«ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΕΙΔΙΟΝ» ΤΟΥ Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ: ΔΟΚΙΜΗ ΗΡΩΩΝ Οι βασικοί ήρωες που κατονομάζονται στο διήγημα είναι δύο: o παππούς ο Γεώργης, και ο δεκάχρονος εγγονός του ο Γεωργάκης. Η ψυχοσύνθεση των δύο ηρώων έχει ομοιότητες στο βαθμό που και οι δύο για να αντισταθμίσουν την πίκρα τους από τις στερήσεις και τις ματαιωμένες επιθυμίες καταφεύγουν στον κόσμο των παραμυθιών και της ονειροπόλησης, δηλαδή η ομοιότητά τους εντοπίζεται στο επίπεδο της εσωτερικής δράσης. Στο επίπεδο της εξωτερικής δράσης, ο έχει ήδη πραγματοποιήσει ένα εγγονός είναι το alter ego του παππού⋅ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ
μεγάλο ταξίδι μόλις στα δέκα του χρόνια (Κωνσταντινούπολη), έχει ήδη προσπαθήσει να κατακτήσει το αντικείμενο του πόθου κάθε παραμυθά, την πολυθρύλητη βασιλοπούλα -άσχετα από το αποτέλεσμα, και -έστω ως ταπεινό ραφτόπουλο- έχει πάρει μια γεύση από «τις χίλιες και μια νύχτες» του παραμυθιού στο χαρέμι της Βαλιδέ-Σουλτάνας: «εισέδυσα εις τους μαγικούς και μυροβόλους Αντίθετα ο “δαερέδες” του χαρεμίου της Βαλιδέ-Σουλτάνας» (171).
παππούς δεν έχει ταξιδέψει ποτέ στη ζωή του παρά μόνο με τη φαντασία του, και το «μόνον της ζωής του ταξίδειον» (ο θάνατος του) συμβαίνει σε ένα μεταφυσικό επίπεδο, δηλαδή πρόκειται για ένα ταξίδι της ψυχής όπως ήταν και τα προηγούμενα, αν θεωρήσουμε ότι η φαντασία είναι συστατικό της ψυχής. τίτλος του διηγήματος 1 του ήρωα και του αφηγητή. Το αίνιγμα που θέτει ο από την οπτική επιδέχεται δύο απαντήσεις,
O παππούς θεωρεί ως «το μόνο ταξείδι
1
Ό π ω ς π α ρ α τ η ρ ε ί ο Π . Μ ου λ λ ά ς ( Γ . Μ . Βι ζ υ η ν ό ς , Ν ε ο ε λ λ η ν ι κ ά Δ ι η γ ή μ α τ α , 1980, σ. πστ΄) «με εξαίρεση το Μοσκώβ-Σελήμ», όλοι οι τίτλοι
Αθήνα
«υ π ο β ά λ λ ο υ ν τ η ν π ρ ο σ δ ο κ ί α τ η ς α π ά ν τ η σ η ς σ ε μ ι α ν ε ρ ώ τ η σ η » , ε ν ώ ο M . P e r i ( « T o π ρ ό β λ η μ α τ η ς α φ η γ η μ α τ ι κ ή ς π ρ ο ο π τ ι κ ή ς σ τ α δ ι η γ ή μ α τ α τ ου Β ι ζ υ η ν ο ύ » , Ελληνικά 36 (2), 1985, σ. 304, σημ. 45) προσθέτει ότι «στο Μοσκώβ-Σελήμ η ερώτηση είναι υπονοούμενη: γιατί ένα τέτοιο παράξενο ρωσο-τουρκικό όνομα;».
1
της ζωής του» (198) την μισοτελειωμένη πορεία του προς την «τούμβα», ενώ ο αφηγητής, με διάθεση μελαγχολικής ειρωνείας, το θάνατό του, λες και ο θάνατος αποτελεί μαζί με τη ζωή ένα όλον που είναι ο ευρύς χώρος της ενότητας των δύο περιοχών: του ταξείδιον”» (201). Ο παππούς, αναντίρρητα, συνιστά ένα αφηγηματικό πρόσωπο που υπαγορεύει την ψυχαναλυτική ανάγνωση. Στις πρώτες σελίδες του διηγήματος, ο παππούς δεν συμμετέχει στη δράση, αλλά η εικόνα του μεταφέρεται στον αναγνώστη ως εικόνα στη συνείδηση του εγγονού του: «ο παππούς ήτο δι’ εμέ ο πλέον κοσμογυρισμένος και Ο επιρρηματικός προσδιορισμός «δι’ «Ταύτα πάντα (το παραμύθι του ο πάππος μου», δημιουργούν κοσμομαθής άνθρωπος» (170). «Διότι ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνε αληθώς τώρα “το μόνον της ζωής
εμέ» σε συνδυασμό με τη μυθοπλαστική ικανότητα του παππού που γνωστοποιείται αμέσως παραπάνω: ραφτόπουλου) μοι τα διηγείτο
επιφυλάξεις ως προς τη γνησιότητα των επιθέτων («κοσμογυρισμένος και κοσμομαθής») που του αποδίδονται. Αμέσως μετά το πάθημα του Γεωργάκη εικόνας στο του χαρέμι η του παλατιού, όπου του η βασιλοπούλα του, στο αποδεικνύεται… ευνούχος, παππού, αρχίζει σταδιακά η αποκαθήλωση της απομυθοποίηση βίου
υποσυνείδητο του παιδιού και στη συνείδηση του αναγνώστη: «Διότι, δεν είναι δυνατόν , ο παππούς πρέπει να ταις είδε (τις βασιλοπούλες), πρέπει να ταις ηξεύρῃ⋅ περίφημος». Η ίσως ίσως και θα ερωτεύθηκε ο ίδιος με είναι δική μας (176). Άλλωστε, καμμιάν, αν και δεν ήτο ο καϋμένος ούτε ράπτης, ούτε τραγουδιστής υπογράμμιση δηλωτική της απομυθοποιητικής διαδικασίας που έχει ήδη αρχίσει είναι η ήττα του παππού στη πάλη του με τον άγγελο, όπως αυτή καταγράφεται στη φαντασίωση του Γεωργάκη, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής στο σπίτι, μετά από επιθυμία του παππού. Οι ανομολόγητες υποψίες του Γεωργάκη για τη γνησιότητα των βιωμάτων του παππού, γίνονται βεβαιότητα λίγο αργότερα στο λόφο της Μπαήρας, όπου τον συναντά να πλέκει μία κάλτσα της γιαγιάς. Στη σκηνή της Μπαήρας, λίγο πριν το θάνατο (η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία), παρακολουθούμε έναν απολογισμό ζωής που
2
εκμαιεύεται μέσα από τις ερωτήσεις του εγγονού, ο οποίος, με την αθωότητά του, αγνοώντας έννοιες και θεωρίες επιτελεί ένα ρόλο ψυχαναλυτή. Γιατί, πράγματι, θα επακολουθήσει αμέσως κατόπιν η αποκάλυψη της «πρωταρχικής», αρχέγονης σκηνής (σε σχέση μ’ ένα συγκεκριμένο τραύμα), η ανασύσταση της οποίας είναι το ζητούμενο κάθε ψυχαναλυτικής διαδικασίας. ήμουνα κορίτσι, ψυχή μου» (194). Μέχρι τα δέκα του χρόνια ο Συμβολικά έχει επιτελεστεί μια παππούς ήταν κορίτσι, εξαιτίας του φόβου των Γενιτσάρων: «Πες πως πράξη παρατεταμένου ευνουχισμού, ο οποίος συνεχίζεται και μετά την αποκατάσταση της αρσενικής υπόστασης του παιδιού, στιγμή που το παιδί βιώνει εξίσου τραυματικά και τρομακτικά:
Σ α ν έ γ ε ι ν α κ α μ μ ι ά δ ε κ α ρ ι ά χ ρ ο ν ώ , μ ε π ι ά ν ε ι μ ι α ν η μ έ ρ α Θ ε ό ς σχωρέσ’ τονα ο κύρης μου, με καθίζει στο σκαμνί, με κόφτει ταις μ ε γ ά λ α ι ς μ ο υ π λ ε ξ ο ύ δ α ι ς , μ ου β γ ά ζ ε ι τ α φ ο υ σ τ α ν έ λ ι α κ α ι : Δ ι ε ς ε δ ώ , μ ε λ έ γ ε ι , Γ ε ω ρ γ ι ά , α π ό σ ή μ ε ρ α κ α ι ν α π ά γ ῃ ε ί σ α ι “Γεώργης”, είσαι αγόρι⋅ από αύριο και να πάγ ῃ είσαι άνδρας, ο άνδρας της Χρουσής, που παίζετε κάθε μέρα ταις κούκλαις και τα πεντόβολα. Αυτό ήταν όλο κι όλο, που με είπε, και μ’ εφόρεσε τ’ αγορίστικα ρούχα. Την άλλη την ημέρα, ψυχή μου, ήλθαν τα βιολιά και τα λαγούτα, κ α ι μ ’ ε π ή ρ α ν σ τ η ν ε κ κ λ η σ ι ά , κ α ι μ ’ ε σ τ ε φ ά ν ω σ α ν μ ε τ η ν γ ι α γ ι ά σ ου . ( 1 9 5 ) .
Του αποκαλύπτεται η ταυτότητά του φύλου του σε μια περίοδο λανθάνοντος ερωτισμού και το στάδιο μετάβασης όχι μόνο στον κόσμο των αγοριών, αλλά και των ανδρών συρρικνώνεται μέσα σε μια στιγμή, από την οποία δεν μένει παρά το άγχος του ευνουχισμού: «με καθίζει στο σκαμνί, με κόφτει ταις μεγάλαις μου πλεξούδαις». θέληση, οι διαφυγές του στον κόσμο των παραμυθιών. Εδώ θεμελιώνεται η ριζική αδυναμία του παππού για δράση, η αδύναμη Απανωτοί καταναγκασμοί που ασκήθηκαν κατά τη νηπιακή και ώριμη ηλικία καθήλωσαν την ήμερη ψυχή του παππού στην ακινησία. Από την άλλη πλευρά, και η ίδια η Ιστορία εξαπολύει τους δικούς της τρόμους, στοιχειώνοντας την παιδική φαντασία και υπαγορεύοντας το έργο των μεγάλων: «Γιατί, κάθε λίγο και πολύ, […] έβγαινε, ψυχή μου, το Γιανιτσαριό κάτι μεγάλοι και φοβεροί Τουρκαλάδες, με τ’ αψηλά τα
3
“καβούκια”, με τα κόκκινα καβάδια, κ’ εγύριζαν αρματομένοι στα χωριά, με τον “ιμάμην” εμπρός με τον “τσελάτη” καταπόδι, κ’ εμάζωναν τα ευμορφότερα χριστιανόπαιδα, ψυχή μου, και τα τούρκευαν» (194). η γιαγιά: Ωστόσο, η ψυχή δεν ελευθερώνεται ποτέ από το
φάσμα των Γενιτσάρων, την ψυχική σκευή των οποίων ενδύεται πλέον « M’ επάνδρεψαν λοιπόν “εν πομπή και παρατάξει”, και έτσι, ψυχή μου, αντί να με πάρ ῃ κανένας Γιανίτσαρος μ’ επήρεν η γιαγιά σου» (195). 2 Η εμπειρία του ευνουχισμού δεν βιώνεται μόνο μια φορά, αλλά επαναλαμβάνεται το ίδιο τελετουργικά σ’ όλη του τη ζωή. Ο πατέρας που κόβει τις πλεξούδες αντικαθίσταται από τη γιαγιά Χρουσή που δεν τον αφήνει να «καβαλικέψει» το άλογο, όπως λέει, και να ξεκινήσει το προγραμματισμένο ταξίδι του: «Mα, σαν είναι μέσα ναικατωμένη η γιαγιά σου, η Χατζίδενα, πάνε συ πλεια ναύρῃς λογαριασμό! […] Όσαις φοραίς ετοιμάσθηκα να ταξειδεύσω Πότ’ εγεννούσ ε κάνα πράμμα, πότε ξεπετούσε το μελίσσι, πότ’ αρρωστούσε κανένας, πότε ήρχονταν “μουσαφίρης” Θαρρείς που τα είχε παραγγελμένα, ψυχή μου, ίσα ίσα την ώρα που έκαμνα τον σταυρό μου να καβαλικέψω!» (192). Τα ματαιωμένα ταξίδια μπορούν ίσως να ερμηνευτούν ως Ως πρώτη αποτυχημένη απόπειρα πραγμάτωσης του ματαιωμένες απόπειρες ανάκτησης ή ουσιαστικής πραγμάτωσης του ανδρισμού του. ανδρισμού του μπορεί να θεωρηθεί η μοναδική του έξοδος στον κόσμο, ως την αντικρινή “τούμβα”, που έμεινε τελικά ατελείωτη: «Ήταν “το μόνο ταξείδι της ζωής μου”, επρόσθεσεν είτα σύννους ο γέρων, μα έμειν’ ατελείωτο»:
Έ ξ ω α π ό τ ’ ο ρ ν ι θ α ρ ι ό , ε ί π ε ν , ή τ ο ν έ ν α ξ ύ λ ο σ τ η μ έ ν ο , μ ε κ ά τ ι ξυλάκια σταυρωτά πάνω σ’ αυτό καρφωμένα, για να πατούν οι όρνιθες ν’ αναιβαίνουν σταις φωλιαίς των. Το είχα από μιας αρχής στο μάτι. Θα τ’ α κ ο υ μ β ή σ ω σ τ ο γ υ α λ ί τ ο υ ο υ ρ α ν ο ύ , έ λ ε γ α μ ε τ ο ν ο υ μ ου , σ α ν σ κ ά λ α , θ ’ α ν α ί β ω , θ α τ ρ υ π ή σ ω μ ι α τ ρ ύ π α θ α μ β ώ μ έ σ α . Έ τ σ ι , ψ υ χ ή μ ου , σ ου π α ί ρ ν ω τ ο ξ ύ λ ο σ τ ο ν ώ μ ο , κ α ι , σ α ν μ ε δ ι ου ν , α ς μ ε γ ρ ά ψ ο υ ν ! Βγαίνω από την αυλή, στρίβω δεξιά και δρόμο! […]. να ήρθα πρώτη φορά στον κόσμο.
2
Ήταν σαν
Βλ. Κ. Περαντζάκη, «Δοκιμή ψυχαναλυτικής ανάγνωσης του διηγήματος
“ Τ ο μ ό ν ο ν τ η ς ζ ω ή ς τ ου τ α ξ ί δ ε ι ο ν ” » , Ο δ ό ς Π α ν ό ς 8 8 , 1 9 9 6 , σ σ . 9 - 1 6 .
4
[…]
Π ά γ ω έ ν α μ ό λ ι , π ά γ ω δύ ο .
Μα τι θαρρείς, ψυχή μου;
Η
“τούμβα”, όσο προχωρώ, τραβιέται μακρότερα!
Ο ου ρ α ν ό ς , ό σ ο κ ο ν τ ε ύ ω ,
σηκώνετ’ αψηλότερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ’ έκοψε τα γόνατα! […]. Τότε μ ου ε κ ό π η κ ε τ ο “ χ α β έ σ ι ” , κ α ι έ ν ν ο ι ω σ α , π ω ς ε ί μ α ι κ ο υ ρ α σ μ έ ν ο ς , π ω ς π ε ι ν ώ , πως το ξύλο που σηκόνω βαραίνει σαν μολύβι, πως άρχησε να βραδυάζ ῃ και τ ι τ α θ έ λ ε ι ς , ψ υ χ ή μ ου ; τ ό τ ε ς ε γύ ρ ι σ α π ί σ ω κ ι α φ ή κ α τ ο τ α ξ ε ί δ ι ατελείωτο! […] Ήταν “το μόνο ταξείδι της ζωής μου”, επρόσθεσεν είτα σύννους ο γέρων, μα έμειν’ ατελείωτο. (198).
Η ματαιωμένη επιθυμία του παππού (όταν ήταν ακόμη μικρό αγόρι, αμέσως μετά την πρώτη εμπειρία ευνουχισμού) να «τρυπήσει μια τρύπα και να μπει μέσα στο θόλο του ουρανού» με το στυλιάρι που χρησιμοποιούσαν στο ορνιθαριό, σε συνδυασμό με τη μεταγενέστερη ματαιωμένη επιθυμία να «καβαλικέψει» το άλογο, θα μπορούσαν να επισύρουν πολλές φροϋδικές ερμηνείες, λιβιδινικής λίμνασης 3 . Πρόκειται για οικονομική διαδικασία (με όρους της Όταν η libido ψυχικής οικονομίας), η οποία πιθανολογείται από τον Freud ως υπαίτια για την είσοδο στη νεύρωση ή στην ψύχωση. στους ενδοψυχικούς σχηματισμούς ⋅ συμπτωμάτων. παθογόνο. μετουσίωση, αντικειμένου. δεν βρίσκει πια διέξοδο προς την εκφόρτιση, συσσωρεύεται πάνω η ενέργεια που συσσωρεύεται κατ’ αυτόν τον τρόπο θα χρησιμοποιηθεί στη συγκρότηση των Ο Freud δεν θεωρεί τη λίμναση αυτή καθαυτή μεταμόρφωση Με άλλα της λόγια, η έντασης του παρόντος του σε Μπορεί να οδηγήσει σε φυσιολογικές συμπεριφορές:
δραστηριότητα που καταλήγει στην ανεύρεση ενός ικανοποιητικού φαντασιοπληξία παππού Ο αντιπροσωπεύει μια απόπειρα αναπροσανατολισμού της λιβιδινικής ενέργειας προς έναν εξωτερικό κόσμο πλασμένο από την αρχή. παππούς, όπως και άλλοι ήρωες του Βιζυηνού (Πασχάλης, Κλάρα, Κιαμήλ, Μοσκώβ-Σελήμ), μπορεί να βρει τη θέση του στην ευρύτατη επιφάνεια των εννοιών της ψύχωσης ή της νεύρωσης, όπως αυτές
Βλ. J. Laplanche - J.-B. Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης , Αθήνα
3
1996, σ. 295. Βλ. S. Freud, The Standard Edition of the Complete Psychological W o r k s o f S i g m u n d F r e u d , μ τ φ ρ . J . S t r a c h e y , τ ό μ . 2 4 , L o n d o n 1 9 5 3 - 1 9 6 6 , τ όμ . 1 2 , σ . 2 3 7 , τ όμ . 1 6 , σ . 4 2 1 .
5
ορίζονται από την ψυχιατρική κλινική ή την ψυχανάλυση. Ο ακριβής εντοπισμός αυτής της θέσης θα μπορούσε να γίνει μόνο από έναν εξειδικευμένο ψυχίατρο ή ψυχαναλυτή. μόνο υποθέσεις. Αν θελήσουμε να προβάλλουμε το μοντέλο του C. G. Jung στο διήγημα, τότε μπορούμε να κάνουμε το εξής σχόλιο: persona animus (-a) ισχύει αντιστραμμένα στο διηγήματος (παππούς - γιαγιά). To δίπολο ζευγάρι του Εμείς μπορούμε να κάνουμε
Ο παππούς έχει θηλυκή persona και
αρσενικό animus, ενώ η γιαγιά έχει αρσενική persona και θηλυκή anima. Με άλλα λόγια, η γενική ψυχική στάση του παππού προς τον εξωτερικό κόσμο (persona) είναι συναισθηματική και προς τον εσωτερικό κόσμο (animus: εικόνα της ψυχής) διανοητική, ενώ της γιαγιάς είναι ακριβώς αντίστροφα. Ο παππούς από τη μια έχει θηλυπρεπή συμπεριφορά παραβιάζοντας έτσι τη σύμβαση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας για το πώς θα έπρεπε να φαίνεται ο άνδρας (θηλυκή persona). αποτυπώνεται η Από την άλλη, στις φαντασιώσεις του, όπου εσωτερική μορφή του animus, είναι η
«κοσμογυρισμένος και κοσμομαθής» (170, αρσενική στάση ζωής)⋅ ανθρώπινη εμπειρία του αντίθετου ερωτικού φύλου⋅
εξωτερική μορφή του animus (ένα τμήμα του εκφράζει την ατομική στον παππού: αρσενικό animus - σύζυγος με αρσενικά χαρακτηριστικά), δηλαδή ένα τμήμα της ασυνείδητης ψυχής του παππού, προβάλλεται στη γυναίκα του. Αλλιώς, η γυναίκα του, που τον αντιμετωπίζει με αρσενικό ίσως γι’ αυτό «Σαν είσαι συ ταμμένος, τρόπο, είναι στην ουσία ο δικός του εσώτερος εαυτός ⋅ τον αντικαθιστά σ’ όλα του τα ταξίδια:
νοικοκύρη μου, ανδρόγυνο δεν είμασθε; ένα πράγμα είμασθε. Είτε συ επήγες, είτ’ εγώ, το ίδιο πράμμα κάνει» (193). 4 Ο παππούς, σαν άλλος Πέερ Γκυντ 5 ,
4
λέει παραμύθια και τα
Για το μοντέλο του Jung βλ. στο τρίτο κεφάλαιο, «“Μοσκώβ-Σελήμ”: Η Γ ι α τ ου ς ό ρ ο υ ς p e r s o n a -
λειτουργία της ατομικής και της συλλογικής ψυχής».
a n i m u s ( - a ) β λ . C . G . J u n g , Φ ι λ ο σ ο φ ι κ ο ί Τ ύ π οι , μ τ φ ρ . Σ . Ά ν τ ζ α κ α , Θ ε σ σ α λ ο ν ί κ η 1991, τόμ. 2., σσ. 722-731 και Jolande Jacobi, Βασικές αρχές της ψυχολογίας του C. G. Jung, μτφρ. Κ. Καλογερόπουλος, Αθήνα 1995, σσ. 44-49, 161-172.
5
H. Ibsen, Peer Gynt, 1867.
O ή ρ ω α ς π ή ρ ε τ ’ ό ν ομ ά τ ο υ α π ό έ ν α π α λ ι ό πρώτος παρουσίασε τον Ibsen στον
Νορβηγικό λαϊκό παραμύθι.
Ο Βιζυηνός,
6
πιστεύει⋅
δεν
πρόκειται
για
απάτη
αλλά
για
αυταπάτη.
Ο
αταξίδευτος και, πιθανότατα, με μια γενικότερη έννοια ανέραστος εαυτός του στήνει με άπειρη ηδονή τις παραμυθικές αυτές σκηνές, ως ένα είδος οθόνης ανάμεσα σ’ αυτόν και μιαν αβάσταχτη έτσι και τους αποκρουστική πραγματικότητα, κατευνάζοντας
κατατρεγμένους πόθους του βίου του 6 .
Ο παππούς αναζητεί στο
παραμύθι, δηλαδή στην Τέχνη, έστω παροδικά, την απελευθέρωσή του όσο αυτό είναι δυνατόν από τους βουλητικούς προσδιορισμούς που σφράγισαν τη ζωή του με ανεκπλήρωτες ελπίδες, ματαιώσεις και διαψεύσεις. συγγραφέα). καλλιτέχνις Σ’ αυτό το σημείο (η Τέχνη ως οδός λύτρωσης από τα Τα στον λόγια Βιζυηνό που και απευθύνει μία φρενοβλαβής «To πάθη) διασταυρώνονται οι ζωές του παππού και του εγγονού (στην ομήγυρη του Δρομοκαΐτειου
ανταποκρίνονται πλήρως στο έργο και στο βίο του συγγραφέα:
καλλίτερον ψυχιατρείον είνε η ποίησις, είνε ο ρεμβασμός, ο έρως. Μόνον αυτά γλυκαίνουν το σώμα, σταλάζουν δρόσον εις την καρδίαν και η γοητεία της φαντασίας καθιστ ᾴ μαλακόν και υποφερτόν τον βίον» 7 . Στο έργο του Βιζυηνού εισχωρούν τα παιδικά του τραύματα, οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, οι προσωπικοί μύθοι του, οι ταξιδιωτικές διαψεύσεις. Τα ταξίδια του παππού στις παραμυθένιες χώρες πραγματώνονται στον ίδιο φανταστικό χώρο με το ταξίδι στην Ινδία του εγγονού («Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως»). μεταλλείου στο Σαμάκοβο 8 Η υπόθεση του που επρόκειτο να γίνει σύμβολο της
ψύχωσης και των έμμονων ιδεών του Βιζυηνού έχει την ίδια ανεπιτυχή έκβαση με τη μοναδική έξοδο του παππού στον κόσμο ως την αντικρινή τούμπα. Και στις δύο περιπτώσεις όταν η μυθοπλασία εκτρέπεται σε πραγματικό σχέδιο για να καταλήξει άδοξα, συμβάλλει
ελλαδικό χώρο: «Ερρίκος Ίβσεν», περ. Εστία Εικονογραφημένη 10, 11, Α΄ εξάμ. 1892, σσ. 153-156, 167-171.
6 7
Βλ. Κ. Περαντζάκη, ό.π., σσ. 10-11. Βλ. Ν. Βασιλειάδης, Εικόνες Κων/λεως και Αθηνών, Εν Αθήναις 1910, σ. Β λ . Β . Α θ α ν α σ ό π ο υ λ ο ς , « Τ ο ό ν ε ι ρ ο τ ου μ ε τ α λ λ ε ί ο υ » , Ο ι μ ύ θ ο ι τ η ς ζ ω ή ς
335.
8
και του έργου του Γ. Βιζυηνού, Αθήνα 1996, σσ. 53-56.
7
στην κατάλυση της λογικής. Η εκτροχιασμένη σκέψη του έγκλειστου Βιζυηνού καταλήγει συχνά στα μόνιμα θέματα της μεγαλομανίας του: την επιτυχία, την αναγνώριση, τα πλούτη, τη χαμένη αγάπη. του:
Μ ο ι ε φ ά ν η η όψ ι ς τ ου ω ς ν α π α ρ ε μ ο ρ φ ώ θ η π α ρ α χ ρ ή μ α κ α ι τετανικώς εν σπασμῴ υψών τας χείρας του μοι κατεστρώννυε όλα τα χρυσά τ ο υ ό ν ε ι ρ α , τ α ρ ό δ ι ν α π α ρ α π λ α ν ή μ α τ α τ η ς π α ρ α π λ ή γ ο ς φ α ν τ α σ ί α ς τ ου , τ α παράλογα, τα τρελλά. Τ ου ς α μ υ θ ή τ ο υ ς θ η σ α υ ρ ού ς τ ο υ κ α ι τ α ς ε κ τ ρ ό χ ο υ ς σ κ έ ψ ε ι ς τ ου , ί ν α σ υ ζ ε ύ ξ ῃ τ ο υ ς π λ α ν ή τ α ς υ π ό τ η ν μ υ σ τ η ρ ι ώ δ η δ ύ ν α μ ι ν , η ν π ρ ο ο λ ί γ ω ν η μ ε ρ ώ ν ε φ ε ύ ρ ε , κ α ι ν α ε κ δ ώ σ ῃ τ α σ υ γ γ ρ ά μ μ α τ ά τ ου τ α μ ε γ ά λ α , τ α π ρ ω τ ο φ α ν ή , τ α θ αυ μ α σ τ ά τ ο υ π ο ι ή μ α τ α . 9
Ο
βιογράφος και φίλος του Ν. Βασιλειάδης μας μεταφέρει την εμπειρία
Κεντρικός θεματικός άξονας του διηγήματος είναι ο μύθος και η αναίρεσή του. καλείται να Αν στην παιδική σκέψη (Γεωργάκης) ο μύθος τα κενά της αντίληψης, τις αφανείς συμπληρώσει
σημασίες των πραγμάτων, όταν αυτές δεν είναι αυτονόητες, στη σκέψη του παραδοσιακού πολιτισμού (παππούς) ο μύθος μεταβάλλεται σε πραγματική ιστορία (παραμύθι του ραφτόπουλου) και η πραγματική ιστορία σε μύθο (μυθική διάσταση της ζωής του Μ. Αλεξάνδρου). Παιδική και παραδοσιακή σκέψη ταυτίζονται στο βαθμό που διαθέτουν το κοινό «χάρισμα να μετατρέπουν μέσω της εξιδανίκευσης το πραγματικό σε απόκρυφο» 1 0 , παρεμβαίνοντας στην τρέχουσα ηθική Είναι μια και μεγεθύνοντας τις μορφές, τις ιδέες, τα γεγονότα.
δύναμη που προσθέτει στο φυσικό στοιχείο υπερφυσικό αποτέλεσμα 1 1 . Η απόσυρση στη φαντασιωτική ζωή είναι για τον Freud ένας από τους δύο βαθμούς της αναδίπλωσης της libido και είναι σύμπτωμα ναρκισσισμού . Κατά τον Freud, ο ναρκισσισμός δεν είναι μόνο μία «ενδοϋποκειμενική» υπόθεση η αγάπη δηλαδή του εαυτού αλλά
Βλ. Ν. Βασιλειάδης, «Σελίδες εν φρενοκομείῳ. / Ο ατυχήσας ποιητής»,
9
Π ο ι κ ί λη Σ τ ο ά / Ε θ ν ι κ ό ν Ε ι κ ο ν ο γ ρ α φ η μ έ ν ο ν Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν , Έ τ ο ς 1 0 ο ν , 1 8 9 4 , σ . 1 4 8 . Βλ. και Β. Αθανασόπουλος, «Ο Βιζυηνός στο φρενοκομείο», ό.π., σσ. 98-137.
10
Βλ. Κ. Κ. Ruthven, O Μύθος, μτφρ. Ι. Ράλλη - Κ. Χατζηδήμου, Αθήνα Βλ. Γ. Πανεθυμιτάκης, Οι μεταμορφώσεις των μύθων, Αθήνα 1999, σ. 43.
1977 (Σειρά: H Γλώσσα της Κριτικής), σ. 21.
11
8
και ένας τύπος σχέσης με το αντικείμενο, δηλαδή η αγάπη για κάποιον που μοιάζει με μία ορισμένη εικόνα του εαυτού. Στο ναρκισσισμό , ο Freud διαχωρίζει δύο πλευρές που θεωρούνται πια κλασικές: για τον εξωτερικό κόσμο. από τη μια, υπάρχει απόσυρση της libido και γενικότερα του «ενδιαφέροντος» Από την άλλη, αναλογικά, εκφράζεται η Δηλαδή, ο Freud διακρίνει δύο απόσυρση στη φαντασιωτική το προνομιακό αντικείμενο που είναι μεγαλομανίας σφαίρα του εκδηλώνεται που μόνο σε να Η δεν ανάγκη να καθηλωθεί η libido σε έναν διαφορετικό τύπο αντικειμένου, τo εσωτερικευμένo αντικείμενo. βαθμούς αναδίπλωσης της libido: ζωή και Το ανήκει απόσυρση σ’ αυτό της στη το Εγώ . 1 2 παραλήρημα συνδυασμό με την αναδημιουργία ενός κόσμου φαντασιωτικού και αποκλειστικά Εγώ προσπαθεί «δεσμεύσει» τη λιβιδινική ενέργεια που έχει απελευθερωθεί. τις φάσεις διάπλασης του Εγώ (Γεωργάκης), ενώ, όταν
επικράτηση του ναρκισσισμού κατά την παιδική ηλικία συμπίπτει με εμφανίζεται πλέον ως εξελικτικό στάδιο ταυτίζεται με τη λιβιδινική λίμναση (απόσυρση της libido μέσα στο υποκείμενο παππούς). Στον ναρκισσισμό τα όρια του Εγώ διευρύνονται μέχρι την «άκρη του κόσμου», η libido υπόκειται σε ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο έλεγχο και η ψυχωτική διαμάχη εκδηλώνεται πάντοτε στα αρχικά της στάδια ως απεγνωσμένη προσπάθεια να επανεπενδυθεί μία ορισμένη περιοχή. σημείο Στην Eισαγωγή του ναρκισσισμού υπάρχει ένα σημαντικό αναφοράς πρωταρχικού ή πρωτογενούς ναρκισσισμού ⋅
πρόκειται για την αναφορά στην «ψυχολογία του παιδιού και των πρωτόγονων λαών», την οποία ο Freud εμφανίζει ως αποτέλεσμα της κλινικής του εμπειρίας, ενώ παράλληλα τη συνάγει από τις αναλύσεις του Τοτέμ και ταμπού (Totem und Tabù, 1913):
Στα πα ιδ ιά κα ι στο υς πρ ωτό γ ο ν ο υς λα ο ύς β ρ ί σκο υμ ε στο ι χ εία , π ου αν ήτα ν μεμον ωμέν α , θ α μ π ορ ο ύσα μ ε να τα απ ο δ ώσο υμ ε στο
12
Βλ. S. Freud, «Για τον ναρκισσισμό» (Zur Einführung des Narzissmus,
1 9 1 4 ) , S . E . , ό . π . , τ ό μ . 1 4 , σ σ . 7 3 - 1 0 2 ( O n N a r c i s s i s m : a n i nt r o d u c t i o n ) . Β λ . κ α ι J. Laplanche, κεφ. 4: «To Εγώ και ο Ναρκισσισμός», Ζωή και θάνατος στην ψυχανάλυση, μτφρ. Ν. Παπαγιαννοπούλου, Αθήνα 1988, σσ. 127-157.
9
μεγ α λομαν ι α κό
πα ρα λή ρ η μα :
την
υπ ερ τί μη ση
τη ς
δ ύν α μη ς
των
επ ιθ υμι ών τους και των ψ υχι κών το υς εν ερ γ ει ών, τη ν «π α ν το δ υν α μί α τη ς σκέψ ης », την π ί στη στη μ α γι κή δ ύν α μη των λέξ εων και , τέλο ς, μ ί α τεχ ν ι κή χ ει ρι σμού σαν του εξ ωτερ ι κο ύ εφα ρ μ ο γή κό σμ ο υ α υτών τη των « μ α γ εί α π ο υ μ εγ α λο μ α νι α κών εμφα ν ί ζ εται συν επ ής
π ρ οϋπ οθ έσεων . 1 3
Οι δύο ήρωες χρησιμοποιούν το μύθο ως προσθετικό στοιχείο της πραγματικότητας όσες φορές νομίζουν ότι αυτή είναι ελλιπής. Ο Γεωργάκης προσθέτει μυθικά στοιχεία στην πραγματικότητα της άχαρης δουλειάς του ραφτόπουλου και ο παππούς στην Και πραγματικότητα των ανεπιτυχών ταξιδιωτικών του εξορμήσεων.
στις δύο περιπτώσεις υπάρχει μια ναρκισσιστική ταύτιση με το αντικείμενο, δηλαδή με την εικόνα του παραμυθένιου ραφτόπουλου και με την εικόνα του πολυταξιδεμένου. Μύθος και ψευδαίσθηση δεν ταυτίζονται⋅ πράγματος 1 4 . Για την καλύτερη Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εάν ο μύθος συνοδεύει το της παραπάνω ήρωες κινούνται στον παραπλανητικό χώρο των ψευδαισθήσεων. φυσικό πράγμα, η ψευδαίσθηση συνοδεύει το νοητικό ομοίωμα ενός κατανόηση διαπίστωσης θεωρούμε πολύ διαφωτιστική τη δήλωση του Wolfgang Iser , την οποία και παραθέτουμε:
Οπ οι α δή π οτε κα ι αν εί να ι η χ ρ ή ση τη ς μ υθ οπ λα σί α ς, κά θ ε τι μυθ οπ λα στι κό π ρ οϋπ οθ έτει π αρ ά γ εται κα τα δ η λών ουν υπ ό είν α ι κά τι το κα τα σκευα σμ έν ο , π ρ οθ έσει ς . πο υ φύση . τη ς κα ι η η κα τα σκευή μ υθ ο π λα σία συν ο χ ή κα ι πρ οσδ ι ορ ι σμ έν ες ορ ι σμέν ες τη ν αν α φο ρ ι κή Έτσι, Η
συν θή κες
απ αι το ύν
αν α φο ρ ι κό τη τα
συν α ρ τά τα ι π ρ ος ένα ν ορ α τό στό χ ο , το ν οπ ο ί ο η μ υθ ο π λα σία είν α ι σχ εδ ι α σμένη να εκπ λη ρ ώσει , κα ι μ έσα εκεί β ρί σκετα ι μ ια μ είζ ων δ ιά κρ ι ση μετα ξύ α φ’ εν ό ς της μ υθ ο π λα σία ς κα ι α φ’ ετέρ ο υ τη ς ψ ευδ α ί σθη ση ς και τη ς σύμ β α ση ς. εά ν », π ου δ η λών ει Η μ υθ οπ λα σί α δ εν εί ν αι ο ύτε εξ Εί ν αι έν α « ως [ h y p ot h e ti c a l πρ ο ϋπ ο θ έσει ς ολοκλή ρ ου α πα τη λή ούτε εξ ο λο κλή ρ ο υ αξ ι όπ ι στη. υπ ο θ ετι κές
pr e s uppos i ti ons ] , οι οπ οί ες δ εν μπ ο ρ εί ν α εξ α λει φθ ο ύν α ν εξά ρ τη τα
13 14
Βλ. S. Freud, S. E., ό.π., τόμ. 14, σ. 75. Βλ. Γ. Πανεθυμιτάκης, ό.π., σ. 46.
10
α πό τη μετα μφί εση π ου θ α εν δ υθ εί η μ υθ οπ λα σί α. π ρ έπ ει να έχ ει ορι σμ έν η κα τεύθ υν ση ,
Το « ως εά ν » με τη ν
π άν τοτε υπ ερ α κον τίζ ει σκό π ι μα το υπ α ρ κτό , και γι ’ α υτό ν το λό γ ο επι σκι ά ζ ο ν τας α να φορ ι κότη τά του τη λει το υρ γί α γ ια την ο π οί α π ρ ο ορ ί ζ εται μι α λει τουρ γ ί α π ου πρ οσδ ι ορί ζ ετα ι α πό τα συμ φρ α ζ ό μ εν α επ ί των ο π οί ων θ α π αρ α χθ εί το α ποτέλεσμ α 1 5 .
Μ’ άλλα λόγια, πρόκειται για τη διάσταση του μύθου και του «πρωταρχικού», ενός πρωταρχικού που στη φροϋδική σκέψη για να γίνει προσιτό στη φαντασία μεταγράφετα ι με τη χρήση όρων δανεισμένων από τη βιολογία: «Έτσι σχηματίζουμε την εικόνα μιας αργότερα ένα μέρος στις επενδύσεις των
πρωταρχικής λιβιδινικής επένδυσης του Εγώ ⋅ διατηρείται και συμπεριφέρεται απέναντι
της εκχωρείται στα αντικείμενα, όμως βασικά η επένδυση του Εγώ αντικειμένων, όπως το σώμα μιας αμοιβάδας απέναντι στα ψευτοπόδια που έχει βγάλει» 1 6 . Η φιλοσοφική στάση του αφηγητή-παιδιού και του ενήλικου αφηγητή απέναντι στα διαδραματιζόμενα καταγράφεται σε διάφορα σημεία του διηγήματος. Στo παρακάτω παράθεμα διαπιστώνουμε ότι η σκέψη του αφηγητή διανύει παρόμοια φιλοσοφικά μονοπάτια μ’ αυτά στο διήγημα «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας». Το ύφος και η μορφοποιητική διαδικασία της σκέψης είναι ίδια. Αλλάζει μόνο η Με ποια Αν όλα γενεσιουργός αιτία, δηλαδή το εξωτερικό ερέθισμα που πυροδοτεί την διατύπωση θεμελιωδών ερωτημάτων της ζωής, όπως: κριτήρια θεωρούμε αυτό σωστό και εκείνο λάθος; όλα αυτά που συμβαίνουν και τι στ’ αλήθεια σημαίνουν; Πως εξηγούνται
έχουν τους λόγους τους, υπάρχει καθόλου περιθώριο ελευθερίας για τους ανθρώπους; Τι σημαίνουν τα καλά και τα κακά, τα όμορφα και τα άσχημα; Συνολικά, έχει νόημα ο κόσμος ή αποτελεί μιαν ανόητη που και άσκοπη υπόθεση; Και τι σημαίνει αυτή η απειλητική σκιά
15
Βλ. W. Iser, «Προς μια λογοτεχνική ανθρωπολογία», μτφρ. Σ. Ροζάνης, Με τον τίτλο αυτό δημοσιεύτηκε to Literary A n t h r o p ol o g y ,
περ. Λόγου χάριν 2, άνοιξη 1991, σ. 10. W.
16
μ ε τ α φ ρ α σ μ έ ν ο σ τ α ε λ λ η ν ι κ ά τ ο ομ ώ ν υ μ ο κ α τ α λ η κ τ ι κ ό κ ε φ ά λ α ι ο τ ου β ι β λ ί ου τ ο υ Iser, Prospecting: From Reader Response Baltimore 1989. Βλ. S. Freud, S. E., ό.π., τόμ. 14, σ. 75.
11
μας παρακολουθεί τελικά
αδιάκοπα Η
όσο ζούμε ο θάνατος; Πρόκειται αδυναμία της διατύπωσης τελικών
για ριζικά, και γι’ αυτό άπιαστα, ερωτήματα που σπάνια οδηγούν σε συμπεράσματα. συμπερασμάτων καλύπτεται κάτω από ένα πρόσχημα: «… διακόψασα αίφνης το ρεύμα των ελεγεια κών μου σκέψεων, πριν ή λάβωσιν τελειωτικώς την λογικήν αυτών διατύπωσιν» (175) Στην πρώτη περίπτωση φιλοσοφικής ενατένισης του κόσμου, ο μικρός Γεωργάκης, απογοητευμένος που από την από κακή τον που έκβαση της του, με «σχέσης» του με τη βασιλοπούλα, και μετά από σωματική κακοποίηση (εξωτερικό ακόμη ερέθισμα) υφίσταται πλάγιου μάστορή συγγενεύει παρασύρεται σ’ ένα ρεύμα «ελεγειακών σκέψεων». δείγμα «ελεύθερου λόγου» εσωτερικό μονόλογο⋅ του παιδιού. Εδώ έχουμε ένα
η φωνή του αφηγητή αναμειγνύεται με τη φωνή
Ο Γεωργάκης μεμψιμοιρεί και ελέγχει τον Θεό, διότι
είχε την πρωτοβουλία να ράψει με τα ίδια του τα χέρια το δερμάτινο χιτώνα που έντυσε τη γυμνότητα της Εύας και να δώσει έτσι «αρχήν και γένεσιν» στο επάγγελμα των της ραπτών. Φύσης, Στις που «Συνέπειες» ενώ φέρεται (εξωτερικό ερέθισμα: η θέα της άρρωστης Κλάρας) διατυπώνεται παρόμοια μεμψιμοιρία εναντίον φιλόστοργα απέναντι στο σκουλήκι και στα ορυκτά της γης, δεν κάνει το ίδιο για το ωραιότερο δημιούργημά της, την άρρωστη Κλάρα (117118). Οι φιλοσοφικοί- συνειρμικοί δρόμοι της κριτικής σκέψης του παιδιού δεν οδηγούν βέβαια στη διατύπωση κάποιας μεγαλόσχημης φιλοσοφικής θεωρίας, αλλά στον εξής απλοϊκό προβληματισμό:
12
Αυτό
εξήψε
την
αγανάκτησίν
μου
μέχρι
ασεβείας.
Διότι
ε ν θ υ μ ού μ α ι π ο λ ύ κ α λ ά , ό τ ι κ α τ ά τ ο ε ν δ ό μ υ χ ο ν ε κ ε ί ν ο π ε ί σ μ α μ ο υ ή ρ χ ι σ α ν α μ ε μ ψ ι μ οι ρ ώ κ α ι ν α ε λ έ γ χ ω π ι κ ρ ό τ α τ α α υ τ ό ν τ ο ν Θ ε ό ν , δ ι ό τ ι έ σ χ ε τ η ν πρωτοβουλίαν να ράψῃ ιδίαις χερσί τον περίφημον εκείνον δερμάτινον χιτώνα περί την γυμνότητα της Εύας και να δώσ ῃ τοιουτοτρόπως αρχήν και γένεσιν εις το των ραπτών επάγγελμα. Εάν ήμην εγώ Θεός, έλεγον κατ’ Τι θα μ’ εμαυτόν, θα την άφινα την Εύα μου καθώς την είχα πλάσει.
έ β λ α π τ ε τ ά χ α τ ε ς η κ α ϋ μ έ ν η , γυ μ ν ή κ α θ ώ ς ή τ ο ; Θ α ρ ρ ώ μ ά λ ι σ τ α , π ω ς θ α ή τ ο και ωραιοτέρα. Έπειτα, ενόσῳ είχε την γυναίκα εις τον Παράδεισον, ήγουν ε ι ς τ ο σ π ί τ ι τ ο υ ο “ μ α σ τ ο - θ ε ός ” , τ η ν ά φ ι ν ε γ υ μ ν ή ν ⋅ ό τ α ν όμ ω ς α π ε φ ά σ ι σ ε ν α τ η ν φ ο ρ τ ώ σ ῃ δ ι ά π α ν τ ό ς ε ι ς τ ο ν “ γ ι α κ ά ν ” τ ο υ δυ σ τ υ χ ο ύ ς Α δ ά μ , ν α τ η ν εβγάλῃ εις τον κόσμον, τότε την επροίκισε και μ’ ένα στολίδι. Δεν βλέπεις τι κακόν έχει κάμει; Ίδρυσε με τα ίδια του χέρια το κακοδαιμονέστατον “εσνάφι” των ραπτών, καταδικάσας με να κάθημαι εδώ σταυροποδητός και εσκυμμένος από πρωίας μέχρι βαθυτάτης νυκτός, και ίδρυσε την κακίστην συνήθειαν, να προικίζουν οι πατέρες τας θυγατέρας των, όχι μ’ εσωτερικάς αρετάς, ενόσῳ 175). τας έχουν εις τους οίκους των, αλλά μ’ εξωτερικήν π ο λ υ τ έ λ ε ι α ν , ό τ α ν τ α ς φ ο ρ τ ώ ν ου ν ε ι ς τ η ν ρ ά χ η ν τ ω ν γ α μ β ρ ώ ν τ ω ν . ( 1 7 4 -
Ουσιαστικά, πρόκειται για μια φαντασίωση του Γεωργάκη που επιτελεί την ίδια λειτουργία στον ψυχισμό του μ’ όλες τις άλλες που περιγράφονται στο διήγημα. απέναντι στις καταπιεστικές πραγματικότητας. Ο ρόλος της είναι εξισορροπητικός και αποθαρρυντικές συνθήκες της
Είναι μια απόπειρα νοητικής απόδρασης που
προκύπτει από τη δυσκολία προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που δεν προσφέρει καμιά ορατή διέξοδο. Ο Γεωργάκης έχει αναπτύξει μια προσωπική φιλοσοφία ή μια προσωπική ευφυΐα, που αν και είναι αντίθετες με την κοινή λογική, του προσφέρουν μια παραλλαγή της εμπειρίας. περιπέτειας. Το Οι ονειροπόλημα παίζει το ρόλο της ταξιδιωτικής στις φαντασιώσεις που δημιουργούνται
ονειροπολήσεις, σύμφωνα με τον A. Adler , δεν είναι παρά πλάγιοι δρόμοι που προσπαθεί να πάρει ένα άτομο για να αποφύγει δυσάρεστα πράγματα και πιθανές αποτυχίες στη ζωή 1 7 . Ο Γεωργάκης του διηγήματος αποφεύγει έτσι την εμπειρία της σωματικής κακοποίησης,
17
Β λ . Α . A d l e r , H α γ ω γ ή τ ο υ π α ι δ ι ο ύ , μ τφ ρ . Κ . Λ ι ά π τ σ η , Α θ ή ν α 1 9 7 8 , σ .
102.
13
και συγχρόνως, αμύνεται απέναντι στην πιθανότητα αποτυχίας να μεταμορφωθεί στο ραφτόπουλο του παραμυθιού. Στο διήγημα «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» η αναίρεση του μύθου δεν είναι διάλυση των ψευδαισθήσεων, αλλά μετάβαση από το επίπεδο των υπαρχόντων αφανών πραγμάτων στο επίπεδο των υπαρχόντων εμφανών πραγμάτων. Το διήγημα κινείται στο χώρο όπου συναντώνται τα πράγματα, σε μια περιοχή όπου οργανώνεται η αμοιβαία εξάρτησή τους. Πραγματικότητα και μύθος είναι ζεύγος αντιθέτων που συγκατοικούν στο χρόνο και στο χώρο ένα ζεύγος αντιθέτων πάνω στο οποίο η αρχή της συμπληρωματικότητας πλάθει μορφές 1 8 . Η ευκολία μετάβασης από τον ένα πόλο στον άλλο επιδρά θεραπευτικά στον ψυχισμό των δύο ηρώων, καθώς ο μύθος γεννά αισθήματα αποδοχής, πληρότητας, συναίνεσης και συμπλήρωσης 1 9 . Το αίσθημα κατωτερότητας από τη είναι του Γεωργάκη 2 0 προσδοκία σημάδι θεραπεύεται ενός γάμου (έστω με τη προσωρινά) βασιλοπούλα. ονειροπολήματα μεγαλομανή πάντα ένα
Σύμφωνα με τον A. Adler «η μεγαλομανία στα ισχυρού αισθήματος
κατωτερότητας, που παρακινεί τους απογοητευμένους ανθρώπους να αναζητούν την ικανοποίηση και τη γοητεία σε αισθήματα που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα» 2 1 . Οι ενδοψυχικές συγκρούσεις του παππού (έχουν τη ρίζα τους στο πρόβλημα της ταυτότητας του φύλου και της αναπλήρωσης του ρόλου του από τη γυναίκα του) και το συνακόλουθο αίσθημα κατωτερότητας , βρίσκουν διέξοδο στη μυθική εικόνα του κόσμου. Τελειώνοντας, θα θέλαμε να σημειώσουμε, ότι η διαπλοκή μύθου και πραγματικότητας στο διήγημα «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» αναλύεται ακροθιγώς, μόνο για τις ανάγκες της ψυχολογικής περιγραφής των δύο ηρώων.
18 19 20
Βλ. Γ. Πανεθυμιτάκης, ό.π., σ. 42. Αυτ. σ. 46. Στο διήγημα «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», καταλήξαμε επίσης στο Βλ. A. Adler, H αγωγή του παιδιού, ό.π., σ.33.
συμπέρασμα ότι ο αφηγητής πάσχει από αίσθημα κατωτερότητας.
21
14
ΣΤΕΡΓΙΑΝΗ ΖΑΝΕΚΑ Δρ. Φιλολογίας
15