των αυτού θυρών την δίοδον εζήτει. ωσπερ εκείνοι επί ταις του δικαίου θύραις. εμεγάλυνας τον λαόν σου και εδόξασας και ουχ υπερείδες εν παντί καιρω και τόπω παριστάμενος. 13 και αι τιμωρίαι τοις αμαρτωλοίς επήλθον ουκ άνευ των προγεγονότων τεκμηρίων τη βία των κεραυνών· δικαίως γαρ έπασχον ταις ιδίαις αυτών πονηρίαις. 15 και ου μόνον. αλλ ‘ ή τις επισκοπή έσται αυτών. και γαρ χαλεπωτέραν μισοξενίαν επετήδευσαν. όπερ εστίν εικάσαι εκ της των γεγονότων όψεως ακριβώς. 14 οι μεν γαρ τους αγνοούντας ουκ εδέχοντο παρόντας. δεινοίς εκάκωσαν πόνοις. ------------------------------------------------------- ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1 ΠΟΛΛΩΝ και μεγάλων ημίν δια του νόμου και των προφητών και των άλλων των κατ ‘ αυτούς ηκολουθηκότων δεδομένων. ότε αχανεί περιβληθέντες σκότει. ούτοι δε ευεργέτας ξένους εδουλούντο. και νηκτά μετέβαινεν επί γης· 20 πυρ ίσχυεν εν ύδατι της ιδίας δυνάμεως. αλλά και τοις εκτός δύνασθαι τους φιλομαθούντας χρησίμους είναι και λέγοντας και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1276 . 17 επλήγησαν δε και αορασία. και ύδωρ της σβεστικής δυνάμεως επελανθάνετο· 21 φλόγες ανάπαλιν ευφθάρτων ζώων ουκ εμάραναν σάρκας εμπεριπατούντων. 18 δι ‘ εαυτών γαρ τα στοιχεία μεθαρμοζόμενα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ από θαλάσσης ορτυγομήτρα.

προήχθη και αυτός συγγράψαι τι των εις παιδείαν και σοφίαν ανηκόντων. πολλω μάλλον επιπροσθώσι δια της εννόμου βιώσεως. και αι πορείαι αυτής εντολαί αιώνιοι]. ου μόνον δε ταύτα. προκατασκευαζομένους τα ήθη εννόμως βιοτεύειν. και τα πανουργεύματα αυτής τις έγνω. αναγκαιότατον εθέμην αυτός προσενέγκασθαί τινα σπουδήν και φιλοπονίαν του μεθερμηνεύσαι τήνδε την βίβλον.] 8 εις εστι σοφός φοβερός σφόδρα καθήμενος επί του θρόνου αυτού. ευρών ου μικράς παιδείας αφόμοιον. πολλήν αγρυπνίαν και επιστήμην προσενεγκάμενος εν τω διαστήματι του χρόνου προς το επί πέρας αγαγόντα το βιβλίον εκδόσθαι και τοις εν τη παροικία βουλομένοις φιλομαθείν. όπως οι φιλομαθείς. 3 ύψος ουρανού και πλάτος γης και άβυσσον και σοφίαν τις εξιχνιάσει. 6 ρίζα σοφίας τίνι απεκαλύφθη. ο πάππος μου Ιησούς επί πλείον εαυτόν δούς εις τε την του νόμου και των προφητών και των άλλων πατρίων βιβλίων ανάγνωσιν και εν τούτοις ικανήν έξιν περιποιησάμενος. 9 Κύριος αυτός έκτισεν αυτήν και είδε και εξηρίθμησεν αυτήν και εξέχεεν αυτήν επί πάντα τα έργα αυτού. 4 προτέρα πάντων έκτισται σοφία και σύνεσις φρονήσεως εξ αιώνος [5 πηγή σοφίας λόγος Θεού εν υψίστοις. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΠΑΣΑ σοφία παρά Κυρίου και μετ ‘ αυτού εστιν εις τον αιώνα. και τούτων ένοχοι γενόμενοι. 2 άμμον θαλασσών και σταγόνας υετού και ημέρας αιώνος τις εξαριθμήσει. [7 επιστήμη σοφίας τίνι εφανερώθη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γράφοντας. 10 μετά πάσης σαρκός κατά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1277 . αλλά και αυτός ο νόμος και αι προφητείαι και τα λοιπά των βιβλίων ου μικράν έχει την διαφοράν εν εαυτοίς λεγόμενα. και την πολυπειρίαν αυτής τις συνήκε. παρακέκλησθε ουν μετ ‘ ευνοίας και προσοχής την ανάγνωσιν ποιείσθαι και συγγνώμην έχειν εφ ‘ οίς αν δοκώμεν των κατά την ερμηνείαν πεφιλοπονημένων τισί των λέξεων αδυναμείν· ου γαρ ισοδυναμεί αυτά εν εαυτοίς εβραϊστί λεγόμενα και όταν μεταχθή εις ετέραν γλώσσαν. εν γαρ τω ογδόω και τριακοστω έτει επί του Ευεργέτου βασιλέως παραγενηθείς εις Αίγυπτον και συγχρονίσας.

βδέλυγμα δε αμαρτωλω θεοσέβεια. 23 έως καιρού ανθέξεται μακρόθυμος. και οι κλάδοι αυτής μακροημέρευσις. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΤΕΚΝΟΝ. και Κύριος χορηγήσει σοι αυτήν. και ύστερον αυτω αναδώσει ευφροσύνη· 24 έως καιρού κρύψει τους λόγους αυτού. και η ευδοκία αυτού πίστις και πραότης. και μετά πιστών εν μήτρα συνεκτίσθη αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την δόσιν αυτού. 22 ου δυνήσεται θυμός άδικος δικαιωθήναι. 12 φόβος Κυρίου τέρψει καρδίαν και δώσει ευφροσύνην και χαράν και μακροημέρευσιν. ίνα μη πέσης και επαγάγης τη ψυχή σου ατιμίαν. 25 εν θησαυροίς σοφίας παραβολή επιστήμης. και εν ημέρα τελευτής αυτού ευρήσει χάριν. και αποκαλύψει Κύριος τα κρυπτά σου και εν μέσω συναγωγής καταβαλεί σε. 28 μη απειθήσης φόβω Κυρίου και μη προσέλθης αυτω εν καρδία δισσή. επιστήμην και γνώσιν συνέσεως εξώμβρησε και δόξαν κρατούντων αυτής ανύψωσε. 13 τω φοβουμένω τον Κύριον εύ έσται επ ‘ εσχάτων. 30 μη εξύψου σεαυτόν. [21 φόβος Κυρίου απωθείται αμαρτήματα. και χείλη πιστών εκδιηγήσεται σύνεσιν αυτού. 15 μετά ανθρώπων θεμέλιον αιώνος ενόσσευσε και μετά του σπέρματος αυτών εμπιστευθήσεται. η γαρ ροπή του θυμού αυτού πτώσις αυτω. ότι ου προσήλθες φόβω Κυρίου. 20 ρίζα σοφίας φοβείσθε τον Κύριον. 14 αρχή σοφίας φοβείσθαι τον Κύριον. και η καρδία σου πλήρης δόλου. παραμένων δε αποστρέψει οργήν]. 16 πλησμονή σοφίας φοβείσθαι τον Κύριον και μεθύσκει αυτούς από των καρπών αυτής· 17 πάντα τον οίκον αυτής εμπλήσει επιθυμημάτων και τα αποδοχεία από των γεννημάτων αυτής. ει προσέρχη δουλεύειν Κυρίω Θεω. ετοίμασον την ψυχήν σου εις πειρασμόν· 2 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1278 . 19 και είδε και εξηρίθμησεν αυτήν. 29 μη υποκριθής εν στόμασιν ανθρώπων και εν τοις χείλεσί σου πρόσεχε. 26 επεθύμησας σοφίαν διατήρησον εντολάς. 18 στέφανος σοφίας φόβος Κυρίου αναθάλλων ειρήνην και υγίειαν ιάσεως. 11 φόβος Κυρίου δόξα και καύχημα και ευφροσύνη και στέφανος αγαλλιάματος. 27 σοφία γαρ και παιδεία φόβος Κυρίου. και εχορήγησεν αυτήν τοις αγαπώσιν αυτόν.

14 ουαί υμίν τοις απολωλεκόσι την υπομονήν· και τι ποιήσετε όταν επισκέπτηται ο Κύριος. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΜΟΥ του πατρός ακούσατε. 6 πίστευσον αυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εύθυνον την καρδίαν σου και καρτέρησον και μη σπεύσης εν καιρω επαγωγής· 3 κολλήθητι αυτω και μη αποστης. και υπερείδεν αυτόν. και ου μη πταίση ο μισθός υμών. και ούτως ποιήσατε. ότι ου πιστεύει· δια τούτο ου σκεπασθήσεται. ίνα μη πέσητε. δέξαι και εν αλλάγμασι ταπεινώσεώς σου μακροθύμησον· 5 ότι εν πυρί δοκιμάζεται χρυσός και άνθρωποι δεκτοί εν καμίνω ταπεινώσεως. και αντιλήψεταί σου· εύθυνον τας οδούς σου και έλπισον επ ‘ αυτόν. ούτως και το έλεος αυτού. ο δοξάζων μητέρα αυτού. 5 ο τιμών πατέρα ευφρανθήσεται υπό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1279 . 4 παν ό εάν επαχθή σοι. ίνα αυξηθής επ ‘ εσχάτων σου. 15 οι φοβούμενοι Κύριον ουκ απειθήσουσι ρημάτων αυτού. 17 οι φοβούμενοι Κύριον ετοιμάσουσι καρδίας αυτών και ενώπιον αυτού ταπεινώσουσι τας ψυχάς αυτών. ή τις επεκαλέσατο αυτόν. 11 διότι οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος και αφίησιν αμαρτίας και σώζει εν καιρω θλίψεως. 9 οι φοβούμενοι Κύριον ελπίσατε εις αγαθά και εις ευφροσύνην αιώνος και ελέους. 8 οι φοβούμενοι Κύριον πιστεύσατε αυτω. 12 ουαί καρδίαις δειλαίς και χερσί παρειμέναις και αμαρτωλω επιβαίνοντι επί δύο τρίβους. 3 ο τιμών πατέρα εξιλάσεται αμαρτίας. ίνα σωθήτε· 2 ο γαρ Κύριος εδόξασε πατέρα επί τέκνοις και κρίσιν μητρός εστερέωσεν εφ ‘ υιοίς. 13 ουαί καρδία παρειμένη. και οι αγαπώντες αυτόν συντηρήσουσι τας οδούς αυτού. 4 και ως ο αποθησαυρίζων. 10 εμβλέψατε εις αρχαίας γενεάς και ίδετε· τις ενεπίστευσε Κυρίω και κατησχύνθη. και οι αγαπώντες αυτόν εμπλησθήσονται του νόμου. 18 εμπεσούμεθα εις χείρας Κυρίου και ουκ εις χείρας ανθρώπων· ως γαρ η μεγαλωσύνη αυτού. τέκνα. 7 οι φοβούμενοι τον Κύριον αναμείνατε το έλεος αυτού και μη εκκλίνητε. ή τις ενέμεινε τω φόβω αυτού και εγκατελείφθη. 16 οι φοβούμενοι κύριον ζητήσουσιν ευδοκίαν αυτού.

ταύτα διανοού. 6 ο δοξάζων πατέρα μακροημερεύσει. 23 εν τοις περισσοίς των έργων σου μη περιεργάζου· πλείονα γαρ συνέσεως ανθρώπων υπεδείχθη σοι· 24 πολλούς γαρ επλάνησεν η υπόληψις αυτών. [25 κόρας μη έχων απορήσεις φωτός. και ους ακροατού επιθυμία σοφού. 17 τέκνον. και όνειδος τέκνοις μήτηρ εν αδοξία. 15 εν ημέρα θλίψεώς σου αναμνησθήσεταί σου· ως ευδία επί παγετω. γνώσεως δε άμοιρος ων μη επαγγέλλου]. 10 μη δοξάζου εν ατιμία πατρός σου. ου γαρ εστί σοι δόξα πατρός ατιμία· 11 η γαρ δόξα ανθρώπου εκ τιμής πατρός αυτού. και εν καιρω πτώσεως ευρήσει στήριγμα. τοσούτω ταπεινού σεαυτόν. φυτόν γαρ πονηρίας ερρίζωκεν εν αυτω. και ο αγαπών κίνδυνον εν αυτω εμπεσείται. 29 καρδία συνετού διανοηθήσεται παραβολήν. 28 επαγωγή υπερηφάνου ουκ έστιν ίασις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τέκνων. συγγνώμην έχε και μη ατιμάσης αυτόν εν πάση ισχύϊ σου. και ο εισακούων Κυρίου αναπαύσει μητέρα αυτού· 7 και ως δεσπόταις δουλεύσει εν τοις γεννήσασιν αυτόν. και υπό ανθρώπου δεκτού αγαπηθήση. και υπόνοια πονηρά ωλίσθησε διανοίας αυτών. 12 τέκνον. 31 ο ανταποδιδούς χάριτας μέμνηται εις τα μετά ταύτα. 8 εν έργω και λόγω τίμα τον πατέρα σου. και εν ημέρα προσευχής αυτού εισακουσθήσεται. 30 πυρ φλογιζόμενον αποσβέσει ύδωρ. αντιλαβού εν γήρα πατρός σου. και αντί αμαρτιών προσανοικοδομηθήσεταί σοι. 27 καρδία σκληρά βαρυνθήσεται πόνοις. και μη λυπήσης αυτόν εν τη ζωή αυτού· 13 καν απολείπη σύνεσιν. και ελεημοσύνη εξιλάσεται αμαρτίας. ίνα επέλθη σοι ευλογία παρ ‘ αυτού· 9 ευλογία γαρ πατρός στηρίζει οίκους τέκνων. 14 ελεημοσύνη γαρ πατρός ουκ επιλησθήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1280 . 21 χαλεπώτερά σου μη ζήτει και ισχυρότερά σου μη εξέταζε· 22 α προσετάγη σοι. κατάρα δε μητρός εκριζοί θεμέλια. ου γαρ εστί σοι χρεία των κρυπτών. και κεκατηραμένος υπό Κυρίου ο παροργίζων μητέρα αυτού. ούτως αναλυθήσονταί σου αι αμαρτίαι. 18 όσω μέγας ει. 26 καρδία σκληρά κακωθήσεται επ ‘ εσχάτων. 16 ως βλάσφημος ο εγκαταλιπών πατέρα. και ο αμαρτωλός προσθήσει αμαρτίαν εφ ‘ αμαρτίαις. εν πραϋτητι τα έργα σου διέξαγε. και έναντι Κυρίου ευρήσεις χάριν· 20 ότι μεγάλη η δυναστεία του Κυρίου και υπό των ταπεινών δοξάζεται.

19 εάν αποπλανηθή. 18 και πάλιν επανήξει κατ ‘ ευθείαν προς αυτόν και ευφρανεί αυτόν και αποκαλύψει αυτω τα κρυπτά αυτής. φόβον δε και δειλίαν επάξει επ ‘ αυτόν και βασανίσει αυτόν εν παιδεία αυτής. 13 ο κρατών αυτής κληρονομήσει δόξαν. και εν κατασχέσει έσονται αι γενεαί αυτού· 17 ότι διεστραμμένως πορεύεται μετ ‘ αυτού εν πρώτοις. 22 μη λάβης πρόσωπον κατά της ψυχής σου και μη εντραπής εις πτώσίν σου. 8 κλίνον πτωχω το ους σου και αποκρίθητι αυτω ειρηνικά εν πραϋτητι. 12 ο αγαπών αυτήν αγαπά ζωήν. και έστιν αισχύνη δόξα και χάρις. και πειράση αυτόν εν τοις δικαιώμασιν αυτής. 15 ο υπακούων αυτής κρινεί έθνη. την ζωήν του πτωχού μη αποστερήσης και μη παρελκύσης οφθαλμούς επιδεείς. 2 ψυχήν πεινώσαν μη λυπήσης και μη παροργίσης άνδρα εν απορία αυτού. και αγαπήσει σε μάλλον ή μήτηρ σου. της δεήσεως αυτού επακούσεται ο ποιήσας αυτόν. 14 οι λατρεύοντες αυτη λειτουργήσουσιν αγίω. 10 γίνου ορφανοίς ως πατήρ και αντί ανδρός τη μητρί αυτών· και έση ως υιος Υψίστου. 26 μη αισχυνθής ομολογήσαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1281 . 16 εάν εμπιστεύση. 5 από δεομένου μη αποστρέψης οφθαλμόν και μη δως τόπον ανθρώπω καταράσασθαί σε· 6 καταρωμένου γαρ σε εν πικρία ψυχής αυτού. 9 εξελού αδικούμενον εκ χειρός αδικούντος και μη ολιγοψυχήσης εν τω κρίνειν σε. 7 προσφιλή συναγωγή σεαυτόν ποίει και μεγιστάνι ταπείνου την κεφαλήν σου. 20 Συντήρησον καιρόν και φύλαξαι από πονηρού και περί της ψυχής σου μη αισχυνθής· 21 έστι γαρ αισχύνη επάγουσα αμαρτίαν. εγκαταλείψει αυτόν και παραδώσει αυτόν εις χείρας πτώσεως αυτού. 4 ικέτην θλιβόμενον μη απαναίνου και μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από πτωχού. 25 μη αντίλεγε τη αληθεία και περί της απαιδευσίας σου εντράπηθι. κατακληρονομήσει αυτήν. και ου εισπορεύεται. και τους αγαπώντας αυτήν αγαπά ο Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΤΕΚΝΟΝ. 3 καρδίαν παρωργισμένην μη προσταράξης και μη παρελκύσης δόσιν προσδεομένου. 11 Η σοφία υιούς αυτής ανύψωσε και επιλαμβάνεται των ζητούντων αυτήν. έως ου εμπιστεύση τη ψυχή αυτού. 23 μη κωλύσης λόγον εν καιρω σωτηρίας· 24 εν γαρ λόγω γνωσθήσεται σοφία και παιδεία εν ρήματι γλώσσης. ευλογήσει Κύριος. και ο προσέχων αυτη κατασκηνώσει πεποιθώς. και οι ορθρίζοντες προς αυτήν εμπλησθήσονται ευφροσύνης.

2 μη εξακολούθει τη ψυχή σου και τη ισχύϊ σου του πορεύεσθαι εν επιθυμίαις καρδίας σου. 30 μη ίσθι ως λέων εν τω οίκω σου και φαντασιοκοπών εν τοις οικέταις σου. το πλήθος των αμαρτιών μου εξιλάσεται· έλεος γαρ και οργή παρ ‘ αυτού. 14 μη κληθής ψίθυρος. 27 και μη υποστρώσης σεαυτόν ανθρώπω μωρω και μη λάβης πρόσωπον δυνάστου. 7 μη ανάμενε επιστρέψαι προς Κύριον και μη υπερβάλλου ημέραν εξ ημέρας· εξάπινα γαρ εξελεύσεται οργή Κυρίου. ο γαρ Κύριός εστι μακρόθυμος. και εν καιρω εκδικήσεως εξολή. 4 μη είπης. και εις έστω σου ο λόγος. και τη γλώσση σου μη ενέδρευε· επί γαρ τω κλέπτη εστίν αισχύνη. και επί αμαρτωλούς καταπαύσει ο θυμός αυτού. και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου. 28 έως του θανάτου αγώνισαι περί της αληθείας. 8 μη έπεχε επί χρήμασιν αδίκοις· ουδέν γαρ ωφελήσει σε εν ημέρα επαγωγής. αποκρίθητι τω πλησίον· ει δε μη. 12 ει έστι σοι σύνεσις. ήμαρτον. και γλώσσα ανθρώπου πτώσις αυτω. 5 περί εξιλασμού μη άφοβος γίνου. 15 εν μεγάλω και εν μικρω μη αγνόει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εφ ‘ αμαρτίαις σου και μη βιάζου ρούν ποταμού. προσθείναι αμαρτίαν εφ ‘ αμαρτίαις· 6 και μη είπης· ο οικτιρμός αυτού πολύς. και τι μοι εγένετο. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1282 . 11 γίνου ταχύς εν ακροάσει σου και εν μακροθυμία φθέγγου απόκρισιν. και κατάγνωσις πονηρά επί διγλώσσου. 10 ίσθι εστηριγμένος εν συνέσει σου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΜΗ έπεχε επί τοις χρήμασί σου και μη είπης· αυτάρκη μοί εστι. 3 και μη είπης· τις με δυναστεύσει. ο γαρ Κύριος εκδικών εκδικήσει σε. 9 μη λίκμα εν παντί ανέμω και μη πορεύου εν πάση ατραπω· ούτως ο αμαρτωλός ο δίγλωσσος. 31 μη έστω η χείρ σου εκτεταμένη εις το λαβείν και εν τω αποδιδόναι συνεσταλμένη. 13 δόξα και ατιμία εν λαλιά. η χείρ σου έστω επί στόματί σου. 29 μη γίνου ταχύς εν γλώσση σου και νωθρός και παρειμένος εν τοις έργοις σου.

και επί τους οικέτας σου παρρησιάσεται· 12 εάν ταπεινωθής. 10 και έστι φίλος κοινωνός τραπεζών και ου μη παραμείνη εν ημέρα θλίψεώς σου. 13 από των εχθρών σου διαχωρίσθητι και από των φίλων σου πρόσεχε. 25 υπόθες τον ώμόν σου και βάσταξον αυτήν. 5 Λάρυγξ γλυκύς πληθυνεί φίλους αυτού. 11 και εν τοις αγαθοίς σου έσται ως συ. και μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1283 . 16 φίλος πιστός φάρμακον ζωής. 14 φίλος πιστός σκέπη κραταιά. 15 φίλου πιστού ουκ έστιν αντάλλαγμα. και ουκ έστι σταθμός της καλλονής αυτού. και μη ταχύ εμπιστεύσης αυτω· 8 έστι γαρ φίλος εν καιρω αυτού και ου μη παραμείνη εν ημέρα θλίψεώς σου. 20 ως τραχείά εστι σφόδρα τοις απαιδεύτοις. και ουκ εμμενεί εν αυτη ακάρδιος· 21 ως λίθος δοκιμασίας ισχυρός έσται επ ‘ αυτω. 6 οι ειρηνεύοντές σοι έστωσαν πολλοί. και μη απαναίνου την συμβουλίαν μου. έσται κατά σου. οι δε σύμβουλοί σου εις από χιλίων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ αντί φίλου μη γίνου εχθρός· όνομα γαρ πονηρόν αισχύνην και όνειδος κληρονομήσει· ούτως ο αμαρτωλός ο δίγλωσσος. ότι κατ ‘ αυτόν ούτως και ο πλησίον αυτού. 9 και έστι φίλος μετατιθέμενος εις έχθραν και μάχην ονειδισμού σου αποκαλύψει. τέκνον. εκ νεότητός σου επίλεξαι παιδείαν. και οι φοβούμενοι Κύριον ευρήσουσιν αυτόν. 7 ει κτάσαι φίλον. και ου χρονιεί απορρίψαι αυτήν. 18 Τέκνον. 23 άκουσον. και ου πολλοίς εστι φανερά. ο δε ευρών αυτόν εύρε θησαυρόν. 4 ψυχή πονηρά απολεί τον κτησάμενον αυτήν και επίχαρμα εχθρών ποιήσει αυτόν. και γλώσσα εύλαλος πληθυνεί ευπροσήγορα. ίνα μη διαρπαγή ως ταύρος η ψυχή σου· 3 τα φύλλα σου καταφάγεσαι και τους καρπούς σου απολέσεις και αφήσεις σεαυτόν ως ξύλον ξηρόν. 24 και εισένεγκον τους πόδας σου εις τας πέδας αυτής και εις τον κλοιόν αυτής τον τράχηλόν σου. και έως πολιών ευρήσεις σοφίαν. εν πειρασμω κτήσαι αυτόν. 17 ο φοβούμενος Κύριον ευθύνει φιλίαν αυτού. και δέξαι γνώμην μου. 2 μη επάρης σεαυτόν εν βουλή ψυχής σου. 19 ως ο αροτριών και ο σπείρων πρόσελθε αυτη και ανάμενε τους αγαθούς καρπούς αυτής· εν γαρ τη εργασία αυτής ολίγον κοπιάσεις και ταχύ φάγεσαι γεννημάτων αυτής. 22 σοφία γαρ κατά το όνομα αυτής εστι. και από του προσώπου σου κρυβήσεται.

έστι γαρ ο ταπεινών και ανυψών. και εγκρατής γενόμενος μη αφής αυτήν· 28 επ ‘ εσχάτων γαρ ευρήσεις την ανάπαυσιν αυτής. 33 εάν αγαπήσης ακούειν. και ου μη σε καταλάβη κακόν· 2 απόστηθι από αδίκου. 7 μη αμάρτανε εις πλήθος πόλεως και μη καταβάλης σεαυτόν εν όχλω. και η επιθυμία της σοφίας σου δοθήσεταί σοι. σοφός έση. παιδευθήση. και παροιμίαι συνέσεως μη εκφευγέτωσάν σε. 36 εάν ίδης συνετόν. μηδέ παρά βασιλέως καθέδραν δόξης. 10 μη ολιγοψυχήσης εν τη προσευχή σου και ελεημοσύνην ποιήσαι μη παρίδης. μη σπείρε επ ‘ αύλακας αδικίας. 29 και έσονταί σοι αι πέδαι εις σκέπην ισχύος και οι κλοιοί αυτής εις στολήν δόξης. αυτω προσκολλήθητι. εκδέξη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσοχθίσης τοις δεσμοίς αυτής. και οι δεσμοί αυτής κλώσμα υακίνθινον· 31 στολήν δόξης ενδύση αυτήν. 12 μη αροτρία ψεύδος επ ‘ αδελφω σου. και εκκλινεί από σου. 5 μη δικαιού έναντι Κυρίου και παρά βασιλεί μη σοφίζου. όρθριζε προς αυτόν. 9 μη είπης· τω πλήθει των δώρων μου επόψεται και εν τω προσενέγκαι με Θεω Υψίστω προσδέξεται. εν γαρ τη μια ουκ αθωος έση. 27 εξίχνευσον και ζήτησον. και εάν δως την ψυχήν σου. και τις σοφός. 35 πάσαν διήγησιν θείαν θέλε ακροάσθαι. και εάν κλίνης το ους σου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΜΗ ποίει κακά. 3 υιε. και βαθμούς θυρών αυτού εκτριβέτω ο πούς σου. 37 διανοού εν τοις προστάγμασι Κυρίου και εν ταις εντολαίς αυτού μελέτα δια παντός· αυτός στηριεί την καρδίαν σου. μηδέ φίλω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1284 . 6 μη ζήτει γενέσθαι κριτής. μη ουκ εξισχύσεις εξάραι αδικίας· μη ποτε ευλαβηθής από προσώπου δυνάστου και θήσεις σκάνδαλον εν ευθύτητί σου. και στέφανον αγαλλιάσεως περιθήσεις σεαυτω. τέκνον. 34 εν πλήθει πρεσβυτέρων στήθι. 32 εάν θέλης. πανούργος έση. και γνωσθήσεταί σοι. και στραφήσεταί σοι εις ευφροσύνην. και ου μη θερίσης αυτάς επταπλασίως. 30 κόσμος γαρ χρύσεός εστιν επ ‘ αυτής. 4 μη ζήτει παρά Κυρίου ηγεμονίαν. 8 μη καταδεσμεύσης δις αμαρτίαν. 11 μη καταγέλα άνθρωπον όντα εν πικρία ψυχής αυτού. 26 εν πάση ψυχή σου πρόσελθε αυτη και εν όλη δυνάμει σου συντήρησον τας οδούς αυτής.

μηδ ‘ αδελφόν γνήσιον εν χρυσίω Σουφείρ. 19 μη αστόχει γυναικός σοφής και αγαθής. 17 ταπείνωσον σφόδρα την ψυχήν σου. 32 Και πτωχω έκτεινον την χείρά σου. και επί νεκρω μη αποκωλύσης χάριν. εκ γαρ των τοιούτων αγαπηθήση. 33 χάρις δόματος έναντι παντός ζώντος. 22 κτήνη σοί εστιν. και ανδρί συνετω δώρησαι αυτήν. μη εκβάλης αυτήν· και μισουμένη μη εμπιστεύσης σεαυτόν. 35 μη όκνει επισκέπτεσθαι άρρωστον. ο γαρ ενδελεχισμός αυτού ουκ εις αγαθόν. παίδευσον αυτά. 34 μη υστέρει από κλαιόντων και μετά πενθούντων πένθησον. και εις τον αιώνα ουχ αμαρτήσεις. μηδέ μίσθιον διδόντα ψυχήν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το όμοιον ποίει. 30 εν όλη δυνάμει αγάπησον τον ποιήσαντά σε και τους λειτουργούς αυτού μη εγκαταλίπης. ίνα τελειωθή η ευλογία σου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1285 . 29 εν όλη ψυχή σου ευλαβού τον Κύριον και τους ιερείς αυτού θαύμαζε. 21 οικέτην συνετόν αγαπάτω σου η ψυχή. και κάμψον εκ νεότητος τον τράχηλον αυτών. 24 θυγατέρες σοί εισι. 31 φοβού τον Κύριον και δόξασον ιερέα και δως την μερίδα αυτω. επισκέπτου αυτά και ει έστι σοι χρήσιμα. πρόσεχε τω σώματι αυτών. 23 τέκνα σοί εστι. η γαρ χάρις αυτής υπέρ το χρυσίον. εμμενέτω σοι. 26 γυνή σοί εστι κατά ψυχήν. 18 Μή αλλάξης φίλον ένεκεν διαφόρου. και έση τετελεκώς έργον μέγα. 27 Εν όλη καρδία δόξασον τον πατέρα σου και μητρός ωδίνας μη επιλάθη· 28 μνήσθητι ότι δι ‘ αυτών εγεννήθης. 14 μη αδελέσχει εν πλήθει πρεσβυτέρων και μη δευτερώσης λόγον εν προσευχή σου. 16 μη προσλογίζου σεαυτόν εν πλήθει αμαρτωλών. και τι ανταποδώσεις αυτοίς καθώς αυτοί σοι. ότι εκδίκησις ασεβούς πυρ και σκώληξ. μη στερήσης αυτόν ελευθερίας. καθώς εντέταλταί σοι. μνήσθητι ότι οργή ου χρονιεί. 25 έκδου θυγατέρα. και μη ιλαρώσης προς αυτάς το πρόσωπόν σου. 15 μη μισήσης επίπονον εργασίαν και γεωργίαν υπό Υψίστου εκτισμένην. 36 εν πάσι τοις λόγοις σου μιμνήσκου τα έσχατά σου. 20 μη κακώσης οικέτην εργαζόμενον εν αληθεία. απαρχήν και περί πλημμελείας και δόσιν βραχιόνων και θυσίαν αγιασμού και απαρχήν αγίων. 13 μη θέλε ψεύδεσθαι παν ψεύδος.

καταβαλεί σε. ίνα μη βαρύνηται κατά σου· αυτός γαρ κατά το θέλημα αυτού ποιήσει. μη εμπυρισθής εν πυρί φλογός αυτού. μήποτε αντιστήση σου την ολκήν· πολλούς γαρ απώλεσε το χρυσίον και καρδίας βασιλέων εξέκλινε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΜΗ διαμάχου μετά ανθρώπου δυνάστου. ίνα μη εγκαθίση ως ένεδρον τω στόματί σου. μήποτε εμπέσης εις τας χείρας αυτού. και μη αναφερέτω σοι χάριν. 9 μη αστόχει διηγήματος γερόντων. και όπου ουκ έστι βοήθεια. και γαρ εξ ημών γηράσκουσι. ως απολωλεκώς γίνου. κατά γαρ την δόξαν αυτού κρινούσιν αυτω. και τη αφροσύνη αυτού συναπολή. 10 μη έκκαιε άνθρακας αμαρτωλού. 11 μη εξαναστης από προσώπου υβριστού. 3 μη διαμάχου μετά ανθρώπου γλωσσώδους και μη επιστοιβάσης επί το πυρ αυτού ξύλα. ου γαρ γινώσκεις τι τέξεται. 7 μη επίχαιρε επί νεκρω. και γαρ αυτοί έμαθον παρά των πατέρων αυτών· ότι παρ ‘ αυτών μαθήσει σύνεσιν και εν καιρω χρείας δούναι απόκρισιν. 5 μη ονείδιζε άνθρωπον αποστρέφοντα από αμαρτίας· μνήσθητι ότι πάντες εσμέν εν επιτιμίοις. και εν ταις παροιμίαις αυτών αναστρέφου· ότι παρ ‘ αυτών μαθήση παιδείαν και λειτουργήσαι μεγιστάσι. 12 μη δανείσης ανθρώπω ισχυροτέρω σου· και εάν δανείσης. 19 παντί ανθρώπω μη έκφαινε σήν καρδίαν. ίνα μη ατιμάζωνται οι πρόγονοί σου. 14 μη δικάζου μετά κριτού. 15 μετά τολμηρού μη πορεύου εν οδω. 6 μη ατιμάσης άνθρωπον εν γήρα αυτού. 4 μη πρόσπαιζε απαιδεύτω. ως αποτίσων φρόντιζε. 2 μη έριζε μετά ανθρώπου πλουσίου. 17 μετά μωρού μη συμβουλεύου. 16 μετά θυμώδους μη ποιήσης μάχην και μη διαπορεύου μετ ‘ αυτού την έρημον· ότι ως ουδέν εν οφθαλμοίς αυτού αίμα. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1286 . 18 ενώπιον αλλοτρίου μη ποιήσης κρυπτόν. 13 μη εγγυήση υπέρ δύναμίν σου· και εάν εγγυήση. ου γαρ δυνήσεται λόγον στέξαι. μνήσθητι ότι πάντες τελευτώμεν. 8 μη παρίδης διήγημα σοφών.

και ο προπετής εν λόγω αυτού μισηθήσεται. ίνα μη αφέληται την ζωήν σου· επίγνωθι ότι εν μέσω παγίδων διαβαίνεις και επί επάλξεων πόλεων περιπατείς. 18 φοβερός εν πόλει αυτού ανήρ γλωσσώδης. 15 και μετά συνετών έστω ο διαλογισμός σου και πάσα διήγησίς σου εν νόμω Υψίστου. και μη καταμάνθανε κάλλος αλλότριον· εν κάλλει γυναικός πολλοί επλανήθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΜΗ ζήλου γυναίκα του κόλπου σου. μηδέ διδάξης επί σεαυτόν παιδείαν πονηράν. 13 μακράν άπεχε από ανθρώπου. 12 μη ευδοκήσης εν ευδοκία ασεβών· μνήσθητι ότι έως άδου ου μη δικαιωθώσι. μήποτε εκκλίνη η ψυχή σου επ ‘ αυτήν και τω πνεύματί σου ολισθήσης εις απώλειαν. ίνα μη απολέσης την κληρονομίαν σου. και ο ηγούμενος λαού σοφός εν λόγω αυτού. 8 απόστρεψον οφθαλμόν από γυναικός ευμόρφου. μήποτε εμπέσης εις τας παγίδας αυτής. και εν φόβω Κυρίου έστω το καύχημά σου. μη πλημμελήσης. 9 μετά υπάνδρου γυναικός μη κάθου το σύνολον και μη συμβολοκοπήσης μετ ‘ αυτής εν οίνω. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1287 . 4 μετά ψαλλούσης μη ενδελέχιζε. και εκ τούτου φιλία ως πυρ ανακαίεται. 7 μη περιβλέπου εν ρύμαις πόλεως και εν ταις ερήμοις αυτής μη πλανώ. 10 μη εγκαταλίπης φίλον αρχαίον. μήποτε αλως εν τοις επιχειρήμασιν αυτής. ος έχει εξουσίαν του φονεύειν. 16 άνδρες δίκαιοι έστωσαν σύνδειπνοί σου. 2 μη δως γυναικί την ψυχήν σου επιβήναι αυτήν επί την ισχύν σου. 5 παρθένον μη καταμάνθανε. ο γαρ πρόσφατος ουκ έστιν έπισος αυτω· οίνος νέος φίλος νέος· εάν παλαιωθή. μετ ‘ ευφροσύνης πίεσαι αυτόν. μήποτε σκανδαλισθής εν τοις επιτιμίοις αυτής. 3 μη υπάντα γυναικί εταιριζομένη. 14 κατά την ισχύν σου στόχασαι τους πλησίον και μετά σοφών συμβουλεύου. 17 εν χειρί τεχνιτών έργον επαινεθήσεται. 11 μη ζηλώσης δόξαν αμαρτωλού. ου γαρ οίδας τι έσται η καταστροφή αυτού. 6 μη δως πόρναις την ψυχήν σου. και ου μη υποπτεύσης φόβον θανάτου· καν προσέλθης.

και ου καθήκει δοξάσαι άνδρα αμαρτωλόν. 10 μακρόν αρρώστημα σκώπτει ιατρός· και βασιλεύς σήμερον. σπέρμα άτιμον ποίον. το καύχημα αυτών φόβος Κυρίου. 3 βασιλεύς απαίδευτος απολεί τον λαόν αυτού. σπέρμα έντιμον ποίον. 17 εξήρανεν εξ αυτών και απώλεσεν αυτούς και κατέπαυσεν από γης το μνημόσυνον αυτών. και οι φοβούμενοι Κύριον εν οφθαλμοίς αυτού. 25 οικέτη σοφω ελεύθεροι λειτουργήσουσι. 18 ουκ έκτισται ανθρώποις υπερηφανία. σπέρμα άτιμον ποίον. και εξ αμφοτέρων πλημμελήσει άδικα. 2 κατά τον κριτήν του λαού αυτού ούτως και οι λειτουργοί αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΡΙΤΗΣ σοφός παιδεύσει τον λαόν αυτού. και από του ποιήσαντος αυτόν απέστη η καρδία αυτού. οι φοβούμενοι τον Κύριον. 14 θρόνους αρχόντων καθείλεν ο Κύριος και εκάθισε πραείς αντ ‘ αυτών. 15 ρίζας εθνών εξέτιλεν ο Κύριος και εφύτευσε ταπεινούς αντ ‘ αυτών. ουδέ οργή θυμού γεννήμασι γυναικών. και ηγεμονία συνετού τεταγμένη έσται. και ο κρατών αυτής εξομβρήσει βδέλυγμα· δια τούτο παρεδόξασε Κύριος τας επαγωγάς και κατέστρεψεν εις τέλος αυτούς. 27 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1288 . και ανήρ επιστήμων ου γογγύσει. και κατά τον ηγούμενον της πόλεως πάντες οι κατοικούντες αυτήν. οι παραβαίνοντες εντολάς. και πόλις οικισθήσεται εν συνέσει δυναστών. 7 μισητή έναντι Κυρίου και ανθρώπων υπερηφανία. 16 χώρας εθνών κατέστρεψεν ο Κύριος και απώλεσεν αυτάς έως θεμελίων γης. 8 βασιλεία από έθνους εις έθνος μετάγεται δια αδικίας και ύβρεις και χρήματα. 4 εν χειρί Κυρίου εξουσία της γης. 13 ότι αρχή υπερηφανίας αμαρτία. 26 Μή σοφίζου ποιήσαι το έργον σου και μη δοξάζου εν καιρω στενοχωρίας σου. 19 Σπέρμα έντιμον ποίον. 22 πλούσιος και ένδοξος και πτωχός. και τον χρήσιμον εγερεί εις καιρόν επ ‘ αυτής. και αύριον τελευτήσει. 23 ου δίκαιον ατιμάσαι πτωχόν συνετόν. 6 Επί παντί αδικήματι μη μηνιάσης τω πλησίον και μη πράσσε μηδέν εν έργοις ύβρεως. 11 εν γαρ τω αποθανείν άνθρωπον κληρονομήσει ερπετά και θηρία και σκώληκας. και προσώπω γραμματέως επιθήσει δόξαν αυτού. ότι εν ζωή έρριψα τα ενδόσθια αυτού. σπέρμα ανθρώπου. 24 μεγιστάν και κριτής και δυνάστης δοξασθήσεται. 12 αρχή υπερηφανίας ανθρώπου αφισταμένου από Κυρίου. 20 εν μέσω αδελφών ο ηγούμενος αυτών έντιμος. και ουκ έστιν αυτών τις μείζων του φοβουμένου τον Κύριον. 9 τι υπερηφανεύεται γη και σποδός. σπέρμα ανθρώπου. 5 εν χειρί Κυρίου ευοδία ανδρός.

εν πραϋτητι δόξασον την ψυχήν σου και δος αυτη τιμήν κατά την αξίαν αυτής. 31 ο δεδοξασμένος εν πτωχεία. 2 μη αινέσης άνδρα εν κάλλει αυτού και μη βδελύξη άνθρωπον εν οράσει αυτού. 28 τέκνον. και ου μη εκφύγης διαδράς. 9 περί πράγματος. 5 πολλοί τύραννοι εκάθισαν επί εδάφους. πτωχεία και πλούτος παρά Κυρίου εστί. 8 πριν ή ακούσαι. 6 πολλοί δυνάσται ητιμάσθησαν σφόδρα. ο δε ανυπονόητος εφόρεσε διάδημα. 10 Τέκνον. 17 δόσις Κυρίου παραμένει ευσεβέσι. 18 έστι πλουτών από προσοχής και σφιγγίας αυτού. 11 έστι κοπιών και πονών και σπεύδων. και εν πλούτω ποσαχώς. ζωή και θάνατος. υστερών ισχύϊ και πτωχεία περισσεύει· και οι οφθαλμοί Κυρίου επέβλεψαν αυτω εις αγαθά. και τόσω μάλλον υστερείται. μη αποκρίνου και εν μέσω λόγων μη παρεμβάλλου. και η ευδοκία αυτού εις τον αιώνα ευοδωθήσεται. και ο άδοξος εν πλούτω. μη περί πολλά έστωσαν αι πράξεις σου· εάν πληθυνής. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΣΟΦΙΑ ταπεινού ανυψώσει κεφαλήν αυτού. και εν μέσω μεγιστάνων καθίσει αυτόν. και ένδοξοι παρεδόθησαν εις χείρας ετέρων. ου ουκ έστι σοι χρεία. μη μέμψη· νόησον πρώτον και τότε επιτίμα. 30 πτωχός δοξάζεται δι ‘ επιστήμην αυτού. και τις δοξάσει τον ατιμάζοντα την ζωήν αυτού. 13 και ανύψωσε κεφαλήν αυτού και απεθαύμασαν επ ‘ αυτω πολλοί. ουκ αθωωθήση· και εάν διώκης. 7 πριν εξετάσης. 4 εν περιβολή ιματίων μη καυχήση και εν ημέρα δόξης μη επαίρου· ότι θαυμαστά τα έργα Κυρίου. 12 έστι νωθρός και προσδεόμενος αντιλήψεως. και αρχή γλυκασμάτων ο καρπός αυτής. 3 μικρά εν πετεινοίς μέλισσα. 29 τον αμαρτάνοντα εις την ψυχήν αυτού τις δικαιώσει. μη έριζε και εν κρίσει αμαρτωλών μη συνέδρευε. ου μη καταλάβης. 14 αγαθά και κακά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κρείσσων εργαζόμενος και περισσεύων εν πάσιν ή περιπατών δοξαζόμενος και απορών άρτων. και πλούσιος δοξάζεται δια τον πλούτον αυτού. και ανώρθωσεν αυτόν εκ ταπεινώσεως αυτού. και αύτη η μερίς του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1289 . και κρυπτά τα έργα αυτού εν ανθρώποις. και εν πτωχεία ποσαχώς.

5 εύ ποίησον τω ταπεινω και μη δως ασεβεί· εμπόδισον τους άρτους αυτού και μη δως αυτω. ούτως καρδία υπερηφάνου. μήποτε μώμον εις τον αιώνα δω σοι. 23 μη είπης· τις εστί μου χρεία. 33 πρόσεχε από κακούργου. 25 εν ημέρα αγαθών αμνησία κακών. και άνθρωπος αμαρτωλός εις αίμα ενεδρεύει. και ευρήσεις ανταπόδομα και ει μη παρ ‘ αυτού. 22 ευλογία Κυρίου εν μισθω ευσεβούς. 24 μη είπης· αυτάρκη μοί εστι. ίνα μη εν αυτοίς σε δυναστεύση· διπλάσια γαρ κακά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1290 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μισθού αυτού. και εν συντελεία ανθρώπου αποκάλυψις έργων αυτού. και ως ο κατάσκοπος επιβλέπει πτώσιν· 31 τα γαρ αγαθά εις κακά μεταστρέφων ενεδρεύει και εν τοις αιρετοίς επιθήσει μώμον. 32 από σπινθήρος πυρός πληθύνεται ανθρακιά. 30 πέρδιξ θηρευτής εν καρτάλλω. 34 ενοίκισον αλλότριον και διαστρέψει σε εν ταραχαίς. 2 εύ ποίησον ευσεβεί. και έσται χάρις τοις αγαθοίς σου. 4 δος τω ευσεβεί και μη αντιλάβη του αμαρτωλού. και απαλλοτριώσει σε των ιδίων σου. 20 στήθι εν διαθήκη σου και ομίλει εν αυτη και εν τω έργω σου παλαιώθητι. 19 εν τω ειπείν αυτόν· εύρον ανάπαυσιν και νυν φάγομαι εκ των αγαθών μου. πολλά γαρ τα ένεδρα του δολίου. 21 μη θαύμαζε εν έργοις αμαρτωλού. και τι από του νυν κακωθήσομαι. 3 ουκ έστιν αγαθά τω ενδελεχίζοντι εις κακά και τω ελεημοσύνην μη χαριζομένω. και εν τέκνοις αυτού γνωσθήσεται ανήρ. και εν ωρα ταχινή αναθάλλει ευλογίαν αυτού. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΕΑΝ εύ ποιής. γνώθι τίνι ποιείς. πονηρά γαρ τεκταίνει. αλλά παρά Υψίστου. 29 Μή πάντα άνθρωπον είσαγε εις τον οίκόν σου. και ουκ οίδε τις καιρός παρελεύσεται και καταλείψει αυτά ετέροις και αποθανείται. 28 προ τελευτής μη μακάριζε μηδένα. 27 κάκωσις ωρας επιλησμονήν ποιεί τρυφής. πίστευε τω Κυρίω και έμμενε τω πόνω σου· ότι κούφον εν οφθαλμοίς Κυρίου δια τάχους εξάπινα πλουτίσαι πένητα. και εν ημέρα κακών ου μνησθήσεται αγαθών· 26 ότι κούφον έναντι Κυρίου εν ημέρα τελευτής αποδούναι ανθρώπω κατά τας οδούς αυτού. και τίνα από του νυν έσται μου τα αγαθά.

μη ανατρέψας σε στη επί τον τόπον σου· μη καθίσης αυτόν εκ δεξιών σου. τι κοινωνήσει χύτρα προς λέβητα. ουκ εμπλησθήσεται αφ ‘ αίματος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ευρήσεις εν πάσιν αγαθοίς. και ισχυροτέρω σου και πλουσιωτέρω μη κοινώνει. 2 βάρος υπέρ σε μη άρης. και ως βοηθών υποσχάσει πτέρναν σου· 18 κινήσει την κεφαλήν αυτού και επικροτήσει ταις χερσίν αυτού και πολλά διαψιθυρίσει και αλλοιώσει το πρόσωπον αυτού. 12 μη στήσης αυτόν παρά σεαυτω. 7 δος τω αγαθω και μη αντιλάβου του αμαρτωλού. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 Ο ΑΠΤΟΜΕΝΟΣ πίσσης μολυνθήσεται. 11 και εάν ταπεινωθή και πορεύηται συγκεκυφώς. και γνώση ότι ουκ εις τέλος κατίωσε. 14 ούτως τον προσπορευόμενον ανδρί αμαρτωλω και συμφυρόμενον εν ταις αμαρτίαις αυτού. μήποτε ζητήση την καθέδραν σου και επ ‘ εσχάτων επιγνώση τους λόγους μου και επί των ρημάτων μου κατανυγήση. ευρήσεις αυτόν εκεί πρότερόν σου. επίστησον την ψυχήν σου και φύλαξαι απ ‘ αυτού και έση αυτω ως εκμεμαχώς έσοπτρον. συμβιώσεταί σοι και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1291 . 16 και εν τοις χείλεσιν αυτού γλυκανεί ο εχθρός και εν τη καρδία αυτού βουλεύσεται ανατρέψαι σε εις βόθρον· εν οφθαλμοίς αυτού δακρύσει ο εχθρός. και εάν εκκλίνης. και ο κοινωνών υπερηφάνω ομοιωθήσεται αυτω. ου μη καρτερήση. 9 εν αγαθοίς ανδρός οι εχθροί αυτού εν λύπη. 6 ότι και ο Ύψιστος εμίσησεν αμαρτωλούς και τοις ασεβέσιν αποδώσει εκδίκησιν. 5 εάν έχης. και εάν εύρη καιρόν. 8 Ουκ εκδικηθήσεται εν αγαθοίς ο φίλος και ου κρυβήσεται εν κακοίς ο εχθρός. 17 κακά αν υπαντήση σοι. 3 πλούσιος ηδίκησε. οίς αν ποιήσης αυτω. 13 τις ελεήσει επαοιδόν οφιόδηκτον και πάντας τους προσάγοντας θηρίοις. 10 μη πιστεύσης τω εχθρω σου εις τον αιώνα· ως γαρ ο χαλκός ιούται. και αυτός προσδεηθήσεται. και εν τοις κακοίς αυτού και ο φίλος διαχωρισθήσεται. και αυτός προσενεβριμήσατο· πτωχός ηδίκηται. 15 ωραν μετά σου διαμενεί. 4 εάν χρησιμεύσης. ούτως η πονηρία αυτού. εργάται εν σοί· και εάν υστερήσης. αύτη προσκρούσει. και αύτη συντριβήσεται. καταλείψει σε.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1292 . 6 χρείαν έσχηκέ σου. ω μη εστιν αμαρτία. 24 αγαθός ο πλούτος. και αυτός ου πονέσει. υποχωρών γίνου. εάν τε εις αγαθά εάν τε εις κακά. 23 πλούσιος ελάλησε και πάντες εσίγησαν. 7 και αισχυνεί σε εν τοις βρώμασιν αυτού. 22 πλουσίου σφαλέντος πολλοί αντιλήπτορες. ελάλησεν απόρρητα και εδικαίωσαν αυτόν. 10 μη έμπιπτε. και εύρεσις παραβολών διαλογισμοί μετά κόπου. 17 τι κοινωνήσει λύκος αμνω. και αποπλανήσει σε και προσγελάσεταί σοι και δώσει σοι ελπίδα· λαλήσει σοι καλά και ερεί· τις η χρεία σου. 12 ανελεήμων ο μη συντηρών λόγους και ου μη φείσηται περί κακώσεως και δεσμών. ότι μετά της πτώσεώς σου περιπατείς. 25 Καρδία ανθρώπου αλλοιοί το πρόσωπον αυτού. έως ου αποκενώση σε δις ή τρίς. και τω ομοίω αυτού προσκολληθήσεται ανήρ. 26 ίχνος καρδίας εν αγαθοίς πρόσωπον ιλαρόν. ούτως αμαρτωλός προς ευσεβή. 19 κυνήγια λεόντων όναγροι εν ερήμω. και επ ‘ εσχάτων καταμωκήσεταί σου· μετά ταύτα όψεταί σε και καταλείψει σε και την κεφαλήν αυτού κινήσει επί σοί. και μη μακράν αφίστω. ταπεινός δε πεσών προσαπωθείται υπό φίλων. 13 συντήρησον και πρόσεχε σφοδρώς. ούτως νομαί πλουσίων πτωχοί. 8 πρόσεχε μη αποπλανηθής και μη ταπεινωθής εν αφροσύνη σου. ίνα μη απωσθής. 20 βδέλυγμα υπερηφάνω ταπεινότης. πτωχός ελάλησε και είπαν· τις ούτος. 21 πλούσιος σαλευόμενος στηρίζεται υπό φίλων. προσανατρέψουσιν αυτόν. και τόσω μάλλον προσκαλέσεταί σε. καν προσκόψη. ίνα μη επιλησθής. 18 τις ειρήνη υαίνη προς κύνα. και τον λόγον αυτού ανύψωσαν έως των νεφελών. 15 Παν ζωον αγαπά το όμοιον αυτω και πας άνθρωπος τον πλησίον αυτού· 16 πάσα σάρξ κατά γένος συνάγεται. [14 ακούων αυτά εν ύπνω σου γρηγόρησον· πάση ζωή σου αγάπα τον Κύριον. εφθέγξατο σύνεσιν και ουκ εδόθη αυτω τόπος. και τις ειρήνη πλουσίω προς πένητα. 9 Προσκαλεσαμένου σε δυνάστου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκενώσει σε. και πονηρά η πτωχεία εν στόματι ασεβούς. ούτως βδέλυγμα πλουσίω πτωχός. και επικαλού αυτόν εις σωτηρίαν σου]. ταπεινός έσφαλε και προσεπετίμησαν αυτω. 11 μη έπεχε ισηγορείσθαι μετ ‘ αυτού και μη πίστευε τοις πλείοσι λόγοις αυτού· εκ πολλής γαρ λαλιάς πειράσει σε και ως προσγελών εξετάσει σε.

και αδικία πονηρά αναξηραίνει ψυχήν. 3 Ανδρί μικρολόγω ου καλός ο πλούτος. εύ ποίει σεαυτόν και προσφοράς Κυρίω αξίως πρόσαγε. καθώς εάν έχης. και ο εργαζόμενος αυτό μετ ‘ αυτού απελεύσεται. ος εν σοφία τελευτήσει και ος εν συνέσει αυτού διαλεχθήσεται. 17 πάσα σάρξ ως ιμάτιον παλαιούται. αποστρέφων πρόσωπον και υπερορών ψυχάς. 5 ο πονηρός εαυτω τίνι αγαθός έσται. εν λήθη ποιεί. ούτως γενεά σαρκός και αίματος. ετέρα δε γεννάται. και ου μη ευφρανθήσεται εν τοις χρήμασιν αυτού. η μεν τελευτά. 12 μνήσθητι ότι θάνατος ου χρονιεί και διαθήκη άδου ουχ υπεδείχθη σοι· 13 πριν σε τελευτήσαι. και ος ουκ έπεσεν από της ελπίδος αυτού. και ανθρώπω βασκάνω ινατί χρήματα. 19 παν έργον σηπόμενον εκλείπει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΜΑΚΑΡΙΟΣ ανήρ. 9 πλεονέκτου οφθαλμός ουκ εμπίπλαται μερίδι. τα μεν καταβάλλει. και επ ‘ εσχάτων εκφαίνει την κακίαν αυτού. 15 ουχί ετέρω καταλείψεις τους πόνους σου και τους κόπους σου εις διαίρεσιν κλήρου. και μερίς επιθυμίας αγαθής μη σε παρελθάτω. 16 δος και λάβε και απάτησον την ψυχήν σου. άλλα δε φύει. 8 πονηρός ο βασκαίνων οφθαλμω. η γαρ διαθήκη απ ‘ αιώνος· θανάτω αποθανή. και εν τοις αποκρύφοις αυτής νοηθήσεται. 18 ως φύλλον θάλλον επί δένδρου δασέος. 23 ο παρακύπτων δια των θυρίδων αυτής και επί των θυρωμάτων αυτής ακροάσεται. 11 Τέκνον. 24 ο καταλύων σύνεγγυς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1293 . 4 ο συνάγων από της ψυχής αυτού συνάγει άλλοις. 14 μη αφυστερήσης από αγαθής ημέρας. ότι ουκ έστιν εν άδου ζητήσαι τρυφήν. 2 μακάριος ου ου κατέγνω η ψυχή αυτού. 6 του βασκαίνοντος εαυτόν ουκ έστι πονηρότερος. εύ ποίει φίλω και κατά την ισχύν σου έκτεινον και δως αυτω. και εν ταις εισόδοις αυτής ενέδρευε. και τούτο ανταπόδομα της κακίας αυτού· 7 καν εύ ποιή. ώς ουκ ωλίσθησεν εν στόματι αυτού και ου κατενύγη εν λύπη αμαρτίας. 20 Μακάριος ανήρ. 21 ο διανοούμενος τας οδούς αυτής εν καρδία αυτού. και εν τοις αγαθοίς αυτού τρυφήσουσιν έτεροι. 22 έξελθε οπίσω αυτής ως ιχνευτής. 10 οφθαλμός πονηρός φθονερός επ ‘ άρτω και ελλιπής επί της τραπέζης αυτού.

και επ ‘ αυτής εφέξει και ου μη καταισχυνθή· 5 και υψώσει αυτόν παρά τους πλησίον αυτού και εν μέσω εκκλησίας ανοίξει στόμα αυτού. 3 ψωμιεί αυτόν άρτον συνέσεως και ύδωρ σοφίας ποτίσει αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του οίκου αυτής και πήξει πάσσαλον εν τοις τοίχοις αυτής. 7 ου μη καταλήψονται αυτήν άνθρωποι ασύνετοι. 4 στηριχθήσεται επ ‘ αυτήν και ου μη κλιθή. 19 και οι οφθαλμοί αυτού επί τους φοβουμένους αυτόν. 6 ευφροσύνην και στέφανον αγαλλιάματος και όνομα αιώνιον κατακληρονομήσει. και άνδρες ψεύσται ου μη μνησθήσονται αυτής. 13 παν βδέλυγμα εμίσησε Κύριος. 17 έναντι ανθρώπων η ζωή και ο θάνατος. εκτενείς την χείρά σου. και ό εάν ευδοκήση. δοθήσεται αυτω. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΟΦΟΒΟΥΜΕΝΟΣ Κύριον ποιήσει αυτό. 11 μη είπης ότι δια Κύριον απέστην· α γαρ εμίσησεν. 14 αυτός εξ αρχής εποίησεν άνθρωπον και αφήκεν αυτόν εν χειρί διαβουλίου αυτού. 12 μη είπης ότι αυτός με επλάνησεν· ου γαρ χρείαν έχει ανδρός αμαρτωλού. 9 Ουχ ωραίος αίνος εν στόματι αμαρτωλού. και ο Κύριος ευοδώσει αυτόν. 18 ότι πολλή σοφία του Κυρίου· ισχυρός εν δυναστεία και βλέπων τα πάντα. συντηρήσεις εντολάς και πίστιν ποίησαι ευδοκίας. 15 εάν θέλης. και ουκ έστιν αγαπητόν τοις φοβουμένοις αυτόν. και ο εγκρατής του νόμου καταλήψεται αυτήν· 2 και υπαντήσεται αυτω ως μήτηρ και ως γυνή παρθενίας προσδέξεται αυτόν. και άνδρες αμαρτωλοί ου μη ίδωσιν αυτήν· 8 μακράν εστιν υπερηφανίας. ου ποιήσεις. ότι ου παρά Κυρίου απεστάλη· 10 εν γαρ σοφία ρηθήσεται αίνος. 16 παρέθηκέ σοι πυρ και ύδωρ· ου εάν θέλης. 25 στήσει την σκηνήν αυτού κατά χείρας αυτής και καταλύσει εν καταλύματι αγαθών· 26 θήσει τα τέκνα αυτού εν τη σκέπη αυτής και υπό τους κλάδους αυτής αυλισθήσεται· 27 σκεπασθήσεται υπ ‘ αυτής από καύματος και εν τη δόξη αυτής καταλύσει. και αυτός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1294 .

ους εβδελύξατο δια την υπερηφανίαν αυτών· 9 ουκ ηλέησεν έθνος απωλείας. οί απέστησαν τη ισχύϊ αυτών· 8 ουκ εφείσατο περί της παροικίας Λωτ. 13 ουκ εκφεύξεται εν αρπάγμασιν αμαρτωλός. 2 εάν πληθύνωσι. 14 πάση ελεημοσύνη ποιήσει τόπον. 4 από γαρ ενός συνετού συνοικισθήσεται πόλις. 18 ιδού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1295 . 3 μη εμπιστεύσης τη ζωή αυτών και μη έπεχε επί το πλήθος αυτών· κρείσσων γαρ εις ή χίλιοι. μη ευφραίνου επ ‘ αυτοίς. 16 πάση τη κτίσει το έλεος αυτού φανερόν. 12 κατά το πολύ έλεος αυτού. έκαστος κατά τα έργα αυτού ευρήσει. ούτως και πολύς ο έλεγχος αυτού· άνδρα κατά τα έργα αυτού κρίνει. ει μη εστι φόβος Κυρίου μετ ‘ αυτών. φυλή δε ανόμων ερημωθήσεται. θαυμαστόν τούτο ει αθωωθήσεται· έλεος γαρ και οργή παρ ‘ αυτω. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΜΗ επιθύμει τέκνων πλήθος αχρήστων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιγνώσεται παν έργον ανθρώπου. και αποθανείν άτεκνον ή έχειν τέκνα ασεβή. και το φως αυτού και το σκότος εμέρισε τω αδάμαντι]. ότι από Κυρίου κρυβήσομαι. 7 ουκ εξιλάσατο περί των αρχαίων γιγάντων. εν λαω πλείονι ου μη γνωσθώ. 5 πολλά τοιαύτα εώρακα εν οφθαλμοίς μου. 6 εν συναγωγή αμαρτωλών εκκαυθήσεται πυρ. και ου μη καθυστερήση υπομονήν ευσεβούς. τους εξηρμένους εν αμαρτίαις αυτών· 10 και ούτως εξακοσίας χιλιάδας πεζών τους επισυναχθέντας εν σκληροκαρδία αυτών. δυνάστης εξιλασμών και εκχέων οργήν. 17 μη είπης. [15 Κύριος εσκλήρυνε Φαραώ μη ειδέναι αυτόν. και εν έθνει απειθεί εξεκαύθη οργή. και ισχυρότερα τούτων ακήκοε το ους μου. 20 και ουκ ενετείλατο ουδενί ασεβείν και ουκ έδωκεν άνεσιν ουδενί αμαρτάνειν. όπως αν γνωσθή ενεργήματα αυτού τη υπ' ουρανόν. 11 καν ή εις σκληροτράχηλος. μη εξ ύψους τις μου μνησθήσεται. τις γαρ η ψυχή μου εν αμετρήτω κτίσει. μη ευφραίνου επί υιοίς ασεβέσιν.

10 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1296 . και από ποιήσεως αυτών διέστειλε μερίδας αυτών. και εις αυτήν η αποστροφή αυτών. τα δε πλείονα των έργων αυτού εν αποκρύφοις. 3 καθ ‘ εαυτούς ενέδυσεν αυτούς ισχύν και κατ ‘ εικόνα αυτού εποίησεν αυτούς 4 και έθηκε τον φόβον αυτού επί πάσης σαρκός και κατακυριεύειν θηρίων και πετεινών. ην ουκ όψεται άνθρωπος. 7 επιστήμην συνέσεως ενέπλησεν αυτούς και αγαθά και κακά υπέδειξεν αυτοίς. 29 και μετά ταύτα Κύριος εις την γην επέβλεψε και ενέπλησεν αυτήν των αγαθών αυτού· 30 ψυχήν παντός ζώου εκάλυψε το πρόσωπον αυτής. 20 και επ ‘ αυτοίς ου διανοηθήσεται καρδία· και τας οδούς αυτού τις ενθυμηθήσεται. και ανήρ άφρων και πλανώμενος διανοείται μωρά. και έως αιώνος ουκ απειθήσουσι του ρήματος αυτού. και μάθε επιστήμην και επί των λόγων μου πρόσεχε τη καρδία σου. 19 άμα τα όρη και τα θεμέλια της γης εν τω επιβλέψαι εις αυτά τρόμω συσσείονται. 24 Άκουσόν μου. 6 διαβούλιον και γλώσσαν και οφθαλμούς. 23 ελαττούμενος καρδία διανοείται ταύτα. 25 εκφανώ εν σταθμω παιδείαν και εν ακριβεία απαγγελώ επιστήμην. [5 έλαβον χρήσιν των πέντε του Κυρίου ενεργημάτων. τέκνον. 8 έθηκε τον οφθαλμόν αυτού επί τας καρδίας αυτών δείξαι αυτοίς το μεγαλείον των έργων αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού. 21 και καταιγίς. μακράν γαρ η διαθήκη. άβυσσος και γη σαλευθήσονται εν τη επισκοπή αυτού. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΥΡΙΟΣ έκτισεν εκ γης άνθρωπον και πάλιν απέστρεψεν αυτόν εις αυτήν. 27 εκόσμησεν εις αιώνα τα έργα αυτού και τας αρχάς αυτών εις γενεάς αυτών· ούτε επείνασαν ούτε εκοπίασαν και ουκ εξέλιπον από των έργων αυτών· 28 έκαστος τον πλησίον αυτού ουκ εξέθλιψε. 22 έργα δικαιοσύνης τις αναγγελεί ή τις υπομενεί. ώτα και καρδίαν έδωκε διανοείσθαι αυτοίς. 2 ημέρας αριθμού και καιρόν έδωκεν αυτοίς και έδωκεν αυτοίς εξουσίαν των επ ‘ αυτής. 9 και όνομα αγιασμού αινέσουσιν. έκτον δε νουν αυτοίς εδωρήσατο μερίζων και τον έβδομον λόγον ερμηνέα των ενεργημάτων αυτού]. 26 εν κρίσει Κυρίου τα έργα αυτού απ ‘ αρχής.

και τούτο εκλείπει· και πονηρός ενθυμηθήσεται σάρκα και αίμα. ότι ουκ αθάνατος υιος ανθρώπου. 27 Υψίστω τις αινέσει εν άδου αντί ζώντων και ζώντων και διδόντων ανθομολόγησιν. και δόξαν φωνής αυτών ήκουσε το ους αυτών. και οι οφθαλμοί αυτού ενδελεχείς επί τας οδούς αυτών. και οι άνθρωποι πάντες γη και σποδός. και μερίς Κυρίου Ισραήλ εστιν. 31 τι φωτεινότερον ηλίου. δεήθητι κατά πρόσωπον και σμίκρυνον πρόσκομμα. [και ουκ έστιν άλλος πλήν αυτού 3 οιακίζων τον κόσμον εν σπιθαμή χειρός αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ίνα διηγώνται τα μεγαλεία των έργων αυτού. 20 ουκ εκρύβησαν αι αδικίαι αυτών απ ‘ αυτού. 17 εκάστω έθνει κατέστησεν ηγούμενον. 26 επάναγε επί Ύψιστον και απόστρεφε από αδικίας. 19 άπαντα τα έργα αυτών ως ο ήλιος εναντίον αυτού. 12 διαθήκην αιώνος έστησε μετ ‘ αυτών και τα κρίματα αυτού υπέδειξεν αυτοίς. 30 ου γαρ δύναται πάντα είναι εν ανθρώποις. 25 Επίστρεφε επί Κύριον και απόλειπε αμαρτίας. ου κρυβήσονται από των οφθαλμών αυτού. αυτός γαρ βασιλεύς πάντων εν κράτει αυτού. και πάντα υπακούει τω θελήματι αυτού. και χάριν ανθρώπου ως κόρην συντηρήσει. 23 μετά ταύτα εξαναστήσεται και ανταποδώσει αυτοίς και το ανταπόδομα αυτών εις κεφαλήν αυτών αποδώσει· 24 πλήν μετανοούσιν έδωκεν επάνοδον και παρεκάλεσεν εκλείποντας υπομονήν. διαστέλλων εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1297 . 29 ως μεγάλη η ελεημοσύνη του Κυρίου και εξιλασμός τοις επιστρέφουσιν επ ‘ αυτόν. 22 ελεημοσύνη ανδρός ως σφραγίς μετ ‘ αυτού. 15 αι οδοί αυτών εναντίον αυτού διαπαντός. 14 και είπεν αυτοίς· προσέχετε από παντός αδίκου· και ενετείλατο αυτοίς εκάστω περί του πλησίον. 28 από νεκρού ως μηδέ όντος απόλλυται εξομολόγησις· ζων και υγιής αινέσει τον Κύριον. 32 δύναμιν ύψους ουρανού αυτός επισκέπτεται. και σφόδρα μίσησον βδέλυγμα. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 Ο ΖΩΝ εις τον αιώνα έκτισε τα πάντα κοινή· 2 Κύριος μόνος δικαιωθήσεται. 11 προσέθηκεν αυτοίς επιστήμην και νόμον ζωής εκληροδότησεν αυτοίς. 13 μεγαλείον δόξης είδον οι οφθαλμοί αυτών. και πάσαι αι αμαρτίαι αυτών έναντι Κυρίου.

23 πριν εύξασθαι. 19 πριν ή λαλήσαι μάνθανε. και προ αρρωστίας θεραπεύου. ούτως κρείσσων λόγος ή δόσις. 14 τους εκδεχομένους παιδείαν ελεά και τους κατασπεύδοντας επί τα κρίματα αυτού. 4 ουθενί εξεποίησεν εξαγγείλαι τα έργα αυτού· και τις εξιχνιάσει τα μεγαλεία αυτού. 18 μωρός αχαρίστως ονειδιεί. τότε άρχεται. τι το αγαθόν αυτού και τι το κακόν αυτού. 32 μη ευφραίνου επί πολλή τρυφή. 13 έλεος ανθρώπου επί τον πλησίον αυτού. 15 Τέκνον. 21 πριν αρρωστήσαί σε ταπεινώθητι και εν καιρω αμαρτημάτων δείξον επιστροφήν. εν αγαθοίς μη δως μώμον και εν πάση δόσει λύπην λόγων. τότε απορηθήσεται. μηδέ προσδεθής συμβολή αυτής. και εν ωρα επισκοπής ευρήσεις εξιλασμόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς άγια από βεβήλων]. 12 είδε και επέγνω την καταστροφήν αυτών ότι πονηρά· δια τούτο επλήθυνε τον εξιλασμόν αυτού. 5 κράτος μεγαλωσύνης αυτού τις εξαριθμήσεται. πτωχείαν και ένδειαν εν ημέραις πλούτου. 25 μνήσθητι καιρόν λιμού εν καιρω πλησμονής. 6 ουκ έστιν ελαττώσαι ουδέ προσθείναι. 11 δια τούτο εμακροθύμησε Κύριος επ ‘ αυτοίς και εξέχεεν επ ‘ αυτούς το έλεος αυτού. 27 άνθρωπος σοφός εν παντί ευλαβηθήσεται και εν ημέραις αμαρτιών προσέξει από πλημμελείας. 9 αριθμός ημερών ανθρώπου πολλά έτη εκατόν· 10 ως σταγών ύδατος από θαλάσσης και ψήφος άμμου.30 ‘Οπίσω των επιθυμιών σου μη πορεύου και από των ορέξεών σου κωλύου. και μη μείνης έως θανάτου δικαιωθήναι. και αμφότερα παρά ανδρί κεχαριτωμένω. 22 μη εμποδισθής του αποδούναι ευχήν ευκαίρως. 17 ουκ ιδού λόγος υπέρ δόμα αγαθόν. ούτως ολίγα έτη εν ημέρα αιώνος. 16 ουχί καύσωνα αναπαύσει δρόσος. 29 συνετοί εν λόγοις και αυτοί εσοφίσαντο και ανώμβρησαν παροιμίας ακριβείς. ποιήσει σε επίχαρμα των εχθρών σου. 33 μη γίνου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1298 . ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΨΥΧΗΣ. 31 εάν χορηγήσης τη ψυχή σου ευδοκίαν επιθυμίας. 28 πας συνετός έγνω σοφίαν και τω ευρόντι αυτήν δώσει εξομολόγησιν. 8 τι άνθωπος και τι η χρήσις αυτού. 24 μνήσθητι θυμού εν ημέραις τελευτής και καιρόν εκδικήσεως εν αποστροφή προσώπου. ετοίμασον σεαυτόν και μη γίνου ως άνθρωπος πειράζων τον Κύριον. έλεος δε Κυρίου επί πάσαν σάρκα· ελέγχων και παιδεύων και διδάσκων και επιστρέφων ως ποιμήν το ποίμνιον αυτού.. και τις προσθήσει εκδιηγήσασθαι τα ελέη αυτού. 26 από πρωϊθεν έως εσπέρας μεταβάλλει καιρός. και πάντα εστί ταχινά έναντι Κυρίου. και δόσις βασκάνου εκτήκει οφθαλμούς. 20 προ κρίσεως εξέταζε σεαυτόν. και όταν παύσηται. και ουκ έστιν εξιχνιάσαι τα θαυμάσια του Κυρίου· 7 όταν συντελέση άνθρωπος.

μη αποκάλυπτε· 9 ακήκοε γαρ σου και εφυλάξατό σε. [γινόμενος άμηνις. 18 φόβος Κυρίου αρχή προσλήψεως. και ει είρηκεν. μήποτε ουκ εποίησε. εάν μετά ταύτα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1299 . 19 γνώσις εντολών Κυρίου παιδεία ζωής. και εν πάση σοφία ποίησις νόμου· [και γνώσις της παντοδυναμίας αυτού. 2 οίνος και γυναίκες αποστήσουσι συνετούς. και τις ουχ ημάρτησεν εν τη γλώσση αυτού. και ο αμαρτάνων εις ψυχήν αυτού πλημμελήσει. και ο κολλώμενος πόρναις τολμηρότερος έσται· 3 σήτες και σκώληκες κληρονομήσουσιν αυτόν. 13 Έλεγξον φίλον. και δος τόπον νόμω Υψίστου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΕΡΓΑΤΗΣ μέθυσος ου πλουτισθήσεται· ο εξουθενών τα ολίγα κατά μικρόν πεσείται. 4 Ο ταχύ εμπιστεύων κούφος καρδία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πτωχός συμβολοκοπών εκ δανεισμού. και ψυχή τολμηρά εξαρθήσεται. 12 βέλος πεπηγός εν μηρω σαρκός. 6 και ο μισών λαλιάν ελαττονούται κακία. και μη παντί λόγω πίστευε. 10 ακήκοας λόγον. ου μη σε ρήξει. και ουθέν σοι ου μη ελαττονωθή. μήποτε ουκ είπε. 8 εν φίλω και εν εχθρω μη διηγού. και ει μη έστι σοι αμαρτία. 11 από προσώπου λόγου ωδινήσει μωρός ως από προσώπου βρέφους η τίκτουσα. συναποθανέτω σοι· θάρσει. σοφία δε παρ' αυτού αγάπησιν περιποιεί. 21 οικέτης λέγων τω δεσπότη· ως αρέσκει ου ποιήσω. ίνα μη δευτερώση. 5 ο ευφραινόμενος καρδία καταγνωσθήσεται. 20 Πάσα σοφία φόβος Κυρίου. και ει τι εποίησε. 16 έστιν ολισθαίνων και ουκ από ψυχής. ούτως λόγος εν κοιλία μωρού. οι δε ποιούντες τα αρεστά αυτω αθανασίας δένδρον καρπούνται]. πολλάκις γαρ γίνεται διαβολή. 7 μηδέποτε δευτερώσης λόγον. και ουδέν σοί εστιν εν μαρσιπείω. και εν καιρω μισήσει σε. 14 έλεγξον τον πλησίον. 15 έλεγξον φίλον. 17 έλεγξον τον πλησίον σου πριν ή απειλήσαι. μήποτε προσθή.

όπου ουκ επεγνώσθη. 10 έστι δόσις. και έστιν εύρημα εις ελάττωσιν. 11 έστιν ελάττωσις ένεκεν δόξης. 14 δόσις άφρονος ου λυσιτελήσει σοι. 8 ο πλεονάζων λόγω βδελυχθήσεται. ούτως ο ποιών εν βία κρίματα. και έστι διαστρέφων χάριν του εκφάναι κρίμα. 29 από οράσεως επιγνωσθήσεται ανήρ. 22 και ουκ έστι σοφία πονηρίας επιστήμη. 24 κρείττων ηττώμενος εν συνέσει έμφοβος ή περισσεύων εν φρονήσει και παραβαίνων νόμον. 2 ως καλόν ελέγξαι ή θυμούσθαι. 6 έστι σιωπών. ο δε λαπιστής και άφρων υπερβήσεται καιρόν. παροργίζει τον τρέφοντα αυτόν]. και έστι μισητός από πολλής λαλιάς. 7 άνθρωπος σοφός σιγήσει έως καιρού. ή ου λυσιτελήσει σοι. 12 έστιν αγοράζων πολλά ολίγου και αποτιννύων αυτά επταπλάσιον. 25 έστι πανουργία ακριβής και αύτη άδικος. και έστιν ος από ταπεινώσεως ήρε κεφαλήν. και ουκ έστιν όπου βουλή αμαρτωλών φρόνησις. 26 έστι πονηρευόμενος συγκεκυφώς μελανία. 30 στολισμός ανδρός και γέλως οδόντων και βήματα ανθρώπου αναγγέλλει τα περί αυτού. 9 έστιν ευοδία εν κακοίς ανδρί. και ο ανθομολογούμενος από ελαττώσεως κωλυθήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΕΣΤΙΝ έλεγχος ος ουκ έστιν ωραίος. μισητός άνθρωπος ο τοιούτος. και έστι σιωπών και αυτός φρόνιμος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήση. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1300 . ης το ανταπόδομα διπλούν. χάριτες δε μωρών εκχυθήσονται. και από απαντήσεως προσώπου επιγνωσθήσεται νοήμων. ου γαρ έχει απόκρισιν. 13 ο σοφός εν λόγω εαυτόν προσφιλή ποιήσει. προφθάσει σε· 28 και εάν υπό ελαττώματος ισχύος κωλυθή αμαρτείν. και τα εντός αυτού πλήρης δόλου· 27 συγκύφων πρόσωπον και ετεροκωφών. 4 επιθυμία ευνούχου αποπαρθενώσαι νεάνιδα. 5 έστι σιωπών ευρισκόμενος σοφός. και ο ενεξουσιαζόμενος μισηθήσεται. κακοποιήσει. και έστι δόσις. εάν εύρη καιρόν. 23 έστι πονηρία και αύτη βδέλυγμα. οι γαρ οφθαλμοί αυτού ανθ ‘ ενός πολλοί· 15 ολίγα δώσει και πολλά ονειδίσει και ανοίξει το στόμα αυτού ως κήρυξ· σήμερον δανιεί και αύριον απαιτήσει. και έστιν άφρων ελαττούμενος σοφία. και έστι σιωπών ειδώς καιρόν.

2 ως από προσώπου όφεως φεύγε από αμαρτίας. 29 ξένια και δώρα αποτυφλοί οφθαλμούς σοφών και ως φιμός εν στόματι αποτρέπει ελεγμούς. ου γαρ μη είπη αυτήν εν καιρω αυτής. 3 ως ρομφαία δίστομος πάσα ανομία. 5 δέησις πτωχού εκ στόματος έως ωτίων αυτού. 26 ήθος ανθρώπου ψευδούς ατιμία.18 ‘Ολίσθημα από εδάφους μάλλον ή από γλώσσης. και από άφρονος προσώπου απολεί αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 16 μωρός ερεί· ουχ υπάρχει μοι φίλος. ΛΟΓΟΙ ΠΑΡΑΒΟΛΩΝ. 20 από στόματος μωρού αποδοκιμασθήσεται παραβολή. εν στόματι απαιδεύτων ενδελεχισθήσεται. και εν τη αναπαύσει αυτού ου κατανυγήσεται. και άνθρωπος φρόνιμος αρέσει μεγιστάσιν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΤΕΚΝΟΝ. ούτως πτώσις κακών κατά σπουδήν ήξει. 31 κρείσσων άνθρωπος αποκρύπτων την μωρίαν αυτού ή άνθρωπος αποκρύπτων την σοφίαν αυτού. και η αισχύνη αυτού μετ ‘ αυτού ενδελεχώς.24 Μώμος πονηρός εν ανθρώπω ψεύδος. τη πληγή αυτής ουκ έστιν ίασις. 4 καταπληγμός και ύβρις ερημώσουσι πλούτον· ούτως οίκος υπερηφάνου ερημωθήσεται. δήξεταί σε· οδόντες λέοντος οι οδόντες αυτής αναιρούντες ψυχάς ανθρώπων. 28 ο εργαζόμενος γην ανυψώσει θημωνίαν αυτού. αμφότεροι δε απώλειαν κληρονομήσουσιν. 30 σοφία κεκρυμμένη και θησαυρός αφανής. και ο αρέσκων μεγιστάσιν εξιλάσεται αδικίαν. φαύλοι γλώσση· 17 ποσάκις και όσοι καταγελάσονται αυτού. μη προσθής μηκέτι και περί των προτέρων σου δεήθητι.. 23 έστι χάριν αισχύνης επαγγελόμενος φίλω. και το κρίμα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1301 . και ουκ έστι χάρις τοις αγαθοίς μου· οι έσθοντες τον άρτον μου. 25 αιρετόν κλέπτης ή ο ενδελεχίζων ψεύδει. 19 άνθρωπος άχαρις. 22 έστιν απολλύων την ψυχήν αυτού δι ‘ αισχύνην. ήμαρτες. 21 Έστι κωλυόμενος αμαρτάνειν από ενδείας. μύθος άκαιρος· εν στόματι απαιδεύτων ενδελεχισθήσεται. τις ωφέλεια εν αμφοτέροις. εάν γαρ προσέλθης..27 Ο σοφός εν λόγοις προάξει εαυτόν.. και εκτήσατο αυτόν εχθρόν δωρεάν.

9 στυππείον συνηγμένον συναγωγή ανόμων. άνθρωπος δε πολύπειρος αισχυνθήσεται από προσώπου. ως ο συνάγων αυτού τους λίθους εις χειμώνα. 27 εν τω καταράσθαι ασεβή τον σατανάν αυτός καταράται την εαυτού ψυχήν. 14 έγκατα μωρού ως αγγείον συντετριμμένον και πάσαν γνώσιν ου κρατήσει. και απέστρεψεν αυτόν οπίσω του νώτου αυτού. λόγοι δε φρονίμων εν ζυγω σταθήσονται. 16 εξήγησις μωρού ως εν οδω φορτίον. και η συντέλεια αυτών φλόξ πυρός. επί δε χείλους συνετού ευρεθήσεται χάρις. 18 ως οίκος ηφανισμένος ούτως μωρω σοφία. και τους λόγους αυτού διανοηθήσονται εν καρδία. 22 πούς μωρού ταχύς εις οικίαν. 24 απαιδευσία ανθρώπου ακροάσθαι παρά θύραν. 23 άφρων από θύρας παρακύπτει εις οικίαν. 12 ου παιδευθήσεται ος ουκ έστι πανούργος· έστι πανουργία πληθύνουσα πικρίαν. 19 πέδαι εν ποσίν ανοήτοις παιδεία και ως χειροπέδαι επί χειρός δεξιάς. 7 γνωστός μακρόθεν ο δυνατός εν γλώσση. και επ ‘ εσχάτω αυτής βόθρος άδου. 25 χείλη αλλοτρίων εν τούτοις βαρυνθήσεται. 26 εν στόματι μωρών η καρδία αυτών. 15 λόγον σοφόν εάν ακούση επιστήμων. 20 μωρός εν γέλωτι ανυψοί φωνήν αυτού. 11 Ο φυλάσσων νόμον κατακρατεί του εννοήματος αυτού. 10 οδός αμαρτωλών ωμαλισμένη εκ λίθων. ανήρ δε πανούργος μόλις ησυχή μειδιάσει. 28 μολύνει την εαυτού ψυχήν ο ψιθυρίζων και εν παροικήσει μισηθήσεται. 21 ως κόσμος χρυσού φρονίμω παιδεία και ως χλιδών επί βραχίονι δεξιω. ο δε νοήμων οίδεν εν τω ολισθαίνειν αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού κατά σπουδήν έρχεται. ο δε φρόνιμος βαρυνθήσεται ατιμία. 17 στόμα φρονίμου ζητηθήσεται εν εκκλησία. αινέσει αυτόν και επ ‘ αυτόν προσθήσει· ήκουσεν ο σπαταλών και απήρεσεν αυτω. 6 μισών ελεγμόν εν ίχνει αμαρτωλού. και ο φοβούμενος Κύριον επιστρέψει εν καρδία. 13 γνώσις σοφού ως κατακλυσμός πληθυνθήσεται και η βουλή αυτού ως πηγή ζωής. 8 ο οικοδομών την οικίαν αυτού εν χρήμασιν αλλοτρίοις. και συντέλεια του φόβου Κυρίου σοφία. καρδία δε σοφών στόμα αυτών. και γνώσις ασυνέτου αδιεξέταστοι λόγοι. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1302 . ανήρ δε πεπαιδευμένος έξω στήσεται.

ίνα εν τη κληρονομία αυτού συγκληρονομήσης. 23 πίστιν κτήσαι εν πτωχεία μετά του πλησίον. 4 θυγάτηρ φρονίμη κληρονομήσει άνδρα αυτής. 3 αισχύνη πατρός εν γεννήσει απαιδεύτου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΛΙΘ† ηρδαλωμένω συνεβλήθη οκνηρός. και επί συντελεία ερεί. ίνα εν τοις αγαθοίς αυτού ομού πλησθής· εν καιρω θλίψεως διάμενε αυτω. 2 βολβίτω κοπρίων συνεβλήθη οκνηρός. 20 βάλλων λίθον επί πετεινά αποσοβεί αυτά. εξέλιπε γαρ σύνεσις. και ου μη μολυνθής εν τω εντιναγμω αυτού· έκκλινον απ ‘ αυτού και ευρήσεις ανάπαυσιν και ου μη ακηδιάσης εν τη απονοία αυτού. έστι γαρ διαλλαγή· πλήν ονειδισμού και υπερηφανίας και μυστηρίου αποκαλύψεως και πληγής δολίας. και ο ονειδίζων φίλον διαλύσει φιλίαν. 25 φίλον σκεπάσαι ουκ αισχυνθήσομαι και από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1303 . εξέλιπε γαρ φως. 17 καρδία ηδρασμένη επί διανοίας συνέσεως ως κόσμος ψαμμωτός τοίχου ξυστού. εν τούτοις αποφεύξεται πας φίλος. εξεγείρων καθεύδοντα εκ βαθέως ύπνου. 19 Ο νύσσων οφθαλμόν κατάξει δάκρυα. του δε μωρού υπέρ θάνατον η ζωή πονηρά. 12 πένθος νεκρού επτά ημέραι. ίνα μη κόπον έχης. 14 υπέρ μόλυβδον τι βαρυνθήσεται. 8 διηγούμενος νυστάζοντι ο διηγούμενος μωρω. και πας εκσυριεί επί τη ατιμία αυτού. και η καταισχύνουσα εις λύπην γεννήσαντος· 5 πατέρα και άνδρα καταισχύνει η θρασεία και υπό αμφοτέρων ατιμασθήσεται. και επί μωρω κλαύσον. 6 Μουσικά εν πένθει άκαιρος διήγησις. 7 συγκολλών όστρακον ο διδάσκων μωρόν. 24 προ πυρός ατμίς καμίνου και καπνός· ούτως προ αιμάτων λοιδορίαι. ήδιον κλαύσον επί νεκρω. 15 άμμον και άλα και βώλον σιδήρου εύκοπον υπενεγκείν ή άνθρωπον ασύνετον. και προς ασύνετον μη πορεύου· φύλαξαι απ ‘ αυτού. μάστιγες δε και παιδεία εν παντί καιρω σοφίας. και ο νύσσων καρδίαν εκφαίνει αίσθησιν.16 Ιμάντωσις ξυλίνη ενδεδεμένη εις οικοδομήν εν συσσεισμω ου διαλυθήσεται· ούτως καρδία εστηριγμένη επί διανοήματος βουλής εν καιρω ου δειλιάσει. 13 μετά άφρονος μη πληθύνης λόγον. έστι γαρ επάνοδος· 22 επί φίλον εάν ανοίξης στόμα. πας ο αναιρούμενος αυτόν εκτινάξει χείρα. μωρού δε και ασεβούς πάσαι αι ημέραι της ζωής αυτού. τι εστιν. θυγάτηρ δε επ ‘ ελαττώσει γίνεται. 21 επί φίλον εάν σπάσης ρομφαίαν. μη απελπίσης. μη ευλαβηθής. ότι ανεπαύσατο. 18 χάρακες επί μετεώρου κείμενοι κατέναντι ανέμου ου μη υπομείνωσιν· ούτως καρδία δειλή επί διανοήματος μωρού κατέναντι παντός φόβου ου μη υπομείνη. 11 επί νεκρω κλαύσον.. και τι αυτω όνομα αλλ ‘ ή μωρός.

πάτερ και Θεέ ζωής μου. τέκνα. 11 ανήρ πολύορκος πλησθήσεται ανομίας. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΥΡΙΕ.. πας ο ακούων φυλάξεται απ ‘ αυτού. 13 απαιδευσίαν ασυρή μη συνεθίσης το στόμα σου. ίνα μη πέσω απ ‘ αυτής και η γλώσσά μου απολέση με.. 3 όπως μη πληθύνωσιν αι άγνοιαί μου και αι αμαρτίαι μου πλεονάσωσι και πεσούμαι έναντι των υπεναντίων και επιχαρείταί μοι ο εχθρός μου. 14 μνήσθητι πατρός και μητρός σου. αμαρτία αυτού επ ‘ αυτω. ανά μέσον γαρ μεγιστάνων συνεδρεύεις· μήποτ ‘ επιλάθη ενώπιον αυτών και τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1304 . και εν αμαρτίαις ουκ εγκυλισθήσονται. και ψυχή αναιδεί μη παραδως με. μετεωρισμόν οφθαλμών μη δως μοι 5 και επιθυμίαν απόστρεψον απ ‘ εμού· 6 κοιλίας όρεξις και συνουσιασμός μη καταλαβέτωσάν με. 2 τις επιστήσει επί του διανοήματός μου μάστιγας και επί της καρδίας μου παιδείαν σοφίας. και ουκ αποστήσεται από του οίκου αυτού μάστιξ· εάν πλημμελήση. μη ευρεθήτω εν κληρονομία Ιακώβ· από γαρ ευσεβών ταύτα πάντα αποστήσεται. πλησθήσεται γαρ επαγωγών ο οίκος αυτού. ου δικαιωθήσεται. ούτως και ο ομνύων και ονομάζων διαπαντός από αμαρτίας ου μη καθαρισθή. έστι γαρ εν αυτη λόγος αμαρτίας.. 9 όρκω μη εθίσης το στόμα σου και ονομασία του αγίου μη συνεθισθής· 10 ωσπερ γαρ οικέτης εξεταζόμενος ενδελεχώς από μώλωπος ουκ ελαττωθήσεται. και ο φυλάσσων ου μη αλω.7 Παιδείαν στόματος ακούσατε. 8 εν τοις χείλεσιν αυτού καταληφθήσεται αμαρτωλός. ίνα επί τοις αγνοήμασί μου μη φείσωνται και ου μη παρή τα αμαρτήματα αυτών. 4 Κύριε. ήμαρτε δισσώς· και ει διακενής ώμοσεν. πάτερ και δέσποτα ζωής μου. μη εγκαταλίπης με εν βουλή αυτών. και λοίδορος και υπερήφανος σκανδαλισθήσονται εν αυτοίς.12 Έστι λέξις αντιπεριβεβλημένη θανάτω. καν υπερίδη. ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΟΜΑΤΟΣ. 26 και ει κακά μοι συμβή δι ‘ αυτόν. μη αφής με πεσείν εν αυτοίς.27 Τίς δώσει μοι επί στόμα μου φυλακήν και επί των χειλέων μου σφραγίδα πανούργον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσώπου αυτού ου μη κρυβώ.

και ου ουχ υπενόησεν πιασθήσεται. ου μη παύσηται έως αν εκκαύση πυρ· ανθρώπω πόρνω πας άρτος ηδύς. 25 ου διαδώσουσι τα τέκνα αυτής εις ρίζαν. 16 Δύο είδη πληθύνουσιν αμαρτίας. και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην· 4 εγώ εν υψηλοίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1305 . εξ αλλοτρίου ανδρός τέκνα παρέστησεν. ου μη σβεσθή έως αν καταποθή· άνθρωπος πόρνος εν σώματι σαρκός αυτού. και δεύτερον εις άνδρα εαυτής επλημμέλησε. και το τρίτον επάξει οργήν· 17 ψυχή θερμή ως πυρ καιόμενον. 27 και επιγνώσονται οι καταλειφθέντες ότι ουθέν κρείττον φόβου Κυρίου και ουθέν γλυκύτερον του προσέχειν εντολαίς Κυρίου. και ουκ έγνω ότι οφθαλμοί Κυρίου μυριοπλασίως ηλίου φωτεινότεροι.22 Ούτως και γυνή καταλιπούσα τον άνδρα και παριστώσα κληρονόμον εξ αλλοτρίου· 23 πρώτον μεν γαρ εν νόμω Υψίστου ηπείθησε. επιβλέποντες πάσας οδούς ανθρώπων και κατανοούντες εις απόκρυφα μέρη. έγνωσται αυτω. 24 αύτη εις εκκλησίαν εξαχθήσεται. και το όνειδος αυτής ουκ εξαλειφθήσεται. 2 εν εκκλησία Υψίστου στόμα αυτής ανοίξει και έναντι δυνάμεως αυτού καυχήσεται· 3 εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εθισμω σου μωρανθής και θελήσεις ει μη εγεννήθης και την ημέραν του τοκετού σου καταράση.Η σοφία αινέσει ψυχήν αυτής και εν μέσω λαού αυτής καυχήσεται. 21 ούτος εν πλατείαις πόλεως εκδικηθήσεται.. 26 καταλείψει εις κατάραν το μνημόσυνον αυτής. των αμαρτιών μου ου μη μνησθήσεται ο Ύψιστος. και οι τοίχοί με καλύπτουσι. 20 πριν ή κτισθήναι τα πάντα. και οι κλάδοι αυτής ου δώσουσι καρπόν.. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΑΙΝΕΣΙΣ ΣΟΦΙΑΣ. σκότος κύκλω μου. ου μη κοπάση έως αν τελευτήση. 18 άνθρωπος παραβαίνων από της κλίνης αυτού. και το τρίτον εν πορνεία εμοιχεύθη. και επί τα τέκνα αυτής επισκοπή έσται. ούτως και μετά το συντελεσθήναι. λέγων εν τη ψυχή αυτού· τις με ορά. 15 άνθρωπος συνεθιζόμενος λόγοις ονειδισμού εν πάσαις ταις ημέραις αυτού ου μη παιδευθή. 19 και οφθαλμοί ανθρώπων ο φόβος αυτού. και ουθείς με ορά· τι ευλαβούμαι.

9 προ του αιώνος απ ‘ αρχής έκτισέ με. [24 μη εκλύεσθε ισχύν εν Κυρίω. και τα άνθη μου καρπός δόξης και πλούτου. και η κληρονομία μου υπέρ μέλιτος κηρίον. και οι εργαζόμενοι εν εμοί ουχ αμαρτήσουσι. 13 ως κέδρος ανυψώθην εν τω Λιβάνω και ως κυπάρισσος εν όρεσιν Αερμών· 14 ως φοίνιξ ανυψώθην εν αιγιαλοίς και ως φυτά ρόδου εν Ιεριχώ. 23 ταύτα πάντα βίβλος διαθήκης Θεού Υψίστου. αειγενής τοις λεγομένοις υπ' αυτού]. 19 προσέλθετε προς με οι επιθυμούντές μου. και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης· 5 γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα· 6 εν κύμασι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαω και έθνει εκτησάμην. 26 ο αναπληρών ως Ευφράτης σύνεσιν και ως Ιορδάνης εν ημέραις θερισμού. ως ελαία ευπρεπής εν πεδίω. 15 ως κιννάμωμον και ασπάλαθος αρωμάτων δέδωκα οσμήν και ως σμύρνα εκλεκτή διέδωκα ευωδίαν. και ανυψώθην ως πλάτανος. και φόβου και γνώσεως και της οσίας ελπίδος. 10 εν σκηνή αγία ενώπιον αυτού ελειτούργησα και ούτως εν Σιών εστηρίχθην· 11 εν πόλει ηγαπημένη ομοίως με κατέπαυσε. και ουκ έστιν έτι πλήν αυτού σωτήρ]. ίνα κραταιώση υμάς. 8 τότε ενετείλατό μοι ο κτίστης απάντων. 7 μετά τούτων πάντων ανάπαυσιν εζήτησα και εν κληρονομία τίνος αυλισθήσομαι. εν μερίδι Κυρίου κληρονομίας αυτού. και ούτως ο έσχατος ουκ εξιχνίασεν αυτήν· 29 από γαρ θαλάσσης επληθύνθη διανόημα αυτής και η βουλή αυτής από αβύσσου μεγάλης. Κύριος παντοκράτωρ Θεός μόνος εστί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατεσκήνωσα. 22 ο υπακούων μου ουκ αισχυνθήσεται. 28 ου συνετέλεσεν ο πρώτος γνώναι αυτήν. ως χαλβάνη και όνυξ και στακτή και ως λιβάνου ατμίς εν σκηνή. 17 εγώ ως άμπελος βλαστήσασα χάριν. κολλάσθε δε προς αυτόν. και ο κτίσας με κατέπαυσε την σκηνήν μου και είπεν· εν Ιακώβ κατασκήνωσον και εν Ισραήλ κατακληρονομήθητι. και από των γεννημάτων μου εμπλήσθητε· 20 το γαρ μνημόσυνόν μου υπέρ το μέλι γλυκύ. 21 οι εσθίοντές με έτι πεινάσουσι. ως Γηών εν ημέραις τρυγητού. και οι πίνοντές με έτι διψήσουσιν. δίδομαι ουν πάσι τοις τέκνοις μου. [18 εγώ μήτηρ της αγαπήσεως της καλής. και οι κλάδοι μου κλάδοι δόξης και χάριτος. 25 ο πιμπλών ως Φεισών σοφίαν και ως Τίγρις εν ημέραις νέων. νόμον ον ενετείλατο ημίν Μωυσής κληρονομίαν συναγωγαίς Ιακώβ. 27 ο εκφαίνων ως φως παιδείαν. και εν Ιερουσαλήμ η εξουσία μου· 12 και ερρίζωσα εν λαω δεδοξασμένω. 30 καγώ ως διώρυξ από ποταμού και ως υδραγωγός εξήλθον εις παράδεισον· 31 είπα· ποτιώ μου τον κήπον και μεθύσω μου την πρασιάν· και ιδού εγένετό Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1306 . 16 εγώ ως τερέμινθος εξέτεινα κλάδους μου. και έως αιώνος ου μη εκλίπω.

αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν.7 Εννέα υπονοήματα εμακάρισα εν καρδία και το δέκατον ερώ επί γλώσσης· άνθρωπος ευφραινόμενος επί τέκνοις. 4 ως ωραίον πολιαίς κρίσις και πρεσβυτέροις επιγνώναι βουλήν. 13 Πάσαν πληγήν και μη πληγήν καρδίας. ο κρατών αυτού τίνι ομοιωθήσεται. [12 φόβος Κυρίου αρχή αγαπήσεως αυτού.. γέροντα μοιχόν ελαττούμενον συνέσει. και πλούσιον ψεύστην. και το καύχημα αυτών φόβος Κυρίου. και πάσαν εκδίκησιν και μη εκδίκησιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1307 . 2 τρία δε είδη εμίσησεν η ψυχή μου και προσώχθισα σφόδρα τη ζωή αυτών· πτωχόν υπερήφανον. και ο ποταμός μου εγένετο εις θάλασσαν. και γυνή και ανήρ εαυτοίς συμπεριφερόμενοι. πίστις δε αρχή κολλήσεως αυτού]. και ος εν γλώσση ουκ ωλίσθησε. 6 στέφανος γερόντων πολυπειρία. και πάσαν πονηρίαν και μη πονηρίαν γυναικός· 14 πάσαν επαγωγήν και μη επαγωγήν μισούντων. και Πως αν εύροις εν τω γήρα σου. 5 ως ωραία γερόντων σοφία και δεδοξασμένοις διανόημα και βουλή. 32 έτι παιδείαν ως όρθρον φωτιώ και εκφανώ αυτά έως εις μακράν· 33 έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. 34 ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα. και ος ουκ εδούλευσεν αναξίω αυτού· 9 μακάριος ος εύρε φρόνησιν. και ο διηγούμενος εις ώτα ακουόντων· 10 ως μέγας ο ευρών σοφίαν· αλλ ‘ ουκ έστιν υπέρ τον φοβούμενον τον Κύριον· 11 φόβος Κυρίου υπέρ παν υπερέβαλεν. και φιλία των πλησίον.. ζων και βλέπων επί πτώσει εχθρών· 8 μακάριος ο συνοικών γυναικί συνετη.3 Εν νεότητι ου συναγήοχας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μοι η διώρυξ εις ποταμόν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΕΝ τρισίν ωραϊσθην και ανέστην ωραία έναντι Κυρίου και ανθρώπων· ομόνοια αδελφών.

22 οργή και αναίδεια και αισχύνη μεγάλη γυνή εάν επιχορηγή τω ανδρί αυτής. 3 γυνή αγαθή μερίς αγαθή. κλήρος αμαρτωλού επιπέσοι αυτη. και ακούσας ανεστέναξε πικρά. 15 ουκ έστι κεφαλή υπέρ κεφαλήν όφεως. και μη θαυμάσης εάν εις σε πλημμελήση· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1308 . 16 συνοικήσαι λέοντι και δράκοντι ευδοκήσω ή ενοικήσαι μετά γυναικός πονηράς. από των σαρκών σου απότεμε αυτήν. 25 μη δως ύδατι διέξοδον μηδέ γυναικί πονηρά εξουσίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εχθρών. 17 πονηρία γυναικός αλλοιοί την όρασιν αυτής και σκοτοί το πρόσωπον αυτής ως άρκος. 19 μικρά πάσα κακία προς κακίαν γυναικός. 10 επί θυγατρί αδιατρέπτω στερέωσον φυλακήν. και τα έτη αυτού πληρώσει εν ειρήνη. υπέρ θάνατον πάντα μοχθηρά. 21 μη προσπέσης επί κάλλος γυναικός και γυναίκα μη επιποθήσης. 24 από γυναικός αρχή αμαρτίας. 23 καρδία ταπεινή και πρόσωπον σκυθρωπόν και πληγή καρδίας γυνή πονηρά· χείρες παρειμέναι και γόνατα παραλελυμένα ήτις ου μακαριεί τον άνδρα αυτής. και αριθμός των ημερών αυτού διπλάσιος. ούτως γυνή γλωσσώδης ανδρί ησύχω. 4 πλουσίου δε και πτωχού καρδία αγαθή. 11 οπίσω αναιδούς οφθαλμού φύλαξαι. και καταψευσμόν. εν μερίδι φοβουμένων Κύριον δοθήσεται. και επί τω τετάρτω προσώπω εδεήθην· διαβολήν πόλεως. και εκκλησίαν όχλου. 9 πορνεία γυναικός εν μετεωρισμοίς οφθαλμών και εν τοις βλεφάροις αυτής γνωσθήσεται. ο κρατών αυτής ως ο δρασσόμενος σκορπίου. και ουκ έστι θυμός υπέρ θυμόν εχθρού. 8 οργή μεγάλη γυνή μέθυσος και ασχημοσύνην αυτής ου συγκαλύψει. 6 άλγος καρδίας και πένθος γυνή αντίζηλος επί γυναικί και μάστιξ γλώσσης πάσιν επικοινωνούσα. και δι ‘ αυτήν αποθνήσκομεν πάντες. 5 από τριών ευλαβήθη η καρδία μου. 26 ει μη πορεύεται κατά χείρά σου. 2 γυνή ανδρεία ευφραίνει τον άνδρα αυτής. 7 βοοζύγιον σαλευόμενον γυνή πονηρά. 20 ανάβασις αμμώδης εν ποσί πρεσβυτέρου. 18 ανά μέσον του πλησίον αυτού αναπεσείται ο ανήρ αυτής. εν παντί καιρω πρόσωπον ιλαρόν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΓΥΝΑΙΚΟΣ αγαθής μακάριος ο ανήρ. ίνα μη ευρούσα άνεσιν εαυτη χρήσηται.

και από παντός ύδατος του σύνεγγυς πίεται. ακμήν ηλικίας σου συντήρησον υγιή. ύπανδρος δε πύργος θανάτου τοις χρωμένοις λογισθήσεται. 14 δόσις Κυρίου γυνή σιγηρά. [19 Τέκνον. 25 γυνή αδιάτρεπτος ως κύων λογισθήσεται. και ουκ έστι σταθμός πας άξιος εγκρατούς ψυχής. η δε έχουσα αισχύνην τον Κύριον φοβηθήσεται. 29 Μόλις εξελείται έμπορος από πλημμελείας. 13 χάρις γυναικός τέρψει τον άνδρα αυτής. 22 γυνή μισθία ίση σιάλω λογισθήσεται. ο γαρ αριθμός των ετών αυτού διπλάσιος έσται. ατιμάζουσα δε εν υπερηφανία ασεβής πάσι γνωσθήσεται. 15 χάρις επί χάριτι γυνή αισχυντηρά.28 Επί δυσί λελύπηται η καρδία μου. 27 γυνή μεγαλόφωνος και γλωσσώδης ως σάλπιγξ πολέμων εις τροπήν θεωρηθήσεται.. 24 γυνή ασχήμων ατιμίαν κατατρίψει. 23 γυνή ασεβής ανόμω μερίς δοθήσεται. θυγάτηρ δε ευσχήμων και τον άνδρα εντραπήσεται. ανθρώπου δε παντός ψυχή ομοιότροπος τούτοις. και επί τω τρίτω θυμός μοι επήλθεν· ανήρ πολεμιστής υστερών δι ‘ ένδειαν. και τα οστά αυτού πιανεί η επιστήμη αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 ως διψών οδοιπόρος το στόμα ανοίξει. και μη δως αλλοτρίοις την ισχύν σου. 18 στύλοι χρύσεοι επί βάσεως αργυράς και πόδες ωραίοι επί στέρνοις ευσταθούς. επανάγων από δικαιοσύνης επί αμαρτίαν· ο Κύριος ετοιμάσει εις ρομφαίαν αυτόν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1309 . και ου δικαιωθήσεται κάπηλος από αμαρτίας. 17 λύχνος εκλάμπων επί λυχνίας αγίας και κάλλος προσώπου επί ηλικία στασίμη. 16 ήλιος ανατέλλων εν υψίστοις Κυρίου και κάλλος αγαθής γυναικός εν κόσμω οικίας αυτής. κατέναντι παντός πασσάλου καθήσεται και έναντι βέλους ανοίξει φαρέτραν. και ουκ έστιν αντάλλαγμα πεπαιδευμένης ψυχής. και άνδρες συνετοί εάν σκυβαλισθώσιν. ευσεβής δε δίδοται τω φοβουμένω τον Κύριον. 20 αναζητήσας παντός πεδίου εύγειον κλήρον σπείρε τα ίδια σπέρματα πεποιθώς τη ευγενεία σου· 21 ούτως τα γενήματά σου περιόντα και παρρησίαν ευγενείας έχοντα μεγαλυνούσι. πολέμου ακαταστασίαις την ψυχήν διαιτηθήσεται]. 26 γυνή άνδρα ίδιον τιμώσα σοφή πάσι φανήσεται. γυναικός αγαθής μακάριος ο ανήρ.

και ου μη εύρη φίλον προς την ψυχήν αυτού. 13 διήγησις μωρών προσόχθισμα. ούτως απώλεσας την φιλίαν του πλησίον· 19 και ως πετεινόν εκ χειρός σου απέλυσας. και επί των λόγων σου εκθαυμάσει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΧΑΡΙΝ διαφόρου πολλοί ήμαρτον. και ο γέλως αυτών εν σπατάλη αμαρτίας. 10 λέων θήραν ενεδρεύει. ότι μακράν απέστη και εξέφυγεν ως δορκάς εκ παγίδος. και πειρασμός ανθρώπου εν διαλογισμω αυτού. 3 εάν μη εν φόβω Κυρίου κρατήση κατά σπουδήν. 28 εμπαιγμός και ονειδισμός υπερηφάνων. ούτως αμαρτίαι εργαζομένους άδικα. και πληγή δολία διελεί τραύματα. 6 γεώργιον ξύλου εκφαίνει ο καρπός αυτού. ούτως λόγος ενθυμήματος καρδίας ανθρώπου.8 Εάν διώκης το δίκαιον. εις μέσον δε διανοουμένων ενδελέχιζε. 26 ο ορύσσων βόθρον εις αυτόν εμπεσείται. ούτως σκύβαλα ανθρώπου εν λογισμω αυτού.. ο δε άφρων ως σελήνη αλλοιούται. 2 αναμέσον αρμών λίθων παγήσεται πάσσαλος. και ο ιστών παγίδα εν αυτη αλώσεται.16 Ο αποκαλύπτων μυστήρια απώλεσε πίστιν. 21 ότι τραύμά εστι καταδήσαι και λοιδορίας εστί διαλλαγή. ούτως αφήκας τον πλησίον και ου θηρεύσεις αυτόν. 7 προ λογισμού μη επαινέσης άνδρα. και αναμέσον πράσεως και αγορασμού συντριβήσεται αμαρτία. 15 έκχυσις αίματος μάχη υπερηφάνων. 25 ο βάλλων λίθον εις ύψος επί κεφαλήν αυτού βάλλει. 14 λαλιά πολυόρκου ορθώσει τρίχας. 27 ο ποιών πονηρά εις αυτόν κυλισθήσεται. ύστερον δε διαστρέψει το στόμα αυτού και εν τοις λόγοις σου δώσει σκάνδαλον. καταλήψη και ενδύση αυτό ως ποδήρη δόξης. ούτος γαρ πειρασμός ανθρώπων.. 5 σκεύη κεραμέως δοκιμάζει κάμινος. 20 μη αυτόν διώξης. και ου μη επιγνω πόθεν ήκει αυτω.. ου μη καταδιώξης οπίσω αυτού. και η διαλοιδόρησις αυτών ακοή μοχθηρά. 24 πολλά εμίσησα και ουχ ωμοίωσα αυτω. και η μάχη αυτών εμφραγμός ωτίων. και η εκδίκησις ως λέων ενεδρεύσει αυτόν. 4 Εν σείσματι κοσκίνου διαμένει κοπρία. 29 παγίδι αλώσονται οι ευφραινόμενοι πτώσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1310 . εν τάχει καταστραφήσεται αυτού ο οίκος. 18 καθώς γαρ απώλεσεν άνθρωπος τον εχθρόν αυτού. και ο ζητών πληθύναι αποστρέψει οφθαλμόν. 9 πετεινά προς τα όμοια αυτοίς καταλύσει. και ουδείς αυτόν αποστήσει απ ‘ αυτού· 23 απέναντι των οφθαλμών σου γλυκανεί στόμα σου. και αλήθεια προς τους εργαζομένους αυτήν επανήξει. 17 στέρξον φίλον και πιστώθητι μετ ‘ αυτού· εάν δε αποκαλύψης τα μυστήρια αυτού. 12 εις μέσον ασυνέτων συντήρησον καιρόν. 11 διήγησις ευσεβούς διαπαντός σοφία. και ο Κύριος μισήσει αυτόν. ο δε αποκαλύψας μυστήρια απήλπισεν.22 Διανεύων οφθαλμω τεκταίνει κακά.

16 ο προσέχων αυτη ου μη εύρη ανάπαυσιν. και εάν πτύσης επ ‘ αυτόν. και κατά την στερέωσιν της μάχης εκκαυθήσεται. και ελαττώσεις αμαρτίας· άνθρωπος γαρ θυμώδης εκκαύσει μάχην. τις εξιλάσεται τας αμαρτίας αυτού. 8 απόσχου από μάχης. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 30 Μήνις και οργή και ταύτά εστι βδελύγματα και ανήρ αμαρτωλός εγκρατής έσται αυτών. και ουχ ως οι πεπτωκότες δια Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1311 . 15 γλώσσα τρίτη γυναίκας ανδρείας εξέβαλε και εστέρησεν αυτάς των πόνων αυτών. 2 άφες αδίκημα τω πλησίον σου. 9 και ανήρ αμαρτωλός ταράξει φίλους και ανά μέσον ειρηνευόντων εμβάλλει διαβολήν. και τας αμαρτίας αυτού διατηρών διατηρήσει. 4 επ ‘ άνθρωπον όμοιον αυτω ουκ έχει έλεος. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 Ο ΕΚΔΙΚΩΝ παρά Κυρίου ευρήσει εκδίκησιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ευσεβών. και παρά Κυρίου ζητεί ίασιν. 11 έρις κατασπευδομένη εκκαίει πυρ. και μάχη κατασπεύδουσα εκχέει αίμα. 13 Ψίθυρον και δίγλωσσον καταράσασθε. 14 γλώσσα τρίτη πολλούς εσάλευσε και διέστησεν αυτούς από έθνους εις έθνος και πόλεις οχυράς καθείλε και οικίας μεγιστάνων κατέστρεψε. και οδύνη καταναλώσει αυτούς προ του θανάτου αυτών. 6 μνήσθητι τα έσχατα και παύσαι εχθραίνων. και κατά την ισχύν του ανθρώπου ο θυμός αυτού έσται. σβεσθήσεται· και αμφότερα εκ του στόματός σου εκπορεύεται. και τότε δεηθέντος σου αι αμαρτίαι σου λυθήσονται. 18 πολλοί έπεσαν εν στόματι μαχαίρας. πολλούς γαρ ειρηνεύοντας απώλεσαν. και έμμενε εντολαίς. εκκαήσεται. 10 κατά την ύλην του πυρός ούτως εκκαυθήσεται. 17 πληγή μάστιγος ποιεί μώλωπας. 7 μνήσθητι εντολών και μη μηνίσης τω πλησίον. και διαθήκην Υψίστου και πάριδε άγνοιαν. και περί των αμαρτιών αυτού δείται. 5 αυτός σάρξ ων διατηρεί μήνιν. και κατά τον πλούτον ανυψώσει οργήν αυτού. πληγή δε γλώσσης συγκλάσει οστά. καταφθοράν και θάνατον. ουδέ κατασκηνώσει μεθ ‘ ησυχίας. 3 άνθρωπος ανθρώπω συντηρεί οργήν. 12 εάν φυσήσης εις σπινθήρα.

και τω στόματί σου ποίησον θύραν και μοχλόν. 24 ίδε περίφραξον το κτήμά σου ακάνθαις. και εν αυτοίς εκκαήσεται και ου μη σβεσθή· εξαποσταλήσεται επ ‘ αυτοίς ως λέων. και λυσιτελήσει σοι μάλλον ή το χρυσίον. καταφιλήσει χείρα αυτού. και επί των χρημάτων του πλησίον ταπεινώσει φωνήν· και εν καιρω αποδόσεως παρελκύσει χρόνον και αποδώσει λόγους ακηδίας και τον καιρόν αιτιάσεται. 23 οι καταλείποντες Κύριον εμπεσούνται εις αυτήν. ος ου διήλθεν εν τω θυμω αυτής. μόλις κομίσεται το ήμισυ και λογιείται αυτό ως εύρεμα· ει δε μη. 19 μακάριος ο σκεπασθείς απ ‘ αυτής. 12 σύγκλεισον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1312 . και λυσιτελής μάλλον ο άδης αυτής. και πάλιν απόδος τω πλησίον εις τον καιρόν· 3 στερέωσον λόγον και πιστώθητι μετ ‘ αυτού. 7 πολλοί ουν χάριν πονηρίας απέστρεψαν. 21 θάνατος πονηρός ο θάνατος αυτής. 22ου μη κρατήσει ευσεβών. και οι δεσμοί αυτής δεσμοί χάλκεοι. 2 δάνεισον τω πλησίον εν καιρω χρείας αυτού. 11 θές τον θησαυρόν σου κατ ‘ εντολάς Υψίστου. και ο επισχύων τη χειρί αυτού τηρεί εντολάς. και εκτήσατο αυτόν εχθρόν δωρεάν· κατάρας και λοιδορίας αποδώσει αυτω και αντί δόξης αποδώσει αυτω ατιμίαν. 6 εάν ισχύση. ος ουχ είλκυσε τον ζυγόν αυτής και εν τοις δεσμοίς αυτής ουκ εδέθη· 20 ο γαρ ζυγός αυτής ζυγός σιδηρούς. 4 πολλοί ως εύρεμα ενόμισαν δάνος και παρέσχον πόνον τοις βοηθήσασιν αυτοίς. 26 πρόσεχε μήπως ολισθήσης εν αυτη. απεστέρησεν αυτόν των χρημάτων αυτού. και μη ιωθήτω υπό τον λίθον εις απώλειαν. και εν τη φλογί αυτής ου καήσονται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 Ο ΠΟΙΩΝ έλεος δανειεί τω πλησίον. 10 απόλεσον αργύριον δι ‘ αδελφόν και φίλον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γλώσσαν. 5 έως ου λάβη. 8 πλήν επί ταπεινω μακροθύμησον και επ ‘ ελεημοσύνην μη παρελκύσης αυτόν. μη πέσης κατέναντι ενεδρεύοντος. το αργύριόν σου και το χρυσίον κατάδησον· 25 και τοις λόγοις σου ποίησον ζυγόν και σταθμόν. και εν παντί καιρω ευρήσεις την χρείαν σου. αποστερηθήναι δωρεάν ευλαβήθησαν. 9 χάριν εντολής αντιλαβού πένητος και κατά την ένδειαν αυτού μη αποστρέψης αυτόν κενόν. και ως πάρδαλις λυμανείται αυτούς.

24 ζωή πονηρά εξ οικίας εις οικίαν.Ο αγαπών τον υιόν αυτού ενδελεχήσει μάστιγας αυτω. 5 εν τη ζωή αυτού είδε και ευφράνθη και εν τη τελευτη αυτού ουκ ελυπήθη. ψώμισόν με. 27 έξελθε. και ως ουκ απέθανεν· όμοιον γαρ αυτω κατέλιπε μετ ‘ αυτόν. και αχάριστος εν διανοία εγκαταλείψει ρυσάμενον. έδωκε γαρ την ψυχήν αυτού υπέρ σου. 22 κρείσσων βίος πτωχού υπό σκέπην δοκών ή εδέσματα λαμπρά εν αλλοτρίοις. 15 Χάριτας εγγύου μη επιλάθη. από προσώπου δόξης. χρεία της οικίας. και ο απολωλεκώς αισχύνην καταλήψει αυτόν. 28 βαρέα ταύτα ανθρώπω έχοντι φρόνησιν. 2 ο παιδεύων τον υιόν αυτού ονήσεται επ ‘ αυτω και ανά μέσον γνωρίμων επ ‘ αυτω καυχήσεται· 3 ο διδάσκων τον υιόν αυτού παραζηλώσει τον εχθρόν και έναντι φίλων επ ‘ αυτω αγαλλιάσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΠΕΡΙ ΤΕΚΝΩΝ. πάροικε. επιτίμησις οικίας και ονειδισμός δανειστού. 6 εναντίον εχθρών κατέλιπεν έκδικον και τοις φίλοις ανταποδιδόντα χάριν. 14 ανήρ αγαθός εγγυήσεται τον πλησίον. 7 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1313 . 17 εγγύη πολλούς απώλεσε κατευθύνοντας και εσάλευσεν αυτούς ως κύμα θαλάσσης· άνδρας δυνατούς απώκισε και επλανήθησαν εν έθνεσιν αλλοτρίοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ελεημοσύνην εν τοις ταμείοις σου. ίνα ευφρανθή επ ‘ εσχάτω αυτού. επεξένωταί μοι ο αδελφός. 19 αμαρτωλός εμπεσών εις εγγύην και διώκων εργολαβίας εμπεσείται εις κρίσεις. ουκ ανοίξει στόμα.21 Αρχή ζωής ύδωρ και άρτος και ιμάτιον και οίκος καλύπτων ασχημοσύνην. πάροικε.. και αύτη εξελείταί σε εκ πάσης κακώσεως· 13 υπέρ ασπίδα κράτους και υπέρ δόρυ αλκής κατέναντι εχθρού πολεμήσει υπέρ σου. 20 αντιλαβού του πλησίον κατά δύναμίν σου και πρόσεχε σεαυτω μη εμπέσης. 4 ετελεύτησεν αυτού ο πατήρ. και ονειδισμόν παροικίας ου μη ακούσης.. κόσμησον τράπεζαν. και ου παροικήσεις. 23 επί μικρω και μεγάλω ευδοκίαν έχε. 16 αγαθά εγγύου ανατρέψει αμαρτωλός. 25 ξενιείς και ποτιείς εις αχάριστα και προς επί τούτοις πικρά ακούση· 26 πάρελθε. και είτι εν τη χειρί σου.

και αγαλλίαμα ανδρός μακροημέρευσις. και υιος ανειμένος εκβαίνει προαλής. 23 αγάπα την ψυχήν σου και παρακάλει την καρδίαν σου και λύπην μακράν απόστησον από σου· πολλούς γαρ απώλεσεν η λύπη. 10 μη συγγελάσης αυτω. ούτε γαρ έδεται ούτε μη οσφρανθή· ούτως ο εκδιωκόμενος υπό Κυρίου. μήποτε σκληρυνθείς απειθήση σοι. 20 βλέπων εν οφθαλμοίς και στενάζων ωσπερ ευνούχος περιλαμβάνων παρθένον και στενάζων. και εκθαμβήσει σε· σύμπαιξον αυτω. 16 ουκ έστι πλούτος βελτίων υγιείας σώματος. ίνα μη εν τη ασχημοσύνη αυτού προσκόψης. και ουκ έστιν ωφέλεια εν αυτη. 22 ευφροσύνη καρδίας ζωή ανθρώπου. ΠΕΡΙ ΥΓΙΕΙΑΣ. [και μη παρίδης τας αγνοίας αυτού. και επ ‘ εσχάτω γομφιάσεις τους οδόντας σου.14 Κρείσσων πτωχός υγιής και ισχύων τη έξει ή πλούσιος μεμαστιγωμένος εις σώμα αυτού.. 12 κάμψον τον τράχηλον αυτού εν νεότητι]. 21 μη δως εις λύπην την ψυχήν σου και μη θλίψης σεαυτόν εν βουλή σου. ως έστι νήπιος. 13 παίδευσον τον υιόν σου και έργασαι εν αυτω. 9 τιθήνησον τέκνον. και επί πάση βοή ταραχθήσεται σπλάγχνα αυτού. 11 μη δως αυτω εξουσία εν νεότητι· θλάσον τας πλευράς αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ περιψύχων υιόν καταδεσμεύσει τραύματα αυτού. 18 αγαθά εκκεχυμένα επί στόματι κεκλεισμένω. και ουκ έστιν ευφροσύνη υπέρ χαράν καρδίας. 8 ίππος αδάμαστος αποβαίνει σκληρός. και λυπήσει σε. 24 ζήλος και θυμός ελαττούσιν ημέρας. 2 μέριμνα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1314 . ίνα μη συνοδυνηθής. 15 υγίεια και ευεξία βέλτιον παντός χρυσίου. και σώμα εύρωστον ή όλβος αμέτρητος. θέματα βρωμάτων παρακείμενα επί τάφω. 17 κρείσσων θάνατος υπέρ ζωήν πικράν και ανάπαυσις αιώνος ή αρρώστημα έμμονον. και η μέριμνα αυτού αφιστά ύπνον. 25 λαμπρά καρδία και αγαθή επί εδέσμασι των βρωμάτων αυτής επιμελήσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ (ΛΔ) 1 ΑΓΡΥΠΝΙΑ πλούτου εκτήκει σάρκας. 19 τι συμφέρει κάρπωσις ειδώλω. και προ καιρού γήρας άγει μέριμνα.

14 ου εάν επιβλέψη. τέκνον. 20 ύπνος υγιείας επί εντέρω μετρίω. ανάστα μεσοπωρών και αναπαύση. και η μαρτυρία της πονηρίας αυτού ακριβής. εποίησε γαρ θαυμάσια εν λαω αυτού. ούτως οίνος καρδίας εν μάχη υπερηφάνων.19 Ως ικανόν ανθρώπω πεπαιδευμένω το ολίγον.. ος ευρέθη άμωμος και ος οπίσω χρυσίου ουκ επορεύθη· 9 τις εστι. 8 μακάριος πλούσιος. και αυτός έκτισται εις ευφροσύνην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1315 . εάν πίνης αυτόν μέτρω αυτού. 26 κάμινος δοκιμάζει στόμωμα εν βαφή. πρότερος αυτών μη εκτείνης την χείρά σου. μη εκτείνης χείρα και μη συνθλίβου αυτω εν τρυβλίω. 21 και ει εβιάσθης εν εδέσμασιν. 7 ξύλον προσκόμματός εστι τοις ενθουσιάζουσιν αυτω. και εγενήθη απώλεια αυτών κατά πρόσωπον αυτών. ανέστη πρωϊ. 13 μνήσθητι ότι κακόν οφθαλμός πονηρός· πονηρότερον οφθαλμού τι έκτισται. μήποτε προσκόψης· 18 και ει ανά μέσον πλειόνων εκάθισας. και έσται αυτω εις καύχησιν. πολλούς γαρ απώλεσεν ο οίνος. και πας άφρων αλώσεται εν αυτω. και επ ‘ εσχάτων ευρήσεις τους λόγους μου· εν πάσι τοις έργοις σου γίνου εντρεχής. και μακαριούμεν αυτόν. 17 παύσαι πρώτος χάριν παιδείας και μη απληστεύου. και ποιήσαι κακά και ουκ εποίησε. τις εδύνατο παραβήναι και ου παρέβη. δια τούτο από παντός προσώπου δακρύει. και τας ελεημοσύνας αυτού εκδιηγήσεται εκκλησία. 22 άκουσόν μου. και η ψυχή αυτού μετ ‘ αυτού. και παν αρρώστημα ου μη σοι απαντήση. 3 εκοπίασε πλούσιος εν συναγωγή χρημάτων και εν τη αναπαύσει εμπίπλαται των τρυφημάτων αυτού. 10 τις εδοκιμάσθη εν αυτω και ετελειώθη. 15 νόει τα του πλησίον εκ σεαυτού και επί παντί πράγματι διανοού. 24 πονηρω επ ‘ άρτω διαγογγύσει πόλις. 16 φάγε ως άνθρωπος τα παρακείμενά σοι και μη διαμασώ. και ο διώκων διαφθοράν αυτός πλησθήσεται. και μαρτυρία της καλλονής αυτού πιστή. και αρρώστημα βαρύ εκνήψει ύπνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αγρυπνίας απαιτήσει νυσταγμόν. 6 πολλοί εδόθησαν εις πτώμα χάριν χρυσίου. 25 Εν οίνω μη ανδρίζου. 23 λαμπρόν επ ‘ άρτοις ευλογήσει χείλη. 27 έπισον ζωής οίνος ανθρώπω. μη ανοίξης επ ‘ αυτής φάρυγγά σου και μη είπης· πολλά γε τα επ ‘ αυτής. μη μισηθής. 12 Επί τραπέζης μεγάλης εκάθισας. 11 στερεωθήσεται τα αγαθά αυτού. και επί της κοίτης αυτού ουκ ασθμαίνει. και μη εξουδενώσης με. τις ζωή ελασσουμένω οίνω. πόνος αγρυπνίας και χολέρας και στρόφος μετά ανδρός απλήστου. 5 ο αγαπών χρυσίον ου δικαιωθήσεται. 4 εκοπίασε πτωχός εν ελαττώσει βίου και εν τη αναπαύσει επιδεής γίνεται.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανθρώποις. 9 εν μέσω μεγιστάνων μη εξισάζου και ετέρου λέγοντος μη πολλά αδολέσχει. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ (ΛΕ) 1 ΠΕΡΙ ΗΓΟΥΜΕΝΩΝ. ελαττών ισχύν και προσποιών τραύματα. πρεσβύτερε. 31 εν συμποσίω οίνου μη ελέγξης τον πλησίον και μη εξουδενώσης αυτόν εν ευφροσύνη αυτού· λόγον ονειδισμού μη είπης αυτω. 29 πικρία ψυχής οίνος πινόμενος πολύς εν ερεθισμω και αντιπτώματι. φρόντισον αυτών και ούτω κάθισον. εν ακριβεί επιστήμη και μη εμποδίσης μουσικά. ει χρεία σου. 17 άνθρωπος αμαρτωλός εκκλίνει ελεγμόν και κατά το θέλημα αυτού ευρήσει σύγκριμα. 7 Λάλησον. 14 Ο φοβούμενος Κύριον εκδέξεται παιδείαν. 16 οι φοβούμενοι Κύριον ευρήσουσι κρίμα και δικαιώματα ως φως εξάψουσιν. 11 εν ωρα εξεγείρου και μη ουράγει. σύγκριμα μουσικών εν συμποσίω οίνου. νεανίσκε.. 30 πληθύνει μέθη θυμόν άφρονος εις πρόσκομμα. 5 σφραγίς άνθρακος επί κόσμω χρυσω. 28 αγαλλίαμα καρδίας και ευφροσύνη ψυχής οίνος πινόμενος εν καιρω αυτάρκης. 2 και πάσαν την χρείαν σου ποιήσας ανάπεσε. και οι ορθρίζοντες ευρήσουσιν ευδοκίαν.Ηγούμενόν σε κατέστησαν. 6 εν κατασκευάσματι χρυσω σφραγίς σμαράγδου. 13 και επί τούτοις ευλόγησον τον ποιήσαντά σε και μεθύσκοντά σε από των αγαθών αυτού. μόλις δις εάν επερωτηθής· 8 κεφαλαίωσον λόγον. και μετά το ποιήσαι μετ ‘ αυτού άνευ βουλής. 10 προ βροντής κατασπεύδει αστραπή. πρέπει γαρ σοι. εν ολίγοις πολλά· γίνου ως γινώσκων και άμα σιωπών. μη εκχέης λαλιάν και ακαίρως μη σοφίζου. 15 ο ζητών νόμον εμπλησθήσεται αυτού. μέλος μουσικόν εφ ‘ ηδεί οίνω. 18 Ανήρ βουλής ου μη παρίδη διανόημα. ίνα ευφρανθής δι ‘ αυτούς και ευκοσμίας χάριν λάβης στέφανον. απότρεχε εις οίκον και μη ραθύμει· 12 εκεί παίζε και ποίει τα ενθυμήματά σου και μη αμάρτης λόγω υπερηφάνω. και ο υποκρινόμενος σκανδαλισθήσεται εν αυτω. αλλότριος και υπερήφανος ου καταπτήξει φόβον. 3 λάλησον. μη επαίρου· γίνου εν αυτοίς ως εις εξ αυτών. 4 όπου ακρόαμα. 19 άνευ βουλής μηθέν ποιήσης και εν τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1316 . και μη αυτόν θλίψης εν απαιτήσει. και προ αισχυντηρού προελεύσεται χάρις.

μεγιστάνες λαού. και ο νόμος αυτω πιστός ως ερώτημα δήλων. και γαρ τούτό εστι τήρησις εντολών. 8 εν γνώσει Κυρίου διεχωρίσθησαν. σύνδησον παιδείαν και αποκρίθητι. και οι ηγούμενοι εκκλησίας. 3 άνθρωπος συνετός εμπιστεύσει νόμω. αλλά πάσι τοις ζητούσι παιδείαν. 7 Διατί ημέρα ημέρας υπερέχει. και εκ γης εκτίσθη Αδάμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1317 . 6 ίππος εις οχείαν ως φίλος μωκός. και ο πεποιθώς Κυρίω ουκ ελαττωθήσεται. 16 Καγώ έσχατος ηγρύπνησα ως καλαμώμενος οπίσω τρυγητών· 17 εν ευλογία Κυρίου έφθασα και ως τρυγών επλήρωσα ληνόν. 23 εν παντί έργω πίστευε τη ψυχή σου. 20 εν οδω αντιπτώματος μη πορεύου και μη προσκόψης εν λιθώδεσι. αλλ ‘ εν πειρασμω και πάλιν εξελείται. δύο δύο. ούτως άνθρωποι εν χειρί του ποιήσαντος αυτούς αποδούναι αυτοίς κατά την κρίσιν αυτού. 18 κατανοήσατε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα. 14 απέναντι του κακού το αγαθόν και απέναντι του θανάτου η ζωή· ούτως απέναντι ευσεβούς αμαρτωλός. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ (ΛΣΤ) 1 Τ† φοβουμένω Κύριον ουκ απαντήσει κακόν. 13 ως πηλός κεραμέως εν χειρί αυτού -πάσαι αι οδοί αυτού κατά την ευδοκίαν αυτού-. 5 τροχός αμάξης σπλάγχνα μωρού. 4 ετοίμασον λόγον και ούτως ακουσθήση. και προς αυτόν ήγγισεν· απ ‘ αυτών κατηράσατο και εταπείνωσε και ανέστρεψεν αυτούς από στάσεως αυτών. ως εν καταιγίδι πλοίον. 15 και ούτως έμβλεψον εις πάντα τα έργα του Υψίστου. 22 και από των τέκνων σου φύλαξαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσαί σε μη μεταμελού. υποκάτω παντός επικαθημένου χρεμετίζει. ο δε υποκρινόμενος εν αυτω. 12 εξ αυτών ευλόγησε και ανύψωσε και εξ αυτών ηγίασε. και ηλλοίωσε καιρούς και εορτάς· 9 απ ‘ αυτών ανύψωσε και ηγίασε και εξ αυτών έθηκεν εις αριθμόν ημερών. 19 ακούσατέ μου. 21 μη πιστεύσης εν οδω απροσκόπω. 11 εν πλήθει επιστήμης Κύριος διεχώρισεν αυτούς και ηλλοίωσε τας οδούς αυτών. εν κατέναντι του ενός. 10 και άνθρωποι πάντες από εδάφους. 24 ο πιστεύων νόμω προσέχει εντολαίς. και παν φως ημέρας ενιαυτού αφ ‘ ηλίου. και ως άξων στρεφόμενος ο διαλογισμός αυτού. 2 ανήρ σοφός ου μισήσει νόμον.

και ζητήσει ελευθερίαν.8 Άνευ ψεύδους συντελεσθήσεται νόμος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενωτίσασθε· 20 υιω και γυναικί. ότι ως η ψυχή σου επιδεήσεις αυτού. 23 εν πάσι τοις έργοις σου γίνου υπεράγων. ΠΕΡΙ ΔΟΥΛΩΝ. και σοφία στόματι πιστω τελείωσις. 28 έμβαλε αυτόν εις εργασίαν. μη δως εις αυτά την καρδίαν σου· 7 πολλούς γαρ επλάνησε τα ενύπνια. 32 ει έστι σοι οικέτης. έστω ως συ. 30 και μη περισσεύσης εν πάση σαρκί. μη δως μώμον εν τη δόξη σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1318 . 29 εις έργα κατάστησον. 6 εάν μη παρά Υψίστου αποσταλή εν επισκοπή. και ο πολύπειρος εκδιηγήσεται σύνεσιν. μη αλλάξης σεαυτόν πάση σαρκί.. 26 έργασαι εν παιδί. 4 από ακαθάρτου τι καθαρισθήσεται. 22 κρείσσων γαρ εστι τα τέκνα δεηθήναί σου ή σε εμβλέπειν εις χείρας υιών σου. εν ποία οδω ζητήσεις αυτόν. και ως ωδινούσης φαντάζεται καρδία. 9 ανήρ πεπαιδευμένος έγνω πολλά. και ενύπνια αναπτερούσιν άφρονας. 5 μαντείαι και οιωνισμοί και ενύπνια μάταιά εστι. και από ψευδούς τι αληθεύσει. και ευρήσεις ανάπαυσιν· άνες χείρας αυτω. ούτως ο επέχων ενυπνίοις. 3 τούτο κατά τούτου όρασις ενυπνίων. 21 έως έτι ζής και πνοή εν σοί.25 Χορτάσματα και ράβδος και φορτία όνω. 27 ζυγός και ιμάς κάμψουσι τράχηλον. καν μη πειθαρχή. αδελφω και φίλω μη δως εξουσίαν επί σε εν ζωή σου· και μη δως ετέρω τα χρήματά σου. και οικέτη κακούργω στρέβλαι και βάσανοι. άρτος και παιδεία και έργον οικέτη. 2 ως δρασσόμενος σκιάς και διώκων άνεμον. άγε αυτόν ως αδελφόν. ίνα μη αργή. και άνευ κρίσεως μη ποιήσης μηδέν. ότι εν αίματι εκτήσω αυτόν. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ (ΛΑ) 1 ΚΕΝΑΙ ελπίδες και ψευδείς ασυνέτω ανδρί. 31 ει έστι σοι οικέτης. ίνα μη μεταμεληθείς δέη περί αυτών. 33 εάν κακώσης αυτόν και απάρας αποδρά. και εξέπεσον ελπίζοντες επ ‘ αυτοίς.. βάρυνον τας πέδας αυτού. κατέναντι προσώπου ομοίωμα προσώπου. καθώς πρέπει αυτω. πολλήν γαρ κακίαν εδίδαξεν η αργία. 24 εν ημέρα συντελείας ημερών ζωής σου και εν καιρω τελευτής διάδος κληρονομίαν.

16 οι οφθαλμοί Κυρίου επί τους αγαπώντας αυτόν· υπερασπισμός δυναστείας και στήριγμα ισχύος. ζωήν και ευλογίαν. 23 εις οικοδομών. προσφορά μεμωκημένη. η γαρ ελπίς αυτών επί τον σώζοντα αυτούς. φυλακή από προσκόμματος και βοήθεια από πτώσεως. ο δε πεπλανημένος πληθυνεί πανουργίαν. 21 άρτος επιδεομένων ζωή πτωχών. 4 μη οφθής εν προσώπω Κυρίου κενός. 20 θύων υιόν έναντι του πατρός αυτού ο προσάγων θυσίαν εκ χρημάτων πενήτων. σκέπη από καύσωνος και σκέπη από μεσημβρίας. 25 βαπτιζόμενος από νεκρού και πάλιν απτόμενος αυτού. 5 προσφορά δικαίου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1319 . πάντα γαρ ταύτα χάριν εντολής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 10 ος ουκ επειράθη ολίγα οίδεν. θυσιάζων σωτηρίου ο προσέχων εντολαίς. 15 φοβουμένου τον Κύριον μακαρία η ψυχή· τίνι επέχει και τις αντιστήριγμα αυτού. και ουκ εις ευδοκίαν δωρήματα ανόμων. 26 ούτως άνθρωπος νηστεύων επί των αμαρτιών αυτού και πάλιν πορευόμενος και τα αυτά ποιών· της προσευχής αυτού τις εισακούσεται. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ (ΛΒ) 1 Ο ΣΥΝΤΗΡΩΝ νόμον πλεονάζει προσφοράς. 19 ουκ ευδοκεί ο Ύψιστος εν προσφοραίς ασεβών. 22 φονεύων τον πλησίον ο αφαιρούμενος συμβίωσιν. 13 πνεύμα φοβουμένων Κύριον ζήσεται. και εκχέων αίμα ο αποστερών μισθόν μισθίου. 12 πλεονάκις έως θανάτου εκινδύνευσα και διεσώθην τούτων χάριν. και ο ποιών ελεημοσύνην θυσιάζων αινέσεως. και τι ωφέλησεν εν τω ταπεινωθήναι αυτόν. ίασιν διδούς. και εις καθαιρών· τι ωφέλησαν πλείον ή κόπους. και πλείονα των λόγων μου σύνεσίς μου. 24 εις ευχόμενος και εις καταρώμενος· τίνος φωνής εισακούσεται ο δεσπότης. 11 πολλά εώρακα εν τη αποπλανήσει μου. ουδέ εν πλήθει θυσιών εξιλάσκεται αμαρτίας. 18 Θυσιάζων εξ αδίκου. 14 ο φοβούμενος Κύριον ουδέν ευλαβηθήσεται και ου μη δειλιάση. ότι αυτός ελπίς αυτού. και εξιλασμός αποστήναι από αδικίας. ο αποστερών αυτήν άνθρωπος αιμάτων. 17 ανυψών ψυχήν και φωτίζων οφθαλμούς. 2 ανταποδιδούς χάριν προσφέρων σεμίδαλιν. τι ωφέλησε τω λουτρω αυτού. 3 ευδοκία Κυρίου αποστήναι από πονηρίας.

Κύριε. ου γαρ προσδέξεται· 12 και μη έπεχε θυσία αδίκω. και κρινεί δικαίως και ποιήσει κρίσιν. ότι ουκ έστι Θεός πλήν σου. και το μνημόσυνον αυτής ουκ επιλησθήσεται. 20 έως αν συντρίψη οσφύν ανελεημόνων. ου μη παρακληθή· 18 και ου μη αποστη. και ουκ έστι παρ ‘ αυτω δόξα προσώπου. και τοις έθνεσιν ανταποδώσει εκδίκησιν. 6 θυσία ανδρός δικαίου δεκτή. καθάπερ και ημείς επέγνωμεν. 11 Μή δωροκόπει. 24 ωραίον έλεος εν καιρω θλίψεως αυτού. και μη σμικρύνης απαρχήν χειρών σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λιπαίνει θυσιαστήριον. 5 εγκαίνισον σημεία και αλλοίωσον θαυμάσια. δέσποτα ο Θεός πάντων. ουδέ μη μακροθυμήση επ ‘ αυτοίς. 9 δος Υψίστω κατά την δόσιν αυτού και εν αγαθω οφθαλμω καθ ‘ εύρεμα χειρός· 10 ότι Κύριος ανταποδιδούς εστι και επταπλάσια ανταποδώσει σοι. και η ευωδία αυτής έναντι Υψίστου. 7 εν αγαθω οφθαλμω δόξασον τον Κύριον. και ιδέτωσαν την δυναστείαν σου. έως επισκέψηται ο Ύψιστος. 16 θεραπεύων εν ευδοκία δεχθήσεται. δόξασον χείρα και βραχίονα δεξιόν· 6 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1320 . ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ (ΛΓ) 1 ΕΛΕΗΣΟΝ ημάς. και έως συνεγγίση. ούτως ενώπιον ημών μεγαλυνθείης εν αυτοίς· 4 και επιγνώτωσάν σε. 17 προσευχή ταπεινού νεφέλας διήλθε. και η δέησις αυτού έως νεφελών συνάψει. και ευφρανεί αυτούς εν τω ελέει αυτού. 21 έως εξάρη πλήθος υβριστών και σκήπτρα αδίκων συντρίψη· 22 έως ανταποδω ανθρώπω κατά τας πράξεις αυτού και τα έργα των ανθρώπων κατά τα ενθυμήματα αυτών· 23 έως κρίνη την κρίσιν του λαού αυτού. εάν εκχέη λαλιάν· 15 ουχί δάκρυα χήρας επί σιαγόνα καταβαίνει και η καταβόησις επί τω καταγαγόντι αυτά. ως νεφέλαι υετού εν καιρω αβροχίας. 19 και ο Κύριος ου μη βραδύνη. και επίβλεψον και επίβαλε τον φόβον σου επί πάντα τα έθνη· 2 έπαρον την χείρά σου επί έθνη αλλότρια. 8 εν πάση δόσει ιλάρωσον το πρόσωπόν σου και εν ευφροσύνη αγίασον δεκάτην. 3 ωσπερ ενώπιον αυτών ηγιάσθης εν ημίν. ότι Κύριος κριτής εστι. 13 ου λήψεται πρόσωπον επί πτωχού και δέησιν ηδικημένου εισακούσεται· 14 ου μη υπερίδη ικετείαν ορφανού και χήραν.

ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΠΑΣ φίλος ερεί· εφιλίασα αυτω καγώ. δεήσεως ικετών σου. έστι δε θυγάτηρ θυγατρός κρείσσων. 20 καρδία στρεβλή δώσει λύπην. 16 εισάκουσον. κατά την ευλογίαν Ααρών περί του λαού σου. ον πρωτογόνω ωμοίωσας. 22 κάλλος γυναικός ιλαρύνει πρόσωπον και υπέρ πάσαν επιθυμίαν ανθρώπου υπεράγει· 23 ει έστιν επί γλώσσης αυτής έλεος και πραϋτης. αλλ ‘ έστι φίλος ονόματι μόνον φίλος. 2 ουχί λύπη ένι έως θανάτου εταίρος και φίλος τρεπόμενος εις έχθραν. 25 ου ουκ έστι φραγμός. και ου ουκ έστι γυνή. στενάξει πλανώμενος. ουκ έστιν ο ανήρ αυτής καθ ‘ υιούς ανθρώπων. πόλιν καταπαύματός σου. έστι δε βρώμα βρώματος κάλλιον. 27 ούτως ανθρώπω μη έχοντι νοσσιάν και καταλύοντι ου εάν οψίση. 3 ω πονηρόν ενθύμημα. 7 σπεύσον καιρόν και μνήσθητι ορκισμού. 26 τις γαρ πιστεύσει ευζώνω ληστη σφαλλομένω εκ πόλεως εις πόλιν. ούτως καρδία συνετή λόγους ψευδείς. 12 οικτείρησον πόλιν αγιάσματός σου Ιερουσαλήμ. πόθεν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1321 . 10 συνάγαγε πάσας φυλάς Ιακώβ. και από της δόξης σου τον λαόν σου. και οι κακούντες τον λαόν σου εύροισαν απώλειαν. διαρπαγήσεται κτήμα. 24 ο κτώμενος γυναίκα ενάρχεται κτήσεως. 8 εν οργή πυρός καταβρωθήτω ο σωζόμενος. Κύριε. 17 και γνώσονται πάντες οι επί της γης ότι συ Κύριος ει ο Θεός των αιώνων. και άνθρωπος πολύπειρος ανταποδώσει αυτω. και εκδιηγησάσθωσαν τα μεγαλείά σου. 21 πάντα άρρενα επιδέξεται γυνή. κεκλημένον επ ‘ ονόματί σου και Ισραήλ. 9 σύντριψον κεφαλάς αρχόντων εχθρών λεγόντων· ουκ έστι πλήν ημών. βοηθόν κατ ‘ αυτόν και στύλον αναπαύσεως. έξαρον αντίδικον και έκτριψον εχθρόν. 11 ελέησον λαόν. 14 δος μαρτύριον τοις εν αρχή κτίσματί σου και έγειρον προφητείας τας επ ‘ ονόματί σου· 15 δος μισθόν τοις υπομένουσί σε. 19 φάρυγξ γεύεται βρώματα θήρας. 13 πλήσον Σιών αρεταλογίας σου. και οι προφήταί σου εμπιστευθήτωσαν. και κατεκληρονόμησα αυτούς καθώς απ ‘ αρχής. Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έγειρον θυμόν και έκχεον οργήν. 18 Παν βρώμα φάγεται κοιλία.

. 25 ζωή ανδρός εν αριθμω ημερών. 4 εταίρος φίλου εν ευφροσύνη ήδεται και εν καιρω θλίψεως έσται απέναντι· 5 εταίρος φίλω συμπονεί χάριν γαστρός. 7 Πας σύμβουλος εξαίρει βουλήν. 20 έστι σοφιζόμενος εν λόγοις μισητός. και εάν πταίσης. και η κυριεύουσα ενδελεχώς αυτών γλώσσά εστιν. 24 ανήρ σοφός πλησθήσεται ευλογίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ενεκυλίσθης καλύψαι την ξηράν εν δολιότητι. μετά εμπόρου περί μεταβολίας και μετά αγοράζοντος περί πράσεως. 29 μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1322 . 22 έστι σοφός τη ιδία ψυχή. αλλ ‘ έστι συμβουλεύων εις εαυτόν. και τη ιδία ψυχή άχρηστός εστιν. και προ πάσης πράξεως βουλή. 6 μη επιλάθη φίλου εν τη ψυχή σου. 18 αγαθόν και κακόν. ότι πάσης σοφίας εστερήθη. εν τη ζωή σου πείρασον την ψυχήν σου και ιδέ τι πονηρόν αυτη. 26 ο σοφός εν τω λαω αυτού κληρονομήσει πίστιν. ος εν τη ψυχή αυτού κατά την ψυχήν σου. και οι καρποί της συνέσεως αυτού επί στόματος πιστοί. μη έπεχε επί τούτοις περί πάσης συμβουλίας· 12 αλλ ‘ ή μετά ανδρός ευσεβούς ενδελέχιζε. 10 μη βουλεύου μετά του υποβλεπομένου σε και από των ζηλούντων σε κρύψον βουλήν. και μη δως αυτη· 28 ου γαρ πάντα πάσι συμφέρει. 19 έστιν ανήρ πανούργος πολλών παιδευτής. και μακαριούσιν αυτόν πάντες οι ορώντες. και μη αμνημονήσης αυτού εν τοις χρήμασί σου.16 Αρχή παντός έργου λόγος. μετά βασκάνου περί ευχαριστίας και μετά ανελεήμονος περί χρηστοηθείας. μετά οκνηρού περί παντός έργου και μετά μισθίου εφεστίου περί συντελείας. 13 και βουλήν καρδίας στήσον. 15 και επί πάσι τούτοις δεήθητι Υψίστου. 23 ανήρ σοφός τον εαυτού λαόν παιδεύσει. και το όνομα αυτού ζήσεται εις τον αιώνα. έναντι πολέμου λήψεται ασπίδα. μήποτε βάλη επί σοί κλήρον 9 και είπη σοι· καλή η οδός σου. 11 μετά γυναικός περί της αντιζήλου αυτής και μετά δειλού περί πολέμου. ου γαρ έστι σοι πιστότερος αυτής· 14 ψυχή γαρ ανδρός απαγγέλλειν ενίοτε είωθεν ή επτά σκοποί επί μετεώρου καθήμενοι επί σκοπής. οικέτη αργω περί πολλής εργασίας. ον αν επιγνως συντηρούντα εντολάς. και οι καρποί της συνέσεως αυτού πιστοί. και αι ημέραι του Ισραήλ αναρίθμητοι. ούτος πάσης τροφής καθυστερήσει· 21 ου γαρ εδόθη αυτω παρά Κυρίου χάρις. και στήσεται εξ εναντίας ιδείν το συμβησόμενόν σοι. συναλγήσει σοι. ίνα ευθύνη εν αληθεία την οδόν σου. 17 ίχνος αλλοιώσεως καρδίας τέσσαρα μέρη ανατέλλει. 27 Τέκνον. ζωή και θάνατος. και ου πάσα ψυχή εν παντί ευδοκεί. 8 από συμβούλου φύλαξον την ψυχήν σου και γνώθι πρότερον τις αυτού χρεία -και γαρ αυτός εαυτω βουλεύσεται-.

και αυτός ιάσεταί σε. 20 μη δως εις λύπην την καρδίαν σου. και λύπη καρδίας κάμψει ισχύν. 13 έστι καιρός ότε και εν χερσίν αυτών ευοδία· 14 και γαρ αυτοί Κυρίου δεηθήσονται. και μη αποστήτω σου. επί νεκρω κατάγαγε δάκρυα και ως δεινά πάσχων έναρξαι θρήνου. 6 και αυτός έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού· 7 εν αυτοίς εθεράπευσε και ήρε τον πόνον αυτού. ο δε προσέχων προσθήσει ζωήν. και παρά βασιλέως λήψεται δόμα. και γαρ αυτού χρεία. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΤΙΜΑ ιατρόν προς τας χρείας αυτού τιμαίς αυτού. 16 Τέκνον. 8 μυρεψός εν τούτοις ποιήσει μείγμα. και ου μη συντελέση έργα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απληστεύου εν πάση τρυφή και μη εκχυθής επί εδεσμάτων· 30 εν πολλοίς γαρ βρώμασιν έσται πόνος. απόστησον αυτήν μνησθείς τα έσχατα· 21 μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1323 . και ανήρ φρόνιμος ου προσοχθιεί αυτοίς. 5 ουκ από ξύλου εγλυκάνθη ύδωρ εις το γνωσθήναι την ισχύν αυτού. εν αρρωστήματί σου μη παράβλεπε. 3 επιστήμη ιατρού ανυψώσει κεφαλήν αυτού. αλλ ‘ εύξαι Κυρίω. και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος· 2 παρά γαρ Υψίστου εστίν ίασις. 4 Κύριος έκτισεν εκ γης φάρμακα. και βίος πτωχού κατά καρδίας. και από πάσης αμαρτίας καθάρισον καρδίαν. 19 εν επαγωγή παραβαίνει και λύπη.9 Τέκνον. και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος. 17 πίκρανον κλαυθμόν και θέρμανον κοπετόν και ποίησον το πένθος κατά την αξίαν αυτού ημέραν μίαν και δύο χάριν διαβολής και παρακλήθητι λύπης ένεκα· 18 από λύπης γαρ εκβαίνει θάνατος. 15 ο αμαρτάνων έναντι του ποιήσαντος αυτόν εμπέσοι εις χείρας ιατρού.. και έναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται. ίνα ευοδώση αυτοίς ανάπαυσιν και ίασιν χάριν εμβιώσεως. και η απληστία εγγιεί έως χολέρας. 31 δι ‘ απληστίαν πολλοί ετελεύτησαν. 11 δος ευωδίαν και μνημόσυνον σεμιδάλεως και λίπανον προσφοράν ως μη υπάρχων. και ειρήνη παρ ‘ αυτού εστιν επί προσώπου της γης. κατά δε την κρίσιν αυτού περίστειλον το σώμα αυτού και μη υπερίδης την ταφήν αυτού. 12 και ιατρω δος τόπον. 10 απόστησον πλημμέλειαν και εύθυνον χείρας.

βόας ελαύνων και αναστρεφόμενος εν έργοις αυτών. 24 Σοφία γραμματέως εν ευκαιρία σχολής. 23 εν αναπαύσει νεκρού κατάπαυσον το μνημόσυνον αυτού και παρακλήθητι εν αυτω εν εξόδω πνεύματος αυτού. ότι ούτω και το σόν· εμοί εχθές και σοί σήμερον. ος εν μερίμνη κείται δια παντός επί το έργον αυτού. 29 ούτως κεραμεύς καθήμενος εν έργω αυτού και συστρέφων εν ποσίν αυτού τροχόν. και η υπομονή αυτού αλλοιώσαι ποικιλίαν· καρδίαν αυτού δώσει εις το ομοιώσαι ζωγραφίαν. και έκαστος εν τω έργω αυτού σοφίζεται. 25 τι σοφισθήσεται ο κρατών αρότρου και καυχώμενος εν δόρατι κέντρου. 33 αλλ ‘ εις βουλήν λαού ου ζητηθήσονται και εν εκκλησία ουχ υπεραλούνται· επί δίφρον δικαστού ου καθιούνται και διαθήκην κρίματος ου διανοηθήσονται. και εναρίθμιος πάσα η εργασία αυτού. 27 ούτως πας τέκτων και αρχιτέκτων. και η αγρυπνία αυτού τελέσαι έργον. 34 αλλά κτίσμα αιώνος στηρίσουσι. και η αγρυπνία αυτού καθαρίσαι κάμινον. και ου παροικήσουσιν ουδέ περιπατήσουσιν. και τούτον ουκ ωφελήσεις και σεαυτόν κακώσεις. και η αγρυπνία αυτού κοσμήσαι επί συντελείας. και ο ελασσούμενος πράξει αυτού σοφισθήσεται. και κατέναντι ομοιώματος σκεύους οι οφθαλμοί αυτού· καρδίαν αυτού δώσει εις συντέλειαν έργων.31 Πάντες ούτοι εις χείρας αυτών ενεπίστευσαν. 32 άνευ αυτών ουκ οικισθήσεται πόλις. και η αγρυπνία αυτού εις χορτάσματα δαμάλεων. 26 καρδίαν αυτού δώσει εκδούναι αύλακας. ου γαρ εστιν επάνοδος. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1324 . 28 ούτως χαλκεύς καθήμενος εγγύς άκμονος και καταμανθάνων έργα σιδήρου· ατμίς πυρός πήξει σάρκας αυτού. όστις νύκτωρ ως ημέρας διάγει· οι γλύφοντες γλύμματα σφραγίδων..Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιλάθη. και εν θέρμη καμίνου διαμαχήσεται· φωνή σφύρης καινιεί το ους αυτού. 30 εν βραχίονι αυτού τυπώσει πηλόν και προ ποδών κάμψει ισχύν αυτού· καρδίαν επιδώσει συντελέσαι το χρίσμα. ουδέ μη εκφάνωσι δικαιοσύνην και κρίμα. και η διήγησις αυτού εν υιοίς ταύρων. και εν παραβολαίς ουχ ευρεθήσονται. 22 μνήσθητι το κρίμα αυτού. και η δέησις αυτών εν εργασία τέχνης.

και εν ρήματι στόματος αυτού αποδοχεία υδάτων. σοφίαν πάντων αρχαίων εκζητήσει και εν προφητείαις ασχοληθήσεται. 20 από του αιώνος εις τον αιώνα επέβλεψε. 11 εάν εμμείνη. εμποιήσει αυτω. όνομα καταλείψει ή χίλιοι. πνεύματι συνέσεως εμπλησθήσεται· αυτός ανομβρήσει ρήματα σοφίας αυτού. 7 αυτός κατευθυνεί βουλήν αυτού και επιστήμην και εν τοις αποκρύφοις αυτού διανοηθήσεται· 8 αυτός εκφανεί παιδείαν διδασκαλίας αυτού και εν νόμω διαθήκης Κυρίου καυχήσεται. και εν προσευχή εξομολογήσεται Κυρίω. 19 έργα πάσης σαρκός ενώπιον αυτού. 4 ανά μέσον μεγιστάνων υπηρετήσει και έναντι ηγουμένου οφθήσεται· εν γη αλλοτρίων εθνών διελεύσεται. και βλαστήσατε ως ρόδον φυόμενον επί ρεύματος υγρού 14 και ως λίβανος ευωδιάσατε οσμήν και ανθήσατε άνθος ως κρίνον. και τον έπαινον αυτού εξαγγελεί εκκλησία. 21 ουκ έστιν ειπείν· τι τούτο. διάδοτε οσμήν και αινέσατε άσμα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1325 . αγαθά γαρ και κακά εν ανθρώποις επείρασε. 22 η ευλογία αυτού ως ποταμός επεκάλυψε. υιοί όσιοι. ευλογήσατε Κύριον επί πάσι τοις έργοις. εν ωδαίς χειλέων και εν κινύραις και ούτως ερείτε εν εξομολογήσει· 16 Τα έργα Κυρίου πάντα ότι καλά σφόδρα. 10 την σοφίαν αυτού διηγήσονται έθνη. 9 αινέσουσι την σύνεσιν αυτού πολλοί. εις τι τούτο. 13 εισακούσατέ μου. 2 διηγήσεις ανδρών ονομαστών συντηρήσει και εν στροφαίς παραβολών συνεισελεύσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΠΛΗΝ του επιδόντος την ψυχήν αυτού και διανοουμένου εν νόμω Υψίστου. 17 πάντα γαρ εν καιρω αυτού ζητηθήσεται. έως του αιώνος ουκ εξαλειφθήσεται· ουκ αποστήσεται το μνημόσυνον αυτού. και εάν αναπαύσηται. πάντα γαρ εις χρείας αυτών έκτισται. 5 την καρδίαν αυτού επιδώσει ορθρίσαι προς Κύριον τον ποιήσαντα αυτόν και έναντι Υψίστου δεηθήσεται· και ανοίξει το στόμα αυτού εν προσευχή και περί των αμαρτιών αυτού δεηθήσεται. και παν πρόσταγμα εν καιρω αυτού έσται· ουκ έστιν ειπείν· τι τούτο. και ουθέν εστι θαυμάσιον εναντίον αυτού. εις τι τούτο. και όνομα αυτού ζήσεται εις γενεάς γενεών. και ουκ έστι κρυβήναι από των οφθαλμών αυτού. και ουκ έστιν ος ελαττώσει το σωτήριον αυτού. 15 δότε τω ονόματι αυτού μεγαλωσύνην και εξομολογήσασθε εν αινέσει αυτού. και ως κατακλυσμός ξηράν εμέθυσεν. εν λόγω αυτού έστη ως θημωνία ύδωρ. 3 απόκρυφα παροιμιών εκζητήσει και εν αινίγμασι παραβολών αναστραφήσεται. 18 εν προστάγματι αυτού πάσα η ευδοκία. 6 εάν Κύριος ο μέγας θελήση. 12 Έτι διανοηθείς εκδιηγήσομαι και ως διχομηνία επληρώθην.

6 ολίγον ως ουδέν εν αναπαύσει. 5 θυμός και ζήλος και ταραχή και σάλος και φόβος θανάτου και μηνίαμα και έρις· και εν καιρω αναπαύσεως επί κοίτης ύπνος νυκτός αλλοιοί γνώσιν αυτού. και απ ‘ εκείνου εν ύπνοις ως εν ημέρα σκοπιάς τεθορυβημένος εν οράσει καρδίας αυτού. ως μετέστρεψεν ύδατα εις άλμην. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΑΣΧΟΛΙΑ μεγάλη έκτισται παντί ανθρώπω και ζυγός βαρύς επί υιούς Αδάμ αφ ‘ ημέρας εξόδου εκ γαστρός μητρός αυτών έως ημέρας επιστροφής εις μητέρα πάντων· 2 τους διαλογισμούς αυτών και φόβον καρδίας. πάντα γαρ εν καιρω ευδοκιμηθήσεται. α εις εκδίκησιν έκτισται και εν θυμω αυτού εστερέωσαν μάστιγας αυτών· εν καιρω συντελείας ισχύν εκχεούσι και τον θυμόν του ποιήσαντος αυτούς κοπάσουσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 23 ούτως οργήν αυτού έθνη κληρονομήσει. και σίδηρος και άλας και σεμίδαλις πυρού και μέλι και γάλα. 24 αι οδοί αυτού τοις οσίοις ευθείαι. 3 από καθημένου επί θρόνου εν δόξη και έως τεταπεινωμένου εν γη και σποδω. 4 από φορούντος υάκινθον και στέφανον και έως περιβαλλομένου ωμόλινον. ούτως τοις ανόμοις προσκόμματα. πάντα ταύτα εις εκδίκησιν έκτισται· 30 θηρίων οδόντες και σκορπίοι και έχεις και ρομφαία εκδικούσα εις όλεθρον ασεβείς· 31 εν τη εντολή αυτού ευφρανθήσονται και επί της γης εις χρείας ετοιμασθήσονται και εν τοις καιροίς αυτών ου παραβήσονται λόγον. πυρ. ούτως τοις αμαρτωλοίς τραπήσεται εις κακά. 26 αρχή πάσης χρείας εις ζωήν ανθρώπου. επίνοια προσδοκίας. ούτως τοις αμαρτωλοίς κακά. 34 και ουκ έστιν ειπείν· τούτο τούτου πονηρότερον. ημέρα τελευτής. 35 και νυν εν πάση καρδία και στόματι υμνήσατε και ευλογήσατε το όνομα Κυρίου. 32 δια τούτο εξ αρχής εστηρίχθην και διενοήθην και εν γραφή αφήκα· 33 τα έργα Κυρίου πάντα αγαθά και πάσαν χρείαν εν ωρα αυτής χορηγήσει. αίμα σταφυλής και έλαιον και ιμάτιον. 29 πυρ και χάλαζα και λιμός και θάνατος. 25 αγαθά τοις αγαθοίς έκτισται απ ‘ αρχής. 27 ταύτα πάντα τοις ευσεβέσιν εις αγαθά. ύδωρ. ως εκπεφευγώς από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1326 . 28 έστι πνεύματα.

και υπέρ αμφότερα αγάπησις σοφίας. 11 πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσώπου πολέμου. 26 χρήματα και ισχύς ανυψώσουσι καρδίαν. λιμός και σύντριμμα και μάστιξ. όσα από γης. 23 φίλος και εταίρος εις καιρόν απαντώντες. και υπέρ αμφότερα φόβος Κυρίου· ουκ έστιν εν φόβω Κυρίου ελάττωσις. ζωήν επαιτήσεως μη βιώσης· κρείσσον αποθανείν ή επαιτείν. και υπέρ αμφότερα χλόην σπόρου. 19 τέκνα και οικοδομή πόλεως στηρίζουσιν όνομα. 8 μετά πάσης σαρκός από ανθρώπου έως κτήνους. και εν κοιλία αυτού πυρ καήσεται. και υπέρ αμφότερα γυνή μετά ανδρός. και από υδάτων εις θάλασσαν ανακάμπτει. και υπέρ αμφότερα βουλή ευδοκιμείται. 25 χρυσίον και αργύριον επιστήσουσι πόδα. και υπέρ πάσαν δόξαν εκάλυψαν αυτόν. ουκ έστιν αυτού ο βίος εν λογισμω ζωής. και ρίζαι ακάθαρτοι επ ‘ ακροτόμου πέτρας· 16 άχει επί παντός ύδατος και χείλους ποταμού προ παντός χόρτου εκτιλήσεται. 30 εν στόματι αναιδούς γλυκανθήσεται επαίτησις. και υπέρ αμφότερα ελεημοσύνη ρύσεται. 22 χάριν και κάλλος επιθυμήσει ο οφθαλμός σου. 7 εν καιρω σωτηρίας αυτού εξηγέρθη και αποθαυμάζων εις ουδένα φόβον. 20 οίνος και μουσικά ευφραίνουσι καρδίαν. 18 Ζωή αυτάρκους εργάτου γλυκανθήσεται. 13 χρήματα αδίκων ως ποταμός ξηρανθήσεται και ως βροντή μεγάλη εν υετω εξηχήσει. και ουκ έστιν επιζητήσαι εν αυτω βοήθειαν· 27 φόβος Κυρίου ως παράδεισος ευλογίας. και υπέρ αμφότερα γλώσσα ηδεία. και πίστις εις τον αιώνα στήσεται. 21 αυλός και ψαλτήριον ηδύνουσι μέλι. εις γην αναστρέφει. 29 ανήρ βλέπων εις τράπεζαν αλλοτρίαν. και ελεημοσύνη εις τον αιώνα διαμένει. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1327 . και υπέρ αμφότερα γυνή άμωμος λογίζεται. 12 Παν δώρον και αδικία εξαλειφθήσεται. και δι ‘ αυτούς εγένετο ο κατακλυσμός. 24 αδελφοί και βοήθεια εις καιρόν θλίψεως. 15 έκγονα ασεβών ου πληθύνει κλάδους. και υπέρ αμφότερα ο ευρίσκων θησαυρόν. επαγωγαί. 14 εν τω ανοίξαι αυτόν χείρας ευφρανθήσεται. 10 επί τους ανόμους εκτίσθη ταύτα πάντα. και επί αμαρτωλών επταπλάσια προς ταύτα· 9 θάνατος και αίμα και έρις και ρομφαία. 28 Τέκνον. αλισγήσει ψυχήν αυτού εν εδέσμασιν αλλοτρίοις· ανήρ δε επιστήμων και πεπαιδευμένος φυλάξεται. 17 χάρις ως παράδεισος εν ευλογίαις. ούτως οι παραβαίνοντες εις συντέλειαν εκλείψουσιν.

μνήσθητι προτέρων σου και εσχάτων· 4 τούτο το κρίμα παρά Κυρίου πάση σαρκί. 14 παιδείαν εν ειρήνη συντηρήσατε. 13 αγαθής ζωής αριθμός ημερών. 20 από αληθείας Θεού και διαθήκης και από πήξεως αγκώνος επ ‘ άρτοις. ούτως ασεβείς από κατάρας εις απώλειαν. 12 φρόντισον περί ονόματος. είτε δέκα είτε εκατόν είτε χίλια έτη. ως πικρόν σου το μνημόσυνόν εστιν ανθρώπω ειρηνεύοντι εν τοις υπάρχουσιν αυτού ανδρί απερισπάστω και ευοδουμένω εν πάσι και έτι ισχύοντι επιδέξασθαι τροφήν. 22 από οράσεως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1328 . εις κατάραν μερισθήσεσθε. 7 πατρί ασεβεί μέμψεται τέκνα. 21 από σκορακισμού λήψεως και δόσεως και από ασπαζομένων περί σιωπής. εις γην απελεύσεται. άνδρες ασεβείς. 10 πάντα όσα εκ γης. περί κλοπής. 16 τοιγαρούν εντράπητε επί τω ρήματί μου· ου γαρ εστι πάσαν αισχύνην διαφυλάξαι καλόν. οίτινες εγκατελίπετε νόμον Θεού Υψίστου· 9 και εάν γεννηθήτε. 5 Τέκνα βδελυκτά γίνεται τέκνα αμαρτωλών και συναναστρεφόμενα παροικίαις ασεβών. εις κατάραν γεννηθήσεσθε. από συναγωγής και λαού περί ανομίας. 2 ω θάνατε. 15 κρείσσων άνθρωπος αποκρύπτων την μωρίαν αυτού ή άνθρωπος αποκρύπτων την σοφίαν αυτού. 19 από κοινωνού και φίλου περί αδικίας και από τόπου. και ου πάντα πάσιν εν πίστει ευδοκιμείται. 17 αισχύνεσθε από πατρός και μητρός περί πορνείας και από ηγουμένου και δυνάστου περί ψεύδους. 18 από κριτού και άρχοντος περί πλημμελείας. όνομα δε αμαρτωλών ουκ αγαθόν εξαλειφθήσεται. αυτό γαρ σοι διαμένει ή χίλιοι μεγάλοι θησαυροί χρυσίου. 11 Πένθος ανθρώπων εν σώμασιν αυτών. και μετά του σπέρματος αυτών ενδελεχιεί όνειδος. 8 ουαί υμίν. και αγαθόν όνομα εις αιώνα διαμενεί. 6 τέκνων αμαρτωλών απολείται κληρονομία. τις ωφέλεια εν αμφοτέροις. ότι δι ‘ αυτόν ονειδισθήσονται. και τι απαναίνη εν ευδοκία Υψίστου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 Ω ΘΑΝΑΤΕ. 3 μη ευλαβού κρίμα θανάτου. καλόν σου το κρίμα εστίν ανθρώπω επιδεομένω και ελασσουμένω ισχύϊ. τέκνα· σοφία δε κεκρυμμένη και θησαυρός αφανής. ουκ έστιν εν άδου ελεγμός ζωής. και εάν αποθάνητε. εσχατογήρω και περισπωμένω περί πάντων και απειθούντι και απολωλεκότι υπομονήν. ου παροικείς.

14 κρείσσων πονηρία ανδρός ή αγαθοποιός γυνή. 9 Θυγάτηρ πατρί απόκρυφος αγρυπνία. και συνωκηκυία. 17 ουκ ενεποίησε τοις αγίοις Κύριος εκδιηγήσασθαι πάντα τα θαυμάσια αυτού. λαλιάν εν πόλει και έκκλητον λαού. 3 περί λόγου κοινωνού και οδοιπόρων και περί δόσεως κληρονομίας εταίρων. 15 Μνησθήσομαι δη τα έργα Κυρίου. και μετά το δούναι μη ονείδιζε. 12 παντί ανθρώπω μη έμβλεπε εν κάλλει και εν μέσω γυναικών μη συνέδρευε· 13 από γαρ ιματίων εκπορεύεται σής και από γυναικός πονηρία γυναικός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυναικός εταίρας και από αποστροφής προσώπου συγγενούς. μήποτε στειρωθή. α Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1329 . και από αποκαλύψεων λόγων κρυφίων· 27 και έση αισχυντηρός αληθινώς και ευρίσκων χάριν έναντι παντός ανθρώπου. και της δόξης αυτού πλήρες το έργον αυτού. και μη επιστης επί την κοίτην αυτής· 25 από φίλων περί λόγων ονειδισμού. κλείσον· 7 ό εάν παραδίδως. και η μέριμνα αυτής αφιστά ύπνον· εν νεότητι αυτής μήποτε παρακμάση. πάντα εν γραφή· 8 περί παιδείας ανοήτου και μωρού και εσχατογήρου κρινομένου προς νέους· και έση πεπαιδευμένος αληθινώς και δεδοκιμασμένος έναντι παντός ζώντος. 23 από αφαιρέσεως μερίδος και δόσεως και από κατανοήσεως γυναικός υπάνδρου. και όπου χείρες πολλαί. 5 περί διαφόρου πράσεως εμπόρων και περί παιδείας τέκνων πολλής και οικέτη πονηρω πλευράν αιμάξαι. και συνωκηκυία μήποτε μισηθή· 10 εν παρθενία μήποτε βεβηλωθή και εν τοις πατρικοίς αυτής έγκυος γένηται· μετά ανδρός ούσα μήποτε παραβή. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ 1 ΜΗ περί τούτων αισχυνθής. 24 από περιεργείας παιδίσκης αυτού. και μη λάβης πρόσωπον του αμαρτάνειν· 2 περί νόμου Υψίστου και διαθήκης και περί κρίματος δικαιώσαι τον ασεβή. εν αριθμω και σταθμω. και δόσις και λήψις. και καταισχύνη σε εν πλήθει πολλών. 11 επί θυγατρί αδιατρέπτω στερέωσον φυλακήν. μήποτε ποιήση σε επίχαρμα εχθροίς. περί κτήσεως πολλών και ολίγων. 6 επί γυναικί πονηρά καλόν σφραγίς. 16 ήλιος φωτίζων κατά παν επέβλεψε. 4 περί ακριβείας ζυγού και σταθμίων. και γυνή καταισχύνουσα εις ονειδισμόν. και α εώρακα εκδιηγήσομαι· εν λόγοις Κυρίου τα έργα αυτού. 26 από δευτερώσεως και λόγου ακοής.

21 τα μεγαλεία της σοφίας αυτού εκόσμησε. τριπλασίως ήλιος εκκαίων όρη· ατμίδας πυρώδεις εκφυσών και εκλάμπων ακτίνας αμαυροί οφθαλμούς. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ 1 ΓΑΥΡΙΑΜΑ ύψους στερέωμα καθαριότητος. εν στερεώματι ουρανού εκλάμπων. 18 άβυσσον και καρδίαν εξίχνευσε και εν πανουργεύμασιν αυτών διενοήθη· έγνω γαρ ο Κύριος πάσαν είδησιν και ενέβλεψεν εις σημείον αιώνος. και εν λόγοις αυτού κατέσπευσε πορείαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εστερέωσε Κύριος ο παντοκράτωρ στηριχθήναι εν δόξη αυτού το παν. 9 κάλλος ουρανού. 24 πάντα δισσά. ουκ εκρύβη απ ‘ αυτού ουδέ εις λόγος. και ως έστι προ του αιώνος και εις τον αιώνα· ούτε προσετέθη ούτε ηλαττώθη. και ουκ εποίησεν ουδέν ελλείπον· 25 εν του ενός εστερέωσε τα αγαθά. ανάδειξιν χρόνων και σημείον αιώνος. δόξα άστρων.13 Προστάγματι αυτού κατέσπευσε χιόνα και ταχύνει αστραπάς κρίματος αυτού. σκεύος παρεμβολών εν ύψει. 3 εν μεσημβρία αυτού αναξηραίνει χώραν. κόσμος φωτίζων εν υψίστοις Κυρίου· 10 εν λόγοις αγίου στήσονται κατά κρίμα και ου μη εκλυθώσιν εν φυλακαίς αυτών. 14 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1330 . έργον Υψίστου... και εναντίον καύματος αυτού τις υποστήσεται. και ου προσεδεήθη ουδενός συμβούλου. 4 κάμινον φυσών εν έργοις καύματος. 19 απαγγέλλων τα παρεληλυθότα και επεσόμενα και αποκαλύπτων ίχνη αποκρύφων. αυξανομένη θαυμαστώς εν αλλοιώσει. σκεύος θαυμαστόν. 11 ιδέ τόξον και ευλόγησον τον ποιήσαντα αυτό. 5 μέγας Κύριος ο ποιήσας αυτόν.6 Και η σελήνη εν πάσιν εις καιρόν αυτής. 20 ου παρήλθεν αυτόν παν διανόημα. 23 πάντα ταύτα ζη και μένει εις τον αιώνα εν πάσαις χρείαις. και τις πλησθήσεται ορών δόξαν αυτού. 8 μην κατά το όνομα αυτής εστιν. είδος ουρανού εν οράματι δόξης. 2 ήλιος εν οπτασία διαγγέλων εν εξόδω. εν κατέναντι του ενός. 7 από σελήνης σημείον εορτής. χείρες Υψίστου ετάνυσαν αυτό. σφόδρα ωραίον εν τω αυγάσματι αυτού· 12 εγύρωσεν ουρανόν εν κυκλώσει δόξης. και πάντα υπακούει. 22 ως πάντα τα έργα αυτού επιθυμητά και ως σπινθήρός εστι θεωρήσαι. φωστήρ μειούμενος επί συντελείας.

24 οι πλέοντες την θάλασσαν διηγούνται τον κίνδυνον αυτής. και ως θώρακα ενδύσεται το ύδωρ. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ 1 ΠΑΤΕΡΩΝ ΥΜΝΟΣ. εν θελήματι πνεύσεται νότος. δρόσος απαντώσα από καύσωνος ιλαρώσει. 26 δι ‘ αυτόν ευοδοί άγγελος αυτού. 17 φωνή βροντής αυτού ωδίνησε γην και καταιγίς Βορέου και συστροφή πνεύματος. και εν λόγω αυτού σύγκειται πάντα. 31 τις εώρακεν αυτόν και εκδιηγήσεται. και παγείσα γίνεται σκολόπων άκρα.. υπερέξει γαρ και έτι· και υψούντες αυτόν πληθύνατε εν ισχύϊ· μη κοπιάτε. ποικιλία παντός ζώου. και τις μεγαλυνεί αυτόν καθώς εστι. 30 δοξάζοντες Κύριον υψώσατε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1331 . 29 φοβερός Κύριος και σφόδρα μέγας. καθόσον αν δύνησθε. 21 καταφάγεται όρη και έρημον εκκαύσει και αποσβέσει χλόην ως πυρ. και ακοαίς ωτίων ημών θαυμάζομεν. ολίγα γαρ εωράκαμεν των έργων αυτού· 33 πάντα γαρ εποίησεν ο Κύριος. κτίσις κητών. και επί του υετού αυτής εκστήσεται καρδία. και τοις ευσεβέσιν έδωκε σοφίαν. και συντέλεια λόγων· το παν εστιν αυτός. και εφύτευσεν εν αυτη νήσους. 19 και πάχνην ως άλα επί γης χέει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δια τούτο ηνεώχθησαν θησαυροί. και παγήσεται κρύσταλλος εφ ‘ ύδατος· επί πάσαν συναγωγήν ύδατος καταλύσει.Αινέσωμεν δη άνδρας ενδόξους και τους πατέρας ημών τη γενέσει. και ως ακρίς καταλύουσα η κατάβασς αυτής· κάλλος λευκότητος αυτής εκθαυμάσει οφθαλμός. 28 δοξάζοντες που ισχύσομεν. και διεθρύβησαν λίθοι χαλάζης· 16 και εν οπτασίαις αυτού σαλευθήσεται όρη. 18 ως πετεινά καθιπτάμενα πάσσει χιόνα. 25 και εκεί τα παράδοξα και θαυμάσια έργα.23 Λογισμω αυτού εκόπασεν άβυσσον.. και θαυμαστή η δυναστεία αυτού. 20 ψυχρός άνεμος Βορέης πνεύσει. 22 ίασις πάντων κατά σπουδήν ομίχλη. και εξέπτησαν νεφέλαι ως πετεινά· 15 εν μεγαλείω αυτού ίσχυσε νεφέλας. ου γαρ μη εφίκησθε. 32 πολλά απόκρυφά εστι μείζονα τούτων. 27 Πολλά ερούμεν και ου μη εφικώμεθα. αυτός γαρ ο μέγας παρά πάντα τα έργα αυτού.

. ειρηνεύοντες εν παροικίαις αυτών· 7 πάντες ούτοι εν γενεαίς εδοξάσθησαν. ίνα μη εξαλειφθή κατακλυσμω πάσα σάρξ. 8 εισίν αυτών οί κατέλιπον όνομα του εκδιηγήσασθαι επαίνους· 9 και εισίν ων ουκ έστι μνημόσυνον και απώλοντο ως ουχ υπάρξαντες και εγένοντο ως ου γεγονότες και τα τέκνα αυτών μετ ‘ αυτούς. έκγονα αυτών· 12 εν ταις διαθήκαις έστη σπέρμα αυτών και τα τέκνα αυτών δι ‘ αυτούς· 13 έως αιώνος μενεί σπέρμα αυτών. και η δόξα αυτών ουκ εξαλειφθήσεται· 14 τα σώματα αυτών εν ειρήνη ετάφη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 πολλήν δόξαν έκτισεν ο Κύριος. ότε εγένετο κατακλυσμός· 18 διαθήκαι αιώνος ετέθησαν προς αυτόν. 21 δια τούτο εν όρκω έστησεν αυτω ενευλογηθήναι έθνη εν τω σπέρματι αυτού. ων αι δικαιοσύναι ουκ επελήσθησαν· 11 μετά του σπέρματος αυτών διαμενεί αγαθή κληρονομία. την μεγαλωσύνην αυτού απ ‘ αιώνος. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1332 . 17 Νώε ευρέθη τέλειος δίκαιος. και ουχ ευρέθη όμοιος εν τη δόξη· 20 ος συνετήρησε νόμον Υψίστου και εγένετο εν διαθήκη μετ ‘ αυτού· εν σαρκί αυτού έστησε διαθήκην και εν πειρασμω ευρέθη πιστός. και εν ταις ημέραις αυτών καύχημα. 22 και εν τω Ισαάκ έστησεν ούτως δια Αβραάμ τον πατέρα αυτού ευλογίαν πάντων ανθρώπων και διαθήκην 23 και κατέπαυσεν επί κεφαλήν Ιακώβ. εν φυλαίς εμέρισε δεκαδύο. εν καιρω οργής εγένετο αντάλλαγμα· δια τούτον εγενήθη κατάλειμμα τη γη. 16 Ενώχ ευηρέστησε Κυρίω και μετετέθη. 3 κυριεύοντες εν ταις βασιλείαις αυτών και άνδρες ονομαστοί εν δυνάμει· βουλεύοντες εν συνέσει αυτών. και το όνομα αυτών ζη εις γενεάς· 15 σοφίαν αυτών διηγήσονται λαοί. σοφοί λόγοι εν παιδεία αυτών· 5 εκζητούντες μέλη μουσικών και διηγούμενοι έπη εν γραφή· 6 άνδρες πλούσιοι κεχορηγημένοι ισχύϊ. υπόδειγμα μετανοίας ταις γενεαίς. και τον έπαινον εξαγγέλλει εκκλησία. πληθύναι αυτόν ως χουν της γης και ως άστρα ανυψώσαι το σπέρμα αυτού και κατακληρονομήσαι αυτούς από θαλάσσης έως θαλάσσης και από ποταμού έως άκρου γης. 10 αλλ ‘ ή ούτοι άνδρες ελέους. απηγγελκότες εν προφητείαις· 4 ηγούμενοι λαού εν διαβουλίοις και συνέσει γραμματείας λαού. επέγνω αυτόν εν ευλογίαις αυτού και έδωκεν αυτω εν κληρονομία· και διέστειλε μερίδας αυτού.19 Αβραάμ μέγας πατήρ πλήθους εθνών.

χρυσω και υακίνθω και πορφύρα. ακουστόν ποιήσαι ήχον εν ναω εις μνημόσυνον υιοίς λαού αυτού· 10 στολή αγία. έργω ποικιλτού. ουκ ενεδύσατο αλλογενής πλήν των υιών αυτού μόνον και τα έκγονα αυτού διαπαντός. νόμον ζωής και επιστήμης διδάξαι τον Ιακώβ διαθήκην και κρίματα αυτού τον Ισραήλ. 17 έδωκεν αυτόν εν εντολαίς αυτού εξουσίαν εν διαθήκαις κριμάτων διδάξαι τον Ιακώβ τα μαρτύρια και εν νόμω αυτού φωτίσαι Ισραήλ. 18 επισυνέστησαν αυτω αλλότριοι και εζήλωσαν αυτόν εν τη ερήμω. Μωυσήν. καύχημα τιμής. κεκλωσμένη κόκκω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΑΙ εξήγαγεν εξ αυτού άνδρα ελέους ευρίσκοντα χάριν εν οφθαλμοίς πάσης σαρκός. εδόξασεν αυτόν κατά πρόσωπον βασιλέων· ενετείλατο αυτω προς λαόν αυτού και έδειξεν αυτω της δόξης αυτού· 4 εν πίστει και πραϋτητι αυτόν ηγίασεν. άνδρες οι περί Δαθάν και Αβειρών και η συναγωγή Κορέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1333 . ηγαπημένον υπό Θεού και ανθρώπων. θυμίαμα και ευωδίαν εις μνημόσυνον. 14 θυσίαι αυτού ολοκαρπωθήσονται καθημέραν ενδελεχώς δις. έργω λιθουργού. έργω τεχνίτου. 11 λίθοις πολυτελέσι γλύμματος σφραγίδος. περισκελή και ποδήρη και επωμίδα. ου το μνημόσυνον εν ευλογίαις· 2 ωμοίωσεν αυτόν δόξη αγίων και εμεγάλυνεν αυτόν εν φόβοις εχθρών· 3 εν λόγοις αυτού σημεία κατέπαυσεν. έργον ισχύος. ηχήσαι φωνήν εν βήμασιν αυτού. δήλοις αληθείας. 15 επλήρωσε Μωσής τας χείρας και έχρισεν αυτόν εν ελαίω αγίω· εγενήθη αυτω εις διαθήκην αιώνιον και εν τω σπέρματι αυτού εν ημέραις ουρανού λειτουργείν αυτω άμα και ιερατεύειν και ευλογείν τον λαόν αυτού εν τω ονόματι αυτού. εξελέξατο αυτόν εκ πάσης σαρκός· 5 ηκούτισεν αυτόν της φωνής αυτού και εισήγαγεν αυτόν εις τον γνόφον και έδωκεν αυτω κατά πρόσωπον εντολάς. εκτύπωμα σφραγίδος αγιάσματος. 16 εξελέξατο αυτόν από παντός ζώντος προσαγαγείν κάρπωσιν Κυρίω. 9 και εκύκλωσεν αυτόν ροϊσκοις χρυσοίς. εξιλάσκεσθαι περί του λαού σου. λογείω κρίσεως. κώδωσι πλείστοις κυκλόθεν.. εις μνημόσυνον εν γραφή κεκολαμμένη κατ ‘ αριθμόν φυλών Ισραήλ· 12 στέφανον χρυσούν επάνω κιδάρεως. εν δέσει χρυσίου. επιθυμήματα οφθαλμών κοσμούμενα ωραία· 13 προ αυτού ου γέγονε τοιαύτα έως αιώνος.6 Ααρών ύψωσεν άγιον όμοιον αυτω αδελφόν αυτού εκ φυλής Λευϊ· 7 έστησεν αυτω διαθήκην αιώνος και έδωκεν αυτω ιερατείαν λαού· εμακάρισεν αυτόν εν ευκοσμία και περιέζωσεν αυτόν στολήν δόξης· 8 ενέδυσεν αυτόν συντέλειαν καυχήματος και εστερέωσεν αυτόν σκεύεσιν ισχύος.

5 επεκαλέσατο τον Ύψιστον δυνάστην εν τω θλίψαι αυτόν εχθρούς κυκλόθεν. αυτός γαρ μερίς σου και κληρονομία. αντιστήναι έναντι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1334 . εν αγαθότητι προθυμίας ψυχής αυτού· και εξιλάσατο περί του Ισραήλ. ίνα γνώσιν έθνη πανοπλίαν αυτού ότι εναντίον Κυρίου ο πόλεμος αυτού· και γαρ επηκολούθησεν οπίσω δυνάστου. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ 1 ΚΡΑΤΑΙΟΣ εν πολέμοις Ιησούς Ναυή και διάδοχος Μωυσή εν προφητείαις.. τους γαρ πολεμίους Κύριος αυτός επήγαγεν. και επήκουσεν αυτών μέγας Κύριος εν λίθοις χαλάζης δυνάμεως κραταιάς· 6 κατέρραξεν επ ‘ έθνος πόλεμον και εν καταβάσει απώλεσεν ανθεστηκότας. ας έδωκεν αυτω τε και τω σπέρματι αυτού. 25 και διαθήκην τω Δαυίδ υιω Ιεσσαί εκ φυλής Ιούδα. 4 ουχί εν χειρί αυτού ανεπόδισεν ο ήλιος και μία ημέρα εγενήθη προς δύο. 2 ως εδοξάσθη εν τω επάραι χείρας αυτού και εν τω εκτείναι ρομφαίαν επί πόλεις. ίνα αυτω ή και τω σπέρματι αυτού ιερωσύνης μεγαλείον εις τους αιώνας. ίνα μη αφανισθή τα αγαθά αυτών και την δόξαν αυτών εις γενεάς αυτών. ος εγένετο κατά το όνομα αυτού μέγας επί σωτηρία εκλεκτών αυτού εκδικήσαι επεγειρομένους εχθρούς. άρτον πρώτοις ητοίμασε πλησμονήν· 21 και γαρ θυσίας Κυρίου φάγονται. 22 πλήν εν γη λαού ου κληρονομήσει. 3 τις πρότερον αυτού ούτως έστη.. και συνετελέσθησαν εν θυμω οργής· εποίησεν αυτοίς τέρατα καταναλώσαι εν πυρί φλογός αυτού. αυτός και Χάλεβ υιος Ιεφοννή. 20 και προσέθηκεν Ααρών δόξαν και έδωκεν αυτω κληρονομίαν· απαρχάς πρωτογεννημάτων εμέρισεν αυτω. και μερίς ουκ έστιν αυτω εν λαω.7 Και εν ημέραις Μωυσέως εποίησεν έλεος. όπως κατακληρονομήση τον Ισραήλ.23 Και Φινεές υιος Ελεάζαρ τρίτος εις δόξαν εν τω ζηλώσαι αυτόν εν φόβω Κυρίου και στήναι αυτόν εν τροπή λαού. 24 δια τούτο εστάθη αυτω διαθήκη ειρήνης προστατείν αγίων και λαού αυτού. 26 δώη υμίν σοφίαν εν καρδία υμών κρίνειν τον λαόν αυτού εν δικαιοσύνη. κληρονομία βασιλέως υιού εξ υιού μόνου· κληρονομία Ααρών και τω σπέρματι αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν θυμω και οργή· 19 είδε Κύριος και ουκ ευδόκησε.

16 και επεκαλέσατο τον Κύριον δυνάστην εν τω θλίψαι εχθρούς αυτού κυκλόθεν εν προσφορά αρνός γαλαθηνού· 17 και εβρόντησεν απ ‘ ουρανού Κύριος και εν ήχω μεγάλω ακουστήν εποίησε την φωνήν αυτού 18 και εξέτριψεν ηγουμένους Τυρίων και πάντας άρχοντας Φυλιστιείμ. και επεσκέψατο Κύριος τον Ιακώβ· 15 εν πίστει αυτού ηκριβάσθη προφήτης και εγνώσθη εν πίστει αυτού πιστός οράσεως. 2 ωσπερ στέαρ αφωρισμένον από σωτηρίου. όσων ουκ εξεπόρνευσεν η καρδία και όσοι ουκ απεστράφησαν από Κυρίου.. είη το μνημόσυνον αυτών εν ευλογίαις· 12 τα οστά αυτών αναθάλοι εκ του τόπου αυτών και το όνομα αυτών αντικαταλλασσόμενον εφ ‘ υιοίς δεδοξασμένων αυτών. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ 1 ΚΑΙ μετά τούτο ανέστη Νάθαν προφητεύειν εν ημέραις Δαυίδ. εισαγαγείν αυτούς εις κληρονομίαν. 19 και προ καιρού κοιμήσεως αιώνος επεμαρτύρατο έναντι Κυρίου και χριστού αυτού· χρήματα και έως υποδημάτων από πάσης σαρκός ουκ είληφα· και ουκ ενεκάλεσεν αυτω άνθρωπος. και το σπέρμα αυτού κατέσχε κληρονομίαν. 3 εν λέουσιν έπαιξεν ως εν ερίφοις και εν άρκοις ως εν άρνασι προβάτων. 4 εν νεότητι αυτού ουχί απέκτεινε γίγαντα και εξήρεν ονειδισμόν εκ λαού εν τω επάραι χείρα εν λίθω σφενδόνης και καταβαλείν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1335 . 10 όπως ίδωσι πάντες οι υιοί Ισραήλ ότι καλόν το πορεύεσθαι οπίσω Κυρίου. και έως γήρους διέμεινεν αυτω επιβήναι αυτόν επί το ύψος της γης. εις γην ρέουσαν γάλα και μέλι. ούτως Δαυίδ από των υιών Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκκλησίας. έκαστος τω αυτού ονόματι.13 ‘Ηγαπημένος υπό Κυρίου αυτού Σαμουήλ προφήτης Κυρίου κατέστησε βασιλείαν και έχρισεν άρχοντας επί τον λαόν αυτού· 14 εν νόμω Κυρίου έκρινε συναγωγήν.11 Και οι κριταί. 8 και αυτοί δύο όντες διεσώθησαν από εξακοσίων χιλιάδων πεζών. κωλύσαι λαόν από αμαρτίας και κοπάσαι γογγυσμόν πονηρίας. 20 και μετά το υπνώσαι αυτόν επροφήτευσε και υπέδειξε βασιλεί την τελευτήν αυτού και ανύψωσεν εκ γης την φωνήν αυτού εν προφητεία εξαλείψαι ανομίαν λαού. 9 και έδωκεν ο Κύριος τω Χάλεβ ισχύν.

έως εκδίκησις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1336 .23 Και ανεπαύσατο Σαλωμών μετά των πατέρων αυτού και κατέλιπε μετ ‘ αυτόν εκ του σπέρματος αυτού λαού αφροσύνην και ελασσούμενον συνέσει. 21 γενέσθαι δίχα τυραννίδα και εξ Εφραίμ άρξαι βασιλείαν απειθή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γαυρίαμα του Γολιάθ. 6 ούτως εν μυριάσιν εδόξασαν αυτόν και ήνεσαν αυτόν εν ευλογίαις Κυρίου εν τω φέρεσθαι αυτω διάδημα δόξης· 7 εξέτριψε γαρ εχθρούς κυκλόθεν και εξουδένωσε Φυλιστιείμ τους υπεναντίους· έως σήμερον συνέτριψεν αυτών κέρας.12 Μετά τούτον ανέστη υιος επιστήμων και δι ‘ αυτόν κατέλυσεν εν πλατυσμω· 13 Σαλωμών εβασίλευσεν εν ημέραις ειρήνης. 9 και έστησε ψαλτωδούς κατέναντι του θυσιαστηρίου και εξ ηχούς αυτών γλυκαίνειν μέλη· 10 έδωκεν εν εορταίς ευπρέπειαν και εκόσμησε καιρούς μέχρι συντελείας εν τω αινείν αυτούς το άγιον όνομα αυτού και από πρωϊ ηχείν το αγίασμα. 15 γην επεκάλυψεν η ψυχή σου.. ος απέστησε λαόν εκ βουλής αυτού. ουδέ μη εξαλείψη εκλεκτού αυτού έκγονα και σπέρμα του αγαπήσαντος αυτόν ου μη εξάρη· και τω Ιακώβ έδωκε κατάλειμμα και τω Δαυίδ εξ αυτού ρίζαν. και ηγαπήθης εν τη ειρήνη σου· 17 εν ωδαίς και παροιμίαις και παραβολαίς και εν ερμηνείαις απεθαύμασάν σε χώραι. και ενέπλησας εν παραβολαίς αινιγμάτων· 16 εις νήσους πόρρω αφίκετο το όνομά σου. ίνα στήση οίκον επ ‘ ονόματι αυτού και ετοιμάση αγίασμα εις τον αιώνα. ος εξήμαρτε τον Ισραήλ και έδωκε τω Εφραίμ οδόν αμαρτίας. ανυψώσαι κέρας λαού αυτού. 19 παρανέκλινας τας λαγόνας σου γυναιξί και ενεξουσιάσθης εν τω σώματί σου· 20 έδωκας μώμον εν τη δόξη σου και εβεβήλωσας το σπέρμα σου επαγαγείν οργήν επί τα τέκνα σου και κατενύγην επί τη αφροσύνη σου. Ροβοάμ. και Ιεροβοάμ υιόν Ναβάτ. 14 ως εσοφίσθης εν νεότητί σου και ενεπλήσθης ως ποταμός συνέσεως. συνήγαγες ως κασσίτερον το χρυσίον και ως μόλυβδον επλήθυνας αργύριον.. ω ο Θεός κατέπαυσε κυκλόθεν. 5 επεκαλέσατο γαρ Κύριον τον Ύψιστον και έδωκεν εν τη δεξιά αυτού κράτος εξάραι άνθρωπον δυνατόν εν πολέμω. 18 εν ονόματι Κυρίου του Θεού του επικεκλημένου Θεού Ισραήλ. 22 ο δε Κύριος ου μη καταλίπη το έλεος αυτού και ου μη διαφθείρη από των έργων αυτού. 24 και επληθύνθησαν αι αμαρτίαι αυτών σφόδρα αποστήσαι αυτούς από της γης αυτών· 25 και πάσαν πονηρίαν εξεζήτησαν. 11 Κύριος αφείλε τας αμαρτίας αυτού και ανύψωσεν εις αιώνα το κέρας αυτού και έδωκεν αυτω διαθήκην βασιλέων και θρόνον δόξης εν τω Ισραήλ. 8 εν παντί έργω αυτού έδωκεν εξομολόγησιν αγίω Υψίστω ρήματι δόξης· εν πάση καρδία αυτού ύμνησε και ηγάπησε τον ποιήσαντα αυτόν.

13 πας λόγος ουχ υπερήρεν αυτόν. και Ελισαιέ ενεπλήσθη πνεύματος αυτού· και εν ημέραις αυτού ουκ εσαλεύθη υπό άρχοντος.. 4 ως εδοξάσθης. και εν κοιμήσει επροφήτευσε το σώμα αυτού· 14 και εν ζωή αυτού εποίησε τέρατα. και ο λόγος αυτού ως λαμπάς εκαίετο· 2 ος επήγαγεν επ ‘ αυτούς λιμόν και τω ζήλω αυτού ωλιγοποίησεν αυτούς· 3 εν λόγω Κυρίου ανέσχεν ουρανόν. 12 ‘Ηλίας. έως επρονομεύθησαν από της γης αυτών και εσκορπίσθησαν εν πάση τη γη. τινές δε επλήθυναν αμαρτίας. ος εν λαίλαπι εσκεπάσθη.. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ 1 ΚΑΙ ανέστη ‘Ηλίας προφήτης ως πυρ. ‘Ηλία. και εν τελευτη θαυμάσια τα έργα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ έλθη επ ‘ αυτούς. και κατελείφθη ο λαός ολιγοστός.17 Εζεκίας ωχύρωσε την πόλιν αυτού και εισήγαγεν εις το μέσον αυτής ύδωρ. κατήγαγεν ούτως τρίς πυρ.15 Εν πάσι τούτοις ου μετενόησεν ο λαός και ουκ απέστησαν από των αμαρτιών αυτών. 18 εν ημέραις αυτού ανέβη Σενναχηρίμ και απέστειλε Ραψάκην. ώρυξε σιδήρω ακρότομον και ωκοδόμησε κρήνας εις ύδατα. και γαρ ημείς ζωή ζησόμεθα. εν τοις θαυμασίοις σου· και τις όμοιός σοι καυχάσθαι. 11 μακάριοι οι ιδόντες σε και οι εν αγαπήσει κεκοσμημένοι. 5 ο εγείρας νεκρόν εκ θανάτου και εξ άδου εν λόγω Υψίστου· 6 ο καταγαγών βασιλείς εις απώλειαν και δεδοξασμένους από κλίνης αυτών· 7 ο ακούων εν Σινά ελεγμόν και εν Χωρήβ κρίματα εκδικήσεως· 8 ο χρίων βασιλείς εις ανταπόδομα και προφήτας διαδόχους μετ ‘ αυτόν· 9 ο αναληφθείς εν λαίλαπι πυρός εν άρματι ίππων πυρίνων· 10 ο καταγραφείς εν ελεγμοίς εις καιρούς κοπάσαι οργήν προ θυμού. επιστρέψαι καρδίαν πατρός προς υιόν και καταστήσαι φυλάς Ιακώβ. και ου κατεδυνάστευσεν αυτόν ουδείς. και άρχων τω οίκω Δαυίδ· 16 τινές μεν αυτών εποίησαν το αρεστόν. και απήρε· και επήρεν η χείρ αυτού επί Σιών και εμεγαλαύχησεν εν υπερηφανία Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1337 .

ωσαύτως οικοδομείν και καταφυτεύειν. 8 Ιεζεκιήλ ος είδεν όρασιν δόξης. πάντες πλημμέλειαν επλημμέλησαν· κατέλιπον γαρ τον νόμον του Υψίστου.4 Πάρεξ Δαυίδ και Εζεκίου και Ιωσίου. και αυτός ως σφραγίς επί δεξιάς χειρός. και ο άγιος εξ ουρανού ταχύ επήκουσεν αυτών και ελυτρώσατο αυτούς εν χειρί Ησαϊου. 12 ούτως Ιησούς υιος Ιωσεδέκ. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ 1 ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ Ιωσίου εις σύνθεσιν θυμιάματος εσκευασμένον έργω μυρεψού· εν παντί στόματι ως μέλι γλυκανθήσεται και ως μουσικά εν συμποσίω οίνου. και ωδίνησαν ως αι τίκτουσαι· 20 και επεκαλέσαντο τον Κύριον τον ελεήμονα εκπετάσαντες τας χείρας αυτών προς αυτόν. 19 τότε εσαλεύθησαν καρδίαι και χείρες αυτών.11 Πως μεγαλύνωμεν τον Ζοροβάβελ. 22 εποίησε γαρ Εζεκίας το αρεστόν Κυρίω και ενίσχυσεν εν οδοίς Δαυίδ του πατρός αυτού. 23 εν ταις ημέραις αυτού ανεπόδισεν ο ήλιος και προσέθηκε ζωήν βασιλεί. εν ημέραις ανόμων κατίσχυσε την ευσέβειαν. 10 και των δώδεκα προφητών τα οστά αναθάλοι εκ του τόπου αυτών· παρεκάλεσε δε τον Ιακώβ και ελυτρώσατο αυτούς εν πίστει ελπίδος. ας ενετείλατο Ησαϊας ο προφήτης. 6 ενεπύρισαν εκλεκτήν πόλιν αγιάσματος και ηρήμωσαν τας οδούς αυτής εν χειρί Ιερεμίου· 7 εκάκωσαν γαρ αυτόν... ην υπέδειξεν αυτω επί άρματος Χερουβίμ· 9 και γαρ εμνήσθη των εχθρών εν όμβρω και αγαθώσαι τους ευθύνοντας οδούς. 21 επάταξε την παρεμβολήν των Ασσυρίων. και αυτός εν μήτρα ηγιάσθη προφήτης εκριζούν και κακούν και απολλύειν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. οί εν ημέραις αυτών ωκοδόμησαν οίκον και ανύψωσαν λαόν άγιον Κυρίω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1338 . 24 πνεύματι μεγάλω είδε τα έσχατα και παρεκάλεσε τους πενθούντας εν Σιών· 25 έως του αιώνος υπέδειξε τα εσόμενα και τα απόκρυφα πριν ή παραγενέσθαι αυτά. ο μέγας και πιστός εν οράσει αυτού. οι βασιλείς Ιούδα εξέλιπον· 5 έδωκαν γαρ το κέρας αυτών ετέροις και την δόξαν αυτών έθνει αλλοτρίω. 2 αυτός κατηυθύνθη εν επιστροφή λαού και εξήρε βδελύγματα ανομίας· 3 κατεύθυνε προς Κύριον την καρδίαν αυτού. και εξέτριψεν αυτούς ο άγγελος αυτού.

10 ως ελαία αναθάλλουσα καρπούς και ως κυπάρισσος υψουμένη εν νεφέλαις. στήριγμα λαού. ος εν ζωή αυτού υπέρραψεν οίκον και εν ημέραις αυτού εστερέωσε τον ναόν· 2 και υπ ‘ αυτού εθεμελιώθη ύψος διπλής. ως σκεύος χρυσίου ολοσφύρητον κεκοσμημένον παντί λίθω πολυτελεί. ως σελήνη πλήρης εν ημέραις. λάκκος ωσεί θαλάσσης το περίμετρον· 4 ο φροντίζων του λαού αυτού από πτώσεως και ενισχύσας πόλιν εν πολιορκήσει. 16 Σημ και Σηθ εν ανθρώποις εδοξάσθησαν και υπέρ παν ζωον εν τη κτίσει Αδάμ. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν 1 ΣΙΜΩΝ ‘Ονίου υιος ιερεύς ο μέγας. και αυτός εστώς παρ ‘ εσχάρα βωμού κυκλόθεν αυτού στέφανος αδελφών. 8 ως άνθος ρόδων εν ημέραις νέων. 5 ως εδοξάσθη εν περιστροφή λαού. ως βλάστημα κέδρου εν τω Λιβάνω· και εκύκλωσαν αυτόν ως στελέχη φοινίκων· 13 και πάντες οι υιοί Ααρών εν δόξη αυτών και προσφορά Κυρίου εν χερσίν αυτών έναντι πάσης εκκλησίας Ισραήλ· 14 και συντέλειαν λειτουργών επί βωμών κοσμήσαι προσφοράν Υψίστου παντοκράτορος· 15 εξέτεινεν επί σπονδείου χείρα αυτού και έσπεισεν εξ αίματος σταφυλής. 7 ως ήλιος εκλάμπων επί ναόν Υψίστου και ως τόξον φωτίζον εν νεφέλαις δόξης. ως βλαστός λιβάνου εν ημέραις θέρους. και τα οστά αυτού επεσκέπησαν. ως κρίνα επ ‘ εξόδω ύδατος. εν εξόδω οίκου καταπετάσματος· 6 ως αστήρ εωθινός εν μέσω νεφελών.14 Ουδέ εις εκτίσθη οίος Ενώχ τοιούτος επί της γης· και γαρ αυτός ανελήφθη από της γης. εν αναβάσει θυσιαστηρίου αγίου εδόξασε περιβολήν αγιάσματος· 12 εν δε τω δέχεσθαι μέλη εκ χειρών ιερέων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1339 . 15 ουδέ ως Ιωσήφ εγεννήθη ανήρ ηγούμενος αδελφών.. 11 εν τω αναλαμβάνειν αυτόν στολήν δόξης και ενδιδύσκεσθαι αυτόν συντέλειαν καυχήματος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ητοιμασμένον εις δόξαν αιώνος. ανάλημμα υψηλόν περιβόλου ιερού· 3 εν ημέραις αυτού ηλαττώθη αποδοχείον υδάτων. 13 και Νεεμίου επί πολύ το μνημόσυνον του εγείραντος ημίν τείχη πεπτωκότα και στήσαντος πύλας και μοχλούς και ανεγείραντος τα οικόπεδα ημών. 9 ως πυρ και λίβανος επί πυρίου.

20 τότε καταβάς επήρε χείρας αυτού επί πάσαν εκκλησίαν υιών Ισραήλ δούναι ευλογίαν Κυρίω εκ χειλέων αυτού και εν ονόματι αυτού καυχάσθαι. τον υψούντα ημέρας ημών εκ μήτρας και ποιούντα μεθ ‘ ημών κατά το έλεος αυτού. 26 οι καθήμενοι εν όρει Σαμαρείας και Φυλιστιείμ και ο λαός μωρός ο κατοικών εν Σικίμοις... και αινέσω σε Θεόν τον σωτήρά μου. 27 Παιδείαν συνέσεως και επιστήμης εχάραξα εν τω βιβλίω τούτω. 23 δώη ημίν ευφροσύνην καρδίας και γενέσθαι ειρήνην εν ημέραις ημών εν Ισραήλ κατά τας ημέρας του αιώνος· 24 εμπιστεύσαι μεθ ‘ ημών το έλεος αυτού και εν ταις ημέραις αυτού λυτρωσάσθω ημάς. 2 ότι σκεπαστής και βοηθός εγένου μοι και ελυτρώσω το σώμά μου εξ απωλείας και εκ παγίδος διαβολής γλώσσης. από χειλέων εργαζομένων ψεύδος και έναντι των παρεστηκότων εγένου μοι βοηθός 3 και ελυτρώσω με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1340 . ότι φως Κυρίου το ίχνος αυτού. 16 τότε ανέκραγον υιοί Ααρών. 19 και εδεήθη ο λαός Κυρίου Υψίστου εν προσευχή κατέναντι ελεήμονος. εξομολογούμαι τω ονόματί σου. και την λειτουργίαν αυτού ετελείωσαν. Ιησούς υιος Σειράχ Ιεροσολυμίτης. προς πάντα ισχύσει. 22 Και νυν ευλογήσατε τω Θεω πάντων τω μεγαλοποιούντι πάντη. εν πλείστω οίκω εγλυκάνθη μέλος. και το τρίτον ουκ έστιν έθνος. ακουστήν εποίησαν φωνήν μεγάλην εις μνημόσυνον έναντι Υψίστου. 28 μακάριος ος εν τούτοις αναστραφήσεται. εν σάλπιγξιν ελαταίς ήχησαν. και θείς αυτά επί καρδίαν αυτού σοφισθήσεται· 29 εάν γαρ αυτά ποιήση. έως συντελεσθή κόσμος Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξέχεεν εις θεμέλια θυσιαστηρίου οσμήν ευωδίας Υψίστω παμβασιλεί. ος ανώμβρησε σοφίαν από καρδίας αυτού. 21 και εδευτέρωσεν εν προσκυνήσει επιδείξασθαι την ευλογίαν παρά Υψίστου. Κύριε βασιλεύ. ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ 1 ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΙΗΣΟΥ ΥΙΟΥ ΣΕΙΡΑΧ.25 Εν δυσίν έθνεσι προσώχθισεν η ψυχή μου.Εξομολογήσομαί σοι. 17 τότε πας ο λαός κοινή κατέσπευσε και έπεσαν επί πρόσωπον επί την γην προσκυνήσαι τω Κυρίω αυτών παντοκράτορι Θεω τω Υψίστω· 18 και ήνεσαν οι ψαλμωδοί εν φωναίς αυτών.

26 τον τράχηλον υμών υπόθετε υπό ζυγόν. και η ζωή μου ην σύνεγγυς άδου κάτω. 9 και ανύψωσα από γης ικετείαν μου και υπέρ θανάτου ρύσεως εδεήθην. 16 έκλινα ολίγον το ους μου και εδεξάμην και πολλήν εύρον εμαυτω παιδείαν. ων έσχον. ότι εξαιρή τους υπομένοντάς σε και σώζεις αυτούς εκ χειρός εθνών. 4 από πνιγμού πυράς κυκλόθεν και εκ μέσου πυρός. μη με εγκαταλιπείν εν ημέραις θλίψεως. 17 προκοπή εγένετό μοι εν αυτη· τω διδόντι μοι σοφίαν δώσω δόξαν. 18 διενοήθην γαρ του ποιήσαι αυτήν και εζήλωσα το αγαθόν και ου μη αισχυνθώ. δια τούτο ου μη εγκαταλειφθώ· 21 και η κοιλία μου εταράχθη του εκζητήσαι αυτήν· δια τούτο εκτησάμην αγαθόν κτήμα. 15 εξ άνθους ως περκαζούσης σταφυλής ευφράνθη η καρδία μου εν αυτη. ενέβλεπον εις αντίληψιν ανθρώπων. εκ νεότητός μου ίχνευσα αυτήν. 6 βασιλεί διαβολή γλώσσης αδίκου. και εισηκούσθη η δέησίς μου· 12 έσωσας γαρ με εξ απωλείας και εξείλου με εκ καιρού πονηρού. και της εργασίας σου της απ ‘ αιώνος. απαίδευτοι. ου ουκ εξέκαυσα. 23 εγγίσατε προς με. 25 ήνοιξα το στόμα μου και ελάλησα· κτήσασθε εαυτοίς άνευ αργυρίου. 27 ίδετε εν οφθαλμοίς υμών ότι ολίγον εκοπίασα και εύρον εμαυτω πολλήν ανάπαυσιν. 11 αινέσω το όνομά σου ενδελεχώς και υμνήσω εν εξομολογήσει. τας χείράς μου εξεπέτασα προς ύψος και τα αγνοήματα αυτής επένθησα. και επιδεξάσθω η ψυχή υμών παιδείαν· εγγύς εστιν ευρείν αυτήν. δια τούτο εξομολογήσομαι και αινέσω σε και ευλογήσω τω ονόματι Κυρίου. 28 μετάσχετε παιδείας εν πολλω αριθμω αργυρίου και πολύν χρυσόν κτήσασθε εν αυτη. 22 έδωκε Κύριος γλώσσάν μοι μισθόν μου. ήγγισεν έως θανάτου η ψυχή μου. και αυλίσθητε εν οίκω παιδείας. 5 εκ βάθους κοιλίας άδου και από γλώσσης ακαθάρτου και λόγου ψευδούς. και εν αυτη αινέσω αυτόν. εζήτησα σοφίαν προφανώς εν προσευχή μου. καρδίαν εκτησάμην μετ ‘ αυτής απ ‘ αρχής και εν καθαρισμω εύρον αυτήν. 14 έναντι ναού ηξίουν περί αυτής και έως εσχάτων εκζητήσω αυτήν. 29 ευφρανθείη η ψυχή υμών εν τω ελέει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1341 . και ουκ ην. 13 έτι ων νεώτερος. 20 την ψυχήν μου κατεύθυνα εις αυτήν. 7 περιέσχον με πάντοθεν και ουκ ην ο βοηθών. εκ πλειόνων θλίψεων. επέβη ο πούς μου εν ευθύτητι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατά το πλήθος ελέους και ονόματός σου εκ βρυγμών ετοίμων εις βρώμα. 19 διαμεμάχισται η ψυχή μου εν αυτη και εν ποιήσει λιμού διηκριβησάμην. 24 τι ότι υστερείτε εν τούτοις και αι ψυχαί υμών διψώσι σφόδρα. 10 επεκαλεσάμην Κύριον πατέρα κυρίου μου. πριν ή πλανηθήναί με. εν καιρω υπερηφάνων αβοηθησίας. Κύριε. 8 και εμνήσθην του ελέους σου. εκ χειρός ζητούντων την ψυχήν μου.

και συνέλαβεν έτι και έτεκεν υιόν. 3 και επορεύθη και έλαβε την Γόμερ θυγατέρα Δεβηλαϊμ. 4 και είπε Κύριος προς αυτόν· κάλεσον το όνομα αυτού Ιεζραέλ. και είπε Κύριος προς Ωσηέ· βάδιζε. διότι υμείς ου λαός μου. 2 Αρχή λόγου Κυρίου εις Ωσηέ. 8 και απεγαλάκτισε την Ουκ-ηλεημένην. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1342 . 6 και συνέλαβεν έτι και έτεκε θυγατέρα. 5 και έσται εν τη ημέρα εκείνη συντρίψω το τόξον του Ισραήλ εν κοιλάδι του Ιεζραέλ. και εγώ ουκ ειμί υμών. διότι εκπορνεύουσα εκπορνεύσει η γη από όπισθεν του Κυρίου. και συνέλαβε και έτεκεν αυτω υιόν. ος εγενήθη προς Ωσηέ τον του Βεηρεί εν ημέραις ‘Οζίου και Ιωάθαμ και Άχαζ και Εζεκίου βασιλέων Ιούδα και εν ημέραις Ιεροβοάμ υιού Ιωάς βασιλέως Ισραήλ. διότι ου μη προσθήσω έτι ελεήσαι τον οίκον Ισραήλ. λαβέ σεαυτω γυναίκα πορνείας και τέκνα πορνείας. και μη αισχυνθείητε εν αινέσει αυτού. 9 και είπε· κάλεσον το όνομα αυτού Ου-λαός-μου. Ουκ-ηλεημένη. ------------------------------------------------------ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου. αλλ ‘ ή αντιτασσόμενος αντιτάξομαι αυτοίς. διότι έτι μικρόν και εκδικήσω το αίμα του Ιεζραέλ επί τον οίκον Ιούδα και καταπαύσω βασιλείαν οίκου Ισραήλ. 30 εργάζεσθε το έργον υμών προ καιρού. και είπεν αυτω· κάλεσον το όνομα αυτής. και δώσει τον μισθόν υμών εν καιρω αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. 7 τους δε υιούς Ιούδα ελεήσω και σώσω αυτούς εν Κυρίω Θεω αυτών και ου σώσω αυτούς εν τόξω ουδέ εν ρομφαία ουδέ εν πολέμω ουδέ εν ίπποις ουδέ εν ιππεύσι.

και τα πετεινά του ουρανού και τα ερπετά της γης. και εγώ ουκ ανήρ αυτής. 7 ότι εξεπόρνευσεν η μήτηρ αυτών. λέγει Κύριος. και έσται εν τω τόπω. κληθήσονται και αυτοί υιοί Θεού ζώντος. ή ουκ εκμετρηθήσεται ουδέ εξαριθμηθήσεται. 13 και αποστρέψω πάσας τας ευφροσύνας αυτής. 3 είπατε τω αδελφω υμών· λαός μου και τη αδελφή υμών· ηλεημένη. και θήσω αυτήν έρημον και τάξω αυτήν ως γην άνυδρον και αποκτενώ αυτήν εν δίψει· 6 και τα τέκνα αυτής ου μη ελεήσω. και αργύριον επλήθυνα αυτη· αυτή δε αργυρά και χρυσά εποίησε τη Βάαλ. όσα είπε· μισθώματά μου ταύτά εστιν α έδωκάν μοι οι ερασταί μου. 8 δια τούτο ιδού εγώ φράσσω την οδόν αυτής εν σκόλοψι και ανοικοδομήσω τας οδούς. εν αις επέθυεν αυτοίς και περιετίθετο τα ενώτια αυτής και τα καθόρμια αυτής και επορεύετο οπίσω των εραστών αυτής. ότι είπε· πορεύσομαι οπίσω των εραστών μου των διδόντων μοι τους άρτους μου και το ύδωρ μου και τα ιμάτιά μου και τα οθόνιά μου. εμού δε επελάθετο. το έλαιόν μου και πάντα όσα μοι καθήκει. και καταφάγεται αυτά τα θηρία του αγρού. ότι αύτη ου γυνή μου. ότι μεγάλη η ημέρα του Ιεζραέλ. 11 δια τούτο επιστρέψω και κομιούμαι τον σίτόν μου καθ ‘ ωραν αυτού και τον οίνόν μου εν καιρω αυτού και αφελούμαι τα ιμάτιά μου και τα οθόνιά μου του μη καλύπτειν την ασχημοσύνην αυτής. και την τρίβον αυτής ου μη εύρη· 9 και καταδιώξεται τους εραστάς αυτής και ου μη καταλάβη αυτούς και ζητήσει αυτούς και ου μη εύρη αυτούς· και ερεί· πορεύσομαι και επιστρέψω προς τον άνδρα μου τον πρότερον. κατήσχυνεν η τεκούσα αυτά. και θήσομαι αυτά εις μαρτύριον. κρίθητε. ου ερρέθη αυτοίς· ου λαός μου υμείς. 10 και αυτή ουκ έγων ότι εγώ έδωκα αυτη τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον. ότι τέκνα πορνείας εστίν. 14 και αφανιώ άμπελον αυτής και τας συκάς αυτής. 15 και εκδικήσω επ ‘ αυτήν τας ημέρας των Βααλείμ. εορτάς αυτής και τας νουμηνίας αυτής και τα σάββατα αυτής και πάσας τας πανηγύρεις αυτής. 2 και συναχθήσονται υιοί Ιούδα και οι υιοί Ισραήλ επί το αυτό και θήσονται εαυτοίς αρχήν μίαν και αναβήσονται εκ της γης. και ουδείς ου μη εξέληται αυτήν εκ χειρός μου. 12 και νυν αποκαλύψω την ακαθαρσίαν αυτής ενώπιον των εραστών αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 1 ΚΑΙ ην ο αριθμός των υιών Ισραήλ ως η άμμος της θαλάσσης. 4 Κρίθητε προς την μητέρα υμών. και εξαρώ την πορνείαν αυτής εκ προσώπου μου και την μοιχείαν αυτής εκ μέσου μαστών αυτής. ότι καλώς μοι ην τότε ή νυν. 5 όπως αν εκδύσω αυτήν γυμνήν και αποκαταστήσω αυτήν καθώς ημέρα γενέσεως αυτής. 16 Δια τούτο ιδού εγώ πλανώ αυτήν και τάξω αυτήν ως έρημον και λαλήσω επί την καρδίαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1343 .

και αυτός επακούσεται τη γη. 20 και διαθήσομαι αυτοίς διαθήκην εν τη ημέρα εκείνη μετά των θηρίων του αγρού και μετά των πετεινών του ουρανού και των ερπετών της γης· και τόξον και ρομφαίαν και πόλεμον συντρίψω από της γης και κατοικιώ σε επ ‘ ελπίδι. 23 και έσται εν εκείνη τη ημέρα. λέγει Κύριος. και αυτός ερεί· Κύριος ο Θεός μου ει συ. 21 και μνηστεύσομαί σε εμαυτω εις τον αιώνα και μνηστεύσομαί σε εν δικαιοσύνη και εν κρίματι και εν ελέει και εν οικτιρμοίς 22 και μνηστεύσομαί σε εμαυτω εν πίστει. και ταπεινωθήσεται εκεί κατά τας ημέρας νηπιότητος αυτής και κατά τας ημέρας αναβάσεως αυτής εκ γης Αιγύπτου. 5 και μετά ταύτα επιστρέψουσιν οι υιοί Ισραήλ και επιζητήσουσι Κύριον τον Θεόν αυτών και Δαυίδ τον βασιλέα αυτών· και εκστήσονται επί τω Κυρίω και επί τοις αγαθοίς αυτού επ ‘ εσχάτων των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1344 . καθώς αγαπά ο Θεός τους υιούς Ισραήλ και αυτοί αποβλέπουσιν επί θεούς αλλοτρίους και φιλούσι πέμματα μετά σταφίδων. και εγώ επί σοί. 24 και η γη επακούσεται τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς με· έτι πορεύθητι και αγάπησον γυναίκα αγαπώσαν πονηρά και μοιχαλίν. 25 και σπερώ αυτήν εμαυτω επί της γης και ελεήσω την Ουκ-ηλεημένην και ερώ τω Ου-λαω-μου· λαός μου ει συ. και αυτά επακούσεται τω Ιεζραέλ. επακούσομαι τω ουρανω. ουδέ μη γένη ανδρί ετέρω. λέγει Κύριος. καλέσει με· ο ανήρ μου. 2 και εμισθωσάμην εμαυτω πεντεκαίδεκα αργυρίου και γομόρ κριθών και νέβελ οίνου 3 και είπα προς αυτήν· ημέρας πολλάς καθήση επ ‘ εμοί και ου μη πορνεύσης. 18 και έσται εν τη ημέρα εκείνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτής 17 και δώσω αυτη τα κτήματα αυτής εκείθεν και την κοιλάδα Αχώρ διανοίξαι σύνεσιν αυτής. και επιγνώση τον Κύριον. και ου καλέσει με έτι Βααλείμ· 19 και εξαρώ τα ονόματα των Βααλείμ εκ στόματος αυτής και ου μη μνησθώσιν ουκ έτι τα ονόματα αυτών. 4 διότι ημέρας πολλάς καθήσονται οι υιοί Ισραήλ ουκ όντος βασιλέως ουδέ όντος άρχοντος ουδέ ούσης θυσίας ουδέ όντος θυσιαστηρίου ουδέ ιερατείας ουδέ δήλων.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ λόγον Κυρίου. ότι κρίσις τω Κυρίω προς τους κατοικούντας την γην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ημερών. ότι καλόν σκέπη. όταν πορνεύσωσι. και επί τας νύμφας υμών. υποκάτω δρυός και λεύκης και δένδρου συσκιάζοντος. διότι τον Κύριον εγκατέλιπον του φυλάξαι. 13 επί τας κορυφάς των ορέων εθυσίαζον και επί τους βουνούς έθυον. 12 εν συμβόλοις επηρώτων. υιοί Ισραήλ. διότι ουκ έστιν αλήθεια ουδέ έλεος ουδέ επίγνωσις Θεού επί της γης. και αι νύμφαι υμών μοιχεύσουσι· 14 και ου μη επισκέψωμαι επί τας θυγατέρας υμών.11 Πορνείαν και οίνον και μέθυσμα εδέξατο καρδία λαού μου. 9 και έσται καθώς ο λαός ούτως και ο ιερεύς· και εκδικήσω επ ‘ αυτόν τας οδούς αυτού και τα διαβούλια αυτού ανταποδώσω αυτω. όταν μοιχεύσωσιν· ότι αυτοί μετά των πορνών συνεφύροντο και μετά των τετελεσμένων έθυον. 8 αμαρτίας λαού μου φάγονται και εν ταις αδικίαις αυτών λήψονται τας ψυχάς αυτών. 5 και ασθενήσεις ημέρας. και οι ιχθύες της θαλάσσης εκλείψουσιν. . καγώ επιλήσομαι τέκνων σου. καγώ απώσομαί σε του μη ιερατεύειν μοι· και επελάθου νόμον Θεού σου. 6 ωμοιώθη ο λαός μου ως ουκ έχων γνώσιν· ότι συ επίγνωσιν απώσω. συν τοις θηρίοις του αγρού και συν τοις ερπετοίς της γης και συν τοις πετεινοίς του ουρανού. και αίματα αφ ‘ αίμασι μίσγουσι. 10 και φάγονται και ου μη εμπλησθώσιν. δια τούτο εκπορνεύσουσιν αι θυγατέρες υμών. και εν ράβδοις αυτού απήγγελλον αυτω· πνεύματι πορνείας επλανήθησαν και εξεπόρνευσαν από του Θεού αυτών. 2 αρά και ψεύδος και φόνος και κλοπή και μοιχεία κέχυται επί της γης. 3 δια τούτο πενθήσει η γη και σμικρυνθήσεται συν πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1345 . 7 κατά το πλήθος αυτών ούτως ήμαρτόν μοι· την δόξαν αυτών εις ατιμίαν θήσομαι. επόρνευσαν και ου μη κατευθύνωσι. και ασθενήσει ο προφήτης μετά σου· νυκτί ωμοίωσα την μητέρα σου. 4 όπως μηδείς μήτε δικάζηται μήτε ελέγχη μηδείς· ο δε λαός μου ως αντιλεγόμενος ιερεύς.

και τους κλήρους αυτών. κατεπάτησε κρίμα. επ ‘ αυτούς εκχεώ ως ύδωρ το όρμημά μου. 4 ουκ έδωκαν τα διαβούλια αυτών του επιστρέψαι προς τον Θεόν αυτών. μη εισπορεύεσθε εις Γάλγαλα και μη αναβαίνετε εις τον Οίκον Ων και μη ομνύετε ζώντα Κύριον. οίκος Ισραήλ. ενωτίζεσθε. 12 και εγώ ως ταραχή τω Εφραίμ και ως κέντρον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1346 . και καταισχυνθήσονται εκ των θυσιαστηρίων αυτών. και Ιούδα. και ασθενήσει και Ιούδας μετ ‘ αυτών. . ότι πνεύμα πορνείας εν αυτοίς εστι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ο λαός ο συνίων συνεπλέκετο μετά πόρνης. τον δε Κύριον ουκ επέγνωσαν. 5 και ταπεινωθήσεται η ύβρις του Ισραήλ εις πρόσωπον αυτού. 11 κατεδυνάστευσεν Εφραίμ τον αντίδικον αυτού. ηχήσατε επί των υψηλών. και προσέχετε. 9 Εφραίμ εις αφανισμόν εγένετο εν ημέραις ελέγχου· εν ταις φυλαίς του Ισραήλ έδειξα πιστά. και Ισραήλ και Εφραίμ ασθενήσουσιν εν ταις αδικίαις αυτών. κηρύξατε εν τω οίκω Ων· εξέστη Βενιαμίν. 2 ό οι αγρεύοντες την θήραν κατέπηξαν. μη αγνόει. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ταύτα. και Ισραήλ ουκ απέστη απ ‘ εμού· διότι νυν εξεπόρνευσεν Εφραίμ. 16 διότι ως δάμαλις παροιστρώσα παροίστρησεν Ισραήλ· νυν νεμήσει αυτούς Κύριος ως αμνόν εν ευρυχώρω. 10 εγένοντο οι άρχοντες Ιούδα ως μετατιθέντες όρια. ότι τέκνα αλλότρια εγεννήθησαν αυτοίς· νυν καταφάγεται αυτούς η ερυσίβη. . ότι ήρξατο πορεύεσθαι οπίσω των ματαίων. Ισραήλ. 19 συστροφή πνεύματος συ ει εν ταις πτέρυξιν αυτής. 6 μετά προβάτων και μόσχων πορεύσονται του εκζητήσαι τον Κύριον και ου μη εύρωσιν αυτόν.15 Συ δε. διότι προς υμάς εστι το κρίμα· ότι παγίς εγενήθητε τη σκοπιά και ως δίκτυον εκτεταμένον επί το Ιταβύριον. 7 ότι τον Κύριον εγκατέλιπον. ότι εκκέκλικεν απ ‘ αυτών. 17 μέτοχος ειδώλων Εφραίμ έθηκεν εαυτω σκάνδαλα. εμιάνθη Ισραήλ. οι ιερείς. ηγάπησαν ατιμίαν εκ φρυάγματος αυτών. εγώ δε παιδευτής υμών· 3 εγώ έγνων τον Εφραίμ. και ο οίκος του βασιλέως.8 Σαλπίσατε σάλπιγγι επί τους βουνούς. 18 ηρέτισε Χαναναίους· πορνεύοντες εξεπόρνευσαν.

και το κρίμα μου ως φως εξελεύσεται· 6 διότι έλεος θέλω και ου θυσίαν και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα. 11 άρχου τρυγάν σεαυτω εν τω επιστρέφειν με την αιχμαλωσίαν του λαού μου εν τω ιάσασθαί με τον Ισραήλ. 10 εν τω οίκω του Ισραήλ είδον φρικώδη εκεί. και επορεύθη Εφραίμ προς Ασσυρίους και απέστειλε πρέσβεις προς βασιλέα Ιαρείμ· και αυτός ουκ ηδυνάσθη ιάσασθαι υμάς. και ου μη διαπαύση εξ υμών οδύνη. εν τη ημέρα τη τρίτη εξαναστησόμεθα και ζησόμεθα ενώπιον αυτού 3 και γνωσόμεθα· διώξωμεν του γνώναι τον Κύριον. εν θλίψει αυτών ορθριούσι προς με λέγοντες· ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΠΟΡΕΥΘΩΜΕΝ και επιστρέψωμεν προς Κύριον τον Θεόν ημών. και ουκ έσται ο εξαιρούμενος. . απέκτεινα αυτούς εν ρήματι στόματός μου.5 Δια τούτο απεθέρισα τους προφήτας υμών. εφόνευσαν Σίκιμα. και ήξει ως υετός ημίν πρώϊμος και όψιμος γη. ταράσσουσα ύδωρ. 4 τι σοι ποιήσω Εφραίμ. το δε έλεος υμών ως νεφέλη πρωϊνή και ως δρόσος ορθρινή πορευομένη. 9 και η ισχύς σου ανδρός πειρατού· έκρυψαν ιερείς οδόν. πορνείαν του Εφραίμ· εμιάνθη Ισραήλ και Ιούδα. ότι αυτός ήρπακε και ιάσεται ημάς. τι σοι ποιήσω Ιούδα. 7 αυτοί δε εισιν ως άνθρωπος παραβαίνων διαθήκην· εκεί κατεφρόνησέ μου 8 Γαλαάδ πόλις εργαζομένη μάταια.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω οίκω Ιούδα. 14 διότι εγώ ειμι ως πανθήρ τω Εφραίμ και ως λέων τω οίκω Ιούδα· και εγώ αρπώμαι και πορεύσομαι και λήψομαι. πατάξει και μοτώσει ημάς· 2 υγιάσει ημάς μετά δύο ημέρας. 15 πορεύσομαι και επιστρέψω εις τον τόπον μου. έως ου αφανισθώσι· και ζητήσουσι το πρόσωπόν μου. ως όρθρον έτοιμον ευρήσομεν αυτόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1347 . 13 και είδεν Εφραίμ την νόσον αυτού και Ιούδας την οδύνην αυτού. ότι ανομίαν εποίησαν.

. και αυτός ουκ έγνω. καγώ κατίσχυσα τους βραχίονας αυτών. Εφραίμ εγένετο εγκρυφίας ου μεταστρεφόμενος. 3 εν ταις κακίαις αυτών εύφραναν βασιλείς και εν τοις ψεύδεσιν αυτών άρχοντας· 4 πάντες μοιχεύοντες. 15 επαιδεύθησαν εν εμοί. αυτός δε ουκ έγνω· και πολιαί εξήνθησαν αυτω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1348 . ότι ειργάσαντο ψευδή· και κλέπτης προς αυτόν εισελεύσεται. ανεκαύθη ως πυρός φέγγος. 9 κατέφαγον αλλότριοι την ισχύν αυτού.8 Εφραίμ εν τοις λαοίς αυτού συνεμίγνυτο. εκδιδύσκων ληστής εν τη οδω αυτού. 10 και ταπεινωθήσεται η ύβρις Ισραήλ εις πρόσωπον αυτού. απέναντι του προσώπου μου εγένοντο. 11 και ην Εφραίμ ως περιστερά άνους ουχ έχουσα καρδίαν· Αίγυπτον επεκαλείτο και εις Ασσυρίους επορεύθησαν. εξέτεινε την χείρα αυτού μετά λοιμών· 6 διότι ανεκαύθησαν ως κλίβανος αι καρδίαι αυτών. ήρξαντο οι άρχοντες θυμούσθαι εξ οίνου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΩΣΗΕ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ αποκαλυφθήσεται η αδικία Εφραίμ και η κακία Σαμαρείας. από φυράσεως στέατος έως του ζυμωθήναι αυτό. ως κλίβανος καιόμενος εις πέψιν κατακαύματος από της φλογός. εν τω καταράσσειν αυτούς. ότι ησέβησαν εις εμέ· εγώ δε ελυτρωσάμην αυτούς. επιβαλώ επ ‘ αυτούς το δίκτυόν μου· καθώς τα πετεινά του ουρανού κατάξω αυτούς. ουκ ην εν αυτοίς ο επικαλούμενος προς με. και εις εμέ ελογίσαντο πονηρά. αυτοί δε κατελάλησαν κατ ‘ εμού ψευδή. αλλ ‘ ή ωλόλυζον εν ταις κοίταις αυτών· επί σίτω και οίνω κατετέμνοντο. πάσας τας κακίας αυτών εμνήσθην· νυν εκύκλωσαν αυτούς τα διαβούλια αυτών. παιδεύσω αυτούς εν τη ακοή της θλίψεως αυτών. πρωϊ εγενήθη. 16 απεστράφησαν εις ουδέν. 5 αι ημέραι των βασιλέων υμών. ότι απεπήδησαν απ ‘ εμού· δείλαιοί εισιν. 14 και ουκ εβόησαν προς με αι καρδίαι αυτών. και ουκ επέστρεψαν προς Κύριον τον Θεόν αυτών και ουκ εξεζήτησαν αυτόν εν πάσι τούτοις. 7 πάντες εθερμάνθησαν ως κλίβανος και κατέφαγον τους κριτάς αυτών· πάντες οι βασιλείς αυτών έπεσαν. εγένοντο ως τόξον εντεταμένον· πεσούνται εν ρομφαία οι άρχοντες αυτών δι ‘ απαιδευσίαν γλώσσης αυτών· ούτος ο φαυλισμός αυτών εν γη Αιγύπτω. 12 καθώς αν πορεύωνται. όλην την νύκτα όπου Εφραίμ ενεπλήσθη. 13 ουαί αυτοίς. 2 όπως συνάδωσιν ως άδοντες τη καρδία αυτών.

και καταφάγεται τα θεμέλια αυτών. και ου θεός εστι· διότι πλανών ην ο μόσχος σου. αλλότριοι καταφάγονται αυτό. και η καταστροφή αυτών εκδέξεται αυτά· δράγμα ουκ έχον ισχύν του ποιήσαι άλευρον· εάν δε και ποιήση. Σαμάρεια. όπως εξολοθρευθώσιν. ως αετός επί οίκον Κυρίου. δώρα ηγάπησαν· 10 δια τούτο παραδοθήσονται εν τοις έθνεσι. εις αμαρτίας εγένοντο αυτω θυσιαστήρια ηγαπημένα. 11 ότι επλήθυνεν Εφραίμ θυσιαστήρια. Σαμάρεια· παρωξύνθη ο θυμός μου επ ‘ αυτούς· έως τίνος ου μη δύνωνται καθαρισθήναι εν τω Ισραήλ. 9 ότι αυτοί ανέβησαν εις Ασσυρίους· ανέθαλε καθ ‘ εαυτόν Εφραίμ. νυν εγένετο εν τοις έθνεσιν ως σκεύος άχρηστον. 2 εμέ κεκράξονται· ο Θεός. 14 και επελάθετο Ισραήλ του ποιήσαντος αυτόν και ωκοδόμησαν τεμένη. 5 απότριψαι τον μόσχον σου. εις αλλότρια ελογίσθησαν θυσιαστήρια τα ηγαπημένα. εγνώκαμέν σε. 6 και αυτό τέκτων εποίησε. ανθ ‘ ων παρέβησαν την διαθήκην μου και κατά του νόμου μου ησέβησαν. 3 ότι Ισραήλ απεστρέψατο αγαθά. 7 ότι ανεμόφθορα έσπειραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΕΙΣ κόλπον αυτών ως γη. 4 εαυτοίς εβασίλευσαν και ου δι ‘ εμού· ήρξαν και ουκ εγνώρισάν μοι· το αργύριον αυτών και το χρυσίον αυτών εποίησαν εαυτοίς είδωλα. και Ιούδας επλήθυνε πόλεις τετειχισμένας· και εξαποστελώ πυρ εις τας πόλεις αυτού. νυν εισδέξομαι αυτούς. 8 κατεπόθη Ισραήλ. Κύριος ου προσδέξεται αυτά· νυν μνησθήσεται τας αδικίας αυτών και εκδικήσει τας αμαρτίας αυτών. 13 διότι εάν θύσωσι θυσίαν και φάγωσι κρέα. 12 καταγράψω αυτω πλήθος και τα νόμιμα αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1349 . αυτοί εις Αίγυπτον απέστρεψαν και εν Ασσυρίοις ακάθαρτα φάγονται. εχθρόν κατεδίωξαν. και κοπάσουσι μικρόν του χρίειν βασιλέα και άρχοντας.

11 Εφραίμ ως όρνεον εξεπετάσθη. άκανθαι εν τοις σκηνώμασιν αυτών. διότι οι άρτοι αυτών ταις ψυχαίς αυτών ουκ εισελεύσονται εις τον οίκον Κυρίου. και κακωθήσεται Ισραήλ ωσπερ ο προφήτης ο παρεξεστηκώς. αι δόξαι αυτών εκ τόκων και ωδίνων και συλλήψεων· 12 διότι και εάν εκθρέψωσι τα τέκνα αυτών. 7 ήκασιν αι ημέραι της εκδικήσεως. 15 πάσαι αι κακίαι αυτών εν Γαλγάλ. και εν Ασσυρίοις ακάθαρτα φάγονται.10 Ως σταφυλήν εν ερήμω εύρον τον Ισραήλ και ως σκοπόν εν συκή πρώϊμον πατέρας αυτών είδον· αυτοί εισήλθον προς τον Βεελφεγώρ και απηλλοτριώθησαν εις αισχύνην. 2 άλων και ληνός ουκ έγνω αυτούς. και Εφραίμ του εξαγαγείν εις αποκέντησιν τα τέκνα αυτού. μηδέ ευφραίνου καθώς οι λαοί. 3 ου κατώκησαν εν τη γη του Κυρίου· κατώκησεν Εφραίμ Αίγυπτον. και ο οίνος εψεύσατο αυτούς. ότι εκεί εμίσησα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1350 . ήκασιν αι ημέραι της ανταποδόσεώς σου. 5 τι ποιήσετε εν ημέραις πανηγύρεως και εν ημέρα εορτής του Κυρίου. πάντες οι εσθίοντες αυτά μιανθήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΜΗ χαίρε Ισραήλ. 13 Εφραίμ. . εκδικήσει αμαρτίας αυτών. και εκδέξεται αυτούς Μέμφις. 14 δος αυτοίς. παγίς σκολιά επί πάσας τας οδούς αυτού· μανίαν εν οίκω Κυρίου κατέπηξαν. Κύριε· τι δώσεις αυτοίς. ον τρόπον είδον. και θάψει αυτούς Μαχμάς· το αργύριον αυτών όλεθρος κληρονομήσει αυτό. άνθρωπος ο πνευματοφόρος· υπό του πλήθους των αδικιών σου επληθύνθη μανία σου. εις θήραν παρέστησαν τα τέκνα αυτών. διότι επόρνευσας από του Θεού σου· ηγάπησας δόματα επί πάντα άλωνα σίτου. 6 δια τούτο ιδού πορεύσονται εκ ταλαιπωρίας Αιγύπτου. ατεκνωθήσονται εξ ανθρώπων· διότι και ουαί αυτοίς εστι. 4 ουκ έσπεισαν τω Κυρίω οίνον και ουχ ήδυναν αυτω· αι θυσίαι αυτών ως άρτος πένθους αυτοίς. δος αυτοίς μήτραν ατεκνούσαν και μαστούς ξηρούς. 8 σκοπός Εφραίμ μετά Θεού· προφήτης. σάρξ μου εξ αυτών. και εγένοντο οι εβδελυγμένοι ως οι ηγαπημένοι. 9 εφθάρησαν κατά τας ημέρας του βουνού· μνησθήσεται αδικίας αυτών.

10 ήλθε παιδεύσαι αυτούς. και αισχυνθήσεται Ισραήλ εν τη βουλή αυτού. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΑΜΠΕΛΟΣ ευκληματούσα Ισραήλ.9 Αφ ‘ ου οι βουνοί. ενισχύσει αυτω Ιακώβ. 2 εμέρισαν καρδίας αυτών. αποκτενώ τα επιθυμήματα κοιλίας αυτών. επιχαρούνται επί την δόξαν αυτού. και συναχθήσονται επ ‘ αυτούς λαοί εν τω παιδεύεσθαι αυτούς εν ταις δυσίν αδικίαις αυτών. 7 απέρριψε Σαμάρεια βασιλέα αυτής ως φρύγανον επί προσώπου ύδατος. ο δε βασιλεύς τι ποιήσει ημίν. ότι μετωκίσθη απ ‘ αυτού. 11 Εφραίμ δάμαλις δεδιδαγμένη αγαπάν νείκος. 8 και εξαρθήσονται βωμοί Ων. 17 απώσεται αυτούς ο Θεός. αμαρτήματα του Ισραήλ· άκανθαι και τρίβολοι αναβήσονται επί τα θυσιαστήρια αυτών· και ερούσι τοις όρεσι· καλύψατε ημάς. . καρπόν ουκ έτι μη ενέγκη· διότι και εάν γεννήσωσιν. 5 τω μόσχω του οίκου Ων παροικήσουσιν οι κατοικούντες Σαμάρειαν. ότι ουκ εφοβήθημεν τον Κύριον. τρυγήσατε εις καρπόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1351 . 4 λαλών ρήματα προφάσεις ψευδείς διαθήσεται διαθήκην· ανατελεί ως άγρωστις κρίμα επί χέρσον αγρού. νυν αφανισθήσονται· αυτός κατασκάψει τα θυσιαστήρια αυτών. 16 επόνεσεν Εφραίμ· τας ρίζας αυτού εξηράνθη. ταλαιπωρήσουσιν αι στήλαι αυτών. 6 και αυτόν εις Ασσυρίους δήσαντες απήνεγκαν ξένια τω βασιλεί Ιαρείμ· εν δόματι Εφραίμ δέξεται. και τοις βουνοίς· πέσατε εφ ‘ ημάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτούς· δια τας κακίας των επιτηδευμάτων αυτών εκ του οίκου μου εκβαλώ αυτούς. 3 διότι νυν ερούσιν· ουκ έστι βασιλεύς ημίν. ήμαρτεν Ισραήλ. κατά τα αγαθά της γης αυτού ωκοδόμησε στήλας. ο καρπός ευθηνών αυτής· κατά το πλήθος των καρπών αυτής επλήθυνε τα θυσιαστήρια. εκεί έστησαν· ου μη καταλάβη αυτούς εν τω βουνω πόλεμος επί τα τέκνα αδικίας. και έσονται πλανήται εν τοις έθνεσιν. ότι ουκ εισήκουσαν αυτού. ότι επένθησε λαός αυτού επ ‘ αυτόν· και καθώς παρεπίκραναν αυτόν. ου μη προσθήσω του αγαπήσαι αυτούς· πάντες οι άρχοντες αυτών απειθούντες. εγώ δε απελεύσομαι επί το κάλλιστον του τραχήλου αυτής· επιβιβώ Εφραίμ και παρασιωπήσομαι Ιούδαν. 12 σπείρατε εαυτοίς εις δικαιοσύνην.

ότι αυτός ωρύσεται. Εφραίμ. 3 και εγώ συνεπόδισα τον Εφραίμ. 4 εν διαφθορά ανθρώπων εξέτεινα αυτούς εν δεσμοίς αγαπήσεώς μου και έσομαι αυτοίς ως ραπίζων άνθρωπος επί τας σιαγόνας αυτού· και επιβλέψομαι προς αυτόν. συνεταράχθη η μεταμέλειά μου. δυνήσομαι αυτω. και ο Θεός επί τα τίμια αυτού θυμωθήσεται. από προσώπου αδικίας κακιών υμών. 5 κατώκησεν Εφραίμ εν Αιγύπτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ζωής. 8 τι σε διαθώμαι. ούτως απώχοντο εκ προσώπου μου· αυτοί τοις Βααλείμ έθυον και τοις γλυπτοίς εθυμίων. και πάντα τα περιτετειχισμένα σου οιχήσεται· ως άρχων Σαλαμάν εκ του οίκου του Ιεροβάαλ. 6 και ησθένησε ρομφαία εν ταις πόλεσιν αυτού και κατέπαυσεν εν ταις χερσίν αυτού. εφάγετε καρπόν ψευδή. και ουκ έγνωσαν ότι ίαμαι αυτούς. εν πλήθει δυνάμεώς σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1352 . και ου μη υψώση αυτόν. ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΟΡΘΡΟΥ απερρίφησαν. εκζητήσατε τον Κύριον έως του ελθείν γενήματα δικαιοσύνης υμίν. και ουκ εισελεύσομαι εις πόλιν. ως Αδαμά θήσομαί σε και ως Σεβνείμ. υπερασπιώ σου. φωτίσατε εαυτοίς φως γνώσεως. ανέλαβον αυτόν επί τον βραχίονά μου. και εγώ ηγάπησα αυτόν και εξ Αιγύπτου μετεκάλεσα τα τέκνα αυτού. μετεστράφη η καρδία μου εν τω αυτω. και Ασσούρ αυτός βασιλεύς αυτού. 10 οπίσω Κυρίου πορεύσομαι· ως λέων ερεύξεται. τι σε διαθω. ότι ήλπισας εν τοις αμαρτήμασί σου. 9 ου μη ποιήσω κατά την οργήν του θυμού μου. 11 εκστήσονται ως όρνεον εξ Αιγύπτου και ως περιστερά εκ γης Ασσυρίων· και αποκαταστήσω αυτούς εις τους οίκους αυτών. 15 ούτως ποιήσω υμίν. ότι ουκ ηθέλησεν επιστρέψαι. 14 και εξαναστήσεται απώλεια εν τω λαω σου. εν ημέραις πολέμου μητέρα επί τέκνοις ηδάφισαν. 2 καθώς μετεκάλεσα αυτούς. απερρίφη βασιλεύς Ισραήλ· ότι νήπιος Ισραήλ. ου μη εγκαταλίπω του εξαλειφθήναι τον Εφραίμ· διότι Θεός εγώ ειμι και ουκ άνθρωπος· εν σοί άγιος. και εκστήσονται τέκνα υδάτων. και φάγονται εκ των διαβουλίων αυτών. 13 ινατί παρεσιωπήσατε ασέβειαν και τας αδικίας αυτής ετρυγήσατε. Ισραήλ. 7 και ο λαός αυτού επικρεμάμενος εκ της κατοικίας αυτού. λέγει Κύριος. οίκος του Ισραήλ.

άρα ψευδείς ήσαν εν Γαλγάλ άρχοντες θυσιάζοντες. 12 ει μη Γαλαάδ εστιν. 13 και ανεχώρησεν Ιακώβ εις πεδίον Συρίας. και εγώ οράσεις επλήθυνα και εν χερσί προφητών ωμοιώθην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΕΚΥΚΛΩΣΕ με εν ψεύδει Εφραίμ και εν ασεβείας οίκος Ισραήλ και Ιούδα. 10 εγώ δε Κύριος ο Θεός σου ανήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου.8 Χαναάν εν χειρί αυτού ζυγός αδικίας. και έλαιον εις Αίγυπτον ενεπορεύετο. και το αίμα αυτού επ ‘ αυτόν εκχυθήσεται. . και εν προφήτη διεφυλάχθη. καταδυναστεύειν ηγάπησε. δι ‘ αδικίας ας ήμαρτεν. 14 και εν προφήτη ανήγαγε Κύριος τον Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. 6 ο δε Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ έσται μνημόσυνον αυτού. εν τω οίκω Ων εύροσάν με. 4 εν τη κοιλία επτέρνισε τον αδελφόν αυτού και εν κόποις αυτού ενίσχυσε προς Θεόν 5 και ενίσχυσε μετά αγγέλου. και εκεί ελαλήθη προς αυτούς. καύσωνα όλην την ημέραν· κενά και μάταια επλήθυνε και διαθήκην μετά Ασσυρίων διέθετο. και τα θυσιαστήρια αυτών ως χελώναι επί χέρσον αγρού. εύρηκα αναψυχήν εμαυτω. νυν έγνω αυτούς ο Θεός. και εδούλευσεν Ισραήλ εν γυναικί και εν γυναικί εφυλάξατο. πάντες οι πόνοι αυτού ουχ ευρεθήσονται αυτω. 2 ο δε Εφραίμ πονηρόν πνεύμα εδίωξε. και τον ονειδισμόν αυτού ανταποδώσει αυτω Κύριος. έτι κατοικιώ σε εν σκηναίς καθώς ημέρα εορτής. 3 και κρίσις τω Κυρίω προς Ιούδαν του εκδικήσαι τον Ιακώβ· κατά τας οδούς αυτού και κατά τα επιτηδεύματα αυτού αποδώσει αυτω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1353 . έκλαυσαν και εδεήθησάν μου. 9 και είπε Εφραίμ· πλήν πεπλούτηκα. 7 και συ εν Θεω σου επιστρέψεις· έλεον και κρίμα φυλάσσου και έγγιζε προς τον Θεόν σου διαπαντός. 15 εθύμωσεν Εφραίμ και παρώργισε. και λαός άγιος κεκλήσεται Θεού. και ηδυνάσθη. 11 και λαλήσω προς προφήτας.

άδη. ου αι χείρες έκτισαν πάσαν την στρατιάν του ουρανού. διότι ου μη υποστη εν συντριβή τέκνων. 3 δια τούτο έσονται ως νεφέλη πρωϊνή και ως δρόσος ορθρινή πορευομένη. ούτος ο υιος σου ο φρόνιμος. 10 που ο βασιλεύς σου ούτος. θηρία αγρού διασπάσει αυτούς. και διασωσάτω σε εν πάσαις ταις πόλεσί σου· κρινάτω σε ον είπας· δος μοι βασιλέα και άρχοντα. εγκεκρυμμένη η αμαρτία αυτού· 13 ωδίνες ως τικτούσης ήξουσιν αυτω. και εποίησαν εαυτοίς χώνευμα εκ του αργυρίου αυτών κατ ‘ εικόνα ειδώλων. παράκλησις κέκρυπται από οφθαλμών μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1354 . και σώζων ουκ έστι πάρεξ εμού. και Θεόν πλήν εμού ου γνώση. ωσπερ χνούς αποφυσώμενος αφ ‘ άλωνος και ως ατμίς από δακρύων. τις βοηθήσει. και ενεπλήσθησαν εις πλησμονήν και υψώθησαν αι καρδίαι αυτών· ένεκα τούτου επελάθοντό μου. και αναξηρανεί τας φλέβας αυτού. 4 εγώ δε Κύριος ο Θεός σου ο στερεών τον ουρανόν και κτίζων γην. μόσχοι γαρ εκλελοίπασι. και ου παρέδειξά σοι αυτά του πορεύεσθαι οπίσω αυτών· και εγώ ανήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου. 11 και έδωκά σοι βασιλέα εν οργή μου και έσχον εν τω θυμω μου 12 συστροφήν αδικίας. Εφραίμ. 2 και νυν προσέθεντο του αμαρτάνειν έτι. 14 εκ χειρός άδου ρύσομαι και εκ θανάτου λυτρώσομαι αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΤΑ τον λόγον Εφραίμ δικαιώματα έλαβεν αυτός εν τω Ισραήλ και έθετο αυτά τη Βάαλ και απέθανε. και καταφάγονται αυτούς εκεί σκύμνοι δρυμού. 5 εγώ εποίμανόν σε εν τη ερήμω. που η δίκη σου. 9 τη διαφθορά σου. που το κέντρον σου. Ισραήλ. θάνατε. 7 και έσομαι αυτοίς ως πανθήρ και ως πάρδαλις κατά την οδόν Ασσυρίων· 8 απαντήσομαι αυτοίς ως άρκος απορουμένη και διαρρήξω συγκλεισμόν καρδίας αυτών. έργα τεκτόνων συντετελεσμένα αυτοίς· αυτοί λέγουσι· θύσατε ανθρώπους. 15 διότι ούτος ανά μέσον αδελφών διαστελεί· επάξει καύσωνα άνεμον Κύριος εκ της ερήμου επ ‘ αυτόν. εν γη αοικήτω 6 κατά τας νομάς αυτών. εξερημώσει τας πηγάς αυτού· αυτός καταξηρανεί την γην αυτού και πάντα τα σκεύη τα επιθυμητά αυτού.

και αι εν γαστρί έχουσαι αυτών διαρραγήσονται. ότι ευθείαι αι οδοί του Κυρίου. εξ εμού ο καρπός σου εύρηται. ότι αντέστη προς τον Θεόν αυτής· εν ρομφαία πεσούνται αυτοί. και εγώ κατισχύσω αυτόν· εγώ ως άρκευθος πυκάζουσα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΩΣΗΕ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΑΦΑΝΙΣΘΗΣΕΤΑΙ Σαμάρεια. 3 λάβετε μεθ ‘ εαυτών λόγους και επιστράφητε προς Κύριον τον Θεόν υμών· είπατε αυτω. όπως μη λάβητε αδικίαν και λάβητε αγαθά. 9 τω Εφραίμ. 5 ιάσομαι τας κατοικίας αυτών. 10 τις σοφός και συνήσει ταύτα. και έσται ως ελαία κατάκαρπος. Ισραήλ. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1355 . οι δε ασεβείς ασθενήσουσιν εν αυταίς. ότι αποστρέψω την οργήν μου απ ‘ αυτού. προς Κύριον τον Θεόν σου. ή συνετός και επιγνώσεται αυτά. εφ ‘ ίππον ουκ αναβησόμεθα· ουκέτι μη είπωμεν· θεοί ημών. τι αυτω έτι και ειδώλοις. ανθήσει ως κρίνον και βαλεί τας ρίζας αυτού ως ο Λίβανος· 7 πορεύσονται οι κλάδοι αυτού. τοις έργοις των χειρών ημών· ο εν σοί ελεήσει ορφανόν. ως οίνος Λιβάνου. εγώ εταπείνωσα αυτόν. ζήσονται και μεθυσθήσονται σίτω· και εξανθήσει ως άμπελος μνημόσυνον αυτού. 6 έσομαι ως δρόσος τω Ισραήλ. και ανταποδώσομεν καρπόν χειλέων ημών. και η οσφρασία αυτού ως Λιβάνου· 8 επιστρέψουσι και καθιούνται υπό την σκέπην αυτού. αγαπήσω αυτούς ομολόγως. διότι ησθένησαν εν ταις αδικίαις σου. και δίκαιοι πορεύσονται εν αυταίς. και τα υποτίτθια αυτών εδαφισθήσονται. 4 Ασσούρ ου μη σώση ημάς. 2 επιστράφηθι.

9 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Τύρου και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτήν. ένεκα του διώξαι αυτούς εν ρομφαία τον αδελφόν αυτού και ελυμήνατο μητέρα επί γης και ήρπασεν εις μαρτύριον φρίκην αυτού και το όρμημα αυτού εφύλαξεν εις νίκος.13 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1356 . ανθ ‘ ων έπριζον πρίοσι σιδηροίς τας εν γαστρί εχούσας των εν Γαλαάδ· 4 και αποστελώ πυρ εις τον οίκον Αζαήλ. προ δύο ετών του σεισμού. λέγει Κύριος. ανθ ‘ ων συνέκλεισαν αιχμαλωσίαν του Σαλωμών εις την Ιδουμαίαν και ουκ εμνήσθησαν διαθήκης αδελφών· 10 και εξαποστελώ πυρ επί τα τείχη Τύρου. 7 και εξαποστελώ πυρ επί τα τείχη Γάζης. και εξηράνθη η κορυφή του Καρμήλου. λέγει Κύριος. 2 Και είπε· Κύριος εκ Σιών εφθέγξατο και εξ Ιερουσαλήμ έδωκε φωνήν αυτού. . . ένεκεν του αιχμαλωτεύσαι αυτούς αιχμαλωσίαν του Σαλωμών του συγκλείσαι εις την Ιδουμαίαν. . και καταφάγεται θεμέλια τειχέων αυτής.6 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Γάζης και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτούς. και απολούνται οι κατάλοιποι των αλλοφύλων. . και καταφάγεται τα θεμέλια αυτής· 8 και εξολοθρεύσω κατοικούντας εξ Αζώτου. και καταφάγεται τα θεμέλια υιού Άδερ· 5 και συντρίψω μοχλούς Δαμασκού και εξολοθρεύσω κατοικούντας εκ πεδίου Ων. οί εγένοντο εν Ακκαρείμ εκ Θεκουέ. και κατακόψω φυλήν εξ ανδρών Χαρράν. ους είδεν υπέρ Ιερουσαλήμ εν ημέραις ‘Οζίου βασιλέως Ιούδα και εν ημέραις Ιεροβοάμ του Ιωάς βασιλέως Ισραήλ.3 Και είπε Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Δαμασκού και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. . και επένθησαν αι νομαί των ποιμένων. και καταφάγεται τα θεμέλια αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΟΓΟΙ Αμώς. και επάξω την χείρά μου επί Ακκάρων. 12 και εξαποστελώ πυρ εις Θαμάν. και εξαρθήσεται φυλή εξ Ασκάλωνος. και αιχμαλωτευθήσεται λαός Συρίας επίκλητος.11 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις της Ιδουμαίας και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτούς.

και επλάνησεν αυτούς τα μάταια αυτών. και πάντας αυτής αποκτενώ μετ ‘ αυτού. και υιος και πατήρ αυτού εισεπορεύοντο προς την αυτήν παιδίσκην. οι ιερείς αυτών και οι άρχοντες αυτώ επί το αυτό. και σεισθήσεται εν ημέραις συντελείας αυτής· 15 και πορεύσονται οι βασιλείς αυτής εν αιχμαλωσία. και εξήρανα τον καρπόν αυτού επάνωθεν και τας ρίζας αυτού υποκάτωθεν.6 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Ισραήλ και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. 5 και εξαποστελώ πυρ επί Ιούδαν. 10 και εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1357 . . και ισχυρός ην ως δρύς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υιών Αμμών και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. καθώς ύψος κέδρου το ύψος αυτού. . 8 και τα ιμάτια αυτών δεσμεύοντες σχοινίοις παραπετάσματα εποίουν εχόμενα του θυσιαστηρίου και οίνον εκ συκοφαντιών έπινον εν τω οίκω του Θεού αυτών. ου ην. λέγει Κύριος.4 Τάδε λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις υιών Ιούδα και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. και καταφάγεται τα θεμέλια των πόλεων αυτής. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· επί ταις τρισίν ασεβείαις Μωάβ και επί ταις τέσσαρσιν ουκ αποστραφήσομαι αυτόν. 3 και εξολοθρεύσω κριτήν εξ αυτής. ένεκα του απώσασθαι αυτούς τον νόμον του Κυρίου. α εποίησαν. ανθ ‘ ων απέδοντο αργυρίου δίκαιον και πένητα ένεκεν υποδημάτων. και καταφάγεται θεμέλια Ιερουσαλήμ. 7 τα πατούντα επί τον χουν της γης και εκονδύλιζον εις κεφαλάς πτωχών και οδόν ταπεινών εξέκλιναν. και τα προστάγματα αυτού ουκ εφυλάξαντο. και καταφάγεται θεμέλια αυτής μετά κραυγής εν ημέρα πολέμου. 2 και εξαποστελώ πυρ εις Μωάβ. ανθ ‘ ων κατέκαυσαν τα οστά βασιλέως της Ιδουμαίας εις κονίαν. όπως βεβηλώσι το όνομα του Θεού αυτών. λέγει Κύριος. όπως εμπλατύνωσι τα όρια αυτών· 14 και ανάψω πυρ επί τείχη Ραββάθ. οίς εξηκολούθησαν οι πατέρες αυτών οπίσω αυτών. 9 εγώ δε εξήρα τον Αμορραίον εκ προσώπου αυτών. ανθ ‘ ων ανέσχιζον τας εν γαστρί εχούσας των Γαλααδιτών. και αποθανείται εν αδυναμία Μωάβ μετά κραυγής και μετά φωνής σάλπιγγος.

και κατά πάσης φυλής. 3 ει πορεύσονται δύο επί το αυτό καθόλου.9 Απαγγείλατε χώραις εν Ασσυρίοις και επί τας χώρας της Αιγύπτου και είπατε· συνάχθητε επί το όρος Σαμαρείας και ίδετε θαυμαστά πολλά εν μέσω αυτής και καταδυναστείαν την εν αυτη· 10 και ουκ έγνω α έσται εναντίον αυτής. εάν μη αρπάση τι. ης ανήγαγον εκ γης Αιγύπτου. 12 και εποτίζετε τους ηγιασμένους οίνον και τοις προφήταις ενετέλλεσθε λέγοντες· ου μη προφητεύσητε. λέγων· 2 πλήν υμάς έγνων εκ πασών των φυλών της γης· δια τούτο εκδικήσω εφ ‘ υμάς πάσας τας αμαρτίας υμών. ει σχασθήσεται παγίς επί της γης άνευ του συλλαβείν τι. ει δώσει σκύμνος φωνήν αυτού εκ της μάνδρας αυτού καθόλου. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. και ο οξύς τοις ποσίν αυτού ου μη διασωθή και ο ιππεύς ου μη σώση την ψυχήν αυτού 16 και ο κραταιός ου μη ευρήσει την καρδίαν αυτού εν δυναστείαις· ο γυμνός διώξεται εν εκείνη τη ημέρα. Κύριος ο Θεός ελάλησε. και ο μαχητής ου μη σώση την ψυχήν αυτού. εάν μη γνωρίσωσιν εαυτούς. και τις ου προφητεύσει. και λαός ου πτοηθήσεται. . μη ουκ έστι ταύτα υιοί Ισραήλ. και τις ου φοβηθήσεται. οίκος Ισραήλ. 15 και ο τοξότης ου μη υποστη. 11 και έλαβον εκ των υιών υμών εις προφήτας και εκ των νεανίσκων υμών εις αγιασμόν. ει έσται κακία εν πόλει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανήγαγον υμάς εκ γης Αιγύπτου και περιήγαγον υμάς εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη του κατακληρονομήσαι την γην των Αμορραίων. ην Κύριος ουκ εποίησε. 4 ει ερεύξεται λέων εκ του δρυμού αυτού θήραν ουκ έχων. 5 ει πεσείται όρνεον επί γης γης άνευ ιξευτού. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τον λόγον τούτον. 6 ει φωνήσει σάλπιγξ εν πόλει. 13 δια τούτο ιδού εγώ κυλίω υποκάτω υμών. οι θησαυρίζοντες αδικίαν και ταλαιπωρίαν εν ταις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1358 . λέγει Κύριος. 7 διότι ου μη ποιήση Κύριος ο Θεός πράγμα. ον τρόπον κυλίεται η άμαξα η γέμουσα καλάμης· 14 και απολείται φυγή εκ δρομέως. εάν μη αποικαλύψη παιδείαν αυτού προς τους δούλους αυτού τους προφήτας. και ο κραταιός ου μη κρατήση της ισχύος αυτού. 8 λέων ερεύξεται. ον ελάλησε Κύριος εφ ‘ υμάς.

και διαρπαγήσονται αι χώραί σου. λέγει Κύριος. και απολούνται οίκοι ελεφάντινοι. εφ ‘ ην ου βρέξω επ ‘ αυτήν. 7 και εγώ ανέσχον εξ υμών τον υετόν προ τριών μηνών του τρυγητού· και βρέξω επί πόλιν μίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χώραις αυτών. εις την τριημερίαν τα επιδέκατα υμών· 5 και ανέγνωσαν έξω νόμον και επεκαλέσαντο ομολογίας. κυκλόθεν η γη σου ερημωθήσεται. ξηρανθήσεται· 8 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1359 . και εκδικήσω επί τα θυσιαστήρια Βαιθήλ. επί δε πόλιν μίαν ου βρέξω· μερίς μία βραχήσεται. και προστεθήσονται έτεροι οίκοι πολλοί. .4 Εισήλθατε εις Βαιθήλ και ηνομήσατε και εις Γάλγαλα επληθύνατε του ασεβήσαι και ηνέγκατε εις το πρωϊ θυσίας υμών. 12 τάδε λέγει Κύριος· ον τρόπον όταν εκσπάση ο ποιμήν εκ στόματος του λέοντος δύο σκέλη ή λοβόν ωτίου. λέγει Κύριος. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τον λόγον τούτον. 2 ομνύει Κύριος κατά των αγίων αυτού. και λήψονται υμάς εν όπλοις. διότι ιδού ημέραι έρχονται εφ ‘ υμάς. 6 και εγώ δώσω υμίν γομφιασμόν οδόντων εν πάσαις ταις πόλεσιν υμών και ένδειαν άρτων εν πάσι τοις τόποις υμών· και ουκ επεστρέψατε προς με. και τους μεθ ‘ υμών εις λέβητας υποκαιομένους εμβαλούσιν έμπυροι λοιμοί. αι λέγουσαι τοις κυρίοις αυτών· επίδοτε ημίν όπως πίωμεν. 13 ακούσατε και επιμαρτύρασθε τω οίκω Ιακώβ. απαγγείλατε ότι ταύτα ηγάπησαν οι υιοί Ισραήλ. αι καταδυναστεύουσαι πτωχούς και καταπατούσαι πένητας. και κατάξει εκ σου ισχύν σου. δαμάλεις της Βασανίτιδος. 3 και εξενεχθήσεσθε γυμναί κατέναντι αλλήλων και απορριφήσεσθε εις το όρος το Ρεμμάν. 11 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός· Τύρος. λέγει Κύριος. και μερίς. ούτως εκσπασθήσονται οι υιοί Ισραήλ οι κατοικούντες εν Σαμαρεία κατέναντι της φυλής και εν Δαμασκω ιερείς. αι εν τω όρει της Σαμαρείας. λέγει Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ· 14 διότι εν τη ημέρα όταν εκδικώ ασεβείας του Ισραήλ επ ‘ αυτόν. και κατασκαφήσεται τα κέρατα του θυσιαστηρίου και πεσούνται επί την γην· 15 συγχεώ και πατάξω τον οίκον τον περίπτερον επί τον οίκον τον θερινόν. λέγει Κύριος.

4 διότι τάδε λέγει Κύριος προς τον οίκον Ισραήλ· εκζητήσατέ με. ουκέτι μη προσθή του αναστήναι· 2 παρθένος του Ισραήλ έσφαλεν επί της γης αυτού. λέγει Κύριος. ετοιμάζου του επικαλείσθαι τον Θεόν σου. υπολειφθήσονται δέκα τω οίκω Ισραήλ. υπολειφθήσονται εκατόν. 11 κατέστρεψα υμάς. ον εγώ λαμβάνω εφ ‘ υμάς θρήνον· οίκος Ισραήλ έπεσεν. ποιών όρθρον και ομίχλην και επιβαίνων επί τα υψηλά της γης· Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ όνομα αυτω. όπως μη αναλάμψη ως πυρ ο οίκος Ιωσήφ. και ουκ έσται ο σβέσων τω οίκω Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συναθροισθήσονται δύο και τρεις πόλεις εις πόλιν μίαν του πιείν ύδωρ και ου μη εμπλησθώσι· και ουκ επιστράφητε προς με. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τον λόγον Κυρίου τούτον. 10 εξαπέστειλα εις υμάς θάνατον εν οδω Αιγύπτου και απέκτεινα εν ρομφαία τους νεανίσκους υμών μετά αιχμαλωσίας ίππων σου και ανήγαγον εν πυρί τας παρεμβολάς εν τη οργή μου· και ουδ ‘ ώς επεστρέψατε προς με. αμπελώνας υμών και συκεώνας υμών και ελαιώνας υμών κατέφαγεν η κάμπη· και ουδ ‘ ώς επεστρέψατε προς με. καθώς κατέστρεψεν ο Θεός Σόδομα και Γόμορρα. ότι Γάλγαλα αιχμαλωτευομένη αιχμαλωτευθήσεται. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. και ζήσεσθε· 5 και μη εκζητείτε Βαιθήλ και εις Γάλγαλα μη εισπορεύεσθε και επί το φρέαρ του όρκου μη διαβαίνετε. 7 Κύριος ο ποιών εις ύψος κρίμα και δικαιοσύνην εις γην έθηκεν. 8 ο ποιών πάντα και μετασκευάζων και εκτρέπων εις το πρωϊ σκιάν και ημέραν εις νύκτα συσκοτάζων. και Βαιθήλ έσται ως ουχ υπάρχουσα. και εξ ης εξεπορεύοντο εκατόν. Ισραήλ· πλήν ότι ούτως ποιήσω σοι. 13 διότι ιδού εγώ στερεών βροντήν και κτίζων πνεύμα και απαγγέλλων· εις ανθρώπους τον χριστόν αυτού. Ισραήλ. 3 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· η πόλις εξ ης εξεπορεύοντο χίλιοι. 12 δια τούτο ούτως ποιήσω σοι. ουκ έστιν ο αναστήσων αυτήν. λέγει Κύριος. και εγένεσθε ως δαλός εξεσπασμένος εκ πυρός· και ουδ ‘ ώς επεστρέψατε προς με. ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1360 . 9 επάταξα υμάς εν πυρώσει και εν ικτέρω· επληθύνατε κήπους υμών. 6 εκζητήσατε τον Κύριον και ζήσατε. και καταφάγεται αυτόν.

αμπελώνας επιθυμητούς εφυτεύσατε και ου μη πίητε τον οίνον αυτών. ους εποιήσατε εαυτοίς. ου προσδέξομαι αυτά. 10 εμίσησαν εν πύλαις ελέγχοντα και λόγον όσιον εβδελύξαντο. και σωτηρίου επιφανείας υμών ουκ επιβλέψομαι. όπως ελεήση Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ τους περιλοίπους του Ιωσήφ. είπε Κύριος. διότι ελεύσομαι δια μέσου σου. και ψαλμόν οργάνων σου ουκ ακούσομαι· 24 και κυλισθήσεται ως ύδωρ κρίμα και δικαιοσύνη ως χειμάρρους άβατος. ουαί· κληθήσεται γεωργός εις πένθος και κοπετόν και εις ειδότας θρήνον. 13 δια τούτο ο συνίων εν τω καιρω εκείνω σιωπήσεται. απώσμαι εορτάς υμών και ου μη οσφρανθώ θυσίας εν ταις πανηγύρεσιν υμών· 22 διότι εάν ενέγκητέ μοι ολοκαυτώματα και θυσίας υμών. ότι καιρός πονηρών εστιν. και εισπηδήση εις τον οίκον αυτού και απερείσηται τας χείρας αυτού επί τον τοίχον και δάκη αυτόν όφις. και γνόφος ουκ έχων φέγγος αύτη. ο Θεός ο παντοκράτωρ όνομα αυτω. 16 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ· εν πάσαις ταις πλατείαις κοπετός. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1361 . όπως ζήσητε· και έσται ούτως μεθ ‘ υμών Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ. λαμβάνοντες αλλάγματα και πένητας εν πύλαις εκκλίνοντες. οίκος Ισραήλ. ον τρόπον είπατε· 15 μεμισήκαμεν τα πονηρά και ηγαπήσαμεν τα καλά· και αποκαταστήσατε εν πύλαις κρίμα. και μη το πονηρόν. και αυτή εστι σκότος και ου φως. καταπατούντες δίκαιον. τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω. τους τύπους αυτών. 21 μεμίσηκα. 19 ον τρόπον εάν φύγη άνθρωπος εκ προσώπου του λέοντος και εμπέση αυτω η άρκος. 26 και ανελάβετε την σκηνήν του Μολόχ και το άστρον του θεού υμών Ραιφάν. 20 ουχί σκότος η ημέρα του Κυρίου και ου φως. 25 μη σφάγια και θυσίας προσηνέγκατέ μοι. 17 και εν πάσαις οδοίς κοπετός. 14 εκζητήσατε το καλόν.18 Ουαί οι επιθυμούντες την ημέραν Κυρίου· ινατί αύτη υμίν η ημέρα του Κυρίου. λέγει Κύριος. 12 ότι έγνων πολλάς ασεβείας υμών. 23 μετάστησον απ ‘ εμού ήχον ωδών σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσκαλούμενος το ύδωρ της θαλάσσης και εκχέων αυτό επί πρόσωπον της γης. οίκους ξεστούς ωκοδομήσατε και ου μη κατοικήσητε εν αυτοίς. 27 και μετοικιώ υμάς επέκεινα Δαμασκού. 11 δια τούτο ανθ ‘ ων κατεκονδυλίζετε πτωχούς και δώρα εκλεκτά εδέξασθε παρ ‘ αυτών. Κύριος ο Θεός παντοκράτωρ όνομα αυτω· 9 ο διαιρών συντριμμόν επί ισχύν και ταλαιπωρίαν επί οχύρωμα επάγων. και ισχυραί αι αμαρτίαι υμών. . και εν πάσαις ταις οδοίς ρηθήσεται· ουαί.

11 και ερεί· ουκέτι· και ερεί· σίγα. οι εγγίζοντες και εφαπτόμενοι σαββάτων ψευδών. έθνος. οι λέγοντες· ουκ εν τη ισχύϊ ημών έσχομεν κέρατα. 3 οι ερχόμενοι εις ημέραν κακήν. και εισήλθον αυτοί. οίκος του Ισραήλ. 4 οι καθεύδοντες επί κλινών ελεφαντίνων και κατασπαταλώντες επί ταις στρωμναίς αυτών και έσθοντες ερίφους εκ ποιμνίων και μοσχάρια εκ μέσου βουκολίων γαλαθηνά. και λήψονται οι οικείοι αυτών και παραβιώνται του εξενέγκαι τα οστά αυτών εκ του οίκου· και ερεί τοις προεστηκόσι της οικίας· ει έτι υπάρχει παρά σοί. 2 διάβητε πάντες και ίδετε και διέλθατε εκείθεν εις Εμαθραββά και κατάβητε εκείθεν εις Γεθ αλλοφύλων. ως εστηκότα ελογίσαντο και ουχ ως φεύγοντα· 6 οι πίνοντες τον διυλισμένον οίνον και τα πρώτα μύρα χριόμενοι και ουκ έπασχον ουδέν επί τη συντριβή Ιωσήφ. 5 οι επικροτούντες προς την φωνήν των οργάνων. 15 διότι ιδού εγώ επεγερώ εφ ‘ υμάς. ότι εξεστρέψατε εις θυμόν κρίμα και καρπόν δικαιοσύνης εις πικρίαν. 8 ότι ώμοσε Κύριος καθ ‘ εαυτού· διότι βδελύσσομαι εγώ πάσα την ύβριν Ιακώβ και τας χώρας αυτού μεμίσηκα. 13 ει διώξονται εν πέτραις ίπποι. λέγει Κύριος των δυνάμεων. ει πλείονα τα όρια αυτών εστι των υμετέρων ορίων. οίκος Ισραήλ. και εξαρώ πόλιν συν πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν· 9 και έσται εάν υπολειφθώσι δέκα άνδρες εν οικία μια. 10 και υπολειφθήσονται οι κατάλοιποι. 14 οι ευφραινόμενοι επ ‘ ουδενί λόγω. και αποθανούνται. τας κρατίστας εκ πασών των βασιλειών τούτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΟΥΑΙ τοις εξουθενούσι Σιών και τοις πεποιθόσιν επί το όρος Σαμαρείας· απετρύγησαν αρχάς εθνών. 12 διότι ιδού Κύριος εντέλλεται και πατάξει τον οίκον τον μέγαν θλάσμασι και τον οίκον τον μικρόν ράγμασιν. ει παρασιωπήσονται εν θηλείαις. 7 δια τούτο νυν αχμάλωτοι έσονται απ ‘ αρχής δυναστών και εξαρθήσεται χρεμετισμός ίππων εξ Εφραίμ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1362 . και εκθλίψουσιν υμάς του μη εισελθείν εις Εμάθ και ως του χειμάρρου των δυσμών. ένεκα του μη ονομάσαι το όνομα Κυρίου.

12 και είπεν Αμασίας προς Αμώς· ο ορών. τις αναστήσει τον Ιακώβ. λέγει Κύριος. και εν τη χειρί αυτού αδάμας. και κατέφαγε την άβυσσον την πολλήν και κατέφαγε την μερίδα Κυρίου. Αμώς. ότι αγίασμα βασιλέως εστί και οίκος βασιλείας εστί. Κύριε. . 5 και είπα· Κύριε. 7 Ούτως έδειξέ μοι Κύριος. Κύριε. επί τούτω. και οι υιοί σου και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1363 . επί τούτω. ότι ολιγοστός εστι· 6 μετανόησον. και ιδού εστηκώς επί τείχους αδαμαντίνου. και ιδού επιγονή ακρίδων ερχομένη εωθινή. ίλεως γενού· τις αναστήσει τον Ιακώβ. 16 και νυν άκουε λόγον Κυρίου. 2 και έσται εάν συντελέση του καταφαγείν τον χόρτον της γης. και είπε Κύριος προς με· βάδιζε προφήτευσον επί τον λαόν μου Ισραήλ. 14 και απεκρίθη Αμώς και είπε προς Αμασίαν· ουκ ήμην προφήτης εγώ ουδέ υιος προφήτου. και αι τελεταί του Ισραήλ ερημωθήσονται. αλλ ‘ ή αιπόλος ήμην και κνίζων συκάμινα· 15 και ανέλαβέ με Κύριος εκ των προβάτων. λέγει Κύριος. 11 διότι τάδε λέγει Αμώς· εν ρομφαία τελευτήσει Ιεροβοάμ. και είπα· αδάμαντα· και είπε Κύριος προς με· ιδού εγώ εντάσσω αδάμαντα εν μέσω λαού μου Ισραήλ. κόπασον δη. και τούτο ουκ έσται. και ιδού εκάλεσε την δίκην εν πυρί Κύριος. ουκέτι μη προσθώ του παρελθείν αυτόν· 9 και αφανισθήσονται βωμοί του γέλωτος. και ιδού βρούχος εις Γώγ ο βασιλεύς. ο δε Ισραήλ αιχμάλωτος αχθήσεται από της γης αυτού. .4 Ούτως έδειξέ μοι Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΟΥΤΩΣ έδειξέ μοι Κύριος ο Θεός. ότι ολιγοστός εστι· 3 μετανόησον. συ λέγεις· μη προφήτευε επί τον Ισραήλ και ου μη οχλαγωγήσης επί τον οίκον Ιακώβ· 17 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· η γυνή σου εν τη πόλει πορνεύσει. 13 εις δε Βαιθήλ ουκέτι προσθήσεις του προφητεύσαι.10 Και εξαπέστειλεν Αμασίας ο ιερεύς Βαιθήλ προς Ιεροβοάμ βασιλέα Ισραήλ λέγων· συστροφάς ποιείται κατά σου Αμώς εν μέσω οίκου Ισραήλ· ου μη δύνηται η γη υπενεγκείν πάντας τους λόγους αυτού. και αναστήσομαι επί τον οίκον Ιεροβοάμ εν ρομφαία. και τούτο ου μη γένηται. 8 και είπε Κύριος προς με· τι συ οράς. και είπα· Κύριε Κύριε. βάδιζε εκχώρησον συ εις γην Ιούδα και εκεί καταβίου και εκεί προφητεύσεις.

και αναβήσεται ως ποταμός συντέλεια και καταβήσεται ως ποταμός Αιγύπτου. 14 οι ομνύοντες κατά του ιλασμού Σαμαρείας και οι λέγοντες· ζη ο Θεός σου. . πολύς ο πεπτωκώς εν παντί τόπω. επιρρίψω σιωπήν. ει επιλησθήσεται εις νίκος πάντα τα έργα υμών. αλλά λιμόν του ακούσαι τον λόγον Κυρίου· 12 και σαλευθήσονται ύδατα από της θαλάσσης έως θαλάσσης. λέγει Κύριος ο Θεός. 2 και είπε· τι συ βλέπεις. λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αι θυγατέρες σου εν ρομφαία πεσούνται. και η γη σου εν σχοινίω καταμετρηθήσεται. και συσκοτάσει επί της γης εν ημέρα το φως· 10 και μεταστρέψω τας εορτάς υμών εις πένθος και πάσας τας ωδάς υμών εις θρήνον και αναβιβώ επί πάσαν οσφύν σάκκον και επί πάσαν κεφαλήν φαλάκρωμα και θήσομαι αυτόν ως πένθος αγαπητού και τους μετ ‘ αυτού ως ημέραν οδύνης. ου προσθήσω έτι του παρελθείν αυτόν· 3 και ολολύξει τα φατνώματα του ναού· εν τη ημέρα εκείνη. ου λιμόν άρτων ουδέ δίψαν ύδατος. 5 οι λέγοντες· πότε διελεύσεται ο μην και εμπολεμήσομεν και τα σάββατα και ανοίξομεν θησαυρόν του ποιήσαι μέτρον μικρόν και του μεγαλύναι στάθμια και ποιήσαι ζυγόν άδικον 6 του κτάσθαι εν αργυρίω και πτωχούς και πένητα αντί υποδημάτων και από παντός γεννήματος εμπορευσόμεθα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1364 . ο δε Ισραήλ αιχμάλωτος αχθήσεται από γης γης αυτού. και από βορρά έως ανατολών περιδραμούνται ζητούντες τον λόγον του Κυρίου και ου μη εύρωσιν. και συ εν γη ακαθάρτω τελευτήσεις. 7 ομνύει Κύριος κατά της υπερηφανίας Ιακώβ. και ζη ο Θεός σου. Δάν. και δύσεται ο ήλιος μεσημβρίας. και εξαποστελώ λιμόν επί την γην. ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΟΥΤΩΣ έδειξέ μοι Κύριος και ιδού άγγος ιξευτού. λέγει Κύριος. 9 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. και είπε Κύριος προς με· ήκει το πέρας επί τον λαόν μου Ισραήλ. 13 εν τη ημέρα εκείνη εκλείψουσιν αι παρθένοι αι καλαί και οι νεανίσκοι εν δίψει. και είπα· άγγος ιξευτού. και πενθήσει πας ο κατοικών εν αυτη. Αμώς. 8 και επί τούτοις ου ταραχθήσεται η γη. 11 ιδού ημέραι έρχονται.4 Ακούσατε δη ταύτα οι εκτρίβοντες εις το πρωϊ πένητα και καταδυναστεύοντες πτωχούς από της γης.

λέγει Κύριος. εκεί εντελούμαι τη ρομφαία και αποκτενεί αυτούς. ον τρόπον λικμάται εν τω λικμω και ου μη πέση σύντριμμα επί την γην. . εκείθεν η χείρ μου ανασπάσει αυτούς· και εάν αναβώσιν εις τον ουρανόν.8 Ιδού οι οφθαλμοί Κυρίου του Θεού επί την βασιλείαν των αμαρτωλών και εξαρώ αυτήν από προσώπου της γης· πλήν ότι ουκ εις τέλος εξαρώ τον οίκον Ιακώβ. 7 ουχ ως υιοί Αιθιόπων υμείς εστε εμοί. 9 διότι ιδού εγώ εντέλλομαι και λικμήσω εν πάσι τοις έθνεσι τον οίκον Ισραήλ. υιοί Ισραήλ. 11 εν τη ημέρα εκείνη αναστήσω την σκηνήν Δαυίδ την πεπτωκυίαν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1365 . 5 και Κύριος Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ. λέγει Κύριος. ο εφαπτόμενος της γης και σαλεύων αυτήν. εκείθεν εξερευνήσω και λήψομαι αυτούς· και εάν καταδύσωσιν εξ οφθαλμών μου εις τα βάθη της θαλάσσης. ου μη διαφύγη εξ αυτών φεύγων. και αναβήσεται ως ποταμός συντέλεια αυτής και καταβήσεται ως ποταμός Αιγύπτου· 6 ο οικοδομών εις τον ουρανόν ανάβασιν αυτού και την επαγγελίαν αυτού επί της γης θεμελιών. και ου μη διασωθή εξ αυτών ανασωζόμενος. ου τον Ισραήλ ανήγαγον εκ γης Αιγύπτου και τους αλλοφύλους εκ Καππαδοκίας και τους Σύρους εκ βόθρου. εκείθεν κατάξω αυτούς· 3 εάν εγκατακρυβώσιν εις την κορυφήν του Καρμήλου. και είπε· πάταξον επί το ιλαστήριον και σεισθήσεται τα πρόπυλα και διάκοψον εις κεφαλάς πάντων· και τους καταλοίπους αυτών εν ρομφαία αποκτενώ. 2 εάν κατακρυβώσιν εις άδου. 10 εν ρομφαία τελευτήσουσι πάντες αμαρτωλοί λαού μου οι λέγοντες· ου μη εγγίση ουδ ‘ ου μη γένηται εφ ‘ ημάς τα κακά. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΜΩΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΕΙΔΟΝ τον Κύριον εφεστώτα επί του θυσιαστηρίου. και πενθήσουσι πάντες οι κατοικούντες αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Βηρσαβεέ· και πεσούνται και ου μη αναστώσιν έτι. ο προσκαλούμενος το ύδωρ της θαλάσσης και εκχέων αυτό επί πρόσωπον της γης· Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ όνομα αυτω. και στηριώ τους οφθαλμούς μου επ ‘ αυτούς εις κακά και ουκ εις αγαθά. εκεί εντελούμαι τω δράκοντι και δήξεται αυτούς· 4 και εάν πορευθώσιν εν αιχμαλωσία προ προσώπου των εχθρών αυτών.

λαοί. εφ ‘ ους επικέκληται το όνομά μου επ ‘ αυτούς. ης έδωκα αυτοίς. λέγει Κύριος ο Θεός ο ποιών πάντα ταύτα. ουχί Ιερουσαλήμ. 3 διότι ιδού Κύριος εκπορεύεται εκ του τόπου αυτού και καταβήσεται και επιβήσεται επί τα ύψη της γης. λέγει Κύριος. και πάντες οι βουνοί σύμφυτοι έσονται· 14 και επιστρέψω την αιχμαλωσίαν του λαού μου Ισραήλ. λέγει Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ. και τις η αμαρτία οίκου Ιούδα. και προσεχέτω η γη και πάντες οι εν αυτη. και έσται Κύριος εν υμίν εις μαρτύριον. και αποσταλάξει τα όρη γλυκασμόν. υπέρ ων είδε περί Σαμαρείας και περί Ιερουσαλήμ. 5 δι ‘ ασέβειαν Ιακώβ πάντα ταύτα και δι ‘ αμαρτίαν οίκου Ισραήλ. και περκάσει η σταφυλή εν τω σπόρω. 6 και θήσομαι Σαμάρειαν εις οπωροφυλάκιον αγρού και εις φυτείαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1366 . Κύριος εξ οίκου αγίου αυτού. 2 Ακούσατε. τις η ασέβεια του Ιακώβ. 12 όπως εκζητήσωσιν οι κατάλοιποι των ανθρώπων και πάντα τα έθνη. και καταλήψεται ο αμητός τον τρυγητόν. λόγους. ου Σαμάρεια. και οικοδομήσουσι πόλεις τας ηφανισμένας και κατοικήσουσι και φυτεύσουσιν αμπελώνας και πίονται τον οίνον αυτών και ποιήσουσι κήπους και φάγονται τον καρπόν αυτών· 15 και καταφυτεύσω αυτούς επί της γης αυτών και ου μη εκσπασθώσιν ουκέτι από της γης. 13 ιδού ημέραι έρχονται. ------------------------------------------------------- ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς Μιχαίαν τον του Μωρασθεί εν ημέραις Ιωάθαμ και Άχαζ και Εζεκίου βασιλέων Ιούδα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανοικοδομήσω τα πεπτωκότα αυτής και τα κατεσκαμμένα αυτής αναστήσω και ανοικοδομήσω αυτήν καθώς αι ημέραι του αιώνος. και αι κοιλάδες τακήσονται ως κηρός από προσώπου πυρός και ως ύδωρ καταφερόμενον εν καταβάσει. 4 και σαλευθήσεται τα όρη υποκάτωθεν αυτού.

αρχηγός αμαρτίας αυτή εστι τη θυγατρί Σιών. πορεύσεται ανυπόδετος και γυμνή. ουκ εξήλθε κατοικούσα Σενναάν κόψασθαι οίκον εχόμενον αυτής. 10 οι εν Γεθ. έως ‘Οδολλάμ ήξει η δόξα της θυγατρός Ισραήλ. ότι εν σοί ευρέθησαν ασέβειαι του Ισραήλ. άνδρα και την κληρονομίαν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμπελώνος και κατασπάσω εις χάος τους λίθους αυτής και τα θεμέλια αυτής αποκαλύψω. έως Ιερουσαλήμ. εξ ων ου μη άρητε τους τραχήλους υμών και ου μη πορευθήτε ορθοί εξαίφνης. 12 τις ήρξατο εις αγαθά κατοικούση οδύνας. λήψεται εξ υμών πληγήν οδύνης. 16 ξύρησαι και κείραι επί τα τέκνα τα τρυφερά σου. 4 εν τη ημέρα εκείνη ληφθήσεται εφ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1367 . ότι ηχμαλωτεύθησαν από σου. εμπλάτυνον την χηρείαν σου ως αετός. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΓΕΝΟΝΤΟ λογιζόμενοι κόπους και εργαζόμενοι κακά εν ταις κοίταις αυτών και άμα τη ημέρα συνετέλουν αυτά. κατοικούσα Λαχίς κληρονομία. και πάντα τα είδωλα αυτής θήσομαι εις αφανισμόν· διότι εκ μισθωμάτων πορνείας συνήγαγε και εκ μισθωμάτων πορνείας συνέστρεψεν. 14 δια τούτο δώσεις εξαποστελλομένους έως κληρονομίας Γεθ οίκους ματαίους· εις κενόν εγένοντο τοις βασιλεύσι του Ισραήλ. μη μεγαλύνεσθε· οι εν Ακείμ. 8 ένεκεν τούτου κόψεται και θρηνήσει. μη ανοικοδομείτε εξ οίκου κατά γέλωτα. ποιήσεται κοπετόν ως δρακόντων και πένθος ως θυγατέρων σειρήνων· 9 ότι κατεκράτησεν η πληγή αυτής. ότι κατέβη κακά παρά Κυρίου επί πύλας Ιερουσαλήμ. ότι καιρός πονηρός εστιν. γην καταπάσασθε κατά γέλωτα υμών. 13 ψόφος αρμάτων και ιππευόντων. 2 και επεθύμουν αγρούς και διήρπαζον ορφανούς και οίκους κατεδυνάστευον και διήρπαζον άνδρα και τον οίκον αυτού. 7 και πάντα τα γλυπτά αυτής κατακόψουσι και πάντα τα μισθώματα αυτής εμπρήσουσιν εν πυρί. κατοικούσα Λαχίς. 11 κατοικούσα καλώς τας πόλεις αυτής. διότι ήλθεν έως Ιούδα και ήψατο έως πύλης λαού μου. 15 έως τους κληρονόμους αγάγωσι. 3 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ λογίζομαι επί την φυλήν ταύτην κακά. διότι ουκ ήραν προς τον Θεόν χείρας αυτών.

και ουκ εισακούσεται αυτών. ότι ουκ έστι σοι αύτη ανάπαυσις ένεκεν ακαθαρσίας. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ ερεί· ακούσατε δη ταύτα. επί το αυτό θήσομαι την αποστροφήν αυτού· ως πρόβατα εν θλίψει. και έσται εκ της σταγόνος του λαού τούτου. 2 μισούντες τα καλά και ζητούντες τα πονηρά. και ουκ ην ο κωλύων αυτόν του αποστρέψαι· οι αγροί υμών διεμερίσθησαν. 4 ούτως κεκράξονται προς τον Κύριον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμάς παραβολή. 7 ο λέγων· οίκος Ιακώβ παρώργισε πνεύμα Κυρίου· ου ταύτα τα επιτηδεύματα αυτού εστιν. 6 μη κλαίετε δάκρυσι. και εξήλθεν ο βασιλεύς αυτών προ προσώπου αυτών. ο δε Κύριος ηγήσεται αυτών. αρπάζοντες τα δέρματα αυτών απ ‘ αυτών και τας σάρκας αυτών από των οστέων αυτών. και θρηνηθήσεται θρήνος εν μέλει λέγων· ταλαιπωρία εταλαιπωρήσαμεν· μερίς λαού μου κατεμετρήθη εν σχοινίω. 10 ανάστηθι και πορεύου. 12 συναγόμενος συναχθήσεται Ιακώβ συν πάσιν· εκδεχόμενος εκδέξομαι τους καταλοίπους του Ισραήλ. και αποστρέψει το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1368 . διεφθάρητε φθορά. 11 κατεδιώχθητε ουδενός διώκοντος· πνεύμα έστησε ψεύδος. δια τα πονηρά επιτηδεύματα αυτών εξώσθησαν· εγγίσατε όρεσιν αιωνίοις. 3 ον τρόπον κατέφαγον τας σάρκας του λαού μου και τα δέρματα αυτών απ ‘ αυτών εξέδειραν και τα οστέα αυτών συνέθλασαν και εμέλισαν ως σάρκας εις λέβητα και ως κρέα εις χύτραν. 9 δια τούτο ηγούμενοι λαού μου απορριφήσονται εκ των οικιών τρυφής αυτών. αι αρχαί οίκου Ιακώβ και οι κατάλοιποι οίκου Ισραήλ. μηδέ δακρυέτωσαν επί τούτοις· ουδέ γαρ απώσεται ονείδη. ουχ οι λόγοι αυτού εισι καλοί μετ ‘ αυτού και ορθοί πεπόρευνται. ως ποίμνιον εν μέσω κοίτης αυτών εξαλούνται εξ ανθρώπων· 13 δια της διακοπής προ προσώπου αυτών διέκοψαν και διήλθον πύλην και εξήλθον δι ‘ αυτής. 8 και έμπροσθεν ο λαός μου εις έχθραν αντέστη· κατέναντι της ειρήνης αυτού την δοράν αυτού εξέδειραν του αφελέσθαι ελπίδα συντριμμόν πολέμου. 5 δια τούτο ουκ έσται σοι βάλλων σχοινίον εν κλήρω εν εκκλησία Κυρίου. ουχ υμίν εστι του γνώναι το κρίμα. εστάλαξέ σοι εις οίνον και μέθυσμα.

οι βδελυσσόμενοι κρίμα και πάντα τα ορθά διαστρέφοντες. τους δάκνοντας εν τοις οδούσιν αυτών και κηρύσσοντας ειρήνην επ ‘ αυτόν. έτοιμον επί τας κορυφάς των ορέων. 3 και κρινεί ανά μέσον λαών πολλών και εξελέγξει έθνη ισχυρά έως εις μακράν. ου μη επέλθη εφ ‘ ημάς κακά. και δύσεται ο ήλιος επί τους προφήτας. 7 και καταισχυνθήσονται οι ορώντες τα ενύπνια. και ουκέτι μη αντάρη έθνος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1369 . και μετεωρισθήσεται υπεράνω των βουνών· και σπεύσουσι προς αυτό λαοί. αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ. ανθ ‘ ων επονηρεύσαντο εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών επ ‘ αυτούς. και οι προφήται αυτής μετά αργυρίου εμαντεύοντο. και καταγελασθήσονται οι μάντεις. και Ιερουσαλήμ ως οπωροφυλάκιον έσται και το όρος του οίκου εις άλσος δρυμού. και επί τον Κύριον επανεπαύοντο λέγοντες· ουχί ο Κύριος εν ημίν εστιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρόσωπον αυτού απ ‘ αυτών εν τω καιρω εκείνω. 2 και πορεύσονται έθνη πολλά και ερούσι· δεύτε. διότι ουκ έσται ο επακούων αυτών. 9 ακούσατε δη ταύτα. και σκοτία έσται υμίν εκ μαντείας. και οι ιερείς αυτής μετά μισθού απεκρίνοντο. και ουκ εδόθη εις το στόμα αυτών. και καταλαλήσουσι κατ ‘ αυτών πάντες αυτοί. 11 οι ηγούμενοι αυτής μετά δώρων έκρινον. οι ηγούμενοι οίκου Ιακώβ και οι κατάλοιποι οίκου Ισραήλ. και πορευσόμεθα εν ταις τρίβοις αυτού· ότι εκ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ. 12 δια τούτο δι ‘ ημάς Σιών ως αγρός αροτριαθήσεται. ήγειραν επ ‘ αυτόν πόλεμον. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ έσται επ ‘ εσχάτων των ημερών εμφανές το όρος Κυρίου. και συσκοτάσει επ ‘ αυτούς η ημέρα. και κατακόψουσι τας ρομφαίας αυτών εις άροτρα και τα δόρατα αυτών εις δρέπανα. 10 οι οικοδομούντες Σιών εν αίμασι και Ιερουσαλήμ εν αδικίαις. 8 εάν μη εγώ εμπλήσω ισχύν εν πνεύματι Κυρίου και κρίματος και δυναστείας του απαγγείλαι τω Ιακώβ ασεβείας αυτού και τω Ισραήλ αμαρτίας αυτού. 5 τάδε λέγει Κύριος επί τους προφήτας τους πλανώντας τον λαόν μου. και δείξουσιν ημίν την οδόν αυτού. 6 δια τούτο νύξ υμίν έσται εξ οράσεως.

και κατατήξεις εν αυτοίς έθνη και λεπτυνείς λαούς πολλούς και αναθήσεις τω Κυρίω το πλήθος αυτών και την ισχύν αυτών τω Κυρίω πάσης της γης. 11 και νυν επισυνήχθησαν επί σε έθνη πολλά οι λέγοντες· επιχαρούμεθα. θύγατερ Σιών. 4 και αναπαύσεται έκαστος υποκάτω αμπέλου αυτού και έκαστος υποκάτω συκής αυτού. . θύγατερ Σιών. 2 δια τούτο δώσει αυτούς έως καιρού τικτούσης τέξεται. ως τίκτουσα· διότι νυν εξελεύση εκ πόλεως και κατασκηνώσεις εν πεδίω και ήξεις έως Βαβυλώνος· εκείθεν ρύσεταί σε και εκείθεν λυτρώσεταί σε Κύριος ο Θεός σου εκ χειρός εχθρών σου. εν ράβδω πατάξουσιν επί σιαγόνα τας φυλάς του Ισραήλ. ότι συνήγαγεν αυτούς ως δράγματα άλωνος. και επόψονται επί Σιών οι οφθαλμοί ημών. βασιλεία εκ Βαβυλώνος τη θυγατρί Ιερουσαλήμ. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ συ. και οι επίλοιποι των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1370 . 13 ανάστηθι. οίκος του Εφραθά. λέγει Κύριος. και αι έξοδοι αυτού απ ‘ αρχής εξ ημερών αιώνος. διότι το στόμα Κυρίου παντοκράτορος ελάλησε ταύτα. μη βασιλεύς ουκ ην σοι. συνοχήν έταξεν εφ ‘ ημάς. και ουκέτι μη μάθωσι πολεμείν. 6 εν τη ημέρα εκείνη. 14 νυν εμφραχθήσεται θυγάτηρ Εφραίμ εν φραγμω. και αλόα αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επ ‘ έθνος ρομφαίαν. 10 ώδινε και ανδρίζου και έγγιζε. ότι τα κέρατά σου θήσομαι σιδηρά και τας οπλάς σου θήσομαι χαλκάς. και βασιλεύσει Κύριος επ ‘ αυτούς εν όρει Σιών από του νυν και έως εις τον αιώνα. και ουκ έσται ο εκφοβών. Βηθλεέμ. ή η βουλή σου απώλετο ότι κατεκράτησάν σου ωδίνες ως τικτούσης. 5 ότι πάντες οι λαοί πορεύσονται έκαστος την οδόν αυτού.9 Και νυν ινατί έγνως κακά. 8 και συ πύργος ποιμνίου αυχμώδης. θύγατερ Σιών. 12 αυτοί δε ουκ έγνωσαν τον λογισμόν Κυρίου και ου συνήκαν την βουλήν αυτού. ημείς δε πορευσόμεθα εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών εις τον αιώνα και επέκεινα. επί σε ήξει και εισελεύσεται η αρχή η πρώτη. ολιγοστός ει του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα· εκ σου μοι εξελεύσεται του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ. συνάξω την συντετριμμένην και την εξωσμένην εισδέξομαι και ους απωσάμην· 7 και θήσομαι την συντετριμμένην εις υπόλειμμα και την απωσμένην εις έθνος δυνατόν.

και ακουσάτωσαν βουνοί φωνήν σου. ότι κρίσις τω Κυρίω προς τον λαόν αυτού.9 Και έσται εν τη ημέρα εκείνη. και αι φάραγγες θεμέλια της γης. εξολοθρεύσω τους ίππους εκ μέσου σου και απολώ τα άρματά σου 10 και εξολοθρεύσω τας πόλεις της γης σου και εξαρώ πάντα τα οχυρώματά σου· 11 και εξαρώ τα φάρμακά σου εκ των χειρών σου. 4 και έσται αύτη ειρήνη· όταν Ασσύριος επέλθη επί την γην υμών και όταν επιβή επί την χώραν υμών. την κρίσιν του Κυρίου. τι εποίησά σοι ή τι ελύπησά σε ή τι παρηνώχλησά σοι. και πάντες οι εχθροί σου εξολοθρευθήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αδελφών αυτών επιστρέψουσιν επί τους υιούς Ισραήλ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1371 . και επεγερθήσονται επ ‘ αυτόν επτά ποιμένες και οκτώ δήγματα ανθρώπων· 5 και ποιμανούσι τον Ασσούρ εν ρομφαία και την γην του Νεβρώδ εν τη τάφρω αυτής· και ρύσεται εκ του Ασσούρ. διότι νυν μεγαλυνθήσονται έως άκρων της γης. και ουκέτι μη προσκυνήσης τοις έργοις των χειρών σου· 13 και εκκόψω τα άλση εκ μέσου σου και αφανιώ τας πόλεις σου· 14 και ποιήσω εν οργή και εν θυμω εκδίκησιν εν τοις έθνεσιν. . 3 και στήσεται και όψεται και ποιμανεί το ποίμνιον αυτού εν ισχύϊ Κύριος. 3 λαός μου. και εν τη δόξη ονόματος Κυρίου Θεού αυτών υπάρξουσι. ανθ ‘ ων ουκ εισήκουσαν. 2 ακούσατε όρη. όταν επέλθη επί την γην υμών και όταν επιβή επί τα όρια υμών. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ δη λόγον Κυρίου· Κύριος είπεν· ανάστηθι κρίθητι προς τα όρη. όπως μη συναχθή μηδείς μηδέ υποστη εν υιοίς ανθρώπων. ον τρόπον όταν διέλθη και διαστείλας αρπάση και μη ή ο εξαιρούμενος. 6 και έσται το υπόλειμμα του Ιακώβ εν τοις έθνεσιν εν μέσω λαών πολλών ως δρόσος παρά Κυρίου πίπτουσα και ως άρνες επί άγρωστιν. λέγει Κύριος. 7 και έσται το υπόλειμμα Ιακώβ εν τοις έθνεσιν εν μέσω λαών πολλών ως λέων εν κτήνεσι εν τω δρυμω και ως σκύμνος εν ποιμνίοις προβάτων. και μετά του Ισραήλ διελεγχθήσεται. 8 υψωθήσεται η χείρ σου επί τους θλίβοντάς σε. και αποφθεγγόμενοι ουκ έσονται εν σοί· 12 και εξολοθρεύσω τα γλυπτά σου και τας στήλας σου εκ μέσου σου.

5 λαός μου. εις ρομφαίαν παραδοθήσονται. . οίμοι. όπως παραδώ σε εις αφανισμόν και τους κατοικούντας αυτήν εις συρισμόν· και ονείδη λαών λήψεσθε. μνήσθητι δη τι εβουλεύσατο κατά σου Βαλάκ βασιλεύς Μωάβ και τι απεκρίθη αυτω Βαλαάμ υιος του Βεώρ από των σχοίνων έως του Γαλγάλ. 15 συ σπερείς και ου μη αμήσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποκρίθητί μοι. εν μόσχοις ενιαυσίοις. καρπόν κοιλίας μου υπέρ αμαρτίας ψυχής μου. ΜΙΧΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΟΙΜΟΙ. ή τι Κύριος εκζητεί παρά σου αλλ ‘ ή του ποιείν κρίμα και αγαπάν έλεον και έτοιμον είναι του πορεύεσθαι μετά Κυρίου Θεού σου. 2 ότι απόλωλεν ευσεβής από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1372 . 12 εξ ων τον πλούτον αυτών ασεβείας έπλησαν. ότι εγενήθην ως συνάγων καλάμην εν αμήτω. και σώσει φοβουμένους το όνομα αυτού. αντιλήψομαι Θεού μου Υψίστου. 13 και εγώ άρξομαι του πατάξαι σε. 7 ει προσδέξεται Κύριος εν χιλιάσι κριών ή εν μυριάσι χιμάρων πιόνων. και η γλώσσα αυτών υψώθη εν τω στόματι αυτών. ει καταλήψομαι αυτόν εν ολοκαυτώμασιν. και ου μη διασωθής· και όσοι αν διασωθώσιν. 11 ει δικαιωθήσεται εν ζυγω άνομος και εν μαρσίππω στάθμια δόλου. 6 εν τίνι καταλάβω τον Κύριον. αφανιώ σε εν ταις αμαρτίαις σου. και οίνον και ου μη πίητε. 14 συ φάγεσαι και ου μη εμπλησθής· και συσκοτάσει εν σοί και εκνεύσει.9 Φωνή Κυρίου τη πόλει επικληθήσεται. 16 και εφύλαξας τα δικαιώματα Ζαμβρί και πάντα τα έργα οίκου Αχαάβ και επορεύθητε εν ταις βουλαίς αυτών. 4 διότι ανήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου και εξ οίκου δουλείας ελυτρωσάμην σε και εξαπέστειλα προ προσώπου σου τον Μωυσήν και Ααρών και Μαριάμ. 8 ει ανηγγέλη σοι. όπως γνωσθή η δικαιοσύνη του Κυρίου. ει δώ πρωτότοκά μου υπέρ ασεβείας. ουχ υπάρχοντος βότρυος του φαγείν τα πρωτόγονα. τι καλόν. και τις κοσμήσει πόλιν. φυλή. άνθρωπε. 10 μη πυρ και οίκος ανόμου θησαυρίζων θησαυρούς ανόμους και μετά ύβρεως αδικία. και αφανισθήσεται νόμιμα λαού μου. ψυχή. συ πιέσεις ελαίαν και ου μη αλείψη έλαιον. και ως επιφυλλίδα εν τρυγητω. και οι κατοικούντες αυτήν ελάλουν ψεύδη. άκουε.

15 και κατά τας ημέρας εξοδίας σου εξ Αιγύπτου όψεσθε θαυμαστά. 18 τις Θεός ωσπερ συ. νύμφη επί την πενθεράν αυτής. 19 αυτός επιστρέψει και οικτειρήσει ημάς. τα ώτα αυτών αποκωφωθήσεται. πάσας τας αμαρτίας ημών. ότι ήμαρτον αυτω. οι οφθαλμοί μου επόψονται αυτήν· νυν έσται εις καταπάτημα ως πηλός εν ταις οδοίς 11 ημέρας αλοιφής πλίνθου. κατασκηνούντας καθ ‘ εαυτούς δρυμόν εν μέσω του Καρμήλου· νεμήσονται την Βασανίτιν και την Γαλλαδίτιν καθώς αι ημέραι του αιώνος. . 10 και όψεται η εχθρά μου και περιβαλείται αισχύνην η λέγουσα προς με· που Κύριος ο Θεός σου. νυν έσονται κλαυθμοί αυτών. αι εκδικήσεις σου ήκασι. 8 μη επίχαιρέ μοι. 17 λείξουσι χουν ως όφεις σύροντες γην. και αποτρίψεται νόμιμά σου η ημέρα εκείνη· 12 και αι πόλεις σου ήξουσιν εις ομαλισμόν και εις διαμερισμόν Ασσυρίων και αι πόλεις σου αι οχυραί εις διαμερισμόν από Τύρου έως του ποταμού και από θαλάσσης έως θαλάσσης και από όρους έως του όρους· 13 και έσται η γη εις αφανισμόν συν τοις κατοικούσιν αυτήν από καρπών επιτηδευμάτων αυτών. 20 δώσει εις αλήθειαν τω Ιακώβ.7 Εγώ δε επί τον Κύριον επιβλέψομαι. επιθήσουσι χείρας επί το στόμα αυτών. εισακούσεταί μου ο Θεός μου. ουαί ουαί. διότι εάν καθίσω εν τω σκότει. και ο κριτής ειρηνικούς λόγους ελάλησε. καταθύμιον ψυχής αυτού εστι. πρόβατα κληρονομίας σου. καταδύσει τας αδικίας ημών και απορριφήσονται εις τα βάθη της θαλάσσης. 3 επί το κακόν τας χείρας αυτών ετοιμάζουσιν. όψομαι την δικαιοσύνην αυτού. και εξελούμαι τα αγαθά αυτών 4 ως σής εκτρώγων και βαδίζων επί κανόνος εν ημέρα σκοπιάς.14 Ποίμανε λαόν σου εν ράβδω σου. . εξαίρων ανομίας και υπερβαίνων ασεβείας τοις καταλοίποις της κληρονομίας αυτού και ου συνέσχεν εις μαρτύριον οργήν αυτού. ο άρχων αιτεί. 16 όψονται έθνη και καταισχυνθήσονται εκ πάσης της ισχύος αυτών. η εχθρά μου. έκαστος τον πλησίον αυτού εκθλίβουσιν εκθλιβή. εξάλειψίς σου η ημέρα εκείνη. υπομενώ επί τω Θεω τω σωτήρί μου. συγχυθήσονται εν συγκλεισμω αυτών· επί τω Κυρίω Θεω ημών εκστήσονται και φοβηθήσονται από σου. θυγάτηρ επαναστήσεται επί την μητέρα αυτής. Κύριος φωτιεί μοι. εχθροί πάντες ανδρός οι εν τω οίκω αυτού. έλεον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1373 . από της συγκοίτου σου φύλαξαι του αναθέσθαι τι αυτη· 6 διότι υιος ατιμάζει πατέρα. ότι πέπτωκα· και αναστήσομαι. 9 οργήν Κυρίου υποίσω. 5 μη καταπιστεύετε εν φίλοις και μη ελπίζετε επί ηγουμένοις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της γης και κατορθών εν ανθρώποις ουχ υπάρχει· πάντες εις αίματα δικάζονται. ότι θελητής ελέους εστίν. έως του δικαιώσαι αυτόν την δίκην μου· και ποιήσει το κρίμα μου και εξάξει με εις το φως.

2 Ακούσατε ταύτα. κτήματα. πάντες οι πίνοντες οίνον εις μέθην. και τα τέκνα υμών τοις τέκνοις αυτών. και αι συκαί ωλιγώθησαν· ρόα και φοίνιξ και μήλον και πάντα τα ξύλα του αγρού εξηράνθησαν. και τα κατάλοιπα του βρούχου κατέφαγεν η ερυσίβη. ότι απόλωλε τρυγητός εξ αγρού· 12 η άμπελος εξηράνθη. πάντες οι κατοικούντες την γην. 9 εξήρται θυσία και σπονδή εξ οίκου Κυρίου. και ενωτίσασθε. ότι τεταλαιπώρηκε σίτος. 10 ότι τεταλαιπώρηκε τα πεδία· πενθείτω η γη. 11 εξηράνθησαν γεωργοί· θρηνείτε. οδόντες λέοντος. ος εγενήθη προς Ιωήλ τον του Βαθουήλ. ότι εξήρθη εκ στόματος υμών ευφροσύνη και χαρά. ότι απέσχηκεν εξ οίκου Θεού υμών θυσία και σπονδή. εξ οίνου αυτών και κλαύσατε· θρηνήσατε. ελεύκανε τα κλήματα αυτής. πενθείτε. και τα τέκνα αυτών εις γενεάν ετέραν. οι μεθύοντες. και τα κατάλοιπα της ακρίδος κατέφαγεν ο βρούχος. και αι μύλαι αυτού σκύμνου. ωλιγώθη έλαιον. εξηράνθη οίνος. 6 ότι έθνος ανέβη επί την γην μου ισχυρόν και αναρίθμητον. ------------------------------------------------------- ΙΩΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου. ότι ήσχυναν χαράν οι υιοί των ανθρώπων. 5 εκνήψατε. οι πρεσβύτεροι. ει γέγονε τοιαύτα εν ταις ημέραις υμών ή εν ταις ημέραις των πατέρων υμών. 8 θρήνησον προς με υπέρ νύμφην περιεζωσμένην σάκκον επί τον άνδρα αυτής τον παρθενικόν. 13 περιζώσασθε και κόπτεσθε. οι ιερείς. οι ιερείς οι λειτουργούντες θυσιαστηρίω Κυρίου. 7 έθετο την άμπελόν μου εις αφανισμόν και τας συκάς μου εις συγκλασμόν· ερευνών εξηρεύνησεν αυτήν και έρριψεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω Αβραάμ. υπέρ πυρού και κριθής. 3 υπέρ αυτών τοις τέκνοις υμών διηγήσασθε. καθότι ώμοσας τοις πατράσιν ημών κατά τας ημέρας τας έμπροσθεν. θρηνείτε οι λειτουργούντες θυσιαστηρίω· εισέλθετε υπνώσατε εν σάκκοις λειτουργούντες Θεω. 14 αγιάσατε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1374 . οι οδόντες αυτού. 4 τα κατάλοιπα της κάμπης κατέφαγεν η ακρίς.

8 και έκαστος από του αδελφού αυτού ουκ αφέξεται. 7 ως μαχηταί δραμούνται και ως άνδρες πολεμισταί αναβήσονται επί τα τείχη. ημέρα νεφέλης και ομίχλης. και τα ποίμνια των προβάτων ηφανίσθησαν. 3 τα έμπροσθεν αυτού πυρ αναλίσκον. κατεσκάφησαν ληνοί. ότι πυρ ανήλωσε τα ωραία της ερήμου. 4 ως όρασις ίππων η όψις αυτών. οίμοι εις ημέραν. ότι εγγύς. ηφανίσθησαν θησαυροί. συναγάγετε πρεσβυτέρους πάντας κατοικούντας γην εις οίκον Θεού υμών και κεκράξετε προς Κύριον εκτενώς· 15 οίμοι. Κύριε. και έκαστος εν τη οδω αυτού πορεύσεται. και ως ιππείς ούτως καταδιώξονται· 5 ως φωνή αρμάτων επί τας κορυφάς των ορέων εξαλούνται και ως φωνή φλογός πυρός κατεσθιούσης καλάμην και ως λαός πολύς και ισχυρός παρατασσόμενος εις πόλεμον. 17 εσκίρτησαν δαμάλεις επί ταις φάτναις αυτών. οίμοι. ότι εγγύς η ημέρα Κυρίου και ως ταλαιπωρία εκ ταλαιπωρίας ήξει. και συγχυθήτωσαν πάντες οι κατοικούντες την γην. διότι πάρεστιν ημέρα Κυρίου. ότι εξηράνθη σίτος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νηστείαν. 18 τι αποθήσομεν εαυτοίς. ότι ουχ υπήρχε νομή αυτοίς. καταβαρυνόμενοι εν τοις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1375 . εξ οίκου Θεού υμών ευφροσύνη και χαρά. και τα οπίσω αυτού αναπτομένη φλόξ· ως παράδεισος τρυφής η γη προ προσώπου αυτού. κηρύξατε εν όρει αγίω μου. παν πρόσωπον ως πρόσκαυμα χύτρας. ΙΩΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΣΑΛΠΙΣΑΤΕ σάλπιγγι εν Σιών. ότι εξηράνθησαν αφέσεις υδάτων και πυρ κατέφαγε τα ωραία της ερήμου. και ανασωζόμενος ουκ έσται αυτω. βοήσομαι. 16 κατέναντι των οφθαλμών υμών βρώματα εξωλοθρεύθη. 19 προς σε. και τα όπισθεν αυτού πεδίον αφανισμού. 6 από προσώπου αυτού συντριβήσονται λαοί. έκλαυσαν βουκόλια βοών. και ου μη εκκλίνουσι τας τρίβους αυτών. 2 ημέρα σκότους και γνόφου. ως όρθρος χυθήσεται επί τα όρη λαός πολύς και ισχυρός· όμοιος αυτω ου γέγονεν από του αιώνος και μετ ‘ αυτόν ου προστεθήσεται έως ετών εις γενεάς γενεών. κηρύξατε θεραπείαν. και φλόξ ανήψε πάντα τα ξύλα του αγρού· 20 και τα κτήνη του πεδίου ανέβλεψαν προς σε.

και τα άστρα δύσουσι το φέγγος αυτών.18 Και εζήλωσε Κύριος την γην αυτού και εφείσατο του λαού αυτού. . όπως μη είπωσιν εν τοί έθνεσι· που εστιν ο Θεός αυτών. 24 και πλησθήσονται αι άλωνες σίτου. αγιάσατε εκκλησίαν. και τις έσται ικανός αυτη. χαίρε και ευφραίνου. 12 και νυν λέγει Κύριος ο Θεός υμών· επιστράφητε προς με εξ όλης της καρδίας υμών και εν νηστεία και εν κλαυθμω και εν κοπετω· 13 και διαρρήξατε τας καρδίας υμών και μη τα ιμάτια υμών και επιστράφητε προς Κύριον τον Θεόν υμών. 15 σαλπίσατε σάλπιγγι εν Σιών. 14 τις οίδεν ει επιστρέψει και μετανοήσει και υπολείψεται οπίσω αυτού ευλογίαν και θυσίαν και σπονδήν Κυρίω τω Θεω υμών. ότι ισχυρά έργα λόγων αυτού· διότι μεγάλη η ημέρα Κυρίου. Κύριε. 11 και Κύριος δώσει φωνήν αυτού προ προσώπου δυνάμεως αυτού. κηρύξατε θεραπείαν. αγιάσατε νηστείαν. και ου δώσω υμάς ουκέτι εις ονειδισμόν εν τοις έθνεσι· 20 και τον από Βορρά εκδιώξω αφ ‘ υμών και εξώσω αυτόν εις γην άνυδρον και αφανιώ το πρόσωπον αυτού εις την θάλασσαν την πρώτην και τα οπίσω αυτού εις την θάλασσαν την εσχάτην. διότι έδωκεν υμίν τα βρώματα εις δικαιοσύνην και βρέξει υμίν υετόν πρώϊμον και όψιμον καθώς έμπροσθεν. 17 ανά μέσον της κρηπίδος του θυσιαστηρίου κλαύσονται οι ιερείς οι λειτουργούντες τω Κυρίω και ερούσι· φείσαι. 22 θαρσείτε. εξελθέτω νυμφίος εκ του κοιτώνος αυτού και νύμφη εκ του παστού αυτής. 16 συναγάγετε λαόν. και αναβήσεται η σαπρία αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ όπλοις αυτών πορεύσονται και εν τοις βέλεσιν αυτών πεσούνται και ου μη συντελεσθώσι. επιφανής σφόδρα. και υπερεκχυθήσονται αι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1376 . ότι ξύλον ήνεγκε τον καρπόν αυτού. ότι εμεγάλυνε τα έργα αυτού. συναγάγετε νήπια θηλάζοντα μαστούς. χαίρετε και ευφραίνεσθε επί τω Κυρίω Θεω υμών. του λαού σου και μη δως την κληρονομίαν σου εις όνειδος του κατάρξαι αυτών έθνη. 21 θάρσει. γη. 19 και απεκρίθη Κύριος και είπε τω λαω αυτού· ιδού εγώ εξαποστέλλω υμίν τον σίτον και τον οίνον και το έλαιον. ότι πολλή εστι σφόδρα η παρεμβολή αυτού. ο ήλιος και η σελήνη συσκοτάσουσι. 9 της πόλεως επιλήψονται και επί των τειχέων δραμούνται και επί τας οικίας αναβήσονται και δια θυρίδων εισελεύσονται ως κλέπται. συκή και άμπελος έδωκαν την ισχύν αυτών. εκλέξασθε πρεσβυτέρους. και αναβήσεται ο βρόμος αυτού. μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών επί ταις κακίαις. ότι ελεήμων και οικτίρμων εστί. και εμπλησθήσεσθε αυτών. 23 και τα τέκνα Σιών. ότι εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι. 10 προ προσώπου αυτών συγχυθήσεται η γη και σεισθήσεται ο ουρανός. κτήνη του πεδίου. ότι βεβλάστηκε τα πεδία της ερήμου.

2 και συνάξω πάντα τα έθνη και κατάξω αυτά εις την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1377 . α εποίησε μεθ ‘ υμών εις θαυμάσια. σωθήσεται· ότι εν τω όρει Σιών και εν Ιερουσαλήμ έσται ανασωζόμενος. ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου. και ου μη καταισχυνθώσιν έτι ο λαός μου εις τον αιώνα. και ου μη καταισχυνθή ο λαός μου εις τον αιώνα· 27 και επιγνώσεσθε ότι εν μέσω του Ισραήλ εγώ ειμι. ους Κύριος προσκέκληται. και οι νεανίσκοι υμών οράσεις όψονται· 2 και επί τους δούλους μου και επί τας δούλας μου εν ταις ημέραις εκείναις εκχεώ από του πνεύματός μου. καθότι είπε Κύριος. 3 και δώσω τέρατα εν ουρανω και επί της γης. και εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και ευαγγελιζόμενοι. ην εξαπέστειλα εις υμάς. όταν επιστρέψω την αιχμαλωσίαν Ιούδα και Ιερουσαλήμ. ΙΩΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΟΤΙ ιδού εγώ εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρω εκείνω. και προφητεύσουσιν οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών. αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού· 4 ο ήλιος μεταστραφήσεται εις σκότος και η σελήνη εις αίμα πριν ελθείν την ημέραν Κυρίου την μεγάλην και επιφανή. 25 και ανταποδώσω υμίν αντί των ετών ων κατέφαγεν η ακρίς και ο βρούχος και η ερυσίβη και η κάμπη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ληνοί οίνου και ελαίου. 26 και φάγεσθε εσθίοντες και εμπλησθήσεσθε και αινέσετε το όνομα Κυρίου του Θεού υμών. και ουκ έστιν έτι πλήν εμού. και οι πρεσβύτεροι υμών ενύπνια ενυπνιασθήσονται. 5 και έσται. η δύναμίς μου η μεγάλη. ΙΩΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ έσται μετά ταύτα και εκχεώ από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα. πας.

12 εξεγειρέσθωσαν και αναβαινέτωσαν πάντα τα έθνη εις την κοιλάδα Ιωσαφάτ.9 Κηρύξατε ταύτα εν τοις έθνεσιν. 16 ο δε Κύριος εκ Σιών ανακεκράξεται και εξ Ιερουσαλήμ δώσει φωνήν αυτού. ότι Κύριος ελάλησε. πάντες άνδρες πολεμισταί. ου απέδοσθε αυτούς εκεί. όπως εξώσητε αυτούς εκ των ορίων αυτών. και πάσαι αι αφέσεις Ιούδα ρυήσονται ύδατα. διότι εκεί καθιώ του διακρίναι πάντα τα έθνη κυκλόθεν. 11 συναθροίζεσθε και εισπορεύεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κοιλάδα Ιωσαφάτ και διακριθήσομαι προς αυτούς εκεί υπέρ του λαού μου και της κληρονομίας μου Ισραήλ. διότι πλήρης η ληνός· υπερεκχείτε τα υπολήνια. και ανταποδώσω το ανταπόδομα υμών εις κεφαλάς υμών 8 και αποδώσομαι τους υιούς υμών και τας θυγατέρας υμών εις χείρας των υιών Ιούδα. 17 και επιγνώσεσθε. 14 ήχοι εξήχησαν εν τη κοιλάδι της δίκης. 7 και ιδού εγώ εξεγείρω αυτούς εκ του τόπου. 5 ανθ ‘ ων το αργύριόν μου και το χρυσίον μου ελάβετε και τα επίλεκτά μου τα καλά εισηνέγκατε εις τους ναούς υμών 6 και τους υιούς Ιούδα και τους υιούς Ιερουσαλήμ απέδοσε τοις υιοίς των Ελλήνων. πάντα τα έθνη κυκλόθεν. ότι παρέστηκεν ο τρυγητός· εισπορεύεσθε. και οι αστέρες δύσουσι φέγγος αυτών. και οι βουνοί ρυήσονται γάλα. και η Ιδουμαία εις πεδίον αφανισμού έσται εξ αδικιών υιών Ιούδα. 10 συγκόψατε τα άροτρα υμών εις ρομφαίας και τα δρέπανα υμών εις σειρομάστας· ο αδύνατος λεγέτω ότι ισχύω εγώ. μη ανταπόδομα υμείς ανταποδίδοτέ μοι. και ταχέως ανταποδώσω το ανταπόδομα υμών εις κεφαλάς υμών. και σεισθήσεται ο ουρανός και η γη· ο δε Κύριος φείσεται του λαού αυτού. 18 και έσται εν τη ημέρα εκείνη αποσταλάξει τα όρη γλυκασμόν. ανθ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1378 . 13 εξαποστείλατε δρέπανα. και αποδώσονται αυτούς εις αιχμαλωσίαν εις έθνος μακράν απέχον. πατείτε. και ενισχύσει τους υιούς Ισραήλ. 15 ο ήλιος και η σελήνη συσκοτάσουσι. ότι εγγύς ημέρα Κυρίου εν τη κοιλάδι της δίκης. Τύρος και Σιδών και πάσα Γαλιλαία αλλοφύλων. 4 και τι υμείς εμοί. . οί διεσπάρησαν εν τοις έθνεσι· και την γην μου καταδιείλαντο 3 και επί τον λαόν μου έβαλον κλήρους και έδωκαν τα παιδάρια πόρναις και τα κοράσια επώλουν αντί του οίνου και έπινον. αγιάσατε πόλεμον. και συνάχθητε εκεί· ο πραϋς έστω μαχητής. ότι πεπλήθυνται τα κακά αυτών. και πηγή εξ οίκου Κυρίου εξελεύσεται και ποτιεί τον χειμάρρουν των σχοίνων. εξεγείρατε τους μαχητάς. 19 Αίγυπτος εις αφανισμόν έσται. ή μνησικακείτε υμείς επ ‘ εμοί οξέως. προσαγάγετε και αναβαίνετε. διότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών ο κατασκηνών εν Σιών όρει αγίω μου· και έσται Ιερουσαλήμ αγία. και αλλογενείς ου διελεύσονται δι ‘ αυτής ουκέτι.

ηδυνάσθησαν προς σε άνδρες ειρηνικοί σου. εκείθεν κατάξω σε. λέγει Κύριος. υψών κατοικίαν αυτού. λέγων εν καρδία αυτού· τις κατάξει με επί την γην. ουκ έστι σύνεσις αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ‘ ων εξέχεαν αίμα δίκαιον εν τη γη αυτών. 7 έως των ορίων εξαπέστειλάν σε πάντες οι άνδρες της διαθήκης σου. λέγε Κύριος. αντέστησάν σοι. Τάδε λέγει Κύριος ο Θεός τη Ιδουμαία· ακοήν ήκουσα παρά Κυρίου. 21 και εκζητήσω το αίμα αυτών και ου μη αθωώσω. ------------------------------------------------------- ΟΒΔΙΟΥ 1 ΟΡΑΣΙΣ ‘Οβδιού. -11 Αφ ‘ ης ημέρας αντέστης εξεναντίας εν ημέραις αιχμαλωτευόντων αλλογενών δύναμιν αυτού και αλλότριοι εισήλθον εις πύλας αυτού και επί Ιερουσαλήμ έβαλον κλήρους. και περιοχήν εις τα έθνη εξαπέστειλεν. απολώ σοφούς εκ της Ιδουμαίας και σύνεσιν εξ όρους Ησαύ· 9 και πτοηθήσονται οι μαχηταί σου οι εκ Θαιμάν. ουκ αν έκλεψαν τα ικανά εαυτοίς. 20 η δε Ιουδαία εις τον αιώνα κατοικηθήσεται και Ιερουσαλήμ εις γενεάς γενεών. ουκ αν υπελίποντο επιφυλλίδα. και εξαναστώμεν επ ‘ αυτήν εις πόλεμον. και συ ης ως εις εξ αυτών. και ει τρυγηταί εισήλθον προς σε. 6 Πως εξηρευνήθη Ησαύ και κατελήφθη τα κεκρυμμένα αυτού. 13 μηδέ εισέλθης εις πύλας λαών εν ημέρα πόνων αυτών. 2 ιδού ολιγοστόν δέδωκά σε εν τοις έθνεσιν. που αν απερρίφης. ητιμωμένος ει συ σφόδρα. ανάστητε. 8 εν τη ημέρα εκείνη. και Κύριος κατασκηνώσει εν Σιών. και καλύψει σε αισχύνη και εξαρθήση εις τον αιώνα. μηδέ επίδης και συ την συναγωγήν αυτών εν ημέρα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1379 . όπως εξαρθή άνθρωπος εξ όρους Ησαύ 10 δια την σφαγήν και την ασέβειαν την εις τον αδελφόν σου Ιακώβ. 5 ει κλέπται εισήλθον προς σε ή λησταί νυκτός. 4 εάν μετεωρισθής ως αετός και εάν ανά μέσον των άστρων θής νοσσιάν σου. έθηκαν ένεδρα υποκάτω σου. 3 υπερηφανία της καρδίας σου επήρέ σε κατασκηνούντα εν ταις οπαίς των πετρών. 12 και μη επίδης ημέραν αδελφού σου εν ημέρα αλλοτρίων και μη επιχαρής επί τους υιούς Ιούδα εν ημέρα απωλείας αυτών και μη μεγαλορρημονήσης εν ημέρα θλίψεως.

ο δε οίκος Ιωσήφ φλόξ. ο δε οίκος Ησαύ εις καλάμην. -17 Εν δε τω όρει Σιών έσται η σωτηρία. 21 και αναβήσονται ανασωζόμενοι εξ όρους Σιών του εκδικήσαι το όρος Ησαύ. 15 διότι εγγύς ημέρα Κυρίου επί πάντα τα έθνη· ον τρόπον εποίησας. και εκκαυθήσονται εις αυτούς και καταφάγονται αυτούς. 19 και κατακληρονομήσουσιν οι εν Ναγέβ το όρος το Ησαύ και οι εν τη Σεφηλά τους αλλοφύλους και κατακληρονομήσουσι το όρος Εφραίμ και το πεδίον Σαμαρείας και Βενιαμίν και την Γαλααδίτιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολέθρου αυτών και μη συνεπιθή επί την δύναμιν αυτών εν ημέρα απωλείας αυτών. διότι Κύριος ελάλησε. 18 και έσται ο οίκος Ιακώβ πυρ. 14 μηδέ επιστης επί τας διεκβολάς αυτών του εξολοθρεύσαι τους ανασωζομένους αυτών. 20 και της μετοικεσίας η αρχή αύτη· τοις υιοίς Ισραήλ γη των Χαναναίων έως Σαρεπτών και η μετοικεσία Ιερουσαλήμ έως Εφραθά. και ουκ έσται πυροφόρος εν τω οίκω Ησαύ. 16 διότι ον τρόπον έπιες επί το όρος το άγιόν μου. ούτως έσται σοι· το ανταπόδομά σου ανταποδοθήσεται εις κεφαλήν σου. ------------------------------------------------------- ΙΩΝΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιωνάν τον του Αμαθί λέγων· 2 ανάστηθι και πορεύθητι εις Νινευή την πόλιν την μεγάλην και κήρυξον εν αυτη. μηδέ συγκλείσης τους φεύγοντας εξ αυτών εν ημέρα θλίψεως. και έσται άγιον· και κατακληρονομήσουσιν ο οίκος Ιακώβ τους κατακληρονομήσαντας αυτούς. πίονται πάντα τα έθνη οίνον· πίονται και καταβήσονται και έσονται καθώς ουχ υπάρχοντες. ότι ανέβη η κραυγή της κακίας αυτής προς με. και κληρονομήσουσι τας πόλεις του Ναγέβ. και έσται τω Κυρίω η βασιλεία. 3 και ανέστη Ιωνάς του φυγείν εις Θαρσίς εκ προσώπου Κυρίου και κατέβη εις Ιόππην και εύρε πλοίον βαδίζον εις Θαρσίς και έδωκε τον ναύλον αυτού και ενέβη εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1380 .

και εκ ποίας χώρας και εκ ποίου λαού ει συ. ότι η θάλασσα επορεύετο και εξηγείρετο μάλλον επ ‘ αυτούς. 13 και παρεβιάζοντο οι άνδρες του επιστρέψαι προς την γην και ουκ ηδύναντο. ότι η θάλασσα επορεύετο και εξήγειρε μάλλον κλύδωνα. ότι εκ προσώπου Κυρίου ην φεύγων. 6 και προσήλθε προς αυτόν ο πρωρεύς και είπεν αυτω· τι συ ρέγχεις. Ιωνάς δε κατέβη εις την κοίλην του πλοίου και εκάθευδε και έρρεγχε. 8 και είπον προς αυτόν· απάγγειλον ημίν τίνος ένεκεν η κακία αύτη εστίν εν ημίν. όπως διασώση ο Θεός ημάς και ου μη απολώμεθα. 10 και εφοβήθησαν οι άνδρες φόβον μέγαν και είπον προς αυτόν· τι τούτο εποίησας. 16 και εφοβήθησαν οι άνδρες φόβω μεγάλω τον Κύριον και έθησαν θυσίαν τω Κυρίω και ηύξαντο τας ευχάς. και εγένετο κλύδων μέγας εν τη θαλάσση. πεποίηκας. Κύριε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1381 . και πόθεν έρχη. τις σου η εργασία εστί. και έστη η θάλασσα εκ του σάλου αυτής. 4 και Κύριος εξήγειρε πνεύμα μέγα εις την θάλασσαν. ος εποίησε την θάλασσαν και την ξηράν. διότι έγνωσαν οι άνδρες. 5 και εφοβήθησαν οι ναυτικοί και ανεβόησαν έκαστος προς το θεόν αυτού και εκβολήν εποιήσαντο των σκευών των εν τω πλοίω εις την θάλασσαν του κουφισθήναι απ ‘ αυτών. Κύριε. και του πορεύη. 14 και ανεβόησαν προς Κύριον και είπαν· μηδαμώς. και το πλοίον εκινδύνευε του συντριβήναι. 15 και έλαβον τον Ιωνάν και εξέβαλον αυτόν εις την θάλασσαν. ανάστα και επικαλού τον Θεόν σου. 7 και είπεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· δεύτε βάλωμεν κλήρους και επιγνώμεν τίνος ένεκεν η κακία αύτη εστίν εν ημίν. 12 και είπεν Ιωνάς προς αυτούς· άρατέ με και εμβάλετέ με εις την θάλασσαν. και μη δως εφ ‘ ημάς αίμα δίκαιον. 9 και είπε προς αυτούς· δούλος Κυρίου ειμί εγώ και τον Κύριον Θεόν του ουρανού εγώ σέβομαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτό του πλεύσαι μετ ‘ αυτών εις Θαρσίς εκ προσώπου Κυρίου. και έπεσεν ο κλήρος επί Ιωνάν. ότι απήγγειλεν αυτοίς. μη απολώμεθα ένεκεν της ψυχής του ανθρώπου τούτου. και έβαλον κλήρους. και κοπάσει η θάλασσα αφ ‘ υμών· διότι έγνωκα εγώ ότι δι ‘ εμέ ο κλύδων ο μέγας ούτος εφ ‘ υμάς εστι. 11 και είπον προς αυτόν· τι ποιήσομέν σοι και κοπάσει η θάλασσα αφ ‘ ημών. ον τρόπον εβούλου. διότι συ.

ης οι μοχλοί αυτής κάτοχοι αιώνιοι. ΙΩΝΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιωνάν εκ δευτέρου λέγων· 2 ανάστηθι και πορεύθητι εις Νινευή την πόλιν την μεγάλην και κήρυξον εν αυτη κατά το κήρυγμα το έμπροσθεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΩΝΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ προσέταξε Κύριος κήτει μεγάλω καταπιείν τον Ιωνάν· και ην Ιωνάς εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας. 7 κατέβην εις γην. 3 και ανέστη Ιωνάς και επορεύθη εις Νινευή. 5 και εγώ είπα· απώσμαι εξ οφθαλμών σου· άρα προσθήσω του επιβλέψαι με προς ναόν τον άγιόν σου. και έλθοι προς σε η προσευχή μου εις ναόν το άγιόν σου. 9 φυλασσόμενοι μάταια και ψευδή έλεον αυτών εγκατέλιπον. άβυσσος εκύκλωσέ με εσχάτη. 6 περιεχύθη μοι ύδωρ έως ψυχής. καθά ελάλησε Κύριος· η δε Νινευή ην πόλις μεγάλη τω Θεω ωσεί πορείας οδού τριών ημερών. προς σε Κύριε ο Θεός μου. 10 εγώ δε μετά φωνής αινέσεως και εξομολογήσεως θύσω σοι. και εξέβαλε τον Ιωνάν επί την ξηράν. και αναβήτω εκ φθοράς η ζωή μου. έδυ η κεφαλή μου εις σχισμάς ορέων. 4 απέρριψάς με εις βάθη καρδίας θαλάσσης. 2 και προσηύξατο Ιωνάς προς Κύριον τον Θεόν αυτού εκ της κοιλίας του κήτους 3 και είπεν· Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεόν μου. και εισήκουσέ μου· εκ κοιλίας άδου κραυγής μου ήκουσας φωνής μου. 8 εν τω εκλείπειν απ ‘ εμού την ψυχήν μου του Κυρίου εμνήσθην. και ποταμοί εκύκλωσάν με· πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ ‘ εμέ διήλθον. ό εγώ ελάλησα προς σε. όσα ηυξάμην αποδώσω σοι εις σωτηρίαν μου τω Κυρίω. 4 και ήρξατο Ιωνάς του εισελθείν εις την πόλιν ωσεί πορείαν ημέρας μιάς και εκήρυξε και είπεν· έτι τρεις ημέραι και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1382 . 11 Και προσέταξε Κύριος τω κήτει.

7 και εκηρύχθη και ερρέθη εν τη Νινευή παρά του βασιλέως και παρά των μεγιστάνων αυτού λέγων· οι άνθρωποι και τα κτήνη και οι βόες και τα πρόβατα μη γευσάσθωσαν μηδέ νεμέσθωσαν μηδέ ύδωρ πιέτωσαν. ότι απέστρεψαν από των οδών αυτών των πονηρών. 3 και νυν. 2 και προσηύξατο προς Κύριον και είπεν· Ω Κύριε. ότι καλόν το αποθανείν με μάλλον. μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών επί ταις κακίαις. ΙΩΝΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ ελυπήθη Ιωνάς λύπην μεγάλην και συνεχύθη. 6 και ήγγισεν ο λόγος προς τον βασιλέα της Νινευή. 5 και επίστευσαν οι άνδρες Νινευή τω Θεω και εκήρυξαν νηστείαν και ενεδύσαντο σάκκους από μεγάλου αυτών έως μικρού αυτών. και απεξηράνθη. 4 και είπε Κύριος προς Ιωνάν· ει σφόδρα λελύπησαι συ. και εξανέστη από του θρόνου αυτού και περιείλετο την στολήν αυτού αφ ‘ εαυτού και περιεβάλετο σάκκον και εκάθισεν επί σποδού. 8 και περιεβάλλοντο σάκκους οι άνθρωποι και τα κτήνη. και επάταξε την κολοκύνθαν. 7 και προσέταξεν ο Θεός σκώληκι εωθινή τη επαύριον. δέσποτα Κύριε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Νινευή καταστραφήσεται. και μετενόησεν ο Θεός επί τη κακία. 6 και προσέταξε Κύριος ο Θεός κολοκύνθη. διότι έγνων ότι συ ελεήμων και οικτίρμων. και ανεβόησαν προς τον Θεόν εκτενώς· και απέστρεψαν έκαστος από της οδού αυτών της πονηράς και από της αδικίας της εν χερσίν αυτών λέγοντες· 9 τις οίδεν ει μετανοήσει ο Θεός και αποστρέψει εξ οργής θυμού αυτού και ου μη απολώμεθα. 8 και εγένετο άμα τω ανατείλαι τον ήλιον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1383 . 5 και εξήλθεν Ιωνάς εκ της πόλεως και εκάθισεν απέναντι της πόλεως· και εποίησεν εαυτω εκεί σκηνήν και εκάθητο υποκάτω αυτής. ουχ ούτοι οι λόγοι μου έτι όντος μου εν τη γη μου. και εχάρη Ιωνάς επί τη κολοκύνθη χαράν μεγάλην. δια τούτο προέφθασα του φυγείν εις Θαρσίς. λάβε την ψυχήν μου απ ‘ εμού. έως ου απίδη τι έσται τη πόλει. 10 και είδεν ο Θεός τα έργα αυτών. ή ελάλησε του ποιήσαι αυτοίς. και ουκ εποίησε. και ανέβη υπέρ κεφαλής του Ιωνά του είναι σκιάν υπεράνω της κεφαλής αυτού του σκιάζειν αυτω από των κακών αυτού. ή ζήν με.

εν συντελεία και εν συσσεισμω η οδός αυτού. εκδικών Κύριος τους υπεναντίους αυτού. και τα εξανθούντα του Λιβάνου εξέλιπε. και επάταξεν ο ήλιος επί την κεφαλήν του Ιωνά· και ωλιγοψύχησε και επελέγετο την ψυχήν αυτού και είπε· καλόν μοι αποθανείν με ή ζήν. και μεγάλη η ισχύς αυτού. εκδικών Κύριος μετά θυμού. 10 και είπε Κύριος· συ εφείσω υπέρ της κολοκύνθης. 3 Κύριος μακρόθυμος. 11 εγώ δε ου φείσομαι υπέρ Νινευή της πόλεως της μεγάλης. υπέρ ης ουκ εκακοπάθησας επ ‘ αυτήν ουδέ εξέθρεψας αυτήν. 9 και είπεν ο Θεός προς Ιωνάν· ει σφόδρα λελύπησαι συ επί τη κολοκύνθη. και οι βουνοί εσαλεύθησαν· και ανεστάλη η γη από προσώπου αυτού η σύμπασα και πάντες οι κατοικούντες εν αυτη. και είπε· σφόδρα λελύπημαι εγώ εως θανάτου. ο θυμός αυτού τήκει αρχάς. οίτινες ουκ έγνωσαν δεξιάν αυτών ή αριστεράν αυτών. και νεφέλαι κονιορτός ποδών αυτού. 4 απειλών θαλάσση και ξηραίνων αυτήν και πάντας τους ποταμούς εξερημών· ωλιγώθη η Βασανίτις και ο Κάρμηλος. και κτήνη πολλά. 7 χρηστός Κύριος τοις υπομένουσιν αυτόν εν ημέρα θλίψεως και γινώσκων τους ευλαβουμένους αυτόν· 8 και εν κατακλυσμω πορείας συντέλειαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1384 . εν ή κατοικούσι πλείους ή δώδεκα μυριάδες ανθρώπων. και αθωον ουκ αθωώσει Κύριος. ή εγενήθη υπό νύκτα και υπό νύκτα απώλετο. ------------------------------------------------------- ΝΑΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΗΜΜΑ Νινευή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προσέταξεν ο Θεός πνεύματι καύσωνι συγκαίοντι. και αι πέτραι διεθρύβησαν απ ‘ αυτού. και τις αντιστήσεται εν οργή θυμού αυτού. 6 από προσώπου οργής αυτού τις υποστήσεται. 2 Θεός ζηλωτής και εκδικών Κύριος. 5 τα όρη εσείσθησαν απ ‘ αυτού. και εξαίρων αυτός τους εχθρούς αυτού. βιβλίον οράσεως Ναούμ του Ελκεσαίου.

. 13 και νυν συντρίψω την ράβδον αυτού από σου και τους δεσμούς σου διαρρήξω· 14 και εντελείται περί σου Κύριος. κράτησον οσφύος. ου σπαρήσεται εκ του ονόματός σου έτι· εξ οίκου Θεού σου εξολοθρεύσω τα γλυπτά και χωνευτά· θήσομαι ταφήν σου. και οι ιππείς θορυβηθήσονται 5 εν ταις οδοίς. 9 τι λογίζεσθε επί τον Κύριον. και τα βασίλεια διέπεσε. τας εορτάς σου. διέφθειραν 4 όπλα δυναστείας αυτών εξ ανθρώπων. ότι ταχείς. 2 ανέβη εμφυσών εις πρόσωπόν σου εξαιρούμενος εκ θλίψεως· σκόπευσον οδόν. άνδρας δυνατούς εμπαίζοντας εν πυρί· αι ηνίαι των αρμάτων αυτών εν ημέρα ετοιμασίας αυτού. 8 και η υπόστασις απεκαλύφθη. και αι δούλαι αυτής ήγοντο καθώς περιστεραί φθεγγόμεναι εν καρδίαις αυτών. άνδρισαι τη ισχύϊ σφόδρα. ΝΑΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΙΔΟΥ επί τα όρη οι πόδες ευαγγελιζομένου και απαγγέλλοντος ειρήνην· εόρταζε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσεται τους επεγειρομένους. 12 τάδε λέγει Κύριος κατάρχων υδάτων πολλών· και ούτως διασταλήσονται. και η ακοή σου ουκ ενακουσθήσεται έτι. και συγχυθήσονται τα άρματα και συμπλακήσονται εν ταις πλατείαις· η όρασις αυτών ως λαμπάδες πυρός και ως αστραπαί διατρέχουσαι. εξήρται. ως κολυμβήθρα ύδατος τα ύδατα αυτής. 3 διότι απέστρεψε Κύριος την ύβριν Ιακώβ. συντέλειαν αυτός ποιήσεται. απόδος τας ευχάς σου. και αύτη ανέβαινε.Συντετέλεσται. 11 εκ σου εξελεύσεται λογισμός κατά του Κυρίου πονηρά βουλευόμενος εναντία. 9 και Νινευή. διότι εκτινάσσοντες εξετίναξαν αυτούς και τα κλήματα αυτών. διότι ου μη προσθήσωσιν έτι του διελθείν δια σου εις παλαίωσιν. Ιούδα. ουκ εκδικήσει δις επί το αυτό εν θλίψει· 10 ότι έως θεμελίου αυτού χερσωθήσεται και ως σμίλαξ περιπλεκομένη βρωθήσεται και ως καλάμη ξηρασίας μεστή. καθώς ύβριν του Ισραήλ. 7 πύλαι των ποταμών διηνοίχθησαν. 6 και μνησθήσονται οι μεγιστάνες αυτών και φεύξονται ημέρας και ασθενήσουσιν εν τη πορεία αυτών και σπεύσουσιν επί τα τείχη αυτής και ετοιμάσουσι τας προφυλακάς αυτών. και τους εχθρούς αυτού διώξεται σκότος. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1385 .

ου ψηλαφηθήσεται θήρα. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. διήρπαζον το χρυσίον. και ουκ ην ο επιβλέπων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοί φεύγοντες ουκ έστησαν. 13 λέων ήρπασε τα ικανά τοις σκύμνοις αυτού και απέπνιξε τοις λέουσιν αυτού και έπλησε θήρας νοσσιάν αυτού και το κατοικητήριον αυτού αρπαγής. και τους λέοντάς σου καταφάγεται ρομφαία. και εξολοθρεύσω εκ της γης την θήραν σου. και εκκαύσω εν καπνω πλήθός σου. και ουκ έστη πέρας της φυγής. πόθεν ζητήσω παράκλησιν αυτη. 2 φωνή μαστίγων και φωνή σεισμού τροχών και ίππου διώκοντος και άρματος αναβράσσοντος 3 και ιππέως αναβαίνοντος και στιλβούσης ρομφαίας και εξαστραπτόντων όπλων και πλήθους τραυματιών και βαρείας πτώσεως· και ουκ ην πέρας τοις έθνεσιν αυτής. ετοίμασαι μερίδα. 12 που εστι το κατοικητήριον των λεόντων και η νομή η ούσα τοις σκύμνοις. 5 ιδού εγώ επί σε. άρμοσαι χορδήν. η πωλούσα έθνη εν τη πορνεία αυτής και λαούς εν τοις φαρμάκοις αυτής. 6 και επιρρίψω επί σε βδελυγμόν κατά τας ακαθαρσίας σου και θήσομαί σε εις παράδειγμα. και αποκαλύψω τα οπίσω σου επί το πρόσωπόν σου και δείξω έθνεσι την αισχύνην σου και βασιλείαις την ατιμίαν σου. 7 και έσται πας ο ορών σε καταβήσεται από σου και ερεί· δειλαία Νινευή· τις στενάξει αυτήν. ύδωρ κύκλω αυτής. ης η αρχή θάλασσα και ύδωρ τα τείχη αυτής. και ουκ ην πέρας του κόσμου αυτής· βεβάρυνται υπέρ πάντα τα σκεύη τα επιθυμητά αυτής. σκύμνος λέοντος και ουκ ην ο εκφοβών. 10 διήρπαζον το αργύριον. 11 εκτιναγμός και ανατιναγμός και εκβρασμός και καρδίας θραυσμός και υπόλυσις γονάτων και ωδίνες επί πάσαν οσφύν. 4 πόρνη καλή και επίχαρις ηγουμένη φαρμάκων. και ου μη ακουσθή ουκέτι τα έργα σου. 8 ετοίμασαι μερίδα. ου επορεύθη λέων του εισελθείν εκεί. ΝΑΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 Ω πόλις αιμάτων. Αμμών η κατοικούσα εν ποταμοίς. λέγει Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ. και ασθενήσουσιν εν τοις σώμασιν αυτών από πλήθους πορνείας. και Λίβυες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1386 . και το πρόσωπον πάντων ως πρόσκαυμα χύτρας. 14 ιδού εγώ επί σε. 9 και Αιθιοπία ισχύς αυτής και Αίγυπτος. αδικίας πλήρης. όλη ψευδής.

εφλέγμανεν η πληγή σου· πάντες οι ακούοντες την αγγελίαν σου κροτήσουσι χείρας επί σε· διότι επί τίνα ουκ επήλθεν η κακία σου διαπαντός. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1387 . 13 ιδού ο λαός σου ως γυναίκες εν σοί· τοις εχθροίς σου ανοιγόμεναι ανοιχθήσονται πύλαι της γης σου. και καταφάγεται πυρ τους μοχλούς σου. 17 εξήλατο ως αττέλεβος ο σύμμεικτός σου. 19 ουκ έστιν ίασις τη συντριβή σου. 11 και συ μεθυσθήση και έση υπερεωραμένη. και ουκ ην ο εκδεχόμενος. και πάντες οι μεγιστάνες αυτής δεθήσονται χειροπέδαις. 14 ύδωρ περιοχής επίσπασαι σεαυτη και κατακράτησον των οχυρωμάτων σου. κατακράτησον υπέρ πλίνθον· 15 εκεί καταφάγεταί σε πυρ. κεκράξομαι και ου μη εισακούσης. βασιλεύς Ασσύριος εκοίμισε τους δυνάστας σου· απήρεν ο λαός σου επί τα όρη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγένοντο βοηθοί αυτής. 3 ινατί έδειξάς μοι κόπους και πόνους. ------------------------------------------------------- ΑΜΒΑΚΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΤΟ λήμμα ό είδεν Αμβακούμ ο προφήτης. εξολοθρεύσει σε ρομφαία. 18 ενύσταξαν οι ποιμένες σου. βοήσομαι προς σε αδικούμενος και ου σώσεις. και συ ζητήσεις σεαυτη στάσιν εξ εχθρών. 2 ΄Εως τίνος. Κύριε. και πεσούνται εις στόμα έσθοντος. και αφήλατο. καταφάγεταί σε ως ακρίς. έμβηθι εις πηλόν και συμπατήθητι εν αχύροις. 10 και αυτή εις μετοικεσίαν πορεύσεται αιχμάλωτος. και επί πάντα τα ένδοξα αυτής βαλούσι κλήρους. και βαρυνθήση ως βρούχος. 16 επλήθυνας τας εμπορίας σου υπέρ τα άστρα του ουρανού· βρούχος ωρμησε και εξεπετάσθη. και τα νήπια αυτής εδαφιούσιν επ ‘ αρχάς πασών των οδών αυτής. 12 πάντα τα οχυρώματά σου συκαί σκοπούς έχουσαι· εάν σαλευθώσι. και ουκ έγνω τον τόπον αυτής· ουαί αυτοίς. ως ακρίς επιβεβηκυία επί φραγμόν εν ημέρα πάγους· ο ήλιος ανέτειλε. επιβλέπειν ταλαιπωρίαν και ασέβειαν.

11 τότε μεταβαλεί το πνεύμα και διελεύσεται και εξιλάσεται· αύτη η ισχύς τω Θεω μου. 6 διότι ιδού εγώ εξεγείρω εφ ‘ υμάς τους Χαλδαίους τους μαχητάς. ότι ο ασεβής καταδυναστεύει τον δίκαιον· ένεκεν τούτου εξελεύσεται το κρίμα διεστραμμένον. διότι έργον εγώ εργάζομαι εν ταις ημέραις υμών. 12 ουχί συ απ ‘ αρχής. 10 και αυτός εν βασιλεύσιν εντρυφήσει και τύραννοι παίγνια αυτού. και αυτός εις παν οχύρωμα εμπαίξεται και βαλεί χώμα και κρατήσει αυτού. το πορευόμενον επί τα πλάτη της γης του κατακληρονομήσαι σκηνώματα ουκ αυτού. 13 καθαρός ο οφθαλμός του μη οράν πονηρά. εάν τις εκδιηγήται. Κύριε. εις κρίμα τέταχας αυτόν· και έπλασέ με του ελέγχειν παιδείαν αυτού. εξ αυτού το κρίμα αυτού έσται και το λήμμα αυτού εξ αυτού εξελεύσεται. και επιβλέψατε και θαυμάσατε θαυμάσια και αφανίσθητε. οι καταφρονηταί. ο Θεός ο άγιός μου. και τα βρώματα αυτού εκλεκτά. 9 συντέλεια εις ασεβείς ήξει. και ο κριτής λαμβάνει. 8 και εξαλούνται υπέρ παρδάλεις οι ίπποι αυτού και οξύτεροι υπέρ τους λύκους της Αραβίας· και εξιππάσονται οι ιππείς αυτού και ορμήσουσι μακρόθεν και πετασθήσονται ως αετός πρόθυμος εις το φαγείν. 15 συντέλειαν εν αγκίστρω ανέσπασε και είλκυσεν αυτόν εν αμφιβλήστρω και συνήγαγεν αυτόν εν ταις σαγήναις αυτού. και επιβλέπειν επί πόνους ου δυνήση· ίνα τι επιβλέπεις επί καταφρονούντας. παρασιωπήση εν τω καταπίνειν ασεβή τον δίκαιον. 4 δια τούτο διεσκέδασται νόμος. ανθεστηκότας προσώποις αυτών εξεναντίας και συνάξει ως άμμον αιχμαλωσίαν. 7 φοβερός και επιφανής εστιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξεναντίας μου γέγονε κρίσις. το έθνος το πικρόν και το ταχινόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1388 . Κύριε. και ου μη αποθάνωμεν. ότι εν αυτοίς ελίπανε μερίδα αυτού. ό ου μη πιστεύσητε. και ου διεξάγεται εις τέλος κρίμα. 16 ένεκεν τούτου ευφρανθήσεται και χαρήσεται η καρδία αυτού· ένεκεν τούτου θύσει τη σαγήνη αυτού και θυμιάσει τω αμφιβλήστρω αυτού. 5 ίδετε. 14 και ποιήσεις τους ανθρώπους ως τους ιχθύας της θαλάσσης και ως τα ερπετά τα ουκ έχοντα ηγούμενον. 17 δια τούτο αμφιβαλεί το αμφίβληστρον αυτού και δια παντός αποκτέννειν έθνη ου φείσεται.

7 ότι εξαίφνης αναστήσονται δάκνοντες αυτόν. καρδία σαλεύθητι και σείσθητι· εκύκλωσεν επί σε ποτήριον δεξιάς Κυρίου και συνήχθη ατιμία επί την δόξαν σου. 13 ου ταύτά εστι παρά Κυρίου παντοκράτορος. 16 πλησμονήν ατιμίας εκ δόξης πίε και συ. ουθέν μη περάνη. σκυλεύσουσί σε πάντες οι υπολελειμμένοι λαοί δι ‘ αίματα ανθρώπων και ασεβείας γης και πόλεως και πάντων των κατοικούντων αυτήν. όπως επιβλέπη επί τα σπήλαια αυτών. 17 διότι ασέβεια του Λιβάνου καλύψει σε. ανήρ αλαζών. και εξήμαρτεν η ψυχή σου· 11 διότι λίθος εκ τοίχου βοήσεται. 4 εάν υποστείληται. 3 διότι έτι όρασις εις καιρόν και ανατελεί εις πέρας και ουκ εις κενόν· εάν υστερήση. 2 και απεκρίθη προς με Κύριος και είπε· γράψον όρασιν και σαφώς εις πυξίον. 18 τι ωφελεί γλυπτόν. και ερούσιν· ουαί ο πληθύνων εαυτω τα ουκ όντα αυτού έως τίνος. και έθνη πολλά ωλιγοψύχησαν. και εκνήψουσιν οι επίβουλοί σου. και έση εις διαρπαγήν αυτοίς. και ταλαιπωρία θηρίων πτοήσει σε δι ‘ αίματα ανθρώπων και ασεβείας γης και πόλεως και πάντων των κατοικούντων αυτήν. όπως διώκη ο αναγινώσκων αυτά. ότι ερχόμενος ήξει και ου μη χρονίση. 15 ω ο ποτίζων τον πλησίον αυτού ανατροπή θολερά και μεθύσκων. και βαρύνων τον κλοιόν αυτού στιβαρώς. ως ύδωρ κατακαλύψει αυτούς. συνεπέρανας πολλούς λαούς. 9 ω ο πλεονεκτών πλεονεξίαν κακήν τω οίκω αυτού του τάξαι εις ύψος νοσσιάν αυτού του εκσπασθήναι εκ χειρός κακών. υπόμεινον αυτόν. και κάνθαρος εκ ξύλου φθέγξεται αυτά. 10 εβουλεύσω αισχύνην τω οίκω σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΜΒΑΚΟΥΜ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΕΠΙ της φυλακής μου στήσομαι και επιβήσομαι επί πέτραν και αποσκοπεύσω του ιδείν τι λαλήσει εν εμοί και τι αποκριθώ επί τον έλεγχόν μου. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1389 . και εξέλιπον λαοί ικανοί εν πυρί. 5 ο δε κατοιόμενος και καταφρονητής. ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτω· ο δε δίκαιος εκ πίστεώς μου ζήσεται. 8 διότι συ εσκύλευσας έθνη πολλά. 12 ουαί ο οικοδομών πόλιν εν αίμασι και ετοιμάζων πόλιν εν αδικίαις. 6 ουχί ταύτα πάντα κατ ‘ αυτού παραβολήν λήψονται και πρόβλημα εις διήγησιν αυτού. ος επλάτυνε καθώς άδης την ψυχήν αυτού και ούτος ως θάνατος ουκ εμπιπλάμενος και επισυνάξει επ ‘ αυτόν πάντα τα έθνη και εισδέξεται προς αυτόν πάντας τους λαούς. 14 ότι επλησθήσεται η γη του γνώναι την δόξαν Κυρίου.

τούτο δε εστιν έλασμα χρυσίου και αργυρίου. ή εν ποταμοίς ο θυμός σου. ΑΜΒΑΚΟΥΜ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ Προσευχή Αμβακούμ του προφήτου μετά ωδής. 19 ουαί ο λέγων τω ξύλω· έκνηψον. και τω λίθω· υψώθητι· και αυτό εστι φαντασία. εξεγέρθητι. 4 και φέγγος αυτού ως φως έσται. και αινέσεως αυτού πλήρης η γη. και η σελήνη έστη εν τη τάξει αυτής· εις φως βολίδες σου πορεύσονται. Κύριε. ετάκησαν βουνοί αιώνιοι. κατενόησα τα έργα σου και εξέστην. 20 ο δε Κύριος εν ναω αγίω αυτού· ευλαβείσθω από προσώπου αυτού πάσα η γη. σκορπίζων ύδατα πορείας αυτού· έδωκεν η άβυσσος φωνήν αυτής. και διετάκη έθνη. 8 μη εν ποταμοίς ωργίσθης. διεβρύθη τα όρη βία. κέρατα εν χερσίν αυτού. ότι επιβήση επί τους ίππους σου. και η ιππασία σου σωτηρία. εξήγειρας δεσμούς έως τραχήλου. (διάψαλμα). φαντασίαν ψευδή. εκάλυψεν ουρανούς η αρετή αυτού. 11 επήρθη ο ήλιος. εν τω εγγίζειν τα έτη επιγνωσθήση. και ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος. ύψος φαντασίας αυτής. εισακήκοα την ακοήν σου και εφοβήθην· 2 Κύριε. 5 προ προσώπου αυτού πορεύσεται λόγος. ότι πέποιθεν ο πλάσας επί το πλάσμα αυτού του ποιήσαι είδωλα κωφά. εν τω ταραχθήναι την ψυχήν μου. και έθετο αγάπησιν κραταιάν ισχύος αυτού. εις φέγγος αστραπής όπλων σου. ποταμών ραγήσεται γη. λέγει Κύριος. 12 εν απειλή ολιγώσεις γην και εν θυμω κατάξεις έθνη. και παν πνεύμα ουκ έστιν εν αυτω. 3 ο Θεός από Θαιμάν ήξει. εν οργή ελέους μνησθήση. (διάψαλμα). 10 όψονταί σε και ωδινήσουσι λαοί. και εσαλεύθη η γη· επέβλεψε. 7 πορείας αιωνίας αυτού αντί κόπων είδον· σκηνώματα Αιθιόπων πτοηθήσονται και αι σκηναί γης Μαδιάμ. έπλασεν αυτό χώνευμα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1390 . 1 ΚΥΡΙΕ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έγλυψαν αυτό. εν τω παρείναι τον καιρόν αναδειχθήση. 13 εξήλθες εις σωτηρίαν λαού σου του σώσαι τον χριστόν σου· έβαλες εις κεφαλάς ανόμων θάνατον. εν μέσω δύο ζώων γνωσθήση. 9 εντείνων εντενείς το τόξον σου επί σκήπτρα. και εξελεύσεται εις παιδείαν κατά πόδας αυτού 6 έστη. ή εν θαλάσση το όρμημά σου.

αναπαύσομαι εν ημέρα θλίψεως του αναβήναι εις λαόν παροικίας μου. λέγει Κύριος. και τα πεδία ου ποιήσει βρώσιν· εξέλιπον από βρώσεως πρόβατα. 2 Εκλείψει εκλιπέτω από προσώπου της γης. ος εγενήθη προς Σοφονίαν τον του Χουσί. . 14 διέκοψας εν εκστάσει κεφαλάς δυναστών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ (διάψαλμα). Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1391 . ------------------------------------------------------- ΣΟΦΟΝΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου. και ασθενήσουσιν οι ασεβείς και εξαρώ τους ανόμους από προσώπου της γης.7 Ευλαβείσθε από προσώπου Κυρίου του Θεού. εν ημέραις Ιωσίου υιού Αμών βασιλέως Ιούδα. 4 και εκτενώ την χείρά μου επί Ιούδαν και επί πάντας τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ και εξαρώ εκ του τόπου τούτου τα ονόματα της Βάαλ και τα ονόματα των ιερέων 5 και τους προσκυνούντας επί τα δώματα τη στρατιά του ουρανού και τους ομνύοντας κατά του Κυρίου και τους ομνύοντας κατά του βασιλέως αυτών 6 και τους εκκλίνοντας από του Κυρίου και τους μη ζητούντας τον Κύριον και τους μη αντεχομένους του Κυρίου. 19 Κύριος ο Θεός δύναμίς μου και τάξει τους πόδας μου εις συντέλειαν· επί τα υψηλά επιβιβά με του νικήσαί με εν τη ωδή αυτού. χαρήσομαι επί τω Θεω τω σωτήρί μου. και εισήλθε τρόμος εις τα οστά μου. σεισθήσονται εν αυτη· διανοίξουσι χαλινούς αυτών ως εσθίων πτωχός λάθρα. λέγει Κύριος. και υποκάτωθέν μου εταράχθη η έξις μου. 17 διότι συκή ου καρποφορήσει. 18 εγώ δε εν τω Κυρίω αγαλλιάσομαι. υιόν Γοδολίου. 16 εφυλαξάμην. και επτοήθη η κοιλία μου από φωνής προσευχής χειλέων μου. του Εζεκίου. 15 και επεβίβασας εις θάλασσαν τους ίππους σου ταράσσοντας ύδατα πολλά. 3 εκλιπέτω άνθρωπος και κτήνη. εκλιπέτω τα πετεινά του ουρανού και οι ιχθύες της θαλάσσης. και ουκ έσται γενήματα εν ταις αμπέλοις· ψεύσεται έργον ελαίας. του Αμορίου. και ουχ υπάρχουσι βόες επί φάτναις.

ουδ ‘ ου μη κακώση. ότι ωμοιώθη πας ο λαός Χαναάν. και οικοδομήσουσιν οικίας και ου μη κατοικήσουσιν εν αυταίς και καταφυτεύσουσιν αμπελώνας και ου μη πίωσι τον οίνον αυτών. εξωλοθρεύθησαν πάντες οι επηρμένοι αργυρίω. .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διότι εγγύς ημέρα του Κυρίου. ΣΟΦΟΝΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΣΥΝΑΧΘΗΤΕ και συνδέθητε. ημέρα νεφέλης και ομίχλης. 8 και έσται εν ημέρα θυσίας Κυρίου και εκδικήσω επί τους άρχοντας και επί τον οίκον του βασιλέως και επί πάντας τους ενδεδυμένους ενδύματα αλλότρια· 9 και εκδικήσω επί πάντας εμφανώς επί τα πρόπυλα εν εκείνη τη ημέρα. εγγύς και ταχεία σφόδρα· φωνή ημέρας Κυρίου πικρά και σκληρά τέτακται. 10 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. 17 και εκθλίψω τους ανθρώπους. ότι τω Κυρίω εξήμαρτον· και εκχεεί το αίμα αυτών ως χουν και τας σάρκας αυτών ως βόλβιτα. οι κατοικούντες την κατακεκομμένην. διότι συντέλειαν και σπουδήν ποιήσει επί πάντας τους κατοικούντας την γην. ότι ητοίμακε Κύριος την θυσίαν αυτού. 12 και έσται εν τη ημέρα εκείνη εξερευνήσω την Ιερουσαλήμ μετά λύχνου και εκδικήσω επί τους άνδρας τους καταφρονούντας επί τα φυλάγματα αυτών. ημέρα θλίψεως και ανάγκης. 13 και έσται η δύναμις αυτών εις διαρπαγήν και οι οίκοι αυτών εις αφανισμόν. και εν πυρί ζήλου αυτού καταναλωθήσεται πάσα η γη. 18 και το αργύριον αυτών και το χρυσίον αυτών ου μη δύνηται εξελέσθαι αυτούς εν ημέρα οργής Κυρίου. οι δε λέγοντες εν ταις καρδίαις αυτών· ου μη αγαθοποιήση Κύριος. 11 θρηνήσατε. ημέρα γνόφου και σκότους. φωνή κραυγής από πύλης αποκεντούντων και ολολυγμός από της δευτέρας και συντριμμός μέγας από των βουνών.14 Οτι εγγύς ημέρα Κυρίου η μεγάλη. τους πληρούντας τον οίκον Κυρίου Θεού αυτών ασεβείας και δόλου. και ηγίακε τους κλητούς αυτού. και πορεύσονται ως τυφλοί. λέγει Κύριος. 2 προ του γενέσθαι υμάς ως άνθος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1392 . ημέρα αωρίας και αφανισμού. το έθνος το απαίδευτον. 16 ημέρα σάλπιγγος και κραυγής επί τας πόλεις τας οχυράς και επί τας γωνίας τας υψηλάς. 15 δυνατή ημέρα οργής η ημέρα εκείνη.

διότι κέδρος το ανάστημα αυτής. και χαμαιλέοντες και εχίνοι εν τοις φατνώμασιν αυτής κοιτασθήσονται. 6 και έσται Κρήτη νομή ποιμνίων και μάνδρα προβάτων.12 Και υμείς. προ του επελθείν εφ ‘ υμάς οργήν Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παραπορευόμενον. και Δαμασκός εκλελειμμένη ως θιμωνία άλωνος και ηφανισμένη εις τον αιώνα· και οι κατάλοιποι λαού μου διαρπώνται αυτούς και οι κατάλοιποι έθνους μου κληρονομήσουσιν αυτούς. 10 αύτη αυτοίς αντί της ύβρεως αυτών. δείλης καταλύσουσιν από προσώπου υιών Ιούδα. διότι ωνείδισαν και εμεγαλύνθησαν επί τον Κύριον τον παντοκράτορα. ότι επέσκεπται αυτούς Κύριος ο Θεός αυτών. 11 επιφανήσεται Κύριος επ ‘ αυτούς και εξολοθρεύσει πάντας τους θεούς των εθνών της γης. και προσκυνήσουσιν αυτω έκαστος εκ του τόπου αυτού. και ουκ έστι μετ ‘ εμέ έτι. πάντες ταπεινοί γης· κρίμα εργάζεσθε και δικαιοσύνην ζητήσατε και αποκρίνασθε αυτά. προ του επελθείν εφ ‘ υμάς ημέραν θυμού Κυρίου. . 13 και εκτενεί την χείρα αυτού επί βορράν και απολεί τον Ασσύριον και θήσει την Νινευή εις αφανισμόν άνυδρον ως έρημον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1393 . Πως εγενήθη εις αφανισμόν νομή θηρίων· πας ο διαπορευόμενος δι ‘ αυτής συριεί και κινήσει τας χείρας αυτού. Αιθίοπες. 5 ουαί οι κατοικούντες το σχοίνισμα της θαλάσσης. η λέγουσα εν καρδία αυτής· εγώ ειμι. . 4 διότι Γάζα διηρπασμένη έσται. εν οίς ωνείδιζον τον λαόν μου και εμεγαλύνοντο επί τα όριά μου. πάροικοι Κρητών· λόγος Κυρίου εφ ‘ υμάς. 9 δια τούτο ζω εγώ. Χαναάν γη αλλοφύλων. και Ακκαρών εκριζωθήσεται. 14 και νεμήσονται εν μέσω αυτής ποίμνια και πάντα τα θηρία της γης. πάσαι αι νήσοι των εθνών. 3 ζητήσατε τον Κύριον.8 Ήκουσα ονειδισμούς Μωάβ και κονδυλισμούς υιών Αμμών. διότι Μωάβ ως Σόδομα έσται και υιοί Αμμών ως Γόμορρα. και αποστρέψει την αιχμαλωσίαν αυτών. τραυματίαι ρομφαίας μου εστε. και απολώ υμάς εκ κατοικίας. λέγει Κύριος των δυνάμεων ο Θεός Ισραήλ. και θηρία φωνήσει εν τοις διορύγμασιν αυτής και κόρακες εν τοις πυλώσιν αυτής. και Άζωτος μεσημβρίας εκριφήσεται. και Ασκάλων εις αφανισμόν. 7 και έσται το σχοίνισμα της θαλάσσης τοις καταλοίποις οίκου Ιούδα· επ ‘ αυτούς νεμήσονται εν τοις οίκοις Ασκάλωνος. όπως σκεπασθήτε εν ημέρα οργής Κυρίου. 15 αύτη η πόλις η φαυλίστρια η κατοικούσα επ ‘ ελπίδι.

6 εν διαφθορά κατέσπασα υπερηφάνους. . όρθρισον. ουκ εδέξατο παιδείαν. του εκχέαι επ ‘ αυτούς πάσαν οργήν θυμού μου· διότι εν πυρί ζήλου μου καταναλωθήσεται πάσα η γη. θύγατερ Σιών. έφθαρται πάσα η επιφυλλίς αυτών. και ουκέτι μη προσθής του μεγαλαυχήσαι επί το όρος το άγιόν μου. οίσουσι θυσίας μοι. 10 εκ περάτων ποταμών Αιθιοπίας προσδέξομαι εν διεσπαρμένοις μου. 11 εν τη ημέρα εκείνη ου μη καταισχυνθής εκ πάντων των επιτηδευμάτων σου. και ουκ έσται ο εκφοβών αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΟΦΟΝΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 Ω η επιφανής και απολελυτρωμένη. και ευλαβηθήσονται από του ονόματος Κυρίου 13 οι κατάλοιποι του Ισραήλ και ου ποιήσουσιν αδικίαν και ου λαλήσουσι μάταια. και ου μη εξολοθρευθήτε εξ οφθαλμών αυτής. ουχ υπελίποντο εις το πρωϊ· 4 οι προφήται αυτής πνευματοφόροι. 3 οι άρχοντες αυτής εν αυτη ως λέοντες ωρυόμενοι· οι κριταί αυτής ως λύκοι της Αραβίας. διότι αυτοί νεμήσονται και κοιτασθήσονται. θύγατερ Ιερουσαλήμ· ευφραίνου και κατατέρπου εξ όλης της καρδίας σου. 15 περιείλε Κύριος τα αδικήματά σου. πάντα όσα εξεδίκησα επ ‘ αυτήν· ετοιμάζου.14 Χαίρε σφόδρα. λέγει Κύριος. λελύτρωταί σε εκ χειρός εχθρών σου· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1394 . και ου μη ευρεθή εν τω στόματι αυτών γλώσσα δολία. . εις ημέραν αναστάσεώς μου εις μαρτύριον· διότι το κρίμα μου εις συναγωγάς εθνών του εισδέξασθαι βασιλείς. ηφανίσθησαν γωνίαι αυτών· εξερημώσω τας οδούς αυτών το παράπαν του μη διοδεύειν· εξέλιπον αι πόλεις αυτών παρά το μηδένα υπάρχειν μηδέ κατοικείν. άνδρες καταφρονηταί· ιερείς αυτής βεβηλούσι τα άγια και ασεβούσι νόμον· 5 ο δε Κύριος δίκαιος εν μέσω αυτής και ου μη ποιήση άδικον· πρωϊ πρωϊ δώσει κρίμα αυτού εις φως και ουκ απεκρύβη και ουκ έγνω αδικίαν εν απαιτήσει και ουκ εις νείκος αδικίαν.8 Δια τούτο υπόμεινόν με. η πόλις η περιστερά· 2 ουκ εισήκουσε φωνής. θύγατερ Ιερουσαλήμ. κήρυσσε. 9 ότι τότε μεταστρέψω επί λαούς γλώσσαν εις γενεάν αυτής του επικαλείσθαι πάντας το όνομα Κυρίου του δουλεύειν αυτω υπό ζυγόν ένα. 12 και υπολείψομαι εν σοί λαόν πραϋν και ταπεινόν. επί τω Κυρίω ουκ επεποίθει και προς τον Θεόν αυτής ουκ ήγγισεν. 7 είπα· πλήν φοβείσθέ με και δέξασθε παιδείαν. ων ησέβησας εις εμέ· ότι τότε περιελώ από σου τα φαυλίσματα της ύβρεώς σου.

19 ιδού εγώ ποιώ εν σοί ένεκέν σου εν τω καιρω εκείνω. επάξει επί σε ευφροσύνην και καινιεί σε εν τη αγαπήσει αυτού και ευφρανθήσεται επί σε εν τέρψει ως εν ημέρα εορτής. μη παρείσθωσαν αι χείρές σου· 17 Κύριος ο Θεός σου εν σοί. 20 και καταισχυνθήσονται εν τω καιρω εκείνω. 6 εσπείρατε πολλά και εισηνέγκατε ολίγα. λέγει Κύριος. και την απωσμένην εισδέξομαι. όταν καλώς υμίν ποιήσω. και ο τους μισθούς συνάγων συνήγαγεν εις δεσμόν τετρυπημένον. όταν εισδέξωμαι υμάς· διότι δώσω υμάς ονομαστούς και εις καύχημα εν πάσι τοις λαοίς της γης εν τω επιστρέφειν με την αιχμαλωσίαν υμών ενώπιον υμών. 16 εν τω καιρω εκείνω ερεί Κύριος τη Ιερουσαλήμ· θάρσει. Σιών. 3 και εγένετο λόγος Κυρίου εν χειρί Αγγαίου του προφήτου λέγων· 4 ει καιρός μεν υμίν εστι του οικείν εν οίκοις υμών κοιλοστάθμοις. εφάγετε και ουκ εις πλησμονήν. περιεβάλεσθε και ουκ εθερμάνθητε εν αυτοίς. μια του μηνός. 7 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· θέσθε τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1395 . και εν τω καιρω. εγένετο λόγος Κυρίου εν χειρί Αγγαίου του προφήτου λέγων· ειπόν προς Ζοροβάβελ τον του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα και προς Ιησούν τον του Ιωσεδέκ τον ιερέα τον μέγαν λέγων· 2 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ λέγων· ο λαός ούτος λέγουσιν· ουχ ήκει ο καιρός του οικοδομήσαι τον οίκον Κυρίου. ο δε οίκος ούτος εξηρήμωται. ------------------------------------------------------- ΑΓΓΑΙΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΕΝ τω δευτέρω έτει επί Δαρείου του βασιλέως. ουκ όψη κακά ουκέτι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βασιλεύς Ισραήλ Κύριος εν μέσω σου. και σώσω την εκπεπιεσμένην. εν τω μηνί τω έκτω. λέγει Κύριος. 5 και νυν τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· τάξατε δη καρδίας υμών εις τας οδούς υμών. και θήσομαι αυτούς εις καύχημα και ονομαστούς εν πάση τη γη. δύνατός σώσει σε. τις έλαβεν επ ‘ αυτήν ονειδισμόν. ουαί. 18 και συνάξω τους συντετριμμένους σου. επίετε και ουκ εις μέθην.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρδίας υμών εις τας οδούς υμών· 8 ανάβητε εις το όρος και κόψατε ξύλα και οικοδομήσατε τον οίκον. και η γη υποστελείται τα εκφόρια αυτής· 11 και επάξω ρομφαίαν επί την γην και επί τα όρη και επί τον σίτον και επί τον οίνον και επί το έλαιον και όσα εκφέρει η γη και επί τους ανθρώπους και επί τα κτήνη και επί πάντας τους πόνους των χειρών αυτών. επί Δαρείου του βασιλέως. και εφοβήθη ο λαός από προσώπου Κυρίου. λέγει Κύριος. και κατίσχυε. και ευδοκήσω εν αυτω και ενδοξασθήσομαι. δια τούτο τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ανθ ‘ ων ο οίκός μου εστιν έρημος. μια και εικάδι του μηνός. και εξεφύσησα αυτά. Ιησού ο του Ιωσεδέκ ο ιερεύς ο μέγας. 4 και νυν κατίσχυε. 14 και εξήγειρε Κύριος το πνεύμα Ζοροβάβελ του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα και το πνεύμα Ιησού του Ιωσεδέκ του ιερέως του μεγάλου και το πνεύμα των καταλοίπων παντός του λαού. ΑΓΓΑΙΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 Τ† μηνί τω εβδόμω. και κατισχυέτω πας ο λαός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1396 . και εισήλθον και εποίουν έργα εν τω οίκω Κυρίου παντοκράτορος Θεού αυτών 15 τη τετράδι και εικάδι του μηνός του έκτου. και εγένετο ολίγα· και εισηνέχθη εις τον οίκον. και Πως υμείς βλέπετε αυτόν νυν καθώς ουχ υπάρχοντα ενώπιον υμών. ελάλησε Κύριος εν χειρί Αγγαίου του προφήτου λέγων· 2 ειπόν δη προς Ζοροβάβελ τον του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα και προς Ιησούν του Ιωσεδέκ τον ιερέα τον μέγαν και προς πάντας τους καταλοίπους του λαού λέγων· 3 τις εξ υμών. καθότι εξαπέστειλεν αυτόν Κύριος ο Θεός αυτών προς αυτούς. τω δευτέρω έτει. λέγει Κύριος. είπε Κύριος. 12 και ήκουσε Ζοροβάβελ ο του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα και Ιησούς ο του Ιωσεδέκ ο ιερεύς ο μέγας και πάντες οι κατάλοιποι του λαού της φωνής Κυρίου του Θεού αυτών και των λόγων του Αγγαίου του προφήτου. ος είδε τον οίκον τούτον εν τη δόξη αυτού τη έμπροσθεν. 9 επεβλέψατε εις πολλά. 13 και είπεν Αγγαίος άγγελος Κυρίου εν αγγέλοις Κυρίου τω λαω· εγώ ειμι μεθ ‘ υμών. υμείς δε διώκετε έκαστος εις τον οίκον αυτού. Ζοροβάβελ. 10 δια τούτο ανέξει ο ουρανός από δρόσου.

13 και είπεν Αγγαίος· εάν άψηται μεμιασμένος ακάθαρτος επί ψυχή επί παντός τούτων. 9 διότι μεγάλη έσται η δόξα του οίκου τούτου η εσχάτη υπέρ την πρώτην. 18 υποτάξατε δη τας καρδίας υμών από της ημέρας ταύτης και επέκεινα· από της τετράδος και εικάδος του ενάτου μηνός και από της ημέρας. . ότε ενεβάλλετε εις κυψέλην κριθής είκοσι σάτα. και ούτως πάντα τα έργα των χειρών αυτών. και απεκρίθησαν οι ιερείς και είπαν· μιανθήσεται. μιανθήσεται ένεκεν των λημμάτων αυτών των ορθρινών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της γης. εγένετο λόγος Κυρίου προς Αγγαίον τον προφήτην λέγων· 11 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· επερώτησον δη τους ιερείς νόμον λέγων· 12 εάν λάβη άνθρωπος κρέας άγιον εν τω άκρω του ιματίου αυτού και άψηται το άκρον του ιματίου αυτού άρτου ή εψήματος ή οίνου ή ελαίου ή παντός βρώματος. και ος εάν εγγίση εκεί. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και απεκρίθησαν οι ιερείς και είπαν· ου. οδυνηθήσονται από προσώπου πόνων αυτών· και εμισείτε εν πύλαις ελέγχοντας 15 και νυν θέσθε δη εις τας καρδίας υμών από της ημέρας ταύτης και υπεράνω προ του θείναι λίθον επί λίθον εν τω ναω Κυρίου. και πλήσω τον οίκον τούτον δόξης. έτους δευτέρου. και ποιείτε· διότι μεθ ‘ υμών εγώ ειμι. ης τεθεμελίωται ο ναός Κυρίου· θέσθε εν ταις καρδίαις υμών.10 Τετράδι και εικάδι του ενάτου μηνός. λέγει Κύριος παντοκράτωρ· και εν τω τόπω τούτω δώσω ειρήνην. ει αγιασθήσεται. 19 ει έτι επιγνωσθήσεται επί της άλω και ει έτι η άμπελος και η συκή και η ροά και τα ξύλα της ελαίας τα ου φέροντα καρπόν. 6 διότι τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έτι άπαξ εγώ σείσω τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και την ξηράν· 7 και συσσείσω πάντα τα έθνη. και ουκ επεστρέψατε προς με. 5 και το πνεύμά μου εφέστηκεν εν μέσω υμών· θαρσείτε. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. 14 και απεκρίθη Αγγαίος και είπεν· ούτως ο λαός ούτος και ούτως το έθνος τούτο ενώπιον εμού. 17 επάταξα υμάς εν αφορία και εν ανεμοφθορία και εν χαλάζη πάντα τα έργα των χειρών υμών. από της ημέρας ταύτης ευλογήσω. λέγει Κύριος. 16 τίνες ήτε. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και ήξει τα εκλεκτά πάντων των εθνών.20 Και εγένετο λόγος Κυρίου εκ δευτέρου προς Αγγαίον τον προφήτην τετράδι και εικάδι του μηνός λέγων· 21 ειπόν προς Ζοροβάβελ τον του Σαλαθιήλ εκ φυλής Ιούδα λέγων· εγώ σείω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1397 . ει μιανθήσεται. λέγει Κύριος ο παντοκράτωρ. . επί Δαρείου. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 8 εμόν το αργύριον και εμόν το χρυσίον. και εγένοντο είκοσι. και εγένοντο κριθής δέκα σάτα· και εισεπορεύεσθε εις το υπολήνιον εξαντλήσαι πεντήκοντα μετρητάς. και ειρήνην ψυχής εις περιποίησιν παντί τω κτίζοντι του αναστήσαι τον ναόν τούτον.

λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και την ξηράν 22 και καταστρέψω θρόνους βασιλέων και ολοθρεύσω δύναμιν βασιλέων των εθνών και καταστρέψω άρματα και αναβάτας. και απεκρίθησαν και είπαν· καθώς παρατέτακται Κύριος παντοκράτωρ του ποιήσαι ημίν κατά τας οδούς ημών και κατά τα επιτηδεύματα ημών. υιόν Αδδώ τον προφήτην λέγων· 2 ωργίσθη Κύριος επί τους πατέρας υμών οργήν μεγάλην. λήψομαί σε Ζοροβάβελ τον του Σαλαθιήλ. έτους δευτέρου επί Δαρείου. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 23 εν τη ημέρα εκείνη. λέγει Κύριος. ούτως εποίησεν ημίν. όσα εγώ εντέλλομαι εν πνεύματί μου τοις δούλοις μου τοις προφήταις. μη τον αιώνα ζήσονται.εν τω δευτέρω έτει επί Δαρείου. και ουκ εισήκουσαν. και επιστραφήσομαι προς υμάς. λέγει Κύριος των δυνάμεων. εγένετο λόγος Κυρίου προς Ζαχαρίαν τον του Βαραχίου υιόν Αδδώ τον προφήτην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1398 . ------------------------------------------------------- ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΕΝ τω ογδόω μηνί. οίς ενεκάλεσαν αυτοίς οι προφήται έμπροσθεν λέγοντες· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· αποστρέψατε από των οδών υμών των πονηρών και από των επιτηδευμάτων υμών των πονηρών. και θήσομαί σε ως σφραγίδα. διότι σε ηρέτισα. τω ενδεκάτω μηνί -ούτός εστιν ο μην Σαβάτ. οί κατελάβοσαν τους πατέρας υμών. και καταβήσονται ίπποι και αναβάται αυτών. 5 οι πατέρες υμών που εισι και οι προφήται. λέγει Κύριος των δυνάμεων. 3 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· επιστρέψατε προς με. έκαστος εν ρομφαία προς τον αδελφόν αυτού. 6 πλήν τους λόγους μου και τα νόμιμά μου δέχεσθε. και ου προσέσχον του εισακούσαί μου. 4 και μη γίνεσθε καθώς οι πατέρες υμών. 7 Τη τετράδι και εικάδι. τον δούλόν μου. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. εγένετο λόγος Κυρίου προς Ζαχαρίαν τον του Βαραχίου.

2 και είπα προς τον άγγελον τον λαλούντα εν εμοί· τι εστι ταύτα. 11 και απεκρίθησαν τω αγγέλω Κυρίου τω εφεστώτι ανά μέσον των ορέων και είπον· περιωδεύσαμεν πάσαν την γην. 14 και είπε προς με ο άγγελος ο λαλών εν εμοί· ανάκραγε λέγων· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εζήλωκα την Ιερουσαλήμ και την Σιών ζήλον μέγαν 15 και οργήν μεγάλην εγώ οργίζομαι επί τα έθνη τα συνεπιτιθέμενα. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού τέσσαρα κέρατα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λέγων· 8 εώρακα την νύκτα και ιδού ανήρ επιβεβηκώς επί ίππον πυρρόν. ας υπερείδες τούτο εβδομηκοστόν έτος. και ιδού πάσα η γη κατοικείται και ησυχάζει. 13 και απεκρίθη Κύριος παντοκράτωρ τω αγγέλω τω λαλούντι εν εμοί ρήματα καλά και λόγους παρακλητικούς. 10 και απεκρίθη ο ανήρ ο εφεστηκώς ανά μέσον των ορέων. και ουδείς αυτών ήρε κεφαλήν· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1399 . και είπε προς με ο άγγελος ο λαλών εν εμοί· εγώ δείξω σοι τι εστι ταύτα. 4 και είπα· τι ούτοι έρχονται ποιήσαι. αυτοί δε συνεπέθεντο εις κακά. και είπε προς με· ταύτα τα κέρατα τα διασκορπίσαντα τον Ιούδαν και τον Ισραήλ και Ιερουσαλήμ. έως τίνος ου μη ελεήσης την Ιερουσαλήμ και τας πόλεις Ιούδα. και ο οίκός μου ανοικοδομηθήσεται εν αυτη. και ελεήσει Κύριος έτι την Σιών και αιρετιεί την Ιερουσαλήμ. και οπίσω αυτού ίπποι πυρροί και ψαροί και ποικίλοι και λευκοί. και είπε· ταύτα τα κέρατα τα διασκορπίσαντα τον Ιούδα και τον Ισραήλ κατέαξαν. 12 και απεκρίθη ο άγγελος Κυρίου και είπε· Κύριε παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 3 και έδειξέ μοι Κύριος τέσσαρας τέκτονας. Κύριε. και ούτος ειστήκει ανά μέσον των ορέων των κατασκίων. 16 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· επιστρέψω επί Ιερουσαλήμ εν οικτιρμω. Κύριε. 9 και είπα· τι ούτοι. ανθ ‘ ων μεν εγώ ωργίσθην ολίγα. και είπε προς με· ούτοί εισιν ους εξαπέστειλε Κύριος περιοδεύσαι την γην. 17 και είπε προς με ο άγγελος ο λαλών εν εμοί· έτι ανάκραγε λέγων· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έτι διαχυθήσονται πόλεις εν αγαθοίς. και μέτρον εκταθήσεται επί Ιερουσαλήμ έτι.

και είπε προς με· διαμετρήσαι την Ιερουσαλήμ του ιδείν πηλίκον το πλάτος αυτής εστι και πηλίκον το μήκος. και άγγελος έτερος εξεπορεύετο εις συνάντησιν αυτω. λέγει Κύριος. 7 και ιδού ο άγγελος ο λαλών εν εμοί ειστήκει. 6 και είπα προς αυτόν· που συ πορεύη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξήλθοσαν ούτοι του οξύναι αυτά εις χείρας αυτών τα τέσσαρα κέρατα τα έθνη τα επαιρόμενα κέρας επί την γην Κυρίου του διασκορπίσαι αυτήν. 10 ω ω φεύγετε από γης Βορρά. 14 τέρπου και ευφραίνου. λέγει Κύριος· διότι εκ των τεσσάρων ανέμων του ουρανού συνάξω υμάς. τον ιερέα τον μέγαν. και γνώσεσθε ότι Κύριος παντοκράτωρ απέσταλκέ με. διότι ιδού εγώ έρχομαι και κατασκηνώσω εν μέσω σου. 8 και είπε προς αυτόν λέγων· δράμε και λάλησον προς τον νεανίαν εκείνον λέγων· κατακάρπως κατοικηθήσεται Ιερουσαλήμ από πλήθους ανθρώπων και κτηνών εν μέσω αυτής· 9 και εγώ έσομαι αυτη. λέγει Κύριος. την μερίδα αυτού επί την αγίαν. 5 Και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού ανήρ και εν τη χειρί αυτού σχοινίον γεωμετρικόν. 2 και είπε Κύριος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1400 . και έσονται σκύλα τοις δουλεύουσιν αυτοίς. 13 διότι ιδού εγώ επιφέρω την χείρά μου επ ‘ αυτούς. λέγει Κύριος· 11 εις Σιών ανασώζεσθε οι κατοικούντες θυγατέρα Βαβυλώνος. 17 ευλαβείσθω πάσα σάρξ από προσώπου Κυρίου. ότι εξεγήγερται εκ νεφελών αγίων αυτού. και επιγνώση ότι Κύριος παντοκράτωρ εξαπέσταλκέ με προς σε. 12 διότι τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· οπίσω δόξης απέσταλκέ με επί τα έθνη τα σκυλεύσαντα υμάς. τείχος πυρός κυκλόθεν και εις δόξαν έσομαι εν μέσω αυτής. 15 και καταφεύξονται έθνη πολλά επί τον Κύριον εν τη ημέρα εκείνη και έσονται αυτω εις λαόν και κατασκηνώσουσιν εν μέσω σου. 16 και κατακληρονομήσει Κύριος τον Ιούδαν. εστώτα προ προσώπου αγγέλου Κυρίου. διότι ο απτόμενος υμών ως ο απτόμενος της κόρης του οφθαλμού αυτού. και αιρετιεί έτι την Ιερουσαλήμ. θύγατερ Σιών. και ο διάβολος ειστήκει εκ δεξιών αυτού του αντικείσθαι αυτω. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ έδειξέ μοι Κύριος Ιησούν.

8 άκουε δη. 3 και Ιησούς ην ενδεδυμένος ιμάτια ρυπαρά και ειστήκει προ προσώπου του αγγέλου. συ και οι πλησίον σου οι καθήμενοι προ προσώπου σου. 4 και επηρώτησα και είπα προς τον άγγελον τον λαλούντα εν εμοί λέγων· τι εστι ταύτα. και ψηλαφήσω πάσαν την αδικίαν της γης εκείνης εν ημέρα μια. και επιτιμήσαι Κύριος εν σοί ο εκλεξάμενος την Ιερουσαλήμ· ουκ ιδού τούτο ως δαλός εξεσπασμένος εκ πυρός. και δώσω σοι αναστρεφομένους εν μέσω των εστηκότων τούτων. και περιέβαλον αυτόν ιμάτια και επέθηκαν κίδαριν καθαράν επί την κεφαλήν αυτού και ο άγγελος Κυρίου ειστήκει. και επτά λύχνοι επάνω αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ προς τον διάβολον· επιτιμήσαι Κύριος εν σοί. και είπα· εώρακα και ιδού λυχνία χρυσή όλη. και είπε προς αυτόν· ιδού αφήρηκα τας ανομίας σου. διότι άνδρες τερατοσκόποι εισί· διότι ιδού εγώ άγω τον δούλόν μου Ανατολήν· 9 διότι ο λίθος. ον έδωκα προ προσώπου του Ιησού. 10 εν τη ημέρα εκείνη. Ιησού ο ιερεύς ο μέγας. 4 και απεκρίθη και είπε προς τους εστηκότας προ προσώπου αυτού λέγων· αφέλετε τα ιμάτια τα ρυπαρά απ ‘ αυτού. 5 και απεκρίθη ο άγγελος ο λαλών εν εμοί και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1401 . κύριε. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ επέστρεψεν ο άγγελος ο λαλών εν εμοί και εξήγειρέ με ον τρόπον όταν εξεγερθή άνθρωπος εξ ύπνου αυτού 2 και είπε προς με· τι συ βλέπεις. συγκαλέσετε έκαστος τον πλησίον αυτού υποκάτω αμπέλου και υποκάτω συκής. και ενδύσατε αυτόν ποδήρη 5 και επίθετε κίδαριν καθαράν επί την κεφαλήν αυτού. διάβολε. και επτά επαρυστρίδες τοις λύχνοις τοις επάνω αυτής· 3 και δύο ελαίαι επάνω αυτής. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 6 και διεμαρτύρατο ο άγγελος Κυρίου προς Ιησούν λέγων· 7 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εάν εν ταις οδοίς μου πορεύη και εάν τα προστάγματά μου φυλάξης. επί τον λίθον τον ένα επτά οφθαλμοί εισιν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. μία εκ δεξιών του λαμπαδίου αυτής και μία εξ ευωνύμων. και το λαμπάδιον επάνω αυτής. ιδού εγώ ορύσσω βόθρον. και συ διακρινείς τον οίκόν μου· και εάν διαφυλάξης και γε την αυλήν μου.

και αι χείρες αυτού επιτελέσουσιν αυτόν. 3 και είπε προς με· αύτη η αρά η εκπορευομένη επί πρόσωπον πάσης της γης. 11 και απεκρίθην και είπα προς αυτόν· τι αι δύο ελαίαι αύται. 14 και είπεν· ούτοι οι δύο υιοί της πιότητος παρεστήκασι Κυρίω πάσης της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είπε προς με λέγων· ου γινώσκεις τι εστι ταύτα. 6 και είπα· τι εστι. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. αλλ ‘ ή εν πνεύματί μου. και επιγνώση. 8 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 9 αι χείρες Ζοροβάβελ εθεμελίωσαν τον οίκον τούτον. το όρος το μέγα. και εισελεύσεται εις τον οίκον του κλέπτου και εις τον οίκον του ομνύοντος τω ονόματί μου επί ψεύδει και καταλύσει εν μέσω του οίκου αυτού και συντελέσει αυτόν και τα ξύλα αυτού και τους λίθους αυτού. αι εκ δεξιών της λυχνίας και εξ ευωνύμων. 10 διότι τις εξουδένωσεν εις ημέρας μικράς. και είπα· ουχί. κύριε. και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού δρέπανον πετόμενον. και χαρούνται και όψονται τον λίθον τον κασσιτέρινον εν χειρί Ζοροβάβελ. 6 και απεκρίθη και είπε προς με λέγων· ούτος ο λόγος Κυρίου προς Ζοροβάβελ λέγων· ουκ εν δυνάμει μεγάλη ουδέ εν ισχύϊ. διότι πας ο κλέπτης εκ τούτου έως θανάτου εκδικηθήσεται. και είπα εγώ· ορώ δρέπανον πετόμενον μήκους πήχεων είκοσι και πλάτους πήχεων δέκα. 2 και είπε προς με· τι συ βλέπεις. επτά ούτοι οφθαλμοί Κυρίου εισίν οι επιβλέποντες επί πάσαν την γην. 13 και είπε προς με· ουκ οίδας τι εστι ταύτα. το προ προσώπου Ζαροβάβελ του κατορθώσαι. 7 τις ει συ. 12 και επηρώτησα εκ δευτέρου και είπα προς αυτόν· τι οι δύο κλάδοι των ελαιών οι εν ταις χερσί των δύο μυξωτήρων των χρυσών των επιχεόντων και επαναγόντων τας επαρυστρίδας τας χρυσάς. και είπα ουχί. και πας ο επίορκος εκ τούτου εκδικηθήσεται· 4 και εξοίσω αυτό. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ επέστρεψα. 5 Και εξήλθεν ο άγγελος ο λαλών εν εμοί και είπε προς με· ανάβλεψον τοις οφθαλμοίς σου και ιδέ τι το εκπορευόμενον τούτο. διότι Κύριος παντοκράτωρ εξαπέσταλκέ με προς σε. κύριε. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και εξοίσω τον λίθον της κληρονομίας ισότητα χάριτος χάριτα αυτής. και είπε· τούτο το μέτρον το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1402 .

11 και είπε προς με· οικοδομήσαι αυτω οικίαν εν γη Βαβυλώνος και ετοιμάσαι. και είπεν· αύτη η αδικία αυτών εν πάση τη γη. και οι ποικίλοι εξεπορεύοντο επί γην νότου. και αύται είχον πτέρυγας ως πτέρυγας έποπος· και ανέλαβον το μέτρον αναμέσον της γης και αναμέσον του ουρανού. 5 και απεκρίθη ο άγγελος ο λαλών εν εμοί και είπε· ταύτά εστιν οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού. 9 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 10 λάβε τα εκ της αιχμαλωσίας παρά των αρχόντων και παρά των χρησίμων αυτής και παρά των επεγνωκότων αυτήν και εισελεύση Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1403 . ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ επέστρεψα και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού τέσσαρα άρματα εκπορευόμενα εκ μέσου δύο ορέων. 8 και ανεβόησε και ελάλησε προς με λέγων· ιδού οι εκπορευόμενοι επί γην βορρά ανέπαυσαν τον θυμόν μου εν γη βορρά. και πνεύμα εν ταις πτέρυξιν αυτών. και οι λευκοί εξεπορεύοντο κατόπισθεν αυτών. και τα όρη ην όρη χαλκά. και ιδού γυνή μία εκάθητο εν μέσω του μέτρου. εκπορεύονται παραστήναι τω Κυρίω πάσης της γης· 6 εν ω ήσαν οι ίπποι οι μέλανες. και εν τω άρματι τω τετάρτω ίπποι ποικίλοι ψαροί. 7 και οι ψαροί εξεπορεύοντο και επέβλεπον του πορεύεσθαι του περιοδεύσαι την γην. 9 και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού δύο γυναίκες εκπορευόμεναι. κύριε. 8 και είπεν· αύτη εστίν η ανομία· και έρριψεν αυτήν εις μέσον του μέτρου και έρριψε τον λίθον του μολίβου εις το στόμα αυτής. και είπε· πορεύεσθε και περιοδεύσατε την γην· και περιώδευσαν την γην. 3 και εν τω άρματι τω τρίτω ίπποι λευκοί. και εν τω άρματι τω δευτέρω ίπποι μέλανες. 2 εν τω άρματι τω πρώτω ίπποι πυρροί. 7 και ιδού τάλαντον μολίβου εξαιρόμενον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκπορευόμενον. και θήσουσιν αυτό εκεί επί την ετοιμασίαν αυτού. 10 και είπα προς τον άγγελον τον λαλούντα εν εμοί· που αύται αποφέρουσι το μέτρον. εξεπορεύοντο επί γην βορρά. 4 και απεκρίθην και είπα προς τον άγγελον τον λαλούντα εν εμοί· τι εστι ταύτα.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω τετάρτω έτει. 8 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ζαχαρίαν λέγων· 9 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· κρίμα δίκαιον κρίνετε και έλεος και οικτιρμόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1404 . ουχ υμείς έσθετε και πίνετε. 6 και εάν φάγητε ή πίητε. 4 και εγένετο λόγος Κυρίου των δυνάμεων προς εμέ λέγων· 5 ειπόν προς άπαντα τον λαόν της γης και προς τους ιερείς λέγων· εάν νηστεύσητε ή κόψησθε εν ταις πέμπταις ή εν ταις εβδόμαις. και βουλή ειρηνική έσται αναμέσον αμφοτέρων. ος εστι Χασελεύ· 2 και εξαπέστειλεν εις Βαιθήλ Σαρασάρ και Αρβεσεέρ ο βασιλεύς και οι άνδρες αυτού του εξιλάσασθαι τον Κύριον 3 λέγων προς τους ιερείς τους εν τω οίκω Κυρίου παντοκράτορος και προς τους προφήτας λέγων· εισελήλυθεν ώδε εν τω μηνί τω πέμπτω το αγίασμα. 15 και οι μακράν απ ‘ αυτών ήξουσι και οικοδομήσουσιν εν τω οίκω Κυρίου. ότε ην Ιερουσαλήμ κατοικουμένη και ευθηνούσα και αι πόλεις κυκλόθεν αυτής και η ορεινή και η πεδινή κατωκείτο. και έσται ιερεύς εκ δεξιών αυτού. ανατολή όνομα αυτω. επί Δαρείου του βασιλέως εγένετο λόγος Κυρίου προς Ζαχαρίαν τετράδι του μηνός του ενάτου. και οικοδομήσει τον οίκον Κυρίου· 13 και αυτός λήψεται αρετήν και καθιείται και κατάρξει επί του θρόνου αυτού. 14 ο δε στέφανος έσται τοις υπομένουσι και τοις χρησίμοις αυτής και τοις επεγνωκόσιν αυτήν και εις χάριτα υιού Σοφονίου και εις ψαλμόν εν οίκω Κυρίου. καθότι εποίησα ήδη ικανά έτη. εάν εισακούοντες εισακούσητε της φωνής Κυρίου του Θεού υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συ εν τη ημέρα εκείνη εος τον οίκον Ιωσίου του Σοφονίου του ήκοντος εκ Βαβυλώνος 11 και λήψη αργύριον και χρυσίον και ποιήσεις στεφάνους και επιθήσεις επί την κεφαλήν Ιησού του Ιωσεδέκ του ιερέως του μεγάλου 12 και ερείς προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ιδού ανήρ. και γνώσεσθε διότι Κύριος παντοκράτωρ απέσταλκέ με προς υμάς· και έσται. και ιδού εβδομήκοντα έτη μη νηστείαν νενηστεύκατέ μοι. 7 ουχ ούτοι οι λόγοι. ους ελάλησε Κύριος εν χερσί των προφητών των έμπροσθεν. και υποκάτωθεν αυτού ανατελεί.

καγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν εν αληθεία και εν δικαιοσύνη. έκαστος την ράβδον αυτού έχων εν τη χειρί αυτού από πλήθους ημερών· 5 και αι πλατείαι της πόλεως πλησθήσονται παιδαρίων και κορασίων παιζόντων εν ταις πλατείαις αυτής. και κληθήσεται η Ιερουσαλήμ πόλις αληθινή και το όρος Κυρίου παντοκράτορος όρος άγιον. και κακίαν έκαστος του αδελφού αυτού μη μνησικακείτω εν ταις καρδίαις υμών. 14 και εκβαλώ αυτούς εις πάντα τα έθνη. α ουκ έγνωσαν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 7 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ιδού εγώ σώζω τον λαόν μου από γης ανατολών και από γης δυσμών 8 και εισάξω αυτούς και κατασκηνώσω εν μέσω Ιερουσαλήμ. ους εξαπέστειλε Κύριος παντοκράτωρ εν πνεύματι αυτού εν χερσί των προφητών των έμπροσθεν· και εγένετο οργή μεγάλη παρά Κυρίου παντοκράτορος. 3 τάδε λέγει Κύριος· επιστρέψω επί Σιών και κατασκηνώσω εν μέσω Ιερουαλήμ. και η γη αφανισθήσεται κατόπισθεν αυτών εκ διοδεύοντος και εξ αναστρέφοντος· και έταξαν γην εκλεκτήν εις αφανισμόν. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου παντοκράτορος λέγων· 2 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εζήλωκα την Ιερουσαλήμ και την Σιών ζήλον μέγαν και θυμω μεγάλω εζήλωκα αυτήν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 11 και ηπείθησαν του προσέχειν και έδωκαν νώτον παραφρονούντα και τα ώτα αυτών εβάρυναν του μη εισακούειν 12 και την καρδίαν αυτών έταξαν απειθή του μη εσακούειν του νόμου μου και τους λόγους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιείτε έκαστος προς τον αδελφόν αυτού 10 και χήραν και ορφανόν και προσήλυτον και πένητα μη καταδυναστεύετε. 13 και έσται ον τρόπον είπε και ουκ εισήκουσαν. 6 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ει αδυνατήσει ενώπιον των καταλοίπων του λαού τούτου εν ταις ημέραις εκείναις. ούτως κεκράξονται και ου μη εισακούσω. μη και ενώπιόν μου αδυνατήσει. 4 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έτι καθήσονται πρεσβύτεροι και πρεσβύτεραι εν ταις πλατείαις Ιερουσαλήμ. 9 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· κατισχυέτωσαν αι χείρες υμών των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1405 . και έσονται εμοί εις λαόν.

15 ούτως παρατέταγμαι και διανενόημαι εν ταις ημέραις ταύταις του καλώς ποιήσαι την Ιερουσαλήμ και τον οίκον Ιούδα· θαρσείτε. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. έκαστον επί τον πλησίον αυτού. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 13 και έσται ον τρόπον ήτε εν κατάρα εν τοις έθνεσιν ο οίκος Ιούδα και οίκος Ισραήλ. εάν επιλάβωνται δέκα άνδρες εκ πασών των γλωσσών των εθνών και επιλάβωνται του κρασπέδου ανδρός Ιουδαίου λέγοντες· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1406 . ούτως διασώσω υμάς και έσεσθε εν ευλογία· θαρσείτε και κατισχύετε εν ταις χερσίν υμών. 14 διότι τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ον τρόπον διενοήθην του κακώσαι υμάς εν τω παροργίσαι με τους πατέρας υμών. 16 ούτοι οι λόγοι. 21 και συνελεύσονται κατοικούντες πέντε πόλεις εις μίαν πόλιν λέγοντες· πορευθώμεν δεηθήναι του προσώπου Κυρίου και εκζητήσαι το πρόσωπον Κυρίου παντοκράτορος· πορεύσομαι καγώ. διότι ταύτα πάντα εμίσησα. και η γη δώσει τα γεννήματα αυτής. και ου μετενόησα. και κατακληρονομήσω τοις καταλοίποις του λαού μου τούτου ταύτα πάντα. και ευφρανθήσεσθε. και την αλήθειαν και την ειρήνην αγαπήσατε. 12 αλλ ‘ ή δείξω ειρήνην· η άμπελος δώσει τον καρπόν αυτής. και τω εκπορευομένω και τω εισπορευομένω ουκ έσται ειρήνη από της θλίψεως· και εξαποστελώ πάντας τους ανθρώπους. ους ποιήσετε· λαλείτε αλήθειαν έκαστος προς τον πλησίον αυτού. 20 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· έτι ήξουσι λαοί πολλοί και κατοικούντες πόλεις πολλάς. 18 Και εγένετο λόγος Κυρίου παντοκράτορος προς με λέγων· 19 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· νηστεία η τετράς και νηστεία η πέμπτη και νηστεία η εβδόμη και νηστεία η δεκάτη έσονται τω οίκω Ιούδα εις χαράν και ευφροσύνην και εις εορτάς αγαθάς. και ο μισθός των κτηνών ουχ υπάρξει. 17 και έκαστος την κακίαν του πλησίον αυτού μη λογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών και όρκον ψευδή μη αγαπάτε. 23 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· εν ταις ημέραις εκείναις. αλήθειαν και κρίμα ειρηνικόν κρίνατε εν ταις πύλαις υμών. και ο ναός αφ ‘ ου ωκοδόμηται. 22 και ήξουσι λαοί πολλοί και έθνη πολλά εκζητήσαι το πρόσωπον Κυρίου παντοκράτορος εν Ιερουσαλήμ και εξιλάσασθαι το πρόσωπον Κυρίου. αφ ‘ ης ημέρας τεθεμελίωται ο οίκος Κυρίου παντοκράτορος. 10 διότι προ των ημερών εκείνων ο μισθός των ανθρώπων ουκ έσται εις όνησιν. και ο ουρανός δώσει την δρόσον αυτού. λέγει Κύριος παντοκράτωρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ακουόντων εν ταις ημέραις ταύταις τους λόγους τούτους εκ στόματος των προφητών. 11 και νυν ου κατά τας ημέρας τας έμπροσθεν εγώ ποιώ τοις καταλοίποις του λαού τούτου.

και Ακκάρων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορευσόμεθα μετά σου. διότι νυν εώρακα εν τοις οφθαλμοίς μου. 4 δια τούτο Κύριος κληρονομήσει αυτήν και πατάξει εις θάλασσαν δύναμιν αυτής. και έσονται ως χιλίαρχος εν Ιούδα και Ακκάρων ως ο Ιεβουσαίος· 8 και υποστήσομαι τω οίκω μου ανάστημα του μη διαπορεύεσθαι μηδέ ανακάμπτειν. διότι ακηκόαμεν ότι ο Θεός μεθ ‘ υμών εστι. 10 και εξολοθρεύσει άρματα εξ Εφραίμ και ίππον εξ Ιερουσαλήμ. Ιούδα. ότι ησχύνθη επί τω παραπτώματι αυτής· και απολείται βασιλεύς εκ Γάζης. Σιών. 5 όψεται Ασκάλων και φοβηθήσεται. εμαυτω εις τόξον. επί τα τέκνα των Ελλήνων και ψηλαφήσω σε ως ρομφαίαν μαχητού· 14 και Κύριος έσται επ ‘ αυτούς και εξελεύσεται ως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1407 . και αύτη εν πυρί καταναλωθήσεται. 3 και ωκοδόμησε Τύρος οχυρώματα εαυτη και εθησαύρισεν αργύριον ως χουν και συνήγαγε χρυσίον ως πηλόν οδών. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΛΗΜΜΑ λόγου Κυρίου· εν γη Σεδράχ και Δαμασκού θυσία αυτού. θύγατερ Σιών· κήρυσσε. και υπολειφθήσεται και ούτος τω Θεω ημών. 12 καθήσεσθε εν οχυρώματι δέσμιοι της συναγωγής. και ου μη επέλθη επ ‘ αυτούς ουκέτι εξελαύνων. πραϋς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον. 9 Χαίρε σφόδρα. και πλήθος και ειρήνη εξ εθνών· και κατάρξει υδάτων έως θαλάσσης και από ποταμών έως διεκβολών γης. 2 και εν Εμάθ εν τοις ορίοις αυτής Τύρος και Σιδών. και καθελώ ύβριν αλλοφύλων. και Ασκάλων ου μη κατοικηθή. 6 και κατοικήσουσιν αλλογενείς εν Αζώτω. 11 και συ εν αίματι διαθήκης σου εξαπέστειλας δεσμίους σου εκ λάκκου ουκ έχοντος ύδωρ. θύγατερ Ιερουσαλήμ· ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι. έπλησα τον Εφραίμ και εξεγερώ τα τέκνα σου. διότι εφρόνησαν σφόδρα. και Γάζα και οδυνηθήσεται σφόδρα. δίκαιος και σώζων αυτός. και εξολοθρεύσεται τόξον πολεμικόν. 7 και εξαρώ το αίμα αυτώ εκ του στόματος αυτών και τα βδελύγματα αυτών εκ μέσου οδόντων αυτών. διότι Κύριος εφορά ανθρώπους και πάσας φυλάς του Ισραήλ. και αντί μιάς ημέρας παροικεσίας σου διπλά ανταποδώσω σοι· 13 διότι ενέτεινά σε.

6 και κατισχύσω τον οίκον Ιούδα και τον οίκον Ιωσήφ σώσω και κατοικιώ αυτούς. διότι λυτρώσομαι αυτούς. ως πρόβατα λαόν αυτού. 16 και σώσει αυτούς Κύριος ο Θεός αυτών εν τη ημέρα εκείνη. μάταια παρεκάλουν· δια τούτο εξηράνθησαν ως πρόβατα και εκακώθησαν. ότι ηγάπησα αυτούς. 2 διότι οι αποφθεγγόμενοι ελάλησαν κόπους. και καταισχυνθήσονται αναβάται ίππων. και καταναλώσουσιν αυτούς. και χαρείται η καρδία αυτών επί τω Κυρίω. και υετόν χειμερινόν δώσει αυτοίς. και καταχώσουσιν αυτούς εν λίθοις σφενδόνης και εκπίονται αυτούς ως οίνον και πλήσουσιν ως φιάλας θυσιαστήριον. και οι μακράν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1408 . 4 και απ ‘ αυτού επέβλεψε και εξ αυτού έταξε. και πληθυνθήσονται καθότι ήσαν πολλοί. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΑΙΤΕΙΣΘΕ παρά Κυρίου υετόν καθ ‘ ωραν πρώϊμον και όψιμον· Κύριος εποίησε φαντασίας. και έσονται ον τρόπον ουκ απεστρεψάμην αυτούς· διότι εγώ Κύριος ο Θεός αυτών και επακούσομαι αυτοίς. εκάστω βοτάνην εν αγρω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αστραπή βολίς. διότι Κύριος μετ ‘ αυτών. 3 επί τους ποιμένας παρωξύνθη ο θυμός μου. 9 και σπερώ αυτούς εν λαοίς. 15 Κύριος παντοκράτωρ υπερασπιεί αυτούς. και χαρήσεται η καρδία αυτών ως εν οίνω· και τα τέκνα αυτών όψονται και ευφρανθήσονται. 7 και έσονται ως μαχηταί του Εφραίμ. και τα ενύπνια ψευδή ελάλουν. και Κύριος παντοκράτωρ εν σάλπιγγι σαλπιεί και πορεύσεται εν σάλω απειλής αυτού. και απ ‘ αυτού τόξον εν θυμω· απ ‘ αυτού εξελεύσεται πας ο εξελαύνων εν τω αυτω. 8 σημανώ αυτοίς και εισδέξομαι αυτούς. 17 ότι ει τι αγαθόν αυτού και ει τι καλόν παρ ‘ αυτού. διότι λίθοι άγιοι κυλίονται επί γης αυτού. σίτος νεανίσκοις και οίνος ευωδιάζων εις παρθένους. και οι μάντεις οράσεις ψευδείς. διότι ουκ ην ίασις. 5 και έσονται ως μαχηταί πατούντες πηλόν εν ταις οδοίς εν πολέμω και παρατάξονται. και επί τους αμνούς επισκέψομαι· και επισκέψεται Κύριος ο Θεός ο παντοκράτωρ το ποίμνιον αυτού τον οίκον Ιούδα και τάξει αυτούς ως ίππον ευπρεπή αυτού εν πολέμω.

έκαστον εις χείρα του πλησίον αυτού και εις χείρα βασιλέως αυτού. και οι πωλούντες αυτά έλεγον· ευλογητός Κύριος και πεπλουτήκαμεν· και οι ποιμένες αυτών ουκ έπασχον ουδέν επ ‘ αυτοίς. 12 και κατισχύσω αυτούς εν Κυρίω Θεω αυτών. 10 και λήψομαι την ράβδον μου τη καλήν και απορρίψω αυτήν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1409 . και εν τω ονόματι αυτού κατακαυχήσονται. και βαρυνθήσεται η ψυχή μου επ ‘ αυτούς. και ου μη εξέλωμαι εκ χειρός αυτών. και το εκλείπον εκλιπέτω. και ξηρανθήσεται πάντα τα βάθη ποταμών.και ποιμανώ τα πρόβατα. ο Λίβανος. διότι πέπτωκε κέδρος. λέγει Κύριος. 9 και είπα· ου ποιμανώ υμάς· το αποθνήσκον αποθνησκέτω. 7 και ποιμανώ τα πρόβατα της σφαγής εις την Χαναανίτιν· και λήψομαι εμαυτω δύο ράβδους -την μεν μίαν εκάλεσα Κάλλος και την ετέραν εκάλεσα Σχοίνισμα. εκθρέψουσι τα τέκνα αυτών και επιστρέψουσι. ότι μεγάλως μεγιστάνες εταλαιπώρησαν· ολολύξατε. και αφαιρεθήσεται πάσα ύβρις Ασσυρίων. 6 δια τούτο ου φείσομαι ουκέτι επί τους κατοικούντας την γην. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΔΙΑΝΟΙΞΟΝ. και καταφαγέτω πυρ τας κέδρους σου· 2 ολολυξάτω πίτυς. 8 και εξαρώ τους τρεις ποιμένας εν μηνί ενί. ότι κατεσπάσθη ο δρυμός ο σύμφυτος. τας θύρας σου. και κατακόψουσι την γην. και σκήπτρον Αιγύπτου περιαιρεθήσεται. 5 α οι κτησάμενοι κατέσφαζον και ου μετεμέλοντο.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μνησθήσονταί μου. 3 φωνή θρηνούντων ποιμένων. και τα κατάλοιπα κατεσθιέτωσαν έκαστος τας σάρκας του πλησίον αυτού. λέγει Κύριος· και ιδού εγώ παραδίδωμι τους ανθρώπους. ότι τεταλαιπώρηκε το φρύαγμα του Ιορδάνου. και γαρ αι ψυχαί αυτών επωρύοντο επ ‘ εμέ. 4 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ποιμαίνετε τα πρόβατα της σφαγής. δρύες της Βασανίτιδος. 10 και επιστρέψω αυτούς εκ γης Αιγύπτου και εξ Ασσυρίων εισδέξομαι αυτούς. ότι τεταλαιπώρηκεν η μεγαλωσύνη αυτών· φωνή ωρυομένων λεόντων. και εις την Γαλααδίτιν και εις τον Λίβανον εισάξω αυτούς. και ου μη υπολειφθή εξ αυτών ουδέ εις· 11 και διελεύσονται εν θαλάσση στενή και πατάξουσιν εν θαλάσση κύματα.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΛΗΜΜΑ λόγου Κυρίου επί τον Ισραήλ· λέγει Κύριος εκτείνων ουρανόν και θεμελιών γην και πλάσσων πνεύμα ανθρώπου εν αυτω· 2 ιδού εγώ τίθημι την Ιερουσαλήμ ως πρόθυρα σαλευόμενα πάσι τοις λαοίς κύκλω. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 15 Και είπε Κύριος προς με· έτι λάβε σεαυτω σκεύη ποιμενικά ποιμένος απείρου. 4 εν τη ημέρα εκείνη. 17 ω οι ποιμαίνοντες τα μάταια και οι καταλελοιπότες τα πρόβατα· μάχαιρα επί τους βραχίονας αυτού και επί τον οφθαλμόν τον δεξιόν αυτού· ο βραχίων αυτού ξηραινόμενος ξηρανθήσεται. 12 και ερώ προς αυτούς· ει καλόν ενώπιον υμών εστι. και έλαβον τους τριάκοντα αργυρούς και ενέβαλον αυτούς εις τον οίκον Κυρίου εις το χωνευτήριον. του διασκεδάσαι την κατάσχεσιν ανά μέσον Ιούδα και ανά μέσον Ισραήλ. ον τρόπον εδοκιμάσθην υπέρ αυτών. επί δε τον οίκον Ιούδα διανοίξω τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1410 . και γνώσονται οι Χαναναίοι τα πρόβατα τα φυλασσόμενα. 16 διότι ιδού εγώ εξεγείρω ποιμένα επί την γην· το εκλιμπάνον ου μη επισκέψηται και το εσκορπισμένον ου μη ζητήση και το συντετριμμένον ου μη ιάσηται και το ολόκληρον ου μη κατευθύνη και τα κρέα των εκλεκτών καταφάγεται και τους αστραγάλους αυτών εκστρέψει. διότι λόγος Κυρίου εστί. και επισυναχθήσονται επ ‘ αυτήν πάντα τα έθνη της γης. και σκέψαι ει δόκιμόν εστιν. δότε στήσαντες τον μισθόν μου ή απείπασθε· και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς. και ο οφθαλμός ο δεξιός αυτού εκτυφλούμενος εκτυφλωθήσεται. 11 και διασκεδασθήσεται εν τη ημέρα εκείνη. 13 και είπε Κύριος προς με· κάθες αυτούς εις το χωνευτήριον. 14 και απέρριψα την ράβδον την δευτέραν. ην διεθέμην προς πάντας τους λαούς. 3 και έσται εν τη ημέρα εκείνη θήσομαι την Ιερουσαλήμ λίθον καταπατούμενον πάσι τοις έθνεσι· πας ο καταπατών αυτήν εμπαίζων εμπαίξεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του διασκεδάσαι την διαθήκην μου. το Σχοίνισμα. πατάξω πάντα ίππον εν εκστάσει και τον αναβάτην αυτού εν παραφρονήσει. και εν τη Ιουδαία έσται περιοχή επί Ιερουσαλήμ.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΕΝ τη ημέρα εκείνη έσται πας τόπος διανοιγόμενος τω οίκω Δαυίδ και τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ εις την μετακίνησιν και εις τον χωρισμόν. 12 και κόψεται η γη κατά φυλάς φυλάς· φυλή οίκου Δαυίδ καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς. 8 και έσται εν τη ημέρα εκείνη υπερασπιεί Κύριος υπέρ των κατοικούντων Ιερουσαλήμ. ως άγγελος Κυρίου ενώπιον αυτών. και καταφάγονται εκ δεξιών και εξ ευωνύμων πάντας τους λαούς κυκλόθεν. και κατοικήσει Ιερουσαλήμ έτι καθ ‘ εαυτήν εν Ιερουσαλήμ. ως επ ‘ αγαπητω. ο δε οίκος Δαυίδ ως οίκος Θεού. 2 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. εξολοθρεύσω τα ονόματα των ειδώλων από της γης. 9 και έσται εν τη ημέρα εκείνη ζητήσω του εξάραι πάντα τα έθνη τα ερχόμενα επί Ιερουσαλήμ. 5 και ερούσιν οι χιλίαρχοι Ιούδα εν ταις καρδίαις αυτών· ευρήσομεν εαυτοίς τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ εν Κυρίω παντοκράτορι Θεω αυτών. 7 και σώσει Κύριος τα σκηνώματα Ιούδα καθώς απ ‘ αρχής. 11 εν τη ημέρα εκείνη μεγαλυνθήσεται ο κοπετός εν Ιερουσαλήμ ως κοπετός ροώνος εν πεδίω εκκοπτομένου. 6 εν τη ημέρα εκείνη θήσομαι τους χιλιάρχους Ιούδα ως δαλόν πυρός εν ξύλοις και ως λαμπάδα πυρός εν καλάμη. 10 και εκχεώ επί τον οίκον Δαυίδ και επί τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ πνεύμα χάριτος και οικτιρμού. λέγει Κύριος Σαβαώθ. φυλή του Συμεών καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς· 14 πάσαι αι υπολελειμμέναι φυλαί. και ουκ έτι αυτών έσται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1411 . και έσται ο ασθενών εν αυτοίς εν εκείνη τη ημέρα ως οίκος Δαυίδ. φυλή οίκου Νάθαν καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς. 13 φυλή οίκου Λευί καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς. και επιβλέψονται προς με ανθ ‘ ων κατωρχήσαντο και κόψονται επ ‘ αυτόν κοπετόν. και οδυνηθήσονται οδύνην ως επί τω πρωτοτόκω. φυλή καθ ‘ εαυτήν και αι γυναίκες αυτών καθ ‘ εαυτάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οφθαλμούς μου και πάντας τους ίππους των λαών πατάξω εν αποτυφλώσει. όπως μη μεγαλύνηται καύχημα οίκου Δαυίδ και έπαρσις των κατοικούντων Ιερουσαλήμ επί τον Ιούδα.

και δοκιμώ αυτούς. εν τω προφητεύειν αυτόν. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΙΔΟΥ ημέραι έρχονται Κυρίου. ότι ψευδή ελάλησας επ ‘ ονόματι Κυρίου· και συμποδιούσιν αυτόν ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού. 4 και στήσονται οι πόδες αυτού εν τη ημέρα εκείνη επί το όρος των ελαιών το κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών· και σχισθήσεται το όρος των ελαιών. ως πυρούται το αργύριον. και διαμερισθήσονται τα σκύλά σου εν σοί. έκαστος εκ της οράσεως αυτού. ότι άνθρωπος εγέννησέ με εκ νεότητός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μνεία· και τους ψευδοπροφήτας και το πνεύμα το ακάθαρτον εξαρώ από της γης. και επάξω την χείρά μου επί τους ποιμένας. και αλώσεται η πόλις. και διαρπαγήσονται αι οικίαι. το δε τρίτον υπολειφθήσεται εν αυτη· 9 και διάξω το τρίτον δια πυρός και πυρώσω αυτούς. και ερεί προς αυτόν ο πατήρ αυτού και η μήτηρ αυτού. 2 και επισυνάξω πάντα τα έθνη επί Ιερουσαλήμ εις πόλεμον. τα δύο μέρη αυτής εξολοθρευθήσεται και εκλείψει. και αυτός ερεί. το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1412 . εν τω προφητεύειν αυτόν. 7 Ρομφαία εξεγέρθητι επί τους ποιμένας μου και επί άνδρα πολίτην μου. και ενδύσονται δέρριν τριχίνην ανθ ‘ ων εψεύσαντο. οι δε κατάλοιποι του λαού μου ου μη εξολοθρευθώσιν εκ της πόλεως. 5 και ερεί· ουκ ειμί προφήτης εγώ. 8 και έσται εν πάση τη γη. και αι γυναίκες μολυνθήσονται. Κύριος ο Θεός μου. οι γεννήσαντες αυτόν· ου ζήση. 3 και έσται εάν προφητεύση άνθρωπος έτι. καγώ επακούσομαι αυτω και ερώ· λαός μου ούτός εστι. λέγει Κύριος παντοκράτωρ· πατάξατε τους ποιμένας και εκσπάσατε τα πρόβατα. ως δοκιμάζεται το χρυσίον· αυτός επικαλέσεται το όνομά μου. 6 και ερώ προς αυτόν· τι αι πληγαί αύται αναμέσον των χειρών σου. και εξελεύσεται το ήμισυ της πόλεως εν αιχμαλωσία. 4 και έσται εν τη ημέρα εκείνη καταισχυνθήσονται οι προφήται. λέγει Κύριος. οι γεννήσαντες αυτόν. διότι άνθρωπος εργαζόμενος την γην εγώ ειμι. 3 και εξελεύσεται Κύριος και παρατάξεται εν τοις έθνεσιν εκείνοις καθώς ημέρα παρατάξεως αυτού εν ημέρα πολέμου. και ερεί· ας επλήγην εν τω οίκω τω αγαπητω μου.

13 και έσται εν τη ημέρα εκείνη έκστασις Κυρίου μεγάλη επ ‘ αυτούς. 18 εάν δε φυλή Αιγύπτου μη αναβή μηδέ έλθη εκεί. 10 κυκλών πάσαν την γην και την έρημον από Γαβέ έως Ρεμμών κατά νότον Ιερουσαλήμ· Ραμά δε επί τόπου μενεί από της πύλης Βενιαμίν έως του τόπου της πύλης της πρώτης. χρυσίον και αργύριον και ιματισμόν εις πλήθος σφόδρα. 12 Και αύτη έσται η πτώσις. και συμπλακήσεται η χείρ αυτού προς την χείρα του πλησίον αυτού. και προς εσπέραν έσται φως. 11 κατοικήσουσιν εν αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήμισυ αυτού προς ανατολάς και το ήμισυ προς θάλασσαν. 17 και έσται όσοι εάν μη αναβώσιν εκ πασών των φυλών της γης εις Ιερουσαλήμ του προσκυνήσαι τω βασιλεί Κυρίω παντοκράτορι. και κλινεί το ήμισυ του όρους προς τον βορράν και το ήμισυ αυτού προς νότον. ην πατάξει Κύριος πάντα τα έθνη. 6 και έσται εν εκείνη τη ημέρα ουκ έσται φως και ψύχος και πάγος· 7 έσται μίαν ημέραν. και οι οφθαλμοί αυτών ρυήσονται εκ των οπών αυτών. όσοι επεστράτευσαν επί Ιερουσαλήμ· τακήσονται αι σάρκες αυτών εστηκότων αυτών επί τους πόδας αυτών. 5 και εμφραχθήσεται η φάραγξ των ορέων μου. εν ημέραις ‘Οζίου βασιλέως Ιούδα· και ήξει Κύριος ο Θεός μου και πάντες οι άγιοι μετ ‘ αυτού. 14 και ο Ιούδας παρατάξεται εν Ιερουσαλήμ και συνάξει την ισχύν πάντων των λαών κυκλόθεν. 15 και αύτη έσται η πτώσις των ίππων και των ημιόνων και των καμήλων και των όνων και πάντων των κτηνών των όντων εν ταις παρεμβολαίς εκείναις κατά την πτώσιν ταύτην. χάος μέγα σφόδρα. 16 και έσται όσοι εάν καταλειφθώσιν εκ πάντων των εθνών των ελθόντων επί Ιερουσαλήμ. ην κόψει Κύριος πάντας τους λαούς. και επί τούτους έσται η πτώσις. έως της πύλης των γωνιών και έως του πύργου Αναμεήλ. και ουχ ημέρα και ου νύξ. και εν θέρει και εν έαρι έσται ούτως. και η γλώσσα αυτών τακήσεται εν τω στόματι αυτών. όσα εάν μη αναβή του εορτάσαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1413 . 8 και εν τη ημέρα εκείνη εξελεύσεται ύδωρ ζων εξ Ιερουσαλήμ. 9 και έσται Κύριος εις βασιλέα επί πάσαν την γην· εν τη ημέρα εκείνη έσται Κύριος εις και το όνομα αυτού εν. και αναβήσονται κατ ‘ ενιαυτόν του προσκυνήσαι τω βασιλεί Κυρίω παντοκράτορι και του εορτάζειν την εορτήν της σκηνοπηγίας. έως των υποληνίων του βασιλέως. και ούτοι εκείνοις προστεθήσονται. και η ημέρα εκείνη γνωστή τω Κυρίω. το ήμισυ αυτού εις την θάλασσαν την πρώτην και το ήμισυ αυτού εις την θάλασσαν την εσχάτην. και επιλήψονται έκαστος της χειρός του πλησίον αυτού. και εγκολληθήσεται φάραγξ ορέων έως Ιασόλ και εμφραχθήσεται καθώς ενεφράγη εν ταις ημέραις του συσσεισμού. και ανάθεμα ουκ έσται έτι και κατοικήσει Ιερουσαλήμ πεποιθότως.

και ει πατήρ ειμι εγώ. 2 ‘Ηγάπησα υμάς. ουκ αδελφός ην Ησαύ του Ιακώβ. που εστιν ο φόβος μου. 19 αύτη έσται η αμαρτία Αιγύπτου και η αμαρτία πάντων των εθνών. όσα αν μη αναβή εορτάσαι την εορτήν της σκηνοπηγίας. υμείς οι ιερείς οι φαυλίζοντες το όνομά μου· και είπατε· εν τίνι εφαυλίσαμεν το όνομά σου. 5 και οι οφθαλμοί υμών όψονται. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και υμείς ερείτε· εμεγαλύνθη Κύριος υπεράνω των ορίων του Ισραήλ. τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· αυτοί οικοδομήσουσι. 3 τον δε Ησαύ εμίσησα και έταξα τα όρια αυτού εις αφανισμόν και την κληρονομίαν αυτού εις δώματα ερήμου. που εστιν η δόξα μου. 20 εν τη ημέρα εκείνη έσται το επί τον χαλινόν του ίππου άγιον τω Κυρίω παντοκράτορι. ------------------------------------------------------- ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΛΗΜΜΑ λόγου Κυρίου επί τον Ισραήλ εν χειρί αγγέλου αυτού· θέσθε δη επί τας καρδίας υμών. και ει Κύριός ειμι εγώ. και ηγάπησα τον Ιακώβ. και είπατε· εν τίνι ηγάπησας ημάς. λέγει Κύριος. 4 διότι ερεί η Ιδουμαία· κατέστραπται. 21 και έσται πας λέβης εν Ιερουσαλήμ και εν τω Ιούδα άγιον τω Κυρίω παντοκράτορι· και ήξουσι πάντες οι θυσιάζοντες και λήψονται εξ αυτών και εψήσουσιν εν αυτοίς. 7 προσάγοντες προς το θυσιαστήριόν μου άρτους ηλισγημένους. και εγώ καταστρέψω· και επικληθήσεται αυτοίς όρια ανομίας και λαός εφ ‘ ον παρατέτακται Κύριος έως αιώνος. και ουκ έσται Χαναναίος ουκέτι εν τω οίκω Κυρίου παντοκράτορος εν τη ημέρα εκείνη. και έσονται οι λέβητες εν τω οίκω Κυρίου ως φιάλαι προ προσώπου του θυσιαστηρίου. και είπατε· εν τίνι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1414 . λέγει Κύριος. και επιστρέψωμεν και ανοικοδομήσωμεν τας ερήμους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την εορτήν της σκηνοπηγίας. 6 Υιος δοξάζει πατέρα και δούλος τον κύριον αυτού.

και εν παντί τόπω θυμίαμα προσάγεται τω ονόματί μου και θυσία καθαρά. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 3 ιδού εγώ αφορίζω υμίν τον ώμον και σκορπιώ ένυστρον επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1415 . ου κακόν. 12 υμείς δε βεβηλούτε αυτό εν τω λέγειν υμάς· τράπεζα Κυρίου ηλισγημένη εστί. 8 διότι εάν προσαγάγητε τυφλόν εις θυσίας. και εξεφύσησα αυτά. και ουκ ανάψεται το θυσιαστήριόν μου δωρεάν· ουκ έστι μου θέλημα εν υμίν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 9 και νυν εξιλάσκεσθε το πρόσωπον του Θεού υμών και δεήθητε αυτού· εν χερσίν υμών γέγονε ταύτα· ει λήψομαι εξ υμών πρόσωπα υμών. ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ νυν η εντολή αύτη προς υμάς. ει λήψεται πρόσωπόν σου. οι ιερείς· 2 εάν μη ακούσητε. 13 και είπατε· ταύτα εκ κακοπαθείας εστί. διότι μέγα το όνομά μου εν τοις έθνεσι. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ότι υμείς ου τίθεσθε εις την καρδίαν υμών. και τα επιτιθέμενα εξουδένωται βρώματα αυτού. και θυσίαν ου προσδέξομαι εκ των χειρών υμών. και εξαποστελώ εφ ‘ υμάς την κατάραν και επικαταράσομαι την ευλογίαν υμών και καταράσομαι αυτήν· και διασκεδάσω την ευλογίαν υμών. 11 διότι από ανατολών ηλίου έως δυσμών το όνομά μου δεδόξασται εν τοις έθνεσι. προσάγαγε δη αυτω τω ηγουμένω σου. λέγει Κύριος παντοκράτωρ· και εισεφέρετε αρπάγματα και τα χωλά και τα ενοχλούμενα· και εάν φέρητε την θυσίαν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ει προσδέξεται αυτό. και ουκ έσται εν υμίν. 14 και επικατάρατος ος ην δυνατός και υπήρχεν εν τω ποιμνίω αυτού άρσεν και ευχή αυτού επ ‘ αυτω και θύει διεφθαρμένον τω Κυρίω· διότι βασιλεύς μέγας εγώ ειμι. ει προσδέξομαι αυτά εκ των χειρών υμών. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και εάν προσαγάγητε χωλόν ή άρρωστον. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ου κακόν. 10 διότι και εν υμίν συγκλεισθήσονται θύραι. εν τω λέγειν υμάς· τράπεζα Κυρίου ηλισγημένη εστί και τα επιτιθέμενα εξουδενώσατε. και το όνομά μου επιφανές εν τοις έθνεσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηλισγήσαμεν αυτούς. και εάν μη θήσθε εις την καρδίαν υμών του δούναι δόξαν τω ονόματί μου.

και αύτη κοινωνός σου και γυνή διαθήκης σου. και νόμον εκζητήσουσιν εκ στόματος αυτού. ανθ ‘ ων υμείς ουκ εφυλάξασθε τας οδούς μου. 7 ότι χείλη ιερέως φυλάξεται γνώσιν. 8 υμείς δε εξεκλίνατε εκ της οδού και ησθενήσατε πολλούς εν νόμω. εν τω λέγειν υμάς· πας ποιών πονηρόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τα πρόσωπα υμών. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και υπόλειμμα πνεύματος αυτού. και έδωκα αυτω εν φόβω φοβείσθαί με και από προσώπου ονόματός μου στέλλεσθαι αυτόν. 6 νόμος αληθείας ην εν τω στόματι αυτού. 14 και είπατε· ένεκεν τίνος. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 10 Ουχί πατήρ εις πάντων υμών. διότι εβεβήλωσεν Ιούδας τα άγια Κυρίου. και βδέλυγμα εγένετο εν τω Ισραήλ και εν Ιερουσαλήμ. αλλά ελαμβάνετε πρόσωπα εν νόμω. και επετήδευσεν εις θεούς αλλοτρίους. διότι άγγελος Κυρίου παντοκράτορός εστιν. εν οίς ηγάπησε. α εμίσουν. και λήψομαι υμάς εις το αυτό· 4 και επιγνώσεσθε διότι εγώ εξαπέσταλκα προς υμάς την εντολήν ταύτην του είναι την διαθήκην μου προς τους Λευίτας. και είπατε· τι άλλο αλλ ‘ ή σπέρμα ζητεί ο Θεός. 13 και ταύτα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1416 . έτι άξιον επιβλέψαι εις θυσίαν ή λαβείν δεκτόν εκ των χειρών υμών. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 5 η διαθήκη μου ην μετ ‘ αυτού της ζωής και της ειρήνης. 11 εγκατελείφθη Ιούδας. καλόν ενώπιον Κυρίου.17 Οι παροξύναντες τον Θεόν εν τοις λόγοις υμών και είπατε· εν τίνι παρωξύναμεν αυτόν. 12 εξολοθρεύσει Κύριος τον άνθρωπον τον ποιούντα ταύτα. τι ότι εγκατέλιπε έκαστος τον αδελφόν αυτού του βεβηλώσαι την διαθήκην των πατέρων υμών. 9 καγώ δέδωκα υμάς εξουδενουμένους και απερριμμένους εις πάντα τα έθνη. ότι Κύριος διεμαρτύρατο αναμέσον σου και αναμέσον γυναικός νεότητός σου. ουχί Θεός εις έκτισεν υμάς. 15 και ουκ άλλος εποίησε. και γυναίκα νεότητός σου μη εγκαταλίπης· 16 αλλά εάν μισήσας εξαποστείλης. διεφθείρατε την διαθήκην του Λευί. και αδικία ουχ ευρέθη εν χείλεσιν αυτού· εν ειρήνη κατευθύνων επορεύθη μετ ‘ εμού και πολλούς επέστρεψεν από αδικίας. ην εγκατέλιπες. έως και ταπεινωθή εκ σκηνωμάτων Ιακώβ και εκ προσαγόντων θυσίαν τω Κυρίω παντοκράτορι. . και καλύψει ασέβεια επί τα ενθυμήματά σου. και φυλάξασθε εν τω πνεύματι υμών και ου μη εγκαταλίπητε. και φυλάξασθε εν τω πνεύματι υμών. ένυστρον εορτών υμών. λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ. εποιείτε· εκαλύπτετε δάκρυσι το θυσιαστήριον Κυρίου και κλαυθμω και στεναγμω εκ κόπων. και εν αυτοίς αυτός ευδόκησε· και που εστιν ο Θεός της δικαιοσύνης.

και είπατε· εν τίνι επιστρέψομεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΙΔΟΥ εγώ εξαποστέλλω τον άγγελόν μου. διότι υμείς πτερνίζετέ με. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 6 Διότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ον υμείς θέλετε· ιδού έρχεται. 11 και διαστελώ υμίν εις βρώσιν και ου μη διαφθείρω υμών τον καρπόν της γης. 10 και εισηνέγκατε πάντα τα εκφόρια εις τους θησαυρούς. 8 μήτι πτερνιεί άνθρωπος Θεόν. 4 και αρέσει τω Κυρίω θυσία Ιούδα και Ιερουσαλήμ. και έσται η διαρπαγή αυτού εν τω οίκω αυτού. 12 και μακαριούσιν υμάς πάντα τα έθνη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1417 . 2 και τις υπομενεί ημέραν εισόδου αυτού. 5 και προσάξω προς υμάς εν κρίσει και έσομαι μάρτυς ταχύς επί τας φαρμακούς και επί τας μοιχαλίδας και επί τους ομνύοντας τω ονόματί μου επί ψεύδει και επί τους αποστερούντας μισθόν μισθωτού και τους καταδυναστεύοντας χήραν και τους κονδυλίζοντας ορφανούς και τους εκκλίνοντας κρίσιν προσηλύτου και τους μη φοβουμένους με. 3 και καθιείται χωνεύων και καθαρίζων ως το αργύριον και ως το χρυσίον· και καθαρίσει τους υιούς Λευί και χεεί αυτούς ωσπερ το χρυσίον και το αργύριον· και έσονται τω Κυρίω προσάγοντες θυσίαν εν δικαιοσύνη. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. και ερείτε· εν τίνι επτερνίσαμέν σε. εάν μη ανοίξω υμίν τους καταρράκτας του ουρανού και εκχεώ την ευλογίαν μου υμίν έως του ικανωθήναι. ή τις υποστήσεται εν τη οπτασία αυτού. και εξαίφνης ήξει εις τον ναόν εαυτού Κύριος. και εμέ υμείς πτερνίζετε· το έτος συνετελέσθη. και ου μη ασθενήση υμών η άμπελος η εν τω αγρω. ον υμείς ζητείτε. και επιστραφήσομαι προς υμάς. επιστρέψατε δη εν τούτω. και ο άγγελος της διαθήκης. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ότι τα επιδέκατα και αι απαρχαί μεθ ‘ υμών εισι· 9 και αποβλέποντες υμείς αποβλέπετε. επιστρέψατε προς με. και επιβλέψεται οδόν προ προσώπου μου. διότι αυτός εισπορεύεται ως πυρ χωνευτηρίου και ως ποιά πλυνόντων. και ουκ ηλλοίωμαι· 7 και υμείς οι υιοί Ιακώβ ουκ απέχεσθε από των αδικιών των πατέρων υμών. καθώς αι ημέραι του αιώνος και καθώς τα έτη τα έμπροσθεν. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. διότι έσεσθε υμείς γη θελητή. εξεκλίνατε νόμιμά μου και ουκ εφυλάξασθε.

------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1418 . 6 μνήσθητι νόμου Μωσή του δούλου μου. πριν ή ελθείν την ημέραν Κυρίου την μεγάλην και επιφανή. και τι πλέον ότι εφυλάξαμεν τα φυλάγματα αυτού και διότι επορεύθημεν ικέται προ προσώπου Κυρίου παντοκράτορος. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. 14 είπατε· μάταιος ο δουλεύων Θεω. λέγει Κύριος παντοκράτωρ. ην εγώ ποιώ εις περιποίησιν. μη ελθών πατάξω την γην άρδην. 4 και ιδού εγώ αποστελώ υμίν ‘Ηλίαν τον Θεσβίτην. 15 και νυν ημείς μακαρίζομεν αλλοτρίους. διότι έσονται σποδός υποκάτω των ποδών υμών εν τη ημέρα. εις ημέραν. και ανάψει αυτούς η ημέρα η ερχομένη. 18 και επιστραφήσεσθε και όψεσθε αναμέσον δικαίου και αναμέσον ανόμου και αναμέσον του δουλεύοντος Θεω και του μη δουλεύοντος. καθότι ενετειλάμην αυτω εν Χωρήβ προς πάντα τον Ισραήλ προστάγματα και δικαιώματα. 17 και έσονταί μοι. λέγει Κύριος. και ου μη υπολειφθή εξ αυτών ρίζα ουδέ κλήμα. 3 και καταπατήσετε ανόμους. έκαστος προς τον πλησίον αυτού· και προσέσχε Κύριος και εισήκουσε και έγραψε βιβλίον μνημοσύνου ενώπιον αυτού τοις φοβουμένοις τον Κύριον και ευλαβουμένοις το όνομα αυτού. ΜΑΛΑΧΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ (Μασ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 Εβαρύνατε επ ‘ εμέ τους λόγους υμών. γ 1 19-24) ΔΙΟΤΙ ιδού ημέρα Κυρίου έρχεται καιομένη ως κλίβανος και φλέξει αυτούς. και έσονται πάντες οι αλλογενείς και πάντες οι ποιούντες άνομα καλάμη. και είπατε· εν τίνι κατελαλήσαμεν κατά σου. 5 ος αποκαταστήσει καρδίαν πατρός προς υιόν και καρδίαν ανθρώπου προς τον πλησίον αυτού. 16 ταύτα κατελάλησαν οι φοβούμενοι τον Κύριον. και ανοικοδομούνται πάντες ποιούντες άνομα και αντέστησαν τω Θεω και εσώθησαν. 2 και ανατελεί υμίν τοις φοβουμένοις το όνομά μου ήλιος δικαιοσύνης και ίασις εν ταις πτέρυξιν αυτού. ή εγώ ποιώ. και εξελεύσεσθε και σκιρτήσετε ως μοσχάρια εκ δεσμών ανειμένα. και αιρετιώ αυτούς ον τρόπον αιρετίζει άνθρωπος τον υιόν αυτού τον δουλεύοντα αυτω. λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

6 από ποδών έως κεφαλής ουκ έστιν εν αυτω ολοκληρία. σπέρμα πονηρόν. 4 ουαί έθνος αμαρτωλόν. 3 έγνω βούς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού· Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός με ου συνήκεν. ούτε τραύμα ούτε μώλωψ ούτε πληγή φλεγμαίνουσα· ουκ έστιν μάλαγμα επιθήναι ούτε έλαιον ούτε καταδέσμους. ουκ εισακούσομαι υμών· αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις. ως πόλις πολιορκουμένη· 9 και ει μη Κύριος σαβαώθ εγκατέλιπεν ημίν σπέρμα. ην είδεν Ησαϊας υιος Αμώς. 2 Άκουε ουρανέ και ενωτίζου γη. αποστρέψω τους οφθαλμούς μου αφ ‘ υμών. 16 λούσασθε και καθαροί γίνεσθε. και στέαρ αρνών και αίμα ταύρων και τράγων ου βούλομαι. 12 ουδέ αν έρχησθε οφθήναι μοι. ουκέτι ανήσω τας αμαρτίας υμών. ην είδε κατά της Ιουδαίας και κατά Ιερουσαλήμ εν βασιλεία ‘Οζίου και Ιωάθαμ και Άχαζ και Εζεκίου. 11 τι μοι πλήθος των θυσιών υμών. μάταιον· θυμίαμα. ότι Κύριος ελάλησεν· υιούς εγέννησα και ύψωσα. υιοί άνομοι· εγκατελίπατε τον Κύριον και παρωργίσατε τον άγιον του Ισραήλ.10 Ακούσατε λόγον Κυρίου. 8 εγκαταλειφθήσεται η θυγάτηρ Σιών ως σκηνή εν αμπελώνι και ως οπωροφυλάκιον εν σικυηράτω. 5 τι έτι πληγήτε προστιθέντες ανομίαν. 15 όταν εκτείνητε τας χείρας υμών προς με. και ηρήμωται κατεστραμμένη υπό λαών αλλοτρίων. εκζητήσατε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1419 . . 17 μάθετε καλόν ποιείν. αι πόλεις υμών πυρίκαυστοι· την χώραν υμών ενώπιον υμών αλλότριοι κατεσθίουσι αυτήν. πατείν την αυλήν μου 13 ου προσθήσεσθαι· εάν φέρητε σεμίδαλιν. παύσασθε από των πονηριών υμών. αυτοί δε με ηθέτησαν. αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου. τις γαρ εξεζήτησε ταύτα εκ των χειρών υμών. λαός πλήρης αμαρτιών. ως Σόδομα αν εγενήθημεν και ως Γόμορρα αν ωμοιώθημεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΟΡΑΣΙΣ. πάσα κεφαλή εις πόνον και πάσα καρδία εις λύπην. άρχοντες Σοδόμων· προσέχετε νόμον Θεού λαός Γομόρρας. λέγει Κύριος· πλήρης ειμί ολοκαυτωμάτων κριών. 7 η γη υμών έρημος. βδέλυγμά μοί εστι· τας νουμηνίας υμών και τα σάββατα και ημέραν μεγάλην ουκ ανέχομαι· νηστείαν και αργίαν 14 και τας νουμηνίας υμών και τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή μου· εγενήθητέ μοι εις πλησμονήν. και εάν πληθύνητε την δέησιν. οί εβασίλευσαν της Ιουδαίας.

ορφανοίς ου κρίνοντες και κρίσιν χηρών ου προσέχοντες. ως έριον λευκανώ. μηδέ εισακούσητέ μου. 24 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο δεσπότης σαβαώθ. πλήρης κρίσεως. 30 έσονται γαρ ως τερέβινθος αποβεβληκυία τα φύλλα και ως παράδεισος ύδωρ μη έχων· 31 και έσται η ισχύς αυτών ως καλάμη στιππύου και αι εργασίαι αυτών ως σπινθήρες πυρός. 25 και επάξω την χείρά μου επί σε και πυρώσω σε εις καθαρόν. και κρίσιν εκ των εχθρών μου ποιήσω. μητρόπολις πιστή Σιών. 21 Πως εγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών. ο δυνάστης του Ισραήλ· ουαί τοις ισχύουσιν εν Ιερουσαλήμ· ου παύσεται γαρ μου ο θυμός εν τοις υπεναντίοις. 28 και συντριβήσονται οι άνομοι και οι αμαρτωλοί άμα. α αυτοί ηβούλοντο. εν ή δικαιοσύνη εκοιμήθη εν αυτη. κρίνατε ορφανω και δικαιώσατε χήραν· 18 και δεύτε διαλεχθώμεν. και οι εγκαταλιπόντες τον Κύριον συντελεσθήσονται. και κατακαυθήσονται οι άνομοι και οι αμαρτωλοί άμα. μάχαιρα υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα. κοινωνοί κλεπτών αγαπώντες δώρα. 22 το αργύριον υμών αδόκιμον· οι κάπηλοί σου μίσγουσι τον οίνον ύδατι· 23 οι άρχοντές σου απειθούσι. νυν δε φονευταί. ως χιόνα λευκανώ. τους δε απειθούντας απολέσω και αφελώ πάντας ανόμους από σου και πάντας υπηφάνους ταπεινώσω. ρύσασθε αδικούμενον. και ουκ έσται ο σβέσων. εάν δε ώσιν ως κόκκινον. τα αγαθά της γης φάγεσθε· 20 εάν δε μη θέλητε. 19 και εάν θέλητε και εισακούσητέ μου. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ησαϊαν υιόν Αμώς περί της Ιουδαίας και περί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1420 . διώκοντες ανταπόδομα. λέγει Κύριος· και εάν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν. 26 και επιστήσω τους κριτάς σου ως το πρότερον και τους συμβούλους σου ως το απ ‘ αρχής· και μετά ταύτα κληθήση πόλις δικαιοσύνης. α επεθύμησαν. 29 διότι αισχυνθήσονται εν τοις ειδώλοις αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κρίσιν. και επαισχυνθήσονται επί τοις κήποις αυτών. 27 μετά γαρ κρίματος σωθήσεται η αιχμαλωσία αυτής και μετά ελεημοσύνης.

4 και κρινεί αναμέσον των εθνών και ελέγξει λαόν πολύν. 10 και νυν εισέλθετε εις τας πέτρας και κρύπτεσθε εις την γην από προσώπου του φόβου Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού. και πεσείται ύψος ανθρώπων. δεύτε πορευθώμεν τω φωτί Κυρίου. ο δε άνθρωπος ταπεινός· και ταπεινωθήσεται το ύψος των ανθρώπων. α εποίησαν προσκυνείν. τοις ματαίοις και ταις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1421 . και τέκνα πολλά αλλόφυλα εγενήθη αυτοίς. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 2 Ότι έσται εν ταις εσχάταις ημέραις εμφανές το όρος Κυρίου και ο οίκος του Θεού επ ‘ άκρων των ορέων και υψωθήσεται υπεράνω των βουνών· και ήξουσιν επ ‘ αυτό πάντα τα έθνη. και ου μη μάθωσιν έτι πολεμείν. 19 εισενέγκαντες εις τα σπήλαια και εις τας σχισμάς των πετρών και εις τας τρώγλας της γης από προσώπου του φόβου Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού. όταν αναστη θραύσαι την γην. και ουκ ην αριθμός των αρμάτων αυτών· 8 και ενεπλήσθη η γη βδελυγμάτων των έργων των χειρών αυτών. ο οίκος Ιακώβ. και προσεκύνησαν. 11 οι γαρ οφθαλμοί Κυρίου υψηλοί. όταν αναστη θραύσαι την γην. και ταπεινωθήσονται. και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Ιερουσαλήμ. και ου μη ανήσω αυτούς. οίς εποίησαν οι δάκτυλοι αυτών· 9 και έκυψεν άνθρωπος. 17 και ταπεινωθήσεται πας άνθρωπος. 3 και πορεύσονται έθνη πολλά και ερούσι· δεύτε και αναβώμεν εις το όρος Κυρίου και εις τον οίκον του Θεού Ιακώβ. 12 ημέρα γαρ Κυρίου σαβαώθ επί πάντα υβριστήν και υπερήφανον και επί πάντα υψηλόν και μετέωρον.5 Και νυν. και ου λήψεται έθνος επ ‘ έθνος μάχαιραν. και εταπεινώθη ανήρ. ως η των αλλοφύλων. . ότι ενεπλήσθη ως το απ ‘ αρχής η χώρα αυτών κληδονισμών. και πορευσόμεθα εν αυτη· εκ γαρ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ. και αναγγελεί ημίν την οδόν αυτού. 6 ανήκε γαρ τον λαόν αυτού τον οίκον του Ισραήλ. και συγκόψουσι τας μαχαίρας αυτών εις άροτρα και τας ζιβύνας αυτών εις δρέπανα. 20 τη γαρ ημέρα εκείνη εκβαλεί άνθρωπος τα βδελύγματα αυτού τα αργυρά και τα χρυσά. και ουκ ην αριθμός των θησαυρών αυτών· και ενεπλήσθη η γη ίππων. 13 και επί πάσαν κέδρον του Λιβάνου των υψηλών και μετεώρων και επί παν δένδρον βαλάνου Βασάν 14 και επί παν υψηλόν όρος και επί πάντα βουνόν υψηλόν 15 και επί πάντα πύργον υψηλόν και επί παν τείχος υψηλόν 16 και επί παν πλοίον θαλάσσης και επί πάσαν θέαν πλοίων κάλλους. και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη. 18 και τα χειροποίητα πάντα κατακρύψουσιν. 7 ενεπλήσθη γαρ η χώρα αυτών αργυρίου και χρυσίου.

οι μακαρίζοντες υμάς πλανώσιν υμάς και τον τρίβον των ποδών υμών ταράσσουσιν. και το βρώμα το εμόν υπό σε έστω. ουαί τη ψυχή αυτών. 11 ουαί τω ανόμω· πονηρά κατά τα έργα των χειρών αυτού συμβήσεται αυτω. ουδέ ιμάτιον· ουκ έσομαι αρχηγός του λαού τούτου. άνθρωπος προς άνθρωπον και άνθρωπος προς τον πλησίον αυτού· πρσκόψει το παιδίον προς τον πρεσβύτην. 9 και η αισχύνη του προσώπου αυτών αντέστη αυτοίς· την δε αμαρτίαν αυτών ως Σοδόμων ανήγγειλαν και ενεφάνισαν. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΙΔΟΥ δη ο δεσπότης Κύριος σαβαώθ αφελεί από της Ιουδαίας και από Ιερουσαλήμ ισχύοντα και ισχύουσαν. τα προς Κύριον απειθούντες· διότι νυν εταπεινώθη η δόξα αυτών. 8 ότι αινείται Ιερουσαλήμ. και αι γλώσσαι αυτών μετά ανομίας. 21 του εισελθείν εις τας τρώγλας της στερεάς πέτρας και εις τας σχισμάς των πετρών από προσώπου του φόβου Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού. ισχύν άρτου και ισχύν ύδατος. και εμπαίκται κυριεύσουσιν αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ νυκτερίσι. αρχηγός ημών γενού. ο άτιμος προς τον έντιμον. διότι βεβούλευνται βουλήν πονηράν καθ ‘ εαυτών 10 ειπόντες· δήσωμεν τον δίκαιον. όταν αναστη θραύσαι την γην. 6 ότι επιλήψεται άνθρωπος του αδελφού αυτού ή του οικείου του πατρός αυτού λέγων· ιμάτιον έχεις. 12 λαός μου. 13 αλλά νυν καταστήσεται εις κρίσιν Κύριος και στήσει εις κρίσιν τον λαόν αυτού· 14 αυτός Κύριος εις κρίσιν ήξει μετά των πρεσβυτέρων του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1422 . ότι δύσχρηστος ημίν εστι· τοίνυν τα γεννήματα των έργων αυτών φάγονται. οι πράκτορες υμών καλαμώνται υμάς. 7 και αποκριθείς εν τη ημέρα εκείνη ερεί· ουκ έσομαί σου αρχηγός· ου γαρ έστιν εν τω οίκω μου άρτος. 5 και συμπεσείται ο λαός. και οι απαιτούντες κυριεύουσιν υμών· λαός μου. και η Ιουδαία συμπέπτωκε. 2 γίγαντα και ισχύοντα και άνθρωπον πολεμιστήν και δικαστήν και προφήτην και στοχαστήν και πρεσβύτερον 3 και πεντηκόνταρχον και θαυμαστόν σύμβουλον και σοφόν αρχιτέκτονα και συνετόν ακροατήν· 4 και επιστήσω νεανίσκους άρχοντας αυτών.

και οι ισχύοντες υμών μαχαίρα πεσούνται. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1423 . μαχαίρα πεσείται. 15 τι υμείς αδικείτε τον λαόν μου και το πρόσωπον των πτωχών καταισχύνετε. ον αγαπάς. και Κύριος αποκαλύψει το σχήμα αυτών 18 εν τη ημέρα εκείνη και αφελεί Κύριος την δόξαν του ιματισμού αυτών και τους κόσμους αυτών και τα εμπλόκια και τους κοσύμβους και τους μηνίσκους 19 και το κάθεμα και τον κόσμον του προσώπου αυτών 20 και την σύνθεσιν του κόσμου της δόξης και τους χλιδώνας. 25 και ο υιος σου ο κάλλιστος. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ επιλήψονται επτά γυναίκες ανθρώπου ενός λέγουσαι· τον άρτον ημών φαγόμεθα και τα ιμάτια ημών περιβαλούμεθα πλήν το όνομα το σόν κεκλήσθω εφ ‘ ημάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαού και μετά των αρχόντων αυτού. 17 και ταπεινώσει ο Θεός αρχούσας θυγατέρας Σιών. και τα ψέλια και το εμπλόκιον και τα περιδέξια και τους δακτυλίους και τα ενώτια 21 και τα περιπόρφυρα και τα μεσοπόρφυρα 22 και τα επιβλήματα τα κατά την οικίαν και τα διαφανή Λακωνικά 23 και τα βύσσινα και τα υακίνθινα και τα κόκκινα και την βύσσον. άφελε τον ονειδισμόν ημών. Και ταπεινωθήσονται 26 και πενθήσουσιν αι θήκαι του κόσμου υμών. και αντί ζώνης σχοινίω ζώση και αντί του κόσμου της κεφαλής του χρυσίου φαλάκρωμα έξεις δια τα έργα σου και αντί του χιτώνος του μεσοπορφύρου περιζώση σάκκον. υμείς δε τι ενεπυρίσατε τον αμπελώνά μου και η αρπαγή του πτωχού εν τοις οίκοις υμών. 16 Τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων υψώθησαν αι θυγατέρες και επορεύθησαν υψηλω τραχήλω και εν νεύμασιν οφθαλμών και τη πορεία των ποδών άμα σύρουσαι τους χιτώνας και τοις ποσίν άμα παίζουσαι. και καταλειφθήση μόνη και εις την γην εδαφισθήση. . συν χρυσω και υακίνθω συγκαθυφασμένα και θέριστρα κατάκλιτα.2 Τη δε ημέρα εκείνη επιλάμψει ο Θεός εν βουλή μετά δόξης επί της γης του υψώσαι και δοξάσαι το καταλειφθέν του Ισραήλ· 3 και έσται το υπολειφθέν εν Σιών. 24 και έσται αντί οσμής ηδείας κονιορτός.

και πάση τη δόξη σκεπασθήσεται· 6 και έσται εις σκιάν από καύματος και εν σκέπη και εν αποκρύφω από σκληρότητος και υετού. 5 νυν δε αναγγελώ υμίν τι εγώ ποιήσω τω αμπελώνί μου· αφελώ τον φραγμόν αυτού και έσται εις διαρπαγήν. εν τόπω πίονι. 4 τι ποιήσω έτι τω αμπελώνί μου και ουκ εποίησα αυτω. πάντες οι γραφέντες εις ζωήν εν Ιερουσαλήμ· 4 ότι εκπλυνεί Κύριος τον ρύπον των υιών και των θυγατέρων Σιών και το αίμα εκκαθαριεί εκ μέσου αυτών εν πνεύματι κρίσεως και πνεύματι καύσεως. εποίησε δε ακάνθας. ίνα του πλησίον αφέλωνταί τι. αμπελών εγενήθη τω ηγαπημένω εν κέρατι. οι ενοικούντες εν Ιερουσαλήμ και άνθρωπος του Ιούδα. 7 ο γαρ αμπελών Κυρίου σαβαώθ οίκος του Ισραήλ εστι και άνθρωπος του Ιούδα νεόφυτον ηγαπημένον· έμεινα του ποιήσαι κρίσιν. εποίησε δε ακάνθας. και έσται πας τόπος τους όρους Σιών και πάντα τα περικύκλω αυτής σκιάσει νεφέλη ημέρας και ως καπνού και ως φωτός πυρός καιομένου νυκτός. και αναβήσονται εις αυτόν ως εις χέρσον άκανθαι· και ταις νεφέλαις εντελούμαι του μη βρέξαι εις αυτόν υετόν. 3 και νυν. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΑΣΩ δη τω ηγαπημένω άσμα του αγαπητού μου τω αμπελώνί μου. 10 ου γαρ εργώνται δέκα ζεύγη βοών. εις έρημον έσονται μεγάλαι και καλαί. ποιήσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1424 . και καθελώ τον τοίχον αυτού και έσται εις καταπάτημα· 6 και ανήσω τον αμπελωνά μου και ου τμηθή ουδέ μη σκαφή. κρίνατε εν εμοί και αναμέσον του αμπελώνός μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το καταλειφθέν εν Ιερουσαλήμ άγιοι κληθήσονται. εποίησε δε ανομίαν και ου δικαιοσύνην. 2 και φραγμόν περιέθηκα και εχαράκωσα και εφύτευσα άμπελον Σωρήχ και ωκοδόμησα πύργον εν μέσω αυτού και προλήνιον ώρυξα εν αυτω· και έμεινα του ποιήσαι σταφυλήν. και ουκ έσονται οι ενοικούντες εν αυταίς. 9 ηκούσθη γαρ εις τα ώτα Κυρίου σαβαώθ ταύτα· εάν γαρ γένωνται οικίαι πολλαί. μη οικήσετε μόνοι επί της γης. 8 Ουαί οι συνάπτοντες οικίαν προς οικίαν και αγρόν προς αγρόν εγγίζοντες. αλλά κραυγήν. διότι έμεινα του ποιήσαι σταφυλήν. 5 και ήξει.

ουδέ λύσουσι τας ζώνας αυτών από της οσφύος αυτών. 18 ουαί οι επισπώμενοι τας αμαρτίας ως σχοινίω μακρω και ως ζυγού ιμάντι δαμάλεως τας ανομίας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κεράμιον εν. αλλά το λόγιον του αγίου Ισραήλ παρώξυναν. 15 και ταπεινωθήσεται άνθρωπος. και καταβήσονται οι ένδοξοι και οι μεγάλοι και οι πλούσιοι και οι λοιμοί αυτής. και οι οφθαλμοί οι μετέωροι ταπεινωθήσονται. 26 τοιγαρούν αρεί σύσσημον εν τοις έθνεσι τοις μακράν και συριεί αυτούς απ ‘ άκρου της γης. οι τροχοί των αρμάτων αυτών ως καταιγίς. 21 Ουαί οι συνετοί εαυτοίς και ενώπιον αυτών επιστήμονες. οι μένοντες το οψέ· ο γαρ οίνος αυτούς συγκαύσει. 14 και επλάτυνεν ο άδης την ψυχήν αυτού και διήνοιξε το στόμα αυτού του μη διαλιπείν. 17 και βοσκηθήσονται οι διηρπασμένοι ως ταύροι. αλλά έτι χείρ υψηλή. και τα σίκερα διώκοντες. και ιδού ταχύ κούφως έρχονται· 27 ου πεινάσουσιν ουδέ κοπιάσουσιν ουδέ νυστάξουσιν ουδέ κοιμηθήσονται. οι τιθέντες το σκότος φως και το φως σκότος. 20 Ουαί οι λέγοντες το πονηρόν καλόν και το καλόν πονηρόν. και επέβαλε την χείρα αυτού επ ‘ αυτούς και επάταξεν αυτούς. ίνα γνώμεν. οι πίνοντες τον οίνον και οι δυνάσται οι κεραννύντες τα σίκερα. 16 και υψωθήσεται Κύριος σαβαώθ εν κρίματι. οι τιθέντες το πικρόν γλυκύ και το γλυκύ πικρόν. η ρίζα αυτών ως χνούς έσται και το άνθος αυτών ως κονιορτός αναβήσεται· ου γαρ ηθέλησαν τον νόμον Κυρίου σαβαώθ. 13 τοίνυν αιχμάλωτος ο λαός μου εγενήθη δια το μη ειδέναι αυτούς τον Κύριον. ίνα ίδωμεν. 19 οι λέγοντες· το τάχος εγγισάτω α ποιήσει. ουδέ μη ραγώσιν οι ιμάντες των υποδημάτων αυτών· 28 ων τα βέλη οξέα εστί και τα τόξα αυτών εντεταμένα. και ελθάτω η βουλή του αγίου Ισραήλ. 22 ουαί οι ισχύοντες υμών. τα δε έργα Κυρίου ουκ εμβλέπουσι και τα έργα των χειρών αυτού ου κατανοούσι. και παρωξύνθη τα όρη. 11 Ουαί οι εγειρόμενοι το πρωϊ. και πλήθος εγενήθη νεκρών δια λιμόν και δίψος ύδατος. 24 δια τούτο ον τρόπον καυθήσεται καλάμη υπό άνθρακος πυρός και συγκαυθήσεται υπό φλογός ανειμένης. οι πόδες των ίππων αυτών ως στερεά πέτρα ελογίσθησαν. 12 μετά γαρ κιθάρας και ψαλτηρίου και τυμπάνων και αυλών τον οίνον πίνουσι. και εγενήθη τα θνησιμαία αυτών ως κοπρία εν μέσω οδού. και ο Θεός ο άγιος δοξασθήσεται εν δικαιοσύνη. και εν πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός αυτού. 29 ορμώσιν ως λέοντες και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1425 . και τας ερήμους των απειλημμένων άρνες φάγονται. 23 οι δικαιούντες τον ασεβή ένεκεν δώρων και το δίκαιον του δικαίου αίροντες. και ο σπείρων αρτάβας εξ ποιήσει μέτρα τρία. 25 και εθυμώθη οργή Κύριος σαβαώθ επί τον λαόν αυτού. και ατιμασθήσεται ανήρ.

12 και μετά ταύτα μακρυνεί ο Θεός τους ανθρώπους. και πληθυνθήσονται οι εγκαταλειφθέντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1426 . και η γη καταλειφθήσεται έρημος. εξ πτέρυγες τω ενί και εξ πτέρυγες τω ενί. και τις πορεύσεται προς τον λαόν τούτον. και ο οίκος επλήσθη καπνού. 11 και είπα· έως πότε Κύριε. και είπα· ιδού εγώ ειμι· απόστειλόν με. ότι κατανένυγμαι. και είπεν· έως αν ερημωθώσι πόλεις παρά το μη κατοικείσθαι και οίκοι παρά το μη είναι ανθρώπους. 6 και απεστάλη προς με εν των Σεραφίμ. ταις δε δυσί κατεκάλυπτον τους πόδας και ταις δυσίν επέταντο. και ουκ έσται ο ρυόμενος αυτούς. και ιάσομαι αυτούς. 9 και είπε· πορεύθητι και ειπόν τω λαω τούτω· ακοή ακούσετε και ου μη συνήτε και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε· 10 επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου. ου απέθανεν ‘Οζίας ο βασιλεύς. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο του ενιαυτού. εν μέσω λαού ακάθαρτα χείλη έχοντος εγώ οικώ και τον βασιλέα Κύριον σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου. 2 και Σεραφίμ ειστήκεισαν κύκλω αυτού. και πλήρης ο οίκος της δόξης αυτού. άγιος Κύριος σαβαώθ. ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρέστηκαν ως σκύμνοι λέοντος· και επιλήψεται και βοήσει ως θηρίον και εκβαλεί. ης εκέκραγον. 4 και επήρθη το υπέρθυρον από της φωνής. 3 και εκέκραγεν έτερος προς τον έτερον και έλεγον· άγιος. και επιστρέψωσι. 5 και είπον· ω τάλας εγώ. 30 και βοήσει δι ‘ αυτούς τη ημέρα εκείνη ως φωνή θαλάσσης κυμαινούσης· και εμβλέψονται εις την γην. είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου. και τοις ωσίν αυτών βαρέως ήκουσαν και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι. και εν τη χειρί είχεν άνθρακα. πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού. άγιος. και ιδού σκότος σκληρόν εν τη απορία αυτών. ον τη λαβίδι έλαβεν από του θυσιαστηρίου. 7 και ήψατο του στόματός μου και είπεν· ιδού ήψατο τούτο των χειλέων σου και αφελεί τας ανομίας σου και τας αμαρτίας σου περικαθαριεί. 8 και ήκουσα της φωνής Κυρίου λέγοντος· τίνα αποστείλω. και ταις μεν δυσί κατεκάλυπτον το πρόσωπον.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί της γης· 13 και έτι επ ‘ αυτής έστι το επιδέκατον. οίκος Δαυίδ· μη μικρόν υμίν αγώνα παρέχειν ανθρώποις. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο εν ταις ημέραις Άχαζ του Ιωάθαμ του υιού ‘Οζίου βασιλέως Ιούδα. και Πως Κυρίω παρέχετε αγώνα. αποστρέψομεν αυτούς προς ημάς και βασιλεύσομεν αυτοίς τον υιόν Ταβεήλ· 7 τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· ου μη μείνη η βουλή αύτη ουδέ έσται· 8 αλλ ‘ η κεφαλή Αράμ Δαμασκός και η κεφαλή Δαμασκού Ρασείμ . 14 δια τούτο δώσει Κύριος αυτός υμίν σημείον· ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει. 12 και είπεν Άχαζ· ου μη αιτήσω ουδ ‘ ου μη πειράσω Κύριον.10 Και προσέθετο Κύριος λαλήσαι τω Άχαζ λέγων· 11 αίτησαι σεαυτω σημείον παρά Κυρίου Θεού σου εις βάθος ή εις ύψος.9 και η κεφαλή Εφραίμ Σομόρων. ουδέ μη συνιήτε. ον τρόπον εν δρυμω ξύλον υπό πνεύματος σαλευθή. εκλέξεται το αγαθόν· 16 διότι πριν ή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1427 . και πάλιν έσται εις προνομήν ως τερέβινθος και ως βάλανος. όταν εκπέση εκ της θήκης αυτής. 2 και ανηγγέλη εις τον οίκον Δαυίδ λέγων· συνεφώνησεν Αράμ προς τον Εφραίμ· και εξέστη η ψυχή αυτού και η ψυχή του λαού αυτού. ανέβη Ρασείμ βασιλεύς Αράμ και Φακεέ υιος Ρομελίου βασιλεύς Ισραήλ επί Ιερουσαλήμ πολεμήσαι αυτήν και ουκ ηδυνήθησαν πολιορκήσαι αυτήν. 13 και είπεν· ακούσατε δη. και τέξεται υιόν.αλλ ‘ έτι εξήκοντα και πέντε ετών εκλείψει η βασιλεία Εφραίμ από λαού . ότι εβουλεύσαντο βουλήν πονηράν περί σου λέγοντες· 6 αναβησόμεθα εις την Ιουδαίαν και συλλαλήσαντες αυτοίς. μηδέ η ψυχή σου ασθενείτω από των δύο ξύλων των δαλών των καπνιζομένων τούτων· όταν γαρ οργή του θυμού μου γένηται. και η κεφαλή Σομόρων υιος του Ρομελίου· και εάν μη πιστεύσητε. πάλιν ιάσομαι. 5 και ο υιος του Αράμ και ο υιος του Ρομελίου. 3 και είπε Κύριος προς ‘Ησαϊαν· έξελθε εις συνάντησιν Άχαζ συ και ο καταλειφθείς Ιασούβ ο υιος σου προς την κολυμβήθραν της άνω οδού του αγρού του κναφέως 4 και ερείς αυτω· φυλάξαι του ησυχάσαι και μη φοβού. . και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ· 15 βούτυρον και μέλι φάγεται· πριν ή γνώναι αυτόν ή προελέσθαι πονηρά.

19 και ελεύσονται πάντες και αναπαύσονται εν ταις φάραγξι της χώρας και εν ταις τρώγλαις των πετρών και εις τα σπήλαια και εις πάσαν ραγάδα και εν παντί ξύλω. ην συ φοβή. 2 και μάρτυράς μοι ποίησον πιστούς ανθρώπους. και τη μελίσση. και είπε Κύριός μοι· κάλεσον τον όνομα αυτού Ταχέως σκύλευσον. τον Ουρίαν και Ζαχαρίαν υιόν Βαραχίου. 18 και έσται εν τη ημέρα εκείνη συριεί Κύριος μυίαις. 23 και έσται εν τη ημέρα εκείνη πας τόπος. απειθεί πονηρία του εκλέξασθαι το αγαθόν. γάλα. 5 και προσέθετο Κύριος λαλήσαί μοι έτι· 6 δια το μη βούλεσθαι τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1428 . και εν γαστρί έλαβε και έτεκεν υιόν. και ου μη επέλθη εκεί φόβος· έσται γαρ από της χέρσου και ακάνθης εις βόσκημα προβάτου και καταπάτημα βοός. ό κυριεύει μέρος ποταμού Αιγύπτου. και τον πώγωνα αφελεί. ότι χέρσος και άκανθα έσται πάσα η γη. οξέως προνόμευσον· 4 διότι πριν ή γνώναι το παιδίον καλείν πατέρα ή μητέρα. εις χέρσον έσονται και εις άκανθαν· 24 μετά βέλους και τοξεύματος εισελεύσονται εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γνώναι το παιδίον αγαθόν ή κακόν. ου εάν ώσι χίλιαι άμπελοι χιλίων σίκλων. 22 και έσται από του πλείστον ποιείν. αι ούπω ήκασιν αφ ‘ ης ημέρας αφείλεν Εφραίμ από Ιούδα τον βασιλέα των Ασσυρίων. 21 και έσται εν τη ημέρα εκείνη θρέψει άνθρωπος δάμαλιν βοών και δύο πρόβατα. 20 εν τη ημέρα εκείνη ξυρήσει Κύριος τω ξυρω τω μεγάλω και μεμεθυσμένω. 17 αλλά επάξει ο Θεός επί σε και επί τον λαόν σου και επί τον οίκον του πατρός σου ημέρας. ό εστι πέραν του ποταμού βασιλέως Ασσυρίων. ή εστιν εν χώρα Ασσυρίων. την κεφαλήν και τας τρίχας των ποδών. 3 και προσήλθον προς την προφήτιν. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς με· λάβε σεαυτω τόμον καινού μεγάλου και γράψον εις αυτόν γραφίδι ανθρώπου· του οξέως προνομήν ποιήσαι σκύλων· πάρεστι γαρ. βούτυρον και μέλι φάγεται πας ο καταλειφθείς επί της γης. και καταλειφθήσεται η γη. 25 και παν όρος αροτριώμενον αροτριωθήσεται. λήψεται δύναμιν Δαμασκού και τα σκύλα Σαμαρείας έναντι βασιλέως Ασσυρίων. από προσώπου των δύο βασιλέων.

ισχυκότες ηττάσθε· εάν γαρ πάλιν ισχύσητε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαόν τούτον το ύδωρ του Σιλωάμ το πορευόμενον ησυχή. ος κατοικεί εν τω όρει Σιών. 11 Ούτω λέγει Κύριος· τη ισχυρά χειρί απειθούσι τη πορεία της οδού του λαού τούτου λέγοντες· 12 μήποτε είπητε σκληρόν· παν γαρ. 18 ιδού εγώ και τα παιδία. 20 νόμον γαρ εις βοήθειαν έδωκεν. 22 και εις την γην κάτω εμβλέψονται. αλλά βούλεσθαι έχειν τον Ρασείμ και τον υιόν Ρομελίου βασιλέα εφ ‘ υμών. πάλιν ηττηθήσεσθε. τι εκζητούσι περί των ζώντων τους νεκρούς. ουδ ‘ ου μη ταραχθήτε· 13 Κύριον αυτόν αγιάσατε. σκληρόν εστι· τον δε φόβον αυτού ου μη φοβηθήτε. και αυτός έσται σου φόβος. 7 δια τούτο ιδού Κύριος ανάγει εφ ‘ υμάς το ύδωρ του ποταμού το ισχυρόν και το πολύ. και εν κοιλάσματι εγκαθήμενοι εν Ιερουσαλήμ. ουχί έθνος προς Θεόν αυτού εκζητήσουσι. περί ου ουκ έστι δώρα δούναι περί αυτού. 14 και εάν επ ‘ αυτω πεποιθώς ης. και ιδού απορία στενή και σκότος. ος δυνήσεται κεφαλήν άραι ή δυνατόν συντελέσασθαί τι. διασκεδάσει Κύριος. α μοι έδωκεν ο Θεός. και ουκ απορηθήσεται ο εν στενοχωρία ων έως καιρού. τους κενολογούντας. και εγγιούσι και αλώσονται άνθρωποι εν ασφαλεία. . ουδέ ως πέτρας πτώματι· οι δε οίκοι Ιακώβ εν παγίδι. 17 και ερεί· μενώ τον Θεόν τον αποστρέψαντα το πρόσωπόν αυτού από του οίκου Ιακώβ και πεποιθώς έσομαι επ ‘ αυτω. ωστε μη βλέπειν. 10 και ην αν βουλεύσησθε βουλήν. οί εκ της κοιλίας φωνούσιν. 19 και εάν είπωσι προς υμάς· ζητήσατε τους εγγαστριμύθους και τους από της γης φωνούντας. τον βασιλέα των Ασσυρίων και την δόξαν αυτού· και αναβήσεται επί πάσαν φάραγγα υμών και περιπατήσει επί παν τείχος υμών 8 και αφελεί από της Ιουδαίας άνθρωπον. θλίψις και στενοχωρία και σκότος. έσται σοι εις αγίασμα και ουχ ως λίθου προσκόμματι συναντήσεσθε αυτω. και αναβλέψονται εις τον ουρανόν άνω. ίνα είπωσιν ουχ ως το ρήμα τούτο. ό εάν είπη ο λαός ούτος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1429 . και έσται σημεία και τέρατα εν τω οίκω Ισραήλ παρά Κυρίου σαβαώθ. ου μη εμμείνη εν υμίν. και έσται η παρεμβολή αυτού ωστε πληρώσαι το πλάτος της χώρας σου· μεθ ‘ ημών ο Θεός.16 Τότε φανεροί έσονται οι σφραγιζόμενοι τον νόμον του μη μαθείν. και λόγον ον αν είπητε. 15 δια τούτο αδυνατήσουσιν εν αυτοίς πολλοί και πεσούνται και συντριβήσονται. επακούσατε έως εσχάτου της γης. 21 και ήξει εφ ‘ υμάς σκληρά λιμός και έσται ως αν πεινάσητε. 9 γνώτε έθνη και ηττάσθε. ότι μεθ ‘ ημών ο Θεός. λυπηθήσεσθε και κακώς ερείτε τον άρχοντα και τα πάτρια.

3 το πλείστον του λαού. 8 Θάνατον απέστειλε Κύριος επί Ιακώβ. χώρα Ζαβουλών. και ευφρανθήσονται ενώπιόν σου ως οι ευφραινόμενοι εν αμήτω και ον τρόπον οι διαιρούμενοι σκύλα. 7 μεγάλη η αρχή αυτού. και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΤΟΥΤΟ πρώτον πίε. ταχύ ποίει. 15 και έσονται οι μακαρίζοντες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1430 . μέγαν και μικρόν εν μια ημέρα. πατήρ του μέλλοντος αιώνος· εγώ γαρ άξω ειρήνην επί τους άρχοντας. 2 ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει. και ήλθεν επί Ισραήλ. 11 και ράξει ο Θεός τους επανισταμένους επί όρος Σιών επ ‘ αυτούς και τους εχθρούς αυτών διασκεδάσει. η γη Νεφθαλίμ οδόν θαλάσσης και οι λοιποί οι την παραλίαν κατοικούντες και πέραν του Ιορδάνου. 12 Συρίαν αφ ‘ ηλίου ανατολών και τους ΄Ελληνας αφ ‘ ηλίου δυσμών. τα μέρη της Ιουδαίας. ίδετε φως μέγα· οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου. 14 και αφείλε Κύριος από Ισραήλ κεφαλήν και ουράν. υιος και εδόθη ημίν. εξουσιαστής. ως τη ημέρα τη επί Μαδιάμ. 6 ότι παιδίον εγενήθη ημίν. ειρήνην και υγίειαν αυτω. 4 διότι αφήρηται ο ζυγός ο επ ‘ αυτών κείμενος και η ράβδος η επί του τραχήλου αυτών· την γαρ ράβδον των απαιτούντων διεσκέδασε Κύριος. τους κατεσθίοντας τον Ισραήλ όλω τω στόματι. και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον επί τον θρόνον Δαυίδ και την βασιλείαν αυτού κατορθώσαι αυτήν και αντιλαβέσθαι αυτής εν κρίματι και εν δικαιοσύνη από του νυν και εις τον αιώνα· ο ζήλος Κυρίου σαβαώθ ποιήσει ταύτα. 13 και ο λαός ουκ απεστράφη. πρεσβύτην και τους τα πρόσωπα θαυμάζοντας (αύτη η αρχή) και προφήτην διδάσκοντα άνομα (ούτος η ουρά). και τον Κύριον ουκ εξεζήτησαν. αλλά δεύτε λαξεύσωμεν λίθους και εκκόψωμεν συκαμίνους και κέδρους και οικοδομήσωμεν εαυτοίς πύργον. 5 ότι πάσαν στολήν επισυνηγμένην δόλω και ιμάτιον μετά καταλλαγής αποτίσουσι και θελήσουσιν ει εγενήθησαν πυρίκαυστοι. Θεός ισχυρός. φως λάμψει εφ ‘ υμάς. άρχων ειρήνης. ου η αρχή εγενήθη επί του ώμου αυτού. αλλ ‘ έτι η χείρ υψηλή. Γαλιλαία των εθνών. επί πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός. θαυμαστός σύμβουλος. 9 και γνώσονται πας ο λαός του Εφραίμ και οι εγκαθήμενοι εν Σαμαρεία εφ ‘ ύβρει και υψηλή καρδία λέγοντες· 10 πλίνθοι πεπτώκασιν. ό κατήγαγες εν ευφροσύνη σου. έως επλήγη.

αλλ ‘ έτι η χείρ υψηλή. 3 και τι ποιήσουσιν εν τη ημέρα της επισκοπής. και παν στόμα λαλεί άδικα. 20 φάγεται γαρ Μανασσής του Εφραίμ και Εφραίμ του Μανασσή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τον λαόν τούτον πλανώντες και πλανώσιν. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1431 . επί τούτοις πάσιν ουκ απεστράφη ο θυμός. 9 και ερεί· ουκ έλαβον την χώραν την επάνω Βαβυλώνος και Χαλάνης. και που καταλείψετε την δόξαν υμών 4 του μη εμπεσείν εις επαγωγήν. ότι πάντες άνομοι και πονηροί. 5 ουαί Ασσυρίοις· η ράβδος του θυμού μου και οργής εστιν εν ταις χερσίν αυτών. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΟΥΑΙ τοις γράφουσι πονηρίαν· γράφοντες γαρ πονηρίαν γράφουσιν 2 εκκλίνοντες κρίσιν πτωχών. και ου μη εμπλησθή άνθρωπος έσθων τας σάρκας του βραχίονος αυτού. ότι άμα πολιορκήσουσι τον Ιούδαν. ωστε είναι αυτοίς χήραν εις διαρπαγήν και ορφανόν εις προνομήν. 19 αλλά εκκλινεί εις τα δεξιά. αλλά απαλλάξει ο νους αυτού και του έθνη εξολοθρεύσαι ουκ ολίγα. και συγκαταφάγεται τα κύκλω των βουνών πάντα. αλλ ‘ έτι η χείρ υψηλή. 6 την οργήν μου εις έθνος άνομον αποστελώ και τω εμω λαω συντάξω ποιήσαι σκύλα και προνομήν και καταπατείν τας πόλεις και θείναι αυτάς εις κονιορτόν. ότι πεινάσει και φάγεται εκ των αριστερών. η γαρ θλίψις υμίν πόρρωθεν ήξει· και προς τίνα καταφεύξεσθε του βοηθηθήναι. αρπάζοντες κρίμα πενήτων του λαού μου. 8 και εάν είπωσιν αυτω· συ μόνος ει άρχων. 18 δια θυμόν οργής Κυρίου συγκέκαυται η γη όλη. επί πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός. και έσται ο λαός ως κατακεκαυμένος υπό πυρός· άνθρωπος τον αδελφόν αυτού ουκ ελεήσει. 17 και καυθήσεται ως πυρ η ανομία και ως άγρωσις ξηρά βρωθήσεται υπό πυρός· και καυθήσεται εν τοις δάσεσι του δρυμού. αλλ ‘ έτι η χείρ υψηλή. 16 δια τούτο επί τους νεανίσκους αυτών ουκ ευφρανθήσεται ο Κύριος και τους ορφανούς αυτών και τας χήρας αυτών ουκ ελεήσει. ου ο πύργος ωκοδομήθη. 7 αυτός δε ουχ ούτως ενεθυμήθη και τη ψυχή ουχ ούτως λελόγισται. όπως καταπίωσιν αυτούς. επί πάσι τούτοις ουκ απεστράφη ο θυμός. και έλαβον Αραβίαν και Δαμασκόν και Σαμάρειαν· 10 ον τρόπον ταύτας έλαβον εν τη χειρί μου.

ότι εν ράβδω πατάξει σε· πληγήν γαρ επάγω επί σε του ιδείν οδόν Αιγύπτου. 25 έτι γαρ μικρόν και παύσεται η οργή. επάξει επί τον νουν τον μέγαν. και ο θυμός αυτού τη οδω τη κατά θάλασσαν εις την οδόν την κατ ‘ Αίγυπτον. 22 και εάν γένηται ο λαός Ισραήλ ως η άμμος της θαλάσσης. 13 είπε γαρ· εν τη ισχύϊ ποιήσω και εν τη σοφία της συνέσεως. 28 ήξει γαρ εις την πόλιν Αγγαί 29 και παρελεύσεται εις Μαγγεδώ και εις Μαχμάς θήσει τα σκεύη αυτού· και παρελεύσεται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1432 . όταν συντελέση Κύριος πάντα ποιών εν τω όρει Σιών και εν Ιερουσαλήμ. και ουκ έστιν ος διαφεύξεταί με ή αντείπη μοι. ούτω ποιήσω και Ιερουσαλήμ και τοις ειδώλοις αυτής. και εις την σήν δόξαν πυρ καιόμενον καυθήσεται. αφελώ όρια εθνών και την ισχύν αυτών προνομεύσω 14 και σείσω πόλεις κατοικουμένας και την οικουμένην όλην καταλήψομαι τη χειρί ως νοσσιάν και ως καταλελειμμένα ωά αρώ. 27 και έσται εν τη ημέρα εκείνη αφαιρεθήσεται ο ζυγός αυτού από του ώμου σου και ο φόβος αυτού από σου. και επί το ύψος της δόξης των οφθαλμών αυτού. τα γλυπτά εν Ιερουσαλήμ και εν Σαμαρεία· 11 ον τρόπον γαρ εποίησα Σαμαρεία και τοις χειροποιήτοις αυτής. αλλά έσονται πεποιθότες επί τον Θεόν τον άγιον του Ισραήλ τη αληθεία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάσας τας αρχάς λήψομαι. ωσαύτως εάν τις άρη ράβδον ή ξύλον. και καταφάγεται από ψυχής έως σαρκών· και έσται ο φεύγων ως ο φεύγων από φλογός καιομένης· 19 και οι καταλειφθέντες απ ‘ αυτών αριθμός έσονται. ή υψωθήσεται πρίων άνευ του έλκοντος αυτόν. 15 μη δοξασθήσεται αξίνη άνευ του κόπτοντος εν αυτη. τον άρχοντα των Ασσυρίων. ο δε θυμός μου επί την βουλήν αυτών· 26 και εγερεί ο Θεός επ ‘ αυτούς κατά την πληγήν Μαδιάμ εν τόπω θλίψεως. το κατάλειμμα αυτών σωθήσεται· λόγον συντελών και συντέμνων εν δικαιοσύνη. αλλά αποστελεί Κύριος σαβαώθ εις την σήν τιμήν ατιμίαν. 21 και έσται το καταλειφθέν του Ιακώβ επί Θεόν ισχύοντα. 20 Και έσται εν τη ημέρα εκείνη ουκέτι προστεθήσεται το καταλειφθέν Ισραήλ. 12 και έσται. από Ασσυρίων. 23 ότι λόγον συντετμημένον Κύριος ποιήσει εν τη οικουμένη όλη. 18 τη ημέρα εκείνη αποσβεσθήσεται τα όρη και οι βουνοί και οι δρυμοί. και καταφθαρήσεται ο ζυγός από των ώμων υμών. και οι σωθέντες του Ιακώβ ουκέτι μη πεποιθότες ώσιν επί τους αδικήσαντας αυτούς. και παιδίον γράψει αυτούς. 16 και ουχ ούτως. οι κατοικούντες εν Σιών. ο λαός μου. 24 Δια τούτο τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· μη φοβού. 17 και έσται το φως του Ισραήλ εις πυρ και αγιάσει αυτόν εν πυρί καιομένω και φάγεται ωσεί χόρτον την ύλην. ολολύξατε.

το όρος. ουδέ μη δύνωνται απολέσαι ουδένα επί το όρος το άγιόν μου. πνεύμα βουλής και ισχύος. και οι υψηλοί ταπεινωθήσονται. ότι ενεπλήσθη η σύμπασα του γνώναι τον Κύριον ως ύδωρ πολύ κατακαλύψαι θαλάσσας. και παιδίον μικρόν άξει αυτούς· 7 και βούς και άρκος άμα βοσκηθήσονται. και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται. φόβος λήψεται Ραμά πόλιν Σαούλ· φεύξεται 30 η θυγάτηρ Γαλλείμ. πνεύμα γνώσεως και ευσεβείας· 3 εμπλήσει αυτόν πνεύμα φόβου Θεού. 33 ιδού γαρ ο δεσπότης Κύριος σαβαώθ συνταράσσει τους ενδόξους μετά ισχύος. 8 και παιδίον νήπιον επί τρώγλην ασπίδων και επί κοίτην εκγόνων ασπίδων την χείρα επιβαλεί. 6 και συμβοσκηθήσεται λύκος μετ ‘ αρνός. και οι υψηλοί τη ύβρει συντριβήσονται. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί. ου κατά την δόξαν κρινεί ουδέ κατά την λαλιάν ελέγξει. και οι βουνοί οι εν Ιερουσαλήμ. 2 και αναπαύσεται επ ‘ αυτόν πνεύμα του Θεού. ο δε Λίβανος συν τοις υψηλοίς πεσείται. τη χειρί παρακαλείτε. επακούσεται Αναθώθ· 31 και εξέστη Μαδεβηνά και οι κατοικούντες Γιββεϊρ· 32 παρακαλείται σήμερον εν οδω του μείναι. και άμα τα παιδία αυτών έσονται. πνεύμα σοφίας και συνέσεως. 4 αλλά κρινεί ταπεινω κρίσιν και ελέγξει τους ταπεινούς της γης· και πατάξει γην τω λόγω του στόματος αυτού και εν πνεύματι δια χειλέων ανελεί ασεβή· 5 και έσται δικαιοσύνη εζωσμένος την οσφύν αυτού και αληθεία ειλημένος τας πλευράς. επ ‘ αυτω έθνη ελπιούσι. επακούσεται Λαϊσά. 9 και ου μη κακοποιήσουσιν. 11 και έσται τη ημέρα εκείνη προσθήσει Κύριος του δείξαι την χείρα αυτού του ζηλώσαι το καταλειφθέν υπόλοιπον του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1433 . και έσται η ανάπαυσις αυτού τιμή. και λέων και βούς άμα φάγονται άχυρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φάραγγα και ήξει εις Αγγαί. 10 Και έσται εν τη ημέρα εκείνη η ρίζα του Ιεσσαί και ο ανιστάμενος άρχειν εθνών. την θυγατέρα Σιών. και μοσχάριον και ταύρος και λέων άμα βοσκηθήσονται. και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω. 34 και πεσούνται οι υψηλοί μαχαίρα.

ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ ερείς εν τη ημέρα εκείνη· ευλογήσω σε. μιμνήσκεσθε. αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λαού. 5 υμνήσατε το όνομα Κυρίου. 3 και αντλήσατε ύδωρ μετ ‘ ευφροσύνης εκ των πηγών του σωτηρίου. ωστε διαπορεύεσθαι αυτόν εν υποδήμασι· 16 και έσται δίοδος τω καταλειφθέντι μου λαω εν Αιγύπτω. και έσται τω Ισραήλ ως η ημέρα ότε εξήλθεν εκ γης Αιγύπτου. βοάτε το όνομα αυτού. διότι η δόξα μου και η αίνεσίς μου Κύριος και εγένετό μοι εις σωτηρίαν. διότι ωργίσθης μοι και απέστρεψας τον θυμόν σου και ηλέησάς με. πεποιθώς έσομαι επ ‘ αυτω και σωθήσομαι εν αυτω και ου φοβηθήσομαι. 15 και ερημώσει Κύριος την θάλασσαν Αιγύπτου και επιβαλεί την χείρα αυτού επί τον ποταμόν πνεύματι βιαίω και πατάξει επτά φάραγγας. 6 αγαλλιάσθε και ευφραίνεσθε. ότι υψώθη ο άγιος του Ισραήλ εν μέσω αυτής. Κύριε. οι κατοικούντες Σιών. ότι υψώθη το όνομα αυτού. 4 και ερείς εν τη ημέρα εκείνη· υμνείτε Κύριον. 12 και αρεί σημείον εις τα έθνη και συνάξει τους απολομένους Ισραήλ και τους διεσπαρμένους του Ιούδα συνάξει εκ των τεσσάρων πτερύγων της γης. ό αν καταλειφθή από των Ασσυρίων και από Αιγύπτου και Βαβυλωνίας και Αιθιοπίας και από Ελαμιτών και από ηλίου ανατολών και εξ Αραβίας. και Ιούδας ου θλίψει Εφραίμ. 13 αφαιρεθήσεται ο ζήλος Εφραίμ και οι εχθροί Ιούδα απολούνται· Εφραίμ ου ζηλώσει Ιούδαν. οι δε υιοί Αμμών πρώτοι υπακούσονται. ότι υψηλά εποίησεν· αναγγείλατε ταύτα εν πάση τη γη. 2 ιδού ο Θεός μου σωτήρ μου Κύριος. 14 και πετασθήσονται εν πλοίοις αλλοφύλων θάλασσαν. άμα προνομεύσουσι και τους αφ ‘ ηλίου ανατολών και Ιδουμαίαν· και επί Μωάβ πρώτον τας χείρας επιβαλούσιν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1434 .

ως γυναικός τικτούσης· και συμφοράσουσιν έτερος προς τον έτερον και εκστήσονται και το πρόσωπον αυτών ως φλόξ μεταβαλούσιν. παρακαλείτε τη χειρί· ανοίξατε. και η σελήνη ου δώσει το φως αυτής. 14 και έσονται οι καταλελειμμένοι ως δορκάδιον φεύγον και ως πρόβατον πλανώμενον. 18 τοξεύματα νεανίσκων συντρίψουσι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1435 . κατά Βαβυλώνος. και οίτινες συνηγμένοι εισί. του καταφθείραι πάσαν την οικουμένην. Κύριος και οι οπλομάχοι αυτού. 2 επ ‘ όρους πεδινού άρατε σημείον. 12 και έσονται οι καταλελειμμένοι έντιμοι μάλλον ή το χρυσίον το άπυρον. και ο άνθρωπος μάλλον έντιμος έσται ή ο λίθος ο εκ Σουφίρ. 17 ιδού επεγείρω υμίν τους Μήδους. υψώσατε την φωνήν αυτοίς. 15 ος γαρ αν αλω. οί αργύριον ου λογίζονται. 11 και εντελούμαι τη οικουμένη όλη κακά και τοις ασεβέσι τας αμαρτίας αυτών· και απολώ ύβριν ανόμων. μαχαίρα πεσούνται· 16 και τα τέκνα αυτών ενώπιον αυτών ράξουσι και τας οικίας αυτών προνομεύσουσι και τας γυναίκας αυτών έξουσιν. ουδέ χρυσίου χρείαν έχουσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 Ορασις. και σκοτισθήσεται του ηλίου ανατέλλοντος. εγγύς γαρ ημέρα Κυρίου. και εγώ άγω αυτούς]. ην είδεν Ησαϊας υιος Αμώς. ωστε άνθρωπον εις τον λαόν αυτού αποστραφήναι και άνθρωπον εις την χώραν εαυτού διώξεται. γίγαντες έρχονται πληρώσαι τον θυμόν μου χαίροντες άμα και υβρίζοντες. και συντριβή παρά του Θεού ήξει· 7 δια τούτο πάσα χείρ εκλυθήσεται και πάσα ψυχή ανθρώπου δειλιάσει. μη φοβείσθε. ηττηθήσεται. 8 και ταραχθήσονται οι πρέσβεις και ωδίνες αυτούς έξουσιν. 3 εγώ συντάσσω και εγώ άγω αυτούς· [ηγιασμένοι εισί. οι άρχοντες. φωνή βασιλέων και εθνών συνηγμένων. 13 ο γαρ ουρανός θυμωθήσεται και η γη σεισθήσεται εκ των θεμελίων σαβαώθ εν τη ημέρα. και ουκ έσται ο συνάγων. 10 οι γαρ αστέρες του ουρανού και ο ‘Ωρίων και πας ο κόσμος του ουρανού το φως ου δώσουσι. 9 ιδού γαρ ημέρα Κυρίου έρχεται ανίατος θυμού και οργής θείναι την οικουμένην έρημον και τους αμαρτωλούς απολέσαι εξ αυτής. 6 ολολύζετε. ομοία εθνών πολλών. και ύβριν υπερηφάνων ταπεινώσω. 4 φωνή εθνών πολλών επί των ορέων. Κύριος σαβαώθ εντέταλται έθνει οπλομάχω 5 έρχεσθαι εκ γης πόρρωθεν απ ‘ άκρου θεμελίου του ουρανού. ή αν επέλθη ο θυμός αυτού.

οι εγείραντες εκ των θρόνων αυτών πάντας βασιλείς εθνών. 3 Και έσται εν τη ημέρα εκείνη αναπαύσει σε Κύριος από της οδύνης και του θυμού σου και της δουλείας σου της σκληράς. και κατακληρονομήσουσι και πληθυνθήσονται επί της γης του Θεού εις δούλους και δούλας· και έσονται αιχμάλωτοι οι αιχμαλωτεύσαντες αυτούς. ουδέ επί τοις τέκνοις σου φείσονται οι οφθαλμοί αυτών. 2 και λήψονται αυτούς έθνη και εισάξουσιν εις τον τόπον αυτών. 9 ο άδης κάτωθεν επικράνθη συναντήσας σοι. ουδέ ποιμένες ου μη αναπαύσονται εν αυτη· 21 και αναπαύσονται εκεί θηρία και εμπλησθήσονται αι οικίαι ήχου. ανεπαύσατο πεποιθώς. 5 συνέτριψε Κύριος τον ζυγόν των αμαρτωλών. ή ουκ εφείσατο. 19 και έσται Βαβυλών. συνηγέρθησάν σοι πάντες οι γίγαντες οι άρξαντες της γης. τον ζυγόν των αρχόντων· 6 πατάξας έθνος θυμω. 22 και ονοκένταυροι εκεί κατοικήσουσι. 10 πάντες αποκριθήσονται και ερούσί σοι· και συ εάλως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και τα τέκνα υμών ου μη ελεήσωσιν. ουκ ανέβη ο κόπτων ημάς. και νοσσοποιήσουσιν εχίνοι εν τοις οίκοις αυτών· ταχύ έρχεται και ου χρονιεί. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ελεήσει Κύριος τον Ιακώβ και εκλέξεται έτι τον Ισραήλ. ωσπερ και ημείς. ή καλείται ένδοξος από βασιλέως Χαλδαίων. ουδέ μη διέλθωσιν αυτήν Άραβες. και ο γειώρας προστεθήσεται προς αυτούς και προστεθήσεται προς τον οίκον Ιακώβ. ον τρόπον κατέστρεψεν ο Θεός Σόδομα και Γόμορρα· 20 ου κατοικηθήσεται εις τον αιώνα χρόνον. και αναπαύσονται εκεί σειρήνες. ουδέ μη εισέλθωσιν εις αυτήν δια πολλών γενεών. παίων έθνος πληγήν θυμού. 7 πάσα η γη βοά μετ ‘ ευφροσύνης. 4 και λήψη τον θρήνον τούτον επί τον βασιλέα Βαβυλώνος και ερείς εν τη ημέρα εκείνη· Πως αναπέπαυται ο απαιτών και αναπέπαυται ο επισπουδαστής. ης εδούλευσας αυτοίς. και αναπαύσονται επί της γης αυτών. πληγή ανιάτω. και δαιμόνια εκεί ορχήσονται. 8 και τα ξύλα του λιβάνου ευφράνθησαν επί σοί και η κέδρος του Λιβάνου· αφ ‘ ου συ κεκοίμησαι. και κυριευθήσονται οι κυριεύσαντες αυτών. εν ημίν δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1436 .

22 Και επαναστήσομαι αυτοίς. άνθρωπος εν τω οίκω αυτού· 19 συ δε ριφήση εν τοις όρεσιν ως νεκρός εβδελυγμένος μετά πολλών τεθνηκότων εκκεκεντημένων μαχαίραις. εγενήθη το ρήμα τούτο. τις διασκεδάσει. έσομαι όμοιος τω Υψίστω. ον τρόπον ιμάτιον εν αίματι πεφυρμένον ουκ έσται καθαρόν. 20 ούτως ουδέ συ έση καθαρός. και ον τρόπον βεβούλευμαι. 26 αύτη η βουλή. και το κατακάλυμμά σου σκώληξ. καταβαινόντων εις άδου. και τα έκγονα αυτών εξελεύσονται όφεις πετόμενοι 30 και βοσκηθήσονται πτωχοί δι ‘ αυτού. συνετρίβη εις την γην ο αποστέλλων προς πάντα τα έθνη.τάδε λέγει Κύριος . και έσται εις ουδέν· και θήσω αυτήν πηλού βάραθρον εις απώλειαν.23 και θήσω την Βαβυλωνίαν έρημον. και αφαιρεθήσεται απ ‘ αυτών ο ζυγός αυτών. 17 ο θείς την οικουμένην όλην έρημον και τας πόλεις αυτού καθείλε. ούτως έσται. 27 α γαρ ο Θεός ο άγιος βεβούλευται. ου απέθανεν ο βασιλεύς Άχαζ. 18 πάντες οι βασιλείς των εθνών εκοιμήθησαν εν τιμή. και αύτη η χείρ η υψηλή επί πάντα τα έθνη. ούτως μενεί. επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου. και το κύδος αυτών από των ώμων αφαιρεθήσεται. ο σείων βασιλείς. και έσονται εις καταπάτημα. συνετρίβη γαρ ο ζυγός του παίοντος υμάς· εκ γαρ σπέρματος όφεως εξελεύσεται έκγονα ασπίδων. πτωχοί δε άνθρωποι επί ειρήνης αναπαύσονται· ανελεί δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1437 . 21 ετοίμασον τα τέκνα σου σφαγήναι ταις αμαρτίαις του πατρός αυτών. 12 Πως εξέπεσεν εκ του ουρανού ο εωσφόρος ο πρωϊ ανατέλλων. 28 Του έτους. επί τα όρη τα υψηλά τα προς Βορράν. καθιώ εν όρει υψηλω. ίνα μη αναστώσι και κληρονομήσωσι την γην και εμπλήσωσιν την γην πολέμων. 13 συ δε είπας εν τη διανοία σου· εις τον ουρανόν αναβήσομαι. λέγει Κύριος σαβαώθ. 15 νυν δε εις άδην καταβήση και εις τα θεμέλια της γης. 14 αναβήσομαι επάνω των νεφών. ωστε κατοικείν εχίνους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατελογίσθης. ην βεβούλευται Κύριος επί την όλην οικουμένην. 29 μη ευφρανθείητε οι αλλόφυλοι πάντες. διότι την γην μου απώλεσας και τον λαόν μου απέκτεινας· ου μη μείνης εις τον αιώνα χρόνον. 11 κατέβη εις άδου η δόξα σου. και την χείρα αυτού την υψηλήν τις αποστρέψει. η πολλή ευφροσύνη σου· υποκάτω σου στρώσουσι σήψιν. 16 οι ιδόντες σε θαυμάσονται επί σοί και ερούσιν· ούτος ο άνθρωπος ο παροξύνων την γην. τους εν επαγωγή ουκ έλυσε. σπέρμα πονηρόν. 25 του απολέσαι τους Ασσυρίους από της γης της εμής και από των ορέων μου. 24 τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· ον τρόπον είρηκα. και απολώ αυτών όνομα και κατάλειμμα και σπέρμα .

νυκτός γαρ απολείται το τείχος της Μωαβίτιδος. πάντες βραχίονες κατατετμημένοι· 3 εν ταις πλατείαις αυτής περιζώσασθε σάκκους και κόπτεσθε. και δι ‘ αυτού σωθήσονται οι ταπεινοί του λαού. εκεί αναβήσεσθε κλαίειν· επί Ναβαύ της Μωαβίτιδος ολολύζετε επί πάσης κεφαλής φαλάκρωμα. και λήψονται αυτήν. 6 το ύδωρ της Νεμρείμ έρημον έσται. 4 ότι κέκραγεν Εσεβών και Ελεαλή. και ο χόρτος αυτής εκλείψει· χόρτος γαρ χλωρός ουκ έσται. κεκραγέτωσαν πόλεις τεταραγμέναι. έως Ιασσά ηκούσθη η φωνή αυτών· δια τούτο η οσφύς της Μωαβίτιδος βοά. και ουκ έστι του είναι. 2 λυπείσθε εφ ‘ εαυτοίς. 5 η καρδία της Μωαβίτιδος βοά εν αυτη έως Σηγώρ· δάμαλις γαρ εστι τριετής· επί δε της αναβάσεως Λουείθ προς σε κλαίοντες αναβήσονται. τη οδω Αρωνιείμ βοά σύντριμμα και σεισμός. επί των δωμάτων αυτής και εν ταις πλατείαις αυτής και εν ταις ρύμας αυτής πάντες ολολύζετε μετά κλαυθμού. ου ο βωμός υμών. απολείται γαρ και Δηβών. 1 ΝΥΚΤΟΣ απολείται η Μωαβίτις. πύλαι πόλεων. ότι από Βορρά καπνός έρχεται. 9 το δε ύδωρ το Ρεμμών πλησθήσεται αίματος· επάξω γαρ επί Ρεμμών Άραβας και αρώ το σπέρμα Μωάβ και Αριήλ και το κατάλοιπον Αδαμά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λιμω το σπέρμα σου και το κατάλειμμά σου ανελεί. 31 ολολύξατε. οι αλλόφυλοι πάντες. ότι Κύριος εθεμελίωσε Σιών. 32 και τι αποκριθήσονται βασιλείς εθνών. επάξω γαρ επί την φάραγγα Άραβας. η ψυχή αυτής γνώσεται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1438 . και ολολυγμός αυτής έως του φρέατος του Αιλείμ. 7 μη και ούτως μέλει σωθήναι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ Τό ρήμα το κατά της Μωαβίτιδος. 8 συνήψε γαρ η βοή το όριον της Μωαβίτιδος της Αγαλείμ.

ότι ήρθη η συμμαχία σου. 14 και νυν λέγω· εν τρισίν έτεσιν ετών μισθωτού ατιμασθήσεται η δόξα Μωάβ εν παντί τω πλούτω τω πολλω. μη απαχθής. πλείονα 3 βουλεύου. και ου μη δύνηται εξελέσθαι αυτόν. και καταλειφθήσεται ολιγοστός και ουκ έντιμος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΑΠΟΣΤΕΛΩ ως ερπετά επί την γην· μη πέτρα έρημός εστι το όρος θυγατρός Σιών. ότι εκοπίασε Μωάβ επί τοις βωμοίς και εισελεύσεται εις τα χειροποίητα αυτής ωστε προσεύξασθαι. ότι επί τω θερισμω και επί τω τρυγητω σου καταπατήσω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1439 . έσονται σκέπη υμίν από προσώπου διώκοντος. και τα εντός μου ωσεί τείχος. 5 και διορθωθήσεται μετ ‘ ελέους θρόνος. Εσεβών και Ελεαλή. 7 ολολύξει Μωάβ. 10 και αρθήσεται ευφροσύνη και αγαλλίαμα εκ των αμπελώνων σου. 6 ‘Ηκούσαμεν την ύβριν Μωάβ. θύγατερ Μωάβ. την υπερηφανίαν εξήρας. 4 παροικήσουσί σοι οι φυγάδες Μωάβ. ποίει τε σκέπην πένθους αυτη δια παντός· εν μεσημβρινή σκοτία φεύγουσιν. υβριστής σφόδρα. και ο άρχων απώλετο ο καταπατών επί της γης. άμπελος Σεβαμά· καταπίνοντες τα έθνη. 11 δια τούτο η κοιλία μου επί Μωάβ ως κιθάρα ηχήσει. και εν τοις αμπελώσί σου ου μη ευφρανθήσονται και ου μη πατήσουσιν οίνον εις τα υπολήνια. ό ενεκαίνισας. 12 και έσται εις το εντραπήναί σε. πέπαυται γαρ. έπειτα δε. εν γαρ τη Μωαβίτιδι πάντες ολολύξουσι· τοις κατοικούσι δε Σέθ μελετήσεις· και ουκ εντραπήση. ουχ ούτως. καταπατήσατε τας αμπέλους αυτής έως Ιαζήρ· ου μη συνάψητε. 8 τα πεδία Εσεβών πενθήσει. 2 έση γαρ ως πετεινού ανιπταμένου νεοσσός αφηρημένος. διέβησαν γαρ την έρημον. και καθιείται επ ‘ αυτού μετά αληθείας εν σκηνή Δαυίδ κρίνων και εκζητών κρίμα και σπεύδων δικαιοσύνην. Αρνών. πλανήθητε την έρημον· οι απεσταλμένοι εγκατελείφθησαν. 9 δια τούτο κλαύσομαι ως τον κλαυθμόν Ιαζήρ άμπελον Σεβαμά· τα δένδρα σου κατέβαλεν. 13 Τούτο το ρήμα ό ελάλησε Κύριος επί Μωάβ. εξέστησαν. και πάντα πεσούνται. ουχ ούτως η μαντεία σου. οπότε και ελάλησε.

1 ΙΔΟΥ Δαμασκός αρθήσεται από πόλεων και έσται εις πτώσιν. 7 τη ημέρα εκείνη πεποιθώς έσται άνθρωπος επί τω ποιήσαντι αυτόν. ή ως ρώγες ελαίας δύο ή τρεις επ ‘ άκρου μετεώρου. και ουκ έσται ο διώκων. πλανηθήση· το δε πρωϊ. 10 διότι κατέλιπες τον Θεόν τον σωτήρά σου και Κυρίου του βοηθού σου ουκ εμνήσθης. 4 Έσται εν τη ημέρα εκείνη έκλειψις της δόξης Ιακώβ. 8 και ου μη πεποιθότες ώσιν επί τοις βωμοίς. και ως πατήρ ανθρώπου κληρώση τοις υιοίς σου. εις κοίτην ποιμνίων και ανάπαυσιν. και ως πατήρ ανθρώπου κληρώση. ως ύδατος πολλού βία καταφερομένου· και αποσκορακιεί αυτόν και πόρρω αυτόν διώξεται ως χνούν αχύρου λικμώντων απέναντι ανέμου και ως κονιορτόν τροχού καταιγίς φέρουσα. και το λοιπόν των Σύρων απολείται· ου γαρ συ βελτίων ει των υιών Ισραήλ και της δόξης αυτών· τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ. ανθήσει εις αμητόν ή αν ημέρα κληρώση. 14 προς εσπέραν έσται πένθος. 5 και έσται ον τρόπον εάν τις συναγάγη αμητόν εστηκότα και σπέρμα σταχύων εν τω βραχίονι αυτού αμήση. 12 Ουαί πλήθος εθνών πολλών· ως θάλασσα κυμαίνουσα ούτω ταραχθήσεσθε. ή τέσσαρες ή πέντε επί των κλάδων αυτών καταλειφθή· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ. 2 καταλελειμμένη εις τον αιώνα. ουδέ επί τοις έργοις των χειρών αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ Τό ρήμα το κατά Δαμασκού. πριν ή πρωϊ και ουκ έσται. εάν σπείρης. 9 τη ημέρα εκείνη έσονται αι πόλεις σου εγκαταλελειμμέναι. και τα πίονα της δόξης αυτού σεισθήσεται. δια τούτο φυτεύσεις φύτευμα άπιστον και σπέρμα άπιστον· 11 τη δε ημέρα. και ουκ όψονται τα δένδρα. ή αν φυτεύσης. α εποίησαν οι δάκτυλοι αυτών. 13 ως ύδωρ πολύ έθνη πολλά. αύτη η μερίς των προνομευσάντων υμάς και κληρονομία τοις υμάς κληρονομήσασιν. και έσται ον τρόπον εάν τις συναγάγη στάχυν εν φάραγγι στερεά 6 και καταλειφθή εν αυτη καλάμη. ον τρόπον κατέλιπον οι Αμορραίοι και οι Ευαίοι από προσώπου των υιών Ισραήλ. και ουκέτι έσται βασιλεία εν Δαμασκω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1440 . και νώτος εθνών πολλών ως ύδωρ ηχήσει. οι δε οφθαλμοί αυτού εις τον άγιον του Ισραήλ εμβλέψονται. 3 και ουκέτι έσται οχυρά του καταφυγείν Εφραίμ. ουδέ τα βδελύγματα αυτών. και έσονται έρημοι.

5 προ του θερισμού. 4 διότι ούτως είπέ μοι Κύριος· ασφάλεια έσται εν τη εμή πόλει ως φως καύματος μεσημβρίας. ό εστιν εν μέρει ποταμού της χώρας αυτού. νυν οι ποταμοί της γης 3 πάντες ως χώρα κατοικουμένη· κατοικηθήσεται η χώρα αυτών ωσεί σημείον από όρους αρθή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΟΥΑΙ γης πλοίων πτέρυγες επέκεινα ποταμών Αιθιοπίας. 1 ΙΔΟΥ Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης και ήξει εις Αίγυπτον. ως σάλπιγγος φωνή ακουστόν έσται. τις αυτού επέκεινα. και αφελεί τα βοτρύδια τα μικρά τοις δρεπάνοις και τας κληματίδας αφελεί και αποκόψει 6 και καταλείψει άμα τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ Όρασις Αιγύπτου. ου το όνομα Κυρίου σαβαώθ επεκλήθη. όταν συντελεσθή άνθος και όμφαξ εξανθήση άνθος ομφακίζουσα. και σεισθήσεται τα χειροποίητα Αιγύπτου από προσώπου αυτού. και ως νεφέλη δρόσου ημέρας αμήτου έσται. και πάντα τα θηρία της γης επ ‘ αυτόν ήξει. και η καρδία αυτών ηττηθήσεται εν αυτοίς. έθνος ανέλπιστον και καταπεπατημένον. 2 ο αποστέλλων εν θαλάσση όμηρα και επιστολάς βιβλίνας επάνω του ύδατος· πορεύσονται γαρ άγγελοι κούφοι προς έθνος μετέωρον και ξένον λαόν και χαλεπόν. και πολεμήσει άνθρωπος τον αδελφόν αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1441 . 7 εν τω καιρω εκείνω ανενεχθήσεται δώρα Κυρίω σαβαώθ εκ λαού τεθλιμμένου και τετιλμένου και από λαού μεγάλου από του νυν και εις τον αιώνα χρόνον· έθνος ελπίζον και καταπεπατημένον. και συναχθήσεται επ ‘ αυτούς τα πετεινά του ουρανού. εις τον τόπον. όρος Σιών. 2 και επεγερθήσονται Αιγύπτιοι επ ‘ Αιγυπτίους.

16 Τη δε ημέρα εκείνη έσονται οι Αιγύπτιοι ως γυναίκες εν φόβω και εν τρόμω από προσώπου της χειρός Κυρίου σαβαώθ. και οι βάλλοντες σαγήνας και οι αμφιβολείς πενθήσουσι. ως πλανάται ο μεθύων και ο εμών άμα. 10 και έσονται οι εργαζόμενοι αυτά εν οδύνη. 3 και ταραχθήσεται το πνεύμα των Αιγυπτίων εν αυτοίς. και παν το σπειρόμενον δια του ποταμού ξηρανθήσεται ανεμόφθορον. αρχήν και τέλος. 11 και μωροί έσονται οι άρχοντες Τάνεως· οι σοφοί σύμβουλοι του βασιλέως. 12 που εισι νυν οι σοφοί σου και αναγγειλάτωσάν σοι και ειπάτωσαν. τι βεβούλευται Κύριος σαβαώθ επ ‘ Αίγυπτον. και πλανήσουσιν Αίγυπτον κατά φυλάς. η βουλή αυτών μωρανθήσεται. 18 Τη ημέρα εκείνη έσονται πέντε πόλεις εν τη Αιγύπτω λαλούσαι τη γλώσση τη Χαναανίτιδι και ομνύουσαι τω ονόματι Κυρίου σαβαώθ· πόλις ασεδέκ κληθήσεται η μία πόλις. πόλις επί πόλιν και νομός επί νομόν. 6 και εκλείψουσιν οι ποταμοί και αι διώρυγες του ποταμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και άνθρωπος τον πλησίον αυτού. ην βεβούλευται Κύριος σαβαώθ επ ‘ αυτήν. και βασιλείς σκληροί κυριεύσουσιν αυτών· τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ. φοβηθήσονται δια την βουλήν. ό ποιήσει κεφαλήν και ουράν. 8 και στενάξουσιν οι αλιείς. και επερωτήσουσι τους θεούς αυτών και τα αγάλματα αυτών και τους εκ της γης φωνούντας και τους εγγαστριμύθους. και ξηρανθήσεται πάσα συναγωγή ύδατος και εν παντί έλει καλάμου και παπύρου· 7 και το άχι το χλωρόν παν το κύκλω του ποταμού. ος εάν ονομάση αυτήν αυτοίς. Πως ερείτε τω βασιλεί· υιοί συνετών ημείς. 15 και ουκ έσται τοις Αιγυπτίοις έργον. και στενάξουσι πάντες οι βάλλοντες άγκιστρον εις τον ποταμόν. 4 και παραδώσω την Αίγυπτον εις χείρας ανθρώπων κυρίων σκληρών. ο δε ποταμός εκλείψει και ξηρανθήσεται. 14 Κύριος γαρ εκέρασεν αυτοίς πνεύμα πλανήσεως. και υψώθησαν οι άρχοντες Μέμφεως. 5 και πίονται οι Αιγύπτιοι ύδωρ το παρά θάλασσαν. 19 Τη ημέρα εκείνη έσται θυσιαστήριον τω Κυρίω εν χώρα Αιγυπτίων και στήλη προς το όριον αυτής τω Κυρίω 20 και έσται εις σημείον εις τον αιώνα Κυρίω εν χώρα Αιγύπτου. 9 και αισχύνη λήψεται τους εργαζομένους το λίνον το σχιστόν και τους εργαζομένους την βύσσον. ότι κεκράξονται προς Κύριον δια τους θλίβοντας αυτούς. 17 και έσται η χώρα των Ιουδαίων τοις Αιγυπτίοις εις φόβητρον· πας. 13 εξέλιπον οι άρχοντες Τάνεως. και πάντες οι ποιούντες τον ζύθον λυπηθήσονται και τας ψυχάς πονέσουσι. και επλάνησαν Αίγυπτον εν πάσι τοις έργοις αυτών. υιοί βασιλέων των εξ αρχής. ην αυτός επιβαλεί αυτοίς. και αποστελεί αυτοίς Κύριος Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1442 . και την βουλήν αυτών διασκεδάσω.

21 και γνωστός έσται Κύριος τοις Αιγυπτίοις. τρία έτη έσται εις σημεία και τέρατα τοις Αιγυπτίοις και Αιθίοψιν· 4 ότι ούτως άξει βασιλεύς Ασσυρίων την αιχμαλωσίαν Αιγύπτου και Αιθιόπων. 22 και πατάξει Κύριος τους Αιγυπτίους πληγή και ιάσεται αυτούς ιάσει. γυμνούς και ανυποδέτους. ηνίκα απεστάλη υπό Αρνά βασιλέως Ασσυρίων και επολέμησε την Άζωτον και έλαβεν αυτήν. ανακεκαλυμμένους την αισχύνην Αιγύπτου. 6 και ερούσιν οι κατοικούντες εν τη νήσω ταύτη εν τη ημέρα εκείνη· ιδού ημείς ήμεν πεποιθότες του φυγείν εις αυτούς εις βοήθειαν. κρίνων σώσει αυτούς. 3 και είπε Κύριος· ον τρόπον πεπόρευται ο παις μου Ησαϊας γυμνός και ανυπόδετος τρία έτη. και δουλεύσουσιν Αιγύπτιοι τοις Ασσυρίοις. ήσαν γαρ αυτοίς δόξα. νεανίσκους και πρεσβύτας. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΤΟΥ έτους ου εισήλθεν Τανάθαν εις Άζωτον. 24 Τη ημέρα εκείνη έσται Ισραήλ τρίτος εν τοις Ασσυρίοις και εν τοις Αιγυπτίοις ευλογημένος εν τη γη. ος σώσει αυτούς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1443 . 25 ην ευλόγησε Κύριος σαβαώθ λέγων· ευλογημένος ο λαός μου ο εν Αιγύπτω και ο εν Ασσυρίοις και η κληρονομία μου Ισραήλ. και Αιγύπτιοι πορεύσονται προς Ασσυρίους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνθρωπον. 2 τότε ελάλησε Κύριος προς ‘Ησαϊαν υιόν Αμώς λέγων· πορεύου και άφελε τον σάκκον από της οσφύος σου και τα σανδάλιά σου υπόλυσαι από των ποδών σου· και ποίησον ούτως πορευόμενος γυμνός και ανυπόδετος. και επιστραφήσονται προς Κύριον. 5 και αισχυνθήσονται ηττηθέντες οι Αιγύπτιοι επί τοις Αιθίοψιν. 23 Τη ημέρα εκείνη έσται η οδός από Αιγύπτου προς Ασσυρίους και εισελεύσονται Ασσύριοι εις Αίγυπτον. οί ουκ ηδύναντο σωθήναι από βασιλέως Ασσυρίων· και Πως ημείς σωθησόμεθα. και εισακούσεται αυτών και ιάσεται αυτούς. εφ ‘ οίς ήσαν πεποιθότες οι Αιγύπτιοι. και γνώσονται οι Αιγύπτιοι τον Κύριον εν τη ημέρα εκείνη και ποιήσουσι θυσίας και εύξονται ευχάς τω Κυρίω και αποδώσουσι.

φοβερόν 2 το όραμα και σκληρόν ανηγγέλη μοι. ο αθετών αθετεί. 1 ΩΣ καταιγίς δι ‘ ερήμου διέλθοι εξ ερήμου ερχομένη εκ γης. εσπούδασα του μη βλέπειν. 6 ότι ούτως είπε προς με Κύριος· βαδίσας σεαυτω στήσον σκοπόν και ό αν ίδης ανάγγειλον· 7 και είδον αναβάτας ιππείς δύο και αναβάτην όνου και αναβάτην καμήλου. και ωδίνες έλαβόν με ως την τίκτουσαν· ηδίκησα του μη ακούσαι. ζήτει και παρ ‘ εμοί οίκει· 13 εν τω δρυμω εσπέρας κοιμηθήση εν τη οδω Δαιδάν. οι ενοικούντες εν χώρα Θαιμάν. άρτοις συναντάτε τοις φεύγουσι δια το πλήθος των πεφονευμένων 15 και δια το πλήθος των πλανωμένων και δια το πλήθος της μαχαίρας και δια το πλήθος των τοξευμάτων των διατεταμένων και δια το πλήθος των πεπτωκότων εν τω πολέμω. και τα χειροποίητα αυτής συνετρίβησαν εις την γην. επ ‘ εμοί οι Ελαμίται. και πάντα τα αγάλματα αυτής. ακρόασαι ακρόασιν πολλήν 8 και κάλεσον Ουρίαν εις την σκοπιάν Κυρίου. και είπεν· έστην διαπαντός ημέρας και επί της παρεμβολής εγώ έστην όλην την νύκτα. ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ ελάλησεν. 4 η καρδία μου πλανάται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ Τό όραμα της ερήμου. εκλείψει η δόξα των υιών Κηδάρ. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1444 . 5 ετοίμασον την τράπεζαν· φάγετε. 12 φυλάσσω το πρωϊ και την νύκτα· εάν ζητης. 11 Τό όραμα της Ιδουμαίας. οι άρχοντες. ακούσατε α ήκουσα παρά Κυρίου σαβαώθ· ο Θεός του Ισραήλ ανήγγειλεν ημίν. 17 και το κατάλοιπον των τοξευμάτων των ισχυρών υιών Κηδάρ έσται ολίγον. ετοιμάσατε θυρεούς. 14 εις συνάντησιν διψώντι ύδωρ φέρετε. 10 ακούσατε. 9 και ιδού αυτός έρχεται αναβάτης ξυνωρίδος. πίετε· αναστάντες. και αποκριθείς είπε· πέπτωκε πέπτωκε Βαβυλών. 3 δια τούτο ενεπλήσθη η οσφύς μου εκλύσεως. οι καταλελειμμένοι και οι οδυνώμενοι. ο ανομών ανομεί. και οι πρέσβεις των Περσών επ ‘ εμέ έρχονται. η ψυχή μου εφέστηκεν εις φόβον. και η ανομία με βαπτίζει. 16 διότι ούτως είπέ μοι Κύριος· έτι ενιαυτός ως ενιαυτός μισθωτού. νυν στενάξω και παρακαλέσω εμαυτόν. Πρός εμέ καλεί παρά του Σηείρ· φυλάσσετε επάλξεις.

12 και εκάλεσε Κύριος Κύριος σαβαώθ εν τη ημέρα εκείνη κλαυθμόν και κοπετόν και ξύρησιν και ζώσιν σάκκων. αύριον γαρ αποθνήσκομεν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ Τό ρήμα της φάραγγος Σιών. 6 οι δε Ελαμίται έλαβον φαρέτρας. 4 δια τούτο είπα· άφετέ με. ουδέ οι νεκροί σου νεκροί πολέμων. ότι ανέβητε πάντες εις δώματα μάταια. 2 ενεπλήσθη η πόλις βοώντων· οι τραυματίαι σου ου τραυματίαι μαχαίρας. 14 και ανακεκαλυμμένα ταύτά εστιν εν τοις ωσί Κυρίου σαβαώθ. και είδοσαν ότι πλείους εισί και ότι απέστρεψε το ύδωρ της αρχαίας κολυμβήθρας εις την πόλιν 10 και ότι καθείλοσαν τους οίκους Ιερουσαλήμ εις οχύρωμα τείχους τη πόλει. 5 ότι ημέρα ταραχής και απωλείας και καταπατήματος και πλάνησις παρά Κυρίου σαβαώθ εν φάραγγι Σιών· πλανώνται από μικρού έως μεγάλου. 15 Τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ· πορεύου εις το παστοφόριον. πικρώς κλαύσομαι. 17 ιδού δη Κύριος σαβαώθ εκβαλεί και εκτρίψει άνδρα και αφελεί την στολήν σου και τον στέφανόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1445 . ότι ουκ αφεθήσεται υμίν αύτη η αμαρτία. και τι σοί εστιν ώδε. πλανώνται επί τα όρη. αναβάται άνθρωποι εφ ‘ ίπποις και συναγωγή παρατάξεως. και οι ισχύοντες εν σοί πόρρω πεφεύγασι. μη κατισχύσητε παρακαλείν με επί το σύντριμμα της θυγατρός του γένους μου. και οι αλόντες σκληρώς δεδεμένοι εισί. ότι ελατόμησας σεαυτω ώδε μνημείον και εποίησας σεαυτω εν υψηλω μνημείον και έγραψας σεαυτω εν πέτρα σκηνήν. 3 πάντες οι άρχοντές σου πεφεύγασι. προς Σομνάν τον ταμίαν και είπον αυτω· 16 τι συ ώδε. 1 ΤΙ εγένετό σοι νυν. 11 και εποιήσατε εαυτοίς ύδωρ αναμέσον των δύο τειχών εσώτερον της κολυμβήθρας της αρχαίας και ουκ ενεβλέψατε εις τον απ ‘ αρχής ποιήσαντα αυτήν και τον κτίσαντα αυτήν ουκ είδετε. 7 και έσονται αι εκλεκταί φάραγγές σου πλησθήσονται αρμάτων. 13 αυτοί δε εποιήσαντο ευφροσύνην και αγαλλίαμα σφάζοντες μόσχους και θύοντες πρόβατα. έως αν αποθάνητε. οι δε ιππείς εμφράξουσι τας πύλας σου· 8 και ανακαλύψουσι τας πύλας Ιούδα· και εμβλέψονται τη ημέρα εκείνη εις τους εκλεκτούς οίκους της πόλεως 9 και ανακαλύψουσι τα κρυπτά των οίκων της άκρας Δαυίδ. ωστε φαγείν κρέατα και πιείν οίνον λέγοντες· φάγωμεν και πίωμεν.

και έσονται επικρεμάμενοι αυτω. οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1446 . και κλείσει και ουκ έσται ο ανοίγων. η δε ισχύς της θαλάσσης είπεν· ουκ ώδινον ουδέ έτεκον ουδέ εξέθρεψα νεανίσκους ουδέ ύψωσα παρθένους. 22 και δώσω την δόξαν Δαυίδ αυτω. 2 τίνι όμοιοι γεγόνασιν οι ενοικούντες εν τη νήσω μετάβολοι Φοινίκης διαπερώντες την θάλασσαν 3 εν ύδατι πολλω. ότι απώλετο. οι κατοικούντες εν τη νήσω ταύτη. από μικρού έως μεγάλου. και ουκέτι έρχονται εκ γης Κιτιαίων· ήκται αιχμάλωτος. 5 όταν δε ακουστόν γένηται Αιγύπτω. 7 ουχ αύτη ην υμών η ύβρις απ ‘ αρχής πριν ή παραδοθήναι αυτήν. είπεν η θάλασσα. και ουκ έσται ο αντιλέγων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σου τον ένδοξον 18 και ρίψει σε εις χώραν μεγάλην και αμέτρητον. πλοία Καρχηδόνος. και έσται ως πατήρ τοις ενοικούσιν εν Ιερουσαλήμ και τοις ενοικούσιν εν Ιούδα. και εκεί αποθανή· και θήσει το άρμα σου το καλόν εις ατιμίαν και τον οίκον του άρχοντός σου εις καταπάτημα· 19 και αφαιρεθήση εκ της οικονομίας σου και εκ της στάσεώς σου. 4 αισχύνθητι. και άρξει. 23 και στήσω αυτόν άρχοντα εν τόπω πιστω και έσται εις θρόνον δόξης του οίκου του πατρός αυτού. μη ήσσων εστίν ή ουκ ισχύει. ως αμητού εισφερομένου οι μετάβολοι των εθνών. και εξολοθρευθήσεται η δόξα η επ ‘ αυτόν.τάδε λέγει Κύριος σαβαώθ . λήψεται αυτούς οδύνη περί Τύρου.κινηθήσεται ο άνθρωπος ο εστηριγμένος εν τόπω πιστω και αφαιρεθήσεται· και πεσείται. και δώσω αυτω την κλείδα οίκου Δαυίδ επί τω ώμω αυτού και ανοίξει. ολολύξατε. 1 ΟΛΟΛΥΞΑΤΕ. και ουκ έσται ο αποκλείων. 8 τις ταύτα εβούλευσεν επί Τύρον. σπέρμα μεταβόλων. 24 και έσται πεποιθώς επ ‘ αυτόν πας ένδοξος εν τω οίκω του πατρός αυτού. 25 εν τη ημέρα εκείνη . 20 και έσται εν τη ημέρα εκείνη καλέσω τον παίδά μου Ελιακείμ τον του Χελκίου 21 και ενδύσω αυτόν την στολήν σου και τον στέφανόν σου δώσω αυτω και κράτος και την οικονομίαν σου δώσω εις τας χείρας αυτού. 6 απέλθατε εις Καρχηδόνα. ότι Κύριος ελάλησεν. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ Τό όραμα Τύρου. Σιδών.

και αύτη ηρήμωται από των Ασσυρίων. αλλά τοις κατοικούσιν έναντι Κυρίου πάσα η εμπορία αυτής φαγείν και πιείν και εμπλησθήναι εις συμβολήν μνημόσυνον έναντι Κυρίου. 9 Κύριος σαβαώθ εβουλεύσατο παραλύσαι πάσαν την ύβριν των ενδόξων και ατιμάσαι παν ένδοξον επί της γης. ρέμβευσον. 10 εργάζου την γην σου. 16 λαβέ κιθάραν. διαθήκην αιώνιον. άρχοντες της γης. 5 η δε γη ηνόμησε δια τους κατοικούντας αυτήν. 6 δια τούτο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1447 . πόλις πόρνη επιλελησμένη· καλώς κιθάρισον. και πάλιν αποκατασταθήσεται εις το αρχαίον· και έσται εμπόριον πάσαις ταις βασιλείας της οικουμένης. ουδέ εκεί σοι ανάπαυσις έσται. 2 και έσται ο λαός ως ο ιερεύς και ο παις ως ο κύριος και η θεράπαινα ως η κυρία· έσται ο αγοράζων ως ο πωλών. 11 η δε χείρ σου ουκέτι ισχύει κατά θάλασσαν. ότι ο τοίχος αυτής πέπτωκεν. ο δανείζων ως ο δανειζόμενος και ο οφείλων ως ω οφείλει. 3 φθορά φθαρήσεται η γη. διότι παρήλθοσαν τον νόμον και ήλλαξαν τα προστάγματα. 18 και έσται αυτής η εμπορία και ο μισθός άγιον Κυρίω· ουκ αυτοίς συναχθήσεται. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΙΔΟΥ Κύριος καταφθείρει την οικουμένην και ερημώσει αυτήν και ανακαλύψει το πρόσωπον αυτής και διασπερεί τους ενοικούντας εν αυτη. και εφθάρη η οικουμένη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έμποροι αυτής ένδοξοι. ότι απόλωλε το οχύρωμα υμών. και προνομή προνομευθήσεται η γη· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα. και γαρ πλοία ουκέτι έρχεται εκ Καρχηδόνος. 17 και έσται μετά τα εβδομήκοντα έτη. ίνα σου μνεία γένηται. 15 και έσται εν τη ημέρα εκείνη καταλειφθήσεται Τύρος έτη εβδομήκοντα ως χρόνος βασιλέως. έσται Τύρος ως άσμα πόρνης. επισκοπήν ποιήσει ο Θεός Τύρου. ουδέ εκεί ανάπαυσις έσται σοι· 13 και εις γην Χαλδαίων. πλοία Καρχηδόνος. 14 ολολύξατε. ως χρόνος ανθρώπου· και έσται μετά εβδομήκοντα έτη. 12 και ερούσιν· ουκέτι ου μη προσθήτε του υβρίζειν και αδικείν την θυγατέρα Σιδώνος· και εάν απέλθης εις Κιτιείς. 4 επένθησεν η γη. η παροξύνουσα βασιλείς· Κύριος σαβαώθ ενετείλατο περί Χαναάν απολέσαι αυτής την ισχύν. πολλά άσον. επένθησαν οι υψηλοί της γης.

απήλθε πάσα ευφροσύνη της γης. και εάν παύσηται ο τρύγητος. 7 πενθήσει οίνος. ον τρόπον εάν τις καλαμήσηται ελαίαν. οι αθετούντες τον νόμον. και πεσείται και ου μη δύνηται αναστήναι. και οίκοι εγκαταλελειμμένοι απολούνται. ο δε εκβαίνων εκ του βοθύνου αλώσεται υπό της παγίδος. 8 πέπαυται ευφροσύνη τυμπάνων. 10 ηρημώθη πάσα πόλις. πικρόν εγένετο το σίκερα τοις πίνουσιν. ότι θυρίδες εκ του ουρανού ηνεώχθησαν. 16 από των πτερύγων της γης τέρατα ηκούσαμεν. 14 ούτοι φωνή βοήσονται. στενάξουσι πάντες οι ευφραινόμενοι την ψυχήν. 12 και καταλειφθήσονται πόλεις έρημοι. 11 ολολύζεται περί του οίνου πανταχή· πέπαυται πάσα ευφροσύνη της γης. 21 και επάξει ο Θεός επί τον κόσμον του ουρανού την χείρα και επί τους βασιλείς της γης· 22 και συνάξουσι και αποκλείσουσιν εις οχύρωμα και εις δεσμωτήριον. το όνομα Κυρίου ένδοξον έσται. δια πολλών γενεών επισκοπή έσται αυτών. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. 19 ταραχή ταραχθήσεται η γη. ελπίς τω ευσεβεί. πενθήσει άμπελος. κλείσει οικίαν του μη εισελθείν. 23 και τακήσεται η πλίνθος. ότι ημάρτοσαν οι κατοικούντες αυτήν· δια τούτο πτωχοί έσονται οι ενοικούντες εν τη γη. 13 ταύτα πάντα έσται εν τη γη εν μέσω των εθνών. 18 και έσται ο φεύγων τον φόβον εμπεσείται εις τον βόθυνον. και σεισθήσεται τα θεμέλια της γης. και πεσείται το τείχος. και ενώπιον των πρεσβυτέρων δοξασθήσεται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1448 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αρά έδεται την γην. 9 ησχύνθησαν ουκ έπιον οίνον. και καταλειφθήσονται άνθρωποι ολίγοι. 17 φόβος και βόθυνος και παγίς εφ ‘ υμάς τους ενοικούντας επί της γης. κατίσχυσε γαρ επ ‘ αυτής η ανομία. πέπαυται φωνή κιθάρας. και ερούσιν· ουαί τοις αθετούσιν. πέπαυται αυθαδεία και πλούτος ασεβών. ότι βασιλεύσει Κύριος εν Σιών και εν Ιερουσαλήμ. ταραχθήσεται το ύδωρ της θαλάσσης· 15 δια τούτο η δόξα Κυρίου εν ταις νήσοις έσται της θαλάσσης. ούτως καλαμήσονται αυτούς. και σεισθήσεται ως οπωροφυλάκιον η γη. οι δε καταλειφθέντες επί της γης ευφρανθήσονται άμα τη δόξη Κυρίου. και απορία απορηθήσεται η γη· 20 έκλινεν ως ο μεθύων και κραιπαλών.

ότι εποίησας θαυμαστά πράγματα. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 Τ… ημέρα εκείνη άσονται το άσμα τούτο επί γης Ιούδα· ιδού πόλις ισχυρά. και πάλιν αφείλε Κύριος ο Θεός παν δάκρυον από παντός προσώπου· το όνειδος του λαού αφείλεν από πάσης της γης. 3 δια τούτο ευλογήσει σε ο λαός ο πτωχός. από ανθρώπων πονηρών ρύση αυτούς. δοξάσω σε. ούτος Κύριος. και σωτήριον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1449 . πίονται οίνον. Κύριε· 2 ότι έθηκας πόλεις εις χώμα. πίονται ευφροσύνην. ον τρόπον και αυτός εταπείνωσε του απολέσαι. σκέπη διψώντων και πνεύμα ανθρώπων αδικουμένων. πόλεις οχυράς του μη πεσείν αυτών τα θεμέλια· των ασεβών πόλις εις τον αιώνα ου μη οικοδομηθή. εφ ‘ α τας χείρας επέβαλε· 12 και το ύψος της καταφυγής του τοίχου ταπεινώσει. οίς ημάς παρέδωκας. 9 και ερούσι τη ημέρα εκείνη· ιδού ο Θεός ημών εφ ‘ ω ηλπίζομεν και ηγαλλιώμεθα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΥΡΙΕ ο Θεός μου. και καταπατηθήσεται η Μωαβίτις. 6 και ποιήσει Κύριος σαβαώθ πάσι τοις έθνεσιν επί το όρος τούτο. ον τρόπον πατούσιν άλωνα εν αμάξαις· 11 και ανήσει τας χείρας αυτού. 5 ως άνθρωποι ολιγόψυχοι διψώντες εν Σιών. και καταβήσεται έως του εδάφους. 7 χρίσονται μύρον. και πόλεις ανθρώπων αδικουμένων ευλογήσουσί σε· 4 εγένου γαρ πάση πόλει ταπεινή βοηθός και τοις αθυμήσασι δι ‘ ένδειαν σκέπη. υμνήσω το όνομά σου. από ανθρώπων ασεβών. 8 κατέπιεν ο θάνατος ισχύσας. και σώσει ημάς. βουλήν αρχαίαν αληθινήν· γένοιτο. υπεμείναμεν αυτόν και αγαλλιασόμεθα και εφρανθησόμεθα επί τη σωτηρία ημών. το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε. εν τω όρει τούτω παράδος ταύτα πάντα τοις έθνεσιν· η γαρ βουλή αύτη επί πάντα τα έθνη. και ταπεινώσει την ύβριν αυτού. 10 ότι ανάπαυσιν δώσει ο Θεός επί το όρος τούτο.

19 αναστήσονται οι νεκροί. και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις. ειρήνην δος ημίν. και ευφρανθήσονται οι εν τη γη· η γαρ δρόσος η παρά σου ίαμα αυτοίς εστιν. το όνομά σου ονομάζομεν. οι ενοικούντες επί της γης. 8 η γαρ οδός Κυρίου κρίσις· ηλπίσαμεν επί τω ονόματί σου και επί τη μνεία. ο αιώνιος. 20 βάδιζε. 16 Κύριε. και ουκ ήδεισαν. 6 και πατήσουσιν αυτούς πόδες πραέων και ταπεινών. λαός μου. απόκλεισον την θύραν σου. 12 Κύριε ο Θεός ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1450 . εκτός σου άλλον ουκ οίδαμεν. Κύριε. κτήσαι ημάς. 13 Κύριε ο Θεός ημών. 17 και ως η ωδίνουσα εγγίζει του τεκείν και επί τη ωδίνι αυτής εκέκραξεν. δικαιοσύνην μάθετε. 14 οι δε νεκροί ζωήν ου μη ίδωσιν. διότι φως τα προστάγματά σου επί της γης. και ανακαλύψει η γη το αίμα αυτής και ου κατακαλύψει τους ανηρημένους επ ‘ αυτής. πρόσθες κακά τοις ενδόξοις της γης. ζήλος λήψεται λαόν απαίδευτον. είσελθε εις τα ταμιείά σου. ο Θεός ο μέγας. γνόντες δε αισχυνθήσονται. ου πεσούμεθα. ο Θεός. ότι επί σοί ελπίδι 4 ήλπισαν. εν θλίψει μικρά η παιδεία σου ημίν. Κύριε. εισελθέτω λαός φυλάσσων δικαιοσύνην και φυλάσσων αλήθειαν. 9 ή επιθυμεί η ψυχή ημών. ίνα μη ίδη την δόξαν Κυρίου. και παρεσκευασμένη η οδός των ευσεβών. αποκρύβηθι μικρόν όσον όσον. 5 ος ταπεινώσας κατήγαγες τους ενοικούντας εν υψηλοίς· πόλεις οχυράς καταβαλείς και κατάξεις έως εδάφους. Κύριε. έως του αιώνος. εν θλίψει εμνήσθην σου. αλλά πεσούνται πάντες οι ενοικούντες επί της γης. ούτως εγενήθημεν τω αγαπητω σου δια τον φόβον σου. πάντα γαρ απέδωκας ημίν. και νυν πυρ τους υπεναντίους έδεται. 10 πέπαυται γαρ ο ασεβής· πας ος ου μη μάθη δικαιοσύνην επί της γης. 15 πρόσθες αυτοίς κακά. η δε γη των ασεβών πεσείται. 11 Κύριε. 18 εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν· πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ημών θήσει τείχος και περίτειχος. εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε. ουδέ ιατροί ου μη αναστήσουσι· δια τούτο επήγαγες και απώλεσας και ήρας παν άρσεν αυτών. 2 ανοίξατε πύλας. έως αν παρέλθη η οργή Κυρίου· 21 ιδού γαρ Κύριος από του αγίου επάγει την οργήν επί τους ενοικούντας επί της γης. 7 οδός ευσεβών ευθεία εγένετο. υψηλός σου ο βραχίων. 3 αντιλαμβανόμενος αληθείας και φυλάσσων ειρήνην. Κύριε. αλήθειαν ου μη ποιήσει· αρθήτω ο ασεβής.

επί τον δράκοντα όφιν σκολιόν και ανελεί τον δράκοντα. όταν θώσι πάντας τους λίθους των βωμών κατακεκομμένους ως κονίαν λεπτήν· και ου μη μείνη τα δένδρα αυτών. κατακέκαυμαι. γυναίκες ερχόμεναι από θέας. 12 και έσται εν τη ημέρα εκείνη συμφράξει ο Θεός από της διώρυγος του ποταμού έως Ρινοκορούρων. 9 δια τούτο αφαιρεθήσεται η ανομία Ιακώβ. και εκεί αναπαύσονται ποίμνια. και τούτό εστιν η ευλογία αυτού. δια την πολεμίαν ταύτην ηθέτηκα αυτήν· τοίνυν δια τούτο εποίησε Κύριος πάντα όσα συνέταξε. όταν αφέλωμαι την αμαρτίαν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΕΝ τη ημέρα εκείνη επάξει ο Θεός την μάχαιραν την αγίαν και την μεγάλην και την ισχυράν επί τον δράκοντα όφιν φεύγοντα. μάτην ποτιώ αυτήν· αλώσεται γαρ νυκτός. και ήξουσιν οι απολόμενοι εν τη χώρα των Ασσυρίων και οι απολόμενοι εν Αιγύπτω και προσκυνήσουσι τω Κυρίω επί το όρος το άγιον εν Ιερουσαλήμ. 6 οι ερχόμενοι. τέκνα Ιακώβ. και εμπλησθήσεται η οικουμένη του καρπού αυτού. ποιήσωμεν ειρήνην. ως ποίμνιον καταλελειμμένον και έσται πολύν χρόνον εις βόσκημα. 5 βοήσονται οι ενοικούντες εν αυτη. ούτως αναιρεθήσεται. 4 ουκ έστιν ή ουκ επελάβετο αυτής· τις με θήσει φυλάσσειν καλάμην εν αγρω. 13 και έσται εν τη ημέρα εκείνη σαλπιούσι τη σάλπιγγι τη μεγάλη. ημέρας δε πεσείται το τείχος. 7 μη ως αυτός επάταξε. 8 μαχόμενος και ονειδίζων εξαποστελεί αυτούς· ου συ ήσθα ο μελετών τω πνεύματι τω σκληρω ανελείν αυτούς πνεύματι θυμού. 2 τη ημέρα εκείνη αμπελών καλός επιθύμημα εξάρχειν κατ ‘ αυτής. ποιήσωμεν ειρήνην αυτω. πόλις πολιουρκουμένη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1451 . δια τούτο ου μη οικτειρήση ο ποιήσας αυτούς. και αυτός ούτως πληγήσεται. 10 το κατοικούμενον ποίμνιον ανειμένον έσται. και ως αυτός ανείλεν. 3 εγώ πόλις οχυρά. ουδέ ο πλάσας αυτούς ου μη ελεήση. βλαστήσει και εξανθήσει Ισραήλ. δεύτε· ου γαρ λαός εστιν έχων σύνεσιν. 11 και μετά χρόνον ουκ έσται εν αυτη παν χλωρόν δια το ξηρανθήναι. υμείς δε συναγάγετε τους υιούς Ισραήλ κατά ένα ένα. και τα είδωλα αυτών εκκεκομμένα ωσπερ δρυμός μακράν.

έντιμον. οι απεσπασμένοι από μαστού. εσείσθησαν από της μέθης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΟΥΑΙ τω στεφάνω της ύβρεως. 4 και έσται το άνθος το εκπεσόν της ελπίδος της δόξης επ ‘ άκρου του όρους του υψηλού ως πρόδρομος σύκου. 5 τη ημέρα εκείνη έσται Κύριος σαβαώθ ο στέφανος της ελπίδος ο πλακείς της δόξης τω καταλειφθέντι μου λαω· 6 καταλειφθήσονται επί πνεύματι κρίσεως επί κρίσιν και ισχύν κωλύων ανελείν. καταιγίς φερομένη εάν παρέλθη ου μη έλθη εφ ‘ ημάς· εθήκαμεν ψεύδος την ελπίδα ημών και τω ψεύδει σκεπασθησόμεθα. ελπίς επ ‘ ελπίδι. και ο πιστεύων επ ‘ αυτω ου μη καταισχυνθή. οι απογεγαλακτισμένοι από γάλακτος. 13 και έσται αυτοίς το λόγιον Κυρίου του Θεού θλίψις επί θλίψιν. βία καταφερομένη· ως ύδατος πολύ πλήθος σύρον χώραν τη γη ποιήσει ανάπαυσιν ταις χερσί. έτι μικρόν έτι μικρόν 11 δια φαυλισμόν χειλέων δια γλώσσης ετέρας. 9 τίνι ανηγγείλαμεν κακά και τίνι ανηγγείλαμεν αγγελίαν. οι μισθωτοί Εφραίμ· το άνθος το εκπεσόν εκ της δόξης επί της κορυφής του όρους του παχέος. επλανήθησαν· τούτ ‘ έστι φάσμα. ο ιδών αυτό. 8 αρά έδεται ταύτην την βουλήν· αύτη γαρ η βουλή ένεκεν πλεονεξίας. έτι μικρόν έτι μικρόν. 10 θλίψιν επί θλίψιν προσδέχου. οι μισθωτοί του Εφραίμ. 7 ούτοι γαρ οίνω πεπλανημένοι εισίν. 3 και τοις ποσί καταπατηθήσεται ο στέφανος της ύβρεως. ελπίδα επ ‘ ελπίδι. κατεπόθησαν δια τον οίνον. άνδρες τεθλιμμένοι και άρχοντες του λαού τούτου του εν Ιερουσαλήμ· 15 ότι είπατε· εποιήσαμεν διαθήκην μετά του άδου και μετά του θανάτου συνθήκας. ίνα πορευθώσι και πέσωσιν εις τα οπίσω και κινδυνεύσουσι και συντριβήσονται και αλώσονται. 17 και θήσω κρίσιν εις ελπίδα. εις τα θεμέλια αυτής. επλανήθησαν δια το σίκερα· ιερεύς και προφήτης εξέστησαν δια το σίκερα. και ουκ ηθέλησαν ακούειν. 14 δια τούτο ακούσατε λόγον Κυρίου. οι μεθύοντες άνευ οίνου. η δε ελεημοσύνη μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1452 . 16 δια τούτο ούτω λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ εμβαλώ εις τα θεμέλια Σιών λίθον πολυτελή εκλεκτόν ακρογωνιαίον. πριν ή εις την χείραν αυτού λαβείν. 2 ιδού ισχυρόν και σκληρόν ο θυμός Κυρίου ως χάλαζα καταφερομένη ουκ έχουσα σκέπην. θελήσει αυτό καταπιείν. ότι λαλήσουσι τω λαω τούτω 12 λέγοντες αυτω· τούτο το ανάπαυμα τω πεινώντι και τούτο το σύντριμμα.

ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΟΥΑΙ Αριήλ πόλις. 2 εκθλίψω γαρ Αριήλ. αυτοί δε ασθενούμεν του υμάς συναχθήναι. και εν νυκτί έσται ελπίς πονηρά· μάθετε ακούειν. 3 και κυκλώσω ως Δαυίδ επί σε και βαλώ περί σε χάρακα και θήσω περί σε πύργους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εις σταθμούς. 21 ωσπερ όρος ασεβών αναστήσεται Κύριος. 4 και ταπεινωθήσονται εις την γην οι λόγοι σου. 25 ουχ όταν ομαλίση το πρόσωπον αυτής. λήψεται υμάς· πρωϊ πρωϊ παρελεύσεται ημέρας. ουδέ φωνή της πικρίας μου καταπατήσει υμάς. 22 και υμείς μη ευφρανθείητε. και έσται εν τη φάραγγι Γαβαών· μετά θυμού ποιήσει τα έργα αυτού. ή σπόρον προετοιμάσει πριν εργάσασθαι την γην. και η πικρία αυτού αλλοτρία. 18 μη και αφέλη υμών την διαθήκην του θανάτου. φάγεσθε γαρ συν Μωάβ. και εις την γην οι λόγοι σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1453 . αλλά ράβδω τινάσσεται το μελάνθιον. φάγεσθε. και οι πεποιθότες μάτην ψεύδει· ότι ου μη παρέλθη υμάς καταιγίς. 27 ου γαρ μετά σκληρότητος καθαίρεται το μελάνθιον. 28 το δε κύμινον μετά άρτου βρωθήσεται. ου γαρ εις τον αιώνα εγώ ειμι υμίν οργισθήσομαι. πικρίας έργον· ο δε θυμός αυτού αλλοτρίως χρήσεται. τότε σπείρει μικρόν μελάνθιον ή κύμινον και πάλιν σπείρει πυρόν και κριθήν και κέγχρον και ζέαν εν τοις ορίοις σου. 26 και παιδευθήση κρίματι Θεού σου και ευφρανθήση. υψώσατε ματαίαν παράκλησιν. 24 μη όλην την ημέραν αροτριάσει ο αροτριών. και έσται αυτής η ισχύς και ο πλούτος εμοί. και η ελπίς υμών η προς τον άδην ου μη εμμείνη· καταιγίς φερομένη εάν επέλθη. ουδέ τροχός αμάξης περιάξει επί τον κύμινον. 20 στενοχωρούμενοι ου δυνάμεθα μάχεσθαι. 23 ενωτίζεσθε και ακούετε της φωνής μου. μηδέ ισχυσάτωσαν υμών οι δεσμοί διότι συντετελεσμένα και συντετμημένα πράγματα ήκουσα παρά Κυρίου σαβαώθ. έσεσθε αυτη εις καταπάτημα. 19 όταν παρέλθη. προσέχετε και ακούεται τους λόγους μου. 29 και ταύτα παρά Κυρίου σαβαώθ εξήλθε τα τέρατα· βουλεύσασθε. ην επολέμησε Δαυίδ· συναγάγετε γεννήματα ενιαυτόν επί ενιαυτόν. α ποιήσει επί πάσαν την γην.

και τις ημάς γνώσεται ή α ημείς ποιούμεν. οι ορώντες τα κρυπτά. ό εάν δώσιν αυτό ανθρώπω επισταμένω γράμματα λέγοντες· ανάγνωθι ταύτα· και ερεί· ου δύναμαι αναγνώναι. και εξαναστάντων μάταιον αυτών το ενύπνιον. και προς το έδαφος η φωνή σου ασθενήσει. 7 και έσται ως ο ενυπνιαζόμενος καθ ‘ ύπνους νυκτός ο πλούτος απάντων των εθνών. 5 και έσται ως κονιορτός από τροχού ο πλούτος των ασεβών και ως χνούς φερόμενος το πλήθος των καταδυναστευόντων σε. 11 και έσονται υμίν τα ρήματα πάντα ταύτα ως οι λόγοι του βιβλίου του εσφραγισμένου τούτου. 18 και ακούσονται εν τη ημέρα εκείνη κωφοί λόγους βιβλίου. 15 ουαί οι βαθέως βουλήν ποιούντες και ου δια Κυρίου· ουαί οι εν κρυφή βουλήν ποιούντες και έσται εν σκότει τα έργα αυτών και ερούσι· τις εώρακεν ημάς. και ον τρόπον ενυπνιάζεται ο διψών ως πίνων και εξαναστάς έτι διψά. 14 δια τούτο ιδού εγώ προσθήσω του μετατεθήναι τον λαόν τούτον και μεταθήσω αυτούς και απολώ την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών κρύψω. ή το ποίημα τω ποιήσαντι· ου συνετώς με εποίησας. και οι απηλπισμένοι των ανθρώπων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1454 . καταιγίς φερομένη και φλόξ πυρός κατεσθίουσα. και ερεί αυτω· ανάγνωθι τούτο· και ερεί· ουκ επίσταμαι γράμματα. 8 και έσονται ως οι εν τω ύπνω πίνοντες και έσθοντες. 13 Και είπε Κύριος· εγγίζει μοι ο λαός ούτος εν τω στόματι αυτού και εν τοις χείλεσιν αυτών τιμώσί με. μη ερεί το πλάσμα τω πλάσαντι αυτό· ου συ με έπλασας. η δε ψυχή αυτού εις κενόν ήλπισεν. και οι εν τω σκότει και οι εν τη ομίχλη οφθαλμοί τυφλών όψονται· 19 και αγαλλιάσονται πτωχοί δια Κύριον εν ευφροσύνη. ούτως έσται ο πλούτος των εθνών πάντων. και έσται ως στιγμή παραχρήμα 6 παρά Κυρίου σαβαώθ· επισκοπή γαρ έσται μετά βροντής και σεισμού και φωνής μεγάλης. 17 ουκέτι μικρόν και μετατεθήσεται ο Λίβανος. όσοι επεστράτευσαν επί Αριήλ. 9 εκλύθητε και έκστητε και κραιπαλήσατε ουκ από σίκερα ουδέ από οίνου· 10 ότι πεπότικεν υμάς Κύριος πνεύματι κατανύξεως και καμμύσει τους οφθαλμούς αυτών και των προφητών αυτών και των αρχόντων αυτών. 12 και δοθήσεται το βιβλίον τούτο εις χείρας ανθρώπου μη επισταμένου γράμματα. η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ ‘ εμού· μάτην δε σέβονταί με διδάσκοντες εντάλματα ανθρώπων και διδασκαλίας. ως το όρος το Χέρμελ και το Χέρμελ εις δρυμόν λογισθήσεται. και πάντες οι στρατευσάμενοι επί Ιερουσαλήμ και πάντες οι συνηγμένοι επ ‘ αυτήν και θλίβοντες αυτήν. 16 ουχ ως ο πηλός του κεραμέως λογισθήσεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δύσονται· και έσται ως οι φωνούντες εκ της γης η φωνή σου. όσοι επεστράτευσαν επί το όρος Σιών. εσφράγισται γαρ.

. 10 οι λέγοντες τοις προφήταις· μη αναγγέλλετε ημίν. 4 ότι εισίν εν Τάνει αρχηγοί άγγελοι πονηροί· 5 μάτην κοπιάσουσι προς λαόν. 3 έσται γαρ υμίν σκέπη Φαραώ εις αισχύνην και τοις πεποιθόσιν επ ‘ Αίγυπτον όνειδος. αλλά εις αισχύνην και όνειδος. ουδέ νυν το πρόσωπον μεταβαλεί Ισραήλ· 23 αλλ ‘ όταν ίδωσι τα τέκνα αυτών τα έργα μου. υιοί ψευδείς. λέων και σκύμνος λέοντος εκείθεν και ασπίδες και έκγονα ασπίδων πετομένων. ος ουκ ωφελήσει αυτούς ούτε εις βοήθειαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εμπλησθήσονται ευφροσύνης. και αι γλώσσαι αι ψελλίζουσαι μαθήσονται λαλείν ειρήνην. 2 οι πορευόμενοι καταβήναι εις Αίγυπτον. Εν τη θλίψει και τη στενοχωρία. 7 Αιγύπτιοι μάταια και κενά ωφελήσουσιν υμάς· απάγγειλον αυτοίς. και τοις τα οράματα ορώσι· μη λαλείτε ημίν. ον αφώρισεν εξ Αβραάμ· ου νυν αισχυνθήσεται Ιακώβ. ό ουκ ωφελήσει αυτούς. τάδε λέγει Κύριος. οί ουκ ηβούλοντο ακούειν τον νόμον του Θεού. 21 και οι ποιούντες αμαρτείν ανθρώπους εν λόγω· πάντας δε τους ελέγχοντας εν πύλαις πρόσκομμα θήσουσιν ότι επλαγίασαν επ ‘ αδίκοις δίκαιον. εποιήσατε βουλήν ου δι ‘ εμού και συνθήκας ου δια του πνεύματός μου προσθείναι αμαρτίας εφ ‘ αμαρτίας. ούτε εις ωφέλειαν. εμέ δε ουκ επηρώτησαν.8 Νυν ουν καθίσας γράψον επί πυξίου ταύτα και εις βιβλίον. αλλά ημίν λαλείτε και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1455 . 22 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος επί τον οίκον Ιακώβ. του βοηθηθήναι υπό Φαραώ και σκεπασθήναι υπό Αιγυπτίων. και απώλετο υπερήφανος. 9 ότι λαός απειθής εστιν. ότι ματαία η παράκλησις υμών αύτη. 24 και γνώσονται οι πλανώμενοι τω πνεύματι σύνεσιν. 6 Η όρασις των τετραπόδων των εν τη ερήμω. οί έφερον επί όνων και καμήλων τον πλούτον αυτών προς έθνος. ότι έσται εις ημέρας καιρόν ταύτα και έως εις τον αιώνα. 20 εξέλιπεν άνομος. και εξωλοθρεύθησαν οι ανομούντες επί κακία. δι ‘ εμέ αγιάσουσιν το όνομά μου και αγιάσουσιν τον άγιον Ιακώβ και τον Θεόν του Ισραήλ φοβηθήσονται. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΟΥΑΙ τέκνα αποστάται. οι δε γογγύζοντες μαθήσονται υπακούειν.

τότε σωθήση και γνώση που ήσθα· ότε επεποίθεις επί τοις ματαίοις. και την οδύνην της πληγής σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1456 . 24 οι ταύροι υμών και οι βόες οι εργαζόμενοι την γην φάγονται άχυρα αναπεποιημένα εν κριθή λελικμημένα. 26 και έσται το φως της σελήνης ως το φως του ηλίου και το φως του ηλίου έσται επταπλάσιον εν τη ημέρα. 19 Διότι λαός άγιος εν Σιών οικήσει. 23 τότε έσται ο υετός τω σπέρματι της γης σου. όταν απόλωνται πολλοί και όταν πέσωσι πύργοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναγγέλλετε ημίν ετέραν πλάνησιν. 14 και το πτώμα αυτής έσται ως σύντριμμα αγγείου οστρακίνου. και ως σημαίαν φέρων επί βουνού. πορευθώμεν εν αυτη είτε δεξιά είτε αριστερά. 13 δια τούτο έσται υμίν η αμαρτία αύτη ως τείχος πίπτον παραχρήμα πόλεως οχυράς εαλωκυίας. 21 και τα ώτά σου ακούσονται τους λόγους των οπίσω σε πλανησάντων. 15 ούτω λέγει Κύριος Κύριος ο άγιος του Ισραήλ· όταν αποστραφείς στενάξης. και που καταλείψεται την δόξαν υμών. επήκουσέ σου. 25 και έσται επί παντός όρους υψηλού και επί παντός βουνού μετεώρου ύδωρ διαπορευόμενον εν τη ημέρα εκείνη. 17 χίλιοι δια φωνήν ενός φεύξονται. εν ω πυρ αρείς και εν ω αποσυριείς ύδωρ μικρόν. και δια φωνήν πέντε φεύξονται πολλοί. οι λέγοντες· αύτη η οδός. ης παραχρήμα πάρεστι το πτώμα. ματαία η ισχύς υμών εγενήθη. μακάριοι οι εμμένοντες επ ‘ αυτω. 18 και πάλιν μενεί ο Θεός του οικτειρήσαι υμάς και δια τούτο υψωθήσεται του ελεήσαι υμάς· διότι κριτής Κύριος ο Θεός υμών εστι. 20 και δώσει Κύριος υμίν άρτον θλίψεως και ύδωρ στενόν. και ουκέτι μη εγγίσωσί σοι οι πλανώντές σε· ότι οι οφθαλμοί σου όψονται τους πλανώντάς σε. 22 και εξαρείς τα είδωλα τα περιηργυρωμένα και τα περικεχρυσωμένα. λεπτά ποιήσεις και λικμήσεις ως ύδωρ αποκαθημένης και ως κόπρον ώσεις αυτά. όταν ιάσηται Κύριος το σύντριμμα του λαού αυτού. και ο άρτος του γεννήματος της γης σου έσται πλησμονή και λιπαρός· και βοσκηθήσεταί σου τα κτήνη τη ημέρα εκείνη τόπον πίονα και ευρύχωρον. 12 δια τούτο τάδε λέγει ο άγιος του Ισραήλ· ότι ηπειθήσατε τοις λόγοις τούτοις και ηλπίσατε επί ψεύδει και ότι εγόγγυσας και πεποιθώς εγένου επί τω λόγω τούτω. έως αν καταλειφθήτε ως ιστός επ ‘ όρους. και Ιερουσαλήμ κλαυθμω έκλαυσεν· ελέησόν με· ελεήσει σε την φωνήν της κραυγής σου· ηνίκα είδεν. και ουκ ηβούλεσθε ακούειν. εκ κεραμίου λεπτά ωστε μη ευρείν εν αυτοίς όστρακον. 16 αλλ ‘ είπατε· εφ ‘ ίππων φευξόμεθα· δια τούτο φεύξεσθε· και είπατε· επί κούφοις αναβάται εσόμεθα· δια τούτο κούφοι έσονται οι διώκοντες υμάς. 11 και αποστρέψατε ημάς από της οδού ταύτης. αφέλετε αφ ‘ ημών τον τρίβον τούτον και αφέλετε αφ ‘ ημών τον άγιον του Ισραήλ.

ή έλαβε. και εφ ‘ ίπποις. πυρ και ξύλα πολλά. και ουκ ήσαν πεποιθότες επί τον άγιον του Ισραήλ και τον Κύριον ουκ εζήτησαν. και η οργή του θυμού ως πυρ έδεται. λόγιον οργής πλήρες. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΟΥΑΙ οι καταβαίνοντες εις Αίγυπτον επί βοήθειαν. 4 ότι ούτως είπέ μοι Κύριος· ον τρόπον εάν βοήση ο λέων ή ο σκύμνος επί τη θύρα. 32 και έσται αυτω κυκλόθεν. και άμα πάντες απολούνται. 29 μη διαπαντός δεί υμάς ευφραίνεσθαι και εισπορεύεσθαι εις τα άγιά μου διαπαντός ωσεί εορτάζοντας και ωσεί ευφραινομένους εισελθείν μετά αυλού εις το όρος Κυρίου προς τον Θεόν του Ισραήλ. ή αν πατάξη αυτούς. 28 και το πνεύμα αυτού ως ύδωρ εν φάραγγι σύρον ήξει έως του τραχήλου και διαιρεθήσεται του ταράξαι έθνη επί πλανήσει ματαία. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 27 Ιδού το όνομα Κυρίου έρχεται δια χρόνου πολλού. και τον θυμόν του βραχίονος αυτού δείξει μετά θυμού και οργής και φλογός κατεσθιούσης· κεραυνώσει βιαίως και ως ύδωρ και χάλαζα συγκαταφερομένη βία. εφ ‘ ή αυτός επεποίθει· αυτοί μετά αυλών και κιθάρας πολεμήσουσιν αυτόν εκ μεταβολής. και κοπιάσουσιν οι βοηθούντες. πλήθος σφόδρα. φάραγγα βαθείαν. 30 και ακουστήν ποιήσει Κύριος την δόξαν της φωνής αυτού. και επαναστήσεται επ ‘ οίκους ανθρώπων πονηρών και επί την ελπίδα αυτών την ματαίαν. 2 και αυτός σοφώς ήγεν επ ‘ αυτούς κακά. 31 δια γαρ της φωνής Κυρίου ηττηθήσονται Ασσύριοι τη πληγή. μετά δόξης το λόγιον των χειλέων αυτού. οι εφ ‘ ίπποις πεποιθότες και εφ ‘ άρμασιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ιάσεται. ίππων σάρκας και ουκ έστι βοήθεια· ο δε Κύριος επάξει την χείρα αυτού επ ‘ αυτούς. έστι γαρ πολλά. έως αν εμπλησθή τα όρη της Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1457 . ο θυμός Κυρίου ως φάραγξ υπό θείου καιομένη. και κεκράξη επ ‘ αυτη. και διώξεται αυτούς πλάνησις και λήψεται αυτούς κατά πρόσωπον αυτών. ξύλα κείμενα. καιόμενος ο θυμός. 3 Αιγύπτιον άνθρωπον και ου Θεόν. 33 συ γαρ προ ημερών απαιτηθήση· μη και σοί ητοιμάσθη βασιλεύειν. και ο λόγος αυτού ου μη αθετηθή. όθεν ην αυτών η ελπίς της βοηθείας.

7 ότι τη ημέρα εκείνη απαρνήσονται οι άνθρωποι τα χειροποίητα αυτών τα αργυρά και τα χειροποίητα τα χρυσά. 2 και έσται ο άνθρωπος κρύπτων τους λόγους αυτού και κρυβήσεται ως αφ ‘ ύδατος φερομένου· και φανήσεται εν Σιών ως ποταμός φερόμενος ένδοξος εν γη διψώση. και ακούσατε της φωνής μου· θυγατέρες εν ελπίδι. 8 και πεσείται Ασσούρ· ου μάχαιρα ανδρός. ουδέ μάχαιρα ανθρώπου καταφάγεται αυτόν. 5 και ουκέτι μη είπωσι τω μωρω άρχειν. αλλά τα ώτα ακούειν δώσουσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φωνής αυτού. και άρχοντες μετά κρίσεως άρξουσι. και αι γλώσσαι αι ψελλίζουσαι ταχύ μαθήσονται λαλείν ειρήνην. ούτως καταβήσεται Κύριος σαβαώθ επιστρατεύσαι επί το όρος το Σιών. 10 ημέρας ενιαυτού μνείαν ποιήσασθε εν οδύνη μετ ‘ ελπίδος· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1458 . ανάστητε. α εποίησαν αι χείρες αυτών. 6 ο γαρ μωρός μωρά λαλήσει. και ουκέτι μη είπωσιν οι υπηρέται σου· σίγα. και η καρδία αυτού μάταια νοήσει του συντελείν άνομα και λαλείν προς Κύριον πλάνησιν. και αύτη η βουλή μενεί. οι την βαθείαν βουλήν βουλευόμενοι και άνομον. ο δε φεύγων αλώσεται. επί τα όρη αυτής. 4 και η καρδία των ασθενούντων προσέξει του ακούειν. 3 και ουκέτι έσονται πεποιθότες επ ‘ ανθρώποις. 8 οι δε ευσεβείς συνετά εβουλεύσαντο. 5 ως όρνεα πετόμενα. και ηττήθησαν και το πλήθος του θυμού επτοήθησαν. 9 πέτρα γαρ περιληφθήσονται ως χάρακι και ηττηθήσονται. εισακούσατε λόγους μου. και φεύξεται ουκ από προσώπου μαχαίρας· οι δε νεανίσκοι έσονται εις ήττημα. υπερασπιεί και εξελείται και περιποιήσεται και σώσει. Τάδε λέγει Κύριος· μακάριος ος έχει εν Σιών σπέρμα και οικείους εν Ιερουσαλήμ. του διασπείραι ψυχάς πεινώσας και τας ψυχάς τας διψώσας κενάς ποιήσαι. 6 επιστράφητε. 7 η γαρ βουλή των πονηρών άνομα βουλεύσεται καταφθείραι ταπεινούς εν λόγοις αδίκοις και διασκεδάσαι λόγους ταπεινών εν κρίσει. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΙΔΟΥ γαρ βασιλεύς δίκαιος βασιλεύσει. ούτως υπερασπιεί Κύριος σαβαώθ υπέρ Ιερουσαλήμ. 9 Γυναίκες πλούσιαι.

19 η δε χάλαζα εάν καταβή. και ο Χέρμελ εις δρυμόν λογισθήσεται. ουκ εφ ‘ υμάς ήξει. 20 μακάριοι οι σπείροντες επί παν ύδωρ. λυπήθητε. 15 έως αν έλθη εφ ‘ υμάς πνεύμα αφ ‘ υψηλού. 13 η γη του λαού μου. ευφροσύνη όνων αγρίων. 6 εν νόμω παραδοθήσονται. εκεί σοφία και επιστήμη και ευσέβεια προς τον Κύριον· ούτοί εισι θησαυροί δικαιοσύνης. ελέησον ημάς. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΟΥΑΙ τοις ταλαιπωρούσιν υμάς. και ο αθετών υμάς ουκ αθετεί· αλώσονται οι αθετούντες και παραδοθήσονται και ως σής εφ ‘ ιματίου. και δικαιοσύνη εν τω Καρμήλω κατοικήσει· 17 και έσται τα έργα της δικαιοσύνης ειρήνη. και πεποιθότες έως του αιώνος· 18 και κατοικήσει ο λαός αυτού εν πόλει ειρήνης και ενοικήσει πεποιθώς. πέπαυται ο σπόρος και ουκέτι μη έλθη. 3 δια φωνήν του φόβου εξέστησαν λαοί από του φόβου σου. και διεσπάρησαν τα έθνη. γυμναί γένεσθε. και κρατήσει η δικαιοσύνη ανάπαυσιν. επί σοί γαρ πεποίθαμεν· εγενήθη το σπέρμα των απειθούντων εις απώλειαν. και έσται έρημος ο Χέρμελ. και αναπαύσονται μετά πλούτου. εκδύσασθε. 11 έκστητε. αι πεποιθυίαι. βοσκήματα ποιμένων. και έσονται οι ενοικούντες εν τοις δρυμοίς πεποιθότες ως οι εν τη πεδινή. φοβηθήσονται αφ ‘ υμών· άγγελοι γαρ αποσταλήσονται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1459 . ούτως ηττηθήσονται. ενεπλήσθη Σιών κρίσεως και δικαιοσύνης. ούτως εμπαίξουσιν υμίν. περιζώσασθε σάκκους τας οσφύας 12 και επί των μαστών κόπτεσθε από αγρού επιθυμήματος και αμπέλου γεννήματος. η δε σωτηρία ημών εν καιρω θλίψεως. οίκοι εγκαταλελειμμένοι πλούτον πόλεως και οίκους επιθυμήματος αφήσουσι· και έσονται αι κώμαι σπήλαια έως του αιώνος. 4 νυν δε συναχθήσεται τα σκύλα υμών μικρού και μεγάλου· ον τρόπον εάν τις συναγάγη ακρίδας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανήλωται ο τρυγητός. 7 ιδού δη εν τω φόβω υμών αυτοί φοβηθήσονται· ους εφοβείσθε. ου βούς και όνος πατεί. 16 και αναπαύσεται εν τη ερήμω κρίμα. εν θησαυροίς η σωτηρία ημών. 5 άγιος ο Θεός ο κατοικών εν υψηλοίς. και εκ πάσης οικίας ευφροσύνη αρθήσεται· 14 πόλις πλουσία. υμάς δε ουδείς ποιεί ταλαιπώρους. άκανθα και χόρτος αναβήσεται. 2 Κύριε.

ποταμοί και διώρυχες πλατείς και ευρύχωροι· ου πορεύση ταύτην την οδόν. 23 ερράγησαν τα σχοινία σου. 12 και έσονται έθνη κατακεκαυμένα ως άκανθα εν αγρω ερριμμένη και κατακεκαυμένη. 15 πορευόμενος εν διακαιοσύνη. ότι ουκ ενίσχυσαν· ο ιστός σου έκλινεν. ουδέ ήδει βαθύφωνον ωστε μη ακούσαι λαός πεφαυλισμένος και ουκ έστι τω ακούοντι σύνεσις. πυρ κατέδεται υμάς. ουδέ πορεύσεται πλοίον ελαύνον. σκηναί. και η προς τούτους διαθήκη αίρεται. ο λαός ενοικών εν αυτοίς· αφέθη γαρ αυτοίς η αμαρτία. 17 βασιλέα μετά δόξης όψεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πικρώς κλαίοντες. 14 απέστησαν οι εν Σιών άνομοι. βασιλεύς ημών Κύριος. νυν δοξασθήσομαι. γνώσονται οι εγγίζοντες την ισχύν μου. ούτος ημάς σώσει. λέγει Κύριος. λήψεται τρόμος τους ασεβείς· τις αναγγελεί υμίν. το σωτήριον ημών· οι οφθαλμοί σου όψονται Ιερουσαλήμ. και ου μη λογίσησθε αυτούς ανθρώπους. που έστιν ο αριθμών τους στρεφομένους 19 μικρόν και μέγα λαόν. μισών ανομίαν και αδικίαν και τας χείρας αποσειόμενος από δώρων. 22 ο γαρ Θεός μου μέγας εστίν. έως ου παραδοθή εις προνομήν· τοίνυν πολλοί χωλοί προνομήν ποιήσουσι. και το ύδωρ αυτού πιστόν. ησχύνθη ο Λίβανος. βαρύνων τα ώτα. ουδέ τα σχοινία αυτής ου μη διαρραγώσιν. νυν υψωθήσομαι· 11 νυν όψεσθε. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1460 . 21 ότι το όνομα Κυρίου μέγα υμίν· τόπος υμίν έσται. ίνα μη ίδη αδικίαν. 16 ούτος οικήσει εν υψηλω σπηλαίω πέτρας ισχυράς· άρτος αυτω δοθήσεται. που εισιν οι συμβουλεύοντες. 8 ερημωθήσονται γαρ αι τούτων οδοί· πέπαυται ο φόβος των εθνών. ου χαλάσει τα ιστία· ουκ αρεί σημείον. 9 επένθησεν η γη. 24 και ου μη είπη· κοπιώ. νυν αισθηθήσεσθε· ματαία έσται η ισχύς του πνεύματος υμών. άρχων ημών Κύριος. ουδέ μη κινηθώσιν οι πάσσαλοι της σκηνής αυτής εις τον αιώνα χρόνον. και οι οφθαλμοί υμών όψονται γη πόρρωθεν. παρακαλούντες ειρήνην. αι ου μη σεισθώσιν. ω ου συνεβουλεύσατο. ότι πυρ καίεται. ίνα μη ακούση κρίσιν αίματος. λαλών ευθείαν οδόν. τις αναγγελεί υμίν τον τόπον τον αιώνιον. καμμύων τους οφθαλμούς. πόλις πλουσία. ου παρελεύσεταί με Κύριος· κριτής ημών Κύριος. 20 ιδού Σιών η πόλις. 10 νυν αναστήσομαι. έλη εγένετο ο Σάρων· φανερά έσται η Γαλιλαία και ο Κάρμηλος. 13 ακούσονται οι πόρρωθεν α εποίησα. 18 η ψυχή ημών μελετήσει φόβον· που εισιν οι γραμματικοί.

και έσωσεν η γη τα παιδία αυτής μετά ασφαλείας· εκεί συνήντησαν έλαφοι και είδον τα πρόσωπα αλλήλων· 16 αριθμω παρήλθον. και έσται έπαυλις σειρήνων και αυλή στρουθών. 9 και στραφήσονται αι φάραγγες αυτής εις πίσσαν και η γη αυτής εις θείον. και ελιγήσεται ο ουρανός ως βιβλίον. έθνη. 11 όρνεα και εχίνοι και ίβεις και κόρακες κατοικήσουσιν εν αυτη. 14 και συναντήσουσι δαιμόνια ονοκενταύροις και βοήσονται έτερος προς τον έτερον· εκεί αναπαύσονται ονοκεύνταυροι. 5 εμεθύσθη η μάχαιρά μου εν τω ουρανω· ιδού επί την Ιδουμαίαν καταβήσεται και επί τον λαόν της απωλείας μετά κρίσεως. 7 και συμπεσούνται οι αδροί μετ ‘ αυτών και οι κριοί και οι ταύροι. 2 διότι θυμός Κυρίου επί πάντα τα έθνη και οργή επί τον αριθμόν αυτών του απολέσαι αυτούς και παραδούναι αυτούς εις σφαγήν. και βραχήσεται τα όρη από του αίματος αυτών. 6 η μάχαιρα του Κυρίου ενεπλήσθη αίματος. και πάντα τα άστρα πεσείται ως φύλλα εξ αμπέλου και ως πίπτει φύλλα από συκής. και το πνεύμα αυτού συνήγαγεν αυτάς. και μεθυσθήσεται η γη από του αίματος και από του στέατος αυτών εμπλησθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΠΡΟΣΑΓΑΓΕΤΕ. ότι ο Κύριος αυτοίς ενετείλατο. και ονοκένταυροι οικήσουσιν εν αυτη. επαχύνθη από στέατος αρνών και από στέατος τράγων και κριών· ότι θυσία τω Κυρίω εν Βοσόρ και σφαγή μεγάλη εν τη Ιδουμαία. ετέρα την ετέραν ουκ εζήτησαν. 12 οι άρχοντες αυτής ουκ έσονται· οι γαρ βασιλείς και οι μεγιστάνες αυτής έσονται εις απώλειαν. ακουσάτω η γη και οι εν αυτη. και αναβήσεται αυτών η οσμή. εύρον γαρ αυτοίς ανάπαυσιν. η οικουμένη και ο λαός ο εν αυτη. άρχοντες. και μία αυτών ουκ απώλετο. 3 οι δε τραυματίαι αυτών ριφήσονται και οι νεκροί. και επιβληθήσεται επ ‘ αυτήν σπαρτίον γεωμετρίας ερήμου. 17 και αυτός επιβαλεί αυτοίς κλήρους. 4 και τακήσονται πάσαι αι δυνάμεις των ουρανών. και ακούσατε. 13 και αναφύσει εις τας πόλεις αυτών ακάνθινα ξύλα και εις τα οχυρώματα αυτής. και αναβήσεται ο καπνός αυτής άνω· εις γενεάς ερημωθήσεται και εις χρόνον πολύν. και έσται η γη αυτής ως πίσσα καιομένη 10 νυκτός και ημέρας και ου σβεσθήσεται εις τον αιώνα χρόνον. 15 εκεί ενόσσευσεν εχίνος. και η χείρ αυτού διεμέρισε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1461 . 8 ημέρα γαρ κρίσεως Κυρίου και ενιαυτός ανταποδόσεως κρίσεως Σιών.

και εις την διψώσαν γην πηγή ύδατος έσται· εκεί έσται ευφροσύνη ορνέων. χείρες ανειμέναι και γόνατα παραλελυμένα· 4 παρακαλέσατε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βόσκεσθαι· εις τον αιώνα χρόνον κληρονομήσετε. 5 τότε ανοιχθήσονται οφθαλμοί τυφλών. ουδέ των πονηρών θηρίων ου μη αναβή επ ‘ αυτήν. οι ολιγόψυχοι τη διανοία· ισχύσατε. 2 και εξανθήσει και υλοχαρήσει και αγαλλιάσεται τα έρημα του Ιορδάνου· και η δόξα του Λιβάνου εδόθη αυτη και η τιμή του Καρμήλου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1462 . τρανή δε έσται γλώσσα μογιλάλων. μη φοβείσθε· ιδού ο Θεός ημών κρίσιν αναταποδίδωσι και ανταποδώσει. 9 και ουκ έσται εκεί λέων. απέδρα οδύνη. λύπη και στεναγμός. ουδέ μη ευρεθή εκεί. και ευφροσύνη αιώνιος υπέρ κεφαλής αυτών· επί γαρ της κεφαλής αυτών αίνεσις και αγαλλίαμα. έρημος διψώσα. 6 τότε αλείται ως έλαφος ο χωλός. αγαλλιάσθω έρημος και ανθήτω ως κρίνον. και ο λαός μου όψεται την δόξαν Κυρίου και το ύψος του Θεού. αυτός ήξει και σώσει ημάς. ότι ερράγη εν τη ερήμω ύδωρ και φάραγξ εν γη διψώση· 7 και έσται η άνυδρος εις έλη. ουδέ έσται εκεί οδός ακάθαρτος· οι δε διεσπαρμένοι πορεύσονται επ ‘ αυτής και ου μη πλανηθώσι. και ευφροσύνη καταλήψεται αυτούς. εις γενεάς γενεών αναπαύσονται επ ‘ αυτής. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΕΥΦΡΑΝΘΗΤΙ. επαύλεις καλάμου και έλη. 8 εκεί έσται οδός καθαρά και οδός αγία κληθήσεται. και ώτα κωφών ακούσονται. και ου μη παρέλθη εκεί ακάθαρτος. αλλά πορεύσονται εν αυτη λελυτρωμένοι 10 και συνηγμένοι δια Κύριον· και αποστραφήσονται και ήξουσιν εις Σιών μετ ‘ ευφροσύνης. 3 ισχύσατε.

και διάφθειρον αυτήν. οί ου δυνήσονται ρύσασθαι υμάς· 15 και μη λεγέτω υμίν Εζεκίας. 10 και νυν μη άνευ Κυρίου ανέβημεν επί την χώραν ταύτην πολεμήσαι αυτήν. βασιλεύοντος Εζεκίου. ακούομεν γαρ ημείς. και ου μη παραδοθή η πόλις αύτη εν χειρί βασιλέως Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1463 . 13 και έστη Ραψάκης και ανεβόησε φωνή μεγάλη Ιουδαϊστί και είπεν· ακούσατε τους λόγους του βασιλέως του μεγάλου. 11 και είπε προς αυτόν Ελιακείμ και Σομνάς και Ιωάχ· λάλησον προς τους παίδάς σου Συριστί. 6 ιδού πεποιθώς ει επί την ράβδον την καλαμίνην την τεθλασμένην ταύτην. 3 και εξήλθε προς αυτόν Ελιακείμ ο του Χελκίου ο οικονόμος και Σομνάς ο γραμματεύς και Ιωάχ ο του Ασάφ ο υπομνηματογράφος. και δώσω υμίν δισχιλίαν ίππον. και έστη εν τω υδραγωγω της κολυμβήθρας της άνω εν τη οδω του αγρού του γναφέως. 9 και Πως δύνασθε αποστρέψαι εις πρόσωπον των τοπαρχών. 4 και είπεν αυτοίς Ραψάκης· είπατε Εζεκία· τάδε λέγει ο βασιλεύς ο μέγας. 5 μη εν βουλή ή λόγοις χειλέων παράταξις γίνεται. 12 και είπε προς αυτούς Ραψάκης· μη προς τον Κύριον υμών ή προς υμάς απέσταλκέ με ο κύριός μου λαλήσαι τους λόγους τούτους. ότι ρύσεται υμάς ο Θεός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο του τεσσαρεσκαιδεκάτου έτους. 2 και απέστειλε βασιλεύς Ασσυρίων τον Ραψάκην εκ Λαχείς εις Ιερουσαλήμ προς τον βασιλέα Εζεκίαν μετά δυνάμεως πολλής. και μη λάλει προς ημάς Ιουδαϊστί· και ινατί λαλείς εις τα ώτα των ανθρώπων των επί τω τείχει. ότι απειθείς μοι. και νυν επί τίνα πέποιθας. ανέβη Σενναχηρείμ βασιλεύς Ασσυρίων επί τας πόλεις της Ιουδαίας τας οχυράς και έλαβεν αυτάς. βασιλέως Ασσυρίων. οικέται εισίν οι πεποιθότες επ ‘ Αιγυπτίοις εις ίππον και αναβάτην. εισελεύσεται εις την χείρα αυτού. και τρήσει αυτήν· ούτως εστί Φαραώ βασιλεύς Αιγύπτου και πάντες οι πεποιθότες επ ‘ αυτω. ει δυνήσεσθε δούναι αναβάτας επ ‘ αυτούς. ουχί προς τους ανθρώπους τους καθημένους επί τω τείχει. επ ‘ Αίγυπτον· ως αν επιστηριχθή ανήρ επ ‘ αυτήν. 8 νυν μείχθητε τω κυρίω μου τω βασιλεί Ασσυρίων. Κύριος είπε προς με· ανάβηθι επί την γην ταύτην. ίνα φάγωσι κόπρον και πίωσιν ούρον μεθ ‘ υμών άμα. 7 ει δε λέγετε· επί Κύριον τον Θεόν ημών πεποίθαμεν. βασιλεύς Ασσυρίων· τι πεποιθώς ει. 14 τάδε λέγει ο βασιλεύς· μη απατάτω υμάς Εζεκίας λόγοις.

4 εισακούσαι Κύριος ο Θεός σου τους λόγους Ραψάκου. ισχύν δε ουκ έχει του τεκείν. 19 που εστιν ο θεός Αιμάθ και Αρφάθ. 5 και ήλθον οι παίδες του βασιλέως Εζεκίου προς Ησαϊαν. μη εδύναντο ρύσασθαι Σαμάρειαν εκ χειρός μου. 18 μη απατάτω υμάς Εζεκίας λέγων· ο Θεός υμών ρύσεται υμάς. δια το προστάξαι τον βασιλέα μηδένα αποκριθήναι. και ουδείς απεκρίθη αυτω λόγον. ους ωνείδισάν με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1464 . 2 και απέστειλεν Ελιακείμ τον οικονόμον και Σομνάν τον γραμματέα και τους πρεσβυτέρους των ιερέων περιβεβλημένους σάκκους προς Ησαϊαν υιόν Αμώς τον προφήτην. και που ο θεός της πόλεως Σεπφαρείμ. εκπορεύεσθε προς με και φάγεσθε έκαστος την άμπελον αυτού και τας συκάς και πίεσθε ύδωρ εκ του λάκκου υμών. ων ήκουσας. ότι ρύσεται ο Θεός Ιερουσαλήμ εκ χειρός μου. τάδε λέγει ο βασιλεύς Ασσυρίων· ει βούλεσθε ευλογηθήναι. 20 τις των θεών πάντων των εθνών τούτων. γη σίτου και οίνου και άρτων και αμπελώνων. μη ερρύσαντο οι θεοί των εθνών έκαστος την εαυτού χώραν εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων. 17 έως αν έλθω και λάβω υμάς εις γην. 3 και είπαν αυτω· τάδε λέγει Εζεκίας· ημέρα θλίψεως και ονειδισμού και ελεγμού και οργής η σήμερον ημέρα. ους απέστειλε βασιλεύς Ασσυρίων ονειδίζειν Θεόν ζώντα και ονειδίζειν λόγους. ότι ήκει η ωδίν τη τικτούση. ως η γη υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ασσυρίων· 16 μη ακούετε Εζεκίου. ους ήκουσε Κύριος ο Θεός σου· και δεηθήση προς Κύριον τον Θεόν σου περί των καταλελειμμένων τούτων. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω ακούσαι τον βασιλέα Εζεκίαν έσχισε τα ιμάτια και περιεβάλετο σάκκον και ανέβη εις τον οίκον Κυρίου. όστις ερρύσατο τη γην αυτού εκ χειρός μου. 6 και είπεν αυτοίς Ησαϊας· ούτως ερείτε προς τον κύριον υμών· τάδε λέγει Κύριος· μη φοβηθής από των λόγων. 21 και εσιώπησαν. 22 Και εισήλθεν Ελιακείμ ο του Χελκίου οικονόμος και Σομνάς ο γραμματεύς της δυνάμεως και Ιωάχ ο του Ασάφ ο υπομνηματογράφος προς Εζεκίαν εσχισμένοι τους χιτώνας και ανήγγειλαν αυτω τους λόγους Ραψάκου.

24 ότι δι ‘ αγγέλων ωνείδισας Κύριον· συ γαρ είπας· τω πλήθει των αρμάτων εγώ ανέβην εις ύψος ορέων και εις τα έσχατα του Λιβάνου και έκοψα το ύψος της κέδρου αυτού και το κάλλος της κυπαρίσσου και εισήλθον εις ύψος μέρος τους δρυμού 25 και έθηκα γέφυραν και ηρήμωσα ύδατα και πάσαν συναγωγήν ύδατος. ξύλα και λίθοι. το ους σου. 12 μη ερρύσαντο αυτούς οι θεοί των εθνών. 17 κλίνον. αι εισιν εν χώρα Θεεμάθ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οι πρέσβεις βασιλέως Ασσυρίων. είσβλεψον. σώσον ημάς εκ χειρός αυτών. 20 συ δε. και ήνοιξεν αυτό εναντίον Κυρίου. συ Θεός μόνος ει πάσης βασιλείας της οικουμένης. συ εποίησας τον ουρανόν και την γην. 15 και προσηύξατο Εζεκίας προς Κύριον λέγων· 16 Κύριε σαβαώθ ο Θεός Ισραήλ ο καθήμενος επί των Χερουβίμ. 13 που εισιν οι βασιλείς Αιμάθ και Αρφάθ και πόλεως Σεπφαρείμ. Κύριε. 11 ή ουκ ήκουσας α εποίησαν βασιλείς Ασσυρίων πάσαν την γην ως απώλεσαν. εισάκουσον. και ήκουσε βασιλεύς Ασσυρίων ότι 9 εξήλθε Θαρακά βασιλεύς Αιθιόπων πολιορκήσαι αυτόν· και ακούσας απέστρεψε και απέστειλεν αγγέλους προς Εζεκίαν λέγων· 10 ούτως ερείτε Εζεκία βασιλεί της Ιουδαίας· μη σε απατάτω ο Θεός σου. 14 και έλαβεν Εζεκίας το βιβλίον παρά των αγγέλων. ίνα γνω πάσα βασιλεία της γης ότι συ ει ο Θεός μόνος. αλλά έργα χειρών ανθρώπων. την τε Γωζάν και Χαράν και Ραφές. επί σοί κεφαλήν εκίνησε θυγάτηρ Ιερουσαλήμ. και ιδέ τους λόγους Σενναχηρείμ. ον ελάλησε περί αυτού ο Θεός· εφαύλισέ σε και εμυκτήρισέ σε παρθένος θυγάτηρ Σιών. ή προς τίνα ύψωσας την φωνήν σου. άνοιξον. και απώλεσεν αυτούς. τους οφθαλμούς σου. ηρήμωσαν βασιλείς Ασσυρίων την οικουμένην όλην και την χώραν αυτών 19 και ενέβαλον τα είδωλα αυτών εις το πυρ· ου γαρ θεοί ήσαν. 26 ου ταύτα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1465 . 23 τίνα ωνείδισας και παρώξυνας. 18 επ ‘ αληθείας γαρ. εφ ‘ ω πέποιθας επ ‘ αυτω λέγων· ου μη παραδοθή Ιερουσαλήμ εις χείρας βασιλέως Ασσυρίων. και ουκ ήρας εις ύψος τους οφθαλμούς σου προς τον άγιον του Ισραήλ. ους απέστειλεν ονειδίζειν Θεόν ζώντα. 22 ούτος ο λόγος. Κύριε. Κύριε. 7 ιδού εγώ εμβάλλω εις αυτόν πνεύμα. Κύριε. ους απώλεσαν οι πατέρες μου. και ακούσας αγγελίαν αποστραφήσεται εις την χώραν αυτού και πεσείται μαχαίρα εν τη γη αυτού. 8 Και απέστρεψε Ραψάκης και κατέλαβε τον βασιλέα Ασσυρίων πολιορκούντα Λομνάν. Κύριε. Κύριε ο Θεός ημών. 21 Και απεστάλη Ησαϊας υιος Αμώς προς Εζεκίαν και είπεν αυτω· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ήκουσα α προσηύξω προς με περί Σενναχηρείμ βασιλέως Ασσυρίων. Ανάγ Ουγαυά.

και εμβαλώ φιμόν εις την ρίνά σου. 31 και έσονται οι καταλελειμμένοι εν τη Ιουδαία φυήσουσι ρίζαν κάτω και ποιήσουσι σπέρμα άνω. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΕΓΕΝΕΤΟ δε εν τω καιρω εκείνω εμαλακίσθη Εζεκίας έως θανάτου· και ήλθε προς αυτόν Ησαϊας υιος Αμώς ο προφήτης και είπε προς αυτόν· τάδε λέγει Κύριος· τάξαι περί του οίκου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1466 . 30 τούτο δε σοι το σημείον· φάγε τούτον τον ενιαυτόν α έσπαρκας. και εξηράνθησαν και εγένοντο ως χόρτος ξηρός επί δωμάτων και ως άγρωστις. αυτοί δε διεσώθησαν εις Αρμενίαν· και εβασίλευσεν Ασορδάν ο υιος αυτού αντ ‘ αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ήκουσας πάλαι. ον εθυμώθης. 29 ο δε θυμός σου. Αδραμέλεχ και Σαρασάρ οι υιοί αυτού επάταξαν αυτόν μαχαίραις. νυν δε επέδειξα εξερημώσαι έθνη εν οχυροίς και οικούντας εν πόλεσιν οχυραίς. 27 ανήκα τας χείρας. α εγώ εποίησα. τω δε ενιαυτω τω δευτέρω το κατάλειμμα. 28 νυν δε την ανάπαυσίν σου και την έξοδόν σου και την είσοδόν σου εγώ επίσταμαι. 38 και εν τω αυτόν προσκυνείν εν τω οίκω Νασαράχ τον πάτραρχον αυτού. και χαλινόν εις τα χείλη σου και αποστρέψω σε τη οδω ή ήλθες εν αυτη. και η πικρία σου ανέβη προς με. ουδέ μη κυκλώση επ ‘ αυτήν χάρακα. και ώκησεν εν Νινευή. 34 αλλά τη οδω ή ήλθεν. και αναστάντες το πρωϊ εύρον πάντα τα σώματα νεκρά. εν αυτη αποστραφήσεται και εις την πόλιν ταύτην ου μη εισέλθη. 32 ότι εξ Ιερουσαλήμ έσονται οι καταλελειμμένοι και οι σωζόμενοι εξ όρους Σιών· ο ζήλος Κυρίου σαβαώθ ποιήσει ταύτα. τάδε λέγει Κύριος· 35 υπερασπιώ υπέρ της πόλεως ταύτης του σώσαι αυτήν δι ‘ εμέ και δια Δαυίδ τον παίδά μου. τω δε τρίτω σπείραντες αμήσατε και φυτεύσατε αμπελώνας και φάγεσθε τον καρπόν αυτών. 33 δια τούτο ούτω λέγει Κύριος επί βασιλέα Ασσυρίων· ου μη εισέλθη εις την πόλιν ταύτην ουδέ μη βάλη επί αυτήν βέλος ουδέ μη επιβάλη επ ‘ αυτήν θυρεόν. εξ ημερών αρχαίων συνέταξα. 36 Και εξήλθεν άγγελος Κυρίου και ανείλεν εκ της παρεμβολής των Ασσυρίων εκατόν ογδοηκονταπέντε χιλιάδας. 37 και απήλθεν αποστραφείς Σενναχηρείμ βασιλεύς Ασσυρίων.

4 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ησαϊαν λέγων· 5 πορεύθητι και ειπόν Εζεκία· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Δαυίδ του πατρός σου· ήκουσα της προσευχής σου και είδον τα δάκρυά σου. τους δέκα αναβαθμούς του οίκου του πατρός σου. ους κατέβη η σκιά. ίνα μη απόληται. 2 και απέστρεψεν Εζεκίας το πρόσωπον αυτού προς τον τοίχον και προσηύξατο προς Κύριον 3 λέγων· μνήσθητι. 17 είλου γαρ μου την ψυχήν. 14 ως χελιδών. 7 τούτο δε σοί το σημείον παρά Κυρίου ότι ποιήσει ο Θεός το ρήμα τούτο· 8 ιδού εγώ στρέψω την σκιάν των αναβαθμών. και ανέστη εκ της μαλακίας αυτού. ουκέτι μη ίδω άνθρωπον. ούτω φωνήσω. ηνίκα εμαλακίσθη. περί αυτής γαρ ανηγγέλη σοι. και εξήγειράς μου την πνοήν. 19 οι ζώντες ευλογήσουσί σε ον τρόπον καγώ· από γαρ της σήμερον παιδία ποιήσω. ους κατέβη ο ήλιος. ουδέ οι αποθανόντες ευλογήσουσί σε. ουδέ ελπιούσιν οι εν άδου την ελεημοσύνην σου. κατέλιπον το επίλοιπον της ζωής μου. εν καρδία αληθινή. 11 είπα· ουκέτι ου μη ίδω το σωτήριον του Θεού επί γης ζώντων. 13 εν τη ημέρα εκείνη παρεδόθην έως πρωϊ ως λέοντι· ούτως συνέτριψε πάντα τα οστά μου. αποστρέψω τον ήλιον τους δέκα αναβαθμούς. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1467 . ούτω μελετήσω· εξέλιπον γαρ μου οι οφθαλμοί του βλέπειν εις το ύψος του ουρανού προς τον Κύριον. 9 Προσευχή Εζεκίου βασιλέως της Ιουδαίας. και ως περιστερά. 12 εξέλιπον εκ της συγγενείας μου. από γαρ της ημέρα έως της νυκτός παρεδόθην. ως επορεύθην ενώπιόν σου μετά αληθείας. 16 Κύριε. και τα αρεστά ενώπιόν σου εποίησα· και έκλαυσεν Εζεκίας κλαυθμω μεγάλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σου. 18 ου γαρ οι εν άδου αινέσουσί σε. και απέρριψας οπίσω μου πάσας τας αμαρτίας. καταλείψω τα έτη τα επίλοιπα. 20 Κύριε της σωτηρίας μου. α αναγγελούσι την δικαιοσύνην σου. και ανέβη ο ήλιος τους δέκα αναβαθμούς. το πνεύμά μου παρ ‘ εμοί εγένετο ως ιστός ερίθου εγγιζούσης εκτεμείν. ος εξείλατό με και αφείλατό μου την οδύνην της ψυχής. και παρακληθείς έζησα. ουκέτι μη ίδω το σωτήριον του Ισραήλ επί γης. αποθνήσκεις γαρ συ και ου ζήση. εξήλθε και απήλθεν απ ‘ εμού ωσπερ ο καταλύων σκηνήν πήξας. 10 Εγώ είπα· εν τω ύψει των ημερών μου πορεύσομαι εν πύλαις άδου. ιδού προστίθημι προς τον χρόνον σου δεκαπέντε έτη· 6 και εκ χειρός βασιλέως Ασσυρίων ρύσομαί σε και την πόλιν ταύτην και υπερασπιώ υπέρ της πόλεως ταύτης. και ου παύσομαι ευλογών σε μετά ψαλτηρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου κατέναντι του οίκου του Θεού. Κύριε.

4 και είπεν Ησαϊας· τι είδοσαν εν τω οίκω σου. και πόθεν ήκασι προς σε. λέγει Κύριος. και όσα συνήγαγον οι πατέρες σου έως της ημέρας ταύτης. και είπεν Εζεκίας· εκ της γης πόρρωθεν ήκασι προς με. λήψονται και ποιήσουσι σπάδοντας εν τω οίκω του βασιλέως των Βαβυλωνίων. ό ουκ έδειξεν Εζεκίας εν τω οίκω αυτού και εν πάση τη εξουσία αυτού. εκ Βαβυλώνος. ο βασιλεύς της Βαβυλωνίας. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ 1 ΕΝ τω καιρω εκείνω απέστειλε Μαρωδάχ Βαλαδάν ο υιος του Βαλαδάν. 2 και εχάρη επ ‘ αυτοίς Εζεκίας χαράν μεγάλην και έδειξεν αυτοίς τον οίκον του νεχωθά και του αργυρίου και του χρυσίου και της στακτής και των θυμιαμάτων και του μύρου και πάντας τους οίκους των σκευών της γάζης και πάντα. ων εγέννησας. επιστολάς και πρέσβεις και δώρα Εζεκία· ήκουσε γαρ ότι εμαλακίσθη έως θανάτου και ανέστη. και ουδέν ου μη καταλείπωσιν· είπε δε ο Θεός 7 ότι και από των τέκνων σου. ον ελάλησε· γενέσθω δη ειρήνη και δικαιοσύνη εν ταις ημέραις μου. 22 και είπεν Εζεκίας· τούτο το σημείον ότι αναβήσομαι εις τον οίκον του Θεού. 8 και είπεν Εζεκίας Ησαϊα· αγαθός ο λόγος Κυρίου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 21 Και είπεν Ησαϊας προς Εζεκίαν· λάβε παλάθην εκ σύκων και τρίψων και κατάπλασαι. 5 και είπεν Ησαϊας αυτω· άκουσον τον λόγον Κυρίου σαβαώθ· 6 ιδού ημέραι έρχονται. και είπεν Εζεκίας· πάντα τα εν τω οίκω μου είδοσαν. και υγιής έση. αλλά και τα εν τοις θησαυροίς μου. 3 και ήλθεν Ησαϊας ο προφήτης προς τον βασιλέα Εζεκίαν και είπε προς αυτόν· τι λέγουσιν οι άνθρωποι ούτοι. και λήψονται πάντα τα εν τω οίκω σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1468 . και ουκ έστιν εν τω οίκω μου ω ουκ είδοσαν. όσα ην εν τοις θησαυροίς αυτού· και ουκ ην ουθέν. εις Βαβυλώνα ήξει.

13 τις έγνω νουν Κυρίου. και τις αυτού σύμβουλος εγένετο. 20 ξύλον γαρ άσηπτον εκλέγεται τέκτων και σοφώς ζητεί Πως στήσει εικόνα αυτού και ίνα μη σαλεύητε. τις έστησε τα όρη σταθμω και τας νάπας ζυγω. 3 φωνή βοώντος εν τη ερήμω· ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου. 21 ου γνώσεσθε. ουκ έγνωτε τα θεμέλια της γης. 6 φωνή λέγοντος· βόησον· και είπα· τι βοήσω. και πάντα τα τετράποδα ουχ ικανά εις ολοκάρπωσιν. 12 Τί εμέτρησε τη χειρί το ύδωρ και τον ουρανόν σπιθαμή και πάσαν την γην δρακί. και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου· 7 εξηράνθη ο χόρτος. 18 τίνι ωμοιώσατε Κύριον και τίνι ομοιώματι ωμοιώσατε αυτόν. ουκ ακούσεσθε. και έσται πάντα τα σκολιά εις ευθείαν και η τραχεία εις οδούς λείας· 5 και οφθήσεται η δόξα Κυρίου. ή χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αυτόν. 14 ή προς τίνα συνεβουλεύσατο και συνεβίβασεν αυτόν. 15 ει πάντα τα έθνη ως σταγών από κάδου και ως ροπή ζυγού ελογίσθησαν και ως σίελος λογισθήσονται· 16 ο δε Λίβανος ουχ ικανός εις καύσιν. ουκ ανηγγέλη εξ αρχής υμίν. και το άνθος εξέπεσε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΠΑΡΑΚΑΛΕΙΤΕ παρακαλείτε τον λαόν μου. 22 ο κατέχων τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1469 . ο ευαγγελιζόμενος Ιερουσαλήμ· υψώσατε. 2 ιερείς. 17 και πάντα τα έθνη ως ουδέν εισι και εις ουθέν ελογίσθησαν. ή τις έδειξεν αυτω κρίσιν. ος συμβιβά αυτόν. 8 το δε ρήμα του Θεού ημών μένει εις τον αιώνα. 10 ιδού Κύριος Κύριος μετά ισχύος έρχεται και ο βραχίων μετά κυρίας· ιδού ο μισθός αυτού μετ ‘ αυτού και το έργον εναντίον αυτού. 11 ως ποιμήν ποιμανεί το ποίμνιον αυτού και τω βραχίονι αυτού συνάξει άρνας και εν γαστρί εχούσας παρακαλέσει. ευθείας ποιείτε τας τρίβους του Θεού ημών. ο ευαγγελιζόμενος Σιών· ύψωσον εν ισχύϊ την φωνή σου. πάσα σάρξ χόρτος. ότι Κύριος ελάλησε. 9 επ ‘ όρος υψηλόν ανάβηθι. λέγει ο Θεός. παρακαλέσατε αυτήν· ότι επλήσθη η ταπείνωσις αυτής. μη φοβείσθε· ειπόν ταις πόλεσιν Ιούδα· ιδού ο Θεός υμών. λέλυται αυτής η αμαρτία· ότι εδέξατο εκ χειρός Κυρίου διπλά τα αμαρτήματα αυτής. λαλήσατε εις την καρδίαν Ιερουσαλήμ. 4 πάσα φάραγξ πληρωθήσεται και παν όρος και βουνός ταπεινωθήσεται. ομοίωμα κατεσκεύασεν αυτόν. ή οδόν συνέσεως τις έδειξεν αυτω. 19 μη εικόνα εποίησε τέκτων. και όψεται πάσα σάρξ το σωτήριον του Θεού.

ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 ΕΓΚΑΙΝΙΖΕΣΘΕ προς με. και πορεύσεται. και εκλεκτοί ανίσχυες έσονται· 31 οι δε υπομένοντες τον Θεόν αλλάξουσιν ισχύν. και καταιγίς ως φρύγανα λήψεται αυτούς. ουδέ κοπιάσει. ουδέ μη ριζωθή εις την γην η ρίζα αυτών· έπνευσεν επ ‘ αυτούς και εξηράνθησαν. και κοπιάσουσι νεανίσκοι. ο εκφέρων κατ ‘ αριθμόν τον κόσμον αυτού πάντας επ ‘ ονόματι καλέσει· από πολλής δόξης και εν κράτει ισχύος αυτού ουδέν σε έλαθε. δραμούνται και ου κοπιάσουσι. βαδιούνται και ου πεινάσουσιν. είπεν ο άγιος. 5 είδοσαν έθνη και εφοβήθησαν. τις κατέδειξε ταύτα πάντα. 2 τις εξήγειρεν από ανατολών δικαιοσύνην. τότε κρίσιν αναγγειλάτωσαν. 24 ου γαρ μη φυτεύσωσιν. Ιακώβ. 26 αναβλέψατε εις ύψος τους οφθαλμούς υμών και ίδετε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γύρον της γης. την δε γην ως ουδέν εποίησεν. και εις τα επερχόμενα εγώ ειμι. 4 τις ενήργησε και εποίησε ταύτα. 30 πεινάσουσι γαρ νεώτεροι. και τι ελάλησας. και οι ενοικούντες εν αυτη ως ακρίδες. εκάλεσεν αυτήν ο καλών αυτήν από γενεών αρχής· εγώ Θεός πρώτος. 28 και νυν ουκ έγνως ει μη ήκουσας. ου πεινάσει. ουδέ μη σπείρωσιν. 6 κρίνων έκαστος τω πλησίον και τω αδελφω βοηθήσαι και ερεί· 7 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1470 . εκάλεσεν αυτήν κατά πόδας αυτού. τα άκρα της γης ήγγισαν και ήλθον άμα. 25 νυν ουν τίνι με ωμοιώσατε και υψωθήσομαι. νήσοι. ο στήσας ως καμάραν τον ουρανόν και διατείνας ως σκηνήν κατοικείν. Θεός αιώνιος ο Θεός ο κατασκευάσας τα άκρα της γης. και ο Θεός μου την κρίσιν αφείλε και απέστη. δώσει εναντίον εθνών και βασιλείς εκστήσει και δώσει εις γην τας μαχαίρας αυτών και ως φρύγανα εξωσμένα τα τόξα αυτών· 3 και διώξεται αυτούς και διελεύσεται εν ειρήνη η οδός των ποδών αυτού. οι γαρ άρχοντες αλλλάξουσιν ισχύν· εγγισάτωσαν και λαλησάτωσαν άμα. ουδέ εστιν εξεύρεσις της φρονήσεως αυτού· 29 διδούς τοις πεινώσιν ισχύν και τοις μη οδυνωμένοις λύπην. 23 ο διδούς άρχοντας ως ουδέν άρχειν. πτεροφυήσουιν ως αετοί. Ισραήλ· απεκρύβη η οδός μου από του Θεού. 27 Μή γαρ είπης.

Ισραήλ. είπατε. μετά σου γαρ ειμι· μη πλανώ. ον ηγάπησα. ο λυτρούμενός σε. 25 εγώ δε ήγειρα τον από βορρά και τον αφ ‘ ηλίου ανατολών. κληθήσονται τω ονόματί μου· ερχέσθωσαν άρχοντες. η γλώσσα αυτών από της δίψης εξηράνθη· εγώ Κύριος ο Θεός. 15 ιδού εποίησά σε ως τροχούς αμάξης αλοώντας καινούς πριστηροειδείς. εγώ γαρ ειμι ο Θεός σου ο ενισχύσας σε και εβοήθησά σοι και ησφαλισάμην σε τη δεξιά τη δικαία μου. 21 Εγγίζει η κρίσις υμών. 11 ιδού αισχυνθήσονται και εντραπήσονται πάντες οι αντικείμενοί σοι· έσονται γαρ ως ουκ όντες και απολούνται πάντες οι αντίδικοί σου· 12 ζητήσεις αυτούς και ου μη εύρης τους ανθρώπους. 8 Συ δε. και θαυμασόμεθα και οψόμεθα άμα· 24 ότι πόθεν εστέ υμείς και πόθεν η εργασία υμών. και άνεμος λήψεται αυτούς. ούτως καταπατηθήσεσθε. Ισραήλ. εγώ επακούσομαι ο Θεός Ισραήλ. θήσουσιν αυτά και ου κινηθήσονται. 22 εγγισάτωσαν και αναγγειλάτωσαν υμίν α συμβήσεται. 9 ου αντελαβόμην απ ‘ άκρων της γης και εκ των σκοπών αυτής εκάλεσά σε και είπά σοι· παις μου ει. 13 ότι εγώ ο Θεός σου ο κρατών της δεξιάς σου. οί παροινήσουσιν εις σε· έσονται γαρ ως ουκ όντες και ουκ έσονται οι αντιπολεμούντές σε. ολιγοστός Ισραήλ· εγώ εβοήθησά σοι. λέγει ο Θεός σου. και τα επερχόμενα είπατε ημίν. 23 αναγγείλατε ημίν τα επερχόμενα επ ‘ εσχάτου. και καταιγίς διασπερεί αυτούς. ον εξελεξάμην. 18 αλλά ανοίξω επί των ορέων ποταμούς και εν μέσω πεδίων πηγάς· ποιήσω την έρημον εις έλη υδάτων και την διψώσαν γην εν υδραγωγοίς· 19 θήσω εις την άνυδρον γην κέδρον και πύξον και μυρσίνην και κυπάρισσον και λεύκην. και ως πηλός κεραμέως και ως κεραμεύς καταπατών τον πηλόν. 17 και αγαλλιάσονται οι πτωχοί και οι ενδεείς· ζητήσουσι γαρ ύδωρ. ή τα πρότερον τίνα ην. ο λέγων σοι· μη φοβού. και ουκ έσται. και ουκ εγκαταλείψω αυτούς. 14 Ιακώβ. 26 τις γαρ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1471 . σπέρμα Αβραάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ίσχυσεν ανήρ τέκτων και χαλκεύς τύπτων σφύρη άμα ελαύνων· ποτέ μεν ερεί· σύμβλημα καλόν εστίν· ισχύρωσαν αυτά εν ήλοις. και επιστήσομεν τον νουν και γνωσόμεθα τι τα έσχατα. ότι χείρ Κυρίου εποίησε ταύτα και ο άγιος του Ισραήλ κατέδειξεν. και γνωσόμεθα ότι θεοί εστε· εύ ποιήσατε και κακώσατε. λέγει Κύριος ο Θεός· ήγγισαν αι βουλαί υμών. 20 ίνα ίδωσι και γνώσι και εννοηθώσι και επιστώνται άμα. συ δε ευφρανθήση εν τοις αγίοις Ισραήλ. εκ γης· βδέλυγμα εξελέξαντο υμάς. και αλοήσεις όρη και λεπτυνείς βουνούς και ως χνούν θήσεις· 16 και λικμήσεις. παις μου Ιακώβ. λέγει ο βασιλεύς Ιακώβ. εξελεξάμην σε και ουκ εγκατέλιπόν σε· 10 μη φοβού.

και ερούμεν ότι αληθή εστιν. έως άνθή επί της γης κρίσιν· και επί τω ονόματι αυτού έθνη ελπιούσιν. οι καταβαίνοντες εις την θάλασσαν και πλέοντες αυτήν. 2 ου κεκράξεται ουδέ ανήσει. αντιλήψομαι αυτού· Ισραήλ ο εκλεκτός μου. εξαγαγείν εκ δεσμών δεδεμένους και εξ οίκου φυλακής καθημένους εν σκότει. αι νήσοι και οι κατοικούντες αυτάς. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ 1 ΙΑΚΩΒ ο παις μου. 11 ευφράνθητι. 4 αναλάμψει και ου θραυσθήσεται. κρίσιν τοις έθνεσιν εξοίσει. ουκ έστιν ο προλέγων ουδέ ο ακούων υμών τους λόγους. έρημος. 5 ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο ποιήσας τον ουρανόν και πήξας αυτόν. αλλά εις αλήθειαν εξοίσει κρίσιν. και μάτην οι πλανώντες υμάς. α εγώ αναγγέλλω. τας αρετάς αυτού εν ταις νήσοις αναγγελούσι. ου μη αποκριθώσί μοι. και τα έμπροσθεν. 9 τα απ ‘ αρχής ιδού ήκασι. 28 από γαρ των εθνών ιδού ουδείς. 13 Κύριος ο Θεός των δυνάμεων εξελεύσεται και συντρίψει πόλεμον. ίνα γνώμεν. και αι κώμαι αυτής. ουδέ ακουσθήσεται έξω η φωνή αυτού. 8 εγώ Κύριος ο Θεός. επαύλεις και οι κατοικούντες Κηδάρ· ευφρανθήσονται οι κατοικούντες Πέτραν. προσεδέξατο αυτόν η ψυχή μου· έδωκα το πνεύμά μου επ ‘ αυτόν. και από των ειδώλων αυτών ουκ ην ο αναγγέλλων· και εάν ερωτήσω αυτούς· πόθεν εστέ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναγγελεί τα εξ αρχής. 27 αρχήν Σιών δώσω και Ιερουσαλήμ παρακαλέσω εις οδόν. 29 εισί γαρ οι ποιούντες υμάς. και καινά. επεγερεί ζήλον και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1472 . εις φως εθνών 7 ανοίξαι οφθαλμούς τυφλών. απ ‘ άκρων των ορέων βοήσουσι· 12 δώσουσι τω Θεω δόξαν. τούτό μου εστι το όνομα· την δόξαν μου ετέρω ου δώσω ουδέ τας αρετάς μου τοις γλυπτοίς. 10 Υμνήσατε τω Κυρίω ύμνον καινόν. η αρχή αυτού· δοξάζετε το όνομα αυτού απ ‘ άκρου της γης. και προ του αναγγείλαι εδηλώθη υμίν. ο στερεώσας την γην και τα εν αυτη και διδούς πνοήν τω λαω τω επ ‘ αυτής και πνεύμα τοις πατούσιν αυτήν· 6 εγώ Κύριος ο Θεός εκάλεσά σε εν δικαιοσύνη και κρατήσω της χειρός σου και ενισχύσω σε και έδωκά σε εις διαθήκην γένους. 3 κάλαμον τεθλασμένον ου συντρίψει και λίνον καπνιζόμενον ου σβέσει.

ος ενωτιείται ταύτα. φλόξ ου κατακαύσει σε. 20 είδετε πλεονάκις. και τρίβους ας ουκ ήδεισαν. και ουκ ηκούσατε. 2 και εάν διαβαίνης δι ‘ ύδατος. και εγένετο ο λαός πεπρονομευμένος και διηρπασμένος· η γαρ παγίς εν τοις ταμιείος πανταχού. ου μη κατακαυθής. και ουκ ην εξαιρούμενος άρπαγμα. μη και αεί σιωπήσομαι και ανέξομαι. εισακούσατε εις τα επερχόμενα. ή ουκ έγνωσαν. ο πλάσας σε. ουχί ο Θεός. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ 1 ΚΑΙ νυν ούτως λέγει Κύριος ο Θεός ο ποιήσας σε. και ουκ ηβούλοντο εν ταις οδοίς αυτού πορεύεσθαι ουδέ ακούειν του νόμου αυτού. και ουκ εφυλάξασθε· ηνοιγμένα τα ώτα. μετά σου ειμι. και θήσω ποταμούς εις νήσους και έλη ξηρανώ. και ουκ έγνωσαν έκαστος ουδέ έθεντο επί ψυχήν. όπου έκρυψαν αυτούς· εγένοντο εις προνομήν. 14 εσιώπησα. και ποταμοί ου συγκλύσουσί σε· και εάν διέλθης δια πυρός. Ισραήλ· μη φοβού. ίνα δικαιωθή και μεγαλύνη αίνεσιν. 23 τις εν υμίν. και ετυφλώθησαν οι δούλοι του Θεού. 15 ερημώσω όρη και βουνούς και πάντα χόρτον αυτών ξηρανώ. 22 και είδον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βοήσεται επί τους εχθρούς αυτού μετά ισχύος. ότι ελυτρωσάμην σε· εκάλεσά σε το όνομά σου. ακούσατε. και κατίσχυσεν αυτούς πόλεμος και οι συμφλέγοντες αυτούς κύκλω. και οι τυφλοί. 18 Οι κωφοί. ω ημάρτοσαν αυτω. 24 τις έδωκεν εις διαρπαγήν Ιακώβ και Ισραήλ τοις προνομεύουσιν αυτόν. οι πεποιθότες επί τοις γλυπτοίς. 21 Κύριος ο Θεός εβουλεύσατο. ως η τίκτουσα εκαρτέρησα. πατήσαι ποιήσω αυτούς· ποιήσω αυτοίς το σκότος εις φως και τα σκολιά εις ευθείαν· ταύτα τα ρήματα ποιήσω και ουκ εγκαταλείψω αυτούς. 16 και άξω τυφλούς εν οδω. και ουκ ην ο λέγων· απόδος. αναβλέψατε ιδείν. 17 αυτοί δε απεστράφησαν εις τα οπίσω· αισχύνθητε αισχύνην. εμός ει συ. αλλ ‘ ή οι παίδές μου και κωφοί. αλλ ‘ ή οι κυριεύοντες αυτών. οι λέγοντες τοις χωνευτοίς· υμείς εστε θεοί ημών. εκστήσω και ξηρανώ άμα. και εν οίκοις άμα. 19 και τις τυφλός. Ιακώβ. 25 και επήγαγεν επ ‘ αυτούς οργήν θυμού αυτού. 3 ότι εγώ Κύριος ο Θεός σου ο άγιος Ισραήλ ο σώζων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1473 .

ο άγιος του Ισραήλ· ένεκεν υμών αποστελώ εις Βαβυλώνα και επεγερώ φεύγοντας πάντας. σειρήνες και θυγατέρες στρουθών. 17 ο εξαγαγών άρματα και ίππον και όχλον ισχυρόν· αλλ ‘ εκοιμήθησαν και ουκ αναστήσονται. ουδέ εν ταις θυσίαις σου εδόξασάς με· ουκ εδούλωσά σε εν θυσίαις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σε· εποίησα άλλαγμά σου Αίγυπτον και Αιθιοπίαν και Σοήνην υπέρ σου. ουδέ κοπιάσαι σε εποίησα. αγαγέτωσαν τους μάρτυρας αυτών και δικαιωθήτωσαν και ειπάτωσαν αληθή. Ιακώβ. ο διδούς εν θαλάσση οδόν εν ύδατι ισχυρω τρίβον. ότι έδωκα εν τη ερήμω ύδωρ και ποταμούς εν τη ανύδρω ποτίσαι το γένος μου το εκλεκτόν. 23 ουκ εμοί ήνεγκας πρόβατα της ολοκαρπώσεώς σου. ον εξελεξάμην. 20 ευλογήσουσί με τα θηρία του αγρού. εδοξάσθης. 14 Ούτως λέγει Κύριος ο Θεός ο λυτρούμενος υμάς. 16 ούτως λέγει Κύριος. ότι μετά σου ειμι· από ανατολών άξω το σπέρμα σου και από δυσμών συνάξω σε. αλλά εν ταις αμαρτίαις σου και εν ταις αδικίαις σου προέστην σου. ο καταδείξας Ισραήλ βασιλέα υμών. και εγώ σε ηγάπησα· και δώσω ανθρώπους πολλούς υπέρ σου και άρχοντας υπέρ της κεφαλής σου. ον περιεποιησάμην τας αρετάς μου διηγείσθαι. και οφθαλμοί εισιν ωσαύτως τυφλοί. 4 αφ ‘ ου έντιμος εγένου εναντίον εμού. και τω Λιβί· μη κώλυε. 21 λαόν μου. 6 ερώ τω Βορρά· άγε. και Χαλδαίοι εν πλοίοις δεθήσονται. 18 μη μνημονεύετε τα πρώτα και τα αρχαία μη συλλογίζεσθε. 9 πάντα τα έθνη συνήχθησαν άμα. Ισραήλ. και κωφοί τα ώτα έχοντες. εσβέσθησαν ως λίνον εσβεσμένον. 5 μη φοβού. και γνώσεσθε αυτά· και ποιήσω εν τη ερήμω οδόν και τη ανύδρω ποταμούς. 13 έτι απ ‘ αρχής και ουκ έστιν ο εκ των χειρών μου εξαιρούμενος· ποιήσω. 10 γίνεσθέ μοι μάρτυρες. ουδέ το στέαρ των θυσιών σου επεθύμησα. άγιε τους υιούς μου από γης πόρρωθεν και τας θυγατέρας μου απ ‘ άκρων της γης. έμπροσθέν μου ουκ εγένετο άλλος Θεός και μετ ‘ εμέ ουκ έσται. και ο παις μου. ή τα εξ αρχής τις αναγγελεί υμίν. λέγει Κύριος ο Θεός. ουδέ έγκοπον εποίησά σε εν λιβάνω. 19 ιδού εγώ ποιώ καινά α νυν ανατελεί. υμείς εμοί μάρτυρες και εγώ Κύριος ο Θεός. 11 εγώ ο Θεός. και εγώ μάρτυς. ωνείδισα και ουκ ην εν υμίν αλλότριος. τις αναγγελεί ταύτα. 7 πάντας όσοι επικέκληνται τω ονόματί μου· εν γαρ τη δόξη μου κατεσκεύασα αυτόν και έπλασα αυτόν και εποίησα αυτόν· 8 και εξήγαγον λαόν τυφλόν. 24 ουδέ εκτήσω μοι αργυρίου θυμίαμα. και ουκ έστι πάρεξ εμού ο σώζων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1474 . 22 ου νυν εκάλεσά σε. 15 εγώ Κύριος ο Θεός ο άγιος υμών. και τις αποστρέψει αυτό. ίνα γνώτε και πιστεύσητε και συνήτε ότι εγώ ειμι. 12 εγώ ανήγγειλα και έσωσα. και συναχθήσονται άρχοντες εξ αυτών.

7 τις ωσπερ εγώ. στήτω και καλεσάτω και αναγγειλάτω και ετοιμασάτω μοι αφ ‘ ου εποίησα άνθρωπον εις τον αιώνα. ο εξαλείφων τας ανομίας σου ένεκεν εμού και τας αμαρτίας σου και ου μη μνησθήσομαι. εντραπήτωσαν και αισχυνθήτωσαν άμα. Ιακώβ ο παις μου και Ισραήλ. και τα επερχόμενα προ του ελθείν αναγγειλάτωσαν υμίν. σκεπάρνω ειργάσατο αυτό και εν τερέτρω έστησεν αυτό. μη φοβού. μάρτυρες υμείς εστε. ει έτσι Θεός πλήν εμού· 9 και ουκ ήσαν τότε οι πλάσσοντες και γλύφοντες πάντες μάταιοι οι ποιούντες τα καταθύμια αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 25 εγώ ειμι. και κωφοί από ανθρώπων συναχθήτωσαν πάντες και στησάτωσαν άμα. 26 συ δε μνήσθητι και κριθώμεν· λέγε συ τας ανομίας σου πρώτος. 11 και πάντες όθεν εγένοντο εξηράνθησαν. και επί τω ονόματι Ισραήλ βοήσεται. 13 εκλεξάμενος τέκτων ξύλον έστησεν αυτό εν μέτρω και εν κόλλη ερρύθμισεν αυτό και εποίησεν αυτό ως μορφήν ανδρός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1475 . επιθήσω το πνεύμά μου επί το σπέρμα σου και τας ευλογίας μου επί τα τέκνα σου. παις μου Ιακώβ και ηγαπημένος Ισραήλ. και ούτος βοήσεται επί τω ονόματι Ιακώβ. ειργάσατο αυτό εν τω βραχίονι της ισχύος αυτού· και πεινάσει και ασθενήσει και ου μη πίη ύδωρ. 3 ότι εγώ δώσω ύδωρ εν δίψει τοις πορευομένοις εν ανύδρω. . 5 ούτος ερεί· του Θεού ειμι. και έτερος επιγράψει χειρί αυτού· του Θεού ειμι. α ουκ ωφελήσει αυτούς· αλλά αισχυνθήσονται 10 πάντες οι πλάσσοντες Θεόν και γλύφοντες ανωφελή.6 Ούτως λέγει ο Θεός ο βασιλεύς του Ισραήλ ο ρυσάμενος αυτόν Θεός σαβαώθ· εγώ πρώτος και εγώ μετά ταύτα· πλήν εμού ουκ έστι Θεός. 12 ότι ώξυνε τέκτων σίδηρον. ον εξελεξάμην· 2 ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο ποιήσας σε και ο πλάσας σε εκ κοιλίας· έτι βοηθηθήση. 4 και ανατελούσιν ως αναμέσον ύδατος χόρτος και ως ιτέα επί παραρρέον ύδωρ. 28 και εμίαναν οι άρχοντες τα άγιά μου. 27 οι πατέρες υμών πρώτοι και οι άρχοντες υμών ηνόμησαν εις εμέ. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ 1 ΝΥΝ δε άκουσον. 8 μη παρακαλύπτεσθε μηδέ πλανάσθε· ουκ απ ‘ αρχής ηνωτίσασθε και απήγγειλα υμίν. και έδωκα απολέσαι Ιακώβ και Ισραήλ εις ονειδισμόν. ίνα δικαιωθής. ον εξελεξάμην.

και πλανώνται. και τα έρημα αυτής ανατελεί· 27 ο λέγων τη αβύσσω· ερημωθήση. ότι απημαυρώθησαν του βλέπειν τοις οφθαλμοίς αυτών και του νοήσαι τη καρδία αυτών. βοήσατε. και προσκυνούσιν αυτοίς. ουρανοί. 19 και ουκ ελογίσατο τη καρδία αυτού ουδέ ανελογίσατο εν τη ψυχή αυτού ουδέ έγνω τη φρονήσει. 24 Ούτω λέγει Κύριος ο λυτρούμενός σε και ο πλάσσων σε εκ κοιλίας· εγώ Κύριος ο συντελών πάντα. ότι θεός μου εις συ. ότι παις μου ει συ· έπλασά σε παίδά μου. 20 γνώθι ότι σποδός η καρδία αυτών. ότι το ήμισυ αυτού κατέκαυσεν εν πυρί και έπεψεν επί των ανθράκων αυτού άρτους και οπτήσας κρέα έφαγε και το λοιπόν αυτού εις βδέλυγμα εποίησε και προσκυνούσιν αυτω. ότι ελυτρώσατο ο Θεός τον Ιακώβ. 25 τις έτερος διασκεδάσει σημεία εγγαστριμύθων και μαντείας από καρδίας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1476 . όρη. 23 ευφράνθητε. και τον οίκον τον άγιόν μου θεμελιώσω. αποστρέφων φρονίμους εις τα οπίσω και την βουλήν αυτών μωραίνων 26 και ιστών ρήμα παιδός αυτού και την βουλήν των αγγέλων αυτού αληθεύων. ο λέγων τη Ιερουσαλήμ· κατοικηθήση και ταις πόλεσι της Ιδουμαίας· οικοδομηθήσεσθε. και θερμανθείς είπεν· ηδύ μοι ότι εθερμάνθην και είδον πυρ. και ουδείς δύναται εξελέσθαι την ψυχήν αυτού· ίδετε. τα θεμέλια της γης. και Ισραήλ δοξασθήσεται. ότι ηλέησεν ο Θεός τον Ισραήλ· σαλπίσατε. 14 έκοψε ξύλον εκ του δρυμού. ό εφύτευσε Κύριος και υετός εμήκυνεν. 16 ου το ήμισυ αυτού κατέκαυσεν εν πυρί και καύσαντες έπεψαν άρτους επ ‘ αυτών· και επ ‘ αυτού κρέας οπτήσας έφαγε και ενεπλήσθη. εξέτεινα τον ουρανόν μόνος και εστερέωσα την γην. 18 ουκ έγνωσαν φρονήσαι. 22 ιδού γαρ απήλειψα ως νεφέλην τας ανομίας σου και ως γνόφον τας αμαρτίας σου· επιστράφηθι προς με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ως ωραιότητα ανθρώπου στήσαι αυτό εν οίκω. οι βουνοί και πάντα τα ξύλα τα εν αυτοίς. ουκ ερείτε ότι ψεύδος εν τη δεξιά μου. και συ Ισραήλ μη επιλανθάνου μου. και τους ποταμούς σου ξηρανώ· 28 ο λέγων Κύρω φρονείν και πάντα τα θελήματά μου ποιήσει· ο λέγων Ιερουσαλήμ· οικοδομηθήση. 15 ίνα ή ανθρώποις εις καύσιν· και λαβών απ ‘ αυτού εθερμάνθη. 17 το δε λοιπόν εποίησεν εις θεόν γλυπτόν και προσκυνεί αυτω και προσεύχεται λέγων· εξελού με. το δε λοιπόν ειργάσαντο θεούς. ευφροσύνην. και λυτρώσομαί σε. και καύσαντες έπεψαν άρτους επ ‘ αυτών. 21 Μνήσθητι ταύτα Ιακώβ και Ισραήλ.

και πάσαι αι οδοί αυτού ευθείαι. εγώ καλέσω σε τω ονόματί σου και προσδέξομαί σε. αποκρύφους. ο Θεός Ισραήλ. και ουκ έστι πλήν εμού Θεός. 8 ευφρανθήτω ο ουρανός άνωθεν. 10 μη αποκριθήσεται το πλάσμα προς τον πλάσαντα αυτό. 6 ίνα γνώσι οι απ ‘ ανατολών ηλίου και οι από δυσμών. ίνα γνως. μη ο αροτριών αροτριάσει την γην όλην την ημέραν. και αι νεφέλαι ρανάτωσαν δικαιοσύνην· ανατειλάτω η γη και βλαστησάτω έλεος. εγώ τη χειρί μου εστερέωσα τον ουρανόν. ουδέ μετά δώρων. 14 Ούτω λέγει Κύριος σαβαώθ· εκοπίασεν Αίγυπτος και εμπορία Αιθιόπων. ούτος οικοδομήσει την πόλιν μου και την αιχμαλωσίαν του λαού μου επιστρέψει ου μετά λύτρων. συ δε ουκ έγνως με 5 ότι εγώ Κύριος ο Θεός. 9 Ποίον βέλτιον κατεσκεύασα ως πηλόν κεραμέως. και δικαιοσύνην ανατειλάτω άμα· εγώ ειμι Κύριος ο κτίσας σε. 4 ένεκεν του παιδός μου Ιακώβ και Ισραήλ του εκλεκτού μου. μη ερεί ο πηλός τω κεραμεί· τι ποιείς. ότι ουκ έστι Θεός πλήν εμού· εγώ Κύριος ο Θεός. αοράτους ανοίξω σοι. και οι Σεβωείμ άνδρες υψηλοί επί σε διαβήσονται και σοί έσονται δούλοι και οπίσω σου ακολουθήσουσι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1477 . και πόλεις ου συγκλεισθήσονται. ο λέγων τω πατρί· τι γεννήσεις. και ισχύν βασιλέων διαρρήξω. ο ποιών ειρήνην και κτίζων κακά· εγώ Κύριος ο Θεός ο ποιών πάντα ταύτα. εγώ πάσι τοις άστροις ενετειλάμην. είπε Κύριος σαβαώθ. 11 ότι ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο άγιος Ισραήλ ο ποιήσας τα επερχόμενα· ερωτήσατέ με περί των υιών μου και περί των θυγατέρων μου και περί των έργων των χειρών μου εντείλασθέ μοι. και τη μητρί· τι ωδίνεις. ου εκράτησα της δεξιάς επακούσαι έμπροσθεν αυτού έθνη. ότι εγώ Κύριος ο Θεός σου ο καλών το όνομά σου. ότι ουκ εργάζη ουδέ έχεις χείρας. 2 εγώ έμπροσθέν σου πορεύσομαι και όρη ομαλιώ. 13 εγώ ήγειρα αυτόν μετά δικαιοσύνης βασιλέα. και ουκ έστιν έτι· 7 εγώ ο κατασκευάσας φως και ποιήσας σκότος. θύρας χαλκάς συντρίψω και μοχλούς σιδηρούς συγκλάσω 3 και δώσω σοι θησαυρούς σκοτεινούς. 12 εγώ εποίησα γην και άνθρωπον επ ‘ αυτής. ενίσχυσά σε και ουκ ήδεις με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ 1 ΟΥΤΩ λέγει Κύριος ο Θεός τω χριστω μου Κύρω. ανοίξω έμπροσθεν αυτού θύρας.

ουδέ εν τόπω γης σκοτεινω· ουκ είπα τω σπέρματι Ιακώβ· μάταιον ζητήσατε. ουκ έγνωσαν οι αίροντες το ξύλον γλύμμα αυτών και οι προσευχόμενοι ως προς θεούς. και ουκ ήδειμεν. ή μην εξελεύσεται εκ του στόματός μου δικαιοσύνη. νήσοι.εγώ ειμι Κύριος. και ουκ έστιν έτι. ίνα γνώσιν άμα τις ακουστά εποίησε ταύτα απ ‘ αρχής· τότε ανηγγέλη υμίν· εγώ ο Θεός. οί ου σώζουσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δεδεμένοι χειροπέδαις και διαβήσονται προς σε. οι απ ‘ εσχάτου της γης· εγώ ειμι ο Θεός. ο Θεός του Ισραήλ σωτήρ. 18 Ούτως λέγει Κύριος ο ποιήσας τον ουρανόν. ούτος ο Θεός ο καταδείξας την γην και ποιήσας αυτήν. 21 ει αναγγελούσιν. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ 1 ΕΠΕΣΕ Βηλ. ότι εμοί κάμψει παν γόνυ και εξομολογήσεται πάσα γλώσσα τω Θεω 24 λέγων· δικαιοσύνη και δόξα προς αυτόν ήξουσι και αισχυνθήσονται πάντες οι αφορίζοντες εαυτούς· 25 από Κυρίου δικαιωθήσονται και εν τω Θεω ενδοξασθήσονται παν το σπέρμα των υιών Ισραήλ. 20 συνάχθητε και ήκετε. εγώ ειμι εγώ ειμι Κύριος ο λαλών δικαιοσύνην και αναγγέλλων αλήθειαν. οι λόγοι μου ουκ αποστραφήσονται. εγένετο τα γλυπτά αυτών εις θηρία και κτήνη· αίρετε αυτά καταδεδεμένα ως φορτίον κοπιώντι 2 και πεινώντι. ουκ ισχύοντι άμα. οί ου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1478 . και προσκυνήσουσί σοι και εν σοί προσεύξονται. 17 Ισραήλ σώζεται υπό Κυρίου σωτηρίαν αιώνιον· ουκ αισχυνθήσονται ουδέ μη εντραπώσιν έως του αιώνος έτι. συνετρίβη Δαγών. βουλεύσασθε άμα οι σωζόμενοι από των εθνών. και ουκ έστιν άλλος. 19 ουκ εν κρυφή λελάληκα. αυτός διώρισεν αυτήν. ότι εν σοί ο Θεός εστι και ουκ εστι Θεός πλήν σου· 15 συ γαρ ει Θεός. ουκ εις κενόν εποίησεν αυτήν. 22 επιστράφητε επ ‘ εμέ και σωθήσεσθε. εγκαινίζεσθε προς με. εγγισάτωσαν. 16 αισχυνθήσονται και εντραπήσονται πάντες οι αντικείμενοι αυτω και πορεύσονται εν αισχύνη. εκλελυμένω. και ουκ έστιν άλλος πλήν εμού· δίκαιος και σωτήρ ουκ έστιν πάρεξ εμού. αλλά κατοικείσθαι έπλασεν αυτήν . 23 κατ ‘ εμαυτού ομνύω.

7 αίρουσιν αυτό επί του ώμου. επί του τόπου αυτού μένει. ανάσυρε τας κνήμας. είσελθε εις το σκότος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1479 . οι μακράν από της δικαιοσύνης. φανήσονται οι ονειδισμοί σου· το δίκαιον εκ σου λήψομαι. ανακάλυψαι τας πολιάς. και ουκ έστιν έτι πλήν εμού 10 αναγγέλλων πρότερον τα έσχατα πριν αυτά γενέσθαι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ 1 ΚΑΤΑΒΗΘΙ. τεχνάσασθε. ίδετε. ότι ουκέτι προστεθήση κληθήναι απαλή και τρυφερά. άλεσον άλευρον. και έως αν καταγηράσητε. 3 Ακούετέ μου. ότι εγώ ειμι ο Θεός. 6 οι συμβαλλόμενοι χρυσίον εκ μαρσιππίου και αργύριον εν ζυγω. και είπα· πάσα η βουλή μου στήσεται. επιστρέψατε τη καρδία. και κύψαντες προσκυνούσιν αυτοίς. και πάντα. ου μη εισακούση. 9 και μνήσθητε τα πρότερα από του αιώνος. εγώ ειμι· εγώ ανέχομαι υμών. και πορεύονται· εάν δε θώσιν αυτό. όνομα αυτω άγιος Ισραήλ· 5 κάθισον κατανενυγμένη. 8 μνήσθητε ταύτα και στενάξατε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δυνήσονται σωθήναι από πολέμου. ήγαγον αυτόν και ευώδωσα την οδόν αυτού. στήσουσιν εν σταθμω και μισθωσάμενοι χρυσοχόον εποίησαν χειροποίητα. όσα βεβούλευμαι. αυτοί δε αιχμάλωτοι ήχθησαν. έκτισα και εποίησα. 4 είπεν ο ρυσάμενός σε Κύριος σαβαώθ. θυγάτηρ Χαλδαίων. αποκάλυψαι το κατακάλυμμά σου. 12 ακούσατέ μου. 5 τίνι με ωμοιώσατε. οι πλανώμενοι. παρθένος. οι αιρόμενοι εκ κοιλίας και παιδευόμενοι εκ παιδίου 4 έως γήρους· εγώ ειμι. εγώ εποίησα και εγώ ανήσω. και άμα συνετελέσθη. θυγάτηρ Βαβυλώνος. είσελθε εις το σκότος. κάθισον επί την γην. 13 ήγγισα την δικαιοσύνην μου και την σωτηρίαν την παρ ‘ εμού ου βραδυνώ· δέδωκα εν Σιών σωτηρίαν τω Ισραήλ εις δόξασμα. οίκος του Ιακώβ και παν το κατάλοιπον του Ισραήλ. 2 λάβε μύλον. ελάλησα και ήγαγον. διάβηθι ποταμούς· 3 ανακαλυφθήσεται η αισχύνη σου. οι απολωλεκότες την καρδίαν. εγώ αναλήψομαι και σώσω υμάς. από κακών ου μη σώση αυτόν. ουκέτι μη παραδώ ανθρώποις. μετανοήσατε οι πεπλανημένοι. ποιήσω· 11 καλών από ανατολών πετεινόν και από γης πόρρωθεν περί ων βεβούλευμαι. ου μη κινηθή· και ως εάν βοήση προς αυτόν.

βόθυνος. σοί δε ουκ έσται σωτηρία. εκοπίασας εν τη μεταβολή εκ νεότητος. 3 τα πρότερα έτι ανήγγειλα. και ουκ έστιν ετέρα· ου καθιώ χήρα ουδέ γνώσομαι ορφανίαν. ουδέ εμνήσθης τα έσχατα. 13 κεκοπίακας εν ταις βουλαίς σου· στήτωσαν δη και σωσάτωσάν σε οι αστρολόγοι του ουρανού. συ δε ουκ έδωκας αυτοίς έλεος. και ου μη γνως. 8 νυν δε άκουε ταύτα. ουκέτι μη κληθήση ισχύς βασιλείας. οίκος Ιακώβ οι κεκλημένοι τω ονόματι Ισραήλ και εξ Ιούδα εξελθόντες. 15 ούτοι έσονταί σοι βοήθεια. και ου μη γνως. 12 στήθι νυν εν ταις επαοιδαίς σου και εν τη πολλή φαρμακεία σου. 14 ιδού πάντες ως φρύγανα επί πυρί κατακαυθήσονται και ου μη εξέλωνται την ψυχήν αυτών εκ φλογός· ότι έχεις άνθρακας πυρός. του πρεσβυτέρου εβάρυνας τον ζυγόν σφόδρα. άνθρωπος καθ ‘ εαυτόν επλανήθη. και ουκ έστιν ετέρα. οι ομνύοντες τω ονόματι Κυρίου Θεού Ισραήλ. γνώθι. και ου μη δυνήση καθαρά γενέσθαι· και ήξει επί σε εξ απίνης απώλεια. εν τη ισχύϊ των επαοιδών σου σφόδρα. 9 νυν δε ήξει επί σε τα δύο ταύτα εξαίφνης εν ημέρα μια· ατεκνία και χηρεία ήξει εξαίφνης επί σε εν τη φαρμακεία σου. οι ορώντες τους αστέρας αναγγειλάτωσάν σοι τι μέλλει επί σε έρχεσθαι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ ταύτα. 10 τη ελπίδι της πονηρίας σου· συ γαρ είπας· εγώ ειμι. εμίανας την κληρονομίαν μου· εγώ έδωκα αυτούς εις την χείρά σου. και είπας τη καρδία σου· εγώ ειμι. Κύριος σαβαώθ όνομα αυτω. η τρυφερά. μιμνησκόμενοι ου μετά αληθείας ουδέ μετά δικαιοσύνης 2 και αντεχόμενοι τω ονόματι της πόλεως της αγίας και επί τω Θεω Ισραήλ αντιστηριζόμενοι. 7 και είπας· εις τον αιώνα έσομαι άρχουσα· ουκ ενόησας ταύτα εν τη καρδία σου. και εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1480 . και ουκ έστιν ετέρα. η καθημένη πεποιθυία. α εμάνθανες εκ νεότητός σου. 11 και ήξει επί σε απώλεια. και εμπεσή εις αυτόν· και ήξει επί σε ταλαιπωρία. ει δυνήση ωφεληθήναι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θυγάτηρ Χαλδαίων. ότι η σύνεσις τούτων και η πορνεία σου έσται σοι αισχύνη. κάθισαι επ ‘ αυτούς. η λέγουσα εν καρδία αυτής· εγώ ειμι. 6 παρωξύνθην επί τω λαω μου.

4 γινώσκω ότι σκληρός ει. 7 νυν γίνεται και ου πάλαι. ουδέ απολείται το όνομά σου ενώπιον εμού. εγένετο αν ωσεί ποταμός η ειρήνη σου και η δικαιοσύνη σου ως κύμα θαλάσσης· 19 και εγένετο αν ως η άμμος το σπέρμα σου και τα έκγονα της κοιλίας σου ως ο Χους της γης· ουδέ νυν ου μη εξολοθρευθής. 9 ένεκεν του εμού ονόματος δείξω σοι τον θυμόν μου και τα ένδοξά μου επάξω επί σε. τις αυτοίς ανήγγειλε ταύτα. 15 εγώ ελάλησα. λέγει Κύριος. δι ‘ ερήμου άξει αυτούς. 16 προσαγάγετε προς με και ακούσατε ταύτα· ουκ απ ‘ αρχής εν κρυφή λελάληκα.20 Έξελθε εκ Βαβυλώνος φεύγων από των Χαλδαίων· φωνήν ευφροσύνης αναγγείλατε. ον εγώ καλώ· εγώ ειμι πρώτος. εγώ εκάλεσα. 8 ούτε έγνως ούτε ηπίστω. τοις ασεβέσιν. 5 και ανήγγειλά σοι πάλαι. . και ου προτέραις ημέραις ήκουσας αυτά· μη είπης· ναί γινώσκω αυτά. καλέσω αυτούς. εν ή πορεύση εν αυτή. και ρυήσεται ύδωρ. εξειλάμην δε σε εκ καμίνου πτωχείας· 11 ένεκεν εμού ποιήσω σοι. ουδέ εν τόπω γης σκοτεινω· ηνίκα εγένετο. και την δόξαν μου ετέρω ου δώσω. και νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός σου. δέδειχά σοι του ευρείν σε την οδόν. ούτε απ ‘ αρχής ήνοιξά σου τα ώτα· έγνων γαρ ότι αθετών αθετήσεις και άνομος έτι εκ κοιλίας κληθήση. και είπης ότι τα γλυπτά και τα χωνευτά ενετείλατό μοι. Ιακώβ και Ισραήλ. αγαπών σε εποίησα το θέλημά σου επί Βαβυλώνα του άραι σπέρμα Χαλδαίων. ύδωρ εκ πέτρας εξάξει αυτοίς· σχισθήσεται πέτρα. και το μέτωπόν σου χαλκούν. 18 και ει ήκουσας των εντολών μου. εκεί ήμην. 17 ούτως λέγει Κύριος ο ρυσάμενός σε. και νυν Κύριος απέστειλέ με και το πνεύμα αυτού. 22 ουκ εστι χαίρειν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του στόματός μου εξήλθε και ακουστόν εγένετο· εξάπινα εποίησα. 13 και η χείρ μου εθεμελίωσε την γην. και η δεξιά μου εστερέωσε τον ουρανόν. 10 ιδού πέπρακά σε ουκ ένεκεν αργυρίου. και στήσονται άμα 14 και συναχθήσονται πάντες και ακούσονται. και υμείς ουκ έγνωτε· αλλά και ακουστά σοι εποίησα τα καινά από του νυν. ίνα μη εξολοθρεύσω σε. 6 ηκούσατε πάντα. ήγαγον αυτόν και ευώδωσα την οδόν αυτού. ο άγιος Ισραήλ· εγώ ειμι ο Θεός σου. 12 Άκουέ μου. και εγώ ειμι εις τον αιώνα. λέγεται· ερρύσατο Κύριος τον δούλον αυτού Ιακώβ· 21 και εάν διψήσωσι. και ακουστόν γενέσθω τούτο. ότι το εμόν όνομα βεβηλούται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1481 . α μέλλει γίνεσθαι. απαγγείλατε έως εσχάτου της γης. και επήλθε. πριν ελθείν επί σε ακουστόν σοι εποίησα· μήποτε είπης ότι τα είδωλά μου εποίησε. και πίεται ο λαός μου. και ουκ είπας.

ουρανοί. 4 και εγώ είπα· κενώς εκοπίασα. και αγαλλιάσθω. .6 και είπέ μοι· μέγα σοί εστι του κληθήναί σε παίδά μου του στήσαι τας φυλάς Ιακώβ και την διασποράν του Ισραήλ επιστρέψαι· ιδού δέδωκά σε εις διαθήκην γένους. αλλ ‘ ο ελεών αυτούς παρακαλέσει και δια πηγών υδάτων άξει αυτούς· 11 και θήσω παν όρος εις οδόν και πάσαν τρίβον εις βόσκημα αυτοίς. 8 ούτως λέγει Κύριος· καιρω δεκτω επήκουσά σου και εν ημέρα σωτηρίας εβοήθησά σοι και έπλασά σε και έδωκά σε εις διαθήκην εθνών του καταστήσαι την γην και κληρονομήσαι κληρονομίας ερήμους. ουδέ πατάξει αυτούς καύσων. έθηκέ με ως βέλος εκλεκτόν και εν τη φαρέτρα αυτού έκρυψέ με. νήσοι. ουδέ ο ήλιος. και τοις εν τω σκότει· ανακαλυφθήναι.14 Είπε δε Σιών· εγκατέλιπέ με Κύριος. και εν σοί δοξασθήσομαι. εις φως εθνών του είναί σε εις σωτηρίαν έως εσχάτου της γης. εις μάταιον και εις ουδέν έδωκα την ισχύν μου· δια τούτο η κρίσις μου παρά Κυρίω. έθνη· δια χρόνου πολλού στήσεται. ο Θεός Ισραήλ· αγιάσατε τον φαυλίζοντα την ψυχήν αυτού. . 9 λέγοντα τοις εν δεσμοίς· εξέλθετε.συναχθήσομαι και δοξασθήσομαι εναντίον Κυρίου.7 Ούτως λέγει Κύριος ο ρυσάμενός σε. λέγει Κύριος. η γη. και εν πάσαις ταις τρίβοις η νομή αυτών· 10 ου πεινάσουσιν ουδέ διψήσουσιν. ότι ηλέησεν ο Θεός τον λαόν αυτού και τους ταπεινούς του λαού αυτού παρεκάλεσεν. Ισραήλ. και ο πόνος μου εναντίον του Θεού μου. ρηξάτωσαν τα όρη ευφροσύνην. και ο Θεός μου έσται μοι ισχύς . άλλοι δε εκ γης Περσών. εν πάσαις ταις οδοίς βοσκηθήσονται. εκ κοιλίας μητρός μου εκάλεσε το όνομά μου 2 και έθηκε το στόμα μου ωσεί μάχαιραν οξείαν και υπό την σκέπην της χειρός αυτού έκρυψέ με. τον βδελυσσόμενον υπό των εθνών των δούλων των αρχόντων· βασιλείς όψονται αυτόν και αναστήσονται. 13 ευφραίνεσθαι. και προσέχετε. 12 ιδού ούτοι πόρρωθεν έρχονται. 5 και νυν ούτως λέγει Κύριος ο πλάσας με εκ κοιλίας δούλον εαυτω του συναγαγείν τον Ιακώβ προς αυτόν και Ισραήλ . 15 μη επιλήσεται γυνή του παιδίου αυτής του μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1482 . και ο Κύριος επελάθετό μου. και εξελεξάμην σε. ούτοι από βορρά και ούτοι από θαλάσσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΗΣΑΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ μου. 3 και είπέ μοι· δούλός μου ει συ. άρχοντες και προσκυνήσουσιν αυτω ένεκεν Κυρίου· ότι πιστός εστιν ο άγιος Ισραήλ.

τούτους δε τις εξέθρεψέ μοι. και αισθανθήσεται πάσα σάρξ ότι εγώ Κύριος ο ρυσάμενός σε και αντιλαμβανόμενος ισχύος Ιακώβ. ιδού συνήχθησαν και ήλθοσαν προς σε· ζω εγώ. ω εξαπέστειλα αυτήν. εγώ δε άτεκνος και χήρα. αλλ ‘ εγώ ουκ επιλήσομαί σου. και οι ερημώσαντές σε εξελεύσονται εκ σου. ούτοι δε μοι που ήσαν. και ταις ανομίαις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1483 . και ουκ αισχυνθήσονται οι υπομένοντές με. ει δε και ταύτα επιλάθοιτο γυνή. εγώ δε κατελείφθην μόνη. 19 ότι τα έρημά σου και τα διεφθαρμένα και τα πεπτωκότα νυν στενοχωρήσει από των κατοικούντων. 18 άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου και ιδέ πάντας. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν 1 ΟΥΤΩΣ λέγει Κύριος· ποίον το βιβλίον του αποστασίου της μητρός υμών. ποίησόν μοι τόπον. αι δε άρχουσαι τροφοί σου· επί πρόσωπον της γης προσκυνήσουσί σε και τον χουν των ποδών σου λείξουσι· και γνώση ότι εγώ Κύριος. 25 ούτως λέγει Κύριος· εάν τις αιχμαλωτεύση γίγαντα. 22 Ούτως λέγει Κύριος Κύριος· ιδού αίρω εις τα έθνη την χείρά μου και εις τας νήσους αρώ σύσσημόν μου. και μακρυνθήσονται από σου οι καταπίνοντές σε. ή τίνι υπόχρεω πέπρακα υμάς. ους απολώλεκας· στενός μοι ο τόπος. είπε Κύριος. ιδού ταις αμαρτίαις υμών επράθητε. 21 και ερείς εν τη καρδία σου· τις εγέννησέ μοι τούτους. και εάν αιχμαλωτεύση τις αδίκως. ίνα κατοικήσω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ελεήσαι τα έκγονα της κοιλίας αυτής. τας δε θυγατέρας σου επ ‘ ώμων αρούσι. και εγώ τους υιούς σου ρύσομαι· 26 και φάγονται οι θλίψαντές σε τας σάρκας αυτών και πίονται ως οίνον νέον το αίμα αυτών και μεθυσθήσονται. 23 και έσονται βασιλείς τιθηνοί σου. σωθήσεται. λέγει Κύριος. 24 μη λήψεταί τις παρά γίγαντος σκύλα. 16 ιδού επί των χειρών μου εζωγράφηκά σου τα τείχη. και άξουσι τους υιούς σου εν κόλπω. λήψεται σκύλα· λαμβάνων δε παρά ισχύοντος σωθήσεται· εγώ δε την κρίσιν σου κρινώ. και ενώπιόν μου ει διαπαντός· 17 και ταχύ οικοδομηθήση υφ ‘ ων καθηρέθης. ότι πάντας αυτούς ως κόσμον ενδύση και περιθήση αυτούς ως κόσμον νύμφης. 20 ερούσι γαρ εις τα ώτά σου οι υιοί σου.

δια τούτο ουκ ενετράπην. ιδού τη απειλή μου εξερημώσω την θάλασσαν και θήσω ποταμούς ερήμους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμών εξαπέστειλα την μητέρα υμών. και εις τον βόθυνον του λάκκου. 6 τον νώτόν μου έδωκα εις μάστιγας. προσέθηκέ μοι ωτίον ακούειν· 5 και η παιδεία Κυρίου Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα. μη ουκ ισχύει η χείρ μου του ρύσασθαι ή ουκ ισχύω του εξελέσθαι. εκάλεσα και ουκ ην ο υπακούων. αλλά έθηκα το πρόσωπόν μου ως στερεάν πέτραν και έγνων ότι ου μη αισχυνθώ· 8 ότι εγγίζει ο δικαιώσας με. και εκάλεσα αυτόν και ευλόγησα αυτόν και ηγάπησα αυτόν και επλήθυνα αυτόν. εγγισάτω μοι. αντιστήτω μοι άμα· και τις ο κρινόμενός μοι. 11 ιδού πάντες υμείς πυρ καίετε και κατισχύετε φλόγα· πορεύεσθε τω φωτί του πυρός υμών και τη φλογί. εμβλέψατε εις την στερεάν πέτραν. πεποίθατε επί τω ονόματι Κυρίου και αντιστηρίσασθε επί τω Θεω. ον ωρύξατε. ή εξεκαύσατε· δι ‘ εμέ εγένετο ταύτα υμίν. 10 Τίς εν υμίν ο φοβούμενος τον Κύριον. 3 ενδύσω τον ουρανόν σκότος και ως σάκκον θήσω το περιβόλαιον αυτού. οι διώκοντες το δίκαιον και ζητούντες τον Κύριον. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ μου. τας δε σιαγόνας μου εις ραπίσματα. 3 και σε νυν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1484 . το δε πρόσωπόν μου ουκ απέστρεψα από αισχύνης εμπτυσμάτων· 7 και Κύριος Κύριος βοηθός μοι εγενήθη. οι πορευόμενοι εν σκότει και ουκ έστιν αυτοίς φως. ην ελατομήσατε. και ως σής καταφάγεται υμάς. εγώ δε ουκ απειθώ ουδέ αντιλέγω. υπακουσάτω της φωνής του παιδός αυτού. 4 Κύριος δίδωσί μοι γλώσσαν παιδείας του γνώναι ηνίκα δεί ειπείν λόγον έθηκέ μοι πρωϊ πρωϊ. 2 εμβλέψατε εις Αβραάμ τον πατέρα υμών και εις Σάρραν την ωδίνουσαν υμάς· ότι εις ην. εν λύπη κοιμηθήσεσθε. και ξηρανθήσονται οι ιχθύες αυτών από του μη είναι ύδωρ και αποθανούνται εν δίψει. 9 ιδού Κύριος Κύριος βοηθήσει μοι· τις κακώσει με. τις ο κρινόμενός μοι. ιδού πάντες υμείς ως ιμάτιον παλαιωθήσεσθε. 2 τι ότι ήλθον και ουκ ην άνθρωπος.

7 ακούσατέ μου. και οι βασιλείς. ύδωρ αβύσσου πλήθος. και παρεκάλεσα πάντα τα έρημα αυτής και θήσω τα έρημα αυτής ως παράδεισον Κυρίου· ευφροσύνην και αγαλλίαμα ευρήσουσιν εν αυτη. Σιών. η πιούσα εκ χειρός Κυρίου το ποτήριον του θυμού αυτού· το ποτήριον γαρ της πτώσεως. ως γενεά αιώνος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παρακαλέσω. 18 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1485 . 8 ως γαρ ιμάτιον βρωθήσεται υπό χρόνου και ως έρια βρωθήσεται υπό σητός· η δε δικαιοσύνη μου εις τον αιώνα έσται. υπό γαρ Κυρίου αποστραφήσονται και ήξουσιν εις Σιών μετ ‘ ευφροσύνης και αγαλλιάματος αιωνίου· επί κεφαλής γαρ αυτών αγαλλίασις και αίνεσις. 14 εν γαρ τω σώζεσθαί σε ου στήσεται ουδέ χρονιεί· 15 ότι εγώ ο Θεός σου ο ταράσσων την θάλασσαν και ηχών τα κύματα αυτής. απέδρα οδύνη και λύπη και στεναγμός. και ευφροσύνη καταλήψεται αυτούς. 9 Εξεγείρου εξεγείρου. Κύριος σαβαώθ όνομά μοι. λαός μου. η δε γη ως ιμάτιον παλαιωθήσεται. η δε δικαιοσύνη μου ου μη εκλίπη. Ιερουσαλήμ. εξομολόγησιν και φωνήν αινέσεως. το δε σωτήριόν μου εις τον αιώνα έσται. ανάστηθι. 17 Εξεγείρου εξεγείρου. οι ειδότες κρίσιν. το κόνδυ του θυμού εξέπιες και εξεκένωσας. οί ωσεί χόρτος εξηράνθησαν. λαός μου. 6 άρατε εις τον ουρανόν τους οφθαλμούς υμών και εμβλέψατέ εις την γην κάτω. εγώ ειμι ο παρακαλών σε· γνώθι τίνα ευλαβηθείσα εφοβήθης από ανθρώπου θνητού και από υιού ανθρώπου. και εξελεύσεται ως φως το σωτήριόν μου και εις τον βραχίονά μου έθνη ελπιούσιν· εμέ νήσοι υπομενούσι και εις τον βραχίονά ελπιούσιν. 12 εγώ ειμι. Ιερουσαλήμ. η θείσα τα βάθη της θαλάσσης οδόν διαβάσεως ρυομένοις 11 και λελυτρωμένοις. το δε σωτήριόν μου εις γενεάς γενεών. εν ή έστησα τον ουρανόν και εθεμελίωσα την γην· και ερεί Σιών· λαός μου ει συ. 4 ακούσατέ μου. ου ο νόμος μου εν τη καρδία υμών· μη φοβείσθε ονειδισμόν ανθρώπων και τω φαυλισμω αυτών μη ηττάσθε. 5 εγγίζει ταχύ η δικαιοσύνη μου. 13 και επελάθου Θεόν τον ποιήσαντά σε. ακούσατέ μου. τον ποιήσαντα τον ουρανόν και θεμελιώσαντα την γην. ου συ ει 10 η ερημούσα θάλασσαν. και εφόβου αεί πάσας τας ημέρας το πρόσωπον του θυμού του θλίβοντός σε· ον τρόπον γαρ εβουλεύσατο του άραί σε. οι δε κατοικούντες την γην ωσπερ ταύτα αποθανούνται. προς με ενωτίσασθε. 16 θήσω τους λόγους μου εις το στόμα σου και υπό την σκιάν της χειρός μου σκεπάσω σε. ότι ο ουρανός ως καπνός εστερεώθη. ότι νόμος παρ ‘ εμού εξελεύσεται και η κρίσις μου εις φως εθνών. και ένδυσαι την ισχύν του βραχίονός σου· εξεγείρου ως εν αρχή ημέρας. και νυν που ο θυμός του θλίβοντός σε.

οί είπαν τη ψυχή σου· κύψον. Σιών. ότι εγώ ειμι αυτός ο λαλών· πάρειμι 7 ως ωρα επί των ορέων. εκλελυμένοι δια Κυρίου του Θεού. Ιερουσαλήμ πόλις η αγία· ουκέτι προστεθήσεται διελθείν δια σου απερίτμητος και ακάθαρτος. και ουκ ην ο αντιλαμβανόμενος της χειρός σου ουδέ από πάντων των υιών σου. τεταπεινωμένη. θαυμάζετε και ολολύζετε. ως πόδες ευαγγελιζομένου ακοήν ειρήνης. οι πλήρεις θυμού Κυρίου. Ιερουσαλήμ· έκδυσαι τον δεσμόν του τραχήλου σου. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1486 . ηνίκα αν ελεήση Κύριος την Σιών. 2 εκτίναξαι τον χουν και ανάστηθι. και τη φωνή άμα ευφρανθήσονται· ότι οφθαλμοί προς οφθαλμούς όψονται. ίνα παρέλθωμεν· και έθηκας ίσα τη γη τα μετάφρενά σου έξω τοις παραπορευομένοις. 8 ότι φωνή των φυλασσόντων σε υψώθη. ένδυσαι την ισχύν σου. οι απορούμενοι. κάθισον. τις παρακαλέσει σε. Σιών. 3 ότι τάδε λέγει Κύριος· δωρεάν επράθητε και ου μετά αργυρίου λυτρωθήσεσθε. ων έτεκες. και μεθύουσα ουκ από οίνου· 22 ούτω λέγει Κύριος ο Θεός ο κρίνων τον λαόν αυτού· ιδού είληφα εκ της χειρός σου το ποτήριον της πτώσεως. και ου προσθήση έτι πιείν αυτό· 23 και δώσω αυτό εις τας χείρας των αδικησάντων σε και των ταπεινωσάντων σε. ως ευαγγελιζόμενος αγαθά. 4 ούτως λέγει Κύριος· εις Αίγυπτον κατέβη ο λαός μου το πρότερον παροικήσαι εκεί. 19 δύο ταύτα αντικείμενά σοι· τις συλλυπηθήσεταί σοι. και εις Ασσυρίους βία ήχθησαν· 5 και νυν τι εστε ώδε. ων ύψωσας. 6 δια τούτο γνώσεται ο λαός μου το όνομά μου εν τη ημέρα εκείνη. τάδε λέγει Κύριος· ότι ελήφθη ο λαός μου δωρεάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ουκ ην ο παρακαλών σε από πάντων των τέκνων σου. 9 ρηξάτω ευφροσύνην άμα τα έρημα Ιερουσαλήμ. ότι ακουστήν ποιήσω την σωτηρίαν σου λέγων Σιών· βασιλεύσει σου ο Θεός. 21 δια τούτο άκουε. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ 1 ΕΞΕΓΕΙΡΟΥ εξεγείρου. 20 οι υιοί σου. η αιχμάλωτος θυγάτηρ Σιών. το κόνδυ του θυμού μου. πτώμα και σύντριμμα. οι καθεύδοντες επ ‘ άκρου πάσης εξόδου ως σευτλίον ημίεφθον. λιμός και μάχαιρα. και ένδυσαι την δόξαν σου. τάδε λέγει Κύριος· δι ‘ υμάς διαπαντός το όνομά μου βλασφημείται εν τοις έθνεσι.

6 πάντες ως πρόβατα επλανήθημεν. 8 εν τη ταπεινώσει η κρίσις αυτού ήρθη· την δε γενεάν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1487 . ουκ έστιν είδος αυτω ουδέ δόξα· και είδομεν αυτόν. ητιμάσθη και ουκ ελογίσθη. αφορίσθητε. 2 ανηγγείλαμεν ως παιδίον εναντίον αυτού. άνθρωπος τη οδω αυτού επλανήθη· και Κύριος παρέδωκεν αυτόν ταις αμαρτίαις ημών. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ 1 ΚΥΡΙΕ.15 ούτω θαυμάσονται έθνη πολλά επ ‘ αυτω. και όψονται πάντα άκρα της γης την σωτηρίαν την παρά του Θεού ημών. και συνέξουσι βασιλείς το στόμα αυτών· ότι οίς ουκ ανηγγέλη περί αυτού. ουδέ φυγή πορεύσεσθε. προπορεύσεται γαρ πρότερος υμών Κύριος και ο επισυνάγων υμάς Θεός Ισραήλ. 14 ον τρόπον εκστήσονται επί σε πολλοί . 4 ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται. οι φέροντες τα σκεύη Κυρίου· 12 ότι ου μετά ταραχής εξελεύσεσθε.ούτως αδοξήσει από των ανθρώπων το είδός σου και η δόξα σου από υιών ανθρώπων . ούτως ουκ ανοίγει το στόμα. ότι απέστραπται το πρόσωπον αυτού. 5 αυτός δε ετραυματίσθη δια τας αμαρτίας ημών και μεμαλάκισται δια τας ανομίας ημών· παιδεία ειρήνης ημών επ ‘ αυτόν. και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού και εν κακώσει. τις επίστευσε τη ακοή ημών. και ο βραχίων Κυρίου τίνι απεκαλύφθη. συνήσουσι. 10 και αποκαλύψει Κύριος τον βραχίονα τον άγιον αυτού ενώπιον πάντων των εθνών. εξέλθατε εκείθεν και ακαθάρτου μη άπτεσθε. εξέλθετε εκ μέσου αυτής. 7 και αυτός δια το κεκακώσθαι ουκ ανοίγει το στόμα αυτού· ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη και ως αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος. και οί ουκ ακηκόασι. ως ρίζα εν γη διψώση. όψονται. απόστητε. 13 Ιδού συνήσει ο παις μου και υψωθήσεται και δοξασθήσεται και μετεωρισθήσεται σφόδρα. τω μώλωπι αυτού ημείς ιάθημεν. και ουκ είχεν είδος ουδέ κάλλος· 3 αλλά το είδος αυτού άτιμον και εκλείπον παρά πάντας τους υιούς των ανθρώπων· άνθρωπος εν πληγή ων και ειδώς φέρειν μαλακίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ηλέησε Κύριος αυτήν και ερρύσατο Ιερουσαλήμ. 11 απόστητε.

και εν τοις ανόμοις ελογίσθη· και αυτός αμαρτίας πολλών ανήνεγκε και δια τας αμαρτίας αυτών παρεδόθη. 5 ότι Κύριος ο ποιών σε. και τας αμαρτίας αυτών αυτός ανοίσει. ότι αίρεται από της γης η ζωή αυτού. 12 δια τούτο αυτός κληρονομήσει πολλούς και των ισχυρών μεριεί σκύλα. ουδ ‘ ως γυναίκα εκ νεότητος μεμισημένην. Κύριος σαβαώθ όνομα αυτω· και ο ρυσάμενός σε αυτός Θεός Ισραήλ. εάν δώτε περί αμαρτίας. 9 και δώσω τους πονηρούς αντί της ταφής αυτού και τους πλουσίους αντί του θανάτου αυτού· ότι ανομίαν ουκ εποίησεν. η ψυχή υμών όψεται σπέρμα μακρόβιον· και βούλεται Κύριος αφελείν 11 από του πόνου της ψυχής αυτού. 9 από του ύδατος του επί Νώε τούτό μοί εστι· καθότι ώμοσα αυτω εν τω χρόνω εκείνω τη γη μη θυμωθήσεσθαι επί σοί έτι. 10 και Κύριος βούλεται καθαρίσαι αυτόν από της πληγής. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ 1 ΕΥΦΡΑΝΘΗΤΙ. και πόλεις ηρημωμένας κατοικιείς. 8 εν θυμω μικρω απέστρεψα το πρόσωπόν μου από σου και εν ελέει αιωνίω ελεήσω σε. ότι ωνειδίσθης· ότι αισχύνην αιώνιον επιλήση και όνειδος της χηρείας σου ου μη μνησθήση έτι. μη φείση· μάκρυνον τα σχοινίσματά σου και τους πασσάλους σου κατίσχυσον. ουδ ‘ οι βουνοί σου μετακινηθήσονται. πήξον. πάση τη γη κληθήσεται. δικαιώσαι δίκαιον εύ δουλεύοντα πολλοίς. στείρα η ου τίκτουσα. και το σπέρμα σου έθνη κληρονομήσει. ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού. δείξαι αυτω φως και πλάσαι τη συνέσει. ότι κατησχύνθης. 6 ουχ ως γυναίκα καταλελειμμένην και ολιγόψυχον κέκληκέ σε Κύριος. ρήξον και βόησον. από των ανομιών του λαού μου ήχθη εις θάνατον. 4 μη φοβού. μηδέ εν απειλή σου 10 τα όρη μεταστήσεσθαι. είπεν ο Θεός σου· 7 χρόνον μικρόν κατέλιπόν σε και μετ ‘ ελέους μεγάλου ελεήσω σε. ούτως ουδέ το παρ ‘ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1488 . μηδέ εντραπής. ανθ ‘ ων παρεδόθη εις θάνατον η ψυχή αυτού. ότι πολλά τα τέκνα της ερήμου μάλλον ή της εχούσης τον άνδρα· είπε γαρ Κύριος· 2 πλάτυνον τον τόπον της σκηνής σου και των αυλαιών σου. 3 έτι εις τα δεξιά και εις τα αριστερά εκπέτασον. η ουκ ωδίνουσα. είπεν ο ρυσάμενός σε Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού τις διηγήσεται.

έστι κληρονομία τοις θεραπεύουσι Κύριον. και εντρυφήσει εν αγαθοίς η ψυχή υμών. βαδίσαντες αγοράσατε. και ελεηθήσεται. α ουκ οίδασί σε. τα όσια Δαυίδ τα πιστά. λέγει Κύριος. και φάγετε και πίεσθε άνευ αργυρίου και τιμής οίνον και στέαρ. . 15 ιδού προσήλυτοι προσελεύσονταί σοι δι ‘ εμού και επί σε καταφεύξονται. οί ουκ επίστανταί σε. 2 ινατί τιμάσθε αργυρίου εν ουκ άρτοις και τον μόχθον υμών ουκ εις πλησμονήν. 3 προσέχετε τοις ωσίν υμών και επακουλουθήσατε ταις οδοίς μου· εισακούσατέ μου. και τρόμος ουκ εγγιεί σοι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ 1 ΟΙ διψώντες. πορεύεσθε εφ ‘ ύδωρ. ιδού εγώ ετοιμάζω σοι άνθρακα τον λίθον σου και τα θεμέλιά σου σάπφειρον 12 και θήσω τας επάλξεις σου ίασπιν και τας πύλας σου λίθους κρυστάλλου και τον περίβολόν σου λίθους εκλεκτούς 13 και πάντας τους υιούς σου διδακτούς Θεού και εν πολλή ειρήνη τα τέκνα σου. άρχοντα και προστάσσοντα έθνεσιν. επικαλέσονταί σε. 14 και εν δικαιοσύνη οικοδομηθήση· απέχου από αδίκου και ου φοβηθήση. 4 ιδού μαρτύριον εν έθνεσιν έδωκα αυτόν. ακούσατέ μου και φάγεσθε αγαθά. επί σε καταφεύξονται ένεκεν Κυρίου του Θεού σου. ου παρεκλήθης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εμού σοί έλεος εκλείψει. 16 ιδού εγώ έκτισά σε ουχ ως χαλκεύς φυσών άνθρακας και εκφέρων σκεύος εις έργον· εγώ δε έκτισά σε ουκ εις απώλειαν φθείραι 17 παν σκεύος φθαρτόν. οι δε ένοχοί σου έσονται εν αυτη. και όσοι μη έχετε αργύριον.6 Ζητήσατε τον Κύριον και εν τω ευρίσκειν αυτόν επικαλέσασθε· ηνίκα δ ‘ αν εγγίζη υμίν. επί σε ουκ ευοδώσω. και ζήσεται εν αγαθοίς η ψυχή υμών· και διαθήσομαι υμίν διαθήκην αιώνιον. ότι επί πολύ αφήσει τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1489 . 11 Ταπεινή και ακατάστατος. 7 απολιπέτω ο ασεβής τας οδούς αυτού και ανήρ άνομος τας βουλάς αυτού και επιστραφήτω επί Κύριον. 5 ιδού έθνη. ουδέ η διαθήκη της ειρήνης σου ου μη μεταστη· είπε γαρ Κύριος· ίλεώς σοι. και πάσα φωνή αναστήσεται επί σε εις κρίσιν· πάντας αυτούς ηττήσεις. και ημείς έσεσθέ μοι δίκαιοι. και λαοί. ότι εδόξασέ σε. του αγίου Ισραήλ.

13 και αντί της στοιβής αναβήσεται κυπάρισσος. ούτως απέχει η οδός μου από των οδών υμών και τα διανοήματα υμών από της διανοίας μου. 4 τάδε λέγει Κύριος τοις ευνούχοις· όσοι αν φυλάξωνται τα σάββατά μου και εκλέξωνται α εγώ θέλω και αντέχωνται της διαθήκης μου. όνομα αιώνιον δώσω αυτοίς και ουκ εκλείψει. λέγει Κύριος. και πάντα τα ξύλα του αγρού επικροτήσει τοις κλάδοις. αντί δε της κονύζης αναβήσεται μυρσίνη· και έσται Κύριος εις όνομα και εις σημείον αιώνιον και ουκ εκλείψει. 5 δώσω αυτοίς εν τω οίκω μου και εν τω τείχει μου τόπον ονομαστόν κρείττω υιών και θυγατέρων. 7 εισάξω αυτούς εις το όρος το άγιόν μου και ευφρανώ αυτούς εν τω οίκω της προσευχής μου· τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1490 . έως αν τελεσθή όσα αν ηθέλησα και ευοδώσω τας οδούς μου και τα εντάλματά μου. 9 αλλ ‘ ως απέχει ο ουρανός από της γης. 10 ως γαρ αν καταβή ο υετός ή χιών εκ του ουρανού και ου μη αποστραφή. 12 εν γαρ ευφροσύνη εξελεύσεσθε και εν χαρά διδαχθήσεσθε· τα γαρ όρη και οι βουνοί εξαλούνται προσδεχόμενοι υμάς εν χαρά. 3 μη λεγέτω ο αλλογενής ο προσκείμενος προς Κύριον· αφοριεί με άρα Κύριος από του λαού αυτού· και μη λεγέτω ο ευνούχος ότι ξύλον εγώ ειμι ξηρόν. 11 ούτως έσται το ρήμά μου. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· φυλάσσεσθε κρίσιν και ποιήσατε δικαιοσύνην· ήγγικε γαρ το σωτήριόν μου παραγίνεσθαι και το έλεός μου αποκαλυφθήναι. 2 μακάριος ανήρ ο ποιών ταύτα και άνθρωπος ο αντεχόμενος αυτών και φυλάσσων τα σάββατα μη βεβηλούν και διατηρών τας χείρας αυτού μη ποιείν άδικα. ουδ ‘ ωσπερ αι οδοί υμών αι οδοί μου. 6 και τοις αλλογενέσι τοις προσκειμένοις Κυρίω δουλεύειν αυτω και αγαπάν το όνομα Κυρίου του είναι αυτω εις δούλους και δούλας και πάντας τους φυλασσομένους τα σάββατά μου μη βεβηλούν και αντεχομένους της διαθήκης μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμαρτίας υμών. ου μη αποστραφή. και εκτέκη και εκβλαστήση και δω σπέρμα τω σπείραντι και άρτον εις βρώσιν. ό εάν εξέλθη εκ του στόματός μου. 8 ου γαρ εισιν αι βουλαί μου ωσπερ αι βουλαί υμών. έως αν μεθύση την γην.

ενυπνιαζόμενοι κοίτην. ότι συνάξω επ ‘ αυτόν συναγωγήν. . ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ 1 ΙΔΕΤΕ ως ο δίκαιος απώλετο. ήρται εκ του μέσου 3 υμείς δε προσαγάγετε ώδε. από γαρ προσώπου αδικίας ήρται ο δίκαιος· 2 έσται εν ειρήνη η ταφή αυτού. πάντες εν ταις οδοίς αυτών εξηκολούθησαν. 11 τίνα ευλαβηθείσα εφοβήθης και εψεύσω με και ουκ εμνήσθης μου. 10 ίδετε ότι εκτετύφλωνται πάντες. και εγώ σε ιδών παρορώ. και εμέ ουκ εφοβήθης. και εκεί ανεβίβασας θυσίας σου. και αι θυσίαι αυτών έσονται δεκταί επί του θυσιαστηρίου μου· ο γαρ οίκός μου οίκος προσευχής κληθήσεται πάσι τοις έθνεσιν. πάντες κύνες ενεοί. και ουδείς εκδέχεται τη καρδία. ουκ ειδότες πλησμονήν· και εισι πονηροί ουκ ειδότες σύνεσιν. ου δυνήσονται υλακτείν.9 Πάντα τα θηρία τα άγρια. ουδέ έλαβές με εις την διάνοιαν ουδέ εις την καρδίαν σου. δεύτε φάγετε. έκαστος κατά το εαυτού. 6 εκείνη σου η μερίς. φιλούντες νυστάξαι. πάντα τα θηρία του δρυμού. 12 και εγώ απαγγελώ την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1491 . δια τούτο ου κατεδεήθης μου συ. ουχ υμείς εστε τέκνα απωλείας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ολοκαυτώματα αυτών. 11 και οι κύνες αναιδείς τη ψυχή. ούτός σου ο κλήρος. και άνδρες δίκαιοι αίρονται. υιοί άνομοι. σπέρμα μοιχών και πόρνης· 4 εν τίνι ενετρυφήσατε. 7 επ ‘ όρος υψηλόν και μετέωρον. 5 οι παρακαλούντες είδωλα υπό δένδρα δασέα. πλείόν τι έξεις· ηγάπησας τους κοιμωμένους μετά σου 9 και επλήθυνας την πορνείαν σου μετ ‘ αυτών και πολλούς εποίησας τους μακράν από σου και απέστειλας πρέσβεις υπέρ τα όριά σου και απέστρεψας και εταπεινώθης έως άδου. ότι έπραξας ταύτα. και ουδείς κατανοεί. ουκ έγνωσαν φρονήσαι. 10 ταις πολιοδίαις σου εκοπίασας και ουκ είπας· παύσομαι ενισχύουσα. και επί τίνα ηνοίξατε το στόμα υμών. 8 είπε Κύριος ο συνάγων τους διεσπαρμένους Ισραήλ. κακείνοις εξέχεας σπονδάς κακείνοις ανήνεγκας θυσίας· επί τούτοις ουν ουκ οργισθήσομαι. και επί τίνα εχαλάσατε την γλώσσαν υμών. σπέρμα άνομον. 8 και οπίσω των σταθμών της θύρας σου έθηκας μνημόσυνά σου· ώου ότι εάν απ ‘ εμού αποστης. εκεί σου η κοίτη. σφάζοντες τα τέκνα αυτών εν ταις φάραγξιν αναμέσον των πετρών.

ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ 1 ΑΝΑΒΟΗΣΟΝ εν ισχύϊ και μη φείση. και είπε Κύριος· ιάσομαι αυτούς. 2 εμέ ημέραν εξ ημέρας ζητούσι και γνώναί μου τας οδούς επιθυμούσιν· ως λαός δικαιοσύνην πεποιηκώς και κρίσιν Θεού αυτού μη εγκαταλελοιπώς αιτούσί με νυν κρίσιν δικαίαν και εγγίζειν Θεω επιθυμούσι 3 λέγοντες· τι ότι ενησταύσαμεν και ουκ είδες. 19 ειρήνην επ ‘ ειρήνη τοις μακράν και τοις εγγύς ούσι. είπε Κύριος ο Θεός. ως σάλπιγγα ύψωσον την φωνήν σου. 21 ουκ έστι χαίρειν τοις ασεβέσιν. 13 όταν αναβοήσης.15 Τάδε λέγει Κύριος ο Ύψιστος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δικαιοσύνην μου και τα κακά σου. α ουκ ωφελήσει σε. 14 και ερούσι· καθαρίσατε από προσώπου αυτού οδούς και άρατε σκώλα από της οδού του λαού μου. ινατί μοι νηστεύετε ως σήμερον. εταπεινώσαμεν τας ψυχάς ημών και ουκ έγνως. και ανάγγειλον τω λαω μου τα αμαρτήματα αυτών και τω οίκω Ιακώβ τας ανομίας αυτών. ουδέ διαπαντός οργισθήσομαι υμίν· πνεύμα γαρ παρ ‘ εμού εξελεύσεται και πνοήν πάσαν εγώ εποίησα. οι δε αντεχόμενοί μου κτήσονται γην και κληρονομήσουσι το όρος το άγιόν μου. Κύριος Ύψιστος εν αγίοις αναπαυόμενος και ολιγοψύχοις διδούς μακροθυμίαν και διδούς ζωήν τοις συντετριμμένοις την καρδίαν· 16 ουκ εις τον αιώνα εκδικήσω υμάς. ο εν υψηλοίς κατοικών τον αιώνα. 18 τας οδούς αυτού εώρακα και ιασάμην αυτόν και παρεκάλεσα αυτόν και έδωκα αυτω παράκλησιν αληθινήν. εξελέσθωσάν σε εν τη θλίψει σου· τούτους γαρ πάντας άνεμος λήψεται και αποίσει καταιγίς. και ελυπήθη και επορεύθη στυγνός εν ταις οδοίς αυτού. . εν γαρ ταις ημέραις των νηστειών υμών ευρίσκετε τα θελήματα υμών και πάντας τους υποχειρίους υμών υπονύσσετε. άγιος εν αγίοις όνομα αυτω. 17 δι ‘ αμαρτίαν βραχύ τι ελύπησα αυτόν και επάταξα αυτόν και απέστρεψα το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτού. 5 ου ταύτην την νηστείαν εξελεξάμην και ημέραν ταπεινούν άνθρωπον την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1492 . 20 οι δε άδικοι ούτως κλυδωνισθήσονται και αναπαύσασθαι ου δυνήσονται. ακουσθήναι εν κραυγή την φωνήν υμών. 4 ει εις κρίσεις και μάχας νηστεύετε και τύπτετε πυγμαίς ταπεινόν.

9 τότε βοήση. και το σκότος σου ως μεσημβρία. ουδέ λαλήσεις λόγον εν οργή εκ του στόματός σου. ουκ αρείς τον πόδα σου επ ‘ έργω. και η δόξα του Θεού περιστελεί σε. 6 ουχί τοιαύτην νηστείαν εγώ εξελεξάμην. και τους τρίβους τους αναμέσον παύσεις. και έσται σου τα θεμέλια αιώνια γενεών γενεαίς· και κληθήση Οικοδόμος φραγμών. και προπορεύσεται έμπροσθέν σου η δικαιοσύνη σου. 11 και έσται ο Θεός σου μετά σου διαπαντός· και εμπλησθήση καθάπερ επιθυμεί η ψυχή σου. και αναβιβάσει σε επί τα αγαθά της γης και ψωμιεί σε την κληρονομίαν Ιακώβ του πατρός σου· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα. λέγει Κύριος. 14 και έση πεποιθώς επί Κύριον. απόστελλε τεθραυσμένους εν αφέσει και πάσαν συγγραφήν άδικον διάσπα· 7 διάθρυπτε πεινώντι τον άρτον σου και πτωχούς αστέγους είσαγε εις τον οίκόν σου· εάν ίδης γυμνόν. και τα ιάματά σου ταχύ ανατελεί. εάν αφέλης από σου σύνδεσμον και χειροτονίαν και ρήμα γογγυσμού 10 και δως πεινώντι τον άρτον εκ ψυχής σου και ψυχήν τεταπεινωμένην εμπλήσης. περίβαλε. ουδ ‘ ούτω καλέσετε νηστείαν δεκτήν. άγια τω Θεω σου. και ο Θεός εισακούσεταί σου· έτι λαλούντός σου ερεί· ιδού πάρειμι. ή εβάρυνε το ους αυτού του μη εισακούσαι. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ 1 ΜΗ ουκ ισχύει η χείρ Κυρίου του σώσαί. και έση ως κήπος μεθύων και ως πηγή ην μη εξέλιπεν ύδωρ και τα οστά σου ως βοτάνη ανατελεί και πιανθήσεται και κληρονομήσουσι γενεάς γενεών. διάλυε στραγγαλιάς βιαίων συναλλαγμάτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ψυχήν αυτού· ουδ ‘ αν κάμψης ως κρίκον τον τράχηλόν σου και σάκκον και σποδόν υποστρώση. 8 τότε ραγήσεται πρώϊμον το φως σου. 2 αλλά τα αμαρτήματα υμών διϊστώσιν αναμέσον υμών και αναμέσον του Θεού. 12 και οικοδομηθήσονταί σου αι έρημοι αιώνιοι. και τα οστά σου πιανθήσεται. τότε ανατελεί εν τω σκότει το φως σου. αλλά λύε πάντα σύνδεσμον αδικίας. και δια τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1493 . 13 εάν αποστρέψης τον πόδα σου από των σαββάτων του μη ποιείν τα θελήματά σου εν τη ημέρα τη αγία και καλέσεις τα σάββατα τρυφερά. και από των οικείων του σπέρματός σου ουχ υπερόψει.

και ημύνατο αυτούς τω βραχίονι αυτού και τη ελεημοσύνη εστηρίσατο. και ουκ οίδασιν ειρήνην. σύντριμμα και ταλαιπωρία εν ταις οδοίς αυτών. 20 και ήξει ένεκεν Σιών ο ρυόμενος και αποστρέψει ασεβείας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1494 . και ουκ ήρεσεν αυτω. 16 και είδε και ουκ ην ανήρ. ταχινοί εκχέαι αίμα· και οι διαλογισμοί αυτών διαλογισμοί αφρόνων. 12 πολλή γαρ η ανομία εναντίον σου. τα δε χείλη υμών ελάλησεν ανομίαν. 5 ωά ασπίδων έρρηξαν και ιστόν αράχνης υφαίνουσι· και ο μέλλων των ωών αυτών φαγείν συντρίψας ούριον εύρε. 6 ο ιστός αυτών ουκ έσται εις ιμάτιον. ότι ουκ ην κρίσις. και ου μη καταλάβη αυτούς δικαιοσύνη· υπομεινάντων αυτών φως εγένετο αυτοίς σκότος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αμαρτίας υμών απέστρεψε το πρόσωπον αυτού αφ ‘ υμών του μη ελεήσαι. και τα αδικήματα ημών έγνωμεν. 17 και ενεδύσατο δικαιοσύνην ως θώρακα και περιέθετο περικεφαλαίαν σωτηρίου επί της κεφαλής και περιεβάλετο ιμάτιον εκδικήσεως και το περιβόλαιον 18 ως ανταποδώσων ανταπόδοσιν όνειδος τοις υπεναντίοις. και ουκ έστι· σωτηρία μακράν αφέστηκεν αφ ‘ ημών. 9 δια τούτο απέστη η κρίσις απ ‘ αυτών. 7 οι δε πόδες αυτών επί πονηρίαν τρέχουσι. και κατενόησε και ουκ ην ο αντιληψόμενος. ήξει μετά θυμού. ουδέ μη περιβάλωνται από των έργων αυτών· τα γαρ έργα αυτών έργα ανομίας. και ουκ έστι κρίσις εν ταις οδοίς αυτών· αι γαρ τρίβοι αυτών διεστραμμέναι. 3 αι γαρ χείρες υμών μεμολυσμέναι αίματι και οι δάκτυλοι υμών εν αμαρτίαις. ας διοδεύουσι. και εν αυτω βασιλίσκος. 8 και οδόν ειρήνης ουκ οίδασι. 10 ψηλαφήσουσιν ως τυφλοί τοίχον και ως ουχ υπαρχόντων οφθαλμών ψηλαφήσουσι· και πεσούνται εν μεσημβρία ως εν μεσονυκτίω. ότι κύουσι πόνον και τίκτουσιν ανομίαν. ως αποθνήσκοντες στενάξουσιν. ουδέ εστι κρίσις αληθινή· πεποίθασιν επί ματαίοις και λαλούσι κενά. 4 ουθείς λαλεί δίκαια. και μετέστησαν την διάνοιαν του συνιέναι· και είδε Κύριος. και η δικαιοσύνη μακράν αφέστηκεν. 19 και φοβηθήσονται οι από δυσμών το όνομα Κυρίου και οι απ ‘ ανατολών ηλίου το όνομα το ένδοξον· ήξει γαρ ως ποταμός βίαιος η οργή παρά Κυρίου. μείναντες αυγήν εν αωρία περιεπάτησαν. και αι αμαρτίαι ημών αντέστησαν ημίν· αι γαρ ανομίαι ημών εν ημίν. και η γλώσσα υμών αδικίαν μελετά. εκύομεν και εμελετήσαμεν από καρδίας ημών λόγους αδίκους· 14 και απεστήσαμεν οπίσω την κρίσιν. 15 και η αλήθεια ήρται. 11 ως άρκος και ως περιστερά άμα πορεύσονται· ανεμείναμεν κρίσιν. και δι ‘ ευθείας ουκ εδύναντο διελθείν. ότι κατηναλώθη εν ταις οδοίς αυτών η αλήθεια. 13 ησεβήσαμεν και εψευσάμεθα και απέστημεν από όπισθεν του Θεού ημών· ελαλήσαμεν άδικα και ηπειθήσαμεν.

8 τίνες οίδε ως νεφέλαι πέτανται και ωσεί περιστεραί συν νεοσσοίς. 14 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1495 . 2 ιδού σκότος καλύψει γην ως γνόφος επ ‘ έθνη· επί δε σε φανήσεται Κύριος. και η δόξα Κυρίου επί σε ανατέταλκεν. δοξάσαι τον τόπον τον άγιόν μου και τον τόπον των ποδών μου δοξάσω. και ανενεχθήσεται δεκτά επί το θυσιαστήριόν μου. 7 και πάντα τα πρόβατα Κηδάρ συναχθήσονταί σοι και κριοί Ναβαιώθ ήξουσί σοι. και αι θυγατέρες σου επ ‘ ώμων αρθήσονται. οίτινες ου δουλεύσουσί σοι. και η δόξα αυτού επί σε οφθήσεται. 9 εμέ αι νήσοι υπέμειναν και πλοία Θαρσίς εν πρώτοις. και ήξουσί σοι 6 αγέλαι καμήλων. 13 και η δόξα του Λιβάνου προς σε ήξει εν κυπαρίσσω και πεύκη και κέδρω άμα. ό εστιν επί σοί. απολούνται και τα έθνη ερημία ερημωθήσεται. ήκει γαρ σου το φως. α έδωκα εις το στόμα σου. και ο οίκος της προσευχής μου δοξασθήσεται. εισαγαγείν προς σε δύναμιν εθνών και βασιλείς αυτών αγομένους.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ από Ιακώβ. 11 και ανοιχθήσονται αι πύλαι σου διαπαντός. και οι βασιλείς αυτών παραστήσονταί σοι· δια γαρ οργήν μου επάταξά σε και δια έλεον ηγάπησά σε. 21 και αύτη αυτοίς η παρ ‘ εμού διαθήκη. ου μη εκλίπη εκ του στόματός σου και εκ του στόματος του σπέρματός σου· είπε γαρ Κύριος. ότι μεταβαλεί εις σε πλούτος θαλάσσης και εθνών και λαών. είπε Κύριος· το πνεύμα το εμόν. από του νυν και εις τον αιώνα. ημέρας και νυκτός ου κλεισθήσονται. 3 και πορεύσονται βασιλείς τω φωτί σου και έθνη τη λαμπρότητί σου. 5 τότε όψη και φοβηθήση και εκστήση τη καρδία. και τα ρήματα. 10 και οικοδομήσουσιν αλλογενείς τα τείχη σου. 4 άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου και ιδέ συνηγμένα τα τέκνα σου· ιδού ήκασι πάντες οι υιοί σου μακρόθεν. αγαγείν τα τέκνα σου μακρόθεν και τον άργυρον και το χρυσόν αυτών μετ ‘ αυτών δια το όνομα Κυρίου το άγιον και δια το τον άγιον του Ισραήλ ένδοξον είναι. 12 τα γαρ έθνη και οι βασιλείς. και καλύψουσί σε κάμηλοι Μαδιάμ και Γαιφά· πάντες εκ Σαβά ήξουσι φέροντες χρυσίον και λίβανον οίσουσι και λίθον τίμιον και το σωτήριον Κυρίου ευαγγελιούνται. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ξ 1 ΦΩΤΙΖΟΥ φωτίζου Ιερουσαλήμ.

4 και οικοδομήσουσιν ερήμους αιωνίας. 21 και ο λαός σου πας δίκαιος. 19 και ουκ έσται σοι έτι ο ήλιος εις φως ημέρας. καταστολήν δόξης αντί πνεύματος ακηδίας· και κληθήσονται γενεαί δικαιοσύνης. ουδέ σύντριμμα ουδέ ταλαιπωρία εν τοις ορίοις σου. φυλάσσων το φύτευμα. 2 καλέσαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν και ημέραν ανταποδόσεως τω Θεω ημών. 22 ο ολιγοστός έσται εις χιλιάδας και ο ελάχιστος εις έθνος μέγα· εγώ Κύριος κατά καιρόν συνάξω αυτούς. και δώσω τους άρχοντάς σου εν ειρήνη και τους επισκόπους σου εν δικαιοσύνη. εξηρημωμένας πρότερον εξαναστήσουσι· και καινιούσι πόλεις ερήμους εξηρωμένας εις γενεάς. φύτευμα Κυρίου εις δόξαν. 3 δοθήναι τοις πενθούσι Σιών δόξαν αντί σποδού. και αναπληρωθήσονται αι ημέραι του πένθους σου. 5 και ήξουσι αλλογενείς ποιμαίνοντες τα πρόβατά σου. 20 ου γαρ δύσεται ο ήλιός σοι. παρακαλέσαι πάντας τους πενθούντας. 15 δια το γεγενήσθαί σε εγκαταλελειμμένην και μεμισημένην. έργα χειρών αυτού εις δόξαν. ουδέ ανατολή σελήνης φωτιεί σου την νύκτα. αλλ ‘ έσται σοι Κύριος φως αιώνιον και ο Θεός δόξα σου. και αλλόφυλοι αροτήρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1496 . ιάσασθαι τους συντετριμένους την καρδίαν. δι ‘ αιώνος κληρονομήσουσι την γην. αντί δε λίθων σίδηρον. αντί δε ξύλων οίσω σοι χαλκόν. και ουκ ην ο βοηθών. και θήσω σε αγαλλίαμα αιώνιον. και κληθήση Πόλις Κυρίου Σιών αγίου Ισραήλ. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ 1 ΠΝΕΥΜΑ Κυρίου επ ‘ εμέ. 16 και θηλάσεις γάλα εθνών και πλούτον βασιλέων φάγεσαι· και γνώση. 18 και ουκ ακουσθήσεται έτι αδικία εν τη γη σου. ου είνεκεν έχρισέ με· ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με. κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν. και αι πύλαι σου Γλύμμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορεύσονται προς σε δεδοικότες υιοί των ταπεινωσάντων σε και παροξυνάντων σε. αλλά κληθήσεται Σωτήριον τα τείχη σου. ευφροσύνην γενεών γενεαίς. αντί δε σιδήρου οίσω σοι αργύριον. 17 και αντί χαλκού οίσω σοι χρυσίον. άλειμμα ευφροσύνης τοις πενθούσι. ότι εγώ Κύριος ο σώζων σε και εξαιρούμενός σε ο Θεός ισραήλ. και η σελήνη σοι ουκ εκλείψει· έσται γαρ σοι Κύριος φως αιώνιον.

λειτουργοί Θεού· ισχύν εθνών κατέδεσθε και εν τω πλούτω αυτών θαυμασθήσεσθε. και τη γη σου Οικουμένη. 6 και επί των τειχών σου. ότι ούτοί εισι σπέρμα ηυλογημένον υπό Θεού 10 και ευφροσύνη ευφρανθήσονται επί Κύριον. 7 ούτως εκ δευτέρας κληρονομήσουσι την γην. 7 ουκ έστι γαρ υμίν όμοιος. οί δια τέλους ου σιωπήσονται μιμνησκόμενοι Κυρίου. ούτως ανατελεί Κύριος δικαιοσύνην και αγαλλίαμα εναντίον πάντων των εθνών. ότι ευδόκησε Κύριος εν σοί και η γη σου συνοικισθήσεται. 5 και ως συνοικών νεανίσκος παρθένω. έως αν εξέλθη ως φως η δικαιοσύνη μου. ως νυμφίω περιέθηκέ μοι μίτραν και ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμω. εάν διορθώση και ποιήση Ιερουσαλήμ γαυρίαμα επί της γης. 9 και γνωσθήσεται εν τοις έθνεσι το σπέρμα αυτών και τα έκγονα αυτών εν μέσω των λαών· πας ο ορών αυτούς επιγνώσεται αυτούς. και καλέσει σε το όνομά σου το καινόν. ούτω κατοικήσουσιν οι υιοί σου· και έσται ον τρόπον ευφρανθήσεται νυμφίος επί νύμφη. κατέστησα φύλακας όλην την ημέραν και όλην την νύκτα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και αμπελουργοί. 2 και όψονται έθνη την δικαιοσύνην σου και βασιλείς την δόξαν σου. 8 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1497 . ούτως ευφρανθήσεται Κύριος επί σοί. [αντί της αισχύνης υμών της διπλής και αντί της εντροπής αγαλλιάσεται η μερίς αυτών]. Αγαλλιάσθω η ψυχή μου επί τω Κυρίω· ενέδυσε γαρ με ιμάτιον σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης. ό ο Κύριος ονομάσει αυτό. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ 1 ΔΙΑ Σιών ου σιωπήσομαι και δια Ιερουσαλήμ ουκ ανήσω. 3 και έση στέφανος κάλλους εν χειρί Κυρίου και διάδημα βασιλείας εν χειρί Θεού σου. το δε σωτήριόν μου ως λαμπάς καυθήσεται. 8 εγώ γαρ ειμι Κύριος ο αγαπών δικαιοσύνην και μισών αρπάγματα εξ αδικίας· και δώσω τον μόχθον αυτών δικαίοις και διαθήκην αιώνιον διαθήσομαι αυτοίς. 11 και ως γη αύξουσα το άνθος αυτής και ως κήπος τα σπέρματα αυτού. 4 και ουκέτι κληθήση Καταλελυμμένη. 6 υμείς δε ιερείς Κυρίου κληθήσεσθε. και η γη σου ου κληθήσεται έτι Έρημος· συ γαρ κληθήσεται Θέλημα εμόν. Ιερουσαλήμ. και ευφροσύνη αιώνιος υπέρ κεφαλής αυτών.

. αλλ ‘ αυτός Κύριος έσωσεν αυτούς δια το αγαπάν αυτούς και φείδεσθαι αυτών· αυτός ελυτρώσατο αυτούς και ανέλαβεν αυτούς και ύψωσεν αυτούς πάσας τας ημέρας του αιώνος. 12 και καλέσει αυτόν λαόν άγιον. οίς ημίν ανταποδίδωσι· Κύριος κριτής αγαθός τω οίκω Ισραήλ. επάγει ημίν κατά το έλεος αυτού και κατά το πλήθος της δικαιοσύνης αυτού. και ουδείς βοηθός· και προσενόησα. 4 ημέρα γαρ ανταποδόσεως επήλθεν αυτοίς. 8 και είπεν· ουχ ο λαός μου τέκνα ου μη αθετήσωσι. 3 πλήρης καταπεπατημένης. τας αρετάς Κυρίου εν πάσιν. λελυτρωμένον υπό Κυρίου· συ δε κληθήση επιζητουμένη πόλις και ουκ εγκαταλελειμμένη. και ενιαυτός λυτρώσεως πάρεστι. και εγένετο αυτοίς εις σωτηρίαν 9 εκ πάσης θλίψεως αυτών. και ει έτι πίονται υιοί αλλότριοι τον οίνόν σου. 10 πορεύεσθε δια των πυλών μου και οδοποιήσατε τω λαω μου και τους λίθους τους εκ της οδού διαρρίψατε· εξάρατε σύσσημον εις τα έθνη. και κατεπάτησα αυτούς εν θυμω μου και κατέθλασα αυτούς ως γην και κατήγαγον το αίμα αυτών εις γην. 6 και κατεπάτησα αυτούς τη οργή μου και κατήγαγον το αίμα αυτών εις γην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ώμοσε Κύριος κατά της δεξιάς αυτού και κατά της ισχύος του βραχίονος αυτού· ει έτι δώσω τον σίτόν σου και τα βρώματά σου τοις εχθροίς σου. και οι συνάγοντες πίονται αυτά εν ταις επαύλεσι ταις αγίαις μου. 2 διατί σου ερυθρά τα ιμάτια και τα ενδύματά σου ως από πατητού ληνού. και ουθείς αντελαμβάνετο· και ερρύσατο αυτούς ο βραχίων μου. ου πρέσβυς ουδέ άγγελος. ερύθημα ιματίων εκ Βοσόρ. ούτως ωραίος εν στολή βία μετά ισχύος. εγώ διαλέγομαι δικαιοσύνην και κρίσιν σωτηρίου. και ο θυμός μου επέστη. και των εθνών ουκ έστιν ανήρ μετ ‘ εμού. 5 και επέβλεψα. εφ ω εμόχθησας· 9 αλλ ‘ ή οι συνάγοντες φάγονται αυτά και αινέσουσι Κύριον. 11 ιδού γαρ Κύριος εποίησεν ακουστόν έως εσχάτου της γης· είπατε τη θυγατρί Σιών· ιδού ο σωτήρ σοι παραγέγονεν έχων τον εαυτού μισθόν και το έργον προ προσώπου αυτού. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ 1 ΤΙΣ ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ.7 Τόν έλεον Κυρίου εμνήσθην. 10 αυτοί δε ηπείθησαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1498 .

. Κύριε. ότι Αβραάμ ουκ έγνω ημάς. 14 και ως κτήνη δια πεδίου. και των οδών σου μνησθήσονται. απ ‘ αρχής το όνομά σου εφ ‘ ημάς εστι. και ημείς ημάρτομεν· δια τούτο επλανήθημεν. 13 ήγαγεν αυτούς δια της αβύσσου ως ίππον δι ‘ ερήμου. ότε ουκ ήρξας ημών ουδέ επεκλήθη το όνομά σου εφ ‘ ημάς. ότι ανέσχου ημών. τρόμος λήψεται από σου όρη. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ 1 ΕΑΝ ανοίξης τον ουρανόν. αλλά συ.15 Επίστρεψον εκ του ουρανού και ιδέ εκ του οίκου του αγίου σου και δόξης· που εστιν ο ζήλός σου και η ισχύς σου. 3 όταν ποιής τα ένδοξα. 2 ως κηρός από προσώπου πυρός τήκεται. κατίσχυσεν ύδωρ από προσώπου αυτού ποιήσαι εαυτω όνομα αιώνιον. ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών· και εξερρύημεν ως φύλλα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1499 . ο βραχίων της δόξης αυτού. 17 τι επλάνησας ημάς. 11 και εμνήσθη ημερών αιωνίων ο αναβιβάσας εκ της γης τον ποιμένα των προβάτων· που έστιν ο θείς εν αυτοίς το πνεύμα το άγιον. 18 ίνα μικρόν κληρονομήσωμεν του όρους του αγίου σου. οι υπεναντίοι ημών κατεπάτησαν το αγίασμά σου. εσκλήρυνα τας καρδίας ημών του μη φοβείσθαί σε. και Ισραήλ ουκ επέγνω ημάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και παρώξυναν το πνεύμα το άγιον αυτού· και εστράφη αυτοίς εις έχθραν. ουδέ οι οφθαλμοί ημών είδον Θεόν πλήν σου και τα έργα σου. και αυτός επολέμησεν αυτούς. 5 συναντήσεται γαρ τοις ποιούσι το δίκαιον. επίστρεψον δια τους δούλους σου. και τακήσονται. 6 και εγενήθημεν ως ακάθαρτοι πάντες ημείς. τρόμος λήψεται από σου όρη. και φανερόν έσται το όνομα Κυρίου εν τοις υπεναντίοις· από προσώπου σου έθνη ταραχθήσονται. ιδού συ ωργίσθης. α ποιήσεις τοις υπομένουσιν έλεον. 12 ο αγαγών τη δεξιά Μωυσήν. 4 από του αιώνος ουκ ηκούσαμεν. από της οδού σου. και ουκ εκοπίασαν. που εστι το πλήθος του ελέους σου και των οικτιρμών σου. 16 συ γαρ ει πατήρ ημών. δια τας φυλάς της κληρονομίας σου. 19 εγενόμεθα ως το απ ‘ αρχής. κατέβη πνεύμα παρά Κυρίου και ωδήγησεν αυτούς· ούτως ήγαγες τον λαόν σου ποιήσαι σεαυτω όνομα δόξης. και κατακαύσει πυρ τους υπεναντίους. πατήρ ημών· ρύσαι ημάς. Κύριε.

ούτως ποιήσω ένεκεν του δουλεύοντός μοι. 7 και ουκ έστιν ο επικαλούμενος το όνομά σου και ο μνησθείς αντιλαβέσθαι σου· ότι απέστρεψας το πρόσωπόν σου αφ ‘ ημών και παρέδωκας ημάς δια τας αμαρτίας ημών. αυτοί θυσιάζουσιν εν τοις κήποις και θυμιώσιν επί ταις πλίνθοις τοις δαιμονίοις. Κύριε. α ουκ έστιν. οί ουκ εκάλεσάν μου το όνομα. τούτου ένεκεν ου μη απολέσω πάντας. ότι καθαρός ειμι· ούτος καπνός του θυμού μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δια τας ανομίας ημών. 2 εξεπέτασα τας χείράς μου όλην την ημέραν προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα. 8 και νυν. μεμολυμμένα πάντα τα σκεύη αυτών· 5 οι λέγοντες· πόρρω απ ‘ εμού. 9 μη οργίζου υμίν σφόδρα και μη εν καιρω μνησθής αμαρτιών ημών. οί εθυμίασαν επί των ορέων και επί των βουνών ωνείδισάν με. έργα των χειρών σου πάντες. και νυν επίβλεψον. Σιών ως έρημος εγενήθη. και εσιώπησας και εταπείνωσας ημάς σφόδρα. 6 ιδού γέγραπται ενώπιόν μου· ου σιωπήσω έως αν αποδώσω εις τον κόλπον αυτών· 7 τας αμαρτίας αυτών και των πατέρων αυτών. οί ουκ επορεύθησαν οδω αληθινή. ην ευλόγησαν οι πατέρες ημών. 10 πόλις του αγίου σου εγενήθη έρημος. 3 ο λαός ούτος ο παροξύνων με εναντίον εμού διαπαντός. Κύριε. μη εγγίσης μοι. 12 και επί πάσι τούτοις ανέσχου. και πάντα ένδοξα ημών συνέπεσε. αλλ ‘ οπίσω των αμαρτιών αυτών. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΕ 1 ΕΜΦΑΝΗΣ εγενήθην τοις εμέ μη επερωτώσιν. ευρέθην τοις εμέ μη ζητούσιν. λέγει Κύριος. αποδώσω τα έργα αυτών εις τον κόλπον αυτών. 4 εν τοις μνήμασι και εν τοις σπηλαίοις κοιμώνται δι ‘ ενύπνια. και η δόξα. 11 ο οίκος. πυρ καίεται εν αυτω πάσας τας ημέρας. οι έσθοντες κρέα ύεια και ζωμόν θυσιών. είπα· ιδού ειμι τω έθνει. εγενήθη πυρίκαυστος. και κληρονομήσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1500 . 8 Ούτως λέγει Κύριος· ον τρόπον ευρεθήσεται ο ρώξ εν τω βότρυϊ και ερούσι· μη λυμήνη αυτόν. 9 και εξάξω το εξ Ιακώβ σπέρμα και το εξ Ιούδα. πατήρ ημών συ. ημείς δε πηλός. το άγιον ημών. ότι λαός σου πάντες ημείς. Ιερουσαλήμ εις κατάραν. ότι ευλογία εστίν εν αυτω. ούτως άνεμος οίσει ημάς.

ουδ ‘ ου μη επέλθη αυτών επί την καρδίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το όρος το άγιόν μου. ο δε αποθνήσκων αμαρτωλός εκατόν ετών και επικατάρατος έσται. και ου μη μνησθώσι των προτέρων. πάντες εν σφαγή πεσείσθε· ότι ελάλησα υμάς. ος ουκ εμπλήσει τον χρόνον αυτού· έσται γαρ ο νέος εκατόν ετών. 10 και έσονται εν τω δρυμω επαύλεις ποιμνίων και φάραγξ Αχώρ εις ανάπαυσιν βουκολίων τω λαω μου. και τα έκγονα αυτών μετ ‘ αυτών έσονται. υμείς δε αισχυνθήσεσθε· 14 ιδού οι δουλεύοντές μοι αγαλλιάσονται εν ευφροσύνη. 19 αγαλλιάσομαι επί Ιερουσαλήμ και ευφρανθήσομαι επί τω λαω μου και ουκέτι μη ακουσθή εν αυτη φωνή κλαυθμού ουδέ φωνή κραυγής. . 24 και έσται πριν ή κεκράξαι αυτούς. και ου μη φυτεύσουσι και άλλοι φάγονται· κατά γαρ τας ημέρας του ξύλου της ζωής έσονται αι ημέραι του λαού μου· τα γαρ έργα των πόνων αυτών παλαιώσουσιν. οί εζήτησάν με. 25 τότε λύκοι και άρνες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1501 . εξελέξασθε. εγώ υπακούσομαι αυτών.13 Δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού οι δουλεύσαντές μοι φάγονται. 15 καταλείψετε γαρ το όνομα υμών εις πλησμονήν τοις εκλεκτοίς μου. ότι σπέρμα ευλογημένον υπό Θεού εστι. 18 αλλ ‘ ευφροσύνην και αγαλλίαμα ευρήσουσιν εν αυτη· ότι ιδού εγώ ποιώ αγαλλίαμα Ιερουσαλήμ και τον λαόν μου ευφροσύνην. 11 υμείς δε οι εγκαταλιπόντες με και επιλανθανόμενοι το όρος το άγιόν μου και ετοιμάζοντες τω δαιμονίω τράπεζαν και πληρούντες τη τύχη κέρασμα. και ουκ αναβήσεται αυτών επί την καρδίαν. ιδού οι δουλεύοντές μοι πίονται. ελάλησα και παρηκούσατε και εποιήσατε το πονηρόν εναντίον εμού και α ουκ εβουλόμην. και καταφυτεύσουσι αμπελώνας και αυτοί φάγονται τα γεννήματα αυτών· 22 και ου μη οικοδομήσουσι και άλλοι ενοικήσουσι. 23 οι δε εκλεκτοί μου ου κοπιάσουσιν εις κενόν ουδέ τεκνοποιήσουσιν εις κατάραν. και οι ομνύοντες επί της γης ομούνται τον Θεόν τον αληθινόν· επιλήσονται γαρ την θλίψιν αυτών την πρώτην. 20 και ου μη γένηται έτι εκεί άωρος και πρεσβύτης. και ουχ υπηκούσατε. υμείς δε διψήσετε· ιδού οι δουλεύοντές μοι ευφρανθήσονται. υμείς δε πεινάσετε. έτι λαλούντων αυτών ερώ· τι εστι. υμείς δε κεκράξεσθε δια τον πόνον της καρδίας υμών και από συντριβής πνεύματος υμών ολολύξετε. υμάς δε ανελεί Κύριος· τοις δε δουλεύουσί μοι κληθήσεται όνομα καινόν. 17 έσται γαρ ο ουρανός καινός και η γη καινή. 21 και οικοδομήσουσιν οικίας και αυτοί ενοικήσουσι. και κληρονομήσουσιν οι εκλεκτοί μου και οι δούλοί μου και κατοικήσουσιν εκεί. 16 ό ευλογηθήσεται επί της γης· ευλογήσουσι γαρ τον Θεόν τον αληθινόν. 12 εγώ παραδώσω υμάς εις μάχαιραν.

και εποίησαν το πονηρόν εναντίον εμού και α ουκ ηβουλόμην εξελέξαντο. αλλ ‘ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βοσκηθήσονται άμα. ίνα το όνομα Κυρίου δοξασθή και οφθή εν τη ευφροσύνη αυτών. 4 καγώ εκλέξομαι τα εμπαίγματα αυτών και τας αμαρτίας ανταποδώσω αυτοίς· ότι εκάλεσα αυτούς ουχ υπήκουσάν μου. και ουκ εμνήσθης μου. 12 ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εκκλίνω εις αυτούς ως ποταμός ειρήνης και ως χειμάρρους επικλύζων δόξαν εθνών· τα παιδία αυτών επ ‘ ώμων αρθήσονται και επί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1502 . και ποίος τόπος της καταπαύσεώς μου. όφις δε γην ως άρτον· ουκ αδικήσουσιν ουδέ μη λυμανούνται επί τω όρει τω αγίω μου. ίνα εκθηλάσαντες τρυφήσητε από εισόδου δόξης αυτής. . λέγει Κύριος. 11 ίνα θηλάσητε και εμπλησθήτε από μαστού παρακλήσεως αυτής. η δε γη υποπόδιον των ποδών μου· ποίον οίκον οικοδομήσετέ μοι. 9 εγώ δε έδωκα την προσδοκίαν ταύτην. 6 φωνή κραυγής εκ πόλεως. ΗΣΑΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ 1 ΟΥΤΩΣ λέγει Κύριος· ο ουρανός μοι θρόνος. Ιερουσαλήμ. 10 ευφράνθητι. ότι ώδινε και έτεκε Σιών τα παιδία αυτής. κακείνοι αισχυνθήσονται. ουκ ιδού εγώ γεννώσαν και στείραν εποίησα. αδελφοί ημών. εξέφυγε και έτεκεν άρσεν. χάρητε άμα αυτη χαρά. ή και ετέχθη έθνος εις άπαξ. ο διδούς λίβανον εις μνημόσυνον ως βλάσφημος· και αυτοί εξελέξαντο τας οδούς αυτών και τα βδελύγματα αυτών. ελάλησα και ουκ ήκουσαν. φωνή εκ ναού. πάντες όσοι πενθείτε επ ‘ αυτη. 3 ο δε άνομος ο θύων μοι μόσχον ως ο αποκτένων κύνα. α η ψυχή αυτών ηθέλησε. 2 πάντα γαρ ταύτα εποίησεν η χείρ μου. 8 τις ήκουσε τοιούτο. 7 πριν ή την ωδίνουσαν τεκείν. πριν ελθείν τον πόνον των ωδίνων. και τις εώρακεν ούτως. τοις μισούσιν υμάς και βδελυσσομένοις. και λέων ως βούς φάγεται άχυρα. είπεν ο Θεός σου. φωνή Κυρίου ανταποδιδόντος ανταπόδοσιν τοις αντικειμένοις. πάντες οι αγαπώντες αυτήν.5 Ακούσατε ρήματα Κυρίου οι τρέμοντες τον λόγον αυτού· είπατε. λέγει Κύριος· και επί τίνα επιβλέψω. και έστιν εμά πάντα ταύτα. είπε Κύριος. ο δε αναφέρων σεμίδαλιν ως αίμα ύειον. και πανηγυρίσατε εν αυτη. ή ώδινε γη εν ημέρα μια.

ούτως καγώ παρακαλέσω υμάς. και χαρήσεται η καρδία υμών. 17 οι αγνιζόμενοι και καθαριζόμενοι εις τους κήπους και εν τοις προθύροις έσθοντες κρέας ύειον και τα βδελύγματα και τον μύν επί το αυτό αναλωθήσονται. και ήξουσι και όψονται την δόξαν μου. είπε Κύριος. 24 και εξελεύσονται και όψονται τα κώλα των ανθρώπων των παραβεβηκότων εν εμοί· ο γαρ σκώληξ αυτών ου τελευτήσει.15 Ιδού γαρ Κύριος ως πυρ ήξει και ως καταιγίς τα άρματα αυτού αποδούναι εν θυμω εκδίκησιν αυτού και αποσκορακισμόν αυτού εν φλογί πυρός. 14 και όψεσθε. έρχομαι συναγαγείν πάντα τα έθνη και τας γλώσσας. και το πυρ αυτών ου σβεσθήσεται. οί ουκ ακηκόασί μου το όνομα ουδέ εωράκασί μου την δόξαν. ως αν ενέγκαισαν οι υιοί Ισραήλ τας θυσίας αυτών εμοί μετά ψαλμών εις τον οίκον Κυρίου. λέγει Κύριος. και έσονται εις όρασιν πάση σαρκί. 23 και έσται μήνα εκ μηνός και σάββατον εκ σαββάτου ήξει πάσα σάρξ του προσκυνήσαι ενώπιον εμού εν Ιερουσαλήμ. και απειλήσει τοις απειθούσιν. 16 εν γαρ τω πυρί Κυρίου κριθήσεται πάσα η γη και εν τη ρομφαία αυτού πάσα σάρξ· πολλοί τραυματίαι έσονται υπό Κυρίου. είπε Κύριος. 13 ως ει τινα μήτηρ παρακαλέσει. είπε Κύριος. και τα οστά υμών ως βοτάνη ανατελεί· και γνωσθήσεται η χείρ Κυρίου τοις φοβουμένοις αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γονάτων παρακληθήσονται. και εν Ιερουσαλήμ παρακληθήσεσθε. . ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1503 . ούτω στήσεται το σπέρμα υμών και το όνομα υμών. 19 και καταλείψω επ ‘ αυτών σημεία και εξαποστελώ εξ αυτών σεσωσμένους εις τα έθνη. 22 ον τρόπον γαρ ο ουρανός καινός και η γη καινή. είπε Κύριος. 20 και άξουσιν τους αδελφούς υμών εκ πάντων των εθνών δώρον Κυρίω μεθ ‘ ίππων και αρμάτων εν λαμπήναις ημιόνων μετά σκιαδίων εις την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ. μένει ενώπιον εμού. α εγώ ποιώ. 21 και απ ‘ αυτών λήψομαι εμοί ιερείς και Λευίτας. εις Θαρσίς και Φουδ και Λούδ και Μοσόχ και εις Θοβέλ και εις την Ελλάδα και εις τας νήσους τας πόρρω. 18 καγώ τα έργα αυτών και τον λογισμόν αυτών επίσταμαι. και αναγγελούσι την δόξαν μου εν τοις έθνεσι.

προφήτην εις έθνη τέθεικά σε. 13 και εγένετο λόγος Κυρίου εκ δευτέρου προς με λέγων· τι συ οράς. ιδού ουκ επίσταμαι λαλείν. όσα εάν εντείλωμαί σοι. και κατά πάντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΤΟ ρήμα του Θεού. και είπε Κύριος προς με· ιδού δέδωκα τους λόγους μου εις το στόμα σου· 10 ιδού καθέστακά σε σήμερον επί έθνη και επί βασιλείας εκριζούν και κατασκάπτειν και απολλύειν και ανοικοδομείν και καταφυτεύειν. όσα αν εντείλωμαί σοι· μη φοβηθής από προσώπου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1504 . έως της αιχμαλωσίας Ιερουσαλήμ εν τω πέμπτω μηνί. ότι προς πάντας. . έτους τρισκαιδεκάτου εν τη βασιλεία αυτού· 3 και εγένετο εν ταις ημέραις Ιωακείμ υιού Ιωσία βασιλέως Ιούδα έως ενδεκάτου έτους του Σεδεκία υιού Ιωσία βασιλέως Ιούδα. ος κατώκει εν Αναθώθ εν γη Βενιαμείν· 2 ως εγενήθη λόγος του Θεού προς αυτόν εν ταις ημέραις Ιωσία υιού Αμώς βασιλέως Ιούδα. 14 και είπε Κύριος προς με· από προσώπου βορρά εκκαυθήσεται τα κακά επί πάντας τους κατοικούντας την γην. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. 4 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με· 5 προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμαί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε. διότι εγρήγορα εγώ επί τους λόγους μου του ποιήσαι αυτούς. λαλήσεις· 8 μη φοβηθής από προσώπου αυτών. πορεύση. και το πρόσωπον αυτού από προσώπου βορρά. 9 και εξέτεινε Κύριος την χείρα αυτού προς με και ήψατο του στόματός μου. 16 και λαλήσω προς αυτούς μετά κρίσεως περί πάσης της κακίας αυτών. 6 και είπα· ω δέσποτα Κύριε. 7 και είπε Κύριος προς με· μη λέγε ότι νεώτερος εγώ ειμι. ους εάν εξαποστείλω σε. ό εγένετο επί Ιερεμίαν τον του Χελκίου εκ των ιερέων. 15 διότι ιδού εγώ συγκαλώ πάσας τας βασιλείας της γης από βορρά. ότι μετά σου εγώ ειμι του εξαιρείσθαί σε. και είπα· λέβητα υποκαιόμενον. και είπε· βακτηρίαν καρυϊνην. 12 και είπε Κύριος προς με· καλώς εώρακας. ότι νεώτερος εγώ ειμι. ως εγκατέλιπόν με και έθυσαν θεοίς αλλοτρίοις και προσεκύνησαν τοις έργοις των χειρών αυτών.11 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· τι συ οράς Ιερεμία. και ήξουσι και θήσουσιν έκαστος τον θρόνον αυτού επί τα πρόθυρα των πυλών Ιερουσαλήμ και επί πάντα τα τείχη τα κύκλω αυτής και επί πάσας τας πόλεις Ιούδα. 17 και συ περίζωσαι την οσφύν σου και ανάστηθι και ειπόν προς αυτούς πάντα.

ότι μετά σου εγώ ειμι του εξαιρείσθαί σε. 4 ακούσατε λόγον Κυρίου. και οι ποιμένες ησέβουν εις εμέ. ότι απέστησαν μακράν απ' εμού και επορεύθησαν οπίσω των ματαίων και εματαιώθησαν. κακά ήξει επ' αυτούς. 10 διότι διέλθετε εις νήσους Χεττιείμ και ίδετε. μηδέ πτοηθής εναντίον αυτών. 19 και πολεμήσουσί σε και ου μη δύνωνται προς σε. 5 τάδε λέγει Κύριος· τι εύροσαν οι πατέρες υμών εν εμοί πλημμέλημα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτών. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 2 1 ΚΑΙ είπε· τάδε λέγει Κύριος· εμνήσθην ελέους νεότητός σου και αγάπης τελειώσεώς σου του εξακολουθήσαί σε τω αγίω Ισραήλ. 9 δια τούτο έτι κριθήσομαι προς υμάς λέγει Κύριος. διότι μετά σου εγώ ειμι του εξαιρείσθαί σε. εν γη απείρω και αβάτω. ο δε λαός μου ηλλάξατο την δόξαν αυτού. και οι προφήται επροφήτευον τη Βάαλ και οπίσω ανωφελούς επορεύθησαν. λέγει Κύριος 3 άγιος Ισραήλ· τω Κυρίω αρχή γεννημάτων αυτού· πάντες οι έσθοντες αυτόν πλημμελήσουσι. 12 εξέστη ο ουρανός επί τούτω και έφριξεν επί πλείον σφόδρα. και προς τους υιούς των υιών υμών κριθήσομαι. λέγει Κύριος. και ίδετε ει γέγονε τοιαύτα. 7 και ήγαγον υμάς εις τον Κάρμηλον του φαγείν υμάς τους καρπούς αυτού και τα αγαθά αυτού· και εισήλθατε και εμιάνατε την γην μου και την κληρονομίαν μου έθεσθε εις βδέλυγμα. εξ ης ουκ ωφεληθήσονται. και οι αντεχόμενοι του νόμου ουκ ηπίσταντό με. 8 οι ιερείς ουκ είπαν· που εστι Κύριος. 13 ότι δύο και πονηρά εποίησεν ο λαός μου· εμέ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1505 . ή ου διώδευσεν εν αυτη ανήρ ουθέν και ου κατώκησεν εκεί υιος ανθρώπου. 11 ει αλλάξωνται έθνη θεούς αυτών· και ούτοι ουκ εισί θεοί. λέγει Κύριος. εν γη ανύδρω και ακάρπω. οχυρόν πάσι τοις βασιλεύσιν Ιούδα και τοις άρχουσιν αυτού και τω λαω της γης. και εις Κηδάρ αποστείλατε και νοήσατε σφόδρα. εν γη. είπε Κύριος. 18 ιδού τέθεικά σε εν τη σήμερον ημέρα ως πόλιν οχυράν και ως τείχος χαλκούν. φησί Κύριος. και πάσα πατριά οίκου Ισραήλ. ο καθοδηγήσας ημάς εν τη ερήμω. οίκος Ιακώβ. 6 και ουκ είπαν· που εστι Κύριος ο αναγαγών ημάς εκ γης Αιγύπτου.

λέγει Κύριος ο Θεός σου. 18 και νυν τι σοι και τη οδω Αιγύπτου του πιείν ύδωρ Γηών. αλλά πορεύσομαι επί πάντα βουνόν υψηλόν και υποκάτω παντός ξύλου κατασκίου. ούτως αισχυνθήσονται οι υιοί Ισραήλ. 23 Πως ερείς· ουκ εμιάνθην και οπίσω της Βάαλ ουκ επορεύθην. και έστρεψαν επ' εμέ νώτα και ου πρόσωπα αυτών· και εν τω καιρω των κακών αυτών ερούσιν· ανάστα και σώσον ημάς. οί έταξαν την γην αυτού εις έρημον. 22 εάν αποπλύνη εν νίτρω και πληθύνης σεαυτη πόαν. 28 και που εισιν οι θεοί σου. διατί εις προνομήν εγένετο. η δε είπεν· ανδριούμαι· ότι ηγαπήκει αλλοτρίους και οπίσω αυτών επορεύετο. εκεί διαχυθήσομαι εν τη πορνεία μου. και ώρυξαν εαυτοίς λάκκους συντετριμμένους. εν επιθυμίαις ψυχής αυτής επνευματοφορείτο. 21 εγώ δε εφύτευσά σε άμπελον καρποφόρον πάσαν αληθινήν· Πως εστράφης εις πικρίαν. 26 ως αισχύνη κλέπτου όταν αλω. κεκηλίδωσαι εν ταις αδικίαις σου εναντίον εμού. ότι πικρόν σοι το καταλιπείν σε εμέ. λέγει Κύριος ο Θεός σου· και ουκ ευδόκησα επί σοί. 25 απόστρεψον τον πόδα σου από οδού τραχείας και τον φάρυγγά σου από δίψους. 14 Μή δούλός εστιν Ισραήλ ή οικογενής εστι. ιδέ τας οδούς σου εν τω πολυανδρίω και γνώθι τι εποίησας. Ιούδα. ότι κατ' αριθμόν των πόλεών σου ήσαν θεοί σου. 30 μάτην επάταξα τα τέκνα υμών. 15 επ' αυτόν ωρύοντο λέοντες και έδωκαν την φωνήν αυτών. οί ου δυνήσονται ύδωρ συνέχειν. οψέ φωνή αυτής ωλόλυξε. 19 παιδεύσει σε η αποστασία σου. και αι πόλεις αυτού κατεσκάφησαν παρά το μη κατοικείσθαι. 17 ουχί ταύτα εποίησέ σοι το καταλιπείν σε εμέ. αυτοί και οι βασιλείς αυτών και οι άρχοντες αυτών και οι ιερείς αυτών και οι προφήται αυτών. εν τη ταπεινώσει αυτής ευρήσουσιν αυτήν. 29 ινατί λαλείτε προς με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εγκατέλιπον πηγήν ύδατος ζωής. και κατ' αριθμόν διόδων της Ιερουσαλήμ έθυον τη Βάαλ. 16 και υιοί Μέμφεως και Τάφνας έγνωσάν σε και κατέπαιζόν σου. ει αναστήσονται και σώσουσί σε εν καιρω της κακώσεώς σου. 24 τας οδούς αυτής επλάτυνεν εφ' ύδατα ερήμου. πάντες υμείς ησεβήσατε και πάντες υμείς ηνομήσατε εις εμέ. πάντες οι ζητούντες αυτήν ου κοπιάσουσιν. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. 27 τω ξύλω είπαν. διέσπασας τους δεσμούς σου και είπας· ου δουλεύσω σοι. παρεδόθη· τις επιστρέψει αυτήν. 20 ότι απ' αιώνος συνέτριψας τον ζυγόν σου. ους εποίησας σεαυτω. λέγει Κύριος ο Θεός σου. και τι σοι και τη οδω Ασσυρίων του πιείν ύδωρ ποταμών. παιδείαν ουκ εδέξασθε· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1506 . και τω λίθω· συ εγέννησάς με. ότι πατήρ μου ει συ. η άμπελος η αλλοτρία. και η κακία σου ελέγξει σε· και γνώθι και ιδέ.

ου μιαινομένη μιανθήσεται η γυνή εκείνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μάχαιρα κατέφαγε τους προφήτας υμών ως λέων ολοθρεύων. επί ταις οδοίς εκάθισας αυτοίς ωσεί κορώνη ερημουμένη και εμίανας την γην εν ταις πορνείαις σου και εν ταις κακίαις σου. 6 Και είπε Κύριος προς με εν ταις ημέραις Ιωσίου του βασιλέως· είδες α εποίησέ μοι η κατοικία του Ισραήλ. 3 και έσχες ποιμένας πολλούς εις πρόσκομμα σεαυτη· όψις πόρνης εγένετό σοι. 37 ότι και εντεύθεν εξελεύση. και συ εξεπόρνευσας εν ποιμέσι πολλοίς· και ανέκαμπτες προς με. μη ανακάμπτουσα ανακάμψει προς αυτόν έτι. 36 τι κατεφρόνησας σφόδρα του δευτερώσαι τας οδούς σου. 34 και εν ταις χερσί σου ευρέθησαν αίματα ψυχών αθώων· ουκ εν διορύγμασιν εύρον αυτούς. διατί είπεν ο λαός μου· ου κυριευθησόμεθα και ουχ ήξομεν προς σε έτι. ο δε λαός μου επελάθετό μου ημέρας. λέγει Κύριος. ουχ ούτως· αλλά και συ επονηρεύσω του μιάναι τας οδούς σου. 31 ακούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος· μη έρημος εγενόμην τω Ισραήλ ή γη κεχερσωμένη. 35 και είπας· αθωός ειμι. αλλά αποστραφήτω ο θυμός αυτού απ' εμού. και από Αιγύπτου καταισχυνθήση. 2 άρον τους οφθαλμούς σου εις ευθείαν και ιδέ· Πως ουχί εξεφύρθης. 33 τι έτι καλόν επιτηδεύσεις εν ταις οδοίς σου του ζητήσαι αγάπησιν. 32 μη επιλήσεται νύμφη τον κόσμον αυτής και παρθένος την στηθοδεσμίδα αυτής. αλλ' επί πάση δρυϊ. ιδού ελάλησας και εποίησας τα πονηρά ταύτα και ηδυνάσθης. ιδού εγώ κρίνομαι προς σε εν τω λέγειν σε· ουχ ήμαρτον. 4 ουχ ως οίκόν με εκάλεσας και πατέρα και αρχηγόν της παρθενίας σου. και ουκ ευοδωθήση εν αυτη. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΑΝ εξαποστείλη ανήρ την γυναίκα αυτού. και αι χείρές σου επί της κεφαλής σου· ότι απώσατο Κύριος την ελπίδα σου. καθώς κατησχύνθης από Ασσούρ. απηναισχύντησας προς πάντας. και ουκ εφοβήθητε. και απέλθη απ' αυτού και γένηται ανδρί ετέρω. ων ουκ έστιν αριθμός. επορεύθησαν επί παν όρος υψηλόν και υποκάτω παντός ξύλου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1507 . 5 μη διαμενεί εις τον αιώνα ή φυλαχθήσεται εις νίκος.

γνώθι την αδικίαν σου. και ιάσομαι τα συντρίμματα υμών. 17 εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρω εκείνω καλέσουσι την Ιερουσαλήμ Θρόνον Κυρίου. λέγει Κύριος. ιδού δούλοι ημείς εσόμεθά σοι. και ποιμανούσιν υμάς ποιμαίνοντες μετ' επιστήμης. και εμοίχευσε το ξύλον και τον λίθον. λέγει Κύριος. της δε φωνής μου ουχ υπήκουσας. η κατοικία του Ισραήλ. 14 επιστράφητε. επελάθοντο Θεού αγίου αυτών. 7 και είπα μετά το πορνεύσαι αυτήν ταύτα πάντα· προς με ανάστρεψον. και ήξουσιν επί το αυτό από γης βορρά και από πασών των χωρών επί την γην. ότι ηδίκησαν εν ταις οδοίς αυτών. 12 πορεύου και ανάγνωθι τους λόγους τούτους προς βορράν και ερείς· επιστράφηθι προς με. 22 επιστράφητε. 13 πλήν. Κύριε· ότι τάξω σε εις τέκνα και δώσω σοι γην εκλεκτήν. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. 18 εν ταις ημέραις εκείναις συνελεύσονται ο οίκος Ιούδα επί τον οίκον του Ισραήλ. υιοί αφεστηκότες. και συναχθήσονται πάντα τα έθνη εις αυτήν και ου πορεύσονται έτι οπίσω των ενθυμημάτων της καρδίας αυτών της πονηράς. 20 πλήν ως αθετεί γυνή εις τον συνόντα αυτη. κληρονομίαν Θεού παντοκράτορος εθνών. και ουκ ανέστρεψε· και είδε την ασυνθεσίαν αυτής η ασύνθετος Ιούδα. ουκ αναβήσεται επί καρδίαν. λέγει Κύριος. 8 και είδον διότι περί πάντων ων κατελήφθη. 16 και έσται εάν πληθυνθήτε και αυξηθήτε επί της γης. και είπα· πατέρα καλέσετέ με και απ' εμού ουκ αποστραφήσεσθε. 19 και εγώ είπα· γένοιτο. ουκ ονομασθήσεται ουδέ επισκεφθήσεται και ου ποιηθήσεται έτι. 11 και είπε Κύριος προς με· εδικαίωσε την ψυχήν αυτού Ισραήλ από της ασυνθέτου Ιούδα. επιστρέφοντες. αλλ' επί ψεύδει. 21 φωνή εκ χειλέων ηκούσθη κλαυθμού και δεήσεως υιών Ισραήλ. εν οίς εμοιχάτο η κατοικία Ισραήλ. λέγει Κύριος. ουκ ερούσιν έτι· κιβωτός διαθήκης αγίου Ισραήλ. και εξαπέστειλα αυτήν και έδωκα αυτη βιβλίον αποστασίου εις τας χείρας αυτής· και ουκ εφοβήθη η ασύνθετος Ιούδα και επορεύθη και επόρνευσε και αυτή. και ου στηριώ το πρόσωπόν μου εφ' υμάς· ότι ελεήμων εγώ ειμι. ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1508 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αλσώδους. ότι εις Κύριον τον Θεόν σου ησέβησας και διέχεας τας οδούς σου εις αλλοτρίους υποκάτω παντός ξύλου αλσώδους. 10 και εν πάσι τούτοις ουκ απεστράφη προς με η ασύνθετος Ιούδα εξ όλης της καρδίας αυτής. και ου μηνιώ υμίν εις τον αιώνα. ούτως ηθέτησεν εις εμέ ο οίκος Ισραήλ. υιοί. διότι εγώ κατακυριεύσω υμών και λήψομαι υμάς ένα εκ πόλεως και δύο εκ πατριάς και εισάξω υμάς εις Σιών 15 και δώσω υμίν ποιμένας κατά την καρδίαν μου. 9 και εγένετο εις ουθέν η πορνεία αυτής. και επόρνευσαν εκεί. εν ταις ημέραις εκείναις. ην κατεκληρονόμησα τους πατέρας αυτών.

λέγει Κύριος. 7 ανέβη λέων εκ της μάνδρας αυτού. και ουκ έσται ο σβέσων από προσώπου πονηρίας επιτηδευμάτων υμών. εξολοθρεύων έθνη εξήρε και εξήλθεν εκ του τόπου αυτού του θείναι την γην εις ερήμωσιν. και ευλογήσουσιν εν αυτω έθνη και εν αυτω αινέσουσι τω Θεω εν Ιερουσαλήμ. 23 όντως εις ψεύδος ήσαν οι βουνοί και η δύναμις των ορέων. άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ. και επεκάλυψεν ημάς η ατιμία ημών. πλήν δια Κυρίου Θεού ημών η σωτηρία του Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συ Κύριος ο Θεός ημών ει. και οι προφήται Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1509 .5 Αναγγείλατε εν τω Ιούδα. 6 αναλαβόντες φεύγετε εις Σιών· σπεύσατε. 24 η δε αισχύνη κατηνάλωσε τους μόχθους των πατέρων ημών από νεότητος ημών. και οι ιερείς εκστήσονται. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΕΑΝ επιστραφή Ισραήλ. 4 περιτμήθητε τω Θεω υμών και περιτέμνεσθε την σκληροκαρδίαν υμών. 8 επί τούτοις περιζώσασθε σάκκους και κόπτεσθε και αλαλάξατε. μη στήτε. διότι έναντι του Θεού ημών ημάρτομεν ημείς και οι πατέρες ημών από νεότητος ημών έως της ημέρας ταύτης και ουχ υπηκούσαμεν της φωνής Κυρίου του Θεού ημών. μη εξέλθη ως πυρ ο θυμός μου και εκκαυθήσεται. 3 ότι τάδε λέγει Κύριος τοις ανδράσιν Ιούδα και τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ· νεώσατε εαυτοίς νεώματα και μη σπείρητε επ' ακάνθαις. . 25 εκοιμήθημεν εν τη αισχύνη ημών. ότι κακά εγώ επάγω από βορρά και συντριβήν μεγάλην. τα πρόβατα αυτών και τους μόσχους αυτών και τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών. διότι ουκ απεστράφη ο θυμός Κυρίου αφ' υμών. 9 και έσται εν εκείνη τη ημέρα. απολείται η καρδία του βασιλέως και η καρδία των αρχόντων. προς με επιστραφήσεται· και εάν περιέλη τα βδελύγματα αυτού εκ στόματος αυτού και από του προσώπου μου ευλαβηθή 2 και ομόση· ζη Κύριος μετά αληθείας εν κρίσει και εν δικαιοσύνη. και αι πόλεις καθαιρεθήσονται παρά το μη κατοικείσθαι αυτάς. λέγει Κύριος. και ακουσθήτω εν Ιερουσαλήμ· είπατε· σημάνατε επί της γης σάλπιγγι και κεκράξατε μέγα· είπατε· συνάχθητε και εισέλθωμεν εις τας πόλεις τας τειχήρεις.

άρα γε απατών ηπάτησας τον λαόν τούτον και την Ιερουσαλήμ λέγων· ειρήνη έσται υμίν. ότι φωνήν σάλπιγγος ήκουσεν η ψυχή μου. ίνα σωθής· έως πότε υπάρχουσιν εν σοί διαλογισμοί πόνων σου. 18 αι οδοί σου και τα επιτηδεύματά σου εποίησαν ταύτά σοι· αύτη η κακία σου. Ιερουσαλήμ. και ιδού ήψατο η μάχαιρα έως της ψυχής αυτών. κραυγήν πολέμου. και ην τρέμοντα. και ουκ ην τα φώτα αυτού· 24 είδον τα όρη. ιδού ήκασιν· αναγγείλατε εν Ιερουσαλήμ. και ιδού ουκ ην άνθρωπος. και εις τον ουρανόν. και πάντας τους βουνούς ταρασσομένους· 25 επέβλεψα. 11 εν τω καιρω εκείνω ερούσι τω λαω τούτω και τη Ιερουσαλήμ· πνεύμα πλανήσεως εν τη ερήμω. 14 απόπλυνε από κακίας την καρδίαν σου. εάν περιβάλη κόκκινον και κοσμήση Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1510 . υιοί άφρονές εισι και ου συνετοί· σοφοί εισι του κακοποιήσαι. συντέλειαν δε ου μη ποιήσω. 19 την κοιλίαν μου. και πάσαι αι πόλεις εμπεπυρισμέναι πυρί από προσώπου Κυρίου. 16 αναμνήσατε έθνη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θαυμάσονται. 22 διότι οι ηγούμενοι του λαού μου εμέ ουκ ήδεισαν. 30 και συ τι ποιήσεις. κουφότεροι αετών οι ίπποι αυτού· ουαί ημίν. σπαράσσεται η καρδία μου. και συσκοτασάτω ο ουρανός άνωθεν. 20 και ταλαιπωρίαν συντριμμόν επικαλείται. ου κατοικεί εν αυταίς άνθρωπος. 28 επί τούτοις πενθείτω η γη. 21 έως πότε όψομαι φεύγοντας ακούων φωνήν σαλπίγγων. και τα αισθητήρια της καρδίας μου· μαιμάσσει η ψυχή μου. διεσπάσθησαν αι δέρρεις μου. και ιδού ουθέν. ότι πικρά. και από προσώπου οργής θυμού αυτού ηφανίσθησαν. 23 επέβλεψα επί την γην. ότι ταλαιπωρούμεν. ότι εμού ημέλησας. και ακουσθήσεται πόνος εξ όρους Εφραίμ. ότι ήψατο έως της καρδίας σου. ωρμησα και ουκ αποστρέψω απ' αυτής. 17 ως φυλάσσοντες αγρόν εγένοντο επ' αυτήν κύκλω. 12 πνεύμα πληρώσεως ήξει μοι· νυν δε εγώ λαλώ κρίματά μου προς αυτούς. ου σιωπήσομαι. 27 τάδε λέγει Κύριος· έρημος έσται πάσα η γη. 15 διότι φωνή αγγέλλοντος εκ Δάν ήξει. 10 και είπα· ω δέσποτα Κύριε. ότι τεταλαιπώρηκε πάσα η γη· άφνω τεταλαιπώρηκεν η σκηνή. το δε καλώς ποιήσαι ουκ επέγνωσαν. την κοιλίαν μου αλγώ. οδός της θυγατρός του λαού μου ουκ εις καθαρόν ουδ' εις άγιον. 13 ιδού ως νεφέλη αναβήσεται και ως καταιγίς τα άρματα αυτού. λέγει Κύριος. και ιδού ο Κάρμηλος έρημος. διότι ελάλησα και ου μετανοήσω. και πάντα τα πετεινά του ουρανού επτοείτο· 26 είδον. 29 από φωνής ιππέως και εντεταμένου τόξου ανεχώρησε πάσα η χώρα· εισέδυσαν εις τα σπήλαια και εις τα άλση εκρύβησαν και επί τας πέτρας ανέβησαν· πάσα πόλις εγκατελείφθη. συντροφαί έρχονται εκ γης μακρόθεν και έδωκαν επί τας πόλεις Ιούδα φωνήν αυτών.

την ψυχήν σου ζητούσιν. 31 ότι φωνήν ως ωδινούσης ήκουσα. εάν εγχρίση στίβι τους οφθαλμούς σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κόσμω χρυσω. και ίλεως έσομαι αυτοίς. λέγει Κύριος. 9 μη επί τούτοις ουκ επισκέψομαι. εάν εύρητε άνδρα. ότι επλήθυναν ασεβείας αυτών. 4 και εγώ είπα· ίσως πτωχοί εισι. και ουκ ηθέλησαν δέξασθαι παιδείαν· εστερέωσαν τα πρόσωπα αυτών υπέρ πέτραν και ουκ ηθέλησαν επιστραφήναι. ει έστι ποιών κρίμα και ζητών πίστιν. οι υιοί σου εγκατέλιπόν με και ώμνυον εν τοις ουκ ούσι θεοίς· και εχόρτασα αυτούς και εμοιχώντο και εν οίκοις πορνών κατέλυον. οίκος Ισραήλ και οίκος Ιούδα. 12 εψεύσατο τω Κυρίω αυτών και είπαν· ουκ έστι ταύτα· ουχ ήξει εφ' ημάς κακά. ίσχυσαν εν ταις αποστροφαίς αυτών. 8 ίπποι θηλυμανείς εγενήθησαν. ει μάταιον ωραϊσμός σου· απώσαντό σε οι ερασταί σου. 2 ζη Κύριος. 3 Κύριε. και λύκος έως των οικιών ωλόθρευσεν αυτούς. 6 δια τούτο έπαισεν αυτούς λέων εκ του δρυμού. ότι του Κυρίου εισίν. διότι ουκ εδυνάσθησαν. 10 ανάβητε επί τους προμαχώνας αυτής και κατασκάψατε. λέγει Κύριος. φωνή θυγατρός Σιών· εκλυθήσεται και παρήσει τας χείρας αυτής· οίμοι εγώ. ότι εκλείπει η ψυχή μου επί τοις ανηρημένοις. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΠΕΡΙΔΡΑΜΕΤΕ εν ταις οδοίς Ιερουσαλήμ και ίδετε και γνώτε και ζητήσατε εν ταις πλατείαις αυτής. οι οφθαλμοί σου εις πίστιν· εμαστίγωσας αυτούς. διέρρηξαν δεσμούς. ότι αυτοί επέγνωσαν οδόν Κυρίου και κρίσιν Θεού· και ιδού ομοθυμαδόν συνέτριψαν ζυγόν. συνετέλεσας αυτούς. συντέλειαν δε μη ποιήσητε· υπολίπεσθε τα υποστηρίγματα αυτής. και ουκ επόνεσαν. και μάχαιραν και λιμόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1511 . του στεναγμού σου ως πρωτοτοκούσης. λέγουσι· δια τούτο ουκ εν ψεύδεσιν ομνύουσι. 7 ποία τούτων ίλεως γένωμαί σοι. λέγει Κύριος. 11 ότι αθετών ηθέτησεν εις εμέ. ή εν έθνει τοιούτω ουκ εκδικήσει η ψυχή μου. και πάρδαλις εγρηγόρησεν επί τας πόλεις αυτών· πάντες οι εκπορευόμενοι απ' αυτών θηρευθήσονται. έκαστος επί την γυναίκα του πλησίον αυτού εχρεμέτιζον. ότι ουκ έγνωσαν οδόν Κυρίου και κρίσιν Θεού· 5 πορεύσομαι προς τους αδρούς και λαλήσω αυτοίς.

22 μη εμέ ου φοβηθήσεσθε. 21 ακούσατε δη ταύτα. 30 έκστασις και φρικτά εγενήθη επί της γης. τον διδόντα ημίν υετόν πρώϊμον και όψιμον κατά καιρόν πληρώσεως προστάγματος θερισμού και εφύλαξεν ημίν. και ακουσθήτω εν τω οίκω Ιούδα. ή από προσώπου μου ουκ ευλαβηθήσεσθε. και ηχήσουσι τα κύματα αυτής και ουχ υπερβήσεται αυτό. και αι αμαρτίαι υμών απέστησαν τα αγαθά αφ' υμών· 26 ότι ευρέθησαν εν τω λαω μου ασεβείς και παγίδας έστησαν του διαφθείραι άνδρας και συνελαμβάνοσαν. λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουκ οψόμεθα· 13 οι προφήται ημών ήσαν εις άνεμον. ώτα αυτοίς και ουκ ακούουσι. 14 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ανθ' ων ελαλήσατε το ρήμα τούτο. 23 τω δε λαω τούτω εγενήθη καρδία ανήκοος και απειθής. 19 και έσται όταν είπητε· τίνος ένεκεν εποίησε Κύριος ο Θεός ημών ημίν πάντα ταύτα. και εξέκλιναν και απήλθοσαν· 24 και ουκ είπον εν τη καρδία αυτών· φοβηθώμεν δη Κύριον τον Θεόν ημών. οφθαλμοί αυτοίς και ου βλέπουσιν. ου μη ποιήσω υμάς εις συντέλειαν. και λόγος Κυρίου ουχ υπήρχεν εν αυτοίς· ούτως έσται αυτοίς. 20 αναγγείλατε ταύτα εις τον οίκον Ιακώβ. 27 ως παγίς εφεσταμένη πλήρης πετεινών. ούτως δουλεύσετε αλλοτρίοις εν τη γη ουχ υμών. ούτως οι οίκοι αυτών πλήρεις δόλου· δια τούτο εμεγαλύνθησαν και επλούτησαν· 28 και παρέβησαν κρίσιν. ή εν έθνει τω τοιούτω ουκ εκδικήσει η ψυχή μου. λέγει Κύριος ο Θεός σου. έθνος ου ουκ ακούσει της φωνής της γλώσσης αυτού· 16 πάντες ισχυροί και κατέδονται τον θερισμόν υμών 17 και τους άρτους υμών και κατέδονται τους υιούς υμών και τας θυγατέρας υμών και κατέδονται τα πρόβατα υμών και τους μόσχους υμών και κατέδονται τους αμπελώνας υμών και τους συκώνας υμών και τους ελαιώνας υμών· και αλοήσουσι τας πόλεις τας οχυράς υμών. και καταφάγεται αυτούς. τον τάξαντα άμμον όριον τη θαλάσση. και ερείς αυτοίς· ανθ' ων εδουλεύσατε θεοίς αλλοτρίοις εν τη γη υμών. πρόσταγμα αιώνιον. 31 οι προφήται προφητεύουσιν άδικα. και ταραχθήσεται και ου δυνήσεται. εφ' αις υμείς πεποίθατε επ' αυταίς. οίκος Ισραήλ. ιδού εγώ δέδωκα τους λόγους μου εις το στόμα σου πυρ και τον λαόν τούτον ξύλα. και οι ιερείς επεκρότησαν ταις χερσίν αυτών. και ο λαός Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1512 . λέγει Κύριος. 18 και έσται εν ταις ημέραις εκείναις. και ουχ υπερβήσεται αυτό. ουκ έκριναν κρίσιν ορφανού και κρίσιν χήρας ουκ εκρίνοσαν. λαός μωρός και ακάρδιος. 25 αι ανομίαι υμών εξέκλιναν ταύτα. 29 μη επί τούτοις ουκ επισκέψομαι. εν ρομφαία. λέγει Κύριος. 15 ιδού εγώ επάγω εφ' υμάς έθνος πόρρωθεν.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ μου ηγάπησεν ούτως· και τι ποιήσετε εις τα μετά ταύτα. 10 προς τίνα λαλήσω και διαμαρτύρωμαι. και ου δυνήσονται ακούειν· ιδού το ρήμα Κυρίου εγένετο αυτοίς εις ονειδισμόν. μη ποιήσω σε άβατον γην. καλαμάσθε ως άμπελον τα κατάλοιπα του Ισραήλ. επιστρέψατε ως ο τρυγών επί τον κάρταλλον αυτού. 11 και τον θυμόν μου έπλησα και επέσχον και ου συνετέλεσα αυτούς. πρεσβύτερος μετά πλήρους ημερών. ότι ανήρ και γυνή συλληφθήσονται. μη αποστη η ψυχή μου από σου. λέγει Κύριος. 9 ότι τάδε λέγει Κύριος· καλαμάσθε. 13 ότι από μικρού αυτών και έως μεγάλου πάντες συνετελέσαντο άνομα. θύγατερ Σιών. αγροί και αι γυναίκες αυτών επί το αυτό. εκ μέσου της Ιερουσαλήμ και εν Θεκουέ σημάνατε σάλπιγγι και υπέρ Βαιθαχαρμά άρατε σημείον. ότι εκλείπουσιν αι σκιαί της εσπέρας. εκχεώ επί νήπια έξωθεν και επί συναγωγήν νεανίσκων άμα.ειρήνη. πόνω και μάστιγι 8 παιδευθήση Ιερουσαλήμ. έκχεον επί Ιερουσαλήμ δύναμιν· ω πόλις ψευδής. 4 παρασκευάσασθε επ' αυτήν εις πόλεμον. ότι εκτενώ την χείρά μου επί τους κατοικούντας την γην ταύτην. και εισακούσεται. ου μη βουληθώσιν αυτό ακούσαι. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΕΝΙΣΧΥΣΑΤΕ. 12 και μεταστραφήσονται αι οικίαι αυτών εις ετέρους. όλη καταδυναστεία εν αυτη. 6 ότι τάδε λέγει Κύριος· έκκοψον τα ξύλα αυτής. ότι κέκλικεν η ημέρα. ότι κακά εκκέκυφεν από βορρά. και συντριβή μεγάλη γίνεται. ούτω ψύχει κακία αυτής· ασέβεια και ταλαιπωρία ακουσθήσεται εν αυτη επί πρόσωπον αυτής διαπαντός. 2 και αφαιρεθήσεται το ύψος σου. από ιερέως και έως ψευδοπροφήτου πάντες εποίησαν ψευδή. υιοί Βενιαμίν. ανάστητε και αναβώμεν επ' αυτήν μεσημβρίας· ουαί ημίν. 7 ως ψύχει λάκκος ύδωρ. 14 και ιώντο σύντριμμα του λαού μου εξουθενούντες και λέγοντες· ειρήνη . και που εστιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1513 . ιδού απερίτμητα τα ώτα αυτών. ήτις ου κατοικηθήσεται. 5 ανάστητε και αναβώμεν επ' αυτήν νυκτί και διαφθείρωμεν τα θεμέλια αυτής. 3 εις αυτήν ήξουσι ποιμένες και τα ποίμνια αυτών και πήξουσιν επ' αυτήν σκηνάς κύκλω και ποιμανούσιν έκαστος τη χειρί αυτού.

πάντες διεφθαρμένοι εισίν. θύγατερ Σιών. 21 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ δίδωμι επί τον λαόν τούτον ασθένειαν. 25 μη εκπορεύεσθε εις αγρόν και εν ταις οδοίς μη βαδίζετε. εξέλιπε μόλυβδος· εις κενόν αργυροκόπος αργυροκοπεί. και ερωτήσατε τρίβους Κυρίου αιωνίους και ίδετε ποία εστίν η οδός η αγαθή. δια τούτο πεσούνται εν τη πτώσει αυτών και εν καιρω επισκοπής απολούνται. τα ολοκαυτώματα υμών ουκ εισί δεκτά. και έθνη εξεγερθήσονται απ' εσχάτου της γης· 23 τόξον και ζιβύνην κρατήσουσιν. ωδίνες ως τικτούσης. 16 τάδε λέγει Κύριος· στήτε επί ταις οδοίς και ίδετε. εφ' ίπποις και άρμασι παρατάξεται ως πυρ εις πόλεμον προς σε. και ασθενήσουσιν εν αυτω πατέρες και υιοί άμα. και βαδίζετε εν αυτη. 19 άκουε. πονηρία αυτών ουκ ετάκη. τον καρπόν αποστροφής αυτών. 17 καθέστακα εφ' υμάς σκοπούς. ότι των λόγων μου ου προσέσχον και τον νόμον μου απώσαντο. ακούσατε της φωνής της σάλπιγγος· και είπαν· ουκ ακουσόμεθα. 24 ηκούσαμεν την ακοήν αυτών. 15 κατησχύνθησαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1514 . γείτων και ο πλησίον αυτού απολούνται. 26 θύγατερ λαού μου. γη· ιδού εγώ επάγω επί τον λαόν τούτον κακά. 29 εξέλιπε φυσητήρ από πυρός. 22 τάδε λέγει Κύριος· ιδού λαός έρχεται από βορρά. κατάπασσε εν σποδω. ιταμός εστι και ουκ ελεήσει. πορευόμενοι σκολιώς. και γνώση με εν τω δοκιμάσαι με την οδόν αυτών· 28 πάντες ανήκοοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ειρήνη. και είπαν· ου πορευσόμεθα. 30 αργύριον αποδεδοκιμασμένον καλέσατε αυτούς. ότι εξελίποσαν· και ουδ' ως καταισχυνόμενοι κατησχύνθησαν και την ατιμίαν αυτών ουκ έγνωσαν. ότι απεδοκίμασεν αυτούς Κύριος. ότι ρομφαία των εχθρών παροικεί κυκλόθεν. θλίψις κατέσχεν ημάς. και αι θυσίαι υμών ουχ ήδυνάν μοι. 27 δοκιμαστήν δέδωκά σε εν λαοίς δεδοκιμασμένοις. κοπετόν οικτρόν. 20 ινατί μοι λίβανον εκ Σαβά φέρετε και κινάμωμον εκ γης μακρόθεν. φωνή αυτού ως θάλασσα κυμαίνουσα. 18 δια τούτο ήκουσαν τα έθνη και οι ποιμαίνοντες τα ποίμνια αυτών. περίζωσαι σάκκον. πένθος αγαπητού ποίησαι σεαυτη. παρελύθησαν αι χείρες ημών. και ευρήσετε αγνισμόν ταις ψυχαίς υμών. ότι εξαίφνης ήξει ταλαιπωρία εφ' υμάς. χαλκός και σίδηρος. είπε Κύριος.

3 τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· διορθώσατε τας οδούς υμών και τα επιτηδεύματα υμών. ω επικέκληται το όνομά μου επ' αυτω. ου επικέκληται το όνομά μου επ' αυτω. 15 και απορρίψω υμάς από προσώπου μου. και ελάλησα προς υμάς και ουκ ηκούσατέ μου. παν το σπέρμα Εφραίμ. του κακώς είναι υμίν 10 και ήλθετε και έστητε ενώπιον εμού εν τω οίκω. εφ' ω υμείς πεποίθατε επ' αυτω. και τω τόπω. 18 οι υιοί αυτών συλλέγουσι ξύλα. και είπατε· απεσχήμεθα του μη ποιείν πάντα τα βδελύγματα ταύτα. και εκάλεσα υμάς και ουκ απεκρίθητε. ναός Κυρίου εστίν. 17 ή ουχ οράς τι αυτοί ποιούσιν εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εν ταις οδοίς Ιερουσαλήμ. 13 και νυν ανθ' ων εποιήσατε πάντα τα έργα ταύτα. καθώς απέρριψα τους αδελφούς υμών. ου κατεσκήνωσα το όνομά μου εκεί έμπροσθεν. ότι το παράπαν ουκ ωφελήσουσιν υμάς λέγοντες· ναός Κυρίου. ότι ουκ εισακούσομαι. 5 ότι εάν διορθούντες διορθώσητε τας οδούς υμών και τα επιτηδεύματα υμών και ποιούντες ποιήσητε κρίσιν ανά μέσον ανδρός και ανά μέσον του πλησίον αυτού 6 και προσήλυτον και ορφανόν και χήραν μη καταδυναστεύσητε και αίμα αθωον μη εκχέητε εν τω τόπω τούτω και οπίσω θεών αλλοτρίων μη πορεύησθε εις κακόν υμίν. λέγει Κύριος. και αι γυναίκες αυτών τρίβουσι σταίς του ποιήσαι χαυώνας τη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1515 . ή έδωκα τοις πατράσιν υμών εξ αιώνος και έως αιώνος. και οι πατέρες αυτών καίουσι πυρ. 12 ότι πορεύθητε εις τον τόπον μου τον εν Σηλώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 2 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ λόγον Κυρίου πάσα Ιουδαία. όθεν ουκ ωφεληθήσεσθε. καθώς εποίησα τη Σηλώ. 14 τοίνυν καγώ ποιήσω τω οίκω τούτω. και ιδού εγώ εώρακα. ου επικέκληται το όνομά μου επ' αυτω εκεί. και κατοικιώ υμάς εν τω τόπω τούτω. 8 ει δε υμείς πεποίθατε επί λόγοις ψευδέσιν. ενώπιον υμών. και ίδετε α εποίησα αυτω από προσώπου κακίας λαού μου Ισραήλ. 16 και συ μη προσεύχου περί του λαού τούτου και μη αξιού του ελεηθήναι αυτούς και μη εύχου και μη προσέλθης μοι περί αυτών. 11 μη σπήλαιον ληστών ο οίκός μου. 9 και φονεύετε και μοιχάσθε και κλέπτετε και ομνύετε επ' αδίκω και θυμιάτε τη Βάαλ και επορεύεσθε οπίσω θεών αλλοτρίων. ων ουκ οίδατε. εν γη. 7 και κατοικιώ υμάς εν τω τόπω τούτω. 4 μη πεποίθατε εφ' εαυτοίς επί λόγοις ψευδέσιν. ω έδωκα υμίν και τοις πατράσιν υμών.

ότι εις ερήμωσιν έσται πάσα η γη. τους προφήτας. 19 μη εμέ αυτοί παροργίζουσι. ος εστιν εν φάραγγι υιού Εννόμ.29 Κείραι την κεφαλήν σου και απόρριπτε και ανάλαβε επί χειλέων θρήνον. 24 και ουκ ήκουσάν μου. 20 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού οργή και θυμός μου χείται επί τον τόπον τούτον και επί τους ανθρώπους και επί τα κτήνη και επί παν ξύλον του αγρού αυτών και επί τα γεννήματα της γης. ή ανήγαγον αυτούς εκ γης Αιγύπτου. και εξαπέστειλα προς υμάς πάντας τους δούλους μου. 33 και έσονται οι νεκροί του λαού τούτου εις βρώσιν τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. περί ολοκαυτωμάτων και θυσίας· 23 αλλ' ή το ρήμα τούτο ενετειλάμην αυτοίς. αλλ' επορεύθησαν εν τοις ενθυμήμασι της καρδίας αυτών της κακής και εγενήθησαν εις τα όπισθεν και ουκ εις τα έμπροσθεν. του κατακαίειν τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών εν πυρί. 25 αφ' ης ημέρας εξήλθοσαν οι πατέρες αυτών εκ γης Αιγύπτου και έως της ημέρας ταύτης. ου επικέκληται το όνομά μου επ' αυτόν. φωνήν νυμφίου και φωνήν νύμφης. και ουκ ερούσιν έτι· Βωμός του Ταφέθ και φάραγξ υιού Εννόμ. αις αν εντείλωμαι υμίν. 30 ότι εποίησαν οι υιοί Ιούδα το πονηρόν εναντίον εμού. ό ουκ ενετειλάμην αυτοίς και ου διενοήθην εν τη καρδία μου. όπως καταισχυνθή τα πρόσωπα αυτών. . Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1516 . και έσπεισαν σπονδάς θεοίς αλλοτρίοις. και απέστειλα. και ου προσέσχε το ους αυτών. αλλ' ή Φάραγξ των ανηρημένων. 32 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. 34 και καταλύσω εκ πόλεων Ιούδα και εκ διόδων Ιερουσαλήμ φωνήν ευφραινομένων και φωνήν χαιρόντων. εξέλιπεν η πίστις εκ στόματος αυτών. και ουκ έσται ο αποσοβών. λέγει Κύριος· έταξαν τα βδελύγματα αυτών εν τω οίκω. ίνα παροργίσωσί με. και υμείς έσεσθέ μοι εις λαόν· και πορεύεσθε εν πάσαις ταις οδοίς μου. όπως αν εύ ή υμίν. και ου προσέσχε το ους αυτών. 22 ότι ουκ ελάλησα προς τους πατέρας υμών και ουκ ενετειλάμην αυτοίς εν ημέρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ στρατιά του ουρανού. 26 και ουκ εισήκουσάν μου. και θάψουσιν εν τω Ταφέθ δια το μη υπάρχειν τόπον. 21 τάδε λέγει Κύριος· τα ολοκαυτώματα υμών συναγάγετε μετά των θυσιών υμών και φάγετε κρέα. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος· ουχί εαυτούς. του μιάναι αυτόν· 31 και ωκοδόμησαν τον βωμόν του Ταφέθ. και έσομαι υμίν εις Θεόν. και καυθήσεται και ου σβεσθήσεται. ό ουκ ήκουσε της φωνής Κυρίου ουδέ εδέξατο παιδείαν. ότι απεδοκίμασε Κύριος και απώσατο την γενεάν την ποιούσαν ταύτα. ημέρας και όρθρου. και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών υπέρ τους πατέρας αυτών. 28 και ερείς αυτοίς τούτον τον λόγον· τούτο το έθνος. λέγων· ακούσατε της φωνής μου.

και ουκ έστι σύκα εν ταις συκαίς. από φωνής χρεμετισμού ιππασίας ίππων αυτού εσείσθη πάσα η γη· και ήξει και καταφάγεται την γην και το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1517 . ότι ημάρτομεν εναντίον αυτού. ουκ έστι σταφυλή εν ταις αμπέλοις. 16 εκ Δάν ακουσόμεθα φωνήν οξύτητος ίππων αυτού. λέγει Κύριος. εξοίσουσι τα οστά των βασιλέων Ιούδα και τα οστά των αρχόντων αυτού και τα οστά των ιερέων και τα οστά προφητών και τα οστά των κατοικούντων εν Ιερουσαλήμ εκ των τάφων αυτών 2 και ψύξουσιν αυτά προς τον ήλιον και την σελήνην και προς πάντας τους αστέρας και προς πάσαν την στρατιάν του ουρανού. και ιδού σπουδή. αγρού στρουθία εφύλαξαν καιρούς εισόδων εαυτών. και πάσι τοις καταλοίποις τοις καταλειφθείσιν από της γενεάς εκείνης εν παντί τόπω. λέγων· τι εποίησα. εις μάτην εγενήθη σχοίνος ψευδής γραμματεύσιν. και νόμος Κυρίου μεθ' ημών εστιν. συνάχθητε και εισέλθωμεν εις τας πόλεις τας οχυράς και απορριφώμεν. και έσονται εις παράδειγμα επί προσώπου της γης. 15 συνήχθημεν εις ειρήνην. α ηγάπησαν. ο δε λαός μου ούτος ουκ έγνω τα κρίματα Κυρίου. 7 και η ασίδα εν τω ουρανω έγνω τον καιρόν αυτής. 9 ησχύνθησαν σοφοί και επτοήθησαν και εάλωσαν. τρυγών και χελιδών. και οίς εδούλευσαν και ων επορεύθησαν οπίσω αυτών και ων αντείχοντο και οίς προσεκύνησαν αυτοίς· ου κοπήσονται και ου ταφήσονται. και τα φύλλα κατερρύηκεν. ότι τον λόγον Κυρίου απεδοκίμασαν· σοφία τις εστιν εν αυτοίς. λέγει Κύριος. . 6 ενωτίσασθε δη και ακούσατε· ουχ ούτω λαλήσουσιν· ουκ έστιν άνθρωπος μετανοών από της κακίας αυτού. 10 δια τούτο δώσω τας γυναίκας αυτών ετέροις και τους αγρούς αυτών τοις κληρονόμοις· 13 και συνάξουσι τα γεννήματα αυτών. ότι Θεός απέρριψεν ημάς και επότισεν ημάς ύδωρ χολής. ή ο αποστρέφων ουκ αναστρέφει. διέλιπεν ο τρέχων από του δρόμου αυτού ως ίππος κάθιδρος εν χρεμετισμω αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΕΝ τω καιρω εκείνω. 5 διατί απέστρεψεν ο λαός μου ούτος αποστροφήν αναιδή και κατεκρατήθησαν εν τη προαιρέσει αυτών και ουκ ηθέλησαν του επιστρέψαι. 14 επί τι ημείς καθήμεθα.4 Οτι τάδε λέγει Κύριος· μη ο πίπτων ουκ ανίσταται. 8 Πως ερείτε· ότι σοφοί εσμεν ημείς. 3 ότι είλοντο τον θάνατον ή την ζωήν. και ουκ ην αγαθά· εις καιρόν ιάσεως. ου εάν εξώσω αυτούς εκεί.

ή εν λαω τοιούτω ουκ εκδικήσει η ψυχή μου. 20 διήλθε θέρος. 2 τις δώη μοι εν τη ερήμω σταθμόν έσχατον και καταλείψω τον λαόν μου και απελεύσομαι απ' αυτών. ότι πας αδελφός πτέρνη πτερνιεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πλήρωμα αυτής. ότι εκ κακών εις κακά εξήλθοσαν και εμέ ουκ έγνωσαν. και δήξονται υμάς 18 ανίατα μετ' οδύνης καρδίας υμών απορουμένης. διατί παρώργισάν με εν τοις γλυπτοίς αυτών και εν ματαίοις αλλοτρίοις. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΤΙΣ δώσει κεφαλή μου ύδωρ και οφθαλμοίς μου πηγήν δακρύων. 4 έκαστος από του πλησίον αυτού φυλάξασθε και επ' αδελφοίς αυτών μη πεποίθατε. ότι πάντες μοιχώνται. ψεύδος και ου πίστις ενίσχυσεν επί της γης. λέγει Κύριος. 7 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ πυρώσω αυτούς και δοκιμώ αυτούς. 6 τόκος επί τόκω και δόλος επί δόλω· ουκ ήθελον ειδέναι με. 5 έκαστος κατά του φίλου αυτού καταπαίξεται. 22 μη ρητίνη ουκ έστιν εν Γαλαάδ. πόλιν και τους κατοικούντας εν αυτη. ή βασιλεύς ουκ έστιν εκεί. δόλια τα ρήματα του στόματος αυτών· τω πλησίον αυτού λαλεί ειρηνικά και εν εαυτω έχει την έχθραν. παρήλθεν άμητος. αλήθειαν ου μη λαλήσωσι· μεμάθηκεν η γλώσσα αυτών λαλείν ψευδή. 3 και ενέτειναν την γλώσσαν αυτών ως τόξον. σύνοδος αθετούντων. οίς ουκ έστιν επάσαι. ότι εξέλιπον παρά το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1518 . ότι ποιήσω από προσώπου πονηρίας θυγατρός λαού μου. ή ιατρός ουκ έστιν εκεί. διατί ουκ ανέβη ίασις θυγατρός λαού μου. φησί Κύριος. και πας φίλος δολίως πορεύσεται. ηδίκησαν και ου διέλιπον του επιστρέψαι. φησί Κύριος. και ημείς ου διεσώθημεν. 19 ιδού φωνή κραυγής θυγατρός λαού μου από γης μακρόθεν· μη Κύριος ουκ έστιν εν Σιών. 17 διότι ιδού εγώ εξαποστέλλω εις υμάς όφεις θανατούντας. και κλαύσομαι τον λαόν μου τούτον ημέρας και νυκτός. 8 βολίς τιτρώσκουσα η γλώσσα αυτών. 10 Επί τα όρη λάβετε κοπετόν και επί τας τρίβους της ερήμου θρήνον. 21 επί συντρίμματι θυγατρός λαού μου εσκοτώθην· εν απορία κατίσχυσάν με ωδίνες ως τικτούσης. τους τετραυματισμένους θυγατρός λαού μου. 9 μη επί τούτοις ουκ επισκέψομαι.

25 ιδού ημέραι έρχονται. 24 αλλ' ή εν τούτω καυχάσθω ο καυχώμενος. 19 ότι φωνή οίκτου ηκούσθη εν Σιών· Πως εταλαιπωρήσαμεν. συνίειν και γινώσκεν ότι εγώ ειμι Κύριος ο ποιών έλεος και κρίμα και δικαιοσύνην επί της γης. και πας οίκος Ισραήλ απερίτμητοι καρδίας αυτών. τους κατοικούντας εν τη ερήμω· ότι πάντα τα έθνη απερίτμητα σαρκί. 20 ακούσατε δη. και επαποστελώ επ' αυτούς την μάχαιραν έως του εξαναλώσαι αυτούς εν αυτη. και καταγαγέτωσαν οι οφθαλμοί υμών δάκρυα. και συνέτω τούτο. α εδίδαξαν αυτούς οι πατέρες αυτών· 15 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ ψωμιώ αυτούς ανάγκας και ποτιώ αυτούς ύδωρ χολής 16 και διασκορπιώ αυτούς εν τοις έθνεσιν. γυναίκες. κατησχύνθημεν σφόδρα. εις ους ουκ εγίνωσκον αυτοί και οι πατέρες αυτών. και επισκέψομαι επί πάντας περιτετμημένους ακροβυστίας αυτών. 12 τις ο άνθρωπος ο συνετός. 26 επ' Αίγυπτον και επί Ιδουμαίαν και επί Εδώμ και επί υιούς Αμμών και επί υιούς Μωάβ και επί πάντα περικειρόμενον τα κατά πρόσωπον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μη είναι ανθρώπους· ουκ ήκουσαν φωνήν υπάρξεως· από πετεινών του ουρανού και έως κτηνών εξέστησαν. αναγγειλάτω υμίν· ένεκεν τίνος απώλετο η γη. και μη καυχάσθω ο ισχυρός εν τη ισχύϊ αυτού. λόγον Θεού.23 Τάδε λέγει Κύριος· μη καυχάσθω ο σοφός εν τη σοφία αυτού. λέγει Κύριος. και μη καυχάσθω ο πλούσιος εν τω πλούτω αυτού. και ουκ ήκουσαν της φωνής μου. και δεξάσθω τα ώτα υμών λόγους στόματος αυτού. και τα βλέφαρα υμών ρείτω ύδωρ. ανήφθη ως έρημος παρά το μη διοδεύεσθαι αυτήν. 14 αλλ' επορεύθησαν οπίσω των αρεστών της καρδίας αυτών της κακής και οπίσω των ειδώλων. 13 και είπε Κύριος προς με· δια το εγκαταλιπείν αυτούς τον νόμον μου. 11 και δώσω την Ιερουσαλήμ εις μετοικίαν και εις κατοικητήριον δρακόντων και τας πόλεις Ιούδα εις αφανισμόν θήσομαι. ότι εν τούτοις το θέλημά μου. 17 τάδε λέγει Κύριος· καλέσατε τας θρηνούσας και ελθέτωσαν. και ω λόγος στόματος Κυρίου προς αυτόν. 21 ότι ανέβη θάνατος δια των θυρίδων υμών. λέγει Κύριος. και διδάξατε τας θυγατέρας υμών οίκτον και γυνή τον πλησίον αυτής θρήνον. και ουκ έσται ο συνάγων. ώχοντο. . 22 και έσονται οι νεκροί των ανθρώπων εις παράδειγμα επί προσώπου του πεδίου της γης υμών και ως χόρτος οπίσω θερίζοντος. παρά το μη κατοικείσθαι. ότι εγκατελίπομεν την γην και απερρίψαμεν τα σκηνώματα ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1519 . εισήλθεν εις την γην υμών του εκτρίψαι νήπια έξωθεν και νεανίσκους από των πλατειών. και προς τας σοφάς αποστείλατε και φθεγξάσθωσαν 18 και λαβέτωσαν εφ' υμάς θρήνον. ον έδωκα προ προσώπου αυτών.

κατοικούσα εν εκλεκτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΑΚΟΥΣΑΤΕ τον λόγον Κυρίου. και ανήγαγε νεφέλας εξ εσχάτου της γης. ότι ψευδή εχώνευσεν. 11 ούτως ερείτε αυτοίς· θεοί. ότι ουκ επιβήσονται. και ου κινηθήσονται· αργύριον τορευτόν εστιν. 16 ουκ έστι τοιαύτη μερίς τω Ιακώβ. οί τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν. ο ανορθώσας την οικουμένην εν τη σοφία αυτού και τη φρονήσει αυτού εξέτεινε τον ουρανόν. αλγηρά η πληγή σου. αστραπάς εις υετόν εποίησε και εξήγαγε φως εκ θησαυρών αυτού. έργα εμπεπαιγμένα. ώλετο. 3 ότι τα νόμιμα των εθνών μάταια· ξύλον εστίν εκ του δρυμού εκκεκομμένον. εν καιρω επισκοπής αυτών απολούνται. ότι ου μη κακοποιήσωσι. 21 ότι οι ποιμένες ηφρονεύσαντο και τον Κύριον ουκ εξεζήτησαν· δια τούτο ουκ ενόησε πάσα η νομή και διεσκοσπίσθησαν. και αγαθόν ουκ έστιν εν αυτοίς. ότι φοβούνται αυτά τοις προσώποις αυτών. κατησχύνθη πας χρυσοχόος επί τοις γλυπτοίς αυτού. Κύριος όνομα αυτω. καγώ είπα· όντως τούτο το τραύμά μου και κατέλαβέ με· 20 η σκηνή μου εταλαιπώρησεν. ότι ο πλάσας τα πάντα αυτός κληρονομία αυτού. 22 φωνή ακοής ιδού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1520 . 13 και πλήθος ύδατος εν ουρανω. 17 Συνήγαγεν έξωθεν την υπόστασίν σου. 18 ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ σκελίζω τους κατοικούντας την γην ταύτην εν θλίψει. μη φοβηθήτε αυτά. οίκος Ισραήλ· 2 τάδε λέγει Κύριος· κατά τας οδούς των εθνών μη μανθάνετε και από των σημείων του ουρανού μη φοβείσθε. ον ελάλησεν εφ' υμάς. 5 θήσουσιν αυτά. ουκ έστιν έτι τόπος της σκηνής μου. ουκ έστι πνεύμα εν αυτοίς· 15 μάταιά εστιν. και πάσαι αι δέρρεις μου διεσπάσθησαν· οι υιοί μου και τα πρόβατά μου ουκ εισίν. 14 εμωράνθη πας άνθρωπος από γνώσεως. 12 Κύριος ο ποιήσας την γην εν τη ισχύϊ αυτού. έργα τεχνιτών πάντα· υάκινθον και πορφύραν ενδύσουσιν αυτά· 5 αιρόμενα αρθήσονται. τόπος των δέρρεών μου. όπως ευρεθή η πληγή σου· 19 ουαί επί συντρίμματί σου. έργον τέκτονος και χώνευμα· 4 αργυρίω και χρυσίω κεκαλλωπισμένα εστίν· εν σφύραις και ήλοις εστερέωσαν αυτά. απολέσθωσαν εκ της γης και υποκάτωθεν του ουρανού τούτου. ου πορεύσονται· αργύριον προσβλητόν από Θαρσίς ήξει. χρυσίον Μωφάζ και χείρ χρυσοχόων.

9 και είπε Κύριος προς με· ευρέθη σύνδεσμος εν ανδράσιν Ιούδα και εν τοις κατοικούσιν εν Ιερουσαλήμ· 10 επεστράφησαν επί τας αδικίας των πατέρων αυτών των πρότερον. όσα εάν εντείλωμαι υμίν. 23 οίδα. ην διεθέμην προς τους πατέρας αυτών. 8 και ουκ εποίησαν. λέγων· ακούσατε της φωνής μου και ποιήσατε πάντα. ον ώμοσα τοις πατράσιν υμών. ότι ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού. και λαλήσεις προς άνδρας Ιούδα και προς τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ· 3 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· επικατάρατος ο άνθρωπος. 4 ης ενετειλάμην τοις πατράσιν υμών εν ημέρα. και έσεσθέ μοι εις λαόν. πλήν εν κρίσει και μη εν θυμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έρχεται και σεισμός μέγας εκ γης βορρά του τάξαι τας πόλεις Ιούδα εις αφανισμόν και κοίτην στρουθών. και κεκράξονται προς με. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 2 ακούσατε τους λόγους της διαθήκης ταύτης. ότι κατέφαγον τον Ιακώβ και εξανήλωσαν αυτόν και την νομήν αυτού ηρήμωσαν. 5 όπως στήσω τον όρκον μου. ος ουκ ακούσεται των λόγων της διαθήκης ταύτης. Κύριε. ουδέ ανήρ πορεύσεται και κατορθώσει πορείαν αυτού. Κύριε. εξ ων ου δυνήσονται εξελθείν εξ αυτών. 25 έκχεον τον θυμόν σου επί έθνη τα μη ειδότα σε και επί γενεάς. και εγώ έσομαι υμίν εις Θεόν. ή ανήγαγον αυτούς εκ γης Αιγύπτου. και διεσκέδασεν οίκος Ισραήλ και οίκος Ιούδα την διαθήκην μου. και ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1521 . εκ καμίνου της σιδηράς. 6 και είπε Κύριος προς με· ανάγνωθι τους λόγους τούτους εν πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ λέγων· ακούσατε τους λόγους της διαθήκης ταύτης και ποιήσατε αυτούς. ίνα μη ολίγους ημάς ποιήσης. Κύριε. και απεκρίθην και είπα· γένοιτο. αι το όνομά σου ουκ επεκαλέσαντο. 11 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί τον λαόν τούτον κακά. του δούναι αυτοίς γην ρέουσαν γάλα και μέλι καθώς η ημέρα αύτη. 24 παίδευσον ημάς. οί ουκ ηθέλησαν εισακούσαι των λόγων μου. και ιδού αυτοί πορεύονται οπίσω θεών αλλοτρίων του δουλεύειν αυτοίς.

19 εγώ δε ως αρνίον άκακον αγόμενον του θύεσθαι ουκ έγνων· επ' εμέ ελογίσαντο λογισμόν πονηρόν λέγοντες· δεύτε και εμβάλωμεν ξύλον εις τον άρτον αυτού και εκτρίψωμεν αυτόν από γης ζώντων. 14 και συ μη προσεύχου περί του λαού τούτου και μη αξίου περί αυτών εν δεήσει και προσευχή. 17 και Κύριος ο καταφυτεύσας σε ελάλησεν επί σε κακά αντί της κακίας οίκου Ισραήλ και οίκου Ιούδα. ότι προς σε απεκάλυψα το δικαίωμά μου. ηχρεώθησαν οι κλάδοι αυτής. 13 ότι κατ' αριθμόν των πόλεών σου ήσαν θεοί σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1522 . 18 Κύριε. και γνώσομαι· τότε είδον τα επιτηδεύματα αυτών. δοκιμάζων νεφρούς και καρδίας. και το όνομα αυτού ου μη μνησθή ουκέτι. τους λέγοντας· ου μη προφητεύσεις επί τω ονόματι Κυρίου. γνώρισόν μοι. εν καιρω κακώσεως αυτών. εν ενιαυτω επισκέψεως αυτών. οί μη σώσουσιν αυτούς εν τω καιρω των κακών αυτών. Ιούδα. 12 και πορεύσονται πόλεις Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ και κεκράξονται προς τους θεούς. 20 Κύριε κρίνων δίκαια. εν ω επικαλούνταί με. αποθάνη εν ταις χερσίν ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισακούσομαι αυτών. μη ευχαί και κρέα άγια αφελούσιν από σου τας κακίας σου. ή τούτοις διαφεύξη. ότι ουκ εισακούσομαι εν τω καιρω. μεγάλη η θλίψις επί σε. ίδοιμι την παρά σου εκδίκησιν εξ αυτών. ει δε μη. 15 τι η ηγαπημένη εν τω οίκω μου εποίησε βδέλυγμα. 23 και εγκατάλειμμα ουκ έσται αυτών. εύσκιον τω είδει εκάλεσε Κύριος το όνομά σου· εις φωνήν περιτομής αυτής ανήφθη πυρ επ' αυτήν. 16 ελαίαν ωραίαν. και οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες αυτών τελευτήσουσιν εν λιμω. οίς αυτοί θυμιώσιν αυτοίς. ότι εποίησαν εαυτοίς του παροργίσαι με εν τω θυμιάν αυτούς τη Βάαλ. 21 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος επί τους άνδρας Αναθώθ τους ζητούντας την ψυχήν μου. ότι επάξω κακά επί τους κατοικούντας εν Αναθώθ. και κατ' αριθμόν εξόδων της Ιερουσαλήμ ετάξατε βωμούς θυμιάν τη Βάαλ. 22 ιδού εγώ επισκέψομαι επ' αυτούς· οι νεανίσκοι αυτών εν μαχαίρα αποθανούνται.

5 σου οι πόδες τρέχουσι και εκλύουσί σε· Πως παρασκευάση εφ' ίπποις και εν γη ειρήνης συ πέποιθας. ουκ έστιν ειρήνη πάση σαρκί. έδωκαν την μερίδα την επιθυμητήν μου εις έρημον άβατον. 11 ετέθη εις αφανισμόν απωλείας. πλήν κρίματα λαλήσω προς σε· τι ότι οδός ασεβών ευοδούται. βαδίσατε. Κύριε. από ονειδισμού έναντι Κυρίου. έδωκα την ηγαπημένην ψυχήν μου εις χείρας εχθρών αυτής. συναγάγετε πάντα τα θηρία του αγρού. . 13 εσπείρατε πυρούς και ακάνθας θερίζετε· οι κλήροι αυτών ουκ ωφελήσουσιν αυτούς· αισχύνθητε από καυχήσεως υμών. 3 και συ. 10 ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνά μου. Πως ποιήσεις εν φρυάγματι του Ιορδάνου. 6 ότι και οι αδελφοί σου και ο οίκος του πατρός σου. ότι ουκ έστιν ανήρ τιθέμενος εν καρδία. εκ των οπίσω σου επισυνήχθησαν· μη πιστεύσης εν αυτοίς. ηφανίσθησαν κτήνη και πετεινά. 12 επί πάσαν διεκβολήν εν τη ερήμω ήλθον ταλαιπωρούντες. γινώσκεις με. έκαστον εις την κληρονομίαν αυτού και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1523 . ότι απολογήσομαι προς σε. και ούτοι ηθέτησάν σε. ότι είπαν· ουκ όψεται ο Θεός οδούς ημών. ευθήνησαν πάντες οι αθετούντες αθετήματα.14 Οτι τάδε λέγει Κύριος περί πάντων των γειτόνων των πονηρών των απτομένων της κληρονομίας μου.7 Εγκαταλέλοιπα τον οίκόν μου. και ελθέτωσαν του φαγείν αυτήν. 15 και έσται μετά το εκβαλείν με αυτούς επιστρέψω και ελεήσω αυτούς και κατοικιώ αυτούς. 2 εφύτευσας αυτούς και ερριζώθησαν· ετεκνοποιήσαντο και εποίησαν καρπόν· εγγύς ει συ του στόματος αυτών και πόρρω από των νεφρών αυτών. δεδοκίμακας την καρδίαν μου εναντίον σου· άγνισον αυτούς εις ημέραν σφαγής αυτών. ότι λαλήσουσι προς σε καλά. δια τούτο εμίσησα αυτήν. 8 εγενήθη η κληρονομία μου εμοί ως λέων εν δρυμω· έδωκεν επ' εμέ την φωνήν αυτής. . αφήκα την κληρονομίαν μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΔΙΚΑΙΟΣ ει. Κύριε. 4 έως πότε πενθήσει η γη και πας ο χόρτος του αγρού ξηρανθήσεται από κακίας των κατοικούντων εν αυτη. 9 μη σπήλαιον υαίνης η κληρονομία μου εμοί ή σπήλαιον κύκλω αυτής. δι' εμέ αφανισμω ηφανίσθη πάσα η γη. εμόλυναν την μερίδα μου. ότι μάχαιρα του Κυρίου καταφάγεται απ' άκρου της γης έως άκρου της γης. και αυτοί εβόησαν. ης εμέρισα τω λαω μου Ισραήλ· ιδού εγώ αποσπώ αυτούς από της γης αυτών και τον Ιούδαν εκβαλώ εκ μέσου αυτών.

καθώς ενετείλατό μοι Κύριος. 3 και εγενήθη λόγος Κυρίου προς με λέγων· 4 λαβέ το περίζωμα το περί την οσφύν σου και ανάστηθι και βάδισον επί τον Ευφράτην και κατάκρυψον αυτό εκεί εν τη τρυμαλιά της πέτρας. 10 την πολλήν ταύτην ύβριν. 7 και επορεύθην επί τον Ευφράτην ποταμόν και ώρυξα και έλαβον το περίζωμα εκ του τόπου. και εν ύδατι ου διελεύσεται. 11 ότι καθάπερ κολλάται το περίζωμα περί την οσφύν του ανθρώπου. και οικοδομηθήσονται εν μέσω του λαού μου· 17 εάν δε μη επιστρέψωσι. και ουκ εισήκουσάν μου. 2 και εκτησάμην το περίζωμα κατά τον λόγον Κυρίου και περιέθηκα περί την οσφύν μου. βάδισον επί τον Ευφράτην και λαβέ εκείθεν το περίζωμα. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· βάδισον και κτήσαι σεαυτω περίζωμα λινούν και περίθου περί την οσφύν σου. 8 και εγενήθη λόγος Κυρίου προς με λέγων· τάδε λέγει Κύριος· 9 ούτω φθερώ την ύβριν Ιούδα και την ύβριν Ιερουσαλήμ. ούτως εκόλλησα προς εμαυτόν τον οίκον του Ισραήλ και πάντα οίκον Ιούδα του γενέσθαι μοι εις λαόν ονομαστόν και εις καύχημα και εις δόξαν. ζη Κύριος. ό ου μη χρησθή εις ουθέν. και έσονται ωσπερ το περίζωμα τούτο. και εξαρώ το έθνος εκείνο εξάρσει και απωλεία. τους μη βουλομένους υπακούειν των λόγων μου και πορευθέντας οπίσω θεών αλλοτρίων του δουλεύειν αυτοίς και του προσκυνείν αυτοίς. ου κατώρυξα αυτό εκεί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έκαστον εις την γην αυτού. και ιδού διεφθαρμένον ην. 16 και έσται εάν μαθόντες μάθωσι την οδόν του λαού μου. 5 και επορεύθην και έκρυψα αυτό εν τω Ευφράτη. 13 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ πληρώ τους κατοικούντας την γην ταύτην και τους βασιλείς αυτών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1524 . καθώς εδίδαξαν τον λαόν μου ομνύειν τη Βάαλ. ό ενετειλάμην σοι του κατακρύψαι εκεί. και έσται εάν είπωσι προς σε· μη γνόντες ου γνωσόμεθα ότι πας ασκός πληρωθήσεται οίνου. 12 και ερείς προς τον λαόν τούτον· πας ασκός πληρωθήσεται οίνου. 6 και εγένετο μεθ' ημέρας πολλάς και είπε Κύριος προς με· ανάστηθι. του ομνύειν τω ονόματί μου. ό ου χρησθήσεται εις ουθέν.

πρόβατα δόξης σου. και ουκ ην ο ανοίγων· απωκίσθη Ιούδας. 27 και η μοιχεία σου και ο χρεμετισμός σου και η απαλλοτρίωσις της πορνείας σου επί των βουνών. 19 πόλεις αι προς νότον συνεκλείσθησαν. ότι ουκ εκαθαρίσθης οπίσω μου· έως τίνος έτι. λέγει Κύριος. ουκ επιποθήσω. 24 και διέσπειρα αυτούς ως φρύγανα φερόμενα από ανέμου εις έρημον. ότι Κύριος ελάλησε. και ίδε τους ερχομένους από βορρά· που εστι το ποίμνιον. δια το πλήθος της αδικίας σου ανεκαλύφθη τα οπίσθιά σου παραδειγματισθήναι τας πτέρνας σου. ως επελάθου μου και ήλπισας επί ψεύδεσι. 22 και εάν είπης εν τη καρδία σου· διατί απήντησέ μοι ταύτα. συνετέλεσεν αποικίαν τελείαν. και ουκ οικτειρήσω από διαφθοράς αυτών. λέγει Κύριος. 17 εάν δε μη ακούσητε. και συ εδίδαξας αυτούς επί σε μαθήματα εις αρχήν· ουκ ωδίνες καθέξουσί σε καθώς γυναίκα τίκτουσαν. 18 είπατε τω βασιλεί και τοις δυναστεύουσι· ταπεινώθητε και καθίσατε. και ου φείσομαι. 21 τι ερείς όταν επισκέπτωνταί σε. ότι καθηρέθη από κεφαλής υμών στέφανος δόξης υμών. και ενωτίσασθε και μη επαίρεσθε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τους καθημένους υιούς του Δαυίδ επί του θρόνου αυτού και τους ιερείς και τους προφήτας και τον Ιούδαν και πάντας τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ μεθύσματι 14 και διασκορπιώ αυτούς άνδρα και τον αδελφόν αυτού και τους πατέρας αυτών και τους υιούς αυτών εν τω αυτω. και εκεί σκιά θανάτου. και εν τοις αγροίς εώρακα τα βδελύγματά σου· ουαί σοι. Ιερουσαλήμ. . και υμείς δυνήσεσθε εύ ποιήσαι μεμαθηκότες τα κακά. και οφθήσεται η ατιμία σου. και αναμενείτε εις φως. ότι συνετρίβη το ποίμνιον Κυρίου. 26 καγώ αποκαλύψω τα οπίσω σου επί το πρόσωπόν σου. και τεθήσονται εις σκότος. 16 δότε τω Κυρίω Θεω υμών δόξαν προ του συσκοτάσαι και προ του προσκόψαι πόδας υμών επ' όρη σκοτεινά. και κατάξουσιν οι οφθαλμοί υμών δάκρυα. 23 ει αλλάξεται Αιθίοψ το δέρμα αυτού και πάρδαλις τα ποικίλματα αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1525 . ό εδόθη σοι. 25 ούτως ο κλήρός σου και μερίς του απειθείν υμάς εμοί. κεκρυμμένως κλαύσεται η ψυχή υμών από προσώπου ύβρεως. Ιερουσαλήμ. 15 Ακούσατε.20 Ανάλαβε οφθαλμούς σου.

και σώζεις εν καιρω κακών· ινατί εγενήθης ωσεί πάροικος επί της γης και ως αυτόχθων εκκλίνων εις κατάλυμα. οί λέγουσι· μάχαιρα και λιμός ουκ έσται επί της γης ταύτης· εν θανάτω νοσερω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1526 . Κύριε. ότι ουκ ην υετός· ησχύνθησαν οι γεωργοί. 2 1 ΕΠΕΝΘΗΣΕΝ η Ιουδαία. 10 ούτως λέγει Κύριος τω λαω τούτω· ηγάπησαν κινείν πόδας αυτών και ουκ εφείσαντο. ποίησον ημίν ένεκέν σου. ότι αλήθειαν και ειρήνην δώσω επί της γης και εν τω τόπω τούτω. και αι πύλαι αυτής εκενώθησαν και εσκοτώθησαν επί της γης. ουκ απέστειλα αυτούς και ουκ ενετειλάμην αυτοίς και ουκ ελάλησα προς αυτούς· ότι οράσεις ψευδείς και μαντείας και οιωνίσματα και προαιρέσεις καρδίας αυτών αυτοί προφητεύουσιν υμίν. ότι πολλαί αι αμαρτίαι ημών εναντίον σου. 6 όνοι άγριοι έστησαν επί νάπας· είλκυσαν άνεμον. ιδού οι προφήται αυτών προφητεύουσι και λέγουσιν· ουκ όψεσθε μάχαιραν. 11 και είπε Κύριος προς με· μη προσεύχου περί του λαού τούτου εις αγαθά· 12 ότι εάν νηστεύσωσιν. και εγώ ουκ απέστειλα αυτούς. ότι ουκ ην χόρτος από λαού αδικίας. και ο Θεός ουκ ευδόκησεν εν αυτοίς· νυν μνησθήσεται της αδικίας αυτών. ότι ουκ ην βοτάνη. ουκ ευδοκήσω εν αυτοίς. ουδέ λιμός έσται εν υμίν. 13 και είπα· ω Κύριε. και η κραυγή της Ιερουσαλήμ ανέβη. επεκάλυψαν τας κεφαλάς αυτών. 4 και τα έργα της γης εξέλιπεν. 9 μη έση ωσπερ άνθρωπος υπνών ή ως ανήρ ου δυνάμενος σώζειν. Κύριε. ουκ εισακούσομαι της δεήσεως αυτών. 14 και είπε Κύριος προς με· ψευδή οι προφήται προφητεύουσιν επί τω ονόματί μου. 15 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος περί των προφητών των προφητευόντων επί τω ονόματί μου ψευδή. 8 υπομονή Ισραήλ. και το όνομά σου επικέκληται εφ' ημάς· μη επιλάθη ημών. 5 και έλαφοι εν αγρω έτεκον και εγκατέλιπον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ Και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν περί της αβροχίας. 3 και οι μεγιστάνες αυτής απέστειλαν τους νεωτέρους αυτών εφ' ύδωρ· ήλθοσαν επί τα φρέατα και ουχ εύροσαν ύδωρ και απέστρεψαν τα αγγεία αυτών κενά. εξέλιπον οι οφθαλμοί αυτών. 7 ει αι αμαρτίαι ημών αντέστησαν ημίν. Κύριε. ότι σοί ημάρτομεν. και συ εν ημίν ει. ότι εν μαχαίρα και εν λιμω και εν θανάτω εγώ συντελέσω αυτούς. και εάν προσενέγκωσιν ολοκαυτώματα και θυσίας.

ότι συ εποίησας πάντα ταύτα. ην ουκ ήδεισαν. υπεμείναμεν εις ειρήνην. και εάν εισέλθω εις την πόλιν. και ιδού ταραχή. εις μάχαιραν· και όσοι εις λιμόν. και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· όσοι εις θάνατον. ινατί έπαισας ημάς. 18 εάν εξέλθω εις το πεδίον. ότι συντρίμματι συνετρίβη θυγάτηρ λαού μου και πληγή οδυνηρά σφόδρα. λέγει Κύριος· την μάχαιραν εις σφαγήν και τους κύνας εις διασπασμόν και τα θηρία της γης και τα πετεινά του ουρανού εις βρώσιν και εις διαφθοράν. 20 έγνωμεν. και από Σιών απέστη η ψυχή σου. αδικίας πατέρων ημών. περί πάντων ων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1527 . 3 και εκδικήσω επ' αυτούς τέσσαρα είδη. 17 και ερείς προς αυτούς τον λόγον τούτον· καταγάγετε επ' οφθαλμούς υμών δάκρυα ημέρας και νυκτός. αμαρτήματα ημών. και υπομενούμέν σε. μη διασκεδάσης την διαθήκην σου την μεθ' ημών. και ουκ ην αγαθά· εις καιρόν ιάσεως.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αποθανούνται και εν λιμω συντελεσθήσονται οι προφήται 16 και ο λαός. 2 και έσται εάν είπωσι προς σε· που εξελευσόμεθα. και μη διαλιπέτωσαν. εις λιμόν· και όσοι εις αιχμαλωσίαν. Κύριε. μη απολέσης θρόνον δόξης σου· μνήσθητι. Κύριε. και εξελθέτωσαν. 4 και παραδώσω αυτούς εις ανάγκας πάσαις ταις βασιλείαις της γης δια Μανασσή υιόν Εζεκίου βασιλέως Ιούδα. ότι ημάρτομεν εναντίον σου. και ουκ έσται ο θάπτων αυτούς. ουχί συ ει αυτός. και αι γυναίκες αυτών και οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες αυτών· και εκχεώ επ' αυτούς τα κακά αυτών. οίς αυτοί προφητεύουσιν αυτοίς. 22 μη έστιν εν ειδώλοις των εθνών υετίζων. και ιδού πόνος λιμού· ότι ιερεύς και προφήτης επορεύθησαν εις γην. 21 κόπασον δια το όνομά σου. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ είπε Κύριος προς με· εάν στη Μωσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου. εις θάνατον· και όσοι εις μάχαιραν. και ιδού τραυματίαι μαχαίρας. εις αιχμαλωσίαν. και ουκ έστιν ημίν ίασις. 19 μη αποδοκιμάζων απεδοκίμασας τον Ιούδαν. και έσονται ερριμμένοι εν ταις διόδοις Ιερουσαλήμ από προσώπου μαχαίρας και του λιμού. ουκ έστιν η ψυχή μου προς αυτούς· εξαπόστειλον τον λαόν τούτον. και ει ο ουρανός δώσει πλησμονήν αυτού.

18 ίνα τι οι λυπούντές με κατισχύουσί μου. γινομένη εγενήθη μοι ως ύδωρ ψευδές ουκ έχον πίστιν. 10 Οίμοι εγώ μήτερ. απεκάκισεν η ψυχή αυτής. κατησχύνθη και ωνειδίσθη· τους καταλοίπους αυτών εις μάχαιραν δώσω εναντίον των εχθρών αυτών. επέρριψα επ' αυτήν εξαίφνης τρόμον και σπουδήν. η πληγή μου στερεά. μνήσθητί μου και επίσκεψαί με και αθώωσόν με από των καταδιωκόντων με μη εις μακροθυμίαν· γνώθι ως έλαβον περί σου ονειδισμόν 16 υπό των αθετούντων τους λόγους σου· συντέλεσον αυτούς. 5 τις φείσεται επί σοί. και ουκέτι ανήσω αυτούς. και προ προσώπου μου στήση· και εάν εξαγάγης τίμιον από αναξίου. αλλά ευλαβούμην από προσώπου χειρός σου· καταμόνας εκαθήμην. 7 και διασπερώ αυτούς εν διασπορά· εν πύλαις λαού μου ητεκνώθησαν. ει μη παρέστην σοι εν καιρω των κακών αυτών και εν καιρω θλίψεως αυτών εις αγαθά προς τον εχθρόν. και πολεμήσουσι προς σε και ου μη δύνωνται προς σε. 9 εκενώθη η τίκτουσα επτά. ούτε ωφέλησέ με ουδείς· η ισχύς μου εξέλιπεν εν τοις καταρωμένοις με. κατευθυνόντων αυτών. ως τίνα με έτεκες. Ιερουσαλήμ. και έσται ο λόγος σου εμοί εις ευφροσύνην και χαράν καρδίας μου. 15 Κύριε. και εκτενώ την χείρά μου και διαφθερώ σε. Κύριε παντοκράτωρ. διότι μετά σου ειμι του σώζειν σε 21 και του εξαιρείσθαί σε εκ χειρός πονηρών και λυτρώσομαί σε εκ χειρός λοιμών. ή ουκ ήδεις· ότι πυρ εκκέκαυται εκ του θυμού μου. άνδρα δικαζόμενον και διακρινόμενον πάση τη γη· ούτε ωφέλησα. 19 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· εάν επιστρέψης. ότι επικέκληται το όνομά σου επ' εμοί. και συ ουκ αναστρέψεις προς αυτούς. λέγει Κύριος. 12 ει γνωσθήσεται σίδηρος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποίησεν εν Ιερουσαλήμ. και τις δειλιάσει επί σοί. 17 ουκ εκάθισα εν συνεδρίω αυτών παιζόντων. 14 και καταδουλώσω σε κύκλω τοις εχθροίς σου εν τη γη. 13 και τους θησαυρούς σου εις προνομήν δώσω αντάλλαγμα δια πάσας τας αμαρτίας σου και εν πάσι τοις ορίοις σου. απώλεσαν τον λαόν μου δια τας κακίας αυτών. ότι πικρίας ενεπλήσθην. επέδυ ο ήλιος αυτη έτι μεσούσης της ημέρας. 20 και δώσω σε τω λαω τούτω ως τείχος οχυρόν χαλκούν. ως το στόμα μου έση· και αναστρέψουσιν αυτοί προς σε. και περιβόλαιον χαλκούν η ισχύς σου. οπίσω πορεύση. δέσποτα. ή τις ανακάμψει εις ειρήνην σοι. 6 συ απεστράφης με. 11 γένοιτο. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1528 . εφ' υμάς καυθήσεται. πόθεν ιαθήσομαι. 8 επληθύνθησαν αι χήραι αυτών υπέρ την άμμον της θαλάσσης· επήγαγον επί μητέρα νεανίσκους ταλαιπωρίαν εν μεσημβρία. και αποκαταστήσω σε.

λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ. ην ημάρτομεν έναντι Κυρίου του Θεού ημών. 11 και ερείς προς αυτούς· ανθ' ων εγκατέλιπόν με οι πατέρες υμών. και εδούλευσαν αυτοίς και προσεκύνησαν αυτοίς και εμέ εγκατέλιπον και τον νόμον μου ουκ εφυλάξαντο· 12 και υμείς επονηρεύσασθε υπέρ τους πατέρας υμών και ιδού υμείς πορεύεσθε έκαστος οπίσω των αρεστών της καρδίας υμών της πονηράς του μη υπακούειν μου. 15 αλλά ζη Κύριος. ην ουκ ήδειτε υμείς και οι πατέρες υμών. 5 τάδε λέγει Κύριος· μη εισέλθης εις θίασον αυτών και μη πορευθής του κόψασθαι και μη πενθήσης αυτούς. ου ποτιούσιν αυτόν ποτήριον εις παράκλησιν επί πατρί και μητρί αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ συ μη λάβης γυναίκα. 9 διότι τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ καταλύω εκ του τόπου τούτου ενώπιον των οφθαλμών υμών και εν ταις ημέραις υμών φωνήν χαράς και φωνήν ευφροσύνης. 2 και ου γεννηθήσεταί σοι υιος ουδέ θυγάτηρ εν τω τόπω τούτω. και τις η αμαρτία ημών. και ουκ ερούσιν έτι· ζη Κύριος ο αναγαγών τους υιούς Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. 8 εις οικίαν πότου ουκ εισελεύση συγκαθίσαι μετ' αυτών του φαγείν και πιείν. 7 και ου μη κλασθή άρτος εν πένθει αυτών εις παράκλησιν επί τεθνηκότι. 6 ου μη κόψονται αυτούς ουδέ εντομίδας ου μη ποιήσουσι και ου ξυρηθήσονται. ότι αφέστακα την ειρήνην μου από του λαού τούτου. ος ανήγαγε τον οίκον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1529 . ου κοπήσονται και ου ταφήσονται· εις παράδειγμα επί προσώπου της γης έσονται και τοις θηρίοις της γης και τοις πετεινοίς του ουρανού· εν μαχαίρα πεσούνται και εν λιμω συντελεσθήσονται. 3 ότι τάδε λέγει Κύριος περί των υιών και περί των θυγατέρων των γεννωμένων εν τω τόπω τούτω και περί των μητέρων αυτών των τετοκυιών αυτούς και περί των πατέρων αυτών των γεγεννηκότων αυτούς εν τη γη ταύτη· 4 εν θανάτω νοσερω αποθανούνται. οί ου δώσουσιν υμίν έλεος. φωνήν νυμφίου και φωνήν νύμφης. 14 Δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. και ώχοντο οπίσω θεών αλλοτρίων. 13 και απορρίψω υμάς από της γης ταύτης εις την γην. και δουλεύσετε εκεί θεοίς ετέροις. 10 και έσται όταν αναγγείλης τω λαω τούτω άπαντα τα ρήματα ταύτα και είπωσι προς σε· διατί ελάλησε Κύριος εφ' ημάς πάντα τα κακά ταύτα. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. τις η αδικία ημών.

συνήγαγεν α ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1530 . και αλιεύσουσιν αυτούς· και μετά ταύτα αποστελώ τους πολλούς θηρευτάς. συ ισχύς μου και βοήθειά μου και καταφυγή μου εν ημέρα κακών· προς σε έθνη ήξουσιν απ' εσχάτου της γης και ερούσιν· ως ψευδή εκτήσαντο οι πατέρες ημών είδωλα. 17 ότι οι οφθαλμοί μου επί πάσας τας οδούς αυτών. και κατασκηνώσει εν αλίμοις και εν ερήμω. και επί ικμάδα βαλεί ρίζαν αυτού και ου φοβηθήσεται όταν έλθη καύμα. και έσται επ' αυτω στελέχη αλσώδη. λέγει Κύριος. και ούτοι ουκ εισί θεοί. ου εξώσθησαν εκεί· και αποκαταστήσω αυτούς εις την γην αυτών. εν ενιαυτω αβροχίας ου φοβηθήσεται και ου διαλείψει ποιών καρπόν. και γνώσονται ότι όνομά μοι Κύριος. 18 και ανταποδώσω διπλάς τας κακίας αυτών και τας αμαρτίας αυτών. ουκ όψεται όταν έλθη τα αγαθά. ος πέποιθεν επί τω Κυρίω και έσται Κύριος ελπίς αυτού· 8 και έσται ως ξύλον ευθηνούν παρ' ύδατα. εφ' αις εβεβήλωσαν την γην μου εν τοις θνησιμαίοις των βδελυγμάτων αυτών και εν ταις ανομίαις αυτών. 19 Κύριε. ην έδωκα τοις πατράσιν αυτών. εν αις επλημμέλησαν την κληρονομίαν μου. 10 εγώ Κύριος ετάζων καρδίας και δοκιμάζων νεφρούς του δούναι εκάστω κατά τας οδούς αυτού και κατά τους καρπούς των επιτηδευμάτων αυτού. 9 βαθεία η καρδία παρά πάντα. εν γη αλμυρά. ος την ελπίδα έχει επ' άνθρωπον και στηρίζει σάρκα βραχίονος αυτού επ' αυτόν. 7 και ευλογημένος ο άνθρωπος. 20 ει ποιήσει εαυτω άνθρωπος θεούς. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 5 1 ΕΠΙΚΑΤΑΡΑΤΟΣ ο άνθρωπος. και θηρεύσουσιν αυτούς επάνω παντός όρους και επάνω παντός βουνού και εκ των τρυμαλιών των πετρών. και από Κυρίου αποστη η καρδία αυτού· 6 και έσται ως η αγριομυρίκη η εν τη ερήμω. 21 δια τούτο ιδού εγώ δηλώσω αυτοίς εν τω καιρω τούτω την χείρά μου και γνωριώ αυτοίς την δύναμίν μου. 16 ιδού εγώ αποστέλλω τους αλιείς τους πολλούς. ήτις ου κατοικείται. 11 εφώνησε πέρδιξ. και ουκ εκρύβη τα αδικήματα αυτών απέναντι των οφθαλμών μου. και άνθρωπός εστι· και τις γνώσεται αυτόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ από γης βορρά και από πασών των χωρών. και ουκ έστιν εν αυτοίς ωφέλημα.

19 Τάδε λέγει Κύριος· βάδισον και στήθι εν ταις πύλαις υιών λαού σου. του μη εισφέρειν βαστάγματα δια των πυλών της πόλεως ταύτης εν τη ημέρα των σαββάτων και αγιάζειν την ημέραν των σαββάτων του μη ποιείν παν έργον. 25 και εισελεύσονται δια των πυλών της πόλεως ταύτης βασιλείς και άρχοντες καθήμενοι επί θρόνου Δαυίδ και επιβεβηκότες εφ' άρμασι και ίπποις αυτών. εν αις εισπορεύονται εν αυταίς βασιλείς Ιούδα και εν αις εκπορεύονται εν αυταίς. και σωθήσομαι· ότι καύχημά μου συ ει. και μη καταισχυνθείην εγώ· πτοηθείησαν αυτοί. ότι εγκατέλιπον πηγήν ζωής. 27 και έσται εάν μη ακούσητέ μου του αγιάζειν την ημέραν των σαββάτων. 13 υπομονή Ισραήλ. και εν πάσαις ταις πύλαις Ιερουσαλήμ 20 και ερείς αυτοίς· ακούσατε τον λόγον Κυρίου. οι εισπορευόμενοι εν ταις πύλαις ταύταις· 21 τάδε λέγει Κύριος· φυλάσσεσθε τας ψυχάς υμών και μη αίρετε βαστάγματα εν τη ημέρα των σαββάτων και μη εκπορεύεσθε ταις πύλαις Ιερουσαλήμ 22 και μη εκφέρετε βαστάγματα εξ οικιών υμών εν τη ημέρα των σαββάτων και παν έργον ου ποιήσετε· αγιάσατε την ημέραν των σαββάτων. 14 ίασαί με. και ιαθήσομαι· σώσόν με. συ επίστη· τα εκπορευόμενα δια των χειλέων μου προ προσώπου σου εστι. 24 και έσται εάν ακοή ακούσητέ μου. αυτοί και οι άρχοντες αυτών. εν ημίσει ημερών αυτού εγκαταλείψουσιν αυτόν. αγίασμα ημών. τον Κύριον. 18 καταισχυνθήτωσαν οι διώκοντές με. του μη αίρειν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1531 . 12 θρόνος δόξης υψωμένος. φέροντες αίνεσιν εις οίκον Κυρίου. δισσόν σύντριμμα σύντριψον αυτούς. λέγει Κύριος. και πάσα Ιουδαία και πάσα Ιερουσαλήμ. Κύριε. ελθέτω. Κύριε. 26 και ήξουσιν εκ των πόλεων Ιούδα και κυκλόθεν Ιερουσαλήμ και εκ γης Βενιαμίν και εκ γης πεδινής και εκ του όρους και εκ της προς νότον φέροντες ολοκαυτώματα και θυσίας και θυμιάματα και μαναά και λίβανον. 15 ιδού αυτοί λέγουσι προς με· που εστιν ο λόγος Κυρίου. και ουκ ήκουσαν και ουκ έκλιναν το ους αυτών 23 και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών υπέρ τους πατέρας αυτών του μη ακούσαί μου και του μη δέξασθαι παιδείαν. καθώς ενετειλάμην τοις πατράσιν υμών. βασιλείς Ιούδα. πάντες οι καταλιπόντες σε καταισχυνθήτωσαν. και επ' εσχάτων αυτού έσται άφρων. και κατοικισθήσεται η πόλις αύτη εις τον αιώνα. αφεστηκότες επί της γης γραφήτωσαν. 16 εγώ δε ουκ εκοπίασα κατακολουθών οπίσω σου και ημέραν ανθρώπου ουκ επεθύμησα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έτεκε· ποιών πλούτον αυτού ου μετά κρίσεως. άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ. και μη πτοηθείην εγώ· επάγαγε επ' αυτούς ημέραν πονηράν. 17 μη γενηθής μοι εις αλλοτρίωσιν φειδόμενός μου εν ημέρα πονηρά.

καθώς ήρεσεν ενώπιον αυτού του ποιήσαι. και πάλιν αυτός εποίησεν αυτό αγγείον έτερον. ότι οπίσω των αποστροφών ημών πορευσόμεθα και έκαστος τα αρεστά της καρδίας αυτού της πονηράς ποιήσομεν. και καταφάγεται άμφοδα Ιερουσαλήμ και ου σβεσθήσεται. και κατάβηθι εις οίκον του κεραμέως. α εποίησε σφόδρα παρθένος Ισραήλ. και ανάψω πυρ εν ταις πύλαις αυτής. ιδού ως ο πηλός του κεραμέως υμείς εστε εν ταις χερσί μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βαστάγματα και μη εισπορεύεσθαι ταις πύλαις Ιερουσαλήμ εν τη ημέρα των σαββάτων. 8 και επιστραφή το έθνος εκείνο από πάντων των κακών αυτών. ό αυτός εποίει εν ταις χερσίν αυτού. μη εκκλινή ύδωρ βιαίως ανέμω φερόμενον. 5 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 6 ει καθώς ο κεραμεύς ούτος ου δυνήσομαι του ποιήσαι υμάς. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 2 ανάστηθι. 10 και ποιήσωσι τα πονηρά εναντίον μου του μη ακούειν της φωνής μου. 1 7 πέρας λαλήσω επί έθνος ή επί βασιλείαν του εξάραι αυτούς και του απολλύειν. 11 και νυν ειπόν προς άνδρας Ιούδα και προς τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ· ιδού εγώ πλάσσω εφ' υμάς κακά και λογίζομαι εφ' υμάς λογισμόν· αποστραφήτω δη έκαστος από οδού αυτού της πονηράς. και καλλίονα ποιήσατε τα επιτηδεύματα υμών. ων ελάλησα του ποιήσαι αυτοίς. ων ελογισάμην του ποιήσαι αυτοίς. 12 και είπαν· ανδριούμεθα. και ιδού αυτός εποίει έργον επί των λίθων· 4 και έπεσε το αγγείον. 9 και πέρας λαλήσω επί έθνος και βασιλείαν του ανοικοδομείσθαι και του καταφυτεύεσθαι. και μετανοήσω περί των κακών. 15 ότι επελάθοντό μου ο λαός μου. 13 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ερωτήσατε δη εν έθνεσι· τις ήκουσε τοιαύτα φρικτά. και εκεί ακούση τους λόγους μου. και μετανοήσω περί των αγαθών. οίκος Ισραήλ. 3 και κατέβην εις τον οίκον του κεραμέως. εις κενόν εθυμίασαν· και ασθενήσουσιν εν ταις οδοίς αυτών σχοίνους αιωνίους του επιβήναι τρίβους ουκ έχοντας οδόν εις πορείαν 16 του τάξαι την γην αυτών εις αφανισμόν και σύριγμα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1532 . 14 μη εκλείψουσιν από πέτρας μαστοί ή χιών από του Λιβάνου.

και εισάκουσον της φωνής του δικαιώματός μου. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΤΟΤΕ είπε Κύριος προς με· βάδισον και κτήσαι βίκον πεπλασμένον οστράκινον και άξεις από των πρεσβυτέρων του λαού και από των ιερέων. ότι ενεχείρησαν λόγον εις σύλληψίν μου. και παγίδας έκρυψαν επ' εμέ. ότι συνελάλησαν ρήματα κακά της ψυχής μου και την κόλασιν αυτών έκρυψάν μοι· μνήσθητι εστηκότος μου κατά πρόσωπόν σου του λαλήσαι υπέρ αυτών αγαθά. και ανάγνωθι εκεί πάντας τους λόγους τούτους. 22 γενηθήτω κραυγή εν ταις οικίαις αυτών. δείξω αυτοίς ημέραν απωλείας αυτών. 21 δια τούτο δος τους υιούς αυτών εις λιμόν και άθροισον αυτούς εις χείρας μαχαίρας· γενέσθωσαν αι γυναίκες αυτών άτεκνοι και χήραι. Κύριε. Κύριε. ους αν λαλήσω προς σε. 3 και ερείς αυτοίς· ακούσατε τον λόγον Κυρίου. 18 Και είπαν· δεύτε και λογισώμεθα επί Ιερεμίαν λογισμόν. επάξεις επ' αυτούς ληστάς άφνω. 23 και συ. εν καιρω θυμού σου ποίησον εν αυτοίς. 19 εισάκουσόν μου. βασιλείς Ιούδα και άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ και οι εισπορευόμενοι εν ταις πύλαις ταύταις· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ επάγω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1533 . 17 ως άνεμον καύσωνα διασπερώ αυτούς κατά πρόσωπον εχθρών αυτών. ότι ουκ απολείται νόμος από ιερέως και βουλή από συνετού και λόγος από προφήτου· δεύτε και πατάξωμεν αυτόν εν γλώσση και ακουσόμεθα πάντας τους λόγους αυτού. του αποστρέψαι τον θυμόν σου απ' αυτών. 20 ει ανταποδίδοται αντί αγαθών κακά. ό εστιν επί των προθύρων πύλης της Χαρσείθ. και οι άνδρες αυτών γενέσθωσαν ανηρημένοι θανάτω και οι νεανίσκοι αυτών πεπτωκότες μαχαίρα εν πολέμω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αιώνιον· πάντες οι διαπορευόμενοι δι' αυτής εκστήσονται και κινήσουσι την κεφαλήν αυτών. 2 και εξελεύση εις το πολυάνδριον υιών των τέκνων αυτών. έγνως άπασαν την βουλήν αυτών επ' εμέ εις θάνατον· μη αθωώσης τας αδικίας αυτών. και τας αμαρτίας αυτών από προσώπου σου μη εξαλείψης· γενέσθω η ασθένεια αυτών εναντίον σου.

9 και έδονται τας σάρκας των υιών αυτών και τας σάρκας των θυγατέρων αυτών. 7 και σφάξω την βουλήν Ιούδα και την βουλήν Ιερουσαλήμ εν τω τόπω τούτω και καταβαλώ αυτούς εν μαχαίρα εναντίον των εχθρών αυτών και εν χερσί των ζητούντων τας ψυχάς αυτών. και έκαστος τας σάρκας του πλησίον αυτού έδονται εν τη περιοχή και εν τη πολιορκία. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1534 . ου απέστειλεν αυτόν Κύριος εκεί του προφητεύσαι. καθώς συντρίβεται άγγος οστράκινον. και δώσω τους νεκρούς αυτών εις βρώσιν τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. εν αις εθυμίασαν επί των δωμάτων αυτών πάση τη στρατιά του ουρανού και έσπεισαν σπονδάς θεοίς αλλοτρίοις. και την πόλιν ταύτην.14 Και ήλθεν Ιερεμίας από της διαπτώσεως. τω τόπω τούτω και τοις κατοικούσιν εν αυτω του δοθήναι την πόλιν ταύτην ως την διαπίπτουσαν. 12 ούτως ποιήσω. 10 και συντρίψεις τον βίκον κατ' οφθαλμούς των ανδρών των εκπορευομένων μετά σου 11 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ούτως συντρίψω τον λαόν τούτον. ωστε παντός ακούοντος αυτά ηχήσει τα ώτα αυτού. λέγει Κύριος. και οι βασιλείς Ιούδα έπλησαν τον τόπον τούτον αιμάτων αθώων 5 και ωκοδόμησαν υψηλά τη Βάαλ του κατακαίειν τους υιούς αυτών εν πυρί. ή πολιορκήσουσιν αυτούς οι εχθροί αυτών. α ουκ ενετειλάμην ουδέ διενοήθην εν τη καρδία μου. 8 και τάξω την πόλιν ταύτην εις αφανισμόν και εις συριγμόν· πας ο παραπορευόμενος επ' αυτής σκυθρωπάσει και συριεί υπέρ πάσης της πληγής αυτής. οίς ουκ ήδεισαν αυτοί και οι πατέρες αυτών. . ότι εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών του μη εισακούειν των εντολών μου. 13 και οίκοι Ιερουσαλήμ και οίκοι βασιλέων Ιούδα έσονται καθώς ο τόπος ο διαπίπτων από των ακαθαρσιών αυτών εν πάσαις ταις οικίαις. λέγει Κύριος. αλλ' ή Πολυάνδριον της σφαγής. και ου κληθήσεται τω τόπω τούτω έτι Διάπτωσις και Πολυάνδριον υιού Εννόμ. α ελάλησα επ' αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επί τον τόπον τούτον κακά. ό ου δυνήσεται ιαθήναι έτι. και έστη εν τη αυλή οίκου Κυρίου και είπε προς πάντα τον λαόν· 15 τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί την πόλιν ταύτην και επί πάσας τας πόλεις αυτής και επί τας κώμας αυτής άπαντα τα κακά. 4 ανθ' ων εγκατέλιπόν με και απηλλοτρίωσαν τον τόπον τούτον και εθυμίασαν εν αυτω θεοίς αλλοτρίοις. 6 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται.

9 και είπα· ου μη ονομάσω το όνομα Κυρίου και ου μη λαλήσω έτι επί τω ονόματι αυτού. αι δι' αιώνος ουκ επιλησθήσονται. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1535 . ει απατηθήσεται και δυνησόμεθα αυτω και ληψόμεθα την εκδίκησιν ημών εξ αυτού. και ηπατήθην. πάσαν ημέραν διετέλεσα μυκτηριζόμενος· 8 ότι πικρω λόγω μου γελάσομαι.του Ιερεμίου προφητεύοντος τους λόγους τούτους. ότι προς σε απεκάλυψα τα απολογήματά μου. ος ην εν οίκω Κυρίου. ότι εγενήθη λόγος Κυρίου εις ονειδισμόν εμοί και εις χλευασμόν πάσαν ημέραν μου. 2 και επάταξεν αυτόν και ενέβαλεν αυτόν εις τον καταρράκτην. 10 ότι ήκουσα ψόγον πολλών συναθροιζομένων κυκλόθεν· επισύστητε και επισυστώμεν αυτω. αθεσίαν και ταλαιπωρίαν επικαλέσομαι. 5 και δώσω την πάσαν ισχύν της πόλεως ταύτης και πάντας τους πόνους αυτής και πάντας τους θησαυρούς του βασιλέως Ιούδα εις χείρας εχθρών αυτού. συ και πάντες οι φίλοι σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ ήκουσε Πασχώρ ο υιος Εμμήρ ο ιερεύς . 4 διότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ δίδωμί σε εις μετοικίαν συν πάσι τοις φίλοις σου. οίς επροφήτευσας αυτοίς ψευδή. 11 ο δε Κύριος μετ' εμού καθώς μαχητής ισχύων· δια τούτο εδίωξαν και νοήσαι ουκ ηδύναντο· ησχύνθησαν σφόδρα.13 Άσατε τω Κυρίω. πάντες άνδρες φίλοι αυτού· τηρήσατε την επίνοιαν αυτού. Κύριε. και είπεν αυτω Ιερεμίας· ουχί Πασχώρ εκάλεσε Κύριος το όνομά σου. δοκιμάζων δίκαια. 12 Κύριε. εκράτησας και ηδυνάσθης· εγενόμην εις γέλωτα. αλλ' ή Μέτοικον. και σε και πάντα Ιούδαν δώσω εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. και άξουσιν αυτούς εις Βαβυλώνα. ότι ουκ ενόησαν ατιμίας αυτών. και εν Βαβυλώνι αποθανή και εκεί ταφήση. και μετοικιούσιν αυτούς και κατακόψουσιν εν μαχαίραις.και ούτος ην καθεσταμένος ηγούμενος οίκου Κυρίου . 3 και εξήγαγε Πασχώρ τον Ιερεμίαν εκ του καταρράκτου. και οι οφθαλμοί σου όψονται. συνίων νεφρούς και καρδίας. και παρείμαι πάντοθεν και ου δύναμαι φέρειν. 7 ‘Ηπάτησάς με. και πεσούνται εν μαχαίρα εχθρών αυτών. και εγένετο ως πυρ καιόμενον φλέγον εν τοις οστέοις μου. ίδοιμι την παρά σου εκδίκησιν εν αυτοίς. . 6 και συ και πάντες οι κατοικούντες εν τω οίκω σου πορεύσεσθε εν αιχμαλωσία. ος ην εν πύλη οίκου αποτεταγμένου του υπερώου.

. ότι βασιλεύς Βαβυλώνος εφέστηκεν εφ' ημάς. ότε απέστειλε προς αυτόν ο βασιλεύς Σεδεκίας τον Πασχώρ υιόν Μελχίου και Σοφονίαν υιόν Μαασαίου τον ιερέα λέγων· 2 επερώτησον περί ημών τον Κύριον. 17 ότι ουκ απέκτεινέ με εν μήτρα μητρός και εγένετό μοι η μήτηρ μου τάφος μου και η μήτρα συλλήψεως αιωνίας. ότι εξείλατο ψυχήν πένητος εκ χειρός πονηρευομένων.14 Επικατάρατος η ημέρα. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν. 3 και είπε προς αυτούς Ιερεμίας· ούτως ερείτε προς Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα· 4 τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ μεταστρέψω τα όπλα τα πολεμικά. και αποθανούνται. εν ή έτεκέ με η μήτηρ μου. ει ποιήσει Κύριος κατά πάντα τα θαυμάσια αυτού. 15 επικατάρατος ο άνθρωπος ο ευαγγελισάμενος τω πατρί μου λέγων· ετέχθη σοι άρσην. και διετέλεσαν εν αισχύνη αι ημέραι μου.δώσω τον Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα και τους παίδας αυτού και τον λαόν τον καταλειφθέντα εν τη πόλει ταύτη από του θανάτου και από του λιμού και από της μαχαίρας εις χείρας εχθρών αυτών των ζητούντων τας ψυχάς αυτών. εν οίς υμείς πολεμείτε εν αυτοίς προς τους Χαλδαίους τους συγκεκλεικότας υμάς έξωθεν του τείχους. εν ή ετέχθην εν αυτη· η ημέρα. εν θανάτω μεγάλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αινέσατε αυτω. ευφραινόμενος. 16 έστω ο άνθρωπος εκείνος ως αι πόλεις. 18 ινατί τούτο εξήλθον εκ μήτρας του βλέπειν κόπους και πόνους. 7 και μετά ταύτα -ούτως λέγει Κύριος. τους ανθρώπους και τα κτήνη. 8 και προς τον λαόν τούτον ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ δέδωκα προ προσώπου υμών την οδόν της ζωής Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1536 . και απελεύσεται αφ' ημών. ας κατέστρεψε Κύριος εν θυμω και ου μετεμελήθη· ακουσάτω κραυγής τω πρωϊ και αλαλαγμού μεσημβρίας. και συνάξω αυτούς εις το μέσον της πόλεως ταύτης 5 και πολεμήσω εγώ υμάς εν χειρί εκτεταμένη και εν βραχίονι κραταιω μετά θυμού και οργής μεγάλης 6 και πατάξω πάντας τους κατοικούντας εν τη πόλει ταύτη. και κατακόψουσιν αυτούς εν στόματι μαχαίρας· ου φείσομαι επ' αυτοίς και ου μη οικτειρήσω αυτούς. μη έστω επευκτή.

και ο εκπορευόμενος προσχωρήσαι προς τους Χαλδαίους τους συγκεκλεικότας υμάς ζήσεται. την πεδεινήν. τάδε λέγει Κύριος· κρίνατε πρωϊ κρίμα και κατευθύνατε και εξέλεσθε διηρπασμένον εκ χειρός αδικούντος αυτόν. συ και ο οίκός σου και ο λαός σου και οι εισπορευόμενοι ταις πύλαις ταύταις· 3 τάδε λέγει Κύριος· ποιείτε κρίσιν και δικαιοσύνην και εξαιρείσθε διηρπασμένον εκ χειρός αδικούντος αυτόν και προσήλυτον και ορφανόν και χήραν μη καταδυναστεύετε και μη ασεβήτε και αίμα αθωον μη εκχέητε εν τω τόπω τούτω. 4 διότι εάν ποιούντες ποιήσητε τον λόγον τούτον. και ζήσεται. και έσται η ψυχή αυτού εις σκύλα. ή τις εισελεύσεται προς το κατοικητήριον ημών. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1537 . 6 ότι τάδε λέγει Κύριος κατά του οίκου βασιλέως Ιούδα· Γαλαάδ συ μοι. ότι εις ερήμωσιν έσται ο οίκος ούτος. 11 ο οίκος βασιλέως Ιούδα. και ο λαός αυτών· 5 εάν δε μη ποιήσητε τους λόγους τούτους. όπως μη αναφθή ως πυρ η οργή μου και καυθήσεται. 13 ιδού εγώ προς σε τον κατοικούντα την κοιλάδα Σόρ. 14 και ανάψω πυρ εν τω δρυμω αυτής. 10 διότι εστήρικα το πρόσωπόν μου επί την πόλιν ταύτην εις κακά και ουκ εις αγαθά· εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος παραδοθήσεται. βασιλεύ Ιούδα ο καθήμενος επί θρόνου Δαυίδ. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· πορεύου και κατάβηθι εις τον οίκον του βασιλέως Ιούδα και λαλήσεις εκεί τον λόγον τούτον 2 και ερείς· άκουε λόγον Κυρίου. πόλεις μη κατοικηθησομένας· 7 και επάξω επί σε ολοθρεύοντα άνδρα και τον πέλεκυν αυτού. κατ' εμαυτού ώμοσα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και την οδόν του θανάτου· 9 ο καθήμενος εν τη πόλει ταύτη αποθανείται εν μαχαίρα και εν λιμω. εάν μη θώ σε εις έρημον. τους λέγοντας· τις πτοήσει ημάς. αρχή του Λιβάνου. λέγει Κύριος. και ουκ έσται ο σβέσων. και εισελεύσονται εν ταις πύλαις του οίκου τούτου βασιλείς καθήμενοι επί θρόνου Δαυίδ και επιβεβηκότες εφ' αρμάτων και ίππων. και έδεται πάντα τα κύκλω αυτής. και κατακαύσει αυτήν εν πυρί. αυτοί και οι παίδες αυτών. ακούσατε λόγον Κυρίου· 12 οίκος Δαυίδ.

καταστενάξεις εν τω ελθείν σοι οδύνας ως τικτούσης. ουδέ όψεται την γην πατρίδος αυτού. ότι ουκ επιστρέψει έτι. συμψηθείς ριφήσεται επέκεινα της πύλης Ιερουσαλήμ. 23 κατοικούσα εν τω Λιβάνω. ου φάγονται και ου πίονται· βέλτιον ην σε ποιείν κρίμα και δικαιοσύνην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκκόψουσι τας εκλεκτάς κέδρους σου και εμβαλούσιν εις το πυρ. . ου μετώκισα αυτόν. 24 ζω εγώ. εάν γενόμενος γένηται Ιεχονίας υιος Ιωακείμ βασιλεύς Ιούδα αποσφράγισμα επί της χειρός της δεξιάς μου. ουδέ μη κλαύσονται αυτόν· οίμοι Κύριε. 21 ελάλησα προς σε εν τη παραπτώσει σου. ουκ ήκουσας της φωνής μου. ότι συ παροξύνη εν Άχαζ τω πατρί σου. ότι συνετρίβησαν πάντες οι ερασταί σου. εννοσσεύουσα εν ταις κέδροις.13 Ω ο οικοδομών οικίαν αυτού ου μετά δικαιοσύνης και τα υπερωα αυτού ουκ εν κρίματι.20 Ανάβηθι εις τον Λίβανον και κράξον και εις την Βασάν δος την φωνήν σου και βόησον εις το πέραν της θαλάσσης. 9 και ερούσιν· ανθ' ων εγκατέλιπον την διαθήκην Κυρίου Θεού αυτών και προσεκύνησαν θεοίς αλλοτρίοις και εδούλευσαν αυτοίς. 15 μη βασιλεύσης. . εκείθεν εκσπάσω σε 25 και παραδώσω σε εις χείρας των ζητούντων την ψυχήν σου. 18 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος επί Ιωακείμ υιόν Ιωσία βασιλέα Ιούδα· ουαί επί τον άνδρα τούτον· ου μη κόψονται αυτόν· ω αδελφέ. λέγει Κύριος. παρά τω πλησίον αυτού εργάται δωρεάν και τον μισθόν αυτού ου μη αποδώσει αυτω. 19 ταφήν όνου ταφήσεται. 17 ιδού ουκ εισίν οι οφθαλμοί σου ουδέ η καρδία σου καλή. υπερωα ριπιστά διεσταλμένα θυρίσι και εξυλωμένα εν κέδρω και κεχρισμένα εν μίλτω. 22 πάντας τους ποιμένας σου ποιμανεί άνεμος. εκεί αποθανείται και την γην ταύτην ουκ όψεται έτι. εις χείρας των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1538 . 12 αλλ' ή εν τω τόπω. 10 Μή κλαίετε τον τεθνηκότα μηδέ θρηνείτε αυτόν· κλαύσατε κλαυμω τον εκπορευόμενον. λέγει Κύριος. ουκ έκριναν κρίσιν ταπεινω ουδέ κρίσιν πένητος· ου τούτό εστι το μη γνώναί σε εμέ. ος εξήλθεν εκ του τόπου τούτου· ουκ αναστρέψει εκεί έτι. 8 και διελεύσονται έθνη δια της πόλεως ταύτης και ερεί έκαστος προς τον πλησίον αυτού· διατί εποίησε Κύριος ούτως τη πόλει ταύτη τη μεγάλη. και οι ερασταί σου εν αιχμαλωσία εξελεύσονται· ότι τότε αισχυνθήση και ατιμωθήση από πάντων των φιλούντων σε. ων συ ευλαβή από προσώπου αυτών. 11 διότι τάδε λέγει Κύριος επί Σελλήμ υιόν Ιωσία τον βασιλεύοντα αντί Ιωσίου του πατρός αυτού. και είπας· ουκ ακούσομαι· αύτη η οδός σου εκ νεότητός σου. 16 ουκ έγνωσαν. 14 ωκοδόμησας σεαυτω οίκον σύμμετρον. αλλά εις την πλεονεξίαν σου και εις το αίμα το αθωον του εκχέειν αυτό και εις αδικήματα και εις φόνον του ποιείν αυτά.

και εγένετο ο δρόμος αυτών πονηρός και η ισχύς αυτών ουχ ούτως. ου μη αποστρέψωσιν. και καταστήσω αυτούς εις την νομήν αυτών. ου έξωσα αυτούς εκεί. ότι ου μη αυξηθή εκ του σπέρματος αυτού ανήρ καθήμενος επί θρόνου Δαυίδ άρχων έτι εν τω Ιούδα. 29 γη γη ακουε λόγον Κυρίου· 30 γράψον τον άνδρα τούτον εκκήρυκτον άνθρωπον. 9 Εν τοις προφήταις συνετρίβη η καρδία μου. οί ποιμανούσιν αυτούς. 6 εν ταις ημέραις αυτού σωθήσεται Ιούδας. και τούτο το όνομα αυτού. ου ουκ έστι χρεία αυτού. 5 ιδού ημέραι έρχονται. ου ουκ ετέχθης εκεί. ην ουκ ήδει. και υποσκελισθήσονται και πεσούνται εν αυτη· διότι επάξω επ' αυτούς κακά εν ενιαυτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1539 . εν εμοί εσαλεύθη πάντα τα οστά μου. και αναστήσω τω Δαυίδ ανατολήν δικαίαν. και βασιλεύσει βασιλεύς και συνήσει και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην επί της γης. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 Ω οι ποιμένες οι διασκορπίζοντες και απολλύοντες τα πρόβατα της νομής μου. ην αυτοί εύχονται ταις ψυχαίς αυτών. και εκεί αποθανείσθε. 27 εις δε την γην. 2 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος επί τους ποιμαίνοντας τον λαόν μου· υμείς διεσκορπίσατε τα πρόβατά μου και εξώσατε αυτά και ουκ επεσκέψασθε αυτά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Χαλδαίων· 26 και απορρίψω σε και την μητέρα σου την τεκούσάν σε εις γην. εγενήθην ως ανήρ συντετριμμένος και ως άνθρωπος συνεχόμενος από οίνου από προσώπου Κυρίου και από προσώπου ευπρεπείας δόξης αυτού. ότι εξερρίφη και εξεβλήθη εις γην. λέγει Κύριος. εξηράνθησαν αι νομαί της ερήμου. 28 ητιμώθη Ιεχονίας ως σκεύος. και αυξηθήσονται και πληθυνθήσονται· 4 και αναστήσω αυτοίς ποιμένας. ιδού εγώ εκδικώ εφ' υμάς κατά τα πονηρά επιτηδεύματα υμών· 3 και εγώ εισδέξομαι τους καταλοίπους του λαού μου επί πάσης της γης. λέγει Κύριος. 11 ότι ιερεύς και προφήτης εμολύνθησαν και εν τω οίκω μου είδον πονηρίας αυτών. 12 δια τούτο γενέσθω η οδός αυτών αυτοίς εις ολίσθημα εν γνόφω. και Ισραήλ κατασκηνώσει πεποιθώς. ό καλέσει αυτόν Κύριος Ιωσεδέκ. 10 ότι από προσώπου τούτων επένθησεν η γη. και ου φοβηθήσονται έτι ουδέ πτοηθήσονται.

14 και εν τοις προφήταις Ιερουσαλήμ εώρακα φρικτά. 13 και εν τοις προφήταις Σαμαρείας είδον ανομήματα· επροφήτευσαν δια της Βάαλ και επλάνησαν τον λαόν μου Ισραήλ. παντί τω πορευομένω πλάνη καρδίας αυτού είπαν· ουχ ήξει επί σε κακά. 22 και ει έστησαν εν τη υποστάσει μου και ει ήκουσαν των λόγων μου. τι το άχυρον προς τον σίτον. 18 ότι τις έστη εν υποστήματι Κυρίου και είδε τον λόγον αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επισκέψεως αυτών. λέγει Κύριος. και εν ω ο λόγος μου προς αυτόν. και ως πέλυξ κόπτων πέτραν. τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1540 . 30 ιδού εγώ δια τούτο προς τους προφήτας. και αυτοί έτρεχον· ουδέ ελάλησα προς αυτούς. έως αν ποιήση αυτό και έως αν στήση αυτό από εγχειρήματος καρδίας αυτού· επ' εσχάτου των ημερών νοήσουσιν αυτά. 26 έως πότε έσται εν καρδία των προφητών των προφητευόντων ψευδή και εν τω προφητεύειν αυτούς τα θελήματα της καρδίας αυτών. καθάπερ επελάθοντο οι πατέρες αυτών του ονόματός μου εν τη Βάαλ. 29 ουκ ιδού οι λόγοι μου ωσπερ πυρ φλέγον. 25 ήκουσα α λαλούσιν οι προφήται. λέγει Κύριος. και αυτοί επροφήτευον. λέγει Κύριος. ούτως οι λόγοι μου. 15 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ ψωμιώ αυτούς οδύνην και ποτιώ αυτούς ύδωρ πικρόν. ότι ματαιούσιν εαυτοίς όρασιν. διηγησάσθω τον λόγον μου επ' αληθείας. συστρεφομένη επί τους ασεβείς ήξει. μοιχωμένους και πορευομένους εν ψεύδεσι και αντιλαμβανομένους χειρών πονηρών του μη αποστραφήναι έκαστον από της οδού αυτού της πονηράς· εγενήθησάν μοι πάντες ως Σόδομα και οι κατοικούντες αυτήν ωσπερ Γόμορρα. α διηγούντο έκαστος τω πλησίον αυτού. 19 ιδού σεισμός παρά Κυρίου και οργή εκπορεύεται εις συσσεισμόν. 21 ουκ απέστελλον τους προφήτας. 17 λέγουσι τοις απωθουμένοις τον λόγον Κυρίου· ειρήνη έσται υμίν· και πάσι τοις πορευομένοις τοις θελήμασιν αυτών. και εγώ ουκ όψομαι αυτόν. 28 ο προφήτης. 24 ει κρυβήσεταί τις εν κρυφαίοις. α προφητεύουσιν επί τω ονόματί μου ψευδή λέγοντες· ηνυπνιασάμην ενύπνιον. 16 ούτως λέγει Κύριος παντοκράτωρ· μη ακούετε τους λόγους των προφητών. τις ηνωτίσατο και ήκουσεν. 23 Θεός εγγίζων εγώ ειμι. λέγει Κύριος ο Θεός. και τον λαόν μου αν απέστρεφον αυτούς από των πονηρών επιτηδευμάτων αυτών. ότι από των προφητών Ιερουσαλήμ εξήλθε μολυσμός πάση τη γη. λέγει Κύριος. φησί Κύριος. μη ουχί τον ουρανόν και την γην εγώ πληρώ. 27 των λογιζομένων του επιλαθέσθαι του νόμου μου εν τοις ενυπνίοις αυτών. από καρδίας αυτών λαλούσι και ουκ από στόματος Κυρίου. διηγησάσθω το ενύπνιον αυτού. εν ω το ενύπνιόν εστι. 20 και ουκ έτι αποστρέψει ο θυμός Κυρίου. και ουχί Θεός πόρρωθεν.

33 και εάν ερωτήσωσί σε ο λαός ούτος ή ιερεύς ή προφήτης λέγων· τι το λήμμα Κυρίου. 38 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός ημών· ανθ' ων είπατε τον λόγον τούτον· λήμμα Κυρίου. ότι το λήμμα τω ανθρώπω έσται ο λόγος αυτού· 37 και διατί ελάλησε Κύριος ο Θεός ημών. και ουκ ερούσιν έτι· ζη Κύριος. λέγει Κύριος. ος συνήγαγε παν το σπέρμα Ισραήλ από γης βορρά και από πασών των χωρών. 8 αλλά· ζη Κύριος. και αποκατέστησεν αυτούς εις την γην αυτών. 35 ότι ούτως ερείτε έκαστος προς τον πλησίον αυτού και έκαστος προς τον αδελφόν αυτού· τι απεκρίθη Κύριος. ην έδωκα υμίν και τοις πατράσιν υμών.7 Δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. 36 και λήμμα Κυρίου μη ονομάζετε έτι. 39 δια τούτο ιδού εγώ λαμβάνω και ράσσω υμάς και την πόλιν. και απέστειλα προς υμάς λέγων· ουκ ερείτε· λήμμα Κυρίου. λέγει Κύριος. 31 ιδού εγώ προς τους προφήτας τους εκβάλλοντας προφητείας γλώσσης και νυστάζοντας νυσταγμόν εαυτών. οί αν είπωσι· λήμμα Κυρίου. 34 ο προφήτης και οι ιερείς και ο λαός. .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κλέπτοντας τους λόγους μου έκαστον παρά του πλησίον αυτού. και εκδικήσω τον άνθρωπον εκείνον και τον οίκον αυτού. 32 ιδού εγώ προς τους προφήτας τους προφητεύοντας ενύπνια ψευδή και διηγούντο αυτά και επλάνησαν τον λαόν μου εν τοις ψεύδεσιν αυτών και εν τοις πλάνοις αυτών και εγώ ουκ απέστειλα αυτούς και ουκ ενετειλάμην αυτοίς και ωφέλειαν ουκ ωφελήσουσι τον λαόν τούτον. ου έξωσεν αυτούς εκεί. 40 και δώσω εφ' υμάς ονειδισμόν αιώνιον και ατιμίαν αιώνιον. ος ανήγαγε τον οίκον Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου. ως τα σύκα τα Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1541 . και τι ελάλησε Κύριος. ήτις ουκ επιλησθήσεται. και ερείς αυτοίς· υμείς εστε το λήμμα και ράξω υμάς. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΕΔΕΙΞΕ μοι Κύριος δύο καλάθους σύκων κειμένους κατά πρόσωπον ναού Κυρίου μετά το αποικίσαι Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλώνος τον Ιεχονίαν υιόν Ιωακείμ βασιλέα Ιούδα και τους άρχοντας και τους τεχνίτας και τους δεσμώτας και τους πλουσίους εξ Ιερουσαλήμ και ήγαγεν αυτούς εις Βαβυλώνα· 2 ο κάλαθος ο εις σύκων χρηστών σφόδρα.

ούτως παραδώσω τον Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα και τους μεγιστάνας αυτού και το κατάλοιπον Ιερουσαλήμ τους υπολελειμμένους εν τη γη ταύτη και τους κατοικούντας εν Αιγύπτω. ότι εγώ ειμι Κύριος. και έσονταί μοι εις λαόν. και είπα· σύκα· τα χρηστά χρηστά λίαν. έως αν εκλείπωσιν από της γης. και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν. 2 ον ελάλησε προς πάντα τον λαόν Ιούδα και προς τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ λέγων· 3 εν τω τρισκαιδεκάτω έτει Ιωσία υιού Αμώς βασιλέως Ιούδα και έως της ημέρας ταύτης είκοσι και τρία έτη και ελάλησα προς υμάς ορθρίζων και λέγων 4 και απέστελλον προς υμάς τους δούλους μου τους προφήτας. 5 λέγων· αποστράφητε έκαστος από Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1542 . 7 και δώσω αυτοίς καρδίαν του ειδέναι αυτούς εμέ. 8 και ως τα σύκα τα πονηρά. τάδε λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρώϊμα. ούτως επιγνώσομαι τους αποικισθέντας Ιούδα. 10 και αποστελώ εις αυτούς τον λιμόν και τον θάνατον και την μάχαιραν. και τα πονηρά πονηρά λίαν. 4 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 5 τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ως τα σύκα τα χρηστά ταύτα. 3 και είπε Κύριος προς με· τι συ οράς. και ουκ εισηκούσατε και ου προσέσχετε τοις ωσίν υμών. α ου βρωθήσεται από πονηρίας αυτών. και ο κάλαθος ο έτερος σύκων πονηρών σφόδρα. α ου βρωθήσεται από πονηρίας αυτών. ότι επιστραφήσονται επ' εμέ εξ όλης της καρδίας αυτών. α ου βρωθήσονται από πονηρίας αυτών. όρθρου αποστέλλων. και έσονται εις ονειδισμόν και εις παραβολήν και εις μίσος και εις κατάραν εν παντί τόπω. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν επί πάντα τον λαόν Ιούδα εν τω έτει τω τετάρτω του Ιωακείμ υιού Ιωσία βασιλέως Ιούδα. ης έδωκα αυτοίς. ου έξωσα αυτούς εκεί. και στηριώ τους οφθαλμούς μου επ' αυτούς εις αγαθά και αποκαταστήσω αυτούς εις την γην ταύτην εις αγαθά και ανοικοδομήσω αυτούς και ου μη καθελώ και καταφυτεύσω αυτούς και ου μη εκτίλω. 9 και δώσω αυτούς εις διασκορπισμόν εις πάσας τας βασιλείας της γης. Ιερεμία. ους εξαπέσταλκα εκ του τόπου τούτου εις γην Χαλδαίων εις αγαθά.

οσμήν μύρου και φως λύχνου. οι εξωσμένοι Αιλάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της οδού αυτού της πονηράς και από των πονηρών επιτηδευμάτων υμών. 12 και εν τω πληρωθήναι τα εβδομήκοντα έτη.Εν αρχή βασιλεύοντος Σεδεκίου βασιλέως εγένετο ο λόγος ούτος περί Αιλάμ. και δουλεύσουσιν εν τοις έθνεσιν εβδομήκοντα έτη. 16 και πτοήσω αυτούς εναντίον των εχθρών αυτών των ζητούντων την ψυχήν αυτών και επάξω επ' αυτούς κακά κατά την οργήν του θυμού μου και επαποστελώ οπίσω αυτών την μάχαιράν μου έως του εξαναλώσαι αυτούς. και κατοικήσετε επί της γης. φησί Κύριος. αρχή δυναστείας αυτών. 17 και θήσω τον θρόνον μου εν Αιλάμ και εξαποστελώ εκείθεν βασιλέα και μεγιστάνας. απ' αιώνος και έως αιώνος. και του προσκυνείν αυτοίς. 14 Τα Αιλάμ. 9 ιδού εγώ αποστέλλω και λήψομαι την πατριάν από βορρά και άξω αυτούς επί την γην ταύτην και επί τους κατοικούντας αυτήν και επί πάντα τα έθνη τα κύκλω αυτής και εξερημώσω αυτούς και δώσω αυτούς εις αφανισμόν και εις συριγμόν και εις ονειδισμόν αιώνιον· 10 και απολώ απ' αυτών φωνήν χαράς και φωνήν ευφροσύνης. 6 μη πορεύεσθε οπίσω θεών αλλοτρίων του δουλεύειν αυτοίς. 18 και έσται επ' εσχάτου των ημερών και αποστρέψω την αιχμαλωσίαν Αιλάμ. πάντα τα γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω. όπως μη παροργίζητέ με εν τοις έργοις των χειρών υμών του κακώσαι υμάς· 7 και ουκ ηκούσατέ μου. ης έδωκα υμίν και τοις πατράσιν υμών. ό ουχ ήξει εκεί. 8 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· επειδή ουκ επιστεύσατε τοις λόγοις μου. φωνήν νυμφίου και φωνήν νύμφης. και θήσομαι αυτούς εις αφανισμόν αιώνιον· 13 και επάξω επί την γην εκείνην πάντας τους λόγους μου.Τάδε λέγει Κύριος· συνετρίβη το τόξον Αιλάμ. (Μασ. λέγει Κύριος. 11 και έσται πάσα η γη εις αφανισμόν. και ουκ έσται έθνος. Α επροφήτευσεν Ιερεμίας επί τα έθνη. . εκδικήσω το έθνος εκείνο. ους ελάλησα κατ' αυτής. . Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1543 . ΜΘ 34 ). 15 και επάξω επί Αιλάμ τέσσαρας ανέμους εκ των τεσσάρων άκρων του ουρανού και διασπερώ αυτούς εν πάσι τοις ανέμοις τούτοις.

ον επάταξε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος. εντείνατε τόξον. εν τω έτει τω τετάρτω Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα. πεπτώκασι. και καταφάγεται η μάχαιρα Κυρίου και εμπλησθήσεται και μεθυσθήσεται από του αίματος αυτών. 14 Αναγγείλατε εις Μάγδωλον και παραγγείλατε εις Μέμφιν. ΜΣΤ) 2 1 Τ… Αιγύπτω επί δύναμιν Φαραώ Νεχαώ βασιλέως Αιγύπτου. παρασκευάσατε τα άρματα. 15 διατί έφυγεν από σου ο Άπις. και έκαστος προς τον πλησίον αυτού ελάλει· αναστώμεν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1544 . 13 Α ελάλησε Κύριος εν χειρί Ιερεμίου του ελθείν Ναβουχοδονόσορ τον βασιλέα Βαβυλώνος του κόψαι γην Αιγύπτου. λέγει Κύριος. ότι Κύριος παρέλυσεν αυτόν. 12 ήκουσαν έθνη φωνήν σου. 3 Αναλάβετε όπλα και ασπίδας και προσαγάγετε εις πόλεμον· 4 επισάξατε τους ίππους. και κατάστητε εν ταις περικεφαλαίαις υμών· προβάλετε τα δόρατα και ενδύσασθε τους θώρακας υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ (Μασ. ότι θυσία τω Κυρίω σαβαώθ από γης βορρά επί ποταμω Ευφράτη. οι μαχηταί Αιθιόπων και Λίβυες καθωπλισμένοι όπλοις· και Λυδοί. ότι μαχητής προς μαχητήν ησθένησαν. 5 τι ότι αυτοί πτοούνται και αποχωρούσιν εις τα οπίσω. 16 και το πλήθός σου ησθένησε και έπεσε. 1 11 ανάβηθι Γαλαάδ και λάβε ρητίνην τη παρθένω θυγατρί Αιγύπτου· εις κενόν επλήθυνας ιάματά σου. και μη ανασωζέσθω ο ισχυρός· επί βορράν τα παρά τον Ευφράτην ησθένησαν. και της κραυγής σου επλήσθη η γη. 9 επίβητε επί τους ίππους. ο μόσχος ο εκλεκτός σου ουκ έμεινεν. 10 και η ημέρα εκείνη Κυρίω τω Θεω ημών ημέρα εκδικήσεως του εκδικήσαι τους εχθρούς αυτού. είπατε· επίστηθι και ετοίμασον. 8 ύδατα Αιγύπτου ωσεί ποταμός αναβήσεται και είπεν· αναβήσομαι και κατακαλύψω την γην και απολώ τους κατοικούντας εν αυτη. φυγή έφυγον και ουκ ανέστρεψαν περιεχόμενοι κυκλόθεν. 6 μη φευγέτω ο κούφος. εξέλθατε. ότι κατέφαγε μάχαιρα την σμίλακά σου. οι ιππείς. επί το αυτό έπεσαν αμφότεροι. επίβητε. ωφέλεια ουκ έστιν εν σοί. ανάβητε. 7 τις ούτος ως ποταμός αναβήσεται και ως ποταμοί κυμαίνουσιν ύδωρ. ος ην επί τω ποταμω Ευφράτη εν Χαρχαμείς. διότι οι ισχυροί αυτών κοπήσονται.

κατοικούσα θύγατερ Αιγύπτου. παις μου Ιακώβ. λέγει Κύριος ο Θεός. παρεδόθη εις χείρας λαού από βορρά. και αναστρέψει Ιακώβ και ησυχάσει και υπνώσει. κατησχύνθη Βήλος η απτόητος. και ουκ έσται ο Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1545 . Σαών. 27 συ δε μη φοβηθής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αναστρέψωμεν προς τον λαόν ημών εις την πατρίδα ημών από προσώπου μαχαίρας Ελληνικής. ότι ως το Ιταβύριον εν τοις όρεσι και ως ο Κάρμηλος εν τη θαλάσση ήξει. ότι μετά σου εγώ ειμι· η απτόητος και τρυφερά παρεδόθη· ότι ποιήσω έθνει συντέλειαν εν παντί έθνει. λέγει Κύριος ο Θεός. ότι ημέρα απωλείας ήλθεν επ' αυτούς και καιρός εκδικήσεως αυτών. 3 ότι ανέβη επ' αυτήν έθνος από βορρά· ούτος θήσει την γην αυτής εις αφανισμόν. μηδέ πτοηθής. 20 δάμαλις κεκαλλωπισμένη Αίγυπτος. 21 και οι μισθωτοί αυτής εν αυτη ωσπερ μόσχοι σιτευτοί τρεφόμενοι εν αυτη. δούλός μου Ιακώβ. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ (Μασ. είπατε· εάλωκε Βαβυλών. και ουκ έσται ο παρενοχλών αυτόν. λέγει Κύριος. 17 καλέσατε το όνομα Φαραώ Νεχαώ βασιλέως Αιγύπτου. διότι και αυτοί απεστράφησαν και έφυγον ομοθυμαδόν. 18 ζω εγώ. ότι ου μη εικασθή. 2 Αναγγείλατε εν τοις έθνεσι και ακουστά ποιήσατε και μη κρύψητε. εις ους έξωσά σε εκεί. 28 μη φοβού.Εσβί. ότι πληθύνει υπέρ ακρίδα και ουκ έστιν αυτοίς αριθμός. 24 κατησχύνθη η θυγάτηρ Αιγύπτου. ότι εν άμμω πορεύονται· εν αξίναις ήξουσιν επ' αυτήν ως κόπτοντες ξύλα. 25 ιδού εγώ εκδικώ τον Αμμών τον υιόν αυτής επί Φαραώ και επί τους πεποιθότας επ' αυτω. 19 σκεύη αποικισμού ποίησον σεαυτη. η τρυφερά παρεδόθη Μαρωδάχ. 23 εκκόψουσι τον δρυμόν αυτής. Ισραήλ· διότι εγώ ιδού σώζων σε μακρόθεν και το σπέρμα σου εκ της αιχμαλωσίας αυτών. σε δε ου μη ποιήσω εκλιπείν· και παιδεύσω σε εις κρίμα και αθωον ουκ αθωώσω σε. ουκ έστησαν. ότι Μέμφις εις αφανισμόν έσται και κληθήσεται ουαί δια το μη υπάρχειν κατοικούντας εν αυτη.Εμωήδ. Ν) 1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου ον ελάλησεν επί Βαβυλώνα. 22 φωνή ως όφεως συρίζοντος. απόσπασμα από βορρά ήλθεν επ' αυτήν.

καθώς εξεδίκησα επί τον βασιλέα Ασσούρ. 8 απαλλοτριώθητε εκ μέσου Βαβυλώνος και από γης Χαλδαίων και εξέλθατε και γένεσθε ωσπερ δράκοντες κατά πρόσωπον προβάτων. ως βολίς μαχητού συνετού ουκ επιστρέψει κενή. 17 Πρόβατον πλανώμενον Ισραήλ. 9 ότι ιδού εγώ εγείρω επί Βαβυλώνα συναγωγάς εθνών εκ γης βορρά. διότι εσκιρτάτε ως βοϊδια εν βοτάνη και εκερατίζετε ως ταύροι. διαθήκη γαρ αιώνιος ουκ επιλησθήσεται. πάντες τείνοντες τόξον· τοξεύσατε επ' αυτήν. 18 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εκδικώ επί τον βασιλέα Βαβυλώνος και επί την γην αυτού. επί τα όρη απεπλάνησαν αυτούς. 5 έως Σιών ερωτήσουσι την οδόν. ότι εκδίκησις παρά Θεού εστιν· εκδικείτε επ' αυτήν· καθώς εποίησε. 11 ότι ηυφραίνεσθε και κατεκαυχάσθε διαρπάζοντες την κληρονομίαν μου. ενετράπη η τεκούσα υμάς μήτηρ επ' αγαθά εσχάτη εθνών έρημος. 10 και έσται η Χαλδαία εις προνομήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατοικών εν αυτη από ανθρώπου και έως κτήνους. 15 κατακρατήσατε αυτήν· παρελύθησαν αι χείρες αυτής. 6 πρόβατα απολωλότα εγενήθη ο λαός μου. 19 και αποκαταστήσω τον Ισραήλ εις την νομήν αυτού. 13 από οργής Κυρίου ου κατοικηθήσεται. αυτοί και οι υιοί Ιούδα επί το αυτό· βαδίζοντες και κλαίοντες πορεύσονται τον Κύριον Θεόν αυτών ζητούντες. 4 εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρω εκείνω ήξουσιν οι υιοί Ισραήλ. μη φείσησθε επί τοις τοξεύμασιν υμών. και πας ο διοδεύων δια Βαβυλώνος σκυθρωπάσει και συριούσιν επί πάσαν την πληγήν αυτής. εξ όρους επί βουνόν ώχοντο. επελάθοντο κοίτης αυτών. και νεμήσεται εν τω Καρμήλω και εν όρει Εφραίμ και εν τω Γαλαάδ και πλησθήσεται η ψυχή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1546 . λέοντες έξωσαν αυτόν· ο πρώτος έφαγεν αυτόν βασιλεύς Ασσούρ και ούτος ύστερον τα οστά αυτού βασιλεύς Βαβυλώνος. πάντες οι προνομεύοντες αυτήν εμπλησθήσονται. 14 παρατάξασθε επί Βαβυλώνα κύκλω. ποιήσατε αυτη. και έσται εις αφανισμόν πάσα. 12 ησχύνθη η μήτηρ υμών σφόδρα. έπεσαν αι επάλξεις αυτής και κατεσκάφη το τείχος αυτής. κατέχοντα δρέπανον εν καιρω θερισμού· από προσώπου μαχαίρας Ελληνικής έκαστος εις τον λαόν αυτού αποστρέψουσι και έκαστος εις την γην αυτού φεύξεται. και παρατάξονται αυτη· εκείθεν αλώσεται. 7 πάντες οι ευρίσκοντες αυτούς ανήλισκον αυτούς. ώδε γαρ το πρόσωπον αυτών δώσουσι· και ήξουσι και καταφεύξονται προς Κύριον τον Θεόν. 16 εξολοθρεύσασθε σπέρμα εκ Βαβυλώνος. οι ποιμένες αυτών έξωσαν αυτούς. οι εχθροί αυτών είπαν· μη ανώμεν αυτούς· ανθ' ων ήμαρτον τω Κυρίω νομή δικαιοσύνης τω συναγαγόντι τους πατέρας αυτών.

και παραλυθήσονται· μάχαιραν επί τους ίππους αυτών και επί τα άρματα αυτών· 37 μάχαιραν επί τους μαχητάς αυτών και επί τον σύμμεικτον τον εν μέσω αυτής. όσα εντέλλομαί σοι. Κύριος παντοκράτωρ όνομα αυτω· κρίσιν κρινεί προς τους αντιδίκους αυτού. ότι ήκει η ημέρα σου και ο καιρός εκδικήσεώς σου· 32 και ασθενήσει η ύβρις σου και πεσείται. και ουδείς έσται ο ανιστών αυτήν· και ανάψω πυρ εν τω δρυμω αυτής. ανοίξατε τας αποθήκας αυτής. κατά πάντα. 35 μάχαιραν επί τους Χαλδαίους και επί τους κατοικούντας Βαβυλώνα και επί τους μεγιστάνας αυτής και επί τους συνετούς αυτής· 36 μάχαιραν επί τους μαχητάς αυτής. λέγει Κύριος. 20 εν ταις ημέραις εκείναις και εν τω καιρω εκείνω ζητήσουσι την αδικίαν Ισραήλ. 30 δια τούτο πεσούνται οι νεανίσκοι αυτής εν ταις πλατείαις αυτής. 25 ήνοιξε Κύριος τον θησαυρόν αυτού και εξήνεγκε τα σκεύη οργής αυτού. 27 αναξηράνατε αυτής πάντας τους καρπούς. 28 φωνή φευγόντων και ανασωζομένων εκ γης Βαβυλώνος του αναγγείλαι εις Σιών την εκδίκησιν παρά Κυρίου Θεού ημών. και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί αυτής ριφήσονται. μη γενέσθω αυτής κατάλειμμα. ότι τω Κυρίω αντέστης. και αλώση. ότι προς Κύριον αντέστη Θεόν άγιον του Ισραήλ. και τας αμαρτίας Ιούδα. 31 ιδού εγώ επί σε την υβρίστριαν. ότι ουκ ηθέλησαν εξαποστείλαι αυτούς. και ου μη ευρεθώσιν. ω Βαβυλών. όσα εποίησε. και ουχ υπάρξει. και ποίει κατά πάντα. 22 φωνή πολέμου και συντριβή μεγάλη εν γη Χαλδαίων. ότι ίλεως έσομαι τοις υπολελειμμένοις επί της γης. 34 και ο λυτρούμενος αυτούς ισχυρός. ότι έργον τω Κυρίω Θεω εν γη Χαλδαίων. είπε Κύριος. και ου γνώση· ευρέθης και ελήφθης.21 Πικρώς επίβηθι επ' αυτήν και επί τους κατοικούντας επ' αυτήν· εκδίκησον. 23 Πως εκλάσθη και συνετρίβη η σφύρα πάσης της γης. και αφάνισον. μάχαιρα. . πάντες οι αιχμαλωτεύσαντες αυτούς κατεδυνάστευσαν αυτούς. μη έστω αυτοίς ανασωζόμενος· ανταπόδοτε αυτη κατά τα έργα αυτής. και έσονται ωσεί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1547 . ότι ήκει η ημέρα αυτών και καιρός εκδικήσεως αυτών. παντί εντείνοντι τόξον· παρεμβάλλετε επ' αυτήν κυκλόθεν. Πως εγενήθη εις αφανισμόν Βαβυλών εν έθνεσιν. λέγει Κύριος. ερευνήσατε αυτήν ως σπήλαιον και εξολοθρεύσατε αυτήν. όπως εξάρη την γην. 29 παραγγείλατε επί Βαβυλώνα πολλοίς. και παροξυνεί τοις κατοικούσι Βαβυλώνα. 24 επιθήσονταί σοι. 26 ότι εληλύθασιν οι καιροί αυτής. 33 Τάδε λέγει Κύριος· καταδεδυνάστευνται οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί Ιούδα άμα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτού. λέγει Κύριος. και καταβήτωσαν εις σφαγήν· ουαί αυτοίς. και καταφάγεται πάντα τα κύκλω αυτής. ποιήσατε αυτη.

και παρελύθησαν αι χείρες αυτού· θλίψις κατεκράτησεν αυτού. και κραυγή εν έθνεσιν ακουσθήσεται. 45 δια τούτο ακούσατε την βουλήν Κυρίου. ην βεβούλευται επί Βαβυλώνα. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ (Μασ. 43 ήκουσε βασιλεύς Βαβυλώνος την ακοήν αυτών. και κατοικήσουσιν εν αυτη θυγατέρες σειρήνων· ου μη κατοικηθή ουκέτι εις τον αιώνα. ότι τις ωσπερ εγώ. 41 ιδού λαός έρχεται από βορρά. και ου μη παροικήσει εκεί υιος ανθρώπου. 40 καθώς κατέστρεψεν ο Θεός Σόδομα και Γόμορρα και τας ομορούσας αυταίς. και διασκορπισθήσονται. και εν ταις νήσοις. 2 και εξαποστελώ εις Βαβυλώνα υβριστάς. 46 ότι από φωνής αλώσεως Βαβυλώνος σεισθήσεται η γη. εφ' ίπποις ιππάσονται παρεσκευασμένοι. 39 δια τούτο κατοικήσουσιν ινδάλματα εν ταις νήσοις. θύγατερ Βαβυλώνος. ου μη κατοικήσει εκεί άνθρωπος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυναίκες· μάχαιραν επί τους θησαυρούς αυτής. ους ελογίσατο επί τους κατοικούντας Χαλδαίους· εάν μη διαφθαρή τα αρνία των προβάτων αυτών. ος στήσεται κατά πρόσωπόν μου. ότι γη των γλυπτών εστι. 42 τόξον και εγχειρίδιον έχοντες· ιταμός εστι και ου μη ελεήση· η φωνή αυτών ως θάλασσα ηχήσει. 44 ιδού ωσπερ λέων αναβήσεται από του Ιορδάνου εις τόπον Αιθάμ. 3 τεινέτω ο τείνων το τόξον αυτού και περιθέσθω ω εστιν όπλα αυτω. ωδίνες ως τικτούσης. 5 διότι ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1548 . και τις αντιστήσεταί μοι. και καθυβρίσουσιν αυτήν και λυμανούνται την γην αυτής· ουαί επί Βαβυλώνα κυκλόθεν εν ημέρα κακώσεως αυτής. και μη φείσησθε επί τους νεανίσκους αυτής και αφανίσατε πάσαν την δύναμιν αυτής· 4 και πεσούνται τραυματίαι εν γη Χαλδαίων και κατακεκεντημένοι έξωθεν αυτής. εάν μη αφανισθή νομή απ' αυτών. ότι ταχέως εκδιώξω αυτούς απ' αυτής και πάντα νεανίσκον επ' αυτήν επιστήσω. είπε Κύριος. και έθνος μέγα και βασιλείς πολλοί εξεγερθήσονται απ' εσχάτου της γης. ωσπερ πυρ. και τις ούτος ποιμήν. ου κατεκαυχώντο. 38 επί τω ύδατι αυτής επεποίθει και καταισχυνθήσονται. ΝΑ) 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· ιδού εγώ εξεγείρω επί Βαβυλώνα και επί τους κατοικούντας Χαλδαίους άνεμον καύσωνα διαφθείροντα. εις πόλεμον προς σε. και λογισμούς αυτού.

ότι ενεχείρησε και ποιήσει Κύριος α ελάλησεν επί τους κατοικούντας Βαβυλώνα. έργα μεμωκημένα. εν τη συνέσει αυτού εξέτεινε τον ουρανόν. και μη απορριφήτε εν τη αδικία αυτής. ότι ήγγικεν εις ουρανόν το κρίμα αυτής. κατησχύνθη πας χρυσοχόος από των γλυπτών αυτού. 24 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1549 . εν καιρω επισκέψεως αυτών απολούνται. 14 ότι ώμοσε Κύριος κατά του βραχίονος αυτού· διότι πληρώσω σε ανθρώπων ωσεί ακρίδων. ότι ο πλάσας τα πάντα αυτός εστι κληρονομία αυτού. εγείρατε φυλακάς. αστραπάς εις υετόν εποίησε και εξήγαγε φως εκ θησαυρών αυτού. ει πως ιαθήσεται. ότι ψευδή εχώνευσαν. ετοιμάσατε όπλα. ήγειρε Κύριος το πνεύμα βασιλέως Μήδων. ότι εκδίκησις Κυρίου εστίν. ότι καιρός εκδικήσεως αυτής εστι παρά Κυρίου. ότι εις Βαβυλώνα η οργή αυτού του εξολοθρεύσαι αυτήν. ότι η γη αυτών επλήσθη αδικίας από των αγίων Ισραήλ. από Κυρίου παντοκράτορος. Κύριος όνομα αυτω. 9 ιατρεύσαμεν την Βαβυλώνα. 13 κατασκηνούντας εφ' ύδασι πολλοίς και επί πλήθει θησαυρών αυτής· ήκει το πέρας σου αληθώς εις τα σπλάγχνα σου. και ουκ ιάθη· εγκαταλίπωμεν αυτήν και απέλθωμεν έκαστος εις την γην αυτού. 11 παρασκευάζετε τα τοξεύματα. και φθέγξονται επί σε οι καταβαίνοντες. πληρούτε τας φαρέτρας. 10 εξήνεγκε Κύριος το κρίμα αυτού· δεύτε και αναγγείλωμεν εν Σιών τα έργα Κυρίου του Θεού ημών. 6 φεύγετε εκ μέσου Βαβυλώνος και ανασώζετε έκαστος την ψυχήν αυτού. λάβετε ρητίνην τη διαφθορά αυτής. 7 ποτήριον χρυσούν Βαβυλών εν χειρί Κυρίου μεθύσκον πάσαν την γην· από του οίνου αυτής επίοσαν έθνη. 17 εματαιώθη πας άνθρωπος από γνώσεως. 16 εις φωνήν έθετο ήχος ύδατος εν ουρανω και ανήγαγε νεφέλας απ' εσχάτου της γης. ετοιμάζων οικουμένην εν τη σοφία αυτού. 19 ου τοιαύτη μερίς τω Ιακώβ. ανταπόδομα αυτός ανταποδίδωσιν αυτη. επιστήσατε φαρέτρας. . εξήρεν έως των άστρων.15 Κύριος ποιών γην εν τη ισχύϊ αυτού. 8 και άφνω έπεσε Βαβυλών και συνετρίβη· θρηνείτε αυτήν. . 12 επί τειχέων Βαβυλώνος άρατε σημείον. ουκ έστι πνεύμα εν αυτοίς· 18 μάταιά εστιν.20 Διασκορπίζεις συ μοι σκεύη πολέμου. και διασκορπιώ εν σοί έθνη και εξαρώ εκ σου βασιλείς 21 και διασκορπιώ εν σοί ίππον και επιβάτην αυτού και διασκορπιώ εν σοί άρματα και αναβάτας αυτών 22 και διασκορπιώ εν σοί νεανίσκον και παρθένον και διασκορπιώ εν σοί άνδρα και γυναίκα 23 και διασκορπιώ εν σοί ποιμένα και το ποίμνιον αυτού και διασκορπιώ εν σοί γεωργόν και το γεώργιον αυτού και διασκορπιώ εν σοί ηγεμόνας και στρατηγούς σου. δια τούτο εσαλεύθησαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εχήρευσεν Ισραήλ και Ιούδας από Θεού αυτών. εκδίκησις λαού αυτού εστιν.

εμερίσατό με. ότι εις αφανισμόν έση εις τον αιώνα. και τα συστήματα αυτών ενέπρησαν εν πυρί. διότι εξανέστη επί Βαβυλώνα λογισμός Κυρίου του θείναι την γην Βαβυλώνος εις αφανισμόν και μη κατοικείσθαι αυτήν. 34 κατέφαγέ με. 30 εξέλιπε μαχητής Βαβυλώνος του πολεμείν. εγενήθησαν ωσεί γυναίκες. 41 Πως εάλω και εθηρεύθη το καύχημα πάσης της γης. εθραύσθη η δυναστεία αυτών. Πως εγένετο Βαβυλών εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1550 . και ου κατοικηθήσεται. αγιάσατε επ' αυτήν έθνη. Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος· κατέπιέ με ως δράκων. κατέλαβέ με σκεύος λεπτόν. καθήσονται εκεί εν περιοχή. το όρος το διεφθαρμένον. τον βασιλέα των Μήδων και πάσης της γης. όπως καρωθώσι και υπνώσωσιν ύπνον αιώνιον και ου μη εξεγερθώσι. επιστήσατε επ' αυτήν βελοστάσεις. τους ηγουμένους αυτού και πάντας τους στρατηγούς αυτού. 33 διότι τάδε λέγει Κύριος· οίκοι βασιλέως Βαβυλώνος ως άλων ωριμος αλοηθήσονται· έτι μικρόν και ήξει ο άμητος αυτής. ενεπυρίσθη τα σκηνώματα αυτής. 38 ότι άμα ως λέοντες εξηγέρθησαν και ως σκύμνοι λεόντων. 25 ιδού εγώ προς σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ανταποδώσω τη Βαβυλώνι και πάσι τοις κατοικούσι Χαλδαίοις πάσας τας κακίας αυτών. ας εποίησαν επί Σιών κατ' οφθαλμούς υμών. συνετρίβησαν οι μοχλοί αυτής. 28 αναβιβάσατε επ' αυτήν έθνη. αναβιβάσατε επ' αυτήν ίππον ως ακρίδων πλήθος. 27 Άρατε σημείον επί της γης. ότι εάλωκεν η πόλις αυτού. παραγγείλατε επ' αυτήν βασιλείαις Αραράτ παρ' εμού και τοις Ασχαναζαίοις. λέγει Κύριος· 40 καταβιβάσω αυτούς ως άρνας εις σφαγήν και ως κριούς μετ' ερίφων. έπλησε την κοιλίαν αυτού. σαλπίσατε εν έθνεσι σάλπιγγι. ερεί Ιερουσαλήμ· 36 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ κρινώ την αντίδικόν σου και εκδικήσω την εκδίκησίν σου και ερημώσω την θάλασσαν αυτής και ξηρανώ την πηγήν αυτής. 39 εν τη θερμασία αυτών δώσω πότημα αυτοίς και μεθύσω αυτούς. το διαφθείρον πάσαν την γην. 32 απ' εσχάτου των διαβάσεων αυτού ελήφθησαν. 31 διώκων εις απάντησιν διώκοντος διώξεται και αναγγέλλων εις απάντησιν αναγγέλλοντος του αναγγείλαι τω βασιλεί Βαβυλώνος. ερεί κατοικούσα Σιών· και το αίμά μου επί τους κατοικούντας Χαλδαίους. και εκτενώ την χείρά μου επί σε και κατακυλιώ σε επί των πετρών και δώσω σε ως όρος εμπεπυρισμένον· 26 και ου μη λάβωσιν από σου λίθον εις γωνίαν και λίθον εις θεμέλιον. από της τρυφής μου έξωσέ με· 35 οι μόχθοι μου και αι ταλαιπωρίαι μου εις Βαβυλώνα. λέγει Κύριος. 29 εσείσθη η γη και επόνεσε. λέγει Κύριος. και άνδρες αυτού οι πολεμισταί εξέρχονται. 37 και έσται Βαβυλών εις αφανισμόν.

και κατεκαλύφθη. 59 Ο λόγος. και αι πύλαι αυτής αι υψηλαί εμπυρισθήσονται. και έθνη εν αρχή εκλείψουσιν. 53 ότι εάν αναβή Βαβυλών ως ο ουρανός και ότι εάν οχυρώση τα τείχη ισχύϊ αυτής. ουδέ μη καταλύσει εν αυτη υιος ανθρώπου. εάλωσαν οι μαχηταί αυτής. 55 ότι εξωλόθρευσε Κύριος την Βαβυλώνα και απώλεσεν απ' αυτής φωνήν μεγάλην ηχούσαν ως ύδατα πολλά. εν βιβλίω ενί. και εκδικήσω επί τα γλυπτά αυτής. ότι ηκούσαμεν ονειδισμόν ημών. υιού Μαασαίου. α ήξει επί Βαβυλώνα. εισήλθον αλλογενείς εις τα άγια ημών. λέγει Κύριος. παρ' εμού ήξουσιν εξολοθρεύοντες αυτήν. 43 εγενήθησαν αι πόλεις αυτής ως γη άνυδρος και άβατος. και ου κοπιάσουσι λαοί εις κενόν. 44 και εκδικήσω επί Βαβυλώνα και εξοίσω α κατέπιεν εκ του στόματος αυτής. 51 ησχύνθημεν. 58 τάδε λέγει Κύριος· τείχος Βαβυλώνος επλατύνθη. 52 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. ότε επορεύετο παρά Σεδεκίου βασιλέως Ιούδα εις Βαβυλώνα. 61 και είπεν Ιερεμίας προς Σαραίαν· όταν έλθης εις Βαβυλώνα. πάντας τους λόγους τούτους τους γεγραμμένους επί Βαβυλώνα. ου κατοικήσει εν αυτη ουδέ εις. 57 Κύριος ανταποδίδωσιν αυτω την ανταπόδοσιν· και μεθύσει μέθη τους ηγεμόνας αυτής και τους σοφούς αυτής και τους στρατηγούς αυτής. επτόηται το τόξον αυτών. και επιδήσεις επ' αυτό λίθον και ρίψεις αυτό εις μέσον του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1551 . 50 ανασωζόμενοι εκ γης πορεύεσθε και μη ίστασθε· οι μακρόθεν. έδωκεν εις όλεθρον φωνήν αυτής. 56 ότι ήλθεν επί Βαβυλώνα ταλαιπωρία. Κύριος παντοκράτωρ όνομα αυτω. και Σαραίας άρχων δώρων. μνήσθητε του Κυρίου. λέγει ο βασιλεύς. 42 ανέβη επί Βαβυλώνα η θάλασσα εν ήχω κυμάτων αυτής. εις οίκον Κυρίου. συ ελάλησας επί τον τόπον τούτον του εξολοθρεύσαι αυτόν και του μη είναι εν αυτω κατοικούντας από ανθρώπου έως κτήνους. ότι ο Θεός ανταποδίδωσιν αυτοίς. ον ενετείλατο Κύριος Ιερεμία τω προφήτη ειπείν τω Σαραία υιω Νηρίου. και εν πάση τη γη αυτής πεσούνται τραυματίαι. ότι αφανισμός εις τον αιώνα έσται. εν τω έτει τω τετάρτω της βασιλείας αυτού. και συντριβή μεγάλη εν γη Χαλδαίων. 60 και έγραψεν Ιερεμίας πάντα τα κακά. κατεκάλυψεν ατιμία το πρόσωπον ημών. και ου μη συναχθώσι προς αυτήν έτι τα έθνη· 49 και εν Βαβυλώνι πεσούνται τραυματίαι πάσης της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αφανισμόν εν τοις έθνεσιν. 63 και έσται όταν παύση του αναγινώσκειν το βιβλίον τούτο. και όψη και αναγνώση πάντας τους λόγους τούτους 62 και ερείς· Κύριε Κύριε. και Ιερουσαλήμ αναβήτω επί την καρδίαν υμών. λέγει Κύριος. κατασκαπτόμενον κατασκαφήσεται. 54 φωνή κραυγής εν Βαβυλώνι.

από των οπλών των ποδών αυτού και από σεισμού των αρμάτων αυτού. αποκατάστηθι εις τον κολεόν σου. ώχετο σοφία αυτών. 5 ήκει φαλάκρωμα επί Γάζαν. και αφανιώ την Τύρον και την Σιδώνα και πάντας τους καταλοίπους της βοηθείας αυτών. και αι χήραι επ' εμέ πεποίθασιν. 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· 2 ιδού ύδατα αναβαίνει από βορρά και έσται εις χειμάρρουν κατακλύζοντα και κατακλύσει γην και το πλήρωμα αυτής. βαθύνατε εις κάθισιν οι κατοικούντες εν Δαιδάν. 6 έως τίνος κόψεις. απερρίφη Ασκάλων και οι κατάλοιποι Ενακίμ. ότι δύσκολα εποίησεν· ήγαγον επ' αυτόν εν χρόνω. κρυβήναι ου μη δύνωνται· ώλοντο δια χείρα αδελφού αυτού και γείτονος αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ευφράτου 64 και ερείς· ούτως καταδύσεται Βαβυλών και ου μη αναστη από προσώπου των κακών. οί ου καταλείψουσί σοι κατάλειμμα· ως κλέπται εν νυκτί επιθήσουσι χείρα αυτών. 8 ηπατήθη ο τόπος αυτών. επί τας καταλοίπους. επεγερθήναι. 7 Πως ησυχάσει. και ουκ έστιν 11 υπολείπεσθαι ορφανόν σου. Τη Ιδουμαία (Μασ. ανεκάλυψα τα κρυπτά αυτών. ήχου τροχών αυτού ουκ επέστρεψαν πατέρες εφ' υιούς αυτών από εκλύσεως χειρών αυτών 4 εν τη ημέρα τη επερχομένη του απολέσαι πάντας τους αλλοφύλους. ΜΘ. 10 ότι εγώ κατέσυρα τον Ησαύ. ΜΖ 1-7 ) Επί τους αλλοφύλους. ανάπαυσαι και επάρθητι. απώλετο βουλή εκ συνετών. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ (Μασ. ω επεσκεψάμην επ' αυτόν. 3 από φωνής ορμής αυτού. η μάχαιρα του Κυρίου. ότι εξολοθρεύσει Κύριος τους καταλοίπους των νήσων. Τάδε λέγει Κύριος· ουκ έστιν έτι σοφία εν Θαιμάν. ίνα ζήσητε· και εγώ ζήσομαι. και αλαλάξουσιν άπαντες οι κατοικούντες την γην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1552 . ων εγώ επάγω επ' αυτήν. έως τίνος ουχ ησυχάσεις. πόλιν και τους κατοικούντας εν αυτη· και κεκράξονται οι άνθρωποι. και Κύριος ενετείλατο αυτη επί την Ασκάλωνα και επί τας παραθαλασσίους. 9 ότι τρυγηταί ήλθόν σοι. 1 7-2 1 2 ).

15 μικρόν έδωκά σε εν έθνεσιν. έπιον· και συ αθωωμένη ου μη αθωωθής. ότι τις ωσπερ εγώ. εκείθεν καθελώ σε· 17 και έσται η Ιδουμαία εις άβατον. ότι εις άβατον και εις ονειδισμόν και εις κατάρασιν έση εν μέσω αυτής. και τις αντιστήσεταί μοι. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ (Μασ. και πάσαι αι πόλεις αυτής έσονται έρημοι εις αιώνα. λέγει Κύριος. 1-5 ) Τοις υιοίς Αμμών 1 ΟΥΤΩΣ είπε Κύριος· μη υιοί ουκ εισίν εν Ισραήλ. είπε Κύριος παντοκράτωρ. φησί Κύριος. ανάστητε εις πόλεμον. ή παραληψόμενος ουκ έστιν αυτοίς. διατί παρέλαβε Μελχόλ την Γαλαάδ. και ου μη κατοικήσει εκεί υιος ανθρώπου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 12 ότι τάδε είπε Κύριος· οίς ουκ ην νόμος πιείν το ποτήριον. και αγγέλους εις έθνη απέστειλε· συνάχθητε και παραγένεσθε εις αυτήν. ου μη καθίσει εκεί άνθρωπος. 16 η παιγνία σου ενεχείρησέ σοι. ην εβουλεύσατο επί την Ιδουμαίαν. και κραυγή σου εν θαλάσση ηκούσθη. ότι πίνων πίεσαι· 13 ότι κατ' εμαυτού ώμοσα. εάν μη αβατωθή επ' αυτούς κατάλυσις αυτών· 21 ότι από φωνής πτώσεως αυτών εφοβήθη η γη. και ακουτιώ επί Ραββάθ θόρυβον πολέμων. 18 ωσπερ κατεστράφη Σόδομα και Γόμορρα και αι πάροικοι αυτής. ος στήσεται κατά πρόσωπόν μου. ευκαταφρόνητον εν ανθρώποις. και τις ούτος ποιμήν. 20 δια τούτο ακούσατε βουλήν Κυρίου. 2 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. συνέλαβεν ισχύν βουνού υψηλού· ότι ύψωσεν ωσπερ αετός νοσσιάν αυτού. ιταμία καρδίας σου κατέλυσε τρυμαλιάς πετρών. ότι ταχύ εκδιώξω αυτούς απ' αυτής· και τους νεανίσκους επ' αυτήν επιστήσατε. 22 ιδού ωσπερ αετός όψεται και εκτενεί τας πτέρυγας επ' οχυρώματα αυτής· και έσται η καρδία των ισχυρών της Ιδουμαίας εν τη ημέρα εκείνη ως καρδία γυναικός ωδινούσης. 14 ακοήν ήκουσα παρά Κυρίου. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1553 . και ο λαός αυτών εν πόλεσιν αυτών ενοικήσει. και λογισμόν αυτού. πας ο παραπορευόμενος επ' αυτήν συριεί. 19 ιδού ωσπερ λέων αναβήσεται εκ μέσου του Ιορδάνου εις τόπον Αιθάμ. ον ελογίσατο επί τους κατοικούντας Θαιμάν· εάν μη συμψηθώσι τα ελάχιστα των προβάτων. ΜΘ.

9 ανάστηθι και ανάβηθι επ' έθνος ευσταθούν. και βωμοί αυτής εν πυρί κατακαυθήσονται. ότι ώλετο Γαϊ· κεκράξατε θυγατέρες Ραββάθ. είπε Κύριος. ότι Μελχόλ βαδιείται εν αποικία. 6 Τη Κηδάρ τη βασιλίσση της αυλής. και ου μη κατοικήση εκεί υιος ανθρώπου. οι ιερείς αυτού και οι άρχοντες αυτού άμα. απεστράφη εις φυγήν. ΜΘ. 14 Πως ουχί εγκατέλιπε πόλιν εμήν. βαθύνατε εις κάθισιν. ΜΘ. είπε Κύριος. 1 28-3 1 3 ). ότι ήκουσαν ακοήν πονηράν· εξέστησαν. θύγατερ ιταμίας. η λέγουσα· τις εισελεύσεται επ' εμέ. 8 φεύγετε λίαν. καθήμενον εις αναψυχήν. και ουκ έσται ο συνάγων. ου μοχλοί. τρόμος επελάβετο αυτής. 13 εξελύθη Δαμασκός. και παραλήψεται Ισραήλ την αρχήν αυτού. εθυμώθησαν. (Μασ. 3 αλάλαξον Εσεβών. ην επάταξε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος. 1 23-2 1 7 ). καθήμενοι εν τη αυλή. Ούτως είπε Κύριος· ανάστητε και ανάβητε επί Κηδάρ και πλήσατε τους υιούς Κεδέμ· 7 σκηνάς αυτών και τα πρόβατα αυτών λήψονται. ου βάλανοι. οίς ουκ εισί θύραι. 12 Τη Δαμασκω. και καταφάγεται άμφοδα υιού Άδερ. από πάσης της περιοίκου σου. 4 τι αγαλλιάσθε εν τοις πεδίοις Ενακείμ. η πεποιθυία επί θησαυροίς αυτής. περιζώσασθε σάκκους και κόψασθε. και διασπαρήσεσθε έκαστος εις το πρόσωπον αυτού. (Μασ. αναπαύσασθαι ου μη δύνωνται. φησί Κύριος· 16 και καύσω πυρ εν τείχει Δαμασκού. και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί σου πεσούνται. 10 και έσονται κάμηλοι αυτών εις προνομήν και πλήθος κτηνών αυτών εις απώλειαν· και λικμήσω αυτούς παντί πνεύματι κεκαρμένους προ προσώπου αυτών. ου μη καθίση εκεί άνθρωπος. ιμάτια αυτών και πάντα τα σκεύη αυτών και καμήλους αυτών λήψονται εαυτοίς· και καλέσατε επ' αυτούς απώλειαν κυκλόθεν. Κατησχύνθη ‘Ημάθ και Αρφάδ. ότι εβουλεύσατο εφ' υμάς βασιλεύς Βαβυλώνος βουλήν και ελογίσατο εφ' υμάς λογισμόν. μόνοι καταλύουσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έσονται εις άβατον και εις απώλειαν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1554 . εκ παντός πέραν αυτών οίσω την τροπήν αυτών. κώμην ηγάπησαν· 15 δια τούτο πεσούνται νεανίσκοι εν πλατείαις σου. 11 και έσται η αυλή διατριβή στρουθών και άβατος έως αιώνος. 5 ιδού εγώ φέρω φόβον επί σε.

καθημένη Δαιβών· εκτριβήσεται. 9 δότε σημεία τη Μωάβ. καθημένη εν Αροήρ. και παύσιν παύσεται. φησί Κύριος. και οσμή αυτού ουκ εξέλιπε. και εξολοθρευθήσεται η πεδινή. και εκλεκτοί νεανίσκοι αυτού κατέβησαν εις σφαγήν· 16 εγγύς ημέρα Μωάβ ελθείν. και πονηρία αυτού ταχεία σφόδρα. και κλινούσιν αυτόν και τα σκεύη αυτού λεπτυνούσι και τα κέρατα αυτού συγκόψουσι. καθώς είπε Κύριος. και απολείται ο αυλών. 14 Πως ερείτε· ισχυροί εσμεν και άνθρωπος ισχύων εις τα πολεμικά. όπισθέν σου βαδιείται μάχαιρα. πάντες κυκλόθεν αυτού. 13 και καταισχυνθήσεται Μωάβ από Χαμώς. 8 και ήξει όλεθρος επί πάσαν πόλιν. 3 ότι φωνή κεκραγότων εξ ‘Ωρωναίμ. και αποστελώ αυτω κλίνοντας. πάντες ειδότες όνομα αυτού· είπατε· Πως συνετρίβη βακτηρία ευκλεής. 11 ανεπαύσατο Μωάβ εκ παιδαρίου και πεποιθώς ην επί τη δόξη αυτού. ότι αφή αναφθήσεται. 18 κατάβηθι από δόξης και κάθισον εν υγρασία.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ (Μασ. ότι ώλετο Μωάβ. ΜΗ) Τη Μωάβ. εξαίρων μάχαιραν αυτού αφ' αίματος. ουκ ενέχεεν εξ αγγείου εις αγγείον και εις αποικισμόν ουκ ώχετο· δια τούτο έστη γεύμα αυτού εν αυτω. 5 ότι επλήσθη Αλώθ εν κλαυθμω. και ερώτησον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1555 . και συ συλληφθήση· και εξελεύσεται Χαμώς εν αποικία και οι ιερείς αυτού και οι άρχοντες αυτού άμα. όλεθρος και σύντριμμα μέγα· 4 συνετρίβη Μωάβ. ότι ώλετο· ελήφθη Καριαθαίμ. 10 επικατάρατος ο ποιών τα έργα Κυρίου αμελώς. ησχύνθη Αμάθ και ηττήθη. και πόλις ου μη σωθή. ανέβη εις σε λυμαινόμενος οχύρωμά σου. γαυρίαμα εν Εσεβών· ελογίσαντο επ' αυτήν κακά· εκόψαμεν αυτήν από έθνους. 15 ώλετο Μωάβ πόλις αυτού. 2 ουκ έστιν έτι ιατρεία Μωάβ. αναγγείλατε εις Ζογόρα. 17 κινήσατε αυτω. 7 επειδή επεποίθεις εν οχυρώμασί σου. αναβήσεται κλαίων εν οδω ‘Ωρωναίμ. ράβδος μεγαλώματος. και πάσαι αι πόλεις αυτής εις άβατον έσονται· πόθεν ένοικος αυτη. ωσπερ κατησχύνθη οίκος Ισραήλ από Βαιθήλ ελπίδος αυτών πεποιθότες επ' αυτοίς. 12 δια τούτο ιδού ημέραι αυτού έρχονται. 1 ΟΥΤΩΣ είπε Κύριος· ουαί επί Ναβαύ. 19 εφ' οδού στήθι και έπιδε. κραυγήν συντρίμματος ηκούσατε· 6 φεύγετε και σώσατε τας ψυχάς υμών και έσεσθε ωσπερ όνος άγριος εν ερήμω.

ουκ εποίησαν αιδάδ. ότι συνετρίβη· ολόλυξον και κέκραξον. ωσπερ αυλοί βομβήσουσι. ότι ώλετο Μωάβ· 21 και κρίσις έρχεται εις την γην Μεισώρ επί Χελών και Ρεφάς και Μωφάθ 22 και επί Δαιβών και επί Ναβαύ και επ' οίκον Δαιβλαθαίμ 23 και επί Καριαθαίμ και επ' οίκον Γαιμώλ και επ' οίκον Μαών 24 και επί Καριώθ και επί Βοσόρ και επί πάσας τας πόλεις Μωάβ τας πόρρω και τας εγγύς. 30 εγώ δε έγνων έργα αυτού· ουχί το ικανόν αυτού. 34 από κραυγής Εσεβών έως Ελεαλή αι πόλεις αυτών έδωκαν φωνήν αυτών. αναβαίνοντα επί τον βωμόν και θυμιώντα θεοίς αυτού. από Ζογόρ έως ‘Ωρωναίμ και Αγλάθ-Σαλισία. Πως έστρεψε νώτον Μωάβ. κλήματά σου διήλθε θάλασσαν. ότι και το ύδωρ Νεβρείν εις κατάκαυμα έσται. φησί Κύριος. 28 κατέλιπον τας πόλεις και ώκησαν εν πέτραις οι κατοικούντες Μωάβ. Ιαζήρ ήψαντο· επί οπώραν σου. καρδία μου επ' ανθρώπους κειράδας ωσπερ αυλός βομβήσει· δια τούτο α περιεποιήσατο. και το επίχειρον αυτού συνετρίβη. ου ουκ έστι χρεία αυτού. ότι επί Κύριον εμεγαλύνθη· και επικρούσει Μωάβ εν χειρί αυτού και έσται εις γέλωτα και αυτός. και επί πάσης οσφύος σάκκος. 27 και ει μη εις γελοιασμόν ην σοι Ισραήλ. 20 κατησχύνθη Μωάβ. και τα οχυρώματα συνελήφθη· 42 και απολείται Μωάβ από όχλου. 29 ήκουσα ύβριν Μωάβ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φεύγοντα και σωζόμενον και ειπόν· τι εγένετο. ότι επί τον Κύριον εμεγαλύνθη. 37 πάσαν κεφαλήν εν παντί τόπω ξυρηθήσονται. ύβρισε λίαν ύβριν αυτού και υπερηφανίαν αυτού. ως αγγείον. επί τρυγηταίς σου όλεθρος επέπεσε. φησί Κύριος. ή εν κλοπαίς σου ευρέθη. 43 παγίς και φόβος και βόθυνος επί σοί. και υψώθη η καρδία αυτού. 36 δια τούτο καρδία μου. 33 συνεψήθη χαρμοσύνη και ευφροσύνη εκ της Μωαβίτιδος και οίνος ην επί ληνοίς σου· πρωϊ ουκ επάτησαν ουδέ δείλης. 39 Πως κατήλλαξε. 35 και απολώ τον Μωάβ. άμπελος Σεβημά. ότι επολέμεις αυτόν. ησχύνθη και εγένετο Μωάβ εις γέλωτα και εγκότημα πάσι τοις κύκλω αυτής. βοήσατε επ' άνδρας κειράδας αυχμού· 32 ως κλαυθμόν Ιαζήρ αποκλαύσομαί σοι. και πάσαι χείρες κόψονται. και ο αναβαίνων εκ του βοθύνου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1556 . 31 δια τούτο επί Μωάβ ολολύζετε πάντοθεν. εγενήθησαν ωσπερ περιστεραί νοσσεύουσαι εν πέτραις στόματι βοθύνου. 25 κατεάχθη κέρας Μωάβ. καθήμενος Μωάβ· 44 ο φεύγων από προσώπου του φόβου εμπεσείται εις τον βόθυνον. ανάγγειλον εν Αρνών. ουχ ούτως εποίησε. 38 και επί πάντων των δωμάτων Μωάβ και επί ταις πλατείαις αυτής. και πας πώγων ξυρηθήσεται. ότι συνέτριψα τον Μωάβ. Μωάβ. 26 μεθύσατε αυτόν. 40 ότι ούτως είπε Κύριος· 41 ελήφθη Ακκαριώθ. απώλετο από ανθρώπου.

1 15-3 1 8 ) Οσα επροφήτευσεν Ιερεμίας επί πάντα τα έθνη. 14 και έσται όταν μη βούλωνται δέξασθαι το ποτήριον εκ της χειρός σου ωστε πιείν. ΚΕ. ότι επάξω ταύτα επί Μωάβ εν ενιαυτω επισκέψεως αυτής. 3 και έλαβον το ποτήριον εκ χειρός Κυρίου και επότισα τα έθνη. ης εγώ αποστέλλω ανά μέσον αυτών. την Ασκάλωνα και την Γάζαν και την Ακκάρων και το επίλοιπον Αζώτου 7 και την Ιδουμαίαν και την Μωαβίτιν και τους υιούς Αμμών 8 και βασιλείς Τύρου και βασιλείς Σιδώνος και βασιλείς τους εν τω πέραν της θαλάσσης 9 και την Δαιδάν και την Θαιμάν και την Ρώς και παν περικεκαρμένον κατά πρόσωπον αυτού 10 και πάντας τους συμμείκτους τους καταλύοντας εν τη ερήμω 11 και πάντας βασιλείς Αιλάμ και πάντας βασιλείς Περσών 12 και πάντας βασιλείς από απηλιώτου τους πόρρω και τους εγγύς. 16 και συ προφητεύσεις επ' αυτούς τους λόγους τούτους και ερείς· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1557 . ης εγώ αποστέλλω ανά μέσον υμών. προς α απέστειλέ με Κύριος επ' αυτά. εν ή ωνομάσθη το όνομά μου επ' αυτήν. 2 και πίονται και εξεμούνται και εκμανήσονται από προσώπου της μαχαίρας. εγώ άρχομαι κακώσαι. 1 ΟΥΤΩΣ είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· λαβέ το ποτήριον του οίνου του ακράτου τούτου εκ χειρός μου και ποτιείς πάντα τα έθνη. έκαστον προς τον αδελφόν αυτού. και υμείς καθάρσει ου μη καθαρισθήτε. 4 την Ιερουσαλήμ και τας πόλεις Ιούδα και βασιλείς Ιούδα και άρχοντας αυτού του θείναι αυτάς εις ερήμωσιν και εις άβατον και εις συριγμόν 5 και τον Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και τους παίδας αυτού και τους μεγιστάνας αυτού 6 και πάντα τον λαόν αυτού και πάντας τους συμμείκτους και πάντας τους βασιλείς αλλοφύλων. και ερείς· ούτως είπε Κύριος· πιόντες πίεσθε· 15 ότι εν πόλει. προς α εγώ αποστέλλω σε προς αυτούς. ότι μάχαιραν εγώ καλώ επί πάντας τους καθημένους επί της γης. και πάσας βασιλείας τας επί προσώπου της γης. 13 και ερείς αυτοίς· ούτως είπε Κύριος παντοκράτωρ· πίετε και μεθύσθητε και εξεμέσετε και πεσείσθε και ου μη αναστήτε από προσώπου της μαχαίρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συλληφθήσεται εν τη παγίδι. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ (Μασ.

4 και ερείς· ούτως είπε Κύριος· εάν μη ακούσητέ μου του πορεύεσθαι εν τοις νομίμοις μου. ότι κρίσις τω Κυρίω εν τοις έθνεσι. οίς έδωκα κατά πρόσωπον υμών. 5 εισακούειν των λόγων των παίδων μου των προφητών. ποιμένες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος αφ' υψηλού χρηματιεί. και αιδάδ ωσπερ τρυγώντες αποκριθήσονται· και επί καθημένους την γην ήκει όλεθρος 17 επί μέρος της γης. ους εγώ αποστέλλω προς υμάς όρθρου. ότι επληρώθησαν αι ημέραι υμών εις σφαγήν. ους συνέταξά σοι χρηματίσαι αυτοίς. και απέστειλα και ουκ ηκούσατέ μου. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ (Μασ. και πεσείσθε ωσπερ οι κριοί οι εκλεκτοί· 21 και απολείται φυγή από των ποιμένων και σωτηρία από των κριών των προβάτων. 22 φωνή κραυγής των ποιμένων και αλαλαγμός των προβάτων και των κριών. 6 και δώσω τον οίκον τούτον ωσπερ Σηλώ και την πόλιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1558 . 19 και έσονται τραυματίαι υπό Κυρίου εν ημέρα Κυρίου. ότι εγενήθη η γη αυτών εις άβατον από προσώπου της μαχαίρας της μεγάλης. και κεκράξατε· και κόπτεσθε οι κριοί των προβάτων. εις κόπρια επί προσώπου της γης έσονται. και παύσομαι από των κακών. 20 αλαλάξατε. και λαίλαψ μεγάλη εκπορεύεται απ' εσχάτου της γης. μη αφέλης ρήμα· 3 ίσως ακούσονται και αποστραφήσονται έκαστος από της οδού αυτού της πονηράς. οι δε ασεβείς εδόθησαν εις μάχαιραν. 23 και παύσεται τα κατάλοιπα της ειρήνης από προσώπου οργής θυμού μου. εκ μέρους της γης. 18 ούτως είπε Κύριος· ιδού κακά έρχεται από έθνους επί έθνος. λέγει Κύριος. ότι ωλόθρευσε Κύριος τα βοσκήματα αυτών. ων εγώ λογίζομαι του ποιήσαι αυτοίς ένεκεν των πονηρών επιτηδευμάτων αυτών. ΚΣΤ) 1 ΕΝ αρχή βασιλέως Ιωακείμ υιού Ιωσία εγενήθη ο λόγος ούτος παρά Κυρίου· 2 ούτως είπε Κύριος· στήθι εν αυλή οίκου Κυρίου και χρηματιείς άπασι τοις Ιουδαίοις και πάσι τοις ερχομένοις προσκυνείν εν οίκω Κυρίου άπαντας τους λόγους. λόγον χρηματιεί επί του τόπου αυτού. από του αγίου αυτού δώσει φωνήν αυτού. και έως εις μέρος της γης· ου μη κατορυγώσιν. 24 εγκατέλιπεν ωσπερ λέων κατάλειμμα αυτού. κρίνεται αυτός προς πάσαν σάρκα.

14 και ιδού εγώ εν χερσίν υμών· ποιήσατέ μοι ως συμφέρει και ως βέλτιον υμίν. ότι επροφήτευσε κατά της πόλεως ταύτης. Ουρίας υιος Σαμαίου εκ Καριαθιαρίμ.10 Και ήκουσαν οι άρχοντες Ιούδα τον λόγον τούτον και ανέβησαν εξ οίκου του βασιλέως εις οίκον Κυρίου και εκάθισαν εν προθύροις πύλης Κυρίου της καινής. 20 Και άνθρωπος ην προφητεύων τω ονόματι Κυρίου. 17 και ανέστησαν άνδρες των πρεσβυτέρων της γης και είπαν πάση τη συναγωγή του λαού· 18 Μιχαίας ο Μωραθίτης ην εν ταις ημέραις Εζεκίου βασιλέως Ιούδα και είπε παντί τω λαω Ιούδα· ούτως είπε Κύριος· Σιών ως αγρός αροτριαθήσεται. α συνέταξε Κύριος αυτω λαλήσαι παντί τω λαω. καθώς ηκούσατε εν τοις ωσίν υμών. 15 αλλ' ή γνόντες γνώσεσθε ότι. 12 και είπεν Ιερεμίας προς τους άρχοντας και παντί τω λαω λέγων· Κύριος απέστειλέ με προφητεύσαι επί τον οίκον τούτον και επί την πόλιν ταύτην πάντας τους λόγους. 8 και εγένετο Ιερεμίου παυσαμένου λαλούντος πάντα. 13 και νυν βελτίους ποιήσατε τας οδούς υμών και τα έργα υμών και ακούσατε της φωνής Κυρίου. .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δώσω εις κατάραν πάσι τοις έθνεσι πάσης της γης. 9 ότι επροφήτευσας τω ονόματι Κυρίου λέγων· ωσπερ Σηλώ έσται ο οίκος ούτος και η πόλις αύτη ερημωθήσεται από κατοικούντων· και εξεκκλησιάσθη πας ο λαός επί Ιερεμίαν εν οίκω Κυρίου. 19 μη ανελών ανείλεν αυτόν Εζεκίας και πας Ιούδα. ους ηκούσατε. ων ελάλησεν εφ' υμάς. ων ελάλησεν επ' αυτούς. και επροφήτευσε περί της γης ταύτης κατά πάντας τους λόγους Ιερεμίου. και Ιερουσαλήμ εις άβατον έσται και το όρος του οίκου εις άλσος δρυμού. αίμα αθωον δίδοτε εφ' υμάς και επί την πόλιν ταύτην και επί τους κατοικούντας εν αυτη· ότι εν αληθεία απέσταλκέ με Κύριος προς υμάς λαλήσαι εις τα ώτα υμών πάντας τους λόγους τούτους. και επαύσατο Κύριος από των κακών. 16 και είπον οι άρχοντες και πας ο λαός προς τους ιερείς και προς τους ψευδοπροφήτας· ουκ έστι τω ανθρώπω τούτω κρίσις θανάτου. ουχ ότι εφοβήθησαν τον Κύριον και ότι εδεήθησαν του προσώπου Κυρίου. ει αναιρείτέ με. 7 και ήκουσαν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται και πας ο λαός του Ιερεμίου λαλούντος τους λόγους τούτους εν οίκω Κυρίου. και ημείς εποιήσαμεν κακά μεγάλα επί ψυχάς ημών. και συνελάβοσαν αυτόν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται και πας ο λαός λέγων· θανάτω αποθανή. 21 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1559 . και παύσεται Κύριος από των κακών. ότι επί τω ονόματι Κυρίου του Θεού ημών ελάλησε προς ημάς. 11 και είπαν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται προς τους άρχοντας και παντί τω λαω· κρίσις θανάτου τω ανθρώπω τούτω.

είπε Κύριος. 22 και εξαπέστειλεν ο βασιλεύς άνδρας εις Αίγυπτον. ό εάν εισαγάγη τον τράχηλον αυτού υπό τον ζυγόν βασιλέως Βαβυλώνος και εργάσηται αυτω. 9 και υμείς μη ακούετε των ψευδοπροφητών υμών και των μαντευομένων υμίν και των ενυπνιαζομένων υμίν και των οιωνισμάτων υμών και των φαρμακών υμών των λεγόντων· ου μη εργάσησθε τω βασιλεί Βαβυλώνος. 2 1 ΟΥΤΩΣ είπε Κύριος· ποίησον σεαυτω δεσμούς και κλοιούς και περίθου περί τον τράχηλόν σου· 3 και αποστελείς αυτούς προς βασιλέα Ιδουμαίας και προς βασιλέα Μωάβ και προς βασιλέα υιών Αμμών και προς τον βασιλέα Τύρου και προς βασιλέα Σιδώνος εν χερσίν αγγέλων αυτών των ερχομένων εις απάντησιν αυτών εις Ιερουσαλήμ προς Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα. έως εκλίπωσιν εν χειρί αυτού.12 Και προς Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα ελάλησα κατά πάντας τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1560 . . 11 και το έθνος. 4 και συντάξεις αυτοίς προς τους κυρίους αυτών ειπείν· ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ούτως ερείτε προς τους κυρίους υμών· 5 ότι εγώ εποίησα την γην εν τη ισχύϊ μου τη μεγάλη και εν τω επιχείρω μου τω υψηλω και δώσω αυτήν ω εάν δόξη εν οφθαλμοίς μου. και επάταξεν αυτόν εν μαχαίρα και έρριψεν αυτόν εις το μνήμα υιών λαού αυτού. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ (Μασ. 6 έδωκα την γην τω Ναβουχοδονόσορ βασιλεί Βαβυλώνος δουλεύειν αυτω και τα θηρία του αγρού εργάζεσθαι αυτω. και καταλείψω αυτόν επί της γης αυτού. 24 πλήν χείρ Αχεικάμ υιού Σαφάν ην μετά Ιερεμίου του μη παραδούναι αυτόν εις χείρας του λαού του μη ανελείν αυτόν. και εργάται αυτω και ενοικήσει εν αυτη. 1 2-2 1 2 ). ΚΖ. 8 και το έθνος και η βασιλεία. όσοι εάν μη εμβάλωσι τον τράχηλον αυτών υπό τον ζυγόν βασιλέως Βαβυλώνος. εν μαχαίρα και εν λιμω επισκέψομαι αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ήκουσεν ο βασιλεύς Ιωακείμ και πάντες οι άρχοντες πάντας τους λόγους αυτού και εζήτουν αποκτείναι αυτόν· και ήκουσεν Ουρίας και εισήλθεν εις Αίγυπτον. 10 ότι ψευδή αυτοί προφητεύουσιν υμίν προς το μακρύναι υμάς από της γης υμών. 23 και εξηγάγοσαν αυτόν εκείθεν και εισηγάγοσαν αυτόν προς τον βασιλέα.

20 ων ουκ έλαβε βασιλεύς Βαβυλώνος. ούτως ποιήσαι Κύριος. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ (Μασ. ότι άδικα αυτοί προφητεύουσιν υμίν· 15 ότι ουκ απέστειλα αυτούς. ον απέστειλεν αυτοίς Κύριος εν πίστει. 22 εις Βαβυλώνα εισελεύσεται. ότι συντρίψω τον ζυγόν βασιλέως Βαβυλώνος. 17 ουκ απέστειλα αυτούς. ον συ προφητεύεις. ότι άδικα αυτοί προφητεύουσιν υμίν. ΚΗ) 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω τετάρτω έτει Σεδεκία βασιλέως Ιούδα εν μηνί τω πέμπτω είπέ μοι Ανανίας υιος Αζώρ ο ψευδοπροφήτης από Γαβαών εν οίκω Κυρίου κατ' οφθαλμούς των ιερέων και παντός του λαού λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος· συνέτριψα τον ζυγόν του βασιλέως Βαβυλώνος· 3 έτι δύο έτη ημερών και εγώ αποστρέψω εις τον τόπον τούτον τα σκεύη οίκου Κυρίου 4 και Ιεχονίαν και την αποικίαν Ιούδα. και απολείσθε υμείς και οι προφήται υμών οι προφητεύοντες υμίν επ' αδίκω ψευδή. του επιστρέψαι τα σκεύη οίκου Κυρίου και πάσαν την αποικίαν εκ Βαβυλώνος εις τον τόπον τούτον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λόγους τούτους λέγων· εισαγάγετε τον τράχηλον υμών 14 και εργάσασθε τω βασιλεί Βαβυλώνος. ον εγώ λέγω εις τα ώτα υμών και εις τα ώτα παντός του λαού· 8 οι προφήται οι γεγονότες πρότεροί μου και πρότεροι υμών από του αιώνος και επροφήτευσαν επί γης πολλής και επί βασιλείας μεγάλας εις πόλεμον· 9 ο προφήτης ο προφητεύσας εις ειρήνην. 6 και είπεν Ιερεμίας· αληθώς. ελθόντος του λόγου γνώσονται τον προφήτην. 10 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1561 . ότε απώκισε τον Ιεχονίαν εξ Ιερουσαλήμ. 7 πλήν ακούσατε τον λόγον Κυρίου. απαντησάτωσάν μοι· 19 ότι ούτως είπε Κύριος· και των επιλοίπων σκευών. 16 υμίν και παντί τω λαω τούτω και τοις ιερεύσιν ελάλησα λέγων· ούτως είπε Κύριος· μη ακούετε των λόγων των προφητών των προφητευόντων υμίν λεγόντων· ιδού σκεύη οίκου Κυρίου επιστρέψει εκ Βαβυλώνος. λέγει Κύριος. 5 και είπεν Ιερεμίας προς Ανανίαν κατ' οφθαλμούς παντός του λαού και κατ' οφθαλμούς των ιερέων των εστηκότων εν οίκω Κυρίου. και προφητεύουσι τω ονόματί μου επ' αδίκω προς το απολέσαι υμάς. 18 ει προφήταί εισι και ει έστι λόγος Κυρίου εν αυτοίς. στήσαι τον λόγον σου. φησί Κύριος.

17 και απέθανεν εν τω μηνί τω εβδόμω. 2 ύστερον εξελθόντος Ιεχονίου του βασιλέως και της βασιλίσσης και των ευνούχων και παντός ελευθέρου και δεσμώτου και τεχνίτου εξ Ιερουσαλήμ. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ (Μασ. και ώχετο Ιερεμίας εις την οδόν αυτού. 3 εν χειρί Ελεασά υιού Σαφάν και Γαμαρίου υιού Χελκίου. ην απώκισα από Ιερουσαλήμ· 5 οικοδομήσατε οίκους και κατοικήσατε και φυτεύσατε παραδείσους και φάγετε τους καρπούς αυτών 6 και λάβετε γυναίκας και τεκνοποιήσατε υιούς και θυγατέρας και λάβετε τοις υιοίς υμών γυναίκας και τας θυγατέρας υμών δότε ανδράσι και πληθύνεσθε και μη σμικρυνθήτε· 7 και ζητήσατε εις ειρήνην της γης. ους απέστειλεν Ιερεμίας εξ Ιερουσαλήμ προς τους πρεσβυτέρους της αποικίας και προς τους ιερείς και προς τους ψευδοπροφήτας. και προσεύξασθε περί αυτών προς Κύριον. 8 ότι ούτως είπε Κύριος· μη αναπειθέτωσαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1562 .12 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν μετά το συντρίψαι Ανανίαν τους κλοιούς από του τραχήλου αυτού λέγων· 13 βάδιζε και είπον προς Ανανίαν λέγων· ούτως είπε Κύριος· κλοιούς ξυλίνους συνέτριψας. 16 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ εξαποστέλλω σε από προσώπου της γης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έλαβεν Ανανίας εν οφθαλμοίς παντός του λαού τους κλοιούς από του τραχήλου Ιερεμίου και συνέτριψεν αυτούς· 11 και είπεν Ανανίας κατ' οφθαλμούς παντός του λαού λέγων· ούτως είπε Κύριος· ούτως συντρίψω τον ζυγόν βασιλέως Βαβυλώνος από τραχήλων πάντων των εθνών. 15 και είπεν Ιερεμίας τω Ανανία· ουκ απέσταλκέ σε Κύριος. . ον απέστειλε Σεδεκίας βασιλεύς Ιούδα προς βασιλέα Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα λέγων· 4 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ επί την αποικίαν. τούτω τω ενιαυτω αποθανή. ότι εν ειρήνη αυτής έσται ειρήνη υμίν. και πεποιθέναι εποίησας τον λαόν τούτον επ' αδίκω. εις ην απώκισα υμάς εκεί. και ποιήσω αντ' αυτών κλοιούς σιδηρούς. ΚΘ) 1 ΚΑΙ ούτοι οι λόγοι της βίβλου. επιστολήν εις Βαβυλώνα τη αποικία και προς άπαντα τον λαόν. 14 ότι ούτως είπε Κύριος· ζυγόν σιδηρούν έθηκα επί τον τράχηλον πάντων των εθνών εργάζεσθαι τω βασιλεί Βαβυλώνος.

10 ότι ούτως είπε Κύριος· όταν μέλλη πληρούσθαι Βαβυλώνι εβδομήκοντα έτη. και πατάξει αυτούς κατ' οφθαλμούς υμών. φησί Κύριος. 22 και λήψονται απ' αυτών κατάραν εν πάση τη αποικία Ιούδα εν Βαβυλώνι λέγοντες· ποιήσαι σε Κύριος. οικοδομήσατε οικίας και κατοικήσατε και φυτεύσατε κήπους και φάγεσθε τον καρπόν αυτών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1563 . ους απετηγάνισε βασιλεύς Βαβυλώνος εν πυρί. και ευρήσετέ με.29 Και ανέγνω Σοφονίας το βιβλίον εις τα ώτα Ιερεμίου. και εισακούσομαι υμών· 13 και εκζητήσατέ με. και προς Σοφονίαν υιόν Μαασαίου τον ιερέα ειπέ· 26 Κύριος έδωκέ σε ιερέα αντί Ιωδαέ του ιερέως γενέσθαι επιστάτην εν τω οίκω Κυρίου παντί ανθρώπω προφητεύοντι και παντί ανθρώπω μαινομένω. 21 ούτως είπε Κύριος επί Αχιάβ και επί Σεδεκίαν· ιδού εγώ δίδωμι αυτούς εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. ουκ όψονται. και δώσεις αυτόν εις το απόκλεισμα και εις τον καταράκτην. 24 και προς Σαμαίαν τον Νελαμίτην ερείς· 25 ουκ απέστειλά σε τω ονόματί μου. 30 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 31 απόστειλον προς την αποικίαν λέγων· ούτως είπε Κύριος επί Σαμαίαν τον Νελαμίτην· επειδή επροφήτευσεν υμίν Σαμαίας. ως Σεδεκίαν εποίησε και ως Αχιάβ. 15 ότι είπατε· κατέστησεν ημίν Κύριος προφήτας εν Βαβυλώνι. ότι ζητήσετέ με εν όλη καρδία υμών. 11 και λογιούμαι εφ' υμάς λογισμόν ειρήνης και ου κακά του δούναι υμίν ταύτα. και ουκ έσται αυτών άνθρωπος εν μέσω υμών του ιδείν τα αγαθά. επισκέψομαι υμάς και επιστήσω τους λόγους μου εφ' υμάς του αποστρέψαι τον λαόν υμών εις τον τόπον τούτον. και μη αναπειθέτωσαν υμάς οι μάντεις υμών. . ον ου συνέταξα αυτοίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμάς οι ψευδοπροφήται οι εν υμίν. 28 ου δια τούτο απέστειλε προς υμάς εις Βαβυλώνα λέγων· μακράν εστιν. α εγώ ποιήσω υμίν. 32 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ επισκέψομαι επί Σαμαίαν και επί το γένος αυτού. 14 και επιφανούμαι υμίν. και μη ακούετε εις τα ενύπνια υμών. και εγώ μάρτυς. 27 και νυν διατί συνελοιδορήσατε Ιερεμίαν τον εξ Αναθώθ τον προφητεύσαντα υμίν. 9 ότι άδικα αυτοί προφητεύουσιν υμίν επί τω ονόματί μου. και εγώ ουκ απέστειλα αυτόν. και ουκ απέστειλα αυτούς. α υμείς ενυπνιάζεσθε. 23 δι' ην εποίησαν ανομίαν εν Ισραήλ και εμοιχώντο τας γυναίκας των πολιτών αυτών και λόγον εχρημάτισαν εν τω ονόματί μου. 12 και προσεύξασθε προς με. και πεποιθέναι εποίησεν υμάς επ' αδίκοις.

αλγηρά η πληγή σου· 13 ουκ έστι κρίνων κρίσιν σου. 7 ότι μεγάλη η ημέρα εκείνη και ουκ έστιν τοιαύτη. εις ίκτερον εγενήθη. ους εχρημάτισα προς σε. 20 και εισελεύσονται οι υιοί αυτών ως το πρότερον. και ο ναός κατά το κρίμα αυτού καθεδείται. και ου μη ελαττωθώσι. είπε Κύριος. εις αλγηρόν ιατρεύθης. ου μη επερωτήσωσιν· ότι πληγήν εχθρού έπαισά σε. και ουκ έστιν είρήνη. παιδείαν στερεάν· επί πάσαν αδικίαν σου επλήθυναν αι αμαρτίαι σου.4 Και ούτοι οι λόγοι. από πληγής οδυνηράς ιατρεύσω σε. και τον Δαυίδ βασιλέα αυτών αναστήσω αυτοίς. 16 δια τούτο πάντες οι έσθοντές σε βρωθήσονται. ην έδωκα τοις πατράσιν αυτών. ότι ζητών ουκ έστιν αυτήν. και τα μαρτύρια αυτών κατά πρόσωπόν μου ορθωθήσεται· και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1564 . . εστράφησαν πρόσωπα. και πάντας τους προνομεύσαντάς σε δώσω εις προνομήν. 3 ότι ιδού ημέραι έρχονται.12 Ούτως είπε Κύριος· ανέστησα σύντριμμα. 17 ότι ανάξω το ίαμά σου. και πάντες οι εχθροί σου κρέας αυτών παν έδονται· επί πλήθος αδικιών σου επληθύνθησαν αι αμαρτίαι σου. και χρόνος στενός εστι τω Ιακώβ. ότι Εσπαρμένη εκλήθης· θήρευμα υμών εστιν. και περί φόβου. και ουκ εργώνται αυτοί έτι αλλοτρίοις· 9 και εργώνται τω Κυρίω Θεω αυτών. 5 ούτως είπε Κύριος· φωνήν φόβου ακούσεσθε· φόβος. 18 ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ αποστρέψω την αποικίαν Ιακώβ και την αιχμαλωσίαν αυτού ελεήσω· και οικοδομηθήσεται πόλις επί το ύψος αυτής. και κυριεύσουσιν αυτής. 19 και εξελεύσονται απ' αυτών άδοντες και φωνή παιζόντων· και πλεονάσω αυτούς. 6 ερωτήσατε και ίδετε ει έτεκεν άρσεν. εποίησαν ταύτά σοι· και έσονται οι διαφορούντές σε εις διαφόρημα. εν ω καθέξουσιν οσφύν και σωτηρίαν· διότι εώρακα πάντα άνθρωπον και αι χείρες αυτού επί της οσφύος αυτού. 8 εν τη ημέρα εκείνη. φησί Κύριος. και από τούτου σωθήσεται. συντρίψω τον ζυγόν από του τραχήλου αυτών και τους δεσμούς αυτών διαρρήξω. 14 πάντες οι φίλοι σου επελάθοντό σου. Λ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου ειπείν· 2 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ λέγων· γράψον πάντας τους λόγους. και αποστρέψω αυτούς εις την γην. και αποστρέψω την αποικίαν λαού μου Ισραήλ και Ιούδα. είπε Κύριος. ους ελάλησε Κύριος επί Ισραήλ και Ιούδα. . φησί Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ (Μασ. ωφέλειά σοι ουκ έστι. επί βιβλίου.

2 ούτως είπε Κύριος· εύρον θερμόν εν ερήμω μετά ολωλότων εν μαχαίρα· βαδίσατε και μη ολέσητε τον Ισραήλ. 3 Κύριος πόρρωθεν ώφθη αυτω· αγάπησιν αιώνιον ηγάπησά σε. έθνη. ότι τις εστιν ούτος. 24 ου μη αποστραφή οργή θυμού Κυρίου. εξήλθεν οργή στρεφομένη. επί γην σίτου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1565 . ΛΑ) 1 ΕΝ τω χρόνω εκείνω. 7 ότι ούτως είπε Κύριος τω Ιακώβ· ευφράνθητε και χρεμετίσατε επί κεφαλήν εθνών· ακουστά ποιήσατε και αινέσατε· είπατε· έσωσε Κύριος τον λαόν αυτού. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ (Μασ. 21 και έσονται ισχυρότεροι αυτού επ' αυτούς. και αποστρέψουσιν ώδε. 10 Ακούσατε λόγους Κυρίου. 8 ιδού εγώ άγω αυτούς από βορρά και συνάξω αυτούς απ' εσχάτου της γης εν εορτη φασέκ· και τεκνοποιήσει όχλον πολύν. και αυτοί έσονταί μοι εις λαόν. φυτεύσατε και αινέσατε. έσομαι εις Θεόν τω γένει Ισραήλ. επ' ασεβείς ήξει. 6 ότι εστίν ημέρα κλήσεως απολογουμένων εν όρεσιν Εφραίμ· ανάστητε και ανάβητε εις Σιών προς Κύριον τον Θεόν ημών. είπε Κύριος. και αποστρέψουσι προς με.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επισκέψομαι τους θλίβοντας αυτούς. το κατάλοιπον του Ισραήλ. και ο άρχων αυτού εξ αυτού εξελεύσεται· και συνάξω αυτούς. και αναγγείλατε εις νήσους τας μακρόθεν· είπατε· ο λικμήσας τον Ισραήλ και συνάξει αυτόν και φυλάξει αυτόν ως ο βόσκων ποίμνιον αυτού. 12 και ήξουσι και ευφρανθήσονται εν τω όρει Σιών· και ήξουσιν επ' αγαθά Κυρίου. και εν παρακλήσει ανάξω αυτούς αυλίζων επί διώρυγας υδάτων εν οδω ορθή. δια τούτο είλκυσά σε εις οικτείρημα. και Εφραίμ πρωτότοκός μου εστιν. ος έδωκε την καρδίαν αυτού αποστρέψαι προς με. εξείλατο αυτόν εκ χειρός στερεωτέρων αυτού. φησί Κύριος. και ου μη πλανηθώσιν εν αυτη· ότι εγενόμην τω Ισραήλ εις πατέρα. και οικοδομηθήση. 23 ότι οργή Κυρίου εξήλθε θυμώδης. παρθένος Ισραήλ· έτι λήψη τύμπανόν σου και εξελεύση μετά συναγωγής παιζόντων. έως ποιήση και έως καταστήση εγχείρημα καρδίας αυτού· επ' εσχάτων των ημερών γνώσεσθε αυτά. 4 έτι οικοδομήσω σε. 9 εν κλαυθμω εξήλθον. 5 έτι φυτεύσατε αμπελώνας εν όρεσι Σαμαρείας. 11 ότι ελυτρώσατο Κύριος τον Ιακώβ.

αποστράφηθι εις τας πόλεις σου πενθούσα. και έσται η ψυχή αυτών ωσπερ ξύλον έγκαρπον. παρθένος Ισραήλ. 22 έως πότε αποστρέψεις. και επιστρέψουσιν εκ γης εχθρών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και οίνου και καρπών και κτηνών και προβάτων. 29 εν ταις ημέραις εκείναις ου μη είπωσιν· οι πατέρες έφαγον όμφακα. και οι οδόντες των τέκνων ημωδίασαν. 20 υιος αγαπητός Εφραίμ εμοί. φησί Κύριος. εν σωτηρία περιελεύσονται άνθρωποι. 18 ακοήν ήκουσα Εφραίμ οδυρομένου· επαίδευσάς με και επαιδεύθην εγώ· ωσπερ μόσχος ουκ εδιδάχθην· επίστρεψόν με. φησί Κύριος. 27 δια τούτο ιδού ημέραι έρχονται. 23 ότι ούτως είπε Κύριος· έτι ερούσι τον λόγον τούτον εν γη Ιούδα και εν πόλεσιν αυτού. ότι έλαβον ονειδισμόν εκ νεότητός μου. και διαθήσομαι τω οίκω Ισραήλ και τω οίκω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1566 . 19 ότι ύστερον αιχμαλωσίας μου μετενόησα και ύστερον του γνώναί με εστέναξα εφ' ημέρας αισχύνης και υπέδειξά σοι. 28 και έσται ωσπερ εγρηγόρουν επ' αυτούς καθαιρείν και κακούν. και ο λαός μου των αγαθών μου εμπλησθήσεται. 13 τότε χαρήσονται παρθένοι εν συναγωγή νεανίσκων. και του φαγόντος τον όμφακα αιμωδιάσουσιν οι οδόντες αυτού. φησί Κύριος. 25 ότι εμέθυσα πάσαν ψυχήν διψώσαν και πάσαν ψυχήν πεινώσαν ενέπλησα. μνεία μνησθήσομαι αυτού· δια τούτο έσπευσα επ' αυτω. 16 ούτως είπε Κύριος· διαλειπέτω η φωνή σου από κλαυθμού και οι οφθαλμοί σου από δακρύων σου. 17 μόνιμον τοις σοίς τέκνοις. θυγάτηρ ητιμωμένη. ότι ανθ' ων οι λόγοι μου εν αυτω. 14 μεγαλυνώ και μεθύσω την ψυχήν των ιερέων υιών Λευί. όταν αποστρέψω την αιχμαλωσίαν αυτού· ευλογημένος Κύριος επί δίκαιον όρος το άγιον αυτού 24 και ενοικούντες εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εν πάση τη γη αυτού άμα γεωργω. ότι έκτισε Κύριος σωτηρίαν εις καταφύτευσιν καινήν. ότι έστι μισθός τοις σοίς έργοις. ελεών ελεήσω αυτόν. 31 ιδού ημέραι έρχονται. και στρέψω το πένθος αυτών εις χαρμονήν και ποιήσω αυτούς ευφραινομένους. και ο ύπνος μου ηδύς μοι εγενήθη. 15 ούτως είπε Κύριος· φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνου και κλαυθμού και οδυρμού· Ραχήλ αποκλαιομένη ουκ ήθελε παύσασθαι επί τοις υιοίς αυτής. παιδίον εντρυφών. και ου πεινάσουσιν έτι. και σπερώ τον Ισραήλ και τον Ιούδαν σπέρμα ανθρώπου και σπέρμα κτήνους. ότι ουκ εισίν. και αρθήσεται εν ποιμνίω. ούτως γρηγορήσω επ' αυτούς του οικοδομείν και καταφυτεύειν. 21 Στήσον σεαυτήν Σιών. δος καρδίαν σου εις τους ώμους· οδόν ή επορεύθης αποστράφηθι. ποίησον τιμωρίαν. φησί Κύριος. 26 δια τούτο εξηγέρθην και είδον. και επιστρέψω. 30 αλλ' ή έκαστος εν τη εαυτού αμαρτία αποθανείται. και πρεσβύται χαρήσονται. ότι συ Κύριος ο Θεός μου.

και ουκέτι ου μη εκλίπη και ου μη καθαιρεθή έως του αιώνος. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ (Μασ. φησί Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιούδα διαθήκην καινήν. ότι αυτοί ουκ ενέμειναν εν τη διαθήκη μου. περί πάντων. 36 ούτως είπε Κύριος ο δούς τον ήλιον εις φως της ημέρας. 33 ότι αύτη η διαθήκη μου. και εγώ ημέλησα αυτών. 38 ιδού ημέραι έρχονται. φησί Κύριος. φησί Κύριος. και οικοδομηθήσεται πόλις τω Κυρίω από πύργου Αναμεήλ έως πύλης της γωνίας· 39 και εξελεύσεται η διαμέτρησις αυτής απέναντι αυτών έως βουνών Γαρήβ και περικυκλωθήσεται κύκλω εξ εκλεκτών λίθων· 40 και πάντες Ασαρημώθ έως Ναχάλ Κέδρων. φησί Κύριος. σελήνην και αστέρας εις φως της νυκτός. 32 ου κατά την διαθήκην. και κραυγήν εν θαλάσση και εβόμβησε τα κύματα αυτής. ΛΒ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν εν τω ενιαυτω δεκάτω βασιλεί Σεδεκία. ούτος ενιαυτός οκτωκαιδέκατος τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ βασιλεί Βαβυλώνος· 2 και δύναμις βασιλέως Βαβυλώνος εχαράκωσεν επί Ιερουσαλήμ. και εγώ ουκ αποδοκιμώ το γένος Ισραήλ. και το γένος Ισραήλ παύσεται γενέσθαι έθνος κατά πρόσωπόν μου πάσας τας ημέρας. . 3 εν ή κατέκλεισεν αυτόν ο βασιλεύς Σεδεκίας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1567 . 34 και ου μη διδάξωσιν έκαστος τον πολίτην αυτού και έκαστος τον αδελφόν αυτού λέγων· γνώθι τον Κύριον· ότι πάντες ειδήσουσί με από μικρού αυτών έως μεγάλου αυτών.35 Εάν υψωθή ο ουρανός εις το μετέωρον. ην διαθήσομαι τω οίκω Ισραήλ μετά τας ημέρας εκείνας. φησί Κύριος· διδούς δώσω νόμους εις την διάνοιαν αυτών και επί καρδίας αυτών γράψω αυτούς· και έσομαι αυτοίς εις Θεόν. ότι ίλεως έσομαι ταις αδικίαις αυτών και των αμαρτιών αυτών ου μη μνησθώ έτι. έως γωνίας πύλης ίππων ανατολής αγίασμα τω Κυρίω. ή εστιν εν οίκω βασιλέως. ην διεθέμην τοις πατράσιν αυτών εν ημέρα επιλαβομένου μου της χειρός αυτών εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. ων εποίησαν. και Ιερεμίας εφυλάσσετο εν αυλή της φυλακής. φησί Κύριος. και εάν ταπεινωθή το έδαφος της γης κάτω. και αυτοί έσονταί μοι εις λαόν. Κύριος παντοκράτωρ όνομα αυτω· 37 εάν παύσωνται οι νόμοι ούτοι από προσώπου μου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λέγων· διατί συ προφητεύεις λέγων. . 13 και συνέταξα τω Βαρούχ κατ' οφθαλμούς αυτών λέγων· 14 ούτως είπε Κύριος παντοκράτωρ· λάβε το βιβλίον της κτήσεως τούτο και το βιβλίον το ανεγνωσμένον και θήσεις αυτό εις αγγείον οστράκινον. και λαλήσει στόμα αυτού προς στόμα αυτού. συ εποίησας τον ουρανόν και την γην τη ισχύϊ σου τη μεγάλη και τω βραχίονί σου τω υψηλω και τω μετεώρω. 15 ότι ούτως είπε Κύριος· έτι κτηθήσονται αγροί και οικίαι και αμπελώνες εν τη γη ταύτη. 9 και εκτησάμην τον αγρόν Αναμεήλ υιού αδελφού πατρός μου και έστησα αυτω επτά σίκλους και δέκα αργυρίου· 10 και έγραψα εις βιβλίον και εσφραγισάμην και διεμαρτυράμην μάρτυρας και έστησα το αργύριον εν ζυγω. αδελφού πατρός μου. ο παντοκράτωρ και μεγαλώνυμος Κύριος· οι οφθαλμοί σου εις τας οδούς των υιών των ανθρώπων δούναι εκάστω κατά την οδόν αυτού· 20 ος εποίησας σημεία και τέρατα εν γη Αιγύπτω έως της ημέρας ταύτης και εν Ισραήλ και εν τοις γηγενέσι· και εποίησας σεαυτω όνομα. 18 ποιών έλεος εις χιλιάδας και αποδιδούς αμαρτίας πατέρων εις κόλπους τέκνων αυτών μετ' αυτούς. και συ πρεσβύτερος. ο Θεός ο μέγας. ότι σοί κρίμα κτήσασθαι αυτόν. ίνα διαμείνη ημέρας πλείους. ότι παραδόσει παραδοθήσεται εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. 19 Κύριος μεγάλης βουλής και δυνατός τοις έργοις. και οι οφθαλμοί αυτού τους οφθαλμούς αυτού όψονται. 6 και λόγος Κυρίου εγενήθη προς Ιερεμίαν λέγων· 7 ιδού Αναμεήλ υιος Σαλώμ αδελφού πατρός σου έρχεται προς σε λέγων· κτήσαι σεαυτω τον αγρόν μου τον εν Αναθώθ. ου μη αποκρυβή από σου ουθέν. εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1568 . 4 και Σεδεκίας ου μη σωθή εκ χειρός των Χαλδαίων. και έγνων ότι λόγος Κυρίου εστί. εις την αυλήν της φυλακής και είπε· κτήσαι σεαυτω τον αγρόν μου τον εν γη Βενιαμίν τον εν Αναθώθ. ότι σοί κρίσις παραλαβείν εις κτήσιν. 8 και ήλθε προς με Αναμεήλ υιος Σαλώμ. ως ημέρα αύτη 21 και εξήγαγες τον λαόν σου Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου εν σημείοις και εν τέρασιν. 11 και έλαβον το βιβλίον της κτήσεως το εσφραγισμένον και το ανεγνωσμένον 12 και έδωκα αυτό τω Βαρούχ υιω Νηρίου υιω Μαασαίου κατ' οφθαλμούς Αναμεήλ υιού αδελφού πατρός μου και κατ' οφθαλμούς των ανδρών των παρεστηκότων και γραφόντων εν τω βιβλίω της κτήσεως και κατ' οφθαλμούς των Ιουδαίων των εν τη αυλή της φυλακής. 5 και εισελεύσεται Σεδεκίας εις Βαβυλώνα και εκεί καθιείται. και λήψεται αυτήν.16 Και προσευξάμην προς Κύριον μετά το δούναί με το βιβλίον της κτήσεως προς Βαρούχ υιόν Νηρίου λέγων· 17 ω Κύριε. ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ δίδωμι την πόλιν ταύτην εν χερσί βασιλέως Βαβυλώνος. ο Θεός ο μέγας και ισχυρός.

37 ιδού εγώ συνάγω αυτούς εκ πάσης της γης. 35 και ωκοδόμησαν τους βωμούς τη Βάαλ τους εν φάραγγι υιού Εννόμ του αναφέρειν τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών τω Μολόχ βασιλεί. 34 και έθηκαν τα μιάσματα αυτών εν τω οίκω. μη απ' εμού κρυβήσεταί τι. ην συ λέγεις· παραδοθήσεται εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος εν μαχαίρα και εν λιμω και εν αποστολή. 30 ότι ήσαν οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί Ιούδα μόνοι ποιούντες το πονηρόν κατ' οφθαλμούς μου εκ νεότητος αυτών. του ποιήσαι το βδέλυγμα τούτο προς το εφαμαρτείν τον Ιούδαν.36 Και νυν ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ επί την πόλιν. 26 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 27 εγώ Κύριος ο Θεός πάσης σαρκός. ου επεκλήθη το όνομά μου επ' αυτω. εν αις εθυμιώσαν επί των δωμάτων αυτών τη Βάαλ και έσπευδον σπονδάς θεοίς ετέροις προς το παραπικράναι με. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. . 25 και συ λέγεις προς με· κτήσαι σεαυτω τον αγρόν αργυρίου· και έγραψα βιβλίον και εσφραγισάμην και επεμαρτυράμην μάρτυρας· και η πόλις εδόθη εις χείρας Χαλδαίων. και λήψεται αυτήν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω 22 και εν οράμασι μεγάλοις· και έδωκας αυτοίς την γην ταύτην. εν ακαθαρσίαις αυτών. 23 και εισήλθοσαν και ελάβοσαν αυτήν και ουκ ήκουσαν της φωνής σου και εν τοις προστάγμασί σου ουκ επορεύθησαν· άπαντα. ούτως εγένετο. 33 και απέστρεψαν προς με νώτον και ου πρόσωπον· και εδίδαξα αυτούς όρθρου. και εδίδαξα. 24 ιδού όχλος ήκει εις την πόλιν ταύτην συλλαβείν αυτήν. άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ. 32 δια πάσας τας πονηρίας των υιών Ισραήλ και Ιούδα. α ενετείλω αυτοίς ουκ εποίησαν· και εποίησας συμβήναι αυτοίς πάντα τα κακά ταύτα. ων εποίησαν πικράναι με αυτοί και οι βασιλείς αυτών και οι άρχοντες αυτών και οι ιερείς αυτών και οι προφήται αυτών. αφ' ης ημέρας ωκοδόμησαν αυτήν και έως της ημέρας ταύτης απαλλάξαι αυτήν από προσώπου μου. ου διέσπειρα αυτούς εκεί εν οργή μου και τω θυμω μου και εν παροξυσμω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1569 . 31 ότι επί την οργήν μου και επί τον θυμόν μου ην η πόλις αύτη. και ουκ ήκουσαν έτι λαβείν παιδείαν. και η πόλις εδόθη εις χείρας Χαλδαίων των πολεμούντων αυτήν από προσώπου μαχαίρας και του λιμού· ως ελάλησας. ην ώμοσας τοις πατράσιν αυτών. 28 δια τούτο ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· δοθείσα παραδοθήσεται η πόλις αύτη εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. α ου συνέταξα αυτοίς και ουκ ανέβη επί καρδίαν μου. 29 και ήξουσιν οι Χαλδαίοι πολεμούντες επί την πόλιν ταύτην και καύσουσι την πόλιν ταύτην εν πυρί και κατακαύσουσι τας οικίας.

α ουκ έγνως αυτά. ότι αποστρέψω τας αποικίας αυτών. α ελάλησα επ' αυτούς. ους επάταξα εν οργή μου και εν θυμω μου. και επιστρέψω αυτούς εις τον τόπον τούτον και καθιώ αυτούς πεποιθότας. 38 και έσονταί μοι εις λαόν. 40 και διαθήσομαι αυτοίς διαθήκην αιωνίαν. και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν. και γράψεις βιβλίον και σφραγιή και διαμαρτυρή μάρτυρας εν γη Βενιαμίν και κύκλω της Ιερουσαλήμ και εν πόλεσιν Ιούδα και εν πόλεσι του όρους και εν πόλεσι της Σεφηλά και εν πόλεσι της Ναγέβ. και απέστρεψα το πρόσωπόν μου απ' αυτών περί πασών των πονηριών αυτών· 6 ιδού εγώ ανάγω αυτη συνούλωσιν και ίαμα και φανερώσω αυτοίς εισακούειν και ιατρεύσω αυτήν και ποιήσω αυτοίς ειρήνην και πίστιν. Κύριος όνομα αυτω· 3 κέκραξον προς με. 4 ότι ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ περί οίκων της πόλεως ταύτης και περί οίκων βασιλέως Ιούδα των καθηρημένων εις χάρακας και προμαχώνας 5 του μάχεσθαι προς τους Χαλδαίους και πληρώσαι αυτήν των νεκρών των ανθρώπων. 7 και αποστρέψω την αποικίαν Ιούδα και την αποικίαν Ισραήλ και οικοδομήσω αυτούς καθώς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1570 . ην ου μη αποστρέψω όπισθεν αυτών· και τον φόβον μου δώσω εις την καρδίαν αυτών προς το μη αποστήναι αυτούς απ' εμού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μεγάλω. ή συ λέγεις· άβατός εστιν από ανθρώπων και κτήνους και παρεδόθησαν εις χείρας Χαλδαίων. 39 και δώσω αυτοίς οδόν ετέραν και καρδίαν ετέραν φοβηθήναί με πάσας τας ημέρας και εις αγαθόν αυτοίς και τοις τέκνοις αυτών μετ' αυτούς. 43 και κτηθήσονται έτι αγροί εν τη γη. και αποκριθήσομαί σοι και απαγγελώ σοι μεγάλα και ισχυρά. 41 και επισκέψομαι του αγαθώσαι αυτούς και φυτεύσω αυτούς εν τη γη ταύτη εν πίστει και εν πάση καρδία και εν πάση ψυχή. ούτως εγώ επάξω επ' αυτούς πάντα τα αγαθά. 44 και κτήσονται αγρούς εν αργυρίω. 42 ότι ούτως είπε Κύριος· καθά επήγαγον επί τον λαόν τούτον πάντα τα κακά τα μεγάλα ταύτα. ΛΓ) 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν δεύτερον. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ (Μασ. και αυτός ην έτι δεδεμένος εν τη αυλή της φυλακής λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος ποιών γην και πλάσσων αυτήν του ανορθώσαι αυτήν.

φωνή νυμφίου και φωνή νύμφης. εν πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ. 11 φωνή ευφροσύνης και φωνή χαρμοσύνης. φωνή λεγόντων· εξομολογείσθε Κυρίω παντοκράτορι. 4 αλλά άκουσον τον λόγον Κυρίου.10 Ούτως είπε Κύριος· έτι ακουσθήσεται εν τω τόπω τούτω. και οφθαλμοί σου τους οφθαλμούς αυτού όψονται και το στόμα αυτού μετά του στόματός σου λαλήσει. ω υμείς λέγετε· έρημός εστιν από ανθρώπων και κτηνών. 8 και καθαριώ αυτούς από πασών των αδικιών αυτών. και φοβηθήσονται και πικρανθήσονται περί πάντων των αγαθών και περί πάσης της ειρήνης. ότι χρηστός Κύριος. ων ημάρτοσάν μοι. . ης εγώ ποιήσω αυτοίς. ταις ηρημωμέναις παρά το μη είναι άνθρωπον και κτήνη. και συλλήψεται αυτήν και καύσει αυτήν εν πυρί· 3 και συ ου μη σωθής εκ χειρός αυτού και συλλήψει συλληφθήση και εις χείρας αυτού δοθήση. ων ήμαρτόν μοι και απέστησαν απ' εμού. ΛΔ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου (και Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και παν το στρατόπεδον αυτού και πάσα η γη αρχής αυτού επολέμουν επί Ιερουσαλήμ και επί πάσας τας πόλεις Ιούδα) λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος· βάδισον προς Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα και ερείς αυτω· ούτως είπε Κύριος· παραδόσει παραδοθήσεται η πόλις αύτη εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ (Μασ. και ου μη μνησθήσομαι αμαρτιών αυτών. και εις Βαβυλώνα εισελεύση. α εγώ ποιήσω. είπε Κύριος. 9 και έσται εις ευφροσύνην και αίνεσιν και εις μεγαλειότητα παντί τω λαω της γης. ότι αποστρέψω πάσαν την αποικίαν της γης εκείνης κατά το πρότερον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1571 . οίτινες ακούσονται πάντα τα αγαθά. είπε Κύριος· 12 ούτως είπε Κύριος των δυνάμεων· έτι έσται εν τω τόπω τούτω τω ερήμω παρά το μη είναι άνθρωπον και κτήνος και εν πάσαις ταις πόλεσιν αυτού καταλύματα ποιμένων κοιταζόντων πρόβατα· 13 εν πόλεσι της ορεινής και εν πόλεσι της Σεφηλά και εν πόλεσι της Ναγέβ και εν γη Βενιαμίν και εν ταις κύκλω Ιερουσαλήμ και εν πόλεσιν Ιούδα έτι παρελεύσεται πρόβατα επί χείρα αριθμούντος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το πρότερον. ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού· και εισοίσουσι δώρα εις οίκον Κυρίου.

ην εποίησαν κατά πρόσωπόν μου. και ουκ ήκουσάν μου και ουκ έκλιναν το ους αυτών. τον Εβραίον και την Εβραίαν ελευθέρους. ος παραθήσεταί σοι· και εργάταί σοι εξ έτη. 20 και δώσω αυτούς τοις εχθροίς αυτών και έσται τα θνησιμαία αυτών βρώσις τοις πετεινοίς του ουρανού και τοις θηρίοις της γης. ή εξειλάμην αυτούς εκ γης Αιγύπτου. ους εξαπεστείλατε ελευθέρους τη ψυχή αυτών. επί Λαχίς και επί Αζηκά. εξ οίκου δουλείας. και έως άδου κόψονταί σε· ότι λόγον εγώ ελάλησα. και εξαποστελείς αυτόν ελεύθερον. ου επεκλήθη το όνομά μου επ' αυτω. 21 και τον Σεδεκίαν βασιλέα της Ιουδαίας και τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1572 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Σεδεκία βασιλεύ Ιούδα· ούτως λέγει Κύριος· 5 εν ειρήνη αποθανή. ότι αύται κατελείφθησαν εν πόλεσιν Ιούδα πόλεις οχυραί. 19 τους άρχοντας Ιούδα και τους δυνάστας και τους ιερείς και τον λαόν. τον μόσχον. λέγων· 14 όταν πληρωθή εξ έτη. κλαύσονται και σε. 16 και επεστρέψατε και εβεβηλώσατε το όνομά μου του επιστρέψαι έκαστον τον παίδα αυτού και έκαστον την παιδίσκην αυτού. 17 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· υμείς ουκ ηκούσατέ μου του καλέσαι άφεσιν έκαστος προς τον πλησίον αυτού· ιδού εγώ καλώ άφεσιν υμίν εις μάχαιραν και εις τον θάνατον και εις τον λιμόν και δώσω υμάς εις διασποράν πάσαις ταις βασιλείαις της γης. ον εποίησαν εργάζεσθαι αυτω. 6 και ελάλησεν Ιερεμίας προς τον βασιλέα Σεδεκίαν πάντας τους λόγους τούτους εν Ιερουσαλήμ. 7 και η δύναμις βασιλέως Βαβυλώνος επολέμει επί Ιερουσαλήμ και επί τας πόλεις Ιούδα. 18 και δώσω τους άνδρας τους παρεληλυθότας την διαθήκην μου. τους μη στήσαντας την διαθήκην μου. και ως έκλαυσαν τους πατέρας σου τους βασιλεύσαντας πρότερόν σου. ουαί Κύριε. είπε Κύριος. 15 και επέστρεψαν σήμερον ποιήσαι το ευθές προ οφθαλμών μου του καλέσαι άφεσιν έκαστον του πλησίον αυτού και συνετέλεσαν διαθήκην κατά πρόσωπόν μου εν τω οίκω. προς το μη δουλεύειν άνδρα εξ Ιούδα· 10 και επεστράφησαν πάντες οι μεγιστάνες και πας ο λαός οι εισελθόντες εν τη διαθήκη του αποστείλαι έκαστον τον παίδα αυτού και έκαστον την παιδίσκην αυτού και εώσαν 11 αυτούς εις παίδας και παιδίσκας. αποστελείς τον αδελφόν σου τον Εβραίον. 12 και εγενήθη λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 13 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· εγώ διεθέμην διαθήκην προς τους πατέρας υμών εν τη ημέρα. του είναι υμίν εις παίδας και παιδίσκας. 9 του εξαποστείλαι έκαστον τον παίδα αυτού και έκαστον την παιδίσκην αυτού. 8 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου μετά το συντελέσαι τον βασιλέα Σεδεκίαν διαθήκην προς τον λαόν του καλέσαι άφεσιν.

υμείς και οι υιοί υμών έως αιώνος. ΛΕ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν παρά Κυρίου εν ημέραις Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα λέγων· 2 βάδισον εις οίκον Αρχαβείν και άξεις αυτούς εις οίκον Κυρίου. 8 και ηκούσαμεν της φωνής Ιωναδάβ του πατρός ημών προς το μη πιείν οίνον πάσας τας ημέρας ημών. και δώσω αυτάς ερήμους από των κατοικούντων. 10 και ωκήσαμεν εν σκηναίς και ηκούσαμεν και εποιήσαμεν κατά πάντα. υιού Γοδολίου ανθρώπου του Θεού. και πολεμήσουσιν επ' αυτήν και λήψονται αυτήν και κατακαύσουσιν αυτήν εν πυρί και τας πόλεις Ιούδα. ότι Ιωναδάβ υιος Ρηχάβ ο πατήρ ημών ενετείλατο ημίν λέγων· ου μη πίετε οίνον. 12 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 13 ούτως λέγει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1573 . 7 και οικίας ου μη οικοδομήσητε και σπέρμα ου μη σπείρητε. 3 και εξήγαγον τον Ιεζονίαν υιόν Ιερεμίου υιού Χαβασίν και τους αδελφούς αυτού και τους υιούς αυτού και πάσαν την οικίαν Αρχαβείν 4 και εισήγαγον αυτούς εις οίκον Κυρίου εις το παστοφόριον υιών Ανανίου. α ενετείλατο ημίν Ιωναδάβ ο πατήρ ημών. του φυλάσσοντος την αυλήν. 22 ιδού εγώ συντάσσω. ότι εν σκηναίς οικήσετε πάσας τας ημέρας υμών. εις μίαν των αυλών. και ποτιείς αυτούς οίνον. εφ' ης διατρίβετε υμείς επ' αυτής. ό εστιν εγγύς του οίκου των αρχόντων των επάνω του οίκου Μαασαίου υιού Σελώμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άρχοντας αυτών δώσω εις χείρας εχθρών αυτών. φησί Κύριος. 9 και προς το μη οικοδομείν οικίας του κατοικείν εκεί. 6 και είπαν· ου μη πίωμεν οίνον. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ (Μασ. και επιστρέψω αυτούς εις την γην ταύτην. και ωκούμεν εκεί. και είπαμεν· εισέλθατε και εισέλθωμεν εις Ιερουσαλήμ από προσώπου της δυνάμεως των Χαλδαίων και από προσώπου της δυνάμεως των Ασσυρίων. ημείς και αι γυναίκες ημών και οι υιοί ημών και αι θυγατέρες ημών. και αμπελών ουκ έσται υμίν. όπως αν ζήσητε ημέρας πολλάς επί της γης. 11 και εγενήθη ότε ανέβη Ναβουχοδονόσορ επί την γην. και αμπελών και αγρός και σπέρμα ουκ εγένετο ημίν. 5 και έδωκα κατά πρόσωπον αυτών κεράμιον οίνου και ποτήρια και είπα· πίετε οίνον. και δύναμις βασιλέως Βαβυλώνος τοις αποτρέχουσιν απ' αυτών.

19 ου μη εκλίπη ανήρ των υιών Ιωναδάβ υιού Ρηχάβ παρεστηκώς κατά πρόσωπόν μου πάσας τας ημέρας της γης. αφ' ημερών Ιωσία βασιλέως Ιούδα και έως της ημέρας ταύτης· 3 ίσως ακούσεται ο οίκος Ιούδα πάντα τα κακά. και οικήσετε επί της γης. 17 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ φέρω επί Ιούδαν και επί τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ πάντα τα κακά. 16 και έστησαν υιοί Ιωναδάβ υιού Ρηχάβ την εντολήν του πατρός αυτών. υιού Ρηχάβ. 5 και ενετείλατο Ιερεμίας τω Βαρούχ λέγων· εγώ φυλάσσομαι. και ουκ επίοσαν· και εγώ ελάλησα προς υμάς όρθρου. ΛΣΤ) 1 ΕΝ τω ενιαυτω τω τετάρτω Ιωακείμ υιού Ιωσία βασιλέως Ιούδα εγενήθη λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 λάβε σεαυτω χαρτίον βιβλίου και γράψον επ' αυτού πάντας τους λόγους. 18 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· επειδή ήκουσαν υιοί Ιωναδάβ υιού Ρηχάβ την εντολήν του πατρός αυτών ποιείν καθότι ενετείλατο αυτοίς ο πατήρ αυτών. 15 και απέστειλα προς υμάς τους παίδάς μου τους προφήτας λέγων· αποστράφητε έκαστος από της οδού αυτού της πονηράς και βελτίω ποιήσατε τα επιτηδεύματα υμών και ου πορεύσεσθε οπίσω θεών ετέρων του δουλεύειν αυτοίς. ό ενετείλατο τοις τέκνοις αυτού προς το μη πιείν οίνον. ίνα αποστρέψωσιν από της οδού αυτών της πονηράς. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ (Μασ. 14 έστησαν ρήμα υιοί Ιωναδάβ. και ίλεως έσομαι ταις αδικίαις αυτών και ταις αμαρτίαις αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος· πορεύου και ειπόν ανθρώπω Ιούδα και τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ· ου μη λάβητε παιδείαν του ακούειν τους λόγους μου. ου μη δύνωμαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1574 . ο δε λαός ούτος ουκ ήκουσέ μου. 4 και εκάλεσεν Ιερεμίας τον Βαρούχ υιόν Νηρίου. ης έδωκα υμίν και τοις πατράσιν υμών· και ουκ εκλίνατε τα ώτα υμών και ουκ εισηκούσατε. α ελάλησα επ' αυτούς. και έγραψεν από στόματος Ιερεμίου πάντας τους λόγους Κυρίου. ους ελάλησα προς σε επί Ιερουσαλήμ και επί Ιούδα και επί πάντα τα έθνη. α εγώ λογίζομαι ποιήσαι αυτοίς. και ουκ ηκούσατε. εις χαρτίον βιβλίου. ους εχρημάτισε προς αυτόν. αφ' ης ημέρας λαλήσαντός μου προς σε.

ην ελάλησεν επί τον λαόν τούτον. 11 και ήκουσε Μιχαίας υιος Γαμαρίου υιού Σαφάν άπαντας τους λόγους Κυρίου εκ του βιβλίου· 12 και κατέβη εις οικίαν του βασιλέως. και εν ωσί παντός Ιούδα των ερχομένων εκ πόλεων αυτών αναγνώση αυτοίς· 7 ίσως πεσείται έλεος αυτών κατά πρόσωπον Κυρίου. ους ήκουσεν αναγινώσκοντος Βαρούχ εις τα ώτα του λαού. λέγοντες· το χαρτίον. 19 και είπον τω Βαρούχ· βάδισον και κατακρύβηθι συ και Ιερεμίας· άνθρωπος μη γνώτω που υμείς. εις τον οίκον του γραμματέως. 15 και είπαν αυτω· πάλιν ανάγνωθι εις τα ώτα ημών· και ανέγνω Βαρούχ. και το χαρτίον έδωκαν φυλάσσειν εν οίκω Ελισαμά. 9 και εγενήθη εν τω έτει τω ογδόω τω βασιλεί Ιωακείμ εν τω μηνί τω ενάτω. 16 και εγενήθη ως ήκουσαν πάντας τους λόγους. 21 και απέστειλεν ο βασιλεύς τον Ιουδίν λαβείν το χαρτίον. υιού Σελεμίου. 6 και αναγνώση εν τω χαρτίω τούτω εις τα ώτα του λαού εν οίκω Κυρίου εν ημέρα νηστείας. 8 και εποίησε Βαρούχ κατά πάντα. 14 και απέστειλαν πάντες οι άρχοντες προς Βαρούχ υιόν Νηρίου τον Ιουδίν υιόν Ναθανίου. εν ω συ αναγινώσκεις εν αυτω εν ωσί του λαού. και έλαβεν αυτό εξ οίκου Ελισαμά· και ανέγνω Ιουδίν εις τα ώτα του βασιλέως και εις τα ώτα πάντων των αρχόντων των εστηκότων περί τον βασιλέα. εν οίκω Γαμαρίου. λάβε αυτό εις την χείρά σου και ήκε· και έλαβε Βαρούχ το χαρτίον και κατέβη προς αυτούς. υιού Χουσί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εισελθείν εις οίκον Κυρίου. του αναγνώναι εν τω βιβλίω τους λόγους Κυρίου εν οίκω Κυρίου. Ελισαμά ο γραμματεύς και Δαλαίας υιος Σελεμίου και Ελνάθαν υιος Ακχοβώρ και Γαμαρίας υιος Σαφάν και Σεδεκίας υιος Ανανίου και πάντες οι άρχοντες. εξεκκλησίασαν νηστείαν κατά πρόσωπον Κυρίου πας ο λαός εν Ιερουσαλήμ και οίκος Ιούδα. και έγραφον εν βιβλίω. 13 και ανήγγειλεν αυτοίς Μιχαίας πάντας τους λόγους. και αποστρέψουσιν εκ της οδού αυτών της πονηράς. 17 και τον Βαρούχ ηρώτησαν λέγοντες· πόθεν έγραψας πάντας τους λόγους τούτους. 20 και εισήλθον προς τον βασιλέα εις την αυλήν. συνεβουλεύσαντο έκαστος προς τον πλησίον αυτού και είπον· αναγγέλλοντες αναγγείλωμεν τω βασιλεί άπαντας τους λόγους τούτους. 18 και είπε Βαρούχ· από στόματος αυτού ανήγγειλέ μοι Ιερεμίας πάντας τους λόγους τούτους. υιού Σαφάν του γραμματέως. ότι μέγας ο θυμός και η οργή Κυρίου. 10 και ανεγίνωσκε Βαρούχ εν τω βιβλίω τους λόγους Ιερεμίου εν οίκω Κυρίου. και ιδού εκεί πάντες οι άρχοντες εκάθηντο. εν τη αυλή τη επάνω εν προθύροις πύλης του οίκου Κυρίου της καινής και εν ωσί παντός του λαού. 22 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1575 . α ενετείλατο αυτω Ιερεμίας. και ανήγγειλαν τω βασιλεί πάντας τους λόγους τούτους.

και το θνησιμαίον αυτού έσται ερριμμένον εν τω καύματι της ημέρας και εν τω παγετω της νυκτός· 31 και επισκέψομαι επ' αυτόν και επί το γένος αυτού και επί τους παίδας αυτού και επάξω επ' αυτούς και επί τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ και επί την γην Ιούδα πάντα τα κακά. και εκλείψει επ' αυτής άνθρωπος και κτήνη. α ελάλησα προς αυτούς. έως εξέλιπε πας ο χάρτης εις το πυρ το επί της εσχάρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ο βασιλεύς εκάθητο εν οίκω χειμερινω και εσχάρα πυρός κατά πρόσωπον αυτού. 25 και Ελνάθαν και Γοθολίας και Γαμαρίας υπέθεντο τω βασιλεί προς το μη κατακαύσαι το χαρτίον. ΛΖ) 1 ΚΑΙ εβασίλευσε Σεδεκίας υιος Ιωσία αντί Ιωακείμ. απέτεμεν αυτάς τω ξυρω του γραμματέως και έρριπτεν εις το πυρ το επί της εσχάρας. 23 και εγενήθη αναγινώσκοντος Ιουδίν τρεις σελίδας και τέσσαρας. ους έγραψε Βαρούχ από στόματος Ιερεμίου λέγων· 28 πάλιν λάβε συ χαρτίον έτερον και γράψον πάντας τους λόγους τους όντας επί του χαρτίου. ους κατέκαυσεν Ιωακείμ· και έτι προσετέθησαν αυτω λόγοι πλείονες ως ούτοι. και ουκ ήκουσαν. 24 και ουκ εζήτησαν και ου διέρρηξαν τα ιμάτια αυτών ο βασιλεύς και οι παίδες αυτού οι ακούοντες πάντας τους λόγους τούτους. 30 δια τούτο ούτως είπε Κύριος επί Ιωακείμ βασιλέα Ιούδα· ουκ έσται αυτω καθήμενος επί θρόνου Δαυίδ. ον εβασίλευσε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύειν του Ιούδα· 2 και ουκ ήκουσαν αυτός και οι παίδες αυτού και ο λαός της γης τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1576 . ους κατέκαυσεν ο βασιλεύς Ιωακείμ. 27 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν μετά το κατακαύσαι τον βασιλέα το χαρτίον. 29 και ερείς· ούτως είπε Κύριος· συ κατέκαυσας το χαρτίον τούτο λέγων· διατί έγραψας επ' αυτω λέγων· εισπορευόμενος εισπορεύσεται βασιλεύς Βαβυλώνος και εξολοθρεύσει την γην ταύτην. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ (Μασ. 26 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Ιερεμεήλ υιω του βασιλέως και τω Σαραία υιω Εσριήλ συλλαβείν τον Βαρούχ και τον Ιερεμίαν· και κατεκρύβησαν. πάντας τους λόγους. 32 και έλαβε Βαρούχ χαρτίον έτερον και έγραψεν επ' αυτω από στόματος Ιερεμίου άπαντας τους λόγους του βιβλίου.

11 Και εγένετο ότε ανέβη η δύναμις των Χαλδαίων από Ιερουσαλήμ από προσώπου της δυνάμεως Φαραώ. υιού Ανανίου. 9 ότι ούτως είπε Κύριος· μη υπολάβητε ταις ψυχαίς υμών λέγοντες· αποτρέχοντες απελεύσονται αφ' ημών οι Χαλδαίοι. κύριε βασιλεύ. Σαρουϊα υιος Σελεμίου. 14 και είπε· ψεύδος. και καταλειφθώσί τινες εκκεκεντημένοι έκαστος εν τω τόπω αυτού. 4 και Ιερεμίας ήλθε και διήλθε δια μέσου της πόλεως. και πολεμήσουσιν επί την πόλιν ταύτην και συλλήψονται αυτήν και καύσουσιν αυτήν εν πυρί. ούτοι αναστήσονται και καύσουσι την πόλιν ταύτην εν πυρί. και εκεί άνθρωπος. 8 και αναστρέψουσιν αυτοί οι Χαλδαίοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λόγους Κυρίου. 5 και δύναμις Φαραώ εξήλθεν εξ Αιγύπτου. ει έστιν ο λόγος παρά Κυρίου. και είπεν· έστιν· εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος παραδοθήση. παρ' ω κατέλυε. 21 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1577 . και ηρώτα αυτόν ο βασιλεύς κρυφαίως ειπείν. ότι ταύτην εποίησαν εις οικίαν φυλακής. 20 και νυν. και τι αποστρέφεις με εις οικίαν Ιωνάθαν του γραμματέως και ου μη αποθάνω εκεί. 15 και επικράνθησαν οι άρχοντες επί Ιερεμίαν και επάταξαν αυτόν και απέστειλαν αυτόν εις την οικίαν Ιωνάθαν του γραμματέως. και ήκουσαν οι Χαλδαίοι την ακοήν αυτών και ανέβησαν από Ιερουσαλήμ. 19 και που εισιν οι προφήται υμών οι προφητεύσαντες υμίν λέγοντες· ότι ου μη έλθη βασιλεύς Βαβυλώνος επί την γην ταύτην. 6 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν λέγων· 7 ούτως είπε Κύριος· ούτως ερείς προς βασιλέα Ιούδα τον αποστείλαντα προς σε του εκζητήσαί με· ιδού δύναμις Φαραώ η εξελθούσα υμίν εις βοήθειαν αποστρέψουσιν εις γην Αιγύπτου. 13 και εγένετο αυτός εν πύλη Βενιαμίν. 3 και απέστειλεν ο βασιλεύς Σεδεκίας τον Ιωάχαλ υιόν Σελεμίου και τον Σοφονίαν υιόν Μαασαίου τον ιερέα προς Ιερεμίαν λέγων· πρόσευξαι δη περί ημών προς Κύριον. και συνέλαβε τον Ιερεμίαν λέγων· προς τους Χαλδαίους συ φεύγεις. ότι ου μη απέλθωσι· 10 και εάν πατάξητε πάσαν δύναμιν των Χαλδαίων τους πολεμούντας υμάς. ότι συ δίδως με εις οικίαν φυλακής. 12 εξήλθεν Ιερεμίας από Ιερουσαλήμ του πορευθήναι εις γην Βενιαμίν του αγοράσαι εκείθεν εν μέσω του λαού. και ουκ εισήκουσεν αυτού και συνέλαβε Σαρουϊα τον Ιερεμίαν και εισήγαγεν αυτόν προς τους άρχοντας. 16 και ήλθεν Ιερεμίας εις οικίαν του λάκκου και εις την χερέθ και εκάθισεν εκεί ημέρας πολλάς· 17 και απέστειλε Σεδεκίας και εκάλεσεν αυτόν. 18 και είπεν Ιερεμίας τω βασιλεί· τι ηδίκησά σε και τους παίδάς σου και τον λαόν τούτον. ους ελάλησεν εν χειρί Ιερεμίου. πεσέτω το έλεός μου κατά πρόσωπόν σου. ουκ εις τους Χαλδαίους εγώ φεύγω. και ουκ έδωκαν αυτόν εις τον οίκον της φυλακής.

7 Και ήκουσεν Αβδεμέλεχ ο Αιθίοψ. ότι αυτός εκλύει τας χείρας των ανθρώπων των πολεμούντων των καταλειπομένων εν τη πόλει και τας χείρας παντός του λαού λαλών προς αυτούς κατά τους λόγους τούτους· ότι ο άνθρωπος ούτος ου χρησμολογεί ειρήνην τω λαω τούτω. και έσται η ψυχή αυτού εις εύρημα. 10 και ενετείλατο ο βασιλεύς τω Αβδεμέλεχ λέγων· λάβε εις τας χείράς σου εντεύθεν τριάκοντα ανθρώπους και ανάγαγε αυτόν εκ του λάκκου. και αυτός εν οικία του βασιλέως. και είπεν· 9 επονηρεύσω α εποίησας του αποκτείναι τον άνθρωπον τούτον από προσώπου του λιμού. 6 και έρριψαν αυτόν εις λάκκον Μελχίου υιού του βασιλέως. και ο εκπορευόμενος προς τους Χαλδαίους ζήσεται. 11 και έλαβεν Αβδεμέλεχ τους ανθρώπους και εισήλθεν εις την οικίαν του βασιλέως την υπόγαιον και έλαβεν εκείθεν παλαιά ράκη και παλαιά σχοινία και έρριψεν αυτά προς Ιερεμίαν εις τον λάκκον 12 και είπε· ταύτα θές Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1578 . ότι έδωκαν Ιερεμίαν εις τον λάκκον· και ο βασιλεύς ην εν τη πύλη Βενιαμίν. 3 ότι ούτως είπε Κύριος· παραδιδομένη παραδοθήσεται η πόλις αύτη εις χείρας δυνάμεως βασιλέως Βαβυλώνος. . ότι ουκ εισίν έτι άρτοι εν τη πόλει. αλλ' ή πονηρά. ος ην εν τη αυλή της φυλακής. και συλλήψεται αυτήν. και ην εν τω βορβόρω. 5 και είπεν ο βασιλεύς· ιδού αυτός εν χερσίν υμών· ότι ουκ ηδύνατο ο βασιλεύς προς αυτούς. ους Ιερεμίας ελάλει επί τον λαόν λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος· ο κατοικών εν τη πόλει ταύτη αποθανείται εν ρομφαία και εν λιμω. ίνα μη αποθάνη. και εχάλασαν αυτόν εις τον λάκκον. και εν τω λάκκω ουκ ην ύδωρ αλλ' ή βόρβορος. και ζήσεται. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ (Μασ. και εκάθισεν Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ συνέταξεν ο βασιλεύς και ενεβάλοσαν αυτόν εις οικίαν της φυλακής και εδίδοσαν αυτω άρτον ένα της ημέρας έξωθεν ου πέσσουσιν. ΛΗ) 1 ΚΑΙ ήκουσε Σαφατίας υιος Μάθαν και Γοδολίας υιος Πασχώρ και Ιωάχαλ υιος Σελεμίου τους λόγους. 4 και είπαν τω βασιλεί· αναιρεθήτω δη ο άνθρωπος εκείνος. έως εξέλιπον οι άρτοι εκ της πόλεως. 8 και εξήλθε προς αυτόν και ελάλησε προς τον βασιλέα.

21 και ει μη θέλεις συ εξελθείν. και ζήσεται η ψυχή σου. μη κρύψης αφ' ημών. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1579 . ούτος ο λόγος. και ζήση συ και η οικία σου. δοθήσεται η πόλις αύτη εις χείρας των Χαλδαίων. και ου μη ανέλωμέν σε. ότι ουκ ηκούσθη ο λόγος Κυρίου. 27 και ήλθοσαν πάντες οι άρχοντες προς Ιερεμίαν και ηρώτησαν αυτόν. 19 και είπεν ο βασιλεύς τω Ιερεμία· εγώ λόγον έχω των Ιουδαίων των πεφευγότων προς τους Χαλδαίους. ος εποίησεν ημίν την ψυχήν ταύτην. 17 και είπεν αυτω Ιερεμίας· ούτως είπε Κύριος· εάν εξελθών εξέλθης προς ηγεμόνας βασιλέως Βαβυλώνος. και βέλτιον έσται σοι. ους ενετείλατο αυτω ο βασιλεύς· και απεσιώπησαν. ουχί θανάτω με θανατώσεις. απέστρεψαν από σου. και αύται έλεγον· ηπάτησάν σε και δυνήσονταί σοι άνδρες ειρηνικοί σου και καταλύσουσιν εν ολισθήμασι πόδα σου. 26 και ερείς αυτοίς· ρίπτω εγώ το έλεός μου κατ' οφθαλμούς του βασιλέως προς το μη αποστρέψαι με εις οικίαν Ιωνάθαν αποθανείν με εκεί. ον έδειξέ μοι Κύριος· 22 και ιδού πάσαι αι γυναίκες αι καταλειφθείσαι εν οικία βασιλέως Ιούδα εξήγοντο προς άρχοντας βασιλέως Βαβυλώνος. 18 και εάν μη εξέλθης. 20 και είπεν Ιερεμίας· ου μη παραδώσί σε· άκουσον τον λόγον Κυρίου. και η πόλις αύτη κατακαυθήσεται. ου μη ακούσης μου. και ζήσεται η ψυχή σου. 23 και τας γυναίκάς σου και τα τέκνα σου εξάξουσι προς τους Χαλδαίους. και καύσουσιν αυτήν εν πυρί. και συ ου μη σωθής. και η πόλις αύτη ου μη κατακαυθή εν πυρί.14 Και απέστειλεν ο βασιλεύς και εκάλεσεν αυτόν προς εαυτόν εις οικίαν Ασελεισή την εν οίκω Κυρίου· και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ερωτήσω σε λόγον. 24 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· άνθρωπος μη γνώτω εκ των λόγων τούτων. και συ ου μη σωθής. 25 και εάν οι άρχοντες ακούσωσιν ότι ελάλησά σοι και έλθωσι προς σε και είπωσί σοι· ανάγγειλον ημίν. ον εγώ λέγω προς σε. 13 και είλκυσαν αυτόν τοις σχοινίοις και ανήγαγον αυτόν εκ του λάκκου· και εκάθισεν Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής. ει αποκτενώ σε και ει δώσω σε εις χείρας των ανθρώπων τούτων. και εποίησεν Ιερεμίας ούτως. και μη δη κρύψης απ' εμού ρήμα. και εάν συμβουλεύσω σοι. . και καταμωκήσονταί μου. μη δώσειν με εις χείρας αυτών. 28 και εκάθισεν Ιερεμίας εν τη αυλή της φυλακής έως χρόνου ου συνελήφθη Ιερουσαλήμ. τι ελάλησέ σοι ο βασιλεύς. 15 και είπεν Ιερεμίας τω βασιλεί· εάν αναγγείλω σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υποκάτω των σχοινίων. ότι εν χειρί βασιλέως Βαβυλώνος συλληφθήση. και ανήγγειλεν αυτοίς κατά πάντας τους λόγους τούτους. 16 και ώμοσεν αυτω ο βασιλεύς λέγων· ζη Κύριος. και τι ελάλησε προς σε ο βασιλεύς. και συ ου μη αποθάνης.

Μ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος παρά Κυρίου προς Ιερεμίαν ύστερον μετά το αποστείλαι αυτόν Ναβουζαρδάν τον αρχιμάγειρον τον εκ Δαμάν εν τω λαβείν αυτόν εν χειροπέδαις. . 17 και σώσω σε εν τη ημέρα εκείνη και ου μη δώσω σε εις χείρας των ανθρώπων. 4 ιδού έλυσά σε από των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1580 . ων συ φοβή από προσώπου αυτών. 2 και εν τω ενδεκάτω έτει του Σεδεκία. ότι επεποίθεις επ' εμοί. ερράγη η πόλις.15 Και προς Ιερεμίαν εγένετο λόγος Κυρίου εν τη αυλή της φυλακής λέγων· 16 πορεύου και ειπέ προς Αβδεμέλεχ τον Αιθίοπα· ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ιδού εγώ φέρω τους λόγους μου επί την πόλιν ταύτην εις κακά και ουκ εις αγαθά. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ (Μασ. και ουκ ηκούσατε της φωνής αυτού. 3 και εισήλθον πάντες οι ηγούμενοι βασιλέως Βαβυλώνος και εκάθισαν εν πύλη τη μέση Ναργαλασάρ και Σαμαγώθ και Ναβουσαχάρ και Ναβουσαρείς και Ναγαργασνασέρ Ραβαμάγ και οι κατάλοιποι ηγεμόνες βασιλέως Βαβυλώνος· 14 και απέστειλαν και έλαβον τον Ιερεμίαν εξ αυλής της φυλακής και έδωκαν αυτόν προς τον Γοδολίαν υιόν Αχεικάμ υιού Σαφάν· και εξήγαγον αυτόν. 18 ότι σώζων σώσω σε. 3 και εποίησε Κύριος. εν μέσω αποικίας Ιούδα των ηγμένων εις Βαβυλώνα. 2 και έλαβεν αυτόν ο αρχιμάγειρος και είπεν αυτω· Κύριος ο Θεός σου ελάλησε τα κακά ταύτα επί τον τόπον τούτον. ενάτη του μηνός. και εν ρομφαία ου μη πέσης.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ (Μασ. φησί Κύριος. εν τω μηνί τω τετάρτω. και έσται η ψυχή σου εις εύρημα. ότι ημάρτετε αυτω. και εκάθισεν εν μέσω του λαού. ΛΘ) 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω έτει τω ενάτω του Σεδεκία βασιλέως Ιούδα εν τω μηνί τω δεκάτω παρεγένετο Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και πάσα η δύναμις αυτού επί Ιερουσαλήμ και επολιόρκουν αυτήν.

οι εν τοις αγροίς. και πορεύου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1581 . αις κατεκρατήσατε. . απότρεχε και ανάστρεψον προς τον Γοδολίαν υιόν Αχεικάμ.13 Και Ιωανάν υιος Καρηέ και πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως. οί αν έλθωσιν εφ' υμάς. αυτοί και οι άνδρες αυτών. 15 και είπεν Ιωανάν τω Γοδολία κρυφαίως εν Μασσηφά· πορεύσομαι δη και πατάξω τον Ισμαήλ και μηθείς γνώτω. 10 και ιδού εγώ κάθημαι εναντίον υμών εις Μασσηφά στήναι κατά πρόσωπον των Χαλδαίων. 12 και ήλθον προς Γοδολίαν εις γην Ιούδα εις Μασσηφά και συνήγαγον οίνον και οπώραν πολλήν σφόδρα και έλαιον. και βέλτιον έσται υμίν. ότι ψευδή συ λέγεις περί Ισμαήλ. μη πατάξη σου ψυχήν και διασπαρή πας Ιούδα οι συνηγμένοι προς σε και απολούνται οι κατάλοιποι Ιούδα. 11 και πάντες οι Ιουδαίοι οι εν γη Μωάβ και εν υιοίς Αμμών και οι εν τη Ιδουμαία και οι εν πάση τη γη ήκουσαν ότι έδωκε βασιλεύς Βαβυλώνος κατάλειμμα τω Ιούδα. και ότι κατέστησεν επ' αυτούς τον Γοδολίαν υιόν Αχεικάμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ χειροπέδων των επί τας χείράς σου· ει καλόν εναντίον σου ελθείν μετ' εμού εις Βαβυλώνα. και ουκ επίστευσεν αυτοίς Γοδολίας. υιού Σαφάν. . 9 και ώμοσεν αυτοίς Γοδολίας και τοις ανδράσιν αυτών λέγων· μη φοβηθήτε από προσώπου των παίδων των Χαλδαίων· κατοικήσατε εν τη γη και εργάσασθε τω βασιλεί Βαβυλώνος. και οίκησον μετ' αυτού εν μέσω του λαού εν γη Ιούδα· εις άπαντα τα αγαθά εν οφθαλμοίς σου του πορευθήναι εκεί. 6 και ήλθε προς Γοδολίαν εις Μασσηφά και εκάθισεν εν μέσω του λαού αυτού του καταλειφθέντος εν τη γη. ότι κατέστησε βασιλεύς Βαβυλώνος τον Γοδολίαν εν τη γη και παρακατέθετο αυτω άνδρας και γυναίκας αυτών. και θήσω τους οφθαλμούς μου επί σε· 5 ει δε μη. ήκε. ήλθον προς τον Γοδολίαν εις Μασσηφά 14 και είπαν αυτω· ει γνώσει γινώσκεις ότι Βελεισσά βασιλεύς υιος υιών Αμμών απέστειλε προς σε τον Ισμαήλ πατάξαι σου ψυχήν. ον κατέστησε βασιλεύς Βαβυλώνος εν γη Ιούδα. 16 και είπε Γοδολίας προς Ιωανάν· μη ποιήσης το πράγμα τούτο.7 Και ήκουσαν πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως της εν αγρω αυτοί και οι άνδρες αυτών. 8 και ήλθε προς Γοδολίαν εις Μασσηφά Ισμαήλ υιος Ναθανίου και Ιωνάν υιος Καρηέ και Σαραίας υιος Θαναεμέθ και υιοί Ιωφέ του Νετωφαθί και Εζονίας υιος του Μωχαθί. και υμείς συνάγετε οίνον και οπώραν και έλαιον και βάλετε εις τα αγγεία υμών και οικήσατε εν ταις πόλεσιν. ους ουκ απώκισεν εις Βαβυλώνα. και έδωκεν αυτω ο αρχιμάγειρος δώρα και απέστειλεν αυτόν.

15 και Ισμαήλ εσώθη συν οκτώ ανθρώποις και ώχετο προς τους υιούς Αμμών. 16 Και έλαβεν Ιωανάν και πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως οι μετ' αυτού πάντας τους καταλοίπους του λαού. 14 και ανέστρεψαν προς Ιωανάν. και είπεν αυτοίς· εισέλθετε προς Γοδολίαν. και μαναά και λίβανος εν χερσίν αυτών του εισενεγκείν εις οίκον Κυρίου. και ώχετο εις το πέραν υιών Αμμών. έσφαξεν αυτούς εις το φρέαρ. ας παρακατέθετο ο αρχιμάγειρος τω Γοδολία υιω Αχεικάμ. ότι εισίν ημίν θησαυροί εν αγρω. α εποίησεν Ισμαήλ. μέλι και έλαιον· και παρήλθε και ουκ ανείλεν αυτούς εν μέσω των αδελφών αυτών. ους επάταξε. 2 και ανέστη Ισμαήλ και οι δέκα άνδρες.11 Και ήκουσεν Ιωανάν υιος Καρηέ και πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως οι μετ' αυτού πάντα τα κακά. 3 και πάντας τους Ιουδαίους τους όντας μετ' αυτού εν Μασσηφά και πάντας τους Χαλδαίους τους ευρεθέντας εκεί. φρέαρ μέγα τούτό εστιν. δυνατούς άνδρας εν πολέμω και τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1582 . 6 και εξήλθεν εις απάντησιν αυτοίς Ισμαήλ· αυτοί επορεύοντο και έκλαιον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ (Μασ.4 Και εγένετο τη ημέρα τη δευτέρα πατάξαντος αυτού τον Γοδολίαν. 10 και απέστρεψεν Ισμαήλ πάντα τον λαόν τον καταλειφθέντα εις Μασσηφά και τας θυγατέρας του βασιλέως. 7 και εγένετο εισελθόντων αυτών εις το μέσον της πόλεως. και έφαγον εκεί άρτον άμα. 9 και το φρέαρ. . 12 και ήγαγον άπαν το στρατόπεδον αυτών και ώχοντο πολεμείν αυτόν και εύρον αυτόν επί ύδατος πολλού εν Γαβαών. ΜΑ) 1 ΚΑΙ εγένετο τω μηνί τω εβδόμω ήλθεν Ισμαήλ υιος Ναθανίου υιού Ελεασά από γένους του βασιλέως και δέκα άνδρες μετ' αυτού προς Γοδολίαν εις Μασσηφά. ον κατέστησε βασιλεύς Βαβυλώνος επί της γης. 8 και δέκα άνδρες ευρέθησαν εκεί και είπαν τω Ισμαήλ· μη ανέλης ημάς. ογδοήκοντα άνδρες. πυροί και κριθαί. και επάταξαν τον Γοδολίαν. και άνθρωπος ουκ έγνω. . ους απέστρεψεν από Ισμαήλ. 13 και εγένετο ότε είδε πας ο λαός ο μετά Ισμαήλ τον Ιωανάν και τους ηγεμόνας της δυνάμεως της μετ' αυτού. εξυρημένοι πώγωνας και διερρηγμένοι τα ιμάτια και κοπτόμενοι. οί ήσαν μετ' αυτού. 5 και ήλθοσαν άνδρες από Συχέμ και από Σαλήμ και από Σαμαρείας. εις ό έρριψεν εκεί Ισμαήλ πάντας. ό εποίησεν ο βασιλεύς Ασά από προσώπου Βαασά βασιλέως Ισραήλ· τούτο ενέπλησεν Ισμαήλ τραυματιών.

ή πορευσόμεθα εν αυτη. ει μη κατά πάντα τον λόγον. οίς εποίησα υμίν. ους απέστρεψαν από Γαβαών. ιδού εγώ προσεύξομαι υπέρ υμών προς Κύριον τον Θεόν ημών κατά τους λόγους υμών· και έσται. οικοδομήσω υμάς και ου μη καθελώ και φυτεύσω υμάς και ου μη εκτίλω.7 Και εγενήθη μεθ' ημέρας δέκα εγενήθη λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν. την φωνήν Κυρίου του Θεού ημών. και λόγον ον ποιήσομεν. .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ γυναίκας και τα λοιπά και τους ευνούχους. ον κατέστησεν ο βασιλεύς Βαβυλώνος εν τη γη. ΜΒ) 1 ΚΑΙ προσήλθον πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως και Ιωανάν και Αζαρίας υιος Μαασαίου και πας ο λαός από μικρού έως μεγάλου 2 προς Ιερεμίαν τον προφήτην και είπαν αυτω· πεσέτω δη το έλεος ημών κατά πρόσωπόν σου και πρόσευξαι προς Κύριον τον Θεόν σου περί των καταλοίπων τούτων. αναγγελώ υμίν.Χαμαάμ τη προς Βηθλεέμ του πορευθήναι εις Αίγυπτον 18 από προσώπου των Χαλδαίων. ίνα βέλτιον ημίν γένηται. 8 και εκάλεσε τον Ιωανάν και τους ηγεμόνας της δυνάμεως και πάντα τον λαόν από μικρού έως μεγάλου 9 και είπεν αυτοίς· ούτως είπε Κύριος· 10 εάν καθίσαντες καθίσητε εν τη γη ταύτη. ου ημείς αποστέλλομέν σε προς αυτόν. 5 και αυτοί είπαν τω Ιερεμία· έστω Κύριος εν ημίν εις μάρτυρα δίκαιον και πιστόν. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ (Μασ. ακουσόμεθα. ότι μεθ' υμών εγώ ειμι του εξαιρείσθαι υμάς και σώζειν υμάς εκ χειρός αυτού· 12 και δώσω υμίν έλεος και ελεήσω υμάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1583 . ούτως ποιήσωμεν· 6 και εάν αγαθόν και εάν κακόν. ον εάν αποστείλη Κύριος προς ημάς. 11 μη φοβηθήτε από προσώπου βασιλέως Βαβυλώνος. καθώς οι οφθαλμοί σου βλέπουσι· 3 και αναγγειλάτω ημίν Κύριος ο Θεός σου την οδόν. ότι ακουσόμεθα της φωνής Κυρίου του Θεού ημών. ότι κατελείφθημεν ολίγοι από πολλών. μη φοβηθήτε. ου υμείς φοβείσθε από προσώπου αυτού. 4 και είπεν αυτοίς Ιερεμίας· ήκουσα. ότι αναπέπαυμαι επί τοις κακοίς. ο λόγος. ότι επάταξεν Ισμαήλ τον Γοδολίαν. ότι εφοβήθησαν από προσώπου αυτών. ου μη κρύψω αφ' υμών ρήμα. 17 και ώχοντο και εκάθισαν εν Γαβηρώθ . ον αν αποκριθήσεται Κύριος ο Θεός. φησί Κύριος.

ους απέστειλεν αυτόν Κύριος προς αυτούς. και κατά πάντα. 21 και ουκ ηκούσατε της φωνής Κυρίου. και νυν γνόντες γνώσεσθε 20 ότι επονηρεύσασθε εν ψυχαίς υμών αποστείλαντές με λέγοντες· πρόσευξαι περί ημών προς Κύριον. ίνα δως ημάς εις χείρας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1584 . ου υμείς λόγον έχετε από προσώπου αυτού. 18 ότι ούτως είπε Κύριος· καθώς έσταξεν ο θυμός μου επί τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ. εκλείψουσιν εν τη ρομφαία και εν τω λιμω. ην υμείς φοβείσθε από προσώπου αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και επιστρέψω υμάς εις την γην υμών. η ρομφαία. ευρήσει υμάς εν γη Αιγύπτου. 3 αλλ' ή Βαρούχ υιος Νηρίου συμβάλλει σε προς ημάς. ων εγώ επάγω επ' αυτούς. ούτως στάξει ο θυμός μου εφ' υμάς εισελθόντων υμών εις Αίγυπτον. πάντας τους λόγους τούτους. ΜΓ) 1 ΚΑΙ εγενήθη ως επαύσατο Ιερεμίας λέγων προς τον λαόν πάντας τους λόγους Κυρίου. και ουκ έσται αυτών ουθείς σωζόμενος από των κακών. και εκεί αποθανείσθε. ποιήσομεν. και έσεσθε εις άβατον και υποχείριοι και εις αράν και εις ονειδισμόν και ου μη ίδητε ουκέτι τον τόπον τούτον. ης απέστειλέ με προς υμάς. 15 δια τούτο ακούσατε λόγον Κυρίου· ούτως είπε Κύριος· εάν υμείς δώτε το πρόσωπον υμών εις Αίγυπτον και εισέλθητε εκεί κατοικείν. 17 και έσονται πάντες οι άνθρωποι και πάντες οι αλλογενείς. 19 α ελάλησε Κύριος εφ' υμάς τους καταλοίπους Ιούδα· μη εισέλθητε εις Αίγυπτον. 14 ότι εις γην Αιγύπτου εισελευσόμεθα και ου μη ίδωμεν πόλεμον και φωνήν σάλπιγγος ου μη ακούσωμεν και εν άρτοις ου μη πεινάσωμεν και εκεί οικήσομεν. 22 και νυν εν ρομφαία και εν λιμω εκλείψετε εν τω τόπω. α εάν λαλήση σοι Κύριος. 2 και είπεν Αζαρίας υιος Μαασαίου και Ιωανάν υιος Καρηέ και πάντες οι άνδρες οι είπαντες τω Ιερεμία λέγοντες· ψεύδη. ουκ απέστειλέ σε Κύριος προς ημάς λέγων· μη εισέλθητε εις Αίγυπτον οικείν εκεί. 13 και ει λέγετε υμείς· ου μη καθίσωμεν εν τη γη ταύτη προς το μη ακούσαι φωνής Κυρίου. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν (Μασ. καταλήψεται υμάς οπίσω υμών εν Αιγύπτω. ω υμείς βούλεσθε εισελθείν κατοικείν εκεί. 16 και έσται. και ο λιμός. οι θέντες το πρόσωπον αυτών εις γην Αιγύπτου ενοικείν εκεί.

ων κατέκρυψας. 13 και συντρίψει τους στύλους Ηλιουπόλεως. ωσπερ φθειρίζει ποιμήν το ιμάτιον αυτού. α επήγαγον επί Ιερουσαλήμ και επί τας πόλεις Ιούδα. και τας οικίας αυτών κατακαύσει εν πυρί. ότι ουκ ήκουσαν της φωνής Κυρίου· και εισήλθον εις Τάφνας. και αρεί τα όπλα αυτού επ' αυτούς 11 και εισελεύσεται και πατάξει γην Αιγύπτου. και ους εις αποικισμόν. τους εν Ων. ους εις θάνατον. και θήσει αυτού τον θρόνον επάνω των λίθων τούτων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των Χαλδαίων του θανατώσαι ημάς και αποικισθήναι ημάς εις Βαβυλώνα. εις ρομφαίαν. και Ιερεμίαν τον προφήτην και Βαρούχ υιόν Νηρίου 7 και εισήλθον εις Αίγυπτον. 4 και απέστειλα προς υμάς τους παίδάς μου τους προφήτας όρθρου και απέστειλα λέγων· μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1585 . 6 τους δυνατούς άνδρας και τας γυναίκας και τα νήπια. 8 και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν εν Τάφνας λέγων· 9 λαβέ σεαυτω λίθους μεγάλους και κατάκρυψον αυτούς εν προθύροις. ης εποίησαν παραπικράναί με πορευθέντες θυμιάν θεοίς ετέροις. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ (Μασ. ας κατέλιπε Ναβουζαρδάν μετά Γοδολίου υιού Αχεικάμ. ΜΕ) 1 Ο λόγος ο γενόμενος προς Ιερεμίαν άπασι τοις Ιουδαίοις τοις κατοικούσιν εν γη Αιγύπτου και τοις καθημένοις εν Μαγδώλω και εν Τάφνας και εν γη Παθούρης λέγων· 2 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· υμείς εωράκατε πάντα τα κακά. και τας θυγατέρας του βασιλέως και τας ψυχάς. τους αποστρέψαντας κατοικείν εν τη γη. εις θάνατον. και εξελεύσεται εν ειρήνη. και ους εις ρομφαίαν. 5 και έλαβεν Ιωανάν και πάντες οι ηγεμόνες της δυνάμεως πάντας τους καταλοίπους Ιούδα. εν πύλη της οικίας Φαραώ εν Τάφνας. οίς ουκ έγνωτε. εις αποικισμόν. κατ' οφθαλμούς ανδρών Ιούδα 10 και ερείς· ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ αποστέλλω και άξω Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλώνος. 4 και ουκ ήκουσεν Ιωανάν και πάντες ηγεμόνες της δυνάμεως και πας ο λαός της φωνής Κυρίου κατοικήσαι εν γη Ιούδα. ΜΔ. και ιδού εισιν έρημοι από ενοίκων 3 από προσώπου πονηρίας αυτών. 12 και καύσει πυρ εν οικίαις των θεών αυτών και εμπυριεί αυτάς και αποικιεί αυτούς και φθειριεί γην Αιγύπτου.

συναγωγή μεγάλη. 13 και επισκέψομαι επί τους καθημένους εν γη Αιγύπτω ως επεσκεψάμην επί Ιερουσαλήμ εν ρομφαία και εν λιμω και εν θανάτω. 8 παραπικράναί με εν τοις έργοις των χειρών υμών θυμιάν θεοίς ετέροις εν γη Αιγύπτω. ον ελάλησας προς ημάς τω ονόματι Κυρίου. και εγενήθησαν εις ερήμωσιν και εις άβατον ως η ημέρα αύτη. 19 και ότι ημείς θυμιώμεν τη βασιλίσση του ουρανού και εσπείσαμεν αυτη σπονδάς. εφ' ην αυτοί ελπίζουσι ταις ψυχαίς αυτών του επιστρέψαι εκεί· ου μη επιστρέψωσιν αλλ' ή ανασεσωσμένοι. ουκ ακούσομέν σου. 17 ότι ποιούντες ποιήσομεν πάντα τον λόγον. ίνα εκκοπήτε και ίνα γένησθε εις κατάραν και εις ονειδισμόν εν πάσι τοις έθνεσι της γης. 9 μη επιλέλησθε υμείς των κακών των πατέρων υμών και των κακών των βασιλέων Ιούδα και των κακών των αρχόντων υμών και των κακών των γυναικών υμών. μη άνευ των ανδρών ημών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1586 . εις ην ήλθατε κατοικείν εκεί. 11 δια τούτο ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ εφίστημι το πρόσωπόν μου 12 του απολέσαι πάντας τους καταλοίπους τους εν Αιγύπτω. θυμιάν τη βασιλίσση του ουρανού και σπένδειν αυτη σπονδάς. 5 και ουκ ήκουσάν μου. και πας ο λαός οι καθήμενοι εν γη Αιγύπτω. ων έδωκα κατά πρόσωπον των πατέρων αυτών. και πεσούνται εν ρομφαία και εν λιμω εκλείψουσιν από μικρού έως μεγάλου και έσονται εις ονειδισμόν και εις απώλειαν και εις κατάραν. 14 και ουκ έσται σεσωσμένος ουθείς των επιλοίπων Ιούδα των παροικούντων εν γη Αιγύπτω του επιστρέψαι εις γην Ιούδα. ων εποίησαν εν γη Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ. 15 και απεκρίθησαν τω Ιερεμία πάντες οι άνδρες οι γνόντες ότι θυμιώσιν αι γυναίκες αυτών θεοίς ετέροις και πάσαι αι γυναίκες. 7 και νυν ούτως είπε Κύριος παντοκράτωρ· ινατί υμείς ποιείτε κακά μεγάλα επί ψυχαίς υμών εκκόψαι υμών άνθρωπον και γυναίκα. νήπιον και θηλάζοντα εκ μέσου Ιούδα προς το μη καταλειφθήναι υμών μηδένα. και ουκ έκλιναν το ους αυτών αποστρέψαι από των κακών αυτών προς το μη θυμιάν θεοίς ετέροις. λέγοντες· 16 ο λόγος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσητε το πράγμα της μολύνσεως ταύτης. ης εμίσησα. ος εξελεύσεται εκ του στόματος ημών. 6 και έσταξεν η οργή μου και ο θυμός μου και εξεκαύθη εν πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ. εν Παθουρή. καθά εποιήσαμεν ημείς και οι πατέρες ημών και οι βασιλείς ημών και οι άρχοντες ημών εν πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ και επλήσθημεν άρτων και εγενόμεθα χρηστοί και κακά ουκ είδομεν· 18 και ως διελίπομεν θυμιώντες τη βασιλίσση του ουρανού. ηλαττώθημεν πάντες και εν ρομαία και εν λιμω εξελίπομεν. 10 και ουκ επαύσαντο έως της ημέρας ταύτης και ουκ αντείχοντο των προσταγμάτων μου.

ότε έγραφε τους λόγους τούτους εν τω βιβλίω από στόματος Ιερεμίου εν τω ενιαυτω τω τετάρτω Ιωακείμ υιω Ιωσία. και εκλείψουσι πας Ιούδα. 26 δια τούτο ακούσατε λόγον Κυρίου. και γνώσονται οι κατάλοιποι Ιούδα οι καταστάντες εν γη Αιγύπτω κατοικήσαι εκεί. ων εθυμιάτε και ων ημάρτετε τω Κυρίω και ουκ ηκούσατε της φωνής Κυρίου και εν τοις προστάγμασιν αυτού και εν τω νόμω και εν τοις μαρτυρίοις αυτού ουκ επορεύθητε. ΜΕ 1-5 ). τοις αποκριθείσιν αυτω λόγους. έως αν εκλίπωσι. καθά έδωκα τον Σεδεκίαν βασιλέα Ιούδα εις χείρας Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος εχθρού αυτού και ζητούντος την ψυχήν αυτού. 28 και οι σεσωσμένοι από ρομφαίας επιστρέψουσιν εις γην Ιούδα ολίγοι αριθμω.. τοις δυνατοίς και ταις γυναιξί και παντί τω λαω. 27 ότι εγώ εγρήγορα επ' αυτούς του κακώσαι αυτούς και ουκ αγαθώσαι. πας Ιούδα οι καθήμενοι εν γη Αιγύπτω· ιδού ώμοσα τω ονόματί μου τω μεγάλω. 29 και τούτο το σημείον υμίν ότι επισκέψομαι εγώ εφ' υμάς εις πονηρά· 30 ούτως είπε Κύριος· ιδού εγώ δίδωμι τον Ουαφρή βασιλέα Αιγύπτου εις χείρας εχθρού αυτού και εις χείρας ζητούντων την ψυχήν αυτού. εν ρομφαία και εν λιμω. εν πάση γη Αιγύπτω. 32 ούτως είπε Κύριος επί σοί. και ανέβη επί την καρδίαν αυτού. (Μασ. ου εθυμιάσατε εν ταις πόλεσιν Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ υμείς και οι πατέρες υμών και οι βασιλείς υμών και οι άρχοντες υμών και ο λαός της γης. λόγος τίνος εμμενεί. 22 και ουκ ηδύνατο Κύριος έτι φέρειν από προσώπου πονηρίας πραγμάτων υμών και από των βδελυγμάτων υμών. 31 Ο λόγος ον ελάλησεν Ιερεμίας ο προφήτης προς Βαρούχ υιόν Νηρίου. λέγων· 21 ουχί του θυμιάματος. ας ωμολογήσαμεν. βασιλέως Ιούδα. εκοιμήθην εν στεναγμοίς. οι κατοικούντες εν γη Αιγύπτω. εμνήσθη Κύριος. 23 από προσώπου. 24 και είπεν Ιερεμίας τω λαω και ταις γυναιξίν· ακούσατε λόγον Κυρίου· 25 ούτως είπε Κύριος ο Θεός Ισραήλ· υμείς γυναίκες τω στόματι υμών ελαλήσατε και ταις χερσίν υμών επληρώσατε λέγουσαι· ποιούσαι ποιήσομεν τας ομολογίας ημών. Βαρούχ· 33 ότι είπας· οίμοι οίμοι. θυμιάν τη βασιλίσση του ουρανού και σπένδειν αυτη σπονδάς· εμμείνασαι ενεμείνατε ταις ομολογίαις υμών και ποιούσαι εποιήσατε. εάν γένηται έτι όνομά μου εν τω στόματι παντός Ιούδα ειπείν· ζη Κύριος Κύριος. ότι προσέθηκε Κύριος κόπον επί πόνον μοι. ων εποιήσατε· και εγενήθη η γη υμών εις ερήμωσιν και εις άβατον και εις αράν ως εν τη ημέρα ταύτη. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1587 . και επελάβετο υμών τα κακά ταύτα. είπε Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εποιήσαμεν αυτη χαυώνας και εσπείσαμεν αυτη σπονδάς.20 Και είπεν Ιερεμίας αντί τω λαω.

34 ειπόν αυτω· ούτως είπε Κύριος· ιδού ους εγώ ωκοδόμησα. και ήγαγεν αυτόν βασιλεύς Βαβυλώνος εις Βαβυλώνα και έδωκεν αυτόν εις οικίαν μύλωνος έως ημέρας ης απέθανε. ότι ιδού εγώ επάγω κακά επί πάσαν σάρκα. και ους εγώ εφύτευσα. 7 και διεκόπη η πόλις. ου εάν βαδίσης εκεί. και ουκ ήσαν άρτοι τω λαω της γης. 5 και ήλθεν η πόλις εις συνοχήν έως ενδεκάτου έτους τω βασιλεί Σεδεκία· 6 εν τη ενάτη του μηνός και εστερεώθη ο λιμός εν τη πόλει. 11 και τους οφθαλμούς Σεδεκίου εξετύφλωσε και έδησεν αυτόν εν πέδαις. 9 και συνέλαβον τον βασιλέα και ήγαγον αυτόν προς τον βασιλέα Βαβυλώνος εις Δεβλαθά. 10 και έσφαξε βασιλεύς Βαβυλώνος τους υιούς Σεδεκίου κατ' οφθαλμούς αυτού. 13 και ενέπρησε τον οίκον Κυρίου και τον οίκον του βασιλέως και πάσας τας Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1588 . δεκάτη του μηνός. και όνομα τη μητρί αυτού Αμειτάαλ. 8 και κατεδίωξεν η δύναμις των Χαλδαίων οπίσω του βασιλέως και κατέλαβον αυτόν εν τω πέραν Ιεριχώ. 4 και εγένετο εν τω έτει τω ενάτω της βασιλείας αυτού. εγώ καθαιρω. εκ Λοβενά. και ελάλησεν αυτω μετά κρίσεως. και πάντας τους άρχοντας Ιούδα έσφαξεν εν Δεβλαθά. 12 και εν μηνί πέμπτω. εν μηνί τω δεκάτω. και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί εξήλθον νυκτός κατά την οδόν της πύλης αναμέσον του τείχους και του προτειχίσματος. και επορεύθησαν οδόν την εις Άραβα. και οι Χαλδαίοι επί της πόλεως κύκλω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανάπαυσιν ουχ εύρον. εγώ εκτίλλω. ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ 1 ΟΝΤΟΣ εικοστού και ενός έτους Σεδεκίου εν τω βασιλεύειν αυτόν. λέγει Κύριος. μη ζητήσης. και δώσω την ψυχήν σου εις εύρημα εν παντί τόπω. ήλθε Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος και πάσα η δύναμις αυτού επί Ιερουσαλήμ και περιεχαράκωσαν αυτήν και περιωκοδόμησαν αυτήν τετραπέδοις λίθοις κύκλω. 35 και συ ζητήσεις σεαυτω μεγάλα. και ένδεκα έτη εβασίλευσεν εν Ιερουσαλήμ. θυγάτηρ Ιερεμίου. ήλθε Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος ο εστηκώς κατά πρόσωπον του βασιλέως Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ. δεκάτη του μηνός. και πάντες οι παίδες αυτού διεσπάρησαν απ' αυτού. ό ην κατά τον κήπον του βασιλέως.

27 και επάταξεν αυτούς βασιλεύς Βαβυλώνος εν Δεβλαθά. 17 και τους στύλους τους χαλκούς τους εν οίκω Κυρίου και τας βάσεις και την θάλασσαν την χαλκήν την εν οίκω Κυρίου συνέτριψαν οι Χαλδαίοι και έλαβον τον χαλκόν αυτών και απήνεγκαν εις Βαβυλώνα. εν οίς ελειτούργουν εν αυτοίς. και δίκτυον και ρόαι επί του γείσους κύκλω. έλαβεν ο αρχιμάγειρος. εν γη Αιμάθ. την κεφαλήν Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα και εξήγαγεν αυτόν εξ οικίας. τους ευρεθέντας εν τη πόλει. ος ην επιστάτης των ανδρών των πολεμιστών. και πάσαν οικίαν μεγάλην ενέπρησεν εν πυρί. α ην χρυσά χρυσά και α ην αργυρά αργυρά. τριακονταπέντε πηχών· ύψος του στύλου του ενός. 23 και ήσαν αι ρόαι ενενηκονταέξ το εν μέρος. οκτώ ρόαι τω πήχει τοις δώδεκα πήχεσι. τους ευρεθέντας εν μέσω της πόλεως· 26 και έλαβεν αυτούς Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρος του βασιλέως και ήγαγεν αυτούς προς βασιλέα Βαβυλώνος εις Δεβλαθά. αποικισθέντος του Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα εν τω δωδεκάτω μηνί. τον γραμματεύοντα τω λαω της γης. τα πάντα χαλκά· και κατά ταύτα τω στύλω τω δευτέρω. 31 και εγένετο εν τω τριακοστω και εβδόμω έτει. και σπαρτίον δώδεκα πήχεων περιεκύκλου αυτόν. 14 και παν τείχος Ιερουσαλήμ κύκλω καθείλεν η δύναμις των Χαλδαίων. και τον γραμματέα των δυνάμεων. ω εβασίλευσε. 16 και τους καταλοίπους του λαού κατέλιπεν ο αρχιμάγειρος εις αμπελουργούς και εις γεωργούς. εν τη τετράδι και εικάδι του μηνός. 19 και τα σαφφώθ και τα μασμαρώθ και τους υποχυτήρας και τας λυχνίας και τας θυϊσκας και τους κυάθους. και το πάχος αυτού δακτύλων τεσσάρων κύκλω. 22 και γείσος επ' αυτοίς χαλκούν. και επτά άνδρας ονομαστούς τους εν προσώπω του βασιλέως. 21 και οι στύλοι. α εποίησεν ο βασιλεύς Σαλωμών εις οίκον Κυρίου· ουκ ην σταθμός του χαλκού αυτών. 24 και έλαβεν ο αρχιμάγειρος τον ιερέα τον πρώτον και τον ιερέα τον δευτερούντα και τους τρεις τους φυλάττοντας την οδόν 25 και ευνούχον ένα. έλαβεν Ουλαιμαραδάχ βασιλεύς Βαβυλώνος εν τω ενιαυτω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ οικίας της πόλεως. και εξήκοντα ανθρώπους εκ του λαού της γης. και ήσαν αι πάσαι ρόαι εκατόν επί του δικτύου κύκλω. 18 και την στεφάνην και τας φιάλας και τας κρεάγρας και πάντα τα σκεύη τα χαλκά. ης εφυλάσσετο· 32 και ελάλησεν αυτω χρηστά και έδωκε τον θρόνον αυτού επάνω των βασιλέων των μετ' αυτού εν Βαβυλώνι· 33 και ήλλαξε την στολήν της φυλακής αυτού και ήσθιεν άρτον δια παντός κατά πρόσωπον αυτού Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1589 . και πέντε πήχεων το μήκος υπεροχή του γείσους του ενός. 20 και οι στύλοι δύο και η θάλασσα μία και οι μόσχοι δώδεκα χαλκοί υποκάτω της θαλάσσης. η μετά του αρχιμαγείρου.

ας έζησε. ης απέθανεν. εν εβδόμη του μηνός. 2 εν τω έτει τω πέμπτω. ------------------------------------------------------- ΒΑΡΟΥΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ ούτοι οι λόγοι του βιβλίου. τους ευρεθέντας μετ ‘ αυτού εν Ιερουσαλήμ 8 εν τω λαβείν αυτόν τα σκεύη οίκου Κυρίου. υιού Σεδεκίου. καθά εκάστου ηδύνατο η χείρ. 34 και η σύνταξις αυτω εδίδοτο δια παντός παρά του βασιλέως Βαβυλώνος εξ ημέρας εις ημέραν έως ημέρας. εν τω καιρω. υιού Σαλώμ. ους έγραψε Βαρούχ υιος Νηρίου. και προς τους ιερείς και προς πάντα τον λαόν. υιού Ασαδίου. τον ιερέα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάσας τας ημέρας. 12 και δώσει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1590 . 7 και απέστειλαν εις Ιερουσαλήμ προς Ιωακείμ υιόν Χελκίου. από μικρού έως μεγάλου. α εποίησε Σεδεκίας υιος Ιωσία βασιλεύς Ιούδα 9 μετά το αποικίσαι Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλώνος τον Ιεχονίαν και τους άρχοντας και τους δεσμώτας και τους δυνατούς και τον λαόν της γης από Ιερουσαλήμ και ήγαγεν αυτόν εις Βαβυλώνα· 10 και είπαν· ιδού απεστείλαμεν προς υμάς αργύριον. πάντων των κατοικούντων εν Βαβυλώνι επί ποταμού Σούδ. και αγοράσατε του αργυρίου ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας και λίβανον και ποιήσατε μάννα και ανοίσατε επί το θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού ημών 11 και προσεύξασθε περί της ζωής Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος και εις ζωήν Βαλτάσαρ υιού αυτού. υιού Χελκίου. υιού Μαασαίου. τη δεκάτη του Σειουάν. 3 και ανέγνω Βαρούχ τους λόγους του βιβλίου τούτου εν ωσίν Ιεχονίου. ω έλαβον οι Χαλδαίοι την Ιερουσαλήμ και ενέπρησαν αυτήν εν πυρί. τα εξενεχθέντα εκ του ναού. ίνα ώσιν αι ημέραι αυτών ως αι ημέραι του ουρανού επί της γης. 5 και έκλαιον και ενήστευον και ηύχοντο εναντίον Κυρίου 6 και συνήγαγον αργύριον. σκεύη αργυρά. αποστρέψαι εις γην Ιούδα. εν Βαβυλώνι. υιού Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα και εν ωσί παντός του λαού των ερχομένων προς την βίβλον 4 και εν ωσί των δυνατών και υιών των βασιλέων και εν ωσί των πρεσβυτέρων και εν ωσί παντός του λαού.

22 και ωχόμεθα έκαστος εν διανοία καρδίας αυτού της πονηράς εργάζεσθαι θεοίς ετέροις. ην συνέταξε Κύριος τω Μωυσή παιδί αυτού εν ημέρα. 15 και ερείτε· Τω Κυρίω Θεω ημών η δικαιοσύνη. ων απέστειλε προς ημάς. 14 και αναγνώσεσθε το βιβλίον τούτο. 21 και ουκ ηκούσαμεν της φωνής Κυρίου του Θεού ημών κατά πάντας τους λόγους των προφητών. ης εξήγαγε Κύριος τους πατέρας ημών εκ γης Αιγύπτου. ή εξήγαγε τους πατέρας ημών εκ γης Αιγύπτου δούναι ημίν γην ρέουσαν γάλα και μέλι ως η ημέρα αύτη. ποιήσαι τα κακά κατ ‘ οφθαλμούς Κυρίου Θεού ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Κύριος ισχύν ημίν και φωτίσει τους οφθαλμούς ημών. και ζησόμεθα υπό την σκιάν Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος και υπό την σκιάν Βαλτάσαρ υιού αυτού και δουλεύσομεν αυτοίς ημέρας πολλάς και ευρήσομεν χάριν εναντίον αυτών. ημίν δε αισχύνη των προσώπων ως η ημέρα αύτη. 19 από της ημέρας. 2 του αγαγείν εφ ‘ ημάς κακά μεγάλα. 13 και προσεύξασθε περί ημών προς Κύριον τον Θεόν ημών. ό απεστείλαμεν προς υμάς. 17 ων ημάρτομεν έναντι Κυρίου 18 και ηπειθήσαμεν αυτω και ουκ ηκούσαμεν της φωνής Κυρίου Θεού ημών πορεύεσθαι τοις προστάγμασι Κυρίου. και έως της ημέρας ταύτης ήμεθα απειθούντες προς Κύριον Θεόν ημών και εσχεδιάζομεν προς το μη ακούειν της φωνής αυτού. ανθρώπω Ιούδα και τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ 16 και τοις βασιλεύσιν ημών και τοις άρχουσιν ημών και τοις ιερεύσιν ημών και τοις προφήταις ημών και τοις πατράσιν ημών. ότι ημάρτομεν τω Κυρίω Θεω ημών. ον ελάλησεν εφ ‘ ημάς και επί τους δικαστάς ημών τους δικάσαντας τον Ισραήλ και επί τους βασιλείς ημών. οίς έδωκε κατά πρόσωπον ημών. 20 και εκολλήθη εις ημάς τα κακά και η αρά. α ουκ εποίησεν υποκάτω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1591 . εξαγορεύσαι εν οίκω Κυρίου εν ημέρα εορτής και εν ημέραις καιρού. και ουκ απέστρεψεν ο θυμός Κυρίου και η οργή αυτού αφ ‘ ημών έως της ημέρας ταύτης. και επί τους άρχοντας ημών και επί άνθρωπον Ισραήλ και Ιούδα. ΒΑΡΟΥΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ έστησε Κύριος τον λόγον αυτού.

6 τω Κυρίω Θεω ημών η δικαιοσύνη. ων ελήφθη το πνεύμα αυτών από των σπλάγχνων αυτών. ότι ημάρτομεν Κυρίω Θεω ημών προς το μη ακούειν της φωνής αυτού. κάτιδε εκ του οίκου του αγίου σου και εννόησον εις ημάς· και κλίνον. 19 ότι ουκ επί τα δικαιώματα των πατέρων ημών και των βασιλέων ημών ημείς καταβάλλομεν τον έλεον ημών κατά πρόσωπόν σου. καθάπερ ελάλησας εν χειρί των παίδων σου των προφητών λέγων· 21 ούτως είπε Κύριος· κλίνατε τον ώμον υμών εργάσασθαι τω βασιλεί Βαβυλώνος και καθίσατε επί την γην. ου διέσπειρεν αυτούς Κύριος εκεί. Κύριε ο Θεός Ισραήλ. δώσουσι δόξαν και δικαίωμα τω Κυρίω· 18 αλλά η ψυχή η λυπουμένη επί το μέγεθος. κατά τα γεγραμμένα εν τω νόμω Μωυσή. ημίν δε και τοις πατράσιν ημών η αισχύνη των προσώπων ως η ημέρα αύτη. οφθαλμούς σου και ιδέ. ότι ουχ οι τεθνηκότες εν τω άδη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παντός του ουρανού καθά εποιήθη εν Ιερουσαλήμ. . 12 ημάρτομεν. 10 και ουκ ηκούσαμεν της φωνής αυτού πορεύεσθαι τοις προστάγμασι Κυρίου. ότι κατελείφθημεν ολίγοι εν τοις έθνεσιν. επί πάσι τοις δικαιώμασί σου. ό βαδίζει κύπτον και ασθενούν και οι οφθαλμοί οι εκλείποντες και η ψυχή η πεινώσα δώσουσί σοι δόξαν και δικαιοσύνην. ότι το όνομά σου επεκλήθη επί Ισραήλ και επί το γένος αυτού. οίς έδωκε κατά πρόσωπον ημών. ηδικήσαμεν.11 Και νυν. ότι δίκαιος ο Κύριος επί πάντα τα έργα αυτού. Κύριε. 7 α ελάλησε Κύριος εφ ‘ ημάς. 5 και εγενήθησαν υποκάτω και ουκ επάνω. Κύριε. 4 και έδωκεν αυτούς υποχειρίους πάσαις ταις βασιλείαις ταις κύκλω ημών εις ονειδισμόν και εις άβατον εν πάσι τοις λαοίς τοις κύκλω. 9 και εγρηγόρησε Κύριος επί τοις κακοίς. ου διέσπειρας ημάς εκεί. Κύριε. ότι συ Κύριος ο Θεός ημών. ην δέδωκα τοις πατράσιν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1592 . ησεβήσαμεν. 16 Κύριε. 8 και ουκ εδεήθημεν του προσώπου Κυρίου του αποστρέψαι έκαστον από των νοημάτων της καρδίας αυτών της πονηράς. 14 εισάκουσον. Κύριε ο Θεός ημών. 3 του φαγείν ημάς άνθρωπον σάρκας υιού αυτού και άνθρωπον σάρκας θυγατρός αυτού. 13 αποστραφήτω ο θυμός σου αφ ‘ ημών. της προσευχής ημών και της δεήσεως ημών και εξελού ημάς ένεκέν σου και δος ημίν χάριν κατά πρόσωπον των αποικισάντων ημάς. Κύριε. α ενετείλατο ημίν. πάντα τα κακά ταύτα ήλθεν εφ ‘ ημάς. και επήγαγε Κύριος εφ ‘ ημάς. 15 ίνα γνω πάσα η γη. ος εξήγαγες τον λαόν σου εκ γης Αιγύπτου εν χειρί κραταιά και εν σημείοις και εν τέρασι και εν δυνάμει μεγάλη και εν βραχίονι υψηλω και εποίησας σεαυτω όνομα ως η ημέρα αύτη. Κύριε ο Θεός ημών. το ους σου και άκουσον· 17 άνοιξον. 20 ότι ενήκας τον θυμόν σου και την οργήν σου εφ ‘ ημάς.

και απεθάνοσαν εν πόνοις πονηροίς. ην ώμοσα τοις πατράσιν αυτών. και έστησας τους λόγους σου. ους ελάλησας εν χερσί των παίδων σου των προφητών. Κύριε ο Θεός ημών. κατά πάσα επιείκειάν σου και κατά πάντα οικτιρμόν σου τον μέγαν. 34 και αποστρέψω αυτούς εις την γην. ότι μνησθήσονται της οδού πατέρων αυτών των αμαρτόντων έναντι Κυρίου. ου επεκλήθη το όνομά σου επ ‘ αυτω. και κυριεύσουσιν αυτής· και πληθυνώ αυτούς. εν ημέρα εντειλαμένου σου αυτω γράψαι τον νόμον σου εναντίον υιών Ισραήλ λέγων· 29 εάν μη ακούσητε της φωνής μου. εν λιμω και εν ρομφαία και εν αποστολή.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ υμών· 22 και εάν μη ακούσητε της φωνής Κυρίου εργάσασθαι τω βασιλεί Βαβυλώνος. και επιστρέψουσιν επί καρδίαν αυτών εν γη αποικισμού αυτών 31 και γνώσονται ότι εγώ Κύριος ο Θεός αυτών. και έσται πάσα η γη εις άβατον από ενοικούντων. 28 καθά ελάλησας εν χειρί παιδός σου Μωυσή. δια πονηρίαν οίκου Ισραήλ και οίκου Ιούδα. 26 και έθηκας τον οίκον. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1593 . 32 και αινέσουσί με εν γη αποικισμού αυτών και μνησθήσονται του ονόματός μου 33 και αποστρέψουσιν από του νώτου αυτών του σκληρού και από πονηρών πραγμάτων αυτών. ότι λαός σκληροτράχηλός εστι. τω Αβραάμ και τω Ισαάκ και τω Ιακώβ. και δώσω αυτοίς καρδίαν και ώτα ακούοντα. 23 εκλείψειν ποιήσω εκ πόλεων Ιούδα και έξωθεν Ιερουσαλήμ φωνήν ευφροσύνης και φωνήν χαρμοσύνης.27 Και εποίησας εις ημάς. και ου μη σμικρυνθώσι· 35 και στήσω αυτοίς διαθήκην αιώνιον του είναί με αυτοίς εις Θεόν και αυτοί έσονταί μοι εις λαόν· και ου κινήσω έτι τον λαόν μου Ισραήλ από της γης. του εξενεχθήναι τα οστά βασιλέων ημών και τα οστά των πατέρων ημών εκ του τόπου αυτών. 25 και ιδού εστιν εξερριμμένα τω καύματι της ημέρας και τω παγετω της νυκτός. ης έδωκα αυτοίς. ως η ημέρα αύτη. ει μην η βόμβησις η μεγάλη η πολλή αύτη αποστρέψει εις μικράν εν τοις έθνεσιν. φωνήν νυμφίου και φωνήν νύμφης. ου διασπερώ αυτούς εκεί· 30 ότι έγνων ότι ου μη ακούσωσί μου. 24 και ουκ ηκούσαμεν της φωνής σου εργάσασθαι τω βασιλεί Βαβυλώνος. .

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΒΑΡΟΥΧ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΥΡΙΕ παντοκράτωρ ο Θεός Ισραήλ. 10 τι εστιν Ισραήλ. 20 νεώτεροι είδον φως και κατώκησαν επί της γης. τι ότι εν γη των εχθρών ει. κατώκεις αν εν ειρήνη τον αιώνα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1594 . συνεμιάνθης τοις νεκροίς. 3 ότι συ καθήμενος τον αιώνα. ου διέσπειρας ημάς εκεί εις ονειδισμόν και εις αράν και εις όφλησιν κατά πάσας τας αδικίας πατέρων ημών. και ημείς απολλύμενοι τον αιώνα. 18 οι το αργύριον τεκταίνοντες και μεριμνώντες. και αινέσομέν σε εν τη αποικία ημών. οί ουκ ήκουσαν της φωνής Κυρίου Θεού αυτών και εκολλήθη ημίν τα κακά. 9 Άκουε Ισραήλ εντολάς ζωής. 14 μάθε που εστι φρόνησις. που εστι φως οφθαλμών και ειρήνη. επαλαιώθης εν γη αλλοτρία. 5 μη μνησθής αδικιών πατέρων ημών. 17 οι εν τοις ορνέοις του ουρανού εμπαίζοντες και το αργύριον θησαυρίζοντες και το χρυσίον. 11 προσελογίσθης μετά των εις άδου. ουδέ αντελάβοντο αυτής· οι υιοί αυτών από της οδού αυτών πόρρω εγενήθησαν. αλλά μνήσθητι χειρός σου και ονόματός σου εν τω καιρω τούτω· 6 ότι συ Κύριος ο Θεός ημών. και ουκ έστιν εξεύρεσις των έργων αυτών. 8 ιδού ημείς σήμερον εν τη αποικία ημών. και ουκ έστι τέλος της κτήσεως αυτών. 16 που εισιν οι άρχοντες των εθνών και οι κυριεύοντες των θηρίων των επί της γης. . οί απέστησαν από Κυρίου Θεού ημών. 2 άκουσον. οδόν δε επιστήμης ουκ έγνωσαν. ω επεποίθεισαν άνθρωποι. Κύριε. και άλλοι αντανέστησαν αντ ‘ αυτών. και αινέσομέν σε. άκουσον δη της προσευχής των τεθνηκότων Ισραήλ και υιών των αμαρτανόντων εναντίον σου. Κύριε. ψυχή εν στενοίς και πνεύμα ακηδιών κέκραγε προς σε.15 Τίς εύρε τον τόπον αυτής και τις εισήλθεν εις τους θησαυρούς αυτής. 21 ουδέ συνήκαν τρίβους αυτής. 13 τη οδω του Θεού ει επορεύθης. 19 ηφανίσθησαν και εις άδου κατέβησαν. 4 Κύριε παντοκράτωρ ο Θεός Ισραήλ. που εστι σύνεσις του γνώναι άμα που εστι μακροβίωσις και ζωή. ότι ημάρτομεν εναντίον σου. ενωτίσασθε γνώναι φρόνησιν. και ελέησον. 7 ότι δια τούτο έδωκας τον φόβον σου επί καρδίαν ημών του επικαλείσθαι το όνομά σου. που εστιν ισχύς. 12 εγκατέλιπες την πηγήν της σοφίας. ότι απεστρέψαμεν από καρδίας ημών πάσαν αδικίαν πατέρων ημών των ημαρτηκότων εναντίον σου. 22 ουδέ ηκούσθη εν Χαναάν.

23 ούτε υιοί Άγαρ. γενόμενοι ευμεγέθεις.29 Τίς ανέβη εις τον ουρανόν και έλαβεν αυτήν και κατεβίβασεν αυτήν εκ των νεφελών. υψηλός και αμέτρητος. και επιλαβού αυτής. 26 εκεί εγεννήθησαν οι γίγαντες οι ονομαστοί οι απ ‘ αρχής. 27 ου τούτους εξελέξατο ο Θεός ουδέ οδόν επιστήμης έδωκεν αυτοίς· 28 και απώλοντο παρά το μη έχειν φρόνησιν. Ιακώβ. . επιστάμενοι πόλεμον. . ΒΑΡΟΥΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΑΥΤΗ η βίβλος των προσταγμάτων του Θεού και ο νόμος ο υπάρχων εις τον αιώνα· πάντες οι κρατούντες αυτήν εις ζωήν. και υπήκουσεν αυτω τρόμω· 34 οι δε αστέρες έλαμψαν εν ταις φυλακαίς αυτών και ευφράνθησαν.24 Ω Ισραήλ. 31 ουκ έστιν ο γινώσκων την οδόν αυτής ουδέ ο ενθυμούμενος την τρίβον αυτής· 32 αλλ ‘ ο ειδώς τα πάντα γινώσκει αυτήν. οι δε καταλείποντες αυτήν αποθανούνται. ου λογισθήσεται έτερος προς αυτόν. ουδέ εμνήσθησαν τας τρίβους αυτής. 30 τις διέβη πέραν της θαλάσσης και εύρεν αυτήν και οίσει αυτήν χρυσίου εκλεκτού. 3 μη δως ετέρω την δόξαν σου και τα συμφέροντά σοι έθνει αλλοτρίω. εξεύρεν αυτήν τη συνέσει αυτού· ο κατασκευάσας την γην εις τον αιώνα χρόνον. ως μέγας ο οίκος του Θεού και επιμήκης ο τόπος της κτήσεως αυτού· 25 μέγας και ουκ έχει τελευτήν. διόδευσον προς την λάμψιν κατέναντι του φωτός αυτής. οδόν της σοφίας ουκ έγνωσαν. 36 ούτος ο Θεός ημών. οι έμποροι της Μερράν και Θαιμάν. έλαμψαν μετ ‘ ευφροσύνης τω ποιήσαντι αυτούς. απώλοντο δια την αβουλίαν αυτών. και πορεύεται. οι μυθολόγοι και οι εκζητηταί της συνέσεως. 37 εξεύρε πάσαν οδόν επιστήμης και έδωκεν αυτήν Ιακώβ τω παιδί αυτού και Ισραήλ τω ηγαπημένω υπ ‘ αυτού· 38 μετά τούτο επί γης ώφθη και εν τοις ανθρώποις συνανεστράφη. οι εκζητούντες την σύνεσιν επί της γης. ότι τα αρεστά τω Θεω ημίν γνωστά εστι. εκάλεσεν αυτό. ενέπλησεν αυτήν κτηνών τετραπόδων· 33 ο αποστέλλων το φως.5 Θαρσείτε λαός μου. 35 εκάλεσεν αυτούς και είπον· πάρεσμεν. . μνημόσυνον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1595 .2 Επιστρέφου. 4 μακάριοί εσμεν Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουδέ ώφθη εν Θαιμάν. .

δια δε το παροργίσαι υμάς τον Θεόν παρεδόθητε τοις υπεναντίοις· 7 παρωξύνατε γαρ τον ποιήσαντα υμάς θύσαντες δαιμονίοις και ου Θεω. 23 εξέπεμψα γαρ υμάς μετά κλαυθμού και πένθους. δεκαπλασιάσατε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1596 . 13 δικαιώματα δε αυτού ουκ έγνωσαν ουδέ επορεύθησαν οδοίς εντολών Θεού.21 Θαρρείτε. και μνήσθητε την αιχμαλωσίαν των υιών μου και θυγατέρων. μακροθυμήσατε την παρά του Θεού επελθούσαν υμίν οργήν· κατεδίωξέ σε ο εχθρός σου. βαδίζετε. και όψει αυτού την απώλειαν εν τάχει και επί τραχήλους αυτών επιβήση. 6 επράθητε τοις έθνεσιν ουκ εις απώλειαν. 22 εγώ γαρ ήλπισα επί τω αιωνίω την σωτηρίαν υμών. 24 ωσπερ γαρ νυν εωράκασιν αι πάροικοι Σιών την υμετέραν αιχμαλωσίαν. ήρθησαν ως ποίμνιον ηρπασμένον υπό εχθρών. ουδέ τρίβους παιδείας εν δικαιοσύνη αυτού επέβησαν. ην επήγαγεν αυτοίς ο αιώνιος.27 Θαρσήσατε τέκνα και βοήσατε προς τον Θεόν. ή ήξει υμίν εν τάχει παρά του αιωνίου σωτήρος υμών. εγώ γαρ κατελήφθην έρημος· 20 εξεδυσάμην την στολήν της ειρήνης. επήγαγέ μοι ο Θεός πένθος μέγα· 10 είδον γαρ την αιχμαλωσίαν των υιών μου και των θυγατέρων μου. 17 εγώ δε τι δυνατή βοηθήσαι υμίν. οί ουκ ησχύνθησαν πρεσβύτην ουδέ παιδίον ηλέησαν 16 και απήγαγον τους αγαπητούς της χήρας και από των θυγατέρων την μόνην ηρήμωσαν. ην επήγαγεν αυτοίς ο αιώνιος· 15 επήγαγε γαρ επ ‘ αυτούς έθνος μακρόθεν. οι πάροικοι Σιών. τέκνα. ελυπήσατε δε και την εκθρέψασαν υμάς Ιερουσαλήμ· 9 είδε γαρ την επελθούσαν υμίν οργήν παρά του Θεού και είπεν· ακούσατε. έσται γαρ υμών υπό του επάγοντος μνεία. 8 επελάθεσθε τον τροφεύσαντα υμάς Θεόν αιώνιον. αποδώσει δε μοι ο Θεός υμάς μετά χαρμοσύνης και ευφροσύνης εις τον αιώνα. 11 έθρεψα γαρ αυτούς μετ ‘ ευφροσύνης. και ήλθέ μοι χαρά παρά του αγίου επί τη ελεημοσύνη. 18 ο γαρ επαγαγών τα κακά υμίν εξελείται υμάς εκ χειρός εχθρών υμών. ή επελεύσεται υμίν μετά δόξης μεγάλης και λαμπρότητος του αιωνίου. ενεδυσάμην δε σάκκον της δεήσεώς μου. ούτως όψονται εν τάχει την παρά του Θεού υμών σωτηρίαν. εκ χειρός εχθρών. διότι εξέκλιναν εκ νόμου Θεού. 14 ελθέτωσαν αι πάροικοι Σιών. βοήσατε προς το Θεόν. 28 ωσπερ γαρ εγένετο η διάνοια υμών εις το πλανηθήναι από του Θεού. τέκνα. 25 τέκνα. 19 βαδίζετε. . έθνος αναιδές και αλλόγλωσσον. εξαπέστειλα δε μετά κλαυθμού και πένθους. 26 οι τρυφεροί μου επορεύθησαν οδούς τραχείας. . 12 μηδείς επιχαιρέτω μοι τη χήρα και καταλειφθείση υπό πολλών· ηρημώθην δια τας αμαρτίας των τέκνων μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ισραήλ. και εξελείται υμάς εκ δυναστείας. κεκράξομαι προς τον αιώνιον εν ταις ημέραις μου.

34 και περιελώ αυτής το αγαλλίαμα της πολυοχλίας και το αγαυρίαμα αυτής έσται εις πένθος. ούτως λυπηθήσεται επί τη εαυτής ερημία. δειλαία η δεξαμένη τους υιούς σου. Ιερουσαλήμ. ΒΑΡΟΥΧ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΕΚΔΥΣΑΙ. επίθου την μίτραν επί την κεφαλήν σου της δόξης του αιωνίου. και κατοικηθήσεται υπό δαιμονίων τον πλείονα χρόνον. 37 ιδού έρχονται οι υιοί σου. 6 εξήλθον γαρ παρά σου πεζοί αγόμενοι υπό εχθρών. και ίδε την ευφροσύνην την παρά του Θεού σοι ερχομένην. ίνα βαδίση Ισραήλ ασφαλώς τη του Θεού δόξη· 8 εσκίασαν δε και οι δρυμοί και παν ξύλον ευωδίας τω Ισραήλ προστάγματι του Θεού· 9 ηγήσεται γαρ ο Θεός Ισραήλ μετ ‘ ευφροσύνης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1597 . παρακαλέσει σε ο ονομάσας σε. 33 ωσπερ γαρ εχάρη επί τη σή πτώσει και ευφράνθη επί τω πτώματί σου.36 Περίβλεψον προς ανατολάς. . και στήθι επί του υψηλού και περίβλεψαι προς ανατολάς και ίδε συνηγμένα τα τέκνα σου από ηλίου δυσμών έως ανατολών τω ρήματι του αγίου χαίροντας τη του Θεού μνεία. 31 δείλαιοι οι σε κακώσαντες και επιχαρέντες τη σή πτώσει. 2 περιβαλού την διπλοϊδα της παρά του Θεού δικαιοσύνης. 35 πυρ γαρ επελεύσεται αυτη παρά του αιωνίου εις ημέρας μακράς. 29 ο γαρ επαγαγών υμίν τα κακά επάξει υμίν την αιώνιον ευφροσύνην μετά της σωτηρίας υμών. 3 ο γαρ Θεός δείξει τη υπ ‘ ουρανόν πάση την σήν λαμπρότητα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ επιστραφέντες ζητήσαι αυτόν. 4 κληθήσεται γαρ σου το όνομα παρά του Θεού εις τον αιώνα· Ειρήνη δικαιοσύνης και δόξα θεοσεβείας.5 Ανάστηθι. έρχονται συνηγμένοι από ανατολών έως δυσμών τω ρήματι του αγίου χαίροντες τη του Θεού δόξη. αις εδούλευσαν τα τέκνα σου. Ιερουσαλήμ. 32 δείλαιαι αι πόλεις. εισάγει δε αυτούς ο Θεός προς σε αιρομένους μετά δόξης ως θρόνον βασιλείας. ους εξαπέστειλας. . την στολήν του πένθους και της κακώσεώς σου και ένδυσαι την ευπρέπειαν της παρά του Θεού δόξης εις τον αιώνα. . Ιερουσαλήμ. 7 συνέταξε γαρ ο Θεός ταπεινούσθαι παν όρος υψηλόν και θίνας αεννάους και φάραγγας πληρούσθαι εις ομαλισμόν της γης.30 Θάρσει Ιερουσαλήμ.

8 Αμαρτίαν ήμαρτεν Ιερουσαλήμ. και τα δάκρυα αυτής επί των σιαγόνων αυτής. και αυτή πικραινομένη εν εαυτη. οι ιερείς αυτής αναστενάζουσιν. 4 Οδοί Σιών πενθούσι παρά το μη είναι ερχομένους εν εορτη· πάσαι αι πύλαι αυτής ηφανισμέναι. ότι Κύριος εταπείνωσεν αυτήν επί το πλήθος των ασεβειών αυτής· τα νήπια αυτής επορεύθησαν εν αιχμαλωσία κατά πρόσωπον θλίβοντος. και οι εχθροί αυτής ευθηνούσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω φωτί της δόξης αυτού συν ελεημοσύνη και δικαιοσύνη τη παρ ‘ αυτού. εκάθισεν Ιερεμίας κλαίων. εγένοντο αυτη εις εχθρούς. εν τω πεσείν τον λαόν αυτής εις χείρας θλίβοντος και ουκ ην ο βοηθών αυτη. δια τούτο εις σάλον εγένετο· πάντες οι δοξάζοντες αυτήν εταπείνωσαν αυτήν. εγενήθη ως χήρα πεπληθυμμένη εν έθνεσιν. και εθρήνησε τον θρήνον τούτον επί Ιερουσαλήμ και είπε· 1 Πως εκάθισε μόνη η πόλις η πεπληθυμμένη λαών. 3 Μετωκίσθη Ιουδαία από ταπεινώσεως αυτής και από πλήθους δουλείας αυτής· εκάθισεν εν έθνεσιν. 2 Κλαίουσα έκλαυσεν εν νυκτί. ------------------------------------------------------- ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α ΚΑΙ εγένετο μετά το αιχμαλωσθήναι τον Ισραήλ. και ουχ υπάρχει ο παρακαλών αυτήν από πάντων των αγαπώντων αυτήν· πάντες οι φιλούντες αυτήν ηθέτησαν εν αυτη. όσα ην εξ ημερών αρχαίων. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1598 . και Ιερουσαλήμ ερημωθήναι. αι παρθένοι αυτής αγόμεναι. 7 Εμνήσθη Ιερουσαλήμ ημερών ταπεινώσεως αυτής και απωσμών αυτής· πάντα τα επιθυμήματα αυτής. ουχ εύρεν ανάπαυσιν· πάντες οι καταδιώκοντες αυτήν κατέλαβον αυτήν αναμέσον των θλιβόντων. 5 Εγένοντο οι θλίβοντες αυτήν εις κεφαλήν. άρχουσα εν χώραις εγενήθη εις φόρον. ιδόντες οι εχθροί αυτής εγέλασαν επί μετοικεσία αυτής. 6 Και εξήρθη εκ θυγατρός Σιών πάσα η ευπρέπεια αυτής· εγένοντο οι άρχοντες αυτής ως κριοί ουχ ευρίσκοντες νομήν και επορεύοντο εν ουκ ισχύϊ κατά πρόσωπον διώκοντος.

18 Δίκαιός εστι Κύριος. 12 Οι προς υμάς πάντες παραπορευόμενοι οδόν. απέστρεψέ με εις τα οπίσω. ότι συ εποίησας· επήγαγες ημέραν. ότι παραπικραίνουσα παρεπικράνθην· έξωθεν ητέκνωσέ με μάχαιρα ωσπερ θάνατος εν οίκω. εκάλεσας καιρόν. 20 Ιδέ. κύκλω αυτού οι θλίβοντες αυτόν. και ουχ εύρον. πάντες οι λαοί. ανέβησαν επί τον τράχηλόν μου· ησθένησεν η ισχύς μου. 11 Πας ο λαός αυτής καταστενάζοντες. 21 Ακούσατε δη. ότι εμακρύνθη απ' εμού ο παρακαλών με. εγένοντο όμοιοι εμοί. όλην την ημέραν ωδυνωμένην. ον τρόπον εποίησαν επιφυλλίδα περί πάντων των αμαρτημάτων μου. την ταπείνωσίν μου. 19 Εκάλεσα τους εραστάς μου. εν τοις οστέοις μου κατήγαγεν αυτό· διεπέτασε δίκτυον τοις ποσί μου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1599 . και γε αυτή στενάζουσα και απεστράφη οπίσω. επί τούτοις εγώ κλαίω. 10 Χείρα αυτού εξεπέτασε θλίβων επί πάντα τα επιθυμήματα αυτής· είδε γαρ έθνη εισελθόντα εις το αγίασμα αυτής. ότι εκραταιώθη ο εχθρός. έδωκαν τα επιθυμήματα αυτής εν βρώσει του επιτστρέψαι ψυχήν· ιδέ. αυτοί δε παρελογίσαντό με· οι ιερείς μου και οι πρεσβύτεροί μου εν τη πόλει εξέλιπον. Κύριε. 15 Εξήρε πάντας τους ισχυρούς μου ο Κύριος εκ μέσου μου. εγενήθη Ιερουσαλήμ εις αποκαθημένην αναμέσον αυτών. ό εγενήθη· φθεγξάμενος εν εμοί εταπείνωσέ με Κύριος εν ημέρα οργής θυμού αυτού. έδωκέ με ηφανισμένην. και η καρδία μου εστράφη εν εμοί. ουκ έστιν ο παρακαλών με· πάντες οι εχθροί μου ήκουσαν τα κακά μου και εχάρησαν. α ενετείλω μη εισελθείν αυτά εις εκκλησίαν σου. επιστρέψατε και ίδετε ει έστιν άλγος κατά το άλγος μου. και ίδετε το άλγος μου· παρθένοι μου και νεανίσκοι μου επορεύθησαν εν αιχμαλωσία. 9 Ακαθαρσία αυτής προς ποδών αυτής. ότι έδωκε Κύριος εν χερσί μου οδύνας. 16 Ο οφθαλμός μου κατήγαγεν ύδωρ. 17 Διεπέτασε Σιών χείρας αυτής. 22 Εισέλθοι πάσα η κακία αυτών κατά πρόσωπόν σου. ότι θλίβομαι· η κοιλία μου εταράχθη. Κύριε. ίνα επιστρέψωσι ψυχάς αυτών. ότι στενάζω εγώ. ότι εγενήθη ητιμωμένη. ουκ έστιν ο παρακαλών αυτήν· ενετείλατο Κύριος τω Ιακώβ. ουκ έστιν ο παρακαλών αυτήν· ιδέ. ο επιστρέφων ψυχήν μου· εγένοντο οι υιοί μου ηφανισμένοι. και επιφύλλισον αυτοίς. και επίβλεψον. ου δυνήσομαι στήναι. ότι εζήτησαν βρώσιν αυτοίς. εκάλεσεν επ' εμέ καιρόν του συντρίψαι εκλεκτούς μου· ληνόν επάτησε Κύριος παρθένω θυγατρί Ιούδα. 13 Εξ ύψους αυτού απέστειλε πυρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ είδον γαρ την ασχημοσύνην αυτής. Κύριε. ουκ εμνήσθη έσχατα αυτής· και κατεβίβασεν υπέρογκα. ότι το στόμα αυτού παρεπίκραναν· ακούσατε δη. 14 Εγρηγορήθη επί τα ασεβήματά μου· εν χερσί μου συνεπλάκησαν. ζητούντες άρτον. ότι εμεγαλύνθη ο εχθρός.

και επένθησε το προτείχισμα. ουκ απέστρεψε χείρα αυτού από καταπατήματος. 5 Εγενήθη Κύριος ως εχθρός. 8 Και επέστρεψε Κύριος του διαφθείραι τείχος θυγατρός Σιών· εξέτεινε μέτρον. απετίναξεν αγίασμα αυτού. κατεπόντισε πάσας τας βάρεις αυτής. 7 Απώσατο Κύριος θυσιαστήριον αυτού. καθείλεν εν θυμω αυτού τα οχυρώματα της θυγατρός Ιούδα. εταράχθη η καρδία Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1600 . 4 Ενέτεινε τόξον αυτού ως εχθρός. κατήγαγον εις γην αρχηγούς παρθένους εν Ιερουσαλήμ. διέφθειρε τα οχυρώματα αυτού και επλήθυνε τη θυγατρί Ιούδα ταπεινουμένην και τεταπεινωμένην. ανεβίβασαν χουν επί την κεφαλήν αυτών. κατέρριψεν εξ ουρανού εις γην δόξασμα Ισραήλ. 3 Συνέκλασεν εν οργή θυμού αυτού παν κέρας Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ότι πολλοί οι στεναγμοί μου. εξέχεεν ως πυρ τον θυμόν αυτού. περιεζώσαντο σάκκους. κατεπόντισεν Ισραήλ. 11 Εξέλιπον εν δάκρυσιν οι οφθαλμοί μου. εβεβήλωσε βασιλέα αυτής και άρχοντας αυτής. εκόλλησεν εις την γην. και καρδία μου λυπείται. 9 Ενεπάγησαν εις γην πύλαι αυτής. 2 Κατεπόντισε Κύριος ου φεισάμενος πάντα τα ωραία Ιακώβ. εστερέωσε δεξιάν αυτού ως υπεναντίος και απέκτεινε πάντα τα επιθυμήματα των οφθαλμών μου εν σκηνή θυγατρός Σιών. συνέτριψεν εν χειρί εχθρού τείχος βάρεων αυτής· φωνήν έδωκαν εν οίκω Κυρίου ως εν ημέρα εορτής. και κατέφαγε πάντα τα κύκλω. 10 Εκάθισαν εις την γην. και τείχος ομοθυμαδόν ησθένησεν. απέστρεψεν οπίσω δεξιάν αυτού από προσώπου εχθρού και ανήψεν εν Ιακώβ ως πυρ φλόγα. εσιώπησαν πρεσβύτεροι θυγατρός Σιών. 6 Και διεπέτασεν ως άμπελον το σκήνωμα αυτού. διέφθειρεν εορτήν αυτού· επελάθετο Κύριος α εποίησεν εν Σιών εορτής και σαββάτου και παρώξυνεν εμβριμήματι οργής αυτού βασιλέα και ιερέα και άρχοντα. απώλεσε και συνέτριψε μοχλούς αυτής· βασιλέα αυτής και άρχοντα αυτής εν τοις έθνεσιν· ουκ έστι νόμος. και ουκ εμνήσθη υποποδίου ποδών αυτού εν ημέρα οργής αυτού. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΠΩΣ εγνόφωσεν εν οργή αυτού Κύριος την θυγατέρα Σιών. και γε προφήται αυτής ουκ είδον όρασιν παρά Κυρίου.

22 Εκάλεσεν ημέραν εορτής παροικίας μου κυκλόθεν. 19 Ανάστα. εν τω εκλύεσθαι αυτούς ως τραυματίας εν πλατείαις πόλεως. αποκτενείς εν αγιάσματι Κυρίου ιερέα και προφήτην. ουκ εφείσω. πλήν αύτη η ημέρα. ότι εμεγαλύνθη ποτήριον συντριβής σου· τις ιάσεταί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μου. επιφυλλίδα εποίησε μάγειρος· φονευθήσονται νήπια θηλάζοντα μαστούς. και ηύφρανεν επί σε εχθρόν. καταγάγετε ως χειμάρρους δάκρυα ημέρας και νυκτός· μη δως έκνηψιν σεαυτη. στέφανος ευφροσύνης πάσης της γης. συνετέλεσε ρήματα αυτού. μη σιωπήσαιτο. Κύριε. α ενετείλατο εξ ημερών αρχαίων. έκχεον ως ύδωρ καρδίαν σου απέναντι προσώπου Κυρίου. και είπαν· κατεπίομεν αυτήν. εν τω εκχείσθαι αυτούς ως τραυματίας εν πλατείαις πόλεως. 17 Εποίησε Κύριος α ενεθυμήθη. άρον προς αυτόν χείράς σου περί ψυχής νηπίων σου των εκλυομένων λιμω επ' αρχής πασών εξόδων. εν ημέρα οργής σου εμαγείρευσας. εσύρισαν και εκίνησαν την κεφαλήν αυτών επί την θυγατέρα Ιερουσαλήμ· αύτη η πόλις. εύρομεν αυτήν. θύγατερ Ιερουσαλήμ. 21 Εκοιμήθησαν εις την έξοδον παιδάριον και πρεσβύτης. και είδοσάν σοι λήμματα μάταια και εξώσματα. 13 Τί μαρτυρήσω σοι ή τι ομοιώσω σοι. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1601 . 14 Προφήταί σου είδοσάν σοι μάταια και αφροσύνην και ουκ απεκάλυψαν επί την αδικίαν σου του επιστρέψαι αιχμαλωσίαν σου. ην προσεδοκώμεν. θύγατερ. ο οφθαλμός σου. εν τω εκχείσθαι ψυχάς αυτών εις κόλπον μητέρων αυτών. 15 Εκρότησαν επί σε χείρας πάντες οι παραπορευόμενοι οδόν. ύψωσε κέρας θλίβοντός σε. 20 Ιδέ. εσύρισαν και έβρυξαν οδόντας. και ουκ εγένοντο εν ημέρα οργής Κυρίου ανασωζόμενος και καταλελειμμένος. παρθένοι μου και νεανίσκοι μου επορεύθησαν εν αιχμαλωσία· εν ρομφαία και εν λιμω απέκτεινας. τις σώσει σε και παρακαλέσει σε. ως επεκράτησα και επλήθυνα εχθρούς μου πάντας. είδομεν. αγαλλίασαι εν νυκτί εις αρχάς φυλακής σου. 18 Εβόησε καρδία αυτών προς Κύριον· τείχη Σιών. παρθένος θύγατερ Σιών. και επίβλεψον τίνι επφφύλλισας ούτως· ει φάγονται γυναίκες καρπόν κοιλίας αυτών. καθείλε και ουκ εφείσατο. 12 Ταις μητράσιν αυτών είπαν· που σίτος και οίνος. ερούσι. εξεχύθη εις την γην η δόξα μου επί το σύντριμμα της θυγατρός του λαού μου εν τω εκλείπειν νήπιον και θηλάζοντα εν πλατείαις πόλεως. 16 Διήνοιξαν επί σε στόμα αυτών πάντες οι εχθροί σου.

εμέθυσέ με χολής. χορτασθήσεται ονειδισμών. ότι ουσυνετελέσθησαν οι οικτιρμοί αυτού· μήνας εις τας πρωϊας ελέησον. ψαλμός αυτών όλην την ημέραν· 15 εχόρτασέ με πικρίας. 25 Αγαθός Κύριος τοις υπομένουσιν αυτόν. 10 Άρκος ενεδρεύουσα αυτός μοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΕΓΩ ανήρ ο βλέπων πτωχείαν εν ράβδω θυμού αυτού επ' εμέ· 2 παρέλαβέ με και απήγαγέ με εις σκότος και ου φως. όταν άρη ζυγόν εν νεότητι αυτού. εβάρυνε χαλκόν μου· 8 και γε κεκράξομαι και βοήσω. 4 Επαλαίωσε σάρκα μου και δέρμα μου. 31 Οτι ουκ εις τον αιώνα απώσεται Κύριος. 3 πλήν εν εμοί επέστρεψε χείρα αυτού όλην την ημέραν. 19 Εμνήσθην από πτωχείας μου και εκδιωγμού μου πικρίας και χολής μου. εψώμισέ με σποδόν· 17 και απώσατο εξ ειρήνης ψυχήν μου. 24 μερίς μου Κύριος. απέφραξε προσευχήν μου· 9 ανωκοδόμησεν οδούς μου. ότι ου συνετελέσθημεν. 16 Και εξέβαλε ψήφω οδόντας μου. απέφραξε προσευχήν μου· 8 και γε κεκράξομαι και βοήσω. 13 Εισήγαγεν εν τοις νεφροίς μου ιούς φαρέτρας αυτού· 14 εγενήθην γέλως παντί λαω μου. 18 επελαθόμην αγαθά. ότι ήρεν εφ' εαυτω· 30 δώσει τω παίοντι αυτόν σιαγόνα. 7 Ανωκοδόμησε κατ' εμού. 23 καινά εις τας πρωϊας. είπεν η ψυχή μου· δια τούτο υπομενώ αυτω. ψυχή ή ζητήσει αυτόν αγαθόν 26 και υπομεννεί και ησυχάσει εις το σωτήριον Κυρίου. οστέα μου συνέτριψεν· 5 αωκοδόμησε κατ' εμού και εκύκλωσε κεφαλήν μου και εμόχθησεν. λέων εν κρυφαίοις· 11 κατεδίωξεν αφεστηκότα και κατέπαυσέ με. 12 ενέτεινε τόξον αυτού και εστήλωσέ με ως σκοπόν εις βέλος. και είπα· απώλετο νίκός μου και η ελπίς μου από Κυρίου. 206 μνησθήσεται και καταδολεσχήσει επ' εμέ η ψυχή μου· 21 ταύτην τάξω εις την καρδίαν μου. 6 εν σκοτεινοίς εκάθισέ με ως νεκρούς αιώνος. Κύριε. έθετό με ηφανισμένην. 27 αγαθόν ανδρί. 35 του εκκλίναι κρίσιν ανδρός κατέναντι προσώπου Υψίστου. 34 Του ταπεινώσαι υπό τους πόδας αυτού πάντας δεσμίους γης. ότι ουκ εξέλιπέμε. 32 ότι ο ταπεινώσας οικτειρήσει κατά το πλήθος του ελέους αυτού· 33 ότι ουκ απεκρίθη από καρδίας αυτού και εταπείνωσεν υιούς ανδρός. ετάραξεν. πολλή η πίστις σου. δια τούτο υπομενώ. 36 καταδικάσαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1602 . και ουκ εξελεύσομαι. ότι ου συνετελέσθησαν οι οικτιρμοί αυτού. 22 Τα ελέη Κυρίου. ενέφραξε τρίβους μου. 28 Καθήσεται κατά μόνας και σιωπήσεται.

66 καταδιώξεις εν οργή και εξαναλώσεις αυτούς υποκάτωθεν του ουρανού. 61 Ήκουσας τον ονειδισμόν αυτών. Κύριε. Κύριε. έκρινας την κρίσιν μου· 60 είδες πάσαν την εκδίκησιν αυτών εις πάντας διαλογισμούς αυτών εν εμοί. 38 εκ στόματος Υψίστου ουκ εξελεύσεται τα κακά και το αγαθόν. 64 Αποδώσεις αυτοίς ανταπόδομα. πάντας τους διαλογισμούς αυτών κατ' εμού. 43 Επεσκέπασας εν θυμω και απεδίωξας ημάς· απέκτεινας. 37 Τίς ούτως είπε. ή επεκαλεσάμην σε· είπάς μοι· μη φοβού. έπαρσις και συντριβή. 57 εις την βοήθειάν μου ήγγισας εν ημέρα. Κύριε. 54 υπερεχύθη ύδωρ επί την κεφαλήν μου· είπα· απώσμαι. 40 Εξηρευνήθη η οδός ημών και ητάσθη. 50 έως ου διακύψη και ίδη Κύριος εξ ουρανού· 51 ο οφθαλμός μου επιφυλλιεί επί την ψυχήν μου παρά πάσας θυγατέρας πόλεως. Κύριε. 53 εθανάτωσαν εν λάκκω ζωήν μου και επέθηκαν λίθον επ' εμοί. και εγενήθη. 52 Θηρεύοντες εθήρευσάν με ως στρουθίον πάντες οι εχθροί μου δωρεάν. 63 καθέδραν αυτών και ανάστασιν αυτών· επίβλεψον επί τους οφθαλμούς αυτών. 49 Ο οφθαλμός μου κατεπόθη. τας δίκας της ψυχής μου. 45 καμμύσαι με και απωσθήναι έθηκας ημάς εν μέσω των λαών. 62 χείλη επανισταμένων μοι και μελέτας αυτών κατ' εμού όλην την ημέραν. κί επιστρέψομεν έως Κυρίου· 41 αναλάβωμεν καρδίας ημών επί χειρών προς υψηλόν εν ουρανω· 42 ημαρτήσαμεν. 65 αποδώσεις αυτοίς υπερασπισμόν καρδίας. 46 Διήνοιξαν εφ' ημάς το στόμα αυτών πάντες οι εχθροί ημών· 47 φόβος και θυμός εγενήθη ημίν. 55 Επεκαλεσάμην το όνομά σου. 58 Εδίκασας. και ου σιγήσομαι του μη είναι έκνηψιν. Κύριε. 48 αφέσεις υδάτων κατάξει ο οφθαλμός μου επί το σύντριμμα της θυγατρός του λαού μου. 39 τι γογγύσει άνθρωπος ζων. τας ταραχάς μου. ελυτρώσω την ζωήν μου· 59 είδες. και ουχ ιλάσθης. μόχθον σου αυτοίας. κατά τα έργα των χειρών αυτών. ανήρ περί της αμαρτίας αυτού. ησεβήσαμεν. Κύριος ουκ ενετείλατο. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1603 . ουκ εφείσω. εκ λάκκου κατωτάτου· 56 φωνήν μου ήκουσας· μη κρύψης τα ώτά σου εις την δέησίν μου. 44 Επεσκέπασας νεφέλην σεαυτω ένεκεν προσευχής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ άνθρωπον εν τω κρίνεσθαι αυτόν Κύριος ουκ είπε.

πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην. 5 Οι έσθοντες τας τρυφάς ηφανίσθησαν εν ταις εξόδοις. 11 Συνετέλεσε Κύριος θυμόν αυτού. 8 Εσκότασεν υπέρ ασβόλην το είδος αυτών. 12 Ουκ επίστευσαν βασιλείς γης. 18 Εθηρεύσαμεν μικρούς ημών Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1604 . 6 Και εμεγαλύνθη ανομία θυγατρός λαού μου υπέρ ανομίας Σοδόμων της κατεστραμμένης ωσπερ σπουδή. 7 Εκαθαριώθησαν Ναζιραίοι αυτής υπέρ χιόνα. εξέχεε θυμόν οργής αυτού και ανήψε πυρ εν Σιών. έλαμψαν υπέρ γάλα. 9 Καλοί ήσαν οι τραυματίαι ρομφαίας ή οι τραυματίαι λιμού· επορεύθησαν εκκεκεντημένοι από γεννημάτων αγρών. απόστητε. εγενήθησαν εις βρώσιν αυταίς εν τω συννντρίμματι της θυγατρός του λαού μου. 10 Χείρες γυναικών οικτριρμόνων ήψησαν τα παιδία αυτών. ότι εισελεύσεται εχθρός και εκθλίβων δια των πυλών Ιερουσαλήμ. ότι ανήφθησαν και γε εσαλεύθησαν· είπατε εν τοις έθνεσιν· ου μη προσθώσι του παροικείν. επυρώθησαν υπέρ λίθους σαπφείρου το απόσπασμα αυτών. ο διακλών ουκ έστιν αυτοίς. και κατέφαγε τα θεμέλια αυτής. αλλοιωθήσεται το αργύριον το αγαθόν. 2 Υιοί Σιών οι τίμιοι. 15 Απόστητε εκαθάρτων καλέσατε αυτούς. μη άπτεσθε. Πως ελογίσθησαν εις αγγεία οστράκινα. αδικιών ιερέων αυτής των εκχεόντων αίμα δίκαιον εν μέσω αυτής. ουκ επεγνώσθησαν εν ταις εξόδοις· επάγη δέρμα αυτών επί τα οστέα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΠΩΣ αμαυρωθήσεται χρυσίον. εγενήθησαν ωσπερ ξύλον. πρεσβύτας ουκ ηλέησαν. 3 Και γε δράκοντες εξέδυσαν μαστούς. οι τιθηνούμενοι επί κόκκων περιεβάλλοντο κοπρίας. εμολύνθησαν εν αίματι· εν τω μη δύνασθαι αυτούς ήψαντο ενδυμάτων αυτών. εξεχύθησαν λίθοι άγιοι απ' αρχής πασών εξόδων. 4 Εκολλήθη η γλώσσα θηλάζοντες προς τον φάρυγγα αυτού εν δίψει· νήπια ήτηησαν άρτον. οι επηρμένοι εν χρυσίω. 16 Πρόσωπον Κυρίου μερίς αυτών. εξηράνθησαν. 13 Εξ αμαρτιών προφητών αυτής. ου προσθήσει επιβλέπψαι αυτοίς· πρόσωπον ιερέων ουκ έλαβον. 17 Έτι όντων ημών εξέλιπον οι οοφθαλμοί ημών εις την βοήθειαν ημών μάταια· αποσκοπευόντων ημών απεσκοπεύσαμεν εις έθνος ου σωζον.απόστητε. έργα χειρών κεραμέως. εθήλασαν σκύμνοι αυτών· θυγατέρες λαού μου εις ανίατον ως στρουθίον εν ερήμω. και ουκ επόνεσαν εν αυτη χείρας. 14 Εσαλεύθησαν εγρήγοροι αυτής εν ταις εξόδοις.

ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΜΝΗΣΘΗΤΙ. 20 Πνεύμα προσώπου ημών χριστός Κυρίου συνελήφθη εν ταις διαφθοραίς αυτών. εν ερήμω ενύδρευσαν ημάς. 12 άρχοντες εν χερσίν αυτών. 11 γυναίκας εν Σιών εταπείνωσαν. εκοπιάσαμεν. εστράφη εις πένθος ο χορός ημών. 8 δούλοι εκυρίευσαν ημών. 2 κληρονομία ημών μετεστράφη αλλοτρίοις. πρεσβύτεροι ουκ εδοξάσθησαν. 17 περί τούτου εγενήθη οδυνηρά η καρδία ημών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του μήυ προεύεσθαι εν ταις πλατείαις ημών·19 ήγγικεν ο καιρός ημών. και νεανίσκοι εν ξύλω ησθένησαν. ου είπαμεν· εν τη σκιά αυτού ζησόμεθα εν τοις έθνεσι. από προσώπου ρομφαίας της ερήμου. εκλεκτοί εκ ψαλμών αυτών κατέπαυσαν. 21 Χαίρε και ευφραίνου. 7 οι πατέρες ημών ήμαρτον. 6 Αίγυπτος έδωκε χείρα. ουχ υπάραχουσιν· ημείς τα ανομήματα αυτών υπέσχομεν. επί των ορέων εξέπτησαν. ότι ηφανίσθη. Κούφοι εγένοντο οι διώκοντες ημάς υπέρ αετούς ουρανού. ου προσθήσει του αποικίσαι σε. 18 επ' όρος Σιών. επεσκέψατο ανομίας σου. αλώπεκες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1605 . θύγατερ Ιδουμαίας η κατοικούσα επί γης· και γε επί σε διελευύσεται το ποτήριον Κυρίου και μεθυσθήση και αποχεείς. 16 έπεσεν ο στέφανος ημών της κεφαλής· ουαί δη ημίν. 5 εδιώχθημεν. ουχ υπάρχει πατήρ· μητέρες ημών ως αι χήραι. θύγατερ Σιών. 10 το δέρμα ημών ως κλίβανος επελιώθη. 13 εκλεκτοί κλαυθμόν ανέλαβον. πάρεστιν ο καιρός ημών. Ασσούρ εις πλησμονήν αυτών. 15 κατέλυσε χαρά καρδίας ημών. οι οίκοι ημών ξένοις. θύγατερ Εδώμ· απεκάλυψεν επί τα ασεβήματά σου. λυτρούμενος ουκ έστιν εκ της χειρός αυτών. 22 Εξέλιπεν η ανομία σου. Κύριε. ουκ ανεπαύθημεν. παρθένους εν πόλεσιν Ιούδα. 3 ορφανοί εγενήθημεν. ό. 9 εν ταίας ψυχαίς ημών. συνεσπάσθησαν από προσώπου καταιγίδων λιμού. εκρεμάσθησαν.τι εγενήθη ημίν· επίβλεψον και ιδέ τον ονειδισμόν ημών. 14 και πρεσβύται από πύλης κατέπαυσαν. εκπληρώθησαν αι ημέραι ημών. ότι ημάρτομεν. ξύλα ημών εν αλλάγματι ήλθεν επί τον τράχηλον ημών. εισοίσομεν άρτον ημών. 4 ύδωρ ημών εν αργυρίω επίομεν. περί τούτου εσκότασαν οι οφθαλμοί ημών.

αχθήσεσθε εις Βαβυλώνα αιχμάλωτοι υπό Ναβουχοδονόσορ βασιλέως των Βαβυλωνίων 2 εισελθόντες ουν εις Βαβυλώνα έσεσθε εκεί έτη πλείονα και χρόνον μακρόν έως γενεών επτά· μετά τούτο δε εξάξω υμάς εκείθεν μετ' ειρήνης. 8 και ωσπερ παρθένω φιλοκόσμω λαμβάνοντες χρυσίον κατασκευάζουσι στεφάνους επί τας κεφαλάς των θεών αυτών· 9 έστι δε και ότε υφαιρούμενοι οι ιερείς από των θεών αυτών χρυσίον και αργύριον εις εαυτούς καταναλώσουσι. 11 περιβεβλημένων αυτών ιματισμόν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1606 . 7 γλώσσα γαρ αυτών εστι κετεξυσμένη υπό τέκτονος. και επιστραφησόμεθα· και ανακαίνισον ημέρας ημών καθώς έμπροσθεν. δέσποτα. αυτός τε εκζητών τας ψυχάς υμών. 22 ότι απωθούμενος απώσω ημάς. 3 νυνί δε όψεσθε εν Βαβυλώνι θεούς αργυρούς και χρυσούς και ξυλίνους επ' ώμοις αιρομένους. ας ημαρτήκατε εναντίον του Θεού. εις τον αιώνα κατοικήσεις. 4 ευλαβήθητε ουν μη και υμείς αφομοιωθέντες τοις αλλοφύλοις αφομοιωθήτε και φόβος υμάς λάβη επ' αυτοίς 5 ιδόντας όχλον έμπροσθεν και όπισθεν αυτών προσκυνούντας αυτά· είπατε δε τη διανοία· σοί δεί προσκυνείν. 19 συ δε. 10 κοσμούσί τε αυτούς ως ανθρώπους τοις ενδύμασι. Κύριε. 21 επίστρεψον ημάς. δώσουσι δε απ' αυτών και ταις επί του στέγους πόρναις. 1 Δια τας αμαρτίας. ψευδή δ' εστί και ου δύνανται λαλείν. ------------------------------------------------------- ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΕΜΙΟΥ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ επιστολής. θεούς αργυρούς και θεούς χρυσούς και ξυλίνους· ούτοι δε ου διασώζονται από ιού και βρωμάτων. ης απέστειλεν Ιερεμίας προς τους αχθησομένους αιχμαλώτους εις Βαβυλώνα υπό του βασιλέως των Βαβυλωνίων αναγγείλαι αυτοίς καθότι επετάγη αυτω υπό του Θεού. ωργίσθης εφ' ημάς έως σφόδρα. δεικνύντας φόβον τοις έθνεσιν. ο θρόνος σου εις γενεάν και γενεάν. καταλείψεις ημάς εις μακρότητα ημερών. 6 ο γαρ άγγελός μου μεθ' υμών εστιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διήλθον εν αυτη. προς σε. Κύριε. 20 ινατί εις νίκος επιλήση ημών. αυτά τε περίχρυσα και περιάργυρα.

χελιδόνες και τα όρνεα. 31 ωρύονται δε βοώντες εναντίον των θεών αυτών ωσπερ τινές εν περιδείπνω νεκρού. ων αι κεφαλαί ακάλυπτοί εισιν. τους οίκους αυτών οχυρούσιν οι ιερείς θυρώμασί τε και κλείθροις και μοχλοίς. 25 άνευ ποδών επ' ώμοις φέρονται ενδεικνύμενοι την εαυτών ατιμίαν τοις ανθρώποις. 20 μεμελανωμένοι το πρόσωπον αυτών από του καπνού του εκ της οικίας. ότε εχωνεύοντο. 32 από του ιματισμού αυτών αφελόμενοι οι ιερείς ενδύσουσι τας γυναίκας αυτών και τα παιδία. ου μη ορθωθή. 22 όθεν γνώσεσθε ότι ουκ εισί θεοί· μη ουν φοβείσθε αυτά. μη φοβηθήτε αυτούς.29 Πόθεν γαρ κληθείησαν θεοί. γνόντες ουν από τούτων ότι ουκ εισί θεοί. 19 έστι μεν ωσπερ δοκός των εκ της οικίας. εάν μη τις εκμάξη τον ιόν.23 Τό γαρ χρυσίον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορφυρούν. δυνήσονται ανταποδούναι· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1607 . έχοντες τους χιτώνας διερρωγότας και τας κεφαλάς και τους πώγωνας εξυρημένους. τας δε καρδίας αυτών φασίν εκλείχεσθαι. αισχύνονταί τε και οι θεραπεύοντες αυτά 26 δια το ει ποτε επί την γην πέση. αλλ' ωσπερ νεκροίς τα δώρα αυτοίς παρατίθεται.15 ΄Ωσπερ γαρ σκεύος ανθρώπου συντριβέν αχρείον γίνεται. . ό περίκεινται εις κάλλος. μη δι' αυτών ανίστασθαι· μήτε εάν τις αυτό ορθόν στήση. ος εστι πλείω επ' αυτοίς. 24 εκ πάσης τιμής ηγορασμένα εστίν. εαυτόν δε εκ πολέμου και ληστών ουκ εξελείται. των από της γης ερπετών κατεσθόντων αυτούς τε και τον ιματισμόν αυτών. 27 τας δε θυσίας αυτών αποδόμενοι οι ιερείς αυτών καταχρώνται· ωσαύτως δε και αι γυναίκες αυτών απ' αυτών ταριχεύουσαι ούτε πτωχω ούτε αδυνάτω μη μεταδώσι. ωσαύτως δε και οι αίλουροι. ουκ αισθάνονται. 18 λύχνους καίουσι και πλείους ή εαυτοίς. . . ότι γυναίκες παραιτιθέασι θεοίς αργυροίς και χρυσοίς και ξυλίνοις· 30 και εν τοις οίκοις αυτών οι ιερείς διφρεύουσιν. 14 όθεν γνώριμοί εισιν ουκ όντες θεοί· μη ουν φοβηθήτε αυτούς. εκμάσσονται το πρόσωπον αυτών δια τον εκ της οικίας κονιορτόν. 16 οι οφθαλμοί αυτών πλήρεις εισί κονιορτού από των ποδών των εισπορευομένων. ου μη στίλψωσιν· ουδέ γαρ. όπως υπό των ληστών μη συληθώσι. ως επί θανάτω απηγμένω. ος τον εις αυτόν αμαρτάνοντα ουκ ανελεί. μήτε εάν κλιθή. 17 και ωσπερ τινί ηδικηκότι βασιλέα περιπεφραγμέναι εισίν αι αυλαί. καθιδρυμένων αυτών εν τοις οίκοις. 12 και σκήπτρον έχει ως άνθρωπος κριτής χώρας. ων ουδένα δύνανται ιδείν. 21 επί το σώμα αυτών και επί την κεφαλήν αυτών εφίπτανται νυκτερίδες. δι' εαυτού κινηθήσεται. 33 ούτε εάν κακόν πάθωσιν υπό τινος ούτε εάν αγαθόν. τοιούτοι υπάρχουσιν οι θεοί αυτών. εν οίς ουκ ύστι πνεύμα. 28 των θυσιών αυτών αποκαθημένη και λεχώ άπτονται. 13 έχει δε εγχειρίδιον εν δεξιά και πέλεκυν. ησθάνοντο.

οι μεν ιερείς αυτών φεύξονται και διασωθήσονται. 48 όταν γαρ επέλθη επ' αυτά πόλεμος και κακά. 39 Πως ουν νομιστέον ή κλητέον υπάρχειν αυτούς θεούς. οί. 38 τοις από του όρους λίθοις ωμοιωμένοι εισί τα ξύλινα και τα περίχρυσα και τα περιάργυρα. και ουδέν Θεού έργον εν αυτοίς εστι. αίσθησιν γαρ ουκ έχουσιν. ότι ουκ ηξίωται ωσπερ και αυτή ούτε το σχοινίον αυτής διερράγη. 54 και γαρ όταν εμπέση εις οικίαν θεών ξυλίων ή περιχεύσων ή περιαργύρων πυρ. όταν ίδωσιν ενεόν μη δυνάμενον λαλήσαι. 45 υπό τεκτόνων και χρυσοχόων κατεσκευασμένα εισίν· ουδέν άλλο μη γένωνται ή ό βούλονται οι τεχνίται αυτά γενέσθαι. 51 τίνι ουν γνωστέον εστίν. 56 Πως ουν εκδεκτέον ή νομιστέον ότι εισί θεοί. αυτοί δε ωσπερ δοκοί μέσοι κατακαυθήσονται. την πλησίον ονειδίζει. 37 χήραν ου μη ελεήσωσιν ούτε ορφανόν εύ ποιήσωσι. ότι ουκ εισί θεοί. 41 και ου δύνανται αυτοί νοήσαντες καταλιπείν αυτά. 44 πάντα τα γενόμενα εν αυτοίς εστι ψευδή· Πως ουν νομιστέον ή κλητέον ως θεούς αυτούς υπάρχειν. οι δε θεραπεύοντες αυτά καταισχυνθήσονται. ότι ουκ εισί θεοί. 50 υπάρχοντα γαρ ξύλινα και περίχρυσα και περιάργυρα γνωσθήσεται μετά ταύτα. προσενεγκάμενοι τον Βήλον αξιούσι φωνήσαι. 46 αυτοί τε οι κατασκευάζοντες αυτά ου μη γένωνται πολυχρόνιοι· 47 Πως τε δη μέλλει τα υπ' αυτών κατασκευασθέντα είναι θεοί. ως δυνατού όντος αυτού αισθέσθαι. βουλεύονται προς εαυτούς οι ιερείς που συναποκρυβώσι μετ' αυτών. οί ούτε σώζουσιν εαυτούς εκ πολέμου ούτε εκ κακών. 53 κρίσιν τε ου μη διακρίνωσιν αυτών. ότι εστί ψευδή· τοις έθνεσι πάσι τοις τε βασιλεύσι φανερόν έσται. 34 ωσαύτως ούτε πλούτον ούτε χαλκόν ου μη δύνωνται διδόναι· εάν τις ευχήν αυτοίς ευξάμενος μη αποδω. 55 βασιλεί δε και πολεμίοις ου μη αντιστώσι. 52 βασιλέα γαρ χώρας ου μη αναστήσωσιν ούτε υετόν ανθρώποις ου μη δώσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτε καταστήσαι βασιλέα δύνανται ούτε αφελέσθαι. 49 Πως ουν ουκ έστιν αισθέσθαι ότι ουκ εισί θεοί. 35 εκ θανάτου άνθρωπον ου μη ρύσωνται ούτε ήττονα από ισχυρού μη εξέλωνται. κατέλιπον γαρ ψεύδη και όνειδος τοις επιγινομένοις. ου μη επιζητήσωσιν. ούτε από κλεπτών ούτε από ληστών ου μη διασωθώσι θεοί ξύλινοι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1608 . εν ανάγκη άνθρωπον όντα ου μη εξέλωνται. 40 έτι δε και αυτών των Χαλδαίων ατιμαζόντων αυτά. ουδέ μη ρύσωνται αδικούμενον αδύνατοι όντες· ωσπερ γαρ κορώναι αναμέσον του ουρανού και της γης. 36 άνθρωπον τυφλόν εις όρασιν ου μη περιστήσωσιν. αλλά έργα χειρών ανθρώπων. 42 αι δε γυναίκες περιθέμεναι σχοινία εν ταις οδοίς εγκάθηνται θυμιώσαι τα πίτυρα· 43 όταν δε τις αυτών εφελκυσθείσα υπό τινος των παραπορευομένων κοιμηθή.

όταν επιφανή. 70 τον αυτόν τρόπον και τη εν κήπω ράμνω. μη φοβηθήτε αυτούς· 65 ούτε γαρ βασιλεύσιν ου μη καταράσωνται ούτε μη ευλογήσωσι. το δ' αυτό και πνεύμα εν πάση χώρα πνεί. 62 ταύτα δε ούτε ταις ιδέαις ούτε ταις δυνάμεσιν αυτών αφωμοιωμένα εστίν. ουδέ ως ο ήλιος λάμψουσιν ουδέ φωτιούσιν ως η σελήνη. 63 όθεν ούτε νομιστέον ούτε κλητέον υπάρχειν αυτούς θεούς. έσται γαρ μακράν από ονειδισμού. 68 κατ' ουδένα ουν τρόπον ημίν εστι φανερόν ότι εισί θεοί. και έσται όνειδος εν τη χώρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και περιάργυροι και περίχρυσοι. 71 από τε της πορφύρας και της μαρμάρου της επ' αυτοίς σηπομένης γνωσθήσονται ότι ουκ εισί θεοί· αυτά τε εξ υστέρου βρωθήσονται. ούτως οι θεοί αυτών εισί ξύλινοι και περίχρυσοι και περιάργυροι. διό μη φοβηθήτε αυτούς· 69 ωσπερ γαρ εν σικυηράτω προβασκάνιον ουδέν φυλάσσον. συντελούσι το ταχθέν· το τε πυρ εξαποσταλέν άνωθεν εξαναλώσαι όρη και δρυμούς. εφ' ης παν όρνεον επικάθηται. 72 κρείσσον ουν άνθρωπος δίκαιος ουκ έχων είδωλα. 67 τα θηρία εστίκρείττω αυτών. 59 ήλιος μεν γαρ και σελήνη και άστρα όντα λαμπρά και αποστελλόμενα επί χρείας ευήκοά εισιν· 60 ωσαύτως και αστραπή. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1609 . ποιεί το συνταχθέν. 66 σημείά τε εν έθνεσιν εν ουρανω ου μη δείξωσιν. εφ' ω χρήσεται ο κεκτημένος. α δύνανται εκφυγόντα εις σκέπην εαυτά ωφελήσαι. εύοπτός εστι. 61 καίνεφέλαις όταν επιταγή υπό του Θεού επιπορεύεσθαι εφ' όλην την οικουμένην. ή οι ψευδείς θεοί· ή και θύρα εν οικία διασώζουσα τα εν αυτη όντα ή ψευδείς θεοί· και ξύλινος στύλος εν βασιλείοις ή οι ψευδείς θεοί. ωσαύτως δε και νεκρω ερριμμένω εν σκότει αφωμοίωνται οι θεοί αυτών ξύλινοι και περίχρυσοι και περιάργυροι. 64 γνόντες ουν ότι ουκ εισί θεοί. και τον ιματισμόν τον περικείμενον αυτοίς απελεύσονται έχοντες. ου δυνατών όντων αυτών ούτε κρίσιν κρίναι ούτε εύ ποιήσαι ανθρώποις. 57 ων οι ισχύοντες περιελούνται το χρυσίον και το αργύριον. ούτε εαυτοίς ου μη βοηθήσωσιν· 58 ωστε κρείσσον είναι βασιλέα επιδεικνύμενον την εαυτού ανδρείαν ή σκεύος εν οικία χρήσιμον.

και είδον οράσεις Θεού. και ελαφραί αι πτέρυγες αυτών. και οι νώτοι αυτών πλήρεις οφθαλμών κυκλόθεν τοις τέσσαρσι. και νεφέλη μεγάλη εν αυτω. 12 και εκάτερον κατά πρόσωπον αυτού επορεύετο· ου αν ην το πνεύμα πορευόμενον. και πτερωτοί οι πόδες αυτών. και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι. και δύο επεκάλυπτον επάνω του σώματος αυτών. 5 και εν τω μέσω ως ομοίωμα τεσσάρων ζώων. 8 και χείρ ανθρώπου υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών επί τα τέσσαρα μέρη αυτών· και τα πρόσωπα αυτών των τεσσάρων 9 ουκ επεστρέφοντο εν τω βαδίζειν αυτά. και σπινθήρες ως εξαστράπτων χαλκός. και ύψος ην αυτοίς· και είδον αυτά. 11 και αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι άνωθεν τοις τέσσαρσιν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω τριακοστω έτει. και το έργον αυτών ην καθώς αν είη τροχός εν τροχω. 7 και τα σκέλη αυτών ορθά. και ηνοίχθησαν οι ουρανοί. έκαστον απέναντι του προσώπου αυτών επορεύοντο. 6 και τέσσαρα πρόσωπα τω ενί. 15 και είδον και ιδού τροχός εις επί της γης εχόμενος των ζώων τοις τέσσαρσι· 16 και το είδος των τροχών ως είδος θαρσείς. εν γη Χαλδαίων επί του ποταμού του Χοβάρ· 3 και εγένετο επ ‘ εμέ χείρ Κυρίου. και εκ του πυρός εξεπορεύετο αστραπή. εκατέρω δύο συνεζευγμέναι προς αλλήλας. ως όψις λαμπάδων συστρεφομένων αναμέσον των ζώων και φέγγος του πυρός. εν τω τετάρτω μηνί πέμπτη του μηνός και εγώ ήμην εν μέσω της αιχμαλωσίας επί του ποταμού του Χοβάρ. τον ιερέα. και φέγγος κύκλω αυτού και πυρ εξαστράπτον. και τέσσαρες πτέρυγες τω ενί. 19 και εν τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1610 . 4 και είδον και ιδού πνεύμα εξαίρον ήρχετο από βορρά. επορεύοντο και ουκ επέστρεφον. και αύτη η όρασις αυτών· ομοίωμα ανθρώπου επ ‘ αυτοίς. ουκ επέστρεφον εν τω πορεύεσθαι αυτά. και εν τω μέσω αυτού ως όρασις ηλέκτρου εν μέσω του πυρός και φέγγος εν αυτω. 10 και ομοίωσις των προσώπων αυτών· πρόσωπον ανθρώπου και πρόσωπον λέοντος εκ δεξιών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον μόσχου εξ αριστερών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον αετού τοις τέσσαρσι. 18 ουδ ‘ οι νώτοι αυτών. 13 και εν μέσω των ζώων όρασις ως ανθράκων πυρός καιομένων. 2 πέμπτη του μηνός (τούτο το έτος το πέμπτον της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ) και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιεζεκιήλ υιόν Βουζεί. 17 επί τα τέσσαρα μέρη αυτών επορεύοντο.

τους παραπικραίνοντάς με. διότι πνεύμα ζωής εν τοις τροχοίς. και ήκουον αυτού λαλούντος προς με.και γνώσονται ότι προφήτης Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1611 . 26 ως όρασις λίθου σαπφείρου ομοίωμα θρόνου επ ‘ αυτού. 20 ου αν ην η νεφέλη. αύτη η όρασις ομοιώματος δόξης Κυρίου· και είδον και πίπτω επί πρόσωπόν μου και ήκουσα φωνήν λαλούντος. όταν ή εν τη νεφέλη εν ημέραις υετού. 4 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· 5 εάν άρα ακούσωσιν ή πτοηθώσι -διότι οίκος παραπικραίνων εστί. και λαλήσω προς σε. εκεί το πνεύμα του πορεύεσθαι· επορεύοντο τα ζωα και οι τροχοί και εξήροντο συν αυτοίς. ούτως η στάσις του φέγγους κυκλόθεν. 22 και ομοίωμα υπέρ κεφαλής αυτοίς των ζώων ωσεί στερέωμα ως όρασις κρυστάλλου εκτεταμένον επί των πτερύγων αυτών επάνωθεν· 23 και υποκάτωθεν του στερεώματος αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι. ότι πνεύμα ζωής ην εν τοις τροχοίς. 27 και είδον ως όψιν ηλέκτρου από οράσεως οσφύος και επάνω. και εν τω εξαίρειν τα ζώα από της γης εξήροντο οι τροχοί. 24 και ήκουον την φωνήν των πτερύγων αυτών εν τω πορεύεσθαι αυτά ως φωνήν ύδατος πολλού· και εν τω εστάναι αυτά κατέπαυον αι πτέρυγες αυτών. και από οράσεως οσφύος και έως κάτω είδον ως όρασιν πυρός και το φέγγος αυτού κύκλω. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β 1 ΚΑΙ είπε προς με· υιε ανθρώπου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πορεύεσθαι τα ζωα επορεύοντο οι τροχοί εχόμενοι αυτών. οίτινες παρεπίκρανάν με. αυτοί και οι πατέρες αυτών έως της σήμερον ημέρας. πτερυσσόμεναι ετέρα τη ετέρα. εκάστω δύο συνεζευγμέναι επικαλύπτουσαι τα σώματα αυτών. 25 και ιδού φωνή υπεράνωθεν του στερεώματος του όντος υπέρ κεφαλής αυτών. και εν τω εστάναι αυτά ειστήκεισαν και εν τω εξαίρειν αυτά από της γης εξήροντο συν αυτοίς. και επί του ομοιώματος του θρόνου ομοίωμα ως είδος ανθρώπου άνωθεν. 28 ως όρασις τόξου. 2 και ήλθεν επ ‘ εμέ πνεύμα και ανέλαβέ με και εξήρέ με και έστησέ με επί τους πόδας μου. 3 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. στήθι επί τους πόδας σου. εξαποστέλλω εγώ σε προς τον οίκον του Ισραήλ. 21 εν τω πορεύεσθαι αυτά επορεύοντο.

το στόμα σου φάγεται. και η κοιλία σου πλησθήσεται της κεφαλίδος ταύτης της δεδομένης εις σε. ούτοι αν εισήκουσάν σου. άκουε του λαλούντος προς σε. και ην εν αυτη γεγραμμένα τα έμπροσθεν και τα όπισθεν. 2 και διήνοιξε το στόμα μου. 9 και είδον και ιδού χείρ εκτεταμένη προς με. ότι οίκος παραπικραίνων εστί. κατάφαγε την κεφαλίδα ταύτην και πορεύθητι και λάλησον τοις υιοίς Ισραήλ. 7 ο δε οίκος του Ισραήλ ου μη θελήσουσιν εισακούσαί σου. μη φοβηθής αυτούς μηδέ εκστης από προσώπου αυτών· διότι παροιστρήσουσι και επισυστήσονται επί σε κύκλω. και εν αυτη κεφαλίς βιβλίου· 10 και ανείλησεν αυτήν ενώπιόν μου. 4 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. μη φοβηθής απ ‘ αυτών μηδέ πτοηθής από προσώπου αυτών. διότι οίκος παραπικραίνων εστί. 10 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 7 και λαλήσεις τους λόγους μου προς αυτούς. 9 και έσται διαπαντός κραταιότερον πέτρας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1612 . και εγένετο εν τω στόματί μου ως μέλι γλυκάζον. και εψώμισέ με την κεφαλίδα 3 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 6 ουδέ προς λαούς πολλούς αλλοφώνους ή αλλογλώσσους ουδέ στιβαρούς τη γλώσση όντας. ων ουκ ακούση τους λόγους αυτών· και ει προς τοιούτους εξαπέστειλά σε. προς τον οίκον του Ισραήλ. 8 και συ. διότι ου βούλονται εισακούειν μου· ότι πας ο οίκος Ισραήλ φιλόνεικοί εισι και σκληροκάρδιοι. και εν μέσω σκορπίων συ κατοικείς· τους λόγους αυτών μη φοβηθής και από προσώπου αυτών μη εκστης. μη γίνου παραπικραίνων καθώς ο οίκος ο παραπικραίνων· χάνε το στόμα σου και φάγε ό εγώ δίδωμί σοι. 8 και ιδού δέδωκα το πρόσωπόν σου δυνατόν κατέναντι των προσώπων αυτών και το νίκός σου κατισχύσω κατέναντι του νίκους αυτών. υιε ανθρώπου. διότι οίκος παραπικραίνων εστί. και εγέγραπτο επ ‘ αυτήν θρήνος και μέλος και ουαί. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ 1 ΚΑΙ είπε προς με· υιε ανθρώπου. υιε ανθρώπου. βάδιζε και είσελθε προς τον οίκον του Ισραήλ και λάλησον τους λόγους μου προς αυτούς· 5 διότι ου προς λαόν βαθύχειλον και βαρύγλωσσον συ εξαποστέλλη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ει συ εν μέσω αυτών. και έφαγον αυτήν. εάν άρα ακούσωσιν ή πτοηθώσιν. 6 και συ.

και φωνή των τροχών εχομένη αυτών και φωνή του σεισμού. σκοπόν δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ. και συ την σεαυτού ψυχήν ρύση. ο δίκαιος ζωή ζήσεται. 19 και συ εάν διαστείλη τω ανόμω. και εκεί λαληθήσεται προς σε. και ου μη Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1613 . και αυτός μη αμάρτη. και ου διεστείλω αυτω ουδέ ελάλησας του διαστείλασθαι τω ανόμω αποστρέψαι από των οδών αυτού του ζήσαι αυτόν. και επορεύθην εν ορμή του πνεύματός μου. και ελάλησε προς με και είπέ μοι· είσελθε και εγκλείσθητι εν μέσω του οίκου σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πάντας τους λόγους. και εν ταις αμαρτίαις αυτού αποθανείται. και ήκουσα κατόπισθέν μου φωνήν σεισμού μεγάλου· ευλογημένη η δόξα Κυρίου εκ του τόπου αυτού. 22 Και εγένετο επ ‘ εμέ χείρ Κυρίου. και το αίμα αυτού εκ της χειρός σου εκζητήσω. 23 και ανέστην και εξήλθον προς το πεδίον. λαβέ εις την καρδίαν σου και τοις ωσί σου άκουε. 25 και συ. και συ την ψυχήν σου ρύση. υιε ανθρώπου. 16 Και εγένετο μετά τας επτά ημέρας λόγος Κυρίου προς με λέγων· 17 υιε ανθρώπου. ότι ου διεστείλω αυτω. 20 και εν τω αποστρέφειν δίκαιον από των δικαιοσυνών αυτού και ποιήσει παράπτωμα και δώσω την βάσανον εις πρόσωπον αυτού. και ιδού εκεί δόξα Κυρίου ειστήκει καθώς η όρασις και καθώς η δόξα Κυρίου. αυτός αποθανείται. ας εποίησε. ην είδον επί του ποταμού του Χοβάρ. 21 συ δε εάν διαστείλη τω δικαίω του μη αμαρτείν. ότι διεστείλω αυτω. 11 και βάδιζε. και μη αποστρέψη από της ανομίας αυτού και από της οδού αυτού. είσελθε εις την αιχμαλωσίαν προς τους υιούς του λαού σου και λαλήσεις προς αυτούς και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· εάν άρα ακούσωσιν. και ακούση εκ στόματός μου λόγον και διαπειλήση αυτοίς παρ ‘ εμού. και δήσουσί σε εν αυτοίς. και πίπτω επί πρόσωπόν μου. ο άνομος εκείνος εν τη αδικία αυτού αποθανείται. 18 εν τω λέγειν με τω ανόμω· θανάτω θανατωθήση. 14 και το πνεύμα εξήρέ με και ανέλαβέ με. και χείρ Κυρίου εγένετο επ ‘ εμέ κραταιά. διότι ου μη μνησθώσιν αι δικαιοσύναι αυτού. και είπε προς με· ανάστηθι. ιδού δέδονται επί σε δεσμοί. και το αίμα αυτού εκ της χειρός σου εκζητήσω. ους λελάληκα μετά σου. 24 και ήλθεν επ ‘ εμέ πνεύμα και έστησέ με επί τους πόδας μου. 12 και ανέλαβέ με πνεύμα. 13 και είδον φωνήν των πτερύγων των ζώων πτερυσσομένων ετέρα προς την ετέραν. εάν άρα ενδώσι. και έξελθε εις το πεδίον. 15 και εισήλθον εις την αιχμαλωσίαν μετέωρος και περιήλθον τους κατοικούντας επί του ποταμού του Χοβάρ τους όντας εκεί και εκάθισα εκεί επτά ημέρας αναστρεφόμενος εν μέσω αυτών. ο άνομος εκείνος τη αδικία αυτού αποθανείται.

και λήψη τας αδικίας αυτών. λαβέ σεαυτω πλίνθον και θήσεις αυτήν προ προσώπου σου και διαγράψεις επ ‘ αυτήν πόλιν την Ιερουσαλήμ. ό φάγεσαι. και λήψη τας αδικίας του οίκου Ισραήλ 6 και συντελέσεις ταύτα πάντα· και κοιμηθήση επί το πλευρόν σου το δεξιόν και λήψη τας αδικίας του οίκου Ιούδα τεσσαράκοντα ημέρας. και έσται εν συγκλεισμω. υιε ανθρώπου.9 Και συ λάβε σεαυτω πυρούς και κριθάς και κύαμον και φακόν και κέγχρον και όλυραν και εμβαλείς αυτά εις άγγος εν οστράκινον και ποιήσεις αυτά σεαυτω εις άρτους. 2 και δώσεις επ ‘ αυτήν περιοχήν και οικοδομήσεις επ ‘ αυτήν προμαχώνας και περιβαλείς επ ‘ αυτήν χάρακα και δώσεις επ ‘ αυτήν παρεμβολάς και τάξεις τας βελοστάσεις κύκλω. ας συ καθεύδεις επί του πλευρού σου. 26 και την γλώσσάν σου συνδήσω. και ο απειθών απειθήτω. 7 και εις τον συγκλεισμόν Ιερουσαλήμ ετοιμάσεις το πρόσωπόν σου και τον βραχίονά σου στερεώσεις και προφητεύσεις επ ‘ αυτήν. και αποκωφωθήση. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ 1 ΚΑΙ συ. και συγκλείσεις αυτήν· σημείόν εστι τούτο τοις υιοίς Ισραήλ.4 Και συ κοιμηθήση επί το πλευρόν σου το αριστερόν και θήσεις τας αδικίας του οίκου Ισραήλ επ ‘ αυτού κατά αριθμόν των ημερών πεντήκοντα και εκατόν. ενενήκοντα και εκατόν ημέρας φάγεσαι αυτά. ημέραν εις ενιαυτόν τέθεικά σοι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εξέλθης εκ μέσου αυτών. και ουκ έση αυτοίς εις άνδρα ελέγχοντα. 27 και εν τω λαλείν με προς σε ανοίξω το στόμα σου. 8 και εγώ ιδού δέδωκα επί σε δεσμούς. . διότι οίκος παραπικραίνων εστί. έως ου συντελεσθώσιν ημέραι του συγκλεισμού σου. και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ο ακούων ακουέτω. και μη στραφής από του πλευρού σου επί το πλευρόν σου. 3 και συ λάβε σεαυτω τήγανον σιδηρούν και θήσεις αυτό τοίχον σιδηρούν ανά μέσον σου και ανά μέσον της πόλεως και ετοιμάσεις το πρόσωπόν σου επ ‘ αυτήν. εν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1614 . διότι οίκος παραπικραίνων εστί. και κατά αριθμόν των ημερών. 10 και το βρώμά σου. . 5 και εγώ δέδωκά σοι τας δύο αδικίας αυτών εις αριθμόν ημερών ενενήκοντα και εκατόν ημέρας. ας κοιμηθήση επ ‘ αυτού.

και μάχαιραν εκκενώσω οπίσω αυτών. υιε ανθρώπου. 16 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. ουδέ εισελήλυθεν εις το στόμα μου παν κρέας έωλον. 3 και λήψη εκείθεν ολίγους εν αριθμω και συμπεριλήψη αυτούς τη αναβολή σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σταθμω είκοσι σίκλους την ημέραν· από καιρού έως καιρού φάγεσαι αυτά. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε 1 ΚΑΙ συ. και το τέταρτον κατακόψεις εν ρομφαία κύκλω αυτής. ιδού εγώ συντρίβω στήριγμα άρτου εν Ιερουσαλήμ. και λήψη ζυγόν σταθμίων και διαστήσεις αυτούς· 2 το τέταρτον εν πυρί ανακαύσεις εν μέση τη πόλει κατά την πλήρωσιν των ημερών του συγκλεισμού· και λήψη το τέταρτον και κατακαύσεις αυτό εν μέσω αυτής. και θνησιμαίον και θηριάλωτον ου βέβρωκα από γενέσεώς μου έως του νυν. 12 και εγκρυφίαν κρίθινον φάγεσαι αυτά· εν βολβίτοις κόπρου ανθρωπίνης εγκρύψεις αυτά κατ ‘ οφθαλμούς αυτών 13 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός του Ισραήλ· ούτως φάγονται οι υιοί του Ισραήλ ακάθαρτα εν τοις έθνεσι. διότι τα δικαιώματά μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1615 . 11 και ύδωρ εν μέτρω πίεσαι το έκτον του είν· από καιρού έως καιρού πίεσαι. και φάγονται άρτον εν σταθμω και εν ενδεία και ύδωρ εν μέτρω και εν αφανισμω πίονται. 5 τάδε λέγει Κύριος· αύτη η Ιερουσαλήμ εν μέσω των εθνών τέθεικα αυτήν και τας κύκλω αυτής χώρας. . και το τέταρτον διασκορπιείς τω πνεύματι. 6 και ερείς τα δικαιώματά μου τη ανόμω εκ των εθνών και τα νόμιμά μου εκ των χωρών των κύκλω αυτής. και ποιήσεις τους άρτους σου επ ‘ αυτών. 17 όπως ενδεείς γένωνται άρτου και ύδατος· και αφανισθήσεται άνθρωπος και αδελφός αυτού και τακήσονται εν ταις αδικίαις αυτών.Και ερείς παντί οίκω Ισραήλ. Κύριε Θεέ του Ισραήλ· ιδού η ψυχή μου συ μεμίανται εν ακαθαρσία. 15 και είπε προς με· ιδού δέδωκά σοι βόλβιτα βοών αντί των βολβίτων των ανθρωπίνων. 14 και είπα· μηδαμώς. 4 και εκ τούτων λήψη έτι και ρίψεις αυτούς εις μέσον του πυρός και κατακαύσεις αυτούς εν πυρί· εξ αυτής εξελεύσεται πυρ. λαβέ σεαυτω ρομφαίαν οξείαν υπέρ ξυρόν κουρέως· κτήση αυτήν σεαυτω και επάξεις αυτήν επί την κεφαλήν σου και επί τον πώγωνά σου.

11 δια τούτο ζω εγώ. καγώ ουκ ελεήσω. 7 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων η αφορμή υμών εκ των εθνών των κύκλω υμών και εν τοις νομίμοις μου ουκ επορεύθητε και τα δικαιώματά μου ουκ εποιήσατε. και το τέταρτόν σου εν λιμω συντελεσθήσεται εν μέσω σου. 16 και εν τω αποστείλάι με βολίδας του λιμού επ ‘ αυτούς και έσονται εις έκλειψιν. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. και τέκνα φάγονται πατέρας· και ποιήσω εν σοί κρίματα και διασκορπιώ πάντας τους καταλοίπους σου εις πάντα άνεμον. 10 δια τούτο πατέρες φάγονται τέκνα εν μέσω σου. 14 και θήσομαί σε εις έρημον και τας θυγατέρας σου κύκλω σου ενώπιον παντός διοδεύοντος. και το τέταρτόν σου εις πάντα άνεμον σκορπιώ αυτούς. 12 το τέταρτόν σου εν θανάτω αναλωθήσεται. αλλ ‘ ουδέ κατά τα δικαιώματα των εθνών των κύκλω υμών ου πεποιήκατε. καγώ απώσομαί σε. 17 και εξαποστελώ επί σε λιμόν και θηρία πονηρά και τιμωρήσομαί σε. λέγει Κύριος. και μάχαιραν εκκενώσω οπίσω αυτών. και ρομφαίαν επάξω επί σε κυκλόθεν· εγώ Κύριος λελάληκα. και συντρίψω στήριγμα άρτου σου. ου φείσεταί μου ο οφθαλμός. 8 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί σε και ποιήσω εν μέσω σου κρίμα ενώπιον των εθνών 9 και ποιήσω εν σοί α ου πεποίηκα και α ου ποιήσω όμοια αυτοίς έτι κατά πάντα τα βελύγματά σου. και θάνατος και αίμα διελεύσονται επί σε. 15 και έση στενακτή και δηλαϊστή εν τοις έθνεσι τοις κύκλω σου εν τω ποιήσαί με εν σοί κρίματα εν εκδικήσει θυμού μου· εγώ Κύριος λελάληκα. και επιγνώση διότι εγώ Κύριος λελάληκα εν ζήλω μου εν τω συντελέσαι με την οργήν μου επ ‘ αυτούς. ή μην ανθ ‘ ων τα άγιά μου εμίανας εν πάσι τοις βδελύγμασί σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ απώσαντο και εν τοις νομίμοις μου ουκ επορεύθησαν εν αυτοίς. στήριξον το πρόσωπόν σου επί τα όρη Ισραήλ και προφήτευσον επ ‘ αυτά 3 και ερείς· τα όρη Ισραήλ ακούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος τοις όρεσι και τοις βουνοίς και ταις φάραγξι και ταις νάπαις· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1616 . και το τέταρτόν σου εν ρομφαία πεσούνται κύκλω σου. 13 και συντελεσθήσεται ο θυμός μου και η οργή μου επ ‘ αυτούς.

ήγγικεν η ημέρα. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ. 14 και εκτενώ την χείρά μου επ ‘ αυτούς και θήσομαι την γην εις αφανισμόν και εις όλεθρον από της ερήμου Δεβλαθά εκ πάσης της κατοικίας· και επιγνώσεσθε ότι εγώ Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ιδού εγώ επάγων εφ ‘ υμάς ρομφαίαν και εξολοθρευθήσεται τα υψηλά υμών. το πέρας ήκει επί τας τέσσαρας πτέρυγας της γης. 8 εν τω γενέσθαι εξ υμών ανασωζομένους εκ ρομφαίας εν τοις έθνεσι και εν τω διασκορπισμω υμών εν ταις χώραις 9 και μνησθήσονταί μου οι ανασωζόμενοι εξ υμών εν τοις έθνεσιν. ου ηχμαλωτεύθησαν εκεί· ομώμοκα τη καρδία αυτών τη εκπορνευούση απ ‘ εμού και τοις οφθαλμοίς αυτών τοις εκπορνεύουσιν οπίσω των επιτηδευμάτων αυτών. όπως εξολοθρευθή τα θυσιαστήρια υμών. και συντριβήσονται τα είδωλα υμών. υιε ανθρώπου. 13 και γνώσεσθε διότι εγώ Κύριος εν τω είναι τους τραυματίας υμών εν μέσω των ειδώλων υμών κύκλω των θυσιαστηρίων υμών. ου έδωκαν εκεί οσμήν ευωδίας πάσι τοις ειδώλοις αυτών. ήκει ο καιρός. και επιγνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. 6 και εν πάση τη κατοικία υμών αι πόλεις εξερημωθήσονται και τα υψηλά αφανισθήσεται. 4 και συντριβήσονται τα θυσιαστήρια υμών και τα τεμένη υμών. επί πάντα βουνόν υψηλόν και υποκάτω δένδρου συσκίου. και συντελέσω την οργήν μου επ ‘ αυτούς. και κόψονται πρόσωπα αυτών εν πάσι τοις βδελύγμασιν αυτών· 10 και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος λελάληκα. ου μετά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1617 . και ο περιεχόμενος εν λιμω συντελεσθήσεται. και εξαρθήσεται τα τεμένη υμών. ο δε μακράν εν θανάτω τελευτήσει. 11 τάδε λέγει Κύριος· κρότησον τη χειρί και ψόφησον τω πόδι και ειπόν· εύγε εύγε επί πάσι τοις βδελύγμασιν οίκου Ισραήλ· εν ρομφαία και εν θανάτω και εν λιμω πεσούνται. 3 ήκει το πέρας 4 επί σε τον κατοικούντα την γην. ειπόν· τάδε λέγει Κύριος τη γη του Ισραήλ· πέρας ήκει. 12 ο εγγύς εν ρομφαία πεσείται. και καταβαλώ τραυματίας υμών ενώπιον των ειδώλων υμών 5 και διασκορπιώ τα οστά υμών κύκλω των θυσιαστηρίων υμών. 7 και πεσούνται τραυματίαι εν μέσω υμών.

26 ουαί επί ουαί έσται. 24 και αποστρέψω το φρύαγμα της ισχύος αυτών. διότι βάσανος των αδικιών αυτών εγένετο. και τα βδελύγματά σου εν μέσω σου έσονται. τους δ ‘ εν τη πόλει λιμός και θάνατος συντελέσει. 17 πάσαι χείρες εκλυθήσονται. 11 και συντρίψει στήριγμα ανόμου και ου μετά θορύβου ουδέ μετά σπουδής. και καλύψει αυτούς θάμβος. ουδέ μη ελεήσω. και ζητηθήσεται όρασις εκ προφήτου. 22 και αποστρέψω το πρόσωπόν μου απ ‘ αυτών. 18 και περιζώσονται σάκκους. και αποστελώ εγώ επί σε και εκδικήσω σε εν ταις οδοίς σου και δώσω επί σε πάντα τα βδελύγματά σου· 8 ου φείσεται ο οφθαλμός μου επί σε. και ο πωλών μη θρηνείτω· 13 διότι ο κτώμενος προς τον πωλούντα ουκέτι μη επιστρέψη. 20 εκλεκτά κόσμου εις υπερηφανίαν έθεντο αυτά και εικόνας των βδελυγμάτων αυτών εποίησαν εξ αυτών· ένεκεν τούτου δέδωκα αυτά αυτοίς εις ακαθαρσίαν. ουδέ μη ελεήσω. ιδού ημέρα Κυρίου· ει και η ράβδος ήνθηκεν. η ύβρις εξανέστηκε. 21 και παραδώσω αυτά εις χείρας αλλοτρίων του διαρπάσαι αυτά και τοις λοιμοίς της γης εις σκύλα. και βεβηλώσουσιν αυτά. 5 νυν εγγύθεν εκχεώ την οργήν μου επί σε και συντελέσω τον θυμόν μου εν σοί και κρινώ σε εν ταις οδοίς σου και δώσω επί σε πάντα τα βδελύγματά σου· 6 ου φείσεται ο οφθαλμός μου. και τα βδελύγματά σου εν μέσω σου έσται· και επιγνώση διότι εγώ Κύριος· 9 διότι τάδε λέγει Κύριος· 10 ιδού το πέρας ήκει. και ο λιμός και ο θάνατος έσωθεν· ο εν τω πεδίω εν ρομφαία τελευτήσει. 25 εξιλασμός ήξει και ζητήσει ειρήνην. 7 νυν το πέρας προς σε. 16 και ανασωθήσονται οι ανασωζόμενοι εξ αυτών και έσονται επί των ορέων· πάντας αποκτενώ. και ουκ έσται. διότι τας οδούς σου επί σε δώσω. έκαστον εν ταις αδικίαις αυτού. και νόμος απολείται εξ ιερέως και βουλή εκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1618 . και επί παν πρόσωπον αισχύνη επ ‘ αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θορύβων ουδέ μετά ωδίνων. και μιανθήσεται τα άγια αυτών. και επιγνώση διότι εγώ ειμι Κύριος ο τύπτων. 14 σαλπίσατε εν σάλπιγγι και κρίνατε τα σύμπαντα. διότι την οδόν σου επί σε δώσω. και η πόλις πλήρης ανομίας. διότι η γη πλήρης λαών. και πάντες μηροί μολυνθήσονται υγρασία. ιδού η ημέρα· ο κτώμενος μη χαιρέτω. 12 ήκει ο καιρός. και επί πάσαν κεφαλήν φαλάκρωμα. 15 ο πόλεμος εν ρομφαία έξωθεν. και άνθρωπος εν οφθαλμω ζωής αυτού ου κρατήσει. 19 το αργύριον αυτών ριφήσεται εν ταις πλατείαις. και μιανούσι την επισκοπήν μου και εισελεύσονται εις αυτά αφυλάκτως και βεβηλώσουσιν αυτά· 23 και ποιήσουσι φυρμόν. και αγγελία επί αγγελίαν έσται. και το χρυσίον αυτών υπεροφθήσεται· αι ψυχαί αυτών ου μη εμπλησθώσι. και αι κοιλίαι αυτών ου μη πληρωθώσι.

και εγένετο επ ‘ εμέ χείρ Κυρίου. διότι είπαν· ουχ ορά ο Κύριος. α οι πρεσβύτεροι οίκου Ισραήλ ποιούσιν. 5 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 27 άρχων ενδύσεται αφανισμόν. ας ούτοι ποιούσιν ώδε. εώρακας τι ούτοι ποιούσιν. 11 και εβδομήκοντα άνδρες εκ των πρεσβυτέρων οίκου Ισραήλ. όρυξον· και ώρυξα. 6 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. εγώ εκαθήμην εν τω οίκω. έκαστος αυτών εν τω κοιτώνι τω κρυπτω αυτών. υιε ανθρώπου. 3 και εξέτεινεν ομοίωμα χειρός και ανέλαβέ με της κορυφής μου και ανέλαβέ με πνεύμα αναμέσον της γης και αναμέσον του ουρανού και ήγαγέ με εις Ιερουσαλήμ εν οράσει Θεού επί τα πρόθυρα της πύλης της εσωτέρας της βλεπούσης εις βορράν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πρεσβυτέρων. και αι χείρες του λαού της γης παραλυθήσονται· κατά τας οδούς αυτών ποιήσω αυτοίς και εν τοις κρίμασιν αυτών εκδικήσω αυτούς· και γνώσονται ότι εγώ Κύριος. ου ην η στήλη του κτωμένου. και η ατμίς του θυμιάματος ανέβαινε. και οι πρεσβύτεροι Ιούδα εκάθηντο ενώπιόν μου. ην είδον εν τω πεδίω. εγκαταλέλοιπε Κύριος την γην. 10 και εισήλθον και είδον και ιδού μάταια βδελύγματα και πάντα τα είδωλα οίκου Ισραήλ διαγεγραμμένα επ ‘ αυτού κύκλω. και έκαστος θυμιατήριον αυτού είχεν εν τη χειρί. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω έκτω έτει εν τω πέμπτω μηνί. ην εκεί δόξα Κυρίου Θεού Ισραήλ κατά την όρασιν. από της οσφύος αυτού και έως κάτω πυρ. και Ιεζονίας ο του Σαφάν εν μέσω αυτών ειστήκει προ προσώπου αυτών. 2 και είδον και ιδού ομοίωμα ανδρός. 4 και ιδού. και ιδού θύρα μία. 9 και είπε προς με· είσελθε και ιδέ τας ανομίας. 13 και είπε προς με· έτι όψει Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1619 . και από της οσφύος αυτού υπεράνω αυτού ως όρασις ηλέκτρου. ανάβλεψον τοις οφθαλμοίς σου προς βορράν· και ανέβλεψα τοις οφθαλμοίς μου προς βορράν. 7 και εισήγαγέ με επί τα πρόθυρα της αυλής 8 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 12 και είπε προς με· εώρακας. και ιδού από βορρά επί την πύλην την προς ανατολάς. ανομίας μεγάλας ποιούσιν ώδε του απέχεσθαι από των αγίων μου. και έτι όψει ανομίας μείζονας. πέμπτη του μηνός.

ας πεποιήκασιν ώδε. 14 και εισήγαγέ με επί τα πρόθυρα της πύλης οίκου Κυρίου της βλεπούσης προς βορράν. και ιδού επί των προθύρων του ναού Κυρίου αναμέσον των αιλάμ και αναμέσον του θυσιαστηρίου ως είκοσι άνδρες. διότι έπλησαν την γην ανομίας. εώρακας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανομίας μείζονας. 18 και εγώ ποιήσω αυτοίς μετά θυμού· ου φείσεται ο οφθαλμός μου. τα οπίσθια αυτών προς τον ναόν του Κυρίου και τα πρόσωπα αυτών απέναντι. 15 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 2 και ιδού εξ άνδρες ήρχοντο από της οδού της πύλης της υψηλής της βλεπούσης προς βορράν. και ούτοι προσκυνούσι τω ηλίω· 17 και είπε προς με· εώρακας. και ήρξαντο από των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1620 . 5 και τούτοις είπεν ακούοντός μου· πορεύεσθε οπίσω αυτού εις την πόλιν και κόπτετε και μη φείδεσθε τοις οφθαλμοίς υμών και μη ελεήσητε· 6 πρεσβύτερον και νεανίσκον και παρθένον και νήπια και γυναίκας αποκτείνατε εις εξάλειψιν. επί δε πάντας. και εκάστου πέλυξ εν τη χειρί αυτού· και εις ανήρ εν μέσω αυτών ενδεδυκώς ποδήρη. μη εγγίσητε· και από των αγίων μου άρξασθε. 4 και είπε προς αυτόν· δίελθε μέσην την Ιερουσαλήμ και δος το σημείον επί τα μέτωπα των ανδρών των καταστεναζόντων και των κατωδυνωμένων επί πάσαις ταις ανομίαις ταις γινομέναις εν μέσω αυτής. υιε ανθρώπου. ουδέ μη ελεήσω. ος είχεν επί της οσφύος αυτού την ζώνην. 16 και εισήγαγέ με εις την αυλήν οίκου Κυρίου την εσωτέραν. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ 1 ΚΑΙ ανέκραγεν εις τα ώτά μου φωνή μεγάλη λέγων· ήγγικεν η εκδίκησις της πόλεως· και έκαστος είχε τα σκεύη της εξολοθρεύσεως εν χειρί αυτού. 3 και δόξα Θεού του Ισραήλ ανέβη από των Χερουβίμ η ούσα επ ‘ αυτών εις το αίθριον του οίκου. και ιδού εκεί γυναίκες καθήμεναι θρηνούσαι τον Θαμμούζ. και ζώνη σαπφείρου επί της οσφύος αυτού· και εισήλθοσαν και έστησαν εχόμενοι του θυσιαστηρίου του χαλκού. μη μικρά τω οίκω Ιούδα του ποιείν τας ανομίας. και ιδού αυτοί ως μυκτηρίζοντες. και εκάλεσε τον άνδρα τον ενδεδυκότα τον ποδήρη. ας ούτοι ποιούσι. εφ ‘ ους εστι το σημείον. και έτι όψει επιτηδεύματα μείζονα τούτων.

και η νεφέλη έπλησε την αυλήν την εσωτέραν. 6 και εγένετο εν τω εντέλλεσθαι αυτόν τω ανδρί τω ενδεδυκότι την στολήν την αγίαν λέγων· λαβέ πυρ εκ μέσου των τροχών εκ μέσου των Χερουβίμ. 8 και είδον τα Χερουβίμ ομοίωμα χειρών ανθρώπων υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών. εξαλείφεις συ τους καταλοίπους του Ισραήλ εν τω εκχέαι σε τον θυμόν σου επί Ιερουσαλήμ. και η αυλή επλήσθη του φέγγους της δόξης Κυρίου· 5 και φωνή των πτερύγων των Χερουβίμ ηκούετο έως της αυλής της εξωτέρας ως φωνή Θεού Σαδδαϊ λαλούντος. 9 και είδον και ιδού τροχοί τέσσαρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1621 . 7 και είπε προς αυτούς· μιάνατε τον οίκον και πλήσατε τας οδούς νεκρών εκπορευόμενοι και κόπτετε. 3 και τα Χερουβίμ ειστήκει εκ δεξιών του οίκου εν τω εισπορεύεσθαι τον άνδρα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανδρών των πρεσβυτέρων. ουδέ μη ελεήσω· τας οδούς αυτών εις κεφαλάς αυτών δέδωκα. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι 1 ΚΑΙ είδον και ιδού επάνω του στερεώματος του υπέρ κεφαλής των Χερουβίμ ως λίθος σαπφείρου ομοίωμα θρόνου επ ‘ αυτών. ουκ εφορά ο Κύριος. 10 και ου φείσεταί μου ο οφθαλμός. και έλαβε και εξήλθε. ότι επλήσθη η γη λαών πολλών. οί ήσαν έσω εν τω οίκω. και εισήλθε και έστη εχόμενος των τροχών. 8 και εγένετο εν τω κόπτειν αυτούς και πίπτω επί πρόσωπόν μου και ανεβόησα και είπα· οίμοι Κύριε. 7 και εξέτεινε την χείρα αυτού εις μέσον του πυρός του όντος εν μέσω των Χερουβίμ και έλαβε και έδωκεν εις τας χείρας του ενδεδυκότος την στολήν την αγίαν. 11 και ιδού ο ανήρ ο ενδεδυκώς τον ποδήρη και εζωσμένος τη ζώνη την οσφύν αυτού και απεκρίνατο λέγων· πεποίηκα καθώς ενετείλω μοι. και έπλησε τον οίκον η νεφέλη. 4 και απήρεν η δόξα Κυρίου από των Χερουβίμ εις το αίθριον του οίκου. και η πόλις επλήσθη αδικίας και ακαθαρσίας· ότι είπαν· εγκαταλέλοιπε Κύριος την γην. 9 και είπε προς με· αδικία του οίκου Ισραήλ και Ιούδα μεμεγάλυνται σφόδρα σφόδρα. 2 και είπε προς τον άνδρα τον ενδεδυκότα την στολήν· είσελθε εις το μέσον των τροχών των υποκάτω των Χερουβίμ και πλήσον τας δράκας σου ανθράκων πυρός εκ μέσου των Χερουβίμ και διασκόρπισον επί την πόλιν· και εισήλθεν ενώπιον εμού.

18 και εξήλθε δόξα Κυρίου από του οίκου και επέβη επί τα Χερουβίμ. 22 και ομοίωσις των προσώπων αυτών. και δόξα Θεού Ισραήλ ην επ ‘ αυτών υπεράνω. και εν τω μετεωρίζεσθαι αυτά εμετεωρίζοντο μετ ‘ αυτών. 19 και ανέλαβον τα Χερουβίμ τας πτέρυγας αυτών και εμετεωρίσθησαν από της γης ενώπιον εμού εν τω εξελθείν αυτά. 12 και οι νώτοι αυτών και αι χείρες αυτών και αι πτέρυγες αυτών και οι τροχοί πλήρεις οφθαλμών κυκλόθεν τοις τέσσαρσι τροχοίς αυτών· 13 τοις δε τροχοίς τούτοις επεκλήθη Γελγέλ ακούοντός μου· [14 και τέσσαρα πρόσωπα τω ενί. ό είδον υποκάτω Θεού Ισραήλ επί του ποταμού του Χοβάρ. και ομοίωμα χειρών ανθρώπου υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών. 20 τούτο το ζωόν εστιν. 21 τέσσαρα πρόσωπα τω ενί. ον τρόπον όταν ή τροχός εν μέσω τροχού. και αυτά έκαστον κατά πρόσωπον αυτών επορεύοντο. ό είδον επί του ποταμού του Χοβάρ. τούτο το ζωον. διότι πνεύμα ζωής εν αυτοίς ην. επορεύοντο και ουκ επέστρεφον εν τω πορεύεσθαι αυτά. 11 εν τω πορεύεσθαι αυτά εις τα τέσσαρα μέρη αυτών επορεύοντο. και το πρόσωπον του δευτέρου πρόσωπον ανθρώπου και το τρίτον πρόσωπον λέοντος και το τέταρτον πρόσωπον αετού]. το πρόσωπον του ενός πρόσωπον του Χερούβ. και η όψις των τροχών ως όψις λίθου άνθρακος. 10 και η όψις αυτών ομοίωμα εν τοις τέσσαρσιν. ουκ επέστρεφον εν τω πορεύεσθαι αυτά· ότι εις ον αν τόπον επέβλεψεν η αρχή η μία. και οκτώ πτέρυγες τω ενί. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ 1 ΚΑΙ ανέλαβέ με πνεύμα και ήγαγέ με επί την πύλην του οίκου Κυρίου την κατέναντι την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1622 . και έστησαν επί τα πρόθυρα της πύλης οίκου Κυρίου της απέναντι. τροχός εις εχόμενος Χερουβίμ ενός. και έγνων ότι Χερουβίμ εστι. και οι τροχοί εχόμενοι αυτών. ταύτα τα πρόσωπά εστιν α είδον υποκάτω της δόξης του Θεού Ισραήλ επί του ποταμού του Χοβάρ. και ούτοι εχόμενοι αυτών· και εν τω εξαίρειν τα Χερουβίμ τας πτέρυγας αυτών του μετεωρίζεσθαι από της γης ουκ επέστρεφον οι τροχοί αυτών. 15 και ήραν τα Χερουβίμ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ειστήκεισαν εχόμενοι των Χερουβίμ. 17 εν τω εστάναι αυτά ειστήκεισαν. 16 και εν τω πορεύεσθαι τα Χερουβίμ επορεύοντο οι τροχοί.

οίς είπαν αυτοίς οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ· μακράν απέχετε από του Κυρίου. ούτοί εισι τα κρέα. και ρομφαίαν επάξω εφ ‘ υμάς. 3 οι λέγοντες· ουχί προσφάτως ωκοδόμηνται αι οικίαι. 14 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 15 υιε ανθρώπου. και πίπτω επί πρόσωπόν μου και ανεβόησα φωνή μεγάλη και είπα· οίμοι οίμοι. ου εάν εισέλθωσιν εκεί. ου διέσπειρα αυτούς εν αυταίς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ βλέπουσαν κατά ανατολάς· και ιδού επί των προθύρων της πύλης ως είκοσι και πέντε άνδρες. οίκος Ισραήλ. ους επατάξατε εν μέσω αυτής. . και τα διαβούλια του πνεύματος υμών εγώ επίσταμαι.13 Και εγένετο εν τω προφητεύειν με και Φαλτίας ο του Βαναίου απέθανε. προφήτευσον. 7 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· τους νεκρούς υμών. 11 αυτή υμίν ουκ έσται εις λέβητα. και υμείς ου μη γένησθε εν μέσω αυτής εις κρέα· επί των ορέων του Ισραήλ κρινώ υμάς. οι αδελφοί σου και οι άνδρες της αιχμαλωσίας σου και πας ο οίκος του Ισραήλ συντετέλεσται. ημίν δέδοται η γη εις κληρονομίαν. ούτοι οι άνδρες οι λογιζόμενοι μάταια και βουλευόμενοι βουλήν πονηράν εν τη πόλει ταύτη. λέγει Κύριος· 9 και εξάξω υμάς εκ μέσου αυτής και παραδώσω υμάς εις χείρας αλλοτρίων και ποιήσω εν υμίν κρίματα. 10 εν ρομφαία πεσείσθε. και υμάς εξάξω εκ μέσου αυτής. 8 ρομφαίαν φοβείσθε. 4 δια τούτο προφήτευσον επ ‘ αυτούς. ημείς δε τα κρέα. και δώσω αυτοίς την γην του Ισραήλ. 12 και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. και έσομαι αυτοίς εις αγίασμα μικρόν εν ταις χώραις. 6 επληθύνατε νεκρούς υμών εν τη πόλει ταύτη και ενεπλήσατε τας οδούς αυτής τραυματιών. αύτη εστίν ο λέβης. και είδον εν μέσω αυτών τον Ιεζονίαν τον του Έζερ και Φαλτίαν τον του Βαναίου. Κύριε. 19 και δώσω αυτοίς καρδίαν ετέραν και πνεύμα καινόν δώσω εν αυτοίς και εκσπάσω την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός αυτών και δώσω αυτοίς καρδίαν σαρκίνην· 20 όπως εν τοις προστάγμασί μου πορεύωνται και τα δικαιώματά μου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1623 . εις συντέλειαν ποιείς συ τους καταλοίπους του Ισραήλ. 2 και είπε Κύριος προς με· υιε ανθρώπου. 18 και εισελεύσονται εκεί και εξαρούσι πάντα τα βδελύγματα αυτής και πάσας τας ανομίας αυτής εξ αυτής. υιε ανθρώπου. 5 και έπεσεν επ ‘ εμέ πνεύμα Κυρίου και είπε προς με· λέγε· τάδε λέγει Κύριος· ούτως είπατε. αυτή δε ο λέβης εστί. 17 δια τούτο είπόν· τάδε λέγει Κύριος· και εισδέξομαι αυτούς εκ των εθνών και συνάξω αυτούς εκ των χωρών. 16 δια τούτον ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ότι απώσομαι αυτούς εις τα έθνη και διασκορπιώ αυτούς εις πάσαν γην. επί των ορέων του Ισραήλ κρινώ υμάς· και επιγνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. τους αφηγουμένους του λαού.

ουκ είπαν προς σε ο οίκος του Ισραήλ. 7 και εποίησα ούτως κατά πάντα. λέγει Κύριος. οίκος ο παραπικραίνων· τι συ ποιείς. διότι τέρας δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάσσωνται και ποιώσιν αυτά· και έσονταί μοι εις λαόν και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν. και οι τροχοί εχόμενοι αυτών. ως η καρδία αυτών επορεύετο.8 Και εγένετο λόγος Κυρίου το πρωϊ προς με λέγων· 9 υιε ανθρώπου. και σκεύη εξήνεγκα ως σκεύη αιχμαλωσίας ημέρας και εσπέρας διώρυξα εμαυτω τον τοίχον και κεκρυμμένος εξήλθον. ης είδον. 25 και ελάλησα προς την αιχμαλωσίαν πάντας τους λόγους του Κυρίου. διότι οίκος παραπικραίνων εστί.22 Και εξήραν τα Χερουβίμ τας πτέρυγας αυτών. ό ην απέναντι της πόλεως. ποίησον σεαυτω σκεύη αιχμαλωσίας ημέρας ενώπιον αυτών και αιχμαλωτευθήση εκ του τόπου σου εις έτερον τόπον ενώπιον αυτών. 4 και εξοίσεις τα σκεύη σου σκεύη αιχμαλωσίας ημέρας κατ ‘ οφθαλμούς αυτών. όπως ίδωσι. και η δόξα Θεού Ισραήλ επ ‘ αυτά υπεράνω αυτών. επ ‘ ώμων ανελήφθην ενώπιον αυτών. όσα ενετείλατό μοι. τας οδούς αυτών εις τας κεφαλάς αυτών δέδωκα. 11 ειπόν. και συ εξελεύση εσπέρας ως εκπορεύεται αιχμάλωτος· 5 ενώπιον αυτών διόρυξον σεαυτω εις τον τοίχον και διεξελεύση δι ‘ αυτού· 6 ενώπιον αυτών επ ‘ ώμων αναληφθήση και κεκρυμμένος εξελεύση. υιε ανθρώπου. 10 ειπόν προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ο άρχων και ο αφηγούμενος εν Ιερουσαλήμ και παντί οίκω Ισραήλ. ους έδειξέ μοι. . 21 και εις την καρδίαν των βδελυγμάτων αυτών και των ανομιών αυτών. το πρόσωπόν σου συγκαλύψεις και ου μη ίδης την γην. διότι οίκος παραπικραίνων εστί. 23 και ανέβη η δόξα Κυρίου εκ μέσης της πόλεως και έστη επί του όρους. οί έχουσιν οφθαλμούς του βλέπειν και ου βλέπουσι και ώτα έχουσι του ακούειν και ουκ ακούουσι. και ανέβην από της οράσεως. 24 και ανέλαβέ με πνεύμα και ήγαγέ με εις γης Χαλδαίων εις την αιχμαλωσίαν εν οράσει εν πνεύματι Θεού. εν μέσω των αδικιών αυτών συ κατοικείς. ότι εγώ τέρατα ποιώ εν μέσω αυτής· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1624 . οί εισιν εν μέσω αυτών. 3 και συ. . ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου.

όπως αφανισθή η γη συν πληρώματι αυτής. λέγει Κύριος. και αυτήν ουκ όψεται και εκεί τελευτήσει. οίκος ο παραπικραίνων. λαλήσω και ποιήσω και ου μη μηκύνω έτι· ότι εν ταις ημέραις υμών.17 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 18 υιε ανθρώπου. 13 και εκπετάσω το δίκτυόν μου επ ‘ αυτόν. και η γη εις αφανισμόν έσται· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. εις ημέρας πολλάς. ιδού ο οίκος Ισραήλ ο παραπικραίνων λέγοντες λέγουσιν· η όρασις. όπως εκδιηγώνται πάσας τας ανομίας αυτών εν τοις έθνεσιν. 14 και πάντας τους κύκλω αυτού τους βοηθούς αυτού και πάντας τους αντιλαμβανομένους αυτού διασπερώ εις πάντα άνεμον και ρομφαίαν εκκενώσω οπίσω αυτών· 15 και γνώσονται διότι εγώ Κύριος εν τω διασκορπίσαι με αυτούς εν τοις έθνεσι. και άξω αυτόν εις Βαβυλώνα εις γην Χαλδαίων. και εις καιρούς μακρούς ούτος προφητεύει. τις η παραβολή υμίν επί της γης του Ισραήλ λέγοντες· μακράν αι ημέραι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ον τρόπον πεποίηκα. και διορύξει του εξελθείν αυτόν δι ‘ αυτού· το πρόσωπον αυτού συγκαλύψει. ου εισήλθοσαν εκεί· και γνώσονται ότι εγώ Κύριος. απόλωλεν όρασις. ότι λαλήσεις προς αυτούς· ηγγίκασιν αι ημέραι και λόγος πάσης οράσεως· 24 ότι ουκ έσται έτι πάσα όρασις ψευδής και μαντευόμενος τα προς χάριν εν μέσω των υιών Ισραήλ. ούτως έσται αυτοίς· εν μετοικεσία και εν αιχμαλωσία πορεύσονται. και συλληφθήσεται εν τη περιοχή μου. και διασπερώ αυτούς εν ταις χώραις. ην ούτος ορά. 23 δια τούτο ειπόν προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· αποστρέψω την παραβολήν ταύτην. ους αν λαλήσω· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1625 . εν ασεβεία γαρ πάντες οι κατοικούντες εν αυτη· 20 και αι πόλεις αυτών αι κατοικούμεναι εξερημωθήσονται. . όπως μη οραθή οφθαλμω. 12 και ο άρχων εν μέσω αυτών επ ‘ ώμων αρθήσεται και κεκρυμμένος εξελεύσεται δια του τοίχου. λαλήσω λόγον και ποιήσω. 28 δια τούτο ειπόν προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ου μη μηκύνωσιν ουκέτι πάντες οι λόγοι μου. 25 διότι εγώ Κύριος λαλήσω τους λόγους μου. και ουκέτι μη είπωσι την παραβολήν ταύτην οίκος του Ισραήλ.26 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 27 υιε ανθρώπου. και αυτός την γην ουκ όψεται. 21 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 22 υιε ανθρώπου. . 16 και υπολείψομαι εξ αυτών άνδρας αριθμω εκ ρομφαίας και εκ λιμού και εκ θανάτου. τον άρτον σου μετά οδύνης φάγεσαι και το ύδωρ σου μετά βασάνου και θλίψεως πίεσαι 19 και ερείς προς τον λαόν της γης· τάδε λέγει Κύριος τοις κατοικούσιν Ιερουσαλήμ επί της γης του Ισραήλ· τους άρτους αυτών μετά ενδείας φάγονται και το ύδωρ αυτών μετά αφανισμού πίονται.

και ουκ έστιν ειρήνη. και ραγήσεται. και ήρξαντο του αναστήσαι λόγον. μαντευόμενοι μάταια. οι λέγοντες· λέγει Κύριος. και έσται υετός κατακλύζων. και πνεύμα εξαίρον. και πεσείται· και θήσω αυτόν επί την γην. ην ηλείψατε. και αποκαλυφθήσεται τα θεμέλια αυτού. ον ηλείψατε. δια τούτο ιδού εγώ εφ ‘ υμάς. και δώσω λίθους πετροβόλους εις τους ενδέσμους αυτών. και συντελεσθήσεσθε μετ ‘ ελέγχων· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. και υετός κατακλύζων εν οργή μου έσται. 15 και συντελέσω τον θυμόν μου επί τον τοίχον και επί τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1626 . οι προφήταί σου Ισραήλ. 9 και εκτενώ την χείρά μου επί τους προφήτας τους ορώντας ψευδή και τους αποφθεγγομένους μάταια· εν παιδεία του λαού μου ουκ έσονται. λέγει Κύριος. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. και τους λίθους τους πετροβόλους εν θυμω επάξω εις συντέλειαν 14 και κατασκάψω τον τοίχον. και ουκ ερούσι προς υμάς· που εστιν η αλοιφή υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ λαλήσω και ποιήσω. και αυτοί αλείφουσιν αυτόν. 4 ως αλώπεκες εν ταις ερήμοις. λέγει Κύριος. ει πεσείται. 3 τάδε λέγει Κύριος· ουαί τοις προφητεύουσιν από καρδίας αυτών και το καθόλου μη βλέπουσιν. 11 ειπόν προς τους αλείφοντας· πεσείται. 8 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων οι λόγοι υμών ψευδείς και αι μαντείαι υμών μάταιαι. ουδέ εν γραφή οίκου Ισραήλ ου γραφήσονται και εις την γην του Ισραήλ ουκ εισελεύσονται· και γνώσονται διότι εγώ Κύριος· 10 ανθ ‘ ων επλάνησαν τον λαόν μου λέγοντες· ειρήνη ειρήνη. προφήτευσον επί τους προφήτας του Ισραήλ και προφητεύσεις και ερείς προς αυτούς· ακούσατε λόγον Κυρίου. και πεσείται. και ούτος οικοδομεί τοίχον. και πεσούνται. 5 ουκ έστησαν εν στερεώματι και συνήγαγον ποίμνια επί τον οίκον του Ισραήλ· ουκ ανέστησαν οι λέγοντες· εν ημέρα Κυρίου· 6 βλέποντες ψευδή. και Κύριος ουκ απέσταλκεν αυτούς. 12 και ιδού πέπτωκεν ο τοίχος. 7 ουχί όρασιν ψευδή εωράκατε και μαντείας ματαίας ειρήκατε. 13 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· και ρήξω πνοήν εξαίρουσαν μετά θυμού.

και του περιποιήσασθαι ψυχάς. 20 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί τα προσκεφάλαια υμών. και ψυχάς περιεποιούντο. ας ουκ έδει ζήσαι. και ουκ έστιν ειρήνη. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ 1 ΚΑΙ ήλθον προς με άνδρες εκ των πρεσβυτέρων του λαού Ισραήλ και εκάθησαν προ προσώπου μου. 2 και εγένετο προς με λόγος Κυρίου λέγων· 3 υιε ανθρώπου. εν τω αποφθέγγεσθαι υμάς λαω εισακούοντι μάταια αποφθέγματα. ας υμείς εκστρέφετε τας ψυχάς αυτών. 19 και εβεβήλουν με προς τον λαόν μου ένεκεν δρακός κριθών και ένεκεν κλασμάτων άρτων του αποκτείναι ψυχάς. .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αλείφοντας αυτόν. ας ουκ έδει αποθανείν. εις διασκορπισμόν· 21 και διαρρήξω τα επιβόλαια υμών και ρύσομαι τον λαόν μου εκ χειρός υμών. 23 δια τούτο ψευδή ου μη ίδητε και μαντείας ου μη μαντεύσησθε έτι. και εγώ ου διέστρεφον αυτόν. και ουκέτι έσονται εν χερσίν υμών εις συστροφήν· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. και διαρρήξω αυτά από των βραχιόνων υμών και εξαποστελώ τας ψυχάς. λέγει Κύριος. 22 ανθ ‘ ων διεστρέφετε καρδίαν δικαίου αδίκως.17 Και συ. και είπα προς υμάς· ουκ έστιν ο τοίχος ουδέ οι αλείφοντες αυτόν 16 προφήται του Ισραήλ οι προφητεύοντες επί Ιερουσαλήμ και οι ορώντες αυτη ειρήνην. και του κατισχύσαι χείρας ανόμου το καθόλου μη αποστρέψαι από της οδού αυτού της πονηράς και ζήσαι αυτόν. υιε ανθρώπου. οι άνδρες ούτοι έθεντο τα διανοήματα αυτών επί τας καρδίας αυτών και την κόλασιν των αδικιών αυτών έθηκαν προ προσώπου αυτών· ει αποκρινόμενος αποκριθώ αυτοίς. και πεσείται. 4 δια τούτο λάλησον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1627 . και ρύσομαι τον λαόν μου εκ χειρός υμών· και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος. στήρισον το πρόσωπόν σου επί τας θυγατέρας του λαού σου τας προφητευούσας από καρδίας αυτών και προφήτευσον επ ‘ αυτάς 18 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ουαί ταις συρραπτούσαις προσκεφάλαια υπό πάντα αγκώνα χειρός και ποιούσαις επιβόλαια επί πάσαν κεφαλήν πάσης ηλικίας του διαστρέφειν ψυχάς· αι ψυχαί διεστράφησαν του λαού μου. εφ ‘ α υμείς εκεί συστρέφετε ψυχάς.

αλλ ‘ ή αυτοί μόνοι σωθήσονται. 8 και στηριώ το πρόσωπόν μου επί τον άνθρωπον εκείνον και θήσομαι αυτόν εις έρημον και εις αφανισμόν και εξαρώ αυτόν εκ μέσου του λαού μου. 16 και οι τρεις άνδρες ούτοι εν μέσω αυτής ώσι. λέγει Κύριος. και κατά το αδίκημα ομοίως τω προφήτη έσται. 6 δια τούτο ειπόν προς τον οίκον του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· επιστράφητε και αποστρέψατε από των επιτηδευμάτων υμών και από πασών των ασεβειών υμών και επιστρέψατε τα πρόσωπα υμών. και ίνα μη μιαίνωνται έτι εν πάσι τοις παραπτώμασιν αυτών· και έσονταί μοι εις λαόν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· άνθρωπος άνθρωπος εκ του οίκου Ισραήλ. 15 εάν και θηρία πονηρά επάγω επί την γην και τιμωρήσομαι αυτήν και έσται εις αφανισμόν και ουκ έσται ο διοδεύων από προσώπου των θηρίων. 5 όπως πλαγιάση τον οίκον του Ισραήλ κατά τας καρδίας αυτών τας απηλλοτριωμένας απ ‘ εμού εν τοις ενθυμήμασιν αυτών. ζω εγώ. ος αν θή τα διανοήματα αυτού επί την καρδίαν αυτού και την κόλασιν της αδικίας αυτού τάξη προ προσώπου αυτού και έλθη προς τον προφήτην. ζω εγώ. 17 ή και ρομφαίαν εάν επάγω επί την γην εκείνην και είπω· ρομφαία διελθάτω δια της γης. εγώ Κύριος αποκριθήσομαι αυτω εν οίς ενέχεται η διάνοια αυτού. και εκτενώ την χείρά μου επ ‘ αυτόν. λέγει Κύριος. 9 και ο προφήτης εάν πλανηθή και λαλήση. 18 και οι τρεις άνδρες ούτοι εν μέσω αυτής. ος αν απαλλοτριωθή απ ‘ εμού και θήται τα ενθυμήματα αυτού επί την καρδίαν αυτού και την κόλασιν της αδικίας αυτού τάξη προ προσώπου αυτού και έλθη προς τον προφήτην του επερωτήσαι αυτόν εν εμοί. εγώ Κύριος αποκριθήσομαι αυτω εν ω ενέχεται εν αυτω. και αφανιώ αυτόν εκ μέσου του λαού μου Ισραήλ. ει υιοί ή θυγατέρες σωθήσονται. η δε γη έσται εις όλεθρον. αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών σωθήσονται. εγώ Κύριος πεπλάνηκα τον προφήτην εκείνον. 12 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 13 υιε ανθρώπου. και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1628 . 7 διότι άνθρωπος άνθρωπος εκ του οίκου Ισραήλ και εκ των προσηλύτων των προσηλυτευόντων εν τω Ισραήλ. λέγει Κύριος. 11 όπως μη πλανάται έτι ο οίκος του Ισραήλ απ ‘ εμού. 10 και λήψονται την αδικίαν αυτών κατά το αδίκημα του επερωτώντος. γη εάν αμάρτη μοι του παραπεσείν παράπτωμα και εκτενών την χείρά μου επ ‘ αυτήν και συντρίψω αυτής στήριγμα άρτου και εξαποστελώ επ ‘ αυτήν λιμόν και εξαρώ εξ αυτής άνθρωπον και κτήνη· 14 και εάν ώσιν οι τρεις άνδρες ούτοι εν μέσω αυτής. Νώε και Δανιήλ και Ιώβ. και εξαρώ εξ αυτής άνθρωπον και κτήνος. και επιγνώσεσθε ότι εγώ Κύριος.

α επήγαγον επί Ιερουσαλήμ. λέγει Κύριος. και όψεσθε τας οδούς αυτών και τα ενθυμήματα αυτών και μεταμεληθήσεσθε επί τα κακά. μη ότι εάν και πυρ αυτό αναλώση εις τέλος. ιδού αυτοί εκπορεύονται προς υμάς. εάν υιοί ή θυγατέρες υπολειφθώσιν. και εκλείπει εις τέλος· μη χρήσιμον έσται εις εργασίαν. όσα εποίησα εν αυτη. λέγει Κύριος. 4 πάρεξ πυρί δέδοται εις ανάλωσιν. και επιγνώσονται ότι εγώ Κύριος εν τω στηρίσαι με το πρόσωπόν μου επ ‘ αυτούς. 20 και Νώε και Δανιήλ και Ιώβ εν μέσω αυτής. 21 τάδε λέγει Κύριος· εάν δε και τας τέσσαρας εκδικήσεις μου τας πονηράς. 6 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ον τρόπον το ξύλον της αμπέλου εν τοις ξύλοις του δρυμού. ει λήψονται εξ αυτής πάσσαλον του κρεμάσαι επ ‘ αυτόν παν σκεύος. 3 ει λήψονται εξ αυτής ξύλον του ποιήσαι εις εργασίαν. την κατ ‘ ενιαυτόν κάθαρσιν απ ‘ αυτής αναλίσκει το πυρ. διότι όψεσθε τας οδούς αυτών και τα ενθυμήματα αυτών. και επιγνώσεσθε διότι ου μάτην πεποίηκα πάντα. τι αν γένοιτο το ξύλον της αμπέλου εκ πάντων των ξύλων των κλημάτων των όντων εν τοις ξύλοις του δρυμού. ανθ ‘ ων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1629 . ρομφαίαν και λιμόν και θηρία πονηρά και θάνατον. ζω εγώ. πάντα τα κακά α επήγαγαν επ ‘ αυτήν. 23 και παρακαλέσουσιν υμάς. υιε ανθρώπου. αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών ρύσονται τας ψυχάς αυτών. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ. 8 και δώσω την γην εις αφανισμόν. 19 ή και θάνατον επαποστείλω επί την γην εκείνην και εκχεώ τον θυμόν μου επ ‘ αυτήν εν αίματι του εξολοθρεύσαι εξ αυτής άνθρωπον και κτήνος. 7 και δώσω το πρόσωπόν μου επ ‘ αυτούς· εκ του πυρός εξελεύσονται. ου μη ρύσωνται υιούς ουδέ θυγατέρας. και πυρ αυτούς καταφάγεται. ούτως δέδωκα τους κατοικούντας Ιερουσαλήμ. αλλ ‘ ή αυτοί μόνοι σωθήσονται. οί εξάγουσιν εξ αυτής υιούς και θυγατέρας. 5 ουδέ έτι αυτού όντος ολοκλήρου ουκ έσται εις εργασίαν. ει έτι έσται εις εργασίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ λέγει Κύριος. εξαποστείλω επί Ιερουσαλήμ του εξολοθρεύσαι εξ αυτής άνθρωπον και κτήνος 22 και ιδού υπολελειμμένοι εν αυτη οι ανασεσωσμένοι αυτής. ό δέδωκα αυτό πυρί εις ανάλωσιν.

9 και έλουσά σε εν ύδατι και απέπλυνα το αίμά σου από σου και έχρισά σε εν ελαίω 10 και ενέδυσά σε ποικίλα και υπέδυσά σε υάκινθον και έζωσά σε βύσσω και περιέβαλόν σε τριχάπτω 11 και εκόσμημά σε κόσμω και περιέθηκα ψέλια περί τας χείράς σου και κάθεμα περί τον τράχηλόν σου 12 και έδωκα ενώτιον περί τον μυκτήρά σου και τροχίσκους επί τα ώτά σου και στέφανον καυχήσεως επί την κεφαλήν σου. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. εν ή ημέρα ετέχθης. διότι συντετελεσμένον ην εν ευπρεπεία εν τη ωραιότητι. ή ετέχθης. ή έταξα επί σε. ουδέ αλί ηλίσθης και εν σπαργάνοις ουκ εσπαργανώθης. του παθείν τι επί σοί. και η μήτηρ σου Χετταία. και εγένου μοι. και απερρίφης επί πρόσωπον του πεδίου τη σκολιότητι της ψυχής σου εν ημέρα. . ο πατήρ σου Αμορραίος. και διεπέτασα τας πτέρυγάς μου επί σε και εκάλυψα την ασχημοσύνην σου· και ώμοσά σοι και εισήλθον εν διαθήκη μετά σου. καθώς η ανατολή του αγρού δέδωκά σε· και επληθύνθης και εμεγαλύνθης και εισήλθες εις πόλεις πόλεων· οι μαστοί σου ανωρθώθησαν. και ιδού καιρός σου και καιρός καταλυόντων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ παρέπεσον παραπτώματι. 13 και εκοσμήθης χρυσίω και αργυρίω. 14 και εξήλθέ σου όνομα εν τοις έθνεσιν εν τω κάλλει σου. συ δε ήσθα γυμνή και ασχημονούσα. λέγει Κύριος. 8 και διήλθον δια σου και είδόν σε. 4 και η γένεσίς σου.15 Και επεποίθεις εν τω κάλλει σου και επόρνευσας επί τω ονόματί σου και εξέχεας την πορνείαν Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1630 . λέγει Κύριος. 6 και διήλθον επί σε και είδόν σε πεφυρμένην εν τω αίματί σου και είπά σοι· εκ του αίματός σου ζωή· 7 πληθύνου. και η θρίξ σου ανέτειλε. διαμάρτυραι τη Ιερουσαλήμ τας ανομίας αυτής 3 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος τη Ιερουσαλήμ· η ρίζα σου και η γένεσίς σου εκ γης Χαναάν. ουκ έδησας τους μαστούς σου και εν ύδατι ουκ ελούσθης. 5 ουδέ εφείσατο ο οφθαλμός μου επί σοί του ποιήσαί σοι εν εκ πάντων τούτων. λέγει Κύριος. και τα περιβόλαιά σου βύσσινα και τρίχαπτα και ποικίλα· σεμίδαλιν και έλαιον και μέλι έφαγες και εγένου καλή σφόδρα.

29 και επλήθυνας τας διαθήκας σου προς γην Χαλδαίων και ουδέ εν τούτοις ενεπλήσθης. 21 και έσφαξας τα τέκνα σου και έδωκας αυτά εν τω αποτροπιάζεσθαί σε εν αυτοίς. ης ησέβησας. 34 και εγένετο εν σοί διεστραμμένον παρά τας γυναίκας εν τη πορνεία σου. και μετά σου πεπορνεύκασιν εν τω προσδιδόναι σε μισθώματα. και συ δέδωκας μισθώματα πάσι τοις ερασταίς σου και εφόρτιζες αυτούς του έρχεσθαι προς σε κυκλόθεν εν τη πορνεία σου. 28 και εξεπόρνευσας επί τας θυγατέρας Ασσούρ και ουδ ‘ ούτως ενεπλήσθης· και εξεπόρνευσας και ουκ ενεπίπλω. 27 εάν δε εκτείνω την χείρά μου επί σε. εξ ων έδωκά σοι και εποίησας σεαυτη εικόνας αρσενικάς και εξεπόρνευσας εν αυταίς· 18 και έλαβες τον ιματισμόν τον ποικίλον σου και περιέβαλες αυτά και το έλαιόν μου και το θυμίαμά μου έθηκας προ προσώπου αυτών· 19 και τους άρτους μου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ σου επί πάντα πάροδον. θυγατέρας αλλοφύλων τας εκκλινούσας σε εκ της οδού σου. ό ουκ έσται. 22 τούτο παρά πάσαν την πορνείαν σου. 16 και έλαβες εκ των ιματίων σου και εποίησας σεαυτη είδωλα ραπτά και εξεπόρνευσας επ ‘ αυτά· και ου μη εισέλθης. και εξαρώ τα νόμιμά σου και παραδώσω εις ψυχάς μισούντων σε. 23 και εγένετο μετά πάσας τας κακίας σου. 30 τι διαθώ την θυγατέρα σου. λέγει Κύριος. και έθυσας αυτά αυτοίς εις ανάλωσιν. εν τω ποιήσαί σε πάντα ταύτα. ότε ήσθα γυμνή και ασχημονούσα και πεφυρμένη εν τω αίματί σου έζησας. 17 και έλαβες τα σκεύη της καυχήσεώς σου εκ του χρυσίου μου και εκ του αργυρίου μου. σεμίδαλιν και έλαιον και μέλι εψώμισά σε και έθηκας αυτά προ προσώπου αυτών εις οσμήν ευωδίας· και εγένετο. ουδέ μη γένηται. ως μικρά εξεπόρνευσας. ους έδωκά σοι. και ουκ εμνήσθης της νηπιότητός σου. και σοί μισθώματα ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1631 . 20 και έλαβες τους υιούς σου και τας θυγατέρας σου. 32 η γυνή η μοιχωμένη ομοία σοι παρά του ανδρός αυτής λαμβάνουσα μισθώματα· 33 πάσι τοις εκπορνεύσασιν αυτήν προσεδίδου μισθώματα. και εξεπόρνευσας τρισσώς εν ταις θυγατράσι σου· 31 το πορνείον ωκοδόμησας εν πάση αρχή οδού και την βάσιν σου εποίησας εν πάση πλατεία και εγένου ως πόρνη συνάγουσα μισθώματα. 24 και ωκοδόμησας σεαυτη οίκημα πορνικόν και εποίησας σεαυτη έκθεμα εν πάση πλατεία 25 και επ ‘ αρχής πάσης οδού ωκοδόμησας τα πορνείά σου και ελυμήνω το κάλλος σου και διήγαγες τα σκέλη σου παντί παρόδω και επλήθυνας την πορνείαν σου· 26 και εξεπόρνευσας επί τους υιούς Αιγύπτου τους ομορούντάς σοι τους μεγαλοσάρκους και πολλαχώς εξεπόρνευσας του παροργίσαι με. ας εγέννησας. λέγει Κύριος. έργα γυναικός πόρνης. λέγει Κύριος.

και μισθώματα ου μη δως ουκέτι. 37 δια τούτο ιδού εγώ επί σε συνάγω πάντας τους εραστάς σου. 42 και επαφήσω τον θυμόν μου επί σε. 44 ταύτά εστι πάντα. 41 και εμπρήσουσι τους οίκους σου πυρί και ποιήσουσιν εν σοί εκδικήσεις ενώπιον γυναικών πολλών· και αποστρέψω σε εκ της πορνείας σου. και εκδύσουσί σε τα ιμάτιά σου και λήψονται τα σκεύη της καυχήσεώς σου και αφήσουσί σε γυμνήν και ασχημονούσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εδόθη. 40 και άξουσιν επί σε όχλους και λιθοβολήσουσί σε εν λίθοις και κατασφάξουσί σε εν τοις ξίφεσιν αυτών. ουδέ κατά τας ανομίας αυτών εποίησας· παρά μικρόν και υπέρκεισαι αυτάς εν πάσαις ταις οδοίς σου. και κατασκάψουσι το πορνείόν σου και καθελούσι την βάσιν σου. τούτο υπήρχεν αυτη και ταις θυγατράσιν αυτής. και χείρα πτωχού και πένητος ουκ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1632 . 43 ανθ ‘ ων ουκ εμνήσθης της νηπιότητός σου και ελύπεις με εν πάσι τούτοις. ους ηγάπησας. ον τρόπον εποίησας συ και αι θυγατέρες σου. συν πάσιν. και αποκαλυφθήσεται η αισχύνη εν τη πορνεία σου προς τους εραστάς σου και εις πάντα τα ενθυμήματα των ανομιών σου και εν τοις αίμασι των τέκνων σου. και ιδού εγώ τας οδούς σου εις κεφαλήν σου δέδωκα. υπερηφανία· εν πλησμονή άρτων και εν ευθηνία οίνου εσπατάλων αυτή και αι θυγατέρες αυτής. εν οίς επεμίγης εν αυτοίς και πάντας. 46 η αδελφή υμών η πρεσβυτέρα Σαμάρεια. αυτή και αι θυγατέρες αυτής. άκουε λόγον Κυρίου· 36 τάδε λέγει Κύριος· ανθ ‘ ων εξέχεας τον χαλκόν σου. 45 και η θυγάτηρ· θυγάτηρ της μητρός σου συ ει η απωσαμένη τον άνδρα αυτής και τα τέκνα αυτής και αδελφοί των αδελφών σου των απωσαμένων τους άνδρας αυτών και τα τέκνα αυτών· η μήτηρ υμών Χετταία. και ο πατήρ υμών Αμορραίος. πόρνη. 39 και παραδώσω σε εις χείρας αυτών. η κατοικούσα εξ ευωνύμων σου· και η αδελφή σου η νεωτέρα σου η κατοικούσα εκ δεξιών σου Σόδομα και αι θυγατέρες αυτής. λέγει Κύριος. και εγένετο εν σοί διεστραμμένα.35 Δια τούτο. οίς εμίσεις· και συνάξω αυτούς επί σε κυκλόθεν και αποκαλύψω τας κακίας σου προς αυτούς. και εξαρθήσεται ο ζήλός μου εκ σου. αυτή και αι θυγατέρες αυτής. λέγει Κύριος· και ούτως εποίησας την ασέβειαν επί πάσαις ταις ανομίαις σου. ει πεποίηκε Σόδομα η αδελφή σου. ων έδωκας αυτοίς. 48 ζω εγώ. 47 και ουδ ‘ ώς εν ταις οδοίς αυτών επορεύθης. . και όψονται πάσαν την αισχύνην σου· 38 και εκδικήσω σε εκδικήσει μοιχαλίδος και εκχεούσης αίμα και θήσω σε εν αίματι θυμού και ζήλου. όσα είπαν κατά σου εν παραβολή λέγοντες· καθώς η μήτηρ. και αναπαύσομαι και συ μη μεριμνήσω ουκέτι. 49 πλήν τούτο το ανόμημα Σοδόμων της αδελφής σου.

63 όπως μνησθής και αισχυνθής. 55 και η αδελφή σου Σόδομα και αι θυγατέρες αυτής αποκατασταθήσονται καθώς ήσαν απ ‘ αρχής. και συ και αι θυγατέρες σου αποκατασταθήσεσθε καθώς απ ‘ αρχής ήτε. 61 και μνησθήση την οδόν σου και εξατιμωθήση εν τω αναλαβείν σε τας αδελφάς σου τας πρεσβυτέρας σου συν ταις νεωτέραις σου. 56 και ει μη ην Σόδομα η αδελφή σου εις ακοήν εν τω στόματί σου εν ταις ημέραις υπερηφανίας σου. 62 και αναστήσω εγώ την διαθήκην μου μετά σου. συ κεκόμισαι αυτάς. και εξήρα αυτάς καθώς είδον. αις εποίησας. λέγει Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αντελαμβάνοντο. 58 τας ασεβείας σου και τας ανομίας σου. 50 και εμεγαλαύχουν και εποίησαν ανομήματα ενώπιον εμού. ον τρόπον νυν όνειδος ει θυγατέρων Συρίας και πάντων των κύκλω αυτής. και Σαμάρεια και αι θυγατέρες αυτής αποκατασταθήσονται καθώς ήσαν απ ‘ αρχής. αις ηνόμησας υπέρ αυτάς. 52 και συ κόμισαι βάσανόν σου. 51 και Σαμάρεια κατά τας ημίσεις των αμαρτιών σου ουχ ήμαρτε· και επλήθυνας τας ανομίας σου υπέρ αυτάς και εδικαίωσας τας αδελφάς σου εν πάσαις ταις ανομίαις σου. και εδικαίωσας αυτάς υπέρ σεαυτήν· και συ αισχύνθητι και λάβε την ατιμίαν σου εν τω δικαιώσαί σε τας αδελφάς σου. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1633 . την αποστροφήν Σοδόμων και των θυγατέρων αυτής. λέγει Κύριος. και αποστρέψω την αποστροφήν σου εν μέσω αυτών. όσα εποίησας. και μη ή σοι έτι ανοίξαι το στόμα σου από προσώπου της ατιμίας σου εν τω εξιλάσκεσθαί με σοι κατά πάντα. 53 και αποστρέψω τας αποστροφάς αυτών. 60 και μνησθήσομαι εγώ της διαθήκης μου της μετά σου εν ημέραις νηπιότητός σου και αναστήσω σοι διαθήκην αιώνιον. ων εποίησας εν τω παροργίσαι με. ως ητίμωσας ταύτα του παραβήναι την διαθήκην μου. 59 τάδε λέγει Κύριος· και ποιήσω εν σοί καθώς εποίησας. και αποστρέψω την αποστροφήν Σαμαρείας και των θυγατέρων αυτής. θυγατέρων αλλοφύλων των περιεχουσών σε κύκλω. και δώσω αυτάς σοι εις οικοδομήν και ουκ εκ διαθήκης σου. 54 όπως κομίση την βάσανόν σου και ατιμωθήση εκ πάντων. 57 προ του αποκαλυφθήναι τας κακίας σου. εν ή έφθειρας τας αδελφάς σου εν ταις αμαρτίαις σου. και επιγνώση ότι εγώ Κύριος.

ουχί άμα τω άψασθαι αυτής ανεμον τον καύσωνα ξηρανθήσεται. 7 και εγένετο αετός έτερος μέγας. του είναι εις άμπελον μεγάλην.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. 4 τα άκρα της απαλότητος απέκνισε και ήνεγκεν αυτά εις γην Χαναάν. πλήρης ονύχων. 11 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 12 υιε ανθρώπου. 8 εις πεδίον καλόν εφ ‘ ύδατι πολλω αύτη πιαίνεται του ποιείν βλαστούς και φέρειν καρπόν. ειπόν· όταν έλθη βασιλεύς Βαβυλώνος επί Ιερουσαλήμ. επιβλεπόμενον έταξεν αυτό. ουχί αι ρίζαι της απαλότητος αυτής και ο καρπός σαπήσεται. και εγένετο εις άμπελον και εποίησεν απώρυγας και εξέτεινε την αναδενδράδα αυτής. και τους ηγεμόνας της γης λήψεται 14 του γενέσθαι εις βασιλείαν ασθενή το καθόλου μη επαίρεσθαι. συν τω βώλω ανατολής αυτής ξηρανθήσεται. ος έχει το ήγημα εισελθείν εις τον Λίβανον και έλαβε τα επίλεκτα της κέδρου. ειπόν δη προς τον οίκον τον παραπικραίνοντα· ουκ επίστασθε τι ην ταύτα. και ιδού η άμπελος αύτη περιπεπλεγμένη προς αυτόν. και ρίζαι αυτής προς αυτόν. διήγησαι διήγημα και ειπόν παραβολήν προς τον οίκον του Ισραήλ 3 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ο αετός ο μέγας ο μεγαλοπτέρυγος. πολύς όνυξι. 13 και λήψεται εκ του σπέρματος της βασιλείας και διαθήσεται προς αυτόν διαθήκην και εισάξει αυτόν εν αρά. ουδέ εν λαω πολλω του εκσπάσαι αυτήν εκ ριζών αυτής· 10 και ιδού πιαίνεται· μη κατευθυνεί. του φυλάσσειν την διαθήκην αυτού και ιστάνειν αυτήν. 5 και έλαβεν από του σπέρματος της γης και έδωκεν αυτό εις το πεδίον φυτόν εφ ‘ ύδατι πολλω. και τα κλήματα αυτής εξαπέστειλεν αυτω του ποτίσαι αυτήν συν τω βώλω της φυτείας αυτής. 6 και ανέτειλε και εγένετο εις άμπελον ασθενούσαν και μικράν τω μεγέθει του επιφαίνεσθαι αυτήν· τα κλήματα αυτής επ ‘ αυτήν και ρίζαι αυτής υποκάτω αυτής ήσαν. 15 και αποστήσεται απ ‘ αυτού του εξαποστέλλειν αγγέλους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1634 . και ουκ εν βραχίονι μεγάλω. 9 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ει κατευθυνεί. μεγαλοπτέρυγος. και λήψεται τον βασιλέα αυτής και τους άρχοντας αυτής και άξη αυτούς προς εαυτόν εις Βαβυλώνα. και ξηρανθήσεται πάντα τα προανατέλλοντα αυτής. ο μακρός τη εκτάσει. εις πόλιν τετειχισμένην έθετο αυτά.

εν χαρακοβολία και εν οικοδομή βελοστάσεων του εξάραι ψυχάς. ει κατευθυνεί. 17 και ουκ εν δυνάμει μεγάλη ουδέ εν όχλω πολλω ποιήσει προς αυτόν Φαραώ πόλεμον. λέγει Κύριος. ούτως και η ψυχή Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1635 . ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. ος ητίμωσε την αράν μου και ος παρέβη την διαθήκην μου. και ιδού δέδωκε την χείρα αυτού και πάντα ταύτα εποίησεν αυτω· μη σωθήσεται. 19 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ζω εγώ εάν μη την ορκωμοσίαν μου. τι υμίν η παραβολή αύτη εν τοις υιοίς Ισραήλ λέγοντες· οι πατέρες έφαγον όμφακα και οι οδόντες των τέκνων εγομφίασαν. 21 εν πάση παρατάξει αυτού εν ρομφαία πεσούνται. και τους καταλοίπους εις πάντα άνεμον διασπερώ. ον τρόπον η ψυχή του πατρός. τα κλήματα αυτού αποκατασταθήσεται. 3 ζω εγώ. και εξοίσει βλαστόν και ποιήσει καρπόν και έσται εις κέδρον μεγάλην. 20 και εκπετάσω επ ‘ αυτόν το δίκτυόν μου. και δώσω αυτά εις κεφαλήν αυτού.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εαυτού εις Αίγυπτον. ην παρέβη. και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος λελάληκα.22 Διότι τάδε λέγει Κύριος· και λήψομαι εγώ εκ των εκλεκτών της κέδρου. . του δούναι αυτω ίππους και λαόν πολύν. και την διαθήκην μου. εκ κορυφής καρδίας αυτών αποκνιώ και καταφυτεύσω εγώ επ ‘ όρος υψηλόν· 23 και κρεμάσω αυτόν εν όρει μετεώρω τω Ισραήλ και καταφυτεύσω. μετ ‘ αυτού εν μέσω Βαβυλώνος τελευτήσει. 18 και ητίμωσεν ορκωμοσίαν του παραβήναι διαθήκην. εάν γένηται έτι λεγομένη η παραβολή αύτη εν τω Ισραήλ· 4 ότι πάσαι αι ψυχαί εμαί εισιν. και αλώσεται εν τη περιοχή αυτού. ει διασωθήσεται ο ποιών εναντία. εάν μη εν ω τόπω ο βασιλεύς ο βασιλεύσας αυτόν. ην ητίμωσε. 24 και γνώσονται πάντα τα ξύλα του πεδίου διότι εγώ Κύριος ο ταπεινών ξύλον υψηλόν και υψών ξύλον ταπεινόν και ξηραίνων ξύλον χλωρόν και αναθάλλων ξύλον ξηρόν· εγώ Κύριος λελάληκα και ποιήσω. 16 ζω εγώ. και παν πετεινόν υπό την σκιάν αυτού αναπαύσεται. και αναπαύσεται υποκάτω αυτού παν θηρίον. λέγει Κύριος. και παραβαίνων διαθήκην ει διασωθήσεται.

ου τελευτήσει εν αδικίαις πατρός αυτού. το αίμα αυτού επ ‘ αυτόν έσται. τον άρτον αυτού τω πεινώντι δώσει και γυμνόν περιβαλεί 8 και το αργύριον αυτού επί τόκω ου δώσει και πλεονασμόν ου λήψεται και εξ αδικίας αποστρέψει την χείρα αυτού. αύτη αποθανείται. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1636 . . 11 εν τη οδω του πατρός αυτού του δικαίου ουκ επορεύθη. 17 και από αδικίας απέστρεψε την χείρα αυτού. ζωή ζήσεται. πάσας τας ανομίας ταύτας εποίησε. πάντα τα νόμιμά μου συνετήρησε και εποίησεν αυτά· ζωή ζήσεται.5 Ο δε άνθρωπος ος έσται δίκαιος.19 Και ερείτε· τι ότι ουκ έλαβε την αδικίαν ο υιος του πατρός. 20 η δε ψυχή η αμαρτάνουσα αποθανείται· ο δε υιος ου λήψεται την αδικίαν του πατρός. θανάτω θανατωθήσεται. δικαιοσύνην εποίησε και εν τοις προστάγμασί μου επορεύθη. τόκον ουδέ πλεονασμόν ουκ έλαβε. ουδέ ο πατήρ λήψεται την αδικίαν του υιού· δικαιοσύνη δικαίου επ ‘ αυτόν έσται.10 Και εάν γεννήση υιόν λοιμόν εκχέοντα αίμα και ποιούντα αμαρτήματα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ του υιού. και ίδη πάσας τας αμαρτίας του πατρός αυτού. 6 επί των ορέων ου φάγεται και τους οφθαλμούς αυτού ου μη επάρη προς τα ενθυμήματα οίκου Ισραήλ και την γυναίκα του πλησίον αυτού ου μη μιάνη και προς γυναίκα εν αφέδρω ούσαν ου προσεγγιεί 7 και άνθρωπον ου μη καταδυναστεύση. . ενεχυρασμόν οφείλοντος αποδώσει και άρπαγμα ουχ αρπάται. κρίμα δίκαιον ποιήσει ανά μέσον ανδρός και ανά μέσον του πλησίον αυτού 9 και τοις προστάγμασί μου πεπόρευται και τα δικαιώματά μου πεφύλακται του ποιήσαι αυτά· δίκαιος ούτός εστι. ο ποιών κρίμα και δικαιοσύνην. ας εποίησε. ανομίαν πεποίηκε. 15 επί των ορέων ου βέβρωκε και τους οφθαλμούς αυτού ουκ έθετο εις τα ενθυμήματα οίκου Ισραήλ και την γυναίκα του πλησίον αυτού ουκ εμίανε 16 και άνθρωπον ου κατεδυνάστευσε και ενεχυρασμόν ουκ ενεχύρασε και άρπαγμα ουχ ήρπασε. εμαί εισιν· η ψυχή η αμαρτάνουσα. ζωή ζήσεται. αλλά και επί των ορέων έφαγε και την γυναίκα του πλησίον αυτού εμίανε 12 και πτωχόν και πένητα κατεδυνάστευσε και άρπαγμα ήρπασε και ενεχυρασμόν ουκ απέδωκε και εις τα είδωλα έθετο τους οφθαλμούς αυτού.14 Εάν δε γεννήση υιόν. 21 και ο άνομος εάν αποστρέψη εκ πασών των ανομιών αυτού. εναντία εποίησεν εν μέσω του λαού μου και αποθανείται εν τη αδικία αυτού. 13 μετά τόκου έδωκε και πλεονασμόν έλαβεν. τον άρτον αυτού τω πεινώντι έδωκε και γυμνόν περιέβαλε. . και ανομία ανόμου επ ‘ αυτόν έσται. ότι ο υιος δικαιοσύνην και έλεος πεποίηκε. λέγει Κύριος. ων εποίησε. . και φοβηθή και μη ποιήση κατ ‘ αυτάς. ούτος ζωή ου ζήσεται. 18 ο δε πατήρ αυτού εάν θλίψει θλίψη και αρπάση άρπαγμα.

ακούσατε δη πας ο οίκος Ισραήλ· μη η οδός μου ου κατευθύνει. 24 εν δε τω αποστρέψαι δίκαιον εκ της δικαιοσύνης αυτού και ποιήσαι αδικίαν κατά πάσας τας ανομίας. επιστράφητε και αποστρέψατε εκ πασών των ασεβειών υμών. ω παρέπεσε. 22 πάντα τα παραπτώματα αυτού. λέγει Κύριος. 25 και είπατε· ου κατευθύνει η οδός Κυρίου. 26 εν τω αποστρέψαι τον δίκαιον εκ της δικαιοσύνης αυτού και ποιήσει παράπτωμα και αποθάνη. ας εποίησεν ο άνομος. εν μέσω λεόντων επλήθυνε σκύμνους αυτής. ούτος την ψυχήν αυτού εφύλαξε 28 και απέστρεψεν εκ πασών των ασεβειών αυτού. 27 και εν τω αποστρέψαι άνομον από της ανομίας αυτού. ων εποίησε. ης εποίησε. 30 έκαστον κατά την οδόν αυτού κρινώ υμάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φυλάξηται πάσας τας εντολάς μου και ποιήση δικαιοσύνην και έλεος. ανθρώπους έφαγε. 29 και λέγουσιν ο οίκος του Ισραήλ· ου κατορθοί η οδός Κυρίου. ή εποίησε. εν τη δικαιοσύνη αυτού. και εν ταις αμαρτίαις αυτού. 3 και απεπήδησεν εις των σκύμνων αυτής. οίκος Ισραήλ. ζήσεται. ου μη αποθάνη. λέων εγένετο και έμαθε του αρπάζειν αρπάγματα. σκύμνος· εν μέσω λεόντων εγενήθη. οίκος Ισραήλ. πάσαι αι δικαιοσύναι αυτού. 23 μη θελήσει θελήσω τον θάνατον του ανόμου. ως το αποστρέψαι αυτόν εκ της οδού της πονηράς και ζήν αυτόν. ου μνησθήσεται. ουχί η οδός υμών ου κατευθύνει. εν αυταίς αποθανείται. όσα εποίησεν. και ουκ έσονται υμίν εις κόλασιν αδικίας. ου μη μνησθώσιν· εν τω παραπτώματι αυτού. ω εποίησεν. ας εποίησεν. και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην. ουχί η οδός υμών ου κατορθοί. ας ησεβήσατε εις εμέ και ποιήσατε εαυτοίς καρδίαν καινήν και πνεύμα καινόν· και ινατί αποθνήσκετε. οίκος Ισραήλ. μη η οδός μου ου κατορθοί. ζωή ζήσεται και ου μη αποθάνη. 4 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1637 . αις ήμαρτεν. λέγει Κύριος. εν τω παραπτώματι. 31 απορρίψατε αφ ‘ εαυτών πάσας τας ασεβείας υμών. εν αυτω αποθανείται. ζωή ζήσεται. λέγει Κύριος. 32 διότι ου θέλω τον θάνατον του αποθνήσκοντος. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ 1 ΚΑΙ συ λαβέ θρήνον επί τον άρχοντα του Ισραήλ 2 και ερείς· τι η μήτηρ σου.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ήκουσαν κατ' αυτού έθνη. ήλθε προς βασιλέα Βαβυλώνος. 13 και νυν πεφύτευκαν αυτήν εν τη ερήμω. 11 και εγένετο αυτη ράβδος επί φυλήν ηγουμένων. επί γην ερρίφη. 10 η μήτηρ σου ως άμπελος και ως άνθος εν ρόα εν ύδατι πεφυτευμένη. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω έτει τω εβδόμω. λέοντα έταξεν αυτόν. τας ανομίας των πατέρων αυτών διαμάρτυραι αυτοίς 5 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· αφ' ης ημέρας ηρέτισα τον οίκον Ισραήλ και εγνωρίσθην τω σπέρματι οίκου Ιακώβ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1638 . ήλθον άνδρες εκ των πρεσβυτέρων οίκου Ισραήλ επερωτήσαι τον Κύριον και εκάθισαν προ προσώπου μου. λάλησον προς τους πρεσβυτέρους του οίκου Ισραήλ και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ει επερωτήσαί με υμείς έρχεσθε. 12 και κατεκλάσθη εν θυμω. υιε ανθρώπου. λέων εγένετο και έμαθεν αρπάζειν αρπάγματα. 8 και έδωκαν επ' αυτόν έθνη εκ χωρών κυκλόθεν και εξεπέτασαν επ' αυτόν δίκτυα αυτών. απώλετο η υπόστασις αυτής. 2 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 3 υιε ανθρώπου. και υψώθη τω μεγέθει αυτής εν μέσω στελεχών και είδε το μέγεθος αυτής εν πλήθει κλημάτων αυτής. ζω εγώ ει αποκριθήσομαι υμίν. εν διαφθορά αυτών συνελήφθη· 9 και έθεντο αυτόν εν κημω και εν γαλεάγρα. και εισήγαγεν αυτόν εις φυλακήν. και ήγαγον αυτόν εν κημω εις γην Αιγύπτου. ανθρώπους έφαγε· 7 και ενέμετο τω θράσει αυτού και τας πόλεις αυτών εξηρήμωσε και ηφάνισε γην και το πλήρωμα αυτής από φωνής ωρυώματος αυτού. 5 και είδεν ότι απώσται απ' αυτής. εν τη διαφθορά αυτών συνελήφθη. φυλή εις παραβολήν θρήνου εστί και έσται εις θρήνον. λέγει Κύριος· 4 ει εκδικήσω αυτούς εκδικήσει. εν γη ανύδρω· 14 και εξήλθε πυρ εκ ράβδου εκλεκτών αυτής και κατέφαγεν αυτήν. εν τω πέμπτω μηνί. ο καρπός αυτής και ο βλαστός αυτής εγένετο εξ ύδατος πολλού. και έλαβεν άλλον εκ των σκύμνων αυτής. όπως μη ακουσθή η φωνή αυτού επί τα όρη του Ισραήλ. δεκάτη του μηνός. πυρ ανήλωσεν αυτήν. και ουκ ην εν αυτη ράβδος ισχύος. 6 και ανεστρέφετο εν μέσω λεόντων. και άνεμος ο καύσων εξήρανε τα εκλεκτά αυτής· εξεδικήθη και εξηράνθη η ράβδος ισχύος αυτής.

ην έδωκα αυτοίς. 17 και εφείσατο ο οφθαλμός μου επ' αυτούς του εξαλείψαι αυτούς και ουκ εποίησα αυτούς εις συντέλειαν εν τη ερήμω. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. και εν τοις επιτηδεύμασιν Αιγύπτου μη μιαίνεσθε. τα βδελύγματα των οφθαλμών αυτών ουκ απέρριψαν και τα επιτηδεύματα Αιγύπτου ουκ εγκατέλιπον. 16 ανθ' ων τα δικαιώματά μου απώσαντο και εν τοις προστάγμασί μου ουκ επορεύθησαν εν αυτοίς και τα σάββατά μου εβεβήλουν και οπίσω των ενθυμημάτων καρδίας αυτών επορεύοντο. κηρίον εστί παρά πάσαν την γην. 13 και είπα προς τον οίκον του Ισραήλ εν τη ερήμω· εν τοις προστάγμασί μου πορεύεσθε· και ουκ επορεύθησαν και τα δικαιώματά μου απώσαντο. ων εξήγαγον αυτούς κατ' οφθαλμούς αυτών. κηρίον εστί παρά πάσαν την γην. και τα σάββατά μου εβεβήλωσαν σφόδρα. εν οίς εγνώσθην προς αυτούς ενώπιον αυτών του εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου. α ποιήσει αυτά άνθρωπος και ζήσεται εν αυτοίς. 14 και εποίησα όπως το όνομά μου το παράπαν μη βεβηλωθή ενώπιον των εθνών. 18 και είπα προς τα τέκνα αυτών εν τη ερήμω· εν τοις νομίμοις των πατέρων υμών μη πορεύεσθε και τα δικαιώματα αυτών μη φυλάσσεσθε και εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών μη συναναμίσγεσθε και μη μιαίνεσθε. και έστω εις σημείον ανά Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1639 . και είπα του εκχέαι τον θυμόν μου επ' αυτούς εν τη ερήμω του εξαναλώσαι αυτούς. ων αυτοί εισιν εν μέσω αυτών. ην ητοίμασα αυτοίς. 19 εγώ Κύριος ο Θεός υμών. και είπα του εκχέαι τον θυμόν μου επ' αυτούς του συντελέσαι την οργήν μου εν αυτοίς εν μέσω γης Αιγύπτου. 9 και εποίησα όπως το όνομά μου το παράπαν μη βεβηλωθή ενώπιον των εθνών. εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 6 εν εκείνη τη ημέρα αντελαβόμην τη χειρί μου αυτών του εξαγαγείν αυτούς εκ γης Αιγύπτου εις την γην. 8 και απέστησαν απ' εμού και ουκ ηθέλησαν εισακούσαί μου. γην ρέουσαν γάλα και μέλι. όσα ποιήσει αυτά άνθρωπος και ζήσεται εν αυτοίς. 10 και ήγαγον αυτούς εις την έρημον 11 και έδωκα αυτοίς τα προστάγματά μου και τα δικαιώματά μου εγνώρισα αυτοίς. 7 και είπα προς αυτούς· έκαστος βδελύγματα των οφθαλμών αυτού απορριψάτω. 15 και εγώ εξήρα την χείρά μου επ' αυτούς εν τη ερήμω το παράπαν του μη εισαγαγείν αυτούς εις την γην. και ποιείτε αυτά· 20 και τα σάββατά μου αγιάζετε. 12 και τα σάββατά μου έδωκα αυτοίς του είναι εις σημείον ανά μέσον εμού και ανά μέσον αυτών του γνώναι αυτούς διότι εγώ Κύριος ο αγιάζων αυτούς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και εγνώσθην αυτοίς εν γη Αιγύπτου και αντελαβόμην τη χειρί μου αυτών λέγων· εγώ Κύριος ο Θεός υμών. εν τοις προστάγμασί μου πορεύεσθε και τα δικαιώματά μου φυλάσσεσθε.

εν τοις προστάγμασί μου ουκ επορεύθησαν. 24 ανθ' ων τα δικαιώματά μου ουκ εποίησαν και τα προστάγματά μου απώσαντο και τα σάββατά μου εβεβήλουν. 21 και παρεπίκρανάν με και τα τέκνα αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μέσον εμού και υμών του γινώσκειν διότι εγώ Κύριος ο Θεός υμών. 35 και άξω υμάς εις την έρημον των λαών. 25 και εγώ έδωκα αυτοίς προστάγματα ου καλά και δικαιώματα. οίς υμείς μιαίνεσθε εν πάσι τοις ενθυμήμασιν υμών έως της σήμερον ημέρας. 23 και εξήρα την χείρά μου επ' αυτούς εν τη ερήμω του διασκορπίσαι αυτούς εν τοις έθνεσι και διασπείραι αυτούς εν ταις χώραις. 26 και μιανώ αυτούς εν τοις δόμασιν αυτών εν τω διαπορεύεσθαί με παν διανοίγον μήτραν. και διακριθήσομαι προς υμάς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1640 . εν οίς ου ζήσονται εν αυτοίς. ων εξήγαγον αυτούς κατ' οφθαλμούς αυτών. ου διεσκορπίσθητε εν αυταίς. α ποιήσει άνθρωπος και ζήσεται εν αυτοίς. όπως αφανίσω αυτούς. λέγει Κύριος. και επεκάλεσαν το όνομα αυτού Αβαμά έως της σήμερον ημέρας. 32 και ουκ έσται ον τρόπον υμείς λέγετε· εσόμεθα ως τα έθνη και ως αι φυλαί της γης του λατρεύειν ξύλοις και λίθοις. ει αποκριθήσομαι υμίν. και εγώ αποκριθώ υμίν. λέγει Κύριος. 31 και εν ταις απαρχαίς των δομάτων υμών. και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· έως τούτου παρώργισάν με οι πατέρες υμών εν τοις παραπτώμασιν αυτών. ζω εγώ. και οπίσω των ενθυμημάτων των πατέρων αυτών ήσαν οι οφθαλμοί αυτών. και τα σάββατά μου εβεβήλουν. και είδον πάντα βουνόν υψηλόν και παν ξύλον κατάσκιον και έθυσαν εκεί τοις θεοίς αυτών και έταξαν εκεί οσμήν ευωδίας και έσπεισαν εκεί τας σπονδάς αυτών. ζω εγώ. 27 Δια τούτο λάλησον προς τον οίκον του Ισραήλ. 28 και εισήγαγον αυτούς εις την γην. υιε ανθρώπου. ότι υμείς εισπορεύεσθε εκεί. εν οίς παρέπεσον εις εμέ. και τα δικαιώματά μου ουκ εφυλάξαντο του ποιείν αυτά. εν τοις αφορισμοίς. και ει αναβήσεται επί το πνεύμα υμών τούτο. και είπα του εκχέαι τον θυμόν μου επ' αυτούς εν τη ερήμω του συντελέσαι την οργήν μου επ' αυτούς· 22 και εποίησα όπως το όνομά μου το παράπαν μη βεβηλωθή ενώπιον των εθνών. εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω και εν θυμω κεχυμένω βασιλεύσω εφ' υμάς· 34 και εξάξω υμάς εκ των λαών και εισδέξομαι υμάς εκ των χωρών. εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλω και εν θυμω κεχυμένω. οίκος του Ισραήλ. 29 και είπον προς αυτούς· τι εστιν Αβαμά. ην ήρα την χείρά μου του δούναι αυτήν αυτοίς. 30 δια τούτο ειπόν προς τον οίκον του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ει εν ταις ανομίαις των πατέρων υμών υμείς μιαίνεσθε και οπίσω των βδελυγμάτων αυτών υμείς εκπορνεύετε. 33 δια τούτο.

επ' όρους υψηλού. και κόψεσθε τα πρόσωπα υμών εν πάσαις ταις κακίαις υμών. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος Κύριος. 49 και είπα· μηδαμώς Κύριε Κύριε· αυτοί λέγουσι προς με· ουχί παραβολή εστι λεγομένη αύτη. 44 και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος εν τω ποιήσαί με ούτως υμίν. και εις την γην του Ισραήλ ουκ εισελεύσονται· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος Κύριος. 42 και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος εν τω εισαγαγείν με υμάς εις την γην του Ισραήλ. εκεί δουλεύσουσί μοι πας οίκος Ισραήλ εις τέλος. τάδε λέγει Κύριος Κύριος· έκαστος τα επιτηδεύματα αυτού εξάρατε· και μετά ταύτα ει υμείς εισακούετέ μου και το όνομά μου το άγιον ου βεβηλώσετε ουκέτι εν τοις δώροις υμών και εν τοις επιτηδεύμασιν υμών· 40 διότι επί του όρους του αγίου μου. (Μασ. εις ην ήρα την χείρά μου του δούναι αυτήν τοις πατράσιν υμών. διότι εκ της παροικεσίας αυτών εξάξω αυτούς. ου σβεσθήσεται η φλόξ η εξαφθείσα. και αγιασθήσομαι εν υμίν κατ' οφθαλμούς των λαών. εις την γην. στήρισον το πρόσωπόν σου επί Θαιμάν και επίβλεψον επί Δαρόμ και προφήτευσον επί δρυμόν ηγούμενον Ναγέβ 47 και ερείς τω δρυμω Ναγέβ· άκουε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ ανάπτω εν σοί πυρ. 36 ον τρόπον διεκρίθην προς τους πατέρας υμών εν τη ερήμω της Αιγύπτου. και καταφάγεται εν σοί παν ξύλον χλωρόν και παν ξύλον ξηρόν. ούτως κρινώ υμάς. και εκεί προσδέξομαι και εκεί επισκέψομαι τας απαρχάς υμών και τας απαρχάς των αφορισμών υμών εν πάσι τοις αγιάσμασιν υμών· 41 εν οσμή ευωδίας προσδέξομαι υμάς εν τω εξαγαγείν με υμάς εκ των λαών και εισδέχεσθαι υμάς εκ των χωρών. όπως το όνομά μου μη βεβηλωθή κατά τας οδούς υμών τας κακάς και κατά τα επιτηδεύματα υμών τα διεφθαρμένα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1641 . 39 και υμείς οίκος Ισραήλ. 43 και μνησθήσεσθε εκεί τας οδούς υμών και τα επιτηδεύματα υμών. και κατακαυθήσεται εν αυτη παν πρόσωπον από απηλιώτου έως βορρά· 48 και επιγνώσεται πάσα σάρξ ότι εγώ Κύριος εξέκαυσα αυτό και ου σβεσθήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκεί πρόσωπον κατά πρόσωπον. εν οίς εμιαίνεσθε εν αυτοίς. εν αις διεσκορπίσθητε εν αυταίς. ΚΑ 1). λέγει Κύριος· 37 και διάξω υμάς υπό την ράβδον μου και εισάξω υμάς εν αριθμω 38 και εκλέξω εξ υμών τους ασεβείς και τους αφεστηκότας. 45 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 46 υιε ανθρώπου.

και πάντες μηροί μολυνθήσονται υγρασία· ιδού έρχεται και έσται λέγει Κύριος. 16 και διαπορεύου. και εκψύξει πάσα σάρξ και παν πνεύμα. εστίν ετοίμη του δούναι αυτήν εις χείρα αποκεντούντος. 17 και εγώ δε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1642 . οξύνου και θυμώθητι. δια τούτο κρότησον επί την χείρά σου. ρομφαία τραυματιών η μεγάλη και εκστήσει αυτούς. 6 και συ υιε ανθρώπου. 10 όπως σφάξης σφάγια. εκ δεξιών και εξ ευωνύμων. 7 και έσται εάν είπωσι προς σε· ένεκα τίνος συ στενάζεις. αυτή εν πάσι τοις αφηγουμένοις του Ισραήλ· παροικήσουσιν επί ρομφαία. υιε ανθρώπου. ουκ έσται. προφήτευσον και κρότησον χείρα επί χείρα και διπλασίασον ρομφαίαν· η τρίτη ρομφαία τραυματιών εστι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 δια τούτο προφήτευσον. 14 και συ. λέγει Κύριος Κύριος. ετοίμη εις παράλυσιν. 13 ότι δεδικαίωται· και τι ει και φυλή απώσθη. και θραυσθήσεται πάσα καρδία. εγένετο εν τω λαω μου. λέγων· 9 υιε ανθρώπου. 12 ανάκραγε και ολόλυξον. υιε ανθρώπου. σφάζε. εξουδένει. ου αν το πρόσωπόν σου εξεγείρηται. εύ γέγονεν εις σφαγήν. 11 και έδωκεν αυτήν ετοίμην του κρατείν χείρα αυτού· εξηκονήθη η ρομφαία. και πάσαι χείρες παραλυθήσονται. οξύνου. και ερείς· επί τη αγγελία. εύ γέγονεν εις στίλβωσιν. 8 και εγένετο λόγος Κυρίου προς με. οξύνου όπως γένη εις στίλβωσιν. απωθού παν ξύλον. ότι αυτή εγένετο εν τω λαω μου. 15 όπως θραυσθή η καρδία και πληθυνθώσιν οι ασθενούντες επί πάσαν πύλην αυτών· παραδέδονται εις σφάγια ρομφαίας. ούτως εξελεύσεται το εγχειρίδιόν μου εκ του κολεού αυτού επί πάσαν σάρκα από απηλιώτου έως βορρά· 5 και επιγνώσεται πάσα σάρξ διότι εγώ Κύριος εξέσπασα το εγχειρίδιόν μου εκ του κολεού αυτού και ουκ αποστρέψει ουκέτι. προφήτευσον και ερείς· τάδε λέγει Κύριος· ειπόν· ρομφαία ρομφαία. και στήρισον το πρόσωπόν σου επί Ιερουσαλήμ και επίβλεψον επί τα άγια αυτών και προφητεύσεις επί την γην του Ισραήλ 3 και ερείς προς την γην του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ προς σε και εκσπάσω το εγχειρίδιόν μου εκ του κολεού αυτού και εξολοθρεύσω εκ σου άνομον και άδικον· 4 ανθ' ων εξολοθρεύσω εκ σου άδικον και άνομον. καταστέναξον εν συντριβή οσφύος σου και εν οδύναις στενάξεις κατ' οφθαλμούς αυτών. υιε ανθρώπου. διότι έρχεται.

αφηγούμενε του Ισραήλ. υψώσαι φωνήν μετά κραυγής. το αίμά σου έσται εν μέσω της γης σου· ου μη γένηταί σου μνεία. και παραδώσω αυτω. 30 απόστρεφε. εν πυρί οργής μου εμφυσήσω επί σε και παραδώσω σε εις χείρας ανδρών βαρβάρων τεκταινόντων διαφθοράν.28 Και συ υιε ανθρώπου. προφήτευσον. 27 αδικίαν αδικίαν θήσομαι αυτήν. εν καιρω αδικίας πέρας. βέβηλε. διότι εγώ Κύριος λελάληκα. εν καιρω αδικίας πέρας. και χείρ εν αρχή οδού πόλεως. 25 και συ. 18 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 19 και συ υιε ανθρώπου. 24 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων ανεμνήσατε τας αδικίας υμών. επ' αρχής οδού διατάξεις του εισελθείν ρομφαίαν επί Ραββάθ υιών Αμμών και επί την Ιουδαίαν και επί Ιερουσαλήμ εν μέσω αυτής. 32 εν πυρί έση κατάβρωμα. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1643 . διάταξον σεαυτω δύο οδούς 20 του εισελθείν ρομφαίαν βασιλέως Βαβυλώνος· εκ χώρας μιάς εξελεύσονται αι δύο. του διανοίξαι στόμα εν βοή. και ερείς· τάδε λέγει Κύριος προς τους υιούς Αμμών και προς τον ονειδισμόν αυτών και ερείς· ρομφαία ρομφαία εσπασμένη εις σφάγια και εσπασμένη εις συντέλειαν. ου ήκει η ημέρα. ων ήκει η ημέρα. 26 τάδε λέγει Κύριος· αφείλου την κίδαριν και επέθου τον στέφανον· αύτη ου τοιαύτη έσται· εταπείνωσας το υψηλόν και ύψωσας το ταπεινόν. άνομε. 22 εγένετο το μαντείον επί Ιερουσαλήμ του βαλείν χάρακα. ω γεγέννησαι· εν τη γη τη ιδία σου κρινώ σε 31 και εκχεώ επί σε οργήν μου. του παραδούναί σε επί τραχήλους τραυματιών ανόμων. του βαλείν χάρακα επί τας πύλας αυτής και βαλείν χώμα και οικοδομήσαι βελοστάσεις. 21 διότι στήσεται βασιλεύς Βαβυλώνος επί την αρχαίαν οδόν. 23 και αυτός αυτοίς ως μαντευόμενος μαντείαν ενώπιον αυτών και αυτός αναμιμνήσκων αδικίας αυτού μνησθήναι. ανθ' ανεμνήσατε. εν τούτοις αλώσεσθε. έως ου έλθη ω καθήκει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κροτήσω χείρά μου προς χείρά μου και αναφήσω τον θυμόν μου· εγώ Κύριος λελάληκα. . του μαντεύσασθαι μαντείαν. του οραθήναι αμαρτίας υμών εν πάσαις ταις ασεβείαις υμών και εν τοις επιτηδεύμασιν υμών. ουδ' αύτη τοιαύτη έσται. μη καταλύσης εν τω τόπω τούτω. επ' αρχής των δύο οδών. του αναβράσαι ράβδον και επερωτήσαι εν τοις γλυπτοίς και κατασκοπήσασθαι εκ δεξιών αυτού. εν τω αποκαλυφθήναι τας ασεβείας υμών. εγείρου όπως στίλβης 29 εν τη οράσει σου τη ματαία και εν τω μαντεύεσθαί σε ψευδή.

όπως εκχέωσιν αίμα· 7 πατέρα και μητέρα εκακολόγουν εν σοί. 6 ιδού οι αφηγούμενοι οίκου Ισραήλ. δια τούτο δέδωκά σε εις ονειδισμόν τοις έθνεσι.17 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 18 υιε ανθρώπου. 16 και κατακληρονομήσω εν σοί κατ' οφθαλμούς των εθνών· και γνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. εμιαίνου. όπως εκχέωσιν αίμα. οίς εξέχεας. 14 ει υποστήσεται η καρδία σου. οίς εποίησας. 10 αισχύνην πατρός απεκάλυψαν εν σοί και εν ακαθαρσίαις αποκαθημένην εταπείνουν εν σοί· 11 έκαστος την γυναίκα του πλησίον αυτού ηνομούσαν. και έκαστος την νύμφην αυτού εμίαινεν εν ασεβεία. 4 εν τοις αίμασιν αυτών. και επί των ορέων ήσθιον εν σοί. εμού δε επελάθου. . παραπέπτωκας και εν τοις ενθυμήμασί σου. λέγει Κύριος. και προς τον προσήλυτον ανεστρέφοντο εν αδικίαις εν σοί. ει κρατήσουσιν αι χείρές σου εν ταις ημέραις. όπως εκχέωσιν εν σοί αίμα. 15 και διασκορπιώ σε εν τοις έθνεσι και διασπερώ σε εν ταις χώραις. και επί τοις αίμασί σου τοις γεγενημένοις εν μέσω σου. αις εγώ ποιώ εν σοί. ιδού γεγόνασί μοι ο οίκος Ισραήλ αναμεμειγμένοι πάντες χαλκω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1644 . ανόσια εποίουν εν μέσω σου. 9 άνδρες λησταί ήσαν εν σοί. και εις εμπαιγμόν πάσαις ταις χώραις 5 ταις εγγιζούσαις προς σε και ταις μακράν απεχούσαις από σου. και ήγγισας τας ημέρας σου και ήγαγες καιρόν ετών σου. εγώ Κύριος λελάληκα και ποιήσω. και παράδειξον αυτη πάσας τας ανομίας αυτής 3 και ερείς· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ω πόλις εκχέουσα αίματα εν μέσω αυτής του ελθείν καιρόν αυτής και ποιούσα ενθυμήματα καθ' εαυτής. και εκλείψει η ακαθαρσία σου εκ σου. 13 εάν δε πατάξω χείρά μου προς χείρά μου εφ' οίς συντετέλεσαι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ υιε ανθρώπου. ει κρινείς την πόλιν των αιμάτων. τόκον και πλεονασμόν ελαμβάνοσαν εν σοί· και συνετελέσω συντέλειαν κακίας σου την εν καταδυναστεία. 12 δώρα ελαμβάνοσαν εν σοί. ορφανόν και χήραν κατεδυνάστευον εν σοί· 8 και τα άγιά μου εξουθένουν και τα σάββατά μου εβεβήλουν εν σοί. του μιαίνειν αυτήν. οίς εποίεις. και έκαστος την αδελφήν αυτού θυγατέρα του πατρός αυτού εταπείνουν εν σοί. έκαστος προς τους συγγενείς αυτού συνανεφύροντο εν σοί. και εμπαίξονται εν σοί· ακάθαρτος η ονομαστή και πολλή εν ταις ανομίαις.

πτωχόν και πένητα καταδυναστεύοντες και προς τον προσήλυτον ουκ αναστρεφόμενοι μετά κρίματος. και εβεβηλούμην εν μέσω αυτών. ορώντες μάταια. όπως πλεονεξία πλεονεκτώσι. και αι χήραί σου επληθύνθησαν εν μέσω σου. ψυχάς κατεσθίοντες εν δυναστεία. λέγει Κύριος Κύριος. ειπόν αυτη· συ ει γη η ου βρεχομένη.23 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 24 υιε ανθρώπου. ούτως χωνευθύσεσθε εν μέσω αυτής· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος εξέχεα τον θυμόν μου εφ' υμάς. . δύο γυναίκες ήσαν θυγατέρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1645 . εν μέσω αργυρίου αναμεμειγμένος εστί. και ουχ εύρον. 27 οι άρχοντες αυτής εν μέσω αυτής ως λύκοι αρπάζοντες αρπάγματα του εκχέαι αίμα. δια τούτο εγώ εισδέχομαι υμάς εις μέσον Ιερουσαλήμ. λέγοντες· τάδε λέγει Κύριος. 28 και οι προφήται αυτής αλείφοντες αυτούς πεσούνται. ούτως εισδέξομαι εν οργή μου και συνάξω και χωνεύσω υμάς 21 και εκφυσήσω εφ' υμάς εν πυρί οργής μου. 30 και εζήτουν εξ αυτών άνδρα αναστρεφόμενον ορθώς και εστώτα προ προσώπου μου ολοσχερώς εν τω καιρω της γης του μη εις τέλος εξαλείψαι αυτήν. 31 και εξέχεα επ' αυτήν θυμόν μου εν πυρί οργής μου του συντελέσαι· τας οδούς αυτών εις κεφαλάς αυτών δέδωκα. και Κύριος ουκ ελάλησε. 22 ον τρόπον χωνεύεται αργύριον εν μέσω καμίνου. και χωνευθήσεσθε εν μέσω αυτής. 29 λαόν της γης εκπιεζούντες αδικία και διαρπάζοντες αρπάγματα. μαντευόμενοι ψευδή. και τιμάς λαμβάνοντες εν αδικία. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. ουδέ υετός εγένετο επί σε εν ημέρα οργής· 25 ης οι αφηγούμενοι εν μέσω αυτής ως λέοντες ωρυόμενοι αρπάζοντες αρπάγματα. 19 δια τούτο ειπόν· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ανθ' ων εγένεσθε εις σύγκρασιν μίαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και σιδήρω και κασσιτέρω και μολίβω. 26 και οι ιερείς αυτής ηθέτησαν νόμον μου και εβεβήλουν τα άγιά μου· αναμέσον αγίου και βεβήλου ου διέστελλον και αναμέσον ακαθάρτου και του καθαρού ου διέστελλον και από των σαββάτων μου παρεκάλυπτον τους οφθαλμούς αυτών. 20 καθώς εισδέχεται άργυρος και χαλκός και σίδηρος και κασσίτερος και μόλιβος εις μέσον καμίνου του εκφυσήσαι εις αυτό πυρ του χωνευθήναι.

15 εζωσμένους ποικίλματα επί τας οσφύας αυτών. ους επέθετο. επί τους Ασσυρίους τους εγγίζοντας αυτη. εφ' ους επετίθετο. ιππείς ιππαζομένους εφ' ίππων· νεανίσκοι επίλεκτοι πάντες. εν αις επόρνευσας εν Αιγύπτω. . και τα ονόματα αυτών· Σαμάρεια ην ‘Οολά και Ιερουσαλήμ ην ‘Οολιβά. ομοίωμα υιών Χαλδαίων. 7 και έδωκε την πορνείαν αυτής επ' αυτούς· επίλεκτοι υιοί Ασσυρίων πάντες. εκεί διεπαρθενεύθησαν. υιούς και θυγατέρας αυτής έλαβον και αυτήν εν ρομφαία απέκτειναν. και εμιάνθη εν αυτοίς· και απέστη η ψυχή αυτής απ' αυτών. 21 και επεσκέψω την ανομίαν νεότητός σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μητρός μιάς 3 και εξεπόρνευσαν εν Αιγύπτω εν τη νεότητι αυτών· εκεί έπεσον οι μαστοί αυτών. 13 και είδον ότι μεμίανται· οδός μία των δύο. 9 δια τούτο παρέδωκα αυτήν εις χείρας των εραστών αυτής. 16 και επέθετο επ' αυτούς τη οράσει οφθαλμών αυτής και εξαπέστειλεν αγγέλους προς αυτούς εις γην Χαλδαίων. εν πάσι τοις ενθυμήμασιν αυτοίς εμιαίνετο. γης πατρίδος αυτών. ηγουμένους και στρατηγούς τους εγγύς αυτής ενδεδυκότας ευπάρυφα. ου οι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1646 . 12 επί τους υιούς των Ασσυρίων επέθετο. 19 και επλήθυνας την πορνείαν σου του αναμνήσαι ημέραν νεότητός σου. ων ως όνων αι σάρκες αυτών και αιδοία ίππων τα αιδοία αυτών. εζωγραφημένους εν γραφίδι. και απέστη η ψυχή μου απ' αυτής. 17 και ήλθοσαν προς αυτήν υιοί Βαβυλώνος εις κοίτην καταλυόντων και εμίαινον αυτήν εν τη πορνεία αυτής. και τιάραι βαπταί επί των κεφαλών αυτών. 20 και επέθου επί τους Χαλδαίους. όψις τρισσή πάντων. 6 ενδεδυκότας υακίνθινα. εικόνας Χαλδαίων. 10 αυτοί απεκάλυψαν την αισχύνην αυτής. 5 και εξεπόρνευσεν η ‘Οολά απ' εμού και επέθετο επί τους εραστάς αυτής. ότι μετ' αυτής εκοιμώντο εν νεότητι αυτής. 8 και την πορνείαν αυτής εξ Αιγύπτου ουκ εγκατέλιπεν. εις χείρας υιών Ασσυρίων. ιππείς ιππαζόμενοι εφ' ίππων. ηγουμένους και στρατηγούς· νεανίσκοι και επίλεκτοι πάντες. και αυτοί διεπαρθένευσαν αυτήν και εξέχεαν την πορνείαν αυτών επ' αυτήν. και επί πάντας. και εγένετο λάλημα εις γυναίκας. α εποίεις εν Αιγύπτω εν τω καταλύματί σου.11 Και είδεν η αδελφή αυτής ‘Οολιβά και διέφθειρε την επίθεσιν αυτής υπέρ αυτήν και την πορνείαν αυτής υπέρ την πορνείαν της αδελφής αυτής. και εποίησαν εκδικήσεις εν αυτη εις τας θυγατέρας. ον τρόπον απέστη η ψυχή μου από της αδελφής αυτής. 18 και απεκάλυψε την πορνείαν αυτής και απεκάλυψεν αισχύνην αυτής. 4 και τα ονόματα αυτών ην ‘Οολά η πρεσβυτέρα και ‘Οολιβά η αδελφή αυτής. και εγένοντό μοι και έτεκον υιούς και θυγατέρας. 14 και προσέθετο προς την πορνείαν αυτής και είδεν άνδρας εζωγραφημένους επί του τοίχου.

και Αιγύπτου ου μη μνησθής ουκέτι. και ποιήσουσι μετά σου εν οργή θυμού· μυκτήρά σου και ώτά σου αφελούσι και τους καταλοίπους σου εν ρομφαία καταβαλούσιν. 38 έως και ταύτα εποίησάν μοι· τα άγιά μου εμίαινον και τα σάββατά μου εβεβήλουν· 39 και εν τω σφάζειν αυτούς τα τέκνα αυτών τοις ειδώλοις αυτών και εισεπορεύοντο εις τα άγιά μου του βεβηλούν αυτά· και ότι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1647 . και έση γυμνή και αισχύνουσα. 37 ότι εμοιχώντο. ηγεμόνας και στρατηγούς πάντας.36 Και είπε Κύριος προς με· υιε ανθρώπου. αφ' ων απέστη η ψυχή σου απ' αυτών. 25 και δώσω προ προσώπου αυτών κρίμα. και δώσω το ποτήριον αυτής εις χείράς σου. και αποκαλυφθήσεται αισχύνη πορνείας σου και ασέβειά σου. 34 και πίεσαι αυτό· και τας εορτάς και τας νουμηνίας αυτής αποστρέψω· διότι εγώ λελάληκα. αφ' ων απέστη η ψυχή σου απ' αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ μαστοί νεότητός σου. 23 υιούς Βαβυλώνος και πάντας τους Χαλδαίους. Φακούδ και Σουέ και Κουέ και πάντας υιούς Ασσυρίων μετ' αυτών. και αναγγελείς αυταίς τας ανομίας αυτών. νεανίσκους επιλέκτους. άρματα και τροχοί μετ' όχλου λαών. και βαλούσι φυλακήν επί σε κύκλω. και συ λαβέ την ασέβειάν σου και την πορνείαν σου. διήγαγον αυτοίς δι' εμπύρων. 35 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων επελάθου μου και απέρριψάς με οπίσω του σώματός σου. λέγει Κύριος. 26 και εκδύσουσί σε τον ιματισμόν σου και λήψονται τα σκεύη της καυχήσεώς σου. ποτήριον αδελφής σου Σαμαρείας. 28 διότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ παραδίδωμί σε εις χείρας ων μισείς. αυτοί υιούς σου και θυγατέρας σου λήψονται. θυρεοί και πέλται. και η πορνεία σου 30 εποίησε ταύτά σοι εν τω εκπορνεύσαί σε οπίσω εθνών και εμιαίνου εν τοις ενθυμήμασιν αυτών. και αίμα εν χερσίν αυτών· τα ενθυμήματα αυτών εμοιχώντο. ου κρινείς την ‘Οολάν και την ‘Οολιβάν. τρισσούς και ονομαστούς ιππεύοντας εφ' ίππων· 24 και πάντες ήξουσιν επί σε από βορρά.22 Δια τούτο ‘Οολιβά. . και εκδικήσουσί σε εν τοις κρίμασιν αυτών. α εγέννησάν μοι. και τα τέκνα αυτών. . και τους καταλοίπους σου πυρ καταφάγεται. 27 και αποστρέψω τας ασεβείας σου εκ σου και την πορνείαν σου εκ γης Αιγύπτου. 31 εν τη οδω της αδελφής σου επορεύθης. τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εξεγείρω τους εραστάς σου επί σε. και δώσω τον ζήλόν μου εν σοί. και επάξω αυτούς επί σε κυκλόθεν. το πλεονάζον του συντελέσαι μέθην. το βαθύ και το πλατύ. 33 και εκλύσεως πλησθήση· και το ποτήριον αφανισμού. 29 και ποιήσουσιν εν σοί εν μίσει και λήψονται πάντας τους πόνους σου και τους μόχθους σου. και ου μη άρης τους οφθαλμούς σου επ' αυτούς. 32 τάδε λέγει Κύριος· το ποτήριον της αδελφής σου πίεσαι.

παν διχοτόμημα καλόν. και προς άνδρας εκ πλήθους ανθρώπων ήκοντας εκ της ερήμου. και το θυμίαμα και το έλαιόν μου ευφραίνοντο εν αυτοίς. αφ' ης απηρείσατο βασιλεύς Βαβυλώνος επί Ιερουσαλήμ. 40 και ότι τοις ανδράσι τοις ερχομένοις μακρόθεν. σκέλος και ώμον εκσεσαρκισμένα από των οστών 5 εξ επιλέκτων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1648 . και αίμα εν χερσίν αυτών. 45 και άνδρες δίκαιοι αυτοί και εκδικήσουσιν αυτάς εκδικήσει μοιχαλίδος και εκδικήσει αίματος. ούτως εισεπορεύοντο προς ‘Οολάν και προς ‘Οολιβάν του ποιήσαι ανομίαν. 48 και αποστρέψω ασέβειαν εκ της γης. εν τω μηνί τω δεκάτω. 46 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ανάγαγε επ' αυτάς όχλον και δος εν αυταίς ταραχήν και διαρπαγήν 47 και λιθοβόλησον επ' αυτάς λίθοις όχλων και κατακέντει αυτάς εν τοις ξίφεσιν αυτών· υιούς αυτών και θυγατέρας αυτών αποκτενούσι και τους οίκους αυτών εμπρήσουσι. ότι μοιχαλίδες εισί. λέγων· 2 υιε ανθρώπου. και τας αμαρτίας των ενθυμημάτων υμών λήψεσθε· και γνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. και έργα πόρνης και αυτή εξεπόρνευσε. γράψον σεαυτω εις ημέραν από της ημέρας ταύτης. 43 και είπα· ουκ εν τούτοις μοιχεύουσι. από της ημέρας της σήμερον. και παιδευθήσονται πάσαι αι γυναίκες και ου μη ποιήσουσι κατά τας ασεβείας αυτών. δεκάτη του μηνός.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ούτως εποίουν εν μέσω του οίκου μου. οίς αγγέλους εξαπέστειλαν προς αυτούς. 44 και εισεπορεύοντο προς αυτήν. και άμα τω έρχεσθαι αυτούς ευθύς ελούου και εστιβίζου τους οφθαλμούς σου και εκόσμου κόσμω 41 και εκάθου επί κλίνης εστρωμένης. και τράπεζα κεκοσμημένη προ προσώπου αυτής. 49 και δοθήσεται η ασέβεια υμών εφ' υμάς. και εδίδοσαν ψέλλια επί τας χείρας αυτών και στέφανον καυχήσεως επί τας κεφαλάς αυτών. ον τρόπον εισπορεύονται προς γυναίκα πόρνην. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με εν τω έτει τω ενάτω. 3 και ειπόν επί τον οίκον τον παραπικραίνοντα παραβολήν και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· επίστησον τον λέβητα και έγχεον εις αυτόν ύδωρ 4 και έμβαλε εις αυτόν τα διχοτομήματα. 42 και φωνήν αρμονίας ανεκρούοντο.

πένθους εστίν· ουκ έσται το τρίχωμά σου συμπεπλεγμένον επί σε και τα υποδήματά σου εν τοις ποσί σου. λέβης εν ω εστιν ιός εν αυτω. οσφύος. εν ρομφαία πεσούνται. 7 ότι αίμα αυτής εν μέσω αυτής εστιν. λέγει Κύριος. και υπέρ ων φείδονται αι ψυχαί υμών· και οι υιοί υμών και αι θυγατέρες υμών. 20 και είπα προς αυτούς· λόγος Κυρίου εγένετο προς με λέγων· 21 ειπόν προς τον οίκον του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ βεβηλώ τα άγιά μου. και εποίησα το πρωϊ ον τρόπον επετάγη μοι. επιθυμήματα οφθαλμών υμών. η ονομαστή και πολλή του παραπικραίνειν. η ακάθαρτος. ουκ εκκέχυκα αυτό επί την γην του καλύψαι επ' αυτό γην· 8 του αναβήναι θυμόν εις εκδίκησιν εκδικηθήναι δέδωκα το αίμα αυτής επί λεωπετρίαν του μη καλύψαι αυτό. 12 και ου μη εξέλθη εξ αυτής πολύς ο ιός αυτής. ου διαστελώ ουδέ μη ελεήσω· κατά τας οδούς σου. ουκ έπεσεν επ' αυτήν κλήρος. 19 και είπε προς με ο λαός· ουκ αναγγελείς ημίν τι εστι ταύτα. 23 και αι κόμαι υμών επί της κεφαλής υμών. α συ ποιείς. φρύαγμα ισχύος υμών. 18 και ελάλησα προς τον λαόν το πρωϊ. και τα υποδήματα υμών εν τοις ποσίν υμών· ούτε μη κόψησθε ούτε μη κλαύσητε. και ήψηται τα οστά αυτής εν μέσω αυτής. 9 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· καγώ μεγαλυνώ τον δαλόν 10 και πληθυνώ τα ξύλα και ανακαύσω το πυρ. επί λεωπετρίαν τέταχα αυτό. 22 και ποιήσετε ον τρόπον πεποίηκα· από στόματος αυτών ου παρακληθήσεσθε και άρτον ανδρών ου φάγεσθε. και ποιήσω. 14 εγώ Κύριος λελάληκα. και ήξει. και τι εάν μη καθαρισθής έτι. δια τούτο εγώ κρινώ σε κατά τα αίματά σου και κατά τα ενθυμήματά σου κρινώ σε. 24 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1649 . και απέθανεν η γυνή μου εσπέρας. ιδού εγώ λαμβάνω εκ σου τα επιθυμήματα των οφθαλμών σου εν παρατάξει· ου μη κοπής ουδ' ου μη κλαυσθής. και εντακήσεσθε εν ταις αδικίαις υμών και παρακαλέσετε έκαστος τον αδελφόν αυτού. και εκλίπη ο ιός αυτής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κτηνών ειλημμένων και υπόκαιε τα οστά υποκάτω αυτών· έζεσεν έζεσε. όπως τακή τα κρέα και ελαττωθή ο ζωμός 11 και στη επί τους άνθρακας. 17 στεναγμός αίματος. ους εγκατελίπετε. ου μη παρακληθής εν χείλεσιν αυτών και άρτον ανδρών ου μη φάγης. 6 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ω πόλις αιμάτων. καταισχυνθήσεται ο ιός αυτής. και ο ιός ουκ εξήλθεν εξ αυτής· κατά μέλος αυτής εξήνεγκεν. 15 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 16 υιε ανθρώπου. όπως προσκαυθή και θερμανθή ο χαλκός αυτής και τακή εν μέσω ακαθαρσίας αυτής. έως ου εμπλήσω τον θυμόν μου. 13 ανθ' ων εμιαίνου συ. ον τρόπον ενετείλατό μοι. και κατά τα ενθυμήματά σου κρινώ σε.

. 26 εν τη ημέρα εκείνη ήξει ο ανασωζόμενος προς σε του αναγγείλαί σοι εις τα ώτα. και αυτοί πίονται την πιότητά σου. ότι ηφανίσθη. 6 διότι τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων εκρότησας την χείρά σου και εψόφησας τω ποδί σου και επέχαρας εκ ψυχής σου επί την γην του Ισραήλ. 10 τοις υιοίς Κεδέμ επί τους υιούς Αμμών δέδωκα αυτούς εις κληρονομίαν. στήρισον το πρόσωπόν σου επί τους υιούς Αμμών και προφήτευσον επ' αυτούς 3 και ερείς τοις υιοίς Αμμών· ακούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων επεχάρητε επί τα άγιά μου. οίκον Ασιμούθ επάνω πηγής πόλεως παραθαλασσίας. 7 δια τούτο εκτενώ την χείρά μου επί σε και δώσω σε εις διαρπαγήν εν τοις έθνεσι και εξολοθρεύσω σε εκ των λαών και απολώ σε εκ των χωρών απωλεία· και επιγνώση διότι εγώ Κύριος. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου.8 Τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων είπε Μωάβ· ιδού ον τρόπον πάντα τα έθνη οίκος Ισραήλ και Ιούδα. και κατασκηνώσουσιν εν τη απαρτία αυτών εν σοί και δώσουσιν εν σοί τα σκηνώματα αυτών· αυτοί φάγονται τους καρπούς σου. και επί την γην του Ισραήλ. εκλεκτήν γην. και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος. ουχί εν τη ημέρα. όπως μη μνεία γένηται των υιών Αμμών· 11 και εις Μωάβ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1650 . 4 δια τούτο ιδού εγώ παραδίδωμι υμάς τοις υιοίς Κεδέμ εις κληρονομίαν. όταν έλθη ταύτα· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. ότι εβεβηλώθη. όσα εποίησα. 9 δια τούτο ιδού εγώ παραλύω τον ώμον Μωάβ από πόλεων ακρωτηρίων αυτού. ότι επορεύθησαν εν αιχμαλωσία. την έπαρσιν της καυχήσεως αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ έσται Ιεζεκιήλ υμίν εις τέρας· κατά πάντα. και επί τον οίκον του Ιούδα.25 Και συ υιε ανθρώπου. 5 και δώσω την πόλιν του Αμμών εις νομάς καμήλων και τους υιούς Αμμών εις νομήν προβάτων· και επιγνώσεσθε διότι εγώ Κύριος. 27 εν τη ημέρα εκείνη διανοιχθήσεται το στόμα σου προς τον ανασωζόμενον και λαλήσεις και ου μη αποκωφωθής ουκέτι· και έση αυτοίς εις τέρας. όταν λαμβάνων την ισχύν παρ' αυτών. υιούς αυτών και θυγατέρας αυτών. . ποιήσετε. τα επιθυμήματα οφθαλμών αυτών και την έπαρσιν ψυχής αυτών.

ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ 1 ΚΑΙ εγενήθη εν τω ενδεκάτω έτει. και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος εν τω δούναι την εκδίκησίν μου επ' αυτούς. 16 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εκτείνω την χείρά μου επί τους αλλοφύλους και εξολοθρεύσω Κρήτας και απολώ τους καταλοίπους τους κατοικούντας την παραλίαν· 17 και ποιήσω εν αυτοίς εκδικήσεις μεγάλας. και λικμήσω τον χουν αυτής απ' αυτής και δώσω αυτήν εις λεωπετρίαν. 7 ότι τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ποιήσω εκδίκησιν. μια του μηνός.15 Δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων εποίησαν οι αλλόφυλοι εν εκδικήσει και εξανέστησαν εκδίκησιν επιχαίροντες εκ ψυχής του εξαλείψαι έως ενός. λέγει Κύριος· και έσται εις προνομήν τοις έθνεσι. 13 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· και εκτενώ την χείρά μου επί την Ιδουμαίαν και εξολοθρεύσω εξ αυτής άνθρωπον και κτήνος και θήσομαι αυτήν έρημον. 8 ούτος τας θυγατέρας σου τας εν τω πεδίω μαχαίρα ανελεί και δώσει επί σε προφυλακήν και περιοικοδομήσει και ποιήσει επί σε κύκλω χάρακα και περίστασιν όπλων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1651 . 6 και αι θυγατέρες αυτής αι εν τω πεδίω μαχαίρα αναιρεθήσονται. τον Ναβουχοδονόσορ βασιλέα Βαβυλώνος από του βορρά (βασιλεύς βασιλέων εστί) μεθ' ίππων και αρμάτων και ιππέων και συναγωγής εθνών πολλών σφόδρα. 14 και δώσω εκδίκησίν μου επί την Ιδουμαίαν εν χειρί λαού μου Ισραήλ. 3 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί σε. 4 και καταβαλούσι τα τείχη Σόρ και καταβαλούσι τους πύργους σου. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. Σόρ. . απόλωλε τα έθνη. Σόρ. η πλήρης ηρήμωται. ότι εγώ λελάληκα. και εκ Θαιμάν διωκόμενοι εν ρομφαία πεσούνται. . λέγει Κύριος. 5 ψυγμός σαγηνών έσται εν μέσω θαλάσσης. ως αναβαίνει η θάλασσα τοις κύμασιν αυτής. και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος. και ανάξω επί σε έθνη πολλά. επεστράφη προς με. και γνώσονται ότι εγώ Κύριος. συνετρίβη. ανθ' ων είπε Σόρ επί Ιερουσαλήμ· εύγε.12 Τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων εποίησεν η Ιδουμαία εν τω εκδικήσαι αυτούς εκδίκησιν εις τον οίκον Ιούδα και εμνησικάκησαν και εξεδίκησαν δίκην. και ποιήσουσιν εν τη Ιδουμαία κατά την οργήν μου και κατά τον θυμόν μου· και επιγνώσονται την εκδίκησίν μου.

10 από του πλήθους των ίππων αυτού κατακαλύψει σε ο κονιορτός αυτών. λέγει Κύριος. η δούσα τον φόβον αυτής πάσι τοις κατοικούσιν αυτήν. και η φωνή των ψαλτηρίων σου ου μη ακουσθή έτι. και ουχ υπάρξεις έτι εις τον αιώνα. λαβέ επί Σόρ θρήνον 3 Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1652 . η πόλις η επαινετή. 15 διότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος τη Σόρ· ουκ από φωνής της πτώσεώς σου εν τω στενάξαι τραυματίας. 16 και καταβήσονται από των θρόνων αυτών πάντες οι άρχοντες εκ των εθνών της θαλάσσης και αφελούνται τας μίτρας από των κεφαλών αυτών και τον ιματισμόν τον ποικίλον αυτών εκδύσονται. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ υιε ανθρώπου. εν τω σπάσαι μάχαιραν εν μέσω σου σεισθήσονται αι νήσοι. και από της φωνής των ιππέων αυτού και των τροχών των αρμάτων αυτού σεισθήσεται τα τείχη σου εισπορευομένου αυτού τας πύλας σου. εν τω αναγαγείν με επί σε την άβυσσον και κατακαλύψει σε ύδωρ πολύ. 12 και προνομεύσει την δύναμίν σου και σκυλεύσει τα υπάρχοντά σου και καταβαλεί τα τείχη σου και τους οίκους σου τους επιθυμητούς καθελεί. ψυγμός σαγηνών έση. ως εισπορευόμενος εις πόλιν εκ πεδίου. ου μη οικοδομηθής έτι. 18 και φοβηθήσονται αι νήσοι από ημέρας πτώσεώς σου· 19 ότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· όταν δώ σε πόλιν ηρημωμένην ως τας πόλεις τας μη κατοικισθησομένας. ότι εγώ Κύριος ελάλησα. όπως μη κατοικηθής μηδέ αναστης επί γης ζωής. 13 και καταλύσει το πλήθος των μουσικών σου. 11 εν ταις οπλαίς των ίππων αυτού καταπατήσουσί σου πάσας τας πλατείας· τον λαόν σου μαχαίρα ανελεί και την υπόστασιν της ισχύος σου επί την γην κατάξει. 21 απώλειάν σε δώσω. λέγει Κύριος Κύριος. 20 και καταβιβάσω σε προς τους καταβαίνοντας εις βόθρον προς λαόν αιώνος και κατοικιώ σε εις βάθη της γης ως έρημον αιώνιον μετά καταβαινόντων εις βόθρον. και τους λίθους σου και τα ξύλα σου και τον χουν σου εις μέσον της θαλάσσης σου εμβαλεί. εκστάσει εκστήσονται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και τας λόγχας αυτού απέναντί σου δώσει· 9 τα τείχη σου και τους πύργους σου καταβαλεί εν ταις μαχαίραις αυτού. επί γην καθεδούνται και φοβηθήσονται την απώλειαν αυτών και στενάξουσιν επί σε· 17 και λήψονται επί σε θρήνον και ερούσί σοι· Πως κατελύθης εκ θαλάσσης. 14 και δώσω σε εις λεωπετρίαν.

13 η Ελλάς και η σύμπασα και τα παρατείνοντα. τας φαρέτρας αυτών εκρέμασαν επί των όρμων σου κύκλω· ούτοι ετελείωσάν σου το κάλλος. 21 η Αραβία και πάντες οι άρχοντες Κηδάρ. 20 Δαιδάν έμποροί σου μετά κτηνών εκλεκτών εις άρματα. ούτοι κυβερνήταί σου. άνδρες πολεμισταί σου πέλτας και περικεφαλαίας εκρέμασαν εν σοί. ούτοι έμποροί σου δια χειρός σου. 10 Πέρσαι και Λυδοί και Λίβυες ήσαν εν τη δυνάμει σου. αργύριον και χρυσίον και σίδηρον και κασσίτερον και μόλιβον έδωκαν την αγοράν σου. 7 βύσσος μετά ποικιλίας εξ Αιγύπτου εγένετό σοι στρωμνή του περιθείναί σοι δόξαν και περιβαλείν σε υάκινθον και πορφύραν εκ των νήσων Ελεισαί και εγένετο περιβόλαιά σου. οίκους αλσώδεις από νήσων των Χετιείμ. 22 έμποροι Σαββά και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1653 . 18 Δαμασκός έμπορός σου εκ πλήθους πάσης δυνάμεώς σου· οίνος εκ Χελβών και έρια εκ Μιλήτου. ούτοι έμποροί σου εν πράσει σίτου και μύρων και κασίας. στακτήν και ποικίλματα εκ Θαρσίς. τω εμπορίω των λαών από νήσων πολλών· τάδε λέγει Κύριος τη Σόρ· συ είπας· εγώ περιέθηκα εμαυτη κάλλος μου. οί ήσαν εν σοί. 12 Καρχηδόνιοι έμποροί σου από πλήθους πάσης ισχύος σου. Σόρ. τα ιερά σου εποίησαν εξ ελέφαντος. και οίνον εις την αγοράν σου έδωκαν. 8 και οι άρχοντές σου οι κατοικούντες Σιδώνα και Αράδιοι εγένοντο κωπηλάται σου· οι σοφοί σου. 15 υιοί Ροδίων έμποροί σου από νήσων επλήθυναν την εμπορίαν σου οδόντας ελεφαντίνους. 19 εξ Ασήλ σίδηρος ειργασμένος και τροχός εν τω συμμείκτω σου εστι. 5 κέδρος εκ Σανείρ ωκοδομήθη σοι. και Ραμόθ και Χορχόρ έδωκαν την αγοράν σου. 16 ανθρώπους εμπορίαν σου από πλήθους του συμμείκτου σου. 4 εν καρδία θαλάσσης τω Βεελείμ υιοί σου περιέθηκάν σοι κάλλος. και πρώτον μέλι και έλαιον και ρητίνην έδωκαν εις τον σύμμεικτόν σου. ούτοι έδωκαν την δόξαν σου. ούτοι ενεπορεύοντό σοι εν ψυχαίς ανθρώπων και σκεύη χαλκά έδωκαν την εμπορίαν σου. 14 εξ οίκου Θεργαμά ίππους και ιππείς έδωκαν την αγοράν σου. και τοις εισαγομένοις αντεδίδους τους μισθούς σου. 11 υιοί Αραδίων και η δύναμίς σου επί των τειχέων σου φύλακες εν τοις πύργοις σου ήσαν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ και ερείς τη Σόρ τη κατοικούση επί της εισόδου της θαλάσσης. 9 οι πρεσβύτεροι βιβλίων και οι σοφοί αυτών ήσαν εν σοί. 17 Ιούδας και οι υιοί του Ισραήλ. ούτοι ενίσχυον την βουλήν σου· και πάντα τα πλοία της θαλάσσης και οι κωπηλάται αυτών εγένοντό σοι επί δυσμάς δυσμών. ταινίαι σανίδων κυπαρίσσου εκ του Λιβάνου ελήφθησαν του ποιήσαί σοι ιστούς ελατίνους· 6 εκ της Βασανίτιδος εποίησαν τας κώπας σου. καμήλους και αμνούς και κριούς εν οίς εμπορεύονταί σε.

ειπόν τω άρχοντι Τύρου· τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων υψώθη σου η καρδία. απώλεια εγένου. κατοικίαν θεού κατώκησα εν καρδία θαλάσσης. και είπας· θεός ειμι εγώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ραγμά. ούτοι έμποροί σου μετά πρώτων ηδυσμάτων και λίθων χρηστών και χρυσόν έδωκαν την αγοράν σου. πάντες οι κωπηλάται σου. εν βάθει ύδατος· ο σύμμεικτός σου και πάσα η συναγωγή σου εν μέσω σου 35 έπεσον. ούτοι έμποροί σου· Ασσούρ και Χαρμάν έμποροί σου 24 φέροντες εμπορίαν υάκινθον και θησαυρούς εκλεκτούς δεδεμένους σχοινίοις και κυπαρύσσινα. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 και συ υιε ανθρώπου. 27 ήσαν δυνάμεις σου και ο μισθός σου και των συμμείκτων σου και οι κωπηλάται σου και οι κυβερνήταί σου και οι σύμβουλοί σου και οι σύμμεικτοί σου εκ των συμμείκτων σου και πάντες οι άνδρες οι πολεμισταί σου οι εν σοί και πάσα συναγωγή σου εν μέσω σου. πεσούνται εν καρδία θαλάσσης εν τη ημέρα της πτώσεώς σου. ενέπλησας έθνη από του πλήθους σου και από του συμμείκτου σου επλούτησας πάντας βασιλείς της γης. 36 έμποροι από εθνών εσύρισάν σε. 25 πλοία. 34 νυν συνετρίβης εν θαλάσση. και έδωκας την Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1654 . εν τω συμμείκτω σου. 28 προς την κραυγήν της φωνής σου οι κυβερνήταί σου φόβω φοβηθήσονται. 29 και καταβήσονται από των πλοίων πάντες οι κωπηλάται και οι επιβάται και οι πρωρείς της θαλάσσης επί την γην στήσονται 30 και αλαλάξουσιν επί σε τη φωνή αυτών και κεκράξονται πικρόν και επιθήσουσι γην επί την κεφαλήν αυτών και σποδόν υποστρώσονται. και οι βασιλείς αυτών εκστάσει εξέστησαν. 32 και λήψονται οι υιοί αυτών επί σε θρήνον και θρήνημά σοι· 33 πόσον τινά εύρες μισθόν από της θαλάσσης. και εδάκρυσε το πρόσωπον αυτών. 26 εν ύδατι πολλω ήγόν σε οι κωπηλάται σου· το πνεύμα του νότου συνέτριψέ σε εν καρδία θαλάσσης. εν αυτοίς Καρχηδόνιοι έμποροί σου εν τω πλήθει. 23 Χαρράν και Χαννά. συ δε ει άνθρωπος και ου Θεός. και ουκέτι έση εις τον αιώνα. και ενεπλήσθης και εβαρύνθης σφόδρα εν καρδία θαλάσσης. πάντες οι κατοικούντες τας νήσους εστύγνασαν επί σε.

εναντίον βασιλέων έδωκά σε παραδειγματισθήναι. σάρδιον και τοπάζιον και σμάραγδον και άνθρακα και σάπφειρον και ίασπιν και αργύριον και χρυσίον και λιγύριον και αχάτην και αμέθυστον και χρυσόλιθον και βηρύλλιον και ονύχιον. και ενδοξασθήσομαι εν σοί. και εκκενώσουσι τας μαχαίρας αυτών επί σε και επί το κάλλος της επιστήμης σου και στρώσουσι το κάλλος σου εις απώλειαν· 8 και καταβιβάσουσί σε. 15 εγενήθης συ άμωμος εν ταις ημέραις σου. και ήγαγέ σε το Χερούβ εκ μέσου λίθων πυρίνων. λαβέ θρήνον επί τον άρχοντα Τύρου και ειπόν αυτω· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· συ αποσφράγισμα ομοιώσεως και στέφανος κάλλους 13 εν τη τρυφή του παραδείσου του Θεού εγενήθης· πάντα λίθον χρηστόν ενδέδεσαι. 10 εν πλήθει απεριτμήτων απολή εν χερσίν αλλοτρίων. ή σοφοί ουκ επαίδευσάν σε τη επιστήμη αυτών. 6 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· επειδή δέδωκας την καρδίαν σου ως καρδίαν Θεού. . 9 μη λέγων ερείς· Θεός ειμι εγώ. 16 από πλήθους της εμπορίας σου έπλησας τα ταμιείά σου ανομίας και ήμαρτες και ετραυματίσθης από όρους του Θεού.11 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 12 υιε ανθρώπου. λέγει Κύριος. αφ' ης ημέρας συ εκτίσθης έως ευρέθη τα αδικήματα εν σοί. και εξάξω πυρ εκ μέσου σου. 20 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 21 υιε ανθρώπου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ καρδίαν σου ως καρδίαν Θεού. και χρυσίου ενέπλησας τους θησαυρούς σου και τας αποθήκας σου εν σοί 14 αφ' ης ημέρας εκτίσθης συ. υψώθη η καρδία σου εν τη δυνάμει σου. 17 υψώθη η καρδία σου επί τω κάλλει σου. 7 αντί τούτου ιδού εγώ επάγω επί σε αλλοτρίους λοιμούς από εθνών. εγενήθης εν μέσω λίθων πυρίνων. Σιδών. ότι εγώ ελάλησα. και αποθανή θανάτω τραυματιών εν καρδία θαλάσσης. 5 εν τη πολλή επιστήμη σου και εμπορία σου επλήθυνας δύναμίν σου. 19 και πάντες οι επιστάμενοί σε εν τοις έθνεσι στυγνάσουσιν επί σε· απώλεια εγένου και ουχ υπάρξεις έτι εις τον αιώνα. συ δε ει άνθρωπος και ου Θεός. και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος εν τω ποιήσαί με εν σοί Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1655 . στήρισον το πρόσωπόν σου επί Σιδώνα και προφήτευσον επ' αυτήν 22 και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί σε. τούτο καταφάγεταί σε· και δώσω σε εις σποδόν επί της γης σου εναντίον πάντων των ορώντων σε. μετά του Χερούβ έθηκά σε εν όρει αγίω Θεού. 18 δια το πλήθος των αμαρτιών σου και των αδικιών της εμπορίας σου εβεβήλωσα τα ιερά σου. 3 μη σοφώτερος ει συ του Δανιήλ. 4 μη εν τη επιστήμη σου ή τη φρονήσει σου εποίησας σεαυτω δύναμιν και χρυσίον και αργύριον εν τοις θησαυροίς σου. διεφθάρη η επιστήμη σου μετά του κάλλους σου· δια πλήθος αμαρτιών σου επί την γην έρριψά σε. ενώπιον των αναιρούντων σε.

23 αίμα και θάνατος εν ταις πλατείαις σου. και αγιασθήσομαι εν αυτοίς ενώπιον των λαών και των εθνών· 26 και κατοικήσουσιν επί της γης αυτών. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. συνετρίβης και συνέκλασας αυτών πάσαν οσφύν. και ου μη συναχθής και ου μη περισταλής. εθλάσθης.24 Και ουκ έσονται ουκέτι εν τω οίκω του Ισραήλ σκόλοψ πικρίας και άκανθα οδύνης από πάντων των περικύκλω αυτών των ατιμασάντων αυτούς· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. τοις θηρίοις της γης και τοις πετεινοίς του ουρανού δέδωκά σε εις κατάβρωμα· 6 και γνώσονται πάντες οι κατοικούντες Αίγυπτον ότι εγώ ειμι Κύριος. 8 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επάγω επί σε ρομφαίαν και απολώ από σου Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1656 . και πεσούνται τετραυματισμένοι εν μαχαίραις εν σοί περικύκλω σου· και γνώσονται διότι εγώ ειμι Κύριος. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ 1 ΕΝ τω έτει τω δωδεκάτω. . και ότε επεκρότησεν επ' αυτούς πάσα χείρ και ότε επανεπαύσαντο επί σε.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κρίματα. εν τω δεκάτω μηνί. τον δράκοντα τον μέγαν τον εγκαθήμενον εν μέσω ποταμών αυτού. και αγιασθήσομαι εν σοί. 4 και εγώ δώσω παγίδας εις τας σιαγόνας σου και προσκολλήσω τους ιχθύας του ποταμού σου προς τας πτέρυγάς σου και ανάξω σε εκ μέσου του ποταμού σου· 5 και καταβαλώ σε εν τάχει και πάντας τους ιχθύας του ποταμού σου· επί πρόσωπον του πεδίου πεσή. και κατοικήσουσιν επ' αυτής εν ελπίδι και οικοδομήσουσιν οικίας και φυτεύσουσιν αμπελώνας και κατοικήσουσιν εν ελπίδι. τον λέγοντα· εμοί εισιν οι ποταμοί. όταν ποιήσω κρίμα εν πάσι τοις ατιμάσασιν αυτούς εν τοις κύκλω αυτών· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών και ο Θεός των πατέρων αυτών. ου διεσκορπίσθησαν εκεί. 25 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· και συνάξω τον Ισραήλ εκ των εθνών. 7 ότε επελάβοντό σου τη χειρί αυτών. μια του μηνός. ην δέδωκα τω δούλω μου Ιακώβ. ανθ' ων εγενήθης ράβδος καλαμίνη τω οίκω Ισραήλ. και εγώ εποίησα αυτούς. στήρισον το πρόσωπόν σου επί Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και προφήτευσον επ' αυτόν και επ' Αίγυπτον όλην 3 και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί Φαραώ.

ης εδούλευσαν επ' αυτήν. 17 και εγένετο εν τω εβδόμω και εικοστω έτει. εν τη γη. ου διεσκορπίσθησαν εκεί. ης εδούλευσεν επί Τύρον. 16 και ουκέτι έσονται τω οίκω Ισραήλ εις ελπίδα αναμιμνήσκουσαν ανομίαν εν τω ακολουθήσαι αυτούς οπίσω αυτών· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και εγώ εποίησα αυτούς. και πούς κτήνους ου μη διέλθη αυτήν. και μισθός ουκ εγενήθη αυτω και τη δυνάμει αυτού επί Τύρου και της δουλείας. 10 δια τούτο ιδού εγώ επί σε και επί πάντας τους ποταμούς σου και δώσω γην Αιγύπτου εις έρημον και ρομφαίαν και απώλειαν από Μαγδώλου και Συήνης και έως ορίων Αιθιόπων. 19 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ δίδωμι τω Ναβουχοδονόσορ βασιλεί Βαβυλώνος γην Αιγύπτου. δέδωκα αυτω γην Αιγύπτου. 11 ου μη διέλθη εν αυτη πούς ανθρώπου. τάδε λέγει Κύριος Κύριος· 21 εν τη ημέρα εκείνη ανατελεί κέρας παντί τω οίκω Ισραήλ. και αι πόλεις αυτής εν μέσω πόλεων ηρημωμένων έσονται τεσσαράκοντα έτη· και διασπερώ Αίγυπτον εν τοις έθνεσι και λικμήσω αυτούς εις τας χώρας.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ανθρώπους και κτήνη· 9 και έσται η γη Αιγύπτου απώλεια και έρημος. 13 τάδε λέγει Κύριος· μετά τεσσαράκοντα έτη συνάξω Αιγυπτίους από των εθνών. 14 και αποστρέψω την αιχμαλωσίαν των Αιγυπτίων και κατοικίσω αυτούς εν γη Φαθωρής. αντί του λέγειν σε· οι ποταμοί εμοί εισι. 12 και δώσω την γην αυτής απώλειαν εν μέσω γης ηρημωμένης. Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς Βαβυλώνος κατεδουλώσατο την δύναμιν αυτού δουλεία μεγάλη επί Τύρου. ου μη υψωθή έτι επί τα έθνη. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και ου κατοικηθήσεται τεσσαράκοντα έτη. πάσα κεφαλή φαλακρά και πας ώμος μαδών. και προνομεύσει την προνομήν αυτής και σκυλεύσει τα σκύλα αυτής. όθεν ελήφθησαν· και έσται αρχή ταπεινή 15 παρά πάσας τας αρχάς. και ολιγοστούς αυτούς ποιήσω του μη είναι αυτούς πλείονας εν τοις έθνεσι. μια του μηνός του πρώτου. και σοί δώσω στόμα ανεωγμένον εν μέσω αυτών. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 18 υιε ανθρώπου. και έσται μισθός τη δυνάμει αυτού· 20 αντί της λειτουργίας αυτού. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1657 .

όταν δώ πυρ επ' Αίγυπτον και συντριβώσι πάντες οι βοηθούντες αυτη. 12 και δώσω τους ποταμούς αυτών ερήμους και απολώ την γην και το πλήρωμα αυτής εν χερσίν αλλοτρίων· εγώ Κύριος λελάληκα.13 Οτι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· και απολώ μεγιστάνας από Μέμφεως και άρχοντας εκ γης Αιγύπτου. και καταβήσεται η ύβρις της ισχύος αυτής από Μαγδώλου έως Συήνης· μαχαίρα πεσούνται εν αυτη.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. προφήτευσον και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ω ω η ημέρα. ημέρα νεφέλης. και αι πόλεις αυτών εν μέσω πόλεων ηρημωμένων έσονται· 8 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. 7 και ερημωθήσεται εν μέσω χωρών ηρημωμένων. 4 και ήξει μάχαιρα επ' Αιγυπτίους. και έσται ταραχή εν τη Αιθιοπία. 18 και εν Τάφναις συσκοτάσει η ημέρα εν τω συντρίψαι με εκεί τα σκήπτρα Αιγύπτου. . 19 και ποιήσω κρίμα εν Αιγύπτω. 9 εν τη ημέρα εκείνη εξελεύσονται άγγελοι σπεύδοντες αφανίσαι την Αιθιοπίαν. ότι ιδού ήκει. . 17 νεανίσκοι Ηλιουπόλεως και Βουβάστου εν μαχαίρα πεσούνται. και αι θυγατέρες αυτής αιχμάλωτοι αχθήσονται. και πεσούνται τετραυματισμένοι εν Αιγύπτω. και ουκ έσονται έτι. και συμπεσείται τα θεμέλια αυτής. και εν Διοσπόλει έσται έκρηγμα και διαχυθήσεται ύδατα.10 Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· και απολώ πλήθος Αιγυπτίων δια χειρός Ναβουχοδονόσορ βασιλέως Βαβυλώνος. και ταύτην νεφέλη καλύψει. 11 αυτού και του λαού αυτού· λοιμοί από εθνών απεσταλμένοι απολέσαι την γην και εκκενώσουσι πάντες τας μαχαίρας αυτών επ' Αίγυπτον. και έσται ταραχή εν αυτοίς εν τη ημέρα Αιγύπτου. και αι γυναίκες εν αιχμαλωσία πορεύσονται. 14 και απολώ γην Φαθωρής και δώσω πυρ επί Τάνιν και ποιήσω εκδίκησιν εν Διοσπόλει 15 και εκχεώ τον θυμόν μου επί Σαίν την ισχύν Αιγύπτου και απολώ το πλήθος Μέμφεως. και απολείται εκεί η ύβρις ισχύος αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1658 . λέγει Κύριος. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. 5 Πέρσαι και Κρήτες και Λυδοί και Λίβυες και πάντες οι επίμεικτοι και των υιών της διαθήκης μου μαχαίρα πεσούνται εν αυτη. 6 και πεσούνται τα αντιστηρίγματα Αιγύπτου. και ταραχή ταραχθήσεται η Συήνη. 3 ότι εγγύς ημέρα του Κυρίου. και πλησθήσεται η γη τραυματιών. 16 και δώσω πυρ επ' Αίγυπτον. πέρας εθνών έσται.

22 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και συντρίψω τους βραχίονας αυτού τους ισχυρούς και τους τεταμένους και καταβαλώ την μάχαιραν αυτού εκ της χειρός αυτού 23 και διασπερώ Αίγυπτον εις τα έθνη και λικμήσω αυτούς εις τας χώρας· 24 και κατισχύσω τους βραχίονας βασιλέως Βαβυλώνος και δώσω την ρομφαίαν μου εις την χείρα αυτού. και επάξει αυτήν επ' Αίγυπτον και προνομεύσει την προνομήν αυτής και σκυλεύσει τα σκύλα αυτής. του δοθήναι ισχύν επιλαβέσθαι μαχαίρας. τους ποταμούς αυτής ήγαγε κύκλω των φυτών αυτού και τα συστέματα αυτής εξαπέστειλεν εις πάντα τα ξύλα του πεδίου. τους βραχίονας Φαραώ βασιλέως Αιγύπτου συνέτριψα. 6 εν ταις παραφυάσιν αυτού ενόσσευσαν πάντα τα πετεινά του ουρανού. εβδόμη του μηνός. μια του μηνός. εν τω τρίτω μηνί. εν τω δούναι την ρομφαίαν μου εις χείρας βασιλέως Βαβυλώνος. εις μέσον νεφελών εγένετο η αρχή αυτού. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 21 υιε ανθρώπου. και εκτενεί αυτήν επί γην Αιγύπτου. 3 ιδού Ασσούρ κυπάρισσος εν τω Λιβάνω και καλός ταις παραφυάσι και υψηλός τω μεγέθει. και υποκάτω των κλάδων αυτού εγεννώσαν πάντα τα θηρία του πεδίου. εν τη σκιά αυτού κατώκησε παν πλήθος εθνών. 7 και εγένετο καλός εν τω ύψει αυτού δια το πλήθος των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1659 . και επλατύνθησαν οι κλάδοι αυτού αφ' ύδατος πολλού. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. 25 και ενισχύσω τους βραχίονας βασιλέως Βαβυλώνος. του δοθήναι επ' αυτόν μάλαγμα. εν τω πρώτω μηνί. ειπόν προς Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και τω πλήθει αυτού· τίνι ωμοίωσας σεαυτόν εν τω ύψει σου. η άβυσσος ύψωσεν αυτόν. 4 ύδωρ εξέθρεψεν αυτόν. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω ενδεκάτω έτει. 26 και διασπερώ Αίγυπτον εις τα έθνη και λικμήσω αυτούς εις τας χώρας· και γνώσονται πάντες ότι εγώ ειμι Κύριος. και ιδού ου κατεδέθη του δοθήναι ίασιν. 5 ένεκεν τούτου υψώθη το μέγεθος αυτού παρά πάντα τα ξύλα του πεδίου. οι δε βραχίονες Φαραώ πεσούνται· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 20 Και εγένετο εν τω ενδεκάτω έτει.

και είδον εν τω υψωθήναι αυτόν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1660 . εν πάσαις ταις φάραγξιν έπεσαν οι κλάδοι αυτού. . ούτως Φαραώ και το πλήθος της ισχύος αυτού. και επί τα στελέχη αυτού εγένοντο πάντα τα θηρία του αγρού. 12 και εξωλόθρευσαν αυτόν αλλότριοι λοιμοί από εθνών και κατέβαλον αυτόν επί των ορέων. εν μέσω της ζωής αυτών απώλοντο. 11 και παρέδωκα αυτόν εις χείρας άρχοντος εθνών. επένθησεν αυτόν η άβυσσος. και εζήλωσαν αυτόν τα ξύλα του παραδείσου της τρυφής του Θεού. και εσκότασεν επ' αυτόν ο Λίβανος. 18 τίνι ωμοιώθης. 14 όπως μη υψωθώσιν εν τω μεγέθει αυτών πάντα τα ξύλα τα εν τω ύδατι· και έδωκαν την αρχήν αυτών εις μέσον νεφελών και ουκ έστησαν εν τω ύψει αυτών προς αυτά πάντες οι πίνοντες ύδωρ. και εποίησε την απώλειαν αυτού. 8 κυπάρισσοι τοιαύται ουκ εγενήθησαν εν τω παραδείσω του Θεού. ότι εγενήθησαν αι ρίζαι αυτού εις ύδωρ πολύ. 13 επί την πτώσιν αυτού ανεπαύσαντο πάντα τα πετεινά του ουρανού. και πίτυες ουχ όμοιαι ταις παραφυάσιν αυτού. λέγει Κύριος Κύριος. και το σπέρμα αυτού. πάντα τα πίνοντα ύδωρ. εν μέσω υιών ανθρώπων προς καταβαίνοντας εις βόθρον. κατάβηθι και καταβιβάσθητι μετά των ξύλων της τρυφής εις γης βάθος· εν μέσω απεριτμήτων κοιμηθήση μετά τραυματιών μαχαίρας. πάντα τα ξύλα του πεδίου επ' αυτω εξελύθησαν.15 Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· εν ή ημέρα κατέβη εις άδου. και κατέβησαν από της σκέπης αυτών πάντες οι λαοί των εθνών και ηδάφισαν αυτόν. 16 από της φωνής της πτώσεως αυτού εσείσθησαν τα έθνη. οι κατοικούντες υπό την σκέπην αυτού. ότε κατεβίβαζον αυτόν εις άδου μετά των καταβαινόντων εις λάκκον. 17 και γαρ αυτοί κατέβησαν μετ' αυτού εις άδου εν τοις τραυματίαις από μαχαίρας. και ελάται ουκ εγένοντο όμοιαι τοις κλάδοις αυτού· παν ξύλον εν τω παραδείσω του Θεού ουχ ωμοιώθη αυτω εν τω κάλλει αυτού 9 δια το πλήθος των κλάδων αυτού. εις γης βάθος. και επέστησα τους ποταμούς αυτής και εκώλυσα πλήθος ύδατος. 10 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος· ανθ' ων εγένου μέγας τω μεγέθει και έδωκας την αρχήν σου εις μέσον νεφελών. και παρεκάλουν αυτόν εν γη πάντα τα ξύλα της τρυφής και τα εκλεκτά του Λιβάνου. πάντες εδόθησαν εις θάνατον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κλάδων αυτού. και συνετρίβη τα στελέχη αυτού εν παντί πεδίω της γης.

και δώσω σκότος επί την γην σου. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και καταβαλώ την ισχύν σου· λοιμοί από εθνών πάντες. φάραγγας εμπλήσω από σου. 17 και εγενήθη εν τω δωδεκάτω έτει του πρώτου μηνός. εις γην. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου λαβέ θρήνον επί Φαραώ βασιλέα Αιγύπτου και ερείς αυτω· λέοντι εθνών ωμοιώθης και συ ως δράκων ο εν τη θαλάσση και εκεράτιζες τοις ποταμοίς σου και ετάρασσες ύδωρ τοις ποσί σου και κατεπάτεις τους ποταμούς σου. λέγει Κύριος Κύριος. 10 και στυγνάσουσιν επί σε έθνη πολλά. 14 ούτως τότε ησυχάσει τα ύδατα αυτών. και συντριβήσεται πάσα η ισχύς αυτής. και αι θυγατέρες των εθνών θρηνήσουσιν αυτόν· επ' Αίγυπτον και επί πάσαν την ισχύν αυτής θρηνήσουσιν αυτήν. ην ουκ έγνως. και οι βασιλείς αυτών εκστάσει εκστήσονται εν τω πέτασθαι την ρομφαίαν μου επί πρόσωπα αυτών. ήλιον εν νεφέλη καλύψω. 9 και παροργιώ καρδίαν λαών πολλών. 3 τάδε λέγει Κύριος· και περιβαλώ επί σε δίκτυα λαών πολλών και ανάξω σε εν τω αγκίστρω μου 4 και εκτενώ σε επί την γην· πεδία πλησθήσεταί σου. λέγει Κύριος Κύριος. και οι ποταμοί αυτών ως έλαιον πορεύσονται. εν τω δωδεκάτω μηνί. και επικαθιώ επί σε πάντα τα πετεινά του ουρανού και εμπλήσω εκ σου πάντα τα θηρία πάσης της γης. 6 και ποτισθήσεται η γη από των προχωρημάτων σου από του πλήθους σου επί των ορέων. και απολούσι την ύβριν Αιγύπτου. ηνίκα αν άγω αιχμαλωσίαν σου εις τα έθνη. και ου μη ταράξη αυτό πούς ανθρώπου έτι. 11 ότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ρομφαία βασιλέως Βαβυλώνος ήξει σοι. και σελήνη ου μη φάνη το φως αυτής· 8 πάντα τα φαίνοντα φως εν τω ουρανω συσκοτάσουσιν επί σε. μια του μηνός. 15 όταν δώ Αίγυπτον εις απώλειαν και ερημωθή η γη συν τη πληρώσει αυτής. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1661 . 12 εν μαχαίραις γιγάντων. 5 και δώσω τας σάρκας σου επί τα όρη και εμπλήσω από του αίματός σου. 13 και απολώ πάντα τα κτήνη αυτής αφ' ύδατος πολλού. 16 θρήνός εστι και θρηνήσεις αυτόν. προσδεχόμενοι την πτώσιν αυτών αφ' ημέρας πτώσεώς σου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω ενδεκάτω έτει. 7 και κατακαλύψω εν τω σβεσθήναί σε ουρανόν και συσκοτάσω τα άστρα αυτού. όταν διασπείρω πάντας τους κατοικούντας εν αυτη. και ίχνος κτηνών ου μη καταπατήση αυτό. λέγει Κύριος.

32 ότι δέδωκα τον φόβον αυτού επί γης ζωής. και καταβιβάσουσιν αυτής τας θυγατέρας τα έθνη νεκράς εις το βάθος της γης. τίνος κρείττων ει. πάντες τραυματίαι εκεί εδόθησαν. οι καταβαίνοντες τραυματίαι. οί κατέβησαν εις άδου εν όπλοις πολεμικοίς και έθηκαν τας μαχαίρας αυτών υπό τας κεφαλάς αυτών· και εγενήθησαν αι ανομίαι αυτών επί των οστέων αυτών. εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 18 υιε ανθρώπου. λέγει Κύριος Κύριος. 26 εκεί εδόθησαν Μοσόχ και Θοβέλ και πάσα η ισχύς αυτών περικύκλω του μνήματος αυτού. θρήνησον επί την ισχύν Αιγύπτου. πάντες οι τραυματίαι οι πεπτωκότες μαχαίρα και καταβαίνοντες απερίτμητοι εις γης βάθος. οι δεδωκότες αυτών φόβον επί γης ζωής και ελάβοσαν την βάσανον αυτών μετά των καταβαινόντων εις βόθρον 25 εν μέσω τραυματιών. πάντες τραυματίαι αυτού. 23 οι δόντες τον φόβον αυτών επί γης ζωής. οι δεδωκότες τον φόβον αυτών επί γης ζωής. 28 και συ εν μέσω απεριτμήτων κοιμηθήση μετά τετραυματισμένων μαχαίρα. πάντες οι τραυματίαι οι πεπτωκότες μαχαίρα. και η ταφή αυτών εν βάθει βόθρου. και κοιμηθήσεται εν μέσω απεριτμήτων μετά τραυματιών μαχαίρας. 19 εν μέσω μαχαίρας τραυματιών πεσούνται μετ' αυτού. ότι εξεφόβησαν γίγαντας εν γη ζωής. 22 εκεί Ασσούρ και πάσα η συναγωγή αυτού. προς τους καταβαίνοντας εις βόθρον. Φαραώ και παν το πλήθος αυτού. μετά καταβαινόντων εις βόθρον. 24 εκεί Αιλάμ και πάσα η δύναμις αυτού περικύκλω του μνήματος αυτού. 20 και κοιμηθήσεται πάσα η ισχύς αυτού. συν τω φόβω αυτών και τη ισχύϊ αυτών εκοιμήθησαν απερίτμητοι μετά τραυματιών μαχαίρας και απήνεγκαν την βάσανον αυτών μετά των καταβαινόντων εις βόθρον. κατάβηθι και κοιμήθητι μετά απεριτμήτων εν μέσω τραυματιών μαχαίρας. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1662 . 29 εκεί εδόθησαν οι άρχοντες Ασσούρ οι δόντες την ισχύν αυτού εις τραύμα μαχαίρας· ούτοι μετά τραυματιών εκοιμήθησαν. λέγει Κύριος Κύριος. και εγενήθη η συναγωγή αυτού περικύκλω του μνήματος αυτού. πάντες απερίτμητοι τραυματίαι από μαχαίρας. 31 εκείνους όψεται βασιλεύς Φαραώ και παρακληθήσεται επί πάσαν την ισχύν αυτών. 27 και εκοιμήθησαν μετά των γιγάντων των πεπτωκότων απ' αιώνος. 21 και ερούσί σοι οι γίγαντες· εν βάθει βόθρου γίνου. 30 εκεί οι άρχοντες του βορρά πάντες στρατηγοί Ασσούρ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πεντεκαιδεκάτη του μηνός.

αυτός ο άνομος τη ανομία αυτού αποθανείται. εφ' ην αν επάγω ρομφαίαν. το αίμα αυτού επ' αυτού έσται. το αίμα αυτού επί της κεφαλής αυτού έσται· 5 ότι την φωνήν της σάλπιγγος ακούσας ουκ εφυλάξατο. ή εποίησεν. 4 και ακούση ο ακούσας την φωνήν της σάλπιγγος και μη φυλάξηται. και το αίμα εκ χειρός του σκοπού εκζητήσω. εάν ίδη την ρομφαίαν ερχομένην και μη σημάνη τη σάλπιγγι. και ελθούσα η ρομφαία λάβη εξ αυτών ψυχήν. ειπόν τω οίκω Ισραήλ· ούτως ελαλήσατε λέγοντες· αι πλάναι ημών και αι ανομίαι ημών εφ' ημίν εισι και εν αυταίς ημείς τηκόμεθα· και Πως ζηζόμεθα. τάδε λέγει Κύριος.10 Και συ. ούτος τη ασεβεία αυτού αποθανείται. και επέλθη η ρομφαία και καταλάβη αυτόν. αποστροφή αποστρέψατε από της οδού υμών· και ινατί αποθνήσκετε. υιε ανθρώπου. 11 ειπόν αυτοίς· ζω εγώ. 3 και ίδη την ρομφαίαν ερχομένην επί την γην και σαλπίση τη σάλπιγγι και σημάνη τω λαω. . και μη αποστρέψη από της οδού αυτού. πάσαι αι δικαιοσύναι αυτού ου μη αναμνησθώσιν· εν τη αδικία αυτού. ου βούλομαι τον θάνατον του ασεβούς ως το αποστρέψαι τον ασεβή από της οδού αυτού και ζήν αυτόν. και συ την ψυχήν σεαυτού εξήρησαι. αύτη δια την αυτής ανομίαν ελήφθη. 14 και εν τω ειπείν με Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1663 . και ακούση εκ στόματός μου λόγον. την ψυχήν αυτού εξείλατο. οίκος Ισραήλ. 9 συ δε εάν προαπαγγείλης τω ασεβεί την οδόν αυτού του αποστρέψαι απ' αυτής. και ούτος ότι εφυλάξατο. 6 και ο σκοπός. 7 και συ. υιε ανθρώπου. σκοπόν δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 Υιε ανθρώπου. λάλησον τοις υιοίς του λαού σου και ερείς προς αυτούς· γη. εν αυτη αποθανείται. και ποιήσει ανομίαν. το δε αίμα αυτού εκ της χειρός σου εκζητήσω. και λάβη ο λαός της γης άνθρωπον ένα εξ αυτών και δώσιν αυτόν εαυτοίς εις σκοπόν. και ο λαός μη φυλάξηται. 13 εν τω ειπείν με τω δικαίω· ούτος πέποιθεν επί τη δικαιοσύνη αυτού. και ανομία ασεβούς ου μη κακώση αυτόν εν ή αν ημέρα αποστρέψη από της ανομίας αυτού· και δίκαιος ου μη δύνηται σωθήναι. και μη λαλήσης του φυλάξασθαι τον ασεβή από της οδού αυτού. 12 ειπόν προς τους υιούς του λαού σου· δικαιοσύνη δικαίου ου μη εξελείται αυτόν εν ή αν ημέρα πλανηθή. 8 εν τω ειπείν με τω αμαρτωλω· θανάτω θανατωθήση.

18 εν τω αποστρέψαι δίκαιον από της δικαιοσύνης αυτού και ποιήσει ανομίας. και αποστρέψει από της αμαρτίας αυτού και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην 15 και ενεχύρασμα αποδω και άρπαγμα αποτίσει. και απολείται η ύβρις της ισχύος αυτής. ημίν δέδοται η γη εις κατάσχεσιν. και ημείς πλείους εσμέν. 31 έρχονται προς σε. 32 και γίνη αυτοίς ως φωνή ψαλτηρίου ηδυφώνου. 20 και τούτό εστιν. 28 και δώσω την γην έρημον. ότι κρίμα και δικαιοσύνην εποίησεν. υιε ανθρώπου. οι υιοί του λαού σου οι λαλούντες περί σου παρά τα τείχη και εν τοις πυλώσι των οικιών και λαλούσιν άνθρωπος τω αδελφω αυτού λέγοντες· συνέλθωμεν και ακούσωμεν τα εκπορευόμενα παρά Κυρίου. 16 πάσαι αι αμαρτίαι αυτού. 17 και ερούσιν οι υιοί του λαού σου· ουκ ευθεία η οδός του Κυρίου· και αύτη η οδός αυτών ουκ ευθεία. και αποθανείται εν αυταίς· 19 και εν τω αποστρέψαι τον αμαρτωλόν από της ανομίας αυτού και ποιήσει κρίμα και δικαιοσύνην. 29 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος· και ποιήσω την γην αυτών έρημον. ήλθε προς με ο ανασωθείς από Ιερουσαλήμ λέγων· εάλω η πόλις. και ανοιχθέν το στόμα μου ου συνεσχέθη έτι. εν τω δωδεκάτω μηνί. και τους εν ταις τετειχισμέναις και τους εν τοις σπηλαίοις θανάτω αποκτενώ. και ερημωθήσεται δια πάντα τα βδελύγματα αυτών. 23 και εγενήθη λόγος Κυρίου προς με λέγων· 24 υιε ανθρώπου. ου μη αναμνησθώσιν. και οι επί προσώπου του πεδίου τοις θηρίοις του αγρού δοθήσονται εις κατάβρωμα. και ακούσονταί σου τα ρήματα και ου μη ποιήσουσιν αυτά. ει μην οι εν ταις ηρημωμέναις μαχαίρα πεσούνται. ζωή ζήσεται και ου μη αποθάνη. εν αυτοίς αυτός ζήσεται. και οπίσω των μιασμάτων η καρδία αυτών. 21 Και εγενήθη εν τω δωδεκάτω έτει. ως συμπορεύεται λαός. εν αυτοίς ζήσεται. ερούσιν· Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1664 . ευαρμόστου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ τω ασεβεί· θανάτω θανατωθήση. και ερημωθήσεται τα όρη του Ισραήλ δια το μη είναι διαπορευόμενον. α εποίησαν. πέμπτη του μηνός της αιχμαλωσίας ημών. και κάθηνται εναντίον σου και ακούουσι τα ρήματά σου. 22 και χείρ Κυρίου εγενήθη επ' εμέ εσπέρας πριν ελθείν αυτόν και ήνοιξέ μου το στόμα. εν προστάγμασι ζωής διαπορεύηται του μη ποιήσαι άδικον. οι κατοικούντες τας ηρημωμένας επί της γης του Ισραήλ λέγουσιν· εις ην Αβραάμ και κατέσχε την γην. ότι ψεύδος εν τω στόματι αυτών. οίκος Ισραήλ. 30 και συ. ας ήμαρτεν. ό είπατε· ουκ ευθεία η οδός Κυρίου· έκαστον εν ταις οδοίς αυτού κρινώ υμάς. 25 δια τούτο ειπόν αυτοίς· 27 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ζω εγώ. και αυτά ου μη ποιήσουσιν. 33 και ηνίκα εάν έλθη. έως ήλθε προς με το πρωϊ.

ακούσατε λόγον Κυρίου· 8 ζω εγώ. και ουκ ην ο εκζητών ουδέ ο αποστρέφων. 4 το ησθενηκός ουκ ενισχύσατε και το κακώς έχον ουκ εσωματοποιήσατε και το συντετριμμένον ου κατεδήσατε και το πλανώμενον ουκ επεστρέψατε και το απολωλός ουκ εζητήσατε και το ισχυρόν κατηργάσασθε μόχθω. λέγει Κύριος Κύριος. 3 ιδού το γάλα κατέσθετε και τα έρια περιβάλλεσθε και το παχύ σφάζετε και τα πρόβατά μου ου βόσκετε. όταν ή γνόφος και νεφέλη εν μέσω προβάτων διακεχωρισμένων. 12 ωσπερ ζητεί ο ποιμήν το ποίμνιον αυτού εν ημέρα. 10 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί τους ποιμένας και εκζητήσω τα πρόβατά μου εκ των χειρών αυτών και αποστρέψω αυτούς του μη ποιμαίνειν τα πρόβατά μου. και εβόσκησαν οι ποιμένες εαυτούς. τα δε πρόβατά μου ουκ εβόσκησαν. και ου βοσκήσουσιν έτι οι ποιμένες αυτά· και εξελούμαι τα πρόβατά μου εκ του στόματος αυτών. 7 δια τούτο. 13 και εξάξω αυτούς εκ των εθνών και συνάξω αυτούς από των χωρών και εισάξω αυτούς εις Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1665 . προφήτευσον επί τους ποιμένας του Ισραήλ. 11 διότι τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ εκζητήσω τα πρόβατά μου και επισκέψομαι αυτά. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. 6 και διεσπάρη τα πρόβατά μου εν παντί όρει και επί παν βουνόν υψηλόν και επί προσώπου πάσης της γης διεσπάρη. και ουκ εξεζήτησαν οι ποιμένες τα πρόβατά μου. ούτως εκζητήσω τα πρόβατά μου και απελάσω αυτά από παντός τόπου. μη βόσκουσι ποιμένες εαυτούς. και ουκ έσονται αυτοίς έτι εις κατάβρωμα. ει μην αντί του γενέσθαι τα πρόβατά μου εις προνομήν και γενέσθαι τα πρόβατά μου εις κατάβρωμα πάσι τοις θηρίοις του πεδίου. παρά το μη είναι ποιμένας. ου διεσπάρησαν εκεί εν ημέρα νεφέλης και γνόφου. ου τα πρόβατα βόσκουσιν οι ποιμένες. προφήτευσον και ειπόν τοις ποιμέσι· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ω ποιμένες Ισραήλ. ποιμένες.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ιδού ήκει· και γνώσονται ότι προφήτης ην εν μέσω αυτών. 9 αντί τούτου. ποιμένες. 5 και διεσπάρη τα πρόβατά μου δια το μη είναι ποιμένας και εγενήθη εις κατάβρωμα πάσι τοις θηρίοις του αγρού.

κριών και τράγων.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ την γην αυτών και βοσκήσω αυτούς επί τα όρη Ισραήλ και εν ταις φάραγξι και εν πάση κατοικία της γης· 14 εν νομή αγαθή βοσκήσω αυτούς και εν τω όρει τω υψηλω Ισραήλ έσονται αι μάνδραι αυτών· εκεί κοιμηθήσονται και εκεί αναπαύσονται εν τρυφή αγαθή. και Δαυίδ άρχων εν μέσω αυτών· εγώ Κύριος ελάλησα. και έσται αυτών ποιμήν· 24 και εγώ Κύριος έσομαι αυτοίς εις Θεόν. και αυτοί λαός μου. υετόν ευλογίας. και κατοικήσουσιν εν τη ερήμω και υπνώσουσιν εν τοις δρυμοίς. 15 εγώ βοσκήσω τα πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω αυτά. και ου μη ώσιν έτι εις προνομήν. και εν νομή πίονι βοσκηθήσονται επί των ορέων Ισραήλ. 25 και διαθήσομαι τω Δαυίδ διαθήκην ειρήνης και αφανιώ θηρία πονηρά από της γης. τον δούλόν μου Δαυίδ. πρόβατα. και η γη δώσει την ισχύν αυτής. 18 και ουχ ικανόν υμίν ότι την καλήν νομήν ενέμεσθε. και τα κατάλοιπα της νομής υμών κατεπατείτε τοις ποσίν υμών. 17 και υμείς. 26 και δώσω αυτούς περικύκλω του όρους μου· και δώσω τον υετόν υμίν. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος εν τω συντρίψαι με τον ζυγόν αυτών· και εξελούμαι αυτούς εκ χειρός των καταδουλωσαμένων αυτούς. 27 και τα ξύλα τα εν τω πεδίω δώσει τον καρπόν αυτών. 30 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών. και τα θηρία της γης ουκέτι μη φάγωσιν αυτούς· και κατοικήσουσιν εν ελπίδι. λέγει Κύριος Κύριος. και κατοικήσουσιν επί της γης αυτών εν ελπίδι ειρήνης. 22 και σώσω τα πρόβατά μου. και ουκέτι έσονται απολλύμενοι λιμω επί της γης και ονειδισμόν εθνών ου μη ενέγκωσιν έτι. 31 πρόβατά μου και πρόβατα ποιμνίου μου εστε. και κρινώ αναμέσον κριού προς κριόν. και εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1666 . και το λοιπόν τοις ποσίν υμών εταράσσετε. οίκος Ισραήλ. 20 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ διακρινώ αναμέσον προβάτου ισχυρού και αναμέσον προβάτου ασθενούς. 28 και ουκ έσονται έτι εν προνομή τοις έθνεσι. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ διακρινώ αναμέσον προβάτου και προβάτου. 23 και αναστήσω επ' αυτούς ποιμένα ένα και ποιμανεί αυτούς. και το καθεστηκός ύδωρ επίνετε. 19 και τα πρόβατά μου τα πατήματα των ποδών υμών ενέμοντο και το τεταραγμένον ύδωρ υπό των ποδών υμών έπινον. τάδε λέγει Κύριος Κύριος· 16 το απολωλός ζητήσω και το πλανώμενον επιστρέψω και το συντετριμμένον καταδήσω και το εκλείπον ενισχύσω και το ισχυρόν φυλάξω και βοσκήσω αυτά μετά κρίματος. 21 επί ταις πλευραίς και τοις ώμοις υμών διωθείσθε και τοις κέρασιν υμών εκερατίζετε και παν το εκλείπον εξεθλίβετε. 29 και αναστήσω αυτοίς φυτόν ειρήνης. και ουκ έσται ο εκφοβών αυτούς.

ζω εγώ. ήκουσα της φωνής των βλασφημιών σου. εις αίμα ήμαρτες. 14 τάδε λέγει Κύριος· εν τη ευφροσύνη πάσης της γης έρημον ποιήσω σε. 6 δια τούτο. 10 δια το είπείν σε· τα δύο έθνη και αι δύο χώραι εμαί έσονται και κληρονομήσω αυτάς. ζω εγώ. όρος Σηείρ. και Κύριος εκεί εστι. 15 έρημον έση. ημίν δέδοται εις κατάβρωμα· 13 και εμεγαλορρημόνησας επ' εμέ τω στόματί σου· εγώ ήκουσα. λέγει Κύριος. και αίμα διώξεταί σε. και εκτενώ την χείρά μου επί σε και δώσω σε εις έρημον και ερημωθήση. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. εν χειρί εχθρών μαχαίρα εν καιρω αδικίας επ' εσχάτω. και εν πάσι τοις πεδίοις σου τετραυματισμένοι μαχαίρα πεσούνται εν σοί. επίστρεψον το πρόσωπόν σου επ' όρος Σηείρ και προφήτευσον εις αυτό 3 και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί σε. λέγει Κύριος Κύριος. όρος Σηείρ. 12 και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1667 . 5 αντί του γενέσθαι σε εχθράν αιωνίαν και ενεκάθισας τω οίκω Ισραήλ δόλω. και πάσα η Ιδουμαία εξαναλωθήσεται· και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών. ηνίκα αν κρινώ σε. 7 και δώσω το όρος Σηείρ εις έρημον και ηρημωμένον και απολώ απ' αυτού ανθρώπους και κτήνη 8 και εμπλήσω των τραυματιών τους βουνούς σου και τας φάραγγάς σου. λέγει Κύριος Κύριος. ει μην. και αι πόλεις σου ου μη κατοικηθώσιν έτι· και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος. ότι είπας· τα όρη Ισραήλ έρημα. και ποιήσω σοι κατά την έχθραν σου και γνωσθήσομαί σοι. 4 και ταις πόλεσί σου ερημίαν ποιήσω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ Κύριος ο Θεός υμών. και συ έρημος έση· και γνώση ότι εγώ ειμι Κύριος. 11 δια τούτο. 9 ερημίαν αιώνιον θήσομαί σε.

αι εγένοντο εις προνομήν και εις καταπάτημα τοις καταλειφθείσιν έθνεσι περικύκλω· 5 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ει μην εν πυρί θυμού μου ελάλησα επί τα λοιπά έθνη και επί την Ιδουμαίαν πάσαν. 13 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ανθ' ων είπάν σοι· κατέσθουσα ανθρώπους ει και ητεκνωμένη υπό του έθνους σου εγένου. αντί του ονειδισμούς εθνών ενέγκαι υμάς. λέγει Κύριος Κύριος. ακούσατε λόγον Κυρίου· τάδε λέγει Κύριος τοις όρεσι και τοις βουνοίς και τοις χειμάρροις και ταις φάραγξι και τοις εξηρημωμένοις και ηφανισμένοις και ταις πόλεσι ταις εγκαταλελειμμέναις. και κατεργασθήσεσθε και σπαρήσεσθε. 6 δια τούτο προφήτευσον επί την γην του Ισραήλ και ειπόν τοις όρεσι και τοις βουνοίς και ταις φάραγξι και ταις νάπαις· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ εν τω ζήλω μου και εν τω θυμω μου ελάλησα. και κληρονομήσουσιν υμάς. 9 ότι ιδού εγώ εφ' υμάς και επιβλέψω εφ' υμάς. και έσεσθε αυτοίς εις κατάσχεσιν· και ου μη προστεθήτε έτι ατεκνωθήναι απ' αυτών. 12 και γεννήσω εφ' υμάς ανθρώπους. 7 δια τούτο εγώ αρώ την χείρά μου επί τα έθνη τα περικύκλω υμών. όρη Ισραήλ. την σταφυλήν και τον καρπόν υμών καταφάγεται ο λαός μου. ούτοι την ατιμίαν αυτών λήψονται· 8 υμών δε. προφήτευσον επί τα όρη Ισραήλ και ειπόν τοις όρεσι του Ισραήλ· ακούσατε λόγον Κυρίου· 2 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ανθ' ων είπεν εφ' υμάς ο εχθρός· εύγε έρημα αιώνια εις κατάσχεσιν ημίν εγενήθη. παν οίκον Ισραήλ εις τέλος· και κατοικηθήσονται αι πόλεις και η ηρημωμένη οικοδομηθήσεται. 11 και πληθυνώ εφ' υμάς ανθρώπους και κτήνη και κατοικιώ υμάς ως το εν αρχή υμών και εύ ποιήσω υμάς ωσπερ τα έμπροσθεν υμών· και γνώσεσθε ότι εγώ ειμι Κύριος. 15 και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1668 . 3 δια τούτο προφήτευσον και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· αντί του ατιμασθήναι υμάς και μισηθήναι υμάς υπό των κύκλω υμών του είναι υμάς εις κατάσχεσιν τοις καταλοίποις έθνεσι και ανέβητε λάλημα γλώσση και εις ονείδισμα έθνεσι. ότι ελπίζουσι του ελθείν. τον λαόν μου Ισραήλ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ 1 ΚΑΙ συ υιε ανθρώπου. 4 δια τούτο όρη Ισραήλ. ότι έδωκαν την γην μου εαυτοίς εις κατάσχεσιν μετ' ευφροσύνης ατιμάσαντες ψυχάς του αφανίσαι εν προνομή. 10 και πληθυνώ εφ' υμάς ανθρώπους. 14 δια τούτο ανθρώπους ουκέτι φάγεσαι και το έθνος σου ουκ ατεκνώσεις έτι.

24 και λήψομαι υμάς εκ των εθνών και αθροίσω υμάς εκ πασών των γαιών και εισάξω υμάς εις την γην υμών. 23 και αγιάσω το όνομά μου το μέγα το βεβηλωθέν εν τοις έθνεσιν. 25 και ρανώ εφ' υμάς καθαρόν ύδωρ. 16 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 17 υιε ανθρώπου. αλλ' ή δια το όνομά μου το άγιον. και εγώ έσομαι υμίν εις Θεόν. 33 τάδε λέγει Αδωναϊ Κύριος· εν ημέρα. 18 και εξέχεα τον θυμόν μου επ' αυτούς 19 και διέσπειρα αυτούς εις τα έθνη και ελίκμησα αυτούς εις τας χώρας· κατά την οδόν αυτών και κατά την αμαρτίαν αυτών έκρινα αυτούς. ης έδωκα τοις πατράσιν υμών. 28 και κατοικήσετε επί της γης. οίκος Ισραήλ κατώκησεν επί της γης αυτών και εμίαναν αυτήν εν τη οδω αυτών και εν τοις ειδώλοις αυτών και εν ταις ακαθαρσίαις αυτών· κατά την ακαθαρσίαν της αποκαθημένης εγενήθη η οδός αυτών προ προσώπου μου. οίκος Ισραήλ. ό εβεβηλώσατε εν τοις έθνεσιν. 20 και εισήλθοσαν εις τα έθνη. και εβεβήλωσαν το όνομά μου το άγιον εν τω λέγεσθαι αυτούς· λαός Κυρίου ούτοι και εκ της γης αυτού εξεληλύθασι. και ονειδισμούς λαών ου μη ανενέγκητε έτι. και τα κρίματά μου φυλάξησθε και ποιήσητε. 27 και το πνεύμά μου δώσω εν υμίν και ποιήσω ίνα εν τοις δικαιώμασί μου πορεύησθε. ό εβεβηλώσατε εν μέσω αυτών. λέγει Κύριος Κύριος. 32 ου δι' υμάς εγώ ποιώ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ουκ ακουσθήσεται ουκέτι εφ' υμάς ατιμία εθνών. 29 και σώσω υμάς εκ πασών των ακαθαρσιών υμών και καλέσω τον σίτον 30 και πληθυνώ αυτόν και ου δώσω εφ' υμάς λιμόν· και πληθυνώ τον καρπόν του ξύλου και τα γεννήματα του αγρού. όπως αν μη λάβητε ονειδισμόν λιμού εν τοις έθνεσι. ή καθαριώ υμάς εκ πασών ανομιών υμών. και έσεσθέ μοι εις λαόν. και γνώσονται τα έθνη ότι εγώ ειμι Κύριος εν τω αγιασθήναί με εν υμίν κατ' οφθαλμούς αυτών. ου εισήλθοσαν εκεί. οίκος Ισραήλ. 26 και δώσω υμίν καρδίαν καινήν και πνεύμα καινόν δώσω εν υμίν και αφελώ την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός υμών και δώσω υμίν καρδίαν σαρκίνην. και καθαριώ υμάς. και καθαρισθήσεσθε από πασών των ακαθαρσιών υμών και από πάντων των ειδώλων υμών. γνωστόν έσται υμίν· αισχύνθητε και εντράπητε εκ των οδών υμών. 21 και εφεισάμην αυτών δια το όνομά μου το άγιον. 22 δια τούτο ειπόν τω οίκω Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ουχ υμίν εγώ ποιώ. 31 και μνησθήσεσθε τας οδούς υμών τας πονηράς και τα επιτηδεύματα υμών τα μη αγαθά και προσοχθιείτε κατά πρόσωπον αυτών εν ταις ανομίαις υμών και επί τοις βδελύγμασιν αυτών. λέγει Κύριος Κύριος. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1669 . ό εβεβήλωσαν οίκος Ισραήλ εν τοις έθνεσιν. ου εισήλθετε εκεί. ου εισήλθοσαν εκεί.

και γνώσονται ότι εγώ Κύριος. και ζήσεσθε· και γνώσεσθε ότι εγώ ειμι Κύριος. και ιδού πολλά σφόδρα επί προσώπου του πεδίου. 35 και ερούσιν· η γη εκείνη η ηφανισμένη εγενήθη ως κήπος τρυφής. ως πρόβατα Ιερουσαλήμ εν ταις εορταίς αυτής. υιε ανθρώπου. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ 1 ΚΑΙ εγένετο επ' εμέ χείρ Κυρίου. ξηρά σφόδρα. ότι εγώ Κύριος ωκοδόμησα τας καθηρημένας και κατεφύτευσα τας ηφανισμένας. και ειπόν τω πνεύματι· τάδε λέγει Κύριος· εκ των τεσσάρων πνευμάτων ελθέ και εμφύσησον εις τους νεκρούς τούτους. και εκτενώ εφ' υμάς δέρμα και δώσω πνεύμά μου εις υμάς. 38 ως πρόβατα άγια. και ζησάτωσαν. και είπα· Κύριε Κύριε. 3 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 37 τάδε λέγει Αδωναϊ Κύριος· έτι τούτο ζητηθήσομαι τω οίκω Ισραήλ του ποιήσαι αυτοίς· πληθυνώ αυτούς ως πρόβατα ανθρώπους. 7 και επροφήτευσα καθώς ενετείλατό μοι. 10 και επροφήτευσα καθότι ενετείλατό μοι· και εισήλθεν εις αυτούς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1670 . 34 και η γη η ηφανισμένη εργασθήσεται. και προσήγαγε τα οστά εκάτερον προς την αρμονίαν αυτού. και τούτο ην μεστόν οστέων ανθρωπίνων· 2 και περιήγαγέ με επ' αυτά κυκλόθεν κύκλω. και εξήγαγέ με εν πνεύματι Κύριος και έθηκέ με εν μέσω του πεδίου. 9 και είπε προς με· προφήτευσον επί το πνεύμα. και ανέβαινεν επ' αυτά δέρμα επάνω.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατοικιώ τας πόλεις. ακούσατε λόγον Κυρίου. 36 και γνώσονται τα έθνη. 5 τάδε λέγει Κύριος τοις οστέοις τούτοις· ιδού εγώ φέρω εφ' υμάς πνεύμα ζωής 6 και δώσω εφ' υμάς νεύρα και ανάξω εφ' υμάς σάρκας. ει ζήσεται τα οστέα ταύτα. ανθ' ων ότι ηφανισμένη εγενήθη κατ' οφθαλμούς παντός παροδεύοντος. συ επίστη ταύτα. και εγένετο εν τω εμέ προφητεύσαι και ιδού σεισμός. και αι πόλεις αι έρημοι και ηφανισμέναι και κατεσκαμμέναι οχυραί εκάθισαν. προφήτευσον. 8 και είδον και ιδού επ' αυτά νεύρα και σάρκες εφύοντο. και πνεύμα ουκ ην επ' αυτοίς. και οικοδομηθήσονται έρημοι. 4 και είπε προς με· προφήτευσον επί τα οστά ταύτα και ερείς αυτοίς· τα οστά τα ξηρά. όσα αν καταλειφθώσι κύκλω υμών. ούτως έσονται αι πόλεις αι έρημοι πλήρεις προβάτων ανθρώπων. εγώ Κύριος ελάλησα και ποιήσω.

ου κατώκησαν εκεί οι πατέρες αυτών· και κατοικήσουσιν επ' αυτής αυτοί. ου εισήλθοσαν εκεί. τα οστά ταύτα πας οίκος Ισραήλ εστι. και έσονται εν τη χειρί σου. ράβδον Εφραίμ και πάντας τους υιούς Ισραήλ τους προστεθέντας προς αυτόν. απόλωλεν η ελπίς ημών. και ουκ έσονται έτι εις δύο έθνη. 11 και ελάλησε Κύριος προς με λέγων· υιε ανθρώπου. λαβέ σεαυτω ράβδον και γράψον επ' αυτήν τον Ιούδαν και τους υιούς Ισραήλ τους προσκειμένους επ' αυτόν· και ράβδον δευτέραν λήψη σεαυτω και γράψεις αυτήν τω Ιωσήφ. και εγώ Κύριος έσομαι αυτοίς εις Θεόν. συναγωγή πολλή σφόδρα. την δια χειρός Εφραίμ. 13 και γνώσεσθε ότι εγώ ειμι Κύριος εν τω ανοίξαί με τους τάφους υμών του αναγαγείν με εκ των τάφων τον λαόν μου. εφ' αις συ έγραψας επ' αυταίς. 14 και δώσω πνεύμά μου εις υμάς. 21 και ερείς αυτοίς· τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ λαμβάνω πάντα οίκον Ισραήλ εκ μέσου των εθνών. 19 και ερείς προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ λήψομαι την φυλήν Ιωσήφ. και τας φυλάς Ισραήλ τας προσκειμένας προς αυτόν και δώσω αυτούς επί την φυλήν Ιούδα. 20 και έσονται αι ράβδοι. 26 και διαθήσομαι Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1671 . διαπεφωνήκαμεν. 23 ίνα μη μιαίνωνται έτι εν τοις ειδώλοις αυτών. και ρύσομαι αυτούς από πασών των ανομιών αυτών. 17 και συνάψεις αυτάς προς αλλήλας σαυτω εις ράβδον μίαν του δήσαι αυτάς. και καθαριώ αυτούς. και αυτοί λέγουσι· ξηρά γέγονε τα οστά ημών. και συνάξω αυτούς από πάντων των περικύκλω αυτών και εισάξω αυτούς εις την γην του Ισραήλ· 22 και δώσω αυτούς εις έθνος εν εν τη γη μου και εν τοις όρεσιν Ισραήλ. 15 Και εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 16 υιε ανθρώπου. 24 και ο δούλός μου Δαυίδ άρχων εν μέσω αυτών έσται ποιμήν εις πάντων· ότι εν τοις προστάγμασί μου πορεύσονται και τα κρίματά μου φυλάξονται και ποιήσουσιν αυτά. και έζησαν και έστησαν επί των ποδών αυτών. και ζήσεσθε. ουδέ μη διαιρεθώσιν ουκέτι εις δύο βασιλείας. 18 και έσται όταν λέγωσι προς σε οι υιοί του λαού σου· ουκ αναγγέλλεις ημίν τι εστι ταύτά σοι. και έσονταί μοι εις λαόν. και Δαυίδ ο δούλός μου άρχων αυτών έσται εις τον αιώνα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ το πνεύμα. και άρχων εις έσται αυτών. και έσονται εις ράβδον μίαν τη χειρί Ιούδα. και θήσομαι υμάς επί την γην υμών. ων ημάρτοσαν εν αυταίς. και γνώσεσθε ότι εγώ Κύριος· λελάληκα και ποιήσω. εν τη χειρί σου ενώπιον αυτών. ην εγώ δέδωκα τω δούλω μου Ιακώβ. 12 δια τούτο προφήτευσον και ειπόν προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ ανοίγω τα μνήματα υμών και ανάξω υμάς εκ των μνημάτων υμών και εισάξω υμάς εις την γην του Ισραήλ. λέγει Κύριος. 25 και κατοικήσουσιν επί της γης αυτών.

9 και αναβήση ως υετός και ήξεις ως νεφέλη κατακαλύψαι γην και έση συ και πάντες οι περί σε και έθνη πολλά μετά σου. πεποιηκότας κτήσεις. και προφήτευσον επ' αυτόν 3 και ειπόν αυτω τάδε λέγει Κύριος Κύριος· ιδού εγώ επί σε Γώγ άρχοντα Ρώς. διαθήκη αιωνία έσται μετ' αυτών· και θήσω τα άγιά μου εν μέσω αυτών εις τον αιώνα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ αυτοίς διαθήκην ειρήνης. και αυτοί μου έσονται λαός. και έθνη πολλά μετά σου· 7 ετοιμάσθητι. 5 Πέρσαι και Αιθίοπες και Λίβυες. και έσομαι αυτοίς Θεός. επί γην Ισραήλ. πάντας κατοικούντας γην. ετοίμασον σεαυτόν συ. κατοικούντας επί τον Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1672 . οίκος του Θεργαμά απ' εσχάτου βορρά και πάντες οι περί αυτόν. και λογιή λογισμούς πονηρούς 11 και ερείς· αναβήσομαι επί γην απερριμμένην. και πάσα η συναγωγή σου η συνηγμένη μετά σου και έση μοι εις προφυλακήν. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ 1 ΚΑΙ εγένετο λόγος Κυρίου προς με λέγων· 2 υιε ανθρώπου. Μοσόχ και Θοβέλ. 27 και έσται η κατασκήνωσίς μου εν αυτοίς. συναγωγή πολλή. πέλται και περικεφαλαίαι και μάχαιραι. ίππους και ιππείς ενδεδυμένους θώρακας πάντας. 28 και γνώσονται τα έθνη ότι εγώ ειμι Κύριος ο αγιάζων αυτούς εν τω είναι τα άγιά μου εν μέσω αυτών εις τον αιώνα. άρχοντα Ρώς. Μοσόχ και Θοβέλ 4 και συνάξω σε και πάσαν την δύναμίν σου. συνηγμένων από εθνών πολλών. ή κατωκίσθη. πάντες περικεφαλαίαις και πέλταις. 8 αφ' ημερών πλειόνων ετοιμασθήσεται και επ' εσχάτου ετών ελεύσεται και ήξει εις την γην την απεστραμμένην από μαχαίρας. 6 Γομέρ και πάντες οι περί αυτόν. ή εγενήθη έρημος δι' όλου· και ούτος εξ εθνών εξελήλυθε και κατοικήσουσιν επ' ειρήνης άπαντες. στήρισον το πρόσωπόν σου επί Γώγ και την γην του Μαγώγ. ήξω επί ησυχάζοντας εν ησυχία και οικούντας επ' ειρήνης. του επιστρέψαι χείράς μου εις την ηρημωμένην. εν ή ουχ υπάρχει τείχος ουδέ μοχλοί. και επ' έθνος συνηγμένον από εθνών πολλών. 12 προνομεύσαι προνομήν και σκύλα σκυλεύσαι αυτών. και θύραι ουκ εισίν αυτοίς. 10 τάδε λέγει Κύριος Κύριος· και έσται εν τη ημέρα εκείνη αναβήσεται ρήματα επί την καρδίαν σου.

και παν τείχος επί την γην πεσείται. και ειπόν τω Γώγ· τάδε λέγει Κύριος· ουκ εν τη ημέρα εκείνη εν τω κατοικισθήναι τον λαόν μου Ισραήλ επ' ειρήνης εγερθήση. ή αν έλθη Γώγ επί την γην του Ισραήλ. και ραγήσεται τα όρη και πεσούνται αι φάραγγες. υιε ανθρώπου. 18 και έσται εν τη ημέρα εκείνη. 17 τάδε λέγει Κύριος Κύριος τω Γώγ· συ ει περί ου ελάλησα προ ημερών των έμπροσθεν δια χειρός των δούλων μου των προφητών του Ισραήλ. ει μην εν τη ημέρα εκείνη έσται σεισμός μέγας επί γης Ισραήλ. εν πυρί της οργής μου ελάλησα. 14 δια τούτο προφήτευσον. του αναγαγείν σε επ' αυτούς. και ανάξω σε επί την γην μου. 21 και καλέσω επ' αυτόν παν φόβον. υιε ανθρώπου. προφήτευσον επί Γώγ και ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ιδού εγώ επί σε Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1673 .Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ομφαλόν της γης. αναβήσεται ο θυμός μου 19 και ο ζήλός μου. 13 Σαββά και Δαιδάν και έμποροι Καρχηδόνιοι και πάσαι αι κώμαι αυτών ερούσί σοι· εις προνομήν του προνομεύσαι συ έρχη και σκυλεύσαι σκύλα. 20 και σεισθήσονται από προσώπου Κυρίου οι ιχθύες της θαλάσσης και τα πετεινά του ουρανού και τα θηρία του πεδίου και πάντα τα ερπετά τα έρποντα επί της γης. συνήγαγες συναγωγήν σου λαβείν αργύριον και χρυσίον. και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. απενέγκασθαι κτήσιν του σκυλεύσαι σκύλα. 16 και αναβήση επί τον λαόν μου Ισραήλ ως νεφέλη καλύψαι γην· επ' εσχάτων των ημερών έσται. εν ταις ημέραις εκείναις και έτεσι. και πυρ και θείον βρέξω επ' αυτόν και επί πάντας τους μετ' αυτού και επ' έθνη πολλά μετ' αυτού. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ 1 ΚΑΙ συ. 22 και κρινώ αυτόν θανάτω και αίματι και υετω κατακλύζοντι και λίθοις χαλάζης. 23 και μεγαλυνθήσομαι και αγιασθήσομαι και ενδοξασθήσομαι και γνωσθήσομαι εναντίον εθνών πολλών. λέγει Κύριος Κύριος. αναβάται ίππων πάντες. εν ημέρα. συναγωγή μεγάλη και δύναμις πολλή. 15 και ήξεις εκ του τόπου σου απ' εσχάτου βορρά και έθνη πολλά μετά σου. λέγει Κύριος· μάχαιρα ανθρώπου επί τον αδελφόν αυτού έσται. ίνα γνώσι πάντα τα έθνη εμέ εν τω αγιασθήναί με εν σοί ενώπιον αυτών. και πάντες οι άνθρωποι οι επί προσώπου της γης.

το πολυάνδριον των επελθόντων προς τη θαλάσση. και κατοικηθήσονται αι νήσοι επ' ειρήνης· και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος. και εκζητήσουσι. εν ή ελάλησα. έως ότου θάψωσιν αυτό οι θάπτοντες εις το γαί το πολυάνδριον του Γώγ· 16 και γαρ το όνομα της πόλεως Πολυάνδριον· και καθαρισθήσεται η γη. αλλ' ή τα όπλα κατακαύσουσι πυρί· και προνομεύσουσι τους προνομεύσαντας αυτούς και σκυλεύσουσι τους σκυλεύσαντας αυτούς. ίνα καθαρισθή η γη. και κληθήσεται Τό γαί το πολυάνδριον του Γώγ. συνάχθητε από πάντων των περικύκλω επί την θυσίαν μου ην τέθυκα υμίν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Γώγ άρχοντα Ρώς. θυσίαν μεγάλην επί τα όρη Ισραήλ. 17 και συ. 7 και το όνομά μου το άγιον γνωσθήσεται εν μέσω λαού μου Ισραήλ. 10 και ου μη λάβωσι ξύλα εκ του πεδίου ουδέ μη κόψωσιν εκ των δρυμών. καθαρίσαι αυτήν μετά την επτάμηνον. 3 και απολώ το τόξον σου από της χειρός σου της αριστεράς και τα τοξεύματά σου από της χειρός σου της δεξιάς και καταβαλώ σε 4 επί τα όρη Ισραήλ. υιε ανθρώπου. και γνώση ότι έσται. 6 και αποστελώ πυρ επί Γώγ. 11 και έσται εν τη ημέρα εκείνη δώσω τω Γώγ τόπον ονομαστόν. 12 και κατορύξουσιν εκεί τον Γώγ και παν το πλήθος αυτού. και φάγεσθε κρέα και πίεσθε αίμα. και ου βεβηλωθήσεται το όνομά μου το άγιον ουκέτι· και γνώσονται τα έθνη ότι εγώ ειμι Κύριος άγιος εν Ισραήλ. λέγει Κύριος Κύριος· αύτη εστίν η ημέρα. εν επταμήνω· και κατορύξουσιν αυτούς πας ο λαός της γης. ειπόν· τάδε λέγει Κύριος· ειπόν παντί ορνέω πετεινω και προς πάντα τα θηρία του πεδίου· συνάχθητε και έρχεσθε. 8 ιδού ήκει. 14 και άνδρας δια παντός διαστελούσιν επιπορευομένους την γην θάψαι τους καταλελειμμένους επί προσώπου της γης. Μοσόχ και Θοβέλ 2 και συνάξω σε και καθοδηγήσω σε και αναβιβώ σε επ' εσχάτου του βορρά και ανάξω σε επί τα όρη τα Ισραήλ. λέγει Κύριος. λέγει Κύριος. 18 κρέα γιγάντων φάγεσθε και αίμα αρχόντων Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1674 . 5 επί προσώπου του πεδίου πεσή. 15 και πας ο διαπορευόμενος την γην και ιδών οστούν ανθρώπου οικοδομήσει παρ' αυτω σημείον. και τα έθνη τα μετά σου δοθήσονται εις πλήθη ορνέων. 9 και εξελεύσονται οι κατοικούντες τας πόλεις Ισραήλ και καύσουσιν εν τοις όπλοις. και περιοικοδομήσουσι το περιστόμιον της φάραγγος. και πεσή συ και πάντες οι περί σε. μνημείον εν Ισραήλ. ότι εγώ ελάλησα. και έσται αυτοίς ονομαστόν ή ημέρα εδοξάσθη. πέλταις και κοντοίς και τόξοις και τοξεύμασι και ράβδοις χειρών και λόγχαις· και καύσουσιν εν αυτοίς πυρ επτά έτη. λέγει Κύριος. 13 και κατορύξουσιν αυτούς οίκος Ισραήλ. παντί πετεινω και πάσι τοις θηρίοις του πεδίου δέδωκά σε καταβρωθήναι.

26 και λήψονται την ατιμίαν αυτών και την αδικίαν. ης έθυσα υμίν. λέγει Κύριος Κύριος. 24 κατά τας ακαθαρσίας αυτών και κατά τα ανομήματα αυτών εποίησα αυτοίς και απέστρεψα το πρόσωπόν μου απ' αυτών. γίγαντα και πάντα άνδρα πολεμιστήν. εν τω κατοικισθήναι αυτούς επί την γην αυτών επ' ειρήνης. και απέστρεψα το πρόσωπόν μου απ' αυτών και παρέδωκα αυτούς εις χείρας των εχθρών αυτών. εν τω τεσσαρεσκαιδεκάτω έτει μετά το αλώναι την πόλιν. 20 και εμπλησθήσεσθε επί της τραπέζης μου ίππον και αναβάτην. και όψονται πάντα τα έθνη την κρίσιν μου. και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1675 . ην επήγαγον επ' αυτούς. κριούς και μόσχους και τράγους. και την χείρά μου. εν τω πρώτω μηνί. εν τη ημέρα εκείνη εγένετο επ' εμέ χείρ Κυρίου και ήγαγέ με· 2 εν οράσει Θεού εις την γην του Ισραήλ και έθηκέ με επ' όρους υψηλού σφόδρα. και οι μόσχοι εστεατωμένοι πάντες. και επ' αυτού ωσεί οικοδομή πόλεως απέναντι. ην εποίησα. και ιδού ανήρ. 25 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος Κύριος· νυν αποστρέψω την αιχμαλωσίαν Ιακώβ και ελεήσω τον οίκον Ισραήλ και ζηλώσω δια το όνομα το άγιόν μου. 29 και ουκ αποστρέψω ουκέτι το πρόσωπόν μου απ' αυτών. και έπεσαν πάντες μαχαίρα. 28 και γνώσονται ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών εν τω επιφανήναί με αυτοίς εν τοις έθνεσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ της γης πίεσθε. 23 και γνώσονται πάντα τα έθνη ότι δια τας αμαρτίας αυτών ηχμαλωτεύθησαν οίκος Ισραήλ. 3 και εισήγαγέ με εκεί. λέγει Κύριος. 21 και δώσω την δόξαν μου εν υμίν. ανθ' ων ηθέτησαν εις εμέ. και η όρασις αυτού ην ωσεί όρασις χαλκού στίλβοντος. 22 και γνώσονται οίκος Ισραήλ ότι εγώ ειμι Κύριος ο Θεός αυτών από της ημέρας ταύτης και επέκεινα. ανθ' ου εξέχεα τον θυμόν μου επί τον οίκον Ισραήλ. 19 και φάγεσθε στέαρ εις πλησμονήν και πίεσθε αίμα εις μέθην από της θυσίας μου. δεκάτη του μηνός. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ 1 ΚΑΙ εγένετο εν τω πέμπτω και εικοστω έτει της αιχμαλωσίας ημών. 27 εν τω αποστρέψαι με αυτούς εκ των εθνών και συναγαγείν με αυτούς εκ των χωρών των εθνών και αγιασθήσομαι εν αυτοίς ενώπιον των εθνών. ην ηδίκησαν. και ουκ έσται ο εκφοβών.

το μέτρον πηχών εξ εν πήχει και παλαιστής.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εν τη χειρί αυτού ην σπαρτίον οικοδόμων και κάλαμος μέτρου. και επί το αιλάμ φοίνικες ένθεν και ένθεν. και διεμέτρησε το προτείχισμα. κατά το μήκος των πυλών το περίστυλον το υποκάτω. 19 και διεμέτρησε το πλάτος της αυλής από του αιθρίου της πύλης της εξωτέρας έσωθεν επί το αίθριον της πύλης της βλεπούσης έξω. πήχεις εκατόν. 20 και ιδού πύλη βλέπουσα προς βορράν τη αυλή τη εξωτέρα. το τε μήκος αυτής και το πλάτος. 18 και αι στοαί κατά νώτου των πυλών. 5 Και ιδού περίβολος έξωθεν του οίκου κύκλω· και εν τη χειρί του ανδρός κάλαμος. της βλεπούσης κατά ανατολάς. και ιδού παστοφόρια και περίστυλα κύκλω της αυλής. και διεμέτρησεν αυτήν. 4 και είπε προς με ο ανήρ· εώρακας. και αυτός ειστήκει επί της πύλης. 21 και τα θεέ τρεις ένθεν και τρεις ένθεν και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ και τους Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1676 . είκοσι θεείμ της πύλης κύκλω· 15 και το αίθριον της πύλης έξωθεν εις το αίθριον αιλάμ της πύλης έσωθεν πηχών πεντήκοντα· 16 και θυρίδες κρυπταί επί το θεείμ και επί τα αιλάμ έσωθεν της πύλης της αυλής κυκλόθεν. και το θεέ πηχών εξ ένθεν και πηχών εξ ένθεν. 12 και πήχυς επισυναγόμενος επί πρόσωπον των θεείμ ένθεν και ένθεν. 17 και εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν. όσα εγώ δεικνύω σοι. 13 και διεμέτρησε την πύλην από του τοίχου του θεέ επί τον τοίχον του θεέ πλάτος πήχεις είκοσι και πέντε. πλάτος ίσον τω καλάμω και το ύψος αυτού ίσον τω καλάμω. και ωσαύτως τοις αιλάμ θυρίδες κύκλω έσωθεν. διότι ένεκα του δείξαί σοι εισελήλυθας ώδε και δείξεις πάντα. 11 και διεμέτρησε το πλάτος της θύρας του πυλώνος πηχών δέκα και το εύρος του πυλώνος πηχών δεκατριών. εν τοις οφθαλμοίς σου ιδέ και εν τοις ωσί σου άκουε και τάξον εις την καρδίαν σου πάντα. 6 και εισήλθεν εις την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς εν επτά αναβαθμοίς και διεμέτρησε το αιλάμ της πύλης ίσον τω καλάμω 7 και το θεέ ίσον τω καλάμω το μήκος και ίσον τω καλάμω το πλάτος και το αιλάμ αναμέσον του θεηλαθά πηχών εξ και το θεέ το δεύτερον ίσον τω καλάμω το πλάτος και ίσον τω καλάμω το μήκος και το αιλάμ πηχέων πέντε και το θεέ το τρίτον ίσον τω καλάμω το μήκος. τριάκοντα παστοφόρια εν τοις περιστύλοις. αύτη πύλη επί πύλην· 14 και το αίθριον του αιλάμ της πύλης εξήκοντα πήχεις. τω οίκω του Ισραήλ. και ίσον τω καλάμω πλάτος και το αιλάμ του πυλώνος πλησίον του αιλάμ της πύλης 8 πηχών οκτώ 9 και τα αιλεύ πηχών δύο και το αιλάμ της πύλης έσωθεν 10 και τα θεέ της πύλης του θεέ κατέναντι τρεις ένθεν και τρεις ένθεν και μέτρον εν τοις τρισί και μέτρον εν τοις αιλάμ ένθεν και ένθεν. όσα συ οράς. και ήγαγέ με επί βορράν. υιε ανθρώπου.

και ιδού πύλη βλέπουσα προς νότον. και φοίνικες τω αιλεύ ένθεν και ένθεν. πηχών πεντήκοντα το μήκος αυτής και πηχών εικοσιπέντε το εύρος αυτής. 32 και εισήγαγέ με εις την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς και διεμέτρησεν αυτήν κατά τα μέτρα ταύτα 33 και τα θεέ και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ κατά τα μέτρα ταύτα· και θυρίδες αυτη και τω αιλαμμώ κύκλω. 23 και πύλη τη αυλή τη εσωτέρα βλέπουσα επί πύλην του βορρά ον τρόπον της πύλης της βλεπούσης κατά ανατολάς. και διεμέτρησεν αυτήν και τα θεέ και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ κατά τα μέτρα ταύτα. πήχεις εκατόν το εύρος προς νότον. και διεμέτρησε την αυλήν από πύλης επί πύλην πήχεις εκατόν. 34 και αιλαμμώ εις την αυλήν την εσωτέραν. εις ένθεν και εις ένθεν επί τα αιλεύ. και φοίνικες επί του αιλεύ ένθεν και ένθεν. 31 και αιλαμμώ εις την αυλήν την εξωτέραν και φοίνικες τω αιλεύ. 22 και αι θυρίδες αυτής και τα αιλαμμώ και οι φοίνικες αυτής καθώς η πύλη η βλέπουσα κατά ανατολάς· και εν επτά κλιμακτήρσιν ανέβαινον επ' αυτήν. και οκτώ κλιμακτήρες αυτη. και εγένετο κατά τα μέτρα της πύλης της βλεπούσης κατά ανατολάς πηχών πεντήκοντα το μήκος αυτής και πηχών εικοσιπέντε το εύρος αυτής. 37 και τα αιλαμμώ εις την αυλήν την εξωτέραν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φοίνικας αυτής. 38 τα παστοφόρια αυτής και τα θυρώματα αυτής και τα αιλαμμώ αυτής επί της πύλης της δευτέρας έκρυσις. 39 όπως σφάζωσιν εν αυτη τα υπέρ αμαρτίας και τα υπέρ αγνοίας· 40 και κατά νώτου του ρύακος των ολοκαυτωμάτων της βλεπούσης προς βορράν δύο τράπεζαι προς ανατολάς και κατά νώτου της δευτέρας και του αιλάμ της πύλης δύο τράπεζαι κατά ανατολάς. και οκτώ κλιμακτήρες αυτη. και αιλαμμώ έσωθεν και φοίνικες αυτη. και οκτώ κλιμακτήρες. 41 τέσσαρες Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1677 . 28 Και εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν της πύλης της προς νότον και διεμέτρησε την πύλην κατά τα μέτρα ταύτα 29 και τα θεέ και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ κατά τα μέτρα ταύτα· και θυρίδες αυτη και τω αιλαμμώ κύκλω· πήχεις πεντήκοντα το μήκος αυτής και το εύρος πήχεις εικοσιπέντε. 26 και επτά κλιμακτήρες αυτη. και τα αιλαμμώ έσωθεν. 24 και ήγαγέ με κατά νότον. 27 και πύλη κατέναντι της πύλης της αυλής της εσωτέρας προς νότον· και διεμέτρησε την αυλήν από πύλης επί πύλην. πήχεις πεντήκοντα μήκος αυτής και εύρος αυτής πήχεις εικοσιπέντε. 25 και αι θυρίδες αυτής και τα αιλαμμώ κυκλόθεν καθώς αι θυρίδες του αιλάμ. 35 και εισήγαγέ με εις την πύλην την προς βορράν και διεμέτρησε κατά τα μέτρα ταύτα 36 και τα θεέ και τα αιλεύ και τα αιλαμμώ· και θυρίδες αυτη κύκλω και τω αιλαμμώ αυτής· πήχεις πεντήκοντα μήκος αυτής και εύρος πήχεις εικοσιπέντε.

42 και τέσσαρες τράπεζαι των ολοκαυτωμάτων λίθιναι λελαξευμέναι πήχεως και ημίσους το πλάτος και πήχεων δύο και ημίσους το μήκος και επί πήχυν το ύψος. 46 και η εξέδρα η βλέπουσα προς βορράν τοις ιερεύσι τοις φυλάσσουσι την φυλακήν του θυσιαστηρίου· εκείνοί εισιν οι υιοί Σαδδούκ οι εγγίζοντες εκ του Λευϊ προς Κύριον λειτουργείν αυτω. και ιδού δύο εξέδραι εν τη αυλή τη εσωτέρα. 47 και διεμέτρησε την αυλήν μήκος πηχών εκατόν και εύρος πήχεις εκατόν επί τα τέσσαρα μέρη αυτής και το θυσιαστήριον απέναντι του οίκου. και το εύρος του θυρώματος πηχών δεκατεσσάρων. επ' αυτάς επιθήσουσι τα σκεύη. εις ένθεν και εις ένθεν. ω διεμέτρησε το αιλάμ πηχών εξ το πλάτος ένθεν 2 και πηχών εξ το εύρος του αιλάμ ένθεν. 49 και το μήκος του αιλάμ πηχών είκοσι και το εύρος πηχών δώδεκα· και επί δέκα αναβαθμών ανέβαινον επ' αυτό· και στύλοι ήσαν επί το αιλάμ. . και επωμίδες του πυλώνος πηχών πέντε ένθεν και πηχών πέντε ένθεν· και διεμέτρησε το μήκος αυτού πηχών τεσσαράκοντα και το εύρος πηχών είκοσι. επ' αυτάς σφάξουσι τα θύματα κατέναντι των οκτώ τραπεζών των θυμάτων. και επωμίδες της θύρας του αιλάμ πηχών τριών ένθεν και πηχών τριών ένθεν. μία κατά νώτου της πύλης της βλεπούσης προς βορράν φέρουσα προς νότον και μία κατά νώτου της πύλης της προς νότον. και το εύρος του πυλώνος πηχών δέκα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ένθεν και τέσσαρες ένθεν κατά νώτου της πύλης. 43 και παλαιστήν έξουσιν γείσος λελαξευμένον έσωθεν κύκλω και επί τας τραπέζας επάνωθεν στέγας του καλύπτεσθαι από του υετού και από της ξηρασίας.48 Και εισήγαγέ με εις το αιλάμ του οίκου. βλεπούσης δε προς βορράν. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ 1 ΚΑΙ εισήγαγέ με εις τον ναόν. και διεμέτρησε το αίλ του αιλάμ πηχών πέντε το πλάτος ένθεν και πηχών πέντε ένθεν. εν οίς σφάζουσιν εκεί τα ολοκαυτώματα και τα θύματα. 3 και εισήλθεν εις την αυλήν την εσωτέραν και Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1678 . 44 και εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν. 45 και είπε προς με· η εξέδρα αύτη η βλέπουσα προς νότον τοις ιερεύσι τοις φυλάσσουσι την φυλακήν του οίκου.

4 και διεμέτρησε το μήκος των θυρών πηχών τεσσαράκοντα και εύρος πηχών είκοσι κατά πρόσωπον του ναού. 12 και το διορίζον κατά πρόσωπον του απολοίπου ως προς θάλασσαν πηχών εβδομήκοντα. και ο ναός και αι γωνίαι και το αιλάμ το εξώτερον πεφατνωμένα. 15 και διεμέτρησε μήκος του διορίζοντος κατά πρόσωπον του απολοίπου των κατόπισθεν του οίκου εκείνου και τα απόλοιπα ένθεν και ένθεν πηχών εκατόν το μήκος. όπως διαπλατύνηται άνωθεν και εκ των κάτωθεν αναβαίνωσιν επί τα υπερωα και εκ των μέσων επί τα τριώροφα. 11 και αι θύραι των εξεδρών επί το απόλοιπον της θύρας της μιάς της προς βορράν· και η θύρα η μία προς νότον.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ διεμέτρησε το αίλ του θυρώματος πηχών δύο και το θύρωμα πηχών εξ και τας επωμίδας του θυρώματος πηχών επτά ένθεν και πηχών επτά ένθεν. 5 και διεμέτησε τον τοίχον του οίκου πηχών εξ και το εύρος της πλευράς πηχών τεσσάρων κυκλόθεν. πηχών εξ διάστημα. 20 εκ του εδάφους έως του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1679 . υποφαύσεις κύκλω τοις τρισίν ωστε διακύπτειν· και ο οίκος και τα πλησίον εξυλωμένα κύκλω και το έδαφος και εκ του εδάφους έως των θυρίδων. και φοίνικες αναμέσον Χερούβ και Χερούβ· δύο πρόσωπα τω Χερούβ. 14 και το εύρος κατά πρόσωπον του οίκου και τα απόλοιπα κατέναντι πηχών εκατόν. 7 και το εύρος της ανωτέρας των πλευρών κατά το πρόσθεμα εκ του τοίχου προς την ανωτέραν κύκλω του οίκου. 19 πρόσωπον ανθρώπου προς τον φοίνικα ένθεν και ένθεν και πρόσωπον λέοντος προς τον φοίνικα ένθεν και ένθεν· διαγεγλυμμένος όλος ο οίκος κυκλόθεν. εύρος κυκλόθεν και μήκος αυτού πηχών ενενήκοντα. 16 και αι θυρίδες δικτυωταί. πλάτος του τοίχου του διορίζοντος πηχών πέντε. 13 και διεμέτρησε κατέναντι του οίκου μήκος πηχών εκατόν. και είπε· τούτο το άγιον των αγίων. το περιφερές τω οίκω κύκλω. όπως το παράπαν μη άπτωνται των τοίχων του οίκου. και αι θυρίδες αναπτυσσόμεναι τρισσώς εις το διακύπτειν. 17 και έως πλησίον της εσωτέρας και έως της εξωτέρας και εφ' όλον τον τοίχον κύκλω εν τω έσωθεν και εν τω έξωθεν 18 γεγλυμμένα Χερουβίμ. 9 και εύρος του τοίχου της πλευράς έξωθεν πηχών πέντε· και τα απόλοιπα αναμέσον των πλευρών του οίκου 10 και αναμέσον των εξεδρών εύρος πηχών είκοσι. και διάστημα εν τω τοίχω του οίκου εν τοις πλευροίς κύκλω του είναι τοις επιλαμβανομένοις οράν. και τα απόλοιπα και τα διορίζοντα και οι τοίχοι αυτών μήκος πηχών εκατόν. 8 και το θραέλ του οίκου ύψος κύκλω διάστημα των πλευρών ίσον τω καλάμω. και το εύρος του φωτός του απολοίπου πηχών πέντε πλάτος κυκλόθεν. 6 και τα πλευρά πλευρόν επί πλευρόν τριάκοντα και τρεις δις.

εστιχισμέναι αντιπρόσωποι στοαί τρισσαί.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ φατνώματος τα Χερουβίμ και οι φοίνικες διαγεγλυμμένοι. και αυταί εισιν αι αντιπρόσωποι ταύταις· το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1680 . δια τούτο εξείχοντο των υποκάτωθεν και των μέσων από της γης. 4 και κατέναντι των εξεδρών περίπατος πηχών δέκα το πλάτος. 2 επί πήχεις εκατόν μήκος προς βορράν και το πλάτος πεντήκοντα πηχών. και διεμέτρησεν ένθεν και ένθεν εις τα οροφώματα του αιλάμ και τα πλευρά του οίκου εζυγωμένα. εκ του υποκάτωθεν περιστύλου. δύο θυρώματα τω ενί και δύο θυρώματα τη θύρα τη δευτέρα. πηχών τριών το ύψος αυτού και το μήκος πηχών δύο και το εύρος πηχών δύο· και κέρατα είχε. και ιδού εξέδραι πέντε εχόμεναι του απολοίπου και εχόμεναι του διορίζοντος προς βορράν. 25 και γλυφή επ' αυτών. κατά πρόσωπον των αγίων όρασις ως όψις 22 θυσιαστηρίου ξυλίνου. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ 1 ΚΑΙ εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν κατά ανατολάς κατέναντι της πύλης της προς βορράν· και εισήγαγέ με. μήκος πηχών πεντήκοντα· 8 ότι το μήκος των εξεδρών των βλεπουσών εις την αυλήν την εξωτέραν ην πηχών πεντήκοντα. 5 και οι περίπατοι οι υπερωοι ωσαύτως. και δύο θυρώματα τω ναω 23 και τω αγίω· 24 δύο θυρώματα τοις δυσί θυρώμασι τοις στροφωτοίς. ότι εξείχετο το περίστυλον εξ αυτού. και η βάσις αυτού και οι τοίχοι αυτού ξύλινοι· και είπε προς με· αύτη η τράπεζα η προ προσώπου Κυρίου. 7 και φως έξωθεν ον τρόπον αι εξέδραι της αυλής της εξωτέρας αι βλέπουσαι απέναντι των εξεδρών των προς βορράν. 21 και το άγιον και ο ναός αναπτυσσόμενος τετράγωνα. και σπουδαία ξύλα κατά πρόσωπον του αιλάμ έξωθεν 26 και θυρίδες κρυπταί. 3 διαγεγραμμέναι ον τρόπον αι πύλαι της αυλής της εσωτέρας και ον τρόπον τα περίστυλα της αυλής της εξωτέρας. και επί τα θυρώματα του ναού Χερουβίμ. επί πήχεις εκατόν το μήκος· και τα θυρώματα αυτών προς βορράν. και το διάστημα· ούτως περίστυλον και διάστημα 6 και ούτως στοαί· διότι τριπλαί ήσαν και στύλους ουκ είχον καθώς οι στύλοι των εξωτέρων. και φοίνικες κατά την γλυφήν των αγίων.

15 Και συνετελέσθη η διαμέτρησις του οίκου έσωθεν. 9 και αι θύραι των εξεδρών τούτων της εισόδου της προς ανατολάς του εισπορεύεσθαι δι' αυτών εκ της αυλής της εξωτέρας 10 κατά το φως του εν αρχή περιπάτου. και μη άπτωνται του στολισμού αυτών.13 Και είπε προς με· αι εξέδραι αι προς βορράν. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1681 . όπως διαπαντός άγιοι ώσιν οι προσάγοντες. και τα προς νότον κατά πρόσωπον του νότου κατά πρόσωπον του απολοίπου και κατά πρόσωπον του διορίζοντος εξέδραι. και εξήγαγέ με καθ' οδόν της πύλης της βλεπούσης προς ανατολάς και διεμέτρησε το υπόδειγμα του οίκου κυκλόθεν εν διατάξει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ παν πηχών εκατόν. 11 και ο περίπατος κατά πρόσωπον αυτών κατά τα μέτρα εξεδρών των προς βορράν και κατά το μήκος αυτών και κατά το εύρος αυτών και κατά πάσας τας εξόδους αυτών και κατά πάσας τας επιστροφάς αυτών και κατά τα φώτα αυτών και κατά τα θυρώματα αυτών 12 των εξεδρών των προς νότον και κατά τα θυρώματα απ' αρχής του περιπάτου ως επί φως διαστήματος καλάμου και κατά ανατολάς του εισπορεύεσθαι δι' αυτών. εν αις φάγονται εκεί οι ιερείς υιοί Σαδδούκ οι εγγίζοντες προς Κύριον τα άγια των αγίων· και εκεί θήσουσι τα άγια των αγίων και την θυσίαν και τα περί αμαρτίας και τα περί αγνοίας. . 19 και επέστρεψε προς νότον και διεμέτρησε κατέναντι του νότου πεντακοσίους εν τω καλάμω του μέτρου· 20 τα τέσσαρα μέρη του αυτού καλάμου. και διέταξεν αυτόν και περίβολον αυτών κύκλω πεντακοσίων προς ανατολάς και πεντακοσίων πηχών εύρος του διαστέλλειν αναμέσον των αγίων και αναμέσον του προτειχίσματος του εν διατάξει του οίκου. 14 ουκ εισελεύσονται εκεί πάρεξ των ιερέων· ουκ εξελεύσονται εκ του αγίου εις την αυλήν την εξωτέραν. όταν άπτωνται του λαού. εν οίς λειτουργούσιν εν αυτοίς. και αι εξέδραι αι προς νότον αι ούσαι κατά πρόσωπον των διαστημάτων. 16 και έστη κατά νώτου της πύλης της βλεπούσης κατά ανατολάς και διεμέτρησε πεντακοσίους εν τω καλάμω του μέτρου· 17 και επέστρεψε προς βορράν και διεμέτρησε το κατά πρόσωπον του βορρά πήχεις πεντακοσίους εν τω καλάμω του μέτρου· 18 και επέστρεψε προς θάλασσαν και διεμέτρησε το κατά πρόσωπον της θαλάσσης πεντακοσίους εν τω καλάμω του μέτρου. . αύταί εισιν αι εξέδραι του αγίου. διότι άγιά εστι· και ενδύσονται ιμάτια έτερα. διότι ο τόπος άγιος.

αις εποίουν· και εξέτριψα αυτούς εν θυμω μου και εν φόνω. και η όρασις του άρματος. ου είδον. κατά την όρασιν. ην είδον επί του ποταμού του Χοβάρ· και πίπτω επί πρόσωπόν μου. και η γη εξέλαμπεν ως φέγγος από της δόξης κυκλόθεν. εν τη πορνεία αυτών και εν τοις φόνοις των ηγουμένων εν μέσω αυτών. και ιδού πλήρης δόξης Κυρίου ο οίκος. 10 και συ. και ο ανήρ ειστήκει εχόμενός μου. και ιδού φωνή εκ του οίκου λαλούντος προς με. 3 και η όρασις. και κοπάσουσιν από των αμαρτιών αυτών· και την όρασιν αυτού και την διάταξιν αυτού. δείξον τω οίκω Ισραήλ τον οίκον. πάντα τα όρια αυτού κυκλόθεν άγια αγίων. 4 και δόξα Κυρίου εισήλθεν εις τον οίκον κατά την οδόν της πύλης της βλεπούσης κατά ανατολάς. και διαγράψεις τον οίκον και τας εξόδους αυτού και την υπόστασιν αυτού και πάντα τα προστάγματα αυτού και πάντα τα νόμιμα αυτού γνωριείς αυτοίς και διαγράψεις εναντίον αυτών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ 1 ΚΑΙ ήγαγέ με επί την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς και εξήγαγέ με. κατά την όρασιν. και φωνή της παρεμβολής ως φωνή διπλασιαζόντων πολλών. ων εποίησαν. 8 εν τω τιθέναι αυτούς το πρόθυρόν μου εν τοις προθύροις αυτών και τας φλιάς μου εχομένας των φλιών αυτών και έδωκαν τον τοίχόν μου ως συνεχόμενον εμού και αυτών και εβεβήλωσαν το όνομα το άγιόν μου εν ταις ανομίαις αυτών. 6 και έστην. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1682 . και φυλάξονται πάντα τα δικαιώματά μου και πάντα τα προστάγματά μου και ποιήσουσιν αυτά· 12 και την διαγραφήν του οίκου επί της κορυφής του όρους. ην είδον. αυτοί και οι ηγούμενοι αυτών. υιε ανθρώπου. 9 και νυν απωσάσθωσαν την πορνείαν αυτών και τους φόνους των ηγουμένων αυτών απ' εμού. και κατασκηνώσω εν μέσω αυτών τον αιώνα. ην είδον ότε εισεπορευόμην του χρίσαι την πόλιν. εώρακας τον τόπον του θρόνου μου και τον τόπον του ίχνους των ποδών μου. 7 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 2 και ιδού δόξα Θεού Ισραήλ ήρχετο κατά την οδόν της πύλης της βλεπούσης προς ανατολάς. 11 και αυτοί λήψονται την κόλασιν αυτών περί πάντων. εν οίς κατασκηνώσει το όνομά μου εν μέσω οίκου Ισραήλ τον αιώνα· και ου βεβηλώσουσιν ουκέτι οίκος Ισραήλ το όνομα το άγιόν μου. 5 και ανέλαβέ με πνεύμα και εισήγαγέ με εις την αυλήν την εσωτέραν.

και επιρρίψουσιν οι ιερείς επ' αυτά άλα και ανοίσουσιν αυτά ολοκαυτώματα τω Κυρίω. και το κύκλωμα αυτού πήχυς κυκλόθεν· και οι κλιμακτήρες αυτού βλέποντες κατά ανατολάς.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ 13 Και ταύτα τα μέτρα του θυσιαστηρίου εν πήχει του πήχεως και παλαιστής· κόλπωμα βάθους επί πήχυν και πήχυς το εύρος. άμωμα ποιήσουσιν 26 επτά ημέρας· και εξιλάσονται το θυσιαστήριον και καθαριούσιν αυτό και πλήσουσι χείρας αυτών. τάδε λέγει Κύριος ο Θεός Ισραήλ· ταύτα τα προστάγματα του θυσιαστηρίου εν ημέρα ποιήσεως αυτού του αναφέρειν επ' αυτού ολοκαυτώματα και προσχέειν προς αυτό αίμα. και από του αριήλ και υπεράνω των κεράτων πήχυς· 16 και το αριήλ πηχών δώδεκα μήκους επί πήχεις δώδεκα πλάτους. και τούτο το ύψος του θυσιαστηρίου· 14 εκ βάθους της αρχής του κοιλώματος αυτού προς το ιλαστήριον το μέγα το υποκάτωθεν πηχών δύο και το εύρος πήχεως· και από του ιλαστηρίου του μικρού επί το ιλαστήριον το μέγα πήχεις τέσσαρες και εύρος πήχυς· 15 και τω αριήλ πηχών τεσσάρων. λέγει Κύριος ο Θεός. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1683 . λέγει Κύριος. και γείσος επί το χείλος αυτού κυκλόθεν σπιθαμής. και κατακαυθήσεται εν τω αποκεχωρισμένω του οίκου έξωθεν των αγίων. ήμισυ πήχεως. 22 και τη ημέρα τη δευτέρα λήψονται ερίφους δύο αιγών αμώμους υπέρ αμαρτίας και εξιλάσονται το θυσιαστήριον καθότι εξιλάσαντο εν τω μόσχω· 23 και μετά το συντελέσαι τον εξιλασμόν προσοίσουσι μόσχον εκ βοών άμωμον και κριόν εκ προβάτων άμωμον. 25 επτά ημέρας ποιήσεις έριφον υπέρ αμαρτίας καθ' ημέραν και μόσχον εκ βοών και κριόν εκ προβάτων. 18 και είπε προς με· υιε ανθρώπου. 17 και το ιλαστήριον πηχών δεκατεσσάρων το μήκος επί πήχεις δεκατέσσαρας το εύρος επί τέσσαρα μέρη αυτού· και το γείσος αυτω κυκλόθεν κυκλούμενον αυτω. 27 και έσται από της ημέρας της ογδόης και επέκεινα ποιήσουσιν οι ιερείς επί το θυσιαστήριον τα ολοκαυτώματα υμών και τα του σωτηρίου υμών. τετράγωνον επί τα τέσσαρα μέρη αυτού. 19 και δώσεις τοις ιερεύσι τοις Λευίταις τοις εκ του σπέρματος Σαδδούκ τοις εγγίζουσι προς με. του λειτουργείν μοι. μόσχον εκ βοών περί αμαρτίας· 20 και λήψονται εκ του αίματος αυτού και επιθήσουσιν επί τα τέσσαρα κέρατα του θυσιαστηρίου και επί τας τέσσαρας γωνίας του ιλαστηρίου και επί την βάσιν κύκλω και εξιλάσονται αυτό· 21 και λήψονται τον μόσχον τον περί αμαρτίας. και προσδέξομαι υμάς. 24 και προσοίσετε εναντίον Κυρίου.

4 Και εισήγαγέ με κατά την οδόν της πύλης της προς βορράν κατέναντι του οίκου. και λήψονται αδικίαν αυτών 11 και έσονται εν τοις αγίοις μου λειτουργούντες θυρωροί επί των πυλών του οίκου και λειτουργούντες τω οίκω· ούτοι σφάξουσι τας θυσίας και τα ολοκαυτώματα τω λαω. και έσται κεκλεισμένη· 3 διότι ο ηγούμενος. 7 του εισαγαγείν υμάς υιούς αλλογενείς απεριτμήτους καρδία και απεριτμήτους σαρκί του γίνεσθαι εν τοις αγίοις μου. ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι' αυτής. 10 αλλ' ή οι Λευίται. 9 δια τούτο τάδε λέγει Κύριος ο Θεός· πας υιος αλλογενής απερίτμητος καρδία και απερίτμητος σαρκί ουκ εισελεύσεται εις τα άγιά μου εν πάσιν υιοίς αλλογενών των όντων εν μέσω οίκου Ισραήλ. και αύτη ην κεκλεισμένη. όσα εγώ λαλώ μετά σου. και εβεβήλουν αυτά εν τω προσφέρειν υμάς άρτους. και ούτοι στήσονται εναντίον του λαού του λειτουργείν αυτοίς. κατά πάντα τα προστάγματα του οίκου Κυρίου και κατά πάντα τα νόμιμα αυτού· και τάξεις την καρδίαν σου εις την είσοδον του οίκου κατά πάσας τας εξόδους αυτού εν πάσι τοις αγίοις. 12 ανθ' ων ελειτούργουν αυτοίς προ προσώπου των ειδώλων αυτών και εγένετο τω οίκω Ισραήλ εις κόλασιν αδικίας. και παρεβαίνετε την διαθήκην μου εν πάσαις ταις ανομίαις υμών 8 και διετάξατε του φυλάσσειν φυλακάς εν τοις αγίοις μου. ουκ ανοιχθήσεται. λέγει Κύριος ο Θεός. 6 και ερείς προς τον οίκον τον παραπικραίνοντα.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ 1 ΚΑΙ επέστρεψέ με κατά την οδόν της πύλης των αγίων της εξωτέρας της βλεπούσης κατά ανατολάς. και είδον και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος του Κυρίου. κατά την οδόν αιλάμ της πύλης εισελεύσεται και κατά την οδόν αυτού εξελεύσεται. 13 και ουκ εγγιούσι προς με του Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1684 . ένεκα τούτου ήρα την χείρά μου επ' αυτούς. οίκος Ισραήλ. οίτινες αφήλαντο απ' εμού εν τω πλανάσθαι τον Ισραήλ απ' εμού κατόπισθεν των ενθυμημάτων αυτών. 2 και είπε Κύριος προς με· η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται. 5 και είπε Κύριος προς με· υιε ανθρώπου. ούτος καθήσεται εν αυτη του φαγείν άρτον εναντίον Κυρίου. . τάξον εις την καρδίαν σου και ιδέ τοις οφθαλμοίς σου και τοις ωσί σου άκουε πάντα. και πίπτω επί πρόσωπόν μου. στέαρ και αίμα. και ουδείς μη διέλθη δι' αυτής. προς τον οίκον του Ισραήλ· τάδε λέγει Κύριος ο Θεός· ικανούσθω υμίν από πασών των ανομιών υμών.

23 και τον λαόν μου διδάξουσιν ανά μέσον αγίου και βεβήλου και ανά μέσον ακαθάρτου και καθαρού γνωριούσιν αυτοίς. 15 οι ιερείς οι Λευίται. ή επλανήθησαν. ότι εγώ Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1685 . στέαρ και αίμα. ουδέ του προσάγειν προς τα άγια υιών του Ισραήλ ουδέ προς τα άγια των αγίων μου και λήψονται ατιμίαν αυτών εν τη πλανήσει. και ούτοι προσελεύσονται προς την τράπεζάν μου του λειτουργείν μοι και φυλάξουσι τας φυλακάς μου. μιανθήσεται. και θήσουσιν αυτάς εν ταις εξέδραις των αγίων και ενδύσονται στολάς ετέρας και ου μη αγιάσωσι τον λαόν εν ταις στολαίς αυτών. οι υιοί του Σαδδούκ. αλλ' ή παρθένον εκ του σπέρματος Ισραήλ· και χήρα εάν γένηται εξ ιερέως. οίτινες εφυλάξαντο τας φυλακάς των αγίων μου εν τω πλανάσθαι οίκον Ισραήλ απ' εμού. 14 και κατατάξουσιν αυτούς φυλάσσειν φυλακάς του οίκου εις πάντα τα έργα αυτού και εις πάντα. λήψονται. 19 και εν τω εκπορεύεσθαι αυτούς εις την αυλήν την εξωτέραν προς τον λαόν εκδύσονται τας στολάς αυτών. 24 και επί κρίσιν αίματος ούτοι επιστήσονται του διακρίνειν· τα δικαιώματά μου δικαιώσουσι και τα κρίματά μου κρινούσι και τα νόμιμά μου και τα προστάγματά μου εν πάσαις ταις εορταίς μου φυλάξονται και τα σάββατά μου αγιάσουσι. προσοίσουσιν ιλασμόν. 26 και μετά το καθαρισθήναι αυτόν επτά ημέρας εξαριθμηθήση αυτω· 27 και ή αν ημέρα εισπορεύωνται εις την αυλήν την εσωτέραν του λειτουργείν εν τω αγίω. 20 και τας κεφαλάς αυτών ου ξυρήσονται και τας κόμας αυτών ου ψιλώσουσι.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ιερατεύειν μοι. 25 και επί ψυχήν ανθρώπου ουκ εισελεύσονται του μιανθήναι. αλλ' ή επί πατρί και επί μητρί και επί υιω και επί θυγατρί και επί αδελφω και επί αδελφή αυτού. 21 και οίνον ου μη πίωσι πας ιερεύς εν τω εισπορεύεσθαι αυτούς εις την αυλήν την εσωτέραν. 22 και χήραν και εκβεβλημένην ου λήψονται εαυτοίς εις γυναίκα. ή ου γέγονεν ανδρί. λέγει Κύριος ο Θεός. όσα αν ποιήσωσιν. και κατάσχεσις αυτοίς ου δοθήσεται εν τοις υιοίς Ισραήλ. καλύπτοντες καλύψουσι τας κεφαλάς αυτών. 16 ούτοι εισελεύσονται εις τα άγιά μου. ούτοι προσάξουσι προς με του λειτουργείν μοι και στήσονται προ προσώπου μου του προσφέρειν μοι θυσίαν. 28 και έσται αυτοίς εις κληρονομίαν· εγώ κληρονομία αυτοίς. εν αις αυτοί λειτουργούσιν εν αυταίς. 17 και έσται εν τω εισπορεύεσθαι αυτούς τας πύλας της αυλής της εσωτέρας στολάς λινάς ενδύσονται και ουκ ενδύσονται έρια εν τω λειτουργείν αυτούς από της πύλης της εσωτέρας αυλής· 18 και κιδάρεις λινάς έξουσιν επί ταις κεφαλαίς αυτών και περισκελή λινά έξουσιν επί τας οσφύας αυτών και ου περιζώσονται βία. λέγει Κύριος ο Θεός.

ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ 1 ΚΑΙ εν τω καταμετρείσθαι υμάς την γην εν κληρονομία αφοριείτε απαρχήν τω Κυρίω άγιον από της γης. και το μήκος ως μία των μερίδων από των ορίων των προς θάλασσαν και το μήκος επί τα όρια τα προς ανατολάς της γης. 7 και τω ηγουμένω εκ τούτου και από τούτου εις τας απαρχάς των αγίων εις κατάσχεσιν της πόλεως. και πεντήκοντα πήχεις διάστημα αυτω κυκλόθεν. και την γην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1686 . 2 και έσται εκ τούτου εις αγίασμα πεντακόσιοι επί πεντακοσίους τετράγωνον κυκλόθεν. και παν αφόρισμα εν τω Ισραήλ αυτοίς έσται· 30 απαρχαί πάντων και τα πρωτότοκα πάντων και τα αφαιρέματα πάντα εκ πάντων των απαρχών υμών τοις ιερεύσιν έσται· και τα πρωτογεννήματα υμών δώσετε τω ιερεί του θείναι ευλογίας υμών επί τους οίκους υμών.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατάσχεσις αυτών. και έσται αυτοίς τόπος εις οίκους αφωρισμένους τω αγιασμω αυτών. και ου καταδυναστεύσουσιν ουκέτι οι αφηγούμενοι του Ισραήλ τον λαόν μου. 6 και την κατάσχεσιν της πόλεως δώσεις πέντε χιλιάδας εύρος και μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδας· ον τρόπον η απαρχή των αγίων παντί οίκω Ισραήλ έσονται. 4 από της γης έσται τοις ιερεύσι τοις λειτουργούσιν εν τω αγίω και έσται τοις εγγίζουσι λειτουργείν τω Κυρίω. 8 και έσται αυτω εις κατάσχεσιν εν τω Ισραήλ. 29 και τας θυσίας και τα υπέρ αμαρτίας και τα υπέρ αγνοίας ούτοι φάγονται. 31 και παν θνησιμαίον και θηριάλωτον εκ των πετεινών και εκ των κτηνών ου φάγονται οι ιερείς. αυτοίς εις κατάσχεσιν. και εν αυτη έσται το αγίασμα άγια των αγίων. κατά πρόσωπον των απαρχών των αγίων και κατά πρόσωπον της κατασχέσεως της πόλεως τα προς θάλασσαν και από των προς θάλασσαν προς ανατολάς. πόλεις του κατοικείν. πέντε και είκοσι χιλιάδας μήκος και εύρος είκοσι χιλιάδας· άγιον έσται εν πάσι τοις ορίοις αυτού κυκλόθεν. 3 και εκ ταύτης της διαμετρήσεως διαμετρήσεις μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδας και εύρος είκοσι χιλιάδας. 5 είκοσι και πέντε χιλιάδας μήκος και εύρος είκοσι χιλιάδες έσται τοις Λευίταις τοις λειτουργούσι τω οίκω.

επτά μόσχους και επτά κριούς αμώμους καθ' ημέραν. 21 και εν τω πρώτω μηνί. και το δέκατον του γομόρ το μέτρον. και πεντήκοντα σίκλοι η μνά έσται υμίν. ποιήσεις κατά τα αυτά επτά ημέρας καθώς τα υπέρ της αμαρτίας και καθώς τα ολοκαυτώματα και καθώς το μαναά και καθώς το Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1687 . πεντεκαιδεκάτη του μηνός. μια του μηνός. 16 και πας ο λαός δώσει την απαρχήν ταύτην τω αφηγουμένω του Ισραήλ. και οι δέκα σίκλοι δέκα. 10 ζυγός δίκαιος και μέτρον δίκαιον και χοίνιξ δικαία έστω υμίν. λήψη παρ' εκάστου απόμοιραν και εξιλάσεσθε τον οίκον. . 19 και λήψεται ο ιερεύς από του αίματος του εξιλασμού και δώσει επί τας φλιάς του οίκου και επί τας τέσσαρας γωνίας του ιερού και επί το θυσιαστήριον και επί τας φλιάς της πύλης της αυλής της εσωτέρας. 22 και ποιήσει ο αφηγούμενος εν εκείνη τη ημέρα υπέρ αυτού και του οίκου και υπέρ παντός του λαού της γης μόσχον υπέρ αμαρτίας. λέγει Κύριος Θεός. 11 το μέτρον και η χοίνιξ ομοίως μία έσται του λαμβάνειν· το δέκατον του γομόρ η χοίνιξ.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ κατακληρονομήσουσιν οίκος Ισραήλ κατά φυλάς αυτών. τας επτά ημέρας και υπέρ αμαρτίας έριφον αιγών καθ' ημέραν.13 Και αύτη η απαρχή. 14 και το πρόσταγμα του ελαίου· κοτύλην ελαίου από δέκα κοτυλών. προς το γομόρ έσται ίσον. 24 και θυσίαν πέμμα τω μόσχω και πέμμα τω κριω ποιήσεις και ελαίου το είν τω πέμματι. έκτον μέτρου από του γομόρ του πυρού και το έκτον του οιφί από του κόρου των κριθών. ότι αι δέκα κοτύλαι εισί γομόρ. έσται υμίν το πάσχα εορτή· επτά ημέρας άζυμα έδεσθε. 9 τάδε λέγει Κύριος Θεός· ικανούσθω υμίν. 12 και τα στάθμια είκοσιν οβολοί· οι πέντε σίκλοι πέντε. ην αφοριείτε. 25 και εν τω εβδόμω μηνί. 23 και τας επτά ημέρας της εορτής ποιήσει ολοκαυτώματα τω Κυρίω. 18 Τάδε λέγει Κύριος Θεός· εν τω πρώτω μηνί μια του μηνός λήψεσθε μόσχον εκ βοών άμωμον του εξιλάσασθαι το άγιον. τεσσαρεσκαιδεκάτη του μηνός. εν τη εορτη. 15 και πρόβατον από των δέκα προβάτων αφαίρεμα εκ πασών των πατριών του Ισραήλ εις θυσίας και εις ολοκαυτώματα και εις σωτηρίου του εξιλάσκεσθαι περί υμών λέγει Κύριος Θεός. 20 και ούτως ποιήσεις εν τω μηνί τω εβδόμω. 17 και δια του αφηγουμένου έσται τα ολοκαυτώματα και αι θυσίαι και αι σπονδαί έσονται εν ταις εορταίς και εν ταις νουμηνίαις και εν τοις σαββάτοις και εν πάσαις ταις εορταίς οίκου Ισραήλ· αυτός ποιήσει τα υπέρ αμαρτίας και την θυσίαν και τα ολοκαυτώματα και τα του σωτηρίου του εξιλάσκεσθαι υπέρ του οίκου Ισραήλ. εξάρατε καταδυναστείαν από του λαού μου. οι αφηγούμενοι του Ισραήλ· αδικίαν και ταλαιπωρίαν αφέλεσθε και κρίμα και δικαιοσύνην ποιήσατε.

και τοις αμνοίς καθώς αν εκποιή η χείρ αυτού. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ 1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος Θεός· η πύλη η εν τη αυλή τη εσωτέρα η βλέπουσα προς ανατολάς έσται κεκλεισμένη εξ ημέρας τας ενεργούς. αλλ' ή κατ' ευθύ αυτής εξελεύσεται. και ποιήσουσιν οι ιερείς τα ολοκαυτώματα αυτού και τα του σωτηρίου αυτού· 3 και προσκυνήσει επί του προθύρου της πύλης και εξελεύσεται και η πύλη ου μη κλεισθή έως εσπέρας. 9 και όταν εισπορεύηται ο λαός της γης εναντίον Κυρίου εν ταις εορταίς. εν δε τη ημέρα των σαββάτων ανοιχθήσεται και εν τη ημέρα της νουμηνίας ανοιχθήσεται. 8 και εν τω εισπορεύεσθαι τον αφηγούμενον κατά την οδόν του αιλάμ της πύλης εισελεύσεται και κατά την οδόν της πύλης εξελεύσεται. 4 και τα ολοκαυτώματα προσοίσει ο αφηγούμενος τω Κυρίω· εν τη ημέρα των σαββάτων εξ αμνούς αμώμους και κριόν άμωμον 5 και μαναά πέμμα τω κριω και τοις αμνοίς θυσίαν δόμα χειρός αυτού. και ο εισπορευόμενος κατά την οδόν της πύλης της προς νότον εξελεύσεται κατά την οδόν της πύλης της προς βορράν· ουκ αναστρέψει κατά την πύλην. 7 και πέμμα τω κριω και πέμμα τω μόσχω έσται μαναά. και ελαίου το είν τω πέμματι. 6 και εν τη ημέρα της νουμηνίας μόσχον άμωμον και εξ αμνούς. και ελαίου το είν τω πέμματι. 10 και ο αφηγούμενος εν μέσω αυτών εν τω εισπορεύεσθαι αυτούς εισελεύσεται μετ' αυτών και εν τω εκπορεύεσθαι αυτούς εξελεύσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ έλαιον. εις ην εισελήλυθεν. και κριός άμωμος έσται. και προσκυνήσει ο λαός της γης κατά τα πρόθυρα της πύλης εκείνης εν τοις σαββάτοις και εν ταις νουμηνίαις εναντίον Κυρίου. 2 και εισελεύσεται ο αφηγούμενος κατά την οδόν του αιλάμ της πύλης της έσωθεν και στήσεται επί τα πρόθυρα της πύλης. 11 και εν ταις εορταίς και εν ταις πανηγύρεσιν έσται το μαναά πέμμα τω μόσχω και πέμμα τω κριω και τοις αμνοίς καθώς αν εκποιή η χείρ αυτού και ελαίου το είν τω Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1688 . ο εισπορευόμενος κατά την οδόν της πύλης της βλεπούσης προς βορράν προσκυνείν εξελεύσεται κατά την οδόν της πύλης της προς νότον.

ου εψήσουσιν εκεί οι ιερείς τα υπέρ αγνοίας και τα υπέρ αμαρτίας και εκεί πέψουσι το μαναά το παράπαν του μη εκφέρειν εις την αυλήν την εξωτέραν του αγιάζειν τον λαόν. 21 και εξήγαγέ με εις την αυλήν την εξωτέραν και περιήγαγέ με επί τα τέσσαρα μέρη της αυλής. όπως μη διασκορπίζηται ο λαός μου έκαστος εκ της κατασχέσεως αυτού. 24 και είπε προς με· ούτοι οι οίκοι των μαγειρείων. αυτοίς έσται. 12 εάν δε ποιήση ο αφηγούμενος ομολογίαν ολοκαύτωμα σωτηρίου τω Κυρίω. και ιδού αυλή κατά το κλίτος της αυλής· 22 επί τα τέσσαρα κλίτη της αυλής αυλή μικρά.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ πέμματι.19 Και εισήγαγέ με εις την είσοδον της κατά νώτου της πύλης εις την εξέδραν των αγίων των ιερέων την βλέπουσαν προς βορράν. 18 και ου μη λάβη ο αφηγούμενος εκ της κληρονομίας του λαού του καταδυναστεύσαι αυτούς· εκ της κατασχέσεως αυτού κατακληρονομήσει τοις υιοίς αυτού. ου εψήσουσιν εκεί οι λειτουργούντες τω οίκω τα θύματα του λαού. 23 και εξέδραι κύκλω εν αυταίς. 15 ποιήσετε τον αμνόν και το μαναά και το έλαιον ποιήσετε το πρωϊ ολοκαύτωμα δια παντός. και μαγειρεία γεγονότα υποκάτω των εξεδρών κύκλω. Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1689 . . ον τρόπον ποιεί εν τη ημέρα των σαββάτων. και εξελεύσεται και κλείσει τας θύρας μετά το εξελθείν αυτόν. και ιδού εκεί τόπος κεχωρισμένος. και έσται αυτω έως του έτους της αφέσεως. και αποδώσει τω αφηγουμένω· πλήν της κληρονομίας των υιών αυτού. τούτο τοις υιοίς αυτού έσται κατάσχεσις εν κληρονομία. 17 εάν δε δω δόμα ενί των παίδων αυτού. και ανοίξη εαυτω την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς και ποιήσει το ολοκαύτωμα αυτού και τα του σωτηρίου αυτού. μήκους πηχών τεσσαράκοντα και εύρος πηχών τριάκοντα. πρωϊ ποιήσει αυτόν· 14 και μαναά ποιήσει επ' αυτω το πρωϊ έκτον του μέτρου και ελαίου το τρίτον του είν του αναμείξαι την σεμίδαλιν μαναά τω Κυρίω. 13 και αμνόν ενιαύσιον άμωμον ποιήσει εις ολοκαύτωμα καθ' ημέραν τω Κυρίω. 20 και είπε προς με· ούτος ο τόπος εστίν. κύκλω ταις τέσσαρσι. μέτρον εν ταις τέσσαρσι. πρόσταγμα διαπαντός. 16 Τάδε λέγει Κύριος Θεός· εάν δω ο αφηγούμενος δόμα ενί εκ των υιών αυτού εκ της κληρονομίας αυτού.

7 εν τη επιστροφή μου και ιδού επί του χείλους του ποταμού δένδρα πολλά σφόδρα ένθεν και ένθεν. ζήσεται. και διεμέτρησε χιλίους εν τω μέτρω. καθ ‘ εαυτήν έσται. και το ύδωρ κατέβαινεν από του κλίτους του δεξιού από νότου επί το θυσιαστήριον. και οι ιχθύες αυτής ως οι ιχθύες της θαλάσσης της μεγάλης. και έσται ο καρπός αυτών εις βρώσιν και ανάβασις αυτών εις υγίειαν. ον ου διαβήσονται. ζήσεται.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ 1 ΚΑΙ εισήγαγέ με επί τα πρόθυρα του οίκου. εφ ‘ α αν επέλθη εκεί ο ποταμός. 13 Τάδε λέγει Κύριος Θεός· ταύτα τα όρια κατακληρονομήσετε της γης. 9 και έσται πάσα ψυχή των ζώων των εκζεόντων επί πάντα. 10 και στήσονται εκεί αλιείς από Αινγαδείν έως Εναγαλείμ· ψυγμός σαγηνών έσται. ταις δώδεκα φυλαίς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1690 . ότι ήκει εκεί το ύδωρ τούτο. και ήγαγέ με και επέστρεψέ με επί το χείλος του ποταμού. και υγιάσει και ζήσεται· παν εφ ‘ ό αν έλθη ο ποταμός εκεί. πλήθος πολύ σφόδρα. και μέτρον εν τη χειρί αυτού. και ιδού το ύδωρ κατεφέρετο από του κλίτους του δεξιού. 11 και εν τη διεκβολή αυτού και εν τη επιστροφή αυτού και εν τη υπεράρσει αυτού ου μη υγιάσωσιν· εις άλας δέδονται. 3 καθώς έξοδος ανδρός εξεναντίας. 6 και είπε προς με· εώρακας. ότι το πρόσωπον του οίκου έβλεπε κατά ανατολάς. 12 και επί του ποταμού αναβήσεται. ουδέ μη εκλείπη ο καρπός αυτού· της καινότητος αυτού πρωτοβολήσει. 8 και είπε προς με· το ύδωρ τούτο το εκπορευόμενον εις την Γαλιλαίαν την προς ανατολάς και κατέβαινεν επί την Αραβίαν και ήρχετο έως επί την θάλασσαν επί το ύδωρ της διεκβολής. και ουκ ηδύνατο διελθείν. 2 και εξήγαγέ με κατά την οδόν της πύλης της προς βορράν και περιήγαγέ με την οδόν έξωθεν προς την πύλην της αυλής της βλεπούσης κατά ανατολάς. επί του χείλους αυτού ένθεν και ένθεν παν ξύλον βρώσιμον. και διήλθεν ύδωρ έως οσφύος· 5 και διεμέτρησε χιλίους. ότι εξύβριζε το ύδωρ ως ροίζος χειμάρρου. και διήλθεν εν τω ύδατι ύδωρ αφέσεως· 4 και διεμέτρησε χιλίους. και υγιάσει τα ύδατα. και έσται εκεί ιχθύς πολύς σφόδρα. και ιδού ύδωρ εξεπορεύετο υποκάτωθεν του αιθρίου κατά ανατολάς. και διήλθεν εν τω ύδατι ύδωρ έως των μηρών· και διεμέτρησε χιλίους. υιε ανθρώπου. ου μη παλαιωθή επ ‘ αυτού. διότι τα ύδατα αυτών εκ των αγίων ταύτα εκπορεύεται.

2 και από των ορίων του Δάν τα προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ασσήρ. 16 Βηρωθά Σεβραίμ Ηλιάμ αναμέσον ορίων Δαμασκού και αναμέσον ορίων ‘Ημάθ. 21 και διαμερίσετε την γην ταύτην αυτοίς. 15 και ταύτα τα όρια της γης της προς βορράν· από θαλάσσης της μεγάλης της καταβαινούσης και περισχιζούσης της εισόδου ‘Ημάθ Σεδαδά. 14 και κατακληρονομήσετε αυτήν έκαστος καθώς ο αδελφός αυτού. μεθ ‘ υμών φάγονται εν κληρονομία εν μέσω των φυλών του Ισραήλ· 23 και έσονται εν φυλή προσηλύτων εν τοις προσηλύτοις τοις μετ ‘ αυτών. μία. ταις φυλαίς του Ισραήλ. λέγει Κύριος Θεός. ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ 1 ΚΑΙ ταύτα τα ονόματα των φυλών· από της αρχής της προς βορράν κατά το μέρος της καταβάσεως του περισχίζοντος επί την είσοδον της ‘Ημάθ αυλής του Αινάν. 19 και τα προς νότον και λίβα από Θαιμάν και Φοινικώνος έως ύδατος Μαριμώθ Κάδης παρεκτείνον επί την θάλασσαν την μεγάλην· 20 τούτο το μέρος νότος και λίψ. οίτινες εγέννησαν υιούς εν μέσω υμών· και έσονται υμίν ως αυτόχθονες εν τοις υιοίς του Ισραήλ. εκεί δώσετε κληρονομίαν αυτοίς. 3 και από των ορίων Ασσήρ από των προς ανατολάς έως των προς Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1691 . αυλή του Σαυνάν.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ των υιών Ισραήλ πρόσθεσις σχοινίσματος. 22 βαλείτε αυτήν εν κλήρω υμίν και τοις προσηλύτοις τοις παροικούσιν εν μέσω υμών. αι εισιν επάνω των ορίων Αυρανίτιδος. εις ην ήρα την χείρά μου του δούναι αυτήν τοις πατράσιν αυτών. 17 ταύτα τα όρια από της θαλάσσης από της αυλής του Αινάν. όρια Δαμασκού και τα προς βορράν. τούτο το μέρος της θαλάσσης της μεγάλης· ορίζει έως κατέναντι της εισόδου ‘Ημάθ. μία. όριον Δαμασκού προς βορράν κατά μέρος ‘Ημάθ αυλής. έως εισόδου αυτού· ταύτά εστι τα προς θάλασσαν ‘Ημάθ. και έσται αυτοίς τα προς ανατολάς έως προς θάλασσαν Δάν. 18 και τα προς ανατολάς αναμέσον της Αυρανίτιδος και αναμέσον Δαμασκού και αναμέσον της Γαλααδίτιδος και αναμέσον της γης του Ισραήλ. και πεσείται η γη αύτη υμίν εν κληρονομία. ο Ιορδάνης διορίζει επί την θάλασσαν την προς ανατολάς Φοινικώνος· ταύτα τα προς ανατολάς.

17 και έσται διάστημα τη πόλει προς βορράν διακόσιοι πεντήκοντα και προς νότον διακόσιοι και πεντήκοντα και προς ανατολάς διακόσιοι πεντήκοντα και προς θάλασσαν διακόσιοι πεντήκοντα. 10 τούτων έσται η απαρχή των αγίων· τοις ιερεύσι. μία. 6 και από των ορίων Εφραίμ από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ρουβήν. ην αφοριούσι τω Κυρίω. 15 τας δε πέντε χιλιάδας τας περισσάς επί τω πλάτει επί ταις πέντε. και εύρος δέκα χιλιάδες. μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδες. μία. μία. μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδες και εύρος είκοσι και πέντε χιλιάδες. 8 και από των ορίων Ιούδα από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν έσται η απαρχή του αφορισμού. 5 και από των ορίων Μανασσή από των προς ανατολάς ως των προς θάλασσαν Εφραίμ. 18 και το περισσόν του μήκους το εχόμενον των απαρχών των αγίων δέκα χιλιάδες προς ανατολάς και δέκα χιλιάδες προς θάλασσαν· και έσονται αι απαρχαί του αγίου και έσται τα γεννήματα αυτής εις άρτους τοις εργαζομένοις την πόλιν· 19 οι δε εργαζόμενοι την πόλιν εργώνται αυτήν εκ πασών των Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1692 . πέντε και είκοσι χιλιάδες εύρος και μήκος καθώς μία των μερίδων από των προς ανατολάς και έως των προς θάλασσαν. άγιον αγίων από των ορίων των Λευιτών. 16 και ταύτα τα μέτρα αυτής· από των προς βορράν πεντακόσιοι και τετρακισχίλιοι. ουδέ αφαιρεθήσεται τα πρωτογεννήματα της γης. προς βορράν πέντε και είκοσι χιλιάδες και προς θάλασσαν πλάτος δέκα χιλιάδες και προς ανατολάς πλάτος δέκα χιλιάδες και προς νότον μήκος είκοσι και πέντε χιλιάδες. και έσται το άγιον εν μέσω αυτών· 9 απαρχή. και από των προς ανατολάς πεντακόσιοι και τέσσαρες χιλιάδες. μία. 14 ου πραθήσεται εξ αυτού ουδέ καταμετρηθήσεται. 7 και από των ορίων Ρουβήν από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ιούδα. μία. 12 και έσται αυτοίς η απαρχή δεδομένη εκ των απαρχών της γης. ον τρόπον επλανήθησαν οι Λευίται. και είκοσι χιλιάσι. τοις φυλάσσουσι τας φυλακάς του οίκου.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ θάλασσαν Νεφθαλίμ. 13 τοις δε Λευίταις τα εχόμενα των ορίων των ιερέων. 4 και από των ορίων Νεφθαλίμ από ανατολών έως των προς θάλασσαν Μανασσή. ότι άγιόν εστι τω Κυρίω. και από των προς νότον πεντακόσιοι και τέσσαρες χιλιάδες. και έσται η πόλις εν μέσω αυτού. οίτινες ουκ επλανήθησαν εν τη πλανήσει υιών Ισραήλ. και το όρος των αγίων έσται εν μέσω αυτού· 11 τοις ιερεύσι τοις ηγιασμένοις. και από των προς θάλασσαν τετρακισχιλίους πεντακόσιους. υιοίς Σαδδούκ. προτείχισμα έσται τη πόλει εις την κατοικίαν και εις διάστημα αυτού. παν το μήκος πέντε και είκοσι χιλιάδες και εύρος είκοσι χιλιάδες.

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

φυλών του Ισραήλ. 20 πάσα η απαρχή πέντε και είκοσι χιλιάδες επί πέντε και είκοσι χιλιάδας· τετράγωνον αφοριείτε αυτού την απαρχήν του αγίου από της κατασχέσεως της πόλεως. 21 το δε περισσόν τω αφηγουμένω εκ τούτου και εκ τούτου από των απαρχών του αγίου και εις την κατάσχεσιν της πόλεως επί πέντε και είκοσι χιλιάδας μήκος έως των ορίων των προς ανατολάς και προς θάλασσαν επί πέντε και είκοσι χιλιάδας έως των ορίων των προς θάλασσαν εχόμενα των μερίδων του αφηγουμένου· και έσται η απαρχή των αγίων και το αγίασμα του οίκου εν μέσω αυτής. 22 και από της κατασχέσεως των Λευιτών και από της κατασχέσεως της πόλεως εν μέσω των αφηγουμένων έσται· αναμέσον των ορίων Ιούδα και αναμέσον των ορίων Βενιαμίν των αφηγουμένων έσται. - 23 Και το περισσόν των φυλών από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Βενιαμίν, μία. 24 και από των ορίων των Βενιαμίν από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Συμεών, μία. 25 και από των ορίων των Συμεών από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ισσάχαρ, μία. 26 και από των ορίων των Ισσάχαρ από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Ζαβουλών, μία. 27 και από των ορίων των Ζαβουλών από των προς ανατολάς έως των προς θάλασσαν Γάδ, μία. 28 και από των ορίων των Γάδ από των προς ανατολάς έως των προς λίβα και έσται τα όρια αυτού από Θαιμάν και ύδατος Μαριμώθ Κάδης κληρονομίας έως της θαλάσσης της μεγάλης. 29 αύτη η γη, ην βαλείτε εν κλήρω ταις φυλαίς του Ισραήλ, και ούτοι οι διαμερισμοί αυτών, λέγει Κύριος Θεός. - 30 Και αύται αι διεκβολαί της πόλεως αι προς βορράν, τετρακισχίλιοι και πεντακόσιοι μέτρω. 31 και αι πύλαι της πόλεως επ ‘ ονόματι φυλών του Ισραήλ· πύλαι τρεις προς βορράν, πύλη Ρουβήν μία και πύλη Ιούδα μία και πύλη Λευϊ μία. 32 και τας προς ανατολάς τετρακισχίλιοι και πεντακόσιοι· και πύλαι τρεις, πύλη Ιωσήφ μία και πύλη Βενιαμίν μία και πύλη Δάν μία. 33 και τα προς νότον τετρακισχίλιοι και πεντακόσιοι μέτρω· και πύλαι τρεις, πύλη Συμεών μία και πύλη Ισσάχαρ μία και πύλη Ζαβουλών μία. 34 και τα προς θάλασσαν τετρακισχίλιοι και πεντακόσιοι μέτρω· πύλαι τρεις, πύλη Γάδ μία και πύλη Ασσήρ μία και πύλη Νεφθαλίμ μία. 35 κύκλωμα δέκα και οκτώ χιλιάδες. και το όνομα της πόλεως, αφ ‘ ης αν ημέρας γένηται, έσται το όνομα αυτής.

------------------------------------------------------Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1693

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΩΣΑΝΝΑ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

1 ΚΑΙ ην ανήρ οικών εν Βαβυλώνι, και όνομα αυτω Ιωακείμ. 2 και έλαβε γυναίκα, ή όνομα Σωσάννα, θυγάτηρ Χελκίου, καλή σφόδρα και φοβουμένη τον Κύριον· 3 και οι γονείς αυτής δίκαιοι και εδίδαξαν την θυγατέρα αυτών κατά τον νόμον Μωυσή. 4 και ην Ιωακείμ πλούσιος σφόδρα, και ην αυτω παράδεισος γειτνιών τω οίκω αυτού· και προς αυτόν προσήγοντο οι Ιουδαίοι δια το είναι αυτόν ενδοξότερον πάντων. 5 και απεδείχθησαν δύο πρεσβύτεροι εκ του λαού κριταί εν τω ενιαυτω εκείνω, περί ων ελάλησεν ο δεσπότης, ότι εξήλθεν ανομία εκ Βαβυλώνος εκ πρεσβυτέρων κριτών, οί εδόκουν κυβερνάν τον λαόν. 6 ούτοι προσεκαρτέρουν εν τη οικία Ιωκείμ, και ήρχοντο προς αυτούς πάντες οι κρινόμενοι. 7 και εγένετο ηνίκα απέτρεχεν ο λαός μέσον ημέρας, εισεπορεύετο Σωσάννα και περιεπάτει εν τω παραδείσω του ανδρός αυτής. 8 και εθεώρουν αυτήν οι δύο πρεσβύτεροι καθ ‘ ημέραν εισπορευομένην και περιπατούσαν και εγένοντο εν επιθυμία αυτής. 9 και διέστρεψαν τον εαυτών νουν και εξέκλιναν τους οφθαλμούς αυτών του μη βλέπειν εις τον ουρανόν, μηδέ μνημονεύειν κριμάτων δικαίων. 10 και ήσαν αμφότεροι κατανενυγμένοι περί αυτής και ουκ ανήγγειλαν αλλήλοις την οδύνην αυτών, 11 ότι ησχύνοντο αναγγείλαι την επιθυμίαν αυτών ότι ήθελον συγγενέσθαι αυτη. 12 και παρετηρούσαν φιλοτίμως καθ' ημέραν οράν αυτήν. 13 και είπαν έτερος τω ετέρω· πορευθώμεν δη εις οίκον, ότι αρίστου ωρα εστί. και εξελθόντες διεχωρίσθησαν απ' αλλήλων, 14 και ανακάμψαντες ήλθον επί το αυτό και ανετάζοντες αλλήλους την αιτίαν, ωμολόγησαν την επιθυμίαν αυτών· και τότε κοινή συνετάξαντο καιρόν ότε αυτήν δυνήσονται ευρείν μόνην. 15 και εγένετο εν τω παρατηρείν αυτούς ημέραν εύθετον εισήλθέ ποτε καθώς εχθές και τρίτης ημέρας μετά δύο μόνων κορασίων και επεθύμησε λούσασθαι εν τω παραδείσω, ότι καύμα ην. 16 και ουκ ην ουδείς εκεί πλήν οι δύο πρεσβύτεροι κεκρυμμένοι και παρατηρούντες αυτήν. 17 και είπε τοις κορασίοις· ενέγκατε δη μοι έλαιον και σμήγματα και τας θύρας του παραδείσου κλείσατε, όπως λούσωμαι. 18 και εποίησαν καθώς είπε και απέκλεισαν τας θύρας του παραδείσου και εξήλθαν κατά τας πλαγίας θύρας ενέγκαι τα προστεταγμένα αυταίς και ουκ είδοσαν τους πρεσβυτέρους, ότι ήσαν κεκρυμμένοι. 19 και εγένετο ως εξήλθοσαν τα κοράσια, και ανέστησαν οι δύο πρεσβύται και επέδραμον αυτη 20 και είπον· ιδού αι θύραι του παραδείσου κέκλεινται, και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1694

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ουδείς θεωρεί ημάς, και εν επιθυμία σου εσμεν· διό συγκατάθου ημίν και γενού μεθ' ημών· 21 ει δε μη, καταμαρτυρήσομέν σου ότι ην μετά σου νεανίσκος και δια τούτο εξαπέστειλας τα κοράσια από σου. 22 και ανεστέναξε Σωσάννα και είπε· στενά μοι πάντοθεν· εάν τε γαρ τούτο πράξω, θάνατός μοί εστιν, εάν τε μη πράξω, ουκ εκφεύξομαι τας χείρας υμών. 23 αιρετώτερόν μοί εστι μη πράξασαν εμπεσείν εις χείρας υμών ή αμαρτείν ενώπιον Κυρίου. 24 και ανεβόησε φωνή μεγάλη Σωσάννα, εβόησαν δε και οι δύο πρεσβύται κατέναντι αυτής. 25 και δραμών ο εις ήνοιξε τας θύρας του παραδείσου. 26 ως δε ήκουσαν την κραυγήν εν τω παραδείσω οι εκ της οικίας, εισεπήδησαν δια της πλαγίας θύρας ιδείν το συμβεβηκός αυτη. 27 ηνίκα δε είπαν οι πρεσβύται τους λόγους αυτών, κατησχύνθησαν οι δούλοι σφόδρα, ότι πώποτε ουκ ερρήθη λόγος τοιούτος περί Σωσάννης. 28 Και εγένετο τη επαύριον ως συνήλθεν ο λαός προς τον άνδρα αυτής Ιωακείμ, ήλθον οι δύο πρεσβύται πλήρεις της ανόμου εννοίας κατά Σωσάννης του θανατώσαι αυτήν και είπαν έμπροσθεν του λαού· 29 αποστείλατε επί Σωσάνναν θυγατέρα Χελκίου, ή εστι γυνή Ιωακείμ· οι δε απέστειλαν. 30 και ήλθεν αυτή και οι γονείς αυτής και τα τέκνα αυτής και πάντες οι συγγενείς αυτής· 31 η δε Σωσάννα ην τρυφερά σφόδρα και καλή τω είδει. 32 οι δε παράνομοι εκέλευσαν αποκαλυφθήναι αυτήν, ην γαρ κατακεκαλυμμένη, όπως εμπλησθώσι του κάλλους αυτής· 33 έκλαιον δε οι παρ' αυτής και πάντες οι ιδόντες αυτήν. 34 αναστάντες δε οι δύο πρεσβύται εν μέσω τω λαω έθηκαν τας χείρας επί την κεφαλήν αυτής· 35 η δε κλαίουσα ανέβλεψεν εις τον ουρανόν, ότι ην η καρδία αυτής πεποιθυία επί τω Κυρίω. 36 είπον δε οι πρεσβύται· περιπατούντων ημών εν τω παραδείσω μόνων, εισήλθεν αύτη μετά δύο παιδισκών και απέκλεισε τας θύρας του παραδείσου και απέλυσε τας παιδίσκας· 37 και ήλθε προς αυτήν νεανίσκος, ος ην κεκρυμμένος, και ανέπεσε μετ' αυτής. 38 ημείς δε όντες εν τη γωνία του παραδείσου, ιδόντες την ανομίαν εδράμομεν επ' αυτούς· και ιδόντες συγγινομένους αυτούς, 39 εκείνου μεν ουκ ηδυνήθημεν εγκρατείς γενέσθαι δια το ισχύειν αυτόν υπέρ ημάς και ανοίξαντα τας θύρας εκπεπηδηκέναι, 40 ταύτης δε επιλαβόμενοι επηρωτώμεν τις ην ο νεανίσκος, 41 και ουκ ηθέλησεν αγγείλαι ημίν. ταύτα μαρτυρούμεν. και επίστευσεν αυτοίς η συναγωγή ως πρεσβυτέροις του λαού και κριταίς και κατέκριναν αυτήν αποθανείν. 42 ανεβόησε δε φωνή μεγάλη Σωσάννα και είπεν· ο Θεός ο αιώνιος ο των κρυπτών γνώστης, ο ειδώς τα πάντα πριν γενέσεως αυτών, 43 συ επίστασαι ότι ψευδή μου
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1695

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

κατεμαρτύρησαν· και ιδού αποθνήσκω μη ποιήσασα μηδέν ων ούτοι επονηρεύσαντο κατ' εμού. 44 Και εισήκουσε Κύριος της φωνής αυτής. 45 και απαγομένης αυτής απολέσθαι, ο Θεός εξήγειρε το πνεύμα το άγιον παιδαρίου νεωτέρου, ω όνομα Δανιήλ, 46 και εβόησε φωνή μεγάλη· αθωος εγώ από του αίματος ταύτης. 47 επέστρεψε δε πας ο λαός προς αυτόν και είπαν· τις ο λόγος ούτος, ον συ λελάληκας; 48 ο δε στάς εν μέσω αυτών είπεν· ούτως μωροί οι υιοί Ισραήλ; ουκ ανακρίναντες ουδέ το σαφές επιγνόντες κατεκρίνατε θυγατέρα Ισραήλ; 49 αναστρέψατε εις το κριτήριον· ψευδή γαρ ούτοι κατεμαρτύρησαν αυτής. 50 και ανέστρεψε πας ο λαός μετά σπουδής. και είπαν αυτω οι πρεσβύτεροι· δεύρο κάθισον εν μέσω ημών και ανάγγειλον ημίν, ότι σοί δέδωκεν ο Θεός το πρεσβείον. 51 και είπε προς αυτούς Δανιήλ· διαχωρίσατε αυτούς απ' αλλήλων μακράν, και ανακρινώ αυτούς. 52 ως δε διεχωρίσθησαν εις από του ενός, εκάλεσε τον ένα αυτών και είπε προς αυτόν· πεπαλαιωμένε ημερών κακών, νυν ήκασιν αι αμαρτίαι σου, ας εποίεις το πρότερον 53 κρίνων κρίσεις αδίκους και τους μεν αθώους κατακρίνων, απολύων δε τους αιτίους, λέγοντος του Κυρίου· αθωον και δίκαιον ουκ αποκτενείς· 54 νυν ουν ταύτην είπερ είδες, ειπόν· υπό τι δένδρον είδες αυτούς ομιλούντας αλλήλοις; ο δε είπεν· υπό σχίνον. 55 είπε δε Δανιήλ· ορθώς έψευσαι εις την σεαυτού κεφαλήν· ήδη γαρ άγγελος Θεού λαβών φάσιν παρά του Θεού σχίσει σε μέσον. 56 και μεταστήσας αυτόν εκέλευσε προσαγαγείν τον έτερον· και είπεν αυτω· σπέρμα Χαναάν και ουκ Ιούδα, το κάλλος εξηπάτησέ σε, και επιθυμία διέστρεψε την καρδίαν σου· 57 ούτως εποιείτε θυγατράσιν Ισραήλ, και εκείναι φοβούμεναι ωμίλουν υμίν, αλλ' ου θυγάτηρ Ιούδα υπέμεινε την ανομίαν υμών. 58 νυν ουν λέγε μοι· υπό τι δένδρον κατέλαβες αυτούς ομιλούντας αλλήλοις; ο δε είπεν· υπό πρίνον. 59 είπε δε αυτω Δανιήλ· ορθώς έψευσαι και συ εις την σεαυτού κεφαλήν· μένει γαρ ο άγγελος του Θεού την ρομφαίαν έχων πρίσαι σε μέσον, όπως εξολοθρεύση υμάς. 60 και ανεβόησε πάσα η συναγωγή φωνή μεγάλη και ευλόγησαν τω Θεω τω σώζοντι τους ελπίζοντας επ' αυτόν. 61 και ανέστησαν επί τους δύο πρεσβύτας, ότι συνέστησεν αυτούς Δανιήλ εκ του στόματος αυτών ψευδομαρτυρήσαντας, και εποίησαν αυτοίς ον τρόπον επονηρεύσαντο τω πλησίον, 62 ποιήσαι κατά τον νόμον Μωυσή, και απέκτειναν αυτούς· και εσώθη αίμα αναίτιον εν τη ημέρα εκείνη. 63 Χελκίας δε και η γυνή αυτού ήνεσαν τον Θεόν περί της θυγατρός αυτών μετά Ιωακείμ του ανδρός αυτής
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1696

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και των συγγενών πάντων, ότι ουχ ευρέθη εν αυτη άσχημον πράγμα. 64 και Δανιήλ εγένετο μέγας ενώπιον του λαού από της ημέρας εκείνης και επέκεινα.

------------------------------------------------

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α

1 ΕΝ έτει τρίτω της βασιλείας Ιωακείμ βασιλέως Ιούδα ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ και επολιόρκει αυτήν. 2 και έδωκε Κύριος εν χειρί αυτού τον Ιωακείμ βασιλέα Ιούδα και από μέρους των σκευών οίκου του Θεού, και ήνεγκεν αυτά εις γην Σενναάρ οίκου του Θεού αυτού· και τα σκεύη εισήνεγκεν εις τον οίκον θησαυρού του Θεού αυτού. 3 και είπεν ο βασιλεύς τω Ασφανέζ τω αρχιευνούχω αυτού εισαγαγείν από των υιών της αιχμαλωσίας Ισραήλ και από του σπέρματος της βασιλείας και από των φορθομμίν 4 νεανίσκους. οίς ουκ έστιν εν αυτοίς μώμος και καλούς τη όψει και συνιέντας εν πάση σοφία και γινώσκοντας γνώσιν και διανοουμένους φρόνησιν και οίς εστιν ισχύς εν αυτοίς εστάναι εν τω οίκω ενώπιον του βασιλέως, και διδάξαι αυτούς γράμματα και γλώσσαν Χαλδαίων. 5 και διέταξεν αυτοίς ο βασιλεύς το της ημέρας καθ' ημέραν από της τραπέζης του βασιλέως και από του οίνου του ποτού αυτού και θρέψαι αυτούς έτη τρία και μετά ταύτα στήναι ενώπιον του βασιλέως. 6 και εγένετο εν αυτοίς εκ των υιών Ιούδα Δανιήλ και Ανανίας και Αζαρίας και Μισαήλ. 7 και επέθηκεν αυτοίς ο αρχιευνούχος ονόματα τω Δανιήλ Βαλτάσαρ και τω Ανανία Σεδράχ και τω Μισαήλ Μισάχ και τω Αζαρία Αβδεναγώ. 8 και έθετο Δανιήλ εις την καρδίαν αυτού ως ου μη αλισγηθή εν τη τραπέζη του βασιλέως και εν τω οίνω του ποτού αυτού και ηξίωσε τον αρχιευνούχον ως ου μη αλισγηθή. 9 και έδωκεν ο Θεός τον Δανιήλ εις έλεον και εις οικτιρμόν ενώπιον του αρχιευνούχου. 10 και είπεν ο αρχιευνούχος τω Δανιήλ· φοβούμαι εγώ τον κύριόν μου τον βασιλέα τον εκτάξαντα την
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1697

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

βρώσιν υμών και την πόσιν υμών, μη ποτε ίδη τα πρόσωπα υμών σκυθρωπά παρά τα παιδάρια τα συνήλικα υμών και καταδικάσητε την κεφαλήν μου τω βασιλεί. 11 και είπε Δανιήλ προς Αμελσάδ, ον κατέστησεν ο αρχιευνούχος επί Δανιήλ, Ανανίαν, Μισαήλ, Αζαρίαν· 12 πείρασον δη τους παίδάς σου ημέρας δέκα, και δότωσαν ημίν από των σπερμάτων, και φαγώμεθα και ύδωρ πιώμεθα· 13 και οφθήτωσαν ενώπιόν σου αι ιδέαι ημών και αι ιδέαι των παιδαρίων των εσθιόντων την τράπεζαν του βασιλέως, και καθώς εάν ίδης, ποίησον μετά των παίδων σου. 14 και εισήκουσεν αυτών και επείρασεν αυτούς ημέρας δέκα. 15 και μετά το τέλος των δέκα ημερών ωράθησαν αι ιδέαι αυτών αγαθαί και ισχυραί ταις σαρξίν υπέρ τα παιδάρια τα εσθίοντα την τράπεζαν του βασιλέως. 16 και εγένετο Αμελσάδ αναιρούμενος το δείπνον αυτών και τον οίνον του πόματος αυτών και εδίδου αυτοίς σπέρματα. 17 και τα παιδάρια ταύτα, οι τέσσαρες αυτοί, έδωκεν αυτοίς ο Θεός σύνεσιν και φρόνησιν εν πάση γραμματική και σοφία· και Δανιήλ συνήκεν εν πάση οράσει και ενυπνίοις. 18 και μετά το τέλος των ημερών, ων είπεν ο βασιλεύς εισαγαγείν αυτούς, και εισήγαγεν αυτούς ο αρχιευνούχος εναντίον Ναβουχοδονόσορ. 19 και ελάλησε μετ' αυτών ο βασιλεύς, και ουχ ευρέθησαν εκ πάντων αυτών όμοιοι Δανιήλ και Ανανία και Μισαήλ και Αζαρία· και έστησαν ενώπιον του βασιλέως. 20 και εν παντί ρήματι σοφίας και επιστήμης, ων εζήτησε παρ' αυτών ο βασιλεύς, εύρεν αυτούς δεκαπλασίονας παρά πάντας τους επαοιδούς και τους μάγους τους όντας εν πάση τη βασιλεία αυτού. 21 και εγένετο Δανιήλ έως έτους ενός Κύρου του βασιλέως.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

1 ΕΝ τω έτει τω δευτέρω της βασιλείας Ναβουχοδονόσορ ενυπνιάσθη Ναβουχοδονόσορ ενύπνιον, και εξέστη το πνεύμα αυτού, και ο ύπνος αυτού εγένετο απ' αυτού. 2 και είπεν ο βασιλεύς καλέσαι τους επαοιδούς και τους μάγους και τους φαρμακούς και τους Χαλδαίους του αναγγείλαι τω βασιλεί τα ενύπνια αυτού, και ήλθαν και έστησαν ενώπιον του βασιλέως.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1698

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

3 και είπεν αυτοίς ο βασιλεύς· ηνυπνιάσθην, και εξέστη το πνεύμά μου του γνώναι το ενύπνιον. 4 και ελάλησαν οι Χαλδαίοι τω βασιλεί συριστί· βασιλεύ, εις τους αιώνας ζήθι· συ ειπόν το ενύπνιον τοις παισί σου, και την σύγκρισιν αναγγελούμεν. 5 απεκρίθη ο βασιλεύς τοις Χαλδαίοις· ο λόγος απ' εμού απέστη· εάν μη γνωρίσητέ μοι το ενύπνιον και την σύγκρισιν αυτού, εις απώλειαν έσεσθε, και οι οίκοι υμών διαρπαγήσονται· 6 εάν δε το ενύπνιον και την σύγκρισιν αυτού γνωρίσητέ μοι, δόματα και δωρεάς και τιμήν πολλήν λήψεσθε παρ' εμού· πλήν το ενύπνιον και την σύγκρισιν αυτού απαγγείλατέ μοι. 7 απεκρίθησαν δεύτερον και είπαν· ο βασιλεύς ειπάτω το ενύπνιον τοις παισίν αυτού, και την σύγκρισιν αυτού αναγγελούμεν. 8 και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπεν· επ' αληθείας οίδα εγώ ότι καιρόν υμείς εξαγοράζετε, καθότι είδετε ότι απέστη απ' εμού το ρήμα. 9 εάν ουν το ενύπνιον μη αναγγείλητέ μοι, οίδα ότι ρήμα ψευδές και διεφθαρμένον συνέθεσθε ειπείν ενώπιόν μου, έως ου ο καιρός παρέλθη· το ενύπνιόν μου είπατέ μοι, και γνώσομαι ότι την σύγκρισιν αυτού αναγγελείτέ μοι. 10 απεκρίθησαν οι Χαλδαίοι ενώπιον του βασιλέως και λέγουσιν· ουκ έστιν άνθρωπος επί της ξηράς, όστις το ρήμα του βασιλέως δυνήσεται γνωρίσαι, καθότι πας βασιλεύς μέγας και άρχων ρήμα τοιούτον ουκ επερωτά επαοιδόν, μάγον και Χαλδαίον· 11 ότι ο λόγος, ον ο βασιλεύς επερωτά, βαρύς, και έτερος ουκ έστιν, ος αναγγελεί αυτόν ενώπιον του βασιλέως, αλλ' οι θεοί, ων ουκ έστιν η κατοικία μετά πάσης σαρκός. 12 τότε ο βασιλεύς εν θυμω και οργή είπεν απολέσαι πάντας τους σοφούς Βαβυλώνος· 13 και το δόγμα εξήλθε, και οι σοφοί απεκτέννοντο, και εζήτησαν Δανιήλ και τους φίλους αυτού ανελείν. 14 τότε Δανιήλ απεκρίθη βουλήν και γνώμην τω Αριώχ τω αρχιμαγείρω του βασιλέως, ος εξήλθεν αναιρείν τους σοφούς Βαβυλώνος· 15 άρχων του βασιλέως, περί τίνος εξήλθεν η γνώμη η αναιδής εκ προσώπου του βασιλέως; εγνώρισε δε ο Αριώχ το ρήμα τω Δανιήλ. 16 και Δανιήλ εισήλθε και ηξίωσε τον βασιλέα, όπως χρόνον δω αυτω, και την σύγκρισιν αυτού αναγγείλη τω βασιλεί. 17 και εισήλθε Δανιήλ εις τον οίκον αυτού και τω Ανανία και τω Μισαήλ και τω Αζαρία τοις φίλοις αυτού το ρήμα εγνώρισε· 18 και οικτιρμούς εζήτουν παρά του Θεού του ουρανού υπέρ του μυστηρίου τούτου, όπως αν μη απόλωνται Δανιήλ και οι φίλοι αυτού μετά των επιλοίπων σοφών Βαβυλώνος. 19 τότε τω Δανιήλ εν οράματι της νυκτός το μυστήριον απεκαλύφθη· και ευλόγησε τον Θεόν του ουρανού Δανιήλ 20 και είπεν· είη το όνομα του Θεού ευλογημένον από του αιώνος και έως
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1699

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

του αιώνος, ότι η σοφία και η σύνεσις αυτού εστι· 21 και αυτός αλλοιοί καιρούς και χρόνους, καθιστά βασιλείς και μεθιστά, διδούς σοφίαν τοις σοφοίς και φρόνησιν τοις ειδόσι σύνεσιν· 22 αυτός αποκαλύπτει βαθέα και απόκρυφα, γινώσκων τα εν τω σκότει, και το φως μετ' αυτού εστι· 23 σοί, ο Θεός των πατέρων μου, εξομολογούμαι και αινώ, ότι σοφίαν και δύναμιν δέδωκάς μοι και νυν εγνώρισάς μοι α ηξιώσαμεν παρά σου και το όραμα του βασιλέως εγνώρισάς μοι. 24 και ήλθε Δανιήλ προς Αριώχ, ον κατέστησεν ο βασιλεύς απολέσαι τους σοφούς Βαβυλώνος, και είπεν αυτω· τους σοφούς Βαβυλώνος μη απολέσης, εισάγαγε δε με ενώπιον του βασιλέως, και την σύγκρισιν τω βασιλεί αναγγελώ. 25 τότε Αριώχ εν σπουδή εισήγαγε τον Δανιήλ ενώπιον του βασιλέως και είπεν αυτω· εύρηκα άνδρα εκ των υιών της αιχμαλωσίας της Ιουδαίας, όστις το σύγκριμα τω βασιλεί αναγγελεί. 26 και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπε τω Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ· ει δύνασαί μοι αναγγείλαι το ενύπνιον, ό είδον, και την σύγκρισιν αυτού; 27 και απεκρίθη Δανιήλ ενώπιον του βασιλέως και είπε· το μυστήριον, ό ο βασιλεύς επερωτά, ουκ έστι σοφών, μάγων, επαοιδών, γαζαρηνών αναγγείλαι τω βαασιλεί, 28 αλλ' ή εστι Θεός εν ουρανω αποκαλύπτων μυστήρια και εγνώρισε τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ α δεί γενέσθαι επ' εσχάτων των ημερών. το ενύπνιόν σου και αι οράσεις της κεφαλής σου επί της κοίτης σου, τούτό εστι. 29 συ, βασιλεύ, οι διαλογισμοί σου επί της κοίτης σου ανέβησαν τι δεί γενέσθαι μετά ταύτα, και ο αποκαλύπτων μυστήρια εγνώρισέ σοι α δεί γενέσθαι. 30 και εμοί δε ουκ εν σοφία τη ούση εν εμοί παρά πάντας τους ζώντας το μυστήριον τούτο απεκαλύφθη, αλλ' ένεκεν του την σύγκρισιν τω βασιλεί γνωρίσαι, ίνα τους διαλογισμούς της καρδίας σου γνως. 31 συ, βασιλεύ, εθεώρεις, και ιδού εικών μία, μεγάλη η εικών εκείνη, και η πρόσοψις αυτής υπερφερής, εστώσα προ προσώπου σου, και η όρασις αυτής φοβερά· 32 εικών, ης η κεφαλή χρυσίου χρηστού, αι χείρες και το στήθος και οι βραχίονες αυτής αργυροί, η κοιλία και οι μηροί χαλκοί, 33 αι κνήμαι σιδηραί, οι πόδες μέρος τι σιδηρούν και μέρος τι οστράκινον. 34 εθεώρεις έως ου ετμήθη λίθος εξ όρους άνευ χειρών και επάταξε την εικόνα επί τους πόδας τους σιδηρούς και οστρακίνους και ελέπτυνεν αυτούς εις τέλος. 35 τότε ελεπτύνθησαν εις άπαξ το όστρακον, ο σίδηρος, ο χαλκός, ο άργυρος, ο χρυσός, και εγένετο ωσεί κονιορτός από άλωνος θερινής· και εξήρεν αυτά το πλήθος του πνεύματος, και τόπος ουχ ευρέθη αυτοίς· και ο λίθος ο πατάξας την εικόνα εγενήθη όρος μέγα και επλήρωσε πάσαν την γην.
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1700

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

36 τούτό εστι το ενύπνιον και την σύγκρισιν αυτού ερούμεν ενώπιον του βασιλέως. 37 συ, βασιλεύ, βασιλεύς βασιλέων, ω ο Θεός του ουρανού βασιλείαν ισχυράν και κραταιάν και έντιμον έδωκεν, 38 εν παντί τόπω, όπου κατοικούσιν οι υιοί των ανθρώπων, θηρία τε αγρού και πετεινά ουρανού και ιχθύας της θαλάσσης έδωκεν εν τη χειρί σου και κατέστησέ σε κύριον πάντων, συ ει η κεφαλή η χρυσή. 39 και οπίσω σου αναστήσεται βασιλεία ετέρα ήττων σου και βασιλεία τρίτη, ήτις εστίν ο χαλκός, ή κυριεύσει πάσης της γης. 40 και βασιλεία τετάρτη, ήτις έσται ισχυρά ως σίδηρος· ον τρόπον ο σίδηρος λεπτύνει και δαμάζει πάντα, ούτως πάντα λεπτυνεί και δαμάσει. 41 και ότι είδες τους πόδας και τους δακτύλους μέρος μεν τι οστράκινον μέρος δε τι σιδηρούν, βασιλεία διηρημένη έσται, και από της ρίζης της σιδηράς έσται εν αυτη, ον τρόπον είδες τον σίδηρον αναμεμειγμένον τω οστράκω· 42 και οι δάκτυλοι των ποδών μέρος μεν τι σιδηρούν μέρος δε τι οστράκινον, μέρος τι της βασιλείας έσται ισχυρόν και απ' αυτής έσται συντριβόμενον. 43 ότι είδες τον σίδηρον αναμεμειγμένον τω οστράκω, συμμειγείς έσονται εν σπέρματι ανθρώπων και ουκ έσονται προσκολλώμενοι ούτος μετά τούτου, καθώς ο σίδηρος ουκ αναμείγνυται μετά του οστράκου. 44 και εν ταις ημέραις των βασιλέων εκείνων αναστήσει ο Θεός του ουρανού βασιλείαν, ήτις εις τους αιώνας ου διαφθαρήσεται, και η βασιλεία αυτού λαω ετέρω ουχ υπολειφθήσεται· λεπτυνεί και λικμήσει πάσας τας βασιλείας, και αυτή αναστήσεται εις τους αιώνας. 45 ον τρόπον είδες ότι από όρους ετμήθη λίθος άνευ χειρών και ελέπτυνε το όστρακον, τον σίδηρον, τον χαλκόν, τον άργυρον, τον χρυσόν, ο Θεός ο μέγας εγνώρισε τω βασιλεί α δεί γενέσθαι μετά ταύτα, και αληθινόν το ενύπνιον, και πιστή η σύγκρισις αυτού. 46 τότε ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ έπεσεν επί πρόσωπον και τω Δανιήλ προσεκύνησε και μαναά και ευωδίας είπε σπείσαι αυτω. 47 και αποκριθείς ο βασιλεύς είπε τω Δανιήλ· επ' αληθείας ο Θεός υμών αυτός εστι Θεός θεών και κύριος των βασιλέων και αποκαλύπτων μυστήρια, ότι ηδυνήθης αποκαλύψαι το μυστήριον τούτο. 48 και εμεγάλυνεν ο βασιλεύς τον Δανιήλ και δόματα μεγάλα και πολλά έδωκεν αυτω και κατέστησεν αυτόν επί πάσης χώρας Βαβυλώνος και άρχοντα σατραπών επί πάντας τους σοφούς Βαβυλώνος. 49 και Δανιήλ ητήσατο παρά του βασιλέως, και κατέστησεν επί τα έργα της χώρας Βαβυλώνος τον Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ· και Δανιήλ ην εν τη αυλή του βασιλέως.

Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1701

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΔΑΝΙΗΛ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ

1 ΕΤΟΥΣ οκτωκαιδεκάτου Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς εποίησεν εικόνα χρυσήν, ύψος αυτής πήχεων εξήκοντα, εύρος αυτής πήχεων εξ, και έστησεν αυτήν εν πεδίω Δεειρά, εν χώρα Βαβυλώνος. 2 και απέστειλε συναγαγείν τους υπάτους και τους στρατηγούς και τους τοπάρχας, ηγουμένους τε και τυράννους και τους επ' εξουσιών και πάντας τους άρχοντας των χωρών ελθείν εις τα εγκαίνια της εικόνος, ην έστησε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς. 3 και συνήχθησαν οι τοπάρχαι, ύπατοι, στρατηγοί, ηγούμενοι, τύραννοι μεγάλοι, οι επ' εξουσιών και πάντες οι άρχοντες των χωρών εις τον εγκαινισμόν της εικόνος, ην έστησε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς, και ειστήκεισαν ενώπιον της εικόνος. 4 και ο κήρυξ εβόα εν ισχύϊ· υμίν λέγεται, λαοί, φυλαί, γλώσσαι· 5 ή αν ωρα ακούσητε της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης τε και ψαλτηρίου, συμφωνίας και παντός γένους μουσικών, πίπτοντες προσκυνείτε τη εικόνι τη χρυσή, ή έστησε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς· 6 και ος αν μη πεσών προσκυνήση, αυτη τη ωρα εμβληθήσεται εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. 7 και εγένετο όταν ήκουον οι λαοί της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης τε και ψαλτηρίου και συμφωνίας και παντός γένους μουσικών, πίπτοντες πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσσαι, προσεκύνουν τη εικόνι τη χρυσή, ή έστησε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς. 8 τότε προσήλθοσαν άνδρες Χαλδαίοι και διέβαλον τους Ιουδαίους 9 τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ· βασιλεύ, εις τους αιώνας ζήθι. 10 συ βασιλεύ, έθηκας δόγμα πάντα άνθρωπον, ος αν ακούση της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης και ψαλτηρίου και συμφωνίας και παντός γένους μουσικών 11 και μη πεσών προσκυνήση τη εικόνι τη χρυσή, εμβληθήσεται εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. 12 εισίν άνδρες Ιουδαίοι, ους κατέστησας επί τα έργα της χώρας Βαβυλώνος, Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ, οί ουχ υπήκουσαν, βασιλεύ, τω δόγματί σου, τοις θεοίς σου ου λατρεύουσι, και τη εικόνι τη χρυσή, ή έστησας, ου προσκυνούσι. 13 τότε Ναβουχοδονόσορ εν θυμω και οργή είπεν αγαγείν τον Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, και ήχθησαν ενώπιον του βασιλέως. 14 και απεκρίθη Ναβουχοδονόσορ και είπεν αυτοίς· ει αληθώς Σεδράχ,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1702

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μισάχ, Αβδεναγώ, τοις θεοίς μου ου λατρεύετε και τη εικόνι τη χρυσή, ή έστησα, ου προσκυνείτε; 15 νυν ουν ει έχετε ετοίμως, ίνα ως αν ακούσητε της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης τε και ψαλτηρίου και συμφωνίας και παντός γένους μουσικών, πεσόντες προσκυνήσητε τη εικόνι τη χρυσή, ή εποίησα· εάν δε μη προσκυνήσητε, αυτη τη ωρα εμβληθήσεσθε εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. και τις εστι Θεός, ος εξελείται υμάς εκ των χειρών μου; 16 και απεκρίθησαν Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ· ου χρείαν έχομεν ημείς περί του ρήματος τούτου αποκριθήναί σοι· 17 έστι γαρ Θεός ημών εν ουρανοίς, ω ημείς λατρεύομεν, δυνατός εξελέσθαι ημάς εκ της καμίνου του πυρός της καιομένης, και εκ των χειρών σου, βασιλεύ, ρύσεται ημάς· 18 και εάν μη, γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν και τη εικόνι, ή έστησας, ου προσκυνούμεν. 19 τότε Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού, και η όψις του προσώπου αυτού ηλλοιώθη επί Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, και είπεν εκκαύσαι την κάμινον επταπλασίως, έως ου εις τέλος εκκαή· 20 και άνδρας ισχυρούς ισχύϊ είπε πεδήσαντας τον Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ εμβαλείν εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. 21 τότε οι άνδρες εκείνοι επεδήθησαν συν τοις σαραβάροις αυτών και τιάραις και περικνημίσι και εβλήθησαν εις το μέσον της καμίνου του πυρός της καιομένης, 22 επεί το ρήμα του βασιλέως υπερίσχυσε και η κάμινος εξεκαύθη εκ περισσού. 23 και οι τρεις ούτοι, Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, έπεσον εις μέσον της καμίνου του πυρός της καιομένης πεπεδημένοι. και περιεπάτουν εν μέσω της φλογός υμνούντες τον Θεόν και ευλογούντες τον Κύριον.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΖΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ

1 ΚΑΙ συστάς Αζαρίας προσύξατο ούτως και ανοίξας το στόμα αυτού εν μέσω του πυρός είπεν· 2 Ευλογητός ει, Κύριε ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετός, και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας, 3 ότι δίκαιος ει επί πάσιν, οίς εποίησας ημίν, και πάντα τα έργα σου αληθινά, και ευθείαι αι οδοί σου, και πάσαι αι κρίσεις σου αλήθεια, 4 και κρίματα αληθείας εποίησας κατά πάντα, α επήγαγες ημίν και επί την πόλιν την αγίαν την των πατέρων ημών Ιερουσαλήμ, ότι εν αληθεία και κρίσει επήγαγες ταύτα πάντα, δια τας αμαρτίας ημών. 5 ότι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1703

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ημάρτομεν και ηνομήσαμεν αποστήναι από σου 6 και εξημάρτομεν εν πάσι και των εντολών σου ουκ ηκούσαμεν, ουδέ συνετηρήσαμεν ουδέ εποιήσαμεν καθώς ενετείλω ημίν, ίνα εύ ημίν γένηται. 7 και πάντα, όσα επήγαγες ημίν και πάντα όσα εποίησας ημίν, εν αληθινή κρίσει εποίησας 8 και παρέδωκας ημάς εις χείρας εχθρών ανόμων, εχθίστων αποστατών, και βασιλεί αδίκω και πονηροτάτω παρά πάσαν την γην. 9 και νυν ουκ έστιν ημίν ανοίξαι το στόμα· αισχύνη και όνειδος εγενήθημεν τοις δούλοις σου και τοις σεβομένοις σε. 10 μη δη παραδώης ημάς εις τέλος δια το όνομά σου και μη διασκεδάσης την διαθήκην σου 11 και μη αποστήσης το έλεός σου αφ' ημών δια Αβραάμ τον ηγαπημένον υπό σου και δια Ισαάκ τον δούλόν σου και Ισραήλ τον άγιόν σου, 12 οίς ελάλησας πληθύναι το σπέρμα αυτών ως τα άστρα του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης. 13 ότι, δέσποτα, εσμικρύνθημεν παρά πάντα τα έθνη και εσμεν ταπεινοί εν πάση τη γη σήμερον δια τας αμαρτίας ημών, 14 και ουκ έστιν εν τω καιρω τούτω άρχων και προφήτης και ηγούμενος, ουδέ ολοκαύτωσις ουδέ θυσία ουδέ προσφορά ουδέ θυμίαμα, ου τόπος του καρπώσαι ενώπιόν σου και ευρείν έλεος· 15 αλλ' εν ψυχή συντετριμμένη και πνεύματι ταπεινώσεως προσδεχθείημεν 16 ως εν ολοκαυτώμασι κριών και ταύρων και ως εν μυριάσιν αρνών πιόνων, ούτως γενέσθω η θυσία ημών ενώπιόν σου σήμερον και εκτελέσαι όπισθέν σου, ότι ουκ έσται αισχύνη τοις πεποιθόσιν επί σε. 17 και νυν εξακολουθούμεν εν όλη καρδία και φοβούμεθά σε και ζητούμεν το πρόσωπόν σου, 18 μη καταισχύνης ημάς, αλλά ποίησον μεθ' ημών κατά την επιείκειάν σου και κατά το πλήθος του ελέους σου 19 και εξελού ημάς κατά τα θαυμάσιά σου και δος δόξαν τω ονόματί σου, Κύριε. και εντραπείησαν πάντες οι ενδεικνύμενοι τοις δούλοις σου κακά 20 και καταισχυνθείησαν από πάσης δυναστείας, και η ισχύς αυτών συντριβείη· 21 και γνώτωσαν ότι συ ει Κύριος Θεός μόνος και ένδοξος εφ' όλην την οικουμένην. 22 Και ου διέλιπον οι εμβάλλοντες αυτούς υπηρέται του βασιλέως καίοντες την κάμινον νάφθαν και πίσσαν και στυππίον και κληματίδα. 23 και διεχείτο η φλόξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαρακονταεννέα. 24 και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. 25 ο δε άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον και εξετίναξε την φλόγα του πυρός εκ της καμίνου 26 και εποίησε το μέσον της καμίνου ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ και ουκ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1704

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ελύπησεν ουδέ παρηνώχλησεν αυτοίς.

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

27 Τότε οι τρεις ως εξ ενός στόματος ύμνουν και εδόξαζον και ηυλόγουν τον Θεόν εν τη καμίνω λέγοντες· 28 Ευλογητός ει, Κύριε ο Θεός των πατέρων ημών, και αινετός και υπερυψούμενος εις τους αιώνας, 29 και ευλογημένον το όνομα της δόξης σου το άγιον και υπεραινετόν και υπερυψούμενον εις πάντας τους αιώνας. 30 ευλογημένος ει εν τω ναω της αγίας δόξης σου και υπερύμνητος και υπερένδοξος εις τους αιώνας. 31 ευλογημένος ει ο επιβλέπων αβύσσους, καθήμενος επί Χερουβίμ και αινετός και υπερυψούμενος εις τους αιώνας. 32 ευλογημένος ει επί θρόνου της βασιλείας σου και υπερύμνητος και υπερυψούμενος εις τους αιώνας. 33 ευλογημένος ει εν τω στερεώματι του ουρανού και υμνητός και δεδοξασμένος εις τους αιώνας. 34 ευλογείτε, πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 35 ευλογείτε, ουρανοί τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 36 ευλογείτε, άγγελοι Κυρίου τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 37 ευλογείτε, ύδατα πάντα τα υπεράνω του ουρανού τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 38 ευλογείτε, πάσαι αι δυνάμεις Κυρίου τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 39 ευλογείτε, ήλιος και σελήνη τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 40 ευλογείτε, άστρα του ουρανού τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 41 ευλογείτω πας όμβρος και δρόσος τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 42 ευλογείτε, πάντα τα πνεύματα τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 43 ευλογείτε, πυρ και καύμα τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. [44 ευλογείτε, ψύχος και καύσων τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 45 ευλογείτε, δρόσοι και νιφετοί τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας]. 46 ευλογείτε, νύκτες και ημέραι τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 47 ευλογείτε, φως και σκότος τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 48 ευλογείτε, ψύχος και καύμα, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 49 ευλογείτε, πάχναι και χιόνες, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 50 ευλογείτε, αστραπαί και νεφέλαι τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 51 ευλογείτω η γη τον Κύριον· υμνείτω και υπερυψούτω αυτόν εις τους αιώνας. 52 ευλογείτε,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1705

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

όρη και βουνοί τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 53 ευλογείτε, πάντα τα φυόμενα εν τη γη, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 54 ευλογείτε, θάλασσα και ποταμοί, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 55 ευλογείτε, αι πηγαί, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 56 ευλογείτε, κήτη και πάντα τα κινούμενα εν τοις ύδασι, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 57 ευλογείτε, πάντα τα πετεινά του ουρανού, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 58 ευλογείτε, πάντα τα θηρία και τα κτήνη, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 59 ευλογείτε, υιοί των ανθρώπων, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 60 ευλογείτε, Ισραήλ, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 61 ευλογείτε, ιερείς Κυρίου, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 62 ευλογείτε, δούλοι Κυρίου, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 63 ευλογείτε, πνεύματα και ψυχαί δικαίων, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 64 ευλογείτε, όσιοι και ταπεινοί τη καρδία, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας. 65 ευλογείτε, Ανανία, Αζαρία, Μισαήλ, τον Κύριον· υμνείτε και υπερυψούτε αυτόν εις τους αιώνας, ότι εξείλετο ημάς εξ άδου και εκ χειρός θανάτου έσωσεν ημάς, ερρύσατο ημάς εκ μέσου καμίνου καιομένης φλογός και εκ μέσου πυρός ερρύσατο ημάς. 66 εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι χρηστός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 67 ευλογείτε, πάντες οι σεβόμενοι τον Κύριον τον Θεόν των θεών, υμνείτε και εξομολογείσθε, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. 24 Και Ναβουχοδονόσορ ήκουσεν υμνούντων αυτών και εθαύμασε και εξανέστη εν σπουδή και είπε τοις μεγιστάσιν αυτού· ουχί άνδρας τρεις εβάλομεν εις το μέσον του πυρός πεπεδημένους; και είπον τω βασιλεί· αληθώς, βασιλεύ. 25 και είπεν ο βασιλεύς· ιδού εγώ ορώ άνδρας τέσσαρας λελυμένους και περιπατούντας εν μέσω του πυρός, και διαφθορά ουκ έστιν εν αυτοίς, και η όρασις του τετάρτου ομοία υιω Θεού. 26 τότε προσήλθε Ναβουχοδονόσορ προς την θύραν της καμίνου του πυρός της καιομένης και είπε· Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ, οι δούλοι του Θεού του Υψίστου, εξέλθετε και δεύτε. και εξήλθον Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ εκ μέσου του πυρός. 27 και συνάγονται οι σατράπαι και οι στρατηγοί και οι τοπάρχαι και οι δυνάσται του βασιλέως και εθεώρουν τους άνδρας ότι ουκ εκυρίευσε το
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1706

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

πυρ του σώματος αυτών, και η θρίξ της κεφαλής αυτών ουκ εφλογίσθη, και τα σαράβαρα αυτών ουκ ηλλοιώθη, και οσμή πυρός ουκ ην εν αυτοίς. 28 και απεκρίθη Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς και είπεν· ευλογητός ο Θεός του Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ, ος απέστειλε τον άγγελον αυτού και εξείλατο τους παίδας αυτού, ότι επεποίθεισαν επ' αυτω και το ρήμα του βασιλέως ηλλοίωσαν και παρέδωκαν τα σώματα αυτών εις πυρ, όπως μη λατρεύσωσι μηδέ προσκυνήσωσι παντί θεω, αλλ' ή τω Θεω αυτών. 29 και εγώ εκτίθεμαι δόγμα· πας λαός, φυλή, γλώσσα, ή εάν είπη βλασφημίαν κατά του Θεού Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ, εις απώλειαν έσονται και οι οίκοι αυτών εις διαρπαγήν, καθότι ουκ έστι θεός έτερος, όστις δυνήσεται ρύσασθαι ούτως. 30 τότε ο βασιλεύς κατεύθυνε τον Σεδράχ, Μισάχ, Αβδεναγώ εν τη χώρα Βαβυλώνος και ηύξησεν αυτούς και ηξίωσεν. αυτούς ηγείσθαι πάντων των Ιουδαίων των εν τη βασιλεία αυτού. 31 Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς πάσι τοις λαοίς, φυλαίς και γλώσσαις τοις οικούσιν εν πάση τη γη· ειρήνη υμίν πληθυνθείη· 32 τα σημεία και τα τέρατα, α εποίησε μετ' εμού ο Θεός ο Ύψιστος, ήρεσεν εναντίον εμού αναγγείλαι υμίν 33 ως μεγάλα και ισχυρά· η βασιλεία αυτού βασιλεία αιώνιος και η εξουσία αυτού εις γενεάν και γενεάν.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ

1 ΕΓΩ Ναβουχοδονόσορ ευθηνών ήμην εν τω οίκω μου και ευθαλών. 2 ενύπνιον είδον, και εφοβέρισέ με, και εταράχθην επί της κοίτης μου, και αι οράσεις της κεφαλής μου ετάραξάν με. 3 και δι' εμού ετέθη δόγμα του εισαγαγείν ενώπιόν μου πάντας τους σοφούς Βαβυλώνος, όπως την σύγκρισιν του ενυπνίου γνωρίσωσί μοι. 4 και εισεπορεύοντο οι επαοιδοί, μάγοι, γαζαρηνοί, Χαλδαίοι, και το ενύπνιον εγώ είπα ενώπιον αυτών, και την σύγκρισιν αυτού ουκ εγνώρισάν μοι, 5 έως ήλθε Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ κατά το όνομα του Θεού μου, ος πνεύμα Θεού άγιον εν εαυτω έχει, και το ενύπνιον ενώπιον αυτού είπα· 6 Βαλτάσαρ ο άρχων των επαοιδών, ον εγώ έγνων ότι πνεύμα Θεού άγιον εν σοί και παν μυστήριον ουκ
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1707

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

αδυνατεί σε, άκουσον την όρασιν του ενυπνίου μου, ου είδον, και την σύγκρισιν αυτού ειπόν μοι· 7 επί της κοίτης μου εθεώρουν, και ιδού δένδρον εν μέσω της γης, και το ύψος αυτού πολύ. 8 εμεγαλύνθη το δένδρον και ίσχυσε, και το ύψος αυτού έφθασεν έως του ουρανού και το κύτος αυτού εις το πέρας απάσης της γης· 9 τα φύλλα αυτού ωραία, και ο καρπός αυτού πολύς, και τροφή πάντων εν αυτω· και υποκάτω αυτού κατεσκήνουν τα θηρία τα άγρια, και εν τοις κλάδοις αυτού κατώκουν τα όρνεα του ουρανού, και εξ αυτού ετρέφετο πάσα σάρξ. 10 εθεώρουν εν οράματι της νυκτός επί της κοίτης μου, και ιδού είρ και άγιος απ' ουρανού κατέβη 11 και εφώνησεν εν ισχύϊ και ούτως είπε· εκκόψατε το δένδρον και εκτίλατε τους κλάδους αυτού και εκτινάξατε τα φύλλα αυτού και διασκορπίσατε τον καρπόν αυτού· σαλευθήτωσαν τα θηρία υποκάτωθεν αυτού και τα όρνεα από των κλάδων αυτού· 12 πλήν την φυήν των ριζών αυτού εν τη γη εάσατε και εν δεσμω σιδηρω και χαλκω και εν τη χλόη τη έξω, και εν τη δρόσω του ουρανού κοιτασθήσεται, και μετά των θηρίων η μερίς αυτού εν τω χόρτω της γης. 13 η καρδία αυτού από των ανθρώπων αλλοιωθήσεται, και καρδία θηρίου δοθήσεται αυτω, και επτά καιροί αλλαγήσονται επ' αυτόν. 14 δια συγκρίματος είρ ο λόγος, και ρήμα αγίων το επερώτημα, ίνα γνώσιν οι ζώντες ότι Κύριός εστιν ο ύψιστος της βασιλείας των ανθρώπων, και ω εάν δόξη, δώσει αυτήν και εξουδένωμα ανθρώπων αναστήσει επ' αυτήν. 15 τούτο το ενύπνιον, ό είδον εγώ Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς, και συ, Βαλτάσαρ, το σύγκριμα ειπόν, ότι πάντες οι σοφοί της βασιλείας μου ου δύνανται το σύγκριμα αυτού δηλώσαί μοι, συ δε, Δανιήλ, δύνασαι, ότι πνεύμα Θεού άγιον εν σοί. - 16 Τότε Δανιήλ, ου το όνομα Βαλτάσαρ, απηνεώθη ωσεί ωραν μίαν, και οι διαλογισμοί αυτού συνετάρασσον αυτόν. και απεκρίθη ο βασιλεύς και είπεν· Βαλτάσαρ, το ενύπνιον και η σύγκρισις μη κατασπευσάτω σε· και απεκρίθη Βαλτάσαρ και είπε· κύριε, το ενύπνιον έστω τοις μισούσί σε και η σύγκρισις αυτού τοις εχθροίς σου. 17 το δένδρον, ό είδες το μεγαλυνθέν και το ισχυκός, ου το ύψος έφθανεν εις τον ουρανόν και το κύτος αυτού εις πάσαν την γην 18 και τα φύλλα αυτού ευθαλή και ο καρπός αυτού πολύς και τροφή πάσιν εν αυτω, υποκάτω αυτού κατώκουν τα θηρία τα άγρια και εν τοις κλάδοις αυτού κατεσκήνουν τα όρνεα του ουρανού, 19 συ ει, βασιλεύ, ότι εμεγαλύνθης και ίσχυσας και η μεγαλωσύνη σου εμεγαλύνθη και έφθασεν εις τον ουρανόν και η κυριεία σου εις τα πέρατα της γης. 20 και ότι είδεν ο βασιλεύς είρ και άγιον καταβαίνοντα από του ουρανού, και είπεν· εκτίλατε το
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1708

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

δένδρον και διαφθείρατε αυτό, πλήν την φυήν των ριζών αυτού εν τη γη εάσατε και εν δεσμω σιδηρω και εν χαλκω και εν τη χλόη τη έξω, και εν τη δρόσω του ουρανού αυλισθήσεται, και μετά θηρίων αγρίων η μερίς αυτού, έως ου επτά καιροί αλλοιωθώσιν επ' αυτόν, 21 τούτο η σύγκρισις αυτού, βασιλεύ. και σύγκριμα Υψίστου εστίν, ό έφθασεν επί τον κύριόν μου τον βασιλέα, 22 και σε εκδιώξουσιν από των ανθρώπων, και μετά θηρίων αγρίων έσται η κατοικία σου, και χόρτον ως βούν ψωμιούσί σε και από της δρόσου του ουρανού αυλισθήση, και επτά καιροί αλλαγήσονται επί σε, έως ου γνως ότι κυριεύει ο Ύψιστος της βασιλείας των ανθρώπων, και ω αν δόξη, δώσει αυτήν. 23 και ότι είπαν· εάσατε την φυήν των ριζών του δένδρου, η βασιλεία σου σοί μενεί, αφ' ης αν γνως την εξουσίαν την ουράνιον. 24 δια τούτο, βασιλεύ, η βουλή μου αρεσάτω σοι και τας αμαρτίας σου εν ελεημοσύναις λύτρωσαι και τας αδικίας εν οικτιρμοίς πενήτων· ίσως έσται μακρόθυμος τοις παραπτώμασί σου ο Θεός. - 25 Ταύτα πάντα έφθασεν επί Ναβουχοδονόσορ τον βασιλέα. 26 μετά δωδεκάμηνον επί τω ναω της βασιλείας αυτού εν Βαβυλώνι περιπατών 27 απεκρίθη ο βασιλεύς και είπεν· ουχ αύτη εστί Βαβυλών η μεγάλη, ην εγώ ωκοδόμησα εις οίκον βασιλείας εν τω κράτει της ισχύος μου εις τιμήν της δόξης μου; 28 έτι του λόγου εν τω στόματι του βασιλέως όντος, φωνή απ' ουρανού εγένετο· σοί λέγουσι, Ναβουχοδονόσορ βασιλεύ, η βασιλεία παρήλθεν από σου, 29 και από των ανθρώπων σε εκδιώξουσι, και μετά θηρίων αγρίων η κατοικία σου και χόρτον ως βούν ψωμιούσί σε, και επτά καιροί αλλαγήσονται επί σε, έως ου γνως, ότι κυριεύει ο Ύψιστος της βασιλείας των ανθρώπων, και ω αν δόξη, δώσει αυτήν. 30 αυτη τη ωρα ο λόγος συνετελέσθη επί Ναβουχοδονόσορ, και από των ανθρώπων εξεδιώχθη και χόρτον ως βούς ήσθιε, και από της δρόσου του ουρανού το σώμα αυτού εβάφη, έως ου αι τρίχες αυτού ως λεόντων εμεγαλύνθησαν και οι όνυχες αυτού ως ορνέων. - 31 Και μετά το τέλος των ημερών εγώ Ναβουχοδονόσορ τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν ανέλαβον, και αι φρένες μου επ' εμέ επεστράφησαν, και τω Υψίστω ηυλόγησα και τω ζώντι εις τον αιώνα ήνεσα και εδόξασα, ότι η εξουσία αυτού εξουσία αιώνιος και η βασιλεία αυτού εις γενεάν και γενεάν, 32 και πάντες οι κατοικούντες την γην ως ουδέν ελογίσθησαν, και κατά το θέλημα αυτού ποιεί εν τη δυνάμει του ουρανού και εν τη κατοικία της γης, και ουκ έστιν ος αντιποιήσεται τη χειρί αυτού και ερεί αυτω· τι εποίησας; 33 αυτω τω καιρω αι φρένες μου επεστράφησαν επ' εμέ, και εις την τιμήν της βασιλείας μου
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1709

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ήλθον, και η μορφή μου επέστρεψεν επ' εμέ, και οι τύραννοί μου και οι μεγιστάνές μου εζήτουν με, και επί την βασιλείαν μου εκραταιώθην, και μεγαλωσύνη περισσοτέρα προσετέθη μοι. 34 νυν ουν εγώ Ναβουχοδονόσορ αινώ και υπερυψώ και δοξάζω τον βασιλέα του ουρανού, ότι πάντα τα έργα αυτού αληθινά και αι τρίβοι αυτού κρίσεις, και πάντας τους πορευομένους εν υπερηφανία δύναται ταπεινώσαι.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε

1 ΒΑΛΤΑΣΑΡ ο βασιλεύς εποίησε δείπνον μέγα τοις μεγιστάσιν αυτού χιλίοις, και κατέναντι των χιλίων ο οίνος. 2 και πίνων Βαλτάσαρ είπεν εν τη γεύσει του οίνου του ενεγκείν τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά, α εξήνεγκε Ναβουχοδονόσορ ο πατήρ αυτού εκ του ναού του εν Ιερουσαλήμ, και πιέτωσαν εν αυτοίς ο βασιλεύς και οι μεγιστάνες αυτού και αι παλλακαί αυτού και αι παράκοιτοι αυτού. 3 και ηνέχθησαν τα σκεύη τα χρυσά και τα αργυρά, α εξήνεγκεν εκ του ναού του Θεού του εν Ιερουσαλήμ, και έπινον εν αυτοίς ο βασιλεύς και οι μεγιστάνες αυτού και αι παλλακαί αυτού και αι παράκοιτοι αυτού· 4 έπινον οίνον και ήνεσαν τους θεούς τους χρυσούς και αργυρούς και χαλκούς και σιδηρούς και ξυλίνους και λιθίνους. 5 εν αυτη τη ωρα εξήλθον δάκτυλοι χειρός ανθρώπου και έγραφον κατέναντι της λαμπάδος επί το κονίαμα του τοίχου του οίκου του βασιλέως, και ο βασιλεύς εθεώρει τους αστραγάλους της χειρός της γραφούσης. 6 τότε του βασιλέως η μορφή ηλλοιώθη, και οι διαλογισμοί αυτού συνετάρασσον αυτόν, και οι σύνδεσμοι της οσφύος αυτού διελύοντο, και τα γόνατα αυτού συνεκροτούντο. 7 και εβόησεν ο βασιλεύς εν ισχύϊ του εισαγαγείν μάγους, Χαλδαίους, γαζαρηνούς και είπε τοις σοφοίς Βαβυλώνος· ος αν αναγνω την γραφήν ταύτην και την σύγκρισιν γνωρίση μοι, πορφύραν ενδύσεται, και ο μανιάκης ο χρυσούς επί τον τράχηλον αυτού, και τρίτος εν τη βασιλεία μου άρξει. 8 και εισεπορεύοντο πάντες οι σοφοί του βασιλέως και ουκ ηδύναντο την γραφήν αναγνώναι, ουδέ την σύγκρισιν γνωρίσαι τω βασιλεί. 9 και ο βασιλεύς Βαλτάσαρ πολύ εταράχθη, και η
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1710

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

μορφή αυτού ηλλοιώθη επ' αυτω, και οι μεγιστάνες αυτού συνεταράσσοντο. - 10 Και εισήλθεν η βασίλισσα εις τον οίκον του πότου και είπε· βασιλεύ, εις τον αιώνα ζήθι· μη ταρασσέτωσάν σε οι διαλογισμοί σου, και η μορφή σου μη αλλοιούσθω· 11 έστιν ανήρ εν τη βασιλεία σου, εν ω πνεύμα Θεού, και εν ταις ημέραις του πατρός σου γρηγόρησις και σύνεσις ευρέθη εν αυτω, και ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ ο πατήρ σου άρχοντα επαοιδών, μάγων, Χαλδαίων, γαζαρηνών κατέστησεν αυτόν, 12 ότι πνεύμα περισσόν εν αυτω και φρόνησις και σύνεσις εν αυτω, συγκρίνων ενύπνια και αναγγέλλων κρατούμενα και λύων συνδέσμους, Δανιήλ, και ο βασιλεύς επέθηκεν όνομα αυτω Βαλτάσαρ· νυν ουν κληθήτω, και την σύγκρισιν αυτού αναγγελεί σοι. - 13 Τότε Δανιήλ εισήχθη ενώπιον του βασιλέως, και είπεν ο βασιλεύς τω Δανιήλ· συ ει Δανιήλ, ο από των υιών της αιχμαλωσίας της Ιουδαίας, ης ήγαγεν ο βασιλεύς ο πατήρ μου; 14 ήκουσα περί σου ότι πνεύμα Θεού εν σοί, και γρηγόρησις και σύνεσις και σοφία περισσή ευρέθη εν σοί. 15 και νυν εισήλθον ενώπιόν μου οι σοφοί, μάγοι, γαζαρηνοί, ίνα την γραφήν ταύτην αναγνώσι και την σύγκρισιν αυτής γνωρίσωσί μοι, και ουκ ηδυνήθησαν αναγγγείλαί μοι. 16 και εγώ ήκουσα περί σου ότι δύνασαι κρίματα συγκρίναι· νυν ουν εάν δυνηθής την γραφήν αναγνώναι και την σύγκρισιν αυτής γνωρίσαι μοι, πορφύραν ενδύση, και ο μανιάκης ο χρυσούς έσται επί τον τράχηλόν σου, και τρίτος εν τη βασιλεία μου άρξεις. 17 τότε απεκρίθη Δανιήλ και είπεν ενώπιον του βασιλέως· τα δόματά σου σοί έστω, και την δωρεάν της οικίας σου ετέρω δος, εγώ δε την γραφήν αναγνώσομαι τω βασιλεί και την σύγκρισιν αυτής γνωρίσω σοι. 18 Βασιλεύ, ο Θεός ο ύψιστος την βασιλείαν και την μεγαλωσύνην και την τιμήν και την δόξαν έδωκε Ναβουχοδονόσορ τω πατρί σου, 19 και από της μεγαλωσύνης, ης έδωκεν αυτω, πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσσαι ήσαν τρέμοντες και φοβούμενοι από προσώπου αυτού· ους ηβούλετο αυτός ανήρει, και ους ηβούλετο αυτός έτυπτε, και ους ηβούλετο αυτός ύψου, και ους ηβούλετο αυτός εταπείνου. 20 και ότε υψώθη η καρδία αυτού και το πνεύμα αυτού εκραταιώθη του υπερηφανεύσασθαι, κατηνέχθη από του θρόνου της βασιλείας αυτού, και η τιμή αφηρέθη απ' αυτού, 21 και από των ανθρώπων εξεδιώχθη, και η καρδία αυτού μετά των θηρίων εδόθη, και μετά των ονάγρων η κατοικία αυτού, και χόρτον ως βούν εψώμιζον αυτόν, και από της δρόσου του ουρανού το σώμα αυτού εβάφη, έως ου έγνω ότι κυριεύει ο Θεός ύψιστος της βασιλείας των ανθρώπων, και ω αν δόξη, δώσει αυτήν. 22 και συ ουν ο
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1711

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

υιος αυτού Βαλτάσαρ ουκ εταπείνωσας την καρδίαν σου κατενώπιον του Θεού· ου πάντα ταύτα έγνως; 23 και επί τον Κύριον Θεόν του ουρανού υψώθης, και τα σκεύη του οίκου αυτού ήνεγκαν ενώπιόν σου, και συ και οι μεγιστάνές σου και αι παλλακαί σου και αι παράκοιτοί σου οίνον επίνετε εν αυτοίς, και τους θεούς τους χρυσούς και αργυρούς και χαλκούς και σιδηρούς και ξυλίνους και λιθίνους, οί ου βλέπουσι και οί ουκ ακούουσι και ου γινώσκουσιν, ήνεσας και τον Θεόν, ου η πνοή σου εν χειρί αυτού και πάσαι αι οδοί σου, αυτόν ουκ εδόξασας. 24 δια τούτο εκ προσώπου αυτού απεστάλη αστράγαλος χειρός και την γραφήν ταύτην ενέταξε. 25 και αύτη η γραφή εντεταγμένη· μανή, θεκέλ, φάρες. 26 τούτο το σύγκριμα του ρήματος· μανή, εμέτρησεν ο Θεός την βασιλείαν σου και επλήρωσεν αυτήν· 27 θεκέλ, εστάθη εν ζυγω και ευρέθη υστερούσα· 28 φάρες, διήρηται η βασιλεία σου, και εδόθη Μήδοις και Πέρσαις. - 29 Και είπε Βαλτάσαρ και ενέδυσαν τον Δανιήλ πορφύραν και τον μανιάκην τον χρυσούν περιέθηκαν περί τον τράχηλον αυτού, και εκήρυξε περί αυτού είναι αυτόν άρχοντα τρίτον εν τη βασιλεία. 30 εν αυτη τη νυκτί ανηρέθη Βαλτάσαρ ο βασιλεύς ο Χαλδαίων. 31 και Δαρείος ο Μήδος παρέλαβε την βασιλείαν, ων ετών εξήκοντα δύο.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ

1 ΚΑΙ ήρεσεν ενώπιον Δαρείου και κατέστησεν επί της βασιλείας σατράπας εκατόν είκοσι του είναι αυτούς εν όλη τη βασιλεία αυτού 2 και επάνω αυτών τακτικούς τρεις, ων ην Δανιήλ εις εξ αυτών, του αποδιδόναι αυτοίς τους σατράπας λόγον, όπως ο βασιλεύς μη ενοχλήται. 3 και ην Δανιήλ υπέρ αυτούς, ότι πνεύμα περισσόν εν αυτω. και ο βασιλεύς κατέστησεν αυτόν εφ' όλης της βασιλείας αυτού. 4 και οι τακτικοί και οι σατράπαι, εζήτουν πρόφασιν ευρείν κατά Δανιήλ· και πάσαν πρόφασιν και παράπτωμα και αμπλάκημα ουχ εύρον κατ' αυτού, ότι πιστός ην. 5 και είπον οι τακτικοί· ουχ ευρήσομεν κατά Δανιήλ πρόφασιν, ει μη εν νομίμοις Θεού αυτού. - 6 Τότε οι τακτικοί και οι σατράπαι παρέστησαν τω βασιλεί και είπαν αυτω· Δαρείε βασιλεύ, εις τους αιώνας ζήθι· 7 συνεβουλεύσαντο πάντες
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1712

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

οι επί της βασιλείας σου στρατηγοί και σατράπαι, ύπατοι και τοπάρχαι, του στήσαι στάσει βασιλική και ενισχύσαι ορισμόν, όπως ος αν αιτήση αίτημα παρά παντός θεού και ανθρώπου έως ημερών τριάκοντα, αλλ' ή παρά σου, βασιλεύ, εμβληθήσεται εις τον λάκκον των λεόντων. 8 νυν ουν, βασιλεύ, στήσον τον ορισμόν και έκθες γραφήν, όπως μη αλλοιωθή το δόγμα Περσών και Μήδων. 9 τότε ο βασιλεύς Δαρείος επέταξε γραφήναι το δόγμα. - 10 Και Δανιήλ, ηνίκα έγνω ότι ενετάγη το δόγμα, εισήλθεν εις τον οίκον αυτού, και αι θυρίδες ανεωγμέναι αυτω εν τοις υπερώοις αυτού κατέναντι Ιερουσαλήμ, και καιρούς τρεις της ημέρας ην κάμπτων επί τα γόνατα αυτού και προσευχόμενος και εξομολογούμενος εναντίον του Θεού αυτού, καθώς ην ποιών έμπροσθεν. 11 τότε οι άνδρες εκείνοι παρετήρησαν και εύρον τον Δανιήλ αξιούντα και δεόμενον του Θεού αυτού. 12 και προσελθόντες λέγουσι τω βασιλεί· βασιλεύ, ουχ ορισμόν έταξας, όπως πας άνθρωπος, ος αν αιτήση παρά παντός θεού και ανθρώπου αίτημα έως ημερών τριάκοντα, αλλ' ή παρά σου, βασιλεύ, εμβληθήσεται εις τον λάκκον των λεόντων; και είπεν ο βασιλεύς· αληθινός ο λόγος, και το δόγμα Μήδων και Περσών ου παρελεύσεται. 13 τότε απεκρίθησαν και λέγουσιν ενώπιον του βασιλέως· Δανιήλ ο από των υιών της αιχμαλωσίας της Ιουδαίας ουχ υπετάγη τω δόγματί σου, και καιρούς τρεις της ημέρας αιτεί παρά του Θεού αυτού τα αιτήματα αυτού. 14 τότε ο βασιλεύς, ως το ρήμα ήκουσε, πολύ ελυπήθη επ' αυτω και περί του Δανιήλ ηγωνίσατο του εξελέσθαι αυτόν και έως εσπέρας ην αγωνιζόμενος του εξελέσθαι αυτόν. 15 τότε οι άνδρες εκείνοι λέγουσι τω βασιλεί· γνώθι, βασιλεύ, ότι το δόγμα Μήδοις και Πέρσαις του παν ορισμόν και στάσιν, ην αν ο βασιλεύς στήση, ου δεί παραλλάξαι. - 16 Τότε ο βασιλεύς είπε και ήγαγον τον Δανιήλ και ενέβαλον αυτόν εις τον λάκκον των λεόντων· και είπεν ο βασιλεύς τω Δανιήλ· ο Θεός σου, ω συ λατρεύεις ενδελεχώς, αυτός εξελείταί σε. 17 και ήνεγκαν λίθον και επέθηκαν επί το στόμα του λάκκου, και εσφραγίσατο ο βασιλεύς εν τω δακτυλίω αυτού και εν τω δακτυλίω των μεγιστάνων αυτού, όπως μη αλλοιωθή πράγμα εν τω Δανιήλ. 18 και απήλθεν ο βασιλεύς εις τον οίκον αυτού και εκοιμήθη άδειπνος, και εδέσματα ουκ εισήνεγκαν αυτω και ο ύπνος απέστη απ' αυτού. και έκλεισεν ο Θεός τα στόματα των λεόντων, και ου παρηνώχλησαν τω Δανιήλ. 19 τότε ο βασιλεύς ανέστη το πρωϊ εν τω φωτί και εν σπουδή ήλθεν επί τον λάκκον των λεόντων· 20 και εν τω εγγίζειν αυτόν τω λάκκω εβόησε φωνή ισχυρά· Δανιήλ, ο δούλος του Θεού του ζώντος, ο Θεός σου, ω συ λατρεύεις ενδελεχώς, ει ηδυνήθη εξελέσθαι σε εκ του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1713

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

στόματος των λεόντων; 21 και είπε Δανιήλ τω βασιλεί· βασιλεύ, εις τους αιώνας ζήθι. 22 ο Θεός μου απέστειλε τον άγγελον αυτού, και ενέφραξε τα στόματα των λεόντων, και ουκ ελυμήναντό με, ότι κατέναντι αυτού ευθύτης ευρέθη εμοί· και ενώπιον δε σου, βασιλεύ, παράπτωμα ουκ εποίησα. 23 τότε ο βασιλεύς πολύ ηγαθύνθη επ' αυτω, και τον Δανιήλ είπεν ανενέγκαι εκ του λάκκου. και ανηνέχθη Δανιήλ εκ του λάκκου, και πάσα διαφθορά ουχ ευρέθη εν αυτω, ότι επίστευσεν εν τω Θεω αυτού. 24 και είπεν ο βασιλεύς, και ηγάγοσαν τους άνδρας τους διαβαλόντας τον Δανιήλ, και εις τον λάκκον των λεόντων ενεβλήθησαν, αυτοί και οι υιοί αυτών και αι γυναίκες αυτών· και ουκ έφθασαν εις το έδαφος του λάκκου, έως ου εκυρίευσαν αυτών οι λέοντες και πάντα τα οστά αυτών ελέπτυναν. - 25 Τότε Δαρείος ο βασιλεύς έγραψε πάσι τοις λαοίς, φυλαίς, γλώσσαις, τοις οικούσιν εν πάση τη γη· ειρήνη υμίν πληθυνθείη· 26 εκ προσώπου μου ετέθη δόγμα τούτο εν πάση αρχή της βασιλείας μου είναι τρέμοντας και φοβουμένους από προσώπου του Θεού Δανιήλ, ότι αυτός εστι Θεός ζων και μένων εις τους αιώνας, και η βασιλεία αυτού ου διαφθαρήσεται, και η κυριεία αυτού έως τέλους· 27 αντιλαμβάνεται και ρύεται και ποιεί σημεία και τέρατα εν τω ουρανω και επί της γης, όστις εξείλατο τον Δανιήλ εκ χειρός των λεόντων. 28 και Δανιήλ κατηύθυνεν εν τη βασιλεία Δαρείου και εν τη βασιλεία Κύρου του Πέρσου.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ

1 ΕΝ έτει πρώτω Βαλτάσαρ βασιλέως Χαλδαίων Δανιήλ ενύπνιον είδε, και αι οράσεις της κεφαλής αυτού επί της κοίτης αυτού, και το ενύπνιον αυτού έγραψεν· 2 εγώ Δανιήλ εθεώρουν εν οράματί μου της νυκτός και ιδού οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού προσέβαλον εις την θάλασσαν την μεγάλην. 3 και τέσσαρα θηρία μεγάλα ανέβαινον εκ της θαλάσσης διαφέροντα αλλήλων. 4 το πρώτον ωσεί λέαινα, και πτερά αυτη ωσεί αετού· εθεώρουν έως ου εξετίλη τα πτερά αυτής, και εξήρθη από της γης και επί ποδών ανθρώπου εστάθη, και καρδία ανθρώπου εδόθη αυτη. 5 και ιδού θηρίον δεύτερον όμοιον άρκω, και εις μέρος εν
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1714

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εστάθη, και τρεις πλευραί εν τω στόματι αυτής αναμέσον των οδόντων αυτής, και ούτως έλεγον αυτη· ανάστηθι, φάγε σάρκας πολλάς. 6 οπίσω τούτου εθεώρουν και ιδού θηρίον έτερον ωσεί πάρδαλις, και αυτη πτερά τέσσαρα πετεινού υπεράνω αυτής, και τέσσαρες κεφαλαί τω θηρίω, και εξουσία εδόθη αυτη. 7 οπίσω τούτου εθεώρουν και ιδού θηρίον τέταρτον φοβερόν και έκθαμβον και ισχυρόν περισσώς, και οι οδόντες αυτού σιδηροί μεγάλοι, εσθίον και λεπτύνον και τα επίλοιπα τοις ποσίν αυτού συνεπάτει, και αυτό διάφορον περισσώς παρά πάντα τα θηρία τα έμπροσθεν αυτού, και κέρατα δέκα αυτω. 8 προσενόουν τοις κέρασιν αυτού, και ιδού κέρας έτερον μικρόν ανέβη εν μέσω αυτών, και τρία κέρατα των έμπροσθεν αυτού εξερριζώθη από προσώπου αυτού, και ιδού οφθαλμοί ωσεί οφθαλμοί ανθρώπου εν τω κέρατι τούτω και στόμα λαλούν μεγάλα. 9 εθεώρουν έως ότου οι θρόνοι ετέθησαν, και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν, ο θρόνος αυτού φλόξ πυρός, οι τροχοί αυτού πυρ φλέγον· 10 ποταμός πυρός είλκεν έμπροσθεν αυτού· χίλιαι χιλιάδες ελειτούργουν αυτω, και μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αυτω· κριτήριον εκάθισε, και βίβλοι ηνεώχθησαν. 11 εθεώρουν τότε από φωνής των λόγων των μεγάλων, ων το κέρας εκείνο ελάλει, έως ου ανηρέθη το θηρίον και απώλετο, και το σώμα αυτού εδόθη εις καύσιν πυρός. 12 και των λοιπών θηρίων μετεστάθη η αρχή, και μακρότης ζωής εδόθη αυτοίς έως καιρού και καιρού. 13 εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιος ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών έφθασε και ενώπιον αυτού προσηνέχθη. 14 και αυτω εδόθη η αρχή και η τιμή και η βασιλεία, και πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσσαι αυτω δουλεύσουσιν· η εξουσία αυτού εξουσία αιώνιος, ήτις ου παρελεύσεται, και η βασιλεία αυτού ου διαφθαρήσεται. - 15 Έφριξε το πνεύμά μου εν τη έξει μου, εγώ Δανιήλ, και αι οράσεις της κεφαλής μου ετάρασσόν με. 16 και προσήλθον ενί των εστηκότων και την ακρίβειαν εζήτουν παρ' αυτού μαθείν περί πάντων τούτων, και είπέ μοι την ακρίβειαν και την σύγκρισιν των λόγων εγνώρισέ μοι· 17 ταύτα τα θηρία τα μεγάλα τα τέσσαρα, τέσσαρες βασιλείαι αναστήσονται επί της γης, 18 αι αρθήσονται· και παραλήψονται την βασιλείαν άγιοι Υψίστου και καθέξουσιν αυτήν έως αιώνος των αιώνων. 19 και εζήτουν ακριβώς περί του θηρίου του τετάρτου, ότι ην διαφέρον παρά παν θηρίον, φοβερόν περισσώς, οι οδόντες αυτού σιδηροί και όνυχες αυτού χαλκοί. εσθίον και λεπτύνον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1715

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

και τα επίλοιπα τοις ποσίν αυτού συνεπάτει· 20 και περί των κεράτων αυτού των δέκα των εν τη κεφαλή αυτού και του ετέρου του αναβάντος και εκτινάξαντος των προτέρων τρία, κέρας εκείνο, ω οι οφθαλμοί και στόμα λαλούν μεγάλα και η όρασις αυτού μείζων των λοιπών. 21 εθεώρουν και το κέρας εκείνο εποίει πόλεμον μετά των αγίων και ίσχυσε προς αυτούς, 22 έως ου ήλθεν ο παλαιός ημερών και το κρίμα έδωκεν αγίοις Υψίστου, και ο καιρός έφθασε και την βασιλείαν κατέσχον οι άγιοι. 23 και είπε· το θηρίον το τέταρτον, βασιλεία τετάρτη έσται εν τη γη, ήτις υπερέξει πάσας τας βασιλείας και καταφάγεται πάσαν την γην και συμπατήσει αυτήν και κατακόψει. 24 και τα δέκα κέρατα αυτού, δέκα βασιλείς αναστήσονται, και οπίσω αυτών αναστήσεται έτερος, ος υπεροίσει κακοίς πάντας τους έμπροσθεν, και τρεις βασιλείς ταπεινώσει· 25 και λόγους προς τον Ύψιστον λαλήσει και τους αγίους Υψίστου παλαιώσει και υπονοήσει του αλλοιώσαι καιρούς και νόμον. και δοθήσεται εν χειρί αυτού έως καιρού και καιρών και ήμισυ καιρού. 26 και το κριτήριον καθίσει και την αρχήν μεταστήσουσι του αφανίσαι και του απολέσαι έως τέλους. 27 και η βασιλεία και η εξουσία και η μεγαλωσύνη των βασιλέων των υποκάτω παντός του ουρανού εδόθη αγίοις Υψίστου, και η βασιλεία αυτού βασιλεία αιώνιος, και πάσαι αι αρχαί αυτω δουλεύσουσι και υπακούσονται. 28 έως ώδε το πέρας του λόγου. εγώ Δανιήλ, οι διαλογισμοί μου επί πολύ συνετάρασσόν με, και η μορφή μου ηλλοιώθη επ' εμοί, και το ρήμα εν τη καρδία μου διετήρησα.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η

1 ΕΝ έτει τρίτω της βασιλείας Βαλτάσαρ του βασιλέως όρασις ώφθη προς με, εγώ Δανιήλ, μετά την οφθείσάν μοι την αρχήν. 2 και ήμην εν Σούσοις τη βάρει, ή εστιν εν χώρα Αιλάμ και είδον εν οράματι και ήμην επί του Ουβάλ 3 και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον· και ιδού κριός εις εστηκώς προ του Ουβάλ. και αυτω κέρατα υψηλά, και το εν υψηλότερον του ετέρου, και το υψηλόν ανέβαινεν επ' εσχάτων. 4 και είδον τον κριόν κερατίζοντα κατά
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1716

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

θάλασσαν και βορράν και νότον, και πάντα τα θηρία ου στήσεται ενώπιον αυτού, και ουκ ην ο εξαιρούμενος εκ χειρός αυτού, και εποίησε κατά το θέλημα αυτού και εμεγαλύνθη. 5 και εγώ ήμην συνίων και ιδού τράγος αιγών ήρχετο από λιβός επί πρόσωπον πάσης της γης και ουκ ην απτόμενος της γης, και τω τράγω κέρας θεωρητόν αναμέσον των οφθαλμών αυτού. 6 και ήλθεν έως του κριού του τα κέρατα έχοντος, ου είδον, εστώτος ενώπιον του Ουβάλ και έδραμε προς αυτόν εν ορμή της ισχύος αυτού. 7 και είδον αυτόν φθάνοντα έως του κριού, και εξηγριάνθη προς αυτόν και έπαισε τον κριόν και συνέτριψεν αμφότερα τα κέρατα αυτού, και ουκ ην ισχύς τω κριω του στήναι ενώπιον αυτού· και έρριψεν αυτόν επί την γην και συνεπάτησεν αυτόν, και ουκ ην ο εξαιρούμενος τον κριόν εκ χειρός αυτού. 8 και ο τράγος των αιγών εμεγαλύνθη έως σφόδρα, και εν τω ισχύσαι αυτόν συνετρίβη το κέρας αυτού το μέγα, και ανέβη έτερα κέρατα τέσσαρα υποκάτω αυτού εις τους τέσσαρας ανέμους του ουρανού. 9 και εκ του ενός αυτών εξήλθε κέρας εν ισχυρόν και εμεγαλύνθη περισσώς προς τον νότον και προς την ανατολήν και προς την δύναμιν· 10 και εμεγαλύνθη έως της δυνάμεως του ουρανού, και έπεσεν επί την γην από της δυνάμεως του ουρανού και από των άστρων, και συνεπάτησαν αυτά, 11 και έως ου ο αρχιστράτηγος ρύσεται την αιχμαλωσίαν, και δι' αυτόν θυσία εταράχθη, και εγενήθη και κατευοδώθη αυτω, και το άγιον ερημωθήσεται· 12 και εδόθη επί την θυσίαν αμαρτία, και ερρίφη χαμαί η δικαιοσύνη, και εποίησε και ευοδώθη. 13 και ήκουσα ενός αγίου λαλούντος, και είπεν εις άγιος τω φελμουνί τω λαλούντι· έως πότε η όρασις στήσεται, η θυσία η αρθείσα και η αμαρτία ερημώσεως η δοθείσα, και το άγιον και η δύναμις συμπατηθήσεται; 14 και είπεν αυτω· έως εσπέρας και πρωϊ ημέραι δισχίλιαι και τριακόσιαι, και καθαρισθήσεται το άγιον. - 15 Και εγένετο εν τω ιδείν με, εγώ Δανιήλ, την όρασιν και εζήτουν σύνεσιν, και ιδού έστη ενώπιον εμού ως όρασις ανδρός. 16 και ήκουσα φωνήν ανδρός αναμέσον του Ουβάλ, και εκάλεσε και είπε· Γαβριήλ, συνέτισον εκείνον την όρασιν. 17 και ήλθε και έστη εχόμενος της στάσεώς μου, και εν τω ελθείν αυτόν εθαμβήθην, και πίπτω επί πρόσωπόν μου, και είπε προς με· σύνες, υιε ανθρώπου· έτι γαρ εις καιρού πέρας η όρασις. 18 και εν τω λαλείν αυτόν μετ' εμού πίπτω επί πρόσωπόν μου επί την γην, και ήψατό μου και έστησέ με επί πόδας 19 και είπεν· ιδού εγώ γνωρίζω σοι τα εσόμενα επ' εσχάτων της οργής· έτι γαρ εις καιρού πέρας η όρασις. 20 ο κριός, ον είδες, ο έχων τα κέρατα βασιλεύς Μήδων και Περσών. 21 ο τράγος των αιγών
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1717

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

βασιλεύς Ελλήνων· και το κέρας το μέγα, ό ην αναμέσον των οφθαλμών αυτού, αυτός εστιν ο βασιλεύς ο πρώτος. 22 και του συντριβέντος, ου έστησαν τέσσαρα κέρατα υποκάτω, τέσσαρες βασιλείς εκ του έθνους αυτού αναστήσονται και ουκ εν τη ισχύϊ αυτού. 23 και επ' εσχάτων της βασιλείας αυτών, πληρουμένων των αμαρτιών αυτών, αναστήσεται βασιλεύς αναιδής προσώπω και συνίων προβλήματα. 24 και κραταιά η ισχύς αυτού και θαυμαστά διαφθερεί και κατευθυνεί και ποιήσει και διαφθερεί ισχυρούς και λαόν άγιον. 25 και ο ζυγός του κλοιού αυτού κατευθυνεί· δόλος εν τη χειρί αυτού, και εν καρδία αυτού μεγαλυνθήσεται και δόλω διαφθερεί πολλούς και επί απωλείας πολλών στήσεται και ως ωά χειρί συντρίψει. 26 και η όρασις της εσπέρας και της πρωϊας της ρηθείσης αληθής εστι· και συ σφράγισον την όρασιν, ότι εις ημέρας πολλάς. 27 και εγώ Δανιήλ εκοιμήθην και εμαλακίσθην ημέρας και ανέστην και εποίουν τα έργα του βασιλέως· και εθαύμαζον την όρασιν, και ουκ ην ο συνίων.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

1 ΕΝ τω πρώτω έτει Δαρείου του υιού Ασουήρου από του σπέρματος των Μήδων, ος εβασίλευσεν επί βασιλείαν Χαλδαίων, 2 εν έτει ενί της βασιλείας αυτού εγώ Δανιήλ συνήκα εν ταις βίβλοις τον αριθμόν των ετών, ος εγενήθη λόγος Κυρίου προς Ιερεμίαν τον προφήτην εις συμπλήρωσιν ερημώσεως Ιερουσαλήμ, εβδομήκοντα έτη. 3 και έδωκα το πρόσωπόν μου προς Κύριον τον Θεόν του εκζητήσαι προσευχήν και δεήσεις εν νηστείαις και σάκκω και σποδω· 4 και προσευξάμην προς Κύριον τον Θεόν μου και εξωμολογησάμην και είπα· Κύριε ο Θεός ο μέγας και θαυμαστός, ο φυλάσσων την διαθήκην σου και το έλεός σου τοις αγαπώσί σε και τοις φυλάσσουσι τας εντολάς σου, 5 ημάρτομεν, ηδικήσαμεν, ηνομήσαμεν και απέστημεν και εξεκλίναμεν από των εντολών σου και από των κριμάτων σου. 6 και ουκ εισηκούσαμεν των δούλων σου των προφητών, οί ελάλουν εν τω ονόματί σου προς τους βασιλείς ημών και άρχοντας ημών και πατέρας ημών, και προς πάντα τον λαόν της γης. 7 σοί Κύριε η δικαιοσύνη, και ημίν η αισχύνη του προσώπου ως η ημέρα αύτη,
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1718

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ανδρί Ιούδα και τοις ενοικούσιν εν Ιερουσαλήμ και παντί Ισραήλ, τοις εγγύς και τοις μακράν εν πάση τη γη, ου διέσπειρας αυτούς εκεί, εν αθεσία αυτών, ή ηθέτησαν. 8 εν σοί Κύριέ εστιν ημών η δικαιοσύνη και ημίν η αισχύνη του προσώπου και τοις βασιλεύσιν ημών και τοις άρχουσιν ημών και τοις πατράσιν ημών, οίτινες ημάρτομέν σοι. 9 Κυρίω τω Θεω ημών οι οικτιρμοί και οι ιλασμοί, ότι απέστημεν 10 και ουκ εισηκούσαμεν της φωνής Κυρίου του Θεού ημών πορεύεσθαι εν τοις νόμοις αυτού, οίς έδωκε κατά πρόσωπον ημών εν χερσί των δούλων αυτού των προφητών. 11 και πας Ισραήλ παρέβησαν τον νόμον σου και εξέκλιναν του μη ακούσαι της φωνής σου, και επήλθεν εφ' ημάς η κατάρα και ο όρκος ο γεγραμμένος εν νόμω Μωυσέως δούλου του Θεού, ότι ημάρτομεν αυτω. 12 και έστησε τους λόγους αυτού, ους ελάλησεν εφ' ημάς και επί τους κριτάς ημών, οί έκρινον ημάς, επαγαγείν εφ' ημάς κακά μεγάλα, οία ου γέγονεν υποκάτω παντός του ουρανού κατά τα γενόμενα εν Ιερουσαλήμ. 13 καθώς γέγραπται εν τω νόμω Μωυσή, πάντα τα κακά ταύτα ήλθεν εφ' ημάς, και ουκ εδεήθημεν του προσώπου Κυρίου του Θεού ημών αποστρέψαι από των αδικιών ημών και του συνιέναι εν πάση αληθεία σου. 14 και εγρηγόρησε Κύριος και επήγαγεν αυτά εφ' ημάς, ότι δίκαιος Κύριος ο Θεός ημών επί πάσαν την ποίησιν αυτού, ην εποίησε, και ουκ εισηκούσαμεν της φωνής αυτού. 15 και νυν, Κύριε ο Θεός ημών, ος εξήγαγες τον λαόν σου εκ γης Αιγύπτου εν χειρί κραταιά και εποίησας σεαυτω όνομα ως η ημέρα αύτη, ημάρτομεν, ηνομήσαμεν. 16 Κύριε, εν πάση ελεημοσύνη σου αποστραφήτω δη ο θυμός σου και η οργή σου από της πόλεώς σου Ιερουσαλήμ όρους αγίου σου, ότι ημάρτομεν, και εν ταις αδικίαις ημών και των πατέρων ημών Ιερουσαλήμ και ο λαός σου εις ονειδισμόν εγένετο εν πάσι τοις περικύκλω ημών. 17 και νυν εισάκουσον, Κύριε ο Θεός ημών, της προσευχής του δούλου σου και των δεήσεων αυτού και επίφανον το πρόσωπόν σου επί το αγίασμά σου το έρημον ένεκέν σου, Κύριε· 18 κλίνον ο Θεός μου το ους σου και άκουσον· άνοιξον τους οφθαλμούς σου και ιδέ τον αφανισμόν ημών και της πόλεώς σου, εφ' ης επικέκληται το όνομά σου επ' αυτής, ότι ουκ επί ταις δικαιοσύναις ημών ριπτούμεν τον οικτιρμόν ημών ενώπιόν σου, αλλ' επί τους οικτιρμούς σου τους πολλούς, Κύριε. 19 εισάκουσον, Κύριε, ιλάσθητι Κύριε, πρόσχες Κύριε και ποίησον· μη χρονίσης ένεκέν σου, ο Θεός μου, ότι το όνομά σου επικέκληται επί την πόλιν σου και επί τον λαόν σου. - 20 Και έτι εμού λαλούντος και προσευχομένου και εξαγορεύοντος τας αμαρτίας μου και τας αμαρτίας του λαού μου Ισραήλ και ριπτούντος τον
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1719

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

έλεόν μου εναντίον του Κυρίου του Θεού μου περί του όρους του αγίου 21 και έτι εμού λαλούντος εν τη προσευχή και ιδού ανήρ Γαβριήλ, ον είδον εν τη οράσει εν τη αρχή, πετόμενος και ήψατό μου ωσεί ωραν θυσίας εσπερινής. 22 και συνέτισέ με και ελάλησε μετ' εμού και είπε· Δανιήλ, νυν εξήλθον συμβιβάσαι σε σύνεσιν· 23 εν αρχή της δεήσεώς σου εξήλθε λόγος, και εγώ ήλθον του αναγγείλαί σοι. ότι ανήρ επιθυμιών ει συ· και εννοήθητι εν τω ρήματι και σύνες εν τη οπτασία. 24 εβδομήκοντα εβδομάδες συνετμήθησαν επί τον λαόν σου και επί την πόλιν την αγίαν σου του συντελεσθήναι αμαρτίαν και του σφραγίσαι αμαρτίας και απαλείψαι τας ανομίας και του εξιλάσασθαι αδικίας και του αγαγείν δικαιοσύνην αιώνιον και του σφραγίσαι όρασιν και προφήτην και του χρίσαι άγιον αγίων. 25 και γνώση και συνήσεις· από εξόδου λόγου του αποκριθήναι και του οικοδομήσαι Ιερουσαλήμ έως χριστού ηγουμένου εβδομάδες επτά και εβδομάδες εξηκονταδύο· και επιστρέψει και οικοδομηθήσεται πλατεία και τείχος, και εκκενωθήσονται οι καιροί. 26 και μετά τας εβδομάδας τας εξηκονταδύο εξολοθρευθήσεται χρίσμα, και κρίμα ουκ έστιν εν αυτω· και την πόλιν και το άγιον διαφθερεί συν τω ηγουμένω τω ερχομένω και εκκοπήσονται εν κατακλυσμω, και έως τέλους πολέμου συντετμημένου τάξει αφανισμοίς. 27 και δυναμώσει διαθήκην πολλοίς, εβδομάς μία· και εν τω ημίσει της εβδομάδος αρθήσεταί μου θυσία και σπονδή, και επί το ιερόν βδέλυγμα των ερημώσεων, και έως της συντελείας καιρού συντέλεια δοθήσεται επί την ερήμωσιν.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι

1 ΕΝ έτει τρίτω Κύρου βασιλέως Περσών λόγος απεκαλύφθη τω Δανιήλ, ου το όνομα επεκλήθη Βαλτάσαρ, και αληθινός ο λόγος, και δύναμις μεγάλη και σύνεσις εδόθη αυτω εν τη οπτασία. 2 εν ταις ημέραις εκείναις εγώ Δανιήλ ήμην πενθών τρεις εβδομάδας ημερών· 3 άρτον επιθυμιών ουκ έφαγον, και κρέας και οίνος ουκ εισήλθεν εις το στόμα μου, και άλειμμα ουκ ηλειψάμην έως πληρώσεως τριών εβδομάδων ημερών. 4 εν ημέρα εικοστη
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1720

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

τετάρτη του μηνός του πρώτου, και εγώ ήμην εχόμενα του ποταμού του μεγάλου, αυτός εστι Τίγρις, Εδδεκέλ, 5 και ήρα τους οφθαλμούς μου και είδον και ιδού ανήρ εις ενδεδυμένος βαδδίν, και η οσφύς αυτού περιεζωσμένη εν χρυσίω ‘Ωφάζ, 6 και το σώμα αυτού ωσεί θαρσίς, και το πρόσωπον αυτού ωσεί όρασις αστραπής, και οι οφθαλμοί αυτού ωσεί λαμπάδες πυρός, και οι βραχίονες αυτού και τα σκέλη ως όρασις χαλκού στίλβοντος και η φωνή των λόγων αυτού ως φωνή όχλου. 7 και είδον εγώ Δανιήλ μόνος την οπτασίαν, και οι άνδρες οι μετ' εμού ουκ είδον την οπτασίαν, αλλ' ή έκστασις μεγάλη επέπεσεν επ' αυτούς, και έφυγον εν φόβω. 8 και εγώ υπελείφθην μόνος, και είδον την οπτασίαν την μεγάλην ταύτην, και ουχ υπελείφθη εν εμοί ισχύς, και η δόξα μου μετεστράφη εις διαφθοράν, και ουκ εκράτησα ισχύος. 9 και ήκουσα την φωνήν των λόγων αυτού και εν τω ακούσαί με αυτού ήμην κατανενυγμένος, και το πρόσωπόν μου επί την γην. 10 και ιδού χείρ απτομένη μου και ήγειρέ με επί τα γόνατά μου. 11 και είπε προς με· Δανιήλ ανήρ επιθυμιών, σύνες εν τοις λόγοις, οίς εγώ λαλώ προς σε, και στήθι επί τη στάσει σου, ότι νυν απεστάλην προς σε. και εν τω λαλήσαι αυτόν προς με τον λόγον τούτον ανέστην έντρομος. 12 και είπε προς με· μη φοβού, Δανιήλ, ότι από της πρώτης ημέρας, ης έδωκας την καρδίαν σου του συνείναι και κακωθήναι εναντίον Κυρίου του Θεού σου, ηκούσθησαν οι λόγοι σου, και εγώ ήλθον εν τοις λόγοις σου. 13 και ο άρχων βασιλείας Περσών ειστήκει εξ εναντίας μου είκοσι και μίαν ημέραν, και ιδού Μιχαήλ εις των αρχόντων των πρώτων ήλθε βοηθήσαί μοι, και αυτόν κατέλιπον εκεί μετά του άρχοντος βασιλείας Περσών, 14 και ήλθον συνετίσαι σε όσα απαντήσεται τω λαω σου επ' εσχάτων των ημερών, ότι έτι η όρασις εις ημέρας. - 15 Και εν τω λαλήσαι αυτόν μετ' εμού κατά τους λόγους τούτους έδωκα το πρόσωπόν μου επί την γην και κατενύγην. 16 και ιδού ως ομοίωσις υιού ανθρώπου ήψατο των χειλέων μου· και ήνοιξα το στόμα μου και ελάλησα και είπα προς τον εστώτα εναντίον μου· Κύριε, εν τη οπτασία σου εστράφη τα εντός μου εν εμοί, και ουκ έσχον ισχύν· 17 και Πως δυνήσεται ο παις σου, Κύριε, λαλήσαι μετά του Κυρίου μου τούτου; και εγώ από του νυν ου στήσεται εν εμοί ισχύς, και πνεύμα ουχ υπελείφθη εν εμοί. 18 και προσέθετο και ήψατό μου ως όρασις ανθρώπου και ενίσχυσέ με 19 και είπέ μοι· μη φοβού ανήρ επιθυμιών, ειρήνη σοι· ανδρίζου και ίσχυε. και εν τω λαλήσαι αυτόν μετ' εμού ίσχυσα και είπα· λαλείτω ο Κύριός μου, ότι ενίσχυσάς με. 20 και είπεν· ει οίδας, ινατί ήλθον προς σε; και νυν επιστρέψω του πολεμήσαι μετά του
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1721

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

άρχοντος Περσών· και εγώ εξεπορευόμην, και ο άρχων των Ελλήνων ήρχετο, 21 αλλ' ή αναγγελώ σοι το εντεταγμένον εν γραφή αληθείας, και ουκ έστιν εις αντεχόμενος μετ' εμού περί τούτων, αλλ' ή Μιχαήλ ο άρχων υμών.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ

1 ΚΑΙ εγώ εν έτει πρώτω Κύρου έστην εις κράτος και ισχύν. 2 και νυν αλήθειαν αναγγελώ σοι· ιδού έτι τρεις βασιλείς αναστήσονται εν τη Περσίδι, και ο τέταρτος πλουτήσει πλούτον μέγαν παρά πάντας· και μετά το κρατήσαι αυτόν του πλούτου αυτού επαναστήσεται πάσαις βασιλείαις Ελλήνων. 3 και αναστήσεται βασιλεύς δυνατός και κυριεύσει κυριείας πολλής και ποιήσει κατά το θέλημα αυτού. 4 και ως αν στη, η βασιλεία αυτού συντριβήσεται, και διαιρεθήσεται εις τους τέσσαρας ανέμους του ουρανού και ουκ εις τα έσχατα αυτού, ουδέ κατά την κυριείαν αυτού, ην εκυρίευσεν· ότι εκτιλήσεται η βασιλεία αυτού και ετέροις εκτός τούτων. 5 και ενισχύσει ο βασιλεύς του νότου· και εις των αρχόντων αυτού ενισχύσει επ' αυτόν και κυριεύσει κυριείαν πολλήν επ' εξουσίας αυτού. 6 και μετά τα έτη αυτού συμμειγήσονται, και θυγάτηρ βασιλέως του νότου εισελεύσεται προς βασιλέα του βορρά του ποιήσαι συνθήκας μετ' αυτού· και ου κρατήσει ισχύος βραχίονος, και ου στήσεται το σπέρμα αυτού, και παραδοθήσεται αυτή και οι φέροντες αυτήν και η νεάνις και ο κατισχύων αυτήν εν τοις καιροίς. 7 και στήσεται εκ του άνθους της ρίζης αυτής της ετοιμασίας αυτού και ήξει προς την δύναμιν και εισελεύσεται εις τα υποστηρίγματα του βασιλέως του βορρά και ποιήσει εν αυτοίς και κατισχύσει. 8 και γε τους θεούς αυτών μετά των χωνευτών αυτών, παν σκεύος επιθυμητόν αυτών αργυρίου και χρυσίου, μετά αιχμαλωσίας οίσει εις Αίγυπτον· και αυτός στήσεται υπέρ βασιλέα του βορρά. 9 και εισελεύσεται εις την βασιλείαν του βασιλέως του νότου, και αναστρέψει εις την γην αυτού. 10 και οι υιοί αυτού συνάξουσιν όχλον δυνάμεων πολλών, και ελεύσεται ερχόμενος και κατακλύζων· και παρελεύσεται και καθίεται και συμπροσπλακήσεται έως της ισχύος αυτού. 11 και αγριανθήσεται βασιλεύς του νότου και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1722

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

εξελεύσεται και πολεμήσει μετά του βασιλέως του βορρά· και στήσει όχλον πολύν, και παραδοθήσεται ο όχλος εν χειρί αυτού· 12 και λήψεται τον όχλον, και υψωθήσεται η καρδία αυτού, και καταβαλεί μυριάδας και ου κατισχύσει. 13 και επιστρέψει ο βασιλεύς του βορρά και άξει όχλον πολύν υπέρ τον πρότερον και εις το τέλος των καιρών ενιαυτών επελεύσεται εισόδια εν δυνάμει μεγάλη και εν υπάρξει πολλή. 14 και εν τοις καιροίς εκείνοις πολλοί επαναστήσονται επί βασιλέα του νότου· και οι υιοί των λοιμών του λαού σου επαρθήσονται του στήσαι όρασιν και ασθενήσουσι. 15 και εισελεύσεται βασιλεύς του βορρά και εκχεεί πρόσχωμα και συλλήψεται πόλεις οχυράς, και οι βραχίονες του βασιλέως του νότου ου στήσονται, και αναστήσονται οι εκλεκτοί αυτού, και ουκ έσται ισχύς του στήναι. 16 και ποιήσει ο εισπορευόμενος προς αυτόν κατά το θέλημα αυτού, και ουκ έστιν εστώς κατά πρόσωπον αυτού· και στήσεται εν τη γη του Σαβεί, και συντελεσθήσεται εν τη χειρί αυτού. 17 και τάξει το πρόσωπον αυτού εισελθείν εν ισχύϊ πάσης της βασιλείας αυτού και ευθεία πάντα μετ' αυτού ποιήσει· και θυγατέρα των γυναικών δώσει αυτω του διαφθείραι αυτήν, και ου μη παραμείνη και ουκ αυτω έσται. 18 και επιστρέψει το πρόσωπον αυτού εις τας νήσους και συλλήψεται πολλάς και καταπαύσει άρχοντας ονειδισμού αυτών, πλήν ονειδισμός αυτού επιστρέψει αυτω. 19 και επιστρέψει το πρόσωπον αυτού εις την ισχύν της γης αυτού και ασθενήσει και πεσείται και ουχ ευρεθήσεται. 20 και αναστήσεται εκ της ρίζης αυτού φυτόν της βασιλείας επί την ετοιμασίαν αυτού παραβιβάζων, πράσσων δόξαν βασιλείας και εν ταις ημέραις εκείναις συντριβήσεται και ουκ εν ποσώποις ουδέ εν πολέμω. 21 στήσεται επί την ετοιμασίαν αυτού· εξουδενώθη, και ουκ έδωκαν επ' αυτόν δόξαν βασιλείας· και ήξει εν ευθηνία και κατισχύσει βασιλείας εν ολισθήμασι. 22 και βραχίονες του κατακλύζοντος κατακλυσθήσονται από προσώπου αυτού και συντριβήσονται, και ηγούμενος διαθήκης 23 και από των συναναμείξεων προς αυτόν ποιήσει δόλον και αναβήσεται και υπερισχύσει αυτού εν ολίγω έθνει. 24 και εν ευθηνία και εν πίοσι χώραις ήξει και ποιήσει α ουκ εποίησαν οι πατέρες αυτού και πατέρες των πατέρων αυτού· προνομήν και σκύλα και ύπαρξιν αυτοίς διασκορπιεί και επ' Αίγυπτον λογιείται λογισμούς αυτού και έως καιρού. 25 και εξεγερθήσεται η ισχύς αυτού και η καρδία αυτού επί βασιλέα του νότου εν δυνάμει μεγάλη, και ο βασιλεύς του νότου συνάψει πόλεμον εν δυνάμει μεγάλη και ισχυρά σφόδρα· και ου στήσονται, ότι λογιούνται επ' αυτόν λογισμούς· 26 και
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1723

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

φάγονται τα δέοντα αυτού και συντρίψουσιν αυτόν, και δυνάμεις κατακλύσει, και πεσούνται τραυματίαι πολλοί. 27 και αμφότεροι οι βασιλείς, αι καρδίαι αυτών εις πονηρίαν, και επί τραπέζη μια ψευδή λαλήσουσι, και ου κατευθυνεί, ότι έτι πέρασις καιρών. 28 και επιστρέψει εις την γην αυτού εν υπάρξει πολλή, και η καρδία αυτού επί διαθήκην αγίαν, και ποιήσει και επιστρέψει εις την γην αυτού. 29 εις τον καιρόν επιστρέψει και ήξει εν τω νότω, και ουκ έσται ως η πρώτη και ως η εσχάτη. 30 και εισελεύσονται εν αυτω οι εκπορευόμενοι Κίτιοι, και ταπεινωθήσεται· και επιστρέψει και θυμωθήσεται επί διαθήκην αγίαν· και ποιήσει και επιστρέψει και συνήσει επί τους καταλιπόντας διαθήκην αγίαν. 31 και σπέρματα εξ αυτού αναστήσονται και βεβηλώσουσι το αγίασμα της δυναστείας και μεταστήσουσι τον ενδελεχισμόν και δώσουσι βδέλυγμα ηφανισμένων. 32 και οι ανομούντες διαθήκην επάξουσιν εν ολισθήμασι, και λαός γινώσκοντες Θεόν αυτού κατισχύσουσι και ποιήσουσι. 33 και οι συνετοί του λαού συνήσουσιν εις πολλά· και ασθενήσουσιν εν ρομφαία και εν φλογί και εν αιχμαλωσία και εν διαρπαγή ημερών. 34 και εν τω ασθενήσαι αυτούς βοηθηθήσονται βοήθειαν μικράν, και προστεθήσονται προς αυτούς πολλοί εν ολισθήμασι. 35 και από των συνιέντων ασθενήσουσι του πυρώσαι αυτούς και του εκλέξασθαι και του αποκαλυφθήναι έως καιρού πέρας, ότι έτι εις καιρόν. 36 και ποιήσει κατά το θέλημα αυτού και ο βασιλεύς υψωθήσεται και μεγαλυνθήσεται επί πάντα θεόν και λαλήσει υπέρογκα και κατευθυνεί, μέχρις ου συντελεσθή η οργή, εις γαρ συντέλειαν γίνεται. 37 και επί πάντας θεούς των πατέρων αυτού ου συνήσει και επί επιθυμίαν γυναικών και επί παν θεόν ου συνήσει, ότι επί πάντας μεγαλυνθήσεται· 38 και θεόν μαωζείν επί τόπου αυτού δοξάσει και θεόν, ον ουκ έγνωσαν οι πατέρες αυτού, δοξάσει εν χρυσω και αργύρω και λίθω τιμίω και εν επιθυμήμασι. 39 και ποιήσει τοις οχυρώμασι των καταφυγών μετά θεού αλλοτρίου και πληθυνεί δόξαν και υποτάξει αυτοίς πολλούς και γην διελεί εν δώροις. 40 και εν καιρού πέρατι συγκερατισθήσεται μετά του βασιλέως του νότου, και συναχθήσεται επ' αυτόν βασιλεύς του βορρά εν άρμασι και εν ιππεύσι και εν ναυσί πολλαίς και εισελεύσονται εις την γην και συντρίψει και παρελεύσεται. 41 και εισελεύσεται εις την γην του σαβεί, και πολλοί ασθενήσουσι· και ούτοι διασωθήσονται εκ χειρός αυτού, Εδώμ και Μωάβ, και αρχή υιών Αμμών. 42 και εκτενεί την χείρα αυτού επί την γην, και γη Αιγύπτου ουκ έσται εις σωτηρίαν. 43 και κυριεύσει εν τοις αποκρύφοις του χρυσού και του αργύρου και εν πάσιν επιθυμητοίς
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1724

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αιγύπτου και Λιβύων και Αιθιόπων εν τοις οχυρώμασιν αυτών. 44 και ακοαί και σπουδαί ταράξουσιν αυτόν εξ ανατολών και από βορρά, και ήξει εν θυμω πολλω του αφανίσαι και του αναθεματίσαι πολλούς 45 και πήξει την σκηνήν αυτού εφαδανώ αναμέσον των θαλασσών, εις όρος σαβεί άγιον· και ήξει έως μέρους αυτού, και ουκ έστιν ο ρυόμενος αυτόν.

ΔΑΝΙΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ

1 ΚΑΙ εν τω καιρω εκείνω αναστήσεται Μιχαήλ ο άρχων ο μέγας, ο εστηκώς επί τους υιούς του λαού σου· και έσται καιρός θλίψεως, θλίψις οία ου γέγονεν αφ' ου γεγένηται έθνος εν τη γη έως του καιρού εκείνου· και εν τω καιρω εκείνω σωθήσεται ο λαός σου, πας ο γεγραμμένος εν τη βίβλω· 2 και πολλοί των καθευδόντων εν γης χώματι εξεγερθήσονται, ούτοι εις ζωήν αιώνιον και ούτοι εις ονειδισμόν και εις αισχύνην αιώνιον. 3 και οι συνιέντες εκλάμψουσιν ως η λαμπρότης του στερεώματος και από των δικαίων των πολλών ως οι αστέρες εις τους αιώνας και έτι. 4 και συ, Δανιήλ, έμφραξον τους λόγους και σφράγισον το βιβλίον έως καιρού συντελείας, έως διδαχθώσι πολλοί και πληθυνθή η γνώσις. - 5 Και είδον εγώ Δανιήλ και ιδού δύο έτεροι ειστήκεισαν, εις εντεύθεν του χείλους του ποταμού και εις εντεύθεν του χείλους του ποταμού. 6 και είπε τω ανδρί τω ενδεδυμένω τα βαδδίν, ος ην επάνω του ύδατος του ποταμού· έως πότε το πέρας ων είρηκας των θαυμασίων; 7 και ήκουσα του ανδρός του ενδεδυμένου τα βαδδίν, ος ην επάνω του ύδατος του ποταμού, και ύψωσε την δεξιάν αυτού και την αριστεράν αυτού εις τον ουρανόν και ώμοσεν εν τω ζώντι εις τον αιώνα, ότι εις καιρόν καιρών και ήμισυ καιρού· εν τω συντελεσθήναι διασκορπισμόν γνώσονται πάντα ταύτα. 8 και εγώ ήκουσα και ου συνήκα και είπα· Κύριε, τι τα έσχατα τούτων; 9 και είπε· δεύρο Δανιήλ, ότι εμπεφραγμένοι και εσφραγισμένοι οι λόγοι, έως καιρού πέρας· 10 εκλεγώσι και εκλευκανθώσι και πυρωθώσι και αγιασθώσι πολλοί, και ανομήσωσιν άνομοι· και ου συνήσουσι πάντες άνομοι, και οι νοήμονες συνήσουσι. 11 και από καιρού παραλλάξεως του ενδελεχισμού και του δοθήναι βδέλυγμα ερημώσεως ημέραι
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1725

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

χίλιαι διακόσιαι ενενήκοντα. 12 μακάριος ο υπομένων και φθάσας εις ημέρας χιλίας τριακοσίας τριάκοντα πέντε. 13 και συ δεύρο και αναπαύου· έτι γαρ ημέραι και ώραι εις αναπλήρωσιν συντελείας, και αναστήση εις τον κλήρόν σου, εις συντέλειαν ημερών.

-------------------------------------------

ΒΗΛ ΚΑΙ ΔΡΑΚΩΝ

1 ΚΑΙ ο βασιλεύς Αστυάγης προσετέθη προς τους πατέρας αυτού, και παρέλαβε Κύρος ο Πέρσης την βασιλείαν αυτού. 2 και ην Δανιήλ συμβιωτής του βασιλέως και ένδοξος υπέρ πάντας τους φίλους αυτού. 3 και ην είδωλον τοις Βαβυλωνίοις, ω όνομα Βηλ, και εδαπανώντο εις αυτόν εκάστης ημέρας σεμιδάλεως αρτάβαι δώδεκα και πρόβατα τεσσαράκοντα και οίνου μετρηταί εξ. 4 και ο βασιλεύς εσέβετο αυτόν και επορεύετο καθ' εκάστην ημέραν προσκυνείν αυτω· Δανιήλ δε προσεκύνει τω Θεω αυτού. και είπεν αυτω ο βασιλεύς· διατί ου προσκυνείς τω Βηλ; 5 ο δε είπεν· ότι ου σέβομαι είδωλα χειροποίητα, αλλά τον ζώντα Θεόν τον κτίσαντα τον ουρανόν και την γην και έχοντα πάσης σαρκός κυριείαν. 6 και είπεν αυτω ο βασιλεύς· ου δοκεί σοι Βηλ είναι ζων θεός; ή ουχ οράς όσα εσθίει και πίνει καθ' εκάστην ημέραν; 7 και είπε Δανιήλ γελάσας· μη πλανώ, βασιλεύ· ούτος γαρ έσωθεν μεν εστι πηλός έξωθεν δε χαλκός και ου βέβρωκεν ουδέ πέπωκε πώποτε. 8 θυμωθείς δε ο βασιλεύς εκάλεσε τους ιερείς αυτού και είπεν αυτοίς· εάν μη είπητέ μοι τις ο κατέσθων την δαπάνην ταύτην, 9 αποθανείσθε. εάν δε δείξητε ότι Βηλ κατεσθίει αυτά, Δανιήλ αποθανείται, ότι εβλασφήμησεν εις τον Βηλ. και είπε Δανιήλ τω βασιλεί· γινέσθω κατά το ρήμά σου. 10 και ήσαν ιερείς του Βηλ εβδομήκοντα εκτός γυναικών και τέκνων. και ήλθεν ο βασιλεύς μετά Δανιήλ εις τον οίκον του Βηλ. 11 και είπαν οι ιερείς του Βηλ· ιδού ημείς αποτρέχομεν έξω, συ δε, βασιλεύ, παράθες τα βρώματα και τον οίνον κεράσας θές και απόκλεισον την θύραν και σφράγισον τω δακτυλίω σου· και ελθών πρωϊ, εάν μη εύρης πάντα βεβρωμένα υπό του Βηλ, αποθανούμεθα ή Δανιήλ ο ψευδόμενος καθ' ημών. 12 αυτοί
Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο')

1726

και είπεν ο βασιλεύς· δίδωμί σοι. και ο βασιλεύς παρέθηκε τα βρώματα τω Βηλ. 29 και είπαν ελθόντες προς τον βασιλέα· παράδος ημίν τον Δανιήλ· ει δε μη. 28 και εγένετο ως ήκουσαν οι Βαβυλώνιοι. και ουκ έστι παρά σοί δόλος ουδέ εις. ηγανάκτησαν λίαν και συνεστράφησαν επί τον βασιλέα και είπαν· Ιουδαίος γέγονεν ο βασιλεύς· τον Βηλ κατέσπασε και τον δράκοντα απέκτεινε και τους ιερείς κατέσφαξε. 14 και επέταξε Δανιήλ τοις παιδαρίοις αυτού και ήνεγκαν τέφραν και κατέστρωσαν όλον τον ναόν ενώπιον του βασιλέως μόνου· και εξελθόντες έκλεισαν την θύραν και εσφραγίσαντο εν τω δακτυλίω του βασιλέως. 22 και απέκτεινεν αυτούς ο βασιλεύς και έδωκε τον Βηλ έκδοτον τω Δανιήλ. δος μοι εξουσίαν. και απήλθον. 20 και είπεν ο βασιλεύς· ορώ τα ίχνη ανδρών και γυναικών και παιδίων. αποκτενούμέν σε και τον οίκόν σου. επιβλέψας επί την τράπεζαν ο βασιλεύς εβόησε φωνή μεγάλη· μέγας ει.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ δε κατεφρόνουν. ο δε είπε· σωοι. και αναγκασθείς ο βασιλεύς παρέδωκεν αυτοίς τον Δανιήλ. και αποκτενώ τον δράκοντα άνευ μαχαίρας και ράβδου. 19 και εγέλασε Δανιήλ και εκράτησε τον βασιλέα του μη εισελθείν αυτόν έσω και είπεν· ιδέ δη το έδαφος και γνώθι τίνος τα ίχνη ταύτα. βασιλεύ. 13 και εγένετο ως εξήλθοσαν εκείνοι. Δανιήλ. 17 και είπεν ο βασιλεύς· σωοι αι σφραγίδες. 24 και είπεν ο βασιλεύς τω Δανιήλ· μη και τούτον ερείς ότι χαλκούς εστιν. ότι πεποιήκεισαν υπό την τράπεζαν κεκρυμμένην είσοδον και δι' αυτής εισεπορεύοντο διόλου και ανήλουν αυτά. Βηλ. ιδού ζη και εσθίει και πίνει· ου δύνασαι ειπείν ότι ουκ έστιν ούτος θεός ζων. 23 Και ην δράκων μέγας. και προσκύνησον αυτω. και έδειξαν αυτω τας κρυπτάς θύρας. 25 και είπε Δανιήλ· Κυρίω τω Θεω μου προσκυνήσω. δι' ων εισεπορεύοντο και εδαπάνων τα επί της τραπέζης. βασιλεύ. και είπεν· ίδετε τα σεβάσματα υμών. 15 οι δε ιερείς ήλθον την νύκτα κατά το έθος αυτών και αι γυναίκες αυτών και τα τέκνα αυτών και κατέφαγον πάντα και εξέπιον. 27 και έλαβεν ο Δανιήλ πίσσαν και στέαρ και τρίχας και ήψησεν επί το αυτό και εποίησε μάζας και έδωκεν εις το στόμα του δράκοντος. και κατέστρεψεν αυτόν και το ιερόν αυτού. και ην Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1727 . 16 και ώρθρισεν ο βασιλεύς το πρωϊ και Δανιήλ μετ' αυτού. 30 και είδεν ο βασιλεύς ότι επείγουσιν αυτόν σφόδρα. και φαγών διερράγη ο δράκων. και εσέβοντο αυτόν οι Βαβυλώνιοι. 31 οι δε έβαλον αυτόν εις τον λάκκον των λεόντων. ότι ούτός εστι Θεός ζων· 26 συ δε. 21 και οργισθείς ο βασιλεύς τότε συνέλαβε τους ιερείς και τας γυναίκας και τα τέκνα αυτών. 18 και εγένετο άμα τω ανοίξαι τας θύρας.

Κύριε ο Θεός του Δανιήλ. ίνα καταφάγωσι τον Δανιήλ. 34 και είπεν ο άγγελος Κυρίου τω Αμβακούμ· απένεγκε το άριστον. και εδίδοτο αυτοίς την ημέραν δύο σώματα και δύο πρόβατα· τότε δε ουκ εδόθη αυτοίς. 42 και ανέσπασεν αυτόν. Βαβυλώνα ουχ εώρακα και τον λάκκον ου γινώσκω. τους δε αιτίους της απωλείας αυτού ενέβαλεν εις τον λάκκον. 37 και εβόησεν Αμβακούμ λέγων· Δανιήλ Δανιήλ. 32 ήσαν δε εν τω λάκκω επτά λέοντες. 41 και αναβοήσας φωνή μεγάλη είπε· μέγας ει. ό έχεις.Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ εκεί ημέρας εξ. λαβέ το άριστον. και ιδού Δανιήλ καθήμενος. και ουκ έστιν άλλος πλήν σου. ------------------------------------------------------- Απόδοση Bάσει της Mεταφράσεως των Εβδομήκοντα (Ο') 1728 . και κατεβρώθησαν παραχρήμα ενώπιον αυτού. 33 και ην Αμβακούμ ο προφήτης εν τη Ιουδαία. 35 και είπεν Αμβακούμ· Κύριε. ό απέστειλέ σοι ο Θεός. 38 και είπε Δανιήλ· εμνήσθης γαρ μου. και αυτός ήψησεν έψεμα και ενέθρυψεν άρτους εις σκάφην και επορεύετο εις το πεδίον απενέγκαι τοις θερισταίς. και ουκ εγκατέλιπες τους αγαπώντάς σε. 36 και επελάβετο ο άγγελος Κυρίου της κορυφής αυτού και βαστάσας της κόμης της κεφαλής αυτού έθηκεν αυτόν εις Βαβυλώνα επάνω του λάκκου εν τω ροίζω του πνεύματος αυτού. ο Θεός. εις Βαβυλώνα τω Δανιήλ εις τον λάκκον των λεόντων. 39 και αναστάς Δανιήλ έφαγεν· ο δε άγγελος του Θεού αποκατέστησε τον Αμβακούμ παραχρήμα εις τον τόπον αυτού. 40 ο δε βασιλεύς ήλθε τη ημέρα τη εβδόμη πενθήσαι τον Δανιήλ· και ήλθεν επί τον λάκκον και ενέβλεψε.

Activity (5)

ritsos liked this|2 个月 ago
1 hundred reads|大约一年 ago
nic1238 liked this|6 个月 ago
Paulpap Pap liked this|11 个月 ago
nic1238 liked this|大约一年 ago

You're Reading a Free Preview

Download