για τη µονοπώληση της αντιπροσώπευσης του έθνους: το επιχείρηµα του «σλαβικού κινδύνου»
αναδηµοσίευση από: περιοδικό ∆ιάπλους, τεύχος 32, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010, σελ. 50 έως 54
Ραϋµόνδος Αλβανός Η συµµόρφωση της πολιτικής του ΚΚΕ, κατά τον Μεσοπόλεµο, στις επιταγές της Κοµµουνιστικής ∆ιεθνούς είχε σαν αποτέλεσµα την αναγνώριση από µέρους του της ανάγκης για δηµιουργία µιας ανεξάρτητης σοσιαλιστικής Μακεδονίας που θα περιείχε και την Βόρεια Ελλάδα. Είναι γνωστό το πόσο στοίχισε στο ΚΚΕ αυτή του η θέση (την οποία άλλαξε το 1935) που είχε ως αποτέλεσµα να αντιµετωπίζεται µε καχυποψία από ένα µεγάλο µέρος της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι το ότι το ΚΚΕ κατά την περίοδο της Κατοχής, πέτυχε, διαµέσου του ΕΑΜ, τη συµπαράταξη ενός σηµαντικού µέρους των Ελλήνων στο πλευρό του χρησιµοποιώντας παρόµοια επιχειρήµατα που χρησιµοποιούσαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι εναντίον του στο παρελθόν. Η επίσηµη εφηµερίδα του ΚΚΕ, Ριζοσπάστης σε πολλά άρθρα της απόδιδε αντεθνική συµπεριφορά στην κυβέρνηση Ράλλη. Μερικές, ενδεικτικές µόνο, ονοµασίες που έδινε η εφηµερίδα στους Έλληνες υπουργούς, συνεργάτες των Γερµανών, ήταν «ελληνόφωνοι εθνοπροδότες», «ελληνόφωνοι οχτροί του λαού», «πατριδοκάπηλοι», «ελληνόφωνοι ΕΣ ΕΣ» και «βουλγαροράλληδες»[2]<!. Ταυτόχρονα κατηγορούσε την κυβέρνηση πως παραχωρούσε την ελληνική Μακεδονία στους Βουλγάρους. Χαρακτηριστικό είναι πρωτοσέλιδο άρθρο του Ριζοσπάστη, στις 10 Ιουλίου του 1943, µε τίτλο «κάτω τα χέρια από την ελληνική Μακεδονία» και υπότιτλο «να σώσουµε την Μακεδονία». Σε άλλο άρθρο (30/1/44), µε τίτλο «οι Βούλγαροι σ’ όλη τη Μακεδονία» και υπότιτλο «Έλληνες στο πόδι» αναφέρεται ότι βουλγαρικός στρατός µπήκε στη Φλώρινα και στην Έδεσσα: «Τους έµπασε το χτήνος ο Ράλλης» […] «σ’ ερώτηση των δηµοσιογράφων ο πορωµένος άνθρωπος απάντησε: ‘τι πειράζει κι αν µπήκαν οι Βούλγαροι; µπήκαν να χτυπήσουν τους κοµµουνιστές’. Ως τώρα ούρλιαζε όλο το σκυλολόι των πουληµένων πως οι κοµµουνιστές είναι πράχτορες των Βουλγάρων για να τους
Ο αγώνας των πολιτικών παρατάξεων κατά τη δεκαετία του 40 για την µονοπώληση της αντιπροσώπευσης του έθνους: Το επιχείρηµα του «σλαβικού κινδύνου»>[1]
παραδώσουν την Μακεδονία. Τώρα οµολογούν οι ίδιοι ότι συµµαχούν ανοιχτά µε τους Βουλγάρους και τους µπάζουν στη Μακεδονία για να χτυπήσουν τους κοµµουνιστές που παλέβουν για την Απελευθέρωση της ελληνικής Μακεδονίας Θράκης». Και συνεχίζει το άρθρο: «τι λέν οι Έλληνες αξιωµατικοί και όλοι εκείνοι που η ντόπια αντίδραση τους αποβλάκωσε σε σηµείο που να µη βλέπουν ότι οι κοµµουνιστές, το ΕΑΜ ΕΛΑΣ είνε οι µοναδικοί αγωνιστές που πολεµάν και θα πολεµάν για να σωθεί η ελληνική Μακεδονία;». Το άρθρο κλείνει µε την προτροπή: «Να αποµονωθούν οι προδότες. Θάνατος στους βουλγαροράλληδες. Όλοι στον αγώνα». Το ΕΑΜ (το οποίο σε µεγάλο βαθµό ελεγχόταν από το ΚΚΕ) πέτυχε να εξελιχτεί σε µαζικό κίνηµα κατά την Κατοχή εστιάζοντας στην έννοια του έθνους στα κηρύγµατα του, σύµφωνα µε τα οποία το ΕΑΜ ήταν πάνω από όλα εθνική-απελευθερωτική οργάνωση που παρέπεµπε στους επαναστάτες του 1821. Η νοµιµοποίηση του ΕΑΜ (και έµµεσα και του ΚΚΕ) ως εθνικών οργανώσεων που αντιστέκονταν στον κατακτητή συνδεόταν µε ένα βασικό χαρακτηριστικό των αντιστασιακών εφηµερίδων: την αµφισβήτηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας των ελλήνων συνεργατών των Γερµανών. Ο «σλαβικός κίνδυνος» και το Μακεδονικό αποτέλεσαν ισχυρά επιχειρήµατα (αυτή τη φορά) στη φαρέτρα των Αριστερών στην προσπάθεια τους να αµφισβητήσουν το εθνικό φρόνηµα των συνεργατών των δυνάµεων Κατοχής. Για παράδειγµα, ο «Γκοτζαµάνωφ» (υπουργός της δοσίλογης κυβέρνησης Τσολάκογλου) κατηγορούνταν ότι, ως «σλαβόσπορος» (καθώς ήταν γεννηµένος από σλαβόφωνη γκρεκοµάνικη οικογένεια των Γιαννιτσών), έτρεφε συµπάθειες προς τους Βουλγάρους και υποστήριζε τις εδαφικές τους βλέψεις [3]<!-. Η υπονόµευση της εθνικής ταυτότητας των συνεργατών των Γερµανών είχε αποτέλεσµα. Η χαµηλή αποδοχή του καθεστώτος από την ελληνική κοινωνία φάνηκε από τον εορτασµό της 25ης Μαρτίου, η οποία δεν είχε εορταστεί ως εθνική γιορτή το 1942 και το 1943, αλλά µε διάβηµα του πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη στους Γερµανούς, που ο ίδιος θεώρησε προσωπική του επιτυχία, θα εορταζόταν µε κάθε µεγαλοπρέπεια το 1944. Σύµφωνα µε τη µαρτυρία του Γεωργίου Ράλλη (γιου του Ιωάννη Ράλλη και πρώην πρωθυπουργού), που έζησε τα γεγονότα, ο πατέρας του απογοητεύτηκε πάρα πολύ από το γεγονός ότι «ελαχιστότατοι οικίαι ανήρτησαν την γαλανόλευκον, σχεδόν ουδείς
κατέθεσεν στέφανον και το ραδιόφωνον του Καίρου εθριάµβευεν εν αγαθή σύµπνοια µε τα ενταύθα λαθρόβια φύλλα του ΕΑΜ, δια την κατά της ελληνικής παλιγγενεσίας … απεργίαν»[4]<-- >. Όπως ήταν αναµενόµενο ο Ριζοσπάστης πανηγύριζε για το γεγονός ότι κατά τον συγκεκριµένο εορτασµό της 25ης Μαρτίου, όπου «οι λαοµίσητες συµµορίες του Ράλλη βεβήλωσαν µε τα στεφάνια τους το µνηµείο του αγνώστου στρατιώτη», «βασίλευε απόλυτη νέκρα» στην Αθήνα και «µετρηµένες στα δάχτυλα είναι σηµαίες που αναρτήθηκαν σε όλη την Αθήνα σε σπίτια προδοτών». Αντίθετα, στην ελεύθερη Ελλάδα, η εθνική γιορτή πήρε πανηγυρικό χαρακτήρα µε οµιλίες χαιρετισµούς λόγους κλπ., (Ριζοσπάστης, 30/3/44). Την προσπάθεια να πείσει για το εθνικό του χαρακτήρα συνέχισε το ΚΚΕ και µεταπολεµικά. Έτσι, συµφωνούσε µε όλα τα εθνικά µεταπολεµικά αιτήµατα της Ελλάδας και πολλές φορές πλειοδοτούσε, στην προσπάθεια του να πείσει για τον εθνικό του χαρακτήρα. Συγκεκριµένα, το ΚΚΕ υποστήριζε σθεναρά τις εθνικές διεκδικήσεις στην Κύπρο, στα ∆ωδεκάνησα και στο ζήτηµα της διευθέτησης της συνοριακής γραµµής µε τη Βουλγαρία. Συναινούσε ακόµη και στη διεκδίκηση της βόρειας Ηπείρου, παρόλη τη φιλία που το ένωνε µε το ΚΚΑ[5]<Όµως, µετά την Απελευθέρωση, το ΚΚΕ είχε να αντιµετωπίσει ένα µεγάλο ανταγωνιστή, τα πολιτικά κόµµατα της ∆εξιάς, τα οποία προσπαθούσαν να επανακτήσουν τον ρόλο που είχαν κατά τον Μεσοπόλεµο, ως οι «αυθεντικοί αντιπρόσωποι των συµφερόντων του έθνους». Για να το πετύχουν αυτό ξεκίνησαν µια τεράστια προσπάθεια, ώστε να αποδειχθεί ο «προδοτικός» ρόλος του ΚΚΕ, που είχε «ύποπτο» παρελθόν, κυρίως σε σχέση µε το Μακεδονικό. Βασικός στρατηγικός στόχος των αντιπάλων του ΚΚΕ, στον επικοινωνιακό πόλεµο που ξεκίνησαν εναντίον του, ήταν η τεκµηρίωση της ετοιµότητας του να παραχωρήσει ελληνικά εδάφη στη Μακεδονία. Ήδη προς το τέλος της Κατοχής, µεγάλη δηµοσιότητα είχε πάρει το λεγόµενο «σύµφωνο του Πετριτσίου», το οποίο εµφάνιζε το ΚΚΕ, τον Ιούλιο του 1943, να έχει συµφωνήσει µε το ΚΚ Βουλγαρίας για τη δηµιουργία Μακεδονικής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής ∆ηµοκρατίας. Αν και οι µελετητές της περιόδου συµφωνούν ότι επρόκειτο περί παραχάραξης, το συγκεκριµένο σύµφωνο είχε πάρει τεράστια δηµοσιότητα τόσο στην Κατοχή όσο και τα µεταπελευθερωτικά (και σφόδρα αντικοµµουνιστικά) χρόνια και αναµφισβήτητα επηρέασε
µεγάλο αριθµό Ελλήνων [6]-Μετά την Απελευθέρωση, η εκστρατεία υπονόµευσης του εθνικού χαρακτήρα του ΚΚΕ κλιµακώθηκε στα πλαίσια της προσπάθειας να επανέλθουν οι κοµµουνιστές στο µεσοπολεµικό στάτους µιας περιθωριακής οµάδας, που οι απόψεις της θεωρούνταν ότι επιβουλεύονται τα συµφέροντα του έθνους. Ένα παράδειγµα αυτής της στρατηγικής φαίνεται από επιστολή πολιτικού φίλου του γνωστού Μακεδόνα πολιτικού της αντιβενιζελικής παράταξης Φίλιππου ∆ραγούµη, Χρήστου Χρηστίδη, όπου του γράφει χαρακτηριστικά: «Σηµαντικότατο είναι το θέµα της διαφωτίσεως του ελληνικού λαού για να µάθουν οι υπόλοιποι Έλληνες το πόσο σηµαντική είναι για τον ελληνισµό η Βόρειος Ελλάδα. Το έργο της διαφωτίσεως πρέπει να αναλάβει ιδιωτική οργάνωση µε σύγχρονους µεθόδους, ικανότητες και εργατικότητα. […] Πιστεύοµεν ότι εάν η δράσις του ΕΑΜ κατά την Κατοχήν και η µεταπολεµική σλαυοκοµµουνιστική συνωµοσία κατά της Β. Ελλάδας είχον γνωστοποιηθεί εις τον ελληνικόν λαόν κατά τρόπον ευφυά αλλά και επίµονον, θα είχον ασκήση σηµαντικήν επίδρασιν επί των φρονηµάτων µεγάλου µέρους των αριστεριζόντων στοιχείων της χώρας µας. Αν µη τι άλλο θα προκάλουν πιθανώτατα διαφωνίας και ζυµώσεις µεταξύ των»>[7] -. Αν και η πρόταση του Χρηστίδη για την ανάληψη του έργου της «διαφωτίσεως του ελληνικού λαού» από ιδιωτική οργάνωση «µε σύγχρονους µεθόδους, ικανότητα και εργατικότητα» δεν φαίνεται να υιοθετήθηκε, το έργο της επικοινωνιακής, αντικοµµουνιστικής εκστρατείας της ∆εξιάς µε σκοπό την αποκάλυψη της «σλαυοκοµµουνιστικής συνωµοσίας κατά της Β. Ελλάδας», ανέλαβαν, κατά κύριο λόγο, πρώην στελέχη της κρατικής µηχανής, τα οποία ταυτόχρονα επεδίωκαν να αποσύρουν από πάνω τους το στίγµα του συνεργάτη του κατακτητή. Ήταν αυτοί ακριβώς οι συνεργάτες των Γερµανών που είχαν και τη µεγαλύτερη ανασφάλεια και ταυτόχρονα διεκδικούσαν πιο φανατικά από όλους το «χαµένο πατριωτισµό». Η συνεχής καταγγελία του «προδοτικού» ρόλου του ΚΚΕ εξάγνιζε κατά κάποιο τρόπο τη δική τους στράτευση στο πλευρό του κατακτητή, η οποία είχε γίνει ακριβώς επειδή (σύµφωνα µε τη δική τους επιχειρηµατολογία) είχαν αντιληφθεί τον αντεθνικό χαρακτήρα του ΚΚΕ και είχαν συνειδητοποιήσει την ανάγκη υπεράσπισης της χώρας από τον κοµµουνισµό. Πολλά είναι τα βιβλία που κυκλοφόρησαν µετά την Απελευθέρωση, µε
πιο χαρακτηριστικά αυτά των Αθανάσιου Χρυσοχόου, Εµµανουήλ Γρηγορίου και Κωνσταντίνου Αντωνίου, τα οποία προσπάθησαν να τεκµηριώσουν και να αναδείξουν τη «βουλγαροκοµµουνιστική συνεργασία» εναντίον των συµφερόντων της Ελλάδας. Πρώτος στόχος τους ήταν να αµφισβητήσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του ΕΑΜ και του ΚΚΕ καταγγέλλοντας ότι η αντίσταση τους στον κατακτητή δεν ήταν ανυστερόβουλη αλλά ένα προστάδιο για το διαµελισµό και την αλλαγή του κοινωνικού καθεστώτος της χώρας. Παράλληλα, τα κόµµατα της ∆εξιάς (στα οποία εντάχτηκαν και οι περισσότεροι εκ των πρώην συνεργατών των δυνάµεων Κατοχής) επιδίωξαν να ξανακερδίσουν το µονοπώλιο της εκπροσώπησης του έθνους, διακηρύσσοντας ότι θα πετύχαιναν τη «Μεγάλη Ελλάδα» µε την προσάρτηση των ∆ωδεκανήσων και περιοχών της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Όµως (σύµφωνα µε την οπτική τους) τέτοιες διεκδικήσεις αλλαγής συνόρων καθιστούσαν αυτόµατα απαράδεκτη την αποδοχή της ύπαρξης µειονοτήτων (όπως έκανε το ΚΚΕ) µέσα στην ελληνική επικράτεια. Κατά συνέπεια η αναγνώριση της σλαβοµακεδονικής µειονότητας από το ΚΚΕ και όλες οι παραχωρήσεις του απέναντι στους σλαβόφωνους κατά την περίοδο της επικράτησης του ΕΑΜ (σχολεία, τοπική αυτοδιοίκηση, ελευθερία γλώσσας, τραγουδιών και εθίµων), ερµηνεύτηκαν και καταγγέλθηκαν ως απόδειξη ακριβώς της αντεθνικότητας του και άρα της επιθυµίας του για αλλαγή συνόρων. Χαρακτηριστική των απόψεων της ∆εξιάς είναι η οπτική του πρώην στρατηγού του Εθνικού Στρατού ∆ηµήτριου Ζαφειρόπουλου: «Η πολιτική του ΚΚΕ ήταν ολέθρια για την εθνική συνείδηση των κατοίκων της περιοχής αφού κατά 80% είχαν ήδη εξελληνισθεί και µιλούσαν πολύ καλά την ελληνική. Με την πολιτική αυτή θα τους µετέβαλλαν σε Βούλγαρους και θα έδιναν στοιχεία στη Βουλγαρία να τους διεκδικήσει ως µειονότητα βουλγαρική ή σλαβοµακεδονική και να επιδιώξει τη προσάρτηση της περιφέρειας είτε στη Βουλγαρία, είτε στη Γιουγκοσλαβία, είτε ως αυτόνοµη Μακεδονία»[8]<!— Η εκστρατεία υπονόµευσης του εθνικού χαρακτήρα της Αριστεράς είχε πράγµατι αποτέλεσµα. Μεγάλο µέρος των υποστηρικτών του µεσοπολεµικού Φιλελεύθερου αντιβασιλικού χώρου, που είχαν κατά την Κατοχή συνταχτεί µε το ΕΑΜ, αποστασιοποιήθηκαν από αυτό µετά την Απελευθέρωση, επικαλούµενοι (µεταξύ άλλων) και την απειλή του «σλαβικού κινδύνου»[9]- >. Όπως έχει επισηµάνει ο Κωνσταντίνος
Τσουκαλάς «το σηµαντικότερο όπλο του συντηρητικού οπλοστασίου ήταν το θέµα της αυτοδιάθεσης της Μακεδονίας και της Θράκης». Η προστασία της πατρίδας από το σλαβικό κίνδυνο αποτέλεσε αναγκαία προϋπόθεση για να αναπτυχθεί η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, βασικές συνιστώσες της οποίας ήταν ο αντικοµµουνισµός και ο εθνικισµός[10]>. Ενδεικτική του πολιτικού κλίµατος, που επικράτησε µετά τη Βάρκιζα, είναι η επιστολή πολιτικού φίλου του Φίλιππου ∆ραγούµη από τη Θεσσαλονίκη στην οποία τονίζεται ότι, λόγω της πολιτικής του ΕΑΜ και του «σλαυικού κινδύνου», το φιλοβασιλικό ρεύµα ενισχύθηκε τόσο πολύ «σε σηµείο που φανατικοί Φιλελεύθεροι που µέχρι πρότινος ήσαν σε αφάνταστο σηµείο εναντίον του Βασιλέως µετεστράφησαν εις φιλοβασιλικούς»[11] . Σύµφωνα µε τον αντιβασιλικό, βουλευτή Φλώρινας-Καστοριάς κατά το Μεσοπόλεµο και στέλεχος της Ένωσης Λαϊκής ∆ηµοκρατίας (ΕΛ∆) των Σβώλου και Τσιριµώκου (κόµµα που συµµετείχε στο ΕΑΜ), Παναγιώτη Γυιόκα: «Η επιλογή, την οποίαν είχον να κάµουν οι Έλληνες ήτο: δορυφόροι της Μ. Βρεττανίας και της Αµερικής ή δούλοι των σλάβων µε ακρωτηριασµένην την Ελλάδα. ∆εν έπρεπε να υπάρχη Έλλην δεξιός ή αριστερός µε ακρωτηριασµένην την Ελλάδα. ∆εν έπρεπε να υπάρχη Έλλην δεξιός ή αριστερός ο οποίος δεν θα επέλεγε το πρώτον»>[12]>. Αντίστοιχα, ο επίσης αντιβασιλικός κατά το Μεσοπόλεµο, Φίλιππος ∆ραγούµης σε άρθρο του, στην τοπική εφηµερίδα Φωνή της Καστοριάς, τον Ιανουάριο του 1946 επισήµαινε την προσπάθεια του ΚΚΕ για να «διαχωριστούν οι Σλαυοµακεδόνες από τους Βουλγάρους ως ξεχωριστό έθνος ώστε να αποσπασθή η Μακεδονία από την Ελλάδα». Κατά τον ∆ραγούµη δεν υπήρχε άλλη λύση παρά «Η ένωση όλων των εθνικών στοιχείων και η διενέργεια εκλογών µε το πλειοψηφικό σύστηµα για να υπάρξει ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση και να µην βγουν βουλευτές του ΚΚΕ που πιθανόν να ζητήσουν προσάρτηση στην ενωµένη οµόσπονδη Μακεδονία αν όχι όλης της ελληνικής Μακεδονίας των παραµεθορίων περιφερειών όπου και θα χουν εκλεγεί»>[13] . Παρόµοια µε τη µεταστροφή των πρώην αντιβασιλικών ήταν η µεταστροφή πρώην οπαδών του ΕΑΜ, καθώς και του ΚΚΕ σε όλη την Ελλάδα, που βοµβαρδίζονταν από τη σχετική προπαγάνδα και το (ενίοτε πλαστό) αποδεικτικό υλικό. Σύµφωνα µε έκθεση που υπέβαλλε
το ΚΚΕ προς τα «αδελφά κόµµατα» στις 12/9/46, από τα 420.000 µέλη που είχε το ΚΚΕ, το ∆εκέµβριο του 1944, παρέµειναν στις τάξεις του 45.000, ενώ περίπου 250.000 πέρασαν µε κοµµατική απόφαση στο Αγροτικό Κόµµα. Από τους υπόλοιπους 125.000 που αντιπροσώπευαν το 30% της αρχικής επιρροής του, ορισµένοι «αποκλείστηκαν» ενώ οι περισσότεροι «διέρρευσαν» [14] . Χαρακτηριστικά για τη νέα διαµόρφωση των πολιτικών στρατοπέδων είναι αυτά που γράφει η τοπική εφηµερίδα Φωνή της Καστοριάς, τον Φεβρουάριο του 1946: «Απέναντι στο ξενοκίνητο ΚΚΕ που θέλει την κοµµουνιστική δικτατορία και την απόσπαση της Μακεδονίας και Ηπείρου από την Ελλάδα υπάρχει η άλλη παράταξη οι εθνικόφρονες εκείνοι δηλαδή που θέλουν Ελλάδα ισχυρή µεγάλη και ξασφαλισµένη µελλοντικά από κάθε κίνδυνο, που αγαπούν τους Αµερικανούς, Άγγλους, Γάλλους και όλα τα σύµµαχα έθνη. Και εθνικόφρονες είναι όλοι οι Έλληνες που ανήκουν στα δυο παλιά µεγάλα κόµµατα, το Λαϊκό και το Βενιζελικό. Σε αυτά τα κόµµατα τα οποία κι ενώθηκαν τώρα σε ένα µέτωπο και κόµµα πανεθνικό, είναι βασιλόφρονες, δηµοκρατικοί και σοσιαλισταί αδελφωµένοι για να σώσουν τη πατρίδα από τους γύρω γύρω και µέσα εχθρούς»>[15] . Πράγµατι, στον εµφύλιο πόλεµο που άρχιζε, οι πρώην βασιλικοί και αντιβασιλικοί (οπαδοί ή στελέχη), οι οποίοι κατά τον Μεσοπόλεµο βρίσκονταν σε έντονη πολιτική (ενίοτε βίαια) σύγκρουση, θα ξεχνούσαν τις µεταξύ τους διαφορές και θα ενώνονταν εναντίον των κοµµουνιστών. Ο εθνικός διχασµός, ή αλλιώς η ρήξη βασιλικών/αντιβασιλικών, η βασική διαιρετική τοµή του πρώτου µισού του εικοστού αιώνα αντικαταστάθηκε µετά την Απελευθέρωση µε την τοµή κοµµουνιστές/αντικοµµουνιστές. Ο ενταφιασµός της προηγούµενης ρήξης εκφράστηκε, συµβολικά πάνω από τον τάφο του Βενιζέλου. Όπως σηµείωνε η εφηµερίδα Ελληνικός Βορράς το Μάρτιο του 1948, για πρώτη φορά εκπροσωπήθηκαν όλα τα κόµµατα (και µάλιστα σε πολύ υψηλό επίπεδο, µε παρουσία πολλών στελεχών της κυβέρνησης και πλήθος κόσµου), στο µνηµόσυνο του Βενιζέλου στην Κρήτη[16] Αντίστοιχα, στο µνηµόσυνο του Βενιζέλου, πάλι στα Χανιά, τον επόµενο χρόνο, παραυρέθηκε σχεδόν όλο το υπουργικό συµβούλιο και η τελετή «έλαβε την µορφήν παλλαϊκού προσκυνήµατος». Όταν, µετά την τελετή, πήρε το λόγο ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ευχαρίστησε «εκ µέρους της οικογενείας, τους προσκυνητάς
και εξέφρασε την ικανοποίησιν του ότι σήµερον και οι αντίπαλοι του Ελευθερίου Βενιζέλου αναγνωρίζουν τας προσφερθείσας προς το Έθνος υπηρεσίας του» (Εµπρός, 22/3/1949). Τελικά ο αγώνας για την επιτυχηµένη µονοπωλιακή αντιπροσώπευση του έθνους έληξε υπέρ της ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης στην οποία όµνυαν τα κόµµατα της ∆εξιάς και του Κέντρου. Η απόφαση του ΚΚΕ κατά την 5ης ολοµέλεια που (προκειµένου να µπορέσει να συσπειρώσει τους σλαβόφωνους µαχητές στο πλευρό του ∆ΣΕ και να µειώσει τις λιποταξίες τους προς τον Τίτο) αναφερόταν σε ανεξάρτητη Μακεδονία αναδροµικά δικαίωσε τους κατήγορους του. Για πολλά χρόνια µετά τον εµφύλιο πολλοί Αριστεροί διώχτηκαν βάσει αυτής της απόφασης από όργανα της κρατικής µηχανής που τους πολεµούσαν και κατά την περίοδο της Κατοχής. Οι τελευταίοι δεν θεωρούνταν πλέον δοσίλογοι αλλά αντικοµµουνιστές που είχαν προβλέψει την πρόθεση του ΚΚΕ για το διαµελισµό της Ελλάδας και έγκαιρα πήραν θέση εναντίον του.
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε υποκεφάλαιο της ανέκδοτης διδακτορικής διατριβής του γράφοντος µε τίτλο Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές συµπεριφορές στην περιοχή της Καστοριάς (1922-1949) Θεσσαλονίκη, Τµήµα Πολιτικών Επιστηµών ΑΠΘ, 2005. [2] Βλ. ενδεικτικά εφ. Ριζοσπάστης, 10/8/43, 10/2/44, 20/2/44, 20/4/43. [3] βλ. Χάγκεν Φλάισερ, Στέµµα και Σβάστικα, Παπαζήσης, Αθήνα, 1995, τ. Α, σ. 363. Γενικότερα για τον Γκοτζαµάνη, βλ. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Σωτήριος Γκοτζαµάνης, ο άνθρωπος, ο πολιτικός, ο µύθος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2001. [4]!-- Γεώργιος Ράλλης, Κοιτάζοντας πίσω, Ερµείας, χ.χ., σ. 304. [5< Μιχάλης Λυµπεράτος, «ΚΚΕ και σλαβοµακεδονική µειονότητα στην κατεχόµενη ∆υτική Μακεδονία», Μνήµων, τ. 20, 1998, σ. 81 και Χάγκεν Φλάισερ, Στέµµα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της Κατοχής και της αντίστασης, 1941-1944, τ. 2, Παπαζήσης, Αθήνα, 1995, σ. 91. [6] Βλ. Kofos, Evangelos, Nationalism and Communism in Macedonia, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki, 1964, σ. 134-135 και Χάγκεν Φλάισερ, Στέµµα και Σβάστικα, Η Ελλάδα της Κατοχής και της αντίστασης, 1941-1944, τ. Β, Παπαζήσης, Αθήνα, 1995, σ. 90-91, 139140. >[7 ΑΦ∆/104/133, Έκθεση Χρ. Χρηστίδη: σηµείωµα περί της εν ∆υτική Μακεδονία καταστάσεως (19 Απριλίου 1946). Ο Χρηστίδης ήταν µέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας παρά τη µικτή επιτροπή ελληνοβουλγαρικής µεταναστεύσεως µεταξύ 1925-1932. [8] ∆ηµήτριος Ζαφειρόπουλος, ό. π., σ. 117. [9] Πρβλ. Βασίλης Γούναρης, Εγνωσµένων κοινωνικών φρονηµάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικοµµουνισµού στη Μακεδονία του εµφυλίου πολέµου, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 2002, σ. 99, καθώς και Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις τις παραµονές του ελληνικού εµφυλίου πολέµου (1944-1946), Πατάκης, Αθήνα, 2004, σ. 120-129. [10] Κ. Τσουκαλάς, «Η ιδεολογική επίδραση του εµφυλίου πολέµου», Ιατρίδης Γ. (επιµ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, µετάφρ. ∆ρίτσα Μ. και Λυκιαρδοπούλου Αµ., Αθήνα, Θεµέλιο, 1984, σ. 575. [11] -> Βλ. ΑΦ∆, 104/4, 97 χειρόγραφο γράµµα του Γιώργου Λεοντιάδη από τη Θεσσαλονίκη, µε
[1]
ηµεροµηνία 9/4/45, προς τον Φίλιππο ∆ραγούµη. < [12--> Παναγιώτου Γυιόκα, Καιροί εθνικής δοκιµασίας, Θεσσαλονίκη, 1982, σ. 192. [13] Φωνή της Καστοριάς, 10/2/46. [14] Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δηµοκρατία. Κόµµατα και εκλογές 1946-1967, Πατάκης, Αθήνα, 2001, σ. 32. Πέρα από τους «εθνικούς λόγους» που προκάλεσαν αυτή τη διαρροή, βασική αιτία της φαίνεται να ήταν και η ένταξη πολλών από αυτούς στα δίκτυα διανοµής της ξένης βοήθειας. Βλ. Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εµφυλίου πολέµου, 1946-1949, Πρώτος Τόµος, Βιβλιόραµα, Αθήνα, 2000, σ. 125, 208-212, όπου και η διαπίστωση της «διχοτόµησης της Αριστεράς» µεταξύ πόλεων (που κατά κύριο λόγο επωφελούνταν από τη ξένη βοήθεια) και υπαίθρου (όπου πήραν µεγάλη έκταση οι διώξεις εναντίον των Αριστερών). [15] Φωνή της Καστοριάς, 10/2/46. [16 Εφ. Ελληνικός Βορράς, σ. 4, 23/3/48, άρθρο µε τίτλο: «Όλη η Ελλάς εκπροσωπήθηκε στο µνηµόσυνο του Βενιζέλου».