The Wayback Machine - https://web.archive.org/web/20140214022402/http://www.scribd.com:80/doc/166309269/%CE%92%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9B%CE%95%CE%99%CE%91-%CE%A4%CE%9F%CE%A5-%CE%98%CE%95%CE%9F%CE%A5-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%91%CE%99%CE%A9%CE%9D%CE%99%CE%91-%CE%9A%CE%9F%CE%9B%CE%91%CE%A3%CE%97-%CF%80-%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A6%CE%9F%CE%A1%CE%9F%CE%A5-%CE%9D%CE%91%CE%A3%CE%A3%CE%9F%CE%A5
P. 1
ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ-π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΝΑΣΣΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ-π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΝΑΣΣΟΥ

Ratings: (0)|Views: 778|Likes:
ΒΟΛΟΣ 2012
ΒΟΛΟΣ 2012

More info:

Published by: ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ on Sep 07, 2013
Copyright:Attribution Non-commercial

Availability:

Read on Scribd mobile: iPhone, iPad and Android.
Free download as PDF, TXT or read online for free from Scribd
See More
See less

11/28/2013

pdf

text

original

Sections

π. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Δ.

ΝΑΣΣΟΥ
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ

Βόλος 2012

Στοὺς ἀληθῶς ποθοῦντας τόν Οὐράνιο Παράδεισο, τήν ἄφθιτη Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

3

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ

Στοιχεῖα συγγραφέα: Ἱερομόναχος Νικηφόρος Νάσσος, Ζαλόγγου τέρμα, 383 34 ΒΟΛΟΣ. Τηλ. 6980268736, 24210 82230. EMAIL: nikifor.nassos@gmail.com.

4

ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ
Σὲ κρίσιμες περιόδους τῆς Ἱστορίας καὶ Ἀποκαλυπτικὲς ἐποχὲς, ὅπως, ἀναμφίβολα, εἶναι οἱ καιροί ποὺ διανύουμε, πάντοτε καθίσταται ἐπίκαιρο τὸ ζήτημα τῶν μεταφυσικῶν προβληματισμῶν καὶ ἀναζητήσεων τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ μέλλον ἐπείγεται νὰ ἀποκαλυφθεῖ, ἐφόσον τὸ παρὸν φαίνεται εἴτε ρευστό, εἴτε παντελῶς ἀβίωτο. Πανάρχαια, ἀλλὰ καὶ πάντα ἐπίκαιρα τὰ ἐρωτήματα: Ὑπάρχει Παράδεισος καὶ Κόλαση; Τί εἶναι ὁ Παράδεισος καί τί ἡ Κόλαση; Πῶς ἑρμηνεύονται Ὀρθοδόξως ἀπό τήν πεφωτισμένη διδασκαλία τῶν θεοπνεύστων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; Πῶς νοεῖται σήμερα ἀπό πολλούς ἀνθρώπους ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση, καί πόσο οἱ διάφορες ἀντιλήψεις βρίσκονται κοντά στήν πραγματικότητα; Εἶναι, ἆράγε, ὁ Παράδεισος, τόν ὁποῖο προσδοκοῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι, ἕνας χῶρος παγκαλέστατος, αἰσθητός, ἕνα ἐκπάγλου ὡραιότητος εἰδυλλιακό τοπίο, ἕνας πανευώδης κῆπος ἤ ἕνα ἀμυθήτου ἀξίας βασιλικό ἀνάκτορο, μέσα στό ὁποῖο θά στεγάσει αἰωνίως ὁ Θεός τούς «καλούς», ὥστε νά ἀπολαμβάνουν στό διηνεκές κάθε ἀγαθό, ὡς ἀνταμοιβή τῶν κόπων τῆς παρούσης ζωῆς; Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, πῶς ἐκλαμβάνεται ἀπό τούς πολλούς ἡ Κόλαση; Μήπως ὡς ἕνας τόπος ἀπομονωμένος καί αἰώνιος, μία σκοτεινή φυλακή βασάνων σωματικῶν, σύμφωνα μέ τά δεδομένα τῆς ἐδῶ κτιστῆς ὑλικὰ πραγματικότητας, ἤ ἕνας χῶρος, στόν ὁποῖο θά καίει κάποια αἰσθητή φωτιά, πίσσα καί θειάφι, πού θά ἀφανίζει τούς ταλαίπωρους ἁμαρτωλούς; Εἶναι, ἄραγε, ἡ Κόλαση αἰώνια (ὅπως δεχόταν ἡ Σχολὴ τοῦ Hillel στὸν Ἰουδαϊσμό), ἤ μήπως κάποτε θά ὑπάρξει κάποιο τέλος, κάποια ἀποκατάσταση (ὅπως δεχόταν ἡ Σχολὴ τοῦ Shammai στὸν Ἰουδαϊσμὸ) τῶν ἀπομακρυσμένων ἀπό τόν Θεό ἀνθρώπων; Εἶναι, λοιπόν, καί ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση δύο τόποι, ἀμοιβῶν καί ποινῶν, μέ τήν ἀνθρώπινη σημασία τῶν ὅρων αὐτῶν; Ὅλα αὐτά καί ἄλλα παρεμφερῆ ἐρωτήματα, καθώς καί σχετικοί προβληματισμοί, θά μᾶς ἀπασχολήσουν στό βιβλίο αὐτό μέσα ἀπό τό φόντο τῆς ἀπλανοῦς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ὅπως αὐτή εἶναι ἀποθησαυρισμένη στήν Πατερική Γραμματεία τῆς Μίας, Ἁγίας καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Δέν θά παρουσιάσουμε δικές μας ἀπόψεις καί ἑρμηνεῖες, ἀλλά Πατερικές ἀναλύσεις· καί ἐπ’ αὐτοῦ, θά ἐπαναλάβουμε μία χαρακτηριστική φράση τοῦ μεγάλου δογματολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας, ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, τήν ὁποία γράφει στήν ἀρχή τοῦ βιβλίου του «Πηγή Γνώσεως»: «Ἐμόν ἐρῶ οὐδέν», δηλαδή, δικό μου δέν θά πῶ τίποτα! Ἀπὸ τὰ διάφορα σχετικὰ ἔργα, ποὺ κυκλοφοροῦν ―τόσο στὸ Ἐσωτερικό, ὅσο καὶ στὸ Ἐξωτερικὸ― περὶ Παραδείσου καὶ Κολάσεως, τὸ παρόν, μολονότι μακρόχρονο στὴν ὁλοκλήρωσή του, μποροῦμε νὰ ποῦμε, διακρίνεται ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν γιὰ τὴν, κατὰ τὸ δυνατόν, ἁπλῆ του δογματολογικὰ

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ γλῶσσα, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἁγιοπατερικὴ πραγμάτευση καί τεκμηρίωση τῆς θεματικῆς του, ἀξιοποιώντας, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴ συγγραφικὴ παραγωγὴ μὲ ἔμφαση στοὺς Ἀνατολικοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαιρέσουμε παντελῶς τοὺς Δυτικοὺς Ἁγίους καὶ μεγάλους Πατέρες, τοὐλάχιστον τῶν πρώτων αἰώνων, ὅταν ἀκόμα ἡ χριστιανικὴ Πίστη ἦταν κοινή. Βέβαια, τὸ ἐν λόγῳ πόνημα, γραφὲν μὲ μία τέτοια προοπτικὴ καὶ μὴ ἀπευθυνόμενο σὲ μὴ Χριστιανούς, δὲν διεκδικεῖ τὴν πληρότητα μιᾶς ἐκτεταμένης καὶ διεξοδικῆς μελέτης, ἡ ὁποία, γιὰ παράδειγμα, θὰ λάμβανε ὑπόψη της καὶ θὰ συνεξέταζε ἀντίστοιχες θρησκειολογικὲς ἤ Ὁμολογιακές ἀπόψεις καὶ φιλοσοφικὲς θεωρίες· γι᾿ αὐτό, θὰ λέγαμε ὅτι ἀποτελεῖ ἁπλῶς μιὰ κατηχητικὴ ἐπιτομή τῆς περὶ τῶν Ἐσχάτων, καὶ εἰδικότερα περὶ Παραδείσου (Βασιλείας τοῦ Θεοῦ) καὶ αἰωνίου Κολάσεως, διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας, κυρίως πρὸς οἰκοδομή, καὶ εἰσέτι θεολογικὴ «ἐπίγνωση» καὶ διασάφηση. Αἰσθάνομαι βαθύτατη τήν ὑποχρέωση τῆς ἐκφράσεως, εὐγνωμόνως, πολλῶν εὐχαριστιῶν πρός τόν σεβαστὸ Ἀν. Καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, κ. Σπ. Τσιτσίγκο, δρ. Θεολογίας καί δρ. Ψυχολογίας, γιά τήν ἐρευνητικὴ καθοδήγηση καὶ τὴν ὅλη θεολογικὴ ἐπιμέλεια τῆς οὐτιδανῆς ἐργασίας αὐτῆς. Εὐχή μας, ταπεινή καί διάπυρη, εἶναι ὅλοι νά ἀξιωθοῦμε τῆς αἰωνίου καὶ ἀληθοῦς «ἐν Κυρίῳ» χαρᾶς τοῦ παμποθήτου Παραδείσου, τῆς αἰωνίου τρυφῆς, τῆς ἀκαταλήκτου εὐφροσύνης, παραμένοντες, Θεία Χάριτι, ἀθάνατοι στίς «μονές» τῆς ἄκτιστης Θείας ζωῆς καί πραγματικότητας, κατὰ τὸ «καί ἔτι τόπος ἐστί» (Λουκ. 14, 22).

Ἔγραφα στόν Βόλο Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω, 2012 (Μνεία τοῦ Παραδείσου καί τῆς Κολάσεως) Ἱερομόναχος Νικηφόρος Δ. Νάσσος

6

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Α) ΓΕΝΙΚΑ Β) ΑΙΣΘΗΤΟΣ ΚΑΙ ΝΟΗΤΟΣ Γ) ΤΟ «ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ» ΚΑΙ «ΚΑΘ᾿ ΟΜΟΙΩΣΙΝ» Δ) Η ΕΔΕΜΙΚΗ ΖΩΗ Ε) ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
Α) ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΖΩΗ 1) Γενικά. 2) Τὰ ἱερὰ Μυστήρια ὡς μέσα προγεύσεως τῶν Ἐσχάτων. Β) ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΖΩΗ 1) Γενικά. 2) Ὁ τραυματισμὸς τής Φύσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑ-ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΦΥΩΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
Α) ΓΕΝΙΚΑ Β) ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ Γ) ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ
Α) ΓΕΝΙΚΑ Β) ΤΑ «ΑΝΗΚΟΥΣΤΑ ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ» ΚΑΙ ΤΑ «ΑΝΕΚΛΑΛΗΤΑ ΡΗΜΑΤΑ». Γ) Η ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΘΕΑ. Δ) ΕΝΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΫΛΟΣ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ. Ε) ΟΙ ΔΩΡΕΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΣΤ) Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΩΣ «ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΣ ΣΤΑΣΙΣ».

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ Η ΑΛΗΚΤΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Α) ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ ΚΑΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ 1) Γενικά. 2) Τὰ Θεῖα ἀγαθά. Β) Η ΛΗΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ
Α) Η ΘΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ 1) Γενικά. 2) Ὁ Θεῖος φόβος. 3) Ἡ Τελικὴ Κρίση. Β) Η ΘΕΙΑ ΤΙΜΩΡΙΑ 1) Γενικά. 2) Ἡ δικαία καὶ ἀγαπητικὴ Κόλαση! Γ) Ο ΤΡΟΠΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ 1) Γενικά. 2) Ἡ ἀρνητικὴ παρ-ουσία τοῦ Θεοῦ στὴν Κόλαση. 3) Τὸ «ἐνεργητικὸν» τῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. 4) Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός περί Κολάσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ
Α) Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β) ΑΛΛΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;
Α) Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ Β) Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ Γ) Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ ΠΩΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
8

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Βασικό γνώρισμα κάθε Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, βαπτισμένου «εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», εἶναι ἡ πίστη (= ἐμπιστοσύνη ἀρχικά, ἡ ὁποία γίνεται ἔπειτα βεβαιότητα1), σέ ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀποκάλυψε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Θεός, ὡς ἄσαρκος Λόγος καί κατόπιν ὡς ἔνσαρκος, εἰσερχόμενος λυτρωτικά μέσα στόν κόσμο καί τήν ἀνθρώπινη Ἱστορία. Αὐτά ἡ Ἐκκλησία Του διαφυλάσσει «ὡς κόρην ὁφθαλμοῦ» διά μέσου τῶν αἰώνων· αὐτά κηρύσσει καί ἐξαγγέλλει συνεχῶς πρός σωτηρία τῶν πιστῶν τέκνων της· αὐτό τό λυτρωτικό μήνυμα ἐκφράζει ἀπαραχάρακτο διά τῶν θεοπνεύστων Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκλεκτά καί ἱερά μέλη της εἶναι τὰ «στόματα τοῦ Λόγου», οἱ ζωντανοὶ φορεῖς τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως καὶ οἱ ἐκφραστές τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Θά πρέπει δὲ ἐξ ἀρχῆς νά ὑπογραμμισθῆ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς πίστεως καί αὐτο-παραδόσεως τοῦ ἀνθρώπου στόν «προαιώνιον Λόγον τοῦ Θεοῦ καί ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων γενόμενον ἄνθρωπον», διότι αὐτή ἡ πίστη ὁδηγεῖ στή μυστικὴ ἕνωση μαζί Του καί τή μετοχή στήν ἄκτιστη Χάρη καί Δόξα Του! Μόνο ὁ φιλάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος «ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ ἀνελήφθη ἐν δόξῃ»2, μόνο Αὐτός μπορεῖ νά παράσχει τή σωτηρία στόν ἄνθρωπο. Ἡ Ἁγία Ἐκκλησία στεντορείως κηρύσσει ὅτι δέν ὑπάρχει δυνατότητα σωτηρίας καί θεώσεως ―ἤτοι ἑνώσεως κτιστοῦ καί ἀκτίστου― ἐκτός τοῦ Ἑνός, τοῦ μοναδικοῦ Προσώπου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, «τό ἐκμαγεῖον τοῦ ἀρχετύπου κάλλους, ἡ μή κινουμένη σφραγίς, ἡ ἀπαράλλακτος εἰκών, ὁ τοῦ Πατρός ὅρος καί Λόγος», ὅπως θεολογικώτατα ἐκφράζεται ὁ τῆς Θεολογίας ἀετός καί τῆς Ναζιανζοῦ ποιμένας, ἁγιώτατος Γρηγόριος3. Αὐτός ὁ Χριστός σώζει, διότι μᾶς ὁδηγεῖ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πρός τόν Θεὸ Πατέρα, ἀφοῦ «αὐτός ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν· καί αὐτός ἐφανέρωσεν ἑαυτόν διά σώματος, ἵνα ἡμεῖς τοῦ ἀοράτου Πατρός ἔννοιαν λάβωμεν»4. Ἑπομένως, ὅλα ὅσα κήρυξε ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, γίνονται ἀποδεκτά διά τῆς πίστεως καί ἐκλαμβάνονται ὡς μοναδική Ἀλήθεια καί σώζουσα πραγματικότητα, δεδομένου ὅτι Αὐτός ὁ Θεῖος Διδάσκαλος εἶναι ἡ (ὑποστατικὴ) Αὐτο-Ἀλήθεια, ἡ

Βλ. Ἰ ωά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ , Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 350-352: «Ἡ μέντοι πίστις διπλῆ ἐστιν. Ἔστι γάρ πίστις ἐξ ἀκοῆς. Ἀκούσαντες γάρ τῶν θείων Γραφῶν πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Πνεύματος... Ἔστι δέ, πάλιν, πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων... Ἡ μέν οὖν πρώτη τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστίν, ἡ δέ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος». 2 Α’ Τιμ. 3, 16. 3 Γ ρ η γ . Θ ε ο λ ό γ ο υ ἔργα, Λόγος ΜΕ’, ΕΠΕ 5, 168. 4 Μ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ , Λόγος περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 54, 3.
1

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἔνσαρκος Παναλήθεια, τό «φῶς τό ἀληθινόν, τό φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον», κατά τή Θεία Γραφή5. Παράδεισος ἤ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, Ὀρθόδοξα, δὲν νοοῦνται ἄνευ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, τ.ἔ. αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μέθοδος τῆς θεολογικῆς πραγμάτευσης ἑνὸς, ὄντως, ἀπὸ τὰ ἀκανθωδέστερα ζητήματα τῆς χριστιανικῆς Πίστεώς μας, ὅπως εἶναι ὁ ἐσχατολογικὸς Παράδεισος καὶ ἡ Κόλαση, ἤ, μὲ ἄλλα λόγια, τὸ εἶδος τῆς ἀΐδιας μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐπιχειροῦμε στὸ παρὸν ἔργο, δὲν ἀκολουθεῖ τὰ δογματολογικὰ ἐγχειρίδια. Βασίζεται κυρίως στὶς πηγές, δηλ. τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση (Πατέρες, Ὑμνογράφους, ὅπως λ.χ. τὸν Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, Ρωμανὸ τὸν Μελωδό, τὸν Κοσμᾶ Μοναχὸ κ.ἄ.), μὲ γνώμονα, προπάντων, τὶς σύγχρονες ἀνάγκες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος. Ἡ Ὀρθόδοξη Πατερική μας Παράδοση, ποὺ ἀσκητικὰ καὶ πνευματικὰ ἔχει ἱκανῶς ἀναδιφήσει τὴν ὑπερδισχιλιετῆ χριστιανικὴ Θεία Ἀποκάλυψη, μᾶς ἔχει ἐμπλουτίσει μὲ μία πληθύν θεοπνεύστων λόγων καὶ ἑρμηνευτικῶν ὑπομνημάτων, τὰ ὁποῖα, σύμφωνα μὲ τὴ Θεία Οἰκονομία, ἐξαρκοῦν γιὰ νὰ σβήσουν κατ᾿ ἀρχὴν τὴ γνωστικὴ καὶ φιλίστορα δίψα τοῦ πεπερασμένου θνητοῦ ἀνθρώπου ὅσον ἀφορᾶ στὴ λειτουργία καὶ τὴ φύση τοῦ Ὑπερβατικοῦ καὶ τὴ μετὰ θάνατο προσωπική τύχη τοῦ πρώτου, ἔπειτα νὰ προειδοποιήσουν τοὺς ράθυμους καὶ ἀνάλγητους γιὰ ἔγκαιρη μετάνοια, και, ἐντέλει, γιὰ νὰ ἀνακουφίσουν, ἀναπαύσουν καὶ λυτρώσουν ψυχικά, ὑπαρξιακὰ καὶ πνευματικὰ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Βέβαια, τὴν (Πατερικὴ) μέθοδο ἔρευνας αὐτὴν ὁρισμένοι ΝεΟρθόδοξοι θεολόγοι ἴσως τὴ θεωρήσουν ὡς μειονέκτημα, ἀφοῦ ὡς μεταμοντέρνοι ὑποστηρίζουν, ἑπόμενοι στὶς ἀρχὲς τῆς «ἀπομυθοποίησης» (Entmythosielierung) τοῦ διάσημου Γερμανοῦ Προτεστάντη θεολόγου Rudolf Bultmann (1884-1978)6, μιὰ Μετα-Πατερικὴ ἑρμηνευτικὴ προσέγγιση, ἡ ὁποία, ὡστόσο, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, ἀπὸ μία, δίκην Προτεσταντῶν, ὑποκειμενικὴ (καὶ μάλιστα ὑπαρξιακή, δηλ. ἐνδοκοσμικὴ καὶ ἀνθρωποκεντρική), ἐπιλεκτικῶς, Προκρούστεια «γνώμη»· διότι, ἀντὶ λ.χ. νὰ ἐπικαλοῦνται μία θεολογικὴ θέση, ποὺ μάλιστα τὴν ὑποστηρίζουν οἱ περισσότεροι καὶ μεγαλύτεροι Οἰκουμενικοὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας ―καὶ ὄχι κάποια «πατερικὰ φρασίδια»7―, αὐθαίρετα ἐπιλέγουν τὴ γνώμη ἑνὸς ἤ δύο ἄλλων Πατέρων, τῶν ὁποίων οἱ ἀπόψεις τυχαίνει (;) νὰ συμφωνοῦν μὲ τὶς δικές τους (ὀρθολογικὲς ἤ συναισθηματικὲς) προκαταλήψεις! Καί, βέβαια, ἐννοοῦμε τὴ θεολογικὴ ἀντίληψη ποὺ κυκλοφορεῖ
Ἰω. Α’, 19. Γιὰ τὸν R. Bultmann ἔγραψε εὔστοχα ὁ ἀείμνηστος Καινοδιαθηκολόγος Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Μ ᾶ ρ κ ο ς Σ ι ώ τ η ς ὅτι «παρουσιάζηται φιλόσοφος χωρὶς φιλοσοφίαν, θεολόγος χωρὶς θεολογίαν καὶ Χριστιανὸς χωρὶς θρησκευτικὴν πίστιν» [ΘΗΕ 9 (1966) 193]. 7 Χ. Γ ι α ν ν α ρ ᾶ , «Γιὰ τὴν αἰωνιότητα τῆς Κόλασης», Σύναξη 121 (2012) 80-84.
5 6

10

ΕΙΣΑΓΩΓΗ εὐρέως στὶς ἡμέρες μας, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ καὶ ὅτι ἡ Αἰώνια Κόλαση δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία δὲν θὰ ἀνέχονται οἱ ἀμετανόητοι (βλ. Παθητικὴ Κόλαση)! Ἀγαπητοί ἀναγνώστες, ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς προειδοποιεῖ «μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε»8, ἀλλ᾿ «ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς»9. Ἡ Αἰώνια Κόλαση μπορεῖ σήμερα νὰ φαίνεται ἀναχρονιστική, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἀκόμα ἔχει προαναγγελθεῖ ἀπὸ τὸν ἀδιάπτωτο λόγο τοῦ Θεοῦ: «Ἴδετε, οἱ καταφρονηταί, καὶ θαυμάσατε καὶ ἀφανίσθητε, ὅτι ἔργον ἐργάζομαι ἐγὼ ἐν ταῖς ἡμέραις ὑμῶν, ἔργον ὅ οὐ μὴ πιστεύσητε ἐάν τις ἐκδιηγῆται ὑμῖν»10. Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ΑΓΑΠΗ, δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι μόνο Ἀγάπη· εἶναι ἐξ ἴσου καὶ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Ἡ ἴδια ἡ ἐνυπόστατη Ἀγάπη (τὸ Αὐτάγαθον) εἶπε τὰ ἑξῆς φοβερὰ λόγια: «πλὴν τοὺς ἐχθρούς μου τούτους τοὺς μὴ θελήσαντάς με βασιλεῦσαι ἐπ᾿ αὐτοὺς ἀγάγετε ὧδε καὶ κατασφάξατε αὐτοὺς ἔμπροσθέν μου»11. Λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσοι ἀσπάζεσθε τὶς νε-ορθόδοξες ἰδέες αὐτές, «πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ»12. Ἡ μισὴ ἀλήθεια ἦταν καὶ συνεχίζει νὰ εἶναι ἡ προσφιλέστατη μέθοδος τοῦ ἀρχεκάκου Ὄφεως καί, δυστυχῶς, ὅλων τῶν αἱρετικῶν, ποὺ παρασύρουν τὸν ἁπλὸ «λαὸ τοῦ Θεοῦ» μὲ λόγια ποὺ τοῦ χαϊδεύουν τὰ αὐτιά, ὅπως οἱ ψευδο-προφῆτες τοῦ ἀρχαίου Ἰσραήλ. Λησμονοῦν, ὅμως, οἱ «Ὀρθόδοξοι» θεολόγοι αὐτοὶ, ὅτι ἡ Πατερικὴ Βυζαντινὴ (καὶ ὄχι Δυτική, ὅπως ἐσκεμμένα γράφουν) Ἑρμηνευτικὴ Παράδοση ἔκανε πρώτη χρήση τῶν Catenae (ἁλυσίδα Πατερικῶν ἑρμηνειῶν), ὅπως καὶ ὅτι ἡ κάθε ἑπόμενη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ―πού, παρὰ τὸ Consensus Patrum [τὸ ὁποῖο καταδεικνύει τὴν Consensum Ecclesiae, ἡ ὁποία πάλι ἐκφράζει τὴν Regula Fidei (Κανόνα Πίστεως)], δογμάτιζε σύμφωνα μὲ τὸ (ποιοτικὸ) «Πρωτεῖον Ἀληθείας» καὶ ὄχι τὸ (ποσοτικὸ) «Πρωτεῖον Ἐξουσίας»― ἐπικύρωνε τὴν προηγούμενη! «Αὔξηση», λοιπόν, στὴν ἱερὰ Παράδοση, ἀλλὰ σὲ βάθος (δηλ. προκοπή), ποιοτικῶς, καὶ ὄχι μεταβολή της, καθὼς μᾶς ἐπισημαίνει ὁ Μ. Βασίλειος13, δι᾿ ἀφαιρέσεως (ὅπως ἔκανε καὶ κάνει ὁ Προτεσταντισμός), ἤ προσθέσεως νέων δογμάτων ποσοτικῶς (ὅπως ἔκανε καὶ κάνει ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός). Μετὰ τὴν Εἰσαγωγή, ἀρχίζει τὸ πρῶτο Κεφάλαιο («Ὁ Ἐπίγειος Παράδεισος»), ὅπου ἀναπτύσσουμε ὁρισμένα ἀπαραίτητα γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ θέματός μας ἱστορικο-φιλολογικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν ἐπίγειο Παράδεισο (Ἐδέμ), κάνοντας μιὰ σύντομη σύγκριση μεταξὺ ἐπιγείου (ὑλικοῦ) καὶ

Α’ Ἰω. 4, 1. Ἰω. 5, 39. 10 Πράξ. 13, 41. 11 Λουκ. 19, 27. 12 Ματθ. 22, 29, Μάρκ. 12, 24. 13 Ἐπιστ. 223, 3.5.
8 9

11

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ οὐρανίου (πνευματικοῦ) Παραδείσου, διάσταση ἡ ὁποία προέκυψε λόγῳ τοῦ Προπατορικοῦ Ἁμαρτήματος. Στὸ δεύτερο Κεφάλαιο («Ἡ πραγματικότητα τοῦ Ἀγαθοῦ καὶ τοῦ Κακοῦ»), ἐκθέτουμε τὶς στοιχειώδεις ἐνδείξεις ὑπάρξεως τῶν μεταφυσικῶν καταστάσεων αὐτῶν, ἀπὸ τὰ ἐδῶ πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ δεδομένα τῆς παρούσης ζωῆς. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐξηγοῦμε πῶς τὸ ἀγαθὸ καὶ τὸ κακὸ λειτουργοῦν καὶ ὑφίστανται πραγματικὰ στὸν παρόντα κόσμο, καὶ τό ὅτι, ὡς ἐκ τούτου, ἡ συνέχιση τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς δὲν θὰ καταργήσει τὶς καταστάσεις αὐτές, ποὺ ὁ κάθε ἄνθρωπος ἐλεύθερα ἔχει ἐπιλέξει. Παράλληλα, στὸ αὐτὸ Κεφάλαιο ἐπισημαίνουμε τὴ διαμεσολαβητικὴ φύση τῶν χριστιανικῶν Μυστηρίων, καὶ μάλιστα τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅσον ἀφορᾶ στὴ βίωση καὶ πρόγευση τῶν Ἐσχάτων ἐκ μέρους τῶν πιστῶν. Στὸ τρίτο Κεφάλαιο («Ἡ θεολογική μετα-γλῶσσα τῶν ὑπερφυῶν ἐσχατολογικῶν καταστάσεων»), ἀφοῦ γενικὰ κάνουμε λόγο γιὰ τὴν ποιότητα καὶ τὰ εἴδη τῶν μετὰ θάνατον ἐσχατολογικῶν καταστάσεων τοῦ ἀνθρώπου, ἀναλύουμε ὁρισμένες χαρακτηριστικὲς εἰκόνες καὶ παραστάσεις, ποὺ ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία ἔχει ἐν χρήσει, γιὰ τὸν Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση. Στὸ τέταρτο Κεφάλαιο («Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»), διασαφηνίζουμε τὴ λεπτὴ θεολογικῶς διάκριση, ποὺ τόσο ἡ Ἁγία Γραφή, ὅσο καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διατηροῦν, μεταξὺ Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, καὶ προβαίνουμε στὴν περιγραφὴ χαρακτηριστικῶν γνωρισμάτων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι 1) τὰ «ἀνήκουστα ἀκούσματα» καὶ τὰ «ἀνεκλάλητα ρήματα», 2) ἡ μετοχὴ στὸ ἄκτιστο Φῶς καὶ ἡ Θεία θέα, 3) ἡ ἔνυλη καὶ ἡ ἄϋλη γνώση τῶν ὄντων, 4) οἱ δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ 5) ἡ «ἀεικίνητος στάσις» τοῦ Παραδείσου. Στὸ πέμπτο Κεφάλαιο («Ἡ ἄληκτη μακαριότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ»), διαλαμβάνουμε δύο καθοριστικὲς ἰδιότητες τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τὴ Θεία εὐφροσύνη καὶ τὴν ἀΐδια ἀγαλλίαση, ποὺ θὰ βιώνουν ἐσχατολογικὰ οἱ σεσωσμένοι καί οἱ Ἅγιοι. Στὸ ἕκτο Κεφάλαιο («Ἡ θεολογία τῆς Κολάσεως») πραγματευόμαστε α) τὸ «ἰδίωμα» τῆς Θείας δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει καὶ τὴ σημασία τοῦ Θείου φόβου, β) τὴν ἔννοια τῆς Θείας τιμωρίας, μὲ τὴν Ὀρθόδοξη ἐπισήμανση τῆς παράδοξης (τ.ἔ. ὑπὲρ λόγον) ἐνεργείας στὸν χριστιανικὸ, ἀληθινό Θεὸ τοῦ συμβιβασμοῦ ἀγάπης καὶ κολάσεως, γ) τὸ ποιὸν τῆς Κολάσεως ἐσχατολογικῶς, καὶ δ) τὸν τρόπο ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ στὴν Αἰώνια Κόλαση, ὅπου ἐξετάζεται ἡ ἀρνητική παρ-ουσία τοῦ Θεοῦ, τὸ «ἐνεργητικὸν» τῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ ἐπ᾿ αὐτοῦ θέσεις τοῦ δογματολόγου ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Στὸ ἕβδομο Κεφάλαιο («Ἡ αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως») παραθέτουμε τὴ διδασκαλία ἀρχικῶς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ κατόπιν

12

ΕΙΣΑΓΩΓΗ καὶ ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ τὴν αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως. Στὸ ὄγδοο Κεφάλαιο («Ὑπάρχει ἀποκατάσταση τῶν πάντων;») συζητεῖται ἡ Ὠριγενικὴ κακοδοξία γιὰ τὴν «Ἀποκατάσταση τῶν Πάντων» καὶ παρατίθενται κάποιες δυσδιάκριτες, ἐνδεχομένως δὲ καὶ παρεξηγήσιμες θέσεις τῶν ἁγίων Γρηγορίου Νύσσης καὶ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Τέλος, στὸ ἔνατο Κεφάλαιο («Πῶς θὰ κερδίσουμε τὸν Παράδεισο καὶ θὰ ἀποφύγουμε τὴν Κόλαση»), ποὺ προηγεῖται τοῦ Ἐπιλόγου καὶ τῆς Βιβλιογραφίας, διατυπώνονται ὁρισμένες ―πρακτικῆς φύσεως― παραινετικές, ἐποικοδομητικὲς καὶ συμβουλευτικὲς προτάσεις, μέ βάση τήν Πατερική καί πάλι διδασκαλία γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότερη καὶ προσφορότερη ἐπίτευξη τῆς «κατὰ Χριστὸν» πολιτείας, ἔτσι ὥστε γηθοσύνως νὰ εἰσέλθουμε στὴν ἀτελεύτητη δόξα τῆς Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

13

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Α) ΓΕΝΙΚΑ Μέ βάση τήν Πίστη στή διδασκαλία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, δέν νοεῖται Ὀρθόδοξος Χριστιανός, ὁ ὁποῖος δέν ἀποδέχεται τήν ὕπαρξη αἰωνίου μετά θάνατον ζωῆς καί καταστάσεως, τ.ἔ. Παραδείσου καί Κολάσεως, ὅπως αὐτό ἐξαγγέλλεται ἀπό τό ἀδιάψευστο στόμα τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ στή λεγομένη Παραβολή τῆς Κρίσεως, τήν ὁποία ἀκοῦμε στούς ἱερούς ναούς τήν Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω: «Καί ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον»14. Στήν ἀρχή τῆς ἀνθρωπίνης Ἱστορίας, ὁ Θεός ἀπὸ ἀγάπη («ὑπερβολὴν ἀγαθότητος») φέρει τὸν ἄνθρωπο στὴν ὕπαρξη, καλώντας τον στὸ περιβάλλον τοῦ Παραδείσου, τ.ἔ. στήν κοινωνία μέ τήν ἄκτιστη Χάρη Του. Στό τέλος, ὅμως, τῆς Ἱστορίας, ὁ ἄνθρωπος ―κάνοντας χρήση τῆς ἰδικῆς του πλέον ἐλευθερίας βουλήσεως― ἀντιμετωπίζει Παράδεισο καί Κόλαση. Ὡστόσο, ἐρωτᾶται: ποιά μορφή θά ἔχει ὁ μελλοντικός καὶ προσδοκώμενος Παράδεισος, καί ποιά ἡ Κόλαση, στό τέλος τῆς Ἱστορίας; Ὅπως θά δοῦμε ἐκτενῶς στά ἑπόμενα, δέν πρόκειται περί φυσικῶν καὶ ὑλικῶν πραγματικοτήτων, ἀφοῦ κατά τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου θά λάβει χώρα ἡ κατάργηση τοῦ λεγομένου χωροχρόνου, ἡ εἴσοδος τῆς αἰωνιότητας καί ἡ διαιώνιση τῆς ἔλλογης ζωῆς σέ μιά ἄλλη διάσταση. Στο παρόν Κεφάλαιο θά γίνει λόγος γιά τόν πρῶτο Παράδεισο στήν ἀρχή τῆς ἐπίγειας Ἱστορίας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἕνας χώρος αἰσθητός. Θά παρατεθοῦν ἐν προκειμένῳ ὁρισμένα στοιχεῖα, ὅπως μᾶς τά διασώζει ἡ Γραφή καί ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων Πατέρων καί Ἑρμηνευτῶν. Ὅταν ἡ Γένεση, τό πρῶτο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μᾶς ὁμιλεῖ ―μὲ μία συμβολική γλῶσσα― γιά τόν Παράδεισο, ἐννοεῖ τόν πάγκαλο ἐκεῖνο ὑλικὸ τόπο, τόν «κῆπο τῆς Ἐδέμ», τόν ὁποῖο «ἐφύτευσεν ὁ Θεός κατ᾿ Ἀνατολάς»15. Ἀναφέρεται, ἐπίσης, ὅτι «ποταμὸς ἐκπορεύεται ἐξ Ἐδέμ ποτίζειν τόν Παράδεισον»16. Καί ὁ ποταμὸς αὐτὸς χωριζόταν σέ τέσσερα ἄλλα ποτάμια17 (σὲ σχῆμα σταυροῦ), τῶν ὁποίων τά ὀνόματα ἦταν: ΦειΜατθ. 25. Γέν. 2, 8. 16 Γεν. 2, 10. 17 Γιὰ τὴ σημασία τῶν ποταμῶν γενικὰ στὶς διάφορες θρησκεῖες βλ. Γεν. 2, 10. 15, 18, Ἐξ. 1, 22. 4, 9. 7, 15, Ψαλμ. 45, 5, Ματθ. 3, 6, Ἰω. 7, 38, Ἀποκ. 8, 10. 9, 14. 12, 15-16. 16, 4. 12. 22, 1. Ἡ εἰκόνα τοῦ ποταμοῦ χρησιμοποιεῖται συχνὰ ἀπὸ τὴν Πατερικὴ Θεολογία, γιὰ νὰ ὑποδηλώσει τὸν τύπο τῆς Ἁγίας Τριάδος: πηγὴ (Θ. Πατήρ), ποτάμι (Θ. Λόγος) καὶ νερό (Ἅγιο Πνεῦμα). Στὸν Ὅ μ η ρ ο ἀπαντῶνται οἱ ποταμοὶ Ἀχέρων (= ποτάμι τῆς στενοχώριας καὶ τῆς θλίψης), Κωκυτὸς (= ποταμὸς τῶν κλαυθμῶν καὶ τῶν θρηνητικῶν κραυγῶν), Πυριφλεγέθων (= πύρινο ποτάμι) [πρβλ. «λίμνη τοῦ πυρός» (Ἀποκ. 20, 14)] καὶ ἡ Στὺξ (= ποτάμι τοῦ μίσους), ὅπως καὶ οἱ Ὠκεανός καὶ ὁ ποταμὸς τῆς
14 15

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ σών, Γηών, Τίγρις καί Εὐφράτης. Μέσα σ᾿ αὐτόν τόν αἰσθητό χῶρο τῆς μοναδικῆς ὡραιότητος ἔζησαν οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι, οἱ γενάρχες μας, οἱ Πρωτόπλαστοι Ἀδάμ καί Εὔα, ὡς πρῶτοι κάτοικοι τῆς γῆς, πλήρεις Χάριτος καὶ σοφίας παρὰ Θεοῦ· διέτριψαν δέ ἐκεῖ ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα (ὑπάρχουν ποικίλες ἀπόψεις περί αὐτοῦ στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας), πρίν ἀπό τήν Πτώση καὶ τὴν ἔξωσή τους, ἀπολαμβάνοντας, ὄντες ἅγιοι καὶ παρθένοι, τά ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθά. Β) ΑΙΣΘΗΤΟΣ ΚΑΙ ΝΟΗΤΟΣ Πρίν ἀναφερθοῦμε κάπως διεξοδικώτερα στή ζωή τοῦ πρώτου ζεύγους τῶν ἀνθρώπων, στό πρῶτο ἐκεῖνο ἔκπαγλο ἐπίγειο ἐνδιαίτημά τους, θά συμπληρώσουμε ὅτι ὁ Παράδεισος ἐκεῖνος, κατ᾿ ἀκρίβειαν, δέν ἦταν μόνο αἰσθητός, ἀλλά καί νοητός· ἦταν δηλ. διπλός, ὅπως ὁ ἄνθρωπος εἶναι διπλὸς στὴ φύση του (δισύνθετος), ἀποτελούμενος ἀπό σῶμα καί ψυχή18. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει σχετικά: «Διπλοῦν οἶμαι (= νομίζω) τόν θεῖον Παράδεισον». Καί θά δοῦμε, μέσα ἀπό ἕνα ὡραῖο κείμενο αὐτοῦ τοῦ πρυτάνεως τῶν Θεολόγων γιατί ὁ Παράδεισος ἦταν διπλός, αἰσθητός καί νοητός: «Μερικοί, λοιπόν, φαντάσθηκαν τόν Παράδεισο αἰσθητό, ἄλλοι πάλι νοητό. Ὅμως, ἐγώ νομίζω ὅτι, ὅπως ὁ ἄνθρωπος εἶχε πλασθεῖ αἰσθητός καί συνάμα νοητός, ἔτσι ἔπρεπε νά εἶναι καί ὁ ἱερώτατος τόπος του, αἰσθητός καί συνάμα νοητός, καί ἔχοντας διπλῆ ἔμφαση· γιατί μέ τό σῶμα, ἐνῶ αὐλιζόταν στόν πολύ ὄμορφο καί θειότατο χῶρο, καθώς διηγηθήκαμε, μέ τήν ψυχή διέμενε σέ ὑπέρτερο καί ἀσύγκριτο καί ὡραιότατο τόπο, ἔχοντας ἐκεῖ ἔνοικο τόν Θεό καί αὐτόν ὡς λαμπρό ἔνδυμα, περιβεβλημένος τή Χάρη Του καί ἀπολαμβάνοντας τό μόνο γλυκύτατο καρπό τῆς θεωρίας Του σάν κάποιος ἄλλος ἄγγελος καί τρεφόμενος μέ αὐτήν... Ἔτσι, διπλό νομίζω τόν Θεῖο παράδεισο»19. Στόν διπλό, λοιπόν Παράδεισο, ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν ὑλική, χοϊκή του διάσταση ἀπολάμβανε ὅλα τά ἀγαθά τῆς γῆς, ἐνῶ μέ τήν κατά πνεῦμα ζωή του βίωνε τό μεγαλύτερο ἀγαθό, τήν κοινωνία του μέ τόν Πλάστη καί Δημιουργό, ἀφοῦ τό μεγάλο μυστικό ἐκείνου τοῦ ἐπιγείου Παραδείσου ἦταν ὅτι σ᾿ αὐτόν «περιπατοῦσε» (δηλ. ἦταν θετικῶς παρὼν ἀνθρωπομορφικὰ) ὁ Θεός20. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μάλιστα, μποροῦμε νὰ ποῦμε Πατερικῶς ἦταν ἡ ὅλη ζωή τῆς ζωῆς τοῦ προπτωτικοῦ αὐτοῦ ἀνθρώπου μέσα στήν Ἐδέμ.
Λήθης (Πλάτων, Φαίδων 112e, 113c). Πρβλ. Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., «Πρὸς τοὺς πολεμοῦντας τὸν μοναχικὸν βίον» Β’, 74Β, Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τ. 13, σ. 32, R. P a n i k k a r , “The Jordan, the Tiber, and the Ganges: Three Kairological Moments of Christic Self-Consciousness”, in: The Myth of Christian Uniqueness, ἐπιμ. John Hick & Paul Knitter, ἐκδ. Orbis Books, Maryknoll, New York 1987. 18 Γέν. 2, 7: «Καί ἔπλασεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον χοῦν ἀπό τῆς γῆς, καί ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν». 19 Ἔκδοσις…….., σ. 145-147. 20 Γέν. 3, 8. Βλ. Μητρ. Ἱ ε ρ ε μ ί α Φ ο ύ ν τ α , Ἑρμηνεία Π.Δ., Γένεσις, σ. 31.

16

Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Γ) ΤΟ «ΚΑΤ᾿ ΕΙΚΟΝΑ» ΚΑΙ «ΚΑΘ᾿ ΟΜΟΙΩΣΙΝ» Στή συνέχεια, θά κάνουμε μιά ἀναφορά στό θέμα αὐτό τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», γιά νά δοῦμε πῶς ἑρμηνεύονται οἱ ὅροι αὐτοί Πατερικά καί θεολογικά. Ἔτσι, λ.χ. «ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μαζί μέ τόν Μ. Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο Νύσσης, ὡς κατ᾿ εἰκόνα ἐκλαμβάνει τό λογικόν ἤ νοερόν»21. Ὁμοίως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διδάσκει ὅτι ἡ λογική καί νοερή ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτό πού ἀποκαλοῦμε Θεία εἰκόνα, διότι τό «κατ᾿ εἰκόνα» φανερώνει τή νοερή καί αὐτεξούσια φύση, ἐνῶ τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», τήν κατά τό δυνατόν ὁμοίωση στήν ἀρετή: «Τό μέν γάρ κατ᾿ εἰκόνα, τό νοερόν δηλοῖ καί τό αὐτεξούσιον, τό δέ καθ᾿ ὁμοίωσιν τήν τῆς ἀρετῆς κατά τό δυνατόν ὁμοίωσιν»22. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» εἶναι καὶ ἡ ἐπικρατέστερη μεταξὺ τῶν Πατέρων23. Ὡστόσο, οἱ Θεολόγοι γνωρίζουν ὅτι ὑπάρχει μία ποικιλία ὁρισμῶν καί ἑρμηνειῶν περί τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἀπό πλευρᾶς τῶν Πατέρων καί ἑρμηνευτῶν. Ἄλλοτε, τό «κατ᾿ εἰκόνα» ἀναφέρεται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, στό «νοερόν αὐτοῦ», ἄλλοτε στό «βασιλικόν» ἀξίωμα καί τό αὐτεξούσιον, ἄλλοτε πάλι καί στό σῶμα, στόν ὅλο ἄνθρωπο, ἀφοῦ καί τό σῶμα «συμμετεῖχεν εἰς τήν εἰκόνα», εἶχε δημιουργηθεῖ «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ Θείου Ἀρχετύπου, Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐπ᾿ αὐτοῦ ἐπισημαίνει ὅτι «τό συναμφότερον», ὁ ὅλος ἄνθρωπος, μέ τήν ψυχή καί τό σῶμα, εἶναι καί λέγεται εἰκόνα τοῦ Θεοῦ: «Μή ἄν ψυχήν μόνην, μήτε σῶμα μόνον λέγεσθαι ἄνθρωπον, ἀλλά τό συναμφότερον, ὅν δή καί κατ᾿εἰκόνα πεποιηκέναι Θεός λέγεται»24. Εἶναι εὔκολο νά κατανοηθεῖ ὅτι τό «κατ᾿ εἰκόνα» ἐντοπίζεται ―χωρίς, βεβαίως, νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν αἵρεση τῶν Ἀνθρωπομορφιτῶν― καί στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτό ἐκφράζεται στόν γνωστό ἐκεῖνο ὕμνο τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας, πού συνέταξε ὁ ἅγιος Ἰω. ὁ Δαμασκηνός: «Θρηνῶ
Βλ. Σ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν Ἱερό Χρυσόστομο, ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2000, σ. 53. 22 Ἔκδοσις…., σ. 150. 23 Μ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ , Λόγος περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς διὰ σώματος πρὸς ἡμᾶς ἐπιφανείας αὐτοῦ 3, ΜPG 25, 101 Β. 6, ΜPG 25, 105 C, Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς τὸν ΜΗ’ Ψαλμὸν 8, ΜPG 29, 449 BC, Εἰς τὸ ‘Πρόσεχε σεαυτῷ’ 6, ΜPG 31, 212 BC, Περὶ εὐχαριστίας 2, ΜPG 31, 221 C, Ὁμιλία ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ 5, ΜPG 31, 317 Α, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεὸς 6, ΜPG 31, 344 BC, Ὅροι κατὰ πλάτος 2, 3, ΜPG 31, 913 Β, Ἐπιστολὴ 233, Ἀμφιλοχίῳ ἐρωτήσαντι 1, ΜPG 32, 864 C, Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς , Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου 11, ΜPG 44, 156 Β. 12, ΜPG 44, 161 C. 164 Α. 16, ΜPG 44, 184 Β. 185 C, Λόγος Κατηχητικὸς ὁ Μέγας 5, ΜPG 45, 24 C. 21, ΜPG 45, 57 CD, Περὶ παρθενίας 12, ΜPG 46, 369 C, Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ δ ι α κ ό ν ο υ , Ἐγκώμιον εἰς πάντας τοὺς ἁγίους ἐνδόξους καὶ πανευφήμους μάρτυρας τοὺς ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην ἀθλήσαντας 14, ΜPG 88, 496 C, Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Ζήτησις μετὰ Πύρρου, ΜPG 91, 304 C, Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ , Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως l, 2, 12, ΜPG 94, 920Β. Πρβλ. G. M a r tz e l os , “Original Sin according to the Orthodox Tradition”, users.auth.gr/martzelo/index.files/docs/75 doc. 24 Τίνας ἄν εἴποι λόγους σῶμα κατὰ ψυχῆς, ΜPG 150, 1361C.
21

17

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ καί ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τόν θάνατον καί ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τήν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ φθαρεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μή ἔχουσαν εἶδος». Καί αὐτό, βεβαίως, λέγεται μέ δύο σημασίες: «Πρῶτον, μέ τό ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐνηνθρώπησε, ὄντας τό πρωτότυπο καί ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου, καί δεύτερον, μέ τό ὅτι, ὅπως ὁ Θεός ζωοποιεῖ τήν κτίση ὁλόκληρη, ἔτσι καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ζωοποιεῖ τό συνημμένο σῶμα»25. Ἰδού ὁ λόγος (ἕνας ἀπό τούς πολλούς), γιά τόν ὁποῖο ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο, ἀντιτίθεται σθεναρῶς σέ κάθε μορφή βίας πρός τό σῶμα (λ.χ. αὐτοκτονία) τοῦ ἀνθρώπου (τό ὁποῖο, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἔχει «ἐνσημαινομένας πνευματικάς διαθέσεις»), καί, κυρίως, ἀπορρίπτει διαρρήδην τήν ξενόφερτη πρακτικὴ τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν, ἀφοῦ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου διατηρεῖ τό «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ καί γίνεται ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἑπομένως, «εἴ τις τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός»26. Ἐπίσης, πρέπει νά ἐπισημανθεῖ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τοῦ Λόγου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος, ὅπως θεολογεῖ ὁ τῶν ἐθνῶν Διδάσκαλος Παῦλος, εἶναι «Εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου»27. Εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος «εἰκονικό» ὄν, εἶναι εἰκόνα τῆς Εἰκόνος, καί ἔλαβε τή δυνατότητα νά φθάσει στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», νά ἑνωθῆ μέ τό Θεῖο Ἀρχέτυπό του, τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός. Τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ταυτίζεται, σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες (ἅγιο Μάξιμο Ὁμολογητή κ.ἄ.), μὲ τὴν κατὰ Χάρη θέωση τοῦ ἀνθρώπου, διότι τὸ «κατ᾿ εἰκόνα» εἶναι δυνάμει ὁμοίωσις καὶ τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» εἶναι «ἐνεργείᾳ» εἰκόνα28. Ὡστόσο, ὑπάρχει καί ἕνα θεολογικώτατο χωρίο ἑνός Ὁσίου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Μελετίου τοῦ Γαλησιώτου, στό ὁποῖο ἐκφράζεται ἡ πραγματικότητα, ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα Του ἀκόμη καί ὡς πρὸς τό σωματικό ἐπίπεδο, ὅπως δηλαδή θά ἐμφανιζόταν ὁ Λόγος ἀργότερα ὡς Θεάνθρωπος μέσα στήν Ἱστορία. Εἶναι, ὄντως, καταπληκτική ἡ φράση αὐτή τοῦ ἱεροῦ Πατρός, ἡ ὁποία μέ ποιητικό τρόπο φανερώνει τή μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι εἴμαστε «εἰκόνες» τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος ὅμοιος μέ μᾶς, παρεκτός τῆς ἁμαρτίας, καί ἔλαβε τή δική μας φύση, γιά νά μᾶς ἐπαναφέρει στό «πρωτόκτιστον κάλλος», τό ὁποῖο διά τῆς ἁμαρτίας ἀπωλέσαμε: «Καί τόν πρωτόπλαστον Ἀδάμ, πρό τοῦ πεσεῖν ὡς εἶχεν, ἐξεικονίσας ἀκριβῶς, ὥσπερ Θεός ὀφθήσῃ»29.

Βλ. Μητρ. Ναυπάκτου, Ἱ ε ρ ο θ έ ο υ Β λ ά χ ο υ , «Μεταξύ δύο αἰώνων», ἐκδ. Πελαγίας, σ. 172. Α’ Κορ. 3, 17. 27 Κολ. 1, 15. 28 Στήν προοπτική αὐτὴν τῆς θεώσεως ὡς δυνάμει ὁμοιώσεως κινεῖται καὶ ὁ ἅγιος Γ ρ η γό ρ ι ο ς ὁ Θ ε ο λ ό γ ο ς , ὅταν γράφει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «Θεός κεκελευσμένος» (Εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον, ed. F. Boulenger, 48), δηλαδή ἔχει λάβει τήν ἐντολή νά γίνει μικρός θεός. 29 Μ ε λ ε τ ί ο υ Γ α λ η σ ι ώ τ ο υ , Ἀλφαβηταλφάβητος, «ἐν οἷς καὶ λόγος ἕτερος περὶ τοῦ κατ’ εἰκόνα», ρμε’, ἐκδ. Ἀρχιμ. Θ. Σιμόπουλου, Ἀθῆναι 1978.
25 26

18

Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ Ἦταν, λοιπόν, μεγάλη ἡ ἀξία πού ἔλαβε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεῖο Δημιουργό Του, ὁ Ὁποῖος τόν τίμησε μέ τήν εἰκόνα Του καί μέ τή δυνατότητα τῆς ἐν Χάριτι ὁμοιώσεως μέ Αὐτόν. Ὁ ἄνθρωπος, κατά τόν Φωστῆρα τῆς Δαμασκοῦ, εἶναι σύνδεσμος τῆς ὁρατῆς καί τῆς ἀοράτου Φύσεως, εἶναι «ζῶον ἐνταῦθα οἰκονομούμενον καί ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον καί πέρας τοῦ μυστηρίου, τῇ πρός Θεόν νεύσει θεούμενον»30, δηλαδή εἶναι ἕνα ὄν, τό ὁποῖο διατρίβει ἐδῶ στόν παρόντα κόσμο, ἀλλ᾿ ἔχει τήν προοπτική τῆς μεταστάσεως σέ ἕναν ἄλλο κόσμο, καί τό τέλος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ θέωσή του μέ προσανατολισμό τόν Θεό (βλ. θεοκεντρικότητα). Καί θεώνεται, βέβαια, μέ τή μετοχή του στήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, στή Θεία δόξα, χωρίς νά μεταβαίνει στήν ἀμέθεκτη Θεία οὐσία: «Θεούμενον δέ τῇ μετοχῇ τῆς θείας ἐλλάμψεως καί οὐκ εἰς τήν θείαν μεθιστάμενον οὐσίαν»31. Δ) Η ΕΔΕΜΙΚΗ ΖΩΗ Σχετικά μέ τόν πρῶτο Παράδεισο, ὁ ὁποῖος ἦταν, ὅπως εἴδαμε, «Θεοῦ χερσίν, ἐν Ἐδέμ πεφυτευμένος, εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας ἁπάσης ταμεῖον»32, μᾶς ἔχει προσφέρει ὡραιότατες ἀναλύσεις καί ο ἄλλος Ἰωάννης, ὁ χαριτώνυμος, ὁ «χρυσοῦς Διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας», ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Στίς θαυμάσιες ὁμιλίες του «Εἰς τήν Γένεσιν», ὁ χρυσορρήμων Πατήρ δέχεται κατ᾿ ἀρχήν χωρίς καμία ἀμφιβολία ὅτι ὑπῆρξε ὄντως ὁ αἰσθητός πρῶτος Παράδεισος, προτρέποντας μάλιστα τούς ἀκροατές του νά πιστεύσουν ὅτι «καί παράδεισος γέγονε καί ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ, ἔνθα ἡ Γραφή ἐπεσημήνατο»33. Θεωρεῖ, ἐπίσης, ἀπαραίτητο νά ἑρμηνεύσει στό ποίμνιό του κάποιες φράσεις τῆς Ἁγ. Γραφῆς, ὅπως λ.χ. τό «ἐφύτευσεν», ὡς προσταγή τοῦ Θεοῦ γιά τή δημιουργία τοῦ Παραδείσου. Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, αἰτία γιά τήν ὁποία ὑπάρχουν στή Γραφή ἁπλοϊκές λέξεις (οἱ λεγόμενοι ἀνθρωπομορφισμοί), ὅπως λ.χ. «ἔπλασεν», «ἐφύτευσεν» κ.ἄ., εἶναι ἡ δική μας ἀδυναμία νά συλλάβουμε τά τοῦ Θεοῦ: «Ἡ αἰτία τῆς τῶν λέξεων παχύτητος, ἡ ἀσθένεια τυγχάνει ἡ ἡμετέρα»34. Οἱ περιγραφές τοῦ χρυσολόγου Πατρός περί τῆς ἐπιγείου ζωῆς τῶν Πρωτοπλάστων μέσα στόν Παράδεισο, κατά τή μακαρία ἐκείνη κατάσταση εἶναι ὄντως ἐκπληκτικές, ἀφοῦ παρουσιάζεται μέσα ἀπό τόν καλλιεπέστατο λόγο τοῦ «Βασιλέως τοῦ ἄμβωνος», ὅλος ἐκεῖνος ὁ τρόπος καί ὁ βίος ὁ ὑψηλός καί ἀγγελικός, μέσα στήν εὐλογημένη Ἐδέμ. Ὑπάρχει μία σπουδαία ἀνάλυση τῶν Χρυσοστομικῶν κειμένων, τήν ὁποία κάνει ὁ πρωτοπρεσβύτερος καί Καθηγητής (ὁμότιμος) τοῦ Α.Π.Θ.,
Ἔκδοσις…, σ. 150. Ὅπ.π., σ. 152 32 Ἔκδοσις…., σ. 146. 33 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς τήν Γένεσιν, ΕΠΕ 2, 240. 34 Ἰ ω . Χ ρ υ ς . , Εἰς τήν Γένεσιν, ΕΠΕ 2, 334.
30 31

19

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ π. Θεόδωρος Ζήσης, στή διδακτορική του διατριβή γιά τόν ἱερό Χρυσόστομο («Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου κατά τόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον», ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997), ὅπου παρουσιάζεται ἀνάγλυφα ἡ Παραδείσια κατάσταση τῶν Πρωτοπλάστων καί τά στοιχεῖα πού τήν προσδιόριζαν. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ Πρωτόπλαστοι ἦσαν ἐκτεθειμένοι στή βίωση μιᾶς ἀναμάρτητης φύσεως, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ, καί αὐτό λέγεται μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐκεῖ, στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς, δέν εἶχαν οὐδεμία σχέση μέ ὅ,τι ἀποκαλοῦμε ἁμαρτία, ἀστοχία, κακό, ἀσθένεια, παρέκκλιση. Δέν ὑπῆρχε στούς πρώτους ἀνθρώπους τοῦ ἐπιγείου ἐνδιαιτήματος γνώση, γεύση, αἴσθηση, ἐμπειρία, προπάντων ροπή πρός τήν ἁμαρτία, ἀλλά, κατά τήν ὡραία διατύπωση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, οἱ Πρωτόπλαστοι «διετέλουν ἐν ἁγίᾳ καί τρισμακαρίᾳ ζωῇ». Ἡ κατάσταση τοῦ ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ πλασθέντος ἀνθρώπου, βρισκόταν στό στάδιο τοῦ «δύνασθαι μή ἁμαρτάνειν» (ἡ καλή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου), μέ τήν προοπτική νά φθάσει κάποτε στό «μή δύνασθαι ἁμαρτάνειν»35, δηλαδή στήν κατάσταση τῆς θεώσεως. Ἐπίσης, δέν ὑπῆρχε στὸν ἀρχαῖο (πρῶτο) Παράδεισο γεύση καί πεῖρα θανάτου, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε μετά τήν Πτώση, ὡς παράσιτο, καρπός καί ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς. Οἱ Πρωτόπλαστοι στόν ἐπίγειο, τερπνό χῶρο τῆς παροικίας τους, ζοῦσαν μιά ἄληκτη, ἀνέσπερη καί ἀτελεύτητη κατάσταση, μιά ἰδανική, θά λέγαμε ζωή, καί ἦσαν ἀπαλλαγμένοι ἀπό τήν παχύτητα τή βιολογική τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, μακριά ἀπό βάσανα, πικρίες, ἄγχη, δεσμεύσεις τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου, φθορά ψυχοσωματική, ἀνάγκες βιοτικές, πεζότητα καί χοϊκότητα. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἡ τρυφή καί ἡ μετοχή τῶν ἐπουρανίων, ἡ συγγένεια μέ τόν Θεό, πού ἦταν γι᾿ αὐτούς «εὐφροσύνη ἄληκτος καί ἀπόλαυσις», ὅπως ψάλλουμε στήν Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ κυριαρχία ἐπί τῆς Φύσεως, τό «ἀρχικόν» τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, γιά τό ὁποῖο κάνει λόγο ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀναφερόμενος στήν ὀνοματοθεσία τῶν ζώων πού ἔκανε ὁ Ἀδάμ ―σύμβολο δεσποτείας καί ἐξουσίας τοῦ Λόγου ἐπί τῆς ἀλόγου Φύσεως― ἦταν, ἐπίσης, ἕνα ἄλλο στοιχεῖο, πού προσδιόριζε τήν Ἐδεμική ζωή. Αὐτό, βεβαίως, μετά τήν Πτώση χάθηκε (ἄν καί ὄχι παντελῶς), ἀλλά βλέπουμε τήν ἐπανάκτησή του μετέπειτα στά πρόσωπα τῶν θεουμένων Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἀναφέρουν τά ἱερά Συναξάρια, ἀποκτοῦν –Χάριτι Θείᾳ– τήν κυριαρχία ἐπί τῆς Φύσεως, τήν ἐξουσία ἀκόμη καί ἐπί τῶν θηρίων· παράδειγμα τρανό, ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ, ὁ ὁποῖος συναναστρεφόταν ἄφοβα μέ τήν ἀρκούδα, ὁ ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης, πού εἶχε κοντά του ἕνα λιοντάρι, καί πολλοί

35 Ἡ κατάσταση τοῦ «μή δύνασθαι ἁμαρτάνειν» ἐκφράζεται ὡραιότατα ἀπό τόν ἅγιο Γ ρ η γ ό ρ ι ο τ ό ν Π α λ α μ ᾶ σέ μιά ὁμιλία του, ὅπου παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν καταστήσει «ἀνίκανον εἰς τό ἁμαρτῆσαι».

20

Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ἄλλοι Ἅγιοι μέ σχετικά θαυμαστά κατορθώματα, πού μᾶς παραπέμπουν στήν προπτωτική κατάσταση τοῦ Ἀδάμ. Πέρα ἀπό ὅλα αὐτά, οἱ Πρωτόπλαστοι στόν Παράδεισο ἦταν ὁμοδίαιτοι τῶν Ἀγγέλων, ὅπως ὡραιότατα τό ἐκφράζει καί πάλι ἡ Υμνογραφία («καί Ἀγγέλοις ὁμοδίαιτον»), συγγενεύοντας περισσότερο μέ τόν ἐπουράνιο κόσμο, παρά μέ τόν ἐπίγειο. Τό μεγαλύτερο, ὅμως, ἀγαθό, τό ὑψηλότερο, θά λέγαμε, καί πολυτιμότερο στοιχεῖο τῆς χαριτωμένης ζωῆς τοῦ ἀρχεγόνου ἀνθρώπου ἦταν ἡ παρρησία του πρός τόν Θεό καί ἡ αἴσθηση τῆς συγγενείας μαζί Του, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ, μέ προορισμό νά φθάση στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», τελειούμενος ἐλευθέρως καὶ σταδιακῶς. Ε) ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ Καί ὅμως! Ὅλα αὐτά τά Θεῖα δωρήματα ὁ ἄνθρωπος δέν τά ἀξιοποίησε· δέν φάνηκε ἄξιος τῶν Χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, δέν τίμησε τόν τιμήσαντα αὐτόν πάνσοφο καί Θεῖο Δημιουργό! Ὁ πρῶτος καί ἄριστος καλλιτέχνης, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὁ «ἀριστοτέχνης» Θεός, βρίσκεται τώρα πρό τῆς ἀνταρσίας τοῦ λογικοῦ πλάσματός Του, τῆς κορωνίδος τῆς Θείας δημιουργίας Του μέσα στήν Ἐδέμ. Καί ἐνῶ παρεῖχε στόν ἄνθρωπο ὅλα τά ἀγαθά καί τά μέσα πρός τή θέωση, τά «αἰνίγματα», τόν «ἀῤῥαβῶνα» τῆς ἀθανασίας, πού ἦταν, ὅπως περιγράφηκε στὰ προηγούμενα, «ἡ πρός τόν Θεόν ὁμιλία, τό ἀταλαίπωρον τῆς ζωῆς, τό λύπης καί φροντίδων ἀπηλλάχθαι καί πόνων καί τῶν ἄλλων τῶν ἐπικήρων»36, μέ σκοπό τήν ἀξιοποίηση ὅλων αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά γίνει ἔπειτα δεκτικός σταδιακά ― παιδαγωγούμενος καί διὰ τῆς δικῆς του ἑκούσιας συμβολῆς― καί τῶν μειζόνων ἀγαθῶν, ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος κατέστη ἀνάξιος αὐτῆς τῆς τιμῆς. Ὅλα τά ἀνέτρεψε τό συνταρακτικό γεγονός τῆς Πτώσεως, τῆς ἀνταρσίας, ἀστοχίας καί ἀποτυχίας τοῦ ἀνθρώπου νά φθάσει στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», δηλ. τῆς κακῆς χρήσης τοῦ αὐτεξουσίου του· μέ ἄλλα λόγια, τῆς Ὕβρεως αὐτῆς ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, τῆς κινήσεως πρός τήν Ἑωσφορική «ἰσοθεΐα», αὐτόνομα, ἐγωϊκά καί λάθρα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀδάμ, ὑποχωρώντας στήν ὑποβολή τοῦ «ἀρχεκάκου ὄφεως», τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος ὑποσχέθηκε ψευδῶς στούς Πρωτοπλάστους ὅτι «ἔσεσθε ὡς θεοί»37, θέλησε νά γίνει μόνος του θεός, ὄχι ὅπως ἦταν προορισμένος νά γίνει, σέ κοινωνία μέ τόν Ἴδιο τόν Θεό ἐν Αὐτῷ καί δι᾿ Αὐτοῦ· ἐπέλεξε τήν αὐτοθέωση καί ὄχι τήν ἐν ὑπακοῇ θέωση. Καί, συνεπῶς, ἀντὶ τῆς πνευματικῆς ἀνυψώσεώς του, ἐξέπεσε, ἀφοῦ «τό χεῖρον καί μή ὄν τοῦ κρείττονος καί ὄντος ἑκών ἀντηλλάξατο», κατά τόν θεοφόρο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή38.
Ἰω. Χ ρ υ σ . , Εἰς τήν Α΄ Κορ. 17, 3, MPG 61, 139. Γεν. 3, 5 38 Περί ἀποριῶν 7, ΜPG. 91,1084D-1085A.
36 37

21

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Ἡ παρακοὴ τοῦ Ἀδάμ, γιὰ τὴν ὁποία ἀκοῦμε συχνὰ τὴν Ἐκκλησία νὰ κάνει λόγο ἰδίως μέσα ἀπὸ τὰ ὑμνολογικὰ καὶ ἄλλα κείμενά της, καὶ ὁ ἐκ τῆς παρακοῆς σκοτασμὸς τοῦ νοῦ, εἶχαν ὡς συνέπεια τὴ μερικὴ ἄρση τῆς Θείας Χάριτος ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ παρήκοου ἀνθρώπου, δηλ. τὴν ἀμαύρωση ἤ ζόφωση, ὅπως λέγεται θεολογικά, τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ τὴν ἀλλοτρίωσή του ἀπὸ τοῦ Θεοῦ: «Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καὶ οὐκ ἐφύλαξα», θὰ πεῖ θρηνητικὰ ὁ Θεολόγος Γρηγόριος39. Καὶ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία θὰ ψάλει στοὺς Αἴνους τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς: «Οἴμοι ὁ Ἀδάμ, ἐν θρήνω κέκραγεν, ὅτι ὄφις καὶ γυνή, θεϊκῆς παῤῥησίας με ἔξωσαν, καὶ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ξύλου βρῶσις ἠλλοτρίωσεν». Ἡ βρώση στον Παράδεισο, τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ (ποὺ μόνο μὲ μιὰ ἄλλη βρώση, τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, δύναται νὰ ἀναιρεθῆ), γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο ἡ σχετική διήγηση τῆς Γραφῆς, ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς ἄκαιρη καὶ ἀνώριμη ―λόγῳ βίαιης καὶ πλεονεκτικῆς ἐκζητήσεως τῆς ἀποκτήσεως μιᾶς ταχείας καὶ εὔκολης ὑπερφυσικῆς παντοδυναμίας― «γεύση» τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία θὰ ἔφθανε ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴ Θεία συνέργεια, ἀγωνιζόμενος σταδιακά: «Θεωρία ἦν τὸ φυτόν», ὅπως μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὁ τῆς Θεολογίας ἐπώνυμος40. Ἡ Γραφή ὁμιλεῖ καὶ γιὰ τὰ δύο «δένδρα», τὰ ὁποῖα βρίσκονταν στὸ κέντρο τοῦ Παραδείσου, καὶ στὰ ὁποῖα προσδίδεται μία ἰδιαίτερη σημασία: «τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου καὶ τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστόν καλοῦ καὶ πονηροῦ»41. Ἡ ἀπαγόρευση, ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, τῆς βρώσεως τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ δὲν ἦταν, παρὰ μία δοκιμασία τῆς ἐλευθερίας βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ ἀποτελοῦσε καὶ μία προειδοποίηση γιὰ τὸν ἐκ τῆς παρακοῆς ἐπερχόμενο πνευματικὸ καὶ σωματικὸ θάνατο: «Ἧ δ᾿ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»42. Τὸ «δένδρο τῆς γνώσεως», οὔτε φυτεύτηκε μὲ κακό σκοπό, οὔτε ἀπαγορεύτηκε ἀπό φθόνο, ὅπως ἐπεξηγεῖ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ἀλλά ἦταν καλό, ὅταν τὸ δοκίμαζε κανεὶς στὸν κατάλληλο «καιρόν»: «Τὸ δέ ἦν τὸ ξύλον τῆς γνώσεως, οὔτε φυτευθέν ἀπ᾿ ἀρχῆς κακῶς, οὔτε ἀπαγορευθὲν φθονερῶς... Ἀλλὰ καλὸν μέν, εὐκαίρως μεταλαμβανόμενον»43. Γιατὶ μία γνώση (πού, ὁπωσδήποτε, συνιστᾶ δύναμη) στὰ χέρια μιᾶς ἀνώριμης ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ ὕπαρξης ἀποτελεῖ ἐπικίνδυνο ὅπλο, τόσο γιὰ τὴν ἴδια, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς γύρω της. Ἕνα τροπάριο τοῦ Κανόνα τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ διατυπώνει ἀκριβῶς αὐτήν τήν πραγματικότητα: «Ἔλυσε πρόσταγμα Θεοῦ παρακοή, καί ξύλον ἤνεγκε θάνατον βροτοῖς, τό μή εὐκαίρως μεταληφθέν».

Λόγ. ΜΕ’, ΕΠΕ 5, 170. ΕΠΕ 5, 166. 41 Γεν. 2, 9. 42 Γεν. 2, 17. 43 ΕΠΕ 5, 166.
39 40

22

Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ Ἡ βρώση τοῦ «δένδρου τῆς γνώσεως» ἔδινε, λοιπόν, γνωστική δύναμη στὴν ἀνθρώπινη φύση μας, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶναι καλό μὲν γιά τούς τελείους (ὅπως ἔπρεπε νά φθάσει ὁ Ἀδάμ, ὁδεύοντας σταδιακά πρός τή θέωση), ἀλλά κακό καί ἐπιβλαβές γιά τούς ἀτελεστέρους καί μή προετοιμασμένους κατάλληλα πρός τοῦτο, ὅπως εἶναι ἐπιβλαβής ἡ στερεά τροφή στό βρέφος, πού ἀκόμη ἔχει τήν ἀνάγκη τοῦ γάλακτος, σύμφωνα μὲ τὸν Παύλειο λόγο. Ἦταν, συνεπῶς, ἕνα δοκιμαστήριο καί μία ἄσκηση ἀρετῆς καί ἐλευθερίας γιά τόν ἄνθρωπο, μέσα ἀπό τήν ὁποία θά φαινόταν ἡ καλή ἤ κακή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του. Καί τά ἀποτελέσματα γνωστά, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος, λόγῳ ἀμελείας (κατὰ τὸν ἱ. Χρυσόστομο) ἤ «ἀτονίας τῆς προαιρέσεώς του» (κατὰ Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή), παρήκουσε, ἀπέτυχε, ἀστόχησε καὶ ἐξέπεσε. «Ἀντί ὁ ἀτελής ἄνθρωπος, ὁ νήπιος, νά πάρη τό δρόμο τῆς προκοπῆς καί τῆς τελείωσης, γιά νά γίνει θεός κατά Χάρη, ἐπαναστατεῖ καί βάζει κατά φαντασία στό δρόμο τοῦ Θεοῦ τόν ἑαυτό του»44. Αὐτή ἡ ἀποτυχία, δηλ. ὁ ἀτομοκεντρισμός, ὁδήγησε μοιραῖα στή διακοπή τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί τήν ἀπομάκρυνση τῶν Πρωτοπλάστων ἀπό τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς, ὥστε νά μή γεύονται (ἀναξίως) καὶ ἀπό τό ἄλλο δένδρο, τῆς «ζωῆς» (δηλ. τῆς ἀθανασίας), καί ἔτσι διαιωνίζεται ἡ ἁμαρτία καί τό κακό: «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται», ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει ἡ γνωστή Εὐχή τοῦ Μ. Βασιλείου. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, μάλιστα, θά ὑπογραμμίσει ὅτι κερδίζει ὁ Ἀδάμ ἀπό αὐτό, δηλαδή τήν ἔξοδό του ἀπό τόν Παράδεισο, τό ὅτι ἔγινε θνητός καί ἔτσι διακόπτεται βιαίως ἡ ἁμαρτία· κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἡ τιμωρία ἀποβαίνει φιλανθρωπία, διότι, σύμφωνα μὲ τόν προειρημένο ἱερὸ Πατέρα, τιμωρεῖ μὲν ὁ Θεός, ἀλλὰ μέσα ἀπό τή φιλανθρωπία καί τήν παναγάπη Του45! Ὡστόσο, διά τῆς Πτώσεως εἰσῆλθε ὁ θάνατος στό ἀνθρώπινο γένος, σύμφωνα μέ τήν προειδοποίηση τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θάνατος, βεβαίως, δέν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· καί περί αὐτοῦ μᾶς διαβεβαιώνει πάλι ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή («Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησε»)46. Ἀλλ᾿ ἡ παρακοή κατέστησε τόν ἄνθρωπο θνητό, ἐνῶ ἀρχικά ὁ Θεός τόν ἔπλασε «οὔτε ἀθάνατον, οὔτε μή θνητόν, ἀλλά δεκτικόν ἀμφοτέρων»47, τ.ἔ. μέ τή δυνατότητα τῆς ἀθανασίας, πού θά ἐλάμβανε κατόπιν ἀπό τόν Θεόν. Ἔκτοτε, ὅπως εὔστοχα ἔχει διατυπωθεῖ, στό ἀνθρώπινο γένος ὑφέρπει ὁ θάνατος, ὁ τρομερός αὐτός δρεπανοφόρος δημοκράτης, ὁ ὁποῖος οὔτε νεότητα ἀποστρέφεται, οὔτε πλούσιο, οὔτε ἀξιωματικό ἤ ἐν ἐξουσίαις ὑπερέχοντα, ἀλλ᾿ ἐφ᾿ ὅλων ἐπέρχεται τρομερός καί φοβερός τήν ὄψη, γιά νά χωρίσει τήν ψυχή

Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α , Δογματική Β’, σ. 205. «Κερδαίνει μέν τι κανταῦθα· τόν θάνατον καί τό διακοπῆναι τήν ἁμαρτίαν, ἵνα μή ἀθάνατον ᾖ τό κακόν. Καί γίνεται φιλανθρωπία ἡ τιμωρία. Οὔτω γάρ ἐγώ πείθομαι κολάζειν Θεόν» (Λόγ. ΜΕ’, ΕΠΕ 5, 168). 46 Σ. Σολ. 1, 12. 47 Βλ. «Ἐγχειρίδιον», ἀλληλογραφία π. Ἰ. Ρωμανίδη καί Καθηγητοῦ π. Τρεμπέλα, ἐκδόσεις ΑΡΜΟΣ (ἐπιμέλεια π. Γ. Μεταλληνοῦ), σ. 136.
44 45

23

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἀπό τό σῶμα, καί, ἀφοῦ λάβει τήν ψυχή, ἀφήνει τό σῶμα, γιά νά ταφεῖ καί νά ἀποδώσει τό ὀφειλόμενο χρέος στή γῆ48. Ἀλλοτρίωση Θεοῦ, τραυματισμός τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὑπό τῆς ἁμαρτίας, φθορά, ἐξορία καὶ θάνατος εἶναι, λοιπόν, τά τρομερά δεινά, πού ἀκολούθησαν τήν Πτώση τοῦ Ἀδάμ, ὅπως περιγράφονται λυρικώτατα σέ ἕνα Προσόμοιο τοῦ Α’ Ἤχου, στή λεγομένη Παρακλητική ἤ Ὀκτώηχο: «Ξύλου βρώσει τέθνηκα ποτέ, συμβουλία ὄφεως, συνεπαρθεὶς καί ἐξόριστος τῆς θείας δόξης σου, γεγονώς ὁ τάλας· διό τεθανάτωμαι, ὑπό τῆς ἁμαρτίας ὁ δείλαιος· λοιπόν Φιλάνθρωπε, σύ ὡς μόνος εὐδιάλλακτος, Παραδείσου οἰκήτορα ποίησον»49. Εἶναι, ὡστόσο, χρήσιμο, νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ Πτώση, ἡ ὁποία ἐκλαμβάνεται ὡς ἁμαρτία, ἀστοχία, παρακοή, λήθη καὶ ὕβρις κατά τοῦ Θεοῦ, αὐτονομία τοῦ ἀνθρώπου καί κίνηση πρός τήν ἰσοθεΐα, μεταδόθηκε ὡς ἕνα εἶδος (φυσικοῦ) συνδρόμου50 στό ἀνθρώπινο γένος μέ τίς φοβερές της συνέπειες (ἐγωισμός, ἔνστικτο αὐτοσυντήρης51, ἐπιθετικότητα52, ἐφάμαρτα πάθη, ἰδίως τῆς φιληδονίας, φιλοδοξίας καὶ φιλαργυρίας53)· καί ὅλες αὐτές συνοψίζονται μὲ θεολογικὴ γλῶσσα στὴ φθορά καί τὴ θνητότητα. Ὅλα αὐτά, λοιπόν, τά δεινά τῆς τραγικῆς συγκρούσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό εἰσόρμησαν στήν πτωτική, νοσοῦσα πλέον, φύση μας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μέ πολύ λίγες λέξεις, τό διατυπώνει ἄριστα: «Πάντες ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»54. Δέν πρόκειται περί κληρονομικῆς ἐνοχῆς, ὅπως τὸ ἑρμήνευσε καὶ πιστεύει ἡ ἀποκλίνουσα Δύση, ἀλλά περί κληρονομήσεως μόνο τῶν συνεπειῶν τῆς Πτώσεως· μὲ ἄλλα λόγια, πρόκειται περί ἀσθενείας τῆς φύσεώς μας, ὅπως ἀναφέραμε, ἡ ὁποία ἀποκαθίσταται στὴν προπτωτική της κατάσταση μὲ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος (ἔτσι αἰτιολογεῖται καὶ ὁ Νηπιοβαπτισμός), ὅπως δέχονται οἱ Ἀνατολικοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος κ.ἄ). Πολύ ρωμαλέα μάλιστα, θά λέγαμε, τό ἐκφράζει
Βλ. Α ὐ γ ο υ σ τ ί ν ο υ Μοναχοῦ, Ἁγιορείτου, ἁγιοβασιλειάτου, Τό χρέος μας διά τούς ἐν Χριστῷ κεκοιμημένους ἀδελφούς (ὑπό ἔκδοσιν), § 10. 49 Στιχ. Προσόμοια Σαββάτου, Ἦχος Α’. 50 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς , Κατὰ Εὐνομίου 1, MPG 45, 388A, Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὰ Ἀπολλιναρίου 31, MPG 45, 1192B, Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς , Περὶ ἁγίας τε καὶ ὁμοουσίου Τριάδος 2, MPG 75, 780B. 51 Θε ο δ ώ ρ η τ ο υ Κ ύ ρ ο υ , Ἑρμηνεία τῆς πρὸς Ῥωμαίους Ἐπιστολῆς 5, 12, MPG 82, 100AB. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι τὸν θάνατο μὲ τὸ ἔνστικτο αὐτοσυντήρησης συνέδεσε στὰ χρόνια μας ὁ γνωστὸς Ὑπαρξιστὴς φιλόσοφος M. Heidegger. 52 Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Πρὸς Θαλάσσιον, MPG 90, 253ΑΒ. 53 Βλ. B. M a r x , «Der homiletische Nachlass des Basileios von Seleukeia», in: Orientalia Christiana Periodica 7 (1941) 365. Πρβλ. Μ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ , Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τοὺς νεοφωτίστους τῷ Σαββάτῳ τῆς Ἀπολυσίμου 7, ΜPG 28, 1089 ΒC, Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τὸ Πάσχα 5, 2, ΜPG 59, 736, Μ ά ρ κ ο υ Ἐ ρ η μ ί τ η , Περὶ νόμου πνευματικοῦ 107, ΜPG 65, 917 D, Συμβουλία νοὸς πρὸς τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν 2, ΜPG 65, 1104 D – 1105 A, Ἰ ωά ν ν ο υ Κ λ ί μ α κ ο ς , Κλῖμαξ 8, ΜPG 88, 836 Α. 26, ΜPG 88, 1024 Α, Δ ω ρ ό θ ε ο υ Γ ά ζ α ς , Διδασκαλία 13, Περὶ τοῦ ἀταράχως καὶ εὐχαρίστως ὑποφέρειν τοὺς πειρασμούς 8, ΜPG 88, 1769 C: «… φιληδονία, φιλοδοξία καὶ φιλαργυρία, ἐξ ὧν συνίσταται πᾶσα ἁμαρτία». 54 Ρωμ. 3, 23.
48

24

Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ὁ ἅγιος Κύριλλος, ὁ ὑπέρμαχος τῆς Θεοτόκου καί Πατριάρχης τῆς Ἀλεξανδρείας: «Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τήν ἁμαρτίαν, διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τοὐτέστιν Ἀδάμ...»55. Ἀσθένησε, λοιπόν, ἡ φύση μας καί «μεταξύ τῶν κληρονομικῶν ἀσθενειῶν τῆς ἀνθρωπότητος, ἀσφαλῶς δέ ἡ βάσις ὅλων τῶν ἀσθενειῶν ἐν γένει, εἶναι ἡ φθορά καί ὁ θάνατος, δι᾿ ὧν ὁ σατανᾶς καί ἡ ἁμαρτία βασιλεύουν. Μόνον ὁ Χριστός δι᾿ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ Παρθένου ἐγεννήθη ἐκτός τῆς τυραννίδος τοῦ διαβόλου»56. Ἔκτοτε, πολλά μέσα χρησιμοποίησε ὁ πανάγιος καὶ πανάγαθος Θεός πρός θεραπεία τῆς νοσούσης, πτωτικῆς, ἀνθρωπότητας, ἡ ὁποία, τελικῶς, διά τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἔλαβε τό «σωτήριον φάρμακον», τήν ἴαση, ἀνάπλαση καί ἀπολύτρωση «ἐν Χριστῷ» Ἰησοῦ καί διά τῆς Ἐκκλησίας Του. Δέν θά προβοῦμε ἐν προκειμένῳ σέ ἀναλύσεις γύρω ἀπό τό ζήτημα τῆς σωτηρίας, ἀφοῦ τόσα ἔχουν γραφεῖ ἐπ᾿ αὐτοῦ. Σημασία ἔχει τό γεγονός ὅτι, ἀφοῦ ἐκπέσαμε καί ἀπωλέσαμε τόν «πρωτολογικὸ» (ἐπίγειο) Παράδεισο, γιά τόν ὁποῖο ἔγινε ἀναφορά στά προηγούμενα, καλούμεθα τώρα νὰ ὁδεύσουμε ―ἐξ αἰτίας τοῦ Θείου ἐλέους― πρός ἀπόκτηση τοῦ «ἐσχατολογικοῦ» (ἐπουρανίου) Παραδείσου, τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Κλείνοντας τό πρῶτο Κεφάλαιο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, θεωροῦμε σκόπιμο νά τονίσουμε ὅτι κρίναμε χρήσιμη τὴν κάπως διεξοδική περιγραφή τοῦ πρώτου αὐτοῦ ἐπιγείου Παραδείσου καί τῶν στοιχείων τῆς ζωῆς τῶν κατοίκων του, οἱ ὁποῖοι, μετά τήν ἔξωσή τους καί τήν ἀπώλεια τόσων ἀγαθῶν, ἔκλαιγαν καί στέναζαν, καί μαζί μέ αὐτούς ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, ὅπως τό παρουσιάζει στό Συναξάριο τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς ἡ Ἐκκλησία μας: «Κόσμος γενάρχαις πικρά συνθρηνησάτω, βρώσει γλυκείᾳ συμπεσών πεπτωκόσι». Αὐτή, λοιπόν, ἡ περιγραφή τοῦ Παραδείσου (ἡ ὡραιότητα τοῦ ὁποίου ἦταν σύμφυτη μέ τήν ψυχική ὡραιότητα τοῦ πρώτου ἀνθρώπου) ἔγινε μέ σκοπό νά δημιουργηθεῖ στίς ψυχές ὅλων (συγγραφέως καί ἀναγνωστῶν) μία γλυκυτάτη νοσταλγία πρός τό ἀπώτερο παρελθόν, πρός τόν χαμένο Παράδεισο, καί μία ἱερά ἐπιθυμία, ἐνατένιση καί ἐπιπόθηση τοῦ προσδωκομένου οὐρανίου, πλέον, Παραδείσου (Regnum Caelorum)57, στόν ὁποῖο μᾶς καλεῖ ὁ Θεός στὰ Ἔσχατα· τοῦ Παραδείσου, πού εἶναι ἡ ἀτελεύτητη Βασιλεία Του, ἡ ὁποία, ὅμως, ἀπό ἐδῶ ἤδη βιώνεται, ὄντας «ἐντός ἡμῶν»58. Ὁ ἀγαπητός, λοιπόν, ἀναγνώστης, στό πρῶτο Κεφάλαιο τοῦ παρόντος πονήματος, μαθαίνει συνοπτικῶς γιά τόν πρῶτο Παράδεισο. Διαζωγραφίζεται ἐνώπιόν του ―μέσα ἀπό τόν πλοῦτο τῶν Πατερικῶν θησαυρισμάτων― τό «θεόκτιστον σκήνωμα», ὅπως τόν ὀνομάζει ἡ ὙμνοΚ υ ρ ί λ λ ο υ , Εἰς τήν πρός Ῥωμαίους ἐπιστολήν, ΜPG 74, 789 AB. Βλ. π. Ἰω. Ρ ωμ α ν ί δ ο υ , Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, ἐκδ. Δόμος, σ. 161. 57 Βλ. Ch. E. H i l l , “Regnum caelorum”. Patterns of Future Hope in Early Christianity, Oxford Early Christian Studies, Oxford, Clarendon Press, 1993. 58 Λουκ. 17, 21. Πρβλ. Κ. W a r e , Ἡ ἐντός ἡμῶν Βασιλεία, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, Ἀθήνα 2000, 20084.
55 56

25

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ λογία, δηλ. ὁ «πανάρετος, πανάγιος, πανόλβιος»59 Παράδεισος τῆς Ἐδέμ. Σέ ἄλλες σελίδες θὰ παραθέσουμε, «ὅσον ἔνεστι», ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς μας τὴν «ἄῤῥητον εὐφροσύνην» καὶ «τὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καλλονὴν»60 τοῦ οὐρανίου Παραδείσου, ὅπου καὶ ἡ «ὑπέρκαλλος ἀγλαΐα»61, τό Θεῖο, ἄκτιστο, ἐνυπόστατο Φῶς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, εἰς τοῦ Ὁποίου τή θέα καί τὴ Δόξα θά εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τό διηνεκές ὅλοι ὅσοι ἀξιωθοῦν τῆς ἀκαταλήκτου ἐκείνης τρυφῆς καί πνευματικῆς τροφῆς, γνώσεως καί μεθέξεως, ἀπολαύσεως καί ἐνοράσεως, «οὐκ ἐν ἐσόπτρῳ καί ἐν αἰνίγματι, ἀλλά πρόσωπον πρός πρόσωπον»62.

Οἶκος τοῦ Συναξαρίου τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 189. 61 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ἀπόκρισις τρίτη. 62 Α’ Κορ. 13, 12.
59 60

26

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ
Α) ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΖΩΗ 1) Γενικά. Πραγματευόμενοι τὸ θέμα τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς Αἰωνίου Ζωῆς, δύο ἀλήκτων ὑπὲρ φύσιν καταστάσεων, οἱ ὁποῖες μάλιστα ἀρχίζουν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναφερθοῦμε ἐν τάχει τόσο στὴν ἔννοια καὶ τὴ φύση τοῦ ἀγαθοῦ, πῶς δηλ. τὸ κατανοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Παράδοση, ὅσο καὶ στὸν τρόπο παρατάσεώς του ἤ διαφοροποιήσεώς του στὴν ἄλλη ζωή. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία, ἡ ἐνταῦθα πεῖρα τοῦ ἀγαθοῦ μπορεῖ νὰ προσδώσει στὸν ἄνθρωπο «γεῦσίν τινα» (βλ. πρόγευση) γιὰ τὸ εἶδος βιώσεως τοῦ ἀγαθοῦ κατά τήν ἄλλη ζωή. Συμφώνως, λοιπόν, πρὸς τὴ χριστιανικὴ Ἠθική, τὸ ἀγαθὸ εἶναι δυνατόν νὰ τὸ γνωρίσει κανεὶς, μολονότι ὄχι στὴν ἀπόλυτη καὶ τελεία του μορφή, ὅταν ἀκολουθεῖ κατὰ πάντα τὸ θέλημα, δηλ. τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, τὸ «Ἀγαθὸν» χριστιανικά δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη φιλοσοφικῶς ἔννοια, ἰδέα ἤ ἀξία, ἀλλὰ ταυτίζεται ὑποστατικῶς μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. Τὸ πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δεικνύεται παντοῦ: στή Φύση (ὀξυγόνο, ἥλιος, νερό, φυσικὸ κάλλος, προϊόντα θρέψεως, ἰάσεως, στεγάσεως κ.λπ.), τὴν Ἱστορία (μακροπρόθεσμο καὶ μυστικὸ σχέδιο τῆς Θ. Οἰκονομίας συλλογικῶς καὶ ἀτομικῶς, εἰρήνη, πρόοδος), τὴν κοινωνία (διαπροσωπικές σχέσεις, ἐμπορικές συναλλαγές κ.ο.κ.) ἀλλὰ καὶ σέ κάθε ἕναν ἄνθρωπο (ὑγεία, παραγωγικότητα, δημιουργικότητα, εὐτυχία, προσωπικὰ θαύματα κ.λπ.) ξεχωριστά. Ἡ ὅλη, λοιπόν, αὐτὴ εὐλογημένη ἐν Χριστῷ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ἐπάνω σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆ, μπορεῖ ἀμυδρῶς νὰ μᾶς παράσχει μία πρώτη γεύση γιὰ τὰ ἐπουράνια, ὑπέρκαλα καὶ ἄφθαρτα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα, ὡς πνευματικά, βεβαίως, «οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει καὶ κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν»63. 2) Τὰ ἱερὰ Μυστήρια ὡς μέσα προγεύσεως τῶν Ἐσχάτων. Ἡ ἐκκλησιαστκή ἐμπειρία μαρτυρεῖ ἀψευδέστατα καὶ αὐθεντικά ὅτι πέρα ἀπό εἰκόνες καί παραστάσεις, συμβολισμούς καὶ ἄλλες παρομοιώσεις, πού λαμβάνονται εἴτε μέσα ἀπό Βιβλικά κείμενα μὲ τὴν εἰκονική, παραβολική καὶ παιδαγωγική τους γλῶσσα, εἴτε ἀπό παραστάσεις τῆς ἐδῶ ἐπίγειας παροικίας μας, μέ σκοπό νά μᾶς ὁδηγήσουν σέ μία ἀμυδρά
63

Ματθ. 6, 20.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ γνώση τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς Κολάσεως, ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος τρόπος φανερώσεώς τους· εἶναι μιά μαρτυρία, ὄχι πλέον εἰκόνα, ἀλλά ζῶσα πραγματικότητα μέσα στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποία τά μέλη της βιώνουν καί προγεύονται τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση ἀπό τὴ ζωὴ ἤδη αὐτήν. Αὐτή ἡ πραγματικότητα ἔχει νά κάνει μέ τή μετοχή τοῦ ἀνθρωπου στά ἱερά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, διά τῶν ὁποίων αὐτὸς λαμβάνει πεῖρα τῆς ἄκτιστης Χάριτος καὶ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, κατά τρόπο διττό: θετικά καί ἀρνητικά. Αὐτό θά δειχθεῖ κατά τήν ἀνάλυση, τήν ὁποία κατωτέρω ἐπιχειροῦμε. Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις»64, ὅπως πολύ ὡραῖα θεολογεῖ ὁ μεγάλος λειτουργιολόγος Νικόλαος Καβάσιλας (1322-1371)· δηλαδή ὁρίζεται ἡ Ἐκκλησία, ἀποκαλύπτεται, φανερώνεται καὶ πραγματώνεται μέσα στά Μυστήριά της65. Τά Μυστήρια, βεβαίως, δέν εἶναι ἁπλᾶ σύμβολα, ὅπως νομίζουν οἱ Προτεστάντες, ἀλλά ἐκφάνσεις, φανερώσεις, τοῦ ἑνός μεγίστου ἐν τῷ κόσμῳ Μυστηρίου, τοῦ μυστηρίου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὰ Μυστήρια συνδέονται μέ τήν Ἐκκλησία ὀργανικά, σάν τά μέλη μιᾶς καρδιᾶς, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ν. Καβάσιλας, σάν τά κλαδιά ἑνός δένδρου, σάν τά κλήματα μιᾶς κληματαριᾶς: «Σημαίνεται δέ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις, οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις, ἀλλ’ ὡς ἐν καρδίᾳ μέλη, καί ὡς ἐν ρίζῃ φυτοῦ κλάδοι καί καθάπερ ἔφη ὁ Κύριος ὡς ἐν ἀμπέλῳ κλήματα»66. Αὐτά, λοιπόν, τά ἱερώτατα Μυστήρια, ὡς ἀγωγοί τῆς Θείας Χάριτος ἁγιάζουν τούς πιστούς, ἀλλά καί ὡς τελετές καί ὀργανικές λειτουργίες ἑνός Σώματος, φανερώνουν ἱστορικά τὴν ἴδια τήν Ἐκκλησία67. Καί τό κατ᾿ ἐξοχήν Μυστήριο τῆς φανερώσεως τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ68, εἶναι τό μέγιστο πάντων καί θεοΐδρυτο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, κατά τὴν τέλεση τοῦ ὁποίου συντελεῖται «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς» (Ἰω. Χρυσόστομος), κοινωνία καί ἕνωση οὐρανίων και ἐπιγείων, κεκοιμημένων καὶ ζώντων. Μέσα στό Μυστήριο αὐτό καλούμαστε οἱ πιστοί νὰ μετέχουμε καί νά κοινωνοῦμε, λαμβάνοντας ἐντός μας τό Πανάγιο Σῶμα καὶ ἄχραντο Αἷμα τοῦ θυσιαζομένου Κυρίου μας, Ἰησοῦ Χριστοῦ, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν και ζωήν αἰώνιον». Κοινωνώντας, βιώνουμε τήν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς μας, ἀφοῦ, κατά τόν ἅγιο Ἰγνάτιο τόν Θεοφορο, μεγάλο Ἀποστολικὸ Πατέρα τοῦ 2ου αἰ., ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν ἀλλά ζεῖν»69. Αὐτό, ὅμως, δέν συμβαίνει
64 65

Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, λόγ. Α’, MPG 150, 452 C. Βλ. π. Γ. Μ ε τ α λ λ η ν ο ῦ , Ἡ Θεολογική μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, ἐκδ. Ἁρμός, σ. Ὅπ.π. Βλ. Ν. Μ ατ σ ο ύ κ α , Μυστήριον ἐπί τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων, ἐκδ. Πουρναρᾶ Θεσσαλονίκη, σ.

244.
66 67

18.
68 Πρβλ. π. Γ. Φ λ ω ρ ό φ σ κ υ , Τὸ Σῶμα τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ: Μία ὀρθόδοξος ἑρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας, μτφρ. Ἰ. Κ. Παπαδόπουλου, Θεσσαλονίκη 1981. 69 Ἰ γ ν α τ ί ο υ , Ἐφεσίους 20, 2, MPG 5, 655.

28

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ αὐτομάτως καὶ πάντοτε, ἀλλ᾿ ὑπό προϋποθέσεις, ὅταν ―μέ τή δέουσα προετοιμασία― προσερχόμαστε στό «Ποτήριον τῆς Ζωῆς». Μπορεῖ νά βιώσουμε ἀνάσταση, ἀλλά μπορεῖ, ἀντίθετα, καί θάνατο τῆς ψυχῆς, ὅταν προσέλθουμε ἀνέτοιμοι, ὅπως θὰ δοῦμε στά ἑπόμενα. Πῶς, λοιπόν, βιώνεται ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση μέσα ἀπό τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας; Ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι (θερμαντική) φλόγα καὶ Φῶς, ἀλλά ταυτόχρονα καὶ φρικίαση (ψύξη) ἤ Πῦρ, καί ἐνεργεῖ ποικιλοτρόπως. Ὅταν μεταλαμβάνουμε ἀληθῶς «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης», δηλαδή μέ τή σχετική προετοιμασία (ταπεινοφροσύνη, ἀλληλοσυγχώρηση, μετάνοια καί συντριβή), τότε βιώνουμε τὴ θεραπευτική, θερμαντική καὶ φωτιστική ἐνέργεια τοῦ Μυστηρίου, λαμπρύνεται ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος ἀπό τη Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐκδιώκεται ὁ διάβολος, ἀναγεννᾶται ἡ ὕπαρξή μας, καί αὐτό ἀποτελεῖ πρόγευση τοῦ Παραδείσου ἤδη ἀπό αὐτὴν τὴ ζωή. Ὅταν, ἀντίθετα, τολμοῦμε, χωρίς συναίσθηση, κάθαρση καί μετάνοια, να προσεγγίσουμε τά φρικτά Μυστήρια, τότε βιώνουμε τήν καυστική ἐνέργεια τῆς Θείας Χάριτος· μᾶς κατακαίει τὸ πῦρ τῆς θεότητος, ποὺ γίνεται ἐντός μας «εἰς κρίμα καὶ κατάκριμα», καί αὐτό συνιστᾶ ὄντως Κόλαση πρὶν τὴν αἰώνια Κόλαση. Μπορεῖ, συνεπῶς, ὁ ἄνθρωπος νὰ κοινωνεῖ καί νά κολάζεται, νά «προοδεύει» πρός τὸ … κακό, πρός δαιμονοποίηση, ὅπως π.χ. ὁ Ἰούδας, ὁ ὁποῖος κοινώνησε καί ἀμέσως «εἰσῆλθεν ἐντός του ὁ σατανᾶς»… Αὐτή ἡ πραγματικότητα περί τῆς διπλῆς μετοχῆς ἐκδιπλώνεται μέσα ἀπό τὶς σχετικὲς Εὐχές καί τὰ ἱερά κείμενα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας Λατρείας. Θὰ δοῦμε ἀπό κάποια ἀποσπάσματα τῆς ἱερᾶς Ἀκολουθίας τῆς Θείας Μεταλήψεως πῶς βιώνεται ἀπό τὸν ἄνθρωπο ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση ὡς πρόγευση τῆς μετα-ιστορικῆς (ἐσχατολογικῆς) διπλῆς αὐτῆς καταστάσεως, ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ καθενός. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὡς μικρὴ παρέκβαση μνημονεύουμε κάποιους θεολογικούς στοχασμοὺς βασισμένους στὶς θεωτικὲς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων. Ὡς γνωστόν, οἱ Πατέρες, ἰδίως τῆς ἐρήμου (οἱ Νηπτικοί), τῆς Ἐκκλησίας (ἱστορικά ἀναφέρεται ὅτι πρῶτος ποὺ ἔκανε χρήση τῶν τριῶν αὐτῶν σταδίων ἦταν Εὐάγριος ὁ Ποντικός) κάνουν λόγο γιά τρία στάδια ἤ ἀναβαθμοὺς ―ἄν καὶ μὴ στατικοὺς καὶ στεγανούς (π.χ. ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ληστής ἤ ὁ ἑκατόνταρχος Κορνήλιος, ποὺ ἔφθασε στὴ θέωση πρὸ τοῦ βαπτίσματός του70)― τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί σωστικῆς πορείας τοῦ Χριστιανοῦ: 1) τήν κάθαρση (ἤ «φῶς», κατὰ τὴν ὁρολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης), 2) τὸν φωτισμό («νεφέλη») καί 3) τή θέωση («γνόφος»71). Βέβαια, τὰ στάδια αὐτὰ Ὀρθόδοξα δὲν θὰ πρέπει νὰ τὰ βλέπουμε ἀπομονωμένα ἀπὸ τὰ θεμελιώδη Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι, γιὰ
70 71

Βλ. π. Ἰ. Σ. Ρ ωμ α ν ί δ ο υ , Πατερική Θεολογία, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 171. Γ ρ η γ . Ν ύ σ σ η ς , Εἰς τὸν βίον Μωυσέως, MPG 44, 377, Εἰς τὰ Ἄσματα 11, MPG 44, 1000.

29

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ τοὺς κλασικούς (μεγάλους καὶ οἰκουμενικούς) Πατέρες καὶ διδασκάλους, τὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας ἀντιστοιχεῖ στὴν κάθαρση (ὅπου φωτίζεται ὁ νοῦς), τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος στὸν φωτισμό (τιθέμενος ὁ ἄνθρωπος κάτω ἀπὸ τὴ Θεία νεφέλη)72 καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας στὴ θέωση (ὅπου, κατὰ τοὺς Πατέρες73, λαμβάνει χώρα ἡ Θεία ἔκσταση, ἡ κατὰ Χάριν τελεία ἕνωση καὶ «θέα» (θεωρία) τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα μέσα στὴ μυστικὴ καὶ ἄρρητη ἀτμόσφαιρα (βλ. μυστικὸ «κόλπο τοῦ Θεοῦ»74) τῆς πρόγευσης τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν)75. Μποροῦμε, συνεπῶς, νὰ ποῦμε ὅτι ἀνάλογα μέ τήν ὑπάρχουσα ἐσωτερική (πνευματικὴ) κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργεῖ καὶ ἡ Χάρη τῶν Μυστηρίων, στά ὁποῖα ὁ κάθε πιστὸς μετέχει. Ἄν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στό πρῶτο στάδιο (τῆς καθάρσεως), δηλ. τῆς μετανοητικῆς διαδικασίας (βλ. μυστήριο Μετανοίας καὶ Ἐξομολογήσεως), ἡ Θεία Εὐχαριστία, ὑπὸ «φυσιολογικές» συνθῆκες (σταδιακῆς πνευματικῆς μεθηλικιώσεως), ἐνεργεῖ θεραπευτικά, ἀλλ’ ἄν ὁ μετανοῶν δέν διαθέτει ταπεινό φρόνημα (πρᾶγμα, βέβαια, ποὺ σημαίνει μὴ εἰλικρινῆ μετάνοια), ἐνδέχεται νὰ τὸν κατακαύσει· ἄλλη ἐνέργεια ὑπάρχει κατὰ τὸ δεύτερο στάδιο (τοῦ φωτισμοῦ76), ὅταν δηλ. ὁ πιστὸς ἐξέρχεται ὡς πνευματικὸ ἀκόμη νήπιο ἀπὸ τὴ νοητὴ «μήτρα» (κολυμβήθρα) τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Ἀλλά καί ἐδῶ πάλι, ἡ πνευματική κατάσταση τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου ποικίλει. Ἄν, βεβαίως, ὁ ἄνθρωπος, Χάριτι Θεοῦ καί μὲ τὸν προσωπικό πνευματικό του ἀγώνα, ἔχει φθάσει ὁλίγον ἤ μετά τό βάπτισμά του στήν κατάσταση τῆς χαρισματικῆς θεώσεως, τῆς «θεωρίας» τοῦ Θεοῦ κατά Χάριν (τό στάδιο τῶν Ἁγίων), τότε ἡ Θεία Μετάληψη τῶν Τιμίων Δώρων ἐνεργεῖ ὁπωσδήποτε ἐντός του θεωτικά, βιώνει δηλ. τή θεοποιό ἐνέργεια τῆς Θείας Χάριτος, ὅπως λέγεται· διαφορετικά, παραμένει στό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ, τό ὁποῖο δέν τόν ὁδηγεῖ ἀκόμη στή θέωση, διότι ἀπαιτεῖται καί ὁ δικός του προσωπικός ἀγώνας (βλ. συνεργία). Τὶ συμβαίνει, ὅμως, ἄν ὁ προσερχόμενος δέν βρίσκεται ἠθικά, ψυχικά καὶ πνευματικὰ σέ κανένα ἀπό τά προαναφερομενα στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀλλά προσέρχεται ἀκάθαρτος, ἀμετανόητος, μέ πάθη, τά ὁποῖα κωλύουν τή μετοχή του στὴ Θεία Μετάληψη τῶν ἁγιασμάτων τοῦ Χριστοῦ; Αὐτός τότε βιώνει, ὅπως ἐλέχθη, τήν καυστική ἐνέργεια τῆς Θ.

Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 40, Εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα, MPG 36, 424C. π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, μτφρ. Ἰ. Σακαλῆ, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1989, σ. 155. 74 Βλ. π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , ὅπ. π., σ. 155. 75 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 16, Εἰς τὸν πατέρα σιωπῶντα διὰ τὴν πληγὴν τῆς χαλάζης, MPG 35, 945C. 76 Δέν ἐννοοῦμε ἀποκλειστικά τόν μετέπειτα ἀποκτούμενο Ἁγιοπνευματικό φωτισμό πού ἔχει νά κάνει μέ τήν ἐμπειρία τῆς Χάριτος καί τή λεγομένη «νοερά εὐχή». Ὡστόσο, γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν πολλά εἴδη φωτισμοῦ, ὅπως λ.χ. ὁ κτιστός φωτισμός, ὀ ἄκτιστος, ὁ μυστικός, ὁ φυσικός, ὁ ὑπερφυσικός, ὁ φιλοσοφικός κ.λπ. (βλ. Σ π . Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τον ἱερό Χρυσόστομο, σελ. 54, 144, 152, 158, 172, 174, 225, 229, 230, 263, 271 κ.ἄ.).
72 73

30

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ Κοινωνίας, «κρίμα ἑαυτῷ ἑσθίει καί πίνει», σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο77, προγεύεται δηλ. τὴν Κόλαση ὡς σκότος καὶ θάνατο τῆς ψυχῆς. Στὴν ἀρχή τῆς ἱερᾶς Ἀκολουθίας τῆς Θ. Μεταλήψεως, στούς λεγομένους «διδακτικούς στίχους», διαβάζουμε τά ἑξῆς προτρεπτικά λόγια: «Μέλλων φαγεῖν ἄνθρωπε σῶμα Δεσπότου, φόβῳ πρόσελθε, μή φλεγῆς, πῦρ τυγχάνει». Ἡ Θ. Κοινωνία, σύμφωνα μὲ τά παραπάνω λόγια, εἶναι «πῦρ», φωτιά πνευματική. Τὸ ἴδιο διαβάζουμε καί στούς τελευταίους στίχους: «Πῦρ γάρ ὑπάρχει, τούς ἀναξίους φλέγων». Στήν ἕκτη Εὐχή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, παρακαλεῖ ὁ πιστός τόν Θεό νά συγχωρήσει τά ἁμαρτήματά του καί νά τόν ἀξιώσει νά κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων «μή εἰς κόλασιν, μή εἰς προσθήκην ἁμαρτιῶν, ἀλλ᾿ εἰς καθαρισμόν καί ἁγιασμόν καί ἀῤῥαβῶνα τῆς μελλούσης ζωῆς καί Βασιλείας». Ἰδού, λοιπόν, ἡ διπλῆ μετοχή μας στόν Παραδεισο ἤ τήν Κολαση. Μπορεῖ ἡ Θ. Κοινωνία νά γίνει Κόλαση καί προσθήκη ἁμαρτιῶν στόν ἀναξίως κοινωνοῦντα, ἀλλά μπορεῖ νά γίνει καί ἁγιασμός ψυχῆς καί πρόγευση τοῦ Παραδείσου στόν μετανοοῦντα καί ἐμπροϋπόθετα προσερχόμενο πιστό. Ἀναφέρεται, ἐπίσης, στίς Εὐχές τῆς Θ. Μεταλήψεως ἡ φράση, πού προειπώθηκε, «μή εἰς κρῖμα ἤ εἰς κατάκριμα». Τοῦτο σημαίνει πώς μπορεῖ κάποιος νά κοινωνεῖ καὶ νά βιώνει ἐντός του θάνατο πνευματικό, ἤ ἀκόμα καί ἐπερχόμενο σωματικό, ὅπως μαρτυρεῖ αὐτὸς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ἐποχῆς του78. Προκαλεῖ, λοιπόν, ἀκόμη καί σωματικὸ θάνατο αὐτό τό «φάρμακον ἀθανασίας», ἡ Θεία Κοινωνία; Ναί, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει πώς ὑπάρχει ὀντολογική ἀλλοίωση τῆς Θ. Εὐχαριστίας, ἀλλ’ ἀρνητική ἐνέργειά της στήν ὕπαρξη τοῦ ἀναξίως κοινωνοῦντος79. Ἐπαναλαμβάνεται δηλ. ἐδῶ ἡ ἀπαγόρευση, ἐπὶ ποινῇ θανάτου (βλ. πύρινη ρομφαία), τῆς βρώσης τοῦ «δένδρου τῆς Ζωῆς» (προτύπωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐκ τοῦ ὁποίου ἔρευσε τὸ ζωοποιό Αἷμα τοῦ Σωτῆρος), πού εἶχε δοθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς Πρωτοπλάστους, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἄλλωστε, ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἕνα φάρμακο δέν θεραπεύει μόνο, ἀλλά καὶ θανατώνει, ὅταν συμβεῖ νά εἰσέλθει σέ ὀργανισμό μή κατάλληλο νά τό δεχθεῖ. Αὐτά ἰσχύουν γιά τούς ἀναξίως κοινωνοῦντας. Βεβαίως, ὀντολογικὰ δέν εἶναι κανεὶς ἀπολύτως ἄξιος νά δεχθεῖ ἐντός του τό πῦρ τῆς θεότητας, ἀλλά, τουλάχιστον, θά πρέπει νά ἀναγνωρίζει αὐτὴν του τὴν ἀναξιότητα καὶ νὰ κάνει τήν κατά ἀνθρωπίνως δυνατὴ σχετική προετοιμασία μέ μετάνοια, προσευχή, ἀμνησικακία, ταπεινοφροσύνη κ.λπ., ὥστε νά λάβει Χάρη σωστική ἀπὸ τό Μυστήριο αὐτό. Ὡστόσο, στήν ποιητική Εὐχὴ τοῦ ἁγίου καί φωτοφόρου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, καὶ στό τέλος τῆς ἱερᾶς Ἀκολουθίας τῆς Θείας Μεταλήψεως, παρουσιάζεται καί ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ πράγματος, ἡ παρεχομένη ὠφέλεια τοῦ πιστοῦ, ὁ ὁποῖος μέ τίς δέουσες προϋποθέσεις, ὅπως τονίσαμε,
Α’ Κορ. 11, 28. Α’ Κορ. 11, 30: «Διά τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄῤῥωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί». 79 Βλ. π. Γ. Μ ετ α λ λ η ν ο ῦ , Ἡ θεολογική μαρτυρία…, σ. 300.
77 78

31

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ προσέρχεται στό «Μυστήριον τῶν Μυστηρίων» καί τότε ἡ Χάρις τῆς φρικτοτάτης Θυσίας τοῦ Ἰησοῦ τόν καθαρίζει, τόν φωτίζει, τόν θεώνει, στὸν ἀνάλογο βαθμὸ τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως, ὅπου εὑρίσκεται: «Ἀλλ᾿ ἐλαίῳ συμπαθείας, τούς θερμῶς μετανοοῦντας, καί καθαίρεις καί λαμπρύνεις καί φωτός ποιεῖς μετόχους, κοινωνούς θεότητός σου ἐργαζόμενος ἀφθόνως». Συνοψίζοντας, μετά ἀπό τήν ἀνάλυση τῶν ἀνωτέρω, θὰ προσθέταμε ὅτι, ὅπως ἡ Θεία Εὐχαριστία μέ τό Φῶς καί τή Χάρη, πού ἐκπέμπουν, λειτουργεῖ διαφοροτρόπως στόν κάθε ἄνθρωπο, ἀνάλογα μέ τὴν ψυχοπνευματική του ὑποδομή, ἔτσι ―τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν― ἐνεργεῖ καί τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Θείας Παρουσίας στόν μέλλοντα αἰῶνα· θά ἐνεργήσει ὡς σωτηρία ἤ ὡς καταδίκη. Ὡς δρόσος αἰωνία ἤ ὡς πῦρ ἄσβεστο· ὡς Παράδεισος ἤ ὡς Κόλαση. Αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό τὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Παράδεισος καί Κόλαση, λοιπόν, βιώνονται ἐσχατολογικῶς μέσα ἀπό τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας στά ὅρια τῆς παρούσας ζωῆς ὡς πρόγευση (τῆς ἄληκτης ἐκεῖ πραγματικότητας) καί ἀρραβώνας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Β) ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΖΩΗ 1) Γενικά. Τό κακό, ὅπως μὲ Πλατωνικὴ γλῶσσα διατείνεται ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, δέν ἀποτελεῖ ὕπαρξη καθαυτή, ἀλλά στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ καί ἀπουσία τοῦ Ἀγαθοῦ, ὅπως τό σκοτάδι εἶναι στέρηση τοῦ φωτός80. Καί ὁ καρπός τοῦ κακοῦ δέν ὑπάρχει, παρά μόνο ἐντός τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐντός τῆς θελήσεως καί τῆς προαιρέσεώς του. Ἑπομένως, ἀφοῦ εἶναι θέμα προαιρέσεως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος θελήσει νά στραφεῖ πρός τό Ἀγαθό, πρός τόν Θεό, τότε, φυσιολογικά, θά λέγαμε, παύει νά ὑπάρχει μέσα στή θέλησή του τό κακό. Ἡ πλήρης ἀπομάκρυνση τοῦ κακοῦ ἔγκειται στην ἴδια τὴν ἀνυπόστατη φύση του81. Τό κακό, ὅπως διασαφηνίζει ὁ ἱερός Πατήρ στόν Μέγα Κατηχητικό του λόγο, δέν εἶναι τόσο ἰσχυρό, ὥστε νά ὑπερτερεῖ τοῦ Ἀγαθοῦ, διότι τό τρεπόμενο καί ἀλλοιούμενο δέν μπορεῖ νά νικήσει τό αἰώνιο καί ἀναλλοίωτο. Ἑπομένως, ἡ ἔννοια τῆς ἀναγκαστικῆς λήξεως τοῦ κακοῦ δέν ἐπηρεάζει τή θέληση τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἡ φύση τοῦ κακοῦ, ὅπως ἐλέχθη, δέν εἶναι ὀντολογική, ἀλλά ἐκφράζεται ὡς

80 Λόγος Κατηχητικός ὁ Μέγας, ΕΠΕ 1, 410: «Καθάπερ γὰρ ἡ ὅρασις φύσεώς ἐστιν ἐνέργεια, ἡ δέ πήρωσις, στέρησίς ἐστι τῆς φυσικῆς ἐνεργείας, οὕτω καί τήν ἀρετήν πρός τήν κακίαν ἀνθέστηκεν. Οὐ γάρ ἔστιν ἄλλην κακίας γένεσιν ἐννοῆσαι ἤ ἀρετῆς ἀπουσίαν». 81 Ὅπ.π., ΕΠΕ 1, 112.

32

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ἀπουσία τοῦ καλοῦ, καί διότι «ἡ φυσική ἐξώθησις τοῦ κακοῦ ἐκ τῆς κινήσεώς του συνεπάγεται φυσικῶς τήν παρουσίαν τοῦ ἀγαθοῦ»82. Ἄλλωστε, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες (βλ. κείμενα ἱεροῦ Χρυσοστόμου), κακὸ (φυσικὸ ἤ ἠθικὸ) δὲν θεωρεῖται, θεολογικῶς, τίποτε ἄλλο, πλὴν τῆς ἁμαρτίας83. Κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ τὸν ἅγιο ἐπίσκοπο τῆς Καισαρείας Βασίλειο, κάθε κακό, οὐσιαστικὰ δὲν εἶναι κακό. Τὰ μόνα κακὰ εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας! Κακὰ δὲν εἶναι ὅσα προκαλοῦν ὀδύνη στὸ σῶμα, ὅπως εἶναι οἱ ἀσθένειες, τὰ σωματικὰ τραύματα, ἡ φτώχεια, οἱ ταπεινώσεις, οἱ οἰκονομικὲς ζημίες, οἱ θάνατοι τῶν συγγενῶν κ.ἄ., τὰ ὁποῖα ἐνεργεῖ κατὰ παραχώρησιν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς μας ὁ Σοφὸς καὶ Ἀγαθὸς Κύριος. Καὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς, δηλ. ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ μεγάλη συμφορά στὸν κόσμο, ἡ ὁποία καταπολεμεῖται καὶ ἀναιρεῖται διὰ τῶν παιδευτικῶν παραχωρήσεων τοῦ Θεοῦ (ὅπως τὸ βλέπουμε κυρίως στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης), ἀναλύεται ἀπὸ πολλοὺς Πατέρες καὶ ἐκκλησιαστικοὺς συγγραφεῖς. Ἐνδεικτικὰ μόνο θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ μία πολὺ σπουδαία ὁμιλία τοῦ Οὐρανοφαντορος Μεγάλου Βασίλειου, μία διεξοδικὴ ἐπὶ τοῦ θέματος πραγματεία, ποὺ φέρει τὸν τίτλο «Ὅτι οὐκ ἐστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός»84. Ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ ἀπὸ ὅλους ἡ ἐν λόγῳ ὁμιλία, διότι θὰ εἶναι μεγάλη ἡ παρεχόμενη ψυχικὴ ὠφέλεια! Παρ᾿ ὅλα αὐτά, τὸ φυσικὸ κακό (θεομηνίες, πλημμύρες, φυσικές καταστροφές κ.λπ.), τό ἠθικό κακό (ἐγκλήματα ποικίλα μέσα στὴν Ἱστορία, ἀδικίες κοινωνικές κ.λπ.) καὶ τό βιοψυχικό, ἀτομικὰ καὶ συλλογικά, κακό (τὰ βάσανα, οἱ ὀδύνες, ὁ θρῆνος καὶ ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου), μποροῦν νὰ μᾶς προϊδεάσουν ἀμυδρῶς γιὰ τὸ αἰώνιο κακό καὶ τὸν «αἰώνιον θάνατον»85, πού εἶναι ἡ μὴ μετοχὴ καὶ κοινωνία τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸ Ἄκτιστο, μιά δηλαδή μὴ λυσιτελής καὶ ζωογόνος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη κατάσταση. 2) Ὁ τραυματισμὸς τῆς Φύσεως. Ὅπως γνωρίζουμε, ἡ παρακοὴ τοῦ «χερσί Θεοῦ πλασθέντος» ἀνθρώπου «τῇ συμβουλίᾳ τοῦ ὄφεως», ἡ πρώτη ἁμαρτία του, ἡ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων του αὐτόνομα καὶ λάθρα τοῦ Θεοῦ, ἡ κακή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του καί τὸ μοιραῖο ἐκεῖνο λάθος τῆς παρακοῆς, τὸν ἀπομάκρυναν ἀπὸ τὸν πάντερπνο καὶ εὐλογημένο κῆπο τῆς Ἐδὲμ καὶ τὸν ὁδήγησαν στὴν πικρὰ γεύση τῶν συνεπειῶν τῆς ἁμαρτίας, στὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, στὸν τόπο τῆς ἐξορίας, ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς (ὑπαρξιακῆς).

Ὅπ.π., σ. 113. «Οὐδέν κακόν, ἁμαρτία μόνον» (Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ματθ. 59, 3, MPG 58, 576): «Τὸ κακόν οὐδέν ἕτερόν ἐστιν, ἀλλ᾿ ἤ τό παρακοῦσαι Θεοῦ». 84 Μ. Β ασ ι λ ε ί ο υ , Ἔργα, ΕΠΕ 7, 86. 85 Πρβλ. Ν. Ε. Μ ητ σ ό π ο υ λ ο υ , Ὁ θάνατος: πνευματικός ― σωματικός ― αἰώνιος, Ἀθῆναι 1973, τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ , Ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, Ἀθῆναι 1973, σ. 39 ἑξ.
82 83

33

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Τώρα πλέον ὁ ἄνθρωπος, μετὰ τὴν κτηθεῖσα πεῖρα τῆς φθορᾶς, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας, καλεῖται νὰ ἀγωνιστεῖ, νὰ παλέψει σκληρὰ μὲ μία φύση τραυματισμένη, ποὺ ―λόγῳ κληρονομικότητας τῆς φθορᾶς― ρέπει «ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ»86, γιὰ νά ἐπιτύχει, ὑπό διαφορετικὲς συνθῆκες, ἐκεῖνο πού τότε μὲ πολλὴ ἄνεση ἀπολάμβανε, τὴν κοινωνία του μὲ τὸν Θεό, ἀφοῦ πλέον, στή μεταπτωτική κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας, τήν κακία ἀκολουθεῖ ἡδονή καί τήν ἀρετή πόνος, ἐνῶ προπτωτικά τά πράγματα ἦταν ἀντίστροφα, δηλ. στήν κακία ὑπῆρχε πόνος καί στήν ἀρετή ἡδονή87. Μία φύση, λοιπόν, φθαρμένη καί τραυματισμένη κληρονομήσαμε ἀπό τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ. Καί τό ὡς ἄνω τραῦμα αὐτὸ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἔγκειται στήν ἀκολουθοῦσα κατόπιν γενετήσια ὁρμησιακά (ἐγωτικά, κτητικὰ καὶ ἐπιθετικὰ) ἐπιθυμία (Libido) μεταξὺ τῶν δύο φύλων, γεγονὸς πού ἡ Θεία Πρόνοια θεράπευσε μέ τή θέσπιση τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ γάμου, σὲ ἀντιστάθμιση τῆς ψυχοσωματικῆς φθορᾶς, πού ἐπέφερε στὸν ἄνθρωπο τὸ Προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἐπ᾿ αὐτοῦ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος θὰ σημειώσει: «Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ ὁ κοινὸς ἡμῶν Δεσπότης ἰδὼν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὴν ἀσθένειαν, τὸν γάμον ἐνομοθέτησεν, ὥστε τῆς παρανόμου ἡμᾶς μίξεως ἀπαγαγεῖν»88. Θὰ πρέπει δὲ, νὰ ἐπιστομίζονται ἀπὸ τὰ Πατερικὰ λόγια ὅσοι αὐθαιρέτως καὶ κατά φαντασίαν ἑρμηνεύουν λογοτεχνικῶς τὸ Προπατορικὸ ἁμάρτημα ὡς σαρκικὴ πράξη καὶ συνουσία τοῦ πρώτου ἐκείνου ζεύγους μέσα στὸν Παράδεισο, ὅπως ἀπὸ ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μόνο ὁ Πλατωνίζων Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας89 δέχεται, ἐπιχειρώντας μιὰ ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία! ΟΧΙ! Πολὺ καθαρὰ τὸ λέγουν οἱ Πατέρες, ὅτι μετὰ ἀπὸ τὴν παράβαση, τὴν παρακοὴ στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καί τήν ἔξοδο ἀπὸ τὸν Παράδεισο ἦλθε ἡ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων σαρκικὴ ἐπαφή: «Μετὰ γὰρ τὴν παράβασιν καὶ τὴν τοῦ παραδείσου στέρησιν ἔγνω Ἀδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συλλαβοῦσα τέτοκε τὸν Κάιν», θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος90. Kαί στὴν ἴδια κειμενικὴ συνάφεια91, θά μᾶς διδάξει ὅτι δέν πρό-

Γεν. 8, 21. Βλ. Σ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Τὸ Χρυσοστομικό ἦθος, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 72. 88 Βλ. Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς τὴν Γέν., ΜPG 54, 517. 89 Στρωματεῖς 3, 14, MPG 8, 1193C-1196A. 17, MPG 8, 1208AB. 90 Ἰω. Χ ρ υ σ . , Εἰς Ψαλμ. 50, ΜPG 55, 383. 91 Ἰω. Χ ρ υ σ . , Εἰς Ψαλμ. 50, ΜPG 55, 583: «Τοῦτο τοίνυν εἰπεῖν βούλεται, ὅτι τῶν ἡμετέρων προγόνων κρατήσασα ἡ ἁμαρτία, ὁδόν τινα καὶ τρῖβον διά τοῦ γένους εἰργάσατο. Διδασκόμεθα δὲ διά τούτων ἁπάντων, οὐχ ὅτι φυσικὴ τῆς ἁμαρτίας ἡ ἐνέργεια· εἰ γὰρ ἂν ἦμεν ἐλεύθεροι τιμωρίας· ἀλλ' ὅτι ῥέπει ἡ φύσις ἐπὶ τὸ πταίειν ὑπὸ τῶν παθημάτων ἐνοχλουμένη· νικᾶ δὲ ὅμως ἡ γνώμη πόνοις συνεργοῖς κεχρημένη. Οὐ τοίνυν, ὥς τινες ἀνοήτως ὑπέλαβον, τοῦ γάμου κατηγορεῖ, οὕτω νενοηκότες τό, Ἐν ἀνομίαις συνελήφθην· ἀλλὰ τὴν ἄνωθεν ὑπὸ τῶν προγόνων τολμηθεῖσαν παρανομίαν εἰς μέσον προφέρει, κἀκείνην λέγει γεγενῆσθαι τῶν ῥευμάτων τούτων πηγήν. Εἰ γὰρ ἐκεῖνοι, φησί, μὴ ἥμαρτον, οὐκ ἂν ἐδέξαντο τοῦ θανάτου τὸ ἐπιτίμιον· θνητοὶ δὲ μὴ ὄντες, κρείττους ἂν ἦσαν φθορᾶς· τὴν δὲ ἀφθαρσίαν πάντως ἂν καὶ ἀπάθειαν συνῆν· ἀπαθείας δὲ πολιτευομένης, χώραν οὐκ ἂν ἔσχεν ἡ ἁμαρτία. Ἐπειδὴ δὲ ἐξήμαρτον, φθορᾷ παρεδόθησαν· φθαρτοὶ γενόμενοι, τοιούτους καὶ γεγεννήκασι παῖδας· τοῖς δὲ τοι86 87

34

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ κειται γιὰ μιά φυσική, δηλ. ἀναγκαστική ροπή τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως πρός τήν ἁμαρτία (concupiscentia), ὅπως δίδασκε ὁ Ὠριγένης92 καὶ διδάσκουν, δυστυχῶς, καὶ Ἕλληνες Καθηγητές93, ὅπως καὶ οἱ Δυτικοί, ἀλλά ὅτι ὁ ἄνθρωπος, διαθέτοντας πάντοτε τόν ἔλεγχο τῆς βουλήσεώς του, μπορεῖ, ἄν τό θελήσει, νά παλέψει καὶ νὰ νικήσει ―μέ τή Θεία συνεργία― τά μεταπτωτικά του πάθη. Μετά, λοιπόν, ἀπό τό γεγονός τῆς Πτώσεως καί τῆς ἐκ τοῦ εὐλογημένου κήπου τῆς Ἐδέμ ἐξώσεως, ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος, στοῦ ὁποίου τὰ βάθη ὑπάρχει νοσταλγικῶς ἡ ἀναζήτηση τῆς Παραδείσιας ζωῆς, στρέφεται πλέον πρὸς τὴ χαμένη του πατρίδα, ὅταν μάλιστα συνειδητοποιήσει καλὰ τὸ φθαρτὸν καὶ ἐπίκηρον τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἀφοῦ «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν»94. Καί, ἐνῶ, ὅπως ἐλέχθη, στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου ὑπῆρξε ὁ αἰσθητὸς Παράδεισος, στὸ τέλος τῆς Ἱστορίας καλούμαστε νὰ ἀντικρύσουμε οἱ θνητοὶ (καὶ τότε ἀθάνατοι) ΔΥΟ αἰώνιες πραγματικότητες, τὸν (οὐράνιο) Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν νοητὸ τόπο τῆς καταδίκης τοῦ ἀρχεκάκου διαβόλου καὶ ὅσων τὸν ἀκολουθήσουν, ἀρνούμενοι τὸν Θεὸ τοῦ παντός. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ἀγωνίζεται ὁ ἄνθρωπος, ποὺ πιστεύει στὸν Θεό, νὰ κερδίσει, ὅπως λέμε, τὴν Αἰώνια Ζωή, τὸν Παράδεισο, ποὺ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, πάντως, θὰ πρέπει νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι ἡ διπλῆ κατάσταση (θετικὴ καὶ ἀρνητικὴ) μέχρι τὴ Β’ ἔνδοξο Παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ τὴν Τελικὴ Κρίση, ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσουμε ὅλοι μας μετὰ τὴν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἐκδημία μας, συνιστᾶ θεολογικῶς τή λεγομένη Μέση Κατάσταση τῶν ψυχῶν95, ἤ, μὲ ἄλλη διατύπωση, τὸν «Ἄδη» (μέ τήν ἀρνητική του χροιά), ἐνῶ, μετὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου (Συντέλεια), ὁμιλοῦμε γιὰ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ Κόλαση Αἰώνια.

ούτοις ἐπιθυμίαι καὶ φόβοι καὶ ἡδοναὶ συμπαρέπονται. Πρὸς ταῦτα καὶ λογισμὸς ἀγωνίζεται, καὶ νενικηκώς μὲν ἀνακηρύττεται, ἡττηθείς δὲ αἰσχύνας ὀφλισκάνει». 92 Βλ. H. C r ou z e l , Origen, T & T Clark 1989, p. 215, P. T za m a l i k o s , Origen: Philosophy of History and Eschatology, Brill, 2007, p. 354. 93 Γιὰ τὶς διδασκαλίες τῶν Καθηγητῶν αὐτῶν βλ. π. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο υ , «Ἀπὸ τὴν φύση ὡς Κόλαση στὸν Παράδεισο τῆς κατὰ φύση προαίρεσης», Σύναξη 122 (2012) 61 καὶ ὑποσ. 20. 94 Ἑβρ. 13, 14. 95 Κ. Δ υ ο β ο υ ν ι ώ τ ο υ , Ἡ μέση κατάστασις τῶν ψυχῶν, ἐν Ἀθήναις 1904, Ἑ. Γ. Γ ι α ν ν α κ ό π ο υ λ ο υ , Μερικὴ Ἐσχατολογία κατὰ τὰ Πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες: Ἡ μετὰ θάνατον ζωὴ μέχρι τὴ Δευτέρα Παρουσία, Ἀθήνα 2004.

35

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑ-ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΦΥΩΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
Α) ΓΕΝΙΚΑ Μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουμε τήν εὐκαιρία καί τή δυνατότητα ―μέσῳ ἀναλογιῶν, μεταφορῶν, ἀναγωγῶν, συμβολισμῶν, εἰκόνων καί παραστάσεων― νά «ἀνιχνεύσουμε» κάπως τίς ἐπουράνιες καὶ πνευματικὲς πραγματικότητες, νά ψηλαφήσουμε τὸ Ἐπέκεινα, ἀλλά καὶ νά κατανοήσουμε, στὰ μέτρα, βεβαίως, τῆς κτιστότητάς μας «ἐν εἰκόνι», τά «ὑπέρ νοῦν καί αἴσθησιν», ἀφοῦ καὶ ἡ γλῶσσα τῆς Ἁγ. Γραφῆς καὶ ὅλης τῆς χριστιανικῆς Θεολογίας εἶναι εἰκονολογική καί, ἑπομένως, αὐτές οἱ μεταφυσικὲς καὶ ὑπερβατικὲς «εἰκόνες», ὅπως και ἀλλοῦ ἐπισημάναμε, ἐκφράζουν τὸ βαθύ καὶ ἀποφατικὸ θεολογικὰ περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας μας. Ἀλλά, καί γεγονότα καί περιστατικά, τά ὁποῖα μᾶς διηγεῖται ἡ Πατερική Γραμματεία τῆς Ἐκκλησίας μας, συντελοῦν στὴν ἔτι περαιτέρω ἐμβάθυνσή μας στὰ περί τῆς «ἄλλης ζωῆς», ὑπό τήν διπλῆ της ὄψη, ὡς Παραδείσου καί Κολάσεως. Στὴ συνέχεια, θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐξετάσουμε πῶς αὐτὲς οἱ δύο αἰώνιες καταστάσεις, ὁ Παράδεισος καὶ ἡ Κόλαση, ἑρμηνεύονται ἀπὸ τοὺς ἁγίους καὶ θεοπνεύστους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι, ὅσο τοὺς ἀξίωσε ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀρετῆς τους, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ φυσικὰ ὅρια τῆς κτιστότητας, εἰσῆλθαν στὸν Θεῖο «γνόφο» καὶ μᾶς εἶπαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοὺς ἀποκαλύφθησαν, ἄν καὶ ὄχι, βεβαίως, ὅλα, ἀλλὰ μερικά, καὶ τοῦτο, διότι ὅλα τὰ τοῦ «ἄλλου κόσμου» δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ πεπερασμένους θνητούς, ἀκόμη καὶ Ἁγίους, νὰ γίνουν γνωστά καί ἀντιληπτά. Οἱ δύο αὐτὲς αἰώνιες, μετὰ θάνατον, καταστάσεις δὲν μπορεῖ νὰ συλληφθοῦν λογικά, οὔτε ἐπακριβῶς νὰ περιγραφοῦν, ἀλλ᾿ οὔτε καί νὰ ἀντικειμενοποιηθοῦν μὲ βάση τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια, ἀφοῦ ἀποτελοῦν ὑπερβατικές πραγματικότητες, ποὺ ξεπερνοῦν κάθε ἀνθρωπίνως νοητό ὁρισμό. Οἱ διάφορες εἰκόνες, ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὴ Γραφή σχετικὰ μὲ τὸν Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση, καὶ οἱ ὁποῖες συμβαίνει νὰ φαίνονται, κάποιες ἴσως φορὲς, ἀκόμα καὶ ἀντιφατικὲς μεταξύ τους, δὲν μπορεῖ νὰ παρουσιάσουν τὴν ἀκρίβεια τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τὸ πῶς περίπου μπορεῖ νὰ (δι)αἰσθανθεῖ ἀμυδρὰ ὁ ἄνθρωπος τὸν ἐπουράνιο ἐκεῖνο κόσμο, τὸν πνευματικό. Ἡ ἀντιφατικότητα (παραδοξότητα) ἤ καί ἡ ἀσάφεια96 τῶν εἰκονισμῶν αὐτῶν περὶ τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς Κολάσεως ὑπηρετεῖ, σύμφωνα πάντα μὲ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, κάποια σκοπιμότητα. Οἱ θεόπνευ96

Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τήν ἀσάφειαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, MPG 56, 175-270.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ στοι ἑρμηνευτές ἐξηγοῦν ὅτι αὐτὲς ὑφίστανται, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν προσκολληθεῖ ὁ ἄνθρωπος σ᾿ αὐτήν καθ᾿ ἑαυτήν τὴν «εἰκόνα» καὶ τὴν παρομοίωση, ἀλλ᾿ «ἀναγωγικά» νὰ ὑπερβεῖ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐγκοσμιοκρατικὲς καὶ ἀνθρώπινες γενικὰ παραστάσεις, καὶ νὰ νοήσει «ὑπέρ λόγον» τὴν ἐπουράνια πραγματικότητα ὡς τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ τὰ παριστάμενα σχήματα· καὶ αὐτὸ, βέβαια, θὰ γίνει μὲ τὴ βασικὴ θεολογικὴ ἀρχὴ τῆς «ὀντολογικῆς διαφορᾶς» μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, ὅτι δηλαδὴ μεταξὺ κτιστῶν καὶ ἀκτίστων πραγματικοτήτων δὲν ὑφίσταται ὀντολογικῶς καμία ὁμοιότητα καὶ καμία ἀναλογία! Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος θὰ ἐρωτήσει χαρακτηριστικά: «Τῷ ἀκτίστῳ τὸ κτιστόν γάρ, πῶς ποτέ ἐξισωθείῃ»; Καί ὁ Μέγας Ὁμολογητής, Μάξιμος, θὰ συμπληρώσει ὅτι «ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ ἄπειρον τὸ μέσον ἐστι καὶ διάφορον»! Τὸ ἄκτιστο δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ χωρέσει στὸ κτιστό· καὶ τὸ ἄπειρο δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ νοηθεῖ ἀπὸ τὸ πεπερασμένο καὶ ἀτελές. Θὰ πρέπει δὲ ἐν προκειμένῳ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ διάκριση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου εἶναι πρωτεύουσα καὶ θεμελιώδης στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία, ὅλες δὲ οἱ ἄλλες διακρίσεις, ποὺ υἱοθετοῦνται, δηλ. αἰσθητοῦ―νοητοῦ, ὕλης―πνεύματος, σώματος―ψυχῆς κ.λπ., εἶναι δευτερεύουσες97. Ἐντούτοις, ἡ Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Θεολογία δὲν ἀπορρίπτει παντελῶς τὴ φυσικὴ Ἀποκάλυψη, μέσα ἀπὸ τὰ «ἴχνη» καὶ τοὺς «τύπους» τῆς ὁποίας γνωρίζουμε τὰ Θεῖα προσόντα τοῦ (Θείου) ἐκ-τυπωτῆ, κατὰ μία θεοπρεπῆ ἀναλογία καὶ ὁμοιότητα. Ἀφοῦ, λοιπόν, δὲν ὑφίσταται καμία «φυσικὴ» ὁμοιότητα μεταξὺ ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ, Θεοῦ καὶ κόσμου, ἐπουρανίων καταστάσεων καὶ ἐπιγείων, εἶναι αὐτονόητο ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ καμία ἀπόλυτη καὶ ἀκριβὴς (φωτογραφικὴ) περιγραφή τοῦ ἀκτίστου (βλ. Ἀποφατισμό). Ἔτσι, ὅ,τι ἀπὸ τὸν ὁρατὸ/αἰσθητὸ κόσμο χρησιμοποιεῖται πρὸς περιγραφὴ τῶν Ἐπέκεινα εἶναι συμβολικό. Ὁ Παράδεισος καὶ ἡ Κόλαση, ὡς δύο αἰώνιες καταστάσεις, βλέπουμε νὰ παρουσιάζονται καὶ σὲ διάφορα ἐνύπνια καὶ ὁράματα, ἀλλὰ πάλι εἰκονικά, διότι δὲν ἐξηγεῖται κατὰ διαφορετικὸ τρόπο ἡ διπλῆ ὄψη τῆς αἰωνίου καταστάσεως καὶ ζωῆς· βλέπει λ.χ. κάποιος σὲ ὄνειρο τὸν κεκοιμημένο οἰκεῖο του μέσα σὲ ἕνα τόπο πάγκαλοαἰσθητό, ἕνα καταπράσινο κῆπο μὲ πολύχρωμα ἄνθη κ.λπ., ἤ, ἀντίθετα, μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ (ὡς ἔνδειξη κολασμοῦ) μέσα σὲ ἕνα πυκνὸ σκοτάδι, περιστοιχισμένο ἀπό φλόγες πυρός, τιμωρούμενον μὲ διάφορα ὑλικὰ εἴδη βασάνων. Δὲν εἶναι, ὅμως, ἔτσι στὴν πραγματικότητα ὁ Παράδεισος καὶ ἡ Κόλαση (ὡς πρόγευση, βέβαια, μέχρι τὴ Β’ Παρουσία, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ μελλοντικά), ἀφοῦ αὐτὰ ὅλα, ὡς εἰκόνες ἐκ τῆς ἐδῶ πραγματικότητας, δὲν μποροῦν νὰ περιγράψουν, ὅπως εἴπαμε, ἐπακριβῶς τὴν ὑπερβατικότητα τῆς «ἄλλης ζωῆς»· ἁπλῶς ἐμφανίζονται στὸν αἰσθητὸ ἄνθρωπο ἔτσι, διότι μὲ αὐτὲς μόνο τὶς (αἰσθητὲς) κατηγορίες σκέψεις τῆς ἐδῶ ζωῆς, τὶς ὁποῖες, ἀναγκαστικὰ ὡς αἰσθητὸς ὀργανισμός, ἔχει προσλάβει ἀπὸ τὸ οἰκεῖο του
97

Βλ. Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α , Δογματική και Συμβολική Θεολογία, σ. 108.

38

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ (φυσικὸ καὶ κοινωνικὸ) περιβάλλον, μπορεῖ νὰ αἰσθάνεται καὶ ἀντιλαμβάνεται. Ὅταν, λοιπόν, θεολογικῶς ἀναφερόμαστε στὸν ἐσχατολογικό Παράδεισο, δὲν τὸν ἐννοοῦμε ὡς ἕνα αἰσθητό τόπο, ὅπως κάποιοι ἀρχαῖοι ἑρμηνευτές. Δὲν εἶναι τόπος ὁ Παράδεισος, οὔτε ἡ Κόλαση, ἀλλὰ τρόπος ζωῆς∙ εἶναι καταστάσεις πνευματικές. Τονίζουμε δὲ μὲ ἔμφαση ὅτι ἡ ἐκδοχὴ τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς Κολάσεως ὡς τόπων αἰσθητῶν, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ἀπαντοῦν στὸν Ἰσλαμισμό, εἶναι καθαρὰ εἰδωλολατρική, λ.χ. μὲ τὶς γνωστές φωτιὲς (Inferno) τοῦ Δάντη κ.λπ., ὅπως δυστυχῶς ἀκόμα πιστεύουν ἤδη ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα οἱ Φράγκοι, ποὺ ἔπλασαν τὸ σχετικό μύθο. Ἀφοῦ, λοιπὸν, δὲν πρόκειται περὶ τόπου, ἀλλὰ τρόπου ζωῆς αἰωνίου, ἂς δοῦμε πῶς περιγράφεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες ὁ τρόπος αὐτός, δηλ. ἡ διπλῆ ὄψη τῆς αἰωνιότητας, τὴν ὁποία θὰ ἀντιμετωπίσουμε ὑποχρεωτικὰ κάποτε ὅλοι οἱ θνητοί. Τόσο ἡ Ἁγία Γραφὴ, ὅσο καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τονίζουν ὅτι κατὰ τὴν ἔνδοξη Β’ Παρουσία θὰ ἐμφανισθεῖ ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς «ἐν τῇ δόξῃ Αὐτοῦ», δηλ. μέσα σὲ ὅλη Του τὴ Θεία Δόξα, ἤτοι λουσμένος μέσα στὸ ἄκτιστο Φῶς τῆς θεότητάς Του, τὸ ὁποῖο Φῶς ὁ ἴδιος «ὡς ἱμάτιον περιβάλλεται». Αὐτὴ ἡ μετοχὴ (κοινωνία) καὶ ἡ θέα (θεωρία) τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Παράδεισος, ἀνάλογα, βεβαίως, μὲ τὸν βαθμὸ ἀσκητικῆς προπαρασκευῆς καὶ βουλητικῆς δεκτικότητας τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἄς ἀναφέρουμε, ὅμως, κάποιες γνῶμες ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέσα ἀπὸ τὶς ἀποκαλυπτικές ἐμπειρίες τους μᾶς διαφωτίζουν μὲ σχετικὲς εἰκόνες γιὰ γεγονότα καὶ πραγματικότητες, σχετικὰ μὲ τὸ τόσο σημαντικὸ αὐτὸ ζήτημα τῆς μετὰ θάνατο καταστάσεώς μας, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ὄντως «Λυδία λίθο» τοῦ Χριστιανισμοῦ98. Ἀρχίζουμε ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο, τὸν φωστήρα τῆς Καισαρείας καὶ συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ὁ πνευματέμφορος Πατήρ ἑρμηνεύει ἕνα στίχο τοῦ ἱεροῦ Ψαλτῆρος τοῦ Δαβίδ καὶ μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ πῦρ αἰώνιο καὶ ἄκαυστο, ποὺ ὑπάρχει καὶ ἐνέχει διπλῆ ἰδιότητα: φωτιστικὴ καὶ καυστική. Τὸ σχετικὸ Ψαλμικὸ (28) αὐτὸ χωρίο γράφει: «Φωνὴ Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρὸς». Ὁ πεφωτισμένος ἱεράρχης παρατηρεῖ ὅτι, ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ πῦρ ἔχει δύο ἰδιότητες, ὅπως εἴπαμε, τὴ φωτιστικὴ καὶ τὴν καυστική, ἡ φωνὴ τοῦ Κύριου θὰ διακόψει τὸ πῦρ αὐτὸ «ὡς ἀλαμπὲς μὲν εἶναι τὸ πῦρ τῆς κολάσεως, ἄκαυστον δὲ τὸ φῶς τῆς ἀναπαύσεως διαμεῖναι»99, δηλαδή τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως θὰ εἶναι ἀλαμπές, ἐνῶ τὸ φῶς τῆς ἀναπαύσεως (Σαββατικό), στὸ ὁποῖο θὰ μετέχουν οἱ δίκαιοι, θὰ παραμένει ἄκαυστο, δηλαδὴ δὲν θὰ καίει100. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὸ τὸ Φῶς ἔχει διπλῆ ἰδιότητα: φωτίζει καὶ καίει· εἶναι φωτιστικό, ἀλλὰ καὶ καυστικὸ (κολαστικό). Ὅσοι, λοιπόν, ἔχουν καΒλ. π. Γ. Μ ετ α λ λ η ν ο ῦ , Δοκίμια Ορθόδοξης μαρτυρίας, σ. 178. Βλ. Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Ἔργα, ΕΠΕ 5, 120. 100 Βλ. Ἱ ε ρ ο θ έ ο υ , Μητρ. Ναυπάκτου, Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, σ. 190.
98 99

39

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ταλλήλως πνευματικὰ ἑτοιμασθεῖ ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο, θὰ βιώνουν καὶ θὰ βλέπουν αἰωνίως τὸ Φῶς εὐεργετικὰ καὶ θὰ δέχονται τὴ φωτιστική του Χάρη. Ὅσοι, ἀντίθετα, δὲν ἑτοιμάσθηκαν πνευματικά, ἀλλὰ παρέμειναν ἀναίσθητοι καὶ ἀμετανόητοι ἕως θανάτου, θὰ βλέπουν (μετέχουν) ἀναγκαστικὰ καὶ αὐτοὶ μὲν τὸ ἴδιο Φῶς, ἀλλ᾿ ὡς πῦρ, «καιόμενοι» αἰωνίως· καὶ αὐτὸ συνιστᾶ τὴ λεγόμενη Κόλαση. Εἶναι, νομίζουμε, κατανοητὰ τὰ ἀνωτέρω. Μποροῦμε νὰ τὰ φανταστοῦμε, χρησιμοποιώντας ―τηρουμένων πάντοτε τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῆς «ὀντολογικῆς διαφορᾶς»― παραδείγματα ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτή, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια. Μετὰ τὸν Μ. Βασίλειο, καὶ ὁ ἄλλος «φωστὴρ τῆς Τρισηλίου Θεότητος» καὶ τῆς Θεολογίας ἐπώνυμος, ἅγιος Γρηγόριος, ὁμιλεῖ καὶ αὐτὸς περὶ τῆς διπλῆς καταστάσεως, δηλ. τῆς διπλῆς μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὶς Θεῖες ἐνέργειες, χρησιμοποιώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Ἡλίου, γιὰ νὰ δείξει ὅτι, ὅπως ὁ αἰσθητὸς Ἥλιος φωτίζει ἀλλὰ καὶ συγχρόνως καίει, ἔτσι θὰ ἐνεργήσει καὶ ὁ νοητός τῆς «Δικαιοσύνης Ἥλιος» Χριστὸς στὸν μέλλοντα αἰώνα, τηρουμένων, βεβαίως, πάντοτε, ὅπως εἴπαμε, τῶν ἀναλογιῶν. Ὁ Ἥλιος εἶναι ἕνας, τονίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀλλὰ τοὺς μὲν ὑγιεῖς ὀφθαλμοὺς φωτίζει, τοὺς δὲ ἀσθενεῖς τυφλώνει: «Εἷς ἥλιος, ἀλλὰ φωτίζει μὲν τὴν ὑγιαίνουσαν ὄψιν, ἀμαυροῖ δὲ τὴν ἀσθενοῦσαν»101. Ὅπως, λοιπόν, ὁ Ἥλιος εἶναι ἕνας, ἀλλά ἐνεργεῖ διαφόρως, ἔτσι καὶ ὁ Ἕνας Κύριος τοῦ παντός, διὰ τῆς παρουσίας Του προκαλεῖ σὲ ἄλλους μὲν τὴν ὀδύνη, σὲ ἄλλους δὲ τὴν ἡδονὴ102 (καταστάσεις, ποὺ ἀρχίζουν, ὅπως ἀναφέραμε, ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή), ἀνάλογα μὲ τὴ στάση τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἀπέναντί Του: «Εἷς Χριστός, ἀλλ᾿ εἰς πτῶσιν κεῖται καὶ ἀνάστασιν. Πτῶσιν μὲν τοῖς ἀπίστοις, ἀνάστασιν δὲ τοῖς πιστεύουσι»103. Τὸ αὐτὸ θὰ διδάξει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, γράφοντας ὅτι ὁ Ἥλιος τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Δικαιοσύνης, Χριστὸς, «οὐ φύσιν μόνον ἔχων καὶ φυσικὴν λαμπρότητα καὶ δόξαν, ἀλλὰ καὶ θέλησιν κατάλληλον, οἷς ἄν ἐθέλῃ μόνοις, καὶ ἐφ᾿ ὅσον θέλῃ, προμηθῶς καὶ σωτηρίως ἐπιλάμπει»104. Πέραν, ὅμως, τῶν Πατερικῶν αὐτῶν ἀναφορῶν, τίς ὁποῖες πλούσια μᾶς παρέχει ἡ Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, πού ἀποτελεῖ, θά λέγαμε, τὸ Πανεπιστήμιο τῆς πνευματικῆς πολιτείας τῶν Χριστιανῶν, ἄν θελήσουμε νά προσβλέψουμε στήν ἐκκλησιαστική μας Εἰκονογραφία, θά δοῦμε ἕναν Ὀρθόδοξο τρόπο ἐξεικονισμοῦ τοῦ Παραδείσου καί τῆς Κολάσεως. Οἱ δύο μετά θάνατον αἰώνιες αὐτὲς καταστάσεις ἀποτυπώνονται στὴ γνωστή Βυζαντινὴ εἰκόνα τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει
Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Ἔργα, ΕΠΕ 5, 382. Πρβλ. Ἀρχιμ. Ε Β ί τ τ η , Ἡδονὴ καὶ ὀδύνη. Ὁ διπλὸς καρπὸς τῆς αἰσθήσεως: Ὁ ὑπαρξιακὸς ἄξονας ἡδονῆς - ὀδύνης καὶ ἡ ὑπέρβασή του: Νηπτικὴ Ἁγιοπατερικὴ θεώρηση, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1994. 103 Ὅπ.π., σ. 382. 104 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , Ὁμιλία ΛΕ’, 11.
101 102

40

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ στοὺς ἱεροὺς ναούς, στούς νάρθηκες πολλῶν ἱερῶν Μονῶν καί στίς οἰκίες τῶν Χριστιανῶν. Στήν ἀνωτέρω ἀπεικόνιση παρουσιάζεται ἕνας (ἄλλος, ἀντίστοιχος τῆς ἐπίγειας Ἐδὲμ) «ποταμὸς πυρὸς» (μιὰ καυτὴ λάβα), ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν ἱ. Χρυσόστομο, κατ’ ἀκρίβεια δὲν πηγάζει (ὅπως ἐσφαλμένα νομίζουν πολλοί)105 ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θρόνο τοῦ Θεοῦ (διότι τότε θὰ σήμαινε ὅτι καὶ τὸ κακὸ προέρχεται ἀπό τὸν Θεό, ὅπως πρέσβευε ὁ Ζωροαστρισμός καὶ κάθε διαρχικὸ σύστημα), ἀλλὰ διέρχεται ἔμπροσθεν τοῦ Θρόνου, φλογίζοντας (ὡς ἄλλα πυριφλεγῆ Χερουβείμ, ἡ «φλογίνη» ρομφαία106 τῶν ὁποίων στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη φαίνεται νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ) τοὺς ἐχθροὺς (ἁμαρτωλοὺς) τοῦ Θεοῦ καὶ συμπαρασύροντάς τους, προκειμένου νὰ κριθοῦν107. Ἀνθρωποπαθῶς, τὴν Κόλαση (πύρινη λάβα), λοιπόν, τὴν «ἀνάβει» μὲν ἡ «πνοὴ τοῦ Κυρίου»108 ―ὄντας πολὺ «θυμωμένος» μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων109, ὅπως ὁ (πυρίπνευστος) ταῦρος ἤ δράκων110―, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι καὶ ἡ Κόλαση (ἀρνητικὴ Θεία ἐνέργεια) συνιστᾶ μέρος τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ (ὅπως καὶ ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ, ποὺ κτίζεται ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἀποτελεῖ μέρος Του), ἀλλ’, ὁπωσδήποτε, ὅτι τὴν ἐνεργεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ἀναφερόμενοι σ᾿ αὐτὸ τὸ κολαστικὸ πῦρ, δὲν ὁμιλοῦν θεοπρεπῶς, ὅπως θὰ ὁμιλοῦσαν γιὰ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγ. Τριάδας, ἀλλὰ μὲ εἰκόνες πιὸ ὑποδεέστερες καὶ ὑλικές. Ὁ καπνὸς (πύρινη πνοή), ποὺ συμβολίζει τὸν «θυμὸ» τοῦ Θεοῦ, πηγάζει ὄχι ἀπὸ τὴ φύση Του, ἀλλ᾿ ἀπὸ τὴν ἐνέργειά (δόξα) Του111. Μεταφορικά, ὅλος ὁ Θεῖος αὐτὸς θυμὸς περικλείεται στὶς χρυσὲς φιάλες τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως, ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τους κλεισμένες μέχρι τὴ Δευτέρα Παρουσία οἱ Ἄγγελοι112. Ὁ μὲν Μ. Βασίλειος γράφει ὅτι τὸ καυστικὸ πῦρ αὐτὸ τῆς Κολάσεως ἀναπνέουν οἱ δαίμονες «διὰ τὴν πικρίαν τῆς προαιρέσεως»113, ὁ δὲ ἱερὸς Χρυσόστομος τὸ παρομοιάζει μὲ τὸ καυτὸ νερὸ τοῦ λουτροῦ114 ἤ τὴ θέρμη τοῦ πυρετοῦ. Συνεπῶς, τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως μπορεῖ μὲν νὰ ἐκληφθεῖ ὡς

Βλ. καὶ σχετικὴ διαμάχη Καθηγητῶν Π. Χ ρ ή σ τ ο υ [«Μάξιμος Ομολογητής και Νικόλαος Ματσούκας», Κληρονομία 12, 1 (1980) 206-207] καὶ Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α (Μιὰ ἀπάντηση στὸν κ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1981). 106 Γεν. 3, 24. 107 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ψαλμ. 6, 4, MPG 55, 77, Εἰς Ματθ. 54, 6, MPG 58, 540, Εἰς Φιλιπ. 7, MPG 62, 227, Εἰς Ἑβρ. 1, 4, MPG 63, 18. Πρβλ. Α’ Κορ. 3, 13. 108 Ἡσ. 30, 33. 109 Ἡσ. 30, 27. 110 Πρβλ. εἰκονογραφικὲς παραστάσεις τῆς Κολάσεως στὴν Κοπτικὴ Ἐκκλησία [O. F. A. M e i n a r d u s , “An Inquiry: The Coptic Iconography of Hell”, Ἐκκλησία καὶ Θεολογία 6 (1985) 719]. 111 Ἡσ. 8, 11. 13. 112 Ἀπ. 15, 7-8. 113 Εἰς Ψαλμ. 33, MPG 30, 372A-B. 114 Ἀνάλογα, ὁ ὅσιος Ἰ ω ά ν ν η ς ὁ Σι ν α ΐ τ η ς (Κλῖμαξ, Λόγ. Δ’, 17) παρομοιάζει τὴν ἐσχατολογικὴ φλόγα τῆς Κολάσεως μὲ τὴ φωτιὰ τῆς μαγειρικῆς ἑστίας.
105

41

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Θεία (ἄκτιστη) ἐνέργεια115, ὄχι ὅμως τῆς ἴδιας φύσεως μὲ τὶς ὑπόλοιπες ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ποικίλουν116. Ἡ ἔκχυση τοῦ Θείου πνεύματος δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν οὐσία αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ συνιστᾶ ἄκτιστη ἐνέργεια, ἡ ὁποία μερίζεται «ἀμερίστως»117. Τὸ δὲ «διέρχεται ἔμπροσθεν» σημαίνει ὅτι ἡ Κόλαση εἶναι ἐν γνώσει μὲν (κατὰ παραχώρησιν) τοῦ Θεοῦ, ὅμως δὲν ὀφείλεται στὸν Ἴδιο, ἀλλὰ στὴν ἀνθρώπινη βούληση, ἡ ὁποία μεταβάλλει τὴ Θεία Ἀγάπη σὲ κακία καὶ μῖσος. Ὁ ποταμός, λοιπόν, αὐτός χωρίζεται σὲ δύο μέρη: τὸ πάνω μέρος του εἶναι «χρυσίζον», λαμπερό, φωτεινό· ἐκεῖ βλέπουμε νὰ βρίσκονται ὅλοι οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος Δίκαιοι καὶ Ἅγιοι· ὅλοι δηλ. οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, αὐτοί οἱ ὁποῖοι διά τῆς θεωρίας τοῦ ἀσάρκου Λόγου θεώθηκαν· ἐκεῖ καὶ ὅλοι οἱ μετά ταῦτα Ἅγιοι τῆς καινῆς κτίσεως «ἐν Χριστῷ» καὶ οἱ σεσωσμένοι ὅλων τῶν αἰώνων, εὑρισκόμενοι μέσα στὸ Θεῖο, ἄκτιστο καὶ ἀΐδιο Φῶς τοῦ Σωτήρος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα, τώρα, βλέπουμε ἀπό ἕνα σημεῖο καὶ μετά (πρός τά κάτω) αὐτόν τὸν ἴδιο ποταμό τῆς εἰκόνας νὰ γίνεται πύρινος, αἱματώδης καί φοβερός στή θέα! Ἐκεῖ μέσα βλέπουμε νὰ πέφτουν οἱ μισόκαλοι δαίμονες, ἀλλά … δυστυχῶς καί οἱ ἀμετανόητοι ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀρνήθηκαν τὴν προσφερόμενη ἀπό τὴ ζωή αὐτή ἀγάπη καὶ λυτρωτικὴ Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Κατὰ συνέπεια, ὁ ποταμός αὐτός μὲ τὸν συμβολισμό του, ὅπως παρουσιάζεται, ἀποτελεῖ μιὰ παραστατική καὶ πολύ ἐκφραστική εἰκόνα περί τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς Κολάσεως. Ὅπως εἴπαμε, Παράδεισος καὶ Κόλαση (ὡς ποταμὸς, ἤτοι ὡς ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὸν γνωστὸ ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη συμβολισμό τοῦ ὕδατος) «μετέχονται» καὶ θεωροῦνται, δηλ. διέρχονται μπροστά, ἀλλὰ «χρωματίζονται» καὶ διαχωρίζονται (δηλ. λειτουργοῦν/ἐπενεργοῦν καὶ ἐκδηλώνονται διαφορετικά), ἀνάλογα μὲ τὶς πνευματικὲς προϋποθέσεις τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός «κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν», ὅπως προφητικὰ ἀλλὰ καὶ πολὺ εὔστοχα εἶχε πεῖ ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεοδόχος στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς. Εἶναι νομίζουμε κατανοητό· «κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν», ἀνάλογα μέ τόν τρόπο, πού προσπελάζει ὁ ἄνθρωπος τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅποιος ἀντιτίθεται στὸν Χριστό (ἀντί-χριστος), «[ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον] συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὅν δ᾿ ἄν πέσῃ λικμήσει αὐτόν»118.

Βλ. π. Ἰ. R om a n i d e s , “Orthodox and Vatican Agreement Balamand, Lebanon, June 1993”, Θεολογία 64/4 (1993) 576, π. Ἰ. Ρω μ α ν ί δ ο υ , «Ἐκκλησιαστικαὶ Σύνοδοι καὶ Πολιτισμός», Θεολογία 66/4 (1995) 646-680. 116 Μ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ , Ἐπιστολὴ περὶ τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας, καὶ ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας συνόδων, ΜPG 26, 753, Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Ἐπιστολὴ 234 Ἀμφιλοχίῳ Ἰκονίου, ΜPG 32, 869: «αἱ μὲν ἐνέργειαι τοῦ Θεοῦ ποικίλαι, ἡ δὲ οὐσία ἁπλῆ»). 117 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 161. Πρβλ. Ἰωὴλ 3, 1. 118 Ματθ. 21, 44.
115

42

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ Στό σημεῖο αὐτό θὰ πρέπει νὰ κάνουμε ὁρισμένες ἀναγκαῖες, νομίζουμε, διευκρινίσεις καὶ ἐπεξηγήσεις, ἐφιστώντας τὴν προσοχή τῶν ἀγαπητῶν ἀναγνωστῶν, διότι πρόκειται περί ζητημάτων ὑψηλῶν, πολύ λεπτῶν καὶ βαθιὰ θεολογικῶν. Ὡς γνωστό, ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν λόγῳ τῆς Ὀρθόδοξης διάκρισης μεταξὺ ἀμέθεκτης οὐσίας καὶ μεθεκτῶν ἐνεργειῶν στὸν Θεό, καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ σύνολο τῶν ἀϊδίων Θείων (ἀκτίστων) ἐνεργειῶν, ποὺ καθαυτὲς εἶναι ἀνυπόστατες119, συνιστᾶ τὴν προαιώνια «βούληση» τοῦ Θεοῦ120, δεχόμαστε ὅτι ἄλλα εἶναι τὰ «ἐνεργήματα» (ἄκτιστες ἐνέργειες) τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλα τῆς Οἰκονομίας Του, δηλ. τῆς βουλήσεώς Του121. Μὲ ἄλλα λόγια, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ὁ θέλων καὶ ἐνεργῶν, καὶ ἄλλο ἡ βούληση καὶ ἡ ἐνέργειά του122. Ἔτσι, ἡ ἀΐδια (ἄναρχη) βουλὴ ἤ θέλημα («ἄκτιστοι προορισμοὶ» ἤ «λόγοι τῶν ὄντων»)123 τοῦ Θεοῦ (ποὺ λειτουργεῖ ὡς ἄκτιστη οὐσιώδης ἐνέργεια στὶς ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις124) διακρίνεται ἀπὸ τὴν ἔγχρονη [ποὺ λειτουργεῖ ὡς ἄκτιστη «παρεπομένη [τῆς βουλήσεως] ἐνέργεια»125 στὶς ἐξωτριαδικὲς σχέσεις (βλ. προόδους, κατὰ τὴ θεολογικὴ ὁρολογία)] βουλὴ ἤ θέλημα τοῦ Θεοῦ: «τὸ τῶν θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν διάφορον»126, γράφει Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Τοῦτο, ἀποτελώντας κοινὴ Πατερικὴ διδασκαλία, δὲν καταστρέφει τὸν ἑνιαῖο χαρακτήρα τῆς Θείας βουλήσεως, ὅπως σύγχρονοι θεολόγοι νομίζουν. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς τὴν πρὸς τὰ ἔξω πρόοδο τῆς ἄκτιστης Θείας ἐνεργείας ἀποκαλεῖ «ἔξαλμα»127. Ὁμοίως, οἱ ἅγιοι Θεόδωρος ὁ Γραπτὸς καὶ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς τὴν ὀνομάζουν «ἀγαθοπρεπῆ προνοητικὴ πρόοδο»128. Ἐξ ἄλλου, κατὰ τὸν Γεννάδιο Σχολάριο, οἱ Θεῖες (ἄκτιστες) ἐνέργειες διακρίνονται στὶς «ἔνδον» (δηλ. τὰ ἐνδοτριαδικὰ φυσικὰ ἰδιώματα ἤ προσόντα) καὶ στὶς «ἔξω» μεθεκτὲς (δηλ.
Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , Ἀντιῤῥητικός Α’, 9-10 (Γ’, 44-45). π. Ἰ. Ρ ω μ α ν ί δ ο υ , «Μέγας Βασίλειος καὶ Γρηγόριος Νύσσης κατὰ Εὐνομίου καὶ τὰ κοινὰ καὶ ἀκοινώνητα τῆς Ἁγίας Τριάδος», Θεολογία 67/4 (1996) 679. Μάλιστα δέ, ἡ Θεία (ἄκτιστη) ἐνέργεια ἀκολουθεῖ τὴ Θεία αὐτὴν βούληση [ἤ «δύναμιν», κατὰ τὴν ὁρολογία τῶν ἁγίων Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς (Ὁμιλία γ’ εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, MPG 44, 1160) καὶ Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ («Πρὸς Δανιήλ Αἴνου» 6, Συγγράμματα 2, 379, Ἀντιρρητικὸς ΣΤ’, 67-68]· βλ. Μ ά ρ κ ο υ Ἐ φ έ σ ο υ , Πρὸς τὰ δεύτερα, 49, Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 182: «…μὴ οὐσίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ βουλὴν ἔχοντος [τοῦ Θεοῦ], καθ’ ἥν ποιεῖ». 121 Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ , Τὸ περὶ τῶν ἀκτίστων Θείων Ἐνεργειῶν δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν διδασκαλίαν Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου, Ἀθῆναι 1968, σ. 15. 122 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , Λόγος 29 (θεολογικός 3) 6, MPG 36, 81B, Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ , Ἔκδοσις Όρθοδόξου πίστεως 3, 61: «οὐ ταυτόν ἐστι, θέλειν καὶ πῶς θέλειν». 123 Ἱερομ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς , Τὸ μυστήριον τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι διακρίσεως τῆς Θείας Οὐσίας καὶ Ἐνεργείας κατὰ τὸν ἅγιον Μᾶρκον Ἐφέσου τὸν Εὐγενικόν, Ἀθήνῃσι 1980, σ. 214-215. 124 Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ , Ἔκδοσις ἀκριβὴς… 4 (58), MPG 94AC. 125 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς , Κατ’ Εὐνομίου 1, 1, ed. W. Jaeger, Leiden: Brill, 1960, Ἱερομ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς , ὅπ.π., σ. 148. 126 Ἔκδοσις Όρθοδόξου πίστεως 3, 61. 127 Ἔκδοσις Όρθοδόξου πίστεως 1, 14, MPG 94, 860. 128 Πρὸς τὰ δεύτερα, Canon Gr. 49, φ. 65v, 70v.
119 120

43

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ τὶς πρὸς τὴν κτιστὴ δημιουργία)129. Ὅπως ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο προόδους, ἔτσι καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: τὴν ἄχρονη (δηλ. τὴν ἐκπόρευση) καὶ τὴν ἔγχρονη (τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια ἐπὶ τῶν κτιστῶν). Εἰδικότερα, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ διακρίνονται στὶς «ἐν αἰωνιότητι» (δηλ. τὶς «οὐσιώδεις» ἀΐδιες ἐκεῖνες Θεῖες δυνάμεις, ποὺ ἀναφέρονται στὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως λ.χ. εἶναι τὸ ὑποστατικὸ Φῶς) καὶ στὶς «ἐν χρόνῳ» (δηλ. τὶς Θεῖες ἐκεῖνες ἄκτιστες πάλι δυνάμεις, ποὺ ἀναφέρονται στὰ κτιστά)130. Ἀλλ᾿ ἡ οὐσιώδης (ἄκτιστη) ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ προϋφίσταται τῆς δημιουργίας καὶ τῆς «ἐν χρόνῳ» Θείας Οἰκονομίας131: «ἡ ἐνέργεια ἕτερον ἐνεργεῖ, ὅπερ ὁ ἐνεργῶν οὐκ ἔστιν. Ἐνεργεῖ γὰρ καὶ ποιεῖ ὁ Θεὸς τὰ κτίσματα, αὐτὸς δὲ ἄκτιστός ἐστι…τὸ μὲν ποιεῖν, ἐνεργείας ἐστί…ἔργον δὲ θείας θελήσεως, ἡ κτίσις»132. Ἐξ ἄλλου, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς ἔγχρονης βουλῆς τοῦ Θεοῦ διακρίνεται πάλι ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν στὸ λεγόμενο «προηγούμενο θέλημα» (ἤ εὐδοκία)133 τοῦ Θεοῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ στὸ «ἑπόμενο θέλημά» Του, δηλ. τὴ Θεία Του παραχώρηση134. Ἔτσι, ἡ εὐδοκία ὡς κοινὴ καὶ ἐνυπόστατη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶναι ἄκτιστη, δὲν ἀνήκει στὴ (μία) οὐσία (φύση) τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ στὶς πρὸς τὰ «ἔξω» (ἐν χρόνῳ) τῆς Ἁγίας Τριάδος δυνάμεις τοῦ Θεοῦ· προσφέρεται δὲ ὄχι σὲ ὅλους, ἀλλὰ μόνο στοὺς βουλομένους. Τοιουτοτρόπως, τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως (ἤ αὐτὴ ἡ Κόλαση), ὡς ἀνῆκον στὴν ἄκτιστη καὶ ἔγχρονη βουλὴ135 τοῦ Θεοῦ, εἶναι μὲν ἐνέργεια ἄκτιστη

Λόγ. Α’, τ. ΙΙΙ, σ. 213-214. Πρβλ. Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ , Τὸ περὶ τῶν ἀκτίστων…, ὅπ.π., σ. 20. Ἱερομ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς , ὅπ. π., σ. 144. Ὡστόσο, τὸν ὡς ἄνω διαχωρισμὸ αὐτὸν τῶν Θείων (ἀκτίστων) ἐνεργειῶν ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς π. Ἰ. Ρ ω μ α ν ί δ η ς [«Μέγας Βασίλειος καὶ Γρηγόριος Νύσσης κατὰ Εὐνομίου καὶ τὰ κοινὰ καὶ ἀκοινώνητα τῆς Ἁγίας Τριάδος», Θεολογία 67/4 (1996) 669, 668], ἀντίθετα ἀπὸ τοὺς ἄλλους τέσσερεις συναδέλφους του δογματολόγους Καθηγητὲς (Ν. Ματσούκα, Ἰ. Καλογήρου, Δ. Τσελεγγίδη καὶ Γ. Μαρτζέλο), ἀρνεῖται, συνδέοντας ἀδιακρίτως τὸ «ἄναρχον» μὲ τὸ «ἄκτιστον»· ἔτσι γράφει: δὲν «δύναται κάτι, ποὺ δὲν εἶναι `ἄναρχον’, νὰ εἶναι καὶ συγχρόνως ἄκτιστον» (ὅπ.π.) Ἐντούτοις, λίγες σελίδες πιὸ κάτω ὁ αὐτὸς Καθηγητὴς γράφει: «κατὰ τοὺς Πατέρες ἡ ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀΐδιος παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι ἀγέννητος καὶ ἄναρχος καὶ πάντοτε ἀτελεύτητος» (ὅπ. π., σ. 675). 131 Ἱερομ. Ε . Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς , ὅπ.π., σ. 213. 132 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 184, τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ , Πρὸς Γαβρᾶν 10, 32. Πρβλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 29 (θεολογικὸς Γ’), 6, MPG 81B: «Ἀλλ’ ἕτερον, οἶμαι, θέλων ἐστὶ καὶ θέλησις, γεννῶν καὶ γέννησις, λέγων καὶ λόγος…». 133 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , Λόγος ἀποδεικτικός Β’, 22 (Α’, 98), Ὁμιλία ΝΗ’, 14. 134 Οἱ Δυτικοί, ἐπεξεργαζόμενοι ὀρθολογικὰ τὸ δόγμα τῆς Θείας Πρόνοιας, κατέληξαν σὲ διάφορες sophistique ὑποθέσεις, ὅπως λ.χ. τὸν Occasionalism (Συμπτωσιαρχία), τὸν Jansenism (< Καθηγητὴ καὶ ἐπίσκοπο Cornelious Jansen, 1585-1638), τὸν Molinism (< Ἱσπανὸ Ἰησουΐτη θεολόγο Luis de Molina, 1535-1600), ποὺ δίδασκε ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὶ τὰ ἐλεύθερα καὶ λογικὰ πλάσματά Του θὰ ἐπιλέξουν, ἄν βρεθοῦν σὲ συγκεκριμένες περιστάσεις, κ.λπ. Γιὰ περισσότερα βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, σ. 37, 139, 215, 236. 135 Ὁ ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου τὴν αἰτία τοῦ κτιστοῦ διακρίνει μεταξὺ τῆς (ἀΐδιας ἤ ἔγχρονης) βουλήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του (βλ. ἱερομ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς , ὅπ.π., σ. 149).
129 130

44

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ καὶ αἰώνια, ὄχι ὅμως ἄναρχο136 καὶ προσκυνητὸ (ὅπως λ.χ. τὸ ἄναρχο καὶ ἐνυπόστατο Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος137), ἐφόσον ὡς ἐνέργεια δὲν ἀνήκει οὔτε στὴν Θεία οὐσία (οὐσιῶδες προσόν), οὔτε στὶς τρεῖς Ὑποστάσεις (ὑποστατικὸ προσὸν), οὔτε στὴν ἀΐδια/ἄχρονη (ἐνδοτριαδικὴ) βούληση τοῦ Θεοῦ. Τὴ διάκριση αὐτὴν μεταξὺ φυσικῆς θελήσεως (δηλ. ἀκτίστου ἐνεργείας) τοῦ Θεοῦ (βλ. ὑποστατικὰ ἰδιώματα) καὶ «θελήσεως ἔργου» (βλ. πρόοδο) ἐπισημαίνει ἰδιαίτερα ὁ ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου138. Ἡ κολαστικὴ ἐνέργεια, λοιπόν, τοῦ Θεοῦ, ὅπως, γενικότερα, τὸ Κακὸ (δηλ. ἡ ἔλλειψη τῆς ἀλήθειας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλευθερίας «ἐν Χριστῷ»), εἶναι μὲν ὡς πρὸς τὸν Θεὸ ἕνα ἀνυπόστατο ἰδίωμα (δηλ. ὀντολογικὰ μὴ ὄν), ἀλλά, διαθέτοντας, κατὰ Θεία παραχώρηση, «τοῦ ἀγαθοῦ μετουσίαν»139, «οἰκείως ἑαυτῷ»140, ὑποστασιάζεται πραγματικὰ καὶ αἰώνια141. Ἄλλωστε, κατὰ τὴν Καταφατικὴ καὶ Ἀποφατικὴ Θεολογία, ὁ ἕνας Τριαδικὸς Θεὸς δὲν εἶναι ταυτόχρονα «ὁ ὤν» καὶ τὸ «μὴ ὄν», φῶς καὶ γνόφος; Διαφορετικά, ὁ χριστιανικὸς Θεὸς θὰ κατανοεῖτο εἴτε ὡς ἕνα εἶδος αὐτόματης διαρχίας, εἴτε Παράδεισος καὶ Κόλαση (ὡς δύο πνευματικὲε καταστάσεις) θὰ βρίσκονταν μέσα στὸν ἕνα Θεό, ὅπως πανθεϊστικά δεχόταν, γιὰ παράδειγμα, ὁ Μυστικὸς Jakob Böhme (1576-1624). Ἀντίστοιχα, ἄν ποῦμε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη (χωρὶς ποιοτικὴ διάκριση τῆς μετοχῆς τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν μεταξὺ τῶν Ἁγίων καὶ τῆς ἄλογης Κτίσης), τὴν καθιστῶμεν θεό, δηλ. ἐμπίπτουμε σὲ Πανθεϊσμό. Γι᾿ αὐτό, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σύμφωνα μὲ τὸν Σεραπίωνα Θμούεως ( 362)142, δὲν δέχεται ὡς ἀγέννητη τὴν Κόλαση. Ὁμοίως, ὁ μέγας δογματολόγος Πατήρ, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀποκλείει ὅτι τὸ αἰώνιο πῦρ εἶναι τῆς αὐτῆς οὐσίας μὲ τὸν Θεό, γράφοντας ὅτι αὐτό τό πῦρ θὰ εἶναι «οἷον ἄν εἰδείη Θεός»143. Πράγματι, κατὰ τοὺς Πατέρες, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τυγχάνει ἀΐδια, ἀλλ᾿ ὄχι ἀγέννητη (ἄναρχη), ὅπως ἀκριβῶς δηλ. αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεός Λόγος, ὁ Ὁποῖος εἶναι μὲν ἀΐδιος, ἀλλ᾿ ὄχι ἀγέννητος. Ὀντολογικά, ἡ, κατὰ Χάρη, αἰωνιότητα («ἀτελεύτητον»144) τοῦ κτιστοῦ δὲν ταυτίζεται μὲ τὴ φυσικὴ ἀϊδιότητα τοῦ
Ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς π. Ἰ. Ρ ω μ α ν ί δ η ς [«Μέγας Βασίλειος καὶ Γρηγόριος Νύσσης κατὰ Εὐνομίου καὶ τὰ κοινὰ καὶ ἀκοινώνητα τῆς Ἁγίας Τριάδος», Θεολογία 67/4 (1996) 675] δέχεται ὅτι «κατὰ τοὺς Πατέρες, ἡ ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀΐδιος παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι ἀγέννητος καὶ ἄναρχος καὶ πάντοτε ἀτελεύτητος». 137 Μ ά ξ ι μ ο υ Ομ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Πρὸς Θαλάσσιον 61, Σχόλιο 16, MPG 90, 644D, Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , Περὶ θεοποιοῦ μεθέξεως 11, Β᾿. 138 Βλ. ἱερομ. Ε. Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς , ὅπ.π., σ. 147. 139 Δ ι ο ν υ σ ί ο υ Ἀ ρ ε ο π α γ ί τ ο υ , Περὶ Θείων ὀνομάτων ΧΧ, ΧΧΙΙΙ: «(οἱ δαίμονες) οὐ πάντη ἄμοιροι τοῦ ἀγαθοῦ…». 140 Βλ. ἱερομ. Ε. Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς , ὅπ.π., σ. 387: «Δὲν μετέχουσι πάντα τὰ ὄντα πάντων τῶν χαρισμάτων καὶ πασῶν τῶν ἐνεργειῶν». 141 π. Γ. Φ λ ω ρ ό φ σ κ υ , Δημιουργία καὶ Ἀπολύτρωση, σ. 56 ἑξ. 142 Βλ. Σ. Γ. Π α π α δ ό π ο υ λ ο υ , Πατρολογία, τ. Β’, Ἀθήνα 19992, σ. 218. 143 Διάλογος κατὰ Μανιχαίων, 36. 144 Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Κεφ. Ἀγάπ. 3, 25, MPG 90, 1024C.
136

45

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἀνάρχου (ἀκτίστου) Θεοῦ145. Ἄν κάτι καθίσταται, Θείᾳ Χάριτι, ἀθάνατο καὶ αἰώνιο (ὅπως λ.χ. οἱ ἴδιοι οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι), δὲν σημαίνει ὅτι αὐτὸ εἶναι καὶ φύσει ἄκτιστο, ἀγέννητο καὶ ἀΐδιο, ἐφόσον ἀκόμη καὶ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Παράδεισος) ἤ ἡ Δόξα Του δὲν ἀνήκουν στὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως λ.χ. πίστευαν οἱ Μασσαλιανοί146. Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ Κόλαση εἶναι ἔργα (ἐνέργειες) τοῦ Θεοῦ «γεννηθέντα» «ἀπὸ καταβολῆς κόσμου»147. Ἀκοῦμε στό ἱερό Εὐαγγέλιο ὅτι τό πῦρ «ἡτοιμάσθη»148, ἄρα δὲν ἀνῆκε ἀνέκαθεν (ἀϊδίως) στὴ Θεία οὐσία· διαφορετικά, καὶ ὁ «σκώληξ» ὁ «ἀτελεύτητος»149, ὁ ὁποῖος συμπαρατίθεται στὴν Ἁγία Γραφὴ νοηματικά μετὰ τοῦ «πυρός», θὰ ἔπρεπε ὁμοίως νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς (θεοπρεπὲς) σύμβολον, (θεοφανικὸ) σημεῖον, ἄκτιστη Θεία οὐσία ἤ ἄκτιστη Θεία ἐνέργεια. Σύμφωνα μέ τοὺς Πατέρες, ὑφίσταται «πῦρ ἐσώτερον» [ποὺ κατ᾿ ἄλλους ἑρμηνεύεται καὶ σημαίνει τὸν Θεῖο ἐκεῖνον φωτισμό (δηλ. τὴν ἄκτιστη Θεία ἐνέργεια) πού, φωτίζοντας τὴν ἀνθρώπινη διάνοια, καίει καὶ καθαίρει (βλ. «καθαρτήριον πῦρ») διὰ τῆς μετανοίας τὴν ἁμαρτία (πρβλ. «πῦρ καταναλίσκον»)150, ἐνῶ, κατ᾿ ἄλλους Πατέρες, τὴν ἀνικανοποίητη σαρκικὴ ὁρμὴ] καὶ «πῦρ ἐξώτερον» (τὸ ὑλικό καὶ κτιστό)151, ὅπως καὶ «σκότος ἐσώτερον», παράλληλα πρὸς τὸ «σκότος ἐξώτερον». Τὸ μὲν κτιστὸ «ἐξώτερον» σκότος ἤ «κολαστήριον ἤ Σοδομιτικὸν πῦρ» ταυτίζεται, κατά τόν Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό152, μὲ τὴν Κόλαση153, τὸ δὲ «ἐσώτερον» (σκότος ἤ πῦρ) εἴτε μὲ τὶς τύψεις τῆς συνειδήσεως, εἴτε ἀλληγορικά μὲ τὸν Θεῖο γνόφο154. Ἄν, πάντως, δεχτοῦμε ὅτι τὸ «ἐσώτερον» πῦρ ἤ σκότος ἀναφέρεται σὲ μία ἄλλου εἴδους τιμωρία, οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς δὲν συμφωνοῦν ὡς πρὸς τὸ μέγεθός της σὲ σύγκριση μὲ τοῦ «ἐξωτέρου» πυρὸς ἤ σκότους· δηλαδή, ἄλλοι μὲν ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ «ἐσώτερον» πῦρ ἤ σκότος δηλώνει μεγαλύτερη τιμωρία ἀπὸ ὅ,τι τοῦ «ἐξωτέρου», καὶ ἄλλοι τὸ ἀντίστροφο. Γιὰ μᾶς, «πῦρ ἐσώτερον» σημαίνει τὴ συνειδησιακὴ (ἐσωτερικὴ) αὐτοτιμωΜ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Κατὰ Εὐνομίου 2, 17, MPG 29, 608D. Πρβλ. Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Κεφάλαια Θεολογικά 1, 68, MPG 90, 1180C. 1, 70, MPG 90, 1109A. Πρβλ. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ , Ἑλληνικὴ Πατρολογία, Θεσσαλονίκη 1992, τ. Ε’, σ. 280. 146 Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ , Τὸ περὶ τῶν ἀκτίστων…, ὅπ.π., σ. 19. 147 Ἑβρ. 4, 3. 148 Ματθ. 25, 41. 149 Μάρκ. 9, 44-48. 150 Α’ Κορ. 3, 12-15. Βλ. Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Πεῦσις 73 καὶ 159, MPG 90, 845. 151 Μ α κ α ρ ί ο υ Α ἰ γ υ π τ ί ο υ , Ὁμιλίαι πνευματικαί 11, 2, De Gruyter, Berlin 1964. 152 Βλ. π. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο υ , «Ἀπὸ τὴν φύση ὡς Κόλαση στὸν Παράδεισο τῆς κατὰ φύση προαίρεσης», Σύναξη 122 (2012) 59. 153 Ματθ. 8, 12. 22, 13. 25, 30. Ἡ ἄποψη τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου ὅτι ἡ Κόλαση (πῦρ) εἶναι κτιστή, μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ εἴτε Ὀρθόδοξα, εἴτε Ρωμαιοκαθολικά. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι, ἄν ἡ Κόλαση εἶναι κτιστὴ ἀλλ’ αἰώνια, τότε «μετέχει» σὲ αὐτὴν ὁ Θεὸς κολαστικὰ (ἀρνητικά). 154 Μ α κ α ρ ί ο υ Α ἰ γ υ π τ ί ο υ , λόγ. Β’, 3, ed. H. Berthold, Akademie -Verlag, Berlin 1973: «οἶδα γὰρ σκότος κρυπτόν, λογικόν, ἐγκόσμιον, ἐσώτερον τούτου τοῦ φαινομένου τῆς κτίσεως σκότους καὶ τῆς σκιᾶς καὶ οἶδα ἥλιον τὸν Χριστὸν ἀληθινὸν φωτὸς ἀρρήτου καὶ ἐσώτερον τούτου τοῦ ἡλίου, τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ ἐκείνῃ φαῖνον…».
145

46

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ρία, ἡ ὁποία ὡς ποινὴ εἶναι ἐλαφρότερη τῆς καθαυτό Κολάσεως τοῦ «ἐξωτερικοῦ» πυρός ἤ σκότους. Ἀκόμα δὲ καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «ἐκτίσθη» (δηλ. εἶναι κτι155 στή) · ὅμως, «πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς»156. Ἀλλά, ἄν ἡ Ἐκκλησία (τὸ θεανδρικὸν Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ) εἶναι κτιστή, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Κόλαση νὰ εἶναι ἄναρχη καὶ ἀδημιούργητη; Ἄν δεχτοῦμε τὴν Κόλαση ὡς οὐσιώδη Θεία Ἐνέργεια (μὲ δύο ὄψεις: θετικὴ καὶ ἀρνητική)157, τότε εἶναι «φύσει» καὶ ὄχι «ἐνεργείᾳ» ἄκτιστη. Ὅμως, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι εὐθέως ἀνάλογη μὲ τὴ φύση (ἄκτιστη ἤ κτιστὴ) τοῦ πυρός, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ ἀγάπη Του, εἶναι Θεῖες ἐνέργειες, καὶ πιὸ συγκεκριμένα «φυσικὰ προσόντα» (ἰδιώματα) περί τὴ Θεία οὐσία καὶ ὄχι αὐτὴ ἡ Θεία οὐσία158. Ἄν, λοιπόν, τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως ἀνῆκε στὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ Κόλαση θὰ ἦταν μὲν «φύσει» θεοποιός, ἄκτιστη καὶ ἀγαθή, ἀλλά ἀπό πλευρᾶς μόνο τῶν κολασμένων (οἱ ὁποῖοι λόγῳ πωρώσεως θὰ ἔχουν πνευματικῶς τυφλωθεῖ), θὰ φαινόταν ἁπλῶς ὡς καυστικὴ καὶ κολαστική. Στὴν περίπτωση τότε αὐτὴν ἐρωτᾶται: ἄν οἱ ἁμαρτωλοὶ αὐτοὶ μετανοήσουν, τότε τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως θὰ τοὺς φαίνεται πάλι ὡς ἀγαθόν; Ἐπειδή, κατά τὸν Ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἅγιο Μᾶρκο Ἐφέσου τὸν Εὐγενικό, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ (ἡ ὁποία συνιστᾶ ὀντολογικὴ κατηγορία τῶν ἐνυπόστατων Θείων ἐνεργειῶν καὶ τῶν τριῶν θεαρχικῶν Ὑποστάσεων), ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ θέλησή Του159, ἡ Κόλαση δὲν εἶναι ἁπλῆ ἀπουσία (στέρηση) τῆς Θείας Ἐνεργείας (θεοεγκατάλειψη), ἀλλὰ καὶ γνώμη (ἀπόφαση) τῆς Θείας βουλῆς, ὅπως, ἄλλωστε, βεβαιώνει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος160. Ὡς γνωστόν, τὸ εἶδος τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας τῆς Θείας Χάριτος, ποὺ ἐνέχει προσωπικὸ (ὑποστατικὸ) χαρακτῆρα, διαφέρει ἀπὸ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Πανταχοῦ Παρουσίας τοῦ Θεοῦ161, διότι διὰ τῆς Θείας Χάριτος ὁ Τριαδικὸς Θεός εἶναι παρὼν (δηλ. μετέχεται) κατὰ τελείως διαφορετικό τρόπο στοὺς μετανοήσαντας ἀπὸ ὅ,τι στοὺς ἀμετανοήτους162. Ἐφόσον δὲ ἡ κατάσταση τῆς Κολάσεως δὲν ὑφίσταται ἄνευ τῆς θεἙ ρ μ ᾶ , Ποιμήν, ὅρασις γ’: «πάντων πρώτη ἐκτίσθη», ΒΕΠΕΣ 3, 42. Πρβλ. Κ. Μ ο υ ρ α τ ί δ ο υ , Ἡ οὐσία καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1977. 156 Ματθ. 16, 18. 157 Βλ. Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α , Τὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 188, Κ. Π α π α π έ τ ρ ο υ , Ἡ ἰδιοτροπία, σ. 34. 158 Βλ. Π. Ι. Ρ ω μ α ν ί δ ο υ , Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρτημα, σ. 87. 159 Βλ. ἱερομ. Ε. Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς , ὅπ. π., σ. 65. 160 Ἀντίθετα, κατὰ τὸν Χ. Γ ι α ν ν α ρ ᾶ , ὁ ὁποῖος, ἐκφιλοσοφώντας τὸ δόγμα, γράφει ὅτι «δὲν εἶναι ἡ ἀπόφαση, ἀλλὰ ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν κρίνει» (Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους, σ. 49), ἀντιφάσκοντας ἔτσι, ἐφόσον, ἐνῶ ὀντολογικὰ δέχεται ὅτι στὸν Θεὸ ἡ ὕπαρξη (πρὀσωπο) προηγεῖται τῆς οὐσίας (φύσης) Του, ἐσχατολογικὰ παραδέχεται τὸ ἀντίστροφο. 161 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 168: «πανταχοῦ γὰρ ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὡς οὐκ οὖσα μεθεκτή, μηδενὸς ὄντος κτιστοῦ». 162 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 168: «ἡ θεία ἐνέργεια καὶ χάρις τοῦ πνεύματος, πανταχοῦ παροῦσα καὶ ἀχώριστος αὐτοῦ διατελοῦσα, τοῖς δι’ ἀκαθαρσίαν ἀνεπιτηδείοις πρὸς μετάληψιν,
155

47

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ λήσεως καὶ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ἡ (ἄκτιστη) ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ λειτουργεῖ ἐνεργητικῶς καὶ κατὰ τὴν Κόλαση («ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ἅδην, πάρει»163), ὄχι ὅμως φωτιστικά, ἀλλά ὅπως εἴπαμε, καυστικά. Β) ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ Ἡ Πατερικὴ ἐμπειρία μᾶς ἑρμηνεύει τὸν προσδωκόμενο αἰώνιο Παράδεισο στὸ τέλος τῆς Ἱστορίας, ὄχι ὡς ἕνα τόπο αἰσθητό (ἀφοῦ μὲ τὴ Β’ Παρουσία τοῦ Χριστοῦ μεταποιεῖται/μεταστοιχειώνεται ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος), ἀλλ᾿ ὡς ἕνα «τόπο» πνευματικό, τ.ἔ. ἄλλου εἴδους καὶ ποιότητας κατάσταση· γιὰ τὴν ἀκρίβεια, γίνεται λόγος, ὅπως προείπαμε, ὄχι γιὰ τόπο ἀλλὰ γιὰ ΤΡΟΠΟ ζωῆς. Αὐτὸ θὰ εἶναι ὁ Παράδεισος, ἕνας τρόπος δηλ. ζωῆς αἰωνίου μὲ τὴν αἰώνια κοινωνία καὶ μέθεξη τοῦ Θεοῦ, ὅπως στὴ συνέχεια θὰ ἀναπτύξουμε. Ὁ Παράδεισος παρουσιάζεται ὡς Φῶς, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ὡς «γνόφος» (αὐτὸ ποὺ λέμε ἀντάρα, συννεφιά, ὁμίχλη καὶ σκότος). Ἀκόμη καὶ στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη βλέπουμε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐθεάθη ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ―συγγραφέα, ταυτίζεται, σύμφωνα μὲ τὶς ἐκεῖ περιγραφὲς, ὡς πόλη (ἡ «τετράγωνος πόλις»), ἡ ὁποία ἐκτείνεται σὲ 12.000 στάδια (δηλ. 1.500 χιλιόμετρα), πού εἶναι, βεβαίως, ἕνας συμβολικὸς ἀριθμός, κατὰ τὴ Βιβλικὴ Ἀριθμολογία, καὶ ἔχει στολισμένα τὰ θεμέλια τοῦ τείχους της μὲ πολύτιμους λίθους: «καὶ ὁ θεμέλιος ὁ πρῶτος ἴασπις, ὁ δεύτερος σάπφειρος, ὁ τρίτος χαλκηδών, ὁ τέταρτος σμάραγδος….»164. Ὅλα αὐτὰ εἶναι πραγματικά; Ὄχι, βεβαίως, ἀλλὰ συμβολικά, καὶ παρουσιάζονται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὥστε νὰ «ὑποψιάσει» τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ καὶ τὴν πνευματικὴ αἴσθηση περὶ τοῦ ἀφθάστου καὶ ἀκτίστου μεγαλείου τῆς «ἄνω πόλεως», τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Βεβαίως, νά σημειώσουμε παρενθετικά ὅτι στὴν κατάσταση αὐτὴν θὰ μετέχουν τῆς ἀλήκτου χαρᾶς τοῦ Παραδείσου οἱ σεσωσμένοι. Αὐτοί, κατά τὸν μεγάλο δογματολόγο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, θὰ ἔχουν τὴ δυνατότητα τῆς μεταξύ των ὁράσεως, θὰ βλέπονται, θὰ γνωρίζονται καί θά ἀλληλο-αναγνωρίζονται, ὅπως χαρακτηριστικά ἐπισημαίνει. Πῶς, ὅμως, αὐτό θα συμβαίνει, πῶς θὰ γνωρίζονται ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους; Ὄχι ἀπό τό σχῆμα τοῦ σώματος,
ἀμέθεκτός ἐστιν ὥσπερ ἀποῦσα. Ὥσπερ γὰρ φησιν αἱ τῶν προσώπων ἐμφάσεις, οὐκ ἐν πάσαις ταῖς ὕλαις γίνονται, ἀλλ’ ἐν ταῖς λειότητά τινα καὶ διαφάνειαν κεκτημέναις, οὕτως οὐκ ἐν πάσαις ταῖς ψυχαῖς ἡ τοῦ πνεύματος ἐνέργεια, ἀλλ’ ἐν ταῖς μηδὲν σκολιὸν ἐχούσαις μηδὲ στραγγαλιῶδες. Καὶ πάλιν· πᾶσι μὲν πάρεστι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· ἀλλὰ τοῖς μὲν καθαρεύουσι τῶν παθῶν, τὴν ἰδίαν ἐμφαίνει δύναμιν· τοῖς δὲ τὸ ἡγεμονικὸν συγκεχυμένον ἔχουσιν, ἀπὸ τῶν τῆς ἁμαρτίας σπίλων, οὐκ ἔτι». Πρβλ. Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ , «Ἡ Θεία Χάρις» (ἀνάτυπο ἀπὸ τὴ ΘΗΕ, τόμ. ΙΒ’), Ἀθῆναι 1968, σ. 8, 10. 163 Ψαλμ. 138, 8. 164 Βλ. Αποκ. 21, 14 ἑξ.

48

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ λέγει ὁ Δαμασκηνός, ἀλλ’ ἀπό τό διορατικό (νοητὸ) μάτι τῆς ψυχῆς· δηλ. θὰ ὑπάρχει ἐπικοινωνία νοῶν! «Ναί, ἕκαστος ἀναγνωριεῖ τὸν πλησίον αὐτοῦ, οὐ τῷ τοῦ σώματος σχήματι, ἀλλά τῷ διορατικῷ τῆς ψυχῆς ὄμματι»165. Ἀναφερόμενοι στίς εἰκόνες καί τούς συμβολισμούς, πού μᾶς παρέχουν κάποιον προϊδεασμὸ γιὰ τὶς ἐπουράνιες καταστάσεις, θά μπορούσαμε νὰ σταθοῦμε σὲ μιὰ παραστατική εἰκόνα, πού δείχνει τὸ γεγονός τῆς φωτοφανείας τῶν Ἁγίων καὶ τῶν σεσωσμένων κατά τὴν ἡμέρα τῆς παγκοσμίου Κρίσεως καὶ μετέπειτα στὴν ἀτέρμονη αἰωνιότητα. Ἀκοῦμε στή λεγομένη «Ἐξόδιον Ἀκολουθίαν», ὅπως καί στά ἱερά Μνημόσυνα ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας, ὅτι «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες», δηλαδή θά λάμπουν ὡς ἀστέρες τηλαυγεῖς. Ἀκόμη, στήν Παλαιά Διαθήκη, στό τέταρτο Κεφάλαιο τοῦ βιβλίου Σοφία Σολομῶντος, ἀναφέρεται ὅτι οἱ Ἅγιοι τότε, ἤτοι στὴ μέλλουσα μακαριότητα, «ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται»166. Τί μπορεῖ νὰ σημαίνει αὐτό καὶ πῶς ἐμεῖς θὰ τὸ κατανοήσουμε; Ἕνας Πανεπιστημιακὸς Καθηγητής167, παρομοιάζει αὐτό τό γεγονός τῆς μελλοντικῆς λάμψεως τῶν Ἁγίων μέ ἕνα ἐπίγειο γεγονός, μέσα ἀπό τό ὁποῖο μποροῦμε νά ἀντιληφθοῦμε περίπου τά τῆς ἐκεῖ καταστάσεως γεγονότα καί πράγματα. Ὁμιλεῖ γιά ἕνα παιχνίδι, πού εἶχαν παλιά οἱ Ἐβραῖοι, ἀλλά καὶ σέ μᾶς τὸ συναντᾶ κανείς, κυρίως στὰ χωριά μας, ἀφοῦ ὑπάρχουν κοινές Παραδόσεις τῶν λαῶν τῆς Ἄνατολῆς. Τὸ παιχνίδι αὐτό ἔχει ὡς ἐξῆς: Κατά τίς μεγάλες καλοκαιρινές νύχτες, τά παιδιά μιᾶς γειτονιᾶς ἄναβαν φωτιά καί ἔβαζαν μέσα μεγάλα καλάμια, γιά νά πυρωθοῦν. Στή συνέχεια, χάραζαν ἡμικύκλια στόν ἀέρα μὲ τά πυρωμένα αὐτὰ καλάμια. Οἱ συμπαῖκτες τους ἀπό τήν ἄλλη γειτονιά ἔκαναν ἀκριβῶς τό ἴδιο, πύρωναν τά καλάμια καί χάραζαν καὶ αὐτοὶ κύκλους στόν ἀέρα ἀπό τόν δικό τους χώρο, γιά νά φαίνονται ἀπό μακρυά. Ἔδιναν ἔτσι σημάδια, σάν τίς ἀρχαῖες φρυκτωρίες, οἱ μέν πρός τούς δέ. Νά, λοιπόν, πῶς μποροῦμε κάπως να ὑποψιαστοῦμε, ἀπό τό ὑλικὸ αὐτὸ παράδειγμα, τό γεγονός ὅτι οἱ Ἅγιοι θά ἐκπέμπουν τό φῶς τῆς Χάριτος στὴ μέλλουσα ζωή, ὅπως πνευματικὰ τό ἐξέπεμπαν μέ τήν ἀρετή τους ἤδη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν. Καί στήν ἄληκτη, λοιπόν, αἰωνιότητα, «ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμι διαδραμοῦνται», θὰ λάμπουν καί θά ἀκτινοβολοῦν. Εἶναι, ὄντως, μία εἰκόνα ἐκφαντική! Ὅπως μέσα στὴ νύχτα φωτίζουν οἱ σπίθες τοῦ ἀναμμένου καλαμιοῦ, κατά τόν ἴδιο τρόπο ―τηρουμένων πάντοτε τῶν ἀναλογιῶν― οἱ δίκαιοι θά λάμψουν ὡς σπινθῆρες καί θά ἀκτινοβολοῦν τὸ ἄκτιστο Φῶς τῆς Θείας Χάριτος!

Βλ. Ἰ ω . Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ , Περί τῶν ἐν πίστει κεκοικημένων, ΕΠΕ 4, 194. Σ. Σολ. 3, 1 – 9. 167 Πρόκειται γιὰ τὸν ὁμότιμο Καθηγητή Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, π. Γεώργιο Μεταλληνό.
165 166

49

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Ἀπό αὐτὴν ἐδῶ τή ζωή οἱ Ἅγιοι, μετέχοντας τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, λάμπουν καί ἀκτινοβολοῦν, παρέχοντας σέ ὅλους τήν ἀψευδῆ μαρτυρία τῆς προγεύσεως τοῦ γλυκυτάτου ἐσχατολογικοῦ Παραδείσου. Μὲ ἄλλα λόγια, μᾶς δείχνουν τή «δόξα» καὶ τὴ λαμπρότητα τῆς παμπόθητης Θείας Βασιλείας (δηλ. τῆς Θ. Χάριτος) ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπό ἐδῶ τὴν ἔζησαν, γενόμενοι «κατά Χάριν ἄναρχοι καί ἄκτιστοι», ὅπως γράφει ὁ φαεσφόρος καί θεόπτης ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἄκτιστοι καί ἄναρχοι γίνονται οἱ Ἅγιοι, μολονότι παραμένουν ἐντὸς τῆς κτιστῆς ἀνθρώπινης φύσεώς τους, ἀπό τήν «ἀναπαυομένη» σ᾿ αὐτούς Θεία Χάρη, ἡ ὁποία πρόκειται καί στό μέλλον νά τούς ἀκολουθεῖ: «Οὕτω καί οἱ ἅγιοι, κτιστοί ὄντες κατά τήν οἰκείαν φύσιν, ἄκτιστοί τε καί ἄναρχοι κέκληνται διά τήν ἐπαναπεπαυμένην αὐτοῖς καί συνεσομένην εἰς αἰῶνας ἄκτιστον χάριν τοῦ Θεοῦ»168. Γ) ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ Τὸ ἴδιο, ἀντίστοιχα, περὶ τρόπου (καὶ ὄχι τόπου) ζωῆς ἰσχύει, ἀλλ’ ἀντίστροφα, καὶ γιὰ τὴν Κόλαση, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ δὲν θὰ εἶναι χῶρος ὑλικὸς καὶ αἰσθητός, ἀλλὰ κατάσταση, τρόπος ζωῆς αἰώνιος, χωρὶς τὴν ἀγαπητικὴ μέθεξη τοῦ Θεοῦ. Ἐντούτοις, ὅπως ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μὲν καὶ «ἐντὸς ἡμῶν», ἀλλὰ περιλαμβάνει ἀνακαινιστικὰ καὶ ὅλο τὸ σύμπαν («ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς»), ἔτσι καὶ ἡ Κόλαση (ὡς τυραννία τοῦ διαβόλου) δὲν ὑφίσταται μόνο «ἐντὸς ἡμῶν», ἀλλά, κατὰ τοὺς Πατέρες (Ἰω. Χρυσόστομο, Ἰω. Δαμασκηνὸ κ.ἄ.) καὶ σὲ ἕνα περι-ορισμένο νοητὸ τόπο. Βέβαια, ὁ Καθηγητὴς Ν. Ματσούκας ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ Κόλαση τῶν ἁμαρτωλῶν θὰ εἶναι ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μιὰ ἐσωτερικὴ ὑπαρξιακὰ δική τους (ἐνδοανθρώπινη) κατάσταση169. Μιλώντας, ὅμως, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος γιὰ τὸ κολαστικὸ πῦρ, γράφει ὅτι δὲν ἔχει καμιά συγγένεια ἤ ὁμοιότητα μὲ ἀνθρώπινες – ψυχικὲς (συνειδησιακὲς) καταστάσεις170. Τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως δὲν εἶναι μόνο συνειδησιακό, διότι τότε, ἁπλούστατα, δὲν θὰ ἦταν Θεῖο (ἄκτιστο). Ἐφόσον, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, τὰ σώματα καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν θὰ εἶναι στερημένα τῆς Θείας δόξας, δηλ. τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, ἀδυνατοῦν νὰ «κοινωνοῦν», ἔστω καὶ ἀρνητικά, αὐτῆς τῆς Θείας θέας, καὶ μάλιστα κατ’ ἄκτιστο τρόπο, εἰμὴ μόνο ὡς συνεχῆ ὑπὸ τοῦ ἁμαρτωλοῦ αἴσθηση τῆς καυστικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ διδασκαλία, ὅτι τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως εἶναι ψυχικό, εἶναι Ὠριγενική, ὅπως θὰ ἀναπτύξουμε ἐκτενέστερα σὲ ἄλλο Κεφάλαιο τοῦ παρόντος. Πάντως, στὴν Ἁγία Γραφὴ βλέπουμε νὰ παρουσιάζεται ἡ ΚόΓ ρ η γ ο ρ ί ο υ τ ο ῦ Π α λ α μ ᾶ , Λόγος ἀντιρρητικός Γ’ 4, 9, ΕΠΕ 5, 370-372. Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία, τ. Β’, σ. 544: «Ἡ κατάσταση αὐτὴ τῶν κολασμένων εἶναι ἀποκλειστικὰ δική τους στάση». 170 Κατηχητικός λόγ. 40, PG 45, 104.
168 169

50

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ λαση πότε ὡς φωτιά («πῦρ αἰώνιον»), καὶ πότε ὡς σκοτάδι («σκότος ἐξώτερον»)· ἤ ὡς ἕνα ἀπληστόκορο γιγάντειο σκουλήκι (μεγάλο φίδι), ἤ μὲ πλῆθος ἄλλων ζώων (βλ. θηριομορφία)171, ποὺ ἐπώδυνα θὰ τρώει τὰ σώματα τῶν νεκρῶν, χωρὶς ὅμως αὐτὰ ποτὲ νὰ δαπανῶνται172 (πρβλ. τιμωρία Προμηθέα). Πρόκειται γιὰ μιὰ παλαιὰ ἰουδαϊκὴ Ἀποκαλυπτικὴ ἀντίληψη173, ποὺ διασωζόταν ἀκόμα καὶ στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ ὅλα αὐτὰ μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε τή φοβερή ὀδύνη τῆς Κολάσεως (ἡ ὁποία, ἐκτός τῶν ἄλλων, θά συνίσταται στοὺς βασανισμούς τῶν κολασμένων ἀπὸ τοὺς δαίμονες ἀλλὰ καὶ στὴν ἀπομόνωση μεταξύ τους, δηλ. τήν ἔλλειψη ἐπικοινωνίας) ἀπό ἕνα περιστατικό, πού ἔχει σχέση μέ τόν Ἀββᾶ Μακάριο τόν Αἰγύπτιο, ὅπως τό περιγράφει ἡ ἱερὴ Φιλοκαλία τῶν ἁγίων Νηπτικῶν Πατέρων. Ὁ Μακάριος βαδίζει ἐν προσευχῇ μέσα στή βαθιά ἔρημο καὶ κάποια στιγμή ἡ βακτηρία του ἀκουμπᾶ τό κρανίο ἑνός αἱρεσιάρχου, κατά τὸ θέλημα, βεβαίως, τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή ἐκείνου τοῦ αἱρεσιάρχου μέσα ἀπό τήν Κόλαση αἰσθάνεται μέ αὐτό το ἅγιο ἄγγιγμα τοῦ γυμνοῦ κρανίου κάποια ἀνακούφιση. Ὁ Ἀββᾶς συνδιαλέγεται μέ τό ἄψυχο κρανίο, τό ὁποῖο θαυματουργικῶς ὁμιλεῖ. Ἐρωτᾶ ὁ Ὁσιος ποιά εἶναι ἡ κατάσταση τῶν κολαζομένων στήν ἄλλη ζωή. Ἡ ἀπάντηση εἶναι πολύ σημαντική. Στὴν ἄλλη ζωή, λέγει τὸ κρανίο, τό πρόσωπο τοῦ ἑνός εἶναι κολημμένο στή ράχη τοῦ ἄλλου καί ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὴ καμία διαπροσωπικὴ ἐπικοινωνία, δηλ. δυνατότητα νά ἀντικρύζει ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου: «Καὶ οὐκ ἔστι πρόσωπον πρὸς πρόσωπον θεάσασθαι τινά, ἀλλά τό πρόσωπον ἑκάστου, πρός τόν ἕτερον νῶτον κεκόλληται»174. Συνεπῶς, οἱ κολασμένοι στεροῦνται ἀκόμα καί αὐτῆς τῆς διαπροσωπικής ἐπικοινωνίας καὶ παρηγοριᾶς. Ὅμως, δίδεται μία μικρή εὐκαιρία κάποιας στιγμιαίας, θά λέγαμε, ἀνακούφισης καὶ ἐπικοινωνίας μεταξύ τους, βλέποντας γιὰ λίγο ὁ ἕνας τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου, ὅταν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ ζῶντες πιστοί προσευχηθοῦν (ἰδίως μέσα στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας) καὶ τελέσουν φιλανθρωπίες καὶ ἱερὰ Μνημόσυνα γι᾿ αὐτούς175.
Βλ. ἁγίου Ἀ ν δ ρ έ α τοῦ κατὰ Χριστὸν Σαλοῦ (Ν ι κ η φ ό ρ ο υ πρεσβυτέρου), Διήγησις τοῦ βίου, MPG 111, 772A-773B. Στὴν Κοπτικὴ Εἰκονογραφία τῆς Κολάσεως οἱ δαίμονες («ἄγγελοι τοῦ θανάτου») παρουσιάζονται μὲ μορφὲς ζώων [βλ. O. F. A. M e i n a r d u s , “An Inquiry: The Coptic Iconography of Hell”, Ἐκκλησία καὶ Θεολογία 6 (1985) 714]. 172 Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς Ψαλμ. 33, MPG 30, 372A-B, Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Θεόδωρον ἐκπεσόντα 1, 10, ed. J. Dumortier, Εἰς Ἐφ. 24, 5, MPG 62, 168. Πρβλ. Μάρκ. 9, 46. 173 Β’ Ἐνὼχ 10. 51, 1, Γ’ Βαροὺχ 4, 1-5. 174 Μ α κ α ρ ί ο υ τ ο ῦ Α ἰ γ υ π τ ί ο υ , Ἀποφθέγματα, ΜPG 34, 257 CD-260 Α. 175 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ἰω. 62, 5, MPG 59, 342, Εἰς Πράξ. 21, 4, MPG 60, 169: «Ἔστι γάρ, ἔστιν, ἐὰν θέλωμεν, κούφην αὐτῷ γενέσθαι τὴν κόλασιν. Ἄν οὖν εὐχὰς ὑπὲρ αὐτοῦ ποιῶμεν συνεχεῖς, ἄν ἐλεημοσύνην διδῶμεν· κἄν ἐκεῖνος ἀνάξιος ᾖ, ἡμᾶς ὁ Θεὸς δυσωπήσεται. Εἰ διὰ Παὺλον ἑτέρους διέσωσε, καὶ δι’ ἄλλους ἄλλων φείδεται, πῶς οὐχὶ καὶ δι’ ἡμᾶς τὂ αὐτὸ τοῦτο ἐργάσεται;…Οὕτω μετὰ παῤῥησίας αὐτὸν παραιτήσεται τότε ἡ γυνή, λύτρον ὑπὲρ αὐτοῦ καταθεμένη. Ὅσῳ πλειόνων γέγονεν ἁμαρτημάτων ὑπεύθυνος, τοσούτῳ μειζόνως αὐτῷ δεῖ τῆς ἐλεημοσύνης…δυσωπήσει τοῦτο τὸν Θεόν». Ὅτι τὰ Μνημόσυνα, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὠφελοῦν τὶς ψυχὲς τῶν μὴ θανάσιμα ἁμαρτωλῶν κεκοιμημένων ἀναφέρεται, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, καὶ στὴ Ραββινικὴ Γραμματεία (b Berakhot 15b). Γιὰ
171

51

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Αὐτὸ ἀποκάλυψε τό κρανίο ἐκείνου τοῦ αἱρεσιάρχου στόν Ἀββᾶ Μακάριο, κατά τήν προαναφερθεῖσα διήγηση: «Ὥς οὖν εὔχῃ ὑπέρ ἡμῶν, ἐκ μέρους τις θεωρεῖ τό πρόσωπον τοῦ ἑτέρου. Αὕτη ἐστιν ἡ παραμυθία…»176.

περισσότερα βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , «Ἡ Φαινομενολογία τῶν Νεκρωσίμων Ἀκολουθιῶν», Ἀνάτυπο ἀπὸ περιοδ. ΕΚΚΛΗΣΙΑ 1984, Β. Θ. Κ ο ν τ ο β ᾶ , «Ἡ περὶ μνημοσύνων ἔρις καὶ ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ψυχῆς μετὰ θάνατον», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 723 (1988) 603, 613-615, Π. Α. Ὑ φ α ν τ ῆ , «Βικεντίου Δαμοδοῦ, Περὶ κρίσεως καὶ περὶ συγγνωνῶν», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 749 (1993) 509-536. 176 Ὅπ.π.

52

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ
Α) ΓΕΝΙΚΑ Τί εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποία συνεχῶς μᾶς ὁμιλοῦν τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, ψάλλουν οἱ Ὕμνοι, ἀναφέρουν τὰ διάφορα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα καὶ κηρύττουν οἱ θεολόγοι καὶ οἱ πνευματικοί μας Πατέρες; Μήπως πρόκειται γιὰ μία ἐγκόσμια πραγματικότητα, ὅπως πολλοί τήν ἑρμηνεύουν, ἀπὸ τὴν ἐποχῆ τοῦ βασιλιᾶ Ἡρώδη, τοῦ Ποντίου Πιλάτου καὶ τῶν (τότε καὶ σήμερον) Ἰουδαίων; Μήπως ἀναφέρεται σὲ κάποιο … (ἐπίγειο) «Κράτος τοῦ Θεοῦ» (De civitate Dei), ὅπως, ἐν ἀγνοίᾳ του, θεωροῦσε Πλατωνικὰ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ἐπίσκοπος Ἰππῶνος καί Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας (ταυτίζοντάς την ἐξ ὁλοκλήρου καὶ παντελῶς μὲ τὴν Ἐκκλησία) καὶ ὅπως διακηρύσσουν καὶ σήμερα οἱ Χιλιαστὲς κ.ἄ., τὸ ὁποῖο «Κράτος τοῦ Θεοῦ» αὐτὸ κάποτε θὰ ἐγκαθιδρυθεῖ ἐδῶ στὴ γῆ δυναμικά, σύμφωνα μὲ τὰ σχέδια τῶν Σιωνιστῶν καὶ τῶν διαφόρων Νεοταξιτῶν; Ὄχι βεβαίως! Αὐτὲς εἶναι ἐντελῶς κοσμικές, χιλιαστικές, παχυλές καὶ μή Ὀρθόδοξες ἀντιλήψεις. Ἀρχικά, οἱ ἀντιλήψεις περὶ ἐγκόσμιας πραγματικότητας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπικρατοῦσαν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθοῦσαν νά ὑπάρχουν μετέπειτα στὰ χρόνια τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, ἡ ὀρθὴ διδασκαλία περὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐμπερικλείει ὅλο τὸ περιεχόμενο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ἔχοντας, φυσικά, τὶς ἀπαρχές της στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπου ὑπάρχουν καὶ οἱ προτυπώσεις ὅλων τῶν γεγονότων τῆς Θείας Οἰκονομίας, καθὼς γνωρίζουμε. Ἐν προκειμένῳ, θὰ πρέπει νὰ θυμηθοῦμε τὴ χαρακτηριστικὴ ρήση τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου: «Ἡ Καινὴ Διαθήκη κρύβεται στὴν Παλαιὰ καὶ ἡ Παλαιὰ φανερώνεται στὴν Καινή»· ἤ, μὲ διαφορετικὴ διατύπωση, τὴν ἀντίστοιχη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσόστομου: «Προέλαβε τὴν Καινὴν ἡ Παλαιὰ καὶ ἡρμήνευσε τὴν Παλαιὰν ἡ Καινὴ»177. Ὁ Κύριός μας, ὁ ἐνεργῶν τὴ σωτηρία μέσα στόν κόσμο ὡς ἄσαρκος Λόγος κατὰ τὴν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ ὡς ἔνσαρκος κατὰ τὴν Καινὴ πλέον κτίση, Αὐτὸς «ὡς ἀρχηγὸς παλαιᾶς τε καὶ καινῆς» κήρυξε στὸν κόσμο τὸ «Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας», ὅπως τὸ βλέπουμε στὶς σχετικὲς περικοπὲς καὶ Παραβολές, ποὺ ἀναγινώσκονται στοὺς ἱεροὺς ναοὺς, λέγοντας σαφῶς καὶ αὐθεντικῶς ὅτι «πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ»178. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἱστορικά πραγματοποιεῖται (ἢ ἐμφανίζεται) μὲ τὴν ἐκλογὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ ἐκλεκτοῦ καὶ «περιουσίου» ἐκείνου λαοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ τῶν κατὰ καιροὺς
177 178

Εἰς τὸ Ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου, ΜPG 50, 796. Μάρκ. 1, 14.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἀπεσταλμένων τοῦ Θεοῦ, Προφητῶν, Πατριαρχῶν, Κριτῶν καὶ Δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁδηγεῖται στὴ γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ἔτυχε πλουσίων καὶ πυκνῶν εὐεργεσιῶν ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεό, μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ θεοκρατικὸ βασίλειο, πού ζοῦσε, ἀλλά, κάποιες φορές, δοκίμαζε καὶ τὴν αὐστηρὴ «παιδεία» Του, τὴν ἐκφαινομένη διὰ ποικίλων τιμωριῶν, ὁσάκις παρεξέκλινε τῆς ὀρθῆς ὁδοῦ τῆς θεογνωσίας. Καὶ αὐτὸ τὸ βλέπουμε, ὅταν λ.χ. κάνει λόγο ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὶς δοκιμασίες καὶ τὴ θεοεγκατάλειψη τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ τὶς αἰχμαλωσίες του σὲ ἀλλόφυλα ἔθνη καὶ λαούς κ.ο.κ. Στὰ χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ λεγομένη Μεσσιανικὴ ἐποχὴ ἀναμενόταν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὡς μία ἐποχὴ πολιτικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἰσραήλ καὶ λυτρώσεώς του ἀπὸ τοὺς ποικίλους ὁρατοὺς ἐχθρούς. Παρὰ ταῦτα, ὑπῆρχε, ἔστω καὶ σὲ ὀλίγους (τὸ λεγόμενο θεολογικῶς λεῖμμα), ἡ προσδοκία τοῦ ἐρχόμενου Μεσσία, ὡς Λυτρωτοῦ καὶ Σωτῆρος τοῦ κόσμου καὶ ἀναδημιουργοῦ τῆς πεσούσης πνευματικῶς ἀνθρωπότητας. Αὐτὸ ἦταν, ἄλλωστε, καὶ τὸ κήρυγμα τῶν Προφητῶν, τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν κόσμο τότε, ἀλλά ὅπως εἴπαμε, ὀλίγοι εἶχαν ἐνστερνιστεῖ καὶ εἶχαν ἀποδεχθεῖ τὸ μήνυμα αὐτὸ τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἀναμενομένης Χάριτος τοῦ ἐλευσομένου Μεσσία καὶ Λυτρωτοῦ τοῦ κόσμου. Καὶ, ὅταν πλέον ἦλθε τὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου»179, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα τοῦ χείρονος μεταλαβών, μεταδῷ μοι τοῦ βελτίονος»180· τότε Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ὁ Ἐνανθρωπήσας Θεός διακηρύσσει μὲ τὴ θεϊκή Του αὐθεντία ὅτι ἦλθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ κηρύξει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: «Εὐαγγελίσασθέ με δεῖ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐπὶ τοῦτο ἀπεστάλην», ὅπως διαβάζουμε στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο τοῦ Εὐαγγελιστῆ καὶ ἰατροῦ Λουκᾶ181. Αὐτὴ ἡ κηρυττομένη ὑπὸ τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ «Βασιλεία», δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ὑλιστικὴ πραγματικότητα καὶ τὴν κατὰ κόσμον εὐημερία, κατὰ τὶς παχυλὲς ἰδέες τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ (πρβλ. memlakhah), ὁ ὁποῖος ἀνέμενε τὸν Μεσσία (Χριστὸ) ὡς ἐπίγειο ἄρχοντα, ἐλευθερωτὴ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους καὶ θριαμβευτή, ἀλλά εἶναι μία Θεία, Ἁγιοπνευματική, κτιστο-άκτιστη (ἐγκόσμια καὶ ὑπερκόσμια, ἔγχρονη καὶ ἄχρονη, παροντικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ) πραγματικότητα182, ποὺ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης τὴν ταυτίζει μὲ τὴ Θεία Χάρη, τὴν Ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ Ἄκτιστο Φῶς, τὴ Θεία Δόξα, τὴν Ἀλήθεια, τὴ Ζωὴ183 κ.λπ. Σήμερα ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ γνωρίζουμε πλέον καλὰ ὅτι «ἡ ὑπὸ τοῦ Κύριου κηρυττομένη βασίλεια εἶναι πνευματικὴ τὸν χαρακτῆρα, ἐσωτερική, ἀντίθετος πρὸς τὴν
Γαλ. 4, 4. Δοξαστικὸν ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. 181 Λουκ. 4, 13. 182 Πρακτικὰ Δευτέρου Συνεδρίου Ὀρθοδόξου Θεολογίας (Ἀθῆναι 12-29 Αὐγούστου 1976), ἐποπτ. Σ. Ἀγουρίδη, Ἀθῆναι 1980, σ. 220. 183 Βλ. Μ. Φ αρ ά ν τ ο υ , «Ἡ Θεία Χάρις» (ἀνάτυπο ἀπὸ τὴ ΘΗΕ, τόμ. ΙΒ’), Ἀθῆναι 1968, σ. 5-7.
179 180

54

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ λάμψιν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν δύναμιν καὶ δόξαν τῶν βασιλείων τοῦ κόσμου τούτου καὶ πρὸς τὰς διεπούσας ταύτας ἐγκοσμίους ἀρχάς. Καὶ τὰ μέσα τῆς διαδόσεως τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πνευματικά, ἀλλὰ καὶ οἱ σκοποὶ καὶ τὰ ἀγαθὰ καὶ αἱ εὐλογίαι της εἶναι πνευματικά, ὑπερκόσμια καὶ ἄφθαρτα, ἐντελῶς διάφορα καὶ πρὸς τὰς ἐλπίδας τῶν ἰουδαίων καὶ πρὸς τὰ γνωρίσματα καὶ τὰς ἰδέας τῶν ἐπιγείων βασιλείων»184. Στὸ κατὰ Ἰωάννη ἅγιο Εὐαγγέλιο, παρουσιάζεται ἁπτὰ αὐτὴ ἡ πραγματικότητα, ὅταν ὁ ὑπὲρ τοῦ κόσμου παθών ἀναμάρτητος Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπολογεῖται στὸν Πιλάτο, ποὺ Τὸν ἐρωτᾶ ἄν εἶναι βασιλεύς, καὶ ἀπαντᾶ μὲ τὰ ἀθάνατα ἐκεῖνα λόγια: «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου»185. Ἀλλάζει, λοιπὸν, ὁ Ἰησοῦς τὰ ἰσχύοντα τότε δεδομένα· ἀνατρέπει τὴν παχυλότητα τῆς ἀντιλήψεως τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς του περὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοποθετεῖ τὰ Θεῖα πράγματα στὴν ὀρθή τους βάση καὶ μᾶς λέγει ποιὸς εἶναι ὁ χαρακτήρας αὐτῆς τῆς Θείας πραγματικότητας, ἡ ὁποία βιώνεται, ὅπως θὰ δοῦμε, ἤδη ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτήν, μέχρι νὰ ὁλοκληρωθεῖ «ὡς ἐν οὐρανῷ». Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ186, ἡ ὁποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἄκτιστη Θεία Χάρη καὶ Δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀρχίζει ἀπὸ τὸ «ἐδῶ καὶ τώρα» τῆς Ἱστορίας καὶ συνεχίζεται στὸ Ἐπέκεινα, στὴν ἀτελεύτητη Αἰωνιότητα. Μέσα στὰ Εὐαγγέλια, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παρουσιάζεται ὡς παροῦσα ἤδη (μέσα στὴν Ἐκκλησία ὡς εἰκονικὴ προγευστρίδα της), ἀλλὰ καὶ ὡς προσδοκώμενη (ἐσχατολογικὴ)187 ταυτόχρονα188. Τὴν ἀπαρχήν αὐτῆς τῆς «Βασιλείας» εἶδαν καί προγεύτηκαν οἱ πρόκριτοι τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ (Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης), ἀφοῦ, κατά τὴν ἑρμηνεία πολλῶν Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων189, τά λόγια τοῦ Κυρίου, τά ὁποῖα εἶπε, ἀπευθυνόμενος στούς Μαθητές του, ὅτι άνάμεσά τους βρίσκονται κάποιοι, οἱ ὁποῖοι δέν θά πεθάνουν πρίν δοῦν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ νά ἔρχεται «ἐν δυνάμει» («Ἀμήν λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἐστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσωνται θανάτου, ἕως ἄν ἴδωσι τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει»190), ἐκπληρώθηκαν κατά τήν πανέκλαμπρη καί φαεσφόρο Μεταμορφωσή Του ἐπάνω στό ὄρος Θαβώρ. Τότε, οἱ τρεῖς Μαθητές τοῦ Σωτῆρος, εἶδαν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκτιστη Δόξα Του, τὴ Θεία Του ἐνέργεια, τήν προεικόνιση τῆς μελλονικῆς καταστάσεως καί ἀναστάσεως, τήν «ἐναλλαγήν τῶν βροτῶν», ὅπως πολὺ ὡραῖα ψάλλει ἡ Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλά, γιά νά ἀξιωθοῦν νά δοῦν, καὶ μάΒλ. Β. Χ. Ἰ ωα ν ν ί δ ο υ , «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ΘΗΕ 3 (1963) 662. Ἰω. 18, 36. 186 Πρβλ. Β. Χ. Ἰ ω α ν ν ί δ ο υ , Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Κ. Διαθήκης, Ἀθῆναι 1955, τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ , «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ΘΗΕ 3 (1963) 658-671. 187 Κυρίως στὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. 188 Βλ. Μ. Ἐ. Κ ό ν ι α , «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος καὶ καθηγητής», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 812 (2006) 971. 189 Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς, Ὠριγένης κ.ἄ. 190 Μάρκ. 9, 1.
184 185

55

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ λιστα μὲ μεγάλη δυσκολία, αὐτήν τήν «ἐναλλαγή», τήν «ἀπαστράπτουσαν Δόξαν τῆς Θείας Βασιλείας», ὑπέστησαν προηγουμένως καὶ οἱ ἴδιοι κάποια μεταλλαγή («καλὴν ἀλλοίωσιν»), ἀκόμα καὶ τῶν σωματικῶν τους αἰσθήσεων, «ἐπί τό πνευματικώτερον», ὅπως θά τονίσει ὁ ἐμπειρικός θεολόγος καί θεόπτης, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς191. Μάλιστα δέ, ὁ αὐτὸς ἱερὸς Πατήρ, στήν ὑψηλή καί θεολογικώτατη ἐκείνη ὁμιλία του στήν ἔνδοξη Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, θά μᾶς πεῖ ὅτι ἡ Βασιλεία ταυτίζεται ὡς ἐνέργεια μέ τόν Βασιλέα καί, ὅπως παντοῦ εἶναι ὁ Βασιλεύς, ἔτσι παντοῦ βρίσκεται καί ἡ Βασιλεία, ἀφοῦ τό «ἔρχεται» δέν σημαίνει πώς εἶναι κάπου μακριά, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτή φανερώνεται μέ τή δύναμη τοῦ Παναγίου Πνεύματος192. Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παρουσιάζεται καὶ ὡς μελλοντικὸ193 ἀγαθὸ στὴ γνωστή ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία τοῦ Κυρίου, ὅπου περιγράφονται οἱ προϋποθέσεις τῶν Μακαρισμῶν γιὰ τὴν ἀπόκτησή της, οἱ ὁποῖες, βεβαίως, εἶναι οἱ ἀρετές: ἡ πραότητα, ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ «πτωχεία τοῦ πνεύματος» καὶ ὁ διωγμὸς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, λοιπόν, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν ἐσχατολογικό της χαρακτήρα, «οὐκ ἐστι βρῶσις καὶ πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ ἄσκησις σὺν ἁγιασμῷ»194, ὅπως γλαφυρά τὸ διατυπώνει πάλι ἡ Ἐκκλησία μας κατὰ τὴν περίοδο τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς195. Εἶναι, ἑπομένως, ἀπαραίτητο νὰ κατανοηθεῖ καλὰ ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν συνιστᾶ μία ἐγκόσμια, ὑλιστική, εὐημερία, ἀλλά ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν παρουσία τοῦ ἀκτίστου μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο, τὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο, καὶ τὴ δυνατότητα τοῦ κτιστοῦ νὰ ἑνωθεῖ «ἐν Χάριτι» μὲ τὸ ἄκτιστο, ὥστε ―μὲ τὴ μετοχὴ αὐτὴ στὸ Φῶς τῆς Θείας Βασιλείας ἀπὸ τὴ ζωὴ ἤδη αὐτήν― νὰ λάβει χώρα ἡ ἐπ᾿ ἄπειρον ἀκόρεστη θέα, διακριτὴ μετοχή, κοινωνία, μίξη καὶ κίνηση τῶν ὄντων στὰ ἄπειρα βάθη τῆς θεότητας διηνεκῶς. Εἶναι δὲ ἄκρως ἀπαραίτητο νὰ συνειδητοποιήσουμε τὰ αἰώνια λόγια τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ, ὅτι ἡ Βασίλεια Του «ἐντὸς ἡμῶν ἐστι»196, ἀφοῦ δι᾿ Αὐτοῦ τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐνανθρώπησή Του καὶ τὸ ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, ἡ Οὐράνια Βασιλεία φανερώθηκε στὸν κόσμο, ἐξαπλώθηκε κατόπιν στοὺς λαούς, ἁγίασε ὁλόκληρη τὴν κτίση, ἐνῶ θὰ
Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , Ἔργα, «Λόγος εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Χριστοῦ», ΕΠΕ 10, 374: «Ἐνηλλάγησαν οὖν και οὖτω τήν ἐναλλαγήν εἶδον». 192 Ὅπ.π., σ. 364: «Πανταχοῦ ἐστιν ὁ τοῦ παντός βασιλεύς καί πανταχοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία αὐτοῦ, ὥστε τό ἔρχεσθαι αὐτοῦ τήν βασιλείαν, οὔ τό ἄλλοθεν ἀλλαχόσε παραγίγνεσθαι δηλοῖ, ἀλλά τό φανεροῦσθαι ταύτην τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος». 193 Πρβλ. Γ. Π. Π α τ ρ ώ ν ο υ , Σχέσις παρόντος καὶ μέλλοντος εἰς τὴν περὶ βασιλείας τοῦ Θεοῦ διδασκαλίαν τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας, Ἀθῆναι 1975. 194 Ρωμ. 14, 17. 195 Βλ. Δοξαστικὸ τῶν Αἴνων τῆς Ε’ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν. 196 Λουκ. 17, 21.
191

56

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ἐμφανιστεῖ στὸν μέλλοντα αἰώνα μὲ ὅλη της τὴ λαμπρότητα καὶ μεγαλοπρέπεια. Τὴν ὡς ἄνω μεγάλη καὶ σώζουσα αὐτὴν ἀλήθεια μᾶς παρουσιάζουν καὶ οἱ σχετικὲς Εὐαγγελικὲς Παραβολές, ὅπως λ.χ. τῶν γάμων, τῶν δέκα Παρθένων, τοῦ μεγάλου Δείπνου, τῆς σαγήνης καὶ τῆς ζύμης, μὲ τὴ γνωστή καὶ χαρακτηριστικὴ φράση: «Ὡμοιώθη ἡ Βασίλεια τοῦ Θεοῦ». Δὲν λησμονοῦμε, ἐπίσης, ὅτι καθημερινὰ στὴν Κυριακὴ προσευχή, τὸ «Πάτερ ἡμῶν», ζητοῦμε τὴν ἔλευση197 τῆς Βασιλείας Του «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Σ᾿ αὐτὴν τὴ Βασιλεία, «τὴν ἡτοιμασμένην ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ἀναφέρεται στὸ 25ο Κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, μᾶς καλεῖ, κατὰ τὰ Ἔσχατα, ὁ Χριστὸς, ἐνῶ ἀπὸ αὐτὴν ἤδη ἐδῶ τὴ ζωὴ λαμβάνει χώρα ἡ πρόγευσή της. Καὶ αὐτή ἡ πρόγευση πραγματοποιεῖται σέ μιά συνεχῆ, πνευματική καί ἀσκητικὴ αἱματηρὰ (σταυρώσιμη) πορεία ἐν μέσῳ ὠδίνων καί ὀδυνῶν, μέ ἀγώνα ἀδιάκοπο γιά τὴ διατήρηση (καὶ ὄχι ἁπλῆ συντήρηση) τοῦ μεταβαπτισματικοῦ χαρισματικῶς φωτισμοῦ (προσωπικῆς μας Πεντηκοστῆς) διὰ τῆς τηρήσεως τῶν Θείων ἐντολῶν καὶ τῆς ἀξίας μετοχῆς μας στὰ ἅγια Μυστήρια, τά ὁποῖα τελεσιουργοῦνται στὴν Ἐκκλησία, ὅπου ὁ Παράκλητος (τὸ Πανάγιον Πνεῦμα) ἐνεργεῖ διαχρονικά, τελεταρχῶν αὐτὸν τὸν μυστικὸ «ἀρραβῶνα», τ.ἔ. τὴ μυστικὴ μέθεξη τῆς κτιστῆς μας ὕπαρξης στὴν ἄκτιστη, «οὐράνια», Βασιλεία, στὰ ὅρια ἀκόμη τῆς παρούσης ζωῆς. Ὡς γνωστό, σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐσχατολογικὴ Βασιλεία κάλεσε, ὄντας ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ὁ Δεσπότης Χριστὸς τὸν εὐγνώμονα καὶ εἰλικρινῶς μετανοοῦντα ληστή, τοῦ ὁποίου ἡ μετάνοια «τὸν παράδεισον ἐσύλησε»198, βεβαιώνοντάς τον ὅτι «Σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ»199. Ἐδῶ, ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, δεινός σχολιαστὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, θὰ μᾶς πεῖ ὅτι ὁ Παράδεισος μὲ τὴν Οὐράνια Βασιλεία ταυτίζονται, ἀφοῦ ὁ ληστής «ἐστὶ μὲν ἐν παραδείσῳ, ἤτοι τὴν βασιλείαν»200. Ὁμοίως, ἕνας ἄλλος ἀρχαῖος ἑρμηνευτής, ὁ Ἀρέθας Καισαρείας, γράφει ὅτι πρέπει νὰ ἐκλαμβάνουμε τὸν Παράδεισο ὡς αὐτὴν τὴν Αἰώνια Ζωή: «Παράδεισον, τὴν μακαρίαν καὶ αἰωνίζουσαν ἐκληπτέον ζωὴν»201. Παράδεισος, λοιπόν, Αἰώνια Ζωὴ, Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ Βασίλεια τοῦ Θεοῦ ταυτίζονται. Πρός αὐτήν τή Θεία Βασιλεία στρέφονται οἱ ἅγιες ἐλπίδες καί οἱ πνευματικὲς ἀναβάσεις τῆς καρδίας μας· πρός αὐτήν κατατείνουν ὅλοι οἱ ἱεροί μας πόθοι· ἐκεῖ στρέφεται νοσταλγικά ἡ ψυχή μας, μετά ἀπό τήν «πικράν ἐξορίαν» ἐκ τῆς Ἐδέμ. Ἀλλά, καί γι᾿ αὐτήν τὴ Βασιλεία ἔγιναν τά πάντα! Σέ μιά σχετική ὁμιλία του, ὁ κήρυκας τῆς Χάριτος, ἅγιος Γρηγόριος ὁ
197 Πρβλ. Π. Β α γ ε ν ᾶ , Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου, τ. Α’-Γ’, Ἱ. Μ. Παντοκράτορος Ἁγ. Ἀθανασίου, Σκριπερό Κέρκυρας 2000. 198 Βλ. Ὑπακοὴ τοῦ Α’ ἤχου, πρὸ τῶν Ἀναβαθμῶν. 199 Λουκ. 23, 43. 200 Ὑπόθεσις τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου, ΜPG 123, 1106. 201 Συλλογὴ ἐξηγήσεων, ΜPG 106, 529.

57

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Παλαμᾶς, δίδασκε στό ποίμνιό του ὅτι πρός τόν σκοπό αὐτόν ἀπέβλεπε ἡ ἀπό τήν ἀρχή σύσταση τοῦ κόσμου καί ἡ προαιώνια βουλή τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία ὁ Λόγος Του ἔπλασε τόν ἄνθρωπο «κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσίν του». Αὐτά ὅλα ἔγιναν, γιά νά μπορέσει κάποτε ὁ ἄνθρωπος νά χωρέσει τή μεγαλειότητα τῆς Θείας Βασιλείας, τή μακαριότητα τῆς Θείας κληρονομίας, τήν τελειότητα τῆς εὐλογίας τοῦ οὐρανίου Πατρός, γιά τήν ὁποία, λέγει, ἔγιναν τά πάντα, ὁρατά και ἀόρατα. Πολύ χαρακτηριστικὰ ἀλλὰ καὶ διδακτικὰ τὰ λόγια τοῦ θεόπτου ἁγίου Γρηγορίου, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Ὁμολογητοῦ τῆς Πίστεως καί στυλοβάτου τῆς Ὀρθοδοξίας! «Ὄντως, πρός τοῦτο ἔβλεπεν ἡ ἀπ᾿ ἀρχῆς καταβολή τοῦ κόσμου∙ καί διά τοῦτο τό τέλος ἡ ἐπουράνιος ἐκείνη καί ἀρχαιοτάτη τοῦ Πατρός βουλή, καθ᾿ ἥν ὁ τῆς μεγάλης βουλῆς τοῦ Πατρός ἄγγελος, οὐ κατ᾿ εἰκόνα μόνον, ἀλλά καί καθ᾿ ὁμοίωσιν οἰκείαν ἀπειργάσατο ζῶον τόν ἄνθρωπον, ἵνα δυνηθῇ ποτέ χωρῆσαι τήν μεγαλειότητα τῆς θείας βασιλείας, τήν μακαριότητα τῆς θείας κληρονομίας, τήν τελειότητα τῆς τοῦ ἀνωτάτου Πατρός εὐλογίας, δι᾿ ἥν πάντα ἐγένετο τά ὁρατά καί τά ἀόρατα»202. Συμπερασματικῶς, σημειώνουμε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐμφανίζεται θεολογικῶς νὰ ἔχει δύο, μεταξύ τους συνδεόμενες, μορφές: τὴν ἐπίγεια, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴ στρατευομένη Ἐκκλησία, καὶ τὴν ἐσχατολογική, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία203. Β) ΤΑ «ΑΝΗΚΟΥΣΤΑ ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ» ΚΑΙ ΤΑ «ΑΝΕΚΛΑΛΗΤΑ ΡΗΜΑΤΑ» Ποιός μπορεῖ νά συλλάβει τή μακαρία κατάσταση, στήν ὁποία θὰ ζοῦν οἱ δίκαιοι καί οἱ σεσωσμένοι στόν Οὐρανό; Ποιός μπορεῖ νά μιλήσει γιά τά ἀνέκφραστα καί νά περιγράψει τά ἀπερίγραπτα, τά αἰώνια καί ἄφθαρτα ἀγαθά, πού ἔχουν ἑτοιμαστεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιά τούς πιστούς; Ποιός μπορεῖ νά εἰσδύσει στίς μεγάλες ἀλήθειες, πού περικλείουν οἱ λέξεις «Αἰώνια Ζωή», «Βασιλεία Οὐρανῶν», «Παράδεισος»; Ὅλα αὐτά ξεπερνοῦν τὴ δύναμη τῆς ἀσθενικῆς ἀνθρώπινης διάνοιας, δέν μπορεῖ να τά περιγράψει ὁ περιορισμένος ἀνθρώπινος λόγος ἤ νά τά ἐπιθυμήσει ἡ ἀνθρώπινη καρδιά204. Ὁ ἐκ γενετής τυφλός δέν μπορεῖ νά περιγράψει ἤ νά ἐκφράσει τήν ποικιλία τῶν χρωμάτων205 καί τῶν μορφῶν, τή λαμπηδόνα τοῦ οὐρανοῦ, τίς συμμετρικές διαστάσεις καί τά ὡραιότατα χρώματα τοῦ πλανήτου μας206. Πολύ περισσότερο ἕνας ἀνθρώπινος, χοΐκός, νοῦς ἀδυνατεῖ να συλλάβει καί νά ἐκφράσει τὰ ἀγαθά τῆς «ἄνω πόλεως»207, τῆς
Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ τ ο ῦ Π α λ α μ ᾶ , ὁμιλία Δ’, «Εἰς το Εὐαγγέλιον τῆς Δευτέρας τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας», ΕΠΕ 9, 122-124. 203 Βλ. Β. Ἰ ω α ν ν ί δ ο υ , Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Κ. Διαθήκης, Ἀθῆναι 1955, σ. 47. 204 Ἀρχ. Ἀ σ τ ε ρ ί ο υ Χ α τ ζ η ν ι κ ο λ ά ο υ , Μέλλουσα Κρίση… σ. 143. 205 Ἀποκ., κεφ. 22. 206 Βλ. Ν. Β α σ ι λ ε ι ά δ η , Το μυστήριον τοῦ θανάτου, σ. 499. 207 Ἀποκ., κεφ. 22.
202

58

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ «καινῆς Ἱερουσαλήμ» τό κάλλος, τοῦ Παραδείσου τήν ἀπερινόητη λαμπρότητα καί ὡραιότητα! Ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, Παῦλος, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον κοπίασε γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι ἀνθρώπινο μάτι δέν εἶδε, ἀνθρώπινο αὐτί δὲν ἄκουσε καὶ ἀνθρώπινος νοῦς καί καρδιά δέν συνέλαβε καί δέν μπόρεσε νά ἐπιθυμήσει ἐκεῖνα τά ἀνείπωτα ἀγαθά, αὐτά τά ὁποῖα ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός γι᾿ αὐτούς πού ἀληθινὰ καὶ ἔμπρακτα Τόν ἀγάπησαν ἤδη ἀπό τὴν παροῦσα ζωή: «Ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν»208. Τά καταθέτει στήν Ἐκκλησία ὁ νοῦς ἐκεῖνος, ὁ ὁποίος, μετά ἀπό τή θεοπτική ἐμπειρία, πού εἶχε, ἄρδευσε πλούσια τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέ τήν ὑψηλή του Θεολογία καί τίς πολυτιμότατες Ἐπιστολές του, οἱ ὁποῖες, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἀποτελοῦν κιβωτό πνευματική, πολύ ἀνώτερη τῆς παλαιᾶς ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε, κιβωτό, πού ἅρπαξε ἀπό τά κύματα τῆς ἀπιστίας ὅλη τήν Οἰκουμένη, γιά νά τή σώσει ἀπό τόν πνευματικό καταποντισμό209. Αὐτός ὁ μακάριος Παῦλος, τὸ «σκεῦος τῆς ἐκλογῆς», ἀξιώθηκε μιᾶς μικρῆς γεύσης αὐτῶν τῶν ὑπερκοσμίων ἀγαθῶν, τά ὁποῖα ὑπερβαίνουν κάθε νοῦ καὶ σκέψη, κάθε αἴσθηση καὶ ἐπιθυμία. Στήν Β’ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή του μᾶς ὁμιλεῖ γιά «ὀπτασίες καί ἀποκαλύψεις Κυρίου», τίς ὁποῖες ἀξιώθηκε νά ἔχει210, ἀφοῦ «ἡρπάγη» στόν Παράδεισο καί ἄκουσε «ἄῤῥητα ῥήματα, ἅ οὐκ ἐξόν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι»211. Περπάτησε ὁ Παῦλος στόν Οὐρανό, θά λέγαμε, ὅπως ἐμεῖς περπατοῦμε στούς δρόμους καί στίς οἰκίες μας! Ἔφθασε «ἕως τρίτου Οὐρανοῦ»! Ποιά εἶναι, ὅμως, τά ἀνέκφραστα ἐκεῖνα λόγια, τά «ἄρρητα ρήματα», πού ἄκουσε ὁ Ἀπόστολος κατά τή μοναδική ἐκείνη, γλυκυτάτη καί πανευφρόσυνη Θεία ἐμπειρία στόν κόσμο τοῦ Οὐρανοῦ; Ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ μία θεολογικότατη ἀνάλυση, προσφερόμενη ἀπό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἦταν καί αὐτός θεόπτης, μέ ἐμπειρίες Χάριτος, Ἁγιοπνευματικές. Πρόκειται γιά τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, ὁ ὁποῖος, ὡς θεούμενος, ἐλλαμπόμενος καί καταυγαζόμενος ἀπό τὸ Θεῖο καὶ Ἄκτιστο Φῶς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, μποροῦσε πραγματικά νά ἑρμηνεύσει αὐτήν τήν ἐμπειρία τοῦ Παύλου, ὅπως καί τό ἔπραξε, καί μᾶς περιέγραψε τί εἶναι ἐκεῖνα τά «ἄρρητα ρήματα», πού ἀνέφερε ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν. Στόν 52ο Λόγο του ὁ ἅγιος Συμεών ἀναλύει τό θέμα αὐτό, λέγοντας ὅτι «ρῆμα» εἶναι ὁ λόγος καί ὁ λόΑ’ Κορ. 2, 9. Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τὸν Ἅγιον Παῦλον, ὁμιλία Α’, ΕΠΕ 36, 404: «Καὶ ἐκεῖνος μέν (ὁ Νῶε), ἑαυτόν μετά τῶν παίδων διέσωσε μόνον· οὖτος δέ, πολύ χαλεπωτέρου τήν οἰκουμένην κατακλυσμοῦ καταλαβόντος, οὐ σανίδας πηξάμενος καί κιβωτόν ποιήσας, ἀλλ’ἀντί σανίδων τάς ἐπιστολάς συνθείς, οὐ δύο και τρεῖς καί πέντε συγγενεῖς, ἀλλά τήν οἰκουμένην ἅπασαν, καταποντίζεσθαι μέλλουσαν, ἐκ μέσων ἥρπασε τῶν κυμάτων». 210 Β’ Κορ. 12, 1: «Ἐλεύσομαι γάρ εἰς ὀπτασίας καί ἀποκαλύψεις Κυρίου». 211 Ὅπ.π., σ. 1-4.
208 209

59

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ γος λέγεται «ρῆμα» (ἑβρ. Davar). Τὰ ρήματα καί οἱ λόγοι τῶν ἀνθρώπων λαλοῦνται μέ τά στόματα καί ἀκούγονται ἀπό τούς ἀνθρώπους μέ τά αὐτιά. Ἀλλ’, ἐνῶ αὐτά ἰσχύουν γιά τούς κτιστούς ἀνθρώπους, στόν Ἄκτιστο Θεό τά δεδομένα εἶναι διαφορετικά. Ἔτσι, κατά τόν αὐτόν πνευματέμφορο Πατέρα, τό ρῆμα καὶ ὁ λόγος, πού ἐξέρχονται ἀπό τό «στόμα» τοῦ Θεοῦ, «εἶναι τελείως ἀνεκλάλητος καί ἀνερμήνευτος ἀπό ἀνθρωπίνην γλῶσσαν, καί παντελῶς ἀχώρητος εἰς ἀνθρωπίνην ἀκοήν»212. Ποιό, ὅμως εἶναι τό «στόμα» τοῦ Θεοῦ; Κατά τήν ἀνωτέρω θεολογική ἀνάλυση τοῦ ἁγίου Συμεών, ρῆμα ἤ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Καὶ «στόμα» τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο λαλεῖ τά ἄρρητα, εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως τό βλέπουμε στό προφητικό χωρίο «Τό γάρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα»213. Στή συνέχεια, ὁ Ἅγιος ἀναλύει ὅτι, ὅπως ἐδῶ στά ἀνθρώπινα δεδομένα, δέν μπορεῖ νά ἐξέλθει ὁ λόγος, ἄν δέν ἀνοίξουμε τό στόμα μας, ἔτσι, «καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Λόγος δέν δύναται νὰ γνωρισθῇ, ἤ να ἀκουσθῇ, ἀνίσως καὶ δὲν ἀποκαλυφθῇ διά τοῦ Παναγίου Πνεύματος». Καί ὅπως δέν βγαίνει ὁ λόγος ἀπό τό δικό μας στόμα, ἄν δέν τό ἀνοίξουμε, ἔτσι καί τό «στόμα» τοῦ Θεοῦ, τό Ἅγιο Πνεῦμα, δέν μπορεῖ νά λαλήσει, «ἄν δέν ἀνοιχθῇ διά τῆς ἐλλάμψεως», δηλαδή, ἄν δέν φωτιστεῖ ὁ δικός μας νοῦς μέ τή δική Του ἔλλαμψη. Καί, ἔπειτα, φθάνει πλέον ὁ ἅγιος Συμεών στό γεγονός τῆς ἁρπαγῆς τοῦ Παύλου στόν Παράδεισο, γιά νά μᾶς ἐξηγήσει ὅτι τά ἀνεκλάλητα ἐκεῖνα ρήματα, πού ἄκουσε ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος, εἶναι ἄρρητα, εἶναι δηλ. οὐράνιες καί ἀγνώριστες γνώσεις καί θεωρίες τῆς ἀκατάληπτης Δόξας τοῦ Θεοῦ, πού ἀποκαλύπτονται στούς ἀξίους νά τά δεχθοῦν…Εἶναι «αἱ ἀπόκρυφοι, καὶ ἐπ᾿ ἀληθείας ἀνερμήνευτοι, καί ἀθέατοι διά τῆς ἐλλάμψεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θεωρίαι, καί αἱ μεγαλοπρεπεῖς καί ἀγνώριστοι γνώσεις τῆς ὑπερφώτου, καί ὑπεραγνώστου δόξης τε και Θεότητος τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀποκαλυπτόμεναι δείχνονται εἰς ἐκείνους ὁποῦ εἶναι ἄξιοι φανερώτερα καί καθαρώτερα∙ αὐτά λέγω τά ἀνήκουστα ἀκούσματα τῶν ἀνεκλαλήτων ρημάτων∙ ἡ μέ ἀκατανοησίαν κατανόησις τῶν ἀκατανοήτων πραγμάτων»214! Ἡ νοερά ἁρπαγὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὰ ὑπερουράνια σκηνώματα, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, δηλώνει τὴν κατὰ Χάρη θέωση τοῦ Ἀποστόλου, ὅπου «ἐν τούτῳ γὰρ ἡ ἀληθής ἐστιν εἴδησις τοῦ ζητουμένου καὶ ἐν τούτῳ τὸ ἰδεῖν ἐν τῷ μὴ ἰδεῖν, ὅτι ὑπέρκειται πάσης εἰδήσεως τὸ ζητούμενο, οἷόν τινι γνόφῳ τῇ ἀκαταληψίᾳ πανταχόθεν διειλημμένον»215, σύμφωνα μὲ τὸν Νύσσης ἐπίσκοπο, Γρηγόριο.

212

Σ υ μ ε ώ ν τ ο ῦ Ν έ ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Τὰ Εὑρισκόμενα, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ.

260. Ὅπ.π. Ὅπ.π., σ. 261. 215 Περὶ τοῦ βίου Μωϋσέως 2, 163, ed. J. Dani, Paris: Cerf, 1968, ΕΠΕ 9, 256.
213 214

60

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ Ὁμοίως, ὁ ἅγιος Συμεὼν, εἰσερχόμενος στὸν γνόφο τῆς ἀγνωσίας, ὁμιλεῖ μὲ μία ἀποφατικὴ γλῶσσα, ὁμοία μὲ αὐτὴν τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, θέλοντας, ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο, νὰ κάνει σαφέστερα στοὺς ἀναγνῶστες του («τά ἀκατανόητα πῶς καταμανθάνω»216) τὰ ἄφατα, ὑπερκόσμια καὶ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν: «Ταῦτα πρός ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ τά θαυμάσια, ἀδελφοί! Ἀνερχομένων δέ ἡμῶν ἐπί τό τελεώτερον, οὐκέτι ὡς τό πρότερον ἄμορφος ἤ ἀνείδεος ὁ ἄμορφος καί ἀνείδεος ἔρχεται ἤ τήν παρουσίαν καί ἄφιξιν τοῦ φωτός αὐτοῦ σιωπῇ πρός ἡμᾶς ἀπεργάζεται. Ἀλλά πῶς; Ἐν μορφῇ τινι, πλήν Θεοῦ· Θεός δέ οὐκ ἐν σχήματι ἤ ἐκτυπώματι, ἀλλ᾿ ἐν ἀκατανοήτῳ καί ἀμηχάνῳ καί ἀμόρφῳ μεμορφωμένος φωτί ἁπλοῦς δείκνυται· οὐδέν γάρ πλέον εἰπεῖν ἤ ἐκφράσαι δυνάμεθα, τέως ἐμφανῶς δείκνυται καί γνωρίζεται πάνυ γνωστῶς καί λίαν ὁρᾶται τρανῶς ὁ ἀόρατος, ἀοράτως λαλεῖ καί ἀκούει καί, ὡς εἴ τις φίλος πρός φίλον ἐνώπιος ἐνωπίῳ, προσομιλεῖ ὁ φύσει Θεός τοῖς κατά χάριν ἐξ αὐτοῦ γεννηθεῖσι θεοῖς, καί ὡς πατήρ ἀγαπᾷ καί παρά τῶν υἱῶν φιλεῖται ἄγαν θερμῶς καί γίνεται τούτοις ξένον θέαμα καί φρικτότερον ἄκουσμα, μήτε λαλεῖσθαι παρ᾿ αὐτῶν ἀξίως δυνάμενον, μήτε σιωπῇ συγκαλύπτεσθαι ἀνεχόμενον· οὗ τῷ πόθῳ ἀεί ἀναπτόμενοι καί μυστικῶς παρ᾿ αὐτοῦ ἐνηχούμενοι, ποτέ μέν περί τῶν ἀλλοτρίων παθῶν ἀποδυρόμενοι γράφουσι, ποτέ δέ τά ἑαυτῶν θριαμβεύουσι πταίσματα. Καί ποτέ μέν, τάς εἰς αὐτούς γενομένας εὐεργεσίας καί ἐνεργείας τῆς χάριτος εὐχαρίστως ἐκδιηγούμενοι, θεολογικῶς ἀνυμνοῦσι τόν θεουργικῶς αὐτούς ἀλλοιώσαντα· ποτέ δέ, εἴ τι ἐναντίως καί ἐσφαλμένως λεγόμενον περί τῆς ψυχικῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀκούσωσι, κατά τό δοθέν αὐτοῖς μέτρον τῆς γνώσεως διορθούμενοι, τοῦτο γράφουσι, τάς μαρτυρίας ἀπό τῶν θείων παριστῶντες Γραφῶν καί ἠρεμεῖν ὅλως ἤ κόρον τῆς διηγήσεως λαβεῖν οὐκ ἰσχύουσι»217. Στὴ μετα-λογική, ποιητικὴ καὶ μυστικὴ αὐτὴν ἱερὰ γλῶσσα, ὁ θεολόγος ― μύστης, ἑνούμενος κατ᾿ ἐνέργεια, μὲ τὸ Θεῖον, ἀπευθύνεται προσωπικὰ σὲ Αὐτὸ εὐχετικά, παρακλητικά, εὐχαριστιακὰ καὶ δοξολογικά: «ἐλθέ τό ἀνεκφώνητον πρᾶγμα, ἐλθέ τό ἀκατανόητον πρόσωπον»218, μιλώντας παραδοξολογικὰ γιὰ μιὰ ἀκατανόητη κατανόηση: «Ὅν οἱ πεπλουτηκότες ὁρῶσιν ἀοράτως αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ τό ἄφραστον κάλλος· κρατοῦσιν ἀνεπάφως, κατανοοῦσιν ἀκατανοήτως τό ἀνείδεον εἶδος αὐτοῦ,

Σ υ μ ε ὼ ν Ν . Θ ε ο λ ό γ ο υ , Λόγος ΙΑ’, Ὅπως ὡράθη αὐτῷ Θεός ὡς Στεφάνῳ καί Παύλῳ τοῖς ἀποστόλοις, ἐνταῦθα ὁ πατήρ ἐκπληττόμενος διηγεῖται, 70. 217 Λόγος ΛΕ’, Εὐχαριστία πρός Θεόν ὑπέρ ὧν ἠξίωται δωρεῶν. Καί εἰσήγησις ὅπως τοῖς κεκαθαρμένοις τῇ καρδίᾳ Θεός ἀεί ἐπιφαίνεται, καί ἐν ποίοις τοῖς πράγμασι καί γνωρίσμασι, 444-445. 218 Σ υ μ ε ώ ν Ν . Θ ε ο λ ό γ ο υ , Εὐχή μυστική, δι᾿ ἧς ἐπικαλεῖται τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ὁ αὐτό προορῶν, 33, τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ , Λόγος Κ’, Εὐχαριστία καί ἐξομολόγησις σύν θεολογίᾳ˙ καί περί δωρεᾶς καί μετουσίας Πνεύματος Ἁγίου, 145: «ὅλον κατανοοῦσα ὅλον ἀκατανόητον θεότητι τῇ θείᾳ, τόν τοῖς πᾶσιν ἀόρατον καί ἀποκεκρυμμένον».
216

61

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ τήν ἄμορφον μορφήν καί τό ἀσχημάτιστον σχῆμα ἐν ἀθεάτῳ θέᾳ καί ἀσυνθέτῳ κάλλει ἀποικίλτως πεποικιλμένον»219. Γ) Η ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΘΕΑ Κατὰ τὸν περιεκτικότατο θεολογικὰ ὁρισμὸ τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, «ἡ γὰρ τοῦ Θεοῦ βασιλεία τῶν προσόντων τῷ Θεῷ φυσικῶς ἀγαθῶν κατὰ χάριν ἐστὶ μετάδοσις»220. Ὁ Παράδεισος, ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀναφέρεται, ὡς γνωστόν, καὶ ἀπὸ τὸν μεγαλοκήρυκα τῶν ἐθνῶν, Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ τὴ θεοπτική του ἐμπειρία καὶ τὴ Θεία ἁρπαγή στὰ ἐπουράνια δώματα, γράφοντας ὅτι «ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄῤῥητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι»221. Ἀλλὰ καὶ στὸ τελευταῖο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὴν ἱερὰ Ἀποκάλυψη, διαβάζουμε: «Τῷ νικῶντι, δώσω αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὅ ἐστίν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ μου»222. Σέ ἄλλο Κεφάλαιο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ γίνεται ἀναφορὰ περὶ τῶν οὐρανίων αὐτῶν καὶ Θείων ἐμπειριῶν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ταυτίζει τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν μὲ τὴ θεωρία (θεοπτία)223 τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἄκτιστον Φῶς: «Ταύτην δὲ εἶναι φῶς τοῖς κεκαθαρμένοις τὴν διάνοιαν, τουτέστι Θεὸν ὁρώμενόν τε καὶ γινωσκόμενον, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθαρότητος, ὃ δὴ καὶ βασιλείαν οὐρανῶν ὀνομάζομεν∙ σκότος δὲ τοῖς τυφλώττουσι τὸ ἡγεμονικὸν, τουτέστιν ἀλλοτρίωσιν Θεοῦ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἐντεῦθεν ἀμβλυωπίας»224. Ἔτσι, ὁ αἰώνιος Παράδεισος συνίσταται στὴ διαρκῆ θέα τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ (visio Dei) ΘΕΤΙΚΑ, ἡ ὁποία θέα στὸ διηνεκὲς θὰ εὐφραίνει θερμαντικά, ὡς φῶς καὶ «ὑπέρκαλλος ἀγλαΐα» (κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ) ὅλους τοὺς δικαίους, ὅλους ἐκείνους δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι ΑΠΟ ΕΔΩ, κατὰ τὴν παροῦσα ζωὴ, ἑτοιμάσθηκαν γιὰ τὸν Οὐρανὸ καὶ ἀπάντησαν θετικὰ στὴ λυτρωτικὴ πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Παράδεισος, ἑπομένως, εἶναι ἡ ΜΕΤΟΧΗ τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἄκτιστο Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτήν τή Θεία πραγματικότητα εἶχε ἐκφράσει νωρίτερα ὁ φωτοφόρος Ἅγιος, Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, γράφοντας ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν γιά τούς δικαίους εἶναι μιά πανέκλαμπρη κατάσταση, ὅπου «μόνον τόν βασιλέα ἔχουσα τοῦ παντός πανταχοῦ ὁρώμενον αὐτοῖς, συμπαΣ υ μ ε ώ ν Ν . Θ ε ο λ ό γ ο υ , Λόγος Δ’, Περί ἀπαθείας καί τῶν ἐν αὐτῇ κατά προκοπήν χαρισμάτων καί δωρεῶν· καί τίς ἡ τελείωσις τῆς κατά Χριστόν πνευματικῆς ἡλικίας, 303. 220 Κεφάλαια θεολογικά…, 2, 90, MPG 90, 1168. 221 Β’ Κορ. 12, 3-4. 222 Ἀποκ. 2, 7. 223 Ἔπη θεολογικά, 34. Ὁρισμοὶ παχυμερεῖς, MPG 37, 964: «Τὶς δ᾿ ἡ βασιλεία; τοῦ Θεοῦ θεωρία, σὺν ἀγγέλοις τε δόξα καὶ ὑμνῳδία». 224 Λόγος Μ’ εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα, MPG 36, 424.
219

62

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ρόντι ἑκάστῳ καὶ συνόντα ἕκαστον αὐτῷ καί ἐν ἑκάστῳ ἐκλάμποντι καί ἕκαστον λάμποντα ἐν αὐτῷ»225. Πράγματι, ἀφοῦ δέν νοεῖται βασιλεία χωρίς βασιλέα, Βασιλεία καί βασιλεύς ταυτίζονται διακριτὰ καί συνυπάρχουν. Οὐδεμία σχέση, βεβαίως, ἔχουν οἱ ἐγκόσμιες, φθαρτές βασιλεῖες τοῦ κόσμου μέ τήν ἄφθαρτη καί αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πῶς μποροῦμε νά τό καταλάβουμε αὐτὸ; Δὲν κατανοεῖται· εἶναι, ὄντως, καὶ αὐτὸ ἕνα ἀκατάληπτο μυστήριο! Ὁ ταλαντοῦχος «Μέγας ἱεροκήρυκας τῆς Ἐκκλησίας» καὶ ἐπίσκοπος Κερνίτζης (Καλαβρύτων) Ἠλίας Μηνιάτης (1669-1714), προκειμένου νά ἀνυψώσει πνευματικὰ τούς ἀκροατές του «ἐκ τῶν γηΐνων καὶ χαμερπῶν εἰς τά ἄφθαρτα καί αἰώνια», ἔτσι ὥστε νά ὑποψιαστοῦν ἀμυδρά τή διαφορά καί τό μέγα χάσμα, πού ὑφίσταται μεταξύ ἐπίγειας καί οὐράνιας πραγματικότητας, χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ ἐξερχομένου βρέφους ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἐνδομήτριας ζωῆς στό φῶς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, γιά νά τό παραλληλίσει μέ τήν ἔξοδό μας κατὰ τόν βιολογικό μας θάνατο καί τήν εἴσοδό μας στόν νοητό τόπο τοῦ Θεοῦ: «Ὅση διαφορά εἶναι (ἡ ἔξοδος) ἀπὸ τήν κοιλίαν τῆς μητρός μας (καὶ ἡ εἴσοδός μας) εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, ἀπό ἐκεῖνο τὸ σκότος καί εἰς τοῦτο τό φῶς, ἀπό ἐκείνην τήν στενήν φυλακήν καί εἰς τοῦτο τό εὐρυχωρότατον θέατρον∙ εἰς ὀλίγα λόγια, ὅση διαφορά εἶναι ἀπό ἐκείνην τὴν ζωήν, ὅπου κάνομεν ἐκεῖ μέσα σφαλισμένοι ἐννέα μήνας, καί εἰς ἐτούτην τήν ζωή, ὅπου κάνομεν ἐδῶ ἔξω ἀναπνέοντες τόσους χρόνους∙ τόση διαφορά εἶναι και ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα, ἀπό ἐτοῦτον καί εἰς ἐκεῖνον τόν κόσμον. Ἀπό τοῦτο τὸ σκότος τῆς χαμηλῆς Αἰγύπτου καί εἰς ἐκεῖνο τό φῶς τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ∙ ἀπό ἐτούτην τήν θλιβεράν φυλακήν τῆς δυστυχίας καί εἰς ἐκεῖνο τό λαμπρότατον θέατρον τῆς δόξης∙ καί εἰς ὀλίγα λόγια, ἀπό ἐτούτην τὴν τρισάθλιον ζωήν, ὅπου κάνομεν ἐδῶ εἰς τόν κόσμον παντοτεινά παραπονεμένοι, πενῆντα ἤ ἐξῆντα χρόνους ἤ ὀλιγώτερον, καί εἰς ἐκείνην τήν ἄλλην τήν τρισόλβιον ζωήν, ὅπου κάνομεν εἰς τόν Παράδεισον, μακαριζόμενοι εἰς αἰῶνας αἰώνων»226. Δ) ΕΝΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΫΛΟΣ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ Σχετικά μέ τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τά περί αὐτῆς ὑπάρχουν καί ἄλλες Πατερικὲς ἑρμηνεῖες. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσίδωρο τὸν Πηλουσιώτη, «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ τισὶ μὲν δοκεῖ ἀνωτέρα εἶναι καὶ ὑψηλοτέρα τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, τισὶ δὲ ἡ αὐτή»227. Ἐξ ἄλλου, σύμφωνα μὲ τὸν φωστήρα τῆς Καισαρείας, Μέγα Βασίλειο, «Χριστοῦ γάρ βασιλείαν φασίν εἶναι τήν ἔνυλον γνῶσιν, τοῦ δέ
Ἱ ε ρ ο θ . Ν α υ π ά κ τ ο υ Ἡ Ζωή μετά τόν θάνατο, σ. 347. Ἠ . Μ η ν ι ά τ η Διδαχαί και λόγοι, σ. 138-139. 227 Ἰ σ ί δ ω ρ ο υ Π η λ ο υ σ ι ώ τ ο υ , Ἐπιστολὴ ΣϞ’, Ἀραβιανῷ ἐπισκόπῳ, MPG 78, 889.
225 226

63

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Θεοῦ Πατρός τήν ἄϋλον καί, ὡς ἄν εἴποι τις, αὐτῆς τῆς θεότητος θεωρίαν». Ἐδῶ ἐπισημαίνει ὁ σοφός ἱεράρχης ὅτι, ἐνῶ ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται στήν ἐγκόσμια (ἐμπειρικὴ) γνώση (ἔνυλος = ὑλική γνώση, δηλ. ὅ,τι ἔχει σχέση μέ τά κτιστά), ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός ἀναφέρεται στήν πνευματική γνώση (θεοπτία), ἡ ὁποία τυγχάνει καί ἀνώτερη, καθότι ὁ Υἱός ἐν τέλει παραδίδει τά πάντα στόν Πατέρα, τελειώνοντας (ὁλοκληρώνοντας) τό ἐπί γῆς ἔργο Του228. Τὴν αὐτὴ διάκριση κάνει καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, μιλώντας γιὰ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν (τ.ἔ. τὴ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς) ὡς γνώση τοῦ Θεοῦ229. Ἐξάλλου, Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν230 ὀνομάζεται, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον, ἡ ἀληθὴς κατανόηση τῶν ὄντων: «Καὶ μηδὲ ἄλλο τι, ἀδελφοί, τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν νομίσητε ἢ τὴν τῶν ὄντων ἀληθῆ κατανόησιν ἣν καὶ μακαριότητα ὀνομάζουσιν αἱ θεῖαι Γραφαί. Εἰ γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστί’, περὶ δὲ τὸν ἐντὸς ἄνθρωπον οὐδέν ἐστιν ᾗ θεωρία συνίσταται, θεωρία ἂν εἴη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»231. Κατὰ Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα, ἡ πνευματικὴ ἀνάπαυση τῶν Ἁγίων στὸν οὐράνιο Παράδεισο συνίσταται στὴν κατάσταση τοῦ πέρατος («τελείωσις τῆς ἐπαγγελίας») τῆς θεογνωσίας «ὅ δὴ ἔσχατον νοεῖται ὀρεκτόν»232, ὅπου θὰ βιώνουν αἰώνια τὴν «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» ἐμπειρικὴ κοινωνία μὲ τὴν Τριαδικὴ θεότητα. Ε) ΟΙ ΔΩΡΕΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ Ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἐρωτᾶ καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος: «Καὶ τίς ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν; Ἡ δόσις δηλονότι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ εἰρημένον ῾Η Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν»233. Πράγματι, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται μὲ τὰ Χαρίσματα (Θ. Χάρη) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλοῦ δὲ πάλι ὁ ἴδιος ἱερὸς Πατὴρ σημειώνει: «Βασιλείαν δὲ οὐρανῶν λέγει τὴν διὰ πίστεως Χάριν, τὴν διὰ Πνεύματος υἱοθεσίαν τὴν ἑνοῦσαν Θεῷ τὸν ἄνθρωπον»234. Ἐπίσης, ὁ αὐτὸς Ἅγιος γράφει συνοπτικότερα: «Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἡ διὰ πίστεως δικαίωσις καὶ ὁ διὰ πνεύματος ἁγιασμός»235. Ὁμοίως, ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος, ἀπευθυνόμενους στοὺς Γαλάτες (5, 22-23), μνημονεύει ἐννέα «καρποὺς» τοῦ
Τοῖς Καισαρεῦσιν ἀπολογία περὶ τῆς ἀποχωρήσεως, ἐπιστολὴ 8, 7, ed. Y. Courtonne, Paris: Les Belles Lettres. 229 Λόγος 20, Περὶ δόγματος καὶ καταστάσεως ἐπισκόπων, MPG 35, 1089C. 230 Πρβλ. Γ. Π. Σ ω τ η ρ ί ο υ , Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, Θεσσαλονίκη 2002, Γ. Κ αν ι ο λ ά κ η , Εἰς Βασίλεια εἰσερχόμεθα τῶν Οὐρανών, ἐκδ. ΑΡΜΟΣ. 231 Ἐπιστολὴ 8, ed. Y. Courtonne, Paris: Les Belles Lettres, τόμ. 1 (1957) 12. 232 Παιδαγωγὸς 1, 6, 29, 2-3. Πρβλ. Κ. Β. Σκ ο υ τ έ ρ η , Ἱστορία Δογμάτων, Ἀθήνα 1998, τ. Α’, σ. 563. 233 Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον 1, 696, ed. P. E. Pusey, Oxford: Clarendon Press, 1872 (repr. Brussels 1965). 234 Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον 114, 2, ed. J. Reuss, Untersuchungen 61. Berlin: Akademie-Verlag, 1957. 235 Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον 17, 3, ὅπ.π.
228

64

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ Ἁγίου Πνεύματος: «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραΰτης, ἐγκράτεια». Ἐξάλλου, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στὰ ἕξι Θεῖα Χαρίσματα (υἱοθεσία, δόξα, διαθῆκες, νομοθεσία, λατρεία, ἐπαγγελίες) τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ Ἰσραὴλ ἀντιπαραθέτει ἄλλα ἕξι πνευματικὰ δῶρα τοῦ «ἐν Χριστῷ» ἀναγεννημένου πιστοῦ: δικαιοσύνη (δικαίωση καὶ ἁγιασμὸς), υἱοθεσία, κληρονομία, ἀδελφότης, μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ (Ἐκκλησία) καὶ τὸ «κατοικητήριον τοῦ Πνεύματος»236. Ἐντούτοις, ἡ Θεία Χάρη (δηλ. τὸ σύνολο τῶν Θείων Χαρισμάτων), ὡς ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἐνεργεῖ προσωπικὰ καὶ ἐξατομικευμένα. Ἔτσι, ἀλλιῶς ἐνεργεῖ σὲ ἕνα ἄθεο ἤ ἄπιστο, ἀλλιῶς σὲ ἕνα εἰδωλολάτρη, ἀλλιῶς σὲ ἕνα νεοφώτιστο, ἀλλιῶς σὲ ἕνα πιστό, ἀλλιῶς σὲ ἕνα ἱερέα κ.ο.κ. Ἐξάλλου, ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια (Χάρη) αὐτὴ τοῦ Θεοῦ δὲν συνιστᾶ, ὅπως δέχονται οἱ Παπικοί, κάποιο «ὑπερφυσικὸ» (δηλ. ὑπέρτακτο) «δῶρο» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω ἤ/καὶ μέσα στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τὴν πλήρη ἀποκατάσταση στὴν προπτωτικὴ (αὐθεντικὴ) φύση ὅλου τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία (φύση), ὡς «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ Θείου Λόγου, στὸν «πνευματικὸ» ἄνθρωπο ἦταν καὶ εἶναι ἀπ᾿ ἀρχῆς «θεοειδής», δηλ. προσανατολισμένη πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεό. Σήμερα, στὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ πράξη ἔχει ἐπικρατήσει ἡ ἀντίληψη γιὰ ἑπτὰ δῶρα ἤ Χαρίσματα (πνεύματα)237, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται γενικὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀρχῆς γενομένης μὲ τὸ Μυστήριο τοῦ Χρίσματος: «πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας, πνεῦμα φόβου Θεοῦ»238. ΣΤ) Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΩΣ «ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΣ ΣΤΑΣΙΣ» Γνωρίζουμε ἀπό τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι μέσα στόν ἀπύθμενο καί ἀτέρμονα ὠκεανό τῆς Θείας ἀγάπης καὶ ὡραιότητας ἀλλὰ καί ἄπειρης τελειότητας, μέσα στίς ἄκτιστες μονές τῆς Θείας Ζωῆς, οἱ σεσωσμένοι καί οἱ Ἅγιοι δέν θά βρίσκονται σέ μία ψυχο-πνευματικὴ στασιμότητα καὶ στατικότητα (βλ. ἰνδ. Nirvana ἤ ἰσλαμ. Rahatlrk), ἀλλά σέ μία διαρκῆ κίνηση καί δυναμικὴ ἐξέλιξη, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνουν τά «πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου», οἱ θεοκίνητοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. «Ἐπί δέ τῆς ἀρετῆς ἕναν παρά τοῦ Ἀποστόλου τελειότητος ὅρον ἐμάθομεν, τό μή ἔχειν αὐτήν ὅριον», θά μᾶς πεῖ ὁ σοφότατος ἐπίσκοπος, Νύσσης Γρηγόριος. Δέν ἔχει τέλος ἡ ἀρετή (ἡ ὁποία ὡς ἡ ὑποστατικὴ πηγὴ τοῦ Ἀγαθοῦ

Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, Ἀθήνα 2000, σ. 267. Ἡσ. 11, 2, Ζαχ. 4, 10, Ἀποκ. 1, 4-5. Πρβλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 159. 238 Συνοδικὸς τόμος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συνόδου τοῦ 1351 (ἀπό: Ἰ. Κ α ρ μ ί ρ η , Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας Α’, Ἀθῆναι 19602, σ. 386). Πρβλ. Π. Μ ο γ ί λ α , Ὀρθόδοξος Ὁμολογία, ὅπ. π., Ἀθῆναι 1953, σ. 626-628.
236 237

65

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, ἐνῶ χορηγεῖται κατά μετοχή στόν ἄνθρωπο), ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἄπειρος καὶ ἀτελεύτητος. Ὁ αὐτός ἱεράρχης θά γράψει στὸ περισπούδαστο ἔργο του «Εἰς τόν βίον τοῦ Μωϋσέως» ὅτι «τοῦτό ἐστιν ὄντως τό ἰδεῖν τόν Θεόν, τό μηδέποτε τῆς ἐπιθυμίας κόρον εὑρεῖν»239· ἐκεῖνος πού βλέπει τόν Θεόν, οὐδέποτε χορταίνει! Τό ὅτι δέν ὑπάρχει ὅριο καί πέρας τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἀρετῆς, ἀλλά μία διαρκής ἐξέλιξη αἰωνίως, θά μᾶς τό διασαφηνίσει ὁ θεοφόρος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὁποῖος στά πνευματικότατα κείμενά του ἀναφέρεται στήν «ἀεικίνητη στάση» τῶν ἐφιεμένων τὸ Ἀγαθόν· πρόκειται γιὰ μία κατάσταση ἀκίνητης κίνησης: «ἐν στάσει καὶ μεταβάσει, ἐν καθέδρᾳ καὶ κινήσει», ὅπως χαρακτηριστικὰ σημειώνει ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης240. Κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, ἡ θέωση ταυτίζεται μὲ τὴν ὁμοίωση πρὸς τὸν Θεό καὶ τὴ μέθεξη τοῦ Θεοῦ241. Αὐτὴν τὴ μέθεξη τὴ θεωρεῖ ὁ Ἅγιος ὡς διηνεκῆ καὶ διαρκῆ ἐντρύφηση στὸ ἀπόλυτο ἐφετό, ἐννοώντας την ὡς μία ἀεικίνητη ψυχοπνευματικὴ κατάσταση. Στὸ παρακάτω θεολογικότατο χωρίο τοῦ αὐτοῦ ἁγίου Πατρός φαίνεται καὶ μποροῦμε ἀμυδρὰ νὰ διαισθανθοῦμε τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ ἄληκτη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: «Ἀεικίνητος δέ στάσις περί τό ἐφετόν τῶν ἐφιεμένων ἐστίν, ἡ τοῦ ἐφετοῦ διηνεκής τε καὶ ἀδιάστατος ἀπόλαυσις∙ ἀπόλαυσις δέ διηνεκής τε καὶ ἀδιάστατος τοῦ ἐφετοῦ, ἡ τῶν ὑπέρ φύσιν θείων καθέστηκε μέθεξις»242. Κατὰ συνέπεια, Παράδεισος καὶ μέθεξη τῶν «ὑπέρ φύσιν» Θείων πραγματικοτήτων καὶ δωρεῶν εἶναι ἡ «ἀεικίνητη στάση» ἐκείνων πού ἐπιθυμοῦν τό Ἐπιθυμητό (τό «ἐφετόν»), δηλ. τὴν Τριαδικὴ θεότητα· ἤ, μὲ ἄλλα λόγια, Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀτελεύτητη, ἄπαυστη καὶ ἀδιάλειπτη τρυφὴ (ἀπόλαυση) τοῦ μόνου, ἀπολύτου καὶ ἐσχάτου γιὰ τὸν ἄνθρωπο «ἐφετοῦ». Αὐτά ὅσον ἀφορᾶ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι προσδοκοῦμε, ἀφοῦ, κατά τόν Μ. Βασίλειο, ὅ,τι κάνουμε, ἀποτελεῖ προετοιμασία μας γιά τήν ἄλλη ζωή: «πρός ἑτέρου βίου παρασκευήν ἅπαντα πράττομεν»243.

Θεωρία εἰς τὸν τοῦ Μωϋσέως βίον, ΜPG 44, 404-405A. Κλῖμαξ 27, 41. 241 Ἱ ε ρ ο θ έ ο υ , ὅπ.π., σ. 365. 242 Περί ἀποριῶν, πρός Θαλάσσιον, ἐρώτησις ΝΘ’, ΜPG 90, 608. 243 Μ. Β ασ ι λ ε ί ο υ , «Πρός τοὺς νέους», ΕΠΕ 7, 318.
239 240

66

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ Η ΑΛΗΚΤΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Α) ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ ΚΑΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ 1) Γενικά. Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, οἱ δίκαιοι θὰ εἰσέλθουν, μετὰ τὴ Β’ Παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ τὴν Τελικὴ Κρίση, μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση στὸ οὐράνιο «παλάτι» τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ γνωστὸ ὑμνολόγημα: «Καὶ ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει, ὁ τῶν δικαίων κλῆρος εἰσελεύσεται εἰς παστάδα οὐράνιον». Ἐδῶ θὰ σημειώσουμε ―ὄχι παρεκβατικά, ἀλλά οὐσιαστικῶς θεολο244 γικά ―, ὅτι, ὅσοι ἀσχολούμαστε μὲ τὴ γλυκυτάτη ἐκκλησιαστική μας μουσική, γνωρίζουμε καλὰ ὅτι αὐτὴ ἐκφράζει μὲ τοὺς δικούς της τρόπους (ἤχους κ.λπ.) τὴ Θεολογία τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας καὶ ἀποδίδει ἐμμελῶς τὸ νόημα τῶν ἱερῶν ὕμνων. Ἐν προκειμένῳ, λοιπόν, στὸ ἀναφερόμενο τροπάριο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ εἶναι «Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν», πού ψάλλεται σὲ ἦχο Πλάγιο τοῦ Δευτέρου, ὑπάρχει μία ἀλλαγή, συνηθισμένη στοὺς ὕμνους, μία μετάβαση δηλ. σὲ ἄλλο μουσικὸ γένος, ὅπως λέγεται. Ἡ μουσικὴ ἀλλαγὴ βρίσκεται στὴ φράση «καὶ ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει», ἡ ὁποία ἀπὸ κάποιους συνθέτες καὶ μελοποιοὺς245 τονίζεται μουσικὰ σὲ ἦχο Α’ (διατονικὸ γένος) καὶ ψάλλεται τοιουτοτρόπως πανηγυρικά (καθότι ὁ Α’ ἦχος εἶναι χαρμόσυνος καὶ πανηγυρικός), ἐκφράζοντας ἔτσι μελωδικὰ αὐτὴν τὴν ἀνεκλάλητη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση τῶν δικαίων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσέλθουν στήν ἀχειροποίητη παστάδα τοῦ Οὐρανοῦ. Τά αἰώνια ἀγαθά τοῦ Παραδείσου εἶδε μέν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀλλά δέν μπόρεσε νά τά περιγράψει! Ὅ,τι καί ἄν ποῦμε μέσα στήν πεπερασμένη κτιστότητά μας, θά εἶναι ἀνεπαρκές καί ἀτελές, φτωχό καί ταπεινό, μικρό καί ἀδύνατο, γιὰ νά περιγράψει τήν ἄληκτη χαρά τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Τώρα, βλέπουμε θαμπά, σάν μέσα ἀπό καθρέφτη, «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ καὶ ἐν αἰνίγματι», ὅπως πάλι ὁ θειότατος οὐρανοβάμων Παῦλος θά μᾶς διαβεβαιώσει. Τότε, ὅμως, «πρόσωπον πρός πρόσωπον», ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς δεκτικότητας τοῦ καθενός, θά βλέπουμε τόν ἀθεώρητο Θεό καί Πλάστη μας! Τότε «ὀψόμεθα Αὐτόν καθώς ἐστι»246. Γιά
Βλ. Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Μυσταγωγία ΙΑ’, 689: «Τὴν δὲ πνευματικὴν τῶν θείων ᾀσμάτων τερπνότητα, τὴν ἐμφαντικὴν δηλοῦν ἔφασκε, τῶν θείων ἡδονὴν ἀγαθῶν· τὴν τὰς ψυχὰς πρὸς μὲν τὸν ἀκήρατον τοῦ Θεοῦ καὶ μακάριον ἀνακινοῦσαν ἔρωτα· πρὸς δὲ τὸ μῖσος τῆς ἁμαρτίας πλέον ἐγείρουσαν». 245 Βλ. μουσικό Τριώδιο πρωτοψάλτου, καθηγητοῦ Ἐκκλ. Μουσικῆς (μακαριστοῦ πλέον), Ἀθ. Καραμάνη, Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω. 246 Α’ Ἰω. 3, 2: «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμέν, καί οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δέ ὅτι ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι».
244

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ νά πραγματοποιηθεῖ, ὅμως, αὐτό, γιά νά μετέχουμε τῆς ὑπερήδιστης αὐτῆς καί ἀτελεύτητης ἀπόλαυσης, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θά ἐκπληρώσει ὅλους τοὺς ὑπαρξιακούς, πνευματικοὺς καὶ θεοφιλεῖς ἀνικανοποίητους πόθους καί μεταφυσικὲς ἐφέσεις τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὅλες τίς ἀνθρώπινες φυσικὲς ἐπιθυμίες γιά χαρά καί εὐδαιμονία, γνώση καί αἰωνιότητα, ἀπαιτοῦνται ὁρισμένες προϋποθέσεις ἐκ μέρους μας, οἱ ὁποῖες ὑπογραμμίζονται σέ ἄλλο Κεφάλαιο. Αὐτή ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Ἀποστόλου Παῦλου, ἑπομένως, κατά τὴ σχετικὴ ἀνάλυση τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, γίνεται, «διά μέσου θεωρίας καί ὄχι διά μέσου ἀκοῆς». Ὅπως ἔλεγε ὁ πολύαθλος Ἰὼβ «ἀκοὴν μὲν ὠτὸς ἤκουόν σου τὸ πρότερον νυνὶ δὲ ὁ ὀφθαλμός μου ἑόρακέν σε»247. Μᾶς ἐξήγησε, ἐν προκειμένῳ ὁ φωτοφόρος Συμεών ὅτι αὐτή εἶναι ἡ θεωρία τῆς Δόξας τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία φθάνουν οἱ ἄξιοι, καὶ ἐννοεῖται πώς αὐτό γίνεται, ἀφοῦ ἀναστέλλεται προσωρινά ἡ λειτουργία τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων καὶ φυσικῶν ἀναγκῶν (κατά τή θέωση). Ἀναφερόμενοι στὸν ἅγιο καὶ θεόπτη Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, θά παραθέσουμε ἕνα κείμενό του, πού συνδέεται μὲ τή μελλοντική δόξα τῶν Ἁγίων, τήν «ὑπεράπειρον ὑπερβολήν τῆς ὑπερβολικῆς δόξης», στό πῶς θά βλέπονται διηνεκῶς ἀπό τόν Κύριο τῆς Δόξης, πῶς Αὐτός θά κατανέμει τά Θεῖά Του δῶρα καί τούς ἄφθαρτους στεφάνους, πῶς θά διαιρεῖται ἀδιαιρέτως στόν καθένα, ἀνάλογα μέ τή δεκτικότητά του καί τήν ἀξία του ἀπό τὴν ἀσκούμενη στόν κόσμο ἀρετή: «Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός ἔχει νά βλέπεται ἀπό ὅλους, καί νά βλέπῃ καί αὐτός ὅλας τάς ἀναριθμήτους μυριάδας, καί νά κοιτάζῃ ἀμετασαλεύτως ὅλους πάντοτε, καί κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς νά τοῦ φαίνεται πώς ἐκεῖνον κοιτάζει, καί ἀπολαμβάνει τὴν συνομιλίαν του, καί τόν καταφιλεῖ, διά νά μή λυπηθῇ κανένας ἀπό αὐτούς πώς ὁ Χριστός τόν ἐπαράβλεψε καί τόν ἐκαταφρόνησε … Ὁ ἴδιος Χριστός ἔχει νά εἶναι καί στέφανος ὁποῦ νά στεφανώνῃ ὅλων τῶν ἁγίων τάς κεφαλάς∙ καί χωρίς νά τραπῇ, καί νά γένῃ ἀλλοιώτικος ἔχει νά δείχνεται ἄλλος διαφορετικός εἰς τόν ἕναν, καί ἄλλος εἰς τόν ἄλλον καί νά διαιρῇ τόν ἑαυτόν του εἰς κάθε ἕνα καθώς τοῦ πρέπει, καί καθώς εἶναι ὁ καθένας ἄξιος»248. Καί, βεβαίως, ὅλες αὐτὲς οἱ ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων θεάσεις τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν καθένα δὲν ἐννοοῦνται, ὅπως εἴπαμε, ὡς ὑποκειμενικὲς ἁπλῶς ψυχικὲς προσλήψεις, ἀλλ᾿ ὡς ἀντικειμενικὲς ποικιλομορφίες τῆς Θ. Χάριτος. Ὁ Μέγας οὐρανοφάντωρ Βασίλειος στήν ἑρμηνεία τῶν Ψαλμῶν θά μᾶς πεῖ ὅτι σ᾿ ἐκείνη τή «χώρα τῶν ζώντων», δέν ὑπάρχει νύκτα, οὔτε ὕπνος, οὔτε φαγητό καί ποτό, οὔτε πόνοι καί ἀσθένειες, οὔτε νοσοκομεῖα καί δικαστήρια, οὔτε τέχνες καὶ ἐμπορίες, οὔτε χρήματα, πού ἀποτελοῦν αἰτία τῶν πολέμων καί τῆς ἔχθρας, ἀλλά ἐκεῖ ὑπάρχει, λέγει, πραγματική
Ἰὼβ 42, 5. Μέρος Α’, Λόγος Α’, Ἅπαντα, σ. 264. Στὸ κείμενο αὐτὸ βλέπουμε νὰ συνδέεται τὸ Φῶς καὶ ἡ Δόξα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὴ Ραββινικὴ Γραμματεία (b Berakhot 17a).
247 248

68

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

χώρα ζώντων, οἱ ὁποῖοι δέν πεθαίνουν, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά ζοῦν μαζί μέ τόν Χριστό αἰωνίως τήν ἀληθινή ζωή: «Ζώντων ἐκείνη ἡ χώρα, ἐν ᾗ οὐκ ἔνι νύξ, οὐκ ἔνι ὕπνος, τὸ τοῦ θανάτου μίμημα∙ ἐν ᾗ οὐκ ἔνι βρῶσις, οὐκ ἔνι πόσις, τά τῆς ἀσθενείας ἡμῶν ὑπερείσματα, οὐκ ἔνι νόσος, οὐκ ἔνι ἀλγήματα, οὐκ ἰατρεῖα, οὐ δικαστήρια, οὐκ ἐμπορίαι, οὐ τέχναι, οὐ χρήματα, τῶν κακῶν ἡ ἀρχή, ἡ τῶν πολέμων ὑπόθεσις, ἡ ῥίζα τῆς ἔχθρας∙ ἀλλά χώρα ζώντων, οὐκ ἀποθνησκόντων διά τάς ἁμαρτίας, ἀλλά ζώντων τήν ἀληθῆ ζωήν τήν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»249. Ἐξ ἄλλου, ὁ ρητορικότατος ἱεροκήρυκας καί ἐπίσκοπος Ἠλίας Μηνιάτης ( 1714), ἐκφραζόμενος νοσταλγικὰ μετά ἀπό μιά γλαφυρότατη περιγραφή τῶν ὅσων ἔχουν σχέση μέ τήν πανευφρόσυνη διαμονή τῶν δικαίων στή μετά τό τέλος τοῦ κόσμου τούτου ἐλευσόμενη πραγματικότητα τῆς ἄκτιστης Θείας Βασιλείας, τὴν ἀνερμήνευτη πανήγυρή τους στήν «ἐκκλησία τῶν προτωτόκων καὶ ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων», τήν ὑπέρ ἥλιον λαμπρότητα καί φωτεινότητά τους σέ ἕνα κόσμο, ὅπου θά ἀπολαμβάνουν τήν ἄληκτη μακαριότητά τοῦ ἐν Τριάδι Ἁγίου Θεοῦ στό διηνεκές, ἀναφωνεῖ: «Ὦ, Παράδεισε, ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νά σέ ἀπολαύσωμεν, μά δέν ἠμποροῦμεν νά σέ καταλάβωμεν»!250 Παράδεισος, συνεπῶς, κατά τόν Μηνιάτη, σημαίνει, «ζωή χωρίς θάνατον», «χαρά χωρίς τέλος», «μακαριότης Θεοῦ», «δόξα ἀτελεύτητος» κ.λπ. Ὁ Μάρκελλος Ἀγκύρας, τόν τέταρτο αἰῶνα, ὑποστήριξε τήν κακοδοξία ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ εἶναι αἰώνια. Κατ᾿ αὐτοῦ ἀπάντησε θεολογικὰ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων (313-386) στὴν 15η Κατήχησή του (27-30). Ἐξ ἄλλου, ὁ προαναφερθεὶς ἐπίσκοπος Μηνιάτης ἐπεξηγεῖ τὸ ἀτελεύτητο καί αἰώνιο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, γράφοντας περί τῆς χαρᾶς τοῦ Παραδείσου ὅτι εἶναι «χαρά χωρίς τέλος, μία χαρά ἄπειρος καί τελεία, ἀτελεύτητος καί ὅλη ὁμοῦ, καθώς ἐξηγοῦσι τό αἰώνιον οἱ θεολόγοι∙ ὅπου θέλει νά εἰπῇ∙ ὅση εἶναι ἡ χαρά ἐκείνη εἰς ὅλον τόν αἰῶνα μακρά, τόση εἶναι ὅλη ἡ αὐτή χαρά, χωρίς ποτέ νά ὀλιγοστεύσῃ∙ καί ὅση εἶναι εἰς ὅλον τόν αἰῶνα μεγάλη, τόση εἶναι εἰς κάθε στιγμήν τοῦ αἰῶνος ὅλη ὁμοῦ»251. Σχετικά δέ μέ τόν χαρακτηρισμό «ζωή χωρίς θάνατον», ὁ ἴδιος γράφει: «Εἶναι, λοιπόν ὁ Παράδεισος ζωή χωρίς θάνατον, διατί ἐκεῖ ζῇς μέ τήν αὐτήν ζωήν τοῦ Θεοῦ∙ μένεις μέ τήν αὐτήν διαμονήν τοῦ Θεοῦ∙ εἶσαι μέ τό αὐτό εἶναι τοῦ Θεοῦ∙ ζῇς ὅσον ζῇ ὁ Θεός»252. Διαρκής, λοιπόν, θά εἶναι ἡ μετοχή τῶν ἀγαθῶν, τῶν σεσωσμένων, στήν οὐράνια Βασιλεία253·
Μ. Β ασ ι λ ε ί ο υ , Εἰς Ψαλμ. 104, ΜPG 29, 493C. Ἠ λ ί α Μ η ν ι ά τ η , ἐπισκόπου Κερνίκης καί Καλαβρύτων, Διδαχαί καί λόγοι, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σ. 139. 251 Ὅπ.π., σ. 141. 252 Ὅπ.π., σ. 142 253 Περισσότερα βλ. Ἰ. Κ α ρ μ ί ρ η , Δογματική κατὰ τὰς Παραδόσεις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰ. Καρμίρη, Ἀθῆναι 1995, σ. 360 ἑξ., Ν. Ε. Μ η τ σ ό π ο υ λ ο υ , Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, ΟΕΔΒ, Ἀθήνα 1990, σ. 393 ἑξ.
249 250

69

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ συνεχής ἡ ἀναψυχή καί ἀνάπαυση, παντοτινή ἡ εὐφροσύνη καί ἡ εὐδαιμονία, ἀκατάπαυστη ἡ μέθεξη στά Θεῖα ἄκτιστα δωρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρέχει ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι «ἡ ἄπειρος τελειότης, ὁ ἀτέρμων ὠκεανός πάσης ὡραιότητος, παντός κάλλους, πάσης ἁρμονίας, πάσης σοφίας, πάσης ἀγαθότητος»254. 2) Τὰ Θεῖα ἀγαθά. Μολονότι ἡ τήρηση τῶν Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν ὑπὸ προϋποθέσεις (δηλ. γιὰ τὴν ἀπόδοση ἀμοιβῆς255) ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἀνθρώπων, τ.ἔ. μὲ τὴν προσδοκία κάποιας ἀνταπόδοσης (πρβλ. «μισθωτὸν»)256, μπορεῖ νὰ θεωρεῖται ἀπὸ ὁρισμένους θεολόγους, ἰδίως στὶς ἡμέρες μας, ὡς ἕνας εὐτελὴς καὶ κατώτερος ―ἤ ἀκόμα καὶ ἀπαράδεκτος καὶ ἀποκρουστικὸς― τρόπος βίωσης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος257 καὶ οἱ Πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πολὺ ρεαλιστὲς καὶ γνώριζαν σὲ βάθος τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, γιὰ ψυχο-παιδαγωγικοὺς κυρίως λόγους, δὲν τὸν ἀποδοκίμαζαν. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὑποσχόμενος ἐσχατολογικὰ τὰ οὐράνια ἀγαθά, ζητοῦσε ἀπὸ τὸ ἀκροατήριό του νὰ συγκρατεῖ τὴν ἐπιθυμία του γιὰ τὴν ἐπαγγελλόμενη αἰώνια ἀγαλλίαση καὶ μακαριότητα, ὅπως ὁ κυνηγετικὸς σκύλος (ἤ οἱ ἱέρακες καὶ οἱ ἀετοὶ) ποὺ δὲν τρώει τὸ θήραμά του, ἄν καὶ πεινασμένος, ἀλλὰ περιμένει τὸν κύριό του258. Ἄλλωστε, αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ ἡ προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου; «Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσιν»259.

Π. Τ ρ ε μ π έ λ α , Δογματική, τ. Γ’, σ. 498. Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Μυσταγωγία ΙΔ’, 693: «…μετὰ τὸ κηρυχθῆναι τὸ Εὐαγγέλιον, καθὼς γέγραπται, τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ, εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, τότε ἥξει τὸ τέλος· παραγινομένου κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ παρουσίαν, ἐξ οὐρανῶν δηλαδή, μετὰ δόξης πολλῆς τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· Αὐτὸς γὰρ ὁ Κύριος ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· καὶ ποιοῦντος ἐκδίκησιν ἐν τοῖς ὑπεναντίοις, καὶ ἀφορίζοντος διὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τῶν ἀπίστων, καὶ ἀπὸ τῶν δικαίων τοὺς ἀδίκους, καὶ τῶν ἁγίων τοὺς ἐναγεῖς· καὶ ἁπλῶς, ἵνα συνελὼν εἴπω, τῶν Πνεύματι Θεοῦ στοιχησάντων, τοὺς ὀπίσω σαρκὸς πορευθέντας· καὶ ἐπ’ αἰῶσι ἀπείροις τε καὶ ἀτελευτήτοις, ὡς ἡ τῶν θείων λογίων ἀλήθειά φησι, κατ’ ἀξίαν τῶν βεβιωμένων ἑκάστῳ δικαίαν ἀποδιδόντος τὴν ἀμοιβήν». Πρβλ. π. Δ. Στ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 192-195. 256 Λουκ. 21, 22: «Ὅτι ἡμέραι ἐκδικήσεως αὖταὶ εἰσι τοῦ πλησθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα». Πρβλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , Πρὸς Ξένην μοναχήν: «Τότε γὰρ καιρὸς ἀνταποδόσεως καὶ ἐκδικήσεως, ἀλλ’ οὐ συμπαθείας καὶ φιλανθρωπίας· καιρὸς ἀποκαλύψεως θυμοῦ καὶ ὀργῆς καὶ δικαιοκρισίας Θεοῦ· καιρὸς ἐπιδείξεως τῆς κραταιᾶς καὶ ὑψηλῆς χειρός, κινουμένης εἰς κόλασιν τῶν ἀπειθῶν» (Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 95). 257 Ρωμ. 2, 6: «[ὁ Θεὸς] ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ». 258 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Πράξ. 34, 5, MPG 60, 247. Πρβλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, σ. 504, Θεσσαλονίκη 1996 (ἀνέκδοτο). 259 Ἑβρ. 11, 39-40.
254 255

70

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

Κατὰ συνέπεια, οἱ ἐσχατολογικὲς ἐπαγγελίες λειτουργοῦν στοὺς πιστοὺς ὡς θετικὰ κίνητρα ἐνίσχυσης τῆς τήρησης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: «Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου· ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην»260. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν παρουσίασε στοὺς ἀνθρώπους πρῶτα τὰ εὐχάριστα καὶ ἔπειτα τὰ δυσάρεστα, ὅπως θὰ ἔκανε ὁ ὁποιοσδήποτε κοινὸς ἀπατεώνας, ἀλλά ἔκανε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο, ἐκθέτοντας τὰ δεινὰ τῆς παρούσης ζωῆς261. Ἐξ ἄλλου, ἀκόμη καὶ ἐμπειρικῶς ψυχολογικὰ εἶναι ἀποδεδειγμένο ὅτι ἡ οὐράνια ἐλπίδα ἀνακουφίζει τὰ μέγιστα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν θλίψεων: «Ὁ μὲν γὰρ πρότερον τρυφῶν, εἶτα μετὰ τὴν τρυφὴν κόλασιν προσδοκῶν, οὐδὲ τῆς παρούσης τρυφῆς αἰσθάνεται, διὰ τὴν προσδοκίαν τῶν ἐπαγομένων δεινῶν· ὁ δὲ πρότερον ὤν ἐν λυπηροῖς, εἶτα μετὰ ταῦτα μέλλων ἀπολαύσεσθαι χρηστῶν, καὶ τῶν παρόντων ὑπερορᾷ δυσχερῶν, διὰ τὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων χρηστῶν»262. Εἰδικότερα, τὰ οὐράνια ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα καθαυτά, σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες263, εἶναι ἄπειρα, ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Κωνσταντίας (παλαιᾶς Σαλαμῖνος) τῆς Κύπρου (315-403) διαιρεῖ σὲ τρεῖς κατηγορίες: «Τρία τῶν δικαίων τὰ κτήματα, παράδεισος, Ἀβραὰμ κόλπος, οὐρανῶν βασιλεία»264. Σὲ τρεῖς βαθμίδες διαιρεῖ ἀλληγορικὰ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης (335395) τὴν εἴσοδο τοῦ ἀνθρώπου στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: «φῶς», «νεφέλη» καὶ «γνόφο»265. Ὁμοίως, καὶ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἑρμηνεύοντας τὶς τρεῖς Ἁγιογραφικὲς κατηγορίες τοῦ δούλου, τοῦ μισθωτοῦ καὶ τοῦ υἱοῦ, ὁμιλεῖ ἀντίστοιχα γιὰ τρεῖς τάξεις τῶν σωζομένων: πρακτικούς, θεωρητικούς καὶ γνωστικούς266. Κατὰ δὲ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱστορικο-φιλολογικὰ ἀναλυτικότερος, ἀλλὰ καὶ ἄλλους Πατέρες, τὰ οὐράνια ἀγαθὰ ἔγκεινται267: 1. στὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος268, 2. στὴν ἀφθαρσία τοῦ σώματος269, 3. στὴν εἴσοδο στὸν πνευματικὸ νυμφῶνα καὶ τὴ συναναστροφὴ μὲ τὸν Χριστό, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους270,
Ψαλμ. 118, 120. Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ματθ. 76, 1, MPG 58, 701. Πρβλ. Ἰω. 2, 10. 262 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας 16, 4-5, MPG 49, 163. 263 π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 202. 264 Ἐ π ι φ ά ν ι ο υ Κ ω ν σ τ α ν τ ί α ς , Περὶ τῶν ἀριθμῶν μυστηρίων, MPG 43, 512. 265 Γ ρ η γ . Ν ύ σ σ η ς , Εἰς τὸν βίον Μωυσέως, MPG 44, 377, Εἰς τὰ Ἄσματα 11, MPG 44, 1000. 266 π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 238-241. 267 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, σ. 504-507. 268 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, σ. 504. 269 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ἰω. 80, 2, MPG 59, 433, Εἰς Β’ Κορ. 10, 2, MPG 61, 465, Εἰς Ψαλμ. 48, 10, MPG 55, 238: «τῆς δὲ ψυχῆς λυτρουμένης, καὶ τὸ σῶμα κοινωνήσει τῶν ἀγαθῶν». 270 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Θεόδωρον ἐκπεσόντα 1, 11, ed. J. Dumortier, Εἰς νεωτέραν χηρεύσασαν 7, MPG 48, 602, Εἰς Ματθ. 31, 3, MPG 57, 374, Εἰς Ἑβρ. 6, 4, MPG 63, 54.
260 261

71

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ 4. στὴν ὁμοφροσύνη τῶν Ἁγίων271, 5. στὴ δικαίωση272, ἀπόλαυση, μακαριότητα273, ἀγάπη, χαρά274, εὐφροσύνη, ἡδονή, εἰρήνη καὶ γαλήνη275, 6. στὴ θέα τῆς «ἀποῤῥήτου δόξης»276, 7. στὴ λαμπηδόνα, δηλ. τὸν ψυχοσωματικὸ δοξασμό277, 8. στὸν «τόπο χλόης»278, 9. στὸ «ἀναπαύσεως ὕδωρ»279, 10. στὴν κληρονομία τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ ἡ συμβασιλεία280, 11. στὴν ἀπαλλαγὴ τῆς γέεννας281, 12. στὴν ἀπόκτηση τῆς Θείας εὔνοιας282 καὶ τιμῆς283, 13. στὴν ἀπόλαυση τῶν ἀπείρων καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν τοῦ δεσπότη Χριστοῦ284, 14. στὴν ὁμοίωση μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα285, 15. στὴ Θεία υἱοθεσία286, 16. στὴν ἀπόκτηση τοῦ Θείου ἐλέους287,
π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 200. Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ρωμ. 9, MPG 60, 469. 273 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ρωμ. 9, MPG 60, 469. 274 π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 154. 275 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Θεόδωρον ἐκπεσόντα 1, 11, ed. J. Dumortier, Εἰς Γέν. 37, MPG 53, 343, Εἰς Ἑβρ. 6, 4, MPG 62, 63, 54, Περὶ Ἀκαταλήπτου 6, MPG 48, 749. 276 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ματθ. 18, MPG 57, 267, Εἰς Ἰω. 6, MPG 59, 59. 12, 3, MPG 59, 82. 82, 3, MPG 59, 445: «Ἐνταῦθα αἰνίττεται ὅτι ἡ πᾶσα ἀνάπαυσις αὕτη ἐστί, τὸ θεωρεῖν εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ». Πρβλ. Ἰων. 2, 5, Ἰω. 13, 36. 277 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Περὶ Ἀκαταλήπτου 6, MPG 48, 749, Εἰς Α’ Τιμ. 4, 3, MPG 62, 520, Εἰς Ἑβρ. 6, 4, MPG 63, 54, Εἰς Ἰω. 80, 3, MPG 59, 444. 82, 3, MPG 59, 441, Εἰς Ψαλμ. 109, 7, MPG 55, 275: «Τίνος δὲ ἕνεκεν οὐκ εἶπεν, ἐν τῇ λαμπρότητι τῶν ἁγίων, ἀλλ’, Ἐν ταῖς λαμπρότησιν; Ὁτι πολλὰ καὶ διάφορα τὰ βραβεῖα. Ἄλλη γὰρ δόξα ἡλίου, καὶ ἄλλη δόξα σελήνης, καὶ ἄλλη δόξα ἀστέρων. Ἀστὴρ γὰρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ». Πρβλ. Α’ Βασ. 2, 30, Ματθ. 19, 28. 22, 1 -14. 25, 1-13, Ἰω. 14, 2, Ρωμ. 8, 17, Α’ Κορ. 15, 41, Β’ Κορ. 3, 18. 4, 17 -18. 278 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Φιλιπ. 7, 6, MPG 62, 227. Πρβλ. Ψαλμ. 22, 2. 279 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Φιλιπ. 7, 6, MPG 62, 227. Πρβλ. Ψαλμ. 22, 2. 280 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ματθ. 16, 4, MPG 57, 245, Περὶ παρθενίας, ΜΘ’, 7. Πρβλ. Ματθ. 19, 12, Β’ Τιμ. 2, 12. 281 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Ὁμιλία λεχθεῖσα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῇ ἐπὶ Παύλου, Γότθων ἀναγνόντων 7, MPG 63, 509. 282 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Ὁμιλία λεχθεῖσα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῇ ἐπὶ Παύλου, Γότθων ἀναγνόντων 7, MPG 63, 509. 283 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Ὁμιλία λεχθεῖσα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῇ ἐπὶ Παύλου, Γότθων ἀναγνόντων 7, MPG 63, 509, Εἰς τὸν μακάριον Φιλογόνιον 4, MPG 48, 756: «…ὅσῳ ἄν μείζονα πάσχῃς βίαν κατὰ ψυχήν, μετὰ μυρία κακὰ ἀναγκαζόμενος καταλλάττεσθαι τῷ λελυπηκότι, τοσούτῳ πλείονος ἀπολαύσῃ τιμῆς παρὰ τοῦ ταῦτα κελεύσαντος Θεοῦ· καὶ καθάπερ αὐτὸν μετὰ πολλῆς ὑποδέχῃ τῆς τιμῆς ἐνταῦθα, οὕτω καὶ αὐτὸς μετὰ πολλῆς ὑποδέξεταί σε τῆς δόξης ἐκεῖ, μυριοπλασίους ἀποδιδούς σοι τῆς ὑπακοῆς ταύτης τὰς ἀμοιβάς». Πρβλ. Ματθ. 7, 22-23. 19, 30. 20, 16, Λουκ. 15, 28, Α’ Κορ. 10, 3-5. 284 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Ὁμιλία λεχθεῖσα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῇ ἐπὶ Παύλου, Γότθων ἀναγνόντων 7, MPG 63, 509, Περὶ μετανοίας 3, 4, MPG 49, 292, Εἰς Ἑβρ. 25, 3, MPG 63, 172. Πρβλ. Α’ Κορ. 2, 9. 285 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Περὶ παρθενίας, ΜΘ’, 7. Πρβλ. Ματθ. 5, 45. 286 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ματθ. 16, 4, MPG 57, 245. Πρβλ. π. Δ. Στ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 206, 220, 222, 240.
271 272

72

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

17. στὴν εἴσπραξη μεγάλου μισθοῦ288, 18. στὴν κατὰ Χάρη ἱκάνωση τῶν Ἁγίων νὰ εὐχαριστοῦν καὶ δοξολογοῦν αἰώνια τὸν Θεό289, 19. στὸ «κάλλος ἄφραστον»290.

Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ματθ. 15, 5, MPG 57, 228. Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ματθ. 15, 5, MPG 57, 228. 289 π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 203. 290 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Εἰς Ματθ. 54, 6, MPG 58, 540. Πρβλ. Σ. Κ. Τσ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, σ. 504-507.
287 288

73

Β) Η ΛΗΘΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ Ἡ ἀλλαγὴ τῆς κατάστασης τῆς μνήμης κατὰ τὰ Ἔσχατα θεωρεῖται ἀπὸ ἀρχαίους φιλοσόφους καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας βασικό στοιχεῖο τῆς μεταστοιχείωσης τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, τ.ἔ. τῆς ἀπέκδυσης τοῦ «παλαιοῦ» ἀνθρώπου291. Στὴν Πατερικὴ Γραμματεία ὑπάρχουν, ἐπ᾿ αὐτοῦ, τρεῖς κυρίως ἀντιλήψεις: 1. Ὅπως στὴν παροῦσα ζωὴ οἱ ἄδικοι καὶ ἁμαρτωλοὶ λόγῳ φιλαυτίας, ὑπαρξιακῆς αὐτοπεποίθησης καὶ αὐτοθέωσης 292 λησμονοῦν (ἀπωθοῦν;) τὶς ἄπειρες εὐεργεσίες (εὐχαριστία) τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς δικαίους καὶ Ἁγίους συνανθρώπους τους, ἔτσι καὶ στὴν ἄλλη ζωή, τὴ «γῆ ἐπιλελησμένη»293, τυφλωμένοι (συσκοτισμένοι) πνευματικά (βλ. πώρωση ἤ σκλήρυνση)294, θὰ συνεχίσουν, ὀλιγωρώντας, νὰ ἐπιλανθάνονται τῶν Θείων δωρεῶν («τῆς θείας ἄγνοια χάριτος»295) καὶ τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν: «οὐκ ἔστιν ἐν τῷ θανάτῳ ὁ μνημονεύων Σου»296, ἀφοῦ «ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ»297· καὶ αὐτὸ θὰ συνιστᾶ τὴν αἰώνια Κόλασή τους, ἀφοῦ δὲν θὰ μποροῦν νὰ διανοηθοῦν, σκεφθοῦν καί, γενικά, νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ τὸν «πλησίον» τους. Μὲ λίγα λόγια, θὰ ζοῦν σὰν μέσα σὲ μία (φαντασιακὴ) χίμαιρα καὶ ψευδαίσθηση, ἀφοῦ τόσο ἡ ἁγία Τριάδα, ὅσο καὶ οἱ συνάνθρωποί τους θὰ ὑπάρχουν καὶ θὰ ζοῦν. Ὡστόσο, ἡ θέση αὐτὴ προσκρούει στὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς διαδικασίας τῆς Μερικῆς καὶ Τελικῆς Κρίσεως, ἡ ὁποία, βέβαια, ἀνατρέπεται, μὴ ἔχοντας πλέον νόημα, ἄνευ τῆς λειτουργίας τῆς ἀνα-μνήσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἁμαρτωλοῦ. 2. Ὀρθοδόξως χριστιανικά, τὸ κακὸ εἶναι μὴ ὄν, καὶ ἄρα ἀνίσχυρο καὶ αὐτοδιαλυόμενο. Ἔτσι, οἱ ψυχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν, μέ τήν πάΒλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, σ. 387, Θεσσαλονίκη 1996 (ἀνέκδοτο). Πρβλ. Κολοσ. 3, 9. 292 Ἀ π ο λ λ ι ν ά ρ ι ο υ , Fragment 50, Εἰς Ψαλμ. 41, 10, ed. E. Mühlenberg, Psalmenkommentare aus der Katenenüberlieferung, vol. 1, Patristische Texte und Studien 15, Berlin: De Gruyter, 1975. Οἱ Νηπτικοὶ Πατέρες (Ἡσύχιος ο Πρεσβύτερος, Μᾶρκος ὁ Ἀσκητὴς καὶ Πέτρος ὁ Δαμασκηνὸς), σύμφωνα μὲ τὸ Ἰακ. 1, 25, τὴ λήθη κατατάσσουν στοὺς «τρεῖς γίγαντας τοῦ διαβόλου» μαζὶ μὲ τὴ ραθυμία καὶ τὴν ἄγνοια [Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, Ἀθῆναι, ἐκδ. ΑΣΤΗΡ, τ. Α’ (19744) 138, 156, τ. Γ’ (19764) 28]. 293 Ψαλμ. 88, 13. 294 Πρβλ. π. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο υ , «Ἀπὸ τὴν φύση ὡς Κόλαση στὸν Παράδεισο τῆς κατὰ φύση προαίρεσης», Σύναξη 122 (2012) 66. 295 Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Ἐρ. Πρὸς Θαλάσσιον, MPG 90, 293A. 296 Ψαλμ. 6, 6. 297 Ψαλμ. 145, 4. Βλ. Ὠ ρ ι γ έ ν η , Εἰς Ψαλμ. 145, 4, ed. J. B. Pitra, Analecta sacra spicilegio Solesmensi parata, Paris: Tusculum, 1884 (repr. Farnborough: Gregg Press, 1966), Venice: St. Lazarus Monastery, 1883: «Οὗ ἐξέρχεται τὸ πνεῦμα μετὰ τοῦτο, ἐπιστρέφοντος εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ, τούτου εὐθεέως ἀπολοῦται πάντες οἱ διαλογισμοί, διότι ἐν λήθῃ πάντων γενόμενος τῶν ἐν οἷς γεννᾶται».
291

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ροδο τῶν αἰώνων, θά ἀποβάλουν ἐσχατολογικὰ τίς μνῆμες τῆς κακίας298. Μὲ τὴ λήθη του, λοιπόν, τὸ κακὸ θὰ αὐτοαφανισθεῖ. Οἱ δὲ ἁμαρτωλὲς αὐτὲς ψυχὲς τότε θά ἀποκατασταθοῦν στήν ἀρχική τους φύση (Μάξιμος Ὁμολογητής). Ἀλλά, ἄν τό κακό, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο, δέν θά ὑπάρχει οὔτε ὡς ἀνάμνηση στήν ψυχή τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἡ ὁποία στά Ἔσχατα θά ἀποβάλει «τάς ἐντεθείσας αὐτῇ τῆς κακίας μνήμας», ὅπως θὰ δοῦμε πιὸ ἀναλυτικὰ σὲ ἑπόμενα Κεφάλαια, τότε ἀκυρώνεται ἡ ἔννοια τῶν συνειδησιακῶν τύψεων τῶν ἁμαρτωλῶν κατὰ τὴν αἰώνια Κόλαση. Σὲ μερικὰ ἀπὸ τὰ πρῶτα του ἔργα ὁ ὅσιος Μάξιμος ἔρχεται σὲ ἀντίφαση μὲ ὅσα γράφει στὰ ὡριμότερα ἔργα του (Ἐρωτήσεις πρὸς Θαλάσσιον καὶ Περὶ Ἀπόρων)299. Ὡστόσο, πέρα ἀπὸ μία ἀσάφεια καὶ ἕνα ἀγνωστικισμὸ ὡς πρὸς τὸ ἀκριβὲς περιεχόμενο τῆς Κολάσεως300, ὁ Ἅγιος σπεύδει νὰ διευκρινίσει ὅτι κατὰ τὰ Ἔσχατα θά λειτουργεῖ μὲν ἡ ἀποκατάσταση τῆς φύσεώς μας (ὅπως ἤδη πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν «ἐν Χριστῷ» Θεία Ἐνανθρώπηση), ἀλλ᾿ ὄχι καὶ τῆς βουλήσεώς μας301. 3. Ἐπειδή, μεταξὺ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θέση ὅτι στὴν ἄλλη ζωή ὁ ἄνθρωπος θὰ συνεχίσει νὰ διαθέτει τὸν νοητικὸ καὶ ψυχικό του «ἐξοπλισμό», καὶ ἄρα οἱ μνῆμες τῶν ἀσυγχώρητων ἁμαρτημάτων του θὰ τὸν τύπτουν στὸ διηνεκές (Μ. Βασίλειος302, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής303) εἶναι ἀρκετὰ βαρύνουσα θεολογικῶς, προέκυψε ἡ ἀντίστοιχη ἄποψη, ὅτι οἱ δίκαιοι καὶ οἱ Ἅγιοι, ὄντας μέσα στὸ Θεῖο Φῶς (τὸν Θ. Λόγο ὅλων τῶν λόγων), οὔτε θὰ βλέπουν τοὺς ἁμαρτωλοὺς στὴν Κόλαση (ἡ Παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ πτωχοῦ Λαζάρου διαδραματίζεται στὸν Ἅδη, δηλ. τὴ Μέση Κατάσταση τῶν ψυχῶν304), οὔτε θὰ θυμοῦνται (λήθη)305 εἴτε γενικῶς
Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Ἑρμηνεία εἰς Ἐκκλησιαστήν 1, 11, ed. S. Lucà, Corpus Christianorum. Series Graeca 11. Turnhout: Brepols, 1983: «Ἐμποιήσει γὰρ ἡ ἐσχάτη κατάστασις τῇ τῶν ἀνθρώπων φύσει τῆς μνήμης τῶν ταύτῃ ἐπιγενομένων μετὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς εὐκληρίαν κακῶν ἀφανισμὸν παντελῆ». 299 Βλ. Μητρ. Περγάμου Ἰ ω ά ν ν η Ζ η ζι ο ύ λ α , «Ἐσχατολογία καὶ Ὕπαρξη – Μιὰ ὀντολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῶν ἐσχάτων», Σύναξη 121 (2012) 47. 300 Βλ. Μητρ. Περγάμου Ἰ ω ά ν ν η Ζ η ζι ο ύ λ α , ὅπ. π., Σύναξη 121 (2012) 47-48. 301 π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 56-58. 302 Εἰς Ψαλμ. 33, MPG 30, 361A. 303 Ἑρμηνεία εἰς Λόγον 40, 36 εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα, Πεῦσις 99, CCSG 10, 75-76. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μνήμης φαίνεται ἀνακόλουθος συγκριτικὰ μὲ τὰ προηγούμενα [Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 16]. 304 Λουκ. 16, 19-31. 305 Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Ἑρμηνεία εἰς Ψαλμ. LIX, ed. P. van Deun, Corpus Christianorum. Series Graeca 23. Turnhout: Brepols, 1991: «Μανασσῆς δ᾿ ἑρμηνεύεται λήθη· ἀποκάλυψις δὲ καὶ λή298

75

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἁμαρτωλοὺς λογισμοὺς306 ἤ τὰ δικά τους ἁμαρτήματα307, εἴτε τῶν ἁμαρτωλῶν (κολασμένων) συγγενῶν τους (ἤ ἀκόμα καὶ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη τῶν συγγενῶν καὶ φίλων τους)308, «σαββατίζοντες»309 καὶ καθαροὶ ἀπὸ κάθε μνήμη τοῦ κακοῦ (βλ. ἀμνησικακία)310, ἐνθυμούμενοι μόνο τὸν Θεό311 (καὶ 312 ἀνθρωπομορφικὰ «μὴ ἐκβληθέντες τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ» ) καὶ τοὺς γνώριμούς τους Ἁγίους (ἀλληλογνωριζόμενοι)313, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ περισταλεῖ ἤ ἀτονίσει ἡ αἰώνια εὐφροσύνη314 τους στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ315: «ἐν ἡμέρᾳ ἀγαθῶν ἀμνησία κακῶν»316.
θη εἰκότως προσγίνονται τῷ δικαίῳ, λαμβάνοντι μὲν διὰ θεωρίας τῶν ἀπορρήτων τὴν μύησιν, τῶν δὲ κατ᾿ ἀρετὴν πόνων τὴν λήθην διὰ τὴν διαδεχομένην τοὺς πόνους τῶν ἀρετῶν εὐφροσύνην τῆς πνευματικῆς θεωρίας». 306 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ἑβρ., MPG 63, 115: «Πόθεν δ᾿ ἄν γένοιτο ἡμῖν λήθη πονηρίας; Ἀπὸ τῆς μνήμης τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ· ἐὰν τοῦ Θεοῦ διαπαντὸς μνημονεύωμεν, οὐ δυνάμεθα κἀκείνων μεμνῆσθαι». 307 Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς Ψαλμ., MPG 29, 409, Ὅροι κατὰ πλάτος, MPG 31, 925. 308 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Πρὸς Θεόδωρον ἐκπεσόντα Α’, 12, MPG 47, 294-295: «(οἱ κολασμένοι)…μήτε ὁρῶντες μήτε ὁρώμενοι». 309 Ὁ Ε ὐ σ έ β ι ο ς (Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή, Βιβλ. 13, 12, ed. K. Mras, Die griechischen christlichen Schriftsteller, Berlin: Akademie-Verlag, 1956) σημειώνει ὅτι καὶ κατὰ τοὺς Ὅμηρο καὶ Ἡσίοδο ἡ λήθη τῶν ψυχῶν ἀρχίζει τὴν ἕβδομη ἡμέρα μετὰ τὸν σωματικὸ τους θάνατο: «ἑβδομάτῃ δ᾿ ἠοῖ λίπομεν ῥόον ἐξ Ἀχέροντος. τοῦτο δὴ σημαίνων, ὡς ἀπὸ τῆς κατὰ ψυχὴν λήθης καὶ κακίας ἐν τῷ κατὰ ἀλήθειαν ἑβδόμῳ λόγῳ καταλιμπάνεται τὰ προειρημένα καὶ γνῶσιν ἀληθείας λαμβάνομεν, καθὼς προείρηται». 310 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς , Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστήν 1, MPG 5, 298: «Ἤδη γέγονεν ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς γεγονόσιν ἀπὸ ἔμπροσθεν ἡμῶν. εἰ δ’ ἐπεκράτησε λήθη τῶν γενομένων, θαυμάσῃς μηδέν· καὶ γὰρ τὰ νῦν ὄντα λήθῃ συγκαλυφθήσεται. ὅτε γὰρ πρὸς κακίαν ἡ φύσις ἔρρεψε, ἐν λήθῃ τῶν ἀγαθῶν ἐγενόμεθα· ὅταν γένηται πρὸς τὸ ἀγαθὸν αὖθις ἡμῖν ἡ ἀνάλυσις, πάλιν τὸ κακὸν λήθῃ συγκαλυφθήσεται. Ταύτην γὰρ οἴομαι τὴν διάνοιαν ἐν τοῖς εἰρημένοις εἶναι, ἐν οἷς φησιν· Οὐκ ἔστι μνήμη τοῖς πρώτοις, καὶ γε τοῖς ἐσχάτοις γενομένοις οὐκ ἔσται αὐτῶν μνήμη, ὡς ἄν εἰ ἔλεγεν, ὅτι τῶν ἐπιγενομένων μετὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς εὐκληρίαν, δι’ ὧν ἐν κακοῖς γέγονε τὸ ἀνθρώπινον, ἐξαλείψει τὴν μνήμην τὰ πάλιν ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἐπιγινόμενα· Οὐκ ἔσται γὰρ αὐτῶν μνήμη μετὰ τῶν γενομένων εἰς τὴν ἐσχάτην, τουτέστιν ἡ ἐσχάτη κατάστασις ἀφανισμὸν παντελῆ τῆς τῶν κακῶν μνήμης ἐμποιήσει τῇ φύσει, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῶν κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». 311 Μ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ , Εἰς Ψαλμ., MPG 27, 345: «Ἀπηνήνατο παρακληθῆναι ἡ ψυχή μου, ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ, καὶ εὐφράνθην». 312 Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς τοὺς Ψαλμούς, MPG 29, 308. 313 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 7, Εἰς Καισάριον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, MPG 35, 784B. 314 Ε ὐ σ τ ά θ ι ο υ , Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα 2, Leiden: Brill, 3 (1979) 630: «ὅθεν καὶ Λήθης παῖδας ἔνιοι γενεαλογοῦσι τὰς Χάριτας». 315 Σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ Μυθολογία καὶ τὴν ἑλληνικὴ Λαογραφία (πρβλ. καὶ σχετικὸ ποίημα Λ. Μαβίλη, «Λήθη»), οἱ ἀγαθὲς ψυχές, ποὺ θὰ ὁδηγηθοῦν στὰ Ἡλύσια Πεδία, μετὰ ἀπὸ σαράντα ἡμέρες (ἀπὸ τὸν σωματικὸ θάνατο) θὰ πιοῦν ἀπὸ τὸ ποτάμι/νερὸ τῆς Λήθης [βλ. Ε ὐ σ τ α θ ί ο υ , Εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν, ed. G. Stallbaum, Leipzig: Weigel 2 (1826, repr. Hildesheim: Olms, 1970) 40, Συγγραφὴ τῆς εἴθε ὑστέρας ἁλώσεως τῆς Θεσσαλονίκης, ed. S. Kyriakidis, Testi e Monumenti. Istituto Siciliano di Studi Bizantini e Neoellenici. Testi 5. Palermo: Istituto Siciliano di Studi Bizantini e Neoellenici (1961) 148] ―ἀπὸ τὴ βρύση τής Αρνησιάς, ποὺ βρίσκεται στὴ ρίζα τοῦ βουνοῦ τὴς Ἄρνης, περνώντας στὴ συνέχεια (οἱ ψυχὲς) ἀπὸ τὸ λιβάδι τὴς Ἀλησμονιᾶς, ποὺ φυτρώνει τὸ λησμοβότανο― καὶ δὲν θὰ θυμοῦνται πλέον τίποτα ἀπὸ τὴ γήϊνη ζωή τους. Ἄς σημειωθεῖ μάλιστα ὅτι ὁ Νεοπλατωνικὸς φιλόσοφος Π ρ ό κ λ ο ς [Σχόλια εἰς τὸν Κρατύλον Πλάτωνος 178, ed. G. Pasquali, Leipzig: Teubner, 1908] ἑρμηνεύει ἐτυμολογικὰ τὴν προέλευση τῆς λήθης (< Λητὼ) τῶν «ἐγκοσμίων λόγων» (δηλ. τοῦ Ἀπόλλωνα). Γιὰ ὅλα αὐτὰ τὰ μυθώδη τῆς μακάριας λήθης ὁ

76

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

Ἀντίθετα, οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοὶ στὴν Κόλαση, θὰ μποροῦν νὰ βλέπουν (ψιλὴ θεογνωσία) ὅσους θὰ βρίσκονται στὸν Παράδεισο, ἀλλ᾿ ὄχι καὶ νὰ μετέχουν (βιωματικὴ θεογνωσία) τῆς μακαριότητας, καὶ αὐτὸ θὰ συνιστᾶ τὴ μεγαλύτερή τους κόλαση317. Ἡ ἄποψη αὐτή, ἔχει τὶς ρίζες της στὸν Πλάτωνα, δεδομένου ὅτι αὐτὸς πίστευε ὅτι οἱ «ἁμαρτωλοί» ἔχουν ἁπλῶς «λησμονήσει» τὴ Θεία τους καταγωγή318, στὴν ὁποία θὰ πρέπει ―μέσῳ τῶν μετεμψυχώσεων― νὰ ἐπανέλθουν. Κατὰ τὸν ἅγιο Διονύσιο τὸν Ἀρεοπαγίτη, σὲ λήθη ἔναντι τοῦ κακοῦ πίπτουν οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι319. Μὲ ἕνα ἀνάλογο τρόπο, γράφει γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἐσχατολογικὰ ὁ στῦλος καὶ πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας Μ. Ἀθανάσιος (295-373): «ὅταν γὰρ ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος εἰσέλθῃ εἰς τὴν ψυχήν, καταφρονεῖν πάντων πείθει τῶν τοῦ κόσμου πραγμάτων, καὶ λήθην τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν γεννᾷ, καὶ αὐτοῦ ὅλου τοῦ κόσμου»320. Κατὰ δὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας (Doctor Ecclesiae) Μ. Βασίλειο (330-378), «νοῦς μὲν γὰρ μὴ σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ
Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ε ὐ σ τ ά θ ι ο ς παρατηρεῖ: «Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ σαφῶς ἴσασιν ἁλισκομένους ἐντεῦθεν ἑαυτοὺς, μεταβαλλόμενοι πλάττουσιν τὸ τῆς λήθης ὕδωρ, ὅ φασιν πίνοντας ἑκάστους τὰς τῶν οἰκείων βίων γεννήσεις ἀμνημονεῖν. ῞Οτι δὲ ταῦτα μυθώδη καὶ πόρρω φιλοσοφίας ἐστὶν, οὐδεὶς τῶν εὖ φρονούντων ἔοικεν ἀγνοεῖν. Τί γάρ φαμεν, ὦ Πυθαγόραι καὶ Πλάτωνες· αὐτοὶ τὸ ληθοποιὸν ὕδωρ πεπώκατε λαβόντες; ἢ τοὐναντίον ἐφύγετε λαθόντες; Εἰ μὲν οὖν ὑμεῖς οἷοί· τε ἐγένεσθε τὸ τῆς πλάνης διαδρᾶναι πόμα, πρόδηλοι πολλοί τινες· εἰ δὲ τὸν κοινὸν πᾶσιν ἀέρα σπασάμενοι, τὸ τῆς λήθης ὕδωρ ἐπίετε χανδόν, πῶς καὶ πόθεν μυθοποιεῖτε λαβόντες περὶ ψυχῶν; πόθεν ὅλως ἴστε τὸ τῶν ῥείθρων τούτων γένος; εἴτε γὰρ μὴ ἐπειράθητε τῆς χρείας αὐτῶν, ἀγνοεῖτε τὴν τῶν ὑδάτων ἀνάδοσιν· εἴτε τῆς πείρας αὐτῶν ἔσω γεγονότες, λήθῃ τὴν μνήμην τῆς χρήσεως αὐτῶν ἠφανίσατε καὶ τὴν γνῶσιν ἐξεπτύσατε. ᾿Αλλ' εἰς ταῦτα βαρβαρώδη δεισιδαιμονίᾳ τραπέντες ἐσφάλησαν, Αἰγυπτίοις χρησάμενοι καθηγεμόσιν» [Περὶ ψυχῆς κατὰ φιλοσόφων, fragment 4, 1, ed. M. Spanneut, Recherches sur les parallela, ed. M. Spanneut, Recherches sur les fragments dogmatiques et ex M. Spanneut, Recherches su Catholiques, 1948]. 316 Σ. Σειρ. 11, 25. Ἡ ὀρθότερη, κατὰ τὸν Ἀρχιμ. Ἰ. Γ ι α ν ν α κ ό π ο υ λ ο (Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς Ο’, Ἀθῆναι 1964, τ. 26, σ. 53), ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ εἶναι ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τῶν εὐσεβῶν, αὐτοὶ θὰ ἀμειφθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴ λήθη ὅλων τῶν βασάνων τους. 317 Λουκ. 13, 28. Τὴν ψυχολογικὴ ἄποψη αὐτὴν υἱοθετεῖ ἐντέλει ὁ Μητρ. Περγάμου Ἰ ω ά ν ν η ς , μολονότι προηγουμένως ἐπικρίνει τὴν ψυχολογικὴ ἑρμηνεία τῆς Κόλασης [«Ἐσχατολογία καὶ Ὕπαρξη – Μιὰ ὀντολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῶν ἐσχάτων», Σύναξη 121 (2012) 43-72]. Ἀλλ’, ἡ Ἁγία Γραφή, ἀκολουθώντας τὸν ἰουδαϊκὸ τρόπο τοῦ «σκέπτεσθαι» (δηλ. τὴν ψυχοσωματικὴ ὁλότητα τοῦ ἀνθρώπου), ὁμιλεῖ σαφῶς καὶ γιὰ σωματικὴ κόλαση: «Καὶ μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβεῖσθε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ» (Ματθ. 10, 28). 318 Πρβλ. Πράξεις Φιλίππου 140, ed. M. Bonnet, Acta apostolorum apocrypha, vol. 2.2. Leipzig: Mendelssohn, 1903 (repr. Hildesheim: Olms, 1972): 1-90. 319 Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας 100, Patristische Texte und Studien 36. Berlin: De Gruyter, 1991: «῾Η γὰρ ἱερὰ τῶν ὑπερκοσμίων νοῶν γνῶσις ἀκάματός τέ ἐστιν καὶ ἀκατάληκτον ἔχει τὸν θεῖον ἔρωτα κακίας τε ἅμα πάσης ὑπερκεῖται καὶ λήθης, ὅθεν ὡς οἶμαι τὸ τῆς ἀσιγήτου κραυγῆς ὑπαινίσσεται τὴν αἰώνιον αὐτῶν καὶ ἀμετάστατον ἐν συντονίᾳ πάσῃ καὶ εὐχαριστίᾳ τῶν θείων ἐπιστήμην καὶ νόησιν». 320 Πρὸς Κάστορα, MPG 28, 869.

77

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἔξω, μηδ᾿ ὑπὸ τῶν αἰσθητηρίων ἐπὶ τὸν κόσμον διαχεόμενος, ἐπάνεισι μὲν πρὸς ἑαυτόν, δι’ ἑαυτοῦ δὲ πρὸς τὴν περὶ Θεοῦ ἔννοιαν ἀναβαίνει· κἀκείνῳ τῷ κάλλει περιλαμπόμενός τε καὶ ἐλλαμπόμενος καὶ αὐτῆς τῆς φύσεως λήθην λαμβάνει, μήτε πρὸς τροφῆς φροντίδα, μήτε πρὸς περιβολαίων μέριμναν τὴν ψυχὴν καθελκόμενος, ἀλλά, σχολὴν ἀπὸ τῶν γηΐνων φροντίδων ἄγων, τὴν πᾶσαν ἑαυτοῦ σπουδὴν ἐπὶ τὴν κτῆσιν τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν μετατίθησι· πῶς μὲν κατορθωθῇ αὐτῷ ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ ἀνδρεία, πῶς δὲ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ φρόνησις καὶ αἱ λοιπαὶ ἀρεταὶ ὅσαι, ταῖς γενικαῖς ταύταις ὑποδιαιρούμεναι, καθηκόντως ἕκαστον ἐπιτελεῖν τῶν κατὰ τὸν βίον ὑποβάλλουσι τῷ σπουδαίῳ»321. Ὁμοίως, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπεξηγεῖ: «Χρὴ γὰρ ἡμᾶς ἀπαρνησαμένους ἑαυτοὺς καὶ ἄραντας τὸν σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ οὕτως ἀκολουθεῖν αὐτῷ. Ἄρνησις δέ ἐστιν ἑαυτοῦ ἡ παντελὴς τῶν παρελθόντων λήθη καὶ ἡ τῶν θελημάτων αὐτοῦ ἀναχώρησις. ᾿Εὰν δέ τι ὑπολιπώμεθα ἑαυτοῖς μνήμης γήινον ἐν οὐσίᾳ τινὶ φθαρτῇ ἐνταῦθα τοῦ νοῦ οἷον ἔν τινι βορβόρῳ κατορυγέντος, ἀνάγκη τὴν ψυχὴν ἀθέατον εἶναι Θεῷ καὶ πρὸς ἐπιθυμίαν τῶν ἐπουρανίων καλῶν καὶ τῶν ἀποκειμένων ἡμῖν ἀγαθῶν ἐν ἐπαγγελίαις ἀκίνητον»322. Τέλος, στὰ Ἀπόκρυφα323 ἀπαντᾶ ἡ (Πλατωνικὴ324) θέση ὅτι οἱ δίκαιοι στὸν Παράδεισο θὰ περιέλθουν σὲ μία κατάσταση λήθης ὡς πρὸς τοὺς ἁμαρτωλοὺς συγγενεῖς τους. Σπουδαία ἀνάλυση τῆς μετὰ θάνατο λειτουργίας τῆς μνήμης (καὶ τῆς λήθης) ἐπιχειρεῖ ὁ Νεοπλατωνικὸς φιλόσοφος Πλωτῖνος (204-269) στὸ γνωστὸ ἔργο του «Ἐννεάδες», διαφοροποιώντας τὴν ἀνθρώπινη νόηση κατὰ τὴν παροῦσα ζωὴ (τῆς χρονικότητας) ἀπὸ τῆς ἄλλης (αἰωνιότητα), ἐνῶ διακρίνει μεταξὺ ἐμπαθοῦς καὶ ἀπαθοῦς μνήμης325. Βέβαια, χριστιανικῶς, ὅλες αὐτὲς οἱ μαρτυρίες δὲν ἐπαρκοῦν, γιὰ νὰ στοιχειοθετήσουν μία ἀρτιωμένη θεολογία γιὰ τὴν ἐσχατολογικὴ λήθη τῶν δικαίων. Ὡστόσο, μέσα ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς συμβολισμοὺς καὶ τὶς εἰκόνες συνάγεται ὅτι κατὰ τὴν Αἰώνια Ζωή, σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Ἐσχατολογία, θὰ ἐπισυμβεῖ μιὰ πνευματικὴ ἀλλοίωση τοῦ ὅλου ψυχισμοῦ τῶν δικαίων καὶ Ἁγίων326 (ὅπως ἀπὸ τὴν παροῦσα εἶχε ἤδη
321 322

Ἐπιστολὴ Β’, ed. Y. Courtonne, Paris: Les Belles Lettres, vol. 1 (1957). Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Ἐπιστολὴ πρὸς μοναχούς, ed. P.G. Nicolopoulos, Athens: Tsiveriotes, 1973: 481-

493. Πράξεις Φιλίππου, 140, ed. M. Bonnet, Acta apostolorum apocrypha, vol. 2.2. Leipzig: Mendelssohn, 1903 (repr. Hildesheim: Olms, 1972): 1-90. 324 Π λ ά τ ω ν , Πολιτείᾳ, X 617 DE 621 AB, ed. J. Burnet, Oxford: Clarendon Press, 1902 (repr. 1968). 325 Ἐννεάδες 4, 4, ed. P. Henry and H.-R. Schwyzer, Leiden: Brill. 326 Γεν. 6, 3, Γαλ. 5, 17. Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 129: «Ὡς γὰρ τοῖς τῶν αἰσθητῶν καὶ φθαρτῶν ἡδονῶν ἀντεχομένοις, τὸ τῆς ψυχῆς ἐπιθυμοῦν ὅλον κενοῦται πρὸς τὴν σάρκα καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι σάρκες γίνονται καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔνι καταμένειν ἐν αὐτοῖς, οὕτω τοῖς ἀνυψώσασι τὸν νοῦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοῦ θείου πόθου τὴν ψυχὴν ἐξηρτημένοις, καὶ ἡ σὰρξ μετασκευα323

78

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

«ἀλλοιωθεῖ» Χριστοειδῶς ὁ λογισμός τους), καί, κατὰ συνέπεια, καὶ τῆς λειτουργίας τῆς μνήμης τους, ἔτσι ὥστε ἡ ὅλη σκέψη τους νὰ εἶναι προσανατολισμένη στὸν Χριστὸ καὶ τὸν Νόμο Του, ἀποβάλλοντας (ἀποκαθαίροντας) ―κατόπιν συνειδητῆς ἐπιλογῆς― τὶς ἀρνητικὲς (ἀντιχριστιανικές, δαιμονιώδεις καὶ ἁμαρτωλὲς) συνήθειες, ἀναμνήσεις ἤ καὶ φαντασιώσεις (ἀκάθαρτους λογισμούς), καὶ ἀποθηκεύοντας στὴ μνήμη τους μόνο τὰ Θεῖα, τὰ ἀγαθά, τὰ τίμια, τὰ δίκαια, τὰ χρηστά, τὰ ἐνάρετα καὶ ὅσια327. Ὡστόσο, ἡ χριστιανικὴ «λήθη» δὲν νοεῖται οὔτε παγανιστικά (βλ. limbo), οὔτε Πλατωνικά (λησμοσύνη τῆς προηγούμενης ζωῆς).

ζομένη συνανυψοῦταί τε καὶ συναπολαύει τῆς θείας κοινωνίας καὶ κτῆμα καὶ αὐτὴ γίνεται καὶ οἴκημα Θεοῦ, μηκέτ’ ἐνοικουροῦσαν ἔχουσα τὴν πρὸς Θεὸν ἔχθραν, μηδὲ κατὰ τοῦ πνεύματος ἐπιθυμοῦσα». 327 π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 156. Πρβλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, σ. 378, Θεσσαλονίκη 1996 (ἀνέκδοτο).

79

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ
Α) Η ΘΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ 1) Γενικά. Σύμφωνα μὲ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία, ἕνα ἀπό τὰ ἰδιώματα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ δικαιοσύνη Του: «Δίκαιος γὰρ ὁ Κύριος, κατὰ τὸν θεῖον ψαλμῳδὸν εἰπεῖν, καὶ δικαιοσύνας ἠγάπησεν»328. Μάλιστα δέ, κατὰ τὸν ὅσιο Ἐφραὶμ τὸν Σύρο, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ ὅριο τῆς φύσεώς Του. Σὲ ὅλη τὴν Ἁγία Γραφή καὶ τὴν ἱερὰ Παράδοση τονίζεται ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία οὔτε στενὰ νομικιστικὰ θὰ πρέπει νὰ νοεῖται, σύμφωνα δηλαδή μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, οὔτε ὅμως καὶ ὡς ἀφηρημένη ἤ ἁπλῆ (ψιλὴ) ἀρετή. Ἡ Θεία «δικαιοσύνη», σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαία ἑβραϊκὴ (βλ. zedakah) καὶ ἑλληνικὴ σημασία, δὲν ἐκλαμβάνεται στὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Θεολογία ἠθικὰ ἤ δικανικά, ἀλλ’, ὄντας συνώνυμη μὲ τὴν ἁγιότητα, ταυτίζεται μὲ αὐτὴν τὴν ὑπόσταση τοῦ Θείου Λόγου329. Κατὰ τὸν π. Δ. Staniloae, βαθὺν γνώστη καὶ ἑρμηνευτὴ τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἡ δικαιοσύνη, ὅπως, ἄλλωστε, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀνήκει στὸν λόγο τῆς Θ. Δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ ὁποία (δικαιοσύνη), ὅταν χρειασθεῖ, τιμωρεῖ· καί, δὲν ἐννοῦμε, βέβαια, τίς παιδαγωγικές μόνο τιμωρίες, ἀλλά καί τίς λεγόμενες θεολογικῶς «ἀπογνωστικές παραχωρήσεις». Ἡ Θεία δικαιοσύνη κρίνει τὸν ὅλο ἄνθρωπο σὲ ὅλο τὸ πλάτος (περιπτωσιολογία) καὶ τὸ βάθος (ἀσυνείδητα κίνητρα) τῶν διανοημάτων καὶ ἐνεργειῶν του: «Ὅτι ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους, καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν, πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακά»330. Γράφει δὲ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος»331. Σχετικὰ δὲ ἀναφέρει ὁ Μ. Βασίλειος: «Καθ᾿ ὅ μὲν γὰρ ἐκπεπτώκασι τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, πάντες βασάνων καὶ κολάσεων ἄξιοι»332. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὅπως τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ὑπέρλογη, μπορεῖ ―ὅταν ὁ Ἴδιος διακρίνει ἀκόμα καὶ (ἀσυνείδητα) ἴχνη βουλήσεως μετανοίας μέσα μας― καὶ «δικαιώνει» τὸν ἔσχατο, κάνοντάς τον πρῶτο, καὶ μάλιστα χωρὶς νὰ τὸ «δικαιοῦται» (ἀξίζει)! Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς δικαιοσύνης μπορεῖ νὰ φαίνεται γιὰ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια ὡς παράδοξο, παράλογο ἤ ἀκόμη καὶ ἄδικο. Γι᾿ αὐτό, πολλοί, στὴν προσπά328 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 150. Πρβλ. Ψαλμ. 10, 7. 329 Πρβλ. Π. Ν έ λ λ α , Προλεγόμενα εἰς τὴν μελέτην τοῦ Νικολάου Καβάσιλα, Ἀθῆναι 1968. 330 Α’ Πέτρ. 3, 12. 331 Ρωμ. 12, 19. 332 Εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν 2, MPG 30, 241A-B.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ θειά τους νὰ ἐκλογικεύσουν τὸ (παράδοξο) μυστήριο τῆς Θείας δικαιοσύνης, ὑπέπεσαν, κατὰ καιροὺς, σὲ διάφορες αἱρέσεις καὶ ἀκρότητες! Οἱ Δυτικοί λ.χ. ὑπερτόνισαν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, «κατασκευάζοντας» ἕνα θεό τρομοκράτη. Στὴν ἄλλη ἄκρη, ὁδηγήθηκε ὁ Ὠριγένης, προσπαθώντας νὰ ἐξηγήσει λογικά τή Θεία δικαιοσύνη, φθάνοντας στὸν Ἀγαπισμό καὶ τὴν Ἀποκατάσταση τῶν Πάντων! Ἀντίστοιχα, ὁ Ἰωάννης Καλβῖνος (15091564), γιά νὰ λύσει τὸ πρόβλημα, μίλησε γιὰ «Ἀπόλυτο Προορισμό». Ὁποιαδήποτε, λοιπόν, προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐξηγήσει τὴ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης σὲ ἕνα Θεὸ τῆς Ἀγάπης, πέφτει στὸ κενό. Πρόκειται γιὰ ἕνα ὑπέρλογο μυστήριο. Καί ὅσοι προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν λογικά τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἀπέτυχαν. Ὡστόσο, εἶναι ἀνάγκη ὅλοι νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀγάπη καί ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ διακρίνονται, δέν δια-χωρίζονται333! «Οὔτε ἡ κρίσις ἀνέλεος, οὔτε ὁ ἔλεος ἄκριτος»334, παρατηρεῖ ὁ Θεοδώρητος Κύρου. Τέλος, ὁ μέγας δογματολόγος Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, σημειώνει σαφῶς ὅτι ὁ Θεός, κατά τό λεγόμενο «προηγούμενο θέλημά» Του, θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι καὶ νὰ εἰσέλθουν στὴ Βασιλεία Του, διότι δὲν μᾶς ἔπλασε γιὰ τὴν Κόλαση, ἀλλὰ γιὰ νὰ μετάσχουμε τῆς δικῆς Του ἀγαθότητας. Ὅταν, ὅμως, ἁμαρτάνουμε, θέλει νὰ τιμωρούμαστε δίκαια: «Χρὴ εἰδέναι, ὡς ὁ Θεὸς προηγουμένως θέλει πάντας σωθῆναι καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τυχεῖν∙ οὐ γὰρ ἐπὶ τὸ κολάσαι ἔπλασεν ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὸ μετασχεῖν τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ ὡς ἀγαθός. Ἁμαρτάνοντας δὲ, θέλει κολάζεσθαι δικαίως»335. 2) Ὁ Θεῖος φόβος. Ὁ (ὑγιής) φόβος τῆς Κολάσεως, ἀλλά καί ὁ Θεῖος φόβος γενικότερα, στίς ἡμέρες μας, ἰδίως κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση τῶν φιλοσοφιῶν τῶν Schleiermacher, Ritschl, Bultmann, Ebeling κ.ἄ., καί τῶν ἐπιτευγμάτων τῆς σύγχρονης Ἐπιστήμης (Φυσική, Βιολογία, Ἰατρική κλπ.) καί Τεχνολογίας, πού παρέχουν μεγαλύτερες (σωματικές) εὐκολίες, ἀνέσεις, «ἀσφάλεια», εὐζωΐα κλπ., ἀλλά καί γρηγορότερες, ἀκοπίαστες καί θεαματικότερες ἐπιτυχίες, φαίνεται, ὁμολογουμένως, ὅτι ἔχουν ἀτονήσει. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἡ βιοθεωρία τοῦ Διαφωτισμοῦ, ὅπου, ὑπό τό φῶς ἑνός Ὀρθολογισμοῦ (πρβλ. summum bonum τῶν Σχολαστικῶν) καί συνάμα ἑνός κρυπτο-Μαρκιωνιτισμοῦ, ἔκανε τήν ἐμφάνισή της ἡ ρομαντική ἀντίληψη τοῦ «καλοῦ Θεοῦ» σέ συνδυασμό μέ τόν χριστιανικό (κυρίως ρωσικό) Ὑπαρξισμὸ καὶ Περσοναλισμὸ (πρβλ. Dostojewskij, Bulgakov, Ber-

333 Πρβλ. Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 26. 334 Ἑρμηνεία εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν 20, ed. J.-N. Guinot, Paris 2 (1982). 335 «Ἔκδοσις ἀκριβής…», ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη, σελ. 20.

82

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

diaeff, Alphejeff, O. Clément κ.ἄ.)336, τήν Ἀνθρωπιστική Ψυχολογία, τὴν Ἐκκοσμίκευση, τό ἐπακολουθῆσαν κῦμα τῶν Ἀνατολικῶν φιλοσοφιῶν (Βουδισμοῦ ― Yoga ― Karma κ.λπ.), τὴν Προτεσταντικὴ «πλουραλιστικὴ Θεολογία», τὴν ἀπο-ϊεροποίηση τῆς Ἐκκλησίας καί τὴ λεγόμενη «Θετικὴ Σκέψη» συνέτειναν ἀφ’ ἑνὸς μὲν στήν ἀπώθηση τῆς ἀντιλήψεως τοῦ Θείου ὡς ἀρρήτου (μυστηρίου) καί ὑπερλόγου (παραδόξου), ἀφ’ ἑτέρου δὲ στὴ σχετικοποίηση τῆς Χριστολογίας, τῆς Ἐσχατολογίας καὶ τῆς χριστιανικῆς Ἠθικῆς. Ἡ ὅλη δὲ στάση αὐτὴ εὐνοήθηκε ὡς ἀντίδραση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἀπὸ πρὶν (ἀπὂ τὸν 13ο ἕως τὸν 18ο αἰ.) ἀντιλήψεως περὶ ἑνὸς Θεοῦ ἀποκλειστικὰ σχεδὸν ὡς τιμωροῦ337. Σύμφωνα μὲ τοὺς Ἀνατολικοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ὀρθόδοξος πιστὸς Χριστιανὸς θὰ πρέπει νὰ φοβᾶται (καὶ ὄχι ἁπλῶς, ἐμφανιστικῶς, εὐγενῶς, σχηματικῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς νὰ σέβεται τὸν Δίκαιο Κριτὴ-Θεό) τὴν ἄδηλη ἡμέρα καὶ ὥρα τῆς Τελικῆς Κρίσεως. Τόν φόβο του γιά τήν αἰώνια Κόλαση βλέπουμε νά ἐκφράζει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας σέ ἕναν συγκλονιστικό λόγο του «Περί ἐξόδου ψυχῆς καὶ περί τῆς Δευτέρας Παρουσίας»: «Φοβοῦμαι τήν γέενναν, ὅτι ἀτελεύτητος ἐστι. Φοβοῦμαι τήν Κόλασιν τήν οὐκ ἔχουσαν τέλος. Φοβοῦμαι τά δεσμά τά ἄλυτα. Διά πρόσκαιρον ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν ἀθάνατα βασανίζομαι»338. Ὁ φόβος τῆς Κολάσεως μπορεῖ νά ἐγερθεῖ ἀκόμα καὶ στούς δικαίους, ὅπως π.χ. στόν Ἰακώβ, ἀπό τήν «πολλήν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν»339! Τό δόγμα τῆς αἰωνίου Κολάσεως δέν τό «κατασκευάζουμε» λογικά (βλ. διαλεκτική μέθοδο), ἀλλά διὰ τῆς πίστεως τό ἀπο-δεχόμαστε ἀποκαλυπτικά/ταπεινά (βλ. ἀποδεικτική μέθοδο) μέσῳ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ Θεία δικαιοσύνη, κατά ἕνα λογικό παράδοξο, συνυπάρχει μέ τόν Θεῖο ἔρωτα340, ὅπως ὁ γνόφος μέ τό (ἄκτιστο) φῶς. Γράφει ὁ Μ. Βασίλειος: «Καὶ ἰσοδυναμεῖ ἀλλήλοις τὸ φοβερὸν αὐτοῦ καὶ τὸ φιλάνθρωπον καὶ τὸ δίκαιον»341. Τὰ ἴδια σημειώνει καὶ ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης: «Ὅτι μὲν φιλάνθρωπός ἐστιν ὁ Θεός, μάλ᾿ ἀκριβῶς οἶδα. Ὅτι δὲ καὶ ἀπαιτεῖ δίκας σφοδροτάτας τοὺς τῆς φιλανθρωπίας καταφρονήσαντας, καὶ αἱ ἱεραὶ χρησμῳδοῦσι Γραφαί, καὶ τὰ πράγματα μαρτυρεῖ…Μὴ τοίνυν τῇ φιλανθρωπίᾳ μόνῃ θαῤῥοῦντες ἁμαρτάνωμεν· ἀλλὰ καὶ τὴν δικαιοσύνην

Βλ. π. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο υ , «Ἀπὸ τὴν φύση ὡς Κόλαση στὸν Παράδεισο τῆς κατὰ φύση προαίρεσης», Σύναξη 122 (2012) 65. 337 Βλ. Χ. Μ η ν ά ο γ λ ο υ , «Ἅγιος Άθανάσιος ὁ Πάριος καὶ Edmund Burke: ἡ Πατερικὴ καὶ ἡ συντηρητικὴ ἀντίθεση στὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 785 (2000) 1113. 338 Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς , Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας, ΜPG 77, 1072 BC. 339 Ἰω. Χ ρ υ σ . , Εἰς Γέν. 54, 4, MPG 54, 477. Πρβλ. Ὠσ. 3, 5. 340 Μ. Β ασ ι λ ε ί ο υ , Ἠθικά, MPG 31, 692. Πρβλ. Ἰ. Θ. Π αν α γ ο π ο ύ λ ο υ , Μόρφωση καί Μεταμόρφωση, Ἀθήνα 2000, σ. 62. 341 Ἐπιστολὴ 234 πρὸς Ἀμφιλόχιον, MPG 32, 868CD-869AB.
336

83

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἐννοοῦντες, γνωσιμαχῶμεν»342. Εἶναι γνωστή καί πολύ χαρακτηριστική ἡ εἰκόνα τοῦ Παντοκράτορα στό Δαφνί, πού δείχνει τόν Χριστό μέ τά μάτια νά κοιτάζει γεμάτος ἀπειλή (στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ μοιάζουν σὰν φλόγες φωτιᾶς), ἐνῶ μέ τά χέρια Του νά εὐλογεῖ· ὁμοίως, ἡ εἰκόνα τοῦ Παντοκράτορα τῆς Ἱ. Μονῆς τοῦ Σινᾶ (6ου αἰ.) δείχνει τό ἕνα μάτι τοῦ Χριστοῦ ἀγριωπό, ἐνῶ τό ἄλλο γαλήνιο343. «Αὐτὸς γὰρ ἐστιν οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀγαθοποιὸς αἰώνιος…Ἀλλὰ καὶ Θεὸς ζηλωτὴς καὶ δίκαιος κριτὴς καὶ φρικτὸς ἐκδικητὴς αὐτός ἐστιν· ἐπάγων τοῖς ἀσεβοῦσιν εἰς αὐτὸν καὶ ἀπειθοῦσιν αὐτῷ καὶ ἀθετοῦσι τὰ προστάγματα αὐτοῦ κόλασιν αἰώνιον, πῦρ ἄσβεστον, ὀδύνην ἄπαυστον, θλῖψιν ἀπαραμύθητον, ἔνδυμα ζόφου ἀφεγγοῦς, χώραν σκοτεινὴν καὶ τεθλιμμένην, βρυγμὸν ἐλεεινὸν ὀδόντων, ἰοβόλους ἀκοιμήτους σκώληκας…»344, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἀγάπη, ποὺ δὲν ἀγανακτεῖ κατὰ τῆς ἀδικίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ μέχει ἀδιάφορη, δὲν εἶναι γνήσια ἀγάπη345! Μέσα σέ μιά ὥριμη ἀγαπητική σχέση τά πρόσωπα γνωρίζουν πότε νά λένε ΝΑΙ, καί πότε ΟΧΙ346. Δέν ὑπάρχει καμιά βαθειά καί πραγματική ἀγάπη χωρίς κάποια δέσμευση, ὑποχρέωση, ρίσκο καί κίνδυνο347. Ἄς προσέξουμε ἐν προκειμένῳ τό παρακάτω παράθεμα. «Τή συνύπαρξη τῶν (λογικά) ἀντιθέτων (Τριάς/Μονάς, Θεῖο/ἀνθρώπινο, Μητέρα/Παρθένος, ἀγάπη/δικαιοσύνη, Θ. φόβος/Θ. ἔρως, πίστη/γνώση, χαρά/λύπη κλπ.), πού ἀκόμα καί ἡ «θύραθεν» Ἐπιστήμη (π.χ. L. Barnell), ἡ Φιλοσοφία (π.χ. ἐναντιοδρομία, νεῖκος ― φιλότης348 κλπ.), ἡ Φυσική (π.χ. Komplementarität), ἡ Κοινωνιολογία (π.χ. διαλεκτική), ἡ Ψυχολογία (π.χ. Tabu)349, ἡ Θρησκειολογία (π.χ. ΤΑΟ, ἰσλαμιστής H. Vahya κ.ἄ.) κλπ. ἀνιχνεύουν εἴτε, κατά τήν analogia entis, στόν ὑλικό, εἴτε στόν ψυχοπνευματικό κόσμο, ἀρνοῦνται συνήθως κάποιοι, ἀφ’ ἑνός μέν, γιατί δέν συμβιβάζεται λογικά καί, κατά συνέπεια, δέν τήν κατανοοῦν (!), ἀφ’ ἑτέρου δὲ γιατί, κατ' αὐτούς, τό «Θεῖον» δέν εἶναι δυνατόν νά λειτουργεῖ παρά-λογα. Πρόκειται γιά Ὀρθολογιστές (τοῦ 17ου αἰ.), πού Προκρούστεια ἐπιδιώκουν νά «στριμώξουν» τό ἄπειρο τῆς Θείας πανἸ σ ί δ ω ρ ο υ Π η λ ο υ σ ι ώ τ ο υ , Ἐπιστολὴ ΟΑ’, Νειλάμμωνι διακόνῳ ἰατρῷ, MPG 78, 780. Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , «Φόβος και τρόμος κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες», ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ & ΠΑΙΔΕΙΑ 2 (2004) 115-169. 344 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν νομοθεσίας», λόγος 62, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 117. 345 Ἀ. Η. Σ π υ ρ ά κ η , Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον Ἀγάπη, Ἀθήνα 1999, σ. 22. 346 Πρβλ. M. S. P e c k , The road less traveled: A new Psychology of love, traditional values and spiritual growth, Simon & Schuster, New York 1978, μτφρ. Σ. Ζαχαρόπουλος, ἐκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Ἀθήνα 1988, σ. 107, 109. 347 Ματθ. 25, 14-30. Πρβλ. Φ. Ν τ ο λ τ ό , Les Évangiles et la foi au risque de la psychanalyse , Gallimard, 1996, μτφρ. Ε. Κούκη, ἐκδ. ΕΣΤΙΑ, Ἀθήνα 2002, σ. 303. 348 Γ. Κ ωσ τ α ρ ᾶ , Φιλοσοφική Προπαιδεία, Ἀθήνα 19944, σ. 199. 349 Γιά τήν ἀμφιθυμική σημασία τοῦ Tabu βλ. S. F r e u d , Τοτέμ καί Ταμποῦ, μτφρ. Σ. Φερεντίνου, Ἀθῆναι χ.χ., σ. 41 ἑξ. Πρβλ. Ἀ. Π α ρ α σ κ ε υ ό π ο υ λ ο υ , Ἡ Θρησκεία κατά τούς Ψυχαναλυτικούς, σ. 23.
342 343

84

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

σοφίας μέσα στόν κτιστό καί πεπερασμένο τους ἐγκέφαλο, ἀρνούμενοι a priori τό μυστήριο/παράδοξο (ὑπέρ-λογο καί μετα-λογικό)350, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ἐγκέφαλος, ἐνῶ κατά τόν προηγούμενο αἰώνα ἔβλεπε, γιὰ παράδειγμα, μέ τή μαθηματική (Ἀριστοτελική) του λογική ἀδύνατο τό «ἅλμα» τῆς Φύσεως (Determinismus), σήμερα, ἀναθεωρώντας, δέν τό θεωρεῖ πλέον ὡς ἀπίθανο (πρβλ. Ἀρχή τῆς Ἀπροσδιοριστίας)»351. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία «φοβᾶται» τόν Χριστό, ὅπως ἡ σύζυγος (νύμφη) τόν σύζυγο (Νυμφίο)352, δηλ. μέ μιά ἀγαπητική ἀγωνία, μέσα στά πλαίσια τῆς σχέσεως καὶ τῆς ὑπάρξεως. «Οἴδαμεν τόν Θεόν», βεβαιώνει ὁ Μ. Βασίλειος, «καί δίκαιον καί φιλάνθρωπον καί προγνωστικόν καί ἀνταποδοτικόν»353· καί συνεχίζει ὁ ἴδιος: «Ἀγαθός ὁ Θεός, ἀλλά καί δίκαιος ... Ἐλεήμων, ἀλλά καί κριτής ... Ἐλεήμων γάρ ὁ Κύριος, καί δίκαιος. Μή οὖν ἐξ ἡμισείας τόν Θεόν γνωρίζωμεν, μηδέ ἀφορμήν ῥαθυμίας τήν αὐτοῦ φιλανθρωπίαν λαμβάνωμεν ... Ὁ τόν ἥλιον ἀνατέλλων, καί ἀβλεψίαν καταδικάζει. Ὁ τόν ὄμβρον διδούς, καί τό πῦρ βρέχει. Ἐκεῖνα τῆς χρηστότητος, ταῦτα τῆς ἀποτομίας»354. Κατά δέ τόν ἱ. Χρυσόστομο, «ὁμοῦ καί δικαστής, καί ἰατρός, καί διδάσκαλος ἐστίν ὁ Θεός»355. Ἡ Θεία Ἐνανθρώπηση οὔτε θεοποιεῖ (Ἀρειανισμός), οὔτε ἀποθεοποιεῖ/ἀνθρωποποιεῖ (Νεστοριανισμός) τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἔτσι ὥστε νά Τόν θεωροῦμε μόνο ὡς συνάνθρωπο, ἀδελφό, φίλο ἤ σύντροφο356. Στὴν ἴδια συνάφεια, περί τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, θά παραθέσουμε τόν πολύ ἐκφραστικό λόγο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διδασκάλου, ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ φωστήρας αὐτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφερόμενος στὴ δίκαιη ἀνταπόδοση ―ἀπὸ μέρους τοῦ Θεοῦ― καὶ τῶν ἐναρέτων ἀλλὰ καὶ τῶν ἀσεβῶν, ἐρωτᾶ: οἱ Μοναχοί, ποὺ ἀνέβηκαν στὰ βουνὰ καὶ ἐπέδειξαν πολὺ μεγάλη ἄσκηση, θὰ φύγουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν ἀστεφάνωτοι; Ἂν δὲν τιμωροῦνται οἱ κακοὶ καὶ δὲν ὑπάρχει γιὰ κανέναν ἀνταπόδοση, τότε θὰ πεῖ κάποιος ὅτι οὔτε οἱ ἀγαθοὶ βραβεύονται. Ναί, θὰ πεῖς, διότι αὐτὸ μόνο ἁρμόζει στὸν Θεό, νὰ ὑπάρχει μόνο Βασιλεία καὶ ὄχι Κόλαση. Δηλαδή, ὁ πόρνος καὶ ὁ μοιχὸς καὶ ὅποιος ἔκανε ἄπειρα κακὰ, θὰ ἀπολαύσει τὰ ἴδια μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀγωνίστηκε καὶ ἐπέδειξε σωφροσύνη καὶ ἁγιότητα; Καὶ
Ἡ, κατά S. K i e r k e g a a r d , θεολογική κατηγορία τοῦ (ἀπόλυτου) παραδόξου (πρβλ. absurdum Τερτυλλιανοῦ) ὡς τῶν λογικά ἀλληλοαποκλειομένων ἐννοιῶν, πού διατρέχει ὁλόκληρη τήν Ἁγ. Γραφή (λ.χ. Ψαλμ. 8, 5-6. 13, 1-3, Ρωμ. 3, 10-12 κλπ.) καί τήν ἱ. Παράδοση, ἔχει ἀρκετά μελετηθεῖ τά τελευταῖα χρόνια ὑπό τό πρῖσμα τῆς λεγόμενης «γνωσιακῆς παραφωνίας». Τό ὑπέρλογο στήν ἔννοια τοῦ Θείου δέν καταργεῖ τό λογικό, ἀλλά, κατά ἕνα παράδοξο τρόπο, συνυπάρχει (KomplexIdee) μαζί του (βλ. Ε. Δ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ , Κριτική εἰσαγωγή εἰς τό ζήτημα τῶν σχέσεων θρησκείας καί γνώσεως, Ἀθῆναι 1955, σ. 81). 351 Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , «Φόβος και τρόμος κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες», ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ & ΠΑΙΔΕΙΑ 2 (2004) 115-169. 352 Δευτ. 6, 13. 10, 20, Ψαλμ. 44, 11-13, Ἐφ. 5, 32-33. 353 Ἀμφιλοχίῳ Ἰκονίου ἐπιστ. 234, 1, MPG 32, 868. 354 Ὅροι κατά πλάτος, MPG 31, 900. 355 Εἰς τούς Ἀνδριάντας 7, MPG 49, 93. 356 Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , ὅπ. π.
350

85

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ καταλήγει ὁ ἱερὸς ρήτορας μὲ τὸ ἐρώτημα: Τὸ ἴδιο τέλος περιμένει ἕναν Παῦλο καὶ ἕναν Νέρωνα; Ἤ, μᾶλλον, τὸν Παῦλο καὶ τὸν…διάβολο;;; «Καί Παῦλος μετὰ Νέρωνος στήσεται, μᾶλλον δὲ καὶ διάβολος μετὰ Παύλου»357;… 3) Ἡ Τελικὴ Κρίση. Ἡ Βιβλικὴ εἰκόνα τοῦ ἐσχατολογικοῦ Θείου δικαστηρίου358 ἐπιδιώκει νὰ καταστήσει ἐναργῆ τὴ δίκαιη κρίση ὅλων τῶν ἀνθρώπων359 ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστό: «Οὐδὲ γὰρ ὁ Πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ»360. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, «ἕκαστος ἡμῶν περὶ ἑαυτοῦ λόγον δώσει τῷ Θεῷ»361. Λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Καθάπερ οἱ ἁλιεῖς, φησίν, ὅταν τὴν σαγήνην ἑλκύσωσι, τοὺς φαύλους ἀποκρίνουσι τῶν ἰχθύων, οὕτω κατ᾿ ἐκείνην ἔσται τὴν ἡμέραν, τῶν ἀγγέλων εἰς τὴν κάμινον ἐμβαλλόντων τοὺς ἡμαρτηκότας ἅπαντας»362. Ἀνάλογα γράφει καὶ ὁ Θεοδώρητος Κύρου (ἀποδιδόμενο στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό): «Οὐρανῶν γὰρ βασιλείαν καὶ ζωὴν τέλος οὐ δεχομένην καὶ φῶς νοερὸν καὶ τὴν μετὰ τῶν ἀσωμάτων χορείαν τοῖς πειθομένοις ὑπέσχετο, ὥσπερ αὖ κόλασιν αἰώνιον τοῖς ἀπιστοῦσιν ἠπείλησε· τοῦτο γὰρ δὴ κἀν τῇ παραβολῇ τῶν ζιζανίων δεδήλωκεν. Ταύτην γὰρ ἑρμηνεύσας ἐπήγαγεν· `Οὕτως ἔσται ἐν τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος τούτου· ἀποστελεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, καὶ συνάξουσιν ἐκ τῆς βασιλείας αὐτοῦ πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν, καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων»363. Βέβαια, ἐφόσον ὁ λόγος εἶναι μεταφορικός, ἔχουμε τὴ χρήση ἀνθρωπομορφικῶν εἰκόνων. Συνεπῶς, δὲν πρόκειται κατὰ κυριολεξία γιὰ κάποιο στήσιμο μιᾶς δικαστικῆς ἕδρας, πάνω στὴν ὁποία θὰ κάθεται ὁ Θεός καὶ μπροστά Του θὰ διέρχονται ἕνας ― ἕνας οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ περὶ ἑκούσιας ἀποκοπῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ δυνατότητα τῆς ὄντως ζωῆς· ἔτσι, δὲν εἶναι τόσο ἡ ἀπόφαση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὅσο ἡ ἴδια ἀπὸ πρὶν ἡ παρουσία Του, ποὺ θὰ κρίνει τὸν ἀμετανόητο ἁμαρτωλό364. Σύμφωνα μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας365, οἱ ψυχὲς τῶν
357

Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν τοῦ Κυρίου 27, MPG 59, 619-628. Πρβλ. Β’ Μακ. 15,

12-16. Β’ Κορ. 5, 10. Γ ρ η γ ό ρ ι ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 30, θεολογικός 4, MPG 36, 108C. 360 Ἰω. 5, 22. 361 Ρωμ. 14, 12. 362 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Πρὸς τοὺς πολεμοῦντας τοῖς ἐπὶ τὸ μονάζειν ἐνάγουσιν 6, MPG 47, 327. 363 Θε ο δ ώ ρ η τ ο υ Κ ύ ρ ο υ , Εἰς Ἰεζ. 34, 17, MPG 81, 808. 364 Ἰω. 3, 18-19. Βλ. Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Πρὸς Θαλάσσιον 29, MPG 90, 364B. Πρβλ. π. Γ. Φ λ ω ρ ό φ σ κ υ , Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, σ. 83 ἑξ. 365 Μ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ , Σύμβολον, MPG 28, 1592: «Ἐκεῖθεν δὲ πάλιν ἐρχόμενος κρινεῖ ζῶντας καὶ νεκρούς. Οὗ τῇ παρουσίᾳ πάντες οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος κεκοιμημένοι ἄνθρωποι ἀναστήσονται,
358 359

86

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ἁμαρτωλῶν «μετὰ πολλῆς αἰσχύνης καὶ κατηφείας» θὰ παρουσιαστοῦν «τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ»366. Ἐκεῖ θὰ κριθοῦν367 ὄχι μόνο γιὰ τὰ συνειδητὰ ἁμαρτήματά τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἀσυνείδητα: «Ὅτι συνέβαινεν ἡμαρτῆσθαι μὲν αὐτῷ [Παύλῳ] τινα ἁμαρτήματα, μὴ μὴν αὐτὸν εἰδέναι ταῦτα ἁμαρτήματα. Ἐντεῦθεν λογίζου πόση τῆς μελλούσης κρίσεως ἡ ἀκρίβεια»368. Ἔτσι, τὸ βῆμα ἐκεῖνο, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο369, θὰ εἶναι φοβερό, ὄχι μόνο γιατὶ ὅλες οἱ πράξεις μας θὰ ἀποκαλυφθοῦν, ἀλλὰ καὶ γιατὶ αὐτὲς θὰ συγκριθοῦν μὲ τὶς ἐνώπιόν μας παρουσιαζόμενες σύγχρονές μας κοινωνικὲς ἀδικίες370. Στοὺς Πατέρες τῶν πέντε πρώτων αἰώνων, ἀσάφεια μόνο ἐπικρατεῖ ὡς πρὸς τὸν χρόνο τῆς κρίσεως τῶν ἀνθρώπων371. Ἔτσι, ἄλλοι ὑποστηρίζουν τὴν κρίση ἀμέσως μετὰ τὸν βιολογικὸ θάνατο, ἐνῶ ἄλλοι μετὰ τὴ Β’ Παρουσία372. Τὸ ὅλο θέμα αὐτὸ ἀνάγεται στὸ γνωστὸ θρησκειολογικὰ «ταξίδι τῆς ψυχῆς» (Soul Journey) μὲ τὸ πέρασμά της ἀπὸ τὰ λεγόμενα τελώνια (mattartas) ἤ «πνεύματα τοῦ ἀέρα» (βλ. Συνεσίου Κυρήνης, Ὕμνους), ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων ποικίλλει373. Ὁ προβληματισμὸς μεταξὺ τριῶν ἤ ἑπτὰ οὐρανῶν συνεχίστηκε ἀκόμα καὶ μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ374. Τὰ τελώνια καὶ οἱ ἀντίστοιχοι «οὐρανοί», κατὰ τοὺς Συμεὼν τὸν Στυλίτη καὶ Λεόντιο Νεαπόλεως, εἶναι τρεῖς375, κατὰ τοὺς Γνωστικοὺς καὶ τὸν Ὠριγένη ἑπτά376, κατ᾿ ἄλλους δέκα377, ἐνῶ, κατὰ τὸν Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, πέντε378.

λόγον ἀποδοῦναι περὶ τῶν πράξεων αὐτῶν. Καὶ οἱ μὲν τὰ ἀγαθὰ πράξαντες, πορεύσονται τῷ κελεύσματι αὐτοῦ εἰς αἰώνιον ζωήν· οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες, πορεύσονται εἰς αἰωνίους κολάσεις. Αὕτη τοίνυν ἐστὶν ἡ ὀρθόδοξος πίστις, ἥν ὁ μὴ τηρήσας ἀμώμητον, σωθῆναι οὐ δύναται». 366 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν 2, 9, ed. M. Schatkin, Λόγοι κατὰ Ἰουδαίων 2, 2, MPG 48, 859, Μ . Ἀ θ α ν ., Εἰς Ψαλμ. 10, MPG 27, 93, Εἰς Ψαλμ. 74, MPG 27, 344: «Τὸ θεῖον, φησί, δικαστήριον τοῖς πραέσιν ἀποδώσει τὴν σωτηρίαν· ὥσπερ ἀμέλει καὶ τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὰς κολάσεις ἀποδίδωσιν». 367 Κ λ ή μ . Ρ ώ μ η ς , Πέτρου ἐπιδημιῶν κηρυγμάτων ἐπιτομή, ed. B. Rehm, J. Irmscher and F. Paschke, Die griechischen christlichen Schriftsteller 42. Berlin: Akademie-Verlag (19692) 2, 28: «γνῶθι, ὅτι ἄνθρωπος εἶ, καὶ ὅτι σοῦ μικρός ἐστιν ὁ τῆς ζωῆς χρόνος. κἄν μέγα πλουτήσῃς ἤ καὶ βασιλεύσῃς, τῷ μικρῷ σου χρόνῳ τῆς ζωῆς ὀλίγα τυγχάνει πρὸς ἀπόλαυσιν. Καὶ ἀσεβῶς ζήσαντα αἰωνία κόλασις περιμένει. διὸ φοβεῖσθαι τὸν θεὸν συμβουλεύομεν, ὑφ’ οὗ κριθῆναι ἔχει ἡ ἑκάστου ψυχή, περὶ ὧν ἔπραξεν ἐνταῦθα», ὅπ. π. 14, 5: «ἕκαστος πρὸς ἅ πράττει τιμῆς ἤ κολάσεως τεύξεται. εἴτε δὲ νῦν, εἴτε καὶ αὖθις, οὐδὲν μοι διαφέρει, πλὴν ὅτι πάντως ἀπολαύσει ἕκαστος ὧν ἔπραξεν», Ε ὐ σ έ β ι ο υ , Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, MPG 23, 80: «Πᾶν γὰρ τὸ ποίημα ἄξει ὁ Θεὸς εἰς κρίσιν ἐν παντὶ παρεωραμένῳ, ἐάν τε ἀγαθὸν ᾖ, ἐάν τε πονηρόν». 368 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Α’ Κορ. 11, 2, MPG 61, 89. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν νομοθεσίας», λόγος 62, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ.Δ’, σ. 116. 369 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Περὶ μετανοίας 4, 1, MPG 49, 299. 370 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, σ. 508, Θεσσαλονίκη 1996 (ἀνέκδοτο). 371 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 509. 372 Βλ. Μ. Ἀ. Ὀ ρ φ α ν ο ῦ , Ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα…, σ. 207, ὑποσ. 4. 373 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 510. 374 Περὶ Ὀρθοδόξου πίστεως 2, 6, MPG 94, 880. Πρβλ. Β’ Κορ. 12, 2. 375 Βλ. M. W. B l o o m f i e l d , The Seven Deadly Sins, p. 54.

87

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας, ἑρμηνεύοντας τὸ οὐράνιο ταξίδι τῆς <Ἀποκάλυψης Σοφονία>, ἀναφέρεται στοὺς Ἀγγέλους, ποὺ παραλαμβάνουν τὶς ἁμαρτωλὲς ψυχές, συνοδεύοντάς τες στὸ οὐράνιο ταξίδι τους γιὰ τρεῖς ἡμέρες, μέχρι νὰ τὶς παραδώσουν γιὰ τὴν αἰώνια τιμωρία379. Εἰδικότερα, ὡς πρὸς τὸν χρόνο καὶ τὸν τρόπο τῆς κρίσεως τῶν ψυχῶν ὑπάρχουν οἱ ἑξῆς Πατερικὲς ἀπόψεις380: 1. κατά Ἰρανικὴ ἐπίδραση (μέσῳ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ), ἀμέσως μετὰ τὸν σωματικὸ θάνατο περιπλάνηση τῆς ψυχῆς ἐπὶ δύο (ἤ, κατ᾿ ἄλλους, σαράντα) ἡμέρες πάνω στὴ γῆ (οἰκία της, προσφιλεῖς τόπους, μνῆμα κ.λπ.)381 καὶ τὴν Τρίτη ἡμέρα «ἀνάβασή» της στὸν οὐρανό, ὅπου ἕως τὴν ἔνατη ἡμέρα μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους σὲ διάφορους οὐράνιους «τόπους»· ἔπειτα, γιὰ τριάντα ἡμέρες (μέχρι τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα) ἡ ψυχὴ «ξεναγεῖται» στὸν Ἅδη καὶ τοὺς τόπους τῆς Κολάσεως382. 2. ἀμέσως μετὰ τὸν σωματικὸ θάνατο παραλαβὴ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους καὶ περιήγησή της ἐπὶ τρεῖς, ἐννιὰ καὶ σαράντα ἡμέρες σταδιακὰ στοὺς «χώρους» τοῦ οὐρανοῦ383, 3. ἀμέσως μετὰ τὸν σωματικὸ θάνατο παραλαβὴ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ἤ τοὺς δαίμονες ἀνάλογα, καὶ «τοποθέτησή» της στὸν Παράδεισο ἤ τὴν Κόλαση ἀντίστοιχα, ὅπου ἀπολαμβάνει πλήρως τῶν ἀγαθῶν ἤ τῶν κακῶν384, 4. ἀμέσως μετὰ τὸν σωματικὸ θάνατο παραλαβὴ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ἤ τοὺς δαίμονες ἀνάλογα καὶ «τοποθέτησή» της στὴ (λεγόμενη) «Μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν», ὅπου «προγεύεται» (βλ. Μερικὴ Κρίση385) τῆς Θείας μακαριότητας ἤ τῆς Κολάσεως386, καὶ 5. συνδυασμὸς τῶν 2, 3 καὶ 4 ἀπὸ τὸν Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο (300390)387: ἀμέσως μετὰ τὸν σωματικὸ θάνατο ἡ ψυχὴ παραλαμβάΒλ. Λουκ. 8, 2. 26. 11, 26, Ματθ. 12, 45. 17, 18, Μάρκ. 9, 14. 16, 9, Ἀποκ. 3, 1. 4, 5. 5, 6. Οἱ Ἐσσαῖοι μιλοῦσαν γιὰ ἕνα ἑπτακέφαλο ζῶο. 377 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 510. 378 Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, MPG 77, 1074-1075. Πρβλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 508. 379 Στρωματεῖς 5, 2, MPG 9, 9. Πρβλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 508. 380 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 510. 381 Β. Θ. Κ ο ν τ ο β ᾶ , «Ἡ περὶ μνημοσύνων ἔρις καὶ ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ψυχῆς μετὰ θάνατον», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 723 (1988) 615. 382 Μ α κ ά ρ ι ο υ Ἀ λ ε ξ ., Λόγος περὶ ἐξόδου ψυχῆς δικαίων καὶ ἁμαρτωλῶν, MPG 34, 388. 383 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 510. 384 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 510. 385 Πρβλ. Κ. Δ υ ο β ο υ ν ι ώ τ η , Ἡ Μέση Κατάστασις τῶν ψυχῶν, ἐν Ἀθήναις 1904, Ἑ. Γ. Γ ι αν ν α κ ο π ο ύ λ ο υ , Μερικὴ Ἐσχατολογία κατὰ τὰ Πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, δ.δ., Ἀθήνα 2004. 386 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 510. 387 Μ α κ ά ρ ι ο υ Α ἰ γ . (Συμεὼν Μεσοποταμίτης), Ὁράματα περὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων, MPG 34, 221-230, 777.
376

88

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

νεται ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους (καὶ παραδίδεται ἔπειτα στὸν Ἀρχάγγελο Μιχαὴλ) ἤ τοὺς δαίμονες ἀνάλογα καὶ εἴτε τὴν ἴδια ἡμέρα (κατόπιν μάχης ἤ μὴ μὲ τὰ τελώνια), εἴτε ἀνὰ τρεῖς, ἐννιὰ καὶ σαράντα ἡμέρες, «τοποθετεῖται» εἴτε στὸν Παράδεισο ἤ τὴν Κόλαση, εἴτε στὴ «Μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν»388. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἔννοια τῆς «Μέσης κατάστασης τῶν ψυχῶν», ἡ Κατηχητικὴ Σχολὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας (Κλήμης, Ὠριγένης, Ἀθανάσιος, Κύριλλος), ὑπὸ Νεο-Πλατωνικὴ ἐπίδραση, τὴ δεχόταν μόνο γιὰ τὶς ἁμαρτωλὲς ψυχές, ὡς μία χρονικὴ περίοδο «ἐξαγνισμοῦ» (καθαρμοῦ) μέσῳ τοῦ Μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας, τῶν Μνημοσύνων καὶ τῶν ἐλεημοσυνῶν τῶν συγγενῶν (ἀλλὰ μόνο γιὰ τοὺς μὴ θανάσιμα ἁμαρτωλοὺς). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἐξελάμβανε τὴ Μέση Κατάσταση ὡς ἀτομικὴ πνευματικὰ κατάσταση τῆς κάθε μιᾶς ψυχῆς. Τέλος ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, μαζί μὲ τοὺς Μ. Βασίλειο καὶ ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη389 (ἑρμηνεύοντας καὶ τὶς ἀντίστοιχες θέσεις τῶν Γρηγορίου Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τῆς Κλίμακος), δίδασκε τὴ Μέση Κατάσταση ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ψυχῶν μέχρι τὴν Τελικὴ Κρίση390. Β) Η ΘΕΙΑ ΤΙΜΩΡΙΑ 1) Γενικά. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κατὰ καιροὺς διατυπώνονται διάφορες ἀπορίες, ἐρωτήσεις, ἐνστάσεις καὶ ἐπιφυλάξεις ἀρκετές ―ἀπὸ Χριστιανοὺς καὶ μὴ― γύρω ἀπὸ τὴν μετὰ τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας αἰωνία κατάσταση τῶν ἀνθρώπων στὴν ἀρνητική της ὄψη, δηλαδὴ γι᾿ αὐτὸ πού λέμε «Κόλαση», ὅπως παρουσιάζεται μέσα ἀπὸ Βιβλικὰ καὶ Πατερικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ ἀπορίες αὐτές συνήθως ἑστιάζονται στὰ ἐρωτήματα λ.χ. ἂν τιμωρεῖ ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος εἶναι τόσο καλὸς καὶ φιλεύσπλαγχνος, ἂν ἡ Kόλαση τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλῶν θὰ ἀποτελεῖ μία δική τους αὐτοτιμωρητική κατάσταση, ἢ θὰ εἶναι ἐνεργητικὴ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ἂν θὰ εἶναι αἰώνια, καὶ γιὰ ποιὸ λόγο κ.ἄ. Καὶ ὅσον ἀφορᾶ σὲ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο ἱκανὸς ἀριθμὸς ἀνθρώπων διατυπώνει, τὸ ἂν δηλ. θὰ εἶναι ἡ Kόλαση αἰώνια καὶ παντοτινὴ στὸ μέλλον κατάσταση, θὰ γίνει ἀναφορὰ σέ ἄλλο σημεῖο τῆς παρούσης μελέτης, ὅπου θὰ παρουσιάσουμε τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημα τῆς
Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 511. Νέα Κλῖμαξ, σ. 323-324, Πνευματικὰ γυμνάσματα, σ. 62. Πρβλ. Β. Θ. Κ ο ν τ ο β ᾶ , «Ἡ περὶ μνημοσύνων ἔρις καὶ ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ψυχῆς μετὰ θάνατον», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 723 (1988) 603, 613-615. 390 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τὴν προδοσίαν τοῦ Ἰούδα 1, MPG 49, 374, Ὁμιλία περὶ τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως, MPG 50, 429, Εἰς τὴν Γέν. 7, MPG 54, 613-614. Βλ. Ἑβρ. 11, 39. Πρβλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, ὅπ. π., σ. 511.
388 389

89

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Ἐκκλησίας μας σχετικὰ μὲ τὸ ἀτελεύτητο τῆς Kολάσεως, σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὴ γνωστή δοξασία/θεωρία τῆς Ἀποκαταστάσεως τῶν Πάντων, τὴν ὁποία διετύπωσαν παλαιοὶ αἱρετικοί. Στὰ ἀμέσως ἑπόμενα, θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀνιχνεύσουμε κάποιες Πατερικὲς θέσεις καὶ νὰ δοῦμε ἀναλύσεις γύρω ἀπὸ τὸ πολυσυζητημένο καὶ ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς ἀναλυμένο θέμα περὶ τῆς τιμωρίας τοῦ Θεοῦ, πῶς αὐτὴ νοεῖται Ὀρθόδοξα, πῶς ἑρμηνεύεται θεολογικά, πῶς, τέλος πάντων, λειτουργεῖ ἡ Θεία τιμωρία στὴ ζωὴ αὐτὴν καὶ στὴν ἄλλη, καὶ ποιὰ εἶναι ἡ σκοπιμότητά της. Ὥστε, λοιπόν, τιμωρεῖ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ, ἂν ναί, πῶς καὶ γιατί; Ἀκόμη, κατὰ τὴ Β’ ἔνδοξο Παρουσία Του ὁ Κύριος θὰ ἐπιβάλει ποινὲς στοὺς ἄδικους καὶ ἀμετανόητους, ἢ θὰ εἶναι ἀπέναντί τους ἀδρανής, ἀφοῦ εἶναι φιλάνθρωπος καὶ πολυέλαιος, ὅπως γράφουν τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα; Στὰ Βιβλικά, Λειτουργικὰ καὶ Πατερικὰ κείμενα γίνεται λόγος περὶ «ὀργῆς Θεοῦ», περὶ «τιμωρίας Θεοῦ» κ.λπ. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὅλα αὐτά, Ὀρθοδόξως, δὲν νοοῦνται ποτὲ μὲ ἀνθρώπινες ψυχολογικὲς καταστάσεις τῆς πεπερασμένης πτωτικότητας (βλ. ἀνθρωπομορφισμὸ) καὶ δὲν ἑρμηνεύονται δικανικὰ καὶ ἀνθρωπολογικά. Κάνοντας λόγο περὶ τῆς ἐκδηλουμένης ―καὶ διά μέσου τιμωριῶν― ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, θὰ πρέπει νὰ διευκρινήσουμε ὅτι, ὅταν ὁμιλοῦμε περὶ «τιμωρίας» ἤ περὶ «ὀργῆς» τοῦ Θεοῦ, θὰ ἔχουμε ὑπόψη μας πώς οἱ Θεῖες Γραφές μὲ ἀνθρωποπαθεῖς ἐκφράσεις, συμβολισμοὺς καὶ εἰκονικὲς παραστάσεις ἀποδίδουν στὸν Θεὸ τὴν ἔννοια τῆς ὀργῆς, τῆς ἀγανακτήσεως κ.λπ., ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ κείμενα κυρίως τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὄχι ἄσκοπα. Τοῦτο γίνεται, ἔτσι ὥστε ὁ ἄνθρωπος, παιδαγωγούμενος, νὰ φθάσει σταδιακά ἀπὸ τὴν ἀτελῆ κατάσταση τοῦ «δούλου» ἢ τοῦ «μισθωτοῦ» (σύμφωνα μὲ τὴν τριπλῆ διαβάθμιση τῆς πνευματικότητας, ποὺ περιγράφεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες) στὴν εὐλογημένη καὶ προσδοκώμενη κατάσταση τοῦ «υἱοῦ», ἐκείνου δηλ. ὁ ὁποῖος βιώνει πλέον τὸν Θεὸ ὡς ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑ (βλ. συγγράματα ἁγ. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Μαξίμου Ὁμολογητοῦ κ.ἄ), μέσα σὲ μία ἀληθῶς ἀγαπητικὴ, ἀνιδιοτελῆ, ἄδολη καὶ ἀνυπόκριτη «κοινωνία» μαζί Του. Ὑπάρχει ἕνα καταπληκτικὸ χωρίο, τὸ ὁποῖο ἀξίζει, ἐν προκειμένῳ, νὰ μνημονεύσουμε, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἀδελφοῦ τοῦ Μ. Βασιλείου, στὸ ὁποῖο γίνεται λόγος περὶ τῶν προαναφερομένων τριῶν καταστάσεων τοῦ ἀνθρώπου ―πάνω στὶς ὁποῖες, ὡς γνωστόν, οἰκοδόμησε ὅλη τὴ θρησκευτική του Φιλοσοφία ὁ Δανός θεολογο-φιλόσοφος καὶ πατέρας τοῦ Ὑπαρξισμοῦ, S. Kierkergaard― (τοῦ δούλου, τοῦ μισθωτοῦ καὶ τοῦ υἱοῦ), μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος, ἀνάλογα ἔχει καὶ τὴν αἴσθηση τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Μᾶς συνιστᾶ, λοιπόν, ὁ σοφὸς ἱεράρχης τῆς Νύσσης νὰ γίνουμε «φίλοι» τοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὥστε οὔτε ὡς μισθωτοὶ νὰ ἐργαζόμαστε ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο γιὰ τὴν ἀμοιβή, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ ὡς δοῦλοι νὰ ἐργαζόμα90

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

στε ἀπὸ φόβο τῶν τιμωριῶν. Ἡ ἀληθινὴ τελειότητα, κατὰ τὸν Γρηγόριο Νύσσης, δὲν συνίσταται στὴν ἀποφυγὴ τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὸν φόβο τῆς Κολάσεως, οὔτε ὅμως ἡ ἐνάρετη ζωὴ εἶναι ὀρθὸ νὰ ἀποτελεῖ εἶδος διαπραγματεύσεως καὶ συναλλαγῆς, ὥστε νὰ τὴ βαδίζουμε πάντοτε μὲ τὸ σκεπτικό τῆς ἀνταμοιβῆς τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν. Τότε, τί εἶναι ἡ τελειότητα391; Εἶναι τὸ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, καὶ ἀφοῦ ξεπεράσει καὶ τὸν φόβο τῶν τιμωριῶν ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιθυμία τῶν ἀμοιβῶν, νὰ φθάσει στὴν εὐλογημένη καὶ μακαρία ἐκείνη κατάσταση, ὅπου ἐκεῖνο πλέον ποὺ θὰ τὸν φοβίζει καὶ θὰ τὸν ἀνησυχεῖ, θὰ εἶναι μόνο μὴ τυχὸν ―μὲ κάποια ἁμαρτία του― ΕΚΠΕΣΕΙ τῆς εὐλογημένης αὐτῆς φιλίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπωλέσει τὴ Χάρη Του! Ἂς δοῦμε τὸ ὑπέροχο αὐτὸ κείμενο: «Τοῦτο γὰρ ὡς ἀληθῶς ἡ τελειότης, τὸ μὴ δουλοπρεπῶς φόβῳ κολάσεως τοῦ κατὰ κακίαν βίου χωρίζεσθαι. Μηδὲ τῇ τῶν μισθῶν ἐλπίδι τὸ ἀγαθὸν ἐνεργεῖν, πραγματευτικῇ τινι καὶ συναλλαγματικῇ διαθέσει κατεμπορευομένους τῆς ἐναρέτου ζωῆς. Ἂλλ᾿ ὑπεριδόντας πάντων, καὶ τῶν ἐν ἐπαγγελίαις δι᾿ ἐλπίδος ἀποκειμένων, μόνον ἡγεῖσθαι φοβερὸν τὸ τῆς φλίας τοῦ Θεοῦ ἐκπεσεῖν»392. Ὅποιος ἄνθρωπος, λοιπόν, ζεῖ αὐτὴν τὴν ἐμπειρία τῆς φιλίας τοῦ Θεοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ Τὸν βλέπει ὀργισμένο καὶ τιμωρό! Πράγματι, ἡ σχέση καὶ ἡ κοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ ἀναπετασθεῖ σὲ ὁρισμένα στάδια. Οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι ὁμιλοῦν γιὰ ὅλα αὐτά, ὅπως λ.χ. γιὰ τὸ θέμα τοῦ φόβου (δέους) τοῦ Θεοῦ, ὅπου γίνεται ἡ διάκριση μεταξὺ τοῦ πρωταρχικοῦ (παιδαγωγικοῦ) φόβου καὶ τοῦ ὑπαρξιακοῦ ― θρησκειοψυχολογικοῦ393. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο, πού ἀγωνίστηκε καὶ ἔφθασε ―συνεργούσης τῆς Θ. Χάριτος― στὸ στάδιο τῆς ἄδολης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, δὲν ὑπάρχει ἐντός του ἡ ἔννοια καὶ ἡ αἴσθηση τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ ὑγιὴς φόβος394: α) τοῦ κτιστοῦ, φθαρτοῦ, πεπερασμένου καὶ θνητοῦ κτίσματος («γῆ καὶ σποδός») ἀπέναντι τῆς ἄπειρης Θείας μεγαλειότητας καὶ παντοδυναμίας, καὶ β) μήπως ἐκπέσει τῆς φιλίας καὶ τῆς ἀγάπης αὐτῆς τοῦ Κυρίου του. Τὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅμως, δὲν ἀπευθύνονται μόνο στοὺς ἐναρέτους καὶ τελείους, ἀλλά, προπάντων, σὲ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὰ πρῶτα τουλάχιστον στάδια τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, αἰσθανόμαστε τὸν Θεὸ μὲ τὰ ἀνάλογα συναισθήματα, ὅπως εἴπαμε, τοῦ φόβου (δοῦλος), ὅπως οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ τῆς προσδοκίΠρβλ. Σ. Α. Π ο ρ τ ε λ ά ν ο υ , Ἡ πνευματικὴ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ― Στάδια πνευματικῶν μεθηλικιώσεων κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, Θεσσαλονίκη 1998. 392 Περί τοῦ βίου τοῦ Μωυσέως, ΜPG 44, 429 CD. 393 Βλ. Σ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , «Φόβος καί τρόμος κατά τούς Τρεις Ιεράρχες», ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ & ΠΑΙΔΕΙΑ 2 (2004) 115-169. Οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν γιὰ δύο εἴδη φόβου, ὅπως λ.χ. ὁ ἅγιος Μ ά ξ ι μ ο ς ὁ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ή ς (Κεφάλαια διάφορα, Α’), ὁ ὁποῖος γράφει ὅτι ὑπάρχει ὁ ἁγνός ἀλλά καὶ ὁ παθητικός φόβος (ΜPG 90, 1208). 394 Σ. Σειρ. 40, 27: «Φόβος Κυρίου ὡς παράδεισος εὐλογίας, καὶ ὑπὲρ πᾶσαν δόξαν ἐκάλυψαν αὐτόν».
391

91

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ας/εὐελπίας (μισθωτός), τὰ ὁποῖα, ὡστόσο, μολονότι ἀνήκουν σὲ ἕνα κατώτερο ἐπίπεδο πνευματικότητας, συγκρατοῦν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σώζεται ἐν τέλει καὶ αὐτός ποὺ διανύει αὐτά, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή395. Εἶναι ἀνάγκη, ὅμως, νὰ κατανοηθεῖ ὅτι, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Θεολογία, «οὐκ ὀργίζεται τὸ Θεῖον»396 κυριολεκτικά. Ὁ πανεύσπλαγχνος Θεὸς μᾶς παιδεύει «οὐ θανασίμως ἀλλὰ σωτηρίως». Μᾶς παιδαγωγεῖ ὅπως οἱ γονεῖς τὰ τέκνα τους καὶ οἱ διδάσκαλοι τοὺς μαθητές τους. Ἔτσι, θὰ πρέπει νὰ ἐκλαμβάνουμε τὴν «παιδεία» τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ αἰσθανόμαστε μπροστά Του, ὅπως στοὺς γονεῖς καὶ διδασκάλους μας: «Οὕτως ὁ Κύριος πρὸς ἡμᾶς, ὡς καὶ ἡμεῖς πρὸς τὰ τέκνα ἠμῶν»397. Καὶ «ὡς πρὸ τοῦ διδασκάλου ἢ τοῦ πατρὸς οἱ παῖδες, οὕτω καὶ ἡμεῖς πρὸ τῆς προνοίας κολαζόμεθα»398. Ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ, κατὰ Κλήμη τὸν Ἀλεξανδρέα, εἶναι «ἐπιστήμη διορθωτικὴ τῶν ἁμαρτομένων»399. Καὶ τοῦτο, διότι ὁ φιλάνθρωπος Θεός κάνει τὰ πάντα γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὴν αἰωνιότητά μας, σύμφωνα μὲ τὸν αὐτὸν ἐκκλησιαστικὸ συγγραφέα τῶν πρώτων Ἀποστολικῶν χρόνων: «τὰ πάντα εἰς σωτηρίαν καὶ ἀΐδιον ὑγείαν διατείνει». Ὡστόσο, ὁ ἴδιος συγγραφέας ἔχει συντάξει εἰδικὴ ὁμιλία γιὰ τὴ δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ400. Ὁμοίως, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐρωτᾶ: «εἰ γὰρ τὸ ἧττον, φησί, παραβαινόμενον, οὐκ ἀτιμωρήτους ἐᾷ τοὺς παραβαίνοντας, πόσῳ μᾶλλον εἰ τὸ κρεῖσσον παραβαθείη, οὐχ ὑπεύθυνον κολάσει πικρᾷ ποιήσει τὸν παραβαίνοντα;»401. Ἀπὸ πλευρᾶς, λοιπόν, Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅπως τοὐλάχιστον τὴν ἐκφράζουν τὰ πρόσωπα καὶ ἡ διδασκαλία τῶν θεουμένων Ἁγίων της, ἔτσι νοεῖται ἡ τιμωρία τοῦ Θεοῦ (καὶ ἀναφερόμαστε ἐδῶ στὰ τοῦ παρόντος βίου): ὡς ἀπόλυτα ἰσορροπιστικὴ402 στάση καὶ «ἀντιμετώπιση» μεταξὺ δικαιοσύνης καὶ ἀγάπης στὰ ἐλεύθερα ἐπὶ τῆς γῆς λογικὰ πλάσματά Του. Οἱ ἀγαπῶντες τὸν Θεό ἔχουμε τὴν ἀποκαλυμμένη γνώση καὶ τὴν πνευματική μας συνείδηση-πεποίθηση ὅτι ὁ Κύριός μας πάντοτε μᾶς ἀγαπᾶ, ἀκόμη καὶ ὅταν μᾶς τιμωρεῖ, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ πράττει πάντοτε φιλάνθρωπα, ἐκδηλουμένης τῆς ἀγάπης Του κατὰ διαφορετικὸ (ἴσως ἀντινομικό) τρόπο· γιὰ παράδειγμα, μέσα ἀπὸ ἕνα ἐφάμαρτο πάθος ἤ μία ἄλογη ἐπιθυμία κάποιου δικαιώνεται ἕνας τρίτος, πού μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει καμία σχέση μὲ τὶς ὑποθέσεις τοῦ πρώτου. Ἐπεμβαίνει δὲ θαυμαστὰ ὁ Κύριος τῶν ἁπάντων,
π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 240. Βλ. Κ λ ή μ η Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ έ ω ς , Παιδαγ., ἀπό: Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ , Περί Δικαιοσύνης (κατά τον Κλήμη Ἀλεξανδρέα, σ. 81. 397 Ὅπ.π., σ. 76. 398 Ὅπ.π. 399 Ὅπ.π., σ. 80 400 Παιδαγωγός, Βιβλ. 1, 9, ed. H.-I. Marrou, M. Harl, C. Mond: «Ὅτι τῆς αὐτῆς δυνάμεως καὶ εὐεργετεῖν καὶ κολάζειν δικαίως». 401 Εἰς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολήν, MPG 95, 936. 402 Πρβλ. π. Δ. Σ τ α ν ι λ ο ά ε , Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, ὅπ.π., σ. 146.
395 396

92

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ὅπως εἴπαμε, στὴν ἀνθρώπινη Ἱστορία, ἡ ὁποία πορεύεται ἐν μέσῳ ὠδίνων καὶ ὀδυνῶν πρὸς ἕνα τέρμα καὶ μία κατάληξη, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ κόσμου. Παρεμβαίνει δὲ ―ὅταν μόνο Ἐκεῖνος τὸ κρίνει ἀπολύτως σκόπιμο― μέσα στὸν κόσμο, χωρὶς, ὡστόσο, νὰ παραβιάζει τὴν ἐλευθερία βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ ΣΩΣΕΙ (ἀπὸ ἕνα μικρότερο ἤ μεγαλύτερο κίνδυνο) τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς ὅμως πάλι νὰ ἀλλοιώνεται ἡ ἀγάπη Του, τὴν ὁποία ἐκχέει «πλουσίως καὶ δαψιλῶς» πρὸς ὅλους, χωρὶς καμία αὐξομοίωση ἢ μεταβολή, ἀνάλογα μὲ τὴ δική μας εὐρίπιστη ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Βεβαίως, ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται στοὺς φίλους Του, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι τηροῦν πιστὰ τὶς ἐντολές Του, ὅπως θὰ μᾶς ὑπογραμμίσει ὁ ἀγαπημένος Μαθητής, ὁ υἱὸς τῆς βροντῆς: «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με»403. Αὐτὰ ἰσχύουν στὴν Ὀρθοδοξία, ὅπου ὁ Θεὸς εἶναι ΑΓΑΠΗ404, ἀλλ᾿ ἐννοεῖται μόνο «ἐν Χριστῷ». Εἶναι ἀπαραίτητο νά γνωρίζουμε ὅτι ὁ Χριστὸς, ἐκείνων μόνο εἶναι Σωτήρας, ὅσων στὴ ζωή τους Τὸν ἀναγνωρίζουν ὡς Κύριο καὶ Βασιλέα τους405. Ἐκτὸς Χριστοῦ (Αὐτοαγάπης) ὁ Θεὸς ἐσχατολογικὰ δὲν εἶναι «σταυρὸς» καὶ θυσία, ἀλλ᾿ αἰώνια Κόλαση, ἡ ὁποία, βέβαια, διαβαθμίζεται ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ ἀποστασιοποίησης τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀπὸ τὸν Θεῖο Νόμο τῆς «ἐν Κυρίῳ» Ἀγάπης406. Ἤδη στὸ βιβλίο τοῦ Δανιὴλ (ὅπως καὶ στὸ Α’ Ἐνὼχ 22. 26, 1. 27. 48, 9) καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ δεύτερου Ναοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν 1ο μ.Χ. αἰ. οἱ Ἰουδαῖοι πίστευαν ὅτι γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους θὰ ὑπάρξει Κρίση, καὶ οἱ μὲν δίκαιοι θὰ ἀναστηθοῦν καὶ θὰ βρίσκονται κοντὰ στὸν Θεό, οἱ δὲ ἄνομοι, ἄδικοι καὶ ἀσεβεῖς, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ ἐπίσης ἀναστηθοῦν, θὰ τιμωρηθοῦν καιόμενοι στὴν αἰώνια φωτιά (Γέεννα), βιώνοντας γιὰ πάντα αἰσχύνη καὶ θλίψη407. Ἔπειτα, ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Προδρόμου408 ἕως τὶς τελευταῖες σελίδες τῆς Καινῆς Διαθήκης409 τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Χάριτος ἀναφέρει συνεχῶς τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ὡς ἕνα θεμελιακὸ δεδομένο τοῦ μηνύματός Του. Ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἱστορικὸς ἐπίσκοπος Καισαρείας Εὐσέβιος (265-339/340) σχολιάζει σχετικά: «Ἱκετεύει τοίνυν ὁ Δαυΐδ μὴ διὰ πονηρῶν δυνάμεων

Ἰω. 14, 21. Α Ἰω. 4, 8. 405 Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α , Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, Ἀθῆναι 19722, σ. 543. 406 Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, MPG 31, 1264C-1265D. 407 Ματθ. 5, 22. 29-30. 10, 28. 18, 9. 23, 15. 33, Μάρκ. 9, 43. 45, Λουκ. 12, 5, Ἰακ. 3, 6, Β’ Θεσ. 1, 8, Α’ Ἐνὼχ 51. 56. 63, Ταλμούδ (b Eruvin 19a). Πρβλ. Δ. Κ α ϊ μ ά κ η , Ἡ Ἰουδαϊκὴ Ἀποκαλυπτικὴ Γραμματεία καὶ ἡ Θεολογία της, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 308-309, R. B au c k h a m , “Life, Death, and the Afterlife in Second Temple Judaism”, in: R. Bauckham, The Jewish World around the New Testament: Collected Essays I (Wissenschaftliche Untersuchungen zum Neuen Testament I, 233), Mohr Siebeck, T übingen 2008, pp. 245, 251. 408 Ματθ. 3, 7. 409 Αποκ. 14, 10.
403 404

93

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἐλεγχθῆναι, μηδὲ δι’ ἀποστολῆς ἀγγέλων σκυθρωπῶν παιδευθῆναι»410. Ἡ «ὀργὴ» τοῦ Θεοῦ μπορεῖ μὲν νὰ μὴ ἐγγίζει τὸν Ἴδιο ὡς ἀπαθῆ, ὡστόσο ἡ ἐπενέργειά της ἐκχύνεται ἐνεργητικὰ ἐπὶ τῶν ἁμαρτωλῶν. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Θεὸς (ὄντας ἀπαθὴς) εἶναι ἀγάπη στὸν βαθμὸ ποὺ εἶναι δίκαιος, καὶ εἶναι δικαιοσύνη στὸν βαθμὸ ποὺ ἀγαπᾶ411. Μὲ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «…μόνος ἀπαθεστάτην ἔχει τὴν ἐνέργειαν, ἐνεργῶν μόνον, ἀλλ᾿ οὐχὶ καὶ πάσχων κατ᾿ αὐτήν, οὐδὲ γινόμενος, οὐδὲ ἀλλοιούμενος»412. Ἔτσι, τὴ Θεία ὀργὴ ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες ὡς τοὺς τιμωρητικοὺς δαίμονες. Συγκεκριμένα, ὁ Μ. Ἀθανάσιος λέγει: «Οἱ ταῖς κολάσεσι διακονούμενοι δαίμονες, καὶ αἱ τιμωρητικαὶ δυνάμεις, τοῦ Θεοῦ ὀργὴ καὶ θυμὸς λέγονται»413. Ὁμοίως, ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος παρατηρεῖ: «κατὰ δὲ τὴν ἐκείνοις κατάλληλον τιμωρίαν. πικρία δὲ καὶ ὀργὴ καὶ θυμὸς καὶ τὰ τοιαῦτα λεγόμενα ἐπὶ θεοῦ οὐδὲν ἕτερον ἤ τὰς κατὰ τῶν ἀσεβῶν κολάσεις τὰς ἐκ τοῦ θείου δικαστηρίου ἐπελευσομένας εἴωθε σημαίνειν»414. Μάλιστα, τὴ Θεία αὐτὴν ἐξουσία τῆς τιμωρίας ἔχουν ἐνδεικτικὰ τὴ Χάρη νὰ διαχειρίζονται οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι ἀπό αὐτὴν ἤδη ἐδῶ τὴ ζωή. Γράφει σχετικὰ ὁ Ἀστέριος (4ος αἰ.), ἐπίσκοπος Ἀμασείας: «[ὁ Ἀπόστολος Πέτρος] ἠθέλησεν εὐεργετῆσαι τὸν χωλὸν καὶ οὐκ ἐβράδυνεν ἡ χάρις· ἐβουλήθη κολάσαι τὸν ἱερόσυλον καὶ παρεγένετο ἡ τιμωρία»415. 2) Ἡ δικαία καὶ ἀγαπητικὴ Κόλαση! Ὅταν οἱ Ὀρθόδοξοι ὁμιλοῦμε περὶ τιμωρίας Θεοῦ, δὲν τὴν ἐκλαμβάνουμε ὡς ἔκφραση κάποιου (ἀνθρώπινου) πάθους τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στὸν ὑπαίτιο καὶ παραβάτη ἄνθρωπο, ἀφοῦ ὁ Κύριός μας, ὡς Θεὸς τῆς Ἀγάπης, ΔΕΝ ΜΝΗΣΙΚΑΚΕΙ, ἀλλὰ ΜΟΝΙΜΩΣ ἀγαπᾶ καὶ μονίμως ἐλεεῖ. Ἀκόμα καὶ ὅταν ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει καὶ παραχωρεῖ θλίψεις, δοκιμασίες καὶ ποικίλες συμφορές, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω στὴ σχετικὴ συνάφεια τοῦ θέματός μας, τότε καὶ πάλι ἡ Ἀγάπη Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι δεδομένη ἀλλὰ καὶ συνυφασμένη μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ παραχωρούμενα δεινά, ἀφοῦ δι᾿ ὅλων τῶν τρόπων καὶ τῶν μέσων «ἰᾶται τὸ μέγα τραῦμα ὁ ἄνθρωπος», ὅπως τὸ ἐκφράζει ὡραιότατα ἡ ἱερά μας Ὑμνολογία, ἡ καθημερινὴ θεολόγηση τῆς Ἐκκλησίας μας416.

Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, MPG 23, 340. Ἀ. Η. Σ π υ ρ ά κ η , Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον ἀγάπη, Ἀθήνα 1999, σ. 123. 412 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 179-180, 185: «Ὁ δὲ Θεὸς ἐνεργεῖ, μηδὲν αὐτὸς πάσχων, μηδὲ ἀλλοιούμενος». 413 Μ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ , Εἰς Ψαλμ. 37, MPG 27, 184. 414 Εἰς Ἡσ., Βιβλ. 1, 93. 2, 58, ed. J. Ziegler, Die griechischen christlichen Schriftsteller, Berlin: Akademie-Verlag (1975). 415 Ὁμιλία ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου εἰς τὸν πλούσιον καὶ εἰς τὸν Λάζαρον, ed. C. Datema, Leiden: Brill (1970) 8, 8. 416 Βλ. Δοξαστικόν ἐσπερίων τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ, «Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».
410 411

94

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

Ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ βάθη τῆς καρδίας, τὶς ἐφέσεις καὶ ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός μας καὶ ἀνολόγως ἐνεργεῖ, πάντοτε «ἐπ᾿ ἀγαθῷ». Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, ὁ Θεὸς πάντοτε ἐνεργεῖ σοφὰ καὶ πρὸς ὠφέλειά μας. Ἔτσι, λ.χ. ἀφαιρεῖ τὸν πλοῦτο ἀπὸ αὐτούς, ποὺ τὸν μεταχειρίζονται ἁμαρτωλά (μέσῳ μιᾶς ἀνίατης λ.χ. ἀσθενείας δὲν τοὺς ἐπιτρέπει νὰ τὸν ἀπολαύσουν ἀτομιστικά). Παραχωρεῖ ἀσθένειες σ᾿ αὐτούς, ποὺ συμφέρει καλύτερα νὰ εἶναι τὸ σῶμα τους δεμένο μὲ τὶς νόσους, παρὰ νὰ εἶναι ἐλεύθερο νὰ ἁμαρτάνει. Παίρνει μὲ θάνατο ἐκείνους, ποὺ τοὺς συμφέρει ὁ θάνατος, παρὰ ἡ παράταση μιᾶς ἁμαρτωλῆς ζωῆς. Ἐπίσης, προκειμένου νὰ σταματήσει ὁ Θεὸς τὶς ἐκτεταμένες ἁμαρτίες, φέρνει πεῖνα, ξηρασίες, κατακλυσμιαῖες βροχές, ποὺ ἀποτελοῦν μάστιγες κοινὲς πόλεων καὶ ὁλοκλήρων ἐθνῶν417. Αὐτὰ διδάσκει, λοιπόν, μεταξὺ ἄλλων, ὁ θειότατος οἰκουμενικὸς Πατὴρ καὶ φωστήρ Βασίλειος. Μάλιστα, ἐπισημαίνει ὅτι, ὅπως ὁ ἰατρὸς εἶναι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εὐεργέτης ―εἴτε πόνους, εἴτε ἄλγη, προκαλώντας στὸ σῶμα (διότι πολεμεῖ τὴ νόσο καὶ ὄχι τὸν ἀσθενῆ)―, ἔτσι εἶναι Ἀγαθὸς ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος οἰκονομεῖ τὴ σωτηρία στὸ σύνολο, διὰ τῶν μερικῶν τιμωριῶν, ποὺ ἐπιτρέπει καὶ παραχωρεῖ: «Ὡς οὖν εὐεργέτης ὁ ἰατρός, κἄν πόνους, κἄν ἀλγηδόνας ἐμποιεῖ τῷ σώματι, (τῇ νόσῳ γὰρ μάχεται, οὐχὶ τῷ κάμνοντι), οὕτως ἀγαθὸς ὁ Θεός, ὁ τὴν σωτηρίαν τῷ παντὶ διὰ τῶν μερικῶν κολάσεων διοικούμενος»418. Νὰ σημειώσουμε ὅτι καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος κάνει παρόμοιες ἀναλύσεις στὰ κείμενά του, ὑπογραμμίζοντας μάλιστα ὅτι ἄλλοι ἐκ τῶν ἁμαρτωλῶν κολάζονται (τιμωροῦνται), στὴ ζωὴ αὐτὴ («μερικὲς κολάσεις»), καὶ ἄλλοι στὴν ἄλλη (δηλ. μὲ τὴν Αἰώνια Κόλαση), γιὰ νὰ μὴ φαίνεται στοὺς ἄπιστους οὔτε ὅτι δὲν ὑπάρχει καθόλου Κρίση, Κόλαση καὶ δίκαιος Θεός, οὔτε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη, μετὰ θάνατο, ζωή, ὅπου θὰ ἀποδοθεῖ πλήρης δικαιοσύνη. Ὁ δὲ Μ. Βασίλειος θὰ τονίσει, ἐπίσης, ὅτι ναὶ μὲν ὁ Θεός παραχωρεῖ διάφορα στὸν κόσμο συμβαινόμενα δεινά, ἀλλ’ ἡ αἰτία ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀπὸ τὴν ὁποία Αὐτὸς μᾶς «καθαίρει» μέσῳ τῶν ποικίλων αὐτῶν συμφορῶν, ἄν ἐμεῖς, βέβαια, τὶς δεχτοῦμε ἀγόγγυστα, παιδαγωγικά καὶ προθετικά: «Ἐγὼ ὁ Θεός σου ὁ ταράσσων τὴν θάλασσαν καὶ ἠχῶν τὰ κύματα αὐτῆς. Κύριος Σαβαὼθ ὄνομά μοι»419.
Ὅλα αὐτά μήπως δίνουν καὶ σὲ μᾶς τὴν ἀφορμὴ μιᾶς ὑγιοῦς φιλοσοφήσεως περὶ τὴν σημερινὴ δεινὴ ὄντως καὶ μὴ ἀναστρέψιμη, ὅπως φαίνεται κατάσταση στὸν τόπο μας, μὲ τὴν οἰκονομικὴ κρίση, τὴν κρίση θεσμῶν καὶ ἀξιῶν, τὶς διάφορες θεοσημεῖες κ.ἄ., καὶ μήπως θὰ πρέπει ―πνευματικὰ σκεπτόμενοι― νὰ ἀποδώσουμε ὅλα αὐτὰ σὲ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν Ὁποῖον, καὶ ὡς λαὸς καὶ ὡς ἄτομα μεμονωμένα, ἔχουμε ΑΠΟΣΤΑΣΙΟΠΟΙΗΘΕΙ μὲ τὶς ποικίλες ἁμαρτίες μας;;; Θὰ πρέπει ἐν προκειμένῳ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ κρίση εἶναι πρωτίστως ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ καὶ δευτερευόντως οἰκονομικὴ κ.λπ. Ἂς δοῦμε πόση ἐπικαιρότητα ἔχουν τὰ λόγια καὶ οἱ εὔστοχες ἐπισημάνσεις τοῦ Μ. Βασιλείου καὶ στὴν ἐποχή μας! Ὄντως, διαχρονικοὶ οἱ πεφωτισμένοι Πατέρες μας… 418 Ὅπ.π., σ. 94. 419 Ἰη. Ναυῆ 51, 15.
417

95

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Ἀκόμα καὶ γιὰ τὶς τιμωρίες τοῦ Θεοῦ στὸν Ἅδη (ὅπως δίδασκε ἤδη ὁ Πλάτων) δὲν εὐθύνεται ὁ Πανάγιος Θεός, ἀλλ᾿ οἱ ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, ἀφοῦ, ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ Μ. Βασίλειος, «ἀρχὴ καὶ ῥίζα τῆς ἁμαρτίας, τὸ ἐφ᾿ ἡμῖν καὶ τὸ αὐτεξούσιον»420, δηλαδὴ ἡ ἐλευθερία τῆς βουλήσεώς μας, μὲ τὴν ὁποία κάνουμε ὁ καθένας τὴ δική του ἐπιλογή. Ὁ Θεός, λοιπόν, ἀνακόπτει τὴν πάνδημη ἁμαρτωλότητα μὲ τὰ κατὰ παραχώρησή Του δεινά, τὶς ἐκτεταμένες συμφορές κ.ἄ. Στόχος Του, πάντοτε, ἡ «σωτηρία τῶν βροτῶν», ὅπως ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία μας. «Ἡ ἀγάπη σείει τὴν γῆν», ἔγραφε τὴ δεκαετία τοῦ ’80 ὁ λόγιος Ἁγιορείτης Μοναχὸς π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, μετὰ ἀπὸ τὴ δοκιμασία τῶν σεισμῶν421 τῆς Θεσσαλονίκης, δίδοντας ἀπάντηση, μέσῳ ἑνὸς μικροῦ ἀλλὰ περιεκτικοῦ καὶ θεολογικοῦ πονήματός του, σὲ σχετικοὺς προβληματισμοὺς τῶν Χριστιανῶν. Ἐκεῖ τόνιζε μὲ ἔμφαση τὴ μεγάλη ἀλήθεια ὅτι καὶ οἱ γενικὲς συμφορές καὶ τὰ ἀτομικὰ δεινά, ποὺ ὑφιστάμεθα ὡς ἄνθρωποι καὶ ὡς λαός, δὲν εἶναι ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Παναγάθου Θεοῦ (ἐνεργοῦντος πάντοτε ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς Ἀγάπης Του), ἀλλά ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν φάρμακα πρὸς θεραπεία τῆς μεγάλης νόσου τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία συνιστᾶ τὸ μεγαλύτερο κακό καὶ δεινό στὸν κόσμο. Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη χριστιανικὴ Πίστη μας, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς, αὐτὴ ἡ Τριαδικὴ Αὐτοαγάπη, νὰ παύσει κάποτε νὰ ἀγαπᾶ καὶ νὰ εὐσπλαγχνίζεται τὸ δημιούργημά της, διότι κάτι τέτοιο θὰ ἦταν ἀντίθετο στὴ φύση Της! Ὅλως ἰδιαιτέρως, λοιπόν, θὰ πρέπει νὰ προσεχθεῖ καὶ ἐμπεδωθεῖ ἀπὸ ὅλους μας καὶ σὲ βάθος τὸ οὐσιῶδες θεολογικὸ δόγμα ―τὸ «κλειδὶ», θὰ λέγαμε, τῆς κατανοήσεως τοῦ ὅλου αὐτοῦ θέματος περὶ τῆς τιμωρητικῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ―, ὅτι χριστιανικῶς ὁ Θεὸς εἶναι μὲν Ἀγάπη, ἀλλά μιὰ Ἀγάπη ὄχι ἀπρόσωπη, μεταφυσική, φυσιοκρατική (οὐσιοκρατικὴ) ἤ ἰδεαλιστικὴ, ἀλλὰ προσωπικὴ καὶ ὑποστατική, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἐλεύθερα τή διαχειρίζεται Αὐτός ὁ Ἴδιος, ὅπως Ἐκεῖνος, σὲ κάθε περίπτωση καὶ περίσταση, κρίνει καὶ θέλει: «Ἐλεήσω ὅν ἄν ἐλεῶ καὶ οἰκτιρήσω ὅν ἄν οἰκτίρω … ἄρα οὖν ὅν θέλει ἐλεεῖ, ὅν δὲ θέλει σκληρύνει»422. Μέ ἄλλα λόγια, δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ κάποιο στατικό φυσικό (βλ. λ.χ. φιλοσοφικό ἀγαθό ἤ Karma) μέγεθος ἤ ἕνα φιλοσοφικό σύστημα καὶ θεωρία (βλ. λ.χ. Ἀγαπισμό). Καὶ πρέπει νά κατανοηθεῖ, ὅτι ναί μέν δὲν ὑπάρχει τρεπτότητα ὡς πρὸς τὴ φύση τοῦ Θεοῦ, ὑπάρχει ὅμως ὡς πρὸς τὶς Θεῖες Του ἐνέργειες, ἐφόσον, ὅπως εἴπαμε, Ὀρθόδοξα ὁ Θεὸς ὑπάρχει «ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι». Ὡστόσο, ὅταν λαμβάνει χώρα κάποια ἀλλαγὴ τῆς στάσης τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (καὶ τὸ συναντοῦμε αὐτὸ συχνὰ μέσα στὰ Βιβλικά, ἰδίως Παλαιοδιαθηκικά/ΠροφηὍπ.π., σ. 92. Ἑβρ. 12, 26. Πρβλ. Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., «Εἰς τὸν Λάζαρον καὶ τὸν πλούσιον» ΣΤ’, 775D, Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τ. 15, σ. 44. 422 Ρωμ. 9, 15-18.
420 421

96

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

τικά κείμενα), ἀκόμα καὶ τότε ἡ ἀλλαγὴ αὐτή δὲν πραγματοποιεῖται ―ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ― κατὰ τὸν δικό μας ἐμπαθῆ τρόπο, δηλ. μὲ μία ἔννοια ἀνθρωπολογικὴ καὶ ψυχολογική, ἀλλ᾿ ἀπαθῶς! Καὶ μποροῦμε νὰ ἀνιχνεύσουμε μέσα στὴν Ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας πολλές τέτοιες «ἀλλαγὲς» στὸν Θεό, ἀπαθεῖς, παιδαγωγικὲς καὶ ἀνθρωπομορφικές, ὅπως λ.χ. τὴν περίπτωση τῆς «μεταμέλειάς» Του γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Νινευΐ ἐπὶ Ἰωνᾶ τοῦ Προφήτου, ἤ στὴν περίπτωση τοῦ συγκλονιστικοῦ ἐκείνου διαλόγου μὲ τὸν «φίλο» Του, τὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ, γιὰ τὴν τιμωρία ἤ μὴ τῶν Σοδόμων κ.ο.κ. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἑρμηνεύονται ψυχολογικά, ἀνθρωπολογικά, φυσιολογικά, διότι ὁ «ὑπὲρ φύσιν» Θεὸς δὲν ἐνεργεῖ, ὅπως ἐλέχθη, κατὰ τὸν ἀνθρώπινο τρόπο, τὸν πεπερασμένο, ἐμπαθῆ καὶ πτωτικό. Ὁ Θεός, καὶ ὅταν ἀκόμη ἐπιτρέπει τὴν ἀρνητικὴ λειτουργία τῆς Χάριτός Του, ἡ ὁποία προκαλεῖ ἔκκαυση (κολασμὸ) στὸν ἄνθρωπο, καὶ τότε πάλι τὸν ἀγαπᾶ. Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν τὸν τιμωρεῖ ἐμπαθῶς καὶ ἐκδικητικῶς. Πολλὲς φορὲς ὁ Πανάγιος Θεός, ὅπως τὸ βλέπουμε στὴν Ἱστορία, παραχωρεῖ δεινά, ἀσθένειες, συμφορές, ποικίλες δοκιμασίες (γενικὲς καὶ ἀτομικές). Ὅλα αὐτὰ τὰ «κακά», ὅπως φαίνονται στὰ μάτια καὶ τὴν αἴσθηση τὴ δική μας τῶν πεπερασμένων θνητῶν, λαμβάνουν χώρα στὸν κόσμο, κατὰ τὸ λεγόμενο «ἑπόμενο θέλημα» τοῦ Θεοῦ (ἢ κατὰ Θεία παραχώρηση), πρὸς ἀναίρεση τῆς ἁμαρτίας, πού εἶναι τὸ μεγαλύτερο, ἤ μᾶλλον τὸ ΜΟΝΟ, κατὰ τοὺς Πατέρες, κακό. Καὶ ἐκεῖ, λοιπόν, ἀκόμα, ὑποκρύπτεται ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, πῶς γίνεται ὁ Θεός νά κολάζει αἰωνίως καί ἐν τούτοις συνάμα νά ἀγαπᾶ; Κατ᾿ ἀρχήν, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναλάβουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀγαπᾶ ὅπως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι συναισθηματικά423. Τή διαλεκτική ἀπάντηση δὲ στὸ ὡς ἄνω ἐρώτημα δίνει Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας στὴν ὁμιλία του <Πρὸς τοὺς ἡγουμένους μὴ εἶναι ἀγαθόν τὸν δίκαιον>, ὅπου γράφει: «ἀγαθὴ γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνη καὶ δικαία ἐστίν ἡ ἀγαθότης αὐτοῦ. Οὗ δὲ ἄῤῥητος ἡ φιλανθρωπία, τούτου ἀχώρητος ἡ μισοπονηρία. Τρέφει δὲ ὁ μὲν θυμὸς τὴν κόλασιν ἐπὶ ἁμαρτίᾳ, εὖ ποιεῖ δὲ ἐπὶ μετανοίᾳ ἡ φιλανθρωπία»424. Ἐξάλλου, ὁ κορυφαῖος τῶν Φιλοκαλικῶν Πατέρων τοῦ 18ου αἰώνα καὶ μεγάλος θεολόγος καὶ συγγραφέας, ἐφάμιλλος τῶν παλαιῶν, ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στό θεολογικότατο βιβλίο του «Νέα Κλῖμαξ» σημειώνει τά ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτα ἀλλά καί πειστικότατα: «Ἔπειτα, ἄν καί κολάζει ὁ Θεός τούς ἁμαρτωλούς μέ αἰωνίαν κόλασιν (σημ. δέν λέει ὅτι κολάζονται μόνοι τους, αὐτόματα, ὅπως νομίζουν κάποιοι θεολόγοι σήμερα!), πλήν, εἰς αὐτήν εὑρίσκεται ἑνωμένη καί ἡ τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπία καί εὐσπλαγχνία, διότι κολάζει τούς ἁμαρτωλούς ὀλιγώτερον ἀπό ὅσον τούς
423 424

Πρβλ. Ἀ. Η. Σ π υ ρ ά κ η , Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον Ἀγάπη, Ἀθήνα 1999. Προτρεπτικός πρὸς Ἕλληνας 10, 104, ed. C. Mond, 1949.

97

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ πρέπει. Ἐδύνατο γάρ μέ δικαιοσύνην νά ἀφανίσει ὁ Θεός τελείως τόν ἁμαρτωλόν καί νά τόν καταστήσει εἰς τό μή ὄν. Ὑπό φιλανθρωπίας ὅμως κινούμενος, τοῦ ἀφήνει τό εἶναι καί τήν ὕπαρξιν, ἥτις ἐστίν ἕν ἀπό τά ἀγαθά»425. Συνεπῶς, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ διακρίνονται, δὲν διαχωρίζονται. Ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς Ἀγάπης, ὁ ἐπιστήθιος μαθητής τοῦ Κυρίου Ἰωάννης, δὲν βλέπει οὐδεμία ἀντίθεση μεταξὺ τοῦ ἐσφαγμένου Ἀρνίου καὶ τοῦ τιμωροῦ Θεοῦ τῶν Ἐσχάτων426. Αὐτὸς ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν θεολόγος τῆς Ἀγάπης, πού μᾶς ἀποκάλυψε ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν»427, ἔγραψε «ὁ πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ Υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ’ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ’ αὐτόν»428 καὶ κήρυττε οἱ Χριστιανοί νὰ μὴ λέγουν οὔτε «Χαίρειν» στοὺς αἱρετικούς: «εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει, μὴ λαμβάνετε αὐτὸν εἰς οἰκίαν καὶ χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε· ὁ λέγων γὰρ αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς»429. Καὶ αὐτὸ δὲν ἀρκέστηκε ἁπλὰ νὰ τὸ διδάξει, ἀλλὰ τὸ ἐφάρμοσε καὶ στὴν πράξη. Ὅταν μία ἡμέρα εἰσῆλθε μὲ τοὺς μαθητές του στὸ «βαλανεῖον» (δημόσια λουτρά) καὶ συνάντησε ἐκεῖ τὸν Ἰουδαῖο αἱρετικό (Δοκητιστή καὶ Γνωστικιστή) Κήρινθο (τέλη 1ου αἰ.), στρεφόμενος ἀμέσως πρὸς τοὺς μαθητές του, τούς λέγει: «Φύγωμεν, μὴ καὶ τὸ βαλανεῖον συμπέση, ἔνδον ὄντος Κηρίνθου τοῦ τῆς ἀληθείας ἐχθροῦ»430. Πέρα ὅμως ἀπὸ ὅλα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ παραμένει, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἰδιώματά Του, μυστήριο· ἕνα μυστήριο ἀνερμήνευτο στήν πεπερασμένη μας λογική, ἄγνωστο στήν κτιστότητα καί μηδαμινότητά μας. Καί ὅπως προσφυῶς ἔχει λεχθεῖ, μυστήριο δὲν εἶναι αὐτό πού δέν μπορῶ νά τὸ κατανοήσω, ἀλλ᾿ αὐτό πού μέ ὑπερβαίνει! Δυστυχῶς, τὰ πράγματα εἶναι πολὺ διαφορετικά στὸν δυτικὸ χῶρο τῆς Φραγκοσύνης, ὅπου ὁμολογεῖται καὶ πιστεύεται ἕνας ἄτεγκτος Θεός, ἐμπαθής, τιμωρός καὶ ἐκδικητικός, ὁ ὁποῖος προσβάλλεται καὶ ὀργίζεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὴν…πληρωμὴ τῆς «βλάβης», ποὺ αὐτὴ τοῦ προξένησε, μὲ τὴν ἀνατροπὴ τῆς τάξεως τῆς δημιουργίας, τὴν ὁποία ἐπιχείρησε. Εἶναι ὁ θεὸς τοῦ Ἀνσέλμου Καντερβουρίας (11ος αἰ.), μὲ τὴ γνωστὴ θεωρία του «περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς Θείας δικαιοσύνης», ἡ ὁποία, βεβαίως, δὲν παρέμεινε ὡς ἁπλῆ ἄποψη καὶ θεωρία, ἀλλ’ ἀφ’ ἑνός μὲν συστηματοποιήθηκε καὶ καθιερώθηκε ὡς δόγμα (ὅρος), κατὰ τὴ Β’ Βατικανὴ Σύνοδο τῶν Παπικῶν (1870), ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ὑλοποιήθηκε καὶ ἐφαρμόστηκε στὴν πράξη μὲ ὅλη τὴν πολιτικὴ δύναμη καὶ τοὺς πολέμους τοῦ Βατικανοῦ. Ἡ βλάσφημη αὐτὴ θεωρία, ἡ ὁποία
425 Ν ι κ ο δ ή μ ο υ τ ο ῦ Ἁ γ ι ο ρ ε ί τ ο υ , Νέα Κλῖμαξ, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σ. 217, ἑρμηνεία στὸν 8ο Ἀναβαθμό τοῦ πλ. Α’ Ἤχου. 426 Βλ. Σ. Ἀ γ ο υ ρ ί δ ο υ , Θεολογία καὶ ἐπικαιρότητα, Ἀθήνα 1996, σ. 173. 427 Α’ Ἰω. 4, 8. 428 Ἰω. 3, 36. 429 Β’ Ἰω. 1, 10-11. 430 Ε ὐ σ ε β ί ο υ , Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 3. 28, 4.

98

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

πλάσθηκε κατὰ τὸ φεουδαρχικὸ ―ἱπποτικὸ― δίκαιο τοῦ Μεσαίωνα, διδάσκει ὅτι ὁ θάνατος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς μία «ἰσοδύναμη ἐπανόρθωση», ἀποκατάστησε τὴν «ἀταξία», ἡ ὁποία προκλήθηκε στὴ Δημιουργία μὲ τὴν ἁμαρτία τοῦ πρώτου ἀνθρώπου στὸν Παράδεισο καὶ τὴν ἐξ αὐτῆς προκληθεῖσα ὀργὴ τοῦ Θεοῦ431. Ἀλλὰ καὶ ἕνα ἄλλο ἐπίσημο κείμενο τῶν Παπικῶν τοῦ 16ου αἰ., ἕνας Κανόνας τῆς ἐν Τριδέντῳ Συνόδου (1545-1563), διατυπώνει ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὴ θεολογικὴ διαστρέβλωση τῆς Φραγκοσύνης (ὅπου ἡ δικαιοσύνη ἑρμηνεύεται ψυχολογικά, δικανικὰ καὶ ἀνθρωπολογικὰ, καὶ ὄχι θεολογικά), λέγοντας τὰ ἑξῆς ἀντορθόδοξα: «Ἐὰν τις μὴ ὁμολογήσῃ ὅτι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὁ Ἀδάμ, ἐπέφερε διὰ τῆς παραβάσεως αὐτοῦ τὴν ὀργὴν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τοῦτο τὸν θάνατον, μεθ᾿ οὗ πρότερον ἠπείλησεν ὁ Θεὸς, ἀνάθεμα»!... Τέτοια φοβερὴ θεολογικὴ διαστροφή! Δηλαδή, κατὰ τοὺς αἱρετικοὺς Λατίνους, ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ἁμαρτίας προσέβαλε τὸν (ἀπείραστο, ἀναλλοίωτο καὶ ἀπαθῆ) Θεό, καί, γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ προσβληθεῖσα τιμὴ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δὲν μποροῦσε ἄνθρωπος, πεπερασμένος ὤν, νά … πληρώσει τὸ τίμημα, ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, ἀφοῦ μόνο ὁ θάνατος ἑνὸς Θεανθρώπου θὰ μποροῦσε νὰ ἱκανοποιήσει πλήρως τὸν ἀπείρως προσβληθέντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία Θεό, ἔπαθε, σταυρώθηκε καὶ πέθανε, καὶ ἔτσι παρεῖχε τὴν ὀφειλόμενη ἱκανοποίηση (μὲ ψυχολογικὴ καὶ ἠθικὴ ἔννοια) στὸν Θεό Πατέρα καὶ ἀποκατάστησε ἀντικειμενικὰ τὴ διασαλευθεῖσα τάξη τῆς Δημιουργίας, ὅπως λέχθηκε. Ἀπὸ αὐτὸ γίνεται φανερό ὅτι ἡ ἁμαρτία στὴ Δύση ἑρμηνεύεται μέσα σὲ πλαίσια δικανικά, νομικιστικά, ὡς παράβαση (καὶ μόνο) μιᾶς ἐντολῆς, καί, ἀκολούθως, ὡς προσβολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐξ οὗ καὶ ὁ τιμωρὸς Θεός, ποὺ ἀπαιτεῖ τὴν ἀποκατάσταση τῆς προσβληθείσης τιμῆς Του. Ἀλλά ἕνας τέτοιος θεός, δὲν εἶναι Θεός (ἀληθινός), ἀφοῦ χαρακτηρίζεται καὶ διέπεται ἀπὸ ἀνθρώπινες πτωτικὲς ἰδιότητες καὶ πάθη! Ἄλλος εἶναι ὁ δικός μας Θεός, ὁ «Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν», ὅπως ψάλλουμε στὴν Ἐκκλησία μας. Ἔτσι, λοιπόν, ἄλλο τὸ πνεῦμα τῆς Δύσεως, καὶ ἄλλο αὐτό τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, ὅπου λατρεύουμε ἕνα Θεὸ τῆς ἀπείρου ΑΓΑΠΗΣ καὶ τοῦ ἀπείρου ΕΛΕΟΥΣ, ὁ ὁποῖος καὶ, ὅταν ἀκόμη τιμωρεῖ, τὸ κάνει ΑΠΑΘΩΣ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση ἀποκαταστάσεως τῆς (δῆθεν) προσβληθείσας τιμῆς Του. Γνωρίζουμε δὲ ἀπὸ τὴ Θεία Ἀποκάλυψη ὅτι, ἐνῶ ἤδη ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι συνεχίζαμε νὰ ἁμαρτάνουμε (καὶ ἄρα μὴ ἐξιλεώνοντας τὸν Θεό), «ΑΥΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΗΓΑΠΗΣΕΝ ΗΜΑΣ», ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας μας432. Ὁ Θεὸς δὲν καθίσταται ποτέ ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου: «οὐ γὰρ ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἐχθραίνων,

431 Βλ. Δ. Τ σ ε λ ε γ γ ί δ η , Ἡ ἱκανοποίηση τῆς Θείας δικαιοσύνης κατά τον Ἄνσελμο Καντερβουρίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009. 432 Ἰω. 4, 19.

99

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἀλλ ἡμεῖς∙ Θεὸς γὰρ οὐδέποτε ἐχθραίνει»433, θὰ σημειώσει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Γ) Ο ΤΡΟΠΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ 1) Γενικά. Θεολογικά, γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχει, ὅπως προαναφέραμε, καί ἡ ἄλλη ὄψη τῆς αἰωνιότητας, ἡ Κόλαση, ἡ ἑτοιμασμένη γιά τὸν ἀρχέκακο διάβολο καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθήσουν μέ τήν ἀμετανοησία καί τὴν ἀλλοτρίωσή τους ἀπό τόν Θεό. Ἡ Κόλαση, κατὰ τὰ ἀδιάψευστα Θεῖα λόγια, εἶναι καὶ αὐτὴ αἰώνια· εἶναι μία ἀτελεύτητη πραγματικότητα, πού βιώνεται καί αὐτή μερικῶς στὴν παροῦσα ζωή, ὅπως μᾶς βεβαιώνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, καί ὅπως ἡ ἐκκλησιαστική ἐμπειρία καὶ πράξη μαρτυροῦν. Στὴν Κόλαση, ὁ ἀμετανόητος ἁμαρτωλός θὰ ὑφίσταται ἐσαεὶ πολλά καί δυσβάστακτα δεινά! Θάνατος πνευματικός, ἐρημία ψυχικὴ καί μόνωση ὑπαρξιακή, ἔλλειψη κάθε δυνατοῦ εἴδους ἐπικοινωνίας, στέρηση κάθε χαρᾶς και ἀπολαύσεως, ἀλλοτρίωση μόνιμη ἀπό τόν Θεό434. Ἀκόμη, θά εἶναι φοβερή ἡ βάσανος καί ἡ ἐσωτερικὴ καύση, πού θά προέρχεται ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς ἐμπαθοῦς καί μή κεκαθαρμένης ψυχῆς νά ἱκανοποιήσει τά πάθη, στὰ ὁποῖα ἦταν ἐδῶ ὑποδουλωμένη, ὅπως τό λέγει χαρακτηριστικά ὁ ἱερός Δαμασκηνός: «ἐπιθυμοῦντες οὖν καί μή μετέχοντες τῶν τῆς ἐπιθυμίας, πυρός δίκην ὑπό τῆς ἐπιθυμίας καταφλέγονται». Πέραν ὅμως ὅλων αὐτῶν, κατά τόν Μ. Βασίλειο, ἐκεῖ θά ὑφίσταται βάραθρο βαθύ καί σκοτάδι ἀδιαπέραστο, φωτιά χωρίς λάμψη, πού μέσα στό σκοτάδι θά καίει μέν, ἀλλά δέν θά φωτίζει: «Βάραθρον βαθύ, καὶ σκότος ἀδιεξόδευτον, καὶ πῦρ ἀλαμπές∙ ἐν τῷ σκότει τήν μέν καυστικήν δύναμιν ἔχον, τό δέ φέγγος ἀφηρημένον»435. Ἄς γνωρίζουμε, ὡστόσο, ὅτι ὅλα αὐτά τά αἰώνια καί ἀνεπίστροφα δεινά μόνος του ὁ άνθρωπος τὰ ἐπιλέγει, μέ τήν ἐπί τῆς γῆς διαγωγή του καί τήν τοποθέτηση του ἔναντι τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ. Ὅπως καί ἀλλοῦ τονίστηκε, ὁ Θεός δέν ἐκβιάζει μὲν τὴν παγιωμένη ἐκ τῆς ψυχοπνευματικῆς σκληρύνσεως καί ἠθικῆς πωρώσεως βούληση τοῦ ἀμετανόητου ἀποστάτη ἀπὸ τὴ Θεία ἀγαθότητα, ἀλλὰ καὶ δὲν μπορεῖ τὸ κτίσμα (μὲ τὴ σχετικὴ καὶ πεπερασμένη του ἐλευθερία) νὰ ἐπιβάλλει τὴν κτιστὴ καὶ δοτὴ θέλησή του στὸν κτίστη καὶ δημιουργό του! Ὀρθὰ ἔχει γραφεῖ ὅτι «ἡ ἁμαρτία τελικά ἀλλοιώνει τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐνσυνείδητη διάπραξη τοῦ κακοῦ δέν εἶναι ἕνα περιστασιακό γεγονός, ἀλλά ἐκφράζει μιά σταθερή ἀρνητική διάθεση τῆς ψυχῆς, πού δημιουργεῖ μιά μόνιμη κατάσταση. Ἡ ἁμαρτία φαίνεται ἔτσι νά ἔχει αἰώνια διάρκεια, καί δίκαια ἀντιμετωπίζεται μέ αἰώνια τιΕἰς Β’ Κορ. 3, MPG 61, 478. Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, MPG 32, 141A-D. 435 Μ. Β ασ ι λ ε ί ο υ , Εἰς τοὺς Ψαλμούς, ΛΓ’, ΕΠΕ 5, 230.
433 434

100

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

μωρία, πού εἶναι συνέπεια τῆς ἁμαρτωλῆς καταστάσεως στήν ὁποία ὁ ἁμαρτωλός ἑδραιώνεται ἀνεπανόρθωτα καί ἀθεράπευτα»436. Ἡ κατάσταση, λοιπόν, τῆς μὴ κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλ’ ἀπὸ τὴ χρήση τῆς σχετικῶς (δεδομένης τῆς κτιστῆς καὶ πεπερασμένης ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως) ἐλεύθερης βούλησης τοῦ ἀνθρώπου, ἄσχετα ἄν ἡ ἄθεη ἤ ἀντίθεη ἐπιλογὴ τοῦ τελευταίου συνεπάγεται τὴν Κόλασή του, ὅπως τὴν ἐπιτρέπει ὁ Θεός. Ὅ,τι ἑτοιμάσει ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ, θὰ γευθεῖ ἐκεῖ! Περιορίζεται, ἔτσι, θὰ ποῦν ἴσως κάποιοι, ἡ ἐλευθερία βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ναί, γιατί δὲν πρόκειται περὶ ὀντολογικῆς αὐτοελευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ περὶ κτιστῆς (δηλ. δοτῆς χαριστικὰ), ὅπως εἴπαμε, ἐλευθερίας! Μὴ λησμονοῦμε ὅτι χωρὶς τὴ θέληση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ οὔτε κἄν θὰ ὑπήρχαμε, ὁπότε θὰ ἐξέλιπε καὶ ὁποιοσδήποτε λόγος γιὰ τὴν ὕπαρξη τῆς ἐλευθερίας μας ἢ ὄχι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, ἡ ὁποία μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Δὲν ἐρωτηθήκαμε ἂν θὰ θέλαμε νὰ ἔλθουμε σ᾿ αὐτὴν τὴ ζωή, οὔτε πάλι θὰ ἐρωτηθοῦμε ἂν καὶ πότε θέλουμε νὰ πεθάνουμε. Ὁ μόνος ὀντολογικὰ καὶ ἀπόλυτα πανελεύθερος εἶναι ὁ Θεός, ἐφόσον ἐξ ὁρισμοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἐξυπονοεῖται ἡ ἀνυπόθετη καὶ αὐτοτελὴς Παντοδυναμία, τὸ κράτος τῆς ὁποίας κανένα πλάσμα δὲν μπορεῖ νὰ στερήσει ἤ μειώσει. Ἔτσι, ὁ Θεὸς ὡς Θεὸς δὲν ἔχει κανέναν ἀνώτερό Του, πού νὰ τοῦ περιορίζει τὴν Ἐλευθερία Του! Κατὰ συνέπεια, κάθε αὐθεντικὴ ἐλευθερία παρέχεται ἀπ’ αὐτὴν καὶ μόνο τὴν τριαδικῶς ὑποστατικὴ (Θεία) Ἐλευθερία. Ἡ δική μας ἀνθρώπινη ἐλευθερία δὲν εἶναι ἀπόλυτη, ἀλλὰ σχετική, καὶ λειτουργεῖ μέσα στὰ κτιστὰ καὶ πεπερασμένα ὅρια, ἀφοῦ εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ καὶ ὀφείλουμε τὴν ὕπαρξή μας στὸν μόνο καὶ ἀπολύτως ἐλεύθερο, τὸν Δημιουργὸ Θεό. Ἄν, λοιπόν, θέλουμε ἐλευθερία, θὰ τὴ βροῦμε μόνο δουλεύοντας στὴν Ὑπέρτατη Ἐλευθερία (τὸν Θεό), ὅπως, ἀνάλογα γράφει ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ἄν θέλουμε νὰ μὴ φοβόμαστε κανένα, ἄς φοβόμαστε τὸν Θεό. Ὅπου ὑπάρχει ὁ Θεῖος φόβος, ἐκεῖ βασιλεύει ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη. Ἡ δὲ «τελεία ἀγάπη» (δηλ. ὁ Θεῖος φόβος) «ἔξω βάλλει τὸν φόβον [τὸν ἀνθρώπινο καὶ κοσμικό]»437. 2) Ἡ ἀρνητικὴ παρ-ουσία τοῦ Θεοῦ στὴν Κόλαση. Ἐπειδή, ὅπως εἴδαμε, ὑπὸ τὸν ὅρο Βασιλεία τοῦ Θεοῦ νοεῖται ἡ Θεία Χάρη, κάποιοι θεολόγοι (κυρίως ξένοι Προτεστάντες) εἴτε ἀποσκορακίζουν τὴν ἀρνητικὴ ἐνέργεια τῆς Θ. Χάριτος (Κόλαση), ὑπερτονίζοντας

436 Ἀρχ. Ἀ σ τ ε ρ ί ο υ Χ α τ ζ η ν ι κ ο λ ά ο υ , Μέλλουσα Κρίση καὶ αἰωνιότητα, (ἔκδοση Β’), Ἀδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ», σ. 130-131. 437 Α’ Ἰω. 4, 18.

101

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ μόνο τὴ θετική της ὄψη (βλ. Karl Barth)438, εἴτε ἑρμηνεύουν Παλαιοδιαθηκικά439 τὴν ἀρνητικὴ (κολαστικὴ) Θεία ἐνέργεια ὡς παντελῆ ἀπουσία τῆς Θείας Χάριτος. Ὁ μέγας ἐκκλησιαστικός Πατὴρ καὶ ἐμπειρικὸς Θεολόγος, ἅγιος Γρηγόριος, στὸν Γ’ Εἰρηνικὸ λόγο του, τὸν ὁποῖο ἐκφώνησε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 379, ἐκφράζοντας ὕμνο ἐγκάρδιο μέσα ἀπὸ τὰ μύχια τῆς θεοφιλοῦς του ψυχῆς πρὸς τὴν Παναγία Τριάδα, τῆς ὁποίας ἀξιώθηκε νὰ εἶναι λάτρης καὶ κήρυκας διαπρύσιος (καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀποκαλεῖται καὶ «τριαδικὸς Θεολόγος»), ἀναφωνεῖ μὲ πόθο καὶ ἔρωτα Θεοῦ: «Ὦ Τριάς, ἡ πᾶσί ποτε γνωσθησομένη, τοῖς μὲν τῇ ἐλλάμψει, τοῖς δὲ τῇ κολάσει»440! Αὐτὸ πῶς ἑρμηνεύεται; Ὦ Ἁγία Τριάς, ἐσὺ ποὺ κάποτε θὰ γίνεις γνωστή σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους (ἐνν. κατ᾿ ἐνέργεια, καὶ ὄχι κατ᾿ οὐσία), ἀλλὰ σὲ ἄλλους μὲν θὰ ἐμφανιστεῖς ὡς Φῶς καὶ ἔλλαμψη, σὲ ἄλλους δὲ ὡς Κόλαση. Εἶναι πολὺ σημαντικὴ αὐτὴ ἡ δογματολογικὴ θέση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καὶ θὰ πρέπει νὰ προσεχθεῖ ἰδιαίτερα, καὶ τοῦτο διότι στὴ Δύση ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψη περὶ ὀντολογικῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ στοὺς καταδικασμένους ἁμαρτωλούς (κολασμένους), πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπ᾿ τὴν ὀρθὴ δογματικὴ διδασκαλία, ὅπως τὴ γνωρίζουμε οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Ὁ Θεός, ἐνεργώντας ποικιλότροπα, βρίσκεται «πανταχοῦ παρών», ἀκόμα καὶ στὴν Κόλαση ―πού, ὅπως εἴπαμε, εἶναι μιὰ (συλλογικὴ) κατάσταση―, ὄχι ὅμως ὑποστατικά, ἀλλὰ «κατ᾿ ἐνοίκησιν»441. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Θεός, διά τῆς ἀκτίστου Χάριτός Του, ὅπως οἱ Ἀνατολικοὶ Πατέρες καὶ συγγραφεῖς ἑρμηνεύουν, εἶναι ἐνεργητικὰ παρών καὶ στὴν Κόλαση, ἀλλ᾿ ἀρνητικῶς, δηλαδὴ ―μὲ ἀνθρωποπαθεῖς ὅρους― ὡς ἀπέχθεια, ψυχρότητα, ἀποστροφή, ἐγκατάλειψη καὶ ἄρση τῆς κήδειας, πολυσκεποῦς, ἀλεξητήριας καὶ προασπιστικῆς Χάρης Του, μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται γιὰ τὸν ἀφημένο ἔτσι γυμνό πνευματικὰ ἄνθρωπο. Δυστυχῶς, δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε, οὔτε νὰ ἀποκαθάρουμε πλήρως τὴ Δογματική Θεολογία μας ἀπὸ τά μακροχρόνια δυτικά δάνεια, καὶ ἔτσι ἀκοῦμε καὶ ἐδῶ, στὸν χῶρο τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, κάποιες φορὲς, ἀπὸ χείλη Κληρικῶν ἤ θεολόγων, πού ἀγνοοῦν τὴν Πατερική μας Παράδοση, αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία περὶ ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν Κόλαση, ἀφοῦ, ὡς γνωστό, οἱ Δυτικοὶ δὲν διακρίνουν μεταξὺ οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν
Κατὰ τὸν Καθηγητὴ Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α (Προϋποθέσεις καὶ χαρακτὴρ τοῦ «ἀπολύτου προορισμοῦ» ἐν σχέσει πρὸς τὴν περὶ «ἐκλογῆς» καὶ «προορισμοῦ» βιβλικὴν διδασκαλίαν, ἀνάτυπο περιοδ. Θεολογία, Ἀθῆναι 1968, σ. 21), ὁ Karl Barth τάσσεται ὑπὲρ τῆς Ἀποκαταστάσεως τῶν Πάντων αἱρετικῆς διδασκαλίας. 439 Ψαλμ. 6, 6. Ἀκόμα καὶ σὲ κείμενα τῆς περιόδου τῆς Βαβυλώνιας Αἰχμαλωσίας (587-538 π.Χ.), ὅταν ἀρχίζει νὰ ἀναπτύσσεται ἡ ἰδέα ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Γιαχβὲ φθάνει μέχρι τὸν κόσμο τῶν νεκρῶν (Παροιμ. 15, 11, Ἰὼβ 26, 6, Ψαλμ. 138, 8), ὁ Γιαχβὲ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει ξένος πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ ἐπεμβαίνει ἔξωθεν [Α. Γ. Τ σ α λ α μ π ο ύ ν η , «Ἡ Κόλαση στὴ Βιβλικὴ Παράδοση καὶ στὰ κείμενα τοῦ ἀρχέγονου Χριστιανισμοῦ», Σύναξη 121 (2012) 11-12]. 440 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , ΕΠΕ 1, 380. 441 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , «Τὸ νέο βιβλίο τῆς Γ’ Λυκείου – Παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὴ μορφὴ καὶ τὸ περιεχόμενο», Θεοδρομία 5 (2000) 117-123.
438

102

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σαφής, ἐν προκειμένῳ, ὁ ἐπηρεασμὸς κάποιων ἀπὸ δυτικότροπες ἑρμηνεῖες, ποὺ εἰσῆλθαν στὴ ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, συντελώντας στὴν παραποίηση τῆς Πίστεώς μας. Δὲν ὑπάρχει, ὅμως, ἀπουσία τοῦ Παναγίου Θεοῦ, ἀλλὰ ΜΟΝΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ (ἐπαναλαμβάνουμε μέσῳ τῆς Θείας Ἐνεργείας Του), μόνιμος καὶ διαρκής. Ἀλλά αὐτὴ ἡ παρουσία Του, δηλ. αὐτή ἡ Θεία ἐνέργειά Του, γιὰ ἄλλους μὲν θὰ λειτουργεῖ ὡς Φῶς, χαρά, ἀνάπαυση, εὐφροσύνη καὶ αἰώνια μακαριότητα, γιὰ ἄλλους δέ, θὰ λειτουργεῖ ἐνεργητικὰ ὡς φωτιά, «πῦρ καταναλίσκον», ὀδύνη καὶ βάσανος ἀτελεύτητος. Βέβαια, ὑπάρχουν ὁρισμένες φράσεις, Ἁγιογραφικές ἤ Ὑμνολογικές, οἱ ὁποῖες κάνουν λόγο γιὰ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, ἤ χωρισμὸ τοῦ Θεοῦ κ.ἄ., ἀλλὰ τὰ χωρία αὐτὰ νοοῦνται Ὀρθόδοξα μὲ τὴν ὡς ἄνω σημασία, δηλ. τῆς μὴ (ἤ ἀρνητικῆς) κοινωνίας, ἤ, ἀλλιῶς, τῆς μὴ θετικῆς (ἤ ἀρνητικῆς) μεθέξεως τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἅγιοι Μάξιμος Ὁμολογητὴς καὶ Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ὁμιλοῦν περί ἀμεθεξίας, τὴν ὁποία οἱ ἀείμνηστοι Πανεπιστημιακοὶ Καθηγητὲς Χ. Ἀνδρούτσος καὶ Ν. Ματσούκας ἑρμηνεύουν, μὲ βάση τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, ὡς «μὴ κοινωνία» (καὶ ὄχι ὡς ἕνα εἶδος μὲν κοινωνίας, ἀλλά ἔστω ἀρνητικῆς, ὅπως λ.χ. δέχεται ὁ ἕτερος δογματολόγος Καθηγητὴς π. Ἰ. Ρωμανίδης, ἀκολουθώντας τὸν διδάσκαλό του π. G. Florovsky, ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴν Κόλαση «παρὰ τὴν Χάριν») τῶν κολαζομένων. Μποροῦμε, πάντως, νά δοῦμε λίγο εὐκρινέστερα αὐτήν τήν πραγματικότητα στήν Παραβολή (ἂν καὶ ὡς πρόγευση κατὰ τὴ Μέση Κατάσταση τῶν ψυχῶν) τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου. Ὁ πλούσιος, ὁ ὁποῖος «ἐν τῇ φλογί» (δηλ. καυστικῶς) ὀδυνᾶται, μπορεῖ μὲν καὶ θυμᾶται τὶς ἀδικίες καὶ ἁμαρτίες του, τυπτόμενος συνειδησιακά, ὅπως καὶ μακρόθεν (καθότι «μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται»442) βλέπει νοσταλγικὰ τὸν Παράδεισο, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν «γευτεῖ», μετέχοντας τῆς τρυφῆς καὶ τῆς μακαριότητάς του. Τὸ βέβαιο, λοιπόν, εἶναι ὅτι ΟΛΟΙ θὰ «δοῦμε» τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ «ἐν τῇ Δόξῃ Αὐτοῦ», κάτι πού, ὅπως εἴπαμε, δὲν ἰσχύει στὴ δυτικὴ Θεολογία, ἀφοῦ ἐκεῖ κηρύσσεται (νεο)πλατωνικὰ (μέσω τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη κ.ἄ.) ἡ Κόλαση ὡς στέρηση τῆς θέας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπουσία τῆς μετα-λογικῆς θεωρίας τῆς ἄκτιστης Θείας πραγματικότητας, σύμφωνα μὲ τὰ σχετικὰ φιλοσοφήματα, ποὺ παρήγαγε ἡ Σχολαστικὴ Θεολογία τῶν Παπικῶν. Ἐμεῖς, ὅμως, γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν Ἁγιοπατερική μας Παράδοση ὅτι ὁ Χριστὸς στὴ Β’ ἔνδοξη Παρουσία Του θὰ εἶναι «ὁ πάντως πᾶσιν ἑνωθησόμενος», ὅπως χαρακτηριστικὰ διδάσκει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής443.
Λουκ. 16, 26. Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καὶ οἰκονομικά, Ἑκατοντάς Δ’, ΜPG 90, 1312 C: «Κατά τήν ὑποκειμενικήν ἑκάστῳ ποιότητα τῆς διαθέσεως, ὁ Θεὀς τοῖς πᾶσιν ἑνούμενος ὡς οἶδεν αὐτός, τήν αἴσθησιν ἑκάστῳ παρέχεται, καθώς ἐστίν ἕκαστος ἐξ αὐτοῦ διαπεπλασμένος, πρός ὑποδοχήν τοῦ πάντως πᾶσιν ἑνωθησομένου».
442 443

103

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Ἡ σημαντική αὐτὴ φράση, μὲ τὸ ἐπίρρημα «πάντως», εἶναι κατάλληλη πρὸς κατανόηση τοῦ ἐν λόγῳ θέματος καὶ δὲν ἀφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Μὲ ἄλλα λόγια, διασαφηνίζεται καθαρὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο (ἕνα τεράστιο πνευματικὸ ἀνάστημα τοῦ 7ου αἰ., σοφότατο Μοναχὸ καὶ Ὁμολογητὴ τῆς Πίστεως, ἄριστο φιλόσοφο, ψυχολόγο καὶ ὑψηλότατο θεολόγο) τὸ γεγονὸς τῆς ἄφευκτης παρουσίας τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ στὸ διηνεκές (αἰώνια), ἀφοῦ τότε ὅλοι θὰ ἐπι-κοινωνοῦν μαζί Του μὲ μία κοινωνία διπλῆ: εἴτε μὲ θετικὸ (Παράδεισος, θετικὴ μέθεξη Θεοῦ), εἴτε μὲ ἀρνητικὸ (Κόλαση, αἰώνια κατάδικη, ἀρνητικὴ μετοχὴ τοῦ Θεοῦ) τρόπο. Αὐτὴ δὲ ἡ δεύτερη (ἡ Κόλαση), ἡ ἀρνητικὴ «κοινωνία» τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο ἕνωση «παρὰ τὴν Χάριν»444. Οἱ ἀμετανόητοι, δηλαδή, σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Μάξιμου, δὲν θὰ μποροῦν νὰ «βλέπουν» τὴ Δόξα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ κατ᾿ ἀνάγκην καὶ ἐνεργητικὰ θὰ Τὸν βιώνουν (ὄχι φανταστικά, ἀλλὰ πραγματικὰ) ὡς τιμωρό, κατὰ παραχώρηση, βεβαίως, τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Τὴν κατάσταση αὐτὴν ὀνομάζει ὁ αὐτὸς ὅσιος Πατὴρ «ἀνεκλάλητη ὀδύνη», ἐνῶ τὴ μακάρια καὶ τρισευλογημένη κατάσταση τῶν θεωρούντων τὴ Δόξα τοῦ Κύριου, τὴν ὀνομάζει «ἀνεννόητη ἡδονή»445. Ὁ ἴδιος Πατήρ θά μᾶς πεῖ ὅτι ὁ Θεός στόν μέλλοντα αἰώνα ὅλους θά τούς «συνέχει», ἀλλ’ ὅλοι δέν θά μποροῦν μέ τόν ἴδιο τρόπο νά μετέχουν στή δόξα Του: «Ὁ μέν Θεός κατά μίαν ἀπειροδύναμον τῆς ἀγαθότητος βούλησιν πάντας συνέξει καί ἀγγέλους καί ἀνθρώπους, ἀγαθούς τε καί πονηρούς, οὗτοι δέ πάντες οὐκ ἴσως μεθέξουσι Θεοῦ, τοῦ διά πάντων ἀσχέτως χωρήσαντος, ἀλλ᾿ ἀναλόγως ἑαυτοῖς»446. Ἀφοῦ, ὅπως Ὀρθοδόξως θεολογικὰ γνωρίζουμε ὅτι εἶναι ἐνεργητικὰ παροῦσα ἡ Θεία Χάρη καὶ στὴν Κόλαση, μὲ ποιὰ ἔννοια οἱ Πατέρες ἐννοοῦν τὴν ἀρνητική μετοχή τῆς Θείας Χάριτος, τ.ἔ. τὴ λεγόμενη «θεοεγκατάλειψη»; Κατὰ τή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως καί βιογράφου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Φιλοθέου τοῦ Κόκκινου, ὅπου γίνεται λόγος περί τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, συναντοῦμε μία ἐνδιαφέρουσα θεολογικὴ θέση. Ὁ ἅγιος Φιλόθεος γράφει ὅτι «ἡ Θεία ἄκτιστη ἐνέργεια δέν μετέχεται ἀπό ὅλους, ἀλλά ἀπό ὁρισμένους, καί ὑπό προϋποθέσεις. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, κατά τόν προειρημένο Πατέρα, μετέχεται ἀπό τούς ἀξίους νά τήν δεχθοῦν, ὑπό τῶν «ἐπιΜ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Πρὸς Θαλάσσιον, ΜPG 90, 609 BC. Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α , Δογματική, τ. Β’, σ. 544. 446 MPG 90, 1328 D, Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ψαλμ. 6, 1, MPG 55, 72: «Πάντες τοίνυν ἐλέους δεόμεθα, ἀλλ' οὐ πάντες ἄξιοί ἐσμεν τοῦ ἐλεεῖσθαι». Πρβλ. Β’ Πέτρ. 2, 4-9: «Εἰ γὰρ ὁ θεὸς ἀγγέλων ἁμαρτησάντων οὐκ ἐφείσατο ἀλλὰ σειραῖς ζόφου ταρταρώσας παρέδωκεν εἰς κρίσιν τηρουμένους, καὶ ἀρχαίου κόσμου οὐκ ἐφείσατο ἀλλὰ ὄγδοον Νῶε δικαιοσύνης κήρυκα ἐφύλαξεν κατακλυσμὸν κόσμῳ ἀσεβῶν ἐπάξας, καὶ πόλεις Σοδόμων καὶ Γομόρρας τεφρώσας καταστροφῇ κατέκρινεν ὑπόδειγμα μελλόντων ἀσεβέσιν τεθεικώς, καὶ δίκαιον Λὼτ καταπονούμενον ὑπὸ τῆς τῶν ἀθέσμων ἐν ἀσελγείᾳ ἀναστροφῆς ἐρρύσατο· βλέμματι γὰρ καὶ ἀκοῇ ὁ δίκαιος ἐγκατοικῶν ἐν αὐτοῖς ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ψυχὴν δικαίαν ἀνόμοις ἔργοις ἀβασάνιζεν· οἶδεν κύριος εὐσεβεῖς ἐκ πειρασμοῦ ῥύεσθαι, ἀδίκους δὲ εἰς ἡμέραν κρίσεως κολαζομένους τηρεῖν…».
444 445

104

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

τηδείως ἐχόντων πρός ὑποδοχήν καὶ μετάληψιν»447. Καί μάλιστα, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος στόν ἕκτο Ἀντιρρητικό του λόγο πρός τόν Γρηγορᾶ, ἡ Θεία αὐτὴ ἐνέργεια δέν μετέχεται στόν αὐτό βαθμό ἀπό ὅλους, ὅσοι τή γεύονται, ἀλλά διαφορετικά, ἀνάλογα μέ τή φυσική ἱκανότητα καί πνευματική τους δεκτικότητα448. Πῶς, ὅμως, ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁμιλεῖ γιά μετοχή ἀλλά καί γιά μή μετοχή ἀπό ὅλους τῆς Θείας, ἄκτιστης, ἐνέργειας, χωρίς νὰ διαφωνεῖ μέ τόσους ἄλλους Πατέρες, οἱ ὁποῖοι, ὅπως εἴδαμε στά προηγούμενα, ὁμιλοῦν γιά μετοχή μὲν ἀπό ὅλους (ἀξίους καί μὴ) τῆς Θ. Χάριτος, ἀλλ᾿ εἴτε θετικά, εἴτε ἀρνητικά; Κατ᾿ ἀρχήν, θὰ πρέπει νὰ ὑπενθυμίσουμε τὴ διάκριση, ποὺ ἐπιχειροῦν οἱ Ἀνατολικοὶ Πατέρες (Γεννάδιος Σχολάριος, Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς κ.ἄ.), τῶν ἀκτίστων Θείων Ἐνεργειῶν στὶς «ἔνδον» (ἀΐδιες καὶ αἰώνιες, ποὺ ἀναφέρονται στὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ) καὶ στὶς «ἔξω» (ἔγχρονες, ποὺ ἀναφέρονται στὰ κτιστά). Ἔπειτα, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι οἱ Πατέρες διακρίνουν μεταξὺ τῶν δύο συγγενῶν ἐννοιολογικῶς ρημάτων, «ἑνοῦσθαι» καὶ «κοινωνεῖν». Ἔτσι, ἡ λεγόμενη «θεοεγκατάλειψη» ἐννοεῖται μὲ τὴν ἀπόσυρση ὄχι τῆς πανταχοῦ παρούσας ἄκτισης ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ449, ἀλλά, κατὰ Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τῆς ἀποστέρηση τῆς Θείας εὐδοκίας καὶ «κρούσης»450, δεδομένου ὅτι, κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, ὑπάρχουν τέσσερα ξεχωριστὰ εἴδη Θείου φωτισμοῦ: α) ὁ κτιστὸς φυσικός, β) ὁ κτιστὸς φιλοσοφικός (βλ. φυσικὴ Θεολογία), γ) ὁ ἄκτιστος ὑπερφυσικός/ἀποκαλυπτικὸς (Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης) καὶ δ) ὁ ἄκτιστος μυστικὸς (καθαρτικός, φωτιστικὸς μέσῳ τῆς προγεύσεως τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος καὶ «θεωρητικὸς» τῆς Θείας θέας μέσῳ τῆς προγεύσεως τοῦ Μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας)451. Συνεπῶς, στήν πραγματικότητα, δέν ὑφίσταται διαφοροποίηση ἤ ἀντίφαση, ἀλλά διαφορετική διατύπωση τῆς ἔννοιας τῆς ἀρνητικῆς μετοχῆς τῆς Θ. Χάριτος. Πράγματι, δέν θά γευθοῦν ὅλοι τόν οὐράνιο Ἄρτο στόν ἐσχατολογικό Δεῖπνο, διότι δέν θά φοροῦν ὅλοι καθαρὴ στολή («ἔνδυμα γάμου»), σύμφωνα μὲ τὴ σχετικὴ Εὐαγγελικὴ Παραβολή. Ἔτσι, θά «δοῦν» μέν ὅλοι τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀκόμη καί οἱ ἀνάξιοι, ὅπως γεύθηκε τόν ἄρτο τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου ἀκόμα καί ὁ Ἰούδας, ἀλλά οἱ ἀμετανόητοι θά Τόν δοῦν, ὅπως προείπαμε, ἀρνητικά, ὡς ἕνα εἶδος ἀπουσίας τῆς ἐνυπόστατης Ἀγάπης,

447 Βλ. Κ. Λ ι ά κ ο υ ρ α , Ἡ περί τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου τοῦ Κόκκινου, ἐκδ. Συμμετρία, Ἀθῆνα 1999, σ. 46. 448 Ὅπ.π. 449 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς , Κατὰ Ἀρείου καὶ Σαβελλίου, G.N.O. III. 1, σ. 84, 4-27. 450 Ἀποκ. 3, 20. Πρβλ. Ἀρχιμ. Ἀ. Κ α ρ α μ α ν τ ζά ν η , «Ὁ ἱερεὺς καὶ τὸ θυσιαστήριον», Θεοδρομία 8 (2000) 95. 451 Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, σ. 152.

105

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ πρᾶγμα πού ἰσοδυναμεῖ μέ τήν μή (ἀληθινή) «Θεία θέα», τή λεγομένη θεωρία. Ἐρωτᾶται, ὅμως· ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι Πανάγαθος καὶ πηγὴ τῆς ἀγαθότητας, γιατὶ ἐπιτρέπει αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς Κολάσεως, ποὺ μόλις περιγράψαμε, στοὺς ἁμαρτωλοὺς, καὶ μάλιστα αἰώνια; Ἄν ὁ Θεὸς ἀφάνιζε τὸ Κακό, δὲν θὰ ὑπῆρχε στὰ λογικὰ κτίσματα καὶ στὸν ἄνθρωπο ἡ δυνατότητα χρήσης τῆς ἐλευθερίας τους. Ἡ Αἰώνια Κόλαση, λοιπόν, ὡς ὁ νοητὸς τόπος τοῦ Κακοῦ (μολονότι μὴ ὄντος), ὑφίσταται καὶ ἐνεργεῖ χάρη στὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Ἀγαθὸ (τὴν Ἁγία Τριάδα). Ἐντούτοις, ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἀφήνει καὶ ἀνέχεται τὸ πλάσμα Του νὰ Τὸν ἀρνεῖται, περιφρονεῖ, ὑβρίζει, ἀρκεῖ (στὴν ἄλλη ζωὴ) νὰ μὴ μπορεῖ πλέον νὰ πειράξει τοὺς ἀγαθούς. Ἔτσι, ἡ ἐλευθερία βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου (καὶ τῶν δαιμόνων) φαίνεται πιὸ ἰσχυρὴ ἀκόμα καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν πεῖρα (ἐμπειρία) τοῦ κακοῦ (ἁμαρτία), ἀφοῦ ὁ ἁμαρτωλὸς ἐπιλέγει νὰ ἐπιμένει στὴν ἄρνηση τοῦ Θείου Νόμου, ἐνῶ, ἀπό τὴν ἄλλη μεριά, ὁ Θεὸς δὲν θέλει νὰ τὸν ἐκβιάσει, ὥστε νὰ Τὸν ἀγαπήσει. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἁμαρτωλὸς ἐλεύθερα452 δὲν ζητᾶ τὴ Θεία ἐνίσχυση γιὰ νὰ πιστέψει, ὁπότε ὁ Θεὸς παραιτεῖται ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὸν «κρούση» (ἐλεύθερη Θεία κλήση) Του453, ἀφήνοντάς τον μόνο (ἡ Κόλαση ὡς «ναρκισσιστικὸς αὐτοεγκλεισμός»454), μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραμένει ὁ ἁμαρτωλὸς μὲ μιὰ ἐσωτερικὴ (ἀσυνείδητη ἤ προσυνειδητή, τὶς περισσότερες φορὲς) πάλη μὲ τὸν ἑαυτὸν του (βλ. αὑτο-σύγκρουση)455, ἡ ὁποία στὴν ἄλλη ζωὴ τὸν «κατατρώγει» (σὰν τὸ σκουλήκι) καὶ τὸν «κατακαίει» (σὰν τὴ φωτιὰ) αἰώνια, χωρὶς ποτὲ ὅμως νὰ τὸν θανατώνει καὶ ἀφανίζει456. Ἀλλά, ἴσως ἀντέλεγε κανείς: ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι Πανάγαθος, δὲν θὰ ἦταν καλύτερα τὸν κολασμένο ἁμαρτωλὸ νὰ τὸν ἐξαφάνιζε ἀπὸ τὴ ζωή, ἀντὶ νὰ εἶναι ἔτσι καὶ νὰ βασανίζεται αἰώνια; Τὸ ζήτημα μοιάζει μὲ αὐτὸ τῆς εὐθανασίας. Μπορεῖ εὔκολα κανεὶς πάνω στὸν ἀβάσταχτο πόνο του νὰ ζητᾶ ὡς λύτρωση τὸν θάνατο, ἀλλὰ βαθιὰ μέσα του δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποχωριστεῖ ἀπὸ τὴ ζωή. Τὸ μεταπτωτικὸ (φυσικὸ πλέον) ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης ἔχει πλέον περάσει στὴ φύση μας. Ὁ ἁμαρτωλὸς θὰ
Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 152: «Ἡ μὲν τοῦ κατὰ ψυχὴν θανάτου άπόφασις, ἥν εἰς ἔργον ἤγαγεν ἡμῖν ἡ παράβασις κατὰ δικαιοσύνην τοῦ κτίσαντος· ἐγκαταλιπόντας γὰρ κατέλιπεν, ὡς αὐτοβούλους γεγονότας, μὴ βιασάμενος». 453 Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς , Εἰς τοὺς Ψαλμ., MPG 69, 1009: «Λήθην δὲ ἐπὶ Θεοῦ μὴ πάθος εἶναι νόμιζε, ἀλλὰ τὴν ἐγκατάλειψιν». 454 π. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο υ , «Ἀπὸ τὴν φύση ὡς Κόλαση στὸν Παράδεισο τῆς κατὰ φύση προαίρεσης», Σύναξη 122 (2012) 59, 66. 455 Ψαλμ. 10, 5. Πρβλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 147: «ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὴν ἀδικίαν, μισεῖ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν». 456 Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 16.
452

106

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ἔδινε τὴ ζωή του γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν Νόμο Του (τὴν Ἀγάπη), ὅπως ἔπραξαν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες, ἤ γιὰ κάποιες ἄλλες ἐγωικὲς καὶ ἀτομιστικὲς ἀξίες; Ἐπειδὴ εἶναι ἁμαρτωλός, σημαίνει ὅτι δὲν διαθέτει ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν «πλησίον» του, συνεπῶς καὶ τὴν ἐσχατολογικὴ εὐθανασία τὴ ζητᾶ γιὰ ἱκανοποίηση πάλι τοῦ ἑαυτοῦ του, δηλ. νὰ μὴ ὑποφέρει αὐτὸς καὶ ὄχι οἱ ἄλλοι. Οἱ Ἅγιοι, ὅμως, στὴν παροῦσα ζωὴ ἔκαναν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο: παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ πάρει, φερ᾿ εἰπεῖν, τὴ λέπρα ἤ τὸν καρκίνο ἀπὸ ἕνα συνάνθρωπό τους καὶ νὰ τὴ δώσει στοὺς ἴδιους (βλ. ἐξιδιοποίηση ἁμαρτιῶν καὶ κενωτικὴ ἀγάπη)! Μετὰ τὴν παρακοὴ (τὸ Προπατορικὸ Ἁμάρτημα) οἱ Πρωτόπλαστοι ἐπιθυμοῦσαν καὶ ἐπιχείρησαν νὰ κάνουν τὸ ἴδιο· νὰ μὴ μετανοοῦν, νὰ ζοῦν δηλ. ἐγωκεντρικά καὶ ὄχι θεοκεντρικά, καί, παρ᾿ ὅλα αὐτὰ, νὰ ἔχουν τὴν ἀπαίτηση ὁ Θεὸς νὰ τοὺς τρέφει ἀπὸ τὸ Δένδρο τῆς Ζωῆς, ὥστε νὰ διαπράττουν αἰώνια τὸ κακὸ (τὴν ἁμαρτία). Ἀλλά, Ὀρθόδοξα, ὁ Θεὸς τῆς Ἀγάπης (τὸ Αὐτάγαθον) δὲν ἐπισκιάζει τὸν Θεὸ τῆς Βούλησης (βλ. Ἀγαπισμό)· τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Ὀρθόδοξα πέμπεται διὰ τοῦ (Θείου) Λόγου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἡ Θεία Χάρη δὲν λειτουργεῖ συναισθηματικά, ρομαντικά ἤ ἰδεαλιστικὰ στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ μὲ βάση τὸν (φυσικὸ) λόγο τῆς δημιουργίας του. Ἔτσι, ὅποιος, ἐγκαταλείποντας πεισματικὰ καὶ παρά-λογα τὸν (φυσικὸ) λόγο του (βλ. ἀφ-ορισμό), βαδίσει φαντασιακὰ πρὸς τὸ ἄ-λογο (ἀνύπαρκτο/μηδέν), θὰ τιμωρηθεῖ («φυλακισθεῖ» = περιορισθεῖ ἀκούσια) δίκαια, γιατὶ ἦλθε «κόντρα» μὲ τὸν <κατ᾿ εἰκόνα> Λ-λόγο τῆς δημιουργίας του, πειράζοντας καὶ βλάπτοντας ἔτσι τὸ ὅλο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (Ἐκκλησία). Ἡ Τριαδικὴ θεότητα δὲν μπορεῖ νὰ συνευδοκήσει στὴ διαιώνιση τῆς ἁμαρτίας, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Πρωτόπλαστοι ἐξορίστηκαν βίαια ἀπὸ τὸν ἐπίγειο Παράδεισο. Τὸ ἴδιο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, θὰ συμβεῖ ἐσχατολογικά, ὅπου οἱ ἁμαρτωλοὶ δὲν θὰ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ εἰσέλθουν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐσωτερικὰ (μέσα τους) μπορεῖ ἤ ἴσως θεωρητικὰ νὰ τὴν ἐπιθυμοῦν, καὶ τοῦτο γιατί, ἐνῶ ἡ Φύση «ἐν Χριστῷ» ἁγιάσθηκε, οἱ ἴδιοι ἐξακολουθοῦν ―μὲ τὴ συγκατάθεση τῆς ἐλεύθερης βούλησής τους― νὰ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, σὰν νὰ μὴ ἐπισυνέβη ποτὲ ὁ Θεῖος ἁγιασμός, αὐτοσυγκρουόμενοι («διχοτομημένοι»)457. Καί, βέβαια, ἄν ἡ Φύση ὄχι μόνο δὲν ἁγιαζόταν458 ἀλλὰ κάποτε
Ματθ. 24, 51, Λουκ. 12, 46. Πρβλ. Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 20. 458 Γιὰ τὴν Κόλαση ἐσχατολογικά, ὁ μὲν Μητρ. Ἰ. Ζ η ζι ο ύ λ α ς [«Ἐσχατολογία καὶ Ὕπαρξη – Μιὰ ὀντολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῶν ἐσχάτων», Σύναξη 121 (2012) 43-72] ὁμιλεῖ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν γιὰ ἀδυναμία αὐτοϋποστασιοποίησης τῆς ἀρνητικῆς σχέσης μας (ἀπόρριψης) μὲ τοὺς ἄλλους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ γιὰ σύγκρουση μεταξὺ «γνωμικοῦ θελήματος» (προσωπικῆς ἐλευθερίας) καὶ «λόγου τῆς φύσεώς» μας, ὁ δὲ καθηγητὴς Χ. Γ ι α ν ν α ρ ᾶ ς μονοφυσιτικὰ (καὶ μονοενεργητικὰ) γιὰ μετὰ θάνατο ὑποστασιοποίηση (ὄχι τῆς κτιστῆς φύσης τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἀλλὰ) τῆς ἄκτιστης Θείας ἐνέργειας (ὡσὰν ὁ ἄνθρωπος ἐσχατολογικὰ νὰ παραμένει ἕνα ἄδειο, ἀν-ούσιο κέλυφος ἤ «ἐκμαγεῖο») καὶ γιὰ «ὑπαρκτικὴ ἀπό-σταση» ἤ «ἔκ-σταση» ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ φύση (ἐνορμήσεις, ἔνστικτα κ.λπ.), ἀρνούμενοι καὶ οἱ δύο τὸν ἁγιασμὸ τῆς φ ύ σ ε ω ς γιὰ χάρη τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ
457

107

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἀφανιζόταν, θὰ τέλειωνε ἡ ψυχοπνευματική τους σύγκρουση καὶ τὸ μαρτύριό τους, ὅμως οὔτε ἡ Φύση, οὔτε ὁ ἄνθρωπος εἶναι οἱ δημιουργοὶ καὶ οἱ κύριοι τοῦ χωροχρόνου, ἀλλὰ μόνο ὁ Θεός, θέλημα τοῦ Ὁποίου εἶναι ἡ ἀθανασία καὶ ἡ αἰώνια ἀφθαρσία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλης τῆς Φύσεως (βλ. φυσικὸ νόμο διατήρησης τῆς ἐνέργειας). 3) Τὸ «ἐνεργητικὸν» τῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Ἐκτός τῆς ἐπίγειας ἐδῶ πραγματικότητας, τῆς ζωῆς αὐτῆς, στὴν ὁποία βλέπουμε τὶς ποικίλες ἐκδηλώσεις τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναλύσαμε στά προηγούμενα, ὅταν ἀναφερόμαστε στὸ Ἐπέκεινα, σὲ γεγονότα δηλ. πού πρόκειται νά λάβουν χώρα, καί, ἐν προκειμένῳ, γιὰ τήν Kόλαση, ὅσων δὲν μετανόησαν στή ζωή αὐτή, θὰ πρέπει ὡς Ὀρθόδοξοι νὰ λαμβάνουμε ὑπόψη μας τὴ διδασκαλία τῶν Οἰκουμενικῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι κάνουν λόγο ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν γιὰ τὴ δίκαιη παραχώρηση καὶ ἀποστροφὴ τοῦ Θεοῦ στὴν περίπτωση τῆς ἐνσυνείδητης καὶ πεισματικῆς μισοκαλίας καὶ ἀμετανοησίας τῶν ἀνθρώπων τότε, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ γιὰ τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Κολάσεως, καί ὄχι ἁπλῶς γιὰ μιὰ παθητικὴ459 ―ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ― , ἤ ἔστω συνεργιστικὴ (μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου)460, δυσάρεστη, ἀλγεινή, ἄτερπη, ἐπαχθῆ, λυπηρὴ καὶ ὀδυνηρὴ ὑποκειμενικὰ (ψυχικά, συνειδησιακὰ καὶ ἐσωτερικὰ) κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου461. Ἡ δεύτερη αὐτὴ ἀντίληψη (περὶ τῆς παθητικῆς αὐτοκολάσεως) ὑποστηρίζεται ἀπὸ ὅσους δέχονται ὅτι ὁ Θεός, στὸ τέλος τῆς Ἱστορίας, οὐδόλως θὰ ἐπέμβει ὡς πρὸς τὴν αἰώνια καταδίκη τῶν ἁμαρτωλῶν (ἀρνούμε-

«γνωμικοῦ θελήματος» τοῦ πρ ο σ ώ πο υ [βλ. π. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο υ , «Ἀπὸ τὴν φύση ὡς Κόλαση στὸν Παράδεισο τῆς κατὰ φύση προαίρεσης», Σύναξη 122 (2012) 63-64]. Δὲν θὰ πρέπει ὅμως νὰ παραθεωρεῖται ὅτι τὸ (Θεῖο) φυσικὸ θέλημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (ἀρχέτυπο παντὸς Ἁγίου), χωρίς νὰ ταυτίζεται μὲ τὸ (ἀνθρώπινο) γνωμικό Του θέλημα, συνδέεται μαζί του «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως», τοῦ δευτέρου μάλιστα ἀκολουθοῦντος τὸ πρῶτο (Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Πρὸς Μαρῖνον, Κεφάλαια Θεολογικά, MPG 91, 200). 459 Ὁ Καινοδιαθηκολόγος Καθηγητὴς Σ. Ἀ γ ο υ ρ ί δ η ς βλέπει στοὺς Συνοπτικοὺς περισσότερο ἐνεργητικὴ Κόλαση, ἐνῶ στὸν Ἰωάννη μία μᾶλλον παθητική [«Διαφορὲς προσέγγισης τῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦ», Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν 20 (2001) 124]. 460 π. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο υ , «Ἀπὸ τὴν φύση ὡς Κόλαση στὸν Παράδεισο τῆς κατὰ φύση προαίρεσης», Σύναξη 122 (2012) 60. Ἡ συνεργιστικὴ ἑρμηνεία τῆς Αἰώνιας Κόλασης δὲν μπορεῖ ἐσχατολογικὰ νὰ ἰσχύσει, δεδομένου ὅτι ἡ σωματικὴ ἀνάσταση καὶ Τελικὴ Κρίση θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὲς γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς δυνατότητα μετανοίας: «Ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ οὐκέτι ἔργον, οὐκέτι ἐξομολόγησις· ἀλλ᾿ αἱ μὲν χεῖρες δεδεμέναι καὶ οἱ πόδες τοῖς δεσμοῖς τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων. Δήσαντες γὰρ αὐτῶν χεῖρας καὶ πόδας, ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον. Γλῶσσα δὲ οὐκέτι ἐξομολόγησιν, οὐδὲ αἴνεσιν Θεοῦ λαλήσει, ἀσχολουμένη περὶ τὸν στεναγμὸν τὸν ἐκ τῶν πόνων αὐτῇ ἐγγινόμενον. Διὰ τοῦτο ἔρχεται ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἀνίατος» (Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν 13, MPG 30, 585A). Ἄλλωστε, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπέρβαση τοῦ κτιστοῦ χωροχρόνου, ὅπως ἀλλοῦ παραδέχεται ὁ π. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο ς (ὅπ. π., σ. 62). 461 Τὴν ἄποψη αὐτὴν υἱοθετεῖ ὁ φωστήρας τῆς Ναζιανζοῦ, Γ ρ η γ ό ρ ι ο ς ὁ Θ ε ο λ ό γ ο ς (MPG 35, 944D-945A).

108

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

νοι οὐσιαστικὰ στὸν Θεὸ ― Χριστὸ τὴν Ἁγιογραφικὴ ἰδιότητα τοῦ ἐσχατολογικοῦ Κριτῆ ζώντων καὶ νεκρῶν462), ἀλλ’ αὐτοὶ μόνοι τους θὰ αὐτοτιμωροῦνται463 καὶ αὐτοκολάζονται εἴτε μὲ τὶς τύψεις τῆς (ἠθικῆς) συνειδήσεώς τους ―πρᾶγμα, βέβαια, ποὺ προϋποθέτει ἕνα ὑγιὲς ψυχικῶς καὶ πνευματικῶς συνειδὸς (κάτι ποὺ ἐν προκειμένῳ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν πτώση τους στὴν πνευματικὴ ἀσθένεια καὶ πώρωση, καὶ ἄρα ἔχουμε ἀντίφαση)―, εἴτε ἁπλῶς μὲ τὴ θέα τῆς μακαριότητας τῶν Ἁγίων στὸν Παράδεισο. Μὲ ἄλλα λόγια, σύμφωνα μὲ τὴν παραπάνω ἄποψη, ἡ ὁποία εἶναι Ὠριγενική464, ἡ Κόλαση θὰ εἶναι μόνο μία κατάσταση ἐσωτερικῆς αὐτοτιμωρίας τοῦ ἀνθρώπου, χωρὶς καμία ἐνέργεια (ἄγνοια, ἐθελοτυφλία, ἀδιαφορία, ἀπάθεια;) ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλεύσπλαγχνος δὲν τιμωρεῖ ποτέ! Ὅμως, Ὀρθοδόξως χριστιανικά καὶ μὲ βάση τὴ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἀνατολικῆς Πατερικῆς Παράδοσης, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ μὴ γνωρίζει ἤ νά μήν ἐπιτρέπει τὴν κατάσταση τῶν κολαζομένων, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ κάποιο διαρχικὸ θρησκευτικὸ σύστημα, ὅπου, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἕνας Θεὸς (τοῦ Καλοῦ) δὲν «ἀναμειγνύεται» καθόλου στὸ «βασίλειο» τοῦ ἄλλου Θεοῦ (τοῦ Κακοῦ): «Εἰ δὲ ἐνεργείας ὄνομα ὁ Πατήρ, τοῦτο ἐνηργηκὼς ἄν εἴη τὸ ὁμοούσιον»465, παρατηρεῖ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, καὶ συνεχίζει: «θέσεις καὶ ἕξεις καὶ τόποι καὶ χρόνοι καὶ εἴτι τοιοῦτον, οὐ κυρίως ἐπὶ Θεοῦ λέγονται, ἀλλὰ μεταφορικῶς. Τὸ δὲ ποιεῖν καὶ ἐνεργεῖν, ἐπὶ μόνου τοῦ Θεοῦ ἀληθέστατα ἅ λέγοιτο. Μόνος γὰρ ὁ Θεὸς ποιεῖ· αὐτὸς δὲ οὐ γίνεται οὐδὲ πάσχει, ὅσον εἰς τὴν αὐτοῦ οὐσίαν ἀνήκει»466. Ἐξάλλου, τὸ δόγμα περὶ μιᾶς αὐτοτιμωρίας ἐσχατολογικὰ τοῦ ἀνθρώπου παραπέμπει στὸν Στωικισμό, τὸν Γνωστικισμό467, τὸν Ὠριγενισμὸ καὶ τὸν Βουδισμὸ (βλ. karma)! Ἄς μᾶς ἀπαντήσουν οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς … αὐτόματης τιμωρίας: Ὁ καταποντισμός τοῦ Φαραώ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη τί ἦταν; Θεία παιδαγωγία, Θεία δοκιμασία ἤ Θεία τιμωρία; Φυσικά, τό τελευταῖο. Ἡ Θεία τιμωρία αὐτὴ τοῦ Φαραώ ἐπισυνέβη μετὰ ἀπὸ ἀλλεπάλληλα προειδοποιητικὰ
Βλ. Γ ρ η γ ό ρ ι ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 30, θεολογικός 4, MPG 36, 108C, Ἱ π π ό λ υ τ ο υ , Εἰς τὸν Δανιήλ 4, 18, ed. M. Lef, Sources chrf (1947): «Τότε γὰρ ὡς εὐτελὴς ἄνθρωπος μόνον ἐφαίνετο, νυνὶ δὲ κριτὴς τοῦ παντὸς κόσμου παραγίνεται, καὶ τότε παρεγένετο σῶσαι τὸν ἄνθρωπον, νῦν δὲ παραγίνεται κολάσαι πάντας ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς εἰς αὐτὸν ἠσεβηκότας». 463 Βλ., γιὰ παράδειγμα, ἀντορθόδοξες (Προτεσταντίζουσες) ἀπόψεις τοῦ Δ. Δ. Τ ρ ι α ν τ α φ υ λ λ ό π ο υ λ ο υ [«Σωτηρία καὶ τιμωρία: Ἡ εἰκαστικὴ πλευρὰ τῆς Δευτέρας Παρουσίας», Σύναξη 121 (2012) 40]. 464 Περὶ Ἀρχῶν, ΙΙ, 10, 4, 139-143. 465 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 180: «…ἡ ἐνέργεια κίνησίς ἐστι καὶ ἐνεργεῖται μᾶλλον ἤ ἐνεργεῖ, καθὼς φησιν ὁ θεολόγος Γρηγόριος ἐν τῷ περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Λόγῳ». 466 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 181. 467 Βλ. Σ. Ν. Χ α τ ζ η σ τ α μ α τ ί ο υ , «Ἡ ἔννοια τῆς `Βασιλείας’ εἰς τὸ κατὰ Θωμᾶν Εὐαγγέλιον», Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς 32 (2002) 775-795.
462

109

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ «σημεῖα» ἐκ μέρους τοῦ μακρόθυμου Θεοῦ (βλ. τὴν περίπτωση τῆς καταστροφῆς τῶν Σοδόμων) στὸν Φαραώ. Ἀλλά ὁ τελευταῖος ἐπέμεινε στὴν ἀλαζονικὴ ἔναντι τοῦ Θεοῦ στάση του. Ἡ τελικῶς ἐπελθοῦσα σκλήρυνση τῆς καρδιᾶς τοῦ Φαραώ, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ τόσο ἡ Ἁγία Γραφή, ὅσο καὶ οἱ Πατέρες, ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς του ἀπείθειας ἀλλὰ καὶ τῆς ἀπόσυρσης τῆς θετικῆς (κρούουσας – κλητικῆς) Χάριτος τοῦ Θεοῦ: «Λέγει γὰρ ἡ Γραφὴ τῷ Φαραῷ ὅτι εἰς αὐτὸ τοῦτο ἐξήγειρά σε ὅπως ἐνδείξωμαι ἐν σοὶ τὴν δύναμίν μου καὶ ὅπως διαγγελῇ τὸ ὄνομά μου ἐν πάσῃ τῇ γῇ. Ἄρα οὖν ὅν θέλει ἐλεεῖ, ὅν δὲ θέλει σκλυρύνει»468. Ἀκόμη, ὁ ἀκαριαῖος θάνατος τῶν θεομπαικτῶν Ἀνανία καὶ Σαπφείρας στὴν Καινὴ Διαθήκη469 πῶς θεολογικῶς μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ; Θεία παιδαγωγία ἤ Θεία δοκιμασία; Ἀσφαλῶς, Θεία τιμωρία. Ἀπό μόνοι τους ἔπεσαν νεκροί στά πόδια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου; Ἀλλὰ καί τόσοι ἄλλοι, ἀναφερόμενοι στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, θάνατοι, μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς Θεία παιδαγωγία ἤ δοκιμασία τῶν ἰδίων470; Ἀληθῶς, «φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος»471! Ἡ Ἁγία Γραφὴ (Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη), πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι ρητὰ καὶ κατηγορηματικὰ ἀναφέρει σὲ ἔγκλιση μάλιστα προστακτικὴ472 «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»473, μνημονεύει πλῆθος ἐνεργη τικῶν τιμωριῶν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ474. Ὁ νοητὸς «τόπος» τῆς Κολάσεως,
Ρωμ. 9, 17-18. Πράξ. 5, 1-11. Πρβλ. Ἀ σ τ έ ρ ι ο υ Ἀ μ α σ ε ί α ς , Ὁμιλία ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου εἰς τὸν πλούσιον καὶ εἰς τὸν Λάζαρον, ed. C. Datema, Leiden: Brill (1970) 8, 8: «Ταῦτα ἱκανὰ λιθίνας καταπλῆξαι ψυχὰς καὶ πεῖσαι βεβαίως, ὡς οὐκ ἀπάτης ἦν τὰ ῥήματα τὰ παρὰ τοῦ Πέτρου λεγόμενα· ἀλλὰ Θεὸς ἦν μετ’ αὐτοῦ καὶ ἅγιον ὑπῆρχε καὶ ἀληθὲς τὸ μυστήριον ὅ κατήγγελλε. Καὶ τοῦτο δὲ προσέχειν ἀναγκαῖον, ὅτι τὸ μὲν ἐπὶ τιμωρίᾳ καὶ φόνῳ σημεῖον ἅπαξ παρὰ τοῦ ἀποστόλου διὰ τὴν χρείαν γεγένηται, ἵνα τοῖς κακῶς προαιρουμένοις τῆς κολαστικῆς δυνάμεως παράσχηται τὴν ἀπόδειξιν». 470 Περισσότερα γιά τή λεγόμενη «σκλήρυνση» τῆς καρδίας, ὅπως ἀναφέραμε, τοῦ Φαραώ, βλ. Λεξικό Βιβλικῆς Θεολογίας, σ. 902, ὅπου ἀναλύεται θεολογικὰ τὸ γεγονός αὐτό τῆς προοδευτικῆς σκληρότητας τοῦ ἀμετανόητου καί ἀλλοτριωμένου ἀπό τόν Θεό ἀνθρώπου, τῆς ἀναισθησίας καί πωρώσεώς του, τῆς «παχύνσεως» τῆς καρδίας του ἀπό τήν ἁμαρτία (κυρίως τήν ἀμετανοησία, διότι αὐτή καταδικάζεται), γεγονός πού συνιστᾶ τήν κύρωση τῆς ἁμαρίας, ἀπό τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν θέλει νά ἀποστεῖ: «Ἡ σκλήρυνση χαρακτηρίζει τήν κατάσταση τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νά μετανοήσει καί παραμένει χωρισμένος ἀπό τόν Θεό» (ὅπ.π.). 471 Ἑβρ. 10, 31. 472 Πρβλ. Ματθ. 22, 13: «Δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἐκβάλετε αὐτὸν εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». 473 Ματθ. 25, 41. 474 Κατὰ τὸν Μ . Β α σ ί λ ε ι ο (Ὅροι κατ᾿ ἐπιτομήν, MPG 31, 1265) καὶ τὸν ὅσιο Ἐ φ ρ α ὶ μ τ ὸ ν Σύ ρ ο (Λόγος εἰς τὴν Δευτέραν παρουσίαν 24, ἐκδ. ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, Θεσσαλονίκη 1992), θά ὑπάρχει διαβάθμιση Κολάσεως, ὅπως ὑπάρχει καὶ διαβάθμιση Παραδείσου, κατά τὴ γνωστή ρήση τοῦ Κυρίου ὅτι «ἐν τῇ οἰκία τοῦ Πατρός μου πολλαί μοναί εἰσί» (Ἰω. 4, 1). Και ὁ Μ . Β α σ ί λ ε ι ο ς , ἑρμηνεύοντας ἄλλη Εὐαγγελική ρήση, θά σημειώσει ὅτι «τό δαρήσεται πολλάς καί δαρήσεται ὀλίγας οὐχί τέλος, ἀλλά διαφοράν κολάσεως δηλοῖ» (Μ. Β α σ ι λ ., Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, MPG 31, 1264C-1265D. Πρβλ. Π. Τ ρ ε μ π έ λ α , Δογματική, τ. Γ, σ. 505), ὅπως καὶ «τὸ ὑπολειφθὲν ἐν Σιὼν καὶ τὸ καταλειφθὲν ἐν Ἱερουσαλήμ, ἅγιοι κληθήσονται πάντες» (Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν 4, MPG 30, 340A-C, 344A-C).
468 469

110

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ποὺ χαρακτηρίζεται θεολογικὰ ὡς «φρούριο»475 ἤ «φυλακή»476, τὸ «οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ»477, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυριακὴ ρήση «γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν»478 καὶ πλῆθος ἄλλων χωρίων σημαίνουν ὅτι μετὰ θάνατο δὲν εἶναι στὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιλέξει ἐλεύθερα τὴν «τύχη» του, γιατὶ δὲν ὑφίσταται ἡ δυνατότητα λειτουργίας τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως. Βέβαια, πάνω ἀπὸ ὅλα δεσπόζει ἡ διακήρυξη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία διατυπώνεται Ἁγιογραφικὰ479 καὶ ἑρμηνεύεται Πατερικά, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, καθότι Αὐτὸς «κατέχει τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ Ἅδου»480. Ἐπίσης, ὅλοι σχεδόν οἱ Πατέρες καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγρα481 φεῖς , ὅπως οἱ Εἰρηναῖος482, ἡ Ἐπιστολὴ πρὸς Διόγνητο483, Κλήμης Ρώμης484, Ἱππόλυτος485, Μ. Βασίλειος486, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος487, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος488, Κλήμης Ἀλεξανδρέας489, Εὐσέβιος Παμφίλου490, Μακάριος
Ματθ. 16, 18. Ματθ. 5, 25, Α’ Πέτρ. 3, 19, Ἀποκ. 2, 10. 20, 7. 477 Λουκ. 13, 25. 478 Ματθ. 25, 13, Λουκ. 21, 36: «ἀγρυπνεῖτε δὲ ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα κατισχύσητε ἐκφυγεῖν ταῦτα πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». 479 Ἰω. 5, 21. 30, Πράξ. 17, 31, Ρωμ. 14, 10, Α’ Κορ., Α’ Θεσ. 4, 6. 480 Ἀποκ. 1, 18. 481 Πρβλ. Φ ω τ ε ι ν ο ῦ Μ α ν ι χ α ί ο υ καὶ Π α ύ λ ο υ Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ῦ , Διάλεκτοι, MPG 88, 576 ἑξ., 577 ἑξ., Μ ι χ α ὴ λ Γ λ υ κ ᾶ , Εἰς τὰς ἀπορίας τῆς Θείας Γραφῆς, λόγ. Ζ΄ (MPG 158, 781), λόγ. Η΄ (MPG 158, 793). 482 Κατὰ αἱρέσεων 4, 40, 1. Πρβλ. Ἀ. Θε ο δ ώ ρ ο υ , Ἱστορία τῶν Δογμάτων, τ. Α’, Μέρος Β’, σ. 200, ὑποσ. 615. 483 Πρὸς Διόγνητον, ed. H.-I. Marrou, A Diogn, Sources chretum 2, 9: «Ἀλλὰ ἄνθρωπος μὲν οὐδ’ εἷς ταύτης τῆς κολάσεως ἑκὼν ἀνέξεται, αἴσθησιν γὰρ ἔχει καὶ λογισμὸν· ὁ δὲ λίθος ἀνέχεται, ἀναισθητεῖ γάρ· οὐκοῦν τὴν αἴσθησιν αὐτοῦ ἐλέγχετε». 484 Πέτρου ἐπιδημιῶν κηρυγμάτων ἐπιτομή 1, 7, ed. B. Rehm, J. Irmscher and F. Paschke, Die griechischen christlichen Schriftsteller 42. Berlin: Akademie-Verlag (19692) 1, 7, Ψευδο-Κλημέντεια, ed. A.R.M. Dressel, Leipzig: Hinrichs (18732) 7: «ποιοῦντες γὰρ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ εὑρήσομεν ἀνάπαυσιν· εἰ δὲ μήγε, οὐδὲν ἡμᾶς ῥύσεται ἐκ τῆς αἰωνίου κολάσεως, ἐὰν παρακούσωμεν τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ…ὧν μὲν γὰρ τὰς ψυχὰς διαβεβαιοῦται αἰωνίους οὔσας αἰωνίων ἀπολαύσεσθαι καὶ τῶν ἀγαθῶν, ὧν δὲ ἐν πυρὶ ἀσβέστῳ ῥιφείσας εἰς αἰῶνα κολασθήσεσθαι. τῆς τοιαύτης τόλμης· θεὸς εἶναι οὐ δύνασαι· φοβήθητι τὸν ὄντως θεόν». 485 Εἰς τὸν Δανιήλ 4, 56, ed. M. Lef, Sources chrf (1947): «οἱ τῷ ἀντιχρίστῳ συναιρόμενοι καὶ σὺν αὐτῷ εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν βαλλόμενοι». 486 Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, σνζ΄ (MPG 31, 1253), σξζ΄ (MPG 31, 1264). 487 Κατὰ Ἰουλιανοῦ βασιλέως, Στηλιτευτικὸς Α’, MPG 35, 573C. 488 Εἰς Ματθ., ΙΑ΄ (MPG 57, 191), ΛϞ΄ (MPG 57, 413), ΜΓ΄ (MPG 57, 455), Εἰς Ἰω., Ε΄ (MPG 59, 53), ΙΒ΄ (MPG 59, 81), ΜϞ΄ (MPG 59, 257), Εἰς τὴν πρὸς Ῥωμ., ΛΑ΄ (MPG 60, 667), Εἰς τὴν πρὸς Κορ., Θ΄ (MPG 61, 459), Ι΄ (MPG 61, 465), ΙΑ΄ (MPG 61, 473), Εἰς τὴν Α΄ πρὸς Θεσ., Η΄ (MPG 62, 439), Θ΄ (MPG 62, 445), Εἰς τὴν Β΄ πρὸς Θεσ., Β΄ (MPG 62, 471), MPG 63, 937 (νόθα). 489 Παιδαγωγός Θ΄, MPG 8, 340. 490 Προπαρασκευῆς Εὐαγγελικῆς, Βιβλίο ΙΑ΄, λη΄, MPG 21, 944, ed. K. Mras, Die griechischen christlichen Schriftsteller, Berlin: Akademie-Verlag (1956), Βιβλ. 8, 14: «ὁ δ’ ἕτερος λόγος οὐκ ἰατρικός, ἀλλὰ φιλόσοφος ἦν, ὡς ἔοικε. τῷ γὰρ θεῷ ταῦτ’ ἔφασκεν ηὐτρεπίσθαι κατὰ τῶν ἁμαρτανόντων κολαστήρια, ὡς στρατηγοῖς καὶ ἡγεμόσιν ὕστριχας ἤ σίδηρον· οὗ χάριν ἠρεμοῦντα τὸν ἄλλον χρόνον ἀνερεθίζεσθαι πρὸς ἀλκὴν ἐπὶ τοῖς κατακριθεῖσιν, ὧν ἡ φύσις ἐν τῷ ἀδωροδοκήτῳ δικαστηρίῳ ἑαυτῆς κατέγνω θάνατον».
475 476

111

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ὁ Αἰγύπτιος491, Κοσμᾶς ὁ Ἱεροσολυμίτης492, Κύριλλος Ἀλεξανδρείας493, Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης494, Θεοδώρητος Κύρρου495, Εὐσέβιος Ἀλεξανδρείας496, Εὐσέβιος Ἐμέσης497, Δωρόθεος Ἀρχιμανδρίτης498, Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης499, Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής500, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός501, Μ. Φώτιος502, Ἀντώνιος Μοναχός503, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς504, Ἰωσὴφ Μεθώνης505 καὶ πολλοὶ ἄλλοι (γιὰ τοὺς σημαντικότερους τῶν ὁποίων γίνεται εἰδικὸς λόγος), ἀλλὰ καὶ κάποιοι ἄλλοι πλησιέστερα στὴν ἐποχή μας, ὅπως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης, ὁμιλοῦν σαφῶς στοὺς λόγους, ὁμιλίες καὶ τὰ κείμενα τους περὶ ἐνεργητικῆς Κολάσεως ἀπὸ τὸν Θεὸ (ὄχι, βέβαια, ἐμπαθῶς, ἀλλ’ ἀπαθῶς καί, προπάντων, δίκαια), στὸ τέλος τῆς Ἱστορίας, καὶ μάλιστα μὲ ἐπιχειρήματα πειστικά506. Εἰδικά, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἔχει ἀναπτύξει μεγάλη ἀπολογητικὴ ἐπιχειρηματολογία σχετικὰ μὲ τὸ αἰώνιο καὶ ἐνεργητικὸ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τῆς Κολάσεως, ὅπως ἀναλυτικότερα θὰ δοῦμε σὲ ἄλλο σχετικὸ Κεφάλαιο γιὰ τὴν αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως. Ἄς καταθέσουμε, λοιπόν, κάποια κείμενα τῶν Πατέρων περὶ τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς μετά θάνατον αἰώνιας τιμωρίας καὶ ὁ καθένας ἂς ἐξάγει τὰ συμπεράσματά του. Καὶ πάλι, ὅμως, θὰ πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ σημειώσουμε πώς ὁ Παράδεισος καί ἡ Κόλαση δέν ἑρμηνεύονται ποτέ κατά τρόπο δυτικό, ὅπως στή Φραγκοσύνη, ἀφοῦ ἐκεῖ γίνεται λόγος γιά ἀμοιβή καὶ τιμωρία, κατά τά ἀνθρώπινα, ψυχολογικά, δεδομένα, ἀλλ᾿ ἐντός τῆς

Ὁμιλ. λϞ΄, MPG 34, 749. Λόγ. ι΄ (MPG 38, 416), Λόγ. ιδ΄ (MPG 38, 426), Λόγ. οβ΄ (MPG 38, 531), Λόγ. πδ΄ (MPG 38, 539). 493 Κατὰ Ἀνθρωπομορφιτῶν, Ζ΄, MPG 76, 1089. 494 Ἐπιστολαί, ΤΟΘ΄ (MPG 78, 396), ΥΞ΄ (MPG 78, 436), ΥΞΖ΄ (MPG 78, 437), ΜΑ΄ (MPG 78, 484), Π΄ (MPG 78, 521), ΣΟϞ΄ - ΣΟΖ΄ (MPG 78, 708), ΣΟΘ΄ (MPG 78, 709), ΤΞΗ΄ (MPG 78, 1548). 495 Ἑλληνικῶν Παθημάτων Θεραπευτική, λόγ. ΙΑ΄, MPG 83, 1093. 496 Λόγ. ΙΕ΄, MPG 86, 384. 497 Λόγ. Α΄, MPG 86, 509. 498 Λόγ. ΙΒ΄, MPG 88, 1748. 499 Κλῖμαξ, λόγ. Ζ’, 12. 21, Ἐρωτήσεις, ΚΑ΄ (MPG 89, 532), ΚΘ΄ (MPG 89, 561), ΝΕ΄ (MPG 89, 617), ΝϞ΄ (MPG 89, 620). 500 Λόγ. ΜΕ΄, MPG 91, 928. 501 Περὶ τῶν κεκοιμημένων καὶ καθαρτηρίου πυρὸς (λατινιστί), MPG 94, 349, Τὰ ἱερὰ Παράλληλα, ΙΕ΄( MPG 95, 1176), ΛΗ΄ (MPG 95, 1248), ΟΑ΄ (MPG 96, 484), ΟΓ΄ (MPG 96, 485), Δ΄ (MPG 96, 525), ΛΔ’, MPG 95, 1064: «οἱ μὴ σωφρονιζόμενοι ἐνταῦθα, τῇ αἰωνίᾳ κολάσει παραπέμπονται». 502 Ἀμφιλόχια, ΙΓ΄ (MPG 101, 125), ΜΑ΄ (MPG 101, 281), ΜΒ΄ (MPG 101, 288), ΣΝΔ΄ (MPG 101, 1061), MPG 104, 361. 503 Λόγ. Κ΄, MPG 136, 836. 504 Ὁμιλ. ΜΑ΄, MPG 151, 513, Πρὸς Ξένην μοναχήν: «Εἰ δὲ καὶ κατὰ τὴν μέλλουσαν ἐκείνην παλιγγενεσίαν, ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων, καὶ τὰ τῶν ἀνόμων καὶ ἁμαρτωλῶν ἀνίσταται σώματα, ἀλλ’ εἰς τὸ παραδοθῆναι τῷ δευτέρῳ θανάτῳ, τῇ κολάσει ἐκείνῃ τῇ αἰωνίῳ, τῷ ἀκοιμήτῳ σκώληκι, τῷ τῶν ὀδόντων βρυγμῷ, τῷ ἐξωτέρῳ καὶ ψηλαφητῷ σκότει, τῇ σκοτεινῇ καὶ ἀσβέστῳ τοῦ πυρὸς γεέννῃ…» (Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 93). 505 Περὶ τοῦ καθαρτηρίου πυρός, MPG 159, 1228. 506 Ἐντούτοις, καί σήμερα κάποιοι Δογματολόγοι, Πατρολόγοι καὶ Ἀκαδημαϊκοί, μή ἐπηρεαζόμενοι, εὐτυχῶς, ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, ἡ ὁποία ὅλα τὰ ὡραιοποιεῖ, ὁμιλοῦν περί τοῦ ἐ ν ε ρ γ η τ ι κ ο ῦ τῆς Κολάσεως, κατά τίς μαρτυρίες τίς Πατερικές (ὀρθόδοξες καὶ παραδοσιακὲς).
491 492

112

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

Ὀρθόδοξης Πατερικῆς Ἑρμηνευτικῆς, στήν ὁποία προϋποτίθεται ἡ πάντοτε ―ἀκόμη καί στήν Κόλαση― ὑφιστάμενη ἀγάπη τοῦ Πανάγιου Θεοῦ. Σέ κάποιο σημεῖο τῆς μελέτης μας μνημονεύσαμε ἕνα χωρίο τοῦ Μ. Βασιλείου ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία του στὸν 28ο Ψαλμό, στὸν στίχο, ποὺ λέγει «Φωνὴ Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός». Ὁ οὐρανοφάντωρ Πατήρ γράφει ἐκεῖ, ὅπως εἴδαμε, ὅτι ἡ φύση τοῦ πυρὸς θὰ διαχωριστεῖ σὲ φωτιστικὴ καὶ κολαστική/καυστική. Αὐτό, ὅπως καταλαβαίνουμε, σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ΕΝΕΡΓΗΣΕΙ ἐπὶ τῶν κολαζόμενων καυστικά. Ἀλλοῦ δὲ, παρατηρεῖ ὁ αὐτὸς Πατήρ: «διὸ καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Μὴ πάντας λογίζου σώζεσθαι τοὺς ἐν τῇ κέλλῃ, φαύλους τε καὶ χρηστούς. Οὐ γὰρ οὕτως ἔχει. Πολλοὶ γὰρ προσέρχονται τῷ ἐναρέτῳ βίῳ, ὀλίγοι δὲ τὸν ζυγὸν αὐτοῦ καταδέχονται. Βιαστῶν γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. Εὐαγγελικὸς ὁ λόγος. Βίαν ἐκάλεσε τὴν τοῦ σώματος καταπόνησιν, ἣν ὑπομένουσιν ἑκουσίως οἱ τοῦ Χριστοῦ μαθηταὶ ἐν τῇ ἀρνήσει τῶν οἰκείων θελημάτων καὶ τῆς ἀναπαύσεως τῆς τοῦ σώματος, φυλακῇ δὲ πασῶν τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ»507. Τὸν ἴδιο στίχο ἑρμήνευσε καὶ ὁ «Ἄτλας» τῆς Ὀρθοδοξίας, Μ. Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τοῦτο δηλοῖ τήν μέλλουσαν κόλασιν τοῦ πυρός, ἐπειδή τῇ τοῦ Χριστοῦ προστάξει μέλλει διαιρεθῆναι. Το πῦρ ἔχει δύο ἐνεργείας: καί τό μέν φωτίζον μέλλη δοῦναι τοῖς δικαίοις, τό δέ καῖον τοῖς ἁμαρτωλοῖς»508. Ἡ φράση «μέλλη δοῦναι» σημαίνει καθαρά, κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο, ἐνεργητικὴ Κόλαση ἐπὶ τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλῶν, καὶ ὄχι, βέβαια, μία αὐτοτιμωρία509! Ἀκόμα δὲ πιὸ σαφέστερα, ὁ Μ. Ἀθανάσιος γράφει ἀλλοῦ: «οὐκ ἔτι μὲν κρίνεται, κρινεῖ δὲ τοὺς πάντας, πρὸς ἃ ἕκαστος ἔπραξε διὰ τοῦ σώματος, εἴτε ἀγαθά, εἴτε φαῦλα∙ ἔνθα τοῖς μὲν ἀγαθοῖς ἀπόκειται βασιλεία οὐρανῶν, τοῖς δὲ τὰ φαῦλα πράξασι, πῦρ αἰώνιον καὶ σκότος ἐξώτερον»510. Κατὰ δὲ τὸν ΚύριλΜ. Β ασ ι λ ε ί ο υ , Λόγος ἀσκητικός, MPG 31, 645. Μ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ , Ἐκ τῶν Ψαλμῶν, ΜPG 28, 745. 509 Καὶ ὁ π. Ἰ ωά ν ν η ς Ρ ω μ α ν ί δ η ς στὴ Δογματική του (τ. Α’, σ. 13) γράφει σαφῶς ὅτι ἡ Θεία ἀγάπη «δοξάζει τούς μέν καί κολάζει τούς δέ» (σὲ ἐνεργητικὴ φωνὴ τὰ ρήματα). Πράγματι, ὁ π. Ἰ . Ρ ω μ α ν ί δ η ς ἀναγνώριζε τὴν «κολαστικὴ» ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ παραλλήλως πρὸς τὴν «καθαρτική», λέγοντας ὅτι «κολαστικὴ» γίνεται διὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, καὶ ὄχι φαίνεται, ὅπως ἄλλοι τὸν παρερμηνεύουν. Τὸ αὐτὸ ὑποστηρίζει καὶ ὁ ἅγιος Γ ρ ηγ ό ρ ι ο ς ὁ Π α λ α μ ᾶ ς , ὅτι δηλ. τὸ νοερὸ Θεῖο Φῶς γίνεται «τοῖς δαίμοσι» (καὶ ὅσους ἐκ τῶν ἀνθρώπων τοὺς ἀκολουθοῦν) «σκότος» (Α’ πρὸς Βαρλαάμ, 36). Ἐφόσον δέ, κατὰ τὸν Μ . Β α σ ί λ ε ι ο , ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται κυρίως ὁ π. Ἰ. Ρωμανίδης, «κατὰ θεῖον πρόσταγμα θέλει χωρισθῆ ἡ φύσις τοῦ πυρὸς» εἰς φωτιστικὸν καὶ καυστικόν, σημαίνει ὄχι ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ βλέπουν τὸ φωτιστικὸν (τὴν ἀγάπη) ὡς καυστικόν (Κόλαση), ἀλλ’ ὅτι πραγματικῶς ὁ Θεὸς θὰ ἐνεργήσει ἐπ᾿ αὐτῶν καυστικά (κολαστικά) καὶ ὄχι φωτιστικά. Τοῦτο ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὸ τοῦ ἰδίου Πατρὸς λεχθὲν, ὅτι τὸ ἀλαμπὲς πῦρ τῆς Κολάσεως θὰ ἔχει μόνο τὴν καυστικὴ δύναμη, καὶ ὄχι τὴ φωτιστική. 510 Λόγος περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 56, 4, Εἰς Ψαλμ. 10, MPG 27, 93: «Εἰ καὶ οἱ ἐχθροί, φησί, τὰ τοιαῦτα ἔδρασαν, ἀλλ’ ὁ Κύριος ὁ ναὸν ἔχων τὸν οὐρανόν, ἐξέτασιν τῶν δικαίων καὶ τῶν ἀσεβῶν ποιούμενος, τοῖς μὲν ἀπονέμει τὰ ἀγαθά, τοὺς δὲ ταῖς αἰωνίαις παραπέμπει κολάσεσι».
507 508

113

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ λον Ἱεροσολύμων, καὶ εἰς κατάφωρη ἀντίθεση πρὸς τὸν F. M. Dostoyevsky, «ἔρχεται ὁ σωτὴρ οὐ δικασθῆναι πάλιν, ἀλλὰ δικάσαι τοὺς δικάσαντας»511. Ἡ ἀντίληψη ὅτι τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως ἔχει γνωρίσματα τελολογικά, φέρει δηλ. μόνο παιδαγωγικό, διορθωτικὸ καὶ θεραπευτικὸ χαρακτῆρα, προέρχεται ἀπὸ τὸν Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα512 καὶ τὸν Ὠριγένη513, ἐφόσον ὁ Ὠριγένης, ὡς γνωστό, δεχόταν τὸ πρόσκαιρο τῶν ποινῶν καὶ τὴν Ἀποκατάσταση τῶν Πάντων. Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς δὲν ὁμιλεῖ γιά τὴν Κόλαση μόνο ὡς νὰ ἐπρόκειτο γιά μιά ἀπειλητικὴ παιδαγωγικῶς πραγματικότητα· προαγγέλλει ὅτι ὁ ἴδιος «ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ συλλέξουσι … τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν, καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός», προφέροντας τά λόγια: «Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ, οἱ κατηραμένοι, εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον»514. Ὁμοίως, ὁ «χρυσοῦς Διδάσκαλος» τῆς οἰκουμένης, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐφιστώντας τὴν προσοχὴ μας στὴ δίκαιη Κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου τῶν ἁπάντων, κατὰ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἡμέρα τῆς παγκόσμιας ἐτάσεως, ἐρωτᾶ: «Εἶδες κρίσιν ἀπηρτισμένην, καὶ πῶς καὶ τιμᾷ καὶ κολάζει, καὶ στεφανοῖ καὶ τιμωρεῖται, καὶ τοὺς μὲν εἰς τὴν Βασιλείαν εἰσάγει, τοὺς δὲ εἰς τὴν γέενναν ἀποπέμπει;»515· δηλαδὴ καὶ θὰ στεφανώσει τοὺς δικαίους, ἀλλὰ καὶ θὰ τιμωρήσει τοὺς ἀδίκους καὶ ἀναξίους τῆς Βασιλείας Του. Μάλιστα δέ, σὲ μία ἀριστουργηματικὴ ὁμιλία του «Εἰς τὸν ἄσωτον Υἱόν», ἐρωτᾶ μὲ αὐστηρότητα ὁ ἅγιος ἱεράρχης τοὺς ἀμφιβάλλοντας περὶ τῆς Θείας τιμωρίας: Πῶς δὲν φοβᾶσαι, ἄνθρωπε, καὶ λέγεις τολμηρὰ λόγια, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι φιλάνθρωπος καὶ δὲν θὰ κολάσει; Δηλαδὴ, ἂν κολάσει, δὲν θὰ εἶναι γιὰ σένα πλέον φιλάνθρωπος; Βλέπεις, λέγει, σὲ τί λόγια βλάσφημα μᾶς ὁδηγεῖ ὁ διάβολος; «Ἀλλ᾿ οὐ βούλῃ πεισθῆναι οὐδὲ μετὰ τὰς τοσαύτας ἀποδείξεις, ὅτι κόλασίς ἐστι καὶ τιμωρία; … Πῶς οὐ δέδοικας ἄνθρωπε, τολμηρά φθεγγόμενος, ὅταν λέγῃς ὅτι φιλάνθρωπος ἐστιν ὁ Θεός καί οὐ κολάζει; Καὶ ἐάν κολάσῃ, εὑρίσκεται κατά σέ οὐκ ἔτι φιλάνθρωπος ὤν; Ὁρᾶς εἰς οἷα ῥήματα ὑμᾶς ὁ διάβολος ἄγει … Καὶ τὶς ἄν τοῦτο εἴποι καὶ τῶν σφόδρα ἐξεστηκότων ἀνθρώπων; μᾶλλον δὲ τὶς ἄν τοῦτο εἴποι δαίμων;»516. Ὁ αὐτὸς ἱερὸς Πατὴρ γράφει ἀλλοῦ: «Καθάπερ οἱ ἁλιεῖς, φησὶν, ὅταν τὴν σαγήνην ἑλκύσωσι, τοὺς φαύλους ἀποκρίνουσι τῶν ἰχθύων, οὕτω κατ' ἐκείνην ἔσται τὴν ἡμέραν, τῶν ἀγγέλων εἰς τὴν κάμινον ἐμβαλλόντων τοὺς ἡμαρτηκότας ἅπαντας. Καὶ περὶ τῶν ἀσελγῶν δὲ καὶ ἀκαθάρτων ἀνθρώπων διαλεγόμενος ἔλεγεν, ὅτι ᾿Απελεύσονται, ὅπου ὁ
Κατήχησις 15, 1, ed. W. C. Reischl & J. Rupp, Munich: Lentner, (repr. Hildesheim: Olms, 1967). Βλ. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η , Ἱστορία Δογμάτων, Ἀθήνα 1998, τ. Α’, σ. 563-564. 513 Βλ. Ἀ. Θε ο δ ώ ρ ο υ , Ἱστορία τῶν Δογμάτων, τόμ. Α’, μέρος Β΄, ἐν Ἀθήναις 1978, σ. 398 ἑξ. 514 Ματθ. 25, 41. 515 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τὰ ὑπόλοιπα κατὰ αἱρετικῶν, MPG 48, 770. 516 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν, ΜPG 59, 629, ΕΠΕ 17, 454.
511 512

114

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

σκώληξ ὁ ἀτελεύτητος, καὶ τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον. Καὶ πάλιν, Βασιλεὺς, φησὶν, ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ, καὶ ἰδὼν ἄνθρωπον ἐνδεδυμένον ἱμάτια ῥυπαρὰ, πρὸς αὐτὸν εἶπεν∙ ῾Εταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ῾Ο δὲ ἐφιμώθη. Τότε λέγει τοῖς διακόνοις αὐτοῦ∙ Δήσαντες αὐτοῦ χεῖρας καὶ πόδας, βάλετε αὐτὸν εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον∙ τοῖς ἀκολάστοις καὶ ἀσελγέσι ταῦτα ἀπειλῶν»517. Ὁ χρυσορρήμων, λοιπόν, Ἰωάννης λέγει ὅτι μετὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, τὴν Τελικὴ Κρίση καὶ τὴν αἰώνια καταδίκη τῶν ἁμαρτωλῶν, οἱ ψυχές τῶν ἁμαρτωλῶν θὰ ὁδηγηθοῦν ὑπὸ τῶν δαιμόνων βιαίως στὴν Κόλαση518. Μάλιστα δέ, στὴν Παραβολὴ τῶν Δέκα Παρθένων διασαφηνίζει ξεκάθαρα ὅτι ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΜΩΡΩΝ, ἐφόσον δὲν τοὺς μίλησε ἡ συνείδηση τους, ἀλλ᾿ Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ἀντίθετα, αὐτές, νομίζοντας ὅτι ἔχουν καθαρὴ συνείδηση, προσῆλθαν στὸν νυμφῶνα519. Καί στήν Παραβολή, ἐπίσης, τοῦ Μ. Δείπνου φαίνεται πάλι αὐτό, διότι, ἐνῶ εἶναι ὅλοι καλεσμένοι στή Βασιλεία, δέν εἶναι ὅλοι «ἐκλεκτοί», γι᾿ αὐτό καί ἐκδιώκονται520. Εἶναι βέβαιο πὼς οἱ Μ. Βασίλειος καὶ ἱ. Χρυσόστομος δέν θεωροῦν ὡς Κόλαση στὴ μέλλουσα ζωὴ μόνο τὴν κατάκριση (μάστιγες) τῆς συνειδήσεως521, ὅπως νομίζουν πολλοὶ σήμερα, ἀντίθετα μνημονεύoυν, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι Πατέρες522, διάφορα εἴδη Κολάσεως523 στὰ συγγράμματά του, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, οἱ ὁποῖες κολάσεις (βασανιστήρια) θὰ ἐπέρχονται στοὺς ἁμαρτωλοὺς κατ᾿ ἀλλεπάλληλα κύματα524, ὅπως οἱ νιφάδες τοῦ χιονιοῦ, διδάσκοντας μὲ αὐθεντία ὅτι ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη θά ἐνεργήσει καί τή Σωτηρία, καί τήν Κόλαση:
Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Πρὸς τοὺς πολεμοῦντας τοῖς ἐπὶ τὸ μονάζειν ἐνάγουσιν, MPG 47, 328. Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν 2, 9, MPG 50, 536, Ε ὐ σ έ β ι ο υ , Εἰς Ἡσ., ed. J. Ziegler, Die griechischen christlichen Schriftsteller, Berlin: Akademie-Verlag (1975), Βιβλ. 1, 84 : «τίνες δ’ οὗτοι ἤ πάντως τιμωροὶ καὶ κολαστικοί τινες δαίμονες, οἵ προνομὴν ποιήσονται διαρπάζοντες αὐτῶν τὰς ψυχάς, ὅτε καὶ πενθήσουσιν ἑαυτὰς αἱ πένθους ἄξια διαπραξάμεναι». 519 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Περὶ ἐλεημοσύνης 1, MPG 51, 261. Πρβλ. Ματθ. 25, 12. 520 Ματθ. 22, 11-14. 521 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Περὶ παρθενίας, Δ’, 3. 522 Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν 2, MPG 30, 229A. Ὁ Ἐ π ι φ ά ν ι ο ς (Περὶ τῶν ἀριθμῶν μυστηρίων, MPG 43, 512) διαιρεῖ σὲ τρεῖς κατηγορίες τὶς κολάσεις: «Τρεῖς τῶν ἁμαρτωλῶν αἱ τιμωρίαι, σκότος, σκώληξ, Γέεννα». Πρβλ. Ε ὐ σ έ β ι ο υ , Εἰς Ἡσ., ed. J. Ziegler, Die griechischen christlichen Schriftsteller, Berlin: Akademie-Verlag (1975), Βιβλ. 1, 100: «Καὶ τὸ πνεῦμα δὲ αὐτοῦ τὸ ἀπεσταλμένον ἐπὶ τοὺς ἀσεβεῖς σῦρον ἥξει ὥσπερ ἐν φάραγγι πλημμυρὸν ὕδωρ μέχρι τραχήλου κατασῦρον τοὺς τὴν τιμωρίαν ὑπέχοντας. καὶ διαιρεθήσεται τὸ κολαστικὸν τοῦτο πνεῦμα εἰς πολλὰς διαιρέσεις διὰ τὸ πλείστην εἶναι τὴν τῶν κολαζομένων διαφοράν». 523 Πρβλ. Ἐ φ ρ α ὶ μ τ ο ῦ Σ ύ ρ ο υ , Ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις 90: «Καὶ ὥσπερ εἰσὶν πολλοὶ τρόποι τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν παραπτωμάτων, οὕτω καὶ πολλοὶ τρόποι τῶν κολάσεων», Ἰ ω . Δ α μ α σ κ ., Ἱερὰ Παράλληλα, MPG 96, 417: «οὗτοι καὶ λυπεῖσθαι αἱροῦνται μᾶλλον ἐπὶ ταῖς ἑτέρων εὐδοκήσεσιν, καὶ μετὰ τῆς λύπης ἔτι καὶ κόλασιν ἐπισπᾶσθαι παρὰ Θεοῦ, καὶ τιμωρίαν ἀφόρητον». Πρβλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, Θεσσαλονίκη 1996 (ἀνέκδοτο). 524 Ὁ Εὐαγγελιστὴς τῆς Ἀγάπης, Ἰωάννης, διαιρεῖ τὴν ἐσχατολογικὴ «θλίψη» σὲ βαθμίδες (βλ. Σ. Ἀ γ ο υ ρ ί δ η , Θεολογία καὶ ἐπικαιρότητα, Ἀθηνα 1996, σ. 172).
517 518

115

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ 1. τὸ «προσκροῦσαι τῷ Χριστῷ», δηλ. τὴν ἀποστροφὴ τοῦ ἁγίου καὶ ἱλαροῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἁμαρτωλῶν525, 2. ἡ ἀναχώρηση τῆς Θ. Χάρης (θεοεγκατάλειψη)526, 3. τὸ «ἀλλοτριωθῆναι Χριστοῦ», τ.ἔ. ἡ ἀποδοκιμασία καὶ ἡ ἔκπτωση ἀπὸ τὴ μακάρια δόξα τοῦ Χριστοῦ527, 4. ὁ «σκώληξ ὁ ἰοβόλος ὁ ἀτελεύτητος»528, τ.ἔ. τὸ λειώσιμο τοῦ ὑλικοῦ πάθους529, 5. «τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον»530 ἤ «πῦρ τῆς γεέννης»531, 6. τὸ «σκότος τὸ ἐξώτερον» καὶ «ἀφεγγές»532, τ.ἔ. ἡ πτώση ἀπὸ τὸν Θεό533, 7. ἡ ἐρημία (μόνωση/ἀκοινωνησία)534, 8. τὰ «δεσμὰ τὰ ἄλυτα»535, 9. ὁ «τῶν ὀδόντων βρυγμός»536, 10. συναισθήματα μειονεξίας τῶν ἁμαρτωλῶν λόγῳ τῆς πνευματικῆς τους ὑστέρησης σὲ σύγκριση μὲ τὴ λαμπρότητα τῶν Ἁγίων537,
525 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 16, Εἰς τὸν πατέρα σιωπῶντα διὰ τὴν πληγὴν τῆς χαλάζης, MPG 35, 945C, Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ματθ. 23, 8, MPG 57, 318: «Ἀφόρητον καὶ ἡ γέεννα, καὶ ἡ κόλασις ἐκείνη. Πλὴν κἂν μυρίας τις θῇ γεέννας, οὐδὲν τοιοῦτον ἐρεῖ, οἷον τὸ τῆς μακαρίας δόξης ἐκπεσεῖν ἐκείνης, τὸ μισηθῆναι παρὰ τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἀκοῦσαι ὅτι Οὐκ οἶδα ὑμᾶς, τὸ ἐγκληθῆναι ὅτι πεινῶντα αὐτὸν ἰδόντες οὐκ ἐθρέψαμεν. Καὶ γὰρ μυρίους βέλτιον ὑπομεῖναι κεραυνοὺς, ἢ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ἥμερον ἰδεῖν ἀποστρεφόμενον ἡμᾶς, καὶ τὸν γαληνὸν ὀφθαλμὸν οὐκ ἀνεχόμενον εἰς ἡμᾶς βλέπειν. Εἰ γὰρ αὐτὸς ἐχθρὸν ὄντα με καὶ μισοῦντα αὐτὸν καὶ ἀποστρεφόμενον οὕτως ἐδίωξεν, ὡς μηδὲ ἑαυτοῦ φείσασθαι, ἀλλ' ἐκδοῦναι ἑαυτὸν εἰς θάνατον· ὅταν μετὰ πάντα ἐκεῖνα μηδὲ ἄρτου αὐτὸν ἀξιώσω λιμώττοντα, ποίοις λοιπὸν αὐτὸν ὀφθαλμοῖς ὄψομαι;». Ἄς σημειωθεῖ ὅτι τὸ εῑδος αὐτὸ τιμωρίας ἐκφράζει ἀκριβῶς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, διότι ὁμιλεῖ περὶ ἀπορρίψεως τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Θεό. 526 Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς , Ἔργα, ΕΠΕ, τ. 16, σ. 35 -41, Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, 152. 527 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Κατὰ Ἰουλιανοῦ βασιλέως, Στηλιτευτικὸς Α’, MPG 35, 573C, Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Πρὸς Θεόδωρον ἐκπεσόντα 1, ed. J. Dumortier, Εἰς Ἐφ. 4, 4, MPG 62, 37, Εἰς Β’ Κορ. 10, MPG 61, 471, Περὶ Κατανύξεως 1, 10, MPG 47, 410, Πρὸς Δημήτριον μονάζοντα 1, 10, MPG 47, 410, Εἰς Ματθ. 23, 7, MPG 57, 317: «Ὁ γὰρ καιόμενος καὶ τῆς βασιλείας ἐκπίπτει πάντως· αὕτη δὲ ἐκείνης χαλεπωτέρα ἡ τιμωρία. Καὶ οἶδα μὲν ὅτι πολλοὶ τὴν γέενναν μόνον πεφρίκασιν· ἐγὼ δὲ τὴν ἔκπτωσιν τῆς δόξης ἐκείνης πολὺ τῆς γεέννης κόλασιν πικροτέραν εἶναί φημι». Πρβλ. Γαλ. 5, 4. 528 Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς Ψαλμ. 33, MPG 30, 372A-B, Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Περὶ παρθενίας, Β’, 1. 529 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Ἔπη θεολογικά, 34, ὅροι παχυμερεῖς, MPG 37, 964. 530 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Περὶ παρθενίας, Β’, 1. 531 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Περὶ μετανοίας 6, 3, MPG 49, 314. 532 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Περὶ παρθενίας, Β’, 1, Εἰς Ματθ. 69, 2, MPG 58, 651. 533 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θε ο λ ό γ ο υ , Ἔπη θεολογικά, 34, ὅροι παχυμερεῖς, MPG 37, 964. 534 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ἑβρ. 1, 4, MPG 63, 13. 535 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ματθ. 69, 2, MPG 58, 651. 536 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ψαλμ. 6, 4, MPG 55, 76. Πρβλ. Ματθ. 8, 12. 537 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ἑβρ. 13, 5, MPG 63, 109: «Ὅταν οὖν ἑτέρους ὁρῶμεν ἡλίους γινομένους, ἡμεῖς δὲ τῶν ἀστέρων τῶν σμικροτάτων τὴν τάξιν ἔχωμεν τῶν οὐδὲ φαινομένων, τὶς ἔσται ἡμῖν παραμυθία;».

116

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

11. ἡ θλίψη538, ἡ ὀδύνη539, ἡ στενοχώρια540 καὶ τὸ κλάμα541, 12. ἡ ἐντροπὴ (αἰσχύνη)542 τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπὸ τὴν κοινοποίηση τῶν ἁμαρτημάτων τους ἐνώπιον ὅλης τῆς οἰκουμένης543, 13. τὸ «διχοτομηθῆναι» (τὰ βασανιστήρια)544, 14. ἡ αἰώνια «συμβίωση» μὲ τοὺς δαίμονες545, 15. ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ546, 16. ὁ καύσωνας (καῦμα) καὶ ἡ ξηρασία (αὐχμός)547, 17. ἡ ἐσωτερικὴ ψυχολογικὰ φλόγα ἐκπλήρωσης τῶν ἡδονῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως λόγῳ τῆς ἐσχατολογικὰ μεταλλαγμένης καταστάσεως τοῦ βιολογικοῦ σώματος δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθοῦν548, 18. οἱ συνειδησιακὲς τύψεις549, 19. ἡ ἀνίατη μεταξίωση τῶν ἀξιῶν τῶν ἁμαρτωλῶν (βλ. πώρωση)550. Ἐξάλλου, μιλώντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σχετκά γιὰ τὸ κολαστικὸ πῦρ, γράφει ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει καμμία συγγένεια ἤ ὁμοιότητα μὲ ἀνθρώπινες – ψυχικές (συνειδησιακές) καταστάσεις551. Πράγματι, τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως δὲν εἶναι μόνο συνειδησιακό, διότι τότε ἁπλούστατα δὲν θὰ ἦταν Θεῖο (ἄκτιστο). Ἡ διδασκαλία, ὅτι τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως εἶναι ψυχικό, εἶναι, ὅπως εἴπαμε, τοῦ ἀλληγοριστῆ Ὠριγένη552. Αὐτός δίδασκε ὅτι, ὅπως οἱ ἀνθυγιεινές τροφές ἀποτελοῦν τὴν ὕλη καὶ τὴν αἰτία τοῦ σωματικοῦ πυρετοῦ, ἔτσι καὶ οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως ἀποτελοῦν τὴν τροφὴ τοῦ ψυἸ ω . Χ ρ υ σ ., Περὶ παρθενίας, Β’, 1. Πρβλ. Ματθ. 24, 21. Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ματθ. 4, 11, MPG 57, 53. 540 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας 5, 2, MPG 49, 67. 541 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ψαλμ. 6, 4, MPG 55, 76. Πρβλ. Ματθ. 8, 12. 542 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 16, Εἰς τὸν πατέρα σιωπῶντα διὰ τὴν πληγὴν τῆς χαλάζης, MPG 35, 945C. 543 Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς Ψαλμ. 33, MPG 30, 361A, Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας 20, 2, MPG 49, 197, Εἰς Ἰω. 45, 4, MPG 59, 252, Εἰς Ματθ. 43, 5, MPG 57, 463: «Διὸ δὴ μετὰ τῆς κολάσεως δότε μοι καὶ τὴν αἰσχύνην εἰπεῖν. Καθάπερ γὰρ τοὺς Ἰουδαίους οἱ Νινευῖται κατακρινοῦσι τότε, οὕτω καὶ ἡμᾶς πολλοὶ κατακρινοῦσι τῶν δολούντων καταδεεστέρων νῦν. Ἐννοήσωμεν τοίνυν ὅσος ὁ γέλως, ὅση ἡ κατάγνωσις». Πρβλ. Ματθ. 12, 41. 544 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ματθ. 54, 5, MPG 58, 540. 545 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ἑβρ. 1, 4, MPG 63, 18. 546 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ματθ. 54, 5, MPG 58, 540. Πρβλ. Ματθ. 5, 41: «Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων, Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ». Κατὰ τὸν Καινοδιαθηκολόγο Καθηγητὴ Σ. Ἀ γ ο υ ρ ί δ η , «κάποια Θεία κατάρα στέλνει τοὺς `ἐξ εὐωνύμων’ στὸ αἰώνιο πῦρ…» [«Οἱ Παραβολὲς περὶ τῆς ἑτοιμότητας στὸ κατὰ Ματθαῖον», Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν 18 (1999) 31]. 547 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ἰω. 84, 3, MPG 59, 460. 60, 4, MPG 59, 333. 548 Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν 2, MPG 30, 229A. 549 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ , Λόγος 16, Εἰς τὸν πατέρα σιωπῶντα διὰ τὴν πληγὴν τῆς χαλάζης, MPG 35, 945C. 550 Ἰ ω . Δ α μ α σ κ . Ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἔνδοξον τοῦ Χριστοῦ μάρτυρα Βαρβάραν 5, MPG 96, 788: «ἀνίατα νοσεῖν ἐθελουσίως ποθήσαντας». 551 Κατηχητικός λόγ. 40, ΜPG 45, 104. 552 Κατά Κέλσου, Δ΄, ΧΙΙΙ, ΒΕΠΕΣ 9, 241.
538 539

117

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ χικοῦ πυρός· κάθε ἄνθρωπος δηλαδὴ ἀνάβει στὴ Γέεννα τὴ δική του φλόγα, ἀναλόγως τῶν ἁμαρτιῶν, τίς ὁποίες διέπραξε στὴν ἐπίγεια ζωή του553. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅμως, στήν ἑρμηνεία του Εἰς τὸ κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον λέγει ρητὰ ὅτι Ο ΚΥΡΙΟΣ θά εἶναι ὁ κολάζων, διότι, ἄν δέν ἦταν Αὐτός (καί ἦταν ἡ συνείδησή τους μόνο), πῶς ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε στή σχετική περικοπή τά λόγια «καί τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς, ἀποχωρεῖτε, ἀπ᾿ ἐμοῦ, οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς»;554 Τὴν ὡς ἄνω αὐτὴν ἀλήθεια περί ἐνεργητικῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Χριστοῦ ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιὰ τοὺς ἀμετανοήτους («…τυχὸν ἐκεῖ τῷ πυρὶ βαπτισθήσονται, τῷ τελευταίῳ Βαπτίσματι, τῷ ἐπιπονωτέρῳ καὶ μακροτέρῳ [τῷ αἰωνίῳ555], ὅ ἐσθίει ὡς χόρτον τὴν ὕλην, καὶ δαπανᾷ πάσης κακίας κουφότητα»556), χωρίο μάλιστα τὸ ὁποῖο ἐνέπνευσε τὸν ἅγιο Κοσμᾶ Μαϊουμᾶ στὴ σύνθεση τοῦ σχετικοῦ τροπαρίου τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπὸ τὴν ΣΤ’ Ὠδὴ τοῦ Κανόνα τῶν Θεοφανείων: «Ἐν πυρὶ βαπτίζει τελευταίῳ Χριστός, τοὺς ἀπειθοῦντας καὶ μὴ Θεόν φρονοῦντας αὐτόν…» Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ἂν κάποιος ἐρευνήσει τὰ πλούσια Χρυσοστομικά συγγράμματα, θὰ διαπιστώσει ὅτι οἱ ἀναφορὲς στὴν Κόλαση καὶ τὴν αἰώνια καταδίκη τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλῶν εἶναι πολλὲς καὶ πυκνές. Κατὰ τὸν ἱ. Χρυσόστομον, λοιπόν, «εἰς γέεναν πέμπει ἄκοντας, εἰς δὲ Βασιλείαν ἑκόντας καλεῖ»557. Ἄλλωστε, ὅπως θά δοῦμε στό σχετικὸ Κεφάλαιο περί τῆς αἰωνιότητας τῆς Κολάσεως, ἡ γνώμη τοῦ Χρυσοστόμου μαζί μὲ τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας558 ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐπικράτησε καί υἱοθετήθηκε ἀπό σύνολη τήν Ἐκκλησία, καί ἀποτελεῖ καί τοῦτο ἕνα δεῖγμα τῆς μεγάλης αὐθεντίας τοῦ Ἁγίου, ἀλλά καί τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Θεοῦ περί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὁ ἱερός Πατήρ καί Οἰκουμενικός Διδάσκαλος Ἰωάννης σὲ διάφορες ὁμιλίες του παρουσιάζει τὴ μεγάλη πραγματικότητα τῆς μετὰ τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας αἰώνιας καταδίκης ὅσων πνευματικὰ δὲν ἑτοιμάστηκαν κατάλληλα ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴν γιὰ τὸ αἰώνιο καὶ ἀνεπίστροφο ταξίδι τοῦ Οὐρανοῦ. Συγκεκριμένα, ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν ὀξυγράφο Χρυσοστομικὸ

Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ, Ιστορία των Δογμάτων, τ. Β΄, σ. 399. Εἰς Ματθ. 24, 1, MPG 57, 321. 555 Ἁγ. Ν ι κ ο δ ή μ ο υ Ἁ γ ι ο ρ ε ί τ ο υ , Ἑορτοδρόμιον, ἐν Βενετίᾳ 1836, σ. 143. 556 Λόγος 17, Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα 19, MPG 36, 357. 557 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Α’ Κορ., MPG 61, 20. Καὶ ὁ Ἱ π π ό λ υ τ ο ς θὰ τονίσει τὴν ἴδια πραγματικότητα, λέγοντας ὅτι «οἱ δὲ ἄδικοι ἀριστερὰ ἕλκονται ὑπὸ ἀγγέλων κολαστῶν οὐκέτι ἑκουσίως πορευόμενοι ἀλλὰ μετὰ βίας ὡς δέσμιοι ἑλκόμενοι, οἷς οἱ ἐφεστῶτες ἄγγελοι ἐπιγελῶντες διαπέμπονται ἐπονειδίζοντες καὶ φοβερῷ ὄμματι ἐπαπειλοῦντες καὶ εἰς τὰ κατώτερα μέρη ὠθοῦντες, οὓς ἀγομένους ἕλκουσιν οἱ ἐφεστῶτες ἕως πλησίον τῆς γεέννης» (Πρὸς Ἕλληνας καὶ πρὸς Πλάτωνα ἤ περὶ τῆς τοῦ παντὸς οὐσίας 36, ed. K. Holl, Fragmente vornicrso: Lin Kirchenvrso, Leipzig: Hinrichs, 1899). Πρβλ. Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ, Ἱστορία τῶν Δογμάτων, τ. Α’, Μέρος Β΄, σ. 274. 558 Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας, MPG 77, 1072B-1089B.
553 554

118

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

κάλαμο γιὰ τὴν Κόλαση φράσεις, ὅπως: «σκώληξ ὁ ἰοβόλος»559, «δεσμὰ ἄλυτα»560, «σκότος ἀφεγγὲς»561, «πῦρ ἄσβεστον»562 κ.ἄ. Παρουσιάζεται, ἐπίσης, ἀπὸ τὸν ἀνύστακτο ποιμένα καὶ συγγραφέα, ἡ αἰσχύνη, ἡ «ἐντροπή» (ὁ «αἰώνιος ὀνειδισμός»563), ὅπως τὴν ὀνομάζει ―πού, ἄς σημειωθεῖ, δηλώνει γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὸ ἐνερητικὸν τῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ―, τὴν ὁποία θὰ δοκιμάσει ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῶν ἰδίων του ἁμαρτιῶν (ἐννοεῖται ὅσων δὲν ἔχουν ἐξαγορευτεῖ καὶ συγχωρεθεῖ)564. Καὶ αὐτὸ ἐνισχύει, ἐπίσης, τὸ «ἐνεργητικὸν» τῆς Κολάσεως, καθότι, ἄν μόνοι τους οἱ ἁμαρτωλοί αὐτοκολάζονταν συνειδησιακά, δὲν ἦταν ἀπαραίτητο νὰ κοινοποιήσουν καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους τὰ ἁμαρτήματά τους. Ἄρα, ὁ Θεὸς καὶ οἱ Ἄγγελοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ θὰ τοὺς τὰ κοινοποιήσουν. Ὡστόσο, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μνημονεύει καὶ μία ἄλλη μορφὴ Κολάσεως: τὸ «προσκροῦσαι τῷ Χριστῷ», δηλ. τὴν ἀποστροφὴ τοῦ παναγίου Προσώπου τοῦ Θεοῦ, τὸ «ἀκοῦσαι ὅτι οὐκ οἶδα ὑμᾶς» καὶ τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὴ μακαρία Δόξα τοῦ Χριστοῦ565. Μάλιστα δέ, αὐτὴν τὴ φοβερὴ ἐμπειρία, τὴν ἀποδοκιμασία καὶ ἔκπτωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ Θεία Δόξα, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅπως καὶ oἱ Μ. Βασίλειος566 καὶ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος567, θεωρεῖ ὡς τὴ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ ὅλες τὶς Κολάσεις, λέγοντας χαρακτηριστικὰ ὅτι «αὐτὸ μόνον, τὸ ἀλλοτριωθῆναι Χριστοῦ … πάσης κολάσεως μεῖζόν ἐστι καὶ ἱκανὸν διεγεῖραι ψυχάς καὶ πεῖσαι νήφειν διὰ παντός»· δηλαδὴ, αὐτὸ καὶ μόνο εἶναι χειρότερο ἀπὸ κάθε Κόλαση, καὶ εἶναι ἱκανὸ νὰ μᾶς κρατᾶ σὲ διαρκῆ νήψη καὶ ἐγρήγορση568. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος γράφει ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ κατὰ τὴν Τελική Κρίση δὲν θὰ δεχθοῦν (καὶ ὄχι ὅτι ἁπλῶς θὰ παραγνωρίσουν, ἀφοῦ ἔτσι δὲν θὰ ὑπέχουν καὶ εὐθυνῶν) τὸν Χριστὸν ὡς Φῶς569. Πάντως, θεολογικὰ (καὶ ὄχι ἀνθρωπίνως φιλοσοφικὰ) δὲν εὐθύνεται ὁ Θεὸς γιὰ τὴ μέλλουσα δεινὴ τιμωρία τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλῶν, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ποὺ δὲν μετανόησαν, ὅσο εἶχαν χρόνο στὴν παροῦσα ζωή, γνωρίζοντας τὴ διδασκαλία τῆς Τελικῆς Κρίσης τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ
Περί Παρθενίας 2, 1, MPG 48, 534. Εἰς Ματθ., ΜPG 54, 555. 561 Περί Παρθενίας 2, 1. Καὶ ὁ Μ. Β α σ ί λ ε ι ο ς , ἐν προκειμένῳ, κάνει λόγο γιά «σκότος ἀδιεξόδευτον» (ΕΠΕ 5, 230). 562 Ὅπ.π. 563 Βλ. Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς Ψαλμ. 33, MPG 30, 372A-B. 564 Λόγος εἰς τούς Ἀνδριάντας 20, 2, MPG 49, 197. 565 Εἰς Ματθ., ΜPG 76, 739. 566 Εἰς τὸν ΛΓ’ Ψαλμόν, MPG 30, 361A. 567 Κατὰ Ἰουλιανοῦ βασιλέως, Στηλιτευτικός Α’, ΜPG 35, 573C, Λόγος ΙΣΤ’, Εἰς τὸν πατέρα σιωπῶντα διὰ τὴν πληγὴν τῆς χαλάζης, MPG 35, 945C. 568 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Περί κατανύξεως 1, 10, ΜPG 47, 410. 569 Ἠθικὸς 3, 590-599.
559 560

119

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ τὸ ἀκοῦμε στὸν ὡραῖο ἀλλὰ καὶ συγκλονιστικὸ στὰ νοήματά του ἐκεῖνον ὕμνο τῶν Αἴνων τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς: «Καὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον ἀπελευσονται, ΟΙ ΜΗΔΕΠΟΤΕ ΜΕΤΑΝΟΗΣΑΝΤΕΣ». Αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ συνδυασθεῖ μὲ τὸν ἕτερο ὕμνο, ποὺ ἀκοῦμε τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα: «Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν Ἁγίων σου, πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος; ἐὰν γὰρ τολμήσω συνεισελθεῖν εἰς τὸν νυμφώνα, ὁ χιτὼν μὲ ἐλέγχει, ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ γάμου, καὶ δέσμιος ΕΚΒΑΛΟΥΜΑΙ ὑπὸ τῶν Ἀγγέλων»570. Εἶναι φοβερό! Εἶναι σὰν νὰ τοὺς λέει ὁ Χριστός: Ὁλόκληρη ζωὴ, ἄνθρωπε, πέρασες, δὲν βρῆκες μία στιγμὴ νὰ μετανοήσεις, νὰ ἀλλάξεις τρόπο ζωῆς, νὰ ἐξομολογηθεῖς καὶ νὰ ἐπιστρέψεις στὴν εὐθεῖα ὁδό;;; Οἱ «μηδέποτε μετανοησαντες», λοιπόν, μόνοι τους ἑτοίμασαν τὸν «τόπο» τους. Τέλος, καὶ οἱ μεταβυζαντινοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κάνουν συχνά λόγο, γράφοντας, γιὰ παράδειγμα: «…μὴ μᾶς κολάσει τότε ὁ δίκαιος κριτὴς μετὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν δαιμόνων»571. Ἀλλ’, ἄς ὑποθέσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐνεργητικὴ Κόλαση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Τὸ ὅτι ἀπὸ μόνοι τους οἱ ἁμαρτωλοὶ θὰ αὐτοκολάζονται αἰώνια δὲν θὰ «συγκινήσει» τὸν Πανάγαθο Θεὸ, ἔτσι ὥστε νὰ κάνει κάτι, γιὰ νὰ τοὺς βγάλει ἐπιτέλους ἀπὸ αὐτὴν τὴ δύσκολη καὶ δεινὴ θέση; Ἤ, ἔστω καὶ αὐτὴ ἡ στάση τοῦ Θεοῦ δὲν συνιστᾶ ἕνα εἶδος ἀπόφασης καὶ κρίσης Του; Ἔστω καὶ ἀρνητικά, λοιπόν, πάλι δὲν ἔχουμε ἐνεργητικὴ Κόλαση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ; Ἐξ ἄλλου, μία ἐντελῶς παθητικὴ στάση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ στὸ ζήτημα τῆς ἐσχατολογικῆς κατάστασης τῶν ἀνθρώπων θὰ καθιστοῦσε τὸ Κακὸ αὐθύπαρκτο. 4) Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός περί Κολάσεως. Συνεχίζοντας τὴν παράθεση τῶν Πατερικῶν θέσεων, ἀναφορικὰ μὲ τὸν Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση, θὰ μεταβοῦμε στὸν μεγάλο δογματολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ὑπογραμμίζοντας κάποιες ἀπόψεις του γιὰ τὴν Κόλαση, ἐπειδὴ παρατηρεῖται στὶς ἡμέρες μας κάποια ἀλλοίωση, διαστρέβλωση, παραποίηση καὶ παρερμηνεία Πατερικῶν κειμένων καὶ, μεταξὺ ἄλλων, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ. Συγκεκριμένα, κάποιοι, ἀρεσκόμενοι στὴν … ὡραιοποίηση τῶν πραγμάτων (καὶ μάλιστα ὅσων οὐ δεῖ), ἀπομονώνουν ἀπὸ σύνολη τὴ διδασκαλία τοῦ φωστῆρος τῆς Δαμασκοῦ μία μόνο πρόταση τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τῆς συζητήσεώς του μὲ τὸν Μανιχαῖο περί τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον ὁ αὐτὸς ἱ. Πατὴρ ἀμέσως πιὸ κάτω ἐκθέτει στὴν ἴδια συζήτηση καὶ τὴν περί δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ Ὀρθόδοξη διδασκαλία, κατὰ τὴν πάγια
Ἰδιόμελο Ἤχου Α’ τῆς Μ. Τρίτης. Μ ε λ ε τ ί ο υ Π η γ ᾶ , Τῇ Κυριακῇ τῶν Ἀπόκρεω. Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον § 65, Χρυσοπηγή: Εὐαγγελικῆς Διδασκαλίας περίοδος ― Ἀνέκδοτοι Λόγοι (Γ. Βαλέτας), ἐκδ. ΠΗΓΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, Ἀθῆναι 1958, σ. 148-149.
570 571

120

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

διαλεκτικὴ τακτικὴ τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ὁμιλοῦν γιά τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἀναφέρονται στὴ δικαιοσύνη Του, ἐνῶ, ὅταν ὁμιλοῦν γιὰ τὴ δικαιοσύνη Του, ἀναφέρονται στὸ πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας Του572! Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὅπως πρὶν ἀπ’ αὐτὸν εἶχε πράξει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης573, ἐπειδὴ δὲν θέλει ὁ Μανιχαῖος νὰ ὁδηγηθεῖ στὴ σκέψη περὶ αὐτοδυνάμου ἰσχύος (τ.ἔ. ὀντολογικοῦ περιεχομένου) τοῦ κακοῦ πιθανὸν λόγῳ τῆς διδασκαλίας περὶ τῆς αἰωνιότητας τῆς Κολάσεως, στὴ συγκεκριμένη συνάφεια καὶ μόνο γράφει ὅτι ὁ Θεός δὲν τιμωρεῖ, μιλώντας παιδαγωγικά γιὰ τὴν τιμωρία ἐξ ὑποκειμένου, δηλ. ὅτι, ἐφόσον ―οὕτως ἤ ἄλλως― στὴν ἄλλη ζωὴ ἐκλείπουν οἱ προϋποθέσεις ἱκανοποιήσεως τῆς ὁποιασδήποτε πονηρῆς καὶ ἐφάμαρτης ἐπιθυμίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ, αὐτός ἐκεῖ αὐτοβασανίζεται. Ἄς γνωρίζουμε ὅμως ὅτι τὸ ὡς ἄνω τοῦτο εἶδος Κολάσεως (π.χ. αὐτοέλεγχος, ἀνικανοποίητο, αὐτοκαταδίκη κ.λπ.) εἶναι ἕνα ―καὶ μάλιστα τὸ ἐλαφρότερο― μεταξὺ τῶν πολλῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα περιγράφουν καὶ ἀναπτύσσουν οἱ Πατέρες. Ἀλλοῦ, ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς δὲν ἀρνεῖται οὔτε τὴν ἐξ ἀντικειμένου Θεία τιμωρία, οὔτε ὅτι αὐτή ἡ ἐξ ὑποκειμένου ἀποτελεῖ μέρος μόνο τῆς καθόλου Θείας τιμωρίας. Ἔτσι, ὁ Δαμασκηνὸς ἀπαντᾶ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο Ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ Δικαιοσύνη574. Πράγματι, ὁ ἅγιος αὐτός καί Πατήρ τῆς Δογματικῆς ὑπογραμμίζει τὴν Παναγάπη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας καί λέγει ὅτι ὁ Θεός θὰ μποροῦσε καὶ μετὰ θάνατο νὰ σώσει, δεχόμενος ἔτσι τὴ μετάνοια τῶν ἀνθρώπων, διότι δὲν μπορεῖ ὡς Θεὸς τοῦ ἐλέους νὰ ἀρνηθεῖ τὸν ἑαυτό Του! Ὅμως, αὐτὸ δὲν γίνεται575, διότι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀμετανόητου ἀνθρώπου μετὰ θάνατο δὲν ἀλλάζει, δὲν ἔχει τροπή, ἐπιστροφή, μετάνοια: «Μετὰ θάνατον, οὐκέτι τροπή, οὐκέτι μετάνοια, οὐχὶ τοῦ Θεοῦ μὴ δεχομένου μετάνοιαν, αὐτὸς γὰρ ἑαυτὸν ἀρνήσασθαι οὐ δύναται, οὐδὲ ἀποβάλλει τὴν συμπάθειαν, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ οὐκέτι τρέπεται»576. Γιατί; Διότι, μετὰ θάνατο, ὅταν θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν παρὸντα χωροχρόνο (κτιστὴ χρονικότητα), εἰσερχόμαστε ἐμεῖς οἱ (κτιστοὶ)

Πρβλ. Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 26. 573 Βλ. Μητρ. Περγάμου Ἰ ω ά ν ν η Ζ η ζι ο ύ λ α , «Ἐσχατολογία καὶ Ὕπαρξη – Μιὰ ὀντολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῶν ἐσχάτων», Σύναξη 121 (2012) 60. 574 Γιὰ περισσότερα βλ. Ἀ. Η. Σ π υ ρ ά κ η , Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον Ἀγάπη, Ἀθήνα 1999. 575 Ὁ καθηγητὴς Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α ς , ἐνῶ δέχεται τὴν ὑπὸ τῶν κολασμένων ἀδυναμία θέας τῆς ἄκτιστης δόξας τοῦ Θεοῦ, λόγῳ πωρώσεώς τους, ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι καὶ μετὰ θάνατο ὑπάρχει δυνατότητα μετανοίας, γράφοντας ὅτι οἱ κολασμένοι ἀφ’ ἑνὸς μὲν λυποῦνται ἀφάνταστα, ὅπως ἕνας τυφλὸς πάνω στὴ γῆ, ποὺ δὲν βλέπει τὸν ἥλιο (μακάρι, ἀλήθεια, νὰ ἦταν τόση ἐλαφριὰ ἡ αἰώνια Κόλαση!!!), ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ αἰσθάνονται τὸν Θεὸ ὡς τιμωρὸ (Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία, τ. Β’, σ. 545). Ἀλλά, πῶς λυποῦνται ἀφάνταστα, ἐνῶ εἶναι πωρωμένοι; Καί, γιατὶ αἰσθάνονται τὸν Θεὸ ὡς τιμωρό, ἄν, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ ἱλαροῦ βλέμματος τοῦ Κυρίου (ὅπως γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος), αἰσθάνονταν αὐτὲς τὶς τύψεις; 576 Κατὰ Μανιχαίων διάλογος, ΜPG 94, 1573 ΑΒ.
572

121

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἄνθρωποι στὴν κατάσταση τῆς (κτιστῆς) αἰωνιότητας577, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑφίσταται μὲν ὁλικὴ (ποιοτικὴ) μεταστροφὴ (δηλ. ἀπὸ τὸ κακὸ νὰ μεταστραφεῖ κανεὶς πρὸς τὸ ἀγαθό, ἤ τἀνάπαλι), ἀλλὰ μόνο μερικὴ κίνηση καὶ τροπή578, τ.ἔ. ποσοτικὴ αὐξομείωση πάνω στὸν τρόπο ζωῆς ποὺ εἶχε κανεὶς ἐλεύθερα ἐπιλέξει κατὰ τὴν παροῦσα ζωή, εἴτε πρὸς τὸ Ἀγαθὸ (τὸν Θεό), εἴτε πρὸς τὸ Κακὸ (τὴ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸν ψυχο-πνευματικὸ σκοτασμό, τὴ μεταξίωση τῶν ἀξιῶν, τὸν Μηδενισμό, τὴν πωρωμένη φιλαυτία, τὴν αἵρεση, τὴν ἀμετανοησία καὶ τὴν ἀπόγνωση). Ὁ Θεὸς δὲν ἐπιβάλλει τὸ ἔλεός Του σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν τὸ θέλουν579. Καὶ πάλι, ὅμως, θὰ μποροῦσε ἴσως κάποιος νὰ ρωτήσει: Καὶ γιατί ὁ Θεὸς νὰ τὰ ἔχει ἔτσι οἰκονομήσει τὰ πράγματα, ὥστε, στὴν ἄλλη ζωὴ (τὴν αἰωνιότητα580), νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει γνώμη ὁ ἁμαρτωλός; Ἀκόμα καὶ ἡ ψυχο-ηθικὴ σκλήρυνση τοῦ ἁμαρτωλοῦ γίνεται, ἐφόσον τὸ ἐπιτρέψει ὁ Θεός581. Ἄν, μάλιστα, ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους ἡ βούληση λειτουργεῖ τόσο παράλογα ἤ πεισματικά, ποὺ ἐγγίζει τὰ ὅρια τῆς ψυχοπαθολογίας582 (ὁπότε ἀλλάζουν καὶ τὰ θεολογικὰ κριτήρια περὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς Κολάσεως583), τότε, νομίζουμε, φαίνεται καθαρότερα ἡ κυριαρχία πάλι καὶ τὸ «ἐνεργητικὸν» τῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στὸ πρῶτο μέρος τοῦ διαλόγου του μὲ τὸν Μανιχαῖο κάνει λόγο γιὰ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, κάτι, βεβαίως, ποὺ ὅλοι οἱ Πατέρες τονίζουν, μιλώντας καταφατικὰ περὶ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε καὶ μόνο αὐτὴ (ἐκτὸς τῶν ἄλλων) θὰ ἀποτελεῖ μία Κόλαση φοβερὴ στὸν ἀμετανόητο ἄνθρωπο (τοῦτο, μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τονίζεται ἀπὸ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο καὶ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή584), ὁ ὁποῖος, μὴ μπορώΓ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 159: «καὶ γὰρ καὶ οἱ αἰῶνες νοητὰ κτίσματά εἰσι», Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ , Εἰς Ψαλμ. 114, MPG 30, 493B-C: «Ὅπου οὐκ ἔστιν ἀλλοίωσις οὔτε σώματος οὔτε ψυχῆς (οὐδὲ γάρ ἐστι λογισμοῦ παρατροπή, οὐδὲ μετάθεσις γνώμης, οὐδεμιᾶς περιστάσεως τὸ εὐσταθὲς καὶ ἀτάραχον τῶν λογισμῶν ἀφαιρουμένης), χώρα ἐστὶν ἐκείνη τῷ ὄντι ζώντων, ὁμοίων ὄντων αὐτῶν ἑαυτοῖς». Βλ. Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Κεφάλαια Θεολογικά 1, 68, MPG 90, 1180C. 1, 70, MPG 90, 1109A. Πρβλ. Π. Χ ρή σ τ ο υ , Ἑλληνικὴ Πατρολογία, Θεσσαλονίκη 1992, τ. Ε’, σ. 280. 578 Βλ. Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 15. 579 Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Ἐπιστ. 1, MPG 91, 388Β. 580 Πρβλ. J. W. H a n s on , Universalism. The Prevailing Doctrine of the Christian Church during its First Five Hundred Years, Boston and Chicago, Universalist Publishing House, 1899, pp. 146-150. 581 Ἡσ. 63, 17. 582 Βλ. Ἰ. Π λ ε ξ ί δ α , «Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία καὶ ἡ ἀδυνατότητα τῆς Κόλασης», Σύναξη 121 (2012) 88-89. 583 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ψαλμ. 6, 2, MPG 55, 72: «Ἐν γὰρ τοῖς ἁμαρτήμασιν οὐχ ἡ φύσις ζητεῖται μόνον τοῦ γεγενημένου, ἀλλὰ καὶ ἡ γνώμη, καὶ ὁ καιρὸς, καὶ ἡ αἰτία, καὶ τὰ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν· εἰ οἱ μὲν ἐνέμειναν, οἱ δὲ μετενόησαν, καὶ εἰ ἐκ περιστάσεως, καὶ εἰ κατὰ ἀπάτην, καὶ κατὰ μελέτην. Καὶ πολλά ἐστι τὰ ζητούμενα, καὶ καιροῦ διαφορὰ, καὶ πολιτείας κατάστασις». 584 Βλ. Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 21.
577

122

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ντας νὰ τὴ γευθεῖ κατὰ τρόπο θετικό, θὰ «μαστίζεται» (μαστιγώνεται) ἀπὸ τὴν ἀγάπη αὐτή. Στὰ Ἀσκητικὰ τοῦ μεγάλου Νηπτικοῦ Πατρός, ἀλλ’ ὄχι καὶ Ἁγίου τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἰσαάκ τοῦ Σύρου [ὁ ὁποῖος, ὡστόσο, εἶχε ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τοὺς Ἰωάννη Ἀπαμείας, Διόδωρο Ταρσοῦ, Θεόδωρο Μοψουεστίας (ποὺ ἀρνεῖτο τὴν αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶχε καταδικαστεῖ ἀπὸ τὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ τὸ ἔχει πληροφορηθεῖ ὁ Ἰσαὰκ) καὶ Πλατωνίζοντα Εὐάγριο Ποντικό]585, ὑπάρχει αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ θέση, διατυπωμένη ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ· ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπιδρᾶ διττῶς: εἴτε σωστικά, εἴτε κολαστικά586: «Ἐγώ δὲ λέγω, ὅτι οἱ ἐν τῇ γεένῃ κολαζόμενοι, τῇ μάστιγι τῆς ἀγάπης μαστίζονται. Καὶ τί πικρὸν καὶ σφοδρὸν τὸ τῆς ἀγάπης κολαστήριον»587; Εἶναι φοβερὸ καὶ ἀνυπόφορο πρᾶγμα τὸ νὰ σὲ «μαστίζει» ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ βλέπεις αἰωνίως Ἐκεῖνον τὸν Ὁποῖο δὲν ἀγάπησες, ἀλλ’ Αὐτὸς σὲ ἔχει ἀγαπήσει ἀληθινὰ καὶ ἔχει ἑτοιμάσει γιὰ σένα «πρὸ καταβολῆς κόσμου» Βασιλεία αἰώνια, δόξα ἀνεκλάλητη, χαρὰ ἀδιάδοχη588. Ὁ ἱ. Δαμασκηνός σημειώνει μάλιστα καὶ κάτι ἄλλο πολὺ ἀξιοπρόσεκτο· ὅτι ὁ Θεός ἀκόμη καὶ στὸν δαίμονα παρέχει τὰ ἀγαθά Του, ἀλλ’ ὁ διάβολος δὲν θέλει νὰ τὰ λάβει (λόγῳ, βεβαίως, πωρώσεως τοῦ ἀκαθάρτου Πνεύματος στὴν ἁμαρτία καὶ ἀτρεψίας του στὸ κακό): «Ὁ Θεός, καὶ τῷ διαβόλῳ ἀεὶ παρέχει τὰ ἀγαθά, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος οὐ θέλει λαβεῖν»589. Ἰδού, λοιπὸν, ποιός εἶναι ὁ Θεός μας, ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἀπείρου ἐλέους! Ἀγαπᾶ ἀκόμη καὶ τὸν διάβολο! Ὁ διάβολος, ὅμως, δὲν ἀγαπᾶ τὸν Θεό! Καὶ ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ πολεμήσει τὸν Θεὸ, τὸν ἄκτιστο καὶ ἀΐδιο, πολεμεῖ λυσσωδῶς τὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ καὶ προσπαθεῖ διὰ τῆς ἁμαρτίας,
Βλ. H. A l f e y e f , The Spiritual World of Isaac the Syrian, Cistercian Publications, Kalamazoo, Michigan – Spencer, Massachusetts 2000, pp. 32-34. 586 Κατὰ τὶς Ἀσκητικὲς Ὁμιλίες τοῦ Ἀββᾶ Ἰ σ α ὰ κ τ ο ῦ Σ ύ ρ ο υ , ποὺ ἐξέδωσε ὁ S e ba s ti a n B r o c k [Isaac of Nineveh (Isaac the Syrian), “The second part”, chapters IV -XLI, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium, Scriptores Syri, t. 224-225 / CSCO t. 554-555, Peeters, Leuven 1995, ἑλλην. μτφρ. Ν. Καββαδᾶ, τ. ΙῙΙΙ, ἐκδ. Θεσβίτης, Θήρα 2006], οὗτος φέρεται νὰ ἀρνεῖται α) τὸ Προπατορικὸ Ἁμάρτημα, β) τὴν πλήρη ἀναμαρτησία τοῦ Κυρίου, γ) τὸν αἰώνιο χαρακτήρα τῆς γέεννας καὶ μάλιστα νὰ δέχεται ἐσχατολογικῶς τὴν ἀποκατάσταση καὶ αὐτῶν τῶν δαιμόνων, καὶ δ) τὴ μετὰ θάνατο μετάνοια [βλ. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ , Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Λόγοι ἀσκητικοί, ΕΠΕ 8, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 226, ὑποσ. 19, H. A l f e y e f , The Spiritual World of Isaac the Syrian, Cistercian Publications, Kalamazoo, Michigan – Spencer, Massachusetts 2000, p. 269]. Ὅμως, γιὰ τὴ μετὰ θάνατο μετάνοια ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σημειώνει σαφῶς: «Τότε γὰρ καιρὸς ἀνταποδόσεως καὶ ἐκδικήσεως, ἀλλ’ οὐ συμπαθείας καὶ φιλανθρωπίας· καιρὸς ἀποκαλύψεως θυμοῦ καὶ ὀργῆς καὶ δικαιοκρισίας Θεοῦ· καιρὸς ἐπιδείξεως τῆς κραταιᾶς καὶ ὑψηλῆς χειρός, κινουμένης εἰς κόλασιν τῶν ἀπειθῶν» («Πρὸς Ξένην μοναχήν», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 95). 587 Ἰ σ α ά κ Σ ύ ρ ο υ , Τὰ εὑρεθέντα Ἀσκητικά, λόγος ΠΔ’, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 282, 326-327. Τήν ἀνωτέρω θέση μποροῦμε νά ἀνιχνεύσουμε καί στά Χρυσοστομικά συγγράμματα. 588 Ἐντούτοις, καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ Κόλαση (μέσῳ αὐτοτιμωρίας τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐξαιτίας τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ) φαίνεται λογικά, φιλοσοφικά, θεολογικά, ἠθικά καὶ ἐκκλησιαστικὰ ἀνεπαρκής, γιατὶ ἀφήνει ἀναπάντητο τὸ ἐρώτημα γιὰ τὴν «αἰωνιοποίηση» τοῦ Κακοῦ [βλ. Χ. Γ ι α ν ν α ρ ᾶ , «Γιὰ τὴν αἰωνιότητα τῆς Κόλασης», Σύναξη 121 (2012) 84]. 589 Κατὰ Μανιχαίων διάλογος, ΜPG 94, 1569B.
585

123

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ κυρίως διὰ τῆς ἀμετανοησίας, νὰ τὸ ὁδηγήσει στὸν δικό του «χῶρο» αἰωνίως, στὸ πῦρ τὸ «ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»… Κατὰ συνέπεια, γιὰ νὰ μὴν ὁδηγηθεῖ ὁ Μανιχαῖος ἐκεῖνος στὴ λανθασμένη σκέψη περὶ αὐτοδυνάμου ὀντολογικῶς ἰσχύος τοῦ κακοῦ , λόγω τῆς αἰωνιότητας τῆς Κολάσεως590, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς εἶπε ὅτι δὲν τιμωρεῖ ὁ Θεός, μιλώντας παιδαγωγικὰ περὶ τῆς ἐξ ὑποκειμένου τιμωρίας, τοῦ αὐτοβασανισμοῦ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν μπορεῖ στὴν ἄλλη ζωὴ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς πονηρές του ἐπιθυμίες, πρᾶγμα πού ἀναφέρεται, ὅπως εἴπαμε, ἀπὸ πολλοὺς Πατέρες, ἀλλά ἐπαναλαμβάνουμε, ὡς ΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ εἶδος Κολάσεως ἀπὸ ΤΑ ΠΟΛΛΑ· ἕνα μόνο μέρος τῆς καθόλου τιμωρίας. Ἔτσι, λοιπόν, μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ ὁ ἅγιος Δαμασκηνός ἀναφέρει στὸν διαλεγόμενό του τὸ γνωστό ἀλλὰ καὶ κακοποιημένο χωρίο: «καὶ τοῦτο δὲ εἰδέναι, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ᾿ ἕκαστος ἑαυτὸν δεκτικὸν ποιεῖ τῆς μετοχῆς τοῦ Θεοῦ»591. Ὁ Ἅγιος μίλησε κατὰ τὴν περίσταση ἐκείνη καὶ εἶπε αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε τότε νὰ πεῖ καὶ νὰ ἐπισημάνει, δίδοντας τὸ σχετικὸ θεολογικὸ μήνυμα. Τὴν ὡς ἄνω συγκεκριμένη φράση τοῦ δογματολόγου ἁγίου Πατρός, κάποιοι, παραθεωρώντας ὅλα τὰ ἄλλα Πατερικὰ κείμενα, τὴν ἔκαναν … σημαία, ὑπερτονίζοντας σὰν τὸν Ὠριγένη μία ἀπροϋπόθετη ΑΓΑΠΗ τοῦ Θεοῦ σὲ βάρος τῆς Δικαιοσύνης Του, ἐξασθενίζοντας ἔτσι, κατὰ Προτεσταντικὸ τρόπο, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸν (ὑγιῆ) φόβο τῆς Κολάσεως, σὲ ἀντίθεση μὲ σύνολη τὴν Πατερικὴ Δογματική Θεολογία. Κάποιοι δὲ νεωτεριστὲς θεολόγοι, προκειμένου νὰ ὑποστηρίξουν τὴν Ὠριγενικῆς, ἰνδουιστικῆς καὶ βουδιστικῆς (καρμικῆς) προελεύσεως ἔννοια τῆς παθητικῆς τιμωρίας τοῦ ἀνθρώπου (ὅτι δηλ. ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κανένα δέν κολάζει, ἀλλὰ μόνοι μας οἱ ἄνθρωποι αὐτοτιμωρούμαστε, προκαθορίζοντας τὸν ἐσχατολογικὸ κλῆρο μας, βλέποντας στήν Αἰώνια Ζωή ἀλλοιωμένα τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ὄχι ὡς «φῶς ἄῤῥητον καὶ νοερόν», ἀλλ᾿ ὡς πῦρ, ἀναλόγως τῶν ἠθικῶν μας ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπὸ τίς πράξεις ἤ τίς ἐπιλογές μας, κατὰ τρόπο μηχανικὸ καὶ χωρὶς καμία Θεία ἐπέμβαση), φθάνουν στὸ σημεῖο νὰ γράφουν Ὠριγενικὰ ὅτι «δέν ὑπάρχει Κόλαση καί Παράδεισος ἀπὸ τήν ἄποψη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀπό τήν ἄποψη τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Θεός δέν ἔκανε τήν Κόλαση». Ὥστε… ὅλα βρίσκονται στὸ μυαλὸ καὶ τὴ φαντασία μας· δὲν ὑφίστανται ἀντικειμενικῶς!!! Μά, τὸ ἴδιο τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο δὲν
Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , «Τὸ νέο βιβλίο τῆς Γ’ Λυκείου – Παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὴ μορφὴ καὶ τὸ περιεχόμενο», Θεοδρομία 5 (2000) 117-123, Β. Κ ο ν τ ο υ μ ᾶ , «Κόλαση καὶ παράδεισος στὸ Βυζάντιο», Σύναξη 122 (2012) 54, Π. Ν. Γ κ ο ύ ρ β ε λ ο υ , «Οὐκ ὁ Θεὸς κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι;», Σύναξη 122 (2012) 93-95. Τὸ ζήτημα αὐτό ἐξετάζεται καί ἀπό τόν Κ λ ή μ η τ ὸ ν Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ έ α , ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἀντιμετωπίζει τούς Μανιχαίους πού δέν δέχονταν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀνήκει στήν οὐσία τοῦ Θεοῦ (βλ. Μ. Φ αρ ά ν τ ο υ , Ἡ Δικαιοσύνη κατά τόν Κλήμη Ἀλεξανδρέα, σ. 35). Οἱ αἱρετικοί Μανιχαῖοι, «διαστέλλοντες τό ἀγαθόν τοῦ δικαίου», ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Κλήμης, ἀναγνώριζαν τόν ὄντως Θεό μόνο ὡς ἀγαθό, ἐνῶ τὸν δίκαιο ―δικαιοσύνη― τό ἀπέδιδαν σ᾿ ἕναν ἄλλο Θεό (!), καί γιά τόν λόγο αὐτόν ἀπέρριπταν τελείως τὴν Παλαιά Διαθήκη, ποὺ κάνει λόγο καὶ γιὰ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. 591 Κατὰ Μανιχαίων διάλογος, ΜPG 94, 1545 D – 1548 A.
590

124

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

γράφει γιὰ τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τῆς Κολάσεως «τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»592; Ὁμοίως, τὸ συγκεκριμένο χωρίο ἐπικαλοῦνται καὶ οἱ συγγραφεῖς τοῦ ἐγχειριδίου τῶν Θρησκευτικῶν τῆς Γ’ Λυκείου (Ἀθήνα 1999 , σελ. 187), στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται κατὰ λέξη ὅτι «κανέναν δὲν κολάζει ὁ Θεός»593. Μὲ τὸ ἐγχείρημα, ὅμως, αὐτὸ, «χρυσώνεται τὸ χάπι», ὅπως λέει ὁ λαός, ἀφοῦ παρουσιάζεται ἐλλιπῶς ἡ Πατερικὴ διδασκαλία καὶ ἀτονεῖ τὸ αἴσθημα τῆς ἐγρηγόρσεως καὶ τοῦ φόβου τῆς Κολάσεως, ὅπως εἴπαμε, ἀπομακρύνεται δὲ ἀπὸ τὸν λογισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἰδέα περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων στὴν ἄλλη ζωὴ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δικαίων τιμωριῶν. Δέν ἔχουν, ὅμως, ἔτσι τά πράγματα, καθόσον οἱ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἀπλανεῖς ἑρμηνευτές κάνουν λόγο καί περί ἐνεργητικῆς κολάσεως ὑπό τοῦ Θεοῦ, καθώς ἐπίσης καί περί ἀνταποδόσεως καί ἐκδικάσεως ἁμαρτιῶν καί ἀσεβειῶν στή ζωή αὐτή· καί τοῦτο εἶναι φανερό, ἀφοῦ ὑπάρχουν ἤδη τόσα δείγματα καί ἀποδείξεις Θείων τιμωριῶν στόν κόσμο, ὅπως τά διαβάζουμε στίς Γραφές, ὁπότε … δέν θά εἶναι ὁ ἴδιος Θεός καί στήν ἄλλη ζωή;;;... Εἶναι δυνατόν νὰ ὑπάρχει (βουδιστική) αὐτοτιμωρία; Ποῦ μπορεῖ νά στηριχθεῖ μιά τέτοια θεωρία; Δέν ἔχουμε τόσα παραδείγματα περί τοῦ ἀντιθέτου ἀπὸ τή ζωή αὐτή; Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, τόν ὁποῖο, ὅπως εἴπαμε, παραποιοῦν κάποιοι, ὁμιλεῖ σαφέστατα περί τῆς Θείας ἐγκαταλείψεως (ὅπως καί πολλοί ἄλλοι Πατέρες, πού ἀναφέρονται στή λεγομένη «θεοεγκατάλειψη», τ.ἔ. στή Θεία παραχώρηση, πού δηλώνει τὴν πνευματικὴ γυμνότητα καὶ ἐρημία τῆς ψυχῆς, καί τὴ στέρηση τῆς καταφατικῆς Θείας Χάριτος594), διακρίνοντας τή Θεία ἐγκατάλειψη σέ οἰκονομική (παιδευτική) καί «ἀπογνωστική πρὸς τελείαν κόλασιν». Ἔτσι, λοιπόν, γράφει ὁ ἱερός Πατήρ στό κλασικό δογματικό του ἔργο «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»: «Τῆς δέ ἐγκαταλείψεως εἰσιν εἴδη δύο. Ἔστι γάρ ἐγκατάλειψις οἰκονομική και παιδευτική καί ἔστιν ἐγκατάλειψις τελεία ἀπογνωστική»595. Ἀλλά καί στή μετά θάνατο αἰώνια κατάσταση, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός δέχεται καί τήν ἐξ ἀντικειμένου τιμωρία τῶν ἀμετανοήτων, τήν ἐνεργητική δηλ. Κόλαση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Ἐνδεικτικά, ὁ ἱερὸς Πατὴρ σημειώνει ὅτι μὲ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ οἱ Ἄγγελοι θὰ συγκεντρώσουν καὶ θὰ ρίξουν στὸ καμίνι τοῦ πυρός, ὅπου ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ τριγμὸς τῶν ὀδόντων, ὅσους διέπραξαν ἁμαρτίες καὶ ἀνομίες: «Ἀποστελεῖ ο Υἱός τοῦ ἀνθρώπου τούς ἀγγέλους αὐτοῦ, καί συλλέξουσιν ἐκ τῆς βασιλείας
Ματθ. 25, 41. Περισσότερα ἐπ’ αὐτοῦ βλ. στὴν ἐξαίρετη θεολογική κριτικὴ ἀπὸ τόν Ἀν. Καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, δρ. Θεολογίας & δρ. Ψυχολογίας, Σπ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο , «Τὸ νέο βιβλίο τῆς Γ’ Λυκείου – Παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὴ μορφὴ καὶ τὸ περιεχόμενο», Θεοδρομία 5 (2000) 117-123. 594 Ἰω. 12, 38-41. Πρβλ. Μ. Β ασ ι λ ε ί ο υ , Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, MPG 32, 141A-D. 595 Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, σ. 198.
592 593

125

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ αὐτοῦ πάντα τά σκάνδαλα, καί τοίς ποιοῦντας τήν ἀνομίαν, καί ἐμβαλοῦσιν αὐτούς εἰς τήν κάμινον τοῦ πυρός, ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμος τῶν ὀδόντων»596· ἐπαναλαμβάνει μάλιστα κάτι τό ὁποῖο πολλούς αἰῶνες πρίν εἶχε διατυπώσει ἀκριβῶς μέ τά ἴδια λόγια ὁ ἅγιος Ἱππόλυτος: «Οἱ δε ἄδικοι εἰς ἀριστερά ἕλκονται ὑπό ἀγγέλων κολαστῶν, οὐκέτι ἑκουσίως πορευόμενοι, ἀλλά μετά βίας ὡς δέσμιοι ἑλκόμενοι»597. Γιατὶ ἆράγε τὰ χωρία αὐτὰ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ἀποσιωποῦνται;… Ὁμοίως, ὁ Θεοδώρητος Κύρρου (ἀποδιδόμενο στὸν ἅγιο Ἰωάνη τὸν Δαμασκηνὸ) γράφει: «οἱ ἀσεβείᾳ συνεζηκότες εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνάστασιν τὴν κόλασιν ὑπομένουσιν, οὐκ εἰς κρίσιν ἀγόμενοι, ἀλλὰ τῆς τιμωρίας τὴν ψῆφον δεχόμενοι»598· καὶ κατωτέρω: «ὥσπερ γάρ, φησί, ποιμέσι καὶ προβάτοις δικάζω, οὕτω καὶ τῶν προβάτων ἔσομαι κριτής, καὶ τοὺς ἀδικοῦντας κολάσω»599 (σέ ἐνεργητική φωνή). Ὅλα αὐτά τί δείχνουν; Ὅτι δέν θά ἔχει καμία σχέση καὶ ἐπέμβαση ὁ Θεός καί δέν θά ἐνεργήσει ἐπὶ τῶν κολαζομένων καυστικά, ἀλλ’ ὅτι ὅλα τά τῆς Κολάσεως θά ἀποτελοῦν μιά ἐνδοανθρώπινη ψυχικὰ μόνο κατάσταση; Ὄχι, βεβαίως, ἀφοῦ τά λόγια τῶν Ἁγίων εἶναι σαφέστατα καὶ κάνουν λόγο περί ἐνεργητικῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Καί δέν θά πρέπει ἐν προκειμένῳ νὰ ἀπομονώνεται μόνο μία φράση λ.χ. τοῦ ἁγίου Δαμασκηνοῦ ἀπό τό πρῶτο μέρος τῆς συζητήσεώς του μέ τόν Μανιχαῖο περί τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ, καί Προκρούστεια νά ἐξάγονται αὐθαίρετα καὶ βεβιασμένα συμπεράσματα, ὅτι δῆθεν ὁ Δαμασκηνός ἀρνεῖται τήν Κόλαση ὡς ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς θὰ προσθέταμε καὶ αὐτὸ· ἀκόμη καὶ ἄν δέν ἐνεργοῦσε τὴν Κόλαση ὁ Θεός, ἀλλ᾿ ἁπλῶς φαινόταν στούς κολαζομένους ὡς τιμωρός ἤ ἁπλῶς ἀνεχόταν αὐτοὶ νὰ αὐτοβασανίζονται, τό ὅτι γνωρίζει, ἀνέχεται καὶ ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος α) οἱ ἁμαρτωλοί νὰ αὐτοβασανίζονται ἔτσι αἰώνια, καὶ β) νὰ μὴ ἔχουν «φύσει» ἤ «θέσει» τὴ δυνατότητα μετανοίας, δὲν συνιστᾶ μία τιμωρητικὴ στάση τοῦ Θεοῦ (βλ. «ἀπογνωστικὴν παραχώρησιν», κατὰ τὴν διατύπωση τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ); Τέτοιες ἀπογνωστικές Θεῖες παραχωρήσεις, κατά τήν Ἁγία Γραφή, ὑπῆρξαν στήν Ἱστορία πολλές, ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ὁ κατακλυσμός τοῦ Νῶε, ἡ καταστροφή τῶν Σοδόμων, οἱ θάνατοι τῶν Δαθάν, Κορέ, Ὀζᾶ, ὁ πνιγμός τοῦ Φαραώ κ.ἄ., κατὰ τὴν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ὁ προαναφερόμενος θάνατος τοῦ Ἀνανία και τῆς Σαπφείρας κ.λπ., κατὰ τὴν περίοδο τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Θεός, λοιπόν, τιμωρεῖ, καί μάλιστα ἐνεργητικά, ἀλλά πάντοτε ἀπό ἀγάπη (ἀνεξάρτητα ἀπό τό ὅτι ἐμεῖς, ἀνθρωπίνως λογικά, δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε πῶς συνταιἹερὰ Παράλληλα, MPG 95, 1180B. Ἱερὰ Παράλληλα, ΜPG 96, 544. 598 Εἰς Ψαλμ. 1, 6, MPG 80, 873. 599 Εἰς Ἰεζ. 34, 17, MPG 81, 808.
596 597

126

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ριάζονται ἀγάπη και δικαιοσύνη, ὅπως λ.χ. δέν μποροῦμε νά συνταιριάξουμε λογικά τή μητρότητα μὲ τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου, ἤ τὴ Μονάδα μὲ τὴν Τριάδα τῆς Θεότητας, ἤ τὴν τέλεια ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Θεία κ.ο.κ.), ἐφόσον ἡ Θεία δικαιοσύνη Του, γιά τήν ὁποία θά μιλήσουμε ἐκτενέστερα σέ ἄλλη ἑνότητα, συνυφαίνεται ὑπέρλογα μέ τήν ἀγάπη Του.

127

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ
Α) Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Τό δόγμα περί τῆς αἰωνιότητος τῆς Κολάσεως ἀπασχόλησε πολύ τήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἱστορία καί τίς πηγές. Κατά τον 4ο αἰῶνα, διεξαγόταν ἔντονη θεολογικὴ συζήτηση γιὰ τὴ χρονικὴ διάρκεια τῆς Κολάσεως, ἄν δηλ. θά εἶναι αἰώνια ἡ Κόλαση, ἤ θά ἔχει προσωρινό χαρακτῆρα κ.λπ. Ἐπηρεασμένοι οἱ Ἀλεξανδρινοί ἀπό τὶς θεωρίες τοῦ Πλατωνιστῆ Ὠριγένη περί Ἀποκαταστάσεως τῶν Πάντων, ἀπέρριπταν τήν αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καί μέ τούς Ἀντιοχειανούς, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ διδάσκαλος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὁ Διόδωρος Ταρσοῦ. Δέν ἄφησε, ὅμως, ὁ Θεός τήν Ἐκκλησία Του ἔρημη, ἀλλ᾿ ἔδωσε τή λύση στὸ πρόβλημα αὐτό. Ὁ Πανάγαθος Θεός, κατά τόν σοφώτατο ἅγιο Πατέρα, Γρηγόριο τόν Νύσσης, οἰκονομώντας τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί τή θεραπεία τους ἀπό τά ἐμφανιζόμενα κατά καιρούς πνευματικά νοσήματα, ἐμφανίζει σέ κάθε γενεά ἁγίους ἀνθρώπους, κατάλληλους θεραπευτές τῶν ποικίλων πνευματικῶν νοσημάτων (αἱρέσεων, πλανῶν κ.λπ.), ὥστε νά μήν ἀφήσει ἀθεράπευτη τή νόσο τῶν ἀνθρώπων καί νά τούς τυραννεῖ ἀπό τήν ἔλλειψη θεραπευτῶν600. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ 4ος αἰώνας εἶχε νά παρουσιάσει ἕνα μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ἕνα κολοσσιαῖο ἐκκλησιαστικό ἀνάστημα, ἕναν μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο φωστῆρα καί Διδάσκαλο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Αὐτός ὁ ἁγιώτατος Πατήρ, ὅπως εἴχαμε τήν εὐκαιρία νά δοῦμε στό βιβλίο αὐτό, ἐκτός τῶν ἄλλων, δίδαξε καί ἔγραψε ἀρκετά γιά τή μέλλουσα ζωή, γιά τήν ἀνέκφραστη χαρά τῆς Θείας Βασιλείας ἀλλά καί γιά τήν αἰώνια καταδίκη τῶν ἀμετανοήτων. Ἐδῶ λοιπόν, θά τονιστεῖ ἐμφαντικά ὅτι στό περί οὗ ὁ λόγος θέμα, ἤτοι περί τοῦ ἀτελευτήτου ἤ μή τῆς Κολάσεως, ὁ Χρυσόστομος ὑπῆρξε καταλυτικός! Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως διαβάζουμε στίς πηγές, ἡ πεφωτισμένη γνώμη καί τοποθέτηση τοῦ χρυσορρήμονος Ἰωάννου μαζὶ μὲ τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας601, ὅτι ἡ Κόλαση ἀποδεικνύεται Ἁγιογραφικῶς ὅτι ἀναμφισβήτητα εἶναι ΑΙΩΝΙΑ, ἐπηρέασε ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία καί τελικὰ ἐπικράτησε μὲ Συνοδικὴ ἀπόφαση (Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως 553 μ.Χ.) ἔκτοτε πλέον ὡς ἡ Ὀρθόδοξη ἐπί τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δογματικὴ διδασκαλία. Ἀπό τόν ἱερό

600 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς , «Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον», ΕΠΕ 11, 274: «Ὁ γάρ εἰδώς τά πάντα πρίν γεννέσεως αὐτῶν…πρόσφορον τε καί κατάλληλον τῷ καθ᾿ ἐκάστην γενεάν ἀρρωστήματι τόν ἰατρόν ἑτοιμάζει, ὡς ἄν μή ἀθεράπευτον περιίδοι τῶν ἀνθρώπων τήν νόσον, δι᾿ ἐρημίαν τῶν διορθουμένων κατακρατοῦσαν τοῦ γένους». 601 Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς , Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας, MPG 77, 1072B-1089B.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Χρυσόστομο, λοιπόν, καί ἐντεῦθεν τό δόγμα περί τῆς αἰωνιότητος τῆς Κολάσεως602 ἐπισφραγίστηκε καί παγιώθηκε603. Στὸ Κεφάλαιο αὐτό θά δοῦμε κάποιες Πατερικές θέσεις σχετικά μέ τήν αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως, παρέχοντας ἀπαντήσεις μέσῳ αὐτῶν σέ ἐρωτήματα, ὅπως λ.χ. γιατί νά εἶναι αἰώνια ἡ Κόλαση, πῶς συμβιβάζεται αὐτό μέ τήν ἀγάπη τοῦ Παναγάθου Θεοῦ, γιατί νά κολαζόμαστε αἰωνίως γιά ἁμαρτήματα διαπραττόμενα σέ σύντομο χρόνο κ.ἄ. Θά κάνουμε τήν ἀρχή ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο, ἀφοῦ, ὅπως εἴδαμε, ἡ δική του θεολογική γνώμη περί τοῦ αἰωνίου τῆς Κολάσεως ὑπῆρξε γιά τήν Ἐκκλησία μας καθοριστική. Σέ ἕναν σπουδαιότατο λόγο του, πού ἐπιγράφεται «Εἰς τήν Δευτέραν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», ὁ χρυσολόγος καί δεινός ἑρμηνευτής τῶν Γραφῶν θά ἀπαντήσει μέ πειστικότητα ἀλλά καί αὐστηρότητα σέ ὅσους χαρακτηρίζουν τόν παναληθέστατο Θεό ὡς ψευδόμενο, ἀρνούμενοι τὴν ὕπαρξη τῆς αἰωνίου Κολάσεως. Θὰ ὁπλιστοῦμε ἐν προκειμένῳ μέ ἐπιχειρήματα σοβαρά καὶ θεολογικά, τά ὁποῖα μᾶς παρέχει ὁ Χρυσοστομικός κάλαμος μέσα ἀπό τό παρακάτω κείμενο, πού παραθέτουμε σέ μετάφραση ἀπό μία νέα ἔκδοση: «Πεῖτε μου, λοιπόν, ἐσεῖς πού χαρακτηρίζετε ψεύτη τὸν Θεό, πού σκέφτεστε ὅτι τά λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι γυμνά λόγια –χωρίς περιεχόμενο–, καί δέν λένε τήν ἀλήθεια, τί νομίζετε, ἀνόητοι; Δὲν τιμωρεῖται ἐκεῖνος ὁ πλούσιος πού παρέβλεψε τόν Λάζαρο; (Λουκ. 16, 25 -26). Δὲν διώχνονται ἀπό τόν νυφικό θάλαμο οἱ ἀνόητες παρθένες; (Ματθ. 25, 11-120). Αὐτοί πού δέν ἔθρεψαν τόν Χριστό –στό πρόσωπο τῶν πεινασμένων– , δέν διώχνονται στή φωτιά πού εἶναι ἑτοιμασμένη γιά τόν διάβολο καί τούς ἀγγέλους του; (Ματθ. 25, 46). Αὐτός πού εἶχε τά ρυπαρά ροῦχα καὶ δέθηκε χειροπόδαρα, δέν διώχνεται στή φωτιά; (Ματθ. 22, 11 -13). Αὐτός πού χρεωστοῦσε πολλά καί πού ἀπαίτησε τὰ ἑκατό δηνάρια ἀπό τὸν σύνδουλό του, δέν παραδίδεται στοὺς βασανιστές; (Ματθ. 18, 28 - 34 ). Αὐτό πού ἔχει λεχθεῖ γιά τούς μοιχούς, δέν εἶναι ἀλήθεια (Ματθ. 5, 27-28, 31-32), ὅτι δηλαδή ἐκεῖ τό σκουλήκι πού θά τούς τρώει δέν πεθαίνει καὶ ἡ φωτιά δὲν σβήνει’; (Μάρκ. 9, 44. 46. 48), ἤ αὐτά εἶναι μόνο ἀπειλές; Ναί, λέει. Καί πέστε μου, ἄθλιοι, ἀπό ποῦ τολμᾶτε νά ἀποφαίνεσθε γιὰ ἕνα τέτοιο πρᾶγμα, καί γι᾿ αὐτά βγάζετε ἀπό τόν ἑαυτό σας τήν ἄδικη γνώμη; Ἐγώ, ὅμως, καί ἀπό ὅσα εἶπε ὁ Χριστός καί ἀπό ὅσα ἔπραξε, θά προσπαθήσω νά ἀποδείξω τό ἀντίθετο. Διότι, ἐάν δέν πιστεύουμε γιά τίς μελλοντικές τιμωρίες, τουλάχιστον ἄς πιστέψουμε γι᾿ αὐτά πού ἤδη ἔγιναν. Γιατί, βέβαια, ὅσα ἔχουν γίνει καί ἀποδείχτηκαν μέ ἔργο, δέν εἶναι μόνο ἀπειλές καί λόγια. Ποιός λοιπόν κατέκλυσε ὅλη τήν οἰκουμένην τήν ἐποχή τοῦ Νῶε καί προκάλεσε τό φοβερό
602 Περισσότερα βλ. Ἰ. Κ α ρ μ ί ρ η , Δογματική κατὰ τὰς Παραδόσεις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰ. Καρμίρη, Ἀθῆναι 1995, σ. 360 ἑξ., Ν. Ε. Μ η τ σ ό π ο υ λ ο υ , Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, ΟΕΔΒ, Ἀθήνα 1990, σ. 397 ἑξ. 603 Π. Κ. Χ ρ ή σ τ ο υ , «Ἰωάννης Α’ ὁ Χρυσόστομος», ΘΗΕ 6 (1965) 1190.

130

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ἐκεῖνο ναυάγιο, καί ἔφερε τήν καταστροφή ὁλοκλήρου τοῦ γένους μας; (Γεν. 7, 1-24). Ποιός πάλι μετά ἀπό αὐτά ἔριξε ἐκείνους τούς κεραυνούς καί τή φωτια ἐπάνω στή γῆ τῶν Σοδόμων; (Γεν. 19, 24-25). Ποιός καταπόντισε ὅλη τήν Αἴγυπτο; (Ἔξ. 27-28). Ποιός ἔστρωσε νεκρούς τίς ἑξακόσιες χιλιάδες ἐπάνω στήν ἔρημο;…Ποιός διέταξε τή γῆ νά ἀνοίξει τό στόμα της γιά νά καταπιεῖ τούς συντρόφους τοῦ Κορέ καί τοῦ Δαθάν; (Ἀριθ. 16, 20-25)…Ὅτι βέβαια, ὁ Χριστός τά προξένησε αὐτά, ἄκουσε τόν ἴδιο νά τά προλέγει καί μέ παραβολές καί μέ σαφήνεια καί ξεσκεπάζοντάς τα…. Μέ σαφήνεια πάλι καί συνεχῶς, ὅπως ὅταν λέει ἀπειλῶντας ὅτι θά θανατωθοῦν μέ ξίφος καί θά ὑπάρξει ἀναστάτωση τῶν ἐθνῶν ἐπάνω στή γῆ, καθώς θά βουΐζει ἡ θάλασα καί ἡ τρικυμία μέ ἀγωνία οἱ ἄνθρωποι θά λιποθυμοῦν ἀπό τόν φόβο τους (Λουκ. 21, 24-26), καί «τά δεινά πού θά συμβοῦν τότε θά εἶναι τέτοια, πού δέν ξανάγιναν ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κόσμου μέχρι σήμερα καί οὔτε θά ξαναγίνουν» (Ματθ. 24, 21). Και ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ὁ Ἀνανίας καὶ ἡ Σαπφείρα, γιά τήν κλοπή λίγων νομισμάτων πόση τιμωρία δέχτηκαν (Πραξ. 5, 1 ἑξ.). Καί τίς καθημερινές συμφορές δέν τίς βλέπετε ὅσες ὑποφέρουμε ἁμαρτάνοντας; ἤ οὔτε αὐτά ἔχουν γίνει;…Πῶς, λοιπόν, θά μποροῦσε νά δικαιολογηθεῖ, ἄλλοι νά τιμωροῦνται καί ἄλλοι πάλι νά μήν τιμωροῦνται; Διότι, ἐάν δέν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός (Ἑβρ. 6, 10), ὅπως βέβαια ὁπωσδήποτε δέν εἶναι ἄδικος, ὁπωσδήποτε καί ἐσύ θά τιμωρηθεῖς ἁμαρτάνοντας. Ἐάν, ὅμως, ἐπειδή εἶναι φιλάνθρωπος ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ, τότε οὔτε αὐτοί –πού ἀναφέραμε– δέν ἔπρεπε νά τιμωρηθοῦν … Καί λέει κάποιος: γιά ποιό λόγο δέν τούς τιμωρεῖ ὅλους ἐδῶ604; Γιά νά δώσει στούς ἄλλους εὐκαιρία μετανοίας. Γιά ποιό λόγο, λοιπόν, δέν τούς τιμωρεῖ ὅλους ἐκεῖ; Γιά νά μή δυσπιστήσουν πολλοί γιά τήν πρόνοιά Του. Πόσοι ληστές, ἄλλοι πιάστηκαν καί ἄλλοι πέθαναν χωρίς νά τιμωρηθοῦν; Ποῦ εἶναι, λοιπόν, ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί ἡ δίκαιη κρίση; Διότι δικό μου εἶναι τό νά σέ ρωτήσω. Ἐάν γενικά κανεὶς δέν τιμωρεῖτο, θά μποροῦσες νά καταφύγεις σ᾿ αὐτό τό γεγονός, ὅταν ὅμως ἄλλοι θά τιμωρηθοῦν καί ἄλλοι δέν θά τιμωρηθοῦν, ἄν καί ἁμαρτάνουν χειρότερα, πῶς κανείς θὰ πεῖ ὅτι γιά τίς διαφορετικὲς ἁμαρτίες θά ἔχουν τίς ἴδιες τιμωρίες; Καί πῶς δέν θά θεωρήσουν, ὅσοι τιμωρήθηκαν, ὅτι ἀδικοῦνται»;605 Ὄντως, πολύ διδακτικά τά ἀνωτέρω θησαυρίσματα τοῦ Χρυσοστόμου, διά
Πολὺ διαφωτιστικὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ὅσα γράφει ὁ Ε ὐ σ έ β ι ο ς γιὰ τὴ Θεία τιμωρία στὴν παροῦσα ζωή: «καὶ τὶ θαυμάζομεν εἰ διὰ τυράννων ὁ Θεὸς κακίαν ἀναχυθεῖσαν ἐν πόλεσι καὶ χώραις καὶ ἔθνεσιν ἀποδιοπομπεῖται; Πολλάκις γὰρ μὴ χρώμενος ὑπηρέταις ἄλλοις αὐτὸς δι᾿ ἑαυτοῦ τοῦτ᾿ ἐργάζεται, λιμὸν ἐπάγων ἤ λοιμὸν ἤ σεισμὸν καὶ ὅσα ἄλλα θεήλατα, οἷς ὅμιλοι μεγάλοι καὶ πολυάνθρωποι καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν ἀπόλλυνται, καὶ πολλὴ μοῖρα τῆς οἰκουμένης ἐρημοῦται διὰ προμήθειαν ἀρετῆς. Ἱκανῶς μὲν οὖν εἴς γε τὰ παρόντα περὶ τοῦ μη τινα τῶν φαύλων εὐδαιμονεῖν, ὡς οἶμαι, λέλεκται· δι᾿ οὗ μάλιστα παρίσταται τὸ εἶναι πρόνοιαν. εἰ δὲ μηδέπω πέπεισαι, τὸν ἔθ᾿ ὑποικουροῦντα» (Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή, Die griechischen christlichen Schriftsteller, Berlin: Akademie-Verlag (1956), Βιβλ. 8, 14). 605 Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ , Γιὰ ὅσους λένε ὅτι δέν ὑπάρχει Κόλαση, μτφρ. Γ. Μαυρομάτη, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 2010.
604

131

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ τῶν ὁποίων λύνει πολλές ἀπορίες, πού διατυπώνονται κατά καιρούς, σχετικά μέ τήν τιμωρία καί τίς ἐπεμβάσεις τοῦ Δικαίου Θεοῦ μέσα στήν ἱστορία καί τόν κόσμο. Ὁ αὐτὸς μεγάλος Οἰκουμενικός Διδάσκαλος θά ἀπαντήσει μέσα ἀπό ἕνα ἄλλο κείμενό του καί στήν αἰτίαση αὐτῶν, πού θεωροῦν ὑπερβολικό καί μή λογικό τό νά ὑπάρχει μιά αἰώνια τιμωρία γιά μιά ἁμαρτία μικρῆς διαρκείας. Καὶ ἐμεῖς πολλές φορές διερωτόμαστε: Μά εἶναι δυνατόν γιά μιά ἁμαρτία, πού διαρκεῖ πολύ σύντομο χρόνο, νά κολάζεται ὁ (ἀμετανόητος) ἄνθρωπος αἰώνια; Βεβαίως, εἶναι λογικό, διότι δὲν ἐξετάζεται αὐτή καθ’ ἑαυτήν ἡ ἁμαρτία, ἀλλ᾿ ἡ προαίρεση τοῦ ἁμαρτάνοντος, ἡ στροφή τῆς βουλήσεώς του πρός τό κακό ἑνός ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, ἄν ζοῦσε αἰωνίως, αἰωνίως καί θά ἁμάρτανε! Ὁ Χρυσόστομος ἐν προκειμένῳ εἶναι σαφής: «Μή γάρ, ὅτι ἐν ῥοπῇ βραχείᾳ τά ἁμαρτήματα γίνεται, τοῦτο σκόπει καί διά τοῦτο καί τήν κόλασιν ῥοπῆς εἶναι νόμιζε»606. Μή νομίζεις, λέγει, ὅτι ἐπειδή τά ἁμαρτήματα γίνονται σέ μία σύντομη στιγμή, θά διαρκέσει καί ἡ Κόλαση μιά στιγμή! Δέν βλέπεις, συνεχίζει, τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐξαιτίας μιᾶς κλοπῆς καί μιᾶς μοιχείας607, πού συνέβη σέ σύντομη στιγμή, δαπάνησαν ὅλη τή ζωή τους σέ δεσμωτήρια καί μεταλλεῖα (τότε οἱ βαρυποινῖτες χρησιμοποιοῦνταν σέ ἐργασίες στά μεταλλεῖα) κ.ἄ., παλεύοντας μέ μυρίους θανάτους, καί δέν τούς ἔσωσε κανείς, οὔτε εἶπε πώς, ἐπειδή τό ἁμάρτημά τους συνέβη σέ σύντομο χρόνο, θά πρέπει καί ἡ τιμωρία νά εἶναι ἰσοδύναμη, δηλαδή σύντομη; «Οὐχ ὁρᾷς τούς ἀνθρώπους, οἵ, πολλάκις ὑπέρ μιᾶς κλοπῆς καί μιᾶς μοιχείας ἐν μικρᾷ ῥοπῇ γινομένης, ἐν δεσμωτηρίοις καί μετάλλοις ὁλόκληρον αὐτόν τόν βιον ἀνήλωσαν, λιμῷ διηνεκεῖ καί μυρίοις παλαίοντες θανάτοις; Καὶ οὐδείς αὐτούς ἐξείλετο, οὐδέ εἶπεν, ὅτι ἐν βραχείᾳ καιροῦ ῥοπῇ τὸ ἁμαρτημα γέγονε, δεῖ καί τήν κόλασιν ἀντίῤῥοπον τῇ ἁμαρτίᾳ καί τόν χρόνον ἔχειν»608. Πολύ ἀξιόλογες οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ ἱεροῦ Διδασκάλου καί ὄντως Χρυσοστόμου! Διότι καί ἐμεῖς, μέ τόν κοινό νοῦ, μποροῦμε νά συλλογιστοῦμε ὅτι, ἄν ἡ προσβολή τῶν νόμων τῆς πολιτείας συνεπάγεται ποινές δυσανάλογες χρονικά μέ τή διάρκεια τοῦ ἀδικήματος, διότι λ.χ. λίγα δευτερόλεπτα διαρκεῖ ἕνας φόνος, ἀλλ’ ἡ τιμωρία μπορεῖ νά εἶναι μιά ἰσόβια κάθειρξη, πῶς οἱ Θεῖοι ἀμετάβλητοι Νόμοι θά «δικάζουν» μέ «τιμωρίες» δυσανάλογες τῶν πνευματικῶν; Ἐντούτοις, οἱ κτιστοί νόμοι τῆς πολιτείας δέν μᾶς φαίνονται ἄδικοι, ἐνῶ οἱ πνευματικοί νόμοι, μᾶλλον οἱ συνέπειες τῆς παραβάσεως τοῦ πνευματικοῦ νόμου καὶ ἡ αἰώνια καταδίκη τῶν ἀμετανοήτων ἐκλαμβάνονται ὡς ἀδικία καί ὑπερβολή! Μία δέ φράση τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου, ὅτι, ὅπως ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ εἶναι μεγάλη, ἔτσι καὶ ἡ τιμωρία θὰ εἶναι μεγάλη, δέν ἀφήνει, νομίζουμε, περιθώρια παρερμηνείΕἰς Α’ Κορ. 9, ΕΠΕ 18, 246. Ἐκείνη τὴν ἐποχή δέν εἶχε ἀποποινικοποιηθεῖ ἡ μοιχεία καὶ ὑπῆρχαν ἀκόμη στὴν κοινωνία ἠθικοί φραγμοί. 608 Ὅπ.π., σ. 246-248.
606 607

132

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ας: «Ὥσπερ γάρ ἡ φιλανθρωπία αὐτοῦ μεγάλη, οὕτω καί ἡ κόλασις»609. Ἄς τά βλέπουν ὅσοι τά νοοῦν ὅλα ὡς μεταφορικά, ἀλληγορικά καὶ συμβολικά...! Ὄχι! Συμβολικά εἶναι τά ἀναφερόμενα στὸν ἐσχατολογικὸ Παράδεισο καὶ τὴν Κόλαση, εἰκόνες καί παραστάσεις κ.ἄ., εἰλημμένα μέσα ἀπὸ τὴν κτιστή μας πραγματικότητα, ὅπως ἀλλοῦ ἐξηγήσαμε, ὄχι ὅμως καί τό γεγονός αὐτὸ καθαυτό, δηλ. ὁ πυρήνας τῆς Εὐαγγελικῆς ἀφήγησης (onepoint-approach610), τ.ἔ. τῆς τιμωρίας καί τῆς δίκαιης ἀνταπόδοσης. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καταφεύγει σὲ αὐτὲς τὶς εἰκόνες τῆς Κόλασης, προκειμένου νὰ δηλώσει τὴν αἰώνια καταδίκη611· τὸ καταπληκτικότερο δὲ ὅλων αὐτῶν εἶναι ὅτι τὶς βίαιες καὶ σκληρὲς εἰκόνες αὐτὲς τῆς Κολάσεως τὶς διατυπώνει Αὐτὸς ἀκριβῶς ποὺ ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ στέλνει στὴν Κόλαση612. Καί αὐτά μᾶς τὰ ἔχει ἐξαγγείλει ὁ Θεός, τονίζει πάλι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἀπό ἀγάπη καί μόνο. Μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ λειτουργία τῆς Αἰώνιας Κόλασης, γιὰ νὰ μᾶς ἀπειλήσει, ἀκριβῶς ἐπειδή δέν θέλει νὰ μᾶς κολάσει! Προλαβαίνει διά τῆς ἀπειλῆς τόν κολασμό καί τήν αἰώνια καταδίκη μας, διότι, ἄν δέν μετανοήσουμε, τότε μᾶς περιμένει ὁ «ἀθάνατος θάνατος», ὅπως τόν ὀνομάζει ὁ ἱερός Πατήρ, λέγοντας ὅτι τούς ἀμετανοήτους «διαδέξηται ἀθάνατος θάνατος»613. Καὶ μᾶς καλεῖ μέ πόνο να σκεφτόμαστε «τό πῦρ τό ἄσβεστον καί τάς κολάσεις τάς πικράς καί ἀφορήτους ἐκείνας τάς εἰς ἀτελευτήτους αἰῶνας»614. Καὶ ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος σέ κάθε ἐποχή καὶ διατυπωνόταν καί τότε ἡ ἴδια ἔκφραση τῆς ἀπιστίας τῶν πολλῶν μέ τή γνωστή φράση «καί ποιός ἦρθε ἀπό ἐκεῖ καί μᾶς τά εἶπε», ὁ χαριτώνυμος Ἰωάννης ἀπαντᾷ: Ἀπό τούς ἀνθρώπους κανείς δέν ἦλθε. Ἀλλά ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, πού εἶναι ὁ πλέον ἀξιόπιστος, Ἐκεῖνος τό βεβαίωσε. Ἀλλά, θά πεῖς, λέγει, δέν βλέπεις τά ἐκεῖ. Οὔτε, ὅμως, σοῦ ἀπαντῶ, τόν Θεό τόν βλέπεις: «Καὶ τίς ἦλθε φησί, καί ἀπήγγειλε τά αὐτόθι; Ἀνθρώπων μέν οὐδείς. Ὁ Θεός δέ, ὁ πάντων ἀξιοπιστότερος ταῦτα ἀπεφήνατο. Ἀλλ᾿ οὐχ ὁρᾷς τά ἐκεῖ; Οὐδέ γάρ τόν Θεόν βλέπεις»615.

Ὅπ.π., σ. 248. Βλ. A. J ü l i c h e r , Die Gleichnisreden Jesu, τ. Ι, Tübingen 19102, S. 25-118, G. T h e i ß e n – A. M e r z , Der historische Jesus: Ein Lehrbuch, Vandenhoeck & Ruprecht, Gőttingen 20114, S. 292-296. 611 Βλ. Σ. Ἀ γ ο υ ρ ί δ η , «Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο», Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν 20 (2001) 195. 612 Ματθ. 13, 41. 25, 12. 30. 41. Πρβλ. Λεξικὸ Βιβλικῆς Θεολογίας, σ. 574, 576. 613 Στὸ τελευταῖο βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης, τήν Ἀποκάλυψη, λέγεται ὅτι ὅποιος νικήσει στὸν πνευματικό ἀγώνα, δὲν θὰ ἀδικηθεῖ ἀπό τὸν δεύτερο θάνατο, τόν μετά τόν βιολογικό, αὐτόν πού ὁ Χρυσόστομος ἀποκαλεῖ «ἀθάνατον θάνατον», καί εἶναι ὁ αἰώνιος ἀπὸ τοῦ Θεοῦ χωρισμός, ἡ αἰώνια Κόλαση: «Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τό Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις. Ὁ νικῶν οὐ μή ἀδικηθῇ ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ δευτέρου» (Ἀπ. 2, 11). 614 Ἰ ω . Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ Περί θανάτου, ΜPG 63, 810. 615 ΕΠΕ 19, 262.
609 610

133

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Καὶ σήμερα πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ὁ πλούσιος τῆς γνωστῆς Εὐαγγελικῆς διηγήσεως, θεωροῦν ὅτι, ἄν γινόταν μία νεκρανάσταση, ἄν ἐπανερχόταν στή ζωή ἕνας δικός τους ἄνθρωπος καί διαβεβαίωνε τά περί τῆς ἄλλης ζωῆς, θά πείθονταν αὐτοί καί οἱ συγγενεῖς, φίλοι τους κλπ. Ὅμως, τό ἀποτέλεσμα μιᾶς τέτοιας ἐνεργείας ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ θά ἦταν καί πάλι ἀρνητικό, ἀφοῦ εἶναι δεδομένη ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία στό νά ἐμπιστευθεῖ τόν Θεό καί ἡ πρός τά ἐνάντια κυρίως ρέπουσα προαίρεσή του. Ἔτσι, κάποιοι θά πίστευαν τό ἔκτακτο αὐτό γεγονός, ἄλλοι θά τό θεωροῦσαν ὡς φαντασία, μῦθο κλπ. Καί αὐτοί ἀκόμη οἱ ὁποῖοι θά τό ἀποδέχονταν, μέ τόν καιρό θά ἐξασθενοῦσε μέσα τους ὁ θαυμασμός καί ἡ ἔκπληξη (ἡ συνήθεια φθείρει τόν θαυμασμό, ὅπως λέγει ἕνα σοφό ἀπόφθεγμα) καί θά ἐπέστρεφαν στή ζωή καί τίς πράξεις τῆς καθημερινότητος, διπλά ἔνοχοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ… Ἄν ἡ καρδιά δέν ἑλκυστεῖ ἀπό τήν Εὐαγγελική ἀλήθεια καί πραγματικότητα, ἡ πρός στιγμή ἔκσταση και ἐντύπωση ἀπό θαύματα καί ἄλλα σημεῖα σβήνει γρήγορα καί τά πάντα πέφτουν στή λήθη καί στό περιθώριο. Μπορεῖ δέ, νά λειτουργήσει τό «σημεῖο» (θαῦμα) καί ἀρνητικά, ὅπως τό βλέπουμε στήν μετά ἀπό τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἐπιτεινόμενη κακία τῶν Φαρισαίων κατά τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πάλι ὁ ἱερός Χρυσόστομος θά μᾶς συμβουλεύσει νά μή ζητοῦμε ἀπό τούς νεκρούς νά μᾶς ποῦν ἐκεῖνα τά ὁποῖα πολύ καλύτερα μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιες Γραφές κάθε μέρα! Διότι, λέγει, ἄν μποροῦσαν νά μᾶς ὠφελήσουν οἱ νεκροί μέ τήν ἀνάστασή τους, θά γινόταν καί αὐτό καί δέν θά τό παρέλειπε ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ὁ Ὁποῖος μετέρχεται τά πάντα γιά τή σωτηρία μας. Ἄν, κατά τόν Χρυσορρήμονα, γινόταν αὐτό (δηλ. οἱ συχνές νεκραναστάσεις), οἱ μέν ἄνθρωποι μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου θά τό καταφρονοῦσαν καί αὐτό, ὅπως τόσα ἄλλα, ὁ δέ διάβολος θά τά ἐκμεταλευόταν ποικιλοτρόπως, μέ τήν εἰσαγωγή πλανῶν, ψευδῶν ἰδεῶν καί τήν ἐξαπάτηση μέσῳ ἀνθρώπων δῆθεν νεκρῶν καί δῆθεν ἀναστηθέντων κ.ο.κ. Ἄν τώρα, λέγει, πού δέν ἀνασταίνονται νεκροί, ἐξαπατοῦν πολλούς οἱ μορφές τῶν ἀποθανόντων μέ τά ὄνειρα καὶ προκαλοῦν καί βλάβη, πολύ περισσότερο τότε, ἄν ἐπικρατοῦσε ἡ ἰδέα ὅτι ἀνασταίνονται οἱ ἄνθρωποι, ὁπότε ὁ Σατανᾶς θά ἔφερνε στόν κόσμο μεγάλη ζημία καί ἀναταραχή616. Ὁ χρυσόρρειθρος ποταμός τῆς Ἐκκλησίας σέ ἄλλη ὁμιλία του μᾶς καθοπλίζει μέ ἐπιπλέον ἀδιάσειστη ἐπιχειρηματολογία περί τῆς Κολάσεως, παρουσιάζοντας μέ τή συνηθισμένη του γλαφυρότητα καί καλλιέπεια τίς ἀποδείξεις τῆς Θείας ἀξιοπιστίας μέσα ἀπό γεγονότα, πού συνέβησαν στόν κόσμο καί δι᾿ αὐτῶν ἐπαληθεύθηκαν τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Δέν βλέπεις, λέγει, μέ πόσα ἀπείλησε ὁ Θεός τούς Ἰουδαίους; Δέν πραγματοποιήθηκαν ὅλα, ἤ μήπως ἦταν μόνο λόγια; Εἶπε ὁ Χριστός ὅτι δέν θά
616 Πρβλ. Σ. Π απ α κ ώ σ τ α , Αἱ παραβολαί τοῦ Κυρίου, ἔκδ. Ἀδελφότητος Θεολόγων ἡ «Ζωή», Ἀθήνα 1980.

134

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

μείνει «λίθος ἐπί λίθου» στὴν Ἱερουσαλήμ617. Μήπως ἔμεινε; Καί τί ἔγινε, συνεχίζει, ὅταν ὁ Κύριος εἶπε ὅτι τά δεινά πού θά συμβοῦν τότε θά εἶναι τέτοια, πού δέν ἔχουν γίνει παρόμοια ποτέ618; Μήπως αὐτό δέν πραγματοποιήθηκε; Διάβασε, λέγει, τήν ἱστορία τοῦ Ἰώσηπου γιά τήν καταστροφή τῆς Ἱερουσαλήμ καί ἀκούγοντας αὐτά πού ἐκεῖνοι ἔπαθαν, δέν θά μπορέσεις οὔτε νά ἀναπνεύσεις! Διότι, ὅπως γράφει ο Ἰώσηπος, ἐκεῖνες οἱ συμφορές εἶναι χειρότερες ἀπό κάθε τραγωδία καί κανένας τέτοιου εἴδους πόλεμος ποτέ, λέγει, δέν κατενίκησε κανένα ἔθνος619. Μέ κάθε πειστικότητα, λοιπόν, ὅπως εἴδαμε ἀπό κάποια ἀποσπάσματα, δειγματοληπτικά, ὁ χρυσοστομικός κάλαμος μᾶς ἀπέδειξε τή «λογική» θά λέγαμε τῆς ὑπάρξεως τῆς «Κολάσεως τῆς ἀθανάτου»620. Αὐτό θά τό δοῦμε καί μέσα ἀπό ἄλλες Πατερικές θέσεις στή συνέχεια. Ἐντούτοις, ὁ ἀντίλογος τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ ἐπιμένει: Ἀφοῦ ὁ Θεὸς ὡς παντογνώστης γνώριζε τὴν Πτώση τῶν Πρωτοπλάστων και, στὴ συνέχεια, τὴν ἐπιβαλλόμενη τιμωρία τους στὴν Αἰώνια Κόλαση, γιατὶ νὰ ἐπιτρέψει τὴν ἐμφάνισή τους στὴ ζωή; Ἄν, ἐνῶ ἐπρόκειτο νὰ δημιουργηθοῦν χάρη στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἁμαρτήσουν ἐξ αἰτίας τῆς δικῆς τους προαίρεσης, ὁ Θεὸς ἀρνεῖτο τὴ δημιουργία τους, τότε τὸ Κακὸ (τοῦ ὁποίου τὴν ὕπαρξη ἐλεύθερα ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει) θὰ νικοῦσε τὴ Θεία ἀγαθότητα. Συνεπῶς, πιὸ θεοπρεπὲς ἦταν νὰ μὴ ἐμπόδιζε ὁ Θεὸς τὴν ὕπαρξη αὐτῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, καὶ ἀντὶ νὰ τοὺς τιμωρήσει, νὰ τοὺς συγχωρήσει. Ἄν, ὅμως, εἶναι δίκαιο νὰ τιμωροῦνται ὅσοι ἁμαρτάνουν καὶ δὲν μετανοοῦν, ἐπίσης δίκαιο θὰ ἦταν καὶ νὰ δημιουργηθοῦν621. Β) ΑΛΛΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ Τόσο ὁ ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅσο καί ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί Διδάσκαλοι, διαπνεόμενοι ἀπό ἀγάπη καί ἀνύστακτη φροντίδα γιά τίς ψυχές, τίς ὁποῖες ὁ Κύριος τούς εἶχε ἐμπιστευθεῖ, γιά νά ὁδηγήσουν στή σωτηρία καί τή θέωση, ὁμίλησαν αὐστηρά ἀλλά καί πολύ πατρικά πρός αὐτούς, περιγράφοντας τά αἰώνια καὶ ἀτελεύτητα δεινά, μέ σκοπό καί μόνο τή μετάνοια τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά ἀποφύγουν τήν τιμωρία, τήν Κόλαση, τόν «ἀθάνατον θάνατον». Οἱ θεοκίνητοι Πατέρες, ἔχοντας ἐντός τους ὡς μόνιμη κατάσταση τόν (ὑγιῆ) φόβο τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀγωνία ὅπως μή ἐκπέσουν τῆς ἀγάΜατθ. 24, 21. Ματθ. 24, 21. 619 Ὅπ.π., «Εἰς την Δευτέραν Παρουσίαν…», μετάφρ. Γ. Μαυρομάτη, σ. 17. 620 Ἰ ω . Χ ρ υ σ . , Πρὸς τοὺς ἔχοντας συνεισάκτους, ed. J. Dumortier, Paris: Les Belles Lettres, 1955: 44-94, Εἰς Ἰω. 65, 3, MPG 59, 365, Εἰς Ρωμ., 11, 4, MPG 60, 488: «ἀθάνατος ἔσται ἡ Κόλασις», Εἰς Ψαλμ. 49, 6, MPG 55, 249: «ἀθάνατος γὰρ ἡ τιμωρία, καὶ τὰ σώματα δὲ τὰ κολαζόμενα ἀθάνατα». 621 Ἀ. Η. Σ π υ ρ ά κ η , Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον Ἀγάπη, Ἀθήνα 1999, σ. 124.
617 618

135

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ πης τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα πού κατ᾿ ἐξοχήν συνιστᾶ Κόλαση ἀνυπόφορη, διεσάφησαν ὅ,τι τούς ἐνέπνευσε ὁ Κύριος σχετικά μέ τήν αἰώνια μετά θάνατο πραγματικότητα, ἔστω καί μέ τρόπο αὐστηρό κάποιες φορές, ἀποβλέποντας στή μεταστροφή τῶν ἀνθρώπων, τήν ἐπάνοδό τους στή σφαῖρα τῆς ἀρετῆς. Ὁ ἅγιος Κύριλλος, ὅπως καί πρίν ὁ ἱ. Χρυσόστομος, τονίζει ὅτι τό βραχύ τῆς ἁμαρτίας συνεπάγεται τό αἰώνιο τῆς Κολάσεως. Οἱ φράσεις μάλιστα «ἀτελεύτητος» καί «οὐκ ἔχουσα τέλος», φανερώνουν ἀρίδηλα τή συμφωνία τοῦ ὑπερμάχου τῆς Θεοτόκου καί προέδρου τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἁγίου Κυρίλλου, μέ τούς πρώτους Πατέρες, σχετικά μέ τήν αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως. Νωρίτερα, ὁ Μέγας οὐρανοφάντωρ Βασίλειος, σέ κείμενά του, ὅπως στούς λεγομένους «Ὅρους κατ᾿ ἐπιτομήν», εἶχε ὑπογραμμίσει ἐπίσης τό αἰώνιο καὶ ἀτελεύτητο τῆς Κολάσεως, καί μάλιστα ἐπισήμανε ὅτι ὁ προσδιορισμός τοῦ «αἰωνίου» στὸ ἱερό Εὐαγγέλιο ἀναφέρεται ἐξίσου καί στούς δικαίους καί στούς ἀδίκους, ἀφοῦ ὁ Κύριος στή σχετική ἀναφορά Του ἐπανέλαβε τήν ἴδια λέξη, ὅπως τό βλέπουμε, λέγοντας ὅτι «καὶ ἀπελεύσονται οὖτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δε δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον»622. Ὅπως εἶναι αἰώνια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἔτσι εἶναι αἰώνια καί ἡ Κόλαση. Ἄν τελειώσει ποτέ ἡ Κόλαση, θὰ τελειώσει καί ἡ Αἰώνια Ζωή, γράφει ὁ ἁγιώτατος ποιμένας τῆς Καισάρειας· καί ὑπογραμμίζει ὅτι εἶναι καί αὐτό ἴδιον τῆς μεθοδίας τοῦ διαβόλου νά παρακινεῖ τούς ἀνθρώπους νά ξεχνοῦν τόσα καί τόσα λόγια τοῦ Θεοῦ καί νά νομίζουν καί νά τολμοῦν νά διακηρύσσουν ὅτι θά ἔχει τέλος ἡ Κόλαση: «…ἕν καὶ τοῦτο τῆς μεθοδείας τοῦ διαβόλου, τό τούς πολλούς τῶν ἀνθρώπων, ὥσπερ ἐπιλαθομένους τῶν τοσούτων καί τοιούτων τοῦ Κυρίου ῥημάτων καί ἀποφάσεων, τέλος κολάσεως εἰς τό μᾶλλον κατατολμᾶν τῆς ἁμαρτίας ἑαυτοῖς ὑπογράφειν. Εἰ γάρ τῆς αἰωνίου κολάσεως ἔσται ποτέ τέλος, τέλος ἕξει καί ἡ αἰώνιος ζωή … Ἡ γάρ τοῦ αἰωνίου προσθήκη ἐφ᾿ ἑκατέρων ἴσως κεῖται. Ἀπελεύσονταί φησιν, οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον»623. Καὶ οἱ πρώτοι Ἀποστολικοί Πατέρες καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς, στοιχούμενοι στά ἀθάνατα καὶ ἀκατάλυτα λόγια τοῦ ἀκαταλύτου Λόγου τοῦ Θεοῦ, πίστευαν καί κήρυτταν τό αἰώνιον τῆς Κολάσεως, ὅπως τό βλέπουμε σέ κείμενα λ.χ. τοῦ Κλήμεντος Ἀλεξανδρέα, Κλήμεντος Ρώμης, Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου, Θεοφίλου, Εἰρηναῖου, στήν πρός Διόγνητο ἐπιστολή κ.λπ. Βλέπουμε δέ καί τήν ὁμολογία τῶν μαρτύρων ἐν προκειμένῳ, ὅπως τοῦ ἁγιωτάτου ἐπισκόπου Σμύρνης, Πολυκάρπου. Ὅταν ὁ ἀνθύπατος ἀπείλησε τόν νεάζοντα στό φρόνημα ἀλλὰ γέροντα στὴν ἡλικία Ἀρχιερέα ὅτι θά τόν ρίξει στὴ φωτιά, τί ἀπάντησε εὐθαρσῶς ὁ πραγματικός δοῦλος τοῦ Θεοῦ; Μέ ἀπειλεῖς μέ φωτιά πού λίγο καίει καί γρήγο622 623

Ματθ. 25, 46. Μ. Β ασ ι λ ε ί ο υ , Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, ΜPG 31, 1265 Α.

136

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ρα σβήνει, ἀλλ’ ἀγνοεῖς τή φωτιά τῆς αἰωνίου Κολάσεως, πού περιμένει τούς ἀσεβεῖς: «Πῦρ ἀπειλεῖς με τό πρός ὥραν καιόμενον καί μετ᾿ ὀλίγον σβεννύμενον∙ ἀγνοεῖς γὰρ τό τῆς μελλούσης κρίσεως καί αἰωνίου κολάσεως τοῖς ἀσεβέσι τηρούμενον πῦρ»624. Ὁ μέγας δογματολόγος Πατήρ, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, μέ τό ποιητικό του τάλαντο θά μᾶς περιγράψει καί αὐτός τή φοβερή πραγματικότητα τῆς αἰωνίου Κολάσεως στήν κατανυκτική Ἐξόδιο Ἀκολουθία, πού ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας: «Ἀμέτρητος ὑπάρχει τοῖς ἀσώτως βιοῦσιν ἡ κόλασις, βρυγμός ὀδόντων καί κλαυθμός ἀπαράκλητος, γνόφος ἀφεγγής καί σκότος ἐξώτερον, δάκρυα ἀνενέργητα καί κριτής ἀσυμπάθητος». Ὁ αὐτὸς ἱερὸς Πατὴρ, συντασσόμενος στὴν ἑρμηνευτικὴ γραμμὴ τοῦ Μ. Βασιλείου625, γράφει σαφῶς ὅτι τὸ πῦρ τῆς Κολάσεως θὰ εἶναι ὄχι ὑλικό, «ἀλλ’ οἷον εἰδείη Θεός»626 καὶ αἰώνιο: «τὸ πῦρ αὐτῶν οὐ σβεσθήσεται», ἀλλὰ θὰ εἶναι «ἀνέσπερον, ἀδιάδοχον καὶ ἀτελεύτητον»627. Γιά «ἀφώτιστον σκότος» καί αἰωνιότητα («ἀτελεύτητον» καὶ «μηδὲ λήγοντος θανάτου, τῆς μελούσης κολάσεως») τῆς Κολάσεως ὁμιλεῖ καί ὁ μεγάλος Θεολόγος τοῦ 14ου αἰῶνος, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Γράφει σχετικὰ ὁ Ἅγιος, ἑρμηνεύοντας τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «ζωὴν μὲν τὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἀϊδίου βασιλείας, θάνατον δὲ τὴν διαιωνίζουσαν ἐκείνην κόλασιν»628. Ὁμοίως, σέ κάποια ὁμιλία του ὁ αὐτὸς ἱερὸς Πατὴρ ἐρωτᾷ: Ποιός θά ὑπομείνει τό ἐξώτερο καί ἀφώτιστο ἐκεῖνο σκότος, τόν ἄπαυστο καί ἀπαραμύθητο ἀπό τό σφοδρό πένθος κλονισμό καί βρυγμό τῶν ὀδόντων, τήν ἀτελείωτη καί ἀφόρητη ἀπό τήν καύση ὀδύνη τοῦ ἀσβέστου πυρός; «Τίς ὑπομενεῖ τό ἐξώτερον καί εἰς αἰῶνας ἀφώτιστον ἐκεῖνο σκότος, τόν ἄπαυστον καί ἀπαραμύθητον ἐκ σφοδροῦ πένθους κλόνον καί βρυγμόν καί συγκρουσμόν τῶν ὀδόντων, τήν ἄληκτον καί ἀφόρητον ἐκ τῆς καύσεως ὀδύνην τοῦ ἀσβέστου πυρός;»629. Ὁ ἴδιος Πατήρ καί κήρυκας τῆς Χάριτος Γρηγόριος, ἀκολουθώντας πιστὰ τὸν Μ. Βασίλειο630, ἀφοῦ κάνει μία θεολογική ἑρμηνεία γύρω ἀπό τό «ἐξώτερον σκότος», στό ὁποῖο ρίπτεται ὁ μή ἔχων ἔνδυμα γάμου, ὅπως

Μαρτύριον τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου 11, 2, ed. H. Musurillo, The acts of the Christian martyrs, Oxford: Clarendon Press, 1972: 2-20. 625 Εἰς τὴν Ἑξαήμερον, MPG 29, 28-52. 626 Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ρ’, σ. 238-239, 27, MPG 94, 1228A. 627 Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 94, 1228Α, Ἱερὰ Παράλληλα, MPG 95, 1185A. 628 «Πρὸς Ξένην μοναχήν», ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ, Ἀθῆναι 1976, τ. Δ’, σ. 94. 629 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ τ ο ῦ Π α λ α μ ᾶ , Ἔργα, ὁμιλ. ΚΖ’, ΕΠΕ 10, 190. 630 Εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν 13, MPG 30, 585A: «Ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ οὐκέτι ἔργον, οὐκέτι ἐξομολόγησις· ἀλλ’ αἱ μὲν χεῖρες δεδεμέναι καὶ οἱ πόδες τοῖς δεσμοῖς τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων. Δήσαντες γὰρ αὐτῶν χεῖρας καὶ πόδας, ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον. Γλῶσσα δὲ οὐκέτι ἐξομολόγησιν, οὐδὲ αἴνεσιν Θεοῦ λαλήσει, ἀσχολουμένη περὶ τὸν στεναγμὸν τὸν ἐκ τῶν πόνων αὐτῇ ἐγγινόμενον. Διὰ τοῦτο ἔρχεται ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἀνίατος».
624

137

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ εἶπε ὁ Κύριος στή σχετική Παραβολή631, ἐπάγει κατηγορηματικά ὅτι, ὅσοι δέν μετανόησαν ἐδῶ, τότε θά στερηθοῦν καί τῆς Θείας ἀνοχῆς καί μακροθυμίας καί τῆς ἀπό τά αἰσθητά κτίσματα τοῦ Θεοῦ ἀπολαύσεως, καί ἔτσι, ἀφοῦ βρεθοῦν μακριά ἀπό τόν Θεό καί χωρίς ἐλπίδα, θά παραδοθοῦν στήν αἰώνια Κόλαση632. Τό χειρότερο δέ ὅλων, πού θά αὐξάνει τήν ὀδύνη καί θά συνιστᾶ τήν πλέον βασανιστική κατάσταση τῶν κολαζομένων, θά εἶναι ἡ αἰώνια συμβίωση μέ ἐκεῖνον γιά τόν ὁποῖο καί μόνο ἔγινε ἡ Κόλαση, κατά τά ἀψευδέστατα λόγια τοῦ Κυρίου∙ θὰ εἶναι ἡ συνύπαρξη μέ τόν πονηρό διάβολο! Καί πάλι ὁ Οἰκουμενικός Διδάσκαλος, Βασίλειος, θά μᾶς πληροφορήσει ὅτι δυστυχῶς κοντά στόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἔχει κάνει πολλά πονηρά πράγματα στήν ἐπίγεια ζωή του, θά βρίσκονται Πνεύματα φοβερά, μέ σκοτεινές ὄψεις, πού ἀπό τά μάτια καί τό στόμα τους βγάζουν φωτιές, λόγῳ τῶν κακῶν τους διαθέσεων, τά δέ πρόσωπά τους εἶναι σκοτεινά σάν τή νύκτα, διότι διακρίνονται ἀπό σκυθρωπότητα καί μισανθρωπία: «Εἶτα, τῷ πολλά πονηρά πεποιηκότι κατά τόν βίον, φοβεροί τινές καί κατηφεῖς παρίστανται ἄγγελοι (= πνεύματα), πῦρ βλέποντες, πῦρ ἀναπνέοντες, διά τήν πικρίαν τῆς προαιρέσεως, νυκτί ἐοικότες τά πρόσωπα, διά τό κατηφές καί μισάνθρωπον»633. Φοβερό πρᾶγμα, λοιπόν, τό νά μένει κανείς γιά πάντα, αἰωνίως μέ αὐτούς οἱ ὁποῖοι τόν μισοῦν καί τούς ὁποίους καί αὐτός μισεῖ! Εἶναι τό χειρότερο δεινὸ τῆς Κολάσεως, ὅπως θὰ γράψει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καὶ θὰ τὸ παραθέσει στὸ Ἐξομολογητάριό του ὁ ἐκ Νάξου Ἁγιορείτης φωστήρας, ὅσιος Νικόδημος: «Ἔστι πάσης κολάσεως κολαστικώτερόν τε καὶ δεινότερον τό διαπαντός συνεῖναι τοῖς μισοῦσι καί μισουμένοις»634. Δὲν ἀντέχουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ βλέπουμε γιὰ λίγες ἔστω στιγμὲς κάποιον ὁ ὁποῖος εἶναι ἐχθρός μας∙ πῶς μπορεῖ νὰ χωρέσει ὁ νοῦς τὴν ἀδιανόητη τραγωδία ὅσων κολαστοῦν, ἡ ὁποία, μεταξύ τῶν ἄλλων, θὰ συνίσταται καὶ στὴ συγκατοίκηση μὲ τὰ πονηρὰ καὶ ἀκάθαρτα Πνεύματα στὸ διηνεκές;!..

Ματθ. 22, 13. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ τ ο ῦ Π α λ α μ ᾶ , Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, λόγος 1, 3, ΕΠΕ 2, 144, Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν νομοθεσίας, MPG 150, 1092A, Ὁμιλία Δ’ εἰς τὸ εὐαγγέλιον τῆς Β’ τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας, MPG 151, 60A-C, Ὁμιλία ΚΖ’ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ θέρους, MPG 151, 348D-349B, Ὁμιλία ΜΗ’ εἰς τὸ τῆς Ε’ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον, ΕΠΕ 11, 152, Ἔργα, ὁμιλ. ΚΖ’, ΕΠΕ 10, 190: «…Τότε εἶπεν ὁ βασιλεύς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καί χεῖρας ἄρατε αὐτόν καί ἐκβάλετε εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων». 633 Μ. Β ασ ι λ ε λ ι ο υ , Εἰς Ψαλμ. 33, MPG 30, 327Α-Β. 634 Ν ι κ ο δ ή μ ο υ τ ο ῦ Ἁ γ ι ο ρ ε ί τ ο υ , Ἐξομολογητάριον, ἔκδ. Ν. Παναγοπούλου, Ἀθῆνα 1994, σ. 243.
631 632

138

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;
Α) Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ Πρίν ἀναφερθοῦμε στή θεωρία περί τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων, ἡ ὁποία ἕλκει τίς ρίζες της στούς πρώτους Ἀποστολικούς χρόνους καί ἡ ὁποία ἔχει καταδικαστεῖ ἐπίσημα ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μέσα σέ Οἰκουμενικές Συνόδους, θά σημειώσουμε καθηκόντως ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί «πιστεύομεν ἀδιστάκτως τῇ καρδίᾳ καί ὁμολογοῦμεν τῷ στόματι εἰς σωτηρίαν» (ὅπως θά ἔλεγε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ σοφός Διδάσκαλος), ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα τό ἀψευδέστατο Δεσποτικό στόμα ἔχει ἐξαγγείλει μέσῳ τοῦ Θείου καί ἱεροῦ Εὐαγγελίου γιὰ τὴν αἰώνια Ζωή. Τά Κυριακά λόγια στό κατά Ματθαῖον ἱερὸ Εὐαγγέλιον (κεφ. 25) εἶναι ξεκάθαρα: «Καί ἀπελεύσονται οὗτοι (ἐνν. οἱ ἀμετανόητοι) εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον». Ἐνῶ, λοιπόν, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι «οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν καί οὕτω κηρύσσομεν» γιὰ τὴν αἰωνιότητα τῆς ἄλλης ζωῆς, κάποιοι παλαιοί θεολόγοι καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς, στήν προσπάθειά τους νά προσεγγίσουν τό μυστήριο τῶν ἐσχάτων (τή λεγόμενη Ἐσχατολογία), καί εἰδικά τόν τρόπο τῆς ὁλοκληρώσεως τοῦ Θείου σχεδίου γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἀποκαταστάσεως ὅλης τῆς δημιουργίας στό «ἀρχαῖον κάλλος», δυστυχῶς … ἐξῆλθαν τῶν ὁρίων τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι εὔκολο τό γεγονός τῆς παρερμηνείας διαφόρων Εὐαγγελικῶν χωρίων καί τῆς θεωρήσεώς τους ἀποσπασματικά, ἐκτός δηλ. τοῦ πλαισίου τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας, τῆς Πατερικῆς. Εἶναι ὄντως εὔκολη ἡ πλάνη στόν ἀτελῆ καί πεπερασμένο ἄνθρωπο, ἄν παρασυρθεῖ ἀπὸ τὴν οἴηση καὶ δὲν εἶναι πολύ προσεκτικός στήν προσέγγιση τῶν Θείων, ἀφοῦ αὐτή (ἡ πλάνη) εἶναι «ὁ νόμος τῆς ἡμετέρας διανοίας», ὅπως εὔστοχα γράφει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ635. Ἔτσι, λοιπόν, ἡ θεωρία γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν πάντων, φάνηκε ὅτι ἔχει ρίζες Εὐαγγελικές, ἀφοῦ ὑπάρχουν κάποιες ἀναφορές σὲ ἐδάφια Εὐαγγελικά καί Ἀποστολικά, πλήν ὅμως, ἄλλη εἶναι ἡ «ἀποκατάσταση» ἤ, ὀρθότερον, «ἀνακεφαλαίωσις» (Recapitulatio), πού κηρύσσει τό Εὐαγγέλιο καὶ οἱ Πατέρες (Εἰρηναῖος, Μάξιμος Ὁμολογητὴς) καί συνδέεται μέ τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, μέ τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, τὸ τέλος τοῦ κόσμου καί τήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος», ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως,

635 Ὁ αὐτός ἅγιος Πατήρ καί νηπτικός διδάσκαλος θά μᾶς συστήσει νά ἀρκούμαστε στά παραδεδομένα ἀπό τούς Θείους Πατέρες καί νά ἀποφεύγουμε νά δογματίζουμε, δηλαδή νά ἀσχολούμαστε συλλογιστικά καί διανοητικά μέ δογματικές ἀλήθειες, διότι παντοῦ ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος τῆς πλάνης: «Φεῦγε τοῦ δογματίσαι» (Ἀβ. Ἰ σ α ά κ , Ἀσκητικά, σ. 35).

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ καὶ ἄλλη εἶναι ἡ ἀποκατάσταση, τήν ὁποία πρέσβευε ὁ Ὠριγένης, ὁ Εὐάγριος κ.ἄ, ἐπηρεασμένοι ἀπό τὸν κυκλικὸ τρόπο σκέψης τοῦ Πλατωνισμοῦ. Ἄν, παρατηρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος, ἔχει τέλος ἡ Κόλαση, θὰ ἔχει καὶ ἡ Αἰώνια Βασιλεία, ἀλλὰ, βέβαια, τότε δὲν θα εἶναι, οὔτε θὰ λέγεται Αἰώνια636! Κατά τήν ἀναφορά μας στό ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων, θά ἐπιχειρήσουμε μιά καταβύθιση στήν πολυσύνθετη Ὠριγενική σκέψη, ὅπως αὐτή ἐκτίθεται στά σχετικά συγγράμματα τοῦ Ὠριγένη. Ὁ Ὠριγένης, γνωστός στούς μελετητές ὡς χαλκέντερος, ὡς θελογική διάνοια τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ὡς δεινότατος ἑρμηνευτής τοῦ Εὐαγγελιου καί πολυγραφότατος συγγραφέας, σέ μιά ἐποχή κατά την ὁποία δέν εἶχαν διατυπωθεῖ καί παγιωθεῖ τά δόγματα τῆς Πίστεως, ὅπως ἔγινε ἀργότερα μέ τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, διατύπωσε τό περί Ἀποκαταστασεως τῶν Πάντων φρόνημα, θεολογώντας ἀλλά κυρίως φιλοσοφώντας Πλατωνικὰ πάνω στό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ μεγάλος Ἀλεξανδρινός θεολόγος παρερμήνευσε κάποια χωρία Εὐαγγελικά καί Ἀποστολικά, τά ὁποῖα κάνουν λόγο γιά τό γεγονός ὅτι ὅλος ὁ κόσμος, ὁρατός και ἀόρατος, κατατείνει, σύμφωνα μέ τό Θεῖο σχέδιο, πρὸς ἕνα τέλος, μιά κατάληξη, μιά ἀποκατάσταση τῶν πάντων, ὅπου θά καταργηθεῖ τό κακό καί κάθε ἐχθρός καί ἐνάντιος τοῦ Θεοῦ, καί ὅλα θά εἶναι ἑνωμένα μέ τόν Θεῖο Δημιουργό. Τὴ δοξασία αὐτὴν τόνιζε κυρίως, γιὰ νὰ αἰτιολογήσει λογικὰ τὴ μὴ αἰώνια αὐτοδυναμία τοῦ κακοῦ. Ὁ Εἰρηναῖος, ἕνας ἀπό τούς πρώτους ἀποστολικούς Πατέρες, θὰ γράψει σχετικά ὅτι ὁ Θεός «ἐν τῷ τέλει τῶν καιρῶν μέλλει ἔρχεσθαι εἰς τό καταργῆσαι πᾶν τό κακόν καί εἰς τό ἀποκαταλάξαι τά πάντα, ἵνα ᾖ πάντων τῶν μιασμάτων τό τέλος»637. Τὸ γνωστό Ἀποστολικό χωρίο «ἵνα ᾖ ὁ Θεός τά πάντα ἐν πᾶσι»638, ὅπως καὶ ἄλλα συναφῆ, ἔπεισαν τόν Ὠριγένη ὅτι ἡ ἁμαρτία τῶν ἀδυνάτων κτισμάτων εἶναι ἀδύνατον νὰ προσδιορίζει τό ἄπειρο βάθος τῆς Θείας Ἀγάπης, καὶ ὅτι ὁ Θεός, ἐν τέλει, θά ἀποκαταστήσει στό «ἀρχαῖον κάλλος» ὅλα τά κτίσματά Του, ἀκόμη καί αὐτούς τούς δαίμονες639. Ἔτσι, κατά τόν Ὠριγένη, ἡ Κόλαση τῶν ἀσεβῶν ἀνθρώπων καί τῶν δαιμόνων θά λάβει κάποτε ἕνα τέλος, ὅπως γράφει ἕνα πολύ ἐκφραστικό χωρίο, τό πιό ἴσως δηλωτικό τῆς θεωρίας του: «Πάντων ἀσεβῶν ἀνθρώπων καί πρός γε δαιμόνων ἡ κόλασις πέρας ἔχει∙ καί ἀποκατασταθήσονται ἀσεβεῖς τε καί δαίμονες εἰς τήν προτέραν αὐτῶν τάξιν»640. Ὁ Ὠριγένης ὁδηγήθηκε στήν ἀνωτέρω κακόδοξη διατύπωση, ἑρμηνεύοντας κατά τρόπο ἀπόλυτο καί φιλοσοφικό (βλ. Ἀγαπισμό641) τό μυστήὍροι κατ’ ἐπιτομήν, MPG 31, 1264C-1265D. Βλ. Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ , «Ἐπιστήμη καὶ Θρησκεία», ΘΕΟΛΟΓΙΑ 65/4 (1994) 624. 638 Α’ Κορ. 15, 28. 639 Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ , ὅπ.π., σ. 626. 640 Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς , Περί Ἀρχῶν Β’, 10, ΒΕΠ 16, 311. 641 Τὴ δοξασία αὐτὴ υἱοθέτησε καὶ ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Ἱ ε ρ ώ ν υ μ ο ς Κ ο τ σ ώ ν η ς , συγγράφοντας τὸ ἔργο του <Ἀγαπισμός: Τὸ καινούργιο σύστημα ζωῆς> (Ἀθῆναι 19802).
636 637

140

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;

ριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράζεται ὡς κεντρική ἰδέα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ μέ τή γνωστή ρήση: «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν»642. Ἡ πρόθεση τοῦ μεγάλου Ἀλεξανδρινοῦ διδασκάλου δέν ἦταν κακή! Μή ξεχνοῦμε ὅτι ὑπῆρξε υἱός μάρτυρος, τοῦ ἁγίου Λεωνίδου, τόν ὁποῖο μάλιστα εἶχε τήν ἐπιθυμία νά ἀκολουθήσει (στή νεανική ἡλικία τῶν 17 ἐτῶν), ἀλλ’ ἐμποδίστηκε ἀπό τή μητέρα του. Ἐνθάρρυνε δέ τόν μάρτυρα πατέρα του ὁ νεαρός Ὠριγένης μέ μία περισπούδαστη ἐπιστολή του. Ἡ ἐκκλησιαστική Γραμματεία, ὡστόσο, μεταξύ ἄλλων, ἔχει διασώσει καί ἕνα μνημειώδη λόγο του, πού τιτλοφορεῖται «Εἰς μάρτυρας προτρεπτικός». Δέν ἦταν, λοιπόν, ὁ τυχαῖος θεολόγος καὶ ἐκκλησιαστικός ἄνδρας. Ὅμως, δέν ἀρκεῖ ἡ πρόθεση, ἀλλά χρειάζονται καί ἄλλα στοιχεῖα, προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νά ἑρμηνεύσει ἀπλανῶς τίς Θεῖες Γραφές… Ὁ Ὠριγένης, καίτοι σοφός καὶ πολυγραφότατος ἑρμηνευτής643, δυνατός στή σκέψη, ἔκπαγλος στόν λόγο, βαθύς στήν ἀνάλυση, δέν κατόρθωσε νά παραμείνει ἕως τέλους ὁ Ὀρθόδοξος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἦταν στήν ἀρχή. Ἡ μεγάλη του θεολογική ἐμβρίθεια φαίνεται καί στό γεγονός ὅτι πρῶτος αὐτός ὀνόμασε τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Θεοτόκον, πολεμώντας τόν Νεστοριανισμό. Καταφαίνεται, ἐπίσης, ἡ μεγάλη ἀξία του καί ἀπό τήν περίφημη Φιλοκαλία, τήν ὁποία συνέταξαν οἱ δύο μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, Μ. Βασίλειος καί Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐρανιζόμενοι ἀπό τά συγγράμματα τοῦ Ὠριγένη τό ὑλικό αὐτῆς τῆς σπουδαιότατης ἐργασίας, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, ἔχει χαθεῖ. Καί, ὅμως, αὐτός ὁ μέγας, κατέστη μετά ταῦτα, μέγας στήν κακοδοξία, «ταμεῖον πλανῶν καί αἱρέσεων», ὅπως σχετικὰ ἔχει γραφεῖ. Ὁ Ὠριγένης ἔφθασε στή διατύπωση τῆς θεωρίας περί ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων, ἀφοῦ ἐκλογίκευσε τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Καί ἐνῶ ἡ πολυσύνθετη σκέψη του ἀναχώρησε ἀπ᾿ τό δεδομένο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ὄντως ἔσωσε τὸ «ἀπολλωλός», τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο, στό τέλος ἔφθασε στό ἄλλο ἄκρο, στήν κατ᾿ οὐσίαν κατάργηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ πλέον, κατά τό Ὠριγένειο σύστημα, ἡ Θεία ἀγάπη ἐκδιπλώνεται ὡς μία φυσική κυκλικῶς (κατὰ Πλάτωνα) ἀναγκαιότητα, καί ὄχι ὡς ἐλεύθερη βούληση! Μέ ἄλλα λόγια, δηλαδή, κατά τόν Ὠριγένη, ὁ Θεός, ἐπειδή εἶναι Ἀγάπη, θέλει, δέν θέλει, θά σώσει κάποτε τούς πάντες καί τά πάντα, ἐπιβάλλοντας τὴν Ἀγάπη Του! Ὁ Θεός ὅμως, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν Πατερική διδασκαλία, εἶναι Κύριος ὅλων καί πανελεύθερος· δέν ὑπόκειται σὲ ἀναγκαιότητες, δέν περιορίζεται, δέν εἶναι ἀτελής, ἀλλ᾿ εἶναι παντέλειος καί ἀνενδεής, καί σέβεται τήν ἀνθρώπινη ἐπιλογή καί τό αὐτεξούσιο, πού Ἐκεῖνος χάρισε στό πλάσμα Του. Ἑπομένως, ὁ Θεός δέν σώζει ἀναγκαστικά, μεταβάλοντας

642 643

Α’ Ἰω. 4, 8-16. Κατά τὶς ἱστορικές μαρτυρίες, ὁ Ὠριγένης συνέγραψε περίπου 6.000 ἔργα!

141

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ μιά παγιωμένη κατάσταση ἀμετανοησίας καί ἀλλοτρίωσης τοῦ πλάσματός Του ἀπ᾿ Αὐτόν! Ὁ χρυσορρήμων Ἰωάννης θὰ μᾶς πεῖ ἐν προκειμένῳ ὅτι ὁ Θεός, ὅσοι δὲν θέλουν νὰ σωθοῦν, αὐτοὺς δὲν τοὺς πιέζει, δὲν τοὺς ἐξαναγκάζει. Ὅσοι, ὅμως, ἐπιθυμοῦν τὴ σωτηρία, αὐτοὺς τοὺς ἕλκει κοντά Του μὲ τὴν ἄκτιστη Χάρη Του: «Βούλομαι δὲ τοῦτον ὑμᾶς ἀκριβῶς εἰδέναι τόν λόγον, ὅτι μή βουλομένους οὐ βιάζεται ὁ Θεός, ἀλλά βουλομένους ἕλκει»644. Ἄν ὅλοι μία ἡμέρα ἀποκατασταθοῦν καὶ σωθοῦν ὑποχρεωτικά, ὅπως δίδασκε ὁ Ὠριγένης, τότε … εἰς μάτην ὁ ὁποιοασδήποτε πνευματικὸς ἀγώνας, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄσκηση καί ἡ ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή (βλ. Ἀπόλυτο Προορισμό καὶ Καλβινισμό)! Ἄν «πάντων ἀσεβῶν ἀνθρώπων καί πρός γε δαιμόνων ἡ κόλασις πέρας ἔχει», τότε, ἀνωφελής ὁ κόπος τῆς ἀρετῆς… Στά Πρακτικά τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (536 μ.Χ.), ἡ ὁποία ἀναθεμάτισε τόν Ὠριγένη, ὑπάρχει ἕνα σχετικὸ ἐρώτημα: «Ποῖον ὄφελος τοῖς τόν καλόν ἀγῶνα ἀγωνισαμένοις καί ὑπέρ Χριστοῦ μαρτυρήσασι, εἰ μέλλοιεν δαίμονές τε καί ἀσεβεῖς τήν αὐτήν τοῖς ἁγίοις τάξιν διά τῆς ἀποκαταστασεως λαμβάνειν»645; Ἀλλ᾿ ἄς δοῦμε κάποια βασικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας τοῦ Ὠριγένη πάνω στὸ θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων, ἀφοῦ γνωρίσουμε «πόθεν» οἱ ἐπιδράσεις τῆς σκέψης του. Ὁ ἐπηρεασμός τοῦ σοφοῦ θεολόγου ἀπό τὴν (Πλατωνικὴ) Φιλοσοφία εἶναι μεγάλος καί ἐμφανέστατος στά κείμενά του. Ἡ σκέψη τοῦ Ὠριγένη, ὅπως εὔστοχα ἀπό εἰδικούς ἔχει ἐπισημανθεῖ, «εἶναι σκέψις διπολική, ἐπαμφοτερίζουσα. Τά δύο σκέλη αὐτῆς εἶναι τό παραδεδεγμένον δόγμα τῆς πίστεως (Ἁγία Γραφή, Κανών τῆς Πίστεως) καί τό φιλόσοφον πνεῦμα τῆς ἐποχῆς»646. Στά περί τῶν Ἐσχάτων, μαρτυρεῖται καταφανέστατα ἡ ἐπιρροή τοῦ Ὠριγένη ἀπό τήν Πλατωνικὴ Φιλοσοφία, ἀφοῦ οἱ ἀντιλήψεις του γιά τήν προΰπαρξη τῶν ψυχῶν, τήν Πτώση, τήν τιμωρία τῆς «φυλακίσεως» τους (κατὰ Πλάτωνα) στά σώματα καί τήν ἐκ νέου ἐπιστροφή τους στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν εἶναι καθαρά Πλατωνικές διδασκαλίες καί θέσεις647. ΣυγκεκριἸ ω . Χ ρ υ σ ., Ἐπιτίμησις κατὰ τῶν ἀπολειφθέντων, ΜPG 51, 144. Βλ. Πρακτικά Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως, 536 μ.Χ. 646 Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ , Θέματα ἱστορίας Δογμάτων, σ. 481. 647 Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ παρεμπιπτόντως ὅτι ὁ Ὠριγένης δέν δεχόταν τή γνωστή θεωρία τῆς μετενσάρκωσης τῶν ψυχῶν, ὅπως τονίζεται ἀπό πολλούς (βλ. π. Ἀ. Ἀ λ ε β ι ζό π ο υ λ ο υ , «Ὑποστηρίζει ὁ Ὠριγένης την μετενσάρκωση»); Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἀλεξανδρινὸς λόγιος μίλησε, ὅπως ὁ Πλάτων καὶ οἱ Ἑβραῖοι Ραββῖνοι (b Yevamot 62a, b Berakoth 60b, b Hagigah 12 b, b Pesahim 54a), γιὰ προΰπαρξη τῶν ψυχῶν πρίν τὴ γέννησή τους καί ὄχι γιά διαδοχικές ἐνσαρκώσεις μετά ταῦτα. Σὲ κείμενά του μάλιστα (Κατά Κέλσου), φαίνεται ὅτι ἐπικρίνει τὴ μετενσάρκωση ὡς διδασκαλία μή χριστιανική. Σέ κάποια Εὐαγγελική ἑρμηνεία πολύ θεολογική (καί τό λέμε γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀδικοῦμε σὲ ὅσα ὀρθὰ ἔγραψε), ὁ Ὠριγένης, ἀντικρούει μία ἀνόητη ἄποψη ὅτι δῆθεν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής τοῦ Κυρίου Ἰωάννης ἦταν … μετενσάρκωση τοῦ Προφήτη Ἠλία! Καί λέγει χαρακτηριστικὰ ὅτι ὁ Εὐγγελιστής Λουκᾶς (1, 17) δὲν εἶπε «ἐν ψυχῇ Ἠλιοῦ», ὥστε νά στηριχθεῖ ἡ «μετενσωμάτωση», ὅπως τὴν ὀνομάζει, ἀλλ’ εἶπε «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιοῦ», ἐννοώντας τό προφητικό Χάρισμα. Καὶ καταλήγει ὁ Ὠριγένης, γράφοντας Ὀρθόδοξα καὶ λογικὰ τὰ ἑξῆς: «Καὶ ἄν
644 645

142

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;

μένα, οἱ ἐπιδράσεις τῆς φιλοσοφικῆς μόρφωσης τοῦ λόγιου Ἀλεξανδρινοῦ συγγραφέα προέρχοναι κυρίως ἀπό τρεῖς βασικές κατευθύνσεις: 1) ἀπό τὸν Πλατωνικὸ Ἰδεαλισμό, 2) ἀπό τήν Ἀριστοτελική Ἀνθρωπολογία καὶ Ἠθικὴ καί 3) ἀπό τή Στωϊκή Κοσμολογία648. Ἔτσι, μποροῦμε τώρα νά δοῦμε πῶς ὁδηγήθηκε στὴ σύλληψη καὶ διατύπωση τῆς θεολογικο-φιλοσοφικῆς του ἰδέας περί τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων. Κατά τὸν Ὠριγένη, τά πάντα ὀφείλουν κάποτε να ἐπιστρέψουν στὸν Θεό. Ἀλλά αὐτὸς ὁ κυκλικὸς τρόπος σκέψης649 ἦταν τοῦ Πλάτωνος· αὐτές ἦταν οἱ ἀπόψεις του περί πτώσεως τῶν ψυχῶν, φυλακισμοῦ τους στά σώματα καί ἐπιστροφῆς τους καί πάλι, μετά ἀπό ἀνάλογη κάθαρση, στόν ἀθάνατο καί ἀγέννητο κόσμο τῶν ἰδεῶν, κάτι ποὺ φαίνεται ὅτι εἶχε υἱοθετήσει καὶ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας (Στρωμ. 6, 6). Ὁ Πλάτων πρῶτος δίδαξε ὅτι τό τέλος τῶν ὄντων πρέπει νά εἶναι ὅμοιο μέ τήν ἀρχή τους (ἡ προχρόνια καὶ προπτωτική κατάσταση τῶν ψυχῶν), θεωρία, τήν ὁποία υἱοθέτησε καὶ ὁ Ὠριγένης. Ἑπομένως, ἡ ὅλη ἀνέλιξη ἀλλὰ καὶ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου ὁδεύουν πρὸς αὐτήν τήν κατεύθυνση, δηλαδή τήν ἀποκατάσταση τῶν πάντων, πλησίον τῆς Θείας ἀγαθότητας καὶ πανσοφίας650. Κατὰ τὸν Ὠριγένη, ἡ ἐπιστροφή (μετάνοια) τῶν πονηρῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν θά λάβει χώρα, ὅπως εἴπαμε, μετά ἀπό μία κάθαρση στὴν ἄλλη ζωή. Ἀπό τό σύνολο τῶν ψυχῶν, ἄλλες ἤδη ἀπό τήν παροῦσα ζωή καθαρίζονται καί φθάνουν στὸν Θεό, ἄλλες ὅμως χρειάζονται περισσότερο χρόνο, γι’ αὐτό καί γίνεται λόγος περί διαδοχικῶν καθάρσεων, ὅπως στή Φιλοσοφία, ἤ τὸν Βουδισμὸ μέ τήν ἀνακύκληση τῶν ὄντων ἤ τῶν ψυχῶν κ.λπ. Θά πρέπει, ἐν προκειμένῳ, νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ Πλατωνικὴ Φιλοσοφία κάνει λόγο γιὰ «φύσει» ἀθάνατη ψυχή, δηλαδὴ ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὄντας «μόριον» τῆς θεότητας, εἶναι κατὰ φύση ἀθάνατη. Ἡ
μέν ὁ Ἠλίας εἶχε πεθάνει, θά εἶχε κάποια βάση αὐτή ἡ θεωρία. Ἀφοῦ ὅμως ἀνελήφθη μέ τό σῶμα του, πῶς ἡ ἐν σώματι ψυχή μεταφέρθηκε σὲ ἄλλο σῶμα;…`Οὐ δυνατόν μίαν ψυχήν ἐν ἑνὶ καιρῷ ἐν δυσί σώμασιν ἐνεργεῖν’» (Εἰς τό κατά Λουκᾶν, ὁμιλία Δ’, ΒΕΠΕΣ 15, 17-18). Καὶ ἡ πλέον σημαντική ἀναφορά βρίσκεται στήν ἀπάντηση τοῦ Ὠριγένη στόν δεινό ἐκεῖνον πολέμιο τῆς χριστιανικῆς Πίστεως, τὸν Κέλσο, στόν ὁποῖο λέγει καθαρά ὅτι ἡ Πλατωνικὴ θεωρία τῆς μετενσαρκώσεως εἶναι μῦθος: «Διά τόν περί ψυχῆς μετενσωματουμένης μῦθον» (ΒΕΠΕΣ 10, 47). Σὲ ἄλλο δὲ σημεῖο ἀποδίδει τή θεωρία τῆς μετενσαρκώσεως στὸν Πλάτωνα, πρᾶγμα πού ἀγνοοῦσε, λέγει, ὁ Κέλσος. Ἄν, λέγει γνώριζε ὁ Κέλσος τή χριστιανική Πίστη, «οὐκ ἄν οὕτω διέσυρε τόν ἀθάνατον εἰς θνητόν ἐρχόμενον σῶμα, οὐ κατά τὴν Πλάτωνος μετενσωμάτωσιν, ἀλλά κατ᾿ ἄλλην τινά ὑψηλοτέραν θεωρίαν» (Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς , Κατά Κέλσου, Δ’ 17, ΒΕΠ 9, 243). Δέν μίλησε, λοιπόν, ὁ Ὠριγένης γιά μετενσάρκωση, ἀλλά σέ κάποια κείμενά του κάνει λόγο γιά «ἀνακύκληση», ἡ ὁποία δέν σημαίνει πάντοτε μετενσάρκωση, ἀλλ᾿ ἔχει νά κάνει μέ τή συμπαντική ἀνακύκληση καὶ ἀλληλοδιαδοχή τῶν κόσμων (βλ. ἰνδ. Kalpa = 4.320.000 χρόνια). Ὡστόσο, τὴν ἀνακύκλιση συνέδεαν μὲ τὴ μετενσάρκωση (gilgul ha-neshamot) τῶν ψυχῶν καὶ ὁρισμένοι Ἰουδαῖοι Μυστικοί. Λέγεται, πάντως, ὅτι κάποιοι ἐχθροί τοῦ Ὠριγένη ἐνδέχεται νά ἀλλοίωσαν μερικά γραπτά του, μόνο ὡς πρὸς τό ζήτημα αὐτό, διότι ὅλα τά ἄλλα εἶναι προϊόντα τῆς δικῆς του γραφίδας, ὅπως εἶναι γνωστό. 648 Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ , Θέματα ἱστορίας Δογμάτων, σ. 479 -480. 649 Βλ. G. P r i n z i n g & R. S t i c h e l , “Hell”, in: A. P. Kazhdan et al. (Eds.), The Oxford Dictionary of Byzantium, vol. 2, New York – Oxford, Oxford University Press 1991, p. 911. 650 Ὅπ.π., σ. 473.

143

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Ὀρθόδοξη ὅμως χριστιανικὴ Θεολογία διδάσκει ἀπλανῶς ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ψυχή εἶναι κατά Χάρη ἀθάνατη, δηλαδή ὅτι ἔχει ἀρχή, ὡς κτιστή πού εἶναι καί δημιουργημένη ἀπό τόν μόνο κατά φύση ἄκτιστο, ἄναρχο καί αἰώνιο Θεό, ἀλλά δέν ἔχει τέλος, διότι «Χάριτι Θείᾳ» μετέχει τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ. Οἱ φιλόσοφοι πίστευαν σέ κατά φύση ἀθάνατη ψυχή, ἡ ὁποία ἦλθε καί ἔπεσε σάν σέ φυλακή μέσα στό «ἀκάθαρτο» ἀνθρώπινο σῶμα, καί ἔτσι ἡ σωτηρία της συνίσταται στήν ἀπελευθέρωση καὶ ἐπιστροφή της στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν, ἀπ᾿ ὅπου καί ἐξέπεσε. Καί ὁ Ὠριγένης μιλοῦσε γιά τή διαδικασία τῆς καθάρσεως τῶν ψυχῶν καί τήν ἐπιστροφή τους στόν Θεό. Καί μέ αὐτό τό πνεῦμα, οἱ τιμωρίες τῶν ἀσεβῶν θά εἶναι, κατ᾿ αὐτόν, πρόσκαιρες: «Ὅταν ὅλες οἱ ψυχές καθαρθοῦν, τότε θά ἡττηθῆ ὁ διάβολος, θά ὑποταγοῦν ὅλα στόν Θεό καὶ θά γίνει ἡ ἀποκατάσταση τῶν πάντων, θὰ ἀκολουθήσει ἡ ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπων μέ πνευματικά σώματα»651. Ὁ Ὠριγένης κάνει λόγο καί περί «καθαρσίου πυρός», τό ὁποῖο καθαρίζει τίς ψυχές652. Αὐτό τό πῦρ, κατά τή θεωρία του, εἶναι κτιστό καί ἡ ἐνέργειά του θά ἔχει πέρας «ἅπαξ καί συμπληρωθῇ ἡ δι᾿ αὐτοῦ σκοπουμένη παιδαγωγία καί κάθαρσις τῶν πνευμάτων»653. Ἐπίσης, κάνει λόγο, ὅπως ὁ Ἰνδουισμός, καί περί διαδοχικῶν κόσμων (βλ. Kalpa), ἀφοῦ, κατ᾿ αὐτόν, ὁ παρών κόσμος δέν (θά) εἶναι ὁ μοναδικός, ἀλλά θά ὑπάρξουν καί ἄλλοι, καί μέσα σ᾿ αὐτούς τοὺς ἀλληλοδιαδόχους κόσμους, τό τραυματισμένο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ θά τύχει τῆς συγγνώμης τοῦ Δημιουργοῦ καί θὰ στραφεῖ καί πάλι πρὸς Αὐτόν. Φθάνει δέ ὁ παρεκτραπείς Ὠριγένης νά δογματίζει ὅτι θά συγχωρηθεῖ κάποτε ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ ἁμαρτία τῆς βλασφημίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή ἡ ἀμετανοησία! Πῶς γίνεται, ὅμως, νὰ σωθεῖ αὐτός ὁ ὁποῖος ἐλεύθερα ἀπορρίπτει τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι παρεχόμενη Χάρη καί σωτηρία; Γιὰ τὸν Ὠριγένη, γίνεται καί αὐτό: «Μεθ᾿ ὅν μέλλοντες τινές αἰῶνες ἐνστήσονται ὧν ἀρχή ἐστίν ὁ μέλλων, καὶ ἐν ἐκείνοις τοῖς μέλλουσιν ἐνδείξηται ὁ Θεός τόν πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι∙ τοῦ ἁμαρτωλοτάτου καί εἰς τό ἅγιον Πνεῦμα δυσφημίσαντι κρατουμένου παρά τῆς ἁμαρτίας ἐν ὅλῳ τῷ ἐνεστῶτι αἰῶνι καί ἀρχῆθεν μέχρι τέλους τῷ μέλλοντι μετά ταῦτα, οὐκ οἶδ᾿ ὅπως οἰκονομησαμένου»654. Κατά τόν αὐτόν θεολόγο, μᾶλλον φιλόσοφο τῆς ἀποκαταστάσεως, ὅπως θά μπορούσαμε νά χαρακτηρίσουμε τὸν Ὠριγένη, ἡ τελειωτική ἐκμηδένιση τῆς κακίας, κάτι ποὺ δέχονται καὶ οἱ Προτεστάντες Σωκινιανοί, θά συμπέσει μέ τή γενική Ἀποκατάσταση τῶν Πάντων (Universalism), τὴν ὁποία ἀναβίωσαν οἱ Πλατωνιστὲς τοῦ Cambridge (17ος αἰ.) καὶ οἱ
Μητρ. Ναυπάκτου Ἱ ε ρ ο θ έ ο υ , Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, ἐκδ. ἱερᾶς μονῆς Πελαγίας, σ. 298. Κατὰ τὴν Ἀρχαία Ἑλληνικὴ Μυθολογία, οἱ ψυχὲς ὅσων δὲν ἦσαν οὔτε ἐντελῶς κακές, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦν στὸν Ἅδη (Τάρταρα), οὔτε ἐντελῶς καλές, γιὰ νὰ ὁδηγηθοῦν στὰ Ἡλύσια Πεδία (νήσους Μακάρων), μετέβαιναν προσωρινὰ στὸν Κῆπο τῶν Ἀσφοδέλων, μέχρις ὅτου οἱ θυσίες τῶν συγγενῶν τους (πρβλ. μνημόσυνα) «συγκινήσουν» τοὺς θεούς. 653 Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ , Θέματα ἱστορίας Δογμάτων, σ. 475. 654 Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς , Περί Εὐχῆς, ΒΕΠ 10, 286-287.
651 652

144

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;

οὑνιβερσαλιστικὲς Ὁμολογίες τῆς Ἀμερικῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ θεολογοφιλόσοφοι E. Swedenborg, A. Tennyson, I. Kant, F. Schleiermacher καὶ A. Ritschl655. Τέλος, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, μετά τήν ὑποταγή καί τοῦ τελευταίου ἐχθροῦ, θὰ ὑποταγεῖ (βλ. τὴν ἄλλη αἵρεση τῆς Subordinatio) καί Αὐτός στόν οὐράνιο Πατέρα656, ἀφοῦ ὅλη ἡ λογική δημιουργία θά ἐπιστρέψει (Πλατωνικά: κυκλικά) στὸν Θεό, ὅπως ἦταν σ᾿ Αὐτόν ἀπό τὴν ἀρχή657. Τότε, κατά τὸν Ὠριγένη, θὰ μυηθοῦν ὅλοι ὡς καθαροί στά μυστήρια τοῦ παντός καί θά κηρυχθεῖ στόν οὐρανό ἄλλο, νέο, Εὐαγγέλιο (!), «αἰώνιον Εὐαγγέλιον», τὸ ὁποῖο, λέγει, θά ἔχει μέ τό δικό μας ἔγχρονο Εὐαγγέλιο τή σχέση πού ἔχει τό δικό μας πρός τόν Μωσαϊκό Νόμο…! Στὴν τελευταία αὐτὴν δοξασία, προφανῶς, ὁδηγήθηκε λογικὰ ὁ Ὠριγένης, μὲ βάση τὸν Πλατωνικό Ἰδεαλισμό του (γιὰ παράλληλους κόσμους: ἕνα αἰσθητό καὶ ἕνα πνευματικὸ) καὶ τὸν ἀντίστοιχο ἀλληγορικὸ τρόπο σκέψης του. Αὐτά, σέ γενικές γραμμές, εἶναι τά καινοφανῆ ὄντως διδάγματα καί οἱ πεπλανημένες θέσεις τοῦ ἄλλοτε ἀκραιφνοῦς διδασκάλου, Ὠριγένη, γιὰ τὴν Ἀποκατάσταση τῶν Πάντων. Νά σημειώσουμε ὅτι ἡ λέξη «ἀποκατάσταση», ὅπου ἀπαντᾶται στή Γραφή (λ.χ. στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κ.ἀ.), δέν ἔχει καμία σχέση μὲ τὶς Ὠριγενικὲς ἀντιλήψεις, ἀλλά ἐκφράζει ἀλήθειες τῆς Πίστεώς μας, γιὰ τὶς ὁποῖες κάνει λόγο ἡ Θεία Γραφή. Ὑπάρχουν, λοιπόν, ὅροι, ὅπως: «ἀποκατάσταση», «ἀνακαίνιση», «ἀνακεφαλαίωση»658 κ.λπ., μὲ τὶς ὁποῖες δηλώνεται ἄλλοτε ἡ ἐπερχόμενη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀνακαίνιση ὅλης τῆς κτίσεως, ἄλλοτε ἡ γενόμενη ἀνάπλαση καὶ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου (ἑβρ. Tikun haOlam), ἡ ὁποία συντελέστηκε διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Σαρκωθέντος Θεοῦ (ἄποψη καὶ τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ659), ἄλλοτε ἡ προσωπική ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀφοῦ δι᾿ αὐτοῦ καθίσταται μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί δυνάμει πολίτης τῆς οὐρανίου Βασιλείας κ.ἄ. Σέ καμιά περίπτωση, πάντως, ἡ ἀποκατάσταση δέν ἐκλαμβάνεται Ὠριγενικά, ὡς προσωρινότητα καί παύση τῆς Κολάσεως, ὡς κάθαρση μὲ κτιστό πῦρ τῶν ψυχῶν, ὡς σωτηρία τοῦ διαβόλου καί τῶν ἀμετανοήτων ἀνθρώπων, ὡς κατάργηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ κ.λπ. Ἡ Ἐκκλησία, μέ τρεῖς Οἰκουμενικές Συνόδους (Ε’, ΣΤ’ καί Ζ’) καταδίκασε καὶ ἀναθεμάτισε καί τόν Ὠριγένη ὡς πρόσωπο, ἀλλά, βέβαια, καί τή διδασκαλία του. Στό «Συνοδικόν» τῆς Ὀρθοδοξίας διαβάζουμε: «Τοῖς δεχομένοις καί παραδιδοῦσι τά μάταια καὶ Ἑλληνικά ῥήματα, ὅτι τε προJ. L. K v a n v i g , The Problem of Hell, New York – Oxford, Oxford University Press, 1993, p. 73. Α’ Κορ. 15, 22-28. 657 Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ , Θέματα ἱστ. Δογμ., σ. 477 658 Πράξ. 3, 21, Ἐφ. 1, 10. 659 Πεύσεις 13, MPG 90, 796B.
655 656

145

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ΰπαρξις ἔστι τῶν ψυχῶν, καί οὐκ ἐκ τοῦ μή ὄντως τά πάντα ἐγένετο, καί παρήχθησαν∙ ὅτι τέλος ἐστί τῆς κολάσεως, ἤ ἀποκατάστασις αὖθις τῆς κτίσεως καί τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, ἥν αἰωνίαν καί ἀκατάλυτον αὐτός τε ὁ Χριστός καί Θεός ἡμῶν ἐδίδαξε, παρέδοτο, καί διά πάσης τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Γραφῆς ἡμεῖς παρελάβομεν, ὅτι καί Κόλασις ἀτελεύτητος, καὶ ἡ Βασιλεία ἀΐδιος, διά τῶν τοιούντων λόγων ἑαυτούς τε ἀπολλύουσι, καί ἑτέροις αἰωνίας καταδίκης προξένοις γινομένοις, Ἀνάθεμα»660. Ὁ λόγος τῆς μετά δύο καί πλέον αἰῶνες γενόμενης καταδίκης τοῦ Ὠριγένη εἶναι ποιμαντικός, γιὰ διαφύλαξη τῶν ἀθανάτων ψυχῶν ἀπό τή λύμη τῆς αἱρέσεως, ἀφοῦ τά συγγράμματα τοῦ Ὠριγένη, περιβεβλημένα μέ τό κῦρος ἑνός μεγάλου θεολόγου καί διδασκάλου ἔγιναν παραίτια ἀπωλείας ψυχῶν661. Ἡ Ἱστορία ἀναφέρει, μεταξύ ἄλλων, ὅτι στήν Παλαιστίνη οἱ ὁμάδες τῶν λεγομένων Ὠριγενιστῶν Μοναχῶν προκαλοῦσαν ἐντάσεις καί συγκρούσεις φοβερές (ἐνῶ εἶχαν σχηματιστεῖ δύο πυρῆνες Μονοφυσιτῶν, οἱ Ἰσόχριστοι καί οἱ Πρωτοκτίστες), ἐξαιτίας διαφόρων δοξασιῶν καὶ Χριστολογικῶν αἱρέσεων, σχετικά μέ τή Θεία ψυχή, τήν ὁποία προσέλαβε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, γενόμενος ἄνθρωπος, γιά τήν ὁποία ψυχή κάποιοι ἔλεγαν ὅτι ἦταν ἴδια μέ τίς προϋπάρχουσες ψυχές τῶν ἀνθρώπων κ.ἄ662. Δὲν ἦταν δυνατόν, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία, ἐνόψει τόσων κινδύνων, νά μή ἐπέμβει σωστικά, διαφυλλάσσοντας τά πιστά καί φωτόμορφα τέκνα της ἀπό τόν ὁρατό κίνδυνο τῆς αἱρέσεως, ἡ ὁποία συνιστᾶ ἀλλοτρίωση καί χωρισμό τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Μάλιστα δέ, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀπορρίπτοντας τὶς ὡς ἄνω θέσεις τοῦ Ὠριγένη, τὶς χαρακτηρίζει ὡς φλυαρίες663. Β) Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ Ἀφοῦ ἐξετάσαμε τήν κακόδοξη θεωρία τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων καί τοῦ τέλους τῆς Κολάσεως, ὅπως κήρυττε καί δίδασκε ὁ μεγάλος θεολόγος ἀλλά μετέπειτα μεγάλος αἱρεσιάρης τοῦ 3ου αἰώνα, Ὠριγένης ὁ Ἀδαμάντιος664, εἶναι καιρός τώρα νά ἐξετάσουμε ἄν καί κατά πόσο ἡ προειρημένη θεωρία ἔχει διατυπωθεῖ καί ἀπό ἁγίους Πατέρες καί ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς, καί ἄν, ναί, τότε νά ἀνιχνεύσουμε μέ ποιά ἔννοια οἱ Ὀρθόδοξοι Πατέρες μίλησαν γιά τήν ἀποκατάσταση, πῶς τήν ἑρμήνευσαν καί ποιό ἦταν τό θεολογικό τους πλαίσιο. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι γίνεται λόγος στά συγγράματα κάποιων Ἁγίων γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν πάντων, ὄχι ὅμως κατά τρόπο Ὠριγενικό. Εἰδική

Βλ. Τριώδιον, Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας. Βλ. σχετική ἀναφορά στήν καταδίκη συγγραφικῶν δογματικῶν σφαλμάτων στό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Ν. Ν ά σ σ ο υ , Σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις, Βόλος 2009, σ. 30. 662 Βλ. Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α Δογματική Β’, σ. 316 663 Λίβελος περὶ ὀρθοῦ φρονήματος 6, MPG 94, 1432Α. 664 Αὐτό ἦταν τὸ προσωνύμιο τοῦ Ὠριγένη.
660 661

146

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;

ἀναφορά γίνεται ἀπό πολλούς ἐρευνητές, Ἕλληνες καί ξένους, στὸ πρόσωπο ἑνὸς ἐκ τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου τοῦ Νύσσης ( 394), ἄνδρα σοφώτατου καὶ θεολογικότατου, ἀλλὰ καὶ μεγάλου φιλοσόφου, μὲ ὑψηλὴ διάνοια, βαθύτατο στοχασμὸ καὶ πλούσιο φωτισμό. Κάποιοι (μεταξὺ αὐτῶν μάλιστα καὶ ὁ θεολόγος καθηγητὴς Πανεπιστημίου, Βασίλειος Χ. Ἰωαννίδης665), δυστυχῶς, οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, κατατάσσουν τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης στὴν αὐτὴν μοῖρα μὲ τόν Ὠριγένη (!), γράφοντας ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἱερὸς συγγραφέας διατυπώνει τὴν κακοδοξία τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων, μέσα στὸ αὐτὸ πλαίσιο, σὲ διάφορα ἔργα του. Εἶναι, ὅμως, ἀληθῶς ἔτσι τὰ πράγματα; ΟΧΙ, σπεύδουμε ἐξ ἀρχῆς νά ἀπαντήσουμε! Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸς Α’ ( 733) στὸ σύγγραμμά του <Ἀνταποδοτικὸς ἤ Ἀνόθευτος> ἀπέδειξε ὅτι τὰ Γρηγοριανὰ χωρία, ποὺ ἐπικαλοῦνταν οἱ Ὠριγενιστές, στὴν προσπάθειά τους νὰ ἐνισχύσουν τὴ θέση τους, ἦσαν νόθα καὶ ὄχι γνήσια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου666. Πῶς, ἆράγε, εἶναι δυνατὸν νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴν κακοδοξία ἐκεῖνος ὁ κλεινός ἱεράρχης καὶ διδάσκαλος, τὸν ὁποῖο ἡ Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδος ἀποκάλεσε «Πατέρα Πατέρων» (μοναδικὸς τίτλος, ἀποδιδόμενος σὲ ἐκκλησιαστικὸ ἄνδρα), ἀλλὰ καὶ «δεύτερον Μέγαν Βασίλειον», «μετὰ τὸν ἀδελφὸν δεύτερον ἔν τε λόγοις καὶ τρόποις»; Ἀλλά, τότε τὶ ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ τὶ ἰσχύει γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο; Μήπως, λόγῳ τῆς μεγάλης φιλοσοφικῆς του Παιδείας εἰσχώρησε κάπως περισσότερο στὴν ἐνδότερη θάλασσα τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως καί, ἐρευνώντας τὰ ἀνεξερεύνητα, ἔφθασε, ἄθελά του, κοντὰ στὴν Ὠριγενικὴ σκέψη, τὴν ὁποία καὶ υἱοθέτησε; Ἤ, μήπως, ἐγγίζοντας τὰ ὅρια μεταξὺ ἀλξθείας καὶ πλάνης, διέγνωσε τὸν κίνδυνο καί, φωτισμένος ὤν, παρέμεινε στὸ Ὀρθόδοξο ἔδαφος καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῶν φρονημάτων τῆς Ἐκκλησίας; Τὸ δεύτερο ἀκριβῶς συνέβη, ὅπως ἀπέδειξε ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια, καὶ θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ διαπιστώσουμε μέσα ἀπὸ κάποια κείμενά του. Εἶναι γεγονὸς ἀδιαμφισβήτητο γιὰ τοὺς μελετητὲς ὅτι ὁ «τῆς σοφίας σεβάσμιος μυστογράφος», ὅπως ἐξυμνεῖται ὑμνογραφικὰ στὸ Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς του (10 Ἰανουαρίου), ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, μὲ τὴν πλούσια ἔμπνευσή του καὶ τὸν σπάνιο λογοτεχνικό του κάλαμο ἐπιχείρησε κάποια πνευματικὴ «ἀκροβασία» σὲ ζητήματα θεολογικὰ ἤ στὰ λεγόμενα «θεολογούμενα», διατυπώνοντας κάποιες φιλοσοφικὲς ἀπόψεις, λόγῳ μεγάλης φιλοσοφικῆς Παιδείας, ὅπως εἴπαμε. Ἀλλά, αὐτοῦ τοῦ εἶδους ἡ ἀκροβασία καὶ ὁ φιλοσοφικὸς στοχασμὸς δὲν ἀπαγορεύονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία σὲ θέματα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει καθιερωμένη συνοδικὰ δογματι-

665 666

Β. Χ. Ἰ ωα ν ν ί δ ο υ , «Ἅδης: Καινὴ Διαθήκη καὶ Ὀρθόδοξος Θεολογία», ΘΗΕ 1 (1962) 413-415. Π. Κ. Χ ρ ή σ τ ο υ , Πατρολογία, Θεσσαλονίκη 1992, τόμ. Ε’, σ. 348.

147

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ κὴ ἀπόφανση. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γρηγόριος στὴν «Ἑξαήμερό» του, ἕνα ἔργο, ποὺ ἀποτελεῖ οὐσιαστικὰ συμπλήρωση τῆς γνωστῆς Ἑξαημέρου τοῦ ἀδελφοῦ του, Μ. Βασιλείου, θὰ ὑπογραμμίσει ὅτι δὲν κάνει τὰ λόγια του δόγμα, τονίζοντας ὅτι, ὅσα λέγει, δὲν τὰ λέγει μὲ αὐθεντία δογματική, γιὰ νὰ μὴ προκαλέσει κατηγορίες ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας, αἱρετικούς: «Οὐ γὰρ δόγμα τὸν λόγον ποιούμεθα, ὥστε ἀφορμὴν δοῦναι τοῖς διαβάλλουσιν»667. Ἔτσι, ὁμολογεῖ ὅτι οἱ θέσεις του σὲ μὴ κυρωθέντα δογματικὰ ζητήματα ἀποτελοῦν ἁπλῶς «γυμνασία τῆς διανοίας», δηλ. μιὰ ἄσκηση τοῦ νοῦ (τ.ἔ. ὑπόθεση ἐργασίας) καὶ ὄχι διδασκαλία ἐκκλησιαστική: «Ἀλλ᾿ ὁμολογοῦμεν ἐκγυμνάζειν μόνον ἑαυτῶν τὴν διάνοιαν τοῖς προκειμένοις νοήμασιν, οὐ διδασκαλίαν έξηγηματικὴν τοῖς ἐφεξῆς ἀποτίθεσθαι»668. Στὸ δὲ περισπούδαστο ἔργο του «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου», ὁ αὐτός ἱεράρχης θά πεῖ κάτι ἀντίστοιχο, ὅτι «ἡμεῖς, καθώς ἐστί δυνατόν, διὰ στοχασμῶν τινῶν καὶ εἰκόνων φαντασθέντες τὴν ἀλήθειαν, τὸ ἐπί νοῦν ἐλθὸν οὐκ ἀποφαντικῶς ἐκτιθέμεθα, ἀλλ᾿ ὡς γυμνασίας εἴδει τοῖς εὐγνώμοσι τῶν ἀκροωμένων προσθήσομεν»669. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος συγγραφέας ξεχωρίζει τὰ ὅσα ἔγραψε «νοητικῆς γυμνασίας ἕνεκεν», τὰ ὁποῖα δὲν συμφωνοῦν πλήρως μὲ τὶς Θεῖες Γραφές, ἀπὸ τὰ ἐπίλοιπα δογματικὰ καὶ θεολογικὰ ἔργα του, τὸν ἀναδεικνύει πραγματικὸ Θεῖο Διδάσκαλο καὶ διακριτικό Ποιμένα τῶν λογικῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ. Παρεκβατικῶς, κάνοντας λόγο περί στοχασμοῦ στή Θεολογία, ὅπου ἐπιτρέπεται, μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν συνώνυμο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, τὸν ἅγιο Πατέρα καὶ Θεολόγο, Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς θὰ μᾶς προτρέψει νὰ φιλοσοφοῦμε περὶ Θεοῦ καὶ κόσμου, κτισμάτων, ὕλης καὶ πνεύματος κ.ἄ. Καί, στὴν περίπτωση αὐτήν, λέγει, καὶ ἡ ἐπιτυχία εἶναι χρήσιμη, καὶ ἡ ἀποτυχία ἀκίνδυνη: «Φιλοσόφει μοι περὶ κόσμου ἤ κόσμων, περὶ ὕλης, περὶ ψυχῆς, περὶ λογικῶν φύσεων βελτιόνων τε καὶ χειρόνων, περὶ ἀναστάσεως, κρίσεως, ἀνταποδόσεως, Χριστοῦ παθημάτων. Ἐν τούτοις γάρ, καὶ τὸ ἐπιτυγχάνειν οὐκ ἄχρηστον, καὶ τὸ διαμαρτάνειν ἀκίνδυνον»670. Βέβαια, ὁ μεγάλος Θελόγος τῆς Ἐκκλησίας κάνει τὸν διαχωρισμό μεταξὺ τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ στοχαστικῆς ἔρευνας, καὶ τῆς χαρισματικῆς Θεολογίας, γιὰ τὴν ὁποία χρειάζεται ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ πνευματικὴ ἐμπειρία. Γι᾿ αὐτό, ὁ ἴδιος θὰ τονίσει στὴν ἀρχὴ τοῦ ἰδίου λόγου του ὅτι δὲν εἶναι ἔργο ὅλων ἡ Θεολογία (μὲ τὴ χαρισματική της

Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς , Εἰς την Ἐξαήμερον, ΜPG 44, 68 C. Ὅπ.π. 669 Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, ΜPG 44, 185 Α. 670 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ τ ο ῦ Θ ε ο λ ό γ ο υ , Θεολογικός Α΄, ΜPG 36, 25 Α. Πρβλ. Ἰ ω . Χ ρ υ σ ., Εἰς Ψαλμ. 6, 2, MPG 55, 73: «Οἱ γὰρ τὸ εὑρεῖν μόνον τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ καὶ τὸ ζητεῖν μέγα κέρδος ἐστὶ, κἂν μὴ εὕρωμεν. ᾿Αναγκασθησόμεθα γὰρ ἐν τούτοις ἀπασχολεῖσθαι, καὶ τὸν καιρὸν πάντα ἐν αὐτοῖς δαπανᾷν».
667 668

148

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;

ἔννοια), λέγοντας χαρακτηριστικά: «Οὐ παντός, ὦ οὗτοι, τὸ περὶ Θεοῦ φιλοσοφεῖν, οὐ παντός». Μέσα στὴν προοπτική αὐτήν, λοιπόν, κινούμενος καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς μικρῆς πόλεως Νύσσης, τὴν ὁποία ὅμως αὐτὸς ἀνύψωσε σὲ μεγάλης περιοπῆς μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σοφία του, μὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς ἐλεύθερης, θὰ λέγαμε, στοχαστικῆς ἔρευνας, πέραν τῶν θεολογικῶν καὶ ὑψηλῶν δογματικῶν του ἔργων, ἡ χαρισματική του γραφίδα ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τὸ περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων διαφιλονικούμενο τότε ζήτημα. Τὰ ὅσα κατέθεσε περὶ αὐτοῦ, δὲν συνιστοῦν πλάνη ἤ ἑτεροδοξία. Κάποιες θέσεις του, θὰ λέγαμε, παρακινδυνευμένες καὶ ἀρκετὰ φιλοσοφικές, δὲν μποροῦν νὰ τὸν ταυτίσουν μὲ τὸν Ὠριγένη, ἀφοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέχεται σαφῶς αἰωνιότητα τῆς Κολάσεως671, ὅπως βλέπουμε σὲ πολλὰ κείμενά του, ἀλλά, κατὰ μία ἀνακολουθία672, καὶ ἕνα εἶδος Ἀποκατάστασης τῶν πάντων. Ὁ Γρηγόριος Νύσσης, διαπνεόμενος ἀπὸ τὸν ἠθικὸ ὀπτιμισμὸ τοῦ Πλάτωνα673, κάνει λόγο γιὰ μετὰ θάνατο κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ θὰ ὑπάρχει διαρκὴς ἐξέλιξη στὴν αἰωνιότητα, διότι ἡ ἀρετὴ δὲν ἔχει στάση (καί, ἐννοεῖται, ἐξέλιξη θετικὴ μόνο γι᾿ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴν ἄσκησαν μετάνοια), ἐνῶ ἡ κάθαρση καὶ ἡ θεραπεία ἐπιτυγχάνονται μὲ τὸ λεγόμενο «καθάρσιον πῦρ», τὸ ὁποῖο (ὄχι μὲ τὴν Ὠριγενικὴ ἔννοια), βέβαια, ἀπαντᾶ καὶ στοὺς Καππαδόκες Πατέρες674. Ἐδῶ, ὅμως, ἐντοπίζεται ἡ διαφοροποίηση τοῦ Γρηγορίου Νύσσης ἀπό τον Ὠριγένη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς Σχολαστικούς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁμιλεῖ γιὰ πῦρ αἰώνιο, ὄχι γιὰ τὸ «καθαρτήριο πῦρ» (Purgatorium) τῶν Λατίνων, τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὶς πεποιθήσεις τους, καθαρίζει τὶς ψυχές κατὰ τὴ λεγόμενη «Μέση κατάσταση τῶν ψυχῶν»675, οὔτε ὁμιλεῖ γιὰ τὸ κτιστὸ πῦρ τοῦ Ὠριγένη, τὸ ὁποῖο κάποτε θὰ ἔχει τέλος, σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία τῆς Ἀποκαταστάσεως. Τὸ καθάρσιο πῦρ, κατὰ τὸν Γρηγόριο Νύσσης, θὰ εἶναι ἄκτιστο καὶ αἰώνιο676, καὶ αὐτὴ ἡ θέση του, ἐκτός τῶν ἄλλων, μαρτυρεῖται περίΚατὰ τὸν Ἰ. Π λ ε ξ ί δ α [«Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία καὶ ἡ ἀδυνατότητα τῆς Κόλασης», Σύναξη 121 (2012) 87], ὁ ἄγιος Γ ρ η γ ό ρ ι ο ς Ν ύ σ σ η ς ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξη τῆς Κόλασης. Πρβλ. M. L u d l ow , Universal Salvation. Eschatology in the Thought of Gregory of Nyssa and Karl Rahner, Oxford, Oxford University Press 2000, pp. 21-111. 672 Βλ. J.-C. L a r c h e t , La divinization de l’homme selon s. Maxime le Confesseur, 1996, p. 662, ὑποσ. 94. 673 Βλ. Ἰ. Π λ ε ξ ί δ α , «Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία καὶ ἡ ἀδυνατότητα τῆς Κόλασης», Σύναξη 121 (2012) 86. 674 A. P. K a z h d a n et al. (Eds.), The Oxford Dictionary of Byzantium, Vol. III, New York – Oxford, Oxford University Press, 1991, p. 1759. 675 Σύμφωνα μὲ τὴν Ἰουδαϊκὴ Γραμματεία (b Sanhedrin 97a καὶ 99a), ἡ ψυχὴ τοῦ νεκροῦ διέμενε στὴ Scheol (Ἅδη) γιὰ δώδεκα μῆνες, ὅπου διερχόταν ἕνα εἶδος κάθαρσης καὶ ἐξαγνισμοῦ γιὰ τὰ ἁμαρτήματά της, καὶ στὴ συνέχεια ἀνερχόταν στὸν οὐρανό, ἀναμένοντας τὴν Τελικὴ Κρίση (Jom haDin). 676 Τὸ ὅτι κάποιοι παλαιοὶ Πατέρες ἔκαναν λόγο γιά καθάρσιο πῦρ, ὄχι ὅμως αὐτό τῶν Λατίνων, ἀλλά γιὰ πῦρ αἰώνιο, μαρτυρεῖ καί ὁ ἅγιος Μ ᾶ ρ κ ο ς ὁ Ε ὐ γ ε ν ι κ ό ς , ὁ ὁποῖος τὸν 14ο αἰῶνα ἔδωσε τή μάχη στή Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας, παραπέμποντας καί στόν ἅγιο Γργόριο Νύσσης καί στόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή.
671

149

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ τρανα σὲ κάποιο λόγο του πρὸς τὸν αἱρετικὸ Εὐνόμιο, ὅπου λέγει καθαρὰ ὅτι ὁ Θεός εἶναι «πῦρ καταναλίσκον», ποὺ καίει τὴν ἁμαρτία, ἄρα ὁμολογεῖ τὸ πῦρ ὡς ἄκτιστη Θεία ἐνέργεια. Στὸν δὲ θαυμάσιο Κατηχητικό του λόγο, ὁ θεοφιλέστατος ποιμένας τῆς Νύσσης θὰ μᾶς ἐπιστήσει τὴν προσοχὴ στὸ ὅτι ἐμεῖς, ὅταν ἀκοῦμε γιὰ «πῦρ» τῆς ἄλλης ζωῆς, ἔχουμε διδαχθεῖ νὰ ἐννοοῦμε κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ γνωστὸ πῦρ (τὸ κτιστό), ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι σ᾿ ἐκεῖνο τὸ πῦρ ὑπάρχει κάτι τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει στὸ δικό μας ἐδῶ: «Πῦρ γὰρ ἀκούων, ἄλλο τι παρὰ τοῦτο νοεῖν ἐδιδάχθης, ἐκ τοῦ προκεῖσθαί τι τῷ πυρὶ ἐκείνῳ ὅ ἐν τούτῳ οὐκ ἐστι»677. Ποῦ, λοιπόν, ἡ ταύτιση τοῦ Γρηγορίου Νύσσης μὲ τὸν Ὠριγένη; Ἀκόμη, ὁ Ἅγιος, ἀναφέρεται καὶ στὸν «ἀκοίμητο σκώληκα», γιὰ τὸν ὁποῖο γίνεται λόγος στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἐπισημαίνει ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ ὅτι εἶναι ἀτελεύτητος678 ὑπονοεῖ ἄλλη φύση καὶ ὄχι τὴ γνωστή: «Ἡ γὰρ προσθήκη τοῦ ἀτελευτήτου, εἶναι ἄλλην τινα φύσιν παρὰ τὴν γινωσκομένην νοεῖν ὑποτίθεται»679. Πέραν ὅλων αὐτῶν, ὁ Γρηγόριος Νύσσης ἔχει καὶ ἀναφορὲς σχετικὰ μὲ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ κακοῦ στὸν μέλλοντα αἰῶνα καὶ τὴν «κατ᾿ ἀνάγκην» στροφὴ τῶν ὄντων πρὸς τὸ Ἀγαθό. Ὑπάρχει ἕνα ἐπίμαχο χωρίο στὸ προειρημένο ἔργο του «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου», στὸ ὁποῖο ἐξηγεῖ τὰ περὶ τῆς κινήσεως τοῦ τρεπτοῦ τῆς φύσεώς μας, λέγοντας ὅτι, ἄν ὑπάρχει κίνηση πρὸς τὸ Ἀγαθό, τότε δὲν θὰ σταματήσει ποτὲ αὐτὴ ἡ πρόοδος καὶ ἡ φορὰ πρὸς τὸ ἄπειρο καλό, διότι δὲν θὰ βρεῖ ποτὲ κανένα τέρμα τοῦ ζητουμένου: «οὐδέ γὰρ εὑρήσει ζητουμένου πέρας οὐδέν». Ἄν, ὅμως, ἡ κίνηση ἔχει ροπὴ πρὸς τὸ κακό, ὅταν, λέγει, διανύσει τὸν δρόμο τῆς κακίας καὶ φθάσει στὸ ἀκρότατο μέρος τοῦ κακοῦ, τότε τὸ ἀεικίνητο τῆς ὁρμῆς, μὴ βρίσκοντας καμιά στάση ἐκ φύσεως, περνώντας τὸ διάστημα τῆς κακίας, κατ᾿ ἀνάγκην στρέφει τὴν κίνηση πρὸς τὸ Ἀγαθό: «ἐπειδάν διαδράμῃ τὸ ἐν κακίᾳ διάστημα, κατ᾿ ἀνάγκην ἐπὶ τὸ ἀγαθὸν τρέπει τὴν κίνησιν»680· ἐπειδή, δηλαδή, ἡ κακία, κατὰ τὸν αὐτὸν ἱερὸ Πατέρα, δὲν προχωρεῖ ἐπ᾿ ἀόριστον, ἀλλὰ περικλείεται σὲ ἀναγκαῖα πέρατα, τὸ τέλος τῆς κακίας τὸ διαδέχεται ἡ πορεία πρὸς τὸ Ἀγαθό: «Μὴ γὰρ προϊούσης κακίας ἐπ᾿ ἀόριστον, ἀλλ᾿ ἀναγκαίοις πέρασι κατειλημμένης»681. Μὲ ἁπλᾶ λόγια, θέλει νὰ πεῖ ὅτι τὸ διάστημα τοῦ Ἀγαθοῦ εἶναι ἄπειρο, ἐνῶ τὸ διάστημα τοῦ Κακοῦ περιορισμένο, καί, γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο, ἡ κακία (ἁμαρτία) κάποτε θὰ παύσει καὶ ἡ πορεία της θὰ στραφεῖ πρὸς τὸ Ἀγαθό. Βέβαια, αὐτὸ τὸ «κατ᾿ ἀνάγκην», ποὺ σημειώνει ὁ Νύσσης, προκαλεῖ, κατὰ τοὺς ἑρμηνευτές, προβληματισμό, ἀφοῦ συνιστᾶ φαινομενική ἀντίφαση στὰ κείμενα τοῦ Ἁγίου. Πῶς, μὲ ἄλλα λόγια, συμβιβάζεται τὸ «ἀναγκαστικὸν» τῆς
Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς , Λόγος Κατηχητικός ὁ Μέγας, ΕΠΕ 1, 540. Μάρκ. 9, 48. 679 Ὅπ.π., σ. 542 680 Περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, ΕΠΕ 5, 152. 681 Ὅπ.π.
677 678

150

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;

στροφῆς πρὸς τὸ Ἀγαθὸν μὲ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ τὴν ὁποία κάνει λόγο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Γρηγόριος; Ἡ φαινομενικὴ αὐτὴ ἀντίφαση, ποὺ καταλογίζεται στὸν ἐπίσκοπο τῆς Νύσσης, εἶναι «μᾶλλον ἀβάσιμος, ἐὰν ἐξετασθῇ ἡ θέσις τοῦ Γρηγορίου ἔναντι τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας»682. Εἶναι σημαντικό, λοιπόν, νὰ σκεπτόμαστε καί, προπάντων, νὰ ἀξιοποιοῦμε τὴ δυνατότητα τοῦ μεγάλου δώρου, ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, τοῦ αὐτεξουσίου, ἀφοῦ μὲ αὐτὸ ἀποκρούουμε τὸ κακὸ καὶ δὲν τοῦ δίνουμε ὑπόσταση μέσα μας. Ὁ Γρηγόριος ὁμιλεῖ γιὰ τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου, λέγοντας ὅτι, ἐπειδὴ ἰδιότητα τοῦ αὐτεξουσίου εἶναι νὰ ἐπιλέγει ἐλεύθερα τὰ ἀρεστά, δὲν εἶναι ὁ Θεός αἴτιος τῶν κακῶν (πρβλ. καὶ Μ. Βασίλειο) ποὺ μᾶς βρίσκουν, ἀφοῦ Αὐτὸς κατασκεύασε τὴ φύση μας ἐλεύθερη καὶ «ἀδέσποτη», ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει, ἀλλ᾿ αἰτία τῶν κακῶν εἶναι ἡ δική μας ἀβουλία, ἡ ὁποία προτίμησε τὸ χειρότερο ἀντὶ γιὰ τὸ καλύτερο: «Ἐπεί οὖν τοῦτο τῆς αὐτεξουσιότητός ἐστι τὸ ἰδίωμα, τὸ κατ᾿ ἐξουσίαν ἀναιρεῖσθαι τὸ καταθύμιον οὐχ ὁ Θεός σοι τῶν παρόντων ἐστίν αἴτιος κακῶν, ἀλλ’ ἡ ἀβουλία, τὸ χεῖρον ἀντί τοῦ κρείττονος προελομένη»683. Μετά, λοιπόν, ἀπὸ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς, κατά τὶς διατυπώσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἀκολουθεῖ ἡ ἄπειρη πρόοδός της πρὸς τὸ Ἀγαθό. Νὰ σημειώσουμε ἐδῶ παρεκβατικὰ ὅτι καὶ ἄλλοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἔκαναν λόγο γιὰ διαρκῆ ἐξέλιξη στὴν αἰωνιότητα (ἀλλὰ τῶν ἤδη σεσωσμένων), καί, πολὺ ὀρθά, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τέλος καὶ ὅριο τῆς ἀρετῆς, τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς τελειότητας. Γιὰ τὴ διαρκῆ ἐξέλιξη στὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν ἀκατάπαυστη πρόοδο στὴ μετοχή τῶν δωρεῶν τοῦ ἀπείρου Θεοῦ ὁμιλοῦν κυρίως οἱ Πατέρες Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς κ.ἄ. Μάλιστα δέ, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης καὶ μέγας Θεολόγος, κήρυκας τῆς Χάριτος καὶ τοῦ ἀκτίστου Φωτός, μιλώντας μὲ ἄπειρη ἀγάπη γιὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, λέγει ὅτι κατὰ τὴ διαρκῆ ἐξέλιξη στὸν μέλλοντα αἰῶνα, οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ σεσωσμένοι θὰ λαμβάνουν τὰ Θεῖα Δῶρα καὶ θὰ γίνονται χωρητικοὶ τῶν οὐρανίων Χαρισμάτων διὰ μέσου τῆς Παναγίας! Ὅπως, λέγει, δι᾿ Αὐτῆς ἐπιδήμησε στὸν κόσμο ὁ Χριστός καὶ Τὸν γνωρίσαμε οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ στὸν μέλλοντα αἰῶνα, κάθε πρόοδος στὴ φωτοφάνεια, στὴν ἀποκάλυψη τῶν μυστηρίων καὶ στὴν προσθήκη τῶν Θείων Χαρισμάτων θὰ εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν Παναγία, τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ: «Εἰς τὸν ἑξῆς ἄληκτον αἰῶνα πᾶσα φωτοφανείας θείας πρόοδος καί πᾶσα μυστηρίων θείων ἀποκάλυψις καὶ πᾶσα πνευματικῶν ἰδέα χαρισμάτων ἅπασιν ἀχώρητος χωρὶς αὐτῆς»684.

ΕΠΕ 1, 112. Λόγος Κατηχητικός ὁ Μέγας, ΕΠΕ 1, 410. 684 Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ τ ο ῦ Π α λ α μ ᾶ , Ἔργα, ΕΠΕ 10, 460.
682 683

151

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης θὰ πεῖ ὅτι οἱ Ἅγιοι καὶ οἱ Ἄγγελοι στὸν μέλλοντα αἰῶνα οὔτε θὰ μειωθοῦν στὴν ἔφεση τῶν ἀγαθῶν, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ θὰ παύσουν νὰ προκόπτουν στὴν προσθήκη τῶν Χαρισμάτων. Ὁ μέλλοντας αἰώνας δὲν θὰ ἔχει ὕφεση ἤ μείωση ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καί, φυσικά, δὲν θὰ ἔχει στάση καὶ τέλος685. Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ κινούμενος καὶ ὁ ἱεράρχης τῆς Νύσσης καὶ ἀδελφὸς τοῦ Μ. Βασιλείου, Γρηγόριος, ἔκανε λόγο γιὰ διαρκῆ κίνηση στὴν ἀτέρμονη αἰωνιότητα, ἀλλὰ καὶ γιὰ μιὰ ἀναστοιχείωση ὅλου τοῦ κόσμου (δηλ. ἡ πλήρης ἀναδιοργάνωση τοῦ σύμπαντος καὶ ἡ μεταλλαγὴ τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ παθητῆς σὲ ἀπαθῆ686), ὅπως διατυπώνεται στὴ δική του ὁρολογία, ποὺ διαφέρει, βέβαια, ἀπὸ τὴν Ὠριγενικὴ Ἀποκατάσταση687· γράφει δὲ ὅτι μὲ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου θὰ συμβεῖ ὅ,τι συμβαίνει στὴ ζωὴ αὐτὴν μὲ τὸ σῶμα. Οἱ ἀσθενεῖς δυσαρεστοῦνται πολλὲς φορὲς ἐναντίον τῶν θεραπόντων ἰατρῶν, ἀλλά ὅταν ἀναρρώσουν, τοὺς εὐγνωμονοῦν. Κάτι ἀνάλογο, λέγει, θὰ συμβεῖ καὶ τότε μὲ τὶς ψυχές, διότι, ἀφοῦ, κατόπιν μακρῶν χρονικῶν περιόδων ἀφαιρεθεῖ τὸ κακὸ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὸ ὁποῖο τώρα εἶναι ἀνάμικτο καὶ σύμφυτο μὲ αὐτές, ὅταν ἀποκατασταθοῦν στὴν ἀρχαία κατάσταση688, ὅσοι τώρα βρίσκονται στὴν κακία, τότε θὰ ἐκφρασθεῖ ὁμόφωνη δοξολογία ἀπὸ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία, τόσο ἀπὸ μέρους ἐκείνων ποὺ τιμωρήθηκαν μὲ τὴν κάθαρση, ὅσο καὶ ἀπὸ μέρους αὐτῶν ποὺ δὲν εἶχαν ἀνάγκη καθάρσεως689. Παρὰ ταῦτα, λόγῳ τῆς ἀσαφοῦς χρήσεως ἀπὸ τὸν Ἅγιο, τῶν ὅρων αἰώνιος καὶ αἰωνιότητα690, δὲν παύει νὰ ὑφίσταται ἕνα ἀδιευκρίνιστο σημεῖο στὴ διδασκαλία του, ἀφοῦ ἀφ᾿ ἑνός μὲν δέχεται τὴν «ἄπειρον» (κολαστικὴ) κάθαρση τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ, ὅπως καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος (7ος αἰ.), τὴν πεπερασμένη/προσωρινή, χρονικά, «αἰωνιότητα»691. Ἐντούτοις, τὴν ἐσχατολογικὴ κάθαρση καί, στὴ συνέχεια, ἀποκατάσταση, ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέχεται μόνο γιὰ τοὺς μὴ βαρέως
Μ. Ἱ ε ρ ο θ έ ο υ (Ναυπάκτου), Ἡ ζωή μετά τον θάνατο, σ. 368. Περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, MPG 44, 205. 687 Π. Κ. Χ ρ ή σ τ ο υ , Πατρολογία, Θεσσαλονίκη 1989, τ. Δ’, σ. 200. 688 Κατὰ τὸν Μητρ. Περγάμου Ἰ ω ά ν ν η Ζ η ζι ο ύ λ α [«Ἐσχατολογία καὶ Ὕπαρξη – Μιὰ ὀντολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῶν ἐσχάτων», Σύναξη 121 (2012) 60], ὁ Γ ρ η γ ό ρ ι ο ς Ν ύ σ σ η ς συμμερίζεται τὴν περὶ Ἀποκαταστάσεως τῶν Πάντων γνώμη τοῦ Ὠ ρ ι γ έ ν η , ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀποδέχεται τὴν προΰπαρξη τῶν ψυχῶν· ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ συμπληρώσουμε, καὶ χωρὶς τὴν ἀλληλοδιαδοχὴ ἄπειρων κόσμων, ὅπως δεχόταν ὁ Ὠριγένης (βλ. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ , Ἑλληνικὴ Πατρολογία, Θεσσαλονίκη 1989, τ. Δ’, σ. 198). 689 Κατηχητικός λόγος ὁ Μέγας, σ. 482-484: «Ταῖς μακραῖς περιόδοις ἐξαιρεθέντος τοῦ κακοῦ τῆς φύσεως, τοῦ νῦν αὐτοῖς καταμιχθέντος καὶ συμφυέντος, ἐπειδάν εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀποκατάστασις τῶν νῦν ἐν κακίᾳ κειμένων γένηται, ὁμόφωνος εὐχαριστία παρά πάσης ἔσται τῆς κτίσεως καί τῶν ἐν τῇ καθάρσει κεκολασμένων (τιμωρηθέντων), καὶ τῶν μηδὲ τὴν ἀρχήν ἐπιδεηθέντων καθάρσεως». 690 Περὶ τῆς μὴ «αἰωνιότητας» τῆς Κολάσεως στὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης τάσσεται καὶ ὁ γνωστὸς ἐπίσκοπος Θμούεως, Σεραπίων ( 362)· βλ. Σ. Γ. Π α π α δ ό π ο υ λ ο υ , Πατρολογία, τ. Β’, Ἀθήνα 19992, σ. 218. 691 Σ. Γ. Π απ α δ ό π ο υ λ ο υ , Πατρολογία, Ἀθήνα 19992, τ. Β’, σ. 614-615.
685 686

152

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;

ἁμαρτήσαντες, ὅπως, ἄλλωστε, δέχεται σύμπασα ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῆς Θ. Εὐχαριστίας καὶ τῶν Μνημοσύνων γιὰ ὅσους βρίσκονται στὴ λεγόμενη Μέση Κατάσταση τῶν ψυχῶν (μέχρι δηλ. τὴν Τελικὴ Κρίση)· γιατὶ στὸ γνωστὸ ἔργο του «Περὶ τῶν νηπίων πρὸ ὥρας άφαρπαζομένων» σαφῶς διδάσκει ὅτι ὅσοι ἔχουν βαθιὰ ριζωμένη μέσα τους τὴν κακία, θὰ ὑποστοῦν Κόλαση αἰώνια692. Γ) Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Περί ἀποκαταστάσεως ὁμιλεῖ (μέ θεολογικότερο καὶ ὄχι τόσο φιλοσοφικό τρόπο, ὅπως ὁ Γρηγόριος Νύσσης) καί ἕνας ἄλλος μεγάλος Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ( 662), θά λέγαμε, μάλιστα, περισσότερο, ἴσως διαφωτιστικά. Γιά τόν μεγάλο Ὁμολογητή τοῦ 7ου αἰ., ὅπως φαίνεται στά κείμενά του, ἡ Τελική Κρίση (ψυχοστασία) τῶν Ἐσχάτων ἔχει βαθύτατο ὀντολογικό περιεχόμενο καί δὲν εἶναι θέμα δικανικό ἤ ψυχολογικό, ὅπως (ἀλληγορικὰ) τὸ ἑρμήνευε ὁ Ὠριγένης693, οἱ Γνωστικοὶ694 ἤ ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, δηλ. ὡς ἡ ἐντὸς τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου ὕπαρξη τοῦ «Ἅδη». Τὴ Γνωστικὴ ὁρολογία χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ γνωστὸς ψυχολόγος καὶ ψυχίατρος C. Jung (1875-1961), ὅπως καὶ σύγχρονοι νευρολόγοι (μιλώντας λ.χ. γιὰ ἑνοποίηση τοῦ ἀριστεροῦ μὲ τοῦ δεξιοῦ ἐγκεφαλικοῦ ἡμισφαιρίου τὸν τρόπο σκέψης), κάνοντας λόγο γιὰ τὸν λεγόμενο “Self” (= Ἑαυτὸ) ὡς τὴν ἐναρμόνιση τοῦ ἀσυνείδητου μὲ τοῦ συνειδητοῦ ἑαυτοῦ695. Μὲ ἕνα παρόμοιο (δηλ. ὑπαρξιακὸ) τρόπο ἑρμηνεύει καὶ ὁ Προτεστάντης ἐπίσκοπος καὶ Καθηγητὴς John Robinson696 τὴν Κόλαση: ὡς «ἀποξένωση» ἀπὸ τὴν οὐσία τῆς ὕπαρξής μας· καὶ ναὶ μὲν εἶναι καὶ αὐτὸ Κόλαση, ἐφόσον ὁ ἁμαρτωλὸς ἀμαυρώνει τὸ «φύσει» του (λογικὸ) «κατ’ εἰκόνα», ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτό, παθητικά. Ὑπάρχει, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο, στά Ἔσχατα μιά φυσική ὕπαρξη καί ἀθανασία, ὡς ἀποκατάσταση τῆς φύσεως, ἡ ὁποία δέν εἶναι μέθεξη τοῦ «εἶναι» ἤ τοῦ «ἀεί εἶναι». Αὐτό δείχνει τή διαφορά τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο θεολογεῖ περί τῆς ἀποκαταστάσεως ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἀπό ἐκεῖνον τοῦ Ὠριγένη697
MPG 46, 184A. Πρβλ. Σ. Γ. Πα π α δ ό π ο υ λ ο υ , ὅπ. π., σ. 614. Ὁμιλ. ΙΙ, ΒΕΠΕΣ 41, 203-204. 694 Βλ. Σ. Ν. Χ α τ ζ η σ τ α μ α τ ί ο υ , «Ἡ ἔννοια τῆς `Βασιλείας’ εἰς τὸ κατὰ Θωμᾶν Εὐαγγέλιον», Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς 32 (2002) 775-795. 695 Στὸ Γνωστικὸ κατὰ Θωμᾶν Εὐαγγέλιο (βλ. Σ. Ν. Χ α τ ζ η σ τ α μ α τ ί ο υ , ὅπ.π., σ. 791), ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ποὺ ἔχει κατορθώσει νὰ ἐπιτύχει τὴν ἑνότητα στὸν βίο του, ὀνομάζεται «εἷς» (4, 61). 696 J. A. T. R o bi n s on , Τίμιοι μὲ τὸν Θεό, μτφρ. Δ. Ἀναστασιάδη, ἐκδ. Δ. ΑΝΑΣ, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 89. 697 Ὁ καθηγητὴς Ἀ. Ἀ ν δ ρ ε ό π ο υ λ ο ς [“Eschatology and final restoration (apokatastasis) in Origen, Gregory of Nissa and Maximos the Confessor”, in: Theandros: An Online Journal of Orthodox Christian Theology and Philosophy 1/3 (2004)] ἐκλαμβάνει τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ ὡς ὀπαδὸ τῆς Ὠριγενικῆς δοξασίας γιὰ τὴν Ἀποκατάσταση τῶν Πάντων. Περισσότερα γιὰ τὴν ἰδέα τῆς ἀποκατάστασης στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή βλ. Μητρ. Περγάμου Ἰ ω ά ν ν η Ζ η ζι ο ύ λ α ,
692 693

153

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἀλλὰ καὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης698. Ἔτσι, ὁ ὅσιος Πατήρ διακρίνει τήν ὕπαρξη ὡς μετοχή στό ἀληθινό «εἶναι» ἀπό τή γενική ἀποκατάσταση τῆς φύσεως, χωρίς νά κάνει λόγο γιὰ ἀποκατάσταση τῶν δαιμόνων και τῶν ἀμετανοήτων ἀνθρώπων. Ἐπίσης, τὸ κακό, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, δὲν θὰ ὑπάρχει οὔτε ὡς ἀνάμνηση στὴν ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἡ ὁποία στὰ Ἔσχατα θὰ ἀποβάλει «τὰς ἐντεθείσας αὐτῇ τῆς κακίας μνήμας». Τρεῖς ἀποκαταστάσεις γνωρίζει ἡ Ἐκκλησία, θά μᾶς πεῖ ὁ μεγάλος θεολόγος καί Ὁμολογητής: Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἀποκατάσταση κάθε ἀνθρώπου, ἡ διόρθωσή του μὲ τὶς ἀρετές, ποὺ ἔχει ἐπιτελέσει. Ἡ δεύτερη εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὅλης φθαρτῆς Φύσεως μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἡ τρίτη ἀποκατάσταση, τὴν ὁποία, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἔχει χρησιμοποιήσει ἀρκετά ὁ Γρηγόριος Νύσσης («ᾗ καὶ μάλιστα κατακέχρηται ἐν τοῖς ἑαυτοῦ λόγοις ὁ Νύσσης Γρηγόριος»), ἀναφέρεται στὴν ἀπόκτηση τῶν ψυχικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες, λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, ἔχουν ἀπολεσθεῖ699. Οἱ ψυχές, οἱ ὁποῖες ἔχουν παρεκτραπεῖ ἀπὸ τὴν εὐθεῖα ὁδό, κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου, μὲ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων, θὰ ἀποβάλουν τὶς μνῆμες τῆς κακίας. Τὸ κακό, ὡς μὴ ὄν, δὲν θὰ ἔχει ἐσχατολογικῶς καμία δύναμη, οὔτε καὶ μνήμη. Ἔτσι, ἡ λήθη τοῦ κακοῦ συνιστᾶ καὶ τὸν αὐτο-αφανισμό του. Οἱ δὲ ἁμαρτωλὲς αὐτὲς ψυχὲς τότε θά ἀποκατασταθοῦν στὴν ἀρχική τους φύση, ἀλλ᾿ αὐτό θὰ συντελεστεῖ μὲ τὴν «ἐπίγνωση» καὶ ὄχι μὲ τὴ «μέθεξη» τοῦ Ἀγαθοῦ700. Αὐτή, λοιπόν, ἡ ἀποκατασταση, ὅπως τὴν ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Μάξιμος, συνεπάγεται μόνο λήθη τοῦ κακοῦ, καὶ ὄχι μέθεξη τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ «σωτηρία» (= ἀναγέννηση καὶ ἀθανατισμὸ701) καὶ θέωση. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Ἅγιος διδάσκει ὅτι κατὰ τὰ
«Ἐσχατολογία καὶ Ὕπαρξη – Μιὰ ὀντολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῶν ἐσχάτων», Σύναξη 121 (2012) 43-72, Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 4-29. 698 Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , ὅπ.π., σ. 5. 699 Μ α ξ ί μ ο υ τ ο ῦ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Πεύσεις καί ἀποκρίσεις καί ἐρωτήσεις, ΜPG 90, 796 ΑC: «Τρεῖς ἀποκαταστάσεις οἶδεν ἡ Ἐκκλησία. Μίαν μέν, τήν ἑκάστου κατά τὸν τῆς ἀρετῆς λόγον, ἐν ᾗ ἀποκαθίσταται, τόν ἐπ᾿ αὐτῷ λόγον τῆς ἀρετῆς ἐκπληρώσας. Δευτέραν δέ, τήν τῆς ὅλης φύσεως ἐν τῇ ἀναστάσει. Τήν εἰς ἀφθαρσίαν καί ἀθανασίαν ἀποκατάστασιν. Τρίτην δέ, ᾗ και μάλιστα κατακέχρηται ἐν τοῖς ἑαυτοῦ λόγοις ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ἔστιν αὕτη, ἡ τῶν ψυχικῶν δυνάμεων τῇ ἁμαρτίᾳ ὑποπεσουσῶν, εἰς ὅπερ ἐκτίσθησαν πάλιν ἀποκατάστασιν. Δεῖ γάρ, ὥσπερ τήν ὅλην φύσιν ἐν τῇ ἀναστάσει τῆς σαρκός ἀφθαρσίαν χρόνῳ ἐλπιζομένῳ ἀπολαβεῖν· οὕτω καί τάς παρατραπείσας τῆς ψυχῆς δυνάμεις, τῇ παρατάσει τῶν αἰώνων ἀποβαλεῖν τάς ἐντεθείσας αὐτῇ τῆς κακίας μνήμας· καί περάσασαν τούς πάντας αἰῶνας, καί μή εὑρίσκουσαν στάσιν, εἰς τόν Θεόν ἐλθεῖν τόν μή ἔχοντα πέρας. Καί οὕτως, τῇ ἐπιγνώσει, οὐ τῇ μεθέξει τῶν ἀγαθῶν ἀπολαβεῖν τάς δυνάμεις, καί εἰς τό ἀρχαῖον ἀποκαταστῆναι, καί δειχθῆναι τόν δημιουργόν ἀναίτιον τῆς ἁμαρτίας». 700 Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α , Δογματική, Β’, σ. 551. 701 Βλ. Ἀ. Γ ι έ φ τ ι τ ς , ὅπ.π., σ. 6. Ἀντίθετα, ὁ Καθηγητὴς Χ. Γ ι α ν ν α ρ ᾶ ς [«Γιὰ τὴν αἰωνιότητα τῆς Κόλασης», Σύναξη 121 (2012) 81], ὡς γνωστό, σὲ ὅλα του τὰ ἔργα ἑρμηνεύει τὸ ρῆμα «σώζω» μὲ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ (βλ. Π ίν δ α ρ ο υ , «γένοι', οἷος ἐσσὶ μαθών», Πύθια, ᾠδὴ 2η, 72, ed. H. Maehler

154

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ;

Ἔσχατα θὰ γίνει μὲν ἀποκατάσταση τῆς φύσεώς μας, ἀλλ᾿ ὄχι καὶ τῆς βουλήσεώς μας. Περὶ αὐτῆς τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ψυχικῶν δυνάμεων στὴν πρὸ τῆς Πτώσεως κατάσταση κάνει λόγο καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἀλλὰ κάπως ὑπερβολικά, θά λέγαμε, ὅπως ἐπισημαίνει καὶ ὁ θεοφόρος Μάξιμος. Ἔτσι, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, καὶ οἱ μὴ σεσωσμένοι θά ἀποκατασταθοῦν, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι θὰ βλέπουν τὸν Θεό, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχουν (θετικὴ) μέθεξη καί κοινωνία μαζί Του· θὰ βιώνουν τὸ «ἀεί φεῦ εἶναι», ὅπως τὸ ὀνομάζει, δηλ. τὴν αἰώνια Κόλαση, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς σεσωσμένους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπολαμβάνουν τὸ «ἀεί εὖ εἶναι», δηλαδὴ τὴν ἀδιάδοχη χαρὰ τῆς μεθέξεως, τῆς φιλίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ἀφοῦ τὸ ἐπέλεξαν ἀπὸ τὴν παροῦσα ἤδη ζωή. Ὁ Θεός, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, ὅπως καὶ στὸν Πλάτωνα, θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι εἶναι ἀναίτιος τοῦ κακοῦ. Ἔτσι, γιὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι θὰ ὑπάρξουν α) ἡ «φοβερὰ Κρίσις»702, β) τὸ «πῦρ οὐ καθαρτήριον ἀλλὰ κολαστήριον ἤ Σοδομιτικόν»703 καὶ γ) ἡ Κόλαση704.

(post B. Snell), fragmentis, pt. 1, Leipzig: Teubner, 19715) του ἔννοια ὡς ὁλοκληρία (ἀκεραιότητα, πληρότητα, ὁλότητα), πρᾶγμα, βέβαια, ποὺ παραπέμπει στὴ γνωστὴ ἰδέα τῆς οὑμανιστικῆς «αὐτοπραγμάτωσης» (self-actualization) τοῦ Ἀμερικανοῦ ψυχολόγου A. Maslow (1908-1970). 702 Α’ Ἐπιστολή: Λόγος παραινετικὸς ἐν εἴδει ἐπιστολῆς, MPG 91, 364-392, Ἐπιστολὴ Δ’ καὶ Ἐπιστολὴ ΚΔ’, MPG 91, 416-417 καὶ 612, Ἐπιστολὴ Β’ πρὸς Ἰωάννην Κουβικουλάριον: Περὶ ἀγάπης, MPG 91, 392 ἑξ. Πρβλ. Ἀ. Γ ι έφ τ ι τ ς , «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 5, 6, 26. 703 Γ ρ η γ ό ρ ι ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ , Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, MPG 36, 412, Μ ά ξ ι μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ῆ , Ἐρώτ. 99, ed. J. H. Declerck, Corpus Christianorum. Series Graeca 10, Turnhout: Brepols, 1982. 704 Λόγος ἀσκητικὸς 27-39, MPG 90, 932-948, Κεφ. Ἀγάπ. 1, 56, 57 καὶ 2, 34, MPG 90, 972 BC καὶ 996B, Ἐπιστ. 1/4/8/24, MPG 91, 388-389/416-417/612. Πρβλ. Μητρ. Περγάμου Ἰ ω ά ν ν η Ζ η ζι ο ύ λ α , «Ἐσχατολογία καὶ Ὕπαρξη – Μιὰ ὀντολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῶν ἐσχάτων», Σύναξη 121 (2012) 47.

155

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ ΠΩΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Ἡ Ἐκκλησία, ἡ Θεολογία καὶ γενικὰ ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα δέν ὁμιλοῦν μόνο γιά τό τί, ἀλλά καί γιά τό «πῶς» τῆς Θείας ζωῆς, τῆς σωτηρίας καί τῆς τελειότητας ἐν Χριστῷ. Δέν ἀποκαλύπτουν στούς ἀνθρώπους μόνο τί εἶναι ὁ Θεός καί ἡ Αἰώνια Ζωή, ἀλλά διδάσκουν καί ἐπί τοῦ πρακτέου τό πῶς ὁ ἄνθρωπος θά γνωρίσει ἐμπειρικὰ τόν Θεό, πῶς θὰ ἀποκτήσει κοινωνία μαζί Του, πῶς θά συντελεστεῖ ἡ μέθεξη τῶν λογικῶν ἀνθρωπίνων ὄντων στή Θεία δόξα, ἀκαταλήκτως καί διηνεκῶς. Ἔτσι, λοιπόν, στό βιβλίο αὐτό, μέχρι τώρα παρουσιάσαμε τό «τὶ» τοῦ Παραδείσου καί τῆς Κολάσεως, κατά τή διδασκαλία τῶν ἁγίων συγγραφέων καί διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καιρός εἶναι, τώρα, μαθητεύοντες στό ἀπλανές αὐτό διδασκαλεῖο τῶν θεοπνεύστων Πατέρων, νά δοῦμε τό «πῶς» τοῦ Παραδείσου καί τῆς Κολάσεως, δηλαδή, πῶς θά μετέχουμε τοῦ Παραδείσου καί πῶς θά ἀποφύγουμε τήν αἰώνια, φρικτή καί ἀτελεύτητη Κόλαση. Ἡ ἀναφορά μας δέν θά μποροῦσε νά εἶναι διεξοδική, διότι θά ξέφευγε τῶν ὁρίων ἑνός μόνο Κεφαλαίου, ἀφοῦ πρόκειται γιά τό οὐσιωδέστερο ζήτημα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς ὡς Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν! Ὅλα ἀποσκοποῦν σ᾿ αὐτό τό «τέλος», στή σωτηρία καὶ τὴ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, στή βίωση τοῦ Παραδείσου καί τήν ἀποφυγή τῆς Κολάσεως, καί, ἑπομένως, ἄπειρες λέξεις θά μποροῦσαν νά κατατεθοῦν, ὅπως καί ἔχουν κατατεθεῖ. Θὰ ὑπογραμμίσουμε, ὡστόσο, ὅτι ὅλος ὁ πόθος καί ἡ ἔφεσή μας θά πρέπει νὰ στρέφεται πρός τήν ἐπουράνια μόνιμη κατοικία μας, ὅπου, Θείᾳ Χάριτι, θά συμβασιλεύσουμε μέ τόν Πλάστη τοῦ σύμπαντος στίς ἄπειρες διαστάσεις τῆς Θείας Βασιλείας! Γι᾿ αὐτόν τό λόγο μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, λέγει σέ ἕνα ὑπέροχο κείμενό του ὁ θεοφόρος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, γιά νά γίνουμε «θείας φύσεως κοινωνοί»705 καὶ μέτοχοι τῆς ἀΐδιότητάς Του, καί νά ἀναδειχθοῦμε ὁμοιοί Του μέ τήν κατά Χάρη θέωσή μας, γιά τήν ὁποία ἔγιναν τά πάντα καί παρήχθησαν ἐκ τοῦ μηδενός («ἐξ οὐκ ὄντων»): «Ὁ Θεός εἰς τοῦτο ἡμᾶς καί πεποίηκεν, ἵνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως, καί τῆς αὐτοῦ ἀΐδιότητος μέτοχοι∙ καὶ φανῶμεν Αὐτῷ ὅμοιοι κατά τήν ἐκ χάριτος θέωσιν, δι᾿ ἥν πᾶσα τε τῶν ὄντων ἡ σύστασίς ἐστι καί ἡ διαμονή∙ καί ἡ τῶν μή ὄντων παραγωγή καὶ γένεσις»706. Ὁμοίως, καὶ ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος τῆς Ἱππῶνος, Αὐγουστῖνος, θά ἐκφράσει τόν ψυχικό του παφλασμό καί τόν Θεῖο του ἔρωτα, γράφοντας στίς μνημειώδεις Ἐξομολογήσεις του: «Μᾶς ἔπλασες γιά Σένα καί οἱ καρδιές μας ἀδημονοῦν μέχρι ν᾿ ἀναπαυθοῦν σέ Σένα»707. Ἀφοῦ, λοιπόν, πλαΒ’ Πέτρ. 1, 4. Ἐπιστολή 43, «Εἰς Ἰωάννην θαλαμηπόλον», ΜPG 91, 640 BC. 707 Α ὐ γ ο υ σ τ ί ν ο υ , Ἐξομολογήσεις, Κεφ. 1, 1.
705 706

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ στήκαμε γιά νά μετέχουμε τῆς μακαριότητας τοῦ Θείου μας Δημιουργοῦ, ἀπό ἐδῶ προγευστικῶς καί ἐκεῖ αἰωνίως, βλέποντάς Τον «πρόσωπον πρός πρόσωπον», καλό εἶναι νά ἀναφέρουμε τούς τρόπους καί τά μέσα τῆς βιώσεως τοῦ Παραδείσου ἀπό αὐτὴν ἤδη τή ζωή, ἀλλά καί τόν δρόμο γιὰ τή μετοχή μας στήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ αὐτό εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία, ὅπως εἴπαμε, ἀρχίζει ἀπό ἐδῶ. Ποιά εἶναι τά Θεῖα μέσα, τά ὁποῖα μᾶς παρέχει ἡ Μητέρα καί τροφός μας Ἐκκλησία, ὥστε διά τῆς χρήσεως τούτων νά κοινωνοῦμε μέ τό Ἄκτιστο καί νά μετέχουμε προγευστικῶς τῆς Οὐράνιας Θείας Βασιλείας, στά ὅρια ἀκόμη τῆς παρούσης ζωῆς; Εἶναι κατά πρῶτον λόγον τά ἱερά Μυστήρια, γιά τή σπουδαιότητα τῶν ὁποίων ἔγινε λόγος σέ προηγούμενο Κεφάλαιο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ. Ἡ ἐμπροϋπόθετη συμμετοχή μας σ᾿ αὐτά, μᾶς ἐγγυᾶται τήν πρόγευση τοῦ Παραδείσου! Ἡ ἄνευ, ὅμως, τῆς δεούσης προετοιμασίας μετοχή μας, ἀμετανοήτως, μᾶς προκαλεῖ καύση πνευματικὴ (στήν ψυχή, ἀλλά, πολλὲς φορές, βλάβη καὶ στὸ σῶμα), ἀφοῦ τό Θεῖον δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει σέ ἀκάθαρτη καρδιά, καί ἔτσι ὁ ψυχικός μας κόσμος ταλανίζεται καί πάσχει, προγευόμενος τήν Κόλαση, τήν ἐρημία καί τήν ἐγκατάλειψη τῆς προστατευτικῆς Θ. Χάριτος ἀπό τή ζωή αὐτήν. Ἔχουμε, λοιπόν, δύο δυνατότητες: τή διά τῶν Μυστηρίων μετοχή μας στήν «ὄντως Ζωή», ἤ τή γεύση τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, ὅταν αὐτά ἔρχονται σέ ἐπαφή μέ μιά νεκρωμένη πνευματικὰ ὕπαρξη, ἡ ὁποία, κατά τήν ἱερά Ἀποκάλυψη, «ὄνομα ἔχει ὅτι ζῇ»708. Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, μέ τά Θεῖα καὶ ἱερὰ Μυστήρια «καινουργεῖται» ἡ πεπτωκυΐα φύση μας, ἀνακαινίζεται καί θεώνεται. Καί γι᾿ αὐτόν τόν λόγο ἦλθε ὁ Χριστός στὸν κόσμο, γιά νά ἀλλάξει τή φύση μας, νὰ ἀνακαινίσει καί νά ἀνακτίσει τὴν κατεστραμένη ἀπό τὰ πάθη ψυχή μας, ὅπως ὑπογραμμίζει σχετικὰ ὁ ἅγιος Μακάριος: «Ὁ Κύριος ἡμῶν, διὰ τοῦτο παραγέγονεν, ὥστε τὴν φύσιν ἀλλάξαι καὶ μεταβαλλεῖν καὶ ἀνακαινίσαι καὶ ἀνακτίσαι τήν ψυχήν ταύτην, τήν κατεστραμμένην τοῖς πάθεσι διά τήν παράβασιν … καί ἀπαξαπλῶς καινούς ἀνθρώπους τούς πιστεύοντας αὐτῷ ἦλθεν ἀπεργάσασθαι»709. Μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, πού ἀποτελεῖ, ὡς εἰσαγωγικό Μυστήριο, τήν ἔνταξή μας στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἁγία Ἐκκλησία (ἐκτός τῆς ὁποίας δέν ὑπάρχει σωτηρία, δυνατότητα ἑνώσεως κτιστοῦ καί Ἀκτίστου καί θέωση), συντελεῖται αὐτός ὁ ἀνακαινισμός τῆς φύσεώς μας καί λαμβάνουμε τὴν ἀρχή τῆς σωτηρίας μας. Τό Βάπτισμα, βεβαίως, ὡς ἐγκεντρισμός τῶν ὄντων στή Θεία Ζωή, θά πρέπει νά ἐκλαμβάνεται ὡς ἕνα ἐκκλησιολογικό γεγονός, ἀφοῦ δι᾿ αὐτοῦ συντελεῖται ἡ ἐνσυνείδητη καὶ ἑκούσια

Ἀποκ. 3, 1: «Οἶδά σου τά ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καὶ νεκρός εἶ». Ἁ γ ί ο υ Μ α κ α ρ ί ο υ , Πνευματικαί Ὁμιλίαι, 50, ed. H. D譠^廰幪玌譠^ Klostermann and M. Kr50 (collectio H), [Patristische Texte und Studien 4, Berlin: De Gruyter, 1964.
708 709

158

ΠΩΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

ἐνσωμάτωσή μας στόν ὀργανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας710. Ὅμως, ἡ κατά φύση (δηλ. ἡ ἐν Χριστῷ «ὑπέρ φύσιν») ζωή τοῦ Χριστιανοῦ προϋποθέτει ἐνεργοποίηση τοῦ Βαπτίσματος καί τῶν Χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ Θεία καὶ ἀνθρώπινη συνεργία, πού λαμβάνει διά τοῦ Μυστηρίου τοῦ Χρίσματος. Τὸ Βάπτισμα εἶναι πύλη τῆς σωτηρίας, ἀλλά δέν ἐξασφαλίζει αὐτόματα τή σωτηρία, ἄν μείνει ἀνενεργό711, καί, ἑπομένως, δέν μπορεῖ νά προχωρήσει ὁ ἄνθρωπος χωρίς αὐτήν τή συνεχῆ ἀναζωπύρωση τοῦ Βαπτίσματος, σ᾿ αὐτό πού ὀνομάζουμε κοινωνία καί μέθεξη Θεοῦ καί πρόγευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Στή συνέχεια, ὁ ἄνθρωπος, ὁ νέος ἐν Χριστῷ ἀνακαινισθείς, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διά τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπό τὶς πτωτικὲς συνέπειες τῆς φθορᾶς, ποὺ ἐπέφερε στή φύση μας ἡ Προπατορικὴ ἁμαρτία καὶ ἔχει ἐμβολιαστεῖ στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, τρέφεται διά τῆς Θείας βρώσεως τῶν Ἁγιασμάτων, γιά νά ζήσει τή Θεία Ζωή, μεταλαμβάνει Χριστό, «ἐσταυρωμένον καὶ Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν», καί προγεύεται τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐντός του «μορφώνεται» ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Πραγματικά, μᾶς τρέφει ἡ φιλόστοργη Μητέρα μας Ἁγία Ἐκκλησία, ἡ «τροφός», κατά τόν Μέγα Φώτιο. Μέσα στή Θεία Κοινωνία βρίσκεται παρών ὁ θυσιαζόμενος Χριστός, προκειμένου νά μᾶς προσφέρει τὴν ἀδαπάνητη τροφή, τό Πανάγιο Σῶμα καί Αἶμα Του! Ὁ Μέγας Πατήρ καί Ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας, Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, θὰ μᾶς πεῖ ὅτι, ἐνῶ μιά φυσική μητέρα τρέφει πρός καιρόν ἐκ τοῦ μαστοῦ τό τέκνο της, ὁ Κύριος καί Θεός μας, ἀπό ἀμέτρητη φιλανθρωπία, μᾶς τρέφει ἀεννάως καί διά παντός: «Μήτηρ μὲν γάλακτι τρέφει τὸ ἑαυτῆς τέκνον ἕως καιροῦ∙ ὁ δὲ ἀληθινός ἡμῶν δεσπότης καί πατήρ, τό οἰκεῖον σῶμα καί αἶμα δίδωσιν εἰς βρῶσιν καί πόσιν, καί τοῦτο διά παντός»712. Τὸ Μυστήριο αὐτό, ὅμως, τό παμμέγιστο, ὅπως, βέβαια, καί ὅλα τά ἄλλα ἱερά Μυστήρια, δέν λειτουργοῦν «μαγικά» καὶ παθητικά, δηλαδή δέν παρέχουν ἀπροϋπόθετα τή Χάρη καί τόν ἁγιασμό στὸν πιστό, καί δέν τοῦ ἐξασφαλίζουν τήν πρόγευση τοῦ Παραδείσου καί τήν ἐκεῖ αἰώνια συνοίκηση μὲ τὸν Χριστὸ, ἄν δέν ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνάλογη ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐλεύθερη συναίνεσή του στὴν ἀπολυτρωτική δωρεά τοῦ Χριστοῦ, τήν παρεχόμενη διὰ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, ἡ ἀξιοποίηση τῆς πνευματικῆς αὐτῆς προίκας, πού τοῦ παρέχει ὁ Θεός. Ἔτσι, λοιπόν, εἶναι αὐτονόητη καί ἡ προσωπική μετοχή, ἡ ἄσκηση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πνευματικὸς
710 Βλ. Ἰ ω . Φ ο υ ν τ ο ύ λ η , Το Ἅγιον Βάπτισμα: Ἱστορικο-τελετουργική θεώρηση, Μητρόπολη Δράμας, Το Ἅγιον Βάπτισμα, 1996, σ. 231 κ. ἐξ. 711 Ὁ χρυσορρήμων (Χρυσόστομος) θά τονίσει ἐμφατικά: «μή θαρρῶμεν, ὅτι γεγόναμεν ἅπαξ τοῦ σώματος» (ΜPG 60, 23), δηλαδή ἡ συνεχής μετοχή στή ζωοποιό Θεία Χάρη δέν εἶναι «ἐφ᾿ ἅπαξ» ἐγγυημένη μέ τό βάπτισμα (βλ. Γ. Μ ε τ α λ λ η ν ο ῦ , Δοκίμια ὀρθόδοξης μαρτυρίας, σ. 81-82). 712 Βλ. Ἁ γ ί ο υ Θ ε ο δ ώ ρ ο υ Σ τ ο υ δ ί τ ο υ , Μικρά Κατήχησις, Κατ. ΚΔ’, ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου Σκρέττα, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1984, σ. 72.

159

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ ἀγώνας γιά τήν τήρηση τῶν Θείων ἐντολῶν, πράγματα, πού εἶναι καὶ γίνονται ὄχι τυπικά, ἠθικολογικά, εὐσεβιστικά, ἀλλ’ ὑπαρξιακά καί ὀντολογικά, δηλώνοντας τήν κατά φύση κατάσταση τοῦ Χριστιανοῦ ὡς μέλους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, μιᾶς δηλ. ἐν Χριστῷ ζωντανῆς κοινότητας. Δέν ὑπάρχει γιά τόν πραγματικό Χριστιανό ἡ καθηκοντολογία, τό «πρέπει» καὶ ὁ λεγόμενος «καθωσπρεπισμός» (λ.χ. ὅτι πρέπει νά πάω νά ἐκκλησιαστῶ, ἤ πρέπει νά κοινωνήσω, ἤ πρέπει νά κάνω καλές πράξεις κ.λπ., καὶ ὅλα αὐτά, ἐπειδή… ἔτσι πρέπει), δὲν ὑπάρχει ἡ ἠθικολογία καὶ ἡ τυπολατρία καὶ τὰ ἄλλα συναφῆ, τὰ ὁποῖα συνιστοῦν μιά ἀντικειμενοποίηση τῆς Πίστεως ἤ μία ἐκνομίκευση τῆς Χάριτος. Στόν Χριστιανισμό ὡς Ὀρθοδοξία, ὅπως φαίνεται στὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων μας, ὑπάρχει τό «εἶναι» καί ὄχι τό «πρέπει». Τό «πρέπει», βεβαίως, θά χρησιμοποιηθεῖ καί αὐτό στήν ἀρχή τῆς πορεία μας παιδαγωγικά, ἀλλά γιὰ πολύ λίγο, μέχρι νά διέλθει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τίς ἀτελεῖς ―νηπιακές πνευματικὰ― καταστάσεις τοῦ «δούλου» καί τοῦ «μισθωτοῦ», καί νά φθάσει στήν ἀνώτερη, αὐτήν τοῦ «υἱοῦ», πού ἀγαπᾶ καί δέν κάνει ὅ,τι κάνει, κινούμενος μέσα σέ πλαίσια ἀναγκαιότητας, ἰδιοτέλειας ἤ συναλλαγῆς, ὁπότε καί θά κατανοήσει ὅτι εἶναι ζήτημα ὀντολογίας καί ὄχι καθηκοντολογίας ἡ ὅλη ἐκκλησιαστική ζωή. Καί, ὀντολογία σημαίνει τήν κατά φύση (προπτωτικῶς) ζωή, τή στροφή τοῦ «γνωμικοῦ θελήματος» πρός τόν Θεό· μὲ ἄλλα λόγια, σημαίνει τό νά ἐμφορεῖται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό λεγόμενο Ἁγιοπνευματικό ἦθος ἤ φρόνημα, ὥστε οἱ ἀρετές, οἱ ἐντολές, ἡ ἠθική ζωή κ.λπ. νὰ ἀποτελοῦν φυσικὸ καρπό καί συνέπεια αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, τῆς ἐνοικήσεως «ἐν αὐτῷ» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτός, ἀφοῦ ἔτσι ἔχει νεκρώσει τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες (γιά τήν ἀκρίβεια ἔχει μεταμορφώσει τά πάθη, τίς ψυχικές δυνάμεις, οἱ ὁποῖες λειτουργοῦν πλέον ἀληθῶς «κατά φύσιν»), ζεῖ «ἐν Πνεύματι», ὅπως γράφει ὁ Παῦλος, καί γι᾿ αὐτό «στοιχεῖ» (συμπεριφέρεται) «Πνεύματι»713. Αὐτό προϋποθέτει ἕναν ἀτελεύτητο ἀγώνα μετανοίας, καθάρσεως, θεραπείας τῆς νοσούσης ψυχῆς μέσα στὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, μέ τόν «νόμιμο»714 τρόπο ἀσκήσεως. Σ᾿ αὐτό συμβάλλει ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, γιά τίς ὁποῖες εἶναι, νομίζουμε, ἀπαραίτητο νά κάνουμε μιά ἀναφορά. Ὡς Ὀρθόδοξοι, δέν ἀγνοοῦμε ὅτι ἀπό τὴν τήρηση τοῦ Θείου Νόμου ξεκινᾶ ὁ ἄνθρωπος τήν πνευματική του προκοπή, γιά νά καθαριστεῖ, νά θεραπευθεῖ ἀπό τὴ νόσο τῆς ἁμαρτίας καί νά ἀξιωθεῖ νά δεῖ τὸν Θεό ὡς Φῶς καί ὄχι ὡς πῦρ. Αὐτός δὲ ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας, τό νά προετοιμάσει τόν ἄνθρωπο γι᾿ αὐτό τό γεγονός. Γνωρίζουμε, ὡστόσο, ὅτι οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ δέν θὰ πρέπει νὰ ἐκλαμβάνονται νομικιστικὰ ὡς ἁπλές ἠθικές διατάξεις (ὅπως τῶν Φαρισαίων), ἀλλά ὡς Θεῖα μέσα∙ δέν εἶναι τό τέλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς,
713 714

Γαλ. 5, 25. Πρβλ. Δοκίμια…, ὅπ.π., σ. 83 Α’ Τιμ. 2, 5: «ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ».

160

ΠΩΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

ἀλλ’ ἡ ἀφετηρία∙ δέν εἶναι ἡ οἰκία, ἀλλά ἡ κλίμακα (σκάλα), ἀπό τήν ὁποία θά ἀνεβοῦμε στήν οἰκία. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν (ὅταν, ἐννοεῖται, δέν γίνεται μέ πνεῦμα οἰήσεως καί αὐτοδικαιώσεως) ἀπεργάζεται τή συνάντηση καί κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἴδιο τόν Θεό: «ἀρετὴ μὲν γὰρ πᾶσα, καὶ ἡ ἐφ’ ἡμῖν τοῦ Θεοῦ μίμησις πρὸς τὴν θείαν ἕνωσιν ἐπιτήδειον ποιεῖται τὸν κεκτημένον»715, γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Οἱ ἐντολές χρησιμοποιοῦνται ὡς ἱερά μέσα πρός ἀπόκτηση τοῦ σκοποῦ, πού εἶναι ἡ «πλήρωση», τό γέμισμα τῆς καρδιᾶς ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ «ναοποίηση» τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, κατά τή χαρακτηριστική φράση τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας. Ἔτσι, προσευχόμαστε, νηστεύουμε, μετανοοῦμε κ.λπ., ὥστε νά «ἀνοίξει» ἡ καρδιά μας στό Ἄκτιστο, στή Θεία ἐνέργεια, καί νά δεχθεῖ τὴν κρούουσα Θ. Χάρη καί, στὴ συνέχεια, νὰ προευπρεπισθεῖ, γιὰ νὰ καταστήσει τὴν ἴδια τὴν Ἁγία Τριάδα ἔνοικο «ἐν τῇ ψυχῇ». Δέν νηστεύουμε (τυπικά), γιὰ νὰ νηστεύουμε, οὔτε προσευχόμαστε (μηχανικά), γιὰ νὰ προσευχόμαστε, εὐσεβιστικά, ἀλλά καί οἱ νηστεῖες καί οἱ προσευχές, ὡς ἐξαγνιστικά μέσα, θὰ πρέπει νὰ κατατείνουν στήν ἀπόκτηση τῆς Θ. Χάριτος ὡς ἀπώτατου σκοποῦ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς ἀνακαίνισης τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Ἄν αὐτό δέν ἐπιτυγχάνεται ἤ τουλάχιστον δέν προσπαθοῦμε ἐντατικά νά ἐπιτευχθεῖ, τότε ματαίως κοπιάζουμε καί θά πρέπει νά ἀνησυχήσουμε. Πολλοί ἄνθρωποι, δυστυχῶς, δέν ἐκλαμβάνουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ Ὀρθόδοξα, μέσα στό ἀνωτέρω πλαίσιο, δέν κατανοοῦν ὅτι εἶναι μέσα, ὁδοδεῖκτες ἀλλά καί ἀγωγοί, πού ἐφελκύουν τή Θ. Χάρη στήν ψυχή, ἡ ὁποία Χάρη καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο πνευματικόν716. Ἐτσι, θεωροῦν ὅτι οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ εἶναι δεσμεύσεις τῆς ψυχῆς. Δέν εἶναι ὅμως δεσμεύσεις. Ἀντίθετα, ἡ τήρηση τῶν Θείων ἐντολῶν ἀπελευθερώνει τήν ψυχή (ποὺ μετά τὴν Πτώση ἔχει ὑποδουλωθεῖ στά πάθη καί τήν ἁμαρτία), ὁδηγώντας την στό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξάγοντάς την ἀπό τή δύναμη καί τό ἀναγκαστικό καθεστώς τῆς δουλείας ― ἁμαρτίας. Ἔτσι, οἱ ἅγιες τοῦ Κυρίου ἐντολές, ὡς φανερώσεις Του σέ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους, δέν συνιστοῦν περιορισμό τῆς ἐλευθερίας μας, ἀλλ’ ἀποτελοῦν δεῖκτες γιὰ τὸν πεπερασμένο μας βίο, ἀφοῦ μέ τήν τήρησή τους προαγόμαστε στήν πραγματική, τήν ἐν Χριστῷ, ἐλευθερία. Εἶναι μιά ἐλευθερία, ποὺ ἔρχεται, ὅπως εἴπαμε, ὡς ἀνεξαρτησία ἀπό τά πάθη καί τήν ἁμαρτία. Βέβαια, στήν ἀρχή τοῦ ἀγώνα, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν παρουσιάζεται στὸν ἄνθρωπο ὡς δέσμευση. Ὅμως, κατά τό παράδειγμα τῆς λάμπας, πού φέρνει τό ἠλεκτρικό ρεῦμα στό σπίτι μας, ἀφοῦ πρῶτα δεσμευ715 Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ , «Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 190. 716 Καί γνωρίζουμε, φυσικά, ὅτι πνευματικός ἄνθρωπος δέν εἶναι ὁ ἐυφυής, ὁ διανοητικά ἤ πολιτιστικὰ καλλιεργημένος, ὅπως συνήθως ἐπικρατεῖ στούς κοινωνικούς (κοσμικοὺς) κύκλους, ἀλλ’ ὁ Ἁγιοπνευματικός, ὁ ἔχων δηλ. τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνεργό ἐντός τῆς καρδίας του.

161

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ θεῖ (βιδωθεῖ) στό κατάλληλο σημεῖο τῆς ὀροφῆς, πρέπει καί ἐμεῖς νά κατανοήσουμε τή «δέσμευσή» μας κατά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, προκειμένου νά ἐφελκύσουμε τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μέσα στίς ἐντολές κρύβεται ὀ ἴδιος ὁ νομοδότης Χριστός, ὁ Ὁποῖος, ὅμως, ὑπάρχει «ἀχωρίστως σύν Πατρί καὶ Πνεύματι», καί γι᾿ αὐτό, ὅποιος παρέλαβε μία Θεία ἐντολή καί τήν ἐφάρμοσε, ἔχει μέσα του μυστικά τή Χάρη ὅλης τῆς Ἁγίας Τριάδος, καθὼς θεολογεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «Ὁ δεξάμενος μίαν ἐντολήν καὶ τηρήσας αὐτήν, μυστικῶς ἔχει τήν Ἁγίαν Τριάδα»717. Αὐτή εἶναι ἡ δύναμη τῶν Θείων ἐντολῶν, οἱ ὁποῖες φυλλάσσουν τά ὅρια τῆς φθαρτῆς φύσης μας, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής («αἱ ἐντολαί τούς ὅρους τῆς ἑαυτῶν φύσεως φυλάττουσι»), ὑπηρετώντας δύο σκοπούς: α) νὰ μᾶς ταπεινώνουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ β) νὰ μᾶς χαράζουν κάθε φορὰ τὴν ὀρθὴ πορεία, τὸν δρόμο πρὸς τὸν Οὐρανό. Ἐντούτοις, τὸ πιὸ σημαντικό καί οὐσιῶδες εἶναι ὅτι ἡ ἕνωσή μας κατά Χάρη μέ τόν Πανάγιο Θεό, «ἡ πρός Θεόν ἀφομοίωσίς τε καί ἕνωσις», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, συντελεῖται μὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν τήρηση τῶν Θείων καί σεβασμίων τοῦ Θεοῦ ἐντολῶν. Ἀπό ὅλες τίς ἐντολές ὑπάρχουν οἱ λεγόμενες μερικές (ὅσες συμπληρώνουν ἄλλες) καί οἱ περιεκτικές, ὅσες δηλ. περιέχουν ἄλλες (ἐντολές). Καί ἡ κατ᾿ ἐξοχήν περιεκτική καί μεγάλη ἐντολή, ἡ ὁποία περιέχει τό πᾶν, θά λέγαμε, τῆς Θείας διδασκαλίας, εἶναι βεβαίως ἡ καινὴ ἐντολή τῆς ἀγάπης, τῆς διπλῆς ἀγάπης, πρός τόν Θεό καί πρός τόν συν-άνθρωπο, ὅπως τή δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτής: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. Αὕτη πρώτη ἐντολή. Καί δευτέρα ὁμοία, αὕτη∙ ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Μείζων ἄλλη ἐντολή οὐκ ἔστι»718. Ἰδού, λοιπόν, ἡ ὁδός πρός τόν οὐράνιο Παράδεισο! Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος καί Θεός ἀπαντᾶ στόν ἐπερωτῶντα καί πειράζοντα Αὐτόν νομικό, ὅτι σ᾿ αὐτές τίς δύο ἐντολές (τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τόν συνάνθρωπο) στηρίζεται ὅλος ὁ Νόμος καί ἡ διδασκαλία τῶν Προφητῶν: «Ἐν ταύταις ταῖς δυσίν ἐντολαῖς, ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆται κρέμανται»719. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης θά προσθέσει ὅτι, ὅπως ἡ ἀγάπη εἶναι πλήρωση καί τελείωση ὅλου τοῦ Νόμου, ἔτσι καί ἡ μνησικακία καί τό μῖσος εἶναι ἀναίρεση καί ἀθέτηση ὅλου τοῦ Νόμου καί «πάσης ἀρετῆς»720. Ἔτσι, εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον, ἡ «καινή ἐντολή» τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει τόν ἄνθρωπο δικό Του μαθητή καί τηρητή τοῦ Νόμου Του721.

Μ α ξ ί μ ο υ τ ο ῦ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ , Ἀποριῶν βίβλος, MPG 90, 1156-1157. Μάρκ. 12, 30. 719 Ματθ. 22, 40. 720 Ν. Σ κ ρ έ τ τ α , Ἡ Θεία Εὐχαριστία…, σ. 99. 721 Βλ. Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Τὸ Χρυσοστομικὸ ἦθος, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 97 ἑξ.
717 718

162

ΠΩΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ συγγραφέας τῆς περίφημης «Κλίμακος», θά τονίσει, παραλλάσσοντας τὸν Ἰωάννειο λόγο, ὅτι, ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό πραγματικά, ἔχει ἀγαπήσει προηγουμένως τόν ἀδελφό του, τόν συνάνθρωπόν του· τό δεύτερο, λέγει, ἀποδεικνύει τό πρῶτο: «Ὁ ἀγαπῶν τόν Κύριον, τόν ἀδελφόν αὐτοῦ προηγάπησεν. Ἀπόδειξις γάρ τοῦ προτέρου τό δεύτερον»722. Καί ὁ φωστήρας τῆς Ἐκκλησίας, Χρυσόστομος, τήν αὐτήν πραγματικότητα τονίζει, ὅταν λέγει ὅτι, ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τον ἀδελφό του, «τόν Θεόν οὐκ οἶδε», δηλ. δέν γνωρίζει τὸν Θεό723. Ὁ ἴδιος κορυφαῖος ἱεράρχης καί Οἰκουμενικὸς Διδάσκαλος θά μᾶς πληροφορήσει ὅτι τήν ἀγάπη ὁ ἴδιος ὁ Θεός τήν ἔχει «φυτέψει» μέσα μας, εἶναι δηλαδή φυσιολογική δύναμη ἐντός μας ἤδη ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς δημιουργίας μας: «Ἐνέθηκε γάρ ὁ Θεός τῇ φύσει φίλτρον τῇ ἡμετέρᾳ, ὥστε ἀλλήλους ἀγαπᾶν»724. Ἡ ἀγάπη καί ἡ μακροθυμία χαρίζει στόν ἄνθρωπο τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπό τή ζωή αὐτή μετοχή τοῦ Παραδείσου! Πάλι, κατά τόν Χρυσόστομο, «οὐδέν μακροθυμίας ἴσον»725. Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀναμένει τή μετοχή του στή Θεία ζωή καί τόν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, πού δέν ἀγαπᾷ, πού δέν συγχωρεῖ, πού δέν ἀναπαύει τόν «πλησίον», ἀλλά συμπεριφέρεται μέ τρόπο ἀφιλάδελφο, ἀφιλάνθρωπο, ἀλαζονικό καί ἐγωιστικό, μέ ἔπαρση, σκληρότητα, κυνισμό, ὑποκρισία, μνησικακία καί αὐτοδικαιωτική διάθεση; Χωρίς ἀγάπη καί ταπείνωση, Παράδεισο δέν βλέπει κανείς! Ἄς τό ἐννοήσουμε καλά οἱ πάντες, Κληρικοί καί λαϊκοί, μικροί καί μεγάλοι, πλούσιοι καί φτωχοί, ἄσημοι καί ἐπιφανεῖς! Στήν Εὐαγγελική περικοπή τῆς Κρίσεως, πού ἀκοῦμε τήν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω, φαίνεται καθαρά ὅτι ἔσχατο κριτήριο κατὰ τή Β’ Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Τελική μας Κρίση θὰ εἶναι ἡ στάση πρός τόν συνάνθρωπό μας, ἀφοῦ ἡ σχέση ἀγάπης πρός τόν «ἐλάχιστο» ἀδελφό εἶναι καί δηλώνει σχέση πρός τόν Θεό726. Ὀρθά εἰπώθηκε ὅτι ἡ Παραβολή αὐτή «μᾶς δίνει ζωηρά καί ἀριστουργηματικά τήν εἰκόνα τῆς ἀδελφικῆς κοινότητας πού εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μέ ἀρχηγό τόν Χριστό. Ὁ Χριστός ζητάει καί ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη μιᾶς ἀδελφικῆς κοινότητας∙ κανένας ὠφελιμισμός δέν χωράει σ᾿ αὐτήν, ὅπως τό πρᾶγμα τό παρουσιάζει ἡ παραβολή μέ τίς ἀντιδράσεις δικαίων καί ἀδίκων»727.

Βλ. Ἰ ω ά ν ν ο υ Σ ι ν α ΐ τ ο υ , Κλῖμαξ, ΜPG 88, 1157C. Βλ. Σ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Το χρυσοστομικό ἦθος, ὅπ. π., σ. 98. 724 Ὅπ. π., σ. 85. 725 Ὅπ. π., σ. 127. 726 Βλ. Ἀ. Μ. Σ τ α υ ρ ό π ο υ λ ο υ , Τὰ ἕξι εἴδη τῆς ἀγάπης τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κρίσεως, Ἀθῆναι 2000. Κατὰ τὸν Καινοδιαθηκολόγο Καθηγητὴ Σ. Ἀ γ ο υ ρ ί δ η [Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν 20 (2001) 124], στοὺς Συνοπτικοὺς ἔσχατο κριτήριο κατὰ τὴν Τελικὴ Κρίση φαίνεται νὰ εἶναι ἡ πίστη, ἐνῶ στὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη ἡ ἀγάπη. 727 Βλ. Ν. Μ α τ σ ο ύ κ α , Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 20093, σ. 189.
722 723

163

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ Ὡστόσο, ὑπάρχει καί μιά ἑρμηνεία τοῦ μεγάλου Ὁμολογητοῦ Πατρός, ἁγίου Μαξίμου, πού κάνει λόγο γιά τή σωτηρία μέσα ἀπό τόν «διάλογο» μέ τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος διά τῶν ἀκτίστων «λόγων» (θελημάτων) Του μᾶς προτείνει τή μετοχή μας στή Θεία ζωή728. Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, οἱ λόγοι τῶν ὄντων «δέν εἶναι πρότυπα, ὅπως εἶναι στόν Πλάτωνα οἱ Ἰδέες, ἀντικειμενικά, ἀλλ’ ὑπάρχουν μέσα στόν νοῦ τοῦ Θεοῦ, δηλαδή εἶναι μιά πρόσκλησή του ἀγαπητική πρὸς τόν ἄνθρωπο. Ἑπομένως, κατὰ τόν ἅγιο Μάξιμο, ἡ ὕπαρξη τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι θεμελιωδῶς διαλογική: «κοινωνία ἐν ἑτερότητι»729. Ὁ Θεός μοῦ λέγει τήν ὕπαρξή μου καί ἐγώ ἀντιλέγω· καί εἴτε συμφωνῶ, ὁπότε συν-οικοδομοῦμε κάτι μαζί, εἴτε διαφωνῶ730. Ἔτσι, σύμφωνα μέ τήν παραπάνω θέση, ἀναμένει τόν ἄνθρωπο μία αἰωνιότητα εἴτε κατά θετικό τρόπο, ἀφοῦ θά ἔχει ἀπαντήσει θετικὰ στόν προτείνοντα τόν διάλογο Θεῖο Δημιουργό, εἴτε κατά ἀρνητικό, ἀφοῦ θά ἔχει ἀρνηθεῖ τόν διάλογο μέ τόν Θεό731. Αὐτό, μὲ μιὰ Λακανικὴ γλῶσσα, εἶναι ὄντως Κόλαση: τό «νά λείπει ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἀλλου. Τό νά προσπαθεῖς νά βρεῖς τήν ἐπιθυμία τοῦ Ἄλλου, ἡ ὁποία σέ κάνει νά ὑπάρχεις, καί νά μήν τήν βρίσκεις πουθενά»732. Ἀνάλογες μὲ τοῦ J. Lacan φιλοσοφικὲς καὶ ψυχολογικὲς εἰκόνες περὶ Κολάσεως βρίσκουμε στὸν, κατὰ δήλωσή του, ἄθεο Ὑπαρξιστὴ φιλόσοφο J.-P. Sartre, εἰδικότερα μάλιστα στὸ θεατρικό του ἔργο «Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν». Μέσα σ᾿ αὐτήν τήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί τούς ἀδελφούς, μέ τόν συνδυασμό δόγματος καί ἤθους, θεωρίας καί πράξεως, ἀρετῆς καί προσευχῆς, μυστηριακῆς ζωῆς καί ἀσκήσεως, καλούμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί στή μετοχή τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος διά τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Ὄντως, μεγίστη ἡ δωρεά! Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται «εἰς ὁμοίωσιν Θεοῦ» καί τοῦτο πραγματοποιεῖται μέ τά προειρημένα Θεῖα μέσα ἀσφαλῶς. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ἔχει γράψει κάτι πολύ σημαντικό, ὅτι ὁ Θεός, κατά τήν φοβερὴ ἐκείνη Ἡμέρα τῆς Κρίσεως, δέν θά ρωτήσει πόσες ἀρετές κατορθώσαμε (πού καί αὐτές πρέπει νά κατορθώσουμε μέ τή Χάρη Του, ὡς μέσα γιά νά φθάσουμε στόν σκοπό), ἀλλά θά δεῖ ἄν καί κατά πόσο τοῦ μοιάσαμε! Ὅπως, λέγει, κάνει ἕνας πατέρας, ὁ ὁποῖος παίρνει τό νεογέννητο βρέφος στήν ἀγκαλιά του καί κοιτάζει ἄν τοῦ μοιάζει. Αὐτός, ἑπομένως, εἶναι ὁ σκοπός τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς καί πνευματικῆς ζωῆς: ἡ «ὁμοίωσις πρός Θεόν». Αὐτό θὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τοῦ οὐρανίου Παραδείσου, κατοίκους τῆς ἀχειροποιήτου «ἄνω πόλεως», τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἀρχή τῆς πορείας τῆς θεραπείας μας μέσα στήν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, πού ἀποτελεῖ «ἰατρεῖον πνευ-

Πρβλ. Ν. Λ ο υ δ ο β ί κ ο υ , Ψυχανάλυση καί ὀρθόδοξη Θεολογία, ἐκδ. Ἁρμός. Ὅπ.π., σ. 36. 730 Ὅπ.π., σ. 35. 731 Ὅπ.π. 732 Ὅπ.π.
728 729

164

ΠΩΣ ΘΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

ματικόν», κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο733. «Μεσότητος δὲ τέλος» εἶναι ἡ σωτήρια μετάνοια, ὅπως θά μᾶς πεῖ ὁ θεοφόρος καὶ θεόπτης Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Ἡ μετάνοια καί ἀρχή καί μεσότης καί τέλος τῆς τῶν χριστιανῶν πολιτείας, διό καὶ πρό τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί ἐν τῷ ἁγίῳ βαπτίσματι καί μετά τό ἅγιον βάπτισμα καί ζητεῖται καί χρεωστεῖται»734. Μετάνοια, κατά τόν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σημαίνει, «ἀνανέωσις τοῦ βαπτίσματος, συμφωνία μέ τόν Θεό γιά νέα ζωή… σκέψις αὐτοκατακρίσεως… Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα τῆς ἐλπίδος καί ἀποκήρυξις τῆς ἀπελπισίας… Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωσις μέ τόν Κύριον μέ ἔργα ἀρετῆς ἀντίθετα πρός τά παραπτώματά μας. Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός τῆς συνειδήσεως. Μετάνοια σημαίνει θεληματική ὑπομονή ὅλων τῶν θλιβερῶν πραγμάτων»735. Εἶναι δυνατόν νά μήν αἰσθάνεται τήν πρόγευση τοῦ Παραδείσου ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ζεῖ μέ αὐτό τό φρόνημα καί εἶναι συνεχῶς μετανοῶν καί ἐφελκύων τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἐντός του; Πρέπει, λοιπόν, νά κατανοηθεῖ ὅτι γιά κάθε πεπερασμένο φθαρτό ἄνθρωπο, εἴτε ζεῖ στίς καταστάσεις καί τά σκοτάδια τῆς μεγαλύτερης ἁμαρτίας (ἀλλοτριώσεως ἀπό τόν Θεό), εἴτε βιώνει τίς πιό ὑψηλές καί οὐράνιες ἐμπειρίες, ἡ μετάνοια εἶναι καί ἀποτελεῖ τό ἀπαραίτητο στοιχεῖο, τό προσδιοριστικό τῆς πνευματικῆς του ζωῆς. Παράλληλα μέ τήν προσπάθεια τῆς ἀποκτήσεως τῶν ἀρετῶν, ὄχι ὡς ἀνθρωπίνων καταστάσεων ἀλλ’ ὡς καρπῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά πρέπει νὰ μετανοοῦμε συνεχῶς, διότι συνεχῶς ἁμαρτάνουμε. Καί ὅπως θὰ μᾶς συμβουλέψει τό Ἰωάννειο χρυσό στόμα, «ἐζήσαμεν τῇ σαρκί, ζήσωμεν λοιπόν καί τῷ πνεύματι∙ ἐζήσαμεν ταῖς ἡδοναῖς, ζήσωμεν λοιπόν καί ταῖς ἀρεταῖς∙ ἐζήσαμεν τῇ ἀμελείᾳ, ζήσωμεν καί τῇ μετανοίᾳ….»736. Ἡ φιλόστοργη Μητέρα μας, λοιπόν, Ἐκκλησία, μᾶς παρέχει τὰ πάντα, ὅλες τίς «ἐν Χριστῷ» δυνατότητες, προκειμένου νά καλλιεργήσουμε τίς Θεῖες ἀρετές στόν «ἀγρόν» τῆς ψυχῆς μας, διερχόμενοι ἀπό τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὥστε καί διά τῆς μετοχῆς μας στά ἱερά Μυστήριά της νά γευθοῦμε τούς εὔχυμους καί ἀγλαούς καρπούς τῆς Χάριτος καὶ νὰ προγευθοῦμε ἀπό ἐδῶ τὸν Παράδεισο ὡς μέθεξη κατά Χάρη τοῦ Ἀκτίστου Θεοῦ. Ἡ τάξη ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ ἄνθρωπος προετοιμάζεται μὲ τὴν τήρηση
Bλ. Σ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, σ. 242: «Καί γάρ ἰατρεῖον θαυμαστόν τῆς Ἐκκλησίας τό διδασκαλεῖον ἐστι· ἰατρεῖον, οὐχί σωμάτων ἀλλά ψυχῶν. Πνευματικόν γάρ ἐστι, καί οὐχί τραύματα σαρκός, ἀλλ’ ἁμαρτήματα διανοίας διορθοῦται». 734 ΕΠΕ 11, 480. 735 Ἰ ω ά ν ν ο υ Σ ι ν α ΐ τ ο υ , Κλῖμαξ, ἔκδ. ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς, 2005. Πρβλ. Χ. Γ. Σ τ α υ ρ ό π ο υ λ ο υ , Ποιμαντικὴ τῆς μετανοίας, Ἀθήνα 1983, Χ. Η. Μ ο υ σ τ ά κ α , Ἡ μετάνοια κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, Ἀθήνα 1993, Ἰ. Κ. Ἀ γ γ ε λ ό π ο υ λ ο υ , Ἡ Μετάνοια κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, Ἀθῆναι 1995, ἱερομ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ , Ἡ Ἱερὰ Ἐξομολόγησις, Ἅγιον Ὄρος - Ἀθήνα 1999, Σ. Κ. Τ σ ι τ σ ί γ κ ο υ , Ἡ γνησιότητα τῶν περὶ μετανοίας ὁμιλιῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Χαλκίδα 2002. 736 Ἰω. Χ ρ υ σ . , Περὶ μετανοίας, ΕΠΕ 30, 318.
733

165

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ τῶν Θείων ἐντολῶν καί τήν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν, στή συνέχεια «ἀνεβαίνει» μέ τήν ἀσκητική ζωή (τά τρία στάδια: τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεώσεως, πού προαναφέραμε) καί μετά πλέον, ἑνώνεται μέ τόν Θεό, «τελειοῦται» μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, φθάνοντας στό ὕψος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία, βέβαια, δέν ἔχει στασιμότητα, ἀλλ’ ἀποτελεῖ διαρκῆ καί ἀένναη κίνηση, ὅπως ἀλλοῦ ὑπογραμμίσαμε. Ὅλα, λοιπόν, μᾶς τά ἔδωσε ὁ Θεός! Ἀπό τή δική μας πλέον ἀνταπόκριση καί συνεργία, ὅπως λέγεται θεολογικά, ἀπό τό δικό μας ναί στόν Θεό ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τῆς αἰώνιας ψυχῆς μας καί ἡ διατήρησή μας ψυχοσωματικά στή Θεία ζωή ἀκαταλήκτως, κατά τρόπο θετικό. Ὁ φλογερός ἐπίσκοπος καί ἔξοχος ἱεροκήρυκας Ἠλίας Μηνιάτης, κλείνοντας ἕναν ἐξαίρετο λόγο του περί τῆς Μελλούσης Κρίσεως, λέγει τὰ ἑξῆς: «Πολλάκις σοῦ εἶπα, Χριστιανέ, τί εὔκολον πρᾶγμα εἶναι ἡ συγχώρησις τῆς ἁμαρτίας εἰς τήν ἐξομολόγησιν∙ σήμερον σοῦ εἶπα τί φοβερόν πρᾶγμα εἶναι τῆς ἁμαρτίας ἡ ἐξέτασις εἰς τήν μέλλουσαν κρίσιν∙ παρέθηκά σοι ὕδωρ καί πῦρ, διάλεξε ἐσύ ὅποιο θέλεις»737. Περαίνοντας καί ἐμεῖς τήν παροῦσα ταπεινή ἐργασία, ἀφοῦ παρουσιάσαμε τά περί Παραδείσου καί Κολάσεως, κατά τίς ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις τῶν θεοφόρων Πατέρων μας, καί, ἀφοῦ εἴπαμε ὀλίγα, σταχυολογημένα, γιά τό πῶς θά κερδίσουμε τόν Παράδεισο (τήν Αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπό ἐδῶ) καί πῶς θά ἀποφύγουμε τήν αἰώνια Κόλαση, πού εἶναι χωρισμός τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, «ἀθάνατος θάνατος», παντοτινή στέρηση τῆς Θείας Δόξης, παραδίδουμε τά γραφόμενα στήν κρίση τῶν ἀγαπητῶν ἀναγνωστῶν μέ τήν ἀνωτέρω προτροπή τοῦ Ἠλ. Μηνιάτη, διά τῆς χρήσεως τοῦ ἑξῆς ἁγιογραφικοῦ χωρίου: «Παρέθηκά σοι ὕδωρ καί πῦρ∙ ἐκτενεῖς τάς χεῖρας σου, λάβε σύ ὅ θέλεις»738.

737 738

Διδαχαί καὶ λόγοι, σ. 202. Σ. Σειρ. 15, 16.

166

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
«Χρή οὖν τόν περί Θεοῦ λέγειν ἤ ἀκούειν βουλόμενον σαφῶς εἰδέναι, ὡς οὐδέ πάντα ἄῤῥητα οὐδέ πάντα ῥητά, τά τε τῆς θεολογίας τά τε τῆς οἰκονομίας, οὔτε μήν πάντα ἄγνωστα οὔτε πάντα γνωστά∙ ἕτερον δέ ἐστὶ τό γνωστόν καί ἕτερον τό ῥητόν, ὥσπερ ἄλλο τό λαλεῖν καί ἄλλο τό γινώσκειν»739. Δέν εἶναι ὅλα ρητά τὰ τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνα πού ἀφοροῦν στή Θεολογία καί στή Θεία Οἰκονομία, μᾶς λέγει ὁ πρύτανης τῶν θεολόγων Πατέρων, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Ἐπίσης, οὔτε ὅλα εἶναι ἄγνωστα, οὔτε ὅλα γνωστά. Ἄλλο εἶναι αὐτό πού μπορεῖ νά γνωριστεῖ, καί ἄλλο αὐτό πού μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ, ὅπως ἀκριβῶς ἄλλο εἶναι ἡ ὁμιλία, καί ἄλλο ἡ γνώση. Ἔχοντας ὑπόψη μας τήν ἀνωτέρω θεμελιώδη θεολογική ἀρχή, προσπαθήσαμε στή μελέτη μας αὐτὴν νά παρουσιάσουμε ὀλίγα ἀπό τὰ «ρητά» καί γνωστά, πού ἀφοροῦν στόν ἐπέκεινα κόσμο, τή διπλῆ κατάσταση τῆς μετά τήν ἔνδοξη Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, αἰώνιας καὶ ἀτελεύτητης πραγματικότητας, τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς Κολάσεως. Δέν ἐκφράσαμε δικά μας λόγια, ἀλλά τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἀπλανεῖς φωστῆρες μέ τίς θεόπνευστες διδασκαλίες τους μᾶς καθοδηγοῦν. Οἱ ἱεροί τῆς Ἐκκλησίας Διδάσκαλοι, ὅσο τούς ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ἀνέσυραν τὸ πέπλο τοῦ μυστηρίου, πού καλύπτει τή μέλλουσα ζωὴ καὶ μᾶς παρουσίασαν κάποιες ἀλήθειες σχετικά μέ τά ἐκεῖ, μέ συμβολική καὶ ἀλληγορικὴ γλῶσσα, μὲ εἰκόνες καί παραστάσεις τῆς ἐδῶ κτιστῆς πραγματικότητας, ὥστε κάπως νά ὑποψιαστοῦμε τί περίπου θά εἶναι καί σέ τί θά συνίσταται αὐτή ἡ διπλῆ ὄψη τῆς ζωῆς τοῦ μέλλοντα αἰώνα, πῶς περίπου θά εἶναι ὁ Παράδεισος καί πῶς ἡ Κόλαση. Εἰδικότερα, ἀφοῦ ἐξετάσαμε δι᾿ ὀλίγων τὰ περὶ τοῦ ἐπίγειου Παράδεισου, ἀναλύσαμε ὁρισμένες Ἁγιογραφικὲς καὶ Πατερικὲς εἰκόνες, παραστάσεις καὶ συμβολισμοὺς γιὰ τὶς δύο ἐσχατολογικὲς καταστάσεις τῆς Αἰώνιας Ζωῆς. Ὁμοίως, παραθέσαμε θεολογικῶς κάποιες ἐνδείξεις γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Αἰώνια Κόλαση ἀπὸ τὴν ἐδῶ ζωή τῆς βιώσεως ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ «καλοῦ» καὶ τοῦ «κακοῦ». Στὴ συνέχεια, μὲ βάση πάντοτε τοὺς Πατέρες, ἀναπτύξαμε τὴ φύση, τὶς ἰδιότητες καὶ μερικὰ ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα χαρακτηριστικὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, καθὼς ἐπίσης καὶ τῆς ἐσχατολογικῆς Κολάσεως, λαμβάνοντας κυρίως ὑπόψη τὶς ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἐπειδὴ στὴν ἐποχή μας, ἴσως ἀπὸ παρερμηνεία καὶ ἐπιφανειακὴ ἤ ἀπο739

Ἰ ω . Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ , Ἔκδοσις ἀκριβής…, MPG 94, 1128A.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ σπασματικὴ μελέτη τοῦ ὅλου ἔργου του, παρατηρεῖται μία (ἐσκεμμένη;) κακοποίηση τῆς θέσεώς του ὡς πρὸς τὸ «ἐνεργητικὸν» ἤ μὴ τῆς Κολάσεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Ἔπειτα, ἀναφερθήκαμε στὸ συναφὲς θέμα τῆς Ὠριγενικῆς κακοδοξίας περὶ τῆς Ἀποκαταστάσεως τῶν Πάντων, δίνοντας ἔμφαση στὶς διδασκαλίες τῶν ἁγίων Γρηγορίου Νύσσης καὶ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Τέλος, κλείνοντας, ἀφιερώσαμε ἕνα Κεφάλαιο πιό πρακτικό, θὰ λέγαμε, γιὰ τὸ πῶς θὰ κερδίσουμε τὸν Παράδεισο καὶ θὰ ἀποφύγουμε τὴν Κόλαση. Τὸ γενικὸ θέμα, ποὺ θελήσαμε νὰ πραγματευτοῦμε στὸ βιβλίο αὐτό, δὲν τελειώνει, τουλάχιστον, ἐδῶ. Ἀπὸ τὴ φύση του θὰ συζητεῖται ὅσο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή. Γι᾿ αὐτό, δὲν ἔχουμε αὐταπάτες ὅτι ἐξαντλήσαμε τὸ θέμα, γιὰ τὸ ὁποῖο, ἄλλωστε, ὑπάρχει τεράστια ἑλληνικὴ καὶ ξένη βιβλιογραφία. Ἄλλοι μετὰ ἀπὸ μᾶς, περισσότερο ἱκανοί, μπορεῖ νὰ ρίξουν περισσότερο φῶς στὰ ὑπερφυσικὰ αὐτὰ μελλούμενα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καὶ εὐχόμαστε, ἔτσι ὥστε οἱ ἄνθρωποι καὶ μάλιστα οἱ «φίλοι τοῦ Θεοῦ» νὰ προγεύονται τὴν οὐράνια μακαριότητα, ἐνῶ οἱ ἄδικοι, οἱ φαῦλοι, οἱ πονηροὶ καὶ γενικὰ οἱ ἁμαρτωλοί νὰ προειδοποιοῦνται, ὥστε διὰ τῆς μετανοίας νὰ ἀποφύγουν τὴ μέλλουσα καὶ αἰώνια καταδίκη, τήν ἀτελεύτητη ὁδύνη, τόν «ἀθάνατον θάνατον». Καί τέλος, νά μή λησμονοῦμε ὅλοι οἱ θνητοί καὶ προωρισμένοι σέ ἀθανασία καί αἰωνιότητα ὅτι «ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν καιρός μετανοίας»…

168

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α’ Πηγές.
Ἁγία Γραφή - Παλαιά Διαθήκη, ὑπό Αlfred Rahlfs, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1981. — Κ. Διαθήκη, ὑπό Ε. Nestle - Κ. Aland, εκδ. Deutsche Bibelstiftung, Stuttgart 198526. Ἀθανασίου Μεγάλου, Λόγος περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς διὰ σώματος πρὸς ἡμᾶς ἐπιφανείας αὐτοῦ, ed. C. Kannengiesser, ΜPG 25, 101—105. ― , Ἐκ τῶν Ψαλμῶν, ΜPG 28, 744-752. ― , Πρὸς Κάστορα, MPG 28, 869. ― , Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τοὺς νεοφωτίστους τῷ Σαββάτῳ τῆς Ἀπολυσίμου 7, ΜPG 28, 1089 ΒC. ― , Ἐπιστολὴ περὶ τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας, καὶ ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας συνόδων, ΜPG 26, 681-795. ― , Σύμβολον, MPG 28, 1592. Ἀναστάσιου Σιναΐτη, Ἐρωτήσεις, ΚΑ΄ (MPG 89, 532), ΚΘ΄ (MPG 89, 561), ΝΕ΄ (MPG 89, 617), ΝϞ΄ (MPG 89, 620). Ἀντώνιου Μοναχοῦ, Λόγ. Κ΄, MPG 136, 836. Acta Philippi, ed. M. Bonnet, Acta apostolorum apocrypha, vol. 2.2. Leipzig: Mendelssohn, 1903 (repr. Hildesheim: Olms, 1972): 1-90. Ἀπολλινάριου, Fragment 50, Εἰς Ψαλμ. 41, 10, Fragmenta in Psalmos (in catenis), ed. E. Mühlenberg, Psalmenkommentare aus der Katenenüberlieferung, vol. 1 [ Patristische Texte und Studien 15. Berlin: De Gruyter, 1975]: 3-118. Ἀρέθα Καισαρείας, Συλλογὴ ἐξηγήσεων, ΜPG 106, 493-785. Ἀστέριου Ἀμασείας, Ὁμιλία ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου εἰς τὸν πλούσιον καὶ εἰς τὸν Λάζαρον, ed. C. Datema, Leiden: Brill (1970) 8, 8. Αὐγουστίνου Ἱππῶνος, Ἐξομολογήσεις, μτφρ. Φραγκίσκη Ἀμπατζοπούλου, ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 1999, 2010. Βασιλείου Μεγάλου, Πρός τούς νέους, ΕΠΕ 7, 318. ― , Εἰς τοὺς Ψαλμούς, MPG 29-30, Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ΕΠΕ), Πατερικαί ἐκδόσεις, «Γρηγόριος Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1979. ― , Εἰς τὸν ΛΓ’ Ψαλμόν, MPG 30, 361A. ― , Εἰς τὸν ΜΗ’ Ψαλμὸν 8, ΜPG 29, 449 BC. ― , Εἰς τὸ ‘Πρόσεχε σεαυτῷ’ 6, ΜPG 31, 212 BC. ― , Περὶ εὐχαριστίας 2, ΜPG 31, 221 C. ― , Ὁμιλία ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ 5, ΜPG 31, 317 Α. ― , Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεὸς 6, ΜPG 31, 344 BC. ― , Ἐπιστολὴ 233, Ἀμφιλοχίῳ ἐρωτήσαντι 1, ΜPG 32, 864 C. ― , Ἐπιστολὴ Β’, ed. Y. Courtonne, Paris: Les Belles Lettres, vol. 1 (1957). ― , Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, ΜPG 31, 1265 Α. ― , Ὅροι κατά πλάτος, MPG 31, 900-913. ― , Ἔργα, ΕΠΕ 5, 120. ― , Τοῖς Καισαρεῦσιν ἀπολογία περὶ τῆς ἀποχωρήσεως, ἐπιστολὴ 8, 7, ed. Y. Courtonne, Paris: Les Belles Lettres. ― , Ἠθικά, MPG 31, 692. ― , Ἀμφιλοχίῳ Ἰκονίου ἐπιστ. 234, 1, MPG 32, 868. ― , Λόγος ἀσκητικός, MPG 31, 625-647. ― , Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, MPG 32, 141A-D. ― , Εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν, MPG 30, 241-585. ― , Κατὰ Εὐνομίου 2, 17, MPG 29, 608D. Γαλησιώτου Μελετίου, Ἀλφαβηταλφάβητος, ἔκδ. Ἀρχιμ. Θ. Σιμόπουλου, Ἀθῆναι 1978.

169

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ
Γλυκᾶ Μιχαὴλ, Εἰς τὰς ἀπορίας τῆς Θείας Γραφῆς, λόγ. Ζ΄ (MPG 158, 781), λόγ. Η΄ (MPG 158, 793). Γρηγορίου Θεολόγου, Ἔργα, ΕΠΕ 5, 168-382. ― , Θεολογικός Α΄, ΜPG 36, 25 Α. ― , Λόγοι 17 καὶ 40, Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα 19, MPG 36, 357-424. ― , Κατὰ Ἰουλιανοῦ βασιλέως, Στηλιτευτικός Α’, ΜPG 35, 573C. ― , Λόγος ΙΣΤ’, Εἰς τὸν πατέρα σιωπῶντα διὰ τὴν πληγὴν τῆς χαλάζης, MPG 35, 945C. ― , Εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον, ed. F. Boulenger, 48. ― , Ἔπη θεολογικά, 34. Ὁρισμοὶ παχυμερεῖς, MPG 37, 964. ― , Λόγος Μ’ εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα, MPG 36, 424. ― , Λόγος 7, Εἰς Καισάριον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, MPG 35, 784B. Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τήν Ἐξαήμερον, ΜPG 44, 68 C. ― , «Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον», ΕΠΕ 11, 274. ― , Θεωρία εἰς τὸν τοῦ Μωϋσέως βίον, ed. J. Dani, Paris: Cerf, 1968, ΜPG 44, 328-431, ΕΠΕ 9, 256. ― , Περὶ παρθενίας 12, ΜPG 46, 369 C. ― , Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, ΜPG 44, 156-185. ― , Λόγος Κατηχητικὸς ὁ Μέγας, ΜPG 45, 9-242. ― , Κατὰ Εὐνομίου 1, MPG 45, 388A, ed. W. Jaeger, Leiden: Brill, 1960. ― , Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὰ Ἀπολλιναρίου 31, MPG 45, 1192B. ― , Κατὰ Ἀρείου καὶ Σαβελλίου, G.N.O. III. 1, σ. 84, 4-27. ― , Ὁμιλία γ’ εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, MPG 44, 1160. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγος ἀντιρρητικός Α’, 9-10 (Γ’, 44-45). Γ’, ΕΠΕ 5, 370 -372. ΣΤ’, 67-68. ― , «Πρὸς Δανιήλ Αἴνου» 6, Συγγράμματα 2, 379. ― , Λόγος ἀποδεικτικός Β’, 22 (Α’, 98), Συγγράμματα, τ. Α’, σ. 78-153. ― , Ὁμιλία ΛΕ’, 11. ― , Ὁμιλ. ΜΑ΄, MPG 151, 513. ― , Ὁμιλία ΝΗ’, 14. ― , Λόγος εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Χριστοῦ, ἐκδ. ΕΠΕ 10, 374. ― , «Εἰς τό Εὐαγγέλιον τῆς Δευτέρας τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας», ΕΠΕ 9, 122-124. ― , Τίνας ἄν εἴποι λόγους σῶμα κατὰ ψυχῆς, ΜPG 150, 1361C. ― , Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, ἀπόκρισις Τρίτη, λόγος 1, 3, ΕΠΕ 2, 144. ― , Ἔργα, ὁμιλ. ΚΖ’, ΕΠΕ 10, 190. ― , «Πρὸς Ξένην μοναχήν», ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ, Ἀθῆναι 19764, τ. Δ’. ― , «Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν νομοθεσίας», MPG 150, 1092A, λόγος 62, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 117, MPG 150, 1092A. ― , Ὁμιλία Δ’ εἰς τὸ εὐαγγέλιον τῆς Β’ τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας, MPG 151, 60A-C. ― , Ὁμιλία ΚΖ’ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ θέρους, MPG 151, 348D-349B. ― , Ὁμιλία ΜΗ’ εἰς τὸ τῆς Ε’ Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον, ΕΠΕ 11, 152. ― , «Κεφάλαια φυσικά, θεολογικά, ἠθικά τε καὶ πρακτικά», Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, τ. Δ’, σ. 161. ― , Πρὸς Γαβρᾶν 10, 32. ― , Περὶ θεοποιοῦ μεθέξεως 11, Β᾿. Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ Θείων ὀνομάτων, μτφρ. Μ. Νικολάου, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 1978. ― , Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας 100, Patristische Texte und Studien 36. Berlin: De Gruyter, 1991. Δωρόθεου Ἀρχιμανδρίτη, Λόγ. ΙΒ΄, MPG 88, 1748. Δωρόθεου Γάζας, Διδασκαλία 13, Περὶ τοῦ ἀταράχως καὶ εὐχαρίστως ὑποφέρειν τοὺς πειρασμούς 8, ΜPG 88, 1769 C. Εἰρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 4, 40, 1.

170

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ἐπιφάνιου Κωνσταντίας, Περὶ τῶν ἀριθμῶν μυστηρίων, MPG 43, 512. Ἑρμᾶ, Ποιμήν, ὅρασις γ’, ΒΕΠΕΣ 3, 42. Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 3. 28, 4. ― , Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή, ed. K. Mras, Die griechischen christlichen Schriftsteller, Berlin: Akademie-Verlag, 1956, MPG 21, 944. ― , Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, MPG 23, 80. ― , Εἰς Ἡσ., Βιβλ. 1, 93. 2, 58, ed. J. Ziegler, Die griechischen christlichen Schriftsteller, Berlin: Akademie-Verlag (1975). Εὐσέβιου Ἀλεξανδρείας, Λόγ. ΙΕ΄, MPG 86, 384. Εὐσέβιου Ἐμέσης, Λόγ. Α΄, MPG 86, 509. Εὐστάθιου, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα 2, Leiden: Brill, 3 (1979) 630. ― , Εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν, ed. G. Stallbaum, Leipzig: Weigel 2 (1826, repr. Hildesheim: Olms, 1970) 40. ― , Συγγραφὴ τῆς εἴθε ὑστέρας ἁλώσεως τῆς Θεσσαλονίκης, ed. S. Kyriakidis, Testi e Monumenti. Istituto Siciliano di Studi Bizantini e Neoellenici. Testi 5. Palermo: Istituto Siciliano di Studi Bizantini e Neoellenici (1961) 148. ― , Περὶ ψυχῆς κατὰ φιλοσόφων, fragment 4, 1, ed. M. Spanneut, Recherches sur les parallela, ed. M. Spanneut, Recherches sur les fragments dogmatiques et ex M. Spanneut, Recherches su Catholiques, 1948. Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Λόγος εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν 24, ἐκδ. ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, Θεσσαλονίκη 1992. ― , Ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις, ἐκδ. ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, Θεσσαλονίκη 1992. Θεοδώρητου Κύρρου, Εἰς Ψαλμ. 1, 6, MPG 80, 873. ― , Εἰς Ἰεζ. 34, 17, MPG 81, 808-1256. ― , Ἑρμηνεία τῆς πρὸς Ῥωμαίους Ἐπιστολῆς 5, 12, MPG 82, 100AB. ― , Ἑλληνικῶν Παθημάτων Θεραπευτική, λόγ. ΙΑ΄, MPG 83, 1093. Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρά Κατήχησις, ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμανδρίτου Νικοδήμου Σκρέττα, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1984. Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ὑπόθεσις τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου, ΜPG 123, 684-1125. Ἰγνατίου, Ἐφεσίους 20, 2, MPG 5, 655. Ἱππολύτου, Πρὸς Ἕλληνας καὶ πρὸς Πλάτωνα ἤ περὶ τῆς τοῦ παντὸς οὐσίας 36, ed. K. Holl, Fragmente vornicrso: Lin Kirchenvrso, Leipzig: Hinrichs, 1899. ― , Εἰς τὸν Δανιήλ 4, 18, ed. M. Lef, Sources chrf (1947). Ἰσαάκ Σύρου, Ἀσκητικά, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977. ― , Sebastian Brock (Ed.), “The second part”, chapters IV -XLI, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium, Scriptores Syri, t. 224-225 / CSCO t. 554-555, Peeters, Leuven 1995, ἑλλην. μτφρ. Ν. Καββαδᾶ, τ. ΙῙΙΙ, ἐκδ. Θεσβίτης, Θήρα 2006. Ἰσίδωρου Πηλουσιώτη, Ἐπιστολαί, ΤΟΘ΄ (MPG 78, 396), ΥΞ΄ (MPG 78, 436), ΥΞΖ΄ (MPG 78, 437), ΜΑ΄ (MPG 78, 484), ΟΑ’ (MPG 78, 780), Π΄ (MPG 78, 521), ΣΟϞ΄ - ΣΟΖ΄ (MPG 78, 708), ΣΟΘ΄ (MPG 78, 709), ΣϞ’ (MPG 78, 889), ΤΞΗ΄ (MPG 78, 1548). Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Κείμενο - Μετάφραση, Εἰσαγωγή - Σχόλια Νίκου Ματσούκα, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσ/νίκη 1989. ― , Περί τῶν ἐν πίστει κεκοικημένων, ΕΠΕ 4, 194. ― , Περὶ τῶν κεκοιμημένων καὶ καθαρτηρίου πυρὸς (λατινιστί), MPG 94, 349. ― , Κατὰ Μανιχαίων διάλογος, MPG 94, 1505-1584. ― , Ἔκθεσις καὶ δήλωσις τῆς πίστεως 43, ed. B. Kotter, Die Schriften des Johannes von Damaskos, vol. 2 [Patristische Texte und Studien 12. Berlin: De Gruyter, 1973]: 3-239. ― , Λίβελος περὶ ὀρθοῦ φρονήματος 6, MPG 94, 1432Α. ― , Τὰ ἱερὰ Παράλληλα, ΙΕ΄( MPG 95, 1176), ΛΗ΄ (MPG 95, 1248), ΟΑ΄ (MPG 96, 484), ΟΓ΄ (MPG 96, 485), Δ΄ (MPG 96, 525).

171

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ
Ἰωάννου Κλίμακος (Σιναΐτου), Κλῖμαξ, ΜPG 88, 836-1157, ἔκδ. ἱερᾶς μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς, 2005. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς νεωτέραν χηρεύσασαν 7, MPG 48, 602. ― , Περὶ Ἀκαταλήπτου 6, MPG 48, 749. ― , Εἰς Ψαλμ. 50, ΜPG 55, 383-583. ― , Εἰς Ψαλμ. 6, 4, MPG 55, 77. ― , Εἰς Φιλιπ. 7, MPG 62, 227. ― , Περὶ ἐλεημοσύνης 1, MPG 51, 261. ― , Πρὸς τοὺς πολεμοῦντας τοῖς ἐπὶ τὸ μονάζειν ἐνάγουσιν, MPG 47, 328, Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τ. 13, σ. 32. ― , Εἰς τὴν Γένεσιν, ΜPG 53-54, ΕΠΕ 2, 240. ― , Περί θανάτου, ΜPG 63, 810. ― , Περὶ μετανοίας, ΕΠΕ 30, 318, MPG 49, 299. ― , Εἰς τήν Α’ Κορινθ. 17, 3, MPG 61, 139. ― , Εἰς Β’ Κορ., MPG 61, 478. ― , Εἰς τὸ Ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου (νόθα), ΜPG 50, 796. ― , Εἰς τὸν ἅγιον Παῦλον, ὁμιλία Α’, ΕΠΕ 36, 404. ― , Εἰς τούς Ἀνδριάντας, MPG 49, 15-222. ― , Εἰς Ματθ., MPG 57-58. ― , Εἰς τὸν ἄσωτον υἱόν, ΜPG 59, 629, ΕΠΕ, 17, 454. ― , Περί Παρθενίας Β’, 1, ΜΘ’, 7, MPG 48, 534. ― , Ἐπιτίμησις κατὰ τῶν ἀπολειφθέντων, ΜPG 51, 144. ― , Εἰς τὰ ὑπόλοιπα κατὰ αἱρετικῶν, MPG 48, 770. ― , Εἰς τήν ἀσάφειαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, MPG 56, 175-270. ― , Εἰς τὸ Πάσχα 5, 2, ΜPG 59, 736. ― , Εἰς τὴν πρὸς Ἑβρ., MPG 63, 18-115. ― , Εἰς τὴν δευτέραν παρουσίαν τοῦ Κυρίου 27, MPG 59, 619-628. ― , Εἰς τὸν Ἰωάννην, Ε΄ (MPG 59, 53), ΙΒ΄ (MPG 59, 81), ΜϞ΄ (MPG 59, 257. ― , Εἰς τὴν πρὸς Ῥωμ., MPG 60, 469-667. ― , Εἰς τὴν Α΄ πρὸς Θεσ., Η΄ (MPG 62, 439), Θ΄ (MPG 62, 445), ― , Εὶς τὴν Β΄ πρὸς Θεσ., Β΄ (MPG 62, 471), MPG 63, 937 (νόθα). ― , Εἰς Θεόδωρον ἐκπεσόντα Α’, 10. 12, ed. J. Dumortier, MPG 47, 294-295. ― , Εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσίους 24, 5, MPG 62, 168. ― , Εἰς Πράξ. 21, 4, MPG 60, 169. 34, 5, MPG 60, 247. ― , Εἰς τὸν μακάριον Βαβύλαν 2, 9, ed. M. Schatkin, MPG 50, 536. ― , Λόγοι κατὰ Ἰουδαίων 2, 2, MPG 48, 859. ― , Περὶ Κατανύξεως 1, 10, MPG 47, 410. ― , Πρὸς Δημήτριον μονάζοντα 1, 10, MPG 47, 410. ― , «Εἰς τὸν Λάζαρον καὶ τὸν πλούσιον» ΣΤ’, 775D, Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τ. 15, σ. 44. ― , Πρὸς τοὺς ἔχοντας συνεισάκτους, ed. J. Dumortier, Paris: Les Belles Lettres, 1955: 44-94. Ἰωσὴφ Μεθώνης, Περὶ τοῦ καθαρτηρίου πυρός, MPG 159, 1228. Καβάσιλα Ν., Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, λόγ. Α’, MPG 150, 452. Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Προτρεπτικός πρὸς Ἕλληνας, ed. C. Mond, 1949, MPG 8, 49-246. ― , Παιδαγωγός Θ΄, MPG 8, 340, ed. H.-I. Marrou, M. Harl, C. Mond. ― , Στρωματεῖς 3, 14, MPG 8, 1193C-1196A. 17, MPG 8, 1208AB. Κλήμεντος Ρώμης, Πέτρου ἐπιδημιῶν κηρυγμάτων ἐπιτομή, ed. B. Rehm, J. Irmscher and F. Paschke, Die griechischen christlichen Schriftsteller 42. Berlin: Akademie-Verlag (19692) 2, 28. Κοσμᾶ Ἱεροσολυμίτη, Λόγ. ι΄ (MPG 38, 416), Λόγ. ιδ΄ (MPG 38, 426), Λόγ. οβ΄ (MPG 38, 531), Λόγ. πδ΄ (MPG 38, 539). Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Εἰς τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολήν, ΜPG 74, 789 AB.

172

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

― , Περὶ ἁγίας τε καὶ ὁμοουσίου Τριάδος 2, MPG 75, 780B. ― , Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον 1, 696, ed. P. E. Pusey, Oxford: Clarendon Press, 1872 (repr. Brussels 1965). ― , Περὶ ἐξόδου ψυχῆς, καὶ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας, ΜPG 77, 1072-1075, Lentner (repr. Hildesheim: Olms, 1967). ― , Εἰς τοὺς Ψαλμούς, MPG 69, 1009. ― , Κατὰ Ἀνθρωπομορφιτῶν, Ζ΄, MPG 76, 1089. Κύριλλου Ἱεροσολύμων, Κατήχησις 15, 1, ed. W. C. Reischl & J. Rupp, Munich: Lentner, (repr. Hildesheim: Olms, 1967). Κωνσταντίνου διακόνου, Ἐγκώμιον εἰς πάντας τοὺς ἁγίους ἐνδόξους καὶ πανευφήμους μάρτυρας τοὺς ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην ἀθλήσαντας 14, ΜPG 88, 496 C. Μακαρίου Αἰγυπτίου, Ὁμιλίαι πνευματικαί, MPG 34, 449-820, ed. H. D譠^廰幪玌譠^ Klostermann and M. Kr 50 (collectio H), Patristische Texte und Studien 4, Berlin: De Gruyter, 1964. ― , Ἀποφθέγματα, ΜPG 34, 257 CD-260 Α. ― , Λόγ. Β’, ed. H. Berthold, Akademie -Verlag, Berlin 1973, Vol. 2, 11. Μακάριου Ἀλεξ., Λόγος περὶ ἐξόδου ψυχῆς δικαίων καὶ ἁμαρτωλῶν, MPG 34, 388. Μανιχαίου Φωτεινοῦ καὶ Παύλου Χριστιανοῦ, Διάλεκτοι, MPG 88, 576 ἑξ., 577 ἑξ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Πεύσεις καί ἀποκρίσεις καί ἐρωτήσεις, ΜPG 90, 796. ― , Λόγος ἀσκητικὸς 27-39, MPG 90, 932-948. ― , Κεφ. Ἀγάπ. 1, 56, 57 καὶ 2, 34, MPG 90, 972 BC καὶ 996B. ― Ἐπιστ. 1/4/8/24, MPG 91, 388-389/416-417/612. ― , Ἑρμηνεία εἰς Λόγον 40, 36 εἰς τὸ ἅγιον Βάπτισμα. ― , Ἀποριῶν βίβλος, MPG 90, 1156-1157. ― , Ζήτησις μετὰ Πύρρου, ΜPG 91, 304 C. ― , Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καὶ οἰκονομικά, Ἑκατοντάς Δ’, ΜPG 90, 1312. ― , Πρὸς Θαλάσσιον, ΜPG 90, 244-785. ― , Ἐπιστολή 43 «Εἰς Ἰωάννην θαλαμηπόλον», ΜPG 91, 640. ― , Λόγ. ΜΕ΄, MPG 91, 928. ― , Ἑρμηνεία εἰς Ἐκκλησιαστήν 1, 11, ed. S. Lucà, Anonymus in Ecclesiasten commentarius qui dicitur catena trium patrum [Corpus Christianorum. Series Graeca 11. Turnhout: Brepols, 1983. ― , Ἑρμηνεία εἰς Ψαλμ. LIX, ed. P. van Deun, Corpus Christianorum. Series Graeca 23. Turnhout: Brepols, 1991. ― , Ἐρώτ. 99, ed. J. H. Declerck, Corpus Christianorum. Series Graeca 10, Turnhout: Brepols, 1982. ― , Μυσταγωγία ΙΑ’, 689. Μάρκου Ἐρημίτη, Περὶ νόμου πνευματικοῦ 107, ΜPG 65, 917 D. ― , Συμβουλία νοὸς πρὸς τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν 2, ΜPG 65, 1104 D – 1105 A. Μάρκου Ἐφέσου, Πρὸς τὰ δεύτερα, 49. Μαρτύριον τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου 11, 2, ed. H. Musurillo, The acts of the Christian martyrs, Oxford: Clarendon Press, 1972: 2-20. Μηνιάτη Ἡ., Διδαχαί καί λόγοι, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Ἀθήνα 1969. Migne Graeca Patrologiae, Κέντρο Πατερικῶν Ἐκδόσεων. Νικηφόρου πρεσβυτέρου, Διήγησις τοῦ βίου, MPG 111, 772A-773B. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέα Κλῖμαξ (1956), ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1976. ― , Ἑορτοδρόμιον, ἐν Βενετίᾳ 1836. ― , Ἐξομολογητάριον, ἐκδ. Ν. Παναγοπούλου, Ἀθήνα 1994. ― , Πνευματικὰ γυμνάσματα (1800), ἐκδ. Βενέδικτος ἱερομόναχος, 2008.

173

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ
Παϊσίου Γέροντος Ἁγιορείτου, Λόγοι (Οἰκογενειακὴ ζωή), τ. Δ’, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 200710. Πηγᾶ Μ., Τῇ Κυριακῇ τῶν Ἀπόκρεω. Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον § 65, Χρυσοπηγή: Εὐαγγελικῆς Διδασκαλίας περίοδος ― Ἀνέκδοτοι Λόγοι (Γ. Βαλέτας), ἐκδ. ΠΗΓΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, Ἀθῆναι 1958, σ. 148-149. Πίνδαρου, Πύθια, ᾠδὴ 2η, 72, ed. H. Maehler (post B. Snell), fragmentis, pt. 1, Leipzig: Teubner, 19715. Πλάτωνος, Πολιτείᾳ, X 617 DE 621 AB, ed. J. Burnet, Oxford: Clarendon Press, 1902 (repr. 1968). ― , Γοργίας 525bc, ed. J. Burnet, Platonis opera, vol. 3. Oxford: Clarendon Press, 1903 (repr. 1968): St I.447a-527e. Πλωτίνου, Ἐννεάδες 4, 4, ed. P. Henry and H.-R. Schwyzer, Leiden: Brill. Πράξεις Φιλίππου (Acta Philippi 140), ed. M. Bonnet, Acta apostolorum apocrypha, vol. 2.2. Leipzig: Mendelssohn, 1903 (repr. Hildesheim: Olms, 1972): 1-90. Πρόκλου, Σχόλια εἰς τὸν Κρατύλον Πλάτωνος 178, ed. G. Pasquali, Leipzig: Teubner, 1908. Πρὸς Διόγνητον, ed. H.-I. Marrou, A Diogn, Sources chretum 2, 9. Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Λόγος ΛΕ’, Εὐχαριστία πρός Θεόν ὑπέρ ὧν ἠξίωται δωρεῶν. Καί εἰσήγησις ὅπως τοῖς κεκαθαρμένοις τῇ καρδίᾳ Θεός ἀεί ἐπιφαίνεται, καί ἐν ποίοις τοῖς πράγμασι καί γνωρίσμασι, 444-445. ― , Εὐχή μυστική, δι᾿ ἧς ἐπικαλεῖται τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ὁ αὐτό προορῶν, 33. ― , Λόγος ΙΑ’, Ὅπως ὡράθη αὐτῷ Θεός ὡς Στεφάνῳ καί Παύλῳ τοῖς ἀποστόλοις, ἐνταῦθα ὁ πατήρ ἐκπληττόμενος διηγεῖται, 70. ― , Λόγος Κ’, Εὐχαριστία καί ἐξομολόγησις σύν θεολογίᾳ˙ καί περί δωρεᾶς καί μετουσίας Πνεύματος Ἁγίου, 145. ― , Λόγος Δ’, Περί ἀπαθείας καί τῶν ἐν αὐτῇ κατά προκοπήν χαρισμάτων καί δωρεῶν· καί τίς ἡ τελείωσις τῆς κατά Χριστόν πνευματικῆς ἡλικίας, 303. ― , Τὰ Εὑρισκόμενα, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977. ― , Ἠθικὸς 3, 590-599. Φωτεινοῦ Μανιχαίου καὶ Παύλου Χριστιανοῦ, Διάλεκτοι, MPG 88, 576 ἑξ., 577. Φωτίου Μεγάλου, Ἀμφιλόχια, ΙΓ΄ (MPG 101, 125), ΜΑ΄ (MPG 101, 281), ΜΒ΄ (MPG 101, 288), ΣΝΔ΄ (MPG 101, 1061), MPG 104, 361. Χρυσοπηγή: Εὐαγγελικῆς Διδασκαλίας περίοδος ― Ἀνέκδοτοι Λόγοι (Γ. Βαλέτας), ἐκδ. ΠΗΓΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ, Ἀθῆναι 1958. Ψευδο-Κλημέντεια, ed. A.R.M. Dressel, Leipzig: Hinrichs (18732) 7. Ὠριγένους, Περί Εὐχῆς, ΒΕΠ 10, 286-287. ― , Περί Ἀρχῶν Β’, 10, ΒΕΠ 16, 311. ― , Εἰς τό κατά Λουκᾶν, ὁμιλία Δ’, ΒΕΠ 15, 17-18. ― , Κατὰ Κέλσου, MPG 11, 652-1930. ― , Εἰς Ψαλμ. 145, 4, ed. J. B. Pitra, Analecta sacra spicilegio Solesmensi parata, Paris: Tusculum, 1884 (repr. Farnborough: Gregg Press, 1966), Venice: St. Lazarus Monastery, 1883.

Β’ Βοηθήματα.
Ἀγγελόπουλου Ἰ. Κ., Ἡ Μετάνοια κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Καθολικὴν Ἐκκλησίαν, Ἀθῆναι 1995. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Γιά ὅσους λένε ὅτι δέν ὑπάρχει κόλαση, Μετάφραση Γ. Μαυρομάτη, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 2010. Ἀγουρίδη Σ., Λεξικό Βιβλικῆς Θεολογίας, ἔκδ. Βιβλικό κέντρο «Ἄρτος ζωῆς», Ἀθήνα 1980. ― , Θεολογία καί Ἐπικαιρότητα, Ἀθήνα 1996.

174

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

― , «Οἱ Παραβολὲς περὶ τῆς ἑτοιμότητας στὸ κατὰ Ματθαῖον», Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν 18 (1999) 19-32. ― , «Διαφορὲς προσέγγισης τῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦ», Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν 20 (2001) 99-137. ― , «Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο», Δελτίο Βιβλικῶν Μελετῶν 20 (2001) 97-115. ― , “The regula fidei as Hermeneutical Principle Past and Present”, L’ Interpretazione della Bibbia nella Chiesa. Atti del Simposio promosso dalla Congregazione per la Dottrina della Fede, Vatican 2001, pp. 225-231. ― , (ἐπιμέλεια), Πρακτικὰ Δευτέρου Συνεδρίου Ὀρθοδόξου Θεολογίας (Ἀθῆναι 12-29 Αὐγούστου 1976), Ἀθῆναι 1980. Ἀλεβιζόπουλου Ἀ., «Ὑποστηρίζει ὁ Ὠριγένης τήν μετενσάρκωση», ἀπὸ τό: Μετενσάρκωση ἤ Ἀνάσταση; Ὀρθόδοξη θεώρηση τοῦ κακοῦ, Ἀθήνα 19952. Alfeyef H., The Spiritual World of Isaac the Syrian, Cistercian Publications, Kalamazoo, Michigan – Spencer, Massachusetts 2000. Ἀνδρεόπουλου Ἀ., “Eschatology and final restoration (apokatastasis) in Origen, Gregory of Nissa and Maximos the Confessor”, in: Theandros: An Online Journal of Orthodox Christian Theology and Philosophy 1/3 (2004). Αὐγουστίνου Μοναχοῦ, Ἁγιορείτου (Ἁγιοβασιλειάτου), Τό χρέος μας διά τούς ἐν Χριστῷ κεκοιμημένους ἀδελφούς (ὑπό ἔκδοσιν). Αὐλίδου Ε., Παράδεισος καὶ Κόλαση, ἐκδ. Ἀρχέτυπο, Ἀθήνα. Βαγενᾶ Π., Ἐλθέτω η Βασιλεία σου, τ. Α’-Γ’, Ι. Μ. Παντοκράτορος Ἁγ. Ἀθανασίου, Σκριπερό Κέρκυρας 2000. Βασιλειάδη Ν., Τό μυστήριον τοῦ θανάτου, ἐκδ. Ἀδελφότης θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ». Βίττη Ε., Ἡδονὴ καὶ ὀδύνη. Ὁ διπλὸς καρπὸς τῆς αἰσθήσεως: Ὁ ὑπαρξιακὸς ἄξονας ἡδονῆς ὀδύνης καὶ ἡ ὑπέρβασή του: Νηπτικὴ Ἁγιοπατερικὴ θεώρηση, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1994. Βλάχου Ἱεροθέου, Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, Ἡ ζωή μετά τόν θάνατο, ἔκδ. (Η΄) Ἱερᾶς μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου (Πελαγίας). ― , Καιρός τοῦ ποιῆσαι, ἔκδ. Πελαγίας, Ἀθήνα 20002. ― , Μεταξύ δύο αἰώνων, ἐκδ. Πελαγίας, Ἀθήνα 2000. Βουλγαράκη Ἠ., Προσεγγίσεις στὸ θέμα Κόλαση (ἀνάτυπο ἀπὸ περιοδ. Οἰκοδομὴ καὶ Μαρτυρία, Β’), Κοζάνη 1991. Ware Κ., Ἡ ἐντός ἡμῶν Βασιλεία, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, Ἀθήνα 2000, 20084. Γιαννακόπουλου Ἑ. Γ., Μερικὴ Ἐσχατολογία κατὰ τὰ Πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες: Ἡ μετὰ θάνατον ζωὴ μέχρι τὴ Δευτέρα Παρουσία, Ἀθήνα 2004. Γιαννακόπουλου Ἰ., Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς Ο’, Ἀθῆναι 1964. Γιανναρᾶ Χ., «Γιὰ τὴν αἰωνιότητα τῆς Κόλασης», Σύναξη 121 (2012) 80-84. Γιέφτιτς Ἀ., «Σχόλιο σὲ Σχόλια τοῦ ἁγίου Μαξίμου περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων στὸν μέλλοντα αἰῶνα», Σύναξη 122 (2012) 4-29. Γκούρβελου Π. Ν., «Οὐκ ὁ Θεὸς κολάζει τινὰ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι;», Σύναξη 122 (2012) 93-95. Γρηγορίου ἱερομ., Ἡ Ἱερὰ Ἐξομολόγησις, Ἅγιον Ὄρος - Ἀθήνα 1999. Δυοβουνιώτη Κ., Ἡ μέση κατάστασις τῶν ψυχῶν, ἐν Ἀθήναις 1904. Ζηζιούλα Ἰ., Μητρ. Περγάμου, «Ἐσχατολογία καὶ Ὕπαρξη – Μιὰ ὀντολογικὴ προσέγγιση στὸ πρόβλημα τῶν ἐσχάτων», Σύναξη 121 (2012) 43-72. Ζήση Θ., Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου και τοῦ κόσμου, κατά τόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997. ― , Ἠθικά κεφάλαια, ἐκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2002.

175

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ
Theißen G. – A. Merz, Der historische Jesus: Ein Lehrbuch, Vandenhoeck & Ruprecht, Gőttingen 20114. Θεοδώρου Ἀ., Ἡ περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν πάντων ἰδέα ― ἱστορικὴ ἐπισκόπησις, Ἀθῆναι 1959. ― , Ἱστορία τῶν Δογμάτων, τ. Α’, Μέρος Β’, ἐν Ἀθήναις 1978. ― , Θέματα Ἱστορίας Δογμάτων, ἔκδ. Ὁργανισμός ἐκδόσεως διδακτικῶν βιβλίων (ΟΕΔΒ), Ἀθήνα 1986. ― , Ὑπάρχει αἰωνία Κόλαση; (ἀνάτυπο ἐφ. Ὀρθόδοξος Τύπος), Ἀθήνα 1988. Θεοδώρου Ε. Δ., Κριτική εἰσαγωγή εἰς τό ζήτημα τῶν σχέσεων θρησκείας καί γνώσεως, Ἀθῆναι 1955. Ἰωαννίδου Β. Χ., Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Κ. Διαθήκης, Ἀθῆναι 1955. ― , «Ἅδης: Καινὴ Διαθήκη καὶ Ὀρθόδοξος Θεολογία», Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία (ΘΗΕ) 1 (1962) 413-415. ― , «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ΘΗΕ 3 (1963) 658-671. Kazhdan A. P. et al. (Eds.), The Oxford Dictionary of Byzantium, Vol. III, New York – Oxford, Oxford University Press, 1991. Καϊμάκη Δ., Ἡ Ἰουδαϊκὴ Ἀποκαλυπτικὴ Γραμματεία καὶ ἡ Θεολογία της, Θεσσαλονίκη 2007. Κανιολάκη Γ., Εἰς Βασιλεία εἰσερχόμεθα τῶν Οὐρανῶν, ἐκδ. <ΑΡΜΟΣ>. Καραμαντζάνη Ἀ., «Ὁ ἱερεὺς καὶ τὸ θυσιαστήριον», Θεοδρομία 8 (2000) 84-98. Καρμίρη Ἰ., Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας Α’, Ἀθῆναι 19602. ― , Δογματική κατὰ τὰς Παραδόσεις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰ. Καρμίρη, ἐκδόσεις Φοιτητικοῦ Θεολογικοῦ Συνδέσμου, Ἀθῆναι 1964, 1995. Cassirer Ε., An essay on man: An Introduction to a Philosophy of human Culture (επανέκδ. 1968), μτφρ. Τ. Κονδύλη, ἐκδ. ΚΑΛΒΟΣ, Αθήνα 1972. Kvanvig J. L., The Problem of Hell, New York – Oxford, Oxford University Press, 1993. Κόνια Μ. Ἐ., «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος καὶ καθηγητής», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 812 (2006) 919-1014. Κοντοβᾶ Β. Θ., «Ἡ περὶ μνημοσύνων ἔρις καὶ ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ψυχῆς μετὰ θάνατον», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 723 (1988) 603-615. Κοντουμᾶ Β., «Κόλαση καὶ παράδεισος στὸ Βυζάντιο», Σύναξη 122 (2012) 42-55. Κοτσώνη Ἱ., Ἀγαπισμός: Τὸ καινούργιο σύστημα ζωῆς, Ἀθῆναι 19802. Κωσταρᾶ Γ., Φιλοσοφική Προπαιδεία, Ἀθήνα 19944. Crouzel H., Origen, T & T Clark 1989. Larchet J.-C., La divinization de l’homme selon s. Maxime le Confesseur, 1996. Léon-Dufour X. et al. (Eds.), Λεξικὸ Βιβλικῆς Θεολογίας, μτφρ. Σ. Ἀγουρίδη κ.ἄ., ἐκδ. ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ, Ἀθήνα 1980. Λιάκουρα Κ. Ἡ περί τῶν Ἀκτίστων ἐνεργειῶν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Φιλοθέου Κόκκινου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ἐκδ. Συμμετρία, Ἀθήνα 1999. Lossky V., Ἡ μυστική Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1991. Ludlow M., Universal Salvation. Eschatology in the Thought of Gregory of Nyssa and Karl Rahner , Oxford, Oxford University Press 2000. Λουδοβίκου Ν., Ψυχανάλυση καί ὀρθόδοξη Θεολογία, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2006. ― , «Ἀπὸ τὴν φύση ὡς Κόλαση στὸν Παράδεισο τῆς κατὰ φύση προαίρεσης», Σύναξη 122 (2012) 56-66. Martzelos G., “Original Sin according to the Orthodox Tradition”, users.auth.gr/martzelo/index.files/docs/75 doc. Marx B., «Der homiletische Nachlass des Basileios von Seleukeia», in: Orientalia Christiana Periodica 7 (1941) 365.

176

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

― , Προϋποθέσεις καὶ χαρακτὴρ τοῦ «ἀπολύτου προορισμοῦ» ἐν σχέσει πρὸς τὴν περὶ «ἐκλογῆς» καὶ «προορισμοῦ» βιβλικὴν διδασκαλίαν, ἀνάτυπο περιοδ. Θεολογία, Ἀθῆναι 1968. Ματσούκα Ν., Προϋποθέσεις καὶ χαρακτὴρ τοῦ «ἀπολύτου προορισμοῦ» ἐν σχέσει πρὸς τὴν περὶ «ἐκλογῆς» καὶ «προορισμοῦ» βιβλικὴν διδασκαλίαν, ἀνάτυπο περιοδ. Θεολογία, Ἀθῆναι 1968. ― , Κόσμος, ἄνθρωπος, κοινωνία κατά τὸν Μάξιμο Ὁμολογητή, Ἀθήνα 1980. ― , Μιὰ ἀπάντηση στὸν κ. Παναγιώτη Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1981. ― , Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2009. ― , Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ, ἐκδ. Πουρναρᾶ Θεσσαλονίκη 1986, 20093. ― , Μυστήριον ἐπί τῶν ἱερῶς κεκοιμένων, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1992. Meinardus O. F. A., “An Inquiry: The Coptic Iconography of Hell”, Ἐκκλησία καὶ Θεολογία 6 (1985) 713-722. Μεταλληνοῦ Γ., Δοκίμια ὀρθόδοξης μαρτυρίας, ἐκδ. ΑΘΩΣ. ― , Ἐνορία, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας. ― , Ἐγχειρίδιον, ἀλληλογραφία π. Ἰ. Ρωμανίδου καί καθ. Π.Ν Τρεμπέλα, ἐκδ. ΑΡΜΟΣ, Ἀθήνα 2009. ― , Ἡ θεολογική ματυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 1995. Μηνάογλου Χ., «Ἅγιος Άθανάσιος ὁ Πάριος καὶ Edmund Burke: ἡ Πατερικὴ καὶ ἡ συντηρητικὴ ἀντίθεση στὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 785 (2000) 1113-1129. Μητσόπουλου Ν. Ε., Ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, Ἀθῆναι 1973. ― , Ὁ θάνατος: πνευματικός ― σωματικός ― αἰώνιος, Ἀθῆναι 1973. ― , Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας, ΟΕΔΒ, Ἀθήνα 1990. Μογίλα Π., Ὀρθόδοξος Ὁμολογία (ἀπό: Ἰ. Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας Α’), Ἀθῆναι 1953. Μουρατίδου Κ., Ἡ οὐσία καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, ΑΘΗΝΑΙ 1977. Μουστάκα Χ. Η., Ἡ μετάνοια κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, Ἀθήνα 1993. Bauckham R., “Life, Death, and the Afterlife in Second Temple Judaism”, in: R. Bauckham, The Jewish World around the New Testament: Collected Essays I (Wissenschaftliche Untersuchungen zum Neuen Testament I, 233), Mohr Siebeck, T übingen 2008, pp. 245-256. Bloomfield M. W., The Seven Deadly Sins: An Indroduction to the History of a Religious Concept, with Special Reference to Medieval English Literature, East Lansing: Michigan State College Press, 1952. Μπούλοβιτς Ε., Τὸ μυστήριον τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι διακρίσεως τῆς θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας κατὰ τὸν Ἅγιον Μᾶρκον Ἐφέσου τὸν Εὐγενικόν, Ἀθήνησι 1980. Brock S., Isaac of Nineveh (Isaac the Syrian), “The second part”, chapters IV -XLI, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium, Scriptores Syri , t. 224-225 / CSCO t. 554-555, Peeters, Leuven 1995, ἑλλην. Μτφρ. Ν. Καββαδᾶ, τ. ΙῙΙΙ, ἐκδ. Θεσβίτης, Θήρα 2006. Νάσσου Ν., Ἡ Θεολογία τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς, Βόλος 2006. ― , Σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις, Βόλος 2009. Νέλλα Π., Προλεγόμενα εἰς τὴν μελέτην τοῦ Νικολάου Καβάσιλα, Ἀθῆναι 1968. Ντολτό Φ., Les Évangiles et la foi au risque de la psychanalyse, Gallimard, 1996, μτφρ. Ε. Κούκη, ἐκδ. ΕΣΤΙΑ, Ἀθήνα 2002. Οἰκονόμου Ἠ. Β., Πειρασμοί ἐν τῇ Παλαιᾷ Διαθήκῃ, Ἀθῆναι 19702. Ὀρφανοῦ Μ. Ἀ., Ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου κατὰ Δίδυμον Ἀλεξανδρέα (τὸν τυφλόν), Πατριαρχικὸν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1974. Παναγοπούλου Ἰ. Θ., Μόρφωση καί Μεταμόρφωση, Ἀθήνα 2000.

177

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΗ
Panikkar R., “The Jordan, the Tiber, and the Ganges: Three Kairological Moments of Christic Self-Consciousness”, in: The Myth of Christian Uniqueness, ἐπιμ. John Hick & Paul Knitter, ἐκδ. Orbis Books, Maryknoll, New York 1987. Παπαδόπουλου Σ. Γ., Πατρολογία, τ. Β’, Ἀθήνα 19992. Παπακώστα Σ., Αἱ παραβολαί τοῦ Κυρίου, ἐκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθήνα 1980. Παπαπέτρου Κ. Ε., Ἡ ἰδιοτροπία ὡς πρόβλημα ὀντολογικῆς Ἠθικῆς, Ἀθῆναι 1973. Παρασκευόπουλου Ἀ., Ἡ Θρησκεία κατά τούς Ψυχαναλυτικούς, Ἀθῆναι 1947. Parente F., «Τὸ μυστήριον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ed il problema del cosidetto segreto messianico», Augustinianum 35 (1995) 17-42. Πατρώνου Γ. Π., Σχέσις παρόντος καὶ μέλλοντος εἰς τὴν περὶ βασιλείας τοῦ Θεοῦ διδασκαλίαν τῆς ὀρθοδόξου Θεολογίας, Ἀθῆναι 1975. Peck M. S., The road less traveled: A new Psychology of love, traditional values and spiritual growth, Simon & Schuster, New York 1978, μτφρ. Σ. Ζαχαρόπουλος, ἐκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Ἀθήνα 1988. Πλεξίδα Ἰ., «Ἡ ἀνθρώπινη ἐλευθερία καὶ ἡ ἀδυνατότητα τῆς Κόλασης», Σύναξη 121 (2012) 85-89. Πορτελάνου Σ. Α., Ἡ πνευματικὴ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ― Στάδια πνευματικῶν μεθηλικιώσεων κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, Θεσσαλονίκη 1998. Πρακτικὰ Δευτέρου Συνεδρίου Ὀρθοδόξου Θεολογίας (Ἀθῆναι 12-29 Αὐγούστου 1976), ἐποπτ. Σ. Ἀγουρίδη, Ἀθῆναι 1980. Prinzing G. & R. Stichel, “Hell”, in: A. P. Kazhdan et al. (Eds.), The Oxford Dictionary of Byzantium, vol. 2, New York – Oxford, Oxford University Press 1991. Romanides Ἰ., “Orthodox and Vatican Agreement Balamand, Lebanon, June 1993”, Θεολογία 64/4 (1993) 570-580. Ρωμανίδου Ἰ. Σ., Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 19892. ― , «Ἐκκλησιαστικαὶ Σύνοδοι καὶ Πολιτισμός», Θεολογία 66/4 (1995) 646-680. ― , «Μέγας Βασίλειος καὶ Γρηγόριος Νύσσης κατὰ Εὐνομίου καὶ τὰ κοινὰ καὶ ἀκοινώνητα τῆς Ἁγίας Τριάδος», Θεολογία 67/4 (1996) 663-695. ― , Δογματική και Συμβολική Θεολογία, τόμ. Α΄, (Δ΄), ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999. ― , Πατερική Θεολογία, Θεσσαλονίκη 2004. Robinson J. A. T., Τίμιοι μὲ τὸν Θεό, μτφρ. Δ. Ἀναστασιάδη, ἐκδ. Δ. ΑΝΑΣ, Θεσσαλονίκη 1969. Σάκκου Σ., Παράδεισος καὶ Κόλασις, Θεσσαλονίκη 1994. Σιώτου Μ. Ἀ, «Μπούλτμαν Ροδόλφος», ΘΗΕ 9 (1966) 188-194. Σκουτέρη Κ. Β., Ἱστορία Δογμάτων, Ἀθήνα 1998, τ. Α’. Σκρέττα Ν., Ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά προνόμοια τῆς Κυριακῆς κατά τή διδασκαλία ταῶν Κολλυβάδων, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2004. Σπυράκη Α. Η., Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνον Ἀγάπη, Ἀθήνα 1999. Σπυρίδωνος Ἀρχιμ., Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, Ναύπακτος 1988. Στανιλοάε Δ., Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, μτφρ. Ἰ. Σακαλῆ, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1989. Σταυρόπουλου Ἀ. Μ., Τὰ ἕξι εἴδη τῆς ἀγάπης τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κρίσεως, Ἀθῆναι 2000. Σταυρόπουλου Χ. Γ., Ποιμαντικὴ τῆς μετανοίας, Ἀθήνα 1983. Σωτηρίου Γ. Π., Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανών, Θεσσαλονίκη 2002. Terner A. K. Ἱστορία τῆς Κόλασης, μτφρ. Β.Ἀδραχτᾶς, Ἀθήνα 1997. Tzamalikos P., Origen: Philosophy of History and Eschatology , Brill, 2007. Jülicher A., Die Gleichnisreden Jesu, τ. Ι, Tübingen 19102. Τρεμπέλα Π. Ν., Δογματική, τ. Α’-Γ’, ἐκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ». ― , Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, Ἀθῆναι 19722.

178

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Τριανταφυλλόπουλου Δ. Δ., «Σωτηρία καὶ τιμωρία: Ἡ εἰκαστικὴ πλευρὰ τῆς Δευτέρας Παρουσίας», Σύναξη 121 (2012) 25-41. Τριανταφυλλόπουλου Ν. Δ., «Ἐμπρηστὲς καὶ πυροσβέστες», Σύναξη 101 (2007) 97-98. Τσαλαμπούνη Α. Γ., «Ἡ Κόλαση στὴ Βιβλικὴ Παράδοση καὶ στὰ κείμενα τοῦ ἀρχέγονου Χριστιανισμοῦ», Σύναξη 121 (2012) 8-19. Τσελεγγίδη Δ., Ἡ ἱκανοποίηση τῆς Θείας δικαιοσύνης κατά τον Ἄνσελμο Καντερβουρίας, ἐκδ. Πουρναρᾶ Θεσσαλονίκη 2009. Τσιτσίγκου Σ. Κ., Χρυσοστομικὲς Μελέτες, τ. Β’, Θεσσαλονίκη 1996 (ἀνέκδοτο). ― , Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τον ἱερό Χρυσόστομο, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 2000. ― , «Ἡ Φαινομενολογία τῶν Νεκρωσίμων Ἀκολουθιῶν», Ἀνάτυπο ἀπὸ περιοδ. ΕΚΚΛΗΣΙΑ 1984. ― , «Τὸ νέο βιβλίο τῆς Γ’ Λυκείου – Παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὴ μορφὴ καὶ τὸ περιεχόμενο», Θεοδρομία 5 (2000) 117-123. ― , Το Χρυσοστομικό ἦθος (οἱ ἀρετές κατά τόν Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο), ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη, 2001. ― , Ἡ γνησιότητα τῶν περὶ μετανοίας ὁμιλιῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Χαλκίδα 2002. ― , «Φόβος και τρόμος κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες» Ἀνάτυπο ἀπό τό περιοδικό ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ & ΠΑΙΔΕΙΑ 2 (2004) 115-169]. ― , «Ὁ Κανόνας τῆς Πίστεως (Κανὼν Ἀληθείας)», www.scribd.com/doc/58415335 Ὑφαντῆ Π. Α., «Βικεντίου Δαμοδοῦ, Περὶ κρίσεως καὶ περὶ συγγνωνῶν», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 749 (1993) 509-536. Φαράντου Μ., «Ἡ Θεία Χάρις» (ἀνάτυπο ἀπὸ τὴ ΘΗΕ, τόμ. ΙΒ’), Ἀθῆναι 1968. ― , Τὸ περὶ τῶν ἀκτίστων Θείων Ἐνεργειῶν δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατὰ τὴν διδασκαλίαν Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου, Ἀθῆναι 1968. ― , Περὶ Δικαιοσύνης (κατὰ τὸν Κλήμη Ἀλεξανδρέα), Ἀθήνα 1971. ― , «Ἐπιστήμη καὶ Θρησκεία», ΘΕΟΛΟΓΙΑ 65/4 (1994) 710, Ἀθῆναι 1996. Φλωρόφσκυ Γ., Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, Ἀθῆναι 1973. ― , Τὸ Σῶμα τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ: Μία ὀρθόδοξος ἑρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας, μτφρ. Ἰ. Κ. Παπαδόπουλου, Θεσσαλονίκη 1981. ― , Δημιουργία καὶ Ἀπολύτρωση, μτφρ. Π. Κ. Πάλλη, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983. Φούντα Ἱ., Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως, Ἱ ε ρ ε μ ία Φ ο ύ ν τ α , Ἑρμηνεία Παλαιάς Διαθήκης: Γέννεσις, Ἐξοδος, ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2005. Φουντούλη Ἰ., Το Ἅγιον Βάπτισμα: Ἱστορικο-τελετουργική θεώρηση, Μητρόπολη Δράμας, Το Ἅγιον Βάπτισμα, 1996. Freud S., Τοτέμ καί Ταμπού, μτφρ. Σ. Φερεντίνου, Ἀθῆναι χ.χ. Hanson J. W., Universalism. The Prevailing Doctrine of the Christian Church during its First Five Hundred Years, Boston and Chicago, Universalist Publishing House, 1899. Χατζηνικολάου Ἀ., Μέλλουσα Κρίση και Αἰωνιότητα, ἐκδ. Ἀδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ», Ἀθήνα 20092. Χατζησταματίου Σ. Ν., «Ἡ ἔννοια τῆς `Βασιλείας’ εἰς τὸ κατὰ Θωμᾶν Εὐαγγέλιον», Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς 32 (2002) 775-795. Hill Ch. E., “Regnum caelorum”. Patterns of Future Hope in Early Christianity , Oxford Early Christian Studies, Oxford, Clarendon Press, 1993. Χρήστου Π. Κ., «Ἰωάννης Α’ ὁ Χρυσόστομος», ΘΗΕ 6 (1965) 1170-1192. ― , «Μάξιμος Ομολογητής και Νικόλαος Ματσούκας», Κληρονομία 12, 1 (1980) 206-207. ― , Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Λόγοι ἀσκητικοί, ΕΠΕ 8, Θεσσαλονίκη 1991. ― , Πατρολογία, Θεσσαλονίκη, τ. Δ’ (1989) καὶ Ε’ (1992).

179

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

1) Ἡμερολογιακόν λύχνισμα, Βόλος 1997. 2) Ἡ θεολογία τῆς πέραν τοῦ τάφου ζωῆς, Βόλος 2006. 3) Τρεῖς γίγαντες τοῦ Πνεύματος, Ἀθῆναι 2007. 4) «Καί ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι», Βόλος 2008. 5) Ἀναγνωρίσεις Ἁγίων - Ἀμφισβητήσεις, Βόλος 2009. 6) Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ἡ διδασκαλία του, Βόλος 2009. 7) «Σάλπιγξ θεόφθογγος» ( Ὁ ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης), Βόλος 2010. 8) «Το μόνον καινόν ὑπό τόν ἥλιον», Βόλος 2011. 9) Ὁ ἐπίγειος Παράδεισος πού χάθηκε. Βόλος 2012. 10) Μελέτες καί ἄρθρα.

You're Reading a Free Preview

Download
/*********** DO NOT ALTER ANYTHING BELOW THIS LINE ! ************/ var s_code=s.t();if(s_code)document.write(s_code)//-->