This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?

Πάπας Φραγκῖσκος καί Πατριάρχης Κύριλλος στήν Κούβα (12. 2. 2016)
καί ἡ Ἁγία καί Μεγάλη ύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Ὀρθόδοξo
Ἀκαδημία Κρήτης (18.-26. 6. 2016)
Γρηγορίου Λαρεντζάκη
Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz
Μεγάλα ἱστορικά γεγονότα, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἱστορικούς σταθμούς δέν
χάνουν ποτέ τήν σημασία των καί τήν ἐπικαιρότητά των. Ἕνα τέτοιο ἱστορικό
γεγονός εἶναι καί ἡ συνάντηση τοῦ Πάπα Ρώμης Υραγκίσκου καί τοῦ
Πατριάρχου Μόσχας καί πάσης Ρωσίας Κυρίλλου στήν Ἀβάνα τῆς Κούβας τήν
12η Υεβρουαρίου 2016. Ἐπειδή ἔχει σχέση τό γεγονός τῆς συναντήσεως τῶν δύο
ἀρχηγῶν τῶν Ἐκκλησιῶν Ρωμαιοκαθολικῆς καί Ρωσίας μέ τό θέμα τῶν σχέσεων
ὄχι μόνο τῶν δύο αὐτῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλά καί τῆς καθόλου Ὀρθοδοξίας μέ τίς
ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί εἰδικώτερα μέ τήν Ἁγία καί Μεγάλη ύνοδο τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θεωρῶ σκόπιμο νά σχολιάσω ἔστω καί μέ ὀλίγα τή
συνάντηση αὐτή τῶν δύο Ἀρχηγῶν τῶν Ἐκκλησιῶν: Πῶς συμπεριφέρθηκαν
μεταξύ των αὐτοί οἱ πρωταγωνιστές Πάπας καί Πατριάρχης καί τέλος τί
ὑπέγραψαν καί οἱ δύο στήν Κοινή Δήλωσή των!
Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νά τονίσω, ὅτι ἡ συνάντηση αὐτή εἶναι ἱστορική, πολύ
θετική καί ὡς πρῶτο βῆμα μεταξύ τῶν δύο Ἀρχηγῶν τῶν Ἐκκλησιῶν των, ὅμως
μέ ἐλπιδοφόρες συνέπειες γιά τίς σχέσεις τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί
μέ τήν καθόλου Ὀρθοδοξία, γιά τήν ὁποία βέβαια δέν ὑπῆρξε τό πρῶτο βῆμα, ἐφ’
ὅσον εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι συναντήσεις μεταξύ Παπῶν Ρώμης καί
Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν, καθώς καί ἄλλων Ἀρχηγῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν,
ἔχουν πραγματοποιηθεῖ κατ’ ἐπανάληψη. Ὁ π. Γεώργιος Σσέτσης ἔχει δίκιο, ὅταν
ἀναφέρει ὅτι καί ἀπό τή Ρωσική Ἐκκλησία δέν ἦταν ἡ πρώτη συνάντηση μέ
Πάπα Ρώμης: Ἡ συνάντηση Ρώσου Ἀρχιερέως μέ Ρωμαῖο Ποντίφηκα δέν
πραγματώθηκε προχθές στήν Κούβα γιά πρώτη φορά, ἀλλά στή Υλωρεντία τόν
15ο αἰώνα! Πρόκειται γιά τήν συνάντηση τοῦ Πάπα Εὐγένιου Β΄ μέ τόν
Μητροπολίτη Κιέβου Ἰσίδωρο, πού διέμενε στή Μόσχα καί ὁ ὁποῖος εἶχε
συνοδεύσει
τόν
Οἰκουμενικό
Πατριάρχη
Ἰωσήφ
Β΄
στήν
ύνοδο
τῆς
Υερράρας/Υλωρεντίας (1438/1439).1 Σότε δέν ὑπῆρχε βέβαια ἀκόμα τό Ρωσικό
Πρβλ. π. Γεωργίου Τσέτση, κέψεις στόν ἀπόηχο τῆς συναντήσεως τῶν Ρώμης καί Μόσχας, ἐν:
Υῶς Υαναρίου, 15-2-2016
1
1
Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο ἱδρύθηκε τό 1589 ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο
Κωνσταντινουπόλεως.
Εἶναι ὅμως πολύ εὐχάριστο τό γεγονός αὐτό τῆς συναντήσεως Πάπα Ρώμης καί
Πατριάρχου Μόσχας καί θά ἔχει ἀσφαλῶς καί πολύ θετικά ἀποτελέσματα, διότι
καί τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας γιά πρώτη φορά βρῆκε τρόπους καί λύσεις γιά
νά ἀκολουθήσει στήν πορεία τῆς συναντήσεως τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Ἐκκλησιῶν
μας πρός καταλλαγή καί ἑνότητα.
Ἐπίσης πρέπει νά λεχθεῖ, ὅτι ἡ συνάντηση αὐτή δέν ἦταν μιά αὐθόρμητη
ἐνέργεια χωρίς προηγούμενα. Σό Πατριαρχεῖο Μόσχας μέ διάφορους τρόπους
καί συναντήσεις Μητροπολιτῶν του εἶχε τακτικές ἐπαφές καί ποικιλότροπες
συνεργασίες μέ τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, τίς ὁποῖες τελευταῖα εἶχε
προωθήσει καί καλλιεργήσει πολύ συστηματικά καί ἔντονα καί ὁ νῦν Πρόεδρος
ἐπί τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑποθέσεων τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, (ὁ ὁποῖος κακῶς
χαρακτηρίζεται μέ τό κοσμικό ἀξίωμα «Ὑπουργός τῶν Ἐξωτερικῶν») ὁ εβ.
Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ἰλαρίων, ἐπισκεφθείς κατ’ ἐπανάληψη τό Βατικανό
καί συναντηθείς πολλές φορές μέ τούς Προέδρους τοῦ Παπικοῦ υμβουλίου γιά
τήν Ἑνότητα τῶν Φριστιανῶν στό Βατικανό καί μέ τούς Πάπες Ρώμης. Ὁ
Μητροπολίτης Ἰλαρίων μάλιστα κατά τά τελευταῖα χρόνια ἔχει προτείνει καί
προβάλλει κατεπανάληψη καί πολύ ἔντονα μία «στρατηγική συμμαχία» κυρίως
μεταξύ τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας γιά τήν
διαφύλαξη καί προώθηση τῶν χριστιανικῶν κοινωνικῶν ἀρχῶν στήν Εὐρώπη, ἡ
ὁποία, καθώς τονίζει, ἔχει χάσει τίς παραδοσιακές χριστιανικές ἀρχές της καί
ἐκκοσμικευθεῖ.
2
Σό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἐπεδίωξε πολλές φορές τή συνάντηση τοῦ Πατριάρχου
Μόσχας μέ Πάπα Ρώμης καί ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μακαριστοῦ Πατριάρχου
Μόσχας Ἀλεξίου μέ τούς προηγουμένους Πάπες.2 Μία ἀπό τίς τελικά
ἀποτυχημένες προσπάθειες ὑπῆρξε ἡ προγραμματισμένη συνάντηση τοῦ Πάπα
Ἰωάννου Παύλου Β΄ καί τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξίου τόν Ἰούνιο τοῦ 1997 πλησίον
τῆς Βιέννης, στήν ἱστορική Μονή Heiligenkreuz, λίγο πρίν τήν πραγματοποίηση
τῆς Β΄ Εὐρωπαϊκῆς Οἰκουμενικῆς υνελεύσεως στό Γκράτς τῆς Αὐστρίας τόν
Ἰούνιο τοῦ 1997 τοῦ υμβουλίου τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν καί τοῦ
υμβουλίου τῶν ρωμαιοκαθολικῶν Ἐπισκοπικῶν υνόδων τῆς Εὐρώπης, στήν
ὁποία ἔλαβε μέρος καί ὡς ὁμιλητής ὁ Μακαρ. Πατριάρχης Ἀλέξιος καί ὁ νῦν
Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος ὡς Μητροπολίτης. Μάλιστα ὁ νῦν Πατριάρχης
Μόσχας καί ὡς Μητροπολίτης μολένσκ εἶχεν ἐγκάρδια συνάντηση καί μέ τόν
προηγούμενο Πάπα Βενέδικτο τόν ΙΣ΄.
2
«Η Ρωσική Εκκλησία κόπτεται για τις σχέσεις της με το Βατικανό και είναι πια θέμα χρόνου
η συνάντηση του νέου Πατριάρχη Μόσχας Κυρίλλου με τον Πάπα Βενέδικτο.» Παναγιώτη Αντ.
Ανδριόπουλου, Η ΡΩΙΚΗ ΕΚΚΛΗΙΑ ΣΟ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟ ΣΟ ΒΑΣΙΚΑΝΟ, Amen.gr καί Ιδιωτικη
οδος 14.Υεβρουαρίου 2009. Ὅλα τά στοιχεῖα τοῦ ἄρθρου εἶναι ἐνδιαφέροντα.
3
Ὁ τόπος τῆς συναντήσεως μεταξύ τοῦ Πάπα Υραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου
Κυρίλλου, τό ἀεροδρόμιο τῆς Ἀβάνας στήν Κούβα, κατ’ ἀρχήν ἐξέπληξε. Ὄχι στή
Ρώμη, ὄχι στή Μόσχα, ὄχι κἄν στήν Εὐρώπη, ἀλλά στήν «μακριά ἀπό τίς παλιές
συγκρούσεις τοῦ «Παλαιοῦ κόσμου», στήν Κούβα. Ἐτσι πραγματοποιήθηκε
τελικά
ἡ
συνάντηση.
Θά
περίμενε
βέβαια
κανείς
περισσότερη
ἐκκλησιαστικότητα, ἔστω ἕνα «Πάτερ ἡμῶν» ἀπό κοινοῦ. Ἔγινε ὑπερβολική
προσπάθεια
μιᾶς
συναντήσεως
δῆθεν
ἐκκλησιαστικῆς
ἀποστάσεως,
μέ
πολιτικούς καί κοινωνικούς, φιλειρηνικούς σκοπούς, ὑπέρ τοῦ καταδιωκομένου
Φριστιανισμοῦ κυρίως στήν Μέση Ἀνατολή καί τήν Βόρειο Ἀφρική. Ὅμως, ὅπως
καί ἄν ἔχει τό πρᾶγμα, ὅσες προσπάθειες ἐπιφυλακτικότητας καί ἄν ἔγιναν, τό
γεγονός παραμένει ἐκκλησιαστικό, ἐφ’ ὅσον οἱ πρωταγωνιστές του εἶναι ἀρχηγοί
Ἐκκλησιῶν καί ὁπωσδήποτε μέ οἰκουμενική σημασία, ἐφ’ ὅσον καί οἱ δύο
Ἀρχηγοί τονίζουν στήν Κοινή Δήλωσή των τήν ἐκκλησιαστικότητά των καί τήν
κοινή πίστη των, καθώς ἐπίσης καί τήν θἐλησή των καί τή συμβολή τῆς
συναντήσεώς των γιά τήν προώθηση καί βελτίωση τῶν σχέσεων τῶν Ἐκκλησιῶν.
υναντήθηκαν, λοιπόν, οἱ δύο Ἀρχηγοί τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης καί Μόσχας,
ἀντάλλαξαν τόν ἀδελφικό ἀσπασμό καί ὁπωσδήποτε «ὄχι ὡς ἀνταγωνιστές,
ἀλλά ὡς ἀδελφοί στήν πίστη», ὅπως δηλώνουν οἱ ἴδιοι.
4
Ἄρα κανένα ἴχνος μιᾶς συνάντησης ἑνός «ὀρθοδόξου» μέ ἕναν «αἱρετικὀ»! Καί τό
περιεχόμενο τῆς Κοινῆς Δηλώσεως τονίζει ἔντονα τήν κοινή βάση τῆς
χριστιανικῆς πίστεως, τόν χαρακτῆρα τῆς ἀδελφικῆς συναντήσεως καί μαρτυρεῖ
τήν ἀγαθή διάθεση πρός καταλλαγή, λύση τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων καί
ἀποκατάσταση τῆς πλήρους Ἐκκλησιαστικῆς Κοινωνίας δύο Ἐκκλησιῶν. Ὁ ὅρος
Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται ἐπίσης αὐτονόητα καί γιά τίς δύο Ἐκκλησίες στήν
Κοινή Δήλωσή των. Αὐτήν τήν ἱστορική πραγματικότητα τῆς συναντήσεως
θεωρῶ ὡς θετικό βῆμα μέ ἐλπιδοφόρες προοπτικές, ἐάν ἔχει συνέχεια καί
προωθηθεῖ ἡ πορεία πρός τόν τελικό σκοπό. «Ἦταν ἕνα ὄντως σημαντικό καί
ἐλπιδοφόρο ἀντάμωμα, τό ὁποῖο ἔσπευσε νά χαιρετίσει ὁ Οἰκουμενικός
Πατριάρχης Βαρθολομαῖος μέ ἐγκάρδιο μήνυμα, εὐχόμενος σ’ αὐτούς κάθε
ἐπιτυχία, ἐκφράζοντας συνάμα καί τήν χαρά του διότι ὁ διάλογος πού εἶχαν
ἐγκαινιάσει τό 1964 οἱ μακαριστοί Πατριάρχης Ἀθηναγόρας καί Πάπας Παῦλος
Σ΄ «συνεχίζει νά παράγει καρπούς» (βλ. ΑΜΕΝ. gr, 12. 2. 2016).»3
π. Γεωργίου Τσέτση, κέψεις στόν ἀπόηχο τῆς συναντήσεως τῶν Ρώμης καί Μόσχας, ἐν: Υῶς
Υαναρίου, 15-2-2016.
3
5
Αὐτά ὅλα τόν Υεβρουάριο τοῦ 2016 λίγους μόνον μῆνες πρίν ἀπό τήν σύγκληση
τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Ὀρθόδοξο
Ἀκαδημία Κρήτης ἀπό 18-26 Ἰουνίου 2016 καί ἦσαν ὅλα ἕτοιμα καί
ὑπογεγραμμένα.
Κοινή Δήλωση Πάπα Φραγκίσκου καί Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου4
τήν Κοινή Δήλωση φαίνεται ὁλοκάθαρα, ὅτι δέν ὑπῆρξε καμμία ἀμφιβολία γιά
τήν οἰκουμενική διάθεση τῶν δύο Πρωθιεραρχῶν, τοῦ Πάπα καί τοῦ Πατριάρχου,
οὔτε βέβαια καί κάποια ἐπιφυλακτικότητα ὡς πρός τήν ἱερωσύνην αὐτῶν, ἀλλά
οὔτε καί μαμμία ἀπόρριψη τῆς Ἐκκλησιαστικότητας τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ὅπως
διατυπώνουν ἀπερίφραστα οἱ δύο ἀρχηγοί στό κοινό κείμενο αὐτό:
Ἡ Κοινή Δήλωση γράφτηκε στά Ρωσικά καί Ἰταλικά. Ἐγώ ἐχρησημοποίησα τήν γερμανική
μετάφραση ἀπό τό Radio Vatikan
4
6
Ἤδη ἡ ἀρχή τοῦ κειμένου δηλώνει τήν βάση τῆς κοινῆς πίστεως στόν Σριαδικό
Θεό, ὁ ὁποῖος ὁδήγησε τά βήματά των γιά τήν συνάντηση ἐκείνη: «Μέ τό θέλημα
τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἀπό τόν ὁποῖο προέρχεται κάθε δῶρο, στό ὄνομα τοῦ Κυρίου
ἡμῶν Ἰησοῦ Φριστοῦ καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ Παρακλήτου,
συναντηθήκαμε ἐμεῖς, ὁ Πάπας Υραγκῖσκος καί ὁ Κύριλλος, Πατριάρχης
Μόσχας καί πασῶν τῶν Ρωσιῶν, σήμερα στήν Ἀβάνα. Εὐχαριστοῦμεν τόν Θεόν,
ὁ ὁποῖος δοξάζεται ἐν Σριάδι, γιά τήν συνάντηση αὐτή, τήν πρώτη στήν ἱστορία.
Ἔχομεν ἔλθει ἐδῶ μετά χαρᾶς ὡς ἀδελφοί στήν χριστιανική πίστη „στόμα
πρός στόμα λαλῆσαι“ (2 Ἰωάνν 12) γιά τίς ἀμοιβαῖες σχέσεις μεταξύ τῶν
Ἐκκλησιῶν, γιά τά οὐσιαστικά προβλήματα τῶν πιστῶν μας καί γιά τίς
προοπτικές τῆς ἐξελίξεως τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ...»
Καί μόνον ἡ εἰσαγωγή αὐτή δηλώνει ἀπερίφραστα τήν ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῆς
κοινῆς πίστεως στόν Σριαδικό Θεό, ἡ ὁποία τίθεται ὡς βάσις τοῦ γεγονότος τῆς
συναντήσεως. Καί εἶναι πράγματι χαρακτηριστική ἡ κοινή αὐτή Ὁμολογία τους,
ἡ ὁποία ἔχει καί συνέπειες. Σό «πρώτη στήν ἱστορία» ἀφορᾶ βέβαια ἕνα
Πατριάρχη Μόσχας μέ ἕνα Πάπα Ρώμης, διότι Οἰκουμενικοί Πατριάρχες ἔχουν
7
συναντηθεῖ κατ’ ἐπανάληψη μέ Πάπες Ρώμης.5 Αὐτό τό «ἐπί τέλους» τοῦ Πάπα
Υραγκίσκου κατά τήν συνάντηση σημαίνει ἀκριβῶς, τό ὅτι καί ὁ Πατριάρχης
Μόσχας ἀκολούθησε τά πρηγούμενα βήματα τῶν πολλαπλῶν συναντήσεων
Παπῶν καί Ἀρχηγῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, κυρίως Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν
εἴτε στά Ἱεροσόλυμα, εἴτε στήν Ρώμη, εἴτε στήν Κωνσταντινούπολη, εἴτε στήν
Ἀθήνα, εἴτε στή Λέσβο, εἴτε ἀλλαχοῦ.
Αὐτή ἡ συνάντηση χαρακτηρίζεται ἀπό τούς δύο ὡς «ἀδελφική συνάντηση»,
στήν ὁποία συζητοῦν γιά τίς ἀμοιβαῖες σχέσεις τῶν «Ἐκκλησιῶν», καί τονίζουν,
ὅτι «αἰσθάνονται πολύ ἔντονα τήν ἀναγκαιότητα τῆς συνεργασίας μεταξύ
Καθολικῶν καί Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κληθεῖ νά ποῦν στόν κόσμο μέ
ἡπιότητα καί σεβασμό γιά τήν ἐλπίδα, ἡ ὁποῖα μᾶς πληροῖ (πρβλ. 1 Πέτρου 3,
15)». τή συνέχεια εὐχαριστοῦν ἀπό κοινοῦ τόν Θεό γιά τά δῶρα πού ἔχομε λάβει
μέ τήν ἄφιξη τοῦ Τἱοῦ του στόν κόσμο καί τονίζουν «τήν κοινή πλούσια
πνευματική παράδοση τῆς πρώτης χιλιετίας τοῦ Φριστιανισμοῦ, μάρτυρες τῆς
ὁποίας εἶναι ἡ μακαριωτάτη Θεοτόκος καί ἀειπάρθενος Μαρία καί οἱ ἅγιοι, τούς
ὁποίους τιμῶμεν, καθώς ἐπίσης καί οἱ ἀμέτρητοι Μάρτυρες».
Ὅμως, τονίζει ἡ Δήλωση, «παρά τήν κοινή αὐτή Παράδοση, ἤδη περίπου χίλια
χρόνια ἀπώλεσαν οἱ Καθολικοί καί οἱ Ὀρθόδοξοι τήν εὐχαριστιακή κοινωνία.
Εἴμαστε χωρισμένοι ἐξ αἰτίας τραυμάτων, τά ὁποῖα προξενήθηκαν ἀπό
συγκρούσεις στό μακρυνό καί πρόσφατο παρελθόν. Ἐπίσης καί λόγω τῶν
ἀντιθέσεων, τίς ὁποῖες κληρονομήσαμε ἀπό τούς προγόνους μας, στήν
κατανόηση καί βίωση τῆς πίστεώς μας εἰς τόν Θεόν, τόν Ἕνα ἐν τρισί προσώποις,
τόν Πατέρα, τόν Τἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Θρηνοῦμε γιά τήν ἀπώλεια τῆς
ἑνότητας ἕνεκα τῆς ἀνθρώπινης ἀσθένειας καί ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ἔγινε παρά
τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Φριστοῦ τοῦ ωτῆρος: «Ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς
σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν.»(Ἰωάνν. 17, 21).
Ἡ περιγραφή τῆς «ἀπώλειας τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας»καί τοῦ γεγονότος ὅτι
«εἴμαστε χωρισμένοι» δηλώνει ἀπερίφραστα τήν θλιβερή κατάσταση τῆς
ἀκοινωνησίας καί τοῦ σχίσματος μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, δηλ. μέσα στήν
Ἐκκλησία, τήν «ἀπώλεια τῆς ἑνότητος» γιά τήν ὁποία «θρηνοῦμεν». Ἡ
περιγραφή τοῦ ὑπαρκτοῦ σχίσματος αὐτοῦ ἀφορᾶ καί τίς δύο Ἐκκλησίες, οἱ
ἀρχηγοί τῶν ὁποίων «θρηνοῦν» γιά τήν κατάσταση αὐτή. Αὐτή εἶναι ἡ
ρεαλιστική λυπηρά κατάσταση στήν ὁποία εὑρισκόμεθα, ὅπως περιγράφεται
Πρβλ. Ἐπισκέψεις Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν εἰς Ρώμην καί Παπῶν εἰς τό Οἰκουμενικόν
Πατριαρχεῖον. Ἐπί τῇ ἐπισκέψει τῆς Ἁ. Ἁγιότητος τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣ΄εἰς τό Οἰκουμενικόν
Πατριαρχεῖον, Υανάριον , 29-30 Νοεμβρίου 2006.
5
8
ἀπό τούς δύο Πρωθιεράρχες. Ἡ Δήλωση δέν ἀναφέρεται μόνον στήν Ἐκκλησία,
δηλ. τήν Ὀρθόδοξη ἀπό τό ἕνα μέρος καί στήν «αἱρετική Κοινότητα ἤ Ὁμολογία»
ἀπό τό ἄλλο, ἀλλά στίς δύο Ἐκκλησίες. Γιά τό λόγο αὐτό ἡ Κοινή Δήλωση
συνεχίζει στόν πρῶτο πληθυντικό καί οἱονεί «ἐπί ἴσοις ὅροις».
Παρά τό ὅτι «εἶναι συνειδητόν, ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμα πολλά ἐμπόδια, ἐλπίζομεν
ὅμως, ὅτι ἡ συνάντησή μας θά συμβάλλει στήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος, τήν
ὁποία θέλει ὁ Θεός καί γιά τήν ὁποία προσευχήθηκε ὁ Φριστός. Εἴθε ἡ συνάντησή
μας νά ἐμπνεύσει τούς χριστιανούς σέ ὅλο τόν κόσμο νά παρακαλέσουν μέ νέο
ζῆλο τόν Θεό γιά τήν πραγματοποίηση τῆς πλήρους ἑνότητος ὅλων τῶν
μαθητῶν τοῦ Φριστοῦ. Εἰς ἕνα κόσμο, ὁ ὁποῖος δέν περιμένει ἀπό ἐμᾶς μόνο
λόγια, ἀλλά καί συγκεκριμένα ἔργα, εὐχόμεθα ἡ συνάντησή μας αὐτή νά γίνει
σύμβολο τῆς ἐλπίδας γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους καλῆς θελήσεως».
τή συνέχεια τονίζεται ἡ ἀναγκαιότης κοινῆς δράσεως γιά τήν μαρτυρία τῆς
κοινῆς πίστεως τῆς πρώτης χιλιετίας καί σήμερον καί γιά κοινή ἀνταπόκριση
στίς σημερινές παγκόσμιες προκλήσεις. «Ὀρθόδοξοι καί Καθολικοί πρέπει νά
μάθουν στά σημεῖα ἐκεῖνα πού εἶναι δυνατόν καί ἀναγκαῖο νά δίδουν ὁμόφωνη
μαρτυρία γιά τήν ἀλήθεια.» Μόνο ἀδελφικές προϋποθέσεις καί σχέσεις δύο
χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν θά ἐπέτρεπαν παρόμοιες δηλώσεις. Σό αὐτό ἰσχύει καί
γιά τήν ἑπόμενη ἰσχυρή δήλωση, ἔκφραση τῆς κοινῆς θελήσεως: «Ἡ χριστιανική
μας συνείδηση καί ἡ ποιμαντική μας εὐθύνη δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά παραμένομε
ἀδρανεῖς ἐνώπιον τῶν προκλήσεων, οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦν κοινή ἀπάντηση».
Ἡ ἑπόμενη παράγραφος ἀφιερώνεται στίς περιοχές ὅπου διώκονται οἱ
χριστιανοί, δηλ. στή Μέση Ἀνατολή καί τήν Βόρειο Ἀφρική. κέπτονται ὅμως καί
γιά τά δεινά, τά ὁποῖα ὑποφέρουν καί μέλη ἄλλων Θρησκειῶν ἀπό πολεμικές
συρράξεις. Ἀπευθύνονται στούς διεθνεῖς ὀργανισμούς καί στήν διεθνή
Κοινότητα καί τούς προτρέπουν νά ἐνεργήσουν γιά νά σταματήσουν αὐτά τά
δεινά, ἀλλά καί συγκεκριμένα γιά νά ἀπελευθερωθοῦν καί οἱ δύο ἀπαχθέντες
Μητροπολίτες. Ἄς παρακαλέσουμε στίς προσευχές μας τόν Φριστόν, τόν ωτῆρα
τοῦ κόσμου, γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης στήν Μέση Ἀνατολή γιά νά
ὑπάρξει καί εἰρηνική συνύπαρξη μεταξύ τῶν λαϊκῶν ὁμάδων, μεταξύ τῶν
Ἐκκλησιῶν καί τῶν Θρησκειῶν.
Ἐνδιαφέρον εἶναι, ὅτι οἱ δύο Ἀρχηγοί τῶν Ἐκκλησιῶν των τονίζουν, ὅτι «σέ αὐτή
τήν ἀνησυχητική ἐποχή εἶναι ἐπίσης καί ὁ Διαθρησκειακός Διάλογος
ἀπαραίτητος. «Οἱ διαφορές στήν κατανόηση τῶν θρησκευτικῶν ἀληθειῶν δέν
9
ἐπιτρέπεται νά ἐμποδίζουν τούς ἀνθρώπους μέ διαφορετικές θρησκευτικές
πεποιθήσεις νά ζοῦν ἐν εἰρήνῃ καί ὁμονοίᾳ.
«Κατά τήν παροῦσα στιγμή ἔχουν οἱ θρησκευτικοί ἀρχηγοί καί ὑπεύθυνοι
καθῆκον νά διδάξουν καί τούς πιστούς των νά ἀντιμετωπίζουν τούς ἔχοντες
διαφορετικές θρησκευτικές Παραδόσεις μέ πνεῦμα σεβασμοῦ. Ὁπωσδήποτε
ὅμως παραμένει ἀπαράδεκτον νά προσπαθεῖ κανείς νά δικαιολογήσει
ἐγκληματικές πράξεις μέ θρησκευτικά συνθήματα. Κανένα ἔγκλημα δέν εἶναι
δυνατόν νά γίνει εἰς τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ.»
Εὐχαριστοῦν τόν Θεό γιά τήν ἀξιοθαύμαστη θρησκευτική ἀναγέννηση στίς
χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, καί διαπιστώνουν, ὅτι ἐκεῖ «πολλές φορές
Ὀρθόδοξοι καί Καθολικοί συνεργάζονται πλάϊ-πλάϊ». Ἐπίσης καί οἱ δύο
καταδικάζουν τήν ἀρνητική ἐξέλιξη τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τήν ἄδικη ἀνάπτυξη
τοῦ πλούτου καί τήν ἄνιση κατανομή του.
Γιά τήν διαδικασία τῆς εὐρωπαϊκῆς ὁλοκλήρωσης, μή λησμονῶντας τίς
χριστιανικές της ρίζες, «ζητοῦμε ἀπό τούς χριστιανούς τῆς Ἀνατολικῆς καί τῆς
Δυτικῆς Εὐρώπης νά ἑνωθοῦν στήν κοινή μαρτυρία γιά τόν Φριστό καί τό
Εὐαγγέλιο, ὥστε ἡ Εὐρώπη νά διατηρεῖ τήν ψυχή της, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθεῖ
σέ δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανικῆς παράδοσης.» «Οἱ χριστιανικές Ἐκκλησίες
καλοῦνται νά ὑπερασπισθοῦν τίς ἀρχές τῆς δικαιοσύνης, τοῦ σεβασμοῦ τῶν
παραδόσεων τῶν λαῶν καί μία πραγματική ἀλληλεγγύη μέ ὅλους ὅσους
ὑποφέρουν.»
Ἡ Κοινή Δήλωση ἀναφέρεται ἐπίσης καί στή μεγάλη σημασία τῆς οἰκογένειας
καί ἐκφράζεται ἡ ἀνησυχία τῶν Πρωθιεραρχῶν γιά τήν κρίση, τήν ὁποία
διέρχεται. ημαντική εἶναι καί ἡ διαπίστωση, ὅτι «Ὀρθόδοξοι καί Καθολικοί
ἔχουν τήν ἴδια ἀντίληψη γιά τήν οἰκογένεια. Ἡ οἰκογένεια στηρίζεται στό γάμο,
στήν πράξη τῆς ἐλεύθερης καί πιστῆς ἀγάπης ἑνός ἄνδρα καί μιᾶς γυναίκας.
Λυπούμεθα, διότι ἄλλες μορφές συμβίωσης τοποθετοῦνται τώρα στό ἴδιο
ἐπίπεδο μέ τό θεσμό τοῦ γάμου.»
τή συνέχεια ἀναφέρεται τό ἀναφαίρετο δικαίωμα τῆς ζωῆς γιά ὅλους τούς
ἀνθρώπους, ἀπό τά ἀγέννητα παιδιά μέχρι καί τούς ἡλικιωμένους, ὅπου
καταδικάζεται ἡ εὐθανασία καί προξενεῖ ἀνησυχία καί ἡ τεχνική ἀνάπτυξη τῆς
βιοϊατρικῆς ἀναπαραγωγῆς. Γιά τούς λόγους αὐτούς τονίζουν τό καθῆκον τους
γιά τή διαφύλαξη τῶν βασικῶν καί ἀμεταβλήτων χριστιανικῶν ἠθικῶν ἀρχῶν
10
καί τόν σεβασμό τῆς ἀξιοπρέπειας τοῦ ἀνθρώπου. ημαντική θέση στήν Κοινή
Δήλωση ἔχει καί ἡ ἀναφορά στή νεολαία.
«Ὀρθόδοξοι καί Καθολικοί συνδέονται ὄχι μόνον λόγω τῆς κοινῆς Παραδόσεως
τῆς Ἐκκλησίας τῆς πρώτης χιλιετίας, ἀλλά καί λόγω τῆς ἀποστολῆς των νά
κηρύξουν σήμερα τό Εὐαγγέλιο τοῦ Φριστοῦ στόν κόσμο. Σό πρόγραμμα αὐτό
περιλαμβάνει τόν ἀμοιβαῖο σεβασμό γιά τά μέλη τῶν χριστιανικῶν Κοινοτήτων,
καί ἀποκλείει κάθε μορφή προσηλυτισμοῦ.»
Ἡ ἑπόμενη διαπίστωση ἔχει ἐπίσης κεντρική καί βασική σημασία γιά τήν
ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῶν Ἐκκλησιῶν καί τήν κοινή εὐθύνη στό σύγχρονο
κόσμο:
«Δέν
εἴμαστε
ἀνταγωνιστές,
πραγματικότητος
δραστηριότητες
πρέπει
μεταξύ
νά
μας,
ἀλλά
ἀδελφοί
καί
καλλιεργοῦνται
καθώς
ἐπίσης
καί
βάσει
ὅλες
οἱ
ἐκεῖνες,
αὐτῆς
τῆς
ἀμοιβαῖες
οἱ
ὁποῖες
ἀπευθύνονται πρός τόν ἔξω κόσμο.»
«Προτρέπομε τούς Καθολικούς καί τούς Ὀρθοδόξους σέ ὅλες τίς χῶρες νά
μάθουν νά ζοῦν μαζί ἐν εἰρήνῃ, μέ ἀγάπη καί „ὁμοφωνία“ (Ρωμ. 15, 5). Ἔτσι δέν
θά πρέπει νά ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίηση ἀθέμιτων μέσων γιά νά
ἐγκαταλείπουν οἱ πιστοί τήν μία Ἐκκλησία καί νά πηγαίνουν στήν ἄλλη καί ἔτσι
νά ἀρνοῦνται τήν θρησκευτική ἐλευθερία καί τίς παραδόσεις των. Καλούμεθα νά
ἐνεργήσομε σύμφωνα μέ τόν κανόνα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: „Οὕτω δέ
φιλοτιμούμενον εὐαγγελίζεσθαι οὐκ ὅπου ὠνομάσθη Φριστός, ἵνα μή ἐπ’
ἀλλοτρίῳ θεμέλιον οἰκοδομῶ.“(Ρωμ. 15, 20).»
«Ἐλπίζομεν ὅτι ἡ συνάντησή μας μπορεῖ νά συμβάλλει στήν καταλλαγή καί ἐκεῖ,
ὅπου ὑπάρχουν ἐντάσεις μεταξύ τῶν Ἑλληνο-Καθολικῶν (Οὐνιτῶν) καί
Ὀρθοδόξων. ήμερα εἶναι σαφές ὅτι ἡ μέθοδος τῆς „Οὐνίας“ ἀπό τό παρελθόν, ἡ
ὁποία νοεῖται ὡς ἕνωση μιᾶς Κοινότητας μέ μία ἄλλη κατόπιν ἀποσπάσεώς της
ἀπό τήν Ἐκκλησία της, δέν ἀποτελεῖ μέθοδο, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά
ἀποκαταστήσει τήν Ἑνότητα. Παρ’ ὅλα ταῦτα, οἱ Ἐκκλησιαστικές Κοινότητες οἱ
ὁποῖες ἔχουν προκύψει κάτω ἀπό αὐτές τίς ἱστορικές συνθῆκες, ἔχουν τό
δικαίωμα νά ὑπάρχουν καί νά πράττουν ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά
ἱκανοποιήσουν τίς πνευματικές ἀνάγκες τῶν πιστῶν τους, συγχρόνως ὅμως νά
φροντίζουν νά ζοῦν εἰρηνικά μέ τούς γείτονές τους. Ὀρθόδοξοι καί ἙλληνοΚαθολικοί (Οὐνῖτες) εἶναι ἀνάγκη νά συμφιλιωθοῦν καί νά βροῦν τρόπους
συμβιώσεως, οἱ ὁποῖοι θά εἶναι ἀποδεκτοί καί ἀπό τίς δύο πλευρές.»
11
Βέβαια τό πρόβλημα αὐτό δέν μπορεῖ νά λυθεῖ πουθένα χωρίς τήν ἄμεση
ἐπέμβαση τῆς Ρώμης.
τή συνέχεια ἀναφέρονται, Πάπας καί Πατριάρχης, στήν κρίση τῆς Οὐκρανίας
καί καλοῦν τίς Ἐκκλησίες νά βροῦν εἰρηνική λύση. Ἐπικαλοῦνται τήν
ἐκκλησιαστική κανονικότητα τῶν Ἐκκλησιῶν ἐκεῖ καί ἐλπίζουν, ὅτι βάσει αὐτῶν
τῶν Κανόνων θά λυθεῖ τό ἐκεῖ ἐκκλησιαστικό σχίσμα. Ἐλπίζουν ἐπίσης ὅτι οἱ
ἐκεῖ Καθολικοί θά συμβάλλουν γιά νά γίνει πιό ἔντονη καί ἡ χριστιανική
ἀδελφοσύνη.
Γενικώτερα στό σύγχρονο κόσμο «θά πρέπει οἱ Καθολικοί καί οἱ Ὀρθόδοξοι νά
συνεργάζονται ἀδελφικά γιά τό κήρυγμα τοῦ μηνύματος τῆς χαρᾶς τοῦ
Εὐαγγελίου καί νά μαρτυρήσουν ἀπό κοινοῦ τήν ἠθική ἀξιοπρέπεια καί τήν
αὐθεντική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, „ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ
(Ἱωάνν. 17, 21)“. έ αὐτόν τόν κόσμο, στόν ὁποῖο ἐξαφανίζονται ὅλο καί
περισσότερο τά πνευματικά θεμέλια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, εἶναι ἀναγκαία μία
ἰσχυρή χριστιανική μαρτυρία σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς προσωπικῆς καί
κοινωνικῆς ζωῆς. Ἀπό τήν ἱκανότητά μας νά δώσουμε σέ αὐτούς τούς δύσκολους
καιρούς μαζί μαρτυρία τοῦ πνεύματος τῆς ἀληθείας, ἐξαρτᾶται σέ μεγάλο
βαθμό τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητητος.»
Σέλος, ἐπικαλοῦνται ἀπό κοινοῦ τήν βοήθεια τοῦ Φριστοῦ, τῆς πηγῆς τῆς χαρᾶς
καί τῆς ἐλπίδος. Καί εἶναι εὐγνώμονες γιά τό δῶρον τῆς συναντήσεως, γιά τό
πνεῦμα τῆς ἀμοιβαίας κατανοήσεως κατά τήν διάρκεια τῆς συναντήσεως αὐτῆς
καί ἀπευθύνονται μέ εὐγνωμοσύνη πρός τήν Παναγία Θεοτόκον μέ τά λόγια τῆς
ἀρχαίας προσευχῆς: „Ὑπό τήν σήν προστασίαν καταφεύγομεν Θεοτόκε.“ Εἴθε ἡ
Παναγία Παρθένος Μαρία νά μεσολαβήσει καί νά ἐνθαρρύνει ὅλους, ὅσοι τήν
λατρεύουν, νά δημιουργήσουν τήν ἀδελφοσύνη, ὥστε σέ χρόνο πού θά ὁρίσει ὁ
Θεός, νά ἑνωθοῦν μέ εἰρήνη καί ὁμόνοια σέ ἕνα ἑνιαῖο λαό τοῦ Θεοῦ, πρός δόξαν
τῆς Ἁγίας καί ἀδιαιρέτου Σριάδος!»
Φραγκῖσκος, Ἐπίσκοπος Ρώμης, Πάπας τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας
Κύριλλος, Πατριάρχης Μόσχας καί πασῶν τῶν Ρωσιῶν
Πολύ ἐνδιαφέροντα εἶναι καί ὅσα ἀνέφερε ὁ Πάπας Υραγκῖσκος μετά τήν
ὑπογραφή τῆς Κοινῆς Δηλώσεως, τά ὁποῖα μαρτυροῦν τήν ἀμοιβαία τοποθέτηση
τῶν Πρωθιεραρχῶν μεταξύ των, ἀλλά καί τῶν Ἐκκλησιῶν των: «...Ὁμιλοῦμε
μεταξύ μας ὡς ἀδελφοί, ἔχομε τό ἴδιο Βάπτισμα, εἴμεθα ἐπίσκοποι. Ὁμιλοῦμε γιά
12
τίς Ἐκκλησίες μας, καί συμφωνοῦμε στό ὅτι ἡ ἑνότης δημιουργεῖται καθ’ ὁδόν.
Ὁμιλοῦμε γλῶσσα καθαρή, χωρίς ὑπεκφυγές καί ὁμολογῶ, ὅτι σέ αὐτόν τόν
Διάλογο αἰσθάνθηκα τήν παράκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εὐχαριστῶ γιά τήν
ταπεινοφροσύνη τῆς Αὐτοῦ Ἁγιότητος, μία ἀδελφική ταπεινοφροσύνη, καί γιά
τήν ἰσχυρή του ἐπιθυμία πρός ἑνότητα.»6 Πῶς ἀξιολογοῦνται αὐτές οἱ δηλώσεις
τοῦ Πάπα;
Ἡ Κοινή Δήλωση Πάπα Φραγκίσκου καί Πατριάρχου Κυρίλλου καί τά
Κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Ἐάν μελετήσει κανείς προσεκτικά τά Κείμενα αὐτά καί τά συγκρίνει μεταξύ των,
θά διαπιστώσει ἀβίαστα πάρα πολλά κοινά σημεῖα, τά ὁποῖα εἶναι δυνατόν νά
δώσουν πολλές δυνατότητες θετικῶν συνεπειῶν γιά πολλά ἀνοικτά θέματα καί
προβλήματα μεταξύ τόσον τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅσον καί μεταξύ τῆς
Ὀρθοδοξίας καί τῶν μή ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
1) Διαβάζοντας τήν Κοινή Δήλωση διαπιστώνομε ὅτι πρόκειται γιά ἕνα
ἐκκλησιαστικό Κείμενο δύο ἐκκλησιαστικῶν ἡγετῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν τήν
ἱερωσύνη των ἑκατέρωθεν, καθώς ἐπίσης καί τήν Ἐκκλησιαστικότητα τῶν
Ἐκκλησιῶν των. Ὅλη ἡ διαδικασία καί τό πρωτόκολλο συναντήσεως, τό
περιεχόμενο τῆς Κοινῆς Δηλώσεως, ἡ συμπεριφορά καί οἱ κινήσεις τῶν δύο
ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχηγῶν προϋποθέτουν καί μαρτυροῦν, ὅτι καί ὁ Πατριάρχης
Μόσχας ἀναγνωρίζει «τήν ἱστορική ὕπαρξη» τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας!
Κάθε ἄλλη ἑρμηνεία περί «ἱστορικῆς ὀνομασίας» κλπ. δέν θά εἶχε κἄν νόημα
στήν συγκεκριμένη πράξη τῆς συναντήσεως. Καί οἱ δύο χαρακτηρίζουν ἑαυτούς
ἀδελφούς. Ἄρα ὁ Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος ἀποκαλεῖ τόν Ἐπίσκοπο Ρώμης
καί Πάπα τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας Υραγκῖσκο ἀδελφό. Σονίζουν
μάλιστα ὅτι εἶναι «ἀδελφοί στή χριστιανική πίστη». Ἐπίσης χαρακτηρίζει τήν
Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, χωρίς ἐνδοιασμούς καί ἐπιφυλάξεις Ἐκκλησία,
παρά τό ὅτι γνωρίζει ὅτι λόγω διαφορῶν καί στό Σριαδολογικό Δόγμα, χωρίς νά
ἐξονομάζει τό Filioque, ἔχει διακοπεῖ ἡ μυστηριακή κοινωνία μεταξύ Καθολικῶν
καί Ὀρθοδόξων καί ἔχει δημιουργηθεῖ σχίσμα λόγω τῶν τραυμάτων καί τῶν
ἁμαρτιῶν παλαιοτέρων γενεῶν. Καί στήν κατάσταση αὐτή τοῦ σχίσματος καί
„<wir sprechen als Brüder miteinander, wir haben dieselbe Taufe, wir sind Bischöfe. Wir sprechen
über unsere Kirchen, und wir stimmen darin überein, dass sich die Einheit im Unterwegssein bildet.
Wir sprechen klar, ohne Ausflüchte, und ich bekenne, dass ich den Trost des Geistes in diesem Dialog
gespürt habe. Ich danke für die Demut Seiner Heiligkeit, eine brüderliche Demut, und für sein gutes
Verlangen nach Einheit.“
6
13
τῆς διακοπῆς τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας θεωροῦν καί οἱ δύο, ἄρα καί ὁ
Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος χωρίς καμμία ἐπιφύλαξη, ὅτι εἶναι δυνατή καί
ἀναγκαία ἡ ἐντατική συνεργασία μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν γιά τήν ὑπέρβαση
καί λύση τῶν ὑπαρχόντων προβλημάτων πρός ἀποκατάσταση τῆς πλήρους
ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας κατά τήν βούληση τοῦ Ἰησοῦ Φριστοῦ. Ἐντατική
συνεργασία σήμερα εἶναι ὄχι μόνον δυνατή, ἀλλά καί ἐπιβεβλημένη πρός
ἀντιμετώπιση καί τῶν πολλαπλῶν προκλήσεων στή σύγχρονη ἐποχή τῶν
διαφόρων κρίσεων, τῶν διωγμῶν τῶν χριστιανῶν καί τῶν αἱματηρῶν
συγκρούσεων
καί
πρός
δημιουργία
συνθηκῶν
εἰρήνης
καί
ἁρμονικῆς
συμβιώσεως μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν κυρίως στήν Μέση Ἀνατολή,
στήν Βόρειο Ἀφρική καί ἀλλαχοῦ.
Βέβαια ὅλα αὐτά τά συγκεκριμένα θετικά σημεῖα τῆς Κοινῆς Δηλώσεως καί
γενικώτερα τῆς συναντήσεως τῶν δύο Προθιεραρχῶν δέν εἶναι κάτι τό τολμηρά
ἐπαναστατικό ἤ τελείως νέο. Παρόμοια στοιχεῖα καί ἀπόψεις ἔχουν ἐκφρασθεῖ
τόσον ἀπό ρωμαιοκαθολικῆς ὅσον καί ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς σέ πολλές
περιπτώσεις καί παλαιότερες συναντήσεις Ἀρχηγῶν τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ἤ καί σέ
κοινές ἐκδηλώσεις, στίς ὁποῖες ἔχουν λάβει μέρος Ἀρχιερεῖς καί ἄλλοι
ἐκλησιαστικοί παράγοντες τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Σά ὑπάρχοντα κείμενα
ἀποτελοῦν ζωντανές καί ἀδιάψευστες μαρτυρίες. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὅλα αὐτά τά
θετικά σημεῖα τῆς συναντήσεως αὐτῆς σέ σχέση μέ τήν προσδοκία τῆς
συγκλήσεως καί τήν πραγματοποίηση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί σέ ἀντιδιαστολή μέ τίς πολλαπλές ἀντιφατικές καί
ἀρνητικές
τοποθετήσεις
διαφόρων
συντηρητικῶν
ἤ
καί
φανατικῶν
ἐκκλησιαστικῶν κύκλων, μερικῶν Ἀρχιερέων, Καθηγητῶν Πανεπιστημίων καί
ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ἀκριβῶς τά ἀντίθετα καί καταδικάζουν ὡς
αἱρετικά παρόμοια θέματα, ἀποκτοῦν ἰδιαίτερη σημασία μέ συγκεκριμένα
θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ἐπακόλουθα μέσα στούς κόλπους τῆς καθόλου
Ὀρθοδοξίας καί τῶν σχέσεών της μέ τίς ἄλλες μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
Διαπιστώνεται, δηλαδή, μία τραγική ἀσυνέπεια καί ἀντιφατικές τοποθετήσεις
στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ ὁποῖες δημιουργοῦν σύγχυση καί κίνδυνο
διασπάσεως τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἕνα πρόβλημα, τό ὁποῖο παλαιότερα ἀντιμετωπιζόταν ἀπό τό Πατριαρχεῖο
Μόσχας περισσότερον ἀπολογητικά καί ἀρνητικά, εἶναι ἡ τοποθέτηση τῶν δύο
στό θέμα τῆς Οὐνίας. τήν ἀντιμετώπιση τοῦ προσηλυτισμοῦ καί τῆς Οὐνίας
εἶναι τό κείμενο ρεαλιστικό χωρίς φανατισμό καί πολεμική καί μάλιστα μέ μία
νέα προοπτική. Ἀπορρίπτεται μέν ἡ Οὐνία ὡς Μέθοδος τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς
14
χριστιανικῆς ἑνότητος, ἀλλά δέν ἀγνοεῖται καί ἡ ὕπαρξη σήμερον Οὐνιτῶν, οἱ
ὁποῖοι ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία των αὐτή καί πρέπει νά ἔχουν τήν δυνατότητα
τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν θρησκευτικῶν των ἀναγκῶν! Καί μέ τούς Οὐνῖτες πρέπει
νά εὑρεθεῖ τρόπος εἰρηνικῆς καί ἁρμονικῆς συνυπάρξεως, τονίζει ἡ Κοινή
Δήλωση καί μέ τήν ὑπογραφή τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου. Οὐδείς λόγος
περί καταδίκης, περί ἐπιστροφῆς ἤ περί καταργήσεως τῆς Οὐνιτικῆς Ἐκκλησίας,
ἡ ὁποία ὑπάγεται στήν δικαιοδοσία τοῦ ἐπισκόπου καί Πάπα Ρώμης.
Ἡ Κοινή Δήλωση τοῦ Πάπα Υραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου
ὑπενθυμίζει στό σημεῖο αὐτό καί τό Κείμενο τοῦ Μπαλαμάντ, τοῦ ἐπισήμου
Θεολογικοῦ Διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, τό
ὁποῖο ἐξεδόθη τό 1993, τό ὁποῖο φαίνεται νά υἱοθετεῖ καί ἡ Μόσχα. τό Κείμενο
ἐκεῖνο τοῦ Μπαλαμάντ ἀπορρίπτεται ἡ Μέθοδος καί τό Μοντέλο τῆς Οὐνίας γιά
τήν ἀποκατάσταση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Σονίζεται ὅτι οἱ δραστηριότητες
τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας γιά τούς πιστούς της στήν Ἀνατολή, τόσον γιά
τούς λατίνους, ὅσον καί γιά τούς ἀνατολικούς, δέν ἀποσκοποῦν διόλου στόν
προσηλυτισμό
τῶν
Ὀρθοδόξων.
Ἕνεκα
ἀπορρίπτονται
ὅλα
τά
μέσα,
ἀθέμητα
τούτου
τά
ἀποδοκιμάζονται
ὁποῖα
θά
μποροῦσαν
καί
νά
χρησιμοποιηθοῦν γιά τόν προσηλυτισμό, π.χ. χρηματικά ποσά, καλύτερες
δυνατότητες ἐκπαιδεύσεως κλπ. Γιά νά ἀποφευχθεῖ κάθε ὑποψία πρέπει νά
ὑπάρχει συνεργασία καί στήν κοινωνική βοήθεια καί γενικώτερα σέ κάθε
δραστηριότητα φιλανθρωπίας. Ἡ Καθολική Ἐκκλησία έπιθυμεῖ νά ἀνταποκριθεῖ
μόνον στίς θρησκευτικές καί πνευματικές ἀνάγκες τῶν πιστῶν της. Γιά τό λόγο
αὐτό καί γιά νά μήν ὑπάρξουν παρεξηγήσεις καί καχυποψίες, εἶναι ἀναγκαία ἡ
συνεργασία καί ἡ ἑκατέρωθεν πληροφόρηση περί τῶν προγραμματισμένων
ποιμαντικῶν προγραμμάτων, τονίζεται στό Κείμενο τοῦ Μπαλαμάντ.7
τήν Κοινή Δήλωση, λοιπόν, τοῦ Πάπα Υραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου
Κυρίλλου δέν διαπιστώνεται καμμία ἀναφορά κατά τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς
Ἐκκλησίας ὡς αἱρετικῆς Παρασυναγωγῆς, αἱρετικῆς Κοινότητας ἤ ἑτεροδόξου
Ὁμολογίας ἤ κάτι τό παρόμοιο! Ἀντίθετα διαπιστώνεται μία ἀμοιβαία
ἐκκλησιαστική
καί
ἐκκλησιολογική
ἀναγνώριση,
παρά
τίς
ὑφιστάμενες
δογματικές καί ἐκκλησιαστικές διαφορές, οἱ ὁποῖες πρέπει ἀπό κοινοῦ νά
λυθοῦν.
Κανείς
λόγος
περί
ὑπάρξεως
αἱρέσεων,
ἤ
ἀπορρίψεως
τοῦ
χαρακτηρισμοῦ Ἐκκλησία γιά τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία.
Σό Κείμενο αὐτό τοῦ Μπαλαμάντ τό ὐπέγραψε ἡ ἀντιπροσωπία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς
Ἐκκλησίας καί οἱ ἀντιπρόσωποι 9 Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου, τῶν Πατριαρχείων Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Μόσχας καί Ρουμανίας, καθώς καί
τῶν Ἐκκλησιῶν Κύπρου, Πολωνίας, Υινλανδίας καί Ἀλβανίας.
7
15
Καί πάλιν τονίζω, ὅτι θεωρῶ τή στάση αὐτή καί τίς ἀπόψεις αὐτές τοῦ
Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου στήν Κοινή Δήλωση αὐτή καί παρόμοιες ἀπόψεις
διατυπωμένες πολλές φορές, μεταξύ ἄλλων, καί ἀπό τόν Μητροπολίτη
Βολοκολάμσκ Ἰλαρίωνα, ὁ ὁποῖος ἔχει τονίσει κατ’ ἐπανάληψη, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι
πρέπει νά μάθουν νά διαφοροποιοῦν τήν στάση των ἔναντι τῶν αἱρέσεων τῆς
Ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἀπό τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες τῆς σήμερον, τίς ὁποῖες δέν
πρέπει
νά
τίς
χαρακτηρίζομε
σήμερα
αἱρέσεις.
Οἱ
ἀπόψεις
αὐτές
ἀνταποκρίνονται καί στό πνεῦμα καί στή στάση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τό
πνεῦμα τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων τῆς καταλλαγῆς καί τῆς Ἑνότητος μέ τόν
δεδηλωμένο σκοπό τήν λύση καί ὑπέρβαση τῶν προβλημάτων πρός ἐπιτυχία τοῦ
τελικοῦ σκοποῦ των.
2) Ἀπό τό ἄλλο μέρος, ἐάν μελετήσει κανείς τά ἐπικυρωθέντα Κείμενα τῆς Ἁγίας
καί Μεγάλης υνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συνῆλθε στήν
Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία Κρήτης ἀπό 18-26 Ἰουνίου 2016, κανονικῶς καί βάσει τῶν
πανορθοδόξων ἀποφάσεων, θά διαπιστώσει, ὅτι πολλά θέματα τῆς Κοινῆς
Δηλώσεως τοῦ Πάπα Υραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου εὑρίσκονται καί
στά Κείμενα τῆς υνόδου καί μάλιστα, ὄχι σπάνια, μέ πλήρη συμφωνία
ἀπόψεων. Γενικά μπορεῖ κανείς νά διαπιστώσει, ὅτι ἐπί τῆς οὐσίας δέν ὑπάρχουν
διαφορές, ἀλλά σύγκλιση, ὁμοφροσύνη καί πολλάκις πλήρης ὁμοφωνία. Ἥδη
στό πρῶτο Κείμενο τῆς υνόδου «Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν
σύγχρονον κόσμον. Ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς
εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης
μεταξύ τῶν λαῶν καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καί λοιπῶν διακρίσεων», περιέχονται
βασικές ἀρχές καί διατυπώσεις τῆς Κοινῆς Δηλώσεως τοῦ Πάπα Υραγκίσκου καί
τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου: Εἰρηνική καί ἁρμονική συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων
καί τῶν λαῶν, διότι εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν
αὐτοῦ. Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες πρέπει νά συνεργασθοῦν καί νά ὑψώσουν ἀπό κοινοῦ
τήν φωνήν των πρός τούς ἁρμόδιους πολιτικούς γιά τήν παύση τῆς
τρομοκρατίας, τῶν διωγμῶν καί τῶν πολέμων. Προστασία τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ
ἀνθρώπου. Προστασία τοῦ περιβάλλοντος καί τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ κλπ.
Σό σοβαρό θέμα τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογένειας ἀποτελεῖ ἐπίσης κεντρική
ἀναφορά τόσο στήν Κοινή Δήλωση, ὅσο καί στό τέταρτο Κείμενο τῆς υνόδου
«Σό Μυστήριον τοῦ γάμου καί τά κωλύματα αὐτοῦ».
Σέλος στό Κείμενο τῆς υνόδου «χέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν
λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», τό ὁποῖο δέχθηκε τίς περισσότερες ἐπιθέσεις,
16
βρίσκονται, ὅπως ἀνέφερα προηγουμένως, βασικές ὁμοιότητες καί συμφωνίες μέ
ἀπόψεις στήν Κοινή Δήλωση Πάπα καί Πατριάρχου. Μπορῶ μάλιστα νά
ἐκφράσω τήν ἄποψη ὅτι τό κείμενο τῆς Κοινῆς Δηλώσεως παρουσιάζει ἔντονο
καί δυναμικό οἰκουμενικό χαρακτήρα, ὅπως τό σχετικό Κείμενο τῆς υνόδου, τό
ὁποῖο ὅμως εἶναι περισσότερο συγκρατημένο, ἴσως γιά νά μή προξενήσει
περισσότερες
συγκρούσεις
μέ
τούς
ὑπερορθοδόξους
«προστάτες»
τῆς
χριστιανικῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί Ἐκκλησιολογίας. Θά μποροῦσε ὅμως νά
περιμένει κανείς, ὅτι ἡ ύνοδος θά προχωροῦσε περισσότερο καί θά ἔδιδε καί
συγκεκριμένες ἀπαντήσεις σέ συγκεκριμένα οἰκουμενικά προβλήματα. Ἀλλά καί
τώρα ἡ ύνοδος ἀπεδέχθη σημαντικές βασικές ἀρχές, οὕτως ὥστε, ἐάν ὑπάρχει
καλή πρόθεση καί ὑπευθυνότητα, εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμοσθοῦν καί νά δοθοῦν
συγκεκριμένες οἰκουμενικές λύσεις γιά τή βελτίωση τῆς συμβιώσεως τῶν πιστῶν
τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν σέ περιοχές, ὅπου τοῦτο εἶναι ἰδιαιτέρως ἀναγκαῖο.
Ἄς ἐπιτραπεῖ ἕνα ἐρώτημα πρός τόν Μακαριώτατο Πατριάρχη κ. Κύριλλο: Θά
εἶχε ἄραγε ὁποιοδήποτε δισταγμό νά ἀπαιτήσει στήν Ἁγία καί Μεγάλη ύνοδο
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης τή χρήση ὅλων αὐτῶν τῶν θεολογικῶν
ἐκκλησιαστικῶν χαρακτηρισμῶν πού περιλαμβάνονται στήν Κοινή Δήλωση τῆς
Κούβας, ἤ τήν ἑρμηνεία καί ἐφαρμογή τῶν Κειμένων τῆς υνόδου μέ τό πνεῦμα
καί τό περιεχόμενο τῆς Κοινῆς Δηλώσεως;
Ἀντιδράσεις στήν Κοινή Δήλωση τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καί τοῦ
Πατριάρχου Κυρίλλου
Μετά ἀπό ὅλες αὐτές τίς διαπιστώσεις διερωτᾶται κανείς, ἀπό ὅ,τι πίπτει στήν
ἀντίληψή του, γιατί δέν ἀσχολήθηκαν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πολέμιοι τῆς Ἁγίας καί
Μεγάλης υνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Οἰκουμενικῶν Διαλόγων,
Ἀρχιερεῖς καί καθηγητές Πανεπιστημίων, μέ τήν συνάντηση αὐτή τοῦ Πάπα
Υραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Κυρίλλου στήν Κούβα τόν Υεβρουάριο τοῦ 2016,
ὀλίγους μόνον μῆνες πρίν ἀπό τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου;
Δέν ἔλαβαν γνώση τοῦ γεγονότος, ἤ συνειδητά τό ἀποσιωποῦν; Δέν ἀνέγνωσαν
τήν Κοινή Δήλωση Πάπα καί Πατριάρχου; Γιατί δέν ἐσχολίασαν καί δέν
ἐπέπληξαν τόν Πατριάρχη Μόσχας, ὁ ὁποῖος ἀπεκάλεσε τόν Πάπα Υραγκίσκον
«ἀδελφόν στήν πίστη», τήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησία Ἐκκλησίαν, ὅτι εἶχαν
«ἀδελφική συνάντηση», ὅτι ὁμολογοῦν τόν αὐτόν Σριαδικό Θεό, ὅτι τό Ἅγιον
Πνεῦμα συμπαρίσταται καί ἐνισχύει καί ἄλλα παρόμοια; Γιά τέτοιες ἀπόψεις καί
ἐκφράσεις ἐκσφενδονίζουν ὅμως μύδρους καί ἐκτοξεύουν βέλη κατά τοῦ
Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου
προσωπικῶς, τόν ὁποῖον μάλιστα κατηγοροῦν ὡς αἱρετικό καί προδότη τῆς
17
Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί γενικώτερα ἔχουν φθάσει στό σημεῖο νά ἀναθεματίζουν
καί ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μέ τούς Θεολογικούς Διαλόγους καί
«συναγελάζονται» δῆθεν μέ «αἱρετικούς»; Μήπως κατ’ αὐτούς εἶναι καί ὁ
Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος καί ὁ Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ἰλαρίων, ὁ
συναρχιτέκτονας (μαζί μέ τόν Καρδινάλιο Kurt Koch), καί τῆς συναντήσεως
αὐτῆς, αἱρετικοί καί προδότες τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας!
Καί γιατί συνεχίζουν καί μετά τήν πραγματοποίηση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης
υνόδου
τῆς
Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας
νά
ἐπαναλαμβάνουν
τούς
ἴδιους
ἰσχυρισμούς καί νά ἀπορρίπτουν καί τίς ἀποφάσεις τῆς υνόδου αὐτῆς; Θεωροῦν
ἑαυτούς ἀνώτερους τῆς υνόδου καί καλύτερους θεολόγους ὅλων τῶν
υνοδικῶν Πατέρων καί ὅλων τῶν θεολόγων στήν καθόλου Ὀρθοδοξία ἐπειδή
δέν ἀσπάζονται τίς ἀπόωεις των;
Πῶς πρέπει νά ἀντιμετωπισθεῖ αὐτή ἡ τραγική ἀντιφατικότητα σέ βασικά
σημεῖα τῆς πίστεώς μας μέσα στήν Ἐκκλησία μας; Καί ἐάν καί ἐφ’ ὅσον ἔχουν
κατ’ ἐπανάληψη ληφθεῖ συνοδικές ἀπόφάσεις τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων
Ἐκκλησιῶν καί πανορθόδοξες ἀποφάσεις Πανορθοδόξων Διασκέψεων καί τέλος
καί σχετικές ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας, πότε ἐπί τέλους θά δοθοῦν οἱ ἀναγκαῖες λύσεις καί θά
ἀκολουθήσουν οἱ κανονικές συνέπειες γιά νά σταματήσει μέσα στήν Ὀρθόδοξο
Ἐκκλησία μας αὐτό τό ἐπικίνδυνο καί ἐπιζήμιο κακό καί μή μεῖζον τούτου
γένηται;
Δέν ἀνέγνωσαν οἱ Ἐκκλησίες Ἀντιοχείας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας τήν Κοινή
αὐτή Δήλωση τοῦ Πάπα Ρώμης Υραγκίσκου καί Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου;
Ἐλπίζω ὅμως καί εὔχομαι, ὅτι θά ὑπάρξει ἀντικειμενική συννενόηση καί μεταξύ
ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν γιά τό καλό τῆς Ὀρθοδοξίας καί
γιά τήνκοινή μαρτυρία τῆς ἑνότητος τῆς μίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἕνα τέτοιο
θεάρεστο γεγονός θά βοηθήσει νά λυθοῦν καί τά ὑπάρχοντα ἐνδοορθόδοξα
διμερῆ προβλήματα. Εἷμαι βέβαιος ὅτι ἡ ὁδός τῆς καταλλαγῆς καί τοῦ Διαλόγου
θά βρεῖ τό δρόμο της χωρίς προκαταλήψεις καί ἀρνητικούς ἐπηρεασμούς.
Καί γιά νά μήν ὑπάρξει καμμία παραξήγηση: Ἐγώ προσωπικά θεωρῶ τήν
συνάντηση Πάπα καί Πατριάρχου ὡς ἕνα θετικό βῆμα καί τό δημοσιευθέν
Κείμενο τῆς Κοινῆς Δηλώσεώς ὡς ἕνα χρήσιμο κείμενο στόν ἀγῶνα καί τήν
πορεία
τῶν
Θεολογικῶν
Διαλόγων
πρός
ἀποκατάσταση
τῆς
χριστιανικῆς ἑνότητος καί μυστηριακῆς Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν.
18
πλήρους
Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό δέν μπορῶ ἐπίσης νά καταλάβω, ἐάν βεβαίως τά
κριτήρια εἶναι θεολογικά, ἐκκλησιολογικά καί οἰκουμενικά, τήν στάση τοῦ
Πατριαρχείου Μόσχας καί πάσης Ρωσίας ἀπέναντι στήν σύγκληση καί
πραγματοποίηση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καί τήν κατά τήν τελευταία στιγμή ἄρνηση καί ἀκύρωση τῆς συμφωνημένης
συμμετοχῆς της σέ αὐτήν. Λόγω τῆς δηλώσεως ἀποχῆς τῶν τριῶν Πατριαρχείων,
Ἀντιοχείας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας, ἤ εἶναι ἀλήθεια αὐτό, τό ὁποῖο ἰσχυρίζεται
ὁ εβ. Μητροπολίτης Μπάτσκας Εἰρηναῖος, ὅτι οἱ τέσσερεις Ἐκκλησίες δέν
συμμετεῖχαν στήν Ἁγία καί Μεγάλη ύνοδο κυρίως λόγω τοῦ Κειμένου
«χέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»; Καί
τό Πατριαρχεῖον τῆς Μόσχας; Καί μέ τίς ἀπόψεις του στήν Κοινή Δήλωση Πάπα
καί Πατριάρχου Μόσχας; Ποιά βάση ἔχουν αὐτοί οἱ ἰσχυρισμοί, οἱ τόσον
ἀντίθετοι πρός τίς δημοσιευμένες ἀπόψεις τοῦ Πατριάρχου Μόσχας;
Ἀπεναντίας θά περίμενε κανείς, βάσει τῶν ἀπόψεων αὐτῶν τοῦ Πατριάρχου
Μόσχας Κυρίλλου, ὅτι, μόλις ἐξεδηλώθη ἡ ἀρνητική στάση τῶν ἀντιφρονούντων
Πατριαρχείων
λόγω
τοῦ
«Οἰκουμενιστικοῦ»
Κειμένου
τῆς
υνόδου,
τό
Πατριαρχεῖον Μόσχας θά προσπαθοῦσε νά πληροφορήσει ἀντικειμενικά τά
Πατριαρχεῖα αὐτά ποιά εἶναι ἡ δική του θέση τοῦ Κειμένου...., καί ὅτι εἶναι
καθῆκον τῆς Ὀρθοδοξίας νά συνεχίσει τούς Θεολογικούς αὐτούς Διαλόγους γιά
τήν καταλλαγή καί ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν, διότι αὐτό εἶναι ἐντολή τοῦ Κυρίου
ἡμῶν Ἰησοῦ Φριστοῦ. Καί θά ἔπρεπε ἐπίσης νά τονισθεῖ, ὅτι δέν ὑπάρχει κανείς
κίνδυνος ἀπεμπολίσεως τῆς Ὀρθοδοξίας μας καί τῆς Ἐκκλησιαστικότητάς μας,
ἀλλά ὅτι μέ τήν οἰκουμενική αὐτή συνεργασία θά λυθοῦν πολλά ἐκκλησιαστικά
καί κοινωνικά προβλήματα στήν σύγχρονη κρίση, ἀκριβῶς ὅπως τονίζει καί ὁ
Πατριάρχης Κύριλλος στήν ἐν λόγω Κοινή Δήλωση.
Μέ τίς ἀπόψεις του αὐτές θά μποροῦσε ἐπίσης τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ὄχι μόνον
νά ἀποδεχθεῖ τό σχετικό Κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τίς σχέσεις της μέ τόν λοιπό χριστιανικόν κόσμον,
ἀλλά καί τά ἄλλα Κείμενα, στά ὁποῖα περιέχονται θέματα ἐπεξεργαζόμενα στήν
Κοινή Δήλωσή του μέ τόν Πάπα καί τά σχέδια τῶν ὁποίων εἶχε συνυπογράψει,
συμμετέχον ἐνεργῶς μέ τήν παρουσία του στήν πραγματοποίηση τῆς Ἁγίας καί
Μεγάλης υνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Δυστυχῶς ὅμως δέν ἔγινε τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά τά συμφωνηθέντα καί ἀσφαλῶς
δέν ὠφέλησε κανένα ἡ διακινδύνευση τῆς τόσο ἀναγκαίας ἑνότητος τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τήν ἀπουσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί τῶν
ἄλλων Πατριαρχείων Ἀντιοχείας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας. Αὐτό ὅμως δέν
19
ἐμπόδισε νά πραγματοποιηθεῖ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη ύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας.
Καί ἐάν ἡ Κοινή Δήλωση Πάπα καί Πατριάρχου θεωρεῖ ἀναγκαία καί δυνατή
τήν συνεργασία μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς,
συμπεριλαμβανομένων καί τῶν Οὐνιτῶν, παρά τίς δογματικές, ἐκκλησιολογικές
καί κανονικές διαφορές καί τά ὀδυνηρά τραύματα τῆς ἱστορίας μέχρι σήμερα, δέν
εἶναι ἀναγκαία καί δυνατή ἡ συνεργασία καί μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων
Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, μάλιστα κατόπιν καί τῆς κοινῆς προετοιμασίας καί
κοινῆς ἀποφάσεως γιά τήν σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου τῆς
Ὀρθοδοξόυ Ἐκκλησίας;
Δυστυχῶς ὑπάρχει ἡ δικαιολογημένη καί πολύ εὐρέως συζητούμενη ὑποψία, ὅτι
γιά τίς λυπηρές καί δυσάρεστες αὐτές ἀρνητικές ἐξελίξεις καί γιά τήν «κοινή»
στάση τῶν τεσσάρων Πατριαρχείων ἔναντι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου δέν
ἦσαν
τόσον
θεολογικοί
ἐκκλησιολογικά
καί
καί
ἐκκλησιολογικοί
ἐκκλησιαστικο-πολιτικά
λόγοι,
ἀλλά
κυρίως
ἐνδιαφέροντα
καί
διμερῶν
ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν, τάσεις αὐξήσεως ἐκκλησιαστικῆς ἐπιρροῆς καί
ἐθνοφυλετικῶν κριτηρίων! Βέβαια οἱ ἐθνοφυλετικές τάσεις καταδικάστηκαν καί
ἀπό τήν Ὀρθόδοξη ύνοδο τοῦ 1872 ὡς αἱρετικές, ἀλλά, ὡς μή ὤφελεν, νομίζω,
ὅτι δέν ἔχομε ξεπεράσει τά δυσάρεστα καί ἐπιζήμια αὐτά φαινόμενα στήν
καθόλου Ὀρθοδοξία.
Ἐπίσης δέν ὠφελεῖ κανένα, ἀπεναντίας εἶναι ἐπιζήμιο γιά τήν Ὀρθοδοξία, ἐάν
ἀπό ὁρισμένους κύκλους συνεχῶς προβάλλεται τό ποσοτικό ἐπιχείρημα ἀριθμῶν
καί μεγέθους, ὅτι οἱ μή λαβόντες μέρος στήν Ἁγία καί Μεγάλη ύνοδο
ἀποτελοῦν τό μεγαλύτερο ποσοστό τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν! Ἡ
ὀρθόδοξη δομή, πολύ δέ ὀλιγώτερον ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα δέν ζυγίζονται
καί δέν ἀξιολογοῦνται μέ κριτήρια μεγέθους καί ἀριθμῶν! Σό αὐτό ἰσχύει καί γιά
τά ἐθνικά κριτήρια, τά ὁποῖα πολλές φορές τίθενται στό προσκήνιο τῶν σχέσεων
καί τῶν διαπραγματεύσεων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τῶν αὐτοχθόνων
Σοπικῶν Ἐκκλησιῶν στίς ἐνδοχώρες των, ἀλλά καί τῶν «παραφυάδων» αὐτῶν
εἰς τήν Διασπορά, οἱ ὁποῖες κατά τά τελευταῖα χρόνια αὐξήθηκαν καί
πολλαπλασιάστηκαν μέ ταχύτατο ρυθμό. Ἡ δομή τῆς Μιᾶς Ὀρθοδοξίας σέ
πολλές Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες δέν ἔχουν, δέν πρέπει νά ἔχουν, ὡς
κριτήριο τήν ἐθνική προέλευση. Γιά τόν λόγο αὐτό καί ὁ χαρακτηρισμός τῶν
Ὀρθοδόξων
Αὐτοκεφάλων
Ἐκκλησιῶν
ὡς
«Ἐθνικῶν
Ἐκκλησιῶν»
εἶναι
ἐσφαλμένος καί ἀντορθόδοξος, ὁπονθεδήποτε προερχόμενος. Ἐκτός τούτου ἡ
πραγματική εἰκόνα τῶν πληρωμάτων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μαρτυρεῖ τό
20
ἀντίθετον.
Μία
ἁπλή
ἀνάλυση
τῆς
συγκροτήσεως
τῶν
Ὀρθοδόξων
Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καί ἡ διαπίστωση ἀπό πόσες καί ποιές ἐθνικότητες
προέρχονται τά μέλη τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν θά ἐπιβεβαιώσει τοῦ λόγου τό
ἀληθές! (Π.χ. Σό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό Πατριαρχεῖον Ἀλεξανδρείας καί
πάσης Ἀφρικῆς, τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων, τό Πατριαρχεῖον Ρωσίας, κλπ.)
Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος: Ἡ ἑνότης τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀναγκαία
Ἐδῶ ἐπιθυμῶ νά ἀναφέρω, ὅτι εἶναι θετική καί ἐλπιδοφόρος ἡ δήλωση τοῦ
Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου τήν 26-7-2016 κατά τήν Θεία Λειτουργία στόν Ι.
Ναό τοῦ Ἁγίου Γαβριήλ στό Μετόχιο τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας στήν Μόσχα,
ὁ ὁποῖος ἐτόνισε ἐπί λέξει: «Μέ ταπείνωση καί μέ συνειδητή τήν ἀδυναμία καί
τήν ἀτέλειά μας πρέπει νά προσπαθοῦμε ἀπό κοινοῦ νά ξεπεράσομε τίς
διαφορές μας μέσα στήν ὀρθόδοξη οἰκογένεια γιά νά μπορέσει νά αὐξηθεῖ ἡ
πανορθόδοξη ἑνότητα. Ἡ ὁδός, τήν ὁποία δείχνει ὁ Φριστός στήν Ἐκκλησία του
δέν εἶναι ἡ ὁδός νέων σχισμάτων, τά ὁποῖα ὀνειρεύονται ὁρισμένες πολιτικές
δυνάμεις, ἀλλά ἡ ὁδός τῆς αὐξανομένης ἀδελφοσύνης καί συμφωνίας...» Ὁ
Πατριάρχης Κύριλλος ἐτόνισεν ἐπίσης, ὅτι σέ καμμία περίπτωση δέν ἐσκόπευε ἡ
Ἐκκλησία Ρωσίας νά ὑποβαθμίσει τήν σημασία τῆς υνόδου τῆς Κρήτης. Ἐπειδή
ὅμως ὁρισμένες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες ἐδήλωσαν τήν ἀποχή των, ἔκανε ἡ
Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τήν πρόταση νά ἀναβληθεῖ ἡ ύνοδος, ἐπειδή ἔλειπε ἡ
ὁμοφωνία. Δυστυχῶς, ἐτόνισεν ὁ Πατριάρχης Κύριλλος, δέν ἔγινε ἀποδεκτή αὐτή
ἡ «σοφή καί ταπεινή πρόταση».
Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή, ἐτόνισεν ὁ Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος τήν
παραδοσιακή στήριξη τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας πρός τό Πατριαρχεῖον
Ἀντιοχείας, τήν ὁποία θά συνεχίσει καί στό μέλλον.....8
***
Ἐν: Pro Oriente News. Patriarch Kyrill: Orthodoxe Welt wird ihre Einheit bewahren: Moskau,
26.07.16 (poi) „Der Moskauer Patriarch Kyrill I. hat seine Überzeugung zum Ausdruck gebracht, dass
die orthodoxe Welt ihre Einheit trotz der Probleme um das jüngste Panorthodoxe Konzils bewahren
wird. Bei der Feier der Göttlichen Liturgie in der Gabrielskirche des Moskauer „Metochions“
(offizielle Vertretung) des Patriarchats von Antiochien sagte Kyrill I. wörtlich: „Mit Demut und im
Bewusstsein unserer Schwäche und unserer Unvollkommenheit sollten wir gemeinsam danach
trachten, die Differenzen innerhalb der orthodoxen Familie zu überwinden, sodass die panorthodoxe
Einheit wachsen kann“. Der Weg, den Christus seiner Kirche zeige, sei nicht „ein Weg neuer
Spaltungen, von denen gewisse politische Kräfte träumen“, sondern der Weg wachsender
Geschwisterlichkeit und Einmütigkeit.
Die russische Kirche habe in keiner Weise beabsichtigt, die Bedeutung des Konzils auf Kreta für die
teilnehmenden Kirchen herunterzuspielen, betonte der Moskauer Patriarch<“
8
21
Σέλος εὔχομαι νά παραγματοποιηθεῖ ἡ ἐπιθυμία καί ὁ σκοπός τῆς συναντήσεως
τοῦ Πάπα Ρώμης Υραγκίσκου καί τοῦ Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου καί νά
ἐφαρμοσθοῦν καί οἱ βασικές ἀρχές τοῦ περιεχομένου τῆς Κοινῆς Δηλώσεώς των.
Ἐπίσης εὔχομαι νά συμβάλλουν ὅλοι «νά ξεπεράσομε τίς διαφορές μας μέσα
στήν ὀρθόδοξη οἰκογένεια γιά νά μπορέσει νά αὐξηθεῖ ἡ πανορθόδοξη ἑνότητα».
Σοῦτο θά ἐπιβεβαιωθεῖ καί μέ τήν ἔστω καί ἐκ τῶν ὑστέρων προσυπογραφή τῶν
Κειμένων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης υνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ
ὁποία πραγματοποιήθηκε κατά τά ἀποφασισθέντα καί μέ τά ἐπικυρωθέντα
Κείμενά της διετύπωσε κατά πάντα τό πανορθόδοξο φρόνημα.
22
This action might not be possible to undo. Are you sure you want to continue?
We've moved you to where you read on your other device.
Get the full title to continue reading from where you left off, or restart the preview.