ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΩΣ ΤΟΝ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟ
Οι πολιτικές, οικονοµικές και στρατιωτικές τους σχέσεις από το 324 ως το 565 µ.Χ. και οι επιδράσεις που δέχτηκε από αυτές το Βασίλειο του Αξούµ.
(Έτσι όπως αυτές αποκαλύπτονται, κατά κύριο λόγο, µέσα από τις ελληνικές επιγραφές που έχουν βρεθεί στην επικράτεια του Αξούµ)
1
Στη µητέρα µου και τον Ιωσήφ που έφυγαν πριν προλάβω να τους πω ευχαριστώ
2
ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η παρούσα εργασία αποτελεί την κατάληξη της µελέτης που πραγµατοποιήθηκε στα πλαίσια της εκπόνησης της µεταπτυχιακής µου διατριβής στο Πανεπιστήµιο του Γιοχάνεσµπουργκ, υπό την καθοδήγηση και επίβλεψη του καθηγητού κ. Βenjamin Hendrickx. H επιλογή του θέµατος της µεταπτυχιακής µου εργασίας ήταν το αποτέλεσµα των διεργασιών και προβληµατισµών που προκάλεσε µέσα µου η επί τριετία παραµονή µου στην Αιθιοπία και η συνειδητοποίηση ότι, ακόµα και σήµερα, είναι ορατή σε πολλές πτυχές της ζωής αυτού του τόπου µια βαθύτερη σχέση που τον συνδέει µε την Ελλάδα. Η αίσθηση αυτή γίνεται ακόµα πιο έντονη, όταν βρεθεί κανείς σε επαφή µε τα πολιτιστικά µνηµεία του Αξουµιτικού πολιτισµού καθώς επίσης και µε τα παλαιοχριστιανικά και µεσαιωνικά µνηµεία της περιοχής του Τιγκράι (Tigray) και του Γουόλο (Wollo). Είναι χαρακτηριστική δε η πεποίθηση των ίδιων των Αιθιόπων ότι οι δεσµοί ανάµεσα στις δυο χώρες είναι πολύ ισχυροί και τα ίχνη τους εντοπίζονται πολύ πριν από την επικράτηση του Χριστιανισµού. Η άποψη αυτή ενισχύεται µε τρόπο εντυπωσιακό από το γεγονός ότι επιγραφές γραµµένες στην ελληνική γλώσσα αποτελούν σηµαντικότατα ευρήµατα των ανασκαφών σε αρχαιολογικές θέσεις του Αξουµιτικού πολιτισµού. Έτσι γεννήθηκε µέσα µου η ανάγκη να προσπαθήσω να διερευνήσω το βάθος και την ποιότητα των δεσµών που συνδέουν την Ελλάδα µε την Αιθιοπία και κυρίως να προσπαθήσω να εντοπίσω τις επιρροές του Ελληνικού κόσµου στον πολιτισµό του Αξούµ. Με την εργασία µου λοιπόν αυτή προσπαθώ να θίξω κάποιες πτυχές αυτών των επιδράσεων, φιλοδοξώντας έτσι να συµβάλλω έστω και λίγο στην περαιτέρω διερεύνηση και βαθύτερη γνώση του εύρους και της δυναµικής του ελληνικού πολιτισµού. Στην προσπάθειά µου αυτή συνεχές ήταν το ενδιαφέρον και οι υποδείξεις του κ. Βenjamin Hendrickx, στον οποίο οφείλω και τις πιο θερµές µου ευχαριστίες. Ευχαριστώ επίσης ιδιαίτερα τη φίλη και συνάδελφο Μαρία Μπανιώτου για την ενθάρρυνση και τη βοήθεια που µου παρείχε στην αναζήτηση του υλικού της µελέτης µου. Ξεχωριστά θα ήθελα να αναφέρω τις ευχαριστίες µου στον κ. Ι. Στάικο για την υποστήριξή του, την ενθάρρυνσή του και την εµπιστοσύνη που εξέφραζε για το εγχείρηµά µου. Ακόµη θέλω να εκφράσω την ευγνωµοσύνη µου στους φίλους µου συναδέλφους Ζαφειρούλα ∆ερέµπεη και Τάσο Τάνογλου, για την ηθική τους συµπαράσταση και τις χρήσιµες παρατηρήσεις τους για την εργασία αυτή. Ουσιαστική επίσης ήταν η βοήθεια της Ελληνικής Κοινότητας του Λουµπουµπάσι της Λ. ∆. του Κονγκό, στην οποία θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες µου. Τέλος ένα ξεχωριστό ευχαριστώ στους µαθητές µου από την Αιθιοπία που πρόθυµα µε βοήθησαν µε τις γνώσεις τους στην αιθιοπική γλώσσα. Ε. Ζ.
3
ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι «άψεγοι Αιθίοπες», ευσεβείς και απόµακροι, καταφύγιο των θεών του Ολύµπου που ταξίδευαν σε αυτούς για να ευφρανθούν από τις θυσίες τους, κινούσαν τη µυθοπλαστική φαντασία των Ελλήνων µέσα από τα έπη του Οµήρου.1 Κι αργότερα, το κριτικό τους πνεύµα που έψαχνε εξηγήσεις για τις πληµµύρες του Νείλου, στην Αιθιοπία αναζητά τις απαντήσεις. Τον 4ο αιώνα µ.Χ. όµως που εκεί ανθεί το Βασίλειο του Αξούµ, η Αιθιοπία δεν είναι πια ένας απροσδιόριστος τόπος µεταξύ µύθου και πραγµατικότητας, αλλά αποτελεί κρατικό σχηµατισµό µε συγκεκριµένο γεωγραφικό χώρο και µε ρόλο διακριτό µέσα στο χώρο δραστηριοποίησης των Ρωµαίων / Βυζαντινών. Ο 4ος µεταχριστιανικός αιώνας είναι ένα ορόσηµο στην παγκόσµια ιστορία και τούτο γιατί είναι τότε που για πρώτη φορά ο Χριστιανισµός απολαµβάνει κρατικής προστασίας και συντελείται ο βαθµιαίος µετασχηµατισµός της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας σε Χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωµαϊκής Ανατολής. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία – όπως πολύ µεταγενέστερα ονοµάστηκε2 – αναδύεται ως αποτέλεσµα των ζυµώσεων που διενεργούνται στον ελληνορωµαϊκό κόσµο στα πλαίσια της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, κατά την έντονη και γεµάτη κρίσεις περίοδο του 3ου αιώνα.3 Οι κρίσεις αυτές είναι τόσο εσωτερικές – περίοδος αναρχίας που επικρατεί στην ρωµαϊκή πολιτική σκηνή – όσο κι εξωτερικές – βαρβαρικές επιδροµές, αναβίωση του περσικού κινδύνου στο ανατολικό σύνορο. Συνακόλουθα, οι λαοί της Αυτοκρατορίας, ζώντας σε αστάθεια και αβεβαιότητα και µε διαταραγµένη την ασφάλεια που η Pax Romana εγγυάτο, εµφανίζονται µε τάσεις διασπαστικές που θέτουν σε κίνδυνο την ύπαρξη και την ασφάλεια της Αυτοκρατορίας. Αντιλαµβανόµενος τα αδιέξοδα ο ∆ιοκλητιανός είναι αυτός που πρώτος προβαίνει σε µεταρρυθµίσεις που στόχο έχουν να αναδιοργανώσουν το κράτος και να το κάνουν να ορθοποδήσει από την κρίση και τη φθορά. Στις µεταρρυθµίσεις του ο κόσµος της Ανατολής φαίνεται να αποκτά κυρίαρχη θέση. Για αυτό το λόγο και πολλοί µελετητές θεωρούν το 284 µ.Χ. – χρονολογία ανόδου του ∆ιοκλητιανού στο θρόνο – ως την εναρκτήρια χρονολογία για τη Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία. Εκείνος όµως που συνέδεσε αναπότρεπτα το όνοµά του µε τη γένεση της αυτοκρατορίας αυτής είναι ο Μ. Κωνσταντίνος, που το 324 µ.Χ. αποφασίζει τη µεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώµη στην Ανατολή, στη θέση της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου, και θεµελιώνει τη νέα πρωτεύουσα που φέρει και το όνοµά του, την Κωνσταντινούπολη. Για πολλούς λοιπόν αυτή θεωρείται σαν η χρονολογία γέννησης της νέας αυτοκρατορίας. Την άποψη αυτή συµµεριζόµαστε κι εµείς και γι’ αυτό θέτουµε το 324 µ.Χ. ως το χρονικό όριο αφετηρίας της µελέτης µας στο παρόν πόνηµα.4
ΟΜΗΡΟΥ, Οδύσσεια, α, 26-30, ε, 311, 316, σ 111, Ιλιάδα, Α 422-423. Τον όρο «βυζαντινός» για να χαρακτηρίσουν την Αυτοκρατορία, δεν τον χρησιµοποίησαν ποτέ οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Είναι όρος που χρησιµοποιήθηκε µε αυτό τον τρόπο από Γάλλους βυζαντινολόγους του 17ου αι. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 6. 3 βλ. σχετικά στην Ι.Ε.Ε., τ. ΣΤ. 4 Σχετικά µε τη χρονολογία αφετηρίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας έχουν προταθεί διάφορες χρονολογίες εκτός των δύο αυτών που ήδη αναφέραµε. Έτσι προτείνεται το 330, χρονολογία εγκαινιασµού της Κωνσταντινούπολης, το 395, ο θάνατος του Θεοδοσίου Α΄ και η διαίρεση
2
1
4
Με τη µεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους του, ο Μ. Κωνσταντίνος δηµιουργεί µια νέα αυτοκρατορία η οποία, όµως, παρουσιάζει την ιδιοτυπία να µην είναι το αποτέλεσµα ρήξης µε µια παλιά και ούτε να είναι ένας καινοφανής κρατικός σχηµατισµός, αλλά συνέχεια µιας άλλης της οποίας το όνοµα και την παράδοση ουδέποτε δεν αποποιήθηκε. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος θεωρεί την Κωνσταντινούπολη ως Νέα Ρώµη και τον εαυτό του ως Ρωµαίο αυτοκράτορα, ιδέα και τίτλο που δεν εγκατέλειψαν οι Βυζαντινοί σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους. Με την επίδραση µάλιστα της ανατολικής σκέψης και του χριστιανικού µυστικισµού η ιδέα αυτή της «συνέχειας» προσέλαβε και άλλο, µυστικιστικό, περιεχόµενο. Η Κωνσταντινούπολη γίνεται η «Νέα Σιών»,5 η «Βασιλεύουσα» πόλη, η πόλη που τη δηµιούργησε η θεία πρόνοια και την προστατεύει η θεία σκέπη για να αποτελέσει την έδρα του Χριστιανισµού και να κατοικήσει εκεί ο επίγειος αντιπρόσωπος το Θεού, η ζωντανή του εικόνα, ο θείος Αυτοκράτωρ συνεπικουρούµενος στο θρησκευτικό του ρόλο από τον εκκλησιαστικό άρχοντα, τον Πατριάρχη, που και αυτός ονοµάζεται Οικουµενικός, δίνοντας έτσι και την άλλη διάσταση της βυζαντινής ιδεολογίας, αυτή της οικουµενικότητας. Έτσι το Imperium Romanorum γίνεται «Χριστιανική Οικουµένη» που εντάσσει στους κόλπους της όλους τους χριστιανικούς πληθυσµούς, που πια αντιλαµβάνονται τους εαυτούς τους ως µια ενότητα στο όνοµα της θρησκείας. Αυτήν ακριβώς τη διάσταση του Χριστιανισµού αντιλαµβανόµενος ο Μ. Κωνσταντίνος, αποφασίζει να αξιοποιήσει την τεράστια δυναµική του ως συνδετικού δεσµού ανάµεσα στα ετερόκλητα πλήθη και τους λαούς της αυτοκρατορίας του. Η µεταφορά λοιπόν της πρωτεύουσάς του σηµατοδοτεί και τη µεταµόρφωση του κράτους του. Ο Χριστιανισµός εποµένως ήταν το ένα και βασικότατο στοιχείο αυτής της µεταµόρφωσης. Ο πολυδιασπασµένος κόσµος της Ανατολής αποκτά αίσθηση ενότητας και συνοχής στο όνοµα της θρησκείας. Παράλληλα γίνεται το κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο µε την άλλη µεγάλη δύναµη της Ανατολής, την Περσία. Οι πόλεµοι λοιπόν που η Αυτοκρατορία καλείται να διεξάγει για την προστασία των συνόρων της αποκτούν κι ένα ακόµα χαρακτηριστικό µε µεγάλη επίδραση στη συνείδηση και στην σκέψη των λαών εκείνης της εποχής και δη των ανατολικώνֹ γίνονται και θρησκευτικοί. Οι αγώνες λοιπόν στοχεύουν στην αποκατάσταση της Pax Christiana που ταυτίζεται µε την Byzantina και αποτελεί συνέχεια της Pax Romana. Έτσι τα όρια του βυζαντινού κόσµου επεκτείνονται πέρα από τα, ούτως ή άλλως, εκτεταµένα σύνορα του κράτους και συµπεριλαµβάνουν στο χώρο δράσης τους όλους τους χριστιανικούς πληθυσµούς της Οικουµένης. Σε αυτούς τους πληθυσµούς είναι που εντάσσεται και η Αιθιοπία. Εκχριστιανίζοντας «βαρβάρους», το Βυζάντιο επεκτείνει τα όρια της οικονοµικής, πολιτικής και πολιτιστικής του εξάπλωσης. Ο Χριστιανισµός γίνεται το άρµα µε το οποίο µεταλαµπαδεύονται σε άλλους λαούς οι πολιτικές και πολιτιστικές ιδέες του Βυζαντίου. Και βέβαια, κύρια και καθοριστικά, τα
του κράτους σε ανατολικό και δυτικό, το 476, κατάλυση του δυτικού Ρωµαϊκού κράτους, το 610, άνοδος στο θρόνο του Ηράκλειου, το 717, άνοδος στο θρόνο του Λέοντος Γ΄ Ισαύρου. Βλ. ΖΑΚΥΝΘΗΝΟΣ, Ιστορία, σελ. 19-23, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 2123, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 13-14. 5 βλ. Ι.Ε.Ε., τ., Ζ, σελ. 6, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 77.
5
οικονοµικά συµφέροντα του Βυζαντίου είναι αυτά που επιδιώκονται µέσα από την πρόσδεση αυτών των λαών στο βυζαντινό άρµα. Εδώ υπεισέρχεται και ο δεύτερος καθοριστικός παράγοντας που διαµόρφωσε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αποτέλεσε στοιχείο συνοχής των λαών της. Κι αυτός είναι η ελληνική γλώσσα και παράδοση. Με τη µεταφορά της πρωτεύουσας στην Ανατολή, το κράτος βρέθηκε να βασίζεται κατά κύριο λόγο σε πληθυσµούς ελληνικούς κι εξελληνισµένους που µιλούσαν την ελληνική γλώσσα και είχαν δεχτεί πλήθος επιρροών από τις ελληνιστικές µοναρχίες.6 Η γλώσσα η ελληνική γίνεται λοιπόν ένα εργαλείο που σφυρηλατεί τη συνοχή των λαών της πολυεθνικής αυτοκρατορίας. ∆εν είναι µόνο η γλώσσα όµως που επιδρά, είναι και η ελληνική σκέψη και φιλοσοφία που διαπερνά το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας κι επιδρά ουσιαστικά στη διαµόρφωση του Χριστιανισµού.7 Η χριστιανική λοιπόν διδασκαλία που µεταλαµπαδεύεται από το Βυζάντιο στους όµορούς του λαούς είναι γονιµοποιηµένη όχι µόνο από την ανατολική σκέψη που γέννησε το Χριστιανισµό ως θρησκεία, αλλά και από την ελληνική σκέψη και τρόπους ζωής. Και αυτή την ελληνική γλώσσα είναι που συναντάµε στις επιγραφές των βασιλέων του Αξούµ, πριν ακόµα µεταφερθεί εκεί η χριστιανική πίστη. Στο Βυζάντιο ο Χριστιανισµός και ο ελληνισµός µπήκαν στη βάση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία βέβαια στηρίχτηκε πάνω στη µεγάλη της κληρονοµιά που δεν ήταν άλλη από τις πολιτικές δοµές και τους διοικητικούς µηχανισµούς της Ρώµης. Οι Βυζαντινοί δε θεωρούσαν τον εαυτό τους άλλο από Ρωµαίους. Αυτό και από µόνο του δείχνει το πόσο µεγάλη σηµασία δίνουν οι ίδιοι στη ρωµαϊκή τους παράδοση. Άλλωστε η αυτοκρατορία τους δεν ανταγωνίστηκε τη Ρωµαϊκή, αλλά τη συνέχισε ως διάδοχη κατάσταση στο ανατολικό τµήµα της διατηρώντας όλους της τους µηχανισµούς. Ρωµαϊκή συνέχισαν να την αποκαλούν, Ρωµαίοι ήταν οι πολίτες της, και ο αυτοκράτοράς της ήταν ο µόνος που εδικαιούτο να φέρει αυτόν τον τίτλο. Ο µεγάλος ανταγωνισµός µε τον Καρλοµάγνο, αργότερα, για τον τίτλο αυτό, δίνει ένα δείγµα της σηµασίας που οι βυζαντινοί απέδιδαν στη ρωµαϊκή τους ιδιότητα µε ότι αυτό συνεπάγεται. Η αποµάκρυνση της Κωνσταντινούπολης από τη Ρώµη συντελέστηκε βαθµιαία και ως απόρροια των αντικειµενικών ιστορικών παραγόντων. Μέχρι και τον 6ο αιώνα, που η µελέτη µας χρονικά εκτείνεται, η ιδεαλιστική πολιτική του Ιουστινιανού δεν έχει άλλο στόχο από την αποκατάσταση της Μεσογείου ως ρωµαϊκής / βυζαντινής λίµνης και την ανασύσταση της ρωµαϊκής οικουµένης. Αυτή ακριβώς η πολιτική της οικουµενικής δύναµης κάνει την Κωνσταντινούπολη να επιδιώκει µε όλα τα µέσα την κατίσχυση των συµφερόντων της σε όλα τα µήκη και πλάτη που αυτά απλώνονται. Έτσι η δραστηριότητά της δεν σταµατά µόνο στη «βυζαντινή λίµνη» της Μεσογείου αλλά εξαπλώνεται και στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό, που αποτελούν ζωτικό χώρο της οικονοµικής της δύναµης. Το ανατολικό εµπόριο ήταν πάντα – από την εποχή των Πτολεµαίων – πεδίο πολύ σηµαντικής
Για το λόγο αυτό µια από τις ονοµασίες για την αυτοκρατορία, που είχε προκριθεί από τους πρώτους βυζαντινολόγους ήταν «ελληνική Αυτοκρατορία του Μεσαίωνος», Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 6. 7 βλ. LEMERLE, Βυζαντινός Ουµανισµός.
6
6
οικονοµικής δράσης κι ανταγωνισµών. Έτσι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρίσκεται στην ανάγκη να διασφαλίζει µε όλα τα µέσα της την οικονοµική της παρουσία εκεί και να επαγρυπνεί για την προάσπιση των οικονοµικών της συµφερόντων. Σε αυτό ακριβώς το σηµείο είναι που οι σχέσεις της µε τους λαούς της Ερυθράς Θάλασσας γίνονται ιδιαίτερα σηµαντικές και άρα οι λαοί αυτοί και τα κράτη αποτελούν τµήµα του ζωτικού χώρου του Βυζαντίου προς το οποίο διοχετεύει τη θρησκεία του, την ιδεολογία του και την πολιτιστική του επιρροή, ώστε να τους καταστήσει συµµάχους στις επιδιώξεις του. Αποτελούν για το Βυζάντιο µια ζώνη περιφερειακή η οποία δεν µπορεί παρά να εντάσσεται στον πολιτικό και οικονοµικό σχεδιασµό του και να βρίσκεται υπό την επίδρασή του. Το κράτος του Αξούµ, ως σχηµατισµός µε παραδοσιακούς δεσµούς µε τον ελληνικό κόσµο, από την εποχή των Πτολεµαίων, αποτελεί ένα σηµαντικό στήριγµα της βυζαντινής πολιτικής στην περιοχή και αυτήν ακριβώς τη σχέση είναι που θα προσπαθήσουµε να διερευνήσουµε στη συνέχεια. Το κράτος αυτό, ως µια κρατική υπόσταση νεοπαγής και χωρίς τη µακρά παράδοση και τους µηχανισµούς του ελληνορωµαϊκού κόσµου, είναι φυσικό να δέχεται επιδράσεις σε πολλούς τοµείς της πολιτικής και πολιτιστικής του ζωής από αυτόν. Το Βυζάντιο λοιπόν είναι ο χώρος απ’ όπου ο Χριστιανισµός µε τις ανατολικές επιδράσεις του και ο ελληνορωµαϊκός τρόπος σκέψης και ζωής – έτσι όπως αυτά έχουν διαµορφωθεί αλληλεπιδρώντας αµοιβαία – διοχετεύονται στα κράτη της βορειοανατολικής Αφρικής και δη στο Αξούµ. Αυτές τις επιρροές που το κράτος του Αξούµ δέχτηκε από το βυζαντινό χώρο θα προσπαθήσουµε επίσης να εντοπίσουµε. Ως καταληκτικό χρονικό όριο του πονήµατός µας επιλέξαµε το θάνατο του Ιουστινιανού, το 565 µ.Χ. Πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι αυτό είναι και το τέλος της πρωτοβυζαντινής περιόδου.8 Η οικουµενική ιδέα ως κύρια κατευθυντήρια αρχή της πολιτικής του κράτους εγκαταλείπεται. Πράγµατι, µετά το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού µια νέα εποχή φαίνεται να αρχίζει για το βυζαντινό κράτος. Με παγιωµένο το θρησκευτικό του δόγµα, το Βυζάντιο βρίσκεται µε την ανατολή του 7ου αιώνα να µπαίνει σε µια νέα εποχή. Με τον κλοιό των εχθρών του να το περισφίγγουν ασφυκτικά, πρέπει να χαράξει την πολιτική του µε βάση τα νέα δεδοµένα που το οδηγούν σε όλο και µεγαλύτερο ρεαλισµό ως προς τα οράµατά του για οικουµενικότητα και το κάνουν να στηρίζεται και να υπολογίζει ολοένα και περισσότερο στους ελληνόγλωσσους πληθυσµούς του της Ανατολής, µετατρεπόµενο πια στην «ελληνική αυτοκρατορία του Μεσαίωνος» όπως πολλοί το χαρακτήρισαν. Παράλληλα οι ίδιες χρονολογίες που έχουν τεθεί ως όρια σε αυτή την εργασία, αποτελούν χρονικά ορόσηµα και για το κράτος του Αξούµ. Έτσι ο 4ος αιώνας µ.Χ. είναι ο αιώνας που το κράτος αυτό σηµειώνει την πρώτη µεγάλη του ακµή. Κυριαρχώντας στους εµπορικούς δρόµους τις ανατολικής Αφρικής, µετά την κατάλυση της δύναµης της Μερόης τον αιώνα αυτό, δέχεται ως επίσηµη θρησκεία του το Χριστιανισµό και ενισχύει τη θέση του στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας. Ο Χριστιανισµός στο κράτος αυτό θεµελιώνεται µε τη
8
Και για αυτή τη χρονολογία έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις, όπως το 610, άνοδος στο θρόνο του Ηράκλειου, το 641-642, πτώση της βυζαντινής Μέσης Ανατολής στους Μουσουλµάνους, το 717, άνοδος στο χρόνο του Λέοντος Γ΄, βλ. ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 25-27.
7
στήριξη και κάτω από τον έλεγχο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Έτσι η ένταξη του Αξούµ στη «χριστιανική οικουµένη» του Βυζαντίου είναι πια από τον 4ο αιώνα και µετά δεδοµένη. Η δεύτερη µεγάλη του ακµή σηµειώνεται κατά τον 6ο αιώνα. Τότε, σε σύνδεση και µε το Βυζάντιο, αναλαµβάνει εκστρατεία στη Νότια Αραβία, θέτει υπό τον έλεγχό του το κράτος των Οµηριτών και επιτυγχάνει τον εκχριστιανισµό του υπό τη δική του αιγίδα. Αυτό ήταν και το αποκορύφωµα της δύναµής του. Πριν το τέλος του 6ου αιώνα η Νότια Αραβία έχει περιέλθει στην κυριαρχία των Περσών, ενώ τον 7ο αιώνα οι Άραβες, µε την κατοχή της Αιγύπτου και της Συρίας, γίνονται η µεγάλη δύναµη στην περιοχή και αποκόπτουν το Αξούµ και την Αιθιοπία από την επαφή της µε το Βυζάντιο. Αυτό είχε σαν επακόλουθο τη βαθµιαία οικονοµική εξασθένιση της χώρας η οποία παύει να έχει πια ρόλο σηµαντικό στη διεθνή σκηνή και, αποµονωµένη, περιορίζεται στο αφρικανικό της έδαφος. ∆εν έχει πια επαφές µε το χριστιανικό κόσµο – παρόλο που µένει χριστιανική – και αποτελεί για την Ευρώπη ένα µυθικό χώρο, µεταξύ θρύλου και πραγµατικότητας, το βασίλειο του Prester John,9 µέχρι τα νεότερα χρόνια. Φυσικά σε κάποιες περιπτώσεις για να επιτευχθεί µια πιο ολοκληρωµένη κατανόηση θεµάτων, υπερβήκαµε τα χρονικά όρια που το θέµα της εργασίας θέτει. Έτσι κάναµε κάποιες αναφορές στην πτολεµαϊκή Αίγυπτο και στην Ύστερη Αρχαιότητα. Πηγές µας σε αυτή τη µελέτη ήταν κατά κύριο λόγο οι ελληνικές επιγραφές που βρέθηκαν στο Αξούµ.10 Παρόλο τον περιορισµένο αριθµό τους, είναι πολύτιµη µαρτυρία, γιατί το περιεχόµενό τους είναι αποκαλυπτικό για την συγκρότηση αυτού του κράτους, σε αντίθεση µε άλλες σαβαϊκές, οι οποίες έχουν κατά κανόνα θρησκευτικού ενδιαφέροντος πληροφορίες για την προχριστιανική, νοτιοαραβική θρησκεία της περιοχής. Λάβαµε φυσικά υπόψη µας, στο βαθµό που είχαµε πρόσβαση, και επιγραφές γραµµένες µε τη σαβαϊκή11 γραφή και σε γκεέζ.12 Άλλη πηγή µας ήταν τα νοµίσµατα καθώς επίσης και ευρήµατα που ανασύρθησαν στο φως από την αρχαιολογική
βλ. JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 59-63. Σχετικά µε τις επιγραφές οι ελληνικές περιλαµβάνονται όλες στο βιβλίο του Benjamin Hendrickx, Official Documents Written in Greek Illustrating the Ancient History of Nubia and Ethiopia (3rd Century B.C. – 6th Century A.D.), Monumenta Afro-Hellenica, No 1, Institute for Afro-Hellenic Studies, Johannesburg, 1984. Πολλές όµως από αυτές που είναι σε γλώσσα και γραφή σαβαϊκή ή γκεέζ περιλαµβάνονται στο Stuart Munro-Hay, Aksum An African Civilisation of Late Antiquity, 1991 (put online with permission by Alan Light, alight@vnet.net ). Για διευκόλυνση όµως πολλές φορές στην εργασία οι παραποµπές στις επιγραφές γίνονται µε την αναφορά τους στο έργo του Ε. Littmann, Sabaische, Griechische und Altabessinische Inschriften, in : Deutsche Aksum – Expedition, I – V, Berlin, 1913, δηλ. DAE, IV, no… 11 Σαβαϊκή ήταν η γλώσσα των Νοτιοαράβων αποίκων που εγκαταστάθηκαν ίσως και πριν από τον 5ο αι. π.Χ. στα υψίπεδα της Αιθιοπίας. Από αυτή προήλθε η γκεέζ, στην οποία όµως είναι κυρίαρχα και τα κουσιτικά στοιχεία. Στα χρόνια του κράτους του Αξούµ, πολλές φορές οι επιγραφές γράφονται σε γκεέζ αλλά µε σαβαϊκή γραφή. (βλ. εικόνα 1, σελ. 189) 12 Γκεέζ ήταν η αρχαία αιθιοπική γλώσσα που αποτελεί την προηγούµενη µορφή των σύγχρονών αιθιοπικών αµαρίνια και τιγκρίνια και παραµένει σε ισχύ µέχρι σήµερα ως η λειτουργική γλώσσα της αιθιοπικής Εκκλησίας. (βλ. εικόνα 2, σελ. 189)
10
9
8
σκαπάνη.13 Πέραν αυτών των άµεσων πηγών σηµαντικές πληροφορίες για τα προς εξέταση θέµατα µας δίνουν Βυζαντινοί ιστορικοί συγγραφείς που περιλαµβάνουν στο έργο τους αναφορές στις σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας µε το Αξούµ. Τέτοιοι είναι ο Ρουφίνος µε το έργο του Εκκλησιαστική Ιστορία, ο Ολυµπιόδωρος, που απόσπασµα του έργου του περιλαµβάνεται στη Βιβλιοθήκη του Φωτίου. Εκεί υπάρχει και απόσπασµα από έργο του πρεσβευτή του Ιουστινιανού σε Αιθίοπες κι Οµηρίτες, Νόννοσου, καθώς επίσης κι απόσπασµα του έργου του Φιλοστόργιου. Άλλος είναι ο Μαλάλας µε τη Χρονογραφία του, οι Ευσέβιος Καισαρείας, Ιωάννης Εφέσου, και Ευάγριος ο Σχολαστικός µε τις Εκκλησιαστικές Ιστορίες τους, οι Ιωάννης Νικίου και Ζαχαρίας Μυτιλήνης µε τα έργα τους που φέρουν τον τίτλο Χρονικό και φυσικά ο ιστορικός του Ιουστινιανού, Προκόπιος. Ειδική µνεία θα κάνω στο πολύ σηµαντικό για την περιοχή έργο του Κοσµά Ινδικοπλεύστη, Χριστιανική Τοπογραφία, καθώς επίσης και στον Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης, ανωνύµου συγγραφέα, που αν και προγενέστερο της εποχής που εξετάζουµε, όµως δίνει σηµαντικότατες πληροφορίες για την περιοχή.14 Μεταγενέστερες από την εξεταζόµενη εποχή, αλλά συνδεόµενες µε αυτήν είναι και πληροφορίες που αντλούνται από χρονικά των αυτοκρατόρων της Μεσαιωνικής Αιθιοπίας. Σηµαντικές πληροφορίες αντλήσαµε από το κύριο έπος της Αιθιοπίας, την Κέµπρα Ναγκάστ (Kebra Nagast) καθώς επίσης και από τον πολύ µεταγενέστερο κώδικα νόµων, τη Fetha Nagast. Αν και µε επιφύλαξη δεκτές, ως προς την αναγωγή των πληροφοριών τους στον 6ο αιώνα, όµως οι παραπάνω πηγές θεωρούµε ότι εκφράζουν πρακτικές και ιδέες που προέρχονται από την αιθιοπική παράδοση που φτάνει στο χώρο και το χρόνο του κράτους του Αξούµ. Αποµονωµένη από τον έξω κόσµο, όπως είπαµε παραπάνω, η Αιθιοπία µετά τον 6ο αιώνα, συνεχίζει την πορεία της µε µια χαρακτηριστική ενδοστρέφεια, γεγονός που την κάνει να επιδεικνύει, ακόµα κι ως σήµερα, µια ιδιαίτερη προσήλωση και σεβασµό στις παραδόσεις, που στη χώρα αυτή αποδεικνύονται ιδιαίτερα ανθεκτικές. Τέλος λάβαµε υπόψη µας και στοιχεία που αφορούν το χριστιανικό κράτος των Οµηριτών, το κράτος δηλαδή που δηµιουργήθηκε µετά την επέκταση εκεί της αξουµιτικής δύναµης, τον 6ο αιώνα και κάτω από αξουµιτική επικυριαρχία. Αναφερόµενοι στο κράτος αυτό είναι οι Νόµοι των Οµηριτών, το Βιβλίο των Οµηριτών, ο Βίος του αγίου Γρηγεντίου, το Μαρτύριο του Αγ. Αρέθα Στο πεδίο της µελέτης µας δε συµπεριλάβαµε θέµατα που άπτονται των θεολογικών και δογµατικών προσεγγίσεων των Εκκλησιών των δύο κρατών. Παρόλη την αναγνωρισµένη επιρροή που το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας άσκησε επί αιώνες στην υπαγόµενη σε αυτό Αιθιοπική Εκκλησία, στην παρούσα εργασία, η αναφορά µας στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών περιορίζεται µόνο στο βαθµό που ως θεσµικοί παράγοντες αναλαµβάνουν πολιτική και διπλωµατική δράση. Ασφαλώς, όµως, έχουµε ασχοληθεί ιδιαίτερα µε τις
13 14
βλ. σελ. 42 σηµ. 35. Σχετικά µε τα έργα που αναφέρονται στις πηγές, γίνονται παραποµπές µέσα στο κείµενο, στα σηµεία της εργασίας όπου χρησιµοποιούνται παραθέµατα και αναφορές σε αυτά. Γενικά όµως, πολλά από τα έργα αυτά βρίσκονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση : http//www.tertullian.org/fathers/htm. Στην ίδια διεύθυνση υπάρχουν και Χρονικά συριακά.
9
πολιτικές και οικονοµικές προεκτάσεις στις σχέσεις των δύο κρατών, έτσι όπως αυτές επηρεάστηκαν από τον εκχριστιανισµό του κράτους του Αξούµ. Όπως είδαµε και παραπάνω, ο Χριστιανισµός και η θρησκεία γενικότερα, δεν γίνονται νοητά µόνο στην πνευµατική τους διάσταση, στα πλαίσια της επίδρασης που ασκούν στη δοµή και την κοινωνία ενός κράτους. Ειδικότερα για την εποχή στην οποία αναφερόµαστε, η θρησκεία είναι µια δύναµη καθοριστική στις σχέσεις των λαών, εντός κι εκτός των συνόρων ενός κράτους. Γνωρίζουµε το ρόλο που ο Χριστιανισµός έπαιξε για τη σφυρηλάτηση δεσµών οµοιογένειας ανάµεσα στο ετερόκλητο πλήθος των λαών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το ρόλο του αυτό αξιοποίησε ο Μ. Κωνσταντίνος, έχοντας την οξυδέρκεια να αντιληφθεί τη δύναµή του, κι έγινε έτσι θεµελιωτής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στη συνέχεια η εξωτερική πολιτική και διπλωµατία του Βυζαντίου, πολύ συχνά προσέφυγε στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που της προσέφερε ο προσεταιρισµός λαών µε όπλο και µέσο τον εκχριστιανισµό τους. Έτσι η θρησκεία γίνεται µέσο άσκησης πολιτικής και όπλο προώθησης οικονοµικών και πολιτικών συµφερόντων. Ταυτόχρονα, µέσω της θρησκευτικής ιδεολογίας, διοχετεύονται και αξίες πολιτιστικές στις κοινωνίες των εκχριστιανιζόµενων κρατών. Αυτή τη διάσταση της θρησκείας και της Εκκλησίας που την εκφράζει, την έχουµε λάβει πολύ σοβαρά υπόψη µας στην παρούσα µελέτη. Θα πρέπει να επισηµάνουµε τη δυσκολία την οποία αντιµετωπίσαµε σε δύο κυρίως τοµείς. Ο ένας σε ότι αφορά την εµπεριστατωµένη από άµεσες πηγές γνώση για την ιστορία του Αξούµ. Με δεδοµένη την ανεπάρκεια ευρηµάτων και µε µεγάλο µέρος των ιστορικών θέσεων του κράτους του Αξούµ να µην έχουν ακόµη ανασκαφεί κι εξερευνηθεί ικανοποιητικά, δεν είναι εύκολο να καταλήξουµε σε ασφαλή συµπεράσµατα σε θέµατα σχετικά µε αυτό. Σε µεγάλο βαθµό το προϊόν της µελέτης µας είναι υποθέσεις που αποκαλύπτονται στη σκέψη µας µε τρόπο πειστικό. Άλλωστε και από τη βυζαντινή πλευρά, τα στοιχεία για το Αξούµ δεν είναι πάντα ακριβή και άφθονα. Για το Βυζαντινούς το Αξούµ είναι περιφέρεια και ως τέτοια το αντιµετωπίζουν. Οι πληροφορίες για αυτό πληθαίνουν µόνο κατά τον 6ο αιώνα, όταν οι ιστορικές συγκυρίες του επιφυλάσσουν έναν αναβαθµισµένο ρόλο για την προώθηση των βυζαντινών συµφερόντων που συνδέονται µε τα αξουµιτικά, στην περιοχή. Στο ίδιο πεδίο δυσκολιών εντάσσεται και ο προβληµατισµός µας για το κατά πόσο µπορούσαµε να αποδώσουµε ως βυζαντινές κάποιες επιρροές, που, κατά τη γνώµη µας, διείσδυσαν στο Αξούµ από το Βυζάντιο, είναι όµως στην προέλευσή τους επιδράσεις που το Βυζάντιο δέχτηκε από την προσοικείωσή του µε το χώρο της Ανατολής και τις ελληνιστικές µοναρχίες. Τέτοιες επιδράσεις θα µπορούσε να έχει δεχτεί το Αξούµ από την άµεση επαφή του και µε την Ανατολή και µε την Ελληνιστική Αίγυπτο. Σε σχέση µε αυτό προκρίναµε την άποψη να παρουσιάσουµε τις συνάφειες χωρίς να ορίζουµε µε βεβαιότητα και το δρόµο διείσδυσής τους. Η δεύτερη δυσκολία µας έγκειται στο ότι οι σχέσεις οι διακρατικές και οι επιδράσεις του Βυζαντίου στο Αξούµ είναι τόσο σύνθετες και αλληλοδιαπλεκόµενες που δεν µπορούν να προσδιοριστούν µε σαφήνεια ως οικονοµικές, πολιτικές, διπλωµατικές κλπ. Έτσι δεν έγινε δυνατό να αποφευχθεί η επανάληψη κάποιων γεγονότων και συσχετισµών, στην προσπάθειά µας να τα προσεγγίσουµε κάθε φορά από µια διαφορετική σκοπιά. Η προσέγγιση αυτή έγινε µε αφετηρία τη µελέτη των οικονοµικών επιδιώξεων των δύο κρατών. Θέτοντας ως βάση τη θέση ότι η πολιτιστική επικοινωνία των λαών της 10
Ερυθράς Θάλασσας µε το µεσογειακό κόσµο πορεύτηκε πάνω στο δρόµο του εµπορίου και µε δεδοµένο ότι οι οικονοµικές σχέσεις είναι αυτές που στη συνέχεια επηρέασαν τις πολιτικές και πολιτιστικές, προσπαθήσαµε να δούµε πώς συνδέεται η πολιτική συγκρότηση και ανάπτυξη του κράτους του Αξούµ µε τα βυζαντινά οικονοµικά συµφέροντα στο ανατολικό εµπόριο που διέρχεται από τους θαλάσσιους δρόµους της Ερυθράς Θάλασσας και του Ινδικού Ωκεανού και κατά πόσο επηρεάζεται η δική του υπόσταση και πορεία από τις διακυµάνσεις αυτών. Αναπόφευκτα στην προσέγγισή µας εµφανίστηκε κυρίαρχα και ο περσοβυζαντινός ανταγωνισµός, που αναγκαστικά οδήγησε τους µικρότερους λαούς της περιοχής να περιχαρακωθούν σε ζώνες επιρροής και συµµαχιών. Στη βάση λοιπόν και των όποιων θρησκευτικών, πολιτικών ή στρατιωτικών ακόµα επιλογών θεωρούµε ότι υπολάνθανε άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο απροκάλυπτα η προσπάθεια κατοχύρωσης και προώθησης των οικονοµικών επιδιώξεων. Έτσι, προσπαθώντας να αντιληφθούµε το πλαίσιο µέσα στο οποίο εκτυλίχθηκαν τα ιστορικά γεγονότα, ακροθιγώς µόνο αναφερόµαστε στην εξιστόρηση αυτών τα οποία επιλέγουµε µέσα στο συγκεκριµένο χρονολογικό όριο της µελέτης µας, προσεγγίζοντάς τα µε ιστορική µέθοδο. Θα θέλαµε επίσης να διευκρινίσουµε ότι η µονοσήµαντη ροή επιδράσεων από το Βυζάντιο προς το Αξούµ, που από το ίδιο το θέµα της εργασίας υπονοείται, δεν αποτελεί προκατάληψη που απορρέει από εθνικιστικές και φυλετικές προσεγγίσεις. Είναι απλώς αποτέλεσµα µιας ιστορικής λογικής που θεωρεί ότι το νεοπαγές είναι αυτό που επηρεάζεται σε επίπεδο οργάνωσης και δοµής από το κράτος που έχει πίσω του µεγαλύτερη κληρονοµιά. Ο καινούριος κρατικός σχηµατισµός επηρεάζει µε τη δυναµική του τη χάραξη της πολιτικής ενός παλιότερου κράτους µε παγιωµένες και διαµορφωµένες επιδιώξεις, επηρεάζεται όµως από αυτό στη διαµόρφωση της δικής του εικόνας και του δικού του κοσµοειδώλου, αφού πρέπει να τοποθετηθεί σε σχέση µε αυτό µέσα στο χώρο των διεθνών επαφών και αλληλεπιδράσεων. Χρήσιµες πληροφορίες για την κατανόηση των γεγονότων που την ιστορική τους λογική στα πλαίσια των συσχετισµών δυνάµεων προσπαθούµε να αντιληφθούµε, ελπίζουµε ότι µπορούν να αντληθούν από τα παραρτήµατα που παρατίθενται στο τέλος της εργασίας και που αναφέρονται σε όρους και γεγονότα που δεν ήταν δυνατό να συµπεριλάβουµε στην κύρια εργασία, µιας και κινούνται έξω από το χρονολογικό της πλαίσιο. Θα θέλαµε επίσης να σταθούµε λίγο στην επιλογή του όρου «Χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωµαϊκής Ανατολής» που χρησιµοποιούµε στο θέµα µας. Προκρίναµε αυτόν γιατί θεωρούµε ότι ανταποκρίνεται περισσότερο στα κύρια χαρακτηριστικά που η Αυτοκρατορία προβάλλει σε αυτή την πρώτη περίοδο της ιστορίας της. Στην περίοδο δηλαδή που η σύνδεσή της µε την παλιά Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία παραµένει ισχυρή όχι µόνο σε επίπεδο συνείδησης του λαού αλλά και ως κρατική ιδεολογία για το σχεδιασµό της πολιτικής της. Η αυτοκρατορία αυτή θεωρεί ότι αποτελεί τη συνέχεια της προηγούµενης, αναβαπτισµένη από το πνεύµα του Χριστιανισµού. Έχοντας όµως µεταφέρει την καρδιά της ύπαρξής της, την πρωτεύουσά της, στην Ανατολή είναι πια περισσότερο συνδεδεµένη γεωπολιτικά µε την ανατολική Μεσόγειο και τους λαούς γύρω από αυτήν. Για καθαρά πρακτικούς λόγους και χάρη συντοµίας αναφερόµαστε πολλές φορές µέσα στο κείµενό µας σε αυτή µε τους όρους Βυζαντινή Αυτοκρατορία και Βυζάντιο, όροι που θεωρούµε ότι ταιριάζουν 11
περισσότερο όταν αποδίδονται στην Αυτοκρατορία σε µεταγενέστερες περιόδους της ιστορίας της, όταν ο ελληνοκεντρισµός της είναι πιο διακριτός και ο εθνικός της χαρακτήρας περισσότερο διαµορφωµένος.
12
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ : Το Αξούµ ως τα τέλη του 6ου αι. µ. Χ. Α. Από τον 1ο αιώνα µ.Χ. ως και τον 3ο αιώνα µ.Χ. Αναζητώντας τις ρίζες του Βασιλείου του Αξούµ, πηγαίνουµε πίσω στις αρχές της εποχής µας. Τότε, για πρώτη φορά, βρίσκουµε να γίνεται λόγος για την πόλη του Αξούµ, η οποία δίνει το όνοµά της σε ολόκληρο το βασίλειο, υπογραµµίζοντας µε αυτό τον τρόπο την εξέχουσα θέση που κατέχει σε αυτό. Συγκεκριµένα, η πιο παλιά αναφορά στο Αξούµ, που γνωρίζουµε, είναι εκείνη που γίνεται σε επιγραφή γραµµένη στα ελληνικά, που βρέθηκε στο µοναστήρι του Abba Pantelewon15, 5 χλµ. ανατολικά της πόλης του Αξούµ. Στην επιγραφή αυτή, που βρέθηκε σε αποσπασµατική κατάσταση, γίνεται δυο φορές µέσα σε οκτώ σειρές αναφορά του όρου «Αξωµείτου» σε συνδυασµό µε τον «ανείκητο Άρη». Η χρονολόγησή της τοποθετείται στον 1ο µεταχριστιανικό αιώνα16. Από έργο του 1ου µεταχριστιανικού αιώνα – σύµφωνα µε την επικρατέστερη άποψη17 – προέρχεται και άλλη αναφορά στο Αξούµ, στα ελληνικά κι αυτή τη φορά. Πρόκειται για το κείµενο Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, που γράφτηκε από άγνωστο συγγραφέα, πιθανότατα Αλεξανδρινό έµπορο που είχε ταξιδέψει στην Ερυθρά Θάλασσα18. Συγκεκριµένα ο άγνωστος συγγραφέας αναφέρει : «...από δε ταύτης (Κολόης) εις αυτήν την µητρόπολιν τον Αξωµίτην λεγόµενον ...19». Από αυτά συνάγουµε το συµπέρασµα ότι ήδη από τον 1ο αι. µ.Χ. το Αξούµ υφίσταται ως πόλη και µάλιστα ως έδρα βασιλέως ισχυρού20. Αργότερα βρίσκουµε κι άλλες αναφορές στο Αξούµ, όπως π.χ. στον Αλεξανδρινό γεωγράφο Κλαύδιο Πτολεµαίο, του 2ου αιώνα µ.Χ., που αναφέρεται στην πόλη του Αξούµ, την οποία επίσης περιγράφει ως την έδρα του βασιλιά της περιοχής21. Του 2ου και 3ου µεταχριστιανικού αιώνα είναι και επιγραφές σε σαβαϊκά22 και σε γκεέζ,23 όπου και πάλι γίνεται λόγος για το Αξούµ ως πρωτεύουσας κι έδρας του βασιλέως.
DAE IV, no 2, βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 45-46, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 69-70, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11 : 5. 16 ο.π. 17 Για την χρονολόγηση του Περίπλου δεν υπάρχει οµοφωνία µεταξύ των µελετητών. Πολλοί δέχονται ότι είναι έργο του 1ου αι. µ.Χ., όπως οι S. H. Sellassie, A. Dihle, H. Von Wissmann, J. Ryckmans, Anfray. Κάποιοι άλλοι τον τοποθετούν πολύ µεταγενέστερα, στον 3ο αι. µ.Χ., π.χ. οι Kobishchanov, (Axum, σελ. 54-59), J. Pirenne, H. de Contenson, A. J. Drewes. Για πιο διεξοδική µελέτη του θέµατος βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 93 και 198-199, σηµ. 254, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 70, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 30, SHERIFF, Maritime trade, σελ. 552, MUNRO-HAY, ch. 4:3. 18 βλ. Κ. Μεγαλοµµάτης, Πρόλογος και Εισαγωγή στον Περίπλου, σελ. 14, 91-93. 19 Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, παρ. 4, 5. Για τις εκδόσεις του Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, βλ. Ανωνύµου, Αρριανού, ως φέρεται, Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, εισαγωγή – µετάφραση – σχόλια Κοσµάς Μεγαλοµµάτης, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 1994, σχολ. 1, σελ. 257-259. 20 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 72, MUNRO-HAY, ch. 4:3, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 60, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 376. 21 Κλαύδιος Πτολεµαίος Γεωγραφία, ΙV, 7-8, βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 72-75. 22 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 75-77.
15
13
Ασφαλώς βέβαια θα πρέπει να πούµε ότι η πόλη και το βασίλειο του Αξούµ δεν αναδύθηκε αυτή την εποχή µέσα από την ανυπαρξία. (Για την διαίρεση του αξουµιτικού πολιτισµού σε χρονικές – ιστορικές περιόδου, βλ. Παράρτηµα 1). Το βασίλειο αυτό και ο πολιτισµός του πάτησε πάνω σε πολύ παλιότερες βάσεις που χρονολογούνται από την εποχή της 4ης αιγυπτιακής δυναστείας. Σύµφωνα µε ευρέως αποδεκτές απόψεις24, οι περιοχές που αργότερα άνθησε το Bασίλειο του Αξούµ, ήταν τµήµα της χώρας του Πουντ, που εκτεινόταν από τα παράλια του Σουδάν, στις δυτικές ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, ως και το ακρωτήριο των Αρωµάτων (Guardafui) στις σοµαλικές ακτές. (βλ. χάρτη 1 σελ. 183) Κεντρικός πυρήνας του Βασιλείου του Αξούµ ήταν τα υψίπεδα του Τιγκράι25, που σήµερα υπάγονται στα κράτη της Αιθιοπίας και της Ερυθραίας. Ξεκινώντας από εκεί επεκτάθηκε ως τα βαθύπεδα του Ντανακίλ και τις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, πριν από τα στενά Μπαµπ αλ Μαντέµπ (Bab al Mandeb). Νότια έφτασε ως τα όρη Σίµιεν (Semien) και τη λίµνη Τάνα. Στις περιόδους της ακµής του, το Αξούµ επεξέτεινε τη δύναµή του και τον έλεγχό του σε περιοχές του σηµερινού Σουδάν, αφού κατέλαβε το βασίλειο της Μερόης, τον 4ο αιώνα µ.Χ.26 Έφτασε δε να κατέχει και τµήµατα της Νότιας Αραβικής Χερσονήσου, ελέγχοντας µε αυτό τον τρόπο το θαλάσσιο εµπόριο και στις δυο ακτές της Ερυθράς Θάλασσας.27 Το βασίλειο των Αξουµιτών εµφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας τον 1ο αιώνα µ.Χ., όταν το Αξούµ έγινε η έδρα ενός κράτους που επέβαλε τη δύναµή του στη γύρω περιοχή και οι βασιλείς του αναγνωρίστηκαν ως βασιλείς των γύρω φυλών, που ή αφοµοιώθηκαν απ’ αυτούς ή υποτάχτηκαν και αποδέχθηκαν την επικυριαρχία τους.28 Ακριβείς πληροφορίες για την ίδρυση αυτής της πόλης που αργότερα εξελίχτηκε σε κέντρο και πρωτεύουσα µια ολόκληρης αυτοκρατορίας, δεν έχουµε. Και η ίδια η προέλευση του ονόµατός της παραµένει, εν πολλοίς, ασαφής. Σύµφωνα µε τον C. Conti Rossini η λέξη προέρχεται από σηµιτική ρίζα και σηµαίνει την πράσινη και εκτεταµένη περιοχή, γεµάτη χορτάρι. Σύµφωνα µε άλλη εκδοχή, είναι η συνένωση των λέξεων Ak ή Aku – κουσιτικής προέλευσης, που σηµαίνει νερό - και του σηµιτικής προέλευσης προσφύµατος sum που σηµαίνει αρχηγός.29 Αυτή η δεύτερη ετυµολόγηση, κι αν ακόµα δεν γίνει δεκτή,
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 77-78, DORESSE, Ethiopia, σελ. 49-50. βλ. A.HANID ZAYET, Relations, σελ. 144-148, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 1, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ 21, 25-26. 25 βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 33-34, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 363, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 35-36. 26 βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 31-32, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 92, HENDRICKX, Documents, σελ. 50-52, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 71-72, 86, 154, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 62-64, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 62-63. 27 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 3: 6, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 24, 30. 28 βλ. DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 61, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 82-83, 172, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 35-36, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 53, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 7, FATTOVICH, Remarks on the Pre-Aksumite Period, σελ. 2. 29 C. Conti Rossini, “Saggio sulla toponomastica dell’ Eritrea tigrina” : Bollettino della reale Societa Geogragica Italiana, Serie VII, vol III, 10 (1938), σελ. 3, Παράθεµα που χρησιµοποίησα από SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 68. Φυσικά υπάρχει και η
24
23
14
µας δίνει όµως µια εικόνα της βάσης πάνω στην οποία αναπτύχθηκε η πόλη, το βασίλειο και ο πολιτισµός του Αξούµ. Κουσιτικά φύλα κατοικούσαν την περιοχή αυτή από πολύ παλιά30. Σε αυτά ήρθαν να προστεθούν µεταναστευτικές οµάδες από τη Νότια Αραβία, σηµιτικής προέλευσης31. Φέρνοντας µαζί τους έναν πιο προηγµένο πολιτισµό, αυτοί οι επήλυδες µπόρεσαν να κυριαρχήσουν πολιτιστικά. Εµφανείς οι επιρροές τους στη γλώσσα, στη θρησκεία, στα τεχνικά έργα που προήγαγαν τη γεωργία. Έτσι ο πρώτος αξιόλογος και διακριτός πολιτισµός που αναπτύχθηκε σε αυτές τις περιοχές ήταν σηµιτικός32 που άνθησε ριζώνοντας πάνω σε κουσιτικό υπόστρωµα. Όταν όµως µιλάµε για το Βασίλειο του Αξούµ, δε γίνεται να παραβλέψουµε τη δεύτερη πολύ σηµαντική επιρροή που δέχτηκε αυτός ο πολιτισµός και η οποία είναι η ελληνική33. Ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ. η πτολεµαϊκή Αίγυπτος βρίσκεται σε πολύ στενές εµπορικές επαφές µε τις ακτές της Ανατολικής Αφρικής34. Πρώτος ο Πτολεµαίος Α΄ Σωτήρ (204-285 π.Χ.) εκδηλώνει ενδιαφέρον κι οργανώνει εκεί αποστολή µε ναύαρχο τον Φίλωνα. Στο ίδιο σκεπτικό ο διάδοχός του Πτολεµαίος Β΄ Φιλάδελφος (285-246 π.Χ.) ιδρύει εµπορικά λιµάνια κατά µήκος των ακτών. Σε κείνη την εποχή ανάγεται και η ίδρυση της Άδουλης, που εξελίχτηκε στο πιο σηµαντικό λιµάνι του Αξουµιτικού Βασιλείου.35 Στα χρόνια του Πτολεµαίου Γ΄ Ευεργέτη (246-221 π.Χ.) οι επαφές της ελληνιστικής Αιγύπτου µε τις περιοχές της Αιθιοπίας (για τον προσδιορισµό των όρων Αιθίοψ – Αιθιοπία, βλ. Παράρτηµα 3) γίνονται ακόµα περισσότερες, όταν στη ζήτηση των άλλων προϊόντων έρχεται να προστεθεί και η µεγάλη ανάγκη για πολεµικούς ελέφαντες που προκύπτει από τη ρήξη του και σύγκρουσή του µε το βασίλειο των Σελευκιδών. Στο σηµείο αυτό πρέπει να αναφέρουµε µια επιγραφή του Πτολεµαίου Γ΄ από την Άδουλη. Η επιγραφή
µυθολογική ερµηνεία η οποία θεωρεί ότι το όνοµα προέρχεται από τον ιδρυτή της πόλης Aksumawi, γιο του Ityopis που και αυτός είναι απόγονος του γιου του Σηµ, Κους, DORESSE, Ethiopia, σελ. 16. Ο De Contenson (Pre-Aksumite Culture, σελ. 343), προτείνει µια διαφορετική ετυµολόγηση της λέξης Αξούµ. Βασιζόµενος σε αναφορά του Πλίνιου για την ύπαρξη φυλών µε το όνοµα Asachae που κατοικούσαν στην περιοχή επιδιδόµενοι στο κυνήγι ελεφάντων, υποθέτει σύνδεση του ονόµατός τους µε αυτό του Αξούµ. 30 βλ. De CONTENSON, Culture, σελ. 341, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 33-34, FATTOVICH, Traces in the Pre-Aksumite Culture, σελ. 25-30, SHACK, Central Ethiopians, σελ. 11-12. 31 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 26-34, 59-61, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 83, 90, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 31-46, DORESSE, Ethiopia, σελ. 20-27, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 60-61, CHITTICK, Notes on the Archeology, σελ. 16. 32 Για τις νοτιοαραβικές επιδράσεις στον πολιτισµό του Αξούµ, βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 26-34, 59-61. 33 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 12, 13-14, 44 –55, 68, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 57, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 34, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 54, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 1, DORESSE, Ethiopia, σελ. 27-28, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 61, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 11-14, BUXTON, The Αbyssinians, σελ. 38, PANKHURST, Graeco-Ethiopian Studies, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 362378. 34 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 15- 23, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 21-22, DORESSE, Ethiopia, σελ. 19, 27-28, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 126-129. 35 Για την Άδουλη βλ. την εργασία της ιδίας : «Α∆ΟΥΛΗ, Η πύλη των ελληνικών επιρροών στα υψίπεδα της Αιθιοπίας».
15
αυτή έφτασε ως εµάς χάρη στην αντιγραφή της από το συγγραφέα του 6ου αιώνα µ.Χ. Κοσµά Ινδικοπλεύστη που την περιλαµβάνει στο έργο του Χριστιανική Τοπογραφία.36 Η επιγραφή αυτή ήταν χαραγµένη σε µαρµάρινη πλάκα που βρισκόταν στην Άδουλη µαζί µε έναν «πτολεµαϊκό δίφρο». Σε αυτόν βρέθηκε σκαλισµένη και µια ακόµα επιγραφή, γραµµένη στα ελληνικά από άγνωστο Αξουµίτη βασιλιά.37 Το µνηµείο αυτό µε τις επιγραφές, που µας περιγράφει ο Κοσµάς, είναι γνωστό ως Monumentum Adulitanum. Η ύπαρξή του δε στην Άδουλη οδηγεί στην υπόθεση ότι η περιοχή είχε βρεθεί υπό πτολεµαϊκό έλεγχο. Αυτή την άποψη διατυπώνει ο ίδιος ο Κοσµάς.38 Η επιρροή του ελληνικού πολιτισµού στον πολιτισµό του Αξούµ είναι εµφανής σε πολλές πτυχές του – κάποιες από αυτές θα µελετηθούν διεξοδικά σε επόµενα κεφάλαια της παρούσας εργασίας – όπως στη γλώσσα, στη θρησκεία, στην τέχνη.39 Αρκεί µόνο να πούµε ότι η ελληνική γλώσσα γίνεται επίσηµη γλώσσα του Βασιλείου του Αξούµ στην οποία γράφονται επιγραφές βασιλέων40 και λεζάντες νοµισµάτων, ενώ θεοί του ελληνικού πανθέου έρχονται να προστεθούν σε αυτούς της παλιάς σαβαϊκής θρησκείας. Στην ευηµερία που οφείλεται στις εµπορικές δραστηριότητες που παρατηρούνται εκείνη την εποχή, θα µπορούσε να αναζητηθεί και η αφετηρία της ανερχόµενης δύναµης του Αξούµ. Με την επέκταση των Ρωµαίων και τη δηµιουργία της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, δηµιουργείται σε αυτήν µια πολυπληθής ανώτερη τάξη µε διαρκώς αυξανόµενες ανάγκες σε πολυτελή προϊόντα, που, κατά µεγάλο µέρος, προέρχονται από την Ανατολή. Είναι η εποχή που το βασίλειο του Αξούµ έχει αρχίσει να εµφανίζεται ως µια υπολογίσιµη δύναµη στο χώρο του θαλάσσιου εµπορίου της Ερυθράς Θάλασσας, µέσω του λιµανιού της Άδουλης. Μέσα σε αυτό το κλίµα βλέπουµε να εκδηλώνεται το ενδιαφέρον του Νέρωνα (54-68 µ.Χ.) για την ανακάλυψη των πηγών του Νείλου και η εξερευνητική αποστολή που οργανώνει για αυτό το σκοπό. ∆εν µπορεί να υποστηριχθεί µε βεβαιότητα, αλλά φαίνεται εύλογη η άποψη που θεωρεί ότι ο χαρακτήρας αυτής της αποστολής ήταν κατασκοπευτικός και ότι απώτερος στόχος του Νέρωνα ήταν η υπαγωγή στον έλεγχο της Ρώµης µιας περιοχής που έµοιαζε ζωτική για τα εµπορικά συµφέροντα της αυτοκρατορίας.41 Ήδη από τον 1ο αι. µ.Χ., βρίσκουµε στο κείµενο του Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης να γίνεται λόγος για το λιµάνι της Άδουλης, την οποία χαρακτηρίζει ως «εµπόριον νόµιµον42», για την «Κολόην µεσόγειον πόλιν και πρώτον εµπόριον του ελέφαντος43» και για «την µητρόπολιν τον Αξωµίτην λεγόµενον... εις ον ο πας ελέφας από του πέραν του Νείλου φέρεται δια του λεγοµένου Κυηνείου, εκείθεν δε εις Άδουλι44». «Βασιλεύει δε των τόπων τούτων από των
βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 15- 23, McCRINDLE, Christian Topography, Book II. βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45, McCRINDLE, Christian Topography, Book II. 38 «...δίφρος εστί κείµενος εν τη αρχή της πόλεως ... ενός των βασιλευσάντων ενταύθα Πτολεµαίου...», HENDRICKX, Documents, σελ. 15-23, DORESSE, Ethiopia, σελ. 19-20, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 185. 39 βλ. Παράρτηµα 3 του παρόντος. 40 βλ. HENDRICKX, Documents. 41 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 56-58. 42 Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, παρ. 4. 43 ο.π. 44 ο.π.
37
36
16
Μοσχοφάγων µέχρι της άλλης Βαρβαρίας Ζωσκάλης, ακριβής µεν του βίου και του πλείονος εξεχόµενος, γενναίος δε περί τα λοιπά και γραµµάτων Ελληνικών έµπειρος45». Στη συνέχεια αναφέρει τα προϊόντα που εµπορεύονται εκεί,46 και κάνει λόγο για τη δυνατότητα των ξένων που διαβιούν εκεί, να εφοδιάζονται µε λίγα ρωµαϊκά νοµίσµατα.47 Από αυτά συνάγουµε το συµπέρασµα ότι στα αιθιοπικά υψίπεδα υπήρχε ήδη από εκείνη την εποχή ένα κράτος οργανωµένο, µε ιεραρχηµένη κοινωνία. Ηγείται σε αυτό ένας ηγεµόνας, ο οποίος έχει καταφέρει να συνενώσει κάτω από το σκήπτρο του διάφορες οµάδες και φυλές της επικράτειάς του. Ο ηγεµόνας αυτός έχει εµπορικές και διπλωµατικές επαφές µε την ελληνιστική / ρωµαϊκή Αίγυπτο. Μπορεί να συνοµολογεί συµφωνίες, όπως αυτή που καθορίζει το διεθνές νοµικό πλαίσιο λειτουργίας του εµπορείου της Άδουλης, και να εγγυάται την τήρηση των συµφωνιών. Επιπλέον έχει ο ίδιος εξοικείωση µε τα ελληνικά γράµµατα, τη διεθνή γλώσσα της εποχής, γεγονός που αποδεικνύει την πρόθεσή του για ενεργό ρόλο στα εµπορικά αλλά και πολιτιστικά δρώµενα της εποχής του. Το ότι η έδρα του κράτους του είναι πλέον µόνιµη και µάλιστα βρίσκεται πάνω σε εµπορικούς δρόµους που συνδέουν τις ακτές µε την ενδοχώρα, όπως κι άλλες πόλεις της επικράτειάς του – π.χ. Κολόη – δείχνει ότι ήδη ακµάζει εκεί οικονοµία που δεν είναι µόνο γεωργική, αλλά παρουσιάζει χαρακτηριστικά αστικοποίησης, γεγονός που έχει τις ανάλογες επιπτώσεις και στην κοινωνική οργάνωση. Ο άγνωστος συγγραφέας του Περίπλου τον χαρακτηρίζει βασιλιά, σε αντίθεση µε τους «τυράννους»48 άλλων περιοχών. Άρα η εξουσία του έχει νοµιµότητα και συνέχεια. Με τα παραπάνω, αυτό που επιχειρείται να φανεί είναι ότι οι πτυχές του κράτους του Αξούµ, που θα µας απασχολήσουν λεπτοµερέστερα στην παρούσα εργασία, δεν είναι πρωτόφαντες και εµβρυακές στην εξεταζόµενη από εµάς περίοδο του 4ου αιώνα µ. Χ. και µετά, αλλά έχουν πίσω τους µια µακρά παράδοση σε ότι αφορά τόσο στην οργάνωση και λειτουργία θεσµών, όσο και στην εξοικείωση του αιθιοπικού Βασιλείου µε τον ελληνορωµαϊκό κόσµο, την οργάνωσή του, τους θεσµούς του και τον πολιτισµό του εν γένει. Εξετάζοντας λοιπόν το βασίλειο του Αξούµ από τον 4ο µεταχριστιανικό αιώνα, θα πρέπει να έχουµε υπόψη µας ότι αναφερόµαστε σε ένα πολιτικό µόρφωµα που διαµορφώθηκε στο βόρειο τµήµα της σηµερινής Αιθιοπίας, από τις ακτές της Ερυθράς Θαλάσσης, ανατολικά – που σήµερα υπάγονται στο κράτος της Ερυθραίας – ως τα σύνορα µε το Σουδάν, δυτικά, και µε επίκεντρο πάντα την πόλη του Αξούµ (Αξώµη), απ’ όπου παίρνει και το όνοµά του ολόκληρο το βασίλειο. Τα βόρεια σύνορα του Βασιλείου, κατά περιόδους κι ανάλογα µε την κατάσταση των όµορων προς εκείνη την κατεύθυνση λαών,
Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, παρ. 5. Σύµφωνα µε το κείµενο του Περίπλου, παρ. 6, από τα µέρη αυτά εξάγονται ελεφαντόδοντο, όστρακα χελώνας, κέρατα ρινόκερου. Πολύ περισσότερα είναι τα προϊόντα που αναφέρει ως εισαγόµενα εκεί και αυτά είναι υφάσµατα, γυαλί διάφορα µέταλλα και όπλα και λιγοστό κρασί και λάδι. 47 Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, παρ. 6. 48 Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, παρ. 14.
46
45
17
φτάνουν και ως τα νότια της Αιγύπτου49, ενώ τα προς νότο σύνορά του φτάνουν ως το ύψος του σηµερινού Τζιµπουτί και τις ακτές της Σοµαλίας, στη λεγόµενη «λιβανωτοφόρο» χώρα. Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούµε στην επιγραφή του αγνώστου Αξουµίτη βασιλιά, γραµµένη στα ελληνικά, που διασώθηκε αντιγραµµένη στο έργο Χριστιανική Τοπογραφία, του Κοσµά Ινδικοπλεύστη.50 Η αρχή της έχει χαθεί κι ως εκ τούτου εγείρονται σοβαρά ερωτήµατα σχετικά µε το ποιος ήταν ο ηγεµόνας που έγραψε την επιγραφή και πότε. ∆εν υπάρχει οµοφωνία ως προς τη χρονολόγηση της επιγραφής. Άλλοι µελετητές θεωρούν ότι το πρωτότυπό της ανάγεται στον 3ο αιώνα µ. Χ. και µάλιστα στο δεύτερο µισό του.51 Άλλοι πάλι την µεταθέτουν πολύ νωρίτερα : µεταξύ του 1ου αιώνα π.Χ. και 1ου αιώνα µ.Χ.52 ή στον 1ο αιώνα µ.Χ.53. Ανάλογα ποικίλλουν και οι απόψεις σχετικά µε την ταυτότητα του βασιλιά ο οποίος την συνέταξε. Άλλοι θεωρούν ότι ήταν κάποιος άγνωστος54, ενώ άλλοι τον ταυτίζουν µε τον Ζωσκάλη (του Περίπλου), τον Αφίλα, τον Σεµβρούθη.55 Έχει υποστηριχτεί επίσης και η άποψη ότι ο άγνωστος βασιλιάς δεν ήταν Αβησσυνός, αλλά προερχόταν από τη Νότια Αραβία.56 Κατά τη γνώµη µας αυτή η άποψη δεν στηρίζεται επαρκώς από το ίδιο το κείµενο της επιγραφής57 και ως εκ τούτου δεχόµαστε τη θέση εκείνη που αποδίδει την επιγραφή σε Αξουµίτη βασιλέα58. ∆ε θα σταθούµε εδώ µε ιδιαίτερη σπουδή στο ζήτηµα της χρονολόγησης της επιγραφής59, µιας και δεν επηρεάζει
Στο Monumentum Adulitanum (βλ. σελ. 15 της παρούσας εργασίας) βλέπουµε τον άγνωστο βασιλιά να έχει επεκτείνει τα όρια του κράτους του ως την Αίγυπτο, στην προσπάθειά του εξασφαλίσει ασφαλή εµπορική σύνδεση του κράτους του µε την Αίγυπτο. 50 βλ. σελ. 15 του παρόντος, McCRINDLE, Christian Topography, Book II, HENDRICKX, Documents, σελ. 35-37, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 62-63. 51 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 37-45, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 24, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 144-145. 52 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 66-68. 53 Την άποψη αυτή υποστηρίζουν οι Budge E. A. W., A History of Ethiopia, Nubia and Abyssinia, Oosterhout, 1970 , Littmann (βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 46). 54 SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 63, 66-68, DORESSE, Ethiopia, σελ. 28-29. 55 Σχετικά µε αυτά βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 37, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 22-24, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 144-145. 56 Drewes, βλ. HENDRICKX, Documents, σελ37-38, ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 153. 57 Η επιγραφή παρουσιάζει αξιόλογη γεωγραφική συνέπεια στην παρουσίαση των περιοχών και των φυλών που τις κατοικούσαν. Έτσι µιλάει για κατακτήσεις που ξεκινούν από τις περιοχές γύρω από το Αξούµ, συνεχίζει προς Β. και στη συνέχεια προς Ν. και Α. Και αφού έχει σταθεροποιήσει τη θέση του στην αφρικανική του επικράτεια ο βασιλιάς µεταφέρει τις επιχειρήσεις του στην Αραβική Χερσόνησο, όπου καθιστά φόρου υποτελείς τους «Αρραβίτας και Κιναιδοκολπίτας στράτευµα ναυτικόν και πεζικόν διαπεµψάµενος» (στ. 26-27) . Με το πέρας όλων των επιχειρήσεών του «κατήλθε εις την Άδουλιν» (στ. 36) για να θυσιάσει στον ∆ία και τον Άρη και τον Ποσειδώνα, προφανέστατα από τα υψίπεδα του Τιγκράι. 58 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 38. 59 Ως προς τη χρονολόγηση του Monumentum Adulitanum, θεωρούµε πολύ πιθανή την τοποθέτησή του στον 1ο αιώνα µ.Χ. Ο βασιλιάς της επιγραφής είναι ο πρώτος που κάνει υπερπόντιες κατακτήσεις κι εξασφαλίζει βάση των Αξουµιτών στη Νότια Αραβία, στην περιοχή της Τιχάµα (Tihama). (βλ. χάρτη 2 σελ. 184) Τη βάση αυτή χρησιµοποίησε αργότερα ο Gadarat για ενεργότερη και δυναµικότερη ανάµειξη στις εσωτερικές ανακατανοµές των βασιλείων της Υεµένης. Άρα – µιας και η δράση αυτού τοποθετείται στον 2ο αιώνα - η
49
18
ιδιαίτερα τα συµπεράσµατά µας σε σχέση µε την κύρια, προς εξέταση, χρονική περίοδο της παρούσας εργασίας. Θα τη συνδέσουµε όµως, ως προς τα συµπεράσµατά µας για τη δοµή του Βασιλείου του Αξούµ και τις πληροφορίες που µας δίνει για τη δύναµή του και το ρόλο του, µε σαβαϊκή επιγραφή από τη Μαρίµπ60, που αναφέρεται στον Gadarat, βασιλιά (Negus) των Αξουµιτών. Η ύπαρξη αυτού του βασιλιά επιβεβαιώνεται και από επιγραφή στα γκεέζ που βρέθηκε στην περιοχή του Asbi Dera στο Tigré.61 Η βασιλεία του τοποθετείται στo δεύτερο µισό του 2ου αιώνα µ.Χ.62 Συσχετίζοντας τις πληροφορίες που παίρνουµε από αυτές τις επιγραφές καταλήγουµε στο συµπέρασµα ότι ως τα τέλη του 2ου αιώνα µ.Χ. οι Αξουµίτες είχαν οργανώσει ένα κράτος ισχυρό, το
επιγραφή του Monumentum Adulitanum πρέπει να είναι προγενέστερη. Εκείνο όµως που έχει µεγαλύτερο ενδιαφέρον για την παρούσα εργασία είναι το γεγονός ότι η πορεία του βασιλείου του Αξούµ εντάσσεται µέσα στους συσχετισµούς δυνάµεων της περιοχής όχι µόνο της Ερυθράς Θαλάσσης και της Ανατολικής Αφρικής, αλλά και του ευρύτερου χώρου της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής, τις διακυµάνσεις των οποίων ακολουθεί. Έτσι βλέπουµε ότι οι προϋποθέσεις για την ανάδυση της δύναµης του Αξούµ αρχικά εντοπίζονται στους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες, όταν κλιµακώνεται η εµπορική δραστηριότητα των Πτολεµαίων στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας και η αύξηση των επαφών της περιοχής µε τον ελληνιστικό κόσµο µέσω του λιµανιού της Άδουλης. Όταν οι Έλληνες ναυτικοί, µετά την παρατήρηση του Ίππαλου σχετικά µε τους µουσώνες, ήταν σε θέση να πλέουν οι ίδιοι στα νερά του Ινδικού Ωκεανού, η σηµασία του λιµανιού της Άδουλης διπλασιάζεται. Συνακόλουθα αυξάνεται ο πλούτος που εισρέει στην περιοχή αλλά και η παρουσία και το µέγεθος των ελληνικών κοινοτήτων. Μέσα από επιρροές και επιδράσεις ποικίλες, βλέπουµε τις παλιές γεωργικές κοινωνίες µε τον κυρίαρχο σαβαϊκό χαρακτήρα να µετασχηµατίζονται σε κοινωνίες εµπορικές και περισσότερο αστικές. Η ελληνική γλώσσα κυριαρχεί, προφανώς καλύπτοντας µε τη χρήση της όχι τόσο εσωτερικές επικοινωνιακές ανάγκες αλλά την ανάγκη να εκφραστεί µια νέα κοινωνία µε άλλους διοικητικούς, οικονοµικούς, θεσµικούς προσανατολισµούς και µε διαφορετική αντίληψη για τη θέση της στο σύγχρονό της κόσµο. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες είναι εµφανές ότι η σύγκρουση των δυο µεγάλων αυτοκρατοριών της εποχής στην υπό εξέταση περιοχή, της Ρωµαϊκής και της Παρθικής / Περσικής, θα είναι µεγάλη και συνεχής για την εξεύρεση κι εξασφάλιση του απαραίτητου για την καθεµιά ζωτικού χώρου. Σε αυτό τον ανταγωνισµό εντάσσεται και ο χώρος της Αραβικής χερσονήσου που αναπόφευκτα µοιράζεται σε σφαίρες επιρροών και συµφερόντων. Η ανάµειξη των Αξουµιτών στα εσωτερικά της χερσονήσου, πέρα από την προώθηση των εµπορικών και οικονοµικών συµφερόντων του Αξούµ, συνδέεται και µε τις ισορροπίες που οι δυο µεγάλες αυτοκρατορίες προσπαθούν να εξασφαλίσουν στην ευρύτερη περιφέρειά τους. Η προώθηση των Αξουµιτών στην Αραβία στην περιοχή της Λευκής Κώµης, λιµανιού που χρησιµοποιούν οι Ναβαταίοι, ίσως δεν είναι άσχετη µε τα σχέδια και τις βλέψεις της ρωµαϊκής αυτοκρατορίας στην περιοχή. (βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 78-79) Τέτοιου είδους συσχετισµούς δυνάµεων και ισορροπίες θα µελετήσει διεξοδικά η παρούσα εργασία σε σχέση µε το ρόλο και τα συµφέροντα του Βυζαντίου στην περιοχή. Ιδιαίτερη σηµασία λοιπόν για µας, στην εργασία αυτή, έχει η διαπίστωση ότι πριν από την εξεταζόµενη εδώ περίοδο, το Αξούµ είχε ήδη αρχίσει να παίζει έναν ιδιαίτερα διακριτό ρόλο στην περιοχή και να εµφανίζεται ως µια δύναµη υπολογίσιµη και άρα αναπόφευκτα εµπλεκόµενη στο ευρύτερο πολιτικό παιχνίδι. 60 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 75- 77. 61 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 77-78, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 49. 62 Σχετικά µε αυτόν τον βασιλιά υπάρχουν διάφορες χρονολογήσεις και απόψεις. Βλ. σχετικά SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 75-79, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 48-49, MUNRO-HAY, ch. 4:4, DORESSE, Ethiopia, σελ. 27.
19
πιο εκτεταµένο και οργανωµένο, µε στρατιωτικούς, διοικητικούς και διπλωµατικούς µηχανισµούς, στην Ανατολική Αφρική. Το κράτος αυτό έχει εξασφαλίσει έλεγχο σε σηµαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές63, γεγονός που του παρέχει ευηµερία αφ’ ενός και τη δυνατότητα να συντηρεί έναν διοικητικό και στρατιωτικό µηχανισµό αφ’ ετέρου, που του επιτρέπουν να επιχειρήσει µε επιτυχία, απ’ ότι αποκαλύπτουν οι επιγραφές, µια εξέχουσα θέση στον έλεγχο του εµπορίου της Ερυθράς Θάλασσας. Βλέπουµε λοιπόν ότι το Αξούµ έχει καταφέρει να αποκτήσει τον έλεγχο εδαφών που βρίσκονται στις περιοχές της αραβικής χερσονήσου από την Λευκή Κώµη και ως τα όρια της επικράτειας των Σαβαίων.64 Σταθεροποιώντας τη θέση του σε αυτές τις περιοχές και ενισχύοντας την παρουσία του εκεί, καταφέρνει να παίζει ρόλο ενεργό στα γεγονότα της νοτιοαραβικής χερσονήσου,65 στρατιωτικά και οικονοµικά, και ως εκ τούτου βρίσκεται στις παρυφές της ζώνης ενδιαφερόντων τόσο της Ρωµαϊκής όσο και της Περσικής αυτοκρατορίας. Η πορεία του λοιπόν δεν µπορεί παρά να καθορίζεται σε µεγάλο βαθµό από τη διελκυστίνδα δυνάµεων που εξελίσσονται στην περιοχή, στα πλαίσια του ανταγωνισµού που αναπτύσσεται ανάµεσα στις δυο µεγάλες αντίπαλες αυτοκρατορίες. Από τον 3ο αιώνα µ.Χ. διασώζεται µια ακόµα ελληνική επιγραφή που βρέθηκε στο Deqe – Mehari στην Ερυθραία.66 Ανήκει στο βασιλιά του Αξούµ Σεµβρούθη, ο οποίος προερχόµενος από µια δυναστεία βασιλική - «Βασιλεύς εκ βασιλέων Αξωµειτών» - χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως «µέγα», µόνος αυτός, σύµφωνα µε τα µέχρι στιγµής ευρήµατα. Το γεγονός αυτό µας δίνει µια ιδέα για την αυτοεικόνα των Αξουµιτών ηγεµόνων, οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους ισχυρότατους, την εξουσία τους αδιαφιλονίκητη και επιβεβληµένη, προφανώς, σε ένα µεγάλο αριθµό µικρότερων ηγεµόνων και τοπαρχών και άρα ο τίτλος «µέγας» που επιφυλάσσουν για τους εαυτούς τους δεν είναι µόνο έκφραση αυταρέσκειας αλλά και επίδειξη ισχύος προς τους υπηκόους τους. Ο Σεµβρούθης δεν ανήκει σε εκείνους τους βασιλείς που γνωρίζουµε ότι έκοψαν νοµίσµατα. Όµως ο 3ος αιώνας είναι η περίοδος που βλέπουµε τους βασιλείς του Αξούµ να εµφανίζονται διεκδικητικά στον διεθνή εµπορικό ανταγωνισµό της εποχής τους µε νοµίσµατα67 χρυσά, ασηµένια και χάλκινα ή µπρούτζινα, διατρανώνοντας έτσι την ευηµερία της επικράτειάς τους και τη θέση τους στο ιστορικό προσκήνιο. Την ίδια εποχή γράφοντας το Κεφάλαιον ο
όπως κυνήγι ελεφάντων, χερσαίους και θαλάσσιους εµπορικούς δρόµους, λιβάνι και µπαχαρικά, χρυσό, αλάτι. 64 Πρόκειται για τον έλεγχο της χώρας των Αρραβιτών και των Κιναιδοκολπιτών, στα παράλια της Τιχάµα. Οι Σαβαίοι (Sabaeans) ήταν ένα από τα νοτιοαραβικά φύλα που είχε σχηµατίσει δικό του κράτος µε πρωτεύουσα τη Μαρίµπ. Τα άλλα τρία νοτιοαραβικά βασίλεια ήταν αυτά των Μιναίων, του Καταµπάν και της Χαντραµάουτ. Βρίσκονταν µεταξύ τους σε ανταγωνισµό. Μετά τον 1ο αι. µ.Χ το κράτος των Σαβαίων υποκαταστάθηκε σταδιακά από το βασίλειο των Οµηριτών (Himyarites). 65 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 48-54. 66 DAE, IV, no 3, βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 49-50, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 81-82. 67 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 13, 79, 82-84, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 182-184, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 374-375, DORESSE, Ethiopia, σελ. 29, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9, PHILLIPSON - PHILLIPS, Excavations σελ. 3 NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 28.
63
20
Πέρσης συγγραφέας Μανί, συµπεριλαµβάνει το βασίλειο του Αξούµ ανάµεσα στα τέσσερα µεγαλύτερα της εποχής του, εκείνα δηλαδή της Βαβυλώνος – Περσίας, της Ρώµης και της Κίνας,68 δίνοντάς µας έτσι και µια άποψη για τη διεθνή εικόνα που το Αξούµ έχει δηµιουργήσει. Κλείνοντας την αναφορά µας στο βασίλειο του Αξούµ ως τον 3ο µεταχριστιανικό αιώνα, θα πρέπει να πούµε πως, από τη στιγµή που οι Αιθίοπες εµφανίζονται ως εµπορική δύναµη, µέσω κυρίως του λιµανιού της Άδουλης, στην Ερυθρά Θάλασσα, πληθαίνουν οι επαφές τους και µε άλλες περιοχές της Ανατολής, πολύ πέρα από την Αραβική Χερσόνησο. Νοµίσµατα του 3ου αιώνα µ.Χ., από την Ινδική Χερσόνησο, που έχουν βρεθεί στα υψίπεδα του Τιγκράι, µαρτυρούν την εξάπλωση των εµπορικών σχέσεων του Αξούµ στον Ινδικό ωκεανό.69 Πλήθος εµπορευµάτων που Έλληνες έµποροι προµηθεύονται από το λιµάνι της Άδουλης, προέρχονται στην πραγµατικότητα από την Ινδία. Έτσι ίσως δικαιολογείται και η σύγχυση που πολλές φορές παρατηρείται σε βυζαντινούς συγγραφείς, οι οποίοι χρησιµοποιούν αδιακρίτως τους όρους Ινδία και Αιθιοπία. Βάσιµες υποθέσεις επίσης διατυπώνονται και για επαφές ανάµεσα σε Αξούµ και Κίνα.70 Σύµφωνα µε χρονικά της δυναστείας των Χαν, κινέζικα πλοία είχαν επισκεφθεί χώρες της Ερυθράς Θαλάσσης (όνοµα µε το οποίο στα τότε χρόνια δηλώνεται ο Ινδικός Ωκεανός71). Η πιο µακρινή χώρα που έφτασαν, µετά από ταξίδι δώδεκα µηνών, ήταν ο βασίλειο του Huang – Chi. Το όνοµα αυτό θα µπορούσε να παραλληλιστεί, µε µεγάλη πιθανότητα ορθότητας, µε το «Γάζη έθνος» που αναφέρεται στο Monumentum Adulitanum. Agaze ή Agazian, που στα ελληνικά αποδίδεται ως Γάζη, ήταν το όνοµα που, σύµφωνα µε τον σχολιαστή της επιγραφής της Άδουλης, απέδιδαν οι κάτοικοι του Αξούµ στον εαυτό τους. «Γάζην λέγει τους Αξωµίτας. Άχρι γαρ και τους νυν Αγάζη αυτούς ονοµάζουσι»72. Το όνοµα Γάζη λοιπόν, είχαν πιθανότατα υπόψη τους οι Κινέζοι ναυτικοί, οι οποίοι θα χρησιµοποιούσαν, λογικά, στο ταξίδι τους Έλληνες µεταφραστές, µιας και η ελληνική ήταν η διεθνής γλώσσα της εποχής που µιλιόταν σε όλη την Ανατολή ευρύτατα.73 Συµπερασµατικά µετά από τη σύντοµη ιστορική µας επισκόπηση για το βασίλειο του Αξούµ ως τον τρίτο αιώνα, µπορούµε να πούµε ότι η περίοδος του πρωτο – Αξουµιτικού πολιτισµού είναι εκείνη κατά την οποία µπαίνουν οι βάσεις που οδήγησαν το Αξούµ στη µεγάλη ακµή του, που σηµειώνεται κυρίως από το δεύτερο µισό του 4ου αιώνα, µετά την είσοδο σε αυτό του Χριστιανισµού ως επίσηµης θρησκείας και των συνακόλουθων επιδράσεών του στην Αξουµιτική κοινωνία. Ταυτόχρονα µε το χριστιανισµό το Αξούµ προσδένεται
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 81-82, 86, HENDRICKX, Documents, σελ. 38. ( Silis, δηλ. Κίνα, αναφέρει το τέταρτο βασίλειο ο Sellassie, ενώ Nile, δηλ. Αίγυπτος ο Hendrickx. Με δεδοµένο ότι τον 3ο αι. µ.Χ. δεν υφίσταται η Αίγυπτος ως αυτόνοµη δύναµη, προτιµήθηκε η πρώτη ανάγνωση), ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 82, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 59, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 2:2. 69 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 85, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 58. 70 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 84-85. 71 βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 14. 72 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 40. 73 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 82, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 38.
68
21
στενότερα στη σφαίρα επιρροής του Βυζαντίου, από το οποίο πια εκπορεύονται πλήθος επιδράσεων στην οµόθρησκή του χώρα. Όµως η στρατιωτική ισχύς, η εµπορική ανάπτυξη, η οικονοµική άνθηση, η παγίωση ισχυρής κεντρικής εξουσίας που εξαπλώνεται σε µια µεγάλη επικράτεια, οι κοινωνικοί µετασχηµατισµοί, είναι στοιχεία που σφυρηλατήθηκαν και µορφοποιήθηκαν κατά τους πρώτους αιώνες της δικής µας εποχής στο βασίλειο του Αξούµ και φέρουν ήδη έντονη τη σφραγίδα των επιρροών του ελληνικού κι ελληνιστικού κόσµου και της προσοικείωσης χαρακτηριστικών του από τον ντόπιο πληθυσµό. Η κυρίαρχη κουλτούρα της Αξουµιτικής κοινωνίας αποκτά κι έντονα ελληνικά χαρακτηριστικά, τα οποία έρχονται να προστεθούν στα νοτιοαραβικά που είχαν από παλιότερα ριζώσει πάνω στο κουσιτικό υπόστρωµα του γηγενούς πληθυσµού. Τα χαρακτηριστικά αυτά και την εξέλιξή τους σε συνδυασµό µε τις βυζαντινές επιδράσεις, στην επόµενη φάση ακµής του κυρίως Αξουµιτικού πολιτισµού, θα παρακολουθήσουµε και θα µελετήσουµε σε επόµενα κεφάλαια της παρούσας εργασίας. Β. Από τον 4ο αιώνα µ.Χ. ως τον 6ο αιώνα µ.Χ. Η έναρξη του 4ου αιώνα µ.Χ. πιθανότατα βρήκε το βασίλειο του Αξούµ να αναρρώνει από φάση αναδίπλωσης στην οποία είχε περιέλθει και που οφείλεται ίσως σε εσωτερικές ανακατατάξεις κι εξεγέρσεις που σηµειώθηκαν στο δεύτερο µισό του 3ου αιώνα.74 Η έλλειψη επαρκών στοιχείων για το διάστηµα αυτό δεν µας επιτρέπει να έχουµε σαφή εικόνα των εξελίξεων. Είναι όµως αξιοσηµείωτο το γεγονός ότι σε νοτιοαραβικές επιγραφές που αναφέρονται σε συγκρούσεις και ανταγωνισµούς για την επικρατέστερη δύναµη στη Νότια Αραβία δε γίνεται πια λόγος για ανάµειξη του βασιλέα του Αξούµ. Μάλιστα περιοχές που παλιότερα βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του φαίνεται να έχουν αλλάξει πλέον χέρια, π.χ. οι Κιναιδοκολπίτες,75 που πιθανώς στις αρχές του 4ου αιώνα έχουν περάσει υπό βορειοαραβικό έλεγχο.76 Υποθέτουµε εύλογα λοιπόν ότι το βασίλειο του Αξούµ στον 4ο αιώνα µ. Χ. δεν επιβάλλει άµεσα τον έλεγχο που προηγούµενα ασκούσε στη Νότια Αραβία. Βέβαια στους τίτλους βασιλέων του Αξούµ που επιγραφές τους έχουν σωθεί, αναφέρεται και η νοτιοαραβική τους επικράτεια. Επιγραφές αυτής της περιόδου είναι η επιγραφή από τη Μερόη γραµµένη στα ελληνικά, που ανήκει σε άγνωστο Αξουµίτη βασιλέα77 καθώς και οι επιγραφές του βασιλιά Εζανά.78 Στην πρώτη (που
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 90. Η πειρατεία του καραβιού του Μερόπιου, που µετέφερε και το Φρουµέντιο, ο οποίος έτσι βρέθηκε δούλος στο Αξούµ, ίσως συναινεί σε αυτό. Βλ. και DAE, IV, no 8, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11 : 5. Βλ. και κεφ. 2ο, Β,2 του παρόντος. 75 Φυλετική οµάδα των παραλίων της Νότιας Αραβίας για την οποία κάνει λόγο η επιγραφή του Monumentum Adulitanum, σελ. 18 του παρόντος και SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 65, 75-80, HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5. 76 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 80 και σελ. 31-32 σηµ. 117 του παρόντος. 77 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 50-52, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 91-92, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11 : 5. 78 DAE, IV, no 4, 6, 7, 9, 10, 11 και η χριστιανική. Για τις επιγραφές αυτές βλ. HENDRICKX, Documents, σελ.53-54, 56-58, 81-86, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 93-95,103, 105106, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11 : 5.
74
22
εικάζεται ότι ανήκει στον πατέρα του Εζανά, Ella – Amida 79) αναφέρεται ο τίτλος «βασιλεύς Αξουµειτών και Οµηρειτών», ενώ σε αυτές του Εζανά «βασιλεύς Αξωµιτών και Οµηριτών και του Ραειδάν και Σαβαειτών και του Σιλεή και του Τιαµώ και Βουγαειτών και του Κάσου, βασιλεύς βασιλέων».80 Συσχετίζοντας λοιπόν τα παραπάνω µπορούµε βάσιµα να υποθέσουµε ότι οι βασιλείς του Αξούµ διατηρούν παραδοσιακά και εθιµοτυπικά κάποια επικυριαρχία στις ανατολικές ακτές της Ερυθράς Θαλάσσης, την οποία δεν απορρίπτουν οι νοτιοαραβικές φυλές,81 χωρίς όµως να υπάρχει κάποιο στοιχείο άλλο που να µας πείθει για πραγµατικό έλεγχο και άσκηση της εξουσίας τους, σε αυτή τη φάση, στις περιοχές αυτές.82 Μελέτη όµως των ίδιων προαναφερθεισών επιγραφών µας δίνει κάποιες άλλες πληροφορίες, σηµαντικές για την γεωπολιτική θέση του Βασιλείου του Αξούµ στη διάρκεια του 4ου αιώνα µ.Χ. Έτσι λοιπόν βρίσκουµε το Αξούµ να αναφέρεται σαν µια παγιωµένη και συµπαγής επικράτεια. Το σκήπτρο του βασιλέα της πόλης του Αξούµ φαίνεται ότι, παρά τις όποιες προηγηθείσες κρίσεις, παραµένει ισχυρό σε όλες οι γειτονικές σε αυτό περιοχές, σε µια έκταση που καλύπτει όλη την περιοχή των υψιπέδων του Τιγκράι και ως τις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας. Το γεγονός ότι πια δεν αναφέρονται οι επιµέρους περιοχές µαρτυρεί αυτή την εδραίωση της θέσης του Αξούµ, πράγµα στο οποίο συνάδει και η προσφώνηση του Ezana ως «βασιλεύς βασιλέων», συγκριτικά µε τους αρχηγούς των υποτελών του φυλών που τους αποκαλεί «βασιλίσκους».83 Οι περιφερειακοί βασιλείς είτε έχουν αφοµοιωθεί είτε έχουν αναγκαστεί να αποδεχτούν την αξουµιτική επικυριαρχία, που στην παρούσα στιγµή δε φαίνεται να αµφισβητείται. Εκείνο που µε βεβαιότητα προκύπτει από τις παραπάνω επιγραφές είναι ότι τον 4ο αιώνα µ. Χ. το Αξούµ καταφέρνει να κυριαρχήσει ως µοναδική δύναµη στο χώρο της ανατολικής Αφρικής νοτίως της Αιγύπτου, αφού έχει καταφέρει να απλώσει την κυριαρχία του και εκεί που πριν εκτεινόταν το βασίλειο της Μερόης, το οποίο κατά τον 4ο αιώνα µ.Χ. έπαψε να υφίσταται84 κάτω και από την αξουµιτική πίεση. Την επικυριαρχία του Αξούµ έχουν αναγκαστεί να δεχτούν, επί της βασιλείας του Ezana, και οι Βουγαείτες ή Βλέµµυες (Beja)85.
βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 52. Στην τρίγλωσση παγανιστική επιγραφή του Ezana, για την οποία θα γίνει λόγος αναλυτικότερα παρακάτω, αναφέρεται στον τίτλο : «...του Ραειδάν και Αιθιόπων και Σαβαειτών...», στην ελληνική της εκδοχή (DAE, IV, no 4), ενώ οι αντίστοιχες που είναι γραµµένες σε γκεέζ και σαβαϊκά (DAE, IV, no 6, 7) αντί για «Αιθιόπων», αναφέρουν «Habasha». 81 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 66. 82 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 79-80, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 24, DORESSE, Ethiopia, σελ. 50, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 4:5. 83 βλ. DAE, IV, no 4, 6, 7. 84 βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 31-32, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 92, HENDRICKX, Documents, σελ. 50-52, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 71-72, 86, 154, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 62-64, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 62-63 85 βλ. DAE, IV, no 4, 6, 7, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 107. Οι Βλέµµυες ήταν φυλή που ζούσε νότια της Αιγύπτου στις λοφώδεις περιοχές µεταξύ της ανατολικής ερήµου και της Ερυθράς Θάλασσας.
80
79
23
Κυρίαρχη µορφή της ιστορίας του Αξούµ κατά τον 4ο αιώνα είναι αυτή του Ezana,86 ο οποίος όχι µόνο αύξησε στο βαθµό που είδαµε την αξουµιτική δύναµη, αλλά κυρίως είναι αυτός που ταύτισε το όνοµά του µε την είσοδο του Χριστιανισµού στην Αιθιοπία και την αναγνώρισή του ως επίσηµης θρησκείας του κράτους.87 Η όλη του παρουσία έχει κάνει πολλούς µελετητές να τον παραλληλίζουν µε τον Μ. Κωνσταντίνο και να τον θεωρούν ως τον Μ. Κωνσταντίνο της Αιθιοπίας.88 Από τη στιγµή αυτή και πέρα το Αξούµ προσδένεται – όπως θα δειχθεί και στη συνέχεια – σταθερότερα ως δορυφόρος στο άρµα του Βυζαντίου89 σε επίπεδο οικονοµικό, στρατιωτικό και πολιτιστικό, χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι χάνει την αυτοτέλειά του και την αυθυπαρξία του.
στο σηµείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά στην άποψη που έχει διατυπώσει ο Kobishchanov, ο οποίος κάνει λόγο για δύο βασιλείς µε το όνοµα Ezana. Τοποθετεί τη βασιλεία του Ezana Ι στον 4ο αιώνα µ.Χ., γύρω στο 330 µ.Χ. και τον θεωρεί σύγχρονο του Φρουµέντιου, ενώ αναφέρεται και στην ύπαρξη ενός Ezana ΙΙ, που κυβέρνησε το Αξούµ το δεύτερο µισό του 5ου αιώνα µ.Χ., στον οποίο αποδίδει, εκτός των άλλων, και την έκδοση νοµισµάτων µε την εγχάραξη του σταυρού (βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 64-73, 8090). Θα πρέπει λοιπόν να πούµε ότι στην παρούσα εργασία δεν υιοθετείται αυτή η άποψη. Πιθανότατα ο Ezana ΙΙ του Kobishchanov θα πρέπει να συνδεθεί µε τον Tazena των αιθιοπικών πηγών. Βλ. σχετικά SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 92-113, 123-124, HENDRICKX, Basileis and Basiliskoi, σελ. 181, σηµ. 8, HENDRICKX, Ezana. 87 για το γεγονός αυτό αναλυτικότερα βλ. στο παρόν σελ. 36. 88 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 104, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 169. 89 στο σηµείο αυτό είναι ίσως σκόπιµο να αναφερθεί η παρατήρηση ότι αυτή η «δορυφορική» σχέση µπορεί να ανιχνευθεί πολύ πριν από την είσοδο του Χριστιανισµού στο Αξούµ και µάλιστα πολύ πριν τη δηµιουργία της ρωµαϊκής αυτοκρατορίας. Συγκεκριµένα θα µπορούσε να ειπωθεί ότι η Άδουλις, το εµπορείο των Πτολεµαίων (βλ. σελ. 15, σχ. 35), είναι η πόλη που κατέχει ένα σηµαντικό ρόλο στην οικονοµική ανάπτυξη του Αξούµ και στο άνοιγµά του προς τον έξω κόσµο. Η σηµασία που απέκτησε η πόλη αυτή συνδέεται στενά µε την όλη πορεία του κράτους του Αξούµ. Και ο εξέχων ρόλος της ξεκινάει από τη στιγµή που οι Πτολεµαίοι, κινούµενοι από την ανάγκη τους για πολεµικούς ελέφαντες στη διαµάχη τους µε το κράτος των Σελευκιδών καθώς και από τη σπουδαιότητα που απέκτησε για την οικονοµία τους η εµπορία µπαχαρικών, λιβανιού και αρωµάτων προερχοµένων από την Ανατολή και την ανατολική Αφρική, επέκτειναν την εµπορική τους δραστηριότητα στις δυτικές ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και της ανατολικής Αφρικής. Ακόµη και οι χερσαίοι εµπορικοί δρόµοι που περνούσαν από τα υψίπεδα της Αιθιοπίας (βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 27), αναβαθµίζονται µετά την ανάπτυξη του λιµανιού της Άδουλης (βλ. Περίπλους, παρ. 4). Πολύ πριν το ελληνιστικό εµπόριο αναπτυχθεί σε αυτή την περιοχή, ανθούσε εκείνο που ελεγχόταν από την Υεµένη. Η προµήθεια όµως προϊόντων από τους Υεµενίτες εµπόρους αύξανε το κόστος τους για την πτολεµαϊκή Αίγυπτο. (βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ.76). Χρηµατοδοτούν τότε λοιπόν οι Πτολεµαίοι την εµπορική τους δραστηριότητα στην Ερυθρά Θάλασσα που είναι γι’ αυτούς ζωτική. ∆εν πρέπει να ξεχνάµε ότι οι χερσαίοι δρόµοι προς την Ανατολή διέρχονται και καταλήγουν όλοι στο αντίπαλο και ανταγωνιστικό κράτος των Σελευκιδών. Η ανάγκη προστασίας του ζωτικότατου γι’ αυτούς εµπορίου οδηγεί τους Πτολεµαίους στη διατήρηση µόνιµα ναυλοχούντα στόλου στα νερά της Ερυθράς, ενώ στρατός φυλάει τη χερσαία της σύνδεση µε το εσωτερικό της Αιγύπτου. Η πλεύση των παραλίων της Αφρικής δεν ήταν εύκολη υπόθεση, όχι µόνο λόγω ανέµων και θαλάσσιων ρευµάτων, αλλά και λόγω της απειλής των ιθαγενών κατοίκων που επιδίδονταν σε πειρατική δραστηριότητα θέτοντας σε κίνδυνο πληρώµατα και εµπορεύµατα. (βλ. Περίπλους, παρ. 4, ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 72-73, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 158-159, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 38-41). Κεντρική εξουσία σε όλη αυτή την περιοχή δεν
86
24
υπήρχε. (βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 75). Αυτό δυσχέραινε την όποια διαδικασία για κάποια υποτυπώδη µορφή διακρατικών συµφωνιών. Η Υεµένη, η µόνη υπολογίσιµη δύναµη στα ανατολικά παράλια της Ερυθράς, ήταν αρνητική στην όλο και µεγαλύτερη πτολεµαϊκή εµπορική διείσδυση στην περιοχή. Πολλοί αποδίδουν την κατάρρευση του υεµενίτικου βασιλείου του Καταµπάν, υπό την πίεση του συνασπισµού Οµηριτών και Σαβαίων, στην αντίδραση των τελευταίων που βλέπουν να περιορίζεται ο ρόλος τους στον πλήρη έλεγχο του εµπορίου στην περιοχή. (βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 159). Η δηµιουργία µιας κεντρικής εξουσίας στην περιοχή της Άδουλης, που και θα µπορούσε να αποτελεί εγγυητή ασφάλειας του λιµανιού και της διέλευσης εµπορικών πλοίων από την περιοχή και δε θα έθιγε τα αιγυπτιακά εµπορικά συµφέροντα (βλ. και Περίπλους, παράγραφοι 6 και 24), µοιάζει να σχετίζεται µε την εµφάνιση στο προσκήνιο του κράτους του Αξούµ και την αυξανόµενη δύναµη και παρουσία του. Τα ελληνικά είναι η διεθνής εµπορική γλώσσα που κυριαρχεί σε όλους τους θαλάσσιους δρόµους από την Ινδία ως τη Ρώµη. Ελληνικά είναι και η γλώσσα που στην περίοδο αυτή χρησιµοποιούν οι Αξουµίτες ηγεµόνες. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Ζωσκάλη, που την ελληνική του παιδεία αναφέρει ο Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης. (παρ. 5). Η διαρκής παρουσία ελληνικών πλοίων και ναυτικών προερχόµενων από την Αίγυπτο, συνεχίζεται ενισχυµένη και µετά τη ρωµαϊκή της κατάκτηση. Η αυτοκρατορική οικονοµική πολιτική συνεχίζει κι ενισχύει αυτή των Πτολεµαίων. Είναι σαφές ότι η διατήρηση της Αλεξάνδρειας ως επίκεντρου του παγκοσµίου εµπορίου είναι πηγή σηµαντικότατων εσόδων για τη Ρώµη. Στα χρόνια των τελευταίων Λαγιδών ηγεµόνων της Αιγύπτου, η εξασθένιση της δύναµής τους έχει δώσει ξανά την ευκαιρία στους Υεµενίτες να πάρουν πάλι στα χέρια τους το θαλάσσιο εµπόριο της Ανατολής. Οι Ρωµαίοι επιδιώκουν να ανακτήσουν τον κύριο ρόλο στη διεξαγωγή του, γι’ αυτό και το 25 π.Χ. οργανώνεται η εκστρατεία του Αίλιου Γάλλου στην Ευδαίµονα Αραβία, µε στόχο την επέκταση της ρωµαϊκής επιρροής – ίσως και κυριαρχίας – στους Σαβαίους. Η εκστρατεία απέτυχε, αλλά από κει και πέρα το εµπόριο της Ανατολής στρέφεται ολοένα και περισσότερο από τα λιµάνια των ανατολικών ακτών της Ερυθράς σε εκείνα των δυτικών. (Ι.Ε.Ε., τοµ. Στ, σελ. 314, 320, 328). ∆εν είναι τυχαίο ότι την περίοδο αυτή ο Ίππαλος, Αλεξανδρινός ναυτικός, µαθαίνει κι αξιοποιεί τα µυστικά της ναυσιπλοΐας σχετικά µε τους µουσώνες. Οι επαφές λοιπόν του αιγυπτιακού στόλου (ελληνικού στην πλειοψηφία του) µε την Ινδία και τους άλλους προορισµούς του Ινδικού Ωκεανού είναι άµεσες και το λιµάνι της Άδουλης είναι κεντρικός σταθµός ανεφοδιασµού σε αυτά τα ταξίδια. Είναι άλλωστε κι ένα από τα κύρια λιµάνια στο οποίο καταλήγουν τα προϊόντα που προέρχονται από την ενδοχώρα της ανατολικής και κεντρικής Αφρικής. Η άρχουσα τάξη που αυξάνεται στα αυτοκρατορικά χρόνια και η ολοένα µεγαλύτερη αναζήτηση από αυτήν πολυτελών προϊόντων που σε µεγάλο βαθµό προέρχονται από την Ανατολή, οδηγούν σε απόγειο την εµπορική δραστηριότητα στην περιοχή. Η Άδουλη, ως κοµβικό σηµείο αυτού του εµπορίου, ευηµερεί και πλουτίζει, συνακόλουθα και όλο το βασίλειο του Αξούµ. Από την άλλη ανθούν και οι παροικίες ξένων που ζουν σε αυτήν, µε σηµαντικό προβάδισµα αυτό της παροικίας ελλήνων ή εξελληνισµένων εµπόρων προερχόµενων από την Αίγυπτο κυρίως (βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 54-55, 66-67, ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 74-75) . Όπλα προερχόµενα από τον ελληνορωµαϊκό κόσµο είναι αυτά που επιτρέπουν στο Αξούµ να ενισχύσει τη θέση του και να επιβάλλει την κυριαρχία του σε όλη του την επικράτεια. (βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 152). Κάποιοι (βλ. Παράρτηµα 3) έχουν υποστηρίξει ότι και το πιο περίτρανο µνηµείο του Αξουµιτικού πολιτισµού, οι στήλες του Αξούµ, φέρουν την σφραγίδα της ελληνιστικής Αιγύπτου, αφού Αλεξανδρινοί τεχνίτες συνέβαλαν στη διάδοση της τεχνογνωσίας που οδήγησε στην όρθωσή τους. Θα µπορούσε λοιπόν να υποστηριχθεί ότι η ανάπτυξη του βασιλείου του Αξούµ συνδέεται, από πολλές απόψεις, µε την ελληνορωµαϊκή εµπορική δραστηριότητα στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας κι εξελίσσεται σε συσχετισµό µε τα οικονοµικά συµφέροντα και την ελληνορωµαϊκή παρουσία στην περιοχή. Θα µπορούσαµε άραγε να πούµε ότι είναι η τοπική δύναµη που προστατεύει τα
25
ελληνορωµαϊκά συµφέροντα στην περιοχή, επωφελούµενη και η ίδια από την προώθησή τους; Μια τέτοια εικασία µοιάζει να είναι πολύ πιθανή, αν µάλιστα συσχετιστεί και µε τον συνακόλουθο περιορισµό της υεµενίτικης δύναµης – αντιτιθέµενης στην ελληνορωµαϊκή δραστηριοποίηση στην περιοχή – γεγονός που ενίσχυσε τον αξουµιτικό ρόλο. Η πρώτη ακµή του κράτους του Αξούµ που σηµειώνεται τον 2ο και 3ο αι. µ.Χ., συνδέεται και πάλι µε την ελληνορωµαϊκή δραστηριότητα στην περιοχή. Οικονοµικοί είναι, ως ένα βαθµό, οι στόχοι που ώθησαν τον Τραϊανό να επιχειρήσει κατακτήσεις πέρα από τον Ευφράτη, σε µια προσπάθεια ελέγχου των διηπειρωτικών χερσαίων εµπορικών οδών, και στο ίδιο σκεπτικό εντάσσεται και η προσάρτηση απ’ αυτόν το 106 µ.Χ. του βασιλείου των Ναβαταίων, που γίνεται η ρωµαϊκή επαρχία της Αραβίας. (βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 83, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 72, Ι.Ε.Ε. τοµ. Στ, σελ. 284, 99 και στο παρόν, κεφ. 2ο, Β, 1). Λίγο µετά βλέπουµε και τους Αξουµίτες µε βασιλιά τον Gadar ή Gadarat, να αναλαµβάνουν δράση στα ανατολικά παράλια της Ερυθράς Θαλάσσης, εµπλεκόµενοι σε διαµάχες µε το συνασπισµό Σαβαίων και Οµηριτών, ίσως και σε συνεννόηση µε τους Ρωµαίους. (βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 78-80, Ι.Ε.Ε., τ. Στ, σελ. 288, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 53, στο παρόν σελ. 19). Το ενδιαφέρον της ρωµαϊκής πολιτικής για την εµπορική δραστηριότητα είναι αναµφισβήτητο. Ακόµα και σε περιόδους κρίσεων, όπως π.χ. η κρίση της ρωµαϊκής αυτοκρατορίας τον 3ο αιώνα, δε φαίνεται να επηρεάζεται το θαλάσσιο εµπόριο που δεν εκτίθεται σε πολεµικές συγκρούσεις. Έτσι συνεχίζεται αδιατάρακτο. Παρόλα αυτά οι κρίσεις οδηγούν σε περιορισµό των ρωµαϊκών πλοίων που πλέουν στον Ινδικό Ωκεανό. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει το Αξούµ. Το λιµάνι της Άδουλης γίνεται κεντρικό σηµείο προς το οποίο κατευθύνονται τα ρωµαϊκά πλοία για να εφοδιαστούν τα περιζήτητα προϊόντα της Ανατολής. Τέλη του 3ου µεταχριστιανικού αιώνα το Αξούµ, απ’ ότι είδαµε, περνάει µια φάση εσωτερικών κρίσεων. (βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 80, 90). Είναι η περίοδος που και η ρωµαϊκή αυτοκρατορία αναπτύσσει πολεµική δραστηριότητα στην περιοχή. Στο δεύτερο µισό του 3ου αιώνα έχουµε την ρήξη της ειρήνης που από τα χρόνια του Αυγούστου επικρατεί στα νότια σύνορα της Αιγύπτου. Οι Βλέµµυες της Νουβίας επιτίθενται και παραβιάζουν τα σύνορα, πρόβληµα που αντιµετωπίζεται τελικά από το ∆ιοκλητιανό στο τέλος του 3ου αιώνα µε την εγκατάσταση των Νοβάδων στα σύνορα και τις χρηµατικές επιδοτήσεις τόσο σε αυτούς όσο και στους Βλέµµυες. Την ίδια περίοδο εκδηλώνεται και η κρίση στην Αίγυπτο που οφείλεται στη δράση της Ζηνοβίας της Παλµύρας. Όταν το 272 µ.Χ. ο Αυρηλιανός καταστρέφει την Παλµύρα, ανάµεσα τους αιχµαλώτους που στολίζουν το θρίαµβό του βρίσκουµε και Αξουµίτες. (βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 86-87, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 60-61) Είναι έµποροι ή στρατιώτες; Και αν είναι στρατιώτες είναι επίσηµη στρατιωτική βοήθεια που παρέχει στην Παλµύρα το κράτος του Αξούµ ή στρατιωτική δύναµη κάποιου ηγεµόνα που προσπαθεί προσεταιριζόµενος την Παλµύρα να υπερισχύσει στην εσωτερική πολιτική σκηνή, αλλάζοντας τον φιλορωµαϊκό προσανατολισµό του κράτους και επιδιώκοντας απεµπλοκή από την «κηδεµονία» της Ρώµης πάνω σε αυτό, σε περίοδο που το Αξούµ, εκµεταλλευόµενο την εσωτερική κρίση που ταλανίζει τη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία, έχει αποκτήσει σηµαντικό προβάδισµα στο εµπόριο της Ερυθράς Θάλασσας κι ως εκ τούτου νιώθει αρκετά ισχυρό; Μήπως τελικά οι εσωτερικές δυναστικές διαµάχες στο βασίλειο του Αξούµ έχουν να κάνουν και µε την πολιτική τοποθέτηση κάποιων αρχηγών ως προς τη στάση τους στην εξωτερική πολιτική; Την εποχή εκείνη περίπου εντοπίζεται και µια µικρή και µάλλον περιορισµένης έκτασης ρήξη στις σχέσεις Αξούµ – Ρώµης. Ενδεικτικό αυτής της κατάστασης είναι το περιστατικό επίθεσης σε ρωµαϊκό πλοίο, στην επικράτεια του Αξούµ, που οδήγησε στον αιχµαλωτισµό του Φρουµέντιου, έτσι όπως αναφέρει ο Ρουφίνος στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (Rufinus, Historia Ecclesiastica, Migne PL, 1948, vol. XXI, col. 478-480). Ποια είναι η πολιτική σηµασία της διακυβέρνησης του βασιλείου του Αξούµ από τον Έλληνα αιχµάλωτο Φρουµέντιο; Ξέρουµε πως οι σχέσεις του µε το ελληνικό στοιχείο των παροικιών της Άδουλης και αλλού, είναι στενές. Ξέρουµε επίσης πως µετά το θάνατο του βασιλιά –
26
Η περίοδος που ακολουθεί µετά τη βασιλεία του Εζανά είναι πολύ λίγο γνωστή σε µας, µιας και στερείται, σε µεγάλο βαθµό, αρχαιολογικών ευρηµάτων. Κάποια νοµίσµατα εκείνης της περιόδου και οι αιθιοπικές λίστες των βασιλέων µας κάνουν λόγο για έξι βασιλείς που ηγήθηκαν του αξουµιτικού κράτους από το τέλος της βασιλείας του Εζανά ως τον Καλέµπ. Τίποτα όµως δε µας είναι γνωστό για τη δράση αυτών των βασιλέων. Η απουσία επιγραφών από αυτή την περίοδο συσκοτίζει περαιτέρω τη γνώση µας. Έχει χαρακτηριστεί λοιπόν η εποχή αυτή ως σκοτεινά χρόνια.90 Η περίοδος αυτή πρέπει να ήταν χρόνια κρίσης για το βασίλειο του Αξούµ. Ενδεικτικό αυτού είναι η αναφορά που κάνει στο βασιλιά του Αξούµ ο Παλλάδιος, τον οποίο χαρακτηρίζει µε τον όρο «βασιλίσκος µικρός»91. Το πιθανότερο είναι ότι και οι κτήσεις στη Νότια Αραβία είναι έξω από την επιρροή του Αξούµ που δε φαίνεται σε θέση να µπορεί να διατηρήσει τον εκεί έλεγχό του92. Οι εµπορικές σχέσεις πάντως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας µε το Αξούµ συνεχίζονται, εφόσον η Άδουλη παραµένει λιµάνι εν χρήσει στο θαλάσσιο δρόµο του ανατολικού εµπορίου. Αξιοσηµείωτο για τις επαφές του Βυζαντίου µε το βασίλειο του Αξούµ είναι και το γεγονός της άφιξης, στο δεύτερο µισό του 5ου αιώνα, των Εννέα Αγίων,93 γεγονός που θεωρείται ως η δεύτερη έλευση του Ευαγγελίου στην Αιθιοπία. Οι Εννέα Άγιοι (Tesseatou Kidoussan) προέρχονταν από διάφορες περιοχές της επικράτειας του Βυζαντίου και ήταν Χριστιανοί αντι-Χαλκηδόνιοι. Προφανώς στην Αιθιοπία βρήκαν καταφύγιο από τις διώξεις που ξέσπασαν στην Χριστιανική Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία µετά την Οικουµενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας, το 451 µ.Χ. ή έφτασαν ως ιεραπόστολοι. Σε αυτούς οφείλεται η εξάπλωση του Χριστιανισµού σε µεγάλο µέρος του πληθυσµού του Βασιλείου του Αξούµ, γεγονός που δεν είχε συντελεστεί µε την πρώτη διάδοσή του από τον Φρουµέντιο, η οποία, όπως φαίνεται, δεν είχε πολύ µεγάλη απήχηση στα
πιθανότατα του Ella-Amida – η χήρα βασίλισσα και κηδεµόνας του ανήλικου γιου της ζητάει τη δική του σύµπραξη για να κυβερνήσει. Ποιες είναι οι σχέσεις του ίδιου του Φρουµέντιου µε τη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία; Τον 4ο αι. µ.Χ. πάντως το βασίλειο του Αξούµ εµφανίζεται πάλι ισχυρό έχοντας ξεπεράσει τις εσωτερικές του κρίσεις και ο βασιλιάς Εζανάς – κάτω από τη σηµαντική επιρροή του Φρουµέντιου - αποφασίζει να συµπορευτεί µε τη ρωµαϊκή πολιτική στο θρησκευτικό ζήτηµα, υιοθετώντας το Χριστιανισµό ως επίσηµη θρησκεία του κράτους του. Φυσικά το όλο θέµα παρουσιάζεται εδώ ακροθιγώς και σίγουρα χρήζει πολύ µεγαλύτερης και περισσότερο εµπεριστατωµένης µελέτης που θα λάβει υπόψη τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, και η οποία ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της παρούσας εργασίας. Η ιστορία του Αξούµ συνάπτεται στενά τόσο µε την ελληνική, όσο και µε την αραβική, τη νουβική, την ιουδαϊκή, την παρθο-περσική. Κάποιες πτυχές του όλου θέµατος, κυρίως σε ότι αφορά τις σχέσεις Αξούµ και Βυζαντίου, θα διερευνηθούν στα επόµενα κεφάλαια της παρούσας εργασίας. 90 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 112. 91 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 113, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 75-76, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 201. 92 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 123. 93 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 115-119, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 3435, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 102, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 42, MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 408-411, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 107, παρόν, σελ. 74, σηµ. 233 και σελ. 79-81.
27
λαϊκά στρώµατα, που σε µεγάλο ποσοστό τους παρέµειναν πιστά στις παλιές τους παραδοσιακές δοξασίες.94 Στα τέλη του 5ου αιώνα µ.Χ. µια νέα περίοδος ακµής ξεκινάει για το βασίλειο του Αξούµ. Το όνοµα του βασιλιά Ταζένα (Tazena)95 συνδέεται µε αυτή την ανάκαµψη, που φτάνει στη µέγιστη ακµή της επί της βασιλείας του γιου του, βασιλιά Καλέµπ (Caleb),96 στον 6ο αιώνα µ.Χ. Ο Ταζένα είναι αυτός που επεξέτεινε και πάλι την κυριαρχία του Αξούµ στη Νότια Αραβία, πολιτική που συνέχισε και επαύξησε ο γιος και διάδοχός του στο θρόνο του Αξούµ. Για τη βασιλεία του Καλέµπ υπάρχουν πολλές πληροφορίες και ευρήµατα που µας επιτρέπουν να σχηµατίσουµε µια αρκετά εµπεριστατωµένη γνώµη για το βασίλειο του Αξούµ κατά τον 6ο αιώνα µ.Χ. Σε επιγραφή γραµµένη σε σαβαϊκό αλφάβητο,97 ο Καλέµπ εµφανίζεται ως ο «βασιλιάς του Αξούµ και του Κάσου και του Ραειδάν και του Σαβά και του Σιλεή και του Τιαµώ και των Υεµενιτών και του Τιχάµα και του... και του Ραµπάµ και των Βουγαειτών και των Νόµπα (Νουβάδων) και του...και των Αρραβιτών». Βλέπουµε λοιπόν ότι ο Καλέµπ αναφέρει στον τίτλο του τους υποτελείς εκείνους που ανέφεραν και οι επιγραφές του Εζανά98 και µάλιστα αναφέρει και άλλους ακόµα, όπως π.χ. τους Αρραβίτες, τους οποίους είχαµε δει στην επιγραφή του άγνωστου βασιλιά στο Monumentum Adulitanum.99 Με τον όρο Υεµενίτες εννοεί προφανώς τους Οµηρίτες των προηγούµενων επιγραφών. Επιπλέον για πρώτη φορά εµφανίζονται και οι Noba ως υποτελείς στο Αξούµ.100 Με τον Καλέµπ γράφεται η τελευταία «λαµπερή σελίδα στην ιστορία του Αξούµ».101 Ο Χριστιανισµός εδραιώνεται στην Αιθιοπία, το θρησκευτικό δόγµα παίρνει την οριστική του µορφή και ο βασιλιάς του Αξούµ εµφανίζεται ως προστάτης του Χριστιανισµού και τιµωρός των εχθρών του. Μέσα σε αυτό το σκεπτικό εντάσσονται και οι εκστρατείες που οργανώνει ο Καλέµπ εναντίον της Νότιας Αραβίας και για τις οποίες θα γίνει λόγος αµέσως πιο κάτω. Ο 6ος αιώνας µ.Χ. κλείνει για την Αιθιοπία µε τη βασιλεία των γιων του Καλέµπ.102 Στο τέλος του αιώνα η κατοχή της Νότιας Αραβίας έχει πλέον τερµατιστεί για την Αιθιοπία, καθώς αυτή έχει περιέλθει στον έλεγχο των Περσών,103 όµως η ευηµερία στο κράτος του Αξούµ συνεχίζεται, όπως µαρτυρείται από τη συνεχιζόµενη έκδοση νοµισµάτων. Το γεγονός βέβαια ότι σιγά σιγά σπανίζει η έκδοση χρυσών, µας επιτρέπει να υποθέσουµε ότι µετά
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 115-119, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 3435, ULLENDORFF, Ethiopians. 95 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 123, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 90. 96 Ο ίδιος βασιλιάς αναφέρεται επίσης και µε τα ονόµατα Ella Asbeha, Ελλατζβάας, Ελλησθεαίος, Ελεσβαάν Ελεσβόας, Ελεσβάς, Άνδας, Aρέθας, Κωνσταντίνος, ∆αυίδ. Βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 124-125, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 30, σχ. 152. 97 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 123-124, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11 : 5. 98 βλ. στο παρόν σελ. 22. 99 βλ. στο παρόν σελ. 18. 100 κι όχι απλώς ως αντίπαλοι όπως ήταν µε βάση την επιγραφή του Εζανά, βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 56-61, 81-86. 101 Α. Vasiliev, Justin and Abyssinia, σελ. 67. 102 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 159-164, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 4:7. 103 βλ. στο παρόν, σελ. 35.
94
28
την απώλεια του ελέγχου της Ερυθράς Θάλασσας, αρχίζει για το Αξούµ βαθµιαία οικονοµική αναδίπλωση. Πάντως συνεχίζεται, έστω και περιορισµένα, η εµπορική κίνηση του λιµανιού της Άδουλης. Βέβαια από δω και στο εξής το βασίλειο του Αξούµ στρέφεται όλο και περισσότερο στα ενδιαφέροντά του επί της αφρικανικής ηπείρου, γεγονός που οριστικοποιείται τον επόµενο αιώνα, µετά την επέκταση των Αράβων, που πια γίνονται η µεγάλη δύναµη της περιοχής, και τον αποκλεισµό του Αξούµ από τον βυζαντινό και µεσογειακό κόσµο. Γ. Οι συγκρούσεις Αξουµιτών – Οµηριτών κατά τον 6ο αιώνα Στενά συνυφασµένα µε το όνοµα και τη βασιλεία του Καλέµπ είναι τα γεγονότα στη Νότια Αραβία που τον οδήγησαν στην ανάληψη εκστρατειών εκεί. Αυτά τα ίδια τα γεγονότα γίνονται ο ένας λόγος για τη σύσφιξη των σχέσεων Κωνσταντινούπολης – Αξούµ, στο µέγιστο βαθµό, κατά τον 6ο αιώνα µ.Χ. Ο άλλος έχει να κάνει µε την προσπάθεια του Ιουστινιανού να περιορίσει το περσικό µονοπώλιο στο εµπόριο του µεταξιού, προωθώντας σε αυτό τους Αξουµίτες εµπόρους.104 Βαθύτερη αιτία πάντως για τις εξελίξεις στη Νότια Αραβία είναι τα ανταγωνιστικά εµπορικά και πολιτικά συµφέροντα των δυο µεγάλων αυτοκρατοριών της εποχής, της Βυζαντινής και της Περσικής, και η αναπόφευκτη εµπλοκή σε αυτά και όλων των υπολοίπων κρατών και φυλών της περιοχής που δε γίνεται να τοποθετηθούν παρά ως σύµµαχοι ή ως αντίπαλοι της µιας ή της άλλης, και µέσα από αυτή τη στάση τους να προωθήσουν και τα δικά τους συµφέροντα. Όπως είδαµε105, το Αξούµ έχει εκ νέου εντάξει στην επικράτειά του τη Νότια Αραβία, σε µια περιοχή περισσότερο εκτεταµένη από ποτέ, αναγκάζοντας κάποιους από τους ηγεµόνες της να αναγνωρίσουν την υποτέλειά τους στο βασίλειο του Αξούµ. Αυτό έγινε από τα τέλη του 5ου αιώνα επί της βασιλείας του Ταζένα, προκάτοχου στο θρόνο και πατέρα του βασιλιά Καλέµπ.106 Σύµφωνα µε µια εκδοχή107 ο βασιλιάς των Οµηριτών Ma’adikarib ανέβηκε στο θρόνο ως σφετεριστής µε την υποστήριξη του βασιλιά του Αξούµ, που έτσι βρήκε ξανά ευκαιρία να αναµειχθεί στις εσωτερικές υποθέσεις της Νότιας Αραβίας. Προφανώς µε αυτή του την ενέργεια ο Ma’adikarib αναγνώριζε την επικυριαρχία του Αξούµ, γεγονός που τυπικά ίσως να µην είχε καταργηθεί ποτέ. Απλώς σε περιόδους αδυναµίας του Βασιλείου του Αξούµ, αυτό το δικαίωµα ουσιαστικά περιερχόταν σε αδράνεια. Το 517 / 8 µ.Χ.108 ο Ma’adikarib εκθρονίστηκε από τον Arib As’ar Masruk Dhu-Nuwas, ο οποίος είχε ονοµαστεί Yusuf,109 µετά τον εξιουδαϊσµό του. Όντας
βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 199-201, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 87-88, HENDRICKX, Documents, σελ. 66-74. 105 βλ. σελ. 27-28 του παρόντος. 106 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 123. 107 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 90. 108 Σχετικά µε τη χρονολόγηση των γεγονότων, υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις µεταξύ των µελετητών. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι διωγµοί ξεκίνησαν το 515 µ.Χ., άλλοι το 519 ή το 523. Πάντως οι αποκλίσεις δεν είναι ιδιαίτερα σηµαντικές και, κατά γενική παραδοχή, τα γεγονότα τοποθετούνται στην δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 6ου αιώνα µ.Χ. Εδώ έχουµε
104
29
Ιουδαίος, ο Ντου Νουβάς υποστηρίζει τα συµφέροντα των οµοθρήσκων του Ιουδαίων, τα οποία δεν ευνοούνται από τους Χριστιανούς της Νότιας Αραβίας, που αποτελούν την άρχουσα τάξη της χάρη στην υποστήριξη των Χριστιανών, Αξουµιτών και Βυζαντινών, προς τους οποίους πρόσκεινται φιλικά. Είναι γνωστό πως οι Ιουδαίοι της Νότιας Αραβίας, σε όλες τις περιόδους κρίσεων ανάµεσα στη Βυζαντινή και την Περσική Αυτοκρατορία, συστρατεύονταν µε την Περσική µε της οποίας τα συµφέροντα συµπορεύονταν.110 Έτσι η πολιτική του Ντου Νουβάς, θίγει τα οικονοµικά και εµπορικά συµφέροντα του Αξούµ και του Βυζαντίου, ενώ ταυτόχρονα η στάση του είναι επικίνδυνη για τους Βυζαντινούς, ως προς το συσχετισµό των δυνάµεων στην περιοχή και µάλιστα σε περίοδο εντάσεων στις σχέσεις Βυζαντίου – Περσίας.111 Οι Χριστιανοί της Νότιας Αραβίας ζητάνε τη βοήθεια του Αξούµ για την προστασία τους και επιδιώκουν την αποστολή αιθιοπικής στρατιωτικής
υιοθετήσει την χρονολόγηση που προτείνει ο Kobishchanov (Axum). Βλ. σχετικά ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 24-25, 30. 109 Σε κάποιους συγγραφείς εµφανίζεται και µε το όνοµα ∆ουναάν, απόδοση στα ελληνικά του ονόµατός του και ∆ίµνος ή ∆αµιανός. Βλ. σχετικά ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 25-27, σχ. 145. 110 ΛΕΤΣΙΟΣ, 95, 163, 179, 183, 246, 252, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 247, 470, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 79, HENDRICKX, Africano-Byzantina, σελ. 192, BROWN,Ύστερη αρχαιότητα, σελ. 176, MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 412-413, MANGO, Βυζάντιο, σελ. 43, 111119. Για τη στάση αυτή των Ιουδαίων, θα πρέπει να λάβουµε υπόψη µας και τα εξής : µε τον εκχριστιανισµό της Ανατολικής Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας και το συνακόλουθο θρησκευτικό ζήλο, οι Ιουδαίοι συχνά αντιµετωπίζονταν µε εχθρότητα και υφίσταντο περιορισµούς και διώξεις. Στην προσπάθειά τους οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες να εξασφαλίσουν τη συνοχή της Αυτοκρατορίας τους, υιοθετούν τη θέση ότι αυτή µπορεί να εξασφαλιστεί µε την επικράτηση µιας και µόνο θρησκείας. Έτσι αντιµετωπίζουν µε εχθρότητα, ως απειλή της αυτοκρατορίας, κάθε απόκλιση από το επίσηµο χριστιανικό δόγµα. Με µισαλλοδοξία αντιµετωπίζονται πολλές φορές τόσο οι µη Χριστιανοί (π.χ. Εθνικοί, Ιουδαίοι, Μανιχαίοι), όσο και οι Χριστιανοί άλλων δογµάτων (π.χ. Αρειανιστές, Μονοφυσίτες, Νεστοριανοί). Βλέπουµε έτσι κάποιες φορές πολλοί από αυτούς να αντιµάχονται τα βυζαντινά συµφέροντα και να συστρατεύονται µε τα περσικά κι ως εκ τούτου να αντιµετωπίζονται συλλήβδην µε καχυποψία, ως κατάσκοποι των Περσών. Μάλιστα στην περίοδο που εδώ εξετάζουµε, διωγµός έχει εξαπολυθεί στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τον αυτοκράτορα Ιουστίνο Α΄ εναντίον των Ιουδαίων, Σαµαρειτών και Μανιχαίων της Αυτοκρατορίας. (βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 61, 108-109, 157, ΚΟΡ∆ΑΤΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 118) Πολλοί συνδέουν τα γεγονότα στη Νότια Αραβία µε την αντίδραση των Ιουδαίων της Τιβεριάδας στους παραπάνω διωγµούς των οµοδόξων τους. 111 Για τις εντάσεις στις σχέσεις Βυζαντίου – Περσίας βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 160-162, 178-183, 189-190. Συγκρούσεις διεξάγονται µεταξύ τους τον 6ο αιώνα. µ.Χ. στα διαστήµατα 528-530 µ.Χ., 540-541 µ.Χ. και 561 µ.Χ. Κύριο δε µέληµα του Ιουστινιανού είναι να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό µονοπωλιακό έλεγχο που η Περσία επιβάλλει στο εµπόριο του µεταξιού από την Κίνα. Για αυτό και προσπαθεί, τόσο ο ίδιος όσο και ο προκάτοχός του στο θρόνο, Ιουστίνος Α’, αφ’ ενός να την αποκλείσει από τις ανατολικές ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και την κηδεµονία των Οµηριτών, αφ’ ετέρου να σπάσει το µονοπώλιό της µε τη βοήθεια των Αξουµιτών, που προσπαθεί να τους εισάγει δυναµικά στο διαµετακοµιστικό εµπόριο του µεταξιού από την Ταπροβάνη. (Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 199-200, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 87-88, HENDRICKX, Documents, σελ. 66-74).
30
βοήθειας. Πράγµατι ο βασιλιάς των Αξουµιτών112 αποστέλλει στρατεύµατα αρχικά στα παράλια της Τιχάµα, που και παλιά υπάγονταν στον έλεγχο του Αξούµ,113 και από εκεί καταλαµβάνουν την Ταφάρ (ή Ζαφάρ), πρωτεύουσα των Οµηριτών, και άλλες πόλεις. Ο Ντου Νουβάς, επειδή δεν ήταν ακόµα σε θέση να αντιµετωπίσει τα αιθιοπικά στρατεύµατα, καταφεύγει στα βουνά. Μετά την υπαγωγή της χώρας των Οµηριτών σε αξουµιτικό έλεγχο, το µεγαλύτερο µέρος του αιθιοπικού εκστρατευτικού σώµατος επιστρέφει στην Αφρική, ενώ µια φρουρά 600 ατόµων µένει στην Ταφάρ και µικρότερες σε άλλες πόλεις. Παράλληλα οι Αιθίοπες επιδίδονται σε προσηλυτιστικό έργο στην περιοχή, µε το σκεπτικό ότι ο εκχριστιανισµός του ντόπιου πληθυσµού θα ενδυναµώσει τη θέση τους.114 Η παρουσία και η δράση των αιθιοπικών στρατευµάτων κατοχής δυσαρεστεί µια µεγάλη µερίδα του ντόπιου πληθυσµού115 που επιβαρύνεται από την παρουσία τους, ανάµεσά τους και οι Νεστοριανοί Χριστιανοί, που η θέση τους είναι ανάλογη µε αυτή των Ιουδαίων, δηλαδή φιλοπερσική και ενάντια στα βυζαντινά συµφέροντα.116 Ενισχύεται έτσι η θέση του Ντου Νουβάς, ο οποίος προβαίνει σε εξόντωση της φρουράς της Ταφάρ. Άλλους τους εξόντωσε αφού τους εξαπάτησε κι άλλους τους έκαψε ζωντανούς στην εκκλησία που είχαν καταφύγει, στη θέση της οποίας µετά έχτισε συναγωγή. Στη συνέχεια ανακτά τον έλεγχο στις περισσότερες από τις πόλεις των Οµηριτών, εκτός από κάποιες που ο χριστιανικός τους πληθυσµός υπερτερεί και µένει σταθερά προσδεµένος στα εµπορικά συµφέροντα του Βυζαντίου και του Αξούµ. Σε αυτές τις πόλεις εκδηλώνονται βίαια επεισόδια που οδηγούν στην εξόντωση των Χριστιανών, Ρωµαίων, ντόπιων κι Αιθιόπων, από τον Ντου Νουβάς. Οι πιο αιµατηρές και βίαιες σφαγές εναντίον των Χριστιανών, όµως, έγιναν, όταν ο Ιουδαίος ηγεµόνας πήρε υπό τον έλεγχό του την πόλη Ναγράν (Najran).117 Στις
∆εν είναι βέβαιο αν πρόκειται για τον Καλέµπ ή τον προκάτοχό του. Βλ. σχετικά KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 91-92. 113 Πρόκειται για τη χώρα των Αρραβιτών και των Κιναιδοκολπιτών για τους οποίους έχει γίνει λόγος στις σελ. 20, 28 του παρόντος. Βλ. επίσης το Monumentum Adulitanum, HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 62-67. 114 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 126. 115 Για τα αρνητικά αισθήµατα των κατοίκων της Νότιας Αραβίας προς τους Αιθίοπες που αποτελούν τη δύναµη κατοχής βλ. και το υεµενίτικο ποίηµα που αναφέρει ο SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 157-158. 116 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 93, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 249, βλ. και σηµ. 109, σελ. 30 και σελ. 38 σηµ. 6 του παρόντος. 117 Η πόλη αυτή ήταν κέντρο του Χριστιανισµού, από τον 5ο αιώνα, στη Νότια Αραβία. Κυβερνήτης της και υπερασπιστής της στη διάρκεια του διωγµού ήταν ο Αρέθας. Λόγο εκτενή για το διωγµό των Χριστιανών της πόλης κάνει το Μαρτύριο του Αγ. Αρέθα (εκδ. J. F. Boissonade, Anecdota Graeca, τ.V, Parisis 1883). Η ίδια πόλη ήταν επίσης κοµβικό σηµείο στο χερσαίο εµπόριο της Ανατολής µέσω της Αραβικής χερσονήσου. (ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 272) Γι’ αυτό βλέπουµε και παλιότερα να έχει αποτελέσει στόχο συγκρούσεων των αντιµαχόµενων δυνάµεων της περιοχής. Έτσι στη διάρκεια των επιχειρήσεων του Αξουµίτη βασιλιά Gadarat στη Νότια Αραβία καταλαµβάνεται από τα αξουµιτικά στρατεύµατα και ανακαταλαµβάνεται από τα οµηριτικά. (SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 78-79). To 296/98 ο Λαχµίδης ηγεµόνας Imru al-Qays, στη διάρκεια σύγκρουσης Ρωµαίων – Περσών, επιτέθηκε εναντίον της Ναγράν. Η κίνησή του αυτή είχε την υποστήριξη των Ρωµαίων που µε την προσέγγιση αυτού του ηγεµόνα προσπαθούν να αντιδράσουν στην επέκταση της επιρροής του Πέρση βασιλιά Σαπώρη στην Αραβία.
112
31
ενέργειές του ευνοείται από το γεγονός ότι λόγω του χειµώνα δεν υπάρχει η δυνατότητα άµεσης αντίδρασης του βασιλιά του Αξούµ. Παράλληλα επιδιώκει την περσική βοήθεια απευθυνόµενος στους Λαχµίδες Άραβες, τοποτηρητές των περσικών συµφερόντων στην Αραβία. Η βιαιότητα όµως της συµπεριφοράς του προς τους Χριστιανούς απέτρεψε τους Λαχµίδες από το να του παρέχουν υποστήριξη. Στην αποµόνωση του Ντου Νουβάς έπαιξε ασφαλώς σηµαντικό ρόλο και η δραστηριοποίηση της βυζαντινής διπλωµατίας, καθώς ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Α’ είχε ήδη προβεί σε υπογραφή συνθήκης ειρήνης µε τον ηγεµόνα των Λαχµιδών Αλαµούνδαρο (Al-Mundir).118 Έτσι βλέπουµε τον Ντου Νουβάς να στέλνει πρεσβεία στην al-Hira, στο Λαχµίδη ηγεµόνα, υποσχόµενος µάλιστα χρηµατικές απολαβές, εφόσον γινόταν δεκτό το αίτηµά του για γενίκευση του διωγµού των Χριστιανών σε Αραβία και Περσία. Εκεί βρισκόταν όµως ήδη βυζαντινή αποστολή µε τον πρέσβη Αβράµη. Παρίσταντο επίσης ο Μονοφυσίτης επίσκοπος της Περσίας, ο Ορθόδοξος επίσκοπος και ο Νεστοριανός. Κανείς, πλην του Νεστοριανού, δεν υποστήριξε τον Ντου Νουβάς. Μεγάλη ήταν και η αντίδραση των Λαχµιδών, οι οποίοι ήταν Χριστιανοί Νεστοριανοί.119 Έτσι η αποστολή του Ντου Νουβάς απέτυχε.120 Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστίνος Α’ επιθυµεί αντίποινα, στα οποία όµως δεν είναι διατεθειµένος να προβεί ο ίδιος. Ο πιο κατάλληλος για να αναλάβει δράση είναι ο βασιλιάς του Αξούµ, αφού τα επεισόδια έγιναν σε περιοχή που βρισκόταν υπό τον έλεγχό του και είχαν ως αρχικό στόχο τα δικά του στρατεύµατα στην περιοχή. Η αντίδραση όµως του Αξουµίτη βασιλιά δεν είναι άµεση, ίσως λόγω εσωτερικών προβληµάτων στο ίδιο το Αξούµ.121 Η πολιτική που ακολούθησε ο Ντου Νουβάς για όσο καιρό ασκούσε τον έλεγχο στην Υεµένη, ήταν εντελώς βλαπτική για τα αξουµιτικά εµπορικά συµφέροντα. Έτσι το 525 µ.Χ. ο βασιλιάς Καλέµπ, αφού έχει αντιµετωπίσει τα εσωτερικά προβλήµατα του κράτους του κι έχει σταθεροποιήσει τη θέση του, αποφασίζει εκστρατεία εναντίον της Υεµένης. Ήδη το 524 µ.Χ. έχει σχηµατιστεί ένας χριστιανικός συνασπισµός εναντίον του Ντου Νουβάς, αποτελούµενος από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το Βασίλειο του Αξούµ και τους Χριστιανούς της Υεµένης που έχουν καταφύγει στο Αξούµ και αλλού. Μεσολαβητικό ρόλο στις επαφές Βυζαντίου – Αξούµ παίζει ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, Τιµόθεος, που στη δικαιοδοσία του υπάγεται η Εκκλησία του Αξούµ.122 Έµµεσες επαφές
βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 67. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 244-245. 120 Βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 252-253, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 94-95. 121 Τέτοιου είδους προβλήµατα φαίνεται πως δεν έλειπαν από τους βασιλείς του Αξούµ. Έτσι βλέπουµε να υπάρχουν προβλήµατα διαδοχής µετά το θάνατο του Ella Amida ΙΙ, πατέρα του Tazena και παππού του Καλέµπ, στα οποία αναµειγνύονται και κάποιοι από τους Εννέα Αγίους (βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.115-117, παρόν, σελ. 27, 74, 79-81). Άλλωστε και από επιγραφές του ίδιου του Καλέµπ, (βλ. ΜUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 124-126) τον βλέπουµε να κάνει εκστρατείες εναντίον των Aguwazat και των Belew Kelew, γεγονός που µαρτυρεί την ύπαρξη κάποιων εσωτερικών προβληµάτων. Η δε υπόµνηση του Καλέµπ σε νόµισµά του που αναφέρεται ως «υιός του Ταζένα» δείχνει την προσπάθειά του να δηλώσει ως νόµιµη την διαδοχή στο θρόνο, γεγονός που ίσως υποδηλώνει δυναστικά προβλήµατα. (βλ. ΜUNRO-HAY, Aksum, ch. 9:4). 122 Περισσότερα για αυτές τις διπλωµατικές επαφές Βυζαντίου - Αξούµ στο αντίστοιχο κεφάλαιο του παρόντος.
119
118
32
πραγµατοποιούνται ανάµεσα σε Ιουστίνο Α’ και Καλέµπ και γίνεται λόγος για συντονισµένη επίθεση εναντίον του Ντου Νουβάς, που όµως δεν υλοποιήθηκε. Τελικά η εκστρατεία στην Υεµένη πραγµατοποιήθηκε µόνο από τον Καλέµπ σε συνεργασία µε Υεµενίτες Χριστιανούς που είχαν καταφύγει στο Αξούµ. Αρχηγός τους ήταν ο Sumafa Ashwa, παλιός συνεργάτης του Ντου Νουβάς. Την άνοιξη του 524 µ.Χ. οι Υεµενίτες Χριστιανοί αποβιβάζονται στις νοτιοαραβικές ακτές, οργανώνουν τη θέση τους µε την υποστήριξη κι άλλων συµπατριωτών τους και προετοιµάζουν το έδαφος για την εισβολή των στρατευµάτων του Καλέµπ, που πραγµατοποιείται το καλοκαίρι του 525 µ.Χ. Στην µεταφορά των στρατευµάτων πήραν µέρος και βυζαντινά πλοία. Στη µάχη αυτή ο Ντου Νουβάς και οι σύµµαχοί του νικήθηκαν. Οι Αξουµίτες ανακατέλαβαν την Ταφάρ, τη Ναγράν κι άλλες οµηριτικές πόλεις και επεξέτειναν την επικράτειά τους σε ολόκληρη τη Νότια Αραβία. Ο Καλέµπ, παρακινούµενος από το ζήλο του προστάτη του Χριστιανισµού, επιδόθηκε στο χτίσιµο εκκλησιών και στην προσπάθεια εδραίωσης του Χριστιανισµού, καταστρέφοντας ιερά των παλιών θρησκειών και συναγωγές. Ταυτόχρονα όρισε νόµους για την ενδυνάµωση του χριστιανικού στοιχείου και τον εκχριστιανισµό του ντόπιου πληθυσµού. Ο ίδιος ο Sumafa Ashwa123 βαφτίστηκε από τον Καλέµπ Χριστιανός και ανέλαβε τα καθήκοντα του βασιλέως, αναγνωρίζοντας την υποτέλεια του κράτους του στο βασιλιά του Αξούµ. Ο ίδιος ο Καλέµπ παρέµεινε στη Νότια Αραβία για µερικούς µήνες και στη συνέχεια επέστρεψε στη χώρα του έχοντας ρυθµίσει την κατάσταση στη χώρα των Οµηριτών και αφήνοντας πίσω του ως τοποτηρητές του αιθιοπικά στρατεύµατα που υπάγονται σε αυτόν κι όχι στο βασιλιά των Οµηριτών. Το Βασίλειο του Αξούµ έχοντας υπό τον έλεγχό του και τις δυο πλευρές της Ερυθράς Θάλασσας φαίνεται να βρίσκεται στο απόγειο της δύναµής του. Μοιάζει να έχει αναδειχθεί σε σηµαντικό παράγοντα στην περιοχή και – στο βαθµό που και οι δικές του οικονοµικο-πολιτικές επιδιώξεις εξυπηρετούνται από αυτό – σε σταθερό σύµµαχο του Βυζαντίου. Σε αυτό το πνεύµα και ως επακόλουθο των διπλωµατικών επαφών που έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα µ.Χ. ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός στέλνει πρεσβείες στον Καλέµπ και τους υποτελείς του Οµηρίτες επιδιώκοντας αφενός την ανάληψη από µέρους τους πολεµικών επιχειρήσεων εις βάρος της Περσίας κι αφετέρου την εµπορική τους συνεργασία, ώστε να περιοριστούν οι Πέρσες από το εµπόριο του µεταξιού, προς όφελος των Αξουµιτών και, βέβαια, των βυζαντινών συµφερόντων.124 Παράλληλα το βασίλειο του Αξούµ φαίνεται να ακολουθεί τη δική του ουδέτερη πολιτική στις σχέσεις του µε την Περσική Αυτοκρατορία. Λόγω του ότι τα οικονοµικά του συµφέροντα δε συνδέονται άµεσα µε τα αντίστοιχα περσικά,125 αλλά ευνοούνται από τη σύµπραξή του µε
Εσιµιφαίος των βυζαντινών πηγών. Περισσότερα για τις αποστολές αυτές στις ενότητες για τις οικονοµικές και διπλωµατικές σχέσεις του παρόντος. 125 Μπορούµε να πούµε ότι και οι δύο επιδίδονται σε διαµετακοµιστικό εµπόριο προϊόντων της Ανατολής που στοχεύουν, ως τελικό αποδέκτη τους, στη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία. Το Αξούµ δρα συµπληρωµατικά στη βυζαντινή ναυτιλιακή δραστηριότητα στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας και του Ινδικού Ωκεανού αλλά δε φαίνεται να µπορεί να ανταγωνιστεί τους Πέρσες που κινούνται στον Περσικό κόλπο και µονοπωλούν τους χερσαίους δρόµους και τη διακίνηση του µεταξιού. Βλ. και σελ 49 του παρόντος.
124
123
33
το Βυζάντιο, η πολιτική του προσδένεται περισσότερο µε εκείνη των βυζαντινών. Όµως µια σύγκρουση άµεση µε την Περσική Αυτοκρατορία δε φαίνεται να προσφέρει στο Αξούµ ιδιαίτερα δελεαστικά οφέλη και ως εκ τούτου, δεν προβαίνει σε ανοιχτή επιθετικότητα απέναντι στη µεγάλη αυτή δύναµη. Ανοιχτή πολεµική σύγκρουση Περσών µε Αξουµίτες δε φαίνεται να έχει σηµειωθεί ποτέ. Σε αυτό ασφαλώς συνέβαλε και η γεωγραφική θέση του Αξούµ που το κρατούσε έξω από την σφαίρα των άµεσων ενδιαφερόντων της Περσίας. Γιατί, όπως θα δούµε, δε συµβαίνει το ίδιο και µε την Ευδαίµονα Αραβία. Η επικράτηση όµως του Αξούµ στη Νότια Αραβία και η επιβολή της δύναµής του στους Οµηρίτες δεν έχει διάρκεια και σταθερότητα. Επί της βασιλείας ακόµη του Καλέµπ, σηµειώνεται ανταρσία στα αιθιοπικά στρατεύµατα κατοχής που βρίσκονται στην χώρα των Οµηριτών. Ο Abreha (Άβραµος των βυζαντινών πηγών), στρατιωτικός διοικητής των αιθιοπικών στρατευµάτων στη Νότια Αραβία,126 µε την υποστήριξη των συστρατιωτών του, εκθρονίζει τον εντολοδόχο και υποτελή του Αξούµ Sumafa Ashwa από τον οµηριτικό θρόνο και αυτοανακηρύσσεται βασιλιάς σε αυτόν γύρω στo 530 µ.Χ.127 Οι προσπάθειες του Καλέµπ να επαναφέρει τα πράγµατα στην προηγούµενη κατάσταση απέτυχαν. ∆υο στρατιωτικές του αποστολές στη Νότια Αραβία κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία. Η πρώτη λόγω του ότι τα στρατιωτικά σώµατα που έστειλε εκεί εναντίον του Abreha συνεννοήθηκαν µαζί του και τελικά προσχώρησαν σε αυτόν, η δεύτερη ηττήθηκε σε µάχη από τα στρατεύµατα του Abreha.128 Η θέση του Abreha στη Νότια Αραβία σταθεροποιείται και κατόπιν τούτου ενισχύεται και από την προσέγγιση µε τους Βυζαντινούς, οι οποίοι, παρά την αρχική τους εχθρότητα προς τις αλλαγές στην κατάσταση της Νότιας Αραβίας, τελικά στηρίζουν το νέο καθεστώς, όταν βλέπουν πως είναι φιλικά προσκείµενο προς αυτούς.129 Την ίδια περίοδο και το Αξούµ αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την ήδη διαµορφωµένη κατάσταση στη Νότια Αραβία. Την αναγνώριση φαίνεται να έκανε ο διάδοχος του Καλέµπ – µιας και ο ίδιος αρνήθηκε να αποδεχτεί το νέο καθεστώς ως το τέλος της ζωής του, γύρω στο 540 µ.Χ. – αφού ο σφετεριστής Abreha αποδέχτηκε να µπει υπό την επικυριαρχία του βασιλιά του Αξούµ ως φόρου υποτελής σε αυτόν.130 Με αυτή του την κίνηση ο Abreha νοµιµοποιεί το καθεστώς του. Στην πραγµατικότητα βέβαια ακολουθεί µια
Σύµφωνα µε την εκδοχή, που µας φαίνεται περισσότερο πιστευτή. Υπάρχει και η άποψη ότι ο Abreha ήταν απλώς στρατιώτης των αιθιοπικών στρατευµάτων και είχε υπάρξει δούλος Βυζαντινού εµπόρου στην Άδουλη. Βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 135, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 30, Dictionary, σελ. 5-6. 127 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 40-41. Ο SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 145, τοποθετεί το γεγονός γύρω στο 543. 128 Σχετικά µε αυτή τη δεύτερη στρατιωτική αποστολή υπάρχει και παράδοση που λέει ότι ο Abreha µονοµάχησε µε τον διοικητή της αποστολής, τον Αριάτ, που ήταν από τους πιο γενναίους Αξουµίτες στρατιωτικούς. Στη µονοµαχία αυτή ο Abreha νίκησε µε δόλο και ο Αriat σκοτώθηκε. Βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 145-146. 129 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 106. 130 Για τα πολεµικά γεγονότα στη Νότια Αραβία και το ρόλο των Αξουµιτών εκεί κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα µ.Χ., λεπτοµερέστερα βλ. στα KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 91106, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 126-137, 145-146.
126
34
ανεξάρτητη πολιτική, γεγονός που φαίνεται και από τις επεκτατικές του εκστρατείες προς την Κεντρική και Βόρεια Αραβία.131 Μοιάζει να είναι ο Abreha που προωθεί τα σχέδια των βυζαντινών για πολεµική εµπλοκή των Οµηριτών µε τους Πέρσες, αν και δε διεξάγει πόλεµο εναντίον τους αλλά εναντίον αραβικών φυλών που υπάγονται στην επιρροή τους.132 Στόχος του ο έλεγχος του χερσαίου δρόµου που συνδέει τη Νότια Αραβία µε το Βυζάντιο. Το γεγονός αυτό όµως, που έθιγε τα περσικά εµπορικά συµφέροντα, τελικά έστρεψε τους Πέρσες εναντίον του. Την αφορµή για αυτό την έδωσε η δυναστική κρίση που ξέσπασε µετά το θάνατο του Abreha, ανάµεσα στους διαδόχους του. Για την διαδοχή στο θρόνο των Οµηριτών συγκρούονται µεταξύ τους οι γιοι του Abreha. Ο ένας από αυτούς επιδιώκει και αποσπά τη βοήθεια της Περσίας, που βρίσκει έτσι ευκαιρία να θέσει υπό τον έλεγχό της τη Νότια Αραβία, το 577 µ.Χ., πράγµα που καταδεικνύει, συν τοις άλλοις, την ιδιαιτερότητα και τη σπουδαιότητα της γεωπολιτικής θέσης της περιοχής στις βυζαντινο-περσικές διενέξεις. Ο άλλος αντιδρά σε συνεργασία µε τους Αιθίοπες στρατιώτες που συνεχίζουν να βρίσκονται στις θέσεις που είχαν στη Νότια Αραβία. Οι Πέρσες όµως, µε νέα εκστρατεία τους, τον εκθρονίζουν και το 599 µ.Χ. επαναφέρουν οριστικά πλέον τη Νότια Αραβία υπό τον έλεγχό τους, ως την κατάληψή της από τους Άραβες Μουσουλµάνους, τον 7ο αιώνα. Έτσι τελειώνει οριστικά η ανάµειξη του Αξούµ στα γεγονότα της Νότιας Αραβίας και η επικυριαρχία του εκεί.133 Ταυτόχρονα βέβαια τερµατίζεται και η επιρροή του Βυζαντίου στην ίδια περιοχή, που στα τελευταία γεγονότα του 6ου αιώνα έµεινε ανενεργός θεατής των εξελίξεων, καθώς, αντιµετωπίζοντας προβλήµατα, είχε συνάψει την περίοδο εκείνη φιλικές σχέσεις µε την Περσία.134 Τον ίδιο παθητικό ρόλο θεατή φαίνεται να τηρεί και το ίδιο το βασίλειο του Αξούµ σε αυτές τις τελευταίες εξελίξεις135, γεγονός που επίσης συνάδει στην άποψη για πολιτική του πορεία στενά συνδεδεµένη µε αυτή του Βυζαντίου.
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 106-107, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 146153. 132 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ.107, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 157. 133 Για την άµεση εµπλοκή των Περσών στη Νότια Αραβία βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 110-111, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 153-157. 134 Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 209-210, 218, στο παρόν σελ. 39. 135 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 111.
131
35
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΑΞΟΥΜ Όταν κάνουµε λόγο για τις σχέσεις του Βυζαντίου µε το Αξούµ, πρέπει να έχουµε υπόψη µας ότι η περίοδος που οι σχέσεις αυτές µοιάζει να είναι στενότερες από ποτέ, αρχίζει από τον 4ο µεταχριστιανικό αιώνα και συνδέεται στενά µε την εξάπλωση του Χριστιανισµού, που για µεν τη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία έχει να κάνει µε την επίσηµη αναγνώρισή του, για δε το βασίλειο του Αξούµ µε την έλευσή του στη χώρα και την υιοθέτησή του από την ηγεσία της. Η επικρατέστερη εκδοχή1 που συνδέεται µε αυτό το γεγονός είναι αυτή που µας έχει παραδοθεί από το Ρουφίνο στην Εκκλησιαστική του Ιστορία. Σύµφωνα µε αυτήν η είσοδος του Χριστιανισµού στο Βασίλειο του Αξούµ οφείλεται στο εξής γεγονός : ο φιλόσοφος Μερόπιος, στην επιθυµία του να γνωρίσει την Ινδία, ταξιδεύει από την Τύρο προς αυτές τις περιοχές. Τον συνοδεύουν και δυο µικροί προστατευόµενοί του, οι Φρουµέντιος και Αιδέσιος. Στην επιστροφή, το καράβι τους προσορµίζεται σε κάποια ακτή για ανεφοδιασµό κι εκεί δέχεται την επίθεση ντόπιων, που θεωρούν ότι έχουν σπάσει οι συνθήκες τους µε τους Ρωµαίους, και οι οποίοι σκοτώνουν κατά τη συµπλοκή όλο το πλήρωµα και τους επιβάτες εκτός από τα δύο αγόρια που βρίσκονταν παράµερα µελετώντας τα µαθήµατά τους. Αυτά τα συλλαµβάνουν αιχµαλώτους και τα οδηγούν στο βασιλιά τους. Ο βασιλιάς εκτιµώντας την ευφυΐα του Φρουµέντιου τον διορίζει θησαυροφύλακα και γραµµατέα του. Ο Αιδέσιος γίνεται ο βασιλικός οινοχόος. Μετά το θάνατο του βασιλιά, ο Φρουµέντιος αναλαµβάνει επίτροπος του ανήλικου διαδόχου, κατόπιν παράκλησης της βασίλισσας. Έχοντας στα χέρια του τη διακυβέρνηση του κράτους, παίρνει µέτρα που ενισχύουν τους χριστιανούς εµπόρους από τη ρωµαϊκή επικράτεια και τους δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσουν λατρευτικούς χώρους, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει µε κάθε τρόπο τη διάδοση του Ευαγγελίου. Μετά την ενηλικίωση του νόµιµου βασιλιά και παρά τις προσπάθειές του να τους κρατήσει κοντά του, οι δυο Έλληνες αναχωρούν και ο µεν Φρουµέντιος κατευθύνεται στην Αλεξάνδρεια, ο δε Αιδέσιος στην γενέτειρά του την Τύρο. Στην Αλεξάνδρεια ο Φρουµέντιος συναντά τον Αθανάσιο που είναι Πατριάρχης και του εκθέτει την ιεραποστολική του δράση στην Αιθιοπία, ενώ ταυτόχρονα του ζητά να µεριµνήσει για τον διορισµό εκεί επισκόπου. Ο Αθανάσιος, κρίνοντάς τον ως τον πλέον κατάλληλο, τον χρίζει πρώτο επίσκοπο Αιθιοπίας και µε αυτή του την ιδιότητα ο Φρουµέντιος (οι Αιθίοπες τον ονοµάζουν Abba Salama = Πατέρας της ειρήνης), επιστρέφει πάλι στο Αξούµ, όπου πλέον ο Χριστιανισµός ανακηρύσσεται επίσηµη θρησκεία του κράτους.2 Από τον Αιδέσιο, που γίνεται ιερέας στην
Σχετικά µε αυτό το θέµα υπάρχουν κι άλλες εκδοχές, όπως εκείνη που αναζητεί τις απαρχές του Χριστιανισµού στην Αιθιοπία κατά τους αποστολικούς χρόνους, (βλ. στις Πράξεις των Αποστόλων 8, 26-40 το περιστατικό µε τον Αιθίοπα ευνούχο), ή την αποδίδουν στη δράση του Αποστόλου Ματθαίου (βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 97-98, JONESMONROE, Ethiopia, σελ. 29) ή του Θωµά (βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 14, σχ. 102). 2 βλ. MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 405, PETRIDES, Evangelisation, 1972, σελ. 229230.
1
36
Τύρο, αντλεί, κατά µαρτυρία του, τις πληροφορίες του ο Ρουφίνος.3 Στη διήγησή του ο Ρουφίνος ονοµάζει το χώρο που διαδραµατίστηκαν τα γεγονότα «Ινδία». Το γεγονός αυτό αποδίδεται στη σύγχυση που επικρατεί στη χρήση των όρων Αιθιοπία/ Αιθίοπας, Ινδία/ Ινδός από τους βυζαντινούς συγγραφείς. (βλ. σχετικά Παράρτηµα 2). Με την είσοδο λοιπόν του Χριστιανισµού στην Αιθιοπία οι σχέσεις της µε τη χριστιανική Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία γίνονται στενότερες,4 γεγονός όµως που δε θα πρέπει σε καµιά περίπτωση να το αποδώσουµε σε θρησκευτικούς και µόνο λόγους. Τα ιστορικά γεγονότα είναι πολυσύνθετα και η δυναµική τους πολυδιάστατη. ∆εν µπορούµε λοιπόν να µορφώσουµε ικανοποιητική άποψη για τα προς εξέταση θέµατα, αν δεν τα εντάξουµε µέσα στην ευρύτερη δυναµική του γεωπολιτικού χώρου, στον οποίο ανήκει η Αιθιοπία. Και ο χώρος αυτός έχει την ιδιαιτερότητα να βρίσκεται στο κοµβικό σηµείο της Ερυθράς Θάλασσας και του θαλάσσιου εµπορικού δρόµου προς την Ινδία από τη µια και σε πολύ στενή σύνδεση µε την Αραβική Χερσόνησο, που αποτελεί το µαλακό υπογάστριο τόσο της Βυζαντινής, όσο και της Περσικής Αυτοκρατορίας από την άλλη. Η περιοχή εποµένως είναι ένας ευαίσθητος χώρος στον οποίο δρουν όχι µόνο οικονοµικές αλλά και πολιτικές και στρατιωτικές σκοπιµότητες. Εµπλέκονται δε σε αυτήν ανταγωνισµοί λαών, θρησκειών και πολιτισµών που άλλοτε τα συµφέροντά τους τους φέρνουν να συµµαχούν κι άλλοτε να αντιπαρατίθενται µε τη µια ή την άλλη από τις δυο αυτοκρατορίες, που βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισµό µεταξύ τους στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν υπεροχή και να παραγκωνίσουν τον αντίπαλο. Συνεπώς, για να µπορέσουµε να αποτολµήσουµε οποιαδήποτε προσπάθεια διερεύνησης και µελέτης των σχέσεων που αναπτύχθηκαν ανάµεσα στο Βασίλειο του Αξούµ και την Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία, θα πρέπει προηγουµένως να έχουµε υπόψη µας τους συσχετισµούς των δυνάµεων έτσι όπως αυτοί εκδηλώνονται στην ευρύτερη περί την Ερυθρά Θάλασσα περιοχή. Κάποιες νύξεις επ’ αυτού του θέµατος έχουν ήδη γίνει στο προηγούµενο κεφάλαιο. Κρίνεται όµως απαραίτητο να γίνει στο σηµείο αυτό µια πιο εκτενής αναφορά στην τροπή που παίρνουν οι σχέσεις της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας µε το βασίλειο των Σασσανιδών, στο βαθµό που υπό αυτό το πρίσµα µπορεί να φωτιστούν πληρέστερα και οι συνακόλουθες σχέσεις και επαφές µε το βασίλειο του Αξούµ. Μιλώντας για την Περσική Αυτοκρατορία5 σε αυτή την περίοδο, εννοούµε το νεοπερσικό βασίλειο των Σασσανιδών που δηµιουργήθηκε όταν το 224 µ.Χ. ο Αρταξάρης επαναστάτησε εναντίον του τελευταίου Αρσακίδη βασιλιά των Πάρθων, Αρταβάνου του Ε΄. Στόχος των νέων ηγεµόνων ήταν να οργανώσουν µια ισχυρή συγκεντρωτική µοναρχία µε αξιόµαχο στρατό, στην οποία
Για το θέµα αυτό βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 98-100, JONES-MONROE, Ethiopia, σελ. 26-28, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 67-73, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 208, ΜΕΘΟ∆ΙΟΣ, Χριστιανισµός, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 156-164, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 134-135. 4 Στον 4ο αιώνα µ.Χ. τοποθετείται η πρώτη επίσηµη επιστολή από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνστάντιου προς τον Αιθίοπα βασιλιά Εζανά. Βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 61-63. 5 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Στ΄ και Ζ΄.
3
37
επεδίωξαν να περιορίσουν τα ελληνικά στοιχεία. Η πολιτική τους ήταν επεκτατική και προσανατολιζόταν όχι µόνο στην αύξηση της επιρροής τους σε κάποιες περιοχές, µε την εγκατάσταση σε αυτές έµπιστών τους ηγεµόνων, αλλά και στην απόσπαση περιοχών της Μεσοποταµίας από τη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία. Ο κίνδυνος πολλές φορές άγγιξε κι αυτή την ίδια την πλούσια πόλη της Αντιόχειας. Στο διάστηµα µάλιστα από το 235 - 285 µ.Χ. η Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε µια από τις χειρότερες κρίσεις της που οφειλόταν στο συνδυασµό προβληµάτων στο βόρειο σύνορό της, στις εµφύλιες διαµάχες που τη συγκλόνιζαν και στην εκµετάλλευση αυτών των συγκυριών από τον Πέρση βασιλιά Σαπώρη Α΄ που φτάνει ως την Συρία, την Κιλικία και την Καππαδοκία. Από την κρίση αυτή βγήκε χάρη στις µεταρρυθµίσεις του ∆ιοκλητιανού και του Κωνσταντίνου, οι οποίοι αποκατέστησαν την τάξη στη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία, ενίσχυσαν το ρόλο του αυτοκράτορα και ασχολήθηκαν συστηµατικά µε την ανανέωση της αυτοκρατορίας σε όλους τους τοµείς. Ουσιαστικές ήταν οι προσπάθειές τους να ενισχύσουν την άµυνα, εκτός των άλλων και στο ανατολικό τους σύνορο, ενώ πολλές φορές ήταν τα διπλωµατικά µέσα που επιστρατεύτηκαν για το σκοπό αυτό. Παράλληλα, για την αντιµετώπιση των τεράστιων εξόδων της αυτοκρατορίας η οικονοµική ανάκαµψη ήταν βασική προτεραιότητα. Η ενίσχυση του εξωτερικού εµπορίου είναι πάντα µια αξιόλογη και υπολογίσιµη πηγή εσόδων. Οι εµπορικές σχέσεις, οι θρησκευτικοί δεσµοί, οι διπλωµατικές επαφές συντελούν στην ενίσχυση ή την ανατροπή ισορροπιών στις σχέσεις µεταξύ των λαών. Πολλές φορές λοιπόν οι βυζαντινοί βρίσκονταν σε θέση να χρειαστεί να χρησιµοποιήσουν όλα αυτά τα µέσα προκειµένου να ενδυναµώσουν τη θέση τους έναντι των αντιπάλων τους ή να προωθήσουν τα οικονοµικά και πολιτικά τους συµφέροντα. Στα νοτιοανατολικά λοιπόν σύνορα της Ανατολικής Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας παίζεται ένα παιχνίδι συµφερόντων στο οποίο εµπλέκονται εκτός των δυο µεγάλων αυτοκρατοριών και όλοι οι περί την Ερυθρά Θάλασσα λαοί, Αξουµίτες, Άραβες, Υεµενίτες, Βουγαείτες, Νοβάδες. Επιστρατεύονται δε όλα τα µέσα για να διαµορφωθούν ευνοϊκοί συσχετισµοί. ∆ιπλωµατικές αποστολές, δώρα σε ηγεµόνες, πιέσεις οικονοµικές και πολιτικές, και πάνω από όλα – µέσα στο ιδιαίτερο κλίµα εκείνης της εποχής – η θρησκευτική διείσδυση από πλευράς του Βυζαντίου και η εκµετάλλευση των δυσαρεσκειών και προσεταιρισµός των θρησκευτικών µειονοτικών οµάδων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από την πλευρά της Περσίας. Έτσι βλέπουµε να εµπλέκονται σε αυτή τη διελκυστίνδα δυνάµεων εκτός από εθνικές, φυλετικές οµάδες και θρησκευτικές, όπως οι Ιουδαίοι, οι Νεστοριανοί,6 οι Μανιχαίοι.7 Προς επίρρωση των παραπάνω, αξίζει να αναφέρουµε, πολύ σύντοµα στο σηµείο αυτό, πως οι περισσότερες επίσηµες σχέσεις και επαφές της
6
7
Οπαδοί της αιρετικής θεωρίας του Νεστόριου, σχετικά µε την ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού. Η διδασκαλία του, σύµφωνα µε την οποία η Παναγία ονοµαζόταν Χριστοτόκος, καταδικάστηκε από την Γ΄ Οικουµενική σύνοδο το 431 µ.Χ. Μετά από αυτό οι οπαδοί του κατέφυγαν στην Περσία, όπου οργάνωσαν την Εκκλησία τους και έδρασαν ιεραποστολικά σε όλη την Ανατολή. (βλ.ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τοµ. 45 σελ. 97-98). Οπαδοί της θεωρίας του Μανί, Ιρανού δηµιουργού µιας θρησκείας που εµπεριείχε στοιχεία του χριστιανισµού, του ιουδαϊσµού και του βουδισµού. Ο Μανιχαϊσµός είχε ιδιαίτερη διάδοση στις ανατολικές επαρχίες του ελληνορωµαϊκού κόσµου. (βλ. ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τοµ. 40 σελ. 216).
38
Κωνσταντινούπολης µε το Αξούµ εντοπίζονται κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα µ.Χ.,8 περίοδο που το πολιτικό και οικονοµικό ενδιαφέρον των Βυζαντινών για την Ερυθρά Θάλασσα µεγιστοποιείται. Από τις αρχές ήδη του 6ου αιώνα µ.Χ. ο αυτοκράτορας των Περσών Καβάδης µε τις πολεµικές του επιχειρήσεις εναντίον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αφήνει να διαφανεί ότι στόχος της περσικής πολιτικής είναι να καταστήσει σύνορο µεταξύ των δύο αυτοκρατοριών τον Ευφράτη, αποσπώντας από το Βυζάντιο περιοχές της Μεσοποταµίας και της Οσροηνής. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος στρέφεται σε αµυντικά έργα στο ανατολικό σύνορο της Αυτοκρατορίας. Παράλληλα µέσα στα πλαίσια της αµυντικής πολιτικής, την ίδια περίοδο, το 502 µ.Χ., η Αυτοκρατορία προσεταιρίζεται τους Γασσανίδες Άραβες, αφού προηγουµένως, το 490, τους έχει εκχριστιανίσει, οι οποίοι έκτοτε θα λειτουργήσουν ως σταθεροί της σύµµαχοι στην περιοχή.9 Ταυτόχρονα επιδίδεται στο οικονοµικό ανορθωτικό του έργο. Τότε είναι που πάλι οι Βυζαντινοί εκδηλώνουν πιο έντονο ενδιαφέρον για το εµπόριο της Ερυθράς Θάλασσας και προσπαθούν να ενισχύσουν τη θέση της αυτοκρατορίας εκεί. Η Ιωτάβη γίνεται τελωνειακός βυζαντινός σταθµός στην Ερυθρά. Η ένταση µεταξύ Βυζαντίου Περσίας συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του 6ου αιώνα µ.Χ. ∆εν εκδηλώνεται µόνο στα πεδία των µαχών αλλά και στον παρασκηνιακό πόλεµο των οικονοµικών συµφερόντων και των πολιτικών συσχετισµών. Γι’ αυτό ο Ιουστινιανός προσπαθεί να σπάσει µε κάθε τρόπο το περσικό µονοπώλιο του µεταξιού που δηµιουργεί στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία επικίνδυνες εξαρτήσεις από τους Πέρσες. Προσπαθεί λοιπόν να προσεταιριστεί µε όλα τα µέσα που διαθέτει τους Αξουµίτες και τους Οµηρίτες, ενώ ταυτόχρονα, πιθανότατα σε συνδυασµό µε τους Αξουµίτες, αρχίζει και το ιεραποστολικό έργο του εκχριστιανισµού των Νουβάδων.10 Πριν από αυτόν και καθώς οι Πέρσες έχουν πρόσβαση και στο εµπόριο της Ερυθράς µέσω της κηδεµονίας τους στους Οµηρίτες, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Α’ ενθαρρύνει τον βασιλιά του Αξούµ να καταλάβει τη χώρα των Οµηριτών, αποσπώντας την έτσι από τη περσική σφαίρα επιρροής.11 Ανάλογα πολιτικά παιχνίδια παίζονταν και στον άλλο δρόµο προς την Ανατολή, αυτόν του Βορρά, βόρεια της Κασπίας προς τον Εύξεινο Πόντο, που το Βυζάντιο προσπαθεί να τον διατηρήσει κι αυτόν έξω από τον έλεγχο των Περσών.12 Πτυχές όλων αυτών των παραµέτρων θα µας απασχολήσουν στα επόµενα κεφάλαια, έτσι όπως αυτές εκδηλώνονται σε κάθε τοµέα της συνάφειας µεταξύ Αξούµ και Κωνσταντινούπολης και διαµορφώνουν τις µεταξύ τους σχέσεις.
Για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τον 6ο αιώνα µ.Χ. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ. Ανάλογη πολιτική έχουν εφαρµόσει και οι Πέρσες µε τους Λαχµίδες, βλ. BROWN, Ύστερη Αρχαιότητα, σελ. 180, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 140, 143, 212, 244-245, 461, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, 92, 227-235, 289-294, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, 2-4, 132. 10 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 271, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 135-137, ADAM, Nubia, σελ. 242, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 106-107, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 140-141, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 176-178, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 279-281, 285. 11 βλ. στο παρόν, σελ. 29-34 και ειδικότερα σηµ. 111, για το ρόλο του Αξούµ στις περσοβυζαντινές διενέξεις βλ. και ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 239-274. 12 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 201, 295, ΚΟΡ∆ΑΤΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 123-124. Τις ίδιες επιδιώξεις για την περιοχή αυτή είχε και ο Μ. Κωνσταντίνος. Βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 292.
8 9
39
Οι σχέσεις του Βασιλείου του Αξούµ µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία φαίνεται να διακόπτονται µετά τα τέλη του 6ου αιώνα µ.Χ. και τον αποκλεισµό του Αξούµ από τις κτήσεις του και την επιρροή στη Νότια Αραβία. Η επικράτηση της Περσίας στην περιοχή αυτή, ανατρέπει τους επικρατούντες ως τότε συσχετισµούς και κάνει το βυζαντινό ενδιαφέρον για το Αξούµ να ατονήσει. Επίσης τα εσωτερικά προβλήµατα της Αυτοκρατορίας στα χρόνια των διαδόχων του Ιουστινιανού και ειδικά µετά τη βασιλεία του Ιουστίνου Β’, φέρνουν σε δεύτερη µοίρα το ενδιαφέρον της για το εµπόριο στην Ερυθρά Θάλασσα.13 Στο σηµείο αυτό και πριν κλείσουµε την εισαγωγική µας τοποθέτηση στο θέµα των σχέσεων Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και Βασιλείου του Αξούµ, ίσως δε θα ήταν άσκοπο να θέσουµε το ερώτηµα πώς εξηγείται η τόσο πρόθυµη και πρώιµη είσοδος του Βασιλείου του Αξούµ στο Χριστιανισµό. Σύµφωνα µε τις περισσότερες απόψεις14 αυτό είχε ήδη συντελεστεί στα µέσα το 4ου αιώνα. Μία σηµαντική παράµετρος είναι το γεγονός ότι ο Χριστιανισµός στο Αξούµ ξεκίνησε από τον βασιλιά και την άρχουσα τάξη των αυλικών, για να περάσει πολύ µεταγενέστερα στα ευρύτερα λαϊκά στρώµατα.15 Η διαπίστωση αυτή µας οδηγεί σε ακόµα περισσότερους προβληµατισµούς σχετικά µε τις πολιτικές σκοπιµότητες που δρουν πίσω από αυτό. Αν λάβουµε υπόψη µας ότι από τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου κι εν συνεχεία επί της βασιλείας του διαδόχου του Κωνστάντιου το ενδιαφέρον για την Ερυθρά Θάλασσα και την οικονοµική παρουσία εκεί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας γίνεται κεντρικό της βυζαντινής εξωτερικής και οικονοµικής πολιτικής, τότε δεν µπορούµε παρά να συνδέσουµε τα δύο γεγονότα. Ο Κωνστάντιος είναι ο αυτοκράτορας που περισσότερο από κάθε άλλον πριν από αυτόν, επιστρατεύει τη θρησκευτική πολιτική στην προώθηση των συµφερόντων της Αυτοκρατορίας. Παράλληλα εκείνη την εποχή το Βυζάντιο, όπως είδαµε, αναζητά συµµάχους στην περιοχή. Οι επιλογές του κινούνται ανάµεσα στους Αξουµίτες και τους Οµηρίτες που είναι οι κύριες εµπορικές δυνάµεις εκεί.16 Η υιοθέτηση, εκ µέρους της ηγεσίας του Αξούµ, του Χριστιανισµού σε συνδυασµό µε τις σταθερές σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί ανάµεσα στο Αξούµ και τον ελληνορωµαϊκό κόσµο από την εποχή των Πτολεµαίων, όπως έχουµε ήδη δει,17 το µετατρέπει σε αξιόπιστο εταίρο του Βυζαντίου, δίνοντάς του προβάδισµα έναντι των Οµηριτών, που, όπως είδαµε, εξαιτίας της µεγάλης δύναµης των Ιουδαίων εκεί, τείνουν προς την περσική πλευρά.18 Mην ξεχνάµε άλλωστε ότι οι σχέσεις Ρωµαϊκής / Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και Νότιας Αραβίας είχαν διέλθει κατά καιρούς από περιόδους κρίσεων, όπως π.χ. στο δεύτερο µισό του 3ου αιώνα µ.Χ. που σηµειώνεται πόλεµος ανάµεσα στην Αυτοκρατορία και τον Υεµενίτη βασιλιά Dhu-Il.19 Και
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 157, βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 303-304, σελ. 35 του παρόντος. 14 όπως είδαµε στη σελ. 37, σηµ. 3 του παρόντος. 15 βλ. σελ. 23-27, 36, 75, σηµ. 233, 79-81 του παρόντος. 16 Για τις προσπάθειες διείσδυσης του Βυζαντίου βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 13, 100-102, 108, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 70-72, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 165-170, 176-190, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 15, DORESSE, Ethiopia, σελ. 85-86. 17 βλ. σελ. 13-17, 24-26 και σελ. 15, σχ. 35 του παρόντος. 18 βλ. σελ. 30, σηµ. 110 του παρόντος. 19 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 339.
13
40
εκεί βέβαια ο Κωνστάντιος επεδίωξε τον εκχριστιανισµό τους, µε την αποστολή του ιεραποστόλου Θεόφιλου του Ινδού,20 αλλά η αποστολή αυτή, παρά την αρχική επιτυχία της, δεν είχε µόνιµα και σταθερά αποτελέσµατα. Το εκχριστιανισµένο, έστω και κατά βάση σε επίπεδο ηγεσίας, Αξούµ έχει άρα εξασφαλίσει µε αυτή του την ενέργεια την σηµαντικότατη βυζαντινή υποστήριξη που είναι ουσιώδης για τα οικονοµικά του συµφέροντα. Αν µάλιστα σκεφθούµε ότι κατά πάσα πιθανότητα πριν τον Εζανά το βασίλειο αντιµετωπίζει εσωτερικά προβλήµατα και κρίσεις,21 δε θα ήταν άστοχο να υποθέσουµε ότι µε αυτή του την κίνηση και την εξασφάλιση της βυζαντινής υποστήριξης ο Εζανά ενισχύει και τη δική του θέση. Τον 4ο αιώνα άλλωστε υπάρχει µια αυξηµένη διείσδυση των Ιουδαίων στην Αιθιοπία, γεγονός που δεν µπορούσε να περάσει απαρατήρητο για τα βυζαντινά συµφέροντα.22 ∆εν είναι τυχαίο πως τότε για πρώτη φορά βλέπουµε τον Βυζαντινό αυτοκράτορα να απευθύνεται µε επιστολή του προς την ηγεσία του Αξούµ.23 Για το πνεύµα και το ύφος αυτής της επιστολής θα µιλήσουµε πιο κάτω.24 Σίγουρα πάντως οι σχέσεις µε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε όλη τη διάρκεια από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα, έχουν πολύ µεγάλο αντίχτυπο στο Αξούµ. Αυτό µπορούµε να το διαπιστώσουµε, αν αναλογιστούµε το πόσο δυνατή αίσθηση προξένησαν οι σχέσεις του 6ου αιώνα, µεταξύ Ιουστίνου και Καλέµπ, ώστε να αποτελέσουν βασικό θέµα στο κύριο έπος της αιθιοπικής αυτοκρατορικής γραµµατείας, στην Κέµπρα Ναγκάστ (∆όξα των Βασιλέων), που αναφέρεται σε κείνη την εποχή, αν και γράφτηκε πολύ µεταγενέστερα.25 Πολυδύναµες λοιπόν, πέρα από την κυρίαρχη οικονοµική τους βάση, αποδεικνύονται οι σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας µε το Αξούµ. ∆ιπλωµατικές αποστολές, πολιτικές προσεγγίσεις, στρατιωτικές συνεργασίες διαµορφώνουν ένα ισχυρό πλέγµα δεσµών οι οποίες θα µελετηθούν αναλυτικότερα στη συνέχεια.
Α. Οικονοµικές και εµπορικές σχέσεις 1. Η οικονοµία του Βασιλείου του Αξούµ Όπως και για τις άλλες πτυχές του αξουµιτικού πολιτισµού, έτσι και για τις οικονοµικές του δοµές δεν µπορούµε να έχουµε πλήρη και πολύ ευκρινή εικόνα, λόγω της έλλειψης επαρκών αρχαιολογικών και λοιπών δεδοµένων. Παρόλα αυτά, µπορούµε να επιχειρήσουµε µια συνοπτική προσέγγιση του όλου θέµατος βασιζόµενοι στις επιγραφικές µαρτυρίες (κυρίως τις ελληνικές, της εξεταζόµενης περιόδου), στα νοµίσµατα και στις αφηγήσεις που περιλαµβάνονται σε έργα συγγραφέων όπως ο άγνωστος του Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης, ο Κοσµάς Ινδικοπλεύστης, βυζαντινοί ιστορικοί και
βλ. παραπάνω σηµ. 16. βλ. DAE, ΙV no 8, MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 405. 22 βλ. DORESSE, Ethiopia, σελ. 64. 23 βλ. στο παρόν, σελ. 37 σηµ. 4. 24 βλ. στο παρόν σελ. 84-87. 25 τον 13ο αιώνα ή αρχές 14ου. Για το έργο αυτό βλ. σελ. 129 του παρόντος.
21
20
41
χρονογράφοι, έτσι ώστε να µπορέσουµε να κατανοήσουµε ευκρινέστερα το πώς συνδέεται οικονοµικά το Βυζάντιο µε το Αξούµ. Κατ’ αρχήν το κράτος αυτό δηµιουργήθηκε σε µια περιοχή εξαιρετικά ευνοηµένη ως προς τις δυνατότητές της για την ανάπτυξη γεωργίας.26 Και τούτο γιατί το γόνιµο έδαφος των υψιπέδων του Τιγκράι, δεχόµενο τις ευεργετικές βροχές που εκτείνονται ετησίως σε δύο περιόδους, µπορεί να αποδίδει και δυο σοδειές το χρόνο, χωρίς την ανάγκη περιόδων αγρανάπαυσης για διάστηµα πολλών ετών. Έτσι λοιπόν στα υψίπεδα της Β. Αιθιοπίας και της Ερυθραίας κατοικούσαν ήδη από τη 3η χιλιετία π.Χ. πληθυσµοί οργανωµένοι σε κοινότητες κτηνοτροφικές και γεωργικές.27 Η δυνατότητα αυτή αναπτύχθηκε ακόµα περισσότερο χάρη στην τεχνογνωσία που έφεραν µαζί τους από την αρχική τους πατρίδα οι µεταναστευτικοί πληθυσµοί από τη Νότια Υεµένη.28 Τα ερείπια των φραγµάτων29 που έχει αποκαλύψει η αρχαιολογική σκαπάνη, καθώς και οι αναβαθµίδες για τη συγκράτηση του εδάφους, δείχνουν έναν πολιτισµό που ανέπτυξε υψηλού επιπέδου γεωργική δραστηριότητα. Μελετώντας τις επιγραφές του Eζανά, βλέπουµε να γίνεται λόγος για σιτηρά και «άρτους σιτίνους»30 και ζύθο και οίνο και βοοειδή που διανεµήθηκαν για τον επισιτισµό των Βουγαειτών οι οποίοι οδηγήθηκαν σε αναγκαστική µετοικεσία µετά την ήττα τους. Στην ίδια επιγραφή31 γίνεται λόγος και για πρόβατα και «κτήνη νωτοφόρα» που πάρθηκαν ως λεία πολέµου από τους νικητές. Στην ελληνική χριστιανική επιγραφή του ιδίου, χρησιµοποιείται ο όρος «εσιτάρχησα».32 Άλλωστε νοµίσµατα33 του Βασιλείου του Αξούµ φέρουν εγχάραξη από στάχυα σιταριού ή κριθαριού, γεγονός που οδηγεί στη σκέψη ότι, πιθανόν, αυτό να αποτελούσε σύµβολο του κράτους, συνεπώς ενός κράτους που εξαρτά την ευηµερία του από τη γεωργική του οικονοµία. Βάση λοιπόν της οικονοµίας του αξουµιτικού κράτους είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία.34 Με αυτήν καταγίνεται το µεγαλύτερο µέρος του πληθυσµού που ζει στην ύπαιθρο. Αν µάλιστα µελετήσουµε την κατανοµή του πληθυσµού στο
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 126-129, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 23-30, SHACK, Central Ethiopians, σελ. 17-18, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 3:1. 27 βλ. CHITTICK, Notes on the Archeology, σελ. 15-16, De CONTENSON, Culture, σελ. 341 FATTOVICH, Remarks on the Pre-Aksumite Period, σελ. 16-17 NEGUSSIE, Aksum and Matara, σελ. 48. 28 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 26-34, DORESSE, Ethiopia, σελ. 26, MUNROHAY, Aksum, ch. 8:2, FATTOVICH, Remarks on the Pre-Aksumite Period, σελ. 17. 29 φράγµατα σε Κοχάιτο και Μάι-Σουµ 30 DAE, IV, no 4, βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 53, στιχ. 20-21. 31 Πρόκειται για την τρίγλωσση παγανιστική επιγραφή του Εζάνα, βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 53-55. Γενικά, από τη µελέτη των επιγραφών (HENDRICKX, Documents, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11: 5), γίνεται εµφανής η σηµασία που αποδίδεται στην κατοχή ζώων – άρα και στην κτηνοτροφία - αφού κατά τη λαφυραγώγηση των αντιπάλων τους είναι µεγάλη η σηµασία που αποδίδεται στις λείες κοπαδιών. 32 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 57, στιχ. 32. 33 βλ. νοµίσµατα των βασιλέων Ένδυβη, Αφίλα, Εζανά, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9, 7:2, 8:2 και εικόνα 6 σελ. 191 του παρόντος. 34 βλ. MUNRO – HAY, Aksum, ch. 8:2, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 89-90, PHILLIPSON, Aksum in Africa, σελ. 55-65, FATTOVICH, Remarks on the Pre-Aksumite Period, σελ. 18, De CONTENSON, Culture, σελ. 359, ANFRAY, The Civilization of Aksum σελ. 376, KOBISHCHANOV, Aksum : political system σελ. 383.
26
42
αξουµιτικό βασίλειο, µε βάση τα µέχρι στιγµής ανασκαφικά δεδοµένα,35 (βλ. χάρτη 3, σελ. 185) θα παρατηρήσουµε ότι στη µεγάλη του πλειοψηφία ο πληθυσµός είναι αγροτικός και ζει σε οικισµούς αγροτικούς. Σύµφωνα µε άποψη του F. Anfray, που την υιοθετεί και ο Υ. Kobishchanov,36 τρεις µόνο µεγάλες πόλεις υπήρχαν στο βασίλειο του Αξούµ και αυτές ήταν η ίδια η πρωτεύουσα, η Άδουλη και η Μάταρα, ενώ υπήρχαν και τρεις ακόµα µικρότερες πόλεις, οι Tokonda, Kohaito και Gulo Makeda. Και µόνο παρατηρώντας τη θέση αυτών των πόλεων,37 θα δούµε ότι βρίσκονται πάνω στην οδική αρτηρία που συνδέει το Αξούµ µε το λιµάνι της Άδουλης. Μπορούµε λοιπόν πολύ εύλογα να εικάσουµε ότι η αξουµιτική κοινωνία αποκτά και αστικό πληθυσµό, χάρη κυρίως στην ανάπτυξη και µιας ακόµα, πολύ σηµαντικής οικονοµικής δραστηριότητας, του εµπορίου. Όπως συνέβη και µε την ανάπτυξη της αγροτικής οικονοµίας, έτσι και το εµπόριο ευνοήθηκε σε µεγάλο βαθµό από τη γεωπολιτική θέση του Βασιλείου του Αξούµ. Τοποθετηµένο σε σηµείο απ’ όπου διέρχονται χερσαίοι και θαλάσσιοι εµπορικοί δρόµοι, το κράτος του Αξούµ, από πολύ νωρίς, εκµεταλλεύεται τα ευεργετήµατα που η θέση του παρουσιάζει. Από τη µια έχει υπό τον έλεγχό του τις χερσαίες οδούς που συνδέουν την αφρικανική ενδοχώρα µε τις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και την Αίγυπτο, και από την άλλη το κεντρικό του λιµάνι, η Άδουλη, αποτελεί κοµβικό σταθµό στην κίνηση των πλοίων από τα λιµάνια του ελληνορωµαϊκού κόσµου προς την Ανατολή. Από πολύ νωρίς λοιπόν, όπως έχουµε δει και σε προηγούµενα σηµεία της παρούσας εργασίας,38 η ευηµερία και η οικονοµική άνθηση του Βασιλείου του Αξούµ συνδέθηκαν µε την εµπλοκή του στο χώρο του διεθνούς εµπορίου της εποχής. Έτσι βλέπουµε τον άγνωστο βασιλιά της επιγραφής από το «Θρόνο του Πτολεµαίου» (Monumentum Adulitanum),39 να διεξάγει πολεµικές επιχειρήσεις µε σκοπό την εξασφάλιση της χερσαίας οδικής σύνδεσής του µε την Αίγυπτο, «...πεζεύεσθαι εποίησα την οδόν από των της εµής βασιλείας τόπων µέχρι Αιγύπτου».40 Τον ίδιο στόχο φαίνεται να είχαν, ανάµεσα σε άλλους, και οι επεκτατικές εκστρατείες του Εζανά και του προκατόχου του προς το βασίλειο
Για τις ανασκαφικές εργασίες στα υψίπεδα του Τιγκράι βλ. : για λεπτοµέρειες σχετικές µε τις ανασκαφές µπορεί κανείς να πάρει πληροφορίες από τα Annales d’ Ethiopie, το εισαγωγικό δοκίµιο Axumite Archaeology του Joseph W. Michels από το βιβλίο Yuri M. Kobishchanov, Axum, The Pennsylvania State University, USA, 1979, New Trends in Ethiopian Studies, Papers of the 12th International Conference of Ethiopian Studies, Michigan State University , 1994, Vol. I, τα άρθρα : Ian Campell, The Royal Fortress at Azazo, Rodolfo Fattovich and Kathryn Bard, The Origins of Aksum : A View from Ona Enda Aboi Zague (Tigray), Vincenzo Maria Francaviglia, Rise and Fall of Obelisks at Aksum, Getaneh Assefa and Antonio Russo, Stratigraphy and Age of the Rock Sequence in Aksum and its Surrounding Regions, Caroline Negussie, Aksum and Matara : A Stratigraphic Comparison of Two Aksumite Towns, David W. Phillipson, The 1993 Excavations at Aksum. Στο JES, Vol. XXXI, No. 2, December 1998, το άρθρο των David W. Phillipson and Jacke Phillips, Excavations at Aksum, 1993-96 : A Preliminary Report. 36 KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 123, 302, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 369. 37 βλ. στο τέλος του παρόντος χάρτη 3, σελ. 185, MUNRO-HAY, Aksum, 3 : 4. 38 βλ. σελ. 18-20, 24-26, σχ. 35 στη σελ. 15 στο παρόν. 39 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45. 40 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 35, στιχ. 14-15.
35
43
της Μερόης που οδήγησαν τελικά στην καταστροφή της.41 Μετά από αυτό, το βασίλειο του Αξούµ µένει η µόνη µεγάλη δύναµη των παραλίων της ανατολικής Αφρικής νότια της Αιγύπτου και αποκτά τον απόλυτο έλεγχο όλων των χερσαίων δρόµων που οδηγούν στην ενδοχώρα και την Κεντρική Αφρική.42 Σε παγανιστική επιγραφή του Εζάνα,43 γίνεται επίσης λόγος για εκστρατεία του στη χώρα των Αφαν, στην περιοχή της ανατολικής ερήµου, µε το πρόσχηµα της τιµωρίας τους, επειδή επιτέθηκαν και λεηλάτησαν καραβάνι εµπορικό που περνούσε από την περιοχή τους. Πέρα από το ενδιαφέρον του για την ασφαλή διεξαγωγή του εµπορίου στους εµπορικούς δρόµους, στεριάς και θάλασσας, πρέπει να πούµε ότι αυτός ο δρόµος οδηγούσε στις λίµνες – αλυκές της Ντανακίλ44 και στις εύφορες περιοχές της Χαράρ και τελικά στη λιβανωτοφόρο περιοχή της Σοµαλίας45. Παράλληλα λοιπόν µε το εµπόριο, οι βασιλείς του Αξούµ ενδιαφέρονται και για τον έλεγχο περιοχών µε πλουτοπαραγωγικές πηγές που τα προϊόντα τους µπορούν να τροφοδοτήσουν την εµπορική τους δραστηριότητα. Στη Χριστιανική Τοπογραφία του ο Κοσµάς Ινδικοπλεύστης κάνει λόγο και για εµπορικές δραστηριότητες των Αξουµιτών στη χώρα των Σάσου,46 η οποία είχε πολλά ορυχεία χρυσού. Συγκεκριµένα κάνει λόγο για µεγάλα καραβάνια, µε περισσότερους από πεντακόσιους εµπόρους, που έκαναν ένα ταξίδι διάρκειας έξι µηνών µε σκοπό να φτάσουν στη χώρα των Σάσου και να διαπραγµατευτούν χρυσάφι, ανταλλάσσοντάς το µε βοδινό κρέας, αλάτι και σίδηρο. Στο ίδιο έργο, αναφέρεται και στα προϊόντα που διοχετεύει το Αξούµ στο εξαγωγικό του εµπόριο. Σε αυτά κυρίαρχη θέση έχει το ελεφαντόδοντο, τα δόντια ιπποπόταµου, χρυσός και πολύτιµοι λίθοι, ζωντανά ζώα προερχόµενα από την άγρια πανίδα της Αφρικής, µπαχαρικά και λιβάνι.47 Βλέπουµε λοιπόν ότι υπάρχει εµπορική δραστηριότητα και ανταλλαγές των Αξουµιτών µε τους κατοίκους εσωτερικών περιοχών της Ανατολικής και Κεντρικής Αφρικής, οι οποίες εκτός από εσωτερικές και τοπικές ανάγκες, τροφοδοτούν και το εξωτερικό εµπόριο. Στα εξαγώγιµα προϊόντα του Αξούµ δε βλέπουµε να γίνεται λόγος πουθενά για αγροτικά προϊόντα και αντικείµενα προερχόµενα από χειροτεχνική και
βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 31-32, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 92, HENDRICKX, Documents, σελ. 50-52, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 71-72, 86, 154, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 62-64, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 62-63. 42 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 86. 43 DAE IV, no 10 από MUNRO-HAY, Aksum, ch 11:5, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 93-94. 44 Και σήµερα στις περιοχές της Ντανακίλ, στα σύνορα της Αιθιοπίας µε την Ερυθραία, το Τζιµπουτί και τη Σοµαλία, ένα από τα πιο άγονα και αφιλόξενα για τον άνθρωπο µέρη του πλανήτη, φυλές που οι καταβολές τους χάνονται στα βάθη της ιστορίας, όπως οι Άφαρ, ζουν κατά κύριο λόγο από τον έλεγχο στο εµπόριο του αλατιού που προέρχεται από τις αλατολίµνες της περιοχής. Και σήµερα ακόµα το αλάτι θεωρείται πολύτιµο για τη διατροφή των ανθρώπων και συµπλήρωµα διατροφής των κοπαδιών, και προϊόν µεγάλης εµπορικής αξίας σε όλη την Αφρική. 45 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 82. 46 McCRINDLE, Christian Topography, Book, II, σελ. 51-53. 47 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 172, PHILLIPSON, Aksum in Africa, σελ. 55-56, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 8:4.
41
44
βιοτεχνική δραστηριότητα.48 Γνωρίζουµε βέβαια ότι οι Αξουµίτες είχαν γνώσεις λιθοτεχνίας,49 µεταλλοτεχνίας50 και κεραµικής,51 τα προϊόντα όµως που παρήγαγαν δεν προορίζονταν για τις διεθνείς αγορές, αλλά κάλυπταν ανάγκες της εσωτερικής αγοράς. Παρόλα αυτά υπήρχαν ειδικευµένοι τεχνίτες που ζούσαν από την τέχνη τους και όχι από την ενασχόλησή τους µε τη γεωργία. Αυτοί προφανώς θα ζούσαν σε αστικές ή ηµιαστικές περιοχές και τοπικά κέντρα. Οι αστικοί πληθυσµοί όµως που ήταν εγκαταστηµένοι στα λίγα µεγάλα αστικά κέντρα του Βασιλείου του Αξούµ,52 ήταν προφανώς εµπλεκόµενοι, άµεσα ή έµµεσα, µε δραστηριότητες που συνδέονται µε το πολύ πιο κερδοφόρο και ανθηρό εξωτερικό εµπόριο. Αυτό αποτελεί τη δραστηριότητα εκείνη που γίνεται ζωτικότατη για την οικονοµία του Αξούµ, συνδέεται ασφαλώς µε το θαλάσσιο εµπόριο στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και συνδέει το Αξούµ, ως υπολογίσιµη οικονοµική δύναµη, µε τον υπόλοιπο κόσµο. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι τη θέση που κατακτά στο διεθνή χώρο, ειδικά από τον 3ο αιώνα µ.Χ. και µετά, την οφείλει στο ρόλο που αναλαµβάνει ως διεκπεραιωτική δύναµη του θαλάσσιου εµπορίου που συνδέει την Αλεξάνδρεια, Ρώµη και Κωνσταντινούπολη µε την Ινδία, την Κεϋλάνη και τις ακτές της Ανατολικής Αφρικής πέρα από τα Στενά του Μπαµπ ελ Μαντάµπ.53 Σε αυτά λοιπόν τα αστικά κέντρα είναι που ζουν κατά κύριο λόγο εύποροι Αξουµίτες έµποροι αλλά και ξένοι προερχόµενοι από τις χώρες µε τις οποίες οι Αξουµίτες συναλλάσσονται. Σε ανασκαφές που έγιναν στη Μάταρα,54 την πιο καλά εξερευνηµένη πόλη του Βασιλείου του Αξούµ, βρέθηκαν στον οικισµό τόσο µικρές κατοικίες που προφανώς ανήκαν σε λαϊκά στρώµατα, όσο και πολύ πιο ευρύχωρες, εκτεταµένες, µε πολλούς χώρους για τα µέλη της οικογένειας αλλά και άλλα που συνδέονται µε αυτά, που προφανώς ανήκαν σε εύπορους γαιοκτήµονες και αστούς.55 Το γεγονός αυτό µας δίνει και µια ιδέα για την ταξική διαστρωµάτωση της αξουµιτικής κοινωνίας. Επίσης σε αυτήν την εύπορη αριστοκρατία και εµπορική τάξη είναι που απευθύνονται τα προϊόντα που εισάγονται στο βασίλειο του Αξούµ από το µεσογειακό κόσµο. Και τέτοια προϊόντα πολυτελείας είναι κεραµικά και αµφορείς µε λάδι και κρασί, γυάλινα αντικείµενα, αρώµατα, πολυτελή υφάσµατα και είδη µεταλλουργίας (όπλα και
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 171-172. βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 138-139, De CONTENSON, Culture, σελ. 356-359, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 12:3. 50 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 135-137, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 12:4, ANFRAY, The Civilization of Aksum σελ. 373-374, 387. 51 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 137-138 ANFRAY, The Civilization of Aksum σελ. 372-373, MUNRO-HAY, Aksum, ch.8:5, 12:1. 52 βλ. σελ. 43 του παρόντος. 53 Για τη θέση του Αξούµ στο χώρο αυτό σε σχέση µε τον ευρύτερο συσχετισµό δυνάµεων, γίνεται λόγος αµέσως παρακάτω. 54 βλ. MICHELS, Archaeology, σελ. 14-16, ANFRAY, The Civilization of Aksum σελ. 366369. 55 Ο Anfray χρησιµοποιεί τον όρο “villas”, ANFRAY, The Civilization of Aksum σελ. 367 MUNRO-HAY, Aksum, ch 3 : 4, 5.
49
48
45
κοσµήµατα)56. Όλα αυτά βέβαια ανάλογα µε τις ειδικές ρυθµίσεις σχετικά µε το εξωτερικό εµπόριο που ισχύουν κάθε φορά στο Βυζάντιο.57 Στην επικράτεια του Βασιλείου του Αξούµ υπάγονταν προφανώς µε σχέσεις εξάρτησης και υποτέλειας και µικρές περιθωριακές φυλετικές οµάδες για τις οποίες κάνουν λόγο αρχαίοι και βυζαντινοί συγγραφείς.58 Αυτές δεν είχαν αναπτύξει οικονοµικές και κοινωνικές δοµές σύνθετες και ζούσαν µε έναν περισσότερο πρωτογενή νοµαδικό τρόπο ζωής, κυνηγώντας άγρια ζώα, συλλέγοντας καρπούς ή επιδιδόµενοι στην αλιεία. 2. Η θέση του Αξούµ στο εµπόριο της Ανατολής σε σχέση µε τα βυζαντινά οικονοµικά συµφέροντα Είδαµε πως το Αξούµ είχε αναπτύξει, παράλληλα µε την αγροτική οικονοµία και αξιόλογη εµπορική. Αυτή του η οικονοµική δραστηριότητα είναι που το φέρνει στη σφαίρα ενδιαφερόντων του ελληνορωµαϊκού / βυζαντινού κόσµου, στην οποία αποκτά εξέχουσα θέση εφόσον βρίσκεται να παίζει σηµαντικό ρόλο στην εµπορική δραστηριότητα της Ερυθράς Θάλασσας. Ήδη από τον 3ο µεταχριστιανικό αιώνα οι Αξουµίτες εµφανίζονται ως κύριοι διαµεσολαβητές του θαλάσσιου εµπορίου στην Ερυθρά Θάλασσα και στον Ινδικό Ωκεανό.59 Η παρατεινόµενη κρίση και οι εµφύλιες διαµάχες της αυτοκρατορικής Ρώµης60 περιορίζουν την εµπορική δραστηριότητα του ελληνορωµαϊκού κόσµου στην Ερυθρά Θάλασσα. Λιγοστεύουν τα ελληνορωµαϊκά πλοία που επιχειρούν ταξίδια στον Ινδικό Ωκεανό έξω από τα στενά του Μπαµπ ελ Μαντάµπ και οι απευθείας επαφές της Μεσογείου µε τις χώρες της µακρινής Ανατολής περιορίζονται.61 Την ίδια εποχή κρίσεις εξουσίας µαστίζουν και τις φυλές της Αραβικής Χερσονήσου.62 Το κενό που ανοίγεται στο διαµετακοµιστικό εµπόριο της Ερυθράς Θάλασσας έρχονται να καλύψουν οι Αξουµίτες.63 Το γεγονός ότι κατά την περίοδο αυτή τίθενται σε κυκλοφορία και τα πρώτα αξουµιτικά νοµίσµατα,64 είναι στοιχείο που δείχνει την προϊούσα ευηµερία στο βασίλειο του Αξούµ, που πια προσπαθεί µε κάθε µέσο να διατηρήσει την οικονοµική και εµπορική του θέση. Κύριοι ανταγωνιστές του σε αυτή τη δραστηριότητα οι φυλές της Νότιας ή Ευδαίµονος Αραβίας. Στα πλαίσια λοιπόν αυτού του ανταγωνισµού, βλέπουµε το Αξούµ να επιδιώκει κατ’ επανάληψη τον έλεγχο περιοχών στη Νότια Αραβία, κάτι που ενίοτε πετυχαίνει
βλ. PHILLIPSON - PHILLIPS, Excavations σελ. 3-14, ANFRAY, The Civilization of Aksum σελ. 369, KOBISHCHANOV, Aksum : political system σελ. 388-389, DORESSE, Ethiopia, σελ. 60. 57 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 173-177. 58 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 50-51, SHERIFF, Maritime trade, σελ. 555. 59 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 85-86, KOBISHCHANOV, Aksum : political system σελ. 392, DORESSE, Ethiopia, σελ. 84-85. 60 βλ. ΙΕΕ, τοµ. Στ. 61 βλ. ΙΕΕ, τοµ. Στ, σελ. 340, 597, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 64-65. 62 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 146 MUNRO-HAY, Aksum, ch. 3:6, 4:4. 63 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 79, 113. 64 βλ. σελ. 20, σχ. 67 του παρόντος.
56
46
και έτσι το βρίσκουµε πολλές φορές να έχει επεκτείνει την επικυριαρχία του και στις αντίπερα ακτές της Ερυθράς Θάλασσας.65 Στο σηµείο όµως αυτό πρέπει να δούµε πώς εκδιπλώνονται τα βυζαντινά οικονοµικά συµφέροντα στην περιοχή και πώς αυτά συνδέονται µε την παρουσία του Αξούµ. Κατ’ αρχήν πρέπει να έχουµε υπόψη µας ότι η οικονοµική πολιτική του Βυζαντίου δεν µπορεί να ερµηνευτεί µεµονωµένα, αλλά είναι απαραίτητο να συσχετιστεί µε τη γενικότερη εξωτερική του πολιτική. Χρησιµοποιώντας ως µέσα τη διπλωµατία, τις οικονοµικές, ιδεολογικές και πολιτιστικές σχέσεις, το Βυζάντιο επιδιώκει να οριοθετήσει µια εκτεταµένη ζώνη επιρροών, µια εκτός συνόρων περιφέρεια, που αποσκοπεί στην εξασφάλιση των συνόρων του και των ζωτικών του συµφερόντων και έρχεται να συνεπικουρήσει τις συνεχείς στρατιωτικές και αµυντικές του προσπάθειες. Στην περιοχή των ανατολικών του συνόρων, µια τέτοια περιφέρεια καθίσταται ουσιώδες επικούρηµα στην προσπάθεια να τιθασευτούν οι περσικές κυριαρχικές βλέψεις. Μια σειρά εκχριστιανισµένων και υπό την επιρροή του Βυζαντίου κρατών που θα περικυκλώνουν την Περσική Αυτοκρατορία, εξυπηρετούν τόσο τους αµυντικούς του στόχους όσο και τις οικονοµικές του βλέψεις που αποσκοπούν στην προσπάθεια να απαλλαγεί το εµπόριο µε την Άπω Ανατολή, και ιδιαίτερα αυτό του µεταξιού, από τον περσικό έλεγχο.66 Το κράτος του Αξούµ στην περιοχή αυτή αποκτά έναν όλο και περισσότερο κεντρικό ρόλο, ειδικά αφότου εντάχθηκε στο χριστιανικό κόσµο, τον 4ο αιώνα µ.Χ.67 Από τον 4ο αιώνα µ.Χ. και µετά η Κωνσταντινούπολη έρχεται να διαδεχτεί τη θέση της Ρώµης, όχι µόνο ως η πρωτεύουσα της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, που πια ολοένα και περισσότερο γίνεται ανατολική και χριστιανική, αλλά και ως το εµπορικό κέντρο του κόσµου. Η οικονοµική καρδιά του κόσµου χτυπά στην Κωνσταντινούπολη, σταδιακά, µετά την ίδρυσή της από τον Μ. Κωνσταντίνο, το 324 µ.Χ. και τη µεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας του εκεί το 330 µ. Χ. Παράλληλα εξακολουθούν να αποτελούν µεγάλα κέντρα του εµπορίου η Αλεξάνδρεια και η Αντιόχεια,68 στις οποίες καταλήγουν πολλοί εµπορικοί δρόµοι που µεταφέρουν εµπορεύµατα από την Ανατολή. Γενικότερα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ο κύριος µέτοχος και κεντρικός παράγοντας του διεθνούς εµπορίου. Η µεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώµη στην Κωνσταντινούπολη εντάσσεται στα πλαίσια µιας γενικότερης ανασυγκρότησης της αυτοκρατορίας που επιχειρεί ο Κωνσταντίνος, συνεχίζοντας ανάλογη πολιτική του ∆ιοκλητιανού.69 Το ενδιαφέρον για την περιφρούρηση των οικονοµικών συµφερόντων της αυτοκρατορίας ήταν, ασφαλώς, πρωταρχικό µέληµα και βάση όλων των ανορθωτικών προσπαθειών.70 Η Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία, κατάφερε να ξεπεράσει τις κρίσεις και να διατηρηθεί επί αιώνες χάρη στη δυνατότητά της να πληρώνει για την οργάνωση ενός αποτελεσµατικού
βλ. σελ. 20, 28, 29-35 του παρόντος. βλ. Ι.Ε.Ε., τοµ. Ζ, σελ. 199-200, 292, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 87-88, HENDRICKX, Documents, σελ. 66-74. 67 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 155, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 37, 40-41. 68 βλ TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ.182-183, ΙΕΕ, τ. Ζ, 292-295. 69 Για τους λόγους αυτής της µεταφοράς βλ. Ι.Ε.Ε., τοµ. Στ, σελ. 600-614 και τοµ. Ζ, σελ. 35 70 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 183.
66
65
47
διοικητικού µηχανισµού καθώς επίσης και για την άµυνά της. Το διεθνές εµπόριο είναι για το Βυζάντιο µια δραστηριότητα που αποφέρει µεγάλα κέρδη στα δηµόσια ταµεία, µιας και σχετίζεται κατά κανόνα µε τη διακίνηση ακριβών ειδών πολυτελείας, που είναι περιζήτητα από την ευηµερούσα αριστοκρατία και την εύπορη αστική τάξη της αυτοκρατορίας και επιβαρύνονται µε βαρείς τελωνειακούς δασµούς.71 Οι βασικοί εµπορικοί δρόµοι που καταλήγουν στις µεγάλες πόλεις της Ανατολής, Αντιόχεια και Αλεξάνδρεια, είναι οι δρόµοι των εµπορευµάτων της Άπω Ανατολής και της Ανατολικής Αφρικής, χερσαίοι και θαλάσσιοι. Από αυτούς οι χερσαίοι αναπόφευκτα διέρχονται, κατά κύριο λόγο, µέσω των εδαφών της Περσικής Αυτοκρατορίας,72 γεγονός που τους καθιστά επισφαλείς, µιας και εξαρτώνται από τις σχέσεις των δυο αυτοκρατοριών και χρησιµοποιούνται πολλές φορές ως µέσο πίεσης. Μόνο ο πιο βόρειος από αυτούς µπορεί να παρακάµψει την Περσική Αυτοκρατορία, διασχίζοντας το Τουρκεστάν και µέσω του Βόλγα και της Μαύρης Θάλασσας να καταλήξει στη Χερσώνα. Ο δρόµος αυτός όµως ήταν πολύ δύσκολος, καθώς διερχόταν από περιοχές των στεπών που οι φυλές που τις κατοικούσαν δεν είχαν πάντα σταθερότητα.73 Έτσι, αναγκαστικά, το ενδιαφέρον της Κωνσταντινούπολης στρέφεται κυρίως στον έλεγχο του πιο προσπελάσιµου για αυτήν δρόµου, αυτόν του θαλάσσιου εµπορίου της Ανατολής,74 που διέρχεται από την Ερυθρά Θάλασσα και χρησιµοποιεί ως κεντρικό σηµείο την Αλεξάνδρεια. Μέσω της Ερυθράς καταφέρνει να προµηθεύεται τα προϊόντα της Ινδίας, της Κεϋλάνης και της Ανατολικής Αφρικής και να έχει πρόσβαση ακόµα και στο µετάξι της Κίνας. Ταυτόχρονα και η Περσική Αυτοκρατορία προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση της και σε αυτόν τον εµπορικό δρόµο. Ο ανταγωνισµός ανάµεσά τους είναι δεδοµένος. Κύριο ρόλο, λόγω της γεωπολιτικής τους θέσης ένθεν και ένθεν των παραλίων της Ερυθράς, στο δρόµο αυτό, έχουν οι Αξουµίτες και οι Υεµενίτες.75 Η περιοχή τους λοιπόν γίνεται πεδίο ανταγωνισµού των δυο µεγάλων δυνάµεων της εποχής : της Ρωµαϊκής και της Περσικής Αυτοκρατορίας. Μια σειρά στρατιωτικών και διπλωµατικών επιχειρήσεων76 που εκτυλίσσονται σε αυτές τις περιοχές έχουν ως τελικό αποτέλεσµα να επεκτείνει το Βυζάντιο την επιρροή του στο βασίλειο του Αξούµ και µέσω αυτού και σε τµήµα της νοτιοδυτικής Αραβίας. Αντίθετα η νοτιοανατολική Αραβία εντάσσεται στη σφαίρα επιρροής της Περσικής Αυτοκρατορίας. Ανάλογες ισορροπίες παρατηρούµε και στη Βόρεια και Κεντρική Αραβία, όπου οι Πέρσες καταφέρνουν να πάρουν υπό
βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το Βυζαντινό κράτος, σελ. 174-183. βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το Βυζαντινό κράτος, σελ. 175-176, RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 184-186. 73 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 184. 74 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 63. 75 Λέγοντας Υεµενίτες, στην περίοδο αυτή, µετά τον 4ο αιώνα µ.Χ., εννοούµε κυρίως τους Οµηρίτες ή Χιµυαρίτες που έχουν καταφέρει να γίνουν η κυρίαρχη δύναµη στη Νότια Αραβία, διαδεχόµενοι αυτή των Σαβαίων, µε τους οποίους είναι συγγενή φύλα. Βλ. σχετικά και ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 9-12, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 94-96. 76 Για αυτές θα γίνει λόγος στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας εργασίας. Για τις προϋπάρχουσες από προηγούµενες εποχές σχέσεις Αξούµ και ελληνορωµαϊκού κόσµου, έχουµε ήδη κάνει λόγο.
72
71
48
τον έλεγχό τους τη φυλή των Λαχµιδών, ενώ οι Βυζαντινοί επεκτείνουν την επικυριαρχία τους στους Γασσανίδες.77 Θα µπορούσε να υποθέσει κανείς ότι τα συµφέροντα του Αξούµ και του Βυζαντίου σε σχέση µε το θαλάσσιο εµπόριο της Ερυθράς Θάλασσας, ήταν ανταγωνιστικά. Κάτι τέτοιο όµως δε φαίνεται να ισχύει και ούτε µπορεί να στηριχτεί µε βάση τα στοιχεία που διαθέτουµε. Περισσότερο πιθανό µοιάζει να λειτουργούν αυτές οι δυο δυνάµεις στο χώρο αυτό συµπληρωµατικά.78 Μιλώντας για την οικονοµική πολιτική του Βυζαντίου από τον 4ο αιώνα και µετά, πρέπει να έχουµε υπόψη µας ότι οι ανορθωτικές προσπάθειες που ξεκίνησαν από τον ∆ιοκλητιανό και τον Κωνσταντίνο απέδωσαν µεν καρπούς που οδήγησαν σε αξιόλογη και µακροπρόθεσµη οικονοµική ανάκαµψη, δεν έφτασαν όµως στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν ξεσπάσει η εµφύλια διαµάχη µεταξύ των Ρωµαίων αυτοκρατόρων και η κρίση του 3ου αιώνα.79 Αυτό αφορά και την εµπορική δραστηριότητα στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό. Η βυζαντινή εξωτερική πολιτική, και για οικονοµικούς λόγους, δίνει από τον 4ο αιώνα και µετά ιδιαίτερη σηµασία στις σχέσεις της µε τις χώρες που εµπλέκονται στο εµπόριο της Ερυθράς Θάλασσας, κατά κύριο λόγο µε τους Οµηρίτες και τους Αξουµίτες.80 Από την Ανατολή το Βυζάντιο προµηθεύεται µπαχαρικά, αρωµατικές και φαρµακευτικές ύλες, πολύτιµους λίθους, χρυσό, δούλους, ελεφαντόδοντο και διάφορα άλλα είδη πολυτελείας και κυρίως µετάξι από την Κίνα.81 Τα προϊόντα αυτά φτάνουν στα λιµάνια της Ερυθράς Θάλασσας µεταφερόµενα από τις Ινδίες, Κίνα και Ανατολική Αφρική µε αιθιοπικά και νοτιοαραβικά καράβια. Κεντρικό σηµείο απ’ όπου τα προϊόντα αυτά φεύγουν για τις αγορές του κόσµου είναι η Ταπροβάνη (σηµερινή Κεϋλάνη).82 Από εκεί οι Πέρσες έµποροι, µονοπωλιακά σχεδόν,83 µεταφέρουν το µετάξι της Κίνας µέσω του Περσικού κόλπου, ενώ τα αιθιοπικά πλοία µεταφέρουν στην Άδουλη τα µπαχαρικά και τις αρωµατικές ύλες. Τα βυζαντινά πλοία, που σπάνια ταξιδεύουν πέρα από τη νήσο του ∆ιοσκορίδη, (σηµερινή Σοκότρα) όπου υπήρχε από παλιά ελληνόφωνη εµπορική παροικία πολύ εκτεταµένη,84 προµηθεύονται συνήθως τα προϊόντα αυτά από τα λιµάνια των ανατολικών και δυτικών ακτών της Ερυθράς. Σε αυτό το εµπόριο η θέση του λιµανιού της Άδουλης είναι πολύ σηµαντική. Για το Βυζάντιο, που κύριο µέληµά του είναι να διατηρήσει ανοικτό και, ει το δυνατόν, έξω από τον περσικό έλεγχο το εµπόριο της Ερυθράς, η καλλιέργεια φιλικών σχέσεων µε τους Αξουµίτες και τους Οµηρίτες του επιτρέπει να παρακάµπτει µέσω αυτών τις περσικές πιέσεις και τους οικονοµικούς εκβιασµούς. Σε αυτό το σκεπτικό εντάσσεται η πρόταση του
βλ. σελ. 39, σηµ. 9 του παρόντος. βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 65, 95, 163, KOBISHCHANOV, Aksum : political system σελ. 392, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 3:2,6 PHILLIPSON, Excavations, σελ. 85 MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 404. 79 Για την κρίση του 3ου αι. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. ΣΤ, για την οικονοµική εξέλιξη στην πρωτοβυζαντινή περίοδο, βλ. ΙΕΕ, τοµ. Ζ. 80 βλ. ΙΕΕ, τοµ. Ζ, σελ. 292, 294. 81 βλ. ΙΕΕ,τοµ. Ζ, σελ. 294. 82 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 176, ΙΕΕ, τοµ. Ζ, σελ. 200. 83 ο.π., ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 64, BROWN, Ύστερη Αρχαιότητα, σελ. 170, ΚΟΡ∆ΑΤΟΣ, Ιστορία, σελ. 123-124, SHERIFF, Maritime Trade, σελ. 565. 84 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 185, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 178.
78
77
49
Ιουστινιανού προς τον βασιλιά του Αξούµ Καλέµπ,85 µε την οποία του προτείνει να υποκαταστήσει τους Πέρσες στο εµπόριο του µεταξιού. (Για αυτήν θα γίνει λόγος αναλυτικότερα παρακάτω). Έτσι λοιπόν το βυζαντινό εµπόριο στην Ερυθρά Θάλασσα υποβοηθείται από την ανάπτυξη του φιλικά προσκείµενου σε αυτό αξουµιτικού και µπορούµε εύλογα να κάνουµε λόγο για συνεργασία µεταξύ των εµπορευοµένων των δύο χωρών.86 Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία φαίνεται να υιοθετεί σε σχέση µε το µακρινό εξωτερικό εµπόριο µια πολιτική που σε µεγάλο βαθµό θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ως ταµιευτική.87 Όπως είπαµε ήδη,88 τα προϊόντα που διακινούνται µε αυτόν τον τρόπο είναι κατά κανόνα είδη πολυτελείας που δεν απευθύνονται στο ευρύ καταναλωτικό κοινό αλλά σε µια πελατεία περιορισµένη µεν, πολύ εύπορη δε.89 Αυτό λοιπόν το εµπόριο, που για το κράτος είναι από τις πιο αποδοτικές δραστηριότητες, εντάσσεται κατά κύριο λόγο στο µονοπωλιακό έλεγχο το κράτους και υφίσταται έντονο κρατικό παρεµβατισµό.90 Επιπλέον επιβαρύνεται µε πολλούς κρατικούς δασµούς που επιβάλλονται και στα εισαγόµενα είδη αλλά πολύ περισσότερο στα εξαγόµενα.91 Για το σκοπό αυτό έχουν δηµιουργηθεί τελωνειακοί σταθµοί σε καίρια σηµεία των εµπορικών δρόµων, όπου κρατικοί υπάλληλοι, οι κοµµερκιάριοι,92 ελέγχουν την κίνηση των προϊόντων και εισπράττουν τους επιβεβληµένους από το κράτος δασµούς. Κέρδη προσπορίζει στο κράτος και η συνακόλουθη τόνωση της βιοτεχνίας που η ναυτιλιακή δραστηριότητα συνεπάγεται. Κύριο µέληµά του είναι να διατηρήσει σε όσο το δυνατόν πιο συµφέροντα γι’ αυτό επίπεδα τους δασµούς που επέβαλαν οι µεσάζοντες ξένοι διακοµιστές. Από αυτή τη σκοπιά κρίνοντάς το, µπορούµε να πούµε ότι το βασίλειο του Αξούµ είναι ένας προνοµιακός εταίρος για το Βυζάντιο, πολύ περισσότερο από όσο µπορεί να είναι η Υεµένη. Και τούτο για τους εξής λόγους : Αιθιοπικά, ως επί το πλείστον, πλοία µετέφεραν τα πολύτιµα εµπορεύµατα της Ανατολής στην Άδουλη,93 απ’ όπου βυζαντινά πλοία τα παραλάµβαναν και τα έφερναν στο Κλύσµα,94 (κοντά στο σηµερινό Σουέζ), που ήταν ο κυριότερος βυζαντινός εµπορικός και τελωνειακός σταθµός της Ερυθράς Θάλασσας. Άλλος βυζαντινός τελωνειακός σταθµός υπήρχε στην
βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 69-74. Η συνεργασία αυτή, όπως έχουµε ήδη πει, (βλ. σελ. 15 του παρόντος) ξεκινάει από πολύ παλιά, από την εποχή ήδη των Πτολεµαίων. Έχει υποστηριχτεί µάλιστα η άποψη ότι ο Ίππαλος ανακάλυψε την περιοδικότητα των µουσώνων συνεργαζόµενος µε Αιθίοπες ναυτικούς. (βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 6, σχ. 34). Τον 6ο αιώνα µάλιστα η συνεργασία αυτή φτάνει σε υψηλότατα επίπεδα και γίνεται και επίσηµη κρατική. (βλ. σχετικά στο επόµενο κεφάλαιο). 87 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 175. 88 βλ. στο παρόν, σελ. 49. 89 βλ. ΙΕΕ, τοµ. Ζ, σελ. 297. 90 βλ. ΤALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 164, 167,180, RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 191-196, ΙΕΕ, τοµ. Ζ, σελ. 288-289. 91 βλ. ΤALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 169-172,192, 193, ΙΕΕ, τοµ. Ζ, σελ. 147. 92 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, 193, ΙΕΕ, τοµ. Ζ, σελ. 289. 93 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 185, σελ. 45, 48 του παρόντος, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 141. 94 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 65-66, ΙΕΕ,τοµ. Ζ, σελ. 294.
86
85
50
Ιωτάβη, στον Αιλανίτη κόλπο, στο άκρο της Χερσονήσου του Σινά.95 Η ναυσιπλοΐα ήταν δύσκολη κι επικίνδυνη δραστηριότητα µιας και είχε να αντιπαλεύει τα καιρικά φαινόµενα, την ελλιπή χαρτογράφηση και τις πειρατικές επιδροµές, κυρίως κοντά στις ακτές. Η χρησιµοποίηση ασφαλών σταθµών και λιµανιών που τα πλοία µπορούν να παραµένουν και να ανεφοδιάζονται, είναι βασική ανάγκη αυτού του διαµετακοµιστικού εµπορίου. Η προστασία των ακτών της Αιθιοπίας από τους πειρατές είναι κύρια ευθύνη που έχει αναλάβει ο βασιλιάς του Αξούµ, ο οποίος φροντίζει για την ασφαλή πλεύση των πλοίων, των αιθιοπικών και των φιλικών χωρών.96 Και πάνω από όλα, το βασίλειο του Αξούµ χρησιµοποίησε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, για να αποσπάσει τους Οµηρίτες από την περσική κηδεµονία και να ενισχύσει τη θέση του στον έλεγχο του εµπορίου της Ερυθράς Θάλασσας. Από τον 4ο αιώνα µ.Χ. και µετά οι Οµηρίτες έχουν αναδειχθεί στην πιο ισχυρή δύναµη της Ευδαίµονος Αραβίας. Όµως λόγω της θέσης τους και της εγγύτητάς τους µε την Περσική Αυτοκρατορία, βρίσκονται συχνά στο στόχαστρό του ανταγωνισµού της µε τη Βυζαντινή.97 Εφαρµόζοντας την πολιτική του προσεταιρισµού περιοχών και φυλών µέσω του εκχριστιανισµού τους – συνήθη τακτική της βυζαντινής πολιτικής – και µε προφανές το ενδιαφέρον για το εµπόριο της περιοχής,98 ο Κωνστάντιος οργανώνει αποστολή προς τους Οµηρίτες, γύρω στο 340 µ.Χ., µε επικεφαλής τον Θεόφιλο τον Ινδό.99 Όµως, παρά την επιτυχία της αποστολής αυτής, ο Χριστιανισµός επικράτησε στη Νότια Αραβία µόνο τον 6ο αιώνα και αυτό κατόπιν της επιβολής του από τους Αξουµίτες που κατέλαβαν την περιοχή.100 Σχετικό µε αυτό, είναι το γεγονός της σηµαντικής παρουσίας και επίδρασης που έχουν στην περιοχή αυτή οι Ιουδαίοι. Από τον 1ο κιόλας µεταχριστιανικό αιώνα και την καταστροφή της πόλης της Ιερουσαλήµ, Ιουδαίοι της διασποράς έχουν εγκατασταθεί στη Νότιο Αραβία και έχουν διεισδύσει δυναµικά στο εµπόριο της περιοχής. Τα συµφέροντά τους έρχονται συχνά αντιµέτωπα µε αυτά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αυτό τους τοποθετεί συνήθως στο πλευρό της περσικής πολιτικής στην περιοχή.101 Ανάλογη είναι, αργότερα, και η στάση των Νεστοριανών Χριστιανών. Έτσι, η διείσδυση των βυζαντινών στην περιοχή είναι επισφαλής και το Βυζάντιο δεν µπορεί να θεωρεί τη Νότια Αραβία σταθερό του σύµµαχο, κάτι που µπορεί να υποστηριχτεί, σε ότι αφορά τη θέση του Βασιλείου του Αξούµ στο πλευρό των βυζαντινών επιδιώξεων στην Ερυθρά Θάλασσα και στην από κοινού συνεργασία για ευόδωσή τους.102
βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 177, ΙΕΕ, τοµ. Ζ, σελ. 147, 292, RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 185. 96 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 40-41. 97 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 184-187. 98 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 182-183, 221-222. 99 Για την αποστολή αυτή κάνει λόγο ο Φιλοστόργιος στην Εκκλησιαστική Ιστορία του. Βλ. σχετικά, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 177-183, METHODIOS, Christianity into Aksum, σελ. 189-190, DORESSE, Ethiopia, σελ. 85-86. 100 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 181, σελ. 29-35, 67-73 του παρόντος. 101 βλ. σελ. 30, σηµ. 110 του παρόντος. 102 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 187. Αυτή η άποψη γίνεται σαφέστερη µε τη µελέτη των γεγονότων στη Νότια Αραβία κατά τον 6ο αιώνα, στα οποία εµπλέκονται, άµεσα κι έµµεσα,
95
51
Πριν κλείσουµε την αναφορά µας στις σχέσεις που φαίνεται να συνδέουν την εµπορική δραστηριότητα Βυζαντίου και Αξούµ, θα πρέπει να κάνουµε λόγο και για τον ρόλο του Αξούµ σε σχέση µε τα βυζαντινά συµφέροντα νοτίως της Αιγύπτου, στην περιοχή της Νουβίας. (βλ. χάρτη 4, σελ. 186) Εκεί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αντιµετωπίζει επανειληµµένα προβλήµατα εξαιτίας των επιδροµών και των λεηλασιών Βλεµµύων103 και Νοβάδων στα νότια σύνορα της βυζαντινής Αιγύπτου. Ταυτόχρονα και αυτές οι φυλές εντάσσονται στα ενδιαφέροντα του Βυζαντίου που συνδέονται µε την προώθηση των συµφερόντων του στην Ερυθρά Θάλασσα. Έτσι βλέπουµε πως ήδη από τα τέλη του 5ου αιώνα µ.Χ. γίνονται προσπάθειες για την υπαγωγή και αυτών των φυλών στη σφαίρα επιρροής του Βυζαντίου, ενώ στην εποχή του Ιουστινιανού γίνεται συστηµατικότερη προσπάθεια εκχριστιανισµού τους, µε ιεραποστολές που κατευθύνονται εκεί σταλµένες και από τον ίδιο τον Ιουστινιανό αλλά και από την αυτοκράτειρα Θεοδώρα.104 Οι προσπάθειες αυτές εντάσσονται ασφαλώς στην πολιτική του Βυζαντίου να προστατεύει τα σύνορά του και τα συµφέροντά του φέρνοντας λαούς και ηγεµόνες υπό την επιρροή του και σε αυτή την κατεύθυνση ο θρησκευτικός προσηλυτισµός γίνεται το πιο πρόσφορο µέσο.105 Στο πεδίο αυτό ο ρόλος του Αξούµ φαίνεται να είναι δευτερεύων και εντοπίζεται κυρίως στο βαθµό που ο Χριστιανισµός διαδίδεται και από το Αξούµ προς τις γειτονικές προς αυτό περιοχές της Νουβίας. Θα µπορούσαµε όµως κι εδώ να ανιχνεύσουµε πίσω από τις εκστρατείες βασιλέων του Αξούµ σε Νοβάδες και Βλέµµυες, προσφορά εκδούλευσης σε βυζαντινές επιδιώξεις.106 Ασφαλώς βέβαια µιας και η σφαίρα επιρροών του Βυζαντίου στην Ερυθρά Θάλασσα περιλαµβάνει και τους Νοβάδες και Βλέµµυες θα πρέπει να θεωρούνται δεδοµένες οι συναλλαγές τους τόσο µε την Άδουλη και τους Αξουµίτες, όσο και µε τους Βυζαντινούς. Άλλωστε από το Αξούµ διέρχονται δρόµοι εµπορικοί που κατευθύνονται προς την Κυρηναϊκή και την Αίγυπτο και η φροντίδα των Αξουµιτών ηγεµόνων να τους διατηρήσουν ασφαλείς και προσβάσιµους, όπως φαίνεται και από την επιγραφή του ανώνυµου βασιλιά στο Monumentum Adulitanum,107 δείχνει πως και αυτοί οι δρόµοι έχουν σηµασία για το εµπόριο µεταξύ αφρικανικής ενδοχώρας και µεσογειακού κόσµου, αν και προφανώς είναι µικρότερης σπουδαιότητας από τους αντίστοιχους θαλάσσιους.
όλοι οι ενδιαφερόµενοι για το εµπόριο της περιοχής και τον έλεγχό του. Βλ. σχετικά ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 239-274, στο παρόν σελ. 28-34, 66-72. 103 Βουγαείτες κάποιων επιγραφών, όπως η τρίγλωσση παγανιστική του Εζανά ή Βεγά (Beja) ή Βλέµµυες. Βλ. σελ. 23, σηµ. 85, 64-67 του παρόντος. 104 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 271, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 135-137, ADAM, Nubia, σελ. 242, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 106-107, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 140-141, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 176-178, βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 279281, 285. 105 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 274, 276, 284-285, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 140-141, BROWN, Ύστερη Αρχαιότητα, σελ. 164. 106 Για αυτό θα γίνει λόγος αναλυτικότερα στο κεφάλαιο των στρατιωτικών σχέσεων. 107 βλ. παρόν, σελ. 16-20, 43
52
3. Εµπορικές επαφές Βυζαντινής Αυτοκρατορίας – Βασιλείου του Αξούµ Είδαµε πως οι εµπορικές σχέσεις ανάµεσα στο Αξούµ και στο Βυζάντιο, εντασσόµενες µέσα στο ευρύτερο πλέγµα σχέσεων και συµφερόντων της περιοχής των ανατολικών συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται και οι λοιπές επαφές, πολιτικές, διπλωµατικές, πολιτιστικές, των δύο κρατών. Στη συνέχεια θα αναφερθούµε στις επαφές αυτές φορέων και προσώπων, έτσι όπως µαρτυρούνται από τις πηγές. Θα δούµε λοιπόν πού και µε ποιο τρόπο γίνεται λόγος για εµπορική παρουσία ιδιωτών της µιας χώρας στην άλλη, ποιες ήταν οι επίσηµες εµπορικές συµφωνίες µεταξύ των δύο κρατών και µε ποιο τρόπο λειτούργησαν ως η κύρια δίοδος µέσω της οποίας εκπορεύτηκαν οι πολιτιστικές και πολιτικές επιρροές του Βυζαντίου σε αυτή την χριστιανική χώρα που προσδέθηκε στο άρµα της πολιτικής του. Όπως έχουµε ήδη πει, από την εποχή κιόλας των Πτολεµαίων,108 τον 3ο προχριστιανικό αιώνα, Έλληνες έµποροι, κυνηγοί και στρατιώτες – φρουροί των πτολεµαϊκών εµπορικών σταθµών εγκαθίστανται στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας και µε την παρουσία τους και τη δράση τους εκεί δίνουν νέα κατεύθυνση στην πολιτιστική και πολιτική πορεία των υψιπέδων του Τιγκράι. Και το ίδιο το λιµάνι της Άδουλης,109 κύρια πύλη των Αξουµιτών προς τον υπόλοιπο κόσµο, κατά µία ευρέως αποδεκτή εκδοχή, ανάγεται σε εκείνα τα χρόνια και µάλιστα αποτέλεσε την κύρια βάση απ’ όπου η ελληνική παρουσία διείσδυσε στην αβησσυνιακή ενδοχώρα. Στη συνέχεια, από τον ανώνυµο συγγραφέα του Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης,110 του 1ου µεταχριστιανικού αιώνα, έχουµε αναφορά στην παρουσία Ελλήνων / Ρωµαίων εµπόρων στην Άδουλη και τους εµπορικούς σταθµούς της Ερυθράς Θάλασσας. Οι εµπορικές επαφές του ελληνικού κόσµου µε την επικράτεια του Αξούµ συνεχίζονται αδιάπτωτες ως και τον 6ο αιώνα µ. Χ. Για τις σχέσεις αυτές από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα µ.Χ., όπου εστιάζεται και το ενδιαφέρον της εργασίας µας, θα µιλήσουµε στο σηµείο αυτό διεξοδικότερα. Μάλιστα, όπως είδαµε και προηγουµένως,111 από τον 4ο αιώνα µ.Χ. και µετά αυξάνονται αυτές οι επαφές καθώς επικεντρώνεται όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον της οικονοµικής κι εξωτερικής βυζαντινής πολιτικής στην Ερυθρά Θάλασσα και ο ρόλος του κράτους του Αξούµ γίνεται όλο και πιο σηµαντικός για την προώθηση των βυζαντινών συµφερόντων στην περιοχή. Κατ’ αρχήν θα πρέπει να κάνουµε λόγο για τις επιγραφές που έχουν βρεθεί στην περιοχή του Βασιλείου του Αξούµ γραµµένες στην ελληνική γλώσσα. Με εξαίρεση αυτή που βρέθηκε στον «δίφρο του Πτολεµαίου»112 (Monumentum Adulitanum) και που αποδίδεται σε Πτολεµαίο του 3ου προχριστιανικού αιώνα, πιθανότατα τον Γ’ Ευεργέτη, όλες οι άλλες, ξεκινώντας από αυτήν του άγνωστου βασιλιά που βρίσκεται και αυτή στον ίδιο θρόνο,113 όπως επίσης και
βλ. στο παρόν σελ. 15 και σχ. 35. βλ. στο παρόν σελ. 15, σχ. 35. 110 βλ. στο παρόν σελ. 13, 16-17. 111 βλ. στο παρόν σελ. 46-52. 112 βλ. HENDRICX, Documents, σελ. 15-23. 113 βλ. HENDRICX, Documents, σελ. 35-45.
109
108
53
αυτή που βρέθηκε στο µοναστήρι του Abba Pantelewon,114 αποδίδονται σε βασιλείς του Αξούµ. Στην περίοδο που µας ενδιαφέρει στην παρούσα εργασία, οι πιο σηµαντικές είναι αυτές του βασιλιά Εζανά. Το ερώτηµα που προκύπτει είναι το σε ποιους απευθύνονται αυτές οι επιγραφές; Αν µάλιστα λάβουµε υπόψη µας ότι υπάρχουν και άλλες αντίστοιχες σε σαβαϊκή γλώσσα και σε γκεέζ, της ίδιας περιόδου, τότε θα σκεφτούµε ότι αφ’ ενός υπάρχει ήδη µια οργανωµένη γραµµατεία ντόπιων γραφέων, κι αφ’ ετέρου η γλώσσα του Βασιλείου - τα γκεέζ - έχουν ήδη αναπτυχθεί σε ικανοποιητικό βαθµό, ώστε να ανταποκρίνονται επαρκώς στις γραµµατειακές, επικοινωνιακές ανάγκες του ηγεµόνα. Άρα ποια ανάγκη γεννά την παράλληλη χρήση και της ελληνικής γλώσσας στην επικοινωνία του ηγεµόνα µε τους υπηκόους του; Είναι απλώς µια παραδοσιακή χρήση της γλώσσας, κατάλοιπο παλιότερων εποχών που ίσως Έλληνες γραφείς στην υπηρεσία του Αξουµίτη βασιλέα οργάνωναν τη γραµµατεία του παλατιού; Συνδυάζοντας όµως την ύπαρξη των ελληνικών επιγραφών µε άλλες αναφορές στην παρουσία ελληνικών εµπορικών παροικιών στην Άδουλη, το Αξούµ κι άλλες πόλεις – εµπορικά κέντρα, νοµίζω πως µπορούµε δικαιολογηµένα να εικάζουµε την ύπαρξη έντονου ελληνικού στοιχείου ανάµεσα στον πληθυσµό του Αξούµ.115 Αυτοί λογικά είναι έµποροι είτε µόνιµα εγκαταστηµένοι είτε ευρισκόµενοι για µεγάλα διαστήµατα στην επικράτεια του Αξούµ και προς αυτούς απευθύνονται οι ελληνικές επιγραφές. Όπως θα δούµε άλλωστε στη συνέχεια, σε κάποιες από αυτές που είναι γραµµένες και σε ελληνικά και σε αιθιοπικά, αλλάζει σε κάποιο βαθµό το ύφος και το περιεχόµενο, ανάλογα µε τους αποδέκτες τους. Έτσι, για παράδειγµα, στη χριστιανική επιγραφή του Εζανά116 παρατηρούµε ότι στο ελληνικό κείµενο είναι εµφανής ο χριστιανικός χαρακτήρας της και γίνεται σαφής αναφορά στη χριστιανική Αγία Τριάδα και στον Ιησού Χριστό. Αντίθετα στην επιγραφή που είναι γραµµένη σε γκεέζ117 γίνεται αναφορά στον «Κύριο των ουρανών», κάτι που δεν είναι ξεκάθαρα χριστιανικό, αλλά δείχνει απλώς µια µονοθεϊστική θεώρηση, οικεία τόσο στην Αιθιοπία όσο και στη Νότια Αραβία. Η διαφοροποίηση αυτή των δυο κειµένων µπορεί να ερµηνευτεί ως έχουσα πολιτική σκοπιµότητα. Η ελληνική επιγραφή απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε Έλληνες και Ελληνόφωνους εµπόρους, Χριστιανούς ως επί το πλείστον, και παρουσιάζει τον Αξουµίτη βασιλέα ως συµπορευόµενο στην πίστη µε τη θρησκεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα η γκεέζ προορίζεται για τους υπηκόους του, µη χριστιανούς στη µεγάλη πλειοψηφία τους και ναι µεν τους αφήνει να αντιληφθούν τις δροµολογούµενες θρησκευτικές αλλαγές, αποφεύγει όµως να τους προκαλέσει και να διεγείρει το κοινό αίσθηµα.118 Μια άλλη νύξη για την δυναµική παρουσία στο βασίλειο του Αξούµ εµπόρων προερχόµενων από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, βρίσκουµε στην αφήγηση του Ρουφίνου, στην Εκκλησιαστική Ιστορία του, για τον εκχριστιανισµό του
DAE, IV, no 2, βλ. HENDRICX, Documents, σελ. 45-46. KOBISHCHANOV, Aksum : political system σελ. 389-390 NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 23, HENDRICKX, Basileis and Basiliskoi , σελ. 183, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 12:5. 116 βλ. HENDRICX, Documents, σελ. 56-61. 117 DAE, IV, no 11, βλ. HENDRICX, Documents, σελ. 81-86. 118 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 66, 87.
115
114
54
Αξούµ.119 Εκεί κάνει λόγο για Ρωµαίους Χριστιανούς εµπόρους µε τους οποίους επιδιώκει να έρθει σε επαφή ο Φρουµέντιος. Κατάφερε να τους παραχωρηθούν προνόµια και θρησκευτικές ελευθερίες και αυτοί αποτέλεσαν τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες στο Αξούµ και µε τη βοήθειά τους ο Φρουµέντιος προχώρησε στη διάδοση και την εξάπλωση του Χριστιανισµού. Στην ίδια αφήγηση γίνεται λόγος και για ύπαρξη συµφωνιών ανάµεσα σε Ρωµαίους και κατοίκους των παραλίων της Ανατολικής Αφρικής, οι οποίες είχαν διακοπεί κατά την περίοδο που προσάραξε στην περιοχή το πλοίο του Μερόπιου και γι’ αυτό όλοι πλην των δύο νεαρών µαθητευόµενων, βρήκαν το θάνατο. ∆εν ξέρουµε αν υπήρχε επίσηµη διακρατική συνθήκη για την προστασία των ναυτιλλοµένων στην περιοχή, το πιο πιθανό όµως είναι ότι θα υπήρξε µια άτυπη συµφωνία ανάµεσα στους ναυτικούς που ταξίδευαν εκεί για εµπορικούς λόγους και στις τοπικές αρχές που είχαν τη δέσµευση να φροντίζουν για την ασφάλεια στις ακτές και τις θάλασσές τους.120 Την ύπαρξη µιας τέτοιας δέσµευσης αφήνει να υπονοηθεί και η προσπάθεια που καταβάλλουν τόσο ο ανώνυµος βασιλιάς του Monumentum Adulitanum121 όσο και οι άλλοι βασιλιάδες που ανάµεσα στις άλλες τους πολεµικές επιχειρήσεις αναλαµβάνουν και κάποιες που έχουν σα στόχο την καταπολέµηση της πειρατείας στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας. Σε επιγραφή του Εζανά122 πάλι γίνεται λόγος για εκστρατεία του στη χώρα των Afan που είχε ως στόχο την τιµωρία τους γιατί επιτέθηκαν σε εµπορικό καραβάνι που διερχόταν από την περιοχή τους. Μια ανάλογη πληροφορία για καραβάνια που διενεργούν εµπόριο δια ξηράς, µας δίνει και ο Κοσµάς Ινδικοπλεύστης στην Χριστιανική Τοπογραφία του.123 Εκεί κάνει λόγο για εµπόρους που µε ένοπλη συνοδεία και υπό όρους προστασίας ασκούν την εµπορική τους δραστηριότητα σε περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του βασιλιά του Αξούµ. Ο αριθµός τους ξεπερνά τους πεντακόσιους. ∆εν µπορούµε να πούµε για το αν ανάµεσά τους υπάρχουν και Βυζαντινοί πολίτες. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο Κοσµάς αναφέρει πως τις πληροφορίες που δίνει τις έχει πάρει από εµπόρους που πήραν µέρος σε τέτοιου είδους εµπορική επιχείρηση. Κι αν λοιπόν δεν ήταν κάποιοι από αυτούς Βυζαντινοί – πράγµα που είναι πιθανό, αν κι έχει διατυπωθεί η άποψη ότι αυτό το εµπόριο διατηρείτο σκόπιµα από τους Αξουµίτες µακριά από τους ξένους, γι’ αυτό και υπάρχει µια µυθοπλαστική τάση στις σχετικές µε αυτό αφηγήσεις124 – σίγουρα πάντως ανάµεσα στους ντόπιους εµπόρους και αυτούς από άλλες χώρες υπάρχουν στενές επαφές.125 Και σίγουρα βυζαντινοί έµποροι ταξίδευαν στην ενδοχώρα και ως την πρωτεύουσα του Αξούµ. Αξιοσηµείωτο είναι το γεγονός ότι παρά την εξέλιξη της ναυσιπλοΐας και τη συντόµευση των ναυτικών ταξιδιών, µετά την ανακάλυψη του Ίππαλου για τους µουσώνες, δεν παύουν τα ταξίδια προς την Ανατολή να είναι χρονοβόρα και επίπονα. Τα πλοία δεν µπορούν να ταξιδεύουν αδιάκοπα και όλες τις εποχές
βλ. JONES - MONROE, Ethiopia, σελ. 26-27. βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 40-41, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 158. 121 βλ. HENDRICX, Documents, σελ. 35-45. 122 DAE IV, no 10, βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11 : 5. 123 βλ. McCRINDLE, Christian Topography, book II, σελ. 51-53, στο παρόν σελ. 44. 124 βλ. KOBISHCHANOV, Aksum : political system σελ. 391, 393. 125 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 185-186.
120
119
55
του έτους, µιας και είναι υποχρεωµένα να λαµβάνουν υπόψη τους τις καιρικές συνθήκες.126 Έτσι παραµένουν για µεγάλα διαστήµατα σε σταθµούς ενδιάµεσους του προορισµού τους. Ένας τέτοιος σταθµός και µάλιστα από τους πολύ σηµαντικούς είναι η Άδουλη.127 Βλέπουµε λοιπόν πολλούς ταξιδιώτες που κατευθύνονται από τη Μεσόγειο προς τη Ανατολή ή να παραµένουν για µεγάλα διαστήµατα στην περιοχή του Αξούµ µέχρις ότου να συνεχιστεί το ταξίδι τους ή να µετεπιβιβάζονται εκεί από βυζαντινά σε αιθιοπικά ή υεµενίτικα πλοία κι έτσι να συνεχίζουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του ίδιου του Κοσµά Ινδικοπλεύστη, εµπόρου, του 6ου αιώνα µ.Χ. που µας αφηγείται δικές του εµπειρίες από ένα ταξίδι του στην Ινδία, κατά τη διάρκεια του οποίου βρέθηκε και στο Αξούµ. Βρίσκεται στην Άδουλη την εποχή που ο Καλέµπ προετοιµάζεται για τις εκστρατείες του στη χώρα των Οµηριτών κι εκεί παίρνει την εντολή από τον κυβερνήτη της πόλης να αντιγράψει τις ελληνικές επιγραφές από το «θρόνο του Πτολεµαίου», κατόπιν επιθυµίας του ίδιου του Καλέµπ. Επισκέφθηκε µάλιστα, απ’ ότι µας πληροφορεί, και την πόλη του Αξούµ, πρωτεύουσα του Βασιλείου, για την οποία µας δίνει πληροφορίες στην Χριστιανική Τοπογραφία. Και ο Παλλάδιος στο έργο του Περί Ινδών και Βραγµάνων, κάνει λόγο για κάποιον Θηβαίο σχολαστικό ο οποίος µετακινείται προς Ταπροβάνη µέσω του λιµανιού της Άδουλης και µάλιστα χρησιµοποιώντας από την Άδουλη και µετά «ινδικό πλοίο». Επισκέπτεται κι αυτός την πόλη του Αξούµ. Το γεγονός τοποθετείται στον 5ο αιώνα µ.Χ., όταν, όπως έχουµε δει, είναι µειωµένες οι απευθείας επαφές βυζαντινών πλοίων µε την Ινδία. Οι βυζαντινοί έµποροι ταξιδεύουν συνήθως ως την Άδουλη κι από εκεί εφοδιάζονται τα προϊόντα της µακρινής Ανατολής ενώ πουλάνε τα δικά τους εµπορεύµατα.128 Σύµφωνα µε µία εκδοχή και ο Abreha129 που αργότερα έγινε ηγεµόνας των Οµηριτών, ήταν δούλος βυζαντινού εµπόρου που ζούσε στην Άδουλη. Βλέπουµε λοιπόν ότι µια συνεχής εµπορική δραστηριότητα, αυξοµειούµενη ως προς την έντασή της, συνδέει τον βυζαντινό εµπορικό κόσµο µε αυτόν της Άδουλης και του Αξούµ. Ως εκ τούτου είναι βέβαιο πως η βυζαντινή παρουσία στην Άδουλη είναι µόνιµη,130 είτε πρόκειται για εµπόρους και ταξιδιώτες που χρησιµοποιούν το λιµάνι και παραµένουν σε αυτό κάποια διαστήµατα είτε πρόκειται για εµπορικούς πράκτορες που εκπροσωπώντας συµφέροντα πλοιοκτητών και εµπόρων, διαµένουν µόνιµα εκεί και βρίσκονται σε πολύ πιο στενή επαφή µε τους ντόπιους. Όλοι αυτοί έπαιξαν έναν ιδιαίτερα σηµαντικό ρόλο στις σχέσεις των δύο κρατών και, πέρα από την εµπορική δραστηριότητα, ήταν σίγουρα αυτοί από τους οποίους εκπορεύονταν και οι ποικίλες επιδράσεις και επιρροές που διοχετεύονται στο Βασίλειο του Αξούµ από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και για τις οποίες θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Πέρα από τις εµπορικές επαφές υπήρξαν και άλλες οικονοµικές σχέσεις µεταξύ πολιτών των δύο κρατών. Οι σχέσεις αυτές έχουν να κάνουν µε την επαγγελµατική δραστηριότητα που πολίτες του ενός κράτους εξασκούν στα
βλ. SHERIFF, Maritime Trade, σελ. 556-557. βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 87, KOBISHCHANOV, Aksum : political system σελ. 393, DORESSE, Ethiopia, σελ. 85. 128 βλ. στο παρόν σελ. 48. 129 βλ. στο παρόν σελ. 32-33. 130 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 74 και στο παρόν σελ. 15, σχ. 35.
127
126
56
εδάφη του άλλου. Ξέρουµε, φέρ’ ειπείν, ότι στο Αξούµ είχε αναπτυχθεί αξιόλογη µεταλλοτεχνία και υαλουργία. Πολλά γυάλινα αντικείµενα και κοσµήµατα φαίνεται να µην είναι εισαγόµενα αλλά προϊόντα ντόπιας βιοτεχνικής παραγωγής. Το ίδιο ισχύει και για τα νοµίσµατά τους που φαίνεται ότι κόβονταν σε εργαστήρια στο Αξούµ. Όµως οι ερευνητές διατυπώνουν την άποψη ότι, τουλάχιστον σε ένα αρχικό στάδιο, τα εργαστήρια αυτά λειτούργησαν κάτω από την επίβλεψη ξένων τεχνιτών, προερχόµενων από τον ελληνορωµαϊκό κόσµο, οι οποίοι και δίδαξαν, πιθανότατα, µυστικά της τέχνης τους σε ντόπιους.131 Κάτι τέτοιο βλέπουµε να γίνεται και πολύ µεταγενέστερα, όταν βασιλείς της Αιθιοπίας, στο Γκοντάρ και τη Λαλιµπέλα, δέχονται Έλληνες τεχνίτες, εντυπωσιάζονται µε την τέχνη τους και τους φιλοξενούν πλουσιοπάροχα.132 Ασφαλώς θα πρέπει να πούµε ότι αυτές οι σχέσεις δεν υπήρξαν µονοσήµαντες. Στα πλαίσια των εµπορικών δοσοληψιών υπήρξε ανάλογη παρουσία και Αξουµιτών σε βυζαντινά λιµάνια και συνηθέστερα σε αυτά της Αιγύπτου απ’ όπου εκπορεύεται η βυζαντινή ναυτική δραστηριότητα της Ερυθράς Θάλασσας. Έτσι λοιπόν βρέθηκε στο αιγυπτιακό λιµάνι της Βερενίκης επιγραφή του 4ου αιώνα µ.Χ. γραµµένη σε γκεέζ,133 που ανήκει σε Αξουµίτη πολίτη ο οποίος βρέθηκε εκεί µε το γιο του, όπως αναφέρει ο ίδιος. Παρόλο που ο σκοπός του ταξιδιού του εκεί δεν αναφέρεται, εικάζεται ότι ήταν εµπορικός και αφορούσε εµπορικές συµφωνίες µε Βυζαντινούς. Επιπλέον βλέπουµε να γίνεται λόγος και για Αιθίοπες οι οποίοι ζουν και εργάζονται στο Βυζάντιο.134 Αν και οι περισσότεροι από αυτούς είχαν βρεθεί εκεί µέσω του επονείδιστου δρόµου του δουλεµπορίου – και ασφαλώς αυτοί δε θα πρέπει να ήταν κατά κύριο λόγο Αξουµίτες αλλά αιχµάλωτοί τους που είχαν πουληθεί ως σκλάβοι – όµως υπήρχαν και άλλοι, ελεύθεροι, οι οποίοι πραγµατοποιούσαν ταξίδια ως έµποροι ή µέλη επίσηµων αποστολών. Όλα όσα αναφέρουµε παραπάνω αποτελούν µαρτυρίες για εµπορικές, οικονοµικές και επαγγελµατικές επαφές που αφορούν ιδιώτες, εµπόρους και ταξιδιώτες. Υπάρχουν όµως και κάποια επίσηµα δηµόσια βυζαντινά έγγραφα που κάνουν λόγο για τις εµπορικές σχέσεις µε την Ερυθρά Θάλασσα και µε τους Αξουµίτες ειδικότερα. Πρώτο χρονολογικά σε αυτή την κατηγορία είναι το ∆ιάταγµα του Κωνσταντίου135 που εκδόθηκε το 356 µ.Χ. και αφορά στους εµπόρους και απεσταλµένους που ταξιδεύουν προς το Αξούµ και τη Νότια Αραβία. Σύµφωνα µε το διάταγµα, αυτοί δε θα έπρεπε να παραµένουν στην Αλεξάνδρεια πάνω από ένα χρόνο. Ο λόγος που εκδόθηκε αυτό το διάταγµα
βλ. DORESSE, Ethiopia, σελ. 61, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 84. βλ. HANCOCK – PANKHURST – WILLETTS, Ethiopian Skies, σελ. 81-82, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 45-47, FOUYAS, Greeks in Ethiopia, σελ. 167. 133 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 109. 134 βλ. SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 186-187, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 157. 135 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 108, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 164, MUNROHAY, Aksum, ch. 4:6. Έχουν διατυπωθεί οι απόψεις ότι στόχος του είναι να εµποδιστούν οι επαφές του Αθανασίου µε εµπόρους που κατευθύνονται προς το Αξούµ και τους Οµηρίτες σε µια προσπάθεια διάδοσης του Αρειανισµού - που είναι η δογµατική θέση που ο εν λόγω αυτοκράτορας υποστηρίζει - στις εκκλησίες αυτές,. Ίσως πάλι να είναι συνέπεια της ευκολίας που έχουν πια αποκτήσει τα ταξίδια προς την Ερυθρά, γεγονός που πάλι δείχνει το ενδιαφέρον για τις εµπορικές επαφές στην περιοχή.
132
131
57
δεν προσδιορίζεται. Πιστοποιεί πάντως την ύπαρξη επαφών µε την Ερυθρά Θάλασσα και µάλιστα µέσω του λιµανιού της Αλεξάνδρειας. Αργότερα στα τέλη του 5ου αιώνα εκδίδεται διάταγµα που απαγορεύει την εξαγωγή σε Αξουµίτες και Οµηρίτες πολύτιµων µετάλλων, σιδήρου και τροφίµων.136 Το πιο σηµαντικό όµως αυτοκρατορικό έγγραφο (sacra) που αναφέρεται στις σχέσεις του Βυζαντίου µε το Αξούµ και του οποίου η σπουδαιότητα δεν άπτεται µόνο των εµπορικών σχέσεων,137 είναι αυτό που περιλαµβάνει πρόταση συνθήκης και που ενεχείρησε στον Καλέµπ εκ µέρους του Ιουστινιανού ο απεσταλµένος του γι’ αυτό το σκοπό πρέσβης Ιουλιανός. Το κείµενο δεν έχει φτάσει αυτούσιο ως τις µέρες µας, αλλά έχει σωθεί µνεία του που κάνουν στην ιστορική τους συγγραφή βυζαντινοί ιστορικοί, όπως ο Προκόπιος138 και ο Μαλάλας.139 Σύµφωνα λοιπόν µε αυτό ο Ιουστινιανός ζήτησε από τον Καλέµπ, εκτός των άλλων, να αναλάβουν οι Αιθίοπες το εµπόριο του µεταξιού προς κοινό όφελος και των δύο συµβαλλοµένων µερών. Οι µεν Αιθίοπες θα αποκόµιζαν πολλά χρήµατα από αυτό, ενώ οι Βυζαντινοί θα απεγκλωβίζονταν από τον ασφυκτικό έλεγχο που η Περσία ασκούσε σε αυτό το τόσο ζωτικό γι’ αυτούς εµπόριο και τις συνακόλουθες πιέσεις. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται «ουκέτι αναγκασθήσεται τα σφέτερα αυτών χρήµατα ες τους πολεµίους µετενεγκείν».140 Όµως δεν ευοδώθηκαν αυτές οι ενέργειες, παρόλη την διάθεση συνεργασίας που οι Αξουµίτες επέδειξαν. Ο Προκόπιος αναφέρει ως αιτία αυτού την αδυναµία των Αιθιόπων να σπάσουν τον µονοπωλιακό έλεγχο που οι Πέρσες έµποροι είχαν εδραιώσει στις αγορές µεταξιού. Αναφορά στο ανατολικό εµπόριο και στις σχέσεις µε την Αιθιοπία έχει κάνει και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός141 αναφερόµενος σε κανονισµό εµπορικό που διέπει το εξωτερικό εµπόριο του Βυζαντίου. Κάνει λόγο εκεί για την εξαγωγή σύκων που γίνεται µόνο από το Βυζάντιο προς διάφορους προορισµούς, όπως ακριβώς συµβαίνει και µε τα προϊόντα της Ανατολής, Ινδίας, Κίνας, Περσίας, Αιθιοπίας, που χάρη στο εµπόριο διακινούνται σε όλον τον κόσµο. Μια άλλη αδιάσειστη απόδειξη των εµπορικών επαφών της Αιθιοπίας µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι και η ανακάλυψη βυζαντινών νοµισµάτων142 κατά τη διάρκεια ανασκαφικών εργασιών στα υψίπεδα του Τιγκράι. Τα νοµίσµατα που έχουν βρεθεί κατά τις ανασκαφές δεν είναι πολλά, γεγονός που συνδέεται και µε το εύρος και το είδος των χρηµατικών συναλλαγών που πραγµατοποιούνται στην εσωτερική αγορά του Βασιλείου του Αξούµ.143 Η ύπαρξή τους όµως είναι απόδειξη των εµπορικών σχέσεων των δύο κρατών.
KOBISHCHANOV, Aksum : political system σελ. 388. Για άλλες παραµέτρους στην ανάλυση αυτού του εγγράφου βλ. παρακάτω στο παρόν στις ενότητες για τις διπλωµατικές και στρατιωτικές σχέσεις. 138 ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, Πόλεµοι, Ι, xx, 9, HENDRICKX, Documents, σελ. 69-74. 139 ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 363-364. 140 ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, Πόλεµοι, Ι, ΧΧ, 9-13. 141 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 109. 142 Βλ. SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 110, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 221-222. 143 Σε µεγάλο βαθµό το εσωτερικό εµπόριο στο Αξούµ είναι ανταλλακτικό, γεγονός που ίσχυε στο κράτος της Αιθιοπίας, αλλά και σε άλλα κράτη της Αφρικής, µέχρι την εποχή µας. Το βλέπουµε αυτό και από την περιγραφή για τις εµπορικές δοσοληψίες στην χώρα των Σάσου, που µας δίνει ο Κοσµάς Ινδικοπλεύστης. Βλ. σχετικά McCRINDLE, Christian Topography,
137
136
58
Β. Στρατιωτικές σχέσεις Μελετώντας τις στρατιωτικές σχέσεις ανάµεσα στο βασίλειο του Αξούµ και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, έχουµε πάντα στη σκέψη µας ότι το Αξούµ εντάσσεται στην περιοχή των οικονοµικών συµφερόντων και ως εκ τούτου και των ενδιαφερόντων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Πέρα από την οικονοµική τους συνεργασία το Βυζάντιο προσέβλεπε στο Αξούµ και ως έναν παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας. Επιπλέον ήταν µια δύναµη συµµαχική για τα βυζαντινά συµφέροντα στα πλαίσια του ανταγωνισµού που µόνιµα µαινόταν ανάµεσα στη Βυζαντινή και την Περσική αυτοκρατορία και όχι µόνο σε ότι αφορά στο εµπόριο της Ανατολής αλλά και στις συνοριακές τους διαφορές στη Συρία και το ανατολικό σύνορο, στις οποίες αναπόφευκτα αναµειγνύονται και οι φυλές της Αραβικής χερσονήσου. Το Αξούµ είναι για το Βυζάντιο µια στρατιωτική δύναµη που µπορεί να ενεργοποιηθεί όταν τα συστρατευµένα συµφέροντα και οι περιστάσεις το καλέσουν, ως ένας µοχλός πίεσης, πράγµα που, όπως θα δούµε, συνέβη τον 6ο µεταχριστιανικό αιώνα. 1. Ως προς τη συγκρότηση του κράτους του Αξούµ Παρατηρώντας τη δοµή του αξουµιτικού κράτους θα µπορούσαµε να πούµε πως σε µεγάλο βαθµό το κράτος αυτό έχει χαρακτήρα στρατιωτικό. Λέγοντας αυτό εννοούµε ότι πέρα από την οικονοµική δύναµη που η αγροτική του οικονοµία και το εµπόριο του εξασφάλισαν, µια από τις βασικές αιτίες της ενδυνάµωσής του και του ηγετικού ρόλου που έπαιξε στην περιοχή είναι η στρατιωτική του δύναµη και οργάνωση. ∆εν είναι τυχαίο ότι αρχικά ο προστάτης θεός του βασιλικού οίκου δεν είναι άλλος από τον Mahrem, θεότητα που ταυτίζεται µε τον ελληνικό θεό του πολέµου, Άρη. Έτσι ο βασιλιάς του κράτους του Αξούµ θεωρείται «υιός θεού ανικήτου Άρεως».144 Το κράτος αυτό δηµιουργήθηκε όταν ένας αρχικός του πυρήνας άρχισε να επεκτείνεται σε γειτονικές φυλές και περιοχές και να τις αφοµοιώνει ή να τις θέτει υπό την επικυριαρχία του.145 Αυτό έγινε φυσικά χρησιµοποιώντας τις στρατιωτικές του δυνάµεις. Στο ερώτηµα πώς βρέθηκε να διαθέτει αυτή την υπεροχή που του εξασφάλισε την ηγεµονική θέση στην περιοχή, η απάντηση δεν µπορεί να δοθεί µε βεβαιότητα, λόγω τις ανεπάρκειας των δεδοµένων. Εύλογες υποθέσεις µόνο µπορούµε να διατυπώνουµε, που σε κάποιες από αυτές και ο ελληνορωµαϊκός κόσµος φαίνεται να διαδραµατίζει κάποιον ρόλο. Η πρώτη αναφορά που έχουµε για την επεκτατική πολιτική αυτού του κράτους που το οδηγεί σε µια σειρά από στρατιωτικές επιχειρήσεις, είναι αυτή που αναφέρει ο Κοσµάς Ινδικοπλεύστης στη Χριστιανική Τοπογραφία και που είναι γνωστή ως η επιγραφή του αγνώστου βασιλιά από το Monumentum Adulitanum.146 Εκεί ο σηµιτικής προέλευσης, όπως εικάζεται, βασιλιάς που έχει
book II, σελ. 51-53, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 8:3, 9:2, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 118, POSNANSKY, The societies of Africa, σελ. 724. 144 βλ. επιγραφές DAE, IV, 4,6,7,8,10 και του αγνώστου Αξουµίτη βασιλιά στη Μερόη (HENDRICKX, Documents, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5 ). 145 βλ. σελ. 14, σχ. 28 του παρόντος. 146 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45.
59
την έδρα του κάπου στην περιοχή του Αξούµ, ηγείται µιας σειράς κατακτητικών εκστρατειών οι οποίες έχουν ως αποτέλεσµα τη δηµιουργία µιας αυτοκρατορίας αρκετά εκτεταµένης, τόσο στην αφρικανική όσο και στην αραβική περιοχή γύρω από την Ερυθρά Θάλασσα. Αν τοποθετήσουµε τη δράση του κάπου στα τέλη του 1ου αιώνα µ.Χ.147 και αν λάβουµε υπόψη µας ότι η επέκτασή του σταµατά ως τα σύνορα της Αιγύπτου, στην αφρικανική του επικράτεια, και ως τη Λευκή Κώµη, στην αραβική, τότε µπορούµε να υποθέσουµε ότι η όλη δράση του συνδέεται µε τη ρωµαϊκή δραστηριότητα στην περιοχή. Καταρχήν µε τη δραστηριότητά του αυτή αποκτά κοινά σύνορα µε τους Ρωµαίους και στις δυο περιοχές της επικράτειάς του. Την περίοδο αυτή – όπως άλλωστε και σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της - η Ρώµη ενδιαφέρεται για το εµπόριο της Ινδίας, που κύριοι δρόµοι του διέρχονται από την Ερυθρά Θάλασσα και την Αραβική Χερσόνησο. Το ενδιαφέρον της συνίσταται τόσο στην εξασφάλιση των εµπορευµάτων από τη ληστεία και την πειρατεία όσο και στην είσπραξη των τελωνειακών δασµών,148 βασικότατης πηγής εσόδων για την αυτοκρατορία. Ο Περίπλους αναφέρει την ύπαρξη τελωνειακού σταθµού επανδρωµένου µε ρωµαϊκή φρουρά στη Λευκή Κώµη.149 Το εµπόριο στην Ερυθρά διενεργείται από ιδιώτες150 και ο ρωµαϊκός στόλος της Ερυθράς Θάλασσας είναι ανεπαρκής για την εξασφάλιση της ασφαλούς πλεύσης.151 Βλέπουµε επίσης στον Περίπλου να γίνεται αναφορά στο εµπόριο και όπλων από τον ελληνορωµαϊκό κόσµο, στο λιµάνι της Άδουλης.152 Συνδυάζοντας όλα αυτά µπορούµε να κάνουµε την υπόθεση ότι η επέκταση των Αξουµιτών κατά µήκος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας, ανατολικών και δυτικών, διευκολύνει τη διεξαγωγή του ελληνορωµαϊκού εµπορίου και ως εκ τούτου, κι αν ακόµα δεν έχει ενθαρρυνθεί,153 σίγουρα πάντως δεν έχει αντιµετωπιστεί εχθρικά. Βλέπουµε µάλιστα ότι µια από τις κύριες σκοπιµότητες του ανώνυµου βασιλιά του Monumentum Adulitanum είναι να εξασφαλίσει τόσο την προστασία από την πειρατεία στην Ερυθρά Θάλασσα, «και Σωλατέ έθνος υπέταξα, οις και τους αιγιαλούς της θαλάσσης φυλάσσειν εκέλευσα»,154 όσο και την ασφάλεια των εµπορικών δρόµων προς την Αίγυπτο, «πεζεύεσθαι εποίησα την οδόν από των της εµής βασιλείας τόπων µέχρι Αιγύπτου».155 ∆εν µπορούµε να κάνουµε λόγο για κάποια συµφωνία σε επίπεδο κρατών, αλλά µπορούµε να εικάσουµε συµφωνίες µε τους ιδιώτες εµπόρους, εφοπλιστές και ναυκλήρους που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, ίσως και παροχή βοήθειας.156 Ασφαλώς φυσικά το επίσηµο ρωµαϊκό κράτος παρακολουθεί κι έχει επίγνωση των
βλ. σχετικά σελ. 18-20 του παρόντος. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. ΣΤ, σελ. 289, σελ. 43-44 του παρόντος. 149 Περίπλους, 19. 150 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. ΣΤ, σελ. 289. 151 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. ΣΤ, σελ. 325, ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 37, 39. 152 Περίπλους, 6. 153 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχετικά µε το θέµα που εξετάζουµε εδώ παρουσιάζει η άποψη του Kobishchanov : “The Roman-Byzantine Empire was interested in the existence of a strong power on the shores of the Red Sea which would be able to defend its boundaries and guarantee the safety of trade” Axum, σελ. 41. 154 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 35-36, στιχ. 21-22. 155 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 35-36, στιχ. 14-15. 156 βλ. ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 41.
148
147
60
τεκταινόµενων στις περιοχές των ενδιαφερόντων του. Το γεγονός δε ότι η δράση των Αξουµιτών φτάνει ως τα όρια των υπό ρωµαϊκό έλεγχο περιοχών, ίσως να υποδηλώνει και κάποιες συµφωνίες σε επίπεδο τοπικών αρχών.157 Την ίδια περίπου εποχή ο αυτοκράτορας Τραϊανός, µε στόχους οικονοµικούς και για να αποκτήσει άµεσο έλεγχο στο ανατολικό εµπόριο, προσαρτά αρχικά το κράτος των Ναβαταίων και στη συνέχεια, το 106 µ.Χ., το µετατρέπει στην Provincia Arabica.158 Πλαισιωµένη έτσι η Ρώµη από κράτη που τελούν υπό τον έλεγχό της, µπορεί να προµηθεύεται ανενόχλητη τα πολυτελή προϊόντα της Ανατολής, τόσο περιζήτητα από τη ρωµαϊκή αριστοκρατία, και να επωφελείται από τους δασµούς και τη φορολόγησή τους. Πέρα από αυτό η Ρώµη συχνά αντιµετωπίζει προβλήµατα µε την Παρθική Αυτοκρατορία. Όπως αργότερα στις συγκρούσεις της µε την Περσική Αυτοκρατορία των Σασσανιδών, που υποκατέστησε την Παρθική, έτσι και τώρα, στην Αραβική χερσόνησο µεταφέρεται µέρος τόσο των πολεµικών όσο και των οικονοµικών ανταγωνισµών των δύο αυτοκρατοριών. Οι επεµβάσεις του GDR (Gadar ή Gadarat) στην νότια Αραβική χερσόνησο που φτάνουν ως την Ναγράν, σύµφωνα µε τις µαρτυρίες επιγραφών που βρέθηκαν στην Αραβική χερσόνησο,159 ίσως συνδέονται µε την πολεµική εµπλοκή Ρωµαϊκής και Παρθικής Αυτοκρατορίας.160 Εικάζεται µάλιστα πως η Ρώµη χρησιµοποίησε τους Αξουµίτες, τους Κινδήτες (Χινδηνούς) και το Χαντραµάουτ (Handramawt) εναντίον των Σαβαίων, στην προσπάθεια περιστολής της δύναµής τους,161 που ήδη από την εποχή του Αυγούστου αποτελούσε επιδίωξή της, όπως δείχνει και η εκστρατεία στην Ευδαίµονα Αραβία του A. Gallus.162 Θα µπορούσαµε µάλιστα να πούµε ότι η σύντοµη αναδίπλωση του Αξούµ από τα ενδιαφέροντά του στη Νότια Αραβία στα µέσα του 3ου αιώνα µ.Χ. συνδέεται µε την περσική προώθηση στο εσωτερικό της Αραβίας. Η αντίδραση της Ρωµαϊκής – Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τις αρχές κιόλας του 4ου αιώνα ξαναφέρνει το Αξούµ, έστω και τυπικά, στο προσκήνιο της περιοχής. 2. Αντιπαραθέσεις Αξούµ – Ρώµης Πλησιάζοντας στην υπό εξέταση στην παρούσα εργασία χρονική περίοδο, φτάνουµε στα τέλη του 3ου – αρχές του 4ου αιώνα µ.Χ., όπου σύµφωνα µε την µαρτυρία που µας παραδίδεται στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ρουφίνου,163 έχει σηµειωθεί ρήξη στις σχέσεις Αξουµιτών και Ρωµαίων. Η πληροφορία αυτή δίδεται µε αφορµή τη διήγηση του Ρουφίνου για τον Φρουµέντιο, τον πρώτο επίσκοπο Αιθιοπίας και υπεύθυνο για τον εκχριστιανισµό της χώρας. Ο Φρουµέντιος βρέθηκε δούλος στην Αυλή του βασιλιά του Αξούµ, όταν το καράβι στο οποίο επέβαινε, προσεγγίζοντας για ανεφοδιασµό στο λιµάνι της Άδουλης, πιθανότατα, ή σε κάποιο άλλο σηµείο των αιθιοπικών ακτών, δέχτηκε
βλ. ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 40-41. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Στ, σελ. 284. 159 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 75-80, στο παρόν σελ. 19, 31. 160 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 79, ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 53, Ι.Ε.Ε., τ. Στ. σελ. 220. 161 Την άποψη αυτή υποστηρίζει ο Wissmann. Βλ. ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 53. 162 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Στ, σελ. 14. 163 βλ. στο παρόν σελ. 36.
158
157
61
την επίθεση ντόπιων που το καταλαµβάνουν και εξοντώνουν όλους τους επιβαίνοντες σε αυτό πλην των δυο νεαρών αγοριών, του Φρουµέντιου και του Αιδέσιου, που συλλαµβάνονται αιχµάλωτοι και παραδίδονται στο βασιλιά του Αξούµ. Αυτή είναι και η µόνη περίπτωση που βρίσκουµε να γίνεται λόγος για προβληµατικές σχέσεις ανάµεσα στο Αξούµ και τη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία, αν και αυτό δεν αποτελεί γενικευµένο φαινόµενο και ούτε αφορά επίσηµες σχέσεις µεταξύ των δύο αυτών κρατικών σχηµατισµών. Άλλωστε τέτοιες επίσηµες συµφωνίες δεν γνωρίζουµε αν είχαν συνοµολογηθεί ποτέ έως τότε, παρόλο που µπορούµε να εικάσουµε συνοµολογήσεις σε επίπεδο τοπικών αρχών.164 Η ρήξη αυτή δε συνεπάγεται κάποια στρατιωτική συµπλοκή και µάλλον είναι αποτέλεσµα προσωρινής διακοπής κάποιων συµφωνιών µε αφορµή το θάνατο ηγεµόνα και πιθανότατα συνέβη στο µεσοδιάστηµα µέχρις ότου αυτές επικυρωθούν και ξανατεθούν σε ισχύ από τον διάδοχό του.165 Ίσως πάλι συνδέεται µε γεγονότα που σηµειώθηκαν λίγο νωρίτερα στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι στο θρίαµβο του Αυρηλιανού µετά την καταστροφή της Παλµύρας το 272 µ.Χ., βρίσκουµε να γίνεται λόγος166 για Αξουµίτες που συµπεριλαµβάνονται µαζί µε Άραβες, Σκύθες, Πέρσες και Ινδούς σε αυτούς που παρίσταντο στο θρίαµβο. ∆ε γνωρίζουµε όµως την ιδιότητα υπό την οποία αυτοί φτάνουν στη Ρώµη.167 Είναι απεσταλµένοι ή αιχµάλωτοι πολέµου; Κι αν έχουν αιχµαλωτιστεί στην Παλµύρα, είναι αιχµάλωτοι στρατιώτες που πολέµησαν εναντίον των Ρωµαίων ή έµποροι που έτυχε να βρίσκονται στην πόλη, όταν εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα; ∆εν µπορούµε να αποκλείσουµε το ενδεχόµενο να είναι απεσταλµένοι της χώρας τους στη Ρώµη και ειδικά αν λάβουµε υπόψη µας µια ανάλογη παρουσία κατά την επίσκεψη του ∆ιοκλητιανού στην Αίγυπτο το 298 µ.Χ. όπου οι Αξουµίτες παρίστανται και µάλιστα ως φίλοι κι όχι ως υποτελείς.168 Επίσης πολύ πιθανό είναι το ενδεχόµενο να ήταν έµποροι. Ως µεσάζοντες του εµπορίου της Ερυθράς Θάλασσας, οι Αξουµίτες έµποροι ασφαλώς θα είχαν σχέσεις µε την Παλµύρα, πόλη – σταθµό του ανατολικού εµπορίου. Όµως εδώ τώρα θα προσπαθήσουµε να διερευνήσουµε το ενδεχόµενο της στρατιωτικής τους εµπλοκής στον πόλεµο της Παλµύρας µε τη Ρώµη. Γνωρίζουµε ότι η Παλµύρα, µε αρχηγό τη βασίλισσά της Ζηνοβία, βρέθηκε αντιµέτωπη µε τη Ρώµη σε µια προσπάθεια να αποδεσµεύσει τα οικονοµικά συµφέροντά της από τα προβλήµατα που δηµιουργούσε η παρατεταµένη κρίση και περίοδος αναρχίας που µάστιζε τη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία.169 Η κρίση δεν ευθυνόταν µόνο για την παραµέληση των ρωµαϊκών οικονοµικών συµφερόντων αλλά έπληττε και αυτά των άλλων κρατών και οµάδων που συνδέονταν µε το ανατολικό εµπόριο, χερσαίο και θαλάσσιο. Σε αυτό της το εγχείρηµα που είχε και την υποστήριξη των Περσών,
βλ. σχετικά σελ. 61 της παρούσας εργασίας. βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 3:6, σελ. 21 του παρόντος 166 στο Scriptores Historiae Augustae του Vopiscus βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 17, 86, ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 60-62 167 σχετικά µε το θέµα αυτό ο SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 86-87 υποστηρίζει την άποψη ότι το πιθανότερο είναι αυτοί να ήταν έµποροι που βρέθηκαν κατά τη δεδοµένη στιγµή στην Παλµύρα. Ο MUNRO-HAY, Aksum, ch. 3:6 θεωρεί ότι παρίσταντο στο θρίαµβο ως απεσταλµένοι της χώρας τους κι όχι ως αιχµάλωτοι. 168 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 87. 169 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Στ, σελ. 316.
165
164
62
η Ζηνοβία βρήκε συµµάχους ανάµεσα στους Άραβες, στους Βλέµµυες και µέσα στην Αίγυπτο. Η εξέγερση του Φίρµου170 στην Αλεξάνδρεια εντάσσεται κι αυτή στο ίδιο πλαίσιο. Άλλωστε η εικόνα αποσύνθεσης που παρουσιάζει η Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία γεννάει ελπίδες επιτυχίας σε όσους θέλουν να αποµακρυνθούν από τον πολιτικό και οικονοµικό της εναγκαλισµό και δίνει ευκαιρίες παρεµβάσεων και επέκτασης της επιρροής τους στους Πέρσες και στη νεοσύστατη δύναµη των Σασσανιδών. Η κρίση πιθανότατα είχε επηρεάσει και την αξουµιτική εµπορική δραστηριότητα, γεγονός που ίσως δικαιολογεί την αναδίπλωση του Αξούµ από την εµπλοκή του και τις κτήσεις του στη Νότια Αραβία, στενά συνδεδεµένο καθώς ήταν µε τα ελληνορωµαϊκά εµπορικά συµφέροντα και σε ανταγωνισµό µε τους νοτιοάραβες. Ο H. von Wissmann υποστηρίζει ότι το 265 µ.Χ. το Αξούµ δεν έχει πια κτήσεις στη Νότια Αραβία, ενώ κάνει λόγο και για εσωτερικά προβλήµατα και εξεγέρσεις.171 ∆ιόλου απίθανο εποµένως οι εξεγέρσεις στο εσωτερικό του Αξούµ να συνδέονται και µε διαφοροποιήσεις σε σχέση µε τον προσανατολισµό της εξωτερικής του πολιτικής ίσως και κατόπιν ξένων υποκινήσεων. Κάποιοι ηγεµόνες δηλαδή να έχουν έρθει σε επαφή µε τη Ζηνοβία και να της έχουν δώσει βοήθεια είτε µε στόχο τον επαναπροσδιορισµό των οικονοµικών τους συµφερόντων και την αποδέσµευσή τους από τη Ρώµη είτε µε στόχο τη δική της υποστήριξη σε αποσχιστικά τους σχέδια. Ως γνωστόν τάσεις αυτονόµησης δεν έλειψαν ποτέ στην ιστορία του Βασιλείου του Αξούµ. Όπως µάλιστα αποκαλύπτεται από επιγραφή του Εζανά172 µια από τις πρώτες ενέργειές του µετά την ενηλικίωσή του και την ανάληψη της εξουσίας είναι και η περιοδεία του στην επικράτειά του για συλλογή φόρων υποτέλειας και επικύρωση της εξουσίας του. Το γεγονός δε ότι στις αρχές του 4ου αιώνα µ.Χ. οι Κιναιδοκολπίτες φαίνεται να υπάγονται στον έλεγχο Αράβων από τη Βόρεια Αραβία και µάλιστα µε την υποστήριξη των Ρωµαίων,173 ίσως δείχνει κάποιον κλυδωνισµό στις καλές σχέσεις Ρώµης και Αξούµ και κάποιες ανακατανοµές επιρροών στον ευρύτερο χώρο που επηρεάζεται από τα ρωµαϊκά και παρθο-περσικά συµφέροντα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απίθανο να είχε παρασχεθεί στρατιωτική βοήθεια στη Ζηνοβία.174 Άλλωστε το Αξούµ διέθετε στρατιωτική δύναµη και οι ακοντιστές του φηµίζονταν για τις ικανότητές τους.175 Θεωρούµε πολύ παρακινδυνευµένο να γίνει λόγος για οποιαδήποτε επίσηµη συµφωνία µεταξύ Αξούµ και Παλµύρας, πάντως κάποια προσέγγιση της Ζηνοβίας προς τον βασιλιά του Αξούµ ή κάποιον από τους άρχοντες δεν µπορεί να αποκλειστεί. Εκείνο που µπορούµε να πούµε µε βεβαιότητα είναι ότι η καταστροφή της Παλµύρας δηµιούργησε προβλήµατα και στο εµπόριο των Υεµενιτών, γεγονός που ενίσχυσε το ρόλο των Αξουµιτών στη διεκπεραίωση του εµπορίου στην Ερυθρά Θάλασσα. Η κοπή νοµισµάτων που τοποθετείται στο διάστηµα από το 270 µ.Χ.
βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Στ, σελ. 324. βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 80, 90. 172 DAE, IV, 8. Σχετικά µε αυτή την επιγραφή υπάρχει και η άποψη ότι ανήκει στον πατέρα του Εζανά, Ella Amida, βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5. 173 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 80, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 338-339. 174 Την άποψη για συµµαχία ανάµεσα σε Αξούµ και Παλµύρα υποστηρίζει ο Conti Rossini, βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 86, ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 61. 175 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:3.
171
170
63
και µετά176 δείχνει την προϊούσα ευηµερία του Βασιλείου του Αξούµ και τα ευεργετήµατα που έχει από τη σύνδεσή του µε τα ελληνορωµαϊκά οικονοµικά συµφέροντα. Έτσι, ακόµα κι αν υπήρξε κάποια µικρότερου ή µεγαλύτερου βαθµού προσέγγιση µε δυνάµεις που αντιστρατεύτηκαν τη ρωµαϊκή κυριαρχία, το βέβαιο είναι ότι το Αξούµ στον 4ο µεταχριστιανικό αιώνα βρίσκεται ακόµα στενότερα προσδεµένο µε τον ελληνορωµαϊκό κόσµο, γεγονός που µαρτυρείται και από την τόσο πρώιµη υιοθέτηση από µέρους του του χριστιανισµού και µάλιστα ως επιλογή της ηγεσίας του κι όχι ως ανάγκη προερχόµενη από αιτήµατα των κοινωνικών στρωµάτων. Με την υιοθέτηση του χριστιανισµού ως επίσηµης θρησκείας του, το Αξούµ είναι σα να δηλώνει τη νοµιµοφροσύνη του στην πρόσφατα εκχριστιανισµένη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία που αναδιοργανωµένη από το ∆ιοκλητιανό και µετά έχει εκδηλώσει πάλι δυναµικά το ενδιαφέρον της για την εµπορική δραστηριότητα στην Ερυθρά Θάλασσα και το εµπόριο µε την Ανατολή.177 Γενικά, κάνοντας λόγο για στρατιωτικές σχέσεις ανάµεσα στην Ανατολική Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία και το Βασίλειο του Αξούµ, θα πρέπει να πούµε ότι αυτές οι σχέσεις άπτονται περισσότερο των πολιτικών διεργασιών και είναι έµµεσες. Πριν τον 6ο αιώνα µ.Χ. δεν µπορούµε να µιλάµε για οποιαδήποτε επίσηµη συµφωνία για στρατιωτική συνεργασία. Και βέβαια σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του Αξούµ δεν εντοπίζεται πουθενά άµεση αντιπαράθεση σε επίπεδο στρατιωτικών σχέσεων µε τη Ρωµαϊκή / Βυζαντινή Αυτοκρατορία. 3. Ο ρόλος του Αξούµ στο νότιο σύνορο της Αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο Η Αίγυπτος είχε πάντα πολύ µεγάλη σπουδαιότητα για την Ρωµαϊκή / Βυζαντινή Αυτοκρατορία.178 Αφενός ήταν ο σιτοβολώνας της κι αφετέρου κατείχε εξαιρετικά σηµαντική θέση στο εµπόριο. Γι’ αυτό και οι αυτοκράτορες ανέκαθεν έδειχναν ιδιαίτερη σηµασία στην οργάνωσή της. Ήδη από την εποχή του Αυγούστου είχε υπαχθεί στον άµεσο έλεγχό του ως αυτοκρατορική επαρχία. Το νότιο σύνορο της Αιγύπτου ήταν ταυτόχρονα και σύνορο της Αυτοκρατορίας. Πέρα από αυτό εκτεινόταν η περιοχή της Νουβίας και τα βασίλεια της Μερόης και του Αξούµ, η Αιθιοπία των αρχαίων.179 Εκεί, στην περιοχή της Θηβαΐδας, υπήρχε ένα ευπαθές και συχνότατα ανοικτό µέτωπο, ενώ παράλληλα οι όµορες στην περιοχή αυτή µε το Βυζάντιο φυλές είχαν συµµετοχή στο ζωτικό εµπόριο της Ερυθράς Θάλασσας και εµπλοκή στους βυζαντινοπερσικούς ανταγωνισµούς της ευρύτερης περιοχής. Το κύριο πρόβληµα που υπήρχε σε αυτό το νότιο σύνορο ήταν οι επιδροµές των Βλεµµύων και των Νοβάδων, που πολλές φορές έγιναν ιδιαίτερα επικίνδυνες. Οι Βλέµµυες ή Βεγά (Beja) ήταν µια φυλή χωρίς ενιαία κρατική υπόσταση, που βρίσκονταν εγκαταστηµένοι µεταξύ του Νείλου και της Ερυθράς Θάλασσας.
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 13, 82-84, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 4:7, 9:1,2, 13:1. 177 βλ. και σελ. 47-51 του παρόντος. 178 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Στ, σελ. 319-355, τ. Ζ, σελ. 461-473. 179 βλ. παράρτηµα 2.
176
64
Ιδιαίτερη σηµασία έχει η εγκατάστασή τους στην περιοχή της ∆ωδεκασχοίνου. Ζούσαν νοµαδικά και ήταν αυστηρά προσηλωµένοι σε παγανιστικές θρησκείες. Υπό τον έλεγχό τους βρίσκονταν ορυχεία χρυσού και σµαραγδιών. Στα µέσα του 3ου µεταχριστιανικού αιώνα, επί αυτοκράτορα ∆έκιου, αναφέρονται συγκρούσεις του ρωµαϊκού στρατού µε τους Βλέµµυες, µετά από σχεδόν δυο αιώνες ειρήνης που είχε παγιωθεί από την εποχή του Αυγούστου. Εικάζεται ότι µια αιτία για αυτές ήταν η πίεση που ένιωθαν λόγω της επέκτασης της δύναµης του Αξούµ.180 Κατά τη διάρκεια των γεγονότων στην Παλµύρα, την είσοδο της Ζηνοβίας στην Αίγυπτο και την εξέγερση του Φίρµου, οι Βλέµµυες δρουν ενάντια στη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία, συµµαχώντας µε τους αντιπάλους της. Αναφέρονται µάλιστα και αυτοί ανάµεσα σε αυτούς που αιχµαλωτίστηκαν στην Παλµύρα και κόσµησαν το θρίαµβο του Αυρηλιανού. Η κατάσταση ρυθµίστηκε από το ∆ιοκλητιανό, ο οποίος κατά το ταξίδι του στην Αίγυπτο το 298 µ.Χ. προέβη σε συνοριακές ρυθµίσεις.181 Με τις ρυθµίσεις αυτές αντιµετωπίστηκε ως ένα βαθµό το πρόβληµα των συνόρων, χωρίς όµως να αποφευχθούν εντελώς οι επιδροµές των Βλεµµύων. Τον 4ο αιώνα µ.Χ. δεν υπάρχουν σοβαρές ενοχλήσεις από τους Βλέµµυες, γεγονός που µπορεί να αποδοθεί και στο ρόλο του Αξούµ. Συγκεκριµένα, στην τρίγλωσση παγανιστική επιγραφή του βασιλιά Εζανά182 βλέπουµε να γίνεται λόγος για πολεµικές επιχειρήσεις εναντίον των Βεγά (Βουγαείτες στο κείµενο της επιγραφής), οι οποίες είχαν ως αποτέλεσµα την ήττα τους και µάλιστα την µετακίνηση έξι οµάδων από τις φυλές τους σε περιοχή στο εσωτερικό του Βασιλείου του Αξούµ που στο κείµενο ονοµάζεται Μάτλια.183 Η πρακτική της µετακίνησης των φυλών θυµίζει αντίστοιχες ρωµαϊκές / βυζαντινές πολιτικές.184 Είναι σηµαντικό πάντως πως όλη αυτή η επιχείρηση του Εζανά αποδυνάµωσε τους Βλέµµυες και τους έθεσε υπό την επικυριαρχία του Βασιλείου του Αξούµ, γεγονός που θα πρέπει να συνδέεται και µε την ειρήνη που απολαµβάνει το σύνορο της Θηβαΐδας. Χωρίς να µπορούµε να κάνουµε λόγο για κάποια συνεννόηση µεταξύ Βυζαντίου και Αξούµ βασισµένοι σε στοιχεία, όµως ένα τέτοιο ενδεχόµενο δεν µπορεί να αποκλειστεί µε δεδοµένες τις σχέσεις που υπάρχουν ανάµεσα στα δύο κράτη185 και που οδήγησαν στον εκχριστιανισµό του Αξούµ λίγο αργότερα. Προβλήµατα µε τους Βλέµµυες παρουσιάζονται πάλι από τα τέλη του 4ου και κατά τον 5ο αιώνα µ.Χ. Την εποχή εκείνη το κράτος του Αξούµ βρίσκεται σε εσωτερική κρίση και ο έλεγχός του πάνω σε Βεγά και Νοβάδες, όπως επίσης και στη Νότια Αραβία, προφανώς είχε εξασθενίσει. Μάλιστα οι Βλέµµυες εκµεταλλευόµενοι την παρακµή του Αξούµ φαίνεται να αναµειγνύονται πιο
βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Στ, σελ. 324. βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 123, SHINNIE, Nubia. 182 DAE, IV, no 4, 6, 7. 183 Η θέση αυτής της περιοχής δεν είναι γνωστή. Πάντως υπάρχει ακόµα και σήµερα µια περιοχή κοντά στη λίµνη Τάνα που ονοµάζεται Begemdir (: γη των Βεγά), ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 65. 184 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 174. Τέτοιες ήταν, για παράδειγµα, οι συνοριακές ρυθµίσεις του ∆ιοκλητιανού, που χρησιµοποίησε τους Νοβάδες για την προστασία του νότιου συνόρου της Αιγύπτου. Βλ. και το παραπάνω σχ. 181. 185 βλ. σχετικά στο κεφ. Πολιτικές, διπλωµατικές του παρόντος και ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 62.
181
180
65
ενεργά στο εµπόριο των παραλίων της Ερυθράς Θάλασσας από το Κλύσµα στην Άδουλη.186 Την περίοδο εκείνη γίνεται λόγος για συµµαχία ανάµεσα σε Βεγά, Νοβάδες και Οµηρίτες, οι οποίοι ενεργούν υπό ιουδαϊκή επιρροή.187 Είναι πολύ πιθανό οι επιδροµές στη Θηβαΐδα να υποκινούνται από τους φιλοπέρσες Ιουδαίους της Νότιας Αραβίας. Ο στρατηγός των Βυζαντινών Μαξιµίνος, που προφανώς ήταν στρατιωτικός διοικητής στη Θηβαΐδα, το 453 µ.Χ. αντιµετωπίζει τους Βλέµµυες και τους Νοβάδες, τους νικά και τους αναγκάζει να έρθουν σε διαπραγµατεύσεις.188 Τα προβλήµατα όµως συνεχίστηκαν στα σύνορα της Αιγύπτου. Και στις αρχές του 6ου αιώνα µ.Χ. το νότιο σύνορο της Αιγύπτου συχνά παραβιάζεται από επιδροµές των Βλεµµύων. Όµως τους βρίσκουµε στα χρόνια του Ιουστίνου να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του Βυζαντίου και πιθανότατα ήταν φοιδεράτοι του.189 Νωρίτερα, στην αφήγηση του Κοσµά Ινδικοπλεύστη για το βασίλειο του Αξούµ που το επισκέφθηκε κατά τον 6ο αιώνα µ.Χ., βρίσκουµε αναφορά του στους Βλέµµυες και στο εµπόριο σµαραγδιών που αυτοί διενεργούν υπό τον έλεγχο του Αξούµ.190 Επίσης σε επιγραφή του Καλέµπ191 στον τίτλο του αναφέρει ως υποτελείς του και τους Βεγά. Βλέπουµε λοιπόν ότι και σε αυτή την περίπτωση µπορεί να γίνει κάποιος συσχετισµός ανάµεσα στο καθεστώς των Βλεµµύων σε σχέση µε τους Αξουµίτες και στις σχέσεις τους µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Πιθανότατα κάποια ευρύτερη συµµαχία έχει διαµορφωθεί στην περιοχή στην οποία συµπεριλαµβάνονται και οι Αξουµίτες και οι Βλέµµυες. Το πρόβληµα του νοτίου συνόρου της Αιγύπτου αντιµετωπίστηκε από τον Ιουστινιανό και µε την προσπάθεια του ίδιου και της Θεοδώρας για τον εκχριστιανισµό των Νοβάδων.192 Στο έργο αυτό και το Αξούµ έχει παίξει κάποιο ρόλο.193 Κλείνοντας την αναφορά µας στο ρόλο του Αξούµ σε σχέση µε την ασφάλεια του νότιου συνόρου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο θα παραθέσουµε την άποψη που αναφέρει ο Κοbishchanov, (Axum, σελ. 40) : “Roman-Byzantine governments in their struggle with Beja relied upon the tribes of the Noba but they were not always able to oppose the onslaught of the Beja. The help of a more powerful state which bordered upon Beja territory was needed. Axum was such a state in the period of maximum expansion of the Beja along the Egyptian frontier”. Παρατηρώντας και τα γεγονότα θα δούµε ότι το νότιο σύνορο της Ρωµαϊκής – Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο αντιµετώπιζε λιγότερα προβλήµατα από τις επιδροµές των Βλεµµύων, όταν οι τελευταίοι βρίσκονταν υπό τον αξουµιτικό έλεγχο, ενώ γίνονταν πολύ πιο απειλητικοί σε περιόδους που οι κρίσεις στο Βασίλειο του Αξούµ τους άφηναν µεγαλύτερα περιθώρια απρόσκοπτης και αυτόνοµης δράσης. Αυτό µας κάνει
βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 192. βλ. ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 79. 188 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 64-66. 189 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 238-239, 327-328. 190 βλ. McCRINDLE, Christian Topography, book II, σελ. 368-369. 191 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5. 192 βλ. σελ. 39, σχ. 10 του παρόντος. 193 KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 109 : “Under the cross-influence of Byzantine Egypt and Ethiopia, Nubia was Christianized”.
187
186
66
να θεωρούµε πιθανή τη συνεννόηση Βυζαντίου – Αξούµ και την προσφορά υπηρεσιών του Βασιλείου του Αξούµ προς τους Βυζαντινούς εταίρους του, στην προσπάθεια χειραγώγησης κι ελέγχου των Βλεµµύων. Γεγονός που ενισχύεται και από το ότι ο έλεγχος του Αξούµ στους Βλέµµυες εξυπηρετεί και τα δικά του οικονοµικά συµφέροντα, αφού του επιτρέπει καλύτερο έλεγχο στους εµπορικούς δρόµους και του δίνει πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές. 4. Στρατιωτική δραστηριότητα στην Νότια Αραβία Το γεγονός που αποκαλύπτει ξεκάθαρα τη συνεργασία Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και Βασιλείου του Αξούµ, και µάλιστα σε επίπεδο επικοινωνίας µέσω επίσηµων πρεσβειών του αυτοκράτορα του Βυζαντίου και του βασιλιά του Αξούµ, είναι η δράση που αναπτύσσουν οι Αιθίοπες στη Νότια Αραβία κατά τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα µ.Χ.,194 µε αφορµή τους εκεί διωγµούς Χριστιανών από τον εβραϊκής θρησκείας ηγέτη των Οµηριτών, Ντου Νουβάς, που είχε ανακηρύξει τον Ιουδαϊσµό ως επίσηµη θρησκεία της επικράτειάς του.195 Ανάµεσα στους διωκόµενους Χριστιανούς βρίσκονταν τόσο Οµηρίτες όσο και άλλων εθνοτήτων, όπως Αιθίοπες, Πέρσες και Βυζαντινοί. Τα κίνητρα του διωγµού αυτού δεν ήταν µόνο θρησκευτικά. Με το µέρος του Ντου Νουβάς, εκτός των Ιουδαίων, συµπαρατάχθηκαν και Νεστοριανοί και Οµηρίτες οπαδοί της παλιάς θρησκείας. Όλους αυτούς δεν τους ενώνει µόνο η αντιπαράθεσή τους προς τη χριστιανική θρησκεία, αλλά πίσω από αυτή τη συσπείρωση εντοπίζεται η προσπάθεια διασφάλισης από µέρους τους της θέσης τους στην εµπορική δραστηριότητα της περιοχής. Άρα ένα βασικό χαρακτηριστικό του µετώπου που συµπτύχθηκε ήταν ο αντιβυζαντινός του χαρακτήρας, µιας και οι παραπάνω οµάδες εναντιώνονται στο βυζαντινό ρόλο στην περιοχή, εξαιτίας της υποστήριξης που το Βυζάντιο παρείχε στους Χριστιανούς εµπόρους, οι οποίοι αναπτύσσονταν σε βάρος των υπολοίπων. Η σύµπραξη αυτή προσδίδει στη σύγκρουση και χαρακτήρα εθνικιστικό. Στρέφεται δηλαδή κατά των Αιθιόπων που ασκούν επικυριαρχία στη χώρα έχοντάς την καταστήσει υποτελή του θρόνου του Αξούµ. Και οι Αιθίοπες,
Για τα γεγονότα αυτά γίνεται λόγος και στις σελ. 29-35 του παρόντος. Βλ. επίσης ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 23-45, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 239-289, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 126-143, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 90-108. 195 Ο Χριστιανισµός στη Νότια Αραβία άρχισε να διδάσκεται από τον 1ο κιόλας µεταχριστιανικό αιώνα. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, σύµφωνα µε µια εκδοχή, κήρυξε εκεί (SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 127). Ο εκχριστιανισµός της όµως άρχισε συστηµατικότερα από τον 4ο αιώνα µ.Χ., κατόπιν πρωτοβουλίας του αυτοκράτορα Κωνστάντιου, ο οποίος απέστειλε εκεί για τον σκοπό αυτό τον Θεόφιλο τον επονοµαζόµενο Ινδό, οπαδό της αίρεσης του Αρειανισµού, όπως και ο ίδιος ο αυτοκράτορας, που θεµελίωσε εκκλησίες. Ταυτόχρονα Χριστιανοί Βυζαντινοί έµποροι ήταν εγκαταστηµένοι και δραστηριοποιούνταν στα εµπορικά κέντρα και τους σταθµούς της Νότιας Αραβίας. Όµως ο Χριστιανισµός δεν είχε ιδιαίτερα µεγάλη διάδοση στην περιοχή. Σε αυτό συνέβαλε και η εχθρότητα που συνάντησε από τους Ιουδαίους που είχαν σηµαντική παρουσία και µεγάλη οικονοµική διείσδυση στην περιοχή. Μεγάλο µέρος του πληθυσµού παρέµενε λοιπόν πιστό στη λατρεία της παλιάς του πολυθεϊστικής θρησκείας, πολλοί ήταν οι Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί αποτελούσαν µειονότητα. (ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 240). Για τις διάφορες εκδοχές σχετικά µε την είσοδο του Χριστιανισµού στη Νότια Αραβία βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 14-19.
194
67
συστρατευµένοι µε τη βυζαντινή πολιτική που προάγει και τα δικά τους συµφέροντα, παρέχουν την υποστήριξή τους σε Χριστιανούς εµπόρους, Βυζαντινούς και Αξουµίτες. Εποµένως, το υπόβαθρο όλων αυτών ήταν τα οικονοµικά συµφέροντα που διακυβεύονταν και βέβαια όλα αυτά εκτυλίσσονται µέσα στο πλαίσιο των βυζαντινο-περσικών ανταγωνισµών στην περιοχή.196 Τη µεγάλη σηµασία που οι Πέρσες δίνουν στην περιοχή, τη δεδοµένη στιγµή ειδικά, τη διαπιστώνουµε από το γεγονός της άµεσης επέµβασής τους σε αυτήν µερικές δεκαετίες αργότερα, το 577 µ.Χ., και την τελική προσάρτησή της στο κράτος τους. Οι διωγµοί των Χριστιανών στη Νότια Αραβία συγκλόνισαν το χριστιανικό κόσµο, ο οποίος αποφάσισε να αντιδράσει. Την άµεση δράση εναντίον του Ντου Νουβάς και των οπαδών του ανέλαβε ο βασιλιάς του Αξούµ Καλέµπ. Με στρατό εισέβαλε στη Νότια Αραβία και τον νίκησε το 525 µ.Χ.197 Πώς συνδέεται όµως η στρατιωτική δράση του Καλέµπ µε τη Βυζαντινή πολιτική; Όπως ήταν φυσικό, οι διωκόµενοι Χριστιανοί ζήτησαν τη βοήθεια των δυο χριστιανικών δυνάµεων που θα µπορούσαν να τους βοηθήσουν, του Βυζαντίου και του Αξούµ. Σχετικά µε το πώς έγινε η πληροφόρηση των δύο ηγεµόνων, υπάρχουν διάφορες εκδοχές, που δε θα µας απασχολήσουν εδώ. Γίνεται, φέρ’ ειπείν, λόγος για επιστολές που στάλθηκαν από διασωθέντες των διωγµών ή προσωπική ενηµέρωση από Χριστιανούς της Συρίας, στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολη ή στο βασιλιά του Αξούµ.198 ∆ιχογνωµία επίσης υπάρχει και ως προς το ποιος από τους δυο Χριστιανούς ηγεµόνες υποκίνησε τη δραστηριοποίηση του άλλου. Οι βυζαντινές πηγές199 αναφέρουν ότι ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Α΄ έστειλε επιστολές στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Τιµόθεο και στον βασιλιά του Αξούµ Καλέµπ, ζητώντας την στρατιωτική παρέµβαση στην περιοχή.200 Πρότεινε µάλιστα να συµπράξει µαζί µε τον αξουµιτικό και βυζαντινός στρατός από την Αίγυπτο, στον οποίο θα µετείχαν αποσπασµένα σώµατα των υπόσπονδων, όπως φαίνεται εκείνη την εποχή, στο Βυζάντιο, Βλεµµύων και Νοβάδων. Αραβικές πάλι πηγές201 αφήνουν την πρωτοβουλία για ανάληψη δράσης στον Καλέµπ, που αυτός, υποτίθεται, απευθύνθηκε µε επιστολή στον Ιουστίνο. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει συνεργασία µεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου του Αξούµ. Είναι πολύ πιθανό να έστειλε ο Ιουστίνος επιστολή στον Καλέµπ, µιας και ο Βυζαντινός αυτοκράτορας θεωρούσε τον εαυτό του ως προστάτη των Χριστιανών της οικουµένης.202 Άλλωστε η πολιτική του Ιουστίνου και του
Για τις σχέσεις Βυζαντίου – Περσίας κατά τον 6ο αιώνα µ.Χ. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 160-162, 178-181, 183, 189-190, 199-201. 197 Η λεπτοµερής εξιστόρηση των γεγονότων δε θα µας απασχολήσει στο σηµείο αυτό. Βλ. σελ. 29-35 του παρόντος. 198 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 131-132, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 252-255. 199 Πληροφορίες για τις πηγές των γεγονότων αυτών, βλ. στα ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 45-52, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 29-41, 241-245. 200 Για το περιεχόµενο των επιστολών αυτών βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 66-69. 201 βλ. σηµ. 194 σελ. 67 του παρόντος. 202 Το γεγονός πως τόσο οι Αξουµίτες όσο και οι Οµηρίτες Χριστιανοί ακολουθούσαν το µονοφυσιτικό δόγµα, δε φαίνεται να επηρεάζει τη στάση του Βυζαντίου. Και τούτο γιατί το Βυζάντιο προσπαθεί να επιβάλλει ένα ενιαίο δόγµα, εν προκειµένω το ορθόδοξο, στην
196
68
διαδόχου του Ιουστινιανού, είχε αναγάγει την Αραβική Χερσόνησο σε ζωτικότατη περιοχή εκδίπλωσης των βυζαντινών πολιτικών και οικονοµικών συµφερόντων. Άρα τα γεγονότα που διαδραµατίζονταν εκεί ενέπιπταν στο άµεσο ενδιαφέρον του Βυζαντίου. Με την επιστολή του – εφόσον δεχθούµε την εγκυρότητα του περιεχοµένου της – ο Ιουστίνος φαίνεται να επιπλήττει εµµέσως τον Καλέµπ, γιατί επέτρεψε να δροµολογηθούν αυτές οι εξελίξεις σε περιοχή που βρισκόταν υπό τον έλεγχό του203 και του ζητάει την άµεση παρέµβασή του, υποσχόµενος και βυζαντινή βοήθεια.204 Παρατηρώντας το κείµενο της επιστολής, θα µπορούσαµε να πούµε ότι διακρίνεται ένας επιτακτικός τόνος. Ο Ιουστίνος φαίνεται να εξαπολύει συγκεκαλυµµένη απειλή στον Καλέµπ. Στην υποθετική πρόταση «Ει γαρ τούτο οκνήσει ποιήσαι η ση οσιότης» υπάρχουν δύο αποδόσεις : «ουρανόθεν µεν.... ηµείς δε....». Άρα ο Βυζαντινός αυτοκράτορας υπονοεί ανάληψη δράσης από τον ίδιο, σε περίπτωση ολιγωρίας του Καλέµπ. Ο βυζαντινός στρατός θα διερχόταν από την επικράτεια του Αξούµ. Προβληµατική παραµένει η χρήση της φράσης «πάσαν συντρίψωσι» και η συντακτική της θέση. Ποια είναι η γη που θα «συντρίψουν» τα στρατεύµατα, η αιθιοπική ή η οµηριτική;205 Και µήπως αυτή η ασάφεια είναι σκόπιµη και δεν οφείλεται στο συγγραφέα του Μαρτυρίου του Αγ. Αρέθα, αλλά στον συντάκτη της επιστολής; Όπως και να έχει πάντως, βλέπουµε τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου να θεωρεί το Αξούµ ως στρατιωτική δύναµη που έχει τη δυνατότητα να την παρακινήσει σε δράση και να την χρησιµοποιήσει για τους σκοπούς του. Η παρέµβαση του Αξούµ θα διατηρούσε ανέπαφα τα χριστιανικά – βυζαντινά συµφέροντα στην περιοχή και θα την επανέφερε στον έλεγχο του Βασιλείου του Αξούµ. Η υπαγωγή σε αυτή την κατάσταση δε φαίνεται να ενοχλεί τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που µάλιστα την επιδιώκει. Άρα θεωρεί ισχυρή την επιρροή της στο Αξούµ και δεν θίγεται από τη δική του πολιτική και οικονοµική ενδυνάµωση. Από την άλλη ο βασιλιάς Καλέµπ αναλαµβάνει δράση µε κάποια χρονική καθυστέρηση, αν λάβουµε υπόψη τους διωγµούς που είχαν ξεκινήσει σε άλλες πόλεις, πριν τη Ναγράν,
επικράτειά του, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την εσωτερική του ενότητα – συχνά µάλιστα προβαίνει σε σκληρές διώξεις των ετερόδοξων στην επικράτειά του – όµως εκτός των ορίων του θεωρεί όλους τους Χριστιανούς ως ανήκοντες στην οικουµενικότητά του. Ο προσηλυτισµός στο Χριστιανισµό – ανεξαρτήτως δόγµατος – των περιφερειακών φυλών εξασφαλίζει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία συµµαχικές δυνάµεις και καλύτερη άµυνα κι ως εκ τούτου είναι σταθερή επιδίωξη της πολιτικής του. Βλ. σχετικά και Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 157-159, 194-196, VASILIEV, Ιστορία, σελ. 167-168. 203 “ ...και ήλθεν εις ηµάς ότι ο αντάρτης, ώτινι επίστευσας τη βασιλείαν των Οµηριτών, δραξάµενος καιρού, πάντας τους υφ’ υµών σταλέντας χριστιανούς Αιθίοπας µετά των ευρεθέντων εκεί Ρωµαίων και Περσών χριστιανών, φόνω µαχαίρας ανείλε...» απόσπ. από Acta Arethas που περιλαµβάνεται στο HENDRICKX, Documents, σελ. 66-69. 204 “...Προτρεπόµεθα τοίνυν και ενορκούµεν κατά της αγίας και οµοουσίου Τριάδος την σην αδελφότητα,...εξελθείν, είτε πλοή, είτε πεζή, κατά του µυσαρού και παρανόµου εβραίου. Ει γαρ τούτο οκνήσει ποιήσαι η ση οσιότης, ουρανόθεν µεν οργίζεται αυτή ο Θεός και τη αυτής πολιτεία ۟ ηµείς δε δια Κόπτου και Βερονίκης των λεγοµένων Βλεµµύων και Νοβάδων πλήθος στρατευµάτων εκπέµψαντες, παρόδω χρησάµενα τα στρατόπεδα ηµών δια της γης σου, πάσαν συντρίψωσι, τον δε Οµηρίτην και την χώρα αυτού πάσαν εις τέλειον αφανισµόν και ανάθεµα καταστήσωσιν.» ο.π. 205 βλ. HENDRICKX, Remarks, σελ. 195.
69
και που κύριος στόχος τους ήταν οι αιθιοπικές τους φρουρές.206 Όπως έχουµε ήδη πει,207 ο Καλέµπ, πιθανότατα, αντιµετώπιζε εσωτερικά προβλήµατα που εµπόδιζαν τη δράση του.208 Αναλαµβάνει όµως τελικά δράση στη Νότια Αραβία είτε κατόπιν της υπόδειξης του Ιουστίνου είτε έχοντας τη σύµφωνη γνώµη του – αν δεχτούµε πως αυτός αναλαµβάνει την πρωτοβουλία της επιστολής. Και στην περίπτωση αυτή όµως – εφόσον την προκρίνουµε – το Αξούµ φαίνεται να λαµβάνει σοβαρά υπόψη του την βυζαντινή παρουσία και συµφέροντα στην περιοχή. Αυτό είναι απόλυτα δικαιολογηµένο, όχι µόνο γιατί το ίδιο το Αξούµ επωφελείται από την προώθηση αυτών των συµφερόντων, αλλά κι επειδή, όπως είδαµε,209 η βυζαντινή διπλωµατική παρέµβαση ήταν που απέτρεψε τελικά τη σύµπραξη Λαχµιδών και Περσών µε τον Ντου Νουβάς και την ενδυνάµωσή του. Ο Καλέµπ αναλαµβάνει δράση και οργανώνει εκστρατευτικό σώµα προς την Νότιο Αραβία. Στη δύναµη αυτή δεν µετέχουν αποσπασµένα στρατιωτικά σώµατα του βυζαντινού στρατού της Αιγύπτου.210 Προφανώς ούτε το Βυζάντιο θα ήταν πρόθυµο να χρησιµοποιήσει τα, επισφαλή ως προς τη νοµιµοφροσύνη τους σε αυτό, στρατιωτικά αποσπάσµατα των Βλεµµύων και Νοβάδων ούτε ο Καλέµπ θα επιθυµούσε µια ενεργότερη ανάµειξη των Βυζαντινών στα εσωτερικά του κράτους του.211 Η βοήθεια του Βυζαντίου – πέραν αυτής σε διπλωµατικό επίπεδο – περιορίζεται στην παραχώρηση πλοίων για τη διαπεραίωση του αξουµιτικού στρατού στις ανατολικές ακτές της Ερυθράς Θάλασσας.212 Κατά πάσα πιθανότητα µάλιστα τα πλοία αυτά ήταν εµπορικά πλοία Βυζαντινών πολιτών, που χρησιµοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό. Με τη δράση λοιπόν των Αξουµιτών και κατόπιν συνεργασίας µε τους Βυζαντινούς, αποτράπηκε η ιουδαϊκή επικράτηση στη Νότια Αραβία και η υπαγωγή της στον περσικό έλεγχο, εκείνη τη δεδοµένη στιγµή.213 Οι Οµηρίτες έγιναν υποτελείς στο Αξούµ.
βλ. σελ. 31 του παρόντος βλ. σελ. 32, σηµ. 121 του παρόντος 208 Προβλήµατα στην εσωτερική πολιτική ζωή του Αξούµ έχουµε δει να εµφανίζονται και σε άλλες περιόδους, όπως π.χ. πριν τον εκχριστιανισµό του στα τέλη του 3ου / αρχές του 4ου αιώνα (βλ. σελ. 15, 54-55 του παρόντος). Φαίνεται πολύ πιθανό η υποκίνηση αυτών των αναταραχών να προκαλείται από περσικά και ιουδαϊκά συµφέροντα, που δεν έχουν δυνατότητα άµεσης παρέµβασης στο Βασίλειο του Αξούµ, αλλά επιθυµούν την αποδυνάµωσή του. Το ότι υπήρχε ιουδαϊκή διείσδυση και στο Αξούµ, µαρτυρείται και από τη µεταγενέστερη σύνδεση που βρίσκουµε στην Kebra Nagast και στην υιοθέτηση της σολοµώντειας καταγωγής της αιθιοπικής δυναστείας. 209 βλ. σελ. 31-32 του παρόντος. 210 ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 255. 211 Στο σηµείο αυτό είναι σκόπιµο να παρατεθεί και η άποψη του ότι το Αξούµ έγινε µεν χριστιανικό κράτος για να επιτύχει τη σύνδεσή του µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, υιοθέτησε όµως το µονοφυσιτικό δόγµα σε µια προσπάθεια να κρατήσει κάποιες αποστάσεις από αυτή, που διατυπώνεται από τον KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 107-108 212 βλ. DORESSE, Ethiopia, σελ. 86, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 256-7, 324, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 132-133, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 99-101, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 212-213. 213 Όπως έχουµε δει, αυτό δεν έγινε δυνατό να αποτραπεί αργότερα, όταν τα προβλήµατα των διαδόχων του Ιουστινιανού τους κάνουν να ολιγωρήσουν για την περιοχή γεγονός που
207
206
70
Η συντονισµένη, κατά κάποιο τρόπο, αυτή δραστηριότητα Βυζαντίου και Αξούµ ακολουθήθηκε από µια πιο άµεση πρόταση για στρατιωτική συνεργασία. Αυτή τη φορά ήταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός που απέστειλε πρέσβεις στους Οµηρίτες και τους Αξουµίτες, στο διάστηµα 527 µε 535 µ.Χ.214 Οι πρεσβείες πραγµατοποιήθηκαν µε πρέσβεις τους Ιουλιανό και Νόννοσο και οι αποστολές τους περιλάµβαναν προτάσεις για στρατιωτική και για οικονοµική συνεργασία µε το Βυζάντιο. Για τις πρεσβείες αυτές θα γίνει λόγος αναλυτικότερα πιο κάτω, στην ενότητα για τις διπλωµατικές σχέσεις Βυζαντίου – Αξούµ.215 Σε ότι αφορά όµως την πρόταση για στρατιωτική συνεργασία, θα πρέπει να πούµε ότι συνδέεται µε το βυζαντινο-περσικό πόλεµο και την κρίση του ανατολικού συνόρου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας των ετών 528-532 µ.Χ.216 Αρχικά, πρώτος απεσταλµένος ήταν ο Ιουλιανός, ο οποίος προτείνει στους Οµηρίτες και Αξουµίτες την από κοινού µε τους Βυζαντινούς ανάληψη πολεµικής δράσης εναντίον των Περσών.217 Ο βασιλιάς του Αξούµ Καλέµπ, αφού δέχτηκε µε τιµές τον αυτοκρατορικό Βυζαντινό απεσταλµένο, υποσχέθηκε σύµπραξη η οποία όµως δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Μιλώντας για τις σχέσεις Βυζαντίου - Αιθιοπίας κατά το χρονικό αυτό διάστηµα, θα πρέπει να έχουµε υπόψη µας ότι, µετά τις επιτυχίες του Καλέµπ στη Νότια Αραβία, η δύναµη του Αξούµ έχει επεκταθεί και εκεί. Και το κράτος των Οµηριτών έχει γίνει, κάτω από τη δράση των Αιθιόπων, χριστιανικό κράτος. Ο Καλέµπ αποχωρώντας από τη Νότια Αραβία έχρισε ως βασιλιά του κράτους των Οµηριτών τον Sumafa Ashwa (Εσιµιφαίο των βυζαντινών ιστορικών πηγών), ο οποίος κυβερνά ως υποτελής – εντολοδόχος του Αξούµ και µε την εποπτεία αυτοδιοικούµενης αιθιοπικής φρουράς που τοποθετείται στο κράτος των Οµηριτών από τον Καλέµπ. Εποµένως και η πολιτική του κράτους των Οµηριτών, την περίοδο αυτή, συνδέεται άµεσα µε αυτή του Αξούµ. Οι πρεσβείες λοιπόν του Ιουστινιανού δεν απευθύνονται µόνο προς τον βασιλιά του Αξούµ αλλά και προς τον υποτελή του βασιλιά των Οµηριτών. Όµως και οι Οµηρίτες, τη δεδοµένη εκείνη στιγµή, δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν δράση εναντίον των Περσών και κυρίως εναντίον των Λαχµιδών Αράβων, που κατόπιν υποκίνησης των Περσών επέδραµαν στη Συρία και δηµιουργούσαν σοβαρότατα προβλήµατα στους Βυζαντινούς στην περιοχή της Αντιόχειας. Στόχος της αποστολής του Ιουλιανού προς αυτούς ήταν να τους
οδήγησε στην ένταξή της, τελικά, στην περσική επικράτεια από το 577 µ.Χ. και µετά. Βλ. σελ. 34-35 του παρόντος. 214 Για την ακριβή χρονολόγηση των αποστολών αυτών, καθώς επίσης και για το όνοµα και τη δράση των απεσταλµένων υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Η πιθανότερη είναι πως οι Ιουλιανός και Νόννοσος κατευθύνθηκαν διαδοχικά προς τις ίδιες περιοχές σε διάστηµα λίγων ετών και µε µικρή χρονική απόσταση µεταξύ τους. βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 69-74 ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 260-4, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 103-105, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 137-140. 215 βλ. σελ. 88-91 του παρόντος, βλ. επίσης και σελ. 58 για το οικονοµικό σκέλος των πρεσβειών. 216 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 160-162. 217 Για το πλήρες κείµενο των προτάσεων βλ. Προκόπιος, Πόλεµοι Ι,ΧΧ, 9-13, ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 363-364, HENDRICKX, Documents, σελ. 69-74, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 137.
71
κινητοποιήσει µαζί µε τους υποτελείς τους Άραβες Χινδηνούς και Μααδηνούς εναντίον των Λαχµιδών, δηµιουργώντας κίνηση αντιπερισπασµού.218 Η πρεσβεία του Νόννοσου προς τους Αξουµίτες και τους Οµηρίτες, έχει και αυτή πιθανότατα ως στόχο τη στρατιωτική συνεργασία των τριών αυτών χριστιανικών κρατών εναντίον της Περσίας. Έχει δε και έναν επιµέρους στόχο : τον Καΐσο, φύλαρχο των Χινδηνών και Μααδηνών, την επαναφορά στην εξουσία του οποίου επιδίωξε και ο πρέσβης Ιουλιανός µε την αποστολή του στον Εσιµιφαίο. Αυτό όµως που δεν πέτυχαν άµεσα οι διπλωµατικές αποστολές του Ιουστινιανού, επιτεύχθηκε αργότερα χάρη στη συνεργασία του Βυζαντίου µε τον βασιλιά των Οµηριτών Άβραµο (Abreha ή Abraha), 219 που και αυτός ήταν Χριστιανός. Αυτός στασιάζοντας εναντίον του διορισµένου από τον Καλέµπ, βασιλιά Εσιµιφαίου, πήρε την εξουσία µε τη βοήθεια των αιθιοπικών στρατευµάτων που είχαν παραµείνει στη Νότια Αραβία, µετά τις επιχειρήσεις του Καλέµπ εκεί. Αποκρούοντας τα στρατεύµατα που ο Καλέµπ έστειλε εναντίον του, τελικά, για να νοµιµοποιήσει την εξουσία του, δέχτηκε να πληρώνει φόρο υποτέλειας στο Αξούµ. Κυβερνά λοιπόν υπό την αιγίδα του Αξουµίτη ηγεµόνα, αν και βέβαια η πολιτική του κινείται, σε µεγάλο βαθµό, ανεξάρτητα. Παρόλα αυτά, σε σχέση µε την προώθηση της βυζαντινής πολιτικής στην Αραβική Χερσόνησο, είναι αυτός που προχωρεί σε υλοποίηση των βυζαντινών σχεδίων για περιορισµό των περσικών βλέψεων στην περιοχή, επιχειρώντας επέκταση της δύναµής του σε βάρος των φιλοπερσικών φυλών της Κεντρικής Αραβίας. Ήδη από το 536 µ.Χ.,220 κατά παραβίαση της «απεράντου» ειρήνης που είχε υπογραφεί το 532 µ.Χ.221 µεταξύ Βυζαντίου και Περσίας, είχε αρχίσει να παρατηρείται κινητικότητα στο ανατολικό σύνορο του Βυζαντίου µε παραβιάσεις του από τους Λαχµίδες, ενώ, φυσικά, γεννιόταν η υποψία υποκίνησής τους από την περσική πλευρά. Το 540 µ.Χ. ξεσπάει περσικός πόλεµος που αναγκάζει τον Ιουστινιανό σε άµεση αντίδραση. Σε αυτό βρήκε συνεργάτη στο πρόσωπο του Οµηρίτη βασιλιά Άβραµου, ο οποίος επιδεικνύει µια έντονη φιλοβυζαντινή πολιτική, που, ως ένα βαθµό, ερµηνεύεται και ως απόρροια της προσπάθειάς του για την εξασφάλιση της στήριξης του Βυζαντίου στην αντιπαράθεσή του µε το Αξούµ, µέχρις ότου πετύχει την επίσηµη αναγνώρισή του από τον Αξουµίτη ηγεµόνα, παρά την επιθυµία του οποίου είχε ενεργήσει κατά τη διαδικασία αναρρίχησής του στο θρόνο. Η δράση του Άβραµου, µετά την κατοχύρωση της εξουσίας του και αφού έχει γίνει αποδεκτό το καθεστώς του από το βασιλιά του Αξούµ, διάδοχο του Καλέµπ, έχει ως στόχο την εξάπλωση του κράτους του ανατολικά και βόρεια. Με την εξάπλωση αυτή θέτει υπό τον έλεγχό του ζωτικής σηµασίας εµπορικούς δρόµους της Αραβίας.222 Η καινούρια του πρωτεύουσα, η Σανά, βρίσκεται πάνω στον κύριο δρόµο που συνδέει τη Νότιο Αραβία µε την Μέκκα και τη ∆αµασκό. Μια από τις πιο γνωστές εκστρατείες του είναι αυτή εναντίον της
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 103. βλ. σελ. 33-34 του παρόντος. 220 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 178-181. 221 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 161-162. 222 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.147.
219
218
72
Μέκκας,223 η οποία όµως δεν πέτυχε την κατάληψη της πόλης. Με την πολιτική του ο Άβραµος αυξάνει την ευηµερία και τις οικονοµικές δυνατότητες του κράτους του, ενώ παράλληλα στηρίζει τη βυζαντινή πολιτική224 που στοχεύει στον περιορισµό της περσικής επιρροής στην ευαίσθητη περιοχή της Νότιας Αραβίας. Στη διάρκεια της βασιλείας του Άβραµου το κράτος των Οµηριτών είναι χριστιανικό και έτσι προσδένεται περισσότερο µε το Βυζάντιο, ενώ µε την επέκτασή του προς τα ανατολικά περιορίζει την έκταση της περσικής επιρροής. Τις στενές σχέσεις, κατά την περίοδο αυτή, µεταξύ Βυζαντίου και Οµηριτών τις µαρτυρεί η έντονη διπλωµατική δραστηριότητα που ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός αναπτύσσει µε Οµηρίτες και Αξουµίτες225 αλλά και η στροφή που παρατηρείται για την ενίσχυση από τον Άβραµο του ορθόδοξου δόγµατος της Κωνσταντινούπολης στην επικράτειά του. Ο µεγάλος ναός που χτίστηκε από το βασιλιά στη Σανά έγινε µε πρότυπο την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης και µε τη βοήθεια Βυζαντινών τεχνιτών.226 Αυτός ο προσανατολισµός του κράτους των Οµηριτών τερµατίζεται µετά το θάνατο του Άβραµου, αφού η διαµάχη των γιων του για την εξουσία δίνει τελικά στους Πέρσες την ευκαιρία να θέσουν την περιοχή υπό τον έλεγχό τους. Από όλα τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία µέσω των εµπορικών, πολιτικών και θρησκευτικών δεσµών που έχει αναπτύξει µε το Βασίλειο του Αξούµ, καταφέρνει να ασκεί ευχερέστερα την πολιτική της στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας και στο ανατολικό της σύνορο. Με τη βοήθεια του Αξούµ και τον εκχριστιανισµό του κράτους των Οµηριτών, που επιτυγχάνεται χάρη στην αιθιοπική κυριαρχία στην περιοχή, το Βυζάντιο αποκτά εκεί ισχυρά ερείσµατα έναντι των Περσών. Για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το Βασίλειο του Αξούµ αποδεικνύεται ένας σύµµαχος, στη στρατιωτική δύναµη του οποίου µπορεί να βασιστεί, εφόσον τα συµφέροντά τους συµπορεύονται και προωθούνται ταυτόχρονα. Έτσι βλέπουµε ότι δεν καταφέρνει να στρέψει το Αξούµ εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας, κάτι που θα απέβαινε επικίνδυνο για αυτό, το χρησιµοποιεί όµως ως µοχλό πίεσής της στη Νότια Αραβία που διακυβεύονται µεγάλα οικονοµικά του συµφέροντα. Έτσι όλη η στρατιωτική δράση του 6ου αιώνα, όπως την είδαµε να εξελίσσεται πιο πάνω είναι το αποτέλεσµα του µεγάλου ενδιαφέροντος που δείχνουν ο Ιουστίνος και ο Ιουστινιανός για την ενδυνάµωση της αυτοκρατορίας τους. Το όραµα του Ιουστινιανού για την ανασύσταση του οικουµενικού του κράτους227 τον οδήγησε σε µια σειρά λεπτών πολιτικών και διπλωµατικών χειρισµών που στόχο είχαν την αξιοποίηση όλων των διαθέσιµων µέσων προκειµένου να πετύχει το στόχο του. Η δράση λοιπόν στο Αξούµ και στην Αραβική Χερσόνησο εντάσσεται µέσα σε αυτό το πλαίσιο. Στην υλοποίηση αυτών των σχεδίων το χριστιανικό Αξούµ και το εκχριστιανισµένο υπό τον έλεγχό του κράτος των Οµηριτών, αναδεικνύεται πολύτιµος σύµµαχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.151-153. Ο KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 106-107, υποστηρίζει πως τη δράση του αυτή ο Άβραµος ενήργησε σε συνεννόηση και συµµαχία µε το Βυζάντιο : “He carried out campaigns on Mecca and Central Arabian Halaban. These campaigns, at least the first of them (the campaign of 547 A.D., were carried out by Abreha in alliance with the Byzantines. 225 βλ. στο κεφ. για τις διπλωµατικές σχέσεις, σελ. 88-91 . 226 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 150. 227 βλ. ΑΡΒΕΛΕΡ, Ιδεολογία, σελ. 23-26, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 154-204.
224
223
73
Γ. Πολιτικές σχέσεις Μιλώντας στα πιο πάνω κεφάλαια για τις οικονοµικές και στρατιωτικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάµεσα στο Βυζάντιο και το Αξούµ, έχουµε ήδη κάνει λόγο, σε κάποιο βαθµό, και για τις πολιτικές σχέσεις που αποτέλεσαν το περίγραµµα µέσα στο οποίο οι πρώτες εκδηλώθηκαν. Έτσι στο κεφάλαιο αυτό θα δούµε αναλυτικότερα το ποια είναι η πολιτική που χαράσσει κάθε µια από αυτές τις δυο κρατικές οντότητες και πώς αυτές συναντώνται στην διεθνή πολιτική σκηνή της εποχής εκείνης και στο συγκεκριµένο περί την Ερυθρά Θάλασσα χώρο. Η πολιτική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην περιοχή αυτή υπαγορεύεται κατά κύριο λόγο από τις εξής παραµέτρους : α. Τα οικονοµικά της συµφέροντα β. Το ανατολικό της σύνορο και τις σχέσεις της µε την άλλη µεγάλη αυτοκρατορία της εποχής, την Περσική γ. Το νότιο σύνορό της στην Αίγυπτο Οι τρεις αυτές παράµετροι δεν είναι ανεξάρτητες η µια από την άλλη αλλά συµπλέκονται και αλληλεπιδρούν. Και ασφαλώς αυτές είναι που υπαγορεύουν τις σχέσεις που διαµορφώνονται µε τους λαούς που κατοικούν τόσο στην ανατολική Αφρική όσο και στην Αραβική Χερσόνησο, που λόγω της εγγύτητάς της µε τα σύνορα των δυο µεγάλων αυτοκρατοριών, αναπόφευκτα αποτελεί πεδίο εκδήλωσης πολιτικών ανταγωνισµών. Η περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας είναι για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ζωτικός χώρος οικονοµικής δραστηριοποίησης. Όπως έχουµε ήδη δει,228 η περιοχή αυτή είναι το κύριο πέρασµα του ανατολικού θαλάσσιου εµπορίου και του δρόµου των µπαχαρικών και των αρωµάτων. Στα λιµάνια των ακτών της διακινείται επίσης ελεφαντόδοντο, είδος πολυτελείας µε µεγάλη ζήτηση, και πολύτιµοι και ηµιπολύτιµοι λίθοι, καθώς επίσης από την ανατολική Αφρική διενεργείται και το δουλεµπόριο της εποχής. Από την εποχή κιόλας των Πτολεµαίων ο ελληνικός κόσµος απέκτησε σοβαρότατη πρόσβαση στην περιοχή µε την εγκαθίδρυση εµπορικών σταθµών και λιµανιών. Τα δικαιώµατά της εκεί προσπάθησε να διασφαλίσει τόσο η Ρώµη όσο και το Βυζάντιο χρησιµοποιώντας για το σκοπό αυτό φιλικά προσκείµενες δυνάµεις και περιορίζοντας τους ανταγωνιστές που δραστηριοποιούνταν στην ίδια περιοχή. Έτσι είδαµε ότι από πολύ νωρίς ευνοήθηκε η επέκταση της δύναµης του Αξούµ στις δυτικές ακτές της Ερυθράς και επιδιώχθηκε ο έλεγχος επί των Σαβαίων και των Οµηριτών, που διενεργούσαν κατά κύριο λόγο το εµπόριο της Ευδαίµονος Αραβίας. Ανάλογους στόχους επιδιώκει και η Περσική αυτοκρατορία, η οποία πέτυχε να ελέγχει αποτελεσµατικότερα τη νοτιοανατολική Αραβική Χερσόνησο, ενώ δε σταµάτησε να επιδιώκει την επέκταση της επιρροής της δυτικά και βόρεια. Σε αυτόν τον ανταγωνισµό η κύρια συµµαχική δύναµη για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν το κράτος του Αξούµ. Την αξουµιτική δύναµη χρησιµοποίησε για να εντάξει στη σφαίρα της οικουµενικότητάς της στο όνοµα του Χριστιανισµού, το κράτος των Οµηριτών, αφού προηγουµένως είχε
228
βλ. σελ. 46-52 του παρόντος.
74
προσδέσει στο άρµα των Χριστιανών εταίρων της και το ίδιο το Βασίλειο του Αξούµ. Στο σηµείο αυτό θα θέλαµε να επισηµάνουµε την πολιτική διάσταση της δράσης στο Αξούµ ιεραποστόλων και κηρύκων του Χριστιανισµού, προερχόµενων από το Βυζάντιο, οι οποίοι συνέβαλαν τα µέγιστα στον εκχριστιανισµό της χώρας. Για τη βυζαντινή εξωτερική πολιτική η διάδοση του Χριστιανισµού έγινε ένα θαυµάσιο εργαλείο που το χρησιµοποίησε µε επιδεξιότητα, προκειµένου να διευρύνει τη σφαίρα των επιρροών της και να εξασφαλίσει την πίστη προς την Αυτοκρατορία βαρβαρικών λαών που µε αυτό τον τρόπο έπαυαν να είναι απειλητικοί για αυτήν.229 Εκχριστιανίζοντας τους λαούς στους οποίους είχε συµφέροντα να επεκτείνει την επιρροή της, τους ενέτασσε στην πολιτιστική της επικράτεια.230 Προβάλλοντας την ιδέα ότι ο αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι ο αντιπρόσωπος του Θεού στη γη, το Βυζάντιο διαµορφώνει τη δική του οικουµενική ιδέα, που στην ουσία αποτελεί συνέχεια της ρωµαϊκής, και µε αυτό τον τρόπο εδραιώνει το δικαίωµά του να εντάσσει σε αυτή την οικουµενικότητα όλους τους χριστιανικούς λαούς.231 Μέσα σε αυτό το σκεπτικό εντάσσεται και η είσοδος του Βασιλείου του Αξούµ στον χριστιανικό κόσµο από τα µέσα κιόλας του 4ου αιώνα. Παρακολουθώντας τις διαδικασίες εκχριστιανισµού του Αξούµ, θα δούµε ότι αυτές διενεργήθηκαν κατά κύριο λόγο σε δύο φάσεις. Η πρώτη από αυτές είναι εκείνη που πληροφορούµαστε από το Ρουφίνο και που συνδέεται µε τη δράση του Φρουµέντιου τον 4ο αιώνα,232 ενώ η δεύτερη είναι αυτή που συντελείται τον 5ο και 6ο αιώνα και που σχετίζεται µε τη δράση των Εννέα Αγίων.233 Η σύνδεση του Αξούµ µε τον ελληνικό κόσµο ήταν ήδη µια πραγµατικότητα. Ο Φρουµέντιος, που σύµφωνα µε τον Ρουφίνο βρέθηκε ως αιχµάλωτος στην υπηρεσία του βασιλιά του Αξούµ Ella Amida Ι, έγινε τελικά σύµβουλος και θησαυροφύλακας του βασιλιά, χάρη στην ελληνική του καταγωγή και κουλτούρα.234 Μετά το θάνατο του βασιλιά µάλιστα, ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, ουσιαστικά, κατόπιν παράκλησης της βασίλισσας235 που ήταν
Η άποψη αυτή που διατυπώνεται από τον ΒRΟWΝ, Ύστερη Αρχαιότητα, σελ. 164 αναφορικά µε τα πολιτικά οφέλη που αποκόµισε ο Ιουστινιανός µε τον εκχριστιανισµό των βαρβάρων του βορρά, νοµίζουµε πως µπορεί να ισχύσει και για την ανάλογη δράση σε άλλες περιοχές, και εν προκειµένω, σε αυτές που εξετάζονται εδώ. 230 βλ. HENDRICKX, Remarks, σελ. 198. 231 βλ. ΑΡΒΕΛΕΡ, Ιδεολογία, σελ. 14-16, 23-26, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – ΗΕΝDRICKX, Ιστορία, σελ. 79. 232 βλ. σελ. 36 του παρόντος. 233 Για τους «Εννέα Αγίους» βλ. παρακάτω σελ. 79-81. Ο ΜΕΚOURIA, Christian Aksum, σελ. 408 τους ταυτίζει µε τους Tsadkan ή Sadqan (: ∆ίκαιους). Όµως άλλοι τους διαφοροποιούν και θεωρούν ότι αυτοί αποτελούσαν µια διαφορετική οµάδα µεµονωµένων µοναχών που ήρθαν στο Αξούµ από το Βυζάντιο και έδρασαν στην περιοχή της Ερυθραίας. Βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.115, 126, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 10:4, DORESSE, Ethiopia, σελ. 64 και στο παρόν σελ. 27, σχ. 93. 234 βλ. ΜΕΚOURIA, Christian Aksum, σελ. 403. 235 Σύµφωνα µε κάποιες διηγήσεις η µητέρα του βασιλιά Εζανά ονοµαζόταν Σοφία. Σύµφωνα µε άλλες, Ahiyewa. (SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 92-93, ΜΕΚOURIA, Christian Aksum, σελ. 404). Αυτό ίσως δείχνει πως και η ίδια είχε ασπαστεί το Χριστιανισµό, κατηχούµενη από το Φρουµέντιο.
229
75
επίτροπος του ανήλικου γιου της Εζανά. Στη δική του δράση λοιπόν και στη δύναµη που διέθετε, οφείλεται η διάδοση του Χριστιανισµού στο Αξούµ. Αυτός ενίσχυσε τους Χριστιανούς εµπόρους που βρίσκονταν στη χώρα, ίδρυσε εκκλησίες για την τέλεση των λατρευτικών τους καθηκόντων και µε την επίδραση που ασκούσε στο νεαρό βασιλιά, τον προσηλύτισε στο Χριστιανισµό. Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν κατά τη βασιλεία των Ella Amida Ι και Εζανά. Σύµφωνα µε τις νοµισµατικές µαρτυρίες, ο Ella Amida Ι ταυτίζεται, πιθανότατα, µε τον Ousas ή Ousanas,236 και η βασιλεία του τοποθετείται στα τέλη του 3ου / αρχές του 4ου αιώνα µ.Χ. Η δε υιοθέτηση του Χριστιανισµού ως θρησκείας της βασιλικής οικογένειας και της Αυλής της τοποθετείται γύρω στα µισά του 4ου αιώνα. Την ίδια περίοδο ο Μ. Κωνσταντίνος προβαίνει στις µεγάλες καινοτοµίες που θα αλλάξουν ριζικά το πρόσωπο της Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, δηµιουργώντας µέσα από αυτήν την Βυζαντινή. Σε αυτό του το εγχείρηµα ουσιαστικότατο ρόλο έπαιξε η συνειδητοποίηση από µέρους του – πράγµα που είχε συλλάβει νωρίτερα και ο ∆ιοκλητιανός – ότι η κλονισµένη µετά τις κρίσεις του 3ου αιώνα Αυτοκρατορία δε θα µπορούσε να ορθοποδήσει παρά βασιζόµενη στο ανατολικό της τµήµα, απ’ όπου προέρχονταν τα πλούτη της και η στρατιωτική της δύναµη. Με αυτό το σκεπτικό µετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους του στο Βυζάντιο – την Κωνσταντινούπολη, από το όνοµα του ιδρυτή της ή Νέα Ρώµη, σύµφωνα µε τη συνείδηση των κατοίκων της – και αναγνώρισε το Χριστιανισµό ως µια από τις θρησκείες του κράτους, εκµεταλλευόµενος το γεγονός ότι αυτή η θρησκεία, που στην Ανατολή είχε πολυάριθµους οπαδούς, αποτελούσε την πιο ισχυρή θρησκευτική οµάδα που µπορούσε να του φανεί πολύτιµη σύµµαχος,237 απ’ ότι είχε φανεί και στις διαµάχες για την τελική του επικράτηση έναντι των συναρχόντων του. Επιπλέον ο Κωνσταντίνος είχε να αντιµετωπίσει στην Ανατολή κι ένα σηµαντικότατο αντίπαλο που έχει ήδη αναφανεί από τα µέσα του 3ου αιώνα, κι αυτός δεν είναι άλλος από την Περσική Αυτοκρατορία των Σασσανιδών, που «εθνικιστές και οπαδοί του ζωροαστρισµού, επρόκειτο για τέσσερις αιώνες να είναι εχθροί της Ρώµης επιθετικοί».238 Η υιοθέτηση του Χριστιανισµού λοιπόν και η χρησιµοποίησή του ως το συνδετικό εκείνο υλικό που είχε ανάγκη η αυτοκρατορία για να εξασφαλίσει τη συνοχή της και ταυτόχρονα να διαφοροποιηθεί από τους αντιπάλους της, συσπειρώνοντας τους ανατολικούς πληθυσµούς της επικράτειάς της, ήταν µια ιστορική επιταγή, τη σηµασία της οποίας αντιλήφθηκε µε θαυµαστή οξυδέρκεια ο Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος προκειµένου να θωρακίσει την αυτοκρατορία προέβη σε µια σειρά οχυρωµατικών έργων. Παράλληλα όµως χρησιµοποίησε και τα διπλωµατικά µέσα για να πετύχει ευνοϊκούς διακανονισµούς, όπου το απαιτούσαν τα συµφέροντα της Αυτοκρατορίας. Έχουµε ήδη δει πως η Ερυθρά Θάλασσα και η Αραβική Χερσόνησος ήταν περιοχές µε µεγάλο οικονοµικό ενδιαφέρον για το Βυζάντιο. Η δε Αραβία είχε και ιδιαίτερο ρόλο λόγω της γειτνίασής της τόσο µε το Βυζάντιο όσο και µε την Περσία. Πολλές φορές µάλιστα οι συγκρούσεις ανάµεσα στις δυο µεγάλες αυτοκρατορίες δεν
βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 4:6, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 91. βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 29. 238 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 18.
237
236
76
εκδηλώνονταν απευθείας αλλά µέσω των αραβικών φυλών που είχαν καταφέρει να θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Τη σηµασία που δόθηκε στην περιοχή από την ίδρυση κιόλας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τη βλέπουµε στη συνέχεια και στο ιδιαίτερο ενδιαφέρον που δείχνει γι’ αυτήν ο διάδοχος του Μ. Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος. Στην εποχή του είναι που βλέπουµε για πρώτη φορά επίσηµες επαφές ανάµεσα στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου και τον βασιλιά του Αξούµ, ενώ µια σειρά ενεργειών που αφορούν απόπειρες εκχριστιανισµού αλλά και οικονοµικές ρυθµίσεις σηµειώνονται τότε. Έτσι λοιπόν φαίνεται πολύ πιθανό η προσπάθεια του Φρουµέντιου να ενισχύσει το Χριστιανισµό στο κράτος του Αξούµ να µην ήταν µόνο αποτέλεσµα του θρησκευτικού και ιεραποστολικού του ζήλου, αλλά να συνδέεται και µε την πολιτική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην περιοχή. Το γεγονός ότι ο Κωνστάντιος, οπαδός του Αρειανισµού, κάνει προσπάθεια µε επιστολή του στον Εζανά να αποµακρύνει τον Φρουµέντιο από τον επισκοπικό θρόνο του Αξούµ, δείχνει ότι τον θεωρεί σηµαντικό παράγοντα της πολιτικής και θρησκευτικής ζωής του Αξούµ και, λόγω του ότι δεν ασπάζεται τη δογµατική επιλογή του Κωνστάντιου, θεωρεί τον ρόλο του επισφαλή για τα βυζαντινά συµφέροντα στο Αξούµ. Εκφράζεται όµως µέσα από αυτό και η πολιτική αντίληψη του Βυζαντίου που θεωρεί δικαίωµά του να έχει λόγο για ζητήµατα που άπτονται της θρησκείας και σε άλλα χριστιανικά κράτη. Από την άλλη προσεγγίζοντας το θέµα αυτό από τη σκοπιά της πολιτικής του αξουµιτικού κράτους, βλέπουµε ότι ο Εζανά µε πολύ προθυµία υιοθετεί τη χριστιανική θρησκεία ως θρησκεία του κράτους του. Σε αντίθεση µε ότι συνέβη στον ελληνορωµαϊκό κόσµο, στο κράτος του Αξούµ η χριστιανική θρησκεία υιοθετείται πρώτα από την ηγεσία και την άρχουσα τάξη και στη συνέχεια διαδίδεται στο λαό,239 που αρχικά δεν είναι και τόσο έτοιµος για να δεχθεί αυτή την καινούρια θρησκεία. Έτσι, πολύ αργότερα, τον 6ο αιώνα, βλέπουµε µεγάλη µερίδα του αξουµιτικού πληθυσµού να παραµένουν πιστοί στις δικές τους πολυθεϊστικές και παγανιστικές θρησκείες. Στον εκχριστιανισµό του κράτους, πέρα από την επιρροή που ο Φρουµέντιος από µικρή ηλικία είχε ασκήσει πάνω στον Εζανά, σίγουρα επέδρασαν και οι πολλά υποσχόµενες προοπτικές που διαφαίνονταν για το κράτος του από τη σύνδεσή του µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.240 Και σε αυτό προφανώς ο ρόλος του Φρουµέντιου θα πρέπει να υπήρξε καθοριστικός. Ας µην παραβλέψουµε άλλωστε ότι ο εκχριστιανισµός του Αξούµ πραγµατοποιήθηκε µετά τις επαφές που ο Φρουµέντιος είχε στην Αλεξάνδρεια και την επιστροφή του ως επισκόπου πια της Εκκλησίας του κράτους αυτού.241 Ο βασιλιάς αντιλαµβάνεται τα οικονοµικά ευεργετήµατα για το κράτος του από τη σύνδεσή του µε το βυζαντινό εµπόριο στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι σχέσεις που το Αξούµ διατηρούσε από παλιά µε τον ελληνικό κόσµο είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσονται όλες οι επόµενες συνεργασίες. Ανταγωνιστές για το Αξούµ στο εµπόριο της Ερυθράς είναι οι Οµηρίτες. Με τη σύνδεσή του µε το Βυζάντιο, καταφέρνει να αποκτήσει προβάδισµα έναντι αυτών. Μην ξεχνάµε άλλωστε ότι µια από τις πηγές πλούτου για το κράτος του Αξούµ είναι το εµπόριο του ελεφαντόδοντου, των
βλ. NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 27-28. βλ. ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 101, σελ. 87-88 του παρόντος. 241 βλ. σελ. 36 σηµ. 2.
240
239
77
δερµάτων και του λιβανιού. Όλα αυτά τα προϊόντα όµως δεν έχουν καµιά αξία για τον ντόπιο πληθυσµό παρά µόνο στο βαθµό που γίνονται περιζήτητα εξαγώγιµα προϊόντα. Αλλά ως εκ τούτου η οικονοµική εξάρτηση του Αξούµ από τον µεσογειακό κόσµο είναι πολύ µεγάλη.242 Η υιοθέτηση του Χριστιανισµού από το Αξούµ µοιάζει σαν µια επισφράγιση των φιλικών δεσµών που το δένουν µε το Βυζάντιο. Με την είσοδό του στο Χριστιανικό κόσµο εντάσσεται στην πολιτιστική και πολιτική επιρροή του Βυζαντίου. Ο ίδιος ο βασιλιάς αντιλαµβάνεται αυτά τα πλεονεκτήµατα που το κράτος του θα αποκτήσει, όµως δε θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα εύκολο να πειστεί και η κοινωνία, το πλήθος του λαού του, για αυτό. Αν µάλιστα λάβουµε υπόψη µας τα εσωτερικά προβλήµατα που φαίνεται να αντιµετώπισε ο Εζανά κατά την ανάληψη της εξουσίας, θα µπορούσαµε να πούµε ότι η απόφασή του µοιάζει να είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη. ∆εν αποκλείεται λοιπόν, για τον Εζανά, η ισχυροποίηση της συµµαχίας του µε το Βυζάντιο να ενισχύει και τη δική του θέση στην εσωτερική πολιτική σκηνή.243 Η υποστήριξη των βυζαντινών εµπόρων σε αυτόν θα πρέπει να ήταν ένα στοιχείο που µπορούµε να το θεωρούµε δεδοµένο. ∆ιατάραξη στις σχέσεις τους µε το βασιλιά του Αξούµ οδηγεί τους ίδιους και τα εµπορεύµατά τους σε κινδύνους, όπως έχουµε δει στην περίπτωση της αιχµαλωσίας του Φρουµέντιου. Από την άλλη ο Εζανά προσπαθεί να προβάλλει τη µεταστροφή του στο Χριστιανισµό, αλλά µε κινήσεις µετρηµένες και µε στόχο να µη θίξει το δηµόσιο αίσθηµα. Έτσι στην τρίγλωσση επιγραφή του που κάνει λόγο για τη σύγκρουσή του µε τους Βεγά, µόνο στην ελληνική της εκδοχή κάνει απροκάλυπτα λόγο για την πίστη του στο Χριστό. Στην ίδια επιγραφή που είναι γραµµένη στην γκεέζ δεν κάνει ξεκάθαρα λόγο για το Χριστό, αλλά αφήνει απλώς να διαφαίνεται µια µονοθεϊστική θρησκευτική προσέγγιση, που όµως δεν ήταν άγνωστη τόσο στην Αιθιοπία όσο και σε άλλους σηµιτικούς λαούς την εποχή εκείνη.244 Θα λέγαµε ότι µε την υιοθέτηση του συµβόλου του σταυρού στα νοµίσµατά του, πολύ πριν ο Χριστιανισµός αποκτήσει ευρεία διάδοση στην κοινωνία του Αξούµ, και την ξεκάθαρα χριστιανική του τοποθέτηση µόνο στην ελληνόγλωσση έκδοση της επιγραφής του, απευθύνεται περισσότερο στους Βυζαντινούς, στους οποίους κάνει σαφή τη µεταστροφή του, παρά στο λαό του. Από την άλλη πάλι, ο Εζανά δεν υποχωρεί στις πιέσεις του Κωνστάντιου που προσπαθεί µε την επιστολή του να τον πείσει να προβεί σε αντικατάσταση του Φρουµέντιου στον επισκοπικό θρόνο µε άλλον οµόδοξο του Κωνσταντίου, Αρειανιστή.245 Αυτό δείχνει αφενός τους στενούς δεσµούς που τον συνδέουν µε το Φρουµέντιο και αφετέρου µια διάθεση να παραµείνει αυτόνοµος έναντι του Βυζαντίου. Η κίνησή του θα µπορούσε να ερµηνευθεί ως µια προσπάθεια να περιορίσει τις βλέψεις του Βυζαντίου για ανάµειξη στα εσωτερικά ζητήµατα του Αξούµ. Αποτελεί λοιπόν µια έµµεση διακήρυξη της αυτοτέλειάς του. Την ίδια περίοδο βλέπουµε τον Κωνστάντιο να εκδίδει ∆ιάταγµα246 µε το οποίο προσπαθεί να αποτρέψει αυτούς που κατευθύνονται προς το Αξούµ και
βλ. SHERIFF, Maritime trade, σελ. 564-565. βλ. PETRIDES, Evangelization, 1972, σελ. 229-230. 244 Στην Αραβία υπήρχαν οι Χανίφες, οµάδα µονοθεϊστικών τάσεων, διαφορετικών από αυτές του Χριστιανισµού και του Ιουδαϊσµού, βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 245. 245 βλ. HENDRICX, Documents, σελ. 61-63. 246 Codex Theodosianus, XII, 12.2 , ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 164, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.108, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 4:6.
243
242
78
τους Οµηρίτες από το να παραµένουν στην Αλεξάνδρεια πέραν του ενός χρόνου. Κατά κύριο λόγο το ∆ιάταγµα αυτό αφορά αυτούς που κατευθύνονται στις περιοχές αυτές εκ µέρους του βυζαντινού κράτους. Ίσως µε αυτό θέλει να αποφύγει έµµεσες επαφές των Χριστιανών του Αξούµ, που δεν δέχτηκαν να υιοθετήσουν τον αρειανισµό, µε τον Μ. Αθανάσιο - Πατριάρχη Αλεξανδρείας πολέµιο του Αρειανισµού που για το λόγο αυτό διώχθηκε από τη θέση του - και τους Ορθόδοξους Χριστιανούς της Αλεξάνδρειας.247 Ίσως πάλι µπορεί να θεωρηθεί ως αντίδρασή του στην άρνηση του Εζανά να αποµακρύνει το Φρουµέντιο. Στις προθέσεις του Εζανά σχετικά µε την υιοθέτηση του Χριστιανισµού ως επίσηµης θρησκείας του κράτους του, θα µπορούσαµε να ανιχνεύσουµε και ένα ακόµη κίνητρο. Ως γνωστόν το κράτος του Αξούµ αποτελούσε µια κοινωνία που προήλθε από αφοµοίωση ή υποταγή µικρότερων, πολλών και διαφορετικών, φυλετικών οµάδων. Ταυτόχρονα είναι ένα κράτος που εφαρµόζει επεκτατική πολιτική, γεγονός που φαίνεται τόσο από τις επιχειρήσεις και την επέκτασή του σε βάρος της Μερόης, όσο και από αυτές στη Νότια Αραβία. Η θρησκεία λοιπόν η χριστιανική διαφοροποιεί το Αξούµ από τους παγανιστές γειτονικούς λαούς και οι πόλεµοι πλέον αποκτούν εκτός των άλλων και θρησκευτικό χαρακτήρα248 και επιπλέον η θρησκεία αναδεικνύεται και για το Αξούµ ως στοιχείο κοινωνικής συνοχής. Έτσι βλέπουµε να εµφανίζουν τις πιο έντονα αποσχιστικές τάσεις από την κεντρική εξουσία οι Agau, οι οποίοι επέδειξαν και την πιο σθεναρή αντίσταση στο Χριστιανισµό, µένοντας φανατικά προσηλωµένοι στις παγανιστικές τους λατρευτικές συνήθειες ή υιοθετώντας ως θρησκεία τον Ιουδαϊσµό.249 Η δεύτερη προσπάθεια διάδοσης του Χριστιανισµού σε ευρύτερα λαϊκά στρώµατα της επικράτειας του Αξούµ σηµειώνεται κατά τον 5ο και 6ο αιώνα και είναι αποτέλεσµα της δράσης των Εννέα Αγίων (Tesseatou Kidousan).250 Η παρουσία τους στο Αξούµ συνδέεται µε τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, το 451 µ.Χ., και θεωρείται αποτέλεσµα των διωγµών που ξέσπασαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία εναντίον των Μονοφυσιτών µετά την καταδίκη τους από τη Σύνοδο ως αιρετικών. Πολλοί τότε κατέφυγαν στην Αίγυπτο και την Αραβία. Ανάµεσα σε αυτούς ήταν και οι Εννέα Άγιοι που µε τη συνοδεία τους κατέφυγαν στο Αξούµ, όπου µε τη δράση τους στερέωσαν τον Χριστιανισµό που υπήρχε ήδη στη χώρα από τον 4ο αιώνα. Ο ερχοµός τους στο Αξούµ τοποθετείται κάπου µεταξύ των ετών 460-470 ή 487-497 µ.Χ.251 Ήταν η περίοδος που στο
βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο σελ. 164-165. βλ. DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 65. 249 βλ DORESSE, Ethiopia, σελ. 108-109. Οι Αιθίοπες Ιουδαίοι, οι Φαλάσα (Falasha), ανήκουν στη φυλετική οµάδα των Agau (βλ.SHACK, Central Ethiopians). Είναι πολύ πιθανό, κατά καιρούς οι Agau να χρησιµοποιήθηκαν από τους Ιουδαίους της Νότιας Αραβίας ως παράγοντας αποσταθεροποίησης στο Αξούµ. Κάτι τέτοιο µπορούµε να υποθέσουµε ότι συνέβη επί Καλέµπ, αφού η αντιµετώπιση των εσωτερικών του προβληµάτων θεωρείται ως µια αιτία που καθυστέρησε την παρέµβασή του στην Υεµένη, εναντίον του Ιουδαίου Ντου Νουβάς. 250 Αυτοί ήταν οι Aregawi, Panteleon, Guerima, Aftse, Likanos, Alef, Tsihma, Ym’ata, Gouba βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.115-119, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 10:4, DORESSE, Ethiopia, σελ. 80-81. 251 βλ. ΜΕΚOURIA, Christian Aksum, σελ. 409-410.
248
247
79
Αξούµ βασίλευε ο Ella Amida II, παππούς του Καλέµπ. Η δράση τους συνεχίζεται επί βασιλείας Tazena, προκατόχου στο θρόνο και πατέρα του Καλέµπ, αυτού του ίδιου και του διαδόχου του Gebre Meskel. Την ίδια περίοδο στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία βασιλεύουν οι Αναστάσιος, Ιουστίνος Α’, Ιουστινιανός. Σύµφωνα µε την πολιτική αυτών των αυτοκρατόρων, το ανατολικό εµπόριο και η Ερυθρά Θάλασσα ξαναβρίσκονται στο επίκεντρο των βυζαντινών ενδιαφερόντων. Ειδικά κατά τη βασιλεία των Ιουστίνου και Ιουστινιανού, βλέπουµε να πληθαίνουν οι επαφές µε Αραβία και Αξούµ, να συσφίγγονται οι σχέσεις και το Αξούµ να παίζει κεντρικό ρόλο στην περιοχή ως εταίρος του Βυζαντίου. Είναι η δεύτερη περίοδος που οι αιθιο-βυζαντινές σχέσεις είναι τόσο στενές, µε πρώτη εκείνη του 4ου αιώνα επί βασιλείας Κωνσταντίου. Και πάλι παρατηρώντας τη δράση των Εννέα Αγίων θα δούµε ότι ο ρόλος τους ξεφεύγει από τα στενά θρησκευτικά όρια και προσλαµβάνει και πολιτικές διαστάσεις.252 Καταρχήν να πούµε ότι στη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού οι σχέσεις των µονοφυσιτών µε το επίσηµο κράτος δεν είναι άσχηµες και τούτο λόγω της πολιτικής που ο Ιουστινιανός εφαρµόζει απέναντί τους. Ο ίδιος είναι προσηλωµένος στο ορθόδοξο δόγµα. Όµως η σύζυγός του, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είναι οπαδός των µονοφυσιτών. Αλλά πέρα από αυτό, ο Ιουστινιανός χαράσσει την πολιτική του ρεαλιστικά και µε κριτήριο το συµφέρον της αυτοκρατορίας του. Γνωρίζει πολύ καλά τη δύναµη των µονοφυσιτών στις ανατολικές επαρχίες και µε ανοικτό το περσικό µέτωπο, δεν έχει κανένα λόγο να πυροδοτήσει εντάσεις εκδηλώνοντας εναντίον τους πολεµική. Έτσι οι Μονοφυσίτες, επί της βασιλείας του, δεν υφίστανται τις διώξεις των υπολοίπων αιρέσεων στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.253 Όπως µάλιστα έχουµε πει254 σχετικά µε το Αξούµ, εκτός των ορίων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και οι Μονοφυσίτες Χριστιανοί αντιµετωπίζονται ως «αδελφοί» που βρίσκονται και αυτοί υπό την προστασία του Βυζαντινού αυτοκράτορα, του αντιπροσώπου του Θεού στη γη, και εγγυητή της βασιλείας Του. Το γεγονός λοιπόν ότι οι Εννέα Άγιοι είναι Μονοφυσίτες δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην εχθρική διάθεση προς το Βυζάντιο. ∆εν είναι απίθανο µάλιστα να βρέθηκαν στο Αξούµ ως ιεραπόστολοι.255 Ως προς την καταγωγή τους, προέρχονται σίγουρα από την βυζαντινή επικράτεια, είχαν ελληνική παιδεία και τουλάχιστον οι δύο από αυτούς, ο Λικανός και ο Παντελέων, είχαν και ελληνική καταγωγή. Ο πρώτος προερχόταν από την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο δεύτερος ή από τη Ρώµη ή και αυτός από την Κωνσταντινούπολη που ονοµαζόταν και Ρώµη πολλές φορές από τους βυζαντινούς συγγραφείς.256 Εκείνο που µας κινεί ιδιαίτερα το ενδιαφέρον στη δράση τους είναι το ότι βρέθηκαν αναµεµειγµένοι στα ζητήµατα διαδοχής του αξουµιτικού κράτους, σε µια εποχή που ο ρόλος του Αξούµ για το Βυζάντιο είναι ιδιαίτερα σηµαντικός. Συγκεκριµένα, µετά το θάνατο του Ella Amida II και την ανάληψη της βασιλείας από τον Ταζένα, οι επτά από τους εννέα βρίσκονται να έχουν εγκατασταθεί µακριά από το Αξούµ, κατ’ απαίτηση του βασιλιά, ο οποίος κρατά κοντά του µόνο τους δυο Έλληνες.
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.117. βλ. Ι.Ε.Ε. τ. Ζ, σελ. 157-159, 194-196. 254 βλ. σελ. 68 του παρόντος, σηµ. 202. 255 βλ. ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 107. 256 βλ. NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 36-7, MANGO, Βυζάντιο.
253
252
80
Ο λόγος για αυτή του τη συµπεριφορά είναι ότι οι «Εννέα Άγιοι» πήραν ενεργά µέρος στο θέµα της διαδοχής και προφανώς οι επτά από αυτούς δεν υποστήριξαν τον Ταζένα. Θεωρώντας τους λοιπόν ως απειλή για την εξουσία του τους αποµάκρυνε. Οι Λικανός και Παντελέων έµειναν κοντά του ως υποστηρικτές του, κι έπαιξαν πολλές φορές το ρόλο του συµβούλου του. Όντας στενά δεµένοι µε το βασιλικό περιβάλλον και χαίροντας µεγάλης εκτίµησης, διατήρησαν την ίδια θέση και επί της βασιλείας του Καλέµπ. Βλέπουµε µάλιστα τον Καλέµπ να επισκέπτεται και να συµβουλεύεται τον Παντελεήµονα πριν αναχωρήσει για την επιχειρησιακή του δράση στη Νότια Αραβία.257 Παράλληλα και σε αυτή την περίπτωση βλέπουµε κάποια προσπάθεια διαφοροποίησης του Καλέµπ από το Βυζάντιο. Πέρα από το γεγονός ότι, όπως είδαµε,258 αρνείται τη συµµετοχή βυζαντινού στρατού στο εκστρατευτικό του σώµα στη Νότια Αραβία, προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις από το Βυζάντιο και µε αφορµή θρησκευτικά ζητήµατα. Έτσι, όταν χήρεψε ο επισκοπικός θρόνος του Αξούµ, απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανό, ζητώντας του να ορίσει επίσκοπο Μονοφυσίτη κι όχι Ορθόδοξο. Προέβη σε αυτή την κίνηση γιατί ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας ήταν Ορθόδοξος, από όταν ο αυτοκράτορας Ιουστίνος είχε εκδιώξει από τον πατριαρχικό θρόνο τον Μονοφυσίτη Πατριάρχη. Μόλις όµως ο Ιουστινιανός, αγνοώντας το αίτηµά του, έστειλε εκεί Ορθόδοξο επίσκοπο, οι Αξουµίτες αντέδρασαν βίαια, οδηγώντας τον σε θάνατο.259 Οι βασιλείς του Αξούµ είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν τη δογµατική θέση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ή του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, παίρνοντας εκ των πραγµάτων µέρος στις δογµατικές έριδες που ταλάνιζαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η συστράτευσή τους µε τη µονοφυσιτική θέση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας δε σχετίζεται µόνο µε το γεγονός ότι βρίσκεται πλησιέστερα γεωγραφικά σε αυτούς. Προφανώς είναι αποτέλεσµα της ανάγκης τους να µείνουν διαφοροποιηµένοι σε κάποιο βαθµό από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, την επίσηµη θέση της οποίας εκφράζει ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ταυτόχρονα χαίρουν της προστασίας του Βυζαντίου, µε το να είναι χριστιανικό κράτος. Το ότι η δογµατική επιλογή είναι κατά κύριο λόγο πολιτική, το βλέπουµε τόσο στην φιλορθόδοξη γραµµή που υιοθετεί ο Άβραµος των Οµηριτών σε µια προσπάθεια τήρησης αποστάσεων από το Αξούµ, την επικυριαρχία του οποίου έχει αναγκαστεί να αναγνωρίσει,260 όσο και στα χριστιανικά βασίλεια της Νουβίας που οι δογµατικές τους επιλογές διαφοροποιούνται µε κριτήρια πολιτικά.261 Το γεγονός δε ότι δέχονται οι βασιλείς του Αξούµ να ορίζεται ο επίσκοπός τους (abuna) από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας262 δεν είναι µόνο µια
Αναφέρουµε στο σηµείο αυτό ότι, κατά µία εκδοχή, ο Καλέµπ παραιτήθηκε του βασιλικού του αξιώµατος και αποσύρθηκε ως µοναχός κοντά στον Άγιο Παντελεήµονα ως το θάνατό του, λίγα χρόνια µετά την εκστρατεία του στη Νότια Αραβία, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 143, 159, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 114, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:2. 258 βλ. σελ. 70 του παρόντος. 259 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.142, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 42. 260 βλ. σελ. 34 του παρόντος. 261 βλ. SHINNIE, Nubia. 262 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 111-112, FETHA NAGAST, σελ. 18.
257
81
παραχώρηση που δείχνει την εξάρτησή τους από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά είναι ταυτόχρονα και µια ρύθµιση συµφέρουσα για τους ίδιους. Έχοντας επίσκοπο που δεν είναι γηγενής, εξασθενίζουν το ρόλο του ενδυναµώνοντας τη δική τους εξουσία. Ο επίσκοπος, ως ξένος, είναι µεν ο πνευµατικός υπεύθυνος για το εκκλησιαστικό του ποίµνιο, τον κύριο λόγο όµως και στα ζητήµατα της αξουµιτικής Εκκλησίας τον έχει ο βασιλιάς του Αξούµ.263 Κλείνοντας λοιπόν την αναφορά µας στις πολιτικές σχέσεις µεταξύ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και Αξούµ θα πούµε ότι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των σχέσεων επικεντρώνονται στην αµοιβαία επιδίωξη κοινών συµφερόντων και στην υποστήριξη που παρέχει το ένα κράτος στο άλλο στο όνοµα της κοινής τους θρησκείας. Το θρησκευτικό ενδιαφέρον και οι σχέσεις που αναπτύσσονται µε επίκεντρο αυτό έχουν ασφαλώς πολιτικό περιεχόµενο και προσανατολισµό. Τόσο οι κινήσεις θρησκευτικού περιεχοµένου, όσο και οι διπλωµατικές επαφές, υπαγορεύονται από οικονοµικά και πολιτικά συµφέροντα, έτσι όπως αυτά διαµορφώνονται στο συγκεκριµένο γεωπολιτικό χώρο. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εκµεταλλεύθηκε τη γεωπολιτική θέση του κράτους του Αξούµ ώστε να το χρησιµοποιήσει ως κύριο µοχλό προώθησης των οικονοµικών και πολιτικών της βλέψεων στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας. Έχοντας ως δεδοµένα την ιδέα που είχε διαµορφωθεί στο Βυζάντιο από την εποχή κιόλας του Μ. Κωνσταντίνου για τον ηγεµονικό του ρόλο στο σύνολο των Χριστιανών της οικουµένης και την υπεροχή του ως κράτος, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες αντιµετωπίζουν το Αξούµ ως δορυφορικό τους κράτος, θα λέγαµε. Παρόλ’ αυτά αναγνωρίζουν κάποια όρια στις δυνατότητες παρέµβασης που έχουν και γενικά φροντίζουν για τη διατήρηση καλών µεταξύ τους σχέσεων. Έτσι βλέπουµε, π.χ. τον αυτοκράτορα Ιουστίνο να πιέζει τους Αξουµίτες για ανάληψη δράσης στη Νότια Αραβία, όπου γνωρίζει πως η παρέµβασή τους υπαγορεύεται και από τα ίδια τους τα συµφέροντα, δεν κάνει όµως το ίδιο και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, όταν τους προτείνει µε τους πρέσβεις του τη στρατιωτική συνεργασία εναντίον της Περσίας. Στο σηµείο αυτό τα συµφέροντα του Αξούµ αποκλίνουν κατά κάποιο τρόπο από τα βυζαντινά. ∆ε συµφέρει το Αξούµ µια άµεση σύγκρουση µε την Περσία. Ικανοποιείται µε το να την έχει περιορίσει από τις ανατολικές ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και να έχει επιβάλλει εκεί το δικό του έλεγχο. Για να το πετύχει βέβαια αυτό χρειαζόταν τη σύµπραξη του Βυζαντίου, γι’ αυτό και τόσο νωρίς επέλεξε τη συστράτευση µαζί του, στο όνοµα του χριστιανισµού, συνεχίζοντας µια παράδοση συνεργασίας µε τον ελληνικό κόσµο που είχε ξεκινήσει ήδη από την εποχή των Πτολεµαίων. Από την άλλη η Βυζαντινή αυτοκρατορία θεωρεί φίλο και σύµµαχο το κράτος του Αξούµ, δε διστάζει όµως να διαφοροποιηθεί στη θέση της προς τον Άβραµο, το βασιλιά των Οµηριτών, προς τον οποίο δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, χρηµατοδοτώντας τον και ενισχύοντάς τον, παρά την αντίθεση του Καλέµπ προς αυτόν, όταν διαπιστώνει ότι η δική του αρωγή είναι περισσότερη χρήσιµη για την προώθηση των θέσεών της στην Αραβική Χερσόνησο. Κι έτσι ενώ βλέπουµε αρχικά τους Βυζαντινούς να αντιµετωπίζουν µε καχυποψία κι επιφύλαξη την ανταρσία του
263
MUNRO-HAY, Aksum, ch. 10:2.
82
Αβράµου,264 όµως στη συνέχεια έρχονται σε επαφές µαζί του και µάλιστα προτάσσοντάς τον από τον βασιλιά του Αξούµ, του οποίου αυτός είναι υποτελής. Γιατί βέβαια αποτελεί διαχρονική θέση ότι η πολιτική χαράσσεται µε γνώµονα τα συµφέροντα, πάνω απ’ όλα. Και τελειώνοντας να πούµε ότι η ολιγωρία του Ιουστίνου Β΄ να αντιδράσει στην επέκταση της περσικής δύναµης σε βάρος των Οµηριτών στα τέλη του 6ου αιώνα, καθήλωσε και το Αξούµ στο ρόλο του παρατηρητή των γεγονότων και τελικά έπληξε ανεπανόρθωτα τα συµφέροντα και των δύο. Κάποιες ακόµα πτυχές των πολιτικών σχέσεων ανάµεσα στο Βασίλειο του Αξούµ και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία θα δούµε στο επόµενο κεφάλαιο όπου θα κάνουµε λόγο για τις διπλωµατικές τους σχέσεις.
∆. ∆ιπλωµατικές σχέσεις Στο κεφάλαιο αυτό θα κάνουµε λόγο για τις διπλωµατικές επαφές, άµεσες κι έµµεσες, που γνωρίζουµε ότι υπήρξαν ανάµεσα στο Βασίλειο του Αξούµ και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στο διάστηµα από τον 4ο ως και τον 6ο αιώνα µ.Χ. Οι διπλωµατικές αυτές επαφές, που αφορούσαν ζητήµατα θρησκευτικά, πολιτικά, οικονοµικά, στρατιωτικά, ήταν σίγουρα πολύ πιο πυκνές από όσο εµείς γνωρίζουµε – κρίνοντας από το ενδιαφέρον του Βυζαντίου για την περιοχή – όµως στη διάθεσή µας δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για αυτές, πέρα από κάποιες πληροφορίες που έχουν διασώσει στο έργο τους βυζαντινοί ιστορικοί. Και αυτές είναι περιορισµένες, γιατί αναφέρονται κατά κύριο λόγο στη διπλωµατική δραστηριότητα του 6ου αιώνα, όταν το Αξούµ και η Νότια Αραβία βρέθηκαν στο επίκεντρο των βυζαντινών πολιτικών ενδιαφερόντων. Όµως, µε δεδοµένες τις στενές εµπορικές κυρίως σχέσεις που υπήρχαν όλο αυτό το διάστηµα ανάµεσα σε βυζαντινούς εµπόρους που χρησιµοποιούσαν το λιµάνι της Άδουλης και στους Αξουµίτες, σίγουρα θα πρέπει να υπήρξαν κι άλλες επίσηµες επαφές, σε επίπεδο ίσως τοπικών αρχόντων και αξιωµατούχων, που θα ρύθµιζαν ζητήµατα κοινών ενδιαφερόντων ή διαφορών.265 Αλλά για αυτές τις σχέσεις που εύλογα εικάζουµε την ύπαρξή τους, δε έχουµε παρά ελάχιστες, τυχαία εντοπισµένες, πληροφορίες. Έτσι, π.χ. βρίσκουµε να γίνεται λόγος στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ρουφίνου για συνθήκες ανάµεσα σε Αξουµίτες, προφανέστατα, και Ρωµαίους, όταν αφηγείται τα γεγονότα στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας που είχαν ως συνέπεια τη αιχµαλωσία του Φρουµέντιου.266 Βέβαια, επίσηµες τέτοιες συνθήκες ανάµεσα στη Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία και το Αξούµ δεν αναφέρονται πουθενά και δύσκολα µπορούµε να δεχτούµε ότι πριν από τον 4ο αιώνα µπορεί να υπήρξε επίσηµη αποστολή
Ενδεικτικό γι’ αυτό το απόσπασµα από το έργο του Προκοπίου Πόλεµοι, Ι, ΧΧ, 2-8, όπου χαρακτηρίζει το στρατιωτικό σώµα που ανέτρεψε τον Εσιµιφαίο κι ανέδειξε βασιλιά τον Άβραµο ως, ούτε λίγο ούτε πολύ, µια ορδή απειθάρχητων και παράνοµων σκλάβων. 265 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 39-40, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 158. 266 “It is the custom of the barbarians of these parts that, if ever the neighboring tribes report that their treaty with the Romans is broken, all Romans found among them should be massacred” αποσπ. από Rufinus, Historia Ecclesiastica, έτσι όπως παρατίθεται µεταφρασµένο από τους JONES-MONROE, Ethiopia, σελ. 26, βλ. και στο παρόν σελ. 36.
264
83
πρεσβείας από τη Ρώµη προς το Αξούµ,267 µιας και οι σχέσεις αυτές συσφίγγονται και εντείνονται, στο όνοµα της θρησκευτικής συγγένειας, µετά τον εκχριστιανισµό του κράτους του Αξούµ. Για αυτές λοιπόν τις περισσότερο ή λιγότερο επίσηµες και ακριβείς πληροφορίες διπλωµατικών επαφών που σηµειώνονται από τον 4ο έως και τον 6ο µεταχριστιανικό αιώνα, θα κάνουµε λόγο στη συνέχεια, ξεχωρίζοντας ιδιαίτερα εκείνες που συνδέονται µε τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες Κωνστάντιο, Ιουστίνο Α’ και Ιουστινιανό. 1. Κατά τον 4ο αιώνα µ. Χ. Μια πρώτη αναφορά σε διπλωµατικές σχέσεις Βυζαντίου – Αιθιοπίας γίνεται από τον Ευσέβιο, ο οποίος στο Βίο του Κωνσταντίνου κάνει λόγο για επαφές που εκδηλώνονται µε πρεσβείες Βλεµµύων, Αιθιόπων και Ινδών που επισκέπτονται την Κωνσταντινούπολη µε πολυτελή δώρα.268 Με δεδοµένο τον εκχριστιανισµό του Αξούµ εκείνη την περίοδο είναι πολύ πιθανό σε αυτούς τους πρεσβευτές να συµπεριλαµβάνονται και Αξουµίτες. Μην ξεχνάµε άλλωστε ότι πολύ συχνά οι βυζαντινοί συγγραφείς χρησιµοποιούν τον όρο «Ινδοί» για να προσδιορίσουν τους Οµηρίτες και τους Αξουµίτες.269 Στα χρόνια του διαδόχου του Μ. Κωνσταντίνου, Κωνστάντιου, οι σχέσεις του Βυζαντίου µε τους Αξουµίτες και τους Οµηρίτες πληθαίνουν. Με παρεµβάσεις του στην περιοχή, και ιδιαίτερα µετά τον εκχριστιανισµό του Αξούµ, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου προσπαθεί να ενισχύσει τους δεσµούς που δένουν τους λαούς αυτούς µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.270 Έτσι οι διπλωµατικές σχέσεις αυτή την περίοδο έχουν σαν κύριο χαρακτηριστικό τους το θρησκευτικό στοιχείο, που επιστρατεύεται, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, από τη βυζαντινή διπλωµατία προκειµένου να εξυπηρετήσει πολιτικές και οικονοµικές σκοπιµότητες. Βλέπουµε λοιπόν να γίνεται λόγος για συγκεκριµένες διπλωµατικές επαφές του Κωνστάντιου µε το Βασίλειο του Αξούµ στα πλαίσια της θρησκευτικής διαµάχης που έχει ξεσπάσει στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία εξαιτίας της αίρεσης του Αρείου και στην οποία διαµάχη βρίσκεται να αναµειγνύεται και το πρόσφατα εκχριστιανισµένο κράτος του Αξούµ. Συγκεκριµένα, ο Κωνστάντιος, οπαδός ο ίδιος του Αρειανισµού, εκτοπίζει από τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας τον Ορθόδοξο Πατριάρχη και φανατικό πολέµιο του Αρειανισµού, τον Μ. Αθανάσιο, αντικαθιστώντας τον από τον Γεώργιο. Στο Αξούµ ο Φρουµέντιος, που είχε χρισθεί επίσκοπος από τον Αθανάσιο, κρατάει την Εκκλησία του προσηλωµένη στo ορθόδοξo δόγµα, έτσι όπως αυτό είχε διαµορφωθεί από τη Σύνοδο της Νίκαιας. Ο Κωνστάντιος τότε, µε επιστολή του271 που απευθύνει στους Αϊζανά (Ezana) και Σαζανά (Saizana ή Sazana), βασιλείς του Αξούµ, τους ζητάει να
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 39-40. Ευσέβιος Βίος, ΙV, 7, 1-3, βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 150, ΜΕΚOURIA, Christian Aksum, σελ. 404, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 186. 269 ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 159, Παράρτηµα 2 του παρόντος. 270 ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο σελ. 187. 271 Για την επιστολή αυτή η γνώση µας προέρχεται από το έργο του Αθανασίου Απολογία προς τον βασιλέα Κωνστάντιον (PG 25, στ. 636 Β-637 Α) βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 6163, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 101-102, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 69-73, 259, ΜΕΚOURIA, Christian Aksum, σελ. 406.
268
267
84
προβούν σε θρησκευτικές αλλαγές, στο πνεύµα της επίσηµης θρησκευτικής πολιτικής της Κωνσταντινουπόλεως, έτσι όπως αυτή εκπορεύεται από το Παλάτι. Τους ζητάει συγκεκριµένα να στείλουν το Φρουµέντιο στην Αλεξάνδρεια ώστε να δηλώσει τη νοµιµοφροσύνη του στο νέο Πατριάρχη µε το να οµολογήσει ως δόγµα του τον Αρειανισµό.272 Στην επιστολή του ο Κωνστάντιος εµφανίζεται ως υπερασπιστής του Χριστιανισµού, οικουµενικός.273 ∆είχνει επίσης την αγωνία του για τις συνέπειες των «δυσσεβών» κηρυγµάτων του Αθανασίου τόσο στην ενότητα την εκκλησιαστική όσο και στην πολιτική του κράτους του Αξούµ.274 Η επιστολή αυτή τοποθετείται χρονολογικά γύρω στο 356 µ.Χ. και συνδέεται µε µια άλλη διπλωµατικής και θρησκευτικής φύσεως δραστηριότητα που αναπτύσσει ο Κωνστάντιος στη περιοχή, την αποστολή δηλαδή σε Οµηρίτες και Αξουµίτες πρεσβείας µε επικεφαλής τον Θεόφιλο τον επονοµαζόµενο Ινδό.275 Πληροφορίες για αυτή την αποστολή µας δίνονται από το Φιλοστόργιο, ιστορικό του 4ου αιώνα µ.Χ. στην Εκκλησιαστική Ιστορία του. Ο Θεόφιλος λοιπόν επισκέφτηκε σταλµένος από το Βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνστάντιο276 τους ηγεµόνες των Οµηριτών φέροντας δώρα. Στόχος της αποστολής του ήταν η προστασία των Χριστιανών, Ρωµαίων και ντόπιων, για τους οποίους προέβη σε ρυθµίσεις που κατοχύρωναν τα θρησκευτικά τους δικαιώµατα. Επίσης κατάφερε, σύµφωνα µε τις µαρτυρίες του Φιλοστόργιου πάντα, να προσηλυτίσει στο Χριστιανισµό τον Οµηρίτη ηγεµόνα και να ιδρύσει τρεις εκκλησίες, στην Ταφάρ (ή Ζαφάρ) – «Τέφαρον» του κειµένου – στο Άντεν («Αδάνην») και στην πλευρά του περσικού κόλπου. Για το σκοπό αυτό η αποστολή είχε εφοδιαστεί µε χρήµατα και υλικά από το Βυζαντινό αυτοκράτορα, χρηµατοδοτήθηκε όµως και από τον ντόπιο ηγεµόνα, τον οποίο ο
«Ουκούν Φρουµέντιον τον επίσκοπον εκπέµπετε την ταχίστην εις Αίγυπτον παρά τον σεµνότατον Γεώργιον τον επίσκοπον και τους άλλους τους κατ’ Αίγυπτον, οι του χειροτονείν και κρίνειν τα τοιαύτα κύριοι µάλλον εισιν..... Ει µεν ουν ετοίµως υπακούσειεν ο Φρουµέντιος, ευθύνας της όλης καταστάσεως δώσων, δήλος έσται παρά πάντων τω της Εκκλησίας νόµω και τη κρατούση πίστει κατ’ ουδέν διαφωνών ۟ κριθείς τε και δους πείραν εαυτού του παντός βίου, και λόγον τούτου παρασχόµενος παρά των τα τοιαύτα κρινόντων. Και καταστήσεται παρ’ αυτών, ει µέλλοι τω όντι κατά το δίκαιον επίσκοπος είναι δοκείν». 273 «Πάνυ δια φροντίδος και δια σπουδής της µεγίστης ηµίν εστίν η του κρείττονος γνώσις. ∆ει γαρ οίµαι το κοινόν των ανθρώπων γένος της ίσης εν τοις τοιούτοις αξιούσθαι κηδεµονίας, ως αν µέχρι της ελπίδος τον βίον διάγοιεν, τα τοιαύτα περί του Θεού γιγνώσκοντες και µηδέν διαφωνούντες περί την του δικαίου και αληθούς εξέτασιν. Της αυτής τοίνυν προνοίας αξιούντες υµάς, και των ίσων Ρωµαίοις µεταδιδόντες, εν τι µετ’ αυτών δόγµα κρατείν εν ταις Εκκλησίαις κελεύοµεν». 274 «Και δέος µη, διαβάς εις Αυξούµιν, διαφθείρη τους παρ’ υµίν, λόγους εναγείς και δυσσεβείς παρεχόµενος, µη µόνον τας Εκκλησίας συγχέων και θορυβών, και βλασφηµών εις τον κρείττονα, αλλά και τοις κατά το έθνος εκ τούτων ανατροπήν και ανάστασιν παντελή προξενών». 275 Η επωνυµία του αυτή συνδέεται µε την καταγωγή του που σύµφωνα µε τις µαρτυρίες ήταν ασιατική ή αφρικανική. Κάποιοι τον θεωρούν ως ανήκοντα στη φυλή των Βλεµµύων, ενώ άλλοι λένε ότι ήταν από τη Σοκότρα ή τις Μαλβίδες, βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο σελ. 177-178 και σχ. 86, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 337, στο παρόν σελ. 51, σχ. 99. 276 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 101, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο σελ.176-183, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 71-72, METHODIOS, Christianity into Aksum, σελ. 189190.
272
85
Φιλοστόργιος αποκαλεί µε τον τίτλο του Εθνάρχη. Ο Θεόφιλος ήταν και αυτός οπαδός της αίρεσης του Αρείου. Η δε αποστολή του δείχνει το πόσο πολύ ενδιέφερε το Βυζάντιο η εµπορική διείσδυση στην περιοχή και ο προσεταιρισµός της ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος της επέκτασης εκεί των περσικών συµφερόντων. Βλέπουµε επίσης ότι ίδρυσε τις εκκλησίες σε κοµβικά σηµεία του εµπορίου της Αραβικής Χερσονήσου. Η αποστολή του Θεόφιλου στους Οµηρίτες χαρακτηρίζεται από το Φιλοστόργιο ως πολύ επιτυχής. Στη συνέχεια πέρασε στο κράτος του Αξούµ, όπου όµως δε φαίνεται να σηµείωσε ιδιαίτερη επιτυχία στην αποστολή του. Ο Φιλοστόργιος αναφέρεται µε πολύ φειδώ σε αυτό της το σκέλος. Πιθανότατα η δράση του Φρουµέντιου εκεί και η επικράτηση της αντιαρειανικής διδασκαλίας θα στάθηκαν εµπόδια στην αποστολή του Θεόφιλου. Υπάρχει η υπόθεση ότι ο Θεόφιλος είναι αυτός που µετέφερε στον Αξουµίτη βασιλιά την επιστολή του Κωνστάντιου.277 Θα µπορούσαµε όµως να υποθέσουµε ότι η επιστολή αυτή είναι αποτέλεσµα της αποτυχίας της αποστολής του Θεόφιλου στο Αξούµ.278 Επανερχόµενοι στην επιστολή αυτή θα πρέπει να δούµε ότι µέσω αυτής εκφράζεται το ενδιαφέρον του Βυζαντίου για το Αξούµ, αλλά και η τάση του να το θεωρεί ως εντεταγµένο στη ζώνη επιρροής του. Σίγουρα µε αυτή την επιστολή ο βασιλιάς Εζανά είδε απτά τα αποτελέσµατα της επιλογής του να εκχριστιανίσει το κράτος του. Βρίσκεται σε στενή επαφή, για πρώτη ίσως φορά, µε τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου και «συνοµιλεί» µαζί του για θέµατα θρησκευτικά. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας κλείνει την επιστολή του αποκαλώντας τους Εζανά και Σαζανά, προς τους οποίους την απευθύνει, «αδελφούς τιµιωτάτους».279 Βέβαια στην αρχή της επιστολής δεν προσφωνούνται µε κάποιο τίτλο και ο Αθανάσιος στην Απολογία του τους αναφέρει ως «τυράννους». Αυτό όµως µπορεί να οφείλεται και στο ότι η επιστολή δεν είναι ακριβές αντίγραφο της αυτοκρατορικής.280 Ίσως ο
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 72, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 2:2, 3:6, 10:3 και το επόµενο σχόλιο του παρόντος 278 Την αποτυχία αυτή αναφέρει ο SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 101, 102, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 15, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 72. Αν δεχτούµε την χρονολόγηση της αποστολής του Θεόφιλου γύρω στο 340 µ.Χ. (βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο σελ.180-181) και την αποστολή της επιστολής στο 356 µ.Χ. τότε η αποτυχία της αποστολής έχει προκαλέσει την επιστολή και ο Κωνστάντιος βλέπει τη δογµατική διαφοροποίηση του Φρουµέντιου και του Αξούµ ως επικίνδυνη για την ενότητα του χριστιανικού κόσµου. Ίσως µάλιστα, µε δεδοµένη τη µεγάλη αναστάτωση που προκαλούν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία οι χριστολογικές έριδες, ο Κωνστάντιος, φοβούµενος την εκµετάλλευση της κρίσης αυτής από τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας και του Χριστιανισµού, επιδιώκει την επικράτηση ενός ενιαίου δόγµατος σε όλο το χριστιανικό κόσµο. 279 «Ο Θεός υµάς διαφυλάττει, αδελφοί τιµιώτατοι» . 280 Για τις σχέσεις Βυζαντίου – Αξούµ, έτσι όπως αυτές αποκαλύπτονται από το ύφος της επιστολής του Κωνσταντίου – µε όλες τις σχετικές επιφυλάξεις για την πιστότητά του – θα µπορούσαµε να πούµε ότι αυτές διέπονται από µια διάθεση κηδεµόνευσης του πρώτου προς το δεύτερο. Παρόλο που δεν ξέρουµε ποια ακριβώς ήταν η µορφή της επιστολής, βάσει του βυζαντινού πρωτοκόλλου, όµως φαίνεται να την διατρέχει µια αδικαιολόγητη τάση παρέµβασης σε ζητήµατα εσωτερικά. Η υπεροχή της δύναµης του Βυζαντίου και ο οικουµενικός ρόλος που το κράτος έχει ενστερνιστεί ως ιδεολογία, δικαιολογεί την υπόθεση µας ότι επιδεικνύει τον ηγεµονικό του ρόλο. Άλλωστε είναι γνωστή η εξάρτηση του εξωτερικού εµπορίου του Αξούµ από αυτό του Βυζαντίου (βλ. κεφ. 1, Α 2 του παρόντος). Η
277
86
Αθανάσιος να τους αποδίδει αυτό τον τίτλο και όχι ο Κωνστάντιος. Πάντως, όπως και να έχει, δεν µπορούµε να µην επισηµάνουµε µια σαφέστατη διάθεση του Κωνστάντιου για ανάµειξη στα εσωτερικά του Αξούµ. Στο ύφος της επιστολής του υπάρχει τόνος αυστηρότητας281 και ίσως και επιτίµησης,282 ενώ το ενδιαφέρον του για τα τυχόν προβλήµατα που θα προκύψουν στην Εκκλησία και το κράτος του Αξούµ από την υιοθέτηση των θέσεων του Αθανασίου δείχνει την «πατρική» του φροντίδα για τη χριστιανική αυτή εκκλησία, εφόσον θεωρεί τον εαυτό του υπόλογο για τους Χριστιανούς όχι µόνο της δικής του επικράτειας.283 Άρα το Αξούµ, δεχόµενο τη Χριστιανική θρησκεία, αυτοµάτως και αυτονόητα έθεσε τον εαυτό του υπό τη Βυζαντινή προστασία. Θα µπορούσαµε να πούµε και υπό το βυζαντινό έλεγχο, που όµως οι βασιλείς του Αξούµ προσπαθούν να περιστείλουν. Έτσι βλέπουµε τον Εζανά να µην πείθεται στις επιθυµίες και υποδείξεις του Κωνστάντιου και να διατηρεί το Φρουµέντιο στη θέση του, δείχνοντας µε αυτόν τον τρόπο την εµπιστοσύνη του σε αυτόν.284 Βλέπουµε επίσης τον Φρουµέντιο να έχει διασυνδέσεις στενές µε κύκλους προερχόµενους από το βυζαντινό πολιτικο-θρησκευτικό χώρο. Υπάρχουν σοβαρές εικασίες285 ότι αυτός είναι που προµήθευσε τον Αθανάσιο µε την επιστολή που συµπεριλήφθηκε τελικά στην Απολογία του κι έφθασε έως εµάς. Βλέπουµε επίσης τον Κωνστάντιο να γνωρίζει µε λεπτοµέρειες για την παρουσία και τη θέση του Φρουµέντιου στο Αξούµ. Το γεγονός ότι ο Φρουµέντιος χειροτονήθηκε επίσκοπος από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, ήταν η έναρξη µιας µακρόχρονης εξάρτησης της αιθιοπικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο αυτό και από το Βυζάντιο, γεγονός που αποδέχονταν οι Αξουµίτες βασιλείς, αφενός γιατί αυτή η σύνδεση ενδυνάµωνε τις σχέσεις που επιδίωκαν µε το Βυζάντιο κι αφετέρου γιατί ενίσχυε το δικό τους ρόλο ως αρχηγών της Εκκλησίας τους η παρουσία στην κεφαλή της ανθρώπων ξένων από τη δική τους κοινωνία.286 Η µη συµµόρφωση του Εζανά στις υποδείξεις του Βυζαντινού αυτοκράτορα αποτελεί µια προσπάθεια τήρησης αποστάσεων και περιφρούρησης της εξουσίας του στο εσωτερικό του κράτους του. Μια ανάλογη προσπάθεια διαφύλαξης της αυτόνοµης πολιτικής του βλέπουµε να γίνεται και από τον Καλέµπ, αργότερα τον 6ο αιώνα. Το γεγονός άλλωστε ότι η επίσηµη θρησκευτική πολιτική του Βυζαντίου διαφοροποιήθηκε µετά το θάνατο του Κωνσταντίου, έδωσε τη δυνατότητα στον Εζανά να διατηρήσει τη δική του θέση.
σπουδή δε που δείχνει το Αξούµ για την υιοθέτηση του Χριστιανισµού, είναι ενδεικτική της σηµασίας που δίνει στη πιο στενή σύνδεσή του µε το Βυζάντιο. Επιπλέον, η αντίδραση του Εζανά είδαµε πως πιθανότατα απεικονίζει τις προσπάθειές του για εξασφάλιση της εσωτερικής αυτονοµίας του κράτους του. 281 Να προσεχτεί η χρήση των τύπων «αξιούντες», «κελεύοµεν» και η προστακτική «εκπέµπετε». 282 «Ίστε γαρ δήπου και µέµνησθε, ει µη λίαν τα παρά πάσιν οµολογούµενα µόνοι αγνοείν, προσποιείσθε...». 283 βλ. σηµ. 231 σελ. 75 του παρόντος 284 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 102, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 71, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 4:5, ΜΕΚOURIA, Christian Aksum, σελ. 406. 285 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 71. 286 Για το ίδιο θέµα έχει γίνει λόγος και παραπάνω στη σελ. 81-82
87
Μια ακόµα έµµεση µαρτυρία από την ίδια περίοδο, για διπλωµατικές επαφές που άπτονται εµπορικών θεµάτων, αντλούµε από επιγραφή σε γκεέζ που βρέθηκε στο εµπορικό λιµάνι της Βερενίκης στην Αίγυπτο. Σύµφωνα µε τον Sellassie, που παραθέτει και σχετική άποψη του Littmann,287 η επιγραφή αυτή αποδίδεται σε αξιωµατούχο του Αξουµιτικού κράτους που βρέθηκε, προφανώς, σε αποστολή στην βυζαντινή Αίγυπτο για να διαπραγµατευτεί µε Βυζαντινούς απεσταλµένους σχετικά µε εµπορική συµφωνία. Η επαφή αυτή ήταν προφανώς επιτυχής και ο Αξουµίτης απεσταλµένος, Abreha, που ήταν και Χριστιανός, κάνει λόγο σε αυτή για την παραµονή του στην Αίγυπτο και την πίστη του στο Θεό.288 Επίσης µια ακόµα ελληνική επιγραφή που βρέθηκε στις Φιλές της Αιγύπτου,289 κάνει λόγο για την επίσκεψη το 360 µ.Χ. του Αξουµίτη Abratoeis στο Βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνστάντιο, από τον οποίο έγινε δεκτός µε µεγάλες τιµές. ∆ε γνωρίζουµε τους λόγους αυτής της επίσκεψης, µα µπορούµε να αντιληφθούµε ότι τέτοιες αποστολές µετέφεραν στο Αξούµ τη λάµψη της Βυζαντινής Αυλής. 2. Κατά τον 6ο αιώνα µ. Χ. Οι επόµενες διπλωµατικές επαφές µεταξύ Βυζαντίου και Αξούµ, που µαρτυρούνται από πηγές, τοποθετούνται στον 6ο αιώνα και συνδέονται µε την πολιτική των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Ιουστίνου Α’ και Ιουστινιανού. Όπως νωρίτερα ο Κωνστάντιος, έτσι και στην περίοδο αυτή το ενδιαφέρον της βυζαντινής πολιτικής στρέφεται δυναµικά στην Ανατολή και κατ’ επέκταση στην Ερυθρά Θάλασσα και την Αραβική Χερσόνησο. Ο ρόλος που ο Ιουστινιανός έπαιζε στην χάραξη της πολιτικής κι επί βασιλείας Ιουστίνου Α’ έχει διαπιστωθεί από τους ιστορικούς.290 Στόχος λοιπόν των µεγαλόπνοων πολιτικών του σχεδίων είναι η περιστολή της περσικής δύναµης και ο απεγκλωβισµός του ανατολικού εµπορίου από τον στενό εναγκαλισµό της περσικής µεσιτείας. Προσπαθούσε να βρει για το Βυζάντιο εναλλακτικούς δρόµους για τη διεξαγωγή του εµπορίου του µεταξιού, που θα το απάλλασσε από τη ζηµιογόνα για τα συµφέροντά του περσική µεσολάβηση.291 Επιστρατεύει λοιπόν, στην προσπάθειά του αυτή, την παραδοσιακά πλέον φίλα προσκείµενη στο Βυζάντιο, αξουµιτική δύναµη και αξιοποιεί τη δυνατότητά της να παρέµβει στη Νότια Αραβία που είναι και περιοχή µε κρίσιµο ενδιαφέρον την εποχή για την οποία µιλάµε. Έτσι βλέπουµε την εποχή εκείνη µια ιδιαίτερα έντονη διπλωµατική δραστηριότητα στην περιοχή και µάλιστα είναι η µόνη περίοδος για την οποία έχουµε µαρτυρίες για άµεσες πλέον και σε επίπεδο επίσηµο, ανταλλαγές διπλωµατικών αποστολών, µε επίσηµη αυτοκρατορική εξουσιοδότηση.
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 109 και σχ. 69. Το πλήρες κείµενο της επιγραφής, έτσι όπως παραδίδεται από τον SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 109 έχει ως εξής : “I Abreha Man of Aksum spent the night here [and] came believing in the power of the Lord of Heaven Ariam with my son”. 289 Για την επιγραφή αυτή κάνει λόγο ο ΜΕΚOURIA, Christian Aksum, σελ. 406. 290 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 151. 291 βλ. ΙΕΕ, τοµ. Ζ, σελ. 199-200, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 87-88, HENDRICKX, Documents, σελ. 66-74.
288
287
88
Καταρχήν έντονη διπλωµατική δραστηριότητα σηµειώνεται µε την αλληλογραφία που ανταλλάσσεται ανάµεσα στον Ιουστίνο Α’ και τον Καλέµπ, µε σκοπό την αντιµετώπιση του προβλήµατος του διωγµού των Χριστιανών στο κράτος των Οµηριτών.292 Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας αποστέλλει δύο επιστολές, τη µια προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Τιµόθεο293 και την άλλη προς τον Αξουµίτη βασιλιά Καλέµπ.294 Στην πρώτη ζητά τη µεσολάβηση του Πατριάρχη προς τον Καλέµπ µε στόχο να τον παρακινήσει ώστε να προβεί σε ένοπλη επέµβαση στο κράτος των Οµηριτών για τον άµεσο τερµατισµό των διώξεων. Τη δεύτερη την απευθύνει προς τον ίδιο τον Καλέµπ. Ο Πατριάρχης Τιµόθεος είναι αυτός που αναλαµβάνει να παραδοθεί η επιστολή του Ιουστίνου Α’, µαζί µε δική του προτρεπτική,295 σύµφωνα µε το αίτηµα του Ιουστίνου, στον βασιλιά των Αξουµιτών. Σχετικά µε αυτές τις επιστολές τίθεται το ερώτηµα γιατί ο Βυζαντινός αυτοκράτορας δεν έρχεται σε άµεση επαφή µε τον Καλέµπ, αλλά επιδιώκει την επαφή αυτή µέσω του Πατριάρχη. Η πιο πιθανή εξήγηση γι’ αυτή την επιλογή είναι το επείγον του πράγµατος. Η οργάνωση µιας διπλωµατικής αποστολής από την Κωνσταντινούπολη, προφανώς ήταν πολύ πιο χρονοβόρα διαδικασία από αυτή που απαιτείτο για την επικοινωνία Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και Αξούµ. Ως γνωστόν η δίοδος αυτή της επικοινωνίας ήταν ανοικτή λόγω της σχέσης που συνέδεε την αιθιοπική Εκκλησία µε αυτήν της Αλεξάνδρειας. Ως προς το ύφος δε της επιστολής του Ιουστίνου Α’, και πάλι η σχέση των δυο κρατών εντοπίζεται κυρίως στην ένταξή τους από κοινού στο χριστιανικό κόσµο κι επίσης και στην περίπτωση αυτή – όπως και στην επιστολή του Κωνστάντιου προς τον Εζανά296 – ο Βυζαντινός αυτοκράτορας εµφανίζεται ως ο προστάτης των Χριστιανών όλης της οικουµένης και ζητά ως προς αυτό την αρωγή του οµοθρήσκου του βασιλιά, βασιζόµενος στην πεποίθηση που είχε διαποτίσει τη βυζαντινή ιδεολογία ότι ο Βυζαντινός ηγεµόνας είναι ο επίγειος τοποτηρητής του Χριστού. Ολιγωρία και οκνηρία στην αντίδραση του Αξουµίτη βασιλιά θα επέσειε την οργή εναντίον του τόσο του ίδιου του Θεού όσο και του εκπροσώπου του επί της γης.297 Συνεχίζοντας στην ίδια περίοδο, γνωρίζουµε επίσης την αποστολή δύο επίσηµων πρεσβειών από την Κωνσταντινούπολη προς τους Οµηρίτες και το Αξούµ.298 Οι πρεσβείες αυτές εστάλησαν από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄, που διαδέχτηκε τον Ιουστίνο Α΄. Για αυτές τις διπλωµατικές αποστολές γίνεται λόγος από τον Προκόπιο, το Μαλάλα, το Θεοφάνη, το Ζωναρά. Σε ότι αφορά στην χρονολόγηση των πρεσβειών αυτών, υπάρχει κάποια ασάφεια και
βλ. στις αντίστοιχες ενότητες του παρόντος. βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 66-67, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 132. 294 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 67-68, για την επιστολή αυτή βλ. και σελ. 59-60 του παρόντος. 295 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 69. 296 βλ. παραπάνω στην προηγούµενη ενότητα. 297 «Ει γαρ ούτο οκνήσει ποιήσαι η ση οσιότης, ουρανόθεν µεν οργίζεται αυτή ο Θεός και τη αυτής πολιτεία ۟ ηµείς δε δια Κοπτού και Βερονίκης των λεγοµένων Βλεµµύων και Νοβάδων πλήθος στρατευµάτων εκπέµψαντες, παρόδω χρησάµενα τα στρατόπεδα ηµών δια της γης σου, πάσαν συντρίψωσι, τον δε Οµηρίτην και την χώραν αυτού πάσαν εις τέλειον αφανισµόν και ανάθεµα καταστήσωσιν». 298 Σχετικά µε αυτές βλ. και όσα έχουν γραφεί στην ενότητα. για τη Στρατιωτική δραστηριότητα στη Νότια Αραβία.
293
292
89
σύγχυση στις πληροφορίες των Βυζαντινών ιστορικών. Μπορεί όµως να ειπωθεί µε βεβαιότητα ότι οι αποστολές αυτές ήταν δύο και µε µικρή χρονική µεταξύ τους απόσταση. Η πρώτη από αυτές είναι εκείνη κατά την οποία ο Βυζαντινός πρέσβης Ιουλιανός επισκέπτεται εκ µέρους του Ιουστινιανού τον Καλέµπ299 και τον Οµηρίτη ηγεµόνα που είναι υποτελής σε αυτόν, Εσιµιφαίο, µε διπλή πρόταση, για στρατιωτική και εµπορική συµφωνία Βυζαντίου - Αξούµ εναντίον των Περσών. Συγκεκριµένα ο πρέσβης µεταφέρει «θείας κελεύσεις» (sacras) του Ιουστινιανού συνοδευόµενες από δώρα, µε τις οποίες προτείνεται στον Καλέµπ η ανάληψη κοινού πολέµου εναντίον των Περσών και η υποκατάστασή τους στο εµπόριο του µεταξιού που προέρχεται από την Κίνα και την Ινδία. Προτείνει δηλαδή ο Ιουστινιανός να γίνουν οι Αξουµίτες οι µεσάζοντες που θα µεταφέρουν και θα εµπορεύονται το µετάξι από την Άπω Ανατολή και θα εφοδιάζουν το Βυζάντιο, επωφελούµενοι αυτοί από τα έσοδα της εµπορίας αυτού του πανάκριβου προϊόντος. Η υποδοχή του Βυζαντινού απεσταλµένου από τον Καλέµπ γίνεται µε µεγάλη λαµπρότητα, γεγονός που καταδεικνύει τόσο τη σηµασία που δίνει η διπλωµατία του Αξούµ στις σχέσεις της µε το Βυζάντιο όσο και την προσπάθεια του Καλέµπ να εντυπωσιάσει µε την παρουσίαση της Αυλής του το Βυζαντινό απεσταλµένο. Αυτό προφανώς αποκαλύπτει τη γνώση της λαµπρότητας της Αυλής της Κωνσταντινούπολης που είχε ο Καλέµπ. Έτσι λοιπόν µπορούµε να υποθέσουµε προγενέστερες επαφές Αξουµιτών απεσταλµένων µε την Κωνσταντινούπολη και την, πλησιέστερη σε αυτούς, Αλεξάνδρεια κι άλλες πέρα από εκείνη του 4ου αιώνα που µαρτυρείται από την επιγραφή των Φιλών.300 Σύµφωνα µε τη µαρτυρία του Μαλάλα και ο Καλέµπ ανταπαντά στην πρεσβεία του Ιουστινιανού µε ανάλογη Αξουµιτική που επίσης µεταφέρει «σάκρας» και δώρα για τον Βυζαντινό αυτοκράτορα.301 Με µικρή χρονική απόσταση από την προηγούµενη αποστολή αναφέρεται και µια δεύτερη, µε απεσταλµένο αυτή τη φορά τον Νόννοσο,302 ο οποίος επίσης κατευθύνεται σε Οµηρίτες και Αξουµίτες. Λεπτοµέρειες για τον ακριβή στόχο αυτής της αποστολής προς τον Καλέµπ δε γνωρίζουµε. Ο Sellassie303 θεωρεί ότι στόχος και αυτής της αποστολής ήταν η συµµαχία Βυζαντίου – Αξούµ εναντίον των Περσών. Παρόλη τη µεγάλη εντύπωση που προξένησε στο Αξούµ αυτή η διπλωµατική δραστηριότητα που αναπτύσσεται κατά τον 6ο αιώνα, οι αποστολές αυτές δεν φαίνεται να επιτυγχάνουν ιδιαίτερα αποτελέσµατα. Έτσι ο Προκόπιος δεν αναφέρει κανένα αποτέλεσµα πλην των υποσχέσεων που
βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 69- 71, ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 363-364, ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, Πόλεµοι, τ. 1, xix-xx, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 137-139, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο σελ. 260-265, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 103-105. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο αποστολές αυτές συνδέονται µε τον Ιουστίνο Β΄ και χρονολογούνται πολύ µετά το 530 περίπου (που είναι η ευρύτερα αποδεκτή χρονική τους τοποθέτηση). Η θέση αυτή δεν γίνεται πειστική (βλ. σχετικά HENDRICKX, Documents, σελ. 72). 300 βλ παραπάνω σελ. 88. 301 βλ. ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 364, HENDRICKX, Documents, σελ. 74. 302 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 74, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 139, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο σελ. 261, 265. 303 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 140.
299
90
δόθηκαν από τον Καλέµπ προς τον απεσταλµένο του Ιουστινιανού, Ιουλιανό. Και δεν είναι γνωστή η ανάληψη κάποιας στρατιωτικής δραστηριότητας των Αξουµιτών εναντίον της Περσίας.304 Αντίθετα γνωρίζουµε πως οι Οµηρίτες, υπό τον ηγεµόνα τους Άβραµο, κινητοποιήθηκαν εναντίον των Αράβων στη Μέκκα, επιχείρηση που συνδέεται µε τις συγκρούσεις Βυζαντινών και Περσών.305 Σε ότι αφορά δε την εµπορική δραστηριοποίηση των Αξουµιτών µε στόχο τον περιορισµό της περσικής διαµεσολάβησης στο εµπόριο του µεταξιού, αυτή δεν ήταν δυνατόν, τελικά, να αποδώσει λόγω της εγγύτητας της Περσίας µε τα εµπορικά κέντρα του εµπορίου του µεταξιού στην Ινδία, γεγονός που καθιστά την πρωτοκαθεδρία τους σε αυτό το εµπόριο αδιαµφισβήτητη και αδιαφιλονίκητη. Άλλωστε η µεταφορά της καλλιέργειας του µεταξιού στην ίδια τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, λίγο αργότερα, διαµόρφωσε νέες συνθήκες στο εµπόριο του προϊόντος. Οι διπλωµατικές σχέσεις του Βυζαντίου µε το Αξούµ εκπορεύονται λοιπόν από τα ίδια κίνητρα – οικονοµικά, θρησκευτικά και πολιτικά – που υπαγορεύουν και τις σχέσεις του µε το κράτος των Οµηριτών. Εντάσσονται δε στην ευρύτερη πολιτική του Βυζαντίου στο γεωπολιτικό χώρο της Ερυθράς Θάλασσας και της Αραβικής Χερσονήσου και συνάπτονται στενά µε τις σχέσεις του και τους ανταγωνισµούς του µε την Περσική Αυτοκρατορία. Τόσο στο κράτος του Αξούµ όσο και σε αυτό των Οµηριτών η προώθηση της χριστιανικής θρησκείας ενισχύει του δεσµούς και κάνει τις συµµαχίες ασφαλέστερες. Από αυτή την άποψη το πρώιµα εκχριστιανισµένο Αξούµ αναδεικνύεται για το Βυζάντιο πολύ πιο αξιόπιστος σύµµαχος από την επισφαλή και τρωτή Νότια Αραβία. Γι’ αυτό το λόγο βλέπουµε να είναι πολύ πιο συστηµατικές οι προσπάθειες που γίνονται για τον προσεταιρισµό του κράτους των Οµηριτών, τόσο από τον Κωνστάντιο – µε την αποστολή εκεί του Θεοφίλου – όσο και από τον Ιουστινιανό – µε τον συστηµατικό προσεταιρισµό του Αβράµου. Μπορούµε µάλιστα να υποθέσουµε ότι το Βυζάντιο έπαιξε ρόλο στην αποκατάσταση των σχέσεων µεταξύ Αξούµ και Αβράµου, όταν ο τελευταίος εξαναγκάστηκε να δεχθεί την τυπική υποτέλειά του στον βασιλιά του Αξούµ, χωρίς όµως να κάνει σηµαντικές παραχωρήσεις ώστε να πετύχει την αναγνώρισή του απ’ αυτόν και τη νοµιµοποίησή του στο θρόνο του.306 Αποδεικνύεται έτσι η µεγάλη σηµασία που δίνει το Βυζάντιο σε ένα χριστιανικό συνασπισµό στην περιοχή, που θα µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως µηχανισµός ανάσχεσης των περσικών βλέψεων.
Σχετικά µε αυτό το θέµα ο Μαλάλας δίνει την πληροφορία ότι «και ευθέως ο βασιλεύς Ινδών Ελεσβόας επ’ όψεσι του πρεσβευτού Ρωµαίων εκίνησε πόλεµον κατά Περσών, προπέµψας και τους υπ’ αυτών Ινδούς Σαρακηνούς, επήλθε τη Περσική χώρα υπέρ Ρωµαίων, δηλώσας τω βασιλεί Περσών του δέξασθαι βασιλέα Ινδών πολεµούντα αυτώ και εκπορθήσαι πάσαν την υπ’ αυτού βασιλευοµένην γην». Όµως τέτοια επιχείρηση δεν επιβεβαιώνεται από κάπου αλλού και πιθανότατα είναι απλώς υπόσχεση που δόθηκε στο Βυζαντινό απεσταλµένο, βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 73-74, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο σελ. 264. 305 βλ. στο παρόν σελ. 35, 72-73. 306 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 38-40.
304
91
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΣΤΟ ΑΞΟΥΜ Α. Οικονοµικές – Εµπορικές Έχουµε ήδη δει ότι οι οικονοµικές και εµπορικές σχέσεις του Βασιλείου του Αξούµ µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έχουν υπάρξει στενές σε όλη τη διάρκεια από τον 4ο έως τον 6ο µεταχριστιανικό αιώνα. Το Αξούµ αναδείχθηκε σε ουσιαστικό παράγοντα του θαλάσσιου εµπορίου της Ερυθράς Θάλασσας, χάρη στη στενή του σύνδεση µε τα συµφέροντα του Βυζαντίου στο ανατολικό εµπόριο. Παίζοντας έναν ρόλο διαµετακοµιστικό και µεσολαβητικό ανάµεσα στις µακρινές Ινδίες και τα λιµάνια της Ερυθράς Θάλασσας, το ίδιο οδηγήθηκε σε αξιοσηµείωτη ανάπτυξη και ευηµερία, το δε Βυζάντιο ενέταξε ασφαλέστερα στη σφαίρα επιρροής του και συµπεριέλαβε στη ζώνη της χριστιανικής «οικουµενικότητάς του» και τις περιοχές της Ερυθράς Θάλασσας. Χάρη σε αυτήν ακριβώς την άνθηση, εµπορική και οικονοµική, το Βασίλειο του Αξούµ µπόρεσε να αναπτύξει έναν εξαιρετικά διακεκριµένο πολιτισµό, από τους πιο σπουδαίους της αφρικανικής ηπείρου, στον οποίο είναι διακριτές οι επιρροές που µεταλαµπαδεύτηκαν από τον ελληνορωµαϊκό και βυζαντινό κόσµο. Θα ξεκινήσουµε τη διερεύνηση αυτού του πεδίου προσπαθώντας αρχικά να επισηµάνουµε τις επιρροές που εντοπίζονται σε τοµείς που άπτονται της οικονοµικής ζωής και οργάνωσης. Με δεδοµένη όµως την έλλειψη επαρκών στοιχείων για τον αξουµιτικό κόσµο, αναπόφευκτα, σε κάποια σηµεία θα αναφέρουµε απλώς τις παρατηρούµενες σχέσεις και οµοιότητες σε δοµές και οργανωτικούς µηχανισµούς, χωρίς να µπορούµε να ανιχνεύσουµε µε βεβαιότητα την προέλευσή τους. Έτσι, ελληνιστικές επιρροές από τον κόσµο της Ανατολής και της Αιγύπτου που αποτελούν βασικό υπόβαθρο στο ρωµαϊκό και βυζαντινό πολιτισµό, εντοπίζονται και στο Αξούµ και πιθανότατα να έχουν τις ρίζες τους είτε στην απευθείας επαφή του χώρου µε την πτολεµαϊκή Αίγυπτο είτε στις επαφές του µε τον ελληνορωµαϊκό κόσµο στους πρώτους µεταχριστιανικούς αιώνες. 1. Νόµισµα Η πιο εµφανής και αποδεδειγµένη σχέση µεταξύ Αξούµ και Βυζαντίου, στον οικονοµικό τοµέα, είναι αυτή που σχετίζεται µε τη χρήση του νοµίσµατος, την εισαγωγή του στον τρόπο συναλλαγών και γενικά στη νοµισµατοποίηση της οικονοµίας καθώς επίσης και την µορφή των αξουµιτικών νοµισµάτων. Το Βασίλειο του Αξούµ από το δεύτερο µισό του 3ου µεταχριστιανικού αιώνα1 εµφανίζεται στο διεθνές οικονοµικό προσκήνιο µε δικό του νόµισµα. Το γεγονός αυτό το κατατάσσει ανάµεσα στις µεγάλες οικονοµικές δυνάµεις του παγκόσµιου εµπορίου της εποχής του. Και µε αυτό το χαρακτηρισµό το
1
βλ. σελ. 20, σηµ. 67 του παρόντος.
92
βρίσκουµε να αναφέρεται σε κείµενα εκείνης της εποχής.2 Είναι η µόνη αφρικανική χώρα η οποία εµφανίζεται την περίοδο εκείνη, και για αιώνες µετά, µε δικό της νόµισµα και µια από τις ελάχιστες χώρες του κόσµου που είχαν τη δυνατότητα να το κάνουν, χωρίς να ανήκουν σε µια από τις µεγάλες αυτοκρατορίες της εποχής. Η κοπή αξουµιτικών νοµισµάτων είναι επίσης µια απόδειξη της ευηµερίας και της ανάπτυξης στην οποία έχει φτάσει το κράτος του Αξούµ. Τα ανασκαφικά ευρήµατα µας δείχνουν ότι στο Αξούµ η χρήση του νοµίσµατος δεν ήταν άγνωστη και πριν από την κοπή νοµισµάτων από το ίδιο το κράτος. Σε ανασκαφές έχουν βρεθεί, εκτός των πτολεµαϊκών και ρωµαϊκών, και κουσανικά νοµίσµατα από την Ινδία αλλά και σαβαϊκά από τη Νότια Αραβία. Ο Περίπλους από τον 1ο αιώνα µ.Χ. κάνει λόγο για ρωµαϊκά νοµίσµατα που υπήρχαν, έστω και σε µικρή ποσότητα, για χρησιµοποίηση από τους ξένους εµπόρους, στο λιµάνι της Άδουλης. Κάνει λόγο επίσης για εισαγωγή «ωρόχαλκου, ω χρώνται προς κόσµον και εις συγκοπήν αντί νοµίσµατος».3 Όµως, όταν το κράτος του Αξούµ αποφασίζει την ένταξή του στο διεθνές εµπόριο τα ρωµαϊκά και στη συνέχεια τα βυζαντινά νοµίσµατα είναι αυτά που χρησιµοποιεί ως πρότυπα για το δικό του. Επιπλέον σύµφωνα µε αυτά προσαρµόζεται κάθε φορά το βάρος και η αξία του δικού του. Αυτό είναι φυσιολογικό και δικαιολογηµένο, αφού το ρωµαϊκό / βυζαντινό νόµισµα ήταν το ισχυρότερο στον χώρο του παγκόσµιου εµπορίου.4 Άλλωστε σε σύνδεση µε τα ρωµαϊκά / βυζαντινά συµφέροντα στην Ερυθρά Θάλασσα διενεργείται το εµπόριο του Αξούµ, γεγονός που καταδεικνύεται επίσης και από τον µαρασµό του, µετά την αναγκαστική αποσύνδεσή του από αυτά, τον 7ο αιώνα µ.Χ. Έτσι όταν ο βασιλιάς Ένδυβις (Endubis) ή κατ’ άλλους ο Αφίλας (Aphilas),5 κόβει τα πρώτα αξουµιτικά νοµίσµατα, αυτά είναι προσαρµοσµένα ως προς την αξία τους στο ήµισυ του ρωµαϊκού χρυσού νοµίσµατος (aureus),6 ενώ ο Εζανά, ακολουθώντας τις νοµισµατικές µεταρρυθµίσεις του Μ. Κωνσταντίνου, εκδίδει χρυσό νόµισµα που ισοδυναµεί µε το τρίτο της αξίας του βυζαντινού (tremissis),7 µια ισοτιµία που σε γενικές γραµµές ακολουθείται έως τον 7ο αιώνα, οπότε σταµατάει για το Αξούµ η κοπή χρυσών νοµισµάτων.8
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 81-82, 86, HENDRICKX, Documents, σελ. 38, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 82, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 59, Aksum : political system, σελ. 383, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 2:2, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 364. 3 Περίπλους, 6. 4 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 185, LINNÉR, Ιστορία, σελ. 16, VASILIEV, Ιστορία, σελ. 209-210. Χαρακτηριστική ως προς αυτό η αφήγηση που µας παραδίδεται από τον Κοσµά Ινδικοπλεύστη (McCRINDLE, Christian Topography, σελ. 368-370, PG. 88. 448B-449A, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγές, σελ. 232-233) για το πώς το βυζαντινό νόµισµα απέδειξε στο βασιλιά της Ταπροβάνης την υπεροχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έναντι της Περσικής. 5 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 82, MUNRO-HAY, Aksum, Chronological Chart, DORESSE, Ethiopia, σελ. 60. 6 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9:3. 7 o.π. 8 βλ. ΚΟΒΙSHCHANOV, Axum, σελ. 183, MUNRO-HAY, The Rise and Fall of Aksum, σελ. 51.
2
93
Εκτός από χρυσά το Βασίλειο του Αξούµ θέτει σε κυκλοφορία και αργυρά και χάλκινα νοµίσµατα. Όµως αυτά τα δεύτερα, κυρίως τα χάλκινα, πρέπει να στόχευαν περισσότερο στη χρησιµοποίησή τους για τις ανάγκες του εσωτερικού εµπορίου.9 Είναι εµφανής κάποια προσπάθεια για εισαγωγή του νοµισµατικού συστήµατος και στις εσωτερικές εµπορικές συναλλαγές, και η εύρεση αρκετών, κυρίως χάλκινων, νοµισµάτων σε πολλά σηµεία της αξουµιτικής επικράτειας µαρτυρεί ότι αυτό πρέπει να επιτεύχθηκε σε κάποιο βαθµό. Είναι όµως βέβαιο ότι ακόµα και τον 6ο µεταχριστιανικό αιώνα,10 σε περιοχές αποµακρυσµένες και εκτός βασικών εµπορικών δρόµων, ο κύριος τρόπος συναλλαγής παραµένει το ανταλλακτικό εµπόριο, αφού αντί για νόµισµα χρησιµοποιούνταν προϊόντα, όπως ο σίδηρος, το αλάτι, το κρέας και γενικά είδη διατροφής.11 Βλέπουµε έτσι να ισχύει στο Βασίλειο του Αξούµ ένα διπλό σύστηµα οικονοµίας. Το ένα σκέλος του είναι ιδιαίτερα προηγµένο, χρησιµοποιεί νοµίσµατα, µετέχει στις διεθνείς αγορές και εµπλέκεται σε εµπορικές διαδικασίες σύνθετες και διευρυµένες, ενώ το άλλο παραµένει σε πιο πρωτογενές στάδιο, βασίζεται στο ανταλλακτικό εµπόριο και διενεργείται σε τοπική κλίµακα. Άρα στο βαθµό που το Βασίλειο του Αξούµ συνδέεται οικονοµικά µε το ρωµαϊκό / βυζαντινό κόσµο, επηρεάζεται από αυτόν και προσαρµόζεται σε ένα πιο προηγµένο οικονοµικό σύστηµα, που όµως προφανώς δεν συντρέχουν λόγοι επιτακτικοί ώστε να γενικευτεί σε όλες τις πτυχές των οικονοµικών του δραστηριοτήτων. Το αξουµιτικό νόµισµα – και ιδιαίτερα το χρυσό – ακολουθεί και ως προς τη µορφή του12 αυτή του ρωµαϊκού / βυζαντινού. Παριστάνεται και σε αυτό η µορφή του βασιλιά, ως του κύριου εγγυητή της κρατικής σταθερότητας. Η πιο συνηθισµένη απεικόνιση είναι αυτή που τον παρουσιάζει σε προφίλ και φέροντα στέµµα ή µαντήλι µε χαρακτηριστικό δέσιµο, που καλύπτει το κεφάλι του. Υπάρχουν όµως και κάποια νοµίσµατα, όπως του Iathlia/ Hataz που παρουσιάζουν τον βασιλιά σε µετωπική όψη, αναπαράσταση που έχει την αντίστοιχή της και σε βυζαντινά νοµίσµατα της ίδιας περιόδου, π. χ. νοµίσµατα των Αναστασίου, Ιουστινιανού. Εκείνο όµως που έχει ιδιαίτερη σηµασία είναι η γλώσσα στις επιγραφές των νοµισµάτων και τα σύµβολα τα θρησκευτικά που απεικονίζονται πάνω σε αυτά. Στα χρυσά νοµίσµατα η γλώσσα που χρησιµοποιείται είναι η ελληνική, σε όλη τη διάρκεια της έκδοσής τους, µε εξαίρεση ένα του βασιλιά Wazeba που η επιγραφή του είναι γραµµένη στα γκεέζ και µάλλον αποτελεί προσπάθεια επέκτασης του νοµισµατικής οικονοµίας και στην εσωτερική αγορά.13 Και αυτή η επιλογή είναι αποτέλεσµα της µεγάλης επιρροής του Βυζαντίου στο αξουµιτικό εµπόριο. Τα βυζαντινά νοµίσµατα της αντίστοιχης εποχής, φέρουν συνήθως επιγραφές στη λατινική γλώσσα που
Είναι χαρακτηριστικό ως προς αυτό ότι σε αντίθεση µε τα χρυσά νοµίσµατα που αναφέρουν µε το όνοµα του βασιλιά και το «βασιλεύς Αξωµειτών», τα αργυρά και χάλκινα πολλές φορές παραλείπουν το «Αξωµειτών», ως µη απαραίτητη διευκρίνιση. Βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9:2. 10 βλ. McCRINDLE, Christian Topography, Book II, σελ. 51-53. 11 βλ. McCRINDLE, Christian Topography, Book II, σελ. 52-53. 12 Για άλλες παραµέτρους των νοµισµάτων που άπτονται της ιδεολογίας και της πολιτικής οργάνωσης του κράτους, έτσι όπως αυτή αποκαλύπτεται από τη µορφή τους, θα γίνει λόγος σε επόµενες αντίστοιχες ενότητες του παρόντος. 13 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9:3, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 82-84.
9
94
ήταν η επίσηµη γλώσσα της πρωτοβυζαντινής διοίκησης. Όµως ο ελληνικός χαρακτήρας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν κυρίαρχος από την αρχή κιόλας της ιστορίας της, µιας και τα εδάφη της ήταν αυτά της ανατολικής Μεσογείου και της Ανατολής, περιοχές ελληνικές ή εξελληνισµένες από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Το βυζαντινό εµπόριο στην Ανατολή είναι ελληνόφωνο και το Αξούµ µε τα χρυσά νοµίσµατά του απευθύνεται κυρίως σε γνώστες της ελληνικής που διεξάγουν το εµπόριο στη Μεσόγειο, την Ερυθρά Θάλασσα, την Ταπροβάνη (Κεϋλάνη) και ως τις µακρινές Ινδίες. Επίσης ήδη από τα νοµίσµατα του βασιλιά Εζανά, τα θρησκευτικά σύµβολα του δίσκου και της ηµισελήνου, που υπήρχαν αρχικά στα αξουµιτικά νοµίσµατα και συνδέονταν µε τις προχριστιανικές σαβαϊκές θεότητες, όπως ήταν ο Mahrem, αλλάζουν και αντικαθίστανται από αυτό του σταυρού. Θα πρέπει εδώ να πούµε ότι από τον 4ο αιώνα ο Εζανά αποτυπώνει πάνω στα νοµίσµατά του το βυζαντινό σταυρό µε τα ίσα σκέλη, πριν κάτι τέτοιο αποτυπωθεί πάνω στα βυζαντινά νοµίσµατα. Σίγουρο είναι επίσης ότι ο Χριστιανισµός δεν είχε ακόµα εξαπλωθεί σε ευρεία κλίµακα µέσα στην επικράτεια του Αξουµιτικού κράτους, ενώ και ο ίδιος ο βασιλιάς σε επιγραφή του στα γκεέζ14 έχει κάνει σαφή την προτίµησή του προς µονοθεϊστικές θρησκευτικές επιλογές, δεν είναι όµως ξεκάθαρη η χριστιανική του µεταστροφή. Και πίσω από αυτή την επιλογή εντοπίζεται η βυζαντινή επιρροή. Στόχος του Εζανά είναι να εντάξει το κράτος του στη σφαίρα των συµµάχων του Βυζαντίου. ∆ε θα κάνουµε λόγο εδώ για άλλα κίνητρα που ανιχνεύονται πίσω από αυτή του την επιλογή,15 θα σηµειώσουµε όµως πως είναι σαφής η πρόθεσή του, µέσα από την ένταξή του στο χριστιανικό κόσµο, να παρουσιάσει το κράτος του ως δύναµη εντασσόµενη στην «οικουµενική» επικράτεια16 του Βυζαντίου και ως εκ τούτου να συνδεθεί ασφαλέστερα και µε τις βυζαντινές εµπορικές δραστηριότητες, ενώ επίσης µε αυτή τη σύνδεση εξασφαλίζει την αξιοπιστία του νοµίσµατός του για τη χρήση του στις διεθνείς αγορές. 2. Μέτρα και σταθµά Ένα άλλο σηµείο στο οποίο γίνεται εµφανής η βυζαντινή επιρροή στην οικονοµική δραστηριότητα του Αξούµ είναι ο εντοπισµός ανάµεσα σε άλλα ανασκαφικά ευρήµατα στην Άδουλη,17 βυζαντινών µέτρων και σταθµών. Αυτά ήταν µπρούτζινα σταθµά και ζυγοί που βρέθηκαν εκεί µαζί µε άλλα αντικείµενα προερχόµενα από το µεσογειακό χώρο, όπως ήταν αµφορείς θραύσµατα γυάλινων βάζων, σταυροί. Οι εµπορικές σχέσεις Αξούµ και Βυζαντίου είναι δεδοµένες και αναµφισβήτητες. Ο εντοπισµός των βυζαντινών σταθµών και ζυγών στην Άδουλη µας δίνει µια ένδειξη για πιθανή χρήση του µετρικού
DAE, IV, 11, HENDRICKX, Documents, σελ. 81-86. Για αυτά θα γίνει λόγος στην ενότητα για την ιδεολογία του παρόντος. Βλ. και σελ. 24, 4041. 16 Με τον όρο αυτό εννοούµε την αντίληψη εκείνη που είχαν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί και που προβάλλει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως τη δύναµη εκείνη που προασπίζεται τα χριστιανικά συµφέροντα όχι µόνο µέσα στα όριά της αλλά και εκτός αυτών, θεωρώντας όλους τους λαούς που ασπάζονται το Χριστιανισµό ως εντασσόµενους υπό την προστασία της και µέσα στα όρια των επιρροών της. 17 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 173.
15
14
95
συστήµατος που χρησιµοποιούσαν και οι έµποροι από το βυζαντινό κόσµο. Αυτό θα µπορούσαµε να το συνδυάσουµε και µε το γεγονός ότι το αριθµητικό σύστηµα που χρησιµοποιείται στην αιθιοπική γραφή είναι ίδιο µε το αρχαίο ελληνικό.18 Παρόλο που στη γκεέζ τα ονόµατα των αριθµών προέρχονται από τα σαβαϊκά, όµως γράφονται µε τον τρόπο τον ελληνικό. Μάλιστα για πρώτη φορά βλέπουµε τους αριθµούς να αποδίδονται αριθµητικά κι όχι µόνο λεκτικά στην επιγραφή από την Anza,19 που τοποθετείται στον 4ο αιώνα µ.Χ. Αντίθετα στην επιγραφή που εντοπίστηκε στη Safra,20 από τον Drewes το 1955 και που και αυτή χρονολογείται στην ίδια περίπου εποχή, οι αριθµοί αποδίδονται µόνο λεκτικά. Μπορούµε λοιπόν βάσιµα να υποθέσουµε ότι οι βυζαντινές επιρροές στο Αξούµ συνδέονται και µε πρακτικά ζητήµατα καταγραφής και υπολογισµού των συναλλαγών. Την πιο άρτια οικονοµική τους οργάνωση και από λογιστικής άποψης οι Αξουµίτες την υιοθέτησαν από την επαφή τους µε το ελληνικό / βυζαντινό εµπόριο, πιθανότατα στην προσπάθειά τους να χρησιµοποιήσουν ένα ευρύτατα αποδεκτό και κυρίαρχο στον κόσµο του εµπορίου, µετρικό σύστηµα. Στην επιγραφή της Safra γίνεται λόγος για ποσότητες τροφίµων που παραχωρούνται στον βασιλιά από τους υποτελείς πληθυσµούς και που υπολογίζονται µε µέτρα χωρητικότητας τα gabata21 και qunna.22 Προφανέστατα λοιπόν, υπήρχε ένα σύστηµα µέτρων και σταθµών για τον υπολογισµό των αγροτικών προϊόντων που ίσως υποσκελίστηκε στο διεθνές εµπόριο από το επικρατέστερο και ευρέως χρησιµοποιούµενο ρωµαϊκό / βυζαντινό. 3. Οικονοµική οργάνωση κι επιµελητεία Πολύ λίγα µας είναι γνωστά για τον τρόπο µε τον οποίο το κράτος του Αξούµ είχε οργανώσει την οικονοµική του επιµελητεία. Στις επιγραφές δεν γίνεται λόγος για αξιώµατα που θα µπορούσαν να παραλληλιστούν µε αντίστοιχα βυζαντινά. Μελετώντας τες όµως και συνδυάζοντας τα δεδοµένα τους µε τα νοµίσµατα και όσα έχουµε υπόψη µας για την οικονοµική ακµή και δραστηριότητα του Βασιλείου του Αξούµ, δεν µπορούµε παρά να υποθέσουµε µια οργανωµένη οικονοµική διοίκηση. Για παράδειγµα µελετώντας τις επιγραφές του βασιλιά Εζανά, βλέπουµε στην τρίγλωσση παγανιστική επιγραφή του23 να γίνεται λεπτοµερής καταγραφή τόσο των κοπαδιών που περιήλθαν στην κυριότητα του βασιλιά του Αξούµ όσο και των σιτηρεσίων που καθηµερινά διανεµήθηκαν στις αναγκαστικά µετακινηθείσες φυλές των Βουγαειτών. Κάνει λοιπόν λόγο για κοπάδια µε 3112 βόδια και 6224 πρόβατα και για 22000 άρτους σιταρένιους που δόθηκαν για τη διατροφή του πληθυσµού των φυλών, καθώς επίσης και για 25140 βόδια που παραχωρήθηκαν στους αρχηγούς των έξι φυλών που µετακινήθηκαν. Το ίδιο
NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 26-27, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 133, HANCOCK – PANKHURST – WILLETTS, Ethiopian Skies, σελ. 22, PANKHURST, GraecoEthiopian Studies, σελ. 155, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 90, (βλ. εικόνα 3, σελ. 190). 19 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 89-90. 20 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 167, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 80-81. 21 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 167 “measure of liquid and dry substances”. 22 o.π. 23 DAE, IV, no 4, HENDRICKX, Documents, σελ. 53-55.
18
96
συµβαίνει και στην επιγραφή του σε εκφωνηεντισµένη γκεέζ24 όπου γίνεται λόγος για τιµωρητική εκστρατεία εναντίον των Άφαν και καταγράφεται λεπτοµερώς η λεία του πολέµου. Ανάλογη καταγραφή υπάρχει και στη µονοθεϊστική επιγραφή του Εζανά25 γραµµένη επίσης σε εκφωνηεντισµένη γκεέζ. Μια τόσο επιµεληµένη καταγραφή στοιχείων δεν µπορεί παρά να έχει γίνει από κάποιους αξιωµατούχους επιφορτισµένους µε αυτό το έργο και οι οποίοι θα έκαναν τις καταγραφές για λογαριασµό του βασιλιά. Στο σηµείο αυτό θα κάνουµε ένα συσχετισµό µε πληροφορίες προερχόµενες από πολύ µεταγενέστερες πηγές, οι οποίες όµως πιθανά συνδέονται και µε την πραγµατικότητα των αξουµιτικών χρόνων. Στην Κέµπρα Ναγκάστ26 (Kebra Nagast : η δόξα των βασιλέων) βρίσκουµε να γίνεται λόγος για τους πρωτότοκους γιους των αξιωµατούχων του Ισραήλ που συνόδεψαν τον Μενελίκ, τον θρυλικό βασιλιά, γιο του Σολοµώντα και της βασίλισσας του Σαβά, κατά την επιστροφή του στην πατρίδα του και στη συνέχεια τον πλαισίωσαν ως σώµα συµβούλων. Ανάµεσα στους τίτλους τους βρίσκουµε και αυτούς του «γραµµατέα επί των κοπαδιών»,27 του «υπεύθυνου των φοροεισπρακτόρων»28 του «διαχειριστή του βασιλικού οίκου».29 Ανάλογους τίτλους βρίσκουµε να φέρουν και αξιωµατούχοι της αυλής του βασιλιά Λαλιµπέλα, τέλη 12ου – αρχές 13ου αιώνα µ.Χ.30 Επίσης ο Tamrin,31 βασικό πρόσωπο στην Κέµπρα Ναγκάστ, ήταν ο υπεύθυνος για τα εµπορικά καραβάνια της Βασίλισσας του Σαβά. Σύµφωνα µε την επικρατέστερη εκδοχή για την χρονολόγηση της η Κέµπρα Ναγκάστ τοποθετείται στα τέλη του 13ου –αρχές 14ου αιώνα µ.Χ.32 Τότε έγινε η καταγραφή της στα γκεέζ, αφού µεταφράστηκε από αραβικό κείµενο που και αυτό όµως αποτελούσε µετάφραση πολύ προγενέστερου κοπτικού, πιθανώς του 6ου αιώνα. Αν δεχτούµε αυτή τη χρονολόγηση τότε θα πρέπει να δεχτούµε ότι στην Κέµπρα Ναγκάστ απηχούνται πληροφορίες που συνδέονται µε το Βασίλειο του Αξούµ και πολύ πιθανά την διοικητική και οικονοµική του οργάνωση. Παρόλο που µέσα από πληροφορίες, σαν και αυτές που µόλις αναφέραµε, δεν µπορούµε να αποκοµίσουµε ούτε βέβαιη ούτε σαφή εικόνα για την οργάνωση της οικονοµικής διοίκησης του Αξούµ, όµως µπορούµε εύλογα να θεωρούµε δεδοµένη την ύπαρξή της. Αν προσπαθήσουµε τώρα να ανιχνεύσουµε κάποιες βυζαντινές επιρροές σε αυτήν θα πρέπει να σταθούµε σε κάποιες αντιστοιχίες που µπορούµε να παρατηρήσουµε. Η οργάνωση της βυζαντινής οικονοµικής διοίκησης ήταν υποδειγµατική33 από την
DAE, IV, no 10, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5. DAE, IV, no 11, HENDRICKX, Documents, σελ. 81-86. 26 KEBRA NAGAST (The Glory of Kings), compiled, edited and translated by Miguel F. Brooks, The Red Sea Press, Inc. 1996, BUDGE, The Queen. 27 “scribe of the oxen” BUDGE, The Queen σελ. 62, KEBRA NAGAST, σελ. 55. 28 “assessor of taxes” KEBRA NAGAST, σελ. 56, BUDGE, The Queen, σελ. 62. 29 “administrator of the King’s house” KEBRA NAGAST, σελ. 56, BUDGE, The Queen, σελ. 62. 30 βλ. DICTIONARY, σελ.101-102. 31 BUDGE, The Queen, KEBRA NAGAST. 32 BUDGE, The Queen, σελ. vii, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 18-21, VASILIEV, Ιστορία, σελ. 168, DORESSE, Ethiopia, σελ. 13, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:6. 33 ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 86.
25
24
97
πρωτοβυζαντινή ήδη περίοδο. Επίσης και τα δεδοµένα για αυτήν είναι πολυπληθή κι επιτρέπουν µια ασφαλή και άρτια γνώση. Οι επιρροές της ήταν πολλές στις Αυλές όχι µόνο των νοµαδικών φυλών που εγκαταστάθηκαν στα σύνορά της, όπως π.χ. Ρώσοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, αλλά και σε αυτήν ακόµα την αυτοκρατορία των Σασσανιδών που αφοµοίωσε πλήθος ελληνορωµαϊκών / βυζαντινών επιρροών από τις επαρχίες της Μεσοποταµίας. Φυσικό είναι λοιπόν να υποθέσουµε ανάλογες επιρροές και στο Βασίλειο του Αξούµ, εκπορευόµενες είτε από την άµεση επαφή του µε το Βυζάντιο είτε από την Αίγυπτο είτε από τη Συρία είτε από την Αραβία. Επειδή όµως είναι δύσκολο να µιλήσουµε µε βεβαιότητα για αυτές, γι’ αυτό θεωρούµε ασφαλέστερο να κάνουµε λόγο µόνο για αναλογίες στη δοµή της οικονοµικής διοικήσεως των δύο κρατών. Στο Βυζάντιο υπάρχουν οι κεντρικές οικονοµικές υπηρεσίες που ασχολούνται κατά κύριο λόγο µε τη διαχείριση των «θείων θησαυρών» και της περιουσίας γενικά του θρόνου και της αυτοκρατορικής οικογένειας και η επαρχιακή οικονοµική υπηρεσία. Στους «θείους θησαυρούς» και συνδεόµενα άµεσα µε τα συµφέροντα και τα οικονοµικά ενδιαφέροντα του θρόνου υπάγονταν µεταξύ άλλων και τα µεταλλεία, τα νοµισµατοκοπεία, τα κρατικά µονοπώλια, η εποπτεία του εµπορίου. Προϊστάµενος στην υπηρεσία της διαχείρισής τους ήταν ο «κόµης των θείων θησαυρών» ή «κόµης των θείων λαργιτιόνων». Μια ανάλογη δοµή, αν και δε γνωρίζουµε πόσο οργανωµένη και σύνθετη υπήρξε, φαίνεται να λειτουργούσε και στο Αξούµ. Όπως έχουµε ήδη δει η κοπή νοµισµάτων και ο έλεγχος των µετάλλων που συνδέονται µε αυτά βρίσκονταν υπό τον άµεσο έλεγχο του βασιλιά.34 Οι χρυσοφόρες περιοχές του Σάσου και των Beja µε τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποτελούν στόχους της Αξουµιτικής πολιτικής. Στην περιοχή των Σάσου καραβάνια οργανωµένα επίσηµα από τον ίδιο τον βασιλιά διενεργούν τις συναλλαγές µε στόχο την προµήθεια χρυσού,35 ενώ εκστρατείες σε χρυσοφόρες περιοχές είναι γνωστές από τις επιγραφές.36 Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι κάποια προϊόντα µε µεγάλη αξία για το εξωτερικό εµπόριο βρίσκονται υπό καθεστώς κρατικού, τρόπον τινά, µονοπωλίου. Έτσι η εύρεση στις ανασκαφές στην πόλη του Αξούµ πλήθους λίθινων εργαλείων που εικάζεται ότι συνδέονται µε την κατεργασία δερµάτων και ελεφαντόδοντου, µας δίνει µια σοβαρή ένδειξη ότι αυτό το εµπόριο αποτελούσε κρατικό µονοπώλιο. Σε αυτό συντείνει και η µαρτυρία του Νόννοσου για το πλήθος των ελεφάντων που βρίσκονταν συγκεντρωµένοι στην περιοχή της Άουας.37 Το δε ενδιαφέρον των βασιλέων για τη διατήρηση κι εξασφάλιση των εµπορικών δρόµων, γεγονός που επίσης προκύπτει µέσα από τις επιγραφικές µαρτυρίες,38 δείχνει την εποπτεία που ασκείται στην διεξαγωγή του εµπορίου, βασικότατη πηγή εσόδων για τα δηµόσια οικονοµικά. Οι τίτλοι λοιπόν του «υπεύθυνου των φοροεισπρακτόρων», του «διαχειριστή του
βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 8:3. βλ. McCRINDLE, Christian Topography, Book II, σελ. 51-53. 36 Monumentum Adulitanum, DAE, IV, 4, HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45, 53-55. Και η περιοχή των Beja ήταν χρυσοφόρος, βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ.134, 135. 37 βλ. Φώτιος Μυριόβιβλος, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 139, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 170-174. 38 HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45, DAE, IV, 10, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11: 5, βλ. σχετικά σελ. 43-44 του παρόντος.
35
34
98
βασιλικού οίκου» και του «γραµµατέα επί των κοπαδιών», που αναφέρονταν σε αξιωµατούχους οι οποίοι φαίνεται πως ασκούσαν οικονοµικής υφής καθήκοντα, θα µπορούσαν να παραλληλιστούν µε αυτούς του «κόµητος των θείων θησαυρών»,39 του «πραιποσίτου του ιερού κουβουκλείου»40 και του «προϊσταµένου του πριµικηρίου»41 αντίστοιχα. Επίσης πολύ πιθανή µοιάζει η εκπόρευση επιρροών στην κρατική οργάνωση του Βασιλείου του Αξούµ από την οργάνωση της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής διοίκησης.42 Έτσι εκκλησιαστικά οφίκια όπως αυτά του «Μεγάλου Οικονόµου» και του «Μεγάλου Σκευοφύλακα» θα µπορούσαν να παραλληλιστούν µε τα οικονοµικής φύσεως αξιώµατα που είδαµε στην Αιθιοπία. Είναι φυσικό οι Αρχιεπίσκοποι (Abuna) της Αιθιοπίας, προερχόµενοι από την Αλεξάνδρεια και καλοί γνώστες των εκκλησιαστικών και πολιτικών πραγµάτων, να λειτουργούν µε ρόλο συµβουλευτικό στο πλευρό του βασιλιά. Όµως θα πρέπει να πούµε ότι και η οργάνωση της Εκκλησίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έγινε σύµφωνα µε τα κρατικά πρότυπα και την κοσµική διοίκηση. Στην οργάνωση της οικονοµικής διοίκησης του Βυζαντίου σηµαντικό ρόλο παίζουν και οι οικονοµικές υπηρεσίες των επαρχιών που και αυτών η λειτουργία ορίζεται σύµφωνα µε τους νόµους του κράτους. Σε αυτές έχουν εκχωρηθεί πολλές οικονοµικές αρµοδιότητες και τελούν υπό την αιγίδα του Επάρχου του πραιτωρίου και της δικής του οικονοµικής υπηρεσίας.43 Έναν ανάλογο ρόλο φαίνεται να παίζουν και στο Αξούµ οι τοπικοί ηγεµόνες και φύλαρχοι οι οποίοι φαίνεται να είναι κι αυτοί επιφορτισµένοι µε την συλλογή των φόρων και την απόδοσή τους στο βασιλιά καθώς επίσης και µε τη διαχείριση της αννώνης.44 Και κλείνοντας για τις ενδεχόµενες επιρροές του Βυζαντίου στην οργάνωση της οικονοµικής επιµελητείας του Βασιλείου του Αξούµ, θα αναφερθούµε στην περικοπή του Ρουφίνου, όπου γίνεται λόγος για τον Φρουµέντιο και τον εκχριστιανισµό του Αξούµ.45 Σε αυτήν αναφέρεται ότι ο Φρουµέντιος ανέλαβε θησαυροφύλακας και υπεύθυνος της γραµµατείας του βασιλιά του Αξούµ. Στη συνέχεια, µετά το θάνατο του βασιλιά, γίνεται επίτροπος, κατά κάποιο τρόπο, του ανήλικου διαδόχου. Αποκτά δηλαδή αρχικά καθήκοντα υπουργού οικονοµικών, θα µπορούσαµε να πούµε µε σηµερινούς όρους και στη συνέχεια πρωθυπουργού, πριν χρισθεί πρώτος επίσκοπος της αιθιοπικής Εκκλησίας. Έχοντας τόσο υπεύθυνους κι ενεργούς ρόλους στη διακυβέρνηση του Βασιλείου, δεν µπορεί παρά να αξιοποίησε στην οργάνωσή του τις γνώσεις που αποκόµιζε από τις αναµφισβήτητες επαφές του µε το βυζαντινό κόσµο.46 Η ανέλιξή του στο βασίλειο του Αξούµ, αποδίδεται από τον Ρουφίνο στην «οξυδέρκεια και σύνεσή» του. Προφανώς και η ελληνική του παιδεία πρέπει να έπαιξε σηµαντικό ρόλο γι’ αυτή του την άνοδο σε σηµαντικά αξιώµατα. ∆εν
βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 269. ο.π. 41 ο.π. 42 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 103. 43 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 89. 44 Για αυτό θα γίνει λόγος αµέσως παρακάτω. 45 βλ. σελ. 36 του παρόντος. 46 Οι επαφές αυτές ήταν πολλές. ∆εν πρέπει να ξεχνάµε ότι την προσπάθεια εκχριστιανισµού της Αιθιοπίας την ξεκίνησε βασιζόµενος σε βυζαντινούς χριστιανούς εµπόρους.
40
39
99
αποκλείεται λοιπόν κι άλλοι ελληνόγλωσσοι Βυζαντινοί πολίτες, αν και δεν αναφέρονται στις λίγες πηγές που έχουµε στη διάθεσή µας, να έλαβαν ανάλογα αξιώµατα.47 4. Φορολογία Και για το φορολογικό σύστηµα που ίσχυε στο κράτος του Αξούµ οι γνώσεις µας είναι αποσπασµατικές. Ξέρουµε, φέρ’ ειπείν, µέσα από τις επιγραφικές µαρτυρίες ότι ένα πολύ σηµαντικό έσοδο για το κράτος ήταν ο φόρος υποτέλειας που καταβαλλόταν από τους κατοίκους των περιοχών που είχαν περιέλθει στην κυριότητα του Αξούµ.48 Λόγος για αυτόν τον φόρο γίνεται ήδη από την επιγραφή του Monumentum Adulitanum.49 Αναφορές σε αυτόν βρίσκουµε και σε επιγραφές του Εζανά 50 και του Καλέµπ.51 Με την καταβολή του φόρου οι κάτοικοι των υποτελών περιοχών διατηρούσαν τα κυριαρχικά τους δικαιώµατα στη γη τους και κάποιο βαθµό αυτονοµίας. Την ευθύνη της συγκέντρωσης του φόρου την είχε ο κυβερνήτης της κάθε περιοχής, που κατά κανόνα ήταν και ο φύλαρχος ή βασιλιάς της από την προ της υπαγωγής της στην επικυριαρχία του Αξούµ εποχή. Και στη Νότια Αραβία βλέπουµε τον Abreha να νοµιµοποιείται στην εξουσία µόνο µετά την αναγνώριση της επικυριαρχίας του Αξούµ και τη δέσµευσή του να καταβάλλει στον βασιλιά του τον καθιερωµένο φόρο υποτέλειας.52 Ο φόρος όµως που συνδέει άµεσα το φορολογικό σύστηµα του Αξούµ µε εκείνο του Βυζαντίου ήταν η αννώνη. Στην τρίγλωσση παγανιστική επιγραφή του Εζανά βλέπουµε να γίνονται οι εξής αναφορές : «...θρέψαντες αυτούς βόεσίν τε και επισιτισµώ αννώνης, ποτίζοντες αυτούς ζύτω τε και οίνω και υδρεύµασιν πάντας εις χορτασίαν οίτινες ήσαν τον αριθµόν βασιλίσκοι εξ συν τω όχλω αυτών τον αριθµόν ∆ΥΚ αννωνευόµενοι καθ’ εκάστην ηµέραν άρτους σιτίνους ... Τούτους ουν, δωρησάµενοι αυτοίς πάντα τα επιτήδεια και αµφιάσαντες αυτοίς, µετοικήσαντες κατεστήσαµεν εις τινα τόπον της ηµετέρας χώρας καλούµενον Ματλία, και εκελεύσαµεν πάλιν αννωνεύεσθαι, παρασχόµενοι τοις έξασιν βασιλείσκοις βόας ...».53 Οι όροι «αννώνη» και «αννωνεύοµαι» παραπέµπουν στον αντίστοιχο βυζαντινό όρο. Αννώνη στο βυζαντινό φορολογικό σύστηµα ήταν «ο κύριος έγγειος φόρος που έχει την αρχή της σε έκτακτες εισφορές σε είδος, που επέβαλλε το κράτος για τις ανάγκες του και που από τον 3ο αιώνα γίνονται όλο και συχνότερες, ώσπου παίρνουν τη µορφή τακτικού έγγειου φόρου από τον ∆ιοκλητιανό. Η αννώνη βαρύνει τους πληθυσµούς που ζουν από την καλλιέργεια της γης και συνίσταται στην παραχώρηση στο κράτος υπό µορφή φόρου ενός µέρους των εγγείων προσόδων για τη συντήρηση του στρατού, των υπαλλήλων, τον ανεφοδιασµό των πόλεων σε είδη πρώτης ανάγκης κλπ.».54 Οι όροι, όπως χρησιµοποιούνται
βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 6:2. βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 161-168. 49 DAE, IV, no 4, HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45. 50 DAE, IV, no 8, 9, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5. 51 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 164, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5. 52 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 146. 53 DAE, IV, 4, 15-28, HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45. 54 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 284.
48
47
100
στην επιγραφή του Εζανά συνδέονται µε τον εφοδιασµό των µετακινούµενων φυλών των Beja µε προµήθειες σε τρόφιµα. ∆ιατηρούν όµως και σηµασία ανάλογη µε αυτή της βυζαντινής ορολογίας.55 Έτσι, βλέπουµε τον Εζανά να µοιράζει τρόφιµα που προέρχονται είτε από τα βασιλικά αποθέµατα, που τα χρησιµοποιεί σε περιπτώσεις έκτακτων αναγκών, είτε από αναγκαστικές εισφορές των κατοίκων των περιοχών απ’ όπου διέρχονται οι µετακινούµενοι πληθυσµοί. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για προϊόντα φορολόγησης. Μπορούµε βάσιµα να υποθέσουµε ότι στο Αξούµ υπάρχει ένα φορολογικό σύστηµα βασισµένο επί της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής.56 Εκτός από ένα πολύ µεγάλο µερίδιο στα λάφυρα, ο βασιλιάς θα πρέπει να είχε µερίδιο και στην παραγωγή των προϊόντων. Έτσι συγκεντρώνει στα χέρια του, υπό τον έλεγχό του, κοπάδια και γεωργικά προϊόντα που προφανώς φυλάσσει σε αποθήκες και που τα χρησιµοποιεί είτε για την τροφοδοσία του στρατού του είτε για ανακούφιση προβληµάτων σιτοδείας του πληθυσµού είτε σε άλλες έκτακτες ανάγκες, όπως στην περίπτωση στην οποία αναφερόµαστε. Επίσης υπάρχει η υποχρέωση, στους κατοίκους των υποτελών περιοχών να εφοδιάζουν µε τρόφιµα τον βασιλιά και τη συνοδεία του ή τους βασιλικούς υπαλλήλους, απεσταλµένους και φιλοξενούµενους που διέρχονται από τις περιοχές τους. Η αννώνη στο Βυζάντιο, µε την προοδευτική ανάπτυξη της χρηµατικής οικονοµίας, καταβάλλεται ενίοτε και εν µέρει όχι σε είδος µα σε χρήµα.57 Μια τέτοιου είδους εξέλιξη µπορούµε να υποθέσουµε ότι σηµειώθηκε και στο Αξούµ, κυρίως σε σχέση µε τους έµµεσους φόρους και τη φορολόγηση εµπορευµάτων. Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν καθιερωµένα τα «ελλιµένια ή portoria”,58 φόρος που πλήρωναν οι εµπορευόµενοι σε λιµάνια, συνοριακούς σταθµούς αλλά και σε συγκεκριµένα σηµεία κατά µήκος των εµπορικών οδών. Και στο Βασίλειο του Αξούµ υπήρχε ανάλογη φορολόγηση που αρχικά θα πρέπει να ήταν σε είδος.59 Αργότερα όµως θα πρέπει κι εδώ να προωθήθηκε η χρησιµοποίηση των νοµισµάτων. Σε αυτό συναινούν τόσο η ύπαρξη νοµισµάτων, κυρίως αργυρών και χάλκινων, προορισµένων για το εσωτερικό εµπόριο, µε επιγραφές όχι στην ελληνική γλώσσα αλλά στην γκεέζ, όσο και ανεύρεση πολλών τέτοιων νοµισµάτων στις πόλεις που βρίσκονταν κατά µήκος των εµπορικών δρόµων από την Άδουλη προς την πόλη του Αξούµ.60 Κλείνοντας την αναφορά µας στις αντιστοιχίες που παρατηρούνται ανάµεσα στα φορολογικά συστήµατα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου του Αξούµ θα κάνουµε λόγο και σε µια άλλη µορφή παροχών προς το κράτος που δε συνδέονται µε αγαθά αλλά µε υπηρεσίες. Στο Βυζάντιο ήταν συνηθισµένο ο αυτοκράτορας να επιβάλλει στο λαό εργασίες που δεν µπορούσε να χρηµατοδοτήσει. Αυτές αποτελούσαν υποχρεωτικά έργα και είχαν τη µορφή αγγαρείας, ονοµάζονταν δε «λειτουργίαι ή munera».61 Ανάλογη πρακτική συµµετοχής του λαού σε άµισθες εργασίες φαίνεται ότι ήταν
βλ. HENDRICKX, Lexicon, σελ. 8. βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 8:4. 57 βλ. ΙΕΕ, τ. Ζ, σελ. 285. 58 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. ΣΤ, σελ. 75, ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 87-88. 59 Περίπλους, 6. 60 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9:2, σελ. 94 σηµ. 9 του παρόντος. 61 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. ΣΤ, σελ. 77, τ. Ζ, σελ. 286, 468, 469.
56
55
101
συνηθισµένη και στο Αξούµ.62 Βλέπουµε π.χ. τα αιθιοπικά στρατεύµατα στην Νότια Αραβία, µετά τις επιχειρήσεις εκεί του Καλέµπ να επιδίδονται στο χτίσιµο εκκλησιών, συνήθεια που προφανώς ίσχυε και στην πατρίδα τους. Έργο συλλογικής εργασίας πρέπει να είναι και η µεταφορά των στηλών ή το χτίσιµο των παλατιών του Αξούµ, στο βαθµό που µέρος των εργασιών αυτών δεν απαιτούσε ειδικές τεχνικές δεξιότητες.
Β. Θεσµοί 1. Βασιλεία α. Εξουσία και η ιδεολογία της Ο θεσµός της βασιλείας είναι κυρίαρχος στο κράτος του Αξούµ. Γύρω από το πρόσωπο του βασιλέα επικεντρώνεται κάθε µορφή εξουσίας του κράτους αυτού.63 Με την εµφάνισή του στο προσκήνιο της ιστορίας το κράτος του Αξούµ είναι οργανωµένο ως βασίλειο µοναρχικό. Από τις πρώτες αναφορές σε ιστορικά κείµενα, όπως στον Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης, είναι εµφανές ότι πρόκειται για ένα βασίλειο οργανωµένο γύρω από την εξουσία ενός βασιλέα.64 Και στα νοµίσµατα, από τις πιο αξιόπιστες πηγές απ’ όπου αντλούµε πληροφορίες για το κράτος, η µορφή του βασιλιά είναι αυτή που πάντα απεικονίζεται σε διάφορες παραλλαγές. Άρα αυτός είναι που ενσαρκώνει και εκπροσωπεί ολόκληρη την κρατική οντότητα του Βασιλείου του Αξούµ, υπό την εξουσία της απόλυτης µοναρχίας του. Είναι ο γιος του θεού, ο στρατηλάτης, ο νοµοθέτης και δικαστής στο κράτος του Αξούµ. Αυτή η µορφή οργάνωσης έχει τις ρίζες της στο πολιτικό σύστηµα των νοτιοαραβικών φυλών που εγκαθιστάµενες στην Αιθιοπία το έφεραν µαζί τους. Ο mukarib των νοτιοαράβων γίνεται για τους Αιθίοπες ο mlk και στη συνέχεια ο negus ή nagashi (Βασιλεύς), για να πάρει στο αποκορύφωµα της δύναµής του τον τίτλο nagasha nagasht (Βασιλεύς βασιλέων).65 Πιθανότατα στη διαµόρφωσή του αυτό το σύστηµα διακυβέρνησης έχει δεχθεί και επιρροές από τις µοναρχίες του ελληνιστικού κόσµου,66 και δη της Αιγύπτου, µε την οποία, όπως φαίνεται και από την πτολεµαϊκή επιγραφή στο Monumentum Adulitanum, το Αξούµ είχε πολλές επαφές, πολύ πιθανόν µάλιστα κάποιες περιοχές της επικράτειάς του, κυρίως στα παράλια, να είχαν αρχικά περιέλθει υπό πτολεµαϊκό έλεγχο.67 Εµείς εδώ, στα πλαίσια της παρούσας εργασίας, θα προσπαθήσουµε να δούµε ποιες µπορεί να είναι οι επιρροές στο θεσµό αυτό από την επαφή του Αξούµ µε το βυζαντινό κόσµο. Και τέτοιες επιρροές δεν µπορεί παρά να υπάρχουν για τους εξής λόγους : Πρώτον, το βασίλειο του Αξούµ βρίσκεται
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 147-150, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 8:4. βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 191-192. 64 βλ. Περίπλους, 5 : «...Βασιλεύει δε των τόπων τούτων από των Μοσχοφάγων µέχρι της άλλης Βαρβαρίας Ζωσκάλης, ακριβής µεν του βίου και του πλείονος εξεχόµενος, γενναίος δε περί τα λοιπά και γραµµάτων Ελληνικών έµπειρος.» 65 σχετικά µε τους τίτλους βλ. πιο κάτω στην αντίστοιχη ενότητα. 66 βλ. ΚΟΡ∆ΑΤΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 14. 67 βλ. σελ. 15-16 του παρόντος.
63
62
102
ακόµη σε διαδικασίες διαµόρφωσης ως και τον 4ο – 5ο αιώνα68 και δεύτερον, σε αυτό ακριβώς το διάστηµα οι σχέσεις του µε το Βυζάντιο, και οι πολιτικές και οι εµπορικές,69 είναι στενές και η λάµψη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι τέτοια που εξακτινίζεται κυριαρχικά σε όλο το εύρος της σφαίρας επιρροής της, στην οποία το Αξούµ υπάγεται. Άλλωστε σε αυτό το διάστηµα, αρχές του 4ου αιώνα, ένας Βυζαντινός βρίσκεται στον άµεσο έλεγχο της πολιτικής του κράτους του Αξούµ, ο Φρουµέντιος, και στο ίδιο διάστηµα ο Χριστιανισµός εισάγεται ως επίσηµη θρησκεία στη χώρα αυτή, σε εξάρτηση από την Αλεξάνδρεια και το βυζαντινό κόσµο.70 Σύµφωνα µε τις µαρτυρίες που αντλούµε από τις επιγραφές, στο προχριστιανικό Αξούµ ο βασιλιάς θεωρείται ως ο «υιός θεού ανικήτου Άρεως»,71 (Mahrem σε αυτές που είναι γραµµένες σε σαβαϊκή ή αιθιοπική γραφή. Ο θεός αυτός ταυτίστηκε µε τον πολεµικό θεό Άρη της ελληνικής µυθολογίας. Προφανώς λοιπόν επρόκειτο για πολεµική θεότητα). Θεϊκή η καταγωγή του και από αυτήν αντλεί την απόλυτη εξουσία του. Γιος πολεµικής θεότητας, είναι αυτός που οδηγεί το στρατό σε νικηφόρες εκστρατείες, κάτω από την προστασία του θεϊκού γεννήτορά του, του οποίου αποτελεί τη γήινη ενσάρκωση. Είναι επίσης ο αρχιερέας που ως µεσάζοντας µεταξύ των θεών και των ανθρώπων εξασφαλίζει την εύνοια των πρώτων προς τους δεύτερους. Με τις περιοδείες του στην επικράτειά του, µεταφέρει στη γη τις ευλογίες των θεών και µε αυτό τον τρόπο εξασφαλίζει την καρποφορία και την ευηµερία.72 Οι τάφοι των Αιθιόπων βασιλέων αποτελούσαν τόπους λατρευτικούς για τους υπηκόους τους. Τέτοια ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, η λειτουργία των στηλών του Αξούµ.73 Και στους τόπους αυτούς ο λαός προσέφερε τα θυσιαστικά του αφιερώµατα, αν κρίνουµε από τη σχετική διαµόρφωση σε σχήµα ρηχού αγγείου µε ροή που υπάρχει στη βάση των διακοσµηµένων στηλών.74 Με την είσοδο του Χριστιανισµού στη χώρα κάποιες από τις παραπάνω ιδιότητες του βασιλιά διαφοροποιούνται και προσαρµόζονται στις νέες αντιλήψεις και στην καινούρια πίστη. Έτσι, για παράδειγµα, ο βασιλιάς δεν είναι πια υιός του θεού αλλά «δούλος Χριστού».75 Από την πρώτη όµως κιόλας χριστιανική επιγραφή του Εζανά γίνεται φανερό ότι ο βασιλιάς είναι ο εκλεκτός του Θεού, µε τη βοήθεια του οποίου αποκτά την εξουσία του, ισχύ και δύναµη ώστε να κατατροπώνει τους εχθρούς του και να θριαµβεύει στο όνοµά του.76 Με την ηγεσία της εκκλησίας του να βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια και µε επίσκοπο ξένο, προερχόµενο από εκεί, ο βασιλιάς του Αξούµ συνεχίζει να διατηρεί τον ηγετικό του ρόλο στην Εκκλησία και στη θρησκευτική ζωή. Στην
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 191. βλ. στα αντίστοιχα κεφάλαια του παρόντος. 70 βλ. στο παρόν σελ.36. 71 βλ. DAE, IV, no 4, 2, HENDRICKX, Documents, σελ. 35-36, 45-46, 50-51, 53. 72 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 167. 73 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 60-61. 74 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 5:6. 75 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 56, στ. 10. 76 ο.π. : «...ότι εποίησεν εµοί ησχύν και δύναµιν και εχάρισατο µοι όνοµα µέγα δια του υιού αυτού εις ον επίστευσα και εποίησέν µαι οδηγόν πάσης της βασιλίας µου δια την πίστιν του Χριστού, ότι αυτός οδήγησέν µαι και εις αυτόν πιστεύω και αυτός εγένετο µοι οδηγός...», στ. 15-22.
69
68
103
περιγραφή που µας δίνει ο Μαλάλας77 από την υποδοχή που επεφύλαξε ο βασιλιάς Καλέµπ στον επίσηµο απεσταλµένο του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, βλέπουµε στην εµφάνιση του βασιλιά να αναφωνούνται ύµνοι και τραγούδια. Αυτή η συνήθεια, η οποία συναντάται και στο Βυζάντιο,78 συνδέεται µε τη θρησκευτική παράδοση των Αιθιόπων, σύµφωνα µε την οποία στη θέα ιερών αντικειµένων, όπως είναι το οµοίωµα της Kιβωτού της ∆ιαθήκης οι παριστάµενοι ψέλνουν και τραγουδούν.79 Ο βασιλιάς λοιπόν θεωρείται ιερό πρόσωπο, αντιπρόσωπος του Θεού στη γη (αφού µε την έλευση του Χριστιανισµού µετασχηµατίζεται σε αυτή, την συµβατή µε τη νέα θρησκεία ιδέα, η παραδοσιακή πίστη στη θεϊκή του προέλευση). Κάνει επιβλητικές εµφανίσεις στο λαό,80 που υπογραµµίζουν την µεγαλοπρέπειά του και την εξέχουσα θέση του, και ζει σε παλάτια περίτεχνα φτιαγµένα81 και µε τρόπο ώστε να του εξασφαλίζουν ένα χώρο δύσκολα προσεγγίσιµο από τα πλήθη των υπηκόων του. ∆ιατρανώνεται έτσι η ιερότητά του και προστατεύονται οι απλοί άνθρωποι από την βλάβη που µπορεί να τους προκαλέσει η επαφή µε την ιερή του δύναµη.82 Την πίστη στην ιερότητα του βασιλικού προσώπου δείχνει και η συνήθεια της προσκύνησης του βασιλιά, συνήθεια που υπήρχε και στο Βυζάντιο και στη Ρώµη και στην Ανατολή. Με την επικράτηση του Χριστιανισµού και την απεµπόληση της ιδέας περί της θεϊκής πατρότητας του ηγεµόνα, η συνήθεια αυτή διατηρήθηκε, αλλά στο Βυζάντιο η προσκύνηση στο πρόσωπο του βασιλέα δεν απευθύνεται σε αυτόν προσωπικά αλλά στα χριστιανικά σύµβολα που φέρει.83 Κάτι τέτοιο προφανώς θα ισχύει και στο µεταχριστιανικό Αξούµ. Στην περιγραφή του Μαλάλα ο Βυζαντινός απεσταλµένος «κλίνας το γόνυ προσεκύνησε».84 Με την αποδοχή του Χριστιανισµού η εξουσία του βασιλιά αποκτά κάποια καινούρια χαρακτηριστικά που συνδέονται µε την αντίληψή του περί δικαίου. Έτσι βλέπουµε στη χριστιανική επιγραφή του Εζανά να επιχειρείται ηθική δικαιολόγηση της εκστρατείας του εναντίον των Νόβα (Noba), µε κριτήρια την παροχή βοήθειας σε ασθενέστερες φυλές που αδικούνται.85 Ο ίδιος δε στην γκεέζ εκδοχή της επιγραφής αυτής δεσµεύεται να κυβερνήσει µε βάση τη δικαιοσύνη και την ορθότητα και χωρίς να αυθαιρετεί.86 Μια ανάλογη επιρροή
βλ. ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 363-364. βλ. TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 36. 79 βλ. MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 402-403. 80 βλ. ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 363-364 «...και ίστατο υπεράνω τεσσάρων ελεφάντων εχόντων ζυγόν και τροχούς δ’, και επάνω, ως όχηµα υψηλόν ηµφιεσµένον χρυσέοις πετάλοις, ώσπερ εστί τα των αρχόντων των επαρχιών οχήµατα αργύρω ηµφιεσµένα...». 81 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 14, MICHELS, Archaeology 4-10, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 97, Aksum : political system, σελ. 394-395, McCRINDLE, Christian Topography, Book ΧΙ, σελ. 360-1, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 364-366, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 5:4. 82 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 198. 83 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 23. 84 βλ. ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 364. 85 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 56-61, στ. 22-28. 86 DAE, IV, no 11, HENDRICKX, Documents, σελ. 81-86, στ. 48-49 : “I will rule the people with righteousness and justice, and will not oppress them”.
78
77
104
στις αντιλήψεις για το ρόλο του βασιλιά και της εξουσίας του διαπιστώνουµε µελετώντας και τα νοµίσµατα της µεταχριστιανικής περιόδου. Σε αυτά εµφανίζονται πλέον επιγραφές,87 όπως «τούτο αρέση τη χώρα», «ευχαριστία Θεού», που δείχνουν µια άλλη αντίληψη σχετικά µε το ρόλο του βασιλιά. Αυτός, ακολουθώντας τις επιταγές του Χριστιανισµού, τον οποίο έχει ασπαστεί, οφείλει να κυβερνά τους υπηκόους του µε φόβο Θεού, φροντίζοντας για το καλό τους και ασκώντας την εξουσία του φιλάνθρωπα. Στο ίδιο φιλάνθρωπο πνεύµα κινείται και η συνήθεια να µοιράζει ο βασιλιάς στους υπηκόους του χρυσά νοµίσµατα µε αφορµή δηµόσιες εµφανίσεις του, όπως στην περίπτωση της τελετής της στέψης.88 Και αυτή η συνήθεια έχει µια ανάλογή της στις πρακτικές του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Ήταν συνήθεια των αυτοκρατόρων, µετά το πέρας της λειτουργίας, να κατευθύνονται στο ιερό πηγάδι του περιβόλου της Αγίας Σοφίας κι εκεί να µοιράζουν χρυσά νοµίσµατα στο κατώτερο προσωπικό της εκκλησίας που συνεπικούρησε στην τέλεση της θείας λειτουργίας.89 Πολλές από τις παραπάνω αντιλήψεις σχετικά µε την ιδεολογία από την οποία διαπνέεται η εξουσία του µονάρχη, συνταυτίζονται σε µεγάλο βαθµό µε το πνεύµα την αυτοκρατορικής εξουσίας στο Βυζάντιο.90 Η χρήση δε της φράσης «εν τούτω νίκα» σε νοµίσµατα του 4ου αιώνα91 µας δείχνει πως οι επιρροές από το Βυζάντιο υφίσταντο και δεν αποτελούσε αυτή η νέα στάση µια τυχαία σύµπτωση αντιλήψεων υπό το πνεύµα του χριστιανισµού. β. Αµφίεση – Εµβλήµατα Η µοναδικότητα και η µεγαλοπρέπεια του βασιλιά υπογραµµίζεται και από την αµφίεσή του. Προσφεύγοντας πάλι στην περιγραφή που µας δίνει ο Μαλάλας,92 βλέπουµε να παρουσιάζεται ο βασιλιάς γυµνός από τη µέση και πάνω µε τυλιγµένο στη µέση του λινόχρυσο ιµάτιο. Λινόχρυσο µαντήλι είναι δεµένο και στο κεφάλι του, ενώ τα χέρια του και το πάνω µέρος του κορµιού του είναι στολισµένα µε χρυσά στολίδια και µαργαριτάρια. Στο δε τράχηλό του είναι περασµένο «µανιάκιον χρυσούν». Στα νοµίσµατα93 όπου έχουµε απεικονίσεις του βασιλέα, αυτός εµφανίζεται µε πτυχωτό χιτώνα πάνω από ένα άλλο φόρεµα. Κι εδώ απεικονίζονται κοσµήµατα στα χέρια, στο λαιµό, στα αυτιά. Υφάσµατα από τον ελληνικό κόσµο και την Αίγυπτο αναφέρει στα εισαγόµενα προϊόντα στο λιµάνι της Άδουλης ο Περίπλους. Τα λινόχρυσα βέβαια ιµάτια για τα οποία κάνει λόγο ο Μαλάλας δεν πρέπει να σχετίζονται µε
Σχετικά µε τα νοµίσµατα και τις επιγραφές τους βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9, (βλ. εικόνα 4, σελ. 191) 88 Σχετικά µε την τελετή αυτή βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 202-4, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:6, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 142, HANCOCK – PANKHURST – WILLETTS, Ethiopian Skies, σελ. 40 και παρακάτω σελ. 112-113 του παρόντος. 89 βλ. TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 46. 90 βλ. . Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 14, 32, 254-260, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγές, σελ. 7-20, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 17-29, RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 69-70, ΑΡΒΕΛΕΡ, Ιδεολογία, σελ. 15, 24, 167. 91 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 4:6, 9:4, (βλ. εικόνα 5, σελ. 191) 92 βλ. ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 363-364. 93 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9.
87
105
τα «ενδύµατα και βαριά πανωφόρια χωρίς ιδιαίτερη διακόσµηση και σχετικά φθηνά»94 του Περίπλου. Θα πρέπει προφανώς να δούµε εδώ µια πιο λεπτεπίλεπτη και πολυτελή αίσθηση που φαίνεται να έχει αποκτήσει η αιθιοπική Αυλή µε την πάροδο του χρόνου, την αύξηση του πλούτου και την επαφή µε το µεγαλοπρεπές περιβάλλον του αυτοκράτορα του Βυζαντίου. ∆ε θα ήταν άστοχο να υποθέσουµε ότι κάποια από αυτά τα υφάσµατα αποτελούσαν βιοτεχνικά προϊόντα βυζαντινά που τροφοδοτούσαν το εξαγωγικό εµπόριο του Βυζαντίου.95 Σχετικά µε τις επιρροές στην αµφίεση από το Βυζάντιο θα πρέπει να πούµε ότι ακόµα και σήµερα η παραδοσιακή αιθιοπική ενδυµασία µε τα φορέµατα που θυµίζουν βυζαντινά ενδύµατα και το πλούσιο κέντηµα που πλαισιώνει το τελείωµά τους, δίνουν έντονη την αίσθηση µιας τέτοιας µακρινής επιρροής. ∆ε είναι άλλωστε ίσως τυχαίο το γεγονός πως η επίσηµη αιθιοπική στολή είναι λευκή µε χρυσοποίκιλτα στολίδια. Λευκά µε κεντίδια από πολύτιµες κλωστές και πετράδια ήταν και τα ρούχα των ευγενών, όταν παρίσταντο σε εκδηλώσεις, παρουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα.96 Με δεδοµένη την επαφή του βυζαντινού και του αξουµιτικού κόσµου, ίσως δε θα ήταν λαθεµένο να υποθέσουµε ενδυµατολογικές επιρροές που ανάγονται σε εκείνη την εποχή.97 Το ίδιο βέβαια παρατηρείται και στην αµφίεση των κληρικών της αιθιοπικής Εκκλησίας που, όπως και αυτή των κληρικών της ελληνορθόδοξης, ανάγεται στην βυζαντινή περίοδο.98 Μεταγενέστερη της περιόδου που εδώ εξετάζουµε είναι η απεικόνιση του Αιθίοπα βασιλιά που βρέθηκε στο κυνηγετικό περίπτερο ενός χαλίφη στο Qusayr Amra, ανάµεσα στους ηγεµόνες της εποχής. Αξίζει όµως να προσέξουµε ότι σε αυτήν ο Αιθίοπας βασιλιάς παριστάνεται µε την άκαµπτη ιερατική αυστηρότητα που βρίσκουµε στις απεικονίσεις των βυζαντινών αυτοκρατόρων της πρώτη περιόδου, π.χ. στον Κωνστάντιο Β’, που δίνουν στη µορφή µια υπερβατικότητα. Επίσης η αµφίεσή του είναι σε στυλ βυζαντινό, ενώ φέρει το τυπικό αξουµιτικό κάλυµµα του κεφαλιού. 99 Αξιοσηµείωτη στην παραπάνω αναφερόµενη περιγραφή του Μαλάλα για τον Καλέµπ, η αναφορά στο χρυσό «µανιάκιο» που είναι κρεµασµένο στον τράχηλο του βασιλιά. Όπως ξέρουµε, το χρυσό «µανιάκιο» αποτελούσε σύµβολο της εξουσίας του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Προσφερόταν σε αυτόν από τον αξιωµατικό των λαγκιαρίων κατά την τελετή της αναγόρευσής του και ήταν σύµβολο της στρατιωτικής του ιδιότητας.100 Ίσως ως σύµβολο εξουσίας να χρησιµοποιείται και στο Αξούµ και γι’ αυτό βλέπουµε το βασιλιά να το έχει περιβληθεί σε αυτή την επίσηµη εµφάνισή του, στην υποδοχή του υψηλού απεσταλµένου του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Στα νοµίσµατα επίσης ο βασιλιάς απεικονίζεται πάντα µε τα µαλλιά του καλυµµένα είτε από ένα µαντήλι δεµένο µε ένα χαρακτηριστικό τρόπο, ώστε να
Περίπλους, 6 . βλ. . Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 293, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 133. 96 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγές, σελ. 170, TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 34, 59. 97 βλ. PANKHURST, Graeco-Ethiopian Studies, σελ. 155. 98 βλ. και στο παράρτηµα 3 του παρόντος. 99 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:2, 3, 8:2, 9:3, 4, 5. 100 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 258-259.
95
94
106
δηµιουργεί πτυχές στο µέτωπο και να δένεται µε τις δυο του άκρες στο πίσω µέρος του λαιµού,101 είτε µε στέµµα. Πολλές φορές στη µια όψη των νοµισµάτων ο βασιλιάς παριστάνεται µε στέµµα και στην άλλη όψη µε το µαντήλι, το «φακιόλιον», της περιγραφής του Μαλάλα. Το βασιλικό στέµµα είναι σύµβολο που αρχικά δεν χρησιµοποιείτο. Πρωτοπαρουσιάζεται στα νοµίσµατα του Αφίλα, ενώ δεν υπήρχε σε αυτά του Ένδυβι. Αρχικά ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό ενώ αργότερα γίνεται πιο απλό. Αποτελεί επινόηση που είχε την έµπνευσή της στα στέµµατα των άλλων λαών µε τους οποίους οι Αξουµίτες ήταν σε επαφή, π.χ. Ρωµαίους, Πέρσες, Μεροΐτες.102 Η µείωση του όγκου του όµως και η απλούστευσή του, πιθανά να συνδέεται µε την αύξηση των επαφών µε το Βυζάντιο, του οποίου ο ηγεµόνας φέρει το διάδηµα, πολύ πιο διακριτικό από το αρχικό στέµµα των Αξουµιτών ηγεµόνων. Στα νοµίσµατα επίσης ο βασιλιάς περιβάλλεται, πολλές φορές, από φωτοστέφανο, συνήθεια που επίσης ήταν βυζαντινή. Τόνιζε την ιερότητα του βασιλικού προσώπου και αποτελεί βυζαντινή επιρροή η χρησιµοποίηση του στα αξουµιτικά νοµίσµατα, που πέρα από το ότι είχαν ως πρότυπό τους τα βυζαντινά, κάποια από αυτά ήταν και κατασκευασµένα υπό την επίβλεψη βυζαντινών τεχνιτών.103 Βυζαντινή είναι επίσης η εµφάνιση των βασιλέων σε κάποια νοµίσµατα σε στάση µετωπική και µε τα χέρια σταυρωµένα να κρατούν τα σύµβολα της αξουµιτικής εξουσίας. Τέτοια σύµβολα της βασιλικής εξουσίας στο Αξούµ θα πρέπει να ήταν τα απεικονιζόµενα στα νοµίσµατα δύο δόρατα και µια µικρή ασπίδα. Και στην περιγραφή του Μαλάλα ο βασιλιάς εµφανίζεται κρατώντας αυτά τα εµβλήµατα της εξουσίας του.104 Σε κάποια νοµίσµατα στα χέρια του ο βασιλιάς κρατά κλαδί φοίνικα, ίσως, κλαδί µε καρπούς ή κάτι που χρησιµοποιείται ακόµα και σήµερα από τους Αφρικανούς για να αποµακρύνουν τις µύγες. Και σήµερα αυτό το αντικείµενο καθώς επίσης και το σκήπτρο είναι ένα έµβληµα εξουσίας για τους Αφρικανούς. Τέτοια αντικείµενα κρατούν µόνο σεβάσµια πρόσωπα. Στα µεταχριστιανικά νοµίσµατα απεικονίζεται συχνά να κρατά ένα είδος σκήπτρου που στο πάνω µέρος του φέρει το σταυρό. Όλα αυτά πρέπει να έχουν τους ιδιαίτερους συµβολισµούς τους οι οποίοι αποκαλύπτουν και την αντίληψη που υπήρχε για την βασιλική εξουσία. Έτσι κάποια από αυτά είναι, προφανώς, σύµβολα της στρατιωτικής ιδιότητας του βασιλιά, που επιβάλλεται µε την ισχύ της δύναµής του στους αντιπάλους του, ενώ κάποια άλλα του πατρικού, φιλάνθρωπου και ειρηνικού ρόλου που έχει αναλάβει σε σχέση µε τους υπηκόους του για τους οποίους είναι πηγή ευηµερίας κι ευνοµίας.105 Σύµφωνα µε µια παράδοση106 ο βασιλιάς Καλέµπ αφιέρωσε στο ναό του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυµα το στέµµα και τα βασιλικά του ενδύµατα, που
βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:2. ο.π. 103 βλ. σελ.57 του παρόντος. 104 βλ. ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 364 : «και ίστατο επάνω ο βασιλεύς των Ινδών βαστάζων σκουτάριον µικρόν κεχρυσωµένον και δύο λαγκίδια και αυτά κεχρυσωµένα κατέχων εν ταις χερσίν αυτού». 105 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 83. 106 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:2, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 143, 159, KOBISHCHANOV, Axum, 114.
102
101
107
προφανώς θα ήταν βαρύτιµα. Η συνήθεια αυτή διατηρείτο µέχρι τη σύγχρονη εποχή στην Αιθιοπία όπου οι βασιλείς συνήθιζαν να αφιερώνουν τα στέµµατά τους και πολύτιµα σύµβολα της εξουσίας τους σε ναούς. Συνδέεται δε µε την παράδοση να δέχονται οι ναοί πολύτιµα αφιερώµατα που ισχύει και στον ελλαδικό χώρο. Σύµβολο εξουσίας είναι και ο θρόνος πάνω στον οποίο καθισµένος εµφανίζεται ο βασιλιάς. Αν προσέξουµε το θρόνο αυτό, έτσι όπως απεικονίζεται στα νοµίσµατα θα δούµε ότι µοιάζει πολύ περισσότερο µε τους ελληνικούς θρόνους παρά µε αυτούς της νοτιοαραβικής παράδοσης όπως παρουσιάζονται από τα γλυπτά που βρέθηκαν στο Hawlti – Melazo. Σε µεταγενέστερες εποχές ως σύµβολα της βασιλικής εξουσίας χρησιµοποιούνταν η οµπρέλα, από πολυτελή υφάσµατα και κεντηµένη µε πετράδια που την κρατούσε κάποιος αξιωµατούχος πάνω από το βασιλιά107 και το βασιλικό τύµπανο, το negarit, διαφορετικό από τα άλλα, που προηγείτο της ποµπής του βασιλιά. γ. Τίτλοι Σηµαντικές πληροφορίες για την ιστορία του Βασιλείου του Αξούµ αλλά και για τις ιδέες µε τις οποίες οι Αξουµίτες περιβάλλουν τη βασιλική ιδιότητα,108 µας δίνουν οι τίτλοι µε τους οποίους προσφωνούνται οι βασιλείς (negus ή nagashi) του Αξούµ. Τους τίτλους αυτούς τους βλέπουµε στις επιγραφές που έχουν αποκαλυφθεί από την αρχαιολογική δραστηριότητα. Βλέπουµε λοιπόν ο άγνωστος βασιλιάς από την επιγραφή που βρέθηκε στη Μερόη109 να αυτοαποκαλείται «(βασιλεύς των Αξου)µειτών και Οµηρειτώ(ν) (υιός θεού ανικήτου) Άρεως», ο Σεµβρούθης στη δική του επιγραφή,110 «Βασιλεύς εκ βασιλέων Αξωµειτών µέγας Σεβρούθης...Σεµβρούθου µεγάλου βασιλέως». Άλλες επιγραφές που µας δίνουν τίτλους είναι αυτές του Εζανά, του Καλέµπ και του W’ZB. Ο Εζανά στις προχριστιανικές του επιγραφές αναφέρεται στον τίτλο του ως «Αειζανάς βασιλεύς Αξωµιτών και Οµηριτών και του Ραειδάν και Αιθιόπων και Σαβαειτών και του Σιλεή και του Τιαµώ και Βουγαειτών και του Κάσου, βασιλεύς βασιλέων, υιός θεού ανικήτου Άρεως...»,111 στη δε χριστιανική ως «...εγώ Αζανάς βασιλεύς Αξωµιτών και Οµηριτών και του Ρεειδάν και Σαβαειτών και του Σιλεήλ και του Χάσω και Βουγαειτών και του Τιαµώ, Βίσι Αλήνε, υιός του Ελλεαµίδα, δούλος Χριστού...». Παρεµφερής είναι και ο τίτλος του στη µονοθεϊστική του επιγραφή, γραµµένη σε γκεέζ.112
Τέτοιες τελετουργικές οµπρέλες χρησιµοποιούνται και σήµερα σε λατρευτικές τελετές της αιθιοπικής Εκκλησίας. 108 Σχετικά µε την ιδεολογία που εκφράζεται µέσω των τίτλων θα γίνει λόγος στο οικείο κεφάλαιο του παρόντος παρακάτω. 109 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 50-52. 110 DAE, IV, no 3, βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 40-50. 111 DAE, IV, no 4, HENDRICKX, Documents, σελ. 53. 112 DAE, IV, no 11, HENDRICKX, Documents, σελ. 84 “…Ezana, the son of Ella Amida, a native of Halen, king of Aksum and of Hemer (Himyar), and of Raydan, and of Saba, and of Salhen, and of Seyamo, and of Bega, and of Kasu, king of kings, the son of Ella Amida, who is invincible to the enemy”.
107
108
Στις επιγραφές του Καλέµπ πάλι ο τίτλος έχει µια παρόµοια µορφή, ακολουθεί ένα ανάλογο τυπικό και αναφέρει πάλι όλες τις περιοχές στις οποίες ο βασιλιάς του Αξούµ έχει επεκτείνει την κυριαρχία του.113 Ανάλογος είναι και ο τίτλος της επιγραφής του W’ZB.114 Σε αυτόν φυσικά δεν υπάρχουν οι αναφορές στις εκτεταµένες κτήσεις στη Νότια Αραβία, όπως στην επιγραφή του Καλέµπ. Σε όλους όµως τους τίτλους βλέπουµε να ακολουθείται ένα τυπικό που δεν εµφανίζει ουσιαστικές αποκλίσεις. Εµφανίζονται λοιπόν σε αυτούς το όνοµα του βασιλιά,115 η καταγωγή του, οι κτήσεις στις οποίες απλώνεται η επικράτειά του και κάποια επίθετα - όπως µέγας, ανίκητος - που δείχνουν τη δύναµη της εξουσίας του. Στις προχριστιανικές επιγραφές ο βασιλιάς αναφέρει ως γεννήτορά του τον θεό Mahrem (Άρης, στις ελληνικές), ενώ στις µεταχριστιανικές αναφέρεται το όνοµα του πατέρα του και η προσθήκη, «δούλος Χριστού». Επίσης στις µεταχριστιανικές επιγραφές δεν χρησιµοποιείται ο όρος «βασιλεύς βασιλέων», προφανώς, γιατί σύµφωνα µε τη χριστιανική αντίληψη αυτή είναι προσφώνηση µόνο για το Θεό. Σχετικά µε την τυπική µορφή που οι τίτλοι αυτοί έχουν θα πρέπει να παρατηρήσουµε ότι παρουσιάζουν κάποιες οµοιότητες µε τους αντίστοιχους βυζαντινούς, που επίσης ανέφεραν όνοµα, επίθετα από θριάµβους και δοξαστικά του αυτοκράτορα.116 Και αυτό φαίνεται να είναι αρκετά λογικό, αν λάβουµε υπόψη µας ότι αρχικά η γραµµατεία του αξουµιτικού κράτους ήταν ελληνική. Ελληνόγλωσσοι οι πρώτοι γραµµατείς117 είναι φυσικό να ήταν εξοικειωµένοι µε το πρωτόκολλο του ελληνιστικού και του ρωµαϊκού κόσµου, το οποίο είναι ίδιο µε αυτό που χρησιµοποιήθηκε και από τους Βυζαντινούς. Το χαρακτηρισµό λοιπόν «δούλος Θεού» χρησιµοποιούν και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, από την εποχή κιόλας του Μ. Κωνσταντίνου. Επίσης είναι σύνηθες στους επίσηµους τίτλους τους να αναφέρουν επίθετα που ανταποκρίνονται σε περιοχές της επικράτειάς τους. Έτσι, π.χ. βλέπουµε τον Ιουστινιανό, µετά την κατάληψη της Καρχηδόνας, να προσθέτει στα επίθετα του αυτοκρατορικού του τίτλου και τα «Αλανικός», «Βανδηλικός» και
βλ. MUNRO –HAY, ch. 11:5 : “…Κaleb, Ella Atsbeha, son of Tazena, Be’ese LZN, king of Aksum, Himyar, Raydan, Saba, Slhen, and of the High Country and Yamanat, and the Coastal Plain and Handramawt and of all their Arabs, and the Beja, Noba, Kasu, Siyamo, and DRBT…of the land ATFY, servant of Christ, who is not defeated by the enemy. …” 114 o.π. : “Wa’zeb, king of of Aksum, and Himyar, and Dhu- Raydan, and Saba, and Salaf and of the Beja, and Kasu, and Siyamo, and WYTG…Bisi Hadefan, son of Ella Atsbeha, servant of Christ. ….” 115 Σχετικά µε το όνοµα του βασιλιά πρέπει να κάνουµε την παρατήρηση ότι είναι σύνηθες οι Αξουµίτες βασιλείς να χρησιµοποιούν περισσότερα του ενός ονόµατα. Ένα από αυτά είναι εκείνο που έπαιρναν κατά τη διαδικασία της στέψης κι ενθρόνισής τους, ένα άλλο το χριστιανικό τους όνοµα. Τα ονόµατα αυτά µπορούσαν να αλλάξουν µε την ευκαιρία πολύ σηµαντικών και αξιοµνηµόνευτων περιστατικών της βασιλείας τους. Βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:5, 6, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 202-203. 116 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγές, σελ. 32. 117 βλ. JONES - MONROE, Ethiopia, σελ. 24 και σελ. του παρόντος. Σχετικά µε αυτό αξίζει να σηµειώσουµε την αρτιότητα στη γνώση της ελληνικής γλώσσας που εµφανίζεται στα κείµενα επιγραφών όπως π.χ. στο Monumentum Adulitanum. Άλλωστε η αποκάλυψη της επιγραφής DAE, IV, no 2 στο Αξούµ δείχνει µια πολύ πρώιµη διείσδυση της ελληνικής γλώσσας στην ενδοχώρα. Βλ. σχετικά SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 67, 69-70, HENDRICKX, Documents, σελ. 45-46, HENDRICKX, Basileis and Basiliskoi, σελ, 182-183.
113
109
«Αφρικανός».118 Και η χρήση του επιθέτου «ανίκητος» (invictus) αποτελούσε παραδοσιακή επωνυµία των Ρωµαίων αυτοκρατόρων, η οποία υπό την επίδραση του Χριστιανισµού µετατράπηκε σε «νικητής» (victor).119 Αξιοσηµείωτο επίσης ότι στις ελληνόγλωσσες επιγραφές των βασιλέων του Αξούµ αναφέρεται το «Βασιλεύς Αξωµειτών» αντί του «Βασιλεύς του Αξούµ» που υπάρχει στην γκεέζ εκδοχή τους, προφανώς κατ’ αναλογία µε το «Αυτοκράτωρ των Ρωµαίων». δ. Τρόποι ανάδειξης βασιλέως Κρίνοντας από το κείµενο της Κέµπρα Ναγκάστ θα µπορούσαµε να πούµε ότι στην αιθιοπική παράδοση υπάρχει ο κανόνας της διαδοχής στη βασιλεία µε βάση τα κληρονοµικά δικαιώµατα από πατέρα σε γιο.120 Έτσι είναι, κατά κάποιο τρόπο, κανόνας να κληροδοτείται ο θρόνος στο γιο του βασιλέως, πιθανά τον πρωτότοκο, αν λάβουµε υπόψη µας τόσο την αναφορά της Κέµπρα Ναγκάστ στον πρωτότοκο γιο του Σολοµώντα, τον Μενελίκ Ι, τον πρώτο βασιλιά της Αιθιοπίας, όσο και τη σηµιτική παράδοση των «πρωτοτοκίων». Μια τέτοια άποψη φαίνεται να ενισχύεται και από την αφήγηση του Ρουφίνου σχετικά µε τον Φρουµέντιο.121 Σε αυτήν λοιπόν βλέπουµε να γίνεται λόγος για την κληρονοµική διαδοχή, αφού µε το θάνατο του βασιλιά (Ella Amida) στο θρόνο βρίσκεται ο ανήλικος γιος του µε τη µητέρα του.122 Επίσης η αναφορά στους τίτλους τους βασιλικούς, του ονόµατος του πατέρα, υπονοεί οµαλή διαδοχή, δικαιωµατική, στο θρόνο. Βλέπουµε, για παράδειγµα, τον Καλέµπ να κληρονοµεί την εξουσία του από τον πατέρα του Ταζένα, που επίσης είχε
βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγές, σελ. 32 και Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 172. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. ΣΤ, σελ. 603, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 19. 120 Βέβαια θα πρέπει, παρενθετικά, να πούµε εδώ ότι η Κέµπρα Ναγκάστ υπαινίσσεται την προϋπάρχουσα παράδοση ενός είδους µητριαρχίας, αφού βασίλισσα πριν τον Μενελίκ ήταν η Μακέδα, η περίφηµη βασίλισσα του Σαβά, και υπήρχε, σύµφωνα µε την αφήγηση, παράδοση να είναι µόνο γυναίκες βασίλισσες στο κράτος και δη παρθένες. Αυτή δεσµεύτηκε µε την υπόσχεσή της στο Σολοµώντα ότι µετά από αυτήν θα βασιλέψει στην Αιθιοπία ο γιος που συνέλαβε µαζί του και οι άρρενες απόγονοί του και δε θα ξαναϋπάρξει γυναίκα βασίλισσα στο θρόνο της Αιθιοπίας. (βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 35) Με την παράδοση της µητριαρχίας, ως ένα κατάλοιπό της, συνδέεται κατά µία εκδοχή και ο όρος «βίσι» (bisi ή be’ese) που αναφέρεται στον βασιλικό τίτλο του Αξούµ. Εικάζεται λοιπόν ότι µπορεί να αποτελεί αναφορά στην οικογένεια - φυλή της µητέρας του βασιλιά, στο στρατιωτικό σώµα της οποίας εντάσσεται ο γιος. (βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 6:1, 7:5) Μια τέτοιου είδους, όµως, παράδοση, ακόµα κι αν υπήρξε, βρίσκεται πολύ έξω από τα χρονολογικά όρια της παρούσας εργασίας. 121 βλ. JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 26-27. 122 Στην περίπτωση του βασιλιά που πεθαίνει αφήνοντας ανήλικο διάδοχο, βλέπουµε ότι η εξουσία περιέρχεται στη βασίλισσα, τη µητέρα του διαδόχου, µέχρις ότου αυτός ενηλικιωθεί. Από την Κέµπρα Ναγκάστ πληροφορούµαστε για µια παράδοση που υπήρχε στην Αιθιοπία να µη βασιλεύει στη χώρα γυναίκα , συνήθεια που ίσχυσε µετά την υπόσχεση της βασίλισσας του Σαβά στο Σολοµώντα (βλ. πιο πάνω σχ. 120). Αυτό όµως δε φαίνεται να εµποδίζει τη βασιλοµήτορα να κυβερνά εξ ονόµατος του ανήλικου διαδόχου, γιου της. Ανάλογες αντιλήψεις ίσχυαν και στο Βυζάντιο, που κι εκεί έχουµε περιπτώσεις που Αυγούστες ασκούν την εξουσία στο όνοµα των ανήλικων γιων τους ή αδελφών τους, π.χ. η Πουλχερία, στη θέση του αδελφού της, Θεοδοσίου Β΄, η Ειρήνη στη θέση του γιου της, Κωνσταντίνου ΣΤ΄.
119
118
110
κληρονοµήσει το θρόνο από τον πατέρα του Ella Amida ΙΙ, και να την κληροδοτεί στο γιο του W’ZB. Βέβαια δε λείπουν οι αναφορές σε εσωτερικές αναστατώσεις και ανταρσίες απείθαρχων υποτελών ηγεµόνων και φυλών, οι οποίες εκµεταλλεύονται τη µετάβαση από τον ένα βασιλιά στον άλλο, για να επιδιώξουν την ανεξαρτητοποίησή τους. Τέτοιες αναφορές βρίσκουµε σε επιγραφή του Εζανά, ο οποίος µετά την ενηλικίωσή του και την ανάληψη της εξουσίας είναι αναγκασµένος να περιηγηθεί µε το στρατό του στην επικράτειά του, ώστε να συγκεντρώσει φόρους υποτέλειας που αποτελούν δηλώσεις νοµιµοφροσύνης.123 Ανάλογα προβλήµατα πρέπει να αντιµετώπισε και ο Καλέµπ, καθώς επίσης και ο Ταζένα, όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του Ella Amida ΙΙ.124 Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να κάνουµε λόγο για την περίπτωση της διπλής βασιλείας. Μια τέτοια πρακτική βλέπουµε να εφαρµόζεται κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Εζανά. Έτσι όταν ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος Β’ στέλνει στο κράτος του Αξούµ επιστολή για το θέµα της θρησκευτικής διαµάχης εξ αφορµής του Αρειανισµού που έχει ξεσπάσει στο Βυζάντιο και κάνει λόγο για την αντικατάσταση του επισκόπου Φρουµέντιου από άλλον, µονοφυσίτη, την απευθύνει στους Αϊζανά και Σαζανά.125 Από τα γραφόµενα της επιστολής φαίνεται ότι οι δύο αδελφοί συγκυβερνούσαν. Κάτι ανάλογο έχει διατηρηθεί και στην παράδοση σχετικά µε τον εκχριστιανισµό της Αιθιοπίας. Σύµφωνα µε αυτήν, οι βασιλείς που έφεραν το Χριστιανισµό στο κράτος του Αξούµ ήταν οι Abreha και Asbeha.126 Εξάλλου στις αιθιοπικές λίστες των βασιλέων αναφέρονται και άλλες περιπτώσεις µε διπλή βασιλεία αδελφών.127 Ο MunroHay αναφέρει κάποιες περιπτώσεις πιθανολογούµενης διπλής βασιλείας, έτσι όπως αυτή προκύπτει από νοµισµατικά κι επιγραφικά δεδοµένα.128 Κάνει λοιπόν λόγο για τη διπλή βασιλεία των Wazeba / Ousanas, Nezana / Nezool και Kaleb/ Alla Amidas. Στις περιπτώσεις αυτές µπορούµε ίσως να ανιχνεύσουµε µια πρακτική οικεία στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπου δεν ήταν νοµοθετικά κατοχυρωµένη η κληρονοµική διαδοχή. Ο θεσµός της συµβασιλείας εισήχθη στο Βυζάντιο για να µπορέσουν να παρακαµφθούν τα προβλήµατα αστάθειας που δηµιουργούνταν από την απουσία σταθερής και οµαλής διαδοχής.129 Ο ορισµός συναυτοκράτορα από τον αυτοκράτορα που είχε την εξουσία έλυνε το πρόβληµα της διαδοχής µετά το θάνατο του τελευταίου. Συνήθως ως συναυτοκράτορας οριζόταν κάποιος στενός συγγενής του αυτοκράτορα, κατά κανόνα ο γιος του ή ο αδελφός του ή, ελλείψει αυτών, κάποιο έµπιστό του πρόσωπο. Η πρακτική αυτή ίσως χρησιµοποιήθηκε και από τους Αξουµίτες βασιλείς κατ’ ανάλογο τρόπο, όταν υπήρχε, δηλαδή, πρόβληµα ενδεχόµενης κρίσης κατά τη διαδοχή. Τέτοια µπορεί να θεωρηθεί η περίπτωση του Εζανά, ο
DAE, IV, no 8, βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5. βλ. σχετικά σελ. 32, σηµ. 121 της παρούσας εργασίας. 125 βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 61-63. 126 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 200, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 92-93, 99104, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 10:3, 7:3, MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 403-407 127 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 200. 128 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:3. 129 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 28.
124
123
111
οποίος, όπως είδαµε, αναγκάστηκε να αντιµετωπίσει δυναµικά εσωτερικές αναστατώσεις, µόλις ανέλαβε ο ίδιος την εξουσία. Ο ορισµός του αδελφού του ως συµβασιλέα – πιθανώς, καθ’ υπόδειξη του συµβούλου του, γνώστη της βυζαντινής πρακτικής, Φρουµέντιου130 – ίσως να στόχευε στον αποκλεισµό της επανάληψης ενός ίδιου προβλήµατος. Χρησιµοποιείται επίσης σε περίπτωση απουσίας για αρκετό χρονικό διάστηµα του βασιλιά από την έδρα του (όπως στην περίπτωση του Καλέµπ κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του στη Νότια Αραβία). Όπως και να έχει, το πιθανότερο είναι ότι, όπως και στο Βυζάντιο, ο ένας από τους δύο συµβασιλεύοντες είναι αυτός που έχει τον κύριο έλεγχο στην εξουσία. Σχετικά µε τον τρόπο ανάδειξης ηγεµόνα αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά που γίνεται στο γεγονός αυτό από τα : «Νόµοι των Οµηριτών», «Βιβλίο των Οµηριτών», «Βίος του Γρηγεντίου» και «Μαρτύριο του Αρέθα».131 Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι πρόκειται για την ανάδειξη ηγεµόνα του χριστιανικού κράτους των Οµηριτών που γίνεται από τον ίδιο τον Καλέµπ, στη διάρκεια της παραµονής του στη Νότια Αραβία, µετά τις νικηφόρες εκστρατείες του εκεί. Γίνεται λοιπόν λόγος για την εκλογή του ηγεµόνα των Οµηριτών στην οποία υπάρχει διαφοροποίηση ως προς το ποιος τη διενέργησε. Το «Βιβλίο των Οµηριτών» και το «Μαρτύριον Αρέθα» κάνει λόγο για την ανάδειξη που έγινε από τον ίδιο τον Καλέµπ (Ελεσβαάν στα κείµενα από τον εξελληνισµό του Ella Asbeha). Ο «Βίος του Γρηγεντίου» θεωρεί αρµόδιο, αρχικά, για αυτή την εκλογή, ένα σώµα ευγενών, που όµως εκχωρεί την αρµοδιότητά του στον Καλέµπ κι αυτός εν συνεχεία ζητά από τον Γρηγέντιο να επιλέξει, προσευχόµενος για το θείο φωτισµό. Ενώ, τέλος, οι «νόµοι των Οµηριτών» µιλάνε για θαυµατουργική ανάδειξη του ηγεµόνα που διενεργείται θεία χάριτι. Αξιοπρόσεκτο στα παραπάνω είναι ότι στη διαδικασία αυτή γίνεται λόγος για ανάδειξη ηγεµόνα µε τρόπο που θυµίζει τόσο βυζαντινές όσο και αιθιοπικές παραδόσεις. Βλέπουµε έτσι να συµµετέχει ο ίδιος ο βασιλιάς του Αξούµ, που θα ορίσει τον συνάρχοντά του στο, υπό τον έλεγχό του ευρισκόµενο, κράτος των Οµηριτών. Επίσης κάποιο ρόλο, έστω και συµβουλευτικό, φαίνεται να παίζει ένα «σώµα ευγενών».132 Η διαδικασία έχει έντονα τα χαρακτηριστικά της ανάλογης ισχύουσας στο Βυζάντιο, που αφορά στην ανάδειξη συνάρχοντα.133 Από το 450 µ.Χ. έως το 610, ιδιαίτερα σηµαντικός στη διαδικασία ανάδειξης ηγεµόνα γίνεται ο ρόλος της Συγκλήτου. Ένα τέτοιο «σώµα ευγενών» που πλαισιώνουν τον βασιλιά του Αξούµ, φαίνεται ότι διαδραµάτιζε ρόλο στην
Ο Sellassie (SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 92-93) αναφέρει σε ένα παράθεµα της Gendle Abreha and Asbeha ότι πριν από αυτούς τους αδελφούς δεν ήταν στις αιθιοπικές παραδόσεις η συνήθεια της συµβασιλείας και γι’ αυτό τα αδέλφια αρνούνταν να την αποδεχτούν. Πέρα από το µυθώδες της αφήγησης, ίσως να υπάρχει ιστορική αλήθεια σε σχέση µε τον ορισµό συµβασιλέα για πρώτη φορά. Στην περίπτωση αυτή, ο συµβουλευτικός ρόλος του Φρουµέντιου µπορεί να θεωρηθεί προφανής. 131 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 99-114. 132 βλ. παρακάτω στην αντίστοιχη ενότητα. 133 βλ. . Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 258-259, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 24-25, RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 73-76, TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 33-35.
130
112
εκλογή ηγεµόνα και µε βάση την αιθιοπική παράδοση.134 Για αυτήν δεν υπάρχουν µαρτυρίες από την αξουµιτική περίοδο. Όµως, σε πολύ µεταγενέστερες πηγές135 από τη µεσαιωνική Αιθιοπία, βλέπουµε τους 12 Κριτές,136 προερχόµενους από την αιθιοπική αριστοκρατία, να µετέχουν στην διαδικασία εκλογής και ενθρόνισης βασιλέα, κάτι που µπορεί να θεωρηθεί στοιχείο προερχόµενο από τις παραδόσεις του Αξούµ.137 Η στέψη του βασιλιά γίνεται παρουσία των ευγενών, του στρατού και του λαού, οι οποίοι τον επευφηµούν. Ο στρατός, η σύγκλητος και οι δήµοι είναι οι πολιτειακοί παράγοντες που συµµετέχουν στην αναγόρευση και στέψη των Βυζαντινών ηγεµόνων και πιθανότατα αυτοί οι ίδιοι παράγοντες να παίρνουν µέρος και στην στέψη του Αξουµίτη ηγεµόνα, όπως µας αφήνουν να εικάζουµε οι µεταγενέστερες αφηγήσεις σε χρονικά βασιλέων και η συµµετοχή του Καλέµπ, των ευγενών του και του στρατού του στην ανάδειξη του Οµηρίτη ηγεµόνα. Αξίζει επίσης να σηµειωθεί ότι, σύµφωνα µε όσα αναφέρονται παραπάνω σχετικά µε την εκλογή του βασιλιά του Οµηριτικού κράτους, αυτός εκλέγεται µε την ενεργό καθοδήγηση του Θεού. Εµφανίζεται έτσι να είναι θεόστεπτος και να κατέχει την εξουσία του «ελέω Θεού». Κυβερνά λοιπόν µε τη χάρη του Θεού, ως αντιπρόσωπός του στο κράτος του και άρα µε την υποχρέωση να συµµορφώνεται στο θέληµα του Θεού. Οι ιδέες αυτές για τη βασιλεία που είναι κυρίαρχες στη βυζαντινή ιδεολογία για τη µοναρχία,138 σίγουρα δεν ήταν ξένες και για την αξουµιτική αντίληψη. Κλείνοντας την αναφορά µας σε ενδεχόµενες βυζαντινές επιρροές στις διαδικασίες ανάδειξης και στέψης του ηγεµόνα στο Βασίλειο του Αξούµ, να πούµε και ότι, όπως αποκαλύπτεται από τις επιγραφές, τις ιστορικές µαρτυρίες και τα πολλά διαφορετικά ονόµατα για το ίδιο πρόσωπο στις λίστες των βασιλέων, οι Αξουµίτες βασιλείς συνήθιζαν να παίρνουν ένα νέο όνοµα µε την ευκαιρία της ενθρόνισής τους. Το όνοµα αυτό µπορεί να άλλαζε µε την ευκαιρία σηµαντικών γεγονότων κατά τη διάρκεια της βασιλείας τους. Συνηθισµένα τέτοια ονόµατα ήταν τα : Γκέµπρε Μεσκάλ (:υπηρέτης του σταυρού), ∆αυίδ και
O Sellassie κάνει λόγο για την παραδοσιακή τελετή ενθρόνισης που ίσχυε πριν τον 6ο αιώνα και στην οποία συνήθεια ήταν το στήσιµο ενός πέτρινου θρόνου από τον βασιλιά ο οποίος θα ενθρονιζόταν σε αυτόν και θα δεχόταν τις επευφηµίες του λαού του. Βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 163 135 σε χρονικό του αυτοκράτορα Baeda Μaryam (1468-1478 µ.Χ.) δίνεται περιγραφή για την παραδοσιακή διαδικασία ενθρόνισης ηγεµόνα σύµφωνα µε τις αξουµιτικές παραδόσεις. Ο αυτοκράτορας αυτός ήταν γιος του Ζara Yaqob, που πρώτος αναβίωσε τις αξουµιτικές πρακτικές ενθρόνισης, έτσι όπως αυτές είχαν διαµορφωθεί από τον Αξουµίτη βασιλιά Gebre Meskal, γιο του Καλέµπ, βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 202-3, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:6, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 163-164 και σχ. 85, σελ. 98 του παρόντος 136 γι’ αυτούς κάνει λόγο και η Κέµπρα Ναγκάστ. Βλ. και βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 205-206 : “In 1520 A.D. the Portuguese Alvares saw in Axum “12 stone easy-chairs” as well made from stone as if they had been made of wood; they were for “12 judges of the chief priest Joannes”. 137 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 203-204, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:6. 138 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγές, σελ. 9-16, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 17-29, RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 69-76, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 79-82.
134
113
Κωνσταντίνος.139 Το τελευταίο µάλιστα εικάζεται πως ήταν ένα από τα ονόµατα του Καλέµπ,140 που, όπως έχουµε ήδη δει, ονοµαζόταν και Ella Asbeha (:αυτός που έφερε το ξηµέρωµα). Η τόσο ξεχωριστή θέση που ο Μ. Κωνσταντίνος απέκτησε στην αξουµιτική αντίληψη, δίνει ένα δείγµα για το είδος και το εύρος των επαφών και των επιρροών που κατευθύνονταν από το Βυζάντιο προς το Αξούµ. 2. Συµβούλιο ευγενών Στην άσκηση της εξουσίας, ο βασιλιάς του Αξούµ πλαισιωνόταν από ένα συµβούλιο ευγενών. ∆εν ξέρουµε ποια ήταν ακριβώς η σύνθεσή του και απτές αποδείξεις για τη λειτουργία του έχουµε από τη µεσαιωνική Αιθιοπία, αλλά για την ύπαρξή του µας κάνει λόγο ο Μαλάλας, όταν λέει, περιγράφοντας τη συνάντηση του απεσταλµένου του Ιουστινιανού µε τον βασιλιά Καλέµπ : «και ούτως ίστατο πάσα η σύγκλητος αυτού µεθ’ όπλων ...».141 Και στην Κέµπρα Ναγκάστ γίνεται λόγος για τους πρωτότοκους γιους των αξιωµατούχων του Σολοµώντα που τους έδωσε εντολή να συνοδέψουν το γιο του, το βασιλιά της Αιθιοπίας Μενελίκ Ι, και να κυβερνήσουν µαζί του, διατηρώντας τα αξιώµατα που οι πατέρες τους είχαν στο πλευρό του.142 Για αυτούς τους αξιωµατούχους θα προορίζονταν οι θρόνοι των δώδεκα Κριτών, που ίχνη τους έχουν εντοπιστεί από την αρχαιολογική σκαπάνη143 και που είδαµε πως συµµετείχαν στη διαδικασία της επίσηµης στέψης του αυτοκράτορα της Αιθιοπίας.144 Επίσης βλέπουµε τον Καλέµπ, όταν έφυγε από τη Νότια Αραβία, να αφήνει πίσω του στρατό, που οι αρχηγοί του λειτουργούν και ως ένα είδος συµβουλίου Αιθιόπων, για να πλαισιώνουν τον Οµηρίτη βασιλιά στην άσκηση της εξουσίας και οι οποίοι λογοδοτούσαν µόνο σε αυτόν.145 Ένα τέτοιο συµβούλιο είναι και αυτό που συγκαλείται από τον Καλέµπ για να κινηθεί η διαδικασία της ανάδειξης του Οµηρίτη ηγεµόνα, όπως είδαµε και πιο πάνω.146 Η διακυβέρνηση της χώρας µε τη συµµετοχή, δίπλα στο βασιλιά, συµβουλίου από ευγενείς και εκπροσώπους των φυλών ήταν πρακτική που συνηθιζόταν στη νοτιοαραβική παράδοση. ∆εν ήταν εποµένως ξένη και στην παράδοση της Αιθιοπίας από την αρχή της οργάνωσης του Βασιλείου του Αξούµ. Μάλιστα στο κράτος των Οµηριτών η δύναµη του συµβουλίου αυτού των τοπικών αρχόντων ήταν τέτοια ώστε κρίθηκε αναγκαία η ενίσχυση του ρόλου της Εκκλησίας που λειτούργησε σαν ανασχετικός παράγοντας στη δύναµη των ντόπιων ευγενών.147 Το συµβούλιο αυτό ο Μαλάλας το αποκαλεί «σύγκλητο», λόγω της αναλογίας που εµφανίζει µε τον αντίστοιχο βυζαντινό καθεστωτικό παράγοντα.
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 202-203, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:5, 6. βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 125. 141 ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 364. 142 βλ. BUDGE, The Queen, σελ. 50-51, 61-63, KEBRA NAGAST, σελ. 44-45, 55-57. 143 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 205-207. 144 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 202-204, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 7:6, στο παρόν σελ. 112-113, σηµ. 136. 145 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 204, στο παρόν, σελ. 34. 146 βλ. σελ. 112-113 του παρόντος. 147 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 278-279.
140
139
114
Άρα, µπορούµε να εικάσουµε ότι όπως και αυτή θα πρέπει να απαρτιζόταν από αντιπροσώπους των αριστοκρατικών οικογενειών του Αξούµ. Αυτοί θα είχαν ανώτερα αξιώµατα στην πολιτική και στρατιωτική διοίκηση του αξουµιτικού κράτους. Μιας και ο ρόλος τους πρέπει να ήταν συµβουλευτικός στο πλευρό του βασιλιά και να λειτουργούσαν ως ένα είδος υπουργικού συµβουλίου θα µπορούσαµε να τον παραλληλίσουµε και µε αυτόν του «θείου κονσιστωρίου» (sacrum consistorium).148 3. Στρατός Συγκρίνοντας το στρατό του Βυζαντίου µε αυτόν του Αξούµ βλέπουµε ότι παρουσιάζουν πολλές διαφορές ως προς την οργάνωση και τη συγκρότησή τους. Αυτό οφείλεται στο ότι πρόκειται για δυο κρατικές οντότητες µε τελείως διαφορετικές παραµέτρους τόσο στην επικράτεια στην οποία εξαπλώνονται, όσο και στον προσανατολισµό τους και τους στόχους που επιδιώκουν. Και βέβαια τελείως διαφορετικοί είναι οι κίνδυνοι και οι αντίπαλοι που αντιµετωπίζουν. Το Βυζάντιο περιστοιχίζεται από µια ατέλειωτη σειρά επιθετικών βαρβάρων επιδροµέων που αναζητούν τόπους εγκατάστασης κι έλκονται από τα πλούτη της πανίσχυρης αυτοκρατορίας. Από την άλλη πρέπει διαρκώς να είναι ετοιµοπόλεµο για να αντιµετωπίζει την πανίσχυρη στρατιωτικά αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Το βασίλειο του Αξούµ από το πρώτο του φανέρωµα εµφανίστηκε ως µια πολεµική δύναµη που χάρη στον αυξηµένο του πληθυσµό και την καλύτερη στρατιωτική του οργάνωση µπόρεσε να επιβληθεί στους αντιπάλους του.149 Υποτάσσοντας γειτονικές φυλές επεξέτεινε την επικράτειά του και ενίσχυσε τη θέση του σε σηµείο ώστε ο βασιλιάς του να επιβληθεί όλων των άλλων ηγεµόνων και να αναδειχθεί σε «Βασιλεύς βασιλέων». Το κύριο µέληµα της κεντρικής εξουσίας του κράτους ήταν να µπορέσει να διατηρήσει τον έλεγχο και να κρατήσει σε υποτέλεια αυτές τις κατακτηµένες φυλές. Αυτό δεν ήταν πάντα κάτι εύκολο. Πολύ συχνά, όπως έχουµε δει, οι βασιλείς του Αξούµ έχουν να αντιµετωπίσουν δυναµικά αποσχιστικές τάσεις και να πατάξουν, ένοπλα, κινήµατα ανεξαρτητοποίησης αυτών των υποτελών τους ηγεµόνων.150 Παράλληλα, πρέπει να διεξάγουν και κάποιους κατακτητικούς πολέµους έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τον έλεγχο σε πλουτοπαραγωγικές πηγές και εµπορικούς δρόµους και να ενδυναµώσουν τη θέση τους στο εµπόριο της Ερυθράς Θάλασσας. Τους βλέπουµε λοιπόν να κάνουν πολέµους µε τους Μεροΐτες, τους οποίους και υπέταξαν, αποκτώντας έτσι τον κύριο έλεγχο των χερσαίων δρόµων προς την Αίγυπτο, τους Βλέµµυες, που έχουν υπό τον έλεγχό τους ορυχεία χρυσού και σµαραγδιών, το Σάσου, επίσης χρυσοφόρα περιοχή, τους Άφαν και τις πηγές εφοδιασµού µε αλάτι, παραλιακές περιοχές για τον έλεγχο των ακτών και την αποφυγή της πειρατείας.151
βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 44, . Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 255. βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 66, 68, στο παρόν, σελ. 14 σηµ. 28. 150 βλ. επιγρ. DAE, IV, no 8, 9, 10, Kaleb και W’ZB, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5. 151 βλ. επιγρ. Monumentum Adulitanum, DAE, IV, nο 4, 11, χριστ. Εζανά, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:5, HENDRICKX, Documents, σελ. 53-55, 81-86.
149
148
115
Για την ενίσχυση της θέσης τους έναντι των υποτελών τους οι Αξουµίτες χρησιµοποιούν το στρατό τους και ιδεολογία που στόχο έχει την ενδυνάµωση του ρόλου του ηγεµόνα τους, του βασιλέα του Αξούµ. Την επιτυχία στην παγίωση της θέσης τους τόσο µέσω αυτής της ιδεολογίας όσο και µέσω της πολεµικής τους υπεροχής τη µαρτυρεί η ανυπαρξία οχυρώσεων τόσο στην πρωτεύουσα όσο και σε άλλες σηµαντικές περιοχές του Βασιλείου του Αξούµ.152 Ο στρατός του Αξούµ, από τα συµπεράσµατα που µπορούµε να συνάγουµε µελετώντας τις επιγραφές, αποτελείται από τη στρατολόγηση των ίδιων των Αξουµιτών. Στις επιγραφές αναφέρονται τα διάφορα τµήµατα από τα οποία ο στρατός αυτός αποτελείται. Στις ονοµασίες αυτών των στρατιωτικών τµηµάτων δε συµπεριλαµβάνονται συνήθως στρατιωτικά σώµατα προερχόµενα από τους υποτελείς πληθυσµούς, οι οποίοι χρησιµοποιούνται µόνο σε έκτακτες ανάγκες κι επικουρικά.153 Επίσης, κατά περίπτωση, µπορεί να χρησιµοποιηθούν φυλές ιδιαίτερα πολεµικές σε ευαίσθητες περιοχές των συνόρων, όπως συνέβη µε τους Βεγά (Beja) και τη µετακίνησή τους από τον Εζανά.154 Μπορούµε λοιπόν να εικάσουµε ότι οι ίδιοι οι Αξουµίτες αποτελούν µια προνοµιακή οµάδα µέσα στην επικράτειά τους. Με την πολεµική τους ετοιµότητα και υπεροχή εξασφαλίζουν τη θέση τους, υπό την καθοδήγηση και τον έλεγχο του βασιλιά τους. Αυτός είναι και ο αρχηγός του στρατού που τον κατευθύνει στις εκστρατείες και του εξασφαλίζει πλούτη από τα λάφυρα και τους φόρους υποτέλειας των κατακτηµένων φυλών. Στις εκστρατείες ο ίδιος ο βασιλιάς µπαίνει συχνά επικεφαλής του στρατού του.155 Πολλές φορές όµως αναγκάζεται να στέλνει σε µάχες αποσπάσµατα του στρατού του υπό τη διοίκηση άλλου αρχηγού. Στις περιπτώσεις αυτές επικεφαλής των στρατιωτικών σωµάτων που στέλνονται σε εκστρατευτική αποστολή µπαίνει κάποιο µέλος της βασιλικής οικογένειας, συνήθως τα αδέλφια ή οι γιοι του βασιλιά.156 Η επιλογή αυτή δεν είναι απαραίτητο να βασίζεται στην στρατιωτική ικανότητα του µέλους της βασιλικής οικογένειας που τίθεται επικεφαλής. Ίσως να συνδέεται µε την πίστη στην ιερότητα του προσώπου του βασιλιά που µεταβιβάζεται, κατά κάποιο τρόπο, και στα µέλη της οικογένειάς του.157 Βλέπουµε λοιπόν ότι ο βασιλιάς ενισχύει τη θέση του και το ρόλο του στη συνείδηση των υπηκόων του και των υποτελών του χρησιµοποιώντας την ιδεολογία αυτή που τον προβάλλει ως θεό, γιο δηλαδή του Mahrem, κι ως εκ τούτου αήττητο στη µάχη. Η ιδεολογία αυτή υποκαταστάθηκε µετά τον 4ο αιώνα από την πίστη στην ιδέα ότι ο βασιλιάς είναι θεοπρόβλητος, ηγεµόνας καθ’ υπόδειξη του Θεού, ο οποίος του παρέχει την εύνοιά του, την προστασία του και του εξασφαλίζει τη νίκη, κατατροπώνοντας τους εχθρούς του. Αυτή η ιερότητα του βασιλικού προσώπου ενισχύει την ηγετική του θέση έναντι των άλλων ηγεµόνων και αρχόντων της επικράτειάς του και του εξασφαλίζει την υπακοή και τον έλεγχο του στρατού του.
βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 1. βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 208-209. 154 βλ. DAE, IV, nο 4, σελ. 64. 155 βλ. επιγρ. DAE, IV, nο 8, 11, χριστ. Εζανά, Καλέµπ, W’ΖΒ. 156 βλ. DAE, IV, nο 4, KOBISHCHANOV, Aksum : political system, σελ. 385. 157 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 11:2.
153
152
116
Ο αξουµιτικός στρατός ήταν διαιρεµένος σε σώµατα µε βάση πιθανότατα τη φυλετική οµάδα από την οποία συγκροτείται το κάθε σώµα. Επικεφαλής κάθε σώµατος θα πρέπει να ήταν ο αρχηγός της φυλετικής οµάδας. Αυτοί οι αρχηγοί θα πρέπει να αποτελούσαν και την αριστοκρατία της αξουµιτικής κοινωνίας απ’ όπου προερχόταν το συµβούλιο των ευγενών που πλαισίωνε το βασιλιά.158 Όλοι όµως τελούν υπό την ηγεσία του βασιλιά. Σε αυτόν οφείλουν υπακοή και αυτός είναι που συντονίζει τη δράση τους. Αυτός είναι επίσης που συγκαλεί το στρατό πριν ή µετά από τις σηµαντικές µάχες και του απευθύνει λόγο. Υποστηρίζεται η άποψη ότι ο στρατός χωρίζεται σε επιµέρους τµήµατα ανάλογα µε την ιδιαίτερη λειτουργία στην έκβαση των επιχειρήσεων που κάθε σώµα επιτελεί. Γίνεται λόγος λοιπόν για Dakuen army (:µαχητές µε ελέφαντες), Muhazat army (: κοµάντος) Hara army (: πεζικό).159 Θα πρέπει ασφαλώς, πλην των µάχιµων µονάδων του ο στρατός να πλαισιώνεται και από ανάλογα βοηθητικά σώµατα ανεφοδιασµού. Οι πιο σηµαντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις που ανέλαβε ο αξουµιτικός στρατός ήταν αυτές του 6ου αιώνα στη Νότια Αραβία. Σε αυτές, όπως σε περιπτώσεις πολύ σηµαντικών πολεµικών επιχειρήσεων και γενικευµένης κινητοποίησης, φαίνεται να πήραν µέρος και στρατιωτικά αποσπάσµατα προερχόµενα από στρατολόγηση υποτελών φυλών που δεν ανήκαν στον κύριο πυρήνα του αξουµιτικού κράτους.160 Στη Νότια Αραβία, όπως είδαµε, δρα σε συνεννόηση µε το βυζαντινό κράτος, αν και δε συνεργάζεται µε αυτό, απ’ όσο γνωρίζουµε, σε επίπεδο κοινής ανάληψης πολεµικής δράσης. Ίσως µόνο στη µεταφορά του στρατού στην απέναντι ακτή να συνέδραµαν βυζαντινά πλοία που κι αυτά όµως είναι δύσκολο να ήταν πολεµικά.161 Έτσι δεν µπορούµε να κάνουµε λόγο για επιρροές στο στρατό από το βυζαντινό. Ως έµµεση µόνο επίδραση µπορεί να θεωρηθεί αυτή που συνδέεται µε την ενδυνάµωση της θέσης των Αξουµιτών στο χώρο τους, στην ηγετική τους θέση έναντι των άλλων φυλών, κατόπιν κάποιας συµµαχίας, έστω κι άτυπης, που φαίνεται να υπήρχε µε το Βυζάντιο, ιδιαίτερα µετά τον εκχριστιανισµό της ηγεσίας του κράτους του Αξούµ. Στα πλαίσια µιας τέτοιας συµµαχίας δεν µπορεί να αποκλειστεί η στρατιωτική ενίσχυση των Αξουµιτών βασιλέων από το Βυζάντιο, όπως αφήνει να υπονοηθεί για παλιότερες εποχές, ο Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης.162 Μάλιστα, όπως και στο Βυζάντιο, υπό βασιλικό έλεγχο θα πρέπει να βρίσκονταν και στο Αξούµ τα εργαστήρια κατασκευής οπλισµού, αν κρίνουµε από το γεγονός ότι το εµπόριο εισαγωγής µετάλλων τελεί υπό βασιλική επίβλεψη.163 Αρµοδιότητα του βασιλιά ήταν και στο Αξούµ η συντήρηση των στρατευµάτων. Μάλιστα για το λόγο αυτό εφαρµόζεται µια πρακτική οικεία και στο Βυζάντιο. Πρόκειται για την υποχρέωση των κατοίκων µιας περιοχής να προσφέρουν προϊόντα προκειµένου να συντηρηθεί ο στρατός που βρίσκεται στην περιοχή. Αυτή η πρακτική της στρατιωτικής αννώνης, όπως λεγόταν αυτή
βλ. σελ. 114 του παρόντος. βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 95, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 209-210. 160 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 208-209. 161 βλ. σελ. 67-73 του παρόντος. 162 Περίπλους, 6, ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 152, στο παρόν, σελ. 58-60. 163 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 8:3.
159
158
117
η υποχρεωτική εισφορά,164 φαίνεται να ισχύει και στο κράτος του Αξούµ σαν ένας από τους τρόπους εξασφάλισης της τροφοδοσίας του στρατού. Ασφαλώς βέβαια και στο Αξούµ, όπως και στο Βυζάντιο, ο βασιλιάς κατέχει µεγάλη περιουσία προερχόµενη από τα µερίδιά του στα λάφυρα, τη φορολογία και τις εισφορές των υποτελών πληθυσµών, που του δίνει τη δυνατότητα να εξασφαλίζει τις αµοιβές του στρατού του, που µένει ως εκ τούτου εξαρτηµένος απ’ αυτόν. ∆ε γνωρίζουµε στο Αξούµ την περίπτωση εξεγέρσεων του αξουµιτικού στρατού εναντίον του βασιλιά. Ξέρουµε όµως πως ο βασιλιάς φρόντιζε για τις καλές του σχέσεις µε το στράτευµά του. Έτσι βλέπουµε π.χ. τον Καλέµπ να εκφωνεί λόγο στο στρατό του τον οποίο συναθροίζει µετά από πολεµικές επιχειρήσεις στην Υεµένη.165 Καταλαβαίνουµε λοιπόν ότι παρόλο που ο στρατός, όπως άλλωστε και ο λαός από τον οποίο προέρχεται, δε φαίνεται να έχει ιδιαίτερα σηµαντικές εξουσίες, όµως δεν παύει να είναι µια δύναµη της οποίας τη συµπαράταξη πρέπει να επιδιώκει ο βασιλιάς. Από την ίδια πάλι περίοδο, γνωρίζουµε ότι, όταν ο Άβραµος στασίασε κατά του Εσιµιφαίου, ήταν επικεφαλής των αιθιοπικών στρατευµάτων που είχαν µείνει στο κράτος των Οµηριτών για να επιβλέπουν την κατάσταση εκεί, τα οποία τον ανέδειξαν βασιλιά. Και όταν ο Καλέµπ έστειλε απόσπασµα στρατιωτικό για να τον αντιµετωπίσει, οι στρατιώτες αυτοί απειθάρχησαν στις εντολές του ηγεµόνα τους και τάχθηκαν στο πλευρό του Αβράµου, παρακινηµένοι από τα πλούτη της χώρας στην οποία βρέθηκαν.166 Ίσως, θα µπορούσαµε να πιθανολογήσουµε ενδεχόµενη αλλαγή στη σύσταση του στρατού εκείνη την εποχή, µε τη µετατροπή µέρους του σε µισθοφορικό. Στη σκέψη αυτή µας οδηγεί το γεγονός της ανεύρεσης δυσανάλογα πολλών χρυσών αξουµιτικών νοµισµάτων στη Νότια Αραβία που ερµηνεύεται ως αποτέλεσµα της στρατιωτικής µισθοδοσίας κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του Καλέµπ.167 Από την άλλη στην Κέµπρα Ναγκάστ συναντούµε το αξίωµα του “male’aka ‘angabot” (: commander of the mercenaries ή the recruits ?).168 Αν πράγµατι έχει αρχίσει να δροµολογείται µια τέτοια αλλαγή στο στρατό, αυτή θα µπορούσε να συνδέεται µε επιρροή από το Βυζάντιο, που τον 5ο αιώνα ήδη έχει στις τάξεις του στρατού του πολλά σώµατα µισθοφόρων.169 Σε ότι αφορά τα στρατιωτικά σώµατα που τελούν υπό την αιγίδα του µονάρχη, αυτά βρίσκονταν εγκαταστηµένα σε διάφορες περιοχές του αξουµιτικού κράτους, όπου παρίστατο ανάγκη. Υπήρχε όµως και µια βασιλική φρουρά, αντίστοιχη µε την αυτοκρατορική του Βυζαντίου, που θα πρέπει να ήταν επιφορτισµένη µε την προστασία του βασιλιά και άρα θα πρέπει να είχε ως έδρα της την ίδια την πόλη του Αξούµ. Μια τέτοια προσωπική φρουρά του βασιλιά συναντάται και στη Νότια Αραβία.170
βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ 147. βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 87. 166 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 145-146 ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, Πόλεµοι, Ι, ΧΧ, 2-8. 167 βλ. MUNRO-HAY, Aksum, ch. 9:2. 168 βλ. DICTIONARY, σελ. 103, BUDGE, The Queen, σελ. 62, KEBRA NAGAST, σελ. 55. 169 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 264-265. 170 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 258-259.
165
164
118
4. Εκκλησία Από όλους τους θεσµούς του αξουµιτικού κράτους εκείνος που έχει τις πιο πολλές επιρροές από το Βυζάντιο είναι αυτός της Εκκλησίας. ∆ε θα ήταν µάλιστα υπερβολή να πούµε πως, σε µεγάλο βαθµό, µέσω της Εκκλησίας διοχετεύονται και πολλές από τις άλλες επιρροές στην αξουµιτική πολιτεία και κοινωνία. Η αιθιοπική Εκκλησία δηµιουργήθηκε αρχικά από τον Φρουµέντιο. Όµως ως και τον 5ο αιώνα ο χριστιανισµός δε φαίνεται να έχει ευρεία διάδοση ανάµεσα στον αξουµιτικό λαό. Στην Αιθιοπία παρατηρείται το φαινόµενο της επικράτησης της χριστιανικής θρησκείας όχι ξεκινώντας από το λαό αλλά από την άρχουσα τάξη. Ο βασιλιάς και η αριστοκρατία που τον πλαισιώνει έγιναν αρχικά Χριστιανοί, κάτω από την επιρροή του Φρουµέντιου, και στη συνέχεια µε την κάλυψη και την προστασία του επίσηµου κράτους ο Χριστιανισµός αρχίζει να διαδίδεται και στο λαό.171 Συµβαίνει δηλαδή στην Αιθιοπία αυτό που βλέπουµε να ισχύει στα εκχριστιανισµένα από το Βυζάντιο βαρβαρικά φύλα, όπως αυτά των Σλάβων, των Ρώσων και των Βουλγάρων. Έχουµε δει ότι πίσω από αυτή την επιλογή του βασιλιά Εζανά ενυπάρχει και πολιτική σκοπιµότητα.172 Έτσι όµως στην Αιθιοπία έχουµε την εξάπλωση του Χριστιανισµού χωρίς διωγµούς και εντάσεις και την εδραίωση της Εκκλησίας της µε κρατική προστασία. Οι ρίζες της αιθιοπικής Εκκλησίας µπήκαν από τον Εζανά και τον Φρουµέντιο τον 4ο αιώνα, η µεγαλύτερη όµως διάδοση του Χριστιανισµού γίνεται τον 5ο και 6ο αιώνα µετά τον ερχοµό και τη δράση στην Αιθιοπία των Εννέα Αγίων.173 Οι άγιοι αυτοί προερχόµενοι από τον βυζαντινό κόσµο µεταφέρουν στο Αξούµ το αντι-χαλκηδόνιο δόγµα, το οποίο πρέσβευαν οι ίδιοι και το οποίο ήταν υπό διωγµό στο Βυζάντιο. Η αιθιοπική Εκκλησία λοιπόν προσδέθηκε στο µονοφυσιτισµό, ακολουθώντας στο σηµείο αυτό την πορεία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Λόγω αυτής της εξάρτησης, δεν έµεινε τελικά ανεπηρέαστη από τις δογµατικές διαµάχες που συντάραξαν επί αιώνες την Εκκλησία του Βυζαντίου, ο απόηχος των οποίων φτάνει και στο Αξούµ,174 αν και οι Αιθίοπες, προφανώς, δεν µπορούσαν να αντιληφθούν τη σφοδρότητα όλων αυτών των δογµατικών αντεγκλήσεων.
Σε αιθιοπικό χειρόγραφο που αναφέρεται στο Καλέµπ, το Gedle Sadqan, αναφέρεται η τιµωρητική παρέµβασή του εναντίον των Belew Kelew – φυλής υποτελούς σε αυτόν, µη χριστιανών – οι οποίοι αντιστεκόµενοι στον προσηλυτισµό των Sadqan (χριστιανών ιεραποστόλων στην περιοχή του Amba Matara), σκότωσαν έναν από αυτούς. Βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 119, 125-126. 172 βλ. σελ. 24, 37, 40-41. 76-79 του παρόντος. 173 βλ. σελ. 27, 75, σηµ. 233, 79-81 του παρόντος 174 Ενδεικτική ως προς αυτό η επιστολή που απευθύνει στους Εζανά και Σαζανά ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος και για την οποία έχει γίνει λόγος στη σελ. 84-87 του παρόντος. Επίσης κατά τη διάρκεια βασιλείας του Ιουστίνου Α΄, αντικαθίσταται ο µονοφυσίτης Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεοδόσιος από τον Ορθόδοξο Παύλο. Στην περίοδο όµως εκείνη χηρεύει ο επισκοπικός θρόνος του Αξούµ. Το αίτηµα του βασιλιά του Αξούµ για µονοφυσίτη επίσκοπο προς τον Ιουστινιανό πέφτει στο κενό. Έτσι η αιθιοπική Εκκλησία µένει χωρίς επίσκοπο για 25 χρόνια, αφού προηγουµένως οδήγησε στο θάνατο τον Ορθόδοξο που εστάλη από την Αλεξάνδρεια. Βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 142.
171
119
Σε εξάρτηση λοιπόν από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Εκκλησία αυτή σε όλη την πορεία της διαµορφώθηκε κάτω από την βυζαντινή επίδραση και σε ότι αφορά την οργάνωσή της αλλά και σε πολλά σηµεία του λατρευτικού της τυπικού. Καταρχήν επικεφαλής της αιθιοπικής Εκκλησίας, όπως και στο Βυζάντιο, είναι ο ίδιος ο βασιλιάς. Με τη δική του προστασία η θέση της Εκκλησίας ισχυροποιείται και αυτός θεωρείται ως ο αντιπρόσωπος του Θεού στο κράτος του Αξούµ. Στο πλάι του βρίσκεται ένας επίσκοπος ο οποίος όµως προέρχεται από την Αλεξάνδρεια, εκλέγεται από το εκεί Πατριαρχείο και δεν είναι Αιθίοπας. Με την αποδοχή ενός επισκόπου ξένου – γεγονός που ίσχυε στην Αιθιοπία µέχρι τη σύγχρονη εποχή175 και είχε θεσπιστεί και νοµοθετικά µε κανόνα της Συνόδου της Νικαίας που ενσωµατώθηκε αργότερα και στη Fetha Nagast176 – ο βασιλιάς έχει µεγαλύτερη άνεση να προβάλλει τον εαυτό του ως κεφαλή και της Εκκλησίας στη συνείδηση του λαού του. Από την άλλη, η Εκκλησία οργανώνεται διοικητικά όπως και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και µάλιστα αναπτύσσει µηχανισµούς διοικητικούς που σε πολλές περιπτώσεις συµπληρώνουν αυτούς του κράτους. Έτσι από πολύ νωρίς γίνεται λόγος για επισκόπους και σε άλλες πόλεις του Βασιλείου.177 Ο εκάστοτε επίσκοπος φτάνει στο Αξούµ συνοδευόµενος από το επιτελείο του και ως εκ τούτου η επιρροή του στην πολιτιστική και θρησκευτική ζωή της χώρας είναι εξαιρετικά σηµαντική. ∆ε θα ήταν µάλιστα άστοχο να σκεφθούµε ότι ο ρόλος του δίπλα στο βασιλιά, ως συµβούλου του, καθίσταται εξαιρετικά σηµαντικός. Βλέπουµε µάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις πρόσωπα τις Εκκλησίας να έχουν και πολιτική δράση. Έτσι ο Φρουµέντιος πριν γίνει επίσκοπος ήταν ουσιαστικά αυτός που διαχειριζόταν τις υποθέσεις του Αξουµιτικού κράτους, µέχρι την ενηλικίωση του νεαρού βασιλιά,178 και βέβαια η επιρροή που ασκούσε στον βασιλιά θα πρέπει να ήταν µεγάλη. Αυτό γίνεται εµφανές και από το γεγονός της άρνησης του Εζανά να συµµορφωθεί στο αίτηµα του αυτοκράτορα Κωνστάντιου και να παραπέµψει το Φρουµέντιο να λογοδοτήσει στον αρειανιστή πατριάρχη Αλεξανδρείας.179 Το δε γεγονός ότι ο Εζανά είναι αυτός που αποφασίζει για τη θέση της Εκκλησίας της χώρας του σε ένα ζήτηµα δογµατικό, δείχνει τον κυρίαρχο ρόλο του στα εκκλησιαστικά ζητήµατα, θέση ανάλογη µε εκείνη του αυτοκράτορα του Βυζαντίου που προΐσταται και υπογράφει τις αποφάσεις των Οικουµενικών συνόδων, τις οποίες ο ίδιος συγκαλεί. Στα τέλη του 5ου αιώνα πάλι, την εποχή που ο βασιλιάς Ταζένα διαδέχεται τον πατέρα του Ella Amida, προκύπτουν προβλήµατα διαδοχής στα οποία εµπλέκονται και οι Εννέα Άγιοι.180 Αυτό είχε ως συνέπεια
Έως το 1951, βλ. ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 107. βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 111-112, FETHA NAGAST, σελ. 18. 177 Μαρτυρίες ως προς αυτό είναι η αναφορά του Παλλάδιου (5ος αιώνας) που κάνει λόγο για τον επίσκοπο της Άδουλης Μωυσή και η επιγραφή που επίσης βρέθηκε στην Άδουλη σε πήλινη λάµπα που εικάζεται ότι ανήκει σε κάποιον επίσκοπο Ιωσήφ. Επίσης υπάρχει η µαρτυρία του Σωζοµενού ότι στη 2η Οικουµενική Σύνοδο συµµετείχαν και Αιθίοπες επίσκοποι µαζί µε τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας. (βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 110). 178 βλ. σελ. 36 του παρόντος. 179 βλ. σελ. 78 του παρόντος. 180 βλ. σελ. 79-81 του παρόντος.
176
175
120
την αποµάκρυνση των περισσότερων από αυτούς από την περιοχή της πόλης του Αξούµ. Εξαιρούνται δύο – και οι δύο Βυζαντινοί ελληνικής καταγωγής – οι οποίοι είχαν δώσει την υποστήριξή τους στον Ταζένα και συνεχίζουν να λειτουργούν ως σύµβουλοί του µε σηµαντικό ρόλο στην πολιτική και πολιτιστική ζωή του κράτους και µεγάλη επιρροή στο παλάτι και τους αυλικούς κύκλους. Τον έναν από αυτούς, τον Abba Παντελέων, συνεχίζει να τον συµβουλεύεται και ο Καλέµπ. Πριν µάλιστα φύγει για την εκστρατεία στη Νότια Αραβία τον επισκέπτεται στο ησυχαστήριό του, τον συµβουλεύεται και προσεύχεται µαζί του. Κατά την παράδοση µάλιστα, ο Καλέµπ παραιτήθηκε από το βασιλικό αξίωµα, αφιέρωσε το στέµµα του στο ναό του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυµα και αποσύρθηκε ως µοναχός να ασκητέψει στο ησυχαστήριο του Abba Παντελέων.181 Αυτό δείχνει ότι η θέση της Εκκλησίας αρχίζει να ενισχύεται σηµαντικά από τη βασιλεία του Καλέµπ και µετά και ο ρόλος της στα θρησκευτικά ζητήµατα αναβαθµίζεται, εξέλιξη που ακολουθεί ανάλογες στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Για παράδειγµα από τα τέλη του 6ου αιώνα και µετά ο ρόλος του Πατριάρχη στην αναγόρευση ενός αυτοκράτορα αναδεικνύεται σε πρωταρχικός. Είναι αυτός που κάνει τη στέψη σε µια ξεχωριστή τελετή µε έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και που τελείται στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας.182 Κατά ανάλογο τρόπο, σύµφωνα µε την αιθιοπική παράδοση, από τον γιο του Καλέµπ, βασιλιά Gebre Meskal, και µετά η τελετή της ενθρόνισης του βασιλιά στο Αξούµ αποκτά λιγότερο κοσµικό και περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα. Κι εδώ η τελετή γίνεται στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας ενώ προΐστανται ο επίσκοπος (abuna) και οι ιερείς και το πλήθος παρακολουθεί µε ψαλµωδίες κι επευφηµεί το νέο βασιλιά. Ίσως σε αυτή την περίοδο να αρχίζει και η παραχώρηση από το βασιλιά γης και περιουσίας στην Εκκλησία. Αυτό βλέπουµε να κάνει ο Καλέµπ στο κράτος των Οµηριτών, όταν παραχωρεί ένα µέρος της περιουσίας του Αρέθα, του µάρτυρα κυβερνήτη της Ναγράν, στην Εκκλησία της πόλης.183 Μια τέτοια πρακτική συνδέεται προφανώς µε την ανάληψη από µέρους της Εκκλησίας κοινωνικής και φιλανθρωπικής δραστηριότητας. Το βέβαιο πάντως είναι ότι σε µεταγενέστερες εποχές η αιθιοπική Εκκλησία γίνεται ένας από τους µεγαλύτερους ιδιοκτήτες γης στην Αιθιοπία και συγκεντρώνει πολύ µεγάλο πλούτο, όπως συνέβαινε και µε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Και ο µοναχισµός εισήχθη πολύ νωρίς στην Αιθιοπία από την Αίγυπτο και από τη Συρία. Ήδη από τον 4ο αιώνα γίνεται λόγος για Αιθίοπες µοναχούς στα Ιεροσόλυµα. Κι εδώ ακολουθεί τις µορφές του κοινοβιακού µοναχισµού και του ασκητισµού, έτσι όπως αυτές οργανώθηκαν σύµφωνα µε τους κανόνες του Αγ. Αντωνίου, του Παχωµίου και του Μ. Βασιλείου.184 Τα πρώτα κείµενα της αιθιοπικής Εκκλησίας προέκυψαν από µεταφράσεις ελληνικών κειµένων και µάλιστα η επίδρασή τους ήταν σηµαντική στη λογοτεχνία και στις τέχνες, που
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 143, 159. βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 259, RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 73-74, TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 34-35. 183 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 267. 184 βλ. BUXTON, The Abyssinians, σελ. 77, 122, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 118, 120, FOUYAS, Ethio-Hellenic Studies, σελ. 70, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 108-109.
182
181
121
εξελίσσονται συνδεδεµένες µε τη θρησκευτική ζωή, όπως άλλωστε και στο Βυζάντιο.185 Το τυπικό της αιθιοπικής Εκκλησίας ήταν και αυτό προερχόµενο από το Βυζάντιο. Τους πρώτους αιώνες τελείται στην Αιθιοπία η Θεία Λειτουργία του Αγίου Μάρκου, όπως και στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.186 Η µουσική της αιθιοπικής Εκκλησίας έχει στοιχεία προερχόµενα από τη Συρία, όπως και η βυζαντινή. Ο δε κύριος εµπνευστής της, ο Yared, υπάρχει η αντίληψη ότι ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και είχε σπουδάσει ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφία, ενώ σχετικά µε την πηγή της έµπνευσής του, θεωρείται ότι ήταν θεόπνευστος και µάλιστα αναφέρεται και γι’ αυτόν ο ίδιος θρύλος όπως και για το σύγχρονό του Ρωµανό τον Μελωδό.187 Η αµφίεση των ιερέων έχει και αυτή προέλευση βυζαντινή.188 Τα περισσότερα µυστήρια τελούνται µε τρόπο που έχει σηµαντικές οµοιότητες µε αυτόν της Ορθόδοξης Εκκλησίας189 και γενικά οι Αιθίοπες ακόµα και σήµερα θεωρούν τους εαυτούς τους ως Ορθόδοξους και η Εκκλησία τους θεωρείται συγγενής µε την Ελληνορθόδοξη που συνεχίζει τη βυζαντινή παράδοση.
Γ. Πολιτική Οργάνωση Μελετώντας την πολιτική οργάνωση του Αξουµιτικού κράτους βλέπουµε ότι αυτή βασίζεται σε στοιχεία τόσο της αφρικανικής παράδοσης – αφού κρατικό µόρφωµα αφρικανικό ήταν, κατά βάση, το κράτος αυτό – όσο και της νοτιοαραβικής, πάνω στην οποία βασίστηκε στην αρχική του διαµόρφωση. Καθώς όµως το κράτος αυτό εξελισσόταν, ερχόταν όλο και περισσότερο σε επαφή µε κρατικές οντότητες πολύ πιο προηγµένες και σύνθετες από αυτό. Το εµπορικό άνοιγµα του κράτους του Αξούµ, το έφερε σε επαφή µε τα βασίλεια της Ινδίας, της Περσίας και βέβαια µε τον ελληνορωµαϊκό κόσµο, από τον οποίο δέχτηκε επιρροές από την εποχή κιόλας των Πτολεµαίων και τα χρόνια του Αυγούστου.190 Στην περίοδο για την οποία γίνεται λόγος στην παρούσα εργασία, το Βασίλειο του Αξούµ φαίνεται να είναι δεµένο στενότερα από ποτέ και περισσότερο απ’ ότι µε οποιοδήποτε άλλο, µε το Βυζάντιο. Η πρώιµη λοιπόν Βυζαντινή Αυτοκρατορία, µέσω των πολλών εµπορικών της δοσοληψιών µε το Αξούµ, που είχαν καταστήσει εύκολη την πρόσβαση στη χώρα αυτή, και κυρίως µέσω των πολλών θρησκευτικών τους επαφών, αφού το Πατριαρχείο
βλ. παράρτηµα 3 του παρόντος. βλ. FOUYAS, Ethio-Hellenic Studies, σελ. 68. 187 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 164-165. 188 βλ. παράρτηµα 3 του παρόντος. 189 βλ. FOUYAS, Greeks in Ethiopia, σελ. 167, BRUCE, James, Travels to Discover the Sources of the Nile in Years, 1768-1773, vol. I-III, Edinburgh, 1790, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 69-70,72, GREGORIUS, The Sacraments, VERGITSIS, Βάπτισµα και Χρίσµα παράρτηµα 4 του παρόντος. Για το θέµα αυτό των επιρροών στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας υπάρχουν πάρα πολλά που µπορούν να λεχθούν, αλλά στην παρούσα εργασία αρκούµαστε µόνο σε µια µικρή νύξη επ’ αυτού, γιατί ξεφεύγει από τα άµεσα ενδιαφέροντα του θέµατός µας. 190 βλ. σελ. 15-17 του παρόντος.
186
185
122
Αλεξανδρείας ήταν θρησκευτικός ηγέτης όχι µόνο για τις εκκλησίες των βυζαντινών επαρχιών της επικράτειάς του αλλά και για την Αιθιοπική Εκκλησία, διοχετεύει, όπως είναι φυσικό, ένα πλήθος επιρροών στο Αξουµιτικό κράτος που βρίσκεται ακόµη σε φάση διαµόρφωσης της οριστικής του µορφής. Οι επιρροές αυτές εντοπίζονται και σε στοιχεία που αφορούν στην πολιτική οργάνωση του κράτους αυτού. Παρόλο που µένουν πολλά ακόµη να αποκαλυφθούν για το κράτος του Αξούµ και παρόλη την πολύ ασαφή εικόνα που έχουµε ακόµη για αυτό, όµως, µέσω των λίγων πηγών, µνηµείων και µαρτυριών που υπάρχουν στη διάθεση των µελετητών της ιστορίας του, έρχονται στο φως κάποια στοιχεία της ιδιαίτερης ιδιοσυγκρασίας του. Πιθανές βυζαντινές επιρροές στη διαµόρφωση αυτής της ιδιαίτερης ιδιοσύστασης αυτού του Βασιλείου, θα προσπαθήσουµε να εντοπίσουµε στο σηµείο αυτό. 1. Κεντρική διοίκηση Το κράτος του Αξούµ οργανώθηκε αρχικά σε βάση φυλετική. Η φυλή συσπειρώνεται γύρω από έναν αρχηγό ο οποίος παίρνει τις σηµαντικές αποφάσεις µαζί µε τη λαϊκή συνέλευση. Πολύ γρήγορα όµως το κράτος αυτό αρχίζει να επεκτείνεται σε γειτονικές περιοχές και φυλές κι έτσι η δοµή του γίνεται πιο σύνθετη. Ο βασιλιάς παραµένει στην κορυφή της ιεραρχίας και οι εξουσίες του διευρύνονται, καθώς το κράτος αναπτύσσεται σε ένα όλο και περισσότερο συγκεντρωτικό µοντέλο εξουσίας, όπως και οι άλλες αυτοκρατορίες της εποχής. Την περίοδο αυτή παρατηρείται και µια µορφή δυναστικής συνέχειας. Βλέπουµε λοιπόν τον Σεµβρούθη να µην είναι απλώς ένας βασιλιάς που έχει αναδειχθεί µε κάποιες διαδικασίες191 στην ηγεσία του αξουµιτικού κράτους, αλλά να διακηρύσσει ότι είναι «Βασιλεύς εκ βασιλέων»,192 υπογράµµιση που σηµαίνει ότι ο βασιλιάς αυτός, ο οποίος µάλιστα αποκαλεί τον εαυτό του και «µέγα», παίρνει την εξουσία όντας στη συνέχεια µιας δυναστικής σειράς. Αυτό δείχνει ότι έχει δηµιουργηθεί µια διαφορετική αντίληψη για τη νοµιµότητα της εξουσίας και την ιδεολογία που αυτή προβάλλει. Η συσπείρωση φυλετικών οµάδων συγγενών και όµορων, κάτω από έναν αρχηγό και ένα σταθερά δοµηµένο εξουσιαστικό κέντρο, είναι στοιχείο που πολύ πιθανά οι Αξουµίτες αφοµοίωσαν από τις ελληνιστικές µοναρχίες µε τις οποίες ήταν σε επαφή. Υπό τον έλεγχο του βασιλιά βρίσκονται πλέον όλες οι περιοχές στις οποίες επεκτείνεται η επικυριαρχία του και υπάρχει πια η ανάγκη σχεδιασµού της άµυνάς τους, της διοίκησής τους και της εκµετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών τους πηγών. Πάνω από όλα, το πρώτο και κύριο µέληµα είναι να επιβληθεί η πειθαρχία και να εξασφαλιστεί η νοµιµοφροσύνη τους και η αποδοχή εκ µέρους τους της αξουµιτικής επικυριαρχίας. Όπως έχουµε δει, αυτό δεν ήταν εύκολο και αποτελούσε ένα πάγιο πρόβληµα του αξουµιτικού κράτους. Στοιχεία στα οποία πρέπει να στηρίχτηκαν οι βασιλείς του Αξούµ για να εξασφαλίσουν την επικράτειά τους, φαίνεται να ήταν η στρατιωτική τους υπεροχή και η ευηµερία που εξασφαλίζει στο κράτος τους η εκµετάλλευση του
Για τις οποίες κατά την περίοδο εκείνη πολύ λίγα πράγµατα µας είναι γνωστά. Βλ. σχετικά στην ενότητα για τους τρόπους ανάδειξης του βασιλέως, σελ. 110-114 του παρόντος. 192 βλ. DAE, IV, nο 3, HENDRICKX, Documents, σελ. 49-50.
191
123
πλούτου του, αλλά κυρίως τα οφέλη που τους προσπορίζει η συµµετοχή τους στο διεθνές εµπόριο. Και για τα δύο αυτά σηµαντική είναι η σχέση που αναπτύσσουν µε τον ελληνορωµαϊκό κόσµο. Σχετικά µε την εξάρτησή τους από το εµπόριο της Ερυθράς Θαλάσσης που ελέγχεται στο µεγαλύτερο µέρος του από τους Έλληνες και τη Μεσόγειο, έχουµε ήδη κάνει λόγο.193 Όµως και για τη στρατιωτική τους υπεροχή οι Αξουµίτες βασίζονται σε δυνάµεις και παράγοντες εξωτερικούς. Γιατί ο εφοδιασµός σε όπλα και σίδηρο γίνεται κατά κύριο λόγο µέσω των εισαγωγών του κράτους από τη Ρωµαϊκή / Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τη Μερόη και την Ινδία.194 Η κεντρική εξουσία λοιπόν, δηλαδή ο βασιλιάς, φροντίζει να κρατά υπό τον έλεγχό του τόσο τις εισαγωγές µετάλλων όσο και τα εργαστήρια επεξεργασίας τους και παραγωγής όπλων, όπως ακριβώς συνέβαινε και στο Βυζάντιο. Αναπτύσσεται εποµένως το Βασίλειο του Αξούµ σε δύναµη ισχυρή στην περιοχή, µε σοβαρές όµως εξαρτήσεις από το µεσογειακό κόσµο. Στο βασίλειο αυτό κεντρικός πυρήνας είναι η πόλη του Αξούµ όπου βρίσκεται το παλάτι, ενδιαίτηµα του βασιλιά αλλά και κέντρο διοικητικό του κράτους.195 Αφού λοιπόν ο ρόλος του βασιλιά διευρύνεται και η εξουσία του επεκτείνεται είναι φυσικό να δηµιουργείται εξ ανάγκης γύρω του ένας κύκλος προσώπων που απολαµβάνουν της εµπιστοσύνης του και στους οποίους ανατίθενται αξιώµατα και αρµοδιότητες. Τα πρόσωπα αυτά, σε µεγάλο βαθµό θα πρέπει να προέρχονταν από τη βασιλική οικογένεια. Βλέπουµε έτσι τους αδελφούς ή τους γιους του εκάστοτε βασιλιά να αναλαµβάνουν θέσεις διοικητικές, όπως π.χ. στο στρατό που είναι και ουσιαστικός παράγοντας της διατήρησης της δύναµης του αξουµιτικού κράτους. Έτσι ο γιος του Gadar, Baygat, βρίσκεται επικεφαλής στρατιωτικού αποσπάσµατος να πολεµά στη Νότια Αραβία. Ανάλογες θέσεις είχαν και οι αδελφοί του Εζανά, όπως αποκαλύπτεται από επιγραφή του.196 Το γεγονός δε ότι ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος απευθύνει την επιστολή του και στους δύο αδελφούς, δείχνει, τουλάχιστον, ότι και οι δύο είχαν εξουσίες κι αρµοδιότητες διοικητικές. Την περίοδο του Εζανά βρίσκουµε για πρώτη φορά στον κεντρικό πυρήνα της εξουσίας να βρίσκεται πρόσωπο όχι της βασιλικής οικογένειας αλλά του στενού περιβάλλοντος του βασιλιά. Το πρόσωπο αυτό είναι ο Φρουµέντιος και η θέση του στο παλάτι θυµίζει αντίστοιχες βυζαντινών µαγίστρων. Στην αφήγηση του Ρουφίνου βρίσκουµε τη βασίλισσα µητέρα του ανήλικου Εζανά να παρακαλεί τον Φρουµέντιο να µείνει κοντά της και να τη βοηθήσει στην άσκηση των καθηκόντων της στη διακυβέρνηση του κράτους, επειδή είναι ο πιο αξιόπιστος από τους υπηκόους της.197 Ιδιαίτερα υψηλή θέση κατείχε ο
βλ. τις αντίστοιχες ενότητες Α 1 και 2 του πρώτου κεφαλαίου. βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 175. 195 Τα ερείπια των παλατιών που έχουν αποκαλυφθεί από την ανασκαφική δραστηριότητα, καθώς επίσης και οι περιγραφές βυζαντινών που επισκέφθηκαν το Αξούµ, όπως ο Κοσµάς Ινδικοπλεύστης, δείχνουν ότι εκεί συγκεντρώνεται ένα πλήθος δραστηριοτήτων διοικητικών και εµπορικών. Βλ. και σελ. 103, σχ. 80. 196 βλ. DAE, IV, nο 4, 6, 7. 197 “…the queen besought them with tears, since she had no more faithful subjects in the whole kingdom, to share with her the cares of governing the kingdom until her son should grow up, especially Frumentius, whose ability was equal to guiding the kingdom – for the other, though loyal and honest of heart, was simple.” βλ. JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 26-27.
194
193
124
Φρουµέντιος και πριν το θάνατο του βασιλιά. Ήταν θησαυροφύλακας και γραµµατέας του, θέση υπεύθυνη κι έµπιστη, που το γεγονός ότι είχε δοθεί σε δούλο, δεν είναι ίσως άσχετο µε την ελληνική του παιδεία και τη βυζαντινή του καταγωγή. Με το θάνατο του βασιλιά, στα χέρια του βρίσκεται η διαχείριση του κράτους, προφανώς λόγω της πολύ σηµαντικής θέσης που και πριν κατείχε. Αυτός και όχι κάποιος από τους ευγενείς, είναι που αναλαµβάνει το έργο της διακυβέρνησης. Ίσως αυτό να δείχνει ότι οι ευγενείς που παραδοσιακά πλαισίωναν το βασιλιά, βάσει της αφρικανικής αλλά και της νοτιοαραβικής παράδοσης, δεν ήταν παρά µόνο ένα συµβουλευτικό σώµα χωρίς ιδιαίτερες αρµοδιότητες. Κρίνοντας από τις επιγραφές του Εζανά, παρατηρούµε ότι συγκριτικά µε αυτές προηγούµενων βασιλέων, π.χ. αυτό του Monumentum Adulitanum και του αγνώστου βασιλιά από τη Μερόη,198 αυτές παρουσιάζουν µια πολύ πιο προσεγµένη και λεπτοµερή καταγραφή των λαφύρων από τους πολέµους. Αυτό δείχνει µια πολύ καλά οργανωµένη γραµµατεία και οικονοµική επιµελητεία που ίσως δεν υπήρχε συγκροτηµένη σε τέτοιο βαθµό στο παρελθόν. Να υποθέσουµε ότι είναι έργο της θητείας του Φρουµέντιου ως υπεύθυνου για τα οικονοµικά και τη γραµµατειακή οργάνωση; ∆εν υπάρχει καµιά απόδειξη για αυτό, που, εφόσον ισχύει, είναι σηµαντική ένδειξη βυζαντινής επιρροής στην οργάνωση του κράτους. Μπορούµε όµως εύλογα να υποθέσουµε ότι κάποια µέλη της αξουµιτικής γραµµατείας προέρχονται από τον ελληνικό κόσµο – οι γραφείς των ελληνικών επιγραφών, τουλάχιστον. Αυτό σε συνδυασµό µε την εξουσία του Φρουµέντιου στο Αξούµ και τις διασυνδέσεις του µε τους βυζαντινούς εµπόρους και χριστιανούς της χώρας, µας κάνουν να θεωρούµε πιθανή την ανασυγκρότηση του κράτους που προετοίµασε τη λαµπρή βασιλεία του Εζανά, µε συµµετοχή Βυζαντινών χριστιανών. Σίγουρα, ο προσηλυτισµός του νεαρού βασιλιά και µελών της Αυλής του δεν µπορεί να είναι έργο ενός και µόνο προσώπου, αλλά θα πρέπει να διαµορφώθηκε ένα χριστιανικό περιβάλλον γύρω από αυτόν. Είδαµε επίσης ότι ο Εζανά υιοθέτησε µε προθυµία το Χριστιανισµό αξιολογώντας και τα ευεργετήµατα που θα προέκυπταν για το κράτος του από αυτή του την επιλογή. Αυτό σηµαίνει ότι είχε σε βάθος γνώση των πολιτικών συσχετισµών της ευρύτερης περιοχής και βέβαια και των βυζαντινών επιδιώξεων και βλέψεων. Συνακόλουθα θα ήταν ενήµερος και για ζητήµατα διοίκησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και δε µας φαίνεται απίθανο να επωφελήθηκε από αυτές τις γνώσεις του για να αναβαθµίσει την οργάνωση του δικού του κράτους που βρισκόταν σε φάση επέκτασης. Άλλωστε είναι γνωστό πως και Αξουµίτες ταξίδευαν στο Βυζάντιο. Ενδεικτική αυτού η επιγραφή του 4ου αιώνα που βρέθηκε στη Βερενίκη, γραµµένη σε γκεέζ.199 Εικάζουµε λοιπόν τη συγκρότηση κάποιου µηχανισµού κεντρικής διοίκησης µε αξιωµατούχους γύρω από το βασιλιά αρµόδιους για θέµατα οικονοµικής επιµελητείας, µε καθήκοντα δικαστικά, µε αρµοδιότητες γραµµατειακές και κατάλληλα µορφωµένους ώστε να µπορούν να χρησιµοποιηθούν ως απεσταλµένοι σε διπλωµατικές αποστολές και µεταφραστές. Το κράτος αυτό, στην περίοδο της ακµής του, είναι τόσο εκτεταµένο και οικονοµικά ισχυρό ώστε
198 199
βλ. HENDRICKX, Documents, σελ. 35-45, 50-52. βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 109.
125
είναι πολύ δύσκολο να φανταστούµε τη λειτουργία του χωρίς οργανωµένες και σύνθετες δοµές και υπηρεσίες. 2. Επαρχιακή διοίκηση Είπαµε προηγουµένως ότι ένα από τα πάγια µελήµατα αυτού του κράτους ήταν η διατήρηση της ενότητάς του και η αποφυγή των αποσχιστικών τάσεων των υποτελών φυλών. Στο κράτος αυτό δεν υπήρχε οµοιογένεια, αφού συγκροτείτο από φυλές πέρα από αυτές που αποτελούσαν το κύριο σώµα των Αξουµιτών, οι οποίες ήταν υποταγµένες µε τη δύναµη των όπλων και είχαν αποδεχτεί, αναγκαστικά, την αξουµιτική επικυριαρχία. Αυτό µαρτυρείται από πολλές επιγραφές που αναφέρονται στις πολεµικές επιτυχίες βασιλέων του Αξούµ εναντίον αντίπαλων φυλών που τελικά υποτάσσουν. Μια συνηθισµένη έκφραση αυτών των επιγραφών είναι ότι οι βασιλείς, αφού επεβλήθησαν µε την ισχύ των όπλων τους στους αντιπάλους τους, «τους έδωσαν νόµους». Αυτό πιθανότατα σηµαίνει ότι τους ενέταξαν στο σύστηµα διοίκησης του Αξούµ και παράλληλα τους επέβαλαν όρους υποτέλειας. Από αυτούς ο πιο σηµαντικός ήταν η τακτική καταβολή φόρου υποτέλειας προς το βασιλιά του Αξούµ. Η καταβολή του φόρου εξασφάλιζε στους υποταγµένους πληθυσµούς σχετική αυτονοµία. Μπορούσαν να κατέχουν τη γη τους και να την καλλιεργούν, απολαµβάνοντας πιθανότατα και κάποιο βαθµό αυτοδιοίκησης. Σε ετήσια σχεδόν βάση ο βασιλιάς του Αξούµ, αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου, περιόδευε στην επικράτειά του και συγκέντρωνε τους φόρους υποτέλειας. Η καταβολή τους σήµαινε αναγνώριση των κυριαρχικών δικαιωµάτων του Αξούµ. Άρνηση της καταβολής τους σήµαινε πόλεµο. Εκτός από την καταβολή των φόρων οι κατακτηµένες περιοχές αναλάµβαναν και την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την τροφοδοσία και διευκολύνσεις του βασιλιά και της συνοδείας του, των στρατιωτικών σωµάτων που βρίσκονταν στην περιοχή τους και των παντός είδους απεσταλµένων του βασιλιά του Αξούµ, είτε επρόκειτο για εµπορικά καραβάνια, είτε για πρεσβευτές είτε για ξένους απεσταλµένους και φιλοξενούµενους του βασιλιά. Υπήρχε δηλαδή η υποχρέωση καταβολής ενός είδους «αννώνης», όρος που βλέπουµε ότι χρησιµοποιείται σε επιγραφές του Εζανά, δείχνοντας µε έναν ακόµα τρόπο τις επιρροές για τις οποίες κάνουµε λόγο. Όπως είπαµε, άρνηση τήρησης αυτών των υποχρεώσεων από µέρους των υποτελών πληθυσµών ισοδυναµούσε µε ανταρσία και αντιµετωπιζόταν δυναµικά από τον στρατό του Αξούµ. Τέτοιου είδους ανταρσίες ελλόχευαν διαρκώς ως απειλή για την ενότητα του αξουµιτικού κράτους. Παρατηρούνταν κάθε φορά που υπήρχε πιθανότητα αδυναµίας και εξασθένισης της κεντρικής εξουσίας και τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις θανάτου ηγεµόνα και ανάκυψης ζητηµάτων διαδοχής. Η ύπαρξη δε αυτού του προβλήµατος είναι σύµφυτη µε την οργάνωση του Αξουµιτικού κράτους. Και τούτο, γιατί στο κράτος αυτό την εξουσία επί των υποτελών φυλών οι Αξουµίτες βασιλείς την ανέθεταν στους υπάρχοντες φύλαρχους, βασιλείς και ηγεµόνες τους. Με αυτόν τον τρόπο οι φυλές δεν αφοµοιώνονταν στο Αξουµιτικό κράτος αλλά διατηρούσαν ένα αίσθηµα διαφορετικότητας και ένα πνεύµα τοπικιστικό. Αυτό ακριβώς το πνεύµα είναι που τους έκανε πρόθυµους σε κινήσεις ανεξαρτητοποίησης. Οι φύλαρχοι αυτοί συνήθως έφεραν τον τίτλο του βασιλιά. Έτσι δικαιολογείται και η υιοθέτηση από το βασιλιά του Αξούµ του τίτλου «Βασιλεύς βασιλέων».
126
Ο βασιλιάς του Αξούµ ασκούσε εξουσία πάνω σε αυτούς, αφού µπορούσε να τους δίνει εντολές που αυτοί είχαν υποχρέωση να υπακούσουν. Έτσι βλέπουµε να δίνει εντολή στους Solate να κρατάνε προστατευµένα από τους πειρατές τα παράλιά τους για χάρη των Αξουµιτών και των συµµάχων τους, δίνει εντολή στον κυβερνήτη των Agau να διευκολύνει τα εµπορικά του καραβάνια που διέρχονται από την περιοχή του, δίνει εντολή στον κυβερνήτη της Άδουλης να αντιγράψει τις επιγραφές του Monumentum Adulitanum και να του τις στείλει µαζί µε το θρόνο, γεγονός που δείχνει ότι δεν ήταν ασυνήθιστη και στο Αξούµ η πρακτική της µεταφοράς µνηµείων από άλλες περιοχές για να κοσµήσουν και να λαµπρύνουν την πρωτεύουσά τους. Οι βασιλείς λοιπόν αυτοί τελούν υπό τον έλεγχο του βασιλιά του Αξούµ, του οποίου την επικυριαρχία αναγνωρίζουν. Προφανώς µάλιστα στις περιοχές τους θα έχουν συγκροτήσει υπηρεσίες µε αξιωµατούχους και αρµοδιότητες ανάλογες των υπηρεσιών της κεντρικής διοίκησης, π.χ. οικονοµικές για την περισυλλογή των φόρων, δικαστικές, γραµµατειακές. Έτσι βλέπουµε τον Βizet τον βασιλιά των Agabo, να καταγράφει τη δραστηριότητά του σε επιγραφή. Μάλιστα από αυτήν φαίνεται ότι και αυτοί οι βασιλείς, στα όρια της περιοχής τους τυγχάνουν ιδιαίτερων προνοµίων, αναλόγων µε εκείνων του Βασιλιά του Αξούµ στην επικράτειά του. Έτσι και αυτοί έχουν περιουσία που ανήκει στο βασιλιά που την χρησιµοποιεί για την αντιµετώπιση έκτακτων καταστάσεων και την ανακούφιση της φυλής του. Γενικά φαίνεται να ασκούν σε µικρότερη κλίµακα εξουσία ανάλογη µε εκείνη του βασιλιά του Αξούµ. Όµως υπάρχουν περιοχές σε µεγάλη εγγύτητα µε το κέντρο του Αξουµιτικού κράτους ή µε ιδιαίτερα βαρύνουσα σηµασία για την οικονοµική του ευηµερία κα την ασφάλειά του. Τέτοιες περιοχές ήταν για παράδειγµα η περιοχή της Άδουλης ή άλλες που βρίσκονται σε κοµβικά σηµεία των εµπορικών δρόµων. Οι περιοχές αυτές δεν ήταν δυνατόν να είναι δεµένες µε σχέσεις χαλαρού ελέγχου και υποτέλειας µόνο µε την κεντρική εξουσία. Βλέπουµε τον Κοσµά να αναφέρεται στον κυβερνήτη της Άδουλης ονοµάζοντάς τον µε τον τίτλο «άρχων». Ανάλογη αναφορά κάνει και ο Μαλάλας. Αυτό προφανώς σηµαίνει ότι σε αυτές της ζωτικής σηµασίας περιοχές ο βασιλιάς του Αξούµ, τουλάχιστον κατά τον 6ο αιώνα, ασκεί πιο άµεση και αυστηρή εποπτεία. Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι άστοχο να υποθέσουµε ότι θέτει ως κυβερνήτη κάποιον αξιωµατούχο του Αξούµ που διοικεί τις περιοχές αυτές εξ ονόµατος του «Βασιλέα των βασιλέων» είτε ως µόνος βασιλιάς της περιοχής είτε παράλληλα µε τον ντόπιο φύλαρχο στον οποίο ασκεί εποπτεία. Μια ανάλογη περίπτωση βλέπουµε να ισχύει στο κράτος των Οµηριτών, µετά τις εκστρατείες του Καλέµπ. Ορίζει ο Καλέµπ ως βασιλιά τον Εσιµιφαίο αφήνει όµως πίσω του στράτευµα και αξιωµατούχους δικούς του οι οποίοι υπάγονται απευθείας στο βασιλιά του Αξούµ και λογοδοτούν σε αυτόν. Οι αξιωµατούχοι αυτοί στηρίζονται και µε αξουµιτικό στρατό. Αυτή η πολιτική ελέγχου στην επαρχιακή διοίκηση ίσως να είναι αποτέλεσµα της ενδυνάµωσης της κεντρικής εξουσίας που – όπως και στο Βυζάντιο την περίοδο εκείνη - εµφανίζεται τον 6ο αιώνα ενισχυµένη και περισσότερο συγκεντρωτική. Γιατί στην περίπτωση του Εσιµιφαίου των Οµηριτών, ο Καλέµπ δεν χρίζει βασιλιά κάποιον άµεσα συνδεδεµένο µε τη βασιλική δυναστεία – όπως παραδοσιακά συνέβαινε – αλλά επιλέγει το πρόσωπο που θεωρεί περισσότερο της δικής του αρεσκείας. Κατ’ ανάλογο τρόπο και στην Άδουλη ή σε άλλες ζωτικής σηµασίας περιοχές ο βασιλιάς του Αξούµ θα ασκούσε άµεσα την εξουσία του µέσω της υπαγωγής των περιοχών αυτών στο δικό του έλεγχο. Προφανώς λοιπόν οι υπηρεσίες οι οικονοµικές που συλλέγουν τα portoria και 127
τους άλλους φόρους στο λιµάνι της Άδουλης ή τους δασµούς κατά µήκος των εµπορικών δρόµων, δεν ανήκουν στην επαρχιακή διοίκηση των τοπικών ηγεµόνων αλλά στην κεντρική διοίκηση του Αξούµ. Ίσως µάλιστα οι περιπτώσεις διπλής βασιλείας να αφορούν και τέτοιου είδους ρυθµίσεις. Να ορίζεται δηλαδή, κατά το βυζαντινό µοντέλο, συµβασιλέας στον οποίο ανατίθεται η διοίκηση τέτοιων ζωτικών περιοχών, και ο οποίος ορίζεται και ως ο διάδοχος του βασιλιά, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι δυναστικές κρίσεις. ∆. Νόµοι - ∆ικαιοσύνη 1. Πηγές Για τη νοµοθεσία που ίσχυε στο βασίλειο του Αξούµ πολύ λίγα πράγµατα µας είναι γνωστά. Μέχρι στιγµής δεν έχει έρθει στο φως κανένα νοµοθετικό κείµενο ή κώδικας νόµων που να µας επιτρέπει να αποκοµίσουµε µια σαφή κι εµπεριστατωµένη άποψη για το σύστηµα βάσει του οποίου γινόταν η απονοµή της δικαιοσύνης στο κράτος αυτό200. Κάποια µόνο πολύ γενική εικόνα µπορούµε να σχηµατίσουµε µελετώντας τις επιγραφές των Αξουµιτών βασιλέων που βρίσκονται στα χέρια µας. Από αυτές, εκείνη που θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ως νόµος είναι αυτή που βρέθηκε στη Safra από τον Drewes το 1955.201 Στα τέσσερα κείµενά της, έκτασης 79 λέξεων, υπάρχουν ρυθµίσεις σχετικές µε τις προσφορές προς το βασιλιά από τους κατοίκους µιας περιοχής που αυτός επισκέπτεται. ∆εν είναι ξεκάθαρο βέβαια, το αν πρόκειται για το βασιλιά του Αξούµ ή για κάποιον τοπικό ηγεµόνα. Στο κείµενο αναφέρεται η λέξη «νόµος». Και παρόλο που δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό για το καθεστώς δικαίου που επικρατούσε στο Αξούµ, µας δίνει πάντως τη µόνη µαρτυρία για κάποιο είδος γραπτού νόµου και µάλιστα εκτεθειµένου σε δηµόσια θέα. Οι υπόλοιπες δεν αποτελούν αυτά καθαυτά κείµενα νοµοθετικού περιεχοµένου, κάποιες όµως περιλαµβάνουν απαγορευτικές διατάξεις που ο ηγεµόνας του κράτους θέτει υπόψη των πολιτών.202 Μια άλλη έµµεση πηγή πληροφόρησης για το θέµα αυτό είναι οι «Νόµοι των Οµηριτών»203, που αν και αφορούν µια διαφορετική κρατική οντότητα – το
Ο KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 241 εικάζει ότι στο κράτος του Αξούµ δεν υπήρχε γραπτό δίκαιο: “Extremely little information is preserved concerning the law and legal procedures of ancient Axum. No code of written laws remains from the Axumite period. Indeed, it probably did not even exist.”. 201 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 80-81, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 167-169, 216, 254. 202 Τέτοιες επιγραφές είναι οι DAE, IV, no 6,7,11 και η επιγραφή του Καλέµπ, βλ. MUNRO – HAY, Aksum, ch. 11:5. 203 Οι Νόµοι αυτοί είναι έργο του 6ου αιώνα µ.Χ. Η σύνταξή τους αποδίδεται στον Γρηγέντιο, τον πρώτο (;) αρχιεπίσκοπο του Χριστιανικού κράτους των Οµηριτών. Ο Χριστιανισµός στο κράτος αυτό εδραιώθηκε µετά τις επιχειρήσεις των Αιθιόπων στη Νότια Αραβία κατά τον 6ο αιώνα, εναντίον του Ιουδαίου Ντου Νουβάς (∆ουναάν). ∆εν ξέρουµε αν ο επίσκοπος αυτός εστάλη στους Οµηρίτες κατά τη βασιλεία του επιτετραµµένου του Καλέµπ, βασιλιά Εσιµιφαίου ή επί του σφετεριστή Άβραµου. Προερχόταν πάντως από το Βυζάντιο και ήταν Ορθόδοξος. Στόχος των Νόµων ήταν η καλλιέργεια της χριστιανικής συνείδησης στην οµηριτική κοινωνία που για πρώτη φορά βρίσκεται υπό χριστιανική διακυβέρνηση. Άλλωστε
200
128
χριστιανικό κράτος των Οµηριτών στη Νότια Αραβία – και µια διαφορετική κοινωνικοπολιτική πραγµατικότητα, όµως συνδέονται, κατά κάποιο τρόπο, µε το βασίλειο του Αξούµ που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο κράτος των Οµηριτών κατά τον 6ο αιώνα µ.Χ.204 – εποχή που συντάχθηκαν οι εν λόγω Νόµοι – τόσο σε επίπεδο πολιτικό όσο και σε θρησκευτικό. Μπορούµε λοιπόν, µελετώντας το κείµενο των Νόµων των Οµηριτών, να κάνουµε – µε πολλές επιφυλάξεις – κάποιες αναγωγές και υποθέσεις και για την αξουµιτική πραγµατικότητα, µε την οποία η οµηριτική εµφανίζει αναλογία σε κοινωνικές δοµές205. Έµµεση είναι και η άλλη πηγή από την οποία προσπαθούµε να αντλήσουµε πληροφορίες. Και ο λόγος είναι για την Fetha Nagast (: ο νόµος των Βασιλέων). Πρόκειται για νοµοθετικό κείµενο πολύ µεταγενέστερο της περιόδου την οποία εξετάζουµε. Εικάζεται ότι γράφτηκε τον 13ο αιώνα µ.Χ. στα αραβικά, απ’ όπου µεταφράστηκε στα γκεέζ τον 15ο ή 16ο αιώνα. Το κείµενο αρχικά αφορούσε τους Κόπτες Χριστιανούς της Αιγύπτου. Από τη στιγµή όµως που µεταφράστηκε στα γκεέζ έγινε νοµοθετικός κώδικας που ίσχυσε για αιώνες στην
πολιτική αυτής της διακυβέρνησης είναι ο υποχρεωτικός εκχριστιανισµός όλων των κατοίκων της Οµηρίτιδας. Οι Νόµοι λοιπόν αυτοί είναι βασισµένοι στην Αγία Γραφή και µάλιστα στην Καινή ∆ιαθήκη. Οι δε ρυθµίσεις των νόµων δείχνουν και έντονη επιρροή βυζαντινή. Όπως αναφέρει ο Παπαθανασίου, Νόµοι, σελ. 66 : «Το ότι οι ρυθµίσεις των νόµων φανερώνουν βυζαντινή επιρροή, δεν πρέπει να µας εκπλήξει, ούτε είναι ανακάλυψη της σύγχρονης έρευνας, αφού, σύµφωνα µε τις ίδιες τις πηγές µας, ο εµπνευστής των νόµων Γρηγέντιος ήταν βυζαντινής καταγωγής και ανατροφής, και προήρχετο από το εκκλησιαστικό κλίµα της Αλεξάνδρειας». (Περισσότερα στοιχεία για το θέµα αυτό βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι) Κατά άλλη εκδοχή οι Νόµοι λάθος έχουν αποδοθεί στο Γρηγέντιο. Είναι µνηµείο της αξουµιτικής νοµικής σκέψης µε επιρροές από το Βυζάντιο και την Παλαιά διαθήκη. Βλ. σχετικά HENDRICKX, Africano-Byzantina, σελ. 118. 204 βλ. σελ. 29-35, 67-73 του παρόντος. 205 Τέτοιου είδους αναλογίες µπορούµε να εντοπίσουµε πολλές τόσο στην φυλετική σύσταση των δυο κρατών όσο και στη συγκρότησή τους. Όπως έχουµε ήδη δει, το κράτος του Αξούµ, από την αρχή κιόλας της διαµόρφωσής του, οφείλει πάρα πολλά στους επήλυδες πληθυσµούς σηµιτικής καταγωγής που εγκαταστάθηκαν εκεί προερχόµενοι από τη Νότια Αραβία. Ανάλογη µε την πολιτική οργάνωση των πληθυσµών αυτών ήταν και η οργάνωση του Αξούµ. Ο θεσµός του negus, για παράδειγµα, των Αιθιόπων εµφανίζει πολλά κοινά χαρακτηριστικά µε τον mukarrib των νοτιοαραβικών φυλών, του οποίου εξέλιξη αποτελεί.(βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ.30, 33, DORESSE, Ethiopia, σελ. 22-23) Πολλές ίδιες παραδόσεις αποτελούν το υπόστρωµα στο οποίο στηρίχτηκαν και οι δυο κοινωνίες. Τυπικό παράδειγµα ο θρύλος για τη βασίλισσα του Σαβά, κοινός σε γενικές γραµµές και για το Αξούµ και για τη Νότια Αραβία που και οι δύο διεκδικούν την πατρότητά του. Η θρησκευτική βάση και των δύο κοινωνιών είναι επίσης παρόµοια. Προ της έλευσης του Χριστιανισµού οι νοτιοαραβικές αστρικές θεότητες λατρεύονταν και στο Αξούµ, ενώ επίδραση του Ιουδαϊσµού παρατηρείται και στις δύο κοινωνίες. Και πάνω από όλα, ο εκχριστιανισµός της Νότιας Αραβίας και η δηµιουργία του Χριστιανικού Οµηριτικού κράτους είναι αποτέλεσµα της δράσης των Αιθιόπων και του βασιλέα τους Καλέµπ (Ελεσβαάν), ο οποίος κινήθηκε όχι µόνο µε πολιτικοοικονοµικές σκοπιµότητες αλλά και µε θρησκευτικό και ιεραποστολικό ζήλο, όταν ανέλαβε τις εκεί πολεµικές επιχειρήσεις. Υπό την επικυριαρχία του Αξούµ – ουσιαστική στην αρχή και τυπική στη συνέχεια – τελούσε το οµηριτικό κράτος και ευρισκόµενο στην ίδια σφαίρα επιρροών που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή. (Για όλα αυτά γίνεται λεπτοµερέστερα λόγος σε αντίστοιχα κεφάλαια του παρόντος). Βλ. και ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 219-20, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 46-50, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 6.
129
Αιθιοπία206. Στον κώδικα αυτό, πιθανότατα, έχουν ενσωµατωθεί και κανόνες που ίσχυαν στην Αιθιοπία πολύ πριν το 16ο αιώνα και ίσως κάποιοι από αυτούς µπορούν να αναχθούν και στο βασίλειο του Αξούµ. Ο Kobishchanov υποστηρίζει ότι η Fetha Nagast θυµίζει τους Νόµους των Οµηριτών, που, όπως είπαµε, είναι έργο του 6ου αιώνα.207 Επίσης στον κώδικα αυτό υπάρχουν εµφανείς επιρροές από τη βυζαντινή νοµοθεσία και µάλιστα και από τον ΣυροΡωµαϊκό κώδικα του 480 µ.Χ. και από την προ-Ιουστινιάνεια και Ιουστινιάνεια νοµοθεσία.208 Και τα δύο αυτά νοµοθετικά κείµενα έχουν βασιστεί στην Αγία Γραφή. Κείµενο µεγάλης σπουδαιότητας για την αιθιοπική παράδοση και ιστορία είναι ένα ακόµα κείµενο του 13ου - 14ου αιώνα µ.Χ., η Kebra Nagast (: η δόξα των Βασιλέων). Και σε αυτό το κείµενο υπάρχουν πληροφορίες και παραδόσεις οι οποίες ανάγονται στον 6ο αιώνα και συνδέονται άµεσα µε το βασίλειο του Αξούµ. Σχετικά µε τη χρονολόγηση αυτού του κειµένου, η επικρατέστερη άποψη είναι αυτή που υποστηρίζει ότι το κείµενο αρχικά συντέθηκε στην κοπτική τον 6ο αιώνα µ.Χ.209 Αργότερα µεταφράστηκε στα αραβικά και από εκεί στα γκεέζ το 14ο αιώνα. Το κείµενο αυτό δεν είναι νοµοθετικού περιεχοµένου, κάνει όµως αναφορές και σε νοµικής φύσης ζητήµατα. Μπορούµε λοιπόν και από αυτό να συνάγουµε κάποια συµπεράσµατα για τους νόµους και την απονοµή της δικαιοσύνης στο βασίλειο του Αξούµ. 2. ∆ικαστική εξουσία Στην κοινωνία του Αξούµ υπέρτατη αρχή ήταν ο βασιλιάς.210 Από αυτόν απέρρεαν όλες οι εξουσίες, αυτός όριζε τους νόµους και αυτός ήταν ο κύριος κριτής.211 Έτσι τον βλέπουµε να είναι αυτός που επιβάλλει την τάξη και τους νόµους στους λαούς που υποτάσσει.212 Κάτι ανάλογο π.χ. βλέπουµε να κάνει ο Εζανά, όταν θέτει την επιθυµία του ως νόµο και ορίζει την ποινή του θανάτου και της εξορίας σε όποιον παραβεί τη διαταγή του.213 Ο δε Κοσµάς Ινδικοπλεύστης αναφερόµενος στα όρη Σίµιεν της Αιθιοπίας, λέει ότι εκεί ήταν
Ως το 1930 αποτελούσε το δικονοµικό κώδικα της Αιθιοπίας. βλ. FETHA NAGAST, σελ. xxv.i 207 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 241. 208 βλ. FETHA NAGAST, σελ. xxv-xvi, FOUYAS, Ethio-Hellenic Studies, σελ. 70, BUXTON, The Αbyssinians, σελ. 80-81, 134. 209 Την άποψη αυτή υποστηρίζει µεταξύ άλλων και ο Budge. Βλ. BUDGE, The Queen, σελ. xvi. Βλ. επίσης ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 48-48, 63, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 18, ΜΕΘΟ∆ΙΟΣ, Χριστιανισµός, Ι, σελ. 133, 128-143, KEBRA NAGAST, σελ. xxv-xxvi, VASILIEV, Ιστορία, σελ. 168, DORESSE, Ethiopia, σελ. 13, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 39-40, MUNRO – HAY, Aksum, ch. 7:6. 210 βλ. παραπάνω στην ενότητα του κεφ. αυτού για την πολιτική οργάνωση. 211 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 80-81. 212 βλ. DAE, IV, no 8, 13-15 The king “gave them laws and they submitted to him…”βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 213. 213 βλ. DAE, IV, no 11 “...And if there be anyone who shall remove it (the throne), and destroy it, and overthrown it, he and his kinsfolk shall be rooted out, shall be removed from the land and be rooted out.” HENDRICKX, Documents, σελ. 86, DAE, IV, no 10 “And should anyone remove or displace it, let him and his race be exterminated; let him be atirpated from these lands” MUNRO – HAY, Aksum, ch. 11:5, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 217.
206
130
ο τόπος που εξόριζε τους τιµωρηµένους ο βασιλιάς των Αξωµιτών.214 Από αυτά προκύπτει ότι ο βασιλιάς θα πρέπει να είχε την ανώτατη δικαστική εξουσία στην επικράτεια του Αξούµ. Το αξουµιτικό κράτος όµως ήταν πολύ εκτεταµένο για να µπορεί ο βασιλιάς να ασκεί αυτοπροσώπως τα δικαστικά του καθήκοντα σε όλη την επικράτειά του. Προφανώς λοιπόν, ανάλογα δικαστικά καθήκοντα ασκούσαν στις περιοχές τους και οι κυβερνήτες και υποτελείς ηγεµόνες και αρχηγοί των ενταγµένων στο Αξούµ φυλών.215 Θα πρέπει δε να πλαισιωνόταν ο βασιλιάς στην άσκηση των καθηκόντων του αυτών από κάποιους συµβούλους, αξιωµατούχους του, που πιθανότατα προέρχονταν από το συµβούλιο των γερόντων των αριστοκρατικών οικογενειών. Τέτοιο συµβούλιο βλέπουµε να λειτουργεί ως συµβουλευτικό σώµα κοντά στο βασιλιά και στις νοτιοαραβικές κοινωνίες αλλά και µεταγενέστερα στην Αιθιοπία.216 Παρόλο που δεν έχει αποκαλυφθεί ανάµεσα στα αρχαιολογικά ευρήµατα κάποια πηγή που να µας επιβεβαιώνει µε τρόπο οριστικό την παραπάνω υπόθεση, όµως σε µεταγενέστερες πηγές βλέπουµε να γίνεται λόγος σχετικά µε αυτά. Έτσι στη Fetha Nagast ο βασιλιάς είναι αρµόδιος για την απόδοση της δικαιοσύνης. Στο έργο του αυτό πλαισιώνεται από συµβουλευτικό σώµα κριτών.217 Τέτοιοι αξιωµατούχοι αναφέρονται και στην Kebra Nagast. Σε αυτήν γίνεται λόγος για τους πρωτότοκους γιους των Ισραηλιτών ευγενών που ακολούθησαν τον πρωτόκο γιο του βασιλιά Σολοµώντα και της βασίλισσας του Σαβά, τον Μενελίκ Ι, στην πατρίδα του την Αιθιοπία. Εκεί, πλαισιώνοντάς τον µε τον τρόπο που οι πατέρες τους βρίσκονταν κοντά στο Σολοµώντα, κυβέρνησαν µαζί του. Ανάµεσα στους τίτλους και τα αξιώµατά τους, που η Kebra Nagast αναφέρει, υπάρχουν και αυτοί του “judge of the palace” και “judge of assembly”.218 Ο Kobishchanov αναφέρει τους τίτλους αυτούς ως afa negush (: the mouths of the king) και aqabe heg (: observer of law), για τους οποίους αν και πρωτογίνεται λόγος στην εποχή της βασιλείας του Zara Yaqob, 15ος αιώνας, όµως τους θεωρεί ως αναγόµενους στην αξουµιτική περίοδο.219 Οι θρόνοι των δικαστών, για τους οποίους κάνουν λόγο οι πρώτοι Ευρωπαίοι που επισκέφτηκαν το Αξούµ και που η ύπαρξή τους επιβεβαιώνεται και από την αρχαιολογική σκαπάνη, έρχεται προς επίρρωση της παραπάνω υπόθεσης. Τον τίτλο του “keeper of the laws and archives of Aksum” φέρεται να έδωσε στον Φρουµέντιο ο βασιλιάς Ella Amida, ο πατέρας του Εζανά, σύµφωνα µε την εκδοχή της ιστορίας του που καταγράφεται στο αιθιοπικό Συναξάριο.220 Και στο σηµείο αυτό θα κάνουµε την εξής παρατήρηση : ο τίτλος του αξιωµατούχου που ασκεί τη δικαστική εξουσία εκ µέρους του βασιλιά είναι, όπως είδαµε, afa negush (: the mouths of the king). Ο τίτλος αυτός µας φέρνει
“As for the Semênai, where he says there are snows and ice, it is to that country the king of the Axômites expatriates anyone whom he has sentenced to be banished” McCRINDLE, Christian Topography, σελ. 67. 215 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 215. 216 βλ. Σχετικά στο κεφάλαιο του παρόντος για την πολιτική οργάνωση. 217 βλ. FETHA NAGAST, σελ. 273 : “The king shall judge with equity in the middle of his people…..He shall act according to the advice of the old and of the judges”. 218 βλ. BUDGE, The Queen, σελ. 62, KEBRA NAGAST, σελ. 55-56. 219 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 206-208, 216. 220 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 99-100.
214
131
στο νου αυτόν του Λογοθέτη (αυτός που θέτει, εφαρµόζει, το λόγο, δηλ. το νόµο που εκφέρεται από τον αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν και ο µόνος που είχε το δικαίωµα να θεσπίζει νόµους221) του Πραιτωρίου που, ως βοηθός του Έπαρχου ήταν αρµόδιος για τα δικαστήρια στο Βυζάντιο. «Λογοθέτης του δρόµου» ονοµαζόταν άλλωστε και ο αξιωµατούχος ο επιφορτισµένος µε το καθήκον να εποπτεύει τους ξένους που έρχονταν στην Κωνσταντινούπολη. Τον τίτλο τον γνώριζαν ασφαλώς οι Αξουµίτες, αφού µε αυτόν τον βαθµοφόρο θα είχαν έρθει σε επαφή και οι δικοί τους επισκέπτες και απεσταλµένοι στη βυζαντινή πρωτεύουσα. Ενώ ο τίτλος του aqabe heg (: observer of law) συνδέεται µε τον βυζαντινό τίτλο του Νοµοφύλακος, που αποδιδόταν στον κοσµήτορα της νοµικής σχολής του Πανδιδακτηρίου της Κωνσταντινούπολης. Θα λέγαµε µάλιστα ότι είναι πολύ πιθανή η µεταγραφή στην αιθιοπική γλώσσα (γκεέζ) προϋπαρχόντων βυζαντινών τίτλων και ορολογίας. Όπως έχουµε ήδη δει, από πολύ παλιά ελληνόγλωσσοι γραφείς βρίσκονταν στην υπηρεσία των βασιλέων του Αξούµ, η ελληνοµάθεια των Αξουµιτών ηγεµόνων, στην πρώτη τουλάχιστον περίοδο του Αξουµιτικού κράτους, είναι δεδοµένη και οι επαφές τους µε τον ελληνικο-ρωµαϊκό και στη συνέχεια βυζαντινό κόσµο επίσης.222 Η δε ελληνοµάθεια και η ελληνικότητα του Φρουµέντιου είναι πολύ πιθανό ότι συνέτεινε σε µεγάλο βαθµό, δε συνδυασµό µε την ευφυΐα του, ώστε να αναδειχθεί στο ρόλο που ανέλαβε στο κράτος του Αξούµ.223 Και µέσω των επαφών ελληνικού κόσµου, Βυζαντίου και Αξούµ, σίγουρα δεν είναι µόνο οι τίτλοι των αξιωµατούχων που είναι πολύ πιθανό να πέρασαν από τη µια γλώσσα στην άλλη, αλλά και η πολύ προηγµένη συγκρότηση του δικονοµικού και νοµοθετικού συστήµατος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας θα πρέπει να είχε επηρεάσει την απονοµή της δικαιοσύνης και τη νοµοθεσία224 στο Αξούµ. Κάτι ανάλογο βλέπουµε άλλωστε να ισχύει σε σχέση µε το κράτος των Οµηριτών, το οποίο µάλιστα τελούσε και υπό αιθιοπική επικυριαρχία. Οι Νόµοι των Οµηριτών, αν και είναι επηρεασµένοι από τη νοτιοαραβική παράδοση και πραγµατικότητα, στην οποία άλλωστε αναφέρονται, όµως έχουν εµφανέστατη και την επίδραση των νόµων του Βυζαντίου.225 Βυζαντινός άλλωστε ήταν και ο – κατά µια εκδοχή – συντάκτης τους, ο επίσκοπος Γρηγέντιος. ∆ε πρέπει επιπλέον να ξεχνάµε την παρουσία ισχυρών ελληνικών παροικιών σε πόλεις του Βασιλείου του Αξούµ, όπως στην Άδουλη, τη Μάταρα και την ίδια την πρωτεύουσα.226 Οι βυζαντινοί πολίτες που κατοικούσαν σε αυτές γνώριζαν το πολύ προηγµένο νοµικό σύστηµα του κράτους προέλευσής τους και ίσως να το επικαλούνταν σε περιπτώσεις επαφών τους µε την ντόπια δικαιοσύνη, µεταφέροντας επιρροές. Η ιδέα του αυτοκράτορα, υπέρτατου κριτή, υπάρχει και στο Βυζάντιο. Ο Κωνσταντίνος διατυπώνει την ιδέα πως «ό,τι αρέσει στον αυτοκράτορα έχει την
βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 69. Απόδειξη οι επιγραφές στα ελληνικά που έχουν βρεθεί στην επικράτεια του Αξούµ. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στο κράτος των Οµηριτών, γεγονός που συνδέεται και µε την χρησιµοποίηση βυζαντινού λεξιλογίου στην ορολογία των νόµων τους. Βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Νόµοι, σελ. 60. 223 βλ. σχετικά σελ. 75, 124-125 του παρόντος. 224 για την οποία θα γίνει λόγος αµέσως παρακάτω. 225 βλ. παραπάνω σε αυτή την ενότητα : Πηγές, σελ. 128-130. 226 βλ. στο παρόν σελ. 53-59, και σελ. 15, σχ. 35
222
221
132
ισχύ νόµου» αφού στο πρόσωπο του αυτοκράτορα ενσαρκώνεται η έννοια του «έµψυχου νόµου».227 Άλλωστε ο εκάστοτε αυτοκράτορας θεωρείτο ο επικεφαλής του δικαστικού σώµατος και η υπέρτατη αυθεντία για όλα τα νοµικά θέµατα. Ο αποφάσεις του αυτοκρατορικού δικαστηρίου ήταν τελεσίδικες.228 Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας δίκαζε στο consistorium principis, στο οποίο ήταν µέλη και ανώτατοι κρατικοί αξιωµατούχοι.229 Μάλιστα στον καιρό του Ιουστινιανού υπήρχαν δώδεκα «θείοι δικασταί». ∆ε νοµίζουµε ότι είναι συµπτωµατικό πως δώδεκα ήταν οι πέτρινοι θρόνοι για τους οποίους κάνουν λόγο οι περιηγητές στο Αξούµ.230 Στις βυζαντινές επαρχίες το δίκαιο απενέµετο από τους κυβερνήτες και τους άρχοντες των πόλεων, εξ ονόµατος βέβαια του αυτοκράτορα, κατόπιν εξουσιοδότησής του και µε βάση τους νόµους του.231 Κάτι ανάλογο εικάζουµε ότι συνέβαινε και στο Αξούµ. Άλλωστε η επιγραφική µαρτυρία232 που θέλει το βασιλιά να δίνει νόµους στους υποτελείς του, συναινεί σε αυτό. Στο Βυζάντιο δικαστικές δικαιοδοσίες έχει και η Εκκλησία και συγκεκριµένα οι επίσκοποι και οι ανώτεροι εκκλησιαστικοί βαθµοί.233 ∆εν ξέρουµε αν κάτι τέτοιο ίσχυε και στο κράτος του Αξούµ. Με δεδοµένη όµως τη δύναµη της Εκκλησίας, έτσι όπως αυτή αποκαλύπτεται στην Kebra Nagast και στη Fetha Nagast, καθώς επίσης και την υποστήριξη που της παρείχε, από την επισηµοποίησή της κατά τον 4ο αιώνα, η άρχουσα τάξη, µπορούµε να το θεωρήσουµε πολύ πιθανό. Επίσης και στην Αιθιοπία οι ιεροί τόποι, και συγκεκριµένα οι χριστιανικοί ναοί, θεωρούνταν άσυλο. Βλέπουµε τον Καλέµπ, µετά τη νίκη του µε τους Ιουδαίους Οµηρίτες, να ανακηρύσσει σε άσυλο τον τόπο θυσίας των µαρτύρων της Ναγράν.234 Για το αν υπήρχαν διαδικασίες έφεσης κατά των δικαστικών αποφάσεων και πώς αυτές εκδικάζονταν δεν είναι γνωστό για το κράτος του Αξούµ, καθώς το µεγάλο πλήθος των στοιχείων που αφορούν στην οργάνωσή του παραµένουν στο σκοτάδι. Μπορούµε όµως να διατυπώσουµε την υπόθεση ότι υπήρχε η δυνατότητα των πολιτών να εφεσιβάλλουν εναντίον αποφάσεων προσφεύγοντας άµεσα στον ηγεµόνα και ζητώντας την παρέµβασή του. Κάτι τέτοιο ίσχυε στο Βυζάντιο235 και βλέπουµε να εφαρµόζεται και από τους Νόµους των Οµηριτών. Οι Νόµοι αναφέρουν ότι «πάντα τα ρήµατα αυτών εν πιττακίω αναθέµενοι, επέδωκαν τω βασιλεί».236 Αν κρίνουµε µάλιστα από τη στάση του Καλέµπ στη Οµηρίτιδα, θα δούµε ότι και αυτός δέχεται εγγράφως
Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 38, 256, 321-322, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ - HENDRICKX, Ιστορία, σελ 81-82. βλ. TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 120-123. 229 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 104. 230 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 205-206 : “In 1520 A.D. the Portuguese Alvares saw in Axum “12 stone easy-chairs” as well made from stone as if they had been made of wood; they were for “12 judges of the chief priest Joannes”. 231 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 104-106. 232 βλ. σχόλιο 211 σελ. 129. 233 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 38, 270, RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 87, TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 123, ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 105. 234 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 257-258. 235 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος, σελ. 104, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ.320. 236 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 154, 177.
228
227
133
αίτηµα των Οµηριτών που είχαν αλλαξοπιστήσει και οι οποίοι του ζητούν ακρόαση προκειµένου να αντιµετωπίσει ο ίδιος το ζήτηµα της επαναφοράς τους στη χριστιανική πίστη. Η αποδοχή του αιτήµατος εκ µέρους του Καλέµπ, µαρτυρεί την αναγνώριση από µέρους του µια τέτοιας διαδικασίας που πιθανότατα θα ήταν οικεία και σε αυτόν από τη δική του χώρα.
3. Νοµοθεσία α. Κατευθυντήριες αρχές της Είδαµε πιο πάνω ότι φορέας του νόµου στο κράτος του Αξούµ είναι ο βασιλιάς που συνεπικουρείται από το συµβούλιο των ευγενών του. Ποιες είναι όµως οι αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται για να διατυπώσει το περιεχόµενο των νόµων του; Καθώς δεν έχουµε γνώση κανενός αξουµιτικού νοµοθετικού κειµένου, δεν είναι εύκολο να βρούµε τις κατευθυντήριες αρχές των νόµων του Βασιλείου του Αξούµ. Μπορούµε µόνο να προσπαθήσουµε να τις ανιχνεύσουµε µέσα από τη γενικότερη εικόνα που είναι δυνατό να σχηµατίσουµε για την κοινωνία του Βασιλείου αυτού, βασιζόµενοι στις διαθέσιµες πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές µας, και να διατυπώσουµε πιθανές κι εύλογες εικασίες. Καταρχήν είναι εύλογο να υποθέσουµε ότι σε µια κοινωνία που οι βασικές καταβολές της συγκρότησής της είναι σηµιτικές, ισχύει ένα εθιµικό δίκαιο που στηρίζεται στη λογική της ανταπόδοσης, χαρακτηριστικό της ανατολικής σκέψης.237 Ο κανόνας «οφθαλµόν αντί οφθαλµού» φαίνεται να ίσχυε και στην αξουµιτική κοινωνία, αν κρίνουµε από τον τρόπο µε τον οποίο είναι διατυπωµένοι κάποιοι απαγορευτικοί κανόνες στις επιγραφές του Εζανά. Ισχύει σε αυτή τη διατύπωση η λογική ότι το αδίκηµα ταυτίζεται µε την ποινή του.238 Από την άλλη, στη µονοθεϊστική επιγραφή του Εζανά, γραµµένη στα γκεέζ, βλέπουµε τον ίδιο να δηλώνει ότι θα κυβερνήσει µε ορθότητα και δικαιοσύνη και χωρίς καταπίεση,239 ενώ τόσο στην ίδια επιγραφή όσο – πολύ περισσότερο – στην ελληνική χριστιανική εκδοχή της,240 φαίνεται να αποδίδει πολύ µεγάλη σηµασία στη θεϊκή βούληση και αρωγή. Η επιρροή της χριστιανικής διδασκαλίας, που µε τη δράση του Φρουµέντιου φτάνει στο Αξούµ, δεν µπορεί να άφησε ανεπηρέαστο το αίσθηµα δικαίου των Αξουµιτών.241 Αλλαγές στο
βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 283. βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 216-219, π.χ. DAE, IV, no 10 “if somebody overthrows his (throne) and moves it he ad his land and his family will be moved and overthrown from his land. 239 βλ. HENDRICKΧ, Documents, σελ. 81-86, στ. 48 : “ [I will rule] the people with righteousness and justice, and will not oppress them.” 240 βλ. HENDRICKΧ, Documents, σελ. 56-61. 241 Λαµβάνοντας υπόψη µας τα δεδοµένα της εποχής εκείνης, θα δούµε ότι ο ρόλος της θρησκείας υπήρξε σηµαντικός για η διαµόρφωση των ηθών και των αντιλήψεων της κοινωνίας. Στα πλαίσια µάλιστα των µοναρχιών, η θρησκεία του ηγεµόνα ισχύει ως νόµος για το κράτος. Ο ∆ουναάν, για παράδειγµα κυβερνά βασισµένος στο Μωσαϊκό νόµο. Το ίδιο κάνει στη συνέχεια και ο Χριστιανός Άβραµος, που διαµορφώνει τη νοµοθεσία του κράτους του βασισµένη στην Καινή ∆ιαθήκη. Βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 61.
238
237
134
δίκαιο εµπνεόµενες από τις επιταγές της χριστιανικής ηθικής, είναι εµφανείς τόσο στις µεταρρυθµίσεις του ποινικού δικαίου του Βυζαντίου από το Μ. Κωνσταντίνο, όσο και στους νόµους του χριστιανικού Οµηριτικού κράτους. Άλλωστε µετά τον 4ο αιώνα και τον εκχριστιανισµό του Αξούµ, από την Εκκλησία τους εφαρµοζόταν το βυζαντινό δίκαιο όχι µόνο για τους βυζαντινούς κατοίκους του Αξούµ αλλά και για χριστιανούς γηγενείς242 και αυτό επηρεάζει επίσης την περί δικαίου αντίληψη στην κοινωνία του Αξούµ. Η αλλαγή αυτή είναι εµφανής και στον τρόπο µε τον οποίο στη χριστιανική του επιγραφή προσπαθεί να δικαιολογήσει ο Εζανά την εκστρατεία του εναντίον των Νόβα : « Εξήλθα πολεµήσαι τους Νώβα, ότι κατέκραξαν κατ’ αυτών οι Μαγγαρθώ και Χάσα και Ατιαδίται και Βαρεώται λέγοντες ότι κατεπόνησαν ηµάς οι Νώβα, βοηθήσατε ηµίν, ότι έθληψαν ηµάς αποκτένοντες.»243 Κυριαρχεί σε αυτή µια αίσθηση δικαίου που δε βασίζεται στη λογική της εκδίκησης αλλά στη λογική της ευσπλαχνίας και του ελέους για αυτούς που αδικούνται και χρήζουν βοηθείας. Μια παρόµοια λογική ότι ο πόλεµος δεν ξεκινάει ποτέ αναίτια αλλά πρέπει να υπάρχει µια ηθική δικαιολόγησή του, υπάρχει και στη ρωµαϊκή / βυζαντινή σκέψη.244 Με την επικράτηση του χριστιανισµού το δίκαιο αλλάζει σε πολλά σηµεία που αφορούν κυρίως στην ιερότητα του θεσµού της οικογένειας και του µυστηρίου του γάµου, στην προστασία των αδυνάτων, πτωχών και δούλων, ενώ σε ότι αφορά στις ποινές, περιορίζεται σηµαντικά η θανατική ποινή. Έτσι βλέπουµε το Μ. Κωνσταντίνο να καταργεί τα θεάµατα των αιχµαλώτων που ρίχνονται στα θηρία, να ψηφίζει νόµο που χορηγεί βοήθεια σε άπορους γονείς, ώστε να µην αναγκάζονται να πωλούν τα παιδιά τους, να φροντίζει για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των δούλων και των φυλακισµένων. Και ο Ιουστινιάνειος κώδικας, µε πρόθεση να προσαρµόσει το δίκαιο στις χριστιανικές αρχές, περιλαµβάνει νόµους για την προστασία των γυναικών, των αδυνάτων, των πτωχών.245 Αντίστοιχες αλλαγές σηµειώνονται και στη νοµοθεσία του χριστιανικού κράτους των Οµηριτών. Και ο Άβραµος εκεί παίρνει µέτρα για την ανακούφιση των πενήτων και ιδρύει κοινωφελή ιδρύµατα που επιχορηγούνται από τα κρατικά έσοδα.246 Ένα είδος κοινωνικής πρόνοιας, λοιπόν, αναπτύσσεται υπό την επίδραση του χριστιανισµού. Ιδιαίτερος ρόλος σε αυτό τον τοµέα, ανατίθεται στην Εκκλησία. ∆ε θα ήταν λάθος να υποθέσουµε ότι ανάλογες αλλαγές σηµειώνονται και στο Βασίλειο του Αξούµ. Σε αυτό συναινούν οι µεταγενέστερες νοµοθετικές ρυθµίσεις και παραδόσεις της Αιθιοπίας που δίνουν εξέχουσα θέση στην Εκκλησία και τον κοινωνικό της ρόλο και προσπαθούν µε βάση τις εκκλησιαστικές επιταγές να ρυθµίσουν νοµοθετικά ζητήµατα σχετικά µε το θεσµό της οικογένειας. Για παράδειγµα, βλέπουµε στη Fetha Nagast να υπάρχει ειδική ρύθµιση που ορίζει τις δωρεές του βασιλιά προς το ιερατείο και την Εκκλησία, τις φορολογικές απαλλαγές τους και να
βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 241. βλ. HENDRICKS, Documents, σελ. 57, στ. 22-27, βλ. Επίσης και την εκδοχή της στα γκεέζ, στο ίδιο σελ. 81-86. 244 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 112-113. 245 Ι.Ε.Ε., τ. Ζ., σελ. 38, 325. 246 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 83-85.
243
242
135
κάνει λόγο για το έργο κοινωνικής πρόνοιας που αυτοί αναλαµβάνουν.247 Επίσης υπάρχουν νόµοι που ρυθµίζουν τα σχετικά µε το γάµο, επιβάλλουν ποινές στη µοιχεία και στη σεξουαλική συµπεριφορά που θίγει την ιερότητα του γάµου και της οικογένειας καθώς επίσης και ρυθµίσεις σχετικές µε τη δουλεία, οι οποίες κινούνται, ως ένα βαθµό, στη λογική της χριστιανικής θρησκείας.248 Βέβαια τόσο στο Βυζάντιο όσο και στο Αξούµ ο θεσµός της δουλείας δεν καταργείται. Απλώς λαµβάνονται µέτρα για τις συνθήκες βελτίωσης της ζωής των δούλων. Η µη κατάργηση της δουλείας, παρόλο που δε συνάδει µε τη χριστιανική διδασκαλία, όµως υποκύπτει στην κοινωνική και οικονοµική αναγκαιότητα. Μην ξεχνάµε ότι µε την επισηµοποίηση της χριστιανικής θρησκείας, τόσο στο Βυζάντιο όσο και στο Αξούµ, η Εκκλησία µετατρέπεται βαθµιαία σε σηµαντική οικονοµική δύναµη µε µεγάλο πλούτο και εκτάσεις γης στα χέρια της. Θα πρέπει να πούµε, παρενθετικά εδώ, ότι καµιά από τις δυο αυτές κοινωνίες δε θα µπορούσε να χαρακτηριστεί κατά κύριο λόγο ως δουλοκτητική και στηριζόµενη στην εργατική δύναµη των δούλων.249 β. Ποινές Σχετικά µε το είδος των ποινών που το αξουµιτικό κράτος επέβαλλε στους παραβάτες των νόµων του, πολύ λίγα µας είναι γνωστά. Πάντως µέσα από τις επιγραφές αλλά και από τις ανασκαφικές µαρτυρίες µαθαίνουµε ότι στο Αξούµ, από πολύ παλιά, ήταν σε ισχύ η θανατική καταδίκη, η εξορία, η δήµευση της περιουσίας. Έτσι µε αυτές τις ποινές ο Εζανά απειλεί αυτούς που θα παραβούν το νόµο του και θα καταστρέψουν τα αφιερώµατά του (στήλες ή θρόνους) που έχει αφιερώσει στον πατέρα του, τον ανίκητο Άρη (Μάχρεµ).250 Στην ποινή αυτή δεν υποβάλλεται µόνο ο παραβάτης που κρίνεται ένοχος αλλά και όλη η οικογένειά του, που θα πρέπει να τον ακολουθήσει στην εξορία και στο θάνατο και θα πρέπει να χάσει τη γη και την περιουσία της. Αντίληψη που συνδέεται µε τη φυλετική οργάνωση της αξουµιτικής κοινωνίας. Για την ποινή της εξορίας µιλάει και ο Κοσµάς Ινδικοπλεύστης, όταν αναφέρει τα όρη Σίµιεν ως τον τόπο εξορίας των τιµωρηµένων από το βασιλιά.251 Ο Κοσµάς µάλιστα κάνει λόγο και για τη θανατική ποινή λέγοντας ότι εκεί που βρισκόταν ο «δίφρος του Πτολεµαίου» (Monumentum Adulitanum), εκτελούσαν τους καταδικασµένους σε θάνατο.252 Άλλωστε είναι γνωστό και από
βλ. FETHA NAGAST, σελ. 272-273 : “Let the king to be honor to the order of the clergy, as Constantine, elected, faithful, and righteous king, and those who were after him did. Let him give from his wealth to each of them, according to their rank First of all he shall give to the bishops, then to the priests, next, to the deacons, and then to those who are below them. He shall exempt them from tribute, presents, and the other things to be given to the rulers. Let him assign something to the churches for the maintenance of widows, orphans and the poor…” 248 βλ. FETHA NAGAST, σελ. 130-155, 175-178. 249 Κάτι τέτοιο για το Αξούµ γίνεται εµφανές - µε βάση τις µαρτυρίες των επιγραφών – και εκ του γεγονότος ότι στις εκστρατείες τους εναντίον των εχθρών τους σπάνια επιδίδονται σε αιχµαλωσίες. Είναι πιο σύνηθες οι νικηµένοι τους αντίπαλοι να οδηγούνται στο θάνατο. 250 βλ. τις επιγραφές DAE, IV, no 6,7, 10, 11. 251 βλ. McCRINDLE, Christian Topography, σελ. 67. 252 ο.π.
247
136
προχριστιανική επιγραφή του Εζανά ότι πολλοί από τους αιχµαλώτους των εκστρατειών προορίζονταν για θανάτωση και µάλιστα µε τρόπο τελετουργικό, ως προσφορά θυσιαστική στον θεό Μάχρεµ.253 Ανάλογη πληροφορία µας δίνει ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά του, όταν περιγράφει την επινίκια τελετουργία του Αιθίοπα βασιλιά.254 Στο Βυζάντιο η θανατική καταδίκη µειώνεται δραστικά κάτω από την επιρροή του χριστιανικού πνεύµατος. Στη θέση της, ως ποινή για ένα µεγάλο αριθµό αξιόποινων πράξεων, υιοθετείται η ποινή του ακρωτηριασµού και της αποκοπής οργάνων.255 Όσο κι αν αυτό µας φαίνεται φρικιαστικό, για την εποχή εκείνη θεωρείτο ηπιότερο από το θάνατο. Βλέπουµε λοιπόν στην πολύ µεταγενέστερη Fetha Nagast να επιβάλλεται και στην Αιθιοπία αυτή η ποινή. Ίσως αυτό να µην είναι συνήθεια µόνο της µεσαιωνικής Αιθιοπίας, αλλά να ίσχυε από την αξουµιτική περίοδο. Άλλωστε µε το ίδιο σκεπτικό οι ποινές αυτές προβλέπονταν και από τους νόµους των Οµηριτών.256 Επίσης µια ελαφρότερη αλλά εξευτελιστική ποινή ήταν αυτή της δηµόσιας µαστίγωσης και διαπόµπευσης, ποινή που επίσης επιβαλλόταν και από το βυζαντινό δίκαιο. Ο δηµόσιος εξευτελισµός ως µορφή ποινής υπήρχε ήδη από τα χρόνια του Αξούµ. Σε επιγραφή του Εζανά257 η ποινή που επιβάλλεται στο βασιλιά του Aguezat, Aba’alkeo, για την απείθειά του και αναξιοπιστία του απέναντι στο βασιλιά του Αξούµ, είναι η δηµόσια απογύµνωσή του και το δέσιµό του µε αλυσίδες µαζί µε τον υπηρέτη του. Πιθανά αυτή η ποινή να επιβαλλόταν σε πρόσωπα διακεκριµένα, ευγενείς και ξένους πολίτες και να ακολουθείτο από την υπαγωγή τους στη θέση σκλάβου. Αν τη συσχετίσουµε µε τον Aba’alkeo, τότε ίσως να αφορούσε και υποτελείς ηγεµόνες που εξεγείρονταν εναντίον του βασιλιά. Η φυλάκιση θα πρέπει να ίσχυε ως ποινή και στο Αξούµ. Στη Μάταρα η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αποκαλύψει χώρο ο οποίος εικάζεται ότι θα πρέπει να χρησιµοποιείτο ως φυλακή. Εκεί εντοπίστηκαν σκελετοί κρατουµένων δεµένων µε αλυσίδες. γ. Συµπέρασµα Συµπερασµατικά λοιπόν µπορούµε να πούµε ότι το δικονοµικό σύστηµα της Αιθιοπίας, όπως και εκείνο της συγγενούς της κοινωνίας της Οµηρίτιδας για το οποίο οι πληροφορίες µας είναι πληρέστερες, θα πρέπει να λειτουργούσε υπό την επιρροή των εξής παραγόντων : πρώτον, του παραδοσιακού, εθιµικού δικαίου, στο οποίο θα πρέπει να ήταν εµφανέστατα τα στοιχεία της νοτιοαραβικής σηµιτικής παράδοσης που µεταφέρθηκε εδώ από την ηγετική τάξη που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση της κοινωνίας του Βασιλείου του Αξούµ. Το δίκαιο αυτό εµφανίζει χαρακτηριστικά που έχουν ενσωµατωθεί στο Μωσαϊκό νόµο, όπως αυτό της αρχής της ανταπόδοσης, η ποινή της δήµευσης, οι διάφορες σωµατικές ποινές.258
DAE, IV, no 10, όπου κάνει λόγο για θυσία 100 ζώων και 50 αιχµαλώτων. βλ. ΗΛΙΟ∆ΩΡΟΣ, Αιθιοπικά, βιβλίο 10. 255 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 86, 247. 256 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι. 257 DAE, IV, no 9. 258 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 218-222, 231-232, 283.
254
253
137
∆εύτερος σηµαντικός παράγοντας, η χριστιανική αντίληψη που θα πρέπει να έχει επηρεάσει την αξουµιτική σκέψη και κοινωνία, εν γένει, µετά τον εκχριστιανισµό της και ιδιαίτερα µετά την εξάπλωση του χριστιανισµού σε ευρύτερα λαϊκά στρώµατα, κατόπιν της δράσης των Εννέα Αγίων και άλλων µοναχών προερχόµενων από το Βυζάντιο, κατά τον 5ο και 6ο αιώνα.259 Οι επιρροές της χριστιανικής κοσµοθεωρίας θα πρέπει να υπήρξαν ιδιαίτερα εµφανείς σε τοµείς που άπτονται του γάµου, της οικογένειας και της κοινωνικής ευαισθησίας για τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώµατα. Η κατάργηση της πολυγαµίας π.χ. που επιβάλλεται από τη Fetha Nagast,260 θα πρέπει να έχει τις ρίζες της σε εκείνη την εποχή. Ένας τρίτος παράγοντας πρέπει να υπήρξε η επιρροή της βυζαντινής νοµοθεσίας, ιουστινιάνειας και µεταγενέστερης, που την γνώση της είχαν προσοικειωθεί και οι Αξουµίτες τόσο µέσω των Βυζαντινών πολιτών που παρεπιδηµούσαν στη χώρα τους σε αριθµούς σηµαντικούς,261 όσο και µέσω των εκκλησιαστικών τους αρχόντων που προέρχονταν από το χώρο του Βυζαντίου. Η ανάλογη επιρροή στο κράτος των Οµηριτών, την περίοδο που τελούσε υπό αιθιοπική επικυριαρχία, το αίτηµα του ίδιου του Καλέµπ προς το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας για την αποστολή επισκόπου εκεί, µετά τις πολεµικές του επιχειρήσεις, µε ρόλο συµβουλευτικό αλλά πολύ ουσιαστικό στην οργάνωση του νέου κράτους και την υπαγωγή του στον κόσµο το χριστιανικό, δείχνουν την εξάρτηση που υπήρχε από το Βυζάντιο και το µέγεθος της ακτινοβολίας του Βυζαντίου σε αυτή την περιφερειακή της σφαίρας επιρροών του χώρα. Η απουσία στοιχείων σχετικών µε την ύπαρξη γραπτών νόµων στο Βασίλειο του Αξούµ µας δίνει – στο βαθµό που τέτοιοι γραπτοί νόµοι δεν υπήρξαν – την εικόνα µιας κοινωνίας στην οποία ο ηγεµόνας ως εµψύχωση του θεού, θρησκευτικός και πολιτικός αρχηγός, βρίσκεται στην ανώτατη θέση και όλοι συµµορφώνονται στα θεσπιζόµενα από αυτόν. Αυτός ο ίδιος είναι ο νόµος και δεν είναι ο νόµος που υπέρκειται και του ίδιου του βασιλιά, όπως συνέβαινε στο Βυζάντιο, κάτω από την ελληνική επίδραση.262 Ε. Ιδεολογία Ο τοµέας στον οποίο φαίνεται να εντοπίζονται οι περισσότερες επιρροές που το Βασίλειο του Αξούµ δέχτηκε από το Βυζάντιο είναι εκείνος της ιδεολογίας, και πρωτίστως της πολιτικής. Οι επιρροές αυτές εντοπίζονται σε µεγάλη έκταση µετά τον 4ο αιώνα και την είσοδο του κράτους στο Χριστιανισµό. Γιατί και οι χριστιανικές επιρροές είναι σε µεγάλο βαθµό βυζαντινές, µιας και στο Αξούµ διαδόθηκε ο Χριστιανισµός έτσι όπως αυτός είχε διαµορφωθεί κάτω από την επίδραση της ελληνο-ρωµαϊκής σκέψης και της βυζαντινής πολιτικής ιδεολογίας. Τον δε 6ο αιώνα, περίοδο που σηµειώνεται η πιο στενή συνεργασία ανάµεσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το Βασίλειο το Αξούµ, οι επιρροές αυτές εντείνονται, γεγονός που εύκολα διαπιστώνεται από τη µελέτη της
βλ. σελ. 75, 79 και σχ. 233, 250 του παρόντος. βλ. FETHA NAGAST, σελ.299. 261 βλ. σελ 53-58 του παρόντος και σελ. 15, σχ. 35 262 βλ. RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός, σελ. 70.
260
259
138
Κέµπρα Ναγκάστ, που απηχεί πολιτικές, πολιτιστικές και κοινωνικές αντιλήψεις που ανάγονται και στον αιώνα αυτό. Βλέπουµε λοιπόν πολλές ιδέες προερχόµενες από τον ιδεολογικό χώρο του Βυζαντίου να µεταλαµπαδεύονται και να συναντώνται στην πολιτικο-κοινωνική ζωή του Αξούµ. Την ιδεολογία που διαµορφώνει το Βασίλειο του Αξούµ τη διαπιστώνουµε τόσο µέσω των επιγραφών και των τίτλων που χρησιµοποιούν οι βασιλείς σε αυτές, όσο και µέσω των νοµισµάτων και των ιδεών που εκφράζονται στις επιγραφές τους. Τέλος και η Κέµπρα Ναγκάστ, όπως είπαµε και πριν, µας δίνει πληροφορίες για την ιδεολογία του κράτους και της κοινωνίας του Αξούµ. Κατά µια εκδοχή µάλιστα, θεωρείται ως έπος που εκφράζει µια «εθνική αιθιοπική ιδεολογία».263 1. Πολιτική ιδεολογία α. Προέλευση κράτους - ηγεµόνα Κεντρικές ιδέες της βυζαντινής πολιτικής ιδεολογίας είναι αυτές που αναφέρονται στην οντότητα του κράτους και το πρόσωπο του εκφραστή της, του αυτοκράτορα. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία θεωρείται ως έργο θείας έµπνευσης και κράτος «προστατευόµενο του Θεού».264 Ο δε αυτοκράτορας, που χαρακτηρίζεται ως «Νικητής» και «Ειρηνικός», είναι ο αντιπρόσωπος του Θεού στη γη, ο «βασιλεύς ο διορισµένος από το Χριστό».265 Τις αντιλήψεις αυτές τις βλέπουµε να εκφράζονται και στην αξουµιτική ιδεολογία. Ήδη, όπως έχουµε δει,266 από τα προχριστιανικά χρόνια στην αντίληψη των Αξουµιτών για τον ηγεµόνα τους, κυριαρχεί η ανατολική και ελληνιστική άποψη ότι αυτός είναι πρόσωπο ιερό, ενσάρκωση του θεού και γιος του. Από αυτή του τη θεϊκή καταγωγή πηγάζει και το δικαίωµά του στην εξουσία. Τόσο στις επιγραφές των αγνώστων βασιλέων από το Monumentum Adulitanum267 και τη Μερόη,268 όσο και στις προχριστιανικές επιγραφές του Εζανά,269 αναφέρονται οι φράσεις «...έχω προς τον µέγιστον θεόν µου Άρην ευχαριστίαν, ος µε και εγέννησεν...»,270 «υιός θεού ανικήτου Άρεως»,271 «του µε γεννήσαντος ανικήτου Άρεως».272 Μετά τον εκχριστιανισµό του κράτους και σε συνδυασµό και µε την απορρέουσα από αυτόν χριστιανική και βυζαντινή επίδραση, βλέπουµε ο βασιλιάς να µη διεκδικεί πια πατρότητα θεϊκή, να συνεχίζει όµως να διακηρύσσει την ιερότητα του προσώπου του. Είναι πια
Την άποψη αυτή εκφράζει ο Παπαδόπουλος και τη µεταφέρω από το ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 273, σχολ. 132, βλ. και ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 49, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ.144. 264 βλ. ΑΡΒΕΛΕΡ, Ιδεολογία, σελ. 11, 15. 265 ο.π. σελ. 15, 24, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 14, 19. 266 βλ. παραπάνω στην ενότ. Θεσµοί, 1α. 267 βλ. HENDRICKΧ, Documents, σελ. 35-45. 268 ο.π. σελ. 50-53 269 DAE, IV, no 4, 6, 7, 9, 10, 8 (η οποία αποδίδεται πιθανολογικά στον πατέρα του Εlla Amida που ταυτίζεται µε τον Ousanas. Βλ. MUNRO – HAY, Aksum, ch. 11:5). 270 βλ. HENDRICKΧ, Documents, σελ. 35, στ. 30-31. 271 βλ. HENDRICKΧ, Documents, σελ. 53, στ. 5-6. 272 ο.π. στ. 29.
263
139
«δούλος Χριστού»,273 υποτάσσεται σε Aυτόν όπως όλες οι ανθρώπινες υπάρξεις, όµως χάρη σε Aυτόν αποκτά την εξουσία του και αναδεικνύεται ηγέτης στη γη εξ ονόµατος του Θεού. Βασιλεύει δηλαδή «ελέω Θεού» και κατ’ οικονοµίαν Θεού, κατά τα βυζαντινά πολιτειακά πρότυπα.274 Έτσι στις µεταχριστιανικές επιγραφές του Εζανά και του Καλέµπ βλέπουµε να διακηρύσσεται ότι οι βασιλείς την εξουσία τους τη χρωστάνε στον Τριαδικό Θεό «who has made me king»,275 «who has helped me and given me supremacy»,276 «who has given me a strong kingdom».277 Η εξουσία λοιπόν ως θεόδοτη έχει και θεόθεν προστασία. Με αυτόν τον τρόπο όµως εξασφαλίζεται και η νοµιµοποίηση της εξουσίας. Την προβολή αυτής της νοµιµότητας την είχαν απόλυτη ανάγκη οι Αξουµίτες ηγεµόνες, µε δεδοµένο το γεγονός ότι στη χώρα τους αντιµετώπιζαν πάντοτε πρόβληµα ελέγχου των διαφόρων φυλών και περιοχών. Ο βασιλιάς δικαιούται να κατέχει τη θέση στην οποία βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχικής πυραµίδας της αξουµιτικής κοινωνίας λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του µε τον ίδιο το Θεό. Από τον 6ο αιώνα µάλιστα και µετά, αυτή η σχέση γίνεται περισσότερο απτή. Σύµφωνα µε το θρύλο της καταγωγής της βασιλικής δυναστείας από τον Σολοµώντα, έτσι όπως αυτός αποτυπώνεται στην Κέµπρα Ναγκάστ, ο βασιλιάς της Αιθιοπίας, ως προερχόµενος από τη γενιά του Σολοµώντα, απόγονος του πρωτότοκου γιου του, συνδέεται γενεαλογικά µε τον ίδιο το Χριστό, που και αυτού η γήινη καταγωγή ανάγεται στον ∆αυίδ. Ο Αιθίοπας µονάρχης, ως εκ τούτου, εµφανίζεται ως γήινος συγγενής του ίδιου του Χριστού και οποιαδήποτε πράξη εναντίον του, όπως π.χ. ανταρσία ενάντια στην εξουσία του, είναι πράξη ανίερη που στρέφεται ενάντια στον Χριστό.278 Και το κράτος όµως του Αξούµ αποκτά µια ιδιαίτερη θέση στην παγκόσµια σκηνή χάρη σε αυτήν ακριβώς τη φύση και την ιδεολογία που περιβάλλει την ηγεσία του. Το κράτος αυτό δηµιουργήθηκε και ενδυναµώθηκε χάρη στην θεία πρόνοια µε στόχο να διαδραµατίσει έναν εξέχοντα ρόλο, να γίνει το καταφύγιο της Κιβωτού της ∆ιαθήκης και της αληθινής πίστης στο Θεό.279 Βλέπουµε λοιπόν κι εδώ να προβάλλεται µια βασική βυζαντινή θέση, σύµφωνα µε την οποία το Βυζάντιο είναι εργαλείο για την πραγµάτωση των θεϊκών σχεδίων, «ενσάρκωση της ουράνιας Βασιλείας επί της γης».280 Κατ’ ανάλογο τρόπο και η πορεία του Αξούµ δεν είναι άλλο από την υλοποίηση της απόφασης του Θεού. Την αντίληψη αυτή τη βρίσκουµε διατυπωµένη τόσο στο Προοίµιο των Νόµων των Οµηριτών, όπου θεωρούν οι Οµηρίτες Χριστιανοί ότι ο Θεός είναι που τους έδωσε «το των Οµηριτών περιφανέστατον κράτος»,281 όσο και στον επινίκιο λόγο του Καλέµπ στη Νότια Αραβία. Εκεί διακηρύσσει στα στρατεύµατά του και το λαό ότι «η νίκη είναι δική Του κι όχι δική µας. Και ενώ αληθώς είναι δική Του, να που µε τη χάρη Του την έδωσε σε µας», αφού προηγουµένως έχει κάνει
βλ. HENDRICKΧ, Documents, σελ. 56, στ. 10. βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 170, σχ. 60. 275 DAE, IV, no 11, MUNRO – HAY, Aksum, ch. 11:5. 276 ο.π. 277 Kaleb Inscription. Ge’ez in the South Arabian script, MUNRO – HAY, Aksum, ch.11:5. 278 βλ. JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 18. 279 βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 32, 72-81, 121-130, 170-173. 280 Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 16, βλ. και ΑΡΒΕΛΕΡ, Ιδεολογία, σελ. 167. 281 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 71.
274
273
140
αναδροµή σε θεϊκές παρεµβάσεις προς χάρη των Αξουµιτών,282 εκφράζοντας έτσι την αντίληψη που θεωρεί την πορεία του κράτους τους ως υλοποίηση των σχεδίων του Θεού. Από αυτή την αντίληψη πηγάζει και αυτή που θεωρεί το ρόλο του Αξουµιτικού κράτους ως οικουµενικό, για την οποία θα κάνουµε λόγο αµέσως πιο κάτω. β. Ο ρόλος του κράτους – Οικουµενικότητα Την αντίληψη ότι το κράτος αυτό έχει να διαδραµατίσει ρόλο οικουµενικής εµβέλειας, τη βλέπουµε να εκφράζεται για πρώτη φορά τον 6ο αιώνα. Την περίοδο εκείνη το κράτος βρισκόταν σε φάση ακµής, µε µακρά πίσω του ιστορική διαδροµή, µε αναπτυγµένη την αυτοσυνειδησία του283 και, το σηµαντικότερο, µε αναβαθµισµένη τη θέση του στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας, ύστερα από την επανάκτηση του ελέγχου στη Νότια Αραβία284 και τη σύσφιξη των διπλωµατικών του σχέσεων µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η αντίληψη ότι ο ρόλος του Αξούµ δεν περιορίζεται µόνο στα στενά όρια της αφρικανικής επικράτειάς του, αποτυπώνεται στα λόγια και τα έργα του Καλέµπ αφενός, αλλά και στην πολιτική και θρησκευτική εθνική τους αντίληψη, όπως αυτή διατυπώνεται στην Κέµπρα Ναγκάστ, αφετέρου. Ο 6ος αιώνας είναι η εποχή που οι Βυζαντινοί έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους στα ανατολικά και δυτικά παράλια της Ερυθράς Θάλασσας και στο εµπόριο που εκεί διεξάγεται. Οι συσχετισµοί δυνάµεων σε εκείνη την περιοχή απασχολούν σοβαρά τους αυτοκράτορες Ιουστίνο Α΄ και Ιουστινιανό. Τα µεγαλόπνοα οικουµενικά σχέδια του τελευταίου απαιτούν αξιοποίηση όλων των δυνάµεων της αυτοκρατορίας και η συστράτευση της εκχριστιανισµένης Αιθιοπίας επιδιώκεται µε µια σειρά διπλωµατικών αποστολών.285 Για πρώτη φορά στην ιστορία της Αιθιοπίας έχουµε αποστολές επίσηµων πρεσβειών, µε «θείας κελεύσεις», από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου προς τον βασιλέα του Αξούµ. Τα γεγονότα του 6ου αιώνα µε την κοινή δραστηριοποίηση Βυζαντίου και Αξούµ για την αντιµετώπιση του ιουδαϊκού κινδύνου στη Νότια Αραβία και την προσπάθεια δηµιουργίας δύναµης αντιπερισπασµού στο περσικό µονοπώλιο του Ινδικού Ωκεανού, χαράχτηκαν βαθιά στη µνήµη και την εθνική συνείδηση των Αιθιόπων. Βρίσκουµε λοιπόν στο έπος της Κέµπρα Ναγκάστ να αποτυπώνεται αυτή ακριβώς η µνήµη µε όλη τη συνακόλουθη ιδεολογία που προκάλεσε. Έτσι, για πρώτη φορά βλέπουµε µια ιδεολογία παγκόσµιας κυριαρχίας να διατυπώνεται στη βάση της αιθιοπικής αυτοσυνειδησίας. Το Αξούµ, καταρχήν εµφανίζεται ως µια πόλη που αποτελεί αναβίωση της Σιών.286 Είναι µια «Νέα Σιών» στην οποία συναντάται η Παλαιά και η Καινή ∆ιαθήκη. Ο περιούσιος λαός δεν είναι πια το Ισραήλ, αλλά οι Αξουµίτες που εµφανίζονται ως ένα νέο Ισραήλ. Οι Ιουδαίοι µε την άρνηση του Μεσσία Χριστού χάνουν την περίοπτη θέση τους από την ιστορία. Ο νέος περιούσιος λαός καταφέρνει να συνδυάσει την χριστιανική του
βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 87. σχετικά µε αυτό βλ. παρακάτω σελ. 143. 284 Που επιτεύχθηκε από τον προκάτοχο του Καλέµπ, βασιλιά Ταζένα, βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 123. 285 βλ. παραπάνω σελ. 88-91. 286 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 89, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 133.
283
282
141
πίστη µε την καταγωγή του από τις ρίζες του Αβραάµ και του ∆αυίδ.287 Έτσι οι ιδέες της «ανανέωσης» και της «αιωνιότητας»288 που βρίσκονται στη βάση της βυζαντινής ιδεολογίας, περνάνε, µέσω του χριστιανισµού, και στην κρατική ιδεολογία του Αξούµ. Παράλληλα, το Αξούµ διεκδικεί για τον εαυτό του τη θέση της Τρίτης Ρώµης,289 γεγονός που σηµαίνει ότι διαµορφώνει ένα κοσµοείδωλο στο οποίο ο ρόλος του είναι κυρίαρχος και οικουµενικός. Σύµφωνα µε την Κέµπρα Ναγκάστ, ο Ιουστίνος και ο Καλέµπ, σε συνάντησή τους στην Ιερουσαλήµ, µοίρασαν µεταξύ τους τον κόσµο.290 Η διανοµή αυτή έγινε ανάµεσα στους δύο βασιλείς, που και οι δύο είναι απόγονοι του Σολοµώντα και οι οποίοι, µε τον τρόπο αυτό, πραγµατώνουν την προφητεία του Σολοµώντα που προέβλεπε ότι τα παιδιά του θα είναι αυτά που θα κυριαρχήσουν στον κόσµο, εξαφανίζοντας αυτούς που λατρεύουν τα είδωλα.291 Ο ρόλος αυτός επιφυλάχθηκε για τις Αυτοκρατορίες της Ρώµης (Κωνσταντινούπολης, Νέας Ρώµης, Νέας Ιερουσαλήµ)292 και του Αξούµ (Νέας Σιών, Τρίτης Ρώµης), αφού οι Ισραηλίτες δεν µπόρεσαν να αντιληφθούν το νόηµα της έλευσης του Χριστού κι έτσι έκαναν το Θεό να αποστρέψει το πρόσωπό του από αυτούς.293 Όµως τελικά η µόνη που κατάφερε να διατηρήσει αλώβητη την ορθή πίστη είναι η Αυτοκρατορία του Αξούµ, αφού αυτή της Ρώµης κατέστρεψε την πίστη της εξαιτίας των αιρέσεων.294 Στην πίστη που προβάλλουν οι Αιθίοπες για τη διανοµή της Οικουµένης, ανιχνεύονται δύο ακόµα βυζαντινές ιδέες. Η µία είναι αυτή της δυαρχίας πάνω στην οποία έχει στηρίξει την πολιτική της η πρώιµη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.295 Όλη η εξωτερική πολιτική µέχρι και τον 6ο αιώνα στηρίζεται στην αποδοχή δυο δυνάµεων που κυβερνούν τον κόσµο, της Κωνσταντινούπολης και της Κτησιφώντος. Το Βυζάντιο και η Περσία παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως τα δυο µάτια της Οικουµένης και, παρόλο που καµιά από τις δυο δυνάµεις δεν απεµπολεί τα σχέδιά της για παγκόσµια κυριαρχία, όµως τελικά, στα πλαίσια της χάραξης µιας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής, αποδέχονται αυτό το δίπολο και κινούνται στα όριά του. Η άλλη είναι η αντίληψη για την έννοια αυτή της Οικουµένης, που πια δεν είναι η Ρωµαϊκή αλλά η Χριστιανική.296 Τα όρια της οικουµενικότητας του Βυζαντίου επεκτείνονται σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσµο. Με το ίδιο σκεπτικό ο οικουµενικός ρόλος του Αξούµ επεκτείνεται σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσµούς που αποτελούν και το σύνολο του κόσµου τον οποίο διανείµουν µεταξύ τους οι δύο αυτοκράτορες. Συνδεδεµένος µε την αντίληψη για τη Χριστιανική Οικουµένη, που ενστερνίζεται το κράτος του Αξούµ ως απόρροια των επαφών του µε τη
βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 121-130, 170-173. βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ.113, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 49-50, McCRINDLE, Christian Topography, σελ. 74-75. 289 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 133, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 89. 290 βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 15-16, 171-174. 291 βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 28, 121-122. 292 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 49, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 6, ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 77, MANGO, Βυζάντιο. 293 βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 32, 91-95, 150-152, 170-171. 294 βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 125-126. 295 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 41-60, 334-338, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 131. 296 βλ. σελ. 73, 75 του παρόντος.
288
287
142
βυζαντινή πολιτική ιδεολογία, είναι και ο τρόπος µε τον οποίο αντιλαµβάνεται ο Καλέµπ, τον 6ο αιώνα, το ρόλο του κράτους του, σχετικά µε το γεγονός της εκστρατείας στη Νότια Αραβία. Η εκστρατεία αυτή είναι, όπως είδαµε, ένα από τα πιο σηµαντικά γεγονότα της αξουµιτικής ιστορίας. Κατά τη διεξαγωγή της βλέπουµε να προβάλλεται από τον Καλέµπ ένας ρόλος που µέχρι τότε δεν ήταν κυρίαρχος στην ιδεολογία του Αξουµιτικού κράτους : ο ιεραποστολικός και εκπολιτιστικός. Ο Καλέµπ ξεκινά τη δράση του στη χώρα των Οµηριτών έχοντας διαµορφώσει την αίσθηση του «σταυροφόρου». Πηγαίνει εκεί όχι µόνο για να προστατέψει τα αιθιοπικά εµπορικά και οικονοµικά συµφέροντα – παράµετρος κυρίαρχη και διόλου ευκαταφρόνητη – µα και για να εκχριστιανίσει τη χώρα, προσαρτώντας την στο κράτος του κι εξαλείφοντας έτσι την απειλή του εξιουδαϊσµού της. Κατά την αντίληψη των Αξουµιτών οι Οµηρίτες µένοντας µακριά από το Χριστιανισµό παραµένουν «βάρβαροι»297 και άρα το έργο του εκχριστιανισµού τους είναι κι εκπολιτιστικό. Έτσι ο Καλέµπ προβαίνει µετά τη νίκη του σε καταστροφή ειδώλων και συναγωγών και στην ανέγερση ναών.298 Επιβάλλει µάλιστα ως υποχρεωτικό το βάπτισµα.299 Και στο σηµείο αυτό διαπιστώνουµε την αφοµοίωση µιας ακόµα βυζαντινής ιδέας : µια εξουσία, ένας λαός, µια θρησκεία, ήταν κυρίαρχη θέση της βυζαντινής αντίληψης για το κράτος.300 Αυτή τη θέση φαίνεται να ενστερνίζεται ο Καλέµπ και να την εφαρµόζει στο υποτελές σε αυτόν κράτος των Οµηριτών. Το κράτος αυτό πρέπει να έχει µια θρησκεία σε όλη την έκταση που επεκτείνεται η εξουσία του εντολοδόχου του υποτελούς βασιλιά. Φυσικά πίσω από αυτή την πρακτική ανιχνεύουµε και την προσπάθεια στενότερης πρόσδεσης του κράτους µε τη χριστιανική Αιθιοπία. Όµως για τη χρησιµοποίηση του Χριστιανισµού ως µέσου για την προώθηση της εξωτερικής πολιτικής – επίσης βυζαντινή, κατά κύριο λόγο, πρακτική – θα κάνουµε λόγο παρακάτω. γ. Αυτοσυνείδηση i. Εθνική ταυτότητα
Είναι µάλλον νεολογισµός να µιλάµε για εθνική ταυτότητα των Αιθιόπων σε εκείνη τη µακρινή περίοδο της ιστορίας τους. Με την έννοια αυτή εννοούµε τη συνείδηση που φαίνεται να έχουν διαµορφώσει ότι αποτελούν µια οντότητα κρατική που έχει µια συνεχή πορεία από πολύ παλιά, µέσα από µια δυναστική συνέχεια, συγκεκριµένη οργάνωση πολιτική, κοινή πολιτιστική παράδοση που τους διαφοροποιεί από άλλους λαούς και φυλές και τους δίνει έναν ηγετικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή τους. Μιλήσαµε παραπάνω για την έννοια της «συνέχειας» που φαίνεται να έχει υιοθετηθεί ως αντίληψη από την κρατική ιδεολογία του Αξούµ. Κατ’ αυτήν, ο ρόλος και η δράση των Αξουµιτών, τον 6ο αιώνα, δεν είναι µια καινοφανής πολιτική χωρίς ιστορική δικαίωση και νοµιµοποιηµένες διεκδικήσεις. Πριν ξεκινήσει ο Καλέµπ την εκστρατεία του στην Νότια Αραβία, δίνει εντολή στον άρχοντα της Άδουλης, σύµφωνα µε τις
βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 115-117. βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 258-259, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 159-161. 299 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 155-168. 300 βλ. ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 42, MANGO, Βυζάντιο, σελ. 108.
298
297
143
πληροφορίες του Κοσµά Ινδικοπλεύστη, να του κάνει αντίγραφο των επιγραφών από τον «πτολεµαϊκό δίφρο» και να του το στείλει, έργο που ανατίθεται στον ίδιο τον Κοσµά.301 Είναι εύλογο να υποθέσουµε ότι αυτή η κίνηση του Καλέµπ δεν αποσκοπεί παρά στο να κατοχυρώσει ιστορικά τις διεκδικήσεις του στο κράτος των Οµηριτών, βάσει των προσαρτήσεων που είχε κάνει στη Νότια Αραβία, αιώνες πριν, ο ανώνυµος, για µας, προκάτοχός του στο θρόνο του Αξούµ. Άρα η παρέµβασή του εκεί δεν αποτελεί µια αυθαίρετη πράξη αλλά στηρίζεται σε ιστορικά δικαιώµατα.302 Ένα τέτοιο σκεπτικό όµως αποκαλύπτει πως οι έννοιες της δυναστικής και εθνικής συνέχειας υφίστανται στη συνείδηση των Αξουµιτών. Ο Καλέµπ αναγνωρίζει τον εαυτό του ως διάδοχο εκείνου του βασιλιά και το κράτος του συνιστά την ίδια κρατική οντότητα µε εκείνου. Αυτή την καλλιέργεια της ενότητας του λαού στο εσωτερικό του Αξούµ και της διαφοροποίησής του από τους άλλους, πρέπει να την ενίσχυσε ο εκχριστιανισµός του κράτους που εντάθηκε κατά τον 5ο και 6ο αιώνα. Είναι γνωστό πως ο Μ. Κωνσταντίνος πέρα από οποιαδήποτε θρησκευτικότητα, διέβλεψε τα πολιτικά οφέλη για την αυτοκρατορία του από την υιοθέτηση του Χριστιανισµού.303 Αυτή τη λειτουργία της θρησκείας ως συνεκτικού δεσµού στον πληθυσµό µια χώρας την αξιοποίησαν ασφαλώς και οι Αξουµίτες ηγέτες. Σίγουρα ο Εζανά διείδε αµέσως τα οφέλη που η νέα θρησκεία του προσέφερε σε σχέση µε την ασφαλέστερη σύνδεσή του µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. ∆ε θα ήταν ίσως λάθος να υποθέσουµε ότι η υπαγωγή του κράτους του στην προστασία του Βυζαντίου του προσέφερε ωφελήµατα και σχετικά µε την ενίσχυση της θέσης του στο εσωτερικό του κράτους του.304 Μια χώρα µε µορφολογία εδάφους που ευνοεί τη διάσπαση και µε πλήθος φυλών που έχουν βρεθεί στην ίδια κρατική οντότητα µε την επιβολή των όπλων δεν είναι πάντα εύκολο να τεθεί υπό έλεγχο. Η προβολή στοιχείων τέτοιων που θα µπορούσαν να λειτουργήσουν ως δεσµοί συνδετικοί ήταν αναγκαία. Η χριστιανική πίστη, που µάλιστα ενισχύει τη διεθνή θέση της χώρας, πολιτικά και οικονοµικά, είναι τέτοιο στοιχείο ενότητας. Με την προώθηση του Χριστιανισµού ως κοινής για το κράτος θρησκείας, δηµιουργούνται οι προϋποθέσεις εκείνες που θα σφυρηλατήσουν έναν ισχυρό συνεκτικό δεσµό ανάµεσα στις φυλές, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως σηµείο διαφοροποίησης σε σχέση µε γειτονικούς λαούς που παραµένουν παγανιστές. Και ο δεσµός αυτός δεν είναι µόνο θρησκευτικός αλλά γίνεται και πολιτιστικός, αφού µέσω της θρησκείας διαµορφώνονται ιδεολογίες, αντιλήψεις και τρόποι ζωής. Παράλληλα, για να γίνεται σεβαστή η ιερότητα του προσώπου του βασιλιά ως συγγενούς του Χριστού, πρέπει να απευθύνεται σε χριστιανούς υπηκόους. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πιστεύουµε ότι οι Αgau, από τις πιο απείθαρχες στην κεντρική εξουσία φυλετικές οµάδες, ήταν και αυτοί που αντιστάθηκαν περισσότερο σθεναρά στον εκχριστιανισµό τους, διατηρώντας έτσι ένα διαφοροποιητικό µηχανισµό.305 Κι ενώ αρχικά ο Εζανά υιοθετεί µια στάση ανεκτικότητας απέναντι στις
βλ. McCRINDLE, Christian Topography, Book 2. βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 245. 303 βλ. στο παρόν Εισαγωγή, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 8, ΖΑΚΥΝΘΗΝΟΣ, σελ. 42. 304 βλ. PETRIDES, Evangelisation, 1972, σελ. 229-230. 305 βλ. DORESSE, Ethiopia, σελ. 63-64, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 43.
302
301
144
θρησκευτικές δοξασίες των υπηκόων του και απλώς διακηρύσσει ο ίδιος την νέα του πίστη, ο Καλέµπ εφαρµόζει µια διαφορετική πολιτική. Γνωρίζουµε ότι µετά την εκχριστιανιστική προσπάθεια του Φρουµέντιου, ο Χριστιανισµός υιοθετείται ως θρησκεία από την άρχουσα τάξη που ακολουθεί τις επιλογές του βασιλιά, δεν έχει όµως ιδιαίτερα µεγάλη διάδοση στο λαό. Αυτό επιτυγχάνεται αργότερα µε τη δράση των Εννέα Αγίων και των άλλων µοναχών που εγκαθίστανται στο Αξούµ προερχόµενοι από τη βυζαντινή επικράτεια.306 Την περίοδο της βασιλείας του Καλέµπ, φαίνεται να έχει γίνει κατανοητή η ανάγκη ύπαρξης µιας θρησκείας στο κράτος. Έτσι βλέπουµε τον Καλέµπ να αναλαµβάνει τιµωρητική εκστρατεία εναντίον των Belew Kelew που, πεισµατικά παραµένοντας µη χριστιανοί, επιτίθενται εναντίον µοναχών από τους Tsadqan.307 Ίδια στάση που στόχο έχει την επιβολή του Χριστιανισµού, βλέπουµε να τηρεί, και µάλιστα πολύ πιο αυστηρά, στο κράτος των Οµηριτών. Ο Χριστιανισµός λοιπόν γίνεται το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί τους Αξουµίτες από τους γύρω τους λαούς και τους συντάσσει στο πλευρό του Χριστιανού ηγεµόνα τους. Σχετικά δε µε την ανεκτικότητα που ο Εζανά εφαρµόζει σε ότι αφορά τη διάδοση του Χριστιανισµού, συγκριτικά µε την αλλαγή πολιτικής κατά την περίοδο της δεύτερης διάδοσής του, θα θέλαµε να σηµειώσουµε ότι µια ανάλογη θρησκευτική πολιτική εφαρµόζεται κατά τις ίδιες περιόδους και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η πολιτική του Κωνσταντίνου απέναντι στις θρησκείες της αυτοκρατορίας του διέπεται από ένα πνεύµα ανεξιθρησκίας και θρησκευτικής ανοχής. Ο ίδιος άλλωστε δεν είχε βαπτισθεί Χριστιανός µέχρι το θάνατό του.308 Ο Χριστιανισµός δέχεται την κρατική στήριξη αλλά δεν επιβάλλεται τους πολίτες της Αυτοκρατορίας. Αντίθετα από τα τέλη του 4ου αιώνα επιβάλλεται πια σαν η µόνη αποδεκτή θρησκεία και µάλιστα διώξεις αντιµετωπίζουν όσοι δεν την αποδέχονται. Χαρακτηριστική ως προς αυτό η θρησκευτική πολιτική των αυτοκρατόρων Μ. Θεοδοσίου και Ιουστινιανού.309 Την ανάπτυξη της αυτοσυνειδησίας των Αιθιόπων τη βλέπουµε και στην εξέλιξη της γλώσσας τους. Βλέπουµε δηλαδή πως όσο η δύναµή τους επεκτείνεται και ενδυναµώνεται ο ρόλος τους στην περιοχή, τόσο και οι ίδιοι συνειδητοποιούν την ξεχωριστή τους υπόσταση, τη δυναµική τους και το δικό τους ρόλο, γεγονός που αποτυπώνεται και στη κλιµακούµενη χρήση της γκεέζ γλώσσας στις επιγραφές, που έρχεται να υποκαταστήσει τη χρήση της ελληνικής. Ο εµπλουτισµός και η τελειοποίηση της γλώσσας τους έτσι ώστε να καταστεί ένα πλήρες εκφραστικό εργαλείο, συµβαδίζει µε την ανάπτυξη της εθνικής τους υπόστασης. ii. Η εικόνα των Αξουµιτών για τους άλλους λαούς
Θα προσπαθήσουµε να δούµε, στο σηµείο αυτό, ποια ήταν η αντίληψη που είχαν οι Αξουµίτες για τον εαυτό τους σε σχέση µε τον τρόπο που έβλεπαν τους άλλους λαούς µε τους οποίους συνδέονταν. Και τέτοιοι ήταν κατά κύριο λόγο οι
βλ. σελ. 27, 79 σχ. 250, 80-81 του παρόντος. βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 125-126, MUNRO – HAY, Aksum, ch. 10:4. 308 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 43, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 188. 309 βλ. Ι.ΕΕ., τ. Ζ, σελ. 86, 193-199.
307
306
145
Ρωµαίοι / Βυζαντινοί, οι Πέρσες, οι Οµηρίτες και οι γειτονικές τους αφρικανικές φυλές. Οι Αξουµίτες, µε βάση την ιδεολογία που εκφράζεται στην Κέµπρα Ναγκάστ, φαίνεται να επιφυλάσσουν για τους εαυτούς τους την κύρια θέση στον κόσµο. Αποδέχονται την άποψη για µια υπερβατική, τρόπον τινά, σχέση που συνδέει τους βασιλείς όλου του κόσµου, οι οποίοι θεωρούνται ως απόγονοι του Σηµ.310 Καταρχήν µε δεσµούς αίµατος συνδέονται µεταξύ τους οι βασιλείς της Ρώµης / Βυζάντιου, Αιθιοπίας και Ισραήλ, ως απόγονοι του Σολοµώντα. Μόνο που ανώτερος απ’ όλους ως απόγονος του πρωτότοκου γιου, είναι ο βασιλιάς της Αιθιοπίας.311 Σ’ αυτόν εµπιστεύτηκε ο ίδιος ο Θεός τη φύλαξη της Κιβωτού της ∆ιαθήκης, εµπιστοσύνη που έχει ενισχυθεί και από το γεγονός ότι η Αιθιοπία είναι αυτή που – σύµφωνα µε την Κέµπρα Ναγκάστ – µένει πιστή στην ορθή πίστη.312 Όµως παρά την υπεροχή που διακηρύσσουν, φαίνεται να είχαν συνείδηση του κυρίαρχου ρόλου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της σχέσης εξάρτησης που τους συνδέει µε αυτή. Γιατί µε τη διάδοση του Χριστιανισµού, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία πετύχαινε και την πολιτιστική της επέκταση στους εκχριστιανισµένους λαούς.313 Από την Αλεξάνδρεια προέρχεται ο Πατριάρχης τους, στο Βυζαντινό αυτοκράτορα απευθύνονται, όταν αντιµετωπίζουν προβλήµατα µε την πλήρωση του πατριαρχικού θρόνου και, το πιο σηµαντικό, έχουν αποδεχτεί τον κανόνα της Νίκαιας που απαγορεύει να χρισθεί Αιθίοπας πατριάρχης κι επίσκοπος µε πλήρεις δικαιοδοσίες. Όταν ο Καλέµπ εκχριστιανίζει το κράτος των Οµηριτών, στον προερχόµενο από το Βυζάντιο επίσκοπο ανατίθεται η εκπόνηση των νοµικών κωδίκων του κράτους. Από δε την υποδοχή που επεφύλασσε στον απεσταλµένο του Ιουστινιανού, φαίνεται ο ιδιαίτερος σεβασµός που τρέφει για το πρόσωπο του Βυζαντινού αυτοκράτορα.314 Σταθερά βέβαια, προσπαθούν να διατηρήσουν εκείνη τη στάση που θα αποτρέπει την πιο ενεργή βυζαντινή ανάµειξη στα εσωτερικά τους µηνύµατα, γεγονός που φαίνεται από την αρχή κιόλας στην άρνηση του Εζανά να συναινέσει στην αποµάκρυνση του Φρουµέντιου.315 Στάση ανάλογη κρατά και ο Καλέµπ στην πρόταση του Ιουστίνου Α΄ για στρατιωτική σύµπραξη στην Νότια Αραβία.316 Και ίσως και η επιλογή του µονοφυσιτικού δόγµατος να εντάσσεται στην ίδια λογική τήρησης αποστάσεων.317 Τα αξουµιτικά νοµίσµατα318 είναι ένα ακόµα στοιχείο που δικαιολογεί την υπερηφάνεια των Αξουµιτών για το κράτος τους. Μόνοι αυτοί στην Αφρική µε δικά τους νοµίσµατα, διακηρύσσουν τη δύναµή τους και το ρόλο τους στο διεθνές εµπόριο. Το γεγονός όµως ότι στα νοµίσµατά τους υιοθετούν σε µεγάλο βαθµό την εµφάνιση των βυζαντινών δείχνει ότι, πέρα από τους πρακτικούς
βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 99-116, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 54-55. βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 9, 100-104, 128. 312 βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 168-169. 313 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 260, 320-321, Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 8, HENDRICKX, Remarks, σελ. 198. 314 βλ. ΜΑΛΑΛΑ, Χρονογραφία, σελ. 363-364. 315 βλ. σελ. 78 του παρόντος. 316 βλ. σελ. 70 του παρόντος. 317 ο.π. 318 βλ. παραπάνω στις ενότητες για τις Οικονοµικές σχέσεις και Οικονοµικές επιρροές.
311
310
146
λόγους αυτής της επιλογής, υπάρχει και µια έµµεση παραδοχή του κυρίαρχου ρόλου που αναγνωρίζουν στο Βυζάντιο, οικονοµικά και πολιτιστικά. Άλλωστε και η ίδια η σύνθεση της Κέµπρα Ναγκάστ αποδίδεται στην προσπάθειά τους να αποδείξουν την αρχαία τους καταγωγή319 και να στοιχειοθετήσουν την ιδεολογία που διαµορφώνουν σε σχέση µε τον «περιούσιο λαό», που θεωρούν ότι είναι. Η ανάγκη όµως να επιδείξουν αρχαιότατες ρίζες προκύπτει ως αποτέλεσµα της επαφής τους µε το χριστιανικό Βυζάντιο και υποκρύπτει τη διάθεση να αντιπαραβληθούν µαζί του,320 µετά τον 6ο αιώνα που νιώθουν αρκετά περήφανοι από το ρόλο τους στην Υεµένη και τη συνεργασία τους µε το Βυζάντιο, ώστε να το κάνουν αυτό. Η ιδιαίτερη θέση δίπλα στο Βυζάντιο στη διάρκεια του 6ου αιώνα, σε συνδυασµό µε την επικυριαρχία που πετυχαίνουν στην Νότια Αραβία, τους κάνει να µιλούν για τους Οµηρίτες αποκαλώντας τους «βάρβαρους».321 Ένας τέτοιος χαρακτηρισµός από τους Αιθίοπες για τους Νοτιοάραβες, που βρίσκονται στη βάση του δικού τους πολιτισµού, δείχνει αφενός το πόσο πολύ έχουν αποµακρυνθεί πια από τη σαβαϊκή επίδραση κι αφετέρου την δική τους εθνική υπερηφάνεια για το ρόλο που έχουν κατακτήσει στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας. ∆ικαιολογείται δε αυτός ο χαρακτηρισµός αποδιδόµενος σε µια κοινωνία αναπτυγµένη, µε αστικές δοµές και µακρά ιστορία, στη λογική του «πας µη Χριστιανός, βάρβαρος» - παραφράζοντας τη γνωστή ηροδότεια φράση – που λειτουργούσε στη σκέψη ενός λαού που µε ζήλο ιεραποστολικό προσπαθεί να ασκήσει το εκχριστιανιστικό του έργο στην περιοχή που έθεσε υπό τον στρατιωτικό του έλεγχο.322 Με την ίδια αίσθηση υπεροχής θα πρέπει να αντιµετώπιζαν οι Αξουµίτες και τις γειτονικές τους αφρικανικές φυλές – περισσότερο δικαιολογηµένη αυτή τη φορά – αφού βρίσκονταν υπό την εξουσία τους, υποτελείς τους και συµµορφούµενοι στους κανόνες τους. Αναφερόµενος ο Εζανά στους αρχηγούς των Beja, τους αποκαλεί «βασιλίσκους»,323 ονοµασία που είναι σαφέστατα υποδεέστερη του τίτλου του βασιλέα και σαφώς δείχνει τη θέση που το Αξούµ τους αναγνωρίζει έναντι του «Βασιλεύς των Βασιλέων», τίτλος µε τον οποίο αυτοαποκαλείται ο Αξουµίτης βασιλιάς.324 Το γεγονός δε ότι ένα µέρος του εµπορίου που διενεργείται από το Αξούµ είναι και αυτό της εµπορίας δούλων,325 δείχνει την εικόνα που οι Αξουµίτες είχαν για τους πληθυσµούς της ενδοχώρας δυτικά και νότια του κράτους τους. Στο σηµείο αυτό αξίζει να ανατρέξουµε πάλι στην Κέµπρα Ναγκάστ. Εκεί γίνεται λόγος για την ευλογία που έδωσε ο Νώε στον γιο του Σηµ να είναι κύριος των αδελφών του. Αντίθετα
Ακόµα και σήµερα η επιλογή από τον ίδιο το λαό του ονόµατος Αιθιοπία για το κράτος τους σε αντικατάσταση αυτού της Αβησσυνίας δείχνει την ιδεολογία που θέλουν να προβάλλουν σχετικά µε την αρχαιότητα του λαού τους στο στερέωµα των ιστορικών λαών και τη σύνδεση που θεωρούν ότι έχουν µε τους Έλληνες από την εποχή κιόλας του Οµήρου, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη Αιθίοπας. 320 Την άποψη αυτή υποστηρίζουν οι A. H. M. Jones και E. Monroe ερµηνεύοντας τη γένεση του θρύλου της Κέµπρα Ναγκάστ. Βλ. JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 16. 321 βλ. παραπάνω σελ. 143 322 ο.π. 323 DAE, IV, no 4, HENDRICKΧ, Documents, σελ. 53 στιχ. 18-19, 28. 324 ο.π. στ. 5. 325 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 391.
319
147
τον Χαµ τον βάραινε η κατάρα να είναι υπηρέτης του Σηµ.326 Οι ίδιοι οι Αιθίοπες θεωρούν τους εαυτούς τους απογόνους του Σηµ. Άλλωστε και η Κέµπρα Ναγκάστ είναι ο εθνικός τους θρύλος πάνω στον οποίο βασίζουν αυτή τους την καταγωγή. Η αντίληψη λοιπόν που είχαν υιοθετήσει σχετικά µε τη σηµιτική τους καταγωγή, τους τροφοδοτεί µε ένα αίσθηµα υπεροχής έναντι των άλλων αφρικανικών φύλων που δεν διεκδικούσαν µια τέτοια καταγωγή. Τέλος, ενδιαφέρον έχει και η άποψή τους για τους Πέρσες. Τους θεωρούν και αυτούς απογόνους του Σηµ,327 όπως άλλωστε κι όλους τους βασιλείς του κόσµου. Όµως δε φαίνεται να έχουν κάποια ιδιαίτερα εξέχουσα θέση στην εικόνα τους για τον κόσµο. Στη βάση της ιστορικής πραγµατικότητας, οι Αιθίοπες δεν φαίνεται να είχαν ιδιαίτερες άµεσες επαφές µε το βασίλειο της Περσίας. Οι σχέσεις τους µε αυτό δεν είχαν υπάρξει ποτέ άµεσα εχθρικές έως τα τέλη του 6ου αιώνα, που η κατάκτηση του κράτους των Οµηριτών από τους Πέρσες ήταν η αρχή του τέλους για το ρόλο της Αιθιοπίας στην Ερυθρά Θάλασσα. Θα µπορούσε να ειπωθεί µάλιστα ότι η απροθυµία τους να εµπλακούν σε πόλεµο µε τους Πέρσες, όταν τους ζητήθηκε από τον Ιουστινιανό, είναι και ενδεικτικό της ουδετερότητας µε την οποία προσπαθούν να αντιµετωπίσουν τη βυζαντινο-περσική διαµάχη, όταν δεν αφορά άµεσα τα δικά τους ζωτικά συµφέροντα.328 iii. Η εικόνα των Βυζαντινών για τους Αξουµίτες
Κλείνοντας την αναφορά µας στην πολιτική ιδεολογία του Αξούµ, θεωρούµε σκόπιµο να αναφερθούµε και στην εικόνα που φαίνεται να έχουν οι Βυζαντινοί για τους Αξουµίτες. Η εικόνα αυτή σε καµιά περίπτωση δεν σχετίζεται µε αυτή που είδαµε ότι είχαν οι Αξουµίτες για τον εαυτό τους, έτσι όπως την εξέφρασαν συνθέτοντας τον εθνικό τους µύθο, την Κέµπρα Ναγκάστ. Για τους Βυζαντινούς οι Αξουµίτες δεν είναι παρά µια χώρα που εντάσσεται στην Χριστιανική Οικουµένη, επί της οποίας θεωρούν δεδοµένη την κυριαρχία τους. Με τον εκχριστιανισµό τους προσδένονται µε σταθερούς δεσµούς πολιτικής φιλίας µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κι έτσι γίνονται ο υποστηρικτής των συµφερόντων της στην περιοχή τους.329 Παρά την ένταξή τους από τον Μανί στα µεγάλα βασίλεια του κόσµου,330 οι Βυζαντινοί δε φαίνεται να τους αναγνωρίζουν άλλη θέση πέρα από αυτή των περιφερειακών χριστιανικών λαών που αναγνωρίζουν την Βυζαντινή «δεσποτεία».331 Για τη χριστιανική αντίληψη οι Αιθίοπες είναι από τους λαούς στις εσχατιές το κόσµου, που δέχονται το σωτήριο µήνυµα του Ευαγγελίου και έτσι «για τη βασιλεία των ουρανών γίνονται λευκοί».332 ∆εν αντιµετωπίζονται, προφανώς, µε φυλετική προκατάληψη από τους Βυζαντινούς, απλά είναι και αυτοί δέκτες της βυζαντινής νοοτροπίας που αντιµετωπίζει µε υπεροψία τους µη Ρωµαίους.
βλ. KEBRA NAGAST, σελ. 9. βλ. KEBRA NAGAST, σελ.110-111. 328 βλ. σελ. 33 του παρόντος. 329 βλ. ΖΑΚΥΝΘΗΝΟΣ, Ιστορία, σελ. 112-113. 330 βλ. σελ. 20 του παρόντος. 331 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 132. 332 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 59, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 196-198.
327
326
148
Όταν ο Κωνστάντιος απευθύνεται στους βασιλείς της Αιθιοπίας Εζανά και Σαζανά τους αποκαλεί «αδελφούς τιµιώτατους».333 Όµως αυτό δε σηµαίνει ότι τους τοποθετεί δίπλα του ως ισότιµους.334 «Αδελφό» προσφωνούσε και τον Πέρση βασιλέα335 µε τον οποίο τον συνδέει µια σχέση «ισότιµης αντιπαλότητας» κι ο οποίος αναγνωρίζεται από το Βυζάντιο σαν ο δεύτερος πόλος µιας δυαρχίας που φαίνεται να χαρακτηρίζει το πολιτικό σκηνικό της εποχής.336 Η γλώσσα που χρησιµοποιεί στο κείµενο που έχουµε υπόψη µας έτσι όπως διασώζεται στην Απολογία του Αθανασίου,337 είναι αυστηρή, συµβουλευτική και θα µπορούσαµε να πούµε ότι εκφράζει «πατρικό» ενδιαφέρον για το χριστιανικό ποίµνιο της άλλης χώρας. Από την άλλη ο Αθανάσιος παραθέτοντας την επιστολή λέει ότι αυτή απευθύνθηκε στους «τυράννους» τη χώρας.338 Ακόµα κι αν δεχθούµε ότι αυτός ο τίτλος αποδίδεται από τον Αθανάσιο κι όχι από του αυτοκράτορα Κωνστάντιο, όµως στην επίσηµη βυζαντινή διπλωµατία δεν έχει ποτέ αποδοθεί σε Αιθίοπα ο τίτλος του βασιλέως.339 Ύφος αυστηρό φαίνεται να έχει και η υποτιθέµενη επιστολή του Ιουστίνου Α΄ προς τον Καλέµπ.340 Η διπλωµατικές αποστολές του Ιουστινιανού προς το Αξούµ δείχνουν την ιδιαίτερη σηµασία που απέκτησε για την προώθηση των συµφερόντων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τον 6ο αιώνα. Όµως οι αναφορές των βυζαντινών ιστορικών, όπως π. χ. ο Μαλάλας, όπου υπάρχει µια ασάφεια ως προς τα γεγονότα και τα ονόµατα, µας δίνουν την εντύπωση ότι περιφερειακό µόνο ρόλο αναγνωρίζουν οι Βυζαντινοί στους Αξουµίτες. Με τη χαρά δε που αναφέρουν ότι έδειξε ο Αιθίοπας βασιλιάς για αυτές τις αποστολές, υπογραµµίζουν περισσότερο την αξία που είχε για αυτόν η φιλία που του δείχνει η Βυζαντινή Αυτοκρατορία.341 2. Κοινωνική ιδεολογία Οι γνώσεις µας για την αξουµιτική κοινωνία είναι πολύ περιορισµένες. Πολύ λίγα πράγµατα γνωρίζουµε για την δοµή και τη συγκρότησή της κι ακόµα λιγότερα για τις αρχές και τις ιδέες που τη διέπουν. Έτσι δεν είναι εύκολο να ανιχνεύσουµε πιθανές βυζαντινές επιρροές στην ιδεολογία που χαρακτηρίζει αυτή την κοινωνία. Με δεδοµένο όµως ότι η χριστιανική διδασκαλία που διαδόθηκε στη χώρα φέρει τη σφραγίδα της θρησκευτικής, πολιτικής και πολιτιστικής σκέψης του Βυζαντίου, µπορούµε να αποτολµήσουµε τον
βλ. HENDRICKΧ, Documents, σελ. 61-63. Οι ξένοι ηγεµόνες θεωρούνταν κατώτεροι από το Βυζαντινό αυτοκράτορα, βλ. ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, σελ. 82. 335 βλ. Ι.Ε.Ε., τ. Ζ, σελ. 20. 336 βλ. ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 334-346. 337 βλ. παραπάνω σχ. 333. 338 ο.π. 339 βλ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι, σελ. 110, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 172, 266. 340 βλ. HENDRICKΧ, Documents, σελ. 66-69. 341 «απεδέχθη µετά χαράς πολλής ως εφιεµένω την φιλίαν του βασιλέως Ρωµαίων» αναφέρει ο Θεοφάνης, ενώ στο ίδιο πνεύµα ο Μαλάλας «µετά χαράς πολλής εξενίσθη ο βασιλεύς Ινδών, ότι δια πολλών χρόνων ηξιώθη µετά του βασιλέως Ρωµαίων κτήσασθαι φιλίαν», ο.π.
334
333
149
εντοπισµό κάποιων επιρροών στην ιδεολογία που διέπει τις θρησκευτικές τους πρακτικές, την αίσθηση περί δικαίου, και την οικογένεια. Καταρχήν, όπως είναι φυσικό, στις θρησκευτικές τους πρακτικές δε συµπεριλαµβάνεται πια η θυσία. Έτσι στη θέση του αφιερώµατος αιχµαλώτων και ζώων για θυσία στον Mahrem, που χάρισε στο βασιλιά τη νίκη, βλέπουµε τον Καλέµπ να αφιερώνει εκκλησίες, τις οποίες στολίζει µε πολύτιµα αντικείµενα. Η προσφορά πολύτιµων δώρων στο Θεό, όπως π.χ. η αφιέρωση του στέµµατος του Καλέµπ στο ναό του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυµα, είναι µια πρακτική που δε συνηθιζόταν παλιότερα. Μέσα από τις επιγραφές βλέπουµε τον Χριστιανό Εζανά να δικαιολογεί την επίθεση εναντίον των Βεγά, αναφερόµενος σε κανόνες δικαίου που αυτοί παραβίασαν και κάνοντας λόγο για την προστασία των δικαιωµάτων των ασθενέστερων φυλών. Στη συνέχεια δεσµεύεται να κυβερνήσει µε δικαιοσύνη και επιείκεια. Αυτές οι διακηρύξεις εκ στόµατος του ηγεµόνα, µας κάνουν να υποθέτουµε συνακόλουθες επιδράσεις και στα κοινωνικά ήθη. Εκεί δε που η θέση της Εκκλησίας θα πρέπει να υπήρξε καθοριστική είναι στην κατοχύρωση της ιερότητας του θεσµού της οικογένειας. Αν κρίνουµε από τους Νόµους των Οµηριτών, η οικογένεια προστατεύεται από µια σειρά νόµων που θέτουν σε αυστηρό έλεγχο τη σεξουαλική ζωή και τη θέτουν αυστηρά εντός των ορίων του γάµου. Η δε πολυγαµία είναι απολύτως καταδικαστέα. Με δεδοµένο ότι οι νόµοι αυτοί αφορούν ένα κράτος που βρίσκεται υπό την αξουµιτική επικυριαρχία – ακόµα κι αν δεν εφαρµόστηκαν, όπως πολλοί υποστηρίζουν – όµως µας δίνουν ένα στίγµα αυτής της κοινωνίας που λειτουργεί σε σύνδεση µε την αξουµιτική. Ο ιεραποστολικός δε ζήλος του Καλέµπ κατά τη δράση του στους Οµηρίτες σε συνδυασµό µε την έλλειψη ανεκτικότητας που δείχνει ως προς την άρνηση κάποιων να δεχτούν τον εκχριστιανισµό τους, µας οδηγεί στο συµπέρασµα ότι εντός των ορίων του κράτους του τα χριστιανικά ήθη θα πρέπει να ήταν τα µόνα αποδεκτά. Άλλωστε η Κέµπρα Ναγκάστ είναι απολογητική, όταν κάνει λόγο για την πολυγαµία του Σολοµώντα, γεγονός που σηµαίνει ότι, κατ’ αυτήν, δεν είναι αποδεκτή πρακτική. Και αργότερα η Fetha Nagast, που ίσχυσε ως νοµικός κώδικας, την καταδικάζει. Άρα κάτω από την επίδραση του Χριστιανισµού και σε στενή επαφή µε το βυζαντινό κόσµο, δεν είναι µόνο η γλώσσα, η ενδυµασία και η τέχνη που επηρεάζεται αλλά και η κοινωνία στο σύνολό της, στα ήθη, στις αντιλήψεις της και στις συµπεριφορές της.
ΣΤ. ∆ιπλωµατία Έχουµε ήδη κάνει λόγο για τις επιρροές που το Βασίλειο του Αξούµ δέχτηκε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε ότι αφορά την πολιτική του οργάνωση καθώς και για τη συµµετοχή βυζαντινών σε τοµείς οικονοµικούς αλλά και διοικητικούς του κράτους αυτού. Οι επιρροές αυτές δε σηµειώθηκαν µόνο στην ιδεολογία που αυτό το κράτος και η κοινωνία του διαµόρφωσαν, αλλά επέδρασαν επίσης και στον τρόπο που οργάνωσε την εξωτερική του πολιτική και διαµόρφωσε τις σχέσεις του µε τους άλλους λαούς. Υπάρχουν εκδηλώσεις στην διπλωµατία και την εξωτερική πολιτική αυτού του κράτους που να φέρουν τη σφραγίδα του Βυζαντίου.
150
Μιλήσαµε ήδη για τις διπλωµατικές επαφές ανάµεσα σε Βυζαντινή Αυτοκρατορία και Αξούµ.342 Γνωρίζουµε επίσης πως Αξουµίτες απεσταλµένοι έχουν βρεθεί σε αποστολές στο κράτος των Οµηριτών,343 στους Νοβάδες,344 στην Περσία345 και όπου τα συµφέροντα του κράτους τους οδηγούν. Είχε διαµορφωθεί λοιπόν ένα πρωτόκολλο σχετικό µε τη διπλωµατία. Την ύπαρξή του διαπιστώνουµε στην περιγραφή της αποστολής του Ιουστινιανού προς τον Καλέµπ.346 Εκεί διαπιστώνουµε να τηρούνται κάποιοι κανόνες κι ένα ορισµένο τυπικό σύνηθες για τους βυζαντινούς.347 Το τυπικό αυτό γνωρίζει, προφανώς, η Αυλή του Καλέµπ και το εφαρµόζει. Καταρχήν η µεγαλοπρέπεια µε την οποία εµφανίζεται ο Καλέµπ κατά την υποδοχή του Βυζαντινού απεσταλµένου, αν και διαφέρει σηµαντικά από αυτή του Βυζαντινού αυτοκράτορα, όµως αποσκοπεί στον ίδιο ακριβώς στόχο, στον εντυπωσιασµό.348 Παρουσιάζεται µε τη συνοδεία του, περιβεβληµένος τον πλούτο του, δέχεται τη φιλοφρονητική προσκύνηση του πρέσβεως, του απευθύνει ασπασµό, ανταλλάσσει δώρα και αποστολές µε το Βυζαντινό αυτοκράτορα και όλα αυτά σε µια προσπάθεια να φανεί ισάξιός του. Το «ειρήνης φίληµα»349 στον «Ρωµαίο πρεσβευτή» είναι επιπλέον ενδεικτικό της φιλίας του προς το Βυζάντιο και της αποδοχής της οποία τυγχάνει η αποστολή αυτή, µε την οποία αναβαθµίζεται ρόλος του Αξούµ στην πολιτική σκηνή της εποχής. Τον 4ο αιώνα βλέπουµε τον βασιλιά Εζανά να εφαρµόζει µια συµπεριφορά που θυµίζει έντονα την πρακτική του ∆ιοκλητιανού για την αντιµετώπιση των προβληµάτων στο νότιο σύνορο της Αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο.350 Ο Εζανά, αντί να λεηλατήσει, να αιχµαλωτίσει και να καταστρέψει τις φυλές των Βεγά µε τους οποίους βρίσκεται σε πόλεµο – συµπεριφορά συνήθης των νικητών Αξουµιτών – τους µεταφέρει σε άλλη περιοχή της χώρας του και τους εγκαθιστά εκεί, αναλαµβάνοντας µάλιστα να τους τροφοδοτήσει κατά τη µεταφορά και να τους εφοδιάσει τα απαραίτητα για τη νέα τους εγκατάσταση.351 Η µετακίνηση αυτή εξυπηρετεί προφανώς κάποιες εσωτερικές ισορροπίες και είναι εύλογο να συνδεθεί µε την ανάλογη του ∆ιοκλητιανού. Στην χριστιανική και µονοθεϊστική επιγραφή του Εζανά, όπως επίσης και στην προσπάθεια του Καλέµπ να στοιχειοθετήσει ιστορικά κυριαρχικά δικαιώµατα στη Νότια Αραβία, πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του στη χώρα των Οµηριτών, βλέπουµε την αποδοχή κανόνων που προβάλλονται από τον ελληνορωµαϊκό / βυζαντινό κόσµο, όπως είναι αυτοί για την ύπαρξη ενός δικαίου που αφορά τον πόλεµο, ενός «bellum justum», και τον δικαιώνει ηθικά
βλ. παραπάνω, κεφ. δεύτερο, ∆.. βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 221-222. 344 DAE, IV, no 11. 345 Παραδίδεται η µαρτυρία ότι µε µεσολάβηση Αιθιόπων απεσταλµένων απελευθερώθηκε από τους Πέρσες Χριστιανός επίσκοπος που είχε κατηγορηθεί από τους νεστοριανούς και φυλακιστεί. Βλ. DORESSE, Ethiopia, σελ. 85. 346 βλ. ΜΑΛΑΛΑ, Χρονογραφία σελ. 363-364. 347 βλ. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγές, σελ. 123-127. 348 βλ. HENDRICKX, Remarks, σελ. 199-200. 349 βλ. ΜΑΛΑΛΑ, Χρονογραφία σελ. 364. 350 βλ. παραπάνω κεφ. δεύτερο, Β 3. 351 ο.π.
343
342
151
κι ενός «jus gentium» που εµφανίζεται να προασπίζει ο Εζανά, δικαιολογώντας µε κριτήρια ηθικά τον πόλεµό του εναντίον των Νόβα.352 Ιδιαίτερα δε αξιοσηµείωτος είναι ο τρόπος µε τον οποίο φαίνεται να αντιλαµβάνεται ο Καλέµπ την πολιτική διάσταση της θρησκείας. Ενστερνίζεται λοιπόν τη βυζαντινή ιδέα της Χριστιανικής Οικουµένης στην οποία ο αυτοκράτορας γίνεται «το εκλεκτό όργανο του Θεού για τη διάδοση της πίστης»353 και επιφυλάσσει για τον εαυτό του έναν τέτοιο ρόλο. Χαράζει δηλαδή την πολιτική του στη Νότια Αραβία επικουρούµενος από αυτή την αντίληψη. Η προστασία των Χριστιανών της Υεµένης και η ανάγκη της αποτροπής του κινδύνου της ιουδαϊκής εξάπλωσης τον κάνουν να χρισθεί σταυροφόρος στον «ιερό σκοπό» της διάδοσης του Χριστιανισµού. Πέρα από τα οικονοµικά κίνητρα της εκστρατείας βλέπουµε και το ζήλο του ιεραποστόλου που θεωρεί καθήκον του να εκχριστιανίσει και να εκπολιτίσει τους «βάρβαρους» Οµηρίτες. Η εξωτερική πολιτική λοιπόν τη Αιθιοπίας χρησιµοποιεί το εργαλείο της θρησκείας για να πετύχει την υλοποίηση των σκοπών της και να νοµιµοποιήσει τη δράση της, µε τρόπο ανάλογο µε αυτόν που από τον 4ο αιώνα είχε αρχίσει να εφαρµόζει η βυζαντινή εξωτερική πολιτική και διπλωµατία και που συνεχίζει να χρησιµοποιεί, έτσι ώστε να παρέµβει και να αξιοποιήσει προς ίδιον όφελος τη σύγκρουση Αιθιόπων – Οµηριτών.354 Την αξιοποίηση του Χριστιανισµού από τον Καλέµπ για την εξυπηρέτηση της εξωτερικής πολιτικής, την βλέπουµε να εκδηλώνεται όχι µόνο επί της ουσίας, αλλά και σε θέµατα τυπικού και τελετουργίας. Βλέπουµε λοιπόν τον Καλέµπ να βαπτίζει τον ορισµένο από αυτόν βασιλέα των Οµηριτών, Εσιµιφαίο, να τον ενδύει βασιλικά ενδύµατα και να του δίνει συµβούλους επίκουρους στο έργο της διακυβέρνησης του κράτους του. ∆εν αρκείται δηλαδή απλώς στο να τον καταστήσει φόρου υποτελή. Όλη όµως η παραπάνω τελετουργία ήταν το τυπικό που επικύρωνε τη συµµαχία που το Βυζάντιο παγίωνε µε εκχριστιανισµένους από αυτό ηγεµόνες οι οποίοι µε αυτό τον τρόπο αναγνώριζαν τις δικαιοδοσίες του.355 Στην ίδια περίπτωση, βλέπουµε τον Καλέµπ – σύµφωνα µε το Βιβλίο των Οµηριτών – να στέλλει στην Αιθιοπία 50 µέλη της βασιλικής οικογένειας των Οµηριτών. Προφανώς είναι ένα είδος οµήρων, που εξασφαλίζουν µε την παρουσία τους στην Αιθιοπία, την ευπείθεια και υποταγή του λαού τους. Μια ανάλογη όµως πρακτική δεν έχει καταγραφεί σε κάποια από τις επιγραφές που αναφέρονται σε προηγούµενες κατακτήσεις των Αξουµιτών, ήταν όµως συνήθης πρακτική της βυζαντινής διπλωµατίας.356 Παρέµβαση του Αξούµ, µε στόχο τον εκχριστιανισµό των πληθυσµών, βλέπουµε και στην Alodia, το νοτιότερο από τα χριστιανικά βασίλεια της Νουβίας και πλησιέστερο στο Αξούµ, την ίδια περίοδο.357
DAE, IV, no 11, HENDRICKΧ, Documents, σελ.56-61, 81-86. βλ ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 60-61. 354 βλ. παραπάνω στα αντίστοιχα κεφάλαια. 355 βλ. BROWN, Ύστερη Αρχαιότητα, σελ. 164. 356 βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 192-193. 357 βλ. MUNRO – HAY, Aksum, ch. 10:4.
353
352
152
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ Κλείνοντας την παρούσα εργασία µας θα επιχειρήσουµε µια ανακεφαλαίωση των κυριότερων συµπερασµάτων στα οποία οδηγηθήκαµε κατά τη µελέτη των σχέσεων και επιρροών που αναπτύχθηκαν ανάµεσα στο Βασίλειο του Αξούµ και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στο διάστηµα από τον 4ο έως και τον 6ο µεταχριστιανικό αιώνα. Καταρχήν, το κράτος αυτό αναπτύχθηκε σε µια περιοχή ζωτικής σηµασίας για τα ρωµαϊκά / βυζαντινά συµφέροντα. Η Ερυθρά Θάλασσα ήταν η ουσιαστική συνέχεια της Μεσογείου ως η κύρια θαλάσσια σύνδεσή της µε τον Ινδικό Ωκεανό. Ως εκ τούτου ήταν ένας από τους κυριότερους εµπορικούς άξονες που συνέδεε το ρωµαϊκό / βυζαντινό εµπόριο µε την Ανατολή και τα πολύτιµα, περιζήτητα προϊόντα της. Με προβληµατική πολύ συχνά την κατάσταση στη χερσαία σύνδεση µε την Ανατολή – λόγω διέλευσης των χερσαίων δρόµων από το χώρο της αντίπαλης δύναµης, της Περσίας, που χρησιµοποίησε αυτή τη θέση της ως µοχλό πίεσης των Βυζαντινών – η θαλάσσια οδός και η διατήρηση του ελέγχου της είχε αποβεί κυρίαρχο µέληµα της βυζαντινής πολιτικής. Έτσι το Βασίλειο του Αξούµ εκχριστιανίστηκε και αποτέλεσε τον προασπιστή των βυζαντινών συµφερόντων στην περιοχή. Ταυτόχρονα, µε τον εκχριστιανισµό, γίνονται πολύ στενότεροι και οι πολιτικοί, πολιτιστικοί και ιδεολογικοί δεσµοί ανάµεσά τους. Ο εκχριστιανισµός του Αξούµ δεν ήταν γεγονός που συντελέστηκε ερήµην της βυζαντινής πολιτικής. Οι βυζαντινοί έµποροι που πρώτοι αυτοί, σε συνεργασία µε τον Φρουµέντιο, έδρασαν δυναµικά ώστε να δηµιουργηθούν στο Βασίλειο του Αξούµ οι πρώτες οργανωµένες χριστιανικές κοινότητες, είχαν διαβλέψει την ενίσχυση της θέσης τους που αυτός ο θρησκευτικός προσανατολισµός του κράτους τους εξασφάλιζε. Με την κίνηση αυτή περιοριζόταν ο κίνδυνος εξάπλωσης του Ιουδαϊσµού και στην Αιθιοπία. Ο Ιουδαϊσµός είχε ήδη αποκτήσει πολύ ισχυρά ερείσµατα στις ανατολικές ακτές της Ερυθράς Θάλασσας και στην Υεµένη και – όπως αποκαλύπτεται και από την Κέµπρα Ναγκάστ – ασκούσε και στην Αιθιοπία ισχυρή επίδραση. Η ενίσχυση του ιουδαϊκού στοιχείου όµως, όπως αποδεικνύεται από την κρίση του 6ου αιώνα στην Υεµένη, ήταν άκρως βλαπτική για τα βυζαντινά εµπορικά συµφέροντα. Θεωρούµε λοιπόν ότι τόσο οι εσωτερικές κρίσεις που σοβαρότατα πιθανολογούνται πριν τη βασιλεία του Εζανά, όσο και αυτές που παρεµπόδισαν την άµεση επέµβαση του Καλέµπ στην Υεµένη, δεν είναι ασύνδετες µε προσπάθειες ιουδαϊκής διείσδυσης και εδραίωσης στο εµπόριο των δυτικών παραλίων της Ερυθράς Θάλασσας. Ο εκχριστιανισµός εποµένως του Βασιλείου του Αξούµ αποτέλεσε σηµαντικό παράγοντα εξασφάλισης των συµφερόντων των Βυζαντινών εµπόρων που από παλιά είχαν διεισδύσει στα συνδεδεµένα µε τον ελληνικό κόσµο εµπορεία της Ανατολικής Αφρικής. Πέρα λοιπόν από το οπωσδήποτε υπαρκτό θρησκευτικό ζήλο, η εµπορική δραστηριότητα συνεπικουρείται από τη θρησκεία. Το ίδιο το Αξούµ αναπτύχθηκε κι εξελίχθηκε σε µεγάλη οικονοµική δύναµη στην Ερυθρά Θάλασσα χάρη στην εµπορική του σύνδεση µε την ελληνική εµπορική δραστηριότητα στην περιοχή. Η στενότερη σύνδεση µε το βυζαντινό εµπόριο εξασφάλιζε και για το κράτος αυτό οικονοµικά οφέλη που συνέβαλαν στην ακµή του. Εµπορευόµενοι από την Άδουλη το ελεφαντόδοντο της Ανατολικής Αφρικής, οι Αξουµίτες προήχθησαν σε κύρια δύναµη του εµπορίου µε την αφρικανική ενδοχώρα, ενώ παράλληλα το λιµάνι τους έγινε και κύριος 153
σταθµός του διαµετακοµιστικού εµπορίου της Ανατολής. Έτσι, τα αξουµιτικά εµπορικά πλοία κατάφεραν να συναγωνιστούν και σε σηµαντικό βαθµό να υποκαταστήσουν την πολύ παλιότερη υεµενίτικη ναυτιλιακή δραστηριότητα στον Ινδικό Ωκεανό. Τη συστράτευση βυζαντινών και αξουµιτικών εµπορικών συµφερόντων την αποδεικνύει περίτρανα η από κοινού συνεννόηση για παρέµβαση στη Νότια Αραβία και η υπαγωγή του κράτους των Οµηριτών σε αξουµιτικό έλεγχο. Η δε σηµασία που έδιναν στην εδραίωση του Χριστιανισµού ως παράγοντα για τη δηµιουργία και διατήρηση ασφαλών σχέσεων, φαίνεται και από την αναγκαστική υπαγωγή στο Χριστιανισµό του κράτους των Οµηριτών, ύστερα από την εκχριστιανιστική δράση εκεί των Αιθιόπων και µε τη συµµετοχή Βυζαντινών. Το εµπόριο σε πολλές περιπτώσεις αποτέλεσε τον άξονα µέσω του οποίου διοχετεύτηκαν από το ένα κράτος στο άλλο και πολιτιστικές επιρροές. Έτσι συνάµα µε το Χριστιανισµό και άλλα πολιτικά και πολιτιστικά στοιχεία εισέδυσαν στην αξουµιτική επικράτεια εκπορευόµενα από το Βυζάντιο. Αρχικά η έντονη παρουσία ελληνικών εµπορικών παροικιών και στη συνέχεια η δράση της Εκκλησίας συντέλεσαν ώστε να συναντάµε στο Αξούµ θεσµούς, νόµους και ιδεολογία µε έντονες τις βυζαντινές επιρροές. Η αξουµιτική Εκκλησία ήταν υπό την άµεση επίβλεψη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Η δε διοικητική της οργάνωση στηρίζεται στα κρατικά πολιτειακά πρότυπα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το δε γεγονός ότι παρέµεινε υπό την αιγίδα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας µέχρι τη σύγχρονη εποχή, δείχνει ότι οι ίδιοι οι Αιθίοπες, πέρα από τις αρχικές πολιτικές σκοπιµότητες αυτής τους της επιλογής, για τις οποίες έχουµε κάνει λόγο, αναγνώριζαν την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ως Μητέρα Εκκλησία. Επίσης το γεγονός ότι προέβαλαν πάντα, µετά τον 7ο αιώνα και την αποκοπή τους από το Βυζάντιο και τον υπόλοιπο Χριστιανικό κόσµο, πολύ σθεναρή αντίσταση όχι µόνο στον εξισλαµισµό αλλά αργότερα και στις προσπάθειες πρόσδεσής τους στην Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία, δείχνει το πόσο ισχυρά είχαν σφυρηλατηθεί οι δεσµοί τους µε τη θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση της Ανατολικής Μεσογείου. ∆εν είναι άλλωστε τυχαίο, κατά τη γνώµη µας, το γεγονός ότι ακόµα και σήµερα στη λαϊκή συνείδηση της νεότερης Αιθιοπίας είναι εµφανέστατος ο δεσµός που νιώθουν να τους συνδέει µε την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και τον ελληνισµό, συναίσθηση που απορρέει από την εντύπωση που έχει διατηρήσει ζωντανή το έπος της Κέµπρα Ναγκάστ, που µέχρι τα νεότερα χρόνια ασκούσε µεγάλη επίδραση στην εθνική ιδεολογία του κράτους της Αιθιοπίας. Η επιλογή µάλιστα του ονόµατος Αιθιοπία για τη χώρα τους σε αντικατάσταση αυτού της Αβησσυνίας (Habasha) είναι, θεωρούµε, δηλωτική αυτού του ψυχικού δεσµού που τους συνδέει µε τον ελληνικό χριστιανικό κόσµο της Ανατολής. Στην Αιθιοπία λοιπόν αναπτύχθηκε ένας αξιόλογος πολιτισµός που συγκέρασε τα γηγενή στοιχεία και παραδόσεις µε αυτά του Χριστιανισµού που από το Βυζάντιο εκπορεύτηκε σε αυτή τη χώρα. Ανέπτυξαν λοιπόν οι Αιθίοπες το κράτος τους µε κυρίαρχη τη βυζαντινή ιδεολογία του επίγειου βασιλείου που αποτελεί απεικόνιση της Ουράνιας βασιλείας και που ανθεί κατ’ οικονοµία Θεού υπό την ισχυρή παρουσία του βασιλιά που κυβερνά µε βάση τα χριστιανικά προστάγµατα, ως αντιπρόσωπος Θεού. Στο πλαίσιο αυτής της ιδεολογίας ανέπτυξαν το τελετουργικό τους τυπικό, που υπογράµµιζε την ιερότητα του βασιλικού προσώπου και διαµόρφωσαν το νοµικό πλαίσιο του κράτους τους, που στηρίχτηκε σε βυζαντινούς νοµικούς κώδικές και στις Γραφές.
154
Ο θρησκευτικός χριστιανικός προσανατολισµός αυτού του κράτους παρέµεινε κυρίαρχος σε όλη την ιστορία του, αποτέλεσε το κυρίαρχο στοιχείο στην κουλτούρα του και, όταν τα βυζαντινά οικονοµικά συµφέροντα στην περιοχή αναδιπλώθηκαν κι εξέλιπαν, το Αξούµ άλλαξε τον οικονοµικό του προσανατολισµό, έπαψε πια να είναι µεγάλη ναυτική εµπορική δύναµη στην περιοχή, διατήρησε όµως για αιώνες τη χριστιανική του πολιτιστική ταυτότητα και ιδεολογία, µε διακριτές πολλές από τις βυζαντινές του επιρροές, οι οποίες, αν και είχαν ως αφετηρία για τη διείσδυσή τους στη χώρα τις οικονοµικές επαφές, όµως απεδείχθησαν πολύ µακροβιότερες και ισχυρότερες αυτών. Κι όταν ακόµα οι οικονοµικές σχέσεις είχαν αµετάκλητα διαρραγεί, παρέµεινε ισχυρός ο δεσµός που είχε στερεωθεί σε επίπεδο πολιτιστικών και ιδεολογικών επιδράσεων.
155
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 ∆ιαίρεση του αξουµιτικού πολιτισµού σε χρονικές – ιστορικές περιόδους Για λόγους µεθοδολογικούς παρατίθεται διάκριση σε χρονικές και ιστορικές περιόδους καθώς επίσης και το σκεπτικό βάσει του οποίου έγινε η διάκριση αυτή. Η κατάτµηση της ιστορίας του πολιτισµού της Β. Αιθιοπίας σε χρονικές και ιστορικές περιόδους που στην ευρύτερη ενότητά τους τοποθετούνται τα στοιχεία που εξετάζονται στην παρούσα εργασία, εξυπηρετεί τον ευχερέστερο εντοπισµό των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιόδου και µας δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουµε καλύτερα τις σχέσεις Ελλήνων και Αιθιόπων, έτσι όπως αυτές διαµορφώνονται ανάλογα µε τις ιδιαίτερες οικονοµικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές εξελίξεις στις κοινωνίες των δύο κόσµων και στην ευρύτερη περιοχή µέσα στην οποία αυτοί εντάσσονται. Παράλληλα, για καλύτερη κατανόηση από τον αναγνώστη, παρατίθενται και κάποιες χρονολογικές διευθετήσεις έτσι όπως έχουν προταθεί από επιστήµονες που έχουν µελετήσει την Ιστορία του Αξούµ. Προ – Αξουµιτική περίοδος : η πρώτη χιλιετία π.Χ. και ως τον 1ο αι. µ.Χ. Κύριο κριτήριο για τον προσδιορισµό αυτής της περιόδου είναι το γεγονός ότι κατά τη διάρκειά της είναι εµφανή τα στοιχεία της επίδρασης του πολιτισµού των Σαβαϊτών που εγκαταστάθηκαν στη χώρα δηµιουργώντας έναν αιθιοσαβαϊκό πολιτισµό. Η γραφή που χρησιµοποιείται είναι η Σαβαϊκή. Όσο πλησιάζουµε προς τη δική µας εποχή, τόσο λιγότερο εµφανή γίνονται τα χαρακτηριστικά αυτής της επίδρασης που αφοµοιώνεται και µετασχηµατίζεται στην αλληλεπίδρασή της µε προϋπάρχοντα αυτόχθονα στοιχεία και άλλες επιρροές. Από πλευράς ελληνικών επιρροών, σε αυτή την εποχή οι πιο ισχυρές επιδράσεις είναι αυτές που εκπορεύονται, κατά κύριο λόγο, από την πτολεµαϊκή Αίγυπτο. Περίοδος πρωτο – Αξουµιτικού πολιτισµού : Κατά την περίοδο αυτή γίνεται εµφανής η ελληνική επίδραση έτσι όπως αυτή εκδηλώνεται κυρίως µε τη χρησιµοποίηση της ελληνικής γλώσσας σε επιγραφές ντόπιων βασιλέων. Εκτείνεται µέχρι το πρώτο µισό του 4ου αι. µ.Χ. όπου τοποθετείται χρονικά η περίοδος της διάδοσης του Χριστιανισµού στο βασίλειο του Αξούµ. Στην περίοδο αυτή η αυξηµένη παρουσία Ελλήνων στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας και η εγκατάστασή τους, κυρίως για λόγους εµπορικούς, στην περιοχή τους φέρνει σε πολύ στενή επαφή µε τους Αξουµίτες, που πλέον εµφανίζονται κι αυτοί στο διεθνές της εποχής προσκήνιο ως σηµαντική εµπορική δύναµη, µε κύρια πύλη τους στο διεθνές εµπόριο της Ερυθράς, το λιµάνι της Άδουλης. Περίοδος Αξουµιτικού πολιτισµού : Εκτείνεται χρονικά από το δεύτερο µισό του 4ου αι. και ως τον 9ο αι. µ.Χ., οπότε σύµφωνα µε τις περισσότερες ενδείξεις, ο πολιτισµός του Αξούµ περιέρχεται σε φάση παρακµής, η πόλη του Αξούµ παύει να είναι η πρωτεύουσα του κράτους και η έδρα του βασιλιά και «η
156
Αιθιοπία αποµονώνεται από τον έξω κόσµο»1. Κριτήριο για τον προσδιορισµό αυτής της περιόδου είναι η διάδοση του Χριστιανισµού στην Αιθιοπία και ο µετασχηµατισµός του κράτους, σε όλους τους τοµείς, κάτω από την ισχυρή αυτή επίδραση. Σε αυτή την περίοδο οι επιρροές προς το Αξούµ δεν εκπορεύονται µόνο από την Αίγυπτο και την εξελληνισµένη Ανατολή (π.χ. Συρία) αλλά και από την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Το Βυζάντιο γίνεται κεντρικός πόλος προς τον οποίο στρέφεται το κράτος του Αξούµ, όπως αυτό αποδεικνύεται από τα χαρακτηριστικά που αυτό διαµορφώνει. Χρονολογική ακολουθία του πολιτισµού της Β. Αιθιοπίας2 : Α. Κατά τον De Contenson : 1. Πρωτο-Αξουµιτική ή Σαβαϊκή περίοδος : 5ος αι. π.Χ. – 1ος αι. µ.Χ. 2. Προ Χριστιανική Αξουµιτική περίοδος : 1ος αι. µ.Χ. – πρώτο µισό 4ου αι. µ.Χ. 3. Χριστιανική Αξουµιτική περίοδος : δεύτερο µισό 4ου αι. µ.Χ. – 9ο αι. µ.Χ.
Β. Κατά τον Anfray : 1. Προ-Αξουµιτική περίοδος : 5ος αι. π.Χ. – 1ος αι. µ.Χ., που χωρίζεται σε δύο φάσεις : a. Αιθιο-Σαβαϊκή : 5ος – 4ος αι. π.Χ., µε ισχυρή την επίδραση της Ν. Αραβίας. b. Ενδιάµεση : 3ος αι. π.Χ. – 1ος αι. µ.Χ., µε περισσότερο εµφανή τα χαρακτηριστικά του τοπικού πολιτισµού που προέκυψε ύστερα από την αφοµοίωση των προηγούµενων επιδράσεων. 2. Αξουµιτική περίοδος : 1ος - 9ος αι. µ.Χ. ∆ιατηρεί κάποια προΑξουµιτικά χαρακτηριστικά αλλά εµφανίζει πολλά καινούρια που τη διαφοροποιούν από την προηγούµενη. Χωρίζεται επίσης σε δύο φάσεις : a. Αξουµιτική 1 : 1ος – 4ος αι. µ.Χ., συνδέεται µε την άνοδο του Βασιλείου του Αξούµ. b. Αξουµιτική 2 : 4ος – 8ος αι. µ.Χ., συνδέεται µε την κορύφωση της δύναµης του Βασιλείου του Αξούµ κατά τους Χριστιανικούς χρόνους. Κατά τον Fattovich : 1. Προ-Αξουµιτική περίοδος, 10ος αι. π.Χ. – 1ος αι. µ.Χ., µε τρεις φάσεις:
1 2
SELLASSIE, Ethiopian History , σελ.1 Οι πίνακες των χρονολογικών υποδιαιρέσεων προέρχονται από το New Trends in Ethiopian Studies, Papers of the 12th International Conference of Ethiopian Studies, Michigan State University , 1994, Vol. I σελ. 17-19, 65, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 3:3
157
a. Πρώιµη προ-Αξουµιτική : 10ος – 8ος αι. π.Χ., που προηγείται της ανόδου του Βασιλείου του Ντααµάτ (D’mt). b. Μέση προ-Αξουµιτική : 7ος – 4ος αι. π.Χ., που συνδέεται µε την ανάπτυξη του σαβαϊκού τύπου Βασιλείου του Ντααµάτ. c. Ύστερη προ-Αξουµιτική : 3ος αι. π.Χ. – 1ος αι. µ.Χ., µετά την παρακµή του Ντααµάτ. 2. Αξουµιτική περίοδος : 1ος – 9ος αι. µ.Χ., µε τρεις φάσεις : a. Πρώιµη Αξουµιτική : 1ος – 4ος αι. µ.Χ., συνδέεται µε την άνοδο του Βασιλείου του Αξούµ στους προ-Χριστιανικούς χρόνους. b. Μέση Αξουµιτική : 5ος – 7ος αι. µ.Χ., συνδέεται µε την ακµή του Βασιλείου στους Χριστιανικούς χρόνους. c. Ύστερη Αξουµιτική : 8ος – 9ος αι. µ.Χ., συνδέεται µε την παρακµή του Βασιλείου. Κατά τον Michels : 1. Πρώιµη προ-Αξουµιτική : 700-400 π.Χ., που χαρακτηρίζεται από την εµφάνιση των Ν. Αραβικών µεταναστευτικών εγκαταστάσεων που επικαλύπτουν αυτές των γηγενών. 2. Μέση προ-Αξουµιτική : 400-150 π.Χ., συνδέεται µε την ανάπτυξη Ν. Αραβικού κράτους. 3. Ύστερη προ-Αξουµιτική : 150 π.Χ. – 150 µ.Χ., σηµαδεύεται από την κατάρρευση του Ν. Αραβικού κράτους. 4. Πρώιµη Αξουµιτική : 150-450 µ.Χ., χαρακτηρίζεται από την εµφάνιση µικρών κρατιδίων που ενσωµατώνονται σε ένα κράτος µε πρωτεύουσα το Αξούµ. 5. Μέση Αξουµιτική : 450-800 µ.Χ., ακµή του Βασιλείου του Αξούµ. 6. Ύστερη Αξουµιτική : 800-1000 µ.Χ., παρακµή του Βασιλείου του Αξούµ. Κατά τον Munro-Hay : 1. Περίοδος διαµόρφωσης του κράτους του Αξούµ, 0-200 µ.Χ. 2. Αρχική εξάπλωση του κράτους του Αξούµ και είσοδος στο νοµισµατικό σύστηµα, 200-270 µ.Χ. 3. Πρώτη απόδειξη νοµίσµατος και έως την είσοδο του Βασιλείου στο Χριστιανισµό, 270-330 µ.Χ. 4. Ακµή του Βασιλείου, 330-520 µ.Χ. 5. Ύστερη περίοδος νοµισµατικού συστήµατος, 520-630 µ.Χ. 6. Μετανοµισµατική περίοδος και παρακµή του Βασιλείου, µετά το 630 µ.Χ.
158
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 Προσδιορισµός των όρων «Αιθιοπία» και «Αιθίοπες» Προσπαθώντας να ανιχνεύσουµε τις σχέσεις Ελλάδας – Αιθιοπίας, µια πρώτη αφετηρία µας δεν µπορεί να είναι άλλη από τα κείµενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που εµπεριέχουν αναφορές στη χώρα της Αιθιοπίας και στους ανθρώπους της. Και πράγµατι, τέτοιες αναφορές εντοπίζονται ήδη από τα οµηρικά έπη1 και τον Ησίοδο2. Με δεδοµένη δε τη στενή σχέση που συνδέει τον αρχαίο ελληνικό κόσµο µε την Αίγυπτο, τουλάχιστον από τον 7ο αι. π.Χ. και την ίδρυση της ελληνικής αποικίας στη Ναύκρατι3, δεν µας εκπλήσσει το γεγονός ότι αναφορές στην «Αιθιοπία» και στους «Αιθίοπες» υπάρχουν σε πάρα πολλά κείµενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Ενδεικτικά θα αναφέρω εδώ το λυρικό ποιητή Μίµνερµο4, τον προσωκρατικό φιλόσοφο Ξενοφάνη5, τον ιστορικό Ηρόδοτο6, τον ποιητή Αισχύλο7, το φιλόσοφο Αριστοτέλη8, τον ιστορικό ∆ιόδωρο το Σικελιώτη9, το γεωγράφο Στράβωνα10, τον περιηγητή Παυσανία11, ως µερικούς µόνο από αυτούς που, µε τις σχετικές αναφορές στο έργο τους, µας αποκαλύπτουν την επαφή που από πολύ παλιά έχει υπάρξει ανάµεσα σε Έλληνες και Αιθίοπες και το ενδιαφέρον που είχε κινήσει στους πρώτους αυτή η επαφή. Στο σηµείο αυτό όµως θα πρέπει να υπογραµµιστεί ότι ο όρος«Αιθιοπία», έτσι όπως αυτός χρησιµοποιείται από τους αρχαίους Έλληνες, δεν ταυτίζεται µε τη σηµερινή του γεωγραφική και πολιτική οριοθέτηση. «Αιθίοπες», για τους αρχαίους, είναι, προφανώς, οι άνθρωποι µαύρου δέρµατος που κατοικούν, κατά κύριο λόγο, στην αφρικανική ήπειρο – κάτι ανάλογο προφανώς µε το σηµερινό όρο «νέγρος»12, χωρίς καµιά µορφή
Οµήρου Οδύσσεια, α 26-30, ε 311, 316, σ 111, Ιλιάδα, Α 422-423. Ησίοδος, Θεογονία 984-986 3 Ι.Ε.Ε., τ. Β, σελ. 274-275, Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά σε απόψεις που ανάγουν την επαφή Ελλήνων – Αιθιόπων σε πολύ παλιότερες εποχές που φτάνουν ακόµα και στην προϊστορία. Βλ. σχετικά HOUSTON, Ethiopians, Περίπλους, σελ. 32, σηµ 1, που αναφέρει ότι η λέξη Αιθιοπία συναντάται σε µυκηναϊκή πινακίδα της Γραµµικής Β΄. Επίσης στην Ι.Ε.Ε. τ. Α σελ. 246, αναφέρει την άποψη του Σπ. Μαρινάτου ότι οι Αιγύπτιοι είχαν προσλάβει Αχαιούς µισθοφόρους στην προσπάθειά τους να εκδιώξουν τους Υκσώς από την Αίγυπτο. 4 Μίµνερµος, αποσπ. 12 5 Ξενοφάνης Αποσπάσµατα, 16 6 Ηροδότου του Αλικαρνασσέως Ιστορία , ΙΙ. 22,29-31, 120, 137-140, ΙΙΙ. 17-26, 97, 101, ΙV. 42, 183, 197, VII. 69-70, XVII. 789, 820, 827 7 Αισχύλου, Πέρσες, 311-312 8 Αριστοτέλης, Φυσιογνωµικά, 812a 9 ∆ιόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ιστορική, 3.8,9, 3.14,6, 1.33, 3.2-3, 15, 1.37,5, 3.36, 10 Στράβων, Γεωγραφικά I.2,26, I.3,10, VII.321, VIII.145 XVI. 4, 14-15, 5, 771 XVII.1,2,3, II. 5,35 XVII. 787,788, 789, 820, 827 11 Παυσανίας, 1,33,2-3 12 DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 4
2
1
159
ρατσιστικής προκατάληψης13 – και διαχωρίζονται από τις µη µαύρες φυλές της βόρειας Αφρικής που αναφέρονται γενικά ως Λίβυοι. Φυσικά η γνώση των αρχαίων για την Αφρική ή Λιβύη – όπως ονοµάζουν την ήπειρο – περιοριζόταν (εξ όσων µπορούµε να συνάγουµε από τις αρχαίες µαρτυρίες), στη βόρεια Αφρική, την οποία µάλιστα είχαν αποικίσει στο ανατολικό της τµήµα – Κυρηναϊκή – και στις ακτές της ανατολικής Αφρικής. Γνωστό τους ήταν επίσης και τµήµα της ενδοχώρας και ιδιαίτερα αυτό που βρισκόταν πέρα από τα σύνορα της επικράτειας της Αιγύπτου. Μπορούµε, όµως, να εικάσουµε µε αρκετή βεβαιότητα ότι πολύ λίγα γνώριζαν για την υπόλοιπη ήπειρο και ιδιαίτερα για το υποσαχάριο τµήµα της. Κατά µια έννοια, λοιπόν, λέγοντας Αιθιοπία εννοούσαν την ενδοχώρα νότια της Αιγύπτου και κυρίως περιοχές που σήµερα είναι γνωστές ως Νουβία, Κορντοφάν, Σενάρ (στο Σουδάν).14 (βλ. χάρτη 4, σελ. 186 και χάρτη 5 σελ.187) Τα βόρεια σύνορα αυτής της περιοχής ξεκινούσαν από τη Συήνη (Ασσουάν). Εκεί, και κυρίως γύρω από τον 3ο καταρράκτη, κατοικούσαν Κουσιτικά φύλα. Η περιοχή αυτή, ευρύτερα γνωστή και ως Νουβία, είχε στενές σχέσεις µε τους Αιγυπτίους ήδη από το Αρχαίο Βασίλειο15, πριν την 4η χιλιετία π.Χ. Έτσι ο αιγυπτιακός πολιτισµός είχε διαδοθεί και νοτιότερα κι ένα αφρικανικό βασίλειο άκµασε για αιώνες στις περιοχές αυτές16. Αρχική του πρωτεύουσα ήταν η Κέρµα, που άκµασε ως εµπορικό κέντρο στον εµπορικό δρόµο που συνέδεε τη βόρεια Αφρική µε τις νοτιοανατολικές υποσαχάριες περιοχές. Μετά το 1000 π.Χ. το βασίλειο των Κουσιτών επεκτάθηκε σε όλη την ευρύτερη περιοχή της Νουβίας, γεγονός που τους εξασφάλισε τον έλεγχο των πλούσιων χρυσωρυχείων της περιοχής. Επιδιώκοντας την ανεξαρτησία τους από τους Αιγυπτίους, µετακίνησαν την πρωτεύουσά τους πιο µακριά στο Νείλο στην πόλη Νάπατα, µεταξύ 3ου και 4ου καταρράκτη. Η δύναµη τους άκµασε ως το σηµείο να καταλάβουν την Αίγυπτο και να εγκαθιδρύσουν εκεί δική τους δυναστεία η οποία κυβέρνησε όλη αυτή την περιοχή από τα µέσα της ΚΓ΄ δυναστείας ως τον 7ο αι. π.Χ., µέχρι δηλαδή την Ασσυριακή εισβολή στην Αίγυπτο. Όταν το 591 π.Χ. η πρωτεύουσά τους Νάπατα κατακτήθηκε από τον Φαραώ της Αιγύπτου Ψαµµήτιχο, µετέφεραν την πρωτεύουσά τους στη Μερόη, µεταξύ του 5ου και 6ου καταρράκτη, κοντά στο σηµερινό Χαρτούµ, στην καρδιά του Κουσιτικού Βασιλείου. Εξαιτίας της αποµάκρυνσής της από τον αιγυπτιακό κόσµο, η Μεροϊτική Αυτοκρατορία στρέφει την προσοχή της στον υποσαχάριο κόσµο. Γίνεται σηµαντικότατη δύναµη και µεγάλο εµπορικό κέντρο στην ευρύτερη περιοχή,
Για το θέµα αυτό βλ. Frank M. Snowden, Jr. Blacks in Antiquity Ethiopians in the GrecoRoman Experience, The Belknap Press of Harvard University Press Cambridge, Massachusetts London, England, 1970, Bernal Martin, Black Athena, The Afroasiatic roots of classical Civilization, Rutgers University press, 1987 14 βλ. Περίπλους, σελ. 29, 32 σηµ 1, DAVIDSON : Ιστορία, σελ. 49-51 15 βλ. και ZAYED, Relations, σελ.136-153, ABU BAKR, Pharaonic Egypt, σελ.84-111, YOYOTTE, Egypt, σελ.112-135 16 βλ. και ADAM, Nubia, σελ. 245-277, LECLANT, Kush, σελ. 278-297, HAKEM, Civilization, σελ. 298-325
13
160
έως την υποκατάσταση της, τον 4ο αι. µ.Χ. από την άλλη µεγάλη αυτοκρατορία που αναπτύχθηκε νοτιότερα και ανατολικά µε κέντρο το Αξούµ.17 Από την Ελληνιστική εποχή και µετά,18 η γνώση των Ελλήνων για την «Αιθιοπία» εµπλουτίζεται καθώς µε τους Πτολεµαίους εγκαινιάζεται ένα ευρύ δίκτυο «εµπορείων» (εµπορικών σταθµών) κατά µήκος των ακτών της ανατολικής Αφρικής, που εκτείνεται νότια ως την σηµ. Τανζανία, ενώ, σύµφωνα µε άλλες εκδοχές, και ως τη Μοζαµβίκη, και αυξάνεται το εµπόριο µεταξύ Ανατολής και ∆ύσης, µέσω των θαλασσίων δρόµων της Ερυθράς.19 Στον όρο «Αιθιοπία» πλέον περιλαµβάνονται και περιοχές που και σήµερα ανήκουν στο οµώνυµο κράτος. 20 Στους αρχαίους Έλληνες γεωγράφους (και κάποιες φορές και σε βυζαντινούς συγγραφείς), ο όρος «Αιθίοπες» περιλαµβάνει και κατοίκους µαύρου χρώµατος τµηµάτων της ασιατικής ηπείρου που βρίσκονται στους ίδιους παραλλήλους µε αυτά της Αφρικής. Ενίοτε συγχέεται και µε τον όρο «Ινδοί» και χρησιµοποιείται αδιαφοροποίητα µε αυτόν21. Έτσι χωρίζουν τους Αιθίοπες σε ανατολικούς και δυτικούς. Ανατολικοί είναι αυτοί που ζουν στην Ασία, δηλαδή οι Ινδοί, ενώ δυτικοί αυτοί που ζουν στην Αφρική. ∆ιαφοροποιούνται µεταξύ τους από την υφή των µαλλιών τους, αφού οι ανατολικοί έχουν ίσια, ενώ οι δυτικοί κατσαρά. Η άποψή τους αυτή συνδέεται και µε την αντίληψή τους για τον κόσµο. Οι αρχαίοι Έλληνες, τουλάχιστον στην ευρύτερα διαδεδοµένη αντίληψη, θεωρούσαν τη γη επίπεδη και περιτριγυρισµένη από τον ωκεανό. (βλ. χάρτη 6, σελ. 188) Ο ήλιος ξεπρόβαλλε από τα νερά του ωκεανού στην ανατολή και ξαναβουτούσε σε αυτά στη δύση22. Στα σηµεία αυτά ήταν και µεγαλύτερη η εγγύτητά του προς τη γη. Έτσι οι άνθρωποι που κατοικούσαν σε αυτές τις περιοχές ήταν ηλιοκαµένοι, δηλαδή µαύρου δέρµατος – Αιθίοπες. Γι’ αυτό και τους διέκριναν σε ανατολικούς και δυτικούς Αιθίοπες. Άλλωστε και η ίδια η λέξη «Αιθιοπία», κατά την επικρατέστερη εκδοχή,23 είναι ελληνική και προέρχεται από τη ρίζα αιθ- (αίθω = καίω, ανάπτω) και οπ – (οψ, οπός = όψη, οφθαλµός, πρόσωπο). «Αιθίοψ», λοιπόν, είναι αυτός που έχει καµένο πρόσωπο. Κατ’ επέκταση ο έχων µαύρο δέρµα.24
βλ. Περίπλους, σελ. 31-34, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 60-66 Bλ. ∆ιοδώρου Βιβλιοθήκη Ιστορική, Αγαθαρχίδη Περί Ερυθράς Θαλάσσης, Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, Κλαύδιου Πτολεµαίου Γεωγραφική Υφήγησις, Κοσµά Ινδικοπλεύστη Χριστιανική τοπογραφία 19 βλ. Περίπλους, σελ. 25-26, 36, 68, 70-75, 81-86 20 βλ. SELLASSIE, Ethiopian History σελ. 51 21 βλ. Περίπλους, σελ. 78-79, Κλαύδιου Πτολεµαίου, Γεωγραφική Υφήγησις, σελ. 124-125 22 Μίµνερµος, απ. 6, Όµηρος, Οδύσσεια α 27, Ανωνύµου, Περίπλους, σελ. 49 23 Έχει υποστηριχτεί από τον Glaser η άποψη ότι η λέξη προέρχεται από την αραβική taib που στον πληθυντικό γίνεται atyob και σηµαίνει λιβάνι. Άρα λιβανωτοφόρος. Βλ. McCRINDLE, Christian Topography, book II, σχ. 50 24 Βλ. και λεξικό Liddell Scott
18
17
161
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 Αναφορές σε ελληνικές επιρροές στην Αιθιοπία, έτσι όπως αποκαλύπτονται από τα ανασκαφικά ευρήµατα και τις πηγές Η ανασκαφική δραστηριότητα25 στις περιοχές που υπάγονταν στην επικράτεια του Βασιλείου του Αξούµ είναι περιορισµένη και τα ευρήµατα των ανασκαφών που έχουν διενεργηθεί σε αυτή είναι φτωχά και ανεπαρκή για µια εις βάθος κι εµπεριστατωµένη ιστορική έρευνα26 που θα ανασυνέθετε στα µάτια του σύγχρονου µελετητή µια ευκρινή εικόνα αυτού του κράτους και του πολιτισµού του. Ένα µεγάλο µέρος της ιστορίας του Αξούµ περιµένει να ανασυρθεί από τα σκοτάδια και µε τα λίγα δεδοµένα που υπάρχουν στη διάθεση της ιστορικής έρευνας, προσπαθούν οι µελετητές να στηρίξουν εύλογες και αποδεκτές εικασίες και να διασώσουν από τη λήθη όσο το δυνατόν περισσότερα κοµµάτια από το παρελθόν της Αιθιοπίας. Μια κοινά αποδεκτή θέση, που έχει διατυπωθεί από όλους όσους έχουν ασχοληθεί µε τη µελέτη της Ιστορίας του Αξούµ, είναι εκείνη που παραδέχεται την ύπαρξη ελληνικών πολιτιστικών επιρροών στη βάση αυτού του πολιτισµού.27 Θα αναφέρουµε εδώ κάποιες από αυτές που έχει αποκαλύψει η αρχαιολογική σκαπάνη και η ιστορική έρευνα. Μια πρώτη και αναµφισβήτητη ελληνική επιρροή είναι αυτή στη γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα υπήρξε για µεγάλο διάστηµα ηµιεπίσηµη, τουλάχιστον, γλώσσα στο Βασίλειο του Αξούµ και η γλώσσα της επαφής του µε τον υπόλοιπο κόσµο.28 Αυτό µαρτυρείται τόσο από επιγραφές29 όσο και από νοµίσµατα. Ως γνωστόν, τα ελληνικά ήταν η διεθνής γλώσσα της εποχής που ακολούθησε τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου και παρέµεινε στη θέση αυτή σε όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής, ρωµαϊκής και βυζαντινής ιστορίας.30 Κυριαρχούσε στο θαλάσσιο εµπόριο ως την Άπω Ανατολή. Στο χερσαίο, σηµαντική είναι και η εξάπλωση των αραµαϊκών της Συρίας.31 Αλλά και σε αυτά οι ελληνικές επιδράσεις είναι πολύ εµφανείς και οι ίδιοι οι Σύριοι τις προέβαλαν.32 Στον κόσµο του εµπορίου ισχυρή θέση έχουν και οι Ιουδαίοι, όµως και αυτών ο εξελληνισµός είναι πολύ σηµαντικός.33 ∆εν είναι τυχαίο ότι τα τρία από τα τέσσερα ευαγγέλια έχουν γραφεί στην ελληνική, ενώ στα ελληνικά
MUNRO-HAY, Aksum, ch. 16, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 9-11, 14-15, MICHELS, Archaeology, E. LITTMANN, Deutsche Aksum Expedition, I-IV, Berlin, 1913, Annales d’ Éthiopie, PHILLIPSON, Excavations, PHILLIPSON – PHILLIPS, Excavations, ANFRAY, The Civilization of Aksum 26 ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 363. Πηγές για την Αξουµιτική Ιστορία, βλ. KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 247-282 27 ULLENDORFF, The Ethiopians, σελ. 136-137 MUNRO-HAY, Aksum, ch. 13:2, KOBISHCHANOV, Axum, SELLASSIE, Ethiopian History 28 NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 24, 28, MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 146, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 82 29 HENDRICKX, Documents 30 ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 38 31 ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 82, 190, 32 MARRASSINI, Syriac Influences, 33 I.E.E., τ. ΣΤ, σελ. 521-525
25
162
γράφει την Ιστορία του και ένας από τους πιο διάσηµους Ιουδαίους ιστορικούς ο Φλάβιος Ιώσσηπος. Έτσι λοιπόν και οι Αξουµίτες, όταν οι συνθήκες τους επιτρέπουν τη συµµετοχή τους στο διεθνές εµπόριο, εκδίδουν νοµίσµατα που στην πλειονότητά τους φέρουν επιγραφές στα ελληνικά.34 Και όχι µόνο αυτό αλλά και στη µορφή τους (µέγεθος, βάρος) τα νοµίσµατα αυτά µοιάζουν µε αυτά που κυκλοφορούν στον ελληνορωµαϊκό κόσµο και κυρίως µε αυτά του ∆ιοκλητιανού και του Μ. Κωνσταντίνου. (βλ. εικόνα 7, σελ. 192). Έτσι εντάσσονται στο διεθνές νοµισµατικό σύστηµα και αποκτούν την απαραίτητη αξιοπιστία. Κάποιες από τις επιγραφές Αξουµιτών βασιλέων που βρέθηκαν στο Αξούµ είναι γραµµένες στην ελληνική γλώσσα και µάλιστα σε πολύ άρτια µορφή που αποκαλύπτει πολύ καλή γνώση της γλώσσας.35 Άλλωστε οι Αξουµίτες βασιλείς ως και τον 4ο αι. µ.Χ. τουλάχιστον γνώριζαν την ελληνική. Το γεγονός αυτό το βρίσκουµε να έχει αλλάξει στον 6ο αιώνα, όταν ο βασιλιάς Καλέµπ χρειάζεται µεταφραστή για να µπορέσει να πληροφορηθεί το περιεχόµενο των «θείων κελεύσεων» που του έχει απευθύνει µε επίσηµο απεσταλµένο του ο Ιουστινιανός.36 Η επίσηµη χρήση της ελληνικής στο αξουµιτικό κράτος αποκαλύπτει καταρχήν τις αναµφισβήτητες σχέσεις ανάµεσα στην Αιθιοπία και τον ελληνικό κόσµο και µάλιστα από πολύ νωρίς.37 Η πιο παλιά ελληνική επιγραφή στο Αξούµ είναι του 3ου αι. π.Χ., βρέθηκε στην Άδουλη και ανήκει στον Πτολεµαίο Γ’ Ευεργέτη. Η τελευταία από αυτές τις επιγραφές είναι του 4ου αι. µ.Χ. Από κει και πέρα η χρήση της Γκεέζ έχει το προβάδισµα, αφού όµως έχει αναπτυχθεί σε πλήρες γλωσσικό εργαλείο κάτω και από την ελληνική επίδραση. Έτσι έχει ήδη συντελεστεί ο εµπλουτισµός της γλώσσας µε επτά φωνήεντα38 και το γράψιµό της από αριστερά προς δεξιά.39 Και οι δυο αυτές πρωτοτυπίες της γκεέζ σε σχέση µε τις άλλες σηµιτικές γλώσσες – στην γλωσσική οικογένεια των οποίων ανήκει – θεωρούνται ως επιρροές από την ελληνική. Ένα ακόµα στοιχείο ελληνικής πιθανά επιρροής είναι και η δηµιουργία χαρακτήρων που αποδίδουν το φθόγγο π, που όµως δεν υπάρχει ως ήχος στις σηµιτικές γλώσσες.40 Όµως η γλώσσα δεν έχει εµπλουτιστεί µε στοιχεία µόνο ως προς την τυπολογία της αλλά και ως προς το περιεχόµενό της. Σχετικά µε αυτό θα
MUNRO-HAY, Aksum, ch. 4:7, 9:1,2, 13:1, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 82-84. Για τη δύναµη των βυζαντινών νοµισµάτων βλ. VASILIEV, Ιστορία, σελ. 209-210 35 HENDRICKX, Basileis and Basiliskoi, σελ. 18 36 JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 34, ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία, σελ. 364 37 A. DILLMANN, Ethiopic Grammar, London, 1909, σελ. 3-4 38 την άποψη αυτή έχει διατυπώσει ο C. Rossini, µεταξύ άλλων βλ. PANKHURST, GraecoEthiopian Studies, σελ. 156. Σχετικά µε αυτό έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι η εισαγωγή φωνηέντων στην γκεέζ είναι επιρροή προερχόµενη από την Ινδία την Αρµενία. (MUNROHAY, Aksum, ch. 13:1, KOBISHCHANOV, Aksum : political system, σελ. 398-399). Σχετικά µε αυτό θα θέλαµε να παρατηρήσουµε τις ελληνικές γλωσσικές επιρροές που υπάρχουν και στις δύο αυτές γλώσσες. Η Αιθιοπία είχε διαπιστωµένες σχέσεις µε το κουσανικό κράτος, στο οποίο υπήρχε χρήση του ελληνικού αλφάβητου για τη γραφή του κράτους από τα ελληνιστικά χρόνια. (βλ. ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους, σελ. 107). Όσο για τις σχέσεις Αρµενίων µε το Βυζάντιο αυτές είναι πολλές και αποδεδειγµένες. 39 ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 133 40 PANKHURST, Graeco-Ethiopian Studies, σελ. 156
34
163
πρέπει να πούµε ότι η ανάπτυξη της γκεέζ δεν είναι άσχετη και µε τον εκχριστιανισµό του κράτους του Αξούµ. Μετά από το γεγονός αυτό και στο διάστηµα από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα, µεταφράστηκαν από τα ελληνικά στα γκεέζ οι Γραφές και άλλα κείµενα εκκλησιαστικού κυρίως περιεχοµένου, που αποτέλεσαν τη βάση για την ανάπτυξη της γλώσσας αλλά και της αιθιοπικής λογοτεχνίας, θεολογίας και φιλοσοφίας. Έτσι η αιθιοπική Παλαιά ∆ιαθήκη και η Πεντάτευχος έχουν βασιστεί στην ελληνική µετάφραση των Εβδοµήκοντα, γεγονός που φαίνεται από τις πολλές ελληνικές λέξεις που υπάρχουν σε αυτές, όπως τα ονόµατα πουλιών και πολύτιµών λίθων, σύµφωνα µε τις παρατηρήσεις του Ludolf.41 Ο Bruce αναφέρει αιθιοπικό βιβλίο Προσευχών και τη συλλογή Haimanout Abou που βασίζονται σε επιλογές ελληνικών Πατερικών κειµένων του Μ. Αθανασίου, του Μ. Βασιλείου, του Ιωάννη Χρυσοστόµου και του Κυρίλλου Αλεξανδρείας.42 Από τα ελληνικά έχουν µεταφραστεί στα γκεέζ και τα Απόκρυφα, κείµενα τα οποία αποδέχεται η Αιθιοπική Εκκλησία. Κείµενα όπως το Ιωβηλαίο, το Βιβλίο του Ενώχ, η Προσευχή του Μανασσή, το Βιβλίο του Βαρούχ, το βιβλίο της Ανάληψης του Ησαΐα είναι µεταφράσεις ελληνικών πρωτοτύπων και µάλιστα για κάποια από αυτά γνωρίζουµε πια µόνο τις αιθιοπικές τους µεταφράσεις. Σε αυτά θα προσθέσουµε την “Qerlos”, συλλογή οµιλιών και πραγµατειών του Κυρίλλου, Πατριάρχη Αλεξανδρείας, και τη “Sherata Pacuemis”, κανόνες του αγ. Παχωµίου. Κείµενα σαν αυτά αποτέλεσαν βάση της αιθιοπικής λογοτεχνικής παραγωγής που συνδέεται µε την εκκλησιαστική. Κείµενο φυσικής ιστορίας µε προεκτάσεις ηθικές είναι ο Φυσιολόγος, επίσης βασισµένο σε ανάλογο ελληνικό.43 Έτσι στην αιθιοπική γλώσσα έχουν περάσει πολλές ελληνικές λέξεις, σχετιζόµενες κατά κύριο λόγο µε θεολογικό, εκκλησιαστικό περιεχόµενο αλλά και άλλες που είναι έννοιες κοσµικές. Π.χ. αναγκουνέστης (:ο αναγνώστης), ασκαγιάµι ( : άσχηµος), µπράνα (: µεµβράνη), Γκένα (: Χριστούγεννα), ντεπτέρ (: τετράδιο, η διφθέρα), ντέρι (:ασηµένιο κολλιέ, αρχ. δέρη = λαιµός και δέραιο = περιδέραιο), µανοκσέ (: µοναχός), µιστέρ (: µυστήριο), ορτοδοξάουι (: ορθόδοξος), ουκεγιανός (: ωκεανός), σενκεσαρ (: συναξάριο) και πολλές άλλες.44 Επιρροή υπάρχει επίσης και στους αριθµούς. Η αιθιοπική γλώσσα χρησιµοποιεί το ελληνικό σύστηµα αρίθµησης και όχι το αραβικό.45 Επιρροές όχι µόνο στη γλώσσα αλλά και στην ιδεολογία και σε αξίες και σε αντιλήψεις φαίνονται και σε πολύ σηµαντικά κείµενα της αιθιοπικής κοινωνίας, όπως είναι η Kebra Nagast46 (: η δόξα των Βασιλέων), και η Fetha Nagast47 (:
FOUYAS, Greeks in Ethiopia, σελ. 164 FOUYAS, Greeks in Ethiopia, σελ. 165 43 FOUYAS, Ethio-Hellenic Studies, σελ. 68, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 120-122, MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 146, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 37, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 139-140, JONES – MONROE, Ethiopia, σελ. 35, WEISCHER, Axumite Literature, σελ. 165-169, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 121 44 Θωµοπούλου, Ελληνικές λέξεις , NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 29-30 45 NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 26-27, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 133, HANCOCK – PANKHURST – WILLETTS, Ethiopian Skies, σελ. 22, PANKHURST, Graeco-Ethiopian Studies, σελ. 155, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 90 46 BUDGE, The Queen, KEBRA NAGAST, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 39-40, VASILIEV, Ιστορία, σελ. 168, DORESSE, Ethiopia, σελ. 13
42
41
164
οι νόµοι των Βασιλέων), τα οποία αν και είναι µεταγενέστερα στη σύνθεσή τους, όµως απηχούν σκέψεις και αντιλήψεις που συνδέονται µε το Βασίλειο του Αξούµ και την ζωή σε αυτό πριν τη µουσουλµανική εξάπλωση. Το µεν πρώτο δείχνει το πώς αντιλαµβάνονται τη θέση τους στον κόσµο οι Αιθίοπες, τοποθετώντας τον εαυτό τους σε σχέση µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αποτελεί σηµαντικό έργο στη διαδικασία της εθνικής τους αυτοσυνειδησίας. Το δε δεύτερο αποτελούσε για αιώνες το βασικό νοµικό κείµενο της Αιθιοπίας και είναι βασισµένο στην Παλαιά ∆ιαθήκη, στον Πρόχειρο Νόµο του Βασιλείου του Μακεδόνος, σε Συρο-Ρωµαϊκό κώδικα και στις Εκλογές του Λέοντος Γ’ Ισαύρου και Κωνσταντίνου Ε’. Επίσης παρουσιάζει έντονες επιρροές στο οικογενειακό δίκαιο από τις Νεαρές της Ιουστινιάνειας νοµοθεσίας. Κείµενο αιθιοπικής νοµικής σκέψης είναι και οι «Νόµοι των Οµηριτών»48 που συντάχθηκαν για να εφαρµοστούν στην υπό αιθιοπική διοίκηση Υεµένη του 6ου αι. µ.Χ. Οι Νόµοι αυτοί είναι επηρεασµένοι από τη βυζαντινή νοµολογία. Στις αιθιοπικές παραδόσεις έχει περάσει και ο θρύλος του Μ. Αλεξάνδρου.49 Οι ιστορίες αυτές είναι πολύ µεταγενέστερες και οπωσδήποτε δεν έχουν γραφτεί πριν από τον 13ο αι. µ.Χ. Όµως µε δεδοµένη την αποκοπή της Αιθιοπίας από το βυζαντινό κόσµο από τον 7ο αιώνα και µετά, αφού συντελέστηκε η εξάπλωση των Αράβων και η κατάκτηση της Αιγύπτου, είναι πολύ πιθανό ότι όλα αυτά αποτελούν τη συνέχεια µιας παράδοσης που ήταν πολύ ζωντανή και πολύ ισχυρή στη συνείδηση και στη ζωή της κοινωνίας. Βέβαια πολλά κείµενα της αιθιοπικής παράδοσης από τον 7ο αιώνα και µετά είναι µεταφράσεις από αντίστοιχα αραβικά. Αλλά και πάλι οι µεταφράσεις αυτές συνδέονται µα θεµατολογίες οικείες στην αιθιοπική κοινωνία. Ο Αλέξανδρος παρουσιάζεται ως χριστιανός βασιλιάς και ο Budge υποστηρίζει ότι µέσω του τρόπου που παρουσιάζεται στην αιθιοπική παράδοση εκφράζει τα βασιλικά πρότυπα των Αιθιόπων Βασιλέων. Οι Αιθίοπες έχουν αγιοποιήσει τον Αλέξανδρο και η ηµεροµηνία του θανάτου του σηµατοδοτεί αρχή για το αιθιοπικό ηµερολόγιο. Στο σηµείο αυτό, αν και δεν αποτελεί αποδεδειγµένη ελληνική επιρροή, θα θέλαµε να αναφέρουµε και τον µύθο του Αngabo. Σύµφωνα µε αυτόν κάποτε στην Αιθιοπία κυβερνούσε ένας βασιλιάς – φίδι, ο Arwe. Αυτός είχε επιβάλει στους υπηκόους του την υποχρέωση να του προσφέρουν κάθε χρόνο µια νέα κι όµορφη κοπέλα, την οποία έτρωγε. Όµως κάποια φορά ένας ξένος κι άγνωστος, ονόµατι Αngabo, εµφανίζεται ξαφνικά, σκοτώνει το τέρας, ελευθερώνει την κοπέλα και ανακηρύσσεται βασιλιάς. Η κοπέλα αυτή ήταν η Μακέδα (Makeda), η γνωστή από άλλους θρύλους ως βασίλισσα του Σαβά, ή κάποια πρόγονός της. Ο µύθος αυτός παρουσιάζει αξιοσηµείωτη αναλογία µε αυτόν του Περσέα και ης Ανδροµέδας, ενώ στο όνοµα της Μακέδα θα µπορούσε κανείς να υποθέσει παραφθορά αυτού της Ανδροµέδας. Σηµαντική είναι η ελληνική επίδραση στην Αιθιοπική Εκκλησία. Έλληνας, κατά πάσα πιθανότητα, ή εξελληνισµένος Τύριος, ήταν ο ιδρυτής της
FETHA NAGAST, FOUYAS, Ethio-Hellenic Studies, σελ. 70, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 80-81, 134 48 HENDRICKX, Africano-Byzantina, σελ. 118, ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι 49 NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 119-120, PANKHURST, Graeco-Ethiopian Studies, σελ. 157, Royal Chronicles, σελ. 248-255, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 52
47
165
Φρουµέντιος.50 Αυτός ήταν και ο πρώτος επίσκοπός της, θέση για την οποία έλαβε το χρίσµα από τον Μ. Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Από κει και µετά και έως το 1951, από την Αίγυπτο οριζόταν ο Αρχιεπίσκοπος, κεφαλή της Αιθιοπικής Εκκλησίας, η οποία σε όλη της τη διαδροµή παρέµενε στενά συνδεδεµένη µε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και την Αίγυπτο.51 Έτσι, από πολύ νωρίς βρέθηκε να εµπλέκεται στις θεολογικές διαµάχες του Βυζαντίου και τελικά εντάχθηκε στο χώρο των µονοφυσιτικών Εκκλησιών, όπως και η Αίγυπτος, µετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 µ.Χ. Ως τον 6ο αι. µ.Χ. η Θεία Λειτουργία που ετελείτο στις αιθιοπικές εκκλησίες ήταν εκείνη του Αγίου Μάρκου της Ελληνικής Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας.52 Και επίσης, ακόµη και σήµερα, πολλά στοιχεία στην τελετουργία και το τυπικό της Αιθιοπικής Εκκλησίας παραµένουν σε µεγάλη εγγύτητα µε αυτά της Ελληνορθόδοξης.53 Έτσι π.χ. µεγάλη οµοιότητα παρουσιάζει ο τρόπος τέλεσης των µυστηρίων του Βαπτίσµατος και του Χρίσµατος.54 Αξιοσηµείωτο το γεγονός ότι κι εδώ αλείφουν το βαπτιζόµενο βρέφος µε λάδι ελιάς, προϊόν που δεν υπάρχει στην Αιθιοπία αλλά εισάγεται από τη Μεσόγειο. Σηµαντικός ο ρόλος των αναδόχων στην τέλεση του Βαπτίσµατος. Κι εδώ υπάρχει η δοξασία της σύνδεσης του προπατορικού αµαρτήµατος µε το Βάπτισµα και θεωρείται κακό να πεθάνει βρέφος αβάπτιστο. Επίσης απαγορεύεται η είσοδος στην Εκκλησία στις νεογέννητες γυναίκες, οι οποίες θα πρέπει µετά την παρέλευση 40 ηµερών (80 για τα κορίτσια) να προσέλθουν στην εκκλησία για την ανάγνωση ειδικής καθαρτήριας ευχής. Υπάρχει και στην Αιθιοπική Εκκλησία η ευχή του Τρισαγίου. Και σε πολλές άλλες τελετουργίες αναγνωρίζει κανείς τη βυζαντινή τους προέλευση. Με τη βυζαντινή µοιάζει και η εκκλησιαστική µουσική που συνοδεύει τις τελετουργίες. Εµπνευστής της ο Yared55 που έζησε και δηµιούργησε το έργο του τον 6ο αιώνα. Την ίδια εποχή στο Βυζάντιο έχουµε τη µορφή του Ρωµανού του Μελωδού. Πέρα από τη µουσική τα δύο αυτά πρόσωπα τα συνδέει και ο ανάλογος θρύλος για την πηγή της έµπνευσής τους. Και οι δυο δέχτηκαν τον επουράνιο φωτισµό από την Παναγία και τους αγγέλους κατόπιν ανάληψής τους στον ουρανό, κατά τη διάρκεια οράµατος. Βέβαια στην εκκλησιαστική
βλ. SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 97-100, JONES-MONROE, Ethiopia, σελ. 26-28, KOBISHCHANOV, Axum, σελ. 67-73, SNOWDEN, Blacks in Antiquity, σελ. 208, ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο, σελ. 156-164, DAVIDSON, Ιστορία, σελ. 134-135, METHODIOS, Christianity into Aksum, σελ. 187-189, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 40-41, PETRIDES, Evangelisation, 1971, 1972, DORESSE, Ethiopia, 63-64, KALLIMACHOS, Patriarchate, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 31-33, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 10:2 51 D. Christie Murray, A History of Heresy, Oxford – N. York, 1989, σελ. 82, αποσπ. από ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία, σελ. 107, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 123, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 34-36 52 FOUYAS, Ethio-Hellenic Studies, σελ. 68 53 FOUYAS, Greeks in Ethiopia, σελ. 167, BRUCE, James, Travels to Discover the Sources of the Nile in Years, 1768-1773, vol. I-III, Edinburgh, 1790 BUXTON, The Abyssinians, σελ. 69-70,72 54 GREGORIUS, The Sacraments, VERGITSIS, Βάπτισµα και Χρίσµα 55 BUXTON, The Abyssinians, σελ. 154, MEKOURIA, Christian Aksum, σελ. 418-420, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 164-166, 172-173, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 43, DORESSE Ethiopia, σελ. 81-82, BROWN, Ύστερη Αρχαιότητα, σελ. 152
50
166
µουσική της Αιθιοπίας έντονα είναι κι άλλα στοιχεία προερχόµενα από τον αφρικανικό χώρο ή τον ασιατικό χώρο. Κυρίαρχη η παρουσία των τυµπάνων (kabaro) και των σείστρων (tsenatsil). Τα τελευταία µάλιστα συνδέονται και µε τις αιγυπτιακές λατρευτικές τελετές της Ίσιδας.56 Ανατολικής προέλευσης αλλά κοινό στοιχείο στην τελετουργία και των δυο εκκλησιών, Αιθιοπικής και Ελληνορθόδοξης, είναι και η χρήση συγκεκριµένου τύπου θυµιατηρίου που φέρει κουδουνάκια, παράγει χαρακτηριστικό ήχο όταν ο ιερέας το χρησιµοποιεί για να θυµιατίσει το εκκλησίασµα και είναι ευρύτατη η χρήση του στη διάρκεια των τελετουργιών. Εντύπωση προκαλεί επίσης η οµοιότητα που παρατηρείται ανάµεσα στο παραδοσιακό έγχορδο όργανο της αιθιοπικής κοσµικής µουσικής, στο krar, και στην αρχαία ελληνική λύρα. Τα επίσηµα ενδύµατα των επισκόπων και ιερέων είναι ίδια µε τα ράσα των ιερέων της Ελληνικής Εκκλησίας, µαύρα σε χρώµα. Και εδώ οι ιερείς φέρουν καληµαύχι και ζώνη, κατά το µοναστικό βυζαντινό τυπικό. Άλλωστε και η µοναστική ζωή της Αιθιοπικής Εκκλησίας είναι βασισµένη στους κανόνες του Μ. Αντωνίου, του Μακαρίου, του Παχωµίου, όπως συµβαίνει και µε την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία.57 Και εδώ τα µοναστήρια λειτουργούν ως κέντρα πνευµατικής ζωής, ενώ ακόµα και σήµερα µια από τις ασχολίες των µοναχών είναι η κατασκευή χειρογράφων και η αντιγραφή ιερών κειµένων, έργο στο οποίο επιδίδονται σε συγκεκριµένα µοναστήρια µε εξαιρετική φροντίδα στη διατήρηση των παραδόσεών τους. Τα χειρόγραφα αυτά παρουσιάζουν επίσης οµοιότητες µε τα βυζαντινά. Είναι γραµµένα σε περγαµηνές και δέρµατα ζώων, χρησιµοποιούν µελάνι µαύρο και κόκκινο, µε το οποίο ξεκινάνε και γράφουν τις αναφορές τους στο όνοµα του Θεού. Οι ίδιοι οι Αιθίοπες ακόµα και σήµερα αποδέχονται αυτή τους τη σύνδεση µε την Ελληνική Εκκλησία, γι’ αυτό και είναι µεγάλο το ποσοστό ελληνοµάθειας στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Θα αναφέρω εδώ το περιστατικό για το οποίο κάνει λόγο ο Richard Pankhurst,58 σύµφωνα µε το οποίο το 1637 φτάνει στο Γκόνταρ, έδρα τότε των βασιλέων της Αιθιοπίας, ο Γερµανός ιεραπόστολος Peter Heyling. Η περίοδος εκείνη ήταν εποχή σκληρών αντιπαραθέσεων στην Αιθιοπία µε τους καθολικούς. Όµως ο Peter Heyling έγινε καλοδεχούµενος στη βασιλική Αυλή, όταν ανήγγειλε την πρόθεσή του να διδάξει ελληνικά. Αυτό δικαιολογείται και από την αντίληψη που υπάρχει στην Αιθιοπία ότι η γνώση της ελληνικής γλώσσας δίνει τη δυνατότητα ανάγνωσης των Ευαγγελίων από το πρωτότυπο, γεγονός που συντείνει στην πληρέστερη κατανόησή τους. Έντονες είναι οι επιδράσεις που ανιχνεύονται και στην εκκλησιαστική τέχνη.59 Ειδικά στον τοµέα της εικονογραφίας είναι πάρα πολλές οι επιρροές από την αντίστοιχη βυζαντινή, τόσο στην τεχνική όσο και στην θεµατολογία.60 Έτσι πολλές φορές στην αιθιοπική τέχνη έχουν χρησιµοποιηθεί ως πρότυπα
I.E.E. τοµ. Ε, σελ. 408-412, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 173-175 BUXTON, The Abyssinians, σελ. 77, 122, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 118, 120, FOUYAS, Ethio-Hellenic Studies, σελ. 70, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 108-109 58 PANKHURST, Teaching Classical Greek, σελ. 390-393 59 Για τη βυζαντινή τέχνη γενικά, βλ. Ι.Ε.Ε. τ. Ζ, σελ. 354-398, RUNCIMAN, Βυζαντινός Πολιτισµός, σελ. 286-311, TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών, σελ. 281-305 60 PANKHURST, Graeco-Ethiopian Studies, σελ. 157-161, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 37, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 126-127, 136-147, ULLENDORFF, Ethiopians, σελ. 158-167
57
56
167
αντίστοιχα ελληνικά έργα. Χαρακτηριστική ως προς αυτό η εικονογραφία της Θεοτόκου.61 Έχουν βρεθεί στην Αιθιοπία εικόνες µε τον τύπο θεοµητορικής εικόνας γνωστό ως Παναγία Ελεούσα. Στην εικόνα αυτή η Παναγία κρατά το Χριστό στο αριστερό της χέρι, πράγµα όµως που δε συνηθίζεται στην Αιθιοπία λόγω των τοπικών παραδόσεων. Αυτοί οι τύποι εικόνας που υπάρχουν στην Αιθιοπία βασίζονται σε βυζαντινά πρότυπα. ∆ηµοφιλής στην Αιθιοπία είναι ο επίσης βυζαντινός τύπος εικονογράφησης της Παναγίας που είναι γνωστή ως Παναγία η Οδηγήτρια. Αν και οι επιρροές αυτές εντοπίζονται στα µέσα και νεώτερα χρόνια, σίγουρα απηχούν και προγενέστερες, όταν η σύνδεση µε το Βυζάντιο και την πνευµατική και καλλιτεχνική του ζωή ήταν πιο άµεση. Στην Αιθιοπία συναντώνται επίσης, ακόµα και σήµερα εικόνες τρίπτυχες και δίπτυχες, είδος που αναπτύχθηκε κυρίως στο Βυζάντιο. Η αιθιοπική εικονογραφία έχει έντονες επιδράσεις και από την κοπτική τέχνη της Αιγύπτου. Έτσι λοιπόν, µπορούµε να κάνουµε λόγο και για έµµεσες βυζαντινές επιρροές. Ένας από τους πιο σηµαντικούς αγίους στο εορτολόγιο της αιθιοπικής Εκκλησίας είναι ο Άγιος Γεώργιος, που θεωρείται και ο πολιούχος άγιος της σηµερινής αιθιοπικής πρωτεύουσας, της Αντίς Αµπέµπα. Η απεικόνισή του στην εικονογραφία είναι ίδια µε εκείνη της βυζαντινής τέχνης, δηλαδή ο άγιος αναπαρίσταται ιππέας σε άσπρο άλογο να εξολοθρεύει ένα δράκο. Και στην αρχιτεκτονική συναντάµε επιρροές. Για να µείνουµε στο χώρο που συνδέεται µε τη θρησκεία θα πούµε για τις πρώτες εκκλησίες που έχουν ανασκαφεί στην Αιθιοπία και που έχουν τη µορφή των βασιλικών.62 Αυτό το αρχιτεκτονικό σχέδιο, έτσι όπως χρησιµοποιήθηκε στο Αξούµ, άκµασε στη Συρία αλλά βασίζεται στη µορφή που είχαν τα ελληνικά και ελληνιστικά δηµόσια οικοδοµήµατα, π.χ. αγορές, δικαστήρια, αίθουσες συγκεντρώσεων. Ανατολικής επίδρασης προερχόµενης από την Αντιόχεια είναι και οι ναοί οκταγωνικού σχήµατος που ακόµα και σήµερα συνηθίζονται στην Αιθιοπία.63 Επίσης σε κτίρια αξουµιτικά συναντάµε αρχιτεκτονικά στοιχεία που δεν αποτελούν παραδοσιακή αξουµιτική αρχιτεκτονική. Τέτοια είναι οι αψίδες και οι θόλοι σε κτίσµατα που ανασκάφησαν στο Αξούµ, όπως στον επονοµαζόµενο Τάφο του Καλέµπ, στον Tomb of the Brick Arches και στο Brick Vaulted Structure64 Ελληνικές επιδράσεις εντοπίζουν οι µελετητές και σε έργα που προέρχονται από την προ-Αξουµιτική περίοδο του αιθιοπικού πολιτισµού. Έτσι ο De Contenson κάνει λόγο για σχέση που υπάρχει ανάµεσα σε άγαλµα που βρέθηκε στο Hawlti και ανάλογα ελληνικά του 6ου αι. π.Χ.65 Συγκεκριµένα σε άγαλµα γυναικείας µορφής που ανασκάφηκε εκεί υπάρχει έκφραση στο πρόσωπο που θα µπορούσε να παραλληλιστεί µόνο µε κάποια ανάλογα ελληνικά της αρχαϊκής περιόδου. Μια µορφή «αρχαϊκού χαµόγελου» θα
CHOJNACKI, Painting, PANKHURST, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 5:4, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 365-367, NEGUSSIE, Aksum and Matara, σελ. 58, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 97-118, DORESSE, Ethiopia, σελ. 82 63 ΚΟΡ∆ΑΤΟΣ, Ιστορία, σελ. 155-157, MUNRO-HAY, Aksum, ch. 10:5 64 MUNRO-HAY, Aksum, ch. 5:5, The Rise and Fall of Aksum, σελ. 49, PHILLIPSON – PHILLIPS, Excavations, σελ. 3-36, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 96-97 65 FATTOVICH, Remarks on the Pre-Aksumite Period, σελ. 14, De CONTENSON, Culture, σελ. 347-348
62
61
168
µπορούσαµε να πούµε ότι είναι χαραγµένη και στην έκφραση αυτού του αγάλµατος που παραπέµπει σε αρχαϊκά της Μ. Ασίας του 7ου κι 6ου αι. π.Χ. Στις ανασκαφές στις ίδιες προ-Αξουµιτικές θέσεις εντοπίστηκε και άγαλµα που η Pirenne το ονοµάζει «ναό».66 Έχει τη µορφή θρόνου. Συγκριτικά λοιπόν µε αυτό ο «πτολεµαϊκός δίφρος» του Monumentum Adulitanum έχει σαφέστατα ελληνικές επιρροές στην κατασκευή του, αν και πιθανότατα είχε στηθεί στην Άδουλη από τον ανώνυµο Αξουµίτη βασιλιά του οποίου η επιγραφή βρέθηκε χαραγµένη πάνω του. Ελληνικές επιδράσεις σηµειώνονται και στην κεραµική. Σκεύη κεραµικά µε σχέδια και σχήµατα προερχόµενα από τον ελληνικό κόσµο, και λυχνίες πήλινες µε ελληνικές επιγραφές έχουν βρεθεί σε ανασκαφές και µαρτυρούν άλλες από αυτές την εισαγωγή τους από τον ελληνικό κόσµο, ενώ άλλες την επιρροή των εισαγοµένων στους ντόπιους τεχνίτες. Ανάλογο φαινόµενο παρατηρείται και στην υαλοτεχνία. 67 Στο σηµείο αυτό θα αναφέρουµε και τις επιδράσεις που, αν και ανεπιβεβαίωτες, όµως δεν µπορούν να αποκλειστούν. Τέτοιες είναι αυτές που συνδέονται µε τις στήλες του Αξούµ. Παρόλο που και η µορφή τους και η παράδοση της όρθωσής τους είναι αξουµιτική, όµως πολλοί εντοπίζουν επιδράσεις ελληνικές στην κατασκευή τους. Έτσι ο Salt68 υποστηρίζει ότι οι Αξουµίτες βασιλείς χρησιµοποίησαν Έλληνες τεχνίτες, ενώ οι Bruce και Bent69 θεωρούν ότι τις κατασκεύασαν Έλληνες προερχόµενοι από την Αίγυπτο. Την ίδια άποψη εκφράζει και ο M. Vivien de Saint – Martin.70 Αξίζει να σηµειώσουµε ότι η βάση µιας από τις στήλες, της δεύτερης µεγαλύτερης διακοσµηµένης, έχει το σχήµα κύλικα ελληνικού.71 Επίσης σε άλλη υπάρχει η παράσταση ιωνικού κίονα.72 Κλείνοντας την αναφορά αυτή θα θέλαµε να υπογραµµίσουµε την εµφανή σχέση που υπάρχει και σήµερα ανάµεσα στην παραδοσιακή τέχνη της Αιθιοπίας και τη βυζαντινή. Η σχέση αυτή είναι πρόδηλη στη µεταλλοτεχνία και στα παραδοσιακά αιθιοπικά κοσµήµατα που παραπέµπουν σε αντίστοιχα βυζαντινά, τόσο ως προς το σχεδιασµό τους όσο και στην τεχνική της κατασκευή τους.73 Χαρακτηριστικοί οι βυζαντινή σταυροί που έχουν εντοπιστεί ανάµεσα στα ανασκαφικά δεδοµένα, αποτυπωµένοι σε ναούς, όπως οι σκαλισµένοι σε βράχο ναοί της Λαλιµπέλα (Lalibela),74 αλλά και σε κοσµήµατα, παλιότερα και µεταγενέστερα. Επίσης είναι εµφανής η επιρροή και στην παραδοσιακή ενδυµασία που µε τα πλούσια χρυσοκέντητα στολίδια της που µπαίνουν εν είδει µπορντούρας στα γυναικεία φορέµατα, φέρουν στο νου τα αντίστοιχα βυζαντινά.
De CONTENSON, Culture, σελ. 345-351 MUNRO-HAY, Aksum, ch. 12:1, 2, ANFRAY, The Civilization of Aksum, σελ. 373 68 SALT, A Voyage to Abyssinia, London, 1814, σελ. 405 69 NEGUSSIE, Aksum and Matara, σελ. 46, SELLASSIE, Ethiopian History, σελ. 60-61 70 Την παραθέτει ο McCRINDLE, Christian Topography, Book II, σχ. 79, από το Journal Asiatique, sixth series, vol. Ii, σελ. 333-334 71 MUNRO-HAY, Aksum, ch. 5:6 72 MUNRO-HAY, Aksum, ch. 5:6 73 MUNRO-HAY, Aksum, ch. 12:4, 13:3, BUXTON, The Abyssinians, σελ. 162-177 74 NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 45
67
66
169
Περιδιαβαίνοντας στην Αιθιοπία ακόµα και σήµερα και ερχόµενος κανείς σε επαφή µε πνευµατικούς ανθρώπους του τόπου εκπλήσσεται όταν διαπιστώνει το βαθµό που οι ίδιοι βιώνουν αυτή την πνευµατική συγγένεια µε την Ελλάδα από τα αρχαία χρόνια. Συγγένεια που δε σταµατάει µόνο στις κοινές θρησκευτικές καταβολές αλλά επεκτείνεται και στο βάθος του ιστορικού χρόνου και συνεχίστηκε, έστω και πιο δύσκολα, και στα χρόνια µετά την αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου και την άλωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.75 Ενδεικτικά αναφέρουµε εδώ περιστατικά που αναφέρουν Έλληνες της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας να αναζητούν καταφύγιο στην οµόθρησκή τους χώρα της Αφρικής και να γίνονται δεκτοί εκεί µε ζεστή φιλοξενία.76 Με περηφάνια οι σύγχρονοι Αιθίοπες τοποθετούν το έθνος τους κοντά στο ελληνικό, θεωρώντας το ως ένα από τα πιο αρχαία του κόσµου. Άλλωστε η θέση των Ελλήνων στη νεότερη ιστορία της Αιθιοπίας υπήρξε πολύ διακεκριµένη, ενώ πλήθος προσωπικοτήτων Ελλήνων διατέλεσαν σε άκρως εµπιστευτικές και σηµαντικές δηµόσιες θέσεις στο πλευρό των Αιθιόπων αυτοκρατόρων.
75 76
CERULLI, Ethiopians of Cyprus, PANKHURST, Graeco-Ethiopian Studies, σελ. 157-161, HANCOCK – PANKHURST – WILLETTS, Ethiopian Skies, σελ. 81-82, NATSOULAS, Hellenic Presence, σελ. 45-47, FOUYAS, Greeks in Ethiopia, σελ. 167
170
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ABU BAKR, A., Pharaonic Egypt = • Abu Βakr Α., Pharaonic Egypt, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981 ADAM, Nubia = • S. Adam, The importance of Nubia : a link between Central Africa and the Mediterranean, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, UNESCO, 1981, σελ. 226-243
ANFRAY, The Civilization of Aksum = • Francis Anfray, The Civilization of Aksum from the first to the seventh century, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, pp.362-380 ΑΡΒΕΛΕΡ, Ιδεολογία = • Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, µτφρ. Τούλα ∆ρακοπούλου, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1997 BERNAL, Black Athena = • Bernal, Martin, The Afroasiatic roots of classical Civilization, Rutgers University Press, 1987 BROWN, Ύστερη Αρχαιότητα = • Peter Brown, Ο κόσµος της Ύστερης Αρχαιότητας 150-750 µ.Χ., µετάφραση Ε. Σταµπογλη, εκδ. Αλεξάνδρεια 1998, τίτλος πρωτότυπου The World of Late Antiquity, Thames and Hudson Ltd. London, 1971, 1989 BRUCE, Travels = • Bruce James, Travels to Discover the Sources of the Nile in Years, 1768-1773, vol. I-III, Edinburgh, 1790, BUDGE, The Queen = • Budge W.E.A., The Queen of Sheba and her only son Menyelek (I), Translated from Ethiopic by Sir E. A. Wallis Budge, Oxford University Press, London, 1932 http://www.sacred-texts.com/chr/kn/htm BUXTON, The Αbyssinians = • David Buxton : The Abyssinians, Ancient Peoples and Places, Editor Dr. Glyn Daniel, Praeger Publishers, New York – Washington, 1970 CHITTICK, Notes on the Archeology = 171
•
Neville Chittick, Notes on the Archeology of Northern Ethiopia, Abbay, Documents pour servir à l’ Histoire de la Civilisation Ethiopenne, Cahier 9, Ed. C.N.R.S., 1978, p. 15-19
CHOJNACKI, Painting = • Stanislaw Chojnacki, Notes on a Lesser-Known Type of St. Mary in Ethiopian Painting, ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. I, Addis Ababa, 1970, σελ. 162-177 De CONTENSON, Culture = • Henri de Contenson, Pre-Aksumite culture, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, pp. 341-361 DAVIDSON, Ιστορία = • Basil Davidson : Ιστορία της Αφρικής (πρωτότυπος τίτλος Africa in History) , µετάφραση - σχόλια ∆ηµοσθένης Κούρτοβικ, Αίολος, Αθήνα 1997 DICTIONARY = • The Dictionary of Ethiopian Biography, Vol. I, From Early Times to the End of the Zagwé Dynasty c. 1270 A. D., ed. Belaynesh Michael, S. Chojnacki, Richard Pankhurst, Institute of Ethiopian Studies, Addis Ababa University, 1975 ∆ΙΟ∆ΩΡΟΣ ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ, Βιβλιοθήκη Ιστορική, Ι = • ∆ιόδωρος Σικελιώτης, Άπαντα, Αρχαία Ελληνική Γραµµατεία «Οι Έλληνες», εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1994 DORESSE, Ethiopia = • Jean Doresse : Ethiopia , Ancient Cities and Temples, Translated from the French by Elsa Coult, Elek Books first 1959, second 1967, London, First published in 1956 as “Au Pays de la Reine de Saba L’ ETHIOPE Antique et Moderne” by Editions d’ Art Albert Guillot et Cie ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία = • Evagrius Scholasticus, Ecclesiastical History (AD431-594), translated by E. Walford (1846), Samuel Bagster and Sons, London. http://www.tertullian.org/fathers/index.htm ΖΑΚΥΝΘΗΝΟΣ, Ιστορία = • ∆ιον. Α. Ζακυνθηνός, Βυζαντινή Ιστορία 324 –1071, εκδόσεις ∆ωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1989 FATTOVICH, Remarks on the Pre-Aksumite Period = • Rodolfo Fattovich, Remarks on the Pre-Aksumite Period in Northern Ethiopia, Journal of Ethiopian Studies vol. ΧXΙΙΙ, November 1990, Haile Sellassie I University Institute of Ethiopian Studies, Addis Ababa, σελ. 133 172
FATTOVICH, Pre-Aksumite Culture = • Rodolfo Fattovich, Traces of a Possible African Component in the PreAksumite Culture of Northern Ethiopia, Abbay, Documents pour servir à l’ Histoire de la Civilisation Ethiopenne, Cahier 9, Ed. C.N.R.S., 1978, pp. 25-30 FATTOVICH – BARD, Origins of Aksum = • Rodolfo Fattovich – Kathryn A. Bard, The Origins of Aksum : A View from Ona Enda Aboi Zague (Tigray), New Trends in Ethiopian Studies, Papers of the 12th International Conference of Ethiopian Studies, Michigan State University 5-10 September FETHA NAGAST = • The Fetha Nagast, published by The Faculty of Law, Haile Sellassie I University, Addis Ababa, 1968 ΦΙΛΟΣΤΟΡΓΙΟΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία = • Epitome of the Ecclesiastical History of Philostorgius, compiled by Photius, Patriarch of Constantinople, translated by Edward Walford, M. A., Late Scholar of Balliol College, Oxford http://www.tertullian.org/fathers/index.htm FOUYAS, Ethio-Hellenic Studies = • P. G. Fouyas : An Introduction to Ethio-Hellenic Studies, ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. I, Addis Ababa, 1970, σελ. 67-72 FOUYAS, Greeks in Ethiopia = • P. G. Fouyas : James Bruce of Kinnaird and the Greeks in Ethiopia, ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. II, Addis Ababa, 1971, σελ. 161-178 ΦΩΤΙΟΣ, Μυριόβιβλος = • Photius, Bibliotheca or Myriobiblion, Early Church Fathers, Additional Texts, ed. Roger Pearse, http://www.tertullian.org/fathers/index.htm GETANEH – RUSSO, Stratigraphy = • GETANEH Assefa – RUSSO Antonio, Stratigraphy and Age of the Rock Sequence in Aksum and its Surrounding Regions, New Trends in Ethiopian Studies, Papers of the 12th International Conference of Ethiopian Studies, Michigan State University , 1994, Vol.I GREGORIUS, The Sacraments = • Anba Gregorius : The Sacraments of Baptism and Chrism in the Rite of the Coptic Orthodox Church, ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. II, Addis Ababa, 1971, σελ. 219-230 HAKEM, Civilization = 173
•
HAKEM, A.A., The civilization of Napata and Meroe, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981 , pp. 298-325
HANCOCK – PANKHURST – WILLETTS, Ethiopian Skies = • Graham Hancock, Richard Pankhurst, Duncan Willetts : Under Ethiopian Skies, first published in 1983, Revised third edition 1997 by Cameraprix Publishers Limited, Nairobi Kenya HENDRICKX, Documents = • Benjamin Hendrickx, Official Documents Written in Greek Illustrating the Ancient History of Nubia and Ethiopia (3rd Century B.C. – 6th Century A.D.), Monumenta Afro-Hellenica, No 1, Institute for Afro-Hellenic Studies, Johannesburg, 1984 HENDRICKX, Africano-Byzantina = • B. Hendrickx, Africano-Byzantina: Notes on Methodology and Sources for “Black” Africa , Ekklesiastikos Pharos vol. 81, New Series 10, Αλεξάνδρεια – Johannesburg, 1999, σελ. 115-126 HENDRICKX, Basileis and Basiliskoi = • B. Hendrickx, The Ethiopian Basileis and Nubian Basiliskoi (End 1st –End 6th Centuries) : Some Historical and Lexicographical Remarks, Ekklesiastikos Pharos vol. 80, New Series 9, Αλεξάνδρεια – Johannesburg, 1998, σελ. 179-185 HENDRICKX, Ezana = • B. Hendrickx, Ezana, Basileus d’ Axoum : quelques considerations prosopographiques et chronologiques, Ekklesiastikos Pharos vol. 79, New Series 8, Αλεξάνδρεια – Johannesburg, 1997, σελ. 124-134 HENDRICKX, Lexicon = • Benjamin Hendrickx, The Basileis of Axum : Lexicon of the Greek Axumite Epigraphic Documents, Journal of Oriental and African Studies, Volume 12 (2003), Athens, σελ. 1-25. HENDRICKX, Remarks = • B. Hendrickx, Remarks on some Geo-political Information in Texts on Kaleb’s Reign, Ekklesiastikos Pharos vol. 84, New Series 13, Αλεξάνδρεια – Johannesburg, 2002, σελ. 189-202 ΗΛΙΟ∆ΩΡΟΣ, Αιθιοπικά = • Ηλιόδωρος, Αιθιοπικά ή Τα Περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν, εισαγωγή Γ. Γιατροµανωλάκης, µετάφραση Αλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, 1977 ΗΡΟ∆ΟΤΟΣ, Ιστορία = • Ηροδότου Ιστορία, τ. 1-3, εκδ, Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, µτφρ. Α. Βλάχος HUSSEIN AHMED, Muslim Traditions = 174
•
Hussein Ahmed, Aksum in Muslim Historical Traditions, Journal of Ethiopian Studies, vol. XXIX, No 2, December 1996, Haile Sellassie I University Institute of Ethiopian Studies, Addis Ababa, σελ. 47-66
HUSTON, Ethiopians = • Houston, Drusilla Dunjee, Wonderful Ethiopians of the Ancient Cushite Empire, The Universal Publishing Company, Oklahoma city, 1926 ΘΩΜΟΠΟΥΛΟΥ, Ελληνικές λέξεις = • Ι. Α. Θωµοπούλου, Ελληνικές λέξεις στα Αιθιοπικά, ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. Χ, 1979, σελ. 163-168 Ι.Ε.Ε., τ. Α’ • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τοµ. A΄, Προϊστορία και πρωτοϊστορία, Εκδοτική Αθηνών, 1970 Ι.Ε.Ε., τ. Β’ • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τοµ. Β΄, Αρχαϊκός Ελληνισµός, Εκδοτική Αθηνών, 1971 Ι.Ε.Ε., τ. ∆’ = • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τοµ. ∆΄, Μέγας Αλέξανδρος – Ελληνιστικοί Χρόνοι, Εκδοτική Αθηνών, 1973 Ι.Ε.Ε., τ. Ε = • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τοµ. Ε΄, Ελληνιστικοί Χρόνοι, Εκδοτική Αθηνών, 1974 Ι.Ε.Ε., τ. Στ = • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τοµ. ΣΤ΄, Ελληνισµός και Ρώµη, Εκδοτική Αθηνών, 1976 Ι.Ε.Ε., τ. Ζ = • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τοµ. Ζ΄, Βυζαντινός Ελληνισµός – Πρωτοβυζαντινοί χρόνοι, Εκδοτική Αθηνών, 1978 ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΦΕΣΟΥ, Εκκλησιαστική Ιστορία = • Τhe third part of the Ecclesiastical Ηistory of John bishop of Εphesus from the original syriac by R. Payne Smith, M.A. sub-librarian of the Bodleian Library Οxford at the University Press 1860 http://www.tertullian.org/fathers/index.htm ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΙΚΙΟΥ, Χρονικό = • John, Bishop of Nikiu: Chronicle, translated from Ζotenberg's ethiopic text by R. H. CHARLES, D.Litt, D.D., Oxford University Press London, 1916, http://www.tertullian.org/fathers/index.htm JONES – MONROE, Ethiopia = 175
•
H. M. Jones and Elizabeth Monroe, A History of Ethiopia, Oxford University Press, Ely House, London, 1966, (1st ed. 1935, under the title : A History of Abyssinia)
KALLIMACHOS, Patriarchate = • D. Kallimachos : The Patriarchate of Alexandria in Abyssinia , ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. II, Addis Ababa, 1971, σελ. 151-160 ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Πηγές = • Ιωάννου Ε. Καραγιαννόπουλου, Η βυζαντινή Ιστορία από τις πηγές, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1996, Β’ έκδοση µε τη συνεργασία Θ. Κορρέ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το βυζαντινό κράτος = • Γιάννης Καραγιαννόπουλος, Το βυζαντινό κράτος, Α’ Κρατική οργάνωση, κοινωνική δοµή, Ερµής, Αθήνα 1988 ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ιστορία = • Ιστορία Βυζαντινού κράτους, τ. 1 (324-565), εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1995 (6η έκδοση) KEBRA NAGAST = • Kebra Nagast (The Glory of Kings), compiled, edited and translated by Miguel F. Brooks, The Red Sea Press, Inc. 1996 ΚΛΑΥ∆ΙΟΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ, Γεωγραφική Υφήγησις = • Κλαύδιου Πτολεµαίου, Γεωγραφική Υφήγησις, Επιµέλεια Αθανάσιος Αγγελόπουλος, ελεύθερη σκέψις, Αθήνα, 2001 KOBISHCHANOV, Axum = • Yuri M. Kobishchanov, Axum, Editor Joseph W. Michels, Translator Lorraine T. Kapitanoff, The Pennsylvania State University Press, Univeresity Park and London, 1979, Originally published in Russian by Academy of Science of the USSR Africa Institute, Moscow 1966 KOBISHCHANOV, Aksum : political system = • KOBISHCHANOV, Yuri, M., Aksum. Political system, economics and culture, first to fourth century, , General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, pp. 381-400 ΚΟΡ∆ΑΤΟΣ,Βυζάντιο = • Γ. Κορδάτος, Ακµή και Παρακµή του Βυζαντίου, Εκδ. Μπουκουµάνη, 1953 , Ε΄εκδ., Αθήνα 1974 LEMERLE, Βυζαντινός Ουµανισµός = • Paul Lemerle, Ο πρώτος Βυζαντινός Ουµανισµός. Σηµειώσεις και παρατηρήσεις για την εκπαίδευση και την παιδεία στο Βυζάντιο από τις 176
αρχές ως τον 10ο αι., µτφ. Μ. Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής Τραπέζης, γ΄ έκδοση, Αθήνα 2001. Τίτλος πρωτότυπου : Le premier humanisme byzantin. Notes et remarques sur enseignement et culture à Byzance des origins au Xe siècle. Presses Universitaires de France, Paris, 1971 ΛΕΤΣΙΟΣ, Βυζάντιο = • ∆ηµήτρης Γ. Λέτσιος, Βυζάντιο και Ερυθρά Θάλασσα, Σχέσεις µε τη Νουβία, Αιθιοπία και Νότια Αραβία ως την Αραβική κατάκτηση, Ιστορικές εκδόσεις Στ. ∆. Βασιλόπουλος, Ιστορικές Μονογραφίες, Αθήνα, 1988 LIDDELL SCOTT, Λεξικό = • Liddell-Scott, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα, χ.χ, LINNÉR, Ιστορία = • S. Linnér, Ιστορία του Βυζαντινού πολιτισµού, µετάφραση Ζ. Ψάλτης, εκδ. Γκοβοστη, Αθήνα 1999, τίτλος πρωτότυπου Bysantinsk Kulturhistoria MANGO, Βυζάντιο = • Cyril Mango, Βυζάντιο, Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώµης, µτφ. ∆. Τσουγκαράκης, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 2002. Τίτλος πρωτότυπου Byzantium The Empire the New Rome. Weidenfeld Nicolson, London, 1980 MARRASSINI, Syriac Influences = • Paolo Marrassini, Some Considerations on the Problem of the “Syriac Influences” on Aksumite Ethiopia, Journal of Ethiopian Studies vol. ΧXΙΙΙ, November 1990, Haile Sellassie I University Institute of Ethiopian Studies, Addis Ababa, σελ. 35-46 McCRINDLE, Christian Topography = • J. W. Mc Crindle, The Christian Topography of Cosmas, an Egyptian Monk, Hakluyt Society, London, 1897, από το site Cosmas Indicopleustes, Christian Topography, 1897, Early Church Fathers, ed. Roger Pearse http://www.tertullian.org./fathers/cosmas.htm ΜΑΛΑΛΑΣ, Χρονογραφία = • Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Από τους απωτάτους χρόνους µέχρι την εποχή του Ιουστινιανού. Βασισµένη σε απωλεσθέντα συγγράµµατα αρχαίων χρονογράφων και ιστορικών, εισαγωγή – υποµνηµατισµός Γιώργος Λθύρης, εκδ. Ηλιοδρόµιο, Αθήνα 2001 ΜΕΓΑΛΟΜΜΑΤΗΣ, Περίπλους = • Ανωνύµου, Αρριανού, ως φέρεται : Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, Εισαγωγή – Μετάφραση - Σχόλια Κοσµάς Μεγαλοµµάτης, Στοχαστής, 1994 MEKOURIA, Christian Aksum = 177
•
Tekle Tsadik Mekouria, Christian Aksum, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, pp. 401-422
METHODIOS, Christianity into Aksum = • Methodios Metropolitan of Aksum, The Introduction of Christianity into Aksum, ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. I, Addis Ababa, 1970, σελ. 186- 190 ΜΕΘΟ∆ΙΟΣ, Χριστιανισµός = • Μεθόδιος, µητροπολίτης Αξώµης, Ο Χριστιανισµός και ο Ιουδαϊσµός εν Αιθιοπία, Νουβία και Μερόη 1-2, Αθήναι 1979,1982 MICHELS, Archaeology = • Joseph W. Michels, Axumite Archaeology : An Introductory Essay, pp. 134 από το βιβλίο του Yuri M. Kobishchanov, Axum, Editor Joseph W. Michels, Translator Lorraine T. Kapitanoff, The Pennsylvania State University Press, Univeresity Park and London, 1979, Originally published in Russian by Academy of Science of the USSR Africa Institute, Moscow 1966 ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ = • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρους Λαρούς Μπριτάννικα Αθήνα, 1996 MUNRO-HAY, Aksum = • Stuart Munro-Hay, Aksum An African Civilisation of Late Antiquity, 1991 (put online with permission by Alan Light, alight@vnet.net ) MUNRO-HAY, The Rise and Fall of Aksum = • Stuart Munro-Hay, The Rise and Fall of Aksum : Chronological Considerations, Journal of Ethiopian Studies vol. ΧXΙΙΙ, November 1990, Haile Sellassie I University Institute of Ethiopian Studies, Addis Ababa, σελ. 47-53 NATSOULAS, Hellenic Presence = • Theodore Natsοulas, The Hellenic Presence in Ethiopia : A Study of a European Minority in Africa (1740-1936) σελ. 5 - 218 Αbba Salama vol. VIII, 1977 NEGUSSIE, Aksum and Matara = • Caroline Negussie, Aksum and Matara : A Stratigraphic Comparison of Two Aksumite Towns, New Trends in Ethiopian Studies, Papers of the 12th International Conference of Ethiopian Studies, Michigan State University 5-10 September 1994, Editor Harold G. Marcus, Vol. I, The Red Sea Press, Inc. σελ. 45-83 ΠΑΛΛΑ∆ΙΟΣ, Ιστορία = • The Lausiac History of Palladius by W.K.Lowther Clarke B.D. London The Macmillan Company, New York, first published 1918 178
http://www.tertullian.org/fathers/index.htm PANKHURST, Graeco-Ethiopian Studies = • Richard Pankhurst, Reflections on the Importance of Graeco-Ethiopian Studies, ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. I, Addis Ababa, 1970, σελ. 154-161 PANKHURST, Royal Chronicles = • Richard Pankhurst, Echoes of the Ethiopian Royal Chronicles, Αbba Salama vol. VIII, 1977, σελ. 248-255 PANKHURST, Teaching Classical Greek = • Richard Pankhurst, An Early Nineteenth Century Attempt at Teaching Classical Greek at Adwa Ethiopia, Αbba Salama vol. IΧ, σελ. 390-393 ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Νόµοι = • Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου, Οι «Νόµοι των Οµηριτών» Ιεραποστολική προσέγγιση και ιστορική – Νοµική συµβολή, εκδ. Αντ. Ν. Σακκουλά, Αθήνα – Κοµοτηνή, 1994 PETRIDES, Evangelisation, 1971 = • S. Pierre Petrides : Essai sur l’ Evangelisation de l’ Ethiopie, Sa Date et Son Protagoniste, Αbba Salama vol. II, 1971, σελ. 77-104 PETRIDES, Evangelisation, 1972 = • S. Pierre Petrides : Essai sur l’ Evangelisation de l’ Ethiopie, Sa Date et Son Protagoniste, Αbba Salama vol. III, 1972, σελ. 208-232 Περίπλους = • Ανωνύµου, Αρριανού, ως φέρεται : Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης, Εισαγωγή – Μετάφραση - Σχόλια Κοσµάς Μεγαλοµµάτης, Στοχαστής, 1994 και είναι βασισµένο στην έκδοση L. Casson, The Periplus Maris Erythraei, Princeton University Press, 1989 PHILLIPSON, Aksum in Africa = • David W. Phillipson, Aksum in Africa, Journal of Ethiopian Studies vol. ΧXΙΙΙ, November 1990, Haile Sellassie I University Institute of Ethiopian Studies, Addis Ababa, σελ.55-66 PHILLIPSON, Excavations = • David W Phillipson, The 1993 Excavations at Aksum, New Trends in Ethiopian Studies, Papers of the 12th International Conference of Ethiopian Studies, Michigan State University 5-10 September 1994, Editor Harold G. Marcus, Vol. I, The Red Sea Press, Inc. σελ. 84-96 PHILLIPSON – PHILLIPS, Excavations = • David W. Phillipson and Jacke Phillips, Excavations at Aksum, 1993-96 : A Preliminary Report, Journal of Ethiopian Studies, vol. XXXI, No 2, December 1998, pp. 1-127 179
POSNANSKY, The societies of Africa = • M. Posnansky, The societies of Africa south of the Sahara in the early iron age, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, pp. 719-731 ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, Πόλεµοι = • ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ, Ιστορία των πολέµων, τ. 1-4, εκδ. Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1996 RUNCIMAN, Βυζαντινός πολιτισµός = • Steven Runsiman, Βυζαντινός Πολιτισµός, µτφρ. ∆. ∆ετζώρτη, εκδ. Γαλαξία, Αθήνα 1969, (τίτλος πρωτότυπου : Byzantine Civilization, πρώτη έκδοση 1933) ΣΑΒΒΙ∆ΗΣ – HENDRICKX, Ιστορία = • Αλέξιος Γ. Κ.Σαββίδης – Benjamin Hendrickx, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ιστορία (284-1461), εκδ. Αντ. Σταµούλη, µετάφραση από τα αγγλικά Α. Κονδύλης, 2003, (τίτλος πρωτότυπου Introducing Byzantine History, Herodotos 2001) SALT, A Voyage to Abyssinia = • Henri Salt, A Voyage to Abyssinia, and Travels into the interior of that Country, executed under the orders of the British Government, in the years 1809 and 1810, F. C. and J. Rivington, London, 1814 SHACK, Central Ethiopians = • William A. Sack :The Central Ethiopians Amhara, Tigrinya and Related Peoples, Ethnographic Survey of Africa, Edited by Daryll Forde, NorthEastern Africa, Part IV, London, International African Institute, 1974 SHERIFF, Maritime trade = • A. M. H.Sheriff, The East African coast and its role in maritime trade, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, pp. 551-567 SHINNIE, Nubia = • P. L. Shinnie, Medieval Nubia, Sudan Antiquities Service, Khartoum, 1954, στο MEDIEVAL NUBIA, html SELLASSIE, Ethiopian History = • Sergew Hable Sellassie : Ancient and Medieval Ethiopian History to 1270, Addis Ababa 1972 SHERIF, Nubia = • Sherif, N.M., Nubia before Napata (- 3100 to – 750), General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981 SNOWDEN, Blacks in Antiquity = 180
•
Frank M. Snowden, Jr. : Blacks in Antiquity Ethiopians in the GrecoRoman Experience, The Belknap Press of Harvard University Press Cambridge Massachusetts London England, 1970
ΣΤΡΑΒΩΝ, XVII = • Στράβων Γεωγραφικά, Αρχαία Ελληνική Γραµµατεία «Οι Έλληνες», εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1994 SUTTON, East Africa = • J. E. G. Sutton, East Africa before the seventh century, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, pp. 568-592 TALBOT RICE, Βίος Βυζαντινών = • Tamara Talbot Rice, Ο δηµόσιος και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών, µτφρ. Φ. Βώρος, εκδ. Παπαδήµα, Αθήνα 2000 (τίτλος πρωτότυπου : Everyday Life in Byzantium, 1967) ULLENDORFF, Ethiopians = • Edward Ullendorff, The Ethiopians, An Introduction to Country and People, Oxford University Press, London, New York, Toronto, 1965 (1st ed. 1960) VASILIEV, Ιστορία = • A. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 324-1204 τοµ. Α, Μετ. ∆ηµοσθένη Σαβραµη, εκδ. Μπεργαδή VERGITSIS, Βάπτισµα και Χρίσµα = • D. Vergitsis : Βάπτισµα και Χρίσµα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Εκκλησιαστικός Φάρος, vol. 81 (1&2), Αλεξάνδρεια – Johannesburg 1999, σελ. 102-114 WEISCHER, Axumite Literature = • Bernd Manuel Weischer, Historical and Philological Problems of the Axumite Literature (especially in the Qérellos) ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. VI, Addis Ababa, 1975, σελ. 163- 173 και Journal of Ethiopian Studies (vol. IX, No 1), Haile Sellassie I University Institute of Ethiopian Studies, Addis Ababa, January 1971, σελ. 83-93 YOYOTTE, Egypt = • Yoyotte, J., Pharaonic Egypt: society, economy and culture, General History of Africa II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, pp.112-135 ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ, Χρονικό = • The Syriac Chronicle known as that of Zachariah of Mitylene translated into english by F. J. Hamilton, D.D. and E. W. Brooks, M.A. Methuen & co. London 1899, http://www.tertullian.org/fathers/index.htm 181
ZAYED, Relations = • Zayed, A. Hanid, Egypt’s relations with the rest of Africa, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981
182
Χάρτης 1 Το Κέρας της Ανατολικής Αφρικής και οι γειτονικές του περιοχές, κατά την αρχαιότητα. Ο χάρτης προέρχεται από το άρθρο του A. Hamid Zayed, Egypt’s relations with the rest of Africa, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, σελ. 146
183
Χάρτης 2 Από το βιβλίο του Yuri M. Kobishchanov, Axum, σελ. 20
184
Χάρτης 3 Από το βιβλίο του Yuri M. Kobishchanov, Axum (Map 3. Archaeological sites in the nuclear area of the Axumite Kingdom. From Francis Anfray, “Nouveaux sites antiques.” Journal of Ethiopian Studies, vol. XI, no. 2, 1973)
185
Χάρτης 4 Από το βιβλίο του Basil Davidson : Ιστορία της Αφρικής
186
Χάρτης 5 Από την Ι. Ε. Ε. τ. ΣΤ΄, σελ. 343
187
Χάρτης 6 Ο χάρτης του κόσµου σύµφωνα µε τον Εκαταίο Από το άρθρο του H. Riad, Egypt in the Hellenistic era, General History of Africa, II, Ancient Civilizations of Africa, ed. G. Mokhtar, Heinemann, California, Unesco, 1981, σελ. 195
188
Από το βιβλίο του Basil Davidson, Ιστορία της Αφρικής, σελ. 63 εικόνα 1
εικόνα 2
Γραφή γκεγιέζ από ένα αιθιοπικό χειρόγραφο
189
εικόνα 3 Αριθµοί στην γκεέζ και αντιπαραβολή τους µε τους ελληνικούς Από το άρθρο του Richard Pankhurst, Reflections on the Importance of GraecoEthiopian Studies, ABBA SALAMA A Review of The Association of Ethio-Hellenic Studies, vol. I, Addis Ababa, 1970, σελ. 155
190
Από το βιβλίο του Stuart Munro-Hay, Aksum An African Civilisation of Late Antiquity, 1991 εικόνα 4
Illustration 11e. Drawings of a gold issues (d. c. 18mm) εικόνα 5
Illustration 11c. Drawing of a bronze coin (d. 14mm) of king MHDYS of Aksum, with a gold-inlaid cross on the reverse, and a legend which reads “By this cross he will conquer”. εικόνα 6
Illustration 44. Drawing of a bronze coin (d. c. 15mm) of king Aphilas of Aksum, showing a wheat stalk in the reverse field; on all the gold coins of Aksum two such stalks frame the king's head on the obverse. 191
εικόνα 7 Από το βιβλίο του Peter Brown, Ο κόσµος της Ύστερης Αρχαιότητας 150-750 µ.Χ., εκδ. Αλεξάνδρεια 1998, σελ. 32
«Το δολλάριο του Μεσαίωνα» : ο χρυσός solidus του Κωνσταντίνου (306-337). Νοµισµατοκοπείο της Νικοµήδειας
192
ΠΕΡΙΛΗΨΗ Η εργασία µε θέµα «Η Χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωµαϊκής Ανατολής και το Βασίλειο του Αξούµ, από τον Μ. Κωνσταντίνο ως τον Ιουστινιανό», έχει σα στόχο να διερευνήσει τις πολιτικές, οικονοµικές και στρατιωτικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάµεσα στην πρώιµη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και το Βασίλειο του Αξούµ – µια µελέτη που καλύπτει το διάστηµα από το 324 έως το 565 µ.Χ. – και να ανιχνεύσει τις επιδράσεις που εκπορεύτηκαν από το Βυζάντιο προς το Αξούµ, ως αποτέλεσµα των σχέσεων αυτών. Στην Εισαγωγή εκτίθενται τα κριτήρια µε τα οποία έγινε η επιλογή των χρονικών ορίων της εργασίας, σε σχέση µε την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Αξούµ. Επίσης αναφέρονται οι πηγές, πρωτογενείς και δευτερογενείς, από τις οποίες αντλήθηκε το υλικό της µελέτης αυτής. Προσδιορίζεται ακόµα η µεθοδολογία που χρησιµοποιείται και το πεδίο στο οποίο περιορίζεται, ενώ αναφέρονται και οι δυσκολίες που ανεφάνησαν στην επεξεργασία και παρουσίαση του υλικού. Τέλος δικαιολογείται ο τίτλος της εργασίας και δίνονται διευκρινίσεις ως προς την ορολογία. Το πρώτο κεφάλαιο επιδιώκει µια γενική επισκόπηση της ιστορικής διαδροµής του Βασιλείου του Αξούµ, από τον 1ο µεταχριστιανικό αιώνα, που εντοπίζεται η πρώτη αναφορά στην πόλη του Αξούµ, έως και τα τέλη του 6ου αιώνα. Επισηµαίνονται αρχικά οι σχέσεις των Αξουµιτών µε τον ελληνορωµαϊκό κόσµο, οι οποίες αποτελούν συνέχεια των δεσµών που είχαν σφυρηλατηθεί από τους Πτολεµαίους και την ελληνιστική Αίγυπτο. Επιβεβαιώνεται λοιπόν η ελληνική επίδραση στη βάση του αξουµιτικού πολιτισµού. ∆ιατυπώνεται επίσης η άποψη ότι η ανάδειξη της αξουµιτικής δύναµης ως παράγοντα του ανατολικού εµπορίου της Ερυθράς Θάλασσας δεν ήταν ανεξάρτητη µε την προώθηση των ελληνορωµαϊκών συµφερόντων στην περιοχή. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η ιστορική πορεία του Βασιλείου του Αξούµ από τον 4ο έως και τον 6ο µεταχριστιανικό αιώνα, εποχή που σηµαδεύεται, κατά κύριο λόγο, από την επίσηµη αναγνώριση του Χριστιανισµού, τόσο στο Βυζάντιο όσο και στο Αξούµ. Γίνεται αναφορά στην κυρίαρχη ηγετική φυσιογνωµία του Βασιλείου του Αξούµ κατά τον 4ο αιώνα, τον Εζανά, και στο ρόλο που έπαιξε στον εκχριστιανισµό του κράτους του Αξούµ. Σε αυτό καθοριστική υπήρξε η συµβολή του Ελληνο – Τύριου Φρουµέντιου, ο οποίος προώθησε τη διάδοση του Χριστιανισµού από τη θέση του επιτρόπου του ανήλικου βασιλιά και ουσιαστικού διαχειριστή των υποθέσεων του αξουµιτικού κράτους. Σε αυτό το µέρος του πρώτου κεφαλαίου γίνεται λόγος και για τη δεύτερη στιγµή κορύφωσης της αξουµιτικής ιστορίας, αυτή που ξεκινάει στα τέλη του 5ου αιώνα από τον Ταζένα και ολοκληρώνεται κατά τον 6ο αιώνα στη διάρκεια της βασιλείας του γιου του Καλέµπ ή Έλλα Ασµπέχα. Τότε είναι που το Αξούµ παίζει ηγετικό ρόλο στη Νότια Αραβία, θέτοντας υπό τον έλεγχό του το κράτος των Οµηριτών και εκχριστιανίζοντάς το. Τα γεγονότα αυτά του 6ου αιώνα, επειδή θεωρούνται ως τα πλέον σηµαντικά των σχέσεων Βυζαντίου – Αξούµ και θα µας απασχολήσουν ιδιαίτερα στη συνέχεια της εργασίας, εκτίθενται αναλυτικά στην τρίτη και τελευταία υποδιαίρεση του πρώτου κεφαλαίου. Η ιστορική επισκόπηση κλείνει µε την παρουσίαση των γεγονότων που οδήγησαν στην απώλεια του ελέγχου στη Νότια Αραβία και στην υπαγωγή της τελευταίας σε περσικό έλεγχο. Από κει και µετά οι σχέσεις Αξούµ και Βυζαντίου χαλαρώνουν µέχρι που διακόπτονται οριστικά µετά την αραβική επέκταση και την αραβική κατοχή της Αιγύπτου τον
193
7ο αιώνα. Το δε κράτος του Αξούµ περιορίστηκε στον αφρικανικό του ρόλο και ουσιαστικά αποκόπηκε από τον κύριο ρόλο του στο εµπόριο της Ανατολής. Στο δεύτερο κεφάλαιο της εργασίας µας, διερευνώνται οι σχέσεις µεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Αξούµ. Θεωρούµε την είσοδο της χώρας στο Χριστιανισµό ως σηµείο αιχµής στην εξέλιξη και την ιστορική της πορεία. Έτσι, στο εισαγωγικό τµήµα αυτού του κεφαλαίου αναφερόµαστε στις συνθήκες του εκχριστιανισµού της. Κρίνοντας ότι η θέση της χώρας, σε σχέση µε τους θαλάσσιους δρόµους του ανατολικού εµπορίου, ήταν εξαιρετικά σηµαντική για τα βυζαντινά συµφέροντα και θεωρώντας ότι η στάση του Βυζαντίου συναπτόταν άµεσα µε τον βυζαντινο-περσικό ανταγωνισµό, κάνουµε λόγο για τις σχέσεις των δύο αυτών µεγάλων αυτοκρατοριών και τους συσχετισµούς δυνάµεων στην ευρύτερη περιοχή. Σε αυτό το σκεπτικό εντάσσουµε και τον εκχριστιανισµό του Αξούµ, τον οποίο θεωρούµε ως γεγονός µεγάλης πολιτικοοικονοµικής σηµασίας. Ξεκινάµε τη µελέτη των σχέσεων Κωνσταντινούπολης – Αξούµ, στη βάση την οικονοµική - εµπορική, µιας και πιστεύουµε ότι αποτέλεσε ένα σοβαρό µοτίβο πάνω στο οποίο ξεδιπλώθηκαν και οι λοιπές επαφές. ∆ιαπιστώνουµε τη σηµασία της αγροτικής οικονοµίας για το κράτος του Αξούµ, όµως συνδέουµε τη µεγάλη του ανάπτυξη µε το εµπόριο. Στη συνέχεια αυτού του κεφαλαίου διερευνούµε το ρόλο που έπαιξε το Βασίλειο του Αξούµ σε συνάρτηση µε τα βυζαντινά συµφέροντα στην Ερυθρά Θάλασσα. Υποστηρίζουµε την άποψη ότι τα συµφέροντα των δύο κρατών δεν υπήρξαν ανταγωνιστικά αλλά αντίθετα οι δύο δυνάµεις δρούσαν στο χώρο αυτό συµπληρωµατικά και το λιµάνι της Άδουλης εξελίχτηκε σε σηµαντικό σταθµό στην προώθηση των προϊόντων της Ανατολής προς τις βυζαντινές αγορές. Θεωρούµε ότι στο ρόλο αυτό οι Αξουµίτες υποσκέλισαν τους Υεµενίτες που, λόγω της ιουδαϊκής διείσδυσης στο κράτος τους, ήταν επισφαλείς σύµµαχοι για το Βυζάντιο. Απόδειξη ουσιαστική αυτών των σχέσεών τους υπήρξε η πρόταση του Ιουστινιανού προς τον Καλέµπ για εµπορική και στρατιωτική συνεργασίας εις βάρος των περσικών συµφερόντων. Μικρότερος φαίνεται να έχει υπάρξει ο ρόλος των Αξουµιτών σε ότι αφορά τις σχέσεις του Βυζαντίου µε τους Βλέµµυες και τους Νοβάδες. Τελειώνοντας την προσπάθεια για διερεύνηση των οικονοµικών σχέσεων, κάνουµε λόγο για τις άµεσες εµπορικές επαφές των πολιτών των δύο κρατών, έτσι όπως αυτές διαπιστώνονται από κείµενα και ντοκουµέντα της εποχής. Το δεύτερο µέρος του πρώτου κεφαλαίου αναφέρεται στις στρατιωτικές σχέσεις µεταξύ του Βυζαντίου και του Αξούµ. Τις σχέσεις αυτές τις θεωρούµε ιδιαίτερα σηµαντικές, στο βαθµό που υποστηρίζουµε την άποψη ότι το Βυζάντιο πολλές φορές είδε στο Αξούµ µια δυνάµει ενεργό στρατιωτική δύναµη που µπορούσε να χρησιµοποιηθεί ως µοχλός πίεσης. Αρχικά λοιπόν διατυπώνουµε την άποψη ότι ο ελληνορωµαϊκός κόσµος δεν εναντιώθηκε στην ενδυνάµωση του κράτους του Αξούµ, την οποία µάλιστα, πιθανότατα, υποβοήθησε. Στη συνέχεια προσπαθούµε να εντοπίσουµε πιθανές αντιπαραθέσεις του Αξούµ µε το Βυζάντιο, διερευνώντας τα γεγονότα που συνδέονται µε την αιχµαλωσία του Φρουµέντιου και µε την παρουσία Αξουµιτών στην Παλµύρα. Υποστηρίζουµε ότι το Αξούµ δεν αντιπαρατέθηκε µε το Βυζάντιο ούτε όµως και ενεπλάκη άµεσα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο πλευρό του. Έµµεσα όµως υποβοήθησε τα βυζαντινά συµφέροντα. Αυτό το υποστηρίζουµε αναφορικά µε επιχειρήσεις εναντίον των Βλέµµυων, οι οποίοι δηµιουργούσαν λιγότερα προβλήµατα στο νότιο σύνορο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο, όταν τελούσαν υπό αξουµιτικό έλεγχο. Στο τελευταίο µέρος του κεφαλαίου για τις στρατιωτικές 194
σχέσεις, κάνουµε αναλυτικά λόγο για τη στρατιωτική δραστηριότητα των Αξουµιτών στη Νότια Αραβία κατά τον 6ο αιώνα. Οι επιχειρήσεις αυτές στόχο είχαν τον περιορισµό της ιουδαϊκής εξάπλωσης στο κράτος των Οµηριτών, η οποία ήταν βλαπτική και για τα αιθιοπικά και για τα βυζαντινά συµφέροντα. Η δραστηριοποίηση των Αξουµιτών εκεί εκδηλώθηκε κατόπιν επίσηµης συνεργασίας µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το οµηριτικό κράτος εκχριστιανίστηκε και τέθηκε υπό αξουµιτικό έλεγχο. Ως χριστιανικό πια κράτος επιχείρησε εκστρατείες µε στόχο τον έλεγχο φυλών στην κεντρική και βόρεια Αραβική Χερσόνησο, που εξυπηρετούσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το τρίτο µέρος του Β΄ κεφαλαίου είναι αφιερωµένο στις πολιτικές σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές συνάπτονται στενά µε τον ευρύτερο ανταγωνισµό Βυζαντινής – Περσικής Αυτοκρατορίας. Έτσι το Βυζάντιο χρησιµοποίησε το Αξούµ ως συµµαχική δύναµη. Υποστηρίζουµε την άποψη ότι ο εκχριστιανισµός του κράτους του Αξούµ ήταν πολιτική επιλογή που προωθήθηκε από το Βυζάντιο στην προσπάθειά του να θωρακιστεί έναντι του περσικού κινδύνου. Από την άλλη, αυτή η επιλογή εξασφάλιζε τα πολιτικά και οικονοµικά συµφέροντα του κράτους του Αξούµ, που ταυτόχρονα επιδίωξε να διατηρήσει την αυτονοµία του. Το κεφάλαιο αυτό ολοκληρώνεται µε τη διερεύνηση των διπλωµατικών σχέσεων ανάµεσα στα δύο κράτη. Κάνουµε λοιπόν λόγο για τις διαπιστωµένες από τις πηγές σχέσεις κατά τη διάρκεια του 4ου κι 6ου αιώνα. ∆ιαπιστώνουµε ότι οι επαφές τους στηρίζονταν στη βάση της θρησκευτικής συγγένειας των δύο κρατών. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας προσέγγιζε τον Αξουµίτη Βασιλιά βασιζόµενος στο ρόλο που θεωρούσε ότι είχε, ως προστάτης των Χριστιανών της Οικουµένης, εκδηλώνοντας το «πατρικό» του ενδιαφέρον. Οι εντυπώσεις από αυτές τις επαφές υπήρξαν καταλυτικές στη συνείδηση των Αξουµιτών, αν και τα ουσιαστικά τους αποτελέσµατα ήταν πενιχρά. ∆είχνουν όµως τη σηµασία που είχε για το Βυζάντιο η σύµπηξη ενός χριστιανικού µετώπου, ως µηχανισµού ανάσχεσης των περσικών βλέψεων στην περιοχή. Το τρίτο κεφάλαιο της εργασίας αυτής µελετά τις βυζαντινές επιρροές που εικάζουµε ότι εκπορεύτηκαν από το Βυζάντιο προς το Αξούµ. Τις εντοπίζουµε αρχικά στον οικονοµικό εµπορικό τοµέα, αναφορικά µε το νόµισµα, τα µέτρα και τα σταθµά στην εµπορική τους χρήση, την οικονοµική οργάνωση κι επιµελητεία και τη φορολογία. Στη συνέχεια διαπιστώνουµε οµοιότητες στον τρόπο µε τον οποίο διαµορφώνονται και λειτουργούν οι θεσµοί. Οι οµοιότητες αυτές εντοπίζονται στο θεσµό της βασιλείας και συγκεκριµένα στην ιδεολογία που συνδέεται µε το πρόσωπο και την εξουσία του βασιλιά, στην παρουσία του, στους τίτλους µε τους οποίους προσφωνείται και στους τρόπους ανάδειξής του στο αξίωµα αυτό. Επίσης το συµβούλιο των ευγενών που πλαισιώνει το βασιλιά παρουσιάζει οµοιότητες µε την αντίστοιχη βυζαντινή «σύγκλητο». Πιθανολογούµενες µικρές επιρροές αναφέρονται και σε σχέση µε την οργάνωση κι επιµελητεία του στρατού. Τέλος, οι περισσότερες επιρροές εντοπίζονται στην οργάνωση του θεσµού της Εκκλησίας, που µε τη σειρά της λειτουργεί ως φορέας ποικίλων επιδράσεων και επιρροών στο αξουµιτικό κράτος. Τέτοιες επιρροές εντοπίζονται επίσης και στην πολιτική οργάνωση του κράτους, τόσο στην κεντρική όσο και στην επαρχιακή του διοίκηση. Στη συνέχεια, µελετώντας πηγές νοµοθετικού περιεχοµένου, διαπιστώνουµε επιρροές στη νοµοθεσία και στην οργάνωση απονοµής της δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία που έχει επικεφαλής της τον ίδιο το βασιλέα και κάποιους αξιωµατούχους του, φαίνεται να έχει δεχτεί επιρροές από την αντίστοιχη βυζαντινή. Επίσης η νοµοθεσία, τόσο ως προς τις αρχές της όσο και ως προς το δικονοµικό της σύστηµα, 195
παρουσιάζει επιρροές από τη χριστιανική ηθική αλλά και από σύγχρονους βυζαντινούς νοµοθετικούς κώδικες. Συνεχίζοντας σε αυτό το κεφάλαιο, ανιχνεύουµε τις επιρροές που υπάρχουν στην ιδεολογία, πολιτική και κοινωνική. Εδώ διαπιστώνουµε ότι πολλές από τις κεντρικές ιδέες της βυζαντινής ιδεολογίας βρίσκονται µεταλαµπαδευµένες στην αξουµιτική αντίληψη. Τέτοιες είναι οι σχετιζόµενες µε την ιερότητα του προσώπου του ηγεµόνα, την προέλευση του κράτους και τον ρόλο του, που θεωρείται οικουµενικός. Επιρροές από τις σχέσεις τους µε το Βυζάντιο έχουν οι Αξουµίτες και σε ότι αφορά την αυτοσυνειδησία τους και συγκεκριµένα στην αντίληψη που διαµορφώνουν για το ρόλο και τη θέση τους σε σχέση µε άλλους λαούς. Στο σηµείο αυτό κάνουµε λόγο και για την εικόνα που οι Βυζαντινοί φαίνεται να έχουν αναφορικά µε τους Αξουµίτες. Λόγω των πολύ περιορισµένων δεδοµένων που υπάρχουν για την κοινωνία του Αξούµ, πολύ λίγες επιρροές µπορούµε να εντοπίσουµε στην κοινωνική τους ιδεολογία. Το κεφάλαιο αυτό κλείνει µε τον εντοπισµό των επιρροών στον τρόπο που οι Αξουµίτες οργάνωσαν το διπλωµατικό τους πρωτόκολλο και την άσκηση της εξωτερικής τους πολιτικής. Η εργασία ολοκληρώνεται µε το τελευταίο µέρος της που είναι τα επιλεγόµενα, στα οποία συγκεφαλαιώνονται συνοπτικά τα κυριότερα συµπεράσµατα στα οποία καταλήξαµε κατά τη διάρκεια της µελέτης µας σχετικά µε το χαρακτήρα και το ρόλο αυτού του κράτους στο διεθνές σκηνικό της εποχής εκείνης.
196
THE CHRISTIAN EMPIRE OF THE ROMAN EAST AND THE KINGDOM OF AXUM, FROM CONSTANTINE THE GREAT TO JUSTINIAN. The political, economical and military relations from 324 up to 565 A. D. and the effect brought about by these relations on the kingdom of Axum. (As they revealed themselves mostly in the greek inscriptions found within the boundaries of the Axum domination).
SUMMARY
The present essay entitled as “The Christian empire of the Roman East and the kingdom of Axum from Constantine the great to Justinian” aims to investigate the political, economical and military interconnection between the early Byzantine Empire and the kingdom of Axum - during the period from 324 to 565 A. D. as well as to point out the influence exerted on Axum thereby. All through the introduction part, the criteria of setting the time limits in the essay, with regard to the Byzantine and Axum history, are exposed. In addition, a reference to the primary and side historical sources is made furthermore, the methodology used and the restricted area in which it is confined, are specified. The difficulties that arouse during the elaboration and the presentation of the material are also mentioned. Finally the title of the essay is justified and further clarification concerning the terminology is provided. The first chapter proposes a general review of the historical course of the kingdom of Axum, starting from the 1st century A. D., when the first reference to the city of Axum appears to have been made, to the close of the 6th century. The intercourse between the people of Axum and the Greco-Roman world is initially underlined as in succession to the bounds priory forged by the Ptolemies and Hellenistic Egypt. The Greek influence on the foundations of the civilization of Axum is therefore attested. Another theory is also framed; it claims that the fact that Axum made its mark as a great eastern power in the Red sea is closely associated with the promotion of the Greco-roman interests in this particular area. Further to this, Axum’s historical course from the 4th to the 6th post-christian century presented, a period mainly marked by the formal recognition of christianism in both Byzantium and Axum. There is a reference to the dominant leading figure of the kingdom of Axum during the 4th century, Ezana, as well as to his part in the Axum’s conversion to Christianity. A GraecoTyrian’s man contribution, named Frumentius, to this procedure was indeed decisive; he promoted the diffusion of christianism from his position as the underage king’s guardian and actual administrator of the state cases. At this point of this chapter a mention in the second most significant moment in the history of Axum is made, the one that initiates at the close of the 5th century by Tazena and is brought to completion during the 6th century, that is, during the reign of his son Caleb or Ella Asbeha. It‘s only then that Axum plays a leading role in southern Arabia bringing the state of the Himyarites under its control and converting it to Christianity. These facts of the 6th century being considered as the most critical factors for the relations between Byzantium and Axum take up a very important place throughout the whole essay and are fully developed in the third and last subdivision of the first chapter. The historical review concludes with the present of the events that led to losing control in S. Arabia and to the 197
submission of the latter to Persian control. From that point on the relations between Byzantium and Axum loosen up until they are irreversibly broken off after the Arabian expansion and possession of Egypt in the 7th century. The state of Axum was confined to its African part and was actually cut off from trade activities in the East. The second chapter looks into the relationships between the Byzantine Empire and Axum. We consider the conversion of the country to Christianity as the peak point in its evolution and historical course. Therefore, in the introductory part of this chapter, we refer to the circumstances under which the conversion took place. Rating the country’s position , in regard to the sea routes of the eastern trade , as of major significance for the Byzantine interests and considering that the Byzantium ‘s posture associated directly to the Byzantine – Persian rivalry we speak of cite the connection between these two great empires as well as the correlation of the forces in the wider area. Within this context we place the conversion of Axum which we consider as an event of great political and economical significance. We the relations between Byzantium and Axum begin based on economicalcommercial grounds, as it is believed that this kind of contact has been the main pattern on which the rest of the contacts unfolded. The great importance of agricultural economy for Axum is ascertained, yet its tremendous growth is linked to trade activities. Moving on in the chapter the part Axum played as far as the Byzantine interests in the Red sea are concerned is investigated. It is believed that the two countries’ benefit were not at all opposed to each other, on the contrary, the two powers took action within the same space in a supplementary way and the port of Adoulis developed into a famous trading port for the product of the East to be promoted to the Byzantine markets. The people of Axum are reckoned to have passed over the Yemenites in this role mostly because the Jewish penetration into the Yemeni nation, which rendered them too precarious to be Byzantine allies. The proposition made to Caleb by Justinian for a commercial and military collaboration against the Persian interests is substantial evidence of the aforesaid relations. Axum appears to have played a smaller part with regard to the relations between the Byzantines and the Blemmyes and Nobades. As a conclusion to this attempt at investigating this economic intercourse, there is a reference to the direct commercial contact between the two countries’ citizens, as these emerge in texts and documents of that time. The second part of the first chapter deals with the military relations between Byzantium and Axum. These relations are considered to be of great significance on the grounds that Byzantium in many cases often foresaw the potentially active military power of Axum, which could be used as a lever of pressure. Initially we set out the belief that the Graeco-roman world was never opposed to Axum’s strengthening, to which, on the contrary, it has never been given great support as likey as not. Following up, we try to pinpoint possible challenges between the two countries, investigating the incidents that connect to Frumentiu’s imprisonment and the Axumite’s presence in Palmyra. We believe that Axum was never against Byzantium but it never made common cause with it directly, either. It did, however, back up the Byzantine interests in an indirect way. We can sustain this allegation in regard to the operations against the Blemmyes, who caused far less troubles to the southern border of the Byzantine empire in Egypt, when they were under the control of Axum. In 198
the last part of the chapter about military relations, an elaborate mention of the military activity of the Axumites in southern Arabia during the 6th century is made. These operations aimed at restraining the Jewish extension towards the state of the Himyarites, which would be prejudicial to both Ethiopian and Byzantine interests. The Axumites’ activation in this area emerged as a result of formal collaboration with the Empire. The Homeritic state was converted to christianism and was put under Axum’s control. As a Christian nation ventured expeditions with the intention of controlling the tribes in the centre and north of the Arabian peninsula, who are at great service for the Byzantine empire. The third part of the second chapter is dedicated to political relations. These relations tie in closely with the general competition between the ByzantinePersian Empire. Therefore, Byzantium used Axum as an allied power. It is claimed that the conversion of Axum was a political choice, promoted by Byzantium, in an attempt to arm itself against the Persian threat. On the other hand, this choice is secured the political and economical interests of Axum, which at the same time sought after the preservation of its independence. This chapter concludes with the examination of the diplomatic relations between the two states it refers to their intercourse during the 4th and 6th, certified by the sources. We ascertain that their contacts were based on the religious kindred of the two countries. The Byzantine emperor approached the king of Axum counting on his alleged role as the protector of the Christians all over the world, demonstrating his paternal concern. The impressions left by these contacts were determinative of the Axumites’ view of things, although their actual results were scanty. They prove, however, how important it was for the Byzantine to form a common Christian front as a checking mechanism against the Persian aspirations on the territory. The third chapter of the essay examines the Byzantine influence that is believed to have proceeded from Byzantium to Axum. It is originally detected in the field of economy, in connection with the currency, the weights and measures in commercial use, the economical set up and commissariat as well in taxation. Further to this we establish various similarities in the way institutions are formed and function. These similarities are pinpointed in the monarchy constitution and particularly in the ideology that associates with the king’s figure and power, his presence, the titles in which he is addressed and the process that lead him to the royal office. Moreover, the noble council that surrounded the king presents great resemblance to the Byzantine “senate”. Little influence on the military set-up and commissariat is thought likely, as well. Finally, the part of the Byzantine effect is visible in the organization of the Church, which also works as vehicle of a wide range of effects on Axum. Such influence can be found in the state’s political set-up, in both central and provincial government. In addition, through the study of legislative sources, we can ascertain an effect on legislation and dispensation of justice. The judicial powers, at the head of which is the king himself, along with some of his officials, appears to have received the influence stemming from the Byzantine equivalent. Moreover, the legislation, as far as both its principals and procedural system are concerned, has been greatly influenced by Christian ethics as well as by the contemporary Byzantine legislative codes. Moving further in this chapter, we detect the effects on the ideology, political and social. At this point, it becomes clear that many of the fundamental ideas of the Byzantine ideology can be found into the Axumite’s beliefs. Such ideas refer 199
to the sacredness of the king, the state’s origins and role, which is believed to be universal. Axum’s self-awareness and particularly the perception of their position among other nations has likewise been affected by Byzantium. At this point we refer to the way the Byzantines saw Axum. Due to serious lack of historical evidence regarding the society of Axum, we can spot very little influence in their social ideology. This chapter concludes with a pinpointing of the influence on the way Axum organized its diplomatic protocol and performed foreign policy. The essay closes with the last part, the conclusion where the main deductions are concisely recapitulated; the deductions to which we were led during our study on the character and role of this state in the international scenery of that time.
200
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ…………………………………………………………………... ΕΙΣΑΓΩΓΗ…………………………………………………………………….. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ : Το Αξούµ ως τα τέλη του 6ου αι. µ. Χ. Α. Από τον 1ο αιώνα µ.Χ. ως και τον 3ο αιώνα µ.Χ……………………. Β. Από τον 4ο αιώνα µ.Χ. ως τον 6ο αιώνα µ.Χ. ……………………….. Γ. Οι συγκρούσεις Αξουµιτών – Οµηριτών κατά τον 6ο αιώνα ……….. 2 4
13 22 29
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ∆ΕΥΤΕΡΟ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΑΞΟΥΜ……………….............. 36 Α. Οικονοµικές και εµπορικές σχέσεις 1. Η οικονοµία του Βασιλείου του Αξούµ ………………………........ 41 2. Η θέση του Αξούµ στο εµπόριο της Ανατολής σε σχέση µε τα βυζαντινά οικονοµικά συµφέροντα …………………………….... 46 3. Εµπορικές επαφές Βυζαντινής Αυτοκρατορίας – Βασιλείου του Αξούµ………………………………………………………………… 53 Β. Στρατιωτικές σχέσεις ………………………………………………….... 59 1. Ως προς τη συγκρότηση του κράτους του Αξούµ ………………... 59 2. Αντιπαραθέσεις Αξούµ – Ρώµης …………………………………... 61 3. Ο ρόλος του Αξούµ στο νότιο σύνορο της Αυτοκρατορίας στην Αίγυπτο ……………………………………………………………… 64 4. Στρατιωτική δραστηριότητα στην Νότια Αραβία ………………..... 67 Γ. Πολιτικές σχέσεις ………………………………………………………... 74 ∆. ∆ιπλωµατικές σχέσεις ………………………………………………….. 83 ο 1. Κατά τον 4 αιώνα µ. Χ. …………………………………………….. 84 2. Κατά τον 6ο αιώνα µ. Χ. ……………………………………………... 88 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ ΣΤΟ ΑΞΟΥΜ Α. Οικονοµικές – Εµπορικές …………………………………………….. 1. Νόµισµα …………………………………………………………….. 2. Μέτρα και σταθµά …………………………………………………… 3. Οικονοµική οργάνωση κι επιµελητεία …………………………….. 4. Φορολογία ……………………………………………………………. Β. Θεσµοί 1. Βασιλεία α. Εξουσία και η ιδεολογία της ……………………………………. β. Αµφίεση – Εµβλήµατα ………………………………………….. γ. Τίτλοι ………………………………………………………………. δ. Τρόποι ανάδειξης βασιλέως ……………………………………. 2. Συµβούλιο ευγενών ………………………………………………….. 3. Στρατός ………………………………………………………………. 4. Εκκλησία ……………………………………………………………... Γ. Πολιτική Οργάνωση …………………………………………………….. 1. Κεντρική διοίκηση …………………………………………………… 2. Επαρχιακή διοίκηση ……………………………………………….. 201
92 92 95 96 100
102 105 108 110 114 115 119 122 123 125
∆. Νόµοι – ∆ικαιοσύνη 1. Πηγές ………………………………………………………………. 2. ∆ικαστική εξουσία …………………………………………………. 3. Νοµοθεσία α. Κατευθυντήριες αρχές της …………………………………… β. Ποινές ………………………………………………………….. γ. Συµπέρασµα …………………………………………………… Ε. Ιδεολογία ………………………………………………………………... 1. Πολιτική ιδεολογία α. Προέλευση κράτους – ηγεµόνα ………………………………. β. Ο ρόλος του κράτους – Οικουµενικότητα ……………………. γ. Αυτοσυνείδηση i. Εθνική ταυτότητα ……………………………………… ii. Η εικόνα των Αξουµιτών για τους άλλους λαούς ….. iii. Η εικόνα των Βυζαντινών για τους Αξουµίτες …….. 2. Κοινωνική ιδεολογία ………………………………………………. ΣΤ. ∆ιπλωµατία …………………………………………………………… ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ………………………………………………………………
128 130 134 136 137 138 139 141 143 145 148 149 150 153
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 ∆ιαίρεση του αξουµιτικού πολιτισµού σε χρονικές – ιστορικές περιόδους 156 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 Προσδιορισµός των όρων «Αιθιοπία» και «Αιθίοπες» ……………………. 159 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 Αναφορές σε ελληνικές επιρροές στην Αιθιοπία, έτσι όπως αποκαλύπτονται από τα ανασκαφικά ευρήµατα και τις πηγές ……….. 162 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ………………………………………………………………… 171 Χάρτες …………………………………………………………………………… 183 Εικόνες …………………………………………………………………………… 189 ΠΕΡΙΛΗΨΗ ………………………………………………………………… 193 SUMMARY …………………………………………………………………… 197 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ………………………………………………………………. 201
202
Activity (3)