The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20120130102605/http://www.scribd.com/doc/25890209/%CE%9F%CE%99-%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%9A%CE%97%CE%A1%CE%A5%CE%9E%CE%95%CE%99%CE%A3-%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D-%CE%A3%CE%A4%CE%97-%CE%A1%CE%A9%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%97-%CE%95%CE%9A%CE%9A%CE%9B%CE%97%CE%A3%CE%99%CE%91

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

© Ειρήνη Κασάπη, 2009 © ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ουρανός Α.Ε., Αθήνα 2009 Οι Εκδόσεις Ουρανός είναι κατοχυρωμένη

επωνυμία των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε. Πρώτη έκδοση: Σεπτέμβριος 2009 ISBN 978-960-453-661-0

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ .......................................................................7

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΑΓΙΩΝ

1. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία..........................................13 2. Στη Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία ................................22 3. Στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία..............................30
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ .........................................41 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟ∆ΩΝ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ

1. Η Τοπική Σύνοδος του 1988.......................................59 2. Η Αρχιερατική Σύνοδος του 1989 .............................67 3. Η Τοπική Σύνοδος του 1990.......................................72 4. Η Αρχιερατική Σύνοδος του 1992 .............................74 5. Η Αρχιερατική Σύνοδος του 1994 .............................81 6. Η Αρχιερατική Σύνοδος του 1997 .............................86

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

1. Η Αρχιερατική Σύνοδος του Ιωβηλαίου του 2000 ......93
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆’ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

1. Η προβληµατική των αναγνωρίσεων αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας ...........................................157 2. Αίτια των αναγνωρίσεων αγίων στη Ρωσική Εκκλησία...................................................................182
ΕΠΙΛΟΓΟΣ ....................................................................189 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Πηγές..........................................................................192 2. Βοηθήµατα.................................................................208

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως στα τέλη του 20ού αιώνα και ο ως εκ τούτου επαναπροσδιορισμός της θέσεως της Εκκλησίας της Ρωσίας εντός του ρωσικού κράτους δεν σηματοδότησε μόνο την αφετηρία σημαντικών εξελίξεων στο βίο της, αλλά άνοιξε συγχρόνως νέες προοπτικές για τη ρωσική εκκλησιαστική έρευνα. Ενώ έως εκείνη τη στιγμή προσφιλές πεδίο μελέτης αποτελούσαν μόνο ο πολύπαθος βίος της «Εκκλησίας των κατακομβών» και οι διωγμοί εναντίον της από το κομμουνιστικό καθεστώς, η νέα κατάσταση της Ρωσικής Εκκλησίας και οι πρωτοβουλίες της έθεσαν τις βάσεις επεκτάσεως του ερευνητικού ενδιαφέροντος σε νέους τομείς στην πολυδιάστατη πλέον δράση της. Η δραστηριότητα της Εκκλησίας της Ρωσίας στο τομέα της Αγιολογίας και μάλιστα στις αναγνωρίσεις αγίων την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα υπήρξε δημιουργική και καρποφόρα, αλλά ταυτόχρονα θεωρήθηκε σημείο αντιλεγόμενο εξαιτίας των πολύπλευρων παραμέτρων της και των προβλημάτων που ανέκυψαν σχετικά κυρίως με τα κριτήρια, στα οποία αυτές στηρίχθηκαν, τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και τα αίτια που οδήγησαν την Εκκλησία της Ρωσίας να προβεί σε τόσες πολλές αναγνωρίσεις εντός μικρού συγκριτικά χρονικού διαστήματος. Με αφορμή τα παραπάνω η παρούσα μελέτη, η οποία παρουσιάστηκε ως Διπλωματική εργασία στο τμήμα Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2004, θέλησε κατ’ αρχήν να περιγράψει την υφιστάμενη κατάσταση και να θέσει απλώς τους

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

προβληματισμούς που προκύπτουν αυθόρμητα από την ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα. Εξαιτίας της φύσεώς της η εργασία περιορίστηκε στη συγκέντρωση και παρουσίαση των αναγνωρίσεων από την Εκκλησία της Ρωσίας κατά το χρονικό διάστημα που καλύπτεται από τις δύο επετειακές Συνόδους της Ρωσικής Εκκλησίας, την Τοπική Σύνοδο του 1988, αφιερωμένη στην επέτειο των 1000 ετών από τον εκχριστιανισμό των Ρώσων, και την Τοπική Σύνοδο του Ιωβηλαίου το έτος 2000. Η αναδρομή στο παρελθόν και η καταγραφή του ιστορικού των αναγνωρίσεων αγίων στη Ρωσική Εκκλησία, καθώς και η παρουσίαση της διαδικασίας της αναγνωρίσεως τόσο σε αυτή, όσο και εν γένει στην Ορθόδοξη, αλλά και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, για να καταστούν δυνατές οι απαιτούμενες συγκρίσεις, θεωρήθηκαν αναγκαίες για την πληρέστερη παρουσίαση και ακριβέστερη κατανόηση του αντικειμένου της εργασίας. Ωστόσο κρίθηκε σκόπιμο να παραλειφθούν οι Βίοι των αναγνωρισθέντων αγίων, για να μην επεκταθεί η μελέτη κατά πολύ πέραν των τεθέντων ορίων της. Καταβλήθηκε προσπάθεια να παρουσιαστεί η δράση της Ρωσικής Εκκλησίας σύμφωνα με τις αρχές της αντικειμενικής και νηφάλιας έρευνας και η ενασχόληση με τα θέματα του βίου της να αποτελέσει σημείο προσεγγίσεως και γνωριμίας με τη λειτουργία της ομόδοξης Εκκλησίας, αλλά και συμβολή στη συγγραφή της νεώτερης Εκκλησιαστικής Ιστορίας της χώρας. Οι εκ της λεπτής φύσεως του αγιολογικού αντικειμένου της εργασίας δυσκολίες που εμφανίστηκαν αναφορικά με την προβληματική ορισμένων αναγνωρίσεων της Ρωσικής Εκκλησίας κατέστη δυνατό να ξεπεραστούν με το να αντιμετωπιστούν υπό το πρίσμα της καλοπροαίρετης κριτικής και της βασικής θέσεως ότι τον τελικό λόγο για ορισμένα θέματα απλώς δεν μπορεί να έχει ο άνθρωπος. Στο σημείο αυτό επιθυμούμε να εκφράσουμε θερμές ευχαριστίες στον καθηγητή και επιβλέποντα αυτής της εργασίας κ. Δημήτριο Β. Γόνη για την ανάθεση του θέματος της εργασίας, την ενθάρρυνση κατά τη διάρκεια της εκπονήσεως αυτής και

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

την αποφασιστική συμβολή του στη βελτίωση του κειμένου με τις απαραίτητες επεμβάσεις και διορθώσεις. Ακόμα ιδιαίτερα θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον π. Δημήτριο Β. Τζέρπο, αναπληρωτή καθηγητή του τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς τη στήριξη του οποίου και την εν γένει συμπαράστασή του, το παρόν κείμενο δεν θα είχε δει το φως της δημοσιότητας. Τέλος ευχαριστούμε τους αγαπητούς φίλους Aleksej Dolgov, Sergej Kozlov και Alevtina Volgina για τη βοήθειά τους στην επισήμανση σχετικής με το θέμα πολύτιμης βιβλιογραφίας κατά τη διάρκεια της παραμονής μας στη Μόσχα. Ειρήνη Κασάπη

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

Ο όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΑΓΙΩΝ

1. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία1

Η έως τώρα ιστορική έρευνα έχει δείξει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία εν γένει δεν γνωρίζει καμιά τυποποιημένη και αυστηρά καθορισμένη διαδικασία σχετικά με τις ανακηρύξεις αγίων. Σύμφωνα με την πράξη της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας για την ανακήρυξη ενός αγίου ήταν αρκετή η αναγνώρισή του από την κοινή συνείδηση κλήρου και λαού, η οποία επισφραγιζόταν με τον ετήσιο εορτασμό της μνήμης του, τη σύνταξη Ακολουθίας
1. Από τη βιβλιογραφία σχετικά με το ζήτημα της ανακηρύξεως αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία σημειώνουμε τις εξής εργασίες: Ἀλιβιζάτος, «Ἀναγνώρισις Ἁγίων», σσ. 18-52, Ἀνώνυμος, «Ἡ Ἀνάδειξις Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Ὀρθοδοξία 65 (1931) 281-287, Κορακίδης, Ἁγιότητα, Κωνσταντῖνος, «Ἡ Ἀναγνώρισις», σσ. 225-232, Κωνσταντῖνος, μητροπολ. Σερρῶν, «Περὶ Ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Θεολογία 27 (1956) 611-615, Μεταλληνός, «Ἁγιότης μαρτυρουμένη», σσ. 39-47, και Μεταλληνός, «Ἁγιότης», σσ. 49-60, Παπαδόπουλος, Ἁγιολογία Ι, Ἀντ. Παπαδόπουλος, Ἁγιολογία. Θέματα γενικά, εἰδικά καί Ἑορτολογίου ΙΙ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1997, Παπαδόπουλος, Διακήρυξη ἁγιότητας, Παπαδόπουλος., «Διακήρυξη ἁγιότητας Ἁγίου», σσ. 170-182, Πάσχος, Ἅγιοι, Ράλλης, «Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον», σσ. 305-316, Τσάμης, Ἁγιολογία, Τσάμης, Ἁγιολογία Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Τσέτσης, Ἔνταξις ἁγίων, Τσέτσης, «Ἔνταξις ἁγίων», σσ. 157-173, 238-253 και 407420, P. Evdokimov, «La sainteté dans la tradition de l’ Eglise Orthodoxe», Contacts 73-74 (1971) 121-190, G. P. Zacharias, «La sainteté selon la tradition Orthodoxe», Contacts 37 (1962) 159-179.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

14

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ

προς τιμήν του, τη δημιουργία της εικόνας του και ίσως την ανέγερση ναού αφιερωμένου στο όνομά του. Πέραν των Αποστόλων και των διαδόχων τους, οι μάρτυρες και οι ομολογητές, καθώς και μετέπειτα άνθρωποι που διακρίθηκαν για το βίο και την πίστη τους αυθόρμητα άρχισαν να τιμώνται από το πλήρωμα της Εκκλησίας και να αναγράφονται τα ονόματά τους στα Δίπτυχά της. Η τιμή τους ήταν αρχικά τοπικής σημασίας, αλλά σταδιακά αυτή διευρύνθηκε, όπως και η φήμη τους, και κατέστησαν αυτοί άγιοι ολόκληρης της Εκκλησίας. Αυτή η απλή και σύμφωνη με το φρόνημα του λαού αβίαστη εξέλιξη αναφορικά με τις αναγνωρίσεις αγίων, η οποία δεν απαιτούσε σε κανένα στάδιο την έγκριση της επίσημης Εκκλησίας, διατηρήθηκε και στους μετέπειτα αιώνες και αποτέλεσε την καθιερωμένη πράξη. Εν τούτοις στον ιστορικό βίο της Εκκλησίας έχουμε και παραδείγματα επίσημων αναγνωρίσεων αγίων με ειδική πράξη από την Ιερά Σύνοδο, φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως από τον ΙΑ' αι. και μετά. Από τον αιώνα αυτόν και έπειτα η επίσημη Εκκλησία λαμβάνει πιο ενεργό ρόλο στα θέματα κυρίως τιμής των αγίων και μεριμνά για την τυποποίηση της εορτής τους και τη διόρθωση του ασματικού μέρους αυτής2. Ιδιαίτερα από τον ΙΔ' αι. περίπου σημειώνεται κάποια διαφοροποίηση στις ανακηρύξεις αγίων από την μέχρι τότε ισχύουσα κοινή πρακτική. Αυτό διαπιστώνεται από τη διαδικασία ανακηρύξεως του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αθανασίου Α’, του αγίου Μελετίου και του Γρηγορίου Παλαμά. Με αφορμή μάλιστα την ανακήρυξη του τελευταίου από τοπικό άγιο σε άγιο ολόκληρης της Εκκλησίας ορίζεται ότι είναι αναγκαία επίσημη απόφαση της Ιεράς Συνόδου3. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και σύμφωνα με την πράξη της Εκκλησίας δεν έχουμε επίσημες ανακηρύξεις νεο2. Κωνσταντῖνος, μητροπολ. Σερρῶν, «Περὶ Ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Θεολογία 27 (1956) 613. 3. Τσάμης, Ἁγιολογία Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σσ. 129-130.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

15

μαρτύρων, αλλά αυτοί τιμώνται αμέσως μετά το μαρτυρικό θάνατό τους από τους πιστούς4. Από την ίδια εποχή ωστόσο έχουμε περιπτώσεις αγίων που για την αναγνώρισή τους κινείται και πάλι επίσημη διαδικασία. Χαρακτηριστικά κατά τα έτη 1482-84 αναγνωρίζεται επισήμως ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος και θεσπίζεται συνοδικώς η μνήμη της οσίας Ματρώνας της Χιοπολίτισσας και των πατριαρχών Διονυσίου Α’ και Νήφωνος Α’. Κατά τον ΙΣΤ’ αι. αναγνωρίζονται επίσημα οι αδελφοί Θεοφάνης και Νεκτάριος, ιδρυτές της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, ο Διονύσιος, ιδρυτής της επί του Ολύμπου Μονής και ο Λαρίσης Βησσαρίων5. Επιπλέον για την αναγνώριση της αγίας Φιλοθέης της Αθηναίας (19 Φεβρουαρίου 1581) συστήνεται ειδική Επιτροπή από τους μητροπολίτες Αθηνών, Κορίνθου και Θηβών και εκπροσώπους του κλήρου και του λαού, για να γίνει έρευνα σχετικά με το βίο της αγίας και να αναγνωριστεί επισήμως η αγιότητά της6. Ο άγιος Γεράσιμος ο νέος, ασκητής Κεφαλληνίας, αναγνωρίζεται από Πατριαρχική Σύνοδο επί Κυρίλλου Λουκάρεως7 και παρομοίως το 1632 επί πατριαρχίας του ιδίου αναγνωρίζονται επισήμως οι 99 Κρήτες Πατέρες και ο άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης8. Τέλος το 1703 επί Γαβριήλ Γ’ αναγνωρίζεται επισήμως ο Διονύσιος Αιγίνης, ὁ ἐν Ζακύνθῳ. Για τις ανακηρύξεις αγίων των τελευταίων χρόνων σημειώνεται ότι συνολικά τον 20ό αιώνα στον Κώδικα Τόμων και Σιγιλλίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου έχουν καταχωρηθεί 17 Πράξεις κατατάξεως, των: 1. Οσίου Γρηγορίου Επισκόπου Άσσου (20 Οκτωβρίου 1936), 2. Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου (31 Μαΐου 1955), 3. Ιερομονάχου Κοσμά του Αιτωλού (20 Απριλίου 1961), 4. Μητροπολίτου πρώην Πενταπόλεως Νεκταρίου του Κεφαλά (20 Απριλίου 1961),
4. Τσάμης, Ἁγιολογία Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σ. 133 5. Τσέτσης, «Ἔνταξις ἁγίων», σσ. 409-410. 6. Τσέτσης, «Ἔνταξις ἁγίων», σ. 241. 7. Ἀλιβιζάτος, «Ἀναγνώρισις ἁγίων», σ. 38. 8. Τσέτσης, «Ἔνταξις Ἁγίων», σ. 409.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

16

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ

5. Ιερομονάχου Αρσενίου του Παρίου (20 Ιουνίου 1967), 6. Οσίας Πελαγίας της Τήνου (22 Σεπτεμβρίου 1970), 7. Ηγουμένου Ραφαήλ, του διακόνου Νικολάου και της παρθένου Ειρήνης (11 Σεπτεμβρίου 1970), 8. Λυδίας της Φιλιππησίας (2 Οκτωβρίου 1972), 9. Μοναχού Ανθίμου Κουρούκλη εκ Ληξουρίου της Κεφαλληνίας (30 Ιουλίου 1974), 10. Γεωργίου, Αγγελή, Μανουήλ και Νικολάου εκ Μελάμπων Ρεθύμνης της Κρήτης (29 Αυγούστου 1977), 11. Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών (14 Απριλίου 1981), 12. Ιερομονάχου Ευγενίου του νέου εξ Αιτωλίας (1 Ιουλίου 1982). 13. Νικολάου Καβάσιλα του Θεσσαλονικέως (20 Ιουλίου 1983), 14. Εμμανουήλ, Θεοδώρου, Γεωργίου, Μιχαήλ και ετέρου Γεωργίου εκ Σαμοθράκης (17 Μαΐου 1985), 15. Ιωάννου του Καρπαθίου (20 Αυγούστου 1985), 16. Ιερέως Παναγή Τυπάλδου Μπασιά (4 Φεβρουαρίου 1986) και 17. Ιερομονάχου Αρσενίου του Καππαδόκου (11 Φεβρουαρίου 1986)9. Συν τούτοις το 1988 αναγνωρίστηκε ο Μάξιμος ο Γραικός και οι αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης Ευστάθιος και Συμεών10. Το ίδιο έτος εντάχθηκε επισήμως στο Εορτολόγιο το όνομα του νεομάρτυρα Νικολάου του εκ Μετσόβου11, ενώ η τελευταία επίσημη ανακήρυξη αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι του ιερέα Νικόλαου Πλανά το έτος 1994 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο12. Για την πράξη που ακολουθεί σήμερα το Οικουμενικό Πα-

9. Κωνσταντῖνος, «Ἡ Ἀναγνώρισις», σ. 232. 10. Μεταλληνός, «Ἁγιότης μαρτυρουμένη», σ. 39, υποσημ. 1, και Μεταλληνός, «Ἁγιότης», σ. 49, υποσημ. 1. 11. Τσέτσης, Ἒνταξις ἁγίων, σ. 121. 12. Κορακίδης, Ἁγιότητα, σ. 34.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

17

τριαρχείο αναφορικά με της ανακηρύξεις αγίων πληροφορούμαστε από την πατριαρχική απαντητική επιστολή του Πατριάρχη Φωτίου Β’ στον Πατριάρχη Βουκουρεστίου και πάσης Ρουμανίας Μύρωνα και την έκθεση της Συνοδικής Επιτροπής για το ίδιο θέμα. Σύμφωνα με την πατριαρχική επιστολή κατά τήν ἡμῑν παράδοσιν ἐφαρμόζονται, προκειμένου περί ἀναγνωρίσεως καί κατατάξεως εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας τῶν ὑπό τοῦ Θεοῦ δεδοξασμένων προσώπων, αἱ ἑξῆς γενικαί ἀρχαί: α. Ἡ ἐξέλεγξις τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος ὀφείλει γίγνεσθαι διά Συνόδου συγκροτουμένης ἐξ ἁπάντων τῶν Μητροπολιτῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Ἐπισκόπων καί ὀφφικιάλων κληρικῶν τῆς οἰκείας Ἐκκλησίας. β. Ἡ ἐξέλεγξις περιττεύει περί τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων, ἅπερ ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων καί ποιμαινομένων ἀνεγνώρισεν ὡς ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπί μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾷ καί γεραίρει. Τῶν ἱερῶν τούτων προσώπων τῶν σιωπηρῶς μέχρι τοῦ νῦν ὡς ἡγιασμένων καί δεδοξασμένων παρά Θεοῦ τιμωμένων γίγνεται μόνον τυπική ἀναγνώρισις ὑπό τῆς Ἐκκλησίας κατά τά ἀνωτέρω. γ. Κατά τήν ἀνακήρυξιν, γίγνεται σχετική ἐκκλησιαστική πρᾶξις, περί ἧς ὡς δεῖγμά τι δύναται χρησιμεῡσαι ἡ ἐν ἀντιγράφῳ ἔγκλειστος ὧδε πρᾶξις τοῦ καθαγιασμοῦ τοῦ Ἁγίου Γερασίμου τοῦ Νέου, τοῦ γενομένου ἐπί τοῦ μακαρίου Πατριάρχου Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως κατά τάς ἀρχάς τοῦ ΙΖ’ αἰῶνος. δ. Ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως ὑπογράφεται πανηγυρικῶς ἐν τῷ ναῷ γινομένης τῆς προσηκούσης ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς ὡς ἑξῆς: Κατερχομένης δηλ. ἁπάσης τῆς Συνόδου εἰς τόν ναόν καί τιθεμένου ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Εὐαγγελίου, ψάλλονται τά τροπάρια «Εὐλογητός εἶ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν…», «Ὅτε καταβάς…», κ.τ.λ. Εἶτα ἀναγιγνώσκεται καί ὑπογράφεται ὑπό πάντων τῶν τῆς γενικῆς Συνόδου μελῶν, ἅτινα παρίστανται, ἡ πρᾶξις τῆς ἁγιοποιήσεως, ἀμέσως δέ μετά τοῦτο ψάλλονται τά τροπάρια «Ἅγιοι μάρτυρες οἱ καλῶς ἀθλήσαντες…», «Τάς ἀλγηδόνας τῶν Ἁγίων, ἅς ὑπέρ σοῦ ἔπαθον…», «Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου ὡς πορφύραν καί βύσσον τά αἵματα…».

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

18

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ

ε. Εὐκαίρως περί τῶν ἀξιολογωτέρων ἐκ τῶν ἀνακηρυχθησομένων ἁγίων συντάσσεται, ὡς εἰκός, καί ἰδιαιτέρα ἀναλόγος ἀκολουθία πρός χρῆσιν ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς ὑμνολογίας καί τελετουργίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. στ. Ἐπίσης ἀναγκαία ἐστίν ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων, ἄν ταῦτα σώζωνται, καί τό χρῖσμα αὐτῶν δι’ Ἁγίου Μύρου, κατά τήν ἀνακομιδήν δέ τῶν λειψάνων συνήθεις εἰσί παννυχίδες καί λειτουργίαι πανηγυρικαί13. Διαπιστώνεται έτσι ότι στη σύγχρονη εποχή και συγκεκριμένα από το 1931, οπότε στάλθηκε η πατριαρχική επιστολή στην Εκκλησία της Ρουμανίας, διαμορφώνεται μια ιδιαίτερη διαδικασία για την επίσημη αναγνώριση των αγίων, πρακτική που φαίνεται να παγιώνεται εν τέλει κατά τους χρόνους της πατριαρχίας του Αθηναγόρα Α’ (1948-1972)14. Σύμφωνα με αυτήν, όταν ο Επίσκοπος μιας Επαρχίας διακρίνει ότι ένα πρόσωπο φέρεται στην κοινή συνείδηση των πιστών ως άγιο και πολ-

13. Το πλήρες κείμενο της επιστολής, καθώς και το περιεχόμενο της εκθέσεως της Συνοδικής Επιτροπής βλ. Ἀνώνυμος, «Ἡ Ἀνάδειξις Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Ὀρθοδοξία 65 (1931) 284-285 και 281-284 αντίστοιχα. Ως συμπέρασμα που απορρέει από την απαντητική πατριαρχική επιστολή ο μητροπολίτης Δέρκων Κωνσταντίνος θεωρεί ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο σήμερα, για να κατατάξει αγίους στο Εορτολόγιο της Εκκλησίας, λαμβάνει υπ’ όψιν του: α. Τήν κοινήν συνείδησιν τῶν τε ποιμένων καί ποιμαινομένων, ἥτις διαγινώσκει καί διαπιστοῖ τούς πραγματικούς ἁγίους, ὡς συνέβαινεν ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἀδιαιρέτῳ Ἐκκλησίᾳ, β. Τήν βεβαίωσιν τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου (ἤ ἀναλόγου ἀνεγνωρισμένης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς) ὑποβάλλοντος τῇ Μητρί Ἐκκλησίᾳ, διά τῆς εἰς ἥν ἀνήκει Τοπικῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀδιάσειστον πεποίθησιν περί τῆς ἁγιότητος τοῦ περί οὗ πρόκειται ὁσίου καί ἐκφράζοντος οὕτω τήν κοινήν ἐπιθυμίαν καί παράκλησιν Κλήρου καί Λαοῦ περί κατατάξεως αὐτοῦ ἐν τῇ χορείᾳ τῶν Ἁγίων, γ. Τήν ἔκθεσιν τῆς Κανονικής Ἐπιτροπῆς βάσει τοῦ συνυποβαλλομένου φακέλλου, δ. Τήν ἀπόφασιν τῆς συνελεύσεως τῶν ποιμένων, ἤτοι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οὐδεμιᾶς ἄλλης διαδικασίας ἀπαιτουμένης ἐκτός τῆς ὑπό τῆς Συνόδου ἐπικυρώσεως τοῦ Τόμου τῆς ἀναγνωρίσεως (Κωνσταντῖνος, «Ἡ Ἀναγνώρισις», σσ. 231-232). 14. Τσέτσης, Ἒνταξις ἁγίων, σ. 131.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

19

λές φορές τιμάται ως τέτοιο από το πλήρωμα της Εκκλησίας, τότε καταρτίζει φάκελο, ο οποίος περιέχει πληροφορίες για το βίο του προσώπου αυτού, και τον υποβάλλει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με το αίτημα να αναγνωριστεί επίσημα η αγιότητα του προσώπου αυτού. Η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά από εισήγηση της ειδικής Κανονικής Επιτροπής του Πατριαρχείου, που έχει μελετήσει διεξοδικά το φάκελο, αποφασίζει την απόρριψη ή την επίσημη αναγνώριση του του προσώπου αυτού. Εάν η Σύνοδος του Πατριαρχείου αποφανθεί θετικά, τότε ορίζεται η ημέρα τελέσεως της μνήμης του αγίου και εκδίδεται η επίσημη Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη, η οποία καταστρώνεται στον Κώδικα της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, υπογράφεται από τον Πατριάρχη και τους συνοδικούς Αρχιερείς και αποστέλλεται στον Ιεράρχη της επαρχίας, όπου τιμάται ο άγιος, για να καταχωρηθεί στα αρχεία της Μητροπόλεως15. Παράλληλα με τα ανωτέρω συνηθίζεται στη σύγχρονη εποχή να γίνεται λόγος για ορισμένες προϋποθέσεις, που είναι απαραίτητες, ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία της επίσημης αναγνωρίσεως της αγιότητας ενός προσώπου. Σύμφωνα με αυτές τα γνωρίσματα ενός αγίου είναι: α. Το ιερό βάπτισμα, που σημαίνει ότι ο άγιος είναι επίσημο μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ή το βάπτισμα του αίματος για τους μάρτυρες των πρώτων αιώνων. β. Το ορθόδοξο φρόνημα, για το οποίο ο άγιος διακρίνεται στη διδασκαλία και τα συγγράμματά του. γ. Ο υποδειγματικός και ενάρετος, άγιος κατά πάντα, βίος του. δ. Οι αγώνες υπέρ της ορθής πίστεως, η Ομολογία πίστεως έναντι αντίξοων συνθηκών και οι διωγμοί υπέρ του Χριστού.
15. Τσέτσης, «Ἔνταξις ἁγίων», σ. 134. Κριτική κατά της σύγχρονης πρακτικής βλ. Μεταλληνός, «Ἁγιότης μαρτυρουμένη», σσ. 39-47, και Μεταλληνός, «Ἁγιότης», σσ. 49-60, Παπαδόπουλος, «Διακήρυξη ἁγιότητας Ἁγίου», σσ. 27-37.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

20

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ

Πρόσθετα κριτήρια αγιότητας, χαρακτηριστικά γνωρίσματα ορισμένων μόνο αγίων, θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα εξής: α. Ο μαρτυρικός θάνατος υπέρ της χριστιανικής πίστεως ή ο μαρτυρικός βίος υπέρ αυτής. β. Οι εξαίρετες πράξεις και οι εξέχουσες υπηρεσίες στην Εκκλησία. γ. Η διενέργεια θαυμάτων ἐν ζωῇ ή μετά θάνατον. δ. Το αδιάφθορο και άλυτο του ιερού λειψάνου, καθώς και η ευωδία αυτού. Προϋπόθεση θεωρείται επίσης η παρέλευση ενός χρονικού διαστήματος, συνήθως 50 ή 100 ετών από την ημέρα κοιμήσεως του αγίου16, 17. Ως συμπέρασμα στο σημείο αυτό μπορούμε να πούμε ότι ολόκληρο το χρονικό διάστημα του ιστορικού της βίου η Εκκλησία δεν όρισε συγκεκριμένους κανόνες αναφορικά με το ζήτημα της ανακηρύξεως αγίων. Η Εκκλησία δεν ανακήρυττε με επίσημες Πράξεις αγίους, αλλά μόνο δεχόταν να επισημοποιήσει την τιμή τους, που προερχόταν αυθόρμητα από το λαό, εντάσσοντάς τους στα Αγιολόγια, τα Μαρτυρολόγια και τα Δίπτυχά της. Οποιαδήποτε άλλη πράξη της Εκκλησίας δεν θα είχε νόημα και θα απομακρυνόταν από την Ορθόδοξη Παράδοση, αφού
16. Πρβλ. Κορακίδης, Ἁγιότητα, σ. 33. 17. Οι προϋποθέσεις που τίθενται ή τα γνωρίσματα που αναφέρονται δεν έχουν δεσμευτικό ρόλο για την Εκκλησία, αλλά αποτελούν περισσότερο ιστορικές διαπιστώσεις που αφορούν την έως τώρα πορεία της στο ζήτημα των αναγνωρίσεων αγίων και είναι συμβατικά καθορισμένες. Για το λόγο αυτό σε πολλές από τις παραπάνω προϋποθέσεις τονίζεται ο μερικός χαρακτήρας τους. Για παράδειγμα η θαυματουργία, το άφθορο και η ευωδία του ιερού λειψάνου δεν θεωρήθηκαν απαραίτητα στοιχεία για να αναγνωριστεί κάποιος άγιος, ενώ η παρέλευση ενός καθορισμένου χρονικού διαστήματος από την κοίμηση του αγίου έως την ανακήρυξή του δεν μαρτυρείται από την Παράδοση ως όρος υποχρεωτικός. Βλ. Κορακίδης, Ἁγιότητα, σ. 33. Η αγιότητα εξάλλου είναι κατάσταση μη μετρήσιμη, μυστική, ωστόσο διακριτή. Γι’ αυτό και κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας το μεγαλύτερο γνώρισμα ενός αγίου είναι η παρρησία του προς το Θεό που εκδηλώνεται με θεοσημίες και θαύματα και αυτό θα έπρεπε ουσιαστικά να είναι το μόνο κριτήριο για τις ανακηρύξεις αγίων. Βλ. Παπαδόπουλος, Διακήρυξη ἁγιότητας, σσ. 43-44.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

21

η αγιότητα είναι μέγεθος που δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί ή να οριστεί με ανθρώπινα κριτήρια, αλλά μόνο να γίνει αισθητή από την κοινή συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία διαδικασία αναγνωρίσεως αγίων ουσιαστικά δεν υπάρχει. Οι περιπτώσεις επίσημων ανακηρύξεων που αναφέρθηκαν παραπάνω αποτελούν εξαιρέσεις στον κανόνα που ακολουθεί η Εκκλησία και μεμονωμένες περιπτώσεις ανάμεσα σε πολλές άλλες περιπτώσεις αγίων που εντάχθηκαν στα Αγιολόγια της Εκκλησίας σιωπηρά, σύμφωνα με την Παράδοση. Οι εξαιρέσεις αυτές, όπως είδαμε, άρχισαν σταδιακά από τον ΙΑ’ αιώνα και πληθαίνουν στις μέρες μας, αλλά δεν αποτελούν νέα πρακτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αποτελούν περισσότερο μια παράλληλη πρακτική κοντά στην ιστορική πράξη της Εκκλησίας και δεν είναι απαραίτητα απορριπτέα, με την προϋπόθεση ότι αυτή έχει την έννοια της συστηματικότερης καταγραφής των αγίων και όχι της διαστρεβλώσεως της Ορθόδοξης Παραδόσεως ή της εκτροπής από αυτήν.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

2. Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία18

Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η απουσία συγκεκριμένης διαδικασίας ανακηρύξεως αγίων ήταν κοινή για ολόκληρη την Εκκλησία. Η αναγνώριση ενός αγίου από την κοινή συνείδηση κλήρου και λαού, χωρίς τη συμμετοχή της επίσημης Εκκλησίας, ήταν ικανό στοιχείο, για να τιμάται και να εορτάζεται ένας άγιος και στη Δυτική Εκκλησία. Σταδιακά η κατάσταση αυτή άρχισε να διαφοροποιείται και η πρώτη μαρτυρία επίσημης ανακηρύξεως αγίου από τον επίσκοπο Ρώμης είναι του Udarius το Ι’ αι. από τον πάπα Ιωάννη ΙΕ’ (985-996), ύστερα από εισήγηση του επισκόπου Άουγκσμπουργκ της Γερμανίας. Στη συνέχεια η Ρώμη άρχισε να διαδραματίζει ολοένα και πιο ενεργό ρόλο στις ανακηρύξεις αγίων. Ο πάπας Αλέξανδρος Γ’ (1159-1181) όρισε ότι η ανακήρυξη αγίου αποτελεί αποκλειστικό και αναφαίρετο δικαίωμα της αγίας Έδρας. Ο Γρηγόριος Θ’ (1227-1241) συστηματοποίησε την έρευνα για το βίο και τα θαύματα ενός υποψήφιου αγίου και προσπάθησε να ορίσει συγκεκριμένους διαδικαστικούς κανονισμούς. Ο Σίξτος Ε’ (15851590) ανέθεσε στην Κανονική Επιτροπή όλη την προπαρασκευαστική διαδικασία για την ανακήρυξη αγίων, ενώ στις αρ18. Για την ανακήρυξη των αγίων στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία βλ. Ἀ. Ξηρουχάκης, «Ἀνακήρυξις Ἁγίων ἐν τῇ Ρωμαϊκῇ Ἐκκλησίᾳ», Ἐκκλησιαστικός Φάρος 32 (1933) 79-86, Παπαδόπουλος, Ἁγιολογία, σσ. 77-79, Πάσχος, Ἅγιοι, σσ. 140-143, Τσάμης, Ἁγιολογία, σσ. 63-65, L. Hertling, «Canonisation», Dictionnaire de Spiritualité 2 (1953) 77-85, Ortolan, «Canonisation», σσ. 1626-1659, όπου και αναλυτική έκθεση της διαδικασίας ανακηρύξεως αγίων.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

23

χές του ΙΖ’ αι. ο Ουρβανός Η’ (1623-1644) εξέδωσε τα πρώτα λεπτομερή διατάγματα σχετικά με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία της επίσημης ανακηρύξεως. Έτσι από το 1634 απαιτείται η έγκριση της Ρώμης για οποιαδήποτε αναγνώριση αγίου, ενώ κάθε αυθόρμητη τιμή αγίου θεωρείται κώλυμα για μελλοντική επίσημη ανακήρυξή του. Την όλη διαδικασία συμπλήρωσε με νέα στοιχεία ο Βενέδικτος ΙΔ’ (1740-1758) που καθόρισε με μεγαλύτερη σαφήνεια τις σχετικές διατάξεις. Ο Πίος Ι’ (1903-1914) επέφερε νέες αλλαγές χωρίζοντας την Κανονική Επιτροπή σε δύο τμήματα, το πρώτο κατέστη αρμόδιο για τα λειτουργικά ζητήματα και το δεύτερο για την ανακήρυξη αγίων. Η τελική διαμόρφωση των σχετικών με την ανακήρυξη αγίων διατάξεων έγινε το 1917, οπότε και καταγράφτηκαν στον κώδικα του Κανονικού Δικαίου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας19. Στη σύγχρονη εποχή η διαδικασία ανακηρύξεως αγίων στη Δυτική Εκκλησία έχει καταστεί ιδιαίτερα λεπτομερής και χρονοβόρα και αναλύεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει την απονομή του τίτλου του σεβάσμιου και την ανακήρυξη του σεβάσμιου σε μακάριο (Beatus) με τοπική αξία, αφού ο μακάριος τιμάται σε περιορισμένη κλίμακα, ενώ η δεύτερη φάση έχει ως αντικείμενο την ανακήρυξη του μακαρίου σε άγιο (Sanctus) και τη γενίκευση της τιμής του σε ολόκληρη τη Δυτική Εκκλησία20. Η διαδικασία ανακηρύξεως αγίων στη Δύση έχει αποκτήσει δικαστικό χαρακτήρα. Για τη διαπίστωση της αγιότητας ενός προσώπου διεξάγονται αρχικά ανακρίσεις στην τοπική Εκκλησία, από την οποία προέρχεται αυτό το πρόσωπο, μετά από πρωτοβουλία του τοπικού Επισκόπου. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται processus informativus de fama sanctitatis, virtutum et miraculorum και έχει σκοπό την εξακρίβωση των αρετών και των θαυμάτων του υποψήφιου αγίου. Ακολουθείται από την processus de non cultu, η οποία σκοπό έχει την επιβεβαίωση της τη19. Παπαδόπουλος, Ἁγιολογία, σ. 77. 20. Τσάμης, Ἁγιολογία, σ. 63.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

24

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ

ρήσεως του διατάγματος του πάπα Ουρβανού του Η’, που ορίζει ότι σε κανένα πρόσωπο που δεν έχει ανακηρυχθεί άγιο ή μακάριο από το Ρωμαίο Ποντίφικα δεν αρμόζει λαϊκή τιμή. Αμέσως μετά το πέρας των παραπάνω διαδικασιών ο τοπικός Επίσκοπος οφείλει να δώσει το πόρισμα αυτών στην Επιτροπή Ανακηρύξεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Εάν η processus de fama sanctitatis λήξει θετικά υπέρ του υποψήφιου αγίου, τότε θεωρείται ότι υπάρχουν ικανές αποδείξεις για να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο η υπόθεσή του. Η Ρωμαϊκή Κουρία δέχεται να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά το επόμενο στάδιο δεν έρχεται προτού παρέλθει διάστημα δέκα ετών από τη στιγμή που όλα τα στοιχεία για τον υποψήφιο άγιο υποβληθούν στην Επιτροπή Ανακηρύξεων. Στο διάστημα αυτό τα έγγραφα φυλάσσονται, αλλά δεν ανοίγονται, ούτε εξετάζονται και η Επιτροπή περιμένει, ώστε ο φάκελος του υποψήφιου να εμπλουτιστεί με νέες μαρτυρίες και αποδείξεις για την αγιότητά του21. Όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου, ο φάκελος του υποψήφιου ανοίγεται στη Ρώμη και υποβάλλεται σε διατυπώσεις. Προηγείται αίτηση για την υποψηφιότητα του αγίου στους Καρδινάλιους της Επιτροπής Ανακηρύξεων και, εάν αυτή γίνει δεκτή, τότε ορίζεται ο Κατήγορος της Πίστεως, που θα διαδραματίσει ενεργό ρόλο σε όλα τα επόμενα στάδια της διαδικασίας. Αρχικά διαπιστώνεται ότι η σφραγίδα πάνω στο φάκελο του υποψήφιου προέρχεται από τον τοπικό Επίσκοπο και έπειτα ο φάκελος ανοίγεται από τον επικεφαλής Καρδινάλιο της Επιτροπής Ανακηρύξεων. Ο Πάπας ακολούθως διορίζει τον Εισηγητή της υποθέσεως και τους διερμηνείς των συγγραμμάτων του υποψήφιου αγίου, αν αυτά είναι γραμμένα σε άλλη γλώσσα πλην της λατινικής ή της ιταλικής. Έπειτα ενώπιον της Επιτροπής Ανακηρύξεων αρχίζει μια μακρά συζήτηση, για να διαπιστωθεί αν η προηγηθείσα διαδικασία είναι απαλλαγμένη σφαλμάτων και αν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη. Οι δικηγόροι του υποψήφιου υποστηρίζουν την εγκυρότητά της, ενώ ο Κατήγο21. Ortolan, «Canonisation», σ. 1646.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

25

ρος της Πίστεως προβάλλει όλες τις δυνατές δυσκολίες, για να απορριφθεί η υπόθεση. Ακόμα κι αν η υπόθεση εγκριθεί, χρειάζεται να ακολουθήσει και νέα συμπληρωματική διαδικασία, για να γίνει επισήμως αποδεκτή. Η νέα διαδικασία περιλαμβάνει την αυστηρή εξέταση των συγγραμμάτων του υποψήφιου αγίου από ικανούς θεολόγους. Εάν στα έργα του παρουσιαστεί οποιαδήποτε απόκλιση από τη διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τότε αμφισβητείται η ορθή πίστη του συγγραφέα και εγκαταλείπεται για πάντα η υποψηφιότητά του. Εάν όμως τα έργα του εγκριθούν, τότε το αποτέλεσμα της διαδικασίας από το γραμματέα της Επιτροπής Ανακηρύξεων ανακοινώνεται στον Πάπα, στον οποίο ανήκει και η τελική κρίση της αποφάσεως. Εάν ο Πάπας εγκρίνει την υποψηφιότητα, τότε σημειώνει τη λέξη placet και αποδίδει στον υποψήφιο άγιο τον τίτλο του σεβάσμιου22. Ολόκληρη η ανωτέρω διαδικασία έχει απλώς τη σημασία της αποδοχής της εκκινήσεως μιας υποψηφιότητας για την ανακήρυξη της αγιότητας ενός προσώπου. Το επόμενο στάδιο είναι αυτό το πρόσωπο να λάβει τον τίτλο του μακαρίου. Έτσι η διαδικασία επαναλαμβάνεται από την αρχή. Μετά από εισήγηση η Επιτροπή Ανακηρύξεων αρχίζει ξανά την έρευνα σχετικά με τον υποψήφιο άγιο εξετάζοντας τις αρετές του και τα θαύματα που του αποδίδονται. Συνήθως τρεις Επίσκοποι στο ρόλο του δικαστή, διορισμένοι από τον Πάπα, αποστέλλονται στον τόπο που έζησε ο άγιος και συλλέγουν τις καταθέσεις μαρτύρων. Αυτοί ορκίζονται στα Ιερά Ευαγγέλια να κρατήσουν παντελώς μυστική τη διαδικασία της συλλογής πληροφοριών και μαρτυριών υπό την απειλή της ποινής της ακοινωνησίας. Οι μάρτυρες, που επίσης ορκίζονται να μη μιλήσουν σε κανέναν για τις ερωτήσεις που θα δεχθούν και τις απαντήσεις που θα δώσουν, καταθέτουν πάντα μέσα σε εκκλησίες, τόπους προσευχής και βαπτιστήρια, για να τονιστεί ο ιερός χαρακτήρας της ανακρίσεως και να αποφευχθεί η ψευδορκία. Οι ανακρίσεις
22. Ortolan, «Canonisation», σσ. 1646-1648.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

26

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ

είναι ιδιαίτερα λεπτομερείς και χρονοβόρες και διεξάγονται με τη μέγιστη προσοχή από τον Κατήγορο της Πίστεως. Όταν ολοκληρωθεί και αυτό το στάδιο της διαδικασίας, οι μαρτυρίες εσωκλείονται σε ένα φάκελο και δεν αποκαλύπτονται παρά μόνο ενώπιον της ολομέλειας του δικαστηρίου που θα κρίνει την τελική έκβαση της υποθέσεως. Οι μαρτυρίες αυτές δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές, εκτός κι αν εμπνέουν πλήρη εμπιστοσύνη στους δικαστές, οι οποίοι καλούνται να ανακαλύψουν τα αληθινά κίνητρα των μαρτύρων εξαντλώντας την υπόθεση με ερωτήσεις. Στα αρχεία της Επισκοπής φυλάσσονται τα πρωτότυπα έγγραφα της διαδικασίας, αλλά στη Ρώμη αποστέλλεται ένα αντίγραφο αυθεντικό των εγγράφων με όλες τις λεπτομέρειες της δίκης. Το αντίγραφο αυτό (transsumptum) φέρει απαραίτητα τις ίδιες υπογραφές και τις ίδιες σφραγίδες που έχουν τα πρωτότυπα και παραμένει σφραγισμένο και μυστικό έως τη στιγμή που ανοίγεται από την Επιτροπή Ανακηρύξεων με τις ίδιες διατυπώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Κατά τον ίδιο τρόπο εξετάζονται οι μαρτυρίες των πρώτων ανακρίσεων στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Ανακηρύξεων από τους παρόντες Καρδινάλιους, τον Κατήγορο της Πίστεως, τον Πρωτονοτάριο, τον τελετάρχη και το γραμματέα23. Όταν γίνουν αποδεκτές για την αλήθεια τους οι πρώτες ανακρίσεις και αποφασιστεί ότι όλη η διαδικασία υπήρξε έγκυρη, τότε αρχίζει η εξέταση των αρετών και των θαυμάτων του υποψήφιου αγίου. Για κάθε μια εξέταση απαιτούνται τρεις έκτακτες συνεδριάσεις, από τις οποίες η πρώτη ονομάζεται αντιπροπαρασκευαστική, η δεύτερη προπαρασκευαστική και η τρίτη γενική. Η αντιπροπαρασκευαστική συνεδρίαση πραγματοποιείται στο παλάτι του Καρδινάλιου που έχει αναλάβει την πληροφόρηση του Πάπα για τα πεπραγμένα (ponent) και έχει το σκοπό της ενημερώσεως του ίδιου για την εξέλιξη της υποθέσεως. Απαρτίζεται από κατώτερους δικαστές, συμβούλους διορισμένους από τον Πάπα, που ανήκουν είτε στον κοσμικό
23. Ortolan, «Canonisation», σσ. 1648-1650.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

27

κλήρο ή σε διάφορες εκκλησιαστικές τάξεις. Αυτοί κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως γνωστοποιούν τις αποφάσεις τους στον Καρδινάλιο σχετικά με την υπόθεση, την οποία έως εκείνη τη στιγμή έχουν μελετήσει εις βάθος. Ο Καρδινάλιος ακούει όλες τις απόψεις, αλλά δεν εκφέρει τη δική του. Η δεύτερη συνεδρίαση, η προπαρασκευαστική, λαμβάνει χώρα στο Παπικό παλάτι ενώπιον όλων των μελών της Επιτροπής Ανακηρύξεων, οι οποίοι, αν επιθυμούν, μπορούν να εγείρουν ενστάσεις κατά της υποθέσεως. Οι σύμβουλοι επαναλαμβάνουν τη γνώμη τους, αλλά οι Καρδινάλιοι παραμένουν σιωπηλοί. Τέλος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα διεξάγεται στο παλάτι του Βατικανού η γενική συνεδρίαση με την παρουσία του Πάπα. Από σεβασμό στο πρόσωπο του Ποντίφικα οι σύμβουλοι εκφέρουν τις απόψεις τους, ιστάμενοι όρθιοι, και αποχωρούν αμέσως μετά από την αίθουσα. Έπειτα έρχεται η σειρά των Καρδιναλίων, αφού μείνουν μόνοι στην αίθουσα με τον Πάπα, να εκφράσουν τις δικές τους σκέψεις. Ο Πάπας τους ακούει προσεκτικά, τους ευχαριστεί για τη μακρά και επίμονη ενασχόλησή τους με την υπόθεση, αλλά σχετικά με αυτήν ο ίδιος δεν αναφέρει τίποτα, αλλά μόνο ζητάει τη βοήθειά τους και τις προσευχές τους, για να μπορέσει να λάβει τη σωστή απόφαση σχετικά με το ζήτημα. Όταν ο Πάπας κρίνει ότι έχει φτάσει η κατάλληλη στιγμή, τότε καλεί τον Κατήγορο της Πίστεως και το γραμματέα της Επιτροπής Ανακηρύξεων και τους ανακοινώνει την απόφασή του, η οποία καταχωρείται αμέσως στα Πρακτικά της διαδικασίας. Με τον τρόπο αυτό κλείνει η συζήτηση περί των αρετών του υποψήφιου αγίου. Ακολουθούν τρεις έκτακτες συνεδριάσεις που εξετάζουν τα θαύματα του υποψήφιου. Στις συνεδριάσεις αυτές τίθενται τέσσερα είδη ερωτήσεων ή αμφιβολιών, δύο προκαταρκτικές και δύο αποφασιστικές. Στις προκαταρκτικές ερωτήσεις διαπιστώνεται για μια ακόμη φορά, αν για τις αρετές του αγίου υπάρχουν ακράδαντες αποδείξεις και αν τα θαύματά του έχουν όντως πραγματοποιηθεί, και στις αποφασιστικές εξακριβώνεται, αν βάσει των αποδείξεων η διαδικασία της ανακηρύξεως του υποψήφιου αγίου σε μακάριο πρέπει αναμ-

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

28

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ

φίβολα να συνεχιστεί. Θεωρείται ότι για να λάβει κάποιος τον τίτλο του μακαρίου είναι αρκετό να αποδειχτεί δικαστικώς ότι έχει επιτελέσει δύο θαύματα και να υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες που βεβαιώνουν τις αρετές του. Αντίθετα, σύμφωνα με δεκρετάλιο του 1741, απαιτούνται τέσσερα θαύματα δικαστικώς αποδεδειγμένα, αν οι μάρτυρες είναι μόνο αυτήκοοι. Όταν και αυτή η δοκιμασία περατωθεί επιτυχώς για τον υποψήφιο άγιο, τότε αυτός λαμβάνει τον τίτλο του μακαρίου24. Το τελευταίο στάδιο αυτής της μακρόχρονης διαδικασίας είναι η ανακήρυξη του μακαρίου σε άγιο, εάν αποδειχθεί στην Επιτροπή Ανακηρύξεων ότι με τις πρεσβείες του στο Θεό επιτελούνται συνεχώς νέα θαύματα. Ο Εισηγητής της υποθέσεως τότε παρουσιάζει στην Επιτροπή Ανακηρύξεων αίτηση και ζητάει να ξεκινήσει το τρίτο και τελευταίο στάδιο της διαδικασίας. Αποστέλλονται ξανά δικαστές στον τόπο, όπου έζησε ο άγιος, και με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω εξακριβώνεται η αξιοπιστία των μαρτυριών περί των θαυμάτων. Ο νέος φάκελος αποστέλλεται στη Ρώμη και, αν μετά από εξέταση διαπιστωθεί ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε και σε αυτό το στάδιο ήταν έγκυρη, τότε ακολουθούν οι τρεις συνεδριάσεις της Επιτροπής Ανακηρύξεων: η αντιπροπαρασκευαστική, η προπαρασκευαστική και η γενική με την παρουσία του Πάπα, όπου εξετάζονται τα νέα θαύματα του υποψήφιου αγίου. Αν οι αποφάσεις των συνεδριάσεων αυτών, καθώς και της Γενικής Συνελεύσεως (coram Sanctissimo), είναι θετικές για τον άγιο, τότε, για να υπάρξει τελεσίδικη απόφαση για το ζήτημα, πρέπει να ακολουθήσουν τρία νέα Κονσιστόρια, τα οποία είναι πιθανόν να πραγματοποιηθούν μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο πρώτο Κονσιστόριο λαμβάνει μέρος όλο το Κολλέγιο των Καρδιναλίων, όχι μόνο οι Καρδινάλιοι της Επιτροπής Ανακηρύξεων, και ο κάθε Καρδινάλιος εκφέρει τη γνώμη του για το ζήτημα με τον όρο placet ή non placet. Το δεύτερο Κονσιστόριο είναι λαϊκό και απαρτίζεται από όλους τους Καρδινά24. Ortolan, «Canonisation», σσ. 1650-1652.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

ΟΙ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

29

λιους, τους Πατριάρχες, τους Αρχιεπισκόπους και τους Επισκόπους, που κατοικούν εντός μιας περιμέτρου 100 μιλίων από τη Ρώμη, τους συμβούλους και τα μέλη της Επιτροπής Ανακηρύξεων, και λαμβάνει χώρα στη βασιλική αίθουσα του Βατικανού με την παρουσία της Ιταλικής Κυβερνήσεως, ξένων πρεσβευτών, υψηλών προσωπικοτήτων και μεγάλο πλήθος πιστών. Σε αυτό επί μακρόν εξιστορούνται οι αρετές και τα θαύματα του υποψήφιου αγίου, αλλά τονίζεται ότι η τελική απόφαση ανήκει στο τελευταίο και αποφασιστικής σημασίας Κονσιστόριο. Αυτό είναι ημιλαϊκό και περιλαμβάνει μόνο τους Καρδινάλιους, τους Πατριάρχες, τους Αρχιεπισκόπους και τους Επισκόπους που κατοικούν στη Ρώμη και έχουν δικαίωμα ψήφου. Αυτοί ενημερώνονται αναλυτικά για την υπόθεση και λαμβάνουν από το γραμματέα της Επιτροπής Ανακηρύξεων αντίγραφο με περίληψη της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και το Βίο του μακαρίου. Αφού μελετήσουν το κείμενο, εκθέτουν στον Πάπα την άποψή τους και τη δικαιολογούν εμπεριστατωμένα. Τέλος ψηφίζουν ιδιοχείρως και υπογράφουν. Εάν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας είναι ευνοϊκό για τον υποψήφιο, τότε ανακηρύσσεται επίσημα η αγιότητά του και ο Πάπας ορίζει τη μέρα που θα εορταστεί μεγαλοπρεπώς η νέα ανακήρυξη25.

25. Ortolan , «Canonisation», σσ. 1652-1654.

© ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΣΑΠΗ 2009 / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 2009

Share & Embed

More from this user

Commenting has been disabled.