
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΦ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΦ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΦ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Α2. Να επιλέξετε τη σωστή απάντηση απ’ τις επιλογές που σας δίνονται.
Β1. Ποια η επίδραση του Α’ παγκοσμίου πολέμου α) στην εμπορική ναυτιλία (μονάδες 6) και β) στη
διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής- ιδεολογικής συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας. (μονάδες 6)
Μονάδες 12
Β2. Αναφερθείτε στις διαφορές των απόψεων μεταξύ Δημητρίου Υψηλάντη και προκρίτων.
Μονάδες 13
Γ1. Λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες του βιβλίου αλλά και τις παρακάτω πηγές να αναφερθείτε:
α. Στα προβλήματα αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες το πρώτο διάστημα της παραμονής τους στην
Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. (Μονάδες 9)
β. Στη συμβολή ιδιωτικών και δημόσιων φορέων ως προς την πρόσκαιρη ανακούφισή τους. (μονάδες
7)
γ. Ποιοι θεωρήθηκαν πολιτικοί υπαίτιοι αυτής της μεγάλης καταστροφής και πώς αντέδρασαν
πολιτικοί και στρατιωτικοί ως προς την απόδοση ευθυνών; (μονάδες 9)
Μονάδες 25
Παράθεμα 1
«Έφυγε το βαπόρι καμιά φορά. Μας έβγαλε στη Χίο. Ψιχάλιζε∙ τι να κάνουμε, όλες οι πόρτες ήταν
κλειστές. Οι Χιώτες φοβούνταν, δεν ξέρω. Κοίταγαν από πάνου. Εμείς, για να φυλαχτούμε απ’ τη
βροχή, στέκαμε στα ρέχτια. Συνεννογιούμασταν πως η Χίος δεν ήταν τόπος για ν’ ακουμπήσουμε.
Πήραμε από ένα ψωμί∙ ο καθένας νοιάζουνταν για τον εαυτό του. Μπήκαμε σ’ ένα μπακάλικο να
ψουνίσουμε∙ πήραμε το ’να, τ’ άλλο. Βγάλαμε να πληρώσουμε∙ ο μπακάλης δεν έπαιρνε τις
παγκανότες, έλεγε: “Δεν περνάν αυτά τα λεφτά, δεν τα θέλω”.
Ύστερα μας πήραν όλον το κόσμο με κάρα και μας πήγαν στα Χανιά. Όλους όσους βγήκαμε από το
καράβι. Εκεί έγινε μια επιτροπή από γυναίκες κι άντρες και μας μοίρασαν, μας στέγασαν, όπου
υπήρχε άδειος τόπος. Μια γειτόνισσα μας έφερε σφουγγαρόπανο και κουβά να καθαρίσουμε∙ μας
πήρε στο σπίτι της να λουστούμε. Ξέρεις πώς ήμασταν; Μας έφερε πιρούνια, πιάτα, το ’να, τ’ άλλο.
Μείναμε οχτώ μήνες. Η επιτροπή μάς έφερε σκεπάσματα, κουβέρτες, ρούχα που μάζευε από
εράνους. Όσοι ήταν λίγοι, τους δίναν όσπρια και μαγειρεύανε, όσοι ήταν πολλοί τους πήγαιναν
συσσίτιο∙ ήταν πολύ καλός κόσμος, μα δουλειά δεν είχε, τι να κάνουμε... Πλέκαμε νταντέλες, κάναμε
μπουτουνιέρες∙ ψευτοδουλειές. Παίρναμε λίγα, δε μας φτάναν.
Σαρούλα Σκύφτη [από Ερίκιοϊ – Αθήνα]
Παράθεμα 2
Όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβάζονταν θριαμβευτής στη Σμύρνη το Μάιο του 1919, κανένας δεν
περίμενε την κατάληξη που θα είχε η Μεγάλη Ιδέα, με αποκορύφωμα όσα διαδραματίστηκαν στην
ίδια πόλη τρία χρόνια αργότερα. Η κατάρρευση του μετώπου και η εκκένωση των μικρασιατικών
παραλίων από τον ελληνικό στρατό, άφησε έκθετους τους εκεί ελληνικούς πληθυσμούς. Κατά την
Γιώργος Παπαδόπουλος Σελίδα 2
άτακτη υποχώρηση του στρατού και κυρίως μετά την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα
και την Τουρκία, περίπου 1.500.000 άτομα εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους και ήρθαν στην Ελλάδα ως
πρόσφυγες. Η κοινωνική γεωγραφία της χώρας άλλαξε άμεσα. Η Ελλάδα του 1930 ήταν μια «άλλη
χώρα» σε σχέση με αυτή του 1920.
Η άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο έντονης πολιτικής και
κοινωνικής αναταραχής. Αμέσως μετά την κατάρρευση του μετώπου εκδηλώθηκε το κίνημα της 11ης
Σεπτεμβρίου 1922 από τμήματα του ελληνικού στρατού που είχαν διαφύγει στη Χίο και τη Μυτιλήνη.
Επικεφαλής του κινήματος τέθηκαν οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς
και ο αντιπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς, οι οποίοι απαίτησαν και πέτυχαν τη διάλυση της
Εθνοσυνέλευσης, την παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου και το σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Η
κρισιμότητα της πολιτικής κατάστασης κορυφώθηκε όταν δύο μόλις μήνες μετά την πολιτική αλλαγή
της 15ης Σεπτεμβρίου 1922, εκτελέστηκε στο Γουδή η ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης: ο
αρχιστράτηγος της στρατιάς στη Μ. Ασία Γεώργιος Χατζηανέστης, ο υπουργός Στρατιωτικών
Νικόλαος Θεοτόκης, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής, και οι τρεις τελευταίοι
πρωθυπουργοί της χώρας Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος και Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης.
Συνειδητά και μη, οι αντιβενιζελικοί συνέδεσαν την άφιξη των προσφύγων με την καταδίκη και
εκτέλεση της πολιτικής τους ηγεσίας, γεγονός που όρισε από πολύ νωρίς το πολιτικό χάσμα που τους
χώριζε από αυτούς.
Από τις αρχές του Σεπτέμβρη του 1922 χιλιάδες πρόσφυγες άρχισαν να καταφθάνουν καθημερινά με
πλοία στο λιμάνι του Πειραιά. Σε μια κατάσταση πραγματικού χάους, με την πολιτική ηγεσία σε
πλήρη κατάρρευση, έγιναν οι πρώτες προσπάθειες για την υποδοχή των προσφύγων. Το φθινόπωρο
του 1922 όλοι οι δημόσιοι χώροι της Αθήνας και του Πειραιά είχαν «καταληφθεί» από πρόσφυγες.
Κεντρικές πλατείες και δρόμοι, δημόσιες υπηρεσίες, θέατρα, ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, αποθήκες
και υπόστεγα «στέγαζαν» χιλιάδες ανθρώπους. Τον Σεπτέμβριο του 1922, το υπουργείο Εθνικής
Οικονομίας έκδωσε απόφαση σύμφωνα με την οποία επιτρεπόταν η τοποθέτηση κλινών στους
διαδρόμους των ξενοδοχείων, ενώ παράλληλα ίδρυσε γραφεία εξεύρεσης εργασίας σε Αθήνα και
Πειραιά, ανακοινώνοντας ότι «πάντες οι έχοντες ανάγκην υπαλλήλων, εργατών ή υπηρετών ως και οι
ζητούντες εργασίαν δύνανται να προσφύγωσιν εις τα άνω γραφεία.
Χαρακτηριστική της κατάστασης που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες μετά την αποβίβασή τους στο
λιμάνι του Πειραιά, είναι η εικόνα που καταγράφεται στην αφήγηση της Τασίας Χρυσάφη –
Ακερμανίδου. Η Ακερμανίδου ήταν από τα παιδιά που γεννήθηκαν πάνω στα πλοία κατά τη διάρκεια
μεταφοράς των προσφύγων στην Ελλάδα. Όταν η οικογένειά της έφτασε μετά από πολυήμερο ταξίδι
στο λιμάνι του Πειραιά, βρέθηκε αντιμέτωπη με την παρακάτω εικόνα:
«Εκεί ήτανε το μεγάλο δράμα των γονιών μου, γιατί με το μωρό στην αγκαλιά η μαμά μου […] πηγαίνανε
στα ξενοδοχεία και ρωτούσανε αν υπάρχει κρεβάτι, αν υπάρχει δωμάτιο και τους λέγανε “τσ!”, ούτε όχι
δεν λέγανε “τσ!” κάναν με τη γλώσσα τους και αυτό ήτανε. Εζήτησε λέει ένα ποτήρι γάλα για τη λεχώνα
και του είπανε δεν έχουμε. Γιατί μας θεωρούσανε παράσιτα. “Ήρθαν οι “πρόσφυγγες” να πάρουν το
ψωμί μας”, έτσι λέγανε.» Μενέλαος Χαραλαμπίδης
Δ1. Αντλώντας πληροφορίες από το παράθεμα και από τις ιστορικές σας γνώσεις να αναφερθείτε α)
στις θετικές εξελίξεις στο βιοτεχνικό- βιομηχανικό κλάδο κατά τα τέλη του 19ου αιώνα (μονάδες 6)
και β) στα προβλήματα που προέκυψαν την ίδια περίοδο. (μονάδες 19)
Παράθεμα
Πρώτον, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας η Ελλάδα επεκτείνει τα σύνορά της σε μια περιφέρεια
πολύ πιο καθυστερημένη από το παλαιό βασίλειο, η οποία ενισχύει τον αγροτικό χαρακτήρα της
Γιώργος Παπαδόπουλος Σελίδα 3
χώρας και επιδεινώνει τις κοινωνικές συγκρούσεις, χωρίς να λύνει το πρόβλημα της αυτάρκειας στα
βασικά είδη διατροφής. Πρέπει να υπογραμμίσουμε εδώ ότι, καθώς δεν υπήρξε αξιοσημείωτος
εκσυγχρονισμός της καλλιέργειας, το μεγάλο θεσσαλικό κτήμα διατηρεί ακέραιο το δυναμικό του σε
εργατικά χέρια και μάλιστα με τις πιο αρχαϊκές μορφές υπο-απασχόλησης. Επιπλέον, με τους
θεριστές που έρχονται από την Ήπειρο και τη Μακεδονία, ή με τους βοσκούς που κατεβαίνουν από τα
γύρω βουνά για να ξεχειμωνιάσουν στην πεδιάδα, παρατηρούνται στην περιοχή σημαντικές εποχικές
μετακινήσεις πληθυσμού. Οι συνθήκες αυτές δεν ευνοούν την εκβιομηχάνιση στην καλύτερη
περίπτωση μπορούν να στηρίξουν εποχικές μεταποιητικές δραστηριότητες. Έτσι, η βιομηχανική
ανάπτυξη της Θεσσαλίας είναι ασήμαντη την εποχή που εξετάζουμε: καμιά δεκαριά ατμόμυλοι, δύο
μηχανουργεία, ένα μικρό μεταξουργείο, όλα τούτα συγκεντρωμένα στον Βόλο, αυτό είναι χονδρικά το
βιομηχανικό δυναμικό της περιφέρειας στο τέλος του αιώνα. Αντίθετα, επιζεί και αναπτύσσεται η
βιοτεχνική παραγωγή, που ανήκει μάλλον στο στάδιο της “πρωτο – εκβιομηχάνισης”: στον Τύρναβο,
στην Αγυιά και άλλες μικρές κωμοπόλεις, στους πρόποδες του Κίσσαβου, με μακρόχρονη παράδοση
στην κλωστοϋφαντουργία, υπάρχουν στο τέλος του αιώνα χειροκίνητα υφαντήρια, που μπορούν να
λειτουργούν με το φθηνό εποχικό εργατικό δυναμικό.
Το δεύτερο σημείο αφορά το σύνολο της οικονομίας: με τους προστατευτικούς δασμούς στο
εισαγόμενο σιτάρι ουσιαστικά πραγματοποιόταν μια “αφαίμαξη” εισοδημάτων από το σύνολο του
πληθυσμού, και κυρίως του αστικού, πληρωνόταν δηλαδή ένα είδος φόρου στη θεσσαλική
υπανάπτυξη. Μαζί με τη σειρά των νέων φόρων που καθιερώθηκαν την τρικουπική εποχή και που
επιβάρυναν κυρίως τα αστικά στρώματα, οι δασμοί στο σιτάρι ενίσχυσαν τη φορολογική πίεση,
στενεύοντας έτσι τα περιθώρια διεύρυνσης της εσωτερικής αγοράς, στην οποία απευθυνόταν η
βιομηχανία.
Χ. Αγριαντώνη, ό.π., σσ. 287-288