
Professional Documents
Culture Documents
ΚΕΡΑΜΙΚΗ 001 ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΚΕΡΑΜΙΚΑ ΒΑΣ. Δ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΕΡΑΜΙΚΗ 001 ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΚΕΡΑΜΙΚΑ ΒΑΣ. Δ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΣ
*
Στην κουβερτούρα δικέφαλο γαϊδουράκι
του Δημήτρη Μυγδαληνού
ΒΑΣ. Δ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ
Η γεωγραφική κατανομή 27
Ιόνι α νησιά
Κέρκυρα, Ζάκυνθος
Ήπειρος
Δυτική και Κεντρική Μακεδονία 28
Φλώρινα, Κοζάνη, Άργος Ορεστικό 28
Η περιοχή της Θεσσαλονίκης 30
Διαβατά , Νέο Κορδελειό, Συν . Χαριλάου
Χαλκιδική 31
Ανατολική Μακεδονία 31
Δράμα, Νέα Καρβάλη
Θάσος 32
Θράκη 32
Ξάνθη , Κομοτηνή, Σουφλί, Μεταξάδες
Θεσσαλία 33
Βόλος , Τύρναβος, Αγιά, Τρίκαλα, Φανάρι, Κανάλια, Καρδίτσα
Εύβοια και Βόρειες Σποράδες 34
Χαλκίδα, Ξηροχώρι, Σκόπελος, Σκύρος
~~ ~
Μαρούσι, Νέο Φάληρο , Κοκκινιά
Αίγινα 36
Πελοπόννησος 37
Πάτρα, Πυλία, Μεσσηνιακός Κόλπος
Κυκλάδες 38
Σίφνος, Σύρα, Άνδρος, Τήνος, Φολέγανδρος, Τζ ιά, Μ ύ κονος
Κρήτη 40
Χανιά, Πελεκαπίνα, Μαργαρίτες, Ηράκλειο, Θραψανό, Κεντρί, Άγιος Ν ικόλαος
Νησιά Ανατολικού Αιγαίου 40
Λήμνος, Μυτιλήνη , Χίος, Σάμος
Δωδεκάνησα 45
Πάτμος, Κάλυμνος, Κως, Ρόδος
Κύπρος 48
Βαρώσια, Φοινί, Λάπηθος
Οι Έλληνες Μικρασιάτες Αγγειοπλάστες 51
Ειδολογική κατάταξη
Τα Ελληνικά πιθάρια 61
Το πήλινο στοιχείο στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική 64
Τα πήλινα παραδοσιακά φωτιστικά σώματα 66
Από τα λατρευτικά κεραμικά της ορθοδοξίας 67
Τα παραδοσιακά κεραμικά της αγροτικής ζωής 68
Πήλινα παιχνίδια και παράλογα μασκαρομπαρδάκια 69
Σημειώσεις και βιβλιογραφία 73
Εικόνες 85
Ευρετήριο 211
-1-+
ΠΑΡ-ΑΩΟΣΙ-R-Κ+Ι
.f+ΓΓ€1 ΟΠΠ-Α
ΣΤΙΚ.J+
ΣΤ.J-Ι.Ν
-ennAΩA
Η ΠΛΟΥΣΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ
ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ
Σ
την Αρχαία Ελλάδα όλα άρχιζαν με ένα παραμύθι.·οταν μάλιστα το θέμα δικαιολογούσε
περισσότερες λύσεις η θαυμαστή μυθοπλαστική ικανότητα τωγ ανθρώπων εκείνων δημιουρ
γούσε ισάριθμους μύθους, πολλοί από τους οποίους διακρίνονται για την ομορφιά τους.
Από τους Δώδεκα Ολύμπιους ηγέτες της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας, δυο, η Αθηνά και
ο Διόνυσος, συνδέονται στο μεταφυσικό χώρο με την τόσο εξυπηρετική για τον άνθρωπο στερε
οποίηση του πηλού. Μεταξύ των τεχνών που ανάγονται στην επινοητική δράση της Αθηνάς Ερ
γάνης είναι και η Κεραμική. Αναφέρεται σχετικά πως «ο πτωχός Κεραμεύς του μικρού ποιήμα
τος Κάμινος επικαλείται την Αθηνά ως προστάτιδα της τέχνης του, διότι, ως ελέγετο, αύτη ε
φεύρε τον τόρνον του κεραμέως και κατασκεύασε τα πρώτα αγγεία»ιz.
Αλλά η κεραμική του ελληνικού μυθικού κόσμου συνδέεται, διπλά, θα λέγαμε, και μ· έναν
aλλο μύθο, που είναι από τους σημαντικότερους της αρχαιότητας. Πρόκειται για το μύθο του
δωρεοδότη ΠρομηθέαΒ που εκφράζει και την πνευματική ανάταση ' του σκεπτόμενου ανθρώπου.
·οπως είναι γνωστό οι περιπέτειες του Τιτάνα αυτού έχουν εμπνεύσει ένα πλήθος από εξαιρε
τικά έργα λόγου και τέχνης, ενώ η δωρεά της εκπολιτιστικής φλόγας, που στάθηκε το πιο ση
μαντικό ερέθισμα για την υλική και πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου, αποτελεί κορυφαίο
ορόσημο του πολιτισμού.
Ο Προμηθέας σχετίζεται διπλά όπως είπαμε, με την κεραμική, κι αυτό γιατί στην υψηλή θερ
μοκρασία της φωτιάς που δώρισε στεροποιούνται τα προϊόντα της, αλλά και γιατί, κατά τη μυ
θολογία πάντα, ο Προμηθέας αφού έπλασε τον πρώτο άνθρωπο από χώμα και νερό του εμφύση
σε και τη ζωή. ·οπως είναι όμως γνωστό, την παράδοση αυτή για τη δημιουργία του πρωτόπλα-
Ό Λεπτομέρεια από φρίζα του Μηνά Αβραμίδη σε σχέδιο Γιώργου Παραλή . Αίθουσα Τελετών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσ
σαλονίκη.
12
στου «από χουν και ύδωρ» δέχονται και άλλες θρησκείες22. Έτσι το πυρ που αποτελεί βασικό
στοιχείο για την κεραμοποίηση του πηλού, έχει θεϊκή καταγωγή, όπως και ο ίδος ο πηλός, αφού
ο πρώτος πλάστης είχε θεϊκή υπόσταση και το πρώτο κεραμικό ήταν το τελειότερο δημιούργη
μα, ο άνθρωπος, που ζωντάνεψε με την πνοή Του34α.
Τόση μεγάλη ήταν η εξυπηρέτηση και η ανακούφιση του άνθρωπου με την εφεύρεση του σχε
τικά ευκολοδημιούργητου κοίλου κεραμικού σκεύους ώστε οι αρχαίοι Έλληνες θεοποίησαν τη
σωτηρία τέχνη με τη γέννηση ενός μυθικού ήρωα, του Κέραμου.
Λένε πως όταν έφτασε από την Κρήτη στη Νάξο ο νικητής του Μινώταυρου Θησέας μαζί με
την Αριάδνη, που τόσο τον είχε βοηθήσει στη μυθική περιπέτεια του Λαβύρινθου, την ξέχασε
εκεί φεύγοντας για την Αττική. Είναι πιθανόν ο μεγάλος αττικός ήρωας να έπασχε από κάποιο
βαθμό αμνησίας, αφού ύστερα υπό την Αριάδνη πλησιάζοντας στην πατρίδα λησμόνησε απλω
μένα και τα συμβολικά εκείνα μαύρα πανιά του καραβιού του, πράγμα που στοίχισε τη ζωή του
πατέρα του. Άλλοι πάλι μυθολογούν πως την Αριάδνη δεν την ξέχασε, αλλά την άφησε στη
Νάξο ύστερα από εντολή του Διόνυσου.
2. Ο αγγειογράφος. Λεπτομέρεια από Αττικό κρατήρα αρχών 5ou π.Χ. αι. Asmoleum Museum Oxford.
Όπως και να έχει όμως το πράγμα στο ερημικό ακρογιάλι του . νησιού έσμιξε, μια φωτεινή
αιγαιοπελαγίτικη μέρα, ο Διόνυσος με την παρατημένη από το Θησέα Αριάδνηιο. Φαίνεται πως
ο Θεός του κεφιού, για να παρηγορήσει την απείθαρχη αλλά aπατημένη τώρα κόρη του Μίνωα,
ανάπτυξε όλη τη γνωστή γόνιμη δραστηριότητά του. Έτσι από τις συναντήσεις αυτές είδαν το
φως της μυθικής πραγματικότητας οι τέσσερις γιοί τους, Στάφυλος, Οινοπίων, Εύανθης και
Κέραμος.
Έχει ερμηνευτεί πως ο Κέραμος, όπως ο πατέρας και τ' αδέλφια του, εκφράζει τη γονιμότητα
της γης . ·ομως αφού την εποχή εκείνη για την παρασκευή του κρασιού, τη συντήρηση, την απο
θήκευση, τη διακίνηση και την κατανάλωση ήταν απαραίτητα τα κάθε λογής και μεγέθους πή
λινα αγγεία, νομίζουμε πως με τον Κέραμο δένεται πολύ λογικά, στους κόλπους της Διονυσια
κής αυτής οικογένειας το μυθολογικό κύκλωμα αμπέλου-οίνου.
Στη συνέχεια ο αττικός ήρωας Κέραμος, επώνυμος του αθηναϊκού Δήμου των Κεραμέων, κα
θιερώθηκε σαν αρχηγέτης και προστάτης των τεχνιτών του πηλού και της αγγειοπλαστικής. Απ'
13
όλα όμως αυτά ένα είναι βέβαιο . Πως εκείνοι που έπλασαν το μύθο του Κέραμου δεν ήταν δυνα
τόν να φανταστούν πως για χιλιάδες χρόνια, μέχρι και τον 20ο ακόμα αιώνα μας ο ήρωάς τους
θα έδινε σε παγκόσμια κλίμακα την ονομασία στην τέχνη και την τεχνική, όπως και στα προϊόντα
του είδους.
Από την εικαστική παρουσίαση των κεραμιστών στην Αρχαία Ελλάδα παραθέτουμε εδώ δυο
δείγματα. Το ένα είναι (Ει κ. 3) το ανάγλυφο του κεραμέως του Μουσείου Ακροπόλεως 152 και
το άλλο η αναπαράσταση αρ,(αίου αγγειοπλαστείου με αγγειογράφο (Εικ. 2) σε αττικό κρατήρα
του 430 π.Χ. περίπου (Asmoleum Museum, Oxford).
14
4. Θ. Παυλάκη . Ο "Α γιος Σπυρίδων και το θαύμα της κεραμίδας 17ος αι. Μουσείο Μπενάκη.
Θεϊκό όμως προστάτη δεν είχαν μόνο οι Αρχαίοι Έλληνες κεραμίστες. Και οι σημερινοί ομό
τεχνοί τους έχουν τον Άγιο Σπυρίδωνα (Εικ. 4) και αυτό γιατί σύμφωνα με την παράδοση της
Ορθοδοξίας ο Άγιος όταν έστιψε με το χέρι του ένα κεραμίδι το διάλυσε στα συστατικά του:
χώμα, νερό και φωτιά. Η παράδοση αυτή είναι παλαιότατη και ανάγεται στους πρώτους αιώνες
του Χριστιανισμού. Σύμφωνα μ' αυτήν, το 325 μ . Χ. κατά την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της
Νίκαιας, που είχε συγκαλέσει ο Μέγας Κωνσταντίνος, για ν' αντικρούσει ο Άγιος τον αιρετικό
Άρειο στο θέμα του ισάξιου του Λόγου προς τον Πατέρα Θεό και περί του ομοούσιου της Αγίας
Τριάδος, πραγματοποίησε το θαύμα τής κεραμίδας. Έστιψε δηλαδή με το χέρι ένα κεραμίδι
που είναι από την κατασκευή του τρισύνθετο. Από αυτό ξεπήδησε τότε προς τα άνω η φλόγα
ενώ κατάπεσαν το νερό και το χώμα79,Ι72. Σ' ένα παλιό βημόθυρο της εκκλησίας του Αγίου Σπυ
ρίδωνος τη Κέρκυρας εικονίζεται το θαύμα αυτό . Πρόκειται για έργο του Κ. Κονταρίνη του 18ου
αι. Στο Μουσείο Μπεvάκη υπάρχει ακόμα μια εικόνα του Επτανήσιου ζωγράφου Θ. Παυλάκη
του 17 ου α ι. Σ' αυτήν (Ει κ . 4) ο ξαπλωμένος στο έδαφος κληρικός είναι ο νικημένος στη Σύνοδο
αιρετικός ·Αρειος.
15
Από τα παλιά πολλές Συντεχνίες κεραμιστών, όπως και μερικοί σημερινοί Σύλλογοι αγγειο
κεραμέων, θεωρούν προστάτη τους και εορτάζουν τον Άγιο Σπυρίδωνα. Αυτό μαρτυρεί και η
σφραγίδα της Εικ . 5 με την εγγραφή: Σωματείον Κεραμοπλινθοποιών Θεσσαλονίκης ο «"Αγιος
Σπυρίδων 1924»34β.
τ
α προκαθορισμένα περιθώρια του τόμου αυτού δεν επιτρέπουν ανάπτυξη της εξέλιξης της
αγγειοπλαστικής. Για το λόγο αυτό περιοριζόμαστε σε λίγα κύρια σημεία της προόδου
της τέχνης αυτής, που στάθηκε μια από τις σημαντικότερες του ανθρώπινου γένους και
έφθασε ν' αποτελεί ορόσημο των εποχών πολιτισμού, που χαρακτηρίζονται σε προκεραμική και
μετακεραμική.
Πιθανολογείται πως χρονολογικά το σημαντικό αυτό ανθρώπινο επίτευμα της στερεοποίη
σης της λάσπης με τη φωτιά πρέπει να τοποθετηθεί γύρω στα 7.000 π.Χ . και μάλιστα σε διαφο
ρετικά σημεία της υδρογείου . Στην Ελλάδα τα αρχαιότερα κεραμικά ευρήματα (Θεσσαλικά) χρο
νολογούνται στην 7η χιλιετηρίδα2οι.
Ανεξάρτητα της όποιας καλλιτεχνικής αξίας ή αρχαιολογικής σημασίας των έργων της αγ
γειοπλαστικής, το κεραμικό έπαιξε για χιλιάδες χρόνια πολύ σημαντικό ουσιαστικό ρόλο στην
εξυπηρέτηση της καθημερινότητας του άνθρωπου. Η σχετικά εύκολη μόρφωση του πήλινου κοίλου
αναπλήρωσε την πρωτόγονη χρήση του κοίλου της παλάμης, της ξερής κολοκύθας, του δερμά
τινου ασκού ή της καρύδας κ.λπ. φυσικών υποδοχέων που σαν οργανικής σύστασης καταστρέ
φdνται με τη φωτιά, και λύτρωσε τον άνθρωπο από την επίπονη λάξευση δυσκολοκατέργαστων
σ~ληρών υλικών όπως το ξύλο ή η πέτρα. Κι' αυτό γιατί η ψημένη aργιλική μάζα έχει τη δυνα
τότητα να παίρνει ένα πλήθος από μόνιμες φόρμες κατάλληλες να συγκρατούν ρευστά και λε
πτpκοκκα στερεά. Τα σκεύη αυτά, μαζί με τα πήλινα οικοδομικά υλικά και εξαρτήματα θερα
πεύουν άπειρες βασικές ανθρώπινες ανάγκεςω6, ιο7 .
·οπως συμβαίνει με κάθε τι που χειρίζεται άμεσα ο άνθρωπος, έτσι και τα οικιακά κεραμικά
είναι προσαρμοσμένα στα μέτρα του. Τη μορφή του καθενός έχει επιβάλει ο προορισμός του
που τον ορίζουν οι συνθήκες και οι ανάγκες της ανθρώπινης ζωής, όπως και η στάθμη της αι
σθητικής του κάθε λαού.
16
Το χώμα το ελληνικό είναι φτωχό και άγονο . Σκεπάζει, όμως, μαζί με τόσα άλλα, ένα πλήθος
από πήλινους μάρτυρες, οι οποίοι μας μιλούν για θαυμαστούς πολιτισμούς που πέρασαν από
τον τόπο αυτό και άφησαν από τα πιο λαμπρά σημάδια της παγκόσμιας τέχνης2. Πρόκειται
για τα ιστορημένα πήλινα αγγεία που δημιουργήθηκαν και διακοσμήθηκαν όταν το χώμα αυτό
ζωντάνευε στα χέρια του Έλληνα αγγειοπλάστη και αγγειογράφου του καιρού εκείνουΙ99.
Η αρχαία ελληνική κεραμική, εκτός από τη μεγάλη χρηστική εξυπηρέτησηι3,ιο2 είναι βέβαιο
πως έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο τόσο στην ανάπτυξη, όσο και στη διάδοση και διάσωση
γενικά του αρχαίου πολιτισμού. Το πλήθος των ζωγραφισμένων αγγείων που σώθηκαν μας πλη
ροφορούν με την αυθεντικότητα της οπτικής γλώσσας, για την καλλιτεχνική πνοή της εποχής
εκείνης, όταν μας μεταφέρουν καλλίμορφες φόρμες και μας γνωρίζουν εικόνες μεγάλης αισθη
τικής γοητείας, που τις είχαν εμπνεύσει εξαιρετικές στιγμές της Ιστορίας, της Μ υθολογίας ή
της Φαντασίας και ακόμα όταν μας παρουσιάζουν λεπτομέρειες της καθημερινότητας, λεπτο
μέρειες , που κυρίως συνθέτουν τη ζωή ενός λαού μιας κάποιας εποχής2ι9.
Το πλήθος των αρχαίων ελληνικών κεραμικών, αναθρεμμένων με ομηρικά έπη και ολυμπια
κούς ύμνους, που γεμίζουν τις προθήκες και τις αποθήκες των αρχαιολογικών μου σείων του
πολιτισμένου κόσμου, αποτελούν ζωντανές μαρτυρίες τόσο της ποιότητας του λαϊκού βίου όσο
και της εξάπλωσης της ελληνικής τέχνης και του ελληνικού πολιτισμού στο μεγαλύτερο μέρος
του γνωστού την εποχή εκείνη κόσμου . Και να μην ξεχνάμε πως η αγγειογραφία διέσωσε ουσια
στικά την αρχαία ζωγραφική, αφού δείγματα ζωγραφικής εκτός από εκείνα που διακοσμούν
πήλινα αγγεία είναι αρκετά σπάνια.
Αναφορικά με την εξέλιξη της ελλαδικής κεραμικής και αγγειογραφίας θα πρέπει να λάβου
με υπόψη πως από τα παλιά χρόνια μετανάστευε από την Ελλάδα η τέχνη του Κέραμου στα
πέρατα της τότε οικουμένης, επιδρούσε σε ξένους τρόπους καλλιτ εχνικής έκφρασης και ξανα
γύριζε κάποτε στη μητρική πατρίδα παραλλαγμένη . Άλλοτε πάλι η κεραμική της ευρύτερης
μητροπολιτικής ελληνικής επιρροής, δηλ. του χώρου της Νότιας Βαλκανικής-Αιγαίου και μέ
ρους της Μικράς Ασίας, της περιοχής αυτής που κατά καιρούς έχουν διασταυρωθεί διαφορετι
κοί πολιτισμοί, δέχτηκε και είχε τη δύναμη να αφομιώσει ξένα στοιχεία που έφθαναν σ' αυτή
απ' όλα τα σημεία του ορίζοντα. 199. Στο γεγονός αυτό νομίζουμε πως πρέπει, ν' αποδοθεί ως
ένα σημείο, η μεγάλη ποικιλία στην αγγειοπλαστική φόρμα και τα διακοσμητικά της.
Με την πάροδο των αιώνων, όπως κάθε μορφή τέχνης, και η κεραμική εξελίχθηκε. Δέχτηκε,
όπως είπαμε, aφομοίωσε και ελληνοποίησε στοιχεία φερμένα από αλλού, ιδίως από την Ανατο
λή. Όμως σε κάθε περίσταση διατήρησε τη δική της έκφραση και τα χαρακτηριστικά της γνω
ρίσματα, στοιχεία που διαμορφώνονται συνήθως και με την επίδραση του όποιου φυσικού περι
βάλλοντος και φέρνουν τη σφραγίδα της ψυχοσύνθεσης του δημιουργού λαού. Σχετικά με το
γεωγραφικό παράγοντα παρατηρούμε, πως τη δημιουργία ενός πλήθους από τοπικές ιδιομορ
φίες στην τέχνη αυτή, μεταξύ γειτονικών ελλαδικών περιοχών βοήθησε και ο πολύπλοκος δια
μελισμός της χώρας, τόσο κατά την κατακόρυφο όσο και κατά την οριζόντια έννοια, με περιο
χές a π οκλεισμένες απο βουνά και θάλασσες, αλλά και ενότητες απο νησιωτικά μικρό
συμπλέγματα. Η διατήρηση πάντως του ελληνικού στοιχείου στα γνήσια λαϊκά κεραμουργήμα
τα είναι συνήθως έκδηλη και πραγματώνεται από το λαό μας μέσα στα πλαίσια της συνέχισης
της όλης λαϊκής του τέχνης, του θαυμάσιου αυτού φορέα της παράδοσης.
Η παράδοση στην ελληνική λαϊκή αγγειοπλαστική διατηρήθηκ ε βασικά με αναμορφώσεις ό
μως και προσαρμογές στους αιώνες του Βυζαντίου, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως ακό
μα και κατά τον 19ο αι. και ως τα μέσα του 20ου αι . ·ομως τις τελευταίες μ εταπολεμικές ιδίως
δεκαετίες άρχισε κάποια νόθευση, θα λέγαμε, στην παράδοσιακή αυτή τέχνη. Αυτό οφείλεται
σε περισσότερους λόγους. Στο γενικώτερο πνεύμα της άρνησης του οποιουδήποτε καθιερωμέ
νου, καλού ή κακού, στη μετεκπαίδευση σ' ευρωπαϊκά κέντρα νέων αγγειοπλαστών, οι οποίοι
μαζί με τη βελτιωμένη τεχνική μετάφεραν στην πατρίδα φόρμες κaι λοιπά εκφραστικά στοιχεία
της χώρας όπου μαθήτευσαν όπως, καμιά φορά, και μη aφομοιωμ ένες σύγχρονες καλλιτεχνι
κές τάσεις,ιι, επικίνδυνες, στην περίπτωση αυτή, για την επιβίωση της 'παραδοσιακής αγγειο
πλαστικής και την πηγαία αναμόρφωσή της. Σ' αυτό έχει συμβάλει και η διάδοση ξένων εικονο
γραφημένων εκδόσεων του είδους από τις οποίες αντιγράφουν ή μιμούνται στοιχεία που έχουν
διαμορφωθεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες σε αλλοτινού ς πολλές φορές χώρους και χρό
νους. Το φαινόμενο αυτό, που είναι περισσότερο έκδηλο στα διογκωμένα κατά τα τελευταία
χρόνια κέντρα τ ο υ ρ ι σ τ ι κ ή ς αγγειοπλαστικής, ας ελπίσουμε πως δεν θα προκαλέσει ο
ριστική εξαφάνιση της γνήσιας παραδοσιακής τέχνης, η οποία, και για άλλους λόγους, χάνεται
σιγά-σιγά μαζί με το πήλινο σκεύος.
17
Πραγματικά η χρήση τώρα τελευταία, η ζήτηση επομένως και η παραγωγή του παραδοσια
κού πήλινου της αυλής, της κουζίνας, του κελαριού και του τραπεζιού έχει πολύ περιοριστεί.
Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι οι ακόλουθοι: Η επι
κράτηση καινούργιων υλικών με ειδικές αρετές για τον οικιακό εξοπλισμό, υλικών που εύκολα
παίρνουν την κάθε λογής μορφή του εξυπηρετικού κοίλου και μάλιστα που δημιουργούνται με
ρυθμό βιομηχανικής μαζικής παραγωγής, όπως είναι το ανθεκτικό στη φωτιά γυαλί, το αλουμί
νιο, ο ανοξύδωτος χάλυβας και κυρίως το φθηνότερο και ελαφρότερο πλαστικό.
Εκτός όμως από τα νεοφανή αυτά μέσα, η κατάργηση πολλών εγγειοπλαστικών εργαστηρίων
της ελληνικής επαρχίας οφείλεται και στην πλουτοφόρα μετανάστευση, όπως και στην αξιο
ποίηση με πολυώροφη οικοδόμηση των πηλοπλαστικών γήπεδων που υπήρχαν κατά κανόνα στα
άλλοτε πρόθυρα των αστικών κέντρων. Η αθρόα, άλλωστε, πυκνή οικοδόμηση εξαφάνισε και
αυτή την αυλή με τις απαιτήσεις της και από την κωμόπολη ακόμα . Άλλος αντίπαλος του χει
ροποίητου πήλινου οικιακού αγγείου είναι η γενίκευσ η μηχανικών μέσων εξυπηρέτησης του τω
ρινού νοικοκυριού, όπως απαιτεί η σύγχρονη υγιεινή και η γενικότερη άνοδος του πολιτιστικού
επιπέδου .
Η επέκταση της οικιακής υδροδότη σης από το δημοτικό δίκτυο κατάργησε γραφικές στά
μνες και ανθυγιεινά πιθάρια, ενώ το ηλεκτρικό ψυγείο και πλυντήριο εξαφάνισαν, το πορώδες
πήλινο θερινό κανάτι του νερού και τ:ην πήλινη μπουγαδολεκανίδα από μερικά νησιά. Το μ όνο
από τα παλιότεροα οικιακής χρήσης πηλοκατασκευάσματα που εξακολουθεί να παρουσιάζει
ζήτηση είναι η γλάστρα, για την οποία φαίνεται πως δεν έχει βρεθεί ακόμα αρκετά ανταγωνιστι
κό φτηνό υποκατάστατο.
Από οικονομική όμως πλευρά η τάση γιά εξαφάνιση ή νόθευση της παραδοσιακής κεραμι κής
δε σημαίνει πως χάθηκε και η όλη αγγειοπλαστική δραστηριότητα στην Ελλάδα . Απλώς έχει
αλλάξει κατεύθυνση. Πραγματικά μπορεί να μην υπάρχει πιά, σε πολλές επαρχιακές γωνιές ό
μως έχουν οργανωθεί και επεκταθεί μεγάλα αγγειοπλαστικά κέντρα, όπως τα γνωστά κοντά
στην Πρωτεύουσα και στη Ρόδο, όπου πολλά εργαστήρια μη βιομηχανικά, έπαψαν ωστόσο να
έχουν χαρακτήρα οικογενειακής χειροτεχνίας. Σ' αυτά ο συναγωνισμός στις τιμές και ο αγώ
νας για επιβίωση έχει επιβάλει μεθόδους όλο και περισσότερο φθηνότερης παραγωγής, με τις
οποίες όμως πεpιορίζεται σιγά-σιγά η πρωτοβουλία του τεχνίτη και ο ρόλος των χεριών στη μόρ
φωση και διακόσμηση του αγγείου. Μερικές από τις χειρονακτικές διαδικασίες της παρασκευ
ής του πηλού έχει αντικαταστήσει κάποια σειρά από μηχανές που χειραγωγούνται προγραμμα
τισμένα από τον άνθρωπο.23,72. Σήμερα όχι μόνο η γεώδης πλαστική ζύμη παρασκευζεται και
προσφέρεται έτοιμη από μικροβιομηχανίες, αλλά και ο κουραστικός ποδοτροχός έχει αντικα
τασταθεί με ηλεκτροκίνητο περιστρεφόμενο δίσκο. Και έως εδώ θα μπορούσε κανείς να δεχτεί
πως για τη διατήρηση της παραδοσιακής τέχνης στην αγγειοπλαστική και τη ν αγγειογραφία
δεν έχει ίσως τόση σημασία το αν η προετοιμασία του πηλού και η περιστροφή του πηλοτροχού
δε γίνεται πιά με τ ' ανθρώπινα χέρια και πόδια αλλά από κάποια φιλάνθρωπη μηχανή, όταν
το αποτέλεσμα, π.χ. ένα αγγείο, το μορφώνουν τα ανθρώπινα δάχτυλα και το ζωγραφίζει ή έ
στω το χρωματίζει ελεύθερα ο ίδιος καλλιτέχνης από την αρχή ώς το τέλος. Νοθεία της λαϊκής,
ή της όποιας τέχνης, προκαλεί η προγραμματισμένα α υ τ ο μ α τ ο π ο ι η μ έ ν η παραγώ
γή. Εννοούμε το ζωγραφικό κυρίως διάκοσμο που έχf;.ι και αυτός κατά κάποιο τρόπο μ η
χανοποιηθεί.
Η φιλοτέχνηση δε γίνεται πιά ελεύθερα ολόκληρη από τον ίδιο καλλιτέχνη, αλλά σε αποτυ
πωμένο σχέδιο με αχνάρι χρωματίζονται τα κενά εκείνα που προορίζονται στο σχέδιο για το
ίδιο χρώμα από κάποια συνήθως μαθητευόμενη κοπέλα . Στη μαζική αυτή διακοσμητική διαδι
κασία, όταν μάλιστα το σχέδιο ενός π.χ. πιάτου σημειώσει εμπορική επιτυχία, η νεαρή ή ο νεα
ρός χ ρ ω μ α τ ι σ τ ή ς θα υποχρεωθεί για μήνες ίσως να επαναλα μ βάνει μη χανικά τις ίδιες
ανιαρές aυτοματοποιημένες κινήσεις για να γεμίζει με π ο υ ά ρ το ίδιο πάντα περίγραμμα,
με το ίδιο πάντα χρώμα π. χ . το κόκκινο . Ακολουθεί ένας άλλος που γεμίζει πάντα τα κίτρινα
και άλλος έως ότου συμπληρωθεί η σύνθεση . 24 Η εργασία είναι βέβαια χειροποίητη, το αποτέ
λεσμα όμως είναι καλλιτεχνικό; Στην περίπτωση αυτή η έννοια του χειροποίητου, (hand made)
έχει χάσει τη σημασία της . Θα πρέπει όμως να ο μ ολογήσουμε πως η τεχνολογική αυτή μετατό
πιση από την α τ ο μ ι κ ή στη μ α ζ ι κ ή παραγωγή παρουσιάζει σημαντικό οικονομικό
κοινωνικό ενδιαφέρον . Τα αγγειοπλαστικά-αγγειογραφικά αυτά κέντρα έχουν σημειώσει τελευ
ταία εξαιρετική ανάπτυξη, ενώ συμβάλλουν έτσι και στην πλατύτερη διάδοση του διακοσμητι
κού κεραμικού 4 •
18
Στον προκείμενο όμως τομέα παραγωγής υπάρχει και μια άλλη ειδολογική, θα λέγαμε αλλα
γή . Η άλλοτε οικογενειακή αυτή χειροτεχνία, η οποία τείνει να γίνει βιοτεχνία, ασχολείται τώρα
λιγότερο με το σκsύος και περισσότερο με το διακοσμητικό κεραμικό. Με τη στολισμένη γλά
στρα, το ανθοδοχείο, το «κομψοτέχνημα» γενικά ή ακόμα με το εντοιχισμένο πήλινο στολίδι
και το ζωγραφισμένο επιτοίχιο πλακάκι . Το τελευταίο αυτό προσφέρεται σε λευκό χρώμα από
τη μεγάλη βιομηχανία, ο δε ρόλος του καλλιτέχνη διακοσμητή είναι μόνο ζωγραφικός.
Όπως είπαμε άπειρες είναι οι εκφραστικες δυνατότητες του εύπλαστου πηλού. Άπειρες είναι
και οι μορφές που του δίνει ο άνθρωπος ανάλογα με την εποχή, την περιοχή, τη λειτουργική
ανάγκη, την καλλιτεχνική διάθεση του πλάστη, την ποιοτική δηλ. στάθμη του διάλογου τεχνίτη
υλικού. Εδώ όμως παίζει πάντα σημαντικό ρόλο και ένας άλλος διάλογος ανάμεσα στον αγο
ραστή αυτή τη φορά και το έτοιμο κεραμικό. Και θα πρέπει να ομολογηθεί πως αυτός ο τελευ
ταίος ρυθμίζει το βαθμό της ζήτηση ς , δηλαδή της εμπορικής επιτυχίας του είδους . Έτσι συμ
βαίνει πολλές φορές η αισθητική στάθμη των διακοσμητικών αυτών προϊόντων να συμμορφώ
νεται με τις προτιμήσεις του περαστικού τουρίστα, που δεν είναι πάντα καλού γούστουs. Φυσι
κά το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελλαδικό . Κάτι ανάλογο απαντάται και στις περισσότερες χώ
ρες με τουριστική ανάπτυξη .
Η αύξηση όμως της ζήτησης του διακοσμητικού κεραμικού, ανεξάρτητα πολλές φορές ποιό
τητας, συμβαδίζει με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου η οποία χαρακτηρίζεται και από την αύ
ξηση γενικά της ανάγκης του θεωρούμενου «περιττού», εκείνου δηλαδή που θεραπεύει αισθητι
κές μόνο απαιτήσεις. Έτσι η διακόσμηση του εσωτερικού χώρου, η αρχιτεκτονική, κυρίως στην
ύπαιθρο και ο τουρισμός, διέσωσαν, χωρίς να το βάλουν στόχο, την κεραμική χειροτεχνία .
Τη διακοσμητική αγγειοπλαστική στο σύνολό της, διακρίνουμε σε καλλιτεχνική απαιτήσεων
και στη χειροτεχνία ειδών λαϊκής ή παραδοσιακής τέχνης, αν και τα όρια μεταξύ των δύο αυ
τών κατηγοριών δεν είναι πάντα σαφή, ιδίως με την παρεμβολή της, όπως την ονομάσαμε, «λαϊ
κίζουσας» τέχνης. Εκείνης δηλαδή όπου φτασμένος με αξιώσεις καλλιτέχνης προσπαθεί να μι
μηθεί το αυθόρμητο χέρι του λαϊκού τεχνίτη. Σαν παράδειγμα λαϊκίζουσας τέχνης παραθέτουμε
ένα ωραίο επιτοίχιο διακοσμ ητικό πιάτο (Εικ . 6). Είναι εμπνευσμένο απο τους στίχους του δη
μοτικού τραγουδιού «Νερατζούλα φουντωτή» και είναι έργο της καλλιτέχνιδας 'Ελλης Πα πα
δημητρίου. Έχει διαστάσεις 3,5 χ 22,0 εκ. και γαλάζια τα διακοσμητικά.
6. ιιΝερατζούλα φουντωτή". Λαϊκίζουσα τέχνη σε πιάτο της Έλλης Παπαδημητρίου. Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου.
19
~. r · J
μον στηρι
. φλωρινα
~
• αργ<'ς
I κοζανη
ορεστικον
λημνος (~~
τυρναβος LlV
·~
•
ζακυνθος
Μ
ε τον όρο αγγειοπλαστικό κέντρο εννοούμε μικροπεριοχή, κατά κανόνα γειτονική κά
ποιου οικισμού, στην οποία έχουν συγκεντρωθεί περισσότερα αγγειοπλαστικά εργαστήρια
και καμίνια με συνέπεια να προάγεται μαζικά η τέχνη του κεραμίστα- αγγειοπλάστη.
Από την άποψη του φυσικού παράγοντα, κατά το παρελθόν οι περιοχές αυτές έπρεπε να προ
σφέρουν «χωματε ρές» με κατάλληλο αργιλικό χώμα, καύσιμα φυτικής προέλευσης, όπως ξύ
λα, κλαριά, σκίνα, φρύγανα, ροκανίδια, πριονίδια, ελαιοπυρήνες ακόμα και νερό. Στις ίδιες
aυτές περιοχές ευδοκιμεί συνήθως και η βιοτεχνία της κεραμοπ/, ινθοποιίας.
Μια οικοτεχνία ή βιοτεχνία, όπως η αγγειοπλαστική, στην οποία η πρώτη ύλη είναι βαρειά,
δυσκίνητη γεώδης μάζα, πολύ φυσικό είναι να ευδοκιμεί ιδιαίτερα σε περιοχές που παρουσιά
ζουν ευκολίες και μικρό κόστος στις μεταφορές του ογκώδους, φτηνού και εύθραστου προϊόντος.
Τέτοιες συνθήκες υπήρχαν κατά το παρελθόν σε νησιά και παράκτιες ηπειρωτικές περιοχές.
Κι αυτό γιατί τότε, που τα εργατικά των μεταφορτώσεων δεν επιβάραιναν πολύ το κόστος, οι
θαλάσσιες μεταφορές διακινούσαν ευκολώτερα μεγαλύτερους όγκούς με μικρότερη επιβάρυν
ση, ενώ τα πλεούμενα έχουν και τη δυναiοτητα να προσεγγίζουν διαδοχικά σε περισσότερες
αγορές μέχρι να εξαντλήσουν το φορτίο, που πολλές φορές ανήκε στον καραβοκύρη-καπετά νιο.
Στο γεωγραφικό χάρτη που παραθέτουμε (Εικ. 7) έχουν σημειωθεί τα κυριώτερα κέντρα πα
ραδοσιακής αγγειοπλαστικής, που λειτουργούν ακόμα ή που λειτουργούσαν κατά το πρόσφατο
παρελθόν. Τα περισσότερα δεν υπάρχουν πιά ή δεν καταγίνονται με παραδοσιακά κεραμικά.
Στο χάρτη παρατηρούμε πως τα κέντρα αυτά παρουσιάζονται κυρίως σε παράκτιες θέσεις ή
κοντά σε λιμάνια . Στη Δυτική π . χ. Ελλάδα σημειώνουμε την Πάτρα, τον Μεσσηνιακό Κό λπο.
την Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο. Στην ευρύτερη ανατολική θαλάσσια λεκάνη οι περιοχές πηλο
πλαστικής δραστηριότητας παρουσιάζονται πυκνότερες. Σημειώνουμε: Κύπρο, Ρόδο, Κρήτη,
Κάλυμνο, Πάτμο, Σίφνο, Νάξο, Μύκονο, Σύρα, Αίγινα, Αττική, Εύβοια, Σκύρο, Βόλο, και Α
γιά, Σκόπελο, . Θεσσαλονίκη, Άθυτο, Νέα Καρβάλη, Θάσο, Λήμνο, Σάμο, Χίο, Μυτιλή νη,
Τ σανά κ-Καλέ. Αντίθετα τα κύρια κέντρα αγγειοπλαστικής στο εσωτερικό είναι πολύ λιγώτερα.
Η "Αρτα και τα Γιάννινα στην "Ηπειρο, το Φανάρι, Κανάλια και Τύρναβος στη Θεσσαλία, Φλώ
ρινα, Κοζάνη και Δράμα στη Μακεδονία, όπως και οι Μεταξάδες, η Ξάνθη και το Σουφλί στη
Θράκη και ακόμα η Κιουτάχεια στη Μικρά Ασία.
21
Β. Το αθηναϊκό τζαμί στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου στεγάζεται σήμερα το Μουσείο Ελληνικής Κεραμικής Κυριαζοπούλου.
Είπαμε πως η χώρα μας διακρίνεται για τη μεγάλη ποικιλία φόρμας και διάκοσμου των πα
ραδοσιακών της κεραμικών. Όμως παρά την ανομοιομορφία αυτή είναι δυνατόν να διακρίνου
με γεωγραφικές ενότητες με διάκριτες κοινές επιδράσεις στην τέχνη της αγγειοπλαστικής ή κοινά
μορφολογικά γνωρίσματα, κάποτε μόνο σε πολύ γενικές γραμμές.
Στη Δυτική Ελλάδα και το Ιόνιο, όπου πλεονάζει η γυμνή terra cotta, τα παραδοσιακά κερα
μικά είναι περισσότερο πρωτόγονα, οι φόρμες τους πιό απλές, τα διακοσμητικά; πλαστικά ή
ζωγραφικά σπανιότερα, λιτότερα και λιγότερο έντονα. Σε μερικά όμως (μαστραπάδες) διακρί
νεται κάποια ιταλική επίδραση . Στην ανατολική ζώνη πλεονάζουν τα φαγεντιανά με πλουσιώ
τερα και ζωηρότερα διακοσμητικά πλουμίδια και πιό έντονο το λαϊκό στοιχείο. Οι λόγοι της
υπε ροχής των παραδοσιακών αγγειοπλαστικών στην ανατολική ζώνη νομίζουμε πως δεν είναι
ξένοι προς την επ ίδραση των μεγάλων πηλοπλαστικών κέντρων της γειτονικής Μικράς Ασίας
με τις προαιώνιες παραδόσεις περιώνυμων σ χ ο λ ώ ν αγγειοπλαστικής και αγγειογραφίας γνω
στών από τον 15ο τουλάχιστο αιώνα όπως είναι της Νίκαιας (Ισνίκ), της Κιουτάχειας, του Ελ
λή σποντου (Τσανάκ-Καλέ) και της Ρόδου όπου εκτός από τα δικά της, είχε σταθεί για αιώνες
σπουδαίο διαμετακομιστικό λιμάνι των μικρασιατικών κεραμικών.
Σημειώνουμε εδώ πως γενικά η επίδραση της Μικρασιατικής αγγειοπλαστι~ής είναι πλατύτε
ρη στον ελλαδι κό χώρο από εκείνη των χωρών της Δύσης, κι αυτό γιατί η Ελλάδα είχε επί Τουρ
κοκρατίας απομονωθεί για αιώνες από τον δυτικό κόσμο, ενώ περιλαμβάνετο στο ίδιο κράτος
με τη Μικρά Ασία και τη βορειότερη Βαλκανική. Και ακόμα ότι άσχετα αυτών, η επικοινωνία
στο Αιγαίο μ εταξύ Μικρασιατικού και Μητροπολιτικού Ελληνισμού ήταν πάντα πολύ πυκνότε
ρη, απ' ό,τι μετα ξύ Ελλάδας και Ιτα λίας .
. . ' ~-
22
Πρόσθετη απόδειξη της μεγάλης και ευεργετικής θα λέγαμε επίδρασης της ανώτερης Μικρα
σιατικής τέχνης του Κέρα μου, αποτελεί η σημαντική ποιοτική βελτίωση του είδους στην Ελλά
δα, που την προκάλεσε η ενίσχυση του κλάδου με το προηγμένο ανθρώπινο τεχνικοκαλλιτεχνι
κό δυναμικό των Ελλήνων και Αρμενίων κεραμιστών της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής
Θράκης, όταν εγκαταστάθηκαν το 1923 στα ελλαδικά αγγειοπλαστικά κέντρα, μετά το ξερίζω
μά τους από τις προαιώνιες προγονικές εστίες .
Εκτός όμως από τις πάρα πάνω δύο κατά γεωγραφικό μήκος διάκριτες ζώνες, Δυτική και
Ανατολική από την άποψη μορφολογικών στοιχείων της αγγειοπλαστικής, μνημονεύουμε ακό
μα μια Βορειοελλαδική περιοχή, που από την ίδια άποψη θα μπορούσαμε να την εντάξουμε σε
ευρύτερη διαβαλκανική ζώνη. Μεταξύ των αντιπροσωπευτικών παραστατικών στοιχείων του
καθορισμού της είναι και οι παραδοσιακές φόρμες των Εικ. 15 - 22 (του κεφαλαίου για τα κερα
μικά της Δυτικής Μακεδονίας), που έπλαθαν πριν λίγα ακόμα χρόνια στην Ελληνική Δυτική
Μακεδονία και μόρφωναν ακόμα και σήμερα (1982) τις ίδιες φόρμες στη Νότια Αλβανία Ι63,
όπως και στη Νότια Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία, πράγμα που είναι πολύ φυσικό αφού οι πε
ριοχές αυτές ανήκαν πριν από το 1913 σε γειτονικές τούρκικες επαρχίες. Ειδικά οι δύο περιοχές
των πολύ γειτονικών πόλεων του Γιουγκοσλαβικού Μοναστηρίου (Βιτώλια) και της Ελληνικής
Φλώρινας, που ήταν από τις πιό σημαντικές της Βαλκανικής αγγειοπλαστικής δραστηριότη
τας, εθεωρούντο τότε από την άποψη αυτή σαν μιά ενιαία. Τις ίδιες όμως περίπου μορφές αγ
γείων με τις ίδιες ιδιοτυπίες συναντάμε τόσο στη Νότια Βουλγαρία όσο και στους παραμεθό
ριους Μεταξάδες της ελληνικής Θράκης, πράγμα που μαρτυρεί πως οι τύποι αυτοί είχαν διαδο
θεί κάποτε σε τόσο μεγάλη έκταση της τουρκοκρατούμενης Κεντρικής Βαλκανικής. Σχετικά
βλέπε και στις παραγράφους για τα αγγειοπλαστικά της Δυτικής Μακεδονίας και της Θράκης.
Στο κεφάλαιο για τα πιθάρια αναφέρουμε και ορισμένους τύπους των μεγάλων αυτών αποθη
κευτικών αγγείων από την Κρήτη που παρουσιάζουν ομοιότητες με Μινωϊκά πρότυπα. Πριν από
καιρό είχαμε υποθέσει γι' αυτά πως οι σύγχρονοι Κρητικοί πιθοπλάστες είχαν απλώς μιμηθεί
αρχαία πιθάρια από τα ευρήματα της Κνωσού και των άλλων αρχαίων ερειπιώνων του μεγάλου
νησιού. ·οταν όμως διαπιστώσαμε πως μερικά από αυτά είχαν ηλικία 150 και πλέον ετών, πριν
γίνουν δηλ. ακόμα ανασκαφές στη Κρήτη, μας γεννήθηκε η σκέψη πως οι μορφές αυτές με φο
ρέα την παράδοση επέζησαν χιλιάδες χρόνια με τη βοήθεια τυχαίων ευρημάτων .
Στον τόμο αυτόν έχουμε περιλάβει παραδοσιακά κεραμικά αγγειοπλαστικών κέντρων του Ελ
ληνισμού. Βάση της σύνθεσης του έργου αποτελεί το περιεχόμενο του Μουσείου Συλλογών Κυ
ριαζοπούλου Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών, που υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού
και Επιστημών, όπως και του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου (Κληροδότημα Κυριαζοπούλου).
Δημοσιεύουμε ακόμα εδώ μερικά παραδοσιακά κεραμικά του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέ
χνης Αθηνών, του Ιστορικού Εθνικού Μουσείου, του Μουσείου Μπενάκη, και των ιδιωτικών συλ
λογών της οικογένειας Γιώργου Παραλή, Π. Βοκοτόπουλου και Β. Κυριαζόπουλου της Θεσσα
λονί κη ς, όπως και της Μπέττυς Ψαροπούλου και της Αγγελικής Βαβυλοπούλου - Χαριτωνίδου
των Αθηνών. Η δημοσίευση κεραμικών του Λαογραφικού Μουσείου Μακεδονίας και μερικών
της Λαογραφικής Συλλογής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου δεν- πραγματοποιήθηκε για λό
γους ανεξάρτητους από τη θέληση του υποφαινόμενου.
Γνώμονας της επιλογής του παραδοσιακού υλικού που δημοσιεύουμε εόω ειναι η οσο το ου
νατόν πιό αντιπροσωπευτική παρουσίαση έργων Ελλήνων παραδοσιακών αγγειοπλαστών, ερ
γαστηρίων και περιοχών, όπως και η προβολή της χρηστικής πολλαπλότητας του ψημένου πη
λού κατά το πρόσφατο ακόμη παρελθόν.
Η βιβλιογραφική κάλυψη του έργου περιλαμβάνει όσα δημοσιεύματα κρίναμε κατάλληλα να
βοηθήσουν τον αναγνώστη που θα επιθυμούσε λεπτομερέστερο κατατοπισμό στο θέμα .
23
πως είναι γνωστό στις περισσότερες χώρες του κόσμου παράλληλα με τα αρχαιολογικά υ
πάρχουν και τα ειδικά μουσεία μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση έχουν τα μουσεία
{)
κεραμικής, στα οποία συγκεντρώνονται αγγειοπλαστικά δημιουργήματα του τόπου όλων
των εποχών και όπου μπορεί να παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξη του είδους, αλλά μαζί και
του πολιτισμού ενός λαού διά μέσου των αιώνων. Και τα μουσεία αυτά δέχονται παντού ένα πλήθος
επισκέπτες . Στην Ελλάδα, όμως, τη χώρα του Κέραμου από τον οποίο έχει πάρει την ονομασία
η τέχνη και η τεχνική του είδους στις περισσότερες πολιτισμένες γλώσσες, μέχρι πριν ελάχ,ιστα
χρόνια δεν υπήρχε τίποτα το σχετικό.
Ειδικά για τα ελληνικά παραδοσιακά κεραμικά συμβαίνει και κάτι άλλο. Τα προϊστορικά,
τα κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, όπως και τα βυζαντινά κεραμικά της Ελλά
δας μπορεί να μην έχουν ειδικό μουσείο ακόμα, γεμίζουν όμως σε μεγάλο αριθμό(πολλές δεκά
δες χιλιάδες)αρχαιολογικά μουσεία και αποθηκευτικούς χώρους του εσωτερικού και του εξωτε
ρικού . Αντίθετα σπανίζουν τα μεταβυζαντινά ελληνικά κεραμικά και κυρίως εκείνα των τελευ
ταίων δυο αιώνων, που υπάρχουν λιγοστά μόνο σε μερικά Λαογραφικά Μουσεία και διάσπαρτα
σε ιδιωτικές συλλογές. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι τα ευτέλούς, την εποχή τους, αγορα
στικής αξίας πήλινα αυτά σκεύη δεν έτυχαν της ανάλογης προς την πραγματική τους αξία προ
σοχής, στο φθαρτό και εύθραστο της ύλης τους, όπως και κυρίως στο ότι οι πνευματικοί ηγέτες
της Ελληνικής Λαογραφίας δεν είχαν ενδιαφερθεί σοβαρά κατά το παρελθόν για τη συλλογή
των ταπεινών δημιουργημάτων γενικά της Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Για τον τελευταίο αυτόν
λόγο ολόκληρο σχεδόν το περιεχόμενο των λαογραφικών και εθνογραφικών μουσείων του τό
που προέρχεται άμεσα · ή έμμεσα από ιδιωτικές συλλογές.
Το κενό αυτό στον τομέα της παραδοσιακής κεραμικής ήρθε να πληρώσει κατά το δυνατόν
το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών 6 ,46 , Ι53 , Ι 54,Ι55,2Ο9,222. Ιδ ρύθηκε από το Υπουρ
γείο Πολιτισμού και Επιστημών (και λειτουργεί από το 1975) για να περιλάβει συλλογές παρα
δοσιακών κεραμικών του καθηγητή Βασίλη Δ. Κυριαζόπουλου, η συγκέντρωση των οποίων πραγ
ματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 55 ετών .
Το μουσείο αυτό στεγάζεται στο παλιό Ισλαμικό Τέμενος της Πλατείας Μσvαστηρακιού Α
θηνών, εκεί όπου υπήρχε άλλοτε το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Το παλιό Τζαμί (Εικ.
8) είναι αγκαλιασμένο με τις επιβλητικές κολόνες της Βιβλιοθήκης Αδριανού και απέχει λίγες
εκατοντάδες μέτρα από τον αρχαίο Κεραμεικό.
Στους δύο ορόφους του Μουσείου έχει επεκταθεί το μεγαλύτερο μέρος των συλλογών Κυρια
ζόπουλου που περιλαμβάνει κεραμικά από ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό αγγειοπλαστικά χώ
ρο. Από την Κέρκυ ρα μέχρι και την Κύ προ και από τη Θράκη μέχρι την Κρήτη . Τα περισσότερα
εκθέματα του μουσείου αυτού προέρχονται από αγγειοπλαστικά κέντρα που δεν υπάρχουν πιά
ή που ασχολούνται τώρα με πηλοπλαστικά είδη άλλων κατηγοριών 7. Η κατάταξη των εκθε
μάτων είναι γεωγραφική και περιλαμβάνει δείγματα από την Κέρκυρα, Ζάκυνθο, Ήπειρο, Δυτι
κή, Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, Χα λκιδική, Θράκη, Θάσο, Θεσσαλία, Βόρειες Σπο
ράδες Εύβοια, Αττική, Αίγινα, Πελοπόννησο, Κυκλάδες, Κρήτη, Νησιά Ανατολικού Αιγαίου,
Δωδεκάνησα και Κύπρο. Υπάρχουν ακόμη δείγματα από τα προ του 1923 ελληνικά αγγειοπλα
στικά κέντρα της Μικράς Ασίας.
Μεταξύ των εκθεμάτων του Μουσείου αυτού διακρίνονται δύο συλλογές κορυφαίων Μικρα -
σιατών παραδοσιακών αγγειοπλαστών . Πρόκειται για δημιουργήματα του Μηνά Αβραμίδη από
την Κιουτάχεια και του Δημήτρη Μυγδαληνού από τον Ελλήσποντο. Αντιπροσωπεύονται ακό
μα και άλλοι άξιοι "Ελληνες παραδοσιακοί κεραμίστες, όπως είναι ο Κουρτζής της Μυτιλήνης,
ο Γιασιράνης του Αρχάγγελου Ρόδου, ο Ρόδιος της Σκοπέλου, ο Σιφνιός Θεοδώρου της Θεσσα
λονίκης, ο Βαρδαξής κ.ά.
Αρκετά πλούσιες είναι και από ειδολογική άποψη οι συλλογές του Μου σείου, που περιλαμβά
νουν σκεύη και διακοσμητικά κάθε λογής και κάθε προορισμού που θεράπευαν λειτουργικές
ή κάποτε και αισθητικές μόνο ανάγκες.
Στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου (Κληροδότημα Κυριαζοπούλου) υπάρχουν αρκετά παρα
δοσιακά κεραμικά, τόσο από το Αιγαίο όσο και από το Τσανάκ-Καλέ του Ελλήσποντου. Στο
ίδιο μουσείο στεγάζεγαι και η πληρέστερη γνωστή συλλογή ευρωπαϊκών επιτραπέζιων κεραμι
κών στολισμένων με θέματα ελληνικού ενδιαφέ ροντος. 109
24
Το σύνολο των περιγραφών και εικαστικών παρουσιάσεων που αποτελεί το κύριο μέρος του
τόμου αυτού, έχουμε διαιρέσει σε δύο κατηγορίες .
Στην πρώτη JJεριλαμβάνονται περιγραφές πηλοπλαστικών, κατά γεωγραφικές περιοχές, όπως
παρουσιάζονται και στο γεωγραφικό χάρτη που παραθέτουμε. Το οδοιπορικό αυτό ανά τα ελλη
νικά παραδοσιακά αγγειοπλαστικά κέντρα της χώρας αρχίζουμε από τα Επτάνησα, από τα ο
ποία περνάμε στην ηπειρωτική Ελλαδα από την ·Ήπειρο. Τα κείμενα των δύο αυτών περιοχών
οφείλονται στην αρχαιολόγο Αγγελική Χαριτωνίδου, η οποία έχει ιδιαίτερα μελετήσει τις δρα
στηριότητες των αγγειοπλαστών τους.
Στη δεύτερη κατηγορία η ομαδοποίηση είναι ειδολογική. Σχηματίζουν δηλαδή ενότητες οι δια
φορετικές μορφές που έχει πάρει το κάθε πηλοπλαστικό στις διάφορες γεωγραφικές περιοχές
για να εξυπηρετήσει τις ίδιες ανθρώπινες ανάγκες. Στην κατηγορία αυτή περιοριζόμαστε αναγ
καστικά σε μερικά μόνο είδη από σκεύη και αθύρματα, όπως λατρευτικά, φωτιστικά, πήλινα
παιχνίδια, μέτρα υγρών, αρχιτεκτονικά διακοσμητικά, πιθάρια και πήλινα σύνεργα της αγροτι
κής ζωής.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ
ΕΡΚΥΡΑ. Παρά την εισαγωγή ευρωπαϊκών ειδών κεραμικής φαγεντιανών και πορσελά
νης στην Κέρκυρα, τα ντόπια, παραδοσιακής τέχνης, κεραμικά είχαν μεγάλη ζήτηση από
το λαϊκό πληθυσμό μέσα και έξω από το νησί. Σαν σημαντικό εμπορεύσιμο είδος όλο τον
18ο αι. ι79 εξακολούθησε και στο 19ο να διοχετεύεται στα άλλα νησιά του Ιονίου και στα λιμά
νια της αντικρινής Ηπείρου.
Το κεραμοπλαστικό κέντρο της Κέρκυρας το 19ο αι. βρισκόταν στην περιοχή της Γαρίτσας.
Οι πληροφορίες 54 αναφέρουν εννιά καμίνια με 4-5 τεχνίτες το καθένα και με αδιάκοπη λειτουρ
γία, ώστε να ψήνονται σ' αυτά 80 .000 είδη το χρόνο.
Ο πηλός ήταν ντόπιος, τα χρώματα και τα βερνίκια τα παρασκεύαζαν οι ίδιοι οι τεχνίτ:ες. Με
μίγμα από λιθάργυρο καιλιωμένο μολύβι έβαφαν τα σκεύη της καθημερινής οικιακής χρήσης,
τα δοχεία του νερού, στάμνες και λαγίνια (Εικ . 10,13), τα πιθάρια του κρασιού, του λαδιού κ.λπ.
Με αργιλικό λευκό πηλό έπλαθαν τα επιτραπέζια σκεύη, τις λίμπες-μικρά βαθειά πιάτα, τις
κανάτες, τους μαστραπάδες, τις γαβάθες κ .α. Τα έβαφαν με μίγμα απο μολύβι, κασσίτερο και
μαρμαρόσκονη ώστε όλη η επιφάνεια έπιανε ένα υπόλευκο χρώμα.
Πάνω στον υπόλευκο αυτόν κάμπο ζωγράφιζαν ένα απλό θέμα: ένα είδος τυποποιημένων ανθέ
μιων σε κίτρινο, πράσινο ή γαλάζιο χρώμα που σχημάτιζαν ζώνες. Σε άλλα, οι ζώνες είχαν μαίαν
δρο ή απλές γραμμές . Πιό πλούσια διακόσμηση είχαν οι μεγάλες γαβάθες και κανάτες. Στο εμ
πρός μέρος της κοιλιάς ζωγράφιζαν ένα πουλί, κόκκορα ή ανθοδέσμη. Η τελική δουλειά σε όλα
τα κεραμικά ήταν το πέρασμα με απαλό διάφανο βερνίκι.
Στον 20ο αι. δούλευαν ακόμα μερικά εργαστήρια, ακολουθώντας τους παλιούς παραδοσια
κούς τύπους.
Γύρω στα 1960-70 δύο μόνο εργαστήρια, συνέχιζαν τις παραδοσιακές κίτρινες στάμνες (Εικ.
10) τους καρομπότες (Εικ. 13), τις κολόκες, τα πιάτα, τις τζαρούλες κ.λπ., αλλά και σύγχρονα
και εμπορικά τουριστικά είδηιο2,124.
Ο καρομπότης είναι ένα κοντόχοντρο βαρύ σταμνί που είχε διάδοση στην Κέρκυρα και αλ
λού. Πρόκειται για ένα χαμηλό σταμνί με μεγάλη κοιλιά και πλατειά βάση για να μην αναποδο
γυρίζει ευκολα με τα τραντάγματα του κάρου στους ανώμαλους καρόδρομους. Έχει παχειά τοι
χώματα, για να μη σπάζει με τα χτυπήματα, ένα aνορθωμένο χερούλι για να δένεται κάπου στο
κάρο, και στενό στόμιο για να μη χύνεται το νερό ή το κρασί που περιέχει, αλλά και να μπορεί
ο καροτσέρης να πίνει εύκολα από αυτό. Κατά τον Κερκυραίο όμως κεραμίστα Αποστολίδη
(1969) το κοντόφαρδο σχήμα του καρομπότη οφείλεται και στην πρόθεση να φαίνεται η χωρητι
κότητά του μικρότερη της πραγματικής, όταν κατά το έθιμο, οι παραγωγοί ή οι φορτωτές του
κάρου, τον . γέμιζαν κρασί για το κέρασμα του αμαξά. Σημειώνουμε πως τον καρομπότη της
εικόνας (Ει κ. 13) που είναι έργο του αγγειοπλάστη Αποστολίδη, το χερούλι δεν έχει το καθιερω
μένο σχήμα και τη θέση των σταμνιών της Κέρκυρας (αλλά και της Ζακύνθου, Εικ. 1 και 2),
δηλ. δεν αρχίζει από το λαιμό του δοχείου, αλλά και οι δύο καταλήξεις του κολλούν στο σώμα
του αγγείου κοντά στο στενό λαιμό. Η κολόκα πάλι έχει σχήμα ξερής νεροκολοκύθας.
Ένα κερκυραϊκό πήλινο φανάρι βλέπε στο κεφάλαιο για τα πήλινα φωτιστικά σώματα .
Από παλιά τα εργαστήρια με τα καμίνια ήταν στημένα στις παρυφές της πολιτείας του
Αιγιαλού99. Το 19ο αι. όλοι σχεδόν οι τεχνίτες δούλευαν συγκεντρωμένοι σε μια συνοικία της
πόλης, τα Καμίνια2ιs.
Η υπερπαραγωγή διοχετευόταν διαρκώς στα απέναντι ελληνικά λιμάνιαιsι και η μεγάλη κα
τανάλωση οφειλόταν στην ποιότητα κατασκευής και στην ποικιλία των ειδών ανάγκης οικια
κής και αποθηκευτικής χρήσης.
Η βίκα, η λαίνα, το μποτζόνι, η σγούρνα, ο κάνδαρος, για να κρατούν δροσερό το νερό, έμε
ναν αδιακόσμητα και αγυάλωτα. ·οσα όμως έπρεπε να είναι στεγανά, για να αποθηκεύουν λά
δι, κρασί, βούτυρο, εληές, ήταν περασμένα πρώτα με καστανό ή σκουροπράσινο χρώμα και
τελικά με έντονο γυάλωμαΕικ.12).Μεγάλη ποικιλία στο σχήμα είχαν τα λυχνάρια καθώς και
τα ειδικά μέτρα υγρών (βλέπε σχετικά κεφάλαια). Τη γενική πτώση της αγγειοπλαστικής παρα
γωγής μέσα στον 20ο αι. την ακολουθεί και η Ζάκυνθος.
ΗΗΕΙΡΟΣ
Στο τέλος του 18ου αιώνα η ηπειρώτικη μεταβυζαντινή κεραμική τέχνη με αξιόλογο καλλιτε
χνικό κέντρο την "Αρτα, τερματίζει οριστικά τη δική της πορεία.
Έτσι από την αρχή του 19ου αι. ο ηπειρώτικος λαός προμηθεύεται τα κεραμικά σκεύη από την
πλούσια παραγωγή της Κέρκυρας και της Ζακύνθου, ενώ τα τσουκάλια της μαγειρικής από τη
Σίφνο. Παράλληλα μεγάλη εισαγωγή μαγιόλικων κεραμικών από τα αδριατικά λιμάνια της Ι
ταλίας καλύπτουν τις ανάγκες για τα επιτραπέζια ειδικά σκεύη.
Το 1872 στα Γιάννινα ιδρύεται από την Ελληνική Κοινότητα ένα κεραμικό εργαστήρι, σύντο
μα όμως σε δυό χρόνια κλείνει με διαταγή της τουρκικής αρχής.ι6ι
Στην "Αρτα, γύρω στα 1821, ένας Σουλιώτης, ο Σπύρος Μανούσης, στήνει εργαστήρι με καμί
νι μέσα στο κέντρο της πόλης. Ο γιός του Βασίλης και τα εγγόνια του, Δημήτρης και Δαμιανός,
συνεχίζουν την τέχνη του προγόνου τους σε όλον το υπόλοιπο 19ο αι. ώς τα 1960 σχεδόν.
Ο Σπύρος Μανούσης έμαθε την πηλοπλαστική τέχνη στο διάστημα της προσφυγιάς του στην
Κέρκυρα και έπλαθε μεγάλες καπάσες (πιθάρια), μπότια (στάμνες νερού), μπαστάρδες (κου
ρούπια) φραγκούλες (μικρά κουρούπια), πιάτα, φλιτζάνες κ.λπ., όλα αλοιφωτά με γυάλωμα και
μερικά με σχετική ζωγραφική διακόσμηση.
Τον πηλό όλοι οι Μανούσηδες τον έπαιρναν από τον "Αραχθο ποταμό. Όταν κατέβαζε πολύ
νερό και γέμιζαν τα κοιλώματα με λάσπη, κάτω-κάτω κατέβαινε η άμμος. Στον καιρό της ξη
ρασίας, aποσπούσαν τη λάσπη, την έπαιρναν στο εργαστήρι, τη ζύμωναν με τα πόδια, τη χτυ
πούσαν με τον κόπανο και ο πηλός γινόταν μαλακός. Τα χρώματα τα έφτιαχναν μόνοι τους.
Από τα εργαστήρια των χαλκωματάδων έπαιρναν τη σκουριά, την ανακάτωναν με λεπτό μολυ
βδόχωμα και άλλες ουσίες. Με τις αναμίξεις αυτές δημιουργούσαν τα γνωστά πράσινα, καστα
νά χρώματα.
Το 1925-40 δούλευε στην 'Αρτα και άλλος πηλοπλάστης, ο Πανταζής Βαγγέλης, φερμένος και
αυτός από την Κέρκυρα. Χειροποίητα τούβλα κάποτες έβγαζε κάποιος Πέτας και αργότερα ο
γιός του Δημήτρη Μανούση, ο Τηλέμαχος.
Κεραμικά του 19ου και του 20ου αι. στην Ήπειρο σώζονται ακόμα, όμως οι έρευνες για σίγου
ρη απόδοσή τους στα εργαστήρια των Μανούσηδων έμειναν ως τώρα άκαρπες. Πολλά προδί
δουν την ηπειρώτικη καταγωγή τους από τις λεπτομέρειες στο σχήμα, που κληρονόμησαν από
τους προηγούμενους αιώνες, όπως το καμπύλο σχήμα της προχοής, την κίνηση της λαβής, το
σχήμα του λαιμού κ.λπ. (Εικ.11,14). Αντίθετα, στη διακόσμηση διαφέρουν ριζικά. Οι χοντρές
χρωματιστές πινελιές κινούνται απλοϊκά στην επιφάνεια χωρίς να σχηματίζουν ένα ολόκληρο .
θέμα (Α. Χαριτωνίδου)3J,ιο7,ιz4.
Η ΦΛΩΡΙΝΑ, όπως και το γειτονικό ΜΟΝΑΣΤΉΡΙ (Βιτώλια), κατά τον Τούρκο περιηγητή
Εβλιγιά Τσελεμπή, ήταν γνωστά τον 17ο αι. για τους Έλληνες κεραμίστες. 75 Πριν από το 1912
ακόμα, η Φλώρινα και το Μοναστήρι αποτελούσαν ένα από τα πιό σημαντικά κέντρα αγγειο
πλαστικής της Βαλκανικής, που ενισχύθηκε (η Φλώρινα) ακόμα περισσότερο το 1922, όταν ή ρ-
29
θαν οι Έλληνες πρόσφυγες αγγειοπλάστες από τη Μικρά Ασία. Την εποχή εκείνη λειτουργού
σαν στην πόλη αυτή 35 αγγειοπλαστικά μαγαζιά. Τότε ήταν που δούλεψε εκεί για λίγο και ο
Μηνάς Αβραμίδης. 107,124
Κατά την επίσκεψή μας το 1968 έκαιγαν στη Φλώρινα δύο μόνο καμίνια. Ήτ_αν και τα δυό
Μικρασιατών. Του Αναστάση Χατζηνίκου και του Αβράμη. Ο πρώτος είχε έρθει από τη Πρού
σα και ο δεύτερος απο την Κιουτάχεια. Δυό χρόνια αργότερα ούτε ένας πηλοτροχός γύριζε στη
Φλώρινα. ·γ στερα από χίλια ίσως χρόνια λειτουργίας τους τα σταμάτησαν τα πλαστικά, η με
τανάστευση και κάτι άλλ<.1ακόμα: τα λασπωμένα ιδιόκτητα μισοϋπαίθρια μαγαζιά τους βρέθη
καν μέσα στη μεγαλωμένη πια πόλη και στο χώρο τους χτίστηκαν πολυώροφες οικοδομές, που
το μεγάλο εισόδημα ήταν προτιμότερο από το λασπωμένο μεροκάματο του αγγειοπλάστη.
Και σε άλλα κέντρα της Δυτικής Μακεδονίας, όπως στο Άργος Ορεστικό, στην Κοζάνη κ.
α. ανθούσε κάποτε η τέχνη του Κέραμου . Τώρα όμως δεν ευδοκιμεί πιά για τους ίδιους λόγους
που έχει εξαφανιστεί από τη Φλώρινα. Στην Κοζάνη ώς το 1975, ένας μόνο μόρφωνε κανάτια
και μάλιστα μ ο ν α σ τ η ρ ι ώ τ ι κ ο υ τύπου. Ο γέρο Μιχάλης Μαγούλας. Αγωνιζόταν να
διατηρήσει την τέχνη των προγόνων του, οι οποίοι μέχρι τις αρχές του αιώνα και αργότερα απο
τελούσαν ολόκληρη Συντεχνία από κεραμίστες. Μεταξύ άλλων έπλαθαν μικρά λαγήνια αλει
φωτά πρασινωπά με ένθετες μαργαρίτες και παλιότερα κάτι σκουρόχρωμα κεραμιδιά με λεπτές
πρασινόασπρες γραμμωτές διακοσμήσεις. Και το βαρύ σταμνί με λειρί στο στόμιο (Εικ. 23) εί
ναι αντιπροσωπευτικό της παλιάς κοζανίτικης αγγειοπλαστικής.
Στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας επικρατούσαν οι διάφοροι τύποι του «κλειστού» αγ
γείου (κανάτια, σταμνιά), ενώ τα «ανοικτά» (κούπες, πιάτα) ήταν τα λιγότερα. Σε πολύ γενικές
γραμμές, τα «κλειστά» αυτά παραδοσιακά κανάτια της περιοχής θα μπορούσαμε να τα διακρί
νουμε σε δύο κατηγορίες . Στα «χωριάτικα» και στα «μοναστηριώτικα», που έχουν ένα κοινό
ζωγραφικό γνώρισμα. Σε αρκετά στο κάτω μέρος, χαμηλότερα από το χερούλι του αγγείου, η
κεραμιδιά τερρακότα παρουσιάζεται ακάλυπτη . Η όλη διακόσμηση συγκεντρώνεται συνήθως
στο ύψος από τα χερούλια περίπου μέχρι το στόμιο.
Ο «χωριάτικος τύπος» έχει τη φόρμα συνηθισμένου κανατιού μ' ένα ή δύο χέρια(Εικ. 18)ενώ
ο περιορισμένος ζωγραφικός διάκοσμός του με μπατα νά η αλειφωτό χρώμα αποτελείται από
λίγα γεωμετρικά σχήματα ή και ανεικονικές αόριστες ζωγραφιές.
Το κύριο διακοσμητικό γνώρισμα στα «μοναστηριώτικα» είναι τα aνορθωμένα κάπως χερού
λια, που μπορεί να είναι ένα έως τέσσερα (Εικ. 15,17,19). Πάντοτε όμως το ένα από αυτά σχη
ματίζεται από πήλινο σωλήνα που επικοινωνεί εσωτερικά με το σώμα του αγγείου, ενώ στην
καμπή του υπάρχει οπή, από την οποία προβάλλει μικρό επιστόμιο .
.Όταν το κανάτι αυτό είναι γεμάτο νερό το υγρό μπορεί να τρέξει και από τις δύο ανοιχτές
οπές. Αν όμως κλείσουμε με τον αντίχειρα το κύριο στόμιο το νερό δεν τρέχει ούτε απο το ανοι
χτό στενό επιστόμιο του χεριού. Στην περίπτωση αυτή το κανάτι μπορεί να θεωρηθεί σαν πήλινο
υδροπαιχνίδι (βλέπε σχετικό κεφάλαιο).
Τις φόρμες αυτές μόρφωναν ως πριν λίγα χρόνια τα εργαστήρια της Δυτικής Μακεδονίας που
δεν υπάρχουν πιά, ενώ τις πλάθουν ακόμα και σήμερα (1982) τόσο στη Νότια Αλβανία, Ι63 όσο
και στη γειτονική Γιούγκοσλαβία, όπως μας πληροφορούν οι εικόνες που παραθέτουμε. Πρό
κειται για δυό κανάτια από την περιοχή Μοναστηρίου(Εικ. 21, 22):Μαζί μ' αυτά δημοσιεύουμε
δύο όμοιου τύπου (Εικ.15 ·, 19), από εργαστήρια της Φλώρινας και της Κοζάνης του 1948. Και
τα γιουγκοσλάβικα και τα ελληνικά είναι το ίδιο τοπικα παραδοσιακά, αφού πριν από το 1913
η Νότια Αλβανία και Γιουγκοσλαβία, όπως και η Ελληνική Δυτική Μακεδονία, ανήκαν στην
ίδια τούρκικη επαρχία , η δε επικοινωνία Φλώρινας-Μοναστηριού ήταν συχνή και πυκνή. Δια
φορές υπάρχουν μόνο στη ζωγραφική διακόσμηση. Τα ελληνικά στολίζονταν με σκουρόχρωμα
συνήθως απλοϊκά σχέδια και καμιά φορά με επικόλλητα πλαστικά στοιχεία, ενώ τα γιουγκοσ
λαβικά τώρα με πιό ζωηρόχρωμα στολίδια, όπως είναι ένα είδος ζωγραφισμένης αγκράφας με
ανθόμορφο κέντρο και ακτινωτή κορυφή (Εικ.21)ή με ρ υ θ μ ι κ ά τ ρ ε ξ ί μ α τ α του χρώ
ματος(Εικ.22) . Και τα δυό αυτά πολύ διακοσμητικά στολίδια ήταν ιδιαίτερα αγαπητά από τον
μωαμεθανικό πληθυσμό, που αποτελούσε αισθητή μειονότητα της Αλβανίας, της Γιουκοσλα
βίας και της Βουλγαρίας . Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι τις ίδιες αυτές φόρμες τις συναν
τούμε, με την ίδια σχεδόν διακόσμηση, τόσο στους Μεταξάδες της Ελληνικής Θράκης όσο και
στις παραμεθόριες γειτονικές βουλγάρικες επαρχίες.
Άλλοι τύποι κανατιών της Δυτικής Μακεδονίας, που αποτελούν παραλλαγές των προηγού
μένων είναι της Εικ. 17 όπου ο πλούσιος πλαστικός διάκοσμος θυμίζει Τσανάκ-Καλέ.
30
Από το Καστοριανό γλωσσάρι της έκδοσης «Το αρχοντικό του Νεράτζη Αϊβατζή» 182 αντι
γράφουμε (σελ. 82-95) τις ακόλουθες ονομασίες για πήλινα οικιακά σκεύη χρήσης: ο
γ ο υ ρ γ ο υ λ ι ά ν ο ς = νεροσφυρίχτρα, το γ κ α β α ν ο ύ ζ ι πήλινο αποθηκευτικό αγγείο
για στέρεα ή ημίρευστα τρόφιμα, η κ α ν ά τ α πήλινο επιτραπέζιο δοχείο πόσιμου νερού, το
κ ιού π ι, πήλινο αποθηκευτικό πιθάρι για φαγώσιμα, το λ αί ν ι πήλινο σταμνί για τη μετα
φορά και την αποθήκευση πόσιμου νερού, το π ιθ ά ρ ι κιούπι, το σ τ α μ ν ί πήλινος λαϊκός
αμφορέας όπου διατηρείται για καταστάλαγμα το νερό, το τ σ ο υ κ ά λ ι πήλινο αποθηκευτι
κό για τουρσιά, πετμέζι, μέλι κ.λπ. Στο Νυμφαίο (Νέβεσκα) ονομάζουν ο υ α λ ά το πήλινο
τσουκάλι που έβραζε στο τζάκι τη φασουλάδα.2Ο8
Η ΠΕΡΙΟΧΉ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ . Σε κάθε μεγάλη πολιτεία, που έχει στα περίχωρα κατάλ
ληλες χωματερές, πλήθαιναν τα κεραμουργεία και τα αγγειοπλαστεία. Παράδειγμα η Θεσσα
λονίκη. Η παλιά αυτή πόλη, μ' ένα μεγάλο ποσοστό πληθυσμού από τις άπορες τάξεις, εξασφά
λιζε την κατανάλωση του φτηνού χειροποίητου πήλινου σκεύους, ενώ στην είσοδό της, τα Δια
βατά, προμήθευαν το πλούσιο αργιλούχο κοκκινόχωμά τους .
Τα ιθαγενή κεραμικά προϊόντα της Θεσσαλονίκης, εκτός από τα οικοδομικά, είναι τα κάθε
μορφής και χρήσης οικιακά σκεύη χωρίς ή με στοιχειώδη διάκοσμο. Όμως μετά το 1922, με
την εισροή στην πόλη τόσων προσφύγων αΠό την Τουρκία, συνέτpεξαν και άλλοι ευνοϊκοί πα
ράγοντες για τη μεγαλύτερη ανάπτυξη της τέχνης του Κέραμου. Αύξησε απότομα ο πληθυσμός,
ιδίως των λαϊκών μαζών, κύριων πελατών των αγγειοπλαστείων, ενώ έφθασαν στη Μακεδονία
εκλεκτοί κεραμίστες από τα ονομαστά ελληνικά και aρμένικα αγγειοπλαστικά κέντρα της Μι
κράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης. Με τον τρόπο αυτό ενισχύθηκε το τεχνικό αγγειοπλα
στικά δυναμικό στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, που αποτελείται πλέον από τους ντόπιους
κεραμίστες, τους παλιούς Σιφνιούς άποικους αγγειοπλάστες και από τους πρόσφυγες κανατά
δες. Οι τελευταίοι αυτοί είχαν την καταγωγή τους, οι περισσότεροι, από την Κιουτάχεια, από
την Προύσσα, και από την περιοχή Ικονίου, που ήταν περίφημη για τους 'Ελληνες σταμνάδες.ΙΟ6,
. 107, 108, 124
Πραγματικά την τρίτη εκείνη δεκαετία του αιώνα ιδρύθηκαν στην πόλη του Κάσσανδρου αρ
κετά πηλοπλαστικά εργαστήρια και βιοτεχνίες πήλινων οικοδομικών υλικών και υδραυλικών
εξαρτημάτων, όπως και διακοσμητικών αρχιτεκτονικών και ειδών οικιακής μεταχείρησης .'
Στα τελευταία αυτά παρουσίασε αργότερα αξιόλογη επίδοση ο Νικόλας Θεοδώρου που έχει
τις εγκαταστάσεις του στο συνοικισμό Νέο Κορδελειό της Θεσσαλονίκης. Ο Θεοδώρου, που κα
τάγεται από οικογένεια αγγειοπλαστών της Σίφνου, διατηρεί μιά σημαντική βιοτεχνία για γλά
στρες και πήλινα είδη υγιεινής. Όμως ο ίδιος έχει ακόμα κάτι μεταξύ χόμπυ και πάρεργης ε
παγγελματικής απασχόλησης. Φορμάρει και στολίζει πιάτα, κούπες κ.λπ. με εγχάρακτα βυ
ζαντινολογικά στοιχεία (Εικ. 24,26-29,31). Τα θέματα εμπνέεται από την πλούσια σ' αυτά δεύτε
ρη βυζαντινή πόλη του κόσμου, τη Θεσσαλονίκη, από τα ζωγραφισμένα πήλινα βυζαντινά και
μεταβυζαντινά ευρήματα που φανερώνει κάθε τόσο ο εκσκαφέας της οικοδόμησης, αλλά και
από τις εκδόσεις του είδους. Εκτός από τα δείγματα δουλειάς του Θεοδώρου που παραθέτουμε
εδώ, βλέπε δικά του πηλοπλαστικά και στα κεφάλαια «Αρχιτεκτονικά διακοσμητικά» και το
φωτιστικό της Εικ. 35.
Μαζί με τους άλλους πρόσφυγες ήρθαν το 1922 στη Θεσσαλονίκη από τη Μικρά Ασία και
δύο πολύ άξιοι αγγειοπλάστες. Από την Κιουτάχεια ο Μηνάς Αβραμίδης και από τη Προύσσα
ο Μακάριος Βαρδαξής, που τα θαυμαστά κεραμικά τους στολίζουν τώρα το Μουσείο Ελληνι
κής Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών. Ειδικά γι' αυτούς έχουμε αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος από
το κεφάλαιο με τίτλο «Οι Έλληνες Μικρασιάτες Αγγειοπλάστες στην Τουρκία και την Ελλάδα».
Ένας γιός του Μηνά, ο Αβραάμ, διατηρεί (1982) αγγειοπλαστικά εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη
και κατασκευάζει, μαζικά, φτηνά επιτραπέζια σκεύη, ενώ καμιά φορά σχεδιάζει επάνω σε πιά
τα, με τα χειρόγραφα αχνάρια του διάσημου πατέρα του. Δημιουργήματα του Βαρδαξή παρου
σιάζουν οι Εικόνες 32-34.
Κατά τα τελευταία χρόνια, τόσο ο Θεοδώρου, όσο και ο Αβραάμ χρησιμοποιούν ηλεκτροκί
νητους τροχούς, ενώ οι φούrνοι καίνε πετρέλαιο. Ο πρώτος απ' αυτούς όμως, με την ακρίβεια
τώρα του υγρού καύσιμου, μεταχειρίζεται ξανά τα πριονίδια. Τα όποιας αξίας όμως nαραδοσια
κά κατασκευάσματά τους είναι χειροποίητα, που τα αρχίζουν και τα τελειώνουν οι ίδιοι και αυ- '
τό έχει σημασία.
Το αγγειοπλαστείο Αδελφών Μεϊμάρη της Θεσσαλονίκης μόρφωνε, μεταξύ άλλων, σε καλού
πια κάτι aνθρωπόμορφους κουμπαράδες (Εικ. 30) όπως και παγωνιέρες, δηλαδή ένα είδος σαν
31
πολύ πλατειά κανάτια για κρύο νερό από κόκκινη πορώδη τερρακότα (Εικ. 36). Η εξάτμιση
του νερού της εφίδρωσης στην επιφάνειά τους, απορροφά θερμότητα πράγμα που υποβιβάζει
τη θερμοκρασία του δοχείου και του νερού που περιέχει. Όσο μεγαλύτερη είναι η ελεύθερη επι
φάνεια του δοχείου για εξάτμιση, σχετικά με τη μαζα του νερού, τόσο εντονώτερη είναι η ψύξη
του τελευταίου. ·
Στη σημερινή Θεσσαλονίκη, με αρωγή του ΕΟΜΜΕΧ, λειτουργεί Σχολή Κεραμικής της ΧΕΝ,
τριετούς φοίτησης, όπως και πολλά συγχρονισμένα εργαστήρια καλλιτεχνικών τάσεων, οργα
νώνονται δε και ατομικές ή ομαδικές εκθέσεις κεραμιστών .
-
ΑΝΑΤΟΛΙΚΉ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Η Ανατολική Μακεδονία παρουσιάζει σε πολλές περιοχές της
κατάλληλο για κεραμικά αργιλόχωμα. Περιγράφουμε στη συνέχεια τέσσερα αγγεία της. Απ' αυτά
το ένα προέρχεται από αγγειοπλαστείο της Δράμας, ενώ τα άλλα τρία από δύο εργαστήρια της
παράκτιας Νέας Καρβάλης. Όλα είναι πρωτόγονα πλασμένα σε ποδοτροχούς και ψημένα σε
καμίνια που έκαιγαν ξύλα 106, 107, ωs, 110.
Στη ΔΡΑΜΑ, που φημίζεται για το εξαιρετικό της αργιλικό κοκκινόχωμα, είχαν καταφύγει
μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή αρκετοί πρόσφυγες αγγειοπλάστες και κυρίως σταμνάδες
από την περιοχή του Ικ όνιου της Μ. Ασίας. Το αγγειοπλαστείο του Γιώργου Μιχαηλίδη στα πρό
θυρα της πόλης, μορφώνει και πήλινα οικοδομικά εξαρτήματα για αποχέτευση. Από τα αγγειο
πλαστικά του το πιθόμορφο βάζο (21 ,Ο χ 16,0 εκ.) προορίζεται για ημίρευστα ή λιπαρά τρόφι
μα. Το δοχείο αυτό (Εικ.39) έχει πλατύ στόμιο (διάμετρος 13,0 εκ.) και δεν έχει χερούλια, ούτε
διαμόρφωση ποδαρικού. Γύρω στο στόμιο και στο ανώτερο τμήμα της κοιλιάς του βάζου υπάρ
χει από ένας κύκλος με κυματοειδή γραμμή, ενώ στη μέση άλλος ένας ίσιος κύκλος. Όλοι οι
κύκλοι με άσπρο μπατανά, ενώ το σύνολο του αγγείου είναι μέσα έξω, εκτός από τη βάση, αλει
φωτό .
Η ΝΕΑ ΚΑΡΒΑΛΗ, που βρίσκεται 12 χιλιόμετρα ανατολικά της Καβάλας, ήταν ένας προ
σφυγικός συνοικισμός που φέρει το όνομα της Καρβάλης ενός χαμένου σημαντικού ελληνικού
αγγειοπλαστικού κέντρου της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασίαtιι,ιι6. Η παραθαλάσσια αυτή Μα
κεδονική περιοχή έχει πάρει τελευταία χαρακτήρα μεγάλου βιομηχανικού κέντρου, ενώ το τε
λευταίο παραδοσιακό αγγειοπλαστείο της έχει κλείσει πριν από χρόνια .
Στο αγγειοπλαστείο του ο Γιάννης Αλεξίου έπλαθε (1951) με ποδοτροχό ενώ το καμίνι του έ
καιγε ξύλα. Περιγράφουμε εδώ δυο από τα κεραμουργήματά του.
Εικ.40. Κούπα επιτραπέζια (7 ,Ο χ 19,0 εκ.) . Είναι αλειφωτή καφέ μόνο εσωτερικά, όπου το κοί
λο της διακοσμεί μεγάλη λεπτόγραμμη και πολύκυκλη έλικα από άσπρο μπατανά, που στρέφει
φυγοκεντρικά κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού και έχει μορφωθεί με το γύρισμα του
πηλοτροχού.
Εικ.41. Κούπα επιτραπέζια (7 ,Ο χ 20,0 εκ.). Είναι αλειφωτή καφέ μόνο εσωτερικά. Το βάθος
του κοίλου διακοσμείται με πολύκυκλη λεπτόγραμμη έλικα, που στρέφει φυγοκεντρικά κατά
τη φορά των δεικτών του ρολογιού και έχει γραφεί με τη βοήθεια του ποδοτροχού. Ένα γύρω
την περικλείουν ημιτονοειδής κυκλική γραμμή και προς τα χείλη λεπτοί κύκλοι. Τα γραμμικά
αυτά διακοσμητικά είναι και εδώ από άσπρο μπατανά.
Στο ίδιο πηλοπλαστικό εργαστήρι έπλαθαν μεταξύ άλλων και ανατολίτικα τουμπελέκια. Τα
παρουσιάζουμε στο κεφάλαιο με τα πηλοπαιχνίδια .
Το περίτεχνο κανάτι τηςΕικ.38(37 ,Ο χ 17,0 εκ.) προέρχεται από το αγγειοπλαστείο του Γ. Τσα
ταλπά που λειτουργούσε πριν από το 1962 στη Νέα Καρβάλη. Έχει βούλωμα με κυματιστό περί
γραμμα, ενώ η φόρμα του και τα επικολλητα ασημοβαμμένα, διακοσμητικά θυμίζουν τεχνοτρο
πία εργαστηρίων του Ελλήσποντου.
Το τελευταίο αυτό κανάτι ανήκει στον ΕΟΜΜΕΧ από το 1962, ενώ τα λοιπά αγγεία της Ανα
τολικής Μακεδονίας που παρουσιaσαμε εδώ, στο Μουσείο Λαϊκής Κεραμικής Κυριαζοπούλου.
32
Γενικά στην Ανατολική Μακεδονία η λαϊκή αγγειοπλαστική και αγγειογραφία μπορεί να μην
παρουσιάζει εξαιρετικά δείγματα, όμως οι φόρμες εμφανίζουν πολύ καλές αναλογίες και αισθη
τικά ικανοποιητικές καμπύλες.
ΘΑΣΟΣ . Στη Θάσο με την αρχαιότατη και πλουσιότατη αγγειοπλαστική παράδοση, όπως μαρ
τυρούν και τα εκθέματα του Αρχαιολογικού της Μουσείου, καπνίζουν ακόμα δυο μόνο καμίνια.
Λειτουργούν, το ένα κοντά στο άλλο, στη θέση Πλατάνια , που βρίσκεται στη βόρεια ακτή του
νησιού, επάνω στον περιφερειακό δρόμο, δυτικά και όχι μακριά από την πρωτεύουσα
ΛιμέναΙΟ7,ΙΟs,ιιs,ι24.
ΘΡΑΚΗ
Η ΘΡΑΚΗ είναι πατρίδα το Διόνυσου, που ήταν ένας Φρυγικο-Θρακικός Θεός . Από την περιο
χή λοιπόν της Θράκης, που έχει το πιο γόνιμο aργιλόχωμα για πηλοπλαστική, ξεκίνησε ο Διό
νυσος για να πολιτογραφηθεί στην Ελληνική Μυθολογία και να ενταχθεί στο Πάνθεό της σαν
(μαζί με τόσα άλλα) πατέρας του Κέραμου, του Αθηναίου αρχηγέτη των Κεραμέων.
Από τα τόσα κεραμικά κέντρα της Ελληνικής Θράκης, θα περιοριστούμε σε τέσσερα, που
κατά τη γνώμη μας είναι και τα σημαντικότερα. Την Ξάνθη, την Κομοτηνή4Ο, το Σουφλί και τους
Μεταξάδες .
Στην ΞΑΝΘΗ λειτουργεί το αγγειοπλαστικά εργαστήρι του Ιορδάνη Παναγιωτόπουλου, που
πλάθει οικιακά σκεύη(Εικ.47), αλλά και πηλοσωλήνες, καπνοδόχους κ.ά . Ο πατέρας του κερα
μίστα ήταν αγγειοπλάστης στην Προύσσα της Μ . Ασίας απ' όπου ήρθε το 1922. Τότε είχαν έρθει
στην Ξάνθη και αρκετοί σταμνάδες από την περιοχή του Ικονίου .
Ο αγγειοπλάστης της ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ Μαρουδής Κιουπτζής γεννήθηκε στην πόλη αυτή, ο πα
τέρας του όμως, αγγειοπλάστης κι αυτός όπως μαρτυρεί το επώνυμό του, ήρθε πρόσφυγας το 1922,
από τις Σαράντα Εκκλησίες της Ανατολικής Θράκης, όπου ανθούσε η αγγειοπλαστική . Ο Κιου
πτζής της Κομοτηνής πλάθει, ανάμεσα σε άλλα, κάτι μικρές κούπες φαγεντιανές, που τις στο
λίζει με πολύ ωραία παραδοσιακά ζωγραφικά μοτίβα. Και ο κεραμίστας Χαράλαμπος Ιωαννί
δης,' από τις Σαράντα Εκκλησίες και αυτός, πλάθει θυμιατά, κουμπαράδες και άλλα.
33
Στο ΣΟΥΦΛΙ, στην όχθη του ποταμού Έβρου, λειτουργούσε (1975) το οικογενειακό αγγειο
πλαστείο του Δημήτρη Παπαβλασοκούδη, στην οικογένεια του οποίου δίδαξε την τέχνη ο κε
ραμίστας Βάγιας από την Ανατολική Θράκη.
Στο αγγειοπλαστείο αυτό, σωστό κεραμιδαριό, φορμάρουν κάθε λογής χρήσιμο σκεύος, ό
πως: τσόλια, μεγάλες πήλινες θεραπευτικές βεντούζες, τσιαρδούδα- μικρά λαϊνάκια μ ' ένα χε
ρούλι για το βράσιμο όσπριων, κυρίως φασολιών, και ακόμα τον τέντζερη, είδος πήλινης κανά
τας για το βράσιμο οσπρίων, τεντζερούδι πήλινο γιουβετζάκι για το μαγείρεμα κρέατος και μπρίκι,
πήλινο κανάτι που εκτός από το κύριο φαρδύ στόμιο για την πλήρωση έχει επί πλέον ένα πλαϊνό
στενό ράμφος (μια προχοή) για την κένωση με βραδύ ρυθμό. Ο τελευταίος αυτός τύπος που είχε
μεγάλη διάδοση στη Βόρεια Ελλάδα και το Ελληνικό Αιγαίο , απαντάται σε διάφορες πα-ραλλα
γες, και όχι μόνο πήλινο αλλά και μετάλλινο μπρίκι, στην ευρύτερη γενικά περιοχή της Ανατο
λικής Μεσογείου. Παραθέτουμε στις Εικ . 47 και 48 δύο τύπους του είδους αυτού από τη Θράκη.
Οι ΜΕΤ ΑΞΑΔΕΣ του Νομού Έβρου ήταν κάποτε το πιο φημισμένο χωριό, τόσο για τη γνή
σια παραδοσιακή αρχιτεκτονική του 45, όσο και για τα πολύ διακοσμητικά κεραμουργήματα ,
μερικά από τα οποία(Εικ. 45,49),όπως είπαμε στο κεφάλαιο για τη Δυτική Μακεδονία, παρου
σιάζουν πολλές ομοιότητες με ανάλογα που δημιουργούν στη Νότια Γιουγκοσλαβία και τη Νό
τια Βουλγαρία. Σημειώνουμε ακόμα πως στην άλλη όχθη των εκβολών του "Εβρου ανθούσε πρc
του '22 η περίφημη για τα πιθάρια της ελληνική πόλη Αίνος26.
ΘΕΣΣΑΛΙΑ
Η δυνατή αργιλική λάσπη της Θεσσαλικής γης έσωσε κάποτε τους Κένταυρους από τη μανία
του Ηρακλή. Μυθολογείται σχετικά πως όταν τους κυνηγούσε ο ημίθεος, η μητέρα των Κένταυ
ρων Νεφέλη έριξε μια νεροποντή που δημιούργησε παχύ θεσαλικό πηλό, στον οποίο γλιστρούσε
ο δίπους ήρωας, ενώ έτρεχαν με αρκετή άνεση οι τετράποδες αλογάνθρωποι.
Ο ΒΟΛΟΣ θεωρείται σημαντικό κέντρο για κεραμικά οικιακής χρήσηςιο7 , Ι24 όπως και οικο
δομικά. Φυσικά η κατασκευή των προϊόντων αυτών στα οχτώ βολιώτικα αγγειοπλαστεία του
1968,έχει και εδώ αρκετά μηχανοποιηθεί .
Σημειώνουμε την πολύ αξιόλογη πρωτοβουλία του Τμήματος Βόλου του ΕΟΜΜΕΧ (τότε ΕΟ
ΕΧ, προϊστάμενος Κίτσος Μακρής) να ενθαρρύνει, καθοδηγήσει και βοηθήσει μια ομάδα κορι
τσιών της πόλης αυτής στη μόρφωση και φιλοτέχνηση κεραμικών στολισμένων με τοπικά πα
ραδοσιακά θέματα. Με τη δουλειά τους αυτή παρουσίασαν και αντίγραφα από αναμνηστικές
ζωγραφιές πιάτων, που είχαν κυκλοφορήσει την εποχή της · ένωσης της Θεσσαλίας με την
Ελλάδαιο9, όπως και κεραμικές πλάκες με χρωματισμένα διακοσμητικά αποτυπώματα λαϊκών
. λιθανάγλυφων που στολίζουν παλιές εκκλησιές του Πηλίου.
Παραθέτουμε μερικά δείγματα των αγγειοπλαστείων της συνοικίας «Τα Παλ~ά» του Βόλου
(Εικ . 52-54). Ειδικά το παλιό κανάτι από γυμνή τερρακόττα των Εικ. αυτών (δωρεά Ψαροπού
λου), παρουσιάζει πλούσιο διάκοσμο με επικόλλητα πλαστικά στολίδια, όπως στέμμα Δυνα
στείας Γεωργίου Α", φυτόμορφα κλαδιά, ροζέτες και δύο επιγραφές (Ει κ. 52-54): ΑΓΓΙΟΠΛΑ
ΣΤΙΟΝ Ε. ΝΟΥΜΗΣΙΣ Β. ΣΙΦΝΙΟΥ ΙΝ ΒΟΛΟ και ΟΠΟΡΟΠΟΛΙΟΝ ΧΡΙΣ. Π. ΛΟΥΤΣΟΥ ΒΟ
ΛΟ. Τον παλιό καιρό τα μανάβικα πουλούσαν, ακόμα, κανάτια και καλάθια.
Και σε άλλες περιοχές της Θεσσαλίας ευδοκιμούσε η κεραμουργία και η αγγειοπλαστική, ό
πως στην Αγιά, στον Τύρναβο, στην περιοχή Τρικάλων ( 50,55,56), στην Καρδίτσα (λειτουργεί
ακόμα ένα εργαστήρι) όπως και στα χωριά της Φανάρι και ΚανάλιαΙ37_ Το πρώτο είναι ονομα
στό για τις στάμνες και τα κανάτια του από κοκκινόχωμα. Ένα από αυτά με ωραιότατο κολλιέ
από άσπρο μπατανά παρουσιάζει η Εικ. 58 . Τα Κανάλια πάλι είναι πολύ γνωστά για τα κεραμί
δια και τα τούβλα τουςι3s. Σ' ένα μικρό Λαογραφικό Μουσείο του χωριού αυτού έχουν συγκεν
τρωθεί δείγματα και παραδοσιακά σύνεργα των παλιών κεραμάδων του.
Αγγειοπλαστεία πρέπει να είχε κατά τους τελευταίους αιώνες και η Λάρισα τα οποία μάλιστα
μόρφωναν κάτι ιδιότυπα υδροδοχεία. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούν πρόσφατα ευρήματα65 .
34
EYBOIA. Ονομαστά είναι σε όλη την Ελλάδα τα κεραμίδια της ΧΑΛΚΙΔΑΣ στην περιοχή
της οποίας, όπως και σε άλλα σημεία του μεγάλου νησιού, έπλαθαν και αγγειοπλαστικά σε πα
τροπαράδοτους ποδοτροχούς και σε αρκετά μεγάλη ποικιλία. Παρουσιάζουμε εδώ τέσσερα δείγ
ματα της ευβοϊκής αυτής δραστηριότητας. Το ένα (Εικ. 59), προέρχεται από την περιοχή Ξηρο
χωρίου (Ιστιαίας), ενώ τα υπόλοιπα (Ει κ. 60,61 ,62) από εργαστήρι της Χαλκίδαςι 24 • 107 •
Στη ΣΚΟΠΕΛΟ ανθοuσε η λαϊκή κεραμικήtΟ6,ιο7,ΙΙ3 , Ι24 , 213 με κεραμίστες όμως που είχαν έρ
θει από άλλα μέρη. Κάποτε είχε φτάσει στο νησί, από ένα άλλο νησί, τη Σίφνο απ ' όπου κατά
γονται οι περισσότεροι αγγειοπλάστες της Παλιάς Ελλάδας, ο Θεμιστοκλής Χρυσοχού και έ
στησε τροχό και καμίνι στην κορυφή του Κάστρου της Σκοπέλου. Η θέση αυτή ονομάζεται και
σήμερα Τσουκαλαριά. Οι γιοί του Μαστρο-Θεμιστοκλή έπλαθαν ως πριν μερικά χρόνια (1950)
με τοπικό κοκκινόχωμα, ανάμεσα σε άλλα και κάτι ωραίες κανάτες, ένα είδος μαστραπάδων,
για το επιτραπέζιο νερό. Έχουν (Εικ.64) τα λεπτότερα τοιχώματα που γνωρίζω σε χειροποίητα
ελληνικά αγγεία τερρακότας .
Ο αγγειοπλάστης Νικόλας ΡόδιοςΙ9 ήρθε από την Αθήνα και εγκαταστάθηκε πριν από χρό
νια στη Σκόπελο. Μόρφωνε, εκτός από τις δικές του λαϊκές επινοήσεις και αντίγραφα αρχαίων
ελληνικών αγγείων. Η δουλειά του σ' αυτά ήταν εξαιρετική και έχει αναγνωριστεί και τιμηθεί
από χρόνια σε διεθνείς εκθέσεις τόσο της Ευρώπης όσο και της Αμερικής. Δείγματα της δου
λειάς υπάρχουν στη Λαογραφική Συλλογή του Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης (Εικ.63),στο Μου
σείο Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών και στην ιδιωτική Συλλογή Γιώργου Παραλή στη Θεσσαλονίκη
(Εικ.65). Ο γιός του Νικόλα, ο Βασίλης, εξακολουθεί το πατρικό έργο στο νησί . Μερικά αγγειο
πλαστικά του υπάρχουν στο ίδιο Μουσείο των Αθηνών.
«Στην άκρια της άσπρης πολιτείας της Σκόπελος δίπλα στη θάλασσα», γράφει ο Κίτσος
Μακρήςn6« είναι στημένο το χαμηλό εργαστήρι του Βασίλη Ρόδιου. Μια αυλή με γλάστρες και
κληματαριά σε περνάει στο δωμάτιο, όπου βρίσκεται ο τροχός, ένας πάγκος και λίγα ράφια.
Στην άκρια το «ψυγείο» χτιστό χαμηλό ντουλάπι για να διατηρούνται νωπά τα μισοτελειωμένα
αγγεία. Ο τροχός είναι απλός και κινείται με το πόδι. Για εργαλεία του, λίγες ξύλινες γλυφίδες
και προπαντός τα δάχτυλα που πλάθουν με σοφία τη μαλακή ύλη. Όταν βλέπεις τον τεχνίτη
να δουλεύει, λες και όλη του η ζωή συγκεντρώνεται στις άκριες των δακτύλων του».
Η ΣΚΥΡΟΣ, ήταν γνωστή από την αρχαιότητα για την πηλοπλαστική δραστηριότητα των κα
τοίκων της . Η σύγχρονη αγγειοπλαστικήιο6,ΙΟ7 , Ι24,2Ο2,203 , 2ΙΙ στο Αιγαιοπελαγήτικο αυτό νησί δια
κρίνεται σε δυο κατηγορίες. Στην παραδοσιακή μόρφωση αγγείων από κόκκινη τερακότα και
το στολισμό τους με πλουμίδια από άσπρο μπατανά και στα αλειφωτά σκεύη που μιμούνται
στη φόρμα και τα διακοσμητικά ξένα πρότυπα φερμένα από Δύση, Ανατολή ή ακόμα και Ά πω
Ανατολή .
Κατά την παραδοσιακή αγγειοπλαστική της Σκύρου, που είναι μια από τις πιο διακοσμητι
κές και γοητευτικές στο χώρο της ελλαδικής κεραμικής, μορφώνονται διάφορα αγγεία, που α
ποτελούν σπιτικά στολίδια της αλώνης (οικοσκευής), του σκυριανού σπιτιού , ενώ άλλοτε ήταν
και οικιακής χρησιμοποίησης2ο2.
Πλασμένα από κοκκινόχωμα έχουν πυκνά συνήθως πλουμίδα σε ολόκληρη ή στο μεγαλύτε
ρο μέρος της επιφάνειάς τους. Στη συνέχεια αναφέρουμε μερικά απ ' αυτά σύμφωνα με περιγρα
φές του Μ. Φαλτάιτς203.
Το ζαμπλούμιστο σταμνί έχει σ ' όλη την επιφάνειά του άσπρα πλουμίδια . Μ ε το σταμνί αυτό
φέρνουν οι κοπέλες το επιτραπέζιο νερό στους καλεσμένους του γάμου. Το μισοπλουμουδισμέ
νο σταμνί έχει διάκοσμο μόνο στο ανώτερο τμήμα του. Γιατί όταν στέκει μισοπλαγιασμένο στο
σταμνοστάτη μόνο το τμήμα αυτό είναι ορατό . (Για το σταμνοστάτη ή σταμνοθήκη βλέπε Κε
ραμικά Κυκλάδων (Μύκονος) του τόμου αυτού). Τα σταμνιά δεν έχουν πήλινο πώμα. Το στόμιό
τους κλείνει με σφουγγάρι, κλειστό κουκουνάρι ή θύμια.
Οι κρυολόγοι (Εικ.66,67,70) είναι τα σκυριανά κανάτια για κρύο νερό. Έχουν συνήθως δυο
ή τέσσερα κύρια χερούλια και ο διάκοσμός τους είναι, τόσο ζωγραφικός με άσπρο πολτό , όσο
και πλαστικός. Ο τελευταίος, που είναι το ίδιο πολυσύνθετος και πυκνός με το ζωγραφικό, α-
35
ποτελείται από θηλιές που τρέχουν επάνω στα χερούλια και κάτι πουλάκια στις κορυφές. Όλα
αυτά δίνουν στο σύνολο ανάλαφρη εντύπωση μπουκέτου από πήλινους φιόγκους. Η εναλλαγή
ακόμα του άσπρου μπctτανά με το ζωντανό κεραμίδι αυξάνει την αίσθηση του φανταχτερά στο
λισμένου διακοσμητικού, που όμως είναι αισθητικά ικανοποιητικό. Μιμήσεις κρυολόγων Σκύ
ρου είναι γνωστές στη Σίφνο, όπως και στη Θεσσαλονίκη (Θεοδώρου).
Οι κρυολόγοι που είνάι από τα πιο στολισμένα διακοσμητικά κεραμικά του νησιού, και της
Παλιάς Ελλάδας, οφείλουν την ονομασία τους στο ότι διατηρούν το καλοκαίρι δροσερό το πό
σιμο νερό, κι αυτό γιατί τα πορώδη τοιχώματα των κανατιών αυτών είναι λίγο πολύ υδροπερα
τά από το υγρό περιεχόμενο. Έτσι η επιφάνειά τους σκεπάζεται μόνιμα μ' έναν ιδρώτα νερού,
η εξάτμιση του οποίου, και μάλιστα με το θερινό μελτέμι, απορροφά θερμότητα από τον ψημέ
νο πηλό και στη συνέχεια από το νερό του αγγείου, με αποτέλεσμα κάποια μείωση της θερμο
κρασίας του .
Τσουκάλια ονομάζουν οι Σκυριανοί κάτι μεγάλα ποτήρια του νερού με χερούλι από ακάλυ
πτη, αλλά ζωγραφισμένη με ασβέστη τερακότα. Φιλοτεχνούν ακόμα, με μπατανά πάντα και
άλλα όπως γλάστρες (Εικ.71) και ανθοδοχεία, θυμιατά, μαγκάλια, πήλινα υδροπαιχνίδια κ.ά.
Όλα αυτά αποτελούν σήμερα στοιχεία διακόσμησης του νησιώτικου σπιτιού, ενώ κάποτε ήταν
και χρηστικά. Όταν πίνεις νερό με σκυριανό τσουκάλι αισθάνεσαι μιαν ευχάριστη γεύση-οσμή
του φρεσκοψημένου πηλού, που χάνεται όμως σιγά-σιγά με τον καιρό και τη χρήση . ~
Εκτός από τα πάρα πάνω, αναφέρουμε τηy κανάτα, που αποτελεί επιτραπέζιο σκεύος για νε
ρό ή κρασί, όπως και το φαβοτσούκαλο που είναι πήλινο αγγείο της φωτιάς και το μόνο παρα
δοσιακό που δεν πρέπει να έχει γραφικό διάσκοσμο. Πήρε τ' όνομά του από τη φάβα, που απο
τελεί το πιο αγαπητό όσπριο του Σκυριανού. Το κιούπι, δηλ. το αποθηκευτικό πιθάρι, έχει εδώ
διακοσμητικά ζωνάρια με δαχτυλιές .
Ο Φαλτάιτς στην ωρα!α εργασία του που αναφέραμεzω απαριθμεί και διάφορα άλλα σκυρια
νά πηλοπλαστικά.
Όπως είδαμε τα σκυριανά αγγειοπλαστικά, εκτός από εκείνα της φωτιάς, έχουν την επιφά
νειά τους στολισμένη με γραμμικά πλουμίδια και ξόμπλια, που ο Σκυριανός ή η Σκυριανήzιι
έχουν φιλοτεχνήσει με άσπρο aσβεστούχο πολτό (μπατανά) με το πλουμουδιστήρι(Εικ. 72), ένα
μικρό, πήλινο κι αυτό, αγγείο που παίζει στην περίπτωση τον ρόλο «πινέλου διαρκείας». Το
χειρίζονται στη Σκύρο με πολύ ευχέρεια, σταθερότητα και πηγαία ανώτερη αισθητική.
Πολλά από τα σχέδια που στολίζουν τα κεραμικά του νησιού είναι δανεισμένα από τα ονομα
στά παραδοσιακά κεντήματά του . Συνήθως αυτά είναι πουλάκια, ψαράκια, φανταστικά πλεού
μενα, φυτόμορφα ή ακόμα γιρλάντες και γραμμικά γεωμετρικά μοτίβα.
Τα τελευταία χρόνια φιλοτεχνούν, όπως είπαμε, στη Σκύρο και αλειφωτά φαγεντιανά που στο
μεγαλύτερό τους μέρος είναι στολισμένα με αντίγραφα ή αναμορφώσεις διακοσμητικών από
ξενοφερμένα κεραμικά . Με τα τελευταία αυτά πρότυπα στόλιζαν άλλοτε τα ράφια και τους τοί
χους των σπιτιών τους οι εύποροι του τόπου. Ανάμεσα σ' αυτά υπάρχουν και σκυριανοί μαστρα
πάδες που μιμούνται τους ομώνυμους ιταλικούς 113 •
Σήμερα λειτουργούν στην τουριστική ακτή «Μαγαζιά» της Σκύρου, μερικά αγγειοπλαστεία
(μαγαζιά), τα οποία αν και είναι εφοδιασμένα με σύγχρονα μηχανικά μέσα, μορφώνουν ακόμα
και στολίζουν τα σταμνοτσούκαλα κατά τον παραδοσιακό τρόπο.
Η πληρέστερη συλλογή από πήλινα σκεύη του νησιού υπάρχει στο «Ιστορικό και Λαογραφι
κό Μουσείο Φαλ τάιτς» της Σκύρου, ενώ αρκετά από αυτά στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κε
ραμικής Αθηνών και λιγοστά στη Λαογραφική Συλλογή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και
αλλού.
ΑΤΤΙΚΉ
Η αρχαία ΑΘΗΝΑ, πατρίδα του γενάρχη των κεραμιστών, μυθικού Κέραμου, είχε ιδιαίτερο
Δήμο των Κεραμέων, τα δε αγγειοπλαστικά αριστουργήματα της αθηναϊκής αρχαιότητας είναι
από τα περιφημότερα του κόσμου.
Όπως η Θεσσαλονίκη έχει τα Διαβατά για προμήθεια της πρώτης ύλης, έτσι και η Πρωτεύου
σα έχει το Μαρούσι και την Καλογρέζα, αν και τώρα τελευταία εκατό περίπου αγγειοπλαστικά
εργαστήρια, μικρά και μεγάλα, παρουσιάστηκαν σε όλες τις συνοικίες της και στις πιο απίθα
νες γωνιές του αττικού λεκανοπεδίου. Όλα όμως αυτά λειτουργούν τώρα πια με έτοιμο ;τηλό
βιομηχανικής κατασκευής, ηλεκτρικό φούρνο και ηλεκτροκίνητο πηλοτροχό.
36
Το ΜΑΡΟΥΣΙιΟΊ.ιz4.224 όχι μόνο .είναι το παλιότερο κέντρο στην Αττική αλλά και το μεγαλύτε
ρο στην Ελλάδα από την άποψη πλήθους αγγειοπλαστικών εγκαταστάσεων. Το αγγειοπλαστι
κά όμως Μαρούσι είναι δημιούργημα της Σίφνου.
Όπως κατά τη μυθολογική εποχή η μητέρα του Κέραμου καταγόταν από την Κρήτη, που εί
ναι το νησί με την πιο παλιά πηλοπλαστική παράδοση, έτσι και στους χρόνους μας η ευγενικιά
τέχνη του Αθηναίου ήρωα ήρθε ουσιαστικά στην Αττική από ένα ωραίο κυκλαδονήσι, τη Σίφνο.
Πολλοί Σιφνιοί, που είναι οι καλύτεροι λαϊκοί αγγειοπλάστες της Παλιάς Ελλάδας, άφησαν
κάποτε το νησί τους γιατί η Πρωτεύουσα τους πρόσφερε τότε, μαζί με άφθονη πρώτη ύλη, και
πλατύ καταναλωτικό κοινό, αφού η Αθήνα ήταν το μεγάλο αστικό κέντρο της Χώρας.
Ήρθαν λοιπόν οι πρώτοι Σιφνιοί στην Αθήνα κατά τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου
αιώνα και έφεραν μαζί την παραδοσιακή τέχνη του νησιού και τα μυστικά της τεχνικής της.
Λίγο αργότερα ήρθε στην Αθήνα και ο πρωτομάστορας της τέχνης ο Βαγγέλης Ποντολιός, στον
οποίο οφείλουν πάρα πολλά οι ομότεχνοι απόγονοί του και η πηλοπλαστική γενικά. Στον αρχι
κό αυτόν όμιλο άξιων αγγειοπλαστών διακρίνουμε τους Δελαβίνια, Καρδιακό, Καλογήρου, Φι
λιππαίους, Πήλικα και άλλους.
Στην αρχή οι Σιφνιοί του Μαρουσιού έπλαθαν κάτι μικρές στάμνες από κοκκινόχωμα της Κα
λογρέζας, με τις οποίες οι Μαρουσιώτες νερουλάδες ξεδιψούσαν για πολλά χρόνια τους Αθη
ναίους. Μαζί με τις στάμνες μόρφωναν και άλλα οικιακά σκεύη. ΣτιςΕικ.73,76παρουσιάζουμε
. μερικά δημιουργήματα του Μαρουσιού εκείνου.
Και ο Πειραιάς είχε τις από παλιά γνωστές χωματερές του στην Παλιά Κοκκινιά, τη σημερινή
Νίκαια. Μετά το 1922 πολλαπλασιάστηκαν τα καμίνια της περιοχής !Χυτής με τον ερχομό της
προσφυγιάς των κεραμιδάδων από τη Μικρά Ασία. Οι περισσότεροι απ' αυτούς ήταν σταμνά
δες από την περιοχή του Ικονίου. Μαζί τους όμως είχε έρθει και ένας περίφημος λαϊκός καλλι
τέχνης του πηλού από το Τσανάκ-Καλέ του Ελλήσποντου. Πρόκειται για τον Δημήτρη Μυγδα
ληνό που μας απασχολεί στο ιδιαίτερο κεφάλαιο για τους Μικρασιάτες αγγειοπλάστες.
Στην περιοχή του Πειραιά, στο Νέο Φάληρο, είχε ιδρυθεί από το Δαμίγο και λειτουργούσε
από το 1910 το εργοστάσιο «Κεραμεικός», που περιλάμβανε και τμήμα χειροποίητης παραδο
σιακής αγγειοπλαστικής και αγγειογραφίας. Ένα άλλο εργοστάσιο, η «Κιουτάχεια», λειτούρ
γησε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, γύρω στο 1925, με πρωτοβουλία του Σμυρνιού Μηνά
Πεσματζόγλου και τη βοήθεια της Εθνικής Τραπέζης. Ο επιτοίχιος διάκοσμος των γραφείων
της Βουλής των Ελλήνων αποτελείται από ζωγραφισμένα πλακάκια με ανατολίτικη τεχνοτρο
πία. Οφείλεται στα εργαστήρια της «Κιουτάχειας» του Φαλήρου. Στην προσπάθεια αυτή, που
μας απασχολεί και σε άλλο κεφάλαιο, είχαν συνεργαστεί και σημαντικοί 'Ελληνες πνευματικοί
άνθρωποι και καλλιτέχνες, όπως ο Στρατής Δούκας, ο Φώτης Κόντογλου, ο Πάνος Βαλσαμά
κης, ο Μηνάς Αβραμίδης και άλλοι. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί εδώ πως στην προκοπή τόσο
του «Κεραμεικού» όσο και της «Κιουτάχειας», στη χειροποίητη παραδοσιακή αγγειοπλαστική
είχαν συμβaλει, εκτός απ' τους Έλληνες και εκλεκτοί Αρμένιοι Μικρασιάτες πρόσφυγες ομό
τεχνοί τους. Μια άλλη βιοτεχνο-βιομηχανία παραδοσιακών διακοσμητικών κεραμικών, που λει
τούργησε προπολεμικά στην Αττική ήταν ο «Κέκρωψ».
ΑΙΓΙΝΑ
Στους παλιούς Αθηναίους ήταν γνωστή η Αίγινα για δυο πράγματα. Για το Ναό της Αφαίας
στους λίγους και για τα κανάτια της στους πιο πολλούς, που ήταν κάτι ασπροκίτρινα πορώδη
αγγεία, με φαρδύ στόμιο και ένα ή δυο χερούλια (Εικ.8ι). Αιώνες ολόκληρους αποτελούσαν τα
πιο επιθυμητά θερινά σκεύη της νοικοκυράς του Πειραιά και της Αθήνας, στην πριν από το ηλε
κτρικό ψυγείο εποχή. Το αιγινήτικο κανάτι για «κρύο νερό», όπως και οι πλανόδιοι γυρολόγοι
κανατάδες με τα γαϊδουράκια τους ήταν τόσο αγαπητοί, ώστε δικαιολογείται το πάσίγνωστο
λαϊκό τραγουδάκι του «Μπάρμπα-Γιάννη Κανατά». Επιζεί ακόμα και ύστερα από τα κανάτια
του.
Τον παλιό εκείνο καιρό έφταναν με τα καiκια στην αγορά του Πειραιά κατά χιλιάδες τα πη
λοπαστικά αυτά που εξασφάλιζαν τη δροσιά στους αγοραστές τους, όταν στα κουφωτά παρα
θυρόφυλλα, πλάι σε μια γλάστρα βασιλικού, τα χάιδευε ο μπάτης ή το μελτέμι. Έτσι αποτελού
σαν όχι μόνο πηγή δροσιάς αλλά φαίνεται και έμπνευσης, όπως τουλάχιστον μας βεβαιώνει ο
Ελύτης γράφοντας: «Κανάτια υπομονετικά στου Αιγαίου τα παραθύρια ... »
37
Τα συμπαθητικά αυτά σκεύη έχουν τώρα πια aχρηστευτεί, τουλάχιστον σχετικά με τον πα
λιότερο προορισμό τους. Όμως λιγοστά αιγινήτικα κανάτια από κίτρινη πάντα πασπάρα φιλο
τεχνεί ακόμα ο παραδοσιακός αγγειοπλάστης του νησιού Γιάννης Σημαντώνης και ζωγράφιζε
με βερνικοχρώματα ο επίσης Αιγινήτης λαϊκός ζωγράφος Πέτρος Κάτσας, για το έργο του ο
ποίου έχει αφιερώσει ο Αλέκος Φασιανός ένα εικονογραφημένο σημείωμα στο «Ζυγό»2Ο4 . Τα
κανάτια αυτά (Εικ.78-80), που αγοράζονταν σαν αναμνηστικά, ήταν στολισμένα από τον Κά
τσα με ζωηρόχρωμα λουλούδια, σημαίες, βαποράκια της γραμμής Πειραιά-Αίγινας και άλλα.
Ένας άλλος τεχνίτης του πηλού ο Παντελής Λυκούρης στόλιζε κανάτια (1969) με επικόλλητα
εξώγλυφα διακοσμητικά μορφωμένα σε μικρά καλούπια.
Στις εικόνες 77,81 και 82 παρουσιάζονται δείγματα της παλιότερης αιγινήτικης αγγειοπλα
στικής.
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Όπως η Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος, αν και είναι περιοχή αρκετά πλούσια σε αργι
λούχες χωματερές, στη δε αρχαιότητα είχε πρωτεύσει (Κόρινθος) σε πηλοπλαστικά αριστουρ
γήματα, στις μέρες μας δεν παρουσιάζει στο σύνολό της αξιόλογη αγγειοπλαστική δραστηριό
τητα, ανάλογη με την έκταση και τη σημασία της. Εξαίρεση σημειώνουν δυο περιοχές του σύγ
χρονου Μοριά. Η Πάτρα και οι δυτικές ακτές του Μεσσηνιακού Κόλπου στην ΠυλίαΙΟ7,t24.
ΠΕΡΙΟΧΉ ΠΑΤΡΑΣ. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας στον πεδινό χώρο της Πάτρας αν
θούσε η αγγειοπλαστική, ιδιαίτερα στις συνοικίες Γούβα, Καμίνια και Τζίνη, όπου έπλαθαν πα
ραδοσιακές φόρμες ως πριν λίγες ακόμα δεκαετίες. Εκεί για αιώνες μόρφωναν ένα πλήθος αγ
γειοπλαστικά που θεράπευαν τις οικιακές ανάγκες, όπως κανάτια για κρύο νερό (μπότηδες),
μαστραπάδες (Εικ.83), αποθηκευτικά βάζα τροφίμων(Εικ.85), υδραυλικά εξαρτήματα οικοδο
μών (σωλήνες αποχεύτεσης κ.λπ.), αρχιτεκτονικά μέλη (καπνοδόχους, ακροκέραμα, πήλινα
ψευτοφουρούσια, πήλινα κάγκελα, αγάλματα και άλλα που τα μόρφωναν σε καλούπια), γλά
στρες, κουμπαράδες, θυμιατά, λαγήνια (μικρά πιθάρια) για νερό ή λάδι χωριτικότητας ως 50
οκάδες, φθηνά επιτραπέζια, όπως χωριάτικα πιάτα και άλλα που καμιά φορά τα στόλιζαν με
ελαφρά χρώματα. Με όλα αυτά τροφοδοτούσαν ένα καιρό οι Πατρινοί αγγειοπλάστες μεγάλο
μέρος της Πελοποννήσου, της Αιτωλοακαρνανίας και της Ηπείρου ακόμα. Το 1968 όμως είχαν
απομείνει 4-5 εργαστήριαt06, ΙΟΊ τα περισσότερα από τα οποία έπλαθαν αυτά που ονομάσαμε
«τουριστικά» πηλοπλαστικά. Το ασπρόχωμα, την ασπριά για τη γλίνα, προμήθευε ένας γειτονι
κός γήλοφος.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο αγγειοπλάστης Κτενόπουλος από το Ικόνιο έστησε τον
ποδοτροχό του στην πρωτεύουσα πόλη ' της Πελοποννήσου, ενώ ο συνάδελφός του Α. Χατζη
γιάννης ήρθε το 1929 από τη Μυτιλήνη, όπου ο πατέρας του Γιώργος είχε καταφύγει εκεί από
το Τσανάκ-Καλέ του Ελλήσποντου μαζί με την προσφυγιά του 1922. Ο τελευταίος αυτός ήταν
απόγονος τεσσάρων γενεών αγγειοπλαστών. Πριν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν εγ
κατεστημένοι για χρόνια στην Πάτρα και μερικοί Ιταλοί κεραμίστες, που μόρφωναν _!<αι κάτι
λευκά σκεύη τα οποία θύμιζαν Δυτική επίδραση.
Η πατρινή παραδοσιακή αγγειοπλαστική σπάνια στόλιζε τα προϊόντα της με χρώματα, έχουν
όμως τα περισσότερα αγγεία της περιοχής ένα κοινό γνώρισμα: προς το κάτω η βάση τους ευ
ρύνεται απότομα (Εικ. 85,329) χωρίς νa μορφώνει δάκριτο ποδαρικό. Στους οικισμούς της Α
χαίας Καμίνια και Τσουκαλέικα δεν υπάρχουν πια τσουκαλάδες.
Πήλινα αρχιτεκτονικά μέλη από την Πάτρα είχαν μεγάλη διάδοση στην Ελλάδα.
ΠΕΡΙΟΧΉ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΟΎ ΚΟΛΠΟΥ. Σ' όλο σχεδόν το μήκος των δυτικών ακτών τουΜεσ
σηνιακού Κόλπου υπήρχαν (1973) κατά τόπους περιοχές αγγειοπλαστικής δραστηριό~ητας (Εικ.
86,87 ,286,287).
Στην είσοδο ακόμα της Καλαμάτας ένα κεραμουργείο πλάθει και πήλινα σ!<εύη, θυμιατά και
άλλα. Το 1952 στο χωριό Βουνάρια έκαιγαν 16 καμίνια, ενώ το 1970 απέμειναν 10 τεχνίτες αγ
γειοπλάστες και αυτοί σε μερική απασχόληση. Στα τρία εργαστήρια του χωριού αυτού έπλαθαν
με ποδοτροχούς και στερεοποιούσαν σε καμίνια που έκαιγαν ξύλα και ελαιοπυρήνες, θυμιατά,
βύκια, στάμνες, κανάτες κ.λπ., όλα από γυμνή τερακότα ή αλειφωτά μόνο στο ανώτερο μέρος
και το εσωτερικό. Στο χωριό Σκάλα, ο τελευταίος παραδοσιακός κεραμίστας πέθανε πριν τέσ-
38
σερα χρόνια. "Η ταν ο Μιχάλης Κόμης που είχε έρθει, από τη Σίφνο. Στα χωριά Πετριάδες, Κόμ
ποι και Χαρακοπιό πλάθουν (1972) και μικρά αγγεία όπως βύκια με ανορθωμένα χερούλια, στά
μνες με πλατύ στόμιο και δυο χερούλια οι μικρές και τρία οι μεγάλες, πήλινα γουδιά (Εικ . 87)
και άλλα. Το κύριο όμως πηλοπλαστικό είδος της περιοχής αυτής ήταν τα μεγάλα κορωνιώτι
κα πιθάρια, τα οποία περιλαμβάνονται στο ειδικό κεφάλαιο .
Από τα πιο πολύτιμα αποκτήματα κάθε αρχαιολογικού μουσείου του πολιτισμένου κόσμου
είναι ασφαλώς ένα προϊστορικό πήλινο κυκλαδικό ειδώλιο, όπως εκείνα της Νάξου ή της Σύ
ρας, που χρονολογούνται στις δυο ή τρεις χιλιάδες χρόνια π.Χ.
Σήμερα όμως όταν μιλάμε για παραδοσιακή κυκλαδική αγγειοπλαστική νοούμε ουσιαστικά
την κεραμική ενός από τα πιο μικρά Κυκλαδονήσια, τη ΣΙΦΝΟ ή τους ξενητεμένόυς αγγειο
πλάστες της. Γιατί σχεδόν όλοι οι κεραμίστες και λαϊκοί πηλοπλάστες όχι μόνο στις Κυκλά
δες, αλλά και ολόκληρης σχεδόν της Παλιάς Ελλάδας κατάγονται άμεσα ή έμμεσα από τη Σίφ
νο, όταν δεν έχουν έρθει από τη Μικρά Ασία ή τη Δυτική Μακεδονία.
Τα σιφναίϊκα πήλινα43,64,ιο6,ιο7,Ι24,Ι90, Ι92,Ι96,Ι97,2Ι5 από κόκκινη τερρακότα είναι γνωστά τόσο για
την αισθητικά ικανοποιητική εμφάνιση, όσο και για την ποιότητα κατά τη χρήση.
Ως πριν λίγα χρόνια, στο νησάκι αυτό των 3.000 κατοίκων, λειτουργούσαν 95 μαγαζιά, δηλα
δή εργαστήρια που απασχολούσαν 600 αγγειοπλάστες. Όμως, όπως έχει συμβεί σχεδόν παντού
στην Ελλάδα, ο αριθμός αυτός, τόσο των εργαστηρίων όσο και των αγγειοπλαστών έχει σήμε
ρα περιοριστεί, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες του Οργανισμού Χειροτεχνίας ν ' αυξήσει
τη ζήτηση του προϊόντοςτους με βελτίωση της ποιότητας κυρίως των πυρίμαχων , χωρίς αυτά
να χάσουν αισθητά την παραδοσιακή μορφή.
Τα περισσότερα κεραμουργήματα της Σίφνου, στολίζουν χαρακτηριστικά πλουμίδια από ά
σπρο μπατανά, που είναι από τα ωραιότερα του είδους. Τα λιτά αυτά σχέδια που γοητεύουν,
σχηματίζουν μορφοποιημένα φυτόμορφα στοιχεία και κάτι κοντές ευθείες γραμμές ή ζικ-ζακ,
όπως εκείνες των εικόνων 88,91,98,99,100. "Ολα αυτά, αν και πολύ απλά, ή επειδή είναι τόσο
απλά, είναι αρκετά και μόνα τους για να μεταδώσουν τον παλμό της πιο πηγαίας λαϊκής τέ
χνης.
Τα λιγοστά τώρα πια μαγαζιά που απόμειναν, στις θέσεις Πλατύς Γιαλός, Καμάρες, Φάρος,
Χερρόνησος και Βαθύ, πλάθουν (χωρίς να είμαστε βέβαοι πως θα λειτουργούν όλα όταν κυκλο
φορήσει η έκδοση αυτή) και στολίζουν στάμνες, κανάτια και κανατάκια, φουφούδες, τσουκά
λια, γιουβέτσια και κάθε λογής τσουκαλι κό. Ωραίο δείγμα παλαιότερης λαϊκής αγγειογραφίας
της Σίφνου αποτελεί η μεγάλη φαγεντιανή πιατέλα του Μουσείου Μπενάκη (5,0 χ 40,0 εκ.) (Εικ.
101).Με ελαφρή χάραξη είναι ζωγραφισμένα ένα καράβι με πανιά, σημαία, ψάρια στο γιαλό και
η χρονολογία 1880.
Ονομαστούς αγγειοπλάστες και αγγειογράφους της Σίφνου, όπως τον Μπουρή και τον Λακα
τάρη, έχουν παρουσιάσει στο ευρύτερο κοινό ο ΞύδηςΙ60 και ο ΤράκαςΙ96 αντίστοιχα, ενώ με
την αρχιτεκτονική του νησιού, που είναι το ίδιο ενδιαφέρουσα με τα κεραμικά του, ιδίως δε με
τη δομή των ιδιότυπων καμινιών του, ασχολείται διεξοδικά ο F. Wagner2oo.
Οι Σιφνιοί αγγειοπλάστες μετανάστευσαν, κυρίως από το τέλος του παρεσμένου αιώνα, στα
γύρω νησιά όπως και σ' όλη την άλλη Ελλάδα και είναι ζήτημα αν υπάρχει έστω και ένα νησί
ή νησόπουλο, από τα 30 -ι-ου πολύνησου των Κυκλάδων, που να μην έστησε κάποτε πηλοτροχό
κάποιος Σιφνιός κανατaς.
ΣΥΡΑ. Στη Σύρα π. χ . είχαν δημιουργήσει οι Σιφνιοί αξιόλογα αγγειοπλαστεία , που έπλαθαν από
τοπικό κοκκινόχωμα κάθε λογής χρήσιμο οικιακό και αγροτικό πήλινο είδος, όπως αυτά που
απαριθμεί ο ΣτεφάνουΙ92. Μπουρλότα, ένα είδος φουφούδες που κάπνιζαν με καβαλίνες και ε
ξουδετέρωναν τις μέλισσες στο μελισσοτρύγι, σιχλιά δηλαδή μακρόστενα κουβαδάκια που
στο μαγγάνι αντλούσαν νερό από το πηγάδι για το πότισμα των μπαξέδων, υψέλια =κυψέλες,
39
κουρούπια= κιούπια, λύχνους, κουμνιά =μικρά κιουπάκια, μπαρδάκια =μεγάλα επιτραπέζια πή
λινα δοχεία νερού, κουκουντσά =μεγάλα πήλινα επιτραπέζια υδροδοχεία, παραχέρια =μι
κροσκοπικά γλάστρινα, δηλαδή πήλινα, σταμνιά και άλλα, όπως κουμπαράδες, βάζα, λεκά
νες, πιάτα, φλυτζάνια κ.λπ. Στη Σύρα έπλαθαν κάποτε και μεγάλα πιθάρια για λάδι ή νερό. Σή
μερα στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων δεν γυρίζει ούτε ένας πηλοτροχός. Για τους Σιφνιούς αγ
γειοπλάστες του Μαρουσιού βλέπε στο κεφάλαιο «Η αγγειοπλαστική στην Αττική».
ΑΝΔΡΟΣ. Η "Ανδρος πριν από το τελευταίο μεγάλο πόλεμο θεωρείτο ένα νησί με αξιόλογη αγ
γειοπλαστική δραστηριότητα52 (περιοχές Κόρθι, Στραπουργιές, Κουμάρι, Αμμόλοχο κ.λπ.). ·ο
μως αργότερα, όπως και στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας, έσβησαν τα καμίνια ένα ένα και
ο τ~λευταίος πηλοτροχός σταμάτησε να γυρίζει πριν από το 1970. Ως τα τότε έπλαθαν οι αγγειο
πλάστες του νησιού με εγχώριο aργιλόχωμα μεγάλες στάμνες με λευκές ζώνες από μπατανά
χωρητικότητας ως 30 οκάδες, όπως και μικρότερα σταμνάκια, κουμάρια, λεκάνες, γλάστρες,
χοντρά πιάτα και φλυτζάνες, θυμιατά και ακόμα καπνοδόχες για τον τρύγο του μελιού και με
γάλα πιθάρια που χωρούσαν ως 500 οκάδες κρασί. Μόρφωναν επίσης και αλειφωτά πήλινα σκεύη
στολισμένα με απλά χρωματιστά σχέδια.
ΤΗΝΟΣ. Το 19ο αι. λειτουργούσαν στην Τήνο αγγειοπλαστικά εργαστήρια στο χωριό Καρδια
νή, που έπλαθαν κυρίως αποθηκευτικά αγγεία, όπως πιθάρια χωρητικότητας ως 100 οκάδες κρα
σί.
Τον 20ο αι. τα καμίνια των αγγειοπλαστών της Τήνου που είχαν την καταγωγή από τη Σίφνο,
κάπνιζαν στη θέση της Χώρας Σταμνάδικα. Έψηναν φουφούδες, στάμνες, σκουτέλια, κυψέ
λες, λεκάνες και γλάστρες. Σταμάτησαν να λειτουργούν πριν 20 χρονια2s.
ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ. Ως πριν από 15 χρόνια δούλευε στην Άνω Μεριά της Φολέγανδρου το καμίνι
του γέρου Τσουκαλά, που είχε κληρονομήσει την τέχνη από πολλές γενιές προγόνων. Τα είδη
του όμως δεν επαρκούσαν για το νησί και οι κάτοικοι προμηθεύονταν τσουκαλικά και από τη
Σίφνο2Ο9β.
TZIA. Είναι πάνω από 50 χρόνια που έπαψαν να λειτουργούν καμίνια στο νησί. Τώρα βρίσκον
ται ερειπωμένα στα Ν .Δ. της Χώρας. Πηλός υπήρχε άφθονος, με έντονο κοκκινωπό χρώμα,
με τον οποίο έπλαθαν στην Τζια κάτι χοντρά σκεύη για την καθημερινή χρήση των χωρικών
και μερικά αλειφωτά με μια απλή ανθεμωτή διακόσμηση από κιτρινωπό μπατανά.
Οι περισσότερες πληροφορίες για τα τελευταία αυτά νησιά όφείλονται στην αρχαιολόγο Αγ
γελική Χαριτωνίδου.
Και στ' άλλα κυκλαδονήσια, όπως τη Σέριφο4t, στην Αμοργό2t7, στην Ανάφη, τη Νιό, στη
Νάξο, τη Μύκονο, λειτουργούσαν κατά καιρούς, μόνιμα ή εποχιακά, αγγειοπλαστεία, μερικά
από τα οποία μόρφωναν και κάτι ιδιότυπα πήλινα ανθρωπόμορφα σιφόνια για 1-η μετάγγιση του
μούστου ή του ελαιόλαδου (Εικ. 95) όπως και ιδιόμορφους πήλινους καπνοδόχους μερικοί από
τους οποίους είναι πολύστομοι.
ΜΥΚΟΝΟΣ. Στην Εικ.94παρουσιάζεται μια φουγού από τερρακότα του Σιφνιού, αγγειοπλάστη
της Μυκόνου, για τον οποίον ο Νίκος Αγγελετάκης έχει δημοσιεύσει σε μυκονιάτικο γλωσσικό
ιδίωμα την ωραία περιγραφή που περαθέτουμε στην παραπομπή43.
Στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου (Κληροδότημα Κυριαζοπούλου) υπάρχουν, μεταξύ άλλων,
ως 100 ελληνικά παραδοσιάκά κεραμικά διαφόρων ειδών. Μερικά απ' αυτά περιγράφουμε στα
οικεία από άποψη χρήσης ή καταγωγής κεφάλαια. "Αλλων πάλι που βρέθηκαν στο νησί αλλά
είναι άγνωστη η ιδιαίτερη πατρίδα, παρουσιάζουμε στις Ει κ. 89,90,92,93,96,97 ,103,105,106. Πάν
τως όλα αυτά είναι του 19ου αι. και προέρχονται από πηλοπλαστικά εργαστήρια του Αιγαίου
ή του προ του 1922 Ελλήσποντου.
40
Δεν υπάρχει ίσως άλλο τόπος, που τα αρχαιολογικά του Μουσεία να περιέχουν τόσα πολλά
και τόσο θαυμαστά κεραμουργήματα όσο εκείνα στην πατρίδα της μητέρας του Κέραμου. Και
να αναλογιστεί κανείς πως το αρχαιολογικό π . χ. Μουσείο του Ηρακλείου είναι από τα σημαντι
κότερα του κόσμου.
Με την εύπλαστη αργιλική μάζα, που προσφέρει άφθονη το νησί του Θεοτοκόπουλου και του
Χορτάτζη, μόρφωναν οι Κρητικοί αριστουργήματα από τη Μινωϊκή ακόμα εποχή. Την πηλο
πλαστική παράδοση συνέχισαν στους αιώνες που ακολούθησαν και κατά την Τουρκοκρατία,
όπως μαρτυρούν και τα αγγεία εποχής, που στολίζουν την πολύ καλή σχετική συλλογή του Ι
στορικού Μουσείου Ηρακλείου.
Αγγειοπλαστικά εργαστήρια-καμίνια λειτουργούν ακόμα σε διάφορες γωνιές της Μεγαλονή
σου. Τα σημαντικότερα όμως απ' αυτά είναι συγκεντρωμένα στις περιοχές: Χανιά-Χαλέπα
Πελεκαπίνα, Μαργαρίτες Μυλοποτάμου, Ηράκλειου-Θραψανού, Μαργαρίκι, Κεντρί Ιεράπετρας,
και Αγίου Νικολάου Μεραμβέλλου στα ανατολικά.
Οι παραδοσιακές φόρμες στην Κρήτη είναι πολλές και ποικίλεςJΟ7,124 . Παρουσιάζονται με α
κάλυπτη τερρακότα και έχουν, ό.ταν έχουν, λιτό χρωματικό διάκοσμο. Τα μεγέθη τους είναι
όλα τα μεγέθη. Από τα πιο μικρά ως τα πιο μεγάλα . Από τα μικροσκοπικά θυμιατά μέχρι και
τα πιθάρια που χωρούν (τα παλιά) ως 400 οκάδες λάδι και έχουν ύψος ως δυόμισυ μέτρα. Μερι
κές σύγχρονες φόρμες τους θυμίζουν μινωϊκά πρότυπα.
Στην Κρήτη εκτός από τα περίφημα πιθάρια της, για τα οποία γράφουμε σε ειδικό κεφάλαιο,
μορφώνουν, όπως είπαμε, κάθε λογής κεραμικό: Λαγήνες που ανάλογα με το μέγεθος χωρούν
10-20 οκάδες νερό με επίπεδο ή ημισφαιρικό πάτο (Εικ.116, 117) και που στέκουν όρθιες (οι δεύ
τερες) μέσα στην κυκλική πήλινη βάση τους, επιπεδόκυρτα φλασκιά για νερό που έχουν δυο
χερούλια, στενό στόμιο, και τη μια πλευρά ημισφαιρική ενώ την άλλη επίπεδη κατάλληλη δηλ.
για να φορτώνονται σε υποζύγια (Εικ.112). Πλάθουν ακόμα κουρούπια και κουρουπάκια με δυο
χερούλια «πείρο» εκροής και έχουν χωρητικότητα 3-3 1/2 οκάδες, κουνενίδια (κύπελα), μεγά
λες ζυμωτολεκανίδες (διάμετρος 80-100 και ύψος 20 εκ.) για το ζύμωμα του ψωμιού και μπου
γαδολεκανίδες με ενσωματωμένη την υποδοχή του σαπουνιού, για το πλύσιμο των ρούχων, κού
πες, θυμιατά και κάτι πήλινα νεροπαιγνίδια, τα μαργιόλικα, που περιγράφουμε άλλού.
Ιδιότυπη και πολύ δύσκολη είναι η μόρφωση του ημισφαιρικού πυθμένα στα λαγήνια και δυ
σκολότερη η επιτυχία του καμπύλου κοίλου του άψογου θόλου στα φλασκιά, που γίνεται με το
χέρι. Οι διακοσμητικές παράλληλες καμπύλες πινελιές από κεραμιδί μπατανά στην κυρτή επι
φάνεια της γυμνής τερρακότας του φλασκιού (Εικ112)επιτυγχάνονται με πολύ απλοϊκό τρόπο.
Σ' ένα ξυλαράκι έχουν δέσει μικρές τούφες από κατσικίσιο μαλλί, σε μικρή απόσταση η μια
από την άλλη. Το σύνολο βουτούν στον μπατανά και μ' ένα χειρισμό διαγράφονται στην επιφά
νεια τ ου αγγείου περισσότεροι παράλληλοι ημικυκλικοί συρμοί, που τονίζουν την κυρτότητα.
Σε μερικά εργαστήρια της Κρήτης, όπως του Αγ. Νικολάου, του Ηρακλείου και αλλού, φιλοτε
χνούν απλοϊκές ζωγραφιές στην αλειφωτή επιφάνεια ποτηριών (Εικ.113), πιάτων κ.ά.
Μέχρι πριν λίγα χρόνια όλα τα καμίνια του μεγάλου νησιού έκαιγαν κλαριά, ξύλα και ελαιο
πυρήνες.
ΛΗΜΝΟΣ. Στο λιμανάκι Μπουρνιά, στα βόρεια της Λήμνου, ο εξαιρετικός πηλός της περιοχής
ευνόησε την εγκατάσταση κεραμουργικών εργαστηρίων από τα πολύ παλιά χρόνια. Πραγματι
κά, εκεί, τα πρωτόγονα κυλινδρικά καμίνια μοιάζουν aρχαίες κατασκευές. Το 1973 λειτουρ
γούσε ένα καμίνι και σήμερα κανένα (Εικ.119, 120).
ΜΥΤΙΛΉΝΗ. Τις πληροφορίες που παραθέτουμε εδώ, αναφορικά με το θέμα που μας απασχο
λεί, έχουμε σταχυολογήσει με επιτόπιες αναζητήσεις και δανειστεί από δύο δημοσιεύματα, δυο
γνωστών ονομάτων στον κόσμο της κεραμικής. Πρόκειται για τη Μαρία Βογιατζόγλου, που μας
έχει δώσει μια μελέτη για τους κεραμίστες του Μανταμάδου57 και τον Ηλία Κουρτζή, απόγονο
της γνωστής δυναστείας παραδοσιακών αγγειοπλαστών της Μυτιλήνης. Ο τελευταίος σ' ένα
σύντομο αλλά περιεκτικό άρθρο τουιοJ μας δίνει την ιστορική εξέλιξη του είδους στην Αγιάσο,
όπως και αντιπροσωπευτικά σκίτσα (Εικ137)τωνκυριότερων παραδοσιακών τύπων αγγείων του
κέντρου αυτού.
Η συμβολή της Βογιατζόγλου στη γενικότερη νεοελληνική κεραμική είναι πολύπλευρη. Από
τη μ ι α θεραπεύει την υψηλή έντεχνη καλλιτεχνική δημιουργία, ενώ από την άλλη σκύβει στη
μελέτη της δουλειάς και του μόχθου του λαϊκού αγγειοπλάστη. Του χειροτέχνη, για τον οποίο
λένε πως κάποτε πάσχιζε να πετύχει με νερό και χώμα το δημιουργικό πηλό. Προσπαθούσε και
ξαναπροσπαθούσε αλλά δεν τα κατάφερνε. "Ηταν κουρασμένος πια και αποθαρρημένοC;, όταν
δάκρυα και ιδρώτας έσταξαν στο χώμα και ο πηλός που δημιουργήθηκε του έδωσε τη λύση.
Με αυτούς τους ανθρώπους, του ποτισμένου με ιδρώτα και δάκρυα πηλού, ασχολείται η Βο
γιατζόγλου στα δυο μελετήματά της, από τα οποία το ένα αφορά στους πιθαράδες του Θραψα- ·
νού Κρήτης και το άλλο στους αγγειοπλάστες και στα αγγειοπλαστεία του Μανταμάδου Μυτι
λήνης.
Το νησί της Σαπφώς έχει μια πολύ παλιά παράδοση με τα δυο του (τουλάχιστον) κύρια κέν
τρα πηλοπλαστικής δραστηριότητας. Το ένα στην καταπράσινη ημιορεινή Αγιάσο και το άλλο
στον παραθαλάσσιο Μανταμάδο.
Φημολογείται πως το ιστορικό της αγγειοπλαστικής στην Αγιάσο αρχίζει στις αρχές του 9ου
μ.Χ. αιώνα όταν εγκαταστάθηκε στη θέση Καρυές ο μοναχός Αγάθωνας, που είχε κεραμουργι
κές γνώσεις και έχτισε τη σκήτη του με πλίνθους που έψησε ο ίδιος. Η σκήτη αυτή μεγάλωσε
σε μοναστήρι όπου εγκαταστάθηκε σχολειό που δίδασκε και αργιλουργία. Τα κατασκευάσμα
τα του καλογερικού αυτού εργαστηρίου είχαν διάδοση αρχικά στους προσκυνητές του μονα
στηριού και στα πανηγύρια.
«Μέχρι σήμερα», γράφει ο Ηλίας ΚουρτζήςΙΟJ, «διασώζονται στην Αγιάσο τύποι κεραμικών,
που ήταν σε χρήση από τα Βυζαντινά ακόμη χρόνια, όπως: α) Μετρίδι: Πήλινο δοχείο με το
οποίο υπολόγιζαν στα Βυζαντινά χρόνια οι μυλωνάδες, κατά προσέγγιση, τα αποδιδόμενα στους
απαλέτηδες αλεστικά. β) Κακκάβη: Πήλινη χύτρα των Βυζαντινών για την παρασκευή φαγη
τών φούρνου. Είναι το μετέπειτα γνωστό «γιουβέτσι». γ) Κουτρούβι: Βυζαντινό κοντόχοντρο δο
χείο συντηρήσεως τροφίμων, γνωστό σήμερα σαν «κουτρούπι». δ) Τσιροκούμαρο: Ίσως ναέ
χει παραφθαρεί η ονομασία του σκεύους αυτού, που χρησίμευε για το μάζεμα του κεριού των
μελισσών. ε) Λαγήνια: Είναι οι aρχαίες λάγηνοι, που στα Βυζαντινά χρόνια, εκτός από τη μετα
φορά των υγρών χρησιμοποιούνταν ειδικότερα για το μέτρημα της σοδειάς του λαδιού».
«Σιγά- σιγά με τον καιρό δημιουργήθηκε γύρω από το Μοναστήρι ο πρώτος οικισμός όπου
αναπτύχθηκε η αγγειοπλαστική και δημιουργήθηκαν τα αρχικά εργαστήρια, τα μαγαζιά και αρ
γότερα οι πρώτες συντεχνίες (ισνάφια). Το 1701 θέλοντας οι Αγιασιώτες να πείσουν τον Κου
μαντάντη να τους χορηγήσει φιρμάνι aσυδοσίας για ν' απαλλαγούν από τους δυσβάστακτους
φόρους του πήγαν μερικά δώρα ανάμεσα στο οποία ήταν και κουμάρια, λαγήνια, πιάτα και κου
τρούπια. Το 1864 δημιουργήθηκε και ένα Συντεχνιακό Ταμείο».
«Αργότερα παρουσιάζεται η μορφή του ψάλτη και αγγειοπλάστη Ηλία Κουρτζή2t3, που στα
τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας κατόρθωσε να γίνει ο πρόδρομος της καλλιτεχνικής (αγ
γειοπλαστικής) η οποία ετελειοποιήθη εις τας χείρας του γυιού του Νίκου».
Πριν μερικά χρόνια δούλευαν στην Αγιάσο περί τα 30 καμίνια, σήμερα υπάρχουν μονάχα δυο.
Του Νίκου Κουρτζή και του πρωτομάστορα γαμβρού του Χ. Πανταζή, όπως και του Γ. Χμτζη
γιάνvη. Παλιότερα, προ το.υ 1950, το εργαστήρι Κουρτζή μόρφωνε κάτι μελανόμορφα ανθοδο
χεία, μαύρα βάζα, όπως τάλεγαν. "Ηταν κατάμαυρα με πολύχρωμα τα εξώγλυφα λουλούδια τους
και σήμερα είναι από τα πιο σπάνια. Θ' αναφέρουμε ακόμα τις εμπνευσμένες από την καθημε
ρινή ζωή του χωριού και της μικρής πόλης, πήλινες μινιαiούρες-μικροειδώλια όπως είναι του
42
κανατά και άλλων. Παραθέτουμε εδώ και οκτώ σκίτσα του Ηλία Κουρτζή του νεώτερου, που
μας δίνουν φόρμες ισάριθμων αγιασώτικων αγγείων με τις τοπικές ονομασίες.
Η Μαρία Βογιατζόγλου ασχολείται, όπως είπαμε, με τους αγγειοπλάστες του Μανταμάδου
Λέσβου και κυρίως με τις εγκαταστάσεις τους.
«Στην κοινότητα Μανταμάδος» , γράφει η Βογιατζόγλουs7, «ανήκουν τα "μαγαζιά" που είναι
χτισμένα στην παραλία "Ασπρο Ποτάμι, 2 χιλιόμετρα περίπου από το Μανταμάδο . Είναι οι θε
ρινές κατοικίες-εργαστήρια για τους "κουμαράδες" του Μανταμάδο. Ο 'Αγιος Στέφανος είναι
ένα από τα 12 συγκροτήματα μαγαζιών (όλα γύρω από το παλιό τελωνείο) που έγιναν εκεί στην
αρχή του αιώνα. Κάθε συγκρότημα έχει 5-6 μαγαζιά . Το 1977 λειτουργούσαν τέσσερα μόνο από
τα μαγαζιά αυτά. Σε κάθε ένα, εκτός από τον περιορισμένο κλειστό χώρο για θερινή κατοικία
της οικογένειας, υπάρχουν οι υπαίθριες και οι ημιυπαίθριες εγκαταστάσεις, όπως και σε μικρή
απόσταση το καμίνι, κυκλικό, αρχέγονο, ανοικτό από πάνω . Τα κουμαράδικα αυτά λειτουρ
γούν από το Μάη ώς τον Σεπτέμβρη με χώμα που παίρνουν από τη γύρω κοινοτική γη, νερό
από την πηγή της περιοχής, , κλαριά από τα γύρω βοσκοτόπια και ξύλα από το κλάδεμα της
ελιάς (που γίνεται την άνοιξη) ... Συντεχνιακή οργάνωση δεν υπάρχει ούτε για την παραγωγή ού
τε για τη διάθεσή της».
Το ειδικό προϊόν του κέντρου αυτού παραγωγής Μανταμάδου, αποτελεί το κουμάρι, αν και
παρασκευάζονται και άλλα πηλοπλαστικά οικιακής χρήσης. Το κουμάρι μορφώνεται σε τέσ
σερα μεγέθη . Τη λαγήνα και το λαγήνι με δυο χερούλια, το κουμάρι με ένα και το κουμαράκι
με ένα κι αυτό χερούλι . Πριν ψηθούν τα αγγεία μπατανιάζονται με κεραμίδι μπατανά, ενώ ύστε
ρα από το ψήσιμο γίνεται το πλούμισμα από κοινό ασβέστη, με απλά στολίδια όπως των Εικ.
122-124,126-127, 133,136, 138α .
Εκτός από την Αγιάσο και το Μανταμάδο, μοναχικά αγγειοπλαστεία υπήρχαν και σ' άλλα
σημεία του νησιού όπως στη Βαριά.
Το εργαστήρι του αγγειοπλάστη ονομάζεται και στη Μυτιλήνη μαγαζί και τσκαλαδιό, ενώ
το σύνολο των πήλινων που θεραπεύουν την οικιακή καθημερινότητα τσκαλομπάρδακα δηλ.
τσουκάλια και μπαρδάκια.
Δείγματα λεσβιακής αγγειοπλαστικής υπάρχουν στο Λαογραφικό Μουσείο Μυτιλήνης, στο
Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών, όπως και στις ιδιωτικές συλλογές της Μπέτ
τυς Ψαροπούλου · και της Αγγελικής Χαριτωνίδου.
ΧΙΟΣ Στην πατρίδα του 'Ομηρου και του Κοραή η αγγειοπλαστική ήταν κατά την αρχαιότητα,
αρκετά αναπτυγμένη, πασίγνωστα δε είναι τα χία κεράμια, δηλαδή οι αμφορείς κρασιού της
Χίου.
Το αγγειοπλαστικά κέντρο στο σημερινό νησί5Ι, ΙΟ6,ΙΟ7,Ι24 βρίσκεται σ' ένα από τα Μαστιχο
χώρια, στα Αρμόλια, των οποίων η 'ονομασία του κάτοικου , «Αρμολούσης», κατάντησε συνώ
νυμο του αγγειοπλάστη. Από τα πολλά όμως εργαστήρια που έψηναν άλλοτε κεραμικά σε πρω
τόγονα καμίνια του χωριού αυτού, σήμερα απέμειναν λιγοστά. Κατασκευάζουν παραδοσιακούς
τύπους πηλοπλαστικών, όπως στάμνες (Εικ.143), κμάρια (Εικ.138α), κουμάρια, τσουκάλια, γα
βάθες, τσανάκια, λαγήνια, λύχvους (Εικ . 1 31, 31 1), φουφούδες και βαζάκια για τη χιώτικη μα
στίχα(Εικ . 144,146) . Για τα τελευταία αυτά θα πρέπει να σημειώσουμε πως είναι ίσως η μοναδι
κή περίπτωση στην Ελλάδα , που ένα αγροτικό προϊόν, η μαστίχα, είχε καθιερωμένη πή λινη συ
σκευασία. Πλάθουν ακόμα διπλά λαδερά (για το λάδι και το ξύδι), ωραιότατα πήλινα θυμιατά,
μαγγανοκουβάδες, βάζα, διάφορα ιδιότυπα ανθοδοχεία(Εικ . 140), που αποτελούνται από ένα πή
λινο κυκλικό σωλήνα και έχουν στόμιο, ποδαράκι και χερούλια. Τα περισσότερα χιώτικα αγγειο
πλαστικά είναι από σκέτη τερρακότα με στολίδια μπατανά, ενώ μερικά είναι αλειφωτά κατά
τόπους ή και ολόκληρα (Εικ.144, 1 46) . . Τώρα τελευταία οι Χιώτες φιλοτεχνούν την τερρακότα
και με άψητα πλαστικά ή ελαιοχρώματα.
Η αγγειοπλαστική στα Αρμόλια, που παλιότερα όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ήταν αγγειοπλάστες,
περιορίστηκε πολύ από την τρίτη κι όλας δεκαετία του αιώνα. «Τώρα (1938) εις το χωρίον»,
γράφει ο Βίοςsι υπάρχουσει μόνον 5-6 εργαστήρια (και το 1962 λειτούργησαν 2-3 πηλοπλα σ τεία),
παράγοντα ολίγα και ευτελή προϊόντα αν εξαιρέσωμεν τα κατ' aπομίμησιν κατασκευαζόμενα
κουμάρια των Δαρδανελλίων και της Αιγίνης και τινας γάστρας πολυτελείας -τινά όμως των
οποίων έχουσι λαογραφικήν aξίαν δια το ιδιότυπον σχήμα και την χρήσιν . Παραλείποντες όθεν
τα αυτόθι παραγόμενα διάφορα είδη των πίθων και πιθαριών (κιούπια, μαγαρίκες, βυτίνες, σφί
δες), τας χύτρας (τσουκάλια), σίκλους μαγγάνου, πινάκια (γαβάθες, τσανάκια) λαγήνια, θυμια
τά, φουφούδες στάμνες κ.ά, θα ενδιατρίψωμεν εις τα ιδιότυπα αρμολούσικα σταμνάκια, τους
43
ΣΑΜΟΣ. Το νησί της Σάμου είχε κατά την αρχαιότητα, τόσο την προϊστορική, όσο και την κλα
σική και τη ρωμαϊκή περίοδο και μεταγενέστερα ακόμη, αναπτυγμένη σημαντική χειροτεχνία
κεραμικών αγγείων χρήσης.
«Την αρχαία εποχή», γράφει το 1928 η Χατζημιχάλη2Ι2 «η Σάμος ήταν ξακουσμένη για τα κε
ραμικά της δημιουργήματα. Οι Ρωμαίοι αναφέρουν πως η τέχνη αυτή βγήκε πρώτα από τη Σά
μο, επειδή υπήρχε το κατάλληλο υλικό για την κατασκευή των πήλινων αγγείων και από εκεί
έγινε γνωστή στη Σικελία και την Ελλάδα».
Πριν δέκα ακόμα χρόνια, τα κεραμικά του νησιού αυτού είχαν μεγάλη διάδοση σ' όλη σχεδόν
την Ελλάδα. Όμως τελευταία (1976) η αγγειοπλαστική παραγωγή της Σάμου είχε περιοριστεί
σέ δυο εργαστήρια. Το ένα στο ημιορεινό χωριό Μαυραντζαίοι, όπου το 1945 δούλευαν 45 καμί
νια και τώρα μονάχα ένα, το οποίο όμως καίει ακόμα ξύλα, ενώ ο πηλοτροχός είναι ποδοκίνη
τος. Στο άλλο πηλοπλαστικό κέντρο του νησιού, στο παραθαλάσσιο Καρλόβασι, πριν λίγα χρόνια
κάπνιζαν 8 καμίνια και υπήρχε ακόμα Σωματείο Αγγειοπλαστών. Σήμερα λειτουργεί και εδώ
μόνο ένα, που καίει ξύλα, αλλά το ζυμωτήρι και ο πηλοτροχός είναι ηλεκτροκίνητα.
Και οι δυο αυτές πηλοπλαστικές μονάδες χρησιμοποιούν τοπικό αργιλικό κοκκινόχωμα και
παράγουν αγγεία χρήσεως και διακοσμητικά τόσο γυμνής τερρακότας, όσο και φαγεντιανά α
λειφωτά, όπως μεγάλες άσπρες μπουκάλες για κρασί(Εικ.158)κρασολάγηνα, φτηνά επιτραπέ
ζια σκεύη, πιάτα, aυγουλιέρες κ.λπ., κουμπαράδες, γλάστρες (Εικ.153), στάμνες, κανάτια, βά
ζα (Εικ.141) και κάτι λεκάνες, τις λαβομάνες, στολισμένες με λουλούδια ή άλλα διακοσμητικά
(Εικ. 151,159).
Η σαμιώτικη αγγειοπλαστική διακρίνεται για τις απλές της συνήθως φόρμες και τη σχετική
κάποτε λιτότητα στη διακόσμηση, στην οποία είναι έκδηλο το γνήσιο λαϊκό αίσθημα. Πολλές
φορές, πάνω σε άσπρο φόντο φιγουράρουν απλά στολίδια, πλαστικά ή ζωγραφικά και κάπου
αναγράφεται η λέξη «Σάμος». Στο Καρλόβασι συνηθίζεται σαν ανθόμορφο διακοσμητικό ένα
είδος μεγάλης μαργαρίτας με ανοι.κτόχρωμο κέντρο(Εικ.150,158).Πλάθουν ακόμα οι λαϊκοί κε
ραμίστες του νησιού διάφορα νεροπαιχνίδια για τα οποία αναφέρουμε αλλού, όπως και πιατέ
λες στολισμένες με απλοϊκά λουλούδια, αρχιτεκτονικά στοιχεία(Εικ.154)και άλλα. Θα πρέπει
να παρατηρήσουμε εδώ, πως στη Σάμο, στον τομέα των παραδοσιακών κεραμικών, πλεονά-
44
ζουν τα αλειφωτά φαγεντιανά, σε αντίθεση προς τα βορειότερα νησιά, όπου απαντάται συχνό
τερα η τερρακόταιο6 , ιο7,124 , Ι89,190.
«Σε παλιότερα χρόνια», εξακολουθεί η Χατζημιχάλη, «ακόμα τελευταία (1928), πήλινα κα
τασκευάσματα γίνονταν και στους Φούρνους, χωριό κοντά στα Καρλοβάσια, που φαίνεται πως
πήραν την ονομασία αυτή από τους πολλούς φούρνους που είχαν για το ψήσιμο των αγγείων.
Στους Μαυρατζαίους και τα Καρλοβάσια, που τα τελευταία έχουν δέκα περίπου αγγειοπλαστι
κά εργαστήρια, γίνονται κάθε είδους αγγειοπλαστικά κατασκευάσματα : πιθάρια, βυτίνες, κιούπια,
γκιούμνες, μπουρνιές, στάμνες, σταμνάκια, κιουπάκια, πιάτα, κανάτια, κουμάρια, γαβάθες,
γκαβανοί σαν κουμάρια, καυκιά για μέτρο, η μπέλνα για το γάλα, ο κνενός και ή χστέλλα, το
μασκαρομπαρδάκι, τσουκαλογαβάθες, φαβουδοτσούκαλο (οι φαβούδες, ήταν γυναίκες που πα
ρασκεύαζαν φάβα επαγγελματικά), το κανάτι και η λεκάνη για το νίψιμο, οι φουγούδες, καπνο
δόχοι και κάθε είδος χρήσιμο για το χτίσιμο του σπιτιού. Τα κεραμικά αυτά κατασκευάσματα
αν και καμωμένα από κοινό υλικό, κοκκινόχωμα, αξίζουν την προσοχή μας για τη γάνωσή τους
που δεν την βρίσκουνε πουθενά στην Ελλάδα . Στα Μαυρατζαίϊκα αγγεία η γάνωση είναι πράσι
νη σε διάφορες αποχρώσεις και στα άλλα καφέ, γαλάζια και άσπρη. Η γάνωση αυτή μπαίνει
τις πιο πολλές φορές για στόλισμα ριχμένη σποραδικά γιατί τα αγγεία αυτά δεν έχουν κανένα
· ζωγραφικό διάκοσμο. Φαίνεται όμως πως τα παλιότερα χρόνια τα στόλιζαν με χαρακτά κο
σμήματα και κατόπιν τα γάνωναν»2Ι2.
Στα πάρα πάνω ο Βασίλης Πλάτανος προσθέτει (1962) τα ακόλουθα176: «Τα περισσότερα δη
μιουργήματα της σαμιώτικης λαϊκής κεραμικής τέχνης χρησιμεύουνε για την καθημερινή και
οικιακή χρήση του ανθρώπου . Πιθάρια, κουτρούλια, κουτρούπια, πιάτα, κανάτες, βίκες, κου
μαράκια, κουμάρια, λαγήνια, λαγίνες, θυμιατά, γλάστρες, κουμπαράδες, λαδικά, κρασολάγι
να, φλάσκες, κουπάκια, κι άλλα τέτοια είναι τα είδη της σαμιώτικης κεραμικής. Αλλού, ανα
φερόμενος στα πήλινα υδροδοχεία σημειώνει ο Πλάτανος: και «πίνεις δροσιά και μοσκοβολά
δα κεραμιδιά». Και εξακολουθεί: «Μονάχα που όλα αυτά είναι στολισμένα και διακοσμημένα
με γούστο και λεπτότητα. Πάνω στα σαμιώτικα κεραμικά θα δούμε να έχει ζωγραφίσει ο λαϊ
κός καλλιτέχνης πουλιά, πιότερο της θάλασσας, όπως είναι οι γλάροι, κλαδιά, λουλούδια διά
φορα με γνήσιο λαϊκό αίσθημα, καρπούς, πρόσωπα, κλίματα, τσαμπιά σταφυλιών, χάβαρα του
γιαλού και όστρακα και σε μια μεριά τη λέξη «Σάμος».
«Πολλά απ' αυτά τα στολίδια, που βλέπουμε απάνω στα σαμιώτικα κεραμικά είναι βαλμένα
από τον τεχνίτη με πρόσθετο πηλό, όπως τα πουλιά, τα λουλούδια, τα χάβαρα, τα τσαμπιά των
σταφυλιών και προεξέχουν από την καθαυτή επιφάνεια του κεραμουργήματος ( 152,155,156 ).
Το φόντο έχει τις περισσότερες φορές άσπρο χρώμα, και τα στολίδια κόκκινο, πράσινο, γαλά
ζιο, κίτρινο, καφεδί, που δημιουργεί μια αντίθεση έτσι ώστε να χτυπά πιο έντονα η διακόσμηση
στο μάτι του ανθρώπου. Πάντα όμως η παράσταση ή το στόλισμα μπαίνει μέσα σε μια γαρνι
τούρα με ίσες γραμμές ζιγκ-ζαγκ, κύματα κάι εντελώς παράξενα λαϊκά σχέδια. Το κεραμούρ
γημα γίνεται ομορφότερο, παίρνει μια ξεχωριστή λαϊκή καλλιτεχνική χάρη και φανερώνει μιαν
ανόθευτη δημιουργία μαστόρων του λαού του μόχθου και της νησιώτικης ομορφιάς».
«Η σαμιώτικη λαϊκή κεραμική τέχνη μπορεί να μην έχει εξελιχθεί πολύ σαν καλλιτεχνική δη
μιουργία του απλού νησιώτικου λαού, στάθηκε όμως μια από τις ξεχωριστές πηγές του λαϊκού
μας πολιτισμού, και ανόθευτα, ανεπηρέαστα, ανεπιτήδευτα, και χωρίς μοντερνισμούς συνεχί
ζει το δρόμο της λαϊκής καλλιτεχνικής δημιουργίας176.
Στην πάρα πάνω λεπτομερειακή περιγραφή του Πλάτανου τίποτα ουσιαστικό δεν θα μπορού
σε να προσθέσει κανείς, εκτός από τις εικόνες που παραθέτουμε.
Στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών, στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου, ό
πως και στις ιδιωτικές συλλογές Μπέττυς Ψαροπούλου και Αγγελικής Χαριτωνίδου, υπάρχουν
αρκετά δείγματα σαμιώτικης αγγειοπλαστικής.
ΙΚΑΡΙΑ. Πηλοπλαστικό εργαστήρι δεν λειτουργεί τώρα πια (1980) στο νησί. Κατά μαρτυρίες
όμως των πρεσβύτερων, προπολεμικά και μέχρι το 1940 λειτουργούσε αγγειοπλαστικά καμίνι
στη θέση Τσουκαλά κοντά στην ακτή, στην πρωτεύουσα "Αγιος Κήρυκος και το σημερινό του
ριστικό ξενοδοχείο «Τούλα Πάλλας».
45
ΔΩΔΕΚΆΝΗΣΑ
Όπως στα τριάντα νησιά των ΚυκλάδαJν, έτσι και στα Δωδεκάνησα δεν υπήρχε ούτε ένα στο
οποίο να μην είχε στηθεί κάποτε πηλοτροχός και να μην είχε καπνίσει καμίνι κεραμικών.
Στα Δωδεκάνησα όμως ανήκει και η Ρόδος, που αποτελούσε και αποτελεί σημαντικό κέντρο
στην Ανατολική Μεσόγειο αγγειοπλαστικής γενικά, όπως και διακίνησης κεραμικών.
ΠΑΤΜΟΣ. Πριν, όχι πολλά χρόνια aνθούσε και εδώ τοπική αγγειοπλαστική. Κατά την επίσκε
ψή μας όμως του 1967 δεν κάπνιζε κανένα καμίνι . Ζούσε όμως ηλικιωμένος πια ο τελευταίος
aπόμαχος αγγειοπλάστης του νησιού Ιάκωβος Κωνσταντάς. Στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής
Κεραμικής (Κυριαζοπούλου) υπάρχουν λίγα πλακάκια από σκληρή τερρακότα, δείγματα κερα
μουργικής τέχνης της Πάτμου. Στη συλλογή όμως Ψαροπούλου περιλαμβάνεται και μια μεγάλη
φουγού (56,5 χ 50,0 εκ . ), ένα είδος πήλινου πύραυνου (Εικ163).Είναι έργο του τελευταίου αυτού
Πάτμιου κεραμίστα και χρησιμοποιείτο στο νησί της Αποκάλυψης για το βράσιμο σε μεγάλα
καζάνια φαγητού πολυμελούς συνεστίασης, όπως π. χ. στην περίπτωση γάμου. Η ενσωματωμέ
νη στο εσωτερικό πήλινη σκάρα είναι στο ύψος της στενής βάσης, ενώ μια στρογγυλή οπή, σε
θέση διαμετρικά αντίθετη από την τετράγωνη έξοδο της στάχτης, ενισχύει τον ελκισμό του αέ
'ρα, η έξοδος του οποίου διευκολύνεται και από τρεις άλλες οπές που υπάρχουν στο ύψος των
δυο δυνατών χειρολαβών στην περίπτωση που ο βραστήρας σκεπάσει ερμητικά τα χείλη της ε
στίας. Του είδους αυτού στην Πάτμο μόρφωναν τρία μεγέθη. Ο εικονιζόμενος παρουσιάζει το
μεσαίο.
ΚΩΣ. Στο παραθαλάσιο χωριό Καρδάμενα της Κω ήταν εγκαταστημένος ο παραδοσιακός κε
ραμίστας Λευτέρης Χρυσόπουλος, που η καταγωγή των προγόνων του ήταν από τη Σίφνο. Το
εργαστήρι του που λειτουργεί ακόμα (1981), μορφώνει και στολίζει με χαρακτή διακόσμηση και
θέματα τύπου «IΚΑΡΟΥ» της Ρόδου, όπως βαζάκια, ζωάκια, πιάτα και άλλα κεραμικά του εί
δους αυτού. Η βιοτεχνία «CLARISSE» κατασκευάζει επίσης φαγεντιανά νεοροδίτικου τύπου και
έχει τις εγκαταστάσεις κοντά στο Ασκληπιείο .
Στην Κω πλάθουν σε ηλεκτρικοκίνητους τροχούς, με έτοιμη μάζα που τη φέρνουν από το ερ
γοστάσιο του Μαρουσιού. Κεραμοποιούν σε ηλεκτρικούς φούρνους.
ΚΑΛΥΜΝΟΣ. Ο τελευταίος αγγειοπλάστης στην Κά λυμνο είναι και ταξιτζής. Ο Μιχάλης Βλά
μος είναι γόνος παλιάς οικογένειας αγγειοπλαστών του τόπου. Όμως τώρα πια (1980) το κύριο
βιοποριστικό του επάγγελμα είναι του ταξιτζή, ενώ τα λιγοστά παραδοσιακά πηλοπλαστικά που
φιλοτεχνεί αποτελούν δευτερεύουσα οικονομική ενίσχυση και θεραπεύουν μάλλον το μεράκι του
για την τέχνη. Το εργαστήρι-κατοικία είναι στη θέση Πάνορμος, ενώ το αργιλικό κοκκινόχωμα
του το προμηθεύει το βάθος μιας σπηλιάς.
Ο μαστρο-Μιχάλης μορφώνει παραδοσιακά κανάτια από πορώδη τερρακότα, που έχουν ένα
γύρω στην κοιλιά ως τέσσερα επικόλλητα μικρά γλαστράκια. Αν στο καθένα απ' αυτά τοποθε
τήσεις το καλοκαίρι ένα βρεμένο σφουγγαράκι και μερικές φακές, οι τελευταίες θα φυτρώσουν,
θα βλαστήσουν και τα μικρά φυτά που θα διατηρηθούν, με την υγρασία που τους δίνει το γεμάτο
νερό κανάτι, θα προσδώσουν στο σύνολο μιαν ωραία λαϊκή διακοσμητική εικόνα (Εικ.162). Ο
ίδιος αγγειοπλάστης πλάθει κάτι ιδιότυπες καμινάδες με πολλά στόμια, θυμιατά, φουγούδες,
λεκάνες κ.λπ. Παλιότερα κάπνιζαν στην Κάλυμνο δυο ακόμα καμίνια.
Στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών υπάρχουν δείγματα παραδοσιακής αγ
γειοπλαστικής της Καλύμνου, όπως εκείνο με τα επικόλλητα μικρά ανθοδοχεία στην κοιλιά του
αγγείου (Εικ.162).Το κανάτι Εικ.161 ανήκει στην ιδιωτική συλλογή της Αγγελικής Χαριτωνί
δου, ενώ αγγειοπλαστικά του νησιού υπάρχουν και στη συλλογή της Μπέττυς Ψαροπούλου.
Από τον 15ο ή τον 16ο κιόλας αιώνα είχαν γίνει γνωστά τα «ροδιακά», όπως τα ονόμασαν,
ζωηρόχρωμα φαγεντιανά κεραμουργήματα που έφταναν από τη βορειότερη Μικρά Ασία, κυ
ρίως από τη Νίκαια (Jsnik), την Κιουτάχεια και από αλλού. Η Ρόδος, που τους έδωσε την ονο
μασία .Faience de Rodes, Rhodian earthenware , έπαιζε στην περίπτωση αυτή ρόλο διαμετακο
μιστικού εμπορικού σταθμού. Παράλληλα όμως δημιουργήθηκε στο νησίιιι , ιι6,Ι57 και τοπική αγ
γειοπλαστική χειροτεχνία φαγεντιανών που μιμείτο στην αρχή, ενώ αργότερα πέτυχε ν' αναμορ
φώνει, τα ξενοφερμένα μικρασιατικά πρότυπα.
Από τα εντυπωσιακά αυτά πολύχρωμα αλειφωμένα κεραμικά υπάρχουν πολλά δείγματα στη
Ρόδο, σε σπίτια και στο Μουσείο Διακοσμητικών Τεχνών, όπως και στην Αθήνα στο Μουσείο
Μπενάκη και στο Μουείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης.
Τα κεραμικά αυτά είναι γενικά στολισμένα με διάφορα μοτίβα, όπως φυτικά, π.χ. γαρύφαλα,
ρόδα, λαλέδες (τουλίπες), ζουμπούλια, κλωνιά και άλλα, με ζωγραφιές από το βασίλειο των
ζώων (λιοντάρια, ελάφια, πουλιά κ.λπ.), με την ανθρώπινη παρουσία, με πλεούμενα, όπως ακό
μα με γεωμετρικά ή καμιά φορά και αρχιτεκτονικά σχέδια.
Όλα αυτά είναι ζωγραφισμένα με κόκκινο, γαλάζιο, πράσινο, και μωβ χρώμα σε λευκό συνή
θως φόντο. Τη σχεδόν πάντα αρμονική χρωματική ενότητα σκεπάζει δυνατό άχρωμο και διά
φανο υάλωμα. Από τα χρώματα που αναφέραμε το πιο χαρακτηριστικό των.φαγεντιανών αυ
τών είναι το κόκκινο, ένα κόκκινο τομάτας με το οποίο φιλοτεχνούνται μερικά λουλούδια. Τα
τελευταία αυτά προβάλλουν ζωγραφισμένα με παχύ χρώμα ώστε να παρουσιάζονται λίγο εξογ
κωμένα σαν ελαφρά εξώγλυφα. Η χωρίς υάλωμα επιφάνεια των λουλουδιών αυτών, τουλάχι
στον στα παλιότερα δείγματα, διατηρεί κάποια τραχύτητα στην όψη και την αφή. Η λεπτομέ
ρεια αυτή τονώνει την αντίθεση με την απόλυτα λεία επιφάνεια του υπόλοιπου κεραμικού και
προσδίνει στα λουλούδια περισσότερη ζωντάνια. Σε πολλά αγγειογραφικά δείγματα, στην πίσω
επιφάνεια του χείλους, π.χ. ενός πιάτου, είναι ζωγραφισμένα, κατά τόπους, καρποί και λουλου
δάκια.
Στο τέλος όμως του 19ου αι. η ευγενική αυτή τέχνη είχε σχεδόν εκλείψει, είχαν εκλείψει τα
εργαστήρια διακοσμητικών φαγεντιανών και η περίτεχνη αγγειογραφία ανατολικής τεχνοτρο
πίας ξαναζωντάνεψε στο ωραίο νησί αργότερα, στα χρόνια της ιταλικής κατοχής των Δωδεκα
νήσων, δηλ. μετά το 1912. Πραγματικά, οι Ιταλοί, με τη μεγάλη τους αγγειοπλαστική παράδο
ση και πείρα, προστάτεψαν και ενθάρρυναν τους 'Ελληνες τεχνίτες του νησιού στην ανάπτυξη
της αγγειοπλαστικής και της αγγειογραφίας ανατολικού τύπου . Αργότερα, το 1927, ίδρυσαν στη
Ρόδο τον «Ίκαρο», που αποτελεί μια μεγάλη χειροτεχνική μονάδα φαγεντιανών αγγειοπλαστι
κών ποιότητας με πρότυπα όχι ιτα λικά ή ευρωπαϊκά αλλά μικρασιατικά.
Με τον καιρό δημιουργήθηκαν στη Ρόδο παραλαγγές των αρχικών, που φανερώνουν μιαν ε
ξέλιξη με τοπική αναμόρφωση. Ο «Ίκαρος» λειτούργησε τότε σαν κρατική επιχείρηση, με Έλ
ληνες κυρίως τεχνίτες, ενώ σήμερ α ευδοκιμεί σαν ιδιωτική βιοτεχνία χειροποίητων φαγεντια
νών κεραμικών, με τη διαφορά πως τώρα πια τα παλιά καμίνια φωτιάς έχουν αντικατασταθεί
με ηλεκτρικούς φούρνους, ο πηλός ζυμώνεται σε ηλεκτρικό αναδευτήρα και ο ποδοτροχός πα
ραχώρησε τη θέση του στις ηλεκτροκίνητα περιστρεφόμενες πλάκες. Το αγγείο όμως πλάθεται
(1969) στον «Ίκαρο» με τα χέρια (όπως και σε λιγοστά ακόμα μικρότερα εργαστήρια της Ρό
δου), ενώ ο ζωγραφικός διάκοσμος φιλοτεχνείτο ελεύθερα, χωρίς να έχει προηγηθεί αποτύπωση
του σχεδίου με αχνάρι.
δρικά πήλινα δοχεία με δυο χερούλια στο μέσο σχεδόν του ύψους. Τα αποθηκευτικά αυτά δο
χεία συντήρησης τροφίμων στην άλμη (τυριά, εληές, τουρσιά) έχουν δυο καπάκια. Από αυτά
το ένα καλύπτει το δοχείο, ενώ το άλλο, το πλακ:ωτύpι, που είναι ένας βαρύς διάτρητος πήλινος
δίσκος, τοποθετείται μέσα στο δοχείο ώστε να συγκρατεί με το βάρος του τα τρόφιμα κάτω
από την άλμη. Μόρφωναν ακόμα στον Πετρώνα κανάτες, θυμιατά, προζυμερά (Εικ.357,167)
αλατικά (Εικ. 1 74) και άλλα μικροσκεύη. Τώρα πια στη θέση αυτή λειτουργεί ένα μόνο εργαστή
ρι, τα παλιά όμως χρόνια, φαίνεται πως για ένα διάστημα δεν υπήρχε άλλου είδους αγγειοπλα
στική στο νησί.
Στον Πετρώνα δημιουργούν ακόμα στην τερρακότα, κάτι πολύ διακοσμητικές ζωγραφικές
συνθέσεις με πυκνό δίκτυο από πολύχρωμα μορφοποιημένα φυτόμορφα στοιχεία και γραμμικά
σχέδια, όπως είναι των αγγείων που παρουσιάζονται στις εικ 189-193.. Η ιδιοτυπία σ' αυτές
έγκειται στις άσπρες γραμμές ή στους στίχους από άσπρα στίγματα που πλαισιώνουν και τονί
ζουν το σκελετό του κύριου θέματος. Τα πιάτα πάλι των Εικ. 164,202,204,207 προέρχονται από
παραδοσιακά αγγειοπλαστεία της Ρόδου της δεκαετίας του 1940.
Όσο μεγάλη είναι η ποικιλία στα πήλινα σκεύη της Ρόδου , άλλο τόσο και περισσότερο πο
λυάριθμη είναι η ονοματολογία τους, μια και το ίδιο σκεύος μπορεί να είναι γνωστό με περισσό
τερες ονομασίες, μερικές από τις οποίες προκαλούν βυζαντινές μνήμες. Παλιότερα η Αγγελική
Χατζημιχάλη2Ι3 μας γνώρισε μερικά από τα ονόματα αυτά, ενώ πρόσφατα συμπληρώθηκε νο
μίζώ αρκετά το θέμα με την ανακοίνωσηΙ66 της Λούλας Παπαμανώλη, που έγινε το καλοκαίρι
του 1981 στην Κω κατά το z· Συμπόσιο του Αιγαίου. Σ' αυτήν αναφέρονται και ερευνώνται οι
τοπικές ονομασίες των χρηστικών εγχώριων αγγείων, τα οποία και παρουσιάζονται με τα σχέ
δια της Ροδίτισσας Ελένης Καζούλη-Καράβα, που φιλοτεχνήθηκαν ύστερα από παράκλησή μας
και τα παραθέτουμε εδώ, στις Εικόνες 166-185.
ΚΥΠΡΟΣ
τ
ο Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκωσίας είναι, νομίζω, από τα πιο προνομιούχα σε κεραμικά
κομψοτεχνήματα. Και μόνο ν' αντικρύσεις τις θαυμάσια παrουσιασμένες ομάδες από τα
πήλινα ειδώλιά του, φτάνει για να πειστείς σ' αυτό. Η σύντομη αυτή γεύση ποιότητας εί
ναι αρκετή ακόμα για ν' αξιολογήσει τη σημασία και την τέχνη της αρχαίας κυπριακής κερα-
μοπλαστικής. Π ραγματικά, από την προϊστορική κιόλας εποχή η μόρφωση του πηλού αποτε
λούσε έναν από τους πιο πλούσιους και πιο aντιπροσωπευτικούς κλάδους της αρχαίας κυπρια
κής τέχνης αλλά και οικονομίας.
Ύστερα από χιλιάδες χρόνια, στοιχεία tων απώτερων εκείνων προγονικών αξιών, απαντών
ται τόσο στη μορφή όσο και στην τεχνική ακόμα της σύγχρονης αγγειοπλαστικής του μεγάλου
νησιού . Βέβαια, με την πάροδο των αιώνων, έγιναν κι εδώ εισβολές ξενικών στοιχείων και ανα
μορφώσεις, όμως αρκετές τωρινές φόρμες και ονομασίες προκαλούν βυζαντινές ή και aρχαιό
τερες ακόμα μνήμες. Οι κυριώτερες επιδράσεις στην αγγειοπλαστική της Κύπρου προήλθαν,
όπως είναι φυσικό, από την επικοινωνία με τη γειτονική Μικρά Ασία, με την οποία φαίνεται
πως αρκετές φορές, και τελευταία πριν από το 1922 ακόμα, η Κύπρος είχε ανταλλάξει τεχνίτες
του πηλού. ·Υστερα όμως από τη χρονολογία αυτή συνέβη ό,τι και στην Ελλάδα . Πολλοί δηλα
δή Χριστιανοί Μικρασιάτες αγγειοπλάστες ·Ελληνες και Αρμένιοι, κατάφυγαν εκεί και μετάφε
ραν μαζί με την πείρα και την ανώτερη τέχνη και τεχνική της χαμένης πατρίδας, πράγμα που
βελτίωσε αλλά και αναμόρφωσε σε κάποιο βαθμό την τοπική αγγειοπλαστική.
Η υψηλή ποιότητα και η ποικιλία των μορφών και των διακοσμητικών στοιχείων στα σύγ
χρονα κυπριακά αγγειοπλαστικά φανερώνει την ανώτερη στάθμη, γενικά, της τέχνης στο σημε
ρινό νησί της Αφροδίτης .
Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκωσίας, θαυμάζει κανείς, όπως είπαμε, τα καλλιτεχνικά επι
τεύγματα των κατοίκων αυτού του τόπου στο απώτερο παρελθόν. Σ' ένα άλλο όμως μουσείο,
στην πρωτεύουσα κι αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας, μπορεί να θαυμάσει την ίδια τέχνη του
ίδιου λαού στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά και στο παρόν που φεύγει.
Πρόκειται για το «Λαογραφικό Μουσείο Λευκωσίας» της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, που
είχε ιδρυθεί το 1950, αλλά λειτουργεί ουσιαστικά από το 1962. Με τα πάρα κάτω λόγια αιτιολο
γεί την ίδρυση μουσείων αυτού του είδους, ο Διευθυντής του γνωστός ζωγράφος Α. Διαμαντής: ·
49
«Η ίδρυση των μουσείων και η προστασία της λαϊκής τέχνης σ' όλο τον κόσμο ήταν αποτέλε
σμα της αυξανομένης συνεχώς παρουσίας των βιομηχανικών προϊόντων, που παραμέρισαν τη
βιοτεχνία. Η λαϊκή τέχνη κάθε τόπου άρχισε να σβήνει, όπως και όσα αυτή αντιπροσώπευε ως
μια τέχνη γνησία, που εξέφραζε το χαρακτήρα και την παράδοση του τόπου»77.
Το Μουσείο αυτό στεγάζεται στο Μέγαρο της Παλιάς Αρχιεπισκοπής που αποτελεί γοτθική
οικοδομή του 15ου αι . Είχε ανεγερθεί από τους Φράγκους αρχικά για μοναστήρι του Καθολικού
Τάγματος των Βενεδικτίνων και νομίζω πως είναι η πιο κατάλληλη και η πιο υποβλητική στέγη
ενός λαογραφικού μουσείου . Πε ριλαμβάνει κάθε τι από τα δημιουργήματα της τοπικής λαϊκής
τέχνης, μεταξύ των οποίων και κεραμ ι κά των δυο τελευταίων αιώνων απ' όλες τις γωvιές της
νησιωτικής αυτής Δημοκρατίας.
Θα πρέπει να σημειωθεί πως στ η ν Κύπρο παρά τη γενική μείωση της αγγειοπλαστικής δρα
στηριότητας τα τελευταία χρόνια, για τους γνωστούς λόγους που έχουμε εκθέσει αλλού, όπως
και παρά τη μερική ειδολογική εκτροπή της παραδοσιακής σε τουριστική πηλοπλαστική, παρά
ταύτα, ο τόπος αυτός παραμένει η σημαντικότερη περιοχή παραδοσιακής ελληνικής αγγειοπλα
στικής με τα περισσότερα κέντρα ανάλογης τέχνης του είδους . Οι κυριώτερες κυπριακές περιο
χές στον τομέα αυτόν προ του 1974, ήταν της Λευκωσίας , τη ς Λεμεσού , της Αμμόχωστου
Βαροσίων, Λαπήθου-Καραβά, Φοινί , Κόρνου , Αγίου Δημητρίου και Κλήρου .
Τα όσα παραθέτουμε εδώ, σχετικά με την παραδοσιακή αγγειοπλαστική του νησιού, έχουμε
αποκομίσει από περιοδεία προ του 1974, σε ολόκληρη την αγγειοπλαστική Κύπρο, όπως και
από τη σχετική βιβλιογραφία η οποία είναι κι αυτή σημαντική και στην οποίαν αναφέρονται
οι ιστορικές πηγές του κλάδου, όπως ακόμα και η πλούσια τοπική ονοματολογία των πηλοκα
τασκευασμάτων . Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ακόμα πως όλα τα αγγειοπλαστεία που συναν
τήσαμε τότε στο νησί ανήκαν σε Ελληνοκύπριους και πως το σύνολο σχεδόν της γνωστής βι
βλιογραφίας αφορά δημοσιεύματα Ελλήνων ή Ευρωπαίων.
Τις κυπριακές περιοχές με κεραμοαγγειοπλαστική δραστηριότητα , όπως και τις ονομασίες
των παραδοσιακών κεραμικών, εξετάζουν άλλοι γενικότερα και άλλοι τοπικά οι : Δημητρίου76,
Διαμαντής??, Πανάρετοςι64, ΠαπαχαραλάμπουςΙ69, Πιερίδουι73,Ι74 και ΤαρσούληΙ94 .
Ειδικά ο Παπαχαραλάμπους στη μελέτη του για τα Κυπριακά οικιακά σκεύη, μας γνωρίζει
τις ονομασίες από τα ακόλουθα πήλινα μαγειρικά, αποθηκευτικά ή επιτραπέζια αγγεία: φου
κούες (φουγούδες), πιvιά ή τσούκα ή τσουκάλλα ή τσουκάλλιv, ταβάς ή βακαvάς, κουρελλός
ή σκουτέλλιv, τζεραμίιv, (μ)πότης, μαστραππί, πήλινα χτιν (γουδιά) και πήλινοι λύχνοι .
Στον ΚΟΡΝΟ και το ΦΟΙΝΙ, που είναι αγροτικά κέντρα , πλάθουν διάφορα αγγεία από κοκκι
νόχωμα, όπως και αποθηκευτικά πιθάρια για δημητριακά, λάδι , κρασί και άλλα. Φαίνεται πως
παλιότερα οι περισσότεροι κάτοικοι των χωριών αυτών ήταν αγγειοπλάστες, η δε επάνδρωση
των εργαστηρίων είχε βασικά οικοτεχνική μορφή . Στον Κόρνο ειδι κότερα η πηλοπλαστική εί
ναι τέχνη των γυναικών, που ονομάζονται μαστόρισσες και δουλεύουν τον κόκκινο πηλό κατά
παραδοσιακό τρόπο .
«Όταν ζυμωθεί καλά», γράφει η Αγγελική Πιερίδου , «τοποθετούνε τον πηλό σεβουvάρια κοντά
στο yυριστήρι, όπως ονομάζουν τον πρωτόγονο τροχό που μεταχειρίζονται .. . Η γυναίκα κάθε
ται χαμηλά με το βουνάρι του πηλού στο πλάι της και το γυριστήρι ανάμεσα στα πόδια της (Εικ.
208.Τον πηλό αφού τον κτυπήσει καλά μέσα στα χέρια της, τον βάζει επάνω σ' ένα στρογγυλό
κομμάτι φελλού πεύκου, που κάθεται επάνω στον τροχό κι αρχίζει να κινή τον τροχό με το πόδι
της όταν χρειάζεται και να σχηματίζη το αγγείο με τα χέρια της . Με τη βοήθεια ενός καλqμιού
θα λεπτύνη τα τοιχώματα του αγγείου όταν τζοιλιαρώνη για να προχωρήση και να στήση τα
στήθη, να σχηματίση τους ώμους του αγγείου. Μετά θα προσθέση ένα ξεχωριστό κομμάτι πη
λού για να σύρη τον λαιμόv. Μόλις ανεβάση το αγγείο ως το λαιμό το δένει με σπάγγο για να
μην πέση, διότι ο πηλός είναι ακόμα μαλακός ... κάνουνε και τα πλουμιά, τη διακόσμηση του αγ
γείου γύρω στους ώμους και στη βάση του λαιμού. Μετά ακολουθεί το φιόμαv, βάζουμε στο αγ
γείο το φτιv δηλ. το χέρι ακριβώς απέναντι στην μούττηv και μ ' αυτόν τον τρόπο τελειώνει η
εργασία, που πρέπει να γίνη την πρώτη μέρα»Ι73 .
Από τα παραδοσιακά αγγεια του Κόρνου αναφέρουμε την κούζα, που είναι η πιο γνωστή φόρ
μα πήλινου υδροδοχείου στο νησί. Έχει σφαιρικό πλατυσμένο στον ισημερινό του σχήμα, ευρύ
στόμιο και δυο φτιά δηλαδή χερούλια Τον παλιότερο καιρό οι κούζες είχαν ημισφαιρι
κό πυθμένα που απαιτούσε ξεχωριστό κατάλληλο βάθρο που εξασφάλιζε ευσταθή ισορροπία ή
ειδικό κοίλωμα στο χωμάτινο δάπεδο ή στον τοίχο για την τοποθέτησή τηςΙ73. Προτιμούνται
τελευταία κούζες με κοφτό επίπεδο πυθμένα , που δεν έχουν ανάγκη από ειδικές κατασκευές
50
για τη στήριξή τους. Το αγγείο αυτό με παρόμοιο σχήμα και ονομασία (κουζίν(ν), κούζα, κου
ζιά) απαντάται, όπως αναφέραμε, και στη Ρόδο. Ο (μ)πότης είναι κανάτι με στενό λαιμό και
ένα μόνο φτιν, η βάττα με τα μποτούδκια είναι ένα διακοσμητικό κανάτι, που δεν έχει χερού
λια, έχει στενό λαιμό και ένα γύρω στην κοιλιά 5-6 επικόλλητα μικρά κανατάκια του ίδιου σχή
ματος. Τα πιθάρια του Κόρνου όπως και του Φοινί, αναφέρουμε στο ειδικό γι' αυτά κεφάλαιο.
Παρόμοια με τα πάρα πάνω, αγγειοπλαστικά μορφώνουν και στην ΚΛΉΡΟΥ. Στο ΦΟΙΝΙ η
τεχνική και οι φόρμες είναι σχεδόν οι ίδιες με του Κόρνου ενώ κι εδώ οι γυναίκες, οι κουτζαντζί
νες, πλάθουν μόνο τα μικρά αγγεία. Στο χωριό αυτό μορφώνουν και το σταμνί, αγγείο με παλιά
παράδοση στην αγροτική αγγειοπλαστική του νησιούΙ73, όπως και τις δάνες, που έχουν σχήμα
μισού πιθαριού και χρησιμοποιούνται για την έκθλιψη των σταφυλιών σε μούστο. Από το Φοινί
(1973)κατάγονται και τα διακοσμητικά αγγεία με πουλιά των Εικ.209,210. Σχετικά με την επιτό
πια κεραμοπλαστική, η Πιερίδου αναγράφει την πληροφορία πως παλιότερα(1913) στο Φοινί φιλο
τεχνούσαν και μικρά ολόγλυφα πήλινα διακοσμητικά ζωάκια με καβαλάρηδες, μορφή που θυ
μίζει Μικρασιατική καταγωγή.
Στα Βαρώσια μορφώνανε ως το 1974 τουλάχιστον, λαήνια του κουλλέ χωρίς χερούλια, το ιμ
πρίκι μ' ένα χερούλι και πλαϊνό σωλήνα εκροής, το βιλλούριν, την κούπα του λουμάτου, βαθειά
μεγάλη λεκάνη για πλύσιμο, τον κουκουμά, δηλαδή κουμπαρά, τους ταβάδες της φωτιάς, ό
πως και κάτι πολύ διακοσμητικά κανάτια με πλουμίδια, στόμιο σε σχήμα γυναικείας κεφαλής
με δυο χέρια στη μέση (Εικ.214). Πάνω στο σώμα της τρέχουν διάφορα ζωάκια , φιδάκια και
άλλα περίτεχνα στολίδια. Τα κανατοειδώλια αυτά φορμάρονται σε καλούπια με κιτρινωπή α
κάλυπτη τερρακότα, ενώ τα επικόλλητα στολίδια πλάθονται στο χέρι.
Η ΛΑΠΗΘΟΣ ανήκει στις περιοχές της Μεγαλονήσου που βρίσκονται (1982) σε τουρκική κα
τοχή. Ειδικά για την περιοχή αυτή της Κύπρου έχουμε ένα πολύ ενδιαφέρον δημοσίευμα. Οφεί
λεται στην Ελένη Δημητρίου76 και κυκλοφόρησε μετά τα γεγονότα του 1974.
Η Λάπηθος είναι η μόνη περιοχή της Κύπρου που τ' αγγειοπλαστικά της προϊόντα είναι αλει
φωτά φαγεντιανά, ή τουλάχιστον παρουσιάζουν ζωγραφικό διάκοσμο με μπατανά. Η αλοιφή
αποτελείται από μολυβδούχο υάλωμα, για δε το πράσινο, που είναι το χαρακτηριστικό χρώμα
της περιοχής, μεταχειρίζονται σκουριά χαλκού. Τα αγγεία εφυαλώνονται εσωτερικά, εξωτερι
κά δε μόνο κατά το ανώτερο συνήθως τμήμα.
Όπως και στην υπόλοιπη Κύπρο, πανάρχαιη ήταν και στη Λάπηθο η παράδοση της κεραμο
πλαστικής. Φαίνεται δε πως κατά τους τελευταίους αιώνες και πριν δηλαδή από τη Μικρασια
τική Καταστροφή του 1922, δεν ήταν άγνωστη η αμοιβαία μετανάστευση αγγειοπλαστών μετα
ξύ της βόρει<ις αυτήςκυπριακής περιοχής και της απέναντι Μικρασίας. Για τον λόγο αυτόν, τό
σο πριν όσο και μετά το 1922 διαδόθηκαν σ' αυτήν μικρασιατικές αγγειοπλαστικές τεχνοτρο
πίες.
Κατά τον τελευταίο αιώνα στην περιοχή της Λαπήθου μνημονεύονται76 μεταξύ άλλων δυο δυ
ναστείες αγγειοπλαστών, του Τσιμούρη και του Χριστοδουλάκη, των οποίων τα προϊόντα είχαν
ευρύτερη διάδοση μέσα και έξω από το νησί. Τα «αλειφτά» αγγεία της Λαπήθου είναι καλής
ποιότητας, φαγεντιανά οικιακής χρήσης όπως κούπες, αποθηκευτικά δοχεία υγρών και στερε
ών τροφίμων, που είναι γνωστά με το όνομα κουρελλοί, όπως και μπότηδες, βάζοι, γλάστρες,
φλυτζάνια, πιάτα, αλατιέρες κ.ά.
51
πως είναι γνωστό, από τον τρισχιλιετή Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, είχαν απομείνει
{) πριν από το 1923, ως 2.000.000 Έλληνες. Είναι ακόμα γνωστό το πόσο σπουδαίο ρόλο
στη μικρασιατική χειροτεχνία και ιδιαίτερα στην αγγειοπλαστική έπαιξαν οι γηγενείς Έλ
ληνες και Αρμένιοι αγγειοπλάστες και αγγειογράφοι της παλιάς εποχής, όπως και το ότι στα
τουρκοκρατούμενα, προ του 1912, ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, την Κρήτη και την
Κύπρο, όλα σχεδόν τα αξιόλογα αγγειοπλαστεία ήταν ελληνικά.
Πολύ καλά γνωστά είναι ακόμα τα τρία σημαντικά αγγειοπλαστικά κέντρα της βορειοδυτι
κής Μικράς Ασίας. Η παλιότερη Νίκαια, η Κιουτάχεια στο εσωτερικό και το Τσανάκ-Καλέ στα
Δαρδανέλλια του Ελλησπόντου. Τα κέντρα αυτά αποτελούν τους ακραίους δυτικούς κρίκους
μιας πολύ μακριάς και πολύ παλιάς αλυσίδας από σχολές κεραμικής ανατολίτικων τεχνοτρο
πιών, που έχει την αφετηρία της βαθειά μέσα στην Ασία.
Κατά την αξιολόγηση των παλιών κέντρων χειροτεχνίας του πηλού της Ασιατικής σειράς,
παρουσιάζεται μια ροή τεχνικών γνώσεων και εικαστικών αξιών, που ακολουθεί, σε γενικές γραμ
μές, κατιούσα τάση, από την Ανατολή προς τη Δύση. Ξεκινά από την ψηλότερη δηλαδή ποιοτι
κά κεραμική της Κίνας (πορσελάνη), περνά από την Περσία-Αρμενία και καταλήγει στη Μικρά
Ασία, όπου οι πόλεις που αναφέραμε, είναι παγκόσμια γνωστές για τα διακοσμημένα δημιουρ
γήματα των αγγειοπλαστών τους. Πρόκειται για τη Νίκαια του 15ου-17ου αιώνα, την Κιουτά
χεια του 17ου-19ου αιώνα και του Τσανάκ-Καλέ του τέλους του 18ου αρχών 19ου αιώνα και αρ
γότερα.
Η Νίκαια, το σημερινό Isnik, πόλη της Μικρασιατικής Βιθυνίας και πρωτεύουσα κάποτε του
ομώνυμου ελληνοβυζαντινού κράτους (1204-1261) έγινε αργότερα γνωστή για τα εξαιρετικής τέ
χνης φαγεντιανά κεραμικά της, τα οποία διακρίνονται για το σχέδιο και τους χρωματικούς συν
δυασμούς. Τα ζωγραφικά θέματα των κεραμικών του Isnik, μεταξύ των οποίων και τα περιώνυ
μα σε επιτοίχια πλακάκια, αποτελούν συνθέσεις με φυτόμορφα και γεωμετρικά στοιχεία, λιγό
τερο δε συχνά με άνθρωπους, ζώα, αρχιτεκτονικά, πλοία και άλλα.
Τα εξαιρετικά αυτά δείγματα αγγειοπλαστικής είχαν διαδοθεί στον ευρύτερο μικρασιατικό
χώρο, ακόμα και στη γειτονική Ρόδο που, όπως είπαμε, αποτελούσε ανέκαθεν σημαντικό κέν
τρο διαμετακομιστικού εμπορίου κεραμικών. Έτσι τα πηλοπλαστικά αυτά του Insik, αργότερα
και της Κιουτάχειας, έφθασαν από τη Ρόδο στη Δυτική Ευρώπη, όπου έγιναν γνωστά ώς ροδια
κά. Ανεξάρτητα όμως από τα μικρασιατικά και η Ρόδος (Λίνδος) είχε αξιόλογη τοπική βιοτε
χνία κεραμικών, η οποία εμιμείτο με επιτυχία τα προηγούμενα.
Στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας η επίσης γνωστή για τα κεραμικά της Κιουτάχεια είχε, πριν
από το 1925, 5.000 Έλληνες και
3.000 Αρμένηδες. Κα ι της Κιουτάχειας, που θεωρείται διάδοχος
και κληρονόμος της αγγειοπλαστικής του Isnik, τα κεραμικά είχαν αποκτήσει πολύ καλή φή
μη.
Το Τσανάκ-Καλέ είναι μια μικρή μικρασιατική πόλη, που βρίσκεται στο στενότερο σημείο
του Ελλήσποντου . Πριν από το 1923 η πόλη αυτή είχε 10.000 κατοίκους, από τους οποίους οι
5.000 ήταν Έλληνες και οι 1.000 Αρμένιοι. Ένα από τα κύρια βιοποριστικά επαγγέλματα των
κατοίκων του Τσανάκ-Καλέ, από το οποίο προέρχεται και η ονομασία του Αγγειόκαστρο, ή
ταν του κεραμίστα.
Τα κεραμικά εδώ, που είναι γενικά πιο rustique από των προηγούμενων κέντρων, αποτελού
σαν γνήσια έργα λαϊκής πηλοπλαστικής. ·οπως είναι γνωστό η τεχνοτροπία αυτή, παρά τις γνω
στές ατέλειες και αδεξιότητες, παρουσιάζει γενικά βαθύτερη δημιουργική δύναμη, που βρίσκε
ται πηγαία και πλούσια σε πολλά έργα των q.νώνυμων καλλιτεχνών του λαού.
Είναι φυσικό τα περισσότερα δημιουργήματα των υπόδουλων αυτών Χριστιανών αγγειογρά
φων να ήταν στολισμένα με θέματα που ικανοποιούσαν τους κυρίαρχούς των Μωαμε:θανούς.
·ομως πολλά από αυτά, που προορίζονταν για ομόθρησκους ή και ομοεθ.νείς ή για εξαγωγή στη
Χριστιανική Δύση, ήταν στολισμένα με ελληνοθρησκευτικά στοιχεία, όπως σταυρούς, σημαίες,
στέμματα και άλλαΙΙΙ,ΙΙ5,ΙΙ6.
52
Για την ελληνικότητα ή την χριστιανικότητα ενός πλήθους αγγειοπλαστικών της πριν από
το 1923 Μικράς Ασίας και Ανατολικής Θράκης, υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες, τόσο στη βι
βλιογραφία του θέματος, όσο και εκείνες που προκύπτουν από εκθέματα του είδους σε διάφορα
Μουσεία, εκθέματα με έκδηλα ελληνοχριστιανικά στοιχεία, όπως ακόμα από τις ζωντανές μαρ
τυρίες των Ελλήνων Μικρασιατών αγγειοπλαστών, που κατέφυγαν το 1922 στην Ελλάδα και
αναμόρφωσαν τη":' αγγειοπλαστική της. Φυσικά μόνο μια πολύ περιορισμένη, όπως η παρακά
τω, παρουσίαση των προ του 1922, ελληνομικρασιατικών αυτών κεραμικών είναι δυνατόν να
γίνει στα όρια της έκδοσης αυτής. Αναφέρουμε μερικά:
Στο Μουσείο Μπενάκη Αθηνών υπάρχει ένα πιάτο με ζωγραφισμένο διώροφο κιόσκι ανάμε
σα σε δυο κυπαρίσσια και λουλούδια. Ένα γύρω μια κεφαλαιογράμματη aνορθόγραφη ελληνι
κή επιγραφή «Κήριε σόσον τους ευσεβής κε επάκουσαν ιμόν-Μαίου 25 έτος 1666»216.
Στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου υπάρχει παρόμοιο πιάτο με κιόσκι, τριώροφο εδώ, και
χωρίς κυπαρίσσια. Η ακόλουθη επιγραφή του είναι κεφαλαιογράμματη «Κήριε Κήριε μη απο
στρέψεις το πρόσωπόν σου αφ' ιμόν Μα"ϊω 25 έτος 1666».
Στο Μουσείο Μπενάκη υπάρχει ακόμα ένα πιάτο με ζώο (λιοντάρι;), όπου στην περιφέρεια
η κεφαλαιογράμματη επιγραφή : «δηκεοσήνη ήλιε νοητέ Χρηστέ ο Θεός ημόν-Μα"ϊω 25 έτος 1666».
Στο Βρετανικό Μουσείο πάλι ένα άλλο πιάτο παρουσιάζει χέρι που ευλογεί, και την ακόλουθη
επιγραφή σε μεταγραφή: «τον δεσπότην και αρχιερέα ημών Κύριε φύλαττε Ιουνίου 19 1667». Όλα
τα κεραμικά αυτά είναι μικρασιατικής τεχνοτροπίας.
Ο Bossert59 ακόμα, δημοσιεύει αρκετά μικρασιατικά ελληνικά κεραμικά του 18ου και 19ου
αιώνα, ως «Griechishe Arbeiten den Dardanellen».
Παραθέτουμε ακόμα εδώ μερικά ελληνόφωνα μικρασιατικά πηλοπλαστικάΙΙι,ιιs,ιι6. Όπως
μαρτυρούν τα διακοσμητικά τους, φιλοτεχνήθηκαν από Έλληνες αγγειοπλάστες της Μικράς
Ασίας.
Έχουμε ονομάσει αλογοκαvατάκια κάτι περίτεχνα και πολύχρωμα πήλινα διακοσμητικά αγ
γεία -αθύρματα του Τσανάκ-Καλέ. Από το στενό στόμιό τους, που έχει διαμόρφωση κεφαλής
άλογου, αδειάζει το περιεχόμενο του φανταχτερού αγγείου. Ένα χερούλι στο πίσω μέρος παίζει
ρόλο ουράς του ζώου, ενώ ένα πήλινο φαρδύ περιδέραιο μοιάζει με λαιμαριά του ζευγμένου υπο
ζύγιου. Παρακάτω υπάρχει μια πλαστική ροζέττα, που της παραστέκουν, κολλημένα στα πλά
για, δυο μικρά ανθοδοχεία. Καμιά φορά επάνω στη ροζέττα υπάρχει χριστιανικός σταυρός, ενώ
το κάτω μέρος της κοιλιάς, επάνω από το στρόγγυλο ποδαρικό, στολίζεται με Χριστιανικές
σημαίες, όπως των Εικ. 274 και 275.
Το ένα από τα δυο αλογοκανατάκια, εκείνο της Εικ.274 ανήκει στο Μουσείο Κεραμικής
Κυριαζοπούλου Αθηνών, ενώ το άλλο στη Λαογραφική Συλλογή του Πανεπιστημίου Θεσσαλο
νίκης . Στο δεύτερο(Εικ.275) και οι δυο σημαίες είναι ελληνικές , ενώ του πρώτου είναι ελληνική
η μια και αγγλική η άλλη. Αυτό όμως βοηθά στη χρονολόγηση του κεραμικού. Πραγματικά το
αγγείο αυτό το έχουν πλάσει πιθανότατα κατά την περίοδο του Κριμαϊκού Πόλεμου (1853-1856)
όταΎ τα εγγλέζικα πολεμικά διέπλεαν τον Ελλήσποντο ή κατά την περίοδο 1918-1922, όταν οι
δυο σύμμαχοι στόλοι, ελληνικός και αγγλικός, ναυλοχούσαν στον Ελλήσποντο και την Προ
ποντίδα. Ένα άλλο παλιό τσανακαλιώτικο βάζο, που υπάρχει στο Λαογραφικό Μουσείο Μυ
κόνου, διακοσμείται μ' ένα ελληνικό βασιλικό θυρεό (Εικ .21 7).
Σε άλλα δυο αναμνηστικά κεραμικά της Κιουτάχειας υπάρχει η επιγραφή «Ενθύ- .
μιον/Κιουτάχεια/1921». Το ένα από αυτά βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, ενώ
το άλλο στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης Αθηνών (Εικ .21 9).
Εκτός από τα προηγοίψενα τρία αγγειοπλαστικά κέντρα , όπου έπλαθαν κεραμικά οι Έλλη
νες, υπήρχαν και άλλα πολλά, τόσο στη Μικρά Ασία όσο και στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, στα
οποία οι αγγειοπλάστες επίσης ήταν Χριστιανοί 'Ελληνες. Μεταξύ αυτών αναφέρουμε τα Πέρ
μαινα και την Καρβάλη της περιοχής Ι κονίου της Μικράς Ασίας, την Κίο στην Προποντίδα,
ενώ στις Θρακικές ακτές ήταν πολύ γνωστά τα ελληνικά κεραμουργεία στα Γανόχωρα και τον
Αίνο της Ανατολικής Θράκης, όπου έπλαθαν τα ειδικά για λάδι μεγάλα πιθάρια. Σημειώνουμε
ακόμα ότι σε διάφορες περιοχές της Θράκης υπήρχαν πολυπρόσωπες συντεχνίες Ελλήνων κε
ραμιστών, όπως στην πόλη των Σαράντα Εκκλησιών, με 800 μέλη και προστάτη τον Άγιο Σπυ
ρίδωνα.
Στα κεφάλαια για την αγγειοπλαστική δραστηριότητα στις περιοχές Θεσσαλονίκης και Αττι
κής, αναφέρουμε για την πολλαπλή συμβολή των Ελλήνων και Αρμενίων Προσφύγων αγγειο
πλαστών στην αναμόρφωση και τελειοποίηση της παλιότερης ελλαδικής τέχνης του πηλού, ό
ταν κατέφυγαν το 1922 στην Ελλάδα. Αν και την ευεργετική παρουσία τους επισημαίνουμε και
53
σε πολλές άλλες ακόμα γωνιές της χώρας μας, δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε την
εξέλιξη του καθενός απ' αυτούς. Για το λόγο αυτόν περιοριζόμαστε εδώ στην παρουσίαση δυο
κορυφαίων καλλιτεχνών του ψημένου πηλού. Του Μηνά Αβραμίδη (Μπάρμπα Μηνά) από την
Κιουτάχεια, και του Μάστρο-Δημήτρη Μυγδαληνού από το Τσανάκ-Καλέ του Ελλήσποντου.
Ο ΜΠΑΡΜΠΑ-ΜΗΝΑΣ
Τα σχέδιά του ιχνογραφούσε ο Μηνάς απ' ευθείας στο πρωτοψημένο κεραμικό ή σ' ένα κομ
μάτι χαρτί, που δεν ήταν πάντα πολύ καθαρό. Στη δεύτερη περίπτωση τρυπούσε με καρφίτσα
το χαρτί πάνω στις σχεδιασμένες γραμμές, εφάρμοζε το α χνάρι αυτό στην επιφάνεια του ψημέ
νου κεραμικού, έπαιρνε με το χέρι καρβουνιά από το καμίνι ή το μαγκάλι και πασάλειβε το
χαρτί, αφήνοντας από τις τρυπίτσες τα ίχνη του σχεδίου του στην επιφάνεια του αγγείου. Έτσι
ευκόλυνε την αντιγραφή. Το καρμπόν δεν το ήξερε ή δεν το ήθελε.
Ο Μηνάς ήταν πάντα φτωχός και δανειζόταν για ν' αγοράζει υλικά ή ξύλα για το καμίνι. Για
τα αχνάρια χρησιμοποιούσε οτιδήποτε παλιόχαρτο. Κάποτε, που του είχε έρθει έμπνευση, μη
έχοντας που να σχεδιάσει, έσκισε ένα κομμάτι από το τιμητικό δίπλωμα που του είχε απονείμει
η Διεθνής Έκθεσις Θεσσαλονίκης του 1928 για τα κεραμικά του. Αυτός ήταν ο Μηνάς που γνώ
ρισα (Εικ. 263).
Αν και τα περισσότερα έργα του Μηνά είναι ζωγραφικά επάνω σε επιπεδόκοιλες επιφάνειες
πιάτων, με την ίδια ευχέρεια και επιτυχία, φιλοτεχνούσε με ελαφρά χάραξη κάθε λογής αγγεία,
φορμάριζε επιπεδόγλυφα, έπλαθε ανάγλυφα ή ακόμα και περίβλεπτα ολόσωμα γλυπτά, όπως
εκείνο που ονομάσαμε «Πικραμένη Πρόσφυγα» με το τόσο ρεαλιστικά εκφραστικό πρόσωπο.
Το πήλινο αυτό άγαλμα,(Εικ.256)της συλλογής Κυριαζοπούλου, στολίζει μια προθήκη του Μου
σείου Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών.
54
Όπως όλοι οι πραγματικοί καλλιτέχνες, και ο Μηνάς είχε μεγάλη ευαισθησία στο χρώμα και
έδινε ιδιαίτερη προσοχή στον τόνο που εκείνος ήθελε. Η αδυναμία του για τη σωστή απόχρωση
εκείνου που οραματίζετο, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε, επειδή τα προϊόντα του εμπορίου δεν τον
ικανοποιούσαν, έφτιαχνε τα χρώματα μονάχος του σύμφωνα με συνταγές που κληρονόμησε από
τους Μικρασιάτες προγόνους του.
fa χρώματα του Μηνά είναι όλα σχεδόν τα χρώματα. Από το κατάμαυρο ως το κρεμ. Σπά
νια το εντελώς άσπρο. Κατά κανόνα στα έργα του οι χρωματισμοί παρουσιάζονται σε απλή κλί
μακα και σε παράθεση με άπειρους συνδυασμούς που σπάνια είναι αισθητικά ενοχλητικοί. Με
ρικά έργα του, όπως εκείνα σε βυζαντινή τεχνοτροπία, είναι μονόχρωμα, ενώ άλλα συνθέτουν
χαρούμενο λαμπερό πλούτο ταιριαστής πολυχρωμίας .
Ο Μηνάς προτιμά τις απλές, ξεκάθαρες και ισορρ01tημένες φόρμες. Τα δείγματα με περίπλο
κα γλυπτά περιγράμματα είναι τα λιγώτερα, αν και σ' αpτά ανήκουν δυο από τα σημαντικότερα
κεραμικά του, που είναι το άγαλμα της «Πικραμένης Πρόσφυγας» που αναφέραμε (ύψος 1,40μ.
Εικ.256)και το μοναδικό «αρχιτεκτονικό» του, που είναι το πολυώροφο κομψό καμπαναριό (ύ
ψος l,lOμ.) της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης (Εικ.283).
Τα αγγειογραφικά του θέματα και τα αγγειοπλαστικά στολίδια, όπου σπάνια υπάρχουν, είναι
συνήθως πολυσύνθετ,α με έκδηλη προτίμηση σε οργανικά στοιχεία, παρμένα από τη χλωρίδα
και την πανίδα της φύσης ή της φαντασίας. Τα λουλούδια και οι βλαστοί, τα ζώα και τα πουλιά,
τα ψάρια και τα τέρατα, τα ερπετά και τα έντομα παίρνουν στα έργα του κατάλληλες, στάσεις,
συνδυασμούς και σχηματοποιήσεις, που προσαρμόζονται στα στρογγυλά, κοίλα ή κυρτά σκεύη
που διακοσμούν. Χαρακτηριστικός τρόπος της εικονογραφικής οικονομίας του είναι το ευγενι
κό καμπύλωμα ή το σπάσιμο που δίνει στις ουρές των πουλιών και των ψαριών (Εικ.
252,259,268,272), που τ' αναγκάζει ν' ακολουθήσουν τις στρογγυλότητες του αγγείου. Οι κύ
κλιοι συρμοί ζώων, οι ζωοστρόβιλοι, οι θηριομαχίες, οι απεικονίσεις βίαιων σκnνών με σφιγτο
δεμένα συμπλέγματα ζώων και οι φανταστικές τερατομαχίες (Εικ.261,265,267,271,284) είναι από
τα προσφιλή θέματα και από τις μεγάλες επιτυχίες του Μηνά.
Η διάταξη των στοιχείων στα έργα του, είναι συνήθως συμμετρική και κάποτε επαναληπτι
κής καλειδοσκοπικής επανάληψης (Εικ.249). Η παράθεση μέσα στο καμπύλο περίγραμμα και
η δεξιοτεχνία του στην ισορροπημένη πλήρωση του χώρου με κύρια και παραπληρωματικά στοι
χεία (φόβος του κενού) σε συνδυασμό με την έντονη aτέρμονα κύκλια κίνηση ή τον στροβιλι
σμό που πολλές φορές τόσο επιτυχημένα δίνει, είναι νομίζουμε από τα κυριώτερα, επιτεύγματα
του λαμπρού αυτού κεραμογράφου (Εικ.251,258,259).
Ανεξάντλητη είναι η θεματολογική φαντασία του. Αντλεί από όλα και από παντού, από τα
Ομηρικά 'Επη ως το σύγχρονο Δημοτικό ή Λαϊκό τραγούδι. Σε μερικά από τα έργα του, έχει
φιλοτεχνήσει θέματα κατά παραγγελία. Τα περισσότερα όμως είναι πλάσματα της δικής του
φαντασίας. Είτε όμως το θέμα του δόθηκε από πελάτη ή το είχε πάρει από γνωστό πρότυπο,
ο καλλιτέχνης δανειζόταν μόνο το θέμα, ή μόνο το μύθο, σαν πρώτη ύλη για να εκφρασθεί.
Ο Μηνάς πολλές φορές έδινε περισσότερες λύσεις στο ίδιο θέμα. Στο ένα από τα σχεδιάσμα
τα με θέμα «0 Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων» (Εικ.281 ,282) ο Προφήτης παρουσιάζεται a-
σκητικός και σαν φοβισμένος, ενώ τα θηρία είναι πολύ ανήσυχα. Στο άλλο εμφανίζεται καθι
στός μεγαλοπρεπής, με απόλυτη επιβολή και κυραρχία στα λιοντάρια που παραμένουν ήρεμα
ένα γύρω και στα πόδια του.
Τα θέματα όπου ο Μηνάς είναι aπαράμιλλος είναι εκείνα της βυζαντινής και ανατολίτικης
παράδοσης, γία τα οποία έχουν γραφεί οι παρακάτω γραμμές: <<Τον Μηνά χώριζαν αιώνες από
την βυζαντινή κεραμική . Και όμως την ξανάπιασε στο σημείο που είχε απομείνει και την συνέχι
σε σαν να μην είχαν ποτέ καταστραφή οι ενδιάμεσοι κρίκοι37».
Ο Μηνάς έκανε κάποτε και απομιμήσιες βυζαντινών αγγείων, που ήταν τόσο πειστικές, ώστε
η γνησιότητά τους και από άποψη τέχνης και από πλευράς υλικών και τεχνικής να είνάι αδύνα
το να ελεγχθεί. Έτσι πριν από αρκετά χρόνια πούλησε για λίγες δραχμές στη Θεσσαλονίκη σε
κάτι ξένους ένα πιάτο του με φανταστική σύνθεση ανατολίτικης τεχνοτροπίας. Πούλησε αργό
τερα κι ένα όμοιο πιάτο στο γράφοντα(Εικ.277). Το πρώτο από τα πιάτα αυτά, έπεσε σε χέρια
«ειδικών», οι οποίοι, αφού το παλαίωσαν τεχνικά το πούλησαν σ' ένα μεγάλο μουσείο του Πα
ρισιού, το οποίο το παρουσίασε σαν δείγμα του 18ου αιώνα. Όταν κάποτε το αναγνώρισε ο φί
λος βυζαντινολόγος καθηγητής Ανδρέας Ξυγγόπουλος, ήταν κιόλας αργά, γιατί στο μεταξύ το
είχε δημοσιεύσει (Εικ.280) σαν παλιό περσικής επιδράσεως, ο γνωστός βυζαντινολόγος Talbot
Rice στο κλασικό του έργο «Byzantine Clazed Pottery»Ι84. Ο Άγγλος ειδικός συνοδεύει τη δη
μοσίευση της εικόνας του πιάτου του Μηνά με την ακόλουθη περικοπή: «Bowl recently acquired
55
by the Louvre.Red were covered with a white slip and glazed in pale brown-yello~. The incised portion ·
is dark brown. The drawing and style show the leteness of the pot as well as a persian influnence .
Type Br. Probably XVIIIth century». Παρουσιάζουμε ακόμα στην Εικ . 279 ένα άλλο πιάτο του
Μηνά με παραλλαγή του ίδιου θέματος. Το τελευταίο αυτό υπάρχει στη σuλλογή της οικογέ
νειας Γιώργου Παραλή στη Θεσσαλονίκη.
Ένας από τους θεματογραφικούς κύκλους του Μηνά είναι τα πουλιά. Τα προτιμούσε τόσο
σαν κύριο θέμα, όσο και σαν συμπληρωματικά διακοσμητικά (Εικ.245,258-262,267,268,270,271,
272). Έχει φιλοτεχνήσει πουλιά κάθε λογής, από μεγάλα αρπακτικά μέχρι σπουργιτάκια. Άλ
λα στέκουν σε κάποιο κλαράκι, άλλα φροντίζουν τη φωλιά τους, άλλα παρουσιάζουν νατουρα
λιστικό πέταγμα, όπως της Εικ.260, άλλα σχηματίζουν δυναμικό στρόβιλο, όπως τα τρία ευέλι
κτα που τσιμπολογούν καρπούς στην Εικ.259 ενώ αλλού όρνεα παίρνουν μέρος σε θηριομαχίες
(Εικ.261 ,265,267).
Ένας άλλος από τους πιο σημαντικούς κύκλους έργων του Μηνά είναι εκείνος με θρησκευτι
κά θέματα. Παρμένα από την Παλαιά Διαθήκη ή την Ορθοδοξία αποτελούν διακοσμητικά ή
λειτουργικά στοιχεία εκκλησιών. Στις σειρές αυτές ανήκουν τα κεραμμικά των Εικόνων 257
και 312-315.
Από τη σειρά αυτή των πιάτων της Παλαιάς Διαθήκης παραθέτουμε τον Μωϋσή στον Ποτα
μό (Εικ.285) και τη δραματική σκηνή του Κατακλυσμού (Εικ.264), που νομίζουμε πως είναι ένα
από τα σημαντικότερα ζωγραφικά έργα του Μηνά καθαρά λαϊκής τέχνης.
«Η λαϊκή φαντασία του Μηνά βρήκε εδώ τον τρόπο ν' αποδώσει όλη την τραγικότητα του
θέματος συνδυάζοντας μέσα στον ίδιο χώρο δυο διαφορετικές χρονικές στιγμές. Τη διάσωσ
του Νώε, της οικογενείας του και των ζώων με την Κιβωτό και ταυτόχρονα την εικόνα του τρ<
γικού πνιγμού όλων των άλλων.
»Σε μια εδαφική έξαρση, που πρέπει να είναι το όρος Αραράτ, έχει προσαράξει η Κιβωτός,
που με το πολύ βαρύ γκρίζο καραβίσιο σκαρί της γεμίζει τη δεξιά πλευρά της σύνθεσης . Το χώ
ρο του εσωτερικού των νερών και το βραχώδη βυθό καλύπτουν σκηνές πνιγμένων σωμάτων,
ανθρώπων και ζώων, όπως εκείνων του σφιχταγκαλιασμένου νεαρού ζευγαριού, των άλογων,
του πουλιού και της μεγάλης σαύρας που μοιάζει με δεινόσαυρο. Παρουσιάζουν όλα πολύ φυσι
κές στάσεις χαλαρωμένων νεκρών σωμάτων μέσα στο νερό, ενώ τα μακρυά μαλλιά των γυναι
κών παρασύρονται με εντελώς φυσικό τρόπο από τα νερά. Οι εκφράσεις τους με τα κλειστά
μάτια είναι γαλήνιες σαν να κοιμούνται.
»Στην κορυφή που εξέχει από τα νερά, ο Νώε κρατά με το χέρι το κεφάλι του σ· έκφραση
οδυνηρής απελπισίας για το θέαμα. Τα τρία παιδιά του προσπαθούν να διασώσουν τους μισο
πνιγμένους, ενώ ένας απ' αυτούς με τα χέρια κρέμεται από ένα βράχο.
»Τη δραματική αυτή σκηνή απέδωσε ο Μηνάς με πολύ επιτυχημένη προσωπική λύση, μέσα
σε δυο μέσα. Στο υγρό στοιχείο που ευθύνεται για το δράμα του ομαδικού πνιγμού και στο χώρο
πάνω απ' αυτό που αποτελεί ελπίδα σωτηρίας για όσους υποτίθεται πως είναι ακόμη
ζωντανοί»ιss .
Του Μηνά δεν είναι μόνο η θεματογραφία που παρουσιάζει απέραντη ποικιλία αλλά και η τε
χνοτροπία και η τεχνική. Τέτοια διαφοροποίηση υπάρχει στα έργα του Μηνά ώστε σε πολλές
περιπτώσεις, συγκρίνοντας διάφορα δημιουργήματά του, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως
προέρχονται από το ίδιο χέρι. Με δυσκολία παραδέχεται πως τα έντεχνα σχεδιασμένα πουλιά
της Εικ.259προέρχονται από τον ίδιο καλλιτέχνη που παρουσίασε τη θαυμάσια σκηνή του Κα
τακλυσμού με όλες τις «αδυναμίες» μιας καθαρά λαϊκής τέχνης. Όμως και στις δυο περιπτώ
σεις η τέχνη είναι παραδοσιακή.
Ο Μηνάς απέδιδε τα παραδοσιακά θέματα του βυζαντινοανατολικού χώρου, όσο πολύ λίγοι
έχουν κατορθώσει. Στην απόδοση όμως αυτή, κάποτε εφάρμοζε και μπορούσε με επιτυχία να
παρουσιάσει σχέδιο αξιώσεων και άλλοτε, εντελώς αυθόρμητα, καθαρά λαϊκή τεχνοτροπία. Ό
μως νομίζουμε πως από το σύνολο του έργου του, σε σημαντικό μέρος του οποίου έχει εκφρα
στεί με λαϊκή τεχνοτροπία (όπως ολόκληρη η σειρά των θρησκευτικών κεραμογραφιών του),
από την ψυχοσύνθεσή του και από τον τρόπο της προσωπικής του έκφρασης και ζωής, όπως
την είχαμε γνωρίσει, ο Μηνάς Αβραμίδης ήταν ένας μεγάλος παραδοσιακός λαϊκός καλλιτέ
χνης. Σήμερα ο γιός του Μηνά, ο Αβραάμ, ζωγραφίζει και αυτός πιάτα, χρησιμοποιώντας τα
πατρικά αχνάρια (Εικ.261).
56
Ο ΜΑΣΤΡΟ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Μ
ια ακραία φτωχογειτονιά του Πειραιά ήταν η Κοκκινιά, που έχει σήμερα εξελιχθεί σε
αυτοδύναμη πολιτεία. Τη λένε Νίκαια . Στην Κοκκινιά, λοιπόν, είχαν εγκατασταθεί με
τά το 1922 πολλοί Έλληνες πρόσφυγες αγγειοπλάστες που ήρθαν κυρίως από το εσωτε-
ρικό της Μικράς Ασίας, όπως το Ικόνιο κ.λπ. Εκεί έφθασε κάποτε και ο Δημήτρης
ΜυγδαληνόςΒ9 αγγειοπλάστης από το Τσανάκ-Καλέ του Ελλήσποντουs9,ιο6,ιο7,ιι2,ιιs,ιι6,ι24.
Στη σημείωση 29 που παραθέτουμε έχουμε αντιγράψει περικοπές από γράμμα του φιλότεχνου
Θάνου Βελούδιου με περιγραφές από τη γνωριμία του με τον Μυγδαληνό. Οι γεμάτες γραφικό
τητα γράμμές αυτές παρουσιάζουν ενδιαφέρον τόσο για τις πληροφορίες που μας δίνουν για τον
εκλεκτό λαϊκό καλλιτέχνη, αλλά ακόμα και σαν κείμενο από μόνο του. Στον Θάνο Βελούδιο
οφείλουμε ακόμα τη συλλογή μας έργων του Δημήτρη. Την αποκτήσαμε το 1971 και στολίζει
σήμερα τις προθήκες του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Αθηνών.
Ο Μυγδαληνός ήταν πολύ φτωχός και δούλευε για να ζήσει σε ξένα μικροκανατάδικα της
περιοχής. Δεν είχε δικό του καμίνι ούτε δικό του τροχό. Τον τελευταίο όμως δεν είχε ίσως μεγά
λη ανάγκη, γιατί τα περισσότερα από τα δημιουργήματά του είναι πλασμένα με τα δάχτυλα,
τα κατ' εξοχήν αυτά δημιουργικά μέλη-εργαλεία του ανθρώπου και στον εικαστικό τομέα.
Στα ξένα λοιπόν αυτά μικροφουρνάδικα που δούλευε ο Δημήτρης, όπως είπαμε για να ζήσει,
έψηνε και τα ιδιαίτερα προσωπικά του πηλοκατασκευάσματα. Τα τελευταία αυτά θεράπευαν
μάλλον το μεράκι του παρά αποτελούσαν γι' αυτόν ουσιαστική πρόσθετη πρόσοδο.
Η μοναδική ομάδα έργων του Δημήτρη στην Ελλάδα είναι η συλλογή που αναφέραμε. Η συλ
λογή αυτή αποτελείται από 24 κομμάτια, που είναι επιτραπέζια σκεύη ή διακοσμητικά αθύρμα
τα. Και τα σκεύη όμως του Δημήτρη είναι τόσο στολισμένα, ώστε να παρουσιάζονται και αυτά
περισσότερο διακοσμητικά παρά σκεύη χρήσης.
Τα θέματα που έχουν εμπνεύσει τα χειροτεχνήματα του Μυγδαληνού μπορούμε να τα διακρί
νουμε σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν κεραμικά που αποτελούν, άλλα περισσότερο
και άλλα λιγότερο, παραλλαγές ή αναμορφώσεις από γνωστές φιγούρες του παλιού Τσανάκ
Καλέ. Ο αγγειοπλάστης μας όμως ακολούθησε μόνο τις φόρμες του Ελλήσποντου, γιατί τα πη
λοπλαστικά του δεν τα ζωγραφίζει, αλλά απλώς τα χρωματίζει. Ακόμα ο Δημήτρης δεν μας
άφησε αυτοτελή φυτικά θέματα. Στα περισσότερα έργα της συλλογής παρουσιάζεται ο άνθρω
πος ή ένα ζωντανό. Στην πρώτη αυτή, την παραδοσιακή κατηγορία ανήκουν τα κεραμοπλαστι
κά καλαθάκια (Εικ. 227, 235), η καπνοθήκη (Εικ. 239), το αλογάκι (Ει κ. 221), η καμήλα (Ει κ.
222) και το μονοκέφαλο γαϊδουράκι (Εικ. 238) όπως και ο Πήγασος (Εικ. 226).
Στη δεύτερη κατηγορία κατατάξαμε έργα που θυμίζουν δυτικοευρωπαϊκό, όπως η αναδυόμε
νη Αφ ροδίτη της Εικ. 240 ή ελληνικό πρότυπο, όπως ο φουστανελάς της Εικ. 220 και ο Μέγας
Αλέξανδρος της Εικ. 237.
Σε μια τρίτη κατηγορία κατατάξαμε κεραμικά, που το πρωτότυπο θέμα τους, οφείλεται σε
προσωπική μάλλον φαντασία. Αυτά είναι το δικέφαλο γαϊδουράκι-αλατιέρα (Εικ. στο κάλυμμα
του τόμου), ο κροκόδειλος-σαύρα (Εικ. 242) και ο φτερωτός Κένταυρος της Εικ. 229.
Όλα τα χρώματα του Δημήτρη είναι άψητα, όπως συνηθίζονταν άλλοτε στα διακqσμητικά
του Τσανάκ-Καλέ, συνταιριάζουν όμως εδώ και τονίζουν το λαϊκό χαρακτήρα των κεραμικών
αυτών, που προορίζονταν από το δημιουργό τους για παζάρια και λαϊκές αγορές. Στη δουλειά
όμως του Δημήτρη κυριαρχεί γενικά το πλαστικό στοιχείο. Ο Δημήτρης ήταν ένας μεγάλος μά
στορας της φόρμας και του πλαστικού διάκοσμου, που αποτελούσε και το μεράκι του.
Πολλά από τα όρθια ζωάκια του παρουσιάζουν μια βυζαντινή, θα λέγαμε, ακινησία, που τη
στατικότητα (ισορροπία δυνάμεων) τονίζουν τα χωρίς πέλματα ή οπλές κιονόμορφα κυλινδρι
κά πόδια που είναι σαν πόδια έπιπλου. Τα διογκωμένα σφυρά αυτών των ποδιών κατεβάζουν
το κέντρο βάρους και αυξάνουν την εντύπωση μιας δωρικής ευστάθειας.
Σ' ένα μόνο ζωντανό του Δ., στο φτερωτό δράκοντα(Εικ.234)παρουσιάζεται μια έκδηλη πρό
θεση για κίνηση, όπως και μιαέκφραση και στάση θυμού. Μια στιγμή ύστερα ή πριν από κίνη
ση παρουσιάζουν τα δυο οπλισμένα και ανασηκωμένα απειλητικά χέρια του ακίνητου Κένταυ
ρου (Εικ.229).
Μερικά από τα παραδοσιακά τσανακαλιώτικα πήλινα διακοσμητικά«θηλαστικά» ήταν,του
λάχιστον τα παλαιότερα,και κανατάκια χρήσης, στα οποία η οπή για την πλήρωση βρίσκεται
57
στα νώτα ενώ για την εκροή στο στόμα του ζώου. Τα αντίστοιχα πηλοπλαστικά του Δ. είναι
και αυτά κοίλα και έχουν τις δυο τρύπες, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν μόνο διακο
σμητικά αθύρματα και όχι πλέον σκεύη .
Εκτός από τα κιοvόμορφα πόδια με τους διογκωμένους aστραγάλους, ένα άλλο χαρακτηρι
στικό σε πολλά τετράποδα, κοινό στα δημιουργήματα τόσο του Τσανάκ-Καλέ όσο και του Δη
μήτρη, αποτελεί η ουρά, η οποία σ ' αυτά έχει διπλό ρόλο : και διακοσμητικό και χρηστικό . Είτε
το είδος του ζώου τη δικαιολογεί, όπως σ' έναν αίλουρο, είτε όχι, όπως σε μια δορκάδα, η ουρά
είναι πολύ λεπτή και πολύ μακριά, όταν δε η ράχη του τετράποδου είναι ελεύθερη, αναστρέφει
πάνω σ' αυτήν και με μια ή δυο θηλιές σχηματίζει το χερούλι του κεραμικού αθύρματος.
Αρκετά από τα ζώα της συλλογής, με τις σωστές αναλογίες και το κομψό κορμί, δείχνουν
σαν έντεχνα έργα. Αλλά η περίπτωση αυτή γνήσιου λαϊκού δημιουργού παραδοσιακών έργων,
να παρουσιάζει και έργα λόγιων «καλλιτεχνικών» αξιώσεων, όπως είναι γνωστό, δεν είναι μο
ναδική και στην Ελλάδα, όπου εκτός από το Δημήτρη υπάρχουν τα παραδείγματα του Μηνά
Αβραμίδη, που αναφέραμε παραπάνω, και του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου .
Εκεί όμως όπου η δουλειά του Δημήτρη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι η σωστή έκ
φραση, που έχει δώσει στα πρόσωπα μερικών από τα ζώα του, έκφραση που έρχεται κάποτε
σε αντίθεση με το aσάλευτο κορμί. Με πολύ λιτά μέσα κατορθώνει π.χ. να αποδώσει την . καλω
σύνη του ήμερου ζώου, που με τις μικρές τρύπιες πήλινες μπαλίτσες (Εικ.241), νομίζεις πως σε
κοιτάζει στα μάτια, ενώ σχεδόν χαμογελά, ή να αποδώσει το θυμό του εξαγριωμένου φτερωτού
θεριού (Εικ.234), ή ακόμα το λάγνο βλέμμα του Κένταυρου (Εικ . 279) όπως του αρμόζει σύμφω
να με τη μυθολογική παράδοση .
"Ενα μυθικό τέρας, όπως και η εικαστική του απόδοση, η τερατοπλασία που το μορφοποιεί,
εκφράζουν τον περίεργο εκείνο κόσμο, που κινείται ανάμεσα φαντασίας και πραγματικότητας
και καμιά φορά βοηθάει τον άνθρωπο να ξεπεράσει το φράγ μα του καθιερωμένου σαν πραγμα
τικού. Εξάλλου, ένα τέρας αποτελεί, αυτό το ίδιο, ένα μύθο ή αντιπροσωπεύέι κάποιο μυθολογι
κό επεισόδιο, ενώ κάποτε δεν είναι παρά απλό αποκύημα ατομικής φαντασίας της στιγμής. Ο
Δ. εκδηλώνει γενικά μια τάση τερατοποίησης . Τόσο σε μερικά από τα καθιερωμένα ελληνικά
μυθολογικά τέρατα, όσο και σε φυσιολογικά ζώα, έχει αλλάξει, ή έχει προσθέσει, στο ήδη τερα
τώδες ή το αρτιμελές σώμα, στοιχεία τερατοποίησης, δη λ . μέλη από τον κορμό ενός διαφορετι
κού ζωντανού .
Σχετικά με την επίδραση της παράδοσης, τοπικής ή μακρινής, στη δουλειά του Δημήτρη,
θα πρέπει να σημειώσουμε το συγκεκριμένο παράδειγμα του υποζύγιου με τα δυο κεφάλια ανα
φορικά με πιθανές μακρινές καταβολές που έφθασαν κάποτε και μέχρι τον Ελλήσποντο. Πραγ
ματικά, παρόμοια πολυκέφαλα τετράποδα τέρατα σε «τετράποδα» κέραμικά έχω συναντήσει
τρία . Και τα τρία ανήκουν στην ευρύτερη Σοβιετική περιοχή και παρουσιάζουν θεματικές και
τεχνοτροπικές ομοιότητες με το άθυρμα του Δημήτρη . Σε μια από τις aπέραντες προθήκες της
αίθουσας XXVII με Σοβιετικά κεραμικά, τουMuseo Internazionale delle Ceramiche της ιταλικής
Φαέντζας, υπάρχει μια ομάδα με πήλινα τερατόμορφα αθύρματα από το Tagikisian, που είναι
στην Κεντρική Ασία μια από τις νοτιότερες περιοχές των URSS, γειτονική του Αφγανιστάν. Φι
λοξενείται εκείΙΙ5 και ένα πήλινο μορφοποιημένο ζωάκι (γαϊδουράκι;) με δυο κεφάλια και δυο
μεγάλα κυρτά αυτιά το καθένα, χωρίς όμως αναβάτη και φορτία. Η τερρακότα αυτή είναι βαμ
μένη με άσπρο μπατανά και στολισμένη με μικρές εγκοπές και μαύρα στίγματα. Με το δικέφα
λο γαϊδουράκι του Δημήτρη (κάλυμμα) υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά : το στοιχείο της τερα
τοποίησης με δυο κεφάλια, το ότ ι είναι γαϊδουράκι και το ότι είναι χρωματισμένο με άψητα χρώ
ματα.
"Εχουμε υπόψη ένα τρικέφαλο, αυτή τη φορά, αλογάκι με αναβάτη. Το άθυρμα αυτό ανήκει
στο Ρωσικό Κρατικό Μουσείο . Έχει την ίδια στάση με το προηγούμενο και είναι βαμμένο με
άψητα χρώματα, άσπρο με πολύχρωμα στολίδια .
Τέλος σε μια πρόσφατη επίσκεψή μας (1982) στη Μόσχα, παρατηρήσαμε σε μια προθήκη του
μικρού αλλά πολύ καλού Μουσείου Λαϊκής Τέχνης της Σοβ ιετικής Πρωτεύουσας, ένα πήλινο
τετράποδο ζωάκι με αναβάτη και δυο τρικέφαλες συστάδες . Τα τρία κεφάλια (όνου ή αλόγου)
της μιας, φυτρώνουν στη μια άκρη του οριζόντιου κυλινδρικού κορμού ενώ της άλλης στα νώτα
στη θέση της ουράς του φανταστικού λαϊκού δημιουργήματος. Αλλά τερατοποιημένο ζώο του
Δημήτρη είναι και το ζαρκάδι που έχει ουρά αίλουρου της Εικ.233. "Αλλα τερατοποιημένα ζώα
του Δημήτρη είναι το ερπετό με σώμα κροκοδείλου και κεφάλι σαύρας(Εικ.242) . Τα θεριά του, οι
λεοντόπαρδοι, έχουν συνθετικά λιονταριού και μαζί λεόπαρδου, και το κατ' εξοχήν τέρας της
58
Αρχαίας Ελληνική Μυθολογίας, ο αλογάνθρωπος Κένταυρος, με τις δυο φτερούγες, που του προ
σθέτει η σύγχρονη φαντασία του Δημήτρη, παρουσιάζει μεγαλύτερες διαστάσεις τέρατος και
πιο τονισμένη την ικανότητα για μεγάλες ταχύτητες του ωκύποδου υπερφανταστικού αυτού όν
τος. Μερικές δεκάδες χρόνια αργότερα από τον Δημήτρη, το 1950, το Museo Internazionale delle
Ceramiche της Φαέντσας, απέκτησε (αίθουσα XXV) ένα φαγεντιανό πλακάκι με τη ζωγραφιά
ενός κένταυρου με φτερά. Η σύνθεση αυτή έχει την υπογραφή Pablo Picasso.
Σαν γνήσιος καλλιτέχνης, παίρνει ο Δημήτρης από την πραγματικότητα ή τη Μυθολογία ό,τι
του χρειάζεται για να πλάσει τα δημιουργήματα της φαντασίας του. Η μυθοπλαστική του έφεση
υλοποιείται με την τερατοπλαστική του δημιουργία. Σ' αυτό τον βοηθούσε πολύ μια εξαιρετική
αίσθηση του υλικού και η δεξιοτεχνία των επιδέξιων χεριών του, των προικισμένων αυτών χε
ριών που σκέπτονται. Και κάτι ακόμα. ·οπως όλοι οι πραγματικοί καλλιτέχνες και ο Δ. δεν
ξεχωρίζει τον υπαρκτό κόσμο από τον φανταστικό. Το δικέφαλο γαϊδουράκι είναι το ίδιο πραγ
ματικό με το φυσιολογικό. Ο Πήγασος, τα φτερωτά θεριά και ο αλογάνθρωπος, παρουσιάζον
ται πιο ζωντανά και ίσως πιο αληθινά από τη γυμνή γυναίκα και τον φουστανελά του.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΙΔΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΤΑΞΗ
61
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΙΘΑΡΙΑ
Σ
ε πολλούς αγροτικούς συνήθως οικισμούς, σε κάστρα, μοναστήρια, παλιά ελαιοτριβεία
και καμίνια ή και από τον πυθμένα της ελληνικής θάλασσας, ξεθάβονται συχνά μικρά
ή μεγάλα πιθάρια. Από αυτά άλλα είναι αρχαία, άλλα βυζαντινομεσαιωνικά και άλλα νε
ώτερα παραδοσιακά. Αυτό σημαίνει πως για χιλιάδες χρόνια το μεγάλο αυτό αποθηκευτικό πή-
λινο αγγείο, εξυπηρετούσε τους κατοίκους τόσο του νησιώτικου όσο και του χερσαίου ελλαδι
κού χώρου.
Κατά τους τελευταίους αιώνες τα πιο γνωστά ελληνικά κέντρα που μόρφωναν τα πελώρια,
καμιά φορά, αυτά πηλοπλαστικά, ήταν ένα στον Αίνο της Ανατολικής Θράκης (κοντά στις
εκβολές του ·Εβρου), ένα άλλο κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Πυλίας στο Μεσσηνια
κό κόλπο όπως και σε δυο κυρίως περιοχές της Κρήτης. Στο Θραψανό Πεδιάδας, 30 χιλιόμε
τρα από το Ηράκλειο και στις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου. Εκτ 6 ς από αυτά, ·Ελληνες αγγειο
πλάστες πιθαράδες, δημιουργούσαν στην Κύπρο, όπως και πριν ακόμα μερικά χρόνια, σε λιγο
σ-:τά σημεία της χώρας μας, όπως στη Σύρα, την ·Ανδρο32, την Τήνο, στο Πήλιο2tι και πεpιστα
σιακά στη Μυτιλήνη (Εικ.296). Στη Θράκη, εκτός από τον Αίνο, μόρφωναν πιθάρια (κιούπια)
και σε άλλες περιοχές της και μάλιστα οξυπύθμιναt68.
·οπως συμβαίνει και στα άλλα μικρότερα παραδοσιακά κεραμοπλαστικά και για τους ίδιους
λόγους, τα πιθάρια και οι πιθαράδες τείνουν, τώρα τελευταία, να χαθούν και στην πραγματικό
τητα οι γραμμές αυτές παρουσιάζουν την κατάσταση στον τομέα αυτό της χειροτεχνίας όπως
ήταν κατά τη δεκαετία του '70. Το είδος αυτό θα είχε εκλείψει και πριν από τη χρονολογία αυτή
αν δεν το συντηρούσε κάπως «το άνοιγμα προς την ύπαιρθο» του αστικού πληθυσμού με το να
στολίζει εξοχικές αυλές, κήπους και βεράντες με τα μεγάλα αυτά αρχιτεκτονικά, τώρα πια δια
κοσμητικά.
62
Οι ΚΟΡΩΝΙΩΤ ΙΚΕΣ τζάρες. Στη δυτική ακτή του Μεσσηνιακού κόλπου ευδοκιμούσε πάντα,
όπως είπαμε αλλού, η αγγειοπλαστική . Στα τρία όμως παραλιακά γειτονικά χωριά Κόμποι, Πε
τριάδα (Εικ.287) και Χαρακοπιό κατασκευάζονταν ακόμα (1969) τα μεγάλα πιθάρια , οι κορω
νιώτικες τζάρες, που πήραν τ ' όνομα από την κοντινή πόλη της Κορώνης. Η μόρφωση των πι
θαριών αυτών και οι άλλες τεχνικές λεπτομέρειες της κατασκευής , δεν διαφέρουν πολύ από τις
αντίστοιχες διαδικασίες των κρητικών. Στις Εικ. 295,298 παρουσιάζονται δυο πιθάρια της πε
ριοχής αυτής . Στο ένα, το εξωτερικό του αυλακώνεται με πολλές παράλληλες οριζόντιες ρα
βδώσεις, ενώ του άλλου η επιφάνεια είναι λεία, το δε εσωτερικό του και το χείλος καλύπτεται
με καφετί υάλωμα. Στα παράκτια αυτά χωριά του Μεσσηνιακού κόλπου , πρόβλημα διακίνησης
των πιθαριών δεν υπήρχε, γιατί οι μεταφορές γίνονταν δια θαλάσσης.
Σχετικά με τα πιθάρια και τους πιθαράδες της περιοχής αυτής, παραθέτουμε εδώ περικοπές
από το βιβλίο του Νίκου Πασαγιώτη για «Το Χαρακοπιό Μεσσηνίας» και τη χειροτεχνία τουιΊο.
«Οι πιθαράδες ήταν ένα από τα μεγαλύτερα επαγγέλματα του Χαρακοπιού και Πετριάδας
ακόμη και στα κουτσοχώρια Κατινιάδες, Γκόρτζογλη , Αϊδίνι. Μια τέχνη που τη συνέχισαν ot
πατεράδες μας από τα πανάρχαια χρόνια. Αυτό μας το βεβαιώνουν πολλά παραχωμένα καμί
νια και μικρά και μεγάλα πιθάρια που ξεθάπτονται στα χωράφια του χωριού .
Το πιθάρι ήταν και είναι το καταλληλότερο αγγείο για αποθήκη, το πιο χρήσιμο και απαραί
τητο για κάθε χωριατόσπιτο, ακόμη τα μεταχειριζόντουσαν στους πύργους και στα κελάρια του
Μοναστηριού και μέσα στα σκοτεινά υπόγεια του Κάστρου εκατοντάδες πιθάρια γέμιζαν λάδι,
εληές, τυρί, κρασί, για τις ανάγκες της φρουράς.
Τα πιθάρια τα φόρτωναν σε καίκια από τις ακτές του Χαρακοπιού, Γαργαρού, Περούλια, για
μακρινά μέρη και προπαντός σε τόπους ελαιοπαραγωγής3ι . Οι πάπποι μας έφτασαν με τα πι
θάρια στην Αίγυπτο, Ρόδο, Σμύρνη, Αϊβαλί, Χειμάρρα , Αυλώνα, Κέρκυρα, ακόμα και στην Κύ
προ, πήγε και έφτιαξε πιθάρια ο Βασίλης Σπάλας (Ντερέλας). "Ετσι με την εργασία αυτή και
τα ταξίδια τους οι Χαρακοπιαδίτες κουβαλούσαν στο χωριό τους όχι μόνον χρήματα και εμπο
ρεύματα, αλλά και καινούργιους τρόπους ζωής ακόμη ιδέες και πολιτισμό .
Σιγά-σιγά οι πιθαράδες καλυτερεύουν την τέχνη τους, την διαδέχονται οι νέοι σε ανώτερη κομ
ψότητα και ποιότητα, με καλύτερο αργιλλόχωμα και λεπιδόχωμα από τη θέση Σκλαβικό. Για
την προετοιμασία της βαφής με λιθάργυρο χρησιμοποιούσαν ένα ειδικό μίγμα χώματος που το
ονόμαζαν «Πιπίνι»· αυτό το χώμα μόνον στη θέση Κουλέ στου «Μεμί» κοντά στο Βασιλίτσι υ
πάρχει και είναι γνωστό από την εποχή των Βενετών με τη γνωστή αγγειοπλαστική τους στο
νησί «Θηγανούσα» (η νησίδα Βενέτικο).
Τα πιθάρια, ανάλογα με τη χωρητικότητα, έχουν και την ονομασία τους, το πιθάρι των 30-40
οκάδων το ονομάζουν τρίχερο πιθαρόπουλο. Μέχρι 60 οκάδες «μπαμπάκι», από 60-70 «μπόμ
πα», από 80-150 «τζάρα» και από 150 οκάδες μέχρι 400 είναι τα γνωστά πιθάρια, κοντοπίθαρα
ή και μπακοπίθαρα .
Η λέξη τζάρα είναι ξένη, τη συναντάμε στη Γαλλική γλώσσα, στη Συριακή και γενι κά στους
Αραβι κ ούς λαούς κάθε είδους πιθαριού ονομάζεται «τζάρα» και το σταμνί «βύκι» .
Κορωνέικα πιθάρια τα ονομάζουν σε πολλά μέρη της χώρας μας, και στην Αθήνα περισσότε
ρο, ίσως γιατί φορτώνονται από την περιοχή της Κορώνης και από το λιμάνι της Κορώνη ς, επει
δή ντάνες από πιθάρια στιβαγμένα στην Ομαλή της Κορώνης περιμένουν μέρες πολλές ωσότου
έρθουν τα καίκια να τα πάρουν· έτσι πολλά πλεούμενα τα παληά χρόνια περνούσαν ανοιχτά
της Κορώνης βλέποντας για πρώτη φορά πολλά και μεγάλα πιθάρια, τα βάφτισαν Κορωνέικα,
ενώ όχι μόνον στην Κορώνη δεν έφτιαχναν πιθάρια, αλλά οι πιο πολλοί Κορωνέοι δεν είχαν δει
ποτές πως φτιάχνουν τα πιθάρια. Και σε συνέχεια θα γράψω ονόματα πιθαράδων, παλιούς και
νεώτερους, φυσικά όσους μπόρεσα να μάθω και να γνωρίσω ... »
Όπως είναι γνωστό στη Φαιστό και στην Κνωσό της ΚΡΗΤΗΣ, μπορεί να θαυμάσει κανείς
Μινωϊκά πιθάρια, τόσο για το μέγεθος και τη στερεότητα όσο και για τις αναλογίες και το διά
κοσμό τους. ·οταν, λοιπόν, πριν από αρκετά χρόνια, αντικρύσαμε για πρώτη φορά στο Θραψα
νό και στις Μαργαρίτες τα δημιουργήματα των σύγχρονων Κρητικών πιθαράδων, που είναι ό
μοια ή σχεδόν όμοια με τα Μινωϊκά, είχαμε υποθέσει πως οι τεχνίτες αυτοί του πηλού ή οι πατε
ράδες τους είχαν αντιγράψει τα όσα έβλεπαν στους γειτονικούς αρχαιολογικούς χώρους. Αργό
τερα όμως, όταν διαπιστώσαμε πως παρόμοια σύγχρονα μεγάλα αγγεία είχαν βεβαιωθεί πως
έγιναν και επί Τουρκοκρατίας και αρκετά πριν από τις πρώτες ανασκαφές που έφεραν σε φως
τα Μινωϊκά πρότυπα, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι οι φόρμες αυτές των σημερινών πιθα
ράδων του νησιού θα πρέπει να διατηρήθηκαν ως τα σήμερα παραδοσιακά, γενιά με γενιά. από
τους χρόνους του Μίνωα και της Αριάδνης και με τη βοήθεια τυχαίων ευρημάτων.
63
Αποδεικτικό του ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν και από μόνα τους τα μεγάλα αυτά πήλι
να αποθηκευτικά, είναι το ότι εκτός από άλλους47,ιο7,ι24 δυο από τις κορυφαίες σύγχρονες καλ
λιτέχνιδες του ψημένου πηλού έχουν ασχοληθεί με τους πιθαράδες της Κρήτης και τα προϊόντα
τους. Η Ελένη Βερναρδάκη μελέτησε και έχει εμπνευστεί από τα δημιουργήματα των πιθαρά
δων στις Μαργαρίδες, ενώ η Μαρία Βογιατζόγλου μας παρουσίασε μιαν ενδιαφέρουσα μελέτη
για τους ομότεχνους του Θραψανού56,ss.
Τα πάρα κάτω αντιγράφουμε από τη μελέτη της Βογιατζόγλου. «Κάθε χρόνο, οργανωμένα
συνεργεία πιθαράδων ξεκινούν από το Θραψανό για να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη της Κρή
της, όπου θα δουλέψουν και θα πουλήσουν πιθάρια τους τρεις μήνες του καλοκαιριού. Αυτή η
διαδικασία λέγεται βεvτέμα 225 , και όσοι παίρνουν μέρος, βεvτεμάpοι ...
»Η βεντέμα κρατάει από τις 21 Μαίου ως τις 14 Σεπτεμβρίου. Η αναχώρηση των πιθαράδων
από το Θραψανό παίρνει γιορταστικό χαρακτήρα. Παίζουν οι «καμπάνες» και οι γυναίκες aπο
χαιρετούν τους βεντεμάρους. Ξεπροβοδίζουν τα συνεργεία, τα τακίμια, ως την άκρη του χω
ριού. ·νστερα τα συνεργεία θα χωρίσουν, ακολουθώντας το καθένα άλλο δρόμο για τον τόπο
του προορισμού τους, που συνήθως ο μάστορας τον κρατάει μυστικό από τους άλλους μαστό
ρους. Το τακίμι θα μείνει όλο το καλοκαίρι στο ίδιο μέρος και θα πουλήσει τα πιθάρια του στις
γύρω περιοχές. Τριάντα ως τριανταπέντε τακίμια ξεκινούσαν άλλοτε από το Θραψανό, περί
που διακόσια άτομα, δηλαδή ο μισός σχεδόν ανδρικός πληθυσμός του χωριού. Το τακί μ ι (με
την έννοια αυτή του συνεργείου) αποτελείται από έξη τεχνίτες-μέλη:
·οταν η ομάδα, που αποτελεί κοινοπραξία με κοινό ταμείο, φτάσει στο κατάλληλο μακρινό
χωράφι για ν' αναπτύξει τη θερινή αγγειοπλαστική της δραστηριότητα, θα χτίσει το καμίνι ή
θα επισκευάσει το παλιό, όπως και την καλύβα όπου γίνεται ή επεξεργασία του πηλού και όπου
μένουν οι άνθρωποι τη νύκτα. Το κατάλληλο αργιλικό χώμα, τα κλαριά για το καμίνι και τα
έτοιμα πιθάρια μεταφέρονται με υποζύγια του συνεργείου. Τελευταία όμως οι πιθαράδες δεν με
ταναστεύουν πια από το Θραψανό, γιατί έχει περιοριστεί η παραγωγή των πιθαριών τα οποία
τώρα πια δεν χρησιμεύουν σαν αποθηκευτικά, αλλά σαν διακοσμητικά υπαίθριων χώρων εξοχι
κών εγκαταστάσεων και επαύλεων. ·οσοι απέμειναν από τους Θραψανούς τεχνίτες, πλάθουν
στο χωριό τους».
Εξακολουθούμε από τη μελέτη της Βογιατζόγλου:
«Τα πιθάρια κατασκευάζονται σε χαμηλούς χειροκίνητους τροχούς. Για κάθε πιθάρι ένας τρο
χός, το τροχί. Χρησιμοποιούνται δέκα μέχρι δεκάξη τροχιά για ισάριθμα πιθάρια που κατασκευά
ζονται (συγχρόνως) σε μια μέρα, ήλιο με ήλιο, δηλαδή σε δεκατέσσερες ως δεκάξη (θερινές ώ
ρες δουλειάς).
Το κάθε ένα από τα πιθάρια πλάθεται με το χέρι στο τροχί, που είναι μια οριζόντια ξύλινη
στρογγυλή σανίδα, που στρέφεται περί κατακόρυφο άξονα και είναι εγκατεστημένη χαμηλά στο
έδαφος μπροστά σ' ένα λάκκο, τον τpοχολάκκο, όπου κάθεται ο τροχάρης, δηλαδή ο ασχο
λούμενος με τη περιστροφή αυτής της πλάκας με τα χέρια. ϊσως το τροχί αυτό, που χρησιμο
ποιείται τώρα μόνο για μεγάλα πιθάρια, να είναι ο πρόγονος του ποδοκίνητου πηλοτροχού ... ».
Ο μάστορας του πιθαριού τοποθετεί στον τροχό μια πήλινη ψημένη πλάκα, επάνω στην οποία
ανεβάζει σταδιακά τα τοιχώματα του μεγάλου αγγείου, ενώ στρέφει ο τροχάρης. Το χτίσιμο αυ
τό του πιθαριού πραγματοποιείται με αλλεπάλληλες λουρίδες πηλού τις οποίες πλάθει στα χέ
ρια του ο μάστορας και τις κολλά, τη μια απάνω στην άλλη, ενώ ο δυνατός ήλιος ξηραίνει γρή
γορα το υλικό.
·γ στερα από κάθε στρώση, μάστορας και τροχάρης επαναλαμβάνουν τα ίδια στο επόμενο
υπό κατασκευή πιθάρι. ·Ετσι όταν εφαρμοσθεί η στρώση και στο τελευταίο πιθάρι της σειράς,
θα έχει αρκετά ξεραθεί στον ήλιο η στρώση στο πρώτο πιθάρι, ώστε να μπορεί να δεχθεί την
επόμενη. Τα διακοσμητικά ζωνάρια των πιθαριών μορφώνονται με τα τρία μεσαία δάκτυλα του
μάστορα, που τα σέρνει ένα γύρω στη μαλακή μάζα σαν χτένι .
·οταν ολοκληρωθεί προς το βράδυ το χτίσιμο των πιθαριών κατ' αυτόν τον τρόπο, μορφώ
νονται τα στόμια και στη συνέχεια τους κολλάνε τα τρία δυνατά χερούλια, που στην Κρήτη (αλ
λά και αλλού) ονομάζονται αυτιά. Τα πιθάρια μένουν ως την άλλη μέρη στα τροχιά και ύστερα
τοποθετούνται με προσοχή σε μια πλαϊνή θέση για να ξεραθούν στον ήλιο. Τότε δυο άνδρες αγ
καλιάζουν με τα τέσσερα χέρια καθ' ένα από τα πιθάρια, που στα μεγαλύτερα η χωρητικότητα
φθάνει τα 400 κιλά, και το μεταφέρνουν στο καμίνι, όπου στήνεται ανάποδα με το στόμιο προς
τα κάτω. Κάθε καμίνι μπορεί να περιλάβει ως 25 μεγάλα πιθάρια. Τα καύσιμα είναι κλαριά και
θάμνοι. Σε άλλα όμως καμίνια της Κρήτης χρησιμοποιείται για το πύρωμα και ο ελαιοπυρήνας.
64
«Το πιθάpι(Εικ .298) είναι ένα τελειωμένο Σχήμα, (προσθέτει επιγραμματικά η Βογιατζόγλου) μια
ολοκληρωμένη μορφή . Φανερώνει την πληρότητα της τεχνικής που το δημιουργεί, την οικονο
μία των κινήσεων στην κατασκευή, όσο και στη λιτότητα του περιγράμματος. Δύσκολο να ξε
χωρίσεις την κίνηση από το σχήμα, τη σοφία της τεχνικής από τη στερεότητα της μορφής».
Το 1976 λειτουργούσαν στο Θραψαμό έντεκα θερινά καμίνια, από τα οποία τα δυο έψηναν
διάφορα μικροαγγεία, ενώ τα εννέα πύρωναν πιθάρια, που τα μεγαλύτερα χωρούσαν ως 400 κι
λά λάδι. Το σκάμμα της γειτονικής χωματερής είχε μεταβληθεί σε μια μικρή λίμνη που είχε βά
θος 2 1/2 μέτρα το καλοκαίρι και 5 το χειμώνα . Απ' αυτήν υδρεύονταν τα πιθοπλαστικά εργα
στήρια. Τους σβώλους του χώματος σύντριβαν μ' ένα βαρύ γωνιασμένο κλαρί, το πλάσιμο του
πηλού γινόταν αρχικά με τα πόδια και τελικά με τα χέρια, ενώ τα καμίνια έκαιγαν κλαριά.
Από τα πολύ παλιά υπάρχει η παράδοση της πιθαροπλαστικής στο χωριό Μαργαρίτες3ο Μυ
λοποτάμου Κρήτης, όπου πριν μερικές δεκάδες χρόνια δούλευαν ως 40 μαστόροι με ισάριθμους
πουpyούς (βοηθούς). Στη δεκαετία του '60 είχαν απομείνει 22 μαστόροι, ενώ κατά την τελευταία
μας επίσκεψη, το 1976, μονάχα
5. Στις Μαργαρίτες Ρεθύμνου πλάθονταν κάθε μεγέθους πιθάρι.
Από ύψους 40 εκατοστών μέχρι 2 1/2 μέτρα και με παραγγελία, ακόμα μεγαλύτερα. Συνηθέστε
ρα όμως έχουν χωρητικότητα από 50 μέχρι 200 οκάδες221 ,223.
Στα διακοσμητικά των πιθαριών ανήκουν τα επικόλλητα οριζόντια ζωνάρια, τα τσέpκουλα,
όπως και οι παράλληλες οριζόντιες αυλακές που γίνονται με τα τρία βρεγμένα μεσαία δάχτυλα
που σέρνονται ενωμένα ένα γύρω , ενώ στρέφεται αργά το πιθάρι πάνω στο τροχί.
Η τεχνική των Μαργαριτινών δεν διαφέρει πολύ από εκείνη των πιθαράδων του Θραψανού,
που περιγράφει η Βογιατζόγλου στη μελέτη της, όπου υπάρχει και λεπτομερής βιβλιογραφία του
θέματος.
Μ
ε τον όρο «πήλινο αρχιτεκτονικό στοιχείο» εννοούμε κάθε πηλοπλαστικό που παίρνει
μέρος στο διάκοσμο ενός κτίσματος . Αρχιτεκτονικά διακοσμητικά στοιχεία που θερα
πεύουν αποκλειστικά τον αισθητικό παράγοντα, θεωρούμε τα ακροκέραμα, τα αγάλ-
ματα και τ' άλλα κεραμουργήματα που δεν συνδέονται με την όποια λειτουργία του κτιρίου.
Λειτουργικά πάλι, εξαρτήματα μπορούν να είναι και διακοσμητικά, όπως μια καπνοδόχος ή
ένα πήλινος αγωγός αποχέτευσης, τα κάγκελα μιας βεράντας ή μια διακοσμητική γλάστρα, όχι
όμως και ένα άδειο πιθάρι στην αρχιτεκτονική του υπάιθριου χώρου . Η γλάστρα ειδικά ή η στο
λισμένη πήλινη υποδοχή της, είναι δυνατόν να θεωρηθεί σαν καθαρά διακοσμητικό στοιχείο,
αφού και το λουλούδι της αποτελεί στολίδι.
Τα πήλινα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά διακοσμητικά συνδέονται χρονικά με το συρμό του νε
οκλα σικισμού, αφορούν συνήθως την εξωτερική εμφάνιση των οικοδομών και παρουσιάζοντqι
κυρίως στα αστικά κέντρα. Τα πήλινα λειτουργικά αρχιτεκτονικά στοιχεία που είναι και δια
κοσμητικά, αποτελούν γνωρίσματα της παλαιότερης τοπικής αρχιτεκτονικής παράδοσης και
διατηρούνται -όσα διατηρούνται- συχνότερα σε εξοχικά κτίσματα ή αγροτικούς οικισμούς.
Και οι δύο αυτές κατηγορίες, τόσο η δεύτερη που είναι και η παλιότερη όσο και η πρώτη των
πήλινων νεοκλασικών μπορούν να θεωρηθούν παραδοσιακές αφού και των νεοκλασικών ακό
μα παρουσιάστηκε στην Ελλάδα πριν από ενάμιση σχεδόν αιώνα και είχε επικρατήσει τουλάχι
στον για εκατό χρόνια.
Μια άλλη διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών είναι ότι η παλαιότερη από αυτές, των πήλι
νων λειτουργικών στοιχείων, είναι περισσότερο νεοελληνική και πιό εναρμονισμένη στο τοπικό
φυσικό περιβάλλον, ενώ τα πήλινα νεοκλασικά στοιχεία είναι κι αυτά προϊόντα της εγχώριας
χειροτεχνίας στα περισσότερα όμως ο ρυθμός είναι ξενοφερμένος, αν και η αφετηρία του σε
ευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελεί ένα κράμα από aρχαιοελληνικά πρότυπα με δυτικοευρωπαϊκές
επιδράσεις εποχής.
Τα αρχιτεκτονικά διακοσμητικά κεραμικά νεοκλασικού τύπου, αφού στόλισαν τα ελλαδικά
aρχιτεκτονήματα για εκατό, όπως είπαμε , χρόνια έπεσαν σε δυσμένεια από την εποχή του με
σοπόλεμου με την εισβολή του τσιμέντου, για να εξαφανιστούν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πό
λεμο μαζί με τις οικοδομές που τα φιλοξενούσαν (Εικ.382). Και αφού στη συνέχεια είχαν για
χρόνια σχεδόν λησμονηθεί μαζί με τον ελληνικό νεοκλασικισμό, ξανάρθαν τώρα τελευταία στην
επιφάνεια ενός «θεωρητικού» όψιμου ενδιαφέροντος με συγκινητικές μνημόσυνες εκδηλώσεις
65
από μια ομάδα πνευματικών ανθρώπων. Έτσι, ύστερα ή και πριν από το γενικότερο έργο του
Ι. Τραυλούt98 για τη «Νεοκλασική Αρχιτεκτονική» (1967) βλέπουν το φως αρκετά σχετικά δη
μοσιεύματα και εντελώς πρόσφατα, το 1981, δύο αξιόλογα βιβλία με ειδικευμένο περιεχόμενο
στα ακροκέραμα και τα παρόμοια κεραμοπλαστικά που συμβόλιζαν τον ελληνικό νεοκλασικι
σμό. Πρόκειται για τις πλούσια εικονογραφημένες εκδόσεις του Α. Γιαγιάνου63 η μία και του
Ν. Γρηγοράκη68 η άλλη.
Τα διακοσμητικά ακροκέραμα ιππεύουν σαν καλυπτήρεςι?s στις ενώσεις από τα εφαπτόμε
να aυλακωτά (τους στρωτήρες) βυζαντινού τύπου ακραία κεραμίδια της στέγης και δημιουρ
γούν μια δαντελωτή κορυφογραμμή στις προσόψεις των νεοκλασικών σπιτιών.
Όλα τα ακροκέραμα είναι από τερρακότα, μορφοποιούνται σε καλούπια και παρουσιάζουν
πολύ μεγάλη ποικιλία. Γενικά μπορούν να διακριθούν σε δυό κατηγορίες. Σ' εκείνα που στο κέντρο
τους προβάλλει ανθρώπινη μάσκα και στα άλλα με ένα βολβό, καρπό ή άλλο σχήμα στον κεν
τρικό πυρήνα απ' όπου αναπτύσσεται ακτινωτά ανθέμια. Ανάλογα πάλι με τη θέση που παίρ
νουν στη στέγη ενός κτιρίου, διακρίνονται σε μετωπικά ή μεσαία και γωνιακά ακροκέραμα.
Το ακροκέραμο αποτελεί από τα πιο διάκριτα γνωρίσματα του νεοκλασικού ρυθμού στην Ελ
λάδα και είχε τη μεγαλύτερη διάδοση στις στέγες τόσο των αρχοντικών, όσο και των μεσαίων
αστικων και ακόμα των μονόροφων μικροαστικών οικοδομών.
Το μετωπικό ακροκέραμο της Εικ.367 προέρχεται από το νεοκλασικό σπίτι Κυριαζοπούλου
του 1880 στην οδό Δεληγιώργη (Πασαλιμάνι) του Πειραιά. Το επίσης μετωπικό ακροκέραμο
της Εικ.371 είναι του πηλοπλάστη Στρατουδάκη των Χανίων(1969) . Και τα δυο έχουν στο κέν
τρο κεφαλή Ερμή. Το γωνιακό ακροκέραμο των Εικ . 368,366 (21,0Χ16,0 εκ.) προέρχεται από
πηλοπλαστείο του Τύρναβου Θεσσαλίας και είναι ανθεμωτού τύπου.
Τα μεγαλύτερα πήλινα αρχιτεκτονικά διακοσμητικά είναι τ' αγάλματα από τερρακότα. Απ'
αυτά εκείνα με ολόσωμες ανθρώπινες μορφές(Εικ.369,382) όπως και κάτι άλλα με πουλιά(Εικ.363)
έπαιρναν θέση στις στέγες, στα δώματα στους εξώστες ή σε κάποια κόγχη του τοίχου, ενώ τα
περίβλεπτα πηλοπλαστικάμε ανθρώπινες προτομές παρμένες από την ιστορία ή τη μυθολογία
(Εικ.372),όπως και τα ολόσωμα τετράποδα ι 370,373 ) στόλιζαν εξώστες επίσης, αλλά κυρίως
εισόδους μεγάλων συνήθως εξοχικών σπιτιών. Κατά κανόνα τα τελευταία είναι, για το μεγαλο
πρεπέστερο, αρσενικά λιοντάρια τοποθετημένα στη θέση του πυλωρού ή φύλακα του σπιτιού.
Τα πήλινα λιοντάρια σπάνια είχαν αναρρριχηθεί σε δώματα και στέγες.
Από τα αρχιτεκτονικά κεραμικά, τα χρηστικά και διακοσμητκά, παρουσιάζουμε εδώ μερι
κές καμινάδες εξοχικών μάλλον σπιτιών, τόσο της ηπειρωτικής (Εικ.365-379) όσο και της νη
σιωτικής (Εικ.376-378) Ελλάδας.
Τα σιντριβάνια που παραθέτουμε είναι πολύχρωμα φαγεντιανά, εργαστηρίων και τα δύο της
Θεσσαλονίκης. της Εικ.254 του Μηνά Αβραμίδη (δεκαετίας 1940), ενώ της Εικ.364 του Γ. Θεο
δώρου είναι νεώτερο.
Το πήλινο επιτοίχιο διακοσμητικό στοιχείο που σχηματίζει σταυρό (Εικ.375)στόλιζε πριν από
πολλά χρόνια την πρόσοψη εκκλησούλας της Χίου και θεωρείται παλιότερο από τον 18ο αι.
Τυπικά πήλινανεοκλασικά κάγκελα σε εξώστες και μαρμάρινες εξωτερικές σκάλες (Εικ.374)
μερικών αστικών σπιτιών της Μυκόνου, μαρτυρούν την πλατειά εξάπλωση που είχε ο νι;:οκλα
σικός ρυθμός του 19ου αι., όχι μόνο στην πρωτεύουσα και τα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά α
κόμα και στα μικρότερα νησιωτικά, όπου όμως παράλληλα οι απαραίτητοι κάναλοι (υδρορόες)
των νησιώτικων σπιτιών, που διοχετεύουν το πολύτιμο βρόχινο νερό στις στέρνες, γίνονται και
διακοσμητικά στοιχεία.
Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος εκκλησιαστικών ή κοσμικών οικοδομημάτων με σχηματι
κούς συνδυασμούς από φθηνούς αγελαίους συμπαγείς πλίνθους (τούβλα) κατάγεται από τους
βυζαντινούς χρόνους και έχει αποδώσει αριστουργήματα στο χώρο της αρχιτεκτονικής 148.
Ο τρόπος αυτός του κτιριακού στολισμού διατηρήθηκε και στην Τουρκοκρατία, όπως και αρ
γότερα, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα. Στις Εικ.380,381 και 383 παρουσιάζουμε δείγματα κεραμο
πλαστικής διακόσμησηςι 4s σε κτίρια της Θεσσαλονίκης.
Άλλα πήλινα διακοσμητικά αρχιτεκτονικά μέλη είναι αυτά που μιμούνται το μάρμαρο, ό
πως τα πήλινα κιονόκρανα, τα πήλινα «Κλειδιά» σε καμάρες, όπως και τα πήλινα ψευτοφου
ρούσια 101. Στην πραγματικότητα τα δυό τελευταία δεν είναι παρά καλύμματα των πραγματι
κών εσωτερικών που τα φέρουν.
Τα αρχιτεκτονικά, γενικά, κεραμικά είναι τόσο πολλά, τόσο πολύμορφα και τόση μεγάλη έ
,κταση έχει πάρει η εφαρμογή τους, ώστε και η απλή μνεία και απεικόνισή τους, θα απαιτούσε
66
ολόκληρους τόμους. Για το λόγο αυτό στα λογικά όρια της παρούσας έκδοσης, οι λίγες αναγ
καστικά γραμμές που έχουν αφιερωθεί στον τομέα της αρχιτεκτονικής, δίνουν αμυδρή μόνο γεύση
του θέματος, για το οποίο ο Πάνος Βαλσαμάκης γράφει 199 :
« ... το κεραμικό παίρνει μια πρωταρχική θέση ανάμεσα στην Αρχιτεκτονική και γεμίζει διαστά
σεις που μένανε νεκρές, δίνει αξία στα υλικά που το πλαισιώνουν, ζωντανεύει, με την παρουσία
του, χώρους που σβήνανε ανάμεσα στην ομοιομορφία των υλικών που τους πλαισιώνουν .... »
ίναι γνωστά τα ευεργετήματα που αποκόμισε ο άνθρωπος, από την εποχή του Προμηθέα
f
έλεγχό του.
ως τα σήμερα, με τη φλόγα-φως. Τη φωτιστική δηλαδή πηγή που ο ίδιος δημιούργησε με
την καύση οργανικών ουσιών και τη συντήρησε από τότε που την έβαλε κάτω από τον
Τα ευεργετήματα αυτά αφορούν τόσο τον τομέα της καταλυτικής δράσης των υψηλών θερμο
κρασιών σε κάθε λογής ύλη, όσο και στον τεχνικό φωτ ισμό, που παρατείνει το χρόνο ορατότη
τας κατά τη διάρκεια του φυσικού σκότους του νυχθημέρου ή ακόμα φωτίζει και κλειστούς χώ
ρους που δεν εισδύει το φυσικό φως . Για τους λόγους αυτούς, ένα από τα σημαντικότερα ορό
σημα στην ιστορία του πολιτισμού, αποτελεί η κατάκτηση της τεχνητής φλόγας και η συντήρη
σή της .
Στην αρχή, βέβαια, η ίδια πηγή ήταν και εστία φωτισμού και θερμότητας. Αργότερα, όμως,
ανάλογα με τον κύριο σκοπό έγινε ο διαχωρισμός. Έτσι, γεννήθηκε το φωτιστικό σώμα, που,
με τον καιρό, από το καπνισμένο φως του αρχαϊκού δαυλού μέχρι τα περίτεχνα φωτιστικά του
19ου αιώνα, πήρε άπειρες μορφές, ανάλογα με το είδος του καύσιμου, με τον ειδικότερο φωτι
στικό προορισμό, όπως και με τη διαμόρφωση του χώρου που φωτίζει.
·στα ν ο τεχνητός φωτισμός γενικ εύτηκε, άρχισε και η φροντίδα του καλλωπισμού του φορέα
του, δηλαδή η φροντίδα για τη φόρμα και τη διακόσμηση των φωτιστικών συσκευών . Έτσι,
τα διάφορα φωτιστικά σώματα καύσεως έγιναν σιγά-σιγά και την ημέρα διακοσμητικά στοι-
χεία του χώρου που φώτιζαν και στόλιζαν τη νύχτα. ·
Σαν παραδοσιακά φωτιστικά χαρακτηρίζονται όσα είχαν επικρατήσει στην Ελλάδα μέχρι πριν
90 περίπου χρόνια, ιδίως δε στις πιό άπορες τάξεις, όπως είναι ο λύχνος, το καντήλι και το κη
ροπήγιο. Τον τελευταίο, όμως, αιώνα με τη διάδοση του ηλεκτρικού ρεύματος, τα φωτιστικά
καύσεως αχρηστεύτηκαν λειτουργικά σε βάρος της αισθητικής. Παρέμειναν, όσα παρέμειναν,
σαν ετερόφωτα διακοσμ η τικά. Η εμφιαλωμένη φωτεινή πηγή του ηλεκτρικού λαμπτήρα μπορεί
να έχει τώρα πιά δεθεί άμεσα με τη ζωή μας και να μην είναι δυνατόν να νοηθεί πολιτισμός δί
χως αυτή, όμως τίποτα δεν μπορεί ν' αντικαταστήσει τη μαγεία του παλμού της ζωντανής ελεύ
θερη ς φλόγας, που δημιουργεί ένα αναμμένο καντηλιέρι.
Άπειρες είναι οι φόρμες που πήραν από την αρχαιότητα οι λύχνοι, τα κηροπήγια, τα λαδοφά
ναρα και οι λάμπες και πολύ περισσότερο οι τεχνοτροπίες και τα στοιχεία που χρησιμοποιήθη
καν για το διάκοσμό τους. Για το λόγο αυτό, σε πολλές χώρες, έχουν ιδρυθεί ακόμα και ειδικά
μουσεία του τεχvητού φωτισμού.
Στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου υπάρχει μια συλλογή από μερικές εκατοντάδες φωτιστι
κά σώματα, που καλύπτουν τις εποχές από τον αρχαϊκό λύχνο μέχρι τη λάμπα του οινοπνεύμα
τος . Ανάμεσα σ' αυτά υπάρχουν και αρκετά πήλινα λυχνάρια , καντήλια και κηροπήγια, που
αποτελούν και τις κατηγορίες που μας απασχολούν εδώ. Παρόμοια φωτιστικά υπάρχουν και
στο Μουσείο Λαϊκής Κεραμικής Κυριαζοπουλου, όπως και σε μερικές ιδιωτικές συλλογές.
Πή λινα παραδοσιακά φωτιστικά σώματα μόρφωναν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της
Κύπρου. Αυτά που παρουσιάζουμε εδώ, τερρακότες η φαγεντιανά, είναι όλα φορητά (Εικ.306-311).
Τα περισσότερα αποτελούν έπιτραπέζια φωτιστικά σκεύη, μερικά από τα οποία είναι δυνατόν
να πάρουν πρόσκαιρα και επιτοίχια θέση(Εικ.310). Στην Εικ .3 05 πήλινο προστατευτικό' κά
λυμμα για επιτάφιο καντήλι ή κερί.
Στις εκκλησιές τα λατρευτικά φωτιστικά μοιράζονται σε λαδοκάντηλα και κηροπήγια από
κάθε λογής υλικό . Από αυτά, λιγοστά είναι πήλινα(Εικ.315) .Στα σπίτια, ιδίως τα πιό φτωχά,
επικρατεί το λάδι σε καντήλια και λύχνους, που είναι και φθηνότερο του κεριού.
Στο κεφάλιαο για τα πήλινα εκκλψηαστικά δημοσιεύουμε ένα κρεμαστό καντήλι, έργο του
Μηνά Αβραμίδη.
67
Σ
το κεφάλαιο αυτό έχουμε περιλάβει κεραμογραφικά και πηλοπλαστικά εξοπλισμού της
ορθόδοξης εκκλησιάς, όπως και εκείνα που συμπληρώνουν ένα σπιτικό εικ?νοστάσι. Τα
λατρευτικά αυτά είδη μπορούμε να ταδιακρίνουμεσε εικόνες με Αγίους ή σύμβολα της
Χριστιανοσύνης ζωγραφισμένα σε εντοιχισμένα πιάτα, που αποτελούν και διακοσμητικά ενός
ναού, όπως ακόμα φωτιστικά και λειτουργικά σκεύη, δηλαδή πήλινα καντήλια, κηροπήγια και
θυμιατά.
Στις εικόνες 313-314 παρουσιάζουμε διακοσμητικά πιάτα για εντοιχισμό σε εκκλησίες. Στο
πρώτο απ' αυτά, τα δυο πουλιά σκύβουν ευλαβικά στη βάση του σταυρού .
Στις εικόνες 257,312,315 βλέπουμε τρία ζωγραφικά έργα του Μηνά που φιλοτεχνήθηκαν στη
Θεσσαλονίκη γύρω στο 1950. Ανήκουν σήμερα στο Μουσείο Λαϊκής Κεραμικής Κυριαζόπου
λου.
Στο πιάτο της Εικ257 που είναι το πιο περίτεχνο από τα τρία, οι Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελέ
νη σε βαθύ μπλε σύνολο, φέρουν αυτοκρατορικές στολές με στέμματα και κρατούν σκήπτρα.
Είναι και οι δυο νέοι, εικονίζονται σε μακριές προτομές με τα κεφάλια μέσα σε κίτρινα ·φωτο
στέφανα. Στο γαλάζιο πιάτο Εικ.312 που είναι από τα λίγα του Μηνά, χωρίς παραπληρωματι
κά διακοσμητικά στοιχεία στα κενά της σύνθεσης, ο Άη Γιάννης με τις μεγάλες φτερούγες πα
ρουσιάζεται πολύ ασκητικός. Στο βάθος, οξυκόρυφο βουνό, ενώ πλάι του ο θάμνος με το τσε
κούρι.
Το έθιμο του γεμάτου νερό πήλινου αγγείου. Σε πολλές γωνιές της χώρας μας οι φιλόθρησκοι
φέρνουν στους τάφους των νεκρών τους πήλινα κανάτια ή στάμνες γεμάτες νερό. Στην περιοχή
π.χ. Αμύνταιου της Δυτικής Μακεδονίας υπάρχει η παράδοση, τις μέρες των Νεκρών, τα Ψυ
χΌσάββατα, να φέρνουν οι συγγενείς στους τάφους των δικών τους σταμνιά με νερό . Το ίδιο
συμβαίνει και στο χωριό Ψαράδες της Μεγάλης Πρέσπας. Το Μεγάλο Σάββατο μετά την Πρώ
τη Ανάσταση πετούν οι νοικοκυρές της Κέρκυρας και σπάζουν στο δρόμο «για το καλό» κανά
τες και στάμνες γεμάτες νερό. Στα χωριά πάλι της Ξάνθης, υπάρχει η παράδοση, κατά την τε
λετή του γάμου ο γαμπρός και η νύφη να σπάζουν «για το γούρι» από ένα ζωηρόχρωμο κανατά
κι. Καμιά φορά το ένα απ' αυτά είναι κόκκινο και το άλλο πράσινο.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, στα πήλινα ανθοδοχεία ή στους μαστραπάδες με λουλούδια που
στολίζουν τους τάφους, οι συγγενείς σπάζουν ένα μικρό κομμάτι από τα χείλη ή το ράμφος του
αγγείου. Το τελευταίο όμως αυτό δεν είμαστε βέβαιοι ότι οφείλεται σε θρησκευτική παράδοση
ή αποτελεί μέτρο πρόνοιας για την αποτροπή κλοπής του δοχείου που έγινε παράδοση. Αναφέ
ρουμε ακόμα τα κανατάκια για τον αγιασμό που παίρνουν οι Χριστιανοί στο σπίτι από την εκ
κλησιά που εορτάζει (π.χ. του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου). Εικ.128. Άλλα πάλι κανάτια α
ναγράφουν την ονομασία του θρησκευτικού κέντρου του Αγιάσματος. Σχετικά, μάλιστα, υπάρ
χει πληροφορία πως σε γνωστό μοναστήρι της Μυτιλήνης, οι καλόγεροι πριν από χρόνια, είχαν
συστήσει αγγειοπλαστείο για τη διευκόλυνση των προσκυνητών.
Για την πήλινη κρεμαστή κανδήλα της Εικ.315, η Μυλωνογιάννηιss γράφει:
«Στη συλλογή Κυριαζοπούλου υπάρχει και ένα πήλινο μεγάλο καντήλι ή μάλλον ένας υποδο
χέας μέσα στον οποίο ετοποθετείτο το γυάλινο ποτήρι του καντηλιού. Το καντήλι έχει σχήμα
σφαιρικού ανθοδοχείου. Στο κάτω μέρος του βρίσκεται μικρότερη συμπαγής βαρειά σφαίρα για
«έρμα». Έχει λαιμό με πλατειά χείλη όπου τρεις πήλινοί κρίκοι για την ανάρτησή του.· Στην
περιφέρεια και ενδιάμεσα από τα τρία σημεία αναρτήσεως φέρει με την τεχνική της ελαφράς
χαράξεως τρία Χερουβείμ. Τα πρόσωπα των Χερουβείμ είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους.
Το ένα έχει μορφή ταύρου, το άλλο παιδιού και το τρίτο λιονταριού. Τα καντήλια, σαν αυτό,
τα κρεμούσαν με μια λεπτή αλυσίδα από την ξύλινη οροφή και υπήρχε πάντα ο κίνδυνος από
την κάθοδο αυτή να κατεβαίνουν τα ποντίκια που πίνανε το λάδι. Διά το λόγο αυτό επάνω από
το καντήλι κρεμούσαν μια κοίλη σφαίρα με ολισθηρή επιφάνεια που παρεμπόδιζε τον περίπατο
των μικρών τρωκτικών».
Στα παραπάνω της Μυ,λωνογιάννη θα ήθελα να προσθέσω πως αν το τρίτο χαρακτικό του
Μηνά στην καντύλα είναι Άγγελος αντί παιδί, όπωζ γράφει, τότε οι τρεις μορφές εικονίζουν
τα σύμβολα των τριών από τους τέσσερις Ευαγγελιστές. Το Μόσχο του Λουκά, τον Πτερωτό
Λέοντα του Μάρκου και τον ·Αγγελο του Ματθαίου.
68
Ανα φ έρουμε ακόμα το πολύφωτο πήλινο εκκλησιαστικό μανουάλι (Εικ. 31 ) , που δημο
σιεύουμε στο κεφάλαιο για τα πήλινα φωτιστικά σώματα, όπως και το καμπαναριό του Μηνά
Αβραμίδη, που παρουσιάσαμε στο κεφάλαιο για τους Έλληνες Μικρασιάτες αγγειοπλάστες.
Τα περισσότερα θυμιατά που χειρίζονται κοσμικοί, είναι πήλινα. Για το λόγο τούτο έχει δη
μιουργηθεί ένα πλήθος από φόρμες σε διάφορα μεγέθη και διακοσμητικά των πήλινων αυτών
του αρωματικού καπνού. Αρχίζουν από τη φτωχική κεραμίδα, στη άκρη της οποίας το αναμμέ
νο καρβουνάκι καίει το λιβάνι, μέχρι το πιο περίτεχνο πηλοπλαστικό. Στις εικόνες 316-326 πα
ρουσιάζουμε 11 πήλινα θυμιατά. Προέρχονται από διάφορα μέρη της Ελλάδας και ί"ης Κύπρου.
Μ
ια παραδοσιακή αγροτική χειροτεχνία όπως η αγγειοπλαστική, είναι φυσικό να προ
σφέρει τις υπηρεσίες της στην αγροτική ζωή. ·οχι μόνο τα διάφορα βάζα και πιθ.άρια
αποτελούσαν πάντα τα κύρια αποθηκευτικά κάθε λογής αγροτικού προϊόντος, υγρού
ή στερεού, αλλά με τον καιρό καθιερώθηκαν και διάφορα ειδικά πηλοκατασκευάσματα σαν
απαραίτητα για διάφορους σκοπούς στον κύκλο της γεωργικής παραγωγής, όπως της γαλα
κτοκομίας, της μελισσοκομίας, της υδροδότησης κ.ά. Τα περισσότερα απ' αυτά είναι από α
κάλυπτη τερρακότα. Στη συνέχεια παραθέτουμε δειγματοληπτικά μόνο μερικά από τα τόσο χρή
σιμα αυτά χειροτεχνήματα στον κόσμο της υπαίθρου.
Υδροδότηση. Σε πολλά νησιά, του Αιγαίου κυρίως, όπως και στην Κύπρο76, είχαν αντικατα
στήσει οι αγρότες στα μαγγάνια των πηγαδιών τους ακριβούς μετάλλινους κουβάδες μα τα λι
γότερα στερεά αλλά πολύ φθηνότερα τσικλιά από τερρακότα. Στις Εικ . 350 και 352, παρουσιά
ζεται ένας πήλινος μαγγανοκουβάς από τη Χίο. ·Εχει δύο χερούλια ανάμεσα από τα οποία περ
νά εγκοπή απαραίτητη για τη στερέωση του υδροδοχείου στις ατέρμονες αλυσίδες του μαγγα
νιού. Στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου και στο Μουσείο Λαϊκής Κεραμικής Κυριαζόπουλου
υπάρχουν δείγματα από τσικλιά της Σύρας. Τα τελευταία αυτά . έχουν σκαφοειδές σχήμα και
μοιάζουν με τους τσίγγινους μαγγανοκουβάδες.
Μελισσοκομικά. Σε στενό πήλινο βραστήρα έλιωναν το κερί των μελισσών για τη μόρφωση
μικρών εκκλησιαστικών κεριών. Το φυτίλι, τεντωμένο μ' ένα βαριδάκι, μπαινόβγαινε μέσα έξω
από το μισολιωμένο κερί, έως ότου αποκτήσει το απαιτούμενο πάχος για ένα φτηνό κίτρινο κε
ράκι ή «της πεντάρας» κάποτε. Στη Μυτιλήνη για το μάζεμα του κεριού από τις κηρύθρες χρη
σιμοποιούσαν ειδικό πήλινο δοχείο, το τσιροκούμαρο (κηροκούμαρο).
Οι Εικόνες 354,358-360,361 παρουσιάζουν διάφορους τύπους από πήλινα κανπιστήρια μελισ
σών, απ' αυτά που χρησιμοποιούνται ακόμα σε διάφορα μέρη της χώρας. ·ολα είναι από τερρα
κότα και έχουν μια λαβή χειρισμού, ένα άνοιγμα εμπρός, το καπνογόνο και ένα ή περισσότερα
στο οπίσθιο ή στο ανώτερο μέρος ή ακόμα και 6-τα πλάγια, για την τροφοδότηση με καύσιμα
και την πρόκληση ελκισμού του αέρα. Το παραδοσιακό καύσιμο είναι η καβαλίνα, ο καπνός"
της οποίας εξουδετερώνει πρόσκαιρα τις μέλισσες χωρίς να τις σκοτώνει. Καπνιστήρια για το
σκοπό αυτό μόρφωναν παλιότερα και στη Σύρα, την ·Ανδρο, την Τήνο, την Κύπρο (καπνιστή
ριν)'73 και αλλού, ενώ τα τέσσερα που παραθέτουμε εδώ προέρχονται από τη Μυτιλήνη, τη Σίφ
νο και τη Ρόδο.
Υπάρχουν και πήλινες κυψέλες. Αποτελούνται από μεγάλους σωλήνες που το μήκος τους φτάνει
ή και υπερβαίνει κάποτε τα 90 εκ. του μέτρου. Σε μερικούς από τους κυλίδρους αυτούς, το ένα
άκρο είναι κλειστό(Εικ . 353).Αλλοι πάλι είναι ανοιχτοί σωλήνες ή ακόμα και κωνικοί. Η κυψέ
λη αυτή προέρχεται από την Κάλυμνο. Πήλινα «μελίσσια» χρησιμοποιούσαν και στη Σύρα, την
Τήνο, και την ·Ανδρο. Η ΠαπαμανώληΙ66 αναφέρει και τη σχετική πήλινη μελισσολεκάνη της
Ρόδου.
Το πήλινο σιφώνι της Εικ.95 προέρχεται από τη Νάξο και χρησιμοποιείται για τη μεγάγγιση
υγρών, όπως μούστου, κρασιού ή λαδιού. Σιφώνια λαδιού χρησιμοποιούσαν και στην Αμοργό.
Ποτίστρες πουλερικών. Στην Εικ.351 παρουσιάζεται μια πήλινη ποτίστρα πουλερικών, που
βασίζεται στην αρχή του βαρομέτρου. Σ' αυτήν, το λεκανάκι έχει ενσωματωθεί στη βάση. Οι
69
ποτίστρες αυτές παρέχουν καθαρό πάντα νερό, αφού εμποδίζουν τα πουλιά να το λερώνουν.
Γαλακτοκομικά. Ο αρμεός της Ρόδου (Εικ.359) προορίζεται για το άρμεγμα του γάλακτος.
Τον ίδιο προορισμό έχουν τα επίσης πήλινα αρμούργια (Ει κ .1 72) της Ρόδου 166 και το γαλαυτή
ριν της Κύπρουι73.
Το υψήκορμο πήλινο δοχείο της Εικ.362 χρησιμοποιείται για το χτύπημα aποβουτύρωσης του
γάλακτος. Το βουτσινέλο αυτό προέρχεται από την περιοχή Καρδίτ σας της Θεσσαλίας.
Το πήλινο μπιμπερό(θήλαστρο) των Εικ.355 και 356 είναι από τη Χίο. Όπως βλέπουμε στο
σχέδιο, ο σωλήνας που απομυζά το μωρό για τη γαλούχησή του, φτάνει μεχρι τον πυθμένα του
μικρού αγγείου που διατηρεί την όρθια θέση του μέχρι να εξαντληθεί το γάλα.
Τα πήλινα μέτρα. Τα πήλινα δοχεία των Εικ.347 ,348 & 349 αποτελούν μέτρα γεωργικών προϊόν
των. Και τα τρία ανήκουν στη Συλλογή Μέτρων και Σταθμών του Λαογραφικού Μουσείου Μυ
κόνου. Απ' αυτά, το μικρό σφαιροειδές τηςΕικ.347 με την τριγωνική τρύπα, είναι μέτρο λαδιού,
έχει χωρητικότητα (μέχρι τη βάση της τρύπας) 53 κυβικών εκατοστών και ονομάζεται στη Ζά
κυνθο «λίτρα». Ο νεμπότηςι?ι της Εικ.348 (25,5Χ28,0) έχει χωρητικότητα μέχρι τα χείλη 4300
κυβικά εκατοστά και προέρχεται από χωριό δηλ. από αγροτόσπιτο της Μυκόνου, ενώ ο διπλός
νεμπότης τηςΕικ.349(28,5Χ32,5) έχει χωρητικότητα 10100 κυβικών εκατοστών και την ίδια κα
ταγωγή.
Κατά τον Μάνεση,ι4ι τον παλιό καιρό, χρησιμοποιούσαν και δράμια (σταθμά) κεραμιδένια.
τουργεί ο σιφωνισμός και αδειάζει όλο το νερό που περιέχει από την τρύπα της βάσης, πράγμα
που μπορεί να συμβεί ακόμα και αν ο ανήξερος πότης κλίνει λίγο τη δίκια για να πιει απ' αυτήν .
Τότε είναι που τον καταβρέχει.
Οι παλιότεροι που γνώριζαν τη μέτρηση ακριβείας που επιβάλλει η ευπάθεια λειτουργίας του
υδροσίφωνα φαίνεται πως τον χρησιμοποιούσαν και σα μέτρο υγρών, συνήθως του ακριβότερου
λαδιού. Όπως μας πληροφορεί ο Βίοςsι, στο νησί της Χίου υπήρχαν «δίκιες (δίκαιες) κούπες
των 100 δραμίων, της ημισείας οκάς και οκάς». Αργότερα, και τώρα ακόμα, μορφώνονται δί
κιες κούπες σαν αθύρματα ή παιχνίδια για φιλικές μικροφάρσες τόσο των παιδιών όσο και από
αφελείς ενήλικες σε ενήλικουςΙ4ο.
Με τη δίκια κούπα έχουν ασχοληθεί, τό(Jο επιστήμονες ΦυσικοίΙ4ο, όσο και άλλοι πνευματι
κοί άνθρωποι2Ι2,2Ι3.
Εκτός από τη δίκια κούπα υπήρχε στη Χίο το δίκιο ποτήρι, που ήτανε εφοδιασμένο με περισ
σότερα από ένα σιφώνια, όπως και το δίκιο λαήνιsι, ενώ τώρα τελευταία οι Σαμιώτες παρου
σίασαν μία έξευγενισμένη παραλαγή της δίκιας κούπας, που όμως έχει «τουριστική» εμφάνιση.
Το τρύπιο λαήνι των Εικ.345 και 346 από κίτρινο φαγεντιανό (16,0Χ6.0εκ.) έχει μια οπή στον
πυθμένα από την οποία ορθώνεται εσωτερικά πήλινος σωληνίσκος. Το παράδοξο στην περίπτω
ση αυτή οφείλεται στο ότι ενώ ο ανήξερος βλέπει από το στόμιο πως το αγγείο είναι τρύπιο,
όμως όταν το γύρει λίγο για να το γεμίσει με νερό θαυμάζει πως αυτό δεν τρέχει από κάτω. Το
σχέδιο της Εικ.346 μας δίνει την εξήγηση, ενώ το δείγμα της εικόνας που προέρχεται από τα
Αρμόλια της Χίου ανήκει στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Κυριαζοπούλου.
Το μπαρδάκι της Εικ.335 (17,0Χ7,0) προέρχεται από τη Σάμο(l%1). Έχει χερούλι, φαρδύ στόμιο
και χαμηλότερα στο λαιμό, δύο σειρές από τρύπες. Το μονόχρωμο σκούρο σύνολο είναι βαμμέ
νο με ελαιόχρωμα, το δε μικροαστείο που προκαλεί, έγκειται στο ότι πριν προλάβει ο απρόσε
χτος να πιεί από το στόμιο, τον καταβρέχουν οι τρύπες.
Παρόμοια με το προηγούμενο, λειτουργούν και τα μασκαρομπαρδάκιατων Εικ.332,334 ,337.
Από τα δύο σιαμαία, όπως τα aποκαλέσαμε, λαδερά τηςΕικ.343(12,0Χ12,0)το ένα έχει στό
μιο για την πλήρωση ενώ του άλλου το στόμιο είναι σφραγισμένο και μόνο πλάγια υπάρχει ένα
ράμφος αποροής, η ροή.
Τα δύο αγγεία, που επικοινωνούν μεταξύ τους εσωτερικά είναι εφυαλωμένα, προέρχονται από
τα Αρμόλια της Χίου και ανήκουν στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής.
Ένα παρόμοιο σιαμαίο κι αυτό αλλά πιο περίπλοκο λαδερό (Εικ344) που μπορεί να κατάγε
ται από το Τσανάκ-Καλέ του Ελλήσποντου, υπάρχει στη Λαογραφική Συλλογή του Πανεπιστη
μίου Θεσσαλονίκης. Στο τελευταίο αυτό και τα δύο ορθόδοξα στόμιά του, είναι κλειστά, ενώ
στη βάση του πρώτου αγγείου υπάρχει τρύπα με ένα πήλινο σωληνίσκο που ορθώνεται εσωτερι
κά. Η πλήρωση γίνεται όπως στα κανάτια των Εικ.327 και 328.
Στο αγγείο της Εικ.336 υπάρχει η επιγραφή «Νικόλαος Ζαφίρης. Αγγείον δικεοσίνης». Στο ι
διότυπο αυτό ωοειδές κεραμούργημα (30,0Χ18,0 εκ.) του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου, που
είναι φαγεντιανό καφέ, η επιγραφή έχει υποκίτρινο χρώμα. Όπως βλέπουμε στην Εικόνα, έχει
στην κορυφή του μια λαβή, στη βάση του ποδαρικό και ένα μικρό στόμιο σε πλαγία θέση. Πα
ρατηρούμε, ακόμα, δύο σπασμένους σωληνίσκους, που είναι κολλημένοι στην επιφάνειά του.
Οι τελευταίοι αυτοί επικοινωνούν με το πολύπλοκο σύστημα κυκλοφορίας στο ε;σωτερικό του.
Για την καταγωγή του δεν υπάρχουν πληροφορίες, η όλη όμως εμφάνιση θυμίζει αγγειοπλαστείο
της Σάμου.
' Το κανάτι πάλι των Εικ.341 και 342 έχει ένα πλάγιο ράμφος ροής και μια τρυπίτσα στο κυπελλο
ειδές στόμιο. Όταν το γεμίσεις νερό και κλείσεις με το δάχτυλο την τρυπίτσα, το υγρό δεν τρέ
χει από το ράμφος.
Στα πήλινα παραδοσιακά μουσικά όργανα περιλαμβάνονται τα μεμβρανόφωνα τουμπελέκια
και οι αερόφωνες νεροσφυρίχτρες που είναι και υδροπαιχνίδια. Κατά τον Φοίβο Ανωγιαννάκη
35β: «Το τουμπελέκι (ταραμπούκα, Εικ.333)το συναντάμε στη Βόρεια Ελλάδα και σε ορισμένα
νησιά . Κατασκευάζεται σε διάφορα μεγέθη. Ο πήλινος σκελετός του έχει σχήμα στάμνας με φαρδύ
στόμιο, χωρίς λαβή και το δέρμα που καλύπτει τον πάτο είναι από κατσίκα, πρόβατο ή κύστη
(φούσκα) ζώου. Κρεμασμένο απ' τον αριστερό ώμο ή κρατημένο κάτω από την αριστερή μα
σχάλη, συνοδεύει ρυθμικά, μόνο του ή με άλλα λαϊκά, όργανα (γκάιντα και τουμπελέκι, κ.λ.π.)
71
το χορό και το τραγούδι. Παίζεται με τα δυο χέρια ή σπανιότερα, με δυο μικρά ξύλα. Ο ήχος
του είναι γλυκός κι εκφραστικός».
Απ' ό,τι γνωρίζουμε, το τουμπελέκι χρησιμοποιείτο άλλοτε για να ρυθμίζει με τον ήχο του το
βηματισμό της καμήλας και να συνοδεύει το μακρόσυρτο ανατολίτικο τραγούδι του καμηλιέρη
στις aτέλειωτες πορείες. Τώρα συνοδεύει σε επαρχίες το άσμα των μικρών στα κάλαντα των
Χριστουγέννων και παλιότερα το τραγούδι του μασκαρά-καμηλιέρη της «καμήλας» των Από
κρεω . Το τουμπελέκι της Εικ.333 από την Αν. Μακεδονία, ανήκει στο Μουσείο Κυριαζοπού
λου.
Τα μικροσκοπικά αερόφωνα, που ονομάσαμε νεροσφυρίχτρες, αποτελούνται από μικρά πή
λινα κανατάκια (8 , 0Χ5,0 εκ.) με σχεδόν σφαιρικό σώμα, χαμηλό ποδαράκι, λαιμό και στόμιο
με διασταλμένα χείλη. Πλάγια και στο ύψος του χερουλιού, μικρός πήλινος πλατύς σωληνίσκος
περιέχει το «γλωσσίδι», που δίνει φωνή στη σφυρίχτρα.
·οταν φυσάμε στο σωληνίσκο και είναι άδειο το αγγείο, αναδίδει συνεχές σφύριγμα. ·οταν
είναι γεμάτο νερό και φυσάμε, οι φυσαλίδες αέρα που περνούν από το υγρό αναδίδουν ένα είδος
γαργάρισμα. Στην Καστοριά, τις νεροσφυρίχτρες τις λένε γουργουλιάvοvςιs2, ενώ στη Θάσο αη
δοvάκια ή καvαριvάκια . Στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Κυριαζόπουλου υπάρχουν
δείγματα από νεροσφυρίχτρες, όπως της Εικ . 338 .
Κουμπαράδες. Στο κεφάλαιο αυτό έχουμε περιλάβει και πήλινους κουμπαράδες, που είναι τόσο
προσφιλείς στους μικρούς, όταν πρωτομαθαίνουν την αποταμίευση . Στην Κύπρο τους ονομά
ζουν κουκουμάδες 173 • Από τους τρεις κουμπαράδες που παραθέτουμε, ο κουμπαράς της Εικ.330
που προέρχεται από παραδοσιακό αγγειοπλαστείο της Λήμνου, παρουσιάζει ενδιαφέρουσα φόρμα
που θυμίζει πρωτοπορειακό γλυπτό. Ανήκει στη συλλογή Ψαροπούλου. Ο aνθρωπόμορφος πάλι
φαγεντιανός κουμπαράς της Εικ.331 είναι τόσο εκφραστικός που δικαιολογείται το γιατί δεν
τον έσπασαν . Ανήκει στη Λαογραφική Συλλογή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κατάγε
ται από τη Σάμο.
Από την εποχή της πρώτης ελεγχόμενης φωτιάς, στις οκτώ η εννιά χιλιάδες χρόνια τού βίου
του,το ανθρωπογενές κεραμικό έχει προσφέρει στον πλάστη του περισσότερα ίσως από κάθε
άλλο υλικό δημιούργημά του.
Στις χιλιάδες χρόνια που έζησε, το πηλοπλαστικό πήρε άπειρες μορφές που πρόσφεραν τις
καλές τους υπηρεσίες σε βασικές ανάγκες του ανθρώπου, κάθε λογής και κάθε εποχής, όπως
είναι η διατροφή, η στέγαση και η αισθητική ικανοποίηση .
Με τα όσα έχουμε εκθέσει, έγινε νομίζουμε φανερός ο μεγάλος αριθμός των εφαρμογών και
το πλήθος των μορφών του πήλινου στη χώρα μας.
Το πήλινο αγγείο είναι αυτό που ύστερα από τόσες φυσιολογικές αναμορφώσεις και μετασχη
ματισμούς έφτασε ως τις μέρες μας και είχαμε την τύχη να το γνωρίσουμε σαν παραδοσιακό.
Και είναι η γενιά μας εκείνη, που όχι μόνο το χάρηκε αλλά παρακολούθησε και το χαμό του,
έναν ξαφνικό χαμό θα λέγαμε, που έγινε μέσα σε ελάχιστα χρόνια τόσο ολοκληρωτικός, ώστε
ένας εικσσάχρονος νέος να μην έχει ακούσει τίποτα για αιγινίτικα κανάτια κρύου νερού, όπως
δεν έχει ακούσει τίποτα για καλαμάρια και κοντυλοφόρους.
Και όμως, τίποτα δεν είναι πιο ελληνικό όσο ένα πήλινο παραδοσιακό μας. Όλα του φανερώ
νουν Ελλάδα. Το υλικό, η μορφή και η έκφραση. Ελληνικό είναι το χώμα και το νερό, ελληνι
κός ο ήλιος και το θερινό αεράκι που το στεγνώνουν, όπως ακόμα τα σχίνα και τα πουρνάρια
που το πυρώνουν. Και πάνω απ' όλα ελληνικά είναι τ' ακριβά χέρια με δάχτυλα που σκέπτον
ται, όταν δημιουργούν με τον πηλό .
Ο τόμος αυτός σκοπεύει σε περισσότερους στόχους. Στη διάσωση του παραδοσιακού κερα
μικού της χώρας μας, στόχο που είχε βάλει και ο ιδρυτής του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Κε
ραμικής Αθηνών, και που θα εξυπηρετήσει τους μελετητές του είδους όπως και εκείνους που
θα ήθελαν να πάρουν ιδέες για προσωπικές τους δημιουργίες και το κυριότερο στη γνωριμία
και προβολή του λαϊκού μας πολιτισμού στον πλατύτερο τομέα της παραδοσιακής μας χειρο
τεχνίαζ .
73
\. Στο Μουσείο Ακροπόλεως Αθηνών υπάρχει ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, που αποτελεί ανάθημα κεραμέως. Κατά τη Μαρία Μπρούσκαρη (152)
« ... δίνει την εικόνα κάποιου κεραμέως που μόλις έχει τελειώσει τη δουλειά του . Καθισμένος στη δεξιά μεριά με το αριστερό χέρι κατεβασμένο
χαμηλά, κρατεί δύο κύλικες από το πόδι , ενώ το άλλο το δεξί, που λείπει , θα το έτεινε προς τα εμπρός ίσως σε χειρονομία προσφοράς ή χαιρετι
σμό ... Στο περιθώριο, σώζεται η επιγραφή .. . ιος ανέθηκεν . Πολλοί συνέδεσαν το όνομα με τον αγγειογράφο Ευφρόνιο, άλλοι με τον αγγειοπλά
στη Παμφαίο » Γύρω στα 510 π . Χ. (αριθ . ευρετηρίου 1.332- Εικ. 251) .
Παλαιότ ε ρα ο Απ. Αρβανιτόπουλος σημειώνει (49) για το γλυπτό αυτό« ... παράστασις αυτού (του Κέραμου) διετηρήθη επί ωραιοτάτου ανα
γλύφου του Μουσείου της Ακροπόλεως των ολίγων μετά το 500 π . Χ . χρόνων» .
2. Η πληροφόρηση είναι ένα είδος πρόσβασης στη γνώση. Γνώση πάλι αποτελούν τα όσα αντλούμε από τη χαραγμένη σε κάποιο υλικό ανθρώ
πινη σκέψη του παρελθόντος, για κάθε τι που ενδιαφέρει το σκεπτόμενο άτομο .
3. Μεγάλη ποικιλία παρουσία ζαν στην αρχαιότητα, στις μορφές και στη διακόσμηση, τα πήλινα αγγεία τόσο της ίδιας χρήσης όσο και πολύ
μεγαλύτερη βέβαια τα δοχεία διαφορετικού προορισμού . Πολλές φορές ο ζωγραφικός τους διάκοσμος είναι εμπνευσμένος από τη χρήση του
σκεύους, ενώ το μέγεθος παρέχει στοιχεία σχετικά με τα μεγέθη της αποθήκευσης ενός προϊόντος.(\02)
4. Στη σύγχρονη Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετική άνθηση η κεραμική και η κεραμογραφία από καλλιτέχνες αξιώσεων όλων των τεχνοτροπιών.
Τα περιθώρια που προδιέγραψε η έκδοση του τόμου δεν επιτρέπουν την εξέταση της τόσο σημαντικής αυτής κατηγορίας .
Για τις κατασκευαστικέ ς λεπτομέρειες όλων των κατηγοριών της αγγειοπλαστικής , παραπέμπουμε στο ωραίο βιβλίο του αείμνηστου Μάνου
Δάνου, του οποίου ο ΕΟΜΜΜΕΧ έχει κυκλοφορήσει τρ εις εκδόσεις (72, 73).
5. Για το θέ μα γούστου και καλαισθησίας παραπέμπουμε στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Ε . Παπανούτσου στο «Ζυγό» (167).
Από τις διαφορετικές γνώμες που έχουν εκτεθεί εκεί για το πολύ συζητημένο αυτό θέμα αντιγράφουμε εδώ μία παρατήρηση του I. Μ. Πανα
γιωτόπουλου που είναι και η πιο σύντομα περιεκτική : «Το καλό γούστο προϋποθέτει ένα έμφυτο αισθητήριο και μια καλλιέργεια . Η καλλιέργεια
μπορεί και να λείπει, το έμφυτο αισθητήριο ποτέ ».
6. Μ ε αφορμή το Μουσ ε ίο αυτό, η αρχαιολόγος Α. Χαριτωνίδου γράφει: «0 λαϊκός τεχνίτης aνυποψίαστος και ανεπηρέαστος από τα ρεύματα
της <<μεγάλης τέχνης » , διατηρώντας μέσα του τα θετικά στοιχε ία του πολιτισμού που κληρονόμησε από αιώνες, δημιουργεί ο ίδιος τέχνη, γίνε
ται λαϊκός καλλιτέχνης και μέσα από τα χέρια του, πλάθοντας το χειροποίητο έργο του, βγάζει συμπυκνωμένη τη φυσιογνωμία του λαού του,
τ η ν ιστορία του.
Στην εποχή μας η έρευνα της λαϊκής τέχνης έχει πάρει το δρόμο της: το πρώτο στάδιο είναι η περισυλλογή, η καταγραφή, η αποτύπωση,
η φωτογράφηση. Το δέυτερο στάδιο είναι η μελέτη και τα συμπεράσματα που οδηγούν στη στοιχειοθέτηση της πολιτιστικής ιστορίας.
Ο δωρητής του Μουσείου αυτού, οδηγημένος από την αγάπη του στα πηλοπλαστικά έργα του λαϊκού τεχνίτη, τριγύρισε κάθε· ελλαδική γωνιά
ψάχνοντας να βρεί και το πιο ασήμαντο εργαστήρι, ξέροντας πως το αύριο δεν θα υπάρχει πια γι ' αυτό» (209α) .
7. Οι εγκαταστάσεις αγγειοπλαστικών εργαστηρίων, κεραμοκάμινων, όπως και τα προϊόντα τους, έχουν δημιουργήσει πολλά τοπωνύμια.
Το στοιχείο αυτό χρησιμοποιήσαμε για τον εντοπισμό ή επιβεβαίωση περιοχών κεραμοπλαστικής δραστηριότητας κατά το παρελθόν. Παρα
θέτουμε μερικά από τα τοπωνύμια αυτά :
ΚΑΜΗΝΑΚΙ και KAMINAKI χωριά στην Κέρκυρα και στο Λασήθι της Κρήτης, και θέση στη Μύκονο . ΚΑΜΙΝΑ και ΚΑΜ Ι ΝΟΣ στην Αιτω
λία . ΚΑΜΙΝΑΚΙΑ χωριό στην Ηλεία . ΚΑΜΙΝΑΡΑΤΑ χωριό στην Κεφαλλονιά . ΚΑΜΙΝΙΑ χωριά στη Μεγαλόπολη, στην Πάτρα, στο Ηρά
κλειο, στη Λακωνία, στη Λήμνο και συνοικία στον Πειραιά. ΚΑΜΙΝΠΣΑ σττjν Αρκαδία και στην Πάτρα. ΚΑΜΙΝΟΣ στην Αιτωλία . ΚΑΝΑ
ΤΑΔΙΚΑ χωριό στην Ιστιαία Ευβοίας και θέaη στο Μαρούσι Αττικής. ΚΑΤΩ ΚΕ ΡΑΜΙΔΙ το χωριό Νέα Σκιώνη της Χαλκιδικής . ΚΕΡΑΜΑΤΕΣ
χωριό στην Άρτα . ΚΕΡΑΜΕ χωριά στο Ρέθυμνο και στην Ικαρία. ΚΕΡΑΜ Ε ΙΑ χωριό στη Χίο. ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ. Από την Αρχαιότητα Δήμος
και συνοικία Αθηνών, ΚΕΡΑΜΙ χωριό στη Νάξο. ΚΕΡΑΜΙΑ χωριά στην Χαλκίδα, και της Μυτιλήνης . ΚΕΡΑΜΙΕΣ χωριό στην Κεφαλληνία.
ΚΕΡΑΜΙΔΙ χωριά στην Πιερία, στο νομό Λαρίσης και στο νομό Τρικάλων. ΚΕΡΑΜΙΔΙΆ χωριά στην Ηλεία και στο Ρέθυμνο. ΚΕΡΑΜΙΟΝ
χωριό στη Μυτιλήνη. ΚΕΡΑΜΠΣΑ χωριό στη Θεσπρωτία. ΚΕΡΑΜΟΣ Δωρική πόλη στη Μικρασιατική Καρία και χωριά στην Ορεστιάδα και
στη Χίο. ΚΕΡΑΜΟΥΤΣΙΟΝ χωριό στο Ηράκλειο Κρήτης. ΚΕΡΑΜΩΝ ΑΓΟΡΑ αρχαία πόλη της Φρυγίας . ΚΕΡΑΜΩΤΗ χωριά στην Καβάλα,
στη Νάξο και στα· Χανιά. ΚΕΡΑΜΩΤΟΝ χωριό στα Κύθηρα. ΚΙΟΥΠΚΙΟΤ (Πιθαροχώρι) το χωριό Πρώτη των Σερρών, ΣΚΑΛΑΡΙΑ (τσουκα
λαριά) θέση στη Μύκονο. ΝΕΑ KAMINIA θέση στον Πειραιά, ΚΟΥΜΑΡΙ χωριό της Άνδρου, ΣΤΑΜΝΑΔΙΚΑ θέση στην Τήνο. ΤΣΕΡΑΜΙΕΣ
(κεραμιές) θέση στη Σκύρο, ΤΣΟΥΚΑΛΑΔΕΣ χωριά στη Λευκάδα και στη Λεβαδειά . ΤΣΟΥΚΑΛΑΡΙΑ θέση στη Σκόπελο, ΤΣΟΥΚΑΛΕΤΚΑ
χωριά στην Πάτρα και στη Μεσσηνία . ΤΣΟΥΚΆΛΙΑ χωριά στην Ε ρμιονίδα , στη .Λακωνία και στην Ήπειρο . ΤΣΟΥΚΑΛΟΧΩΡΙ χωριό της
Κοζάνης. Μερικά από τα τοπωνύμια αυτά φανερώνουν τη λειτουργία στο απώτερο παρελθόν κεραμουργείων ή αγγειοπλαστείων σε θέσεις όπου
τώρα πια δεν έχει διασωθεί ούτε η ανάμνησή τους , όπως π. χ. στην Κεφαλλονιά, στη Λευκάδα και αλλού.
Τα πιο γνωστά τοπωνύμια σε παγκόσμια κλίμακα, τα σχετιζόμενα μ ε την κε ραμική, είναι νομίζω ο Κεραμεικός των Αθηνών και ο Αγρός
του Κε ραμέως στην Ι ε ρουσαλήμ.
Αλλά και διάφορα νεοελληνικά επώνυμα έ χουν σχετική επαγγελματική καταγωγή όπως: Κεραμεύς, Κεραμιδάς, Καμίναρης, Κουμαριανός,
Τσουκαλάς, Σταμνάκης , Σταμνάς, Σταμνόπουλος, Κανατάς, Κανατίδης, Κιουπτζής, Κιουπτζόγλου κ . ά.
8. Σχετικά με την εθνικότητα των αγγειοπλαστικών του Isnik και γενικότερα της Μικράς Ασίας ο LaneΙ28 (1939, σ . 234), που είναι ο σημαντι
κότερος μελετητής της Ισλαμικής και ειδικότερα της τουρκικής κεραμικής, γράφει : 'Ίf the Chanak wares represent a natural and spontancous
growth, those of Kutahia must be ragarded as the decadent surνiνors of a tradition that had giνen the world some of the finest pottery eνer made.
This was the so-called Rhodian potιery of the Sixteenth and Seventeenth Centuries, of which the chief place of origin was at lsnik (Nicaea) in northen
Anatolia. It appears that the Isnik potters chew most of their profits from the painted tiles which they exported throughout the Turkίsh dominions
from Constantinople to Egypt and when in the Seventeenth Century building activities grew less, the tile and pottery insdustry maturally suffered". (128)
9. Ο Lane γράφει: "The Chanak wares were widely current in the Aegean area and examples found in varius Greek Islands were formely accepted
as evidence that they were, made there; the dealers in Athens and Constantinople, however, are unanimous in atributting them to Chanak, and in
so doing have reccived the sanctioή of the authorities at the Ottoman Museum". (128)
74
10. Η γοητευτική αυτή μυθική συνάντηση Διόνυσου και Αριάδνης έχει εμπνεύσει αριστουργήματα λόγου, τέχνης και μουσικής. Εκτός από την
τραγωδία του Ευριπίδη << Βάκχες » , αναφέρουμε τη θαυμαστή παράσταση, που στολίζει τον αριστουγηματικό Κρατήρα Δερβενίου της Μακεδο
νίας, εποχής Φιλίππου Β" (Αρχ. Μουσείο Θεσσαλονίκης), όπως και το Μελόδραμα του Ρ. Στράους <<Η Αριάδνη στη ΝάξΟ>>.
Ι Ι. Η Μ . Βογιατζόγλου στο δημοσίευμά της <<Σύγχρονη κεραμική», <<Θέματα Χώρου + Τέχνης» αρ. 9 Αθήνα 1978, παρουσιάζει τις τάσεις
και ανακατατάξεις στη σύγχρονη παγκόσμια, καλλιτεχνική όμως, κεραμική απ' όλες τις απόψεις της.
12. Σχετικά με την προστάτιδα των τεχνών και της κεραμικής Αθηνά βλ. RE . νι I, 428 κ.ε . λέξηΕργάνη (Ergane). Για τον Ομηρικό " Υμνο
τον σχετικό προς τους κεραμίστες βλ . ι. Noble, The Techniques of painted Attic Pottery (1965), 102 κ . ε. και 106 στ. 2 Βλ. επίσης Noble ο. π.
σελ. 129 Εικ. 74.
Το ποιημάτιο <<Κάμινος» περιλαμβάνεται στα ονομαζόμενα <<Παίγνια» που αποδίδονται στον " Ομηρο και χαρακτηρίζονται σαν ψευδοομηρι
κά (Πληροφορίες από το Γιάννη Κακριδή 1982). Πρόχειρα βλέπε και Μεγ. Εγκυκλοπαίδεια Πυρσού τ . Β" σελ. 26 σε άρθρο του Ε. Βασιλόπου
λου.
13. Για τον μυθο λογικό Προμηθέα Βλ. RE. χχιιι I, 653 κ.ε . και W.H. Roscher ιιι2 (1902- 1909 α.π . 3038 κ.ε. 3044, κ . ε., 3ιΟΟ κ.ε., 3103 κ.ε.
Σχετικά με τη φωτιά 693 κ.ε. και αναφορικά με την δημιουργία του ανθρώπου 696 κ.ε.
ι4 . Για τον μυθολογικό Κ έραμο βλ . R.E. ΧΙ I, 255-6 και W .H . Roscher, Lexikon der griechiscen und Zomeischen Mythologie ΙΙ, ι (ι890- ι894)
ι ι ι5 κ .ε.
15. Αναφορικά με την περίπτωση του πολυκέφαλου αυτού αγαθού τέρατος σημειώνουμε εδώ πως ένα άλλο παρόμοιο κεραμικό υπάρχει στο
· Museo lnternazionale della Ceramiche της Faenza Ιταλίας (αίθουσα XXVII). Προέρχεται από το Tagikisian της Σοβιετικής " Ενωσης στην Κεντρι
κή Ασία που γειτονεύει με το Αφγανιστάν και το έχουμε δημοσιεύσε ι σε προηγούμενη εργασία μας. (Ιι5)
Στην ίδια προθήκη υπάρχουν και άλλα τερατόμορφα πήλινα της ίδιας καταγωγής. Σε όλα ο χρωματικός διάκοσμος είναι άψητος.
Στο αρχείο μας υπάρχει ακόμα μια έντυπη εικόνα ενός μικρού τρικέφαλου πολυχρωματισμένου πήλινου άλογου με αναβάτη . Δείχνει λαϊκί
ζουσα τέχνη και συνοδεύεται με την ένδειξη: E.l. Koss Denshina Α. Three- headed Horse and Rider The State Russian Museum. Σε μια προθήκη
του Μουσείου Λαϊκής Τέχνης της Μόσχας παρατηρήσαμε (1982) ένα τερατόμορφο οριζόντιο κορμό τετράποδου ζώου, στις δύο άκρες του ο
ποίου , δηλ . στις θέσεις της κεφαλής και της ουράς, αναπτύσσονται δύο συστάδες, από τρία κεφάλια αλόγου, που η κάθε μια κεφαλή έχει διαφο
ρετική στάση.
16. Από ότι γνωρίζουμε η μορφή φτε ρωτού Κένταυρου δεν είναι γνωστή στήν αρχαία εικαστική. Σημειώνουμε πάντως πως ένα πήλινο πλακάκι
με φτερωτό Κένταυρο υπάρχει σε προθήκη της αίθουσας XXV του Museo Internazionale della Ceramiche στη Faenza Ιταλίας . Είναι έργο του
Pablo Picasso. .
I7. << Οι γρύπες και τα λιοντάρια, τα φίδια και οι χίμαιρες, τα φτερωτά άλογα και τα πουλιά και τα σταφύλια είναι όλα το ίδιο ζωντανά, αληθινά,
υπαρκτά. Η μεγάλη αυτή αλήθεια, πως ο κόσμος της φαντασίας δεν είναι κάτι ψεύτικο, αλλά ζει και βασιλεύει ανάμεσά μας, πως ό,τι υπάρχει
μέσα στο ανθρώπινο μυαλό είναι το ίδιο αληθινό με ότι κινείται γύρω μας, γιατί να αποτελεί βαθυστόχαστη φιλοσοφία όταν την πει ο Παρμενί
δης με το << ταυτόν εστίν νοεiν τε και είναι», και να θεωρείται απλοϊκότητα όταν μας τη δώσει ο Μπάρμπα Μηνάς με τις απλές εικαστικές
συνθέσ εις του;»
Ι 8. Πάνω απ' την ωραία αυτή επιγραφή (Μ . ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ) διαβάζουμε: ΑΓΓΥΟΠΛΑΣΤΗ ΚΕΡΑΜΟΥΡΠΚΗ ΚΙΟΥΤΑΧΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
και πάρα δίπλα σ ε άλλη πλάκα ΟΔΟΣ /ΓΕΝΑΔΙΟΥ ΑΡΙΘ. 88.
19. Η δυναστεία των Ρόδιων της Σκοπέλου έγινε γνωστή με το Νικόλα Ρόδιο (1871 - ι945), που ήταν γυιός του παπα- Γιώργη Ρόδιου, ιερέα
στους Αγίους Ασωμάτους του Θησ ε ίου των Αθηνών, αλλά είχε γεννηθεί στα Θερμιά της Κύθνου των Κυκλάδων . Ο Νικόλας είχε μεγάλη κλίση
στην πηλοπλαστική και στα επτά του κιόλας χρόνια μαθήτευε στο iταλιό αθηναϊκό αγγειοπλαστείο Λεβαντή, που ήταν στο Βοτανικό. Δεκατεσ
σάρων ετών έπαιρνε μεροκάματο μάστορα . Λένε πως αργότερα ταξίδεψε στην Πόλη και την Ευρώπη και το ι900 ήρθε στη Σκόπελο απ' όπου
καταγόταν η γυναίκα του. Από κει έγινε πλατύτερα γνωστός για το έργο του.
Πραγματικά από τις αρχές κιόλας του αιώνα είχε γίνει γνωστός και έξω από την Ελλάδα για τα ομοιώματα αρχαίων αγγείων, που όμως
δεν ήταν απλά αντίγραφα από μουσειακά πρότυπα, αλλά είχαν τη δική του πνοή που ζωντάνευε στον τροχό τις αρχαίες φόρμες. Για τα αγγεία
αυτά είχε επινοήσει και δικό του τρόπο μαύρης χρώσης .
Περίφημος στάθηκε ο Μα στ ρο - Νικόλας τόσο στις φόρμες που έδινε σε αγγεία οικιακής χρήσης, όσο και στά διακοσμητικά τους που ήταν
καθαρά λαϊκής τέχνης. Τα τελευταία αυτά είχαν επίσης εξαιρετικά εκτιμηθεί από.τότε, σε μια δηλαδή εποχή κατά την οποία κάθε μορφή λαϊ
κής τέχνης δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης.
Το. έργο του Ν. Ρόδιου έχει δια κριθεί πολύτροπα. Αργυρό βραβείο στην έκθεση Μπορντώ Γαλλίας του ι907, χρυσό βραβείο στην έκθεση
Αλεξάνδρειας του ι9ι2, όπως και στην έκθεση Αγίου Φραγκίσκου Αμερικής, χρηματικό ακόμα έπαθλο από την Ακαδημία Αθηνών το 1937.
Το ι951 η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης απένειμε στους Ρόδιους μέγα βραβείο. Τον Νικόλα διαδέχθηκε ο Βασίλης πλάι στον οποίο μαθή
τευσε ο ανηψιός Νίκος Ρόδιος, που αντιπροσωπ εύει την τρίτη γενεά των άξιων αυτών αγγειοπλαστών.
20. Για τη λαϊκή ε κτίμηση προς τα επιτραπέζια αυτά εξυπηρ ετικά σκεύη υπενθυμίζουμε τους στίχους για τα Ζακυνθινά κανάτια, που δημοσιεύ
ουμε αλλού . Σημειώνουμε ακόμα ότι ο Σουρής σ ' ένα του στιχούργημα παρουσιάζει την εφίδρωση του ψημμένου πήλινου δοχείου σαν τα «Μά
τια που κλαίν στα κουτουρού σαν πήλινα κανάτια>>.
'
21.Στην παράσταση του πιάτου αυτού (Ει κ. 246) ο Μηνάς μας δίνει όλη τη συγκίνηση, αλλά και τη χάρη του θέματος με σοφή, θα λέγαμε, αφαίρεση.
Η κάτοψη της πλώρης (μόνο της πλώρης) της βάρκας και ένα κομμάτι ξάρτι εκφράζουν το ναυάγιο, ενώ το σκοτcινό φόντο με το ψάρι τον υγρό πόντο,
που το . προκάλεσε με τη θέληση της Κυράς της Θάλασσας, της Νεράιδας που τραβά κοντά της τον ψαρά. Ο τελευταίος παρουσιάζεται μόνο με το
αναμαλλιασμένο κεφάλι.
Η λιτή αυτή απόδοση θυμίζει ανάλογα μυθοπλαστικά του τόπου μας με νεράιδες και γοργόνες, αλλά και τους παρακάτω στίχους του Θεό
φραστου Σακελλαρίδη (1882- ι950) από την <<Περουζέ» του .
<<Νεράιδα του γιαλού
τα δίχτυα τ' αργυρά
απλώνει μυστικά να πιάσει
τον ψαρά
το ξένοιαστο παιδί που όλο
τραγουδεί
κάτω στην άμμο, στ' ακρογιάλι
στα βαθιά νερά» .
22.Κατά τήν Παλαιά Διαθήκη (Γέννηση Β " 7) << ... και <<έπλασεν» ο Θεός τον άνθρωπον, χούν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον
αυτού πνοή ν ζωής ... ». Είναι φανερό πως η έννοια της λέξης «έπλασε» προϋποθέτει τη συμμετοχή νερού . Ακόμα στην προς Κορινθίους επιστολή
του Παύλου (Α" ιε· 47) <<Ο πρώτος άνθρωπος (είναι) εκ της γης χοϊκός κ.λπ . » .
75
23. Οι μηχανέ ς αυτές έχουν απαλλάξει τον κεραμουργό από κοπιαστικές, ανθυγιεινές και aνιαρές εργασίες παρασκευής και επεξεργασίας του
πηλού, που είναι· το άπλωμα στον αέρα, το στέγνωμα, το κοπάνισμα και το ανακάτωμα του χώματος, όπως και το λιώσιμο στην καρούτα,
το σούρωμα, το πήξιμο, το σίτεμα και το ζύμωμα της μάζας (72) .
.24. Κάτι ανάλογο όμως πραγματοποιούν και οι μηχανές των μεγάλων εργοστασίων που τυπώνουν διαδοχικά τα διάφορα χρώματα που συνθέ
τουν τελικά, χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, μια ζωγραφιά σε κεραμικό πλακάκι ή πιάτο, που προορίζεται για επιτοίχιο διάκοσμο
ή επιτραπέζια χρήση .
25. Κατά πληροφορίες τους κουμπαράδες του Μεϊμάρη ζωγράφιζε άλλοτε (1950) στον Λαγκαδά ένας λαϊκός καλλιτέχνης και τους πουλούσε
στο πλήθος που συρρέει εκεί κάθε χρόνο κατά την εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (21 Μαίου) για να παρακολουθήσει τις ομαδικές
λατρευτικές πυροβασίες στα Αναστενάρια.
26. Σημαντικό μέρος του ελλη νικού πληθυσμού της προ του 1922 Ανατολικής Θράκης είχε σαν κύριο βιοποριστικό ε πάγγ ελ μα την κεραμική
και την αγγειοπλαστική . Στο χωριό π . χ. Τσικαρδικλή της περιοχής Ορτάκιοϊ, που είχε 250 ελ ληνικές οικογένειες και 2 παπάδες, όλοι ήταν
κεραμίστες ακόμα και οι παπάδες.
27. Το μικρό νησί της Σίφνου είναι γνωστό όχι μόνο για τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα των κατοίκων του, αλλά και για τους τόσους κορυ
φαίους των γραμμάτων, όπως είναι ο Χρυσόγελος (Κοινόν Παιδευτήριον Αρχιπελάγους στη Σίφνο), ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος (Ραμπαγάς),
ο Απόστολος Μακράκης, ο Πρgβελέγγιος, ο Γρυπάρης, ο Μαριδάκης και άλλοι. •
28. Στο Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου υπάρχει η πιθόμορφη φορητή μαγειρική εστία της Εικ. 22 από κόκκινη τερρακότα. 'Εχει διαστάσεις
37 , Ο χ 30,0 εκ. στρογγυλό άνοιγμα για την έξοδο της στάχτης, μικρές τρύπες ένα γύρο παρά τον πυθμένα για την ενίσχυση του ελκ ισμού του
αέρα δυο χερούλια και δυο aντικριστές ομάδες από τρύπες στο ύψος των χερουλιών για να π ερνούν τα σουβλάκια. Στο ε σωτερικό δεν υπάρχει
σχάρα. ·ολος ο όγκος του μαγειρικού αυτού πίθου γεμίζει με ξερές κληματόβεργες και φρύγανα, μετά την καύση των οποίων, στη θράκα τους,
ψήνονται τα διαβατάρικα πουλιά του Αιγαίου, την 'Ανο ιξη και το Φθινόπωρο, τα τρυγώνια και ορτύκια «που μοσκοβολούν φρύανο» . Τα ειδικά
σουβλάκια, που τη συνοδεύουν, έχουν μήκος ως 54 εκ. κατά πληροφορίες η εστια αυτή προέρχετα ι από την Τήνο, όπου την ονομάζουν Ταντού
ρι.
29. «Αθήνα 23 .1 .1970 ... Πολύ αγαπητέ φίλε. Στις 17 Ιουλίου 1925 είχα πάει στον αρχαίο ναό του Ηφαίστου, το λεγόμενο Θησείο των Αθηνών ...
επήγα στο διπλανόν πανηγύρι της εορτής της Αγίας Μαρίνας (λόφος Αστεροσκοπείου), όπου αρκετοί μικροπωληταί είχαν εκθέσει λογιών λο
γιών είδη στα καροτσάκια τους. Στο στέκι ενός απ' αυτούς, διέκρινα μεταξύ διαφόρων άλλων εφθηνών βιομηχανικών αθυρμάτων και δυο πήλι
να χειροποίητα ζωηρώς ελαιοχρωματισμένα ονάρια με καλάθια, που η αφελής λαϊκή πλαστικότη ς των εξεχώριζε ευδιάκριτα, πολύ περισσότε
ρο με το σχήμα των, παρά με το χρώμα των. Αμέσως εκατάλαβα ότι ευρισκόμην ε μπρός ει ς ένα δείγμα εργασίας ενός εξαιρετικού λαϊκού
τεχνίτου, συνεχιστού της καθόλου Μεγάλης Ελληνικής Κεραμικής. Εδυσκολεύθην πάρα πολύ να πείσω τον βαρέως διαλαλούντα το ε μπόρευμά
του, πλατύζωνον μυστακίαν, αιχμηρομόρφου υποδήσεως, αετονύχη του ωτίου, μπεγλερίζοντα λαϊκόν πωλητήν να μου ειπή, υποντοθυρίζων δι
ατακτικώς ότι: «αυτά τα φορμάρει ένας Τσανακαλιώτης κανατάς, που τον λένε Δημητρό και κάθεται στα Άσπρα Χούματα στη Παλαιά Κοκ
κινιά στον Πειραιά» . Απεμακρύνθην από την μουρμούρα του και έσπευσα την άλλην ημ έραν δια τυχόy πληροφορίας εις τα Άσπρα Χώματα
δια να ρωτήσω τον εκεί κατοικούντα Μάρκο Βαμβακάρη, μελαψόν Φραγκοσυριανό μακελλάρη, λαϊκό μουσικοσυνθέτη , μπουζουκτζή, άσσον
της διπλοπενιάς, της ζεμπεκ ιάς ως και του ρεμπέτικου ανδροπρεπούςλασάπικου χορού, τουΎοθευθέντος μετέπειτα εις ένα σαχλό σερμπετλίδι
κο φακλανικό συρτάκι, δια «φλώρους» βουτυροπρεπείζ, και μου έδωσε μερικές αόριστ ε ς πληροφορίες για τους εκεί αγγειοπλάστες.
»Ρωτώντας και πάλιν ρωτώντας διάφορα σταμνοφουρνάκία και μικροκανατάδικα, όπου νεαροί εργατικοί άνδρες, ανυπτόποδοι και αναμαλ
λιάρηδες, ελάκτιζαν τους πηλοτροχούς των και εφορμάριζαν τα τεχνουργήματά των, έφθασα ε πί τ έλους στο σπιτάκι-άντρον του Δημητρίου
Μυγδαληνού, ναυτικού ανδρός πρώην δύτου σκαφάνδρου από ένα χωριό του Σκαμάνδρου ποταμού της Τροίας της Μικρασίας, και εργασθέν
τος εις το Τσανάκ-Καλέ, την αρχαίαν Άβυδον των Δαρδανελλίων, πατρίδος επίσης του Λεάνδρου .
»Η συνοικία εκατοικείτο όλο από πρόσφυγες σ ε χαμόσπιτα, καμωμένα από γκαζοτενεκέδες ή από aσβεστωμένους χωματόπλινθους, που
φαινόντουσαν ωσάν να είχον φτιαχθή και κτισθή με ανθρώπινο σάλιο και πολλήν αγάπη. Οι στέγες ήταν από πισόχαρτο αλλά μερικά ωραία
λουλούδια και κουρτινάκια δεν έλειπαν, καθώς και τα βρωμόνερα και οι κότες μέσα στον λασπόδρομο ή κονιορτόδρομο, το καλοκαίρι. Εκτύ
πησα την πόρτα από το χωματένιο σπιτάκι, ένα δυάρι, που μου έδειξαν και μου άνοιξε ο Μάστρο-Δημήτρης και η γυναίκα του, Σαπφώ το
Στασούδι, νομίζω.
»0 Δημήτρης ήταν ένας γεροκόκκαλος, καλού αναστήματος, πολύ ολιγομίλητος για κουβέντες, ανατολίτης, πρώτην θαλασσινός, μ ε ελα
φρώς προέρχοντα τα μήλα των παρειών, με πολ~ επιδέξια χέρια, με ναυτική μερακλήδικη δερματόστιξι και ξυρισμένος ως ο Γιούλ Μπρυνέρ.
Με εδέχθη καν στο «σαλόνι» τους με το απαραίτητο καλοστολισμένο συζυγικό νυφικό διπλό κρεββά τι τους, τον καθρέπτη ψευδολουϊκένζ
με τις φωτογραφίες και τις καρτποστάλ, τα εικονίσματα με την τενεκεδένια στεφανοθήκη, αποδεικτικό ν της εννόμου συμβιώσεώς των και
το κουτσοπόδαρο κομμό, που είχε επάνω του ολίγα λαϊκά κεραμικά έτοιμα: δηλαδή λιονταρόγατους, ιππάρια, ονάρια και άλλα .
Αφού εκατέβασα πικρομειδιώντας ένα προσφερθέν παλαιότατον σοκολατάκι και εν ηδύποτον , δηλαδή λικέρ τριαντάφυλλο, που μύριζε σαν
ροζ μοσχοσάπουνο, αγόρασα δυο ή τρια αριστουργηματάκια αυτού του πλαστουργού. Ύστ ε ρα από συζήτηση το τι μπορούσε να κάνη, του
παράγγειλα μερικά άλλα κεραμικά περιγράφοντάς του τις ιδέες μου. Τα κεραμεικά του, τα έπλαθε και ύστερα τα έψηνε, μόνο στους 600 βαθ
μούς Κελσίου, σε αυτά τα μικροκανατάδικα της περιφερείας Κοκκινιάς-Νικαίας. Ενθυμούμαι που κατέβαινα από το λεωφορείον Αθηνών
Περάματος εις την στάσιν «Πρώτον Φαρμακείον» και τον εύρισκα σε ένα από αυτά τα σταμνάδικα, που δεν υπάρχουν πια εκεί ...
»Μίαν ημέραν, εντελώς αναπάντεχα, εξαναπήγα εκ εί. Εβγήκε η γυναίκα του και μου είπε ότι ο Δημήτρης Μυγδαληνός μας είχε αφήσει χρό
νους ... Ήταν άνοιξη του 1949 ή του 1950».
30. Ανεξάρτητα από τα παραδοσιακά αυτά «Μ ινωϊκά » πιθάρια, ορισμένα πηλοπλαστικά εργαστήρια φορμάρουν και στολίζουν αντίγραφα αρ
χαίων προτύπων, από αυτά που αφθονούν στα Μουσεία της Κρήτης. Στις Μαργαρίτες Κρήτης αναφέρεται το γνωμικό για κάτι αυθαίρετο. «Ό
που θέλει ο τσουκαλάς κολλά τ ' αυτί», δηλ . το χερούλι του αγγείου. Στο ίδιο χωριό, όπως και σε άλλα κέντρα πιθαράδων στην Ελλάδα, η
χωρητικότητα εκφράζεται ακόμα σε οκάδες (λάδι), ύστερα από τόσα χρόνια μετά τη καθιέρωση του δεκαδικού μετρικού συστήματος. Πληρο
φορίες για τους πιθαράδες στην περιοχή του χωριού αυτού μας έδωσε ο παλιός κεραμίστας Ευάγγελος Πουπάκης .
31 . Η συχνότερη χρήση των πιθαριών ήταν aποθηκευτική νερού, κρασιού, παλιότερα και λαδιού. Αυτό δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μας, το
ότι τα κυριώτερα κέντρα πιθοπλαστικής δημιουργήθηκαν σε ελαιο παραγωγικ ές π εριοχές, όπως είναι η Μεσσηνία-Πυλία, η Κρήτη, η Μυτιλήνη,
η Κύπρος .
32. Η Αγγελική Χαριτωνίδου μου έγραφε: Άνδρος. << Λέγεται πως πριν από τον τελευταίο π όλεμο, σχεδόν κάθε χωριό του πλούσιου νησιού
είχε και τον δικό του αγγειοπλάστη . (Βλέπε και J. Birmingham, Pottery making in Andros, περιοδικο 'Έxpedition ", τ . 10, Ν ο 11, 1967, σ. 33).
Μετά τον πόλεμο όμως τέσσερες μόνον ήταν γνωστοί: Ο ένας, Σιφνιός στην καταγωγή, είχε καμίνι έξω από το Κόρθι, ο Νίκος Λουκατάρης,
Σιφνιός κι αυτός, δούλευε στις Στραπουργιές, ο Γιώργη ς Καλεράκης στο Κου μάρι. Ο τέταρτος και τελευταίος κεραμωτής του νησιού , δούλευε
οπωσδήποτε ως το 1970 στον Αμόλοχο, είχε μάθει την τέχνη άπό τον πατέρα του και εκείνος από τα πιθαράδικα των Αθηνών. Ήταν η οικογέ
νεια Δημήτρη-Παναγιώτη Κοζανίτη. Ο ίδιος διηγήθηκε (το 1980) ότι τον Jτηλό τον έβρισκαν στα χώματα του νησιού. Ο πατέρας του μιμούμενος
τα πελώρια πιθάρια -τις τζάρες- που έρχονταν από την Μαρσίλια και την Μάλτα (είχαν μικρό πάτο , μεγάλη κοιλιά, στενό στόμιο και ζώνες
γύρω-γύρω) μόρφωνε κι αυτός μεγάλα πιθάρια που χωρούσαν ως 500 οκάδες κρ(lσί. Οι μεγάλες στάμνες τους για νερό, με λευκές ζώνες από
μπαντανά, χωρούσαν κάπου 30 οκάδες . Έπλαθαν όμως και μικρότερες, τα σταμνάκια, και κουμάρια, πιθαράκια (μπουρνιές), λεκάνες, πιάτα,
76
φλιτζάνες, θυμιατά, καπνοδόχες για τα μελίσσια, γλάστρες. 'Αλλα έμεναν χωρίς αλοιφή, άλλα ήη:ιν αλειφωτά και άλλα με πράσινο γυαλωμένο
χρώμα ή με γραμμικά απλά ζωγραφιστά στολίδια>>.
33. Στην Αγγελική Χαριτωνίδου οφείλονται τα κείμενα για τα κεραμικά της Κέρκυρας, της Ζακύνθου και της Ηπείρου.
34. α. Και σε άλλες αρχαιότατες Μυθολογίες, όπως π.χ . η Αίγυπτιακή, απαντάται ο ίδιος μύθος περί της δημιουργίας του πρώτου άνθρωπου.
β. Επειδή η κεραμική και η αγγειοπλαστική θεωρούνται αγροτικές βιοτεχνίες, για τον λόγο αυτάν στην Αγιάσο π. χ. της Μυτιλήνης οι αγγειο
πλάστες έχουν προστάτη τον 'Αγιο Χαράλαμπο, αφού οι πρώτοι κεραμουργοί ήταν γεωργοί.
35 . α . ΑΚΑΚΙΑΔΗΣ Ι. Η Καρβάλη Ναζιανζού και ο βίος Γρηγορίου τσ υ Θεολόγου Αθήναι 1928. Μεταξύ άλλων περί της αγγειοπλαστικής δρα
στηριότητας των κατοίκων της Καρβάλης. Πρόσφυγες αγγειοπλάστες από την περιοχή αυτή ίδρυσαν τη Νέα Καρβάλη στο Νομό Καβάλας.
β. ΑΝΩΓΙΑΝΝΑΚΗ ΦΟΙΒΟΥ. Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά 'Οργανα. Αθήναι 1976. Σχ. 4ον σελίδες 402. <<"Εκδοση Εθνικής Τραπέζης της Ελλά
δος». Σχετικά με το τουμπελέκι, ο Ανωγιαννάκης (Σελ . 134) γράφει: Το τουμπελέκι, που λέγεται και ταραμπούκα ή στάμνα, είναι ένα ρυθμικό
όργανο που συναντάμε κυρίως στη βόρεια Ελλάδα (Μακεδονία και Θράκη) και στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου (Μυτιλήνη, Χίο κ.ά).
Ο πήλινος σκελετός του έχει συνήθως το σχήμα στάμνας, χωρίς λαβή και είναι ανοιχτός στο ένα άκρο και σκεπασμένος στο άλλο με τεντω
μένο δέρμα, π ου κολλούν ή δένουν ή και τα δυο μαζί, πάνω στο ηχείο . Το δέσιμο ή γίνεται απλό με λεπτό σχοινί ή προχωρεί προς το λαιμό
του οργάνου, με διάφορους τρόπους δεσίματος, όπως στο νταούλι, ανάλογα με το μεράκι του λαϊκού μουσικού για το όργανό του. Φτιάχνεται
σε διάφορα μεγέθη, μικρά τουμπελέκια για τα παιδιά, που τα χρησιμοποιούν όταν λένε τα κάλαντα και μεγάλα για τους επαγγελματίες μουσι
κούς.
Παλιότερα το πήλινο ηχείο τους είχε διάφορα σχέδια και ήταν συχνά στολισμένο με καθρεφτάκια. Επίσης κρεμούσαν, όπως και κρεμούν
ακόμα, σφαιρικά κουδουνάκια, είτε κάτω από το δέρμα, είτε γύρω-γύρω εκεί που δένεται το δέρμα πάνω στο ηχείο.
Το τουμπελέκι ή τραμπούκα παίζεται με τα δυο χέρια - και σπάνια με δυο μικρά ξύλα- κρατημένο συνήθως κάτω απ' την αριστερή μασχά
λη ή κρεμασμένο απ' τον αριστερό ώμο. Ή ακόμα, με καθισμένο τον παίχτη και το τουμπελέκι κρατημένο ανάμεσα στους μηρούς . Με το
δεξί χέρι χτυπούν τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου και με το αριστερό τους αδύνατους. Τους πρώτους προς το κέντρο της στρογγυλής δερμά
τινη ς επιφάνειας, που δίνει π άντα χαμηλότερο σε τονική οξύτητα και μεστότερο ήχο . Και τους δεύτερους προς την περιφέρεια, που δίνει οξύ τ ε
ρο και πιο στεγνό ήχο».
Ο Ανωγιαννάκης προσθέτει: «Σφυρίχτρες είναι οι λαλίτσες που λέγονται επίσης νεροσφυρίχτρες. Ο Ανωγιαννάκης δεν αναφέρει από που
έχει αντλήσει την ονομασία νεροσφυρίχτρες, αηδονάκια ή κούκόι. Μικρά κοίλα κεραμουργήματα (πουλιά, ψάρια, κοκκοράκια, σταμνάκια
κ.λπ . ) που φτιάχνονται στα εργαστήρια λαϊκής αγγειοπλαστικής . Μ ' ένα επιστόμιο (όπως στο σουραύλι) και συνήθως μισογεμισμένα με νερό,
χρησιμοποιούνται ως σφυρίχτρες από τα μικρά παιδιά. Με το φύσημα η λαλίτσα γουγουρίζει. Οι νεροσφυρίχτρες ήταν παλιότερα - σήμερα
σπανίζουν- ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών. Ένα τέτοιο είδος σφυρίχτρας μαθαίνουμε από λόγο του πρωθυπουργού Κωλέτη
το Νοέμβρη του 1845, χρησιμοποίησαν για να στείλουν μυστικά στα Γιάννινα την επαναστατική προκήρυξη του '21. «Ήμην εις τα Ιωνάννινα
κατά την αρχήν της Επαναστάσεως, ότε οι πατρ ιώται της Κερκύρας με έπεμψα ν πράγματά τι να, μεταξύ των οποίων είδα αίφνης ένα κούκκον,
δυο κούκκους, τρεις κούκκους, τέσσαρας κούκκους , πέντε κούκκους. Παρατηρώ, σκέπτομαι τι θέλουν τόσοι κούκκο ι και τι ευρίσκω εντός
αυτών. Την παρούσαν προκήρυξην (δείχνει την περίφημη προκήρυξη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη 25 Μαρτί.ου 1821».
36. ΑΝΩΝΥΜΟΥ. Λαϊκή Τέχνη-Έκθεση Μπάρμπα Μηνά. Περιοδικό « Η τέχνη στη Θεσσαλονίκη>> αριθ. 8-9 Νοέμβρ.-Δεκέμβρ. 1956 σελ. 126-128.
Αισθητική ανάλυση του έργου και παρουσίαση της προσωπικότητας του Μηνά όπως και σύντομη γενική θεώρηση της λαϊκής τέχνης . Στο εξώ
φυλλο πιάτο του Μηνά με τρία πουλιά, που υπάρχει στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής (Συλλογής Κυριαζοπούλου) Αθηνών.
37. ΑΝΩΝΥΜΟΥ. Έκθεση λαϊκής κεραμικής Μηνά Αβραμίδη. «τέχνη>> Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία. Αίθουσα εκθέσεων του Δ ή μου
Θε σ σαλονίνης. Νοέμβριος 1956. Τετρασέλιδο (σχ. 8ον μικρό) πληροφοριακό κείμενο για τον λαϊκό αγγειοπλάστη Μηνά Αβραμίδη κα ι το έργο
τ ου.
38. ΑΝΩΝΥΜΟΥ. Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδας. Λογοδοσία του Διοικητικού Συμβουλίου του έτους 1959. Αθήναι 1960. Στη σελ. 17 οξοπύθ
μενο π ιθάρι με χαραγμένη εικόνα πλοίου.
39. ΑΝΩΝΥΜΟΥ. Εθνικόν Λαϊκόν Μουσείον Λέσβου . Λέσβος 1962. Έκδοσις Ενώσεως Λειτουργών Μ .Ε. Λέσβου. Σχ. 8ον, σελ. 50+ 11 Πίνα
κες εικόνων. Σύντομο ιστορικό της ίδρυσης.
40. ΑΝΩΝΥΜΟΥ. Εικόνες και σύντομο κείμενο Θρακικών κεραμικών Κομοτηνής και Διδυμοτείχου -Στην έκδοση «Thrace» του Ε.Ο . Ε.Χ. Αθή
να, αχρονολόγη το . Σχ. 4ον σελίδα 64.
41 . ΑΝΩΝΥΜΟΥ. Αγγειοπλαστική εν Σερίφω εις μνήμην Ανδρέα Σ . Λιβάνιου (Κατσαφούρη). Βιογραφία του κεραμίστα της Σερίφου «Κυκλαδι
κό Φως>>. Οκτωβ. 1967.
42. ΑΝΩΝΥΜΟΥ. lslaιnic pottery 800-1400 A .D. (An Exlιibition arranged by the Islamic Art Circle and held at the Victoria and Albert Museam
Ι October to 30 November 1969) Σχ. 4ον μικρό σελ. 156. Αχρονολόγητο. Η έκδοση πιθανόν του 1969. Πρόκειται περί λευκώματος των εκθε μ ά
των. Τους προλόγους υπογράφουν John Pope-Hennessy . Διευθυντή ς του Victoria and Albert Museum του Λονδίνου και ο Edmund de Unger Πρόε
δρος του lslamic Art Circle.
43. «0 Μαστρο-Μανώλης Καπνίσης παλιός μάστορας κι έμπορας ήταν πασίγνωστος στο νησί μας τα πρωτινά χρόνια.
Ηφεύγενε κάθε Σαρακοστή απ' τα παλιά του χουζούρια και το σπιτικό του, στη Σίφνο, σαν το ταξιδιάρικο πουλί, και μας ερχόντανε στη
Μύκονο, στο σκαλαρειό του, στο Καμνάκι, για να ζμώση και να πλάση τον πηλό, να βγάλη το καρβέλι ...
Εδούλευενε ούλο το καλοκαίρ ι μέχρι το Σποριά . Απέ, με τα πρωτοβρόχια, επρύμιζε για τα χειμωνιάτικα λημέρια του, για το σπίτι του, στη
Σίφνο.
Δουλευτή ς και καλός μάστορας ο ίδιος και οι δυο-τρεις καλφάδες που τον ακολουθούσανε ήφτιαχνε κάθε λοής πραμάτει α. Σ κάλια μικ ρά
γ ια τις λιολαγές και σκάλια μεγάλα με τέσσερα χέρια, σα μαντροχορανιά για τις φαμελιές. Φουγούδες για τα καφόμπρικα, τα ζεστικά και
τις σ μ αρίδες και φουγουδάκια για τις γριές, για πιο μαϊζέβελα. Τέστα για τα γιουβέσια του φούρνου και το ψη τ ό τη ς Λαμπρής, και σταμνιά
ζωνάτα για το πιόσιμο νερό . Τραουδίστριες κουκουνκές μακρόλαιμες για τις καφενέδες, κι αλοιφωτές βουτίνες για τη μυζήθρα και το σαλάδο
λαρδί. Κουρούπια για τα ξερά σύκα και το δριμύ γλυκάδι και βουτινάρια για τα σίσερα, τη «λερά» και το ντουματοζούμι. Κι ακόμα κούπες,
κουπάκια, λαίνια και πιάτα πήλινα για τη φτωχολογιά, θυμιατά για τις παπάδες, τα ξωκκλήσια και τις θεοφοβούμενες, γλάστρες για τις γαρυ
φαλιές , γλuστριά δυο-τριώ λογιώ, χαμηλά και κοιλαρούδικα κι αψηλά σα φουγάρα και κουμπαράδες για τις εμικροί.
Κι ούλα ετούτο τα σύνεργα του σπιτιού, με χώματα ταξιδεμένα από την πατρίδα του τη Σίφνο κι από τον «Κούβαρο», στη Φτελιά. Τα Σιφνέι
κα για τ η ν ακριβή πραμάτεια, τα αλοιφωτά, και τα φτελιανά χώματα για τα φουγουδόσταμνα.
Κι ε κέρδιζε κάθε τόσο το καμίνι στα ψινά του σκαλαρειού και κείνο εγιαγκίνιζε με τους φρέσκου μελτεμιού τη ν αβούηθεια. Πάνα τώρα πολλά
χρόνια , κα μ ιά σρανταριά απάνω-κάτω, α π ό τότε που κλείδωσε το σκαλαρειό του. Κάθε Σαρακοστή, με τ' αλαφρονότια και τα γαρ μ πινά, όλο
'χα με το νου μας πως θα ξεμπροβάλη απ' το νησί του Μπάου. Δεν φάνηκε όμως ο' μαστρο-Μανώλης Καπνίσης, ο Σιφινιός σκαλάς. Ως φαίνε
ται, ή άπόθανε ο παλιός γνώριμός μας μάστορας ή εμπατάλεψεν η δουλειά του.
Α. Αγγελετάκης Ν . Δ. Μύκονο(; Παλιά και Νέα. «Νέα Μύκονος» Φεβρ. 1970. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω και κάτ ι π ου αφορά και σ τ α πηλο
π λασ τ ικά αλλά και στο θέμα της υγιεινής γενικά στις παλιές Κυκλάδες. Όπως είναι γνωστό κατά το παρελθόν, ακόμα κα ι στο όχι πολύ απώτ ε-
77
ρο, στα μικρά αστικά κέντρα, το ζήτημα του αποχωρητηρ ίου δεν είχε λυθεί και το π ρόβλημα παρέμενε, όπως ήταν και πριν αρκετούς αιώνες .
Στ ην κωμόπολη της Μυκόνου π. χ . , όπως και σε όλα τ' άλλα νησιά, αποχωρητήρια είχαν μόνο τα παράκτια σπίτια και εκείνα που ήταν λίγο
πιο μέσα. Τα αποχωρητήρια αυτά ήταν μικρές ξύλινες παράγκες στα επίσης ξύλινα μπαλκόνια, τα μπουτιά, που επικοινωνούσαν με το διαμέρι
σμα μόνο από τον εξώστη. Η αποχέτευση κατ' ευθείαν στη θάλασσα χωρίς τη μεσολάβηση σιφονιού πραγματοποιείτο με χονδρούς πήλινους
σωλήνες τους κάναλους . Τα σπίτια του εσωτερικού τη ς Χώρας, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, δεν είχαν καθόλου αποχωρητήρια. Τα αντικατα
στούσαν, (εκτός από τα μικρά αγγεία της νυκτός, που περίμεναν κάτω από το κρεβάτι) τα μεγάλα βαρειά χονδροκαμωμένα πήλινα αγγεία
με τέσσερα δυνατά χ ε ρούλια και πλατειά χείλη με καπάκι, όπου σι: μια γωνιά της κουζίνας ανακουφιζόταν όλη η οικογένεια. Αργότερα cχυναν
το περιεχόμενό τους στα άστρωτα σοκάκια όπου τα περιπλανόμενα γου ρούνια είχαν αναλάβει καθήκοντα οδοκαθαριστού . Αλλά και τα παρα
λιακά σπίτια ήταν εφοδιασμένα με τα εξυπηρετικά αυτά είδη υγιεινής, που είχαν ύψος ως 40 εκ . (τα ονόμαζαν στη Μύκονο και τη Σύρα επιδέ
ξια) για τί ο δυνατός χειμωνιάτικος βοριάς δεν επέτρεπε πάντα επίσκεψη στο μπουτί.
44. ΑΝΩΝΥΜΟΥ . Η <<μαντάμ Τισσώ>> της Αθήνας, Περιοδικό <<Τ ΑΧΥ ΔΡΟΜΟΣ>> 8 Ιουνίου 1973 . Πρόκειται για συλλογή ομοιωμάτων από προ
σωπικότητες της Ελλάδας με πρώτη ύλη τον πηλό.
45. ΑΝΩΝΥΜΟΥ (ΜΕΤΑΞΑΔΕΣ). <<Δώδεκα παρά ένα>> - Περιοδικό ΖΥΓΟΣ Μάιος-Ιούνιος 1975 σελ . 9. "Εκληση γ ια τη σωτηρία της παραδο
σιακής αρχιτεκτονικής και της λαϊκής τέχνης στο χωριό Μεταξάδες της Δυτικής Θράκης .
46. ΑΝΩΝΥΜΟΥ. Το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής (Συλλογή Β. Κυριαζόπουλου). Περιοδικό «ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ>> Ιούλιος-Αύγουστος
1976 σελ . 378-380.
47. ΑΝΩΝΥΜΟΥ. Σύγχρονα πιθάρια από την εποχή του Μίνωα. Περιοδικό <<Κεραμικά Χρονικά>> Αρ . 19 Δεκεμ . 1980 Σχ. 8ον μέγα σελ. 16- 17.
48.ΑΝΩΝΎΜΟΥ. Με τους Τσουκαλάδες του Αιγαίου <<Κεραμικά Χρονικά» Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1981 . Σ χ. 8ον σελ. 7. Πρόκειται για χρο
νικό της έκθεσης λαϊκών κεραμικών της συλλογής Μπέττυς Ψαροπούλου των Αθηνών. Αναφέρονται ονόματα και εργαστήρια αγγειοπλαστών
των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου .
51. ΒΙΟΥ ΣΤΥΛ. Γ . Αγγειοπλαστική εν Χίω <<Περιοδικόν Συλλόγου Αργέντης>>, Χίος 1938 Σ χ. 16ον σελ. 6-10. Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες
σχετικές με τ ο θέμα .
52. BIRMINGHAN J . Pottery making in Andros. Περιο δ . 'Έx pedition " τ. 10 Νο 11 1967 σελ . 33 . Ενδιαφέρον.
53. ΒΙSCΟΝτι UGOLINI GRAZIA. La mayolica pesarese in una collezione privata alla lucce di nuovi documenti "Faenza" I, 1977, 3.
54.ΒΛΑΣΣΟΠΟΥ ΛΟΥ ΣΤ. Σημειώσεις περί Κερκύρας . <<Κερκυραϊκά Χρονικά>> τ . ΧΧΙ Κέρκυρα 1977. σελ . 92, 94, 95 , 97, 99. Ενδιαφέρουσες
πληροφορίες σχετικές με την κερκυραϊκή κεραμοπλαστική δραστηριότητα.
ΒΟΓΙΑ ΤΖΟΓ ΛΟΥ MAPIA. Τα πιθάρια στο Θραψανό της Κρήτης . Η τεχνική και οι Συντεχνίες των πιθαράδων, Αριστοτέλειον Πανεπιστή
56 .
μιον Θεσσαλονίκης-Πολυτεχνική Σχολή, Εργαστήριον Αρχιτεκτονικής Εσωτε ρικών Χώρων και Βιομηχανικής Αισθητικής, Διευθυντής: Καθη
γητής Δ.Α. Φατούρος. Ειδικές Μελέτες Αρ . 19. Research papers. Θεσσαλονίκη 1972. Σχ. 4ον μικρό σελίδες 110. Ενδιαφέρουσα μελέτη για το
θέμα . Σχήματα και βιβλιογραφία.
57. ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ Μ. Παραδοσιακή κεραμική στη νεώτερη Ελλάδα . <<Εθνογραφικά>> Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα τ. 2. Ναύπλιο
1979-80 Σχ. 4ο . Ενδιαφέρουσες κατασκευαστικές λεπτομέρειες και πληροφορίες για τους αγγειοπλάστες του Μανταμάδου Μυτιλήνης.
ΒΟΓΙΑ ΤΖΟΓ ΛΟΥ ΜΑΡΙΑ. Ε λάτε να μιλήσουμε για την κεραμική <<Κεραμικά Χρονικά>> Μάρτιος-Απρίλιος
58 . 1981 σελ . 8. Α ναφέρεται γενικά
στην κεραμική και ιδιαίτερα στα πιθάρια.
59. BOSSERT.A. ΤΗ. Ornamente der Volkskunst. "Newe Folge". Keramik, Tίibingen 1962.
60.ΒΟΥΡΑΖΕΛΗ-ΜΑΡΙΝΑΚΟΥ ΕΛΕΝΗ . Αι εν Θράκη Συντε χνίε ς των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία 1950 Θεσσαλονίκη . Έκδοσις Εται
ρείας Μακεδονικών Σπουδών . Ενδιαφέρουσες πληροφορίε ς για τις Συντεχνίες των Ελλήνων Κεραμουργών-Αγγειοπλαστών επί Τουρκοκρα
τίας.
61.ΓΕΡΜΙΔΗΣ Α . Τα Γανόχωρα της Ανατολικής Θράκης, Περιοδική έκδοση «Θρακικά» 46 (1972) σελ. 182-288. Πληροφορίες για τους αγγειο
πλάστες και κεραμίστες των ελληνικών χωριών της Ανατολικής Θράκης.
62. ΓΙΑΓΙΑΝΝΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ. Η δημιουργία και εξαφάνιση της Λαϊκής Κεραμοπλαστικής . Δείγματα στο λεύκωμα «Νεοκλασικά Κεραμι
κά>>. Σύντομο κείμενο και 10 εικόνες. Περιοδικό <<ΖΥΓΟΣ>> Ιούλ.-Αυγ. 1980 σελ . 54-58.
63. ΓΙΑΓΙΑΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ . Το ακροκέραμο και άλλα πηλοτεχνήματα (Αθήνα 1981) Σχ . 8ον μέγα, σελίδες 198. Κείμενο σελ. 22 και εικο
γράφηση σελ . 23-197 .
65. ΓΟΥΡΓΙΩΤΗ Γ . Κ. Πρώιμα μεταβυζαντινά κεραμικά . <<Αρχαιολογία» Ι, 1981 . Αναφέρεται σε αγγειοπλαστικά ευρήματα εποχής Τουρκο
κρατίας στην περιοχή Λαρίσης.
66. ΓΡΗΓΟΡΑΚΗ ΝΙΚΟΥ. Ο Νεοκλασικισμός στην Ελλάδα . Τα Νεοκλασικά Ακροκέραμα. Περιοδ . «Συλλέκτης>> Νοέμβριος 1977 σελ. 286-287
και 12 ει κόνες ακροκέραμων.
67.ΓΡΗΓΟΡΑΚΗ ΝΙΚΟΥ . Νεοελληνικά Κεραμουργήματα Καλλιτεχνών του <<Κεραμεικού>> σε Υδατογραφίες του Σιμονάκη, <<Υάκινθος>> 1980.
Λεύ κ ωμα εικόνων κεραμικών μεταξύ των οποίων και απομιμήσεις θεμάτων μικρασιατικών κεραμικών. Σ χ . 20,5 χ 27,0 εκ. σελ. 80. Συνοπτική
β ιβλιογραφία.
68. ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ. Το ακροκέραμο και άλλα νεοκλασικά κεραμουργήματα. Αθήνα 1981 . Σχ. 8ον Σελ. 160. Κείμενο και πλούσια
ει κονογράφηση .
69. CARSWELL J. Kiitahya Tiles and Pottery from the Armenian Cathedral of St. James Jerusalem, Oxford 1972.
70. CHARΠONIDOY ANGELE . Ceramique Greque du XVII!e Siegle dans la ville d' Arta, alors sous 1a domination Turgue. Rivista "Faenza" LXVI
(1980) Ν. 1-6 Faenza σελ. 375-377 + 4 πίνακες με εικόνες. Κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο. Αναφέρεται σε σημαντικά ευρήματα κεραμικών σ τ η ν
περιοχή της Άρτας.
71. CHARLESTON R ., ed, "World Ceramics", Ottoman- Turkish pottery XVth-XIXth Centuries, London 1968.
78
72.ΔΑΝΟΥ ΜΑΝΟΥ. Η τεχνική της κεραμικής. Έκδοσις Δευτέρα. Έκδοσις Εθνικού Οργανισμού Ελληνικής Χειροτεχνίας Αθήναι 1969. Σχ .
16ον μέγα σελ . 174. Περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή υλικών και τεχνικής της χειροποίητης αγγειοπλαστικής.
73. ΔΑΝΟΥ ΜΑΝΟΥ. Η τενική της κεραμικής. Έκδοση τρίτη Αθήνα 1979. Αφιερώνεται στη μνήμη του Μάνου Δάνου. Σχ. 16ον Σελ. 168.
Βλέπε δεύτερη έκδοση.
74. ΔΕΛΗΒΟΡΙΑ ΆΓΓΕΛΟΥ. Στα χνάρια της παραδοσιακής κεραμικής των χρόνων της Τουρκοκρατίας. «ΖΥΓΟΣ» Ιούλιος-Αύγουστος 1976.
Ι Ιαρουσίαση κεραμικών και συμπεράσματα σχετικά με την Ελληνική παραδοσιακή κεραμική.
75. ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗ Β. Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμ πή. Θεσσαλονίκη 1973 . Αναφέρονται Έλληνες κεραμίστες
στο Μαναστήρι και τη Φλώρινα κατά τον 17ο αιώνα .
76. ΔΗΜΉΤΡΙΟΥ ΕΛΕΝΗΣ. Η Νεώτερη Αγγειοπλαστική της Λαπήθοu. «Χ ρονικά της Λαπήθου» Τ . 11-111, 19(2-1974 Σχ. 8ον σελ . 11-55 . Γενι
κά για τους αγγειοπλάστες και τα έργα τους από την Κυπριακή επαρχία Λαπήθου. Τοπική ονοματολογία. Αξιόλογη συμβολή.
77. ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Α. Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου. Η ίδρυση, το κτίριο, το περιεχόμ ενο (Λευκωσία 1973) Σ χ. 8ον σελ . 18. Περιλαμβάνει
και παραδοσιακά κεραμικά .
78. ΔΟΥΚΑ ΣΤΡΑΤΗ . «Ενθυμήματα από δέκα φίλους» Αθήναι «Κέδρος» 1976. Στις σελίδες 50-66 με τίτλο «Μηνάς Πεσματζόγλου» αναφέρε
ται στον δημιουργό του εργο στασίου «Κιουτάχεια» του Νέου Φαλήρου Πειραιά , που λειτουργούσε με πρόσφυγες παραδοσιακούς κεραμίστες
και πρότυπα από τη Μικρά Ασία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
79. ΕΛΕΥΘΕΡΙΆΔΗ Σ ΕΥΘ ΥΜΙΟΣ. Αρχιμανδρίτης . Σπυρίδων ο Τριμuθούντ 0 ς ο Θαυματουργός. Περιοδικό «Εκκλησία» Ι Δεκεμβρ. 1960 σελ.
464-466. Περί του θαύματος του Αγίου Σπυρίδωνος με την κεραμίδα κατά την Αη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας.
80. EVLIYA GELEBI. Αναφέρει Έλληνες αγγειοπλάστες στο Jnsίk (Νίκαια), την Κωνσταντινούπολη και την Κιουτάχεια το 1631. Βλέπε και
Δημητριάδη Β.
83. Ε . Ο.Ε.Χ . Περιοδική έκδοσ η «QUALΠ Y» Νο I Αθήναι 1967. Διάφορα σύντομα σημειώματα σχετικά με την ελληνική κεραμική.
84. ERNST HENRI . Ceramigue Orientale, Parίs. Ιστορικά στοιχεία για την εξέλιξη της κεραμικής στην εγγύς Ανατολή.
85. ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ. Το Αιγινήτικο Κανάτι. Εφημερίδα << ΒΗΜΑ » 28 Ιουνίου 1969. Περιγραφή της χρήσης του Αιγινήτικου κανατιού για το κρύωμα
του νερού κατά το πρόσφατο παρελθόν .
86. ΕΦΡΑΙΜΙΔΟΥ Σ. ΣΑΒΒΑ. Ιστορία-Λαογραφία του Κοτυαίου (Κιοuτάχειας) Πόλεως της Κεντρικής Μ. Ασίας. Θεσσαλονίκη 1960. Σχ. 8ο\ι
σελ . 118. Στις σελίδες 80-82 περi των Ελλήνων κεραμιστών στην Κιουτάχεια και περί του Μηνά Αβραμίδη . Βιβλιογραφία δεν υπάρχει.
87. FEHERVARI GEZA. Islamic Pottery. Α Comprehensive Study Based ση the Barlow Collection. London 1973. Σχ. 8ον μεγάλο, σελ . 192 +
120 πίνακες εικόνων. Εκτεταμένη βιβλιογραφία, ευρετήριο και δυο γεωγραφικοί χάρτες. Στην πλούσια βιβλιογραφία δεν υπάρχει Έλληνας .
Στη σελ. 139 περί αγγειοπλαστικής Τσανάκ-Καλέ. Το σύγγραμμα αν και περιορίζεται στην περιγραφή κεραμικών μιας μόνο συλλογής παρου
σιάζει αρκετό ενδιαφέρον .
88 . GODDEN GEOFFRY, Α. The Handbook of British Pottery and Porcelain Marks. London 1972. Σχ. 16ον μέγα, σελ. 198. Μεταξύ άλλων περι
λαμβάνει και την κλείδα ερ μηνείας της σφραγίδας των αγγλικών πιάτων με διάκοσμο ελληνικού ενδιαφέροντος.
89. ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΜΙΝΑ . Μαγδαληνός. Ένας λαϊκός τεχνίτης. Περιοδικό <<Αιξωνή>> Τομ . Α " 1950-51 σελ. 180-183 2 εικόνες Σχ. 8ον μέγα. Απο
τελεί το πρώτο δημοσίευμα σχετικό με τον αγγειοπλάστη Μυγδαληνό.
90. ΖΩΗ. Α. Αι εν Ζακύνθω Συvτεχνίαι. Ζάκυνθος 1893, σ ελ. 178. Σχετικά με τους κεραμίστες της Ζακύνθου.
91 . ΖΩΡΑ ΠΟΠΗΣ. Η Λαϊκή Τέχνη στην Ελλάδα μετά τον 17ο αιώνα. Εφημερίδα <<Καθημερινή>> 12 Φεβρ. 1980. Ξένες επιδράσεις στην ελληνι
κή λαϊκή τέχνη.
92. ΙΩΆΝΝΟΥ ΟΛΓΑ. το -Εργαστήρι του Ρόδιου . Περιοδικό <<Ε πίκαιρα>> 10 Σεπτ. 1978. Χρήσιμες π ληροφορίες για τον κορυφαίο Σκοπελίτη
αγγειοπλάστη.
93. ΙΆΚΩΒΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΠΟΥ ΜΥτΙΛΗΝΗΣ. Η κεραμική τέχνη στην Αγιάσο της Λέσβου. << Μακεδονικόν Ημερολόγιον>> 1969, σελ . 273-275.
94. ΚΑΛΛΙΝΔΕΡΗ Μ. Αι όυντεχνίαι της Κοζάνης επί Τουρκοκρατίας. Θεσσαλονίκη 1958. Αναφέρονται αγγειοπλαστικά εργαστήρια στην Κο
ζάνη.
96 . ΚΑΤΣΟΥΓΙΑΝΝΗ Τ. Μ. Περί των Βλάχων των Ελληνικών Χωρών, τ . Α. 1964, τ.Β. 1965 Θεσσαλονίκη.
97. ΚΕΦΑΛΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝτΙΝΟΣ. 'Ήandίcrafts in Macedonia under the Turks". Περιοδ. <<Quality>> του ΕΟΕΧ Νο 8 Athens 1970 σελ . 9 Σχ. 4ον.
98 . ΚΟΜΗΣ Ι. Μ . Μιχάλης Κόμης ο συνεχιστής της παράδοσης . Περιοδικό <<Κε ραμικά Χρονικά>> αριθ. 17 Ιουλ.-Αυγ . 1980 σελ. 8-9 Σχ. 8ον.
Πρόκειτα ι για την οδύσειςι ενός λαϊκού αγγειοπλάστη από τη Σίφνο που κατέληξε σε χωριό της Μεσσηνίας.
99. ΚΟΝΟΜΟΥ ΝΤ . Πεντακόσια χρόνια ενός λιμανιού <<Επτανησιακά Φύλλα >> τ.Ζ. Αθήνα 1969. σ ελ. 12-13 .
100. ΚΟΥΚΑΣ Γ. Οι μάγοι του πηλού. Περιοδικό <<Επίκαιρα>> 21 Αυγούστου 1970. Οι Σιφνιοί κεραμίστες του Μαρουσιού. Ωραία περιγραφή
για τη μόρφωση ενός αγγείου.
101. ΚΟΥΚΟΥ ΛΕ ΦΑΙΔΩΝΟΣ. Γεύματα, Δείπνα και συμπόσια του Βυζαντίου. <<Επετηρίς Βυζαντινών Σπουδών>> τ· 10 Σχ . 8ον σελ. 101-142.
Αναφέρει τα πήλινα βυζαντινά επιτραπέζια σκέυη.
79
102. ΚΟΥΡΟΥΠΗΣ Γ. Η Κεραμική Τέχνη στην Αρχαία Αθήνα. Η σημασία και τα επιτεύγματα της <<Κοινωνικής Πολυτέλειας» Περιοδικό <<Ελ
ληνική Λαϊκή Τέχνη» Τεύχος 12ο
1973 σελ. 141-148. Περί της κεραμικής γενικά.
103. ΚΟΥΡΤΖΗ ΗΛΙΑ. Αγιάσος ένα πανάρχαιο κέντρο κεραμικής στην καρδιά του Αιγαίου. Περιοδικό <<ΣΥ ΛΛΕΚΤΗΣ» τ . 37 Απρίλιος 1978
σελ . 156-57 Σ χ . 8ον Περί Αγιάσου Μυτιλήνης. Ονομασίες και φόρμες κεραμικών . Σχεδιαγράμματα και ονομασίες αγγείων στο λεσβιακό ιδίω
μα. Ακόμα ανέκδοτο (1980) χειρόγραφο άρθρο του ίδιου με τίτλο <<0 πρύτανις της νεοελληνικής λαϊκής κεραμικής » (σελ. 11), που αποτελεί
ιστορικό της οικογενείας των αγγειοπλαστών της Αγιάσου Κουρτζήδων .
104. ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗ Ν . Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου. Ζάκυνθος ι880 σελ. 453 . Περιλαμβάνει σχετικά με τους κεραμίστες της Ζακύνθου .
105. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ Β. Μηνάς και Δημήτρης. Δυο Μικρασιάτες Λαϊκοί κεραμίστες . Περιοδικό <<Νέα Εστία» . 15 Φεβρουαρίου ι968 Σ χ.
8ον σελ. 11. Πρόκειται για την πρώτη αναλυτική παρουσίαση του έργου των δυο κορυφαίων λαϊκών αγγειοπλαστών. Ακολουθεί σύντομη βιβλιο
γραφία και σημείωμα του Δημήτρη Α. Φατούρου με τίτλο <<Οι πηγές της Νεοελληνικής Ιστορίας » . Είναι σχετικό με τη σημασία του έργου των
δυο λ αϊκών καλλιτεχνών και την παρουσίασή τους .
106. KYRIAZOPOULOS V. Pottery εις <<Greek Handicraft» της National Bank of Greece. Athens 1968. p.p. 88-123 και σημειώσεις . Σχ. 4ον.
107. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ Β . Κεραμική . Στον τόμο « Νεοελληνική Χειροτr.χνία » . Έκδοση Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Αθήναι 1969 Σ χ. 4ον
οελ . 89-120 και σημειώσεις . Κυκλοφόρησε και ανάτυπο . Αποτελεί το πρώτο δημοσίευμα γεωγραφικής κατανομής των ελληνικών παραδοσια
κών κεραμικών. Βλ . και αριθμ . 106.
108. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ Β. Λαϊκά Κεραμικά Βορείου Ελλάδος « Μακεδονικόν Ημερολόγιον» Σχ . 16ον σελ. 178-188 Θεσσαλονίκη 1969. Περι
γραφή των παραδοσιακών κεραμικών από τα κυριότερα αγγειοπλαστικά κέντρα της Βορείου Ελλάδος .
109. (τΗΕ) KYRIAZOPOULOS COLLECτJON OF GREEK COMMEMORAτJVES, Mykonos Folklore'Museum, ι975, Σχ. 8ον σελ . 104. Περι
γραφή, με εισαγωγή και εικόνες, των αναμνηστικών πιάτων ευρωπαϊκής κατασκευής με διακόσμηση ελληνικού ενδιαφέροντος, που iiεριλαμ
βάνονται στη συλλογή Κυρια ζοπούλου του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου.
ι 10. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ . Ομοτ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ερμηνευτικό σημείωμα για τα ειδικά γραμματόσημα
της σειράς <<EUROPA-CE PT. ι976» . Έ κδοση Ελληνικών Ταχυδρομείων ι976. Τρίπτυχο με εισαγωγικό σημείωμα περιγραφές και εικόνες τριών
παραδοσιακών κεραμικών του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Συλλογής Κυριαζοπούλου, που κοσμούν τα γραμματόσημα. Η έκδοση
σε 4 γλώσσες. ·
111. KYRIAZOPOULOS BASSILIOS D. The Contribution of the Christians in Asia Minor Pottery. Περιοδική έκδοση <<Balkan Studies» ι 9 1978
77-103 + 8 πίνακες με εικόνες. Αρκετά εκτ εταμένη βιβλιογραφία. Περιλαμβάνει Μικροασιατικά κεραμουργήματα
Θε σσαλονίκη Σχ . 8ον σελ .
Ελλήνων κατά την προ του 1923 περίοδο.
112. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ ΒΑΣ. Ο θαυμαστός κόσμος του λαϊκού κεραμίστα Δημήτρη Μυγδαληνού. Πρακτικά Γ Συμποσίου Λαογραφίας. Βο
ρειοελλαδικού χώρου. Αλεξανδρούπολη 14-18 Οκτωβρίου ι976. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Θεσσαλονίνη 1979. Σχ. 8ον σελ. 357-381
και ανά τ υπο . Αναλυτική περιγραφή των έργων του παραδοσιακού κεραμίστα Δ . Μυγδαληνού, από το Τ σανάκ-Καλέ στην Κοκκινιά του Πει
ραιά .
113 . KYRιAZOPOULOS VASSJLIOS-CHARΠONIDOU ANGELE. Poterie de Pesaro decoree devers en grec moderne. Atti-del Convegno di Studi
Ceramici . Faenza, 28 Settembre-1 Ottobre 1978. Σχ. 8ον σελ. 353-355 + I Πίνακας μ ε εικόνες . Ανακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο της Κεραμικής
στη Faenza του 1978 σχετική προς τους ιταλικούς μαστραπάδες τους στολισμένους με ελληνικά στιχοπλάκια.
114. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΣ Β. -ΧΑΡΠΩΝΙΔΟΥ Α. Ιταλικοί μαστραπάδ ε ς με ελληνικά στιχοπλάκια. Δ" Συμόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδι
κού Χώρου. Ιωάννινα ί979 . Ολοκ ληρωμένη ανάπτυξη του θέ ματος του αριθμ . 113.
115 . KYRIAZOPOULOS BASILE D. Les Posties Grecs de I' Hellespont. Περιοδικό "Faenza" LXV (1979) Νο 6 p.p . 425-430 + 2 Πίνακες με εικό
νες και βιβλιογραφία. Σχ. 8ον. Κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο . Παρουσίαση και προβολή του έργου των Ελλήνων αγγειοπλαστών του Τσανάκ
Καλέ προ του 1923 .
116. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Δ. Η Συμβολή των Ελ λήνων και Αρμενίων στη Μικρασιατική Αγγειοπλαστική. « Μικρασιατικά Χρονι
κά» ΙΖ" Αθήναι 1979 Σχ . 8ον σελ. 170-201. Εκτεταμ έ νη βιβλιογραφία + 6 Πίνακες εικόνων εκτός κειμένου . Εξέταση και προβολή των ελληνι
κ ώ ν αγγειοπλαστικών κ έντρων της Μικράς Ασίας και της Θράκης επί Τουρκοκρατίας.
117. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ ΒΑΣ . και ΧΑΡΠΙΩΝΙΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ . Ιτα λικοί μαστραπάδες μ ε ελληνικά στιχοπλάκια. Πε ριοδικό « Ήπειρο ς»
τ . Γ. Θεσσαλονίκη 1980 Σχ , 8ον σελ. 3-5 .
118 . ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Δ . Παραδοσιακά κε ραμικά από την Ανατ. Μακεδονία και τη Θάσο. Πρακτικά Α" Τοπικού Συμποσίου
<< Η Καβάλα και η π ε ριοχή τη ς» . Καβά λ α 18-20 Απριλίου 1977. Έ κδοση Ι δ ρ . Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Θεσσαλονίκη 1980. Σε λ. 113-120
+ 7 Πίνακες εικόνων ε κτ ός κειμένου . Δημοσιεύονται παραδοσιακά κ εραμικά χρήσ εως από τη Δράμα, Νέα Καρβάλη και τη Θάσο.
I 19. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΣ Β . Ένα γ ράμμα μια συνεργασία. Περιοδικό « Κε ραμικά Χρονικά » αριθμ . 13 Δεκέμβριος 1980 σελ . 4, Μαρούσι. Απο
δοχή του γράφοντος συνεργασίας στο περιοδικό.
120. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΣ ΒΑΣ . Δ . Οι Αγώνες της Σάμου σε ε ικονογραφημέ να διακοσμητικά κε ραμικά. Ανακοίνωση στο ΣΤ Διεθνές Συμπόσιο
Αιγ αίου. Ικαρία 17-21 Ιουλίου 1980. Παρουσίαση ε ικονογραφημένων πιάτων με προσωπικότητες της Σάμου από τη Συλλογή Κυριαζοπούλου
του Λα ογ ραφικού Μουσ είου Μυκόνου .
121. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ ΒΑΣ. Δ. και ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ ΠΕΡΗΣ Β. Η Ένωση της Θεσαλίας με την Ελλάδα σε εικονογραφημένα πιάτα .
Ανακοίνωση στο Β" Συνέδριο Θεσαλικών Σπουδών . Λάρισα-Βόλος 18-21 Σεπτεμβρίου 1980. Παρουσίαση εικονογραφημένων αναμνηστι~ών
πιάτων που κυκλοφόρησαν. με την Ένωση της Θε σαλίας στην Ελλάδα .
122. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ ΒΑΣ . Δ. Ένα Αιγαιοπελαγίτικο Μουσείο στη Μύκονο. Περιοδικό «ΑΙΓΑIΟ», Απρίλης-Ιούνης 1980 σελ. 100-107. Σύντομη
π ε ριγραφή του Λαογραφικού Μουσ είου Μυκόνου.
123. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ ΒΑΣ. Δ . Η Ε λληνική Επανάσταση σε εικονογ ραφημένα αναμνηστικά κεραμικά. Περιοδικό « Κεραμικά Χρονικά»
αριθ.20 Ιανουάριος-Φεβρουάριος ι981. Σελ. 8-11 . Δημοσιεύονται 4 πιάτα με εικόνες από την Εμηνική Επανάσταση της Συλλογής Κυριαζοπού
λου του Λαογραφικού Μουσείου Μυκόνου.
ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥ ΛΟΥ ΒΑΣΙΛΗ. Τα Ελληνόφωνα Δ ιακοσμητικά Αναμνηστικά Κεραμικά Ευρωπαϊκής Προέλευσης 19ου-20ου αιώνα . Περιοδικό
80
ι24. KYR!AZOPOULOS VASSILIOS D. ceramique στον τόμο GRECE του Micheι Goutos Dessain et Tolza. Paris (ι981) Πρόλογος Jacques Anquetil
της Γαλλι κής Ακαδημ ία ς. Σ χ . 4ον σελ.240. Έκδοση ε ικονογραφημένη πολυτελής. Η συνεργασία Κυριαζοπούλου στις σελίδες 4, 8-9, 25, 34-47,
76, 78, 126, ι27, 129, ι3ι, ι40, ι47, ι57, ι82, 197, 2ι6, 227-230. Σύντομη θεώρηση αντιπροσωπευτικών κεραμικών των διαφόρων ελληνικών
περιοχών.
125. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ-ΝΕΣΤΟΡΟΣ ΑΛΚΗ. Μηνάς Αβραμίδης. Μια καλλιτεχνική φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης. Περιοδικό « Μακεδονική Ζωή »
Αύγουστος 1966.
126. ΛΑΜΠΡΟΣ Μ. Π. Περί Ηπειρωτικών ενεπίγραφων μαστραπάδων. Περιοδικό <<Παρνασσός» τ.Ζ. 1883 σελ. 269-273. Το πρώτο δημοσίευ μα
για τους ελληνόφωνους ιταλικούς μαστραπάδες.
127. ΛΆΜΠΡΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝ. Σύμμικτα. <<Νέος Ελληνομνήμων» . τ . 11 σελ. 495-496. Επιγράμματα Ηπειρωτικών μαστραπάδων.
128. LANE, ARTHUR, Turkish Peasant Pottery from Chanak and Kutahia. Περιοδικό <<The Connaisseur» London Υοι. CIY Ju les-Decem. ι939
p.p. 232-237. Πολύ ενδιαφέρον γενικά για το Τσανάκ-Καλέ και ιδιαίτερα για τους Έλληνες αγγειοπλάστες του.
129. LANE, ARTHUR. Later Islamic Pottery. London (1971) Σχ. 8ον μικρό σελ . ι30 + 100 εικόνες σε πίνακες εκτ.ός κειμένου. Βασικό σύγγραμ
μα για την Ισλαμική αγγειοπλαστική. Εκτεταμένη βιβλιογραφία.
130. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ Ε . Κιανά τ . 1-11. Θεσσαλονίκη 1966. Περιλαμβάνει πληφορορίες σχετικές με τους κεραμίστες της Μικρασ ια τ ική ς Κίου.
131. LΟRΕτι LORENZO LEON . Ceramiche della Proνincia di Pesaro nelle collezioni priνaιe e nel Museo Ciνico del Palazzo Malatest iano. Έκδοση
Citta' di Fano . 1980. Σχ. 8ον σελ. 96. Πρόκειται για εικονογραφημένο κατάλογο κεραμικών της επαρχίας Pesaro της Ιταλίας. Στις σελ ίδες
16, 25, 45 και 84 δημοσιεύονται μαστραπάδες.
132. ΛΟΥΚΑΤΟΥ ΔΗΜ. Σ. Λαϊκές επιγραφές στην Ελληνική Κεραμ ική. Περιοδικό <<ΖΥΓΟΣ» Φεβρουάριος 1957 σελ. 15 και 21.
133. ΛΟΥΚΑΤΟΥ ΔΗΜ . Σ. Σύγχρονα Λαογραφικά (FolkloΓica Contemproranea) Σχ. ι6ο σελ. ι42 Αθήναι 1963. Βλ. σελ . 33-37.
134. ΛΟΥΚΑΤΟΥ ΔΗΜ . Σ. Λαογραφία-Εθνογραφία . Στοιχεία διδασκαλίας και απόψεις. Εναρκτήριος λόγος του μαθήματος . Φιλοσοφική Σχο
λή (Πανεπιστημίου) Ιωαννίνων 13 Ιανουαρίου 1967. Ιωάννινα 1%8. Σχ . 8ον σελ . 18 .
135. ΛΟΥΚΑΤΟΥ ΔΗΜ . Σ. Αργίαι και Άγιοι Τιμωροί <<Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης Ελλην . Λαογραφίας» Ακαδ . Αθηνών τ.κ·-κ.Α . 1967 / ι 968 .
Εν Αθήναις 1%9. Σχ . 8ον και ανάτυπο . Άγιος Σπυρίδων προστάτης κεραμιστών στη σελ . 98 .
136. ΜΑΚΡΗ ΚΠΣΟΥ Α. Νησιώτικη αγγειοπλαστική. Περιλαμβάνεται στα <<Μικρά Μελετήματα>>. Βόλος 1960. Σχ . 16ον μικρό σελ. 96. Στις
σελίδες 73-75 σύντομο σημείωμα για τον αγγειοπλάστη της Σκοπέλου Ρόδιο.
137. ΜΑΚΡΗ ΚΠΣΟΥ . Κανατάδες του Φαναριού. Εφημερίδα <<ΤΟ ΒΗΜΑ» 20.2.1966. Αναφέρεται στους αγγειοπλάστες του χωροιύ Φανάρ ι
της Θεσσαλίας.
138. ΜΑΚΡΗ ΚΠΣΟΥ Α . Οι Αγωνισταί της Κεραμίδας . Εφημ. <<ΤΟ ΒΗΜΑ» 20.5 .1978.
139. ΜΑΚΡΗ ΚΠΣΟΥ Α. Ελληνική Καλλιτεχνική Παράδοση και Σύγχρονη Χειροτεχνία. Αθήνα 1981. Σ χ . 8ον σελ . 54 Έκδοση ΕΟΜΜΕΧ σελ.
16. Η εξέλιξη της τεχνικής και μορφολογίας στην αγγειοπλαστική.
140. ΜΑΛΤΕ ΖΟΥ Κ . Δικαία ή Δίκαια κούπα . << Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου Ακαδημίας Αθηνών» 1941-42 σελ. 33 κ . επ.
141. ΜΑΝΕΣΗ ΣΤΑ ΥΡΟΥ. Τα μέτρα και τα σταθμά στη γλώσσα μας. <<Βιομηχανική Επιθεώρησ η » 1%0 Έτος κz· τεύχος 3ι ι σελ. 31-41 και
ανάτυπο. Πήλινα σταθμά.
142, ΜΑΡΑΒΕΛΑΚΗΣ Μ.-ΒΑΚΑΛΟΠΟΥ ΛΟΣ Α. Αι προσφυγικαί εγκαταστάσεις εν τη περιοχή Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη 1955.
143. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥ ΛΟΣ l. A. Οδηγός του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Αθήναι 1975. Έκδοση Β . Σχ. 16ον μέγα σελ. ιΟ8.
144. MIGEON G .-SAKISIAN Α. Ceramiques d' Asie Mineure et de Constantinople du XIVe au XIXe siecle, "La Reνue del' Art Ancien et Moderne"
(1923) p.p . 125-141 .
145. ΜΟΝΊΕ SANTO MARICA. La ceramica di Lindo (Rodi) " Riνisιa delle Colonie Italiane", Roma 1929 Νο 6-7 . Περί των παλαιών καλουμένων
ροδίτικων διακοσμητικών πιάτων προέλευσης Μ. Ασίας, των ιδιωτικών συλλογών Λίνδου, σε σύγκριση προς παρόμοια ευρωπαϊκών μουσεια
κών συλλογών .
146. ΜΟΥΣΕΛΙΜΗ ΣΠ . Δημοτικά τραγούδια της Ηπείρου. Γιάννινα 1966 (Ανάτυπο <<Η π. Εστίας» 1966). Από το χωριό Πόποβο, καταγράφεται
τετράστιχο παρόμοιο των ελληνοφώνων ιταλικών μαστραπάδων.
147. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥ ΛΟΥ Ν. Τα σπίτια της Χαλκιδικής. Αθήνα 1968. Σχ. 17,0χ 24,0 εκ. σελ. ι64. Στις σελίδες 70-79 πήλινες κυλινδρικές καμ ι
νάδες της Χαλκιδικής από τα χωριά Νικήτη, Αγ . Νικόλαος, Πολύγυρος, Γαλάτιστα, Μεταγγίτσι, Βραστά, Πολύχρονο.
148. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥ ΛΟΥ Ν Ι ΚΟΥ. Αρχοντόσπιτα της Θεσσαλονίκης: Mensions of Thessaloniki. Σ χ. 23,0 χ 23,3 εκ . Σελ. 108. Λεύκωμα φωτο
φραφιών και σχεδίων με σύντομο κείμενο. Περιλαμβάνει σύγχρονες κεραμοπλαστικές προσόψεις οικοδομών. Τους ίδιους: Πίνακες Κεραμοπλ.
Διακοσμήσεων Ναών Θεσ/νίκης <<Τεχν. Χρονικά». τ . Ι 1%2. Λεπτομέρειες προσόψεων βυζαντινών ναών Αγ. Αποστόλων και Προφ . Ηλία Θεσ /νί
κης 14ου αι. Τους σταυρικούς σχηματισμούς από κεραμόπλινθους θα μπορούσαμε να α π οκαλέσουμε κεραμοπλαστικά πολυσταύρια.
149. ΜΠΕΝΆΚΗ ΜΟΥΣΕΙΟΝ . Κερα μικ ά Μικράς Ασίας . Κατάλογος. Αθήναι 1969. Π ε ριλαμβάνει και λαϊκά παραδοσιακά κεραμικά.
151. ΜΠΙΡΗ Χ. Ξυστά <<Sctaffitin» στην ανώνυμη αρχιτεκτονική της Χίου. <<Επιστημονική Ε π ετ ηρί ς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσ
σαλονίκης» τ. 14 (1971-1972).
81
152. ΜΠΡΟΥΣΚΑΡΗ ΜΑΡΙΑΣ. Μουσείον Ακροπόλεως. Περιγραφικός κατάλογος «Έκδοση Ε μπορικής Τραπέζης της Ελλάδας» Αθήναι 1974
Σελ. 178. Εικ. 251. Δημοσιεύει το γλυπτό του αγγειοπλάστη της Ακρόπολης Αθηνών.
153. ΜΥΛΟΝΟΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΙΆΝΝΑ . Ο αγγειοπλάστης Μηνάς και τα πουλιά του. Πρακ τικά Β' Συμποσίου Λαογραφίας Βορειοελλαδικού
Χώρου. Κομοτηνή 19-22 Μαρτίου 1975 σελ . 329-332 + 4 Πίνακες εικόνων εκτός κειμένου. Πε ριγράφει και αναλύει κεραμογραφήματα με που
λιά του Μηνά Αβραμίδη από κεραμικά του Μουσείου Λαϊκής Κεραμικής συλλογής Κυριαζοπούλου Αθηνών.
154. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΙΆΝΝΑ. Τα πουλιά του Μηνά. Περιοδικό « ΖΥΓΟΣ» 21, 1976 σελ . 39-43 . Αναφέρεται στα διακοσμητικά των κε
ραμικών του Μ. Αβραμίδη με διάφορα πουλιά, που περιλαμβάνονται στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής Συλλογής Κυριαζοπούλου .
155. ΜΥ ΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΙΆΝΝΑ. Κεραμικά με θρησκευτικές παραστάσεις του Μηνά Αβραμίδη. Πρακτικά του Γ Συμποσίου Λαογρα
φίας Βορειοελλαδικού χώρου . Αλεξανδρούπολη 14-18 Οκτωβρίου 1976 σελ . 531-536 + 4 Πίνακες με εικόνες Σχ. 8ον. Περιγράφονται τα κερα
μουργήματα του Αβραμίδη που υπάρχουν στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμ ικής Συλλογής Κυριαζοποί>λου και είναι στολισμένα με θρη
σκευτικές παραστάσεις.
156. ΜΥ ΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗ ΑΝΝΕΤΑ. Τα ροδίτικα πιάτα . Διάλεξη στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. 22 Νοεμβρίου Ι 981 . Ενδιαφέρον πα
ρουσιάζει η αισθητική ανάλυση της ζωγραφικής διακόσμησης των «ροδίτικων» πιάτων, όπως και η κατάταξη αυτών σε τέσσερις κατηγορίες ,
ανάλογα με το θέμα της διακόσμησης και ακόμα ο χαρακτηρισμός των σαν «ροδίτικων».
157. ΝΟΜΙΚΟΥ Χ . Α. Η λεγομένη ροδιακή αγγειοπλαστική. Αλεξάνδρεια 1919. Πολύ ε νδιαφέροντα στοιχεία καr απόψεις για το θέμα.
158. ΝΟΜΙΚΟΥ Χ. Τα Χριστιανικά Κεραμουργήματα του Αρμενικού ΠατριαρχΕίου Ιεροσολύμων. Αλεξάνδρεια 1922. Πολύ ενδ ιαφέρουσ ες πλη
ροφορίες στις σελίδες, 7, 8, 10, 11-15, 20 και 21 για την επιτοίχια κεραμογραφική διακόσμηση του Αρμενικού Πατριαρχείου, που είναι έργο
Αρ μενίων τεχνιτών.
159. ΞΥ ΔΗ ΑΛΕΞ. Γ . Νέο Κεραμούργημα με Ελληνική επιγραφή . « ΖΥΓΟΣ» αριθ . 45 1959. Τεύχος αφιερωμένο στην ελληνική κεραμική . Περι
γραφή ενεπίγραφων κεραμικών ιδιωτικής συλλογής .
160. ΞΥ ΔΗΣ ΑΛΕΞ. Μνήμη Γ. Μπουρή του αγγειοπλάστη. Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 3 Μαρτίου 1979. Γλαφυρή περιγραφή των όσων απέμειναν
από τους αγγειοπλάστες της Σίφνου.
161. Γ. Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ιστορία των τριών Παρθεναγωγίων των Ιωαννίνων επί Τουρκοκρατίας (1848-1 913), Ιωάννινα I 957, σ. 5 Ι. Αναφέρεται
ότι: Με ενέργειες του Αυστριακού Πρόξενου επί Τουρκοκρατίας έκλεισε το ελληνικό αγγειοπλαστείο των Ιωαννίνων, επειδή η ντόπια παραγω
γή θα ζημίωνε την εισαγωγή προϊόντων από τα εργοστάσια της κετεχόμενης τότε από την Αυστρία Τσεχοσλαβακίας. Η διεύθυνση του εργαστη
ρίου αυτού είχε ανατεθεί στον Αθ. Οικονόμου που είχε σταλεί για ειδίκ ευση στην κεραμική τέχνη στο Παρίσι.
162. ΟΝΕΥ GόΝϋL. Turkish Period Canakkale Ceramics. Publication of Canakkale Fabrikalari A.S . (Ankara 1971) Σχ. 8ον μικρό σελ. 106. Δημο
σιεύει, στα τουρκικά και αγγλικά, κεραμικά του Τσανάκ-Καλέ τουρκικών και ελληνικών Μουσείων. Έχει αποφύγει τη δημοσίευση Τσανακα
λιώτικων αγγείων με ελληνορθόδοξα διακοσμητικά στοιχεία. Πουθενά δεν αναιj)έρει του ς Έλληνες αγγειοπλάστες του Τσανάκ-Καλέ.
163. ONUSI Α. AFERDΠA. Donnes sur le traitement de la pate argilense en Bredvice de Koece et Kavate. Περιοδικό «Ethografia Shqiptare IX,
τίρανα (Αλβανίας) 1980 Σελ. 331 Εικ. 5α .
164. ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ. Λαογραφικά Αγγειοπλαστικής και Κε ραμικής. Περιοδικό «Λαογραφική Κύπρος» Λευκωσία 1980. Σχ. 8ον μι
κρό σελ. 9-64. Ενδιαφέρον για τη λαϊκή ονοματολογία των αγγείων.
165. ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ ΔΗΜΉΤΡΗ. Η Ελλάδα που φεύγει . Σχήμα 21 ,Ο χ 23 εκ. Σελ . 222. Λεύκωμα εικόνων παραδοσιακών οικ.οδομών με σύντο
μο κείμενο.
166. ΠΑΠΑΜΑΝΩΛΗ ΛΟΥ ΛΑ. Αρχαία και Βυζαντινά Ονόματα γύρω από τα πήλινα σκεύη του. παραδοσιακού ροδίτικου σπιτιού. z· Συμπόσιο
ΑιγαίουΌ Κως 27 Αυγούστου-Ι Σεπτεμβρίου 1981. Πολύ ενδιαφέρουσα συγκριτική μελέτη της ονομασία ζ των αρχαίων και σύγχρονων κεραμι
κών σκευ.ών της Ρόδου.
167. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΥ Ε . Π. Καλό και κακό γούστο . Κρίσεις και συμπεράσματα μιας έρευνας. Περιοδικό <<ΖΥΓΟΣ» Ιανουάριος 1961 σελ . 5-8.
168. ΠΑΠΑΣΤΑΜΑτΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ . Λαογραφικά Σουφλίου «Θρακικά» Τομ. 33ος Σελ . 274-275. Αναφέρονται τα οξοπύθμενα κιούπια Θρά
κης.
170. ΠΑΣΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΥ Π. Το Χαροκοπιό Μεσσ:r:ινίας . Αθήνα 1975 . Περιλαμβάνει σχετικά με τους αγγειοπλάστες και τους πιθαράδες της
περιοχής.
Ι 71 . ΠΕΤΡΟΠΟΥ ΛΟΥ ΔΗΜ. Α. Συμβολή στην έρευνα των λαϊκών μέτρω ν και σταθμών . Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου Ακαδημίας Αθηνών.
τ .Ζ. 1952 σελ. 57-101 .
172. ΠΙΕΡΗ ΓΙΑΝΝΗ . Ο Άγιος Σπυρίδων και η Κρητοεπτανησιακή ζωγραφική. Εις <<Σπυρίδω ν ο Τριμυθούντος Πατήρ και Προστάτης Κερκύ
ρας». Αθήναι 1970, σελ . 197-199. Θαύμα κεραμίδας .
173. ΠΙΕΡΙ ΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ Ι. Κυπριακή Λαϊκή Αγγειοπλαστική. Περιοδικό «Κυπριακαί Σπου.δαί» τ . ΚΔ' Λευκωσία 1960. Σ χ. 8ον σελ . 153-165
+ 7 Πίνακες με εικόνες. Πολύ ενδιαφέρουσα σύντομη μονογραφία του θέματος .
174. PIERIDOU Α. Cyprus I'olk Pottery. Περιοδικό "Cyprus to-day" . Σύντομο άρθρο .
Ι 75. πrτ ΑΡΗ ΜΑΓΙΟΛΕΤτΙ ΕΛΕΝΗ . Σπάνια αντικείμενα ευρωπαϊκής τέχνης στη Σκύρο. Περιοδικό <<ΖΥΓΟΣ» Σεπτέμβριος-Οκτώβριος ι 973
σελ. 16-19. Αναφέρεται στα ξενοφερμένα κεραμικά στη Σκύρο και στην ονοματολογία, ορολογία και φρασεολογία τη σχετική με τα εγχώρια
πήλινα.
Ι 76. ΠΛΑ Τ ΑΝΟΥ ΒΑΣΙΛΗ. Η Σαμιώτικη Λαϊκή Κεραμική Τέχνη. Περιοδικό « ΗΩΣ» τ . 56 1962 Σ χ. 8ον σελ. 46-48 . Περιλαμβάνει ενδιαφέρου
σες πληροφορίες για τους λαϊκούς αγγειοπλάστες της Σάμου.
177. ΠΡΕΚΑ Μ. Ένας λαϊκός κεραμιστής στη Ρόδο. Κορίτσια με τοπικές φορεσιές, φουστανελάδες και παπάδες. Τα πρόσωπα του Ν. Γιαση-
82
ράνη. Οκτώ εικόνες και . σύντομο σημείωμα. «ΖΥΓΟΣ» 165 σελ.75. Πρόκειται για τις πήλινες κούκλες του Ν. Γιασιράνη από τον Αρχάγγελο
της Ρόδου.
178. ΡΩΜΑΙΟΥ Κ. Α. Μικρά μελετήματα. Θεσσαλονίκη 1955. Σχ. 8ον σελ. 356. Στις σελίδες 199-200 Αρχαία Κεραμίδια . Πολύ ενδιαφέρουσα
αισθητική περιγραφή στέγης με αρχαία κεραμίδια και αρχαία άκροκέραμα.
179. SAINT SAUVEUR ANDRE GRASSET. Voyage Historique, Litteraire et Pittoresque dans les iles. Paris 1781, τ. ΙΙ σελ. 158.
182. ΣΑΧΙΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΟΥΚΑ. Το αρχοντικό του Νεράντ ζη Αϊβατζή-Λαογραφικό Μουσείο Καστοριάς 1977. Στις σελίδες 82-96 Κα
στοριανά γλωσσάριο με τοπικ έ ς ονομασίες πήλινων σκευών χρήσεως.
183. SESτJEL . Les Faiences d' lsnik et de Rhodes. Άρθρο στο περιοδικό "Connaisseance des Art" Νο 13, 1953, p .p . 24-29. Ορισμένες περικοπές
παρουσιάζουν ενδιαφέρον .
184. RICE TALBOT D. Byzantine Glazed Pottery . Oxford \930. p. 115 and pl. ΧΧΙ Β .
185. R!CE TALBOT DAVID. Art of the Byzantine Era. London 1970. Σχ . 8ον μικρό σελίδες 286. Θεωρείται κλασικό εγχειρίδιο στο είδος του .
\86. ROLAND ΗΑΜΡΕ ADAM WINTER. Bei Topferinnen in Kreta messenhich und Zypern. Meinz 1962. Για την αγγειοπλαστική και πιθοπλα
στική στην Κρήτη . Μεσσηνία και Κύπρο.
187. ΡΟΥΣΣΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΑΒΕΡΚΙΟΥ. Λαογραφικά της Σαντορίνης . Αθήναι 1971. Σχ. 8ον σελ. 176. Τοπικές ονομασίες πήλινων οικιακής
χρήσης.
188. ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ Γ. Ο Δικέφαλος Αετός ως σύμβολον ή θέμα, κοσμήσεως κατά την βυζαντιvήν και μεταβυζαντινήν μέχρι και νεωτέρων
χρόνων. Ε.Ε . Β.Σ. , τ· ΑΘ / Μ, 1972"73 σελ . 170 κ.ε . - ΖΩΡΑ Π . « ΖΥΓΟΣ » Μάιος 1966. 48, ΛΕΝΤΑΚΗ Α . Σύμμεικτα Μήλου. Συμβολή στη
μελέτη της Λαϊκής γλυπτικής. Περιοδικό «Κατάθεση» 1973 σελ. 85-89.
189. ΣΤΑΜΑτΙΑΔΟΥ ΕΠ. I. Σαμιακά. τ.Α. Αθήναι 1862 Κεραμικά σελ. 105-106, 256.
190. ΣΤΑΜΕΛΟΥ ΔΗΜΉΤΡΗ. Νεοελληνική Λαϊκή τέχνη. Αθήναι (1975). Σχ. 8ον μικρό σελ . 189. Στις σελίδες 124-134 γενικά περί κεραμικής
και ιδιαίτερα περί Μηνά Αβραμίδη και Δημήτρη Μυγδαληνού. Δεύ~ερη Έκδοση 1982.
191 . ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Πλήρες Γεωγραφικόν Λεξικόν της Ελλάδος. Αθήναι Σχ . 8ον σελ. 502 . Έχουν αντληθεί από το λεξικό αυτό
τα τοπωνύμια που οφείλοντ.αι σε καμίνια ή εργαστήρια κε ραμικής.
192. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΜΙΧΑΉΛ Π . Συριανές σελίδες. τ · Α. Αθήνα 1971. Σχ. 8ον σελ. 102-105. Στο κεφάλαιο με τίτλο « Το κεφάλι του Μάρτη »
ενδιαφέροντα εθιμικά, όπου π ε ριλαμβάνονται περιγραφή και χρήση λαϊκών τοπικών κεραμικών.
193. TAHSIN bz. (Former Curator of Topkapi Saray Museum). Turkisch Ceramics. Αχρονολόγητο, αλλά πάντως μετά το 1953, όπως προκύπτει
από τη βιβλιογραφία . Κείμενο τρεις σελίδες και βιβλιογραφία άλλες τρεις σε λίδες . Αναφέρεται σε αγγειοπλαστικά ευρήματα της Κωνσταντι
νούπολης και σε 9 νε πίγραφα αγγεία Ελλήνων και Αρμενίων δημιουργών.
194. ΤΑΡΣΟΥ ΛΗ ΑΘΗΝΑ . Η Κυπριακή Λαϊκή τέχνη . Περιοδικό «Ελληνική Λαϊκή τέχνη» αριθ. I i970 Σχ. 8ον μικρό σελ. 2-14. Περιλαμβάνει
και λαϊκή αγγειοπλαστική.
195. TOMIC PERSIDA και άλλοι. Exhibition of Popular Art Ethnographical Museum- Beograd (1961).
196. ΤΡΑΚΑΣ ΑΛΕΚΟΣ . Ένας λαϊκός τεχνίτης στη Σίφνο. Περιοδικό « ΤΑΧΥ ΔΡΟΜΟΣ » 31 Αυγούστου 1973. Αναφέρεται σε ότι απέμεινε από
αγγειο.πλάστ ες και καμίνια στη Σίφνο.
197. ΤΡΟΥ ΛΟΥ ΑΝΤ. Σίφνος. Αθήνα 1974. Π ε ριλαμβάνει χρήσιμες πληροφορίες για το θέμα της τοπικής αγγειοπλαστικής.
198. ΤΡΑΥ ΛΟΣ I . Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Αθήναι 1967. Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας . Σ χ . 4ον σελ. 284. Στις
σελίδες218-19, 260-61 και 251 πήλινα αγάλματα, κάγκελα και ακροκέραμα . Στη σελίδα 261 τέσσαρες τύποι πήλινων αθηναϊκών ακροκέρα
μων . Τρία ανθεμωτά και ένα με μάσκα .
199. VALSAMAKIS PANOS . La Ceramique dans la Grece Moderne "Ceramique " Etudes Ceramologigues publies par l' Acad. Intern de la Ceramique
Geneve 1954. Ά.ρθρο για την νεώτερη. αγγειοπλι.φτικτ'ι στην Ελλιi_δα με προtJ(•>πικές παρατηρήσεις κ(η σκέψεις του πρ\πανη των Ελλήνων κερα
μιστών Πάνου Βαλσαμάκη και Μ. ι;Jαλσαμάκη, έκδοση Τελόγλείου Ιδρύματος , Θεσ / κη 1982.
200. W AGNER F. Die Topfersiedlungtn der Insel Siphnos, Karlsruhe 1974 και Οι οικισμοί των αγγειοπλαστών στη Σίφνο « Θέματα Χώρου-Τεχνών»
8, 1977 σελ . 40-48 .
201. WATERBOLK Η.Τ. Food Production in Prehistoric Europe (Village Farmers Apear in Greece). "Science" V. 162 Νο 3858 p. 1095, 1%8. Αναφέ
ρεται στα αρχικά προϊστορικά κεραμικά της Θεσαλίας.
202. ΦΑΛΤΑΤΤΣ ΜΑΝΟΥ . Η «αλώνη>> του σκυριανού σπιτιού (διακοσμητικά αντικείμενα). «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη» 8, 1972 σελ. 146-155 .
203. ΦΑΛΤΑΤΤΣ ΜΑΝΟΥ . Σκυριανή κ ε ραμική, Πε ριοδικό <<Βόρειες Σποράδ ες» Αριθ. 29, Οκτώβριος 1972 σελ. 3-10.
204. ΦΑΣΙΑΝΟΥ ΑΛΕΚΟΥ. Ο Κανατάς που έγινε ζωγράφος. Περιοδικό «ΖΥΓΟΣ» Αύγουστος 1965 σελ. 75-77. Πρόκειται για το λαϊκό αγγειο-
γράφο της Αίγινας Πέτρο Κάτσα. ·
205 . ΦΑΤΟΥΡΟΥ Δ. Α . Εσωτερικός Χώρος και Σύγχρονη Αρχιτεκτονική Αθήναι 1960. Σχ. 8ον μέγα. Ανάτυπο από το περιοδικό << ΖΥΓΟΣ »
τ. 54.
206. ΦΑ'ΓΟ ΥΡΟΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΗΣ . Οι Πηγές της Νεοελληνικής Ιστορίας . <<Νέα Εστία» 15 Φεβρουαρίου 1968. Σύντομο σημείωμα, που ακολου -
83
θεί το άρθρο του Β. Κυριαζόπουλου «Μηνάς και Δημήτρης». Πρόκειται για την ανάπτυξη της σημασίας του έργου των δυο λαϊκών κεραμιστών
Μηνά και Δημήτρη σαν αποδεικτικό στοιχείο των πηγών της Νεοελληνικής Ιστορίας.
207. ΦΙΛΩΝΟΣ ΕΛΕΝΗ. Ισλαμική τέχνη, Αθήνα Νοέμβριος 1980. Μουσείο Μπενάκη. Σχ . 8ον μικρό σελ. 52. Πολλές εικόνες και βιβλιογραφία
κατά ειδολογική κατάταξη. Αποτελεί αναλυτικό κατάλογο για 256 εκθέματα του Μουσείου Μπενάκη.
208. ΦΙΣΤΑ ΝΙΚΟΛΆΟΥ Γ. Δεκαι;τηρίς του Μουσείου Νυμφαίου 1968-1978. Θεσσαλονίκη (αχρονολόγητο). Σχ . 8ον σελ. 24 . Στις σελίδες 10,
12, τοπικές ονομασίες από κεραμικά σκεύη.
209α. ΧΑΡΠΩΝΙΔΟΥ -ΒΑΒΥ ΛΟΠΟΥ ΛΟΥ Α . Πολύτιμο απόκτημα το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής στην Αθήνα . Περιοδικό « ΖΥ
ΓΟΣ» 21, 1976 σελ. 29-37 .
209β. ΧΑΡΠΩΝΙΔΟΥ ΑΓΓΕΛ. Λαογραφ. Μουσείο στην ·Ανω Μεριά. «Η Φολέγανδρος» Σεπτ . 1983.
210. ΧΑΡΠΩΝΙΔΟΥ-ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΉ . Βλέπε και ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ και KIRIAZOPOULOS στους αριθ. 113, 114, 117, όπως και «Η
πειρωτικά Χρονικά» τ . 25, 1983, σελ. 287-294.
211. ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΉ. Ελληνική Λαϊκή Τέχνη . Σκύρος . Αθήναι 1925. Στις σελίδες 173-178. Η γυναίκα αγγειοπλάστης. Σχετική
ορολογία.
212. ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΉ . ΕλληνικήΛαϊκή τέχνη . Σάμος. Περιοδικό «Ελληνικά Γράμματω> τ. Γ 1928. Κεραμεική σελ . 139-143 .
213. ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΉ. Κεραμική. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Τομ. ι· (ΕΛΛΑΣ) σελ. 838-840. Ενδιαφέρον άρθρο για την
εποχή του (1934). Σ' αυτό για πρώτη φορά δημοσιεύονται στοιχεία για τον Μηνά Αβραμίδη και το έργο του. Αναφέρεται και ο Ηλίας Κουρτζής
της Μυτιλήνης. Βλ. και η Ελληνική Κεραμική Τέχνη, Περ. «Ελληνίς» Ιουν. 1934, σελ. 7-9.
214. ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΉ. Οι εκδηλώσεις και η μορφή των έργων της Λαϊκής Τέχνης στις Κυκλάδες. «Επετηρίς της Λαογραφικής
και Ιστορικής Εταιρείας Κυκλαδικού Πολιτισμού και Τέχνης» Τομ. Α. 1935. Σελ. 64-65. Αναφέρονται πολύ λίγα για τα κεραμικά των Κυκλά
δων.
215. ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΉ. Η Ελληνική Λαϊκή Τέχνη. Περίοδικό «Νέα Εστία» Χριστούγεννα 1955. Κεραμική στη σελ. 505-6 (Εικ.
41-45). Γενικότητες περί κεραμικής. Κατά την Α. Χ. στην αρχαιότητα η αγγειοπλαστική ήταν έργο των γυναικών, αν και ο προστάτης της τέ
χνης, ο Κέραμος, ήταν aρσενικός. Σήμερα στην Ελλάδα είναι έργο των ανδρών, εκτός από μερικά νησιά όπως στην Κύπρο όπου καταγίνονται
μ' αυτή γυναίκες, ενώ ο προστάτης ·Αyιος (Σπυρίδων) είναι και αυτός aρσενικός.
216. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ ΜΑΝΩΛΗ. Κεραμουργήματα με ελληνικές επιγραφές. Περιοδικό «ΖΥΓΟΣ» Φεβρουάριος 1957 σελ. 6-7 . Περιγράφονται
9 Μικρασιατικά κεραμικά εποχής Τουρκοκρατίας με ελληνικές επιγραφές.
217. ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗ ΑΓΓΕΛΙΚΉ. Ο φυτικός διάκοσμος της λαϊκής μας Τέχνης. Περιοδικό «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη» I, 1970.
219. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ Γ. Ανακοίνωση στο Β . Διεθνές Συνέδριο Θεσαλικών Σπουδών. Βόλος 1980. « ... την κατάσταση της παραγωγής με
βάση τα μεγέθη». Τα πολλά μεγάλα αγγεία π.χ. σημαίνουν αποθήκευση, ακόμα καλή παραγωγή και περίσευμα αγαθών κ.λπ.
220. YOSHIDA MΠSUKUNI. Insearch of Persian Pottery. New York-Tokyo-Kyoto (1972) . Σχ . 8ον μικρό σελ . 162, με πολλές εικόνες. Σύντομο
σχετικά, αλλά πολύ καλό εγχειρίδιο Ισλαμικής αγγειοπλαστικής . Βιβλιογραφία δεν υπάρχει .
221. Η παλιά μονάδα βάρους οκά= 400 δράμια ισοδυναμεί προς 1280 γραμμάρια . Σε μερικά πηλοπλαστικά και αγροτικά κέντρα, η χωρητικό
τητα των πιθαριών εξακολουθεί να εκτιμάται σε οκάδες και μετά την καθιέρωση του δεκαδικού μετρικού συστήματος στην Ελλάδα από το
1939.
222. Παρά το βραχύ διάστημα λειτουργίας του, το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Κεραμικής έχει δημιουργήσει αρκετή βιβλιογραφία την οποία παραθέτου
με. Ανεξάρτητα όμως αυτής, τα κεραμικά που περιλαμβάνει έχουν χρησιμοποιηθεί σαν διακοσμητικά στοιχεία επανειλη.μμένως ~πό την Ε~νική. Τράπε
ζα από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία κατά το Διεθνές Φιλοτελικό ·Ετος Κεραμικής του 1976, όπως και από τα Ελληνικα Μονοπωλια κατα το ετος για
τη~ Ελληνική Παράδοση 1979. Με εικόνες κεραμικών του Μουσείου αυτού έχουν φιλοτεχνηθεί τρία ελληνικά γραμματόσημα και δέκα σπιρτόκουτα .
223. Το πιο γνωστό , σε παγκόσμια κλίμακα, πιθάρι-κατοικία θα πρέπει να είναι εκείνο του Διογένη.
224. Στο Μαρούσι έχει την έδρα του και το μεγάλο μόνιμο εκθετήριό του ο Συνεταιρισμός Κεραμιστών και Αγγειοπλαστών Αμαρουσίου. Ο Συνεταιρι
σμός αυτός που έχει αναπτύξει σημαντική δραστηριότητα κατά τις τελευταίες δεκαετίες οργανώνει στο ωραίο προάστιο τη γνωστή ετήσια Πανελλήνια
·Εκθεση Κε~αμικής και εκδίδει τα «Κεραμικά Χρονικά » , που αποτελούν τη μοναδική ελληνική περιοδική έκδοση του είδους αυτού.
225. Η λέξη «βεντέμα» προέρχεται από το ενετικό νendema και σημαίνει εσοδεία ή καλή εσοδεία (Ανδριώτη, Ετυμολογικό Λεξικό) . Χρησιμοποιείται
στην Κρήτη (εσοδεία σταφυλιών και γενικά, καρπών ορισμένης εποχής) καθώς και στη Ζάκυνθο.
87
I'
12
'cJ
18
91
20. Κανάτι Φλώρινας. Μουσείο Κυριαζόπουλου. 21,22. Κανάτια Δυτικομακεδονικού τύπου από τα
Βιτώλια (Μοναστήρι) της Γιουγκοσλαβίας. Μου·
σείο Κυριαζόπουλου.
20
21 22
93
23
24
94
30
31
32
31. Κούπα Θεοδώρου, Θεσσαλονίκη. Μουσείο
Κυριαζόπουλου.
97
32,33,34. Μακάριου Βαρδαξή, Θεσσαλονίκη. Κα·
νάτι, ειδώλιο και ανθοδοχείο. Μουσείο Κυρια·
ζόπουλου.
36
•
37
...
98
39
40.41 .
43
100
44
45
47
48
102
50
52.
103
53.
54
55
104
56 57
105
60
63. Επιτραπέζια καπναποθήκη Ρόδιου Σκοπέλου.
Λαογραφική Συλλογή Πανεπιστημίου Θεσσαλο
νίκης.
63 64
66
65
67. Κρυολόγος Σκύρου. Μουσείο Κυριαζόπου
λου.
67
-- ---~
~
-------τ-
ι
ι I
ι
ι
I
ι ι
ι ~
f.t ι .ι,
I
I
I
~ 69
68
70
I
I
Iι .
11 ο
71
73
74
72
111
77
76
Αιrι
78 79 80
82
113
83
90
90. Καλαθόμορφο βάζο από τις Κυκλάδες. Μου 94. Φουγουδάκι από το ιισκαλαριό" Μυκόνου.
σείο Κυριαζόπομλου. Μουσείο Κυριαζόπουλου.
91. Στάμνα Σίφνου, Λαογραφικό Μουσείο Μυκό 95.Ανθρωπόμορφο πήλινο σιφώνι στην αγορά
νου. της Νάξου.
92. Καλαθόμορφο βάζο με καπάκι. Λαογραφικό 96. Μεγάλο γυαλωμένο κανάτι με προχοή. Υπήρ 117
Μουσείο Μυκόνου. χε στην Μύκονο. Μουσείο Κυριαζόπουλου.
93. Μεγάλο γυαλωμένο κανάτι με προχοή από 97.Μεγάλο γυαλωμένο κανάτι με προχοή. Λα
τις Κυκλάδες. Μουσείο Κυριαζόπουλου. ογραφικό μουσείο Μυκόνου.
94
95
97
118
101
102 103
104
105
101
.a r t f r
107
110
111.
124
113
114 115
125
116,117
118
120
121
127
124 125
126. Μυτιλήνη. Συλλογή Ψαροπούλου.
127 128
129
129
130 131
132. Κουρτζή Α γι άσου Μυτιλήνης. Συλλογή Χα·
ριτωνίδου.
134
13 1
136
k •"
137
138
132.
139
141
141. Σάμος
142
145
134
144
146
148
....
150
151
152
153
154
138
156
155
/6Cf
\ . ... ·
~
1'/Lj~
~
ιrt' ~
I !f ~ '-\\)·~\\.\~ 1)po1v~W;
-~ ~ο ~ \JY _\
•
ιuq
~ - - -
144
8)
Οι Οι}
•
;ou
J94
194-201. Αρχάyγελος Ρόδου. Ο πήλινος κόσμος
του Νικόλα Γιασιράνη. Μουσείο Κυριαζόπουλου.
202. Πιάτο Ρόδου. Μουσείο Κυριαζόπουλου.
'I
205. Ανθρωπόμορφο ανθοδοχείο του Γιασιρά· 149
νη. Αρχάyyελος Ρόδου. Μουσείο Κυριαζόπου·
λ ου.
150
206
207
208
151
211·213
152
216
153
217
218
154
222. Δ.
Μυγδαληνού. Η καμήλα. Μουσείο Κυρια
ζόπουλου.
223. Δ .
Μυγδαληνού. Φτερωτός λεοντόπαρδος.
Μουσείο Κυριαζόπουλου.
224. Δ .
Μυγδαληνού. Λεοντόπαρδος. Μουσείο
Κυριαζόπουλου.
221
220 222
227
228
229
157
237
161
238
239. Επιτραπέζια
ταμπακιέρα-τσιγαροθήκη του
Δ. Μυγδαληνού. Μουσείο Κυριαζόπουλου.
241
244
245
164 I
248
165
251
167
250. Πιάτο
του Μη νά . Ο Λαοκόων. Μουσείο Κ υ·
ριαζόπουλου.
255.
256
260
261 262
17 1
263
264
172
265
173
266
270
175
272
271
176
273
274
276
277.Φανταστική σύνθεση του Μηνά . Μουσείο
Κυριαζόπουλου.
178
278.Πιάτο με λουλούδια του Μηνά. Μουσείο Κυ
ριαζόπουλου.
277
278 279
179
283
280.
281 282
180
284. Σπαραγμός από λιοντάρι και φτερωτό τέ·
ρας σε πιάτο του Μηνά . Μουσείο· Κυριαζόπου·
λ ου.
285
181
286. Κορωνιώτικες Τζάρες. Αρχείο Κυριαζόπου
λου.
286
287
288
183
289. Σφαιροπύθμενο
πιθάρι με χαράγματα, στο
Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου.
292
184
294
297
186
187
302. Θραψανό Κρήτης. Συλλογή Ψαροπούλου.
303
305
309
310
Μηνά .Αβραμιδη3. Μουσείο Κυρια ζόπουλου.
ντοιχι-
' 314, πιάτα για ε
312 312 . 13
312.Αη Γιανν ης. και
ς
σμό σε εκκλησιε .
- 315.Πήλινη υποδοχή γυάλινης κρεμαστής καν
δήλας. Μηνά Αβpαμίδη. Μουσείο Κυpιαζόπου
λου.
322
Θυμιατά από τα Αρμόλια Χίου. Μουσείο
324, 325.
Κυριαζόπουλου.
334
197
336
198
341
- - - 6.8 lιι=- - - -~
ι
I
""
8.5ιιι.
't
ι
ι
I
340.
'I
342
..t
345
- ._- - - - - - - - -- - .J
---~
I
------ -----?( :
--π--
ι
:(
ι ι
i ι ι
: ι ι
ί I I
I Ι
ι 1
I
! 2.~, (
·ι------·
,, I
I J ,3 I
I I
I
I I
ι
I
ι ι 1
i
I '• I I Ι
I :
ι ~
I I ~ Ι
ι ' ~ ι ~
I
-~------τ~?'-
- V- -~-- -
1 '
. {-- -- --- ----- -----.;,
1 344
1 t'iιι.
ι
ι Ι
ι I
I
I
I
I
I
I
343 346.
__ _j,_
347.«Λίτραιι, μέτρο υγρών Ζακύνθου Λαογρα·
200 φικό Μουσείο Μυκόνου.
-' ·
347
350
351 352
353
354
358
356
203
362.
205
370. 371
372.
207
·- 373
374
375
379
ft I t f I I I t I f
_:_:..~
-:=_;.:,__. ,_- . -·
382
383
. '
2 11
ΕΥΡΕΤΗΡ/0