ΤΟΥ ΠΕΝΤΕΛΙΚΟΥ ΟΡΟΥΣ
Η Πεντέλη είναι το βουνό της Αττικής που διαθέτει το µεγαλύτερο αριθµό αρχαίων ναών και ιερών· κάτι που είναι λογικό, αν θυµηθούµε τον εξίσου µεγάλο αριθµό των δήµων που ιδρύθηκαν εκεί.
Οι κύριοι λατρευόµενοι Θεοί του αρχαίου Βριλησσού ήταν η Αθηνά και ο ∆ιόνυσος. Ακολουθούν ο Ζεύς, ο Απόλλων, η Άρτεµις, ο Πάνας, οι Νύµφες, οι Ευµενίδες, οι Μοίρες, ενώ ενδείξεις συνηγορούν υπέρ της λατρείας της Ρέας, της Εκάτης, και του Ποσειδώνα. (Βλ. Β΄
µέρος)
Ας ξεκινήσουµε µε τους ναούς της αγαπηµένης Θεάς των Αθηναίων.
1. Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΛΗΝΙ∆ΟΣ ΑΘΗΝΑΣ (ΠΑΛΛΗΝΗ)
Ο ναός της Παλληνίδος Αθηνάς είναι ένας από τους σπουδαιότερους και περισσότερο µνηµονευµένους ναούς της αρχαίας Αττικής. Όπως είδαµε προηγουµένως (κεφ. 2), η φήµη του κορυφώθηκε λόγω της σύνδεσής του µε σπουδαία ιστορικά γεγονότα, όπως η σύγκρουση του Πεισίστρατου µε τους Αλκµεωνίδες.
α. Μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων για το Ναό της Παλληνίδος
Ο Ησύχιος γράφει: «ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΠΑΛΛΗΝΙ∆ΟΣ ΑΘΗΝΑΣ· ΕΣΤΙ ΓΑΡ ΙΕΡΟΝ ΑΘΗΝΑΣ ΕΝ ΠΑΛΛΗΝΙ∆Ι». Ο Αριστοτέλης στην “Αθηναίων Πολιτεία”: «ΝΙΚΗΣΑΣ ∆Ε ΤΗΝ ΕΠΙ ΠΑΛΛΗΝΙ∆Ι ΜΑΧΗΝ ΚΑΙ ΛΑΒΩΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ...» και «ΟΘΕΝ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΡΓΕΙΟΥΣ ΕΝΕΣΤΗ ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΜΑΧΗΣΑΝΤΟ ΧΙΛΙΟΙ ΤΗΝ ΕΠΙ ΠΑΛΛΗΝΙ∆Ι ΜΑΧΗΝ ΗΓΙΣΙΣΤΡΑΤΟΥ ΚΟΜΙΣΑΝΤΟΣ». (XV3 και XVII4) Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του “Ηρακλείδαι” αναφέρει δύο φορές το ιερό της Παλλήνης: «ΠΑΛΛΗΝΙ∆ΟΣ ΓΑΡ ΕΚΠΑΙΡΩΝ ΠΑΓΟΝ...» και «ΘΑΝΟΝΤΑ ΓΑΡ ΜΕ ΘΑΨΕΘ’ ΟΥ ΤΟ ΜΟΡΣΙΜΟΝ, ∆ΙΑΣ ΠΑΡΟΙΘΕ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΠΑΛΛΗΝΙ∆ΟΣ». (Στ. 850 και 1030-31) Σχετικά µε τα ανωτέρω αποσπάσµατα του Ευρυπίδη, η αρχαιολόγος της Β΄ ΕΠΚΑ Μαρία Πλάτωνος - Γιώτα σηµειώνει: «Από τα αποσπάσµατα αυτά φαίνεται καθαρά ο σεβασµός του Ευριπίδη στο ιερό της Παλληνίδος Αθηνάς. Απ’ αυτό συµπεραίνουµε και τη φήµη που πρέπει να είχε το ιερό στα χρόνια του µεγάλου τραγικού ποιητή (485-486 π.Χ.), αφού ο ήρωας της τραγωδίας, ο Ευρυσθέας, δε θα ανέφερε ένα άσηµο και άγνωστο στους θεατές ιερό, αλλά ένα ιερό που όλοι θα ήξεραν πού βρισκόταν και πόσο ήταν ονοµαστό». (Περιοδικό “Αρχαιολογία και Τέχνες”,
Το Iερό της Αθηνάς Παλληνίδος, τ. 65, σ. 93)
1
1
Η όλη ιστορία έχει να κάνει µε τα τελευταία λόγια του Ευρυσθέα µπροστά στην Αλκµήνη: «Όταν πεθάνω, να µε θάψετε στον τόπο που ’ναι µοιρόγραφτος για µένα, πλάι στο ναό της θεϊκιάς παρθένας, της
Ο Αριστοφάνης στους “Αχαρνείς” διαλέγει το χώρο της Βαλλήνης (Παλλήνης), ως χώρο όπου κρύβεται καταδιωκόµενος από τους Αχαρνείς ο Αµφίθεος, ο απεσταλµένος του ∆ικαιόπολη, που είχε κλείσει για λογαριασµό του ιδιωτική ειρήνη µε τους Σπαρτιάτες µετά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολέµου. Οι Αχαρνείς είναι εξαγριωµένοι, επειδή οι Σπαρτιάτες τους είχαν ρηµάξει τα αµπέλια και τις περιουσίες τους κατά την εισβολή του Αρχίδαµου στην Αττική (431 π.Χ.). Κατά την Μ. Π. Γιώτα: «Η επιλογή του χώρου της Παλλήνης, εκτός από επιδίωξη του κωµικού ποιητή να δηλώσει το σεβασµό του στο ιερό της Παλληνίδος, δείχνει και τη σατιρική διάθεσή του απέναντι στον Ευρυπίδη, συγκαλυµµένη πάντως µε τη µικρή αλλαγή του ονόµατος, από Παλλήνη σε Βαλλήνη». (Ό.π.) Η κυριότερη όµως αναφορά για το ναό της Παλλήνης είναι αυτή του Ηρόδοτου (Ι 62, 3), κατά τον οποίο εκεί έγινε η µάχη του Πεισίστρατου µε τους Αλκµεωνίδες, όταν προσπαθούσε να επιβάλει για τρίτη φορά την τυρρανία του στους Αθηναίους.
β. Αρχαίες επιγραφές σχετικές µε το ναό της Παλληνίδος
Σύµφωνα µε τη Μ. Π. Γιώτα, µια αναθηµατική επιγραφή των µέσων του 4ου αι. π.Χ., που βρέθηκε εντοιχισµένη στην εκκλησία του αγ. Ιωάννη Θεολόγου και η οποία δηµοσιεύτηκε από τον W. Peek, µαρτυρά πως η Παλλήνη ήταν η ηγεµονεύουσα πόλη ενός «κοινού»1 µε κέντρο το ναό της Παλληνίδος Αθηνάς. Κάνει λόγο επίσης για δύο αναθηµατικές επιγραφές που αναφέρει ο Αθήναιος από το “Περί παρασίτων” του Πολέµωνος. Ο Πολέµων είχε αντιγράψει τις επιγραφές από το έργο ενός περιηγητή της εποχής του, του Θεµίσωνος, µε τίτλο «ΕΝ ΤΩ ΠΕΡΙ ΠΑΛΛΗΝΙ∆ΟΣ», που έχει χαθεί, και περιλάµβανε κατάλογο ιερών νόµων. Αναφέρει λοιπόν η πρώτη επιγραφή: «ΕΝ ∆Ε ΠΑΛΛΗΝΙ∆Ι ΤΟΙΣ ΑΝΑΘΗΜΑΣΙΝ ΕΠΙΓΡΕΓΡΑΠΤΑΙ ΤΑ∆Ε· “ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΙΤΟΙ ΑΝΕΘΕΣΑΝ ΟΙ ΕΠΙ ΠΥΘΟ∆ΩΡΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΣΤΕΦΑΝΩΘΕΝΤΕΣ ΧΡΥΣΩ ΣΤΕΦΑΝΩ... ΕΠΙ ∆ΙΦΙΛΗΣ ΙΕΡΕΙΑΣ ΠΑΡΑΣΙΤΟΙ ΕΠΙΛΥΚΟΣ ΝΙΚΟΣΤΡΑΤΟΥ ΓΑΡΓΗΤΤΙΟΣ, ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΠΕΡΙΚΛΕΙΤΟΥ ΠΙΤΘΕΥΣ, ΧΑΡΙΝΟΣ ∆ΗΜΟΧΑΡΟΥΣ ΓΑΡΓΗΤΤΙΟΣ...» Η δεύτερη: «ΕΠΙΜΕΛΕΙΣΘΑΙ ∆Ε ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΤΟΝ ΑΕΙ ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΣΙΤΟΥΣ, ΟΥΣ ΑΝ ΕΚ ΤΩΝ ∆ΗΜΩΝ ΠΡΟΣΑΙΡΩΝΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΑΣ ΠΡΩΤΟΠΟΣΕΙΣ». Για τις επιγραφές αυτές η αρχαιολόγος εξηγεί: «Η πρώτη επιγραφή χρονολογείται από το όνοµα του άρχοντος Πυθόδωρου, που ήταν επώνυµος άρχοντας στην Αθήνα το 431/2, και από το όνοµα της ιέρειας της Αθηνάς ∆ιφίλης. Επίσης από τα ονόµατα του Επιλύκου Νικοστράτου Γαργήττιου και του Γαργήττιου Χαρίνου, δύο προσώπων που αναφέρονται σε δύο ακόµα επιγραφές του β΄ µισού του 4ου αι. π.Χ. από την Αγορά. Ο τίτλος του “άρχοντος”, που αναφέρεται στην επιγραφή του W. Peek, είναι γνωστός και από άλλα “κοινά”. Οι άρχοντες λειτουργούσαν ως επικεφαλής της Ιερής Συνόδου και του Ιερού Συµβουλίου του Κοινού. Στην επιγραφή αναφέρονται τουλάχιστον 4 άρχοντες. Η ιέρεια που αναγράφεται στην επιγραφή ---λης ιερ--- µπορεί να είναι η ∆ιφίλη, και η επιγραφή µπορεί να συµπληρωθεί, κατά τον Peek: “Οι υπογεγραµµένοι ανέθεσαν στεφανωθέντες, επί ∆ιφίλης ιερείας”. Σηµαντικότατο στοιχείο για την σπουδαιότητα του ιερού της Αθηνάς στην Παλλήνη είναι η συµµετοχή του “άρχοντα βασιλέα” της Αθήνας στις τελετουργίες που γίνονταν στο ιερό (επί Πυθοδώρου άρχοντος). Από την Παλλήνη προέρχονται επίσης δύο ακόµα επιγραφές που σχετίζονται µε το ναό: η βουστροφηδόν επιγραφή του Αριστοκλέους και µία άλλη που αναφέρεται στα χρήµατα του ναού, η οποία βρέθηκε από τον L. Ross στα κτήµατα της Μονής Πεντέλης στο Γέρακα». (Ό.π.)
Παλληνίδος Αθηνάς· και πάντα θα κείτοµαι στη γη, φίλος δικός σας και µέτοικος σωτήρας για τη χώρα...» (“Ηρακλείδαι”, 1030-1034). 1 Τα κοινά ήταν πολιτειακές-θρησκευτικές ενώσεις αποτελούµενες αρχικά από πόλεις της ίδιας φυλής και αργότερα από δήµους που ανήκαν σε διαφορετικές φυλές. (Μ. Π. Γιώτα, σηµ. 4, σ. 97)
γ. Η θέση του ναού
Τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα και µέχρι πρότινος, µυστήριο αποτελούσε η ακριβής θέση όπου βρισκόταν ο περίφηµος ναός της Αθηνάς. Οι ερευνητές τον τοποθετούσαν συνήθως στο Χαρβάτι στην εκκλησία της Παναγίας,1 ή στην εκκλησία του αγ. Γεωργίου που βρίσκεται εκεί κοντά. Σύµφωνα µε άλλους ερευνητές, ενδείξεις για τη θέση του ναού βρέθηκαν στην εκκλησία του αγίου Γεωργίου, οι οποίες χρονολογούνται από το 550 π.Χ. Ο Άγγλος περιηγητής και λάτρης της ελληνικής αρχαιότητας Christopher Wordsworth, ο οποίος ταξίδεψε στην Ελλάδα κατά τα έτη 1832-33, διατύπωσε την πρωτότυπη άποψη ότι ο ναός βρισκόταν κοντά στο δήµο της Ηφαιστείας (σηµ. Ηράκλειο), αντλώντας τα επιχειρήµατά του γι’ αυτό, από τον Αριστοφάνη. (“Αθήνα – Αττική”, εκδ. Εκάτη, σ. 174-175). Ούτε όµως αυτό ισχύει, και την οριστική απάντηση για το ζήτηµα έδωσαν οι ανασκαφές. Η επιµελήτρια Ξένη Αραπογιάννη, σε ανακοίνωσή της στη Β΄ Επιστηµονική Συνάντηση Νοτιοανατολικής Αττικής, υποστήριξε ότι ο ναός έπρεπε να αναζητηθεί κοντά στην εκκλησία του αγ. Γεωργίου στον Γέρακα, βασιζόµενη στην εύρεση και δηµοσίευση από τον Η. Möbius ενός πώρινου τριγλύφου του 650 π.Χ., που βρέθηκε εντοιχισµένο στο βυζαντινό ναό, και προερχόταν πιθανώς από το ναό της Αθηνάς. Το τρίγλυφο αυτό αλλά και άλλα πώρινα αρχιτεκτονικά µέλη, οδήγησαν τους ερευνητές στην άποψη ότι ο αρχικός ναός ήταν πώρινος: «Η άποψη ότι ο αρχαϊκός ναός ήταν πώρινος, ή πώρινος µαρµάρινος, ενισχύεται από την ύπαρξη λατοµείου πωρολίθου στην τοποθεσία “Πευκάκια” δυτικά του ναού, καθώς και από την ύπαρξη αφθονίας αρχαίων πώρινων αρχιτεκτονικών µελών που βρίσκονται εντοιχισµένα στις χριστιανικές εκκλησίες της περιοχής του Σταυρού (Άγ. Γεώργιο, Άγ. ∆ηµήτριο, Αγ. Θέκλα, Άγ. Ιωάννη Θεολόγο, Αγ. Τριάδα). Ο Γαρδίκας (ΠΑΕ 1920, 57) είχε δεί ίσως τα ερείπια των θεµελίων του ναού της Παλληνίδος, αφού αναφέρει θεµέλια µεγάλων κτηρίων στο λόφο βόρεια της Αγ. Θέκλας, όπου βρέθηκαν τα θεµέλια του ναού που ανασκάβουµε». (Ό.π., σ. 95) Τα οικοδοµικά λείψανα, τα οποία ταυτίστηκαν µε το ναό, αποκαλύφθηκαν το 1994 στον Γέρακα, στη συµβολή των οδών Ανδρούτσου και Ζαλόγγου, στο οικόπεδο Θανοπούλου Φλώρου, σε ανασκαφές που διενήργησε η Β΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων Αττικής. Κατά τη Μ.Π. Γιώτα: «Τα ερείπια του ναού που έχουν σήµερα αποκαλυφθεί είναι µόνον θεµέλια. Θεµέλια όµως που µας επιτρέπουν, µε αρκετή προσέγγιση, την αποκατάσταση της κατόψεως του ναού, κι αυτό γιατί ο ναός ανήκει σε γνωστό κτηριακό ναϊκό τύπο και γιατί η διατήρησή τους είναι πολύ καλή. Πρόκειται για δωρικό, περίπτερο εξάστυλο ναό των µέσων του 5ου αι. π.Χ.». (Ό.π.)
δ. Το ιστορικό της ανασκαφής
Η πρώτη ανασκαφή έγινε στο ανατολικότερο οικόπεδο, το οικόπεδο Φλώρου, και αποκάλυψε το ανατολικό πτερό και τον πρόδοµο, εκτός από το τµήµα της ΝΑ πλευράς, που βρίσκεται κάτω από την οδό Ζαλόγγου, και τµήµα της βόρειας πλευράς και του βόρειου πτερού που βρίσκεται κάτω από το προς βορράν οικόπεδο (Ευσταθίου). Έχει επίσης ανασκαφεί, αλλά όχι εξαντλητικά, το προς δυσµάς οικόπεδο, µεταξύ των δύο διωρόφων οικοδοµών, που έχουν δυστυχώς καταστρέψει τη Ν∆ και τη Β∆ γωνία του ναού. Εκεί βρέθηκε τµήµα του δυτικού πτερού, της δυτικής προστάσεως και του οπισθοδόµου. Σήµερα ανασκάπτεται ο σηκός του ναού κάτω από το οδόστρωµα της οδού Ανδρούτσου, που καταργήθηκε µε απόφαση του ∆ηµοτικού Συµβουλίου Γέρακα. ∆υστυχώς, ένα µεγάλο µέρος της δυτικής πλευράς του ναού (περί τα 65 τ.µ.) έχει καταστραφεί. Παρόλη την καταστροφή, οι αρχαιολόγοι κατόρθωσαν να υπολογίσουν τις διαστάσεις του ναού: πλάτος 16,35 µ., και µήκος 32,25 µ. (Ό.π.)
1
Όπως µε πληροφόρησε ντόπιος σε επίσκεψή µου στην περιοχή, κατά τη διάρκεια των έργων αναστύλωσης της εκκλησίας, οι εργάτες ανακάλυψαν (σκάβοντας στην ανατολική πλευρά της εκκλησίας) κίονες και διάφορα άλλα κατάλοιπα αρχαίου ναού, η τύχη των οποίων φυσικά αγνοείται. ∆εν κατόρθωσα ποτέ να διασταυρώσω τούτη την πληροφορία. Αν βρέθηκε όµως κάτι, τότε σίγουρα δεν έχει να κάνει µε το ναό της Αθηνάς αλλά µε κάποιον άλλο ναό.
ε. Περιγραφή των ευρηµάτων
Κατά τη Μ. Π. Γιώτα: «Πριν από µερικά χρόνια το θεµέλιο θα πρέπει να έφτανε έως την επιφάνεια του εδάφους, της οποίας θ’ αποτελούσε απλά ένα µέρος που θα είχε την εµφάνιση ενός φυσικού βραχώδους εδάφους. Επειδή όµως ήταν έδαφος που είχαν φυτευτεί ελαιόδεντρα και αµπέλια (η περιοχή ήταν µετόχι και κτήµατα της Μονής Πεντέλης, που καλλιεργούνταν) δεν θα ήταν εύκολα ορατό και αναγνωρίσιµο (π.χ ο Milchhöfer και οι άλλοι περιηγητές δεν το είδαν). Πότε όµως καταστράφηκε το θεµέλιο; Εάν παρατηρηθεί προσεκτικά στην επάνω επιφάνεια των λίθων του θεµελίου, διακρίνονται τα ίχνη που έχει αφήσει το άροτρο, τα οποία δεν περιορίζονται µόνο στην ανώτερη στρώση αλλά υπάρχουν και σε χαµηλότερες, εκεί που διακόπτονται οι ανώτερες. Αντίθετα, υπάρχουν και πολλά σηµεία όπου, παρά τη διατήρηση του θεµελίου σε αρκετό ύψος, δεν υπάρχουν ίχνη. Έτσι αναγνωρίζονται τα µέρη όπου η αφαίρεση των λίθων προηγείται της γεωργικής χρήσης, και εκείνα στα οποία η αφαίρεση έπεται. [...] Η πλήρης απουσία στον τόπο της ανασκαφής οποιουδήποτε θραύσµατος από την ανωδοµή του ναού οδηγεί στην υπόθεση ότι αυτός αποσυναρµολογήθηκε, µεταφέρθηκε, και συναρµολογήθηκε αλλού, όπως έχει συµβεί άλλωστε και µε άλλα κτήρια της Αττικής κατά τη ρωµαϊκή εποχή. Στις περιπτώσεις φυσικής ή σκόπιµης καταστροφής, ακόµη και της πιο ριζικής, αποµένουν έστω και µικρά θραύσµατα επί τόπου. Εµείς τα µόνα µαρµάρινα κοµµάτια που έχουµε από την επίχωση του δυτικού πτερού είναι δύο µικρά θραύσµατα αρχιτεκτονικών γλυπτών, το ένα από υδρορρόη σίµης µε µορφή λεοντοκεφαλής (ίσως σπασµένα άχρηστα κοµµάτια), και µικρά κοµµάτια επίπεδων µαρµάρων µικρού πάχους από τον µαρµάρινο στυλοβάτη, το δάπεδο ή τους ορθοστάτες του ναού. Το µεταξόνιο της κιονοστοιχίας υπολογίσθηκε και βρέθηκε ότι είναι 2,87 µ. Από το µεταξόνιο βρίσκεται το µήκος της κρηπίδας και πόσες κολόνες είχε στην µακρά πλευρά. Βρέθηκε ότι ο αριθµός των κιόνων ήταν 13 στις µακρές πλευρές και το µεταξόνιο 2,685 µ. Η αντιστοιχία των προστάσεων προς τον 3ο κίονα της µεγάλης πλευράς είναι το σπουδαιότερο γνώρισµα των έργων του αρχιτέκτονος του Θησείου. Έτσι δηµιουργείται ένα ευρύτερο πτερό, που συνδυάζεται µε την δυνατότητα αξιοποίησης, αρχιτεκτονικά και γλυπτικά, του θριγκού και µε την πλήρη αισθητική και στατική αυτονόµηση της φατνωµατικής οροφής του ανατολικού πτερού. Τα έργα στα οποία παρουσιάζεται το γνώρισµα αυτό είναι: 1) Το λεγόµενο “Θησείο” (ναός του Ηφαίστου, 449-444 π.Χ.) µε 6 × 13 κίονες. 2) Ο ναός του Ποσειδώνος στο Σούνιο (444-440 π.Χ.) µε 6 × 13 κίονες, ο ναός της Νεµέσεως στον Ραµνούντα (436-432 π.Χ.) µε 6 × 12 κίονες και ο γνωστός στη βιβλιογραφία ως ναός του Άρεως στην Αρχαία Αγορά (440-436 π.Χ.) µε 6 × 13 κίονες. Τα έργα αυτά, αν και αναγνωρίζονται ως επαναλήψεις του ίδιου περίπου σχεδίου, παρουσιάζουν και διαφορές, όπως π.χ. στο πλάτος των µεταξονίων, στη διάµετρο και το ύψος των κιόνων, στο ύψος του θριγκού. ∆ ιαφέρουν επίσης και ως προς τη γλυπτική διακόσµηση. [...] Από την ανωδοµή του ναού δεν σώζεται, προς το παρόν, παρά µόνο το θραύσµα της υδρορρόης µε µορφή λεοντοκεφαλής, που δείχνει ότι η σίµη της µακράς πλευράς θα κοσµούνταν µε τέτοια γλυπτά. Το ανατολικό αέτωµα κοσµούσε πιθανώς γλυπτή παράσταση της Γιγαντοµαχίας, µε την Αθηνά προεξάρχουσα. [...] Για τη µορφή του ιερού και τη διατήρηση άλλων στοιχείων του, όπως του περιβόλου, του βωµού, των δηµόσιων κτισµάτων και των αναθηµάτων, δεν µπορεί να γίνει ακόµη λόγος προτού προχωρήσει η ανασκαφική έρευνα. Σε απόσταση όµως 50 µ. ανατολικά του ναού εντοπίστηκε τετράγωνη αίθουσα (ίσως υπόστυλη), που η στενή γειτνίασή της µε τον ναό και η κατασκευαστική µορφή της την κατατάσσουν στα κτίσµατα του ιερού της Παλληνίδος Αθηνάς, ενός από τα σπουδαιότερα αγροτικά αττικά ιερά». (Ό.π.) Επίσης, η Γιώτα Σύκκα, σε άρθρο της στην εφηµερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (20-12-03) σχετικό µε τα αρχαιολογικά ευρήµατα της Παλλήνης, αναφέρει ότι στις ανασκαφές της Β΄ Ε.Π.Κ.Α ο ∆ηµήτριος Ν. Χριστοδούλου, έφερε στο φως µεταξύ άλλων και τµήµατα δηµοσίων κτιρίων, τα οποία συνδέονταν µε τις λειτουργίες και τις ανάγκες του εν λόγω ναού. Αξιοσηµείωτος είναι επίσης ο εντοπισµός τµηµάτων δρόµων που καταλήγουν στο ναό της Αθηνάς και φαίνεται ότι ξεκινούν τόσο από το κέντρο της Αθήνας όσο και από άλλες περιοχές των Μεσογείων.
Σχέδιο ανατολικού πτερού - πρόδοµος. Υπολογισµός µεταξονίων. (Σχέδιο Μ. Π. Γιώτα)
Πάνω: Αναπαράσταση του ναού. (Σχέδιο Μ. Κορρές) Κάτω: Τα υπολείµµατα του ναού. (Φωτ. Μ. Π. Γιώτα)
Αναπαράσταση της υδρορρόης της σίµης σε σχήµα λεοντοκεφαλής. (Piet de Jong)
2. ΕΝΑΣ ΠΑΝΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΛΛΗΝΗ
Ο µύθος του Εριχθόνιου (βλ. Β΄ µέρος), στον οποίο αναφέρεται η µετάβαση της Αθηνάς στην Παλλήνη, αποδεικνύει τη σύνδεση της Θεάς µε το χώρο αυτό από τα πανάρχαια χρόνια. Και είναι πολύ πιθανόν, όπως υποστηρίζουν µερικοί, πως η λατρεία της ξεκίνησε για πρώτη φορά στην Αττική από την περιοχή αυτή. (Βλ. ό.π.) Κατά την Μ. Π. Γιώτα: «Ακόµη όµως και να µην αληθεύει αυτό απόλυτα, η λατρεία της θεάς στο χώρο πρέπει να είναι πολύ παλιά, όπως συµπεραίνουµε και απο τα πτηνόµορφα ειδώλια που βρίσκονται στην επίχωση των θεµελίων του κλασικού ναού και προέρχονται από γειτονικό αρχαϊκότατο ιερό. Χρονολογούνται στο τέλος του 8ου, αρχές του 7ου αι. π.Χ. Έχουν βρεθεί περίπου 200 κοµµάτια τέτοιων ειδωλίων. Μερικά φέρουν µυτερό κράνος και ίσως ήταν έφιππα (έχουν βρεθεί και κοµµάτια ζωδίων)· ίσως αποτελούν πρώιµη µορφή της Αθηνάς Ιππίας. Έχουν επίσης σχετισθεί µε λατρεία πηγαίων νερών». (Ό.π. σ. 94-95)
3. Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΕΛΗΣΙΑΣ (;) ΑΘΗΝΑΣ
Η επί 400 χρόνια ύπαρξη της µονής Πεντέλης, αλλά και οι γύρω απ’ αυτήν πολυτελείς κατοικίες που εξαπλώθηκαν σαν πανούκλα τις τελευταίες δεκαετίες, είναι ευνόητο ότι δεν επέτρεψαν ποτέ στην αρχαιολογική σκαπάνη να αναζητήσει τα ίχνη του αρχαίου οµώνυµου δήµου και του ναού. Εισερχόµενοι όµως στον περίβολο της µονής βλέπουµε, άλλα σκόρπια και πεταµένα εδώ κι εκεί κι άλλα ενσωµατωµένα στο µεσαιωνικό κτίσµα, τα εναποµείναντα κατάλοιπα του ναού της Θεάς των Αθηναίων. Κιονόκρανα, κιονίσκοι, λεκάνες, και πλήθος λαξευµένων λίθων είναι µερικά απ’ αυτά που απέµειναν. Ανάµεσα στα ερείπια του ναού, βρίσκονται εντοιχισµένα, ένα αγαλµατίδιο ένθρονης Θεάς και ένα ανάγλυφο του Ηρακλή. (Βλ. Β΄ µέρος) Κάποτε έκανα µια δοκιµαστική ερώτηση στο φύλακα του «κρυφού σχολειού» για τον αρχαίο ναό µήπως πάρω κάποια περαιτέρω πληροφορία. Η απάντηση που έλαβα ήταν η εξής: «Τι λες, παιδάκι µου, δεν ισχύει τέτοιο πράµα, δεν υπήρχε ποτέ αρχαίος ναός εδώ πέρα. Οι πέτρες αυτές είναι της µονής». Τον χαιρέτησα και έφυγα. Το χειµώνα του 2000, κάνοντας µία επίσκεψη στη µονή για φωτογραφίες πριν την ανάβασή µου στο βουνό, είδα σε κάποιο σηµείο ένα σωρό από αρχαία µάρµαρα τα οποία δεν υπήρχαν πρωτύτερα, καθότι από το συγκεκριµένο σηµείο είχα περάσει κι άλλες φορές. Προφανώς θα βρέθηκαν κατά τη διάρκεια κάποιας (πιθανώς σκαπτικής) εργασίας της µονής. Η πρώτη φορά όµως, που τα είδα, ήταν και η τελευταία. Επίσης, κοντά στη µονή σώζονται τα ερείπια ενός παλιού µύλου όπου στην κορυφή των δύο τοιχωµάτων του υπάρχουν δύο µαρµάρινα τεµάχια τα οποία προέρχονται κι αυτά (µάλλον) από τον αρχαίο ναό.
Τα αρχαία µάρµαρα στον παλιό µύλο της µονής. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Κατάλοιπα του αρχαίου ναού στις στοές του υποτιθέµενου «κρυφού σχολειού». (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Σκόρπια ή εντοιχισµένα κατάλοιπα του αρχαίου ναού. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Τα εξαφανισµένα πλέον µαρµάρινα τεµάχια. Από το µέγεθός τους είναι πιθανό να πρόκειται για βαθµίδες κλίµακας (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Κιονίσκοι και άλλα αρχιτεκτονικά µέλη εντοιχισµένα στο «µουσείο» της µονής. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αυτός ο κίονας στέκεται ακόµα όρθιος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
α. Σύµβολα και επιγραφές
Σε µία άλλη επίσκεψή µου στη µονή εντόπισα την ύπαρξη µίας επιγραφής και κάποιων παράξενων συµβόλων, τα οποία ίσως να είναι αρχαία. Η επιγραφή και τα σύµβολα βρίσκονται ενσωµατωµένα στην εκκλησία της Θεοτόκου, αριστερά και δεξιά της εισόδου. Η επιγραφή (Φωτ. 1) έχει υποστεί τεράστια αλλοίωση και διακρίνονται µοναχά τα γράµµατα ...ΑΤΗ...ΟΣ. ∆ιακρίνονται και κάποια άλλα κατεστραµµένα γράµµατα, πράγµα που δείχνει ότι αποτελεί τµήµα κάποιας µεγαλύτερης επιγραφής. Αυτό µ’ έκανε να ψάχνω για τα υ-
πόλοιπα τµήµατα κάθε φορά που βρισκόµουν εκεί· δε βρήκα όµως απολύτως τίποτε. Συνεπώς, αυτό είναι το µόνο διασωθέν αποµεινάρι της επιγραφής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ένα ακόµα µαρµάρινο τεµάχιο, πάνω στο οποίο υπάρχουν κάποια –αρκετά φθαρµένα κι αυτά– σύµβολα. Ο κύκλος µε την τελεία στο κέντρο (Φωτ. 2), είναι σύµβολο του Ήλιου, αλλά αντιστοιχεί και στο κρητικό γράµµα «Θ». Οµοίως και ο κύκλος στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει ένα Χ, αντιστοιχεί κι αυτό στο γράµµα «Θ», έτσι όπως γραφόταν στην Κρήτη, στην Κόρινθο και στη Μίλητο. ∆ιακρίνεται επίσης το γράµµα «Χ». Για τα υπόλοιπα δε δύναµαι να εκφέρω άποψη. Όµως το αλλοιωµένο οκτάκτινο σχήµα µε τα ηµικύκλια στις άκρες του, µου θύµισε ένα ανάλογο σχήµα το οποίο υπάρχει σε µαγικό κατάδεσµο1 που απεικονίζει την Τρίµορφη Εκάτη και µαγικούς χαρακτήρες.2 Υπάρχει µεγάλη οµοιότητα µεταξύ των δύο. Από την άλλη, βέβαια, µπορεί να κάνω λάθος και η οµοιότητα να ’ναι συµπτωµατική.
1. Η επιγραφή. 2. Τα σύµβολα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1
Οι κατάδεσµοι ήταν µεταλλικές πλάκες χαραγµένες µε µαγικούς χαρακτήρες και κατάρες που θάβονταν κυρίως σε τάφους για να επιφέρουν στον εχθρό το κακό ή το θάνατο. Βρίσκονταν σε χρήση από τον 5ο π.Χ. αιώνα έως τον 5ο µ.Χ. αιώνα. Τέτοια στοιχεία «µαύρης µαγείας», ανήκαν, όπως γράφει η Αναστασία ∆. Βακαλούδη, «...στο χώρο της ελληνικής λαϊκής δεισιδαιµονίας και του λαϊκού αντικοινωνικού τσαρλατανισµού». (“Η εξέλιξη της µαγείας από την αρχαιότητα έως τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους”, εκδ. Κέδρος, σ. 76-77.) 2 Η µαγική αυτή απεικόνιση κοσµεί το εξώφυλλο του βιβλίου του Fritz Graf, “Η Μαγεία στην ελληνορωµαϊκή αρχαιότητα”, Πανεπιστηµιακές εκδόσεις Κρήτης.
Αριστερά: Σε φωτογραφία και σχεδιαστική αναπαράσταση το οκτάκτινο σχήµα. ∆εξιά: Με βελάκι σηµειώνεται το ανάλογο σχήµα στην απεικόνιση της Εκάτης.
4. ΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ (ΑΓΡΙΛΙΚΙ)
Στους πρόποδες του όρους Αγριλίκι (ΒΑ προέκταση Πεντελικού) βρέθηκε από τον Σωτηριάδη όρος µαρµάρινος1 µε την επιγραφή «ΗΟΡΟΣ / ΤΕΜΕΝΟΣ / ΑΘΕΝΑΑΣ» η οποία, λόγω του σχήµατος των γραµµάτων, χρονολογείται στους χρόνους του Μιλτιάδη και του Θεµιστοκλή. (Σωτηριάδης ΠΑΕ 1933, 42) Ο λίθος ήταν σε τόσο καλή κατάσταση, ώστε ο Γ. Σωτηριάδης υπέθεσε πως η θέση στην οποία βρέθηκε ήταν και η αρχική θέση του λίθου. Η έρευνα του Γ. Σωτηριάδη στο χώρο εύρεσης του όρου και γύρω απ’ αυτόν αποκάλυψε επίσης βάση στηλών, δωµάτια µικρού σπιτιού και πεσσοειδές βάθρο µε αναθηµατική επιγραφή των αρχών του 4ου αι. π.Χ. Από τα ευρήµατα αυτά και τη µελέτη της τοπογραφίας, ο E.Vanderpool συµπέρανε πως ο δήµος του Μαραθώνος βρισκόταν στους πρόποδες του όρους Αγριλίκι, στο Ν∆ µέρος της πεδιάδας. Με το τέµενος της Αθηνάς ταύτισε ο Σωτηριάδης το «µικρό ναό» που ανέσκαψε στο Βρανά, 100 µ. δυτικά του θολωτού τάφου, σε απόσταση 1000 µ. περίπου από τη θέση της επιγραφής του όρου, και τον οποίο από τα παµπληθή µικρά θραύσµατα αγγείων χρονολογεί στον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα. Την ερµηνεία του στηρίζει ο Σωτηριάδης «στα τεµάχια µαρµαρίνου θρόνου, τους κοµψούς βραχίονας, χείρας και πόδας αγάλµατος µαρµαρίνου γυναικείας θεότητος». Σύµφωνα µε την Επιµελήτρια των Αρχαιοτήτων Άρτεµη Ωνάσογλου, η ένδειξη αυτή δεν είναι και τόσο ασφαλής ώστε να αποκλειστούν άλλες υποψηφιότητες θεοτήτων ενοίκων του «µικρού ναού». (Περιοδικό “Αρχαιολογία”, Τα Ιερά της Τετραπόλεως του Μαραθώνα, σ. 64) Μια δεύτερη επιγραφή, χαραγµένη σε βάθρο αγάλµατος, βρέθηκε στη θέση Μάρµαρα και έφερε τις λέξεις: «ΑΘΗΝΑΣ ΤΕΛΕΣΙΟΥΡΓΟΥ». Σωτηριάδης ΠΑΕ 1933, 46.
1
Συγκεκριµένα βρέθηκε στον αγρό του Χρ. ∆ηµαντώνη 100µ. ανατολικά του ιερού του Ηρακλή.
Ο µαρµάρινος όρος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
5. ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Από τον Παυσανία πληροφορούµαστε πως οι Αθηναίοι είχαν στα ιερά βουνά τους στηµένα αγάλµατα Θεών: «ΑΘΗΝΑΙΟΙΣ ∆Ε ΤΑ ΟΡΗ ΚΑΙ ΘΕΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΕΧΕΙ . ΠΕΝΤΕΛΗΣΙ ΜΕΝ ΑΘΗΝΑΣ…» [Οι Αθηναίοι έχουν στα βουνά τους αγάλµατα θεών. Στην Πεντέλη υπάρχει άγαλµα της Αθηνάς…] (“Αττικά”, 36, 2) Σύµφωνα µε µια άποψη, το άγαλµα ήταν στηµένο κάπου στα αρχαία λατοµεία, ενώ κάποιοι άλλοι, όπως ο Ρισπέν, θεωρούν ότι το άγαλµα βρισκόταν στην κορυφή του βουνού (“Μεγάλη Ελληνική Μυθολογία”, εκδ. Αυλός , τόµ. Α΄, σ. 94), άποψη που κατά τη γνώµη µου φαίνεται ορθότερη. O Merl K. Langdon αναφέρει ότι κοντά στην κορυφή υπάρχει ένας λαξευµένος βράχος ο οποίος πρέπει να αποτελούσε τη βάση για το µνηµονευµένο από τον Παυσανία άγαλµα της Θεάς Αθηνάς. (“A Sanctuary of Zeus on Mount Hymettos”, σ. 102. American School Of Classical Studies At Athens Princeton, New Jersey, 1976)
Σ’ αυτό φαίνεται να συµφωνούν και οι περισσότεροι ερευνητές. Μάλιστα, ορισµένοι γίνονται πιο συγκεκριµένοι και αναφέρουν πως η βάση αυτή βρίσκεται σε υψόµετρο 1.020 µ., νότια της κορυφής της Πεντέλης. Προσωπικά, είµαι απόλυτα βέβαιος ότι κάτι τέτοιο δεν είναι αληθές, όχι ως προς την ύπαρξη της βάσης, αλλά ως προς τη θέση της. Όσες φορές κι αν πέρασα από το σηµείο αυτό κατά τη διάρκεια πεζοπορείας, δεν εντόπισα ποτέ κάποια βάση. Μια φορά µάλιστα πήγα να ψάξω επισταµένα την περιοχή γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. ∆ε βρήκα όµως τίποτε, όσο κι αν επιθυµούσα το αντίθετο. Είναι πολύ πιθανό η βάση του αγάλµατος να βρισκόταν ακριβώς πάνω στην κορυφή όπου και οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις, οπότε αυτή (για ευνόητους λόγους) καταστράφηκε. Ακόµα και από αισθητικής άποψης αν το δει κάποιος (ένα από τα χαρακτηριστικά των προγόνων µας άλλωστε ήταν και η εξαιρετική αντίληψη της αισθητικής), φαίνεται λογικό το άγαλµα να βρισκόταν στην κορυφή, αν αναλογιστούµε βεβαίως τον καλλίγραµµο όγκο της Πεντέλης, όµοιο µε αέτωµα αρχαίου ναού, στην κορυφή του οποίου όρθωνε κάποτε το ανάστηµά του το επιβλητικό άγαλµα της Αθηνάς. Επιπλέον, αυτός που θα σταθεί στην κορυφή
της Πεντέλης, θα διαπιστώσει πως έχει την καλύτερη εποπτεία του αττικού λεκανοπεδίου σε σχέση µε τα υπόλοιπα βουνά. Ένα τέτοιο σηµείο, λοιπόν, για τη Θεά Αθηνά (δηλ. το άγαλµά της) κρίνεται ως το ιδανικότερο.
6. ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ (ΙΚΑΡΙΑ)
Ο Παυσανίας αναφέρει ότι το αρχαιότερο ιερό του ∆ιονύσου ήταν αυτό που βρισκόταν κοντά στο θέατρο, στη νότια πλαγιά της Ακρόπολης.1 Το αρχαιότερο όµως ιερό του ∆ιονύσου κατασκευάστηκε στον αρχαίο δήµο Ικαρίας, του οποίου ο Παυσανίας αγνοούσε πιθανώς την ύπαρξη. Οι αρχαιολόγοι τοποθετούν την ίδρυση του ιερού του ∆ιονύσου στην Ακρόπολη στον 6ο π.Χ. αιώνα. Το ιερό της Ικαρίας, όµως, ιδρύθηκε κάποιους αιώνες πριν, την εποχή που στην Αθήνα βασίλευε ο Πανδίων ο Β΄. Στο Β΄ µέρος του βιβλίου, θα δούµε πώς συνδέθηκε η πεντελική Ικαρία µε τον Θεό ∆ιόνυσο, τη διονυσιακή λατρεία και το θέατρο.
α. Ανασκαφές - αρχαία ευρήµατα
Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Γερµανός περιηγητής A. Milchhofer παρατήρησε τα ερείπια µίας εκκλησίας, στην οποία είδε εντοιχισµένα πολλά αρχαία µαρµάρινα αρχιτεκτονικά µέλη καθώς και ένα άγαλµα. Ενηµέρωσε την αµερικανική σχολή κλασικών σπουδών και στις 30 Ιανουαρίου του 1888 ξεκινούν ανασκαφές υπό τον Carl D. Buck στο κτήµα της οικογένειας Ηλιοπούλου όπου βρισκόταν η εκκλησία. Από τις ανασκαφές αυτές αποκαλύφθηκε το κέντρο του δήµου Ικαρίας και το ιερό του ∆ιονύσου. Ήρθαν στο φως πολλές επιγραφές, το χορηγικό µνηµείο, ο κεντρικός βωµός, αγάλµατα, αγγεία και ανάγλυφες παραστάσεις, τα οποία µαρτυρούν τον κοινωνικό και πολιτιστικό βίο της Ικαρίας. Σύµφωνα µε το περιοδικό “Ιστορία Εικονογραφηµένη”, τα ευρήµατα «...οδηγούν στην ανεύρεσι των όρων και των µεθόδων, ακόµη και στον ίδιο τον χώρο που χρησιµοποιούσαν οι Ικαριώτες, στην παρουσίασι, από σκηνής, των τραγωδιών και των κωµωδιών, αν και όπως αποδείχθηκε από τις ανασκαφές, κανένα αξιόλογο κτίσµα θεάτρου δεν υπήρχε εκεί. Η µορφή του, όπως αναφέραµε, ήταν προαισθητική». (“Το Αρχαίο Θέατρο του ∆ιονύσου”, σ. 31, αρ. τεύχους 49, Ιούλιος 1972)
Αυτό όµως δεν πρέπει να είναι αληθές, διότι σε σχέδιο του αρχαιολόγου Γ. Τραυλού (παρατίθεται παρακάτω) φαίνεται ολοκάθαρα ότι υπήρχε θέατρο. Τον θεατρικό χώρο δηµιουργούσε η κλίση του λόφου, όπου και κάθονταν οι θεατές κατά τα ∆ιονύσια. Το θέατρο αυτό βρίσκεται µπροστά και δεξιά µας όπως µπαίνουµε στο χώρο. Η ορχήστρα είχε ένα ασυνήθιστο τραπεζοειδές σχήµα. Οι πέτρες της σκηνής στέκονται ακόµα στη σειρά στην πίσω πλευρά της ορχήστρας, αλλά οι 6 πολυθρόνες της προεδρίας είναι σκορπισµένες εδώ κι εκεί. ∆ίπλα στην ορχήστρα αριστερά διακρίνεται µία µεγάλη βάση φτιαγµένη από µεγάλες και µικρές µαρµάρινες πέτρες. (Elisabeth King Filioti, “∆ιόνυσος – Ικάριον”, www.filiotis.net) Υπάρχει ένας κατάλογος από 76 αρχαιολογικά ευρήµατα, τα οποία παραδόθηκαν στην Αρχαιολογική Υπηρεσία από τον ιδιοκτήτη του κτήµατος. Αρκετά από αυτά περιγράφονται από τον Carl D. Buck. Ανάµεσα στα πιο εντυπωσιακά διακρίνονται το λατρευτικό άγαλµα του Θεού ∆ιονύσου, ο οποίος παριστάνεται καθισµένος να κρατάει το βοιοτικό κάνθαρο, και µία ανάγλυφη στήλη ενός οπλίτη, η οποία µοιάζει µε τον «Πολεµιστή του Μαραθώνα» (που είχε βρεθεί το 1838 στο χωριό Βελανιδέζα), η οποία µάλιστα είχε χρησιµοποιηθεί ως κατώφλι της εκκλησίας. Το πρακτικό της παραδόσεως των ευρηµάτων, στο κτήµα Ηλιοπούλου ∆ιόνυσος καταλήγει ως εξής: «Τα αρχαία τούτα ευρεθέντα εν τω κτήµατι του κ. Ασηµάκη Ηλιοπούλου εν ταις υπό της Αµερικανικής Σχολής ενεργουµέναις ανασκαφαίς, παρελήφθησαν υπό του ιδιοκτήτου του κτήµατος, αντιπροσωπευοµένου υπό του πληρεξουσίου αυτού κ. Γεωργίου Ηλιοπούλου. Προς πίστωσιν δε τούτου συνετάχθη ο παρών κατάλογος εν διπλώ, όστις υπογράφεται και µονογρα1
«ΤΟΥ ∆ΙΟΝΥΣΟΥ ∆Ε ΕΣΤΙ ΠΡΟΣ ΤΩ ΘΕΑΤΡΩ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΟΝ ΙΕΡΟΝ.» (“Αττικά”, 20, 3. Εκδ. Κάκτος.)
φείται παρά του παραλαβόντος και ηµών των παραδωσάντων Απ. Κτενά, βοηθού της Γενικής Εφορίας, και Νικολάου ∆αλµάρα, επιστάτου αρχαιοτήτων, προς δε τούτοις παρεδόθη και ήµισυ περίπου µεγάλου επιστυλίου ευρεθέντος επί της επιφανείας άνωθεν του ανασκαφέντος τόπου, έχοντος περίµετρον µ. 1,75 και ύψ. 1,10 και συγκειµένου εκ δέκα επτά τεµαχίων, και ετέρων τριάκοντα τριών τεµαχίων, αποτελούντων το έτερον ήµισυ αυτού, ως εικάζεται, και µη προσαρµοσθέντων µετά ραβδώσεων. Το εν των αντιτύπων µέναι παρά τω παραλαµβάνοντι κ. Γεωργίω Ηλιοπούλω, το έτερον θέλει υποβληθή προς την Γενικήν Εφορίαν. Εν ∆ιονύσω Αττικής την 14 Μαρτίου 1888.Ο παραλαβών, οι παραδώσαντες Απόστολος Κτενάς, Νικόλαος ∆αλµάρας». (“Ιστορία Εικονογραφηµένη”, ό.π.)
Εκτός από το ιερό, το βωµό και το θέατρο του ∆ιονύσου, υπήρχαν και κάποια άλλα κτίσµατα όπως το ιερό του Πυθίου Απόλλωνα για το οποίο θα µιλήσουµε παρακάτω. Στην αριστερή πλευρά του αρχαιολογικού χώρου σώζονται λείψανα του ιερού περιβόλου και ενός κτιρίου αγνώστων στοιχείων. Στο κέντρο κάτω από τα µάρµαρα που άφησαν οι αρχαιολόγοι όταν κατεδάφισαν την εκκλησία υπάρχουν ίχνη ενός άλλου κτιρίου, πιθανώς το ιερό του ∆ιονύσου, δύο µεγάλες µαρµάρινες βάσεις καθώς και το ηµικυκλικό χορηγικό µνηµείο του 4ου αι. π.Χ., χτισµένο από από τρεις χορηγούς, τον Αγνία, τον Ξάνθιππο και τον Ξανθίδη, οι οποίοι κέρδισαν στα ∆ιονύσια και έφτιαξαν το µνηµείο για να θυµίζουν τη µεγάλη νίκη τους.
Αριστερά: Το χορηγικό µνηµείο του Αγνία (4ος αι. π.Χ.). (Το σχέδιο βρίσκεται πάνω σε µία από τις επεξηγηµατικές ταµπέλες του αρχαιολογικού χώρου).
Aριστερά: Το χορηγικό µνηµείο πριν την αναστήλωση. (Φωτ. “Ιστορία Εικονογραφηµένη”) ∆εξιά: Μετά την αναστήλωση (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
∆εξιά: Σχεδιάγραµµα του ιερού. (Σχ. Τραυλός)
Φωτογραφίες από τις ανασκαφές στην Ικαρία. (Παρατίθενται από την Αµερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα)
1. Γενική άποψη του ιερού και του θεάτρου. 2. Θέσεις επισήµων. 3. Το ιερό του ∆ιονύσου 4. Μαρµάρινη γούρνα. 5. Βάση στήριξης. 6. Βωµός. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Από το διονυσιακό ιερό. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αριστερά: Κεφαλή του ∆ιονύσου από το ιερό της Ικαρίας. (Φωτ. από το “Discoveries in the Attic Deme of Ikaria”). ∆εξιά: Μαρµάρινη λήκυθος. (Φωτ. “Ιστορία Εικονογραφηµένη”)
Η µαρµάρινη στήλη του οπλίτη. (Φωτ. “Ιστορία Εικονογραφηµένη”)
1&2. Μαρµάρινα ανάγλυφα. 3. Τµήµατα από διάφορα ανάγλυφα. 4. Τεµάχια από άγαλµα του ∆ιονύσου. (Οι φωτογραφίες παρατίθενται από την Αµερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα)
1. ∆ηµόσιο ψήφισµα. 2. Από αριστερά: Άγαλµα κοριτσιού. Κεφαλή ρωµαϊκής περιόδου. Τµήµα επιτύµβιας στήλης που αναπαριστά ηλικιωµένο άνδρα να βαστάει ραβδί. 3. Ανάγλυφο στεφάνι κισσού και επιγραφή. 4. Από πάνω αριστερά: Κεφαλή παιδιού. Κεφαλή γρύπα. Κεφαλή που αναπαριστά µάσκα τραγωδίας. Το κάτω µέρος αναγλύφου που αναπαριστά γυναικεία µορφή. Το κάτω µέρος αναγλύφου που αναπαριστά µορφή µε σταυρωµένα πόδια. Τεµάχιο αγαλµατιδίου που αναπαριστά Σειλινό. 5. Ανδρική κεφαλή ρωµαϊκών χρόνων και τµήµα από τον προεδρικό θρόνο του θεάτρου. 7. Γυναικείες κεφαλές. 8&9. Κορµός αγάλµατος Σατύρου. 10. Μαρµάρινο δοχείο. (Οι φωτογραφίες παρατίθενται από την Αµερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα)
β. Επιγραφές
Η επισταµένη αναζήτησή µου στο χώρο του ιερού προς εύρεση αρχαίων επιγραφών, δυστυχώς δεν απέδωσε πολλούς καρπούς. Μόνο δύο επιγραφές σώζονται σήµερα, κι αυτές αρκετά φθαρµένες. Συναντάµε την πρώτη στο (αναστυλωµένο πλέον) χορηγικό µνηµείο του Αγνία (4ος π.Χ. αι.), στην οποία αναφέρονται τα ονόµατα των αναθετών: «ΑΓΝΙΑΣ ΞΑΝΘΙΠΠΟΣ ΞΑΝΘΙ∆ΗΣ ΝΙΚΗΣΑΝΤΕΣ ΑΝΕΘΕΣΑΝ». (Βλ. σχέδιο µνηµείου)1 Η δεύτερη επιγραφή εντοπίζεται πάνω σε µία µαρµάρινη στήλη δυτικά του χορηγικού µνηµείου, από την οποία ξεχωρίζουν τα εξής: «...ΕΡΓΑΤΟΣ...ΙΑΝΟΜ(ΑΧΟΣ)... ΙΑΝΟΜΑΧΟΣ ΕΡΓΑΤΟ(Σ)... ∆ΙΟΙ ΝΗΤΟΣ ΕΡΓΑΤΟΣ ΤΡΑΓΩΙ∆ΟΙΣ .ΕΡΓΑΤΟΣ ...ΑΝΤ...ΝΙΚΟΠΤΕΣ ΑΝΕΘΕ(Σ)ΑΝ». Η τρίτη επιγραφή δε βρίσκεται πλέον στο ιερό. Γνωρίζουµε γι’ αυτή χάρη σε φωτογραφία που παρατίθεται στο περιοδικό “Ιστορία Εικονογραφηµένη”. Αυτή είναι σχετικά καλοδιατηρηµένη και διαβάζουµε τα εξής: «…ΧΙΠΠΟΣ, ΑΡΧΕ∆...(Ν)ΙΚΗΣΑΣ ΑΝΕΘΗΚΕ (∆)ΙΟΝΥΣΩ Ι…(Ν)ΙΚΟΣΤΡΑΤΟΣ Ε∆Ι∆Α...»
Η επιγραφή στη µαρµάρινη στήλη. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Η εξαφανισµένη επιγραφή. (Φωτ. “Ιστορία Εικονογραφηµένη”)
Υπήρχαν όµως και άλλες επιγραφές οι οποίες αναφέρονται από τον Carl D. Buck. (American
School of Classical Studies at Athens, "Discoveries in the Attic Deme of Ikaria")
Μία από τις επιγραφές αυτές αναφέρεται στο δήµαρχο Νίκωνα, τον οποίο στεφάνωσαν οι κάτοικοι του δήµου της Ικαρίας, διότι «καλώς και δικαίως τω ∆ ιονύσω τήν εορτήν εποίησεν καί τόν αγώνα» και τους χορηγούς.
1
∆εν παρέθεσα φωτογραφία της επιγραφής, διότι λόγω της υπερυψωµένης θέσης στην οποία βρίσκεται καµία απόπειρα φωτογράφησης δεν απέφερε το ποθητό αποτέλεσµα.
«ΚΑΛΛΙΠΟΣ ΕΙΠΕΝ· ΕΨΗΦΙΣΘΑΙ ΙΚΑΡΙΕΥΣΙΝ· ΕΠΑΙΝΕΣΑΙ ΝΙΚΩΝΑ ΤΟΝ ∆ΗΜΑΡΧΟΝ ΚΑΙ ΣΤΕΦΑΝΩΣΑΙ ΚΙΤΤΟ ΣΤΕΦΑΝΩ ΚΑΙ ΑΝΕΙΠΕΙΝ ΤΟΝ ΚΗΡΥΚΑ ΟΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥΣΙΝ ΙΚΑΡΙΕΙΣ ΝΙΚΩΝΑ ΚΑΙ Ο ∆ΗΜΟΣ Ο ΙΚΑΡΙΕΩ Ν ΤΟΝ ∆ΗΜΑΡΧΟΝ ΟΤΙ ΚΑΛΩΣ ΚΑΙ ∆ΙΚΑΙΩΣ ΤΩ ∆ΙΟΝΥΣΩ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗΝ ΕΠΟΙΗΣΕΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ, ΕΠΑΙΝΕΣΑΙ ∆Ε ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΝ ΚΑΙ ΠΡΑΞΙΑΝ ΚΑΙ ΣΤΕΦΑΝΩΣΑΙ ΚΙΤΤΟ ΣΤΕΦΑΝΩ ΚΑΙ ΑΝΕΙΠΕΙΝ ΚΑΘΑΠΕΡ ΤΟΝ ∆ΗΜΑΡΧΟΝ.»
(Το δηµόσιο ψήφισµα που αναφέρεται στον δήµαρχο Νίκωνα)1
Μια άλλη επιγραφή (4ος αι. π.Χ) αναφέρει:
Η ονοµασία Ανθρείον είναι άγνωστη, και µάλλον αφορά κάποια µικρή περιοχή εντός των ορίων του δήµου Ικαρία. Σε άλλες δύο επιγραφές διαβάζουµε:
Το έτος 1997, κάποιοι χριστιανοί, «θείω ζήλω κινηθέντες», γκρέµισαν ό,τι απέµεινε όρθιο από το ιερό για να είναι πλέον σίγουροι ότι πάταξαν πλήρως τους «δαίµονες της ειδωλολατρείας»... Ναι, δυστυχώς, στη σύγχρονη εποχή πραγµατοποιούνται ακόµα τέτοιου είδους µεσαιωνικές πρακτικές. Κρίµα.
7. ΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ (ΓΑΡΓΗΤΤΟΣ)
Σύµφωνα µε τους αρχαιολόγους, στο δήµο Γαργηττού υπήρχε τέµενος του ∆ιονύσου. Ένα στοιχείο που µαρτυρά την ύπαρξή του είναι ένα ψήφισµα εντοιχισµένο στο παρεκκλήσι του αγ. Γεωργίου το οποίο προέρχεται από το τέµενος. ∆ εν αναφέρεται όµως πουθενά το πού βρισκόταν, ούτε υπάρχει κάποια περαιτέρω πληροφορία. Εκτός βέβαια και αν η εκκλησία του αγ. Γεωργίου βρίσκεται ακριβώς στον αρχαίο ιερό χώρο.
1
Όλες οι επιγραφές προέρχονται από το “Discoveries in the Attic Deme of Ikaria”.
8. ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΟΥ ΠΥΘΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ (ΙΚΑΡΙΑ)
Αριστερά από το ιερό του ∆ιονύσου στην Ικαρία, βρίσκονται τα θεµέλια του ιερού του Πυθίου Απόλλωνα. (Σηµειώνεται στην σχεδιαστική αναπαράσταση του Τραυλού που παρέθεσα προηγουµένως). Εκεί είχαν βρεθεί αρκετές βάσεις για αναθήµατα, η βάση του λατρευτικού αγάλµατος του Απόλλωνα, το οποίο δε βρέθηκε ποτέ,1 το κατώφλι µε την επιγραφή «ΙΚΑΡΙΩΝΤΟ ΠΥΘΙΟΝ» και ένα αναθηµατικό ανάγλυφο που απεικονίζει τον Απόλλωνα να κάθεται πάνω στον oµφαλό της Γης βαστώντας τη λύρα του, ενώ πίσω του βρίσκεται η Θεά Άρτεµις. Το Πύθιον της Ικαρίας ιδρύθηκε από τους κατοίκους του δήµου, υπακούοντας σε κάποιο δελφικό χρησµό. (Βλ. Β΄ µέρος).
Τα ερείπια του ιερού του Απόλλωνα στην Ικαρία. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
1
Μάλλον κοµµατιάστηκε για να χρησιµοποιηθεί ως δοµικό υλικό για την παλαιοχριστιανική εκκλησία.
Αριστερά: Το άγαλµα του Απόλλωνα. ∆εξιά: Το αναθηµατικό ανάγλυφο. (Οι φωτογραφίες παρατίθενται από την Αµερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα)
Άγαλµα του Απόλλωνα. (Η φωτ. παρατίθεται από την Αµερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα)
9. ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΟΥ ΠΥΘΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ (ΟΙΝΟΗ)
α. Αναφορές Σοφοκλή και Φιλόχορου για το Πύθιο της Οινόης
Σε αντίθεση µε το Πύθιο της Ικαρίας, το Πύθιο της Οινόης στους ΒΑ πρόποδες του όρους Σκάρπα του Πεντελικού ήταν περισσότερο δηµοφιλές, διότι από ’κει ξεκινούσε η επίσηµη ποµπή για τους ∆ελφούς. Ο Σοφοκλής αναφέρει το ιερό στην τραγωδία του “Οιδίπους επί Κολωνώ” (στ. 1047-1048): «Η ΠΡΟΣ ΠΥΘΙΑΙΣ, Η ΛΑΜΠΑΣΙΝ ΑΚΤΑΙΣ». Ο σχολιαστής του Σοφοκλή ονοµάζει Πυθικές ακτές το βωµό του Πυθίου Απόλλωνος στον Μαραθώνα, από τον οποίο ξεκινούσε η επίσηµη αντιπροσωπεία για τους ∆ελφούς. Τη θέση του βωµού του Απόλλωνα προσδιορίζει ο Φιλόχορος (3ος αι. π.Χ.) σε ένα απόσπασµα του έργου του “Τετράπολις”: «Θυσιάζει ο µάντης καθηµερινά στο Πύθιο της Οινόης, όταν ετοιµάζεται η ποµπή για τους ∆ελφούς και στέλνεται η θεωρία. Αν όµως η θεωρία στέλνεται στη ∆ήλο, τότε, σύµφωνα µε αυτά που ειπώθηκαν, θυσιάζει ο µάντης στο ∆ήλιο του Μαραθώνος. Και γίνεται ιεροσκοπία για τη θεωρία που στέλνεται στους ∆ελφούς, στο Πύθιο της Οινόης, και για τη θεωρία που στέλνεται στη ∆ήλο, στο ∆ήλιο του Μαραθώνος».
β. Ανασκαφές - αρχαία ευρήµατα
Σύµφωνα µε τον αρχαιολόγο Β. Πετράκο: «Πολύ κοντά στον µεσαιωνικό πύργο της Οινόης ερευνήθηκε το 1972 από τον Σπ. Μαρινάτο µεγάλο οικοδόµηµα, που αποτελείται από ορθογώνιο περιστύλιο διαστ. 13.60 × 17.30 µ. Οι στύλοι είναι µαρµάρινοι τετράγωνοι πεσσοί πλευράς 0.70–0.72 µ. που πατούν σε µαρµάρινο επίσης καλοδουλεµένο στυλοβάτη, πλατ. 0.92 µ. Στο εσωτερικό του περιστυλίου, πίσω από κάθε πεσσό, υπάρχει µάρµαρο µήκ. 2.50, πλάτ. 0.55 και ύψ. 0.87 µ. Η άνω επιφάνεια είναι ελαφρώς κοίλη, βάθους από 0.065 έως 0,095 µ. Στο εσωτερικό άκρο τους η επιφάνεια σε πλάτ. 0.22 µ. είναι επίπεδη και φέρει δύο οπές, για γόµφους. Κατά την υπόθεση του Ιω. Τραυλού, µε τους γόµφους στερεωνόταν άλλο µάρµαρο ως προσκεφάλαιο των µεγάλων αυτών µαρµάρων που θα χρησίµευαν ως κλίνες. Οι στενοί χώροι (πλάτ. 1.20 µ.) ανάµεσα στις κλίνες είναι φραγµένοι µε µαρµάρινα θωράκια ύψ. 0.88 µ., όσο και το ύψος των κλινών, τοποθετηµένα σε απόσταση 0.79 µ. από τους πεσσούς. Τα θωράκια αυτά, πάχ. 0.072 - 0.085 µ., στερεώνονται µέσα σε εγκοπές που έχουν λαξευθεί στα πλευρά των κλινών. Οι κατασκευαστές του κτιρίου στην αρχή τα είχαν τοποθετήσει σε απόσταση 1.16 µ. από τους πεσσούς, σώζονται µάλιστα οι εγκοπές, αλλά άλλαξαν γνώµη, λάξευσαν νέες, και έφραξαν τις πρώτες µε τούβλα και ασβέστη που κάλυψαν µε λεπτό κονίαµα. Το δάπεδο ανάµεσα στους πεσσούς και τα θωράκια είναι στρωµένο µε µαρµάρινες πλάκες. Μικρή βαθµίδα από τούβλα, καλυµµένη µε ορθοµαρµάρωση, βοηθούσε να ανεβεί κανείς στην κλίνη. Το δάπεδο του εσωτερικού του κτιρίου βρίσκεται κατά 0.12 µ. υψηλότερα από τον στυλοβάτη της πεσσοστοιχίας και είναι κατασκευασµένο από κουρασάνι µε επάλειψη ασβέστη στο επάνω µέρος του. Το πάχος του είναι 0.14 µ. Η ατελής ανασκαφή του οικοδοµήµατος δεν επιτρέπει τη συναγωγή ασφαλών συµπερασµάτων για τον προορισµό του. Η χρήση κουρασανιού και η λιθουργική εργασία των µαρµάρων δείχνουν πως το περιστύλιο µε τις κλίνες χρονολογείται µε πιθανότητα στα χρόνια του Ηρώδη του Αττικού, έργο του οποίου φαίνεται να είναι. Ο Ιω. Τραυλός το θεώρησε εγκοιµητήριο, και το συσχέτισε µε το Πύθιο που περιγράφουν ο σχολιαστής του Σοφοκλέους και ο Φιλόχορος, άποψη πολύ πειστική». (“Ο Μαραθών”, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, σ. 9195)
To Πύθιο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Από το Πύθιο προέρχεται ένα εντυπωσιακό άγαλµα ανδρός ξαπλωµένου σε κλίνη, έργο του 2ου µ.Χ. αιώνα. Πρόκειται ίσως για προσωποποίηση του ποταµού Χαράδρου.
Το άγαλµα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Από το Πύθιο προέρχεται επίσης πεσσός πάνω στον οποίο υπάρχει επιγραφή της Αλκίας. Τα γράµµατα ΘΑ πάνω από το όνοµα σηµαίνουν πιθανώς «ΘΕΟΙΣ ΑΘΑΝΑΤΟΙΣ».
Η επιγραφή της Αλκίας σε πεσσό. (Φωτ. Πετράκος)
10. ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΟΥ ΕΚΑΛΕΙΟΥ ∆ΙΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΑΛΗΣ (ΚΑΛΗΣΣΙΑ)
Το ιερό στο οποίο θυσίαζε η γραία Εκάλη, (γι’ αυτήν θα µιλήσουµε στο Β΄ µέρος) ήταν αφιερωµένο στον πατέρα των Θεών. Μετά το θάνατό της Εκάλης καθιερώθηκε γιορτή προς τιµήν της, καθώς και η λατρεία του Εκαλείου ∆ιός. Σχετικά µ’ αυτή ο Β. Γ. Ρασσιάς αναφέρει: «Τοπική αττική λατρεία του ∆ιός, πολύ συγγενής προς την λατρεία του ∆ιός “Ξενίου”, µε ετήσιους αγώνες και κοινά δείπνα, τα λεγόµενα “Εκάλεια” ή “Εκαλήσια”, που σύµφωνα µε την παράδοση είχε ιδρύσει ο ίδιος ο Θησεύς, προς τιµή της φιλόξενης υπέργηρης Εκάλης, που τον είχε περιποιηθεί στο δρόµο του ήρωα, προς αντιµετώπιση του Ταύρου του Μαραθώνος, όταν εκείνος κουρασµένος από την καταιγίδα, αναζήτησε φιλοξενία “ΚΑΤ’ ΕΣΧΑΤΙΑΝ ΟΙΚΙ∆ΙΟΝ ΘΕΑΣΑΜΕΝΟΣ...” όπως αφηγείται ο Καλλίµαχος». (“Ζευς”, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, σ. 80) Στη θέση του αρχαίου ιερού βρίσκεται όπως γνωρίζουµε η µεσαιωνική µονή αγ. Νικολάου. ∆υστυχώς, δεν υπάρχουν σαφή ίχνη της παρουσίας του αρχαίου ιερού στο χώρο της µονής και γύρω απ’ αυτή.
11. ΟΙ ΝΑΟΙ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΙΔΑΣ (ΠΙΚΕΡΜΙ)
Στο Πικέρµι, και συγκεκριµένα στην εκκλησία της Μεταµόρφωσης, πιθανολογείται πως υπήρχαν οι ναοί του ∆ιός και της αιγυπτιακής θεάς Ίσιδας, την ύπαρξη των οποίων µαρτυρούν
επιγραφές που βρέθηκαν στην περιοχή. Για το ναό της Ίσιδας βρέθηκε στήλη το 1962,1 η οποία δίνει πληροφορίες για τη λατρεία της Θεάς και για τους κανονισµούς λειτουργίας του ναού. Σύµφωνα µε τον αρχιτέκτονα - αρχαιολόγο Τραυλό, έχουν βρεθεί (το 1908) σε µικρή απόσταση από την εκκλησία, διάφορες ανάγλυφες παραστάσεις και επιγραφές των αποφάσεων του λαού. Εξαιτίας των ευρηµάτων αυτών τοποθετήθηκε εκεί ο αρχαίος δήµος ΤΕΙΘΡΑ.
Μερικά από τα κατάλοιπα των ναών του ∆ιός και της Ίσιδας. (Φωτ. από www.anat-attiki.gr)
12. ΤΟ ΙΕΡΟ ΤΩΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΝ ΘΕΩΝ (ΜΠΡΕΞΙΖΑ)
Πρόκειται περί ενός εκ των µεγαλυτέρων (ρωµαϊκής εποχής) αιγυπτιακών ιερών στον ελλαδικό χώρο, µοναδικό ως προς την αρχιτεκτονική του, το οποίο καλύπτει έκταση τεσσάρων στρεµµάτων και βρίσκεται στις υπώρειες του όρους Αγριλίκι Πεντέλης. Η εποχή ιδρύσεώς του, από τον Ηρώδη τον Αττικό, τοποθετείται τον 2ο µ.Χ. αιώνα.
α. Αρχαίες µαρτυρίες για το αιγυπτιακό ιερό
Για την ύπαρξη ναού αφιερωµένου στο θεό των Αιγυπτίων Κάνωβο υπάρχει µαρτυρία του Φιλόστρατου, σύµφωνα µε την οποία στο ναό του θεού αυτού στον Μαραθώνα είχε οριστεί να γίνει συνάντηση του Ηρώδη µε τον Αγαθίωνα, τον επονοµαζόµενο Ηρακλέα του Μαραθώνα. Ο Ηρώδης θαύµαζε τον Αγαθίωνα και κάποτε του ζήτησε να γευµατίσει µαζί του, οπότε αυτός απάντησε: «ΑΥΡΙΟΝ ΑΦΙΞΟΜΑΙ ΣΟΙ ΚΑΤΑ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΝ ΕΣ ΤΟ ΤΟΥ ΚΑΝΩΒΟΥ ΙΕΡΟΝ.» (“Βίοι σοφιστών”, 554) Ο Πετράκος, σχετικά µε την παραπάνω µαρτυρία γράφει τα εξής: «∆εν υπάρχει άλλη µαρτυρία για δεύτερο αιγυπτιακό ιερό στον Μαραθώνα, άλλωστε θα ήταν υπερβολικό. Το ανώνυµο ιερό της Μπρεξίζας,…πρέπει να είναι το ιερό του Κανώβου το οποίο µνηµονεύει ο Φιλόστρατος». (“Μαραθών”, σ. 80) Παρακάτω εξηγεί τους λόγους ανέγερσης ενός αιγυπτιακού ιερού στον Μαραθώνα: «Η κατασκευή του ναού των αιγυπτίων θεοτήτων µπορεί να οφείλεται στην επίδραση πιθανού ταξιδιού του Ηρώδη στην Αίγυπτο ή σε µίµηση του Αδριανού, ο οποίος είχε κατασκευάσει αντίγραφο της διώρυγας και του Σεραπείου του Κανώβου στην έπαυλή του στο Tivoli. […] Ο τόπος της Μπρεξίζας, µε τα άφθονα νερά, το νησί στο µέσο του έλους, η γειτνίαση µε τη θάλασσα, η πλατιά διώρυγα που επέτρεπε την είσοδο µικρών πλοίων είναι στοιχεία που αρµόζουν στην λατρεία αιγυπτιακών θεοτήτων. Η λατρεία της Ίσιδος περιλαµβάνει τελετές σχετικές µε τη ναυσιπλοΐα (πλοιαφέσια, ναυαρχούντες). Είναι λοιπόν εύλογο να πιστέψουµε ότι στο ιερό του Μαραθώνος λατρευόταν ο Κάνωβος και άλλοι αιγυπτιακοί θεοί». (Ό.π., σ. 81)
1
Η επιγραφή βρίσκεται στο επιγραφικό µουσείο.
β. Ιστορικό της ανασκαφής - Περιγραφή του ιερού
Στη θέση Μπρεξίζα του Μαραθώνα και δίπλα στο Μικρό Έλος, βρέθηκαν το 1968 τα λείψανα µεγάλου αιγυπτιακού ιερού αφιερωµένου στη Θεά Ίσιδα.1 Ο χώρος αυτός είχε αρχικά εντοπιστεί από τον Fauvel, ο οποίος θεώρησε πως ήταν οι τάφοι των Μαραθωνοµάχων. Στα τέλη του 19ου αιώνα, στο χώρο αυτό κατασκευάστηκε από τους ντόπιους καµίνι για να παράγουν από τα µάρµαρα ασβέστη. (Περιοδικό “Άβατον”: Ιορδάνης Πουλκούρας: Ναός της Ίσιδας... στην Καρδιά της Αττικής, τ. 84, σ. 69)
Το ιερό εντοπίστηκε µε τις εκσκαφικές εργασίες που έγιναν to 1968 για την κατασκευή του ξενοδοχειακού συγκροτήµατος Golden Coast και ακολούθησε µια περιορισµένη ανασκαφική έρευνα από την αρχαιολογική υπηρεσία. Αργότερα, το 1980, ο Γιάννης Τραυλός µελέτησε λεπτοµερέστατα τα λείψανα του ιερού που είχαν αποκαλυφθεί. Το 2000, ο δήµος Νέας Μάκρης χρηµατοδότησε την ανασκαφή του χώρου προσφέροντας 150 εκατ. δρχ., στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράµµατος KONVER II και εντάχθηκε στα ολυµπιακά έργα του ’04. Το 2001, η αρχαιολόγος Ιφιγένεια ∆εκουλάκου από τη B΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων άρχισε την ανασκαφή επιλέγοντας ως σηµείο εκκίνησης µια τρύπα στο έδαφος που είχαν κάνει οι αρχαιοκάπηλοι στη νότια πλευρά του ιερού. H αρχική σωστική ανασκαφή (1968) περιορίστηκε στο βόρειο τµήµα του ιερού. H νέα ανασκαφή όµως απέδειξε το µέγεθος και την ιδιαιτερότητα της κατασκευής του. (“Το Άλλο Βήµα” Κυριακή 13 Ιουλίου
2003 - Αρ. Φύλλου 13911)
Το αιγυπτιακό ιερό περιέβαλλε περίβολος πάχους 1 µ., από τον οποίο διατηρούνται ερείπια. Στον περίβολο αυτό διατηρείται και το τµήµα όπου υπήρχε το µνηµειακό πρόπυλο, στο µέσον περίπου της βόρειας πλευράς, στο οποίο οδηγούν τρεις µαρµάρινες βαθµίδες και µεγάλο µαρµάρινο κατώφλι, και εσωτερικά πλατύσκαλο από ογκώδεις ορθογώνιες πλάκες. Το πρόπυλο είχε άνοιγµα 2,40 µ. Ο περίβολος έχει κτισθεί µε πέτρες και πλίνθους, ενώ σε ορισµένα τµήµατα έχει διατηρηθεί εξωτερικά επίχρισµα από ασβεστοκονίαµα. Η ανατολική πλευρά του περιβόλου, προς τη θάλασσα, σώζεται σε µήκος 90 µ. ∆εξιά και αριστερά από την πύλη στο εσωτερικό του περιβόλου διακρίνονται µόνο τα θεµέλια δύο ορθογώνιων πύργων (5,75 × 5,50 µ.), που έχουν κτισθεί µε αργούς λίθους και πλίνθους και συνδέονται µε ασβεστοκονίαµα· οι όψεις τους πιθανόν να είχαν µαρµάρινη επένδυση. Από τη θύρα της εισόδου ποµπική οδός πλάτους 5,40 µ. στρωµένη µε µαρµάρινες πλάκες οδηγεί στο ναό της Ίσιδας (διαστάσεων 10 × 9,70 µ.), από τον οποίο διατηρούνται µόνο τα θεµέλια από κογχυλιάτη λίθο. Ανάµεσα στην ποµπική οδό και στο ναό η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως τµήµα οικοδοµικού συγκροτήµατος που το αποτελούν έξι χώροι. Ένας επιµήκης στο µέσο µε δύο εισόδους στα άκρα της βόρειας πλευράς του, δύο σχεδόν τετράγωνα δωµάτια µε είσοδο από Β. που πλαισιώνουν το τέλος της πλακόστρωτης οδού, και τρία ορθογώνια δωµάτια µεταξύ του επιµήκους χώρου και του ναού. (Ι. ∆εκουλάκου “Το Ιερό της Ίσιδος στο Μαραθώνα”, σ. 69
(www.archailogia.gr). Β. Πετράκος, ό.π., σ. 74-80)
Η ∆εκουλάκου τονίζει τη σπουδαιότητα αυτού του µνηµείου: «∆εν υπάρχει όµοιό του πουθενά. Πρόκειται για µια εντελώς πρωτότυπη κατασκευή, που ακόµη και όταν ολοκληρωθεί η αρχαιολογική έρευνα θα περάσει χρόνος και θα απαιτηθεί πολλή µελέτη, ώστε να καταλήξουµε σε µια πρόταση για την αρχιτεκτονική µορφή της». (Ό.π.)
γ. Το βαλανείο
1
Για την εισαγωγή της λατρείας της Αιγύπτιας Θεάς στην Ελλάδα βλ. Β΄ µέρος.
Τα βαλανεία ήταν δηµόσια λουτρά που παρείχαν ζεστό νερό και ορισµένες υπηρεσίες καλλωπισµού. Γνωστότατο είναι το βαλανείο της Ολυµπίας, που η πρώτη του µορφή ανάγεται στον 5ο αι. π.Χ. Η κατασκευή του ήταν αναγκαία για τα πλήθη των προσκυνητών που συγκεντρώνονταν. Στο άκρο του περιβόλου του αιγυπτιακού ιερού, έξω από το τέµενος, ανασκάφηκε το 1978 ένα µεγάλο συγκρότηµα πολυτελούς ρωµαϊκού βαλανείου, το οποίο αποδίδεται στη γενναιοδωρία του Ηρώδη. (Πετράκος, σ. 85-86) Το βαλανείο είχε πολυτελή είσοδο στην ανατολική πλευρά, δηλαδή προς τη θάλασσα, µεγάλη ελλειψοειδή αίθουσα µε δεξαµενή για νερό, επενδεδυµένη µε πολύχρωµα µάρµαρα, και γύρω από αυτή σε ηµικυκλική διάταξη δύο εξάγωνες αίθουσες και ανάµεσα σ’ αυτές αίθουσα κυκλική. Στο χώρο που δηµιουργείται ανατολικά από τον περίβολο του ιερού και βόρεια από το λουτρό, διακρίνονται τα λείψανα τοίχων ενός ακόµα µεγάλου οικοδοµήµατος κάτω από την επιφανειακή επίχωση. (∆εκουλάκου, σ. 69-70)
δ. Το πρόπυλο
Στο πρόπυλο ανήκει το τµήµα από το υπέρθυρο της εισόδου που βρίσκεται στο µουσείο του Βρανά. Στην κύρια όψη σώζεται ανάγλυφος ηλιακός δίσκος και γύρω απ’ αυτόν ουραίος (φίδι), σύµβολα και τα δύο της Θεάς. Η Ίσιδα, ως ταίρι του ∆ία-Ήλιου, προσφωνείται συχνά στην ποίηση «Ήλιος». Το φίδι, παλαιό σύµβολο της Θεάς, αποτελεί αργότερα στα ιερογλυφικά σηµείο για τη λέξη «Θεά». Εξάλλου, συχνά παριστάνονται η Ίσιδα και ο Όσιρις ως φίδια. (∆εκουλάκου, σ. 69)
ε. Τα αγάλµατα
Στον περίβολο του ιερού βρέθηκαν γιγάντια αγάλµατα αιγυπτιακής τεχνοτροπίας, ύψους άνω του 1,80 µ. Το πρώτο άγαλµα βρέθηκε το 1843 και φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Στο δεύτερο παριστάνεται νεαρός άνδρας στη γνωστή µετωπική στάση, που προβάλλει το αριστερό πόδι και έχει τα χέρια του κολληµένα στα πλευρά. Φοράει περίζωµα και στο κεφάλι πόλο. Πρόκειται για το άγαλµα του Αντίνοου (ευνοούµενου του Αδριανού). Βρέθηκε ένα ακόµα άγαλµα ανδρός µε µακρύ ένδυµα το οποίο ανήκει κατά πάσα πιθανότητα κι αυτό στον Αντίνοο. Βρέθηκε το κάτω τµήµα µαρµάρινου γυναικείου αγάλµατος της Ίσιδας, µε τις χαρακτηριστικές πτυχές του ιµατίου, που δένεται µπροστά στο στήθος (Ισιακόν άµµα). Έξω από το πρόπυλο, δεξιά και αριστερά, βρέθηκαν τα δύο µεγάλα βάθρα των αγαλµάτων. Βρέθηκαν επίσης άλλα δύο αγάλµατα της Ίσιδας, που είναι και τα πιο εντυπωσιακά. Το ένα απεικονίζει τη Θεά µε µακρύ χιτώνα και διάδηµα µε κέρατα, φτερά και τον ηλιακό δίσκο. Το δεύτερο άγαλµα απεικονίζει τη Θεά µε φίδι στο κεφάλι. Βρέθηκε, τέλος, και ένα άγαλµα Σφίγγας, µικρότερου µεγέθους από τα προηγούµενα.
Το υπέρθυρο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Άγαλµα του Αντίνοου. (Φωτ. Πετράκος)
∆εύτερο άγαλµα του Αντίνοου. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το κάτω τµήµα του αγάλµατος της Ίσιδας. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αριστερά: Άγαλµα Σφίγγας (Φωτ. Τ.Π) ∆εξιά: Το δεύτερο άγαλµα της Ίσιδας όπως βρέθηκε κατά τις ανασκαφές. (Η φωτ. προέρχεται από το διαδίκτυο) Κάτω. Το τρίτο άγαλµα της Ίσιδας. (Η φωτ. προέρχεται από το διαδίκτυο)
To ιερό των Αιγυπτίων Θεών. (Οι φωτογραφίες προέρχονται από το διαδίκτυο)
13. ΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ (ΑΓΡΙΛΙΚΙ)
α. Μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων για το Ηράκλειο του Μαραθώνα Σύµφωνα µε τον Ηρόδοτο, (“Ιστορία”, VI 108) στο Ηράκλειο του Μαραθώνα στρατοπέδευσαν οι Αθηναίοι το 490 π.Χ., κατά την επικείµενη Μαραθώνια Μάχη, όταν ήρθαν για βοήθεια και ενώθηκαν µαζί τους οι Πλαταιείς. Το Ηράκλειο όµως είναι πολύ αρχαιότερο από την εποχή της µάχης. Το ιερό αυτό υπονοεί και ο Λουκιανός λέγοντας ότι: «ο Ηρακλής καθιερώθηκε ως θεός αλλά ο Ευρυσθεύς που τον διέταζε έχει πεθάνει. Ο ναός του Ηρακλέους, που ήταν σκλάβος, και ο τάφος του Ευρυσθέως, που ήταν ο κύριός του, βρίσκονταν πολύ κοντά». (“Θεών εκκλησία”, 7) Η ιστορία για την εκστρατεία του Ευρυσθέα στον Μαραθώνα κατά των Ηρακλειδών, για την οποία θα µιλήσουµε στο Β΄ µέρος γεννά κάποιους προβληµατισµούς όσον αφορά τη θέση του ιερού. Κι αυτό γιατί τόσο η µαρτυρία του Λουκιανού ότι ο τάφος του Ευρυσθέα βρισκόταν πλησίον του ιερού του Ηρακλή, όσο και του Στράβωνα που τοποθετεί τον τάφο στη Μακαρία πηγή, αποτελούν ισχυρά τεκµήρια για διαφορετική θέση του ιερού, όχι στο Αγριλίκι, αλλά στα Β∆ της πεδιάδας κοντά στη Μακαρία. Ο Γ. Σωτηριάδης τοποθετεί το ιερό του Ηρακλή στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Αγριλίκι του Πεντελικού, στην περιοχή Βρανάς, και πολύ κοντά στην εκκλησία του αγίου ∆ηµητρίου. Σε απόσταση 100 περίπου µέτρων βόρεια της εκκλησίας είχε αποκαλύψει µεγάλο περίβολο όπου, κατ’ αυτόν, οι έφηβοι του Μαραθώνα γυµνάζονταν και εκπαιδεύονταν στη στρατιωτική τέχνη. Σ’ αυτό τον περίβολο υποστήριζε ότι βρισκόταν και το ιερό του Ηρακλή. Η γνώµη αυτή του Σωτηριάδη για τη θέση του Ηρακλείου βασίζεται και στην πεποίθησή του ότι εκεί κοντά βρισκόταν και ο δήµος του Μαραθώνος. Κατά τον Β. Πετράκο όµως, ή άποψη αυτή του Σωτηριάδη δεν επιβεβαιώνεται από ευρήµατα. Σύµφωνα µε τον Ν. Νέζη (“Τα Βουνά της Αττικής”, σ. 39) λίγο πιο πάνω από τα τείχη της αρχαίας ακρόπολης (βλ. κεφ. 8) και ακριβώς στη ράχη (365 µ.) αναφέρεται σε παλαιό χάρτη πως υπήρχαν ίχνη βωµού, πιθανώς του Ηρακλή Εµπυλίου. Το βωµό αυτό αναφέρει και ο Merl K. Langdon, (“A Sanctuary of Zeus on Mount Hymettos”, σ. 104-105), και προσθέτει ότι δίπλα στο βωµό βρέθηκε στάχτη και καµένα κόκαλα ζώων, καθώς επίσης και ένας µεγάλος αριθµός από πήλινα σκεύη τα οποία ανήκουν στη Γεωµετρική εποχή. Πάνω σε αυτήν την ράχη στο Αγριλίκι περπάτησα αρκετές φορές, όµως δε βρήκα ποτέ τίποτε που να µαρτυρά την ύπαρξη βωµού.
Κάποτε µάλιστα που ξεκίνησα ανάβαση στην Πεντέλη από το Αγριλίκι συνάντησα έναν γνωστό µου βοσκό ο οποίος µου έδειξε ακριβώς την περιοχή όπου οι βοσκοί της περιοχής ονόµαζαν «Στ’ αρχαία». Ο ίδιος θυµόταν που παλιότερα ανέβαιναν συχνά διάφοροι και κατέσκαβαν την περιοχή. Όταν έφτασα εκεί, όχι απλώς δε βρήκα τίποτε που να δικαιολογεί την ονοµασία «Στ’ αρχαία», αλλά ούτε καν ίχνη σκαψίµατος.
β. Επιγραφές
Μια άλλη προτεινόµενη θέση για το Ηράκλειο είναι η περιοχή της Βαλαρίας, νότια από τον Τύµβο των Αθηναίων και βόρεια από την Μπρεξίζα, απ’ όπου προέρχονται δύο επιγραφές αναφερόµενες στο ιερό και στους αγώνες προς τιµήν του Ηρακλή. Η µία, που χρονολογείται στον πρώιµο 5ο αι. π.Χ. (πιθανώς αµέσως µετά τη µάχη), παρουσιάζει αναβαθµισµένη την εορτή και τους αγώνες για τον Ηρακλή που τελούνταν ως τότε σε τοπικό επίπεδο, προφανώς από ευγνωµοσύνη προς τον Ήρωα. (Ά. Ωνάσογλου, ό.π., σ. 64) Η δεύτερη επιγραφή αναφέρεται στον Εµπύλιο Ηρακλή, προσφώνηση η οποία συνδέθηκε µε τη ρήση «ΠΡΟΣΘΕ ΠΥΛΩΝ», ενός επιγράµµατος για τη µάχη του Μαραθώνα που αφορούσε τη θέση της παράταξης των Ελλήνων. Σχετικά µε αυτή την επιγραφή ο Πετράκος αναφέρει: «...είναι ένα επίγραµµα ελλιπές, που χρονολογείται µετά τα µέσα του 5ου π.Χ. αι. και µνηµονεύει την αφιέρωση κάποιου πολύτιµου πράγµατος στον Ηρακλή, ίσως για νίκη στα Ηράκλεια Εµπύλια· γιατί ο Ηρακλής που λατρευόταν στο Μαραθώνα ονοµαζόταν Εµπύλιος, αυτός δηλαδή που βρίσκεται στις πύλες.» Τόσο ο Πετράκος (Ό.π., σ. 50-51) όσο και ο Στ. Κουµανούδης (ΑΑΑ ΙΙ, 1978, 237) ισχυρίζονται ότι το επίθετο «Εµπύλιος» συνοδεύει το όνοµα του Ήρωα ως προσδιοριστικό του τόπου που βρίσκεται το ιερό του στον Μαραθώνα, στην είσοδο της πεδιάδας και στο στενό πέρασµα µεταξύ του όρους Αγριλίκι και της θάλασσας, που θυµίζει πύλες. Η αρχαία ονοµασία άλλωστε εκείνης της περιοχής ήταν Πύλαι. Αν είναι έτσι, τότε ο βωµός πάνω στο Αγριλίκι αποτελούσε ίσως έναν ακόµα χώρο για τη λατρεία του Ηρακλή ή κάποιας θεότητας.
14. Ο ΒΩΜΟΣ ΤΟΥ ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ, ΤΗΣ ΥΓΙΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΕΛΕΣΦΟΡΟΥ («ΟΡΦΙΚΟΣ ΛΟΦΟΣ» - Ν. ΠΕΝΤΕΛΗ)
O Marco Galli κάνει λόγο για ένα πολύ σπουδαίο εύρηµα· ένα βωµό αφιερωµένο στους ιαµατικούς Θεούς Ασκληπιό, Υγίεια και Τελεσφόρο κατασκευασµένο από κάποιον Αέλιο Αριστείδη. Πάνω στο βωµό υπάρχει επιγραφή η οποία λέει τα εξής: «ΑΣΚΛΗΠΙΩ ΚΑΙ ΥΓ[Ι]ΕΙΑΙ ΚΑ[Ι] [ΤΕΛΕ]ΣΦΟΡ[ΩΙ] [ΑΡΙ]ΣΤΕΙ∆ΗΣ ΕΥ[Ξ]ΑΜΕΝΟΣ». (“Pilgrimage in
Graeco-Roman & Early Christian Antiquity”, Oxford, edited by Jas Elsner & Ian Rutherford, σ. 286)
Ο βωµός βρέθηκε στον λεγόµενο «Ορφικό» λόφο ή λόφο του πρ. Ηλία δίπλα στο οµώνυµο ξωκκλήσι, στην περιοχή της Νέας Πεντέλης.
Ο βωµός του Ασκληπιού. (Φωτ. από το βιβλίο του Galli)
15. ΙΧΝΗ ΙΕΡΩΝ (;) ΣΤΟ ΔΙΟΝΥΣΟ
Κάθε φορά που περπατούσα στα πυκνά δάση του ∆ιονύσου είχα πάντοτε µία έντονη αίσθηση, ότι κάπου ανάµεσα στα πελώρια αιωνόβια πεύκα κρύβονται τα ερείπια κάποιων ακόµα αρχαίων ιερών του δήµου της Ικαρίας. Ολόκληρος δήµος, δεν µπορεί, κάτι ακόµα θα απέµεινε από αυτόν. Τελικώς δικαιώθηκα. Βαδίζοντας µια µέρα στο δάσος βρήκα τα ερείπια ενός αρχαίου κτίσµατος, πιθανώς ιερού. Πρόκειται για τέσσερις ορθογώνιους ογκόλιθους τοποθετηµένους ο ένας δίπλα στον άλλο. Ίσως να ’ναι υπόλειµµα θεµελίων του κτίσµατος ή περιβόλου. Από το µέγεθος των λίθων µπορούµε να υποθέσουµε ότι σίγουρα δεν πρόκειται για οικία, αλλά για ιερό ή έστω κάποιο δηµόσιο κτίριο. Μια άλλη φορά, παρατήρησα σε ένα δασικό δρόµο κοντά στο διονυσιακό ιερό τα ερείπια ενός άλλου αρχαίου κτίσµατος. Στα ερείπια αυτά περιλαµβάνονται το τµήµα της βάσης του κτίσµατος, σπόνδυλοι κιόνων και λείψανα από διάφορα άλλα αρχιτεκτονικά µέλη. ∆υστυχώς, δεν µπόρεσα ποτέ να βρω κάποια λεπτοµερή αρχαιολογική µελέτη που θα έριχνε περισσότερο φως στην υπόθεση. Να πρόκειται άραγε για ένα ακόµα ιερό η πρόκειται για κάποιο άλλο κτίριο;
Οι ογκόλιθοι του πρώτου κτίσµατος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Τα ερείπια του δεύτερου άγνωστου κτίσµατος στην Ικαρία. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
16. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΛΑΤΟΜΕΙΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΑΡΑ
Σύµφωνα µε µελέτη των Hans Rupprecht Goette, Κυριακής Πολυκρέτη, Θέµη Βάκουλη και Γιάννη Μανιάτη (“Investigation of the grayish blue marble of Pentelikon and Hymettous”), κοντά στην περιοχή του λατοµείου του αρχαίου δήµου Τρινέµεια, για το οποίο µιλήσαµε στο 3ο κεφάλαιο, υπήρχε ναός. Σε επίσκεψή µας µε τον ∆. ∆ρόλαπα στο σηµείο όπου οι ανωτέρω ερευνητές τοποθετούν το ναό δε βρήκαµε απολύτως τίποτε. Η πλαγιά άλλωστε είναι απότοµη και γεµάτη πελώριους βράχους, µια τοποθεσία δηλαδή που σίγουρα κρίνεται ακατάλληλη για το στήσιµο ακόµα κι ενός µικρού βωµού.
17. ΕΡΕΙΠΙΑ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ Ι ΕΡΩΝ ΣΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ
Πάµπολλα αρχαία ίχνη µαρτυρούν την ύπαρξη ακόµα περισσότερων ναών και ιερών πάνω στις καλλίγραµµες πλαγιές της Πεντέλης. Κι αυτά, βέβαια, µε τη σειρά τους έχουν υποστεί κακοποίηση από τους χριστιανούς οι οποίοι τα µετέτρεψαν σε εκκλησίες. Αγνοείται επίσης σε ποιούς Θεούς ήταν αφιερωµένα. Ας τα δούµε.
α. Άγ. Ιωάννης Βιδίστι
Στη βόρεια πλαγιά του Ικάριου όρους (απ’ την πλευρά δηλαδή που βλέπει προς τη Σταµάτα), στο ξωκλήσι του αγ. Ιωάννη Βιδίστι βρίσκεται το υπόλειµµα ενός κιονίσκου. Άλλα ίχνη δεν υπάρχουν τριγύρω.
Ο κιονίσκος. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
β. Όσ. Λουκάς
Στη βόρεια πλευρά του κεντρικού όγκου της Πεντέλης, στην περιοχή Ρέα, υπάρχει το ξωκλήσι του όσ. Λουκά, στο οποίο συναντάµε ίχνη αρχαίου ιερού. Από ένα τακτικό επισκέπτη της εν λόγω εκκλησίας πληροφορήθηκα πως η περιοχή πήρε την ονοµασία «Ρέα», γιατί στο σηµείο που βρίσκεται το ξωκλήσι υπήρχε στην αρχαιότητα ναός αφιερωµένος σε αυτήν την Θεά. Είπε, µάλιστα, ότι δεξιά και αριστερά της εκκλησίας βρίσκονται θαµµένοι δύο από τους κίονες του αρχαίου ναού. Πράγµατι, ο ένας τουλάχιστον κίονας αλλά και τα ερείπια γενικά του αρχαίου ναού, µνηµονεύονται και από ένα βοσκό των αρχών του προηγούµενου αιώνα, τον µπαρµπα-Αντώνη Πούλιο, στη γραπτή διήγηση του οποίου διαβάζουµε τα εξής: «Εκεί ήντανε ένας σωρός οι πέτρες, ξεροτρόχαλο, και µια κολώνα δυό πάνου κάτου µέτρα, όρθια στηµένη». (Περιοδικό “Παριανά”, τεύχος 33, 1989)
Ο Ορλάνδος αναφέρει δύο κίονες: «Έξωθεν του ναού σώζονται δύο µαρµάρινοι κορµοί κιόνων». (“Μεσαιωνικά µνηµεία της πεδιάδος των Αθηνών και των κλιτύων Υµηττού – Πεντελικού
Πάρνηθος και Αιγάλεω”, σ. 84)
Σήµερα, το µόνο που έχει διασωθεί, (πέρα από τους θαµµένους κίονες) είναι κάποιες µαρµάρινες πλάκες εκ των οποίων στη µία υπάρχει µια τετράγωνη οπή πιθανώς βάση στήριξης για κάτι. Σώζονται επίσης δύο λεκάνες (µία στρογγυλευτή και µια µικρή ορθογώνια) και κεραµικά. Μέχρι πρότινος σωζόταν και ένα κοµµάτι λαξευµένου µαρµάρου το οποίο χάθηκε.
Τα κατάλοιπα του ιερού της Ρέας. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Λίγα µέτρα δυτικότερα της εκκλησίας, είδα σε κάποια από τις επισκέψεις µου ότι κάποιοι είχαν σκάψει ένα λάκκο, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσµα να εµφανιστούν κάποια κεραµικά (πιθανώς αρχαία). Ποιος ξέρει αν βρήκαν κάτι πολύ σπουδαιότερο οπότε αδιαφόρησαν για τα κεραµικά, και ίσως γι’ αυτό το λόγο βρέθηκαν πεταµένα εκεί. Ίσως πάλι το µόνο εύρηµα να ήταν αυτά τα κεραµικά, οπότε τα εγκατέλειψαν εκεί, µαζί µε την όποια προσπάθεια.
Ο λάκκος εκσκαφής και τα παραπεταµένα κεραµικά. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
γ. Μονή Φιλοσόφων: Αρχαίο διδασκαλείο ή ιερό ;
Στη θέση Καµάρι του Πεντελικού βρίσκεται η εκκλησία των αγ. Ασωµάτων (Ταξιαρχών). Η παλαιότερη ονοµασία του ήταν Μονή των Φιλοσόφων. Σύµφωνα µε µία άποψη, µια τέτοια ονοµασία πιθανώς υποδηλώνει ότι στο χώρο αυτό υπήρχε κατά την αρχαιότητα διδασκαλείο. Η ίδια άποψη είχε διατυπωθεί και για τις µονές Αστερίου και Καισαριανής στον Υµηττό. Ο Καµπούρογλου διαφωνεί: «Ποιος να υπάγει και να διδάξει εκεί απάνω, που µόνο αρχαίοι νυµφόληπτοι και παλαιοί ασκηταί ηµπορούν να διαµείνουν ευχαρίστως!...» (“Ο Αναδροµάρης”,
εκδ. Γ. Φέξη, 1914. Βιβλιοπωλείο ∆. Ν. Καραβία, σ. 97). Αυτό δεν αποτελεί κατά τη γνώµη µου
ικανό επιχείρηµα που αποδεικνύει ότι στα βουνά της Αττικής δε λειτουργούσαν αρχαία διδασκαλεία. ∆εν είναι καθόλου απίθανο ορισµένοι φιλόσοφοι να προτιµούσαν την αποµόνωση και να επιθυµούσαν (όπως και οι νυµφόληπτοι) να ζουν στην απέραντη γαλήνη των βουνών. Όπως και να ’χει, ακόµα και αυτή η άποψη δεν τεκµηριώνεται ούτε από πηγές ούτε από ευρήµατα. Ακόµα και αν ο χώρος των αγ. Ασωµάτων του Πεντελικού δεν αποτελούσε αρχαίο διδασκαλείο, θα πρέπει να ήταν χώρος κάποιου αρχαίου ιερού. Στο ίδιο το χριστιανικό κτίσµα, βέβαια, δεν υπάρχει κανένα αρχαίο ίχνος· λίγα µέτρα όµως παρακάτω συναντάµε ίχνη αρχαίας λάξευσης και µικρές σκαλισµένες οπές όµοιες µ’αυτές που συναντάµε σε όλα τα αρχαία λατοµεία. Πρέπει λοιπόν να υπήρχε κάποιος αρκετά µεγάλος βράχος, ο οποίος λατοµήθηκε για την κατασκευή του ιερού.
Λατοµικά ίχνη στο Καµάρι. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
δ. Μονή Ταώ: ναός της Ήρας;
Η µονή Νταού ή Ταώ του Πεντελικού είναι βέβαιο ότι χτίστηκε πάνω από αρχαίο ναό, όπως γράφει και ο Καµπούρογλου: «Καταφανή ίχνη πείθουν, ότι το σηµερινόν οικοδόµηµα είναι συµπλήρωµα άλλου προϋπάρξαντος, το οποίον πάλιν ιδρύθη επί των ερειπίων και δια των συντριµµάτων παλαιοτάτου Βυζαντινού ναού, όστις πάλιν θα εκακοµεταχειρίσθη αρχαίον Ελληνικόν Ιερόν». (“Ο Αναδροµάρης της Αττικής”, εκδ. Βιβλιοπωλείο ∆. Ν. Καραβία, σ. 71) Στη συνέχεια αναρωτιέται: «Τι ήτο πριν γείνει µοναστήρι; εις ποίον ιερόν, εις ποίον µνηµείον να ανήκον τα πολλά και ωραία του µάρµαρα, τα εντοιχισµένα ή σκόρπια;» (Ό.π., σ. 69-71) Σ’ αυτή την ερώτηση θα προσπαθήσουµε να δώσουµε απάντηση. Κι αυτή η απάντηση πρέπει να βρίσκεται στην ίδια την ονοµασία της Μονής: Ταώ. Ο Καµπούρογλου επιχείρησε να δώσει κάποια ερµηνεία γι’ αυτό το όνοµα, διατηρώντας όµως τις επιφυλάξεις του: «Κάποιον σύµπλεγµα από ένα Τ και ένα Ω (Ταώ δηλαδή) που παρατηρείται εκεί, προσεπαθήσαµεν να το ερµηνεύσωµεν ως σχετιζόµενον µε τον Παντοκράτορα Σωτήρα, επ’ ονόµατι του οποίου τιµάται η Μονή, αλλ’ η ερµηνεία µας αυτή προσέκρουσεν εις συµβολικάς αντιρρήσεις. Άλλοι προσπαθούν ν’ αποδείξουν ότι είναι Φραγκική η προέλευσις του ονόµατος και άλλοι θέλουν την Ταώ ως εξελλήνησιν του λαϊκού ονόµατος Νταού – µία και αυτή από τας αµαρτίας των επηλύδων. Προσκαλούν µάλιστα συνεπικούρους τον Ντούσην και τον Ντάβον και προπάντων κάποιον Νταούτην. Αυτά όλα θα ηµπορούσαν ίσως να κλονίσουν κάπως την αρχαιοπρέπειαν της Ταώς». (Ό.π. σ.
70)
Σε πάρα πολλές περιπτώσεις τα ονόµατα των παλιών εκκλησιών είναι ένας απόηχος του ονόµατος του αρχαίου Θεού που λατρευόταν αρχικά εκεί. Έτσι λοιπόν, η λέξη Ταώς ήταν στην αρχαιοελληνική γλώσσα το παγώνι. Και το παγώνι όπως γνωρίζουµε ήταν το ιερό πτηνό της Θεάς Ήρας. Ίσως η ονοµασία της µονής να «προδίδει» ότι σε εκείνο το σηµείο υπήρχε κάποτε ναός αφιερωµένος στην Ήρα. Από τον αρχαίο ναό σώζονται ορθογώνιοι λαξευτοί όγκοι και µαρµάρινες πλάκες ενσωµατωµένες στο νεότερο κτίσµα, βάσεις κιόνων, µία σαρκοφάγος, και διάφορα άλλα αρχιτεκτονικά µέλη. Ορισµένα από αυτά έχουν υποστεί χριστιανική διακόσµηση. Υπήρχε ωστόσο και κάποιο ασυνήθιστο εύρηµα, που γεννά απορίες. Το 1935 η αρχαιολόγος Dorothy Burr Thompson βρήκε µαρµάρινη γούρνα προερχόµενη από πηγή, πάνω στην
οποία υπήρχε µια πέτρινη µορφή την οποία η Thompson χαρακτήρισε ως το «πνεύµαφύλακα» της πηγής. (βλ. www. ascsa.net) Πράγµατι η µορφή αυτή παραπέµπει σε στοιχειό της Φύσης, όµοιο θα λέγαµε µε τα Troll της σκανδιναβικής µυθολογίας. Τέτοιου είδους όµως τεχνοτροπία ήταν ασφαλώς ασυνήθιστη στην αρχαιότητα.
Η µαρµάρινη γούρνα και το πνεύµα της πηγής. (Φωτ. από www. ascsa.net)
Τα κατάλοιπα του αρχαίου ναού στην Ταώ. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
ε. Άγ. Ιωάννης “των Λατοµείων”
Στην είσοδο του επίσης παµπάλαιου άγ. Ιωάννη «των Λατοµείων» βρίσκονται τρείς πελεκηµένες µαρµάρινες πλάκες,1 όµοιες µε αυτές στον όσ. Λουκά που είδαµε και προηγουµένως. Πρόκειται ασφαλώς για παµπάλαιο ερηµοκλήσι και οι σωζόµενες πλάκες ενισχύουν την υπόθεση ότι κι εδώ πρόκειται για προϋπάρχον αρχαίο ιερό.
Οι µαρµάρινες πλάκες στον Αγιάννη. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
στ. Αγία Τριάδα «του Νερού»
Στη ΒΑ πλευρά της µονής Πεντέλης βρίσκεται το ξωκλήσι της αγ. Τριάδας «του Νερού» (ονοµάστηκε έτσι λόγω της πηγής που βρίσκεται πλησίον της εκκλησίας). Εκεί βρίσκεται ένα µαρµάρινο τεµάχιο µε µακρόστενη σκαλισµένη οπή. Ίσως ήταν βάση στήριξης για κάτι (π.χ. άγαλµα ή στήλη). ∆υστυχώς κι εδώ δε σώζονται άλλα αρχαία ίχνη.
Το µάρµαρο από την αγ. Τριάδα (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
ζ. Άγιος Νικόλαος
Απέναντι από τη µονή Πεντέλης (Π. Πεντέλη) βρίσκεται η εκκλησία του αγ. Νικολάου, η οποία (όπως αναφέρθηκε και στο 2ο κεφάλαιο) είναι χτισµένη στο χώρο αρχαίου νεκροταφείου. Πιθανότατα να υπήρχε και κάποιο ιερό στο σηµείο αυτό. Σήµερα το µόνο που σώζεται από την αρχαιότητα είναι δύο µαρµάρινες πελεκηµένες πλάκες. Και στις δύο παρατηρούνται τετράγωνες και στρογγυλές βάσεις στήριξης κάποιας στήλης ή αγάλµατος.
1
Στην περίπτωση του αγ. Ιωάννη συγκεκριµένα, δεν πρέπει να παραβλέψουµε το γεγονός ότι επί πολλά έτη αποτελούσε ένα από τα αγαπηµένα «στέκια» των νεότερων λατόµων. Ήταν επίσης το κοντινότερο σηµείο απ’ όπου µπορούσαν να προµηθευτούν νερό. Οπότε υπάρχει περίπτωση οι πλάκες να τοποθετήθηκαν από αυτούς.
Οι µαρµάρινες πλάκες από τον άγ. Νικόλαο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
η. Άγιος Γεώργιος Κοκκιναρά
Και σε αυτό το παµπάλαιο ξωκλήσι υπάρχουν µαρµάρινες πλάκες σαν αυτές στον όσ. Λουκά και στον άγ. Ιωάννη. Πολύ πιθανό να πρόκειται και εδώ για τη θέση κάποιου αρχαίου ιερού· άλλωστε βρίσκεται στο χώρο που κατά την αρχαιότητα αποτελούσε το δήµο Τρινέµεια. Θα µπορούσε να ’ταν και κάποιο Νυµφαίο λόγω της γειτνίασής του µε την ιερή ρεµατιά των Νυµφών της Πύρνας (το σηµερινό ρέµα Κοκκιναρά).
Μαρµάρινες πλάκες από τον άγ. Γεώργιο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
θ. Ερείπια αρχαίων ιερών σε εκκλησίες της Σταµάτας
Στην περιοχή της Σταµάτας έχουν εντοπιστεί τέσσερα σηµεία όπου βρίσκονται αρχαία ερείπια ιερών.
Παλαιοχριστιανική Βασιλική Αµυγδαλέζας
Στο λόφο «Αµυγδαλέζα» βρίσκονται τα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής, η οποία χτίστηκε µε τα υλικά αρχαίου ναού. Το γεγονός ότι το µνηµείο βρίσκεται πλέον στον... κήπο ενός σπιτιού (βίλας για την ακρίβεια), αποθαρρύνει πλήρως αυτόν που θέλει να πλησιάσει και να το µελετήσει. Αποτέλεσµα, η όχι και τόσο ικανοποιητική φωτογραφία που φαίνεται αµέσως παρακάτω.
Τα ερείπια του αρχαίου ναού στην Αµυγδαλέζα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Κάποιες πολύ πιο ικανοποιητικές φωτογραφίες από τον Ι. Λιάκουρα. (www.eie.gr)
Ιερό Β΄
Σε µικρή απόσταση από το ιερό Α΄, κρυµµένα µέσα στο δάσος και πάνω σε λόφο, βρίσκονται τα ερείπια ενός δεύτερου ιερού, το οποίο είχε µετατραπεί κι αυτό σε εκκλησία. Τα µόνα που σώζονται σήµερα είναι δύο κίονες, στηµένοι (ακόµα) στο έδαφος, ένας σπόνδυλος, λαξευµένες πέτρες, υπολείµµατα τείχους και κεραµικά.
Το ιερό Β΄. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Ιερό Γ΄
Σε µία εκκλησία της οποίας αγνοώ το όνοµα, σώζονται ερείπια από ένα τρίτο αρχαίο ιερό. Κίονες, κιονίσκοι, και διάφορα αρχιτεκτονικά µέλη βρίσκονται επί εδάφους, τα περισσότερα από αυτά... ασβεστωµένα. Ένας κίονας και ένας ορθογώνιος µαρµάρινος όγκος γλίτωσαν από τον ασβέστη, όχι όµως από τις δεκάδες επιγραφές µε ονόµατα διάφορων βοσκών. Επίσης, σε κτίσµα που βρίσκεται δίπλα ακριβώς στην εκκλησία, υπάρχουν εντοιχισµένοι αρκετοί λαξευµένοι µαρµάρινοι όγκοι.
Το ιερό Γ΄ στη Σταµάτα. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
ι. Ερείπια αρχαίων ιερών σε εκκλησίες της Κηφισιάς 40 Μάρτυρες
Στην εκκλησία των 40 Μαρτύρων στην Κηφισιά βρίσκονται, τόσο εντοιχισµένα όσο και παραπεταµένα εδώ κι εκεί, λείψανα αρχαίου ιερού. Είναι η εκκλησία που βρισκόταν αρχικά επί της οδού Κηφισίας και µεταφέρθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία (και συγκεκριµένα από τον ∆ηµήτρη Κορρέ) στο λόφο του αγ. ∆η µητρίου όπου και η οµώνυµη εκκλησία.
Τα ερείπια του ιερού στους 40 Μάρτυρες. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Παναγία Ξυδού
Στην εκκλησία Παναγία η Ξυδού, συναντάµε επίσης αρκετά εντοιχισµένα λείψανα αρχαίου ιερού.
Τα ερείπια του ιερού εντοιχισµένα στην Παναγία Ξυδού. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Ζωοδόχος Πηγή
Στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι, βρίσκονται λείψανα αρχαίου ιερού, συγκεκριµένα δύο µικρά µαρµάρινα µέλη που µοιάζουν µε βάσεις.
Τα λείψανα του ιερού στη Ζωοδόχο Πηγή. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Αγ. Παρασκευή
Η εκκλησία της αγ. Παρασκευής στην Κηφισιά είναι σύµφωνα µε µαρτυρία ντόπιου 500 ετών. Αναλογιζόµενος λοιπόν την παλαιότητά της υπέθεσα ότι θα κτίστηκε οπωσδήποτε πάνω από αρχαίο ιερό. Το µόνο που βρήκα, όµως, ήταν µονάχα ένα µαρµάρινο κατάλοιπο στρογγυλού αρχικά σχήµατος.
Το µαρµάρινο κατάλοιπο από την αγ. Παρασκευή. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
ια. Ερείπια αρχαίων ιερών σε εκκλησίες του Αγίου Στεφάνου
Στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου, βρίσκονται δύο εκκλησίες στις οποίες συναντάµε λείψανα αρχαίων ιερών.
Αγ. Τριάδα
Στο εσωτερικό της εκκλησίας της αγίας Τριάδας, ένας ασβεστωµένος κίονας αποτελεί το δεξί τµήµα της πύλης του χριστιανικού ιερού. Στον εξωτερικό χώρο, πλάι ακριβώς στην εκκλησία, βρίσκεται και ένα λαξευµένο µάρµαρο ορθογώνιου σχήµατος.
Ο κίονας και το µάρµαρο στην αγ. Τριάδα (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Ιερό Β΄
Στην κορυφή ενός λόφου βρίσκεται µία νεότερη εκκλησία, (της οποίας αγνοώ το όνοµα) καθώς και νεκροταφείο στο χώρο, της οποίας δεσπόζει ένας (επίσης ασβεστωµένος) κίονας.
Ο κίονας. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
ιβ. Ερείπια αρχαίων ιερών σε εκκλησίες του Βρανά και της Οινόης Άγιος Νικόλαος
Στην εκκλησία του αγ. Νικολάου στον Βρανά, Β∆ του µουσείου, υπάρχουν ίχνη µικρού αρχαίου ναού. Ένας κίονας, ένας λαξευµένος όγκος και ένα µικρό ανάγλυφο βρίσκονται εντοιχισµένα στο βυζαντινό κτίσµα. Ο κίονας (ασβεστωµένος κι αυτός) βρίσκεται στον εσωτερικό χώρο της εκκλησίας. Στον έξω χώρο διακρίνονται κάποια ακόµα υπολείµµατα του αρχαίου κτίσµατος, όλα επίσης ασβεστωµένα (µεταξύ αυτών και ένας σπόνδυλος).
Τα ίχνη του αρχαίου ναού στον άγ. Νικόλαο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Μονή οσ. Εφραίµ
Στους πρόποδες των βουνών Μαυρηνόρα και Μικρό Αγριλίκι του Πεντελικού και στο χώρο που καταλαµβάνει η µονή οσ. Εφραίµ σώζονται πάµπολλα ίχνη αρχαίου ιερού, όπως κιονίσκοι, πλάκες, εγχάρακτα µαρµάρινα τεµάχια, µία σαρκοφάγος καθώς και ελαιοτριβείο.
Τα ερείπια του ιερού από τη µονή οσ. Εφραίµ. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Το αρχαίο ελαιοτριβείο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Από τον όσ. Εφραίµ. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Μονή αγ. Γεωργίου
Ανάµεσα στους πρόποδες των βουνών Αγριλίκι και Σκάρπα, και στο πλάϊ του ρέµατος Βρανά (όπου και το οµώνυµο φαράγγι – το µοναδικό στην Πεντέλη) βρίσκεται η µονή αγ. Γεωργίου Βρανά. Ένα µικρό κιονόκρανο και µία βάση κίονα στο εσωτερικό της εκκλησίας καθώς και µία πέτρα µε στρογγυλό τεχνητό βαθούλωµα στη µέση στον εξωτερικό χώρο, δείχνουν ότι και σε αυτό το σηµείο προϋπήρχε κάποιος αρχαίος ναός. Σύµφωνα µε µία ανεπίσηµη πληροφορία, η εκκλησία φράζει την είσοδο σπηλαίου το οποίο ήταν κατά την αρχαιότητα αφιερωµένο στον ∆ιόνυσο. Αυτό όµως δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Τα κατάλοιπα του αρχαίου ναού στη µονή Βρανά. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
ιγ. Άγιος Νικόλαος (Παλλήνη-Χαρβάτι)
Στην εκκλησία αυτή τα µόνα ίχνη που καταδεικνύουν πως στην θέση της βρισκόταν αρχαίο ιερό είναι αρκετοί εντοιχισµένοι πελεκηµένοι ογκόλιθοι.
Από τον άγ. Νικόλαο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
ιδ. Ίχνη αρχαίων ιερών σε εκκλησίες του Γαργηττού
Σε αντίθεση µε τους υπόλοιπους δήµους της Πεντέλης, ο Γαργηττός φαίνεται να διαθέτει το µεγαλύτερο αριθµό αρχαίων ναών και ιερών. Αυτό αποδεικνύεται από τις πολλές παλιές εκκλησίες (συγκεκριµένα δέκα) που βρίσκονται στην περιοχή.
Άγιος Ιωάννης ο Πρόδροµος
Στην πλατεία του αγ. Ιωάννη του Προδρόµου (όπου και η οµώνυµη εκκλησία) υπάρχει αρχαίος βωµός µε ανάγλυφες κεφαλές βοών και επιγραφή. Στο επάνω µέρος του βωµού, στην οριζόντια επιφάνειά του, υπάρχει ρηχή κυκλική οπή, στην οποία κατά πάσα πιθανότητα τοποθετούσαν αναίµακτες προσφορές. Υπάρχουν και άλλες δύο µακρόστενες οπές, όπου η µία είναι αρκετά βαθιά και µεγάλη σε µήκος. Προφανώς κάτι θα στήριζαν σε αυτές. Αυτό είναι και το µοναδικό ίχνος που µαρτυρά την ύπαρξη ιερού στο χώρο της εκκλησίας.
Ο βωµός. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Η επιγραφή του βωµού. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος
Στην ερειπωµένη εκκλησία του αγ. Ιωάννη του Θεολόγου εντοπίζονται λείψανα κιονίσκων και πελεκηµένοι όγκοι που ανήκαν σε αρχαίο ιερό.
Τα ερείπια του αρχαίου ιερού στον άγ. Ιωάννη τον Θεολόγο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Άγιος ∆ηµήτριος
Στη µεταβυζαντινή εκκλησία του αγ. ∆ηµητρίου βρίσκονται πολλά ασβεστωµένα µαρµάρινα τεµάχια αρχαίου κτίσµατος. Τα περισσότερα αποτελούν τον περίβολο της εκκλησίας, κάποια άλλα βρίσκονται εντοιχισµένα σε αυτή, ενώ στο εσωτερικό της δεν υπάρχουν άλλα ίχνη. Μάλλον κι αυτά τα κατάλοιπα ανήκουν σε κάποιο αρχαίο ιερό.
Τα ερείπια του αρχαίου ιερού στον άγ. ∆ηµήτριο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Άγιος Γεώργιος
Για τον άγ. Γεώργιο, ο οποίος βρίσκεται εντός του κοιµητηρίου του Γέρακα ο Ορλάνδος γράφει τα εξής: «Επί της προσόψεως άνωθεν της θύρας είναι εντετοιχισµένα αρχαία λήκυθος και ανθέµιον, πέριξ δε του ναού, όστις διατηρεί τας µεγάλας παλαιάς κεράµους του, απόκεινται κιονίσκοι και άλλα αρχαία επιτύµβια µνηµεία». (Ό.π., σ. 66) Από αυτά που αναφέρει ο Ορλάνδος, τα µόνα που βρίσκονται ακόµα στη θέση τους είναι η εντοιχισµένη λήκυθος και το ανθέµιο, «περασµένα» µε ασβέστη. Από τα υπόλοιπα (κιονίσκοι, επιτύµβια µνηµεία) δε σώζεται κανένα ίχνος. Πιθανότατα ο χώρος αυτός κατά την αρχαιότητα αποτελούσε το νεκροταφείο του δήµου, ενώ δεν αποκλείεται και η ύπαρξη κάποιου ιερού.
Η λήκυθος και το ανθέµιο. (Φωτ. ΟΡΕΣΙΒΙΟΣ)
Άγιοι Πάντες
Η µονή αγ. Πάντων κτίστηκε και αυτή πάνω από αρχαίο ιερό. Σύµφωνα µε τον Ορλάνδο: «Πολλά αρχαία είναι εντετοιχισµένα εν τη τοιχοποιΐα του ναού». (Ό.π., σ. 73) Η εκκλησία αυτή έχει ανακαινισθεί πλήρως σήµερα, και δε σώζεται κανένα αρχαίο κατάλοιπο. Στις παραπάνω εκκλησίες του Γέρακα έρχονται να προστεθούν και άλλες τέσσερις οι οποίες σήµερα έχουν χαθεί. Αυτές είναι ο άγ. Βασίλειος, οι άγ. Θεόδωροι, η αγ. Αικατερίνη και ο άγ. Αγάπιος. (Βλ. www.matiagr.blogspot.com). ∆εν αποκλείεται να βρίσκονταν κι αυτές στις θέσεις αρχαίων ιερών.
ξ. Πιθανές θέσεις αρχαίων ιερών
Στην Πεντέλη υπάρχουν ακόµα κάποιες παµπάλαιες εκκλησίες και µονές, οι οποίες πρέπει να χτίστηκαν πάνω από αρχαία ιερά. ∆υστυχώς, όµως, στις εκκλησίες αυτές, τα ευρήµατα είναι µηδαµινά. Αυτές είναι οι εξής: ο πρ. Ηλίας στη Ρέα, η µονή αγ. Παντελεήµονα και η µονόκλιτη βασιλική του αγ. Στεφάνου στον Κοκκιναρά (σήµερα εξαφανισµένη), η Ζωοδόχος Πηγή στο Κεφαλάρι, ο άγ. Πέτρος στη Μαυρηνόρα, ο άγ. Τρύφων στην Παλαιά Πεντέλη, ο άγ. Σίλας και η αγ. Παρασκευή στη Νέα Πεντέλη, η µονή αγ. Νικολάου στα Καλήσσια, η Φραγκοκκλησιά στο Βαγιάτι, η σκήτη του αγ. Τιµοθέου στον Γαργηττό, ο άγ. Αθανάσιος1 και η
1
Για τον άγ. Αθανάσιο ο Ορλάνδος γράφει πως «έφερεν άλλοτε εντετοιχισµένον αρχαίον ψήφισµα δηµοσιευθέν υπό Milchhofer ». (“Μεσαιωνικά µνηµεία της πεδιάδος των Αθηνών και των κλιτύων Υµηττού – Πεντελικού Πάρνηθος και Αιγάλεω”, Αθήναι 1933, σ. 67)
Παναγία στο Χαρβάτι, η αγ. Παρασκευή1 στη Νταού, ο άγ. Αθανάσιος, ο άγ. Νικόλαος και ο άγ. ∆ηµήτριος στον Βρανά, η αγ. Σωτείρα και η Κοίµηση της Θεοτόκου στη Σταµάτα, η αγ. Τριάδα στον Άγιο Στέφανο, οι άγ. Απόστολοι και οι άγ. Σαράντα στην Οινόη, και τέλος δύο εκκλησίες στο ∆ιόνυσο, και µία ακόµα στη Σκάρπα των οποίων αγνοώ τις ονοµασίες. Όλες οι παλιές εκκλησίες που αναφέραµε εδώ, βρίσκονται πάντοτε δίπλα σε πηγές ή σε περιοχές µε ρυάκια ή ρεµατιές κι αυτό είναι ένα επιπλέον ενδεικτικό στοιχείο κυρίως για τις εκκλησίες που δεν παρουσιάζουν κανένα αρχαιολογικό εύρηµα. Ως γνωστόν, όλοι οι αρχαίοι ναοί και τα ιερά των Ελλήνων χτίζονταν κατά κανόνα δίπλα σε τρεχούµενα νερά. Αποτελούσε βασική προϋπόθεση, και όπως γράφει ο Walter Burkert: «Ακόµα πιο σηµαντικό είναι το νερό για να πίνουν οι άνθρωποι και τα ζώα και επίσης για την ιδιαίτερη “καθαριότητα” της λατρείας. Πολλά Ιερά έχουν τις δικές τους ιδιαίτερες πηγές και πηγάδια». (“Αρχαία Ελληνική Θρησκεία”, εκδ. Καρδαµίτσα, σ. 196)
1
Κατά τον Ορλάνδο: «∆εξιά υπεράνω της θύρας της εισόδου ευρίσκεται η εξής, ρωµαϊκών χρόνων, επιγραφή: .....ΝΑ ΧΟΛΚΙ∆ ΟΣ ΑΝ∆ΡΑ ΕΣΟΡΑΣ ». (Ό.π., σ. 68)
ΠΗΓΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΟΡΕΣΙΒΙΟΥ : ΠΕΝΤΕΛΗ -ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΗΣ ΑΙΓΑΙΑΣ ΓΗΣ ΕΩΣ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΪΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ- ΑΘΗΝΑ 2012
Activity (1)
Showing
AllMost RecentLikes